ιστορία, storia

Το κίνημα του 1977 στην Ιταλία

Il movimento del 1977 in Italia

Luca Falciola

Il movimento del 1977 in Italia

ΕΚΔΟΣΗ: 2016

Εν συντομία

Σε όλο τον κόσμο η εμπειρία του Εξήντα οκτώ εξαντλήθηκε μέσα στο πρώτο μισό της Δεκαετίας του ’70, μπροστά στην παρακμή των ιδεολογιών και την οπισθοχώρηση στην ιδιώτευση. Αντ ‘αυτού στην Ιταλία, το 1977, μια γενιά αριστερών αγωνιστών πίστευε ακόμα στη δυνατότητα μιας επανάστασης και έθεσε σε εφαρμογή μια ακραία προσπάθεια να υπονομεύσει, να ανατρέψει την κοινωνία. Το αποτέλεσμα ήταν ένα κίνημα που ισορροπούσε ανάμεσα στην αποθέωση και το ξεπέρασμα της πολιτικής, ανοιχτό σε ριψοκίνδυνες πολιτισμικές επιμολύνσεις και ικανό για τολμηρούς δημιουργικούς πειραματισμούς, αλλά και άρρηκτα συνδεδεμένο με βίαια δόγματα και πρακτικές, ώστε να εγκαινιάσει την πιο σκοτεινή φάση των «χρόνων του μολυβιού». Το κίνημα του ’77 εξακολουθεί να περιμένει μια συστηματική ανάλυση, εκτός από το ότι αφήνει ανοικτά ερωτήματα που είναι αναπόφευκτα για να κατανοήσουμε και τελικά να ιστοριοποιήσουμε τη Δεκαετία του ’70. Το βιβλίο ανασυνθέτει – για πρώτη φορά με επιστημονική αυστηρότητα και με βάση μια εντυπωσιακή αρχειακή και τεκμηριωτική έρευνα – το πλαίσιο της κρίσης μέσα στο οποίο ο κύκλος αυτός της διαμαρτυρίας ωρίμασε, τις πνευματικές αναφορές που ενέπνευσαν την κινητοποίηση, το όραμα του κόσμου και τους ισχυρισμούς, τις διεκδικήσεις των διαδηλωτών, τα ερμηνευτικά σχήματα που ευνοούσαν τη βίαιη κλιμάκωση, την αντίδραση των θεσμών και τη διαλεκτική μεταξύ του κινήματος και των παράνομων ένοπλων οργανώσεων.

http://www.carocci.it/index.php?option=com_carocci&task=schedalibro&Itemid=72&isbn=9788843076284

1977: ένας κόμπος της δημοκρατικής Ιταλίας και ένα ψηφιδωτό για ανασύνθεση – του Alberto Pantaloni

Ανασκόπηση στο βιβλίο του Luca Falciola, Il movimento del 1977 in Italia, Το κίνημα του 1977 στην Ιταλία, Carocci, Roma 2016

*****

Πλησιάζουμε την τεσσαρακοστή επέτειο εκείνου του φαινομένου της νέας κοινωνικής διαμαρτυρίας γνωστής ως Κίνημα του ’77, και είναι πιθανό ότι θα υπάρξουν διαφορετικές πολιτιστικές, εκδοτικές και πολιτικές πρωτοβουλίες αφιερωμένες σε αυτό το ραντεβού, αν και εικάζεται ότι θα είναι μικρότερες σε τόνο σε σχέση με εκείνες που γιόρτασαν μια άλλη διάσημη επέτειο: εκείνη του ’68. Αυτό βασικά διότι, ενώ γι αυτό το τελευταίο, μπόρεσαν ουσιαστικά να παράσχουν μια σαφή και σε γενικές γραμμές ομοιογενή εικόνα, όσον αφορά το ’77 ο ιστοριογραφικός διάλογος εξακολουθεί να αγωνίζεται με μια κατακερματισμένη και θολή εικόνα, όπου οι διαφορετικές ψυχές και οι διαφορετικές εκδηλώσεις αυτού του κινήματος αλληλοεπικαλύπτονται, αντιτίθενται, μέσα σε σύγχυση, σύγκρουση και όπου είναι συχνά δύσκολο να βρεθεί το κλειδί του προβλήματος, η άκρη του νήματος. Αυτό το «έδαφος που το βαραίνει η μνήμη», όπως το χαρακτήρισε η Monica Galfrè, είναι δύσκολο να εμβαθυνθεί και να αντιμετωπιστεί σε μια προσπάθεια να αποσαφηνιστεί ταυτόχρονα η εσωτερική ετερογένεια και αντίφαση, αλλά και οι κυριότερες γραμμές που χαρακτήρισαν την αυτοπροσωποποίηση του και την επικοινωνία του.  Αντί να είναι ένα αντικείμενο σπουδών που απαιτεί την απαραίτητη απόσπαση και την επιστημονική αυστηρότητα, το ’77 στην Ιταλία εξακολουθεί να είναι σήμερα αιχμάλωτο πολιτικής προπαγάνδας αφενός και μιας οπτικής συχνά ηρωικής [βετεράνων] και αυτοαναφορικής από την άλλη.

Αυτό που έκανε ο Luca Falciola είναι λοιπόν η προσπάθεια να ανασυνταχθεί εκείνο που ονόμασε ο ίδιος το «μωσαϊκό» του ’77 στην Ιταλία. Όπως και στην καλύτερη blochiana παράδοση, ο συγγραφέας de-constructs- απο-συνθέτει για να αναλύσει το φαινόμενο και στη συνέχεια να το ανακατασκευάσει κομμάτι κομμάτι και να φτάσει σε ορισμένες γραμμές ερμηνείας και μερικές ιστοριογραφικές θέσεις. Ένα πολύπλοκο και εκτεταμένο έργο (αυτό μπορεί να γίνει αντιληπτό και μόνο με μια γρήγορη ματιά στις βιβλιογραφικές σημειώσεις) που για μία φορά δεν έφερε στο προσκήνιο μαρτυρίες και ερμηνείες. Η υπερτροφία αυτών των τελευταίων έχει οδηγήσει, αφενός, σε εξαιρετικά εορταστικού τύπου, νοσταλγικές και αυτοαναφορικές ανακατασκευές, και αφετέρου στην ανάπτυξη μιας συζήτησης που απέχει όλο και περισσότερο από την εμπειρική έρευνα και κατευθύνεται αντικειμενικά σε ιδεολογικά συμφέροντα για να λυγίσει τα γεγονότα στις θέσεις που θέλουν κάποιοι να υποστηρίξουν. Ο Falciola έχει ως εκ τούτου αξιοποιήσει σχεδόν αποκλειστικά τις πηγές των ντοκουμέντων, πάνω απ’ όλα εκείνες που παρήχθησαν από το ίδιο το κίνημα καθώς και δημοσιογραφικές και αρχειακές πηγές. Ένας ακριβής και διαλεκτικός τρόπος για να επισημανθεί μια ολιστική διάσταση του φαινομένου του ’77 («ένα ενιαίο δίκτυο κινημάτων»), αλλά, εκθέτοντας την έρευνα για το 77 σύμφωνα με θέματα και όχι σύμφωνα με πόλη ή με πολιτικές ιδεολογικές πολιτιστικές ομάδες, χωρίς να πέσει σε μονόπλευρες ερμηνείες ή οπτικές.

Η έρευνα διέτρεξε τρεις μακρο-οδούς: η πρώτη είναι η ανασυγκρότηση του ιστορικού οικονομικού, κοινωνικού και πολιτικο-πολιτιστικού πλαισίου, μέσα στο οποίο παράχθηκε η τοιχογραφία του ’77, η δεύτερη είναι η ραδιογραφία του κινήματος που επισημαίνει τις διαφορετικές πολιτικο-πολιτισμικές και ιδεολογικές του εκφάνσεις, η τρίτη είναι η απεικόνιση που του κινήματος είχαν τα θεσμικά όργανα, τόσο αυτά του Κράτους, όσο εκείνα των κομμάτων και / ή των συνδικάτων, κυρίως στα αριστερά. Η θέση είναι ότι το κίνημα του ’77 ήταν το τελευταίο ιταλικό του Εικοστού αιώνα που αντιστάθηκε στις διαδικασίες απο-πολιτικοποίησης και ιδιωτικοποίησης που ξεκίνησαν μέσα στην κοινωνία και μέχρι και σε ένα μέρος του αριστερού κόσμου της νεολαίας». Το έργο του Falciola κινείται συνεπώς μέσα στο αυλάκι μιας διαδεδομένης ερμηνείας στον ιστοριογραφικό τομέα (De Luna, Galfrè, Crainz, για να αναφέρουμε μόνο λίγα ονόματα), η οποία δεν μοιράζεται την κρίση του ’77 ως «αντιπολιτικό» φαινόμενο: αυτό ήταν ναι ο επίλογος της δεκαετίας της συλλογικής πολιτικής δράσης που ανοίχθηκε από το ’68 (όπως έγραψε ο Marco Grispigni), το «τραγούδι του κύκνου» της πολιτικής (όπως επεσήμανε η Maria Luisa Boccia), αλλά ταυτόχρονα ήταν ο πρόδρομος μιας διαδικασίας που, και μέσα από βαθιές πολιτισμικές και γλωσσικές καινοτομίες (σκεφτείτε για παράδειγμα στο μπολονιέζικο κίνημα ή τους ινδιάνους μητροπολιτάνους), αποκάλυψε την απαξίωση και την αχρηστία των μέσων της πολιτικής των κομμάτων και αυτών των τελευταίων καταδίκασε την κατοχή όχι μόνο και όχι τόσο των θεσμών, όσο της κοινωνίας.

Το βιβλίο είναι δομημένο σε επτά κεφάλαια. Τα δύο πρώτα κεφάλαια επικεντρώνονται στο ιστορικό πλαίσιο της περιόδου, την συγκυρία. Ο πρώτος επικεντρώνεται στον συνδυασμό τριών παραγόντων επάνω στους οποίους εξερράγη η ιταλική κοινωνική κρίση του δεύτερου μισού της Δεκαετίας του 70: την αρχή της βιομηχανικής παρακμής της Χώρας («το τέλος της κοινωνίας της εργασίας»), την αυξανόμενη εκπαίδευση και την ταυτόχρονη έλλειψη στην απασχόληση, έλλειψη εργασιακών διεξόδων και /ή επαγγελματικών και (σε σχέση με αυτή) την αύξηση της ανεργίας των νέων. Το δεύτερο κεφάλαιο είναι αντίθετα αφιερωμένο σε αυτό που σήμερα μπορεί να ονομαστεί «πολιτική κρίση»: αφενός η αυξανόμενη δυσπιστία των πολιτών απέναντι της πολιτικής, παρά την εκλογική ενίσχυση του PCI-ΚΚΙ και, μάλλον, ακριβώς εξαιτίας του μέτριου αποτελέσματος του ιστορικού συμβιβασμού, από την άλλη την τραυματική και ταχεία εξαφάνιση των σχηματισμών που αποτελούσαν την επαναστατική αριστερά ή Νέα Αριστερά, η οποία με το εκλογικό φιάσκο της Προλεταριακής Δημοκρατίας το 1976 έδειξε ότι δεν ήταν πλέον σε συντονισμό με το πολιτικό φαντασιακό της γενιάς των νεαρών που ήταν τότε πρωταγωνίστρια του ‘ 77. Το τρίτο κεφάλαιο αντιμετωπίζει αντιθέτως τις «γενετικές μεταλλάξεις» που, από την οπτική των ιδεολογικών και πολιτικο-οργανωτικών οριζόντων, χαρακτήρισαν το κίνημα, με την προοδευτική μόλυνση έργο κάποιων σημαντικών ρευμάτων (φεμινισμός, αντιψυχιατρία, νεανική αντικουλτούρα, φιλόσοφοι και διανοούμενοι πέρα από τις Άλπεις, όπως οι Deleuze, Guattari, Sartre, Foucault και η θεωρία των αναγκών της Agnes Heller). Ιδιαίτερη προσοχή δόθηκε από τον συγγραφέα στην πολιτική διαδρομή της Εργατικής Αυτονομίας, ενός σχηματισμού που, μοναδικός σε σύγκριση με το πανόραμα της επαναστατικής αριστεράς, επηρέασε με κάποιο τρόπο αποφασιστικό το κίνημα σχεδόν σε ολόκληρη τη Χώρα.

Τα κεφάλαια 4 και 5 εμβαθύνουν τις θεματικές και τις θέσεις που δέχτηκαν την έφοδο του κινήματος. Το τέταρτο κεφάλαιο επικεντρώνεται στην άποψη των εβδομηνταεπτάρηδων σχετικά με τα ζητήματα επάνω στα οποία αυτοί παρήγαγαν τις κινητοποιήσεις τους: από την Εγκύκλιο Malfatti για το πανεπιστήμιο στην οικονομική κρίση, από την αναδιάρθρωση στα εργοστάσια στα περιβαλλοντικά θέματα, από την ανεργία στις σχέσεις με το εργατικό κίνημα. Όσον αφορά αυτό το τελευταίο θέμα, το κεφάλαιο αφιερώνει μεγάλο χώρο στη σχέση μεταξύ κινήματος και PCI, που θεωρείται μια από τους πυροκροτητές στην έκρηξη της διαμαρτυρίας και τη βίαιη εξέλιξή της.Το πέμπτο κεφάλαιο, αντιθέτως, ασχολείται με το «κατ ‘εξοχήν πρόβλημα: εκείνο των πολιτικο-επαναστατικών προοπτικών του κινήματος, του »τι πρέπει να κάνει» και της επιρροής που μέσα στην εθνική συζήτηση είχαν εκείνες οι πλευρές που φαντάζονταν μια «μοριακή» αντίθεση [με την έννοια που προέρχονταν από τις θέσεις του Φουκώ) που βασίζονταν επάνω στα νέα λεξιλόγια, στις νέες κατασκευές ακόμη και συντακτικές, στους νεο-ντανταϊσμούς πολιτισμικούς και καλλιτεχνικούς, στην ανατίμηση της διάστασης του »προσωπικού», του ατόμου, ενάντια στον κολεκτιβιστικό ολοκληρωτισμό πίσω από τον οποίο κρύβονταν μόνο η μεγάλη εξαπάτηση της εξουσίας. Μια πολύ ενδιαφέρουσα παράγραφος είναι, τέλος, αφιερωμένη στις ομοιότητες μεταξύ του κινήματος του ’77 και του φαινομένου του πανκ στη Μεγάλη Βρετανία και τις ΗΠΑ, και επάνω στις πρώτες σημαντικές εμπειρίες αυτού του μουσικού ρεύματος στην Ιταλία.

Το έκτο κεφάλαιο ασχολείται με το θέμα της βίας. Διαχωρίζεται σε δύο μέρη: το πρώτο μέρος αντιμετωπίζει το φαινόμενο της βίας στο δρόμο και τις πλατείες, της μαζικής βίας, ενώ το δεύτερο αφορά τη σχέση μεταξύ του κινήματος και των ένοπλων οργανώσεων. Η ξεχωριστή στάση, στην παρουσίαση, του φαινομένου της μαζικής βίας από εκείνη του ένοπλου αγώνα δεν αποσκοπεί στην θεωρητικοποίηση μιας ανύπαρκτης στεγανοποίησης (που δεν υπήρξε) αλλά στην ανάδειξη δύο κεντρικών ζητημάτων: το πρώτο είναι ότι μέσα στο κίνημα υπήρξε μια μεγάλη – και όχι πάντα ειρηνική – συζήτηση σχετικά με το θέμα της ένοπλης στρατηγικής, μολονότι υπήρχε μια σχεδόν ολική ομοιογένεια στην ιστορική αναγκαιότητα της βίας, το δεύτερο τείνει να δείξει ότι η επέκταση των ένοπλων οργανώσεων κατά την τριετία μετά το 1977 δεν οφείλεται στην ήττα του κινήματος, αλλά μάλλον αυτό το τελευταίο αντιπροσώπευσε για ομάδες όπως οι Κόκκινες Ταξιαρχίες, η Prima Linea και οι άλλοι μικρότεροι σχηματισμοί ένα «θεμελιώδες στοιχείο του ριζοσπαστικού περιβάλλοντος τους- radical milieu», συχνά ακούσιο, ενθάρρυνσης και προστασίας.

Τέλος, το έβδομο κεφάλαιο αναλύει το πεδίο του Κράτους και τις αντιδράσεις του απέναντι στο κίνημα, κυρίως από την άποψη της αναδιοργάνωσης των κατασταλτικών δομών και των σωφρονιστικών δομών. Ταυτόχρονα δύο παράγραφοι αφιερώνονται στο πώς ερμήνευσε το κίνημα και αντιμετώπισε την καταπίεση-καταστολή και τη συζήτηση για την ποινικοποίηση της διαφωνίας στην Ιταλία.

Τα συμπεράσματα που συνήγαγε ο Falciola στο τέλος της έρευνάς του είναι βασικά δύο. Το πρώτο είναι ότι η έκρηξη του ιταλικού ’77 οφειλόταν στη διασταύρωση δύο παραγόντων: αφενός της οικονομικής και κοινωνικής κρίσης και της πολιτικής-θεσμικής (αλλά και της εξωκοινοβουλευτικής), από την άλλη τον ακραίο πνευματικό δυναμισμό και την καινοτόμο ανανεωτική ικανότητα της ιταλικής ανταγωνιστικής σκέψης. Ειδικότερα, αυτή η δεύτερη πτυχή προκάλεσε η  «νέα» αμφισβήτηση να είναι ένα αποκλειστικά ιταλικό φαινόμενο, σε αντίθεση με ό, τι υπήρξε το ’68. Το δεύτερο αφορά τη βίαιη έκρηξη στη σύγκρουση με το Κράτος και με το ιστορικό εργατικό κίνημα (PCI και συνδικάτα): αφενός η ερμηνεία του φαινομένου επιβεβαιώνεται ως σπειροειδής ποινικοποίηση των αγώνων – βίαιη καταστολή – βίαιη αντίδραση των κινημάτων, από την άλλη, αναδύεται μια εικόνα στην οποία η προσγείωση του κομμουνιστικού κόμματος στην κυβέρνηση (έστω και έμμεσα) και ο ισχυρισμός-η διεκδίκηση μη μεταρρυθμιστικών στόχων, για τους οποίους η δυνατότητα να συμπεριληφθούν σε ένα πλαίσιο αντιπροσωπευτικής φιλελεύθερης δημοκρατίας όπως η ιταλική ήταν αδύνατη, δεν μπορούσαν παρά να οδηγήσουν αναπόφευκτα σε μια εκθετική αύξηση των βίαιων συγκρούσεων.

Εν ολίγοις, για τον πλούτο της εργασίας που πραγματοποιήθηκε και για τις πολύτιμες ιστοριογραφικές και μεθοδολογικές ενδείξεις, το έργο αυτό μπορεί να ξεκινήσει εκ νέου (με την ευκαιρία της 40ής επετείου του Κινήματος) την έρευνα και ιστορική συζήτηση την σχετική με ένα σημαντικό κόμβο της πρόσφατης ιταλικής ιστορίας που [όπως προτείνει και ο συγγραφέας] θέτει ξανά πολλά και σημαντικά ερωτήματα στα οποία να δοθούν απαντήσεις (από τη σύγκριση με άλλες διεθνείς εμπειρίες στις πολιτικές συγκρίσεις με τα φαινόμενα που αναπτύχθηκαν στα Δεξιά, μέχρι τις λεπτομερείς έρευνες επάνω στις τοπικές εμπειρίες).

Εικόνα στο ξεκίνημα: Roma 17 φεβρουαρίου 1977: “Μετά την εκδίωξη του Lama”, φωτογραφία του Tano D’Amico

Print Friendly, PDF & Email

 

Όταν θέλουμε να κουβεντιάσουμε για θέσεις χαμένων επαναστάσεων, γύρνα ξαναγύρνα πάντα καταλήγουμε με μάντρα του ’68 και του ’77 διαβασμένα (επανα-συστηματοποιημένα) ως κομβικά χρόνια της ιστορίας του Εικοστού αιώνα. Είναι αναπόφευκτο να συμβεί αυτό: ’68 και ’77 προσφέρονται στην κοινωνική εξέταση ως βασικά, όμοια και αντίθετα πρόσωπα του ίδιου νομίσματος.

Το πρώτο – το Εξήντα οκτώ – πλανητικής σημασίας. Μια επανάσταση ακόμα σε κοντά παντελονάκια, ενθουσιώδης, ουτοπική, σχεδόν παιχνιδιάρικη. Συναφή με τις πρώτες πέτρες στους δρόμους εναντίον της αστυνομίας αλλά και με τη naif κληρονομιά της κουλτούρας beat περισσότερο από ότι μας αρέσει να παραδεχόμαστε.
Όταν μιλάμε για το Εβδομήντα επτά μιλάμε περισσότερο για ένα ολοκληρωτικά ιταλικό μακρύ κύμα: μια απογοητευμένη επαναστατική ώθηση, μετα-κομματική, καμπή, ορόσημο. Κοντά στoν brigatismo [brigante γενικότερα σημαίνει ληστής] τις κουκούλες και το πιστόλι P38 («Το έγκλημα πληρώνει» γράφονταν στους τοίχους), αλλά και ένα βήμα μακριά από το no-future των στιγμών πανκ.
Χαρακτηρισμοί συνδεδεμένοι με το ’77, ο ένας πιο κατάλληλος από τον άλλον, υπάρχουν πράγματι στο όμορφο  “Il movimento del 1977 in Italia” (Carocci, 2016) του Luca Falciola:

«Τρελό έτος», «ήρεμη ανταλλαγή πυροβολισμών», «συγκέντρωση ευτυχισμένου λυρισμού και τρόμου», «έτος κατά το οποίο το μέλλον ξεκίνησε», «έτος κατά το οποίο έληξε το μέλλον», «πατροκτονία», «κοινωνική έκρηξη», «καταστροφή της πολιτικής » (σ. 9)

Εάν επρόκειτο για καταστροφή, μια τυπική ιταλική καταστροφή, έχει ειπωθεί: ενώ στον υπόλοιπο πλανήτη οι πυρκαγιές του εξηνταοκτώ αμβλύνονται πράγματι στην αυγή των Εβδομήντα, σε αυτά τα γεωγραφικά πλάτη – συνένοχη ίσως η σοβαρή κοινωνική κρίση, μια κοινωνική κρίση επιπλέον στρωματοποιημένη, η πυρκαγιά της εξέγερσης δεν έσβησε, σιγοκαίει κάτω από τις στάχτες και φουντώνει σε όλο της το μεγαλείο ακριβώς το 1977. Από αυτή την άποψη ο Falciola είναι επιγραμματικός:

“Από αυτή την άποψη η Ιταλία είναι μια άτυπη περίπτωση. (…) εξακολουθεί να είναι ασαφές ποια διαδικασία εμπόδισε την έκλειψη των επαναστατικών προσδοκιών και τις ανέστησε σε μεγάλα στρώματα του νεανικού πληθυσμού από τα μέσα της δεκαετίας του ’70. Από αυτή την προοπτική το 1977 είναι ένα θεμελιώδες ιστορικό σταυροδρόμι που πρέπει να διερευνηθεί” (σ. 10)

Εξ ου και η εξαιρετικά ευρεία εξέταση που διενεργήθηκε από τον συγγραφέα για το annus mirabilishorribilis, ανάλογα με την πλευρά από την οποία παρατηρείται), που διεξήχθη με βάση μια επιστημονική έρευνα που δεν παραμελεί τίποτα: τις δημόσιες πηγές όπως φυλλάδια, τη θεωρητική βάση των «ιερών» κειμένων που υπαγόρευσαν την πορεία προς τη χρυσή ορδή (για να χρησιμοποιήσουμε τα λόγια του Νάννι Μπαλεστρίνι-Nanni Balestrini) όπως τα ελεύθερα ραδιόφωνα, τους ινδιάνους μητροπολιτάνους, τις προλεταριακές απαλλοτριώσεις, τα κόμικς, τους ευτυχισμένους τσιγγάνους της Μπολόνια, πόλη-σύμβολο του φοιτητικού Κινήματος, τη βίαιη κλιμάκωση και τις αντιδράσεις του Κράτους. Il movimento del 1977 in Italia-Το κίνημα του 1977 στην Ιταλία” του Luca Falciola είναι μια τοιχογραφία στο μακρύ πεδίο των 365 ημερών που έκαναν το Έθνος να τρέμει, επέστρεψε με την αυστηρότητα της ιστορικής εμβάθυνσης και της καθαρότητας μιας πεζογραφίας που είναι προσιτή αν δεν είναι πραγματικά μαγευτική. Μην το χάσετε.

https://www.sololibri.net/movimento-1977-Italia-Falciola.html

 

«Δεν θα υπάρξει ένας ιστορικός, δεν θα ανεχτούμε να υπάρξει ένα ιστορικός, […] που να ανακατασκευάσει τα γεγονότα, μπολιασμένα στη σιωπή μας, αδιάκοπη σιωπή, ατελείωτη, θυμωμένα ξένη», είναι η σκληρή προειδοποίηση που άνοιγε ένα από τα σημαντικότερα βιβλία που παρήγαγε το κίνημα των Εβδομήντα επτά (Μπολόνια, μάρτιος ’77 … δική μας υπόθεση). (Bologna, marzo ’77… fatti nostri). Εξάλλου, φαίνεται ακριβώς ότι η εγγενής φευγαλέα φύση του ίδιου του κινήματος, από την ιστοριογραφική άποψη, καθιστά πολύ πιο περίπλοκο από ποτέ να ανασυντεθεί μια συνεκτική αναλυτική και αφηγηματική εικόνα. Ο Luca Falciola γνωρίζει πολύ καλά αυτό, και κάνει το ντεμπούτο του σε αυτόν τον τόμο που φανερώνει «ένα καλειδοσκόπιο εικόνων και μια βαβέλ λέξεων. Ένα μωσαϊκό του οποίου δεν είναι δυνατόν να ανασυνθέσουμε τις συνδρομές, τις ιδιότητες μέλους» (10). Με λίγα λόγια ένας λαβύρινθος συνδέσεων, λεξιλογίων, αναπαραστάσεων στις οποίες είναι εύκολο να χαθούμε, χωρίς να υπολογίσουμε, υπενθυμίζει επίσης ο συγγραφέας, πως στη μικρή ιστοριογραφική βιβλιογραφία για τα Εβδομήντα επτά η θεμελιώδης σύγκριση με τις πηγές από τη μία πλευρά, εξακολουθεί να είναι ανεπαρκής, με το ευρύτερο κοινωνικό και πολιτικό πλαίσιο από την άλλη.

Ακριβώς σε αυτή τη διπλή κατεύθυνση είναι που η έρευνα κινείται, κυρίως αξιολογώντας διάφορης φύσης στοιχεία, από τον Τύπο έως τα θεσμικά αρχεία και όχι μόνο, από αδημοσίευτες πηγές διανοουμένων και ακτιβιστών. Αλλά και αφιερώνοντας άφθονο χώρο στο ευρύτερο οικονομικό, πολιτικό και κοινωνικό σενάριο της Ιταλίας εκείνων των χρόνων, καθώς και θέτοντας τον ίδιο στόχο να μας επιστρέψει, επάνω σε αυτή τη διπλή βάση, σημαντικών αναλαμπών πολιτικής κουλτούρας του κινήματος, οργανωμένων σε εκθεσιακό επίπεδο θεματικών τομέων περισσότερο παρά ιδεολογικών «οικογενειών». Το αποτέλεσμα είναι ένα αναμφισβήτητα σημαντικό βιβλίο, μια περίπλοκη και μερικές φορές λαμπρή ανάλυση, ένα έργο που ακόμη έλειπε – με λίγα λόγια – στην ιστοριογραφία των Εβδομήντα επτά.

Μετά από ένα μεγάλο μέρος αφιερωμένο στις «κρίσεις» της οικονομίας και της εργασίας κατά τη δεκαετία του 1970, αλλά και στην παρακμή των «νέων αριστερών» ομάδων και την κατακόρυφη πτώση της εμπιστοσύνης διάχυτης σε ολοένα και περισσότερο απαξιωμένους θεσμούς, η προσοχή του συγγραφέα στρέφεται σε μερικά σημαντικά συμπτώματα που είχε αυτή η συστημική οπισθοδρόμηση στον τρόπο με τον οποίο η γενιά στα μέσα των 70’s κοίταξε στην εργασία, στον μύθο της επανάστασης, στις γνώσεις και στο πανεπιστήμιο, στην καθημερινή ζωή και στην κατανάλωση. Εάν σε ορισμένες αναλύσεις η τελευταία αυτή πτυχή (το περίφημο «δικαίωμα στο χαβιάρι», για να καταλαβαινόμαστε), και γενικότερα η νέα κεντρικότητα της θέσης των υποκειμενικών αναγκών και επιθυμιών, έχουν ενταχθεί σε ένα πολύ εύκολο «ατομικισμό» που προκαταβάλει την δεκαετία του ογδόντα, πρέπει να παραδεχτούμε ότι κάποια επιείκεια απέναντι σε αυτή την αμφισβητήσιμη ερμηνευτική τάση δεν λείπει ούτε σε αυτή την έρευνα, η οποία μερικές φορές δίνει την εντύπωση πως θεωρεί εναλλάξιμα άτομο και υποκείμενο.

Στις δραματικές σχέσεις μεταξύ του PCI και του κινήματος, όπως είναι λογικό, ο συγγραφέας αφιερώνει ιδιαίτερα προσεγμένες σελίδες (αν και, λόγω της απόλυτης συνάφειας του θέματος, θα μπορούσαν ίσως να ήταν ακόμη ευρύτερες). Ενώ το κίνημα θεωρούσε το κόμμα ως τη «νέα αστυνομία», ένα μείγμα ναζιστικής σοσιαλδημοκρατίας και σταλινισμού αλά Μπέρια, το κόμμα του Berlinguer, από την πλευρά του αφιέρωνε στους νέους του Εβδομήντα επτά τους χαρακτηρισμούς των «τραμπούκων», πρακτόρων αντιδραστικών δυνάμεων, μέχρι του σημείου να χαρακτηρίζει τον Francesco Lorusso «έναν δικό μας εχθρό», όπως είπε ο Amendola λίγο μετά τη δολοφονία του μπολονιέζου φοιτητή (149). Παρότι δραπετεύει εύστοχα σε όλο το βιβλίο από την ερμηνευτική καρικατούρα των «χρόνων του μολυβιού», ο συγγραφέας δεν αποτυγχάνει να αντιμετωπίσει λεπτομερώς τον ίσως πιο σύνθετο κόμπο όλων, εκείνον της βίας, αφιερώνοντας τα δύο τελευταία κεφάλαια στην πολιτική βία, και στην καταστολή. Συνεπώς από τη μία πλευρά, εξετάζονται οι διάφορες μορφές βίας που ασκήθηκαν από το κίνημα, οι συζητήσεις που την επικαλούνται πολεμικά ή εκείνες που αντιθέτως – και σε σχέση με την εξέλιξη των συγκεκριμένων γεγονότων – εμπλέκονται σε δύσκολες διακρίσεις. Από την άλλη πλευρά, υπό ανάλυση είναι η καταστολή που εξαπολύθηκε από τους κρατικούς μηχανισμούς εναντίον των διαμαρτυρόμενων, με βάση μια απόλυτη αρχή υπεράσπισης της «νομιμότητας» που ποτέ δεν ήταν τόσο εν συγχύσει (και λόγω της στρατηγικής επιλογής του PCI-Κκι να τοποθετηθεί ακριτικά ως προπύργιο του κράτους). Είναι λυπηρό το γεγονός ότι, προς στο τέλος μιας τόσο περίπλοκης ανάγνωσης, ο συγγραφέας καταλήγει σε δηλώσεις που είναι υπερβολικά σχηματικές, όπως όταν δηλώνει πως προσδιορίζει την αποτελεσματική αιτία της βίαιης κλιμάκωσης του Εβδομήντα επτά στην ιδεολογική «προδιάθεση» του, ενώ οι «θεσμικοί παράγοντες» (ποινικοποίηση και καταστολή) «θα είχαν» δευτερεύουσα επιρροή » (258).

Είναι απλώς ένα παράδειγμα μερικών – ολίγων – ερμηνευτικών καταλήξεων, πιθανότατα λίγο υπερβολικών, και ίσως μάλιστα αναπόφευκτων, σε ένα έργο που για πρώτη φορά θέτει τον στόχο της επίτευξης ευρείας συστηματοποίησης τόσο περίπλοκου θέματος. Στοιχεία που δεν εμποδίζουν όμως να θεωρηθεί η έρευνα αυτή ένα έργο με το οποίο, λαμβάνοντας σοβαρά υπόψη το κίνημα των Εβδομήντα επτά, στοχαζόμενοι δηλαδή επάνω σε αυτό με σοβαρότητα, θα λογαριαστούμε από τώρα και στο εξής.

 

https://storicamente.org/faciola_movimento_1977

ανατρεπτική τέχνη, arte ribelle

Σημάδια, ασπίδες, χαρταετοί και άλλα ευρήματα. Lorenzo Bortoli 1952-1979

του Gioacchino Toni

cover bortoliRoberto Silver Silvestri, Segni, scudi, aquiloni e altri reperti. Lorenzo Bortoli 1952-1979, eBook, 77 σελίδες, κατεβάστε δωρεάνscaricabile gratuitamente online

Το βιβλίο που δημιούργησε ο Roberto Silvestri έχει το αξίωμα να θυμίζει τον φίλο Lorenzo Bortoli που χάθηκε τραγικά, ανακατασκευάζοντας την αλληλοεπικάλυψη των προσωπικών γεγονότων με εκείνα ενός μη αδιάφορου μέρους μιας γενιάς που, στη διάρκεια της δεκαετίας του ’70, ακόμη και σε »μια επαρχία ερημωμένη από μια επίπεδη και θανάσιμη ανία», ένιωσε αρχικά την επείγουσα ανάγκη να αισθανθεί επιτέλους ζωντανή και, στη συνέχεια, προσπάθησε να αλλάξει τον κόσμο.
Ο τόμος γεννιέται από την ιδέα του Silvestri να θυμάται τον φίλο μέσα από τους πίνακες ζωγραφικής, τα σκίτσα και τα σχέδια που άφησε σε φίλους, φίλες και συγγενείς, στη συνέχεια, προχωρώντας στα έργα του Bortoli προστέθηκε άλλο χρήσιμο υλικό για την ανασυγκρότηση της περιόδου μεταξύ του τέλους της δεκαετίας του ’60 και του τέλους της δεκαετίας του ’70, όπου οι Silvestri και Bortoli, μαζί με άλλους, μοιράστηκαν την ιδέα να προσπαθήσουν να αλλάξουν τα πράγματα. Η μνήμη εκείνης της δεκαετίας, η οποία είναι το υπόβαθρο των γεγονότων που αναφέρθηκαν, εναλλάσσει τις αναμνήσεις της θαμπής, γκρίζας, βαρετής και θανατηφόρας βενετικής επαρχίας σε θραύσματα μιας σειράς ατομικών και συλλογικών προσπαθειών να την ζήσουν και να την μεταμορφώσουν με τρόπο τέτοιο ώστε να αξίζει να γίνεται αυτό έχοντας ψηλά το κεφάλι.

Η ιστορία είναι εκείνη του Lorenzo Bortoli, καλλιτέχνη, αγωνιστή και εργάτη, ο οποίος πέθανε αυτοκτονώντας, στη φυλακή της Βερόνα στις 19 Ιουνίου 1979. Ο Bortoli συνελήφθη, μαζί με άλλους, σε σχέση με την ακούσια έκρηξη που έλαβε χώρα στις 11 απριλίου 1979, σε ένα διαμέρισμα στη Thiene, στην επαρχία της Vicenza, την ώρα που τρεις στρατευμένοι στις ενετικές πολιτικές κολεκτίβες προετοίμαζαν μια βόμβα. Ο Bortoli προέκυπτε ιδιοκτήτης του διαμερίσματος και η σύντροφος του Maria Antonietta Berna έχασε τη ζωή της στην έκρηξη. Πριν από εκείνη την 19η ιουνίου 1979 ο Lorenzo προσπάθησε να αυτοκτονήσει στη φυλακή δυο φορές καταναλώνοντας φάρμακα αλλά δεν του χορηγήθηκε νοσηλεία, όπως ζήτησε επανειλημμένα το κολέγιο της υπεράσπισης και προέτρεψαν διάφορες τοπικές συνδικαλιστικές και πολιτικές δομές.

Αποσπάσματα

Κάναμε τα πάντα για να γίνουμε καλύτεροι από αυτό που ήμασταν. Αυτό μπορεί να ειπωθεί για το μεγαλύτερο μέρος της γενιάς μας, σε μια εποχή που θέλαμε, και μάλιστα φαινόταν δυνατόν, να αλλάξουμε τα πράγματα και τον κόσμο

bortoli 002μια επαρχία ερημωμένη από μια επίπεδη ζωή και μια θανατηφόρα ανία / αντιδράσεις, μεταλλάξεις που ακριβώς η αιώνια απαγόρευση κυκλοφορίας της περιοχής ήταν σε θέση να παρακινήσει και να αναπτυχθεί σε τέτοιες απροσδόκητες μορφές που δεν επαναλαμβάνονται / Cesare Pavese / Italo Calvino / Εγχειρίδιο νεαρών μαρμότων / Σχέδιο γραμμής και επιφάνεια του Kandinsky / Jean Paul Sartre / Steinbeck / Siddhartha / Carrà / Morandi / Paul Klee / Bruno Munari / Osvaldo Licini / Rothko, Burri e tutto l’Informale / τα Μανιφέστα του Surrealismo / Alberto Giacometti / ζωγραφιές με χρώμα θαμπό και υπόβαθρο λειασμένο / Schio / εμείς οι έφηβοι / γιορτές, συζήτηση, ζωγραφική, συλλογιστική / η επείγουσα ανάγκη για μια ριζοσπαστική αλλαγή / η κοινωνική καταπίεση / η μουσική / Η μουσική πάνω απ’ όλα / Who, Rolling Stones, Kinks, Beach Boys, Hendrix / τα πρώτα album του Joe Cocker, των Cream, της Julie Driscoll με Brian Auger & The Trinity / των New Trolls (εκείνα δίχως ωράριο δίχως σημαία, με τους στίχους του Fabrizio de André) / Doors, Rory Gallagher, οι Traffic / Abbey Road των Beatles / Είχαμε ανάγκη, πεινούσαμε για μουσική / οι ηχώ εκείνης της περιόδου, στην Ιταλία και πάνω απ’ όλα στην επαρχία, έφταναν καθυστερημένα και πολύ ρευστές / Ήταν ταινίες όπως Woodstock ή “Pink Floyd a Pompei”, η μοναδική »εναλλακτική» επιτρεπτή που έφτανε στην Schio / η ξεθωριασμένη οπτική της Swingin’ London στο Blow up του Antonioni / το Cineforum της Thiene / Φράουλες και αίμα, Harold και Maude, Η εργατική τάξη πάει στον παράδεισο, Easy Rider / o χρόνος που σαρώνονταν από τον κόσμο της κανονικής εργασίας στα εργοστάσια / εγγυημένη χρήση των γραφείων / σπάνιοι οι χώροι οι αφιερωμένοι στον πολιτισμό, σχεδόν πάντα ζοφερό όσο και θεσμικό / στις περιφερειακές επαρχίες της αυτοκρατορίας, σχηματίζονταν τα πρώτα  “συγκροτήματα” (ή “συγκροτηματάκια”), όπως αποκαλούνταν / νοικιάζονται, οι πρώτες κιθάρες / οι πρόβες γίνονταν από τους Salesiani / μια κωμόπολη όπως ήταν εκείνη την εποχή η Schio, τόσο καθωσπρέπει και με το έντονο ηθικίστικο αποτύπωμα τυπικό του καθολικού- εργατικού Βένετο (όπου πράγματα γίνονταν έτσι κι αλλιώς, ίσως λίγα, αλλά στα κρυφά) / ο μονσινιόρ της βάρδιας αισθάνθηκε την υποχρέωση να εκφράσει δημόσια ανησυχία και αποδοκιμασία, προειδοποιώντας έτσι τους γονείς και αποτρέποντας  τα νεαρά απερίσκεπτα κορίτσια από το να συχνάζουν σε μέρη τόσο επικίνδυνα / Jackson Pollock και l’Action Painting / Rauschenberg και η Pop Art / Εν τω μεταξύ, σε όλη την Ιταλία, τα πανεπιστήμια και τα σχολεία ήταν σε αναταραχή, οι καταλήψεις / πολιτικές εξωκοινοβουλευτικές ομάδες / τα διάφορα πολιτικά κόμματα αποκαλούμενα “φιλοκινεζικά” / κόκκινα βιβλιαράκια / στοιχεία με πολιτικά της πολιτικής ομάδας της ασφάλειας / η απόρριψη κάθε ρεβιζιονισμού τυπικού της θεσμικής αριστεράς / στοίβες βιβλία και σύντομοι έρωτες για τον Πόε και για τους »γοτθικούς» συγγραφείς, η επιστημονική φαντασία / Lovecraft / Ray Bradbury / Burroughs / Alexander Trocchi / η “επιστήμη των επινοημένων λύσεων” /Snoopy, το περιοδικό Linus, λίγο Alan Ford / Ήταν επίσης τα χρόνια κατά τα οποία πολλοί νέοι  “το έσκαγαν απ’ το σπίτι” / υποφέροντας σχετικά με το στενόχωρο περιβάλλον της επαρχίας / είχε αφήσει ένα σημείωμα και έφυγε / οι καραμπινιέροι / η φωτογραφία / εργασίες επάνω στο μασονίτη / το καρβουνάκι / Γεωμετρικά προφίλ / ξεπλυμένα ακρυλικά χρώματα / Lucio Fontana / Spazialismo / λίγες φωτογραφίες, τόσο των πινάκων του όσο και του studio / σειρά υδατογραφιών / οι αφαιρέσεις / εκείνο το διαμέρισμα ανάμεσα σ’ ένα πήγαινε έλα από κόσμο, τραπέζια, καμβάδες, χρώματα και σκίτσα, ανάμεσα σε συζητήσεις, καλαμπούρια και τα πρώτα σπέσιαλ τσιγάρα, / οι Ekseption / Deep Purple και Led Zeppelin / Genesis, ELP, Yes και όμορφη κομπανία / οι King Crimson του Robert Fripp και οι Van Der Graaf Generator / τα πρώτα μακριά μαλλιά, και η Schio, όπως άλλοι τόποι της επαρχίας,  “ήταν ένα μέρος στο οποίο εάν τα είχες έτσι, ούτε σ’ ένα μπαρ να μπεις και να ζητήσεις να πιεις μπορούσες, γιατί αρνούνταν να σε σερβίρουν, κι εάν διαμαρτυρόσουν, καλούσαν τους καραμπινιέρους που έφταναν γρήγορα και σε μετέφεραν στο στρατόπεδο” / Εμάς ενδιέφερε κυρίως να πειραματιστούμε / θέλαμε να ήμαστε μαζί / πνευματική περιέργεια / προσπάθεια να καταλάβουμε κάθε τι, μέσα κι έξω, και να τ’ αλλάξουμε / υπερβολές και παιδικότητα, ζήλος, οπορτουνισμοί, αυτοτραυματικές παρεκκλίσεις / Παρά τις καταστροφές / Καμιά τοξική καθοδική μυθολογία / ελαιογραφία / οι διαδρομές του πινέλου παίρνουν μια συνοχή απτή / οι αποχρώσεις, εκτός από ειδικές εξαιρέσεις, θερμαίνονται και ανάβουν/ κίτρινες, ώχρα, κόκκινες με διαφορετικές διαβαθμίσεις, και σπάνια, μερικές ροζ / Στυλιζαρισμένες αναμνήσεις, καταγραφές περιγραμμάτων των βουνών, σύννεφα, προφίλ και επαναπροσδιορισμός ανθρώπινων τροχιών, λόφοι και ορίζοντες / μακρά απογεύματα / απογεύματα τραβηγμένα μέχρι νύχτα / το μουσικό θέμα του Zabriskie Point / διάστημα/παρατεταμένο χρονικό διάστημα του παιχνιδιού, αρπαγμένο από το ρολόι της παραγωγής και του μάρκετινγκ της παράστασης / κάποιος ασυνήθιστος συνδυασμός χρωμάτων / για να χτιστεί μια αυθεντική και ήρεμη σχέση με τους άλλους / το μακρύ, απίστευτο, παλτό από «ασημωμένο δέρμα συνθετικού λύκου» / τα φυλλάδια έπρεπε να τυπωθούν στο Trento και να μεταφερθούν στη συνέχεια στην Schio πάνω στην ώρα για να διανεμηθούν στην πρώτη βάρδια στη Lanerossi της Piovene / το άνοιγμα των πρώτων γραφείων της Lotta Continua / η LC έφτασε στο σημείο να έχει γραφεία στη Schio, στην Thiene, ακόμη και στην Vicenza, πόλη που θεωρούνταν όχι πρωτεύουσα, αλλά περιφέρεια μιας επαρχίας που είχε τα προπύργια της στις εργατικές ζώνες και επομένως την πρωτεύουσα της, ακριβώς στη Schio / η διάλυση της LC / η ίδρυση της αυτόνομης ομάδας εργάτες φοιτητές. Δεν επρόκειτο όμως για την αυτονομία με το “A κεφαλαίο”, αλλά για εκείνη ακόμη κόρη του ιστορικού εργατισμού, αν και διασχίζεται επίσης από τις επιρροές-μολύνσεις του Parco Lambro και στη συνέχεια των γεγονότων του ‘77 / ο διάλογος επάνω στον ένοπλο αγώνα-ναι, ένοπλη πάλη-όχι / η ρήξη ανάμεσα στις δυο ψυχές /

bortoli 001η απαγωγή του Μόρο και, για τους βορειοανατολικούς ειδικότερα ιταλούς, υπήρξαν τα γεγονότα της 7ης απριλίου του ’79. Τον οκτώβριο του 1973, ο Enzo σχεδίασε, τύπωσε με δικά του έξοδα, μια αφίσα που έστειλε στη συνέχεια σε μια εκατοστή ζωγράφων, ιδιοκτητών γκαλερί και κριτικούς τέχνης / Το σχέδιο, το οποίο είναι η σταθερά της ζωγραφικής μου, αποτελεί το μέσο με το οποίο προτείνω να λειτουργήσει μια ενέργεια για την ανάκτηση αξιών που μοιάζουν, αν όχι νεκρές, να έχουν ατροφήσει / Η πινελιά είναι ευρεία, παχιά, γεμάτη, οι χρωματικές περιοχές είναι πυκνές και συμπαγείς, τα χρώματα χρησιμοποιούνται μόνο σε ζεστές αποχρώσεις / θέλω να κάνω μια ειλικρινή ζωγραφιά, μια συμπαγή και ζωηρή ζωγραφική / να δημιουργήσουμε μια γαλήνια και πνευματικά αυθεντική σχέση με τους άλλους / Jefferson Airplane, Grateful Dead, Quicksilver / Frank Zappa / Tangerine Dream και οι γερμανοί “κοσμικοί” του Krautrock / Miles Davis di Bitches Brew / AlterAlter, Re Nudo, Moebius, Η μπαλάντα της αλμυρής θάλασσας του Hugo Pratt / το Manifesto, Lotta Continua, Potere Operaio, Senza Tregua, Controinformazione, και πιο μπροστά τα βιβλία του Castaneda, οι Καταστασιακοί και οι Puzz του Max Capa / αρχίσαμε να εξετάζουμε την πολιτική δέσμευση με ένα διαφορετικό βλέμμα, σαν τη δυνατότητα άμεσης παρέμβασης στην πραγματικότητα / ξεφεύγοντας από ένα ένταλμα σύλληψης / John Coltrane / Kashmir και Srinagar, Amsterdam, το Μεξικό ή η Ινδία και Vladivostok / Corto Maltese του Pratt, και Alack Sinner του Muñoz και Sampayo ήταν οι χάρτινοι ήρωες στους οποίους ταυτοποιούμασταν, αλλά επίσης ακολουθούσαμε από κοντά τους πολυάριθμους εργατικούς αγώνες που δημιουργούσαν αναταραχές στην περιοχή και τα λίγα, αλλά ισχυρά φοιτητικά κινήματα που κάθε τόσο αναστάτωναν και ταρακουνούσαν την Thiene και την Schio / κίνημα για την μείωση του κόστους των μεταφορών / από την μια πλευρά οι φίλοι και σύντροφοι με τους οποίους μοιραζόμουν τις στιγμές του  “ελεύθερου χρόνου” και που αρνούνταν να μπουν σε μια οργάνωση “κλασσική”, από την άλλη, η συναρπαστική για μένα στράτευση, που μέσω της παρέμβασης μπροστά στα εργοστάσια, της εργατικής έρευνας που αναπτύξαμε και της ανάδυσης του φεμινισμού στην έδρα της LC στην Schio, μου αποκάλυπταν και με έκαναν να αγγίζω από κοντά άλλους κόσμους / “να ξαναπάρουμε την πόλη” / η έννοια της “άμεσης δράσης” / ακριβώς η έννοια της «επανοικειοποίησης» που ήδη άρχιζε να κυκλοφορεί, ενεργοποίησε τη δυναμική που μας οδήγησε να αφήσουμε την LC και να ιδρύσουμε την πρώτη Αυτόνομη Κολεκτίβα / στο εργοστάσιο εισέρχονταν πλέον μια γενιά που αρνούνταν να υπομείνει μια τόσο σαρωτική ζωή, που ήθελε να ζήσει διαφορετικά, άμεσα, χωρίς να περιμένει ένα μακρινό και αβέβαιο μέλλον ή τη μυθική «χ» ημέρα της επανάστασης / Η τοπική εργατική τάξη, πάνω από το 60% του πληθυσμού (αρχικά αποτελούμενη από αγρότες/αγρότισσες που είχαν εγκαταλείψει τα χωράφια), τώρα ενσωμάτωνε πρώην σπουδαστές, ή νέους οι οποίοι, έστω και αν δεν ήταν μορφωμένοι ήταν πολιτιστικά πλούσιοι και καθόλου παραιτημένοι / Και αν υπάρχει μια θεμελιώδης διδασκαλία που έχουν εκφράσει οι αγώνες των εργατών, είναι ακριβώς αυτό: η έννοια του συλλογικού / ένας χαρούμενος και εκρηκτικός θυμός, τόσο κοινωνικός όσο και προσωπικός / Στα έργα αυτής της περιόδου, που κυμαίνεται από το 1972 έως το 1974, μια πάντα επαναλαμβανόμενη μορφή είναι αυτή της «ασπίδας» / Μετά την αναχώρησή του για το Belluno, ο Lorenzo μείωσε τη δραστηριότητά του σε μικρά σχέδια και σκίτσα με μελάνι και υδατογραφία, πολύχρωμα, με τα οποία δημιούργησε καρτ-ποστάλ για να στείλει στους φίλους / Εν τω μεταξύ η Schio, μια παραδοσιακά εργατική πόλη, άλλαζε. Η ομάδα της Lotta Continua που από τα τέλη της δεκαετίας του ’60 ήταν κινητήρια δύναμη των αγώνων της περιοχής του alto vicentino μπήκε σε κρίση και σε εθνικό επίπεδο διαλύθηκε / η συμβίωση (φιλική ή ουδέτερη, αλλά όχι μαφιόζικη) «ψυχεδελικών», «τοξικών» και «πολιτικών» / η Ολλανδία, Amsterdam, με τους Provos, οι πρωτοοικολογικές διεκδικήσεις των λευκών ποδηλάτων / Κάποιοι άλλοι ανέβαιναν λίγο περισσότερο, μέχρι την Κοπεγχάγη / ιούνιος του 1976, υπήρξε το τελευταίο πάρκο Lambro και έκλεισε την εποχή των ποπ φεστιβάλ, με την επιβολή των Ινδιάνων μητροπολιτάνων και του φεμινιστικού κινήματος ξέσπασαν οι εσωτερικές αντιφάσεις, μεταξύ των διαφόρων ψυχών του κινήματος / Το ’77, υπήρξαν τα γεγονότα της Μπολόνια, τα μονοπάτια του Radio Alice και του A/traverso / από την σχετικά αβλαβή χρήση των ελαφρών ναρκωτικών γκρεμιστήκαμε πολύ γρήγορα σε πολύ πιο θανατηφόρα τοπία, και οι πλατείες γέμισαν με ηρωίνη και διακινητές / Αυτοκαταστροφισμός, αφέλεια και εξτρεμισμός, σίγουρα, αλλά όχι μόνο αυτό / ηρωίνη στις πλατείες / bortoli 008παρεισφρύουν προβοκάτορες / μασκαρεμένες εκτελέσεις / το ενδιαφέρον για κάθε ουσία της ψυχεδελικής πλευράς είχε από καιρό εκτροχιαστεί σε βαρύτερες καταστάσεις / δεν ήταν μάλλον εύπεπτο να τραβηχτείς προς τα έξω, ο καθένας για λογαριασμό του / Στις αρχές του 1977 ο Lorenzo μετακόμισε στη Thiene / προς το τέλος του ίδιου χρόνου άρχισε να συζεί με την Antonietta / από την αντίληψη ότι η καλλιτεχνική δραστηριότητα δεν ήταν πλέον αρκετή για να γεμίσει και να χρωματίσει τη ζωή του, στην απόφαση να μην περιοριστεί σε διερμηνεία, μόνο, της πραγματικότητας, ή να την ζει ξεχωριστά μέσα από το φίλτρο της καλλιτεχνικής δραστηριότητας / Η ανάγκη να παρέμβει με συγκεκριμένο τρόπο στο κοινωνικό, η θέληση να συμμετέχει άμεσα σε όσα συμβαίνουν γύρω του, έγινε επείγουσα / Αυτού του ρεύματος, αυτής της αλληλοσύνδεσης ανθρώπων και περιστάσεων που στόχευαν στην αλλαγή, ο Lorenzo ήταν μέρος τόσο σε σχέση με τον τρόπο με τον οποίο ζούσε, όσο και όσον αφορά την συμμετοχή στο vicentino κίνημα της δεκαετίας του ’70/ Ήταν αυθόρμητη η άρνησή του για οποιαδήποτε ηλίθια υποκρισία και κατάχρηση εξουσίας. Η φυσική αποστροφή του προς τις μιζέριες των θεσμικών μηχανισμών και των αστυνομικών οργάνων, προς τις ηλιθιότητες της κοινοβουλευτικής πολιτικής / Σε αυτή την ενστικτώδη του τάση, ο Lorenzo πλαισίωσε την υποστήριξη στο «κίνημα» της εποχής και, στην πράξη τη συνεργασία με την αυτονομία vicentina / Σε αυτούς που βρήκαν την ευκαιρία να αντιπαρατεθούν σχετικά με τις συνθήκες της σύλληψης και στη συνέχεια του θανάτου του Lorenzo, και γενικότερα σε σχέση με τη χρήση της δύναμης από την πλευρά του κινήματος των χρόνων ’70, φθάνει να θυμόμαστε ότι στην ίδια αιχμηρή εποχή οι διαδηλωτές σκοτώνονταν από τις αστυνομικές επιθέσεις και εφόδους κατά τη διάρκεια των διαδηλώσεων, και πως οι βόμβες που εξερράγησαν σε τράπεζες, πλατείες, αμαξοστοιχίες, (και όχι για σκοπούς διαμαρτυρίας, αλλά απλώς για να εξαπλώσουν τον τρόμο και για να θανατώσουν), ήταν εκείνες οι «μαύρες» των νεοφασιστών, οι οποίοι υποστηρίζονταν και οργανώνονταν από τις ιταλικές μυστικές υπηρεσίες στην υπηρεσία των «συμμάχων» ΗΠΑ, και προστατεύονταν από τομείς του κοινοβουλίου / Το χειμώνα μεταξύ του ’77 και του ’78, ο Λόρεντζο έφτιαξε, με αυτοσχέδιο τρόπο, δώδεκα πολύχρωμα και πρωτότυπα έργα με μελάνι και ακουαρέλα, στα οποία βρήκε τον τρόπο να αναδείξει την παλιά του προτίμηση για τους πίνακες του Osvaldo Licini / το σχέδιο μετατρέπονταν σε ιπτάμενους χαρταετούς, χτισμένους σε φόντα φωτεινών χρωμάτων τοποθετημένα σε τρίγωνα που τρέχουν μεταξύ τους δεμένα με περιπλανώμενα νήματα που αναπτύσσονται και συστέλλονται στο διάστημα / ο Lorenzo πέρασε να με χαιρετήσει, το χειμώνα του 1978, στο δωμάτιο που ζούσα προσωρινά στην Πάντοβα, και ήταν η τελευταία φορά που ειδωθήκαμε / Μετά η έκρηξη του σπιτιού του στη Thiene, η απόλυτη επιφύλαξη, ο σκεπτικισμός σχετικά με ότι είχε συμβεί, και η φρίκη για τη συνέχεια της υπόθεσης. Δεν προκαλεί έκπληξη, αντιθέτως, η έλλειψη ανθρωπιάς, η σκληρότητα που χρησιμοποίησαν οι καραμπινιέροι και οι δικαστές εναντίον του Lorenzo, και εναντίον των συγγενών και των συντρόφων / Καμία έκπληξη για τις διαστρεβλώσεις των δημοσιογράφων ( il Giornale di Vicenza στην πρώτη σειρά) και για τον οπορτουνισμό των πολιτικών που ασχολήθηκαν με εκείνα τα γεγονότα. Ο επίλογος, για όσους ήταν φίλοι του, παραμένει μια ανοιχτή πληγή. Και εξακολουθεί να υπάρχει πόνος ενθυμούμενοι αυτόν /

TAGGED WITH →  •  •  •  •  • •  •  •  • 

https://www.carmillaonline.com/2016/01/12/segni-scudi-aquiloni-altri-reperti-lorenzo-bortoli-1952-1979/

τα βιβλία του μιχάλη, i libri di michele

Β. εκενώστε τους δρόμους από τα όνειρα – 2

Η μέρα είναι συννεφιασμένη αλλά η καρδιά του λαμποκοπά. Η ψυχή του πανηγυρίζει. Βλέπει με την φαντασία του καρέ- καρέ τη στιγμή που σπρώχνουν τους δικαστές στην αίθουσα της ολιγόωρης ‘φυλακής’ τους αλλά τόσο σημαδιακής. Αυτούς που νιώθουν άτρωτοι και αγέρωχοι όταν δικάζουν ‘ανθρωπάκια’, και καταδικάζουν ανάλογα με τη δύναμη της τσέπης, οι περισσότεροι τουλάχιστον. Που κρίνουν ανάλογα με το φούσκωμα στο κομπόδεμα.
Τώρα τρέμουν σαν τα ψάρια κι εκλιπαρούν τους τιμωρούς τους. Για λίγο ο φόβος περνάει στην απέναντι όχθη, η ταπείνωση. Είναι μεγάλη στιγμή για όλους τους αδύναμους σήμερα.
Τους έχουν δείξει πως όλα γίνονται όταν οι άνθρωποι θέλουν. Τους έχουν δώσει το παράδειγμα. Αυτή είναι η προλεταριακή αντιεξουσία. Όταν ο λαός θέλει όλα τα μπορεί !

Χορεύει όλο του το είναι! Νιώθει το μεγαλείο της δικαιοσύνης, που για ένα μικρό έστω διάστημα γύρισε πλευρά. Αυτή είναι η ευτυχία, όταν ο άνθρωπος είναι ελεύθερος, όταν θριαμβεύει επί του φόβου. Η δύναμη της προσφοράς. Αυτές οι στιγμές αξίζουν πολύ, πάρα πολύ. Σχεδόν σαν μια ολόκληρη ζωή. Είναι στιγμές ελευθερίας σε μια γκρίζα καθημερινότητα, που όσο κι αν την πασπαλίσεις με μυρωδικά δεν παύει να παραμένει καταπιεστική, εν πολλοίς.
Αυτή είναι η αντίθεση. Μια λουλουδιασμένη καρδιά, μια ψυχή και μια φάτσα που λάμπουν κι ένας μαύρος ουρανός έτοιμος να κλάψει απ’ την στεναχώρια του. Ίσως επειδή δεν είναι η κάθε μέρα σαν την σημερινή.
Αυτή η μέρα ανήκει στους αγωνιστές.
Στο δρόμο του για την σχολή περνά από την πλατειούλα που βρίσκεται το σπίτι της κοπελιάς του, κοντά στο Ταχυδρομείο, και σταματά στο καφέ του Πιέτρο για να πιει ένα σφηνάκι γκράπα, ας είναι ακόμη πρωί, είναι ξαναμμένος. Το ράδιο αρχίζει να μεταδίδει αποσπασματικά τα πρώτα νέα. Του ‘ρχεται να ουρλιάξει , να φωνάξει : ‘είμαστε εδώ, ο λαός είναι εδώ’, ‘η επανάσταση συμβαίνει, κάθε μέρα’, ‘εμείς δεν συνεργαζόμαστε, δεν συμβιβαζόμαστε’, ‘εμείς δεν θέλουμε να διαχειριστούμε την μιζέρια σας’.
‘Και η μιζέρια δεν είναι μόνο στην τσέπη αλλά σε όλα όσα συμβαίνουν σε μια καθημερινότητα κενή από οποιοδήποτε νόημα έξω από το κέρδος’
‘Που για να το αποκτήσετε είστε διατεθειμένοι να πουλήσετε και την μητέρα σας’ .

‘Είμαστε εμείς που ζούμε επικίνδυνα. Γιατί η πλήξη και η σήψη κάνουν κακό. Όπως και η παθητικότητα μπροστά σε αποφάσεις που άλλοι παίρνουν χωρίς να ερωτούν’.
‘Ζούμε στο ρίσκο γιατί έτσι μας αρέσει. Δεν μας ικανοποιούν τα πρότυπα που χτίζετε εσείς όλοι που αγαπάτε μόνο το χρήμα, που το θέλετε όλο δικό σας κι όλους εμάς να σας κυνηγάμε μπας και ξεκλέψουμε δεκάρες. Μας βομβαρδίζετε όλη μέρα με εικόνες κατ ομοίωσή σας, ανέραστοι και κούφιοι’.
‘Ζούμε λοιπόν με ρίσκο και ζητάμε κι απ’ τον κόσμο το ίδιο. Λίγο ρίσκο βάλτε στη ζωή σας, είναι απελευθερωτικό!’

Δεν κρατιέται άλλο. Πληρώνει και φεύγει. Τρέχει, θέλει να δει τους φίλους, τους συντρόφους και τους συμφοιτητές του, στη σχολή. Να ακούσει γνώμες και απόψεις, να αφουγκραστεί συναισθήματα. Να νιώσει από πρώτο χέρι τις αντιδράσεις που προκάλεσαν. Το καφέ ήταν ακόμη άδειο, δεν είχε σφυγμό. Θέλει να τον πιάσει. Να τον νιώσει. Τρέχει εκεί που θα βρει κοινό. Τέτοια ώρα η σχολή θα είναι γεμάτη, θα σφύζει από ζωή. Θα το έχουν μάθει άραγε ;

Fabrizio de Andre, Il Bombarolo, Ο βομβιστής, 1973

Κάποιος γυρίζοντας από δω κι από κει λέει                                                                                      Πως μισώ τη δουλειά μου
Δεν ξέρει με πόση αγάπη
Αφιερώνομαι στον δυναμίτη

Συνεχίζουμε λοιπόν.
Αν εξαιρέσεις τους κομματικοποιημένους, που πάντοτε έχουν κάτι αρνητικό να προσάψουν σε οποιονδήποτε διαφορετικό, και σε αυτά που δεν ελέγχουν ή εκπορεύονται από τους ίδιους, μακριά από αυτά που προτείνουν ή πράττουν, όλοι οι υπόλοιποι επικροτούν.
Υπάρχει μεγάλος αναβρασμός στην κοινωνία.
Όλες οι αποφάσεις που την αφορούν μαγειρεύονται μακριά της, σε απουσία της. Ευνοείται μονίμως μικρή μερίδα ανθρώπων ή κάποιες ομαδοποιήσεις διαπλεγμένες με τα κέντρα. Αυτοί που κατέχουν τον πλούτο. Και μάλιστα αυτό γίνεται στο όνομα των υπολοίπων, προς συμφέρον δήθεν της πλειοψηφίας.

Κάποιοι δεν το αντέχουν και εξεγείρονται.
Άλλοι παρακολουθούν και γέρνουν προς τα κει που στρέφεται το κριτήριό τους.
Είναι καιρός που χιλιάδες οργανώνονται αυτόνομα, είναι πάρα πολλοί αυτοί, πολλοί που οργανώνουν την αντίστασή τους μαχητικά. Μεγάλο το νούμερο και αυτών που γέρνουν προς την πλευρά τους. Έχουν τη συμπάθεια μεγάλου κομματιού της κοινωνίας.
Νιώθουν επιτέλους δικαιωμένοι. Σκέφτονται αυτόνομα.
Ο Μάριος, οι φίλοι και σύντροφοί του, περιμένουν πως με τον καιρό θα γίνουν περισσότεροι οι μαχόμενοι.
Χρειάζεται οπωσδήποτε να τους πλαισιώσουν καινούριοι, μαχητές και συμπαθούντες, το ρεύμα είναι δυνατό, ορμητικό θα έλεγα.
Σε κάθε γωνιά, στο σχολείο, στην εργασία, στην γειτονιά οι τάξεις των ανταρτών της επανάστασης θα πυκνώσουν.

Η ζωή έχει καταντήσει σκέτη καταπίεση, μονοτονία, πλήξη. Όλα προκαθορισμένα, από την αρχή μέχρι το τέλος, από τα πριν και από άλλους. Γεννιέσαι για να δουλεύεις και να απολαμβάνουν αυτοί. Πετώντας ξεροκόμματα. Στην δουλειά και τον πολιτισμό. Έχοντας προγραμματίσει μέχρι και την τελευταία λεπτομέρεια της μέρας. Δεν επιτρέπονται οι παρεκκλίσεις. Να μη βρίσκεις χρόνο να σκεφτείς, τι σου αρέσει, και αν σου αρέσει!
Η καθημερινότητα της πλήξης.
Πολύ μιζέρια για το τίποτα! Και πολύ κουβέντα για τα ανώδυνα.
Αυτοί όμως διαλέγουν έναν άλλο δρόμο, με πολλά μονοπάτια.
Είναι αυτόνομοι.
‘εμείς όμως είμαστε αλλιώς, θέλουμε άλλα πράγματα, διαφορετικά, και τα θέλουμε τώρα’, λέει ο Μάριος.
‘Πρώτα- πρώτα, ξέρουμε πολύ καλά τι δεν μας αρέσει, και θέλουμε να το εξαφανίσουμε, να το διαλύσουμε’.
‘Και ζώντας, αναπνέοντας μαζί, δημιουργικά, θα φτιάξουμε σιγά σιγά, το καινούριο. Μυρίζει όμορφα εκεί έξω, περιμένει να χαρτογραφήσουμε τα καινούρια εδάφη. Θα το ανακαλύψουμε, θα το εξερευνήσουμε. Είναι αυτό που θέλει να ξεπηδήσει από μέσα μας και το πνίγει ο ασφυκτικός περίγυρος, η σήψη της Μητρόπολης, η πλήξη του καθωσπρεπισμού. Ασφυκτιά το μωρό μέσα μας και επιθυμεί να ξετιναχτεί σε περιβάλλον ελευθερίας. Πνίγεται από την επανάληψη.
Όχι λοιπόν στην επανάληψη μιας καθημερινότητας που πνίγει !’

Riders on the Storm, The Doors.

Προχθές πήγαν στον κινηματογράφο και είδαν το ‘Μπούτς Κάσιντυ και Σάντανς Κίντ’. Με τους Ρόμπερτ Ρέντφορντ, Κάθριν Ρός και Πώλ Νιούμαν. Ο κινηματογράφος ήταν πίτα στους νέους που αποθεώνουν τους πρωταγωνιστές.
Ναι !! Έτσι θέλουν να ζήσουν και αυτοί! Ληστές. Φίλοι καρδιακοί. Χίλιες φορές καλύτερα στην παρανομία, αρπάζοντας το χρήμα από τις τράπεζες και τους λεφτάδες. Που έτσι κι αλλιώς δεν ιδρώνουν υπερβολικά μιας και έχουν άλλα τόσα και ακόμα περισσότερα. Που όσο κι αν δουλέψεις εσύ, κάνοντας το ίδιο και το ίδιο για ώρες, μέρες, χρόνια, λέγοντας τα ίδια λόγια μια ζωή, δεν θα γευτείς ποτές !
Την ώρα που οι ληστές τρέχουν με το ποδήλατο μες τα λουλούδια, εκεί στο πράσινο, μες την ομορφιά, στα χρώματα και τα αρώματα!                                                                           είναι αλλιώς να τα απολαμβάνεις ελεύθερος, μακριά από την εκμετάλλευση. Τότε απολαμβάνεις!

Το να παρακολουθήσεις την ταινία είναι επίτευγμα, γίνεται ένας χαμός, δύσκολο να συγκεντρωθείς. Τραγούδια ακολουθώντας τη μουσική της ταινίας, συνθήματα. Νομίζεις πως βρίσκεσαι στο αμφιθέατρο. Στη συνέλευση. Σχόλια, θέσεις, αποφάσεις.

Την άλλη φορά, στο τέλος της ταινίας ‘Μπόνυ και Κλάϊντ’, με την Φαίη Ντάναγουεη και τον Γουώρεν Μπήτυ, τα παιδιά βγαίνουνε από τον κινηματογράφο και ξεχύνονται στην πόλη σε πορεία, βραδινή, στο κέντρο. Και υπάρχει οργή ανάμικτη με ενθουσιασμό. Και αποφασιστικότητα. Γιατί το πλήθος νιώθει την δύναμή του. Και οι μπάτσοι μένουν μακριά. Γιατί κατάλαβαν ότι δεν τους παίρνει..
Είναι τέτοια η ορμή και η θέληση των παιδιών που τους έδωσαν να καταλάβουν πως σήμερα το βράδυ δεν θα έχουν τύχη, τους έπιασαν στα πράσα, δεν τους περίμεναν, δεν υπήρξε ραντεβού. Και πως αν προσπαθήσουν κάποια επιθετική κίνηση τα πράγματα θα πάρουν άσχημη τροπή.

Pat Garrett and Billy the Kid, Bob Dylan.

Η πόλη είναι περιτριγυρισμένη με πανέμορφα μεσαιωνικά χωριουδάκια, άθικτα,  ελάχιστες ‘μοντέρνες’ παρεμβάσεις, και ….εξαιρετικές ταβέρνες. Όταν λοιπόν ‘σκάσει’ κάποιο αυτοκίνητο, τους αρέσει πολύ να τις επισκέπτονται. Για λιτό φαγητό και πολύ, θαυμάσιο τοσκάνικο κόκκινο κρασί.
Φοβεροί χώροι, συνήθως σε υπόγεια. Αρχαία, υποβλητικά κτίσματα, εξαιρετικά αναπαλαιωμένα, με απίθανους μεζέδες. Μεγάλες ποικιλίες σε τυριά, αλλαντικά και ζυμαρικά φυσικά. Περνάει η ώρα με συζήτηση και κρασοκατάνυξη, χωρίς να το πάρεις χαμπάρι. Τα μεγάλα θέματα της κοινωνίας, της ανθρωπότητας στην ημερήσια διάταξη. Ο ιμπεριαλισμός, η πολιτιστική επανάσταση, τα αντάρτικα κινήματα, η Βιετναμέζικη αντίσταση, η ‘κομμουνιστική’ απογοήτευση.

Και πάντα θα σκάσει μύτη στις παρέες και σύντροφος ή φίλος τέλος πάντων, γόνος πλούσιας οικογένειας. Με εξοχικό στο βουνό ή στα περίχωρα της πόλης. Και τότε θα μαζευτούμε πολλοί μαζί για εκδρομή στην εξοχή. Η καλύτερή μας. Ρεφενέ για τις προμήθειες και τις βενζίνες. Και ‘παίζουνε’ τα πάντα.

Madama Butterfly, Maria Callas.

  • Δεν θέλουμε να ζούμε κάτω από ζυγούς, όπως και αν τους ονομάσουν οι άρχοντες. Οργανώνουμε λοιπόν μια εθνική διαδήλωση στη Ρώμη, τον Μάρτιο του ‘77, στις 12 του μήνα, ενάντια στην καταπίεση και την καταστολή.
    Έχουν χτυπήσει με άγριο τρόπο, το προηγούμενο διάστημα, την εξέγερση των φοιτητών στη Μπολόνια.
    Μαχαιρώνουν οι φασίστες στη Ρώμη.
    Όλη η αυτονομία κατεβαίνει στην πρωτεύουσα.

Σηκωθήκαμε πρωί πρωί. Το ραντεβού είναι στον σιδηροδρομικά σταθμό, αφηγείται ο Μάριο. Με οργή σιωπηλή συγκεντρωνόμαστε, μαζευόμαστε για κάποιο μισάωρο. Και μόλις εμφανίστηκε το τραίνο για Ρώμη του κάνουμε αμέσως κατάληψη, μαζί με τους άλλους ταξιδιώτες. Σήμερα δεν πληρώνει κανένας εισιτήριο.
Πρέπει να είμαστε πάνω από χίλιοι. Δεν μπορούν να μας αγγίξουν. Ξέρουμε πως θα ταξιδέψουμε. Και μόλις το τραίνο αρχίζει να κινείται, με εκείνο το αρχικό του τίναγμα ο κόσμος ξεσπάει. Συνθήματα και τραγούδια σπάνε την ησυχία, από τα ανοιχτά παράθυρα, όλοι αψηφούν την παγωνιά. Βράζουμε από ενθουσιασμό και ενέργεια. Και χιλιάδες υψωμένες γροθιές διέσχισαν την πόλη το εικοσάλεπτο που χρειάζεται το θηρίο για να την διαπεράσει. Είναι ένα θέαμα μοναδικό, κόκκινες σημαίες με αστέρια, με σφυροδρέπανα, και σφιγμένες γροθιές υψωμένες στον ουρανό της πόλης που χαιρετάει τα παιδιά της, που την αφήνουν να κυλάει πίσω τους.
Το θεριό γεμάτο ασφυκτικά κι εμείς κολλημένοι ο ένας πάνω στον άλλο.

Φτάσαμε στην αιώνια πόλη και δεν μας αφήνουν να μπούμε στον σταθμό, είναι τέτοια η κίνηση, έχουν φρακάρει τα πάντα. Μένουμε έτσι αρκετή ώρα, και μόλις ξεκινούν οι κουβέντες για να αποφασίσουμε εάν αποβιβαστούμε εκεί έξω και να προσεγγίσουμε τον σταθμό με τα πόδια το τραίνο ξεκινά αργά αργά. Ο ενθουσιασμός είναι τεράστιος. Τόση ώρα έχουμε στα απέναντι, καμιά πενηνταριά μέτρα μακριά, άλλα βαγόνια, γεμάτα και αυτά συντρόφους που έρχονται από τον Νότο, μιλάμε με συνθήματα, υπάρχει υπερένταση, υπάρχει και θυμός. Γιατί στη διάρκεια του ταξιδιού μαθαίνουμε πως οι μπάτσοι, την προηγούμενη, σκότωσαν χτυπώντας πισώπλατα, την ώρα οπισθοχώρησης, σύντροφό μας, στις συγκρούσεις της Μπολόνια, στο χώρο του Πανεπιστήμιου που είναι υπό κατάληψη, ή στις κινητοποιήσεις στο κέντρο της πόλης. Η ατμόσφαιρα είναι τεταμένη, μυρίζει μπαρούτι, προμηνύεται καταιγίδα, θα έρθει πυρκαγιά.

Έχει γράψει ο Κλάουντιο Λόλλι ένα πολύ όμορφο τραγούδι για εκείνες τις μέρες των συγκρούσεων στην Bologna, όλη η περιοχή γύρω από τις σχολές είναι στα χέρια των φοιτητών, τρεις μέρες χρειάστηκαν οι δυνάμεις καταστολής να τους τις πάρουν! ‘I giornali di Marzo’, ‘Οι εφημερίδες του Μαρτίου’.

Και ακουμπάμε επιτέλους στις αποβάθρες, αργά. Ενωνόμαστε με συντρόφους που ξεπηδούν απ’ όλες τις πλευρές. Έρχονται από κάθε γωνιά της χώρας. Φτάνουμε μαζί και αυτό δημιουργεί τεράστια χαρά, ευτυχία, παραλήρημα. Έξω από τον τεράστιο σταθμό το αδιαχώρητο, η ένταση απογειώνεται. Πανζουρλισμός. Χιλιάδες σύντροφοι είναι συγκεντρωμένοι εκεί, μιας και η πλατεία Ezedra, όπου έχει οριστεί το ραντεβού μας, έχει ξεχειλίσει, για να βαδίσουμε όλοι μαζί, σε πορεία, προς την Piazza del Popolo, την Πλατεία του Λαού, όπου αργά το απόγευμα θα κλείσει το ραντεβού.
Όλα μοιάζουν μαγικά, είναι μαγικά.

Υπάρχει ενέργεια, μοιάζει χειροπιαστή, λες και θα ανοίξεις τη χούφτα σου και θα την πιάσεις, θα μαζέψεις μπόλικη. Μπορείς να την αγγίξεις, για τέτοια κατάσταση σου μιλάω.
Τραγούδια, συνθήματα, φασαρία, ένα βουητό που σκεπάζει τα πάντα, που απλώνεται σε όλη την πόλη και την κυριεύει. Libertà!
Είμαστε πολλοί, είμαστε δυνατοί, είμαστε αποφασισμένοι, είμαστε εμείς, ‘οι άλλοι’, ‘η άλλη κοινωνία’.
Δεν περπατάμε, θαρρείς πετάμε.


Il contropotere proletario. Η προλεταριακή αντεξουσία. Η αυτονομία στην πράξη.

»Να το πω κι αλλιώς: είναι αμέτρητη η χαρά που νιώθεις κάθε φορά που τινάζεις στον αέρα ένα κάτι, σύμβολο του εχθρού, και αυτή η χαρά σε ακολουθεί για ημέρες δίχως τελειωμό, όσο μιλάει ο κόσμος γι αυτήν και βάλε! κάθε φορά που εισβάλεις σε σφηκοφωλιά του αντιπάλου και την κάνεις δικιά σου, έστω και για λίγο έχεις οικειοποιηθεί τον ζωτικό χώρο του εχθρού, η μητρόπολη για λίγο είναι δική σου, η χαρά δεν προσμετράται, όσα χρήματα κι αν έχει στον λογαριασμό του ο ενάντιος δεν μετρούν μπροστά στη δύναμη που έχεις εκείνη την ώρα, και την ευτυχία που νιώθεις στην καρδιά σου!

Όταν περνάς αμέριμνος μπροστά απ’ τα μπλόκα του εχθρού, τις κλούβες και τα περιπολικά, χτυπά δυνατά η καρδιά και τραγουδά, γελάς που τρέχουν και δεν φτάνουν ψάχνοντας ψύλλους στ’ άχυρα. Ο αιφνιδιασμός είναι δικός σου, ασ’ τους να τρέχουν!

Θα στο πω φίλε μου και έτσι: Τον λαό δεν καταφέραμε να τον ξεσηκώσουμε σε μόνιμη βάση, να επαναστατήσει για να διώξει μια για πάντα την καταπίεση του καταναλωτισμού και των αγορών, όμως εκείνη τη χαρά που νιώθαμε κάθε φορά που κομματιάζαμε τα άφθονα μέτρα ελέγχου και καταστολής της ελευθερίας μας δεν την αλλάζω με τίποτα. Δεν χωρά στο ζύγι, όσο κι αν κοστίζει το άλλο που στοίβαξες στην μπάνκα! Τζούφιο είν’ το βάρος του».

Τότε βλέπω και τους Ινδιάνους τους Μητροπολιτάνους. Είχα ξαναβρεθεί στην πόλη για εθνική διάσκεψη, πρώτη φορά όμως τους βλέπω ντυμένους στα χρώματα του πολέμου. Και τόσους πολλούς. Παρατεταγμένοι με τις πολύχρωμες φορεσιές τους έξω από το κτίριο, λες και μας περίμεναν, να τους δούμε και τους θαυμάσουμε.
Ξεκινούν στην κεφαλή του μέρους της πορείας που βρίσκεται μπροστά μας, και όλοι εμείς από πίσω. Λίγες μέρες νωρίτερα έχουν πετάξει έξω από τις σχολές, στο Πανεπιστήμιο La Sapienza, τον γραμματέα του ελεγχόμενου από το ΚΚ συνδικάτου, τον μισητό Λάμα, με τους εκατοντάδες ψευτοκομμουνιστές μπράβους του. Δοκίμασαν να μιλήσουν στην γενική συνέλευση, έφαγαν γιούχα, ξύλο και άπειρα φτυσίματα. Οι υποκριτές.

 – για να αποκατασταθεί η τάξις

 

Το έτος ’77 ξεκίνησε ένα μήνα νωρίτερα, στις 3 Δεκεμβρίου ’76, όταν ο Franco Maria Malfatti, υπουργός Παιδείας, έριξε τα χαρτιά του στο τραπέζι: την περίφημη εγκύκλιο που περιορίζει την επανάληψη των εξετάσεων, φορολογικές αυξήσεις, ειδικά για τους εκτός σειράς μαθημάτων, τρία επίπεδα αποφοίτησης (δίπλωμα, πτυχίο, διδακτορικό), επαναφορά της περιορισμένης πρόσβασης, κ.λπ.

Στις 24 ιανουαρίου ’77 στο Palermo οι φοιτητές κατέλαβαν την Φιλοσοφική σχολή, στις 31 ιανουαρίου εμποδίζονται  οι διδακτικές δραστηριότητες στις ανθρωπιστικές σχολές του  TorinoCagliariSassari,Salerno. Στην BolognaMilanoPadovaFirenzePisa λαμβάνουν χώρα διαδηλώσεις, πορείες, συνελεύσεις.

2 φεβρουαρίου ’77, στο πανεπιστήμιο La Sapienza της Ρώμης μια εξηνταριά φασιστών επιτέθηκαν σε μια συνέλευση φοιτητών. Αφού αποκρούστηκαν υποχωρώντας πυροβόλησαν με όπλο. Ο Guido Bellachioma τραυματίζεται σοβαρά στο κεφάλι. Την επομένη μια πορεία βγαίνει απ’ το πανεπιστήμιο, στην via Solferino, κοντά στην οδό Sommacampagna, μια ομάδα συντρόφων διαχωρίστηκε από την πορεία και πήγε να επιτεθεί στα γραφεία του φασιστικού Msi απ’ όπου είχαν ξεκινήσει αυτοί που επιτέθηκαν την προηγούμενη ημέρα. Στην piazza Indipendenza, από ένα Φίατ 127 δίχως διακριτικά κατέβηκαν κάποιοι αστυνομικοί με τα πιστόλια στα χέρια. Ξεκινά ανταλλαγή πυροβολισμών μεταξύ των αστυνομικών και δυο συντρόφων, οι Paolo και Daddo και ένας αστυνομικός τραυματίστηκαν σοβαρά.

Αποτέλεσμα εικόνας για paolo kai daddo

Ο εκ των ηγετικών στελεχών του κομουνιστικού κόμματος Ugo Pecchioli σε συνέντευξη του στην εφημερίδα «la Repubblica» δηλώνει: «Το raid των φασιστών στο πανεπιστήμιο και οι βιαιότητες των προβοκατόρων που αποκαλούνται αυτόνομοι είναι δυο πρόσωπα της ίδιας πραγματικότητας […] η φασιστική μήτρα είναι κοινή, παρόμοιοι και οι σκοποί. Η αστυνομία και η εισαγγελία πρέπει να κάνουν το καθήκον τους κλείνοντας τις γιάφκες». Το κίνημα απάντησε με μια μεγάλη διαδήλωση 30.000 ανθρώπων στους δρόμους της πόλης.

Στις 16 φεβρουαρίου ’77, τετάρτη, μεγάλη συνέλευση του κινήματος στο πανεπιστήμιο της Ρώμης, όπου λαμβάνει χώρα συζήτηση για το πως θα υποδεχθούν τον  Lama: να τον αφήσουν να μιλήσεις; Να τον γιουχάρουν? Να τον διώξουν; Η συνέλευση στο τέλος αποφάσισε να παραστεί στην ομιλία, να την κατακλύσει με σφυρίγματα αλλά  να αποφύγει την σωματική σύγκρουση. Μια λύση η οποία άρεσε σε όλους και δεν δημιουργούσε προβλήματα στο κίνημα το οποίο βρίσκονταν σε φάση ανάπτυξης.

Οι »ινδιάνοι μητροπολιτάνοι»,  «indiani metropolitani» ετοίμασαν έναν χιονάνθρωπο με πεπιεσμένο χαρτί πολύ ψηλό γεμάτο ειρωνικά slogan : «Più lavoro meno salario»;  »Περισσότερη δουλειά λιγότερη αμοιβή» – «Lama è mio e lo gestisco io», »ο Λάμα είναι δικός μου και τον διαχειρίζομαι εγώ» – ; «Vogliamo un affitto proletario il 100% del salario», »Θέλουμε προλεταριακό νοίκι στα 100% του μισθού» – (ειρωνεία που ξεπεράστηκε από την πραγματικότητα)».

Το camion της συνδικαλιστικής ομιλίας περιτριγυρίστηκε από την ομάδα περιφρούρησης μιας εκατοστής ανθρώπων του κκι.  Λίγο μακρύτερα όλοι οι άλλοι: φοιτητές, εργαζόμενοι, ανάμεσα στους δυο σχηματισμούς ένα «ουδέτερο έδαφος» που διατηρούνταν κενό χάρη σε μια σειρά από την ομάδα περιφρούρησης του κινήματοςπου προσπαθούσε να εμποδίσει την επαφή με την ομάδα περιφρούρησης του Lama, πέντε με έξι μέτρα πιο πίσω βρίσκονταν ο χιονάνθρωπος με γύρω τους ινδιάνους της μητρόπολης των οποίων η αριθμητική συνοχή χρόνο με τον χρόνο αυξάνονταν.

«È ora, è ora: miseria a chi lavora», »Είναι ώρα, είναι ώρα φτώχεια σε όσους εργάζονται» –  «Potere padronale», »εξουσία στα αφεντικά» –  «Andreotti è rosso Fanfani lo sarà», »ο Αντρεόττι είναι κόκκινος και σε λίγο θα γίνει και ο Φανφάνι», [γνωστά χριστιανοδημοκρατικά ηγετικά στελέχη] –  «Più baracche meno case», »περισσότερες παράγκες λιγότερα σπίτια». Στην συνέχεια ξεκίνησε το πέταγμα από μπαλάκια γεμάτα χρώματα προς το καμιόνι.

Αυτοί που αποτελούσαν την ομάδα περιφρούρησης του Lama αρπάζουν στα χέρια τους τους πυροσβεστήρες και ορμούν ενάντια στις πρώτες γραμμές της ομάδας περιφρούρησης του κινήματος που με δυσκολία κατάφερναν να συγκρατήσουν αυτούς που πίεζαν από πίσω εξοργισμένοι. Οι γραμμές του κινήματος  ανοίγουν επιτρέποντας στους »ινδιάνους» να ξεκινήσουν την αντεπίθεση και να έρθουν σε επαφή με τους εισβολείς. Πιο πίσω βρίσκονταν όλοι οι άλλοι. Σε αυτό το σημείο η σύγκρουση ήταν αναπόφευκτη. Το κίνημα τρέπει σε υποχώρηση την ομάδα περιφρούρησης του συνδικάτου μέχρι που την σπρώχνει έξω από το πανεπιστήμιο.

παρασκευή 18, στην σχολή της Οικονομίας λαμβάνει χώρα μια μεγάλη συνέλευση του κινήματος η οποία αποδέχεται ένα κείμενο γύρω από τα γεγονότα της προηγούμενης ημέρας:

Το πρωί η ομάδα περιφρούρησης του Pci […] ξεκίνησε σοβαρά επεισόδια στην προσπάθεια της να τσακίσει την αυτονομία του κινήματος. Αυτή η προσπάθεια απέτυχε λόγω της μαζικής αντίδρασης των φοιτητών που έδιωξαν την ομάδα περιφρούρησης του  Κκι και παρέμειναν κύριοι του Πανεπιστημίου. […] Το απόγευμα ο Cossiga, που τον ευνοούσε η κατάσταση, έδωσε διαταγή στις δυνάμεις της αστυνομίας να επιτεθούν στο Πανεπιστήμιο με μια τεράστια αστυνομική δύναμη, καταφέρνοντας με αυτό τον τρόπο να επιτύχει, χάρη στο  Pci, αυτό που δεν είχε καταφέρει τις προηγούμενες ημέρες.

[…] Όσο για τον αγώνα, το κίνημα δεν προτίθεται να παραιτηθεί με κεντρικούς στόχους του να είναι: 1) η απόσυρση του σχεδίου Malfatti και εκείνου του Κομμουνιστικού Κόμματος2) εθνική γενική απεργία ενάντια στην κυβέρνηση για να ανοίξει ένα νέο μαζικό μέτωπο πάλης γύρω από την απασχόληση. Το κίνημα γνωρίζει ότι οι στόχοι αυτοί σημαίνουν την απόρριψη της πολιτικής των θυσιών, της λογικής της καπιταλιστικής συμβατότητας σε σχέση με την κρίση […]. Για τους λόγους αυτούς, η γενική συνέλευση αποφασίζει: να προειδοποιήσει την κυβέρνηση για την άρνηση του κινήματος να αποδεχθεί την εκκένωση του Πανεπιστημίου, το οποίο πρέπει να λειτουργεί ως ένας τόπος αυτόνομης συνάθροισης των νέων και ζητά την οριστική εκδίωξη της αστυνομίας, να δημιουργήσει ένα πολιτικό μανιφέστο για τους πολίτες το οποίο θα αποσαφηνίζει τις θέσεις του κινήματος, να ορίσει για το σάββατο 19 Φεβρουαρίου, στις 17 στην Piazza Esedra, μια μεγάλη διαδήλωση στην πόλη και μαζική, την οποία θα εγγυάται-προστατεύει οι δομές του κινήματος, να καλέσει όλα τα πανεπιστήμια που βρίσκονται σε αγώνα σε μιαν εθνική αντιπαράθεση το Σάββατο και την Κυριακή 26 και 27 Φεβρουαρίου στη Ρώμη.

[Dario Paccino, Sceemi, il rifiuto di una generazione, 1977],  Ανόητοι, η άρνηση μιας γενιάς

Στις 11 μαρτίου 1977 στην Bologna, στην διάρκεια μιας διαδήλωσης, η αστυνομία σκότωσε τον Francesco Lorusso,  25 χρόνων. Στις 12 μαρτίου το κίνημα εισβάλλει στην Ρώμη με μια επιβλητική και μεγάλη εθνική διαδήλωση, με συνεχείς συγκρούσεις κατά μήκος όλης της διαδρομής της πορείας, επιθέσεις σε γραφεία των θεσμών, σε καταστήματα και οπλοπωλεία, σύμβολα του πλούτου και της εξουσίας.

Μετά την «εκδίωξη του Lama», και τώρα με τις συγκρούσεις στους δρόμους και τις πλατείες, τα απομεινάρια των ομάδων, Lc, Pdup, Ao, πλέον περιθωριοποιημένα, διαχωρίζουν την θέση τους «από τις δράσεις των “αυτόνομων” κατά την διάρκεια της διαδήλωσης».

Στην Bologna, στις 23 μαρτίου, κλείνουν το Radio Alice και τις επόμενες ημέρες εκκενώνεται το Πανεπιστήμιο της πόλης με την χρήση τεθωρακισμένων. Ο Cossiga διέταξε την απαγόρευση διαδηλώσεων στην Roma.

– »Διασχίζουμε την πόλη τραγουδώντας. Άλλοτε περπατάμε σιγά, άλλοτε τρέχουμε. Αλλού κοντοστεκόμαστε. Γεμίζουμε τους τοίχους συνθήματα και κόκκινη μπογιά. Τα μαντήλια στο λαιμό.
Κάποιοι από εμάς αφήνουν για λίγο τους υπόλοιπους και πηγαίνουν προς Via dei Volschi, εκεί που χτυπά η καρδιά της Ρωμαϊκής αυτονομίας, να μάθουν τα τελευταία νέα. Να δουν εάν χρειάζονταν κάτι, μήπως είναι απαραίτητη η βοήθειά τους.
Εμείς οι υπόλοιποι συνεχίζουμε
Φτάνουμε στην πλατεία αργά το μεσημέρι.
Την περιφρούρηση έχουν αναλάβει οι Ρωμαίοι σύντροφοι, και όχι μόνο, οι σύντροφοι επίσης των ομάδων περιφρούρησης από τις μαζικότερες συλλογικότητες της χώρας, απ’ τον Βορρά κυρίως, Πάντοβα, Μιλάνο, να πω την αλήθεια, όλες οι γραμμές της αυτονομίας ήταν σαν μια τεράστια ομάδα περιφρούρησης…

Είναι ακόμη μέρα. Έχουν περάσει χρόνια, δεν θυμάμαι και πολλά. Μοναχά τον ενθουσιασμό ανακατεμένο με οργή. Το κύμα που πάλλονταν στη πλατεία κάθε φορά που ξεσπούσε το σύνθημα, τα τραγούδια. Το είναι μου σε μόνιμη κατάσταση έκστασης, ανατριχίλα που διασχίζει το κορμί μου, από την κορυφή μέχρι τα νύχια.
Κι όταν ξεχύνεται το ανθρώπινο ποτάμι, με βουητό που σκεπάζει τους λόφους που περιτριγυρίζουν την πόλη η ένταση εκρήγνυται και αρχίζουν ατέλειωτες συγκρούσεις.
Δεν νοιάζει κανέναν ποιος θα είναι αυτός που θα κάνει την αρχή, όλοι περιμένουμε το αναπόφευκτο, όλοι επιθυμούμε να δοθεί ένα μάθημα στις δυνάμεις καταστολής και στους εντολείς τους.
Αρχίζουν οι πυρπολήσεις, εναντίον κυρίως καταστημάτων πολυτελείας, απλησίαστων στους πολλούς, που στέκονταν εκεί προκλητικά με τις στολισμένες τους βιτρίνες και την πραμάτεια να φωνάζει ‘πάρε με’!
Εναντίον, επίσης, κομματικών γραφείων. Εναντίον κυβερνητικών και πολιτικών γραφείων και στόχων, αστυνομικών τμημάτων.

People have the power, Patti Smith

  • Να σας μιλήσω λιγάκι για τους φίλους μου. Γι αυτούς τους ταξιδευτές της ζωής, τους εξερευνητές του άγνωστου και του αχαρτογράφητου, αυτούς τους εραστές της περιπέτειας. Για ανθρώπους των οποίων τα βήματα δεν μπόρεσα να ακολουθήσω, ολοκληρωτικά, για διάφορους λόγους, δικούς μου, αλλά των οποίων την πορεία έχω την ευκαιρία και τη δυνατότητα να παρακολουθήσω από κοντά. Οι περιπλανήσεις τους είναι απλησίαστες για μένα, τις αιτίες δεν θα αποκαλύψω. Τους έζησα από κοντά, βίωσα τις αναζητήσεις και τους προβληματισμούς τους, αφουγκράστηκα τις ανησυχίες και το πείσμα τους, έζησα μαζί τους.
    Και τους αγάπησα.

Χαθήκαμε για χρόνια. Κι όταν πριν λίγο καιρό δέχτηκα ένα μήνυμα μέσω φίλου που έχει συναντήσει τυχαία κάποιον από αυτούς, μια κοπέλα συγκεκριμένα, με τους κολλητούς μου, σε νησί, η καρδιά μου φτερούγισε.
Με ψάχνουν.
Το μήνυμα συμπληρώνει και ένας αριθμός τηλεφώνου. Κάλεσα αμέσως, και περιττό να σας διηγηθώ τη συνέχεια. Σεισμός. Ήταν η γνωστή φωνή, με την ιδιαίτερη προφορά του φίλου και συγκάτοικου για κάποιο διάστημα, με τον οποίο συνδέθηκα πολύ. Η συγκίνηση δεν περιγράφεται.
Και μετά τα πρώτα χαιρετίσματα έπεσε η ιδέα για μια συνάντηση. Την πραγματοποιήσαμε πολύ σύντομα σε ένα από τα νησιά του Ιονίου.
Εκεί έπεσε και η ιδέα για τη συγγραφή αυτής της διήγησης, ήταν δική μου. Ήθελα να ακούσω τις ιστορίες τους, να τις μεταφέρω, τώρα που υπάρχει πλέον η δυνατότητα να ειπωθούν, πρακτικά και καθαρά, όχι με μισόλογα και υπονοούμενα όπως γίνονταν παλιότερα.
Κανείς δεν έφερε αντίρρηση. Συμφώνησαν όλοι, απόλυτα. Διότι τόσα χρόνια έχει πέσει ένα πέπλο σιωπής όσον αφορά εκείνα τα τόσο ενδιαφέροντα και τρομερά χρόνια.

Fela Kuti, Music is the Weapon

  • Ας επιστρέψω όμως σε εκείνη την φοβερή μέρα του Μαρτίου στην Ρώμη :
    Οι σύντροφοι των ομάδων περιφρούρησης κάνουν το καλύτερο δυνατό για να κρατήσουν τις συγκρούσεις μακριά από το κυρίως σώμα της πορείας. Εν πολλοίς τα καταφέρνουν, για το μεγαλύτερο διάστημα τουλάχιστον της ημέρας, τις περισσότερες φορές.
    Οι καπνοί, οι φωτιές και η αποπνικτική ατμόσφαιρα που δημιουργούν τα δακρυγόνα οδηγούν κατευθείαν στην καρδιά των γεγονότων.
    Έτσι λοιπόν ο Μάριος ξεκόβει κάποια στιγμή από τους συντρόφους του, τον τρώει η περιέργεια να βρίσκεται εκεί που παίζεται άμεσα η μπάλα!
    Ξεγλιστρά από τα κορδόνια, που κρατιούνται όσο πιο σφιχτά γίνεται, και τρέχει προς τους καπνούς και τους κρότους.

Δεν νιώθει ανησυχία, νιώθει προστατευμένος, έχει εμπιστοσύνη.

Σε ανύποπτο χρόνο, έχει μια πολύ ενδιαφέρουσα συνομιλία με κύριο που σέβεται πολύ. Γνωρίζει πως τον παρακολουθεί και τον περιεργάζεται, μένουν απέναντι, καθηγητής στο λύκειο ο κύριος Αντόνιο. Του έχει κάνει ξεκάθαρο λοιπόν πως, προς στιγμήν τουλάχιστον, δεν έχει την αίσθηση του θείου. Έτσι ο δάσκαλος τον προτρέπει να επικαλείται την νεκρή μητέρα του κάθε φορά που χρειάζονταν στήριξη, βοήθεια έξωθεν. Την έχει χάσει από μικρούλης, από την κακιά αρρώστια. Έχει αποκτήσει λοιπόν ένα τυχερό αστέρι που τον νοιάζεται και τον προσέχει!

Τρέχει προς την φωτιά, ακούει τις σειρήνες που ουρλιάζουν, είναι η Πυροσβεστική, που μόλις φτάνει, την ώρα που οι σύντροφοι έχουν απομακρυνθεί. Η τεράστια, πολυώροφη έκθεση πολυτελών αυτοκινήτων έχει γίνει παρανάλωμα πυρός, ένα φοβερό θέαμα, δεν μπορείς να ξεκολλήσεις τα μάτια σου από τις πύρινες γλώσσες που καταβροχθίζουν τα πάντα στο πέρασμά τους. Το κτίριο περιτριγυρίζεται από γραφεία, είναι όλα κλειστά, είναι Σάββατο, δεν κινδυνεύουν ζωές, μοναχά αυτοκίνητα που φλέγονται, παραδομένα στη φωτιά. Μια έκταση απλωμένη σε πέντε ορόφους λαμπαδιασμένη. Πρώτη φορά στη ζωή του αντικρίζει ένα τέτοιο θέαμα, στέκεται σαν χάνος εκεί μπροστά να θαυμάζει τις γλώσσες που σφυρίζουν στον αέρα που καίει, τους πυκνούς καπνούς που μαυρίζουν τον ουρανό ,που ήδη έχει σκοτεινιάσει.

 

Σπαρακτική όμως η στεναχώρια όταν γίνεσαι μάρτυρας της καταστροφής της ίδιας της ζωής.
Εδώ πεθαίνει η μάνα Γη, η ανάσα μας, η αληθινή ομορφιά. Το γάλα που πίνουμε και μας θρέφει, μας αναπτύσσει, μας μεγαλώνει. Μας ανδρώνει και μας κάνει ανθρώπους άξιους να ονομαζόμαστε έτσι.
Εδώ η φωτιά καίει τη ζωή.
Εκεί η φωτιά καίει την απάτη.

  • Οι σύντροφοι λοιπόν δεν βρίσκονται άλλο εδώ, πρέπει να ψάξει να τους βρει. Προς το παρόν, ας επιστρέψει στο ανθρώπινο ποτάμι που κυλάει ακάθεκτο στους δρόμους της όμορφης πόλης.
    Στριμώχνουν και στριμώχνονται οι νέοι, που συνεχίζουν να βαδίζουν, να τρέχουν και να τραγουδούν.
    Πλησιάζουν μια armeria, ένα οπλοπωλείο. Δίπλα στο ποτάμι που πορεύονται, τον Τίβερη. Στο λεπτό κατεβαίνουν οι σιδεριές, ορμούν στο κατάστημα και το αδειάζουν, σε ένα λεπτό, κυριολεκτώ, από όλον τον ελαφρύ οπλισμό. Για να χωρά στο παντελόνι. Και ντουφέκια, πολλά….Βλέπετε, εδώ και ώρα, η αστυνομία βάλει πλέον κανονικά στο ύψος ανθρώπου. Ήδη σκοτώνει από καιρό, εκτελεί.
    Εχθές τον σύντροφό τον  φάγανε πισώπλατα.
    No mercy!
    Δεν υπάρχει έλεος σήμερα!

Οι αγωνιστές πυροβολούν απέναντι, την φυλακή, Regina Coeli, μιας και είναι αδύνατο να πλησιάσουν, έχουν αποκλείσει την πρόσβαση από τις γέφυρες οι δυνάμεις της αστυνομίας και οι καραμπινιέροι, για να αποτρέψουν ομαδική απελευθέρωση των κρατουμένων συντρόφων μας εκεί μέσα, πέρα απ’ το ποτάμι.

Οι μπάτσοι, που παρακολουθούν το κορτέο, πορευόμενοι παράλληλα, από τους πιο πέρα δρόμους και κάποια απόσταση, αντιλαμβανόμενοι τα συμβάντα, πνίγουν την πορεία στα χημικά. Πυροβολούν συνεχώς. Πανικός.
Οι νεαροί δεν διαλύονται. Συνεχίζουν. Ανταπαντούν. Κλάμα και λεμόνι, συνθήματα, μηνύματα.
Προχωρούν τρέχοντας όσο γρηγορότερα γίνεται για να απομακρυνθούν από τη μολυσμένη περιοχή.
Με τους πιο πίσω όμως τι θα γίνει ;
Προχωρούν έτσι κι αλλιώς, κι άλλη φορά τους διέσπασαν, κάποια στιγμή θα ενωθούν με τους υπόλοιπους πιο κάτω. Η αποφασιστικότητα δεν νικιέται σήμερα. Αυτά που λέμε θα γίνουν!
Η ανθρώπινη πλημμύρα συνεχίζει το δρόμο της. Ξετυλίγεται το κουβάρι μες την πόλη, αφήνοντας το ποτάμι πίσω του. Εισέρχεται σε μια αχανή πλατεία, μισοσκότεινη, μιας και όλοι οι λαμπτήρες έχουν γίνει κομμάτια. Εκεί αντικρίζω την πιο σουρεαλιστική σκηνή σε όλη μου τη ζωή, σκηνή από ταινία του κινηματογράφου περιπέτειας. Αυτά δεν γίνονται!
Στην απέναντι ακριβώς πλευρά, γονατισμένοι σε σειρά καμιά εικοσαριά σύντροφοι, με τα μαντήλια ανεβασμένα, πυροβολούν σε ομοβροντία, όλοι μαζί ταυτόχρονα, προς ένα επιβλητικό κτίριο που δεσπόζει μπροστά τους, και κλείνει την πλατεία από εκείνη τη μεριά. Κι από πίσω τους, τρέχοντας σε τόξο, σε ημικύκλιο, περίπου πενήντα παιδιά εξαπολύουν βροχή από μπουκάλια στα σπασμένα, θρυμματισμένα τζάμια, στα παράθυρα του κτιρίου, απ’ το οποίο οι αστυνομικές δυνάμεις ανταπαντούν, αναγκασμένοι να το αφήσουν έρμαιο, αφύλακτο, λόγω της σφοδρότητας της επίθεσης!                           Σπέρνουν φωτιά.
Είναι κάτι μοναδικό, δεν ξεχνιέται, όσα χρόνια κι αν περάσουν!
Ότι και να έχεις κάνει, πει, ακούσει από άλλους, τέτοια φάση δεν γίνεται!
Η καταστολή εξαφανισμένη.
Αργότερα έμαθα πως εκείνο το κτίριο είναι το Υπουργείο Δικαιοσύνης που εδρεύει στην πρωτεύουσα,  λέει ο Μάριος, ανατριχιάζοντας στη θύμηση.

Έγραψαν οι εφημερίδες την άλλη μέρα πολλά, αυτό το γεγονός αποσιωπήθηκε τελείως, άκρα του τάφου σιωπή, όπως βέβαια και η προσπάθεια να περάσουν οι σύντροφοι το ποτάμι για να επιτεθούν στα γραφεία του ΚΚΙ, κάποια στιγμή, και στις φυλακές κάποιαν άλλη!

Όπως καταλαβαίνετε, η κατάσταση έχει ξεφύγει τελείως, έχει εκτραχυνθεί. Η αστυνομία αποφασίζει πως πρέπει να απαντήσει και επιτίθεται από όλες τις πλευρές, με ότι μέσο διαθέτει. Ξεκινάει ανταλλαγή πυρών κι από τις δύο πλευρές. Εδώ πλέον ο σώζων εαυτόν σωθήτω. Δεν είναι δυνατόν πια να κρατήσεις γραμμές, να περιφρουρήσεις τη διαδήλωση, δεν πρόκειται πλέον για πορεία. Και οι περιφρουρήσεις που βαστούν ακόμη  καλύπτουν τα νώτα της υποχώρησης προς την piazza del popolo, όπου θα καταλήξουμε έτσι κι αλλιώς, και όπου οι υπόλοιποι σύντροφοι, αυτοί από τους οποίους είχαμε αποκοπεί, μαθαίνουμε πως βρίσκονται ήδη εκεί.

Πανζουρλισμός όταν φτάνουμε, και ανακούφιση μαζί, ξανά όλοι μαζί, και νιώθεις πως το ότι δεν κατάφεραν να μας διαλύσουν είναι μια τεράστια νίκη. Μαθαίνουμε για δεκάδες άλλους στόχους που χτυπήθηκαν, κομματικά γραφεία, η χιλιανή πρεσβεία – εκδίκηση πήραμε για τους δολοφονημένους μας εκεί συντρόφους – αστυνομικά τμήματα και κάνα δυο στρατόπεδα καραμπινιέρων….

Σύντροφοι μιλούν με πύρινα λόγια για τους σκοτωμένους μας συντρόφους. Ακούμε, χειροκροτούμε, συνθήματα, φωνές. Αλλά κυρίως η αναμετάδοση, στόμα με στόμα, όλης αυτής της φωτιάς που ρίξαμε επάνω στους εχθρούς μας αυτή την αξέχαστη για πάντα ημέρα, στο όνομα αυτών που έπεσαν, και θα συνεχίσουν να πέφτουν μέχρι να ανατραπεί αυτό το βρώμικο καθεστώς.

Νύχτα πλέον εδώ και ώρες όταν ξεκινάμε για τον σταθμό, για την επιστροφή, δεκάδες μικρές πορείες μέσα σε μια πόλη που βρωμάει χημικά, ανάμεσα σε ενέδρες των δυνάμεων καταστολής, που ξεπερνάμε ευκολότερα ή δυσκολότερα.

Μπορώ να πω πως επικρατεί μια ατμόσφαιρα χαοτική. Περπατάς ή τρέχεις μονάχα σκυφτός, πίσω από τα παρκαρισμένα αυτοκίνητα, μέσα από στενά και λεωφόρους. Γίνεται κυριολεκτικά χαμός. Δεν ξέρω να έχει συμβεί κάπου αλλού κάτι παρόμοιο. Εμπόλεμη κατάσταση.
Κάποια στιγμή καταφέρνω να φτάσω στο σταθμό. Έχω χαθεί με τους άλλους, είμαι εδώ και ώρα ολομόναχος.
Άντε να μπεις μέσα, τώρα. Το κτίριο είναι περικυκλωμένο από την αστυνομία και τους καραμπινιέρους. Κάνω ένα ντου εκεί που είναι συγκεντρωμένοι οι λιγότεροι, τρώω πολλές, στα πλευρά κυρίως και την πλάτη, προστατεύω με τα χέρια το κεφάλι μου, τρυπώνω μέσα. Ψάχνω στις αναχωρήσεις και φτάνω τρέχοντας αλαφιασμένος στο τρένο για την Φλωρεντία λίγο πριν κλείσουν οι πόρτες. Για κάποιον ανεξήγητο λόγο που δεν καταλάβαμε ποτέ, οι μπάτσοι, ακριβώς εκείνη τη στιγμή, έχουν ξεκινήσει μαζική επίθεση στους συρμούς, εξαπολύοντας εκ νέου δακρυγόνα. Ακούγονται και κάποιοι πυροβολισμοί. Ο οδηγός ξεκινά τον συρμό άρον- άρον και η τρομάρα παίρνει τέλος.
Για τους περισσότερους, όχι για όλους.

Και ότι σου έχω διηγηθεί Μιχάλη είναι αληθές, δίχως ίχνος υπερβολής. Συμφωνούν και οι υπόλοιποι, ήταν εκεί, γνωρίζουν από πρώτο χέρι. Ήσουν κι εσύ, γνωρίζεις από πρώτο χέρι.
Συνεχίζω λοιπόν. Μια κοπελιά τρομοκρατημένη, η Μαρίνα, κουρνιάζει στην αγκαλιά μου όλο το βράδυ, χωρίς να ξεκολλήσει δευτερόλεπτο. Την πήρε ο ύπνος γρήγορα και ξύπνησε μόνο σαν φτάσαμε στο σταθμό της πόλης μας, με το φρενάρισμα του τραίνου. Φυσικά και με ακολούθησε σπίτι, κοιμηθήκαμε αγκαλίτσα. Με φιλοξενούν εκείνο το διάστημα σε ένα στούντιο, ένα λεπτό απόσταση από την Πλατεία του Αγίου Σταυρού, Santa Croce, δύο μέτρα απόσταση από το φημισμένο Vivoli, το πασίγνωστο ζαχαροπλαστείο με τα υπέροχα παγωτά, γνωστό στις τέσσερις γωνιές του πλανήτη.
Ένα πολύ χαριτωμένο διαμέρισμα, ενδιάμεσο δύο ορόφων ενός μεσαιωνικού κτίσματος, ανακαινισμένου στο εσωτερικό του. Χωρίς παράθυρα αλλά με μπόλικο γούστο, ζεστό πολύ, ένας ενιαίος χώρος τεράστιος και στο βάθος δύο υπνοδωμάτιο με κουζινίτσα και μπάνιο, επιπλωμένο πολύ μοντέρνα. Στέκεσαι όρθιος άνετα, για να περάσεις όμως από την πόρτα εισόδου πρέπει να σκύψεις αρκετά, σε υπόκλιση κανονική. Απίθανο, πανέμορφο, μια μεγάλη φωλιά στο κατάκεντρο της πόλης.

Να ζεις ν αγαπάς και να μαθαίνεις

Ξυπνήσαμε αργά το μεσημέρι μιας και ….την πέσαμε χαράματα. Τράβηξε ο καθένας τον δρόμο του. Δεν ξανασυναντηθήκαμε ποτέ, τώρα που το θυμάμαι μου κάνει πολύ εντύπωση, δεν έτυχε ούτε μια φορά. Δεν προλάβαμε, μάλλον δεν σκεφτήκαμε να ανταλλάξουμε τηλέφωνα. Δεν την ξέχασα όμως ποτέ, ήταν η πιο γλυκιά στιγμή μιας τόσο μοναδικής και άγριας ημέρας.

Δεν μπόρεσα να κλείσω μάτι σε όλη την διάρκεια του ταξιδιού της επιστροφής. Από την υπερένταση. Παρατηρώ για ώρα τα άλλα παιδιά, και από το παράθυρο, όταν υπάρχει ορατότητα, την ύπαιθρο και το τοπίο, κάθε φορά που κάνει την εμφάνισή του το φεγγάρι και φωτίζει. Τα χωριά που διασχίζουμε. Μου ήρθε τότε στο μυαλό πως στη Ρώμη ξαναβρέθηκα το καλοκαίρι που μας πέρασε, για να επισκεφτώ τον Σάντρο, νεαρό γύρω στα τριάντα που γνωρίσαμε με την παρέα στα Σύβοτα.

Street Fighting Man, The Rolling Stones

 

… ΑΡΝΙΕΜΑΙ ΝΑ ‘ΧΩ ΣΚΕΨΗ ΠΟΥ ΣΩΠΑΙΝΕΙ, ΝΑ ΠΕΡΙΜΕΝΕΙ ΜΑΤΑΙΑ ΤΟΝ ΚΑΙΡΟ

Ι. Καμπανέλλης
Μα πως φθάσαμε μέχρις εδώ θα το πούμε στη συνέχεια

 

συνεχίζεται

μιχαλης 287

αυτονομία, autonomia

Η ΕΚΔΙΩΞΗ ΤΟΥ LAMA ΑΠΟ ΤΟ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ: ΜΑΡΤΥΡΙΕΣ.

Ένας σύντροφος του κινήματος.     Για την ημέρα που ο Lama εκδιώχτηκε από το πανεπιστήμιο, έχω μια πολύ άσχημη μνήμη. Μου έμεινε στο νου μια εικόνα: ένας σύντροφος του κινήματος που κατά τη διάρκεια του φύγει φύγει της ομάδας περιφρούρησης του Κ.Κ.Ι. είχε στα χέρια ένα σφυρί και άρχισε να κυνηγάει έναν από εκείνους στην ομάδα περιφρούρησης του P.C.I, στη συνέχεια σταμάτησε, γύρισε πίσω, άρχισε να κλαίει και αγκαλιάστηκε με τους συντρόφους. Ήταν μια στιγμή συλλογικής ψύχωσης. Ήταν η πρώτη φορά που υπήρξε μια τόσο σκληρή σύγκρουση, που δεν ήταν μόνο μια ιδεολογική σύγκρουση, αλλά μια βαριά σωματική αντιπαράθεση, σύγκρουση. Στην πραγματικότητα από το P.C.I. υπήρξε μια ρητή πρόκληση, μια προβοκάτσια. Δεν υπάρχει αμφιβολία επάνω στο γεγονός ότι ήθελε πάση θυσία να αποκαταστήσει την τάξη στο πανεπιστήμιο, έστω και μόνο για το γεγονός πως είχε έρθει εκεί με μια πολύ καλά δομημένη ομάδα περιφρούρησης έτοιμη τόσο ψυχολογικά όσο και σωματικά για να αντιμετωπίσει μια κατάσταση σύγκρουσης. Πιστεύω ότι όλοι οι σύντροφοι την έζησαν άσχημα εκείνη την ημέρα. Η ομάδα περιφρούρησης του P.C.I. είχε μια σαφή βούληση να συγκρουστεί, υπήρχαν μερικοί από αυτούς που αμέσως άρχισαν να προκαλούν έντονα. Πρακτικά βρεθήκαμε παρατεταγμένοι σε δύο μέτωπα.

Αποτέλεσμα εικόνας για cacciata di lama dalla sapienza, foto

Είχαν ήδη μπει με πολλές δυνάμεις νωρίς το πρωί και πήγαν στην αριστερή πλευρά όπου ήταν η σχολή της νομολογίας, ενώ οι σύντροφοι ήταν αντιμέτωποι, απέναντι τους, από την άλλη πλευρά. Όσο υπήρχαν αυτές οι διαιρεμένες παρατάξεις και μέχρι που ο Λάμα άρχισε να μιλάει τίποτα δεν συνέβη σοβαρό. Υπήρξε μια πολύ ισχυρή προφορική αντιπαράθεση από τους συντρόφους του κινήματος, ειδικά από τους ινδιάνους μητροπολιτάνους. Στη συνέχεια, υπήρξε μια πολύ βίαιη απάντηση από την ομάδα περιφρούρησης του ΚΚ, η οποία άρχισε να προχωρεί προς τα εμπρός κάνοντας προφανείς προκλήσεις, προβοκάροντας. Είμαι βέβαιος ότι υπήρξε κάποια περίπτωση ενός πατέρα και ενός γιου που στέκονταν από τη μία πλευρά ο ένας και ο άλλος από την άλλη, παρατεταγμένοι στα διαφορετικά μέτωπα.Αυτό που συνέβη μπορείς να το διαβάσεις επίσης και υπό την σκοπιά της σύγκρουση των γενεών, διαφορετικών πολιτισμών που έφτασαν στη σύγκρουση, και υπάρχει επίσης μια βαριά ανθρώπινη κατάσταση. Υπήρχαν αντιθέσεις που τότε ίσως είχες και στο σπίτι σου με τον πατέρα σου. Τελικά ήρθες στη φάση να αρπαχτείς στα χέρια με τον πατέρα σου, όμως ήταν δραματικό.

Αποτέλεσμα εικόνας για cacciata di lama dalla sapienza, foto

Ο ψυχολογικός αντίκτυπος ήταν πολύ έντονος, δεν ήταν μια απλή σύγκρουση διαφορετικών πολιτικών γραμμών, πίσω υπήρχαν πολύ μεγαλύτερα προβλήματα, όπως για παράδειγμα η φιγούρα του PCI, η οποία είναι η φιγούρα του πατέρα της ιδεολογίας που θα έπρεπε να σε καλύψει, και η οποία αντιθέτως σε προδίδει, ήταν πολλά χρόνια πλέον που σε πρόδιδε, σε πρόδωσε με τον νόμο Reale, μετά σε πρόδωσε με παράλογα πολιτικά σχέδια, που ποτέ δεν θα μπορούσες μα ποτέ να μοιραστείς μαζί του, να συμφωνήσεις με αυτά: την κυβέρνηση των αποχών, τη φιλοσοφία της λιτότητας και των θυσιών, τον ιστορικό συμβιβασμό με μια λέξη, και μετά δεν είναι ότι αυτά τα πράγματα δεν είχαν πρακτικές συνέπειες. Ύστερα είναι ο Lama που φτάνει εκεί στο πανεπιστήμιο με το μεγάφωνο του, ή μάλλον με το μεγαμεγάφωνο, με το εκκωφαντικό του σύστημα ενισχυτών και αρχίζει να μιλάει με αυτό τον βομβαρδιστικό τρόπο, με μια τέτοια δύναμη ήχου, θορύβου που κανείς, ακόμα κι αν ήθελε, μπορούσε να ακούσει τι έλεγε. Το κίνημα μέσα σε εκείνους τους μήνες δεν είχε αναπτυχθεί επάνω σε ένα μονόδρομο μήνυμα, αλλά επάνω σε ένα δίκτυο εκατό διαφορετικών επικοινωνιών που ήταν οι εκατό διαφορετικές γλώσσες, που ήταν τα εκατό διαφορετικά μηνύματα που διασχίστηκαν μεταξύ τους, όπως για παράδειγμα τα γραπτά στα τείχη του πανεπιστημίου , που αυτοί του PCI έσβησαν με αλαζονεία.

Αποτέλεσμα εικόνας για cacciata di lama dalla sapienza, foto

Στο πανεπιστήμιο, κατά τη διάρκεια της κατάληψης, κανείς δεν ήθελε να επιβεβαιώσει τη θέλησή του στους άλλους, να επιβάλλει τις θέσεις του, διότι όλοι συζητούσαν μεταξύ τους, όχι μόνο στις συνελεύσεις, αλλά γράφοντας και στους τοίχους και σε αφίσες και κανείς δεν έλεγε πως η θέση του εδώ είναι ηγεμονική, αντιθέτως το πρώτο πράγμα που έκανε το κίνημα ήταν να επιβεβαιώσει με μεγάλη σαφήνεια και αποφασιστικότητα ότι κανείς δεν ήθελε κόμματα οδηγούς ή απόπειρες ηγεμονίας από οποιονδήποτε, είτε από άτομα είτε από ομάδες. Αντίθετα, ο Λάμα έρχεται εκεί και αυτό που κάνει είναι να πει: εγώ έρχομαι εδώ, παίρνω ένα μεγάλο μεγάφωνο σαν αυτό και κάνω την ομιλία μου που πρέπει να καλύψει, πρέπει να ακυρώσει όλες τις άλλες ομιλίες, γιατί αυτός δεν ήρθε εκεί για να συζητήσει με το κίνημα και να ανταλλάξει απόψεις, ήρθε εκεί για να επιβάλει τον εαυτό του, ήρθε για να επιβληθεί.

Αποτέλεσμα εικόνας για Lama, 1977, università sapienza

Εδώ αυτό ήταν άμεσα σαφές σε όλους τους συντρόφους του κινήματος, αυτό όλοι οι σύντροφοι το έζησαν αμέσως ως μια αυταρχική, παράνομη, αυταρχική, βίαιη πράξη, σύμφωνη με όλα όσα το P.C.I. είχε ήδη πει και έκανε μέχρι εκείνη τη στιγμή ενάντια στο κίνημα. Δεν ήθελαν απολύτως την αντιπαράθεση, δεν ήθελαν συζήτηση, στην πραγματικότητα δεν δέχτηκαν οι σύντροφοι του κινήματος να μπορέσουν να παρέμβουν μετά την ομιλία του Lama, ούτε καν δέχτηκαν αυτή την ελάχιστη προϋπόθεση. Ο Λάμα ήρθε εκεί λέγοντας: μιλάω μόνο εγώ,τέρμα. Ήθελαν, με εκείνο που έκαναν, να αναγκάσουν αυτούς που στέκονταν εκεί να ακολουθήσουν μια συμπεριφορά, μια κουλτούρα που δεν είχαν πλέον καμία λογική.

Σχετική εικόνα

Θυμάμαι ότι ο Λάμα σε ένα σημείο της ομιλίας του είπε κάτι σαν «οι εργάτες το ’43 έσωσαν τα εργοστάσια από τους γερμανούς και τώρα εσείς πρέπει να σώσετε τα πανεπιστήμια επειδή είναι τα εργοστάσιά σας». Είναι σαφές ότι αυτό που έλεγε δεν είχε καμία σχέση με αυτό που συνέβαινε. Έτσι σκέφτηκα, ο καθένας σκέφτηκε, όλοι μας: μα γιατί πρέπει να έρθεις εδώ και πρέπει να μας πεις αυτά τα πράγματα που με εμάς, που με αυτό το κίνημα δεν έχουν καμία σχέση; Επειδή η αλήθεια είναι ότι δεν καταλαβαίνεις πλέον τίποτα και έχεις την απαίτηση να μας θέσεις το τελεσίγραφο: ή είσαι μαζί μου είτε είσαι εναντίον μου. Εκείνο το πρωί είχα φτάσει στο πανεπιστήμιο πολύ νωρίς και υπήρχαν ήδη εκείνοι της ομάδας περιφρούρησης του P.C.I. και του συνδικάτου με τα κόκκινα καρτελάκια καρφωμένα στο πέτο στο σακάκι σβήνοντας τα γραπτά που είχαμε κάνει στα εξωτερικά τοιχώματα των σχολών. Υπήρχαν άντρες που φορούσαν φόρμες εργασίας με βούρτσες και κάδους λευκού χρώματος που κάλυπταν τα συνθήματα στους τοίχους.

Αποτέλεσμα εικόνας για cacciata di lama dalla sapienza, foto

Δούλευαν σε ομάδες, υπήρχε μια τρομακτική σιωπή.Αυτό που αμέσως αντιλήφθηκα ήταν ότι εκείνος που κάλυπτε το γράψιμο ήταν ένας που μου έσπαζε τα αρχίδια. Σχετικά με τον Λάμα, σχετικά με το ’77 θα μπορούσαν να συμβούν τα πάντα, εγώ σκεφτόμουν με κάποιον τρόπο, άλλοι με άλλους τρόπους, αλλά δεν ανεχόμουν κάποιον που μου έσπαζε τα αρχίδια, που ήταν αλαζονικός και έσβηνε τα συνθήματα, έστω κι αν με αυτά τα συνθήματα ίσως δεν συμφωνούσα. Το γεγονός είναι ότι σε αυτό το πράγμα, σε εκείνο που έκανε, αυτός δεν ήταν διαφορετικός από τον πρώτο αστυνομικό που σου τυχαίνει να συναντήσεις. Αυτό που έκανε, σβήνοντας αυτά που ήταν γραμμένα, ήταν μια πράξη απίστευτης βίας. Και μετά εκείνους εκεί τους ταυτοποιούσες αμέσως σαν ανθρώπους που με την κατάληψη δεν είχαν καμία σχέση, θα μπορούσαν να είναι ο πατέρας σου, ήταν ακριβώς ο πατέρας σου που έρχονταν εκεί για να φέρει πίσω την τάξη, ο μπαμπάς με τις κοιλιές. Υπήρχε μια επιγραφή που έλεγε: «Τα Lama βρίσκονται στο Θιβέτ» και ένας από αυτούς του P.C.I. φώναζε εκνευρισμένος: μα τι σημαίνει αυτό; μα τι εννοούν αυτοί, τι θέλουν να πουν; Τότε ένας σύντροφος του κινήματος που ήταν εκεί του είπε: σημαίνει τα πάντα και σημαίνει τίποτα, πήγαινε να ρωτήσεις αυτόν που το έγραψε αντί να το σβήνεις χωρίς να ξέρεις γιατί, μα εσύ γιατί σβήνεις; μα ποιος είσαι; Εκείνους των ομάδων περιφρούρησης του Κ.Κ.Ι. τους βλέπαμε ως ανθρώπους μεγάλους στην ηλικία, σαν χοντροκομμένους ανθρώπους, χειρωνάκτες, οικοδόμους, ανθρώπους που δεν είχαν τίποτα να κάνουν με εμάς, δεν είχαν τίποτα κοινό μαζί μας.
Αποτέλεσμα εικόνας για cacciata di lama dalla sapienza, foto
Θυμάμαι ότι πολλοί είχαν σκούρα αδιάβροχα και ομπρέλες, και με εντυπωσίασε το γεγονός ότι κανείς από εμάς δεν είχε ομπρέλες αν και ψιλοέβρεχε. Η ομπρέλα ήταν όπως η πίπα. Τους ένιωθες ξένους δεν μπορούσες να κάνεις τίποτα. Όταν ξέσπασαν οι συγκρούσεις είδα εκεί στη μέση σπασμένα κεφάλια. Αλλά ακόμα και πριν εκείνοι του PCI έλεγαν: «Αυτούς της πουτάνας γιούς, πρέπει να τους στείλουμε στη Σιβηρία». Έναν από αυτούς τον γνώριζα, τότε του είπα: μα ζούμε στα εκατό μέτρα, μα που θέλεις να με στείλεις; Η εξέδρα του Λάμα τοποθετήθηκε σε ένα φορτηγό σταθμευμένο στην πλατεία. Στην μπροστινή σειρά, μπροστά στην ομάδα περιφρούρησης του PCI, στέκονται οι ινδιάνοι μητροπολιτάνοι που ανέβασαν επάνω σε σκάλα μια παλέτα σαν καροτσάκι με μια μαριονέτα από πολυστυρένιο και ορισμένες καρτέλες με τη μορφή καρδιάς και επάνω γραμμένο: «Θέλουμε να μιλήσουμε» και «Lama ή μη Lama, Κανείς δεν τον Lama [δεν τον Αγαπά]». Έχουν ζωγραφισμένα πρόσωπα, τσεκούρια από καουτσούκ, σερπαντίνες, κομφετί, μπαλόνια και μερικά σακούλια με νερό που ρίχνουν σε αυτούς της ομάδας περιφρούρησης του P.C.I. εκτοξεύοντας ειρωνικά συνθήματα: «Θυ-σί-ες θυ-σί-ες» «Περισσότερη δουλειά, λιγότερο μισθό», »Περισσότερες παράγκες λιγότερα σπίτια», «Ο καπιταλισμός δεν έχει έθνος, διεθνισμός είναι η παραγωγή» , «Ήρθε η ώρα ήρθε η ώρα μιζέρια σε όσους δουλεύουν», «Εξουσία στα αφεντικά», «Σε παρακαλώ Λάμα μην φεύγεις, θέλουμε ακόμα πολλή αστυνομία». Κάποια στιγμή κάτω από το καροτσάκι των ινδιάνων μητροπολιτάνων εμφανίστηκε να υψώνεται ένα λευκό σύννεφο, ήταν ένας από την ομάδα περιφρούρησης του P.C.I. που είχε ενεργοποιήσει έναν πυροσβεστήρα, είδα το λευκό σύννεφο να ανεβαίνει πάνω από τα κεφάλια γύρω από το πάλκο που άρχισε να κυματίζει, μια συνεχής ταλάντευση, σύγχυση, μετά κόσμος που το έσκαγε απ’ όλες τις πλευρές.
Αποτέλεσμα εικόνας για cacciata di lama dalla sapienza, foto
Η ομάδα περιφρούρησης του P.C.I. ήρθε μπροστά χτυπώντας, ίπταντο πράγματα, άρχισαν να πετούν πέτρες, κομμάτια ξύλου. Προχώρησαν αυτοί του Κ.Κ.Ι. χτυπώντας μέχρι το τέλος του συντριβανιού, είδα τους πρώτους συντρόφους του κινήματος τους οποίους κουβαλούσαν από τα πόδια και τα χέρια, με σπασμένα κεφάλια, με ματωμένα πρόσωπα, ήταν συγκλονιστικό για όλους να βλέπουν τους συντρόφους τους σε εκείνη την κατάσταση, κι έτσι όταν η ομάδα περιφρούρησης του PCI έκανε πίσω προς το πάλκο υπήρξε η αντεπίθεση των συντρόφων του κινήματος, οι οποίοι είχαν οπλιστεί με ότι είχαν βρει εκεί μπροστά τους. Υπήρξε η αντεπίθεση, ήμασταν πραγματικά τρελαμένοι, υπήρχαν οι άνθρωποι μας με σπασμένα κεφάλια. Το φορτηγό στο οποίο βρισκόταν ο Λάμα αναποδογυρίστηκε, καταστράφηκε, εκείνη την στιγμή υπήρχε η αίσθηση ότι κάτι είχε σπάσει, θα μπορούσε να είναι το κεφάλι των ανθρώπων που ήξερες, εγώ είχα τη φιλενάδα μου στην F.G.C.I. και εκείνη τη στιγμή κατάλαβα ότι έσπαζε και κάτι που αφορούσε τα συναισθήματα μου. Αυτό που συνέβαινε εκείνη την στιγμή ήταν ξεκάθαρο: το συνδικάτο και το P.C.I. έρχονταν επάνω μας όπως η αστυνομία, όπως οι φασίστες, εκείνη τη στιγμή ήταν ξεκάθαρο ότι υπήρχε μια ανεπανόρθωτη ρήξη μεταξύ μας και αυτών. Ήταν ξεκάθαρο πως από εκείνη την στιγμή εκείνοι του ΚΚΙ δεν θα είχαν πλέον το δικαίωμα λόγου μέσα στο κίνημα, είχαν αναζητήσει, θέλησαν τη σύγκρουση για να δικαιολογήσουν τη θεωρία σύμφωνα με την οποία δεν μπορούσε να υπάρξει διάλογος με το κίνημα.
Αποτέλεσμα εικόνας για cacciata di lama dalla sapienza, foto
Εκείνη την ημέρα γι αυτούς το να κερδίσουν ή να χάσουν ήταν το ίδιο πράγμα, δεν είχαν πλέον τίποτα να χάσουν γιατί τώρα το κατεχόμενο πανεπιστήμιο το είχαν ήδη χάσει,το πανεπιστήμιο ήταν τώρα ένα φρούριο του κινήματος που έπρεπε να κατακτήσουν με κάθε τρόπο, κάθε τρόπος για να «ελευθερωθεί» γι ‘αυτούς ήταν καλός: έπρεπε να σώσoυν το πρόσωπο τους σε σχέση με τους δημοκρατικούς θεσμούς, επιβεβαιώνοντας πως εμείς όχι μόνο δεν ήμασταν τα νόμιμα παιδιά τους, αλλά μάλιστα ήμασταν φασίστες. Έπρεπε να επαναλάβουν την ικανότητά τους να διαχειριστούν την κατάσταση και ότι αυτοί ήταν το κόμμα της εργατικής τάξης και των προλετάριων, οι μοναδικοί εγγυητές και διαμεσολαβητές, οι μόνοι επίσημοι εκπρόσωποι σε κάθε σύγκρουση. Η λογική τους ήταν: αν ξεσπάσει ένα χάος, θα το διαχειριστώ εγώ αλλιώς είναι σκατά.
Μια στρατευμένη της F.G.C.I.     Εμείς της F.G.C.I. πριν από την ημέρα του Lama είχαμε μια συνάντηση στην οποία συζητήσαμε για τον τρόπο που εννοούσαμε αυτό το γεγονός. Ζούσαμε την κατάληψη του πανεπιστημίου και γενικότερα την ίδια την ύπαρξη του κινήματος ως μια μεγάλη πρόκληση, μια προβοκάτσια στην οποία έπρεπε να δώσουμε μια απάντηση. Εμείς στο πανεπιστήμιο δεν είχαμε ποτέ εύκολη ζωή γιατί συγκεντρώναμε πολύ λίγους ανθρώπους και επειδή υπήρχε πάντα μια μεγάλη συγκρουσιακή κατάσταση, με τους αγωνιστές των ομάδων σε μια πρώτη φάση και με τους ανθρώπους του κινήματος μετά. Αναμφισβήτητα θεωρούσαμε το κίνημα ως τον εχθρό. Μέσα στο P.C.I. ζούσαμε αυτή την ιστορία του κινήματος, το κόμμα μας έκανε να την ζούμε ως κάτι που αμφισβητούσε τη δημοκρατία, την ευθύνη, την σοβαρότητα των μαζών κλπ. Το κίνημα το καταλαβαίναμε εμείς ως μια συγκεχυμένη συνάθροιση νέων, στημένο λιγάκι πάνω στο κύμα εξτρεμιστικών τάσεων , εμποτισμένο με εξτρεμιστική και αντικομμουνιστική κουλτούρα, ένα κίνημα νεολαίας στο οποίο ξεχώριζε ο παραλογισμός.
Αποτέλεσμα εικόνας για cacciata di lama dalla sapienza, foto
Μέσα στο P.C.I. πιστεύαμε στη διάκριση ανάμεσα στην εργατική αυτονομία ως συγκεκριμένη συνιστώσα ομάδων λιγότερο ή περισσότερο οργανωμένων και του υπόλοιπου κινήματος. Αυτό είναι κάτι που καταλάβαμε αργότερα, και ήταν ένα σοβαρό λάθος επειδή αυτή η παρεξήγηση επέτρεψε να χαρίσουμε σχεδόν ολόκληρο το κίνημα στις συνιστώσες της αυτονομίας. Θυμάμαι την τεράστια διαδήλωση της 12ης μαρτίου που εμείς του κόμματος είδαμε από τα πεζοδρόμια: ήταν ένα εντυπωσιακό πράγμα, ήταν μια τεράστια πορεία, ήταν πραγματικά πάρα πολλοί. Οι διαδηλώσεις του κινήματος, ανεξάρτητα από εκείνο που λέγονταν στα γραφεία, με ενέπνεαν πολύ διότι έβλεπα όλους εκείνους τους νέους σαν εμένα, μόνο ιδεολογικά διαφορετικούς που πορεύονταν χιλιάδες και χιλιάδες φωνάζοντας όμορφα συνθήματα, πετυχημένα, γεμάτα ενέργεια, γεμάτα φόρτιση.
Σχετική εικόνα
Όλα αυτά σoυ έκαναν μεγάλη εντύπωση. Στα γραφεία του κόμματος που σύχναζα μιλούσαμε για το κίνημα, αλλά δεν υπήρχαν πολλοί νέοι εκεί, οι περισσότεροι ήταν υπάλληλοι ή δάσκαλοι, μερικοί εργάτες, αλλά δεν ήταν νέοι, ήταν άνθρωποι με παιδιά, παντρεμένοι, με κανονική δουλειά , με μια κανονική ζωή.Στις συζητήσεις έπρεπε να φροντίσουμε για την υπεράσπιση μιας ιστορικής κληρονομιάς που το κίνημα εκείνη την εποχή επιτίθονταν εναντίον της, έτσι δεν μπορούσαμε παρά να ζούμε εκείνη τη σχέση με όρους σύγκρουσης, αυτοί ήταν ο εχθρός μας και υπήρχε μίσος, αλλά φυσικά και από τις δύο πλευρές. Υπήρχε μέσα στο κόμμα μια συνεχής επανάληψη της ανευθυνότητας του κινήματος.
Αποτέλεσμα εικόνας για cacciata di lama dalla sapienza, foto
Η θέση μας ήταν ότι η πολιτική γίνεται από εκείνους που έχουν την αίσθηση της ιστορίας, από εκείνους που έχουν μια κριτική αίσθηση, από εκείνους που έχουν την κληρονομιά των μαζών. Το κίνημα για μας δεν ήταν μέρος της αριστεράς, και δεν καταλάβαμε εκείνο που θα συνέβαινε στη συνέχεια. Δεν καταλάβαμε ότι εκείνο το κίνημα έθετε μερικά θεμελιώδη ερωτήματα, ενώ το θεωρούσαμε ως ένα φαινόμενο ανηλίκων τυπικό για εκείνους που προσεγγίζουν την πολιτική με έναν παράλογο και παθιασμένο τρόπο. Ωστόσο, είχαμε τη βεβαιότητα ότι οι μάζες ήταν μαζί μας, οι οργανωμένες μάζες που μιλούσαν για τη σύμβαση, που μιλούσαν για την εργασία, που είχαν ζήσει κάποιες δύσκολες στιγμές κατά τις οποίες είχαν υπερασπιστεί την δημοκρατία.Εμείς της F.G.C.I. κάναμε σεμινάρια στα γραφεία για την εκπαίδευση των πολιτικών στελεχών, ένα μεγάλο μέρος της μελέτης ήταν επικεντρωμένη στα κλασικά κείμενα κατά του εξτρεμισμού. Αυτό συνέβαινε επειδή οι ηγέτες του κόμματος συνειδητοποίησαν την επιβολή, τη γοητεία που ο εξτρεμισμός, ο οποίος είχε εξαπλωθεί λίγο πολύ παντού και κυρίως στα σχολεία, ασκούσε στους νέους.Ανάμεσα σε εμάς και το κίνημα γεννήθηκε μια σχέση μίσους, βαθέως μίσους που προκλήθηκε από την ανάπτυξη και τη συσσώρευση παρεξηγήσεων που οφείλονταν σε διαφορετικές κουλτούρες, αλλά και σε διαφορετικές συμπεριφορές και μορφές ζωής διαφορετικές. Το πρωί του Lama στο πανεπιστήμιο θυμάμαι ότι εκείνοι του κινήματος μας πετούσαν νομίσματα, πέντε λιρέτες, αυτό το πράγμα με έκανε να αισθανθώ πολύ άσχημα, το θυμάμαι σαν κάτι πολύ κακό. Μας πετούσαν τις πέντε λίρες πάνω μας, ήταν ένα θανατηφόρο πράγμα για όσους το υπέφεραν, ήταν πολύ βαρύ πράγμα.
Αποτέλεσμα εικόνας για cacciata di lama dalla sapienza, foto
Φτάσαμε και τοποθετηθήκαμε κάτω από το καμιόνι εξοπλισμένο ως πάλκο. Υπήρχε ο τοίχος της ομάδας περιφρούρησης μας και εκείνοι του κινήματος που πίεζαν. Σε κάποιο σημείο τα πράγματα άρχιζαν να ξεφεύγουν πετούσαν πράγματα, έπεσε ξύλο, μπουνιές, μπαστούνια, αλλά εγώ αυτό που θυμάμαι περισσότερο είναι ότι με περιγελούσαν, με έφτυναν και μου πετούσαν τις πέντε λιρέτες. Είχα εκμηδενιστεί και συνειδητοποίησα το επίπεδο μίσους που είχε το κίνημα εναντίον μας. Δεν το έβαλα στα πόδια ενώ υπήρχαν οι συγκρούσεις, έφαγα ξύλο, μια πέτρα με χτύπησε εδώ στην πλάτη.Ήμουν έξαλλη με τους συντρόφους μας που το έσκαγαν επειδή σκέφτηκα ότι αφού αποφασίσαμε να πάμε στο πανεπιστήμιο θα έπρεπε να μείνουμε εκεί. Αφού ήταν μια στιγμή αγώνα τότε έπρεπε να αγωνιστούμε μέχρι το τέλος, να μην τρέξουμε μακριά. Αντιθέτως σε κάποιο σημείο υπήρξε ένα γενικευμένο φύγει φύγει. Μετά, στις επόμενες μέρες, μέσα στο κόμμα, τα βάλαμε με τους συντρόφους του πανεπιστημιακού κυττάρου που είχαν περιγράψει την κατάσταση στο πανεπιστήμιο με λάθος τρόπο. Είχαν έρθει στην ομοσπονδία για να πουν ότι στο πανεπιστήμιο δεν υπήρχε ένα κίνημα αλλά προκλητικές ομάδες, προβοκατόρων, μια κατάσταση που ήταν απολύτως ομαλοποιήσιμη και ότι αυτό ήταν απολύτως δυνατό. Επίσημα εμείς του ΚΚΙ πήγαμε στο πανεπιστήμιο για να αποφύγουμε το ανεπανόρθωτο, αυτό είπαμε μεταξύ μας και προς τα έξω, δηλαδή για να αποφύγουμε την παρέμβαση της αστυνομίας για την εκκένωση, και τις αναπόφευκτες συγκρούσεις που θα ακολουθούσαν. Δεν είχαμε καταλάβει ότι σε αυτήν την κατάσταση δεν είχαμε δεν λέω την ηγεμονία, αλλά ούτε καν ένα ψίχουλο κύρους, ότι δεν είχαμε ουσιαστικά την ελάχιστη νομιμοποίηση.
αυτονομία, autonomia

ΕΝΑ ΠΑΡΑΞΕΝΟ ΚΙΝΗΜΑ ΠΑΡΑΞΕΝΩΝ ΦΟΙΤΗΤΩΝ.

Στις 3 δεκεμβρίου 1976, ο υπουργός δημόσιας εκπαίδευσης Malfatti εξέδωσε μια εγκύκλιο που απαγόρευε στους φοιτητές να εξεταστούν στο ίδιο θέμα περισσότερες από μια φορές, καταργώντας εκ των πραγμάτων την απελευθέρωση των προγραμμάτων σπουδών που ισχύουν από το 1968. Αυτή η πρωτοβουλία γίνεται αμέσως αντιληπτή από τους πανεπιστημιακούς φοιτητές ως η πρώτη κίνηση ενόψει άλλων και πολύ πιο σοβαρών μέτρων αντιμεταρρύθμισης. Η ακαδημαϊκή σύνοδος του Παλέρμο αποφασίζει να εφαρμόσει αμέσως την εγκύκλιο, προκαλώντας την αντίδραση των φοιτητών που ξεκινούν την κατάληψη του πανεπιστημίου.Στις επόμενες εβδομάδες οι φοιτητικές διαμαρτυρίες περιλαμβάνουν τους προσωρινούς καθηγητές που επηρεάζονται και αυτοί αρνητικά από την πρωτοβουλία του υπουργείου παιδείας Σε σύντομο χρονικό διάστημα οι αναταραχές εξαπλώθηκαν στο Τορίνο, την Πίζα, τη Νάπολη και τη Ρώμη. Την 1η φεβρουαρίου του 1977, οι φασίστες εισβάλουν στη ρωμαϊκή πανεπιστημιακή πόλη. Εκδιωκόμενοι από τους φοιτητές, καλύπτουν την υποχώρηση τους πυροβολώντας. Τραυματίζεται σοβαρά από μια σφαίρα, που τον βρήκε στο πίσω μέρος του κεφαλιού, ο Guido Bellachioma, φοιτητής της σχολής των γραμμάτων. Η απάντηση είναι άμεση: η σχολή των γραμμάτων καταλαμβάνεται. Ακολουθούν η μια την άλλη μανιώδεις πρωτοβουλίες για μια κινητοποίηση αντιφασιστικής απάντησης.

Αποτέλεσμα εικόνας για guido bellachioma 1977

Οι συνδικαλιστικές οργανώσεις C.G.I.L., Cisl και Uil με την προσχώρηση των F.G.C.I., F.G.S.I., P.D.U.P. και Α.Ο., προτείνουν μια διαδήλωση στο πανεπιστήμιο για να διαμαρτυρηθούν ενάντια στη φασιστική επιδρομή . Ενώ ο υπουργός Μαλφτάττι, ανήσυχος από το ριψοκίνδυνο των γεγονότων, αποσύρει με σύνεση την εγκύκλιο του, στις 2 φεβρουαρίου, μια μαχητική πορεία αρκετών χιλιάδων φοιτητών βγαίνει από το πανεπιστήμιο.Ο ανακηρυγμένος στόχος είναι η έδρα των φασιστών της Via Somma, η οποία μέσα σε λίγα λεπτά παραδίδεται στις φλόγες. Η πορεία ξαναρχίζει τη διαδρομή της, αλλά στην Piazza Indipendenza ειδικές μονάδες της αστυνομίας με πολιτικά εμπλέκονται με μανία σε μια ανταλλαγή πυροβολισμών με μια ομάδα ενόπλων διαδηλωτών. Παραμένουν κατά γης τραυματισμένοι σοβαρά ένας αστυνομικός (Domenico Arboletti) και δύο φοιτητές (Paolo Tommasini και Leonardo Fortuna) .Η διαμάχη σχετικά με τις ευθύνες της μάχης επισημαίνει τις εσωτερικές διαφορές στην αριστερά. 

Σχετική εικόνα

Το P.C.I. μέσω της εφημερίδας του, κατηγορεί τους λεγόμενους αυτόνομους ότι είναι στο ίδιο επίπεδο με τους φασίστες Τα κόμματα του συνταγματικού τόξου ζητούν από το δικαστικό σώμα μια ενεργητική παρέμβαση για να κλείσουν τις «γιάφκες» που τροφοδοτούν »τη βίαιη προβοκάτσια οποιουδήποτε χρώματος κι αν είναι αυτή». Στη συνέλευση στο πανεπιστήμιο την επόμενη μέρα, που καλέστηκε από PCI, PSI, PDUP, AO η διάσταση μεταξύ του κινήματος και των επίσημων πολιτικών δυνάμεων επιτείνεται. Η όλη διαχείριση αυτών των συνελεύσεων αρχίζει να αποδεικνύεται απαράδεκτη σε ένα κίνημα που εξελίσσεται και αναπτύσσεται από κάτω και αρχίζει να διεκδικεί την αυτονομία του. Εν τω μεταξύ στο Μιλάνο το Πανεπιστήμιο statale καταλαμβάνεται και στο Τορίνο μια διαδήλωση 5000 φοιτητών διασχίζει το κέντρο της πόλης. 15.000 άτομα στους δρόμους και στη Νάπολη: είναι φοιτητές, οργανωμένοι άνεργοι, απόφοιτοι σχολείων και πανεπιστημίων χωρίς δουλειά, προσωρινοί εκπαιδευτικοί και μη. Η σχολή γραμμάτων και φιλοσοφίας του Μπάρι καταλαμβάνεται.

Σχετική εικόνα

Στη Ρώμη στις 5 φεβρουαρίου, η αστυνομία σφίγγει την πολιορκία στο πανεπιστήμιο, απαγορεύοντας την πορεία που είχε καλέσει το κίνημα για να σπάσει την απομόνωση που τα μέσα μαζικής ενημέρωσης και τα κόμματα προσπαθούν να δημιουργήσουν γύρω από τους φοιτητές που τους χαρακτηρίζουν «εξτρεμιστές και βίαιους». Η εφημερίδα του ΚΚ »Unità» γράφει ότι το πανεπιστήμιο καταλαμβάνεται από «λίγες δεκάδες αυτόνομους προβοκάτορες». Στη συνέλευση μέσα στο πανεπιστήμιο 5000 σπουδαστές αποφασίζουν να μην αποδεχθούν τη σύγκρουση που επιθυμούσε η κυβέρνηση και προτείνουν να επεκταθούν οι καταλήψεις σε όλα τα πανεπιστήμια της Ιταλίας και να διευρύνουν τον αγώνα με στιγμές αντιπληροφόρησης στις γειτονιές, στα εργοστάσια και στα σχολεία δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης.

Σχετική εικόνα

Την επόμενη μέρα το πανεπιστήμιο γίνεται το σημείο αναφοράς για ολόκληρο το προλεταριάτο των νέων. Ένα γιγαντιαίο πάρτι εκτείνεται καθ ‘όλη τη διάρκεια της ημέρας, ο μεγάλος χώρος του «απελευθερωμένου» πανεπιστημίου γεμίζει με μαθητές μέσης εκπαίδευσης, νέους από τα προάστια, γυναίκες.Η γιορτή είναι αυθόρμητη, κανείς δεν έχει την ανησυχία να την οργανώσει, υπάρχουν αυτοί που κάνουν θέατρο στο δρόμο, αυτοί που χορεύουν, άλλοι τραγουδούν, κάποιοι παίζουν μουσική, άλλοι παίζουν παιχνίδια. Το συνδικάτο καταδικάζει επίσημα την κατάληψη, μη αναγνωρίζοντας στο κίνημα » την ικανότητα να προωθήσει αυτόνομα μια μάχη κατά των ανεπίλυτων προβλημάτων του πανεπιστημίου». Οι καταλήψεις επεκτείνονται στα πανεπιστήμια της Μπολόνια, της Γένοβα, του Κάλιαρι.

Αποτέλεσμα εικόνας για ateneo roma, occupazione 1977, 9 febbraio

Στη Ρώμη, στις 9 φεβρουαρίου 30 χιλιάδες άνθρωποι κατεβαίνουν στην πλατεία. Στην πρώτη σειρά υπάρχει ένα τεράστιο πανό έχοντας γραμμένο «Paolo και Daddo ελεύθεροι, έξω όλοι οι σύντροφοι που έχουν συλληφθεί». Στην Piazza Navona η διαδήλωση διαλύεται χωρίς περιστατικά και συγκρούσεις. Στην πορεία υπάρχει ένα τεράστιο πολιτικό πάθος, αλλά πάνω απ ‘όλα μια μεγάλη ειρωνεία, οι γυναίκες αυτοδιαχειρίζονται το κομμάτι τους, είναι παρόντες οι ινδιάνοι μητροπολιτάνοι πρωταγωνιστές δημιουργικών πρωτοβουλιών μέσα στο κίνημα.

Αποτέλεσμα εικόνας για Paolo e Daddo liberi

Στις 10 Φεβρουαρίου, η σύμπραξη «ενωσιακών Επιτροπών» που περιλάμβανε την F.G.C.I., την F.G.S.I., τους νέους δημοκράτες, την νεολαία aclista, το P.D.U.P., A.O. και τα συνδικάτα καταφέρνει επίσης να φέρει στους δρόμους μαθητές δευτεροβάθμιας με μια λογική αντιποίνων στο «εξτρεμιστικό» πανεπιστημιακό κίνημα, αλλά το παιχνίδι δεν πετυχαίνει τέλεια, διότι κατά τη διάρκεια της πορείας υπάρχουν πολλά συνθήματα κατά της κυβέρνησης των αποχών και της κοινωνικής ειρήνης, πρακτικά πανομοιότυπα με αυτά που φώναζαν την προηγούμενη μέρα. Το απόγευμα της ίδιας ημέρας στη σχολή γραμμάτων λαμβάνει χώρα μια «δίκη» στους συντάκτες των εφημερίδων «Paese Sera», της «Il Corriere della Sera» και της «l’Unità», κατηγορούμενες για τη δυσφήμηση στις εφημερίδες των αγώνων των φοιτητών. Πιο στοχευμένος είναι ο Duccio Trombadori (PCI) ο οποίος στην ερώτηση «Ποιες είναι οι γιάφκες που θέλετε να κλείσουν;» απαντά: «Εκτός από τις φασιστικές γιάφκες, εκείνα τα κέντρα που θέτονται στο επίπεδο της προβοκάτσιας και τα οποία χρησιμοποιούνται από δυνάμεις εξωτερικές στο εργατικό κίνημα».

Scritte al Dams occupato. Bologna, 16 febbraio 1977

Στο τέλος, ο Trombadori θα εκδιωχθεί από το πανεπιστήμιο. Την ίδια ημέρα, μια μεγάλη πορεία διασχίζει τη Μπολόνια, όπου το τοπικό ΚΚΙ επιμένει να δυσφημίζει, να διασύρει το κίνημα με τα συνήθη επίθετα των «προβοκατόρων». Άλλες σχολές καταλαμβάνονται στη Μεσίνα, την Πεσκάρα και τη Μόντενα. Η ρωμαϊκή ομοσπονδία του P.C.I. δηλώνει ότι θεωρεί «μια πολιτική και δημοκρατική ανάγκη την επανάληψη των εκπαιδευτικών και επιστημονικών δραστηριοτήτων» στο πανεπιστήμιο που πλέον κατέχεται εδώ και έντεκα ημέρες. Η δήλωση αυτή ανοίγει το δρόμο για τις θέσεις εκείνων των δυνάμεων που ασκούν πιέσεις για την παρέμβαση της αστυνομίας Στις 13 φεβρουαρίου η συνέλευση των καταληψιών συζητά τις πολιτικές διεξόδους Η τάση είναι να συνεχιστεί μέχρι να επιτευχθούν συγκεκριμένα αποτελέσματα: η οριστική απόσυρση του σχεδίου Malfatti, η απελευθέρωση των συλληφθέντων συντρόφων, η εγγύηση αυτοδιαχειριζόμενων χώρων στο πανεπιστήμιο, το βραδινό και εορταστικό άνοιγμά του.

Σχετική εικόνα

Πάνω απ ‘όλα, ωστόσο, γίνεται λόγος για ανεργία και πρωτοβουλίες που πρέπει να αναληφθούν στις γειτονιές ενάντια στην περιθωριοποίηση και επάνω στις υλικές ανάγκες όπως το εισόδημα και η στέγαση. Δύο ημέρες αργότερα στρατευμένοι στο ΚΚΙ παραβιάζουν την πικετοφορία στις πύλες του κατεχόμενου πανεπιστημίου και παρουσιάζονται με ένα φυλλάδιο που ζητά «την αποκατάσταση της δημοκρατικής ζωής στο πανεπιστήμιο» και καλεί ένα συλλαλητήριο με τον Luciano Lama, γραμματέα τhw CGIL. Στην συνέλευση της επόμενης ημέρας οι καταληψίες συζητούν τη γραμμή που θα κρατήσουν για την ομιλία του Λάμα, θεωρούμενη από όλους ως μια πρόκληση, μια προβοκάτσια και μια προσπάθεια ελέγχου που επιβάλλεται από τα έξω στο κίνημα, μια πρωτοβουλία που στοχεύει ρητώς στην «ομαλοποίηση στο πανεπιστήμιο». Προτείνεται λοιπόν η ομιλία να καταστεί μια συνέλευση στην οποία μερικοί εκπρόσωποι του φοιτητικού κινήματος μπορούν να παρεμβαίνουν.

Σχετική εικόνα

https://www.academia.edu/28083383/Nanni-Balestrini-Primo-Moroni-L-Orda-d-Oro-1968-1977-la-grande-ondata-rivoluzionaria-e-creativa-politica-ed-esistenziale.pdf

αυτονομία, autonomia

1977: ΦΥΓΗ ΑΠΟ ΤΙΣ ΚΟΛΕΚΤΙΒΕΣ.

Το 1977 το κίνημα των φοιτητών μιλά για ανάγκες και θέλει να δώσει αξία στην ατομικότητα, έννοια και κατάσταση αναντικατάστατη μέσα στο συλλογικό και στο σχέδιο. Ο Eugenio Finardi τραγουδά «το πολιτικό είναι προσωπικό». Οι ινδιάνοι μητροπολιτάνοι χορεύουν κυκλικά και ζωγραφίζουν τα πρόσωπά τους. Να πάρουμε πίσω τη ζωή είναι το μαζικό σύνθημα. Φαίνεται δυνατό να βρεθούν και πάλι οι λόγοι για έναν κοινό αγώνα. Αλλά και εκεί η σύγκρουση εκρήγνυται. Συχνά με βίαιο τρόπο.Σύντομα οι διαδηλώσεις των γυναικών δέχονται επιθέσεις από τους αυτόνομους, οι οποίοι, συχνά ακολουθούμενοι από τις συντρόφισσες τους, τείνουν να επιβάλλουν την άποψή τους με τη δύναμη: δεν υπάρχει δυνατότητα διαχωρισμού, ο αγώνας είναι ένας, όπως και οι μορφές που πρέπει να λάβει. Το δύο τείνει να γίνει και πάλι ένα. Και έπειτα, και σε εκείνο το κίνημα, η ρήξη, η εγκατάλειψη. Οι φεμινίστριες εγκαταλείπουν τη συνέλευση, το κάνουν με ένα έγγραφο το οποίο καταγγέλλει τη βία και την κακοποίηση, την παρενόχληση οι οποίες αρνούνται τη δυνατότητα λόγου και ακρόασης. Και πάλι διεκδικούν μια άλλη πρακτική, μια άλλη πολιτική, έναν άλλο τρόπο να είναι μαζί, έναν άλλο τρόπο σχέσης. Για άλλη μια φορά επισημαίνεται η αδυναμία μιας συμφιλίωσης. Ή μιας σύνθεσης. Υπάρχει ένας τόπος στην αριστερά στον οποίο επιδιώκονται αυτή η σύνθεση και η συμφιλίωση με περισσότερη υπομονή, το Κομμουνιστικό Κόμμα. Εδώ οι γυναίκες δεν έχουν φύγει. Οι φεμινίστριες – λίγες – έχουν ασκήσει την διπλή στράτευση (στο κόμμα και στο κίνημα) και έχουν δώσει μάχη ώστε αυτή να νομιμοποιηθεί. Και ίσως κέρδισαν. Αλλά αυτή η διπλή στράτευση λειτούργησε μέχρις ότου το κίνημα ήταν οργανωμένο σε κολεκτίβες και ομάδες. Ήταν σχετικά εύκολο τότε: στη μία πλευρά το κόμμα, από την άλλη να βρίσκονται ανάμεσα σε γυναίκες. Αλλά οι κολεκτίβες μεταξύ του 1978 και του 1979 διαλύονται και οι γυναίκες αυτές βρίσκονται μέσα στο κόμμα τους να κάνουν τον λογαριασμό, ο τρόπος του λέγειν, χωρίς δίκτυο, με την ανάγκη επί τόπου διαμεσολάβησης μεταξύ των δύο τρόπων στράτευσης. Ο δρόμος που επιλέχθηκε – από τους άνδρες και τις γυναίκες – είναι αυτός του κοινού αγώνα για την ανανέωση της πολιτικής. Το P.C.I. ανοίγεται στα θέματα του ατόμου, διοργανώνει συνέδρια για τα συναισθήματα.

Αποτέλεσμα εικόνας για movimento '77
Οι κομμουνίστριες γυναίκες κατηγορούν την πολιτική, συμπεριλαμβανομένης της πολιτικής του κόμματος τους, πως δεν εξετάζει τους λόγους, τα θέματα της καρδιάς. Οι γυναίκες αυτών των λόγων θεωρούν ότι είναι θεματοφύλακες και από αυτό αποκομίζουν τη νομιμοποίηση τους να βρίσκονται στον κόσμο. Και στο κόμμα. Νατες εδώ να γίνονται μεταφορείς σωτήριων αξιών ικανών να αφαιρέσουν την πολιτική και τους άνδρες από την μιζέρια τους. Και ο γραμματέας του PCI, Enrico Berlinguer, απαντά λέγοντας ότι η πολιτική πρέπει να διευρύνει τα σύνορά της και γι ‘αυτό ζητά τη συμβολή των γυναικών που γίνονται έτσι νέα υποκείμενα μιας παλιάς επανάστασης.
Η ΚΟΙΝΩΝΙΑ ΤΩΝ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΩΝ.
Ενώ οι γυναίκες συζητούσαν, συναντιούνταν, συγκρούονταν, εφηύραν νέες μορφές συνειδητοποίησης και πολιτικής, κάποιοι σκέφτονταν τι έπρεπε να γίνει, τι έπρεπε να κάνουν για τις γυναίκες. Μερικές φορές ήταν οι ίδιες που συζητούσαν και συναντιόντουσαν: Μερικές φορές, πιο συχνά, ήταν διαφορετικές γυναίκες: εκείνες που βρίσκονταν στα κόμματα, στο κοινοβούλιο, στο συνδικάτο. Μπορούμε να κάνουμε έναν έλεγχο των νόμων που κατάφεραν να ψηφιστούν αυτές τις γυναίκες: το διαζύγιο το δικαίωμα της οικογένειας, ο νόμος της ισότητας, τα συμβουλευτικά κέντρα και, τέλος, η άμβλωση. Ξεκινώντας από αυτές τις κατακτήσεις, υπάρχει μια ανάγνωση του πολιτικού κινήματος των γυναικών που τείνει να περιγράψει την διαδρομή του ως πορεία προόδου, είναι μια ανάγνωση που μοιράζονται πολλές γυναίκες. Μέσα από κατηγορίες »ρεφορμιστικές» φθάνουμε έτσι να αρνηθούμε πως ο κόσμος είναι ένας και τα φύλα που ζουν σε αυτόν δυο. Αποδεχόμαστε την δεδομένη διαμεσολάβηση. Το κράτος είναι ουδέτερο. Και έτσι οι θεσμοί του. Το παράδειγμα της έκτρωσης είναι το πιο τυπικό: Σε ένα φυλλάδιο της φεμινιστικής κολεκτίβας του Μιλάνο της οδού Cherubini, διαβάζουμε σχετικά με τον αγώνα για την επίτευξη ενός νόμου περί άμβλωσης:«Σχετικά με το πρόβλημα των αμβλώσεων εμείς κάνουμε μια διαφορετική πολιτική δουλειά. «Η ελεύθερη και δωρεάν άμβλωση θα μας κάνει να δαπανούμε λιγότερα χρήματα και επί πλέον θα γλιτώσουμε κάποια σωματική ταλαιπωρία: γι ‘αυτό καμιά από εμάς δεν είναι ενάντια σε μια μεταρρύθμιση στην υγεία και νομική μεταρρύθμιση που να ασχολείται με την πρόληψη της εγκυμοσύνης και δευτερευόντως την διακοπή της, αλλά μεταξύ αυτού και της πραγματοποίησης  διαδηλώσεων για τις εκτρώσεις γενικότερα και επιπλέον με τους άνδρες περνάει μεγάλος δρόμος.
Αποτέλεσμα εικόνας για movimento '77
Επειδή τέτοιες διαδηλώσεις έρχονται σε αντίθεση με την πολιτική πρακτική και την επίγνωση που έχουν εκφράσει οι γυναίκες που αγωνίζονται κατά τη διάρκεια αυτών των ετών.«Εν τω μεταξύ, ας πούμε αμέσως ότι για μας η μαζική έκτρωση στα νοσοκομεία δεν αντιπροσωπεύει μια κατάκτηση πολιτισμού επειδή είναι μια βίαιη και θανατηφόρα απάντηση στο πρόβλημα της εγκυμοσύνης και ότι επιπλέον ενοχοποιεί ακόμη περισσότερο το σώμα της γυναίκας: είναι το σώμα της που λαθεύει διότι κάνει παιδιά που ο καπιταλισμός δεν μπορεί να διατηρήσει, να μεγαλώσει και να εκπαιδεύσει. Φτάνουμε στην αμερικανική εμμονή: «είμαστε πάρα πολλοί, δεν θα μπορούμε πια να αναπνεύσουμε, δεν θα τρώμε πλέον κλπ». Και το πρόβλημα που πρέπει να λυθεί είναι αυτό του ελέγχου των γεννήσεων και όχι η αλλαγή της σεξιστικής και καπιταλιστικής δομής της κοινωνίας. Δεν μπορούμε να είμαστε συνεργοί αυτής της ψεύτικης συνείδησης. Η πολιτική δουλειά πρέπει να είναι προσανατολισμένη και η λύση πρέπει να αναζητηθεί στην επιβεβαίωση του γυναικείου σώματος που είναι: «ξεχωριστή σεξουαλικότητα» από την σύλληψη ικανότητα για αναπαραγωγή, αντίληψη της εσωτερικής σεξουαλικότητας, κοιλότητας: μήτρα, ωοθήκες, εμμηνόρροια. Και η σχέση με τους πόρους, τη φύση, την παραγωγή και την αναπαραγωγή του είδους θα πρέπει να καθοριστεί με την έννοια της κοινωνικοποίησης παρά με προσπάθειες εξορθολογισμού, διατηρώντας την, την οικογενειακή δομή, την ατομική ιδιοκτησία, το ξόδεμα.«Ωστόσο, η έκτρωση δεν είναι «το τέλος μιας ντροπής». Η πλειοψηφία των γυναικών που αποβάλλουν στην παρανομία δεν ντρέπονται να είναι παράνομες. Εάν υπάρχει ντροπή είναι για άλλα πράγματα και για άλλες αιτίες. Και οι γυναίκες που έχουν όλα τα μέσα και είναι σε θέση να έχουν πρόσβαση σε μηχανική και χημική αντισύλληψη, που έχουν την δυνατότητα να προβληματιστούν, να στοχαστούν και να διατάξουν τη σεξουαλική τους ζωή (σε επιλογές, χρόνους, τρόπους, μορφές και παρτενέρ), επαναλαμβάνουν το φαινόμενο της σύλληψης και τις περισσότερες φορές της άμβλωσης – επαναλαμβάνουν δηλαδή την άρνηση και την επιβεβαίωση της εγκυμοσύνης, αυτές οι ίδιες η βία που υποφέρουν και χρησιμοποιούν οι γυναίκες. Ανίκητος αρχαϊσμός των γυναικών – όπως σκέφτεται ο αστικός ορθολογισμός – ή για εμάς μια ζωτική ένδειξη προβληματισμού και πολιτικής δουλειάς. Εδώ προκύπτει η αντίφαση μεταξύ της γυναικείας σεξουαλικότητας και της ανδρικής σεξουαλικότητας, η πραγματικότητα της ανδρικής «κυριαρχίας» πάνω στις γυναίκες, και είναι σαφές πόσο το πρόβλημα της άμβλωσης αφορά τις γυναίκες – σε συνειδητό και ασυνείδητο επίπεδο – στη σχέση του με τη σεξουαλικότητα, τη μητρότητα και τον άνδρα.

 Î£Ï‡ÎµÏ„ική εικόνα

«Η παρανομία της έκτρωσης είναι μια ντροπή των ανδρών, οι οποίοι στέλνοντας μας στα νοσοκομεία για να αποβάλλουμε επίσημα θα θέσουν σε ειρήνη την συνείδηση τους με οριστικό τρόπο. Θα συνεχίσουμε όπως πριν και καλύτερα από πριν να κάνουμε έρωτα με τρόπους που ικανοποιούν τις φυσικές ανάγκες, τις ψυχικές και πνευματικές των ανδρών. Παραμένει μια απαγόρευση να τοποθετηθούμε σε μιαν άλλη σεξουαλικότητα που να μην είναι εξ ολοκλήρου προσανατολισμένη προς τη γονιμοποίηση.«Το σώμα της γυναίκας, η σεξουαλικότητά της, η απόλαυση της δεν απαιτούν απαραιτήτως αυτές τις μορφές και εκείνες τις μορφές οικειότητας (coitus) που στη συνέχεια την κάνουν να μείνει έγκυος.»Αντίθετα, εμείς οι γυναίκες προτιμούμε: ή να μας αφήσουν στην ησυχία μας (οι στατιστικές σχετικά με τη ψυχρότητα μιλούν ξεκάθαρα) ή να αναζητήσουμε απόλαυση και χαρά με άλλους τρόπους. Λοιπόν, τι πρέπει να θέλουμε ή να αναζητήσουμε πρώτα; Να είμαστε εμείς καλά, την ευχαρίστησή μας, τη χαρά μας ή το αντίδοτο (βίαιο) στα γούστα και τις προτιμήσεις των άλλων, δηλαδή των ανδρών; «Υπάρχει ένας βαθύς διαχωρισμός και μια αντίφαση μεταξύ ανδρών και γυναικών, μεταξύ της ανδρικής σεξουαλικότητας και της σεξουαλικότητάς μας. Η αντίφαση αυτή δεν επιλύεται εξαλείφοντας τη στιγμή της πάλης των μόνων γυναικών (αυτό ισοδυναμεί με την διαβεβαίωση των συμφερόντων των ανδρών και επιβεβαιώνει την υποταγή των γυναικών). Στην περίπτωση των ανδρών μπορούμε να κάνουμε μαζί τους άλλες χειραφετικές διαδηλώσεις (για τις κοινωνικές υπηρεσίες, για το δικαίωμα στην εργασία) αλλά όχι για την άμβλωση όπου, όπως έχουμε διευκρινίσει, εκρήγνυται η αντίφαση μεταξύ ανδρικής και γυναικείας σεξουαλικότητας. Όπου η χειρουργική βία στο σώμα της γυναίκας δεν είναι παρά μόνο η δραματοποίηση της σεξουαλικής βίας.«Η απαίτηση ελεύθερης και δωρεάν έκτρωσης μαζί με τους άνδρες σημαίνει πως αναγνωρίζουμε ναι συγκεκριμένα τη βία που μας γίνεται σε αυτές τις σχέσεις εξουσίας με την αρσενική σεξουαλικότητα, αλλά κάνοντας τους συνεργούς συνένοχους και συναινούντες και σε πολιτικό επίπεδο.«Μεταξύ άλλων, οι άνδρες πορεύονται σήμερα για ελεύθερη και δωρεάν έκτρωση, αντί να θέτουν υπό αμφισβήτηση τη σεξουαλική τους συμπεριφορά, τη γονιμοποιητική τους δύναμη, εξουσία.«Η πολιτική πρακτική μας δεν αποδέχεται να διαιρούμε και να στρεβλώνουμε τα συμφέροντά μας: θέλουμε από τώρα να ξεκινήσουμε από την υλικότητα του σώματος, να αναλύσουμε τη λογοκρισία που έχει γίνει σε αυτό, που έχει γίνει μέρος της ψυχολόγου μας. Να ενεργήσουμε για την ανάκτηση του σώματός μας, για μια διαφορετική γνώση και διαφορετική πρακτική που ξεκινά από αυτή την υλιστική ανάλυση.
Αποτέλεσμα εικόνας για movimento '77
Χωρίς την ανάλυση αυτή είναι γελοίο να μιλάμε για «ελεύθερη διάθεση του σώματος» και η επίτευξη των μεταρρυθμίσεων θα χρησιμεύσει να καταπνίξει τον αγώνα μας παρά να τoν αναπτύξει.» Επιπλέον, δεν πρέπει να μειώσουμε, με την ιδιωτικοποίησή του μέσα σε μια δυναμική ‘παραδοσιακής πολιτικής ομάδας’, το νόημα που έχει μέσα στην πρακτική μας το γυναικείο κίνημα: όλες οι γυναίκες το εκπροσωπούν σε πρώτο πρόσωπο.»Όμως, το κράτος επιστρέφει να είναι ουδέτερο. Μάλιστα φθάνει στο σημείο και καθίσταται ένας χώρος για μια πιθανή διαμεσολάβηση της σύγκρουσης μεταξύ των φύλων. Με έναν καταναγκαστικό τρόπο. Συμβαίνει με το νόμο της λαϊκής πρωτοβουλίας κατά της σεξουαλικής βίας που προτάθηκε από κάποιες και σύντομα έγινε, παρά την αντίθεση πολλών από εμάς, η σημαία του φεμινιστικού κινήματος των χρόνων ’80.Ο νόμος απαιτεί αυστηρές κυρώσεις για τους βιαστές και πάνω απ ‘όλα την αναγνώριση του γυναικείου κινήματος ως πολιτικής αγωγής στις δίκες βιασμού. Η σύγκρουση που τέθηκε στη σκηνή τα προηγούμενα χρόνια επαναφέρεται πίσω στα κλασικά σχήματα μιας αντίφασης μεταξύ κινημάτων και θεσμών, μεταξύ κοινωνίας και πολιτικής. Η διαφορά, η ανάγκη των γυναικών να μην καθορίζονται σε σχέση, αν και αντιτιθέμενη, με τους άντρες φαίνεται να χάνεται. Και μαζί της ο επαναστατικός χαρακτήρας, παραβατικός, που δεν μπορεί να μειωθεί σε άλλους εκείνου του κινήματος. Εν τω μεταξύ, ο φεμινισμός χωρίζεται σε «χιλιάδες ρυάκια» και αφιερώνεται γύρω από την ιστορία των γυναικών, γράφουν γι αυτόν, γίνεται ποίηση, γυναικεία κέντρα και περιοδικά γεννιούνται όπως τα «Orsaminore», «Memoria», «Donna WomanFemme». Θα χρειαστεί να περιμένουμε το 1983, βγαίνει ένα νούμερο του «Πάνωκάτω, Sottosopra», με τίτλο «Περισσότερο γυναίκες από άνδρες» – «Più donne che uomini», που δημοσιεύθηκε από τη Βιβλιοθήκη των γυναικών του Μιλάνο, ώστε να μπορέσουμε να επιστρέψουμε στη συζήτηση για το ίδιο πράγμα και αυτό είναι η πιθανότητα / ανάγκη να δηλώσουμε τη σεξουαλική διαφορά στον κόσμο. Αλλά αυτή είναι μια άλλη ιστορία.
Αποτέλεσμα εικόνας για movimento '77
αυτονομία, autonomia

Η ΚΑΤΑΛΗΨΗ ΤΟΥ MIRAFIORI ΚΑΙ Η ΕΠΕΙΓΟΥΣΑ ΑΝΑΓΚΗ ΤΗΣ ΑΥΤΟΝΟΜΙΑΣ ΩΣ ΠΟΛΙΤΙΚΟ ΣΧΕΔΙΟ.

Αποτέλεσμα εικόνας για occupazione mirafiori 1973

Το 1973 σηματοδοτεί ένα σημαντικό ορόσημο, μια σημαντική μεταστροφή στην ιστορία του προλεταριακού κινήματος στην Ιταλία, αλλά και στην οργανωτική διαμόρφωση της επαναστατικής αριστεράς. To γεγονός ήταν αναμφίβολα η δραματική κατάληξη της συμβασιακής διαμάχης, με την κατάληψη της Fiat Mirafiori, η οποία σηματοδότησε το κορυφαίο επεισόδιο σε ολόκληρο τον κύκλο των αυτόνομων αγώνων που ξεκίνησε το ’68. Τα προηγούμενα χρόνια, 1971 και 1972, χαρακτηρίστηκαν από την κρίση των εξωκοινοβουλευτικών αριστερών ομάδων και από μια ύφεση των αγώνων στο εργοστάσιο, ενώ ταυτόχρονα, αναδύονταν κοινωνικές ομάδες που δρούσαν στο μητροπολιτικό έδαφος των μεγάλων πόλεων, και το κέντρο βάρους του κινήματος μετατοπίστηκε από τη διάσταση του εργοστασίου σε εκείνη της κοινωνικής οικειοποίησης. Ακριβώς μέσα σε αυτό το πέρασμα, η κατάληψη της Fiat σηματοδοτεί μια στιγμή ουσιαστικής σύζευξης. Επιπλέον, η κατάληψη του Mirafiori καθορίζει την κατάρρευση της λειτουργίας, του ρόλου που επιτελούσαν οι επαναστατικές ομάδες, αδειάζοντας την λειτουργία τους ως πρωτοπορίες.

Αποτέλεσμα εικόνας για occupazione mirafiori 1973

Τον μάρτιο, στο Τορίνο, δημιουργούνται οι συνθήκες για να δοθεί η τελική σπρωξιά στην αντίσταση του αφεντικού για την κατάληξη της συμφωνίας, η συνδικαλιστική πλατφόρμα ζητούσε ένα ενιαίο πλαίσιο, την ίση μεταχείριση όσον αφορούσε τις διακοπές, την εβδομάδα 40 ωρών σε πέντε ημέρες (ελεύθερο το σάββατο), τη μείωση των υποχρεωτικών υπερωριών. Τον μάρτιο μια αναποτελεσματική συμφωνία οριοθετούνταν, και το συνδικάτο υπέστη έντονη την κριτική των εργατών. Οι εργάτες της Fiat ξεκίνησαν αυτόνομες μορφές αγώνα, μέχρι να φτάσουν, στα μισά του μήνα, να ξεκινήσουν μια απεργία μέχρις εσχάτων που μέσα σε σύντομο χρονικό διάστημα γενικεύτηκε σε όλα τα συνεργεία και τα εργαστήρια του Mirafiori, αλλά και σε άλλα τμήματα. Καθημερινά οι εσωτερικές πορείες σάρωναν τα εργαστήρια αλλά, παρόλα αυτά, στις 27, κυκλοφόρησε η φήμη μιας συμφωνίας που ήταν ανεπαρκής αν σκεφτείτε τον αριθμό των ωρών απεργίας (πάνω από 170) που δαπανήθηκαν ήδη από τους εργάτες. Το πρωί της 29 οι επαναστατικές ομάδες -ιδιαίτερα η Lotta continua και η Potere operaio- παρουσιάστηκαν στις πόρτες με φυλλάδια που μιλούσαν για επαναδρομολόγηση της μέχρις εσχάτων απεργίας. Αλλά όταν οι εργάτες μπήκαν μέσα, εκείνο το πρωί, το κλίμα ήταν βαρύτερο από το προβλεπόμενο. Και, λίγο μετά την είσοδο της βάρδιας άρχισαν να φθάνουν έξω τα νέα σχετικά με το γεγονός ότι στο εσωτερικό αποφασίζονταν η κατάληψη.

Σχετική εικόνα

Αργότερα, ενώ η εφημερίδα «La Stampa» ανακοίνωνε ότι είχε συναφθεί η συμφωνία, οι εργάτες έβγαιναν έξω για να στήσουν τις κόκκινες σημαίες στις πύλες. Οι οργανωτικές μορφές της κατάληψης παρέμεναν μυστηριώδεις για όλους, ίσως για τους ίδιους εργαζόμενους. Αλλά σίγουρα εκεί μέσα κάτι πολύ σημαντικό συνέβαινε: η νέα κοινωνική σύνθεση των εργατών έφερνε μέσα στο εργοστάσιο μοντέλα συμπεριφορών που πλέον δεν είχαν καμία σχέση με την παράδοση του κομμουνιστικού κινήματος. Αυτά τα πρότυπα συμπεριφοράς προήλθαν από την καθημερινή ζωή των προλετάριων νέας γενιάς. Όχι πλέον νότιοι μετανάστες χωρίς ρίζες στη μητρόπολη, αλλά νέοι από το Τορίνο και το Πιεμόντε που είχαν περάσει από το σχολείο, εκπαιδεύτηκαν και σχηματίστηκαν μέσα στο κλίμα των σχολικών και φοιτητικών αγώνων και των εμπειριών συνεύρεσης της γειτονιάς. Η κατάληψη του Μιραφιόρι αποτελεί την πρώτη εκδήλωση του νεανικού προλεταριάτου που ζούσε την διαδικασία απελευθέρωσης, που θα αποτελέσει το κοινωνικό δίκτυο, το κοινωνικό πλέγμα που θα οδηγούσε τους αγώνες των επόμενων ετών, μέχρι την έκρηξη του 1977.Αποτέλεσμα εικόνας για occupazione mirafiori 1973

Μέσα στην εμπειρία της κατάληψης του Mirafiori προέκυψε η ριζοσπαστικότητα μιας συνειδητής άρνησης της εργασιακής παροχής υπηρεσιών.Η άρνηση της εργασίας είχε γίνει συνειδητό κίνημα, αλλά δεν μπορούσε να συστήσει το οργανωτικό του σύστημα μέσα στο εργοστάσιο.Στις ημέρες της κατάληψης το Mirafiori ήταν σαν μια μικρή απόρθητη πόλη, και το κράτος ήταν προσεκτικό να μην παρέμβει με οποιονδήποτε τρόπο. Όμως εκείνη η μικρή πόλη ξαφνικά ήταν άχρηστη, το αφεντικό είχε λυγίσει, οι εργάτες είχαν επαναβεβαιώσει την αλλοτριότητα τους σε οποιαδήποτε συμφωνία, επιβάλλοντας παράλληλα ένα σημαντικό βήμα προς τα εμπρός σε βασικά ζητήματα της ισότητας (διακοπές, ταξινόμηση, μείωση των υπερωριών). Όμως το πρόβλημα μεταφέρθηκε σε ένα ευρύτερο πλαίσιο. Το κίνημα έπρεπε να εκφράσει μια άλλη κατεύθυνση-διεύθυνση και νέους ορίζοντες. Οι πρώτες ενδείξεις της κρίσης, επιταχυνόμενες από την άνοδο της τιμής του πετρελαίου, έφεραν νέους παράγοντες στη σκηνή, νέους παίκτες: πληθωρισμός, ανεργία, περιθωριοποίηση ολόκληρων τομέων, επέκταση του κύκλου μαύρης εργασίας: αυτές ήταν οι μορφές μιας διαδικασίας μητροπολιοποίησης που άρχισε να εμφανίζεται στο προσκήνιο. Οι κραυγές δίχως νόημα, δίχως πλέον συνθήματα, δίχως πλέον απειλές ούτε υποσχέσεις των νεαρών εργατών με το κόκκινο μαντήλι που ήταν δεμένο γύρω από το μέτωπο, οι πρώτοι ινδιάνοι μητροπολιτάνοι, εκείνες οι κραυγές ανακοίνωναν πως μια νέα εποχή ανοίγονταν για το επαναστατικό κίνημα στην Ιταλία.

Σχετική εικόνα

Μια φάση χωρίς προοδευτικές ιδεολογίες ούτε εμπιστοσύνη στον σοσιαλισμό, χωρίς καμία αγάπη για το δημοκρατικό σύστημα, αλλά και χωρίς σεβασμό στους μύθους της προλεταριακής επανάστασης, έδειχνε τις προοπτικές της.Ήταν μέσα σε αυτή την αλλαγή σκηνικού που πήρε μορφή το νέο πολιτικό-πολιτιστικό φαινόμενο της εργατικής αυτονομίας. Autonomia operaia ήταν μια έκφραση που χρησιμοποιούνταν ευρέως στη γλώσσα της συνδικαλιστικής οργάνωσης και των ομάδων. Ήταν μια διατύπωση που αναφέρεται σε εκείνη της συνδικαλιστικής αυτονομίας, η ανεξαρτησία της οργάνωσης του συνδικάτου από το παιχνίδι των πολιτικών κομμάτων ήταν μια σημαντική αρχή κατά τη δεκαετία του εξήντα, αλλά περιελάμβανε στοιχεία ασάφειας, εξάρτησης σε συμβασιακές διαπραγματεύσεις, αποπολιτικοποίησης του αγώνα των εργατών.  Εργατική αυτονομία ήθελε να πει κάτι περισσότερο: αυτό σήμαινε την αυτοοργάνωση των αγώνων έξω από τη διαχείριση των συνδικάτων και τις πολιτικές λογικές. Αλλά το 1973 η έκφραση «εργατική αυτονομία» άρχισε να σημαίνει κάτι νέο, κάτι πιο ριζοσπαστικό: Άρχισε να σημαίνει ότι η εργατική ύπαρξη, η προλεταριακή αλληλέγγυα κοινότητα μπορεί να οργανώσει κοινωνικές συνθήκες ανταλλαγής, παραγωγής και συνύπαρξης αυτόνομες από την αστική νομιμότητα . Αυτόνομες από το νόμο της ανταλλαγής, από το νόμο της παροχής χρόνου, από το νόμο της ιδιωτικής ιδιοκτησίας. Η αρχή της αυτονομίας έλαβε το πλήρες ετυμολογικό της νόημα: η προλεταριακή κοινωνικότητα ορίζει τους δικούς της νόμους και ασκεί την πρακτική τους στο έδαφος που έχει καταληφθεί στρατιωτικά από την μπουρζουαζία.

Σχετική εικόνα

Η αρχή αυτή εξαπλώθηκε ταχέως και καθόρισε την κρίση και την περιθωριοποίηση των εξωκοινοβουλευτικών ομάδων. Μεταξύ των επαναστατικών ομάδων, κάποιες αντιλήφθηκαν το νόημα αυτής της κρίσης. Η Ομάδα Gramsci (παρούσα στο Μιλάνο, μεταξύ των διανοουμένων, των καθηγητών, των εργατών στη Βόρεια ζώνη και στο Varese) εδώ και αρκετό καιρό επέκρινε τη μορφή της οργανωμένης ομάδας, του λενινιστικού τρόπου να ασκείται η ηγεσία, και έψαχνε μορφές οργάνωσης βάσης που να προαναγγέλλουν μια διαδρομή απελευθερωμένης κοινωνικότητας. Η Potere operaio άντλησε το μάθημα του Mirafiori και λίγους μήνες μετά τον μάρτη του Τορίνο αποφάσισε τη διάλυση της ομάδας. Επίσης μέσα στη Lotta continua ξεκίνησε μια διαδικασία διασποράς και αποσύνθεσης που θα κορυφωθεί τον οκτώβρη του ’76.  Το νούμερο της εφημερίδας «Potere Operaio» που ανακοινώνει τον Νοέμβριο την διάλυση της ομάδας ξεκινάει από το μάθημα του Mirafiori: «Στις 29- 30 μαρτίου στο Mirafiori, στη Rivalta, σε όλα τα τμήματα της Fiat η απεργία μέχρι τέλους μετατρέπεται σε ένοπλη κατοχή. Είναι μέσα σε αυτή τη μορφή που στους εργάτες αποκαλύπτεται η επικαιρότητα της άμεσης άσκησης της εξουσίας ενάντια στο σύνολο των κατασταλτικών-καταπιεστικών καταστάσεων που εφαρμόζουν τα αφεντικά και τα συνδικάτα από το σεπτέμβριο του ’69 μέχρι σήμερα. Το κόμμα του Mirafiori σχηματίζεται για να δείξει την καπιταλιστική αδυναμία χρήσης των μέσων καταστολής και αναδιάρθρωσης […]».

Σχετική εικόνα

https://www.academia.edu/28083383/Nanni-Balestrini-Primo-Moroni-L-Orda-d-Oro-1968-1977-la-grande-ondata-rivoluzionaria-e-creativa-politica-ed-esistenziale.pdf