μεγαλείο χαρακτήρα!, grandezza carattere !

Ο μαχόμενος δημοσιογράφος. Συνέντευξη στον Claudio Locatelli

Claudio Locatelli, Τριάντα ετών, από το Curno στην επαρχία Μπέργκαμο, είναι ένας από τους διεθνείς μαχητές που εντάχθηκαν στις κουρδικές τάξεις των YPG για να πολεμήσουν εναντίον του ISIS. Ήταν από τους απελευθερωτές της Raqqa στη Συρία: με τα όπλα στο χέρι αντιμετώπισε τους πολιτοφύλακες του Χαλιφάτου και όταν μπορούσε γύριζε σκηνές αγώνα, παρέχοντας έτσι μια πολύτιμη άμεση δημοσιογραφική μαρτυρία στο πεδίο των μαχών. Ήταν στην Tabqa που τον ονόμαζαν «δημοσιογράφο – μαχητή». Είναι επίσης ο συντάκτης του βιβλίου «No surrender», που γράφτηκε σε συνεργασία με τον Alberto Marzocchi και συνεχίζει να διαδίδει και να ευαισθητοποιεί για την υπόθεση ενάντια στη  νοοτροπία του τρόμου, της κουρδικής αντίστασης και της επανάστασης στη Rojava στη σελίδα: https://www.facebook.com/Claudio-Locatelli-Il-giornalista-combattente-1918536748367010/

Locatelli, από τι γεννήθηκε αυτή η δραστική επιλογή να ενταχθείτε με τους κούρδους για να πολεμήσετε τους τζιχαντιστές στη Μέση Ανατολή;

Πρώτον, για έναν λόγο συνέπειας: δεν μπορούμε πάντα να ισχυριζόμαστε ότι είμαστε ενάντια στα κακά του κόσμου και στη συνέχεια να μην κάνουμε τίποτα γι ‘αυτό. Πρώτα απ ‘όλα πρέπει να βάλουμε τα χέρια μας στη λάσπη, να βουτήξουμε στην πρώτη γραμμή. Για να αλλάξουμε τα πράγματα πρέπει να εργαστούμε σε πρώτο πρόσωπο, να αντιμετωπίσουμε τα προβλήματα: λάβετε υπ όψιν για παράδειγμα ότι βρισκόμουν ήδη στο μέτωπο του σεισμού στην Amatrice, ακόμη νωρίτερα στην Εμίλια και στο Abruzzo και στο Veneto μετά την πλημμύρα. Ο δεύτερος λόγος είναι πιο συναισθηματικός: το 2014 υπήρξε εκείνο το μεγάλο κύμα βιαιοτήτων που μετατράπηκε σε μια γενοκτονία εις βάρος των γυναικών Yazidi. Εντυπωσιάστηκα πολύ από τις εικόνες που διοχέτευσαν οι ειδήσεις στην τηλεόραση, όπου υπήρχε ένας ολόκληρος λαός στο Σενγκάλ, μια πόλη που βρισκόταν στην ορεινή περιοχή με το ίδιο όνομα στο Ιράκ, η οποία δέχτηκε επίθεση από το Isis. Στη συνέχεια, το 2015 πήγα ως διεθνής παρατηρητής κατά τη διάρκεια του Νεβρόζ, κουρδικοί εορτασμοί, στην κουρδική πρωτεύουσα Ντιγιαρμπακίρ της Τουρκίας και συνάντησα εκεί στα στρατόπεδα Yazidi ολόκληρες οικογένειες προσφύγων, στις οποίες, όμως, έλειπαν οι κόρες. Αυτές είχαν απαχθεί και εξαναγκάστηκαν να γίνουν σκλάβες του σεξ από τους άνδρες του Χαλιφάτου, κατάλληλες μόνο στην ευχαρίστηση εκείνων των θηρίων: για μένα όλα αυτά ήταν ανυπόφορα. Αυτός ο τρόπος σκέψης, η ιδέα ότι υπήρχαν ακόμα οργανωμένες πραγματικότητες που έβλεπαν τις γυναίκες σαν αντικείμενα, σαν δευτερεύουσες πραγματικότητες για μένα δεν ήταν πλέον αποδεκτό. Αυτοί οι λόγοι με έσπρωξαν να διακινδυνεύσω τη ζωή μου σε πρώτο πρόσωπο. Θέλω όμως να διευκρινίσω ότι το ISIS δεν είναι μόνο μια τρομοκρατική ομάδα. Το Isis είναι φασισμός, είναι σεξισμός, είναι θρησκευτικός ριζοσπαστισμός, είναι η ιδέα πως μπορούν να χρησιμοποιήσουν τη βία στην πολιτική, με λίγα λόγια, όλα αυτά τα πράγματα κατά των οποίων έχω αγωνιστεί πάντα στη ζωή μου, προφανώς όχι με το καλάσνικοφ στο χέρι, ενώ στη Συρία ήταν καθήκον να το κάνω και με αυτό τον τρόπο.

Γιατί γοητευτήκατε τόσο πολύ από το κουρδικό ζήτημα και ιδιαίτερα από τις Ypg;

Εκτός από το να πολεμούμε ενάντια σε κάτι πρέπει πάντα να παλεύουμε για κάτι: ας το παραδεχτούμε, δεν θα είχα κατέβει να θέσω σε κίνδυνο τη ζωή μου μόνο και μόνο για την καταπολέμηση του ισλαμικού κράτους, το έκανα και για να φέρω κάτι καλύτερο. Οι YPG, οι YPJ, οι αντρικές μονάδες και οι γυναικείες μονάδες της πρώτης αντίστασης της Kobane το 2015, είναι ίσως ο κύριος λόγος για τον οποίο αποφάσισα να πολεμήσω. Ήταν και εξακολουθούν να είναι μια ελπίδα για ολόκληρο τον κόσμο. Όταν στις 17 του οκτωβρίου 2017 έπεσε η Raqqa, δεν υπήρξε ένας άνθρωπος στον κόσμο που δεν χάρηκε, που δεν ήταν περήφανος για το αίμα των νεκρών συντροφισσών και συντρόφων μου που έπεσαν για να την απελευθερώσουν και να ελευθερώσουν ως εκ τούτου ολόκληρο τον κόσμο. Το κουρδικό ζήτημα εμπλέκεται σε αυτό, οι κούρδοι είναι ο πρώτος καταπιεσμένος λαός, χωρίς εδαφικότητα, έδωσαν τα πάντα για μας. Θυμάμαι ότι η μάχη τους εναντίον του ISIS είναι μια μάχη για ολόκληρο τον κόσμο. Επί πλέον υπάρχει η επανάσταση για τις γυναίκες, μια επανάσταση που ο κουρδικός λαός στην Rojava οδηγεί με αποφασιστικότητα και δύναμη.

Επί του παρόντος, τα φώτα της δημοσιότητας των μέσων μαζικής ενημέρωσης επάνω στα συριακά γεγονότα φαίνεται να έχει σκιάσει, σαν να έχει τελικά ηττηθεί οριστικά το ISIS, και παρ ‘όλα αυτά συνεχίζονται οι μάχες, έτσι δεν είναι;

Ακριβώς, απολύτως! Πρώτα απ ‘όλα θα ήθελα να σας υπενθυμίσω ότι το Isis δεν νικήθηκε ως νοοτροπία, στην πραγματικότητα είναι πρωτίστως ένας τρόπος σκέψης. Ένας εξτρεμιστικός τρόπος που θα ήθελε τη γυναίκα μόνο στην κουζίνα, μια στάση, μια συμπεριφορά, μια οπτική των πραγμάτων που ο καθένας και από από εμάς θα μπορούσε να αναλάβει. Θυμάμαι ότι οι ευρωπαίοι τρομοκράτες που εντάχθηκαν στο ISIS, συχνά άνθρωποι απροσάρμοστοι, ήταν υποκείμενα με αυτή τη νοοτροπία. Οπότε αυτή η φάση εξακολουθεί να υπάρχει εκεί πέρα. Αντίθετα, στρατιωτικά αντιστέκεται στο Αφγανιστάν και τη Λιβύη, υπάρχουν κύτταρα στη Βοσνία και την Αλβανία και μικρότερα στην Ιταλία, το Βέλγιο, τη Γαλλία και το Λίβανο. Θυμάμαι ότι μόνο πριν από δύο μήνες οι ιταλικές μυστικές υπηρεσίες οδήγησαν σε 14 συλλήψεις μεταξύ των δικτύων τζιχαντιστών. Στο Udine ένα αγοράκι παραλίγο να τινάξει στον αέρα τον εαυτό του σε ένα γυμνάσιο. Το Isis εξακολουθεί να υπάρχει, αλλά με διαφορετικό τρόπο. Έχουμε εξολοθρεύσει το κύριο στρατιωτικό κέντρο τους, αλλά πρέπει ακόμα να πολεμήσουμε σε υψηλά επίπεδα. Στη Συρία, στην περιοχή του Ευφράτη, στα σύνορα με το Ιράκ, αναμένουμε να συλλάβουμε τον Abū Bakr al-Baghdādī ήτοι τον ιδρυτή του Isis τους προσεχείς μήνες. Ήδη τον περασμένο μήνα συλλάβαμε τον εκπρόσωπό τους και ακόμη νωρίτερα έναν από τους αρχιτέκτονες της επίθεσης της 11ης σεπτεμβρίου, που κατέληξε στις φυλακές του Assad και στη συνέχεια στρατολογήθηκε με το Χαλιφάτο. Συνεχίζουμε να αγωνιζόμαστε, πολεμούμε, παρά το γεγονός ότι ο κόσμος στράφηκε προς την άλλη πλευρά. Η άλλη ζώνη μάχης στη Συρία αυτή τη στιγμή είναι η ερημική περιοχή, όπου βρίσκονται μικρά χωριά. Σήμερα είναι εκεί ο Botan, ένα αγόρι από τη Varese με τον οποίο πολέμησα στην Raqqa, ο Paolo «Azadi» και πολλοί άλλοι σύντροφοι μου συμπολεμιστές.

Από τα διαρρεύσαντα νέα, φαίνεται ότι οι στρατιώτες του Χαλιφάτου είχαν εξειδικευμένα, σύγχρονα όπλα, ποιοι τους τα προμηθεύουν;

Το Isis ή το Daesh υποστηρίχθηκε από τα ταμεία της Σαουδικής Αραβίας και του Quatar. Θυμάμαι λοιπόν ότι αρχικά οι ΗΠΑ και η Ευρώπη χρηματοδότησαν επίσης τζιχάντ ομάδες ενάντια στον Assad. Ορισμένα από τα χρήματα που προέρχονται από τους φόρους μας και από τους υπόλοιπους ευρωπαίους φορολογούμενους κατέληξαν επίσης σε αυτές τις ομάδες, μερικές από τις οποίες έφτασαν στη συνέχεια να ενωθούν με το ISIS. Όταν κάποιος λέει ότι η Αμερική έχει δημιουργήσει το ISIS, είναι λάθος: μάλλον είναι σωστό να πούμε ότι η Αμερική δημιούργησε το υπόβαθρο από το οποίο γεννήθηκε το ISIS. Πρέπει επίσης να προσθέσουμε ότι το Χαλιφάτο έχει ισχυρές διεθνείς ρίζες, καταφέρνει να αποκτά «ισλαμικές δωρεές» από διάφορα μέρη του κόσμου. Όσον αφορά τα όπλα, μπορώ να σας πω ότι, ενώ για παράδειγμα στη Raqqa εμείς χρησιμοποιούσαμε drones με απλές κάμερες, το ISIS χρησιμοποίησε οπλισμένα drones, έκαστο των οποίων έχει κόστος περίπου 60.000 ευρώ. Ας μιλήσουμε λοιπόν για τα τεράστια χρηματικά διαθέσιμα.

Οι αμερικανοί που είχαν κάποτε βοηθήσει την κουρδική επίθεση, φαίνεται να έχουν παρατήσει τους συμμάχους τους: τι σου ανέφεραν οι σύντροφοί σου σχετικά με αυτό;

Οι αμερικανοί υπήρξαν ναι σύμμαχοι μας,αλλά μόνο στρατιωτικά. Ποτέ δεν αποδεχθήκαμε κάποιον πολιτικό συμβιβασμό στην επανάσταση της Rojava. Θυμάμαι ότι ακόμη και ο Κάστρο στην πρώτη φάση της επανάστασης του στην Κούβα άντλησε κεφάλαια που είχαν συγκεντρωθεί στις ΗΠΑ. Στην αρχική φάση μια επανάσταση δεν μπορεί να διατηρηθεί χωρίς συμμάχους. Γνωρίζουμε πολύ καλά ότι η Αμερική δεν είναι σύμμαχος εμπιστοσύνης. Αν είχατε τον τρόπο να διαβάσετε το βιβλίο μου, θα είχατε διαβάσει ότι ακόμα και προτού επαληθευτεί αυτό, γνωρίζαμε ότι εκείνη που αποκαλούσα «ημέρα προδοσίας» θα έρθει: όχι επειδή είμαστε προφήτες, αλλά επειδή γνωρίζουμε να διαβάζουμε την ιστορία, ήταν σαφές ότι θα γίνονταν αυτό. 

Οι αμερικανοί ήταν η αεροπορία μας ενάντια στους ισλαμιστές τρομοκράτες, αλλά δεν υπήρξαν τέτοιοι στην Αφρίν. Στις 18 μαρτίου η ελεύθερη πόλη μας έπεσε, εισέβαλε πίσω από τις πλάτες μας η Τουρκία. Οι αμερικανοί μας εγκατέλειψαν, αφήνοντάς τους να εισβάλουν στα μέρη μας μετά από έναν ανταρτοπόλεμο δύο μηνών, που διεξήχθη εναντίον ενός στρατιωτικού συνόλου που είχε εξοπλισμό που δεν μπορούσαμε να αντιμετωπίσουμε. Εκεί χάσαμε εκατοντάδες συντρόφους και συντρόφισσες. Ένα πράγμα που μπορώ να προσθέσω είναι ότι επί του παρόντος μια άλλη θέση είναι εκείνη της Γαλλίας, η οποία θέλει να αποκαταστήσει μια παγκόσμια σύλληψη-επιρροή ισχυρής γεωπολιτικής. Έχουν αναπτύξει στρατεύματα στο έδαφος, τα οποία δεν χρησιμοποιούν. Συντονίζονται μαζί μας από την άποψη της εφοδιαστικής, αλλά δεν κάνουν τίποτα αυτή τη στιγμή. Ελπίζουν ότι από τη στιγμή που θα φύγουν οι αμερικανοί θα μπορούν να πάρουν τον έλεγχο της περιοχής υφαίνοντας μια συμμαχία μαζί μας. Είμαστε πολύτιμοι τόσο για τους αμερικανούς όσο και για τους γάλλους, επειδή αποτελούμε την τελευταία σταθερή πραγματικότητα ενάντια στο ισλαμικό κράτος, δεν στεκόμαστε στο πλευρό του Άσαντ που δεν είναι σύμμαχός μας, αλλά δεν είναι ούτε και εχθρός μας.

Αυτή τη στιγμή, απ’ ότι γνωρίζετε, πόσοι ιταλοί είναι στρατευμένοι και πολεμούν ανάμεσα στις κουρδικές γραμμές;

Μπορώ να σου πω ότι από το 2015 περίπου είκοσι ιταλοί έχουν συμμετάσχει στην επίθεση εναντίον του ISIS με το κουρδικό στρατό. Υπήρχαν τέσσερις από εμάς στη Raqqa: εγώ, ο Botan, ένα αγόρι από το Τορίνο και ένα άλλο αγόρι από τη Senigallia.

Θα ξαναφύγεις για το μέτωπο;

Έδωσα την συμβολή μου, θέτοντας τη ζωή μου σε κίνδυνο, αλλά η μάχη δεν σταματά στο πεδίο. Προς το παρόν προσπαθώ να διαθέσω τις ικανότητές μου, τα μέσα επικοινωνίας μου για να υποστηρίξω την υπόθεση. Αλλά αν η Τουρκία επιτεθεί σε ολόκληρη την επανάσταση μας, ειδικά αν επιτεθεί για να πάρει την Qamişlo, που για μένα είναι πολύ συμβολική επειδή είναι η μεγαλύτερη πόλη που έχουμε, αν δεν ήταν απλώς μια χαμένη μάχη, αλλά ολόκληρη η επανάσταση να καταρρέει, δεν ξέρω αν θα μπορούσα να μείνω εδώ να παρακολουθώ.

Μια τελευταία ερώτηση, διαφορετικού χαρακτήρα από τις προηγούμενες: σε περισσότερες από μία συνεντεύξεις, ο δημοσιογράφος σε υπηρεσία σας ρώτησε αν έχετε σκοτώσει εχθρούς. Ίσως ελπίζοντας στoν εντυπωσιασμό sensazionalità μιας απάντησης, προσποιούμενος πως ξεχνά ότι στον πόλεμο δεν πηγαίνει κάποιος για να παίξει;

Ακριβώς, συχνά θέτοντας μου τέτοιες ερωτήσεις αναζητούν τον εντυπωσιαμό, ξεχνώντας ότι είναι ένας πόλεμος. Όπως έχω πει επανειλημμένα, σιχαίνομαι τον πόλεμο: πρέπει πάντα να αποφεύγεται ως αποτυχία κάθε διπλωματίας. Βεβαίως, η κατοχή, η ζωή σε καταπίεση δεν αποτελεί εναλλακτική λύση, όπως δεν αποτελεί εναλλακτική να αφήνεις εκατοντάδες χιλιάδες γυναίκες να πεθάνουν. Δεν νομίζω λοιπόν ότι είναι μια κατάλληλη ερώτηση: δεν είναι ένα παιχνίδι, δεν βρεθήκαμε εκεί για να παίξουμε. Ήταν μια θυσία που κάναμε και πολλοί από μας πέθαναν.

Θα ήθελα να διευκρινίσω ότι δύο εμπνευσμένες προσωπικότητες της διαδρομής μου ήταν ο Νέλσον Μαντέλα και ο Φιντέλ Κάστρο. Το 2008 είχα δώσει το λόγο μου ότι θα πήγαινα στην κηδεία και των δύο και έτσι έγινε. Το 2013 ήμουν στην κηδεία του Μαντέλα και το 2016 σε εκείνη του Κάστρο. Αυτό για να εξηγήσω ποια είναι η ψυχολογική και πολιτική μου πορεία, και πώς έφτασα να επιλέξω να αφιερώσω τη ζωή μου σε κάτι τόσο βαθύ όπως εκείνο για το οποίο μιλήσαμε.

 – © Αναπαραγωγή δυνατή κατόπιν ρητής συναίνεσης της σύνταξης του CONTROPIANO

Τελευταία μετατροπή: STAMPA

διανόηση

Πέθανε ο Domenico Losurdo, φιλόσοφος και μαρξιστής

Εδώ δημοσιεύουμε τη μνήμη του Δικτύου των Κομμουνιστών και του Stefano G. Azzarà, ο οποίος σπούδασε και εργάστηκε με τον Losurdo.

Ο θάνατος του λόγιου, του ακαδημαϊκού, του συντρόφου Domenico Losurdo, είναι μια απώλεια που βαραίνει. Ειδικά σε μια ιστορική φάση, όπως αυτή στην οποία ζούμε, όπου οι λόγοι και οι αιτίες για την εναλλακτική λύση, την κοινωνική λύτρωση και την απελευθέρωση από την μισθωτή εργασία φαίνονται θολές και χαμένες κάτω από το βάρος και την προφανή διάχυση της αστικής επίθεσης.

Ο Losurdo ήταν ένας κομμουνιστής διανοούμενος με τα όλα του. Ο Losurdo υπήρξε ένας επιστήμονας της θεωρίας ο οποίος – ως υλιστής και, επομένως, ως αυθεντικός μαρξιστής – δεν έβγαλε ποτέ το καπέλο του μπροστά στις κυρίαρχες ιδεολογίες και τις γιγαντιαίες μορφές άσκησης και εντολής τους, επιβολής τους. Ποτέ μπανάλ, ποτέ κοινότυπος, ποτέ συνηθισμένος, ποτέ δογματικός, ποτέ ιμπρεσιονιστικός απέναντι στο κοινωνικό θέμα που μελέτησε, ερμήνευσε και, όταν είναι απαραίτητο, με σοφία απομυθοποίησε. Στο πλαίσιο αυτό, ο Domenico Losurdo συνέβαλε σημαντικά στη γενικότερη διαδικασία της κριτικής του φιλελευθερισμού σε όλες τις ποικίλες παραστάσεις του και του καπιταλισμού. Από τη φιλοσοφική και την ιστορική πλευρά η μελέτη και η αυστηρή έρευνα του Losurdo συνέβαλαν στην διάλυση, στην αποδόμηση κάποιων (ισχυρών) καπιταλιστικών αφηγήσεων πάνω σε θέματα και κομβικά σημεία θεμελιώδους σημασίας όχι μόνο για να κομματιάσει, να αποσυνθέσει το ιδεολογικό σύστημα της κυρίαρχης σκέψης αλλά και για να διατηρήσει ανοικτό – επάνω σε όλο το τόξο των αντιθέσεων – τον δρόμο της κοινωνικής αλλαγής, της εναλλακτικής στο σύστημα και του σοσιαλισμού.

Στα κείμενά του, η προσπάθεια, η ώθηση για αλλαγή και στην ανάγκη για επαναστατική ρήξη είναι πάντα παρούσα χωρίς να ξεχνά ποτέ την ιστορία, την εποποιία, αλλά και την ανάγκη μια ισορροπίας του διεθνούς κομμουνιστικού κινήματος και μερικών από τους μεγάλους εκφραστές του που σημάδεψαν, σε κάθε περίπτωση, την σύγχρονη εποχή μας.

Τα έργα που έχει συντάξει και η μελέτη που συσσωρεύτηκε εδώ και δεκαετίες, είναι τεράστια, τόσο στην Ιταλία όσο και σε άλλες χώρες. Δεν είναι τυχαίο το γεγονός ότι ο Domenico Losurdo εκτιμήθηκε και από εκείνους που, αν και από θεωρητικές θέσεις μακρινές από τον μαρξισμό, αναγνώριζαν την ποιότητα και τη σοβαρότητα της ιδεολογικής και πνευματικής συμβολής του Domenico.

Τώρα είναι η στιγμή του πένθους και των συλλυπητηρίων αλλά θα επιστρέψουμε, με πιο συστηματικό τρόπο, στην συμβολή που επεξεργάστηκε ο Losurdo με την ελπίδα να διατηρηθεί ζωντανή η «μάχη των ιδεών» και ο σε βάθος αγώνας ενάντια σε κάθε προσπάθεια επιβεβαίωσης του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής ως «τέλος της ιστορίας».

Rete dei Comunisti Δίκτυο Κομουνιστών

*****

Από την συνέντευξη που κλείνει το βιβλίο μου “L”humanité commune: Dialectique hégélienne, critique du libéralisme et reconstruction du matérialisme historique chez Domenico Losurdo” (Delga, Paris 2012).

Ευχαριστώ για όλα.
_________________

Azzarà. Πώς αυτή η θεωρητική αδυναμία επάνω στο κράτος επηρεάζει την κατάσταση της σημερινής αριστεράς; Η Ευρώπη έρχεται αντιμέτωπη σήμερα με επιβλητικούς μετασχηματισμούς που αλλάζουν το πρόσωπο του κόσμου. Οι μετασχηματισμοί αυτοί αφορούν τις διεθνείς ισορροπίες δυνάμεων σε πολιτικό και οικονομικό επίπεδο, αλλά και την ισορροπία μεταξύ Κράτους και αγοράς, τη φύση της δημοκρατίας, τις μεγάλες μεταναστεύσεις. Η αριστερά δεν φαίνεται να έχει σήμερα ούτε ιδέες, ούτε πολιτικές προοπτικές.

Losurdo. Με την κρίση πρώτα και μετά με την κατάρρευση του «υπαρκτού σοσιαλισμού», στη Δύση και στην Ιταλία ειδικότερα, η αριστερά έχασε κάθε πραγματική αυτονομία. Σε ιστορικό επίπεδο ουσιαστικά συνήγαγε από τους νικητές την ιστορική αξιολόγηση του εικοστού αιώνα. Δύο είναι τα κεντρικά σημεία αυτής της εκτίμησης: για ένα μεγάλο μέρος της ιστορίας της, η σοβιετική Ρωσία είναι η χώρα της φρίκης και ακόμη και της εγκληματικής τρέλας. Όσον αφορά την Κίνα, η τεράστια οικονομική ανάπτυξη που σημειώθηκε από τα τέλη της δεκαετίας του ’70 δεν έχει καμία σχέση με τον σοσιαλισμό, αλλά μπορεί να εξηγηθεί μόνο από τη μετατροπή της μεγάλης ασιατικής χώρας στον καπιταλισμό. Ξεκινώντας από αυτούς τους δύο ακρογωνιαίους λίθους, κάθε προσπάθεια να οικοδομηθεί μια μετα-καπιταλιστική κοινωνία γίνεται αντικείμενο ολικής κατεδάφισης ή ακόμη και ποινικοποίησης, και η μοναδική πιθανή σωτηρία έγκειται στην υπεράσπιση ή την αποκατάσταση του καπιταλισμού. Είναι παράδοξο, αλλά ακόμη και με αποχρώσεις και μερικές φορές κρίσεις- αξιολογήσεις και απόψεις διαφορετικές, αυτή η εκτίμηση συχνά προσυπογράφεται από την αριστερά, συμπεριλαμβανομένης της «ριζοσπαστικής».
Ακόμη πιο σοβαρή είναι η υποτέλεια την οποία δείχνει η αριστερά πιο συγκεκριμένα σε θεωρητικό επίπεδο. Αναλύοντας τη μεγάλη ιστορική κρίση που αναπτύσσεται στον εικοστό αιώνα, η κυρίαρχη ιδεολογία προσεκτικά αποφεύγει να μιλάει για καπιταλισμό, σοσιαλισμό, αποικιοκρατία, ιμπεριαλισμό, μιλιταρισμό. Αυτές οι κατηγορίες θεωρούνται υπερβολικά χυδαίες. Οι τρομερές συγκρούσεις και οι τραγωδίες του Εικοστού αιώνα αντιθέτως ερμηνεύονται με την εμφάνιση «πολιτικών θρησκειών» («Voegelin»), «ιδεολογιών» και «ολοκληρωτικών μορφών σκέψης» (Bracher), «φιλοσοφικού absolutism» ήτοι «επιστημολογικού ολοκληρωτισμού» «(Kelsen), της αξίωσης του  »ολικού οράματος» και της « ολικής γνώσης » που ήδη στον Μαρξ παράγει τον  »φανατισμό της βεβαιότητας» (Jaspers), της « αξίωσης ολικής εγκυρότητας » που προωθήθηκε από τις ιδεολογίες του εικοστού αιώνα (Arendt).

Αν αυτή είναι η προέλευση της ασθένειας του εικοστού αιώνα, το φάρμακο είναι έτοιμο: αρκεί μια ένεση «αδύναμης σκέψης», «σχετικισμού» και «μηδενισμού» (σκέφτομαι τον Vattimo της δεκαετίας του 80). Με τον τρόπο αυτό, όχι μόνο η αριστερή συνεισφέρει σημαντικά στην κατάργηση των θεμελιωδών κεφαλαίων της ιστορίας: οι σφαγές και οι αποικιακές γενοκτονίες θεωρητικοποιήθηκαν ήσυχα και τέθηκαν σε εφαρμογή σε μια περίοδο που ο φιλελευθερισμός συνδυάστηκε συχνά με τον εμπειρισμό και την προβληματική, ακόμη και πριν από την έλευση της δυνατής σκέψης του δέκατου ένατου αιώνα, ο πρώτος παγκόσμιος πόλεμος επέβαλε με τον τρόμο σε ολόκληρο τον ενήλικο αρσενικό πληθυσμό την διαθεσιμότητα και την ετοιμότητα να σκοτώσει και να σκοτωθεί.

Επιπλέον, ο Nietzsche συχνά γιορτάζεται ως κατ ‘εξοχήν ιατρός της ασθένειας του εικοστού αιώνα, στον οποίον αποδίδεται ο έπαινος ότι είχε αντιταχθεί σε «ένα ψεύδος που διαρκεί εδώ και χιλιετίες» και προσθέτει: «Ανακάλυψα εγώ πρώτος την αλήθεια, ακριβώς επειδή αισθάνθηκα πρώτος το ψέμα ως ψέμα, το μυρίστηκα » (Ecce homo, Γιατί είμαι ένα πεπρωμένο, 1). Η ιδέα της αλήθειας είναι τόσο εμφατική, ώστε όσοι είναι απρόθυμοι να την δεχτούν πρέπει να θεωρηθούν παράφοροι, τρελοί: ναι, πρέπει να τελειώνουμε με τις «πνευματικές ασθένειες» και με το «ψυχιατρείο ολόκληρων χιλιετιών» (The Antichrist, § 38). Από την άλλη πλευρά, ο υποτιθέμενος πρωταθλητής της «αδύναμης σκέψης» και του «σχετικισμού» δεν διστάζει να ξεστομίζει συνθήματα τελεσίγραφα: υπεράσπιση της δουλείας ως αναπόφευκτη θεμελίωση του πολιτισμού, «εξόντωση εκατομμυρίων malriusciti, αποτυχημένων», «εξόντωση των παρακμιακών φυλών»! Η θεωρητική και πολιτική πλατφόρμα που πρότεινε στον καιρό του ο Vattimo – αλλά που ο ίδιος ο Vattimo φαίνεται να αμφισβητεί σήμερα – μου φαίνεται ανυπόστατη από κάθε άποψη.
Άλλα ρεύματα δεσπόζουσας σκέψης δείχνουν την θεραπεία για τις τραγωδίες του Εικοστού αιώνα, όχι πλέον στον σχετικισμό, αλλά, αντίθετα, στην ανάκτηση της σταθερότητας των ηθικών κανόνων, που θυσιάστηκαν από κομμουνιστές και ναζιστές στο βωμό του μακιαβελισμού και της Realpolitik (Aron και Bobbio) ήτοι της φιλοσοφίας της ιστορίας και της υποτιθέμενης ιστορικής αναγκαιότητας (Βerlin και Arendt).

Στην αριστερά και στην ίδια την ριζοσπαστική αριστερά (σκεφτείτε την «Αυτοκρατορία» των Hardt και Negri) έχει γίνει σημείο αναφοράς κυρίως η Arendt. Έχει αφαιρεθεί ή καταγράφεται η κατεδάφιση στην οποία αυτή προχωρά του Μαρξ και της γαλλικής επανάστασης με το εορτασμό που συνδέεται με την αμερικανική επανάσταση (και το συνακόλουθο έμμεσο φόρο τιμής στον γενεαλογικό μύθο που μεταμορφώνει τις ΗΠΑ ως «αυτοκρατορία για την ελευθερία», σύμφωνα με τον αγαπητό ορισμό του Jefferson , ο οποίος ήταν επίσης ιδιοκτήτης σκλάβων). Σε αυτή την περίπτωση, ακόμα πιο εκκωφαντική είναι η σιωπή της αποικιοκρατικής και ιμπεριαλιστικής παράδοσης πίσω από τις τραγωδίες του εικοστού αιώνα. Η Arendt καταδικάζει την ιδέα της ιστορικής αναγκαιότητας στη γαλλική επανάσταση και ιδιαίτερα στον Μαρξ και στο κομμουνιστικό κίνημα, αλλά ξεχνά ότι το κομμουνιστικό κίνημα δημιουργήθηκε κατά τη διάρκεια του αγώνα ενάντια στην θέση του αναπόφευκτου και θεόσταλτου χαρακτήρα της υποταγής και κάποιες φορές της εξόντωσης των «κατώτερων φυλών» από πλευράς Δύσης, δημιουργήθηκε κατά τη διάρκεια του αγώνα ενάντια στο » κόμμα του πεπρωμένου «, σύμφωνα με τον αγαπητό χαρακτηρισμό του Hobson, του άγγλου κριτικού του ιμπεριαλισμού, που διαβάστηκε και εκτιμήθηκε από τον Λένιν.

Η Arendt αντιπαραθέτει αρνητικά την γαλλική επανάσταση, που αναπτύχθηκε με την ιδέα της ιστορικής αναγκαιότητας, στην αμερικανική επανάσταση, η οποία θριαμβεύει κάτω από το έμβλημα της ιδέας της ελευθερίας. Στην πραγματικότητα, η ιδέα της ιστορικής αναγκαιότητας ενεργεί με διάφορους τρόπους και στις δύο επαναστάσεις: αν στη Γαλλία η χειραφέτηση των σκλάβων θεωρείται αναπόφευκτη, που είναι, η οποία στην πραγματικότητα επιβάλλεται από τη Σύμβαση των ιακωβίνων, στις ΗΠΑ το μότο του Manifest Destiny καθαγιάζει την κατάκτηση της Δύσης, ασταμάτητη, παρά την απροθυμία και την αντίσταση των ερυθρόδερμων, οι οποίοι ήδη στα μάτια του Φράνκλιν προορίζονται από την «Θεία Πρόνοια» να σαρωθούν.
Η Arendt πεθαίνει το 1975, όχι ακόμη εβδομήντα ετών. Σε αυτό το πρώιμο θάνατο υπάρχει ένα παράδοξο στοιχείο τύχης στο φιλοσοφικό επίπεδο. Μόνο αργότερα παρεμβαίνουν οι ιστορικές εξελίξεις που παραποιούν πλήρως τη θεωρητική πλατφόρμα της φιλόσοφου που έφυγε: αρχίζοντας από την προεδρία Ρήγκαν, είναι ακριβώς οι Ηνωμένες Πολιτείες που κραδαίνουν τη σημαία της φιλοσοφίας της ιστορίας εναντίον της ΕΣΣΔ και των χωρών που αναφέρονται στον κομμουνισμό, που προορίζονται να καταλήξουν στα «σκουπίδια της ιστορίας» και για να έρθουμε στις μέρες μας το διακηρύττουν ο Ομπάμα και η Χίλαρι Κλίντον «από την λάθος πλευρά της ιστορίας». Μακροχρόνιοι αλλά λιγότερο τυχεροί στο φιλοσοφικό επίπεδο είναι οι απόγονοι της Arendt, οι οποίοι συνεχίζουν να επαναλαμβάνουν το παλιό παιδικό τραγουδάκι, χωρίς να αντιληφθούν τη ριζική ανατροπή των θέσεων που συνέβησαν εν τω μεταξύ σε παγκόσμιο επίπεδο.
Υποταγμένη στο επίπεδο της ιστορικής αξιολόγησης καθώς και των φιλοσοφικών κατηγοριών, η αριστερά (συμπεριλαμβανομένης της ριζοσπαστικής) είναι προφανώς ανίκανη να προχωρήσει σε μια «συγκεκριμένη ανάλυση της συγκεκριμένης κατάστασης». Ακόμη περισσότερο, αν έχουμε κατά νου ότι στην θεωτητική-πολιτική καταστροφή συνέβαλε περαιτέρω μια άθλια κίνηση, αυτή που αντιπαραθέτει αρνητικά τον «ανατολικό μαρξισμό» στον «δυτικό μαρξισμό». Πίσω από αυτή την κίνηση δρα μια μακρά και δυσάρεστη παράδοση.

Στην Ιταλία, αμέσως μετά την επανάσταση του οκτωβρίου, ο Filippo Turati, ο οποίος συνεχίζει να επαγγέλεται τον μαρξισμό, δεν μπορεί να δει στα Σοβιέτ τίποτε άλλο παρά την πολιτική έκφραση μιας βαρβαρικής «ορδής» (ξένης και εχθρικής προς τη Δύση) ). Από τη δεκαετία ’70 του περασμένου αιώνα, η απόκλιση ανάμεσα στους ανατολικούς μαρξιστές και τους δυτικούς μαρξιστές είδε να αντιπαρατίθενται από την μια τους μαρξιστές που ασκούν την εξουσία και από την άλλη τους μαρξιστές που βρίσκονται στην αντιπολίτευση και οι οποίοι επικεντρώνονται όλο και περισσότερο στην «κριτική θεωρία», στην «αποδόμηση» ή μάλλον στην καταγγελία της εξουσίας και των σχέσεων εξουσίας ως τέτοιες, και που προοδευτικά στην απομάκρυνση τους από την εξουσία και από τον αγώνα για την εξουσία θεωρούν ότι αναγνωρίζουν την προνομιούχα προϋπόθεση για την ανακάλυψη του «αυθεντικού» μαρξισμού.

Είναι μια τάση που σήμερα φτάνει στο αποκορύφωμά της στη διατριβή-θέση που διατύπωσε ο Holloway, σύμφωνα με την οποία το πραγματικό πρόβλημα είναι «να αλλάξουμε τον κόσμο χωρίς να πάρουμε την εξουσία»! Ξεκινώντας από αυτές τις προϋποθέσεις, τι μπορεί κανείς να καταλάβει για ένα κόμμα όπως το κινεζικό κομμουνιστικό Κόμμα που, με τη διαχείριση της εξουσίας σε μια χώρα-ήπειρο, την απελευθερώνει από την οικονομική εξάρτηση (καθώς και από την πολιτική), από την υπανάπτυξη και τη μαζική δυστυχία- μιζέρια, κλείνει τον μακρύ ιστορικό κύκλο χαρακτηριζόμενο από την υποταγή και την εξόντωση των μη ευρωπαϊκών πολιτισμών από την αποικιοκρατική και ιμπεριαλιστική Δύση, δηλώνοντας ταυτόχρονα ότι όλο αυτό είναι μόνο το πρώτο βήμα σε μια μακρά διαδικασία οικοδόμησης μιας μετα-καπιταλιστικής κοινωνίας ;

* από το Facebook

 – © Αναπαραγωγή δυνατή κατόπιν ρητής συναίνεσης της σύνταξης του CONTROPIANO

Τελευταία μετατροπή: STAMPA

ένοπλη πάλη, lotta armata

Αλντομορολογία: μια ερμηνεία

Συνεχίζουμε να παρακολουθούμε εδώ και χρόνια, και μάλιστα εδώ και δεκαετίες, ένα είδος συλλογικού παραληρήματος, που αντί να ησυχάζει όπως συμβαίνει αργά ή γρήγορα στους αστικούς θρύλους, μεγαλώνει κάθε χρόνο.

Mιλάμε για τις μπούρδες, τις ψευτιές και την διετρολογία-συνωμοσιολογία [1.] σχετικά με την απαγωγή του Aldo Moro. Είναι πλέον τόσες πολλές και ποικίλες, που έχω κατά νου να τις συλλέξω και να τις αναλύσω σε ένα δοκίμιο. Μέχρι σήμερα, ο τίτλος του θα είναι: «Αλδομορολογία, ανάλυση ενός ντελίριου. Από τη λίμνη της Δούκισσας μέχρι τις μαλακίες του Σαντόρο.» Αλλά θα πρέπει να αναζητήσω έναν πιο ουδέτερο τίτλο, διότι η επιδημιολογία μας διδάσκει ότι η τεράστια μπούρδα που πυροβόλησε την πέμπτη ο Santoro δεν θα είναι η τελευταία.

Για όσους – τυχεροί αυτοί – δεν είδαν εκείνη την τηλεοπτική φάρσα το βράδυ της πέμπτης, ουσιαστικά ο Santoro εφηύρε ότι ο Franco Piperno έκανε ένα ταξίδι στις ΗΠΑ τον φεβρουάριο του 78 για να «συναντηθεί με τη CIA και να σχεδιάσει την απαγωγή Moro».

Γελάμε για να μην κλαίμε: όποιος ξέρει ελάχιστη ιστορία, γνωρίζει ότι ο Πιπέρνο είχε κερδίσει μια θέση ως «επισκέπτης επιστήμονας», “visiting scientist” στο MIT (μια θέση που δεν είναι τόσο αντάξια των οιονεί-διαμονών για σπουδές του Conte, ή της μαεστρίας του Renzi στην αγγλική γλώσσα, αλλά ας είμαστε ικανοποιημένοι). Ακριβώς λόγω της κατασταλτικής αναζωπύρωσης που ακολούθησε την απαγωγή του Moro, ο Piperno αναγκάστηκε να παραιτηθεί από την αναγνωρισμένου κύρους θέση. Ο Piperno, μετά, δεν είχε κανένα ρόλο στις BR: μόνο οι ύστεροι ανόητοι επίγονοι του στρατηγού Dalla Chiesa είναι πεπεισμένοι ότι η Autonomia Operaia και το Potere Operaio είχαν κάτι να κάνουν με τις BR.

Ο κατάλογος των GMD (Μεγάλες Διετρολογικές Μαλακίες) θα είναι πολύ μακρύς. Ακόμη και σήμερα είναι δύσκολο να πεθάνει η πεποίθηση ότι ο Moretti ήταν «ένας άνθρωπος των μυστικών υπηρεσιών», οι BR ήταν ετεροκαθοδηγούμενες (από οποιονδήποτε, από τις ιταλικές μυστικές υπηρεσίες, από εκείνες του Ισραήλ, την RAF, τους Βούλγαρους: μέχρι στιγμής κανείς δεν έχει βάλει στην μέση τον Πούτιν, και είμαι έκπληκτος γι αυτό), στη Via Fani υπήρχαν μερικοί πολύ ταλαντούχοι και μυστηριώδεις ελεύθεροι σκοπευτές, και πάει λέγοντας με αυτό το παραληρηματικό βήμα.

Δεν έφτασε μια πλούσια μισή ντουζίνα από Κοινοβουλευτικές Επιτροπές που ουσιαστικά συνέβαλαν στη βιομηχανία χαρτιού και μελανιού. Δεν ήταν αρκετά δοκίμια ακριβή μέχρι σχολαστικότητας (όπως για παράδειγμα αυτό του Persichetti και των συνυπογραφόντων, και πολλά άλλα) τα οποία για εκείνες τις 55 ημέρες μας διηγήθηκαν όλα αυτά που μπορούν να ειπωθούν, αποσαφηνίζοντας κάθε αμφιβολία που θα μπορούσε να αποσαφηνιστεί μετά από 40 χρόνια: προσμετρώντας επίσης πως οι πρωταγωνιστές και οι δευτεραγωνιστές εκείνης της εποχής ήταν ανθρώπινα όντα, οπότε σίγουρα θα παραμείνει άγνωστο τι έφαγαν στο δείπνο τους οι φύλακες του Moro στις 28 απριλίου του 1978, και άλλα σκοτεινά και πολύ σημαντικά μυστήρια.

Τελειώνοντας με τα αστεία, προσπάθησα να βρω έναν λόγο, μιαν αιτία σε αυτό το παραλήρημα: που δεν είναι ακριβώς παραλήρημα . Προσπαθώ να προτείνω την ερμηνεία μου, τι εννοώ.

Γνωρίζουμε ότι οι BR πέρασαν από πολύ σημαντικά αιτήματα για την απελευθέρωση του Moro (απελευθέρωση 13 κρατουμένων με βαριές καταδίκες και κατηγορίες) μέχρι του σημείου – το τελευταίο διάστημα – να εκφράσουν ηπιότερα αιτήματα: φαίνεται ότι ένα άνοιγμα για την απελευθέρωση ενός μόνο κρατουμένου θα ήταν αρκετό, καθώς και μια «σιωπηρή αναγνώριση» των BR ως αντιστάθμισμα, για να εμποδιστεί ή τουλάχιστον να ανασταλεί η εκτέλεση του Moro: όταν διαπραγματευόμαστε, δεν πυροβολούμε, είπε ακριβώς ο Moretti.

Το «μέτωπο της αποφασιστικότητας, της σταθερότητας» ήταν αντίθετα αδιαπέραστο. Οι χριστιανοδημοκράτες – με τον Andreotti επικεφαλής – είχαν τον Μόρο για χαμένο, ειδικά μετά από τις σκληρές επιστολές που έγραψε στους συντρόφους του (σκεφτείτε το κατηγορητήριο εναντίον του Taviani ή τα μηνύματα που έστελνε στον Zaccagnini με τα γράμματα του ): ένας ελεύθερος Μόρο θα ήταν, για την DC, μια πραγματική κινούμενη νάρκη. Εδώ αναφέρουμε μιαν άλλη GMD [μαλακία]: ο Μόρο που έγραφε εκείνες τις επιστολές «δεν ήταν αυτός», ήταν σίγουρα βασανισμένος σωματικά και ψυχολογικά από τους φύλακες του, ή ακόμα και ναρκωμένος.

Για το ανυπόστατο αυτών των δηλώσεων αποφάνθηκε μάλιστα μέχρι και ο Mario Sossi, τον οποίο απήγαγαν και απελευθέρωσαν οι BR τέσσερα χρόνια νωρίτερα, και σίγουρα ήταν γνωστό για το ότι δεν ήταν ένας δικαστής με συμπάθειες προς την αριστερά.

In cauda venenum, το άσχημο έρχεται τελευταίο. Το «μέτωπο της σταθερότητας» είχε τους πιo σκληρούς σημαιοφόρους του στα στελέχη του PCI. Πιθανόν, για να είναι πλήρως διαπιστευμένο ως «δημοκρατική δύναμη» και αξιόπιστη στη δύση ενόψει μιας επικείμενης εισόδου στην κυβέρνηση, τίποτα δεν θα μπορούσε να είναι καλύτερο από το να δείξουν ότι είναι αδιάλλακτοι, πιο ρεαλιστές από το βασιλιά. Εάν το ταξίδι του Piperno το φεβρουάριο του 78 είναι ένα παραμύθι, αντιθέτως πραγματικότητα ήταν το ταξίδι του Giorgio Napolitano στις ΗΠΑ τον απρίλιο του ’78, κατά τις ημέρες της απαγωγής. Εκτός από το γεγονός πως είχε αποτίσει στα κρυφά φόρο τιμής προς τον Gianni Agnelli, ο Napolitano έτυχε μεγάλης εκτίμησης στα αμερικανικά πολιτικά περιβάλλοντα: πιθανότατα λόγω του placet, της ψήφου εμπιστοσύνης – ή τουλάχιστον της ανοχής – των ηνωμένων πολιτειών στην είσοδο του ΚΚΙ στην κυβέρνηση να συμπεριλαμβάνονταν ως αντάλλαγμα για τη συνολική αδιαλλαξία του προς τις BR, πασιέντζα που παίχτηκε στο δέρμα του Aldo Moro.

Εάν πράγματι στο PCI αντέδρασαν στα πρώτα χρόνια λέγοντας ότι οι BR ήταν φασίστες, αργότερα αρνήθηκαν – όπως η Rossana Rossanda τους προέτρεψε με ειλικρινή επιδεξιότητα – να κοιτάξουν «στο οικογενειακό άλμπουμ» του μαρξισμού-λενινισμού για να αναγνωρίσουν στα πρόσωπα ορισμένων BR γνωστά πρόσωπα της οικογένειας.

Φθάνω λοιπόν στην εξήγηση του aldomorismο και της επιδημιολογίας των GMD. Βλέπουμε όντως ότι αγαπούν ιδιαίτερα να μιλούν διετρολογικά λέγοντας μαλακίες τα στελέχη της λεγόμενης «αριστεράς» : για να κατανοήσουμε πόσο πολύ αυτός ο ορισμός είναι ψεύτικος, δεν πρέπει να κάνουμε άλλο από το να θυμόμαστε ότι ένας από τους καλύτερους εκπροσώπους του είναι ακριβώς ο Michele Santoro.

Όλο αυτό το φαινομενικό παραλήρημα εξηγείται με μια ψυχολογικά απλή έννοια: ονομάζεται κακή συνείδηση. Μια ερμηνεία του τι συνέβη σε εκείνες τις 55 ημέρες βλέπει συνεπώς το PCI να πληρώνει με το δέρμα του Moro την οριστική «λύτρωση» του από την επαναστατική του προέλευση: όσοι γνωρίζουν την ιστορία της Αντίστασης και της περιόδου των πρώτων χρόνων μετά την αντίσταση μπορούν να καταλάβουν για τι πράγμα μιλάμε .

Sic stantibus rebus, είναι βολικό – για τους επιγόνους της «αριστεράς» που φιλοδοξούν στην κυβέρνηση ή για τους ύστερους κυνερνητικούς οπαδούς αυτής – το να φυσάν περισσότερο καπνό και ομίχλη επάνω σε εκείνα τα γεγονότα και τις ημέρες εκείνες, να προπαγανδίζουν μυστήρια και μισές αποκαλύψεις. Είναι μια πολύ γνωστή διαδικασία στην ψυχολογία: ονομάζεται αυταπάτη ή αυτο-απάτη, self deception. Αν πίσω από την απαγωγή του Moro υπάρχουν ίσως η CIA και η Mossad και οι μυστικές υπηρεσίες, τότε οι σύντροφοι του PCI έκαναν πολύ καλά να συμπεριφερθούν με εκείνη την γραμμή, όχι; Να είναι «εθνικά υποστηρικτικοί, αλληλέγγυοι» με τους χριστιανοδημοκράτες.

Ποιος είναι υπεύθυνος για τη δολοφονία του Aldo Moro και της συνοδείας του το γνωρίζουμε, πέρα από κάθε εύλογη αμφιβολία. Πλήρωσαν όλοι μαζί με τη φυλακή. Ορισμένοι εξακολουθούν να υπόκεινται σε μέτρα κράτησης, αρχίζοντας από τον Mario Moretti (από το 1981 …).

Αυτά, τα γεγονότα. Μετά από 40 χρόνια, ίσως αρχίσουμε να καλωσορίζουμε τον πολλαπλασιασμό της Αλντομορολογίας, [Aldomorologia] με ιλαρότητα. Έτσι κι αλλιώς, το να ελπίζουμε ότι τελικά μπορούμε να θεωρήσουμε αυτή την υπόθεση κλεισμένη, είδαμε να είναι αδύνατο.

1]. διετρολογία  – Στην πολιτική και δημοσιογραφική γλώσσα δείχνει, με πολεμικό τόνο,, την τάση, των λεγόμενων διετρολόγων, να αποδίδουν στα γεγονότα της δημόσιας ζωής αιτίες διαφορετικές από εκείνες τις δηλωμένες ή προφανείς, συχνά υποθέτοντας μυστικούς λόγους και αιτιάσεις, με την αξίωση ότι γνωρίζουν τι πραγματικά «στέκεται πίσω» σε κάθε μεμονωμένο γεγονός.

 – © Αναπαραγωγή δυνατή ύστερα από ρητή συναίνεση της σύνταξης του CONTROPIANO

Τελευταία μετατροπή: STAMPA

σύγχρονα κινήματα, movimenti di oggi

Από το άτομο στην κοινωνία, η ουσιαστική ουτοπία της Ροζάβα, Rojava

Το βιβλίο της γερμανικής ιστοσελίδας πληροφόρησης Lower Class Magazine βγαίνει στην Ιταλία, μια μακρά έκθεση- reportage από το Κουρδιστάν που επικεντρώνεται στην ανάλυση των εργαλείων του δημοκρατικού συνομοσπονδισμού και της υλοποίησής του. Σε ένα διπλό επίπεδο: εκείνο το προσωπικό, για το άτομο, την δημιουργία του νέου ανθρώπου, και εκείνο το συλλογικό, τον μετασχηματισμό της κοινωνίας

“Για εμάς ιδεολογία, τρόπος ζωής και στρατιωτικός αγώνας στέκονται μαζί, είναι το ίδιο πράγμα, είναι ένα και το αυτό. Δεν είναι ότι τριγυρνάμε με το Καλάσνικοβ στο ένα χέρι και ένα βιβλίο στο άλλο, αλλά ο τρόπος ζωής μας βασίζεται στην ενότητα της επαναστατικής σκέψης και της καθημερινής πρακτικής”.

Τα λόγια του Heval Azad, που συλλέγονται από το περιοδικό Lower Class, είναι η καρδιά της επανάστασης που βρίσκεται στα σκαριά στο Κουρδιστάν: η προσωπική πορεία του μεμονωμένου επαναστάτη και η συλλογική πορεία ολόκληρης της κοινωνίας. Αφηγημένη από πολλές απόψεις και οπτικές, πρωταγωνίστρια βιβλίων, ρεπορτάζ, ντοκιμαντέρ που προσθέτουν η καθεμιά ένα κομμάτι σε μια μοναδική και συγκεκριμένη διαδικασία, πραγματική, η διαδικασία του δημοκρατικού συνομοσπονδισμού που βρίσκεται σε εξέλιξη στη Ροζάβα βρήκε μια επιπλέον φωνή στο «Μια πραγματική ουτοπία, Un’utopia concreta «: το μονοπάτι που ακολουθούν οι άνθρωποι που το χτίζουν.

Το βιβλίο, «Μια ουσιαστική ουτοπία. Τα βουνά του Κουρδιστάν και η επανάσταση στη Ροζάβα: ένα ταξιδιωτικό ημερολόγιο «που δημοσιεύθηκε στην ιταλική γλώσσα από το Rete Kurdistan (Unaltrastoria, σελίδες 220, 16 ευρώ) θα παρουσιαστεί σήμερα στο Acrobax στη Ρώμη στη Via della Vasca Navale 6 στις 18.30) . Ένα μεγάλο ρεπορτάζ, παιδί των ταξιδιών στο Κουρδιστάν μιας ομάδας γερμανών δημοσιογράφων μεταξύ του 2016 και του 2017, που αντιμετωπίζει τη Ροζάβα από διαφορετικές οπτικές γωνίες, που εμβαθύνει τις ψυχές της επανάστασης και τις φυσικές αντιθέσεις της, που μέσω της αφήγησης των δημοσιογράφων του Lower Class Μagazine – ενός γερμανικού ιστότοπου πληροφοριών δραστήριου από το 2013, που αφιερώνεται στην ανάλυση γεγονότων ανά τον κόσμο, από τη Μέση Ανατολή έως τη Λατινική Αμερική – φέρνει τον αναγνώστη μέσα στην Ιστορία.

Η πραγματικότητα της επανάστασης είναι η πραγματικότητα των τόπων, που περιγράφονται και ζωγραφίζονται μεταξύ των σελίδων, καθιστώντας ευκολότερη την απεικόνιση στο φαντασιακό του περιβάλλοντος και των πρωταγωνιστών, των στόχων και των φόβων τους. Ένα δημοσιογραφικό αλλά ταυτόχρονα μαχητικό, αγωνιστικό ντοκουμέντο, ένα μείγμα ανιχνεύσιμο στις μαρτυρίες των δημοσιογράφων που έχουν ζήσει επί μήνες δίπλα στον πληθυσμό, στα σπίτια των γυναικών και στα σπίτια του λαού, των μονάδων λαϊκής άμυνας Ypg και Ypj.

Αναδυόμενο είναι το διπλό επίπεδο της επανάστασης, δύο αναγκαιότητες που συναντιούνται δίδοντας πλαστικότητα στην αλλαγή: το ατομικό επίπεδο, του ατόμου, που εννοεί την πολιτική ως κύρια δραστηριότητα της καθημερινής ζωής, και το συλλογικό επίπεδο, η κοινή πορεία προς έναν αναγνωρισμένο στόχο που συνοψίζεται καλά με την κουρδική λέξη Rehevalti, το αίσθημα κοινότητας ανάμεσα σε συντρόφισσες και συντρόφους που έχει στη βάση το σχηματισμό του νέου ανθρώπου θεωρημένο από τον αρχηγό του Pkk Ocalan. Και μέσω του νέου ανθρώπου η δημιουργία μιας νέας κοινωνίας, δυνατή μόνο μέσω της μετατροπής της ατομικής και συλλογικής νοοτροπίας.

Μέσα στις σελίδες βρίσκει χώρο η περιγραφή των τόπων, του περιβάλλοντος, του φυσικού πλούτου του, η φιλοσοφία του Ocalan, η οποία, μέσω της καθημερινής εργασίας και κατάρτισης, γίνεται συγκεκριμένη, γίνεται πραγματικότητα, η αυτοκριτική και η αυτο-ανάλυση, βασικά-θεμελιώδη εργαλεία για την προώθηση της διαδικασίας. Και υπάρχουν τα φυσικά κοινωνικά εμπόδια, η συνειδητοποίηση της ύπαρξής τους και, συνεπώς, η ανάγκη της δράσης βήμα προς βήμα, χωρίς ρήξεις ούτε επιβολές.

“Ένα από τα πιο εντυπωσιακά πλεονεκτήματα του κουρδικού κινήματος κατά τη γνώμη μου είναι ότι κατά το διάστημα αυτό κατάλαβε τη διαλεκτική των προσωπικών, συλλογικών και κοινωνικών αλλαγών στο σύνολό τους και τις έθεσε σε εφαρμογή – γράφει στο βιβλίο ο Peter Schaber, συντάκτης του περιοδικού Lower Class και το 2017 μέλος των YPG στην επιχείρηση απελευθέρωσης της Raqqa – Ένα μέρος αυτού του αγώνα λαμβάνει χώρα μέσα μας. Οι σχέσεις-δεσμοί με το καπιταλιστικό σύστημα, την πατριαρχία και το Κράτος θα ξεπεραστούν όταν τα κακά χαρακτηριστικά που κληρονομήσαμε θα εγκαταλειφθούν. Το δεύτερο επίπεδο ασχολείται με τον τρόπο ζωής στην συλλογικότητα τους, με συντρόφισσες και συντρόφους, στο περιβάλλον τους, με τον πληθυσμό. Το τρίτο επίπεδο στοχεύει στην επανάσταση της κοινωνίας στο σύνολό της, τελικά σε παγκόσμιο επίπεδο”.

Ένα κείμενο που πρέπει να διαβάσουμε για να κατανοήσουμε καλύτερα μια διαδικασία που προσελκύει την προσοχή πολλών δυτικών αριστερών κινημάτων, τα οποία σήμερα συχνά αδυνατούν να διατυπώσουν νέες στρατηγικές για την ανάλυση της πραγματικότητας, αλλά έχοντας επίγνωση της ανάγκης για ένα παγκόσμιο δίκτυο αντίστασης στον νεοκαπιταλισμό. Με αυτή την έννοια, είναι ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα η εστίαση που αφιερώνει η «Μια συγκεκριμένη-ουσιαστική ουτοπία», “Un’utopia concreta”, στην οικονομία της Ροζάβα, στις νέες μορφές αυτοδιαχείρισης και συνεταιρισμού.

Από Nena News

 – © Αναπαραγωγή δυνατή κατόπιν ρητής συναίνεσης της σύνταξης του CONTROPIANO

Τελευταία μετατροπή: STAMPA

ανατρεπτική τέχνη, arte ribelle

Ο δικός μας, νεαρός, Marx

του Salvatore Prinzi

Μόλις έγινε 200 χρόνων, αλλά για κάποιους είναι ακόμα νέος. Σίγουρα για τον Raoul Peck, του οποίου η ταινία για τον νεαρό Καρλ Μαρξ ξεχωρίζει αυτή τη στιγμή, μέσα στην πλημμύρα των άρθρων της σειράς και ακαδημαϊκών διασκέψεων, ως το καλύτερο αφιέρωμα στον γερμανό φιλόσοφο και επαναστάτη. Λέω «το καλύτερο», γιατί η ταινία όχι μόνο μας επιτρέπει να διαδώσουμε την φιγούρα και το έργο, αλλά και να παθιαστούμε, να βρούμε ξανά έναν πιο δικό μας Μαρξ, να οδηγηθούμε σε κάποια σκέψη γενικότερου χαρακτήρα, να πάρουμε κουράγιο και να δράσουμε. Δεν είναι λίγο, αυτούς τους καιρούς. Αλλά ας δούμε καλύτερα.

Η ιδέα και η πραγματοποίηση

Παραδέχομαι ότι η είδηση μιας ταινίας για τον Μαρξ μου έφερε τρεμούλα. Ο Μάρξ δεν είναι Γκεβάρα και ούτε καν Λένιν, δεν πυροβολεί και δεν αγορεύει ξεσηκώνοντας τα πλήθη από ένα τεθωρακισμένο, είναι δύσκολο να μεταφερθούν οι ιδέες του από κινηματογραφική άποψη, η περιπέτεια της ζωής του, περισσότερο συνδεδεμένη με διανοητικές διαμάχες παρά με επικές στιγμές. Δύο δυνατότητες: είτε ένα σύννεφο από σκόνη θέσεων, υπερδιδακτικό και βαρετό, ή κάποια μεταμοντέρνα εύρεση-έμπνευση για να μετατραπεί σε κάτι εμπορικά ευχάριστο. Από την άλλη πλευρά, έλεγα στον εαυτό μου, δεν είναι τυχαίο ότι μέσα σε εκατό χρόνια ιστορίας κινηματογράφου δεν υπήρξε ποτέ μια ταινία για ένα τόσο διάσημο υποκείμενο: δεν λειτουργεί. Ο Peck επιλύει επιδέξια το πρόβλημα με επίκεντρο τον νεαρό Μαρξ, ο οποίος μόλις μέσα σε πέντε χρόνια αλλάζει τέσσερις χώρες, δραπετεύει από άλλες τόσες αστυνομικές δυνάμεις, συναντά όλους τους πιο τρελούς επαναστάτες της εποχής, περνά από μια ευκατάστατη ζωή στη μιζέρια, φέρνει στον κόσμο ποικίλες κόρες, ιδρύει ένα »κόμμα» … με λίγα λόγια, η περιπέτεια δεν λείπει. Και ενώ οι σκηνές ακολουθούν η μία την άλλη η έκπληξη γίνεται: πώς είναι δυνατόν κανείς να μην έχει φτιάξει πριν, την ταινία; Να, όταν ένας δημιουργός κάνει να φαίνεται φυσικό κάτι που φαινόταν αδύνατο, κάνει να φαίνεται απαραίτητο κάτι που έλειπε μέχρι εκείνη την στιγμή, σημαίνει ότι η επιχείρηση επέτυχε.

Αλλά, πέρα από την ιδέα, υπάρχει η τεχνική πραγματοποίηση. Που είναι θεμελιώδης, γιατί οι σχέσεις μας με τις ιδέες είναι επίσης σχέσεις με τις ιστορίες, τις εικόνες, τα συναισθήματα που μας εμπνέουν. Και μια ταινία για τον Μαρξ που είναι χάλια είναι πιο ανησυχητική από μια ταινία που είναι απλώς χάλια. Ο Peck είχε ξεχωρίσει πριν από δύο χρόνια για ένα όμορφο ντοκιμαντέρ για τον James Baldwin, δεν είμαι ο νέγρος σας,  I’m not your negro, πολύ έγκυρο και άξιο από πολιτική άποψη, στην επιλογή των συνεντεύξεων, στην επιμέλεια και το μοντάζ, στο soundtrack, αλλά ακριβώς: ένα ντοκιμαντέρ. Μια ταινία είναι ένα άλλο πράγμα, αν είναι και «ιστορική» απαιτεί μεγάλη παραγωγή. Και εδώ δεν υπάρχουν αμερικανοί. Αντίθετα, μια άλλη έκπληξη: τα περιποιημένα κοστούμια και οι εσωτερικοί χώροι, οι πολύ καλές σκηνογραφίες, οι καλλιεργημένες εικονογραφικές παραπομπές, η φωτογραφία που καταφέρνει να δώσει τον σωστό τόνο σε κάθε εννοιολογική διασταύρωση. Φυσικά, δεν είναι μια colossal, καμία μαζική σκηνή, τα γυρίσματα, οι λήψεις παραμένουν σφιχτές, αλλά οι οικονομίες δεν παρατηρούνται, επειδή το μοντάζ είναι δυναμικό, οι ηθοποιοί εκφραστικοί, το σενάριο επίμονο, έχει ρυθμό, πιέζει. Ναι, το σενάριο: γράφτηκε από τον Pascal Bonitzer, πτυχιούχο της φιλοσοφίας, ιστορικό συνεργάτη των Cahiers du cinéma, σίγουρα δεν είναι ο τελευταίος αφιχθείς λόγω της γνώσης του θέματος και του υποκειμένου. Και όντως η ιστορία δεν ψεύδεται, ούτε στην βιογραφία του Μαρξ ούτε στις έννοιές του, που εισήχθησαν κυρίως μέσα στους διάλογους με τους άλλους επαναστάτες. Αλλά πάνω απ ‘όλα, παρά το λίγα διδακτικά περάσματα, κρατά το ρυθμό, και θέλεις να μάθεις πώς τελειώνει ακόμα κι αν ήδη το γνωρίζεις. Δεν είναι εύκολο να ενθουσιάσεις χωρίς να μπορείς να παίξεις το τελευταίο σου χαρτί έχοντας αποτέλεσμα!

Ο Μαρξ που προκύπτει απ’ την ταινία και η επίδραση στο κοινό

Ο ρυθμός δίνεται επίσης από την αναγνώριση, την ταυτοποίηση, από την συμφωνία των χαρακτήρων με τον κόσμο του θεατή. Ο Μαρξ που τέθηκε στην οθόνη δεν είναι το μνημείο, ο γενειοφόρος άρχοντας της κλασσικής εικονογραφίας: είναι ένας νέος, ανήσυχος, αντικομφορμιστής, που γυρνά σε όλη την Ευρώπη, κάνει σεξ, υποβάλλεται σε συνεντεύξεις εργασίας, πληρώνεται καθυστερημένα, χαίρεται για ένα καλό γεύμα . Είναι ένας Μαρξ ανθρώπινος, ακατάστατος και λαμπρός, που δεν σέβεται την εξουσία, τις αρχές, ακόμη και εκείνη των ευγενών πατέρων του σοσιαλιστικού κινήματος, που κινείται σε έναν 19ο αιώνα τόσο παρόμοιο με την εποχή μας, εκείνον της επισφαλούς εργασίας, των συνοριακών ελέγχων, της ιδεολογικής σύγχυσης . Μια φιγούρα και ένας κόσμος, εν συντομία, όπου το κοινό μπορεί να αναγνωρίσει τον εαυτό του – με όλα αυτά που μπορούν να επακολουθήσουν …

Εδώ θα πρέπει να αναφερθεί και η πολυγλωσσία της ταινίας: στο αρχικό κείμενο οι πρωταγωνιστές περνούν συνεχώς από τα γερμανικά στα γαλλικά στα αγγλικά, ανάλογα με τους τόπους όπου βρίσκονται, ανάλογα με τις αποχρώσεις του νοήματος που θέλουν να επικοινωνήσουν. Δεν είναι απλώς ένα τέχνασμα για να γίνει η σκηνογραφία πιο λαμπρή, ούτε υπάρχει η βούληση να ξαναχτιστεί φιλολογικά η ζωή του Μαρξ και του περιβάλλοντός του, del suo entourage, αλλά ένα στρατήγημα για να αγγιχτούν κάποιες χορδές στη γενιά Erasmus, η οποία μεγάλωσε κατά κάποιο τρόπο με μια συνείδηση ευρωπαϊκή, η οποία σε αυτά τα είκοσι χρόνια έχει πηδήξει από χώρα σε χώρα, αναμιγνύοντας τις γλώσσες, προσαρμόζοντάς τες στον εκφραστικό σκοπό. Ο Μαρξ, ο Ένγκελς και σύντροφοι και συνεργάτες, είναι οι ήρωες της πρώτης παγκοσμιοποίησης – και όχι συμπτωματικά ο Peck αναφέρει τις πρώτες σελίδες του Μανιφέστο για την παγκόσμια αγορά – που μιλούν στα παιδιά της τελευταίας παγκοσμιοποίησης χωρίς μεσάζοντες, μιλούν σαν κι αυτούς. Tο πλέγμα των γλωσσών γίνεται έτσι μια αναφορά, μια παραπομπή στον προλεταριακό διεθνισμό, ακόμη πιο αναγκαίο σήμερα.

Υπάρχουν όμως και άλλα δύο στοιχεία που λειτουργούν ως γέφυρα μεταξύ του κόσμου της ταινίας και του δικού μας. Το πρώτο: η προσοχή του Peck προς το ρόλο των γυναικών. Η φιγούρα της Jenny von Westphalen, της συζύγου του Μαρξ, καθώς και εκείνη της Mary Burns, συντρόφου του Engels, επιστρέφονται με όλη τους την ιστορική σημασία. Jenny και Mary είναι γυναίκες που επιλέγουν να χειραφετηθούν από την μοίρα που προβλέπεται για αυτές: η πρώτη τα σπάζει με την αριστοκρατική οικογένεια της, στρατεύεται, εργάζεται στο πλευρό των Μαρξ και Ένγκελς στη σύνταξη του Μανιφέστο, η Μαry αγωνίζεται στο εργοστάσιο, συνοδεύει τον Ένγκελς στις περιοχές της εργατικής τάξης για να καταρτίσει την πρώτη έρευνα σχετικά με τις κοινωνικές τάξεις, απορρίπτει το γάμο ως αστική σύμβαση. Οι φιγούρες τους αντιτίθενται με εκείνη της συζύγου του Arnold Ruge, που αντιθέτως υπηρετεί προσεκτικά το σύζυγό της και τον φιλοξενούμενο, συζητά όπως θα περίμενε κανείς, σύμφωνα με τις συμβάσεις, εκφράζοντας την αλήθεια της μπουρζουάδικης ύπαρξης τους, εκείνη την αλήθεια που ο Ruge κρύβει πίσω από μεγάλες και ασαφείς- άσκοπες διακηρύξεις υπέρ του σοσιαλισμού. Εάν η κατάσταση της γυναίκας είναι ο δείκτης επάνω στον οποίο θα μετρηθεί η πρόοδος μιας κοινωνίας πέρα από αυτό που λέει για τον εαυτό της, η Jenny και η Mary είναι η αλήθεια του Karl και του Friedrich, της προσπάθειάς τους να ξεσηκώσουν πραγματικά, να επαναστατήσουν τον κόσμο και τον εαυτό τους.

Ο κόσμος και αυτοί οι ίδιοι: αυτό είναι ένα άλλο στοιχείο που λειτουργεί ως γέφυρα μεταξύ των νέων στην οθόνη και των νέων στο ακροατήριο, στην πλατεία. Ο Peck μας δείχνει τον Μαρξ θύμα της αστυνομικής αλαζονείας- θρασύτητας, έναν κουρασμένο και πεινασμένο Μαρξ, με τους πιστωτές στην πόρτα, τον Μαρξ που τα έσπασε με τον καθωσπρέπει κόσμο, στον οποίο, με το ταλέντο του και την κατάρτιση του, θα μπορούσε άνετα να τακτοποιηθεί. Ο Peck μας υπενθυμίζει, δηλαδή, πως το να κάνεις πολιτική από την πλευρά της εκμεταλλευόμενων είναι μια ηθική επιλογή, η οποία καλύπτει όλη την συμπεριφορά και τον άνθρωπο, που μπορεί μια μέρα να πληρώσεις γι αυτήν, να έχεις συνέπειες, ακόμη και σκληρές, δεν μπαίνεις στα καλά σαλόνια με αυτήν, αλλά εκδιώκεσαι, λόγω αυτής μπορεί να μην γίνεις αγαπητός, αλλά περιφρονημένος και χλευασμένος από εκείνους τους λίγους που όμως κρατούν τα κλειδιά της γενικής άποψης και γνώμης. Το να είσαι κομμουνιστής δεν είναι μια ευχάριστη βόλτα, δεν είναι κάτι που στέκεται δίπλα σε άλλες επιλογές, μια προτίμηση, είναι μια επιλογή ζωής. Και εδώ ο δέκατος ένατος αιώνας πέφτει μέσα στο σήμερα δίχως διαμεσολαβήσεις: μετά από μια μακρά παρένθεση κατά την οποία το να είσαι κομμουνιστής δεν απαιτούσε να τροποποιήσεις, να μεταβάλλεις την ύπαρξη, αντιθέτως μπορούσε και να ανοίξει κάποιες πόρτες, να διευκολύνει μια καριέρα, έχουμε επιστρέψει στο έτος μηδέν, στον στιγματισμό, στο κυνήγι του εξτρεμιστή. Σαν να ήθελε να μας προειδοποιήσει η ταινία: αν ξεκινήσεις σήμερα, μην περιμένεις κάτι διαφορετικό από αυτό. Αλλά, ακριβώς για αυτό, επέλεξε να ξεκινήσεις.

Τους προβληματισμούς, τους στοχασμούς που μας επιτρέπει

Φτάνουμε εδώ στο πολιτικό ζουμί της ταινίας και στις πιθανές θεωρητικές και πρακτικές της καταβυθίσεις-στοχασμούς. Εδώ πιστεύω ότι η αξία του Peck δεν είναι τόσο να προσφέρει ένα είδος καινοτόμου ερμηνείας του Μαρξ, αλλά το ότι ανακτά τη δύναμη της πρωτότυπης-αυθεντικής του συμπεριφοράς-κίνησης την ώρα που ελευθερώνει κάποια κατακάθια που παρεμποδίζουν σήμερα τη δράση. Όπως και στην αρχαιολογία, όταν ξεθάβεις το αρχαίο οδηγείς σε μια νέα ανακάλυψη.

Ποια ανακάλυψη, για παράδειγμα; Αυτή πως το προλεταριάτο είναι με δυσκολία μια τάξη, πως είναι μάλλον μια διασπασμένη μάζα που αποτελείται από εκβιασμένους ανθρώπους, γεμάτους άγνοια, ζήλιες, όχι πιο ηρωική από άλλες. Η ταινία ανοίγει ακριβώς επάνω στη βία των αρχουσών τάξεων: η επίθεση της αστυνομίας σε ένα δάσος όπου άθλιοι συλλέκτες ξύλου «κλέβουν» τα ξηρά κλαδιά. Η δυστυχισμένοι το σκαν, ποδοπατούν ο ένας στον άλλο, δεν αρπάζουν τις πέτρες, δεν αντιστέκονται. Σφαγιάζονται. Ίδιο σκηνικό στη σύγχρονη Μάντσεστερ: οι εργάτριες διαμαρτύρονται επειδή μια από αυτές έχει χάσει δύο δάχτυλα στα μηχανήματα, η Μαry μπαίνει μπροστά και καταγγέλει τις συνθήκες εργασίας, ο πατέρας του Ένγκελς την απολύει: κανείς δεν την υπερασπίζεται, όλες σκύβουν το κεφάλι. Πού είναι η σημασία αυτών των σκηνών; Κατ ‘αρχάς στο ότι μας υπενθυμίζει, σε εμάς που σήμερα έχουμε την τάση να σκεφτόμαστε «μια φορά ναι οι άνθρωποι αγωνίζονταν, σήμερα αντιθέτως …», και ως εκ τούτου θλιβόμαστε, είναι καταθλιπτικό, νιώθουμε ότι ζούμε σαν κατώτεροι σε σύγκριση με ένα μυθικό παρελθόν, και ως εκ τούτου μας συμβαίνει να αποδεχόμαστε το άθλιο παρόν, που όχι, δεν είναι αλήθεια, κάποτε ήταν όπως τώρα, οι άνθρωποι χαμήλωναν το κεφάλι, και μόνο με αντίτιμο θυσίες, αγώνες, επίπονη συσσώρευση εμπειριών και ιστορίας, το προλεταριάτο κατάφερε να γίνει μια τάξη ικανή για χειρονομίες αυτές ναι ηρωικές όπως η Κομμούνα ή οι εργατικές εξεγέρσεις της κόκκινης διετίας.

Ο Peck αφαιρεί αμέσως κάθε ψευδαίσθηση σχετικά με τη φυσική καλοσύνη ή ελευθερία του ανθρώπου – ο κομμουνισμός δεν είναι ένας ιδεαλισμός, είναι ένας υλισμός: η καλοσύνη και η ελευθερία είναι ιστορικά κατασκευασμένες έννοιες και κοινωνικά παραγόμενες πρακτικές. Οι άνθρωποι συμπεριφέρονται καλά αν τεθούν σε θέση να το πράξουν, οι εργαζόμενοι αγωνίζονται εάν τεθούν ή τίθενται στη κατάσταση να το πράξουν. Ποια είναι αυτή η θέση, η κατάσταση, αυτή η προϋπόθεση; Η ενότητα, ως εκ τούτου η συνείδηση της συμμετοχής σε μιαν ίδια τάξη, και η οργάνωση, που συμπληρώνει το ένστικτο, εκείνο το ένστικτο που στην ταινία οδηγεί τις εργάτριες να σαμποτάρουν τα μηχανήματα ή τους οικοδόμους να βοηθήσουν τον Καρλ και τον Φρίντριχ στη διαφυγή τους από την αστυνομία , αλλά αυτό από μόνο του δεν αρκεί για να γίνει μια πραγματική δύναμη.

Σύγκρουση και οργάνωση: αυτό είναι το θεωρητικό νήμα που ακολουθεί ο Peck από την αρχή της ταινίας μέχρι την κορυφαία σκηνή. Εκείνη στην οποία ο Μαρξ και ο Ένγκελς κυριαρχούν- επιβάλλονται στο Κογκρέσο της Ένωσης των Δικαίων, και αλλάζοντας το όνομά της σε Ένωση των Κομμουνιστών και αλλάζοντας το σύνθημά της, που περνάει από ένα γενικό «Όλοι οι άνθρωποι είναι αδέλφια» στο διάσημο «Προλετάριοι όλου του κόσμου ενωθείτε ». Σε αυτή την κίνηση ο Peck αναγνωρίζει το γεγονός της γέννησης της σύγχρονης αριστεράς: από δίκαιοι σε κομμουνιστές, από ένα ηθικό στοιχείο-δεδομένο, ατομικό, σε ένα δεδομένο υλικό, συλλογικό, που σχετίζεται με τις σχέσεις παραγωγής. Από μια δήλωση αρχής, από την επίκληση της καλοσύνης-ευγένειας, σε μια ρεαλιστική ένδειξη λειτουργικού χαρακτήρα, που πρώτα απ’ όλα διαιρεί το κοινωνικό πεδίο – διότι οι «προλετάριοι» δεν είναι οι «όλοι» – και στη συνέχεια το επανασυνδέει στο «ενωθείτε»! …

Είναι σαφές ότι ο Peck τονίζει τη σκηνή για να αντιπαραθέσει εκείνη τη χειρονομία προς τη σημερινή αριστερά. Που όντως, εδώ και τριάντα χρόνια σε αυτά τα μέρη, έχει εγκαταλείψει ένα ταξικό όραμα-μια ταξική οπτική και δεν θέλησε ή δεν ήξερε πώς να σχεδιάσει μια γραμμή διάκρισης μεταξύ φίλων και εχθρών, υποχωρώντας σε θέσεις προηγούμενες του 1848, στις ανθρωπιστικές αφαιρέσεις, στον διανοουμενισμό ενός Bauer , στις ουτοπίες ενός Proydhon, στον μηδενισμό ενός Μπακούνιν. Έχει χάσει μια οργανική σχέση με τη ζωή της τάξης, και από εδώ προέρχονται οπορτουνισμός και σεκταρισμός, απoλύτως καταχρηστικοί. Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο το γεγονός, η δράση, η συμπεριφορά που αποθανατίζει ο Peck στην ταινία πρέπει σήμερα να επαναληφθεί ξανά.

Πώς; Με τρία πράγματα, φαίνεται να προτείνει η ταινία. Πρώτα απ ‘όλα με τη θεωρία. Απέναντι στον Wilhelm Weitling, ο οποίος μέσα στον επαναστατικό μυστικισμό του πιστεύει ότι αρκεί να κάνει έκκληση στο πνεύμα, στη διάθεση, ο Μαρξ φωνάζει ενάντια στην άγνοια. Οι εκμεταλλευόμενοι άνθρωποι χρειάζονται μια επιστημονική θεωρία, δεν χρειάζονται φλυαρία. Μια θεωρία λογικά σταθερή, που αναγνωρίζει την ιστορική δυναμική και επιτρέπει να καταγράψουμε τις ενέργειές μας μέσα σε αυτήν. Αλλά που να έχει – και εδώ η σημασία της έρευνας, της συμμετοχής στις εργατικές συναντήσεις, της παρουσίας των αγωνιστών στα εργοστάσια και στις γειτονιές – ένα εμφύτευμα στην πραγματικότητα. Ισχυρές κατηγορίες, σταθερές, συγκεκριμένη ανάλυση αλλά και σταθερή παρουσία μέσα στην τάξη, συναισθηματική και ζωτική σχέση-σύνδεση: αυτά είναι τα δύο παλαιά στοιχεία που σήμερα εμφανίζονται ολοκαίνουργια, όλα αυτά πρέπει να κατακτηθούν.

Αλλά η λεπτότητα του Peck φαίνεται να προτείνει επίσης ένα τρίτο στοιχείο: τη συνοχή της ηγετικής ομάδας. Οι Karl, Friedrich, Jenny, Mary, και οι σύντροφοι που περιστρέφονται γύρω τους δεν είναι επαγγελματίες πολιτικοί, αλλά νεαροί που κινούνται και εμπνέονται από μια επιθυμία αλλαγής και γι ‘αυτό μοιράζονται τα πάντα, δεν κρατούν κάτι για τον εαυτό τους. Επιτυγχάνουν στην αιφνιδιαστική επίθεση στην Lega των Δικαίων επειδή είναι ενωμένοι συμπαγείς, επειδή αγαπιούνται. Ο Peck συλλαμβάνει μια κίνηση που ενώνει αυτήν την περιπέτεια με άλλες ανάλογες: την ομάδα της Νέας Τάξης που θα ιδρύσει το PCI, τους κουβανούς barbudos, τους μαύρους πάνθηρες … Εμπειρίες δημιουργίας οργάνωσης που βασίζονται όχι μόνο σε μια θεωρία ή σε μια εσωτερικότητα στο υποκείμενο αναφοράς, αλλά και στη δύναμη των δεσμών, σε μια κοινή ζωή, σε μια φιλία με την υψηλή έννοια. Με έναν χαρακτήρα φιλοδοξίας χωρίς την οποία κάθε λειτουργία-επιχείρηση οργανωτικής κατασκευής παραμένει κρύα, αποστειρωμένη.

Ο Gramsci είχε μαντέψει, είχε νιώσει κάτι παρόμοιο στο Il nostro Marx, ο δικός μας Μάρξ, ένα άρθρο που έγραψε το 1918, με την ευκαιρία της πρώτης εκατονταετηρίδας του φιλόσοφου. Σύμφωνα με τον Γκράμσι, μέσα από τον Μαρξ, μπορούμε να γνωριστούμε καλύτερα και να συνειδητοποιήσουμε πόσο αξίζει η δική μας «ατομική βούληση, και πώς αυτή μπορεί να καταστεί ισχυρή από το γεγονός ότι, υπακούοντας, πειθαρχώντας στην ανάγκη, καταλήγει να κυριαρχεί επί της ίδιας της ανάγκης.» Αν ο Μαρξ ξεκαθαρίζει τις υλικές δυναμικές, επιμένει στην αντικειμενικότητα, δεν είναι για να υποδουλωθεί σε αυτήν, αλλά για να μας επιτρέψει να κυριαρχήσουμε επί αυτής και να είμαστε σε θέση να παράξουμε, με την συμπαγή ενέργεια -δράση μας, κάτι που φαινόταν αδύνατο. Επομένως, είναι λάθος να θεωρηθεί ως κάτι καθαρά αυθαίρετο να έχεις φιλοδοξίες: «Θέληση, μαρξιστική, σημαίνει συνειδητοποίηση του σκοπού, που με τη σειρά του σημαίνει ακριβής έννοια και αντίληψη της δύναμης σου και των μέσων για να την εκφράσεις σε δράση. Ως εκ τούτου, σημαίνει σε πρώτη φάση διάκριση, αναγνώριση της τάξης, ανεξάρτητη πολιτική ζωή από εκείνη της άλλης τάξης, συμπαγή οργάνωση και πειθαρχημένη για τους ιδιαίτερους σκοπούς και στόχους της, χωρίς παρακάμψεις και δισταγμούς. Σημαίνει ευθεία ώθηση, παλμό προς το μέγιστο αποτέλεσμα, δίχως βόλτες στα πράσινα λιβάδια της εγκάρδιας αδελφοσύνης, έχοντας μαλακώσει από τα πράσινα χορταράκια και από τις μαλακές δηλώσεις εκτίμησης και αγάπης …».

Απόρριψη μιας αφηρημένης αδελφοσύνης, ταξική γραμμή, σημασία μιας ταιριαστής οργάνωσης και αποφασισμένης, μέσα στην οποίαν όλοι θα αισθάνονται κοντά ο ένας με τον άλλον, συναίσθημα – τελικά – μιας ισχύος: δεν ξέρω αν ο Peck είχε διαβάσει αυτό το κείμενο του Gramsci, εκείνο που είναι βέβαιο είναι ότι στην ταινία του παίζονται ακριβώς αυτά τα σημεία. Που είναι κεντρικά, θεμελιώδη και για εμάς. Μόνο σε ένα πράγμα είναι νόμιμο να διαφωνούμε με τον Gramsci. Στο τέλος του άρθρου του, απεικονίζει τον Μαρξ ως έναν «απέραντο και γαλήνιο σκεπτόμενο εγκέφαλο», μια «ατομική στιγμή» ενός «πνεύματος» που αγωνίζεται εδώ και αιώνες για να εκδηλωθεί, αλλά που τελικά φαίνεται να έχει βρει τον δρόμο του. Από την άλλη πλευρά, ο Gramsci έγραφε την επομένη της επανάστασης του Οκτώβρη, ενώ ο σοσιαλισμός μεγάλωνε – λίγους μήνες αργότερα θα είχε συγκεντρώσει το 32% στις γενικές εκλογές – με την πεποίθηση ότι το μέλλον θα έπρεπε »μονάχα» να επιταχυνθεί …

Αυτός ο χεγκελισμός σε εμάς δεν επιτρέπεται. Η ηρεμία δεν γνωρίζουμε καλά τι είναι. Το μέλλον δεν ξέρουμε αν έλθει. Ο δικός μας Μαρξ είναι νέος, ενεργεί oρμητικά, αυθόρμητα, είναι ακόμη στην αναζήτηση ενός δρόμου. Για μας ακόμη όλα πρέπει να γίνουν. Η ιστορία είναι, και πάλι, στην εκκολαπτόμενη-αναδυόμενη κατάσταση.https://www.carmillaonline.com/2018/06/17/il-nostro-giovane-marx/

σύγχρονη σκέψη, pensiero di oggi

Ο νέος ευρωπαϊκός εμφύλιος πόλεμος

του Sandro Moiso

Σήμερα, 3 μαΐου 2018, ενώ τα εθνικά μέσα ενημέρωσης που σέβονται μόνο τα κενά τελετουργικά της πολιτικής κοιτάζουν αυτό που θα συμβεί στην διοίκηση του PD, Δημοκρατικού Κόμματος, πέφτει η εικοστή πέμπτη μέρα της στρατιωτικής κατοχής της ZAD της Notre Dame des Landes από πλευράς των μισθοφόρων με στολή του γαλλικού Κράτους.

2500 αστυνομικοί που για είκοσι πέντε ημέρες, με οποιοδήποτε μέσο όχι απαραίτητο, παρά για να τραυματίσει σοβαρά τα σώματα ή να παραβιάσει και να βιάσει τα εδάφη που διατρέχονται από τεθωρακισμένα, μπουλντόζες και γερανούς και καταστρέφουν καλλιεργούμενα χωράφια, δάση και σπίτια, προσπαθούν να ακυρώσουν, να εξολοθρεύσουν, να διαγράψουν από το πρόσωπο της Γαλλίας, της Ευρώπης και της Γης κάθε ίχνος μιας από τις νέες μορφές πολιτισμού και ανθρώπινης κοινότητας που αναδύθηκε τις τελευταίες δεκαετίες στα εδάφη που η κοινωνία Da Vinci και τα συμφέροντα του κεφαλαίου θα ήθελαν να μετατρέψουν σε ένα δεύτερο και άχρηστο αεροδρόμιο στην πόλη της Νάντης.

Μια δράση που μέχρι στιγμής έχει αποκρουστεί από τους καταληψίες και από τις χιλιάδες άνδρες και γυναίκες κάθε ηλικίας και κοινωνικής προέλευσης που πήγαν εκεί με μοναδικό σκοπό να επιδείξουν την αλληλεγγύη τους με εκείνο το κοινοτικό πείραμα και να απορρίψουν για άλλη μια φορά, όπως το 2012 με τη επιχείρηση Cesar που θέλησε εκείνη την εποχή ο Hollande και απέτυχε, τους στόχους του οικονομικού επενδυτικού κεφαλαίου για το bocage και της αστυνομικής καταστολής ενάντια σε ένα πείραμα μιας κοινωνίας χωρίς Kράτος, χωρίς χρήμα, χωρίς αστυνομία, χωρίς πολιτική εκπροσώπηση αν όχι άμεση αυτών που την κατοικούν, που ζουν σε αυτήν.

Ενώ εδώ σε εμάς οι «νέοι» νάνοι της πολιτικής σκηνοθέτησαν το συνηθισμένο και αηδιαστικό θεατράκι, αποδεικνύοντας ότι δεν είναι τίποτα άλλο παρά νεογέννητοι αναστημένοι και άθλιοι γατόπαρδοι (ειδικοί στο να αλλάζουν τα πάντα έτσι ώστε να μη αλλάζει τίποτα) αποφασισμένοι να κάνουν οτιδήποτε για να προστατεύσουν με κάποιο τρόπο αυτό που οι ιταλοί ψηφοφόροι, με την πλειοψηφία που έδωσαν στα 5 Αστέρια και στην Λίγκα, είχαν την ψευδαίσθηση πως έδιωξαν οριστικά από τους εφιάλτες τους (PD, Renzi, Forza Italia και Berlusconi), εκεί η αλλαγή παίζεται άμεσα, πρόσωπο με πρόσωπο, ανάμεσα σε αυτούς που αυτόν τον πρόστυχο τρόπο παραγωγής θέλουν να συνεχίσουν να προστατεύουν και εκείνους που αντιθέτως θα ήθελαν θα τον θάψουν για πάντα.

Δεν είναι τυχαίο το γεγονός ότι η ZAD έχει χαρακτηριστεί εδώ και πολύ καιρό από τις ίδιες τις γαλλικές αρχές ως ζώνη «μη Κράτους» και όχι τυχαία ακριβώς το non marché, η μη αγορά, η περιοχή στην οποία ήταν δυνατόν να λάβει κάποιος ή να ανταλλάξει τα προϊόντα της τοπικής γεωργίας χωρίς προσφυγή σε χρήμα , ήταν η πρώτη περιοχή που καταστράφηκε, ξαναχτίστηκε σε λίγες μέρες και εκ νέου ισοπεδώθηκε από τις μπουλντόζες των δυνάμεων της α/ταξίας. Καθιστώντας έτσι σαφές ότι δεν επρόκειτο για την επαναφορά της δημοκρατικής τάξης σε μια έκταση περίπου 1700 εκταρίων που έχει ξεφύγει από τον έλεγχό της, αλλά για την αποκατάσταση των κανόνων της αστικής κοινωνίας της αγοράς, του κέρδος και της καπιταλιστικής εκμετάλλευσης του ανθρώπου πάνω στον άνθρωπο και το περιβάλλον.

Αλλά εδώ, στην αιώνια φασιστική και δημοκρατικο-κοινοβουλευτική την ίδια στιγμή Italietta, σε αυτή την μεγάλη μοναδική Brescello του Don Camillo και Peppone, ακόμη και οι δυνάμεις που θα ήθελαν να είναι «άλλες, αλλιώς» φαίνονται να ανησυχούν περισσότερο για τη συλλογή υπογραφών για τις επόμενες διοικητικές εκλογές ή για τις εσωτερικές ρήξεις που σχετίζονται με τους διάφορους ατομικούς κοιλόπονους και αυτούς της ομαδούλας ή, ξανά και απλούστατα, να οδηγήσουν ξανά το ποίμνιο των ανικανοποίητων μέσα στην περίμετρο του κοινοβουλίου, αντί να αναπτύσσουν στρατηγικές και πρωτοβουλίες προσαρμοσμένες στις αλλαγές που συμβαίνουν στη σημερινή κοινωνία. Αποδεικνύοντας με αυτό τον τρόπο για ακόμη μία φορά, εάν ήταν αναγκαίο, πως η εκλογολογία, η ψηφοθηρία είναι συνώνυμη μόνο με την άρνηση των αγώνων και την πραγματική απελευθέρωση από έναν μακρόχρονα νεκρό και του οποίου, για την ώρα, μοναχά οι κοινοβουλευτικές τελετές βουντού καταφέρνουν να κρατάν κρυμμένη την διαπίστωση της κατάληξης, του θανάτου.

Μιλώντας στο Στρασβούργο ενώπιον του ευρωπαϊκού κοινοβουλίου, στις 17 απριλίου του τρέχοντος έτους, ο Εμμανουέλ Μακρόν τόνισε τον κίνδυνο πως στην Ευρώπη μπορεί να ξεσπάσει ένας εμφύλιος πόλεμος. Για μια φορά ο νεαρός και ανεξέλεγκτος εκπρόσωπος του γαλλικού μεγαλείου, grandeur francese, δεν είπε ψέμματα. Δεν είπε ψέμματα ξέροντας πολύ καλά για τι πράγμα μιλούσε, μιας και είναι ο ίδιος ένας από τους υποστηρικτές αυτού. Έναν πόλεμο που, εδώ και χρόνια, το χρηματοοικονομικό κεφάλαιο οδηγεί κατά των πολιτών της Ευρώπης, κυρίως εκεί όπου αυτοί οι ίδιοι πολίτες δεν αφήνουν τους εαυτούς τους να παγιδευτούν από τις εθνικιστικές, λαϊκίστικες και ρατσιστικές λογικές (τις οποίες προωθεί το ίδιο χρηματοοικονομικό κεφάλαιο ενώ ταυτόχρονα προσποιείται ότι τις καταπολεμά).

Έτσι, ενώ επικαλούνται και χρησιμοποιούν στρατιωτική και αεροπορική δύναμη εναντίον της Συρίας του Assad λόγω της χρήσης αερίων και χημικών όπλων που αυτή θα είχε κάνει εναντίον του άμαχου πληθυσμού, ταυτόχρονα χρησιμοποιούνται σε ολόκληρη την ευρωπαϊκή επικράτεια τα αέρια CS, που απαγορεύτηκαν από τη Σύμβαση των Παρισίων (εδώ), για να δηλητηριάσουν τους διαδηλωτές από την Val di Susa σε όλη την Ευρώπη. Ή τα αέρια που παραλύουν ακινητοποιούν και απενεργοποιούν, μαζί με flashball και σφαίρες από καουτσούκ, εναντίον των υπερασπιστών του ZAD της Notre Dame des Landes ή σε άλλα μέρη της Γαλλίας.

Ο προληπτικός πόλεμος έχει μετατραπεί σε μορφή πλανητικού ελέγχου, και παρόλο που στην Ευρώπη δεν έχουμε δει ακόμα τη φρίκη της Γάζα, που προσβλήθηκε από την εκδίκηση του φασίστα Netanyahu, ή της Rojava που προσβλήθηκε από τη μανία του σουλτάνου Ερντογάν, είναι βέβαιο ότι η λογική της ανοιχτής και δεδηλωμένης βίας έχει γίνει η τρέχουσα φόρμουλα για την κυβέρνηση των πολιτικών και κοινωνικών αντιφάσεων και αντιθέσεων.

Σε κάθε γωνιά της ευρωπαϊκής ηπείρου και του κόσμου τα περιθώρια διαπραγματεύσεων έχουν περιοριστεί σε μια απλή λογική σύγκρουσης και σχέσεων-ισορροπιών δύναμης, ακόμη και ίσως πρωτίστως στρατιωτικών. Ισχύει για τον ανταγωνισμό ανάμεσα στις παλαιο-ιμπεριαλιστικές και τις νεο-ιμπεριαλιστικές δυνάμεις, αλλά είναι ιδιαίτερα αληθές για την ταξική σύγκρουση εντός των Κρατών. Και δεν υπάρχει πλέον εθνικό κοινοβούλιο που να μπορεί να επιλύει αποτελεσματικά τις εσωτερικές αντιθέσεις, είτε οικονομικές είτε κοινωνικές, χωρίς να καταφεύγει στη χρήση εκφοβισμού και βίας.

Ακριβώς για αυτούς τους λόγους, η αλληλεγγύη μεταξύ των καταπιεσμένων δεν μπορεί πλέον να μετρηθεί μόνο με βάση τις γενικού περιεχομένου δηλώσεις και αιτήματα επί της αρχής που αποτέλεσαν το παραβάν πίσω από το οποίο έχουν κρυφτεί για να προστατεύονται εδώ και δεκαετίες οι εξαθλιωμένες πλέον αριστερές δυνάμεις, εξασθενημένες, νοσταλγικές και που ασφυκτιούν, θεσμικές ή όχι. Δεν είναι πια αρκετές και δεν υπάρχουν πλέον, όπως η έλλειψη πληροφοριών για τη Γάζα ή για εκείνο που συμβαίνει στη ZAD αποδεικνύει.

Όπως και κατά τα έτη του ισπανικού εμφυλίου πολέμου ή, ακόμα και πριν, από τους ευρωπαϊκούς πολέμους ανεξαρτησίας του 19ου αιώνα, η αλληλεγγύη εκδηλώνεται μέσω της συμμετοχής ή της άμεσης στήριξης των αγώνων, από τη Ροζάβα μέχρι την Val di Susa, από το Ζad στην Παλαιστίνη.
Μια νέα γενιά και ένα νέο πολιτικό παράδειγμα αγώνα και αντίστασης επιβάλλονται, ακριβώς λόγω της βίαιης επιβολής της τάξης και της βούλησης προς κυριαρχία που ο διεθνής καπιταλισμός φαίνεται να εννοεί σαν μοναδική μορφή υπερεθνικής κυβέρνησης.

Το κράτος, έτσι όπως το συνέλαβε η φιλελεύθερη αστική τάξη, είναι νεκρό. Πέθανε από τις αρχές του 20ου αιώνα, όταν ο μεγάλος φόβος των «κόκκινων» εξεγέρσεων και επαναστάσεων οδήγησε στην ίδρυση νέων κρατικών και κομματικών οργανισμών που συνέπεσαν με το φασισμό, τον ναζισμό και τον σταλινισμό.

Όμορφες και ευσεβείς ψυχές δηλώνουν λοιπόν ότι ήταν απαραίτητο να αγωνιστούμε εναντίον αυτών των τεράτων για να επιστρέψουμε στις προηγούμενες δημοκρατικές-κοινοβουλευτικές σχέσεις. Αλλά αν είναι αλήθεια ότι δεν υπάρχει τελεολογική κατεύθυνση της Ιστορίας, ή ότι η ιστορία δεν έχει αυτοσκοπό ως προς τον εαυτό της, είναι επίσης αλήθεια ότι δύσκολα η κοινωνική και πολιτική ανάπτυξη θα μπορέσει να επιστρέψει στα βήματα της. Με όλο τον σεβασμό προς τις θεωρίες για την αιώνια επιστροφή και την κυκλικότητα της ίδιας της Ιστορίας.

Ο φασισμός και ο ναζισμός πάνω απ ‘όλα δεν είχαν με τίποτα ηττηθεί στην αναδιοργάνωση της μορφής Κράτος, η οποία στην πραγματικότητα καθόλου δεν υπήρξε. Εκτός από την δίκη φάρσα της Νυρεμβέργης στην οποία οι νικητές, αφού έσωσαν τους πιο διάσημους και πιο χρήσιμους αντιπάλους, προσποιήθηκαν ότι εξαλείφουν την Ύδρα με τα πολλά κεφάλια, σχεδόν παντού, και ειδικά στην Ιταλία μετά τη θεαματική εκτέλεση του Duce με θεατρικό τέλος που εξυπηρέτησε ταυτόχρονα να τον κάνει να σιωπήσει για πάντα γύρω από τις σχέσεις του με τις πολιτικές και οικονομικές δυνάμεις που θα αναλάμβαναν τα ηνία της Δημοκρατίας, τον κρατικό μηχανισμό, τις οικονομικές δομές και συνδικαλιστικές (την διαβούλευση, την άμεση εκπόνηση και την θέσπιση αυτού του Χάρτη Εργασίας που επιθυμούσε το καθεστώς για τoν διακανονισμό των σχέσεων μεταξύ επιχειρήσεων και εργαζομένων χωρίς συγκρούσεις), οι δομές που αφιερώθηκαν στην καταστολή της τάξης και οι ένοπλες δυνάμεις παρέμειναν ουσιαστικά αγκυροβολημένες και βασισμένες στις πρακτικές και τις ιδέες της εικοσαετίας.

Αρκεί να πάμε πίσω για μια ακόμη φορά στην κάθαρση που δεν έγινε ποτέ και στην αμνηστία που χορήγησαν οι υπουργοί του Τολιάττι, ο οποίος στάθηκε πιο προσεκτικός στο να καταστείλει τους ανατρεπτικούς στην αριστερά του παρά να τιμωρήσει τους εκπροσώπους των μηχανισμών και του καθεστώτος και αυτό επέτρεψε σε έναν όχι μικρό αριθμό φασιστών να επανενταχθούν όχι μόνο στην χριστιανοδημοκρατία DC, αλλά και στο PCI, ΚΚΙ, κάποιοι εκ των οποίων σε ορισμένες περιπτώσεις θα γίνονταν σημαντικά στελέχη.

Αλλά σήμερα εκείνη η καινούργια και δημοκρατική κρατική οργάνωση που, πίσω από ένα μεγάλo σύννεφο σκόνης αρχών, τύπων και λέξεων, συνέχισε, με τον τυπικό αντιφασισμό, τη φασιστική παράδοση της συμμετοχής του πολίτη στις δομές του Κράτους, περισσότερο από τη συμμετοχή του στην πολιτική ζωή, μέσω του «δημοκρατικού» κοινοβουλευτισμού, μέσω της πλήρους υποταγής του σε αυτόν, διαμέσου της εθνικιστικής ιδεολογίας, την σε μεγάλο βαθμό εξάπλωση του παρεμβατισμού και την επικοινωνιακή αποβλάκωση και μέσα από τις ενώσεις, δεν είναι πλέον αρκετή. Απλά κοστίζει πάρα πολύ. Και για την «πλούσια» Δύση. Εξ ου και οι «λαϊκισμοί» και η άγρια, χυδαία και επιφανειακή επίθεσή τους στις κοινοβουλευτικές αποζημιώσεις, τα άχρηστα έξοδα ή η χρήση συνθημάτων που φαίνονται να θέλουν να επαναλάβουν εκείνο το παλιό αυτός που δεν δουλεύει δεν τρώει, που σήμερα απευθύνεται κυρίως στους μετανάστες και νέους ανέργους που δεν είναι πρόθυμοι να καθίσουν να τους εκμεταλλεύονται σαν ζώα.

Εξ ου και οι πλασματικές διαμάχες για την εργασία και τις συντάξεις, χρήσιμες μόνο για τη συλλογή των ψήφων μεταξύ των υπολειμμάτων της εργατικής τάξης και της φτωχοποιημένης μεσαίας τάξης. Από εδώ ένας τριτοκοσμισμός φτωχός σε ιδέες, σήμερα περισσότερο από χθες, ο οποίος αντί να κοιτάζει μπροστά, προς μια κοινωνία χωρίς κράτος, εκμετάλλευση, ατομική ιδιοκτησία των μέσων παραγωγής, μισθούς και κατανάλωση αγαθών, κοιτάζει πίσω, σε σχέσεις πιο » δίκαιες » μέσα στην καπιταλιστική εκμετάλλευση και στην οικειοποίηση, εθνική ή ιδιωτική δεν έχει σημασία, των πόρων και του προϊόντος τους.

Έχουν σκόπιμα τοποθετηθεί εδώ μαζί συνθήματα και συμπεριφορές που ανήκουν σε πολιτικές δυνάμεις που μοιάζουν να είναι διαφορετικές μεταξύ τους, αλλά εξακολουθούν να υπακούν όλες σε μια λογική και ένα φαντασιακό που, αν δεν ήταν ακριβώς εξ αιτίας του επικοινωνιακού και πολιτικού θεατρικού που όλες συνεισφέρουν να θρέψουν, θα μπορούσαν ήδη να έχουν ταφεί εδώ και πολύ καιρό. Όπως η θεσμική κρίση που θα βγει στην σκηνή τις επόμενες ημέρες δεν θα κάνει άλλο από το να επιβεβαιώσει οριστικά.

Αυτός που σήμερα θέλει να αλλάξει το παρόν, το υπάρχον, αγωνίζεται στα οδοφράγματα της ZAD, στην Val di Susa, στους δρόμους του Παρισιού της 1η μαΐου ή στην Rojava. Μέρη, μαζί με πολλά άλλα, που ξέρουν να καλωσορίζουν αυτούς που αγωνίζονται, εκείνους που διαφεύγουν και ξεφεύγουν και αποδρούν και εκείνους που μεταναστεύουν. Επικίνδυνοι τόποι επειδή δεν αντιπροσωπεύουν το τοπικό και το άμεσο, αλλά τον κόσμο του αύριο.

Όπως, συνολικά, αντιλήφθηκε ο Macron ο οποίος, αφού διακήρυξε οριστικά κλειστή τη δυνατότητα κατασκευής του δεύτερου αεροδρομίου της Νάντης στις 17 ιανουαρίου του τρέχοντος έτους, εξαπέλυσε τα σκυλιά φρουρούς του ενάντια σε εκείνους που, έχουν ήδη νικήσει, σε εκείνα τα εδάφη, το παρελθόν και το Κράτος, με κάθε έννοια και χωρίς την ανάγκη κομμάτων.i.

Παρέχοντας ένα υπέροχο παράδειγμα στο νέο μάιο των αγώνων που, πενήντα χρόνια μετά το 1968, επιστρέφει να φουντώνει στη Γαλλία μεταξύ των εργαζομένων στις μεταφορές, των φοιτητών, των νέων χωρίς εργασία και που έχει ήδη δει έναν νέο Karl Marx να επιστρέφει για να πάρει τη θέση που του ανήκει στην κεφαλή των πορειών

Προειδοποίηση
Με αυτό το άρθρο εγκαινιάζουμε μια νέα στήλη της Carmilla, την οποία οι αναγνώστες θα βρουν στο κάτω μέρος της αριστερής στήλης, εμπνευσμένη ανοιχτά από τον ορισμό του κομμουνισμού που έδωσε ο νεαρός Μαρξ: Ο κομμουνισμός δεν είναι για εμάς μια κατάσταση πραγμάτων που πρέπει να καθιερωθεί, με την οποίαν η πραγματικότητα θα πρέπει να συμμορφωθεί. Ονομάζουμε κομμουνισμό το πραγματικό κίνημα που καταργεί την παρούσα κατάσταση πραγμάτων.
Στο εσωτερικό του θα βρούν χώρο όλες αυτές οι παρεμβάσεις, συντακτικών ομάδων και όχι, που θα θελήσουν να ασχοληθούν με την ανάπτυξη των κινημάτων αγώνα ενάντια στις διάφορες πτυχές της κοινωνίας που μας περιβάλλει και κατευθύνονται στην ουσιαστική αλλαγή της.
Φυσικά παραμένει σαφές ότι η ευθύνη για το περιεχόμενο αυτών παραμένει αποκλειστικά στους δημιουργούς και όχι στην Σύνταξη της Carmilla στο σύνολό της.

https://www.carmillaonline.com/2018/05/03/la-nuova-guerra-civile-europea/

μεγαλείο χαρακτήρα!, grandezza carattere !

Ερνέστο Γκεβάρα Μαρτς: O πατέρας μου είναι το μέλλον καθ’ οδόν

Κυριακή, 17 Ιουνίου 2018

O μικρός γιος του Τσε μιλά στην εφημερίδα
 Juventud Rebelde
Λέει ότι δεν ξέρει να μιλά όπως τα αδέρφια του, όμως δεν θα σταματήσει να μιλά 90 χρόνια μετά από τη γέννηση του Τσε. Ο Ερνέστο Γκεβάρα Μαρτς, σπάει τη σιωπή του για να θυμηθεί τον πατέρα, που όπως ομολογεί, με τα γράμματά και τις συμβουλές του σμίλεψε την ψυχή του για μετά.
Δεν ήταν ούτε δύο χρονών όταν ο πατέρας του – με τα χέρια του δεμένα και χωρίς να εκφράσει την τελευταία του επιθυμία – πυροβολήθηκε με εντολές της CIA στο σχολείο της Λα Ιγιέρα στη Βολιβία, στις 9 Οκτωβρίου 1967.
Αυτό ήταν το πρώτο κίνητρο της επίσκεψή μας στον τελευταίο γιο του Ηρωικού Αντάρτη, τον δικηγόρο Ερνέστο Γκεβάρα, 52 ετών, ο οποίος μας δέχτηκε στο σπίτι του στην Αβάνα.
Μας λέει ότι δεν ξέρει να μιλάει όπως τα άλλα τρία αδέλφια του: Η Αλέιδα, παιδίατρος, ο Καμίλο, επίσης δικηγόρος και η Σέλια, κτηνίατρος, αλλά αποφάσισε να το κάνει τώρα, παραμονές των 90ων γενεθλίων του Τσε:
Φυσικά, όλοι μας υποφέραμε και πάντα λυπόμαστε για την πρώιμη φυσική απουσία ενός ανθρώπου σαν κι αυτόν, ωστόσο, είμαστε ευτυχείς που έχουμε το αίμα και τα γονίδιά του και αποτελούμε μια πολύ όμορφη οικογένεια. Ο πυρήνας μου (η γυναίκα μου και τα τρία μου παιδιά) είναι σήμερα μια από τις μεγαλύτερες χαρές μου. 

 

 
Τα αδέρφια μου και εγώ, προερχόμαστε από ένα ζευγάρι που βρέθηκε στη μέση ενός απελευθερωτικού πολέμου στη χώρα μας. Τι όμορφο πράγμα! Η μητέρα μου συμμετείχε στον παράνομο αγώνα στη Σάντα Κλάρα. Είχε εντοπιστεί από τα κατασταλτικά όργανα της τυραννίας του Μπατίστα, ήταν δηλαδή “καμένη” και γι αυτό έπρεπε να βγει στο βουνό, στο Σιέρα ντε Εσκαμπρέι, όπου εκεί γνώρισε τον πατέρα μου. 
 
Και οι δύο συμμετείχαν στον αγώνα στο κέντρο της χώρας. Και η κατάληψη της Σάντα Κλάρα ήταν ένα εξαιρετικό γεγονός, ένας κρίσιμος κρίκος για τον θρίαμβο της Επανάστασης. 
 
Θέλω να σας διευκρινίσω ότι όταν ένας γιος μιλά για τον πατέρα χωρίς να μιλά για τη μητέρα, είναι δύσκολο να μην είναι λίγο άδικος . Γι αυτό θα την αναφέρω αμέσως τώρα, Αλέιδα ή Χοσεφίνα – Γιατρός (το όνομα της παρανομίας) και κάποιες φορές, απλά Μητέρα. Και τον πατέρα μου θα τον πω, Κομαντάντε Γκεβάρα, ή απλά Τσε. 
 
Ξέρω ότι δίδαξε καλά τα τέσσερα παιδιά του. Με τα γράμματά του, με αυτή την εικόνα του Τσε σε εκατομμύρια ανθρώπους, μας άφησε μια Επανάσταση που έκανε και μας ζήτησε να σπουδάζουμε και να γίνουμε επαναστάτες. 
 
Όπως εξηγεί η μητέρα μου, στο βιβλίο της Αναπόληση, η ζωή μου δίπλα στο Τσε, συνδέθηκε με το επαναστατικό κίνημα σαν μαχητής της παρανομίας στην παλιά επαρχία Λας Βίγιας, εκπληρώνοντας αποστολές μεταφοράς διάφορων συντρόφων στο βουνό. Επίσης, ανέβηκε στο Εσκαμπρέι μεταφέροντας 50.000 πέσος, τα οποία είχε τοποθετήσει στην πλάτη της με επιδέσμους, πράγμα που έκανε πολύ δύσκολο το περπάτημα μέχρι το Γκανιλάνες, το πρώτο στρατόπεδο που οργανώθηκε από τον Κομαντάντε Γκεβάρα στο ελεύθερο έδαφος της κεντρικής επαρχίας της χώρας. 
 
Η Αλέιδα ήταν μητέρα και πατέρας, αυτό είναι ένα από τα πιο μοναδικά πράγματα στη ζωή μου. Και ο τρόπος που οδήγησε την οικογένεια, σαν μητέρα και πατέρας, είναι κάτι για το οποίο την ευγνωμονούμε και οι τέσσερις. Αυτή της η αυταπάρνηση με κάνει να μην μπορώ να αναφέρω τον Τσε χωρίς να μιλήσω γι αυτήν, αυτήν που σηκώνονταν πάντα στις πέντε το πρωί, πολλές φορές απλά για να μας αποχαιρετήσει όταν πηγαίνουμε για να εκπληρώσουμε διάφορα καθήκοντα, όπως για παράδειγμα να κόψουμε ζαχαροκάλαμο. 
 
Έτσι λοιπόν, έχω την τιμή να είμαι γιος του Τσε, με μια τέτοια μητέρα! Τους ένωσε μια μεγάλη αγάπη, που φαίνεται και στα γράμματά τους, σημάδια μιας όμορφης συναισθηματικής σχέσης. Με ευχαριστεί ο τρόπος που γνωρίστηκαν, ερωτεύτηκαν και αγαπήθηκαν. Και εκμεταλλεύομαι αυτή την ευκαιρία, για να φανεί η μεγάλη ευαισθησία του απαιτητικού αυτού ανθρώπου, του γεμάτου τρυφερότητα. 
 
Για παράδειγμα, γράφοντας της από το Κονγκό το 1965, λέει: ”Όταν άγγιξα το σημάδι που άφησε στο δέρμα σου ένας επίδεσμος, ξέσπασε μέσα μου μια πάλη ανάμεσα στον άψογο επαναστάτη και στον άλλον, τον πραγματικό Τσε”. 
 
Στο στρατόπεδο στη Λα Βίγιας, στο Κεντρικό Πανεπιστήμιο, στο πρώτο μέρος που ήταν η Αντάρτικη Διοίκηση της επαρχίας,ο Κομαντάντε Γκεβάρα της έδωσε ένα τουφέκι Μ-1 και της δήλωσε ότι το κέρδισε. Αργότερα, την άφησε να μάθει για την ύπαρξη της Περουβιανής του συζύγου, της οικονομολόγου Ίλντα Γκαντέα και της κόρης του Ιλντίτα – Μπεατρίς. 
 
Η Αλέιδα λέει στο βιβλίο της ότι στις 2 Γενάρη 1959, στο δρόμο για την πρωτεύουσα, στην πρώτη στάση για να βάλει καύσιμα στο τζιπ, στο Λος Αραμπος του Ματάνσας – άλλοι λένε στο Κολοσσαίο – ο Τσε της εκδήλωσε για πρώτη φορά την αγάπη του. Και στις 7 Γενάρη την παρουσίασε στον Φιντέλ και στην Σέλια (Σάντσες). 
 
Η Χοσεφίνα [ Αλείδα Μαρτς ] αναφέρει ότι στις 12 Γενάρη της έδωσε να διαβάσει ένα γράμμα προς την Ιλντα, με το οποίο της ανακοίνωνε επίσημα τον χωρισμό τους, γιατί σκόπευε να παντρευτεί μια κουβανή κοπέλα που είχε γνωρίσει στον αγώνα. 
Ο Ερνέστο επιμένει ότι παρά την προφανή σοβαρότητα και των δύο, αποτελούσαν ένα ζευγάρι με τεράστια ανθρώπινη ευαισθησία, έως και ποιητική.

Αυτό εμφανίζεται σε ένα σημείο του προαναφερθέντος βιβλίου Αναπόληση, στο οποίο η “Γιατρός” [ η μητέρα μου] γράφει ότι αυτόν τον αξέχαστο Γενάρη, όταν μπήκε στο δωμάτιό μου στο (κάστρο) Λα Καμπάνια ξυπόλυτος και σιωπηλός, ολοκληρώθηκε ένα γεγονός πέρα από την πραγματικότητα και ο Τσε με διάθεση χιούμορ το αξιολογεί ως “η μέρα της κατάληψης του κάστρου”. Χρησιμοποίησε αυτή την έκφραση σαν μια παροιμία, γιατί σε κάθε κάστρο, για να το καταλάβεις, πρώτα γίνεται η πολιορκία και μετά σιγά-σιγά, αφού μελετήσεις τα αδύνατα σημεία του, αποφασίζεται η επίθεση. 

 
«Πράγματι, αυτό συνέβη», θυμάται η Αλέιδα Μαρτς, «γιατί εγώ ήμουν ερωτευμένη πολύ περισσότερο από όσο πίστευα , και απλά, παραδόθηκα χωρίς να αντισταθώ και χωρίς να δώσω καμία μάχη […]. 
 
Ο γάμος πραγματοποιήθηκε στις 2 Ιουνίου, στο κάστρο Λα Καμπάνια. Από αυτή την ένωση γεννήθηκαν η Αλειδίτα [Πέμπτη 24 Νοεμβρίου 1960], ο Καμίλο [Κυριακή 20 Μαΐου 1962], η Σέλια [Παρασκευή 14 Ιουνίου 1963] και ο Ερνέστο [Τετάρτη 24 Φεβρουαρίου 1965]. 
 
Σε ένα γράμμα, ο πατέρας μου ομολογούσε στην Αλέιδα “Έτσι, πέρασα ένα μεγάλο μέρος της ζωής μου, περιορίζοντας την αγάπη με άλλες σκέψεις και με τον κόσμο να πιστεύει ότι πρόκειται για ένα μηχανικό τέρας […] ”. 
 
Και σε ένα τετράδιο με σημειώσεις που της στέλνει από πολύ μακρυά, της λέει:”Το παρελθόν έχει τελειώσει, είμαι το μέλλον καθ οδόν (…) αν μια μέρα νοιώσεις τη βία μιας ματιάς, μη γυρίσεις, μη σπάσεις το ξόρκι, συνέχισε να φτιάχνεις τον καφέ μου και άσε με να σε ζήσω στην αιωνιότητα της στιγμής”. 
 
Η συμβουλή του πατέρα μου στα γράμματά του 
Ο Ερνέστο αποφοίτησε από τη Νομική Σχολή στην ΕΣΣΔ, το 1987. Όπως εξομολογείται, έχει πραγματικούς φίλους εδώ και πολλά χρόνια, που τον έχουν συντροφέψει σε διάφορες στιγμές της ζωής του.
Στην αντίληψή μου ο αληθινός φίλος αποτελεί ζωτική δομή μιας κοινωνίας και μετατρέπεται σε μέλος της οικογένειάς σου. Φέρνω σαν παράδειγμα τον Χοσέ Ρικάρδο, γιο του Πάπι από τους αδερφούς Ταμάγιο, τον Καμίλο Σάντσες, γιο του Κομαντάντε Σάντσες Πινάρες, τον Παντόχα, γιο του καπετάνιου Όλο και άλλους, που κατά τον ίδιο τρόπο, είναι σαν αδέρφια για όλους εμάς…. Ο πατέρας μας στα γράμματά του μας σμίλεψε την ψυχή για μετά. 
 

Εγώ , για παράδειγμα, θυμάμαι με αγάπη και τους φυλάω στη μνήμη μου, τους άνδρες της Προσωπικής Ασφάλειας, που μας πρόσεχαν κατά την απουσία του Τσε, όταν είμαστε παιδιά. Τον Φέλο, από το Πιναρ ντελ Ρίο, τον Νέστρορ, από την Αβάνα, τον Μισαέλ από την ανατολική επαρχία… Τους βλέπαμε σαν δάσκαλους ή και σαν γονείς μας… Σε μας τα αγόρια, μας έμαθαν μέχρι και πως κατουράμε. Από τους τρεις ζει μόνο ο Νέστρορ, ο μαύρος. Τους δύο που πέθαναν εδώ και καιρό, τους κηδέψαμε και τους πενθήσαμε σαν μέλη της οικογένειάς μας. Ο Ίσαελ μας έμαθε να πυροβολούμε με τα όπλα Brno 2 και Calibre 22. 

 
Mεγαλώνοντας, παρουσιάστηκα στις Ειδικές Δυνάμεις του ΜΙΝΙΤ (ΥπΕσ) και έγινα υπολοχαγός, ήταν μια τιμή για μένα. Τότε ήμουν 23 ετών. Όταν πυροβολούσα με το όπλο στις ασκήσεις που κάναμε, ερχόταν στο μυαλό μου ο θρύλος του πατέρα μου. 
 
Το 1990, σε μια Ακαδημία της Σοβιετικής Ένωσης, έγινα Αξιωματικός Επιχειρήσεων της Αντικατασκοπίας. Είχα πάντα μαζί μου τις συμβουλές του πατέρα μου στα γράμματά του. 
 
Ο πατέρας μου όπως είναι γνωστό, έκανε το γύρο της Λατινικής Αμερικής με τον Αλμπέρτο Γρaνάδο (με την μοτοσυκλέτα La Poderosa). Και στη Σιέρα Μαέστρα έπρεπε να καταβάλει προσπάθειες να εκπαιδεύσει αντάρτες με χαμηλό πολιτιστικό επίπεδο, αγρότες πρακτικά αναλφάβητους. 
Μου είπαν ότι έχεις φτιάξει μια επιχείρηση με ένα πολύ συμβολικό όνομα: “La Poderosa”; 
La Poderosa; Nαι, διευθύνω αυτή την επιχείρηση, ειδικότερα ασχολούμαι με το κομμάτι του εξωτερικού. Είναι ένα ταξιδιωτικό γραφείο, τουριστικό, ειδικευμένο στις μοτοσυκλέτες, στη Harley Davidson, την πιο δυνατή, την πιο γνωστή και την πιο εμπορική στο εξωτερικό, αυτή που γενικά αρέσει πιο πολύ σαν μηχανή βόλτας. Εγώ πηγαίνω με μία από αυτές και ξεναγώ τους τουρίστες. Η μηχανή αυτή ονομάζεται “La Poderosa”, ως ένας φόρος τιμής σε εκείνη την Northon 500 με την οποία ο Τσε και ο Αλμπέρτο Γρανάδο διέσχισαν την Λατινική Αμερική… 
Στη συνέχεια, η συνέντευξη πηγαίνει στο πως τα γράμματα του πατέρα του, σημάδεψαν τον τρόπο που θα έβλεπε το μέλλον.
Με τα γράμματά του στην οικογένειά μας, μας προετοίμασε για το μέλλον, μας προειδοποίησε για τη ζωή και μας έδωσε μαθήματα. Ήταν πεισμένος ότι θα μπορούσε να πεθάνει. 
 
Α! και μια άγνωστη είδηση! Ποτέ η μητέρα μου Αλέιδα Μαρτς, δεν το έχει πει, και σήμερα εγώ θέλω να το πω, μπορώ να το αποκαλύψω μετά τόσα χρόνια. Αυτή ζήτησε από “το γέρο μου” να πάει να πολεμήσει στη Βολιβία, όταν θα το επέτρεπαν οι συνθήκες και αυτός υποσχέθηκε ότι έτσι θα γινόταν, αλλά τελικά δεν μπόρεσε να ανοίξει το δεύτερο μέτωπο που ήλπιζε να δημιουργήσει. 
 
Ξέρω επίσης ότι είσαι διεθνιστής, όπως ο πατέρας σου … 
Διεθνιστής; Ναι, ήμουν σχεδόν δύο χρόνια στην Αγκόλα, πρώτα στην Κάχαμα, μετά στη Μπενγουέλα, στο Λόμπιτο και σε άλλες πολεμικές ζώνες. Φυσικά, μάχιμος αλλά και ως Αξιωματικός Επιχειρήσεων της Στρατιωτικής Αντικατασκοπείας. 
Σου αρέσει το σκάκι όπως στον Τσε; 
Ήταν το αγαπημένο του άθλημα. Επειδή ήταν αυτό που έμοιαζε με τη στρατιωτική τέχνη, όπου ασκούσε τακτική και στρατηγική, την επίθεση, αντεπίθεση και τελικά την άμυνα με τα πιόνια όπως ο αξιωματικός, ο βασιλιάς , οι πύργοι, σαν να ήταν μέρος μιας μάχης με όπλα. 
Δεν υπάρχουν και εκείνοι που προσπαθούν να αμαυρώσουν την ιστορία του πατέρα σου με συκοφαντίες; 
Ο πατέρας μου ήταν πάνω απ όλα πολύ γενναιόδωρος και ανθρώπινος, παρά τις συκοφαντίες των εχθρών. Η καλύτερη απόδειξη γι αυτό, είναι ότι πήγε να πολεμήσει σε άλλες χώρες. Άφησε τα πάντα, την αγάπη μας, την αγάπη του λαού, για να μπορέσουν άλλα παιδιά, άλλοι νέοι και άνθρωποι, να έχουν υγεία, μόρφωση, ιατρική περίθαλψη, ανθρώπινα δικαιώματα και τελικά να ζουν καλά και να είναι ευτυχισμένοι. 
Για να είσαι αυθεντικός επαναστάτης 
Εμπνευσμένος από τη συζήτηση, ο Ερνέστο ξεκινά μια ιστορική αναδρομή. Θυμάται ότι, όταν τελείωσε την ιατρική ο πατέρας του, ξεκίνησε από το Μπουένος Άιρες στις 7 Ιούλιου 1953, το δεύτερο ταξίδι του στη Λατινική Αμερική.
Σε αυτή την περιοδεία, σημειώνει, ήρθε σε επαφή στη Βολιβία με τον αντίκτυπο της επανάστασης του 1952, στη Γουατεμάλα ήταν μάρτυρας της ανατροπής του Χάκομπο Άρμπενς, στην Κόστα Ρίκα, στη Γουατεμάλα και στο Μεξικό, έρχεται σε επαφή με τους επιζώντες κουβανούς επαναστάτες των γεγονότων της 26ης Ιουλίου 1953 (επίθεση στο στρατόπεδο Μονκάδα) και γνώριζει τον Φιντέλ Κάστρο. Εκεί αποφασίζει να ενταχθεί στο επαναστατικό κίνημα που ηγείται και μετά την απόβαση του Γκράνμα ξεκινά τον αγώνα στην Κούβα.
Στις 10 Δεκεμβρίου 1953, σε γράμμα του στη θεία του Μπεατρίς, από την Κόστα Ρίκα, ομολογεί ότι στη Γουατεμάλα θα τελειοποιούσε τον εαυτό του και θα κατακτούσε αυτό που χρειάζεται για να είναι ένας αυθεντικός επαναστάτης. Της λέει: “Εκτός από γιατρός, είμαι δημοσιογράφος και ρήτορας …. σε αγκαλιάζω και σε αγαπώ, ο ανιψιός σου με τη σιδερένια υγεία, το άδειο στομάχι και την ξεκάθαρη πίστη στο σοσιαλιστικό μέλλον. Chau, Chancho”.
Στις 12 Φεβρουαρίου 1954, στο τέλος άλλου γράμματος προς την Μπεατρίς, την αποχαιρετά με αυτό τον τρόπο: “Μια ατσάλινη αγκαλιά από τον προλετάριο ανιψιό σου”.
Στις 6 Ιουλίου 1956, σε γράμμα προς τους γονείς του από τη φυλακή στο Μεξικό, γράφει: «Ένας νέος κουβανός ηγέτης με κάλεσε να ενταχθώ στο ένοπλο απελευθερωτικό κίνημα της χώρας του, και φυσικά, δέχτηκα. Το μέλλον μου συνδέεται με την κουβανική επανάσταση. Ή θα θριαμβεύσω μαζί της ή θα πεθάνω εκεί. Πέρασα τη ζωή μου ψάχνοντας την αλήθεια μου μέσα στα παραπατήματα. Στον τάφο μου θα πάρω μόνο τη θλίψη ενός ανολοκλήρωτου τραγουδιού”. 
Σε άλλο γράμμα, προς τη μητέρα του, γράφει: “Το επάγγελμά μου σήμερα, μοιάζει με του «σαλταδόρου», σήμερα εδώ, αύριο εκεί. Τα σημάδια είναι καλά, προμηνύουν τη νίκη. Αλλά αν κάνουν λάθος, τελικά, ακόμα και οι θεοί κάνουν λάθος. Η πορεία μου είναι ουσιαστικά μια περιπέτεια και ο αγώνας θα είναι με την πλάτη στον τοίχο, όπως στους ύμνους, μέχρι να νικήσω ή να πεθάνω…”. 
(στμ)