τα βιβλία του μιχάλη, i libri di michele

ΦΦ. χόρεψες πάνω στο φτερό του καρχαρία – 16

ΤΡΙΤΟ ΜΕΡΟΣ
1995 Νίκος Παπάζογλου Λάζαρος Ανδρέου
»Εγώ δεν είμαι ποιητής, είμαι στιχάκι της στιγμής πάνω σε τοίχο φυλακής και σε παγκάκι.
Με τραγουδάνε οι τρελοί και οι αλήτες, καταραμένη είμαι φυλή με μια εξόριστη ψυχή, σ’ άλλους πλανήτες.
Εγώ δεν είμαι ποιητής, είμ’ ο λυγμός του. Είμαι ένας δείπνος μυστικός, δίπλα ο Ιούδας κλαίει σκυφτός
Κι ειμ’ αδερφός του».

Ντυλαν

Φτάνοντας λοιπόν προς το τέλος αυτής της κουβέντας, σκεπτόμενος πώς θα ήταν ωραίο να κλείσουμε την ‘εκπομπή’ μας ανακάλυψα ανάμεσα στα πράγματά μου ακόμη λίγα χειρόγραφα, ανακατεμένα. Αφού το σκέφτηκα αρκετά αποφάσισα να σας τα παραθέσω και αυτά, έτσι ακατάστατα και ανακατωμένα που τα βρήκα. Κρατάμε την αυθεντικότητα λοιπόν. Δεν πρόσθεσα ούτε διόρθωσα τίποτα, σωστή σειρά έτσι κι αλλιώς δεν μπόρεσα να δώσω. Υπάρχει όμως το γνήσιο, αυτό εξάλλου χρειαζόμαστε. Δεν είμαι συγγραφέας, σε όλη μου τη ζωή ζήτημα να είχα συντάξει 5 φυλλάδια, και αυτά όλα μαζί,κάποιο διάστημα αμέσως μετά την πλατεία Καπνεργάτη. Πάμε λοιπόν.

Αποκαλούν ήρωες και γεμίζουν παράσημα επαγγελματίες μισθοφόρους ιμπεριαλιστικών πολέμων, που, από την ασφάλεια χιλιάδων μέτρων πάνω από τη γη, κυριολεκτικά αόρατοι, βομβαρδίζουν με ‘έξυπνα’ όπλα ανθρώπους απροστάτευτους, πενιχρά εξοπλισμένους, και τις περισσότερες φορές άοπλους, και αμάχους. Αυτούς τους υπέρ ειδικευμένους και άριστα οπλισμένους, τους κατά βάθος ασφαλείς,που δεν θα συναντήσουν ποτέ να κοιτάξουν στα μάτια τα υποψήφια θύματά τους, που δεν γνωρίζουν τίποτα για τον υπέρ χιλιετή πολιτισμό τους, αυτούς τους δολοφόνους τους αποκαλούν ήρωες και τους τιμούν. Αντί να τους δικάσουν μαζί με τους εντολείς φυσικά για εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας.

Μέρκελ, Μπάμιας, Μπλέρ, Ρέηγκαν,Κλίντον μαζί με τους δικούς μας που ακολουθούν σαν τα σκυλάκια σε όποια γωνιά του κόσμου τους καλέσουν οι σφαγείς. Δεν βρέθηκε μέχρι σήμερα ένας ‘αδέκαστος’ εισαγγελέας ή δικαστής ή νομικός να τους παραπέμψει στη δικαιοσύνη. Για τα ατέλειωτα οικονομικά, στρατιωτικά, ή οικολογικά εγκλήματα που χάρη σ’ αυτούς έχει υποστεί χρόνια τώρα η ανθρωπότητα. Αυτεπάγγελτα θα έπρεπε να γίνει!
Σας λέει τίποτα το όνομα Κώστας Γουρνάς; Μήνες τώρα κατακεραυνώνει δικαστές, εισαγγελείς και πολιτικό προσωπικό διάφορων σοσιαλ φασιστικών κυβερνήσεων των χρόνων από τότε που ξεκίνησε τις επιθέσεις της η οργάνωση Επαναστατικός Αγώνας της οποίας μέλος παραδέχτηκε από την πρώτη μέρα της σύλληψής του πως είναι. Με μια δικογραφία εναντίον του κυριολεκτικά κατασκευασμένη στο πόδι, με μηδέν εις το πηλίκον στοιχεία,ο άνθρωπος αυτός κινδυνεύει, και είναι σίγουρος ότι θα καταδικαστεί σε δεκάδες χρόνια στα κάτεργα μόνο και μόνο λόγω της πολιτικής ευθύνης που έχει αναλάβει. Ακάθεκτος υπερασπίζεται στην πράξη την επαναστατική του άποψη για τις δράσεις της οργάνωσης τις θέσεις της οποίας εξηγεί. Θα τον καταδικάσουν διότι δεν μασά, δεν έχουν στοιχεία! επειδή δεν κραυγάζει : δεν φταίω σε τίποτα!
Αυτός λοιπόν είναι ήρωας!

Και για να τελειώνουμε μια και καλή με αυτή την τόσο υποκριτική ρητορική περί της χρήσης της βίας ή της καταδίκης της από όπου κι αν προέρχεται.
Επαναστατημένοι είναι οι ευαίσθητοι άνθρωποι, οι συναισθηματικοί. Σκεφτείτε πως οι προαναφερθέντες έχουν παιδιά. Τίποτα δεν συγκρίνεται με την αγάπη του γονιού για τα παιδιά του.
Σκεφτείτε λιγάκι πόσο πονά ο χωρισμός αυτών από τα παιδιά τους. Να μη μπορούν να χαρούν την καθημερινή τους ανάπτυξη, το μεγάλωμα, ειδικά τώρα που είναι μικρούλια.

Δεν θα ξεχάσω ποτέ το τηλεφώνημα στα μπουντρούμια της Γερμανίας από την μικρή μου κόρη! κατέρρευσα μόλις άκουσα τη φωνούλα της! ανήμπορος να την αγκαλιάσω! σκεφτείτε λοιπόν τι θυσιάζουν αυτοί οι άνθρωποι με την κοινωνική ευαισθησία που δείχνουν. Που είναι και προσωπική φυσικά.
Θυσιάζουν ότι περισσότερο ιερό έχουν κοντά τους.
Μακάρι οι έλληνες να αποφασίσουν να καταλάβουν τους δρόμους στις πόλεις τους και να τους εγκαταλείψουν μοναχά την μέρα που θα αποτινάξουν το ζυγό από πάνω τους. Δίχως να σπάσει δόντι.
Μέχρι τότε όμως ας αφήσουν από το στόμα τους τους έντιμους αγωνιστές!

Το ανατρεπτικό, επαναστατικό κίνημα είναι πολυσυλλεκτικό. Χωράει μέσα όλους όσους νιώθουν ότι βρίσκονται από την εδώ μεριά του οδοφράγματος. Ανάλογα με την ιδιοσυγκρασία του πράττει ο καθείς, έχει χώρο για όλους. Φτάνει να μη ζητά κάποιος την πρωτοκαθεδρία.
Η ομοφωνία είναι δύσκολο πράγμα. Όπως και ο ψυχισμός. Με κάποιους νιώθεις πιο κοντά σωματικά, με άλλους ταιριάζεις περισσότερο στην ψυχή. Δεν μπορείς ν’ αλλάζεις κάθε λίγο και λιγάκι παρέα. Άσε που και όταν το κάνεις δεν σημαίνει πως αρνείσαι αυτά που είπες και έκανες νωρίτερα.

Έχουμε ξαναπεί πως οι παρέες γράφουν την ιστορία. Ομοσπονδία χρειάζεται, όχι κράτος. Αυτονομία, όχι καταπίεση.
Ήμουν από παιδί κοινωνικός, είμαι ακόμη, κι ας ψάχνω πιο πολύ την ησυχία. Η κάθε γνωριμία, η κάθε παρέα είναι κατάθεση ψυχής. Και υπάρχει αστείρευτος πλούτος σε κάθε ψυχή. Σύνθεση χρειάζεται συχνά. Δεν υπάρχει το απόλυτο, η ‘μία’ αλήθεια. Αν υπάρχει αλήθεια, αποτελείται από πολλά κομμάτια και χιλιάδες ψυχές. Δώσε τους αυτονομία. Δώσε φωνή σε κάθε τραγούδι, άσε τις κραυγές να ξεσπάσουν, ν’ ακουστούν. Δώσε χώρο στον καθένα.
Με κάποιους ταιριάζεις περισσότερο, με άλλους λιγότερο, και πολύ συχνά δεν καταφέρνεις να εξηγήσεις το γιατί. Δεν το γνωρίζεις. Δεν πειράζει. Δώσε χώρο στην πολυφωνία. Άσε τη συζήτηση να φουντώσει. Κάποια συμπεράσματα θα βγουν.

Δεν είναι τόσο πολύπλοκη η ζωή. Πλούτος υπάρχει πολύς, για τον καθένα, για όλους. Και ομορφιά. Ας την να ξεσπάσει, να την δούμε ολόκληρη. Μη την κρύβεις πίσω από στεγανά, από εμπόδια, από ντουβάρια.
Για όλους έχει χάδι, τρυφερότητα. Δεν έχει χρώμα, φύλλο,ή τάξη. Κάθεται σε όλες τις αυλές. Όποιος έχει αυτιά ακούει το τραγούδι των σειρήνων. Οι Συμπληγάδες πέτρες φοβίζουν τους δειλούς. Θυμήσου τον Ανδρείο Διγενή. Δεν φυλάει σύνορα, τα σύνορα της καρδιάς κρατάει ανοιχτά.
Έχει και για τους δειλούς χώρο η καρδιά της Μάνας Γης, όχι όμως μόνο γι’ αυτούς.
Άνοιξε την καρδιά σου στην χαρά. ΣΚΈΨΟΥ ΑΥΤΌΝΟΜΑ.

‘Βάλε κι άλλο πιάτο στο τραπέζι, βγάλε από την πόρτα το κλειδί, το παιδί ξανάρχισε να παίζει, το κανάρι πάλι κελαηδεί.’
Άνοιξε το παράθυρο να μπει φως.
Σε κάθε άνθρωπο ενυπάρχουν όλα τα στοιχεία, δεν υπάρχει πιο άνθρωπος από τον άλλον. Στους δύσκολους καιρούς που τα πάντα οξύνονται τα στοιχεία αυτά ξεπηδούν εντονότερα.

Giorgio Lavagna εργατική αυτονομία 3

Έχουμε λοιπόν ανθρώπους που στην Κατοχή αντιστέκονται στους Γερμανούς, στον κατακτητή, σύμφωνα με τις δυνάμεις και τις περιστάσεις και την ιδιοσυγκρασία. Και άλλους που συνεργάζονται, που πλουτίζουν, σε βάρος συνανθρώπων τους. Υπολογίζεται πως χιλιάδες περιουσίες άλλαξαν χέρια τα δύσκολα εκείνα χρόνια.

Άνθρωποι πολεμάν τον κατακτητή και άλλοι φοράνε κουκούλες και καταδίδουν τους αγωνιστές, αυτούς που το επίσημο κράτος αποκαλεί αλήτες.
Σε κάθε εποχή αυτόν που αντιστέκεται έμπρακτα στη καθεστηκυία τάξη τον αποκαλούν αλήτη.
Άνθρωποι φτιάχνουν τον ΕΛΑΣ και σαμποτάρουν τους ναζί και ΈΛΛΗΝΕΣ ΦΤΙΆΧΝΟΥΝ ΤΑΓΜΑΤΑ ΑΣΦΑΛΕΙΑΣ ΤΟΥ ΚΑΘΕΣΤΩΤΟΣ ΚΑΙ ΚΥΝΗΓΑΝΕ ΤΟΥΣ ΕΛΛΗΝΕΣ ΠΟΥ ΠΟΛΕΜΑΝΕ.. Και όταν δεν τα καταφέρνουν φοράνε τις κουκούλες. Χίτες και κάθε είδους πληροφοριοδότες ανθίζουν,πλούσια τραπέζια στρώνονται την ώρα που ο διπλανός πεινάει και ο αντάρτης τρώει ξερό ψωμί στις σπηλιές. Αυτόν που το επίσημο κράτος και οι λακέδες του αποκαλούν ‘συμμορίτη’.

Η ποταπότητα σ’ αυτόν τον τόπο περισσεύει. Έχει πολλούς Ράλληδες, έχει όμως και άλλους τόσους Άρηδες.
Και για να έρθουμε στο σήμερα. Κασιδιάρηδες και ‘μπούληδες’ γεμάτος. Έχει όμως και Κουφοντίνες και Λάμπρους Φούντες και Ξηρούς. Και Μητσοτάκη και Μπακογιάννη και Μάριο Λώλο και Όλγα Οικονομίδου.Έχει και Βορίδη και μπουμπούκο και Μιχαλολιάκο. Έχει και Πολύκαρπο Γεωργιάδη που δεν αρνείται μια φιλία, ναι μια φιλία λέω, μια σχέση φιλική τίμημα για μια 15άρα χρόνια στη φυλακή,αν θυμάμαι καλά! Και αν τα ονόματα σας τρομάζουν και δεν συμφωνείται με τις πράξεις, δεν είναι υποχρεωτικό. Έχεις όμως υποχρέωση αν μη τι άλλο να υποκλιθείς στο λόγο, στην τιμή και στην ακεραιότητα με την οποία στηρίζουν τις πράξεις τους.
Και όχι σαν γνήσιοι χέστες.

Βλέπε όλους τους άλλους, από την άλλη μεριά του οδοφράγματος όπως ξαναείπαμε, που στο όνομα της καλοπέρασης τους έχουν αρνηθεί και ξανά αρνηθεί τον εαυτό τους τον ίδιο, την πραγματικότητα που τους έχει κατατάξει σύγχρονους νεκροθάφτες των ονείρων της προοδευτικής ελληνικής σκέψης ζωής και πραγματικότητας, στην Ελλάδα που αναστενάζει κάτω από την μπότα της σύγχρονης ολιγαρχίας.
Χέρι χέρι μ’ αυτούς που με μια γαλανόλευκη στη σκατοψυχή τους κυνηγάνε να μαχαιρώσουν σύγχρονους Αγιάννηδες που στοιβάζονται σαν τα σκουπίδια στις μητροπόλεις της ‘αναπτυγμένης’ κοινωνίας, τους αδύναμους και κατατρεγμένους, πάντα πολλοί εναντίον λίγων, και οπλισμένοι εναντίον άοπλων. Η συνείδηση της ιστορίας τους έχει καταδικάσει, για να καθαρίσει ο τόπος.

‘Πως θα σου φαινόταν λοιπόν φιλαράκο αν απόψε το βράδυ βγαίναμε όλοι μαζί
μια νυχτιάτικη βόλτα μες το κέντρο της πόλης στο ρυθμό που σκοτώνει όπως ξέρουν αυτοί

Πάμε!
Ήρθαμε απόψε από τόσο μακριά με τέρμα το γκάζι και βρώμικα μυαλά
φτερά στο κεφάλι, τα μάτια μας θολά, τα όπλα μας γεμάτα και κρυμμένα καλά στα φορτηγά,
στα φορτηγά.
Από τα προάστια κι απ’ τα γύρω χωριά, Άραβες και νέγροι Βεδουίνοι με σπαθιά
δεν είχαμε σκοπό να πάμε τόσο βαθιά,
μα κάποιος από μας στο δρόμο πέταξε τη λέξη φωτιά,
τη λέξη φωτιά.
Καλέστε τα πλήθη που με τρόμο κοιτάν το καρναβάλι μας ουρλιάζοντας πιο δυνατά.
Λα, λα,λα .
Πενήντα χρόνια περιμέναμε γι αυτή τη βραδιά, θα τραγουδάμε όλη νύχτα κι ούτε πόνος ούτε χαρά
οι εραστές έχουν ανάψει κι ορκιστήκανε να’ ναι πιστοί, πενήντα χρόνια περιμέναμε γι αυτή τη γιορτή.
Περπατάμε στην πόλη σαν μια μηχανή, και νιώθουμε σαν βόμβα έτοιμη να εκραγεί,
κάνουμε θόρυβο κι αυτό είναι γεγονός. Μιλάω για μια γενιά που δοκιμάζει την τύχη της αλλιώς.
Ο χρόνος είναι τώρα και ο τόπος είναι εδώ, ετοιμάζει να μπει στον καινούριο χορό,

είμαι πάνω, είμαι κάτω, είμαι κει είμαι εδώ!’
ΜΩΡΑ ΣΤΗ ΦΩΤΙΑ ΚΑΤΩ ΣΤΗΝ ΠΟΛΗ.

Με τη ζωή έρχεσαι σε επαφή με διαισθαντικό τρόπο,με τις αισθήσεις. Βλέπω τον κόσμο, από πάντα, και νιώθω πως πρέπει να τον ξεπεράσω. Δεν μου αρέσουν οι προσεγγίσεις του, θέλω να ψηλώσω, να πετάξω, αυτό είμαι από πάντα.
Συντηρητικός, κατσούφης και …. καθυστερημένος ο κόσμος. Δεν συμβαδίζει με τις αμφισβητήσεις των νέων, δεν είναι κάτι καινούριο. Φοβάται το βήμα μπροστά. Η συντήρηση φοβάται να προχωρήσει.
Διάβασα το Χρέος του Μίκη και ένιωσα πως έχω χρέος να πολεμήσω για το αύριο.
Συγχρόνως έβλεπα τα παιδιά στις συνελεύσεις,βλέμματα, λόγο, συμπεριφορές. Και με κέρδισε ο Ρήγας, ένιωσα πως είναι ο χώρος μου. Παρακολουθούσα και τους Ιταλούς από μακριά.
Οι νεολαίες των καθεστωτικών κομμάτων της αριστεράς μύριζαν γεροντίλα σε Ελλάδα και Ιταλία. Η δεξιά ανύπαρκτη, κυριολεκτικά, δεν το συζητάμε.

Διάλογοι εκκλησίας, ότι πιο συντηρητικό στα μάτια μου. Η εκκλησία ήταν πάντα με την συντήρηση, αν εξαιρέσεις το επαναστατικό λατινοαμερικάνικο κομμάτι της. Με ότι παραδοσιακό με την κακή έννοια. Αυτή του καφενείου, με την έννοια του ‘σκοτώνουμε την ώρα μας’, τον χρόνο. Ποτέ δεν τα είχα καλά με το καφενείο, ότι κι αν σημαίνει αυτό. Με το να περνάς την ώρα σου χαζολογώντας. Δεν έχω παίξει χαρτιά στη ζωή μου, δεν ξέρω να παίζω τάβλι. Το θεωρώ χάσιμο χρόνου. Μια ενδιαφέρουσα συζήτηση μ’ ενθουσιάζει. Ν’ ακούω μουσική,να χορέψω ή να παίξω. Από παιδί, δεν είναι κάτι καινούριο.
Χόρευα ασταμάτητα.
Τρελαίνομαι με τον κινηματογράφο, πάντοτε ταυτίζομαι με τον ήρωα, μ’ αρέσει να συζητώ γι’ αυτά που είδα ή άκουσα και αντιλήφθηκα, ν’ ακούω και τη γνώμη των άλλων. Έτσι γίνεται η σύνθεση. Να σας πω και κάτι που δεν άκουσα από κανέναν όταν μίλησαν ή έγραψαν για τον Νικόλα τον Σαλαβάτη μετά θάνατον. Συνήθιζε να παίζει ολόκληρο ένα δίσκο στο μπαράκι, μόλις τελείωνε η πρώτη πλευρά άνοιγε η κουβέντα γύρω από τις εντυπώσεις του καθένα, και έπαιζε η πίσω πλευρά όταν δεν είχε πια να ειπωθεί τίποτα. Έτσι περνούσαμε τα βράδια μας για κάποια χρόνια.

Και για να συνεχίσω από εκεί που σταμάτησα θα θυμίσω πως στις κουβέντες στους ελληνικούς συλλόγους τα θέματα αφορούσαν σχεδόν αποκλειστικά τις διαφορές ανάμεσα σε Ρωσία, Κίνα ή Αλβανία.
Οι ιταλιάνοι έκαναν περισσότερα, έμοιαζαν και πιο προχωρημένοι. Μιας και ζούσα στη χώρα τους θέλησα να τους γνωρίσω καλύτερα, να τους συναναστραφώ περισσότερο.
Ένιωσα αμέσως πολύ φιλόξενα, με κέρδισαν με τη συμπεριφορά τους, ένιωσα σπίτι μου. Το ‘όπου γης και πατρίς’ δεν ειπώθηκε άδικα.
Εδώ με αποπήραν συχνά γιατί δεν θα έπρεπε να είμαι με τους ‘άλλους’, λέει,ταξικά δεν ανήκα στην αριστερά. Μου την είπαν μπόλικες φορές. Πως δεν είμαι συνεπής ή ειλικρινής και τέτοια. Γιατί ο γιος γιατρών δεν χωρά ανάμεσα σε προλετάριους.
Ο κάθε άνθρωπος έχει υποχρέωση να πάρει θέση, άσχετα αν έχει χρήματα ή όχι, με ειλικρίνεια. Ο Κροπότκιν ήταν πρίγκιπας αλλά ονειρεύτηκε την επανάσταση, ο Φιντέλ γιος μεγαλοκτηματία, ο Ερνέστο γιατρός, ο Φελτρινέλλι μεγαλοαστός!
Μετανάστης λοιπόν για σπουδές. Με ακούσματα :

Οι οχτώ χωριάτες, Η μπαλάντα του μετανάστη, Η αντάρα το Ρενάκι κι η Ρηνιώ, Η φάμπρικα, Είπες Απρίλη πως θα ‘ρθεις, Μιλώ για τα παιδιά μου, Εδώ στην ξένη χώρα, Ο Ρόκο και οι άλλοι, Μη μου μιλήσεις πάλι για ταξίδια.
ΚΆΘΕ ΤΡΑΓΟΎΔΙ ΚΑΙ ΈΝΑ ΠΟΛΙΤΙΚΌ ΜΑΝΙΦΈΣΤΟ.
Για το σήμερα, το χθες και το αύριο της επανάστασης.

Το χρονικό αυτής της γιορτής;
1922. ο γίγαντας, στους χρόνους της καταστροφής, 1925. στη Νέα Σμύρνη μια γριά 1940. πόσα χρόνια δίσεκτα. 1944 ήταν ο τόπος μου. 46. ο γέρο δάσκαλος. 50. καφενείο η Ελλάς. Το λιονταρόπουλο και Πώς να τραγουδήσω.

Αυτή είναι η ιστορία της πατρίδας μου,του Μιχάλη και χιλιάδων σαν κι εμένα, ελεύθερων πολιορκημένων και απανταχού στην υφήλιο σκλαβωμένων!
Το σεργιάνι μου στον κόσμο ;
Ο Γιάγκος Νούλας, η μάνα του Αλέξανδρου, οι καπεταναίοι, ο Μαυρογένης και το πετρέλαιο,
Κι έπειτα :ο σκλάβος.
Για να συνεχίσουμε με : παραπονεμένα λόγια, της ορφάνιας γιός, αν ήταν άστρα τα φιλιά σου, ο άπονος αέρας , και να τελειώσουμε με :
Όλοι θα συναντηθούμε, όλα μοιάζουν μαγικά, χορεύουμε όλη νύχτα.
Αυτή είναι η χώρα μου, η Γη, για Όλους.
Ήλιος ο Πρώτος. Δεν ξέρω πια τη νύχτα, δίνω το χέρι στη δικαιοσύνη, ω, να σπάσουν οι πέτρες, ω, αμάραντο πέλαγος, κάτω στης μαργαρίτας τ’ αλωνάκι, παιδί με το γρατζουνισμένο γόνατο, πίνω νερό κόβω καρπό, μισοβουλιαγμένες βάρκες, ζωγραφιές ηράκλειες, πατριωτάκια του ήλιου.
Έτσι πλάστηκε ο Μιχάλης, έτσι όρισε τη ζωή του.

Αυτή και πολλές άλλες εξίσου όμορφες είναι οι ιστορίες του τόπου μου, οι ιστορίες του Μichele
Που έκανε και ένα κύκλο θεσσαλικό χορεύοντας μαζί με τους δερβίσηδες, κύκλο, γύρω -γύρω.
Ακούγοντας τον τελάλη, ροζαμούντα, σιδηρόδρομος, πάτερ γυμνάσιος, ο κλεφτοκοτάς, ο αρκουδιάρης, η βασίλω, η προξενήτρα, το παζάρι, αν είσαι άνδρας τσιφλικά, χορός καπαϊτανέϊκος, ο μαυρομίχος, να ‘βγαινα μάνα μ’ στο κλαρί, ο φτεροπόδαρος, νύχτα στον κάμπο, βγήκε ο ήλιος … και άλλα…
Είμαστε όλοι τρομοκράτες
Είμαστε όλοι Χεσμπολάχ, [δεν είμαστε, τέλος πάντων]
Είμαστε όλοι Παλαιστίνιοι
Είμαστε όλοι Ταλιμπάν, [δεν θα έλεγα!]
Πέρασαν χρόνια κι ακόμα η Μάνα μας εκεί δέρνει τα παιδιά της, ξανά και ξανά.
Λένγκω.
Αναγέννηση, εαρινή συμφωνία, όχι δεν πρέπει να συναντηθούμε, πρωϊνό στο Ναύπλιο, πέρα από τη θάλασσα, το τραγούδι του Αχιλλέα.
Αυτό είναι ένα μικρό κομμάτι από επιστροφή στις ρίζες. Αυτή η επιστροφή γίνεται από πολλούς δρόμους, δεν υπάρχει ο ένας. Όπως η Γης γυρίζει συνεχώς και δεν μπορεί να ορίσει που είναι το τέλος και που η αρχή της, έτσι και η επιστροφή δεν σημαίνει παρελθόν, όπως διάφοροι παρερμηνεύουν, αλλά μέλλον, όπως γράφει ο Γ. Νοταράς.

Αυτές είναι οι δικές μου ρίζες, θα σας πω και για άλλες,την άλλη φορά, να χει ποικιλία, ρίζες είναι η διαρκής επανάσταση, μέχρι την οριστική εξαφάνιση της εκμετάλλευσης, και την εμφάνιση της αταξικής κοινωνίας, στην Ελλάδα και παγκοσμίως.
Για τούτο πρέπει και γήπεδο ν’ αλλάξουμε, και κανονισμούς. Αυτοδιαχείρηση σε κοινότητες, ομοσπονδιακά, με κλήρωση και ανάκληση, βασισμένοι στην αποανάπτυξη και την χαριστικότητα, την ανταλλαγή και την αυτοθέσμιση.

http://www.tapaidiatisgalarias.org/wp-content/uploads/2009/11/12_13.pdf

συνέντευξη του Νάννι Μπαλεστρίνι : να τα πάρουμε όλα

συνεχίζεται

7b

τα βιβλία του μιχάλη, i libri di michele

ΕΕ. στη χώρα του ποτέ…ή 7

 

  • Με ημερομηνία 30/07/’80, ζητώ μέσω του δικηγόρου που με είχε υπερασπιστεί στην Ιταλία φωτοτυπίες επικυρωμένες της απόφασης δίκης [που είχε στηθεί σχεδόν με το ζόρι από την αστυνομία] που έλαβε χώρα στο Δικαστήριο της Φλωρεντίας την πρώτη εβδομάδα του ’78, όπου είχα αθωωθεί πανηγυρικά.
    Οι κατηγορίες ήταν: διακοπή μαθημάτων και καταστροφή ξένης περιουσίας.
    Την παρουσιάζουμε και αυτήν στην απολογία μας σαν ενισχυτική της προσπάθειας κατασκευής ενόχου από τις ιταλικές αρχές. Μεταφέρω τα κυριότερα σημεία, αυτά που ενδιαφέρουν :

‘O Μαυρόπουλος Μιχαήλ, κληθείς είς έκτακτον δίκην ίνα απαντήσει διά τα προαναφερόμενα αδικήματα, απέρριψε αμφότερες τις κατηγορίες αναφέροντας ότι : είχε παρουσιαστεί εις την αίθουσαν της Σχολής Πολιτικών Επιστημών όπου διεξήγαγε τις εξετάσεις ο Καθηγητής Λουίτζι Λόττι, με σκοπόν να προσκαλέση τους παρόντες να μεταφερθούν εις το Δικαστήριον, εις ένδειξιν συμπαραστάσεως προς τους συμφοιτητάς οι οποίοι το πρωϊνό εκείνο εδικάζοντο διά γεγονότα συμβάντα τον περασμένο χρόνο εις το φοιτητικό εστιατόριο. Λαμβάνοντας την απάντησιν ότι οι εξετάσεις θα εσυνεχίζοντο και ότι εν τούτοις ο καθένας ήταν ελεύθερος να πράξη όπως ήθελε, εξήλθε αμέσως και άρχισε να μοιράζη προκηρύξεις εις όσους ευρίσκοντο εις τον διάδρομον. Εισήλθεν εκ νέου εις την αίθουσαν όπου άρχισε να κάνη το ίδιο προς τους φοιτητάς που παρακολουθούσαν τας εξετάσεις. Ο καθηγητής, ο οποίος τον εγνώριζε προσωπικώς και τον εκάλεσε με το όνομά του,τον παρότρυνε να μην δημιουργήσει υπερβολικήν σύγχισιν.

Έτσι, όσον αφορά το αδίκημα, δεν μπορεί να θεωρηθή πραγματοποιημένη η διακοπή των εξετάσεων στο συντομότατο χρονικό διάστημα στο οποίο ο Μιχάλης εισήλθε εις την αίθουσα, ζήτησε από τον καθηγητή να διακόψει τας εξετάσεις, έλαβε γνώσιν της αντίθετης επιθυμίας του και εν συνεχεία βγήκε, έχοντας όλα συμβεί σε λίγες στιγμές, σε ένα διάστημα τελείως αμελητέο.Υπήρξε μια προσωρινή παύσις της διδακτικής δραστηριότητας ολίγων λεπτών, τέσσερα με πέντε, αλλά αυτό εξαρτήθηκε από την αυθόρμητη πρωτοβουλία του καθηγητού, ο οποίος θέλησε να βγει στον διάδρομο έχοντας ακούσει φασαρία, για να μάθη τι συνέβαινε. Εις αυτό το διάστημα ο Μαυρόπουλος επωφελήθηκε για να μοιράσει εις την αίθουσα μερικές προκηρύξεις, με την συγκατάθεση του ίδιου του κ. Λόττι. Όταν του ζητήθηκε,βγήκε ήρεμα από την αίθουσα και οι εξετάσεις συνεχίστηκαν.

Όλα επιβεβαιώθηκαν από τον κ. Λόττι.
Ο καθηγητής κ.Τζιοβανίνι από την πλευρά του επιβεβαίωσε την συνάντησιν με τον Μαυρόπουλο εις τον δεύτερον όροφον, ‘εις τον διάδρομον όπου είναι οι σκάλες’, προσδιορίζοντας πως ο Μιχάλης δεν είχε καλυμμένο το πρόσωπο, εις αντίθεσιν με πολλούς άλλους οι οποίοι κυκλοφορούσαν πάνω και κάτω εις τους ορόφους, και καθώς συνομιλούσε με αυτόν άκουσε να τον ζητά η τεχνικός του Ινστιτούτου, η οποία τον πληροφόρησε ότι είχαν δημιουργηθεί επεισόδια εκείνην την ώρα εις τον κάτω όροφον, ‘ακούγοντας κραυγές και θορύβους υαλοπινάκων που έσπαγαν’.
Αφού αποχαιρέτησε τον καθηγητή Τζιοβανίνι ο Μαυρόπουλος απεμακρύνθη βιαστικώς από το κτίριο διά να πάη εις το Δικαστήριον.
Κληθέντες και οι δύο μάρτυρες υπεράσπισης του μαθητού τους επιβεβαίωσαν την μή ανάμιξην του εις οποιανδήποτε βίαιην πράξιν προκαλώντας ουσιαστικά την πλήρη απαλλλαγήν του από οποιανδήποτε κατηγορίαν και την οριστικήν του αθώωση και για τις δύο κατηγορίες’

Ούτε δράστης ,ούτε υποκινητής.

  • Ξεκινάει τελικά η δίκη στο Πενταμελές Εφετείο Κομοτηνής. Θα σας γράψω αμέσως για το κατηγορητήριο. Αυτό που δεν θυμάμαι είναι εάν στηρίζεται μοναχά στις κατηγορίες του Σαβέριο ή σε μέρος αυτών, στις αρχικές, και μέρος αυτών των άλλων τριών κατηγόρων για τους οποίους θα σας μιλήσω στην συνέχεια. Βλέποντας τα αποκόμματα των εφημερίδων της εποχής συναντώ την Ροσσάνα να λέει στην αρχή στους δημοσιογράφους που την ρωτούν πως όλα στηρίζονται στον Κάντζι. Αργότερα, σε αίθουσα του Αρείου Πάγου αναφέρεται στον ‘γνωστό τοξικομανή’ που την εμπλέκει στις ιστορίες του. Το πιο πιθανό λοιπόν σενάριο μου φαίνεται αυτό,του να έχουν στείλει οι ιταλικές αρχές τις πρώτες απολογίες και των τριών. Οι υπόλοιπες πρέπει να ήρθαν πολύ αργότερα, στην προσπάθεια να στηριχθεί η δεύτερη απόπειρα καταδίκης μου. Λίγη σημασία έχει πλέον το πως ακριβώς διεξήχθησαν τα πράγματα.

Τελικά με κατηγορούν για –συμμετοχή σε ένοπλη ομάδα που δρούσε χρησιμοποιώντας τα ονόματα :
‘προλεταριακές περιπολίες’
‘κομμουνιστικές μαχητικές προλεταριακές ομάδες’
‘προλεταριακές ομάδες μάχης’
‘πρώτη γραμμή’.
-Και ανατρεπτική οργάνωση με τα παραπάνω ονόματα.
-Για το κάψιμο δύο αυτοκινήτων ιδιωτικών αστυνομικών.
-Για το κάψιμο άλλων τριών αυτοκινήτων ιδιωτικών αστυνομικών.
Ληστεία εις βάρος τεσσάρων ατόμων, υπαλλήλων κτηματικής εταιρείας στην οποίαν εισέβαλα, και αρπαγή των ταυτοτήτων τους.
-Έφερα όπλα σε δημόσιο χώρο με σκοπό τα ανωτέρω εγκλήματα.
-Όπως φυσικά και την κατασκευή και μεταφορά των εμπρηστικών μηχανισμών με τους οποίους δόθηκε η φωτιά στα ανωτέρω οχήματα.

Οι δικαστές με αθώωσαν, δεν γίνονταν διαφορετικά.
Στην Ιταλία έφαγα μπόλικα χρονάκια, δεν θυμάμαι πλέον ακριβώς πόσα, πάνω από είκοσι.
Πρέπει να καθυστέρησε αρκετά, για άγνωστο λόγο να γίνει η δίκη, σίγουρα ενσωματώθηκαν εκεί όλες οι απολογίες-κατηγορίες, μου αποδόθηκε και αρχηγία ομάδας, και κατ’ επέκτασιν η συμμετοχή μου σε όλες τις ενέργειες της οργάνωσης, σαν στέλεχος της διοίκησης των ομάδων αυτής. Μούριξαν λοιπόν στ’ αυτιά με το σκεπτικό της συλλογικής ευθύνης, για ότι διεκδικήθηκε στην Φλωρεντία με τις ανωτέρω ονομασίες!!

Real wild child, Iggy Pop.

  • οι ερυθρές Ταξιαρχίες, Le Brigate rosse 16
Δημοσιεύτηκε στις 11 Ιαν 2015

Ανέβηκε στις 23 Μαρ 2011
η δίκη στο Τορίνο στον ιστορικό πυρήνα των BR , οι φωτογραφίες είναι από την ταινία-ντοκυμαντέρ των Alessandro Melano και Marino Bronzino: «Avvocato !»

  • Πιστεύω πάντως πως καταφέραμε να σας δώσουμε μια γεύση του κλίματος μες το οποίο κύλησαν εκείνα τα απίστευτα χρόνια. Έχουμε κι άλλο δρόμο να διανύσουμε, θα συνεχίσουμε στο ίδιο τέμπο.
    Για Τριλογία μιλάμε στο κάτω-κάτω, σας έχω δείξει ήδη τόσα πολλά, απ’ όποια πλευρά και να το εξετάσεις, κοινωνική – προσωπική – πολιτιστική κλπ.

Fire, Kasabian.

  • Ανοίγω ξανά παρένθεση, είναι το αγαπημένο μου χόμπυ. Ξεκουράζει.
    Γράφω πάντα στο χέρι, μόλις τελειώσω αρχίζει η πληκτρολόγηση. Όλο αυτό το διάστημα σημείωνα σε ατζέντες που είχα από την δουλειά μου, αχρησιμοποίητες ή μισογεμάτες, με κενές σελίδες.
    Αυτή, πάνω στην οποία δουλεύω τώρα είναι του 2002. Στη σελίδα με ημερομηνία 12 Ιανουαρίου, βρήκα ένα κείμενο μια σταλιά, δυο λόγια που είχα σημειώσει για άγνωστη αιτία Σου το παραθέτω, είναι το ξεγύμνωμα μου :

‘Από μικρός αγαπούσα τους ήρωες. Στη ζωή, μου αρέσει η νίκη, δεν είναι όμως αυτοσκοπός.
Ήθελα πάντα να είμαι μπροστά, στην κόψη του κύματος.
Μου αρέσουν πρόσωπα σαν αυτά του Αλέξανδρου, του Τσέ, του Λεωνίδα, του Αχιλλέα.
Να καλπάζω, στο κυνήγι του ονείρου που είναι η ελευθερία. Μακριά απ’ τα δεσμά της συνήθειας, του βολέματος, της πολυθρόνας. Δεν με χαλάει η μοναχικότητα του ηγέτη, με μαγεύει το σπάσιμο των δεσμών, το τίναγμα των φτερών στον ανοιξιάτικο αγέρα. Η ευωδιά του δαφνοστεφανωμένου μετώπου, του ιδρωμένου κορμιού, του ματιού που λάμπει, που γυαλίζει αποφασισμένο να νικήσει, που κέρδισε γιατί ένιωσε ελεύθερα. Έπραξε ελεύθερα! έζησε ελεύθερα. Αυτός είναι ο ήρωας μου! ΑΥΤΌΣ ΘΈΛΩ ΝΑ ΕΊΝΑΙ Ο ΕΑΥΤΌς ΜΟΥ!! Ο πολεμιστής του φωτός, ο πολεμιστής της ζωής!!’

Ξυλούρης, ‘που πας παλικάρι’

Εδώ θέλω να σημειώσω πως ο δικός μου Λεωνίδας δεν έχει καμία σχέση με αυτόν των φασιστών. Που κάνουν άπειρες συγχύσεις και απίστευτες τρίπλες για να ιδιοποιηθούν ήρωες και παραδείγματα ανθρώπων που με αυτούς δεν έχουν ουδεμία απολύτως σχέση, με την καφρίλα και την ψυχική τους ερημιά. Είναι μία τεράστια συζήτηση, θα χρειάζονταν ένα αυτόνομο πόνημα για να εξηγήσω πως τα παιδικά μου ινδάλματα δεν τα χαρίζω ούτε με σφαίρες σ’ εσάς, ξεφτίλες ‘πατριώτες’ που από υπερηφάνεια τιμή και ανδρεία δεν έχετε καμία,μα καμία σχέση!
Πρώτοι μεταξύ ίσων! οι ήρωες μου είναι! Κουράδες του γλυκού νερού είστε και φαίνεστε, καθίκια!

Πατρίδα,…Στίχοιμα.

Ο γιος μου μαθαίνει κιθάρα, η Βίκυ μπάσο. Με ρωτούν πώς έγινε και δεν έμαθα να παίζω μουσική.
Θυμάμαι πως μικρός είχα ζητήσει απ’ τον πατέρα μου να πάω σε δάσκαλο και δεν με άφησε γιατί ‘μουσική παίζουν οι αλήτες’. Έτσι έλεγαν οι συμβάσεις στην μικρή μας πολιτεία εκείνα τα χρόνια. Ναι φίλοι μου.
Αυτή ήταν η πικρή πραγματικότητα.
Πήγαινα σχολείο και δεν με άφησαν να γραφτώ σε ομάδα, να τελειοποιήσω το ποδόσφαιρο που έπαιζα στις αλάνες και αγαπούσα πολύ. Γιατί και ‘μπάλα έπαιζαν οι αλήτες!’
Ζούμε ένα κλίμα νοσηρό. Να φανταστείτε πως φώναξαν τη μάνα μου στο σχολείο, να της κάνουν παρατήρηση, να μη με αφήνει να φοράω κόκκινα ρούχα! δεν κάνω πλάκα. ΈΧΟΥΜΕ ΧΟΎΝΤΑ ΚΑΙ ΌΤΙ ΘΥΜΊΖΕΙ ‘ΣΥΜΜΟΡΊΤΕΣ’ ΕΊΝΑΙ ΑΠΑΓΟΡΕΥΜΈΝΟ, ακόμη και το χρώμα!

‘Το παιδί είναι Ολυμπιακός! αφήστε τον ήσυχο!’ Τους βάζει στη θέση τους η μάνα μου.
Λίγους μήνες μετά,τα ίδια. Την ξαναφωνάζουν. Αυτή τη φορά της κάνουν παρατήρηση γιατί λέει ‘κάνω πολλές παρέες με κορίτσια’! Ετοιμόλογη αυτή τους απαντά πως αφύσικο θα ήταν ‘να κάνω πολλές παρέες με αγόρια’!
Για τέτοια κατάσταση μιλάμε. Αρρωστημένη!
Αγάπησα πολύ τον Μπέστ, τον είχα σαν ίνδαλμα, και τον Γιώργο Δεληκάρη. Ερωτεύτηκα τον Ζαιρζίνιο και τον μεγάλο Κρόιφ, αργότερα τον Σόκρατες, τον Καντονά τον Ζίκο και τον Αντονιόνι. Πώς να ξεχάσω τον τεράστιο Λεβ Γιασίν;

Πανηγύρισα με τον απίθανο Μπορζώφ που καθάρισε τους Αμερικανούς κι ας ήμουν φιλικός με τους Κινέζους,εκείνο τον καιρό.
Αγάπησα τον Άλι, παραδέχτηκα τον Μαραντόνα, που τον γιάτρεψαν οι Κουβανοί. Με τον Τσάβες δεν τα κατάφεραν.
Όταν ο αγαπημένος μας Χουαντορένα ταπείνωσε ξανά τους δυτικούς, στη Μυροβόλο πανηγυρίζαμε σαν τα παιδιά, νιώθαμε πως παίρναμε τη ρεβάνς, απ’ τους αμερικανούς, της ήττας στον εμφύλιο.
Και θα μου μείνει αξέχαστος ο Ύβ ο Τριαντάφυλλος. Τότε δεν ήταν που ακούγαμε ‘Γαρύφαλλο’ απ’ τους ‘Πελόμα Μποκιού’ ;
Τον Πελέ δεν τον χώνεψα ποτέ!

Όσο για τον Γιώργο Κούδα, ας κάνει ένα παγωμένο μπάνιο στα βρώμικα νερά του Θερμαϊκού. Που δεν είχε τ’ αρχίδια ν’ ακολουθήσει τα όνειρά του όταν ο Μαντζαβελάκης [αν θυμάμαι καλά ] τον κατέβασε στην Αθήνα. Κι έκανε άνω κάτω την Ελλάδα, χωρίς λόγο. Κι ας λέει πως φοράει παντελόνια. Φούστα φορούσε η Μαρί Μπονέ αλλά αυτή είπε την αλήθεια.
Όχι, δεν είμαι σεξιστής. Μιλάω έτσι για ν’ ανάψουν τα αίματα
η αλήθεια πονάει.
Πως να ξεχάσω τον Μποτίνο, τον Αϊδινίου ;

Την αγία τριάδα του καβαλιώτικου ποδοσφαίρου των χρόνων που ήμουν νεαρός ; Μήτσος Παρίδης, Παύλος Κοψαχείλης και Κώστας Λιόλιος !
Και κάτι ζευγάρια φωτιά : Μητρόπουλος-Ναθαναήλ, και Κωνσταντίνου – Καραγιάννη.
Μια άλλη Ελλάδα. Του Λαμπράκη, του Πέτρουλα, του Μπελογιάννη! Του Πλουμπίδη!
Του Τσαρούχη και των εξαίρετων ποιητών, ζωγράφων και μουσικών μας!
Όσο κι αν ψάχνετε φασίστες να ωραιοποιήσετε την ιστορία σας, παραχαράσσοντας την αληθινή, έναν ήρωα δεν θα βρείτε στις σειρές σας.Έναν άνθρωπο!

Έναν Λόρκα, έναν Βίκτορ Χάρα, μια Βιολέτα Πάρα.
Ξέφυγα.
Προσπάθησα λοιπόν στα δεκαοκτώ μου να μάθω να παίζω κιθάρα.
Είμαι φρέσκος στην Φλωρεντία, γλυκούλης. όμορφα αγόρια όμως χιλιάδες. Μου αρέσει να βρίσκομαι στο επίκεντρο του ενδιαφέροντος του θηλυκού κόσμου. Αυτοί που όμως τραβούν σαν μαγνήτες τα κορίτσια είναι εκείνοι που γρατζουνάν τις κιθάρες,
μόλις σβήνουν τα πικ-απ και η ώρα είναι περασμένη.
Είμαι τρελαμένος, αρπάζω μια μέρα μέσα απ’ τα χέρια του φίλου μου το μαγικό ξύλο και τον βάζω να μου δείξει τις θαυμαστές κινήσεις.
Ακόμα και το σπίτι θυμάμαι στο οποίο βρισκόμαστε, λίγο πιο πίσω απ’ την πιατσέτα του Σαν Πιερίνο.
Μου μαθαίνει το ξεκίνημα του Σμόουκ ον δε Γουώτερ. Μου βγήκε η ψυχή όμως, τα παράτησα αν και το κατάφερα.

Είχα πολύ ενέργεια για να κάθομαι ακίνητος τόση ώρα να προσπαθώ με τα δάχτυλα να κάνω το όργανο να παίξει. Η ψυχή δεν ηρεμούσε, δεν ακολούθησε.
Δεν ανεχόμουν να παλουκωθώ με τίποτα, υπομονή στα κόκκινα, τα βρόντηξα.
Τους έκανα όμως να με προσέξουν αλλιώς!!!

Lucky man, Emerson Lake and Palmer.

  • Ξαναγυρνώντας στο σήμερα:
    Σαν γνήσιος ‘μπλαουγκράνα’ στήθηκα προχθές να παρακολουθήσω την επική ανατροπή της αγαπημένης μου ομάδας, [δεν έγινα ‘Μπάρτσα’ τα τελευταία χρόνια που είναι της μοδός, αλλά από τότε που τους ξαναέφερε στα χείλη το χαμόγελο της Αξιοπρέπειας ο μεγάλος Γιόχαν Κρόιφ. Αργότερα, όταν κατάλαβα και τις πολιτικές προεκτάσεις της υπόθεσης, το γλυκό έδεσε].
    Αντ’ αυτού παρακολούθησα μια νέα συντριβή.
    Εκείνο όμως που μου έκανε χείριστη εντύπωση ήταν η ανεκδιήγητη συμπεριφορά του σπορτκάστερ, ο οποίος δυστυχώς αντιπροσωπεύει το δείγμα πολιτιστικής,και όχι μόνο, συμπεριφοράς του μέσου Έλληνα ραγιά.

Έπλεκε διθύραμβους για τους Γερμανούς, απ’ την αρχή μέχρι το τέλος,
και μπαλαδορικά ίσως έκανε και καλά.
Έχω ερωτευτεί Γερμανίδες, έχω περάσει υπέροχα,
με στήριξαν οικονομικά οι Γερμανοί τουρίστες όταν δούλευα στην παραλία, αλλά μέχρι εδώ.
Είναι τεράστιος λαός οι Γερμανοί.
Η συλλογική μνήμη όμως δεν ξεχνάει ακόμα φίλε, δεν μπορώ να πω πως σαν λαό τους πολυσυμπαθώ τους Γερμανούς.
Από παιδάκι, γερμανική ομάδα δεν υποστήριξα ποτέ, όπως δεν θα υποστηρίξω Παναθηναϊκό, με οποιονδήποτε αντίπαλο και αν αγωνιστεί.
Ξέρω πως η ειλικρίνεια σπάει κόκαλα!
Τους αποκαλείτε ‘πάντσερ’ και προσβάλλετε τη μνήμη εκατομμυρίων ανθρώπων. Εβραίων, συμπατριωτών μου, ρομά, κομμουνιστών, αναρχικών και κάθε λογής άλλου που τόλμησε να σκεφτεί διαφορετικά εκείνα τα χρόνια και έσβησε στα στρατόπεδα και τα κρεματόρια
Έφτασε ο λεχρίτης παρουσιαστής στο σημείο να προτείνει στο τεράστιο κλάμπ, σε αυτή τη μεγάλη λαϊκή κατάσταση που είναι κάτι περισσότερο από μια ομάδα, έναν κατά τα άλλα συμπαθέστατο άνθρωπο και ικανότατο προπονητή, προσβάλλοντας έναν άντρα που έδωσε όλη τη χρονιά μια μεγάλη μάχη με τον καρκίνο, βγαίνοντας νικητής, τον Τίτο Βιλλανόβα.

Μέσα στη χώρα όπου τα ερείπια της Γκερνίκα θα ορθώνονται πάντα στις καρδιές μας να θυμίζουν τι εστί βερύκκοκο, με άλλα λόγια γερμανικός φονταμενταλισμός, ολοκληρωτισμός ή όπως αλλιώς θέλετε να ονομάσετε αυτό το απαίσιο μικρόβιο του ναζισμού.
Θα μου πείτε πως και ο Σούστερ πήγε στη Ρεάλ. Στα τέτοια μου! Στη Ρεάλ του Φράνκο πήγε και του παντοτινού Ισπανικού κατεστημένου.
Και όλα αυτά ξεχνώντας πως η ομάδα έτρεχε σαν τραίνο μέχρι την ημέρα που ο Τίτο Βιλανόβα, αυτό το γλυκύτατο παλικάρι με το Πι κεφαλαίο ξεκίνησε την περιπέτειά του στα Νοσοκομεία για να απαλλαγεί από την αρρώστια.
Σέβεσαι τον άνθρωπο που παλεύει με τον θάνατο και το βουλώνεις,
που θα την βρει όμως την ευαισθησία ο …….
Δεν θα θυμίσω τον Αμπιντάλ!
Δεν ξέρω με ποια κριτήρια επιλέγουν οι εταιρείες τα στελέχη τους, είπαμε όμως, αυτή είναι μία εικόνα από κάποια Ελλάδα του σήμερα.
Προτείνω στην ΕΡΤ να στείλει τον συγκεκριμένο ρεπόρτερ στην Ογκολογική Κλινικήοποιουδήποτε Νοσοκομείου ΝΑ ΠΆΡΕΙ ΜΑΘΉΜΑΤΑ ΑΝΘΡΏΠΙΝΗΣ ΑΞΙΟΠΡΈΠΕΙΑΣ και αγωνιστικότητας. Να καθίσει εκεί υποχρεωτικά για πέντε-έξι μήνες να μάθει πως παλεύει ο άνθρωπος καθημερινά με τον εαυτό του και την αρρώστια.

Αν καταλάβει κάτι και ξαναπάρει το μικρόφωνο στα χέρια, είμαι σίγουρος πως θα σταματήσει να υβρίζει τον άνθρωπο που βγήκε από τα σπλάχνα της ομάδας και την έκανε να ξεφύγει καμιά δεκαπενταριά βαθμούς από την ‘μισητή’ Ρεάλ μέσα σε δύο μήνες,
μέχρι να πέσει στα χέρια του χάροντα, να τον παλέψει, και να βγει νικητής και σ’ αυτή τη μάχη. Λιγάκι κουρασμένος φυσικά!
Ξέρω από πρώτο χέρι τι θα πει χημειοθεραπεία.
Δεν χρειάζεται να προσθέσω τίποτα περισσότερο.
Ανάθεμα σε όλους αυτούς που κατάντησαν τον Έλληνα αυτό που δείχνει αυτή τη στιγμή, δημόσια τουλάχιστον, γιατί,αυτό που συμβαίνει στο κάθε σπίτι δεν το γνωρίζουμε.

Toy soldiers, Eminem.

Είμαι περήφανος για τον μπασκετικό γαύρο! σαν ολυμπιακός και τίποτα παραπάνω. ΤΟΥΣ ΓΑΎΡΟΥΣ ΕΚΠΡΟΣΩΠΕΊ Η ΟΜΆΔΑ ΜΑΣ ΚΑΙ ΚΑΝΈΝΑΝ ΆΛΛΟΝ!
Έχει πανηγυρίσει μεγάλες στιγμές ο βάζελος, δεν ένιωσα ποτέ μα ποτέ, απολύτως τίποτα.
Σταματήστε λοιπόν τις υποκρισίες. Ο Μέσι και η παρέα του ολόκληρη, μες το αεροπλάνο πανηγυρίζουν τη νίκη μας επί της Ρεάλ, φωνάζοντας ‘Ολυμπιακός-Ολυμπιακός! αφήστε αυτά που ξέρετε.
Σιχάθηκα το κυπελάκι που σήκωσε ο Μαρινάκης μπροστά στις άδειες κερκίδες του κόκκινου ΟΑΚΑ. Μπορεί να το βάλει εκεί που ξέρει, εμείς οι γνήσιοι Ολυμπιακοί τον έχουμε χεσμένο,και αυτόν και τους χρυσαυγίτες φίλους του, όπως και όλους τους σκατόψυχους φασίστες της 7. Τέτοια κυπελάκια δεν τα θέλουμε. Παλικαρίσια, θα έπρεπε να το γυρίσουν πίσω!

Ξέρω επίσης πως αυτοί που φωνάζουν για ‘κάθαρση’, χαλίφηδες στη θέση του χαλίφη θέλουν να γίνουν, ποτέ δεν θέλησαν δικαιοσύνη. Διαφορετικά θα το είχαν δείξει στο δρόμο, στην πιάτσα,στους αγώνες τους καθημερινούς. Δεν τους έχουμε δει πουθενά! την μαρμίτα θέλουν, αυτή που μονοπωλεί άλλος.
Αν το μάτι του μέσου Έλληνα γυαλίσει όπως των γαύρων παιχτών και προπονητών του μπάσκετ αυτού του τριημέρου, άλλη μέρα θα ξημερώσει!

Antifa hooligans, los fastidios.

Και μετά ξύπνησα!!!

Υπάρχει μία συνολικά διεφθαρμένη κατάσταση που αγκαλιάζει όλες τις οργανωμένες εκφάνσεις της ελληνικής κοινωνίας, μία αρρωστημένη νοοτροπία που έχει σφίξει σαν τανάλια ένα μεγάλο κομμάτι ελλήνων και κάνει μπαμ στον αθλητισμό, σε όλα του τα σκαλοπάτια, κυρίως δε στους δημοσιογράφους τους φιλάθλους και τους παράγοντες. Δεν είναι η αλλαγή ή εναλλαγή προσώπων που θα λύσει το πρόβλημα. Ριζική αλλαγή νοοτροπίας όλων αυτών των ελλήνων που έχουν βουτηχτεί, χρόνια τώρα, στη μισαλλοδοξία, την έλλειψη αλληλεγγύης και στο μίσος προς την διαφορετικότητα. Τον ‘κρυπτοφασίστα’ που έχει ο καθένας μέσα του πρέπει να αποβάλλουμε πρώτ’ απ’ όλα!

‘ο κόσμος είναι επικίνδυνος όχι εξαιτίας αυτών που κάνουν κακό, αλλά εξαιτίας αυτών που τους κοιτάζουν χωρίς να κάνουν τίποτα’.
A. Einstein.

Σχετική εικόνα

Κάνω ένα διάλειμμα και επιστρέφω.

Άσε που πέρασε η ώρα, βράδιασε, αύριο πάλι.

ωχρά σπειροχαίτη, κούφιοι άνθρωποι

Κάποιος θυμήθηκε τον Ρεχάγκελ. Και γι αυτόν θα σου πω πως δεν τον χώνεψα απ’ την πρώτη στιγμή, για τις δηλώσεις που έκανε για τον Ολυμπιακό,μόλις πάτησε το πόδι του στην χώρα. Την αλήθεια λέω, δεν θέλω να γίνομαι ευχάριστος με το ζόρι, την εθνική του δεν την έβλεπα γιατί είχε μέσα αμέτρητους παναθηναϊκούς, το αίμα νερό δεν γίνεται,
εγώ που αλλάζω το κανάλι μόλις ντύνεται πράσινο και να μου δείχνεις τις ίδιες μουτσούνες στυλ Καραγκούνη, ντυμένες στο γαλάζιο, και να χαίρομαι
δεν είμαι σχιζοφρενής.
Αυτά τα αφήνω σ’ αυτούς που είναι υπεράνω, και κατά βάθος ανέραστοι, χλιαροί.
Γιατί, δεν μπορείς να είσαι παθιάρης και να την βρίσκεις με όσους σου στέκονται στο στομάχι, μόνο και μόνο επειδή αλλάζουν φανελάκι! Να γλείφεις εκεί που φτύνεις
Ας βάλουν λοιπόν εκεί που ξέρουν και τον Όττο και τους λεγεωνάριους του, εγώ είμαι γαύρος πρώτα, και πάνω απ’ όλα
όσους βάζελους κι αν ντύσουν με άλλα χρώματα, εγώ πράσινους τους βλέπω.

Πως λοιπόν εσύ καταφέρνεις ν’ αγαπάς αυτό που όλη την βδομάδα απεχθάνεσαι, δεν το καταλαβαίνω. Με το συμπάθιο δηλαδή!
Και μην αρχίσετε να μου μιλάτε για έθνος και φυλή γιατί δεν τα χάφτω, εθνική με δέκα παναθηναϊκούς δεν την θέλω, τελεία και παύλα. Εσείς μπορεί να την αγαπάτε, εγώ αδυνατώ. Ούτε να σας πείσω θέλω, ούτε να με πείσετε. Κουβέντα κάνουμε και όλα είναι αποδεχτά!
Να λέμε όμως τα σύκα με το όνομά τους!
Βαράτε όσο θέλετε τους πισινούς σας στο πάτωμα, έχω το θάρρος της γνώμης μου και την διατυπώνω. Δεν θα σε χαϊδέψω, ‘λευκέ γαλάζιε ποντικέ μου’.
Κι εκείνη την μπάλα, γραμμή μαζινό, να μη φάμε γκολ κι ότι γίνει, δεν την κατάπια ποτέ.
Και στον δρόμο δεν βγήκα!

Όπως δεν πανηγύρισα το κυπελάκι του Μαρινάκη, αγάμητε, κομπλεξικέ δημοσιογραφίσκο!
Γιατί, αν κρατάς γραφίδα στο χέρι, πρέπει να κάνεις τη δουλειά σου! κι όχι να βγάζεις στο χαρτί που θα διαβάσει το κοινό τα κόμπλεξ τα στερητικά σου.
Γράψε ένα βιβλίο και πες την άποψή σου.
Στην εφημερίδα που υπηρετείς, θα απαριθμήσεις τους αναρίθμητους τίτλους που με τσαμπουκά η ερυθρόλευκη ομάδα κατακτά με το σπαθί της σε όλα τα ομαδικά αθλήματα, ανδρών και γυναικών, στην χώρα και την Ευρώπη,
με το σπαθί της επαναλαμβάνω!

Και επειδή τους ακούω να μου λένε πως ‘για ένα παιχνίδι πρόκειται’, θα τους απαντήσω πως ‘ακριβώς, επειδή πρόκειται για παιχνίδι, του δίνω την σοβαρότητα που του αξίζει’!
Και ο Δεληκάρης έφυγε από το λιμάνι, και ο Μητρόπουλος, στην καρδιά μας παρέμειναν αγαπητοί, είναι η χημεία βρε αδελφέ!
μη μου μιλήσεις όμως για Ριβάλντο ή Αποστολάκη γιατί την έβαψες.
Όσες συγνώμες κι αν ζήτησε ο Βραζιλιάνος στην καρδιά μας δεν χώρεσε άλλο!
Και ο Λεμονής άλλαξε ομάδα, και τον Αντώνη τον αγαπήσαμε. Είναι κάτι στη συμπεριφορά που σε κερδίζει.

ανοίγω παρένθεση :

Η λογική της νίκης με κάθε τρόπο δεν είναι η δική μας επιλογή

kerkida

Ένα από τα τραγούδια που ακούγονταν στο παλιό αλλά και στο νέο γήπεδο Καραΐσκάκηπριν από τους αγώνες της ομάδας μου, του Ολυμπιακού, ξεκινούσε έτσι: “‘Ελα στου Καραΐσκάκη και αυτή την Κυριακή, να χαρούμε πανηγύρι και ολυμπιακή ψυχή”.

Σε όσα αληθινά περιγράφει θα προσθέσω και εγώ τη λαϊκή γιορτή, την κοινωνικοποίηση και την ελευθεριότητα που έχει μια γηπεδική κερκίδα. Από τα μέσα των 80’s όταν παιδάκι με πρωτοπήγαινε ο πατέρας μου στο γήπεδο, τα πέταλα και οι κερκίδες ήταν ένα σχολείο συναισθημάτων και ταξικότητας.

Στο παλιό Καραΐσκάκη με τα φιλόξενα, στους τζαμπατζήδες, τουρνικέ (τα περιστρεφόμενα κάγκελα)  έβλεπες τους πάντες, Λούμπεν άτομα, λαϊκοί τύποι, μικροαστοί όπως εμείς. Ο κατάλογος ατελείωτος.  Όλη αυτή η ανάμειξη αλλά και ανεκτικότητα (με τους περισσότερους δεν θα έκανες ποτέ παρέα έξω από το γήπεδο) είχε πλάκα αλλά και ουσία.

Το ταξικό σχολείο που λεγόταν κερκίδα (χωρίς τις θέσεις των ακριβών εισιτηρίων βέβαια) σε μάθαινε στο συγχρωτισμό, την αλληλεγγύη ακόμα και τη συνεννόηση, αν θες, με τους ανθρώπους της τάξης σου. Πράγματα πολύ σημαντικά σε μια εποχή (τότε αλλά και τώρα) απονοηματοδότησης της κοινωνικής συλλογικοποίησης αλλά και αποπολιτικοποίησης.

Τη ίδια περίοδο στο εξωτερικό, με αφορμή το χουλιγκανισμό και στη λογική του “πονάει κεφάλι, κόψει κεφάλι” το ποδόσφαιρο αρχίζει να γίνεται “κυριλέ”, όπως τον εννοεί η εξουσία, φυσικά, τον όρο. Τα εισιτήρια αρχίζουν να ακριβαίνουν σημαντικά οδηγώντας τις λαϊκές μάζες, τη συντριπτική πλειοψηφία του ποδοσφαιρικού κοινού δηλαδή,  έξω από τα γήπεδα. Το ποδόσφαιρο μετατρέπεται σταδιακά σε θέαμα για λιγότερους, αλλά χειροκροτητές, που πάνε στο γήπεδο για να διασκεδάσουν και σίγουρα όχι για να αναμιχθούν.  Η τωρινή, αηδιαστική, εικόνα των μεγάλων γηπέδων ανά τον κόσμο μας δείχνει το τέλος (?) αυτής της πορείας.

Φτάνοντας στα 90’s  ενώ οι αλλαγές αυτές δεν έχουν ακόμα φτάσει στην Ελλάδα, συντελείται μια τεράστια κοινωνική αλλαγή. Η εισροή μεγάλων μαζών φτωχών μεταναστών από τα Βαλκάνια. Μέσα σε πολύ μικρό χρονικό διάστημα όλοι εκείνοι που μέχρι τότε ήταν οι από κάτω (εργάτες, μικροαστοί, υπάλληλοι, αγρότες) είχαν τη δυνατότητα να γίνουν μικροαφεντικά, να αποσπάσουν οι ίδιοι πλέον υπεραξία εκμεταλλευόμενοι, με τη σειρά τους, άλλους φτωχότερους.

Μέσα σε αυτό το ιστορικό και κοινωνικό πλαίσιο τοποθετώ ως άμεσα επηρεαζόμενο τον κόσμο που μαζικά πήγαινε στα γήπεδα. Όλοι όσοι, ως τότε, γνώριζαν την αδικία μπορούσαν πλέον να αδικούν και να τους περνάει. Προσπαθώντας να αποφύγω τις ισοπεδωτικές γενικεύσεις, θεωρώ το γεγονός αυτό κομβικό για την αλλαγή νοοτροπίας του κόσμο της ομάδας μου.

Και ενώ μεγάλη μερίδα της κοινωνίας μπολιαζόταν με τη εξουσία του μικροαφεντικού, κάποια χρόνια μετά συνέβη μια δεύτερη αποφασιστική αλλαγή, μια αλλαγή που μόνο ο Ολυμπιακός ως τώρα από τις μεγάλες ομάδες έχει βιώσει. Το παλιό του γήπεδο έδωσε τη θέση του σε ένα νέο, σύγχρονο και κυριλέ γήπεδο. Ας ειν’ καλά οι Ολυμπιακοί Αγώνες. Εν έτη 2004 το ποδόσφαιρο και στην Ελλάδα έχει μπει στη λογική προσέλκυσης πελατείας. Ένα νέο και πιο λουσάτο “μαγαζί” θα προσελκύσει νέο, υψηλότερης αγοραστικής δύναμης, κόσμο απωθώντας, ενσυνείδητα ή όχι δεν έχει σημασία, το παλιότερο και συνάμα φτωχότερο κοινό του.  Το βιώσαμε αυτό, έντονα πιστεύω, στα παιχνίδια του Ολυμπιακού  από το 2004 και μετά.

Η αλλαγή στη σύνθεση του κόσμου στην κερκίδα έφερε και την αντίστοιχη αλλαγή νοοτροπίας που ανέφερα και πρότερα. Η νίκη με κάθε τρόπο ήταν και είναι, πλέον, προτεραιότητα. Όποιος έχει μάθει να νταλαβερίζεται με αυτό τον τρόπο στις κοινωνικές και επαγγελματικές του σχέσεις, το ίδιο θα απαιτήσει και από την ομάδα του. Οι αντίπαλοι είναι πάντα αυτοί που θέλουν να μας αδικήσουν, εμείς πρέπει να τους την κάνουμε πρώτοι. Μεταφορά του κοινωνικού κανιβαλισμού στα γήπεδα.  Αφεντικό στη ζωή (με ότι αυτό συνεπάγεται ), αφεντικό και στο γήπεδο. Καθόλου σεξιστικά, μα απολύτως ταξικά. Η κοινωνία της συνδιαλλαγής, της ανάθεσης και του ατομικού συμφέροντος αναμενόμενα μεταφέρθηκε στις απαιτήσεις της κερκίδας.

Αυτές τις απαιτήσεις καλοδέχτηκε και υποδαύλισε η εκάστοτε διοίκηση της ομάδας. Πέρα από την πελατειακή λογική που ήδη αναφέραμε, η πολιτική σκοπιμότητα της δημιουργίας στρατού που θα μπακάρει τις εκάστοτε επιλογές του μεγαλομετόχου σε άλλα πεδία προϋποθέτει αυτός ο κόσμος να μένει ευχαριστημένος. Ο πιο εύκολος τρόπος ήταν και είναι οι νίκες.

Βέβαια, το λούμπεν, το πιο νεανικό και περισσότερο προλεταριακό κομμάτι του κόσμου δεν εξαφανίστηκε από τις κερκίδες. Περιορίστηκε κυρίως στα πέταλα των οργανωμένων της ομάδας. Εκεί, όμως, η πολυποίκιλη έκφραση δεν μπορεί εύκολα να βγει προς τα έξω μια και κυριαρχεί (όπως παντού και πάντα) η δύναμη της οργανωμένης φωνής που λέγεται Θύρα 7. Αυτό δεν είναι αρνητικό σε ότι αφορά την έκφραση αγάπης στην ομάδα, την ένταση και το πάθος στην ατμόσφαιρα του γηπέδου. Είναι, όμως, στην περίπτωση που συζητάμε.

Πλέον, στο σήμερα, είναι επίσημη θέση του Ολυμπιακού, όπως εκφράζεται μέσα από τους ανθρώπους του, (και,φυσικά, τη βλέπουμε και σε άλλες ομάδες)  πώς “όλοι είναι εναντίον μας”, άρα εμείς συσπειρωνόμαστε και παλεύουμε για τη νίκη με κάθε μέσο. Γνωστή και όχι νέα στρατηγική πολέμου για ένα χώρο, όμως που δεν του αναλογεί κάτι τέτοιο.

Είναι απόλυτα σαφές πως εμάς τους από κάτω που γουστάρουμε τη μπάλα δεν θα έπρεπε να μας αγγίζουν αυτές οι λογικές. Εμείς πάμε στο γήπεδο για τη φανέλα, την ιστορία, τις χαρές και τις λύπες, τα γέλια και τις πίκρες, την κοινωνικοποίηση. Αν έρθει η νίκη μια χαρά, αν όχι γουστάρουμε την προσπάθεια και τον τσαμπουκά.

Αυτές οι λογικές (όπως και ο φασισμός με το ρατσισμό) δεν έχουν σχέση με την ταξική μας αξιοπρέπεια. Και πέρα από τσιτάτα τύπου “ενάντια στο μοντέρνο ποδόσφαιρο¨που υπονοούν και την απομάκρυνση, η μάχη πρέπει να δοθεί μέσα στα γήπεδα και στις κερκίδες. Για ‘μας που γουστάρουμε την ατμόσφαιρα του γηπέδου αλλά και το δαφνοστεφανωμένο, το τριφύλλι, το δικέφαλο αετό και βάλε ότι άλλο θες. Μην τους χαρίσουμε το ποδόσφαιρο, το ωραιότερο των αθλημάτων.

Άντε γεια.

ο κουλτουριάρης (έπαιζα και αμυντικό χαφ)

@koultouranafigo

Υ.Γ. 1. Όλα τα παραπάνω αφορούν όσα συνέβησαν στην κερκίδα του Ολυμπιακού για την οποίο μπορώ να γράψω λόγω καλύτερης γνώσης του αντικειμένου. Με διάφορες παραλλαγές, πιστεύω, τα συναντάς και στο πολυπληθές κοινό των άλλων μεγάλων ομάδων του ελληνικού ποδοσφαίρου. Βέβαια, ο κόσμος των οργανωμένων είναι κάτι αρκετά διαφορετικό γι’ αυτό και αναφέρθηκα ελάχιστα.

Υ.Γ. 2.  Το ζήτημα είναι ασφαλώς πιο σύνθετο. Δεν διεκδικώ το αλάθητο, οπότε όποιος έχει γνώμη ας τη στείλει στο mail του provo.

Μη μου πείτε δε να μη μπλέκω την πολιτική με τα σπορ και τον αθλητισμό. Θυμάμαι ολόκληρες Ολυμπιάδες να μποϋκοτάρονται για πολιτικούς λόγους, μαύρους αθλητές να υψώνουν σφιγμένες γροθιές σε αυτή την βαμμένη με αίμα αναρίθμητων φοιτητών στο Μεξικό, τότε που οι Αμερικανοί βομβάρδιζαν τους Βιετναμέζους.
Διαβάστε δε για την απαγωγή του Κρόιφ και της γυναικός του από Βιντελικούς Αργεντίνους φασίστες παρακρατικούς για να τον εμποδίσουν να παίξει με την εθνική ομάδα της χώρας του στο μουντιάλ που κέρδισε στον τελικό την μεγάλη ‘οράνιε’ σχολή η ομάδα της νοτιομερικάνικης Ηπείρου, του Μάριο Κέμπες και του Αρντίλες.

Είχα την τύχη να βρεθώ στο Χάϊμπουρι,στις αρχές του ’70. Άρσεναλ εναντίον Μπενφίκα για το κύπελλο πρωταθλητριών Ευρώπης. Δεκαεξάχρονος,βρέθηκα στο Λονδίνο, κατάφερα να βρω εισιτήριο, πήγα στην σκεπαστή, στα όρθια, μέσα σ’ ένα αληθινό κάστρο με τα όλα του. Εκεί που το τραγούδι δεν σταματά ποτέ.
Απ’ την μία ο Τσάρλι Τζόρτζ, μαλλιάς, ψηλός, ξανθός και παιχταράς.
Απ’ την άλλη ένα μελαχρινό θηρίο απ’ τις πορτογαλικές αποικίες,
η δικτατορία ζει και βασιλεύει ακόμη στην Πορτογαλία, θα την γκρεμίσει χρόνια αργότερα ο τεράστιος Οτέλλο ντε Καρβάλιο.
Σας έλεγα λοιπόν για τον μεγάλο Εουσέμπιο.
Ντυμένο στα κόκκινα το γήπεδο, θριάμβευσε στο τέλος η αγγλική αρμάδα, νομίζω 4-0.
Αυτά γίνονται Τετάρτη.

Κάθισα καμιά σαρανταριά μέρες στην Αγγλία, μια αξέχαστη εμπειρία. Εκεί είδα για πρώτη φορά τη φάτσα του Γκεβάρα, ζωγραφισμένη παντού. Πιο δημοφιλής κι απ’ τα ‘σκαθάρια’ και τις ‘πέτρες’. Έμαθα αργότερα ποιος είναι.

http://video-morfwsh.blogspot.gr/search/label/Ernesto%20Che%20Guevara

CHE – Η ΤΑΙΝΙΑ (1 Τσε ο Αργεντινός – The Argentine)

CHE – Η ΤΑΙΝΙΑ (Τσε ο Αργεντινός – The Argentine)

Η ταινία “Che”, παραγωγής του 2008, είναι μια κινηματογραφική περιήγηση στη ζωή του Τσε Γκεβάρα.

Στο πρώτο μέρος παρουσιάζεται η επαφή του Γκεβάρα με τον Κάστρο και τους κουβανούς αντάρτες στο Μεξικό, ο ανταρτοπόλεμος στη Σιέρρα Μαέστρα, πτυχές απ’ την επανάσταση στην Κούβα αλλά μέρος των διπλωματικών καθηκόντων του Τσε (ομιλία στον ΟΗΕ το 1964).

πρώτο μέρος
(Τσε ο Αργεντινός – The Argentine)

CHE – Η ΤΑΙΝΙΑ (2 Guerilla)

CHE – Η ΤΑΙΝΙΑ (Guerilla)

Η ταινία “Che”, παραγωγής του 2008, είναι μια κινηματογραφική περιήγηση στη ζωή του Τσε Γκεβάρα.

Στο δεύτερο μέρος παρουσιάζεται κυρίως η απόπειρα του Γκεβάρα να οργανώσει το αντάρτικο στη Βολιβία όπου συλλαμβάνεται και δολοφονείται από τις αμερικανικές μυστικές υπηρεσίες και το βολιβιανό στρατό.

δεύτερο μέρος  (Guerilla)

  • Ένα Σάββατο λοιπόν κατηφορίζω για Γουάϊτ Χάρτ Λέϊν, το φρούριο της Τόττεναμ. Πάλι στο πέταλο των φανατικών, ξεσκέπαστο αυτή την φορά. Θέλω να δω από κοντά το μεγάλο μου ίνδαλμα, το παλικάρι που μάγευε την μπάλα και τα πλήθη, κέρδισε όποιον τόλμησε να σταθεί απέναντί του, κι έχασε τη μάχη απ’ το αλκοόλ. Τον απίστευτο Τζόρτζ Μπέστ.
    Δίπλα του άλλος τεράστιος, ο Μπόμπι Τσάρλτον. Κι απέναντι ο Μπόμπυ Μούρ. Μεγάλες προσωπικότητες, όλοι τους
    εκείνο που έμεινε ανεξίτηλα χαραγμένο στη μνήμη μου ήταν η φανταστική ατμόσφαιρα που δημιουργούσαν στα δύο γήπεδα που βρέθηκα οι φίλαθλοι των ομάδων. Ειδικά στα πέταλα,
    κάτι ανεπανάληπτο.

Έτρεχαν πάνω κάτω, κυριολεκτικά, άδειαζε κάποια στιγμή η κερκίδα, μαζεύονταν όλοι κάτω-κάτω. Κι αμέσως μετά, βουρ τρεχαλητό, όλοι πίσω!χόρευαν και τραγουδούσαν ασταμάτητα όση ώρα βρίσκονταν σ’ εκείνα τα υπέροχα μεσαιωνικά κτίσματα, χτισμένα μες τη γη, αγόρια και κορίτσια, απίστευτα πολλά κορίτσια,
ένα θέαμα μοναδικό. Μία αυθόρμητη πολύχρωμη χορογραφία, όμορφη, γεμάτη ένταση και πάθος.
Έρωτας και πόλεμος μαζί.
Αυτά τα ολίγα

Sunshine of your love, Cream.

  • Επανέρχομαι στην Ελλάδα
    και ενθυμούμενος πως τον Γιώργο Κούδα τον αποκάλεσαν Μεγαλέξανδρο του ελληνικού ποδοσφαίρου θα τους θυμίσω πως ο Αληθινός έφτασε μέχρι την άκρη του κόσμου με τους Μακεδόνες και τον πολυπολιτισμικό στρατό του την ώρα που ο ιμιτασιόν δεν κατάφερε να περάσει τα φυσικά σύνορα του Φαληρικού Δέλτα!
    Μάλιστα
    Αντιλαμβάνομαι πως βγάζω κακίες, θέλω όμως να είμαι απόλυτα ειλικρινής με τον εαυτό μου και αληθινός, δεν θέλω να χαϊδέψω αυτιά

βαράνε τύμπανα πολέμου, Ήρωας.

και μούρχεται στο μυαλό ο μέγας Ντράγκαν Τζάιτς, ο τεράστιος Άιρτον Σένα, ο ανεπανάληπτος Τεόφιλο Στίβενσον,
ο οποίος ναι, αρνήθηκε τα αμερικανικά δολάρια για να υπηρετήσει την Κουβανική Επανάσταση,
και ο άλλος μεγάλος, ο Σούγκαρ ρει Λέοναρντ με το απίθανο στυλ στα ρίγκ, που ήταν χορός περισσότερο παρά ξύλο,
ο Αμπέμπε Μπικίλα που έτρεξε ξυπόλητος στον Ρωμαϊκό μαραθώνιο, ήμουν μικρό παιδάκι τότε
και οι Γκρανάτα της μεγάλης Τορίνο που έσβησαν στη Βασιλική της Σουπέργκα, στο λόφο έξω από την Ιταλική βιομηχανική πρωτεύουσα, επιστρέφοντας με το αεροπλάνο απ’ την Πορτογαλία.

Αυτά για σήμερα.Αύριο πάλι, Μέγα Σάββατο.

[το διάλειμμα του κόκκινου τριήμερου στο Λονδίνο γράφτηκε αργότερα, όταν είχα πλέον ξεκινήσει να πληκτρολογώ τις γραμμένες στο χέρι σελίδες μου].

Να ακούσουμε και ένα τραγούδι απ’ τον Ψαραντώνη. Είναι οι Χαίνηδες, στίχους και μουσική έχει γράψει το 2000 ο Δημήτρης Αποστολάκης

Έχω μια τίγρη μέσα μου, άγρια λιμασμένη
π’ όλο με περιμένει
κι όλο την καρτερώ, την μισώ και με μισεί, θέλει να με σκοτώσει,
μα ελπίζω να φιλιώσει
καιρό με τον καιρό.
Έχει τα δόντια στην καρδιά, τα νύχια στο μυαλό μου
κι εγώ για το καλό μου
για κείνη πολεμώ
κι όλου του κόσμου τα καλά με κάνει να μισήσω,
για να της τραγουδήσω τον πιό βαρύ καημό.
Όρη, λαγκάδια και γκρεμνά με σπρώχνει να περάσω,
για να την αγκαλιάσω
στον πιό τρελλό χορό,
κι όταν τις κρύες τις βραδιές θυμάται τα κλουβιά της,
μου δίνει την προβιά της
για να τηνε φορώ.
Καμιά φορά απ’ το πιοτό πέφτομε μεθυσμένοι,
σχεδόν αγαπημένοι,
καθείς να κοιμηθεί
και μοιάζει ετούτη η σιωπή με λίγο πριν την μπόρα,
σαν την στερνή την ώρα
που θα επιτεθεί.

DSC02230

καποέϊρα

μια τέχνη που πάντα ήθελα να μάθω, όμως ποτέ δεν βρήκα κάποιον να μου την διδάξει!

και μου έμεινε το απωθημένο!

κάτι που έμαθα όμως αρκετά καλά :

WIN_20150422_132135

σχολική εκδρομή στα λιβάδια της Ξάνθης, στα τέλη των χρόνων ’60..

συνεχίζεται

τα βιβλία του μιχάλη, i libri di michele

Γ. χόρεψες πάνω στο φτερό του καρχαρία – 1

Είναι ένα μωρό που γεννήθηκε με καισαρική τομή μέσα στο καλοκαίρι του ’12. Χρόνια κοιλοπονούσα, κράτησα σημειώσεις, πήρα συνέντευξη και πρόσθεσα φράσεις και κειμενάκια που με εκφράζουν και βρήκα εδώ κι εκεί αυτό το διάστημα που έγλειφα τις πληγές μου. Από το 2004 και μετά.
Δεν το έπλυνα, δεν το καθάρισα. Το άφησα αδούλευτο γιατί έτσι μου φαίνεται πιο αυθεντικό, πιο γνήσιο. Είναι το ταξίδι της ζωής μου. Αυθόρμητο, spontaneo, γέννημα ψυχής. Είναι ημερολόγιο. Εξομολόγηση.

Δεν σας ζητώ να συμφωνήσετε, μόνο να αφουγκραστείτε.
Σκεφτόμουν πως να το ονοματίσω και δυσκολευόμουν ώσπου χθες βράδυ, βλέποντας το Full Metal Jacket θυμήθηκα πως μαζί με το Platoon η Αποκάλυψη ήταν η σπουδαιότερη ταινία που πραγματεύτηκε τον πόλεμο του Βιετνάμ.
Όλα είναι δυνατά όταν θέλουν οι λαοί και αγωνίζονται για την ελευθερία τους.

Αποκάλυψη λοιπόν, Τώρα. Αποκαλύπτω κι εγώ τα εσώψυχα μου.

Πέρασαν μέρες και τελικά άλλαξα τη γνώμη μου όσον αφορά τον τίτλο. Νομίζω λοιπόν πως για πολλούς, ευνόητους λόγους, το όνομα που δίνω τώρα ταιριάζει περισσότερο. ‘Στην Πρώτη Γραμμή’.
Ελπίζω λοιπόν να μη χρειαστεί να αλλάξω γνώμη εκ νέου.

Φαίνεται όμως πως η περιπέτεια για το έργο μας θα περάσει από πολλά κύματα.

Αγαπήσαμε πολύ τη θάλασσα κι έτσι αυτή μου παίζει παιχνίδια.
18 του Νοέμβρη χθες κι είδα εκπομπή αφιερωμένη στον μεγάλο ’μικρούλη’ της μουσικής μας. Είναι ο συνθέτης, ο Θάνος, που αγάπησα περισσότερο απ’ όλους [μαζί με τον Μαρκόπουλο]. Αυτός που μου κράτησε πιστή συντροφιά τα δύσκολα χρόνια της εδώ προσαρμογής μου, από το ’80 και μετά. Μου θύμισε πως ο νέος άνθρωπος, για να λέγεται τέτοιος πρέπει ν’ αρπάξει τη ζωή απ’ τα κέρατα και να την παλέψει, όσο αντέξει, κι όπου τον βγάλει… Άρπαξα λοιπόν κι εγώ το στίχο του Καββαδία, που τόσο όμορφα μελοποίησε, ταίριαζε με τη ζωή μου, που ήταν αρκετά περιπετειώδης για πολλά χρόνια,και ελπίζω να σας παρουσιάσω επιτέλους το ’χόρεψες πάνω στο φτερό του καρχαρία’.
Πάμε λοιπόν.

«Ο λύκος της στέπας είχε δύο φύσεις, μια ανθρώπινη και μια λυκίσια, κι ίσως αυτό του το πεπρωμένο να μην ήταν τόσο ιδιαίτερο και σπάνιο… Μέσα του ο άνθρωπος και ο λύκος δεν συμπορεύονταν ποτέ, αλλά βρίσκονταν μεταξύ τους σε μια θανάσιμη έχθρα».

ΠΡΩΤΟ ΜΕΡΟΣ

ΧΡΟΝΙΚΟ 1969
Πόσα χρόνια δίσεκτα μέσα σε μια ώρα, βάσταξες αδάκρυτη μάνα Παναγιά
πόσα βόλια σπείρανε γιε μου σε μιαν ώρα, και σε μαρμαρώσανε στην ξερολιθιά
Μέσα στα ερείπια στέκει σαν αηδόνα, το καταμεσήμερο και θρηνολογεί
κάλεσε τον Χάροντα σε κρυφό αγώνα πες και στην Χαρόντισσα να σε λυπηθεί
Κάποια ξημερώματα σε μακρύ τραπέζι, θα έρθουν να καθίσουνε μάνες και παιδιά
μέρα αναστάσιμη κι ο λαός θα παίζει τα πολλά τραγούδια του για τη λευτεριά.
Γιάννης Μαρκόπουλος, Κώστας Μύρης, Νίκος Ξυλούρης.

  • Πενήντα τόσα χρόνια πριν γεννήθηκε σε τούτη δω την πόλη ο φίλος μου. Πήγα να μάθω τα νέα του, χθες βράδυ. Έζησε ζωή γεμάτη περιπέτεια και ένταση, έζησε πόνο και χαρά, πολύ.
    Από μικρός ψαχνόταν, πνεύμα ανήσυχο, έχασε νωρίς τη μητέρα του. Γυναικολόγος ο πατέρας του αναγκάστηκε να τον στείλει στους δικούς του στην Αθήνα μέχρι να ξαναφτιάξει την ζωή του, όλοι οι συγγενείς ζούσαν εκεί κάτω.
    Ενθουσιώδης, κινδύνεψε πολύ, το αστέρι της μάνας του ήταν εκεί να τον γλυτώνει από τα χειρότερα.
    Ήταν πάντα ανοιχτός και κοινωνικός, τώρα τελευταία, μετά τα ζόρια με την υγεία του κλείστηκε πολύ.

Πιτσιρικάς – Ρίτα Αντωνοπούλου

  • ‘Τα πρώτα χρόνια της ζωής μου τα πέρασα στον Άγιο Γιάννη, στο δωδέκατο πήγα σχολείο‘, μου λέει, με το θάνατο της μητέρας μου με έστειλαν στην Αναργύριο εσώκλειστο, στις Σπέτσες. Δύο χρόνια εκεί και μετά στην Αθήνα στους θείους και τις γιαγιάδες μου. Εκεί με βρήκε η χούντα. Γυρίζω Χριστούγεννα του ’67 και τελειώνω το γυμνάσιο στο Αρρένων.
    Δύσκολο να είσαι εσώκλειστος μικρούλης, μακριά από το σπίτι, από τα χάδια της μάνας, από την προσοχή των γονιών. Σε αντιστάθμισμα άρχισα να συνηθίζω να παίρνω τις αποφάσεις μόνος. Βέβαια η καθημερινότητα ήταν οργανωμένη στρατιωτικά, έστρωσα χαρακτήρα. Σκληραγωγία, βούτες χειμώνα καλοκαίρι με το καλημέρα, από το κρεβάτι στη θάλασσα.
    Πανέμορφο νησί, δεν ξαναπήγα από τότες. Καταπράσινο.

Κούκλα και η Καβάλα. Με τα καλντερίμια της και τα σκαλάκια στην ανηφοριά, τα όμορφα αρχοντικά και τα χαριτωμένα σπιτάκια με τις λουλουδιασμένες αυλές τους που έδωσαν όμως αργότερα τη θέση σε γκρίζες πολυκατοικίες όπου στοίβαξαν τους ανθρώπους τα χρόνια της αντιπαροχής του Καραμανλή, μακριά από την παράδοση, καταστρέφοντας την ομορφιά της ελληνικής πόλης. Πέτρα και κεραμίδι, και διάσπαρτη η πόλη καπναποθήκες. Εκεί μέσα γεννήθηκαν αγωνιστές, εκεί στεγάστηκαν οι καημοί τους, εκεί γράφτηκε η ιστορία της, εκεί, στα καλντερίμια και στις πλατείες της.

Θυμάμαι χαράματα τους δρόμους να πλημμυρίζουν εργάτριες και εργάτες με μαντήλια στο κεφάλι, ξεκινούσαν τη μέρα πηγαίνοντας στη δουλειά. Μύριζε καπνό η πόλη ολάκερη, γεμάτη ανθρωπιά και στεναγμούς.’ Άπονη ζωή, μας αδίκησες’ τραγουδά ο Μπιθικώτσης μου λέει, ‘το κρίμα μας βαρύ μας γέννησες φτωχούς’. Νιώθω άβολα,είμαι ακόμα πιτσιρίκι αλλά νιώθω κάπως. Οι άλλοι τραβούν για το μεροκάματο την ώρα που εγώ γυρνώ στο κρεβάτι μου πρωινιάτικα.
‘Μας βίασαν λοιπόν την αισθητική, διέρρηξαν και την έννοια του ανήκειν, της γειτονιάς.’

‘Ήταν ο τόπος μου βράχος και χώματα ήλιος και μαύρο κρασί, όργωνα θέριζα και με τον Όμηρο σε τραγουδούσα λαέ μου. Πάνω στα κύματα νύχτες ολόκληρες σε ονειρεύτηκα. Ήταν ο τόπος μου σαν το χαμόγελο όνειρο καθημερινό κάποιος το πούλησε κάποιος το ρήμαξε σαν δανεισμένη πραμάτεια, τώρα τ΄ αγόρια μου παίζουν το θάνατο στα χαρακώματα.’ ΧΡΟΝΙΚΟ.

‘Με αυτό τον τρόπο διαμορφώνεται σιγά σιγά ο ψυχισμός μου’, λέει ο φίλος μου λίγες μέρες αργότερα που συναντηθήκαμε , άρχισα να κρατώ σημειώσεις :

‘Τα καλοκαίρια στο Μπάτη, παιχνίδι στη θάλασσα και στα βραχάκια. Βουτιές στο πεντακάθαρο γαλάζιο, τον ήλιο δεν τον φοβόμαστε ακόμη στενάζει, βόλτες με τα κανό στις διπλανές παραλίες, συλλογή από κοχύλια, ποδόσφαιρο στην αμμουδιά.
Τα πρωινά στη θάλασσα και τα απογεύματα προπόνηση στο Ναυτικό όμιλο, Στριφτούλιας, Σαββίδης κ.λ.π., τσούχτρες, πετρέλαια και κάθε λίγο επίσκεψη από τον στόλο, ελληνικό ή αμερικάνικο. Ναυτική εβδομάδα, βορειοελλαδικοί αγώνες, μεγάλες στιγμές.
Το βραδάκι σινεμαδάκι, Ροδόπη και Ολύμπια. Και μεγαλώνοντας άρχισαν τα χτυποκάρδια και τα ραντεβουδάκια. Κυνηγούσαμε φιλάκι από τις μικρούλες ξένες στο Μπάτη μιας και οι δικές μας ήταν απλησίαστες, ο πουριτανισμός και η υποκρισία της κοινωνίας στη χώρα μας εκείνα τα χρόνια ήταν απίστευτες. Κυνηγούσαμε λοιπόν, επαναλαμβάνει μια αγκαλιά στην αμμουδιά, στο φως του φεγγαριού..
Γεμάτη τότε η παραλία ξανθά πανέμορφα κεφαλάκια που τόσο μας αρέσουν.

Κι όσο μεγαλώναμε πλησιάζαμε όλο και περισσότερο Παλιό και Ηρακλίτσα. Κατασκήνωναν εκεί Άγγλοι και ήταν ατραξιόν για την περιοχή, με τις φωτιές την νύχτα στην αμμουδιά και τις μουσικές και το χορό. Εκεί διορθώσαμε τα αγγλικά μας με ρετσίνα και ουζάκι. Και με το σκάσιμο της αυγής μια δροσερή βουτιά στα κρουσταλλένια νερά. Τι ομορφιά Χριστέ μου.
Για το χειμώνα δεν το συζητάμε. Οκτώ το βράδυ σπίτι εκτός Σαββάτου που μας επέτρεπαν σινεμά μέχρι τις δέκα, Ολύμπια ή Αττικόν. Και τις Κυριακές νωρίς το απόγευμα κάποιο παρτάκι σε σπίτι φίλου με τους γονείς στο διπλανό δωμάτιο. Η χειραφέτηση ήρθε πολύ αργότερα.

Θυμάμαι από τα παιδικά και τα μαθητικά μου χρόνια τον Θόδωρο τον Θεοδωρίδη, την Τέτη και την Ευγενία Παπαδοπούλου, τον Νίκο τον Ανανιάδη, την Ελένη και τη Ευγενία Αστεριάδου . Τον Τένη τον Στωίδη, την Ελένη Δίνγκα, την Μάγκυ Παπανικολάου και την Καρολίνα. Την Υβόννη και τον Μίρκο Ιορδάνογλου, και τον Θανάση τον Ευαγγελίου, τον Τριαντάφυλλο Τσουπάρη. Θυμάμαι και άλλα αγόρια και κορίτσια λέει, με τα οποία βρεθήκαμε πολύ κοντά για κάποια χρόνια αλλά τόσο το ότι τα ονόματα μου διαφεύγουν όσο επίσης το ότι θα χρειαζόμασταν πολύ χώρο για να τα αναφέρουμε με κάνουν να σταματήσω εδώ. Θεωρώ πάντως πως ανάμεσα σε αυτά τα ‘ξεχασμένα’ πρόσωπα βρίσκεται και ο φύλακας άγγελος που χρόνια αργότερα, την κρίσιμη στιγμή γλύτωσε τη ζωή μου από τα πολλά χρόνια εγκλεισμού που με περίμεναν εάν έπαιρνα εκείνο το μοιραίο λεωφορείο Θεσσαλονίκη-Φλωρεντία στη μπασιά του 1980!

Την αγάπη στην μουσική την απέκτησα τα χρόνια της Αθήνας, μετά τις Σπέτσες. Τα ξαδέρφια μου άκουγαν πολύ, ραδιόφωνο Πετρίδης, Κογκαλίδης, Μαστοράκης, αργότερα Μηλάτος. Δίσκοι στο πικ-απ το βραδάκι που τελείωναν οι εκπομπές για τη νεολαία. Rolling Stones, Beatles, Animals και Who όπως και πολλοί άλλοι. Έγινα λάτρης της ροκ σκηνής, Santana , Hendrix, Traffic κ.λ.π, η απίστευτη εκείνη συναυλία-ταινία Γούντστοκ σημάδεψε και καθόρισε σημαντικά την ζωή μου, και είδα, το θυμάμαι ακόμη, οκτώ φορές, την πρώτη στο Λονδίνο, 16άρης.

Γνώρισα σιγά σιγά μου λέει τον Ξαρχάκο, τον Θεοδωράκη και τον Σαββόπουλο που μόλις άρχισε να γίνεται γνωστός’.

 

  • Είδε τότε στο γήπεδο της Λεωφόρου ζωντανά τη συναυλία των Stones λίγες μέρες μετά τη χούντα. Σημάδεψε τη ζωή του εκείνη η φοβερή εμπειρία, δώδεκα χρονών παιδί μέσα σε ένα γήπεδο τίνγκα νεολαίους που πάλλονταν από ενέργεια και ενθουσιασμό, σε μία διαδήλωση ενάντια στα ήθη της εποχής, το καινούριο μάχονταν την συντήρηση, το νέο την γερασμένη σύμβαση, η συνοδεία του συγκροτήματος πετούσε κόκκινα τριαντάφυλλα στον κόσμο, η αστυνομία τους ξυλοκοπούσε, ο Jagger ούρλιαζε και το πλήθος αποδοκίμαζε εν χορό τους μπάτσους. Ήταν η πρώτη επίσημη αποδοκιμασία του στρατιωτικού καθεστώτος.
    Στην άτυπη διαμάχη που υπήρχε ανέκαθεν ανάμεσα στα σκαθάρια και τις πέτρες συντάχτηκε με τους τελευταίους μια και οι πρώτοι ήταν αρκετά λάιτ. Πάντως διαχρονικά μεγάλη του αγάπη μέχρι σήμερα παραμένουν οι Pink Floyd. Και από τους Έλληνες Μαρκόπουλος και Μικρούτσικος.

http://vimeo.com/9500231

Pink Floyd στηνΠομπηία

Εκείνα τα χρόνια απέκτησε και το πάθος για τον Ολυμπιακό. Όλοι στο σπίτι αγαπούσαν την μεγάλη ομάδα του Πειραιά απ’ όπου κατάγονταν ο πατέρας του, τον έπαιρναν μαζί τους στο θρυλικό Καραϊσκάκη, πάντα στην 7 όποτε κατάφερναν να βρουν εισιτήριο, και έτσι ένιωσε εκείνη την ιδιαίτερη σχέση που έχουν οι γάβροι με την ομάδα τους.
Έτσι λοιπόν ανέμελα κυλούσε η ζωή του με πολύ ενέργεια και τρέλα στο κεφάλι. Αισιόδοξος, χαιρόταν τη ζωή με τις στιγμές της, να τριγυρνά στο βουνό και στις παραλίες, να σκαρφαλώνει στα βράχια και να ανακαλύπτει μονοπάτια. Δεν έμαθε καθιστικά παιχνίδια, είχε παλούκια στον κώλο που λέμε, δεν
σύχναζε στα καφενεία, αντίθετα έπαιζε πινγκ πονγκ με κάποιους τρελαμένους σαν κι αυτόν.

  • ‘Τελειώνοντας την τετάρτη τάξη καλοκαίρι του ’71 πηγαίνοντας στην πέμπτη, με το φροντιστήριο του Φαίδωνα του Σιδηρόπουλου πήγαμε για σαράντα μέρες’ ,συνεχίζει, στο Λονδίνο . Ήταν τεράστια εμπειρία αυτή, εκείνα τα χρόνια που η παγκόσμια νεολαία πάσχιζε να τινάξει από πάνω της κώδικες ρόλους και ταμπού κάτω από τα οποία δεκαετίες ασφυκτιούσε, σε εκείνους θέλαμε να μοιάσουμε και εμείς τότε που ακόμη μας κούρευαν με την ψιλή, μας δίκαζαν με τον νόμο περί τεντι μποϊσμού, μας αποκαλούσαν ντιντίδες και δεν θυμάμαι πως αλλιώς, μας απαγόρευαν να φορέσουμε μάλτες, έτσι έλεγαν τα μπλου τζιν’.

Έφυγε λοιπόν να σπουδάσει στην Ιταλία και άλλαξε η ζωή του. Μόλις γνώρισε τον Μάρξ και τον Λένιν εντυπωσιάστηκε, με τον Γκεβάρα απογειώθηκε. Δέθηκε αμέσως στο καινούριο περιβάλλον και στους ανθρώπους, η Ελλάδα του φαινόταν πια πολύ μακρινή.
Άβυσσος χώριζε τις δυο πραγματικότητες.
Η μία οπισθοδρομική, σε στασιμότητα, βάλτος, η ελληνική επαρχία, συντηρητισμός και συμβάσεις.
Η άλλη σε κίνηση. Νέοι άνθρωποι σε μία πορεία αλλαγών και ανατροπής.
Γεννιόταν το νέο στα ερείπια του παλαιού.
Η νεολαία στην πρώτη γραμμή. Ο φίλος μας στην μέση.
Όταν γύριζε να επισκεφτεί τον πατέρα του οι μικρότητες του φάνταζαν βουνά, πνίγονταν.

Εκεί μια συντροφικότητα μυθική στα μάτια του, μια γενιά που έστηνε τις δικές της αξίες,που απαιτούσε από την συντήρηση να κάνει πέρα, άνοιγε τον δρόμο και θέσπιζε καινούρια νοήματα παλιά όσο ο άνθρωπος, έδινε νόημα σε νέες συμπεριφορές. Η αντί εξουσία στη θέση της γερασμένης. Η αυτονομία στη θέση της επανάληψης.
Ένας δάσκαλος του έμαθε να στοχεύει ψηλά. Έτσι θα κατακτούσε μακρύτερες κορφές. Όταν στοχεύεις το εφικτό έλεγε θα καταφέρεις λιγότερα. Σημάδευε μακριά για να πετύχεις ψηλά, όσο ψηλότερα τόσο καλύτερα.
Και οι νέοι είχαν βάλει στόχο την κορυφή. Να πατήσουν τον κόσμο, να τον καβαλήσουν και να τον οδηγήσουν εκεί που ήθελαν. Σαν τον Αλέξανδρο με τον Βουκεφάλα, μαζί μέχρι το τέλος, μέχρι την άκρη της γης.
Έτσι κι αυτοί, μαζί, στη γη των ονείρων τους, για την κοινωνία χωρίς κανόνες απ’ τα πάνωαπελευθερωμένοι από τις στρεβλές συμβάσεις, του αυτόνομου ανθρώπου από τους γνωστούς έως τότε κανόνες.

Δεν είναι χλιαρός ο δικός μας, παθιάρης είναι, παθιάστηκε λοιπόν. Του ήταν φυσικό με τον χαρακτήρα που κουβαλούσε. Η εξέγερση ήταν καθημερινή βιοτή, η επανάσταση της καθημερινής ζωής, στις συμπεριφορές, στα αιτήματα, στους αγώνες, στον έρωτα, στις διεκδικήσεις, στις συνήθειες. Μου είπε πως σε ανύποπτο χρόνο διάβασε πολλές βλακείες από σχετικούς και άσχετους για το τι έλαβε χώρα εκείνα τα τρομερά χρόνια, μόνο ο Μπαλεστρίνι κατάφερε να μεταφέρει τον ‘αέρα’ εκείνης της εικοσαετίας.
Ήταν μια γιορτή με τις καλές και τις κακές στιγμές της, τα πάνω και τα κάτω. Πάντως μια γιορτή με τα όλα της. Το να ζεις στο δίκιο, ελεύθερα και ισότιμα είναι τρόπος ζωής φευγάτος, είναι αναγκαιότητα γι’ αυτούς.
Έζησαν στο μεταίχμιο δύο κόσμων, αναποδογύριζαν καθημερινά τα γνωστά και πειραματίζονταν το νέο, ταυτόχρονα. Στις σχολές, στο σπίτι, στις πλατείες τους δρόμους και τις γειτονιές, στη δουλειά.
Η χαρά ήταν όλη δική τους, ήταν για όλους ξανά η χαρά. Οικειοποιούνταν τις ζωές τους. Έκαναν πράξη το σύνθημα, τα ήθελαν όλα και τα έπαιρναν, subito, αμέσως. ΚΑΙ ΕΙΧΑΝ ΠΟΛΥ ΦΑΝΤΑΣΙΑ, αυτή ήθελαν στην εξουσία και το έκαναν πράξη, όχι το κέρδος, όχι τις αγορές που θα έλεγε κάποιος σύγχρονος.
Έγιναν επαγγελματίες επαναστάτες για να ελευθερώσουν το σήμερα από το χθες, και να δείξουν στους υπόλοιπους το αύριο. Το καυχήθηκε ο δικός μου δεν το μετάνιωσε ποτές.

Πήραν τα όπλα, χιλιάδες ήταν, ενάντια σε όλους αυτούς που με όπλα φρουρούνται, και φρουρούν και επιβάλλουν με όπλα τη βία τους, την εξουσία τους, τη θέλησή τους. Αντέταξαν στη βία βία. Στην καθημερινότητα τους γλυκείς και τρυφεροί. Στον πόλεμο που υφίσταντο απάντησαν με πόλεμο.

1987 ΤΟΛΜΗΡΗ ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ
Με κάτασπρο πανί ένα καράβι απ’ το πενήντα έχει να φανεί, και συ βιδώθηκες μες στο λιμάνι με ανθοδέσμη που έχει μαραθεί, Ηλεκτρικός Θησέας σε πηγάδι κι η Αριάδνη έχει μουγκαθεί.
Σε δίκασαν να σπαταλάς τα χρόνια σε μια ζωή χωρίς προοπτική, Χάνεσαι σαν τον γλάρο στην Ομόνοια και όταν ψάχνεις λύση στη φυγή, πληρώνεις όσο-όσο τα διόδια και κομματιάζεσαι στην εθνική.
Ποιος είναι ισοβίτης στο σκοτάδι ποιος αλαφιάζει δίχως πληρωμή. Ποιος σκύβει στους αφέντες το κεφάλι και ποιος τα βράδια κλαίει σαν παιδί, ποιος ονειρεύεται πως κάποιοι άλλοι βγαίνουν και κάνουν πρώτοι την αρχή. Ναυάγια ονείρων αρμενίζουν και τα κεφάλια γέμισαν σκουριά. Στα σούπερ μάρκετ τέλειωσε η ελπίδα και συ κοκάλωσες στη σκαλωσιά. Που πήγαν οι τριακόσιοι του Λεωνίδα, και τι θα πούμε τώρα στα παιδιά, Ηλεκτρικός Θησέας και τα λοιπά.
Φοβάσαι ότι θα ‘ρθει καταιγίδα και θα μας πνίξει όξινη βροχή, βάλε σε γυάλα μέσα την πατρίδα και κρύψε την καλά μέσα στη γη Μήπως την ψάχνουν σαν την Ατλαντίδα αφού η Πανδώρα ανοίγει το κουτί, Ηλεκτρικός Θησέας σε πηγάδι κι η Αριάδνη έχει μπερδευτεί.
Ψηφοθηρία, λόγοι κι εμβατήρια ποτέ δεν έφεραν την αλλαγή, γι αυτό και χάθηκες στα σφαιριστήρια και μες τα γήπεδα την Κυριακή, τώρα καθώς κοιτάς τα διυλιστήρια ρωτάς ποιοι σ’ έχουν βάλει στο κλουβί, Ηλεκτρικός Θησέας σε πηγάδι κι η Αριάδνη έχει τρελαθεί.
Να κλείσεις θες πληγή θανατηφόρα και μες τα Νέα ψάχνεις για δουλειά, Όσα τα κέρδισες με τα μαρτύρια τα παζαρεύουν πάλι στα χαρτιά, τρέχεις να ψάξεις μες τα καταφύγια και βρίσκεις μιαν αιχμάλωτη γενιά.
Μια πλαστική ανέμισες σημαία, πίστεψες σ’ έναν άγνωστο θεό, κρέμασες το μυαλό σε μια κεραία, ειδήσεις, σίριαλ και τσίχλα ροκ, Και πώς θα ξημερώσει άλλη μέρα όταν τα λάθη κλέβουν τον καιρό, και πώς θα ξημερώσει άλλη μέρα όταν το ψέμα σέρνει τον χορό.
Ζωγράφισε έναν ήλιο στο ταβάνι
μίλησε με τ’ αγέρι της νυχτιάς
και χόρεψε μαζί με τη σκιά σου
στους ήχους μιας αδύναμης καρδιάς
πάρε τηλέφωνο τη μοναξιά σου
ή ΒΓΕΣ ΞΑΝΑ ΣΤΟΝ ΔΡΟΜΟ ΤΗΣ ΦΩΤΙΑΣ.
Αυτοί έτσι έπραξαν, βγήκαν στο δρόμο της φωτιάς.
[ η μουσική είναι του Γ. Μαρκόπουλου, οι στίχοι του Δ .Βάρου και τραγούδησαν ο Παύλος Σιδηρόπουλος με την Μ .Φωτίου.]

Σήμερα έχει αράξει. Η κοινωνία κοιμάται τον -ύπνο του δικαίου-. Όλα ησυχάζουν, αυτός είναι ανήσυχος. Στεναχωριέται για την απάθεια. Διάβασε προχτές στον τοίχο : αυτή η κοινωνία προωθεί την ρουφιανιά το γλείψιμο και την υποταγή, συμφώνησε. Ψυχολογική καταπίεση, οι άνθρωποι παράτησαν
τα ύψη, τράβηξαν χαμηλά, χώθηκαν σε λαγούμια. Κρύφτηκαν. Δεν ονειρεύονται, δεν προσδοκούν.

Ο άνθρωπος ξέχασε τον άνθρωπο, ο γείτονας τον διπλανό του. Εμείς στα καβούκια, το σύστημα γιορτάζει
Ξόδεψε μύρια για να το καταφέρει.

Χαίρεται με τη γυναίκα και τα παιδιά του ο φίλος μου, δείχνουν με τον τρόπο τους, καθημερινά, απλά , λιτά, μιλάνε :
Οι παγωμένοι αλωνίζουν, τους ονειροπόλους τους αφήσαμε μόνους, πυρπολούν τον πλανήτη οι άπληστοι, βγάζουν και από αυτό κέρδος, τρύπησαν τον αγέρα, βρωμίζουν τα νερά, πολεμούν αυτούς που αντιστέκονται.
Γδάρτες ονείρων.

Κάποιους τους νοιάζει ο χρηματισμός, να κερδίζουν σε χρήμα και μόνο αυτό. Βάζουν το εγώ πάνω από το εμείς. Νομοθετούν τα ανθρωπάκια, δικάζουν οι φελλοί. Κυβερνούν οι τιποτένιοι. Και τα πραγματικά αφεντικά κάνουν πάρτι. Οι υπόλοιποι τους δίνουν συνεχώς τη δυνατότητα να εξουσιάζουν, άλλοι για ένα πιάτο φαί και άλλοι για κάποια μικρότερα η μεγαλύτερα προνόμια. Εάν θέλουμε να ονομάζουμε προνόμιο μια αξιοπρεπή διαβίωση. Χάσαμε την αξιοπρέπεια.
Διαπλοκή, να παίρνουν ΟΙ ΔΙΚΟΊ ΜΑΣ τις δουλειές, να μοιράζουμε και τα οφίτσια. Εάν δεν είσαι στο κόμμα και δεν έχεις γνωριμίες είσαι τελειωμένος. Άσε που αν τα καταφέρεις και δεν είσαι με αυτούς θα σου βάλουν τρικλοποδιά. Έχετε παραδείγματα στο δικό σας περιβάλλον, γνωρίζετε.
Ξεπουλάν κοινωνικό πλούτο σε εξευτελιστικές τιμές, πλούτο που φτιάχτηκε με κόπο και δουλειά δεκαετιών. Ξεπουλάν σε μια νύχτα σε ντόπιο και ξένο κεφάλαιο για να πάρουν μίζα που εξασφαλίζει πολλές γενιές μπροστά, αυτών και των συγγενών τους. Να ο λόγος που παλεύουν να εκλεγούν, να πιάσουν πόστα, να διοριστούν στις θέσεις κλειδιά.
Και δεν κουνιέται φύλλο χρόνια τώρα. Σποραδικές φωνές μονάχα. Κι όταν ξεσηκώνεται η νεολαία στέλνουν τα ΜΑΤ. Και οι πατεράδες αφήνουν τους πιτσιρικάδες μόνους αντί να κατασκηνώνουν μόνιμα στους δρόμους και να μπλοκάρουν τα πάντα.
Ξεπουλάν τα νιάτα, τα θάβουν στη ντόπα. Πως να κάνεις όνειρα σήμερα, τι να περιμένεις. Ταφόπλακα η συμπεριφορά των μεγάλων. Έχουν δώσει τα διαπιστευτήριά τους τόσα χρόνια με την πολιτική συμπεριφορά και την κοινωνική αδιαφορία. Στηρίζοντας με κάθε τρόπο τους γδάρτες τους. Αδιαφορία από τη μια, αντίθεση από την άλλη σε κάθε επιθετική συμπεριφορά.
Ο λαός έχει τους ηγέτες που του αξίζουν, από τα σπλάχνα του βγαίνουν έτσι κι αλλιώς, δεν έρχονται από τον Άρη. Εμείς φταίμε λοιπόν γι αυτό που ζούμε και αυτά που έρχονται. ‘Θέλει αρετή και τόλμη η ελευθερία’ γράφει ο ποιητής. ‘Θέλει νεκροί χιλιάδες να ναι στους τροχούς’. Θέλει να αγωνίζεσαι, να απαιτείς και να διεκδικείς. Τη χειραφέτηση. Εύκολο το ραχάτι, μαλακή η πολυθρόνα, σου κλείνει το μάτι και η TV, θέλει να κλωτσήσεις δυνατά τις συμβάσεις, να τιναχτείς ψηλά και να ρισκάρεις καμιά φορά, να βγεις από το καβούκι σου διάολε, στα πρώτα σούτια να μη κάνεις πίσω.

Λες να ιδρώνει στον ύπνο του ο νεοέλληνας όταν σκέφτεται την αρετή, είπε πολύ εύστοχα κάποιος.
Την κάψανε τη χώρα από άκρη σε άκρη, τόσες φορές, μέχρι πότε ακόμη.
Και η αριστερά κοιμάται ύπνο βαθύ, δικαιώθηκε που την αναγνώρισαν και παρέδωσε ότι όπλο κρατούσε ακόμη όρθιο, πήρε μέρος και σε οικουμενική, τι άλλο να θέλει ακόμη, παίρνει μέρος και στα αλισβερίσια, φτάνει και περισσεύει.
Θυσίασε τα καλύτερα παιδιά της και το ότι πολέμησε για τα δίκαια του λαού νομίζει πως ήταν έγκλημα. Κι έχει και τύψεις από πάνω. Διώχνει τα παιδιά της, τα βρίζει και μετά κάνει πως μετανιώνει και τα αποκαθιστά. Μετά θάνατον. Κι εδώ υποκρισία. Κάθε τόσο θυσιάζει κινήματα μέσα στα χρόνια απλά γιατί δεν τα ελέγχει, τρέχει πίσω από τις εξελίξεις αντί να είναι μέσα τους μέχρι τα μπούνια. Κρίμα.
Και αυτή βοήθησε τον κόσμο να κλειστεί σπίτι και να παραδώσει το κλειδί στα χέρια των πολιτευτών, των μεσαζόντων και των αχρείων. Τον ευνούχισε.
Της πέταξε το σύστημα το κόκκαλο της νομιμοποίησης και έσπευσε να το αρπάξει με δύο στόματα, δεν της έφτανε το ένα. Να παίρνει και αυτή μέρος στο παζάρι, όχι παίζουμε. Τα ψίχουλα στο μεγάλο φαγοπότι της καθημερινότητας.
‘Κι εμείς οι τρεις στον καφενέ, τσιγάρο πρέφα και καφέ, βρε δε βαριέσαι αδερφέ’.

Εάν δεν έχεις δεν πειράζει, οι τράπεζες να είναι καλά. Θα σου δανείσουν, νάτη η θηλιά, έτοιμη. Η αλυσίδα στο λαιμό του σύγχρονου ανθρώπου. Ο τραπεζίτης είναι ο αρκουδιάρης που σέρνει τον χορό. Τα golden boys βαράνε τα νταούλια, με τα άψογα κουστούμια και τις υπέροχες γραβάτες. Οι σύγχρονοι ιεροεξεταστές που αποφασίζουν για τη ζωή και το θάνατο εκατομμυρίων.
Και κυνηγάς μια θέση για το παιδί σου, να σου σβήσουν το πρόστιμο, μια ευνοϊκή ρύθμιση. Κλείστηκες στο μπουντρούμι που έκτισε πάνω σου, στα μέτρα σου το σύστημα. Δάνειο στα μέτρα σου, τάφος στα μέτρα σου. Με την ευχή του αγαπημένου σου παρουσιαστή δήλωσες υποταγή στο επιτόκιο που διάλεξες ‘ελεύθερα’.

Κατασπάραξαν ότι είχε απομείνει από την ψυχή σου και τώρα σε σέρνουν στους τέσσερις ανέμους και η αριστερά να βρίζει αυτούς που ξεσπαθώνουν και ξεσπούν γιατί δεν τους γνωρίζει, που να τους μάθει κλεισμένη στο μπουρδέλο της; αποκομμένη τελείως από αυτόν που κάποτε ήταν σάρκα της.
Αυτοί είμαστε αδέρφια, παλαιοί και νέοι σύντροφοι, μη μασάτε. Εδώ ο Μπερλινγκουέρ κατέστρεψε το μεγαλύτερο αντιστασιακό απελευθερωτικό κίνημα που γνώρισε η Ευρώπη μετά τον πόλεμο στο όνομα ενός συμβιβασμού με το σύστημα, ενός συμβιβασμού και ενός εγωισμού που κατέστρεψε και αυτόν τον ίδιο, όλη την αριστερά της χώρας του, και την παρέδωσε ανυπεράσπιστη στα χέρια του Μπερλουσκονισμού.

Για έναν εγωισμό. Για να εμποδίσει την πολιτική αναγνώριση των Κόκκινων Ταξιαρχιών, για να μη αμφισβητηθεί η ηγεμονική θέση που επιθυμούσε στο χώρο της αριστεράς στην Ιταλία ο ίδιος και το ΚΚ. Θυσιάστηκε ο Μόρο, θυσιάστηκε και ο λαός στο όνομα μιας υποτιθέμενης πρωτοκαθεδρίας
Δεν θέλησε την αναγνώριση των μαχητών το κόμμα, παρέδωσε έναν λαό στο μεγαλύτερο ανθρωποκυνηγητό που υπέστη κίνημα στην Ευρώπη.

ΧΡΟΝΙΚΟ 1969
Στα πίσω χρόνια τα πικρά οπού φωτιά δεν είχε, ο κόσμος στις βαθιές σπηλιές τ’ αλέτρι δεν κατείχε.
Μα μιαν αυγή μια Κυριακή μια επίσημον ημέρα γεμίσανε τα φυσερά λυτρωτικόν αέρα.
κατέβηκεν ο Γίγαντας μ’ ένα δαδί στο χέρι έριξε φώτα στις σπηλιές και χάρηκε το ασκέρι.
πήραν φωτιά τα σύδεντρα τα σίδερα ελυγίσαν η γης οργώθηκε καλά και τα φυτά εκαρπήσαν.
Πρωί πρωί τον πιάσανε το γίγαντα και πάνε στον Καύκασο ξημέρωνε τρία πουλιά περνάνε
πουλιά μου διαβατάρικα τι βλέπετε στις στράτες τι κουβαλάει ο γίγαντας στις σιδερένιες πλάτες.
μπροστά πηγαίνει ο σιδεράς με το σφυρί στο χέρι ξωπίσω του ο κλειδαράς της μοναξιάς του ταίρι
ο πιο μικρός ο πιο σκυφτός ο πιο σκληρός στο πλάι αυτός κρατάει τα σύνεργα γελάει μα δεν μιλάει.
Καρφώσανε το γίγαντα στο βράχο του Καυκάσου
τρία πουλάκια πέρασαν και τού λεγαν Στοχάσου

  • Πρέπει να ξανασκύψουμε πάνω από την ιστορία για να μάθουμε, εν κατακλείδι. Το μέλλον, την ιστορία συνακολούθως δεν το φτιάχνουν οι πλειοψηφίες. Οι μειοψηφίες το διαμορφώνουν. Οι πλειοψηφίες συντηρούν απλώς τα δημιουργήματα των νικητών. Που ξεκίνησαν λίγοι.
    Η ανεμελιά εξαφανίστηκε ανεπιστρεπτί μου λέει βγάζοντας το δισκάκι. Όταν βλέπεις τι γίνεται γύρω σου αγανακτείς ακόμη και εάν δεν σε αγγίζει. Κι εάν είναι δύσκολο να αλλάξουμε τους κανόνες γύρω μας άμεσα μπορούμε τουλάχιστον ν’ αλλάξουμε τις συνήθειες, τους εαυτούς μας, την καθημερινότητα. Θα είναι ένα πρώτο βήμα.
    Ας βρούμε τις δικές μας απαντήσεις με το φίλο και το γείτονα.
    Ζούμε τη δικτατορία του χρήματος και της εμπορευματοποίησης. Δεν έχεις, είσαι αόρατος, ο κανένας.
    Υπάρχει θλίψη και αναλγησία, ταπείνωση. Πρέπει να μάθουμε να μετατρέπουμε το θυμό σε δημιουργικότητα.
    Η οικονομική δύναμη έχει κυριεύσει τα πάντα, παντού νούμερα, όλοι είμαστε μια εμπορευματική αξία.
    Σταμάτησα να ψηφίζω μου λέει, όχι ότι πίστευα ποτέ στη δύναμη της ψήφου. Απέχω.Ψηφίζουμε πιόνια που την κρίσιμη στιγμή προστατεύουν συμφέροντα οικονομικών δυνάμεων.
    Η ψήφος για να έχει κάποια δύναμη πρέπει να αγοράσεις και να εξαγοραστείς. Αγοράζεις προστάτη και είσαι έτοιμος μόλις σε χρειαστεί. Η ‘δημοκρατία’ λοιπόν δεν είναι για όλους. Οι ‘ειδήσεις’ είναι προπαγάνδα , πλάθουν συνειδήσεις, αγοράζουν οπαδούς για τα κόμματα. Που χρηματοδοτούν τον τύπο. Άσε που αυτός ανήκει σε μεγαλοεργολάβους που κλείνουν δουλειές με τους πολιτικούς. Αυτοί εξάλλου τους χρηματοδοτούν. ΚΑΙ ΑΠΟ ΠΙΣΩ ΟΙ ΤΡΑΠΕΖΙΚΟΙ ΠΟΥ ΧΡΗΜΑΤΟΔΟΤΟΥΝ ΟΛΟΥΣ. Κάποιο οπλίζουν τα κράτη και άλλοι που διακινούν την ενέργεια. Τεράστια συμφέροντα διαπλέκονται μεταξύ τους. Αυτοί κινούν τα νήματα όσο εμείς το επιτρέπουμε παίρνοντας μέρος στο παιχνίδι, αποδεχόμενοι τους κανόνες. Μια φορά κάθε τέσσερα χρόνια ‘είμαστε ελεύθεροι’ για λίγα λεπτά να διαλέξουμε τον ΤΥΡΑΝΝΟ της αρεσκείας μας.

Είναι τύραννος και ο κακός εγωισμός. Με τα χρόνια ο άνθρωπος γίνεται και συντηρητικός. Κρατιούνται νέοι οι παθιάρηδες, θέλει πάθος, θέλει να αγαπάς να ζεις και να μαθαίνεις. Χρειάζεται να ακούς, να παρατηρείς, τους άλλους και την καρδιά σου. Όταν ρισκάρεις ξεβολεύεσαι, αυτό είναι το φάρμακο. Και το  φιλότιμο!

Ο τρόπος με τον οποίο ζει ο καθένας μας είναι το καλύτερο παράδειγμα που μπορεί να δώσει στα παιδιά του και τους γύρω. Ο καθρέπτης των αρχών μας, η συμπεριφορά μας. Είναι και πολύ καλή πολιτική στάση.

  • Διάβασε για τον Σωκράτη τον Πλάτωνα και τον Αλέξανδρο, τον δάσκαλό του τον Αριστοτέλη, έμαθε για τους όμοιους και τη λοξή φάλαγγα, για την αγάπη ανάμεσα στον Πάτροκλο και τον Αχιλλέα. Για τα τείχη της Τροίας και εκείνα της Πόλης και ότι τείχη της Σπάρτης ήταν τα στήθια των πολεμιστών της, για τα ξύλινα τείχη και τον Κύρο και τον Δαρείο, τον Εφιάλτη τον Ξενοφώντα και τους μύριους.
    Για τον τελευταίο Παλαιολόγο και τους Ακρίτες. Σε τέτοιους ανθρώπους θέλησε να μοιάσει.

Αγαπάει τα χρώματα στον ορίζοντα, το πέταγμα του γλάρου στον αγέρα, το πράσινο της θάλασσας, τη μυρουδιά του πεύκου. ΤΗ ΧΡΥΣΑΦΈΝΙΑ ΑΜΜΟΥΔΙΆ αγαπά με το ζεστό της χάδι. Τη λευκότητα στα κοχύλια, στο μάρμαρο, το γλύστριμα των ψαριών στο νερό, την ποικιλία στα χρώματα και τα αρώματα στα λουλούδια που στολίζουν τη γη. Το τραγούδι του ποιητή, τον στεναγμό στο κρεβάτι, την κραυγή του αντάρτη που αντηχεί στις γωνιές του πλανήτη, τον πόνο του αγωνιστή που στριμώχνεται. Με βλέμμα καθαρό, τρυφερός και σιδερένιος συνάμα, το χέρι υψωμένο σε γροθιά, στο άλλο το μπουκάλι.

Αποκαλούν κουκουλοφόρους αυτούς που αγωνίζονται. Πάνοπλοι αντιμετωπίζουν άοπλους. Οι αρχηγοί τους καλά κρυμμένοι. Αυτοί που βοήθησαν εμάς να ψηλώσουμε, λέει, ήταν πάντα στη πρώτη γραμμή της φωτιάς. Τι ανάστημα μπορεί να έχει ένας Χρυσοχοίδης δίπλα στον Άρη τον τεράστιο. Βάλε τον Λαμπράκη δίπλα στον Πολύδωρα να σκάσουμε στα γέλια, τον Παναγούλη δίπλα στο νάνο τον Καραμανλή ή τον μικρούλη τον Γιωργάκη.

Μεγάλωσε με Κάλβο και Σολωμό, διάβασε Καβάφη, αγάπησε την Μπέλλου και τον Ξυλούρη. Τραγούδησαν το ‘πότε θα κάνει ξαστεριά’.
Και το γράψιμο όπλο είναι μου λέει. Ο λόγος και το παράδειγμα. Δώσε βάθος στη ζωή σου, μη μασάς τα λόγια σου, οι γύρω βλέπουν, ακούν . Κάποιοι θα θελήσουν να σου μοιάσουν, όπως εμείς κάναμε με τα ινδάλματά μας. Φτάνει η εικόνα να είναι φωτεινή.
‘Αδέρφια’ φώναξε προχθές στην παρέα, ‘οι νόμοι είναι για να τους πατάμε, δεν νομοθετήσαμε εμείς. Είμαστε λίγοι σήμερα αλλά γράφουμε ιστορία, πάντα έτσι γίνονταν, όταν οι πολλοί ψυχανεμίζονται πως οι συσχετισμοί πάνε να αλλάξουν στοιχίζονται πίσω από τους πρώτους. Όσο υπάρχουν εξουσιαστές θα γίνεται πόλεμος. Να καταργήσουμε τις τάξεις να σταματήσει ο αγώνας. Ας το κάνουμε να δούμε τι έχει για μετά’.

Μικρούτσικος, οι επτά νάνοι

[ότι διαβάσαμε μέχρι τώρα ήταν γραμμένο πριν το ’08 , τα βρήκα στο συρτάρι, η συνέχεια λοιπόν από το 2008 και μετά.]

μιχαλης 2 (2)

Μιλάει ο φίλος μου για τους αμέτρητους που σταυρώνουν κάθε μέρα οι εξουσιαστές, σαν το Χριστό. Πάντα υπάρχει ένας καλός λόγος για να σταυρώσεις. Όσο υπάρχουν ανισότητες αυτό θα γίνεται. Δεκάδες καθημερινοί σταυροί στο βωμό του κέρδους και των αγορών. Η ΔΙΚΤΑΤΟΡΊΑ ΤΗΣ ΑΝΑΠΤΥΞΗΣ, χρηματιστήρια, τράπεζες οι μεγάλοι νταβατζήδες. Καζίνο καπιταλισμό τον ονομάζουν τον βρίζουν και τον προσκυνούν μαζί, σχιζοφρένεια.
‘Εδώ σε θέλω, στα δύσκολα πες, να δεις πως αγιάζουν του κόσμου οι πληγές, εδώ σε θέλω, ν’ αντέχεις να ζεις κι απ’ τη μοναξιά σου να βγεις’ τραγουδά η Χαρούλα στο ραδιόφωνο.
Μια ζωή περνάς ξυστά.
Σεμνά και ταπεινά.

Οι πολίτες- δεν υπάρχουν τέτοιοι- ο κόσμος ψηφίζει και αναθέτει σε κάποιους να του λύσουν τα προβλήματα. Πρέπει να γίνουν λοιπόν πολίτες οι άνθρωποι, να πάρουν τα πράγματα στα χέρια τους, την πολιτική. Κίνημα λαϊκό χρειάζεται. Με βασικότερο μέλημα την αναδιανομή του πλούτου.

συνεχίζεται

μιχαλης 284

αυτονομία, autonomia

Toni Negri: Η ΗΤΤΑ ΤΟΥ ’77.

Στην Ιταλία το ’77 είναι η δεύτερη φάση του ’68. Σε όλες τις υπόλοιπες ευρωπαϊκές χώρες το ’68 εξαντλείται γρήγορα πρακτικά μεταξύ του τέλους του ’67 και των αρχών του ’69. Στην Ιταλία αντιθέτως το ’68 υπήρξε η αρχή μιας εξαιρετικά έντονης περιόδου κατά την οποίαν ταξικός αγώνας, φοιτητική αναταραχή- διαμαρτυρία και επινόηση-εμπλουτισμός του τρόπου ζωής (οι κοινότητες, η γυναικεία απελευθέρωση κλπ.), λόγω πολύ ιδιαίτερων συνθηκών και καταστάσεων, βρήκαν μια συνέχεια τους. Νομίζω ότι αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι στην Ιταλία ξεκινήσαμε από μια εξαιρετικά καθυστερημένη κατάσταση. Το σύνολο των αναγκών απελευθέρωσης, χειραφέτησης, παρεμποδίζονταν από πολύ ισχυρές και άκαμπτες αντιφάσεις. Για το λόγο αυτό το κίνημα αναγκάστηκε να κινηθεί στο έδαφος αυτό και να απελευθερωθεί από τους αρχικούς αυτούς προσδιορισμούς.Πρέπει επίσης να επιμένουμε στο γεγονός πως στο ’68 υπήρξε εμφανής και σημαντική μέσα στο κίνημα η παρουσία ενός ορισμένου ιταλικού τύπου κομμουνισμού, δηλαδή ενός πρωταρχικού και συντηρητικού σοσιαλισμού, που διαπερνούσε την καθημερινή ζωή.Από αυτή την άποψη, τα λενινιστικά κόκκινα βιβλία, μαοϊστικά, τροτσκιστικά, τσε γκεβαρικά υπήρξαν θεμελιώδους σημασίας κείμενα, πολύ περισσότερο απ ‘ό, τι του Marcuse ή της Σχολής της Φρανκφούρτης, πολύ περισσότερο απ’ ότι μια σειρά διαφορετικών και πιο προηγμένων-προχωρημένων πολιτισμικών λόγων που ζούσαν ήδη για παράδειγμα στο γαλλικό ή το γερμανικό κίνημα.Το ιταλικό κίνημα υπήρξε επί μακρόν επηρεασμένο από το επίσημο εργατικό κίνημα και οι διαμαρτυρίες κατά του ρεβιζιονισμού μόλις απέκρυπταν τον ομφάλιο σύνδεσμο που, αντίθετα με ό, τι συνέβαινε σε άλλες χώρες, συνέδεε το κίνημα με το ιδεολογικό και οργανωτικό σύμπαν του σοσιαλιστικού κόσμου.Τώρα, σχεδόν αμέσως το κίνημα ήταν υποχρεωμένο να απελευθερωθεί από αυτούς τους αρχικούς προσδιορισμούς, και να εξοργίσει και να καεί μέσα σε αυτή την οργή-την απελπισία, τη σχέση του με το εργατικό κίνημα. Αλλά υπήρξε ακριβώς αυτό το πέρασμα κριτικής εμβάθυνσης και κρίσης της σχέσης με το επίσημο εργατικό κίνημα, που παρήγαγε μια σειρά εξαιρετικά σημαντικών επιπτώσεων, γεγονός που καθιστά την ιταλική περίπτωση της δεκαετίας του ’70 ένα εξαιρετικό κοινωνικό και πολιτικό εργαστήριο.

Για να το πούμε απλά, στα τέλη του 1968-69 το κίνημα βρέθηκε να έχει ένα πραγματικά σταθερό μαζικό ακροατήριο, μια πολύ ισχυρή διείσδυση στους χώρους εργασίας, μια εξαιρετικά εκλεπτυσμένη μεθοδολογία πολιτικής και πολιτιστικής δουλειάς, και ένα σύνολο υλικών μέσων για την ανάπτυξή του, παρόλα αυτά, ευέλικτο και πλούσιο.Υπήρχαν τρεις εφημερίδες, δεκάδες και δεκάδες περιοδικά, εκδοτικοί οίκοι που εργάζονταν για το κίνημα, ένας απροσδιόριστος αλλά σταθερός αριθμός χώρων και εδρών πολιτικής οργάνωσης κλπ..Όλα αυτά επέτρεψαν στο κίνημα (πέρα από εκείνη που συχνά ήταν η γελοία περίπτωση των πολιτικών του κατευθύνσεων) να ριζώσει κοινωνικά με τρόπο τελείως άγνωστο στις άλλες ευρωπαϊκές χώρες. Αν όντως στις άλλες ευρωπαϊκές χώρες το ’68 συνέχισε να επηρεάζει τα κοινωνικά και θεσμικά κινήματα από πολιτιστική άποψη (και / ή παράνομη τρομοκρατική) ως κοινωνική δύναμη ήταν πολύ λιγότερο ισχυρό.Στην Ιταλία αντιθέτως – μόνη χώρα στην Ευρώπη – το κίνημα καθιερώθηκε ως κοινωνική δύναμη για μεγάλο χρονικό διάστημα, αναπτύσσοντας μια δυναμική που ήρθε σταδιακά να επιδεικνύει τη σημασία της ιστορικής καινοτομίας του 1968. Αυτή η καινοτομία περιλάμβανε την ανακάλυψη του εδάφους της αυτονομίας, τη ρήξη του συστήματος των κομμάτων, την εκκαθάριση του σοσιαλισμού, την πρόταση κομμουνιστικών θεματικών, τη συγκεκριμένη κριτική στην μισθωτή εργασία.Όλο αυτό αντιπροσώπευσε το περιεχόμενο της φαντασίας στην εξουσία, και αναπτύχθηκε για ολόκληρη μια δεκαετία. Το 1977 είναι η τελευταία ημερομηνία κατά την οποία η διαδικασία αυτή ολοκληρώνεται, συνεπώς μια διαδικασία ρήξης αλλά πάνω απ ‘όλα συνέχειας, «work in progress».Η σχέση μεταξύ του ’68 και του ’77 είναι μια πολύ στενή σχέση, εσωτερική, ζεστή, οικεία, αλλά ταυτόχρονα εξαιρετικά διαφορετική διότι η αυστηρή-επιτακτική πολεμική που ανοίγει ανάμεσα στο επαναστατικό κίνημα και το επίσημο εργατικό κίνημα το ’68, το ’77 καταλήγει σε μη αναστρέψιμη ρήξη. Το κίνημα του ’77 έχει μια δύναμη απολύτως καινοτόμα .Το ’68, πέρα από τα λόγια, στην πραγματικότητα η εμβάθυνση της πολιτιστικής κριτικής, η τροποποίηση των συστημάτων της ζωής, η σύσταση κοινοτήτων, παρέμεναν δηλώσεις προθέσεων, συχνά αναποτελεσματικών, άκαρπων: όλα αυτά το ’77 γίνονται πραγματικότητα. Η αυτονομία του κινήματος ανακαλύπτεται και αναπτύσσεται κατά τα έτη που πηγαίνουν από το 1968 έως το ’77, αλλά πραγματοποιείται ως μαζικό φαινόμενο μόνο το ’77.

Το ’77 είναι η επινόηση μιας πολιτικής νέου τύπου, πολιτική της βάσης, εντελώς εγκάρσια, άμεση άσκηση της αντιεξουσίας. Είναι επίσης μια πρώτη απόκτηση εργαλείων μαζικής επικοινωνίας, υπαγόμενων στην επαναστατική πρωτοβουλία. Νομίζω πως η κουβέντα σχετικά με την άρνηση της εργασίας μπορεί να αντιπροσωπεύει την πραγματική αμφισημία της σχέσης 1968-77.Η συζήτηση για την άρνηση της εργασίας αντιπροσωπεύει μαζί τη συνέχεια, την απόγνωση και την υπερνίκηση της σοσιαλιστικής κριτικής της εργασίας: σε αυτό βρίσκεται η αμφισημία της. Αλλά σε αυτό συνίσταται και ο πλούτος της, διότι αν ο άμεσος υπαινιγμός στον κομμουνισμό τον αποσπά από την σοσιαλιστική ιδεολογία της εργασίας, η ανάγκη να οικοδομηθεί μια νέα κοινωνική πραγματικότητα, μια δύναμη, ένας νέος τρόπος εργασίας τον ενώνει με τα θετικά περιεχόμενα μιας ουτοπίας της χειραφέτησης.Γίνεται έτσι σαφές ότι η άρνηση της εργασίας πρέπει να ανακαλυφθεί ως κάτι θετικό, ενεργό, υπό την έννοια της κατασκευής ενός συνόλου σχέσεων, ιδεών, μορφών παραγωγής και αναπαραγωγής. Και από την άποψη αυτή η άρνηση της εργασίας ερμηνεύτηκε όχι με τρόπο περιοριστικό από το ’77.Ωστόσο, αυτό δεν ήταν αρκετό για να εξαλείψει ένα μεγάλο πρόβλημα που αντιμετωπίσαμε στο περιθώριο και στο όριο της άρνησης της εργασίας: αυτή η θετική ουτοπία δεν κατάφερνε να οριστεί ως πολιτικό πρόγραμμα. Ο κίνδυνος ήταν μεγάλος γιατί υπήρχε η πιθανότητα εδώ να επανεισαχθούν, όπως επανεισήχθησαν, στοιχεία σταλινισμού και τρομοκρατικά ένστικτα.Θέλω να πω πως όταν φτάναμε εκεί και αναρωτιόμασταν: τι κάνουμε; και ανακαλύπταμε ότι δεν υπήρχαν προκατασκευασμένα μοντέλα, δεν υπήρχε πρόγραμμα, ήταν εύκολο να επανεισαχθεί από το παράθυρο ένας ορισμένος τύπος παλαιού σοσιαλισμού αφού είχε πεταχτεί έξω από την πόρτα.Αντιθέτως έπρεπε να ακολουθήσουμε την οδό της κοινωνικής εναλλακτικής με αυστηρότητα και συνοχή. Η κουβέντα για την άρνηση της εργασίας έπρεπε να τροποποιηθεί, να διορθωθεί, να αναπτυχθεί όχι μόνο εναντίον κάθε τρομοκρατικής συντόμευσης και κατά της επανεμφάνισης της σοσιαλιστικής ιδεολογίας: έπρεπε να μελετηθεί μέσα στις νέες συνθήκες αναδιάρθρωσης του τρόπου παραγωγής (αυτοματισμού, πληροφορικής), σε συνδυασμό με τις εμπειρίες της αυτο-αξιοποίησης, με εκείνη δηλαδή που είναι η αυτοδιάθεση των νέων πολιτικών υποκειμένων.
Με αυτό φτάνουμε σε μιαν άλλη θεμελιώδη κουβέντα του ’77, μια συζήτηση που εξακολουθεί να είναι σήμερα επίκαιρη και ξεκινά από την διαπίστωση του γεγονότος ότι οι νέοι και γενικότερα το στρώμα των εργαζομένων, των εργατών που ήταν περιθωριοποιημένοι, αποκομμένοι από την παραγωγική ανάπτυξη, δεν ήθελαν πλέον να επανενταχθούν στο παλαιό παραγωγικό σύστημα, αλλά ήθελαν να εκπροσωπούνται επαρκώς μέσα σε ένα νέο τρόπο παραγωγής.Έτσι, όταν μιλούσαμε για άρνηση της εργασίας ήταν σωστό να την καταλαβαίνουμε ως άρνηση «της εργασίας στο εργοστάσιο» (έτσι όπως το είχαμε δει να καθιερώνεται στην Ιταλία μεταξύ της δεκαετίας του ’50 και της δεκαετίας του ’60 μέχρι το ’68), αλλά από την άλλη πλευρά έπρεπε υπογραμμίζονται τουλάχιστον δύο νέες συνθήκες: ότι βρισκόμασταν, καταρχάς, αντιμέτωποι με την Τρίτη βιομηχανική επανάσταση και ότι προς στιγμήν αυτή είχε απλώς σαν συνέπεια μια μαζική περιθωριοποίηση, δεύτερον ότι βρισκόμασταν μπροστά (και ήταν ακόμη πιο σημαντικό) σε ένα νέο υποκείμενο που είχε τα χαρακτηριστικά μιας επινοητικής, δημιουργικής, πνευματικής, εντελώς αφηρημένης εργατικής δύναμης: ένα υποκείμενο που μπορούσε να παράγει μόνο μέσα σε νέες καταστάσεις και συνθήκες του βιομηχανικού οικονομικού κοινωνικού συστήματος, ένα κοινωνικό επαναστατικό υποκείμενο.Το θέμα της απόρριψης της εργασίας ήταν, λοιπόν, και εξακολουθεί να είναι, ένας τρομερός μοχλός επειδή φέρει μαζί της μια ολόκληρη σειρά διεκδικήσεων, από τη μείωση του χρόνου εργασίας στο θέμα του κοινωνικού ή πολιτικού μισθού, μέχρι την πλήρη αναδιάρθρωση της κοινωνικής εργάσιμης ημέρας, μέχρι την πολιτική της δημόσιας δαπάνης, και τις συνδέει με μια ισχυρή αναφορά στον κομμουνισμό.Γύρω στο θέμα της απόρριψης της εργασίας υπάρχουν λοιπόν μια σειρά από νέες προβληματικές διαστάσεις που ανοίγουν: πρέπει να καταφέρουμε να καταλάβουμε τι είναι ο κομμουνισμός, μέχρι τα βάθη, όχι απλώς ως μια αναδιοργάνωση ενός καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής (που παραμένει τέτοιος ακόμη κι αν οι άνθρωποι εργάζονται δύο ώρες την ημέρα).Το πρόβλημα ήταν και είναι να εισαχθούν στόχοι, μια διαφορετική ορθολογικότητα στον τρόπο παραγωγής: αυτά είναι θέματα που ήταν εξ ολοκλήρου εμφανή και παρόντα το ’77.
Αλλά δεν αρκεί να έχουμε αυτά τα ζητήματα μπροστά στα μάτια μας. Μάλλον ηττηθήκαμε λόγω της ανικανότητας μας να παράξουμε ένα νέο κοινωνικό μοντέλο από τα μέσα της απόρριψης της εργασίας, να συνδέσουμε ένα πρόγραμμα στην πρακτική μας. Χάσαμε λόγω της έλλειψης πνευματικού εξτρεμισμού.Συνεπώς εξτρεμιστής υπήρξε αντιθέτως ο αντίπαλος που χρησιμοποίησε τις νέες παραγωγικές δυνατότητες για να μας απομονώσει, να μας περιθωριοποιήσει και να μας καταστρέψει. Σήμερα βρισκόμαστε αντιμέτωποι με το ίδιο πρόβλημα, δηλαδή με το γεγονός ότι η πληροφορική και το σύστημα αυτοματισμού καθίστανται ένα τελειοποιημένο είδος τεϊλορισμού-taylorism και πως οι νέες μηχανές, αντί να μας δίνουν περισσότερη ελευθερία, οργανώνουν και το πνευματικό εργατικό δυναμικό (αυτόματες μηχανές, υπολογιστές, ρομποτική) και αυξάνουν τον βαθμό της εκμετάλλευσης.Ολόκληρη η νέα οργάνωση της εργασίας αποσκοπεί, στην Τρίτη βιομηχανική επανάσταση, στην αποταμίευση ζωντανής εργασίας στο εργοστάσιο και στην ανάκτηση της ζωντανής εργασίας στην κοινωνία. Το πρόβλημα του κομμουνισμού σήμερα είναι εκείνο να καταλάβουμε τι σημαίνει να αντιστρέψουμε αυτή τη χρήση των μηχανών.Πρόκειται για ένα πολύπλοκο πρόβλημα και σίγουρα δεν είναι η λενινιστική αντίληψη του προβλήματος της οργάνωσης που θα μας βοηθήσει να το λύσουμε.Αυτή η αντίληψη μας οδηγούσε στο μοναδικό πρόγραμμα της δολιοφθοράς.Ένα άθλιο πρόγραμμα.Σαμποτάζ ήταν να πάμε ενάντια στις μηχανές που υπήρχαν.Αντίθετα δεν μπορούσαμε να επινοήσουμε μια μέθοδο για να σαμποτάρουμε τις μελλοντικές μηχανές: και γι ‘αυτό χάσαμε. Από το γεγονός ότι η φαντασία μας, η φαντασία μας για δολιοφθορά, δεν μπορούσε να υπερβεί το υπάρχον.Και ήταν σχεδόν αναπόφευκτο ότι η τρομοκρατία, σε αυτό το σημείο καμπής, να εμφανίζεται ως θεωρία της πρόσβασης στην εμβάθυνση της θεματικής της οργάνωσης, μια πρακτική οπορτουνιστική απλούστευσης ή διαφυγής από τα στρατηγικά προβλήματα.
Αλλά ας προσπαθήσουμε να καταλάβουμε πώς, σε κάποιο κεντρικό σημείο, το ’77 δεν είναι τόσο η συνέπεια και η ολοκλήρωση του ’68, αλλά μάλλον η πρόβλεψη εκείνων των προβλημάτων που σήμερα αποτελούν το αντικείμενο των αγώνων και τα οποία προτείνονται στην μετασχηματιστική κριτική.Μπορεί λοιπόν να είναι χρήσιμο να παρατηρήσουμε πώς αναπτύσσεται η μορφή του εργοστασίου που σήμερα επιβάλλεται με όρους κοινωνικούς, δηλαδή με όρους ενοποίησης, οργάνωσης, πειθάρχισης της κοινωνικά διάχυτης εργασίας.Η δημιουργία αυτής της ενιαίας διαδικασίας – που έχει επεκταθεί όσο επεκτείνεται η κοινωνία – κατέστη δυνατή λόγω του γεγονότος πως η κοινωνία έχει καταστεί πλήρως διαφανής από τις ροές της επικοινωνίας.Είναι διαμέσου των διαύλων της επικοινωνίας που η κοινωνική παραγωγικότητα απορροφάται και η συλλογική γνώση τίθεται στη διάθεση της παραγωγής. Τόσο περισσότερο όσο αυτή τη γνώση είναι εναλλακτική, της βάσης, αυθόρμητη: ακόμη περισσότερο αν αυτή είναι ο καρπός της «άρνησης της εργασίας» του εργοστασίου.Χρειάζεται πλέον να ζωγραφίσουμε την κοινωνία ως ένα ελεύθερο σύνολο επικοινωνιακών ροών που αντιπροσωπεύουν θέσεις και φιγούρες της κοινωνικής εργασίας: τώρα, η εξουσία θέλει να τα οργανώσει, να τα περιορίσει στην δική της πειθαρχία, να τα απορροφήσει και να τα αναπαράγει ως πληροφορία.Σε αυτό συνίσταται η εκμετάλλευση, σήμερα.Κατά συνέπεια, η νέα μορφή της προλεταριακής οργάνωσης και απελευθέρωσης πρέπει να περάσει μέσα από την επανοικειοποίηση της κοινωνικής επικοινωνίας.Το πρόβλημα των αγώνων κατά της εκμετάλλευσης σήμερα είναι εκείνο του αγώνα ενάντια στην απαλλοτρίωση της επικοινωνίας και της καπιταλιστικής οργάνωσης της πληροφόρησης.
Τώρα, το 77, στο κίνημα, η ευαισθησία σε αυτό το ζήτημα υπήρχε και ήταν επίσης πολύ αναπτυγμένη: αλλά και σε αυτή την περίπτωση με διφορούμενο τρόπο. Στην πραγματικότητα μπερδέψαμε τον εκδημοκρατισμό της επικοινωνίας με ασαφείς προθέσεις ελευθερίας (καλά συγκεκριμένες μόνο από την πλευρά της καπιταλιστικής άποψης), την επανοικειοποίηση της πληροφορίας με τον εκσυγχρονισμό της.Κινηθήκαμε σύμφωνα με μια θεωρία δυο χρόνων – πρώτα η απελευθέρωση, μετά ο εκδημοκρατισμός – που ήταν σίγουρα η πιο μακρινή και ξένη προς τις συμπεριφορές της αυτονομίας αντίληψη. Έτσι τα παίξαμε τελείως, γίναμε η αιτία της απελευθέρωσης του αιθέρα, ως εκ τούτου, οι παραγωγοί, των πιο σκανδαλωδών μορφών απαλλοτρίωσης της γνώσης και ενστάλαξης των θεωριών του καθεστώτος.Εμείς ήμασταν το 1977 που καθορίσαμε τον Μπερλουσκόνι, αυτή είναι η πραγματικότητα. Δεν κάναμε μέχρι τέλους το ’77 μια μάχη για την δημόσια επανοικειοποίηση από τα κάτω της πληροφόρησης. Με αυτό τον τρόπο θέσαμε τις συνθήκες για μια γενικότερη ήττα.Η μάχη για την πληροφόρηση ήταν στην πραγματικότητα ένα μέρος εκείνης που ταυτόχρονα διεξάγεται γύρω από τη νέα οργάνωση της κοινωνικής επικοινωνίας, δηλαδή της κοινωνικής παραγωγής .Αυτό ήταν το θέμα επάνω στο οποίο έπρεπε να είμαστε δεσμευμένοι, να στρατευτούμε. Αντιθέτως εκείνο ήταν επάνω στο οποίο τα αφεντικά αναδιάρθρωσαν τα μεγάλα εργοστάσια και την FIAT πάνω από όλα.Αδειάζουν τα εργοστάσια όχι τόσο από τους εργάτες, όσο από την εργατική οργάνωση. Αν μετά η εργατική οργάνωση ήταν αυτόνομη, της βάσης, και συνέπεπτε με την πλειοψηφία των εργατών, τότε τα αφεντικά έστελναν όλους στο σπίτι. Πως θα συνεχίσουν να παράγουν; Μέσα από την αναδιοργάνωση της περιοχής γύρω από το εργοστάσιο, και τη χρήση της κοινωνικά διάχυτης εργασίας – πρώτα, σε δεύτερη φάση, μέσω της αυτοματοποίησης της παραγωγής στο εργοστάσιο.

Και οι δύο αυτοί στόχοι ( εισαγωγή και εφαρμογή συστημάτων πληροφορικής στην κοινωνία, αυτοματοποίηση των εργοστασίων) θεωρούσαν ως προϋπόθεση την υποταγή της κοινωνικής και επιστημονικής επικοινωνίας στο σχέδιο του αφεντικού. Για παράδειγμα να θυμηθούμε τι συνέβη στη Fiat, αυτό τον υποδειγματικό πόλο της ταξικής πάλης στην Ιταλία: εδώ χάσαμε μετά από δέκα χρόνια αγώνων, μεταξύ του 1979 και 1981, πρώτα με την εκκαθάριση των 61 (συμβολικά, η επίθεση και το διώξιμο των επαναστατών πρωτοποριών συνέβη στις 7 απριλίου) και μετά,ενάμιση χρόνο αργότερα, με το πορεία των 40 χιλιάδων ενάντια στους απεργούς.Αλλά και στην Fiat στην πραγματικότητα ήμασταν εμείς που είχαμε δώσει το έναυσμα στην αυτοματοποίηση για μια ορισμένη χρήση από τα αφεντικά της κοινωνικής επικοινωνίας. Τα αφεντικά, στη Fiat, παρήγαγαν σύγχρονα συστήματα ρομποτισμού επάνω στα οποία πειραματίζονταν από τις αρχές της δεκαετίας του ’70. Αυτά αποτελούσαν μια συνέπεια των μεγάλων αγώνων της δεκαετίας του εξήντα, το προϊόν της άρνησης της εργασίας και μια απάντηση στην πρώτη διαμόρφωση της κοινωνικής οργάνωσης του νέου υποκειμένου.Τώρα αυτή η διαθεσιμότητα της νέας τεχνολογίας, η οποία αντιστοιχούσε στις νέες ανάγκες των εργατών, της απόρριψης της εργασίας και παραγωγικής κοινωνικοποίησης, μπλοκαρίστηκε, αυτή η νέα τεχνολογική δύναμη παρέμεινε αχρησιμοποίητη, μέχρι να επιλυθεί η σύγκρουση της εξουσίας. Τα αφεντικά Φίατ κράτησαν τα αυτόματα, τα ρομπότ και όλα τα εξελιγμένα σχέδια προηγμένης αναδιάρθρωσης, σε αναμονή (το πολύ χρησιμοποίησαν μερικούς ενδιάμεσους μηχανισμούς) για τουλάχιστον δέκα χρόνια.Μόνο αφού κέρδισαν στη μάχη της εξουσίας, τα αφεντικά πέρασαν τον εκσυγχρονισμό.Συνέβη λοιπόν και στα εργοστάσια εκείνο που συνέβη στην πληροφόρηση: υπήρξαμε στοιχεία εκσυγχρονισμού. Η αυτοκριτική μας πρέπει να αρχίσει να εξελίσσεται από αυτή την παραδοχή. Δεν υπήρξε από την πλευρά μας αγώνας εξουσίας μπροστά σε έναν εκσυγχρονισμό που και εμείς, η εργατική τάξη, τάξη κοινωνική των παραγωγών, είχαμε παράξει και που τώρα οι ιδιοκτήτες δίπλωναν προς την οργάνωσή τους.Δεν αρκεί να κατηγορούμε τα κόμματα, τις συνδικαλιστικές οργανώσεις, την προδοσία και την τρομοκρατία. Πρέπει να μάθουμε από τα λάθη και να ξαναρχίσουμε. Να καταλάβουμε πώς να επικρατήσουμε οργανωτικά, να καταλάβουμε τι είναι ο ανταγωνισμός, ποιες είναι οι οργανωτικές πολικότητες στο νέο επίπεδο της ταξικής πάλης, ποιο είναι το σαμποτάζ σε αυτό το επίπεδο της αναδιαρθρωμένης κοινωνίας, ποια είναι η επανοικειοποίηση.

αυτονομία, autonomia

Πέρα από τον εργατισμό και τον λεγόμενο μετα-εργατισμό

on .

Συνέντευξη του Davide Gallo Lassere στον Gigi Roggero (η γαλλική έκδοση δημοσιεύεται στο Période)

Ο ιταλικός πολιτικός εργατισμός της δεκαετίας του ’60 χαρακτηρίστηκε, μεταξύ άλλων, από την εκ νέου ανακάλυψη του Μαρξ, κατά του μαρξισμού. Μπορείτε να εξηγήσετε με ποια έννοια;

Αυτή του εργατισμού είναι μια μακιαβελική επιστροφή στις αρχές: είναι ακριβώς μια επιστροφή στον Μαρξ ενάντια στον μαρξισμό, δηλαδή εναντίον του ντετερμινισμού, του ιστορικισμού και του αντικειμενισμού αυτής της παράδοσης. Ο εργατισμός δεν είναι αίρεση μέσα στην οικογένεια του μαρξισμού, είναι μια ρήξη με εκείνη την οικογένεια. Tόσο ώστε οι εργατιστές να ορίζουν τους εαυτούς τους ως marxiani, μαρξιάνοι και όχι μαρξιστές, κάπως σαν κι αυτό που λέγεται πως ο Μαρξ προς το τέλος της ζωής του δήλωνε «je ne suis pas marxiste», »δεν είμαι μαρξιστής». Να είναι σαφές, ωστόσο, ότι εκείνη η επιστροφή στις αρχές δεν ήθελε να οικοδομήσει μια νέα ορθοδοξία βασισμένη στην ορθή ανάγνωση του ρήματος του προφήτη, όπως αντιθέτως έκαναν οι διάφορες αιρέσεις (για παράδειγμα εκείνες των τροτσκιστών ή οι μπορντιγγιστές, «εξευγενισμένοι» από τις σταλινικές διώξεις, που όμως παραδόξως συχνά κατέληγαν να επιτίθενται στον Στάλιν ως έχοντα στάσεις παρέκκλισης από τη γραμμή της γραμμικής ιστορικής εξέλιξης που υποτίθεται ότι είχε σχεδιαστεί μια για πάντα από τον Μαρξ). Η επανεξέταση από πλευράς εργατιστών του Μαρξ ήταν επομένως όχι μόνο κατά του μαρξισμού, αλλά και σε κάποιο βαθμό επικριτική σε σχέση με τα όρια και τα τυφλά σοκάκια του Moro του Treviri, [Marx], με στόχο να κάνει να εκραγούν οι αντιφάσεις του, τείνει να τον τραβήξει από τα μαλλιά, να ανακαλύψει μιαν αποθήκη με εκρηκτικά για να επιτεθεί στην κοινωνία-εργοστάσιο του ώριμου καπιταλισμού.

Σε αντίθεση με άλλους προηγούμενους εργατισμούς (όπως η συμβουλιακή ιδεολογία) ή σύγχρονους (όπως της χριστιανικής ή λαϊκιστικής προέλευσης), ο ιταλικός πολιτικός εργατισμός δεν αγαπούσε τους εργάτες και τους προλετάριους: στοιχημάτιζε την πιθανότητα εκεί να υπάρχει μια δύναμη ενάντια στον εαυτό της, όχι για να επεκτείνει αλλά για να εξαλείψει την κατάστασή της. Ήταν επομένως ένας εργατισμός εναντίον της εργασίας, για την απόρριψη ενός υποκειμενικού χαρακτήρα, μιας υποκειμενικής φύσης επιβεβλημένης από τη σχέση του κεφαλαίου. Υπήρξε ένας εργατισμός βασισμένος στην μη αναστρέψιμη μεροληψία της άποψης, μιας αυτόνομης πλευράς που θα χτιστεί. Προσοχή, όχι των εκμεταλλευόμενων, αλλά αυτών που αγωνίζονται ενάντια στην εργασία για να ζήσουν με ελεύθερο τρόπο. Όχι εκείνων που ζουν από την εργασία τους, αλλά εκείνων που αγωνίζονται κατά της εργασίας για να ζήσουν ελεύθερα. Όχι των φτωχών και των καταραμένων-των κολασμένων της γης, αλλά της εργατικής τάξης που αγωνίζεται για την κατάργησή της (και πως η εργατική τάξη είναι ζήτημα ποιοτικής πρωτοποριακής δύναμης και όχι χεριών με κάλους και φόρμες λερωμένες με λάδια, με γράσο, πρέπει να σπαταλήσουμε κι άλλο χρόνο για να το προσδιορίσουμε;).

Μέσα σε αυτή τη ρήξη της παγκοσμιότητας, του μαρξισμού και εν μέρει του ιδίου Μαρξ, οι εργατιστές τοποθέτησαν στο κέντρο το ζήτημα της υποκειμενικότητας, ή καλύτερα – για να το πούμε μαζί με τον Alquati – της αντιυποκειμενικότητας. Αυτό δεν έχει καμία σχέση με την χρήση του όρου υποκειμενικότητα που κατέστη τρέχουσα: τις τελευταίες δεκαετίες (την εποχή του «μετά-post») υπήρξε μια πολύ αδύναμη απόκλιση, η οποία συνδέθηκε κυρίως με τον foucaultismo και τον μετα-στρουκτουραλισμό, [Η κατεύθυνση των σπουδών που βασίζεται στη δομική ψυχολογία ή τη δομική γλωσσολογία], (εν μέρει δεν έχουν ευθύνες γι αυτό οι Foucault και οι μετα-στρουκτουραλιστές, εν μέρει ναι). Η «ανακάλυψη» της υποκειμενικότητας υπήρξε η ανακάλυψη κάτι καλού, το οποίο έθετε στην άκρη το ζήτημα της τάξης, του συλλογικού μέρους, του υποκειμένου με ανασυνθετική έννοια. Ήταν η εκ νέου «ανακάλυψη» της κεντρικότητας του ατόμου, δηλαδή της παράδοσης απέναντι στη τάξη του φιλελεύθερου λόγου, παλαιού- ή νέου- κι αν είναι. Η υποκειμενικότητα για την οποία μιλάμε δεν είναι καν αναφερόμενη στη συνείδηση, τουλάχιστον για αυτό που σήμαινε στη μαρξιστική παράδοση, δηλαδή το στοιχείο της ιδεαλιστικής διαμεσολάβησης της ιστορικής προόδου. Η υποκειμενικότητα για την οποία μιλάμε, στο κέντρο του εργατισμού και του ορισμού της ταξικής σύνθεσης (στην οποία θα επιστρέψουμε σύντομα), είναι κάτι ριζικά διαφορετικό. Η υποκειμενικότητα δεν είναι καλή: είναι ένα πεδίο μάχης. Η παραγωγή της υποκειμενικότητας στον καπιταλισμό είναι εγγενής στην κοινωνική σχέση της παραγωγής και της εκμετάλλευσης, είναι το στοίχημα, το διακύβευμα μιας ανταγωνιστικής διαδικασίας και σχηματισμού, δηλαδή της σύγκρουσης, βίας, αναπαραγωγής, συναίνεσης, μετασχηματισμού. Όταν σήμερα, σε ένα πλαίσιο σχέσεων δύναμης, [ισορροπίας δυνάμεων] υπέρ του κεφαλαίου, μιλάμε για «προλεταριακή υποκειμενικότητα» (ή της επισφάλειας ή της ζωντανής εργασίας ή αυτό που προτιμάτε για να υποδείξετε τις φιγούρες της δυνητικά δικής μας πλευράς), μιλάμε για μια υποκειμενικότητα σφυρηλατημένη, πλασμένη κυρίως από την καπιταλιστική κυριαρχία. Το να μιλάμε για αντι-υποκειμενικότητα σημαίνει λοιπόν να μιλάμε για μια υποκειμενικότητα όχι μόνο εναντίον του κεφαλαίου, αλλά και κατά του κεφαλαίου που μεταφέρουμε μέσα μας. Ναι, διότι εμείς στο μέτρο στο οποίο μισούμε τα αφεντικά πρέπει να φθάσουμε να μισούμε τον εαυτό μας, εκείνο τον καρκίνο που κάθε μέρα μας τρώει και μας θέτει στην υπηρεσία εκείνων που μας εκμεταλλεύονται.

Υπό το φως αυτής της αναντικατάστατης, αμείωτης μεροληψίας της άποψης είναι τότε δυνατόν να κατανοηθεί η ανατροπή του εργατισμού: πρώτα η τάξη, μετά το κεφάλαιο. Με άλλα λόγια δεν είναι το κεφάλαιο το υποκείμενο της Ιστορίας, που κάνει και ξεκάνει, που καθορίζει την εξέλιξη και τις συνθήκες για την υπέρβασή του. Στο κέντρο υπάρχει η ταξική πάλη, στην δύναμη της απόρριψης που έχει, στην αυτονομία της.

Από αυτή την άποψη, ο Mario Tronti διαδραμάτισε δίχως άλλο έναν πρωτεύοντα ρόλο…

Με το Tronti η τάξη παύει να είναι μια απλή κοινωνιολογική ή περιγραφική έννοια, για να γίνει μια εντελώς πολιτική έννοια. Η τάξη δεν υπάρχει στη φύση, ή μάλλον υπάρχει στη φύση του κεφαλαίου ως ταξινόμηση κοινωνικών τμημάτων τοποθετημένων στην αγορά εργασίας. Μπορούν να υπάρχουν προλετάριοι χωρίς προλεταριάτο, εργάτες χωρίς εργατική τάξη. Επομένως, η τάξη δεν είναι ένα θέμα διαστρωμάτωσης, αλλά αντιπαράθεσης. Είναι πάντα ο αγώνας που παράγει την τάξη ωσάν συλλογικό μακροοικονομικό μέρος. Τάξη σημαίνει ταξικός ανταγωνισμός. Με τον Tronti ακριβώς: δεν υπάρχει τάξη χωρίς ταξική πάλη.

Και σε αυτή την περίπτωση ο Μαρξ πρέπει να χρησιμοποιηθεί και να τραβηχτεί από τα μαλλιά. Θα πρέπει να χρησιμοποιηθεί ο Μαρξ των ιστορικών έργων, εκείνος που μας δείχνει ότι οι προλετάριοι έγιναν τάξη στα οδοφράγματα του 1848. Αλλά και εκείνος ο (αμφίσημος) του Κεφαλαίου. Εκείνος που στο πρώτο Βιβλίο δείχνει πώς οι αγώνες καθόρισαν τη μείωση της εργάσιμης ημέρας, όχι η αστική νομοθεσία ή κάποιος φωτισμένος καπιταλιστής (είναι ενδιαφέρον να σημειωθεί ότι τα ίδια χρόνια, σε μαθήματα που πραγματοποιήθηκαν στο Μόντρεαλ μεταξύ των ετών ’66 και ’67 και που τώρα συλλέγονται στον τόμο You Don’t Play With Revolution, Δεν Παίζεις Με Την Επανάσταση, ο CLR James φτάνει στα ίδια συμπεράσματα): αν τα αφεντικά μπορούσαν να μας κάνουν να δουλεύουμε όλη την ημέρα, χωρίς αντίσταση ή συγκρούσεις, θα το έκαναν. Είναι ένα μάθημα που θα έπρεπε να υπενθυμίζεται σε εκείνους που κλαίνε σήμερα για δωρεάν εργασία, που επικαλούνται την ανακατανομή του πλούτου ή που πιστεύουν ότι το εισόδημα της ιθαγένειας είναι θέμα παραγωγικής ορθολογικότητας: μόνο ο αγώνας μπορεί να αναγκάσει τα αφεντικά να πληρώσουν ακριβά, ο ίδιος ο μισθός είναι πάντα μια πολεμική λεία, λάφυρο πολέμου μεταξύ δύο εχθρικών πλευρών. Αν κάποια από τις δυο πλευρές δεν αγωνιστεί, η άλλη δεν θα πάρει αιχμάλωτους – με καλή ειρήνη της αριστεράς.

Υπάρχει επίσης μια χρήση του Μαρξ του τρίτου Βιβλίου, που όπως είναι γνωστό διακόπτεται με το ανολοκλήρωτο κεφάλαιο για τις τάξεις. Κατά ειρωνεία στο Εργάτες και κεφάλαιο ο Τρόντι σημείωνε ότι «από τον Renner μέχρι τον Dahrendorf, κάθε τόσο κάποιος απολαμβάνει να ολοκληρώνει αυτό που παρέμεινε ημιτελές: έρχεται προς τα έξω μια δυσφήμηση του Μαρξ, η οποία θα ασκούνταν τουλάχιστον με σωματική βία». Ήδη στο πεντηκοστό κεφάλαιο, «Η εμφάνιση του ανταγωνισμού», γράφει ο Μαρξ: η τιμή της εργασίας δεν ρυθμίζεται από τον ανταγωνισμό, αλλά είναι η τιμή της εργασίας που ρυθμίζει τον ανταγωνισμό. Οι εργατιστές θα πουν: είναι οι αγώνες που καθορίζουν την εξέλιξη, την ανάπτυξη, πρώτα έρχεται η τάξη μετά το κεφάλαιο. Να ερμηνευθεί το κεφάλαιο ξεκινώντας από το ίδιο είναι μια ιδεολογική προβολή. Όταν σήμερα λέμε «είναι οι αγορές που το θέλουν», βρισκόμαστε μέσα σε αυτή την προβολή. Στο ανολοκλήρωτο κεφάλαιο με το οποίο τελειώνει το τρίτο Βιβλίο, ο Μαρξ σημειώνει λίγα αλλά αρκετά σημαντικά πράγματα. Μας λέει ότι να συνιστούν μια τάξη δεν είναι μόνο τα εισοδήματα, ούτε απλά η τοποθέτηση μέσα στις σχέσεις παραγωγής, αν και βεβαίως αυτές καθορίζουν την υλική βάση πάνω στην οποία βασίζεται το ζήτημα της τάξης. Να οικοδομεί την τάξη είναι ακριβώς ο αγώνας που σπάει την αφηρημένη δημοκρατική ενότητα του λαού: όταν «ο αδιαίρετος λαός» χωρίζεται σε «εχθρικά στρατόπεδα», όταν – γράφει ο Τρόντι – «η εργατική τάξη αρνείται πολιτικά να γίνει λαός«, λοιπόν σε αυτό το σημείο «δεν κλείνει, ανοίγει τον πιο άμεσο δρόμο για την σοσιαλιστική επανάσταση». Το ένα σπάει σε δύο, η αδυνατότητα σύνθεσης για το κεφάλαιο γίνεται δυνατότητα ανασύνθεσης για την τάξη. Η τάξη εξαφανίζεται ως σύνολο απλά κοινωνικό και γίνεται υποκείμενο ανταγωνιστικό που δεν υποκύπτει στην ενότητα του γενικού συμφέροντος, δηλαδή στο συμφέρον του κεφαλαίου. Είναι αυτή η παραδοχή της εργατικής μεροληψίας που αναγκάζει τους καπιταλιστές να συγκεντρωθούν πολιτικά, να ξεπεράσουν τις δικές τους αντιφάσεις, να αποκαλυφθούν ως κοινωνική δύναμη, χρησιμοποιώντας συνεπώς συλλογικά τη δύναμη του εχθρού τους για να αναπτυχθούν και να πηδήξουν προς τα εμπρός. Εδώ οι ψευδαισθήσεις μιας ειρηνικής εξέλιξης εξαφανίζονται, για τους ρεφορμιστές της μιας ή της άλλης πλευράς. Εδώ πέφτει η μάσκα της δημοκρατίας και επιτέλους αποκαλύπτεται το πρόσωπο της ισορροπίας δυνάμεων μεταξύ δύο συγκρουόμενων δυνάμεων: όχι πλέον εργασία και κεφάλαιο, αλλά εργαζόμενοι και καπιταλιστές, τάξη εναντίον τάξης, δύναμη ενάντια σε δύναμη.

Επομένως αυτή του εργατισμού είναι μια σκέψη της σύγκρουσης, της ανταγωνιστικής έρευνας των κεντρικών αντιφάσεων, της αντιπαράθεσης, του φίλου-εχθρού ως μορφή της πολιτικής και στρατευμένης δράσης. Στο τελευταίο του βιβλίο, Dello spirito liberoΠερί του ελεύθερου πνεύματος, ο Tronti έγραψε: “Η πολιτική φιλία είναι αυτό που έχουν κοινό, αυτό που ενώνει, εκείνους που είναι ενάντια. Και η δράση του είναι να είναι εναντίον καθαγιάζει τις μεγάλες φιλίες”. είναι πάνω απ’ όλα το contro, το εναντίον που μας ενώνει, που καθιστά δυνατό το per, το για. Ο εργατισμός είναι μια σκέψη απόρριψης και του αρνητικού ως θεμέλιο του κομμουνισμού. Είναι καλό αυτό που εμβαθύνει τις αντιφάσεις του εχθρού, είναι κακό αυτό που τις επιλύει.Ωστόσο, η αντίφαση δεν μπορεί να επιλυθεί μέσα στην οργανική σύνθεση του κεφαλαίου, δηλαδή μέσα στη σχέση μεταξύ μεταβλητού κεφαλαίου και σταθερού κεφαλαίου, αλλά πρέπει να πυροδοτηθεί μέσα στη σύγκρουση μεταξύ της οργανικής σύνθεσης του κεφαλαίου και της ταξικής σύνθεσης, δηλαδή της σχέσης μεταξύ διάρθρωσης του εργατικού δυναμικού και παραγωγής υποκειμενικότητας. Η εργατιστική ανάγνωση του Μαρξ ξεκινά από εδώ, για να πάει προς μια ξένη κατεύθυνση και αντίθετη στον μαρξισμό.

Έκανες αναφορά στην ταξική σύνθεση. Μπορείς να διευκρινίσεις με ποιο τρόπο ο εργατισμός εργάστηκε πολιτικά με την ταξική σύνθεση του ιταλικού καπιταλισμού της εποχής μέσω της πρακτικής της έρευνας;

Τα τελευταία χρόνια ειπώθηκαν πολλά για τη διερεύνηση, την έρευνα και την conricerca, ίσως ακόμη και πάρα πολύ, με την έννοια ότι θα ήταν καλύτερο να μιλάμε λιγότερο και να κάνουμε περισσότερα. Για να απαντήσω λεπτομερέστερα στην ερώτησή σου και να αποφύγω να επαναλάβω πράγματα που ήδη έχουν ειπωθεί, παραπέμπω σε μια παρέμβαση που έγινε κατά την παρουσίαση της γαλλικής μετάφρασης της Η χρυσή ορδή, L’orda d’oro που οργανώθηκε τον ιούνιο του 2017 από την ομάδα συντροφισσών και συντρόφων γάλλων που έκαναν αυτή την εξαιρετική δουλειά, και που δημοσιεύτηκε και από το  καινούργιο blog “Plateforme d’enquêtes militantes”. Ο τίτλος της ομιλίας, «η conricerca, η συνέρευνα ως στυλ της στράτευσης», νομίζω ότι συνοψίζει καλά την ουσία αυτού για το οποίο μιλάμε. Συχνά ανάμεσα στους συντρόφους υπάρχει μια ιδέα της έρευνας ως εξειδίκευση, ή ως ρητορική, ή ως επιβεβαίωση των πράξεων που κάνουμε (αφού είμαστε επισφαλείς, αν κάνουμε μια αυτο-έρευνα η άποψή μας είναι η άποψη της επισφάλειας!). Τίποτα πιο άχρηστο. Η συνέρευνα είναι μια αυτόνομη πολιτική διαδικασία ταυτόχρονα παραγωγής αντι-γνώσης, αντι-υποκειμενικότητας και αντι-οργάνωσης, στην οποία ακόμη και η αντι-χρήση των καπιταλιστικών μέσων (συμπεριλαμβανομένων των συγκεκριμένων δεξιοτήτων) σημαίνει τη μετατροπή, την μεταμόρφωση, τον μετασχηματισμό τους. Είναι ένα συνολικό στυλ στράτευσης επειδή ο αγωνιστής, ο στρατευμένος πάντα ψάχνει, ερευνά κάτι που δεν καταλαβαίνει, μια πιθανή δύναμη για να ανατινάξει τις αντιφάσεις, αυτού που υπάρχει αλλά δεν μπορεί να δει. Ο στρατευμένος είναι πάντα ανήσυχος,αλλιώς δεν είναι στρατευμένος, δεν είναι αγωνιστής.

Στη δεκαετία του ’50 και στις αρχές της δεκαετίας του ’60, όταν ο Alquati και άλλοι σύντροφοι ξεκίνησαν τις συνερευνητικές τους πορείες, τα εργοστάσια και οι εργάτες είχαν εγκαταλειφθεί πολιτικά. Σε ένα είδος ασυνείδητου fancofortismo, το κομμουνιστικό Κόμμα θεωρούσε την εργατική τάξη να είναι πλέον αμετάκλητα ενσωματωμένη στην καπιταλιστική μηχανή. Έτσι σχηματίστηκε ένας φαύλος κύκλος: το PCI – που είχε επιλέξει να ακολουθήσει τις μεσαίες τάξεις και τον ιταλικό δρόμο προς τον σοσιαλισμό (ένας δρόμος χωρίς επαναστατική ταξική πάλη) – ρωτούσε τους αγωνιστές στα εργοστάσια τι κινούνταν εκεί, αυτοί απαντούσαν ότι μεταξύ των εργατών πράγματι δεν υπήρχε δυνατότητα επαναστατικής ταξικής πάλης, η γραμμή της κορυφής επιβεβαιώνονταν με αυτό τον τρόπο και όλοι ένιωθαν ανακουφισμένοι. Οι εργάτες μετανάστες από τη Νότια Ιταλία και εντάχθηκαν στη γραμμή συναρμολόγησης, αυτοί που κάποιο χρόνο αργότερα θα είχαν γίνει εργάτης- μάζα, παρουσιάζονταν από τους αγωνιστές του PCI και του συνδικάτου ως οπορτουνιστές, παθητικοί, αλλοτριωμένοι. Οι εργατιστές αγωνιστές, συζητώντας με τις νεαρές «νέες δυνάμεις», έσκαβαν μέσα στις αμφισημίες ή τις πραγματικές ασάφειες αυτών των συμπεριφορών: κατανοούσαν ότι ναι ήταν αλήθεια, συχνά ακόμη και ψήφιζαν για τις κίτρινες συνδικαλιστικές οργανώσεις, επειδή δεν αισθανόταν ότι εκπροσωπούνταν από κανέναν, δεν συμμετείχαν στις απεργίες, επειδή τις θεωρούσαν άχρηστες, ακόμα και η παθητικότητα ήταν μια δυνητικά πιο αποτελεσματική μορφή αγώνα, και σύντομα η αποξένωση από την εργασία έγινε απόρριψη και ανυποταξία. Επιπλέον, ο εργάτης μάζα, κυρίως νέοι νότιοι μετανάστες στις βιομηχανικές μητροπόλεις του Βορρά, δεν αντιστοιχούσε με τίποτα στην εικόνα του θύματος με τις βαλίτσες από χαρτόνι, που παραδίδονταν από τη λογοτεχνία και τον κινηματογράφο της αριστεράς, πρόθυμο για δάκρυα και συμπόνια, αντίθετα ήταν μια δυνητική δύναμη, που μετέφερε νέες συμπεριφορές και κουλτούρες της σύγκρουσης ξένες με την παράδοση των θεσμών του Εργατικού Κινήματος που πλέον είναι συν-διαχειριστές των διαδικασιών εκμετάλλευσης μέσα στο εργοστάσιο. Φτάνει με τα κλάματα, αρκετά με την επιθυμία για θυματοποίηση, αρκετά με την κουλτούρα της αριστεράς: ο επαναστάτης αγωνιστής επιδιώκει τη δύναμη, όχι την αδυναμία. Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο μπορούμε να πούμε ότι ο εργατισμός είναι μια κομμουνιστική εμπειρία σε ρήξη με το κομμουνιστικό κόμμα και ξένη προς την κουλτούρα της αριστεράς.

Όμως αυτή η αναζήτηση δύναμης, ισχύος, δεν βασίζεται ποτέ επάνω στην ιδεολογία ή στην ικανοποίηση της δικής της ταυτότητας, αλλά είναι πάντα ριζωμένη μέσα στην ταξική σύνθεση, και σε ένα πολιτικό στοίχημα στο εσωτερικό μιας ιστορικά καθορισμένης ταξικής σύνθεσης. Και εδώ ανοίγεται μια αποφασιστική ερώτηση, ένα ζήτημα αποφασιστικό, διότι αυτή η έννοια είναι κεντρική στη μέθοδο των εργατιστών.

Η αντιμετώπιση της σύνθεσης της τάξης προϋποθέτει το υποκειμενικό πρόβλημα της πολιτικής ανασύνθεσης. Πώς πρέπει να κατανοήσουμε το ζήτημα της ανασύνθεσης; Έχει περισσότερο να κάνει με τη σύνθεση ή με τη ρήξη;

Για να συνεχίσουμε τη συζήτηση, θα μπορούσαμε τώρα να πούμε ότι δεν υπάρχει ταξικός αγώνας χωρίς ταξική ανασύνθεση. Πρώτον, όμως, πρέπει να κατανοηθούμε, να συμφωνήσουμε σχετικά με την έννοια της ταξικής σύνθεσης, και τη σχέση μεταξύ τεχνικής σύνθεσης και πολιτικής σύνθεσης, δηλαδή μεταξύ της καπιταλιστικής διάρθρωσης της εργατικής δύναμης στη σχέση της με τις μηχανές και τον σχηματισμό της τάξης ως ανεξάρτητου υποκείμενου. Η τεχνική σύνθεση και η πολιτική σύνθεση δεν μας επιστρέφουν φωτογραφίες στατικών στοιχείων, δηλαδή της εργατικής δύναμης απόλυτα εξαρτημένης-υποκείμενης στο κεφάλαιο αφενός και της τάξης εντελώς αυτόνομης από την άλλη: αυτές είναι διεργασίες που διασχίζονται αμφότερες από τη διαμάχη, από τη σύγκρουση, από την δυνατότητα της ρήξης και της ανατροπής, διότι και οι δύο βρίσκονται μέσα στην κοινωνική σχέση του κεφαλαίου ως ανταγωνιστική σχέση. Μεταξύ αυτών των δύο διαδικασιών δεν υπάρχει μια συμφιλιωτική διαλεκτική, ακριβώς όπως δεν υπάρχει σύνθεση και ανακλαστικό στοιχείο. Το κεντρικό ή πιο εξελιγμένο-προωθημένο υποκείμενο για την καπιταλιστική συσσώρευση δεν είναι απαραίτητα το κεντρικό ή πιο προηγμένο υποκείμενο των αγώνων, όπως πίστευε η κοινωνικο-κομμουνιστική παράδοση, και όπως συχνά επανήλθαν κατά συνέπεια να σκέπτονται στις εκπονήσεις επάνω στον λεγόμενο «μετα-φορντισμό». Δεν είναι επομένως ζήτημα αναβίωσης της μαρξιστικής σχέσης μεταξύ της τάξης ως κατηγορία και της τάξης για τον εαυτό της, με τη μεσολάβηση μιας ιδεαλιστικής ταξικής συνείδησης που πρέπει απλά να αποκαλυφθεί. Όπως έχουμε ήδη δει, πράγματι, η υποκειμενικότητα – βάση και διακύβευμα της ταξικής σύνθεσης – δεν είναι η συνείδηση: δεν πρέπει να αποκαλυφθεί, πρέπει να παραχθεί. Το κεφάλαιο την παράγει, μπορούν να της προκαλέσουν, να την παράξουν οι αγώνες.

Η πολιτική σύνθεση προϋποθέτει πάντα μια διπλή διαδικασία: την ανασύνθεση για τους δικούς της αυτόνομους σκοπούς, και την αποσύνθεση των σκοπών του εχθρού. Ανασύσταση δεν σημαίνει αθροιστικά στοιχεία έτσι όπως είναι, αλλά τον μετασχηματισμό τους σε μια διαδικασία ρήξης με το υπάρχον πλαίσιο και χτισίματος ενός νέου πλαισίου. Δεν είναι λοιπόν η επανένωση μιας υποτιθέμενης αρχικής ενότητας κατακερματισμένης από τη δράση του καπιταλισμού ή την επιστροφή σε ό, τι υπήρχε πριν: η ανασύνθεση της τάξης είναι η δημιουργία ενός νέου και αυτόνομου υποκειμένου. Είναι η δράση της τάξης εναντίον του δικού της εχθρού είναι επίσης η δράση της τάξης εναντίον της ίδιας, για να καταστρέψει τη σχέση του κεφαλαίου που ενσωματώνεται, ενσαρκώνεται μέσα στο προλεταριάτο. Θα μπορούσαμε να πούμε ότι η ανασύνθεση είναι η επιστροφή στην αυτονομία που δεν υπάρχει. Η επιστροφή, δηλαδή σε στοιχεία που τα σπάνε με το δεδομένο πλαίσιο, συστήνονται με τρόπο ριζικά διαφορετικό, δημιουργώντας ένα νέο πλαίσιο κοινωνικών σχέσεων. Και ανασυνθέτοντας τον εαυτό τους μέσα στη ρήξη, αυτά τα στοιχεία υπονομεύονται, αλλάζουν μέσα στην ουσία τους, αντιστρέφονται-ανατρέπονται σε σχέση με την αρχική τους λειτουργία, την αρχική τους πρόθεση.

Και το κεφάλαιο εξ άλλου αποσυνθέτει, συνθέτει και ανασυνθέτει συνεχώς, δηλαδή, καταστρέφει και μετασχηματίζει: το ονομάζει εκσυγχρονισμόςανανέωση, καινοτομία. Στα επαναστατικά κινήματα της δεκαετίας του ’60 και της δεκαετίας του ’70, το κεφάλαιο απάντησε πρώτα όχι με την καταστολή, αλλά με την καινοτομία. Η καινοτομία, ο εκσυγχρονισμός είναι μια επανάσταση στο αντίθετο, με στόχο μια βαθιά αλλαγή στα μεσαία και χαμηλά επίπεδα της πραγματικότητας σε θέση να ενισχύσουν την αναπαραγωγή των υψηλών επιπέδων, δηλαδή τη συσσώρευση κυριαρχίας και κεφαλαίου. Αυτή η αλλαγή φέρει μέσα της το σημάδι της πλευράς του ανταγωνιστή της, στερημένου της δυνατότητας ρήξης, ανταγωνιστή που έχει επαναφερθεί και έχει καμφθεί προς συστημικούς σκοπούς και στόχους. Για παράδειγμα, το κεφάλαιο απάντησε με την επισφάλεια στον αγώνα κατά της μισθωτής εργασίας και της αυτόνομης εργατικής και προλεταριακής ευελιξίας. Ξεκινώντας από τη δεκαετία του ’80 και του ’90, μέσα σε πλήρη νεοφιλελεύθερη ανάπτυξη, υπάρχουν από την μια πλευρά εκείνοι που ξέχασαν το σημάδι της πλευράς τους, και κατέληξαν να ζητούν-να διεκδικούν την επιστροφή σε αυτό που εργάτες και προλετάριοι είχαν απορρίψει και πολεμήσει, δηλαδή τις αλυσίδες εργασίας επ ‘αόριστον · από την άλλη, όσοι έχουν ανταλλάξει τον εκσυγχρονισμό για την επανάσταση, ζωγραφίζοντας με ευφάνταστο τρόπο μια κοινωνική συνεργασία πλέον εντελώς ελεύθερη και αυτόνομη, και ένα κεφάλαιο ως καθαρά παρασιτικό περιτύλιγμα. Και οι δύο δεν βλέπουν τη συνέχεια και την πιθανότητα του ανταγωνισμού, και συνεπώς αναλαμβάνουν έναν ήδη υπάρχοντα διαχωρισμό μεταξύ των δύο τάξεων-πλευρών: για τους μεν αυτό σημαίνει την αδυναμία της απελευθέρωσης, για τους άλλους η απελευθέρωση έχει ήδη συμβεί. Και οι δύο είναι ιδεολογικές θέσεις, και οι δυο αδύναμες, και οι δύο δείχνουν την απομάκρυνση του προβλήματος της επαναστατικής ρήξης. Και οι δύο δεν βλέπουν το κεντρικό ερώτημα της ταξικής σύνθεσης ως διαδικασία που διασχίζεται συνεχώς από την σύγκρουση, την διαμάχη.

Θα μπορούσαμε να το πούμε έτσι, με μια φόρμουλα: το αντίθετο του εκσυγχρονισμού δεν είναι συντήρηση, αλλά επανάσταση. Αν στη συνέχεια αντικαταστήσουμε στον εκσυγχρονισμό και την συντήρηση τις έννοιες της αριστεράς και δεξιάς, το αποτέλεσμα δεν αλλάζει, είναι συνώνυμα: το αντίθετο της δεξιάς δεν είναι αριστερά, αλλά επανάσταση. Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο δεν μπορούμε να ορίσουμε τον εαυτό μας στην αριστερά: όχι επειδή η αριστερά έχει γίνει αυτό, αλλά επειδή η αριστερά υπήρξε πάντα αυτό. Η αριστερά είναι από τις απαρχές της διαφωτιστική, προοδευτική, εκσυγχρονιστική. Είναι η σκέψη της θυματοποίησης και της ήττας, εμπιστεύεται τον εαυτό της στην Ιστορία, εχθρεύεται εκείνους που αγωνίζονται ενάντια στους καιρούς τους, είναι αυτή της συμβατότητας με την ισχύ του κεφαλαίου και του παρανοϊκού αποκλεισμού της ανταγωνιστικής ισχύος – γι ‘αυτό μόλις οι προλεταριακές συμπεριφορές κάνουν του κεφαλιού τους, ξεσπά η συνωμοσιολογία, η διετρολογία [1], και η κατηγορία ότι είναι προβοκατόρικες. Η αριστερά απεικονίζει νεκρές φύσεις στην ακτή της λίμνης, εμείς που θέλουμε να οργανώσουμε τους εαυτούς μας μέσα στις δίνες, ακόμη και μέσα στην επικίνδυνη ακαθαρσία και ασάφεια τους, πρέπει να αποφύγουμε όχι αυτή ή την άλλη αριστερά, αλλά την αριστερά sans phrase.

Από αυτή την άποψη, ο Romano Alquati – μια αποφασιστική φιγούρα του εργατισμού, αν και δεν εκτιμάται ιδιαίτερα στην Ιταλία και σχεδόν άγνωστος στο εξωτερικό – μιλούσε για «οργανωμένο αυθορμητισμό». Τι εννοούσε;

Αυτό τον καθορισμό, τον σχεδιασμό αυτό της ταξικής σύνθεσης και της ανασύνθεσης τον χρωστάμε πρώτα απ’ όλα στον Alquati. Εάν θέλουμε να το πούμε με ένα αστείο, δεν υπάρχει εργατισμός δίχως Alquati, αν και ο Alquati δεν μπορεί να μειωθεί αποκλειστικά στην εμπειρία του εργατισμού. Συχνά θεωρήθηκε ως ο «εφευρέτης της conricerca-συνέρευνας», ένας ισχυρισμός στον οποίο απαντούσε ότι οι αγωνιστές,οι στρατευμένοι πάντα έκαναν συνέρευνα και απλά αυτός, που ήταν αγωνιστής, έκανε συνέρευνα, είναι σαν να υποστηρίζουμε – μας προειδοποιούσε – ότι αν είναι να διασχίσω έναν δρόμο γεμάτο πέτρες φορώ τα παπούτσια, τότε σημαίνει ότι έχω εφεύρει τα παπούτσια.Υπήρχε προφανώς μια παράδοξη υπερβολή σε αυτό, επειδή η συνέρευνα- conricerca για το πώς μιλάμε γι ‘αυτήν σήμερα ή που προσπαθούμε να ξανα- ανακαλύψουμε βασίζεται πρωτίστως στη συμβολή του Alquati και των συλλογικών πραγματικοτήτων που έχτισε αυτός για να την εφαρμόσει. Ωστόσο, είναι αλήθεια ότι το να τον ορίσουμε απλά ως εφευρέτη της συνέρευνας κατέληξε να περιορίζει την πορεία του στη δεκαετία του ’60, στα έτσι κι αλλιώς αποφασιστικά κείμενα για την Fiat ή την Olivetti. Ο Alquati αντίθετα είναι πολύ άλλος και πολύ περισσότερα. Οι ερευνητικές του πορείες μέσα και κατά του «πανεπιστημίου της μεσαίας τάξης» της δεκαετίας του ’70 εξακολουθούν να είναι θεμελιώδεις ακόμη σήμερα, στις οποίες προέβλεπε την εμφάνιση του κοινωνικού εργάτη και του πνευματικού προλεταριάτου. Μεταξύ των δεκαετιών του ’80 και του ’90 επεξεργάζεται ένα γενικό μοντέλο, συνολικό (καλούμενο από αυτόν «modellone») για τη λειτουργία του καπιταλισμού, με στόχο τον επαναστατικό μακροπρόθεσμο στόχο της ρήξης και της εξόδου από τον καπιταλιστικό πολιτισμό. Σε αυτή την φάση ο Alquati παράγει εξαιρετικές προβλέψεις για θέματα, ερωτηματικά, προβλήματα και ζητήματα (από την υπερ-εκβιομηχάνιση έως την κεντρική θέση της αναπαραγωγής) που σήμερα παρουσιάζονται απολύτως αποφασιστικά.

Ο ορισμός του «οργανωμένου αυθορμητισμού» προκύπτει από τις διαδικασίες της conricerca-συνέρευνας στη ζωντανή σάρκα των εργατικών αγώνων της δεκαετίας του ’60. Στην παράδοση του εργατικού κινήματος υπάρχει μια διάκριση μεταξύ της λατρείας του αυθορμητισμού και του φετίχ της οργάνωσης, ή μια διαλεκτική της για τα στάδια της ανάπτυξης: πρώτα υπάρχει ο αυθορμητισμός, μετά υπάρχει η οργάνωση. Ο Alquati διαρρηγνύει οριστικά αυτή τη διαλεκτική και προτείνει εκείνο το φαινομενικό οξύμωρο: στη Fiat δεν είναι μια εξωτερική οργάνωση που παράγει τη σύγκρουση, δεν είναι ο απλός αυθορμητισμός που την ωθεί προς τα εμπρός. Δημιουργήθηκε ένα είδος «αόρατης οργάνωσης» μέσω της οποίας οι εργάτες επικοινωνούν, προετοιμάζουν τους αγώνες, ανιχνεύουν τους χρόνους, μπλοκάρουν το εργοστάσιο. Είναι αυτή η αόρατη οργάνωση που τίθεται ως πρωτοπορία των ανασυντεθιμένων διαδικασιών, ενώ οι αγωνιστές του κόμματος ακολουθούν διστακτικοί, χαμένοι και συχνά δρουν σαν καπάκι. Η μορφή αγώνα της «αγριόγατας», a “gatto selvaggio”, η οποία τρέφεται ακριβώς από την αόρατη οργάνωση, είναι απρόβλεπτη, επομένως δεν μπορεί να ελεγχθεί από μια μεταρρυθμιστική, ρεφορμιστική διαμεσολάβηση.Εφαρμόζεται μέσα από μια συνεχή εναλλαγή των τακτικών, των μεθόδων, των χρόνων και των τόπων και, «δεν διεκδικεί τίποτα».Είναι το πιο προωθημένο επίπεδο της εργατικής «μη συνεργασίας», αν και σίγουρα δεν είναι η μόνη μορφή πάλης, εναλλασσόμενη με τη μαζική απεργία ή τη σύγκρουση στους δρόμους, στην πλατεία. Το πρόβλημα είναι να τις συνδυάσουμε και να τις επαναδρομολογήσουμε, ενισχύοντας τες αμοιβαίως. Ο Alquati γράφει σχετικά με αυτό: «Το καθήκον μιας πολιτικής οργάνωσης δεν είναι να σχεδιάσει την αγριόγατα με έναν προκαθορισμένο τρόπο, διότι θα διακινδυνεύσει ακριβώς να την καταστήσει απορροφήσιμη στον κύριο-στο αφεντικό με την εξημέρωσή της: ενώ να την οργανώσει και να την εξαπλώσει αρκεί και η εργατική »αόρατη οργάνωση», της οποίας η απεργία ‘αγριόγατας’ καθίσταται ένα μόνιμο γεγονός».

Πηγαίνοντας πέρα από την ιδιαιτερότητα αυτών των αγώνων, το ζήτημα του οργανωμένου αυθορμητισμού μας επιτρέπει να τοποθετήσουμε αυτή τη σχέση με πολιτικά ορθούς όρους, να ξεχωρίσουμε αποφασιστικά την αμεσότητα, την αυθεντικότητα από τον αυθορμητισμό, που αποτελεί την ιδεολογία του, καθώς και να ξεχωρίσουμε την οργάνωση από την απλή διαχείριση. Συνεπώς, οι δύο όροι της σχέσης δεν πρέπει ποτέ να διαχωριστούν και να αντιταχθούν: η οργάνωση πρέπει να τρέφεται με αυθορμητισμό και η οργάνωση πρέπει να οδηγείται μέσα στην αμεσότητα και την αυθεντικότητα. Μπορούμε να πούμε ότι η αυτονομία είναι η οργάνωση που αντικατοπτρίζει επάνω στην δική της αμεσότητα, είναι η αυθεντικότητα που αντανακλά επάνω στη δική της οργάνωση. Και μπορούμε να πούμε ότι το κόμμα (με τρόπο ριζικά διαφορετικό από την τρέχουσα χρήση και ιδέα) είναι το υποκείμενο που ανασυντάσει συνεχώς τη σχέση ανάμεσα στην αμεσότητα και την οργάνωση, ανάμεσα στην άρνηση και τους μακρο-στόχους.

Πολύ συχνά, κι εσύ αναφέρεσαι στη «μέθοδο της τάσης», στα γραπτά σου: σε τι ακριβώς συνίσταται;

Είναι μια κεντρική οπτική και, όπως και ίσως περισσότερο από άλλες, αποτελεί προάγγελο πολλών παρανοήσεων. Από κάποιες φιγούρες που προέρχονται από τον εργατισμό η τάση έχει ερμηνευτεί με όλο και πιο μηχανιστικούς όρους, σαν να μας έχει παραδώσει άμεσα η γραμμή της καπιταλιστικής ανάπτυξης τα υποκείμενα της κοινωνικής μεταμόρφωσης. Με τον τρόπο αυτό η πολιτική σύνθεση έχει γίνει ο καρπός της τεχνικής σύνθεσης, και όχι πλέον η διάρρηξη της. Αυτός ο μηχανισμός έχει πάρει το όνομα της οντολογίας, πραγματοποιώντας μια απλή πνευματική ανατροπή της διαδικασίας. Δηλαδή: τα υποκείμενα που παράγει η καπιταλιστική ανάπτυξη θεωρούνται οντολογικά τα επαναστατικά υποκείμενα. Για να βρεθούν οι άκρες, για να τακτοποιηθούν οι λογαριασμοί, απομακρύνθηκε επομένως ο κόμπος της ταξικής σύνθεσης, των ισορροπιών δυνάμεως, των διαδικασιών αγώνα μέσω των οποίων η υποκειμενικότητα διαμορφώνει την αυτονομία της, σπάζοντας τα με τη διαδικασία της καπιταλιστικής υποκειμενικοποίησης.

Αντίθετα, από την επαναστατική οπτική τάση δεν σημαίνει αντικειμενικότητα και γραμμικότητα του ιστορικού μονοπατιού, και δεν έχει καμία σχέση με την πρόβλεψη του μέλλοντος. Πρέπει να αφήσουμε τους μετεωρολόγους να προβλέψουν τις βροχές, ως αγωνιστές πρέπει να στρατευθούμε για τη δημιουργία καταιγίδων. Και φυσικά τάση δεν σημαίνει μη αναστρεψιμότητα των διαδικασιών, δηλαδή το δόγμα στη βάση της εκσυγχρονιστικής θρησκείας και επιταχυντικής : αντίθετα, από τη στιγμή που θεμελιώνονται και διαμορφώνονται από τις ισορροπίες δυνάμεων, οι διαδικασίες μπορούν να διακόπτονται συνεχώς, να εκτρέπονται, να ανατρέπονται. Ως εκ τούτου τάση σημαίνει την ικανότητα να αντιλαμβάνεται κανείς την πιθανότητα μιας ανάπτυξης αντιπαράθεσης και ριζικής διαφορετικότητας στη σύνθεση των στοιχείων του παρόντος. Η τάση είναι σαν την προφητεία: σημαίνει να βλέπεις και να επιβεβαιώνεις με διαφορετικό τρόπο εκείνο που ήδη υπάρχει εικονικά στο παρόν.

Με λίγα λόγια, τάση σημαίνει στην πραγματικότητα να είσαι μπροστά, είναι η ικανότητα να κατανοήσουμε το έδαφος της ανταγωνιστικής δυνατότητας μέσα στις αμφιβολίες και τις αμφισημίες της σύνθεσης, της υποκειμενικότητας και των υπαρχουσών συμπεριφορών. Τάση σημαίνει προσδοκία, προκαταβολή, πολιτικό στοίχημα. Το στοίχημα δεν είναι μια ζαριά, ούτε είναι επιστημονική πρόβλεψη.Είναι μια επιλογή διαδρομής, η αναγνώριση μιας γραμμής τάσης που δεν υπάρχει εκεί αλλά θα μπορούσε να είναι εκεί. Είναι ένα υλιστικό στοίχημα, δηλαδή εντός και κατά το υπάρχοντος πεδίου δυνάμεων. Χωρίς πολιτικό στοίχημα, στην πραγματικότητα δεν υπάρχει πολιτική με επαναστατική έννοια, αλλά μόνο διαχείριση της υπάρχουσας κατάστασης, δηλαδή τεχνική της θεσμικής πολιτικής.

Στα μέσα της δεκαετίας του ’70, μιλώντας για την ουσία της εκπαίδευσης και του πανεπιστημίου, ο Alquati έγραφε ότι η conricerca-συνέρευνα χρησιμεύει για να επιτύχει να έχει ένα ρόλο το κίνημα που να μην είναι απλά της ουράς των πραγμάτων : «η έρευνα στόχευε στο να προβλέψει, να προκαταβάλει, όχι να εξορθολογίσει ιδεολογικά εκείνο που έχει ήδη συμβεί καθώς «αυθόρμητα» συμβαίνει όταν το μαζικό κίνημα ακριβώς ‘κινείται’. Το πρόβλημα είναι γενικό: της στρατηγικής που χρησιμεύει στην καθοδήγηση και την πολιτική ηγεσία που επιτυγχάνει να προβλέψει σύμφωνα με μια στρατηγική. Το να φθάσεις αργότερα δεν χρησιμεύει σε τίποτα «. Ο αγωνιστής πρέπει να αναλάβει τον κίνδυνο. Το σημαντικό είναι να ενεργήσει εντός και κατά της χυδαιότητας της υφιστάμενης κατάστασης και όχι – όπως συμβαίνει πολύ συχνά στον λεγόμενο «μετα-εργατισμό» – μέσα στη φαντασία του ατόμου και ενάντια στις συλλογικές δυνατότητες.

Στα δύο πιο γνωστά ονόματα σε διεθνές επίπεδο – Mario Tronti και Toni Negri – είναι παραπέμψιμες δύο παραλλαγές του εργατισμού που αναφέρατε, μια «katechontica-κατεχοντική» και η άλλη «accelerationist-επιταχυντική». Μέσα από μορφές όπως ο Romano Alquati ή ο Sergio Bologna, ωστόσο, είναι δυνατόν να προσδιοριστεί ένα τρίτο θεωρητικό και πολιτικό παράδειγμα μέσα στον εργατισμό, το οποίο θα μπορούσαμε να ορίσουμε ως «composizionista-συνθετιστικό». Γιατί μπορεί να είναι σημαντικό να εμβαθύνουμε αυτή τη γραμμή, αυτό το ρεύμα έρευνας;

Είναι διαμέσου αυτού του παραδείγματος (που ορίζεται ως συνθετιστικό για να καταλαβαινόμαστε, αν θέλετε να βρείτε έναν άλλο όρο, αυτό που έχει σημασία είναι η ουσία), ο εργατισμός μπόρεσε να σπάσει το μερικώς κλειστό σύστημα μαρξικής λογικής, εκείνης που κινδυνεύει να παραμείνει παγιδευμένη στην εξήγηση του πώς παράγεται και αναπαράγεται το χαλύβδινο κλουβί, εισάγοντας το καθοριστικό στοιχείο της υποκειμενικότητας. Αυτή δεν διαμορφώνεται με τρόπο ντετερμινιστικό από την υλική διαμονή-τοποθέτηση, ούτε σχηματίζεται ανεξάρτητα από αυτήν: όπως έχουμε ήδη δει, η υποκειμενικότητα συνδέεται με τον αγώνα, δηλαδή με τη ισχύ σχηματισμού του κεφαλαίου και με τη δυνατότητα συμπεριφορών και δυνάμεων που σχηματίζονται εναντίον του κεφαλαίου. Το να εξετάζουμε τη σύνθεση της τάξης, να συνερευνούμε και να δρούμε μέσα σε αυτήν για να την λυγίσουμε και να την κάμψουμε σε μια ανταγωνιστική κατεύθυνση, σημαίνει να εστιάζουμε συνεχώς την πολιτική πρωτοβουλία στη σχέση μεταξύ διαδικασίας και υποκειμένου. Για να το πούμε απλά: σε μια διαδικασία με σχέσεις ισχύος υπέρ του κεφαλαίου, το υποκείμενο που σχηματίζεται πρώτα απ’ όλα πλάθεται από αυτό, σε μια διαδικασία με διαφορετικές ισορροπίες δυνάμεων, σχηματίζεται ένα διαφορετικό υποκείμενο. Το να λέμε ότι το υποκείμενο είναι διαμορφωμένο από το κεφάλαιο, όπως συμβαίνει στη σημερινή φάση, δεν σημαίνει ότι δεν υπάρχουν δυνατότητες σύγκρουσης ή αυτονομίας, όχι, καθόλου. Ο Alquati μίλησε για ένα «άλυτο κατάλοιπο» και που δεν επιλύεται για το κεφάλαιο, αυτό που αποκαλούσε ανθρώπινη ενεργητική ικανότητα, της οποίας το κεφάλαιο πρέπει να τροφοδοτείται συνεχώς για να κάνει να λειτουργεί το σύστημά του. Θα μπορούσαμε ακόμη να πούμε ότι υπάρχει μια διαρθρωτική δυνητική ασυμμετρία μεταξύ των δύο τάξεων: ενώ το κεφάλαιο χρειάζεται το προλεταριάτο, το προλεταριάτο δεν χρειάζεται το κεφάλαιο, και τελικά ούτε τον ίδιο του τον εαυτό ως προϊόν αυτής της κοινωνικής σχέσης. Αυτή είναι η αντίφαση που δεν επιλύεται για το κεφάλαιο, απ’ όπου προέρχεται η διαρκής δυνατότητα του ανταγωνισμού, η οποία αναλαμβάνει διαφορετικές μορφές και εκφράσεις, ή από καιρό σε καιρό ή σε ορισμένες φάσεις δεν λαμβάνει ρητές μορφές και εκφράσεις.

Ο ανταγωνισμός δεν μπορεί να αναμένεται μεσσιανικά, ούτε να τον φανταζόμαστε ξεκινώντας από αυτό που θα θέλαμε και θα μας άρεσε – με αποτέλεσμα όταν οι προλετάριοι δεν συμπεριφέρονται όπως θα θέλαμε, ασκούμε ατομικές και πνευματικές αποδράσεις προς τα εμπρός. Οι αγωνιστές πρέπει να σκάψουν μέσα στις αμφιβολίες, τις αμφισημίες και τις ασάφειες, μέσα στην «ακαθαρσία» των πραγματικών συμπεριφορών: όχι για να τις εκθειάζουμε λαϊκιστικά, αλλά για να αναζητήσουμε μέσα τους μια πολιτική φύση στο επίπεδο των εγγενών μορφών και εκφράσεών της, όταν υπάρχει μια virtualness, εικονική πραγματικότητα που δεν έχει μετατραπεί ακόμα σε δράση συλλογική. Για παράδειγμα, πριν γίνει ρητή και συλλογική μορφή αντιπαράθεσης και άρνησης, η απόρριψη της εργασίας ενσαρκώνονταν σε κατακερματισμένες συμπεριφορές προσποίησης στο ατομικό επίπεδο. Από την εγγενή πολιτική φύση προς τη ρητή πολιτική φύση δεν υπάρχει ένα απαραίτητο πέρασμα σταδίων ανάπτυξης. Υπάρχει αντ ‘αυτού η κατασκευή μιας οργανωτικής διαδικασίας, υπάρχει η πορεία της συνέρευνας, υπάρχει όλη η δύναμη του μαχητικού στοιχήματος, του στρατευμένου στοιχήματος. Θα μπορούσαμε να πούμε ότι η επιδίωξη της εγγενούς πολιτικής φύσης είναι η αναζήτηση του χώρου μεταξύ της αφηρημένης δυναμικής του ανταγωνισμού και της διοχετευμένης μορφής έκφρασής του, είναι ο χώρος μέσα στον οποίο οι συμπεριφορές μπορούν να πάρουν διαφορετικές ή και αντίθετες κατευθύνσεις, είναι ο χώρος στον οποίο η διαδικασία μπορεί πράγματι να αποκλίνει, να καμπυλώνεται, να διακόπτεται, να ανατρέπεται. Επομένως, είναι ο χώρος που αρμόζει στην μαχητική, στρατευμένη παρέμβαση.

Το πρόβλημα, λοιπόν, είναι ότι τόσο το «επιταχυντικό»,“accelerazionista” πρότυπο όσο και το «κατεχοντικό», “katechontico” παράδειγμα καταλήγουν να αναλαμβάνουν τη χρονικότητα της καπιταλιστικής ανάπτυξης και να προκαλούν την ταξική σύνθεση και τις επαναστατικές δυνατότητές της να κατεβούν από αυτήν. Για το πρώτο παράδειγμα πρέπει απλά να επιταχύνουμε την ανάπτυξη της νέας τεχνικής σύνθεσης για να την μετατρέψουμε σε πολιτική σύνθεση, για δεύτερο πρέπει να διατηρήσουμε τη δύναμη της παλιάς πολιτικής σύνθεσης για να καταπολεμήσουμε την τεχνική σύνθεση. Και τα δύο κινδυνεύουν να αντιμετωπίσουν την εξέλιξη σε ένα επίπεδο αφαίρεσης που χάνει την επαφή με τη μεσαία δέσμη, δηλαδή με το επίπεδο στο οποίο δίδονται οι συγκεκριμένες δυνατότητες της ρήξης και της ανατροπής. Η μέθοδος της τάσης που μας ενδιαφέρει, αντιθέτως, δεν είναι ο προσδιορισμός μιας «αντικειμενικής» ανάπτυξης, σημαίνει να θέσουμε το πρόβλημα της διακοπής και της απόκλισης, δηλαδή της συσσώρευσης δύναμης για το χτίσιμο ανασυντεθιμένων διαδικασιών. Αυτή η δύναμη συσσωρεύεται τόσο στην επιτάχυνση όσο και στη συγκράτηση, περισσότερο ή λιγότερο στη μία ή την άλλη, ανάλογα με τις φάσεις και πάνω απ ‘όλα τους αγώνες που δημιουργούν αντίσταση ή σπρώχνουν προς τα εμπρός. Επειδή η οπτική από την οποία αξιολογείται η επιτάχυνση και η συγκράτηση είναι αυτή της ταξικής σύνθεσης, της δυνητικής αυτονομίας της και των δυνατοτήτων της για επαναστατική μεταμόρφωση.

Στην περίπτωση του επιταχυντισμού του Negri, αντίθετα, η τάση γίνεται τελεολογία, η διαδικασία της οργάνωσης, σύγκρουσης και ρήξης εσωτερικό της σχέσης μεταξύ της τεχνικής σύνθεσης, πολιτική και ανασύνθεση δίνουν τη θέση σε μια ιδέα απόρριψης οποιασδήποτε μορφής μεσολάβησης της ανατροπής. Ο Negri καταλήγει δηλαδή να μην βλέπει τη διαδικασία και να ταυτοποιεί αμέσως το υποκείμενο ως οντολογικώς ελεύθερο και αυτόνομο. Δεν συνειδητοποιεί ότι εκείνο το υποκείμενο δεν είναι καθόλου ελεύθερο και αυτόνομο, αλλά βαθιά σημαδεμένο από την καπιταλιστική υποκειμενοποίηση,subjectivisation. Μόνο με την κατανόηση της αμφισημίας και την κάμψη της σε ανταγωνιστική έννοια μπορεί να φθάσει να αντιταχθεί στον εαυτό του. Μόνο μέσα από τη διαδικασία του αγώνα το υποκείμενο κατακτά ελευθερία και αυτονομία. Υπάρχει επίσης σε αυτό ένα πνευματικό βίτσιο, εκείνου που δεν μετρά πλέον τις κατηγορίες του με βάση τη μαχητικότητα-την στράτευση μέσα και κατά της πραγματικότητας, αλλά μετρά την πραγματικότητα στη βάση των δικών του κατηγοριών. Στην αυτονομία του πολιτικού ακολουθεί εδώ η αυτονομία της πολιτικής φιλοσοφίας. Και είναι, ίσως, θλιβερά παράδοξο το γεγονός ότι ένας από εκείνους που μίλησαν για την ηγεμονία της «γενικής διάνοιας», τερματίζει την πορεία του μέσα στην αλαζονική μοναξιά της ατομικής διάνοιας.

Συχνά ο εργατισμός κατηγορήθηκε για sviluppismo, αναπτυξιολαγνεία…

Εν μέρει, υπάρχει λόγος, κυρίως λόγω εκείνης της εξέλιξης στην οποία η τάση γίνεται τελεολογία. Πιστεύω όμως ότι το ίδιο προβληματική, ή ακόμη περισσότερο, είναι η ρητορική εναντίον της ανάπτυξης που έκανε το δρόμο της τις τελευταίες δεκαετίες, διότι συχνά υιοθετεί ηθικίστικα και κατά βάθος ταξικά χαρακτηριστικά, στην περίπτωση αυτή της άλλης τάξης. Είναι μάλλον πολύ εύκολο να είμαστε για την degrowing, αποανάπτυξη ενώ πίνουμε κονιάκ από το άνετο γραφείο της Σορβόννης μας …Δεν είναι όλες οι θέσεις ενάντια στην ανάπτυξη αναγώγιμες στην αποανάπτυξη, αλλά ακόμη και οι καλύτερες και οι πιο ενδιαφέρουσες για τους αγώνες κινδυνεύουν να είναι ισοδύναμες στο πολεμικό τους αντικείμενο. Στην πραγματικότητα, τόσο η αναπτυξιολαγνεία όσο και η αντι-αναπτυξιολαγνεία δεν έχουν καμία σχέση με τον στόχο και καταλήγουν να είναι μάλλον ιδεολογικές: η μια φαντάζεται τα επαναστατικά υποκείμενα σε όλα όσα παράγονται από την ανάπτυξη του κεφαλαίου, η άλλη τα φαντάζεται σε όλα αυτά που προηγούνται ή απατηλά θεωρούνται «έξω» από εκείνη την ανάπτυξη. Μια επιλογή είναι τόσο μέσα που ξεχνιέται πως είναι αντίθετη, και έτσι απορροφάται μέσα στα σαγόνια ενός αδύνατου ρεφορμισμού, η άλλη επικαλείται μια επίθεση στο φρούριο από τα έξω, στηριζόμενη σε έναν μη ρεαλιστικό αυθορμητισμό. Ο υλισμός χωρίς την επαναστατική θέληση ρέει στον ντετερμινισμό, η επαναστατική θέληση στερημένη του υλισμού ρέει στον ιδεαλισμό. Είτε το θέλουμε είτε όχι, συνεπώς, είμαστε εν τούτοις ακόμα μέσα στην ανάπτυξη και στις χαοτικές αντιφάσεις της, δεν μπορούμε λοιπόν να έχουμε μια αμφίθυμη συγκρουσιακή ματιά: πρέπει να κατανοούμε δηλαδή αυτή την αντιυποκειμενικότητα- controsoggettività και πόσες ανταγωνιστικές δυνατότητες δημιουργούνται και καταστρέφονται μέσα στην εξέλιξη-ανάπτυξη, πόσες δημιουργούνται και καταστρέφονται στην αντίσταση ή όταν πιέζουμε τις διαδικασίες προς τα εμπρός. Αντι-χρήση των διαδικασιών σημαίνει όχι μόνο τη χρήση των μέσων που παράγονται από την ανάπτυξη για έναν άλλο σκοπό, αλλά κάνοντας αυτό να τα λυγίζουμε, να τα μεταμορφώνουμε, να δημιουργούμε άλλα. Διότι τότε το να είσαι μέσα δεν είναι ένα ζήτημα ατομικών επιθυμιών ή υπαρξιακών εμπειριών αλλά σκληρής ουσιαστικότητας-υλικότητας της κοινωνικής σχέσης που μαχόμαστε, το σημείο είναι σαν να είμαστε εναντίον.

Εν ολίγοις, η διαλεκτική μεταξύ αναπτυξιολαγνείας και αντι αναπτυξιολαγνείας, επιτάχυνσης και αποανάπτυξης, νεωτερικότητας και αντι-νεωτερικότητας, είναι εξ ολοκλήρου εσωτερική στην οπτική του κεφαλαίου. Το κεφάλαιο αποτελείται από επιτάχυνση και κράτηση, καταστρέφει τη σύνθεση του ανταγωνιστή του και ανασυνθέτει τα θραύσματα που παράγονται σύμφωνα με τις αναπτυξιακές του ανάγκες.Τότε το πρόβλημα για τον αγωνιστή είναι να σχεδιάσει την εξέλιξη-την ανάπτυξη από την οπτική γωνία της μακρο-δικής μας πλευράς, πραγματικής ή δυνητικής, για να περιορίσει τα στοιχεία που εμποδίζουν την καταστροφική επιτάχυνση της καπιταλιστικής καινοτομίας, δηλαδή αυτά που μας φτωχαίνουν, και επιταχύνοντας τα στοιχεία που παράγουν ρήξη στον αντίπαλο, εμπλουτισμό της υποκειμενικότητας και και αυτονομία στην πλευρά μας.

Για να καταλάβουμε το τι πρέπει να κάνει οαγωνιστής-ο στρατευμένος μπορούμε να χρησιμοποιήσουμε, συγχωρέστε την αγριότητα, την αλληγορία του καρκίνου. Στο σώμα μας πρέπει να περιορίσουμε τη δύναμη του κακού, που αναπτύσσει τον καρκίνο, στο κορμί του εχθρού μας πρέπει να επιταχύνουμε τις μεταστάσεις που παράγονται από την ταξική πάλη. Μεταξύ των δύο κινήσεων υπάρχει μια σχέση, αλλά ποτέ δεν είναι συμμετρική, χρονικά γραμμική, τελεολογική. Επομένως, η σύγκρουση θα πρέπει να λειτουργεί ως καρκίνος προς τον αντίπαλο και ως εμβόλιο μέσα μας, δηλαδή ελεγχόμενος εμβολιασμός δηλητηρίου για να ενισχύσουμε τον οργανισμό. Σε εμάς το αντίθετο συμβαίνει συχνά: η σύγκρουση γίνεται καρκίνος μέσα μας, δηλαδή πηγή συχνά άχρηστων διαχωρισμών, και εμβόλιο για τον αντίπαλο, επομένως καπιταλιστική καινοτομία, ανανέωση.

Ας έρθουμε λοιπόν στη φιγούρα του αγωνιστή, του στρατευμένου, στον οποίο έχεις πρόσφατα αφιερώσει ένα δοκίμιο. Ποιος είναι ο αγωνιστής; Ποιος είναι ο ρόλος και η σημασία του;

Από τα όσα είπαμε μέχρι τώρα έχουν ανακύψει ήδη διάφορα κομμάτια απάντησης, επειδή η μαχητικότητα-η αγωνιστικότητα-η στράτευση δεν είναι μια συγκεκριμένη πτυχή: είναι η άποψή μας, είναι η μορφή της ζωής μας, είναι αυτό που είμαστε, αυτό που λέμε, αυτό που πιστεύουμε. Ο μαχητής-αγωνιστής-στρατευμένος είναι εξ ορισμού αυτός που θέτει τη ζωή του σε κίνδυνο, ολοκληρωτικά. Αυτή η αλήθεια παίρνει διάφορες μορφές σε σχέση με την ιστορική φάση, με την ταξική σύνθεση, με τις οργανωτικές διαδικασίες. Όταν στο σημείο καμπής της χιλιετίας άρχισαν να τον αποκαλούν ακτιβιστή, ακολουθώντας την αγγλοσαξονική και αμερικανική επικρατούσα μόδα, δεν επρόκειτο απλά για μια γλωσσική παραχώρηση, αλλά για μια δομική αποτυχία, υποχώρηση, καθίζηση. Χάθηκε έτσι η incommensurabilità του σε σχέση με άλλες φιγούρες, όπως εκείνη του εθελοντή. [ incommensurabilità: η έλλειψη ή η ανεπάρκεια ενός κοινού μέτρου ή μιας περιόδου αναφοράς, με σκοπό έναν βολικό ποσοτικό ορισμό.] Φιγούρες του γενικού ενδιαφέροντος, συνεπώς της αναπαραγωγής του υπάρχοντος. Αντίθετα ο αγωνιστής είναι ένα διαχωριστικό υποκείμενο, παράγει συνεχώς το «εμείς» και «αυτοί», παίρνει θέση και αναγκάζει να πάρουμε θέση, να τοποθετηθούμε. Ξεχωρίζει για να ανασυνθέσει το μέρος του, την πλευρά του. Είναι πρωτίστως μια φιγούρα της άρνησης, επειδή απορρίπτει το υπάρχον και αγωνίζεται για να το καταστρέψει. Ξεκινώντας από την άρνηση, παράγει συλλογικούς μακρο-στόχους και νέες μορφές ζωής.

Πολύ συχνά, ειδικά σε δύσκολες φάσεις όπως αυτή, ακούμε πολλούς συντρόφους να διαμαρτύρονται για την απουσία αγώνων ή να χαίρονται με εκείνους άλλων. Κατάθλιψη και ευφορία μιμούνται εκείνες των χρηματοπιστωτικών αγορών, φούσκες και voyeurismo-ηδονοβλεψία ταξιδεύουν και εξαφανίζονται με την ταχύτητα ενός tweet. Και όμως, οι ιστορικές φάσεις δεν είναι όμορφες ή άσχημες: είναι χώροι μέσα και εναντίον των οποίων τοποθετούμαστε όσον αφορά τον σχεδιασμό. Δεν πρέπει να κριθούν στη βάση των επιθυμιών μας, αλλά πολεμούνται στη βάση των καθηκόντων μας. Η ποινή είναι να βυθιζόμαστε στο κυκλοθυμικό χρονικό των αγώνων και της απουσία τους, κυματίζοντας μεταξύ της ευφορίας του οπαδού και την κατάθλιψη του θεατή, ανάμεσα σε μια δίχως λόγο αίσθηση ήττας και αδικαιολόγητες διακηρύξεις νίκης. Να ελευθερωθούμε από αυτές, αν θέλουμε να ζήσουμε στο ύψος των περιστάσεων. Πράγματι, πρέπει να καταλάβουμε ότι η πιο σημαντική φάση για τον επαναστάτη αγωνιστή είναι ακριβώς εκείνη στην οποία δεν υπάρχουν αγώνες. Στην πραγματικότητα, όταν υπάρχουν, ο στρατευμένος επαναστάτης φτάνει πολύ αργά. Πρέπει να προβλέψουμε, να προλάβουμε για να οργανώνουμε και να κατευθύνουμε, να μην παρατηρούμε για να διηγούμαστε και να περιγράφουμε. Και πρέπει επίσης να προσθέσουμε ότι όταν οι αγώνες υπάρχουν, συχνά οι αγωνιστές – μιλάω στην περίπτωση αυτή για την ιταλική συγκυρία – δεν ξέρουν πώς να τους αντιληφθούν γιατί ξεφεύγουν από τα σχήματα τους, ή δρουν σαν πώμα, σαν αναστολέας στην ανάπτυξή τους. Ας μην μας πιάνει κατάθλιψη λοιπόν από ένα επίπεδο τοπίο ή να μην γοητευτούμε από τα κύματα της θυελλώδους θάλασσας, να προσπαθήσουμε αντιθέτως να πιάσουμε τα αόρατα στροβιλίσματα που αναταράσσονται κάτω από την φαινομενική ηρεμία του ποταμού. Αυτό είναι το καθήκον του σήμερα, αυτό είναι το τι να κάνουμε που πρέπει να χτίσουμε.

Ας έρθουμε τώρα στις κατηγορίες που σφυρηλατήθηκαν από τον «μετα-εργατισμό», οι οποίες, όπως παρατήρησες, κινδυνεύουν μερικές φορές να οδηγήσουν σε μια ψεύτικη αμεσότητα της μετάφρασης της τεχνικής σύνθεσης στην πολιτική σύνθεση …

Πρέπει οριστικά να απαλλαγούμε από την ιδεολογία του μετά, του post, η οποία για πολύ καιρό από τη δεκαετία του ’80 και τη δεκαετία του ’90 μας έχει κρατήσει παγιδευμένους στην μέγκενη ενός εκβιασμού: την επιλογή μεταξύ εκείνων που λένε πως τίποτα δεν θα είναι πλέον όπως πριν και αυτών που λένε ότι όλα θα είναι πάντα όπως πριν. Και οι δύο έχουν λάθος. Για να ξαναπάρουμε και πάλι τα εννοιολογικά εργαλεία του αλκουατιανού μοντέλου- modellone, μπορούμε να πούμε ότι στα επίπεδα των υψηλών πραγματικοτήτων (όπως είδαμε, εκείνα της συσσώρευσης κυριαρχίας και κεφαλαίου) τίποτα δεν άλλαξε, στα επίπεδα των ενδιάμεσων πραγματικών πραγματικοτήτων υπήρξαν σημαντικές μεταλλάξεις-αλλαγές, στο τα επίπεδα χαμηλής πραγματικότητας τα πράγματα αλλάζουν πολύ γρήγορα. Για να κατανοήσουμε τις μονιμότητες και τις αλλαγές, χρειαζόμαστε έρευνα, να καταλάβουμε πού τα πράγματα διαφέρουν και γιατί, και ποιοι χώροι ανταγωνιστικής δυνατότητας ανοίγουν. Η ιδεολογία του post έχει, αντιθέτως, αξιώσει να μας λέει για έναν καινούργιο κόσμο, πάντα καινούργιο, είναι ο κόσμος για τον οποίον μας έχει μιλήσει η ρητορική της καινοτομίας, της ανανέωσης, η οποία είναι η πραγματική ρητορική του σύγχρονου καπιταλισμού. Μια ρητορική που οργανώνει μια συγκεκριμένη υλικότητα, εκείνη όπως έχουμε δει της καπιταλιστικής αντεπανάστασης.

Αναλαμβάνοντας την ιδεολογία του μετά, ένα μέρος εκείνων που έχουν διεκδικήσει την κληρονομιά του εργατισμού έχει φανταστεί την τάξη (όρος που καταργήθηκε για ορισμένο χρονικό διάστημα με διάταγμα) ως αντικειμενικά επακόλουθο των πραγματικών ή υποτιθέμενων μετασχηματισμών του κεφαλαίου. Δηλαδή, ο κόμπος της ταξικής σύνθεσης, της πολιτικής διαδικασίας της αντιυποκειμενοποίησης και της μεταμόρφωσής της έχει αφαιρεθεί. Ο κόμβος της ρήξης, με το κεφάλαιο και εσωτερικό στην ταξική σύνθεση, έχει αφαιρεθεί, καταργήθηκε. Όχι πλέον η τάξη εναντίον της, αλλά μια τάξη που ως δια μαγείας γίνεται αυτόνομη και πρέπει μόνο να αναγνωρίζεται μέσα σε αυτήν την αυτονομία της. Δεν υπάρχει πλέον ανάγκη να τα σπάσει με το κεφάλαιο, αλλά απλώς να απομακρυνθεί από αυτό (παραδόξως, ακόμη και θέσεις που χαρακτηρίζονται έντονα από κριτική και αντίθεση προς τον Negri, καταλήγουν μερικές φορές να φθάνουν σε παρόμοια συμπεράσματα). Παρόλο που γεννήθηκαν από την άρνηση της εργασίας, ορισμένες αιχμές του λεγόμενου «μετα-εργατισμού» κατέληξαν παράδοξα στο να δώσουν ζωή σε ένα είδος άυλου και γνωστικού lavorismo, εκεί όπου έχασαν από την ματιά τους την θεμελιώδη διαφορά μεταξύ των καπιταλιστικών δεξιοτήτων και των γνώσεων της δικής τους πλευράς, μεταξύ της αναπροσαρμογής της αξίας και της αυτο-αναπροσαρμογής της αξίας, μεταξύ του πλούτου της συσσώρευσης και του πλούτου των αγώνων. Το πρόβλημα, ακριβώς, απορρέει από την ιδέα μιας ήδη ελεύθερης συνεργασίας σε σχέση με την οποία το κεφάλαιο είναι παρασιτικός παράγοντας, ενώ η εργασία θα είχε γίνει κοινή – κάτι που μπορεί να είναι αληθινό, υπό την προϋπόθεση να προστεθεί ότι εκείνη είναι η κοινότητα της εκμετάλλευσης και της αφηρημένης εργασίας που διοικείται από το κεφάλαιο.

Ο ίδιος ο ορισμός του «μετα-εργατισμού» επινοήθηκε στα αγγλοσαξονικά και αμερικανικά πανεπιστήμια, ως μια προσπάθεια να συλλάβει τη δύναμη του εργατισμού, να τον αποπολιτικοποιήσει και να τον αφαιρέσει από τη σύγκρουση και την ταξική σύνθεση. Για να τον καταστήσει, δηλαδή, καλό για την ακαδημία και την πολιτική οικονομία της γνώσης, δηλαδή όχι πλέον καλό για τους αγώνες. Μετά έγινε «ιταλική θεωρία», “Italian Theory”, η οποία διαφοροποιείται από την «ιταλική σκέψη», “Italian Thought”,και στη συνέχεια θα υπάρξει η « επικριτική ιταλική θεωρία», “Critical Italian Theory”, η «επικριτική ιταλική σκέψη», “Critical Italian Thought” και ούτω καθεξής προς το κακό τους άπειρο, σε μια θεωρία αποσπασμένη από τη ταξική σύνθεση και από την ταξική πάλη, για να συνδεθεί σταθερά στην αναπροσαρμογή της αξίας και την αναπαραγωγή του κεφαλαίου, καθώς και σε συνέδρια και πανεπιστημιακές έδρες

Εκείνο το σύνολο θεωρημάτων και αναλύσεων που συλλέχθηκαν αργότερα στον ακαδημαϊκό ορισμό του «μετα-εργατισμού» αναπτύχθηκε μεταξύ των δεκαετιών του ’80 και του ’90 σε μια προσπάθεια να ανατρέψει τις μηδενιστικές εικόνες – συμμετρικές μεταξύ τους, η μια συμπληρώνει την άλλη – του τέλους της ιστορίας και της μοναδικής σκέψης. Ο πολεμικός στόχος ήταν και παραμένει ορθός, η πρακτική εξέλιξη δεν είναι πάντοτε στο ύψος των περιστάσεων. Ορισμένες από αυτές τις εννοιολογικές προσπάθειες ήταν προβληματικές από την αρχή, για τους λόγους που αναφέραμε σχηματικά, πρώτα απ ‘όλα την ιδέα ότι η πολιτική σύνθεση προέρχεται αυτόματα από την τεχνική σύνθεση, άλλες υπήρξαν εξαιρετικά παραγωγικές και μπορούν να παραμείνουν ακόμη, όμως μέχρις ότου επανεξεταστούν μέσα στις αλλαγές που έλαβαν χώρα μέσα στην κρίση και την εξάντληση ενός γενικού μοντέλου. Σε αυτή την περίπτωση, το να μην ξεκινήσουμε πάλι από την αρχή δεν σημαίνει πραγματικά πως πηγαίνουμε προς τα πίσω. Με άλλα λόγια, σημαίνει να διατρέξουμε τον κίνδυνο της οστεοποίησης των κατηγοριών, της μετατροπής τους σε δόγματα, να καταστήσουμε τον εργατισμό αυτό που ποτέ δεν υπήρξε: ένα σχολείο και όχι μια κίνηση σκέψης, ένα κίνημα σκέψης. Αυτό σημαίνει, επικουρικά, να δώσουμε χώρο σε ενοχλητικές επιχειρήσεις μνησίκακης επίθεσης σε ένα ολόκληρο επαναστατικό θεωρητικό σύστημα. Πρόκειται βέβαια για ασήμαντες επιχειρήσεις, σίγουρα, αλλά κινδυνεύουν να μετατοπίσουν τη συζήτηση στην υπεράσπιση των εννοιών και όχι για τη χρησιμότητά τους στους αγώνες. Επομένως, διατρέχουν τον κίνδυνο να παρασύρουν τα πάντα στην πολιτική περιθωριοποίηση. Σε ένα πρόσφατο πολιτικό σεμινάριο ένας σύντροφος δικαίως παρατήρησε ότι ένα αγόρι δεν φεύγει από το σπίτι όταν οι γονείς του το διώχνουν, αλλά όταν δεν βρίσκεται πλέον εκεί μέσα. Να, δίχως φόβο λέμε ότι ένα συγκεκριμένο σπίτι είναι σήμερα αντιπαραγωγικό για τα επαναστατικά μας καθήκοντα και προσπαθούμε να κάνουμε εκείνη την πρωτότυπη κίνηση που ήταν πραγματικά του εργατισμού συγκριτικά με τον Μαρξ: τη μακιαβελική επιστροφή στις αρχές, δηλαδή στον Μαρξ, ενάντια στον μαρξισμό. Τώρα το καθήκον είναι να επιστρέψουμε στον εργατισμό, ίσως όχι ενάντια αλλά σίγουρα με κριτικό τρόπο σε σχέση με αυτό που από τον «μετα-εργατισμό» δεν λειτουργεί πλέον, ή δεν λειτούργησε ποτέ. Αν το κάνουμε, είμαστε στη θέση να μην πετάξουμε ό, τι είναι χρήσιμο για εμάς, και να ξανασκεφτούμε στις ρίζα τους τα υπόλοιπα.

Για παράδειγμα, ο γνωστικός καπιταλισμός, μπροστά στις διαδικασίες διαστρωμάτωσης και εκβιομηχάνισης της εργασίας, εξακολουθεί να είναι χρήσιμη κατηγορία;

Πάντα προτιμούσαμε να μιλάμε για τη γνωσιακή συμπεριφορά της εργασίας, αφενός για να τη διαφοροποιήσουμε με αποφασιστικό τρόπο από την δυσνόητη κατηγορία του άυλου εργαζόμενου, αφετέρου για να επιμείνουμε στη διαδικασία αναδιοργάνωσης και παγκόσμιας ιεραρχειοποίησης των μορφών της παραγωγής και της εκμετάλλευσης σε μια φάση στην οποία οι γνώσεις γίνονται ολοένα και πιο κεντρικές στη συσσώρευση του κεφαλαίου, αποφεύγοντας έτσι να γλιστρήσουμε στην ταύτιση μεταξύ της γνωστικής εργασίας και των υποκειμένων που ορίζονται με τομεακή έννοια, δηλαδή στην αντιπαράθεση μεταξύ των χειρωνακτών εργατών και των εργατών της σκέψης, ή και πάλι στο να φανταζόμαστε το υποτιθέμενο πιο προηγμένο σύμβολο στην τεχνική σύνθεση (τους εργαζόμενους της γνώσης, i knowledge worker) ως πιο προηγμένη αιχμή των αγώνων. Επομένως, πρέπει να καταπολεμηθεί οποιαδήποτε ιδέα μιας προοδευτικής γραμμικότητας: cognitivization της εργασίας σημαίνει και γνωσιοποίηση της εκμετάλλευσης και της μέτρησης, γνωσιοποίηση των ιεραρχιών, γνωσιοποίηση των καθηκόντων.

Η παγκόσμια οικονομική κρίση επιτάχυνε επιπλέον, όπως ήδη παρατηρήσατε, τις διαδικασίες διαστρωμάτωσης και διαφοροποίησης που βρίσκονταν ήδη σε εξέλιξη, σε αντιφατικές μορφές και με διαφορετικές εντάσεις ανάλογα με τους παγκόσμιους τομείς και χώρους. Ακολουθώντας τα αλκουατιάνα ίχνη ο Salvatore Cominu μιλάει σχετικά για την εκβιομηχάνιση του γνωστικού έργου από την άποψη αυτή: δεξιότητες, λειτουργίες και επαγγελματισμός που μέχρι στιγμής θεωρούνται αδιάσπαστες από τον άνθρωπο που τις μεταφέρει και από την κοινωνική συνεργασία με την οποία συνδέονται, υποβάλλονται τώρα σε διαδικασίες πραγματικής υπαγωγής – στην παραγωγή αγαθών και περιεχομένων, υπηρεσιών, κατά τον χρόνο της κατανάλωσης, αναπαραγωγής κλπ. Ταυτόχρονα, είναι απαλλοτρίωση γνώσεων και ενίσχυση της συνδυασμένης μορφής τους, όπως πάντα κάνει το βιομηχανικό σύστημα: αλλά είναι μια ενδυνάμωση για τη συσσώρευση του κεφαλαίου, που με διφορούμενο τρόπο διευρύνει την κοινωνική συνεργασία και τρώει ανθρώπινη ικανότητα, ενσωματώνοντάς την στο μαρξιακό αυτόματο σύστημα μηχανών. Ως εκ τούτου, στο πλαίσιο της γνωσιοποίησης της εργασίας, ο homo faber έγινε sapiens και ο homo sapiens έγινε faber. Γνωσιοποίηση και η ευτελισμός προχωρούν, τουλάχιστον εν μέρει, από κοινού.

Σε αυτές τις βάσεις, αναπτύσσοντας τις έρευνες επάνω στο πανεπιστήμιο που πραγματοποίησε ο Alquati στη δεκαετία του ’70, μιλήσαμε για ζωντανή γνώση για να καθορίσουμε με έναν ιστορικά προσδιορισμένο τρόπο τη νέα ποιότητα της ζωντανής εργασίας, δηλαδή την τάση ενσωμάτωσης της κοινωνικής γνώσης σε αυτήν.Στην πραγματικότητα, δεν πρόκειται απλώς να τονιστεί ο κεντρικός ρόλος που έχει αναλάβει η γνώση και η επιστήμη στις μορφές της σύγχρονης παραγωγής και συσσώρευσης, αλλά να επικεντρωθούμε ακριβώς στην κοινωνικοποίησή τους και στην ενσάρκωση τους μέσα στη ζωντανή εργασία. Αυτή η κοινωνικοποίηση, στη δεκαετία του ’70, πραγματοποιούνταν επάνω στην ώθηση των αγώνων, της άρνησης της εργασίας, της επανοικειοποίησης, της εργατικής αυτονομίας. Αυτός ήταν ο κοινωνικός εργάτης: μια πολιτική φιγούρα, όχι τεχνική. Σήμερα, σαράντα χρόνια αργότερα, η ισορροπία δυνάμεων αντιστράφηκε: η κοινωνικοποίηση λαμβάνει χώρα πρώτα και κύρια με υποχρεωτικό τρόπο, αναγκαστικό, αρχίζοντας από τις ανάγκες του κεφαλαίου. Στην πραγματικότητα, η γνώση δεν είναι από μόνη της καλή ή ουδέτερη, όπως πιστεύουν πολλοί αριστεροί: είναι ο καρπός μιας σχέσης παραγωγής, επομένως μιας σχέσης σύγκρουσης και ισχύος. Από τον κοινωνικό εργάτη στον γνωστικό εργαζόμενο το υποκείμενο ενσαρκώνεται τεχνικά, αποσαρκώνεται πολιτικά. Με αυτό τον τρόπο ο κοινωνικός εργάτης μετασχηματίζεται σε παράγοντα της καινοτομίας και της επισφάλειας: συνέχισε να είναι κοινωνικός, έπαψε να είναι εργάτης.

Από εδώ πρέπει να αρχίσουμε και πάλι, μέσα και ενάντια στο παρόν. Η υπόθεσή μας, θέλοντας να εντατικοποιήσουμε και να απλοποιήσουμε, είναι ότι σήμερα μέσα στην κρίση η ανασύνθεση ανάμεσα στην αποδομημένη μεσαία τάξη και το ιεραρχοποιημένο προλεταριάτο στις διαδικασίες της «γνωστικοποίησης», “cognitivizzazione” και αναπαραγωγής της ανθρώπινης ενεργητικής ικανότητας θα μπορούσε να είναι το λειτουργικό ισοδύναμο της συμμαχίας μεταξύ εργατών και αγροτών στην προ αιώνος κρίση. Λέμε θα μπορούσε, φυσικά, επειδή το γεγονός ότι είναι ή όχι εξαρτάται από εμάς, από έναν δυνητικό εμάς, από ένα εμάς που δεν μπορεί να κλεισθεί μέσα σε εκείνο που πραγματικά είμαστε. Αν δεν έχουμε αυτή την ικανότητα, αυτές οι φιγούρες θα είναι το καύσιμο αντιδραστικών επιλογών, ή σε κάθε περίπτωση θα αναπαραχθούν ως κομμάτια παραγμένα από την κυβέρνηση της κρίσης. Σήμερα περισσότερο από ποτέ συνεπώς πρέπει να γνωρίζουμε πώς να κινηθούμε με μια μονομερή άποψη μέσα από την ασάφεια, την στρεβλότητα των διαδικασιών, με εξαιρετική τακτική ευελιξία και σκληρή στρατηγική ακαμψία: πολύ καλύτερη η βρωμιά του πραγματικού παρά η καθαρότητα της ιδεολογίας, πολύ καλύτερο να αγωνιστούμε, να υποστηρίξουμε τα κοινωνικά εδάφη απέναντι στην συγκρουσιακή υλιστική δεξιά ενάντια στην ιδεαλιστική άνανδρη αριστερά, πολύ καλύτερα δηλαδή τα προβλήματα της αγωνιστικής conricerca-συνέρευνας απ’ ότι η άχρηστη ασφάλεια των selfie των ακτιβιστών. Για να χρησιμοποιήσουμε τα λόγια του ποιητή, εκεί όπου υπάρχει ο κίνδυνος, μεγαλώνει κι εκείνο που διασώζει.

Ακριβώς σχετικά με αυτό, μια διπλή ερώτηση: μόλις έχουμε πέσει μέσα στην εκατονταετηρίδα της Επανάστασης … Θα σε ρωτούσα, λοιπόν πώς ο εργατισμός οικειοποιήθηκε τον Λένιν στη δεκαετία του εβδομήντα και με ποιο τρόπο το να στοχαζόμαστε σχετικά με την λενινιστική εμπειρία μπορεί να είναι ακόμη χρήσιμο σήμερα;

Η απάντηση θα χρειάζονταν πολύ χρόνο και χώρο, γι αυτό σας παραπέμπω σε ένα πρόσφατο pamphlet που έγραψα για τον εκδοτικό οίκο DeriveApprodi, Il treno contro la Storia. Considerazioni inattuali sui ’17, Το τρένο ενάντια στην Ιστορία. Άκαιρες εκτιμήσεις για το ’17.  Κι έτσι εδώ θα είμαι σύντομος.

Ένας απελπισμένος Winston Churchill παρατήρησε: “Ήταν με ένα αίσθημα δέους που οι γερμανοί διοικητές εξαπέλυσαν το πιο τρομερό των όπλων εναντίον της Ρωσίας. Μετέφεραν τον Λένιν από την Ελβετία στη Ρωσία επάνω σε ένα σφραγισμένο βαγόνι, σαν ένα βάκιλο της πανώλης». Ας αφήσουμε κατά μέρος την εκδοχή σύμφωνα με την οποία ήταν ένας υπολογισμός της Γερμανίας εκείνος να επιτρέψει την επιστροφή του ηγέτη των μπολσεβίκων στην Πετρούπολη.Ας επικεντρωθούμε αντιθέτως στο ποιος τίναξε την μπάνκα στον αέρα, όποια κι αν ήταν αυτή. Ο Τσόρτσιλ μας δίνει ακούσια έναν εξαιρετικό ορισμό του τι είναι ο επαναστάτης αγωνιστής: ένας βάκιλος της πανούκλας. Και πώς να οργανώσει το βάκιλο της πανώλης είναι από την αρχή η ανησυχία του Λένιν. Ο Μαρξ μας έχει παραδώσει τον μηχανισμό λειτουργίας της καπιταλιστικής μηχανής, το πρόβλημα – το οποίο θα επιστρέψει με τον εργατισμό, και το οποίο πρέπει πάντα να έχουμε παρόν στην αγωνιστική πρακτική – είναι να μην παραμείνουμε παγιδευμένοι σε αυτόν τον μηχανισμό, να σπάσουμε αυτόν τον κλειστό κύκλωμα. Πού να χτυπήσουμε, πώς να εξαπλώσουμε την πανούκλα, με ποιον τρόπο και σε ποια σημεία να καταστρέψουμε τον εχθρό. Ξεκινώντας όχι από τους νόμους της κίνησης του κεφαλαίου, αλλά από τους νόμους της κίνησης της εργατικής τάξης μέσα και κατά της καπιταλιστικής κοινωνίας: αυτή είναι ταυτόχρονα η συνέχεια και η λενινιστική ανατροπή του Μαρξ.

Ο Λένιν που μας παραδόθηκε από τον λενινισμό, ιστορικιστής και αντικειμενιστής, πιστός στα στάδια της ανάπτυξης, είναι ένα καθαρό ψέμα και πρέπει εντελώς να ξεχαστεί. Καθ ‘όλη τη διάρκεια του ταξιδιού του ο Λένιν προσπαθεί συνεχώς να πιέζει, να διακόπτει και να ανατρέπει την ανάπτυξη του κεφαλαίου, ή να επιβάλλει την επαναστατική βούληση μέσα εναντίον της Ιστορίας. Στους καιρούς της πολεμικής με τους ρώσουν λαϊκιστές, ο Λένιν δεν λέει ότι η ανάπτυξη του καπιταλισμού στη Ρωσία είναι απαραίτητη και επιθυμητή, λέει απλά ότι η ανάπτυξη του καπιταλισμού στη Ρωσία είναι ένα γεγονός. Η μάχη που οδηγήθηκε από τους ναροδνικούς, narodniki επαναστάτες χάθηκε, ο πόλεμος πρέπει να διεξαχθεί. Ξεκινώντας από εδώ είναι απαραίτητο να αναζητηθούν οι νέες μορφές έκφρασης της επαναστατικής υποκειμενικότητας και να οικοδομηθούν κατάλληλες μορφές οργάνωσης. Να το στοίχημα του Λένιν: το βιομηχανικό προλεταριάτο που φαίνεται σαν μια «γωνίτσα» στους λαϊκιστές σύγχρονους σε αυτόν (ξεθωριασμένοι συγγενείς που πρόδωσαν την κληρονομιά του επαναστατικού λαϊκισμού), έχει την τάση να είναι η πρώτη γραμμή, «η εμπροσθοφυλακή ολόκληρης της μάζας των εργαζομένων και των εκμεταλλευομένων «. Αυτή η τάση προορίζεται να πραγματοποιηθεί λόγω των αναπόφευκτων νόμων της κίνησης του κεφαλαίου; Δεν κάνουμε ούτε αστεία. Μόνο ο αγώνας θα αποφασίσει για το πεπρωμένο. Οι άλλοι ας παραμείνουν φυλακισμένοι στη διαχείριση των πλασματικών βεβαιοτήτων του παρόντος. Πρέπει να επιλέξουμε, πρέπει να ποντάρουμε, πρέπει να τολμήσουμε: «Όποιος θέλει να αντιπροσωπεύει ένα οποιοδήποτε φαινόμενο ζωντανό στην ανάπτυξή του πρέπει αναπόφευκτα και αναγκαστικά να αντιμετωπίσει το δίλημμα: είτε προηγείται των καιρών, είτε παραμένει πίσω». Δεν υπάρχει μέση οδός, εκδίδει απόφαση. Κι έτσι, το 1905 και στη συνέχεια τον φεβρουάριο του ’17, λέει πως τρέχουν πίσω από τα γεγονότα εάν πιστεύουν πως πρόκειται για αστικές επαναστάσεις και οι προλετάριοι πρέπει να περιμένουν τη σειρά τους, δηλαδή να πρέπει να περιμένουν την ιστορική εξέλιξη να παραδώσει τον σοσιαλισμό στα χέρια τους και στη συνέχεια τον κομμουνισμό και όχι οι αγώνες: με τίποτα! Είναι απαραίτητο να βρίσκεται κανείς μέσα στο επαναστατικό κίνημα, να διασπά τη γραμμικότητά του, να το κατευθύνει προς άλλους σκοπούς. Πρέπει να πηδάμε πάνω από τα στάδια της ανάπτυξης, να ανατρέπουμε τη ισχύ του πιθανού ενάντια στη μιζέρια της αντικειμενικότητας. Μόνο με αυτόν τον τρόπο μπορεί να γίνει η επανάσταση, να κάνουμε την επανάσταση εναντίον του Κεφαλαίου, σπάζοντας τον φαύλο κύκλο του Μαρξ.

Διότι οι επαναστάτες – αυτή είναι η μεγάλη λενινιστική διδασκαλία – πρέπει πάντα να είναι προετοιμασμένοι για την περίσταση, χωρίς να σκέφτονται ότι αυτή θα πέσει από τον ουρανό και ότι ξεπερνά την ουσιαστικότητα της ιστορικής δυναμικής, της οργανωτικής συνέχειας και του υπομονετικού χτισίματος των σχέσεων ισχύος, της ισορροπίας δυνάμεων. Το θέμα είναι να δημιουργούν με μεθοδικότητα τις προϋποθέσεις της δυνατότητας να κατακτήσουν την ευκαιρία, την περίσταση, να την αρπάξουν. Είναι επομένως θέμα σκέψης της σχέσης μεταξύ διεργασίας και γεγονότος, δηλαδή της διάρκειας και του άλματος, με έναν εντελώς διαφορετικό τρόπο, υποθέτοντας ότι η απλή συνέχεια της διαδικασίας χωρίς την ασυνέχεια του γεγονότος οδηγεί στον αντικειμενισμό, ενώ η καθαρή ασυνέχεια του γεγονότος χωρίς τη συνέχεια της διαδικασίας οδηγεί στον ιδεαλισμό. Αυτός είναι ο τρόπος με τον οποίο ο μπολσεβίκος ηγέτης έθεσε τη βούληση που είχε κληρονομήσει από τους επαναστάτες λαϊκιστές στα πόδια του ιστορικού υλισμού, και αφαίρεσε τον ιστορικό υλισμό του Μαρξ από το κλουβί του αντικειμενισμού.

Αν πρέπει να ξεχάσουμε τον Λένιν των λενινιστών, έτσι πρέπει να ξεχάσουμε τον Λένιν των αντιλενινιστών, που τελικά είναι ο ίδιος. Επειδή και οι δύο μειώνουν τον μπολσεβίκικο ηγέτη σε αυτό που δεν υπήρξε ποτέ, δηλαδή, μια γκρίζα λειτουργία της οργάνωσης. Ξεχνώντας ότι στην οργάνωση του ο Λένιν θα είναι σχεδόν πάντα στη μειονότητα, επειδή κατά βάθος ένας επαναστάτης είναι πάντα φορέας μιας μειοψηφικής γραμμής, μιας μειοψηφίας μη μειοψηφικής, δηλαδή ιδεολογικής και μαρτυρίας μιας περιθωριακής ταυτότητας, μιας μειοψηφίας με ηγεμονική αποστολή, προδιάθεση. Πρέπει να ονειρευόμαστε;, ρωτά περιφρονητικά μπροστά στην κεντρική επιτροπή του κόμματος, και απαντάει: ναι, πρέπει να ονειρευόμαστε, γιατί όταν υπάρχει αντίθεση μεταξύ ονείρου και πραγματικότητας, όταν ενεργούμε υλιστικά με επιμονή και με πυγμή για να υλοποιήσουμε το όνειρό μας, όταν υπάρχει επαφή μεταξύ του ονείρου και της ζωής, όλα πάνε προς το καλύτερο. Από όνειρα αυτού του είδους, καταλήγει, δυστυχώς υπάρχουν πολύ λίγα στο κίνημα μας. Έτσι, χθες όπως σήμερα, πρέπει να ξανακερδίσουμε την ικανότητα να ονειρευόμαστε και να δίνουμε οργανωμένη μορφή στο όνειρο, αυτό είναι πάνω απ ‘όλα το Τι να κάνουμε; του Λένιν. Με όλο τον σεβασμό προς τους λενινιστές εξελικτές και τους αντι-λενινιστές desideranti, της επιθυμίας. Και αυτός είναι ο Λένιν που – σε ένα είδος «αλκουατισμού», “alquatismo” πριν από την εποχή του, ante-litteram – συνεχώς επικρίνει τόσο τη λατρεία της αμεσότητας όσο και το φετίχ της οργάνωσης. Ο αυθορμητισμός δεν είναι πάντα καλός και δεν είναι πάντα κακός, υπάρχουν στιγμές που είναι προχωρημένες και στιγμές που πρέπει να περιμένει, είναι οπισθοδρομικός. Στις φάσεις του αγώνα ή της εξέγερσης, συχνά είναι ο αυθορμητισμός που επιβάλλει ένα επιθετικό έδαφος ενώ η οργάνωση στέκεται πίσω, είναι οπισθοδρομική και πρέπει να την ξανασκεφτούμε σε αυτό το ύψος, μέσα σε αυτό το έδαφος. Σε άλλες φάσεις ο αυθορμητισμός αναδιπλώνεται ή διαμορφώνεται από την τάξη του εχθρικού λόγου: η οργάνωση πρέπει να ξανανοίξει το δρόμο προς την ανταγωνιστική του ανάπτυξη.

Αυτός είναι περίπου ο Λένιν, ο οποίος, με διάφορες μορφές, αναδύθηκε από τα καλύτερα σημεία του εργατισμού (τα 33 μαθήματα, 33 lezioni του Toni Negri είναι σίγουρα ένα από τα βιβλία αναφοράς). Ο περιορισμός είναι ότι αυτή η σημαντική προσπάθεια να οδηγηθεί η μέθοδος του Λένιν πέρα από τον Λένιν δεν συνδυάστηκε με ένα επαρκές οργανωτικό σχέδιο επανεπινόησης. Έτσι συχνά καταλήξαμε να επαναλαμβάνουμε αυτό που δεν επαναλαμβάνονταν, δηλαδή τις συγκεκριμένες λύσεις που δόθηκαν από τον Λένιν. Και αντιμέτωποι με την αναπόφευκτη αποτυχία τους, μετακινήσαμε και απομακρύναμε τα πάντα επίκαιρα προβλήματα που τέθηκαν από τον Λένιν στην μεταβαλλόμενη σχέση ανάμεσα στην ταξική σύνθεση και τις μορφές της επαναστατικής οργάνωσης.

Μια τελευταία ερώτηση: πώς, σήμερα, να μελετήσουμε το παρελθόν για να τροποποιήσουμε το παρόν ή, για να το πούμε διαφορετικά, να παράγουμε θεωρία με σκοπό να οργανώσουμε τους αγώνες;

Συμπερασματικά, συνεχίζοντας αυτό που έλεγα, θα ήθελα να διευκρινιστεί επί πλέον κάτι. Το παρελθόν ποτέ δεν μας δίνει το τι να κάνουμε με το παρόν. Αντίθετα μας παραδίδει τα λάθη που δεν πρέπει να επαναληφθούν, τα όρια που πρέπει να ξεπεραστούν, τα πλούτη που πρέπει να επανεπινοηθούν. Μας παραδίδει ερωτήματα, όχι απαντήσεις. Και μας παραδίδει αυτό για το οποίο πρέπει να εκδικηθούμε. Αλλά το πώς, αυτό είναι μέρος της προσπάθειας και των διαδρομών κάθε αγωνιστικής γενιάς. Επομένως, αν θέλουμε να οικειοποιηθούμε μια πολιτική κληρονομιά, δεν πρέπει να την γιορτάζουμε μετατρέποντάς την σε άδεια ταυτότητα που να αφορά την διαθήκη: πρέπει να την αναφλέξουμε, μετατρέποντας της σε όπλο ενάντια στο παρόν. Αλλιώς είναι άχρηστη. Ο εργατισμός, και ο Μαρξ ή ο Λένιν, είναι για εμάς ένα στυλ και μια πολιτική μέθοδο της δικής μας πλευράς, δεν είναι εκείνοι της ακαδημαϊκής φιλολογίας ή του κατηχητικού μετα-εργατισμού, μαρξιστής και λενινιστής, εκείνους μπορούμε να τους πετάξουμε στη θάλασσα χωρίς δάκρυα. Εν ολίγοις, το πρόβλημα για τον αγωνιστή είναι να οικειοποιείται την παράδοση χωρίς λατρευτικές τελετές, χωρίς λατρείες και χωρίς να την υποστασιοποιεί: επανεξεξετάζοντας τον πλούτο, ασκώντας κριτική στα όρια, υπερβαίνοντας όσα δεν μπορούν να χρησιμοποιηθούν. Έτσι έκανε ο Λένιν με τον Μαρξ (αλλά και με τους επαναστάτες λαϊκιστές), έτσι έκαναν οι εργατιστές με τον Μαρξ και τον Λένιν, έτσι πρέπει να κάνουμε εμείς. Και επίσης οικειοποιούμενοι αυτά που είναι χρήσιμα από τη σκέψη των εχθρών: για να το πούμε με τον Τρόντι, όντως, ένας μεγάλος αντιδραστικός είναι καλύτερος από έναν μικρό επαναστάτη.

Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο είναι ένα πρόβλημα το ότι σε διεθνές επίπεδο ο εργατισμός περιορίζεται στον μετα-εργατισμό, και πάνω απ ‘όλα στο Negri της Αυτοκρατορίας. Όχι, δεν είναι ζήτημα πνευματικής ιδιοκτησίας ή brand: τις διαμάχες επί της συμβολαιογραφικής κληρονομιάς τις αφήνουμε στους συγγενείς των νεκρών, σε εμάς ενδιαφέρει η πολιτική χρησιμότητα. Και είναι ακριβώς αυτή η μείωση που στερεί πολλούς αγωνιστές από τη δυνατότητα να εξερευνήσουν τη βυθισμένη Ατλαντίδα από φιγούρες όπως ο Alquati, να χρησιμοποιήσουν δηλαδή όπλα που είναι σήμερα καταραμένα απαραίτητα.

Συνολικά, αυτή η επαναστατική μέθοδος μας διδάσκει ότι πρέπει να μελετήσουμε αυτό που θέλουμε να καταστρέψουμε: τον καπιταλισμό, και το κεφάλαιο που ενσαρκώνεται σε μας. Εκείνοι που ερωτεύονται το αντικείμενο της ανάλυσης τους, προκειμένου να αναπαραγάγουν τους ρόλους που απέκτησαν σε αυτήν την κοινωνία, εγκαταλείπουν την στράτευση και κινούνται στο εχθρικό στρατόπεδο. Δεν αξίζει ούτε καν να αναφερθούμε σε προδοσία, είναι απλώς η αδυναμία να σπάσουν το διαχωρισμό της κατάστασης τους. Επιλέγει τον μοναχικό-ατομικό δρόμο, θα πεθάνει μόνος του. Αυτό που διακρίνει τον αγωνιστή είναι το μίσος γι αυτό που μελετά. Στον μαχητή χρειάζεται μίσος για να παράξει γνώση. Πολύ μίσος, να μελετήσει λεπτομερώς, σε βάθος αυτό που μισεί περισσότερο. Η αγωνιστική δημιουργικότητα είναι πάνω απ ‘όλα επιστήμη της καταστροφής. Ως εκ τούτου, η πολιτική πρακτική είναι έγκυος θεωρίας, ή δεν είναι. Πρέπει να μελετήσουμε για να δράσουμε, πρέπει να δράσουμε για να μελετήσουμε. Να κάνουμε και τα δύο πράγματα μαζί. Τώρα περισσότερο από ποτέ, αυτό είναι το πολιτικό καθήκον.

Και είναι αναγκαία η κατάρτιση στη μέθοδο: είναι εδώ η που υποκειμενικότητα χτίζεται με σκληρό και μη εφήμερο τρόπο, αποκτώντας έναν μη τυποποιημένο τρόπο σκέψης και συλλογισμού, ικανό συνεπώς να κατασκευάσει αυτόνομα κατάλληλες απαντήσεις σε διαφορετικές καταστάσεις, ικανές να τροποποιήσουν με ευελιξία τις υποθέσεις και τις συμπεριφορές. ξεκινώντας από την ακαμψία των συλλογικών σκοπών.Μέθοδος κοινής συλλογιστικής, αλλαγής και αμφισβήτησης των συγκεκριμένων διαδικασιών μέσω των οποίων εκφράζεται αυτή η μέθοδος: αυτό είναι το πρόβλημα της αυτόνομης εκπαίδευσης, η οποία δεν μπορεί να ανατεθεί μόνο στα άτομα, αλλά πρέπει να οργανωθεί συλλογικά.

Εκπαίδευση για τι πράγμα; Για να ξανακερδίσουμε την ικανότητα να στοιχηματίζουμε. Ναι, ποντάρουμε, στοιχηματίζουμε. Ένα υλιστικό στοίχημα, ένα επαναστατικό στοίχημα. Να στοιχηματίζουμε επάνω στη δυνατότητα μετατροπής της καπιταλιστικής κρίσης σε επαναστατική κρίση, και ακόμη και νωρίτερα, να μετατρέπουμε την κρίση της υποκειμενικότητας στο επείγον ενός άλματος προς τα εμπρός. Δεν πιθηκίζουμε εκείνο που υπήρξε, θα ήταν γκροτέσκο: το μελετάμε, για να το λυγίσουμε στα προβλήματά μας. Η αυτονομία είναι πράγματι η διαρκής διαθεσιμότητα να υπονομεύουμε αυτό που υπάρχει για να καταστρέφουμε και να ανατρέπουμε το υπάρχον. Είναι η κατασκευή μιας συλλογικής προοπτικής ισχύος και δυνατότητας ξεκινώντας από την απελευθέρωση και τη ριζική μεταμόρφωση των στοιχείων του παρόντος. Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο η αυτονομία ζει μέσα την επαναστατική μέθοδο, όχι με τα λογότυπα του ανταγωνιστικού merchandising. Να τολμήσουμε να στοιχηματίσουμε λοιπόν, να τολμήσουμε να δράσουμε, να τολμήσουμε να κάνουμε την επανάσταση. Μήπως αυτός δεν είναι ο λόγος για τον οποίο ζούμε;

 

1]. διετρολογία  – Στην πολιτική και δημοσιογραφική γλώσσα δείχνει, με πολεμικό τόνο,, την τάση, των λεγόμενων διετρολόγων, να αποδίδουν στα γεγονότα της δημόσιας ζωής αιτίες διαφορετικές από εκείνες τις δηλωμένες ή προφανείς, συχνά υποθέτοντας μυστικούς λόγους και αιτιάσεις, με την αξίωση ότι γνωρίζουν τι πραγματικά «στέκεται πίσω» σε κάθε μεμονωμένο γεγονός.

αυτονομία, autonomia

Απ’ τα παγκάκια στους κοινωνικούς κύκλους.

Αποτέλεσμα εικόνας για centro sociale macondo, anni '70

Τα πρώτα γεγονότα πραγματοποιούνται στο Μιλάνο μεταξύ 1975 και 1976, όταν μεγάλα νεανικά στρώματα των ακραίων προαστίων της μητρόπολης δίνουν αυθόρμητα ζωή σε αυθεντικές μορφές συνάθροισης ξεκινώντας από την κριτική της μιζέριας του παρόντος τους, της ζωής τους: η κατάσταση μαθητών για μερικούς, ανέργων για άλλους , εκείνη των επισφαλών εργαζομένων και χαμηλά αμοιβομένων για τους περισσότερους. Για όλους, αδιακρίτως υπάρχει το πρόβλημα του «ελεύθερου χρόνου», ενός χρόνου που ζούσαν σαν αναγκαστική υποχρέωση στο κενό, πλήξη, αποξένωση. «Μπροστά από το σιδηροδρομικό σταθμό Limbiate, ενδοχώρα, μιλανέζικη hinterland, υπάρχουν κάποια παγκάκια. «Τα παγκάκια έχουν πλέον τα χρώματα των τζιν μας», είπε ο Vincenzo σε περίπου είκοσι νεαρούς που για χρόνια, μέρα με τη μέρα, περιμένοντας να δουλέψουν ή μετά την δουλειά, συγκεντρώνονταν στην πλατειούλα. Ακόμη και τα παγκάκια κουράστηκαν να μας ανέχονται, από τα μπαρ μας κυνηγούσαν, μας έδιωχναν γιατί ήμασταν μακρυμάλληδες, φτιαγμένοι, αλλά κυρίως επειδή δεν καταναλώναμε πολύ […] Τότε προτιμούσες να μείνεις στο κρύο, στα παγκάκια, αλλά τουλάχιστον μπορούσες να μιλήσεις για τον εαυτό σου, για τα προβλήματα σου, να βρεις αλληλεγγύη στο πως αισθάνεσαι. Δεν ξέρω αν είναι σωστό να αποκαλούμε αυτοσυνειδησία αυτό που ζούσαμε στα παγκάκια, γεγονός είναι ότι τώρα τα παγκάκια δεν ήταν πλέον αρκετά επειδή υπήρχαν όλο και περισσότεροι »οτιδήποτε» νεαροί που συναντιόντουσαν εκεί, όχι πλέον μόνο για τα ναρκωτικά. Αργά, ωρίμασε η επιθυμία να κάνουμε κάτι περισσότερο, επιτέλους κάτι τις: είμαστε πολύ νέοι για να αποδεχτούμε να σαπίσουμε» (2).

Αποτέλεσμα εικόνας για centri sociali anni '70

Ξεκινώντας από τη συλλογική αμφισβήτηση αυτών των υλικών συνθηκών ζωής, σχηματίζονται τους Κύκλους του νεανικού προλεταριάτου, τα οποία, μέσα σε λίγους μήνες, προωθούν δεκάδες και δεκάδες καταλήψεις, ακόμη και στην καρδιά του Μιλάνο, κτιρίων (παλαιά εγκαταλελειμμένα εργοστάσια, βεβηλωμένες εκκλησίες, βίλες, διαμερίσματα, κενές κατοικίες, κλπ.), για να χρησιμοποιηθούν ως κοινωνικά κέντρα.Η μεγάλη συμμετοχή ζωντανεύει την κοινωνική ζωή αυτών των κατηλειμμένων χώρων όπου διεξάγονται πρωτοβουλίες επάνω στα θέματα της νεανικής κατάστασης. Για να δημοσιοποιήσουν τις πρωτοβουλίες χρησιμοποιούν τα κλασικά εργαλεία των μικρών εφημερίδων, των φυλλαδίων, των αφισών, επιννοώντας όμως τα γραφικά, τα χρώματα, την σελιδοποίηση, αντλώντας έμπνευση κυρίως από τα ιστορικά μοντέλα του underground δημιουργικού τύπου. «Η κατάσταση στην οποία ζούμε εμείς οι νέοι επιδεινώνεται ολοένα και περισσότερο από την πρόοδο της κρίσης που τα αφεντικά επιβάλλουν στους προλετάριους με την ακρίβεια και την ανεργία, συνεπώς μειώνονται ολοένα και περισσότερες οι ευκαιρίες για την εξεύρεση εργασίας για ένα νέο άτομο: «Είναι όλο και πιο δύσκολο για έναν νεαρό να αποφασίσει να διαχειριστεί τη ζωή του αυτόνομα, να πάει να ζήσει έξω από το σπίτι».»

Αποτέλεσμα εικόνας για centri sociali anni '70

Ζώντας στα γκέτο, αποδεχόμενοι παθητικά την αποξένωση που μας προσφέρει η ζωή σε αυτή την πόλη, όντες περιθωριοποιημένοι και διαχωρισμένοι από την οργάνωση της ζωής εξαιτίας της έλλειψης θέσης εργασίας, ενός χώρου όπου να οργανωθούμε και να αγωνιστούμε για τις ανάγκες μας, αυτό μας αναγκάζει να δεχτούμε μια σκατένια δουλειά, να μην έχουμε σπίτι και να μην έχουμε εναλλακτικές λύσεις για τον ελεύθερο χρόνο μας, για άλλη μια φορά είναι παθητικότητα […]. «Λέμε ότι η κατάσταση αυτή μπορεί και πρέπει να τελειώσει, θέλουμε το δικαίωμα να οργανώσουμε τη ζωή μας αυτόνομα, να επιλέξουμε την ευτυχία μας. «Πολλοί από εμάς αρνήθηκαν να φτιάξουν οικογένεια, έχουν αρνηθεί τoν εκβιασμό των αφεντικών: αν δεν παντρευτείς δεν έχεις δικαίωμα σε σπίτι». Οι ιδιοκτήτες των σπιτιών δεν θέλουν να νοικιάσουν σε εκείνους που δεν έχουν τις ηθικές εγγυήσεις της οικογένειας. » Σε αυτό να προσθέσουμε το κόστος των ενοικίων: εμείς δεν είμαστε σε θέση να πληρώσουμε τα ενοίκια ληστείας που μας επιβάλλονται. Επειδή δεν θέλουμε να ζήσουμε σε έναν κλειστό και ατομικιστή κόσμο, όπου δεν αμφισβητείται ποτέ ο τρόπος με τον οποίο ζούμε την ιδιωτική μας ζωή, αρνούμαστε τον διαχωρισμό μεταξύ της ιδιωτικής ζωής και της έξω ζωής. «

Σχετική εικόνα

Αυτός ο κόσμος μας αρνείται την ασφάλεια από τη γέννησή μας, αναγκάζοντας μας σε συμπεριφορές και πρότυπα συμπεριφοράς που δεν είναι δικά μας, αυτό δημιουργεί μια ψευδή συνύπαρξη, με βάση συναισθηματικούς εκβιασμούς, συναισθήματα ενοχής, σχετικά με την ιδιοκτησία, σχετικά με την άρνηση της αυτονομίας του ατόμου. «Το κίνημα του νεανικού προλεταριάτου, που γεννήθηκε από την ανάγκη να έχουμε χώρους συνάντησης όπου να κουβεντιάζουμε και να οργανωνόμαστε για να να διαχειριζόμαστε με διαφορετικό τρόπο τον ελεύθερο χρόνο μας, έχει την ανάγκη να προχωρήσει περισσότερο, να πει πράγματα σχετικά με την δουλειά, σχετικά με την οικογένεια, σχετικά με τους άλλους. Πρέπει να δημιουργήσουμε την οργάνωσή μας, να γίνουμε ένα κοινωνικό στρώμα συμπαγές και που εκφράζει την ανάγκη του κομμουνισμού που ήδη σήμερα είναι παρόντας και εκφράζεται στους εργατικούς αγώνες, αυτούς των στρατιωτών, των οργανωμένων ανέργων, στο κίνημα των γυναικών, που προτείνει ήδη σήμερα ένα διαφορετικό τρόπο να διαπλάθει τη σχέση μεταξύ του άνδρα και της γυναίκας, ανάμεσα στον άνθρωπο και τη φύση, ανάμεσα στην ιδιωτική ζωή και την κοινωνική ζωή, την εργασία, τον ελεύθερο χρόνο. «Να βγούμε από την κρίση δεν σημαίνει να «σφίξουμε το ζωνάρι», αλλά να τελειώνουμε με τον παρόντα τρόπο ζωής και εργασίας. Μέσα σε αυτούς τους τελευταίους μήνες έχουμε καταλάβει σπίτια ακατοίκητα για χρόνια, διαχειριστήκαμε αυτές τις καταλήψεις, οι οποίες είναι ήδη πέντε στο Μιλάνο, με τους άλλους συντρόφους που αποφάσισαν αυθόρμητα να πουν φθάνει, αρκετά με την απομόνωση. «

Αποτέλεσμα εικόνας για centri sociali anni '70

Θέλουμε να ζούμε με διαφορετικό τρόπο από αυτόν της οικογένειας, με αυτόνομο τρόπο, δεν θέλουμε, ωστόσο, οι σχέσεις «κοινότητας» εντός των κατειλημμένων σπιτιών να αναπαράγουν ρόλους παρόμοιους με αυτούς της οικογένειας, θέλουμε να αρχίσουμε να ζούμε τις ζωές μας, με όλες τις αντιφάσεις που οι επιλογές μας μας προκαλούν, αλλά εξακολουθούμε να θέλουμε εμείς. «Το κίνημα καταλήψεων των νέων προλετάριων μόλις αρχίζει, για να κερδίσουμε και να αποκτήσουμε το δικαίωμα στη στέγαση, και για μας πρέπει να διευρυνθεί και να γίνει ένας μαζικός αγώνας, αυτό θα μας επιτρέψει επίσης να ανοίξουμε τη συζήτηση επάνω σε όλες τις άλλες ανάγκες που ζουν οι νέοι και θα κάνει την οργάνωση των νέων να γεννηθεί επάνω σε ένα πρόγραμμα και σε πιο διαρθρωμένους στόχους, γι ‘αυτό καλούμε άμεσα όλους τους συντρόφους και τις συντρόφισσες να έρθουν στα κατεχόμενα σπίτια, όπου μεταξύ των άλλων ετοιμάζουμε λίστες αναμονής για να κάνουμε και άλλες καταλήψεις » (3).

Αποτέλεσμα εικόνας για centri sociali anni '70

Οι Κύκλοι του νεανικού προλεταριάτου βρίσκουν άμεσα μια σημαντική οργανωτική στήριξη σε ήδη εδραιωμένες πολιτικές και πολιτιστικές δομές. Το δίκτυο του «Re Nudo» ακολουθεί από τη γέννηση του την άνθιση αυτού του κινήματος που στηρίζει τη δράση του στον «νέο τρόπο να κάνεις την πολιτική» που εκπροσωπείται με τον καλύτερο τρόπο από το σύνθημα «το προσωπικό είναι πολιτικό», γι ‘αυτό το λόγο το «Re Nudo» θα δει στις πρωτοβουλίες των Κύκλων την συγκεκριμένη υλοποίηση της σχεδόν δεκαετούς αντιπολιτιστικής του στράτευσης.Αποτέλεσμα εικόνας για centri sociali anni '70

Και οι πολιτικές δομές της Lotta continua, σε κρίση μετά την επίσημη διάλυση της οργάνωσης που επικυρώθηκε στο συνέδριο του Ρίμινι του προηγούμενου χρόνου, θα προσφέρουν στα Circoli, εκτός από μια οργανωτική «υπηρεσία», και ένα σημαντικό αριθμό από τους νεότερους αγωνιστές της, τους περισσότερο απογοητευμένους από την πολιτική εμπειρία που έζησαν με κριτήρια κομματίστικα. Στην πρώτη φάση θεμελίωσης των Κύκλων ακολουθεί εκείνη του συντονισμού όλων των εμπειριών, με την ανακάλυψη ότι συνιστούν μια πολιτική και κοινωνική δύναμη και ότι μπορούν να την ασκούν. Ο συντονισμός προσφέρει την ευκαιρία σε εκατοντάδες νέους να ξεκινήσουν τις πρώτες θεωρητικές και ιδεολογικές συζητήσεις σχετικά με το πρόβλημα της σχέσης με την εργασία, με τη χρήση των ναρκωτικών, τη χρήση του ελεύθερου χρόνου, τη σχέση με την πολιτική οργάνωση και επομένως με το πρόγραμμα πρωτοβουλιών και τις κατάλληλες μορφές αγώνα για την επίτευξη των στόχων.Περιλαμβάνει συζήτηση για το πώς διαχειρίζεται ένας κατεχόμενο κατειλημμένος χώρος, πώς να διαχειριστούν τη σχέση με τη γειτονιά στην οποία είναι εισηγμένος, ποια όργανα πρέπει να δώσουν στους εαυτούς τους για υπερασπιστούν από την εκδίωξη της αστυνομίας κ.ο.κ. Μια πολεμική σφιχτή, λεπτομερής που διεξήχθη κατά της εξωκοινοβουλευτικής κουλτούρας, που θεωρήθηκε ανεπαρκής για την προώθηση της μαζικής συσσωμάτωσης, συνάθροισης των νεαρών προλετάριων.

Αποτέλεσμα εικόνας για centri sociali anni '70

Η κοινωνική σύνθεση των Κύκλων περιλαμβάνει μια πλειοψηφία νεαρών εργατών, μαθητευομένων, υπαλλήλων στα μικρά εργοστάσια της hinterland και μια μειοψηφία ανέργων και φοιτητών των επαγγελματικών σχολών. Οι γυναίκες είναι λίγες, επειδή στα γκέτο της ενδοχώρας και στις προλεταριακές οικογένειες συναντούν συχνά ανυπέρβλητα εμπόδια, ακόμη και για το απλό πρόβλημα της δυνατότητας να βγαίνουν από το σπίτι τη νύχτα. Σε αυτή την πρώτη περίοδο, οι νέοι των Κύκλων ξεχύνονται από τα προάστια στο κέντρο όχι πλέον σε μπάντες ή μικρές ομάδες για να συχνάζουν στις γωνιές των πλατειών, στους κήπους, στα μπαρ της κακιάς ώρας, στους κινηματογράφους τρίτης προβολής και τις ντίσκο, αλλά να παίξουν μουσική και να χορεύουν μαζικά, να συγκρουστούν και να διεκδικήσουν το δικαίωμά τους να συναντιούνται και να γιορτάζουν. Και τα κυριακάτικα πάρτι σε αυτή την πρώτη περίοδο γίνονται η ευκαιρία για τη μεγάλη συγκέντρωση των εντάσεων στην «επανοικειοποίηση της ζωής». Κατά τη διάρκεια αυτών των συγκεντρώσεων συχνά ξεσπούν ταραχές και συγκρούσεις με την αστυνομία, και αρχίζουν να ασκούνται ολοένα και πιο σαφείς μορφές επανοικειοποίησης των αγαθών, των εμπορευμάτων με απαλλοτριώσεις καταστημάτων πολυτελείας και ειδών διατροφής.

Σχετική εικόνα

Οι εφημερίδες και οι πολιτικές δυνάμεις δεν μπορούν πλέον να αγνοούν το φαινόμενο που ήδη έχει φθάσει σε μαζικές διαστάσεις, αλλά εξακολουθεί να διατηρείτε στις θέσεις τους μια απόλυτη έλλειψη κατανόησης των λόγων, των αιτιών του φαινομένου και αυτό που κυριαρχεί είναι η δαιμονοποίηση και η πρόσκληση στην ποινικοποίηση. Εν τω μεταξύ, οι Κύκλοι διαχέουν το πρόγραμμά τους «Να εξεγειρόμαστε, είναι η ώρα; Ναι» (4):

«Είμαστε απαλλοτριωμένοι από τα πάντα, λυγισμένοι στη χειρότερη δουλεία της μισθωτής εργασίας, ή καταδικασμένοι να παραμείνουμε εκτός αυτής με αντίτιμο την πιο ταπεινωτική υλική μιζέρια και ανθρώπινη αποσύνθεση». Η ζωή μας καταπίνεται από 8-10 ώρες καθημερινής εκμετάλλευσης, ο ελεύθερος χρόνος καθίσταται μονάχα ένα αδυσώπητο γκέτο, μέσα στην απελπισμένη αναζήτηση απόδρασης. Είμαστε υποχρεωμένοι να αισθανόμαστε άχρηστοι σε αυτήν την κοινωνία που καταστρέφει τις κοινωνικές σχέσεις, τις ανθρώπινες σχέσεις. Πως μπορούμε να μην θέλουμε τα πάντα; να είμαστε εμείς κύριοι της ζωής μας, του παρόντος και του μέλλοντος;   Να θέλουμε να είμαστε εμείς να αποφασίζουμε για την εκπαίδευση του σώματός μας, των αισθήσεων και του νου; Να θέλουμε να είμαστε εμείς να αποφασίζουμε για την εργασία μας, πόσο – τι – πώς να δουλέψουμε; «Γι ‘αυτό λέμε ότι θέλουμε τα πάντα!» Γι αυτό λέμε πως η ώρα της εξέγερσης είναι τώρα! Κάνουμε τις γιορτές μας γιατί θέλουμε να διασκεδάζουμε, να είμαστε μαζί, να επιβεβαιώνουμε το δικαίωμα στη ζωή, στην ευτυχία, σε ένα νέο τρόπο να είμαστε μαζί. «Καταλαμβάνουμε τα κτίρια γιατί θέλουμε να έχουμε χώρους συνάντησης , συζήτησης, για να παίζουμε μουσική, να κάνουμε θέατρο, να επινοούμε, να έχουμε έναν συγκεκριμένο εναλλακτικό χώρο στην οικογενειακή ζωή. «Κάνουμε τις περιπολίες για να υπερασπιστούμε τους μαθητευόμενους από την υπερβολική εκμετάλλευση, να αποτρέψουμε την διακίνηση της ηρωίνης, να εξαλείψουμε τους φασίστες». Κάνουμε αυτογνωσία για να γνωριστούμε καλύτερα, να αντιμετωπίζουμε πολιτικά συλλογικά τα ατομικά και προσωπικά μας προβλήματα. «Κάνουμε τις συνελεύσεις για το πρόβλημα της ηρωίνης, γιατί θέλουμε να οικοδομήσουμε μαζί με εκείνους που τρυπιούνται μια εναλλακτική λύση ζωής και όχι θανάτου, και να σαρώσουμε, να διώξουμε τους φασίστες και τους μαφιόζους που διακινούν για χρήματα. «Αγωνιζόμαστε και απεργούμε στα εργοστάσια επειδή θέλουμε να δουλεύουμε λιγότερο και καλύτερα, δηλαδή με τη δύναμη, την εξουσία στα χέρια μας. Αυτά είναι τα συγκεκριμένα πράγματα που εκφράζει το κίνημά μας. Αυτή είναι η επιθυμία μας για κομμουνισμό, δηλαδή ψωμί και τριαντάφυλλα. » Νέοι ίσον εγκληματίες, παραβατικοί.

Αποτέλεσμα εικόνας για centri sociali anni '70

«Οι αστικές εφημερίδες μας λένε:« δεν έχετε όρεξη να δουλέψετε, είστε φτιαγμένοι, είστε εγκληματίες, βίαιοι, ευκόλων ηθών, νεαροί χίπις και φεμινίστριες αντάρτισσες ». Ας εξετάσουμε αυτές τις κατηγορίες μία προς μία. «Μα πήγαινε να βγάλεις το σχολείο, το πανεπιστήμιο! »Έτσι μας λένε πάντα, είτε εργαζόμαστε είτε είμαστε άνεργοι». Στην πραγματικότητα, συμφωνούμε με εκείνο τον αμερικανό εργάτη που σε μια συνέντευξη έλεγε: «Αν ένα πρωί σηκωθώ με την επιθυμία να δουλέψω, θα πήγαινα κατευθείαν στον ψυχολόγο …».   Στην πραγματικότητα, για το λόγο αυτό υπάρχει το φαινόμενο της απουσίας και επίσης και της απεργίας. «Η δουλειά, αφηρημένα, αλλά και συγκεκριμένα, δεν είναι ωραία, είναι απλά μια δυσάρεστη αναγκαιότητα, αλλά ακόμη και αυτή η αναγκαιότητα πέφτει επάνω μας βαριά από τα αφεντικά, ζυγίζει τόνους, δεδομένου ότι οι νέοι εξακολουθούμε να κάνουμε τις ζωές των πατέρων μας, οκτώ ώρες στην αλυσίδα ή στο γραφείο, πάντα αναγκασμένοι να αναφερόμαστε σε έναν αρχηγό, με την προοπτική για εμάς τους νέους να μας καταπιέζουν και να μας εκμεταλλεύονται για όλη μας τη ζωή ». Συνεπώς πως είναι δυνατόν να θέλουμε να δουλεύουμε;

Αποτέλεσμα εικόνας για centri sociali del proletariato giovanile anni '70 Η είσοδος του Κοινωνικού Κύκλου Leoncavallo στο Milano, στην via Leoncavallo

Χρειάζεται μεγάλη προσπάθεια και μόνο η ιδέα ότι είμαστε εμείς να αποφασίζουμε πώς, πόσο, και τι να εργαστούμε θα μπορούσε να επιτύχει κάποια αποτελέσματα. Η πρόσκληση για θυσίες και το νέο μοντέλο ανάπτυξης ή εκμετάλλευσης δεν θα πετύχει δίχως άλλο». Η κατηγορία ότι δεν έχουμε όρεξη να δουλέψουμε, όταν γίνεται από τους αστούς είναι μόνο μια μεγάλη υποκρισία. «Φτιαγμένοι; «Εδώ πρέπει να διακρίνουμε, να ξεχωρίσουμε. Για τους νέους που πεθαίνουν από ηρωίνη, έχουμε λοιπόν ακριβείς κατηγορίες. Η διεθνής διακίνηση της ηρωίνης βρίσκεται στα χέρια της CIA και της μεγάλης μαφίας (που καλύπτεται από την χριστιανοδημοκρατία D.C.). Η ηρωίνη είναι ένα προϊόν του καπιταλισμού: δεν είναι τυχαίο ότι η μέγιστη διάδοσή της είναι στις ΗΠΑ, δηλαδή στην πιο ανεπτυγμένη αστική κοινωνία. Η μόνη προοπτική που μπορεί να δώσει ο καπιταλισμός στους νέους είναι ο θάνατος της επιθυμίας για ζωή, η υποταγή , η αυτοκαταστροφή για όσους δεν »ενσωματώνονται» ή οι ιμπεριαλιστικοί πόλεμοι. «Στην Ιταλία, η διακίνηση της ηρωίνης διευθύνεται από τη συνδυασμένη μαφία φασίστες που βρήκαν έναν πολύ κυνικό τρόπο να αυξάνουν το κεφάλαιο και να κάνουν να σιωπούν αυτοί που επαναστατούν και εξεγείρονται μεμονωμένα, ατομικά.

Αποτέλεσμα εικόνας για centri sociali anni '70

Ποιος είναι υπεύθυνος για την ανθρώπινη, υλική και πολιτιστική αποσύνθεση των νέων; Ή τρώς τη σούπα (συμμόρφωση, κομφορμισμός, υπερεκμετάλλευση, ανεργία, μοναξιά) ή πηδάς απ’ το παράθυρο: αυτός είναι ο νόμος που επιβάλλουν στους νέους. Ποιες είναι οι αξίες της ζωής και της επικοινωνίας που προσφέρει η μπουρζουαζία; Η μοναξιά, η πλήξη, ο επίπεδος καταναλωτισμός, το να είσαι κοινωνικά άχρηστος, η απαλλοτρίωση των ατόμων και των μαζών από την κοινωνική, πολιτιστική, πολιτική ζωή! «Ποιος καθιστά εμπόρευμα το σώμα της γυναίκας, τις προσωπικές σχέσεις; Ποιος έχει οικοδομήσει μια κοινωνία εκατομμυρίων εξαρτημένων από ναρκωτικά, εξαρτημένων από ψυχοφάρμακα για να κοιμούνται μετά από οκτώ ώρες εκμετάλλευσης (ηρεμιστικά), εξαρτημένων από ψυχοφάρμακα για να έχουν την ενέργεια για να εργαστούν [τα διεγερτικά, τον ίδιο τον καφέ) εθισμένους στον καπνό για να ηρεμούν την νευρική ένταση των καθημερινών κοινωνικών και ανθρώπινων σχέσεων, εθισμένους στην τηλεόραση, εθισμένους στο αλκοόλ (εάν πίνεις δεν έχεις σκέψεις, πιες και θα σου περάσει); Ας προσπαθήσουμε να φανταστούμε το Μιλάνο ένα μήνα χωρίς αυτά τα ναρκωτικά … και όλο αυτό για την κοινωνία του κέρδους. «Η κατηγορία πως είμαστε ναρκομανείς αναφέρεται στη χρήση αβλαβών και ευχάριστων τσιγάρων ή τσαγιού από χασίς που μας κάνουν να επικοινωνούμε και « διώχνουν τις αναστολές » σαν ένα λίτρο κόκκινο κρασί barbera, ένα παιχνίδι, συνεπώς δεν μας «αγγίζει». Εγκληματίες; Παραβατικοί; «Αυτός που δεν έχει δουλειά, που δεν του φτάνουν τα χρήματα επειδή είναι λίγα, αυτός που δεν δέχεται αυτή τη σούπα, τη σούπα της σκλαβιάς της μισθωτής εργασίας και δεν έχει τη δύναμη να οργανωθεί συλλογικά και πολιτικά εναντίον των διαφόρων υπευθύνων, αυτός που για να αισθανθεί κάποιος μπορεί μόνο να κλέψει ή να τρυπηθεί, είναι πιθανό να αναζητήσει μια ατομική λύση και να γλιστρήσει στη αποκαλούμενη «παραβατικότητα, εγκληματικότητα». 

Σχετική εικόνα

Όμως, το έδαφος αυτής της επιλογής, που συχνά είναι αναγκαστική, η αστική τάξη το έχει οικοδομήσει και επιβάλει, δεν το έχουν επιλέξει οι προλετάριοι. Οι νέοι που καταλήγουν στη φυλακή για αρπαγές, για κατοχή μικρών δόσεων ναρκωτικών, κλοπές, δεν είναι εγκληματίες. Εγκληματίες για άλλη μια φορά είναι τα αφεντικά. «Βίαιοι;» Είμαστε βίαιοι; Ναι, έχουμε επάνω μας όλη τη βία στην οποία μας υποβάλλατε και μας υποβάλλετε κάθε μέρα. Έχουμε τη μνήμη των συντρόφων που σκοτώθηκαν από τους φασίστες, από την αστυνομία, των νεαρών που πέθαναν από την ηρωίνη που σκοτώθηκαν εν ψυχρώ για μια μικροκλοπή. Αλλά η βία για εμάς είναι στην καλύτερη περίπτωση ένα εργαλείο, δεν είναι η ουσία: είμαστε ειρηνικοί επειδή θέλουμε να ζήσουμε, αλλά δεν είμαστε ειρηνιστές γιατί έχουμε μάθει να γνωρίζουμε την εξουσία και το πώς την ασκεί η μπουρζουαζία. «Να οργανωθούμε.

Αποτέλεσμα εικόνας για centri sociali del proletariato giovanile anni '70

«Προτείνουμε στους νέους να οργανωθούν, να βγουν έξω από τα μπαρ και τις κουζίνες, και να κάνουν 10, 100, 1000 νεανικές λέσχες, 10, 100, 1000 γιορτές, 10, 100,1000 θεατρικές παραστάσεις στο δρόμο, 10, 100, 1000 στιγμές αυτοσυνειδησίας, να καταλάβουν 10, 100, 1000 διαμερίσματα και κτίρια, 10, 100, 1000 περιπολίες στις γειτονιές. «Να οργανωθούμε για να πάρουμε το παρόν και το μέλλον μας στα χέρια μας. »Γιορτές». Οι γιορτές, τα πάρτι, όπως το θέατρο, είναι σημαντικές στιγμές επικοινωνίας αν θέλουμε να επικοινωνήσουμε κάτι. Το νεανικό κίνημα στο Μιλάνο έχει μεγαλώσει και έχει βρει στιγμές ενότητας ακριβώς στις γιορτές. Γιορτές που δεν θέλουν να είναι μια εναλλακτική μερική χρήση του ελεύθερου χρόνου (δηλαδή ένας τρόπος για να καταστήσουμε το γκέτο της περιθωριοποίησης λίγο πιο ρόδινο), γιορτές που δεν θα πρέπει να είναι ένας έμμεσος τρόπος, ως εκ τούτου συμφεροντολογικός, για να εμποτίσουμε συλλαλητήρια με τη λογική της κόκκινης ενορίας και του αριστερού κατηχισμού. Η γιορτή, ειδικά όταν γιορτάζει την ήττα του εχθρού σου, είναι σήμερα ένα πολιτικό γεγονός, ένας τρόπος να γίνεται πολιτικό το προσωπικό και προσωπικό το πολιτικό. Η γιορτή είναι ο εορτασμός της νίκης επί αυτού που σε καταπιέζει, αφεντικό ή είδος.Το φεστιβάλ της άνοιξης ήταν ο εορτασμός της ήττας του χειμώνα. «Τα φεστιβάλ αντιπροσωπεύουν σήμερα στιγμές νίκης με τη μοναξιά και την πλήξη στις οποίες σε εξαναγκάζει η μπουρζουαζία. Είναι μια στιγμή επικοινωνίας, γνωριμίας, όπου βλέπεις και γνωρίζεις πολλά ανθρώπινα όντα.»

Αποτέλεσμα εικόνας για centri sociali anni '70

Και τα φεστιβάλ είναι επίσης μια στιγμή αντιπαράθεσης στο έδαφος του προσωπικού , γιατί σήμερα είναι μια στιγμή πειραματισμού των ανθρώπινων σχέσεων, των συμπεριφορών της νεολαίας. Σήμερα στις γιορτές εκφράζουμε την ανάγκη μας για καινούργιο, τα φεστιβάλ είναι μια σημαντική στιγμή συσσώρευσης δύναμης: ας την χρησιμοποιήσουμε ». Τα αφεντικά μας έχουν υποβαθμίσει στο γκέτο του ελεύθερου χρόνου: εμείς αντιθέτως θέλουμε να καταλάβουμε, να πάρουμε δηλαδή υπό την κατοχή μας τον ελεύθερο χρόνο για να τον στρέψουμε ενάντια και μέσα στον κατειλημμένο χρόνο.» Οι περιπολίες. »Οι περιπολίες επίβλεψης και ελέγχου αντιπροσωπεύουν ένα σημαντικό άλμα ποιότητας του νεανικού κινήματος. Κατά τη διάρκεια αυτής της εκλογικής εκστρατείας προβλέπεται να επεκταθούν οι φασιστικές προβοκάτσιες στις γειτονιές.

Σχετική εικόνα

Εάν θέλουν να δημιουργήσουν ένα κλίμα τρόμου (επιθέσεις, πυρπολήσεις, μαχαιρώματα), αν θέλουν να επαναλάβουν σε εθνικό επίπεδο αυτό που έκαναν στο παρελθόν στη Σαβόνα, θα μας βρουν προετοιμασμένους να τους δώσουμε την απάντηση που τους αξίζει. «Η μόνιμη επαγρύπνηση, οι φρουρήσεις, οι περιπολίες που ελέγχουν και υπερασπίζονται τις γειτονιές όπως συμβαίνει στα εργοστάσια, είναι ένα καθήκον στο οποίο καλούνται σήμερα οι νέοι. Οι περιπολίες είναι απαραίτητες για την αντιφασιστική επαγρύπνηση, ενάντια στην εκλογική εκστρατεία του MSI, αλλά είναι επίσης απαραίτητες για την πρακτική άσκηση του προγράμματος, τις ανάγκες που εκφράζουμε. «Η περιπολία για να καταγγείλουμε πολιτικά τα αφεντικά, μεγάλα και μικρότερα, που υπέρ εκμεταλλεύονται τους μαθητευόμενους και τους ανήλικους χωρίς σύμβαση εργασίας (στο Cinisello περίπου τριάντα νέοι πήγαν μπροστά από ένα κομμωτήριο όπου δύο μαθητευόμενοι αναγκάστηκαν να εργαστούν υπερωρίες και επέβαλαν στην αφεντικίνα τα δικαιώματα των δύο νέων], οι περιπολίες που παν να ανακτήσουν τις θέσεις εργασίας και επιβάλλουν την πρόσληψη των ανέργων, οι περιπολίες που ερευνούν τη μαύρη και επισφαλή εργασία, οι περιπολίες που φυλάσσουν στις πλατείες, στους χώρους όπου λαμβάνει χώρα η διακίνηση ηρωίνης, οι περιπολίες που παρεμποδίζουν τις υπερωρίες, οι περιπολίες που επιτάσσουν σπίτια και διαμερίσματα για να τα παραδώσουν στους νέους που αναζητούν κατοικία, οι περιπολίες που χτυπούν τα σύμβολα και εκείνους που είναι υπεύθυνοι για την εμπορευματοποίηση των ανθρωπίνων σχέσεων, του σώματος της γυναίκας (για παράδειγμα τα γυμνά θεάματα), οι περιπολίες οι οποίες εμποδίζουν τις πιο οπισθοδρομικές οικογένειες να απομονώνουν,να θάβουν στο σπίτι τους νέους, τα κορίτσια.  Οι περιπολίες που φτιάχνουν τα murales, τις τοιχογραφίες, γράφουν στους τοίχους, που διορθώνουν τις προεκλογικές αφίσες της DC, που αυτοσχεδιάζουν συναντώντας ανθρώπους στο δρόμο (μέσω του θεάτρου δρόμου, για παράδειγμα).[…]«

Σχετική εικόνα

Ο κατάλογος αγορών: «Οι ανάγκες μας σε αυτήν την κοινωνία έχουν μια τιμή που πληρώνεται σε χρήμα: να πάμε σε αξιοπρεπή κινηματογράφο, να μετακινηθούμε μέσα και έξω από την πόλη, να μην εξαρτιώμαστε από την οικογένεια, να βρούμε ένα σπίτι, να έχουμε μουσική, βιβλία, κρασί , όμορφα πράγματα κοστίζει: «Όσοι είναι άνεργοι αναγκάζονται να μειώσουν τις ανάγκες τους, γι ‘αυτό: θέλουμε να εργαζόμαστε όλοι, αλλά λιγότερο, και αφού πρώτα πήγαμε σχολείο δωρεάν. […] «Εμείς λέμε στους νέους ότι πρέπει να οργανωθούμε, να αναζητήσουμε συλλογικά θέσεις εργασίας, να επιβάλλουμε την πρόσληψη μας στα αφεντικά που μας κάνουν να εργαζόμαστε υπερωρίες, οι οποίοι δεν ανοίγουν εκ νέου τις προσλήψεις, που δεν αντικαθιστούν το » turn over «. «Θέλουμε την εξάλειψη της αδήλωτης εργασίας, χωρίς συμβάσεις εργασίας, είναι ανάρμοστο το γεγονός ότι οι ανήλικοι είναι υποχρεωμένοι να τους εκμεταλλεύονται» Θέλουμε τις αγροτικές κοινότητες, να επιστρέψουμε στη γη του Νότου, στις αγροτικές περιοχές που έχουν ερημώσει από την αναγκαστική μετανάστευση, θέλουμε την παρέμβαση και τη χρηματοδότηση του κράτους για την εκβιομηχάνιση της γεωργίας, για τη δημιουργία χιλιάδων σύγχρονων γεωργικών κοινοτήτων «.

Σχετική εικόνα

Θέλουμε την επίταξη κτιρίων και διαμερισμάτων στα οποία να συναντιόμαστε και να πειραματιζόμαστε κοινωνική ζωή ως εναλλακτική λύση στην οικογένεια, να μπορούμε να παίζουμε μουσική, να συζητάμε, να γνωριζόμαστε συλλογικά. «Θέλουμε ένα νόμο. Ένα νόμο; Ναι, ένα νόμο που να ελευθερώνει τη χρήση και την κατοχή ελαφρών ναρκωτικών,υπό τον έλεγχο του κρατικού μονοπωλίου (όπως ο καπνός) και που να εμποδίζει τα νεαρά θύματα ηρωίνης να καταλήξουν στη φυλακή, αλλά επειγόντως να διαθέτουν αποτελεσματικές εγκαταστάσεις υγείας. «Θέλουμε το πράσινο και πέρα από την 1η μαΐου και η πρώτη μέρα της άνοιξης να είναι εθνική εορτή, γιατί μας αρέσει η φύση, το πράσινο, τα ζώα, τα βουνά … όταν καταφέρνουμε φυσικά να τα κυριαρχήσουμε. Η φύση πρέπει να είναι στην υπηρεσία του ανθρώπου και όχι του κέρδους. Είναι για το νόμο του κέρδους που τα αφεντικά μολύνουν τον αέρα, το νερό, τις τροφές, το περιβάλλον, το σώμα και το μυαλό των εργαζομένων.

Σχετική εικόνα

Σχετική εικόνα

http://www.academia.edu/28083383/Nanni-Balestrini-Primo-Moroni-L-Orda-d-Oro-1968-1977-la-grande-ondata-rivoluzionaria-e-creativa-politica-ed-esistenziale.pdf

αυτονομία, autonomia

Οι αυτόνομοι – πρώτος τόμος, Gli autonomi – volume I

Οι θεωρίες, οι αγώνες, η ιστορία

Gli autonomi – volume I

Gli autonomi - volume I

«Εξτρεμιστές», «βίαιοι», «προβοκάτορες», «ταραχοποιοί», «αλαζονικοί», «squadristi», «diciannovisti», «fiancheggiatori», «τρομοκράτες». Αυτά είναι μόνο μερικά από τα επίθετα που επινοήθηκαν κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του Εβδομήντα από διακεκριμένους ηγέτες της κοινής γνώμης, διανοούμενους, κομματικά ηγετικά στελέχη και συνδικαλιστές ηγέτες για να ορίσουν τους αυτόνομους, έναν ποικιλόμορφο χώρο επαναστατών που δραστηριοποιούνταν εκείνη τη χρονική περίοδο στη χώρα μας.

Την ημέρα της 7 απριλίου 1979, μια μνημειώδης δικαστική πρωτοβουλία καταλόγισε σε δεκάδες αυτόνομους ηγέτες και αγωνιστές πως ήταν επί κεφαλής σε όλες τις ένοπλες οργανώσεις που δραστηριοποιούνταν στην Ιταλία και οργανωτικός εγκέφαλος ενός «σχεδίου ένοπλης εξέγερσης ενάντια στις εξουσίες του Κράτους». Η κατηγορία, που αποδεικνύεται με την πάροδο του χρόνου αβάσιμη, χρησίμευσε ως αρχική υποστήριξη για περαιτέρω μαζικές συλλήψεις, προληπτικές κρατήσεις στις ειδικές φυλακές, δίκες που διήρκησαν χρόνια και καταδίκες σε μακρές ποινές.
Μα οι αυτόνομοι ήταν μοναχά ένα συνονθύλευμα ανορθολογικού εξτρεμισμού, βίαιο και απελπισμένο; Για πρώτη φορά σε αυτό το έργο, διατρέχονται τα στάδια της κατασκευής του θεωρητικού του πλαισίου που έχει ρίζες πίσω στην ευγενή παράδοση της σκέψης του «εργατισμού», στα περιοδικά «Quaderni rossi» – »κόκκινα Τετράδια», και «Classe» operaia «, »εργατική Τάξη», στην μαχητική εμπειρία της εργατικής Εξουσίας – Potere operaio, διαρκούς Αγώνα – Lotta continua, της Ομάδας Gramsci. Και, ακόμη, ποιες ήταν οι ιδιαιτερότητές του σε σύγκριση με τις εξωκοινοβουλευτικές οργανώσεις και τις ένοπλες οργανώσεις. Αλλά πάνω απ ‘όλα, σε τι αυτή την ιστορία, εξακολουθεί να είναι έντονα ζωντανή και τρέχουσα.

Παρεμβάσεις των: Daniele Adamo, Maria Rosa Belloli, Franco Berardi (Bifo), Sergio Bianchi, Guido Borio, Lanfranco Caminiti, Antonio Casano, Massimo Cervelli, Francesco Cirillo, Antimo De Santis, Valerio Evangelisti, Chicco Funaro, Davide Germani, Valerio Guizzardi (Guizzo), Nicola Latorre, Vincenzo Migliucci, Valerio Monteventi, Giorgio Moroni, Sirio Paccino, Bruno Paladini, Raffaele Paura, Daniele Pifano, Paolo Pozzi, Marco Scavino, Marcello Tarì, Pino Tripodi, Chiara Vozza.

UN ASSAGGIO ΜΙΑ ΓΕΥΣΗ

Στη δεκαετία του ’60 και στη δεκαετία του ’70 την Ιταλία διέσχισε μια κοινωνική σύγκρουση διάρκειας και έντασης που δεν έχει παρόμοια- ίση στην πιο πρόσφατη ιστορία. Όλο το φαντασιακό της επανάστασης έχει κατακρημνιστεί εδώ: δεν υπάρχει μια λέξη που δεν έχει ειπωθεί, δεν υπήρξε χειρονομία- κίνηση που δεν έχει πραγματοποιηθεί. Δεν υπήρξε θεωρία που δεν θεωριτικοποιήθηκε. Δεν υπήρξε αγώνας στον κόσμο που να μην έχει ληφθεί υπόψη,τον οποίο χρεωθήκαμε και με τον οποίον δεν υπήρξαμε αδέλφια για τουλάχιστον μια μέρα. Όλα τα όνειρα και όλοι οι εφιάλτες των επαναστάσεων έγιναν σάρκα εδώ.
Αυτή είναι η ιταλική ανωμαλία.
Ότι όλα αυτά προκάλεσαν μια βαθιά μεταμόρφωση της χώρας αυτής είναι πραγματικά δύσκολο να το αρνηθείς τώρα. Ότι όλα αυτά έχουν προκαλέσει πραγματικά μια βαθιά μεταμόρφωση της χώρας αυτής είναι δύσκολο να αναγνωριστεί τώρα.
Η τεράστια συνειδητοποίηση της εργασίας, η αυτονομία της τάξης, είναι ο καθοριστικός παράγοντας της ιταλικής ανωμαλίας της δεκαετίας του ’60 και της δεκαετίας του ’70, η παρουσία του «μεγαλύτερου δυτικού κομμουνιστικού Κόμματος» είναι ένας σχετικός παράγοντας. Και από κάποιο σημείο και μετά (η «κρίση» της δεκαετίας του ’70) γίνεται ένας αντίθετος και αντιτιθέμενος παράγοντας, στέκεται απέναντι. Η δεκαετία του εξήντα και η δεκαετία του ’70 μπορούν να διαβαστούν ουσιαστικά ως μια ανοιχτή σύγκρουση μεταξύ της ταξικής αυτονομίας και των ιταλών κομμουνιστών. Μια σύγκρουση ολόκληρη «μέσα» στην εργασία. Οι αυτόνομοι «προσωποποιούνται – ενσαρκώνουν» αυτή τη σύγκρουση.

Το κλειδί ίσως βρίσκεται εδώ: οι αυτόνομοι είναι περισσότερο συναφείς, σχετίζονται περισσότερο με την ιταλική ανωμαλία παρά με την αυτονομία των εργαζομένων. Όταν ο μεγάλος κύκλος των εργοστασιακών αγώνων έχει τελειώσει, όταν αρχίζει να εξαντλείται η μαζική κινητοποίηση, όταν έχει χαθεί η επανάσταση, να, εμφανίζεται και πάλι η ιταλική ανωμαλία: οι αυτόνομοι. Όταν οι εμπειρίες, τα άτομα, οι ομάδες και τα κόμματα της επαναστατικής αριστεράς έχουν διαλυθεί, συγχωνευθεί, διασκορπιστεί, εδώ είναι οι αυτόνομοι, νάτοι.                                                                                                                                Το πραγματικό σκάνδαλο, η πραγματική ανωμαλία της εργατικής αυτονομίας είναι η βία.

Οι αυτόνομοι ήταν βίαιοι. Οι αυτόνομοι «ήταν» η πλατεία. Η πλατεία είναι ο χαρακτηριστικός τόπος, ο απόλυτος τόπος της πολιτικής εκείνης της εποχής, εκείνων των καιρών. Οι αυτόνομοι παίζουν την πολιτική τους στην πλατεία. Από την άλλη πλευρά, από την αντίθετη πλευρά, υπάρχουν τα θωρακισμένα αυτοκίνητα. Τα τεθωρακισμένα φυλάσσουν τις πλατείες.
Από τον πρόλογο του Lanfranco Caminiti

Ευρετήριο Indice

Ο κάδος της ιστορίας La pattumiera della storia
Sergio Bianchi

Ο παράγοντας Α Il fattore A
Lanfranco Caminiti

Η τελευταία επανάσταση [με σημειώσεις για την επόμενη] L’ultima rivoluzione (con appunti per la prossima)
Pino Tripodi

Εργάτες ενάντια στην μητρόπολη Operai contro la metropoli
Guido Borio

Διαδρομές της αυτονομίας στην Valle di Susa Percorsi di autonomia nella Valle di Susa
Marco Scavino

H αυτονομία στη Γένοβα L’autonomia a Genova
Giorgio Moroni

Μα η δική μου αγάπη δεν πεθαίνει Ma l’amor mio non muore
Primo Moroni

Η αυτονομία στο Μιλάνο L’Autonomia a Milano
Giovanni Giovannelli

»Ο κομουνισμός είναι νέος και καινούργιος». Το Rosso και η εργατική μιλανέζικη Αυτονομία  «Il comunismo è giovane e nuovo». Rosso e l’Autonomia operaia milanese
Chicco Funaro

Η έφοδος στο σπίτι των αφεντικών L’assalto alla casa dei padroni
Paolo Pozzi

Πρέπει να σου πω κάτι σημαντικό πολύ σημαντικό σημαντικότατο Ti devo dire una cosa importante molto importante importantissima
Sergio Bianchi

Η ελευθερία μου La mia libertà
Maria Rosa Belloli

Η αυτόνομη συνέλευση του Porto Marghera  L’Assemblea autonoma di Porto Marghera
Gianni Sbrogiò

Φωτιές της Αυτονομίας στα βόρειο ανατολικά. Οι πολιτικές Κολλεκτίβες του βένετο για την εργατική εξουσία Fuochi di Autonomia a nordest. I Collettivi politici veneti per il potere operaio
Marcello Tarì

Ονομαζόμασταν »οι γνωστοί αυτόνομοι» Ci chiamavano «i soliti autonomi»
Valerio Monteventi

Η ιδιαιτερότητα της επιθυμίας στο κίνημα της αυτονομίας La specificità desiderante nel movimento dell’autonomia
Franco Berardi (Bifo)

Ελαφρώς αντάρτες Leggermente ribelli
Franco Berardi (Bifo)

La rapa
Valerio Guizzardi

Είμαστε οι αυτόνομοι, είμαστε οι πιο σκληροί… Siamo gli autonomi, siamo i più duri…
Valerio Evangelisti

Aυτόνομοι στη Φλωρεντία Autonomi a Firenze
Massimo Cervelli e Bruno Paladini

εργατικές αυτόνομες Eπιτροπές της via dei Volsci Comitati autonomi operai di via dei Volsci
Vincenzo Miliucci, Sirio Paccino, Daniele Pifano

12 μαρτίου 12 marzo
Davide Germani

Το τρένο της Νάπολι Il treno di Napoli
Raffaele Paura

Συγκρούσεις Collisioni
Chiara Vozza

Αυτοί απ’ την Λουκάνια ήταν οι πιο δυναμικοί I lucani erano i più dinamici
Daniele Adamo e Antimo De Santis

Μπάρι: νότιο εργαστήρι του κέντρου μιας περιφέρειας Bari: laboratorio meridionale del centro di una periferia
Nicola Latorre

Τώρα φτάνει! Mo’ basta!
Francesco Cirillo

Ερασιτέχνες Dilettanti
lanfranco Caminiti

Το αυτόνομο κίνημα του Παλέρμο. Ήτοι η νεανική κοινωνική εξέγερση  Il movimento autonomo palermitano. Ovvero la rivolta sociale giovanile
Antonio Casano

ISBN: 978-88-89969-01-4
PAGINE:ΣΕΛΙΔΕΣ 464
ANNO:ΕΤΟΣ 2007
COLLANA:ΣΥΛΛΟΓΗ I libri di DeriveApprodi τα βιβλία
TEMA:ΘΕΜΑ Anni Settanta Χρόνια Εβδομήντα
ΣΥΓΓΡΑΦΕΑΣ AUTORE

SERGIO BIANCHI

ο Sergio Bianchi εργάστηκε για τον κινηματογράφο και την τηλεόραση. Υπήρξε μεταξύ των ιδρυτών του περιοδικού και στη συνέχεια του εκδοτικού οίκου DeriveApprodi, του οποίου είναι διαχειριστής μοναδικός και εκδοτικός διευθυντής. Επεξεργάστηκε τα δοκίμια: L’Orda d’oro. La grande ondata rivoluzionaria e creativa, politica ed esistenziale (Feltrinelli); La sinistra populista. Equivoci e contradizioni del caso italiano (Castelvecchi); με τον Lanfranco Caminiti: Settantasette. La rivoluzione che viene και τους τόμους I, II, III de Gli autonomi. Le storie, le lotte, le teorie (DeriveApprodi); με την Raffaella Perna: Le polaroid di Moro (DeriveApprodi); με τον Nanni Balestrini e Franco Berardi Bifo: Il ’68 sociale politico culturale (alfabeta2). Είναι επίσης συγγραφέας των: Milano, via De Amicis, 14 maggio 1977. La costruzione dell’immagine icona degli «anni di piombo» (DeriveApprodi); Figli di nessuno. Storia di un movimento autonomo (Milieu) και του μυθιστορήματος La gamba del Felice (Sellerio).