αυτονομία, autonomia

ΑΠΟΧΑΙΡΕΤΙΣΜΟΣ ΣΤΑ ΟΠΛΑ.

Ριζοσπαστικότητα, πρόκληση, παραβατικότητα, ρήξη της δεδομένης εικόνας: πώς παρεμβαίνει όλο αυτό στην πολιτική ιστορία της αριστεράς; Της αριστεράς της δεκαετίας του ’70; Στις 6 δεκεμβρίου 1975, σε μια μεγάλη διαδήλωση για την έκτρωση, η πρώτη ορατή έκφραση ενός αποσχιστισμού που υπήρξε πολιτική πρακτική εδώ και χρόνια, ένα στέλεχος της νέας αριστεράς δέχεται ένα χαστούκι γιατί παραβίασε την ομάδα περιφρούρησης που εμπόδιζε τους άνδρες από την πρόσβαση στην πορεία.Ήταν ο πρώτος συμβολισμός στην υπηρεσία των media μιας μη διευθετήσιμης σύγκρουσης μέσα στη νέα αριστερά, και των δυσκολιών της παλιάς και της νέας αριστεράς να διαχειριστούν αυτό που δεν παρουσιάζονταν σαν μια μεταβλητή της κύριας αντίφασης μεταξύ κεφαλαίου και εργασίας. Οι διαδηλώσεις μόνων γυναικών καθίστανται συνήθης πρακτική. Είναι πολύ διαφορετικές από εκείνες τις μικτές.Τσόκαρα, μπούκλες, φούστες λουλουδάτες, οι διαδηλώτριες τραγουδούν, χορεύουν, κρατιούνται από τα χέρια, αγκαλιάζονται, κάνουν girotondi, κυκλικούς χορούς.Η ευτυχία του «να είναι όλες εκεί, » πολλές, χωρίς άνδρες, μοιάζει ο αληθινός σκοπός αυτού του να βρίσκονται μαζί.

Αποτέλεσμα εικόνας για movimento femminista anni 70

Έτσι, η 8η μαρτίου θα ανακοινωθεί με πανό σε λευκά και ροζ τετράγωνα. Έτσι, η ρωμαϊκή κολεκτίβα Pompeο Magno θέτει τη φαντασία της στη διάσπαση του κλασικού σχήματος αυτών που διαδηλώνουν σε πορεία και ρίχνουν συνθήματα: εδώ είναι μια μεγάλη κάμπια που ξετυλίγεται στους δρόμους της Ρώμης. Έτσι η πορεία για το «Παίρνουμε πίσω τη νύχτα» έχει στο επίκεντρο της ακριβώς το αίτημα, την διεκδίκηση, για τις γυναίκες, να περπατούν μόνες την πόλη: όχι μόνο το μεσημέρι, αλλά και τα μεσάνυχτα. Φυσικά, αυτή η πολιτική των γυναικών και οι εκφράσεις της είναι όλο και λιγότερο συμβατές με την πολιτική της αριστεράς. Και η δυσκολία μετατρέπεται σε διαζύγιο.Με το συνέδριο στο Ρίμινι της Lotta continua και τη διάλυση της (1976), με την έξοδο των γυναικών από το »manifesto» και από άλλες μικτές ομάδες. Η κριτική στην πολιτική ενθαρρύνει την έξοδο από οργανώσεις των οποίων η κουλτούρα αναπαράγει, σύμφωνα με τις γυναίκες, μορφές κυριαρχίας που υπέστησαν και καταγγέλθηκαν κάποια άλλη στιγμή.Μιας και εκεί διαχωρίζεται «το προσωπικό από το πολιτικό» η οικονομία από τη σεξουαλικότητα, το άτομο από το συλλογικό.

Αποτέλεσμα εικόνας για movimento femminista anni 70

 Η Lea Melandri ένα χρόνο νωρίτερα είχε γράψει ένα κείμενο με τίτλο «Η αρχέγονη ατιμία»: «Δύο θεσμικά όργανα, το σχολείο και η οικογένεια, ανασυντίθενται μέσα σε μια ιδανική τάξη, το Delegate Order, τη Τάξη που έχει Ανατεθεί. Το χαμόγελο του Franti είναι ‘η ατιμία, το διαφορετικό’, που δεν διστάζει να διασπάσει το ειδύλλιο μιας εύχρηστης πλειοψηφίας, μιας πλειοψηφίας που συναινεί. »Ο στρατευμένος επαναστάτης ξαναθυμάται τα ιδιωτικά του όνειρα και η υποψία ότι η Πολιτική είναι ένα όνειρο, γεννιέται σε αυτόν. Αυτό που τόσο καιρό το ήλεγχε, το αρνούνταν ή διαχωρίζονταν από αυτό, το ξεχώριζε, εμφανίζεται με ντροπή ή με τον πειρασμό παράφωνων ‘φωνών’, τη «φωνή» που «εισάγει διακρίσεις, διαιρεί, υποδεικνύει μια διαφορά‘.«Αλλά μέσα, στη ρωγμή, αποκαλύπτεται το χαμόγελο του Φράντι: ένα κακόφημο χαμόγελο που σκοτώνει μαζί τη μητέρα και τον Malfatti, την Καρδιά και την Πολιτική.«Στα τελευταία αυτά χρόνια, ενώ μεγάλα και μικρά κόμματα έχουν ενισχύσει τις ιεραρχικές και γραφειοκρατικές τους δομές, φανταστικών πυραμίδων παλαιών οικίων «γεωμετριών», ο επαναστατικός αυθορμητισμός ανακαλύπτει ολοένα και πιο καθαρά την αλήθεια όλων αυτών που η αστική ιδεολογία έχει εκδιώξει από τη δημόσια σφαίρα ,μέσα στο γκέτο των σπιτιών, της σχέσης μεταξύ ανδρών και γυναικών, της ατομικής αποκλίσεως. Η αναζήτηση της κυκλικότητας και της σύνθεσης ανάμεσα στο «προσωπικό και το πολιτικό», που είχαν τεχνητά διαχωριστεί, φαίνεται να είναι η τελευταία όχθη πέρα από την οποία, ή γεννιέται ένας νέος τρόπος να υπάρχεις πολιτικά, ή η ίδια η πολιτική πεθαίνει ως συλλογικό σχέδιο απελευθέρωσης.»Οι δυσκολίες που συναντά η αυτονομία στις διάφορες μορφές συσσωμάτωσής της (αυτόνομες συνελεύσεις, ομάδες αυτοσυνειδησίας, κοινότητες κλπ.) δεν διαφέρουν από εκείνες που αναγκάζουν τους «απογοητευμένους» αγωνιστές να αναδημιουργήσουν το κόμμα ως ξεχωριστό χώρο της πολιτικής. Αλλά για όσους έχουν αφήσει αυτή την ψευδαίσθηση πίσω τους, ο κίνδυνος είναι η επιστροφή στην ιδιωτική ζωή.«Η «νοσταλγία» και η «επανάληψη» εντάσσονται διακριτικά συνεχώς εκεί όπου η εμφάνιση διαφορετικών και πιο ελεύθερων στάσεων ζωής και συμπεριφορών γίνεται αισθητή ως απειλή μοναξιάς και περιθωριοποίησης σχετικά με μια κοινωνικότητα που, αν και αναγνωρίζεται σαν νοητή και καταπιεστική, αποδεικνύεται λιγότερο ανησυχητική. »Η δουλεία σε κάνει να συνηθίζεις να φοβάσαι την ελευθερία. Η ιδέα της κίνησης κουβαλά μαζί της σαν σκιά εκείνη της παράλυσης.«Σε αυτό το σημείο κάποιος αναρωτιέται αν δεν είναι πάντα πολύ βιαστικός στο να χαράξει σύνορα ανάμεσα στη «συντήρηση» και στην «επανάσταση». Αν για συντήρηση εννοούμε όχι μόνο την υπεράσπιση των προνομίων, αλλά σε μια ευρύτερη έννοια, την υποταγή σε κανόνες και σχέσεις που εγγυώνται μια αλλοτριωμένη επιβίωση, τα σύνορα μετακινούνται, εισέρχονται στην ιστορία του καθενός, αγγίζουν τις πιο ‘ιδιωτικές’ καταστάσεις.

Αποτέλεσμα εικόνας για  anni 70,Lea Melandri
«Φαντάσματα και πραγματικότητα από πάντοτε διαπλέκονταν στην ιδιωτική / κοινωνική μας ιστορία.Η καπιταλιστική οργάνωση της παραγωγής για να αποδώσει ορθότητα σε αφαιρέσεις (χρήμα, ανταλλακτική αξία) χρειάστηκε να τοποθετήσει τον εαυτό της ως αμετάβλητη αντικειμενικότητα (φύση). Την ίδια τύχη είχαν όλα όσα είχαν να κάνουν με αυτήν: καταμερισμός της εργασίας, τεχνολογία, σχέση μεταξύ ατόμου και κοινωνίας κ.λπ. Η «φυσικότητα» της οικονομίας και της πολιτικής είναι η εξαπάτηση της καπιταλιστικής ιδεολογίας, που διατηρείται σε μεγάλο βαθμό και από εκείνους που θέλουν να την καταστρέψουν. Το να να ανακαλύπτονται εμπλοκές σε μια μηχανή που φαινόταν άψογη-τέλεια σημαίνει επομένως το άνοιγμα μιας χαραμάδας στην προσπάθεια να επανοικειοποιηθεί η πραγματικότητα. Όταν το «κοινωνικό» δεν μας φαίνεται πλέον στην λανθασμένη σταθερότητα ‘αυτού που είναι αντικειμενικά’, έξω και εντελώς διαφορετικό από εμάς, ξένο, είναι ευκολότερο να δούμε την συγγένεια που αυτό έχει με την ιστορία του καθενός μας. »Αυτά τα τελευταία χρόνια η εικόνα ενός ακλόνητου και ορθολογικού συστήματος έχει υποστεί ένα ρήγμα που είναι δύσκολο να αποκατασταθεί. Οι ιδεολογικές και ηθικές παραποιήσεις στις οποίες η αστική κοινωνία έχει διατηρηθεί μέχρι σήμερα υποχωρούν, ενώ γίνεται αντιληπτό ότι η διαβίωση δεν είναι πλέον εγγυημένη». Μπορεί να φαίνεται σαν η πιο ευνοϊκή στιγμή για να τερματίσουμε την μαζική εξάρτηση. Κάποιος σίγουρα επένδυσε σε αυτό. Υπάρχουν όμως και σημάδια που δείχνουν αντίθετες τάσεις: η ανατίμηση των θεσμών (οικογένεια, σχολείο, κόμμα), η νοσταλγία της επιστροφής στην ιδιωτική ζωή, η εμφάνιση νέων μορφών διαφυγής θρησκευτικού μαγικού τύπου ως καταφύγιο στη μοναξιά και την αβεβαιότητα. Το πρόβλημα της «εξάρτησης», εκτός από το ότι είναι πιο σύγχρονο από ποτέ, είναι σαν να αποκαλύπτεται τώρα γεμάτο από πολύπλοκες και βαθιές επιπτώσεις, υπαινιγμούς.
Αποτέλεσμα εικόνας για  anni 70,Lea Melandri
Μπροστά σε μια τάξη που καταρρέει, η προσπάθεια να συγκολληθούν οι διαχωρισμοί και να καλυφθούν οι παραφωνίες απαντά στην ανάγκη επιβίωσης-συντήρησης όχι λιγότερο υλικής από τη φυσική συντήρηση με τη στενή έννοια. Οι ίδιοι άνθρωποι που επιθυμούν την αποσύνθεση της καπιταλιστικής πυραμίδας δεν επιτυγχάνουν πάντοτε να αποφύγουν τον πειρασμό να εδραιώσουν τις κορυφές-τα ηγετικά στελέχη άλλων οργανώσεων που είναι μόνο κατά τα φαινόμενα εναλλακτικές.«Η «διατήρηση» παραπέμπει στην «επιβίωση». Τι είναι αυτό που δεν μπορούμε να διακινδυνέψουμε να χάσουμε, εκτός από την τροφή, για να εξασφαλιστεί η ζωή; » Μεμονωμένο υποκείμενο και κοινωνικό υποκείμενο παρουσιάζονται, μέσα στο πλαίσιο της τρέχουσας οικονομικής δομής, αμφότερα με αλλοτριωμένες αποχρώσεις: τα άτομα, τα οποία η αστική ιδεολογία περιγράφει ως ενεργά, ελεύθερα, αυτόνομα υποκείμενα, στην πραγματικότητα μειώνονται σε παθητικά αντικείμενα, αφηρημένα άτομα, η μάζα των παραγωγών και των εκτελεστών, αντίθετα, αποτελείται από άτομα άγνωστα μεταξύ τους, απομονωμένα και εκτοπισμένα από το προϊόν της δουλειάς τους. Φέρνοντας αντιμέτωπα το κοινωνικό υποκείμενο (τάξη) στο άτομο, σαν η τάξη να ήταν ήδη «από μόνη της», αντικειμενικά, το υποκείμενο της επανάστασης, ο διαλεκτικός υλισμός κινδυνεύει να προσδώσει ρεαλισμό και επαναστατική δύναμη σε μια οντότητα όχι λιγότερο αφηρημένη και αλλοτριωμένη από το άτομο.«Επομένως, η αναζήτηση μιας «συγκεκριμένης ατομικότητας» συνδέεται αναπόφευκτα με την αναζήτηση μιας «νέας κοινωνικότητας». «Όταν μιλάμε για «προσωπικό» και «πολιτικό», ως παρουσίες που υπάρχουν αμφότερες στο επαναστατικό κίνημα, ο κίνδυνος είναι, αντίθετα , να επιστρέψουμε συνεκτικότητα και πολικότητα σε δύο στιγμές που αντιθέτως παρουσιάζονται συγκεχυμένες και μπερδεμένες. Να βουτήξουμε μέσα στην ιστορία αυτού που ειδώθηκε μόνο ως ιδιωτικό και ατομικό είναι σαν να μας έχει καταπιεί μια χοάνηIΟ πραγματικός χρόνος και η πολιτική πρόθεση γίνονται ολοένα και πιο θολές, ενώ ένα βάθος χωρίς ιστορία φαίνεται να διαμορφώνεται, όπου λίγα πάθη αναδεύονται, έντονα, πάντα τα ίδια. Το «προσωπικό» παίρνει την όψη του «διαφορετικού»: ένα είδος «φύσης» αμετάβλητης που ερχόμενη ξανά στην επιφάνεια παράγει θρυμματισμό και σύγχυση μέσα σε ένα κοινωνικό ιστό που επιθυμεί να είναι ομοιογενής.«Πίσω από την αλήθεια που υπάρχει σε όλο αυτό (μεροληψία ενάντια σε μια φαντασιακή ενότητα, η σύγκρουση ενάντια σε μια πλασματική αλληλεγγύη) μπορούμε να καταλήξουμε όμως να αναπαράγουμε ακούσια την ιδεολογική παραποίηση: βλέποντας ως «φυσική» ώθηση και διαχωρισμένο αυτό που είναι το αποτέλεσμα και στήριγμα ταυτόχρονα στη συνέχιση μιας παραμορφωμένης και αφηρημένης κοινωνικότητας.
Σχετική εικόνα
«Η ζήλια, ο ανταγωνισμός, το αίτημα για αγάπη είναι το παραμορφωμένο πρόσωπο μιας κοινωνικής ενσωμάτωσης που περνάει καταναγκαστικά μέσω της δυαδικότητας-τριγωνικότητας των οικογενειακών σχέσεων. «Από αυτό το σημείο προέλευσης το μοντέλο μιας« αλλοτριωτικής επιβίωσης» και καταστροφικής φαίνεται να διασχίζει, με μικρές τροποποιήσεις, ολόκληρη την κοινωνική οργάνωση». Σε μια ομάδα γυναικών που προτείνουν να δώσουν μια συγκεκριμένη, μη ιδεολογική βάση, στην πολιτική τους σχέση, η άφιξη νέων προσώπων επικεντρώνει τη συζήτηση επάνω στο πρόβλημα εάν η ομάδα έπρεπε να κρατηθεί ανοιχτή ή να δώσει στον εαυτό της ένα ελάχιστο κανονισμού.
«Αλλά ποιες είναι οι «καινούργιες»; Η Μ. δηλώνει ανοιχτά εχθρική σε κάθε νέα παρουσία που αισθάνεται σαν «αντίπαλο-ανταγωνίστρια» σε σχέση με την ομάδα, υπό την έννοια ότι μπορεί να αφαιρέσει την προσοχή και την αγάπη της ομάδας. Η ομάδα είναι σαφώς διαμορφωμένη σαν «τρίτη ομάδα / πρόσωπο», στην οποία δίδεται ή φοβούνται να δώσουν μια εμφάνιση, μια έκφραση, ένα πρόσωπο. Η ιστορία μας φαίνεται ανεπανόρθωτα σημαδεμένη από τριγωνικές σχέσεις.‘Έχει υπάρξει ποτέ – αναρωτιέται η Λ. – ένα τέταρτο ενεργό; «Για την Γ. η ομάδα είναι φιλόξενη, ζεστή σαν τη μήτρα μιας μητέρας, όχι πάντα, μερικές φορές την αισθάνεται ξένη και σχεδόν δεν αναγνωρίζει τα πρόσωπα. Όταν αισθάνεται άνετα θέλει να μιλήσει. Η φωνή διεισδύει, αδηφάγα, αλλά προδίδει επίσης τον φόβο μήπως καταβροχθισθεί. «Για άλλες η ομάδα δεν έχει το πρόσωπο καμιάς ειδικότερα, θέλουν να παραμείνει ουδέτερη, ανώνυμη. Έτσι προτείνουν και πάλι, αλλά κατά τρόπο που μπορούν να την δουν και να την αναλύσουν, την θεμελιώδη και πιο ανθεκτική δομή από όλες τις διαπροσωπικές σχέσεις: την δυαδικότητα / τριγωνικότητα του τύπου της κοινωνικής σχέσης που εκτυπώνει η οικογένεια σε κάθε έναν από εμάς. Όποιο και αν είναι το πρόσωπο της ομάδας (η μητέρα, το γονικό ζεύγος), η ‘αρχική κατάσταση’ είναι εκεί, εμπλέκεται μέσα στην εύθραυστη λογικότητα των συνομιλιών μας, μέσα στην ηρεμία των σωμάτων μας. Να απελευθερώσουμε τον λόγο σημαίνει «να προδοθούμε» αποκαλύπτοντας παρορμήσεις και φαντασιώσεις που είναι εν μέρει άγνωστες σε εμάς, αλλά όχι τόσο πολύ ώστε να μην προαισθανθούμε σε αυτές την επανεμφάνιση κάτι τις που ήδη γνωρίζουμε.
Σχετική εικόνα
Δεν είναι τυχαίο το γεγονός ότι το αίτημα για συναισθηματικές εγγυήσεις σε μια ομάδα γυναικών προκαλεί βαθιές ανησυχίες: υπάρχει ο φόβος της απόρριψης διότι ανυπόφορη επανάληψη της αρχικής εγκατάλειψης, αλλά και της συγκατάθεσης, της διαθεσιμότητας, επειδή ανακαλεί συγχωνευτικές φαντασιώσεις, θανάσιμους εγκλωβισμούς, λες και λόγω της καθησυχαστικής «διαφοράς» που έχει ο άνδρας, της διαφορετικότητας του αυτής που γίνεται ιστορικά εξουσία, οι γυναίκες βρίσκονται αντιμέτωπες η μια απέναντι στην άλλη χωρίς όρια, αμοιβαία διαπερατά. «Πριν λήξει η συνάντηση μια προτείνει να βρεθούν σε δείπνο, να ξανασυναντήσει τις άλλες ‘έξω από την ομάδα’ και να ξεχωρίσει πιο εύκολα τα πρόσωπα και τη φωνή της καθεμιάς από τα φαντάσματα τους. Η συνάντηση πραγματοποιείται λίγες μέρες αργότερα σε ένα περιβάλλον όπου, λόγω της φασαρίας που προκαλεί η μουσική, είναι σχεδόν αδύνατο να μιλήσουν. Η ανάγκη να αναφερθούν σε μια ανώνυμη ομάδα / πρόσωπο αντιστέκεται στην επιθυμία για πιο ελεύθερες σχέσεις.Το «ενεργό τέταρτο» γεννιέται αργά και με δυσκολία. Στην ενδιάμεση περίοδο, η επιβίωση.
«Μια γυναίκα αποφάσισε να χωρίσει από τον σύζυγό της. Πέρασε το βράδυ μόνη της, γρήγορα κοιμήθηκε αλλά ξύπνησε με πονοκέφαλο. Φαντάζεται πως αρρώστησε βαριά και ότι την πήγαν στο νοσοκομείο. Θέλει ο σύζυγός της να το μάθει και συγκινείται για τη τύχη του. Άλλες φαντασιώσεις: ξεγυμνώνεται από κάθε επιθυμία και αφιερώνει τον εαυτό της στον θρησκευτικό διαλογισμό, ή: γίνεται σαν τη μητέρα, διακριτική, οικονόμος, θυσιάζεται στις οικογενειακές υποχρεώσεις.«Μπορεί να ξεφύγει από την εξάρτηση, την προσδοκία ότι κάποιος ή κάτι «από έξω» εγγυάται τη ζωή, αλλά αυτό που παραμένει απαγορευμένο είναι ‘να παίζει ελεύθερα‘. Το προνόμιο του άνδρα είναι επίσης πως επιτρέπεται να «πεινάει» και ταυτόχρονα να «παίζει»‘.Μια αλλοτριωμένη ισορροπία ανάμεσα στην επιβίωση και την ευχαρίστηση που βασίζεται στον διαχωρισμό, αλλά που επιτρέπει να αποφεύγονται τα δεινά εκείνων που εξαναγκάζονται, μέσα στην έλλειψη ευχαρίστησης, να «πεινούν» ντροπιαστικά.«Το σπάσιμο του κύκλου της εξάρτησης είναι να μπαίνεις σε μια φάση «μετάβασης» όπου ο κίνδυνος είναι να εξαλειφθεί μαζί με το πτώμα μιας αλλοτριωμένης ύπαρξης και η ευχαρίστηση και η ζωντάνια που παγώνουν σε ένα είδος αναγκαστικής παιδικής ηλικίας.«
Σχετική εικόνα
Η επιβίωση πρέπει να επανεξεταστεί ξεκινώντας από το «σημείο προέλευσης»: μια ένδειξη που δεν ισχύει μόνο για την ανάλυση της συγκεκριμένης αλλοτρίωσης των γυναικών, αλλά για όλες τις πολιτικές οργανώσεις που δίνουν έμφαση στην αυτονομία ως απαραίτητη στιγμή για τη δημιουργία μιας πραγματική πολιτικής συλλογικότητας.«Η πολιτική πρακτική των φεμινιστικών ομάδων, τη στιγμή κατά την οποίαν κάνει αυτά τα θέματα δικά της (την επιβίωση, το προσωπικό, κλπ.) προσκρούει ενάντια σε μια Τάξη και μια Ενότητα ιδανικές που επιστρέφουν συνεχώς χωρίς μεγάλες διαφορές στην ιστορία της αριστεράς. Στην περίπτωση αυτή η μεροληψία, το μερικό παρουσιάζεται κατηγορηματικά ως «διαφορετικότητα και παραφωνία», απειλή αλλαγών και νέων απροσδόκητων αντιφάσεων.«Το γεγονός ότι οι γυναίκες έχουν δώσει στους εαυτούς τους οργανωτικές μορφές που παρακάμπτουν οποιοδήποτε προηγούμενο μοντέλο, οι οποίες εμφανίζονται αυθόρμητες (με την έννοια των «μη οργανώσεων») μόνο σε όσους έχουν κατά νου ιεραρχικές και γραφειοκρατικές δομές τινάζουν στον αέρα την ψευδαίσθηση εκείνων που εξακολουθούν να εύχονται η σύγκρουση μεταξύ ανδρών και γυναικών να επιστρέψει ειρηνευμένη μέσα στη Μεγάλη μοναδική ταξική ενότητα.«Όταν μια εντολή, μια τάξη πραγμάτων, όποια κι αν είναι, αισθάνεται να την απειλούν, η αντίδραση είναι η ίδια: λογοκρισία, δημιουργία εμποδίων και απόσπασης, ενσωμάτωση.
Σχετική εικόνα
«Η επιβίωση εξακολουθεί να τίθεται για τις γυναίκες ακόμη και στην ενηλικίωση, στην αρχική της μορφή: ανάγκη να την τρέφουν – ανάγκη να θρέψει, ανάγκη να αγαπηθεί – ανάγκη να δώσει αγάπη. Δεν εμφανίζεται, αν όχι σπάνια, η επεξεργασία της ανάγκης στις διάφορες μορφές που χαρακτηρίζουν αντιθέτως την ανάπτυξη του ανδρός: επιβεβαίωση, δύναμη, ανταγωνισμός, εξουσία.«Και οι δραστηριότητες του ανδρός, από την οικονομική στην πολιτιστική, την καλλιτεχνική, την πολιτική κ.λπ., φέρουν το σημάδι της αρχικής σχέσης εξάρτησης από τη γυναίκα-μητέρα.Αλλά φέρνουν επίσης την «διαφορετικότητα» που προκύπτει από το προνόμιο της ικανότητας, της δυνατότητας να στέκεται σε σχέση με την μητέρα σε μια θέση εξουσίας.«Η συναισθηματική επιβίωση είναι εγγυημένη στον άνδρα, ακόμη και αν δεν υπάρχουν μητρικές φιγούρες, από την συνειδητοποίηση ότι παίζει έτσι κι αλλιώς τον ρόλο αυτού που «μπορεί» ή «κατέχει». Ο κόσμος, έτσι όπως είναι δομημένος, ανεξάρτητα από τις οικονομικές, πολιτικές και πολιτιστικές δομές που τον διέπουν και τον στηρίζουν, το επιβεβαιώνει σε καθημερινή βάση με την κληρονομική κατοχή του: την προσήλωση, την αφοσίωση της γυναίκας.«Όλες οι κουλτούρες, υποστηρίζει ο G. Ròheim, μπορούν να μοιάζουν με την ιστορία ενός ατόμου με τις νευρώσεις του, τις άμυνές του, τις ανησυχίες του και τα άγχη του. Ο πολιτισμός ως επέκταση της παιδικής ηλικίας; Αλλά αυτός που μπορεί να «δημιουργήσει πολιτισμό» είναι κάποιος που κατάφερε κατά κάποιο τρόπο να βρει ικανοποίηση στις ανάγκες της παιδικής ηλικίας, ο οποίος κατάφερε να επεξεργαστεί τον αποχωρισμό από τη μητέρα επειδή μπόρεσε να επαναλάβει με άλλες γυναίκες τον δεσμό, τη σχέση προέλευσης.Που δεν σημαίνει αυτονομία και ελευθερία σε σχέση με τις πρωταρχικές σχέσεις, αλλά μόνο το να ακουμπάς τα πόδια σε μια ασφαλή γη, επάνω σε μια «ύλη» αρκετά σταθερή ώστε να αφήσεις τη διαθεσιμότητα για να «κάνεις κάτι άλλο»». «Οικονομική επιβίωση και συναισθηματική επιβίωση» [ να σε αγαπούν να σε τρέφουν) στην αρχική κατάσταση δεν είναι διακριτές. Ο ερωτισμός είναι ένα μέρος της σχέσης μέσω της οποίας μεταδίδεται η ζωή που δεν διαχωρίζεται. Ο επακόλουθος διαχωρισμός (παραγωγή-αναπαραγωγή, οικονομικές σχέσεις-οικογενειακές σχέσεις, εργασία-σεξουαλικότητα) είναι ήδη το σημάδι μιας βαθιάς αλλοτρίωσης που έχει τη ρίζα της στη σεξιστική, πατριαρχική δομή, πριν ακόμη από εκείνη την καπιταλιστική«Η επιβίωση, όπως παρουσιάζεται στην καθημερινή εμπειρία των γυναικών, είναι σαν να μην είχε ούτε χρόνο ούτε ιστορία. Σημείο άφιξης και αναχώρησης παραμένει το σημείο προέλευσης, μια επιμονή και ακινησία που προκαλούν την παράλυση ή τον ακρωτηριασμό του «να κάνεις».
Σχετική εικόνα
Μόνο με μεγάλη προσπάθεια η γυναίκα καταφέρνει να κάνει δικό της το έργο του ανδρός, διατηρώντας ταυτόχρονα ένα είδος επιφύλαξης σε σχέση με αυτό. Οι ενέργειές της παραμένουν πεισματικά συνδεδεμένες με την αναζήτηση μιας ιδανικής μητρικής αγάπης επάνω στην οποία βαραίνει ο φόβος και η ενοχή. Το μόνο «που μπορεί να κάνει» είναι η μητρότητα, να μεταμορφωθεί από εγκαταλελειμμένη κόρη σε γενναιόδωρη μητέρα. Η εμπειρία της μητρικής εγκατάλειψης-προδοσίας βάζει την γυναίκα στην κατάσταση να πρέπει να ψάξει αναγκαστικά στον άνδρα την απόδειξη της ύπαρξής της και της αξίας της. «Βρίσκεται έτσι απαλλοτριωμένη της ζωής και της σημασίας που θα μπορούσε να έχει η ζωή της, αναγκασμένη να επαναφέρει τις παρορμήσεις της μέσα στα όρια που επιβάλλει ο άνδρας για να ικανοποιήσει τις δικές του, να μετρήσει και να παραποιήσει τις επιθυμίες της ώστε να μην επαναλάβει την εμπειρία της εγκατάλειψης.«Αλλά η «ανυπαρξία» των γυναικών είναι και η δύναμή τους. Αυτός που μπορεί να δει καθαρά «αυτό που βρίσκεται στην καταγωγή, στην προέλευση», επειδή δεν έχει ποτέ διαχωριστεί από αυτήν, είναι φορέας μιας αλήθειας που κλονίζει όλες τις κοινωνικές και πολιτικές αναλύσεις που έχουν μεγαλώσει επάνω στην άρνηση και την παραποίηση αυτής της ίδιας καταγωγής.«Η προσπάθεια από πολλές πλευρές, στην οποία γινόμαστε σήμερα μάρτυρες, να φέρουν στα έδρανα των διασκέψεων, των πανεπιστημίων ή των κομμάτων αυτό που έχει γίνει μια πολιτική πρακτική για το γυναικείο κίνημα, είναι η συντηρητική Αντίδραση εκείνων που αισθάνονται ότι απειλείται το καθημερινό τους προνόμιο και η ίδια η αξιοπιστία τους σαν διανοούμενοι ή πολιτικοί.«Μα πλέον το καινούργιο γεγονός, πως η κριτική της επιβίωσης μπορεί να γίνει αναπόσπαστο μέρος μιας πολιτικής πρακτικής, έχει συμβεί.«Η τροφή και η αγάπη, η σεξουαλικότητα και η πράξη, το παιχνίδι και η αναγκαιότητα δεν μπορούν παρά να ξαναγεννηθούν μαζί» (5). Εδώ γεννιέται μια πολιτική πρακτική που βασίζεται στη σχέση μεταξύ γυναικών. Ωστόσο, αυτή η θέση, ευρέως διαδεδομένη, θα εξασφαλίσει στο κίνημα των γυναικών την απόδοση της μητρότητας της αποκαλούμενης «ύφεσης» του κινήματος ή του ναρκισσισμού που πλέον εξαπλώνεται ραγδαία, και πρακτικά έχει καταστεί μαζικός.
Αποτέλεσμα εικόνας για anni 70,Lea Melandri
αυτονομία, autonomia

Κεφάλαιο 9. Η ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ ΤΟΥ ΦΕΜΙΝΙΣΜΟΥ.

Αποτέλεσμα εικόνας για rivolta femminile 1970

ΤΑ ΦΥΛΑ ΕΙNΑΙ ΔΥΟ. «Η γυναίκα δεν πρέπει να οριστεί σε σχέση με τον άνδρα. Επάνω σε αυτή τη συνείδηση τόσο ο αγώνας μας όσο και η ελευθερία μας είναι θεμελιωμένοι.Ο άνδρας δεν είναι το μοντέλο για να προσαρμόσει τη διαδικασία της αυτοανακάλυψης της η γυναίκα. Η γυναίκα είναι το άλλο σε σχέση με τον άντρα. Ο άντρας είναι το άλλο σε σχέση με τη γυναίκα.» Έτσι ανοίγει το μανιφέστο για της «γυναικείας Εξέγερσης» (1) το οποίο είναι του ιουλίου 1970. Και έτσι συνεχίζει: «Η ισότητα είναι μια ιδεολογική προσπάθεια για να υποδουλώσει την γυναίκα σε υψηλότερα επίπεδα. Το να αναγνωρίσουμε την γυναίκα στον άνδρα σημαίνει την ακύρωση του τελευταίου δρόμου απελευθέρωσης». Η απελευθέρωση για την γυναίκα δεν σημαίνει να αποδέχεται την ίδια ζωή με τον άνδρα διότι αυτή δεν είναι βιώσιμη, είναι ακατάλληλη, αλλά να εκφράσει την δική της αίσθηση, το δικό της νόημα της ύπαρξης.«Η γυναίκα ως υποκείμενο δεν απορρίπτει τον άνδρα ως υποκείμενο, αλλά τον απορρίπτει ως έναν απόλυτο ρόλο. Στην κοινωνική ζωή τον απορρίπτει ως αυταρχικό ρόλο. «Μέχρι στιγμής ο μύθος της συμπληρωματικότητας έχει χρησιμοποιηθεί από τον άνδρα για να δικαιολογήσει τη δική του δύναμη, την εξουσία του». Οι γυναίκες πείθονται από την παιδική ηλικία να μην λαμβάνουν αποφάσεις και να εξαρτώνται από ένα «ικανό» και «υπεύθυνο» πρόσωπο: τον πατέρα, τον σύζυγο, τον αδελφό«Η γυναικεία εικόνα με την οποία ο άντρας έχει ερμηνεύσει την γυναίκα ήταν δική του εφεύρεση. «Παρθενία, αγνότητα, αφοσίωση, πίστη, δεν είναι αρετές, αλλά περιορισμοί για την οικοδόμηση και διατήρηση της οικογένειας. Η τιμή είναι η επακόλουθη κατασταλτική κωδικοποίηση. »Στον γάμο η γυναίκα, που στερείται του ονόματός της, χάνει την ταυτότητά της που σημαίνει το πέρασμα της ιδιοκτησίας που έγινε μεταξύ του πατέρα της και του συζύγου.«Αυτή που δημιουργεί δεν έχει το δικαίωμα να αποδίδει στα παιδιά το δικό της όνομα: το δικαίωμα της γυναίκας εφαρμόστηκε από άλλους για τους οποίους έχει γίνει το προνόμιο. «Μας υποχρεώνουν να διεκδικήσουμε την απόδειξη, την μαρτυρία ενός φυσικού γεγονότος.» Αναγνωρίζουμε στον γάμο τον θεσμό που έχει υποτάξει τη γυναίκα στο αντρικό πεπρωμένο. Είμαστε ενάντια στο γάμο.

Σχετική εικόνα

«Το διαζύγιο είναι ένα εμφύτευμα γάμων από το οποίο ο θεσμός αναδύεται ενισχυμένος. «Η μετάδοση της ζωής, ο σεβασμός της ζωής, το νόημα της ζωής είναι έντονη εμπειρία της γυναίκας και αξίες που αυτή διεκδικεί.» Το πρώτο στοιχείο δυσαρέσκειας της γυναίκας προς η κοινωνία βρίσκεται στο ότι αναγκάζεται να αντιμετωπίσει τη μητρότητα ως ένα aut-aut. «Καταγγέλλουμε τη στρέβλωση, την παραμόρφωση μιας μητρότητας που πληρώνεται με την τιμή του αποκλεισμού.» Η άρνηση της ελευθερίας των αμβλώσεων αποτελεί μέρος του παγκόσμιου βέτο που ασκείται στην αυτονομία της γυναίκας «. Δεν θέλουμε να σκεφτόμαστε στη μητρότητα σε όλη τη ζωή και να συνεχίζουμε να είμαστε ασυναίσθητα μέσα-εργαλεία πατριαρχικής εξουσίας.«Η γυναίκα έχει βαρεθεί να μεγαλώνει ένα παιδί που θα της γίνει κακός εραστής.Σε μια ελευθερία που αισθάνεται να αντιμετωπίζει, η γυναίκα ελευθερώνει επίσης το παιδί της και το παιδί είναι η ανθρωπότητα: «Σε όλες τις μορφές συμβίωσης, να ταίζεις, να καθαρίζεις, να φροντίζεις και κάθε στιγμή της καθημερινής ζωής πρέπει να είναι αμοιβαίες χειρονομίες. «Με την εκπαίδευση και με τη μίμηση ο άνδρας και η γυναίκα βρίσκονται ήδη στους ρόλους στην πρώτη παιδική ηλικία.» Αναγνωρίζουμε τον παραπλανητικό χαρακτήρα όλων των ιδεολογιών διότι μέσω των λογικών μορφών εξουσίας [ θεολογική, φιλοσοφική, πολιτική) έχουν αναγκάσει την ανθρωπότητα σε μια μη αυθεντική, καταπιεσμένη και συναινετική κατάσταση.«Πίσω από κάθε ιδεολογία εμείς βλέπουμε την ιεραρχία των φύλων «Δεν θέλουμε από τώρα και στο εξής να υπάρχει οθόνη ανάμεσα σε εμάς και τον κόσμο». Ο φεμινισμός υπήρξε η πρώτη πολιτική στιγμή της ιστορικής κριτικής στην οικογένεια και στην κοινωνία. »Ενώνουμε τις καταστάσεις και τα επεισόδια της φεμινιστικής ιστορικής εμπειρίας: σε αυτήν η γυναίκα εκδήλωσε τον εαυτό της διακόπτοντας για πρώτη φορά τον μονόλογο του πατριαρχικού πολιτισμού. «Αναγνωρίζουμε στην μη αμειβόμενη οικιακή εργασία την απόδοση που επιτρέπει στον καπιταλισμό, τον ιδιωτικό και τον κρατικό, να υφίσταται.«Θα επιτρέψουμε αυτό που συνεχώς επαναλαμβάνεται στο τέλος κάθε λαϊκής επανάστασης όταν η γυναίκα, που έχει πολεμήσει μαζί με τους άλλους, βρίσκει τον εαυτό της να έχει παραγκωνιστεί με όλα τα προβλήματά της; «Απεχθανόμαστε τους μηχανισμούς της ανταγωνιστικότητας και τον εκβιασμό που ασκείται στον κόσμο από την ηγεμονία της αποτελεσματικότητας. Εμείς θέλουμε να θέσουμε την εργασιακή μας ικανότητα στη διάθεση μιας κοινωνίας που έχει ανοσοποιηθεί.
Σχετική εικόνα
«Ο πόλεμος ήταν πάντα η συγκεκριμένη δραστηριότητα του αρσενικού και το μοντέλο της ανδρείας συμπεριφοράς του. «Η ίση αμοιβή είναι ένα δικαίωμά μας, αλλά η καταπίεση μας είναι κάτι άλλο. Μα φθάνει η μισθολογική ισότητα όταν έχουμε ήδη στις πλάτες μας ώρες οικιακής εργασίας; »Να επανεξετάσουμε τις δημιουργικές συνεισφορές των γυναικών στην κοινότητα και να διαλύσουμε το μύθο της επικουρικότητας της δουλειάς της.» Η προσφορά υψηλής αξίας στις «μη παραγωγικές» στιγμές είναι μια επέκταση ζωής που προτείνουν οι γυναίκες. «Όποιος έχει την εξουσία δηλώνει: ‘Είναι μέρος του ερωτισμού να αγαπάς ένα κατώτερο ον’. Η διατήρηση του status quo είναι επομένως μια δική του πράξη αγάπης.«Χαιρετίζουμε την ελεύθερη σεξουαλικότητα σε όλες τις μορφές της, διότι έχουμε πάψει να θεωρούμε την ψυχρότητα ως μια αξιέπαινη εναλλακτική λύση. «Η συνέχιση της ρύθμισης της ζωής μεταξύ των φύλων είναι μια αναγκαιότητα της εξουσίας, η μόνη ικανοποιητική επιλογή είναι μια ελεύθερη σχέση. »Είναι ένα δικαίωμα των παιδιών και των εφήβων η περιέργεια και τα σεξουαλικά παιχνίδια.«Παρακολουθήσαμε για 4000 χρόνια: τώρα έχουμε δει! «Πίσω από εμάς, στις πλάτες μας βρίσκεται η χιλιετής αποθέωση της ανδρικής υπεροχής, οι θεσμοθετημένες θρησκείες υπήρξαν το ισχυρότερο βάθρο της. Και η έννοια της ‘μεγαλοφυίας’ αποτέλεσε το ανέφικτο σκαλοπάτι της.»Η γυναίκα είχε την εμπειρία να βλέπει κάθε μέρα κατεστραμμένο εκείνο που έφτιαχνε. «Θεωρούμε ελλιπή μια ιστορία που έχει διαμορφωθεί στα ίχνη που δεν είναι αλλοιώσιμα». Δεν παραδόθηκε τίποτα, ή αυτό έγινε με λάθος τρόπο, από την παρουσία της γυναίκας: εναπόκειται σε μας να το ανακαλύψουμε ξανά για να μάθουμε την αλήθεια.«Ο πολιτισμός μας έχει αποκαλέσει κατώτερες, η εκκλησία μας έχει αποκαλέσει φύλο, η ψυχανάλυση μας έχει προδώσει, ο μαρξισμός μας έχει πουλήσει στην υποθετική επανάσταση. «Ζητάμε παραπομπές από χιλιετίες φιλοσοφικής σκέψης που θεωρητικοποίησε την κατωτερότητα των γυναικών. »Για τον μεγάλο εξευτελισμό που ο πατριαρχικός κόσμος μας έχει επιβάλει εμείς θεωρούμε υπεύθυνους τους συστηματικούς της σκέψης: αυτοί έχουν διατηρήσει την αρχή της γυναίκας ως προσθετικό oν για την αναπαραγωγή της ανθρωπότητας, δεσμό με τη θεότητα ή το κατώφλι του ζωικού κόσμου, ιδιωτική σφαίρα και ‘pietas ».
Αποτέλεσμα εικόνας για rivolta femminile 1970
Δικαιολόγησαν στη μεταφυσική αυτό που ήταν άδικο και φρικτό στη ζωή της γυναίκας. «Φτύνουμε επάνω στον Χέγκελ.» Η διαλεκτική υπηρέτης-αφεντικό είναι μια ρύθμιση των λογαριασμών ανάμεσα σε συλλογικότητες των ανδρών: αυτή δεν προβλέπει την απελευθέρωση της γυναίκας, του μεγάλου καταπιεσμένου του πατριαρχικού πολιτισμού. «Ο ταξικός αγώνας, σαν μια επαναστατική θεωρία που αναπτύχθηκε από την διαλεκτική υπηρέτη-αφεντικού, εξίσου αποκλείει τη γυναίκα. Εμείς θέτουμε ξανά υπό αμφισβήτηση τον σοσιαλισμό και τη δικτατορία του προλεταριάτου.»Μην αναγνωρίζοντας τον εαυτό της στην αρσενική κουλτούρα, η γυναίκα της αφαιρεί την ψευδαίσθηση της οικουμενικότητας. «Ο άνδρας μίλησε πάντοτε στο όνομα του ανθρώπινου είδους, αλλά το μισό του γήινου πληθυσμού τον κατηγορεί τώρα πως έχει εξυψώσει έναν ακρωτηριασμό. »Η δύναμη του ανδρός βρίσκεται στην αναγνώρισή του με τον πολιτισμό, η δική μας στην απόρριψη του. «Μετά από αυτή την πράξη συνείδησης, ο άνδρας θα ξεχωρίζεται από τη γυναίκα και θα πρέπει να ακούει από αυτήν όλα όσα την ανησυχούν, που την αφορούν.»Ο κόσμος δεν θα τιναχθεί στον αέρα αν ο άνδρας δεν θα έχει πλέον την ψυχολογική ισορροπία που βασίζεται στην υποβολή μας, την υποταγή μας.«Στην καυτή πραγματικότητα ενός σύμπαντος που ποτέ δεν αποκάλυψε τα μυστικά του, εμείς αφαιρούμε μεγάλο μέρος της πίστωσης που δίνεται στις μανίες, στα ξεσπάσματα του πολιτισμού. Θέλουμε να ζήσουμε, να είμαστε στο ύψος ενός σύμπαντος χωρίς απαντήσεις. «Επιδιώκουμε την αυθεντικότητα της χειρονομίας της εξέγερσης και δεν θα την θυσιάσουμε ούτε στην οργάνωση ούτε στον προσηλυτισμό ». Επικοινωνούμε μόνο με γυναίκες
Σχετική εικόνα
Η Carla Lonzi είναι ο συγγραφέας αυτού του μανιφέστο. Σε αυτό το γραπτό οφείλεται ο πρώτος πολιτικός ορισμός της σεξουαλικής διαφοράς στην Ιταλία που, από τότε, θα καταστεί ο λόγος και πηγή του αγώνα των γυναικών.Ένας μη γραμμικός αγώνας που δεν θα είναι πάντα σύμφωνος με αυτή τη δήλωση. Αλλά ένας αγώνας που από εκείνη την στιγμή θα προχωρήσει φέροντας μέσα του την αναγκαιότητα να σημάνει κοινωνικά κάτι που ποτέ πριν δεν είχε σημασία : τα φύλα που θέλουν μια ελεύθερη ύπαρξη είναι δύο και όχι ένα. Από αυτό το σημείο τίθεται σε αμφισβήτηση, όλο και πιο ξεκάθαρα, το »κοινωνικό σύμφωνο».
Διότι εκείνη η συμφωνία είναι η συντριβή και η άρνηση της ύπαρξης των δύο φύλων. Το ένα, λοιπόν, προσπαθεί να χωριστεί σε δύο.
Σχετική εικόνα
Η πρώτη εθνική συνάντηση των φεμινιστικών ομάδων έλαβε χώρα στο Μιλάνο τον ιούνιο του 1971. Μιλάνε, κυρίως, το Demau (Απομυθοποίηση του πατριαρχικού αυταρχισμού) και η θηλυκή Εξέγερση, Rivolta femminile. Μιλούν κατά της οικογένειας και κατά της πατριαρχίας. Εν τούτοις, το νεογέννητο φεμινιστικό κίνημα πρέπει πολύ νωρίς να ψαχτεί, να συγκριθεί με το «άλλο κίνημα» και με τις κατηγορίες της επανάστασης, της ταξικής πάλης, με τις στρατηγικές της κατάληψης της εξουσίας, με την έννοια του «γενικότερου συμφέροντος» και εκείνη του «υψηλότερου συμφέροντος» της τάξης. Σίγουρα, το εργατικό κίνημα και το ιταλικό κομμουνιστικό Κόμμα είχαν ξεπεράσει μια αντίληψη σύμφωνα με την οποία η ταξική επανάσταση θα είχε οδηγήσει σε λύση του «γυναικείου ζητήματος». Και το «γυναικείο ζήτημα» είχε γίνει ήδη ένα εθνικό ζήτημα, ένα από αυτά που διέσχιζαν »τον ιταλικό δρόμο προς τον σοσιαλισμό». Αλλά το να προσθέτουν «θηλυκό-γυναικείο» στη θέση του »νότιου», «νεανικό» δίπλα στον όρο «ζήτημα» ισοδυναμούσε με τη διατήρηση της έννοιας «γενικού ενδιαφέροντος». Για χρόνια θα προχωρήσουν απαριθμώντας τους μεν δίπλα στους δε και στις άλλες, γυναίκες, νέους, νότιους, ανέργους, ηλικιωμένους και αυτούς με ειδικές ανάγκες. Στα τέλη της δεκαετίας του εξήντα θα ξεκινήσουν πιο ρητά να λεν ότι κάθε σχέδιο κοινωνικού μετασχηματισμού που βασίζεται στην απoσιώπηση της ύπαρξης των γυναικών είναι στην πραγματικότητα ένα μερικό αρσενικό σχέδιο, που καθορίζεται από χρόνους, επιθυμίες, αντιφάσεις ενός μόνο φύλου που θέτει τον εαυτό του ως μοντέλο και για τον άλλο, »Δεύτερο φύλο» – «Secondo sesso» (2), λοιπόν, από τον τίτλο του δοκιμίου της Simone de Beauvoir.
αυτονομία, autonomia

Το κίνημα του ’77. Η κρίση της στράτευσης

Η νέα ώθηση του κινήματος που εμφανίζεται στην πολιτική σκηνή από το 1975 είναι έντονα κριτική και εικονοκλαστική σε σχέση με τα ιδεολογικά στερεότυπα, τα μοντέλα, τα τελετουργικά και τους μύθους της παράδοσης που προέρχονταν από την τρίτη Διεθνή, που έκαναν δικούς τους οι πολιτικές τάξεις των εξωκοινοβουλευτικών ομάδων που γεννήθηκαν μετά το 1968-69. Αυτή η ριζοσπαστική κριτική στις «ομάδες» (οι οποίες είχαν ήδη ξεκινήσει από το φεμινιστικό κίνημα) έθετε στο επίκεντρο της πολεμικής τα ζητήματα του «πολιτικού προσωπικού», τις σχέσεις μεταξύ των φύλων, τις ιεραρχικές μορφοποιήσεις, τον εξαντλητικό-αλλοτριωτικό βολονταρισμό κ.ο.κ. Αυτές οι θεματικές, οι οποίες αργότερα υιοθετήθηκαν από το «κίνημα του νεανικού προλεταριάτου», θα δώσουν το οριστικό τελειωτικό χτύπημα στις ήδη ετοιμοθάνατες εξωκοινοβουλευτικές οργανώσεις. «Ήμουν σε μια εξωκοινοβουλευτική ομάδα. Τις ομάδες εγώ τις ζούσα σαν στοιχεία συνέχειας του κομμουνιστικού κινήματος. Για εμένα αυτό είχε την σημασία μιας ιστορίας που στέκονταν πίσω μου και που μου είχε μεταδοθεί. Μετά υπήρξε η ήττα αυτών των ομάδων. Για εμένα η ήττα σήμαινε ότι είχαμε βαδίσει για μια ολόκληρη περίοδο πιστεύοντας σε ένα ελάχιστο πράγμα: ότι μπορούσες να συναντηθείς με τρεις ή τέσσερις άλλους σχηματισμούς που ίσως σκέφτονταν με διαφορετικό τρόπο, αλλά με τους οποίους μπορούσες έτσι κι αλλιώς να θέσεις έναν ελάχιστο στόχο. Ο στόχος ήταν εκείνος να είμαστε αρκετά ισχυροί ώστε να επηρεάσουμε την πολιτική γραμμή αυτού του ελέφαντα που ήταν το κομμουνιστικό Κόμμα για να το φέρουμε »στο σωστό επαναστατικό δρόμο». Με το αποτέλεσμα των εκλογών στις 20 ιουνίου, αυτή η ιδέα για μένα καταρρέει και επί πλέον το επιβεβαιώνει η διάλυση της Lotta continua και η γιορτή-lager της κομουνιστικής νεολαίας FGCI στη Ραβέννα το ίδιο καλοκαίρι.

A

Στις 20 ιουνίου 1976, πραγματοποιήθηκαν οι πρόωρες εκλογές και το αποτέλεσμα ήταν ότι η D.C. είχε ανακάμψει από τις ήττες των δύο προηγούμενων ετών: εκείνη για το δημοψήφισμα του ’74 και αυτή των διοικητικών εκλογών του ’75. Πρακτικά εκείνο το αποτέλεσμα διέψευδε δραματικά την ανάλυση της «μη αναστρέψιμης χριστιανοδημοκρατικής παρακμής». Επιπλέον, το P.C.I. προχώρησε φτάνοντας να αγγίξει την «προσπέλαση» της D.C. Αλλά το πιο απογοητευτικό αποτέλεσμα ήταν αυτό της λίστας που κάτω από τα αρχικά της προλεταριακής δημοκρατίας D.P. συγκέντρωνε τις εξωκοινοβουλευτικές ομάδες και μόλις κατάφερε να συγκεντρώσει μισό εκατομμύριο ψήφους.  Για τις 20 ιουνίου κράτησα δίνοντας στον εαυτό μου, όπως πολλοί άλλοι αγωνιστές, τη συνηθισμένη αιτιολόγηση της ευκολίας, πως δηλαδή η φάση δεν ήταν ώριμη. Αλλά αμέσως μετά μου έρχονται στο προσκήνιο όλες οι αμφιβολίες που έσερνα πίσω μου όλα αυτά τα χρόνια. »Και μετά την ίδια εποχή υπήρξε αυτή η επίδραση με το γυναικείο κίνημα, με τον φεμινισμό».

Αποτέλεσμα εικόνας για potere operaio anni '70

Οι ομάδες είχαν εξαντληθεί, δεν σου έδιναν πλέον προσωπικά καμία κάλυψη, καμία εγγύηση. Και μετά ήταν επίσης αλήθεια το αντίθετο, δηλαδή ότι εσύ αυτές τις βεβαιότητες που σου προέρχονταν απ’ το να είσαι μέσα σε μια ομάδα ήθελες να τις ξεπεράσεις. Για παράδειγμα, σε εκείνο το σημείο ήθελα να ξεπεράσω τον ρόλο που είχα, που ήταν αυτός ενός μικρού ηγέτη. Ο leaderino της ομάδας είναι αυτός που έχει κάνει χρόνια στράτευσης μέσα στην οργάνωσή του, το μικρό κόμμα του, στην ομάδα του απλά. Εκεί μέσα έκανε καριέρα, απέκτησε εξουσία μέσω της πίστης στη γραμμή, τη μελέτη, μέσα από όλα εκείνα τα συστατικά που αποτελούν με μια λέξη την στράτευση. Ο leaderino μπορεί να είναι ένας αρχηγός, ένας μισός αρχηγός, ένας μικρός αρχηγός, είναι έτσι κι αλλιώς αυτός ο οποίος έχει εξουσία πάνω στους άλλους συντρόφους της βάσης επειδή αυτή η εξουσία του έχει απονεμηθεί από τις υψηλές ιεραρχίες, από την κορυφή της ομάδας του. Έτσι, ο leaderino στη βάση αυτού πείθεται ότι πάντα υπήρξε ένας κομμουνιστής, ένας αληθινός επαναστάτης, και δεν αναρωτιέται τι πράγμα είναι η συγκεκριμένη μεταμόρφωση του εαυτού του και των άλλων που τον ακολουθούν ή, καλύτερα να πούμε, που στέκονται από κάτω του, οι άλλοι σύντροφοι είναι ανθρώπινο υλικό που πρέπει να σχηματιστεί, να σφυρηλατηθεί σύμφωνα με τις επίσημες οδηγίες των κορυφαίων ελίτ της ομάδας. Ο μικρός ηγέτης είναι αυτός που κατά τη διάρκεια των συνελεύσεων που πάνε στραβά ή επειδή δημιουργείται η σιωπή ή διότι εκφράζονται πολιτικές θέσεις διαφορετικές από εκείνες της ομάδας του, αισθάνεται την υποχρέωση να παρέμβει για να γεμίσει το κενό της σιωπής ή για να επιβεβαιώσει την ορθότητα της δικής του γραμμής επί εκείνης των άλλων.

Αποτέλεσμα εικόνας για potere operaio anni '70

«Να, αυτή υπήρξε για μένα η μεγάλη αντίφαση που επιβεβαιώθηκε εκείνη τη στιγμή, να καταλάβω ότι η θυσία μου, η άνευ όρων αφοσίωσή μου στον σκοπό του κομμουνισμού, έκρυβε στην πραγματικότητα την ανάγκη να μου δώσω τη μάσκα μιας ταυτότητας που στον εαυτό μου δεν είχα. Και τότε υπήρξε η συνειδητοποίηση της μεγάλης ψευδαίσθησης: να πιστεύω στη δυνατότητα να πεισθεί ή να υποχρεωθεί το κομμουνιστικό Κόμμα να προσανατολιστεί προς μια επαναστατική γραμμή. Αντιθέτως αυτό που συνέβαινε, αυτό που έβλεπα στην πραγματικότητα, ήταν ότι το ΚΚΙ όχι μόνο δεν άλλαζε παρά μόνο οριοθετούνταν σαν εχθρικό κόμμα.   Εγώ βγήκα από την κρίση μου επιτείνοντας την προσπάθεια να προσδιοριστώ με ολόκληρη μια σειρά νέων θεμάτων που αναδύονταν με έναν ακόμα συγκεχυμένο αλλά συναρπαστικό τρόπο: οι θεματικές του «προσωπικού πολιτικού», του μετασχηματισμού των διαπροσωπικών σχέσεων κλπ. Όλα αυτά δεν ήταν καλώς καθορισμένα πολιτικά, όμως εσύ μπορούσες να τις αισθανθείς σαν μια διαδικασία υλικής μεταμόρφωσης της ζωής. Με αυτά τα πράγματα, σε αντίθεση με την προηγούμενη εμπειρία μου ως αγωνιστή, μπορούσα να μετρηθώ μαζί τους άμεσα, προσωπικά στην καθημερινότητά μου.

Αποτέλεσμα εικόνας για potere operaio anni '70

Αυτές οι αντιφάσεις διέσχισαν όλους τους συντρόφους των ομάδων. Έχω δει συντρόφους να καταστρέφονται μετά από συναντήσεις όπου διαπιστώνουν το τέλος μιας εμπειρίας για την οποία είχαν θυσιάσει την ψυχή και το σώμα. Αλλά αυτό ήταν ένα απαραίτητο βήμα. «Η κρίση της στράτευσης, που εξερράγη με σαφήνεια μέσα στις μεγαλύτερες εξω-κοινοβουλευτικές ομάδες κατά τα έτη 1975-1976, όμως, είχε ήδη προκαταβολικά βρει την έκφραση της στην σημαντική απόφαση να »διαλυθεί μέσα στο κίνημα» που είχε λάβει η »Ομάδα Γκράμσι» στα τέλη του ’73 με »μια πρόταση για ένα διαφορετικό τρόπο να ασκείται η πολιτική» (1). »Σαν ομάδα, φτάσαμε στην απόφαση να διαλυθούμε προκειμένου να μπορούμε στην πράξη να πραγματοποιήσουμε το κέντρο της πολιτικής μας πρότασης: την οργάνωση της εργατικής αυτονομίας […] Γνωρίζουμε πως άλλοι, από άλλους δρόμους, έχουν ήδη επιτύχει το ίδιο αποτέλεσμα. και ακόμα ότι άλλοι, στο εγγύς μέλλον, θα πειραματιστούν σε βάθος την κρίση του τρόπου με τον οποίο ασκούν την πολιτική οι ομάδες.

77

Και όχι μόνο, αλλά πως στο εργοστάσιο και στα σχολεία αρχίζει μια φάση βίαιης αντιπαράθεσης με την ρεφορμιστική γραμμή και πρακτική που θα ανοίξει άφθονο χώρο για ένα διαφορετικά οργανωμένο πολιτικό έργο […] Η πρότασή μας έχει δύο βασικά σημεία στα οποία βασίζεται: την κεντρική θέση της εργατικής αυτονομίας και το πρόβλημα της οργάνωσής της […]. «οργάνωση της εργατικής αυτονομίας σημαίνει τον εντοπισμό και τη δημιουργία του χώρου έτσι ώστε τα στοιχεία της απόρριψης της καπιταλιστικής εργασίας και των περιεχομένων της ξενικότητας-διαφορετικότητας να αναδύονται και να γενικεύονται και να πολιτικοποιούνται ολοένα και πιο μαζικά. Σημαίνει να τα οργανώνουμε σε μια πρόταση πολιτικής πρακτικής που ξεκινάει από το εργοστάσιο, αλλά δεν περιορίζεται σε αυτό […] Οικογένεια και φύλο, νεανική και θηλυκή κατάσταση, συναισθηματική και πνευματική καταπίεση, περιθωριοποίηση εκείνων που δεν είναι «κανονικοί» είναι η καθημερινή πραγματικότητα στην οποία εκδηλώνεται η δουλεία του εργοστασίου και της ζωής που επιβάλλεται από το κεφάλαιο […].

Αποτέλεσμα εικόνας για Autonomia operaia

«Να απελευθερώνουμε και να εκφράζουμε τις δικές μας ανάγκες και να λειτουργούμε σαν πιστή εργατική δύναμη για το κεφάλαιο δεν είναι συμβατά πράγματα. Τα περιεχόμενα αυτής της απελευθέρωσης δεν είναι στοιχεία μόνο του εργοστασίου, ακόμη και αν αυτά έχουν μια βαθιά σχέση με την άρνηση της εργασίας και την εργατική ξενικότητα-διαφορετικότητα. […]. Με τα κινήματα που εκφράζουν αυτά τα περιεχόμενα, χρειάζεται μια σχέση που είναι και θα είναι επίσης αντιφατική, αλλά που αποτελεί μιας ζωτικής σημασίας διάσταση, επιτακτική, ενός λόγου για την πλήρη απελευθέρωση όλων και καθένα από εμάς. Αρκετά, φτάνει πια με την κοινωνία όπου ζούμε για να δουλεύουμε […] «Για να ανακτήσουμε τα πιο προηγμένα σημεία που εκφράζονται από τους μαζικούς αγώνες αυτών των πέντε ετών, για να γίνει κοινή και μεγαλύτερης »κατανάλωσης» μέσα στο κίνημα η κληρονομιά των πολιτικών πρωτοποριών και των πιο ριζοσπαστικών κινημάτων […] σύμφωνα με εμάς είναι απαραίτητο και δυνατό ένα ποιοτικό άλμα από την »λογική της ομάδας» στην «λογική του κινήματος». Η κριτική και η κατάργηση της ιδεολογίας της εξωκοινοβουλευτικής αριστεράς είναι μια προϋπόθεση […] Η ιστορία των ομάδων έχει δει, και όχι τυχαία, ενοποίηση και διαχωρισμό με βάση τις θεωρίες, το πρόγραμμα αγώνα έπαιξε πάντα ρόλο δευτερεύοντα. Όταν παρουσιάζονταν προσεγγίσεις στο πρόγραμμα αυτό οφείλονταν στην αυθόρμητη και ενοποιητική ώθηση του κινήματος. Οι ομάδες, ενοποιημένες στη θεωρία, χώρισαν κατ’ αυτό τον τρόπο το κίνημα.

Αποτέλεσμα εικόνας για Autonomia operaia

«Σχετικά με αυτό προτείνουμε να βρούμε με συγκεκριμένo τρόπο στιγμές ενοποίησης και συντονισμού επάνω σε ένα πρόγραμμα που ξεκινά από τη δημιουργία αυτόνομων οργανισμών εργοστασίου και σχολείου και να βρούμε εδώ το ενοποιητικό έδαφος και με ευρείες δυνατότητες πολιτικοποίησης στρωμάτων που δεν έχουν ακόμη περιληφθεί στις ομάδες [ …] Aυτόνομα κινήματα των νέων, των γυναικών, των περιθωριοποιημένων κοινωνικών στρωμάτων, καταπιεσμένων και εκμεταλλευόμενων από το κεφάλαιο, έχουν σήμερα οργανωμένες στιγμές έκφρασης: η πρότασή μας απευθύνεται σε όσους αποδέχονται να εμβαθύνουν την σχέση τους και να ασχοληθούν με την ανάπτυξη της οργάνωσης της εργατικής αυτονομίας, χωρίς να παραιτούνται από την δική τους αυτονομία και τη δική τους πρακτική επάνω στις συγκεκριμένες ανάγκες τους «.

Συνεπώς ένας νέος τρόπος να κάνουμε πολιτική; Σίγουρα. Είναι απαραίτητο. Επειδή δεν είναι πλέον δυνατό να απευθυνόμαστε από avant-garde σε avant-garde, από πρωτοπορία σε πρωτοπορία με μια γλώσσα ενορίας, σαν «ειδικοί» της πολιτικής, να γνωρίζουμε τα πάντα, το άλφα και το βήτα – και επίσης το μ. και το λ.- του μαρξισμού λενινισμού και να μην ήμαστε σε θέση να μιλήσουμε συγκεκριμένα για εμάς και τις εμπειρίες μας. Για να γίνει η συνείδηση και οι εξηγήσεις εμφανείς μέσα από την εμπειρία των δικών μας συνθηκών, προβλημάτων και αναγκών, και όχι μόνο μέσα από τις θεωρίες που περιγράφουν μηχανισμούς. «Και πάλι: ένας νέος τρόπος άσκησης της πολιτικής είναι αναγκαίος, έτσι ώστε η πολιτική πρακτική μέσα στους διάφορους τομείς του κινήματος να μην διαχωρίζεται και διαιρείται ακόμα και εκεί στο μέτρο που σήμερα είναι ήδη δυνατό ένα ελάχιστο αμοιβαίας αντιπαράθεσης, σύγκρισης και διαλόγου με βάση τις διαφορετικές εμπειρίες.Τέλος, ώστε να φθάσουμε στο σημείο να θέσουμε με συγκεκριμένο τρόπο τα πρώτα έμβρυα διαφορετικής ζωής, ενός διαφορετικού τρόπου να ήμαστε εμείς οι ίδιοι και να έχουμε προσωπικές σχέσεις, πέρα από τους ρόλους που μας επιβάλλει το κεφάλαιο για να μας περιθωριοποιεί, να μας θέτει σε δεύτερη μοίρα και να εξαρτιόμαστε από αυτό, να μας χωρίζει, να μας έχει ως πιστό εργατικό δυναμικό για τα κέρδη του […]. 

Σχετική εικόνα

Η κρίση της στράτευσης που διασχίζει οριζόντια όλους τους εξωκοινοβουλευτικούς σχηματισμούς καθορίζει την απελευθέρωση από τους δεσμούς μιας ερμηνείας των κοινωνικών πραγματικοτήτων, υποχρεωμένη μέσα στα άκαμπτα σχήματα της προσυσκευασμένης ιδεολογικής ανάλυσης μέσα στις ελιτιστικές και γραφειοκρατικές δομές των διαφόρων κομματιδίων. Μέσα από αυτή την απελευθερωτική διαδικασία, υποκείμενα με αγωνιστικές εμπειρίες στράτευσης, συχνά πολύ νεαρής ηλικίας και σε κάθε περίπτωση πολύ πολιτικοποιημένα, βυθίζονται μέσα στις εντάσεις μιας νεανικής πραγματικότητας που επηρεάστηκε από τις συνέπειες του τεράστιου κοινωνικού μετασχηματισμού που προκαλείται από τους αγώνες που ξεκίνησαν το ’68.

Αποτέλεσμα εικόνας για proletariato giovanile

Αυτό το συντριπτικό και αδιάκοπο κύμα μαζικής πολιτικοποίησης έρχεται να εφορμήσει στις ίδιες τις ρίζες της κοινωνίας των πολιτών, δηλαδή τις πρωταρχικές δομές του σχηματισμού της κοινωνικής ταυτότητας των νέων: την οικογένεια και το σχολείο. Η οικογένεια ως διαμορφωτικός τόπος της πειθαρχίας στις κυρίαρχες αξίες και το σχολείο ως τόπος κατάρτισης μιας επαγγελματικής γνώσης που θα αποκτηθεί με τη μελέτη και στη συνέχεια θα πραγματοποιηθεί στην εργασία. Για ολόκληρες μάζες νέων η ουσιαστική και ιδεολογική κριτική αυτών των δύο δομών, κύριες πηγές του σχηματισμού τους, αρχίζει να μεταφράζεται σε πρακτική απόρριψη με την εγκατάλειψη , τη διαφυγή, τη μετανάστευση, τον κοινό ανοιχτό αγώνα με τη συνειδητή αναζήτηση εναλλακτικών λύσεων ικανών να ικανοποιήσουν την ανάγκη μιας άλλης κοινωνικότητας και μιας άλλης γνώσης. Στο πλαίσιο αυτό, και μέσα σε αυτή την συγκυρία ωριμάζει ο πρόλογος του κινήματος του ’77.

Σχετική εικόνα

http://www.academia.edu/28083383/Nanni-Balestrini-Primo-Moroni-L-Orda-d-Oro-1968-1977-la-grande-ondata-rivoluzionaria-e-creativa-politica-ed-esistenziale.pdf

 

αυτονομία, autonomia

Οι αυτόνομοι – τρίτος τόμος, Gli autonomi – volume III

Με αυτό τον τρίτο τόμο ολοκληρώνεται το «έπος» της εργατικής αυτονομίας, ένας επαναστατικός χώρος που διαδραμάτισε έναν πρωταγωνιστικό ρόλο στα πολιτικά και πολιτισμικά σενάρια της χώρας μας τη δεκαετία του 70 του περασμένου αιώνα.
Μετά τον πρώτο τόμο για τις «αφηγήσεις» και το δεύτερο για τις «θεωρίες», αυτός ο τρίτος επικεντρώνεται στις σχέσεις που οι αυτόνομοι έπλεξαν με τους πολιτισμούς: την τεχνολογία, τις εκδόσεις, την λογοτεχνία, τον κινηματογράφο, την φωτογραφία, τα κινούμενα σχέδια, την μουσική, το μάρκετινγκ και τη διαφήμιση …
Το συνημμένο DVD περιέχει εκατοντάδες αρχειακά έγγραφα: κάρτες και καλύμματα βιβλίων, περιοδικά, εφημερίδες, φυλλάδια, ιστορικά δοκίμια. Επίσης: δεκάδες κόμικς, κινούμενα σχέδια, γραφές και συνθήματα, αφίσες, τραγούδια. Εκατοντάδες φωτογραφίες. Προσπαθήσαμε να συγκεντρώσουμε όσο το δυνατόν περισσότερο τα υλικά εκείνων των χρόνων και τον πλούτο αυτών των ιστοριών και εκείνων των θεωριών, αυτών των ζωών. Σίγουρα, πολλά άλλα έχουν παραμείνει έξω, και πολλά ακόμα υπάρχουν που πρέπει να ειπωθούν, να ερμηνευτούν. Αλλά εμείς δεν θέλαμε να είμαστε εξαντλητικοί και να πούμε την τελευταία λέξη, αλλά να «τιμήσουμε» , να αποδώσουμε τιμές στην εργατική αυτονομία , να μιλήσουμε για τα νοήματα και την ευφυία της, τη δημιουργικότητά της, τη φαντασία της, τη δύναμή της. Να τιμήσουμε τους χιλιάδες φυλακισμένους συντρόφους, τους εκατοντάδες εξόριστους. Όλους εκείνους που δεν είναι πλέον κοντά μας, που τους κρατάμε σφιχτά στην αγκαλιά μας.
Παρεμβάσεις των: Αρχείο Primo Moroni, Nanni Balestrini, Franco Berardi (Bifo), Cesare Bermani, Sergio Bianchi, Lanfranco Caminiti, Lucio Castellano, Stefano Chiodi, Andrea Colombo, Andrea Cortellessa, Tano D’Amico, Renato Donati, Umberto Eco, Ida Faré, Chicco Funaro, Augusto Illuminati, Maurizio Lazzarato, Annamaria Licciardello, Pino Maio, Michele Mordente, Primo Moroni, Vincenzo Miliucci, Toni Negri, Franco Piperno, σύνταξη του Radio Onda Rossa (Roma), Roberto Silvestri, Filippo Scòzzari, Stefano Tamburini, Mauro Trotta, Paolo Virno, Dario Zonta.
ΜΙΑ ΓΕΥΣΗ

 

«Είναι η κρίση – η κρίση ενός «κόσμου», εκείνου της απεριόριστης ανάπτυξης, της παραγωγής δίχως τέλος, της συνεχώς αυξανόμενης κατανάλωσης, μιας λογικής καμπύλης της ιστορίας – το πολιτιστικό παράδειγμα εκείνης της δεκαετίας, η πραγματική επιστημολογική ρήξη που διατρέχει την επιστημονική έρευνα, την επικοινωνία, την καθημερινή ζωή και τις κοινωνικές σχέσεις, την πολιτική. Και αν κάποια σχέση μπορεί να βρεθεί με το τώρα, είναι ολόκληρη εδώ. Αντιμέτωπα με τις μεταμορφώσεις της παραγωγής, μπροστά στην «κρίση», συγκρούστηκαν έτσι δύο οράματα, δύο πολιτισμοί.
Το πρώτο, αυτό των ιταλών κομμουνιστών, του προγραμματισμού, του κρατισμού, της μείωσης της κατανάλωσης. Της «λιτότητας». Το άλλο, αυτό της εργατικής αυτονομίας, του πολλαπλασιασμού των αναγκών, της αύξησης των μισθών και των εισοδημάτων, της διεύρυνσης της παραγωγής, της άρνησης της εργασίας και της «απραξίας», της εντατικοποίησης της σύγκρουσης. Της «ανάπτυξης». Οι κομμουνιστές θέλουν να απορροφήσουν την κρίση, για να κινηθούν στο όνομα της συμβατότητας, ένα όλον συμπαγές με τον «ιστορικό συμβιβασμό»: αυτός είναι ο πολιτισμός τους.
Η εργατική αυτονομία, αντιθέτως, για την κρίση διαβάζει το πολιτικό χαρακτηριστικό,
της «κυριαρχίας», και θέλει να την ανατρέψει. Ένας νέος κόσμος μπορεί να εμφανιστεί, εμφανίζεται ήδη, ο παλιός κόσμος αντιστέκεται και τον συμπιέζει. Αυτή είναι η κουλτούρα μας. Και αν κάποια σχέση μπορεί να υπάρχει με το τώρα, είναι όλη εδώ. Χωρίς ενοχές, οι αυτόνομοι σαμποτάριζαν τα εργοστάσια και την διοίκηση της παραγωγής, την κυριαρχία της, έσπαζαν τις βιτρίνες των καταστημάτων και έκλεβαν τα ρούχα, εισέβαλαν στα σούπερ μάρκετ και γέμιζαν τα καρότσια με σολομούς και φουά γκρα, με σαμπάνια και ουίσκι, κατελάμβαναν τα σπίτια και τις γειτονιές και τις πλατείες, δεν πλήρωναν τους λογαριασμούς τους, διέκοπταν τα μαθήματα των κόκκινων βαρόνων και τους κορόιδευαν. Χωρίς ενοχές, αποτίναζαν από πάνω τους την κουλτούρα της κρίσης. Πιπιλίστε στην εσείς, την κρίση, εμείς έχουμε έναν κόσμο που πρέπει να αρπάξουμε. Με τις κουκούλες. Στην ανάγκη, με το P38. Ναι. Ήμασταν τραχείς; εμείς ήμασταν άκομψοι; Και πού ήταν η esprit de finesse, στα τεθωρακισμένα αυτοκίνητα που τριγυρνούσαν μες τις πλατείες, στους καραμπινιέρους που πυροβολούσαν στο ύψος ανθρώπου, στα συνωμοσιολογικά ντελίρια, στη χυδαιότητα των κομμουνιστών;
Αυτή είναι η κρίσιμη μάχη εκείνων των ετών, αυτής της δεκαετίας, μια σύγκρουση όλη προς τα αριστερά. Η πολιτιστική μάχη είναι όλη «πολιτική». Η πολιτιστική μάχη είναι όλη «βία». Αλλά είναι στην καλύτερη παράδοση αυτής της χώρας: είναι όταν η πολιτιστική μάχη έχει γίνει πολιτική, δημόσιος χώρος, κοινωνικά κινήματα, που η Ιταλία βρέθηκε ξανά, ως γλώσσα, ως έδαφος, ως «έθνος». Το να μην διαβάζεται ακόμα εκείνη η πολιτική μάχη σαν πολιτιστική σύγκρουση, και σαν κρίσιμη σύγκρουση για εκείνο που έχει έρθει, είναι η διαιώνιση μιας άπονης, αναίσθητης άγνοιας».

Από την εισαγωγή των Lanfranco Caminiti και Sergio Bianchi

ISBN:
PAGINE: ΣΕΛΙΔΕΣ
ANNO: ΕΤΟΣ 2008
COLLANA: ΣΥΛΛΟΓΗ I libri di DeriveApprodi Τα βιβλία
TEMA: ΘΕΜΑ Anni Settanta Χρόνια Εβδομήντα
ΣΥΓΓΡΑΦΕΑΣ

SERGIO BIANCHI

ο Sergio Bianchi εργάστηκε για τον κινηματογράφο και την τηλεόραση. Υπήρξε μεταξύ των ιδρυτών του περιοδικού και στη συνέχεια του εκδοτικού οίκου DeriveApprodi, του οποίου είναι διαχειριστής μοναδικός και εκδοτικός διευθυντής. Επεξεργάστηκε τα δοκίμια: L’Orda d’oro. La grande ondata rivoluzionaria e creativa, politica ed esistenziale (Feltrinelli); La sinistra populista. Equivoci e contradizioni del caso italiano (Castelvecchi); με τον Lanfranco Caminiti: Settantasette. La rivoluzione che viene και τους τόμους I, II, III de Gli autonomi. Le storie, le lotte, le teorie (DeriveApprodi); με την Raffaella Perna: Le polaroid di Moro (DeriveApprodi); με τον Nanni Balestrini e Franco Berardi Bifo: Il ’68 sociale politico culturale (alfabeta2). Είναι επίσης συγγραφέας των: Milano, via De Amicis, 14 maggio 1977. La costruzione dell’immagine icona degli «anni di piombo» (DeriveApprodi); Figli di nessuno. Storia di un movimento autonomo (Milieu) και του μυθιστορήματος La gamba del Felice (Sellerio).
αυτονομία, autonomia

Οι αυτόνομοι – δεύτερος τόμος, Gli autonomi – volume II

Gli autonomi – volume II

Οι ιστορίες, οι αγώνες, οι θεωρίες

Μεταξύ του 1973 και του 1979 επικεντρώνεται ο ορισμός των παραδειγμάτων της θεωρητικής παραγωγής και του πρακτικού πειραματισμού του επαναστατικού σχεδίου της περιοχής της εργατικής αυτονομίας

Στην εκπόνηση αυτού του σχεδίου, μέσω της ανάπτυξης μιας ολοένα πιο σφικτής συζήτησης, συμμετείχαν αρκετά διαφορετικές πολιτικές, κοινωνικές και εδαφικές συνιστώσες. Αυτός ο τόμος προσπαθεί να κάνει τον λογαριασμό με αυτή τη διαδικασία μέσω της ανθολογικής συλλογής μέρους των εγγράφων που τροφοδότησαν αυτό το πρωτότυπο-αυθεντικό εργαστήριο ανατρεπτικής γνώσης. Μια αναλυτική-λεπτομερής χρονολόγηση των κυριότερων πολιτικών και κοινωνικών γεγονότων της εποχής είναι ένας οδηγός για μια ιστορική τοποθέτηση-εισαγωγή των θεμάτων που συζητήθηκαν.Στη συνέχεια υπάρχει μια «διεθνής ενότητα» με συνεισφορές συγγραφέων από διάφορες χώρες. Γεννήθηκε γύρω από την παρατήρηση ενός παραδόξου: ενώ στην Ιταλία η εργατική Αυτονομία καταδιώκεται, συλλαμβάνεται, φυλακίζεται, διασκορπίζεται, οι θεωρίες και οι πρακτικές της γίνονται προνομιακό έδαφος παρατήρησης και αναφοράς για τα κινήματα σε αγώνα στον κόσμο και για την κριτική σκέψη. Τα βιβλία της, οι ιστορίες του, οι συγγραφείς της μεταφράζονται πλέον σε όλες τις γλώσσες. Η Αυτονομία γίνεται ένα από τα λίγα ιταλικά «προϊόντα εξαγωγής», λίγο πολύ όπως η Vespa των χρόνων Πενήντα ή τα Armani της δεκαετίας του ’80. Για την Ιταλία της δεκαετίας του εβδομήντα δεν υπάρχουν πολλά άλλα για τα οποία κάποιος να μιλήσει.

Παρεμβάσεις των: César Altamira, Franco Berardi (Bifo), Martin Birkner, Lucio Castellano, Patrick Cuninghame, Silvia Federici, Robert Foltin, Felix Guattari, Michael Hardt, Roberto Lauricella, Vincenzo Miliucci, Primo Moroni, Toni Negri, Sirio Paccino, Daniele Pifano, Carlos Prieto del Campo, Alvaro Reyes, Suely Rolnik, Roberta Tomassini, Mario Tronti.
Υλικό από: «7 aprile», Assemblea autonoma dell’Alfa Romeo, «A/traverso», Collettivi politici operai, Comitati autonomi operai, Comitato per il salario al lavoro domestico, Collettivi politici operai, «Comunismo», Gruppo Gramsci, «I Volsci», «Il corrispondente operaio», «Lavoro zero», «Linea di condotta», «Magazzino», Potere operaio, «Rivolta di classe», «Rosso», «Senza padroni. Giornale dell’Assemblea autonoma dell’Alfa Romeo», «Senza tregua»

ΜΙΑ ΓΕΥΣΗ

Ευρετήριο

Πρόλογοι

Η άρνηση της εργασίας
εργατική Αυτονομία: χθες και σήμερα
Γέννηση και σημασία του όρου «αυτονομία»

Χρονολογία και ανθολογία

1973
Από το «Μanifesto» έως την οργανωμένη αυτονομία
Η Διάσκεψη των Αυτόνομων Συνελεύσεων, των Επιτροπών και των αυτόνομων Οργανισμών του εργοστασίου και της επικράτειας στην Μπολόνια τον μάρτιο του 1973
Εισαγωγική έκθεση για την προετοιμασία της Διάσκεψης
Ένα βήμα μπροστά, δύο πίσω: το τέλος των ομάδων
Οργανωτικές διαρθρώσεις και γενική οργάνωση: το κόμμα του Mirafiori
Ξεκινώντας πάλι από την αρχή δεν σημαίνει να γυρίζεις πίσω
Μια πρόταση για έναν διαφορετικό τρόπο να κάνεις πολιτική

1974
Μισθός και αυτόνομη οργάνωση
αυτόνομη Οργάνωση υποχρεωτικό πέρασμα για να νικήσουμε τα αφεντικά και τους ρεφορμιστές
Συμβόλαια 35 x 40. Περισσότερος μισθός και λιγότερος χρόνος εργασίας
Σχετικά με το χτίσιμο φεμινιστικών επιτροπών
Αλλά ο αγώνας μας είναι για την εξουσία
Μισθός κατά της οικιακής εργασίας
Η οργανωμένη εργατική Αυτονομία
Οργάνωση της αυτονομίας

1975
«Φεμινιστικός σεκταρισμός»
Οι ημέρες του απριλίου
Από την «εργατική Εξουσία» στον «Τρόπο συμπεριφοράς»
Πολιτικές προϋποθέσεις για την οργάνωση της εργατικής Αυτονομίας
νεανικό Προλεταριάτο
Η πορεία της ανασύνθεσης
Απελευθερώνοντας τη ζωή από την εργασία

1976
Ενεργώντας συλλογικά και αυτόνομα στην τρέχουσα φάση
Ρώμη: η νέα νομιμότητα των σοβιέτ
Ξανά για την αυτονομία
εργατική Αυτονομία κατά των εκλογών Δημιουργούμε οργανώνουμε αντιεξουσία
Ρεαλισμός της επαναστατικής πολιτικής
Να πάρουμε πίσω στα χέρια μας τον Μαρξ ενάντια στην ιδεολογία
Μια εφημερίδα για το νότο

1977
Η δουλειά καθιστά ελεύθερους και ωραίους
Πρόταση
Επιτέλους ο ουρανός έπεσε στη γη. Η επανάσταση είναι σωστή απαραίτητη δυνατή
Στις μαζικές συνελεύσεις του Πανεπιστημίου αναδύεται το νέο προλεταριακό υποκείμενο
Για την αυτονομία
Στους αγώνες ζει ήδη μια ανταγωνιστική συνεργασία στη διαδικασία της ανάπτυξης-δημιουργίας αξίας: είναι απαραίτητο να μετατραπεί σε κομμουνιστική συνεργασία
Να κατανοήσουμε αμέσως, να ξεκινήσουμε εκ νέου!
Για μια νέα άνοιξη αγώνα
Μια δύναμη που θα σας θάψει
Από «νέοι εξεγερμένοι» σε ένα πολιτικό κίνημα ενάντια στο Κράτος
Αγώνας, επίθεση, οργάνωση. Χτίζουμε την εργατική και προλεταριακή πολιτοφυλακή για την κομμουνιστική εξουσία
Αντιπυρηνικοί αγώνες
εργατική Αυτονομία: από τον αγώνα της τάξης η διαδικασία της προλεταριακής οργάνωσης στο έδαφος του εμφυλίου πολέμου

1978
«Senza Tregua. Εφημερίδα των εργατών και των προλετάριων κομουνιστών»
«Δίχως αφεντικά. Εφημερίδα της αυτόνομης κολεκτίβας Alfa Romeo»
«I Volsci. Μηνιαίο περιοδικό της ρωμαϊκής εργατικής Αυτονομίας»
«Addavenì»
Ανακοινωθέν στον Τύπο των αυτόνομων εργατικών Επιτροπών
Τι να κάνουμε
«Rosso. Για την εργατική εξουσία»
Για το κόμμα της αυτονομίας
MAO – Κίνημα της Εργατικής Αυτονομίας

1979
Σημειώσεις για την αυτονομία του πολιτικού
Εργασία και πολιτικό. Μια νέα σύνθεση; ή άρνηση της εργασίας και καταστροφή του Κράτους: ένα νέο κόμμα;
ο Lama βρίσκεται στο Θιβέτ
Τεχνική συγκρότηση και πολιτική ταξική συγκρότηση
Και νόμιζαν ότι θα γλιτώσουν κατηγορώντας την ιστορία για ένοπλη μπάντα…
Μια θεσμική συνωμοσία

Κόσμος

Η αυτονομία στο Ηνωμένο Βασίλειο
Patrick Cuninghame
Τα θέλουμε όλα! Αυτόνομη σκέψη στην Γερμανία
Martin Birkner και Robert Foltin
Αυτονομία, ηγεμονία, general intellect, πολιτική
Carlo Prieto del Campo
Η αυτονομία στην Αργεντινή
César Altamira
Μικροπολιτικές
Felix Guattari και Suely Rolnik
Η κρυφή σχέση μεταξύ του Huey Newton και της αυτονομίας
Michael Hardt
Huey Newton και η γέννηση της αυτονομίας
Alvaro Reyes

ISBN: 978-88-89969-35-9
PAGINE: ΣΕΛΙΔΕΣ 480
ANNO: ΕΤΟΣ 2007
COLLANA: ΣΥΛΛΟΓΗ I libri di DeriveApprodi  τα βιβλία
TEMA: ΘΕΜΑ Anni Settanta  Χρόνια Εβδομήντα
ΣΥΓΓΡΑΦΕΙΣ

LANFRANCO CAMINITI

σικελός, ζει απομονωμένος, γράφει άρθρα και δοκίμια, διαβάζει πολλές ιστορίες και συμβαίνει να στήνει και κάποιες. Δεν έκανε πάντα αυτό: όταν ήταν αγόρι βρίσκονταν κυρίως στο δρόμο, όπως και πολλοί στη δεκαετία του Εβδομήντα. Τα γραπτά του [που συλλέγονται στη διεύθυνση http://www.lanfranco.org] περιηγούνται στο Διαδίκτυο όπου αναδημοσιεύονται και μερικές φορές μεταφράζονται.

SERGIO BIANCHI

ο Sergio Bianchi εργάστηκε για τον κινηματογράφο και την τηλεόραση. Υπήρξε μεταξύ των ιδρυτών του περιοδικού και στη συνέχεια του εκδοτικού οίκου DeriveApprodi, του οποίου είναι διαχειριστής μοναδικός και εκδοτικός διευθυντής. Επεξεργάστηκε τα δοκίμια: L’Orda d’oro. La grande ondata rivoluzionaria e creativa, politica ed esistenziale (Feltrinelli); La sinistra populista. Equivoci e contradizioni del caso italiano (Castelvecchi); με τον Lanfranco Caminiti: Settantasette. La rivoluzione che viene και τους τόμους I, II, III de Gli autonomi. Le storie, le lotte, le teorie (DeriveApprodi); με την Raffaella Perna: Le polaroid di Moro (DeriveApprodi); με τον Nanni Balestrini e Franco Berardi Bifo: Il ’68 sociale politico culturale (alfabeta2). Είναι επίσης συγγραφέας των: Milano, via De Amicis, 14 maggio 1977. La costruzione dell’immagine icona degli «anni di piombo» (DeriveApprodi); Figli di nessuno. Storia di un movimento autonomo (Milieu) και του μυθιστορήματος La gamba del Felice (Sellerio).
αυτονομία, autonomia

Οι αυτόνομοι – πρώτος τόμος, Gli autonomi – volume I

Οι θεωρίες, οι αγώνες, η ιστορία

Gli autonomi – volume I

Gli autonomi - volume I

«Εξτρεμιστές», «βίαιοι», «προβοκάτορες», «ταραχοποιοί», «αλαζονικοί», «squadristi», «diciannovisti», «fiancheggiatori», «τρομοκράτες». Αυτά είναι μόνο μερικά από τα επίθετα που επινοήθηκαν κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του Εβδομήντα από διακεκριμένους ηγέτες της κοινής γνώμης, διανοούμενους, κομματικά ηγετικά στελέχη και συνδικαλιστές ηγέτες για να ορίσουν τους αυτόνομους, έναν ποικιλόμορφο χώρο επαναστατών που δραστηριοποιούνταν εκείνη τη χρονική περίοδο στη χώρα μας.

Την ημέρα της 7 απριλίου 1979, μια μνημειώδης δικαστική πρωτοβουλία καταλόγισε σε δεκάδες αυτόνομους ηγέτες και αγωνιστές πως ήταν επί κεφαλής σε όλες τις ένοπλες οργανώσεις που δραστηριοποιούνταν στην Ιταλία και οργανωτικός εγκέφαλος ενός «σχεδίου ένοπλης εξέγερσης ενάντια στις εξουσίες του Κράτους». Η κατηγορία, που αποδεικνύεται με την πάροδο του χρόνου αβάσιμη, χρησίμευσε ως αρχική υποστήριξη για περαιτέρω μαζικές συλλήψεις, προληπτικές κρατήσεις στις ειδικές φυλακές, δίκες που διήρκησαν χρόνια και καταδίκες σε μακρές ποινές.
Μα οι αυτόνομοι ήταν μοναχά ένα συνονθύλευμα ανορθολογικού εξτρεμισμού, βίαιο και απελπισμένο; Για πρώτη φορά σε αυτό το έργο, διατρέχονται τα στάδια της κατασκευής του θεωρητικού του πλαισίου που έχει ρίζες πίσω στην ευγενή παράδοση της σκέψης του «εργατισμού», στα περιοδικά «Quaderni rossi» – »κόκκινα Τετράδια», και «Classe» operaia «, »εργατική Τάξη», στην μαχητική εμπειρία της εργατικής Εξουσίας – Potere operaio, διαρκούς Αγώνα – Lotta continua, της Ομάδας Gramsci. Και, ακόμη, ποιες ήταν οι ιδιαιτερότητές του σε σύγκριση με τις εξωκοινοβουλευτικές οργανώσεις και τις ένοπλες οργανώσεις. Αλλά πάνω απ ‘όλα, σε τι αυτή την ιστορία, εξακολουθεί να είναι έντονα ζωντανή και τρέχουσα.

Παρεμβάσεις των: Daniele Adamo, Maria Rosa Belloli, Franco Berardi (Bifo), Sergio Bianchi, Guido Borio, Lanfranco Caminiti, Antonio Casano, Massimo Cervelli, Francesco Cirillo, Antimo De Santis, Valerio Evangelisti, Chicco Funaro, Davide Germani, Valerio Guizzardi (Guizzo), Nicola Latorre, Vincenzo Migliucci, Valerio Monteventi, Giorgio Moroni, Sirio Paccino, Bruno Paladini, Raffaele Paura, Daniele Pifano, Paolo Pozzi, Marco Scavino, Marcello Tarì, Pino Tripodi, Chiara Vozza.

UN ASSAGGIO ΜΙΑ ΓΕΥΣΗ

Στη δεκαετία του ’60 και στη δεκαετία του ’70 την Ιταλία διέσχισε μια κοινωνική σύγκρουση διάρκειας και έντασης που δεν έχει παρόμοια- ίση στην πιο πρόσφατη ιστορία. Όλο το φαντασιακό της επανάστασης έχει κατακρημνιστεί εδώ: δεν υπάρχει μια λέξη που δεν έχει ειπωθεί, δεν υπήρξε χειρονομία- κίνηση που δεν έχει πραγματοποιηθεί. Δεν υπήρξε θεωρία που δεν θεωριτικοποιήθηκε. Δεν υπήρξε αγώνας στον κόσμο που να μην έχει ληφθεί υπόψη,τον οποίο χρεωθήκαμε και με τον οποίον δεν υπήρξαμε αδέλφια για τουλάχιστον μια μέρα. Όλα τα όνειρα και όλοι οι εφιάλτες των επαναστάσεων έγιναν σάρκα εδώ.
Αυτή είναι η ιταλική ανωμαλία.
Ότι όλα αυτά προκάλεσαν μια βαθιά μεταμόρφωση της χώρας αυτής είναι πραγματικά δύσκολο να το αρνηθείς τώρα. Ότι όλα αυτά έχουν προκαλέσει πραγματικά μια βαθιά μεταμόρφωση της χώρας αυτής είναι δύσκολο να αναγνωριστεί τώρα.
Η τεράστια συνειδητοποίηση της εργασίας, η αυτονομία της τάξης, είναι ο καθοριστικός παράγοντας της ιταλικής ανωμαλίας της δεκαετίας του ’60 και της δεκαετίας του ’70, η παρουσία του «μεγαλύτερου δυτικού κομμουνιστικού Κόμματος» είναι ένας σχετικός παράγοντας. Και από κάποιο σημείο και μετά (η «κρίση» της δεκαετίας του ’70) γίνεται ένας αντίθετος και αντιτιθέμενος παράγοντας, στέκεται απέναντι. Η δεκαετία του εξήντα και η δεκαετία του ’70 μπορούν να διαβαστούν ουσιαστικά ως μια ανοιχτή σύγκρουση μεταξύ της ταξικής αυτονομίας και των ιταλών κομμουνιστών. Μια σύγκρουση ολόκληρη «μέσα» στην εργασία. Οι αυτόνομοι «προσωποποιούνται – ενσαρκώνουν» αυτή τη σύγκρουση.

Το κλειδί ίσως βρίσκεται εδώ: οι αυτόνομοι είναι περισσότερο συναφείς, σχετίζονται περισσότερο με την ιταλική ανωμαλία παρά με την αυτονομία των εργαζομένων. Όταν ο μεγάλος κύκλος των εργοστασιακών αγώνων έχει τελειώσει, όταν αρχίζει να εξαντλείται η μαζική κινητοποίηση, όταν έχει χαθεί η επανάσταση, να, εμφανίζεται και πάλι η ιταλική ανωμαλία: οι αυτόνομοι. Όταν οι εμπειρίες, τα άτομα, οι ομάδες και τα κόμματα της επαναστατικής αριστεράς έχουν διαλυθεί, συγχωνευθεί, διασκορπιστεί, εδώ είναι οι αυτόνομοι, νάτοι.                                                                                                                                Το πραγματικό σκάνδαλο, η πραγματική ανωμαλία της εργατικής αυτονομίας είναι η βία.

Οι αυτόνομοι ήταν βίαιοι. Οι αυτόνομοι «ήταν» η πλατεία. Η πλατεία είναι ο χαρακτηριστικός τόπος, ο απόλυτος τόπος της πολιτικής εκείνης της εποχής, εκείνων των καιρών. Οι αυτόνομοι παίζουν την πολιτική τους στην πλατεία. Από την άλλη πλευρά, από την αντίθετη πλευρά, υπάρχουν τα θωρακισμένα αυτοκίνητα. Τα τεθωρακισμένα φυλάσσουν τις πλατείες.
Από τον πρόλογο του Lanfranco Caminiti

Ευρετήριο Indice

Ο κάδος της ιστορίας La pattumiera della storia
Sergio Bianchi

Ο παράγοντας Α Il fattore A
Lanfranco Caminiti

Η τελευταία επανάσταση [με σημειώσεις για την επόμενη] L’ultima rivoluzione (con appunti per la prossima)
Pino Tripodi

Εργάτες ενάντια στην μητρόπολη Operai contro la metropoli
Guido Borio

Διαδρομές της αυτονομίας στην Valle di Susa Percorsi di autonomia nella Valle di Susa
Marco Scavino

H αυτονομία στη Γένοβα L’autonomia a Genova
Giorgio Moroni

Μα η δική μου αγάπη δεν πεθαίνει Ma l’amor mio non muore
Primo Moroni

Η αυτονομία στο Μιλάνο L’Autonomia a Milano
Giovanni Giovannelli

»Ο κομουνισμός είναι νέος και καινούργιος». Το Rosso και η εργατική μιλανέζικη Αυτονομία  «Il comunismo è giovane e nuovo». Rosso e l’Autonomia operaia milanese
Chicco Funaro

Η έφοδος στο σπίτι των αφεντικών L’assalto alla casa dei padroni
Paolo Pozzi

Πρέπει να σου πω κάτι σημαντικό πολύ σημαντικό σημαντικότατο Ti devo dire una cosa importante molto importante importantissima
Sergio Bianchi

Η ελευθερία μου La mia libertà
Maria Rosa Belloli

Η αυτόνομη συνέλευση του Porto Marghera  L’Assemblea autonoma di Porto Marghera
Gianni Sbrogiò

Φωτιές της Αυτονομίας στα βόρειο ανατολικά. Οι πολιτικές Κολλεκτίβες του βένετο για την εργατική εξουσία Fuochi di Autonomia a nordest. I Collettivi politici veneti per il potere operaio
Marcello Tarì

Ονομαζόμασταν »οι γνωστοί αυτόνομοι» Ci chiamavano «i soliti autonomi»
Valerio Monteventi

Η ιδιαιτερότητα της επιθυμίας στο κίνημα της αυτονομίας La specificità desiderante nel movimento dell’autonomia
Franco Berardi (Bifo)

Ελαφρώς αντάρτες Leggermente ribelli
Franco Berardi (Bifo)

La rapa
Valerio Guizzardi

Είμαστε οι αυτόνομοι, είμαστε οι πιο σκληροί… Siamo gli autonomi, siamo i più duri…
Valerio Evangelisti

Aυτόνομοι στη Φλωρεντία Autonomi a Firenze
Massimo Cervelli e Bruno Paladini

εργατικές αυτόνομες Eπιτροπές της via dei Volsci Comitati autonomi operai di via dei Volsci
Vincenzo Miliucci, Sirio Paccino, Daniele Pifano

12 μαρτίου 12 marzo
Davide Germani

Το τρένο της Νάπολι Il treno di Napoli
Raffaele Paura

Συγκρούσεις Collisioni
Chiara Vozza

Αυτοί απ’ την Λουκάνια ήταν οι πιο δυναμικοί I lucani erano i più dinamici
Daniele Adamo e Antimo De Santis

Μπάρι: νότιο εργαστήρι του κέντρου μιας περιφέρειας Bari: laboratorio meridionale del centro di una periferia
Nicola Latorre

Τώρα φτάνει! Mo’ basta!
Francesco Cirillo

Ερασιτέχνες Dilettanti
lanfranco Caminiti

Το αυτόνομο κίνημα του Παλέρμο. Ήτοι η νεανική κοινωνική εξέγερση  Il movimento autonomo palermitano. Ovvero la rivolta sociale giovanile
Antonio Casano

ISBN: 978-88-89969-01-4
PAGINE:ΣΕΛΙΔΕΣ 464
ANNO:ΕΤΟΣ 2007
COLLANA:ΣΥΛΛΟΓΗ I libri di DeriveApprodi τα βιβλία
TEMA:ΘΕΜΑ Anni Settanta Χρόνια Εβδομήντα
ΣΥΓΓΡΑΦΕΑΣ AUTORE

SERGIO BIANCHI

ο Sergio Bianchi εργάστηκε για τον κινηματογράφο και την τηλεόραση. Υπήρξε μεταξύ των ιδρυτών του περιοδικού και στη συνέχεια του εκδοτικού οίκου DeriveApprodi, του οποίου είναι διαχειριστής μοναδικός και εκδοτικός διευθυντής. Επεξεργάστηκε τα δοκίμια: L’Orda d’oro. La grande ondata rivoluzionaria e creativa, politica ed esistenziale (Feltrinelli); La sinistra populista. Equivoci e contradizioni del caso italiano (Castelvecchi); με τον Lanfranco Caminiti: Settantasette. La rivoluzione che viene και τους τόμους I, II, III de Gli autonomi. Le storie, le lotte, le teorie (DeriveApprodi); με την Raffaella Perna: Le polaroid di Moro (DeriveApprodi); με τον Nanni Balestrini e Franco Berardi Bifo: Il ’68 sociale politico culturale (alfabeta2). Είναι επίσης συγγραφέας των: Milano, via De Amicis, 14 maggio 1977. La costruzione dell’immagine icona degli «anni di piombo» (DeriveApprodi); Figli di nessuno. Storia di un movimento autonomo (Milieu) και του μυθιστορήματος La gamba del Felice (Sellerio).
ανατρεπτική τέχνη, arte ribelle

Barbara Balzerani: η πορώδης συγγραφή της ιστορίας

Από τον μαγικό ρεαλισμό της Ortese μέχρι τη φιλοσοφική και σημασιολογική αυστηρότητα, βουτηγμένη με την θηλυκή ουσία, της de Beauvoir. Από τις πληγές του Angelus Novus του Walter Benjamin, φορέα μιας ιστορίας «πορώδους» που χρειάζεται την εκ νέου / εγγραφή, στο ντοκουμέντο “Nuovo Realistico“ που λογαριάζεται με τον κυρίαρχο μετα-μοντερνισμό και τις ερμηνευτικές τάσεις της αδύναμης και μετά ιδεολογικής σκέψης. Από την ποιητική και εικονοκλαστική οργή της αγγλικής δραματουργού Sarah Kane, μέχρι τις ελεγιακές πινελιές της άραβας ποιήτριας Zhabiya Khamis. Μέχρι τον άμεσο και λεπτό φωτογραφικό λυρισμό του Salgado. Αυτά είναι τα ίχνη που εκφράζονται – κατά τη γνώμη μου, φυσικά, γιατί θα μπορούσαμε να δούμε και πολλά άλλα, όπως εκείνα του φεμινισμού της Lonzi – επάνω στα οποία φαίνεται να κινούνται, με αργό αλλά αμείλικτο βήμα, ανελέητο αλλά παθιασμένο, τα μυθιστορήματα της Barbara Balzerani. Μυθιστoρήματα στα οποία η πολιτική και το μαρξιστικό ιδεώδες είναι η αντίστιξη, σιωπηρή και αναπόφευκτη, μέσω της οποίας μπορούν να ακουστούν οι τραγικές νότες μιας ζωής στον αγώνα, μιας ύπαρξης σε αγώνα.

Εδώ, στη συνέχεια, ένα πέρασμα, από τα πιο σημαντικά, του τρίτου της “Perché io perché non tu”, »Γιατί εγώ γιατί όχι εσύ:

«Υπάρχουν στιγμές που τυπώνονται στη μνήμη και παραμένουν εκεί για να καίνε σαν να έπρεπε να περάσει μια ζωή. Κλικ, σαν ένα στιγμιότυπο στο επίκεντρο και ο κόσμος αλλάζει πρόσωπο. Αν είχα παραμείνει σιωπηλή θα είχα παρατείνει την αθωότητα για λίγο ακόμη αλλά εκείνα τα λόγια βγήκαν από το στόμα μου από μόνα τους, ακούσια αμαρτία τόσο άσεμνη ώστε να αξίζει την άμεση τιμωρία. Την ανέλαβε η ιδιοκτήτρια του καταστήματος η οποία, κοιτάζoντας με σαν μια κάμπια η οποία πιστεύει πως είναι πεταλούδα, μου έδειξε τη διαφορά μεταξύ των δύο φορεμάτων. Φορούσα ένα φτηνό κουρέλι και ούτε που έκλεινα το στόμα μου.

Με την μια μου αποκάλυψε πως ήμουν φτωχή, πως φαίνονταν και συνεπώς ήταν καλύτερο να περάσω απαρατήρητη την μέρα του τελετουργικού. Μπροστά θα στέκονταν εκείνες όπως η φιλενάδα μου, αέρινες και με τα πλούσια κάλλη τους. Για μένα, μια θέση λίγο πιο πίσω, βλέπεις ακόμη και τα μυστήρια απαιτούν τον σεβασμό προς τις τιμές και προς την στόφα».

Λοιπόν, λόγια γεμάτα, να χρησιμοποιήσω τον Λακάν. Λόγια που ιστοριοποιούν, και γλώσσα – στο σθένος της συμβολικής δομής της – που υπενθυμίζει και δεν ενημερώνει, δεν παίζει με τον εαυτό της, προκαλώντας σύγχυση και ανακατεύοντας τα χαρτιά. Μια γλώσσα που κάνει την Αλήθεια και την Ιστορία στον Άλλο και του Άλλου να ανα/γεννάται. Λόγος που είναι σαν μια κραυγή μέσα στη νύχτα. Εκείνη η κραυγή του παιδιού που καλεί την Αγάπη και το καθιστά συμμέτοχο, ακόμη και κάτω από τις βόμβες λευκού φωσφόρου, που εκτοξεύονται από μια απρόσεκτη και χειρουργικά ψυχρή αεροπορία, στην αποτρόπαια καταστροφική δύναμή της. Λόγος μιας σπουδαίας συγγραφέως, ικανής να επεξεργαστεί μια ύλη καμωμένη από ευμετάβλητα, ευάλωτα σημάδια, με τα γυμνά χέρια της ποίησης, αυλακωμένα από τον ανθρώπινο πόνο και μασημένα μέσα στον αγώνα για επιβίωση.

“Compagna Luna” “La sirena delle cinque” “Perché io, perché non tu” “Cronaca di un’attesa” “Lascia che il mare entri”. E ora, uscito alcuni mesi or sono, edito sempre daDeriveApprodi, il sesto libro: “L’ho sempre saputo” «Συντρόφισσα Σελήνη» «Η σειρήνα των πέντε» «Γιατί εγώ, γιατί όχι εσύ» «Χρονικό μιας αναμονής» «Άφησε τη θάλασσα να μπει». Και τώρα, κυκλοφόρησε πριν από λίγους μήνες, δημοσιεύθηκε πάντα από τον οίκο DeriveApprodi, το έκτο βιβλίο: «Το γνώριζα πάντα».

Ποια είναι η Barbara Balzerani, ποια είναι η ιστορία της, είναι ή θα έπρεπε να είναι γνωστό. Guerrigliera, αντάρτισσα, μέλος του εκτελεστικού των Ερυθρών Ταξιαρχιών, πήρε μέρος στο κομάντο που ολοκλήρωσε την απαγωγή και την εκτέλεση του προέδρου των Χριστιανοδημοκρατών, Aldo Moro. Εξέτισε, με έναν εγκλεισμό τριάντα χρόνων και σκληρή φυλακή, τα μαρξιστικά ιδεώδη της και το όνειρό της – που μοιράστηκε με μια ολόκληρη γενιά – να αλλάζει τον κόσμο και εκείνους τους οικονομικούς κανόνες, εκείνες τις κοινωνικές και πολιτιστικές δομές και μορφές συνείδησης, που βασίζονται σε μια απατηλή και άνιση κοινωνική σύμβαση.

Βγαίνοντας από την φυλακή, ωστόσο, η Barbara βρήκε εκείνο τον κόσμο – έναν κόσμο στον οποίο η σύγκρουση των αντιτιθέμενων συμφερόντων ήταν, όχι μόνο δυνατή, αλλά και στη βάση του δημοκρατικού συστήματος, έστω και φιλελεύθερου-αστικού, εκείνο τον κόσμο, που διασχίστηκε από έναν κοσμικό Ταξικό Αγώνα, που έβλεπε τα αφεντικά να έχουν σαφές πλεονέκτημα, και που αυτή σκόπευε να αλλάξει, ανατρέποντας τις ισορροπίες-σχέσεις δυνάμεων και τις σχέσεις παραγωγής προς όφελος, αυτή τη φορά, των εκμεταλλευόμενων – γενετικά μεταλλαγμένο. Δεν τον αναγνώριζε πλέον, αυτόν τον κόσμο. Δεν μπορούσε να τον αναγνωρίσει. Τίποτα δεν της ανήκε, παρά μόνο ο εαυτός της. Το σώμα της, το οποίο είχαν επίσης προσπαθήσει να της πάρουν. Η ξεκάθαρη φωνή της. Η νοημοσύνη της, η εξυπνάδα της, που είχαν προσπαθήσει να δαμάσουν, να εξημερώσουν, χωρίς να το πετύχουν. H ιστορία, το σενάριο της, τα καθέκαστα της, οι εμπειρίες της που έπρεπε να ανιχνευθούν, να ανακτηθούν, να ανακατασκευαστούν, να δωροδοτηθούν.

Σε αυτόν τον κόσμο, που καταστράφηκε από τον θρίαμβο του νεοφιλελευθερισμού, που κατέστη οργουελική δικτατορία της μοναδικής σκέψης, ήταν σαν ξένη. Ο οικουμενικός εορτασμός της κυρίαρχης σκέψης, του turbo-καπιταλισμού, του τέλους της Ιστορίας, που διοχετεύεται από τα μέσα ενημέρωσης και από τα κοινωνικά δίκτυα, τα οποία παρουσιάζουν την ψευδή εικόνα για αυθεντική, την καθιστούσε αδιάφορη θεατή γεγονότων που δεν θα μπορούσε ποτέ να φανταστεί. Δεν θα ήθελε να είχε φανταστεί! Αυτή, που είχε αγωνιστεί για τον σοσιαλισμό και τον κομμουνισμό. Αυτή, η οποία είχε πολεμήσει μαζί με τους συντρόφους της, για τη συλλογική κοινή χρήση των αγαθών και των πόρων, ενάντια στo ατομικιστικό χαράκωμα των Εγώ των αφεντικών και ενάντια στο αρχαϊκό παράδειγμα της ολιγαρχικής εκμετάλλευσης των μαζών. Αυτή βρίσκονταν, τώρα, ξαφνικά, να περιπλανιέται, συγκλονισμένη, παραπαίουσα, ανάμεσα στα θεαματοποιημένα μεγαλεία της high-tech μητρόπολης, ανάμεσα στα γραφήματα των χρηματιστηριακών μετοχών της άγριας και παγκοσμιοποιημένης χρηματοδότησης, μέσα στην παλινδρόμηση της αδύναμης σκέψης, μεταξύ των προφητών του ηθικού σχετικισμού, μέσα στα τεμαχισμένα πλέγματα της ερμηνευτικής κίνησης που της λείπει ο συγκεκριμένος σκοπός, ανάμεσα στα μεταμοντερνιστικά ερείπια, του μετα-εργατισμού, της μετά-ιδεολογικής εποχής, της μετά-βιομηχανικής εποχής.

Διωγμένη από τα βαρυτικά κύματα μιας χωροχρονικής διαταραχής, παρασύρθηκε στα βαθιά, σε ένα είδος παράλληλου σύμπαντος, που κατοικείται από μετά/ ταυτότητες. Ταυτότητες poster, κρεμασμένες σε έναν τοίχο με φάτσες avatar. Ένα τοίχο που έχει γίνει εικονικός αλλά όχι λιγότερο αδίστακτος, στη διάστασή του που μοιάζει με απομόνωση εγκλεισμού, «πίνακας ανακοινώσεων» – επιτρέψτε μου την γλωσσική χειραγώγηση – στον απεριόριστο κβαντικό χώρο του αιθέρα.

Έτσι, η Barbara άρχισε να γράφει. Για να επανασυνδέσει τα νήματα της μνήμης. Πολιτική και οικογενειακή μνήμη, γνωστή, κοινή, οικεία, τόπων και αγώνων. Να επιδιορθώσει ράβοντας ξανά και υφαίνοντας, μέσα από τη γραφή, λωρίδες του παρελθόντος, για να αναγνωρίσει εκεί μέσα τον εαυτό της και να επανακτήσει τον εαυτό της και την Ιστορία της.

Μέχρι στιγμής είναι έξι οι τόμοι που έγραψε, οι οποίοι μετρούν κάτι πάνω από εκατό σελίδες ο καθένας. Έξι κοσμήματα της λογοτεχνίας, εσωτερικής και στρατευμένης, ιστορικής και πολιτικής, χρονολογικής και μαγικής, οικείας και συλλογικής, που ακούγονται σαν ένα χαστούκι στα πλαδαρά μάγουλα της ηθικολογίας και της μπουρζουάδικης διανόησης. Αυτής της ίδιας διανόησης η οποία την έδιωξε από τον εκδοτικό οίκο Feltrinelli, διαμέσω του συγγραφέα Antonio Tabucchi, που πέρασε σε μια καλύτερη ζωή, με εκβιαστικούς τρόπους, αναγκάζοντας τον εκδοτικό οίκο – που ανήκε στον Giangiacomo, εκδότη και αντάρτη – να επιλέξει μεταξύ αυτού, φτασμένου διανοούμενου, και της πρώην ταξιαρχίτισσας.

Προφανώς, η επιλογή ήταν δεδομένη. Η Αγορά έχει τους κανόνες της. Και εναντίον αυτής της Αγοράς, και παρά τους νόμους της, γράφει σήμερα η Barbara. Τα βιβλία της διαβάζονται στη μισή Ευρώπη, παρά το γεγονός ότι δεν καταλαμβάνουν τα ράφια εκείνων των καθεδρικών ναών που ανεγέρθηκαν στην θεότητα Εμπόρευμα, που είναι τα Σουπερμάρκετ και τα Megastore. Ποτέ δεν θα διακινδυνεύσουμε να μπούμε σε ένα από αυτά τα λούνα παρκ της κατανάλωσης και να παρακολουθήσουμε την άθλια σκηνή, που επέδειξε ο Godard στο «Ψόφα αφεντικό, όλα καλά», όπου το Γαλλικό Κομμουνιστικό Κόμμα πουλούσε, το πολιτικό και εκλογικό του πρόγραμμα, με χαμηλό κόστος.

Η λογοτεχνία της Balzerani είναι βρώμικη από γη και αίμα, φτιαγμένη από οστά και νεύρα. Σίγουρα δεν αναμορφώθηκε από την πλαστικοποιημένη μάσκα ομορφιάς, ούτε συσκευασμένη με ζαχαρένιο χαρτί και ροζ κορδέλες. Τα βιβλία της μυρίζουν θάλασσα, έχουν το άρωμα του Νότου. Έχουν τη γεύση του εύρωστου κρασιού, του οποίου τα σταφύλια καίγονται στον ήλιο της Μεσογείου και στα τοπία του νότου ή στα αφρικανικά τοπία. Αφηγούνται την εμπιστευτική, ανομολόγητη, ακατέργαστη ευαισθησία ενός οικογενειακού εργατικού περιβάλλοντος, το οποίο μου θύμιζε πάντα εκείνο της υπαίθρου, που διηγήθηκε ο Όλμι στην ταινία Το δέντρο με τα τσόκαρα. Στάζουν ιδρώτα και κόπο προλετάριο. Αναπαριστούν αυλακωμένα πρόσωπα, πρησμένα από τη φτώχεια. Εστιάζουν με το δάχτυλο ενάντια στο ταξικό μίσος των κυρίων του κόσμου:

«Η πόλη βρίσκεται εκεί, σε απόσταση αναπνοής, με τα σπίτια της από τούβλα και τσιμέντο, τα αυτοκίνητα, τα φώτα, την ευημερία, την πολιτική και την εξουσία. Οργανωμένη σε κυκλικά διαστήματα που όσο περισσότερο απομακρύνονται από το κέντρο, τόσο περισσότερο μοιάζουν να μην ανήκουν στο ίδιο ανθρώπινο είδος. Δεν είναι πλέον οι τόποι των ευκαιριών για συναντήσεις, ανάμειξη, ανακαλύψεις, λύτρωση. Είναι bunkers,είναι φρούρια απόρριψης για τους πληβείους που διέρχονται εκεί μέσα μόνο για να προσφέρουν υπηρεσίες, δεν προβλέπεται γι αυτούς οτιδήποτε άλλο. Οι οποίοι, μόλις λήξει ο χρόνος, πρέπει να επιστρέψουν στους δικούς τους τόπους, υπερβαίνοντας τους πολλούς υψωμένους τοίχους. Τείχη της καχυποψίας, της διαφορετικότητας στη στάση και το ανάστημα, της κυριαρχίας των χώρων. Τοίχοι που ελέγχονται από τη συνέργεια των ελίτ που προσκολλώνται στα κομμάτια του προνομίου να μοιάζουν μεταξύ τους. Οι μεν χρειάζονται τους δε αλλά δεν αναμιγνύονται, δεν επικοινωνούν.

Έτσι είναι όλες οι πόλεις. Από τον πρώτο μέχρι τον τέταρτο κόσμο. Οι διαφορές είναι στον βαθμό όχι στο πρότυπο. Η τόσο πολύ διακηρυγμένη οικουμενικότητα της προόδου και της ευημερίας για όλους δείχνει το χαλασμένο, το ξεπερασμένο, εκφυλισμένο και κακό της πρόσωπο. Είναι η φτώχεια που δημιουργεί τον πλούτο, με την αναγκαστική αφαίρεση των πόρων και το κόλπο των τόκων ενός ανεξάντλητου χρέους. Το παρελθόν και το μέλλον είναι γραμμένο με σαφήνεια». (L’ho sempre saputo – Πάντα το γνώριζα).

Σπάνιο παράδειγμα, εκείνο της συγγραφέος, πολιτικού γραψίματος που ξέρει να μεταμορφώνεται – με την επώδυνη έμφαση εκείνης που τo βάσανο και την αδικία, σε οποιοδήποτε μέρος του κόσμου, τα έχει δοκιμάσει και τα έχει νιώσει στο πετσί της – σε ποιητική ένταση. Και ως εκ τούτου, ηθική γραφή, η οποία επιτυγχάνει, μέσα από τo έντονο, βασανιστικό, και ταυτόχρονα γλυκό ασπρόμαυρο εικόνων με πυκνές συναισθηματικές αντιθέσεις, να σφηνώνεται, να σκάβει, να διεισδύει, όπως ένας τυφλοπόντικα με ανοικτά μεγάλα μάτια, ανάμεσα στις εμφανείς και απαράδεκτες αντιφάσεις ενός συστήματος – του δικού μας συστήματος – που είναι βασισμένο σε αυτό το χρηματοοικονομικό Κεφάλαιο, θανατηφόρο όπως τα κύτταρα δολοφόνοι ενός καρκίνου σε μετάσταση και αφοσιωμένου στον Μολόχ μιας ανάπτυξης (όχι «προόδου», θα είχε προσδιορίσει ο Πασολίνι ) απάνθρωπης και που απανθρωπίζει.

Μια συμπαγής λογοτεχνική ομορφιά, που δεν παραχωρεί τίποτα στην τελετουργία της ρητορικής, ακόμη και στην τέλεια σμίλευση της λέξης και της φράσης. Συνοπτική και όμως, με τον δικό της τρόπο, μουσική, προχωρώντας με σύντομες και αυτοσχέδιες επιδρομές στις απρόσιτες στενωπούς της σκέψης. Αλλά πάνω απ ‘όλα, γραφή ικανή να ανοίξει διάπλατα τη μνήμη, μέχρι να την καταστήσει, πιάνοντας ξανά την έννοια που εκφράστηκε στο ξεκίνημα αυτού του κειμένου, πορώδη Ιστορία, σαν τη ναπολιτάνικη ηφαιστειακή τέφρα που περιγράφεται από τον Benjamin (La citta Porosa, ακριβώς). Μια «πικρή ομορφιά» θα την αποκαλούσε ο Leo de Berardinis, φτιαγμένη από εικόνες που ξεσκίζουν ξαφνικά τη σελίδα με οδυνηρή μεταφορική βία. Για να αναφέρουμε τον Roland Barthes, είμαστε στο Σημείο μηδέν της γραφής. Μια γραφή που όμως δεν παραιτείται της δυνατότητας της να γίνει λογοτεχνική ποίηση.

Ένας λόγος σκληρός, αυτός της Balzerani, λοιπόν – που τον λείανε λιγάκι η ανθρώπινη ευαισθησία αυτής που ξέρει να βρει την τρυφερότητα, ακόμη και μέσα στα ερείπια μιας κατεστραμμένης πόλης ή μέσα σε ένα κελί φυλακής – χωρίς υποκρισίες, ξεκάθαρος, που δεν αφήνει καμία διαφυγή, και που αναγκάζει, αυτόν που διαβάζει, να θέσει υπό αμφισβήτηση, να αναρωτηθεί, ιστορικά, για τον ρόλο του, σε μια εποχή και σε έναν κόσμο γεμάτους ουλές, σημαδεμένους από την αγριότητα της απληστίας, της συσσώρευσης, του κέρδους. Ένας κόσμος του οποίου η πρώην αντάρτισσα μας αφήνει να ακούσουμε, να αισθανθούμε, να δούμε, να αντιληφθούμε επιδερμικά, τις σκληρές ανισσότητες που διαπράχθηκαν από την πλούσια μειονότητα, συχνά ρατσιστική, σε βάρος των φτωχών και καταπιεσμένων μαζών. Mάζες που αποτελούνται από μόνες γυναίκες και άνδρες, εύθραυστες μες τις μοναξιές τους και μπροστά στην αγωνία τους, μες το άγχος, με τον τραγικό τρόπο του Σοφοκλή, μιας ανθρώπινης ύπαρξης που, πλέον, φαίνεται να τους έχει κλέψει – διαμέσου αυτών που χτίζουν εφιάλτες φτιαγμένους με τσιμέντο, πόλεις που αστράφτουν με τα στραβοσκοπικά τους φώτα κατανάλωσης και τειχών για να κρατήσουν μακριά τα σκουπίδια κρέατος που ζέχνουν, που προορίζονται για πολτοποίηση μαζικής παραγωγής – ακόμα και το όνειρο μιας κοινωνικής, οικονομικής, πολιτικής λύτρωσης.

Μάζες στις οποίες η Balzerani, σαν ένα είδος σύγχρονης Αντιγόνης, αποκαθιστά δικαιοσύνη και αξιοπρέπεια, με την δύναμη της σαν μαχόμενη, που ξεράστηκε επάνω σε μια σελίδα που μετατρέπεται σε κατηγορητήριο και καταδικαστική απόφαση ενάντια σε αυτήν την εξουσία που, κάποτε, θέλησε να την κατηγορήσει, να τη διώξει και να την καταδικάσει. Και μαζί της, όχι μόνο μια ολόκληρη γενιά, αλλά και εκείνες τις ίδιες προλεταριακές και λαϊκές μάζες, των οποίων οι ελίτ δεν προβλέπουν ποτέ την λύτρωση, μέσα στην σκληρή, άγρια αλαζονεία τους.

Μέσα από τις σελίδες των μικρών και πολύτιμων μυθιστορημάτων της, κλαίμε δάκρυα βαριά όσο οι πέτρες, χύνουμε αθώο αίμα στους δρόμους, ασφυκτιούμε, πνιγόμαστε κάτω από τον χυδαίο μανδύα των χρημάτων, αισθανόμαστε την οικεία, την ζεστή απομόνωση της φυλακής, η οποία σπάζει τη σκέψη και βιάζει το σώμα. Αυτή τη φυλακή των αφεντικών, που έχει εξαπλωθεί σε κάθε γεωγραφικό πλάτος, αφηρημένη κι όμως πολύ συγκεκριμένη, που θα ήθελε να σπάσει την αντίσταση μας και να μας κάνει να παραιτηθούμε.

Αλλά η αγανάκτηση, σελίδα μετά τη σελίδα, φράση μετά τη φράση, φόρεμα μετά το φόρεμα, αναρριχάται μαζί με τον ποιητικό, φιλοσοφικό, πολιτικό, υπαρξιακό εμετό της συγγραφέως. Και η επιθυμία εκείνου του κόσμου, διαφορετικού και εφικτού, η ακατανίκητη επιθυμία για Απελευθέρωση από τη δουλεία της ανάγκης και της μισθωτής επιβίωσης, επιστρέφει και εμφανίζεται, όπως ένα μωρό, από τα κάγκελα μιας κούνιας.

 – © Αναπαραγωγή δυνατή κατόπιν ρητής συναίνεσης της σύνταξης του CONTROPIANO

Τελευταία μετατροπή: STAMPA