αυτονομία, autonomia

Μετά τον Μάρξ απρίλης, 8/9 – χρονικό του Κινήματος ’77

ΤΙ ΛΕΜΕ ΣΥΝΤΡΟΦΟΙ; / ΦΤΑΝΕΙ ΠΙΑ! / ΤΙ ΘΕΛΟΥΜΕ; / ΟΛΑ!               XIII

Αυτή είναι η πραγματικότητα που μας προτείνει η μπουρζουαζία, κι εμείς οι νέοι, απομονωμένοι και αλλοτριωμένοι στα εργοστάσια και στα σχολεία, βρισκόμαστε την κυριακή το μεσημέρι να εκτονώνουμε τις απογοητεύσεις και την καταπίεση με ταινίες που μας προτείνουν μια ψεύτικη σεξουαλική απελευθέρωση (…). Το κίνημα των γυναικών και των νέων ανακαλύπτει ξανά ένα νέο τρόπο να βρισκόμαστε, να είμαστε μαζί, βλέπουμε το σεξ σαν επικοινωνία δημιουργικών υπάρξεων, ίσων και ομοίων (…). Με την αυτομείωση προωθούμε τον στόχο να δώσουμε στους εαυτούς μας την δυνατότητα να βλέπουμε αυτά τα film που κατά κάποιον τρόπο συμμετέχουν στα προβλήματα που βρίσκονται κάτω από την παρούσα συζήτηση. (…) Βαρεθήκαμε να ζούμε σαν ποντίκια. (…) Ξεκινώντας από αυτό, από το γεγονός πως βαρεθήκαμε την κοινωνία των θυσιών, από το γεγονός πως τα πράγματα πρέπει ν’ αλλάξουν από τώρα, αμέσως, εδώ και τρεις εβδομάδες χιλιάδες νέοι πήγαν στο κέντρο της πόλης και είδαν αυτές τις ταινίες που δεν μπόρεσαν ποτέ να δουν σε εκείνους τους κινηματογράφους στους οποίους δεν μπόρεσαν ποτέ να μπουν. Είδαμε το »Εννιακόσια», »Την τελευταία γυναίκα» «Novecento», «L’ultima donna», κλπ. Την Κυριακή αφεντικά και αστυνόμοι τσατισμένοι, θυμωμένοι εναντίον μας ήθελαν να μας απαγορεύσουν να κατέβουμε στην πλατεία. Χιλιάδες νέοι νίκησαν αυτό το σχέδιο γυρνώντας στους δρόμους του κέντρου, μπαίνοντας σε κινηματογράφους και θέατρα διαβάζοντας ανακοινώσεις, μπλοκάροντας επιδεικτικά κάποιες ταινίες. (…) Μα όλο αυτό δεν είναι παρά η αρχή! Δεν φτάνει να πάρουμε το κέντρο, πρέπει επίσης ν’ αλλάξουμε πρόσωπο στη γειτονιά που ζούμε. Δεν φτάνει να πάρουμε τους κινηματογράφους, πρέπει να κατακτήσουμε το δικαίωμα στη ζωή, στην ευτυχία, στη διασκέδαση. Δεν φτάνει να δούμε ένα film φτιαγμένο από άλλους, πρέπει να φτιάξουμε μια δική μας κουλτούρα που να ξεκινά από τις ανάγκες μας, τις επιθυμίες μας και την θέληση μας να περάσουμε καλά, να διασκεδάσουμε” (AA.VV., Θα είναι ένα ριζότο που θα σας θάψει, Sarà un risotto che vi seppellirà, Milano, Squilibri, 1977: σελ. 90-93).

Το κείμενο της ανακοίνωσης που διαβάστηκε στους κινηματογράφους:

“Οι νέοι απορρίπτουν τις «αναγκαίες θυσίες». Σήμερα, για τρίτη συνεχόμενη φορά, κατεβαίνουμε στην πλατεία στο κέντρο της πόλης από την οποίαν έχουμε αποβληθεί. Είμαστε εδώ σήμερα για να επαναβεβαιώσουμε το δικαίωμα όλων των προλετάριων να παίρνουν αυτό που οι αστοί κρατούσαν για τον εαυτό τους: λούσα, προνόμια, κινηματογράφο, θέατρα, αίθουσες χορού. Βρισκόμαστε εδώ για να καταγγείλουμε την την «κοινωνία των θυσιών», όπως το ’68 βρεθήκαμε μπροστά στην Bussola και την Scala για να καταγγείλουμε την «κοινωνία της κατανάλωσης». Θυσίες για τους προλετάριους, προνόμια για τους αστούς: όμως μαθαίνουμε να χτυπούμε και να παίρνουμε ότι μας ανήκει. Παίρνουμε τα σινεμά, τα θέατρα, τις αίθουσες χορού, έτσι όπως παίρνουμε τα σπίτια και τις θέσεις εργασίας. Τις θυσίες να τις κάνουν τα αφεντικά. (…) Επιβεβαιώνουμε την θέληση μας να μας υπολογίζουν, να αλλάξουμε τον κόσμο, κι όχι να τελειώσουμε στο πιάτο της ηρωίνης, δεν θα ταίσουμε εμείς την ηρωίνη, δεν θα καταλήξουμε στην ανεργία, ούτε στις οκτώ ώρες μισθωτής εκμετάλλευσης. Θέλουμε επίσης να χτυπήσουμε και την ποιότητα των ταινιών, ταινιών που παραπλανούν τους προλετάριους στις προσωπικές σχέσεις, που εμπορευματοποιούν το κορμί της γυναίκας και κάθε ανθρώπινη σχέση. Με αυτή την δύναμη, συνείδηση και εμπειρία, ετοιμάζουμε από τα κάτω ένα δημιουργικό εθνικό happening του νεανικού προλεταριάτου και όλων των νεανικών και αυτόνομων οργανισμών συνοικίας στις 27/ 28 νοεμβρίου στο Milano” (βρίσκεται στο AA.VV., Θα είναι ένα ριζότο που θα σας θάψει-Sarà un risotto che vi seppellirà, Milano, Squilibri, 1977: σελ. 85-86).

Σάββατο και Κυριακή 27 – 28 ΜΟΕΜΒΡΙΟΥ 1976. Happening του νεανικού προλεταριάτου στο Πανεπιστήμιο Statale του Milano “Ενώ η αυτομείωση εξαπλώνεται στα εστιατόρια, I Circoli Proletari Giovanili di Milano – τα Νεανικά Προλεταριακά Κέντρα του Μιλάνο επιβάλλουν, στις 27-28 νοεμβρίου ’76, το «εθνικό Happening του νεανικού προλεταριάτου». H συνάντηση επικυρώνει, μέσα στην έλλειψη συνοχής των συζητήσεων, των παρεμβάσεων για την ηρωίνη, στην ιδεολογική διάσπαση των παρευρισκομένων και την σιωπή, μια κατανοητή κατάκτηση: τον θάνατο της ιδεολογίας. Ούτε οι «χαμαιλέοντες» του Mls (Movimento Lavoratori per il Socialismo, πρώην MS, Movimento Studentesco) ούτε οι αντί-πολιτικοί αυθορμητιστές βετεράνοι του Lambro, ούτε οι διάφορες επιτροπές κατάφεραν να ηγεμονεύσουν επί της συζήτησης στην Statale. Καμιά ιδεολογική-πολιτική πρόταση εκτός από εκείνη, την βασική, της παρουσίας και των αναγκών τους, βγήκε νικηφόρα από την Statale”. (Gabriele Martignoni – Sergio Morandini, Il diritto all’odio, Το δικαίωμα στο μίσος, Verona, Bertani, 1977: σελ. 74-75).

ΝΑ ΟΡΓΑΝΩΣΟΥΜΕ ΤΟΝ ΘΥΜΟ ΜΑΣ

ΤΙ ΤΡΩΝ ΤΑ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ ΤΑ ΑΦΕΝΤΙΚΑ; / ΧΑΒΙΑΡΙ ΧΑΒΙΑΡΙ! / ΤΙ ΤΡΩΜΕ ΕΜΕΙΣ; / ΤΟΝ COSSIGA ΣΤΟΝ ΦΟΥΡΝΟ / ΤΟΝ CARAMBA ΓΙΑ ΣΥΝΟΔΕΥΤΙΚΟ

[Francesco Maurizio Cossiga υπουργός εσωτερικών, caramba από το carabiniere-καραμπινιέρος]

ΣΥΝΤΡΟΦΟΙ, ΑΥΤΟ ΠΛΕΟΝ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΤΟ ‘68, ΑΥΤΟ ΕΙΝΑΙ ΤΟ 1977                     XIV

Το κείμενο της αφίσας της συνάντησης:

“Happening στο Milano στις 27 και 28 νοεμβρίου. Προβληματισμός και σκέψεις επάνω στην περίοδο των εορτασμών μέχρι το Parco Lambro, την αμφισβήτηση των ρεβιζιονιστών, την άρνηση τους να ενσωματώσουν το κίνημα με το festival της κομουνιστικής νεολαίας FGCI στη Ravenna. Οι καταλήψεις σπιτιών, η μάχη ενάντια στην ηρωίνη, η αυτομείωση των κινηματογράφων και η αμφισβήτηση της αστικής κουλτούρας, η νεανική ανεργία: σχεδιασμός προκαταρκτικής εκπαίδευσης, μαύρη εργασία, υπερεκμετάλλευση, επισφαλής εργασία. Η διεύρυνση της δημιουργικότητας στους χώρους εργασίας και στις γειτονιές, η κριτική στην «απαρχαιωμένη στράτευση», η πολιτιστική επανάσταση, η ανάγκη και η επιθυμία δύναμης και ισχύος, η ανάγκη να μας λαμβάνουν υπόψη που όλο και περισσότερο εκφράζουμε και διεκδικούμε. Οι φυλές των αλλοτριωμένων, των αποκλεισμένων, των φρικιών, νεαρών προλετάριων απ’ όλη την Ιταλία αποβιβάζονται στο Milano. Δυο μέρες με παιχνίδια, συζήτηση, μουσική και… η θέληση και η επιθυμία να ζήσουμε, να μας δώσουμε όλη την εμπειρία μας. (…) Τα γκρι γιλέκα μας αρνήθηκαν τα πάντα, μας κρατούν πεινασμένους, μας γδύνουν με τα σβησμένα τους μάτια, θα ήθελαν να μας διασκορπίσουν στο τσιμέντο αυτής της πόλης, με τα γουρουνίσια τους στόματα θα ήθελαν να μας καταπιούν στα σάπια τους έγκατα των γκέτο. Από εδώ και πέρα ο άνεμος της απελπισίας μας θα ουρλιάζει κάθε στιγμή στα αυτιά των γκρι γιλέκων. Ο θυμός μας  θα ταράξει τα τσίγκινα μυαλά τους. Τα χρώματα της γλυκύτητας μας θα βάψουν τον τρόμο τους. Η περιφρόνηση τους θα αυξήσει τη δύναμη μας. Η αλαζονεία τους θα μεγαλώσει τη δύναμη μας. Θα χαθούν μες την αλαζονεία τους. Ξεθάψαμε τα πολεμικά μας τσεκούρια! Δεν θα καπνίσουμε πλέον την πίπα της ειρήνης με τα γκρι γιλέκα” (βρίσκεται στο AA.VV.,Sarà un risotto che vi seppelliràΘα είναι ένα ριζότο που θα σας θάψει, Μilano, Squilibri, 1977: σελ. 95-96)

“Στις 27-28 νοεμβρίου έλαβε χώρα στο Milano η συνάντηση των Κέντρων του Νεανικού Προλεταριάτου, Circoli del Proletariato Giovanile. Σημάδεψε το τέλος της ιδεολογίας, της ανάθεσης, του βολονταρισμού. Σημάδεψε επίσης την κρίση των μορφών κατηχητικής επικοινωνίας και γλώσσας. Το υποκείμενο δεν θέλει πλέον να αναθέτει στο λεξιλόγιο την εκπροσώπηση (κατηχητικού τύπου) της ζωής. Θέλει να ζήσει. Και ήταν το happening. (…) Η απόρριψη, η παραδοξότητα η εξέγερση είναι η δυνατότητα μιας καινούργιας ιστορίας, να κάνουμε ν’ ανθίσει εκείνο που επείγει: Ένα άλλο Εξήντα οκτώ με άλλη όπλα” Dal movimento giovanile al movimento di liberazione dalavoro«A/Traverso», δεκέμβρης 1976, »Από το νεανικό κίνημα στο κίνημα απελευθέρωσης από την εργασία», σελ. 8). Μια παρέμβαση:

“Ένας σύντροφος, προηγουμένως, χρησιμοποίησε εκείνο το θλιβερό λεξιλόγιο που σήμερα το πρωί μεταχειρίστηκε από έναν άλλον σύντροφο… εκείνον που έλεγε, θυμάστε, δεν ξέρω… «εγώ έκανα το ‘68»… και έμοιαζε ένας βετεράνος του πολέμου 15-18, που μας μιλά για τα πράγματα που έκανε τότε κλπ. Εδώ κανείς δεν θέλει να υποβαθμίσει την εμπειρία του ’68, ήταν κάτι μεγάλο, τεράστιο κλπfu , όμως κανείς δεν μπορεί να έρχεται εδώ να μας κάνει το μάθημα. Όταν εμείς χρησιμοποιούμε αυτό το νέο λεξιλόγιο, όταν εμείς συμπεριφερόμαστε με αυτό τον τρόπο, πιστεύω πως κάνουμε μια ρήξη με το παρελθόν (…). Ωραία, εγώ λέω πως όταν εμείς λέμε – όπως ειπώθηκε – πως μια μέρα στα λιβάδια της Αμερικής θα καταστρέψουμε τις μητροπόλεις, θα επιστρέψουν τα λιβάδια, θα επιστρέψουν οι βίσωνες και θα επιστρέψουν οι ινδιάνοι, δεν κάνω άλλο από το να μιλώ με ομορφότερο τρόπο, με ένα τρόπο  – σύμφωνα μ’ εμένα – που ακούγεται ωραιότερα… δεν κάνουμε άλλο από το να λέμε πως μιαν ημέρα εμείς θα καταστρέψουμε τα αστικά τέρατα Milano, για παράδειγμα, ή όπως το δικό μου Porto Marghera και Mestre, και πως μια μέρα σε αυτά τα μέρη θα επιστρέψουμε εμείς με την ελευθερία μας, και με τη φύση μας να ξεδιπλώνεται ελεύθερη δίχως πλέον κανένα αφεντικό” (βρίσκεται στο Gabriele Martignoni – Sergio Morandini, Το δικαίωμα στο μίσος-Il diritto all’odio, Verona, Bertani, σεπτέμβρης 1977: σελ. 397).

Από το κείμενο της καταλυτικής πρότασης: “Μετά τις 20 ιουνίου οι εφημερίδες εξαπέλυσαν μια εκστρατεία ενάντια στους νέους. Μετά  το Parco Lambro είπαν πως οι απομονωμένοι επιζήσαντες σφάζονταν μεταξύ τους. Η κατάληξη αυτής της συνάντησης είναι πως αντιθέτως το νέο αναδύεται. Το Parco Lambro στο Milano παρήγαγε ένα πλατύ διάλογο επάνω στη δραματική κατάσταση στην οποία ζει η νεολαία. Το ParcoLambro υπήρξε ο πιστός καθρέπτης μιας πραγματικότητας αλλοτρίωσης, μοναξιάς, έλλειψης δύναμης ώστε να αλλάξουν τα πράγματα. (…)Μέσα σε αυτή την κατάσταση γεννήθηκε στο Milano, μια βιαιότατη πόλη που διασπά και διαχωρίζει, η μάχη στους κινηματογράφους.

ΕΝΑΝΤΙΑ ΣΤΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ / ΑΓΡΙΑ ΑΠΕΡΓΙΑ / ΜΠΛΟΚO AΠΟΧΗ ΑΠ’ ΤΗ ΔΟΥΛΕΙΑ / ΣΑΜΠΟΤΑΖ

ΤΙΠΟΤΑ ΑΠΟ ΑΥΤΟ ΤΟΝ ΚΟΣΜΟ ΔΕΝ ΜΑΣ ΑΝΗΚΕΙ, ΜΟΝΟ Ο ΘΥΜΟΣ ΜΑΣ, Η ΕΠΙΘΥΜΙΑ ΝΑ ΖΟΥΜΕ ΚΙ ΑΥΤΟΣ Ο ΧΡΟΝΟΣ ΔΙΧΩΣ ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ

https://aenaikinisi.files.wordpress.com/2017/04/dopo_marx_aprile.pdf

https://www.academia.edu/6711257/Dopo_Marx_aprile

σκόρπιες σκέψεις...

Πριν 40 χρόνια, Στις 16 φεβρουαρίου ’77

Στις 16 φεβρουαρίου ’77, τετάρτη, μεγάλη συνέλευση του κινήματος στο πανεπιστήμιο της Ρώμης, όπου λαμβάνει χώρα συζήτηση για το πως θα υποδεχθούν τον  Lama: να τον αφήσουν να μιλήσει? Να τον γιουχάρουν? Να τον διώξουν? Η συνέλευση στο τέλος αποφάσισε να παραστεί στην ομιλία, να την κατακλύσει με σφυρίγματα αλλά  να αποφύγει την σωματική σύγκρουση. Μια λύση η οποία άρεσε σε όλους και δεν δημιουργούσε προβλήματα στο κίνημα το οποίο βρίσκονταν σε φάση ανάπτυξης.

Οι »ινδιάνοι μετροπολιτάνοι»,  «indiani metropolitani» ετοίμασαν έναν χιονάνθρωπο με πεπιεσμένο χαρτί πολύ ψηλό γεμάτο πολλά ειρωνικά slogan : «Più lavoro meno salario»;  »Περισσότερη δουλειά λιγότερη αμοιβή» – «Lama è mio e lo gestisco io», »ο Λάμα είναι δικός μου και τον διαχειρίζομαι εγώ» – ; «Vogliamo un affitto proletario il 100% del salario», »Θέλουμε προλεταριακό νοίκι στα 100% του μισθού» – (ειρωνεία που ξεπεράστηκε από την πραγματικότητα)».

Το camion της συνδικαλιστικής ομιλίας περιτριγυρίστηκε από την ομάδα περιφρούρησης μιας εκατοστής ανθρώπων του κκι.  Λίγο μακρύτερα όλοι οι άλλοι: φοιτητές, εργαζόμενοι, ανάμεσα στους δυο σχηματισμούς ένα «ουδέτερο έδαφος» που διατηρούνταν κενή χάρη σε μια σειρά από την ομάδα περιφρούρησης του κινήματος που προσπαθούσε να εμποδίσει την επαφή με την ομάδα περιφρούρησης του Lama, πέντε με έξι μέτρα πιο πίσω βρίσκονταν ο χιονάνθρωπος με γύρω τους ινδιάνους της μητρόπολης των οποίων η αριθμητική συνοχή χρόνο με τον χρόνο αυξάνονταν.

«È ora, è ora: miseria a chi lavora», »Είναι ώρα, είναι ώρα: φτώχεια σε όσους εργάζονται» – ; «Potere padronale», »εξουσία στα αφεντικά» – ; «Andreotti è rosso Fanfani lo sarà», »ο Αντρεόττι είναι κόκκινος και σε λίγο θα γίνει και ο Φανφάνι», [γνωστά χριστιανοδημοκρατικά ηγετικά στελέχη] – ; «Più baracche meno case», »περισσότερες παράγκες λιγότερα σπίτια». Στην συνέχεια ξεκίνησε το πέταγμα από μπαλάκια γεμάτα χρώματα προς το καμιόνι.

Αυτοί που αποτελούσαν την ομάδα περιφρούρησης του Lama αρπάζουν στα χέρια τους τους πυροσβεστήρες και ορμούν εναντίον στις πρώτες γραμμές της ομάδας περιφρούρησης του κινήματος που με δυσκολία κατάφερναν να συγκρατήσουν αυτούς που πίεζαν από πίσω εξοργισμένοι. Οι γραμμές του κινήματος  ανοίγουν επιτρέποντας στους »ινδιάνους» να ξεκινήσουν την αντεπίθεση και να έρθουν σε επαφή με τους εισβολείς. Πιο πίσω βρίσκονταν όλοι οι άλλοι. Σε αυτό το σημείο η φασαρία ήταν αναπόφευκτη. Το κίνημα τρέπει σε υποχώρηση την ομάδα περιφρούρησης του συνδικάτου μέχρι που την σπρώχνει έξω από το πανεπιστήμιο.

https://aenaikinisi.wordpress.com/2017/02/01/%CF%80%CF%81%CE%B9%CE%BD-40-%CF%87%CF%81%CF%8C%CE%BD%CE%B9%CE%B1-%CF%83%CF%84%CE%B9%CF%82-2-%CF%86%CE%B5%CE%B2%CF%81%CE%BF%CF%85%CE%B1%CF%81%CE%AF%CE%BF%CF%85-1977-%CE%B5%CE%BA%CF%81%CE%AE%CE%B3/

σκόρπιες σκέψεις...

16 φεβρουαρίου 1977

….

Il contropotere proletario. Η προλεταριακή αντεξουσία. Η αυτονομία στην πράξη.

»Να το πω κι αλλιώς: είναι αμέτρητη η χαρά που νιώθεις κάθε φορά που τινάζεις στον αέρα ένα κάτι, σύμβολο του εχθρού, και αυτή η χαρά σε ακολουθεί για ημέρες δίχως τελειωμό, όσο μιλάει ο κόσμος γι αυτήν και βάλε! κάθε φορά που εισβάλεις σε σφηκοφωλιά του αντιπάλου και την κάνεις δικιά σου, έστω και για λίγο έχεις οικειοποιηθεί τον ζωτικό χώρο του εχθρού, η μητρόπολη για λίγο είναι δικιά σου, η χαρά δεν προσμετράται, όσα χρήματα κι αν έχει στον λογαριασμό του ο ενάντιος δεν μετρούν μπροστά στη δύναμη που έχεις εκείνη την ώρα, και την ευτυχία που νιώθεις στην καρδιά σου!

Όταν περνάς αμέριμνος μπροστά απ’ τα μπλόκα του εχθρού, τις κλούβες και τα περιπολικά, χτυπά δυνατά η καρδιά και τραγουδά, γελάς που τρέχουν και δεν φτάνουν ψάχνοντας ψύλλους στ’ άχυρα. Ο αιφνιδιασμός ήταν δικός σου, ασ’ τους να τρέχουν!

Θα στο πω φίλε μου και έτσι: Τον λαό δεν καταφέραμε να τον ξεσηκώσουμε σε μόνιμη βάση, να επαναστατήσει για να διώξει μια για πάντα την καταπίεση του καταναλωτισμού και των αγορών, όμως εκείνη τη χαρά που νιώθαμε κάθε φορά που κομματιάζαμε τα άφθονα μέτρα ελέγχου και καταστολής της ελευθερίας μας δεν την αλλάζω με τίποτα. Δεν χωρά στο ζύγι, όσο κι αν κοστίζει το άλλο που στοίβαξες απέναντι! Τζούφιο είν’ το βάρος του».

……..

Τότε βλέπω και τους Ινδιάνους τους Μετροπολιτάνους. Είχα ξαναβρεθεί στην πόλη για εθνική διάσκεψη, πρώτη φορά όμως τους βλέπω ντυμένους στα χρώματα του πολέμου. Και τόσους πολλούς. Παρατεταγμένοι με τις πολύχρωμες φορεσιές τους έξω από το κτίριο, λες και μας περίμεναν, να τους δούμε και τους θαυμάσουμε.
Ξεκινούν στην κεφαλή του μέρους της πορείας που βρίσκεται μπροστά μας, και όλοι εμείς από πίσω. Λίγες μέρες νωρίτερα έχουν πετάξει έξω από τις σχολές, στο Πανεπιστήμιο La Sapienza, τον γραμματέα του ελεγχόμενου από το ΚΚ συνδικάτου, τον μισητό Λάμα ,με τους εκατοντάδες ψευτοκομμουνιστές μπράβους του. Δοκίμασαν να μιλήσουν στην γενική συνέλευση, έφαγαν γιούχα, ξύλο και άπειρα φτυσίματα. Οι υποκριτές.

Στις 11 μαρτίου 1977 στην Bologna, στην διάρκεια μιας διαδήλωσης, η αστυνομία σκότωσε τον Francesco Lorusso,  25 χρόνων. Στις 12 μαρτίου το κίνημα εισβάλλει στην Roma με μια επιβλητική και μεγάλη εθνική διαδήλωση, με συνεχείς συγκρούσεις κατά μήκος όλης της διαδρομής της πορείας, επιθέσεις σε γραφεία των θεσμών, σε καταστήματα και οπλοπωλεία, σύμβολα του πλούτου και της εξουσίας.

Μετά την «εκδίωξη του Lama», και τώρα με τις συγκρούσεις στους δρόμους και τις πλατείες, τα απομεινάρια των ομάδων, Lc, Pdup, Ao, πλέον περιθωριοποιημένα, διαχωρίζουν την θέση τους «από τις δράσεις των “αυτόνομων” κατά την διάρκεια της διαδήλωσης».

– Διασχίζουμε την πόλη τραγουδώντας. Άλλοτε περπατάμε σιγά, άλλοτε τρέχουμε. Αλλού κοντοστεκόμαστε. Γεμίζουμε τους τοίχους συνθήματα και κόκκινη μπογιά. Τα μαντήλια στο λαιμό.
Κάποιοι από εμάς αφήνουνε για λίγο τους υπόλοιπους και πηγαίνουν προς Via dei Volschi, εκεί που χτυπά η καρδιά της Ρωμαικής αυτονομίας, να μάθουν τα τελευταία νέα. Να δουν εάν χρειάζονταν κάτι, μήπως είναι απαραίτητη η βοήθειά τους.
Εμείς οι υπόλοιποι συνεχίζουμε
Φτάνουμε στην πλατεία αργά το μεσημέρι.
Την περιφρούρηση έχουν αναλάβει οι Ρωμαίοι σύντροφοι, και όχι μόνο, οι σύντροφοι επίσης των ομάδων περιφρούρησης από τις μαζικότερες συλλογικότητες της χώρας, απ’ τον Βορρά κυρίως, Πάντοβα, Μιλάνο…

Είναι ακόμη μέρα. Έχουν περάσει χρόνια, δεν θυμάμαι και πολλά. Μοναχά τον ενθουσιασμό ανακατεμένο με οργή. Το κύμα που πάλλονταν στη πλατεία κάθε φορά που ξεσπούσε το σύνθημα. τα τραγούδια. Το είναι μου σε μόνιμη κατάσταση έκστασης, ανατριχίλα που διασχίζει το κορμί μου, από την κορυφή μέχρι τα νύχια.
Κι όταν ξεχύνεται το ανθρώπινο ποτάμι ,με βουητό που σκεπάζει τους λόφους που περιτριγυρίζουν την πόλη η ένταση εκρήγνυται και αρχίζουν ατέλειωτες συγκρούσεις.
Δεν νοιάζει κανέναν ποιος θα είναι αυτός που θα κάνει την αρχή, όλοι περιμένουμε το αναπόφευκτο, όλοι επιθυμούμε να δοθεί ένα μάθημα στις δυνάμεις καταστολής και στους εντολείς τους.
Αρχίζουν οι πυρπολήσεις, εναντίον κυρίως καταστημάτων πολυτελείας, απλησίαστων στους πολλούς, που στέκονταν εκεί προκλητικά με τις στολισμένες τους βιτρίνες να φωνάζουν ‘πάρε με’!
Εναντίον ,επίσης, κομματικών γραφείων. Εναντίον κυβερνητικών και πολιτικών γραφείων και στόχων, αστυνομικών τμημάτων.

People have the power, Patti Smith

….

Ας επιστρέψω όμως σε εκείνη την φοβερή μέρα του Μαρτίου στην Ρώμη :
Οι σύντροφοι των ομάδων περιφρούρησης κάνουν το καλύτερο δυνατό για να κρατήσουν τις συγκρούσεις μακριά από το κυρίως σώμα της πορείας. Εν πολλοίς τα καταφέρνουν, για το μεγαλύτερο διάστημα τουλάχιστον της ημέρας, τις περισσότερες φορές.
Οι καπνοί, οι φωτιές και η αποπνικτική ατμόσφαιρα που δημιουργούν τα δακρυγόνα οδηγούν κατευθείαν στην καρδιά των γεγονότων.
Έτσι λοιπόν ο Μάριος ξεκόβει κάποια στιγμή από τους συντρόφους του, τον τρώει η περιέργεια να βρίσκεται εκεί που παίζεται άμεσα η μπάλα!
Ξεγλιστρά από τα κορδόνια, που κρατιούνται όσο πιο σφιχτά γίνεται, και τρέχει προς τους καπνούς και τους κρότους.

Δεν νιώθει ανησυχία, νιώθει προστατευμένος, έχει εμπιστοσύνη.
Σε ανύποπτο χρόνο, έχει μια πολύ ενδιαφέρουσα συνομιλία με κύριο που σέβεται πολύ. Γνωρίζει πως τον παρακολουθεί και τον περιεργάζεται, μένουν απέναντι, καθηγητής στο λύκειο ο κύριος Αντόνιο. Του έχει κάνει ξεκάθαρο λοιπόν πως ,προς στιγμήν τουλάχιστον, δεν έχει την αίσθηση του θείου. Έτσι ο δάσκαλος τον προτρέπει να επικαλείται την νεκρή μητέρα του ,κάθε φορά που χρειάζονταν στήριξη, βοήθεια έξωθεν. Την έχει χάσει από μικρούλης, από την κακιά αρρώστια. Έχει αποκτήσει λοιπόν ένα τυχερό αστέρι που τον νοιάζεται και τον προσέχει!

Τρέχει προς την φωτιά, ακούει τις σειρήνες που ουρλιάζουν, είναι η Πυροσβεστική ,που μόλις φτάνει, την ώρα που οι σύντροφοι έχουν απομακρυνθεί. Η τεράστια, πολυόροφη έκθεση πολυτελών αυτοκινήτων έχει γίνει παρανάλωμα πυρός, ένα φοβερό θέαμα, δεν μπορείς να ξεκολλήσεις τα μάτια σου από τις πύρινες γλώσσες που καταβροχθίζουν τα πάντα στο πέρασμά τους. Το κτίριο περιτριγυρίζεται από γραφεία, είναι όλα κλειστά, είναι Σάββατο, δεν κινδυνεύουν ζωές, μοναχά αυτοκίνητα που φλέγονται, παραδομένα στη φωτιά. Μια έκταση απλωμένη σε πέντε ορόφους λαμπαδιασμένη. Πρώτη φορά στη ζωή του αντικρίζει ένα τέτοιο θέαμα, στέκεται σαν χάνος εκεί μπροστά να θαυμάζει τις γλώσσες που σφυρίζουν στον αέρα που καίει, τους πυκνούς καπνούς που μαυρίζουν τον ουρανό ,που ήδη έχει σκοτεινιάσει.

μάρτιος ’77 στην Ρώμη

Χρόνια αργότερα αισθάνθηκε την ίδια δύναμη να τον τραβά και να τον αιχμαλωτίζει, παρόμοιο δέος αντικρίζοντας την πύρινη δύναμη να κατακαίει , αυτή τη φορά, τα δάση της πατρίδας του, σε θέρετρο όπου βρέθηκε για διακοπές. Μεγάλη όμως η αντίθεση στα συναισθήματα. Είναι λυτρωτική η χαρά του να βλέπεις τη βιτρίνα του καπιταλισμού να φλέγεται. Η επίθεση στην καταναλωτική μανία ελευθερώνει, στη μεγαλομανία των σύγχρονων αστών, που μετράνε τις αξίες από το μέγεθος και μόνο του πλούτου που κατέχουν. Πλούτο, που στο κάτω, κάτω άλλοι έχουνε παράξει, και δεν θα γευτούνε ποτές. Γι ανταμοιβή έχουνε μια μούντζα. Καλά να πάθουν.
Σπαρακτική όμως η στεναχώρια όταν γίνεσαι μάρτυρας της καταστροφής της ίδιας της ζωής.
Εδώ πεθαίνει η μάνα Γη, η ανάσα μας ,η αληθινή ομορφιά. Το γάλα που πίνουμε και μας θρέφει, μας αναπτύσσει, μας μεγαλώνει. Μας αντρώνει και μας κάνει ανθρώπους άξιους να ονομαζόμαστε έτσι.
Εδώ η φωτιά καίει τη ζωή.
Εκεί η φωτιά καίει την απάτη.

Οι σύντροφοι λοιπόν δεν είναι άλλο εδώ, πρέπει να ψάξει να τους βρει. Προς το παρόν ,ας επιστρέψει στο ανθρώπινο ποτάμι που κυλάει ακάθεκτο στους δρόμους της όμορφης πόλης.
Στριμώχνουν και στριμώχνονται οι νέοι, που συνεχίζουν να βαδίζουν, να τρέχουν και να τραγουδούν.
Πλησιάζουν μια armeria, ένα οπλοπωλείο. Δίπλα στο ποτάμι ,που πορεύονται, στον Τίβερη. Στο λεπτό κατεβαίνουν οι σιδεριές, ορμούν στο κατάστημα και το αδειάζουν, σε ένα λεπτό, κυριολεκτώ, από όλον τον ελαφρύ οπλισμό. Για να χωρά στο παντελόνι. Και ντουφέκια, πολλά….Βλέπετε ,εδώ και πολύ ώρα ,η αστυνομία βάλει πλέον κανονικά.Ήδη σκοτώνει από καιρό, εκτελεί.
Εχθές τον σύντροφό μας τον χτύπησαν πισώπλατα.
No mercy!
Δεν υπάρχει έλεος σήμερα!

Οι σύντροφοι πυροβολούν απέναντι, την φυλακή, Regina Coeli, μιας και είναι αδύνατο να πλησιάσουν, έχουν αποκλείσει την πρόσβαση από τις γέφυρες οι δυνάμεις της αστυνομίας και οι καραμπινιέροι, για να αποτρέψουν ομαδική απελευθέρωση των κρατουμένων συντρόφων μας εκεί μέσα, πέρα απ’ το ποτάμι.

Οι μπάτσοι, που παρακολουθούν το κορτέο ,πορευόμενοι παράλληλα, από τους πιο πέρα δρόμους και κάποια απόσταση, αντιλαμβανόμενοι τα συμβάντα, πνίγουν την πορεία στα χημικά. Πυροβολούν συνεχώς.Πανικός.
Οι νεαροί δεν διαλύονται. Συνεχίζουν. Κλάμα και λεμόνι, συνθήματα, μηνύματα.
Προχωρούν τρέχοντας όσο γρηγορότερα γίνεται για να απομακρυνθούν από τη μολυσμένη περιοχή.
Με τους πιο πίσω όμως τι θα γίνει ;
Προχωρούν έτσι κι αλλιώς, κι άλλη φορά τους διέσπασαν, κάποια στιγμή θα ενωθούν με τους υπόλοιπους πιο κάτω. Η αποφασιστικότητα δεν νικιέται σήμερα. Αυτά που λέμε θα γίνουν!
Η ανθρώπινη πλημμύρα συνεχίζει το δρόμο της. Ξετυλίγεται το κουβάρι μες την πόλη ,αφήνοντας το ποτάμι πίσω του. Εισέρχεται σε μια αχανή πλατεία, μισοσκότεινη ,μιας και όλοι οι λαμπτήρες έχουν γίνει κομμάτια. Εκεί αντικρίζω την πιο σουρεαλιστική σκηνή σε όλη μου τη ζωή, σκηνή από ταινία του κινηματογράφου περιπέτειας. Αυτά δεν γίνονται!
Στην απέναντι ακριβώς πλευρά, γονατισμένοι σε σειρά καμιά εικοσαριά σύντροφοι, με τα μαντήλια ανεβασμένα, πυροβολούν σε ομοβροντία, όλοι μαζί ταυτόχρονα, προς ένα επιβλητικό κτίριο που δεσπόζει μπροστά τους ,και κλείνει την πλατεία από εκείνη τη μεριά. Κι από πίσω τους, τρέχοντας σε τόξο, σε ημικύκλιο, περίπου πενήντα παιδιά εξαπολύουν βροχή από μπουκάλια στα σπασμένα, θρυμματισμένα τζάμια, στα παράθυρα του κτιρίου, το οποίο οι αστυνομικές δυνάμεις έχουν αφήσει έρμαιο, αφύλακτο, από τη σφοδρότητα της επίθεσης! Σπέρνουνε φωτιά.
Είναι κάτι μοναδικό, δεν ξεχνιέται, όσα χρόνια κι αν περάσουν!
Ότι και να έχεις κάνει, πει, ακούσει από άλλους, τέτοια φάση δεν γίνεται, δεν επαναλαμβάνεται!
Η καταστολή εξαφανισμένη.
Αργότερα έμαθα πως εκείνο το κτίριο είναι το Υπουργείο Δικαιοσύνης που εδρεύει στην πρωτεύουσα,  λέει ο Μάριος, ανατριχιάζοντας στη θύμηση.

Έγραψαν οι εφημερίδες την άλλη μέρα πολλά, αυτό το γεγονός αποσιωπήθηκε τελείως, άκρα του τάφου σιωπή, όπως βέβαια και η προσπάθεια να περάσουν οι σύντροφοι το ποτάμι για να επιτεθούν στα γραφεία του ΚΚΙ, κάποια στιγμή, και στις φυλακές κάποιαν άλλη!

Όπως καταλαβαίνετε, η κατάσταση έχει ξεφύγει τελείως, έχει εκτραχυνθεί. Η αστυνομία αποφασίζει πως πρέπει να απαντήσει και επιτίθεται από όλες τις πλευρές, με ότι μέσο διαθέτει. Ξεκινάει ανταλλαγή πυρών κι από τις δύο πλευρές. Εδώ πλέον ο σώζων εαυτόν σωθήτω. Δεν είναι δυνατόν πια να κρατήσεις γραμμές, να περιφρουρήσεις τη διαδήλωση, δεν πρόκειται πλέον για πορεία. Και οι περιφρουρήσεις που βαστούν ακόμη  καλύπτουν τα νώτα της υποχώρησης προς την piazza del popolo, όπου θα καταλήξει η πορεία έτσι κι αλλιώς, και όπου οι υπόλοιποι σύντροφοι, αυτοί από τους οποίους είχαμε αποκοπεί, μαθαίνουμε πως βρίσκονται ήδη εκεί.

Πανζουρλισμός όταν φτάνουμε εκεί, και ανακούφιση μαζί, πάλι όλοι μαζί, και νιώθεις πως το ότι δεν κατάφεραν να μας διαλύσουν είναι μια τεράστια νίκη. Μαθαίνουμε για δεκάδες άλλους στόχους που χτυπήθηκαν, κομματικά γραφεία, η χιλιανή πρεσβεία – εκδίκηση πήραμε για τους δολοφονημένους μας εκεί συντρόφους – αστυνομικά τμήματα και κάνα δυο στρατόπεδα καραμπινιέρων….

Σύντροφοι μιλούν με πύρινα λόγια για τους σκοτωμένους μας συντρόφους. Ακούμε, χειροκροτούμε, συνθήματα, φωνές. Αλλά κυρίως η αναμετάδοση, στόμα με στόμα, όλης αυτής της φωτιάς που ρίξαμε επάνω στους εχθρούς μας αυτή την αξέχαστη για πάντα ημέρα, στο όνομα αυτών που έπεσαν, και θα συνεχίσουν να πέφτουν μέχρι να ανατραπεί αυτό το βρώμικο καθεστώς.

Νύχτα πλέον εδώ και ώρες όταν ξεκινάμε για τον σταθμό, για την επιστροφή, δεκάδες μικρές πορείες μέσα σε μια πόλη που βρωμάει χημικά, ανάμεσα σε ενέδρες των δυνάμεων καταστολής, που ξεπερνάμε ευκολότερα ή δυσκολότερα.

Μπορώ να πω πως επικρατεί μια ατμόσφαιρα χαοτική. Περπατάς ή τρέχεις μονάχα σκυφτός, πίσω από τα παρκαρισμένα αυτοκίνητα, μέσα από στενά και λεωφόρους. Γίνεται κυριολεκτικά χαμός. Δεν ξέρω να έχει συμβεί κάπου αλλού κάτι παρόμοιο. Εμπόλεμη κατάσταση.
Κάποια στιγμή καταφέρνω να φτάσω στο σταθμό. Έχω χαθεί με όλους, είμαι εδώ και ώρα ολομόναχος.
Άντε να μπεις μέσα, τώρα. Το κτίριο είναι περικυκλωμένο από την αστυνομία και τους καραμπινιέρους. Κάνω ένα ντου εκεί που είναι συγκεντρωμένοι οι λιγότεροι, τρώω πολλές, στα πλευρά κυρίως και την πλάτη, προστατεύω με τα χέρια το κεφάλι μου, τρυπώνω μέσα. Ψάχνω στις αναχωρήσεις και φτάνω τρέχοντας αλαφιασμένος στο τρένο λίγο πριν κλείσουν οι πόρτες. Για κάποιον ανεξήγητο λόγο που δεν καταλάβαμε ποτέ οι μπάτσοι, ακριβώς εκείνη τη στιγμή, έχουν ξεκινήσει μαζική επίθεση στους συρμούς, εξαπολύοντας εκ νέου δακρυγόνα. Ακούγονται και κάποιοι πυροβολισμοί. Ο οδηγός ξεκινά το θηρίο άρον, άρον και η τρομάρα παίρνει τέλος.
Για τους περισσότερους, όχι για όλους.

https://aenaikinisi.wordpress.com/2014/05/04/%CE%B5%CE%BA%CE%B5%CE%BD%CF%8E%CF%83%CF%84%CE%B5-%CF%84%CE%BF%CF%85%CF%82-%CE%B4%CF%81%CF%8C%CE%BC%CE%BF%CF%85%CF%82-%CE%B1%CF%80%CF%8C-%CF%84%CE%B1-%CF%8C%CE%BD%CE%B5%CE%B9%CF%81%CE%B1-2/

ιστορία, storia

Πριν 40 χρόνια: στις 2 φεβρουαρίου 1977 εκρήγνυται το Κίνημα του 77 – 40 anni fa: il 2 febbraio 1977 esplode il Movimento del 77

Το έτος ’77 ξεκίνησε ένα μήνα νωρίτερα, στις 3 Δεκεμβρίου ’76, όταν ο Franco Maria Malfatti, υπουργός Παιδείας, έριξε τα χαρτιά του στο τραπέζι: την περίφημη εγκύκλιο του περιορίζει την επανάληψη των εξετάσεων, φορολογικές αυξήσεις, ειδικά για τους εκτός σειράς μαθημάτων, τρία επίπεδα αποφοίτησης (δίπλωμα, πτυχίο, διδακτορικό), επαναφορά της περιορισμένης πρόσβασης, κ.λπ.

Στις 24 ιανουαρίου ’77 στο Palermo οι φοιτητές κατέλαβαν την Φιλοσοφική σχολή, στις 31 ιανουαρίου εμποδίζονται  οι διδακτικές δραστηριότητες στις ανθρωπιστικές σχολές του .

Torino, Cagliari, Sassari,Salerno. A Bologna, Milano, Padova,Firenze, Pisa λαμβάνουν χώρα διαδηλώσεις, πορείες, συνελεύσεις.

2 φεβρουαρίου ’77, στο πανεπιστήμιο La Sapienza της Roma μια εξηνταριά φασιστών επιτέθηκαν σε μια συνέλευση φοιτητών. Αφού αποκρούστηκαν υποχωρώντας πυροβόλησαν με όπλο. Ο Guido Bellachioma τραυματίζεται σοβαρά στο κεφάλι. Την επομένη μια πορεία βγαίνει απ’ το πανεπιστήμιο, στην via Solferino, κοντά στην οδό Sommacampagna, μια ομάδα συντρόφων διαχωρίστηκε από την πορεία και πήγε να επιτεθεί στα γραφεία του φασιστικού Msi απ’ όπου είχαν ξεκινήσει αυτοί που επιτέθηκαν την προηγούμενη ημέρα. Στην piazza Indipendenza, από ένα Φίατ 127 δίχως διακριτικά κατέβηκαν κάποιοι αστυνομικοί με τα πιστόλια στα χέρια. Ξεκινά ανταλλαγή πυροβολισμών μεταξύ των αστυνομικών και δυο συντρόφων, οι Paolo και Daddo και ένας αστυνομικός τραυματίστηκαν σοβαρά. 

paolo-daddo-1 paolo-daddoPaolo e Daddo liberi!!!

Ο εκ των ηγετικών στελεχών του κομουνιστικού κόμματος Ugo Pecchioli σε συνέντευξη του στην εφημερίδα «la Repubblica» δηλώνει: «Το raid των φασιστών στο πανεπιστήμιο και οι βιαιότητες των προβοκατόρων που αποκαλούνται αυτόνομοι είναι δυο πρόσωπα της ίδιας πραγματικότητας […] η φασιστική μήτρα είναι κοινή, παρόμοιοι και οι σκοποί. Η αστυνομία και η εισαγγελία πρέπει να κάνουν το καθήκον τους κλείνοντας τις γιάφκες». Το κίνημα απάντησε με μια μεγάλη διαδήλωση 30.000 ανθρώπων στους δρόμους της πόλης.

Στις 16 φεβρουαρίου ’77, τετάρτη, μεγάλη συνέλευση του κινήματος στο πανεπιστήμιο της Ρώμης, όπου λαμβάνει χώρα συζήτηση για το πως θα υποδεχθούν τον  Lama: να τον αφήσουν να μιλήσει? Να τον γιουχάρουν? Να τον διώξουν? Η συνέλευση στο τέλος αποφάσισε να παραστεί στην ομιλία, να την κατακλύσει με σφυρίγματα αλλά  να αποφύγει την σωματική σύγκρουση. Μια λύση η οποία άρεσε σε όλους και δεν δημιουργούσε προβλήματα στο κίνημα το οποίο βρίσκονταν σε φάση ανάπτυξης.

Οι »ινδιάνοι μετροπολιτάνοι»,  «indiani metropolitani» ετοίμασαν έναν χιονάνθρωπο με πεπιεσμένο χαρτί πολύ ψηλό γεμάτο πολλά ειρωνικά slogan : «Più lavoro meno salario»;  »Περισσότερη δουλειά λιγότερη αμοιβή» – «Lama è mio e lo gestisco io», »ο Λάμα είναι δικός μου και τον διαχειρίζομαι εγώ» – ; «Vogliamo un affitto proletario il 100% del salario», »Θέλουμε προλεταριακό νοίκι στα 100% του μισθού» – (ειρωνεία που ξεπεράστηκε από την πραγματικότητα)».

Το camion της συνδικαλιστικής ομιλίας περιτριγυρίστηκε από την ομάδα περιφρούρησης μιας εκατοστής ανθρώπων του κκι.  Λίγο μακρύτερα όλοι οι άλλοι: φοιτητές, εργαζόμενοι, ανάμεσα στους δυο σχηματισμούς ένα «ουδέτερο έδαφος» που διατηρούνταν κενή χάρη σε μια σειρά από την ομάδα περιφρούρησης του κινήματος που προσπαθούσε να εμποδίσει την επαφή με την ομάδα περιφρούρησης του Lama, πέντε με έξι μέτρα πιο πίσω βρίσκονταν ο χιονάνθρωπος με γύρω τους ινδιάνους της μητρόπολης των οποίων η αριθμητική συνοχή χρόνο με τον χρόνο αυξάνονταν.

«È ora, è ora: miseria a chi lavora», »Είναι ώρα, είναι ώρα: φτώχεια σε όσους εργάζονται» – ; «Potere padronale», »εξουσία στα αφεντικά» – ; «Andreotti è rosso Fanfani lo sarà», »ο Αντρεόττι είναι κόκκινος και σε λίγο θα γίνει και ο Φανφάνι», [γνωστά χριστιανοδημοκρατικά ηγετικά στελέχη] – ; «Più baracche meno case», »περισσότερες παράγκες λιγότερα σπίτια». Στην συνέχεια ξεκίνησε το πέταγμα από μπαλάκια γεμάτα χρώματα προς το καμιόνι.

Αυτοί που αποτελούσαν την ομάδα περιφρούρησης του Lama αρπάζουν στα χέρια τους τους πυροσβεστήρες και ορμούν εναντίον στις πρώτες γραμμές της ομάδας περιφρούρησης του κινήματος που με δυσκολία κατάφερναν να συγκρατήσουν αυτούς που πίεζαν από πίσω εξοργισμένοι. Οι γραμμές του κινήματος  ανοίγουν επιτρέποντας στους »ινδιάνους» να ξεκινήσουν την αντεπίθεση και να έρθουν σε επαφή με τους εισβολείς. Πιο πίσω βρίσκονταν όλοι οι άλλοι. Σε αυτό το σημείο η φασαρία ήταν αναπόφευκτη. Το κίνημα τρέπει σε υποχώρηση την ομάδα περιφρούρησης του συνδικάτου μέχρι που την σπρώχνει έξω από το πανεπιστήμιο.

παρασκευή 18, στην σχολή της Οικονομίας λαμβάνει χώρα μια μεγάλη συνέλευση του κινήματος η οποία αποδέχεται ένα κείμενο γύρω από τα γεγονότα της προηγούμενης ημέρας:

Το πρωί η ομάδα περιφρούρησης του Pci […] ξεκίνησε σοβαρά επεισόδια στην προσπάθεια της να τσακίσει την αυτονομία του κινήματος. Αυτή η προσπάθεια απέτυχε λόγω της μαζικής αντίδρασης των φοιτητών που έδιωξαν την ομάδα περιφρούρησης του  Pci και παρέμειναν κύριοι του Πανεπιστημίου. […] Το απόγευμα ο Cossiga, που τον ευνοούσε η κατάσταση, έδωσε διαταγή στις δυνάμεις της αστυνομίας να επιτεθούν στο Πανεπιστήμιο με μια τεράστια δύναμη Ps, καταφέρνοντας με αυτό τον τρόπο  να επιτύχει, χάρη στο  Pci, αυτό που δεν είχε καταφέρει τις προηγούμενες ημέρες.

[…] Όσο για τον αγώνα, το κίνημα δεν προτίθεται να παραιτηθεί κεντρικούς στόχους του που είναι: 1) η απόσυρση του σχεδίου Malfatti και εκείνου του Κομμουνιστικού Κόμματος 2) εθνική γενική απεργία ενάντια στην κυβέρνηση για να ανοίξει ένα νέο μαζικό μέτωπο πάλης γύρω από την απασχόληση. Το κίνημα γνωρίζει ότι οι στόχοι αυτοί σημαίνουν την απόρριψη της πολιτικής των θυσιών, της λογικής της καπιταλιστικής συμβατότητας σε σχέση με την κρίση […]. Για τους λόγους αυτούς, η γενική συνέλευση αποφασίζει: να προειδοποιήσει την κυβέρνηση για την άρνηση του κινήματος να αποδεχθεί την εκκένωση του Πανεπιστημίου, το οποίο πρέπει να λειτουργεί ως ένας τόπος αυτόνομης συνάθροισης των νέων και ζητά την οριστική εκδίωξη της αστυνομίας, να δημιουργήσει ένα πολιτικό μανιφέστο για τους πολίτες το οποίο θα αποσαφηνίζει τις θέσεις του κινήματος, να ορίσει για το σάββατο 19 Φεβρουαρίου, στις 17 στην Piazza Esedra, μια μεγάλη διαδήλωση στην πόλη και μαζική, την οποία θα εγγυάται-προστατεύει οι δομές του κινήματος, να καλέσει όλα τα πανεπιστήμια που βρίσκονται σε αγώνα σε μιαν εθνική αντιπαράθεση το Σάββατο και την Κυριακή 26 και 27 Φεβρουαρίου στη Ρώμη.

[Dario Paccino, Sceemi, il rifiuto di una generazione, 1977]  Ανόητοι, η άρνηση μιας γενιάς

Στις 11 μαρτίου 1977 στην Bologna, στην διάρκεια μιας διαδήλωσης, η αστυνομία σκότωσε τον Francesco Lorusso,  25 χρόνων. Στις 12 μαρτίου το κίνημα εισβάλλει στην Roma με μια επιβλητική και μεγάλη εθνική διαδήλωση, με συνεχείς συγκρούσεις κατά μήκος όλης της διαδρομής της πορείας, επιθέσεις σε γραφεία των θεσμών, σε καταστήματα και οπλοπωλεία, σύμβολα του πλούτου και της εξουσίας.

Μετά την «εκδίωξη του Lama», και τώρα με τις συγκρούσεις στους δρόμους και τις πλατείες, τα απομεινάρια των ομάδων, Lc, Pdup, Ao, πλέον περιθωριοποιημένα, διαχωρίζουν την θέση τους «από τις δράσεις των “αυτόνομων” κατά την διάρκεια της διαδήλωσης».

Στην Bologna, στις 23 μαρτίου, κλείνουν το Radio Alice και τις επόμενες ημέρες εκκενώνεται το Πανεπιστήμιο της Bologna με την χρήση τεθωρακισμένων. Ο Cossiga διέταξε την απαγόρευση διαδηλώσεων στην Roma.

https://aenaikinisi.wordpress.com/2014/05/04/%CE%B5%CE%BA%CE%B5%CE%BD%CF%8E%CF%83%CF%84%CE%B5-%CF%84%CE%BF%CF%85%CF%82-%CE%B4%CF%81%CF%8C%CE%BC%CE%BF%CF%85%CF%82-%CE%B1%CF%80%CF%8C-%CF%84%CE%B1-%CF%8C%CE%BD%CE%B5%CE%B9%CF%81%CE%B1-2/

αυτονομία, autonomia

14 μαίου 1977: Μιλάνο, μια »ήρεμη» ανταλλαγή πυροβολισμών – 14 maggio 1977: Milano, una sparatoria «tranquilla»

Milano, 12 μαίου 1977; την ώρα που οι ειδικές δυνάμεις του Υπουργού Εσωτερικών Κοσσίγκα που έχουν παρεισφρήσει πυροβολούν τους διαδηλωτές στην Piazza Navona και σκοτώνουν 14 maggio

την Giorgiana Masi, ο εισαγγελέας Luigi De Liguori διατάζει την σύλληψη κάποιων προσώπων, μεταξύ των οποίων δυο γνωστούς δικηγόρους της Κόκκινης Βοήθειας,  di Soccorso Rosso, τους Giovanni (Nanni) Cappelli και Sergio Spazzali. Η ποιο σοβαρή κατηγορία εις βάρος τους είναι εκείνη της προώθησης ανατρεπτικής ένωσης. Οι ομάδες της εξωκοινοβουλευτικής αριστεράς και οι συλλογικότητες του χώρου της αυτονομίας συγκαλούν για το απόγευμα της 14 μαίου μια διαδήλωση ενάντια στην καταστολή.

 

To πρωινό της 14ης μαίου, οι τέσσερις  υπεύθυνοι των ομάδων περιφρούρησης των διαφόρων ψυχών της μιλανέζικης Αυτονομίας συναντιούνται στο Πανεπιστήμιο Statale για να αξιολογήσουν την κατάσταση και να αποφασίσουν τις δράσεις στην πλατεία και τον δρόμο. Είναι οι Pietro Mancini (Piero), Raffaele Ventura (Coz) και Maurizio Gibertini (Gibo) για την ομάδα που συναθροίζονταν γύρω από το περιοδικό «Rosso», ο Oreste Scalzone για τις ομάδες που ήταν κοντά στην Εργατική Εξουσία,  Potere Operaio, ο Andrea Bellini για την κολλεκτίβα «Casoretto» και τέλος μια αντιπροσωπεία του μαρξιστικού-λενινιστικού κόμματος. Αποφασίζουν για μια σκληρή πορεία, που σε κάποια συγκεκριμένη στιγμή θα αποσπαστεί από τις ομάδες της εξωκοινοβουλευτικής αριστεράς (με την Προλεταριακή Δημοκρατία, Democrazia Proletaria στην κεφαλή) για να συνεχίσει τον δρόμο της γύρω από τις φυλακές του San Vittore για να μεταφέρει την αλληλεγγύη στους συλληφθέντες πριν δυο ημέρες δικηγόρους . Μια πορεία »σκληρή», αυτό ναι, μα που δεν είχε προκαθοριστεί να καταλήξει σε ένοπλη μάχη με την αστυνομία, ούτε κάποια άλλη προβοκάτσια. Καθόλου molotov, ούτε σιδερόβεργες, καθόλου σφεντόνες ούτε πέτρες, τίποτα. Με τις πρώτες φασαρίες θα εγκαταλείπονταν η πορεία, αυτή ήταν η συμφωνία.

 

To προηγούμενο βράδυ, όμως, και η ένοπλη συνιστώσα της συλλογικότητας Romana-Vittoria, που εκπροσωπούνταν από τους  Marco Barbone, Enrico Pasini Gatti, Giuseppe Memeo, Marco Ferrandi, Luca Colombo και Giancarlo De Silvestri συναντιέται για να καθορίσει το σχέδιο για την διαδήλωση της επομένης ημέρας. Πρέπει να προκαλέσει την αστυνομία κοντά στην San Vittore, για να διαλύσει την πορεία και να την ενώσει ξανά στην ζώνη της Porta Genova, όπου και να την προφυλάξει στρατιωτικά όσο το δυνατόν για περισσότερο χρόνο. Η κολλεκτίβα Romana-Vittoria θα ανοίξει την πορεία.

 

 

Η πορεία ξεκινά στις 16,45 από την piazza Santo Stefano, οι διαδηλωτές ξεπερνούν τις 10.000. Στην διασταύρωση via San Vittore-Via Olona ο κορμός της αυτονομίας, γύρω στους 1000 διαδηλωτές, εγκαταλείπει τον κύριο κορμό όπως είχε προαποφασιστεί. Ξεκινούν ευθύς τα συνθήματα: «Da San Vittore all’Ucciardone, un solo grido: evasione», «Carabiniere, sbirro maledetto, te l’accendiamo noi la fiamma sul berretto» – »Από την San Vittore μέχρι την Ucciardone, μια και μόνη κραυγή: απόδραση», »Καραμπινιέρο, μπάτσε καταραμένε, εμείς θα ανάψουμε την φλόγα που έχεις στον μπερέ σου».

Σε κάποια συγκεκριμένη στιγμή η φάλαγγα της αστυνομίας (μέχρι τότε στέκονταν πολύ μακριά από την πορεία) του τρίτου τμήματος ταχείας ανάπτυξης παρατάσσεται με πλήρη εξοπλισμό [μια σειρά από ασπίδες, και μια δεύτερη με εκτοξευτές δακρυγόνων) στη γωνία μεταξύ της Via Olona και της οδού De Amicis. Μετά από μια σύντομη διαβούλευση, η ένοπλη ομάδα της Romana- Vittoria αποφασίζει να επιτεθεί, και εύκολα παρακάμπτει τα κορδόνια συγκράτησης που είχαν επικεφαλής τον Bellini και Scalzone, που συνειδητοποιούσαν τι επρόκειτο να συμβεί.

 

Υψώνεται μια απότομη κραυγή: «Ρομάνα έξω!» ακολουθούμενη από μια επόμενη: «Πυρ!». Μέσα σε ένα μόνο λεπτό οι Ferrandi, Memeo, Poodle, Pasini Gatti, De Silvestri και Colombo, στους οποίους στέκονταν κοντά μερικοί μαθητές του Cattaneo οπλισμένοι με βόμβες μολότοφ, από την συλλογικότητα της Viale Puglie και από τη συλλογικότητα Barona ξεκινούν μια βίαιη ένοπλη μάχη με τις δυνάμεις της τάξης, κατά τη διάρκεια της οποίας τραυματίζεται θανατηφόρα ο υποταξίαρχος Custra. Δύο ακόμη καραμπινιέροι τραυματίστηκαν ελαφρά, ενώ ένας περαστικός, ο Marzio Golinelli, χάνει ένα μάτι και ένας άλλος περαστικός, η Patrizia Roveri, τραυματίζεται όχι σοβαρά στο κεφάλι.

 

Η οδός De Amicis επισκιάζεται από τον καπνό των δακρυγόνων, των μολότοφ και του τρόλεϊ 96 που έχει παραδοθεί στη φωτιά. Όλοι όσοι βρίσκονταν στον δρόμο καταφτάνουν τρέχοντας στην οδό Carducci διάδρομο όπου κάποιοι διαδηλωτές αυτοσχεδιάζουν ένα οδόφραγμα με οικοδομικό υλικό ενός εργοτάξιου .

Το βράδυ της 14ης στο σπίτι του Κολόμπο συγκεντρώνονται μερικά από τα ηγετικά στελέχη του Rosso για να συνεννοηθούν με τους Ferrandi, Poodle, Memeo, Pasini, Κολόμπο και De Silvestri. Η είδηση ότι ο αξιωματικός Custra είναι κλινικά νεκρός διαδόθηκε από τις ραδιοφωνικές ειδήσεις και μέσω των τηλεοπτικών ειδήσεων. Τα ηγετικά στελέχη του Κόκκινου είναι πρόθυμα να παρέχουν τα χρήματα και τα πλαστά έγγραφα για την προληπτική απομάκρυνση των Pasini Gatti, Ferrandi και τρειών μαθητών του Cattaneo. Γεννιέται τότε μια βίαιη αντιπαράθεση ανάμεσα στον Mancini, που ήταν πολύ κριτικός σε σχέση με τη δράση της Ρομάνα-Victoria, και του Alunni, που αντιθέτως αναλαμβάνει την άμυνα αυτών. Ως αποτέλεσμα αυτού και άλλων προσωπικών διαφωνιών, τον Ιούλιο οι Alunni, Μαρόκκο, Ricciardi, Μπαρμπόνε, Κολόμπο, De Silvestri θα δώσουν ζωή, μαζί με άλλους και άλλες αγωνίστριες, στους Κομμουνιστικούς Μαχόμενους Σχηματισμούς. Αργότερα, ο Ferrandi θα εισέλθει στην Πρώτη Γραμμή, ο Memeo στους ένοπλες Προλετάριοους για τον Κομμουνισμό, τέλος ο Pasini Gatti στην Ταξιαρχία Antonio Lo Muscio.

Κατά τη διάρκεια της δίκης για τα γεγονότα της 14ης Μαΐου, οι κατηγορούμενοι Ferrandi, Barbone και Pasini Gatti θα παρουσιαστούν με το προφίλ, που έχουν ήδη αναλάβει κατά τη στιγμή της σύλληψης, των λεγόμενων «μετανιωμένων».

 

Δημοσιεύουμε παρακάτω μερικές φωτογραφίες της 14ης Μαίου 1977 που ανακαλύφθηκαν πρόσφατα και δημοσιεύτηκαν στον τόμο «Ιστορία μιας φωτογραφίας» από τον Sergio Bianchi, που δημοσιεύτηκε από τον οίκο Derive Approdi.

 

GALLERIA IMMAGINI

  • Click to open image!
  • Click to open image!
  • Click to open image!
  • Click to open image!

το βιβλίο:

 
Το κίνημα του ’77 είναι αυτό που έχει διαγραφεί περισσότερο και το πιο «καταραμένο» μεταξύ των στιγμών της ταξικής σύγκρουσης αυτής της χώρας, ίσως ακριβώς γιατί ήταν το πιο βίαιο και το πιο επικίνδυνο. Το να ανακατασκευάσουμε την ιστορία του σημαίνει πως πρέπει να καθαρίσουμε το έδαφος από την παραχάραξη, από τις εύκολες ανακατασκευές, έργο των μεγάλων κομμάτων ή των μικρών ομάδων, από την ιδεολογία της μετάνοιας, από τον αθωωτισμό, από τον σοσιαλδημοκρατικό εξορκισμό πρώτα και τον φιλελεύθερο δημοκρατικό στην συνέχεια.

Οι τεχνικές της προφορικής ιστορίας μας επιτρέπουν να πραγματοποιήσουμε την πρώτη εργασία της ιστοριογραφίας: να καθορίσουμε τις μαρτυρίες, να αποκαταστήσουμε την πολυφωνία της πραγματικότητας. Η αλήθεια ηχεί σε μεγάλο βαθμό αξίωση, ανάληψη ευθύνης. Αυτό δεν σημαίνει να πούμε «στοπ» στη σκέψη σε σχέση με την φωτογραφία της στιγμής που χάθηκε, αλλά να αποκαταστήσουμε το νόημα στις πράξεις των μερών που μάχονταν. Όλων των πλευρών, εάν είναι δυνατόν.

Από την πλευρά του κινήματος, ως εκ τούτου έχουμε ακούσει: τον Vincenzo Miliucci, ιστορική φυσιογνωμία της ρωμαϊκής εργατικής αυτονομίας, τον Mario Moretti, από τα κύρια ηγετικά στελέχη των Ερυθρών Ταξιαρχιών, τον Oreste Scalzone, γνωστότατο εκφραστή του κινήματος, τον Raoul Mordant, εξ ονόματος της «Ομάδας των 11», τον Enzo Modugno, θεωρητικό της αυτονομίας, τον Tano D’Amico, φωτογράφο όλων των διαδηλώσεων και της «ζωής του Κινήματος», κ.λπ.
Ως εχθρός, ο γερουσιαστής. Φραντσέσκο Κοσσίγκα, γιατί τότε ήταν υπουργός Εσωτερικών και σήμερα μάρτυρας όχι μυστικοπαθής. Και στην συνέχεια ένα μεγάλο αριθμό των «συντρόφων της βάσης» – μητροπολιτικών ινδιάνων και φεμινιστριών, σκληρών της αυτονομίας, ημι-παράνομων των BR – οι οποίοι διέτρεξαν οποίος στη συνέχεια τροχιές ζωής ποικιλόμορφες, αλλά των οποίων τα λόγια συχνά φωτίζουν όλους τους τόπους που αφέθηκαν στη σκιά από τις ανακατασκευές των ηγετών.
A quiet shoot-outA quotation to explain the title:«What’s going on?»
«Well, the police didn’t want to let us pass, so we went round – there
wasn’t a real clash.»
«But they’re shooting…»
«Yeah, but they’re just firing at the wall, the same as us. Really it’s
all quiet… it’s a quiet shoot-out.»
http://existingactually.blogspot.com/2005/06/meme-i_07.html
ιστορία

Συνέντευξη στον Πρίμο Μορόνι Intervista a Primo Moroni, della Libreria Calusca di Milano

Συνέντευξη στον Primo Moroni, του Βιβλιοπωλείου Calusca του Milano, αρθρογράφου, μελετητή των νεανικών και κοινωνικών κινημάτων, για την γέννηση και την ιστορία του Κοινωνικού Κέντρου Leoncavallo που έλαβε χώρα αμέσως μετά την εκκένωση τον αύγουστο του 1989.

«Το 1975 (χρονιά της κατάληψης του κοινωνικού κέντρου Leoncavallo) χαρακτηρίζεται σε όλη την Ιταλία, και ειδικότερα στο Milano, για το ότι ήταν μια χρονιά σύνορο ανάμεσα σε δυο σημαντικές στιγμές που σημάδεψαν την πολιτική σκηνή της χώρας – η περίοδος ’68-’72, και η περίοδος
’72-’75 – και τα πολιτικά κινήματα του 1977.
Πιστεύω πως είναι σημαντικό να αργοπορήσουμε λιγάκι σταματώντας σε κάποιους στοχασμούς σχετικά με τις ημερομηνίες στις οποίες αναφερθήκαμε δεδομένου ότι είναι μόνο αντιλαμβανόμενοι την εξέλιξη μιας πολιτικής και γενεαλογικής διαδρομής που μπορεί να ξεκαθαρίσει ένα πλαίσιο αγώνων το οποίο σημάδεψε δυνατά εκείνα τα χρόνια.

Με την περίοδο ’68-’72 ανοίγει και στην Ιταλία, όπως και στην υπόλοιπη Ευρώπη, η μεγάλη εποχή της νεανικής φοιτητικής διένεξης, σε εθνικό επίπεδο το νεανικό κίνημα καταφέρνει να συμμαχήσει με την εργατική τάξη: είναι αυτό το στοιχείο που – κατά την γνώμη μου – κάνει
δυνατό ώστε το ’68 στην Ιταλία να διαρκέσει περισσότερο από δέκα χρόνια.
Το ’68-’72 αντιπροσωπεύει έναν πρώτο κύκλο που διαφοροποιείται από τους αγώνες των επόμενων χρόνων κάτω από πολλές απόψεις, ειδικότερα μια από αυτές μου φαίνεται πως επικυρώνει μια αληθινή οριοθέτηση.
Μετά την Κρατική Σφαγή της Piazza Fontana (12/12/69), είχε διαμορφωθεί – κυρίως στο Milano – μια συμμαχία ανάμεσα στις δημοκρατικές συνιστώσες της πόλης και τα κινήματα, έτσι δημιουργήθηκε ένα σημαντικό όργανο αντιπληροφόρησης, το «Bolettino di
Controinformazione Democratica» , το »Δελτίο Δημοκρατικής Αντιπληροφόρησης», το οποίο συγκεντρώνει δικηγόρους, δημοσιογράφους, διανοούμενους.

Η γραμμή που έφερε σε αυτή την ένωση ήταν: «οι ανταγωνιστές μέσα στους θεσμούς σε συμμαχία με τους ανταγωνιστές των εξωθεσμικών κινημάτων για να εξακριβώσουν την αλήθεια γύρω από τις συνωμοσίες του Κράτους, για τις »Ξεχωριστές Αρχές», για την στρατιωτική χρήση που η μπουρζουαζία έκανε της αστυνομίας, για τον κίνδυνο – που διαβάζεται σαν αληθινός – του Πραξικοπήματος.

Το ’72 αποτελεί ξεκίνημα μιας νέας φάσης διότι, μετά τον θάνατο του
Giangiacomo Feltrinelli κάτω από έναν πυλώνα στις Segrate την ώρα που ετοίμαζε μιαν επίθεση, γίνεται φανερό στα μάτια των δημοκρατικών συνιστωσών (ή δημοκρατικο-προοδευτικών όπως αποκαλούνταν τότε) πως υπήρχαν στοιχεία παράνομων οργανώσεων και στην αριστερά, αυτό παραλύει το επίπεδο ενότητας που είχε επιτευχθεί, ανοίγει μεγάλες αντιθέσεις που θα καταστούν αγιάτρευτες.

Εκτός απ’ όλα αυτά από το ’72 και μετά οι οργανωμένες πολιτικές ομάδες δομούνται όλο και περισσότερο προς κομματίστικες μορφές και είναι: Lotta
Continua, Avanguardia Operaia, Partito Comunista d’ltalia
Marxista-Leninista, Partito d’Unita’ Proletaria, αυτό συμβάλλει στο να γίνει κομμάτια η ενότητα του κινήματος.
Το ’73 καταγράφεται μια τεράστια κατάληψη στην FIAT, μα σίγουρα το αναδυόμενο στοιχείο είναι πως αρχίζει μια μακρά κρίση των πολιτικών οργανώσεων, οπότε και της πολιτικής τάξης που εκφράστηκε από το ’68.

Το 1975 είναι ως εκ τούτου ένα έτος σύνορο για διάφορους λόγους.
Στα εργοστάσια ήδη έχει αναπτυχθεί η απάντηση των αφεντικών στην προηγούμενη εργατική επιθετικότητα, έχει αρχή η κρίση των Εργοστασιακών Συμβουλίων, Consigli di
Fabbrica. Η κρίση ξεκινά με μια βαθιά τροποποίηση της γραμμής του κομουνιστικού κόμματος PCI που ξεδιπλώνει το σχέδιό του να αφαιρέσει κύρος από τα συμβούλια εργοστασίου CdF που γι αυτό ήταν ανεξέλεγκτα.

Είναι σημαντικό να υπογραμμίσουμε πως 10 χρόνια μετά στο περιοδικό »Πολιτικό Εργαστήριο,
«Laboratorio Politico» που διηύθυναν οι Asor Rosa, Caciari και Tronti,
ανατέθηκε μια έρευνα στην Miriam Golden για την στροφή του PCI
στην αντιμετώπιση των CdF και η κατάληξη υπήρξε πως ουσιαστικά το Κκ αντιλήφθηκε πως είχε χάσει την ηγεμονία επί των Συμβουλίων. Πιστεύω πως εξ αιτίας θεωρήσεων αυτού του τύπου ο Lama και η ηγεσία του αριστερού συνδικάτου CGIL αποφάσισαν να μειώσουν τις εξουσίες των Συμβουλίων μιας και τους ήταν αδύνατο να τα διευθύνουν από τα άνω.

Αυτή η απόφαση να απονομιμοποιηθούν τα CdF προκύπτει συμμετρικά με το ξεδίπλωμα σε βάθος μιας καπιταλιστικής αντεπίθεσης που εισάγει μαζικά νέες τεχνολογίες που απαλλοτριώνουν τους εργάτες από την γνώση που είχαν αποκτήσει για τον κύκλο εργασίας, επιβάλει με την δύναμη την αναδιάρθρωση της ιεραρχίας στο εργοστάσιο, κάνει μια μεγάλη χρήση του ταμείου ενσωμάτωσης για να απομακρύνει τις πρωτοπορίες από το εργοστάσιο.

Οι νεαροί που είναι πρωτοπορίες στο εργοστάσιο, αντιλαμβάνονται πως δεν βρίσκονται πλέον σε θέση να ασκήσουν εργατική εξουσία στην φάμπρικα οπότε κάνουν την επιλογή αργά, αλλά αναπόφευκτα, να σηκώσουν το επίπεδο της σύγκρουσης: αυξάνουν τους ξυλοδαρμούς των επιστατών, πολλαπλασιάζονται τα συμβολικά σαμποτάζ, συσσωματώνονται οι πρώτες μορφές ένοπλης αυτοοργάνωσης στο εσωτερικό της εργατικής τάξης.
Έχουμε ως εκ τούτου μια μετατροπή της ισορροπίας δυνάμεων στο εργοστάσιο, και μια αλλαγή στις συμπεριφορές των εργατών, μα πιστεύω πως άλλα δυο χαρακτηριστικά πρέπει να αναλυθούν για να αντιληφθούμε το πλαίσιο για το οποίο συζητάμε: την μετατροπή των οργανώσεων της ταξικής αριστεράς που σχηματίστηκε τα προηγούμενα χρόνια, και την ανάδυση στην πολιτική σκηνή μιας νέας γενιάς νεαρών.

Από το ’72, έλεγα πριν, συμβαίνει μια διαδικασία οργανωτικού επαναπροσδιορισμού των κυριότερων ομάδων της επαναστατικής αριστεράς, μια διαδικασία επαναπροσδιορισμού που δεν είναι ανώδυνη,
αλλά παρουσιάζεται αρκετά πολύπλοκη. Κάποιες οργανώσεις εξαφανίζονται ενώ άλλες ψάχνουν να διασχίσουν οργανωτικούς δρόμους διαφορετικούς από εκείνους που είχαν προηγουμένως ξεκινήσει, επιλογές που παράγουν δυνατές πληγές. Σκεφτείτε για παράδειγμα σε αυτό που συνέβη στην Lotta Continua
που δεν καταφέρνει πλέον να συμβιβάσει τις διάφορες ψυχές που εμπλέκονται μέσα της.
Να σταματήσουμε ένα λεπτό στην Lotta Continua είναι σημαντικό μιας και ένα μεγάλο μέρος της μιλανέζικης εργατικής συνιστώσας είναι αυτή που ανάμεσα στις πολιτικές δυνάμεις έδωσαν ζωή στο Leoncavallo.

Αυτό το εργατικό κομμάτι της LC θα συναντηθεί ακριβώς στο Milano το 1975
στην Palazzina Liberty για να δημιουργήσει μια οργανωμένη συνιστώσα που βρίσκονταν σε εσωτερική διαφωνία στην οργάνωση. Θα είναι αυτοί που με την διάλυση της LC, θα δώσουν ζωή στην εφημερίδα , »Χωρίς Ανακωχή», «Senza Tregua» απ’ όπου θα γεννηθούν οι Επαναστατικές Κομουνιστικές Επιτροπές, i Comitati Comunisti Rivuluzionari.
Συγχρόνως με την αποσύνθεση των προηγούμενων οργανώσεων σχηματίζεται ένα νέο πολιτικό σώμα: η οργανωμένη Εργατική Αυτονομία, l’Autonomia Operaia
organizzata που στο Milano έχει στο περιοδικό ΄΄Κόκκινο», «Rosso» το σημείο αναφοράς της.

Δίπλα όμως στους αγωνιστές των προηγούμενων οργανώσεων που βρίσκονταν σε κρίση ταυτότητας και με πολλές αμφιβολίες σε σχέση με τις οργανωτικές φόρμουλες, εμφανίζεται στην σκηνή μια νέα γενιά που αναπτύχθηκε κυρίως στις μεγάλες μητροπολιτικές γειτονιές που χτίστηκαν ανάμεσα στο τελείωμα των χρόνων
’50 και στις αρχές των ’60.

Μια γενιά που σχηματίζεται λοιπόν στο Gallaratese, στο Baggio, στο
Gratosoglio παρά στο Coloþno Monzese ή στο Cinisello Balsamo.
Πρόκειται για μια γενιά νέων που μεγάλωσε στην έρημο αυτών των συνοικιών και ξεκίνησε μια μακρά περίοδο ανάπτυξης πριν μπορέσει να αυτοπαρουσιαστεί σαν πολιτικό υποκείμενο, οι πρώτες στιγμές που τους ενώνουν είναι οι σχολικές παρέες που στην συνέχεια θα γίνουν παρέες του δρόμου μέχρι σε σημείο να ψάξουν χώρους όπου να μπορούν να εκφραστούν, χώρους που θα αποκτήσουν το όνομα των Αυτοδιαχειριζόμενων Κέντρων του Νεανικού Προλεταριάτου, Circoli Autogestiti del Proletariato
Giovanile.

Αυτοί οι κύκλοι που από το ’75 παρουσιάζονται στην σκηνή είναι ακριβώς η απάντηση σε μιαν ανάγκη αυτοπαρουσίασης που σιγά σιγά θα γίνει όλο και περισσότερο πολιτική έκφραση.
Η κουλτούρα που οι νεαροί καταληψίες αυτών των κύκλων-κέντρων εκφράζουν απλώνονται πολύ στην αναζήτηση νέων λεξιλογίων, πλησιάζει πολύ στις εκφραστικές μορφές αντικουλτούρας που επεξεργάζονται από τον »Γυμνό Βασιλιά», «Re
Nudo», ή από το περιοδικό που γεννιέται στην Μπολόνια και ονομάζεται »Δια/μέσου», «A/traverso» di Bologna.
Αυτά τα κέντρα θα ονομαστούν: «Felce e Mirtillo», «La Pera» και »Matatura»
εάν γεννιούνται στην γειτονιά Pero, «Sesto Senso» στο Sesto S.G., συνεπώς στην αρχή με ρίζες αυτοπροσδιορισμού που ακόμη είναι προ-πολιτικές.
Είναι ακριβώς μέσα σε αυτό το συγκεχυμένο και κινητικό πλαίσιο του 1975 που ξεπροβάλλει το Κοινωνικό Κέντρο, Centro Sociale Leoncavallo.

Η ΚΑΤΆΛΗΨΗ L’OCCUPAZIONE

Είναι όμως καλό να προσδιορίσουμε πως το Leoncavallo, ευθύς από την γέννησή του έχει διαφορετικά χαρακτηριστικά από εκείνα που βρίσκουμε στα άλλα αυξανόμενα Αυτοδιαχειριζόμενα κέντρα του Νεανικού Προλεταριάτου.
Η κατάληψη του Leoncavallo υπήρξε μια κατάληψη ενωτική, άμεση έκφραση ώριμων πολιτικών οργανισμών, που σχηματίστηκαν τα επόμενα του ’68 χρόνια. Η κατάληψη του Leoncavallo συμβαίνει σε μια συνοικία ιστορικών και σημαντικών εργατικών παραδόσεων: η συνοικία Crescenzago, viale Padova, Lambrate που είναι μια αστική επέκταση του μυθικού »Στάλινγκραντ της Ιταλίας», «Stalingrado d’Italia» (Sesto
S.G.). Σε αυτή την ζώνη υπάρχουν τα πιο σημαντικά εργοστάσια της πόλης.
Το κατειλημμένο κτίριο είναι ένα εγκαταλειμμένο εργοστάσιο φαρμακευτικών προϊόντων που καλύπτει 3.600 τμ, πρόκειται για μια από τις μεγαλύτερες καταλήψεις στο Μιλάνο. Παίρνουν μέρος οι πολύ διαδεδομένες Επιτροπές του Caseggiato, οι αντιφασιστικές κολεκτίβες της περιοχής, η Lotta Continua, il Movimento Lavoratori per il
Socialismo, Avanguardia Opcraia, κλπ.

Η επιλογή από μέρους όλων αυτών των δυνάμεων να καταλάβουν ενωμένα το κτίριο συμβαίνει διότι είχαν αντιληφθεί πως η οπτική του εργοστασίου είχε εισβάλει στο κοινωνικό οπότε υπήρχε ανάγκη να δημιουργηθούν χώροι αναφοράς στις γειτονιές που θα λειτουργούσαν ρυθμιστικά ανάμεσα στις οργανώσεις και την κοινωνία των πολιτών. Γεννιέται η
«Stadera» στην piazza Abiategrasso, η «La Casermetta» στο Baggio, πολλά άλλα κέντρα ανάμεσα στα οποία το Leoncavallo του οποίου το χαρακτηριστικό είναι εκείνο πως αντανακλά ολόκληρη την κοινωνική σύνθεση ενός κομματιού της πόλης: μια σύνθεση εργατική, προλετάρια, λαϊκή, αριστερών καταβολών και με δυνατή ιστορική μνήμη των ταξικών αγώνων.

Οι γειτονικές συνοικίες, πρέπει να το υπενθυμίσουμε, έχουν μια μεγάλη ιστορία αντιφασιστικών αγώνων που χρονολογείται στην αντίσταση, σκεφτείτε πως η «Volante Rossa», σε ελεύθερη μετάφραση »οι Κόκκινοι Ιπτάμενοι» που στα ύστερα χρόνια του ’40 συγκροτούσε την »σκληρή» πλευρά της ομάδας περιφρούρησης του Κκι, γεννιέται στην έδρα των ‘Martiri
Oscuri’ , »αφανείς μάρτυρες» του PCI-ΚΚΙ της συνοικίας Lambrate.

Συνεπώς η φυσιογνωμία του Leoncavallo είναι εκείνη του κύκλου κεντρικής αστικής σημασίας, δυνατά ριζωμένο στην γειτονιά, που συλλέγει στο εσωτερικό του μια πολύ δυνατή προλεταριακή παρουσία, και χρησιμοποιείται σαν Αγορά από την ανομοιογένεια των πολιτικών δυνάμεων που το συγκροτούν. Η καινούργια νεανική παρουσία, ευρέως διαδεδομένη στην μητροπολιτική hinterland, δεν αναδεικνύεται από το Λεονκαβάλο: η διαχειριστική επιτροπή ως επί το πλείστον συγκροτείται από τους αγωνιστές των οργανώσεων σε κρίση.

Αυτό με τον καιρό θα αποτελέσει ένα όριο μιας και δεν αλιεύθηκαν τα στοιχεία, αν και μόνο σε εμβρυακή μορφή μιας πολιτικής εξέλιξης αυτής της νέας γενιάς που αρχίζει να αποκτά συνείδηση της πραγματικότητάς της προλετάριων εκδιωγμένων από την πόλη.
Το Milano είναι μια μεγάλη φυγόκεντρος που σπρώχνει προς την περιφέρεια τα αδύναμα υποκείμενα, όχι τυχαία γεννιούνται στις Bollate κυρίως παρά στην
Quartoggiaro οι θεωρητικοποιήσεις των ινδιάνων μητροπολιτάνων, νεαρών εκδιωγμένων στις περιφέρειες που πηγαίνουν να επανοικειοποιηθούν τις περιοχές του «λευκού ανθρώπου», το κέντρο της πόλης.
Οι πρώτες πρωτοβουλίες είναι συνελεύσεις και γιορτές, μιας και δεν ήταν ακόμη διαδεδομένη με γενικευμένο τρόπο η κουλτούρα των συναυλιών.

ΑΠΌ ΤΟ ’75 ΣΤΑ ΠΡΏΤΑ ΧΡΌΝΙΑ ’80, DAL ’75 AI PRIMI ANNI ’80

Από το ’75 στο ’77 το Leoncavallo παραμένει μια έκφραση κλασική της εργατικής ηγεμονίας.
Τα χρόνια που μεσολαβούν από το ’78 στο’81-’82 είναι χρόνια τρομερά.
Το ’78 οι Fausto και Iaio – δυο νεαροί καταληψίες του κοινωνικού κέντρου –
δολοφονούνται ενώ ερευνούσαν για την διακίνηση ηρωίνης στην συνοικία. Η αντίδραση είναι εντυπωσιακή: εκατό χιλιάδες άνθρωποι παίρνουν μέρος στην κηδεία, μια ομάδα γυναικών (ανάμεσα στις οποίες και οι Μητέρες των νεαρών νεκρών) παίρνουν ενεργό μέρος στην ζωή του κέντρου ζωντανεύοντας την ομάδα των «μητέρων του Leoncavallo».

Ξεκινά με την εκτέλεση Moro η περίοδος της μεγάλης καταστολής:
στο κέντρο συχνάζει ένας πυρήνας συντρόφων που παράγει μια ισχυρή αντίσταση ενάντια στην γενικευμένης αναδιάρθρωση του Κράτους. Υπάρχει πολύ μικρό άνοιγμα στο »νέο», πολύς κόσμος εγκαταλείπει το κέντρο και κλείνεται όλο και περισσότερο στον εαυτό του.

Ανοίγει όλο και περισσότερο η ρωγμή με τις νεοθεσμικές συνιστώσες που είχαν πάρει μέρος την κατάληψη, μια ρωγμή οφειλόμενη στην μη πρόθεση, από πλευράς πολλών συντρόφων καταληψιών να εκφράσουν μιαν σκληρή καταδίκη στην τρομοκρατία. Εκείνα τα χρόνια αναδύεται το συντονιστικό των κέντρων ενάντια στην καταστολή και είναι ακριβώς το
Leoncavallo που φιλοξενεί την γέννηση αυτής της δομής.
Είναι δίχως αμφιβολία αληθινό πως ένα μέρος αυτών που συχνάζουν στο
Leoncavallo μεταξύ ’78-’79 κάνει την επιλογή του ένοπλου αγώνα,
φυσικά η επιλογή της ένοπλης πάλης είναι ένα φαινόμενο που διέσχισε πολλές συλλογικότητες εκείνη την περίοδο, ένα φαινόμενο που εγώ θεωρώ είναι το λογικό παράγωγο μιας αργής αποσύνθεσης των δυνατοτήτων των κινημάτων να αντιπροσωπευτούν, πράγμα που άφησε ελάχιστες εναλλακτικές: για κάποιους το να εκπροσωπούνται στις νεοθεσμικές οργανώσεις, για πολλούς άλλους να αποτραβηχτούν στην ιδιώτευση, για άλλους η ηρωίνη και η αυτοκτονία.

Μπορούμε λοιπόν να προσπαθήσουμε έναν απολογισμό των πρώτων έξι χρόνων ζωής του Leoncavallo, ένας απολογισμός που είναι ένας πιστός καθρέπτης του κινήματος:
’75-’76: προσπάθεια να χρησιμοποιηθεί το κέντρο με στόχο να αναπτυχθούν πολιτικές εναλλακτικές στην αποσύνθεση των παλαιών οργανώσεων,
’77: επισημαίνονται οι διεκδικήσεις των προηγούμενων αγώνων, δείχνοντας έτσι ένα μερικό πέρασμα προς στο νεο-κίνημα του ’77 που στο Μιλάνο εκπροσωπείται στην εμπειρία των Κέντρων του προλεταριάτου,

’78-’81: χάσιμο από πλευράς όλων των κινημάτων αγωνιστών που επιλέγουν τον δρόμο της παρανομίας, μια επιλογή κατά τα άλλα κοινή σε πολλούς άλλους κοινωνικούς χώρους της πόλης, το
Leoncavallo σημαδεύεται και αυτό από εκείνο το φαινόμενο στο οποίο ακολουθούν μαζικές συλλήψεις, η αντίδραση των καταληψιών του κέντρου είναι ένα κλείσιμο στους εαυτούς τους ασχολούμενοι κυρίως με την καταστολή.
Δεν θέλω με αυτό να κινήσω κριτικές προς τους συντρόφους που διαχειρίζονταν το κέντρο εκείνη την περίοδο, μα σίγουρα συλλογικά υπήρξε μια αδυναμία να προχωρήσουν σε μιαν πολιτική ανάγνωση γενικότερη της φάσης που βρίσκονταν σε εξέλιξη.

Η ΠΡΌΣΦΑΤΗ ΠΕΡΊΟΔΟΣ IL PERIODO RECENTE

Ξεκινώντας από το’85, μετά από μια μεγάλη εσωτερική συζήτηση, το πέρασμα του κέντρου προς νέα φαινόμενα αραιώνει. Επιτελείται η απόφαση, πολύ οδυνηρή, να παραχωρηθεί ένας χώρος στους punk που κάποιον χρόνο καταλάμβαναν το Virus της οδού Correggio.
Έτσι γεννιέται το Helterskelter (ένας χώρος συναυλιών όπου παίζουν μουσική διάφορες μπάντες), όμως η συγκατοίκηση είναι από την αρχή μες τις διαμάχες,
πιστεύω εξ αιτίας της πολιτικής σύνθεσης, του πολιτικού περιβάλλοντος μέσα στο οποίο ζουν οι σύντροφοι καταληψίες που βλέπουν σε αυτές τις περιθωριακές κουλτούρες των μεταμφιέσεων μικροαστικές συμπεριφορές.

Τον τελευταίο ενάμιση χρόνο το Leoncavallo μεταμορφώθηκε τελείως, σχεδόν ελευθερώθηκε απ’ την θλιβερή εικόνα που είχε προηγουμένως, αυτό χάρη σε μια νέα διαχείριση συνελευσιακή που συγκέντρωνε ομάδες συντρόφων που προέρχονταν από άλλα κοινωνικά κέντρα και μια νέα πολιτική συνάθροιση που σχηματίστηκε στην via dei Transiti
(αυτόνομοι τρίτης γενιάς;) που έπαιξε ρόλο ρυθμιστικό με την προηγούμενη διαχείριση.

Ξεκίνησαν ξανά να λειτουργούν τα φωτογραφικά εργαστήρια με την ομάδα της φωτοσύνθεσης, ξεπήδησαν νέες μουσικές ομάδες, φιλοξενήθηκαν διάφορες πραγματικότητες. Τον τελευταίο χρόνο και μισό στο Leoncavallo
πέρασαν οι πιο σημαντικές ομάδες αυτοπαραγωγών:
CCCP, Officine Swartz, Casino Royale, Wretched. Οι νεαροί που βρίσκονται σήμερα στο Leoncavallo είναι μια έκφραση που καθορίζεται από μια οπτική του υπάρχοντος κόσμου, προς στιγμήν δεν μπορούμε να σκεφτούμε πως θα πάνε παραπέρα, έχουν ανάγκη χώρων για να αναπτυχθούν. Είναι μια νέα σύνθεση δύσκολη να οριστεί, από μια ευρέως διαδεδομένη αντίληψη δυσφορίας είναι σαν να σχηματίστηκε μια πολιτιστική πρωτοπορία.

Αν και λείπει μια ικανότητα συνολικής πολιτικής ανάλυσης, υπάρχει στους νέους του Leoncavallo η ανάγκη αναζήτησης μιας νέας κοινωνικότητας σε απάντηση στον επελαύνοντα ατομικισμό.
Θα έλεγα παραπάνω, στην εκδήλωση «τρεις ημέρες ενάντια στην ηρωίνη και την καταστολή» –
που οργανώσαμε στο πάρκο Lambro – μου φαίνεται πως εμφανίστηκε μια σχετική ωρίμανση από πλευράς αυτών των νέων στο να αντιληφθούν την πολιτική και οικονομική διαπλοκή που υπάρχει πίσω από τον νόμο Craxi-
Iervolino για τις εξαρτήσεις από τα ναρκωτικά.
Σε εκείνες τις τρεις ημέρες εκφράστηκε εν μέρει μια τάση ανασύνθεσης των περιθωριακών υποκειμένων.

Τώρα η διαδικασία καπιταλιστικής ευφυίας καταστρέφει το
Leoncavallo, που λιγάκι υπήρξε ο πείρος γύρω από τον οποίον αυτό το πρώτο σχέδιο ανασύνθεσης αναπτύσσονταν, αντιστοιχεί στην ανάγκη να εμποδιστεί η συνάθροιση των υποκειμένων.»

(πάρθηκε από το λευκό βιβλίο για το Leoncavallo με επιμέλεια της μιλανέζικης ομοσπονδίας της Προλεταριακής Δημοκρατίας, a cura della federazione milanese di Democrazia Proletaria – οκτώβριος ’89))

http://www.ecn.org/leoncavallo/storic/moroni.htm