ένοπλη πάλη, lotta armata

ΕΚΣΤΡΑΤΕΙΑ DOZIER – ΑΝΑΚΟΙΝΩΘΕΝ N.5

BRIGATE ROSSE – PCC

Σε όλο το επαναστατικό κίνημα.
Στο εγγύς μέλλον, σε μια Ευρώπη που κατάντησε πυρηνική ζώνη με την εγκατάσταση πυραύλων, κάτι που αποφασίστηκε στις Βρυξέλλες από τα αμερικάνικα αφεντικά, δεν θα διατρέξουμε τον κίνδυνο να ξυπνήσουμε από κατακλυσμούς όπως ο σεισμός, αλλά θα μπορούμε να κοιμηθούμε ευλογημένοι επάνω σε σκληρά μαξιλάρια πυρηνικών κεφαλών και ίσως να περάσουμε «ακούσια» από τον ύπνο στον αιώνιο ύπνο. Στους εκρηκτικούς μηχανισμούς ανεξέλεγκτης καταστροφικής δύναμης, προστίθεται η τελευταία ανακάλυψη της αμερικανικής τεχνολογίας: η βόμβα ‘Ν’ περιορισμένης ακτίνας δράσης, ικανή να εξοντώσει τους ανθρώπους αφήνοντας ανέπαφα τα πράγματα που είναι ακόμη πιο πολύτιμα!
Στην υπόθεση ενός περιορισμένου πυρηνικού πολέμου, υπόθεση που κερδίζει όλο και περισσότερο έδαφος ανάμεσα στους νέους αμερικανούς θεωρητικούς ο πολεμοχαρής Reagan ξεκίνησε την παραγωγή 1200 βομβών νετρονίου. Οι βάσεις του Νατο είναι ήδη εξοπλισμένες με μέσα μεταφοράς και εκτόξευσης (τύπου «δόρατος») αυτών των βομβών. Έτσι αναμένεται η πιθανότητα μιας περιορισμένης πυρηνικής σύγκρουσης Ευρώπης-Εσσδ, με τις προβλέψιμες συνέπειες της ολικής καταστροφής της εμπλεκόμενης γεωγραφικής περιοχής.
Η υπεράσπιση της Δύσης περιορίζεται έτσι στη διατήρηση της αμερικανικής επικράτειας, μέσα στο λαμπερό και εγκληματικό σχέδιο να διαφυλαχθεί η μέγιστη καπιταλιστική παγκόσμια δύναμη χάρη στην αναγκαστική θυσία των ευρωπαϊκών πληθυσμών. Αυτός είναι ο επίλογος της αμερικανικής «αδελφικής βοήθειας» που ξεκίνησε με την στρατιωτική κατοχή της Ευρώπης το ’45.

Σύντροφοι, προλετάριοι,
η ιμπεριαλιστική μπουρζουαζία, την στιγμή που εξαπολύει τον πόλεμο στο διεθνές προλεταριάτο, φλυαρεί για πιθανές διαπραγματεύσεις με το επαναστατικό κίνημα.
Να διαπραγματευτεί; Το προλεταριάτο δεν έχει τίποτε να διαπραγματευτεί με την αστική τάξη, το μοναδικό του καθήκον είναι να απαλλαγεί από αυτήν και όλα τα καλαμπαλίκια της!
Σε αυτές τις τελευταίες μέρες τα πλήγματα που δημιούργησε η επαναστατική επίθεση μέσα στο καθεστώς εκδηλώνονται ανοιχτά και, στην γελοία προσπάθεια να τα κρύψει, η ιμπεριαλιστική αστική τάξη δείχνει τη στρατηγική της αδυναμία. Η ζοφερή αναζήτηση μέσα από τα μέσα ενημέρωσης για μια διαπραγμάτευση ως πιθανή λύση στη δίκη του yankee δημίου, δεν είναι ένα πρόβλημα που μπορεί να μας αφορά. Οι κεκαλυμμένες και επίμονες παροτρύνσεις για το άνοιγμα μιας διαπραγμάτευσης, τοποθετούνται μέσα στην προσπάθεια απομόνωσης μιας μάχης και του κομμουνιστικού ανταρτοπόλεμου από ολόκληρο το επαναστατικό κίνημα ενάντια στον πόλεμο, λες και ο ιμπεριαλιστικός πόλεμος να αφορά μόνο τις Ερυθρές Ταξιαρχίες! Το πρόβλημα του πολέμου στον ιμπεριαλιστικό πόλεμο δεν αφήνει πλέον περιθώρια για διαμεσολάβηση επάνω στα οποία να καθιερώσουμε μια «ειρηνική» συζήτηση-αντιπαράθεση ούτε με τους αγωνιζόμενους λαούς ούτε με το ευρωπαϊκό μητροπολιτικό προλεταριάτο: αυτό που επιβεβαιώνεται είναι η τάση για επανάσταση σε παγκόσμια κλίμακα, αν και γίνεται προσπάθεια να συντριβεί με κάθε μέσο. Όντως Νατο σημαίνει και εσωτερικός πόλεμος. οι καραμπινιέροι- CC, αιχμή του δόρατος του αντεπαναστατικού μηχανισμού, είναι άμεσα ενσωματωμένοι ή υποταγμένοι σε αυτή τη δομή. Στη φάση της ένοπλης ειρήνης ο αμερικανικός έλεγχος πάνω σ ‘αυτό το μηχανισμό διατηρεί έναν περισσότερο ή λιγότερο κρυφό χαρακτήρα, ενώ μέσα στην επίταση του εμφυλίου πολέμου, αποκαλύπτεται ξεκάθαρα στην άμεση πρόσληψη από την αμερικανική πλευρά της πολιτικής, στρατιωτικής και ιδεολογικής κατεύθυνσης του εσωτερικού πολέμου. Αυτό είναι που συνέβη στην Τουρκία, αυτό είναι που συμβαίνει στην Ιταλία. Το δημοκρατικό πραξικόπημα στην Τουρκία κατευθύνθηκε από το Νato. είναι Νατο οι στρατηγοί που το διηύθυναν. Δεν είναι η στρατηγική της διείσδυσης στο επαναστατικό κίνημα αμερικανική; Η θεώρηση, η αντιμετώπιση του ανταρτοπόλεμου ως υπ’ αριθμόν ένα κινδύνου; Δεν είναι αμερικανικές οι μέθοδοι βασανισμού που εφαρμόζονται στην Τουρκία και αυτές που ξεκίνησαν στην Ιταλία; Για να εκτιμηθεί ο βαθμός πολιτικής και οικονομικής «αποσταθεροποίησης» μιας χώρας όπως η Ιταλία είναι απαραίτητο να ληφθεί υπόψη ο ρόλος μέσα στη συνολική ισορροπία μεταξύ των μπλοκ και η ένταξή της στο δυτικό οικονομικό πλαίσιο, που χαρακτηρίζεται από έναν ακριβή τρόπο λειτουργίας. Εάν, για παράδειγμα, μια χώρα της Λατινικής Αμερικής μπορεί να επιτύχει ένα ποσοστό πληθωρισμού 120%, η Ιταλία πρέπει να παραμείνει στην κλίμακα 16/20% που καθορίζει η ΕΟΚ. Αυτό σημαίνει ότι για να μπορεί να καθοριστεί μια κατάσταση εμφυλίου πολέμου σε μια χώρα όπως η Ιταλία, σίγουρα δεν είναι απαραίτητο να φθάσουμε στα επίπεδα αποσταθεροποίησης που αγγίζονται από χώρες όπως η Χιλή, το Σαν Σαλβαδόρ, η Αργεντινή κλπ.
Tο ξέσπασμα της κρίσης στις πόλεις του κεφαλαίου και η ενδυνάμωση των επαναστατικών τάσεων, προκαλεί μια τροποποίηση της ιμπεριαλιστικής στρατηγικής: η «αποσταθεροποιητική» παρέμβαση στις χώρες της αλυσίδας φτάνει σε επίπεδα έντασης που μέχρι χθες δεν μπορούσαμε να τα υποψιαστούμε, ακριβώς επειδή εδώ είναι το κινητικό κέντρο της ιμπεριαλιστικής κυριαρχίας, είναι εδώ που μπορεί να τεθεί υπό αμφισβήτηση οριστικά η ίδια η ύπαρξη του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής.

Σύντροφοι,
το γεγονός ότι η ιμπεριαλιστική αστική τάξη προσπαθεί να επιλύσει τις ταξικές αντιφάσεις με μια γενική επίθεση στο μητροπολιτικό προλεταριάτο, με απολύσεις, επιδείνωση των συνθηκών διαβίωσης και με τη γενικευμένη πρακτική της εξόντωσης, του βασανισμού, σίγουρα δεν αποδεικνύει τη δύναμη αυτού του καθεστώτος αλλά την πραγματική του αδυναμία. Έχουμε ήδη δει όλες τις προσπάθειες του ενσωματωμένου αντεπαναστατικού μηχανισμού να επιτεθεί στον ανταρτοπόλεμο από το εσωτερικό του να ναυαγούν. Η ίδια η στρατηγική της «μετάνοιας» και της διάστασης είναι τώρα ένα όπλο αναποτελεσματικό, καθώς το εκκολαπτόμενο Σύστημα Ένοπλης Προλεταριακής Εξουσίας μπόρεσε να την αντιμετωπίσει και να επιτεθεί στα θεμέλιά της: δεν υπάρχουν πλέον οι διάφοροι Peci, οι Sandalo και όλος ο χορός των διεστραμμένων που γνωρίζουμε πολύ καλά μέσα στην επαναστατική διαδικασία. και πράγματι αυτή η αντίφαση σήμερα αφορά μόνο το καθεστώς που την παρήγαγε: μόλις τελειώσει ο ρόλος αυτών των παράσιτων, δεν ξέρουν πλέον τι να τους κάνουν ούτε πώς να τους προστατεύσουν. Αλλά η αντεπανάσταση δεν εγκαταλείπει τα σχέδιά της τόσο εύκολα: αφού το όπλο της «μετάνοιας» και της διάστασης απορρίπτεται, το μόνο που της απομένει είναι ο βασανισμός για τους προλετάριους και τους κομμουνιστές συλληφθέντες. Αυτός είναι ένας από τους «μυστικούς» νόμους που πέρασε το Ciis. Αυτό που υποφέρουμε σήμερα επάνω στο πετσί μας είναι οι ίδιες μέθοδοι που χρησιμοποιούνται από τους αμερικανούς δολοφόνους στο Βιετνάμ, τη Λατινική Αμερική, την Τουρκία … Όλα αυτά δεν είναι τίποτα άλλο παρά μια ακόμη εκδήλωση της μοναδικής ιμπεριαλιστικής πολιτικής απέναντι στους αγώνες που επιτίθενται στο σχέδιο κυριαρχίας της: η βαρβαρότητα είναι το μαζικό στοιχείο. Όλο αυτό το περιμέναμε. Όλο αυτό δεν είναι κάτι καινούργιο μέσα στη συνείδηση του διεθνούς προλεταριάτου. Το νομιμοποιημένο πλέον καθεστώς της πάλης στο εργοστάσιο, στις γειτονιές, στις φυλακές, αντιδρά με τον τρόμο. Σήμερα να μιλάς για βασανιστήρια, συζητώντας γι αυτά, να αποκτάς μέσα στη συνείδηση αυτό το άλμα που προκάλεσε η αντεπανάσταση, δεν είναι μια έκκληση στη δημοκρατία αλλά η προετοιμασία των εργαλείων για την καταπολέμηση του με τον πιο αποτελεσματικό τρόπο. Τα βασανιστήρια είχαν μια μακρά επώαση: από τους επιστημονικούς και μαζικούς ξυλοδαρμούς μέσα στις ειδικές φυλακές, μέχρι την εξαφάνιση για μήνες των μαχητών και προλετάριων πρωτοποριών στις κάμαρες ασφαλείας στο εσωτερικό των στρατώνων της αστυνομίας-PS και των καραμπινιέρων-CC, στις σφαγές των νεαρών προλετάριων από vigilantes, τροχονόμους, πληρώματα περιπολικών, μέχρι να φτάσουμε στα βασανιστήρια που υπέστησαν οι τελευταίοι συλληφθέντες σύντροφοι. Αυτοί οι σύντροφοι για μέρες και μέρες μεταφέρονταν από ένα θάλαμο βασανιστηρίων σε άλλο στα περιβόητα καταφύγια των μπάτσων, που δεν είναι τίποτα περισσότερο από τους πιο γνωστούς στρατώνες CC και PS. Τους κρεμούν στο ταβάνι, τους χτυπούν επιστημονικά στα πιο ευαίσθητα σημεία, τους πνίγουν με λίτρα και λίτρα αλμυρού νερού, τους ξεσκίζουν και πασπαλίζουν με αλάτι, όλα συνοδευόμενα από την εξαναγκασμένη κατάποση άγνωστων ουσιών για να εξασθενίσουν τη φυσική τους αντίσταση, για να περάσουν στη συνέχεια στην καταστροφή της πολιτικής τους ταυτότητας, παρουσιάζοντας τους στις πρώτες σελίδες των εφημερίδων ως τους νέους μεταμεληθέντες.
Οι κομμουνιστές ξέρουν πώς να αναγνωρίζουν εκείνους που προδίδουν για να περάσουν στις γραμμές του εχθρού και εκείνους που ανήκουν στις γραμμές των επαναστατών με όλη την καρδιά τους.
Τον μηχανισμό και τις δομές των πρακτικών του βασανισμού, από τους Sica έως τους Simone, στους δημοσιογράφους με το εύκολο χαμόγελο, τους γνωρίζουμε καλά. Επαναλαμβάνουμε, τους γνωρίζουμε καλά! Και να είστε βέβαιοι ότι, στο τέλος τίποτα δεν θα μείνει ατιμώρητο!!
Η επίθεση σε αυτό τον μηχανισμό είναι ένα σημείο του προγράμματος για τις επαναστατικές δυνάμεις, είναι ένα σημείο του προγράμματος που δεν αφορά μόνο τους κομμουνιστές. Αυτός ο μηχανισμός από την μια είναι ένα άμεσο όργανο φυσικής και πολιτικής εξόντωσης των πρωτοποριών, από την άλλη χρησιμεύει να τρομοκρατεί και να λειαίνει το δρόμο για την εξόντωση ολόκληρου του ανταγωνιστικού κινήματος. Μόνο μία απάντηση είναι δυνατή: να οπλιστούμε με επαναστατική συνείδηση και να οργανωθούμε και να πολεμήσουμε ενάντια σε αυτές τις βαρβαρότητες, για την εξουσία και για τον Κομμουνισμό.
Πόλεμο στον μηχανισμό της σύλληψης με αργεντίνικα μέσα, να καταστρέψουμε με κάθε τρόπο τη δομή που μελετά, υλοποιεί, διαχειρίζεται τον βασανισμό!

Σύντροφοι,
αυτό που έχει μετατοπίσει ενεργά τις ισορροπίες δυνάμεων είναι ένα ισχυρό επαναστατικό κίνημα που έχει κάνει την «κυβερνητικότητα» ασταθή, απονομιμοποιώντας το σημερινό σύστημα εξουσίας. Ποια σημασία έχει το γεγονός ότι η συνδικαλιστική πλατφόρμα απορρίφθηκε από τη συντριπτική πλειονότητα των εργατών, αν όχι πως τα έσπασε με το κοινωνικό σύμφωνο; Η συνδικαλιστική πλατφόρμα, η οποία συνδέει το κόστος εργασίας με τον πληθωρισμό, είναι όλη μέσα στο κυβερνητικό σχέδιο: η εργατική τάξη συμπαγής είπε όχι! Το να καταφέρει να εγκριθεί η πλατφόρμα, για το συνδικάτο σημαίνει να υπογράψει την εκεχειρία, να καταβάλει το κοινωνικό Σύμφωνο. και οι τροπολογίες βρίσκονται στο έδαφος της συμφιλίωσης του ανταγωνισμού, δρόμος που, οι ισχυροί θα προσπαθήσουν να εκμεταλλευτούν στον δεύτερο γύρο ψηφοφορίας. Αλλά η εργατική τάξη έθεσε μια σαφή άρνηση καταστρέφοντας έτσι με ένα μόνο χτύπημα το κοινωνικό και νεο κορπορατιβίστικο σύμφωνο, πραγματικά δίχτυα αράχνης που το συνδικάτο έχει πλέξει για να δέσει, να φρενάρει τον ταξικό ανταγωνισμό. Η εργατική τάξη θα πρέπει να εγκρίνει χιλιάδες απολύσεις, η απόρριψη αυτής της διακήρυξης πολέμου πηγαίνει στην κατεύθυνση της απόρριψης της διαιώνισης της σχέσης εμπορευματοποίησης, δηλαδή, της κατεδάφισης του συστήματος της μισθωτής εργασίας μέσα στην επαναστατική προοπτική του να εργάζονται όλοι, να εργάζονται λιγότερο και για διαφορετικούς σκοπούς!
Αυτοί οι αγώνες τοποθετούνται μέσα στην ευρύτερη σφαίρα ενός εθνικού και διεθνούς κινήματος ενάντια στον ιμπεριαλιστικό πόλεμο, που προκάλεσε η κρίση. Γύρω από αυτές τις θεματικές διαμορφώνεται ένα μαζικό κίνημα που είναι ικανό να συμπυκνώσει μίσος, περιφρόνηση, οργανωμένη συνείδηση ενάντια στο ιμπεριαλιστικό Κράτος των πολυεθνικών. Το επαναστατικό κίνημα και το υπό κατασκευή Κόμμα έχουν ως δυνατό στόχο συγκυρίας εκείνο να τινάξουν στον αέρα τα σχέδια πολέμου και αναδιάρθρωσης του ιμπεριαλισμού και να οικοδομήσουν υπομονετικά την μετάβαση στη νέα κοινωνία. Η επαναστατική επίθεση που εξαπολύθηκε στην καρδιά της αμερικανικής πολεμικής μηχανής, το Νατο, έσπασε το κλουβί που η ιμπεριαλιστική μπουρζουαζία έχτιζε γύρω από την επανάληψη των αγώνων ενάντια στον πόλεμο. Η σαφήνεια των περιεχομένων που ασκούν οι ιταλικές και οι ευρωπαϊκές επαναστατικές δυνάμεις, θέτει τα θεμέλια για το χτίσιμο του Αντιιμπεριαλιστικού Μαχόμενου Μετώπου και της μετάβασης στον κομμουνισμό. Η εξόντωση του αναπληρωτή στρατιωτικού υπεύθυνου στο Παρίσι, που χτυπήθηκε από τους λαούς της Μέσης Ανατολής οι οποίοι αγωνίζονται για απελευθέρωση από τον σιωνιστικό και αμερικανικό ιμπεριαλισμό, η σύλληψη στην Ισπανία ενός υπηρέτη των πολυεθνικών, ο πολλαπλασιασμός των επιθέσεων στις δυνάμεις και τις στρατιωτικές δομές του ιμπεριαλισμού σε όλη την Ευρώπη, στις οικονομικές και εμπορικές στην Ιταλία, αντιπροσωπεύουν την πλέον σημαντική στιγμή του κινήματος αγώνα ενάντια στον ιμπεριαλιστικό πόλεμο. δείχνουν ένα αξιοσημείωτο άλμα προς τα εμπρός και τίθενται ως αναφορά και κατεύθυνση για όλο το κίνημα του αγώνα ενάντια στον ιμπεριαλισμό υποδεικνύοντας σε μορφές αγώνα και σε περιεχόμενο δύναμης, τη μόνη δυνατότητα να νικήσουμε τον ιμπεριαλιστικό πόλεμο: τον αντιιμπεριαλιστικό εμφύλιο πόλεμο. Σε αυτή τη στρατηγική πολέμου στον ιμπεριαλισμό, με την επίθεση στην κεντρική δομή του Νato, είναι δυνατή η αληθινή αποσύνδεση του αδύναμου κρίκου της Ιταλίας από την ιμπεριαλιστική αλυσίδα και το χτίσιμο ενός νέου Προλεταριακού Διεθνισμού. μόνο με αυτό τον τρόπο τα συνθήματα «έξω η Ιταλία από το Νατο», «δρόμο οι πύραυλοι από το Comiso» μπορούν να γίνουν αληθινό έδαφος αγώνα και οργάνωσης των επαναστατικών μαζών. Μόνο μέσα σε μια διαδικασία αντιιμπεριαλιστικού εμφυλίου πολέμου είναι δυνατόν να γίνουν συγκεκριμένα και αυτά τα συνθήματα που διαφορετικά θα παραμείνουν κενά slogan, στερημένα οποιασδήποτε επιθετικής και αγωνιστικής ικανότητας.
Να επιτεθούμε στους ανθρώπους και τις δομές της ιμπεριαλιστικής πολεμικής μηχανής: το Νατο. Να επιτεθούμε στο πολιτικό, οικονομικό και ιδεολογικό σχέδιο της ιμπεριαλιστικής αστικής τάξης! Να επιτεθούμε στον στρατό κατοχής με κάθε μέσο, όπου κι αν αυτός παρουσιαστεί: κανένας αμερικανός μισθοφόρος και της δομής του Νato δεν πρέπει να κυκλοφορεί ήσυχος! Να διώξουμε τις ιμπεριαλιστικές δυνάμεις κατοχής και να καταστρέψουμε τους στρατιωτικούς δούλους τους!

Σύντροφοι,                                                                                                                                                το γεγονός ότι το καθεστώς διατηρεί μυστικούς τους νόμους που διέταξε το Ciis, δεν θέτει σίγουρα την ιμπεριαλιστική αστική τάξη στην επίθεση, αντιθέτως αποδεικνύει την απονομιμοποίηση της απέναντι σε ολόκληρο το προλεταριάτο. Αυτές οι μυστικές αποφάσεις ξεκινούν από τη συναίνεση όλων των κομμάτων στις πρακτικές των βασανιστηρίων, στην έναρξη της ποσοτικής και ποιοτικής διεύρυνσης της διαφοροποιημένης στρατηγικής σε όλες τις κοινωνικές σχέσεις που βρίσκουν γι άλλη μια φορά το κεντρικό της εργαστήριο στην ιμπεριαλιστική φυλακή.
Η διεύρυνση της διαφοροποιημένης στρατηγικής στην ιμπεριαλιστική φυλακή είναι μια περαιτέρω προσαρμογή στα επίπεδα της ταξικής σύγκρουσης στην Ευρώπη. η σημερινή τάση είναι να εξομοιωθεί η μεταχείριση των προλετάριων φυλακισμένων με εκείνη των χωρών που έχουν χτυπηθεί περισσότερο από τον Προλεταριακό και κομμουνιστικό ανταρτοπόλεμο · με την Τουρκία και την Ιρλανδία επικεφαλής. Όλα αυτά πρέπει να εξεταστούν στη σχέση Επανάστασης-Αντεπανάστασης, η οποία στη χώρα μας οδήγησε πάντα σε μια πιο ώριμη ανάπτυξη της επαναστατικής διαδικασίας, αποδιοργανώνοντας, συγκυρία μετά την συγκυρία, το έργο της ιμπεριαλιστικής αστικής τάξης. Το 1977, με την έναρξη των ειδικών φυλακών το καθεστώς σκέφτονταν πως διαιρεί, για να εξολοθρεύσει στη συνέχεια, το προλεταριάτο των κρατουμένων και τις πρωτοπορίες του. σήμερα, μπροστά στην επίθεση που οδήγησε το επαναστατικό κίνημα σε εκείνο το επίπεδο διαφοροποιημένης στρατηγικής μέσα στις φυλακές, η ιμπεριαλιστική μπουρζουαζία αναγκάζεται να επαναπροσδιορίσει το σχέδιό της, ξεκινώντας ένα νέο ’77. Οι μυστικοί νόμοι αντιπροσωπεύουν αυτό το πέρασμα φάσης στην ιμπεριαλιστική φυλακή: να χωρίσουν τις πρωτοπορίες του αγώνα από το προλεταριάτο των κρατουμένων, να διαφοροποιήσουν μεταξύ κομμουνιστών και κομμουνιστών, για να προετοιμάσουν μια νέα σφαγή.
Μέσα σε αυτό το σχέδιο η χρήση των μέσων μαζικής ενημέρωσης αποτελεί μέρος της διαδικασίας, που, στα όργανα πληροφόρησης τους, προετοιμάζει το έδαφος για να νομιμοποιήσει αυτό το έργο. Ένα έργο που δεν έχει τίποτα μυστικό και το οποίο έχει ήδη συγκεκριμένες βάσεις στις »ακτίνες μακρού ελέγχου», στη ρύθμιση της εξόντωσης μέσω της επέκτασης του άρθρου 90 σε ολόκληρο το κύκλωμα στην πρακτική της σφαγής των πιο μαχητικών προλετάριων κρατουμένων, μέσα από την χρήση δολοφόνων πληρωμένων από τους καραμπινιέρους και από τους λοχαγούς των φρουρών, στους όλο και συχνότερους ξυλοδαρμούς κυρίως στην Pianosa και στο Nuoro, στην επανεισαγωγή του γυάλινου διαχωριστικού στα επισκεπτήρια ως πλήρες κλείσιμο της εσωτερικής-εξωτερικής κοινωνικότητας. Οι CC-καραμπινιέροι προετοιμάζονται να αναλάβουν την διοίκηση, τόσο για την εξωτερική επιτήρηση, όσο και για εσωτερική, με καθήκοντα διαχείρισης στους φύλακες και το «πολιτικό» προσωπικό. Αυτές οι επιλογές του εκτελεστικού οργάνου είναι η πιο δειλή προσπάθεια να αποκατασταθεί η ισορροπία δυνάμεων προς όφελος του, και, αν παραμένουν ακόμη μυστικές είναι επειδή μέσα στην εξέλιξη της τρέχουσας εκστρατείας, προσπαθεί να οικοδομήσει, να προετοιμάσει την κατάλληλη στιγμή για να θέσει σε εφαρμογή μια νέα σφαγή. προς το παρόν χρησιμοποιεί το απόρρητο επί των διατάξεων ως εκβιασμό για όλο το επαναστατικό κίνημα.
Όλο αυτό πρέπει να τιναχτεί στον αέρα!
Πρέπει να τιναχτεί στον αέρα όχι μόνο ως επίθεση κατά της διαφοροποιημένης στρατηγικής στη φυλακή αλλά, ξεκινώντας από τον πόλεμο ενάντια στο Νατο, ως επίθεση σε όλα τα σημεία του Γενικού Προγράμματος της Συγκυρίας. Δεν είναι πλέον θέμα να αναλαμβάνουμε κάθε φορά ένα μέτωπο μάχης, αλλά να δώσουμε ζωή σε ολόκληρο το επαναστατικό Πρόγραμμα ενάντια στο συνολικό σχέδιο της ιμπεριαλιστικής μπουρζουαζίας, για να οικοδομήσουμε τα θεμέλια του αντιιμπεριαλιστικού εμφυλίου πολέμου.
Το να έχουμε θέσει τις βάσεις της πολιτικής ενότητας γύρω από το Γενικό Πρόγραμμα της συγκυρίας και έχοντας αποκαταστήσει μια αδιάσπαστη σχέση μεταξύ προλεταριάτου και του υπό κατασκευή κόμματος σχετικά με τα νέα καθήκοντα της ταξικής σύγκρουσης, καθιστά δυνατή και αναγκαία την εφαρμογή του σλόγκαν «Ενότητα των μαζικών επαναστατικών οργανισμών επί του γενικού προγράμματος της συγκυρίας και των κομμουνιστών στην οικοδόμηση του κόμματος”.
Είναι στόχος αυτής της εκστρατείας να εκφράσει και να δώσει φωνή στις Omr-μαζικές επαναστατικές Οργανώσεις, στις Επιτροπές αγώνων στις μητροπολιτικές φυλακές και στις ειδικές, στα έμβρυα των επαναστατικών μαζικών οργανώσεων ολόκληρου του μητροπολιτικού προλεταριάτου. Αυτές οι στιγμές επαναστατικής οργάνωσης που δίνει στον εαυτό του το προλεταριάτο, είναι η ενεργός υλοποίηση του Συστήματος Ένοπλης Προλεταριακής Εξουσίας, που συνθέτουν τις προϋποθέσεις για την υλοποίηση και την οικοδόμηση της προλεταριακής και επαναστατικής κοινωνικής επικοινωνίας.
Μόνο η απογοητευτική βλακεία αυτού του καθεστώτος δεν αντιλαμβάνεται ότι κάθε προσπάθεια να καταπνίξει οποιαδήποτε μορφή έκφρασης και επικοινωνίας προορίζεται να ναυαγήσει σε μεγάλο βαθμό.

Να κατεδαφίσουμε το κύκλωμα της διαφοροποίησης !!! Να απελευθερώσουμε το διεθνές φυλακισμένο προλεταριάτο!!! Πόλεμος στην ρύθμιση της εξόντωσης !!! Πόλεμος στο άρθρο 90 !!! Να κλείσουμε με κάθε μέσο τα τμήματα μακρού ελέγχου !!! Να δώσουμε φωνή στους μαζικούς επαναστατικούς οργανισμούς, οικοδομώντας την επαναστατική κοινωνική επικοινωνία μέσα στον αγώνα, για την κατασκευή του προγράμματος μετάβασης στην κυριαρχία!!!
Πόλεμος στον ιμπεριαλιστικό πόλεμο !!! Πόλεμος στο Νατο!!! Πόλεμος στην προληπτική αντεπανάσταση!!! Πόλεμος στην εφαρμογή του σχεδίου εκδίωξης του εργατικού δυναμικού !!! Πόλεμος στη νέα οργάνωση της εργασίας !!! Πόλεμος στον επαναπροσδιορισμό-σιδηρά κυβέρνηση της αγοράς εργασίας !!! Πόλεμος στο σχέδιο διαφοροποιημένης συμπίεσης του κόστους κοινωνικής αναπαραγωγής !!!
Τιμή στον σύντροφο Lucio Di Giacomo.
Τιμή σε όλους τους πεσόντες μαχητές για τον κομουνισμό.

Για τον κομουνισμό-Per il comunismo.
ερυθρές Ταξιαρχίες για το χτίσιμο του κομουνιστικού μαχόμενου κόμματος-Brigate rosse per la costruzione del Pcc

25-1-82

 

http://www.sebbenchesiamodonne.it/campagna-dozier-comunicato-n-5/

ένοπλη πάλη, lotta armata

Ανακοινωθέντα Br 1-2-3, επιθέσεων ενάντια στο ΝΑΤΟ, με την απαγωγή Dozier

ΕΚΣΤΡΑΤΕΙΑ DOZIER – ΑΝΑΚΟΙΝΩΘΕΝ N.1

Η καπιταλιστική κρίση δημιουργεί τον ιμπεριαλιστικό πόλεμο. Μόνο ο αντιιμπεριαλιστικός εμφύλιος πόλεμος μπορεί να θάψει τον πόλεμο!

Ο πόλεμος στον ιμπεριαλιστικό πόλεμο είναι ένα ουσιαστικό βήμα για τη μετάβαση στον κομμουνισμό!

Στην εποχή του ιμπεριαλισμού των πολυεθνικών το μητροπολιτικό προλεταριάτο αποτελεί την πρωτοπορία της διαδικασίας της προλεταριακής επανάστασης σε ολόκληρο τον κόσμο !!!

Πόλεμος στην κυριαρχία του αμερικάνικου ιμπεριαλισμού!!! Να επιτεθούμε στον ιμπεριαλισμό των πολυεθνικών και του μηχανισμού στρατιωτικής κατοχής του: το Νατο!!!

Το ιμπεριαλιστικό σύστημα παράγει: θάνατο από εκμετάλλευση, θάνατο από ανεργία, θάνατο στα Κρατικά lager στον προγραμματισμό της ολικής καταστροφής. Η ιμπεριαλιστική φυλακή είναι το κεντρικό εργαστήριο της εξόντωσης του ταξικού ανταγωνισμού !!! Nα καταστρέψουμε την ιμπεριαλιστική φυλακή!!!

Να οικοδομήσουμε το αντιιμπεριαλιστικό μαχόμενο μέτωπο για έναν νέο διεθνισμό, να πολεμήσουμε μαζί και ενωμένοι για να νικήσουμε με όλους τους κομμουνιστές και όλους τους λαούς που αγωνίζονται ενάντια στον ιμπεριαλισμό!!!

 

Την πέμπτη 17 δεκεμβρίου, ένας οπλισμένος πυρήνας της οργάνωσης μας, αιχμαλώτισε και έκλεισε σε μια φυλακή του λαού, ένα γουρούνι yankee του αμερικανικού στρατού κατοχής, τον ταξίαρχο James Dozier, αναπληρωτή- διοικητή των συμμαχικών δυνάμεων εδάφους για το Νότο της Ευρώπης (Landsouth).

 

Σύντροφοι, προλετάριοι,

δύο είναι οι θεμελιώδεις γραμμές ανάπτυξης αυτής της ιστορικής εποχής: η τάση για επανάσταση και η τάση για ιμπεριαλιστικό πόλεμο.

Το μέσο με το οποίο ο ιμπεριαλισμός έλυσε πάντα τις περιοδικές κρίσεις υπερπαραγωγής του υπήρξε ο πόλεμος. Πρώτα απ ‘όλα ο πόλεμος επιτρέπει στις νικηφόρες ιμπεριαλιστικές δυνάμεις να διευρύνουν την παραγωγική τους βάση σε βάρος των ηττημένων, αλλά πόλεμος σημαίνει πάνω απ’ όλα την καταστροφή κεφαλαίων, εμπορευμάτων, εργατικής δύναμης και επομένως, της δυνατότητας ανάκαμψης του οικονομικού κύκλου για ένα αρκετά μεγάλο χρονικό διάστημα.

Αυτό που χαρακτηρίζει τη σημερινή φάση είναι αφενός η διείσδυση και η απόλυτη κυριαρχία του κεφαλαίου και αφετέρου η σημερινή παγκόσμια επέκταση του ταξικού πολέμου, η παρουσία του κομουνιστικού ανταρτοπόλεμου και η ύπαρξη ευνοϊκών συνθηκών για την ανάπτυξή του σε κάθε γωνία του κόσμου και, ειδικότερα, στις μητροπόλεις. Η συνολική κρίση του ιμπεριαλισμού και του σοσιαλιμπεριαλισμού, δείχνουν ότι η ιστορική τάση για τον τρίτο παγκόσμιο πόλεμο είναι μια τάση που ήδη λειτουργεί και πως αυτή έχει το επίκεντρο της στην Ευρώπη. Οι ενδοϊμπεριαλιστικές αντιφάσεις που κλονίζουν την μπουρζουαζία σε διεθνές επίπεδο, πράγματι, προορίζονται να επιδεινωθούν όσο περισσότερο παρατείνεται και χειροτερεύει η κρίση της υπερπαραγωγής στην οποία ταλανίζεται το κεφάλαιο και αυτές οξύνονται και σοβαρεύουν ακριβώς στις περιοχές στις οποίες είναι περισσότερο ανεπτυγμένος ο καπιταλιστικός τρόπος παραγωγής. Έτσι, αν μόνο πριν από μερικά χρόνια το «τόξο της κρίσης» εξακολουθούσε να είναι σχετικά περιφερειακό σε σχέση με την Ευρώπη, την τελευταία περίοδο επεκτάθηκε μέχρι να επηρεάσει όλες τις Μεσογειακές χώρες, με τέτοιο τρόπο ώστε σήμερα η τάση προς τον πόλεμο εμφανίζει ειδικότερα εδώ (και γενικότερα στην Ευρώπη) τα πιο εμφανή σημάδια.

Η Ευρώπη, μέσα σε αυτό το σχέδιο, έχει μια ολοκληρωμένη-ενσωματωμένη και υποτελή θέση στις ΗΠΑ. Για την εγκατάσταση των πυραύλων η λέξη-κλειδί είναι: να ενισχυθούν οι εξοπλισμοί, αλλά να διαπραγματευτεί, να διαπραγματευτεί από θέσεις ισχύος ενισχύοντας τους εξοπλισμούς.

Η ένωση Ευρώπης-ΗΠΑ, μέσω του Νατο, ολοκληρωμένης δομής υπό την οικονομική διεύθυνση των Ηπα, σχηματίζει μια ιμπεριαλιστική αλυσίδα στην οποία οι διάφοροι κρίκοι έχουν διαφορετικό βάρος και λειτουργίες. Στη διαδικασία της ιμπεριαλιστικής ενσωμάτωσης-ολοκλήρωσης η υποταγή της Ευρώπης είναι οικονομική πριν από τη στρατιωτική και εξαρτάται πρωτίστως από τη διαφορά επιπέδου στην οικονομική και τεχνολογική ανάπτυξη από την οποίαν εξαρτώνται μια ολόκληρη σειρά εντάσεων και δυσκολιών μεταξύ Ηπα και Ευρώπης, και στο εσωτερικό της ευρωπαϊκής συμμαχίας. Το πρόβλημα είναι εκείνο της όχι πάντα εύκολης συμφιλίωσης-συμβίωσης των εθνικών συμφερόντων με τις οδηγίες που επιβάλλονται από τις ΗΠΑ. Η εγκατάσταση των ευρωπυραύλων, η ανακοίνωση της ακόλουθης κατασκευής της βόμβας Ν, η επίδειξη ισχύος στον κόλπο της Sirte, υπογράμμισαν τις αντιφάσεις που υπάρχουν μέσα στο ιμπεριαλιστικό στρατόπεδο, οι οποίες εκδηλώθηκαν ήδη μετά τις επιλογές οικονομικής πολιτικής του Reagan, δυσμενείς για τον ευρωπαϊκό καπιταλισμό. Με αυτό η πολιτική της αντιιμπεριαλιστικής συμμαχίας με τις ΗΠΑ σίγουρα δεν τίθεται υπό αμφισβήτηση. πρόκειται απλώς για τον ορισμό των συγκεκριμένων διαρθρώσεων που επιτρέπουν στον ευρωπαϊκό καπιταλισμό να εγγυηθεί τη διατήρηση του ρόλου του ως προνομιούχου υπηρέτη του συστήματος των πολυεθνικών, εξασφαλίζοντας ικανοποιητικά μερίδια κερδών. Οι θεμελιώδεις επιλογές της εξωτερικής πολιτικής βλέπουν Ευρώπη και Ηνωμένες Πολιτείες σύμφωνες στην αναγκαιότητα αντιμετώπισης του σοσιαλιμπεριαλισμού μέσω μιας πολιτικής ενίσχυσης των εξοπλισμών.

Για τις Ηνωμένες Πολιτείες αυτό σημαίνει να αποκατασταθεί η υπεροχή τους σε παγκόσμιο επίπεδο, η οποία στην Ευρώπη μεταφράζεται σε μια λιγότερο ανοιχτά επιθετική θέση: ενισχύστε τους εξοπλισμούς για την έναρξη διαπραγματεύσεων!

Ο υποτελής ρόλος της Ευρώπης στο Νατο παίρνει τη μορφή διαφόρων μορφών εξάρτησης:

– Στην κατανομή των καθηκόντων, η Αμερική έχει αναγκάσει την Ευρώπη να αυξάνει σημαντικά τον λογαριασμό των στρατιωτικών δαπανών προκειμένου να επιτύχει την αυτάρκεια των συμβατικών εργαλείων πολέμου, κρατώντας για τον εαυτό της την ανάπτυξη και τη διαχείριση του πυρηνικού πολεμικού δυναμικού.

– Στη συγκεντροποίηση Usa όλων των επιπέδων εξουσίας και διοίκησης στο Νατο.

– O τελικός στόχος των διαδικασιών αναδιάρθρωσης ή ενσωμάτωσης των συμμαχικών στρατών και του πολεμικού τομέα καθορίζεται από τις ανάγκες του ΝΑΤΟ.

Η εντελώς υποτελής θέση της Ευρώπης, επίκεντρο της σύγκρουσης, επανέρχεται δυναμικά στη διαχείριση των διαπραγματεύσεων της Γενεύης μεταξύ των δύο υπερδυνάμεων. Ο πλήρης αποκλεισμός στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων για όλα αυτά που Ηπα-Εσσδ αποφασίζουν για την τύχη των ενδιαφερόμενων πληθυσμών είναι η πιο κραυγαλέα απόδειξη αυτής της πλήρους υποταγής.

Ότι ο ρόλος των ΗΠΑ, αιχμή δόρατος του συστήματος των πολυεθνικών, καθορίζεται μέσα στη διαδικασία στρατιωτικής, πολιτικής, οικονομικής και ιδεολογικής ολοκλήρωσης του δυτικού ιμπεριαλιστικού μπλοκ, δεν σημαίνει όμως ότι η προσαρμογή των διαφόρων εθνικών πολιτικών στους στόχους του Νατο είναι μηχανική και γραμμική. οι εσωτερικές διαφορές δεν λείπουν, αλλά αποτελούν ουσιαστικά συγκεκριμένες προσαρμογές, λειτουργικές προς τα ιδιαίτερα συμφέροντα των διαφόρων χωρών. Για παράδειγμα, η τεράστια αύξηση της πολεμικής παραγωγής προσφέρει μεγάλα περιθώρια κέρδους στον ευρωπαϊκό καπιταλισμό, ο οποίος ξεκίνησε εκτεταμένα προγράμματα μετατροπής και βιομηχανικής αναδιάρθρωσης στον τομέα. Αυτή η ανάπτυξη πρέπει να είναι λειτουργική στις ανάγκες του Νατο και επομένως να κατευθύνεται και να ελέγχεται από τις ΗΠΑ. Έτσι, η Ιταλία, η οποία κατέλαβε την 4η θέση στην κατάταξη των χωρών εξαγωγής όπλων, είδε να της επιβάλλονται περιορισμοί στις εξαγωγές όπλων σε χώρες ανεπιθύμητες στις ΗΠΑ, που ενώνουν στις πολιτικές πιέσεις την κατοχή προηγμένων τεχνολογιών, που της επιτρέπουν ένα εκτεταμένο έλεγχο, μέσω διπλωμάτων ευρεσιτεχνίας και αδειών, επάνω στην παραγωγή και πώληση όπλων στην Ιταλία.

Η επιτάχυνση της κούρσας των εξοπλισμών έγινε ευπρόσδεκτη με διαφορετικούς τρόπους από τα διάφορα ευρωπαϊκά Κράτη. Μέσα στην πανοραμική των θέσεων, αφενός υπάρχει η ανεπιφύλακτη υποστήριξη της Αγγλίας και της Ιταλίας, αφετέρου, στην Ολλανδία, το Βέλγιο, τη Νορβηγία και τη Δανία η ανάπτυξη ισχυρών αντιμιλιταριστικών και αντιπυρηνικών κινημάτων, ώθησε τις αντίστοιχες κυβερνήσεις τους να ζητήσουν να μην φιλοξενηθούν πυρηνικές εγκαταστάσεις στην επικράτειά τους, με την επιφύλαξη της τήρησης των οδηγιών του Νατο. Αν τουλάχιστον για την ώρα τους παραχωρήθηκε »η απαλλαγή», είναι επειδή οι χώρες αυτές, λόγω της γεωγραφικής τους θέσης, δεν καταλαμβάνουν θέσεις κλειδιά στο ευρωπαϊκό αμυντικό σύστημα.

Θεμελιώδους σημασίας είναι, αντιθέτως ο ρόλος της Γερμανίας λόγω της ιδανικής γεωγραφικής της θέσης βάσης επίγειας επίθεσης στη Σοβιετική Ένωση και λόγω της λειτουργίας της ως πόλου διεύθυνσης στην ΕΟΚ, τον οποίον η Γερμανία αναλαμβάνει ολοένα και περισσότερο παράλληλα με τη Γαλλία, η οποία, αν και δεν ανήκει στο Νατο συμπεριλαμβάνεται πλήρως στις χώρες του δυτικού ιμπεριαλιστικού μπλοκ. Ήταν ο Schmidt σε πρώτο πρόσωπο, που ζήτησε διαπραγματεύσεις για την εγκατάσταση των Pershings και των Cruises, αν και υπάγοντας την στην ομόφωνη συγκατάθεση των άλλων χωρών της ατλαντικής συμμαχίας, στην εγκατάσταση των πυραύλων και σε άλλες χώρες και, εμβληματικό, αναθέτοντας στις Ηπα την διαχείριση των νέων πυρηνικών συστημάτων. Όμως ο ηγετικός ρόλος της Γερμανίας στην πυρηνική στρατηγική της συμμαχίας κινδυνεύει να έχει αρνητικές επιπτώσεις στην γερμανική Ostpolitik, δεδομένων των έντονων εμπορικών σχέσεων που διατηρεί με την Ανατολική ευρώπη. Αυτό έχει προκαλέσει διαφορές και εντός της σοσιαλδημοκρατίας, οι οποίες όμως δεν στοχεύουν στη σχέση συνεργασίας με τις Ηπα και δείχνουν μόνο τις ιδιαίτερες αποχρώσεις του διαλεκτικού κινήματος μεταξύ των δύο πόλων της γραμμής Schmidt: εξοπλισμοί αφενός, διαπραγματεύσεις από την άλλη.

Νατο σημαίνει στρατιωτικό έλεγχο και κατοχή μέσα από έναν ολοκληρωμένο μηχανισμό με σαφή ηγεμονία των Ηπα. Στη Μεσογειακή σκακιέρα, φερμουάρ σύνδεσης με τη Νοτιοανατολική πλευρά, ο σημαντικότερος σύνδεσμος είναι η Ιταλία.

Ο ρόλος της «βάσης Ιταλίας» είναι κεντρικός στην αλυσίδα που πηγαίνει από την Ισπανία στην Τουρκία, η οποία εκπληρώνει επίσης μια θεμελιώδη λειτουργία εφοδιαστικού υπόβαθρου. Και αυτό σήμερα ακόμη περισσότερο, δεδομένης της τάσης της Ελλάδας να ξεφύγει από το μπλοκ του Νατο. Μόνο στην παράκτια περιοχή υπάρχουν 5 βάσεις και μια έκτη σχεδιάζεται στο Comiso. Στην εθνική επικράτεια είναι συγκεντρωμένες μια σειρά ενσωματωμένων λειτουργιών της διοίκησης Νατο σε ευρωπαϊκό επίπεδο (ανώτατη διοίκηση Afsouth στη Gaeta, Comlandeouth της Βερόνα) και άλλες άμεσα εξαρτώμενες από τις Ηπα, όπως το Κέντρο μελέτης και πειραματισμού της La Spezia, το οποίο είναι υπό την διοίκηση του Norfork στις Ηπα. Η τοποθέτηση πυραυλικών βάσεων στην εθνική επικράτεια είναι ήδη μια πράξη πολέμου, δεν αποτελούν μόνο μια παρακαταθήκη που πρέπει να χρησιμοποιηθεί σε περίπτωση έκτακτης ανάγκης, αλλά στη νέα αντίληψη του πολέμου, αντιπροσωπεύουν τα εμπροσθοφυλάκια, τα χαρακώματα αιχμής της διεθνούς σκακιέρας, τον τόπο με τη μεγαλύτερη ένταση της σύγκρουσης. Οι πυραυλικές εγκαταστάσεις στοχεύουν σε συγκεκριμένους στόχους άλλων χωρών, που με τη σειρά τους, συνεπώς, γίνονται προνομιακοί στόχοι. Με αυτόν τον τρόπο η πράξη πολέμου προετοιμάζεται επιστημονικά χωρίς ο άμεσα εμπλεκόμενος πληθυσμός να μπορεί να παρέμβει στο παραμικρό.

Ο υπουργός Lagorio (Psi-σοσιαλιστικό ιταλικό Κόμμα) διαλύει άψογα κάθε αμφιβολία δηλώνοντας ότι οι πύραυλοι είναι ένα αντικείμενο, ένας στόχος … κινητός! Ο Lagorio θεωρεί νόμιμη τη δράση των ΗΠΑ στον Κόλπο της Sirte, αλλά η μπουκιά που χρειάστηκε να καταπιεί ήταν πικρή καθώς αποκάλυπτε σαφώς την υποταγή της Ιταλίας στον ιμπεριαλισμό των Ηπα. Η κυβέρνηση κάνει δική της τη θέση πως μόνο η επανεξισορρόπηση του πολεμικού δυναμικού επιτρέπει την προστασία της ειρήνης, πουλώντας τη θέληση υπεροχής του ιμπεριαλισμού Usa ως συμφέρον των μαζών. προσπαθώντας να διεγείρει τον πατριωτισμό της ιμπεριαλιστικής εποχής, την αφοσίωση στη δύση. Αυτοί οι κύριοι που τρομοκρατούνται από την ιδέα του εμφυλίου πολέμου και της επαναστατικής δικαιοσύνης, προετοιμάζονται και πάλι για τη σφαγή των λαών.

Nato σημαίνει εσωτερικός πόλεμος και εξωτερικός πόλεμος. Είναι μέσα σε αυτή την προοπτική που αναδιοργανώνει τα στρατεύματά του, προσαρμόζοντάς τα στις νέες απαιτήσεις του δια-ιμπεριαλιστικού πολέμου και του ταξικού πολέμου.

Είναι σε αυτές οι ανάγκες που απαντά η δημιουργία ειδικών μονάδων κατά του ανταρτοπόλεμου στο εσωτερικό των ιταλικών ενόπλων δυνάμεων, οι οποίες θα πλαισιώσουν τα ειδικά τμήματα των καραμπινιέρων. Ενόψει της νέας βάσης στο Comiso, δεν προβλέπεται μόνο η μετακίνηση στρατευμάτων στην Καλαβρία: στις στρατιωτικές δυνάμεις των Ηπα θα ενταχθούν 200 καραμπινιέροι !!

Οι υψηλές διοικήσεις αυτών των δομών είναι απόλυτα ενταγμένες στο ΝΑΤΟ και πρέπει να εκπληρώσουν το καθήκον του ελέγχου και της εξόντωσης του επαναστατικού προλεταριάτου, ειρηνοποιώντας με κάθε μέσο το «εσωτερικό μέτωπο» για να επιβάλουν τη νέα ιμπεριαλιστική κοινωνική τάξη και να μπορούν να ξεκινήσουν ελεύθερα τον ιμπεριαλιστικό πόλεμο. Αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι τα τραύματα στον χώρο της αστικής τάξης που προκλήθηκαν από το επίπεδο της κρίσης, επέβαλαν στο Κράτος την επιλογή να εγκαταλείψει όλες τις φιλοδοξίες πολιτικής διαμεσολάβησης με τον προλεταριακό ανταγωνισμό, για τη μόνη δυνατή μορφή διακυβέρνησης των ταξικών εντάσεων: έλεγχο και εξόντωση ολόκληρων προλεταριακών στρωμάτων, ανοιχτό πόλεμο στις πολιτικές και υλικές ανάγκες του προλεταριάτου. Σε αυτό το ποιοτικό άλμα της στρατηγικής της ιμπεριαλιστικής μπουρζουαζίας, η φυλακή, που συνδέεται στενά με την επιστημονική και προγραμματισμένη απόσβεση, από πλευράς του Κράτους, κάθε μορφής έκφρασης του προλεταριακού ανταγωνισμού και, αφετέρου, της μεγιστοποίησης εκ μέρους της τάξης των ωθήσεων προς την ρήξη της «νόμιμης» οροφής που επιβάλλεται στους αγώνες της, τις ανάγκες, και τις χίλιες εκφράσεις του ταξικού πολέμου, γίνεται ένα κεντρικό σημείο στο σχέδιο πολέμου εναντίον του προλεταριάτου, μέγιστο εμπόδιο για κάθε κίνημα που τοποθετείται έξω και ενάντια στους κανόνες του παιχνιδιού που επιβλήθηκε από την ιμπεριαλιστική μπουρζουαζία. είναι ακριβώς αυτή η νέα αντίληψη της φυλακής το υψηλότερο σημείο σύγκρουσης μεταξύ της μπουρζουαζίας και του προλεταριάτου: κεντρικό εργαστήριο για την εξόντωση του ταξικού ανταγωνισμού !!

Ο πόλεμος στην ιμπεριαλιστική φυλακή, ξεκινώντας από το υψηλότερο σημείο στο οποίο έφτασε από το προλεταριακό πρόγραμμα απελευθέρωσης όλων των προλετάριων κρατουμένων και καταστροφής όλων των φυλακών, βρίσκει σήμερα μια ευρύτερη θέση στη διεθνιστική σφαίρα. Ενάντια στη διεθνοποίηση των έργων, των σχεδίων, των δομών, των ανθρώπων που έχουν χρεωθεί την επιστημονική εξόντωση χιλιάδων κομμουνιστών πρωτοποριών και ολόκληρων προλεταριακών στρωμάτων, πρέπει να γεννηθεί ένα πρόγραμμα συνειδητής και οργανωμένης ενότητας, σε διεθνή επίπεδα, που να στοχεύει να τινάξει στον αέρα κρίκοι μετά τον κρίκο όλα τα σημεία αυτού του έργου-σχεδίου θανάτου.

Να επιτεθούμε και να καταστρέψουμε την ιμπεριαλιστική φυλακή !!! Να μηδενίσουμε το σχέδιο προγραμματισμού για την εξόντωση του προλεταριακού ανταγωνισμού στην καρδιά του: την ιμπεριαλιστική φυλακή !!! Να οικοδομήσουμε και σε αυτό το μέτωπο τη διεθνιστική ενότητα των επαναστατών!!!

Nato σημαίνει ενίσχυση και αναδιάρθρωση του πολεμικού βιομηχανικού κλάδου, ανάπτυξη της στρατιωτικοποίησης στην επικράτεια και μέσα στα εργοστάσια θανάτου, τα οποία λειτουργούν ως πρότυπο αναφοράς για ολόκληρη τη διαδικασία βιομηχανικής αναδιάρθρωσης.

Οι ανάγκες του Νατο επιβάλλουν την αύξηση και τη βελτίωση των υποδομών που απαιτούνται για την βοήθεια ροών ενισχύσεων από τις Ηνωμένες Πολιτείες και για την εγκατάσταση των νέων τακτικών πυρηνικών συστημάτων, με σκοπό την λειτουργική αύξηση της ανάπτυξης του στρατιωτικού τομέα. Στον VI στόλο, η Ιταλία δεν παρέχει μόνο αποβάθρες και ασφαλείς βάσεις, αλλά μια ολόκληρη υλικοτεχνική ενδοχώρα για εφοδιασμό, συντήρηση και επισκευές, αντικατάσταση εξαρτημάτων πολέμου που κατασκευάζονται στην Ιταλία. Η Oto Melara κατασκευάζει ηλεκτρονικό εξοπλισμό και ανταλλακτικά για κανόνια, ελικόπτερα, κλπ. Τα Ηνωμένα Ναυπηγεία- Cantieri Navali Riuniti εξασφαλίζουν τη συντήρηση και επισκευή των πολεμικών πλοίων. Το έργο μιας νέας δεξαμενής στη Γένοβα για τη συντήρηση και επισκευή του VI στόλου οδήγησε στην ακύρωση μιας ρήτρας του κανονισμού του Cap (δομή κυβέρνησης του λιμένα) η οποία προέβλεπε πως για την είσοδο στο λιμάνι τα πολεμικά πλοία θα πρέπει πρώτα να απενεργοποιήσουν τους οπλισμούς. Δεν αποτελεί έκπληξη λοιπόν η ευθυγράμμιση της ιταλικής κυβέρνησης με τις θέσεις της Ουάσινγκτον, επομένως η Ιταλία, αφού έδωσε τη συγκατάθεσή της για την εγκατάσταση των πυραύλων, ετοιμάζεται να προετοιμάσει τη βάση του Comiso, παρουσιάζοντας την ως ευκαιρία για πρόοδο στην περιοχή, προσποιείται ότι πιστεύει ότι η βόμβα N αφορά μόνο τις Ηπα, υποστηρίζει την εκδοχή του Reagan για τη σύγκρουση με τη Λιβύη, αν και με σφιγμένα δόντια, καθώς αποκαλύπτει τον απόλυτο αποκλεισμό της από κάθε δυνατότητα λήψης αποφάσεων και ακόμη και από οποιοδήποτε δικαίωμα προηγούμενης ενημέρωσης!

 

Σύντροφοι, προλετάριοι,

ο συνεχής επαναπροσδιορισμός του ιμπεριαλιστικού κράτους των πολυεθνικών στο πλαίσιο κρίση αναδιάρθρωση – κρίση επανάσταση θέτει όλο και περισσότερο το πρόβλημα του ιμπεριαλιστικού πολέμου, που γίνεται όλο και περισσότερο πρόβλημα των μεγάλων μαζών. Η επιδείνωση των συνθηκών διαβίωσης και ο συνεχώς αυξανόμενος κίνδυνος του ιμπεριαλιστικού πολέμου μας επιτρέπουν να επιβεβαιώσουμε πως σήμερα η αντίθεση ανάμεσα στην επανάσταση και την αντεπανάσταση δεν παραχωρεί κανένα χώρο σε «ουδέτερες» θέσεις και επιβάλλει αντιθέτως μια ακριβή επιλογή χώρου. αυτός ο χαρακτήρας διατρέχει όλο τον κοινωνικό σχηματισμό εμβαθύνοντας το χάσμα μεταξύ επανάστασης και αντεπανάστασης και αμβλύνοντας μέχρι που μηδενίζει κάθε περιθώριο ελιγμών μεταξύ των δύο χώρων.

Είναι ολοένα και πιο σαφές στις μάζες ότι ο καπιταλιστικός τρόπος παραγωγής παράγει ιμπεριαλιστική βαρβαρότητα και συνεχή επιδείνωση των συνθηκών διαβίωσης: εδώ η επαναστατική πρόταση του εμφυλίου πολέμου διαμορφώνεται για να σταματήσει και να νικήσει τον ιμπεριαλιστικό πόλεμο και να οικοδομήσει την κομμουνιστική κοινωνία. η πιθανότητα μιας επικείμενης παγκόσμιας σύγκρουσης αποκαλύπτει όλη τη θετικότητα της, ως το μοναδικό μέσο να αντιτάξουμε στην εξόντωση των λαών.

 

Brigate Rosse
18-12-81

Δημοσιεύτηκε στο ΕΡΓΟ ΜΝΗΜΗΣ PROGETTO MEMORIA, τα γραμμένα λόγια Le parole scritte, Sensibili alle foglie, Roma 1996.

 

http://www.sebbenchesiamodonne.it/campagna-dozier-comunicato-n-1/

Αποτέλεσμα εικόνας για comunicati Br rapimento Dozier, anni '80

ΕΚΣΤΡΑΤΕΙΑ DOZIER – ΑΝΑΚΟΙΝΩΘΕΝ N.2

Η καπιταλιστική κρίση δημιουργεί τον ιμπεριαλιστικό πόλεμο. Μόνο ο αντιιμπεριαλιστικός εμφύλιος πόλεμος μπορεί να θάψει τον πόλεμο!!!
Στην εποχή του ιμπεριαλισμού των πολυεθνικών, το μητροπολιτικό προλεταριάτο αποτελεί την πρωτοπορία της διαδικασίας της προλεταριακής επανάστασης σε ολόκληρο τον κόσμο !!!
Πόλεμος στην κυριαρχία του αμερικάνικου ιμπεριαλισμού!!! Να επιτεθούμε στον ιμπεριαλισμό των πολυεθνικών και στον στρατιωτικό μηχανισμό κατοχής του: το Nato!!!
Το ιμπεριαλιστικό σύστημα παράγει: θάνατο από εκμετάλλευση, θάνατο από ανεργία, θάνατο στα Κρατικά στρατόπεδα στον προγραμματισμό της ολικής καταστροφής. Η ιμπεριαλιστική φυλακή είναι το κεντρικό εργαστήρι της εξόντωσης του ταξικού ανταγωνισμού! Να καταστρέψουμε την ιμπεριαλιστική φυλακή!!!
Να οικοδομήσουμε το αντιιμπεριαλιστικό μαχόμενο μέτωπο για έναν νέο προλεταριακό διεθνισμό, να πολεμήσουμε μαζί και ενωμένοι για να κερδίσουμε με όλους τους κομμουνιστές και με όλους τους λαούς που αγωνίζονται ενάντια στον ιμπεριαλισμό!!!

Σύντροφοι, προλετάριοι,
το σχέδιο της ιμπεριαλιστικής μπουρζουαζίας προβλέπει πως η Ευρώπη, εκτός από την ενοποίησή της και την υποταγή της στις Ηπα, πρέπει να γίνει ένας ενεργός πόλος της επιθετικής πολιτικής του αμερικάνικου ιμπεριαλισμού. Η πολιτική του Ρέιγκαν επιταχύνει αυτό το βήμα και τα διάφορα εκτελεστικά σε εθνικό επίπεδο επαναπροσδιορίζουν την αφοσίωση στις Ηπα με πιο έντονο τρόπο και όλο και πιο ανοικτά και γενικότερα προπαγανδίζουν τη «πίστη στη Δύση» ανάμεσα στις μάζες ως τον πατριωτισμό της σύγχρονης εποχής.
Ο πολιτικός στόχος των ΗΠΑ στην Ευρώπη, επίκεντρο της σύγκρουσης μεταξύ των δύο συνασπισμών είναι να αναπτυχθεί και να ενισχυθεί ένας υποτακτικός και πλήρως ενσωματωμένος πόλος τόσο στο οικονομικό, πολιτικό και στρατιωτικό επίπεδο.
Στους μεμονωμένους εθνικούς πόλους αυτή η πολιτική, που ακολουθείται από όλα σχεδόν τα κοινοβουλευτικά κόμματα, επιδιώκει πλέον να εμπλέξει τις μάζες με εκστρατείες προπαγάνδας που έχουν ως προνομιακό στόχο τους τον ταξικό πόλεμο για τον Κομμουνισμό. Οι μαζικοί αγώνες στην Ευρώπη έχουν τινάξει στον αέρα αυτό το εγχείρημα με τη γέννηση ενός κινήματος ενάντια στον ιμπεριαλιστικό πόλεμο και κατά της εγκατάστασης πυραύλων στην κεφαλή του οποίου τέθηκε ο ανταρτοπόλεμος εναντίον του Νατο. Αυτό έχει ήδη παρεμποδίσει σοβαρά τις επιλογές που ανακοίνωσε ο Reagan, αλλά η παρτίδα είναι ακόμα ανοιχτή. Θεμελιώδης κόμβος της ιμπεριαλιστικής πολιτικής είναι να κερδίσει στα διάφορα εσωτερικά μέτωπα: δηλαδή να εξαλείψει τον ταξικό ανταγωνισμό, προκειμένου να έχει τα χέρια ελεύθερα και να μπορεί να επιτεθεί στο εξωτερικό μέτωπο με τον στρατηγικό στόχο να επιβάλει την ηγεμονία των ΗΠΑ σε ολόκληρο τον πλανήτη.
Η ίδρυση ενός Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, η οικονομική λειτουργία της ΕΟΚ, η στρατιωτική λειτουργία του ΝΑΤΟ, δίνουν την εικόνα και το επίπεδο ολοκλήρωσης που επιτεύχθηκε. Ο ευρωπαϊκός πόλος διαθέτει τα δικά του εργαλεία για να αναπτύξει τις δραστηριότητες του σε διάφορους τομείς. στον οικονομικό τομέα σημαντική είναι η πρόταση του Davignon για την ώριμη πλέον αναγκαιότητα για μια μεγαλύτερη ολοκλήρωση μεταξύ των τομεακών σχεδίων, ιδίως της πολεμικής βιομηχανίας και της πυρηνικής ενέργειας στην τρέχουσα τάση του 3ου παγκοσμίου πολέμου, βρίσκεται μέσα στις στρατηγικές επιλογές της ιμπεριαλιστικής αστικής τάξης για τη βιομηχανική ανασυγκρότηση προς εκείνες τις παραγωγές που τείνουν να υποστηρίζουν την αποκατάσταση του ελέγχου και της κυριαρχίας του δυτικού μπλοκ, με τις ΗΠΑ επικεφαλής, σε ολόκληρη την περιοχή της Μεσογείου και της Μέσης Ανατολής, δηλαδή επί των χωρών παραγωγής πετρελαίου. Αυτό σημαίνει μια σαφή πολιτική επιθετικότητας προς εκείνες τις χώρες του 3ου κόσμου των οποίων οι απελευθερωτικοί αγώνες από τον ιμπεριαλισμό, έχουν ανατρέψει τις ισορροπίες δυνάμεων και αμφισβήτησαν σοβαρά την ηγεμονία Usa σε έναν στρατηγικό χώρο της σύγκρουσης μεταξύ των δύο συνασπισμών. Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο η Επιτροπή Αμυντικού Σχεδιασμού του Nato προεδρεύει των Τομέων που κατευθύνουν και επιβάλλουν τις οικονομικές επιλογές και τις πολιτικές πολέμου στα διάφορα κράτη μέλη.

Σύντροφοι,
η κρίση του καπιταλιστικού συστήματος είναι βαθιά και δεν είναι εύκολο να κρυφτεί πίσω από την παρωδία της εξουσίας: μόνο στην Ιταλία υπάρχουν 2 εκατομμύρια άνεργοι, αυτοί που έχουν «ανασταλεί» μεταξύ της Fiat και της Alfa είναι 100 χιλιάδες, χιλιάδες μεσαίες, μικρές και μεγάλες βιομηχανίες κλείνουν ή αλλάζουν διάταξη: το να κάνουν να εργάζονται περισσότερο όλο και λιγότερους εργάτες είναι η λογική που οδηγεί κάθε σχέδιο αναδιάρθρωσης. Από την άλλη πλευρά, χιλιάδες πολιτικοί κρατούμενοι στα Κρατικά lager δίνουν τον παλμό του μαζικού επιπέδου που επιτεύχθηκε από τον ταξικό πόλεμο και την ικανότητα αναπαραγωγής του ανταρτοπόλεμου, παρά τα χτυπήματα που προκάλεσε ο εχθρός, μια ικανότητα που δίδεται από το βαθύ ρίζωμα του Ένοπλου Αγώνα μέσα στις μάζες.
Δεδομένου ότι η παγκόσμια πλέον κρίση του καπιταλισμού δεν αφήνει κοινωνικοοικονομικούς χώρους με τους οποίους να εξαπατηθεί και να χειραγωγηθεί η προλεταριακή συνείδηση, τα μεμονωμένα Κράτη καταφεύγουν σε κατασταλτικές θεσμικές λύσεις με έντονους στρατιωτικούς χαρακτήρες. Αυτό που συμβαίνει στην Ιταλία είναι ένα πολύ συμπτωματικό παράδειγμα μιας πλέον παγιωμένης αστικής αρχής: όταν οι διάφορες μορφές δημοκρατίας δεν αποδεικνύονται στο ύψος των καθηκόντων, στο ύψος των περιστάσεων, αρκεί να τροποποιηθούν οι κανόνες του παιχνιδιού! Είναι σε αυτή την κατεύθυνση που πηγαίνει η «μεγάλη συνταγματική μεταρρύθμιση» που επαινείται τόσο πολύ από τα κόμματα του συνταγματικού τόξου, της οποίας ο Craxi γίνεται ο εκπρόσωπος στην πρώτη γραμμή. Κάθε επόμενη κυβέρνηση αντιπροσωπεύει έναν επαναπροσδιορισμό, μια επανέκδοση, μια βελτίωση του Ιμπεριαλιστικού Κράτους των Πολυεθνικών. μια κυβέρνηση παράγει την επόμενη, επιλέγοντας ένα όλο και πιο κατάλληλο πολιτικό προσωπικό για να επιτυγχάνει τακτικές και στρατηγικές αποστολές του ιμπεριαλισμού. Τα διάφορα κόμματα, εκτός από το να εκπροσωπούν τα εταιρικά κλαδικά συμφέροντα συγκεκριμένων κρατών, ανταγωνίζονται ως υποψήφιοι προνομιακοί υπηρέτες υπάλληλοι του ιμπεριαλισμού και σε αυτό σήμερα υποτάσσουν τα δικά τους ιδιαίτερα συμφέροντα. Ποια δημοκρατία μας προτείνουν ποια δημοκρατία οραματίζονται για εμάς; Σύμφωνα με τις αποφάσεις της 12ης δεκεμβρίου 79, που ελήφθησαν στις Βρυξέλλες από το Νατο και υποστηρίχθηκαν από τις ευρωπαϊκές κυβερνήσεις πίσω από την αμερικανική πίεση, μέσα στο 1983 πρέπει να εγκατασταθούν στα βελγικά, βρετανικά, ολλανδικά, ιταλικά και δυτικά γερμανικά εδάφη, 572 μεσαίου μεγέθους ατομικοί πύραυλοι, εκ των οποίων 464 Cruise και 108 ‘Pershing 11’ με έξι πυρηνικές κεφαλές, καθένας εξοπλισμένος με καταστροφική δύναμη ίση με εκείνη που κατέστρεψε τη Χιροσίμα. Αλλά τι βάρος έχει η τόσο πολυδιαφημισμένη λαϊκή θέληση, δεδομένου ότι οι διαδηλώσεις κατά της τοποθέτησης των πυραύλων έχουν ακολουθήσει η μια την άλλη σε όλη την Ευρώπη;
Η παραγωγή της βόμβας «Ν» καθιστά εφικτό τον περιορισμένο πυρηνικό πόλεμο τόσο αγαπητό στον «δημοκρατικό» Ρέιγκαν που δεν βλέπει την ώρα να βρει κάποια φέτα του κόσμου επάνω στην οποία να την δοκιμάσει! Η Ευρώπη και, ιδιαίτερα, η Νότια Ευρώπη, βρίσκεται στο επίκεντρο αυτής της στρατηγικής «περιορισμένου πολέμου» κατά αντισοβιετικό τρόπο. Η Ιταλία, με την Τουρκία και την Ισπανία είναι το προηγμένο μέτωπο της Μεσογείου: αυτό το μέτωπο είναι έτοιμο για την παρέμβαση εναντίον όλων όσων εμποδίζουν την αμερικανική ηγεμονία (σε όλους είναι γνωστός ο ρόλος του Νατο στο πραξικόπημα στην Τουρκία. Αυτό είναι το νόημα της δημιουργίας μιας μικτής μορφής παρέμβασης στο Σινά όπου και η Ιταλία, με μεγάλη υπερηφάνεια της κυβέρνησης, συμμετέχει. της επιμονής του Lagorio για μεγαλύτερη ενσωμάτωση ανάμεσα στην κοινωνία των πολιτών και του στρατιωτικού μηχανισμού · των απαιτήσεων των Capuzzo και Santini για ένα μεγαλύτερο πολιτικό βάρος των στρατιωτικών διοικήσεων στην κυβέρνηση · των αυξήσεων των στρατιωτικών δαπανών. Αυτό το μέτωπο είναι πολύ συμπαγές μεταξύ των ιμπεριαλιστών όσον αφορά τον «εσωτερικό» πόλεμο που έχει ως στόχο την εξόντωση του ταξικού ανταγωνισμού. η διαδοχή διεθνών συνόδων κορυφής για την «τρομοκρατία», η δημιουργία μιας βάσης δεδομένων στην Ευρώπη, η ανταλλαγή γνώσεων, μεθόδων, μέσων, στελεχών, όλα αυτά συνιστούν την αντιπρολεταριακή «ιερή συμμαχία».
Η παρωδία των mass-media σχετικά με την κάθοδο αμερικανών και γερμανών εμπειρογνωμόνων, που θα εργαστούν για τη διερεύνηση της απαγωγής του δημίου Doizier, δεν είναι παρά η γελοία παρέλαση με την οποία προσπαθούν να κρύψουν την πραγματικότητα. Η ενσωμάτωση των δυνάμεων της αντεπανάστασης σε επίπεδο των χωρών του μπλοκ του Nato έχει εδώ και καιρό δημιουργήσει ένα σταθερό δίκτυο υπερέμπειρων της ταξικής πάλης και των μαζικών κινημάτων καθώς και επαγγελματιών του αγώνα ενάντια στον ανταρτοπόλεμο. Μερικοί από αυτούς τους χαρακτήρες πολύ γνωστοί στους διάφορους Craxi και Martelli αρχίζουν να ταυτοποιούνται και από τους κομμουνιστές μαχητές όλης της Ευρώπης, βρίσκονται στα υψηλότερα επίπεδα του ολοκληρωμένου μηχανισμού της αντεπανάστασης. Αυτοί είναι οι σκεπτόμενες κεφαλές που κινούν τις διάφορες μαριονέτες σε εθνικό επίπεδο, όπως εδώ στα μέρη μας, για παράδειγμα, τους ηγέτες των συνδικαλιστικών συνομοσπονδιών, με τον Benvenuto επικεφαλής, υποστηρικτές της ίδρυσης ενός «αντιτρομοκρατικού» κέντρου για τον εργοστασιακό τομέα.

Σύντροφοι, προλετάριοι,
η ιμπεριαλιστική αστική τάξη έχει πλήρη επίγνωση ότι η κρίση της δεν αφήνει πλέον περιθώρια για πολιτική διαμεσολάβηση με τον ταξικό ανταγωνισμό, γνωρίζει ότι οι απαιτήσεις του νόμου του κέρδους μέσα στην κρίση συγκρούονται μετωπικά με τις πολιτικές και υλικές ανάγκες του Μητροπολιτικού Προλεταριάτου, γνωρίζει ότι στις μητροπόλεις όπου παράγεται και αναπαράγεται το κεφάλαιο και η κρίση του, έχει επίσης γεννηθεί ο θανάσιμος εχθρός του: το νέο μητροπολιτικό προλεταριάτο που βρίσκει τα συμφέροντα και τις ανάγκες του να ικανοποιούνται, μέσα στον αγώνα για την καταστροφή του συστήματος της μισθωτής εργασίας, το οποίο δημιουργεί την πολιτική ικανότητα για οργάνωση, για αγώνα και μάχη επαρκείς για το επίπεδο που επιτεύχθηκε από την επίθεση της μπουρζουαζίας σε κάθε έκφραση του ταξικού κινήματος. επίθεσης εναντίον όσων κινούνται πριν ακόμη κινηθούν. Για το λόγο αυτό, για να κάνει το προλεταριάτο να καταπιεί μια πρωτοφανή ιστορική ήττα, μόνη προϋπόθεση για την αποκατάσταση της νέας ιμπεριαλιστικής τάξης, η φυλακή καθίσταται μια θεμελιώδης αποφασιστικότητα του σχεδίου της ιμπεριαλιστικής μπουρζουαζίας, ως κεντρικό εργαστήριο για την εκμηδένιση του ταξικού ανταγωνισμού και μέγιστο αποτρεπτικό ενάντια στους αγώνες, εναντίον κάθε προλετάριου που στέκεται έξω και εναντίον των παιχνιδιών που επιβάλλει η μπουρζουαζία. Η φυλακή σήμερα, ως θεμελιώδης δακτύλιος ενός πολύ ευρύτερου και πιο περίπλοκου μηχανισμού ελέγχου, διαίρεσης, απομόνωσης, εκβιασμού, βασανιστηρίων και πολιτικής και φυσικής εξόντωσης του σχεδίου της προληπτικής παγκόσμιας αντεπανάστασης, είναι η απάντηση της αστικής τάξης στους αγώνες και προσανατολισμούς των προλετάριων να μην να πεθάνουν από την εκμετάλλευση, την ανεργία, τον ιμπεριαλιστικό πόλεμο. Γι ‘αυτό τον λόγο είναι σήμερα πραγματικότητα που ζουν σε μαζικό επίπεδο, και γι’ αυτό προσελκύει τόσο μεγάλη προσοχή από τους στρατηγικούς αναλυτές της διεθνούς αντεπανάστασης στην βρώμικη προσπάθεια να απομονώσουν από την ‘κοινωνία των πολιτών’ αυτές τις δομές όπου ζουν, αγωνίζονται και οργανώνονται χιλιάδες και χιλιάδες προλετάριων και κομμουνιστών, για να διαλύσουν την ενότητα της τάξης που επετεύχθη από τα Pp, για να να επιβάλουν τη σιωπή και τον θάνατο περισσότερο ή λιγότερο «καθαρό». Στην προπαγάνδα αυτών των κυρίων η φυλακή πρέπει να γίνει ένα απόστημα μέσα σε μια υγιή κοινωνία που συμμετέχει υπεύθυνα στην ηρωική εθνική προσπάθεια να διασωθούν οι τύχες του καπιταλισμού σε σήψη. Για τους προλετάριους, για τους επαναστάτες η φυλακή είναι εδώ και χρόνια, ένα από τα πιο σημαντικά σημεία του αγώνα, της οργάνωσης, της επικοινωνίας και της μάχης ενός ολόκληρου ταξικού στρώματος, ένας από τους θεμελιώδεις κρίκους της Ένοπλης Προλεταριακής Εξουσίας. Στο σχέδιο της παγκόσμιας καταστροφής του ιμπεριαλιστικού πολέμου, η φυλακή ως ακρογωνιαίος λίθος της ένοπλης ειρηνοποίησης, της προλεταριακής εξόντωσης στις μητροπόλεις, πρέπει να είναι μέσα στο επαναστατικό πρόγραμμα, ένα μόνιμο μέτωπο μάχης για να το αποδιαρθρώσει και για να οικοδομήσει την προλεταριακή οργάνωση. Οι προλετάριοι και οι κομμουνιστές που είναι έγκλειστοι στο Stammhein και στα αγγλικά H-Blocks, στη Marion και στα γαλλικά Qhs, στις ειδικές φυλακές και στα ιταλικά «μακρού ελέγχου» τμήματα, βρίσκουν σήμερα ενοποιητικό έδαφος αγώνα, πολιτική ανασύνθεση με ολόκληρο το Μητροπολιτικό Προλεταριάτο, με τα συνθήματα «καταστροφής όλων των φυλακών» και «απελευθέρωσης όλων των προλετάριων κρατουμένων» ως απαράβατα σημεία στο Μεταβατικό Πρόγραμμα προς τον κομμουνισμό. Η ανατίναξη ενός από τα θεμελιώδη γάγγλια επάνω στο οποίο βασίζεται το σύστημα της μισθωτής εργασίας είναι εξ ολοκλήρου μέσα στην ιστορική δυνατότητα της καταστροφής του Ιμπεριαλιστικού κράτους των πολυεθνικών και της οικοδόμησης της αταξικής κοινωνίας. Η εισαγωγή αυτού του μετώπου μέσα στην πιο γενική πρόταση ανασυγκρότησης του νέου Προλεταριακού Διεθνισμού στη βάση του κοινού αγώνα ενάντια στον Ιμπεριαλισμό, είναι ένα από τα θεμελιώδη βήματα για την οικοδόμηση του Αντί-Ιμπεριαλιστικού Μαχόμενου Μετώπου, ένας από τους πολιτικούς κόμπους που πρέπει να λύσουμε στην συζήτηση με τους κομμουνιστές και όλους εκείνους που μάχονται διεθνώς ενάντια στην ιμπεριαλιστική φυλακή.

Σύντροφοι, προλετάριοι,
η προλεταριακή δίκη στο γουρούνι Dozier έχει ξεκινήσει.
Αυτό το γουρούνι, αυτός ο δολοφόνος είναι ένας «ήρωας» των αμερικανικών σφαγών στο Βιετνάμ, όπου κέρδισε διάφορες παρασημοφορήσεις για τις «υπηρεσίες» του.
Η μακρά καριέρα του ως γουρουνιού τον έφερε εκεί όπου ο ιμπεριαλισμός τον χρειάζονταν για να πνίγει και να καταστέλλει τους απελευθερωτικούς αγώνες των λαών, να προετοιμάζει τα σχέδια κατοχής και προβοκάτσιας για λογαριασμό των αφεντικών του.
Τελευταία του αποστολή, που διακόπτεται από τις επαναστατικές δυνάμεις, είναι η αποτελεσματική διοίκηση των συμμαχικών επίγειων δυνάμεων της Νότιας Ευρώπης (Landsouth).
Στην διαίρεση σε ζώνες της Ευρώπης, το Νατο χώρισε τις δυνάμεις του σε τρεις περιοχές: Βόρεια, κεντρική και Νότια. Σε αυτό το στάδιο του αντιιμπεριαλιστικού πολέμου το Νότιο μέτωπο (νότια Ευρώπη) αντιπροσωπεύει το θεμελιώδες σημείο της σύγκρουσης, και περιλαμβάνει τις ναυτικές δυνάμεις παρέμβασης και υποστήριξης, δύο δυνάμεις ξηράς, μία για τη νότια Ευρώπη και μία για τη νοτιοανατολική Ευρώπη, τις αεροπορικές δυνάμεις της νότιας Ευρώπης και τις ναυτικές δυνάμεις της νότιας Ευρώπης. Η Γενική Διοίκηση του νότιου Μετώπου και όλες οι επιχειρησιακές Διοικήσεις (εκτός από μία) των Νοτίων δυνάμεων βρίσκονται στην Ιταλία. μία στη Βερόνα και τέσσερις στη Νάπολη, γεγονός που επιβεβαιώνει περαιτέρω τον στρατηγικό ρόλο που διαδραματίζει η βάση Ιταλία. Σε αυτό το «αμυντικό σύστημα των συμφερόντων του ιμπεριαλισμού» είναι μέρος ο VI αμερικανικός στόλος, που γυροφέρνει στη Μεσόγειο, ανεβάζοντας άλλοτε την αμερικανική σημαία ή αυτή του Νατο ανάλογα με τις περιστάσεις. Ποια είναι τα πραγματικά καθήκοντα και τι εννοεί με την «υπεράσπιση των συμφερόντων του», ο ιμπεριαλισμός μας έδωσε μια αδιαμφισβήτητη επίδειξη με την προκλητική επίθεση στον Κόλπο της Σύρτης κατά του λαού της Λιβύης. Στη σημερινή φάση του πολέμου το Νατο δεν έχει κανένα χαρακτήρα διασυμμαχικής υπεράσπισης, αλλά είναι ένα καθαρό όργανο στα χέρια του ιμπεριαλισμού και για την επιθετικότητα εναντίον των λαών του τρίτου κόσμου και για τις πολιτικές πολέμου και εξόντωσης του προλεταριάτου στις μητροπόλεις. Το Landsouth, που διοικείτο μέχρι τις 17 δεκεμβρίου από το γουρούνι Dozier, τοποθετείται σε αυτό τον χώρο. αντιπροσωπεύει την καταστροφική πλευρά της νότιας περιοχής. Οι διαθέσιμες δυνάμεις του αποτελούνται από περίπου 20 ταξιαρχίες (8 μηχανοκίνητες, 5 θωρακισμένες, 5 αλπικές και 2 μηχανοκίνητες) συν μία πυραυλική ταξιαρχία και αρκετές μονάδες μάχης και υπηρεσιών υποστήριξης. Οι δυνάμεις αυτές ανέρχονται σε περίπου 270.000 άνδρες, 1.200 τεθωρακισμένα, 1.000 κανόνια και 4.000 APC. Για τη χρήση και τη λειτουργία αυτού του μηχανισμού, το γουρούνι Dozier πρέπει να απαντήσει στο διεθνές προλεταριάτο.

Σε όλο το επαναστατικό κίνημα,
σε αυτά τα τελευταία δύο χρόνια αναπτύχθηκε μια έντονη πολιτική μάχη μέσα στην Οργάνωση μας. Οι αντιφάσεις που προέκυψαν δεν βρήκαν λύση μέσα στην ίδια οργανωτική δομή και την ίδια στρατηγική διάταξη.
Εμείς από τις Ερυθρές Ταξιαρχίες, που διακηρύσσουμε την ιστορική συνέχεια 10 χρόνων ζωής της Οργάνωσης μας, πιστεύουμε και πάλι ότι πρέπει να επαναβεβαιώσουμε το μοναδικό τεστ για το ποιοτικό άλμα προς το Κόμμα: την επαλήθευση στο έδαφος της κοινωνικής πρακτικής, στο έδαφος της οικοδόμησης των Επαναστατικών Μαζικών Οργανισμών.
Γι ‘αυτόν τον λόγο απορρίπτουμε τη λογική της σύνοψης των μεροληψιών, της ομοσπονδίας, των συμφωνιών και σκοπεύουμε να αναλάβουμε όλες τις ευθύνες μας μπροστά στο επαναστατικό κίνημα, της πολιτικής μας γραμμής όπως καθορίστηκε στο Ψήφισμα της Στρατηγικής Διεύθυνσης – δεκ. ’81, και να αναδημιουργήσουμε επάνω σε αυτή τη βάση και με αυτά τα κριτήρια τη δυνατότητα νέων επιπέδων ενότητας με όλους τους κομμουνιστές.
Οι Br, για να κάνουν το μέγιστο της σαφήνειας στο επαναστατικό κίνημα, θα προσφέρουν έναν απολογισμό αυτών των δύο χρόνων πολιτικής μάχης.
Για όλα αυτά τα πολιτικά προβλήματα, και όχι λόγω τυπικών αναγκαιοτήτων, πιστεύουμε ότι είναι σωστό να διαχωρίσουμε τη θέση μας και στο όνομα των άλλων OCC-Κομουνιστικών Μαχόμενων Οργανώσεων.
Από αυτό το ανακοινωθέν και μετά παίρνουμε το όνομα:
Για τον κομμουνισμό. Κόκκινες Ταξιαρχίες για την Οικοδόμηση του Μαχόμενου Κομμουνιστικού Κόμματος.
Εμπρός με το γενικό πρόγραμμα της συγκυρίας!!! Να μετατρέψουμε τον ιμπεριαλιστικό πόλεμο σε ταξικό πόλεμο ξεκινώντας από τις μητροπόλεις, οικοδομώντας τη διεθνιστική ενότητα με όλους τους λαούς που μάχονται ενάντια στον ιμπεριαλισμό!!! Πόλεμος στον ιμπεριαλιστικό πόλεμο, πόλεμος στο Νατο!!! Να επιτεθούμε στα κέντρα, στους στρατηγούς του πολέμου και στις βάσεις της αμερικανικής στρατιωτικής μηχανής !!! Να καταστρέψουμε την ιμπεριαλιστική φυλακή!!! Να χτίσουμε το Αντιιμπεριαλιστικό Μαχόμενο Μέτωπο!!!

 

Για τον Κομουνισμό.
ερυθρές Ταξιαρχίες για το χτίσιμο του κομουνιστικού μαχόμενου Κόμματος-Brigate rosse per la costruzione del Pcc
27/12/1981

 

Πηγή: PROGETTO MEMORIA, Le parole scritte, Sensibili alle foglie, Roma 1996. ΕΡΓΟ ΜΝΗΜΗΣ, Τα γραμμένα λόγια

 

http://www.sebbenchesiamodonne.it/campagna-dozier-comunicato-n-2/

ΕΚΣΤΡΑΤΕΙΑ DOZIER – ΑΝΑΚΟΙΝΩΘΕΝ N. 3

Επίθεση στο σχέδιο της ιμπεριαλιστικής μπουρζουαζίας. Να ενώσουμε το μητροπολιτικό προλεταριάτο στο γενικό πολιτικό πρόγραμμα της συγκυρίας.

Σύντροφοι, προλετάριοι,

η επιτάχυνση της κρίσης έχει μετατοπίσει ταχύτατα προς τα εμπρός τις δια-ιμπεριαλιστικές αντιφάσεις αφενός και αυτή μεταξύ της αστικής τάξης και του προλεταριάτου αφετέρου. Στο πλαίσιο που κυριαρχείται από τις ιμπεριαλιστικές επιλογές στην εξαπόλυση των συγκρούσεων, η εσωτερική πτυχή της πολεμοχαρούς πολιτικής πέφτει σαν σφυρί επάνω στο προλεταριάτο με όρους καταστροφής εργατικού δυναμικού και συνολικής παραγωγικής ικανότητας και στρατιωτικού ελέγχου ως μοναδική διακυβέρνηση των ταξικών εντάσεων. Σήμερα το πρόβλημα του αλατιού και του ρυζιού χάνει κάθε οικονομικίστικη χροιά, μιας πλατφόρμας διεκδικήσεων και τοποθετείται μέσα στην γενικότερη πολιτική διαμάχη που έχει ανοίξει μεταξύ προλεταριάτου και μπουρζουαζίας, στη σύγκρουση για την εξουσία που βρίσκεται σε εξέλιξη στη φάση της διαρθρωτικής κρίσης του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής.
Να υλοποιήσουμε και να δώσουμε δύναμη στο επαναστατικό σχέδιο σημαίνει να εξοπλιστούμε με ένα πρόγραμμα αγώνα, κινητοποίησης, προπαγάνδας και μάχης που να μην περιορίζεται να υπαινίσσεται στον κομμουνισμό, παραπέμποντας στο άπειρο το πρόβλημα να εξαπολύσει μέσα στις νέες συνθήκες, τον επαναστατικό αγώνα ενάντια στο καθεστώς που εμποδίζει την πλήρη απασχόληση και που μειώνει δραματικά τα κόστη της κοινωνικής αναπαραγωγής. Εάν είναι αλήθεια ότι μόνο η κατεδάφιση του καθεστώτος μισθωτής εργασίας είναι ουσιαστική προϋπόθεση για μια διαφορετική ανακατανομή του κοινωνικού πλούτου, για να προσανατολίσουμε με άλλο τρόπο την ανθρώπινη εργασία, σήμερα να εστιάσουμε ξανά τη μαζική κριτική στο αστικό καθεστώς, σημαίνει να ενοποιήσουμε τις εντάσεις στο υψηλότερο σημείο, τους αγώνες και τις προλεταριακές φιλοδοξίες σε μια νέα ποιότητα ζωής στη φάση της έκφρασης των εξελισσόμενων αναγκών της τάξης στην οποία το κεφάλαιο μπορεί μόνο να τις αρνείται και να τις συμπιέζει προεικονίζοντας τίποτα άλλο παρά βαρβαρότητες και καταστροφή. Γνωρίζουμε ότι η επιβολή των σημείων του Προγράμματος Μετάβασης στον Κομμουνισμό εμποδίζεται από την ύπαρξη αυτού του καθεστώτος, πως οι νέες παραγωγικές σχέσεις μπορούν να ζουν μόνο πολιτικά ως προεικόνιση του νέου κοινωνικού σχηματισμού, αλλά αυτό δεν πρέπει να αποτελεί κανένα λόγο για αναβολή του αγώνα και της μάχης σε ένα είδος ανάθεσης στο άπειρο της «οριστικής σύγκρουσης».
Δεν φτάνει πλέον να καταγγέλλουμε ότι οι μάζες εκφράζουν την ανάγκη για σπίτια, νοσοκομεία, να μην πεθαίνουν στα γκέτο που δέχονται εισβολή με αέρια … αλλά να αντιληφθούμε πως εάν δεν υπάρχουν άλλα σπίτια να καταλάβουμε ή να επιτάξουμε, είναι επειδή στη θέση τους τα αφεντικά μας βάζουν να κατασκευάζουμε στρατώνες ή φυλακές, πως αν δεν υπάρχουν πλέον νοσοκομεία, είναι επειδή τα κέρδη τους τα αφεντικά τα βρίσκουν μόνο σε εξελιγμένα ιατρικά τμήματα για λίγους προνομιούχους. ότι ο αγώνας να μην πεθαίνουμε από την εργασία και το επιβλαβές περιβάλλον συγκρούεται με τον εκβιασμό να πεθάνουμε της πείνας. ότι οι δυνατότητες που δίδονται από την ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων συγκρούονται με τις επιταγές του νόμου του κέρδους. Αυτό μεταφέρει προς τα εμπρός την αντίφαση καθιστώντας σαφέστερο το πεδίο της σύγκρουσης και τους κοινωνικές αιτίες του ταξικού πολέμου.
Η φάση του προλεταριακού πολέμου έχει ήδη ξεκινήσει και στην επαναστατική πορεία δίδεται η δυνατότητα ικανής οργάνωσης για την επιβολή των πολιτικών και υλικών αναγκών της τάξης, αναγκών εξουσίας καθότι εγγενείς στις θεμελιώδεις προσδοκίες του γενικότερου συμφέροντος. διότι πολιτική σύνθεση των υψηλότερων επιπέδων των αγώνων. επειδή αυτόνομες από τις αναγκαιότητες, από τα προβλήματα και τις τύχες του καπιταλισμού που πεθαίνει. γιατί σε στενή διαλεκτική με το κομμουνιστικό πρόγραμμα απελευθέρωσης από τη δουλεία της μισθωτής εργασίας.
Οικοδόμηση εδώ και αμέσως των χαρακτήρων της νέας κοινωνίας στην οποία:
Απελευθέρωση χρόνου από την απαραίτητη εργασία – ανασύνθεση των πολλαπλών ανθρώπινων δραστηριοτήτων – διαφορετική στοχοθέτηση της ανθρώπινης εργασίας – ικανοποίηση όλων των αναγκών μέσα στις δυνατότητες που δίδονται από την ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων – επαναφορά ενός νέου προλεταριακού διεθνισμού.
Σήμερα είναι δυνατόν να πραγματοποιήσουμε την αναντικατάστατη επιχείρηση του κόμματος που εντοπίζοντας τα νευραλγικά κέντρα του εχθρικού σχεδίου, να δίνει ζωτικότητα και σφρίγος και πραγματικές δυνατότητες σε όλο το σύστημα της ένοπλης προλεταριακής δύναμης μέσα στην πολυπλοκότητα και την ποικιλομορφία της έκφρασης και των επιτευχθέντων επιπέδων οργάνωσης και πολιτικής ομοιογένειας.
Για όλο αυτό σκοπεύουμε να διαμορφώσουμε ένα γενικό πολιτικό πρόγραμμα συγκυρίας που να έχει μέσα του την πολλαπλή και πολυδιάστατη πτυχή της δράσης ως κόμμα, τόσο δηλαδή μέσα στη μάχη όσο και στην προπαγάνδα του προγράμματος, όπως επίσης και το πραγματικό στοιχείο χτισίματος και κατάκτησης των Άμεσων Πολιτικών Προγραμμάτων στους διάφορους τομείς της τάξης, να είναι η έκφραση μιας ευρύτερης πολιτικής ενότητας που να αφορά τις «μεγάλες μάζες», στο δρόμο του γενικευμένου εμφυλίου πολέμου.
Σκοπεύουμε να πούμε πως να ενεργείς σαν κόμμα σε αυτή τη συγκυρία, αποκτά την αξία της συνολικής κατεύθυνσης τόσο σε σχέση με τις διαφορετικές ομοιογενείς ταξικές πραγματικότητες μέσα στις οποίες έχει ήδη ξεκινήσει μια σταθερή διαδικασία οργάνωσης και ανίχνευσης προγράμματος, όσο και σε σχέση με τις ευρύτερες πραγματικότητες οι οποίες δεν ανάγονται άμεσα σε πρωτοβουλίες Κόμματος και μεμονωμένους τομείς, αλλά αφορούν ολόκληρο το μητροπολιτικό προλεταριάτο. Το πρόγραμμα που σκοπεύουμε να ξεκινήσουμε εντοπίζει τρία αδιαχώριστα κεντρικά σημεία που σήμερα χαρακτηρίζουν τη σύγκρουση μεταξύ προλεταριάτου και μπουρζουαζίας.
Η ιμπεριαλιστική κρίση γεννά τον ιμπεριαλιστικό πόλεμο, μόνο ο αντιιμπεριαλιστικός εμφύλιος πόλεμος μπορεί να αποτρέψει τον πόλεμο. Ο πόλεμος στον ιμπεριαλιστικό πόλεμο είναι ένα ουσιαστικό βήμα για τη μετάβαση στον κομμουνισμό.

Πόλεμο στην εξαπόλυση του ιμπεριαλιστικού πολέμου, πόλεμο στο Νato, πόλεμο στην βιομηχανία του πολέμου, πόλεμο στην προληπτική αντεπανάσταση, πόλεμο στους στρατιωτικούς προσδιορισμούς του πολιτικού σχεδίου εξόντωσης του προλεταριακού ανταγωνισμού, ως προϋπόθεση για την αποδιάρθρωση όλου αυτού που αντιτίθεται στο οπλισμένο χέρι, την επιβολή ενός νέου προλεταριακού διεθνισμού και την εσωτερική δυνατότητα κάθε χώρας να απελευθερωθεί από την καπιταλιστική δικτατορία. Είναι επομένως πόλεμος για να καταστρέψουμε το σχέδιο, τους άνδρες, τα μέσα του ιμπεριαλιστικού πολέμου, τόσο στο εσωτερικό μέτωπο όσο και στο εξωτερικό. είναι πόλεμος για να καταστρέψουμε την υλική βάση, τις οικονομικές επιλογές επάνω στις οποίες τροφοδοτείται ο ιμπεριαλιστικός πόλεμος και αντλεί τις ευκαιρίες για να εξαπολυθεί. είναι πόλεμος για να καταστρέψουμε τη στρατιωτική μηχανή που δίνει τις κατευθυντήριες μιας επαναφοράς ενός υψηλότερου επιπέδου ιμπεριαλιστικής καταπίεσης σε ολόκληρο τον πλανήτη. Για όλα τα στρώματα της τάξης αυτό σημαίνει να οικοδομήσουμε την ικανότητα να επιτεθούμε σε αυτό το σχέδιο σε κάθε κατάσταση κατακτώντας την κύρια πτυχή της αντίφασης έτσι όπως παρουσιάζεται: δηλαδή επίθεση στο σχέδιο ελέγχου, προληπτικής αντεπανάστασης, εξόντωσης του περιθωριοποιημένου και εκτός νόμου προλεταριάτου στα αστικά γκέτο. των εργατών και των εργαζομένων των υπηρεσιών στα εργοστάσια και στους χώρους εργασίας, των προλετάριων κρατουμένων στις περισσότερο ή λιγότερο ειδικές ακτίνες των Κρατικών lager. είναι επομένως έδαφος για το χτίσιμο και την κατάκτηση των συγκεκριμένων Άμεσων Πολιτικών Προγραμμάτων τομέα ενάντια σε όλο αυτό που έρχεται σε αντίθεση με την ανασύνθεση της τάξης και τον αγώνα για τις πολιτικές ανάγκες του μητροπολιτικού προλεταριάτου. Είναι επίσης στοιχείο ενότητας και κινητοποίησης ολόκληρου του προλεταριάτου που ανασυντίθεται μέσα στην ευρύτερη ενότητα όλων εκείνων που μάχονται ενάντια στην ιμπεριαλιστική βαρβαρότητα, ενάντια στην καπιταλιστική καταπίεση.
Είναι σύνθεση μεταξύ του πολιτικού προγράμματος επαναπροσδιορισμού ενός νέου προλεταριακού διεθνισμού και πραγματικής δυνατότητας ανάπτυξης, ύπαρξης και επιβεβαίωσης του επαναστατικού κινήματος.
Πόλεμο στην υλοποίηση του σχεδίου απέλασης εργατικού δυναμικού, το οποίο βρίσκει τροφή στη νέα οργάνωση της εργασίας και στον επαναπροσδιορισμό-σιδηρά κυβέρνηση της αγοράς εργασίας.
Σχέδιο που βασίζεται στην πολιτική επίθεση στην ταξική ανασύνθεση, στην δύναμη και ακαμψία της εργατικής τάξης που απασχολείται και στους εργαζόμενους στις υπηρεσίες, που στοχεύει να εργάζονται όλο και περισσότερο και πάντα λιγότεροι εργαζόμενοι, στον επαναπροσδιορισμό και επομένως στον ταξικό διαχωρισμό που ξεκινάει από τα τμήματα παραγωγής μέχρι το Γραφείο Απασχόλησης. Πόλεμος εναντίον όλου αυτού που ευνοεί μεγαλύτερη παραγωγικότητα για τα αφεντικά, μεγαλύτερη εκμετάλλευση, διαίρεση, βλαπτικότητα, εκβιασμό για εμάς. Η επίθεση του Κόμματος στα νευραλγικά κέντρα αυτού του σχεδίου μπορεί να συζευχθεί αμέσως με το στρατιωτικό πολιτικό έδαφος που είναι κατάλληλο για την τάξη ώστε να επιτεθεί, να αποδιαρθρώσει, να σαμποτάρει τα βασικά σημεία της λειτουργίας του για όλους τους κλάδους της τάξης, που η αναδιάρθρωση του κεντρικού παραγωγικού κύκλου σήμερα επανατοποθετεί και λειτουργικοποιεί στον κύριο πυρήνα της επανέναρξης του ασθματικού μηχανισμού συσσώρευσης. Η κοινή δράση του Κόμματος, των Επαναστατικών Μαζικών Οργανισμών και του Επαναστατικού Μαζικού Κινήματος, άρρηκτα συνδεδεμένη με τα γενικά συνθήματα: «κατεδάφιση της μισθωτής εργασίας» ,να δουλεύουν όλοι να δουλεύουν λιγότερο και για διαφορετικούς σκοπούς «, βρίσκουν κατανοητή ανίχνευση της επεξεργασίας των γενικών σημείων του προγράμματος στην επίθεση του Κόμματος στο συνολικό σχέδιο της νέας καπιταλιστικής τάξης, και των Άμεσων Πολιτικών Προγραμμάτων τα οποία, στην απόρριψη της εκδίωξης ως άρνηση της διατήρησης της σχέσης εμπορευματοποίησης του εργατικού δυναμικού, και της στρωματοποίησης, συγκεκριμενοποιούνται ξεκινώντας από την τεράστια δυνατότητα αγώνα, οργάνωσης και μάχης. από την καρδιά της παραγωγής μέχρι τα περιφερειακά τερματικά παραγωγής, καθώς και από τα κέντρα που κυβερνούν την αγορά εργασίας.

Πόλεμο στο σχέδιο της διαφοροποιημένης συμπίεσης του κόστους της κοινωνικής αναπαραγωγής, που αρνείται την ικανοποίηση των ιστορικά πιθανών αναγκών της τάξης, που περιέχονται ως κατάκτηση μιας διαφορετικής ποιότητας της ζωής μέσα στον αγώνα και στη συνείδηση ολόκληρου του προλεταριάτου. Πόλεμο εναντίον των διαφόρων σχεδίων φρενήρους αντιπρολεταριακής μήτρας, και των εμπνευστών και εκτελεστών τους. πόλεμο ενάντια στις δομές στις οποίες αυτά επεξεργάζονται, στο ιμπεριαλιστικό προσωπικό που τα ερμηνεύει σήμερα καλύτερα και τα θέτει σε πράξη. Πόλεμο λοιπόν σε όλο αυτό που εμποδίζει την προλεταριακή επιβολή του αλατιού και του ρυζιού … και των τριαντάφυλλων ως σύνθεση των προσδοκιών όλου του προλεταριάτου στην επιβολή των εξελισσόμενων αναγκών της τάξης, μέσα σε αυτές τις δεδομένες ιστορικές συνθήκες ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων. Είναι πόλεμος ενάντια αυτού που συνδέει τις υλικές συνθήκες και ζωής της τάξης στην καπιταλιστική παράδοση που μετράται με κέρδος, ξεκινώντας από την προλεταριακή απόρριψη της ανταλλαγής και της εμπορευματοποίησης της υγείας στους χώρους εργασίας και στην επικράτεια. από την προλεταριακή επιβολή μέχρι τη συλλογική απαλλοτρίωση των εισοδημάτων. στη μη διαπραγμάτευση μέσα στα όρια των νόμων της συσσώρευσης, των συνθηκών διαβίωσης των ανθρώπων. Ο πόλεμος ενάντια στα Σχέδια αντιπρολεταριακής επίθεσης βρίσκει έδαφος οργάνωσης και κατάκτησης στον οποίο η τοποθέτηση των συλλογικών υλικών αναγκών συστήνει αμέσως δίπλα στην καταστροφή αυτού του συστήματος, τα στοιχεία της κατασκευής της νέας κοινωνικότητας και της επαναστατικής νομιμότητας η οποία κατάκτηση δεν είναι μόνο προεικόνιση, αλλά ζωντανή και δρώσα πραγματικότητα μέσα στην ασταμάτητη συσσώρευση επαναστατικής δύναμης και διάβρωσης του αστικού καθεστώτος.

Σύντροφοι, προλετάριοι,
μόνο η είσοδος στο πεδίο της οργάνωσης των μαζών στο έδαφος της μάχης για την εξουσία μπορεί τώρα να σηματοδοτήσει με χαρακτηριστικά φωτιάς το νικηφόρο μονοπάτι της επαναστατικής διαδικασίας. Μόνο ένα Πρόγραμμα του Κόμματος που να δίνει τροφή στην πολιτική επανένωση όλου του προλεταριάτου, σε όλες τις πτυχές μέσα στις οποίες ζει η κύρια αντίφαση, μπορεί πραγματικά να πετύχει την αναγκαία μετάβαση για να μετατρέψει τις χίλιες εκφράσεις του ανταγωνισμού και της προλεταριακής αντίστασης σε ένα σύστημα σταθερής και νικηφόρας εξουσίας. Μόνο ξεκινώντας από μια ενότητα Προγράμματος που να καταγράφει το υψηλότερο σημείο του εχθρικού σχεδίου μέσα στη συγκυρία, είναι δυνατό να εξυψώσουμε, να ενισχύσουμε και να ενώσουμε ξανά τις διάφορες αρθρώσεις που ζουν μέσα στα διαφορετικά τμήματα της τάξης. Γύρω από αυτό το Γενικό Πρόγραμμα είναι δυνατόν να οικοδομήσουμε και να κατακτήσουμε τα υψηλότερα επίπεδα Κοινωνικής Επικοινωνίας των αγώνων, της οργάνωσης, της προλεταριακής μάχης, να χτίσουμε και να κατακτήσουμε τα υψηλότερα επίπεδα πολιτικής ανασύνθεσης. είναι δυνατόν να σπάσουμε τους πολιτικούς, οικονομικούς, στρατιωτικούς και ιδεολογικούς κλωβούς μέσα στους οποίους το σχέδιο της ιμπεριαλιστικής μπουρζουαζίας θέλει να εξορίσει και να στεγανοποιήσει το επαναστατικό μαζικό κίνημα.
Να οικοδομήσουμε το Αντιιμπεριαλιστικό Μαχόμενο Μέτωπο. Να χτίσουμε τους Επαναστατικούς Μαζικούς Οργανισμούς. Να χτίσουμε το Κομμουνιστικό Μαχόμενο Κόμμα.

Σύντροφοι, προλετάριοι,
η πρώτη φάση της ανάκρισης του yankee γουρουνιού Dozier, έφερε στο φως τις προσωπικές του ευθύνες στη μακρά καριέρα του ως σφαγιαστή. Η συνεργασία του για μας δεν είναι ‘διόρθωση της στάσης του’, αλλά καρπός του συσχετισμού δύναμης που έχει αλλάξει, ούτε απόσβεση της ευθύνης απέναντι στους λαούς όλου του κόσμου.
Η ανάκριση συνεχίζεται επάνω σε αυτά τα θέματα: πολιτική του Νατο στην Ευρώπη και στη Μεσόγειο, ανάπτυξη της ένοπλης αντεπανάστασης · πολιτικό, οικονομικό και στρατιωτικό σχέδιο της ιμπεριαλιστικής μπουρζουαζίας για την προετοιμασία του 3ου παγκοσμίου πολέμου.

Κάνουμε γνωστά σε όλους τους προλετάριους, σε όλους τους επαναστάτες, τα πιο σημαντικά βήματα αυτής της πρώτης φάσης της ανάκρισης:
Ξέρεις γιατί σε συλλάβαμε;
όχι όχι, δεν γνωρίζω.
Ξέρεις τι είναι οι Br;
– Ναι, μια ομάδα ανταρτοπόλεμου, αλλά πριν τη σύλληψή μου νόμιζα ότι ήταν απλώς ένα ιταλικό πρόβλημα, αλλά τώρα καταλαβαίνω ότι είναι διαφορετικά.
Λοιπόν, τώρα θα σου εξηγήσουμε γιατί σε συλλάβαμε και κλείσαμε σε μια φυλακή του λαού. Μέσα από εσένα δικάζουμε τη στρατιωτική κατοχική δομή, το Νατο, και την ιμπεριαλιστική πολιτική της Αμερικής προς το ιταλικό προλεταριάτο. Αυτή η πολιτική η οποία εξαπλώθηκε από το 1945 μέχρι σήμερα επέτρεψε στις Ηπα, υπό τον εκβιασμό των όπλων, πρώτα με τον αμερικανικό στρατό κατοχής, έπειτα με τον ενσωματωμένο στρατό του Νατο, να κατασκευάσουν μια στρατιωτική πολιτική τάξη υποταγμένη πλήρως στα συμφέροντα των πολυεθνικών Usa. Η ιστορία αυτών των κυβερνήσεων είναι η ιστορία της Κρατικής τρομοκρατίας, που χτίστηκε από τη Cia. Από το Σχέδιο Μάρσαλ μέχρι την υποδούλωση στην πολιτική του Ρέιγκαν με τους πυραύλους του Comiso, σημαίνει την ανίχνευση της ιστορίας της υποδούλωσης των ιταλών καπιταλιστών και μιας πολιτικής τάξης που παρά την αποδεδειγμένη πολιτική και κοινωνική απονομιμοποίηση, παραμένει όρθια μόνο χάρη στον τρόμο των ειδικών σωμάτων εκπαιδευμένων από τους αμερικανούς και την οικονομική πολιτική των αμερικανικών πολυεθνικών. Η στρατιωτική σου καριέρα είναι η ιστορία της αμερικανικής επιθετικότητας εναντίον των απελευθερωτικών αγώνων και των επαναστάσεων της νοτιοανατολικής Ασίας, ενάντια στους αγώνες του προλεταριάτου στην Ευρώπη.
Αυτή η δίκη είναι ένα νέο επεισόδιο της μακράς μάχης που αντιπαραθέτει τις επαναστατικές δυνάμεις και τους λαούς που αγωνίζονται ενάντια στον ιμπεριαλισμό Ηπα. Σε αυτή την περίπτωση, για εσένα, να μην λερωθείς με νέα εγκλήματα σημαίνει να συνεργαστείς με τις επαναστατικές δυνάμεις για να αποκαλύψεις το σχέδιο Usa κυριαρχίας και πολέμου εναντίον του διεθνούς προλεταριάτου και των λαών που μάχονται για την απελευθέρωση τους. Διαφορετικά θα λάβουμε υπόψη ότι και σήμερα εσύ συνεχίζεις να υπερασπίζεσαι τον ιμπεριαλισμό, να διεκδικείς την πολιτική του, συνεχίζεις να είσαι συνεργός και υπεύθυνος.
Συνεργός … όχι, κατάλαβα εκείνο που ζητάτε, λέω την αλήθεια. Αυτό που ξέρω λέγω.
Τώρα ας αρχίσουμε να μιλάμε για την στρατιωτική σου καριέρα. Για κάθε στάδιο καθόρισε τις ημερομηνίες, τους τόπους και ποιος είχε τα πιο σημαντικά καθήκοντα.
Καταλαβαίνω. Το ’52 μπήκα στο West Point. Το ’51 ήμουν φοιτητής στη Florida και ήμουν μέλος της Εθνικής Φρουράς. Ήταν η εποχή του πολέμου στην Κορέα. Τον σεπτέμβριο υπήρξε η ευκαιρία να μπω σε μια σχολή προετοιμασίας στο West Point. Στη συνέχεια αφού τέλειωσα από αυτή της σχολή μπήκα στο West Point.
Ο διοικητής (superintendent) της σχολής ήταν ο Ltc B. Bryan ( στρατηγός 3 αστέρων). Ήμουν υπολοχαγός όταν βγήκα. Από το ’56 έως το ’57 έκανα μια εκπαίδευση ενός χρόνου στη σχολή αλεξιπτωτιστών του Fort Benning στη Georgia και στα τεθωρακισμένα στο Fort Knox στο Κεντάκι. Στη συνέχεια ήμουν στη Γερμανία από το ’57 έως το ’61 στο 2ο θωρακισμένο σύνταγμα ιππικού στο Bemberg. Ο διοικητής του συντάγματος τώρα δεν θυμάται ποιος ήταν εκείνη την εποχή, θα σας το πω αργότερα αλλά διοικητής της μοίρας μου ήταν ο Ltc Whitick.
Ήσουν εθελοντής;
Ναι, εθελοντής. Το σύνταγμα μου δεν ήταν μέρος του τομέα, ήταν ξεχωριστό και είχε το καθήκον να περιπολεί στη συνοριακή περιοχή μεταξύ των δύο Γερμανιών. Το ’61 επέστρεψα στις Ηπα στο F. Knox και αμέσως πριν τη σχολή του F. Knox προήχθη σε captain. Κατά το διάστημα αυτό υπήρχαν δύο επίπεδα σχολών: το βασικό και το προηγμένο τμήμα για υπηρεσίες αξιωματικού, διοικητή του προσωπικού κ.λ.π. Έμεινα εκεί για 9 μήνες. Ο διοικητής της σχολής ήταν ο στρ. Myers, δύο αστέρια. Στη συνέχεια πήγα στο Tukson και μελέτησα την αεροναυπηγική μηχανική για να εισέλθω στο West Point ως καθηγητής. Στο West Point δίδαξα για τρία χρόνια, μπήκα το ’64 ως captain, όταν τελείωσα ήμουν maggiore-major-OF-3.
Εκείνη την εποχή ποιος ήταν διοικητής-comandante;
 O superintendent ήταν MG, ονομάζεται Bennet. Στη συνέχεια πήγα στην σχολή διοίκησης και Επιτελείου του Κάνσας. Αυτή η σχολή είναι προετοιμασίας για θέσεις στο Γενικό Επιτελείο. Μαθαίνουμε τα καθήκοντα των αξιωματούχων Επιτελείου: προετοιμασία των εγγράφων συμπεριλαμβανομένης της τακτικής, πολύ τακτική σε επίπεδο της division και χαμηλότερων επιπέδων. Είναι το Fort Leavenwort με διοικητή τον MG Davison. Βγήκα το ’68 με τον βαθμό του maggiore-major.
Σε εκείνα τα χρόνια υπήρξε η κρίση με την Κούβα και η δράση του κόλπου των Χοίρων, τι πιστεύεις γι αυτά τα γεγονότα που σε βρήκαν ως αξιωματικό που εισέρχονταν στις ανώτερες τάξεις διοίκησης του αμερικανικού στρατού;
Η πυραυλική κρίση ήταν ένα πολύ σημαντικό γεγονός για τις Ηπα, επειδή υπήρχαν πύραυλοι ακριβώς έξω από την πόρτα των Usa. Ήταν απολύτως απαραίτητο οι πύραυλοι να εγκαταλείψουν την Κούβα. Αλλά η επιχείρηση πιθανώς δεν ήταν καλά οργανωμένη, όχι καλά προετοιμασμένη. Δεν ήμουν εκεί, αλλά από αυτά που έμαθα οι πιθανότητες επιτυχίας ήταν πολύ λίγες. Ήταν ένα λάθος. Η εκτέλεση υπήρξε ένα λάθος.
Είναι γνωστό ότι είναι συνηθισμένη πρακτική των Ηπα να εκπαιδεύουν ομάδες κρατών για να ανατρέψουν τις λαϊκές κυβερνήσεις αυτών των χωρών. Που εκπαιδεύονταν εκείνοι οι αντικαστριστές;
Σίγουρα σε μυστικές βάσεις. Αλλά εγώ δεν ξέρω πού, δεν ξέρω ποιος ήταν τότε ο διοικητής.
– Και στη συνέχεια τι έκανες; 
Από το ’67 έως το ’68 βρισκόμουν στο Βιετνάμ, ήμουν αξιωματικός του Επιτελείου, επιχειρησιακό τμήμα, 3ο σώμα στρατού του Νοτίου Βιετνάμ. Το Βιετνάμ χωρίστηκε σε 4 περιοχές παρέμβασης, το 1ο σώμα στο Βορρά, το 2ο σώμα στο Κέντρο, το τρίτο σώμα στα Κέντρο-Νότια, το 4ο στο Νότο.
Ποια ήταν τα καθήκοντα σου στη ζώνη του 3ου σώματος;
Βρισκόμουν σε ένα σύνταγμα ιππικού, το XI, το καθήκον μας ήταν να αναχαιτίζουμε τα συντάγματα των εχθρών όταν αυτοί έρχονταν από την Καμπότζη προς τα Νότια. Μετά αυτοί υποχωρούσαν όπως και εμείς στη βάση. Μετά από μια εβδομάδα, 10 ημέρες και πάει λέγοντας. Ήταν μια ζώνη με μεγάλη διείσδυση στο νότο. Κάναμε συνεχώς επιχειρήσεις «Reconnaissance in Force» ή Rif και «Hunt and Kill» (μαζική αναγνώριση και κυνήγι και εκτέλεση).
Σε ποια ζώνη ακριβώς επιχειρούσες;
Σε όλη τη συνοριακή ζώνη και στα σύνορα της Καμπότζης. Εμείς την αποκαλούσαμε ζώνη πολέμου «Delta» και ή «Charlie».
Σε ποιο σημείο βρίσκονταν η βάση;
Σε πολλά μέρη το σύνταγμα μας είχε μια μεγάλη κινητικότητα. Αλλά γενικά η βάση εφοδιαστικής μας ήταν στο Long Bin. Ο διοικητής αυτής της περιοχής ήταν ένας νοτιοβιετναμίτης ο Do Cao Tri, ο αμερικανός διοικητής ήταν ο συνταγματάρχης Patton.
Ποια εξήγηση δίνεις για την πολιτική και στρατιωτική σας ήττα στην Ινδοκίνα και το Βιετνάμ ειδικότερα;
Δεν διακόψαμε ποτέ, ποτέ δεν καταφέραμε να διακόψουμε την κίνηση εφοδιασμού σε άνδρες και πολεμοφόδια από το Βορρά προς τον Νότο. Σε αυτήν την κατάσταση για να συνεχίσουμε τον πόλεμο στο Νότο ήταν απαραίτητο να σταματήσουμε αυτή την κίνηση. Δεν το καταφέραμε.
Μεταξύ του ’65 και του ’69, όταν ήσουν εκεί, είχαν ήδη διανείμει 4,5 εκατομμύρια τόνους βομβών από το Βορρά προς τον Νότο που χρησιμοποιήθηκαν και για αυτό, γιατί κατά τη γνώμη σου δεν μπορέσατε να διακόψετε το μονοπάτι του ‘Ho Chi Min’;
Οι βομβαρδισμοί στο Βορρά ήταν «ανεπαρκείς». Διακόπτονταν πάρα πολλές φορές δεν ήταν αρκετά σταθεροί. διαρκούσαν 2 εβδομάδες, 3 εβδομάδες και μετά stop. μετά περίοδοι παύσης και πάλι έτσι. Δεν υπήρχε σταθερότητα.
Πώς εξηγείς αυτά τα stop;
Πιστεύω επειδή ο λαός των Ηνωμένων Πολιτειών ήταν κουρασμένος από τον πόλεμο. Πολλοί νέοι δεν ήθελαν να πάνε στο Βιετνάμ, επειδή πιστεύω ότι ο αμερικανικός λαός δεν ήταν προετοιμασμένος για τον πόλεμο. Και η πορεία του πολέμου δεν προχωρούσε πολύ καλά. Ήταν μια πολύ άσχημη περίοδος.
Στο Βιετνάμ οι αμερικανοί εκτός από τη διεξαγωγή «συμβατικού» πολέμου εκπαίδευσαν τις νοτιοβιετναμέζικες μονάδες και μαζί με αυτούς έκαναν ανταρτοπόλεμο.
Ναι, αυτή η εκπαίδευση ξεκίνησε το ’62 – 63…
Είπατε ότι στο Βιετνάμ λύσατε το πρόβλημα του ανταρτοπόλεμου «καλά» και όλοι γνωρίζουμε τι γενοκτονία υπήρξε. Στη Δύση πώς είστε προετοιμασμένοι να αντιμετωπίσετε τον ανταρτοπόλεμο; Γνωρίζουμε ότι σώματα όπως οι αλεξιπτωτιστές, οι commandos, οι λιμναίοι καταδρομείς, οι υποβρύχιοι επιδρομείς και οι αλπικές ομάδες είναι ήδη προετοιμασμένοι για το ενδεχόμενο αυτό ‘σκουπίζοντας’ στις χώρες και ήδη οπλισμένοι με αντισυμβατικά όπλα.
Πιστεύω ότι εξαρτάται από το μέγεθος της μάχης, όμως εάν πρόκειται για πόλεμο μικρών μονάδων είμαστε έτοιμοι, επειδή είναι μέρος της κανονικής εκπαίδευσης, ονομάζεται «τακτική μικρής μονάδας». Αλλά αυτό που είπατε (λιμναίοι καταδρομείς κλπ.) εκείνα είναι τμήματα για τον αντισυμβατικό πόλεμο, εμείς τον ονομάζουμε «ειδικό πόλεμο» (antiguerrilla). Στις Ηπα έχουμε μια σχολή για να μάθουμε από την εμπειρία μας στο Βιετνάμ σχετικά με τον ειδικό πόλεμο.
– Πως ονομάζεται αυτή η σχολή;
Ονομάζεται JF Kennedy Special Warefare Center. Αυτή η σχολή είναι μόνο για το στρατό μας, αλλά υπάρχουν πολλοί αξιωματικοί από συμμαχικές χώρες οι οποίοι αποστέλλονται επί πληρωμή από τα κράτη τους σε αυτή τη σχολή. Υπάρχουν παρόμοιες σχολές στη Γαλλία και την Αγγλία, δεν ξέρω αν και στη Γερμανία, την Ιταλία, την Πορτογαλία. Πιστεύω ωστόσο ότι το κύριο καθήκον αυτού του ειδικού πολέμου ανήκει στα CC [συμβατικά σώματα] και στα σώματα για τα οποία μιλούσατε προηγουμένως, αλλά αν ορισμένα τμήματα απέχουν πολύ από το θέατρο της συμβατικής επίθεσης, μπορούν να χρησιμοποιηθούν για «ειδικό πόλεμο».
Σε ποιο επίπεδο βρίσκονται οι αλπινιστές χρησιμοποιούμενοι στον ειδικό πόλεμο;
Για τον δικό τους τύπο πολέμου: βουνά, δύσκολα εδάφη, κλπ., βρίσκονται σε υψηλό επίπεδο. Καλά εξοπλισμένοι και εκπαιδευμένοι έχουν ανεπτυγμένο χαρακτήρα και πείσμα.
Τόσο σε αυτό όσο και στο Βιετνάμ θα επιστρέψουμε αργότερα. Συνεχίζουμε να μιλάμε για την καριέρα σου. Με ποιο βαθμό έφυγες από το Βιετνάμ;
Maggiore-major. Στη συνέχεια πήγα στο Πεντάγωνο από το ’69 έως το ’71. Ήμουν Λειτουργικός Κρατικός Αξιωματικός, υπεύθυνος για την περιοχή της Νοτιοανατολικής Ασίας, στο τμήμα μου ήταν επικεφαλής ένας συνταγματάρχης, ο Watkins. Λάμβανα νέα από τη Saigon δύο φορές την ημέρα για τις δράσεις στο Βιετνάμ. Μια φορά την εβδομάδα έκανα τη σύνοψη όλων των ενεργειών της εβδομάδας για όλους τους ανώτερους αξιωματικούς του Γενικού Επιτελείου, τον επικεφαλής της SM, τους επικεφαλής των διαφόρων τμημάτων. Αυτό βοηθούσε να μάθουμε πώς πήγαινε ο πόλεμος μέρα με τη μέρα.
Πώς διαβίβαζε το Γενικό Επιτελείο του Πενταγώνου τις αποφάσεις για τη διεξαγωγή του πολέμου στο Νότιο Βιετνάμ;
Στο Βιετνάμ υπήρχε μια διοίκηση, ονομαζόταν Macv (Military Assistant Comand Vietnam), ο επικεφαλής της διοίκησης αυτής πρέπει να αναφέρει απευθείας στον αρχηγό του Επιτελείου Άμυνας των ΗΠΑ. Στο Πεντάγωνο υπάρχουν 4 επιτελεία Άμυνας Θαλάσσιο Αεροπορικό Στρατού. Όλα είναι ξεχωριστά, αλλά το υψηλότερο επιτελείο είναι η Άμυνα. Όλες οι υπηρεσίες εξαρτώνται από αυτό το Επιτελείο. Οι αποφάσεις για τον πόλεμο λαμβάνονταν στο Βιετνάμ και από το Επιτελείο Άμυνας. Τα άλλα δεν έπαιρναν αποφάσεις παρείχαν άνδρες και μέσα για να πολεμήσουν στο θέατρο του πολέμου.
– Συνέχισε…
– Το ’72 πήγα στη Γερμανία ήμουν αντισυνταγματάρχης, παρέμεινα μέχρι το ’73.
– Ποιο ήταν το καθήκον σου;
Διοίκηση μοίρας θωρακισμένου ιππικού.
– Βάση;
– Schwabach στη Νυρεμβέργη, διοικητής Buckingaham (BM).
Στη Γερμανία εκείνη την περίοδο υπήρξε μια επιθετική εκστρατεία της Raf κατά των Usa και της ιμπεριαλιστικής πολιτικής. Έτσι ο ισχυρισμός που έκανες στην αρχή, ότι πριν από τη σύλληψή σου νόμιζες ότι ο πόλεμος ήταν απλώς ένα εσωτερικό πρόβλημα στη χώρα όπου γεννιέται, απορρίπτεται.
– …(σιωπή)
– Τι σκεφτόσουν τότε;
Ξέρω μόνο ότι ήταν ένα φοβερό πράγμα υπήρχαν πολλές βόμβες 2 ή 3 νεκροί, μεγάλες εκρήξεις και πολλές κατεστραμμένες δομές. Δεν ήταν μια καλή περίοδος.
Τον Ιούνιο του ’73, πήγα στην σχολή Πολέμου Carlisle στην Πενσυλβάνια, διοικητής MG Davis.
– Πως είναι αυτή; Εξήγησε την…
Είναι μια σχολή που προετοιμάζει για τα υψηλά επίπεδα του στρατού υπάρχουν 3 επίπεδα. Το δεύτερο επίπεδο είναι το προηγμένο μάθημα και προετοιμάζει για ένα ανώτερο επίπεδο δευτερεύοντα επιτελεία και μια υπηρεσία για τους διοικητές των λόχων κλπ. Το τρίτο επίπεδο είναι το State College και έχω ήδη πει ότι το τελευταίο επίπεδο είναι το College of War όπου μαθαίνεις πώς λειτουργεί στις διάφορες δομές η διοίκηση.
Ετοιμαζόμουν γι ‘αυτό.
Προετοιμαζόσουν να επιστρέψεις στο Πεντάγωνο;
– Ναι, αλλά δεν ήμουν σίγουρος. Πιθανόν στο Πεντάγωνο. Αναμφισβήτητα σε υψηλό επίπεδο.
Ποιος διοικούσε τη σχολή;
Πιστεύω ο στρατηγός Snif. αλλά δεν είμαι σίγουρος. Έφυγα το ’74 με τον βαθμό του υπολοχαγού και μπήκα στο Πεντάγωνο.
– Ποιο ήταν το  καθήκον σου στο Πεντάγωνο;
– Είχα την ευθύνη του Προϋπολογισμού και Οικονομικών.
Ποιος ήταν ο ανώτερος σου στο Πεντάγωνο;
Επικεφαλής ήταν ο Μάρτιν Χόφμαν, έφυγα το ’76 ως συνταγματάρχης. Αργότερα στο Fort Hood στο Τέξας το ’76 και βγήκα στη δεκαετία του ’80 ως στρατηγός.
Στο Fort Hood ήμουν αρχικά διοικητής μιας ταξιαρχίας τεθωρακισμένων. Μετά Αρχηγός του Γενικού Επιτελείου του Σώματος του Fort Hood. Το Fort Hood είναι πολύ μεγάλο: 50.000 στρατιώτες, 2 τμήματα και πολλές μικρότερες δομές.
Και μετά  στη Verona…
Ναι βρέθηκα στο Monterey για να μάθω ιταλικά.
Διαβάζουμε ότι ένας ταγματάρχης των CC-καραμπινιέρων σε είχε προειδοποιήσει για τον κίνδυνο μιας αντάρτικης επίθεσης. Μπορείς να μας πεις το όνομα;
Νομίζω ότι ονομάζεται cap. Fedele είναι υπεύθυνος για την ασφάλεια της Διοίκησης της Βερόνα. Επίσημα θυμάμαι ότι είχα λάβει δύο φορές ανακοινώσεις σχετικά με την πιθανότητα δράσεων στην περιοχή μας εναντίον αμερικανών στρατιωτικών.
Αυτή η είδηση ήρθε από έναν αμερικανικό αξιωματικό της Διοίκησης. Είναι καταγεγραμμένο, είναι ένας Κρατικός αξιωματούχος.
Από ποιον έρχονται αυτά τα νέα;
Σίγουρα από τις ιταλικές μυστικές υπηρεσίες, ωστόσο μετά την επίθεση στο Kroesen έχουμε αυξήσει την ασφάλεια στη Vicenza και στη Verona.
– Εμείς είδαμε ανθρώπους με πολιτικά έξω από  το κτίριο  (…) και το κτίριο Carli.
Κυρίως θα έπρεπε να είναι ιταλοί, δεν ξέρω αν αμερικανοί.
Ποιος είναι ο Εκπρόσωπος της Navsouth και της Strikforsouth στη Βερόνα;
Για τη Strikforsouth (VI στόλο) έχουμε έναν πλοίαρχο: cap. Lishter, και αντισυνταγματάρχη του ναυτικού Ltc Shinnich που ζει στο Preati στη Βερόνα.

Για τον Κομουνισμό-Per il comunismo,
ερυθρές Ταξιαρχίες για την οικοδόμηση του κμΚ-Brigate rosse per la costruzione del Pcc.
6-1-82

Πηγή: ΣΧΕΔΙΟ ΜΝΗΜΗΣ, τα γραμμένα λόγια-PROGETTO MEMORIA, Le parole scritte, Sensibili alle foglie, Roma 1996.

 

http://www.sebbenchesiamodonne.it/campagna-dozier-comunicato-n-3/

Αποτέλεσμα εικόνας για maurizio ferrari,br

 

Συζήτηση με τον Μ.Φερράρι με αφορμή τα 70 χρόνια ΝΑΤΟ: Πέμπτη 13/6 21.00 στον πολιτικό χώρο στη Σπ.Τρικούπη 44

By  | June 10, 2019

ΣΥΖΗΤΗΣΗ

ΜΕ ΤΟΝ ΠΡΩΗΝ ΠΟΛΙΤΙΚΟ ΚΡΑΤΟΥΜΕΝΟ

ΚΑΙ ΙΔΡΥΤΙΚΟ ΜΕΛΟΣ ΤΩΝ ΕΡΥΘΡΩΝ ΤΑΞΙΑΡΧΙΩΝ

ΜΑΟΥΡΙΤΣΙΟ ΦΕΡΡΑΡΙ

ΜΕ ΑΦΟΡΜΗ ΤΑ 70 ΧΡΟΝΙΑ ΝΑΤΟ

ΤΙΣ ΑΝΤΙΣΤΑΣΕΙΣ & ΤΟΥΣ ΑΓΩΝΕΣ ΕΝΑΝΤΙΑ

ΣΤΗΝ ΚΑΠΙΤΑΛΙΣΤΙΚΗ “ΕΙΡΗΝΗ” & ΤΟΝ ΙΜΠΕΡΙΑΛΙΣΤΙΚΟ ΠΟΛΕΜΟ

ΤΗΛΕΦΩΝΙΚΕΣ ΠΑΡΕΜΒΑΣΕΙΣ:

ΣΥΛΛΟΓΙΚΟΤΗΤΑ ΑΝΑΡΧΙΚΩΝ ΑΠΟ ΤΑ ΑΝΑΤΟΛΙΚΑ (ΘΕΣ/ΝΙΚΗ)

ΠΕΛΟΤΟ – ΣΤΟ ΔΡΟΜΟ ΓΙΑ ΤΟΝ ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΜΟ & ΤΗΝ ΑΝΑΡΧΙΑ (ΞΑΝΘΗ)

ΠΕΜΠΤΗ 13/6 ΣΤΙΣ 21.00  – η αυριανή συζήτηση με το σύντρφο Μ.Φερράρι θα ξεκινήσει τελικά στις 19.00 κ όχι στις 21.00

ΣΤΟΝ ΠΟΛΙΤΙΚΟ ΧΩΡΟ ΣΤΗ ΣΠ.ΤΡΙΚΟΥΠΗ 44 (ΕΞΑΡΧΕΙΑ)

ΤΑΞΙΚΗ ΑΝΤΕΠΙΘΕΣΗ (ΟΜΑΔΑ ΑΝΑΡΧΙΚΩΝ & ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΩΝ)

 

 

μεγαλείο χαρακτήρα!, grandezza carattere !

μιλά ο Salvatore Ricciardi στην κατάληψη Terra Incognita

Per Comp greci για τους έλληνες Συντρόφους

= ΜΕΤΑ ΤΟΝ ΠΟΛΕΜΟ –

Γεννήθηκα και μεγάλωσα στις γειτονιές της Ρώμης που εκείνη την εποχή ήταν πολύ πολιτικοποιημένες και αριστερές: Garbatella και Testaccio, έγιναν σήμερα γειτονιές μικρής- μεσαίας αστικής τάξης και ψυχαγωγίας. Η γέννησή μου συνέπεσε με την αρχή εκείνης της σφαγής στην οποία το καθεστώς έριξε τη χώρα, τον 2ο παγκόσμιο πόλεμο. Ένας πόλεμος, πέρα από μια μεγάλη σφαγή, είναι επίσης μια θύελλα κοινωνικής κινητικότητας. Φτωχοποιεί κάποιους και πλουτίζει άλλους. Όσοι πλουτίζουν είναι οι πιο έξυπνοι, εκείνοι που δεν έχουν ενδοιασμούς, αυτοί που είναι διατεθειμένοι να κλέψουν από τους νεκρούς, να εκμεταλλευτούν την πείνα και τη δυστυχία των άλλων. Μετά από κάθε πόλεμο εμφανίζονται τα χειρότερα στοιχεία της ανθρωπότητας, εκείνοι που γίνονται η νέα άρχουσα τάξη χρήσιμη στην διατήρηση της καπιταλιστικής τάξης.

Στις γειτονιές ήταν συνεχείς οι βίαιες επιθέσεις από ιδιοκτήτες κτιρίων (επιχειρηματίες εργολάβοι) οι οποίοι, σε συνεργασία με τους διοικητικούς διαχειριστές της πόλης, έκλεβαν εκείνο τον λίγο πράσινο και ελεύθερο χώρο που υπήρχε.

Η παραμορφωμένη ανάπτυξη της δεύτερης μεταπολεμικής περιόδου προκάλεσε μια μαζική μετανάστευση στη δεκαετία του ’51 -61: ο Νότος παρουσίαζε ένα αρνητικό δημογραφικό ισοζύγιο 1.700.000 μονάδων. Ο πληθυσμός στο νότο μειώνονταν. Ταυτόχρονα, η πόλη του Τορίνο αύξανε τον πληθυσμό της κατά 50% και η Fiat πολλαπλασίαζε τους υπαλλήλους της από 50.000 στη δεκαετία του ’50 σε 128.000 το 1968, σε 140.000 το ’69. Στη δεκαετία μεταξύ του ’52 και του ’62, περίπου 15.000.000 ιταλοί, περίπου το ένα τρίτο του πληθυσμού, άλλαξαν διαμονή. Ποτέ δεν υπήρξε, μια τόσο μεγάλη κινητικότητα, στη χώρα.

= ΞΑΝΑΡΧΙΖΕΙ Η ΑΝΤΑΓΩΝΙΣΤΙΚΗ ΣΥΓΚΡΟΥΣΗ –

Η δεκαετία του ’50 υπήρξαν χρόνια σκληρής κυβερνητικής καταπίεσης και από τους εργοδότες, η κυβέρνηση ήθελε να εξαλείψει την ταξική σύγκρουση, χτυπώντας τα αριστερά συνδικάτα (Cgil), τo KKI- PCI και το ΣΚΙ-PSI με κάθε δυνατό τρόπο.

Η πρώτη διαδήλωση στην οποία πήρα μέρος τους πρώτους μήνες των χρόνων Εξήντα ήταν κατά της κυβέρνησης Tambroni, όταν οι Χριστιανοδημοκράτες (DC) προσπάθησαν να «ανοιχτούν προς τα δεξιά», τους φασίστες και τους μοναρχικούς.

Πιθανότατα αυτά ήταν τα χαρτιά που έριχνε στο τραπέζι η DC για να πείσει τους σοσιαλιστές να εισέλθουν στον κυβερνητικό χώρο (κεντροαριστερή υπόθεση) τηρώντας ορισμένες προϋποθέσεις: βοήθεια στις επιχειρήσεις, πολιτικές στενότητας για τους προλετάριους και πίστη στον ατλαντισμό, διαφορετικά ήταν έτοιμη η συμμαχία με τους φασίστες και τους μοναρχικούς. Ίσως υπήρχε και το χεράκι του Βατικανού και του Λευκού Οίκου.

Ο Tambroni παρουσιάζεται στην βουλή για να εγκαταστήσει μια μειοψηφική κυβέρνηση με μόνη την DC, αλλά αποκτά τις ψήφους του Msi (κατά γενική ομολογία πρώην φασίστες). Ένταση στη χώρα, και οι φασίστες θέλουν να την καβαλήσουν διοργανώνοντας το συνέδριο του κόμματος στη Γένοβα, χρυσό μετάλλιο της αντίστασης, κόκκινη και εργατική πόλη. Το εργατικό Κέντρο καλεί σε απεργία και πορεία στις 30 ιουνίου η οποία ολοκληρώνεται με συγκρούσεις μεταξύ διαδηλωτών και αστυνομίας, με αυτή την τελευταία να τα βρίσκει σκούρα και τον διοικητή των ομάδων ταχείας επέμβασης-celere (ομάδες αστυνομικών που εκπαιδεύονται να εφορμούν στις διαδηλώσεις) να καταλήγει, heheheh, μέσα στα νερά του συντριβανιού της Piazza De Ferrari. Το Msi αναγκάζεται να ακυρώσει το συνέδριο.

Οι συγκρούσεις συνεχίζονται σε ολόκληρη τη χώρα ενάντια στην κυβέρνηση Tambroni. Στις 6 ιουλίου στη Ρώμη συγκρούσεις μεταξύ διαδηλωτών και αστυνομίας η οποία μάλιστα επιτίθεται στην κεφαλή της πορείας που σχηματίστηκε από παρασημοφορημένους παρτιζάνους, την προηγούμενη ημέρα, στις 5 ιουλίου, η αστυνομία πυροβολεί στην Licata (Σικελία) και σκοτώνει τον Vincenzo Napoli, 25 χρόνων, τραυματίζοντας σοβαρά άλλους είκοσι τέσσερις διαδηλωτές. Στις 7 Ιουλίου, στο Reggio Emilia, η αστυνομία πυροβολεί και σκοτώνει 5 διαδηλωτές: τον Afro Tondelli (35χρονο εργάτη παρτιζάνο της 76° Sap), τον Lauro Farioli, 22 χρόνων, τον Marino Serri, 41 χρόνων [παρτιζάνο της 76ης Ταξιαρχίας], τον Ovidio Franchi (έναν 19χρονο εργάτη), τον Emilio Reverberi (39 ετών, εργάτη, είχε απολυθεί επειδή ήταν κομμουνιστής το 1951 από τις Officine Meccaniche Reggiane, παρτιζάνος στην 144η Ταξιαρχία).

Στο Palermo η αστυνομία πυροβολεί και σκοτώνει 4 άτομα, 40 τραυματίστηκαν, 300 προσήχθησαν: τον Francesco Vella (42 ετών, μάστορα οικοδόμο και οργανωτή των οικοδομικών συνδικάτων την ώρα που βοηθούσε ένα νεαρό), τον Giuseppe Malleo (16 ετών, οικοδόμο μαθητευόμενο, στρατευμένο στην κομμουνιστική νεολαία, πέθανε στις 29 δεκεμβρίου. Σκοτώνεται επίσης ο Andrea Gangitano, άνεργος 18χρονος χειρωνάκτης. Την Rosa Barbera 53 χρόνων βρίσκει μια σφαίρα την ώρα που έκλεινε τα παραθυρόφυλλα. Οι τραυματίες από πυροβόλα όπλα είναι 40. Στην Catania, ο Salvatore Novembre, 19 χρόνων, άνεργος, σφαγιάζεται από χτυπήματα γκλομπ στην πλατεία Stesicoro. Καταρρέει αιμόφυρτος στη γη. Ενώ χάνει τις αισθήσεις του ένας αστυνομικός τον πυροβολεί επανειλημμένα, σκόπιμα. Ένα, δύο, τρία χτυπήματα τον μακελεύουν, μέχρι το σημείο να καταστεί αγνώριστος. Η αστυνομία εμποδίζει, με τα αυτόματα στα χέρια, όλους εκείνους που θέλουν να βοηθήσουν τον νεαρό ο οποίος, καθώς το αίμα απλώνεται επάνω στο πεζοδρόμιο, σβήνει αργά.

Κόστισε 11 νεκρούς, δεκάδες και δεκάδες τραυματιών, εκατοντάδες συλλήψεων αυτή η μανούβρα της Dc.

= PIAZZA STATUTO 1962  –

Τα υψηλότερα σημεία της επανάληψης της ταξικής σύγκρουσης έλαβαν χώρα στο Τορίνο τον ιούνιο του 1962 με 24ωρη εθνική απεργία που κήρυξαν τα τρία συνδικάτα Fiom, Fim, Uilm. Μετά από σχεδόν εννέα χρόνια εκφοβισμού του Valletta (προέδρου Fiat), οι εργάτες της Fiat «έσπασαν τον πάγο», όπως λένε εδώ, και κατέβηκαν σε απεργία με όλους τους άλλους μεταλλουργούς. Μεταρρυθμίζεται το εργατικό μέτωπο; Μεταρρυθμίζεται η εργατική ενότητα; Είναι μοναχά ανταρσία ή είναι και συνειδητοποίηση; Ο Valletta κλείνει τη Fiat για 48 ώρες στις 25 ιουνίου. Πρόκειται για ένα  lockout. O Valletta έχει καταλάβει ότι πρέπει να διακόψει την εργατική ανάκαμψη, πρέπει να ηρεμήσει την κατάσταση. Το κατάλαβε αυτό νωρίτερα και καλύτερα από το PCI και την Cgil. 26 ιουνίου, τώρα τα νέα είναι σαφέστερα: η Fiat έχει κλείσει και θα πληρώσει μόνο το έκτακτο των 27.000 λιρετών σε όλους. «Οι Agnelli και Valletta αποδρούν μπροστά στον αγώνα των εργατών», γράφει ένα άρθρο της «Unita». 27 ιουνίου, μια άλλη ημέρα απεργίας και πικετοφοριών μπροστά στη Fiat, στα μεσαία και μικρά εργοστάσια.

Στις 7 ιουλίου, η Fiom και η Fim κηρύττουν απεργία όλων των μεταλλουργών του Τορίνο. Έξω από το Mirafiori και τα άλλα εργοστάσια σημειώθηκαν βίαιες συγκρούσεις μετά τις πικετοφορίες, οι εργάτες μπλοκάρουν τις εισόδους, αναποδογύρισαν αυτοκίνητα και χτύπησαν μερικά ηγετικά στελέχη της διοίκησης χωρίς η αστυνομία να καταφέρει να ελέγξει την κατάσταση. Στη διάρκεια του πρωινού υπήρξε η φήμη ότι η Uil και η Sida, το «κίτρινο» εργοδοτικό συνδικάτο, είχαν φτάσει σε ξεχωριστή συμφωνία με τη διοίκηση της Fiat. Μετά από αυτό 7000 εργάτες, σε απόγνωση από αυτήν την είδηση, συγκεντρώθηκαν το απόγευμα στην πλατεία Statuto μπροστά στην έδρα της Uil. Για δύο ημέρες εκείνη η πλατεία υπήρξε θέατρο μιας εκπληκτικής σειράς συγκρούσεων μεταξύ διαδηλωτών και αστυνομίας: η πρώτοι, οπλισμένοι με σφεντόνες, ραβδιά και αλυσίδες. Βιτρίνες και παράθυρα σπασμένα, στοιχειώδη οδοφράγματα, τα κορδόνια της αστυνομίας δέχονται επανειλημμένες επιθέσεις, οι αστυνομικοί απαντούν εφορμώντας στα πλήθη με τα τζιπ, πνίγοντας την πλατεία με δακρυγόνα και χτυπώντας τους διαδηλωτές με τα κοντάκια των τουφεκιών. Οι συγκρούσεις παρατείνονται μέχρι αργά το βράδυ τόσο σάββατο 7 όσο δευτέρα 9 ιουλίου 1962. Χίλιοι διαδηλωτές συλλαμβάνονται από την αστυνομία και πολλοί μηνύονται.Οι εφημερίδες και ιδιαίτερα η «La Stampa» (εφημερίδα του Τορίνο) ξεσπούν ενάντια στους διαδηλωτές.

Τα συνδικάτα, το Psi και τo Pci, όλοι συμφώνησαν ότι οι συγκρούσεις υπήρξαν το αποτέλεσμα της δράσης «προβοκατόρων». Ο Diego Novelli, ο μελλοντικός κομμουνιστής δήμαρχος του Τορίνο, δήλωσε ότι πολλοί νεαροί είχαν λάβει 1500 λιρέτες και τσιγάρα για να δημιουργήσουν ταραχές στην πλατεία. Ωστόσο, όταν έφτασε η ημέρα της δίκης, ήταν δύσκολη η αποφυγή της ανησυχητικής αλήθειας: η συντριπτική πλειοψηφία όσων συμμετείχαν στις ταραχές της piazza Statuto ήταν νεαροί εργάτες, εκ των οποίων τουλάχιστον οι μισοί ήταν νότιοι.       [Dario Lanzardo, La rivolta di Piazza Statuto- η εξέγερση της Πλατείας Statuto, 1979]

*Τα παιδιά του ιουλίου ’60 έφεραν το θυμό τους μέχρι μέσα στις θέσεις εργασίας τους, τώρα, το ’62, η ίδια γενιά έφερνε τον θυμό από το εργοστάσιο στους δρόμους. Ένα χρόνο αργότερα, τον οκτώβριο του ’63, η τάξη και η παραγωγή της Fiat ανατράπηκε από τις απεργίες των «αγριόγατων» – a «gatto selvaggio».

 

= Το πολιτικό σημείο αναφοράς μου υπήρξε η ομάδα και το περιοδικό «Quaderni Rossi» (Q.R.). που ιδρύθηκε το 1961, σύντροφοι και συντρόφισσες προερχόμενες από πολλές οργανώσεις (Cgil, Psi, Pci) και διάφορους άλλους χώρους προσχώρησαν σε αυτήν. Το ενδιαφέρον που τους ένωνε αφορούσε την ανάλυση της ταξικής πάλης στο εργοστάσιο και της καπιταλιστικής οργάνωσης της εργασίας, καθώς και ο επείγον χαρακτήρας του προβληματισμού σχετικά με τα κρίσιμα ζητήματα του μαρξισμού, τα οποία μέχρι τότε παρέμεναν βαλσαμωμένα από τις μοσχοβίτικες προσεγγίσεις που έδιδαν προτεραιότητα στη βιομηχανική πρόοδο και την τεχνολογική ανάπτυξη. Αλλά η εργατική ανάκαμψη με τους αγώνες των αρχών της δεκαετίας του ’60 έδειχνε την δυσανεξία των εργαζομένων σε αυτά τα δόγματα. Ήταν ζήτημα διερεύνησης των μορφών καπιταλιστικής κυριαρχίας επί του εργατικού δυναμικού (ο Panzieri, ο κορυφαίος θεωρητικός του Q.R. την χαρακτηρίζει: » δεσποτισμό του κεφαλαίου»). Οι αναλύσεις παράγουν μεγαλύτερη σαφήνεια για το στάδιο της καπιταλιστικής ανάπτυξης: το κεφάλαιο υποβάλλει την «τεχνολογική ορθολογικότητα» στα δικά του συμφέροντα για να ενισχύσει την κυριαρχία του σε βάρος της εργατικής δύναμης που μειώνεται όλο και περισσότερο σε δουλεία. Από εδώ, ξεκινά η προσπάθεια συνάντησης με την εργατική υποκειμενικότητα. Η εργατική έρευνα είναι το χρήσιμο εργαλείο για αυτή τη συνάντηση, σκοπός της οποίας είναι να εξακριβωθεί το πραγματικό επίπεδο συνείδησης των εργαζομένων. Συνεπώς, πρέπει να διεξάγεται με την ενεργό συμμετοχή των εργαζομένων ( συνέρευνα-conricerca) για τον προσδιορισμό των στόχων της πολιτικής παρέμβασης. Ο στόχος είναι να επιτευχθεί ο εργατικός έλεγχος στο σύνολο της παραγωγικής διαδικασίας, είναι επομένως απαραίτητο να δημιουργηθούν τα εργατικά εργαλεία για την άσκηση αυτού του ελέγχου και είναι αμέσως σαφές ότι το συνδικάτο δεν είναι κατάλληλο για το έργο αυτό. Από την γέννηση του το συνδικάτο θεωρεί τη δομή του πάγιου κεφαλαίου ως «αντικειμενική» και «ορθολογική», αφιερώνεται να διορθώσει τις στρεβλώσεις και τις αδυναμίες του κεφαλαίου, πιέζοντας την κυβέρνηση να κατευθύνει τις επενδύσεις για να ανταμείψει τα υψηλότερα επίπεδα καπιταλιστικής ορθολογικότητας.

= Για τον Panzieri το καθήκον της επαναστατικής οργάνωσης είναι να επεξεργαστεί τη σοσιαλιστική στρατηγική, προϋπόθεση της οποίας είναι η εργατική απόρριψη της μισθωτής εργασίας την οποίαν αρχίζουν να ασκούν πρακτικά τομείς της εργατικής τάξης, επινοώντας νέες μορφές αγώνα. Το καθήκον της οργάνωσης είναι να υποδείξει τις νέες κομμουνιστικές αξίες για τη μετατροπή της εργατικής συνείδησης. Μια διαδικασία μετασχηματισμού που δεν μπορεί να οριστεί εκ των προτέρων από την οργάνωση αλλά καθορίζεται από το επίπεδο του κεφαλαίου και της εργατικής τάξης.

“Το επίπεδο της τάξης εκφράζεται όχι ως πρόοδος αλλά ως ρήξη, όχι ως «αποκάλυψη» της μασκαρεμένης ορθολογικότητας που είναι εγγενής στην παραγωγική διαδικασία, αλλά ως χτίσιμο μιας ριζικά νέας ορθολογικότητας και αντίθετης προς την ορθολογικότητα που ασκείται από τον καπιταλισμό”.

[Raniero Panzieri, Sull’uso capitalistico delle macchine – Περί της καπιταλιστικής χρήσης των μηχανών 1961]

 

«Οι συνδικαλιστικές μάχες του ’62 και τα γεγονότα στην piazza Statuto έδειξαν ότι τα όνειρα μιας αρμονικής κοινωνικής ανάπτυξης που παράγεται από το «οικονομικό θαύμα» ήταν λαθεμένα. Αν από τη μία πλευρά η «έκρηξη» (επιταχυνόμενη καπιταλιστική ανάπτυξη) ευνοούσε έναν μεγαλύτερο ατομικισμό και διευκόλυνε την αφομοίωση από πλευράς του προλεταριάτου των κυρίαρχων αστικών αξιών, από την άλλη ήταν η αιτία της συνάντησης των νότιων νεαρών με τους βόρειους εργάτες και την παράδοση της Αντίστασης. Αυτή η συνάντηση είχε εκρηκτικές συνέπειες, και έδειξε πως οι ανατρεπτικές παρορμήσεις των ιταλικών λαϊκών τάξεων ήταν μακράν από το να έχουν εξαφανιστεί». [Paul Ginsborg, Storia d’Italia dal dopoguerra a oggi – Ιστορία της Ιταλίας από μετά τον πόλεμο μέχρι σήμερα 2006]

 

= Η πρόσβαση-προσέγγιση των αναλύσεων εκείνης της περιόδου θα εξαπλωθεί παντού και θα αφορά σημαντικά ζητήματα όπως τη ΜΗ ΟΥΔΕΤΕΡΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΤΕΧΝΙΚΗΣ ΚΑΙ ΤΗΣ ΕΠΙΣΤΗΜΗΣ – στην πράξη αυτό σήμαινε ότι δεν ήταν δυνατόν να πάρουμε τα καπιταλιστικά εργοστάσια και, γενικότερα, την παραγωγή έτσι όπως είναι, και να κάνουμε όλο αυτό εργαλείο για την ευημερία όλων και για ένα άλλο κοινωνικό μοντέλο. Το εργοστάσιο, η τεχνολογία, οι μηχανές, η επιστήμη είναι λειτουργικές για να παράγουν κέρδη και εξουσία για τους κυρίους-τα αφεντικά και εργατική δουλεία. ΄Έτσι και το σχολείο και η έρευνα. Όλα θα πρέπει να μετατραπούν ριζικά.

Μια ανάλυση που θέτει στο κέντρο της ταξικής σύγκρουσης την παραγωγή που πρέπει να μετασχηματιστεί, δηλαδή την καρδιά του καπιταλισμού, πολύ περισσότερο από τη διανομή. Δεν έχει κανένα νόημα να συνεχίζουμε να παράγουμε όπλα, δηλητήρια και εργαλεία θανάτου και καταστροφής και στη συνέχεια να κατανείμουμε τα κέρδη πιο ομοιόμορφα μεταξύ των τάξεων. Αυτό σημαίνει αποδοχή υποταγής στο κεφάλαιο. Αυτή ήταν η λογική των ρεφορμιστικών κομμάτων.

 

= Η άλλη προσέγγιση είναι η ΚΡΙΤΙΚΗ ΣΤΟ ΣΥΝΔΙΚΑΤΟ μιας και αυτό θεωρεί την καπιταλιστική δομή ένα αντικειμενικό γεγονός, μέσα στο οποίο θα πρέπει να επιτύχει έναν καλύτερο ρόλο, μια καλύτερη κατάσταση εργασίας. Και επίσης κριτική για την ακινησία των συνδικάτων και την λήψη αποφάσεων από την κορυφή προς τα κάτω. Οι εσωτερικές Επιτροπές, οι οποίες κατέστησαν «parlamentini-πολιτικοί οργανισμοί μειωμένης σημασίας» των διαφόρων συνδικαλιστικών οργανώσεων, κρίνονταν ανεπαρκείς. Προτείναμε φιγούρες αντιπροσώπων παρόμοιες με τον «shop-stewart», τον «εκπρόσωπο της μονάδας» των αγγλικών εργοστασίων, αλλά με ευρύτερες, πιο πολιτικές εξουσίες. Ένας «εκπρόσωπος της μονάδας»- «delegato di reparto» που εκλέγεται απευθείας από τους εγγεγραμμένους και μη εγγεγραμμένους εργαζόμενους, «όλοι ψηφοφόροι και όλοι επιλέξιμοι», ο οποίος γίνονταν κομιστής των απαιτήσεων της βάσης όχι μόνο για τα προβλήματα της μονάδας, αλλά για όλα εκείνα του εργοστασίου, της κατηγορίας της εταιρείας και της κοινωνίας ως σύνολο, τόσο σε εσωτερικό όσο και σε διεθνές επίπεδο. Σε πολλά εργοστάσια οι αντιπρόσωποι εξαπλώθηκαν και οδήγησαν σε μια μεγάλη στράτευση-δέσμευση τομέων της τάξης και για την υποστήριξη στους αντιιμπεριαλιστικούς αγώνες.

 

*Εγώ μόλις τελείωσα τα 5 χρόνια στο βιομηχανικό τεχνικό Ινστιτούτο βρήκα εργασία σε ένα εργοτάξιο μιας μεγάλης εταιρείας που έχτιζε βιομηχανικά κτίρια. Εκείνα τα χρόνια, μόλις τελειώναμε το σχολείο πηγαίναμε αμέσως να δουλέψουμε. Στις εργοτάξιο εργαζόμασταν από δευτέρα έως σάββατο, και επίσης την κυριακή το πρωί. Έμεινα εκεί λίγο παραπάνω από δύο χρόνια και εκεί γνωρίστηκα με τις πρώτες μορφές εργατικού αγώνα, την απεργία και την πικετοφορία. Άφησα το εργοτάξιο για να πάω να δουλέψω στους Σιδηροδρόμους του κράτους, ένα πολύ πολιτικοποιημένο περιβάλλον συντρόφων και εκεί ασκούσα συνδικαλιστική και πολιτική δραστηριότητα. Το καλοκαίρι του ’71, με την αριστερή πτέρυγα της Cgil, πραγματοποιήσαμε συνελεύσεις σιδηροδρομικών για να ξεκινήσουμε μια μάχη σχετικά με το ωράριο εργασίας και την ασφάλεια στο χώρο εργασίας. Το συνδικάτο στάθηκε αντίθετο, έτσι δημιουργήσαμε την Cub [επιτροπή βάσης] των σιδηροδρομικών της Roma Termini, η οποία επεκτάθηκε αμέσως στις άλλες σιδηροδρομικές εγκαταστάσεις της Ρώμης και έγινε η Cub των σιδηροδρομικών της Ρώμης, αποκτώντας σημασία και χώρο στις εφημερίδες λόγω της απεργίας 48 ωρών που καλέστηκε από την Cub ξεκινώντας από τις 9 μ.μ. της 7ης αυγούστου. Η απεργία πέτυχε παρά την, αποτυχημένη, προσπάθεια να οργανωθεί απεργοσπαστισμός από τα λεγόμενα ενωσιακά συνδικάτα. Η γέννηση ενός σώματος «αυτοοργανωμένου» όπως η Cub, διεγείρει στην ρωμαϊκή πραγματικότητα τον σχηματισμό οργανισμών «αυτοοργανωμένων» σε εργατικές δομές όπως Νοσοκομειακών (Policlicico Umberto I), Enel [ενέργεια], Sip (τηλέφωνο), ρωμαϊκά Αεροδρόμια και πολλές άλλες ακόμη και στις γειτονιές.

= ΔΙΕΘΝΙΣΜΟΣ – Η δεκαετία του 1960 ήταν γεμάτη αντιαποικιακούς αγώνες για εθνική απελευθέρωση – Κούβα 1958 – Αλγερία το 1962 και μεγάλο μέρος της Αφρικής, της Ασίας και της Λατινικής Αμερικής.

Εκείνα τα χρόνια, οι εκμεταλλευόμενοι στις βιομηχανικές χώρες και οι καταπιεσμένοι από τις αποικισμένες περιοχές, οι τελευταίοι της γης, ξεκινούσαν μια ισχυρή πίεση, σε έκταση και βάθος μεταξύ των σημαντικότερων της σύγχρονης εποχής. Είχαν σταματήσει να υπομένουν στη σιωπή και, όπως προέτρεπαν τα πρώτα λόγια του ύμνου της Διεθνούς: «debout les damnés de la terre»- »ξεσηκωθείτε κολασμένοι της γης’‘, σηκώθηκαν στα πόδια τους, με χιλιάδες προβλήματα και αντιφάσεις, αλλά ήθελαν να οδηγηθούν προς την απελευθέρωσή τους, και μεγάλο μέρος των νέων γενεών των ευρωπαϊκών χωρών επιθυμούσε να σταθεί στο πλάι τους, όχι μόνο με την αλληλεγγύη.

 

* Εμείς οι νέοι εκείνων των χρόνων ζούσαμε τα ζητήματα της εργασίας και τα διεθνή με τρόπο αλληλένδετο. Ένα σύνθημα που εξαπλώθηκε εκείνες τις μέρες ήταν το εξής: «Agnelli (ή ένας άλλος ιδιοκτήτης εταιρείας) έχεις το Βιετνάμ μες το συνεργείο «. Με αυτή την έννοια είχαμε αποδεχτεί το μήνυμα του «Τσε» «Crear dos, tres muchos Vietnam, es la consigna-Να δημιουργήσουμε δυο, τρία πολλά Βιετνάμ, αυτό είναι το σύνθημα!”

 

= Ο “Τσε”     Τι μπορούμε να προσθέσουμε που δεν έχει ήδη γραφτεί για τον Che;

Οι επιλογές της ζωής του μας σημάδεψαν όπως τα πολιτικά του μονοπάτια. Η δύναμη του Τσε ήταν ότι σφράγισε άρρηκτα τις επιλογές της ζωής με τα επαναστατικά του ιδανικά. Η συνέπεια υπήρξε το πιο συναρπαστικό στοιχείο της διδασκαλίας του, εκείνη που αγνοήθηκε περισσότερο από το πολιτικό περιβάλλον και της αριστεράς. Μπορούσαμε να ενθουσιαστούμε για μια περιπετειώδη ζωή, αλλά δεν μπορούσαμε να προσποιηθούμε πως αγνοούσαμε ότι εκείνη τη ζωή ο Τσε την είχε αφιερώσει σε ένα συγκεκριμένο σχέδιο που είχε εξηγήσει χίλιες φορές με χιλιάδες τρόπους, τα λόγια του δεν επέτρεπαν παρερμηνείες, δισταγμό, αναποφασιστικότητα:

Η αλληλεγγύη του προοδευτικού κόσμου με τον λαό του Βιετνάμ έχει την ίδια γεύση της πικρής ειρωνείας που είχε για τους μονομάχους του τσίρκου η προτροπή της πλέμπας, δεν μιλάμε να ευχόμαστε τη νίκη στο θύμα, αλλά να μοιραζόμαστε τη μοίρα του: να πάμε μαζί του στο θάνατο ή στη νίκη. […] Και οι αγώνες δεν θα είναι απλές μάχες στο δρόμο, πέτρες ενάντια σε δακρυγόνα, ούτε γενικές ειρηνικές απεργίες, ούτε θα είναι ο αγώνας ενός εξοργισμένου λαού που καταστρέφει τον κατασταλτικό μηχανισμό μέσα σε δύο ή τρεις μέρες, θα είναι ένας μακρύς, αιματηρός αγώνας […] Και ημών εκμεταλλευόμενων του κόσμου, ποια είναι η θέση μας, ποιο είναι το καθήκον μας; Τι πρέπει να κάνουμε; Να επιτεθούμε σκληρά, αδιάκοπα σε κάθε σημείο της αντιπαράθεσης, πρέπει να είναι η γενική τακτική των λαών. […] Από την άλλη οι αυτόχθονες μπουρζουαζίες έχουν χάσει κάθε ικανότητα να αντιταχθούν στον ιμπεριαλισμό – εάν ποτέ την είχαν  – […] Δεν υπάρχουν άλλες αλλαγές να γίνουν: ή σοσιαλιστική επανάσταση ή μια καρικατούρα επανάστασης.

Η διαφορά μεταξύ της πρότασης του Τσε και της σκέψης που μας έρχονταν από το Κκι και τη Μόσχα ήταν τεράστια: ο Che παρότρυνε να έχουμε πάντα μια διεθνή ματιά, να εκτιμούμε ότι η σύγκρουση μεταξύ του ιμπεριαλισμού και των λαών σε μάχη ήταν ήδη σε εξέλιξη, ήταν πολύπλοκη και παγκόσμια. Ως εκ τούτου, για να συμμετάσχουμε στον αγώνα για την αλλαγή στις τύχες του κόσμου ήταν απαραίτητο να ανοίξουμε ένα αντάρτικο μέτωπο οπουδήποτε κι αν βρισκόμασταν, ακόμα κι αν οι συνθήκες για τη νίκη δεν ήταν βέβαιες-σίγουρες.

Ο Τσε πρότεινε ένα είδος αντάρτικης διεθνούς, όχι ένα συγκεντρωτικό κόμμα όπως η Τρίτη Διεθνής, αλλά μια διαφοροποιημένη και ισχυρά αλληλέγγυα περιοχή. Η Tricontinental θα έπρεπε να είναι ο πυρήνας εκείνου του είδους αντάρτικης διεθνούς, η οποία ξεκίνησε το ταξίδι της με το ραντεβού της Αβάνας από τις 3 έως τις 15 ιανουαρίου ’66, »τη Διάσκεψη Αλληλεγγύης των Λαών της Αφρικής, της Ασίας και της Λατινικής Αμερικής», και ξεκινούσε την Ospaaal (Οργάνωση Αλληλεγγύης των λαών της Αφρικής, της Ασίας και της Λατινικής Αμερικής). Το μήνυμα του Τσε προς την Tricontinental: «Crear dos, tres muchos Vietnam, es la consigna!» δημοσιεύονταν στις 16 απριλίου του ’67. Εμφανίστηκε στο πρώτο τεύχος του περιοδικού ‘Tricontinental’ τον ιούλιο-αύγουστο του ’67 και έγινε, μετά από τη δολοφονία του δύο μήνες αργότερα, στις 9 οκτωβρίου, η πολιτική του διαθήκη.

Για λίγα χρόνια το περιοδικό, που εκδόθηκε στην Αβάνα σε τέσσερις γλώσσες: ισπανικά, αγγλικά, γαλλικά και ιταλικά (διανεμήθηκε στην Ευρώπη από τις εκδόσεις Maspero του Παρισιού και από το βιβλιοπωλείο Feltrinelli στο Μιλάνο), διαδραμάτισε αναντικατάστατο ρόλο πληροφόρησης για τους επαναστατικούς αγώνες και απελευθέρωσης στις τρεις ηπείρους, καθώς και καταγγελίας της στρατιωτικής επιθετικότητας και της πολιτικής, οικονομικής και πολιτιστικής παρέμβασης του αμερικάνικου ιμπεριαλισμού και της Δυτικής Ευρώπης ενάντια στον Τρίτο κόσμο. Το μίσος ως παράγοντας πάλης, το αδιάλλακτο μίσος για τον εχθρό, που ωθεί τον άνθρωπο πέρα από τα φυσικά όρια και τον μετατρέπει σε μια αποτελεσματική, βίαιη, επιλεκτική και ψυχρή μηχανή για να σκοτώσει. Οι στρατιώτες μας πρέπει να είναι έτσι, ένας λαός χωρίς μίσος δεν μπορεί να θριαμβεύσει επί ενός βίαιου εχθρού. [Τσε, δημιουργήστε δύο, τρία, πολλά Βιετνάμ]

 

* Πολύ δημοφιλές τραγούδι ανάμεσα στους συντρόφους και τις συντρόφισσες εκείνη την εποχή:

-Όλος ο κόσμος εκρήγνυται από την Αγκόλα στην Παλαιστίνη, / η Λατινική Αμερική μάχεται, / ο ένοπλος αγώνας κερδίζει στην Ινδοκίνα, / όλοι οι λαοί στον κόσμο αποκτούν συνείδηση / και στις πλατείες κατεβαίνουν με τη σωστή βία. Συνεπώς: τι θέλεις περισσότερο σύντροφε, για να καταλάβεις / ότι σήμανε η ώρα του τουφεκιού; [Pino Masi, L’ora del fucile, η ώρα του τουφεκιού 1971]

 

= το 1968-   «Δεν είναι δυνατόν, σε μια ιστορική κρίση μας, να διαχωρίζουμε αυστηρά το τι συνέβη το 1969 από όλα όσα συνέβησαν το 1968, δηλαδή από το κλίμα συλλογικής κινητοποίησης και μιας ισχυρής αναβίωσης της κοινωνικής σύγκρουσης (και εργατικής) που είχε εκραγεί εκείνο το έτος. Όχι μόνο επειδή το ’68 ήταν πράγματι διάσπαρτο από σημαντικούς αγώνες στο εργοστάσιο (από την Pirelli του Μιλάνο μέχρι το χημικό κόμβο του Porto Marghera, για να αναφέρουμε μόνο τους πιο σημαντικούς), αλλά διότι υπήρξε μια συνεχής, σταθερή κυκλικότητα εμπειριών μεταξύ σπουδαστών και εργατών, με το σχηματισμό μεταξύ άλλων συλλογικοτήτων και επιτροπών βάσης με μικτή συμμετοχή (λίγο στο παράδειγμα των γαλλικών «comités d’action»).

[Marco Scavino, L’anno degli operai, το έτος των εργατών 2001]

= Το κίνημα του 68, του 69 και των επόμενων ετών είναι ποικίλo και πολύμορφο. Μέσα σε αυτό το κίνημα γεννιούνται οι οργανώσεις: Potere Operaio, Lotta Continua, Il Manifesto, Avanguardia Operaia και άλλες. Στο Μιλάνο η Μητροπολιτική Πολιτική Κολεκτίβα (CPM) γεννιέται στις 8 σεπτεμβρίου 1969, προωθούμενη από την CUB Pirelli, από την GdS (ομάδα μελέτης) Sit-Siemens, από την GdS IBM, από κάποιες κολεκτίβες εργατών- φοιτητών, από ομάδες συντρόφων της Alfa Romeo, της Marelli, των Κρατικών τηλεφώνων, της οργάνωσης φοιτητικό Κίνημα-del Movimento studentesco, καθώς και από αγωνιστές χωρίς οργάνωση. Το CPM θα είναι ακριβώς ο αρχικός πυρήνας από τον οποίο, μέσω διαφόρων μετασχηματισμών, οι BR-ΕΤ θα γεννηθούν και θα αναπτυχθούν.

* Και στη Ρώμη με άλλους συντρόφους/ισσες, μετά την επίθεση καταστολής κατά τα έτη ’73 και ’74, όχι μόνο προς τις οργανωμένες ομάδες των συντρόφων/ισσών αλλά και προς τους αγώνες εργοστασίων και γειτονιών, σκεφτήκαμε ότι έφτασε η στιγμή να σχετιστούμε με την άνοδο του ύψους της σύγκρουσης που αποφασίστηκε από το κράτος, έτσι δημιουργούμε επαφές με τις Br. Η ρωμαϊκή φάλαγγα των Br σχηματίζεται το 1976, αναπτύσσοντας τον ένοπλο αγώνα στις βιομηχανικές δραστηριότητες των «υπηρεσιών» (σιδηρόδρομοι, ηλεκτρισμός, τηλέφωνα, νοσοκομεία) και στις γειτονιές της μητρόπολης.

 

= Στα χρόνια του Εβδομήντα και Ογδόντα περισσότερες από 250 ένοπλες ονομασίες-ομάδες ήταν ενεργές, 36.000 πολίτες διερευνήθηκαν για ένοπλη μπάντα και 6.000 από αυτούς καταδικάστηκαν σε δεκαετίες φυλάκισης, και 7.866 επιθέσεις καταγράφηκαν σε πράγματα και 4.290 σε ανθρώπους.

 

 

=Καταγωγή του ένοπλου Αγώνα, μερικές θέσεις που παρήχθησαν από τις εν τη γενέσει Κόκκινες Ταξιαρχίες:

Τον αγώνα στο εργοστάσιο πρέπει να τον δούμε «μέσα στο ευρύτερο κίνημα της ταξικής πάλης σε παγκόσμιο επίπεδο, και στις ευρωπαϊκές της διαρθρώσεις».
Όσον αφορά το έδαφος του αγώνα καταλήγουμε στο συμπέρασμα πως «πάνω απ ‘όλα στον μητροπολιτικό χώρο ο ταξικός αγώνας τίθεται με επαναστατικούς όρους των οποίων η διέξοδος αντιπροσωπεύεται από την ΕΝΟΠΛΗ ΛΑΙΚΗ ΠΑΛΗ».

«Εμείς βλέπουμε στην προλεταριακή αυτονομία το ενοποιητικό περιεχόμενο των αγώνων των φοιτητών, των εργατών και των τεχνικών που επέτρεψαν το ποιοτικό άλμα 1968-69. Η αυτονομία δεν είναι ένα φάντασμα ή μια κενή φόρμουλα στην οποία σήμερα, μπροστά στην αντεπίθεση του συστήματος, οι νοσταλγοί των περασμένων αγώνων προσκολλώνται. Η αυτονομία είναι το κίνημα απελευθέρωσης του προλεταριάτου από τη συνολική ηγεμονία της μπουρζουαζίας, και συμπίπτει με την επαναστατική διαδικασία. Από αυτή την άποψη η αυτονομία δεν είναι σίγουρα κάτι νέο, μια εφεύρεση της τελευταίας ώρας, αλλά μια πολιτική κατηγορία του επαναστατικού μαρξισμού, υπό το φως της οποίας θα αξιολογηθεί η συνοχή και η κατεύθυνση ενός μαζικού κινήματος.

Αυτονομία από: αστικούς πολιτικούς θεσμούς (κράτος, κόμματα, συνδικάτα, νομικά θεσμικά όργανα κ.λπ.), οικονομικά ιδρύματα (στο σύνολο του τον καπιταλιστικό μηχανισμό παραγωγής- διανομής), πολιτιστικά ιδρύματα (την κυρίαρχη ιδεολογία σε όλες τις διαρθρώσεις της) κανονιστικούς οργανισμούς, την αστική «ηθική».
Αυτονομία για: την κατεδάφιση του παγκόσμιου συστήματος εκμετάλλευσης και την οικοδόμηση μιας εναλλακτικής κοινωνικής οργάνωσης ».

«Οι Κόκκινες Ταξιαρχίες δεν ήταν ένα απομονωμένο φαινόμενο που ξεπήδησε σαν ένα μανιτάρι στις αρχές της δεκαετίας του ’70. Η πολιτική διαφωνία που βρίσκεται στη βάση της γέννησης και της ανάπτυξης των ενόπλων σχηματισμών αυτού του τύπου προέρχεται από την πεποίθηση, εκ μέρους των εργατών, των φοιτητών, των εργαζομένων, ότι είχαν προδοθεί από την πολιτική διεύθυνση. (σημείο καμπής, η μεταστροφή του Σαλέρνο του 1944, η αντιπολίτευση σε αυτή που θεωρείται μια στάση παραίτησης είναι παρούσα και εκφράζεται στις πιο ποικίλες μορφές. Επιβεβλημένη από την ΕΣΣΔ στο PCI, στο πλαίσιο μιας διαδικασίας διαίρεσης του κόσμου σε σφαίρες επιρροής, που βλέπουμε στα συνέδρια της Γιάλτα και της Τεχεράνης. Στην διοίκηση του Κομμουνιστικού Κόμματος υπέστησαν την επιλογή αυτή, ανεπιθύμητη, και δεν θα υπάρξουν αντίθετες θέσεις, ενώ στη βάση υπήρξαν πολυάριθμες εξεγέρσεις και «επιστροφή στα βουνά» εναντίον διαχειριστών εταιρειών και δημόσιων αξιωματούχων πρώην φασιστών που ανακυκλώθηκαν μέσα στη δημοκρατία (Ragusa, Catania, Bologna, Modena, Reggio Emilia και Milano στη Breda).

Τον φεβρουάριο του 1949 ανεβαίνει στο προσκήνιο η Κόκκινη Φτερωτή- la Volante Rossa, ένας σχηματισμός που δραστηριοποιούνταν εδώ και δύο χρόνια στην περιοχή του Μιλάνο, και συγκεκριμένα στην γειτονιά Sesto San Giovanni.). Η ανάγκη για κομμουνισμό και ισότητα παρέμεινε ζωντανή στη βάση που ένιωθε απογοητευμένη. Το φαινόμενο, που ονομάστηκε «εξτρεμισμός» ή «μαξιμαλισμός» ή «τυχοδιωκτισμός», αξίζει μια σημαντική θέση στην ιστορική παράδοση του ιταλικού εργατικού κινήματος, μιας και είναι μια σταθερά, μερικές φορές ακόμη και πλειοψηφική, με διάφορες μορφές. Επομένως, είναι αδύνατο να μιλήσουμε για τις BR ή για άλλους ανάλογους σχηματισμούς, προηγούμενους ή ταυτόχρονους, χωρίς να επιστρέψουμε σε εκείνους που είναι οι ιστορικές τους ρίζες)».

[από την ‘κόκκινη βοήθεια‘- “soccorso rosso”  Brigate Rosse]

 

= Η ΣΥΓΚΡΟΥΣΗ ΚΛΙΜΑΚΩΝΕΤΑΙ –

Αλλά οι ιμπεριαλιστικές δυνάμεις δεν στέκονταν να παρακολουθούν, κατά τη δεκαετία του Πενήντα είχαν συντρίψει εν τη γενέσει κάθε προσπάθεια δημοκρατικής αλλαγής που διεξάγονταν στις χώρες που κυριαρχούσαν οι συμμαχικές δικτατορίες της Ουάσινγκτον. Το 1953 στο Ιράν η Cia και οι πολυεθνικές του πετρελαίου είχαν βοηθήσει τον δικτάτορα Reza Palhevi, τον αιμοδιψή Σάχη, να ανακτήσει την εξουσία με το πνίξιμο στο αίμα της δημοκρατικής αλλαγής του Mossadeq, υποστηριζόμενης από τα αριστερά κόμματα, που ήθελε να αποτρέψει τη ληστεία του ιρανικού πετρελαίου από τις πολυεθνικές.

Μετά το πραξικόπημα, ο χασάπης Reza Palhevi τριγυρνά για να ευχαριστήσει τις ευρωπαϊκές κυβερνήσεις συνένοχους για το αιματηρό πραξικόπημα. Στο Βερολίνο, στις 2 ιουνίου του ’67, στην ευαίσθητη γερμανική νεολαία δεν άρεσε εκείνη την άθλια παρέλαση και μπλόκαρε την πόλη με μεγάλες διαδηλώσεις. Η γερμανική αστυνομία, προς υπεράσπιση του Σάχη, δολοφόνησε τον εικοσιεπτάχρονο φοιτητή Benno Ohnesorg. Από εκείνη την εγκληματική δολοφονία του Κράτους στο δυτικογερμανικό νεανικό κίνημα ωρίμασε μια άνοδος της ριζοσπαστικότητας, περισσότερο από ποτέ αναγκαία για να καταγγείλει την «επιστροφή των φιλοναζιστών» στην κορυφή της ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας. Η ημερομηνία εκείνη, 2 ιουνίου, έγινε το σύμβολο ενός κινήματος ένοπλων αγώνων στη δυτική Γερμανία στο πλευρό της RAF και άλλων σχηματισμών.

Και στην Κεντρική Αμερική η συμμαχία μεταξύ ιμπεριαλισμού Usa και πλούσιων τάξεων δεν ανέχεται ούτε καν φιλελεύθερες εναλλακτικές λύσεις όπως στη Γουατεμάλα και σε άλλες χώρες. Στην Ευρώπη τα υπέργηρα φασιστικά καθεστώτα όπως η Ισπανία και η Πορτογαλία, καθώς και τα νέα όπως η Ελλάδα, απολάμβαναν την πλήρη υποστήριξη των ΗΠΑ. Και στην Αφρική αιματηρές σφαγές, πραγματικές γενοκτονίες, συνέβησαν στο Κονγκό στη δεκαετία του 1960 και στην Ινδονησία το ’65, με σχεδόν ένα εκατομμύριο ανθρώπους που σκοτώθηκαν επειδή ήταν ύποπτοι να είναι κομμουνιστές – σηματοδότησαν την παρουσία του δολοφονικού πέλματος του Λευκού Οίκου και των ευρωπαϊκών καγκελαριών.

Στο Κονγκό, οι Βέλγοι βασιλεύοντες ευλογημένοι από την Εκκλησία που υποστηρίχθηκαν από τη Γαλλία, ενορχήστρωσαν την απόσχιση της Katanga, της πλουσιότερης περιοχής της χώρας. Το Κογκό είχε επιτέλους κατακτήσει την ανεξαρτησία, με επικεφαλής τον Patrice Lumumba. Δεν ήταν κομμουνιστής, αλλά δεν άρεσε στην βελγική αυλή, ούτε στις πολυεθνικές. Ο Lumumba ήθελε να φέρει ισότητα σε εκείνες τις περιοχές που καταστράφηκαν από τη φτώχεια και την πείνα που προκάλεσε η αποικιοκρατική εκμετάλλευση, ήταν επομένως ύποπτος ότι μπορούσε να γίνει κομμουνιστής. Ακολούθησε εμφύλιος πόλεμος, με τεράστιες σφαγές κάτω από το αδιάφορο βλέμμα του ΟΗΕ.

Η προσβολή της σιωπής έπεσε επάνω σε εκείνες τις σφαγές. Έκτοτε συνειδητοποιήσαμε ότι το χειρότερο έγκλημα μπροστά στις σφαγές είναι να απέχουμε από μια απάντηση, ακόμη και αν πρέπει να είναι βίαιη. Η σιωπή και η συγκατάθεση είναι το πραγματικό έγκλημα κατά της ανθρωπότητας.

Το ’67 το πραξικόπημα των συνταγματαρχών στην Ελλάδα προκάλεσε πολλή συζήτηση. Αλλά πώς; έλεγαν κάποιοι, μια χώρα όπου γεννήθηκε η δημοκρατία, η χώρα του Περικλή; Το δολοφονικό χέρι των ΗΠΑ έφτανε στη Μεσόγειο.

Πέσαμε με τα μούτρα στις ακόμα ενοποιημένες πλατείες, με τους αγωνιστές του PCI οι εντάσεις ήταν ακόμη μόνο λεκτικές, οι συγκρούσεις ήρθαν αργότερα. Υπήρχαν ακόμα ορισμένα κοινά συνθήματα κατά των συνταγματαρχών.

Αυτά για το Βιετνάμ αποκλίνουν: «Βιετνάμ ελεύθερο αυτοί», «κόκκινο Βιετνάμ» εμείς, ακολουθούμενο από «το Βιετνάμ κερδίζει γιατί πυροβολεί», και πάλι «Πόλεμος όχι! Guerrilla ναι-ναι στον ανταρτοπόλεμο ».

 

* 1973 – ΚΑΤΑΣΤΟΛΗ ΚΑΙ ΕΠΙΛΟΓΕΣ ΤΟΥ ΚΙΝΗΜΑΤΟΣ:

αντιμέτωποι με την εντατικοποίηση της Καταστολής, οι ομάδες διαλύονται, το κίνημα υποφέρει ταρακούνημα. Δύο προτάσεις παραμένουν ζωντανές αποδεχόμενες τη σύγκρουση χωρίς να κάνουν βήματα προς τα πίσω: ο ένοπλος αγώνας και η οργανωμένη αυτονομία.

Εν τω μεταξύ, στις μεγάλες πόλεις: Milano, Roma, Torino, Napoli, Palermo κ.λ.π. διαχέονται συνθήματα και πρακτικές: »PRENDIAMO I TRASPORTI-ΝΑ ΠΑΡΟΥΜΕ ΤΙΣ ΜΕΤΑΦΟΡΕΣ», «IL TRASPORTO SI PRENDE L’ABBONAMENTO NON SI PAGA-ΠΑΙΡΝΟΥΜΕ ΤΙΣ ΜΕΤΑΦΟΡΕΣ ΔΕΝ ΠΛΗΡΩΝΟΥΜΕ ΤΗΝ ΣΥΝΔΡΟΜΗ ,»   LA CASA SI PRENDE L’AFFITTO NON SI PAGA-ΠΑΙΡΝΟΥΜΕ ΤΑ ΣΠΙΤΙΑ ΔΕΝ ΠΛΗΡΩΝΟΥΜΕ ΤΟ ΝΟΙΚΙ

 

= ΘΕΣΕΙΣ BR  “Το πραγματικό μας πρόβλημα δεν είναι επομένως τόσο η ποσοτική οριζόντια επέκταση της σύγκρουσης (από τον αγώνα του εργοστασίου για μεγαλύτερο μισθό στον κοινωνικό αγώνα για την υπεράσπιση των μισθών), αλλά ένα πολιτικό άλμα του αγώνα, – που ταυτόχρονα να υπερασπίζεται και να επεκτείνει το επίπεδο της αυτονομίας που με κόπο κατέκτησε σε αυτά τα τελευταία χρόνια του αγώνα. Να επεκτείνουμε τον συνεχή αγώνα από τα παραγωγικά κέντρα στην κοινωνία, από τις διαδηλώσεις της άμεσης εκμετάλλευσης στις συνολικές διαδηλώσεις της εκμετάλλευσης, να πραγματοποιήσουμε αυτή την επέκταση κατανοώντας όλους τους όρους, τους περιορισμούς και τα προβλήματα που θέτει η νέα κοινωνική σφαίρα του αγώνα στην αυτονομία είναι η προϋπόθεση ώστε η ανάγκη που εκφράζεται από τους αγώνες, ανάγκη για επαναστατική οργάνωση, να μεταφραστεί σε πραγματικότητα ενεργή”.

… η πόλη είναι σήμερα η καρδιά του συστήματος, το οργανωτικό κέντρο της οικονομικοπολιτικής εκμετάλλευσης, η βιτρίνα όπου εκτίθεται το «υψηλότερο σημείο», το μοντέλο που θα έπρεπε να συνιστά την προλεταριακή ολοκλήρωση. Αλλά είναι και το πιο αδύναμο σημείο του συστήματος: όπου οι αντιφάσεις εμφανίζονται πιο οξείς, όπου το οργανωμένο χάος που χαρακτηρίζει την ύστερη καπιταλιστική κοινωνία εμφανίζεται πιο ξεκάθαρο…
Είναι εδώ, στην καρδιά του, που το σύστημα πρέπει να χτυπηθεί
”. [«Il Collettivo, Η Κολεκτίβα» ν. μοναδικό, ιανουάριος 1970, ντοκουμέντα του «Collettivo,» Κοινωνικός αγώνας και οργάνωση στην μητρόπολη]. Αναφέρεται στο CPM, collettivo politico metropolitano.

Οι πρώτες ενέργειες των BR αναπτύχθηκαν, βέβαια, μέσα στα εργοστάσια όπου η μητρική οργάνωση, το CPM, αργότερα Προλεταριακή Αριστερά) ήταν ισχυρότερη: Sit-Siemens και Pirelli. Η πυρπόληση ενός αυτοκινήτου διοικητικού στελέχους της Sit-Siemens, υπογεγραμμένη με το σύμβολο του πεντάκτινου αστεριού και της γραφής Brigate Rosse (17 σεπτεμβρίου 1970). Καθώς η αναδιάρθρωση του πολιτικού μηχανισμού προχωρούσε για να διαχειριστεί την καπιταλιστική κρίση και να οδηγήσει την καταστολή του επαναστατικού κινήματος, προσδιορίζεται η στρατηγική επίθεσης στην καρδιά του κράτους στον «ιστορικό συμβιβασμό» δηλαδή στο αγκάλιασμα της Dc με το Pci, παρότι το Κκι στις εκλογές του ’75 και του ’76 σχεδόν έφτανε και ξεπερνούσε την DC, αλλά ακριβώς από αυτό το αποτέλεσμα το Pci αποκαλύπτει τα χαρτιά του, υποκείμενου της καπιταλιστικής τάξης

 

Θέμα: ψήφισμα Στρατηγικής Διεύθυνσης των Br, Απρίλιος 1975

Ο ιμπεριαλισμός είναι ένα σύστημα παγκόσμιας κυριαρχίας στο κέντρο του οποίου βρίσκονται οι Ηνωμένες Πολιτείες, στο κέντρο των οποίων βρίσκονται οι μεγάλες πολυεθνικές εταιρείες και τα συμφέροντά τους. Με το πέρασμα των χρόνων το σύστημα αυτό έχει διαρθρωθεί και διαστρωματιστεί από λειτουργικές περιοχές παραγωγής και κατανάλωσης που είναι συγχρόνως πολιτικές και στρατιωτικές περιοχές.
Οι χώρες της «Γηραιάς Ηπείρου» αποτελούν ένα σημαντικό οικονομικό, πολιτικό και στρατιωτικό χώρο του ιμπεριαλισμού. Η περιοχή αυτή, από μια ουσιαστικά ομοιογενή καπιταλιστική άποψη, ορίζεται στρατηγικά ως το «δυτικό δημοκρατικό σύστημα ”.

Σήμερα εμφανίζει μια ΚΡΙΣΗ λόγω της αστάθειας ορισμένων υποκείμενων καθεστώτων, λόγω του εργατικού και προλεταριακού αγώνα, λόγω των εξεγέρσεων των καταπιεσμένων τάξεων τόσο στις ΗΠΑ όσο και στην Ευρώπη. μια κρίση που έχει στρατιωτικές πτυχές λόγω της αποσύνδεσης ορισμένων σημαντικών χωρών από το ΝΑΤΟ · λόγω των αγώνων των καταπιεσμένων λαών που αντιστέκονται στις πλανητικές ηγεμονικές απαιτήσεις.

Το να λέμε ότι η Ιταλία είναι ο αδύναμος κρίκος του «δυτικού δημοκρατικού συστήματος» συνεπάγεται ότι είναι η χώρα όπου η αντεπανάσταση θα ξεσπάσει πιο δυνατά και ολόκληρο το ιμπεριαλιστικό σύστημα θα αναλάβει την ευθύνη αυτής της διαδικασίας. Το ιταλικό προλεταριάτο με την εντατικοποίηση του ταξικού πολέμου στη χώρα, δεν θα βρεθεί να «λογαριάζεται» μόνο με τον εσωτερικό εχθρό του, αλλά με ολόκληρη την οικονομική, πολιτική και στρατιωτική οργάνωση του ιμπεριαλισμού.
Ο επαναστατικός ταξικός πόλεμος στις ευρωπαϊκές μητροπόλεις είναι άμεσα ένας αντιιμπεριαλιστικός πόλεμος απελευθέρωσης, επειδή η χειραφέτηση ενός λαού μέσα σε ένα ιμπεριαλιστικό περιβάλλον πρέπει να λογαριαστεί με την ιμπεριαλιστική καταπίεση-καταστολή.

Η «στρατηγική» του Ιστορικού Συμβιβασμού έχει τις προϋποθέσεις της σε δύο αποφασιστικές παρεξηγήσεις: τον πολεμοκάπηλο χαρακτήρα του ιμπεριαλισμού, και τον αντιδραστικό και ιμπεριαλιστικό χαρακτήρα της χριστιανοδημοκρατίας-DC.

= Το κύριο καθήκον της επαναστατικής δράσης σε αυτή τη φάση είναι επομένως η μέγιστη δυνατή πολιτική αποδιάρθρωση τόσο του καθεστώτος όσο και του Κράτους. Και αυτή είναι η μέγιστη δυνατή ανάπτυξη αντιφάσεων μεταξύ των θεσμών και, μέσα σε κάθε έναν από αυτούς, μεταξύ των διαφόρων τακτικών σχεδίων για την επίλυση της κρίσης και μέσα σε κάθε ένα από αυτά.

 

 Μερικές θεματικές των BR σχετικά με τον ιμπεριαλισμό (Ψήφισμα Στρατηγικής Διεύθυνσης Φεβρουάριος 1978)

= Με τον ΙΜΠΕΡΙΑΛΙΣΜΟ ΤΩΝ ΠΟΛΥΕΘΝΙΚΩΝ εννοούμε τη φάση του ιμπεριαλισμού στην οποία δεσπόζει το πολυεθνικό μονοπώλιο κεφάλαιο.
Το πολυπαραγωγικό πολυεθνικό μονοπώλιο, δηλαδή μεγάλα trust, με εταιρείες σε διάφορες χώρες και επενδύσεις σε διάφορους τομείς, αποτελεί σήμερα το κυρίαρχο δομικό στοιχείο και τη θεμελιώδη βάση των κινήσεων του κεφαλαίου, επομένως δεν είναι πλέον η εθνική περιοχή, αλλά η καπιταλιστική περιοχή ως σύνολο.
Εάν το θεμελιώδες συστατικό στοιχείο του ιμπεριαλισμού υπήρξε το μονοπωλιακό κεφάλαιο ευθύς από την γέννηση του, όμως είναι μόνο με τον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο που εδραιώνεται οριστικά σε ολόκληρο τον καπιταλιστικό χώρο το πολυεθνικό μονοπωλιακό κεφάλαιο. Οι μεγάλες μονοπωλιακές ομάδες μπορούν τώρα να ξεπεράσουν οριστικά τα εθνικά τους σύνορα ώστε να κυκλοφορούν ελεύθερα σε ολόκληρο τον χώρο και η πολυεθνική δομή καθίσταται απαραίτητος και αναπόσπαστος παράγοντας για κάθε περαιτέρω ανάπτυξη. Είναι στην πραγματικότητα χάρη σε αυτήν που μπορεί κανείς να εκμεταλλευτεί πλήρως τα διάφορα ποσοστά κέρδους που υπάρχουν στο χώρο και έτσι να πραγματοποιήσει εκείνα τα τεράστια πλεονάσματα τα οποία είναι τα χαρακτηριστικά στοιχεία της συσσώρευσης στην ιμπεριαλιστική φάση. Η «Πολυεθνικότητα» δεν είναι απλώς διεθνοποίηση της καπιταλιστικής αγοράς, αλλά διεθνοποίηση του κεφαλαίου στο σύνολό του! δομές παραγωγής, αγορές, σχέσεις ιδιοκτησίας κ.λ.π.
Αυτή η διεργασία διεθνοποίησης του κεφαλαίου καθορίζει την κυριαρχία της ΙΜΠΕΡΙΑΛΙΣΤΙΚΗΣ ΜΠΟΥΡΖΟΥΑΖΙΑΣ μέσα στο αστικό μέτωπο, ταξική έκφραση πολυεθνικού μονοπωλιακού κεφαλαίου και παράλληλα με την επικράτηση του εδραιώνονται και τα θεσμικά μέσα διαμεσολάβησης και κυριαρχίας (Τριμερής, Ιμπεριαλιστικό Κράτος των Πολυεθνικών), ΝΑΤΟ, ΔΝΤ, ΕΟΚ, …).

= Με αυτό δεν αρνούμαστε την ύπαρξη και αντιθέσεων μεταξύ των διαφόρων καπιταλιστικών «εθνών» ή μεταξύ μονοπωλιακού κεφαλαίου και μη μονοπωλιακού κεφαλαίου, αλλά πιστεύουμε ότι αυτές οι αντιφάσεις είναι ουσιαστικά η αντανάκλαση πολύ βαθύτερων αντιθέσεων μεταξύ πολυεθνικών ομάδων.

= Οι διάφορες εθνικές περιοχές επιβιώνουν τώρα ως μια ενδοχώρα για τις πολυεθνικές: για κάθε πολυεθνική, η εθνική περιοχή στην οποία γεννήθηκε και αναπτύχθηκε γίνεται το «ισχυρό σημείο» της, η ζώνη στην οποία απολαμβάνει ένα σχεδόν αδιαφιλονίκητο μονοπώλιο. Όταν μιλάμε για πολυεθνικές υπονοούμε πράγματι «πολυεθνικές με εθνικό πόλο» και γι ‘αυτό χρησιμοποιούμε τις εκφράσεις, εκ πρώτης όψεως αντιφατικές, «αμερικανικές, γερμανικές πολυεθνικές, κλπ.».
Το μη μονοπωλιακό κεφάλαιο, που εξαρτάται οργανικά από το μονοπωλιακό, σίγουρα ζει μαζί του σε μια αντιφατική ενότητα, αλλά προφανώς δεν μπορεί να έχει τη δυνατότητα και την υλική δύναμη να οδηγήσει σε μια πολιτική έκφραση αυτών των αντιφάσεων με τη μορφή διάρρηξης του ιμπεριαλιστικού μετώπου. Ο ιμπεριαλισμός των πολυεθνικών παρουσιάζεται επομένως ως ένα σύστημα παγκόσμιας κυριαρχίας στο οποίο οι διάφοροι «εθνικοί καπιταλισμοί» είναι απλά οργανικές του διαρθρώσεις, και οι διαφορετικές «εθνικές περιοχές» υφίστανται ως γεωγραφική έκφραση του διεθνούς καταμερισμού της εργασίας που καθορίζεται από αυτόν.
Επομένως μπορούμε να συνάγουμε μια πρώτη εκτίμηση. Σε κάθε εθνική περιοχή το προλεταριάτο δεν βρίσκεται στη θέση να λογαριάζεται με την «εθνική μπουρζουαζία» του αλλά με την τοπική διάρθρωση της ιμπεριαλιστικής μπουρζουαζίας. Αυτό προσδίδει, και, στις μητροπόλεις, στον ταξικό αγώνα του προλεταριάτου τον χαρακτήρα αντιιμπεριαλιστικού αγώνα και επομένως, γενικότερα, ΤΑΞΙΚΟΥ ΕΠΑΝΑΣΤΑΤΙΚΟΥ ΠΟΛΕΜΟΥ. Στις μητροπόλεις είναι αμέσως και ΠΟΛΕΜΟΣ ΑΝΤΙΙΜΠΕΡΙΑΛΙΣΤΙΚΗΣ ΑΠΕΛΕΥΘΕΡΩΣΗΣ, ΠΟΛΕΜΟΣ ΜΑΚΡΑΣ ΔΙΑΡΚΕΙΑΣ.
Ωστόσο η ιμπεριαλιστική αλυσίδα παραμένει, όπως είδαμε, χαρακτηριζόμενη από την ανομοιογενή εξέλιξή της, η οποία εκδηλώνεται σε κάθε δαχτυλίδι της μέσω της ιδιαιτερότητας του οικονομικού και κοινωνικού του σχηματισμού (σχέσης μεταξύ του κυρίαρχου πολυεθνικού κεφαλαίου και πολυεθνικού κεφαλαίου του «πόλου», μεταξύ μονοπωλιακού και μη μονοπωλιακού κεφαλαίου, ανάμεσα στην «εσωτερική» ιμπεριαλιστική αστική τάξη και το προλεταριάτο) οπότε ο ταξικός αγώνας, ακόμα και σε αυτή τη στρατηγική ομοιογένεια περιεχομένου και προοπτικής, εξακολουθεί να παρουσιάζεται με ευεργετικές μορφές και δικούς του χρόνους ανάλογα με τις διάφορες εθνικές περιοχές.
= Οι διάφορες ιμπεριαλιστικές δυνάμεις δεν μπορούν να κάνουν μεταξύ τους πόλεμο εάν δεν έχουν το δικό τους υπόβαθρο «ειρηνευμένο και υποστηρικτικό» για να μπορούν έτσι να υπομένουν τη σκληρότητα της σύγκρουσης. Θα μπορούσαμε να δώσουμε πολλά παραδείγματα ενδοϊμπεριαλιστικών πολέμων που έληξαν μόλις παρουσιάστηκε και μόνο ο κίνδυνος της κομμουνιστικής επανάστασης και των διαφόρων ιμπεριαλισμών, οι οποίοι πρώτα παρουσιάζονταν εντόνως εχθρικοί, ενώθηκαν ενάντια στο προλεταριάτο που ξεσηκώθηκε στα όπλα. Δύο είναι αρκετά: η Κομμούνα του Παρισιού και η Οκτωβριανή Επανάσταση.
Να το μάθημα που ο Μαρξ αντλεί από την Κομμούνα:

» … Ότι μετά τον πιο συγκλονιστικό πόλεμο της σύγχρονης εποχής, ο ηττημένος και ο νικητής αδελφοποιούνται για να σφαγιάσουν από κοινού το προλεταριάτο, αυτό το πρωτοφανές γεγονός αποδεικνύει, όχι όπως νομίζει ο Bismarck την οριστική συντριβή μιας νέας κοινωνίας στην ανάδυση της, αλλά την πλήρη αποσύνθεση της παλιάς αστικής κοινωνίας. Το μεγαλύτερo άλμα ηρωισμού του οποίου εξακολουθεί να είναι ικανή η παλιά κοινωνία είναι ο εθνικός πόλεμος: και τώρα αποδεικνύεται ότι πρόκειται για μια απλή μυθοποίηση, μια απάτη των διαφόρων κυβερνήσεων, η οποία τείνει να καθυστερήσει και να θάψει τον ταξικό αγώνα και παραμερίζεται αμέσως μόλις αυτή η ταξική πάλη φουντώσει σε εμφύλιο πόλεμο».

a – «Είναι απαραίτητο πρώτα απ ‘όλα να καθορίσουμε ορισμένα μεθοδολογικά κριτήρια τα οποία βρίσκονται στη βάση του προσδιορισμού της έννοιας του Ιμπεριαλιστικού Κράτους.
Επομένως, αρχίζουμε λέγοντας ότι δεν πιστεύουμε ότι η ουσία του καπιταλισμού, δηλαδή οι συγκεκριμένες αντιφάσεις του, έχει αλλάξει κατά τη διάρκεια αυτού του αιώνα. Αντιθέτως έχει αλλάξει η μορφή και αυτός είναι ο τρόπος με τον οποίο, αυτές οι αντιφάσεις τείνουν να εκδηλώνονται ιστορικά.
b – Το Ιμπεριαλιστικό Κράτος των Πολυεθνικών είναι η «εθνική» θεσμική υπερκατασκευή που αντιστοιχεί στη φάση του ιμπεριαλισμού των πολυεθνικών. Τα ουσιώδη χαρακτηριστικά του είναι: ο σχηματισμός ενός ιμπεριαλιστικού πολιτικού προσωπικού. αυστηρή συγκέντρωση των κρατικών δομών υπό τον έλεγχο της Εκτελεστικής Εξουσίας · ρεφορμισμός και εξόντωση ως ολοκληρωμένες-ενσωματωμένες μορφές της ίδιας λειτουργίας: της προληπτικής αντεπανάστασης.
= Ονομάζουμε «εσωτερική» ιμπεριαλιστική μπουρζουαζία εκείνο το τμήμα της αστικής τάξης ενσωματωμένης στο παγκόσμιο ιμπεριαλιστικό σύστημα, έκφραση του πολυεθνικού μονοπωλιακού κεφαλαίου και κινητήρια δύναμη της διαδικασίας της ιμπεριαλιστικής αναδιάρθρωσης του οικονομικού μας χώρου και των σχετικών πολιτικών και θεσμικών υπερδομών.

Την ίδια περίοδο τα υπερεθνικά θεσμικά όργανα (ΔΝΤ, ΕΟΚ, ΝΑΤΟ), μέσω των οποίων η ιμπεριαλιστική αστική τάξη θέλει να επιβάλει την παγκόσμια στρατηγική της, αποκτούν δύναμη και αναλαμβάνουν ένα βαθμό εξουσίας τέτοιο ώστε να υποτάσσουν και να καθιστούν λειτουργικά σε αυτά τα «εθνικά κράτη» που μέσα σε αυτή τη διαδικασία αναγκάζονται να επαναπροσδιοριστούν στις εσωτερικές τους δομές.
Με την αναδιάρθρωση τους, τα Κράτη αυτά προετοιμάζονται να διαδραματίσουν δύο βασικούς ρόλους:
– Ζώνη μεταβίβασης εντολών των παγκόσμιων οικονομικών-στρατηγικών συμφερόντων του κυρίαρχου ιμπεριαλισμού,
– «Κανονικοποίηση της περιοχής», δηλαδή οργάνωση της προληπτικής αντεπανάστασης προκειμένου να εξαλείψουν κάθε επαναστατική «φιλοδοξία».
«Το Κράτος-έθνος γίνεται ζώνη μεταβίβασης εντολών για το διεθνές κεφάλαιο που οργανώνεται εναντίον του λαού. Το αστικό συνταγματικό-Κράτος, κατά τη διαδικασία της αντιφατικής εξέλιξης του ανάμεσα στην κοινωνικοποίηση της παραγωγής και της διεθνούς συγκέντρωσης του κεφαλαίου πρέπει να διαλυθεί και να αντικατασταθεί από το ισχυρό Κράτος ή την ένοπλη δημοκρατία». (Croissant)

= Η επιβεβαίωση των συνολικών συμφερόντων του ιμπεριαλισμού περνά επομένως από μια μεταβατική φάση στην οποία οι διάφορες αστικές δυνάμεις συγκρούονται και συνυπάρχουν, αντιπροσωπεύοντας ένα εσωτερικό στοιχείο της κρίσης του Κράτους. Και όμως, αυτή η κρίση, που βασανίζει το κράτος, δεν σπρώχνει προς την αποσύνθεση του, αλλά στην αναδιάρθρωσή του: Αυτή η τάση κρίση-αναδιάρθρωση, δείχνει ότι η κύρια αντίφαση του επαναστατικού κινήματος είναι εκείνη που το θέτει άμεσα ενάντια στο ιμπεριαλιστικό σύστημα εξουσίας σε παγκόσμια κλίμακα.
Το να αντιμετωπίσουμε αυτή την αντίφαση συνεπάγεται επομένως να κινηθούμε στο έδαφος ενός μακρόχρονου ταξικού πολέμου.

=
Ως εκ τούτου το αλφάδι όλης της πολύπλοκης επιχείρησης είναι η εξωτερική πολιτική των ΗΠΑ, της Ομοσπονδιακής Γερμανίας και των θεμελιωδών κινητήριων μηχανών του ιμπεριαλισμού (ΔΝΤ, ΕΟΚ, ΝΑΤΟ …) με την έννοια ότι η «εσωτερική» πολιτική της οποίας η Χριστιανοδημοκρατία- DC πρέπει να καταστεί υποκινητής δεν μπορεί παρά να είναι μια άμεση λειτουργία της «εξωτερικής» πολιτικής εκείνων των χωρών και εκείνων των κέντρων.
Επιπλέον δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι και το Κεφάλαιο γνωρίζει τον όχι πλέον κυκλικό χαρακτήρα των αντιφάσεών του. πως σκοπός του είναι να επιβιώσει μέσα σε αυτό το στάδιο της ανάπτυξης του. Οι θεωρίες σχετικά με την «μηδενική ανάπτυξη» έχουν ανακαλυφθεί από την αστική επιστήμη εδώ και καιρό. Το ανεπίλυτο των αντιφάσεων στην οικονομική σφαίρα οδηγεί στην αναζήτηση μιας «ανεξαρτησίας» της πολιτικής-κοινωνικής δομής μέσω της ενίσχυσης του μηχανισμού κυριαρχίας που διαμορφώνεται ως αντεπαναστατικός «προληπτικός πόλεμος». Δηλαδή: το κράτος καθίσταται «υποκείμενο της πολιτικής», όπως δηλώνουν οι σύντροφοι της RAF. Αλλά, σε αυτό δεν πρέπει να βλέπουμε την προσπάθεια εξομάλυνσης των κοινωνικών αντιφάσεων σύμφωνα με τον μηχανισμό καταστολή – μετάβαση σε μια νέα φάση ανάπτυξης, αλλά τη συγκράτηση τους μέσα από την εξόντωση κάθε σχεδίου ανασύνθεσης της ταξικής σύγκρουσης επάνω σε ένα ανταγωνιστικό πρόγραμμα.

= Kαι ο ένοπλος αγώνας, μέσα σε αυτό το περιβάλλον, θα έπρεπε να γκετοποιηθεί, περιορισμένος, σαν ενδημικό φαινόμενο, αυθόρμητη έκφραση της περιθωριοποίησης, για παράδειγμα, ένας αγώνας που να μην βλέπει, πέρα από τους εθνικούς πολιτικούς μηχανισμούς (παραγωγικούς, διοικητικούς, θεσμικά κόμματα), εκείνους του προληπτικού ιμπεριαλιστικού πολέμου.

= Καθώς με τον σχηματισμό του ιμπεριαλιστικού Κράτους αποκαλύπτεται εις βάθος ο ανταγωνιστικός χαρακτήρας της ταξικής αντιφάσεως, ενισχυμένος περαιτέρω από την αντίθεση μεταξύ του παγκόσμιου συμφέροντος του ιμπεριαλισμού και των ιδιαίτερων συμφερόντων της περιοχής (ενδοϊμπεριαλιστική αντίφαση), οι μορφές και τα εργαλεία της κυριαρχίας πρέπει απαραίτητα να ενισχυθούν και να τελειοποιηθούν στον μέγιστο βαθμό. Εκπαιδευόμενο από τους σύγχρονους και παλαιούς αγώνες των λαών σε πλανητική κλίμακα, έχοντας επίγνωση της στρατηγικής του αδυναμίας και της τακτικής δυνάμεως που του παρέχει ο τεράστιος μηχανισμός, ο ιμπεριαλισμός των πολυεθνικών στοχεύει στο μοναδικό στόχο που μπορεί να παρατείνει την επιβίωσή του: να προλάβει να αποτρέψει και να εξολοθρεύσει την επανάσταση πριν αυτή μπορέσει να ξεδιπλωθεί με όλη της την δύναμη και να κινητοποιήσει όλες τις δυνάμεις του στο ζωτικό στρατηγικό έργο: την προληπτική αντεπανάσταση.
Με τον ρεφορμισμό, τις μικρές παραχωρήσεις προς τις μητροπολιτικές «αριστοκρατίες», προσπαθεί να εμποδίσει τον προλεταριακό αγώνα πριν φτάσει σε επίπεδα συναγερμού, για να τον περιορίσει, και στη συνέχεια να τον κλείσει στο εσωτερικό της «ανάπτυξης» του. την ίδια στιγμή, με ειρηνοποιημένα τα μετόπισθεν, περνά στην εξόντωση εκείνου του τμήματος του προλεταριάτου που δεν μπορεί να «εξαγοράσει» ή να κλειδώσει ξανά μέσα στην ανάπτυξή του.
Ο ρεφορμισμός δεν είναι ποτέ αποκομμένος από την εξόντωση. Δεν είναι κάτι άλλο. Ο ρεφορμισμός δεν είναι μια πολιτική της εργατικής τάξης, αλλά μια πολιτική του ιμπεριαλιστικού κράτους ενάντια στο μητροπολιτικό προλεταριάτο.
Επομένως το ιμπεριαλιστικό Κράτος των πολυεθνικών παρουσιάζεται ως μια ιδιαίτερα ολοκληρωμένη και συγκεντρωτική ρεφορμιστική-κατασταλτική δομή. Από τη μία πλευρά έχουμε τα ειρηνικά μέσα σκοπός των οποίων είναι η εξασφάλιση της συναίνεσης των μαζών: θεσμικά κόμματα, συνδικάτα, μέσα μαζικής ενημέρωσης-mass-media. Από την άλλη μεριά τα στρατιωτικά εργαλεία με σκοπό την εξόντωση: ειδικοί πυρήνες, ειδικά δικαστήρια, ειδικές φυλακές, δηλαδή δυνάμεις για την γενικευμένη καταστολή-καταπίεση. Όλες συνυπάρχουν και είναι λειτουργικά μέρη της ίδιας πολιτικής. Όλες είναι μορφές της ίδιας κατάστασης, του ίδιου Κράτους.
Αυτή η συνύπαρξη των ρεφορμιστικών-κατασταλτικών λειτουργιών υφίσταται, ανάλογα με τις φάσεις του οικονομικού κύκλου, ποιοτικές τροποποιήσεις μιας κάποιας σημασίας, αλλά όχι τέτοιες ώστε να επηρεάζουν την ουσία του ιμπεριαλιστικού Κράτους.
Έτσι, στη φάση της οικονομικής επέκτασης, το ιμπεριαλιστικό Κράτος εμφανίζει πάνω απ’ όλα το ανθρώπινο και ειρηνικό πρόσωπο του ρεφορμισμού το οποίο όμως κρύβει χαλύβδινα δόντια. Η ειρήνη βασιλεύει σε αυτή τη φάση, αλλά πρόκειται για μια «ένοπλη ειρήνη». Αντίθετα, στη φάση της οικονομικής κρίσης εμφανίζονται πρωτίστως τα όπλα και η σχέση μεταξύ κοινωνίας και Κράτους ολοένα να στρατιωτικοποιούνται περισσότερο. Αυτό δεν σημαίνει ότι το ιμπεριαλιστικό Κράτος παραιτείται από τη χρήση του ρεφορμισμού. Μόνο που τώρα αυτό, έχοντας χάσει την υλική του βάση μετατρέπεται σε «καθαρή ιδεολογία» και τείνει να αναλάβει τη λειτουργία να «ελέγχει τις μάζες»,  «αντιπρολεταριακή αστυνομία».
Σε αυτή τη φάση, η σύγκρουση μεταξύ επανάστασης και αντεπανάστασης γίνεται ολοένα και πιο γενικευμένη και μπαίνουμε έτσι σε μια νέα φάση: τον πόλεμο!
Η διαδικασία της προληπτικής αντεπανάστασης που χαρακτηρίζει το κίνημα της ιμπεριαλιστικής μπουρζουαζίας σε αυτή τη φάση επιβάλλει στις επαναστατικές δυνάμεις μια νέα επεξεργασία της στρατηγικής για την κατάληψη της εξουσίας και ως εκ τούτου και των οργανωτικών αρχών και μορφών.
Αφού δεν υπάρχει πλέον μια πολιτική φάση ξεχωριστή από τη στρατιωτική διότι μεταρρύθμιση και εξόντωση συνυπάρχουν και είναι λειτουργικές στο ιμπεριαλιστικό Κράτος, η μόνη δυνατότητα άσκησης του πολιτικού εδάφους της σύγκρουσης δίδεται με το όπλο στο χέρι.
Η εξεγερσιακή στρατηγική που προέρχεται από την ιστορία της τρίτης διεθνούς βγαίνει από την ιστορία και εισέρχεται ο ανταρτοπόλεμος, ο μακροχρόνιος ταξικός πόλεμος.
Στη φάση που ορίσαμε ως «ένοπλη ειρήνη» (δηλαδή στη φάση της επέκτασης του κύκλου στον οποίο επικρατεί η χρήση των ρεφορμιστικών μέσων έναντι εκείνων καταφανώς πιο κατασταλτικών) από την πλευρά των επαναστατικών δυνάμεων κυριαρχεί η τακτική ένοπλης προπαγάνδας ενώ στη φάση του «πολέμου» (δηλαδή στη φάση της κρίσης του κύκλου στον οποίο τα όργανα καταστολής και εξάλειψης των ανταγωνιστικών συμπεριφορών της τάξης δεσπόζουν) από την πλευρά των επαναστατικών δυνάμεων κυριαρχεί η πρακτική του επαναστατικού εμφυλίου πολέμου.

 

= Κατά τη μετάβαση από την ένοπλη ειρήνη στον πόλεμο η σύγκρουση μεταξύ επανάστασης και αντεπανάστασης γίνεται όλο και πιο άμεση και γενικευμένη, αλλά δεν υπάρχει, όπως ισχυρίζονται ορισμένοι, μια μεταμόρφωση του δημοκρατικού Κράτους σε φασιστικό Κράτος. Αντιθέτως βρισκόμαστε πάντοτε με την παρουσία ενός Κράτους το οποίο, με την αναδιάρθρωση, υπέστη αλλαγές στο ειδικό βάρος των θεμελιωδών στοιχείων του · πρώτα τα ειρηνικά-μεταρρυθμιστικά εργαλεία κυριαρχούσαν πάνω στα στρατιωτικά-κατασταλτικά, αλλά τώρα η εξόντωση υπερισχύει και υποτάσσει στον εαυτό της την μεταρρυθμιστική λειτουργία.
Φασισμός και σοσιαλδημοκρατία υπήρξαν πολιτικές μορφές που κινούνται περιοδικά τις οποίες ανέλαβε η εξουσία της αστικής τάξης στη φάση του εθνικού μονοπωλιακού καπιταλισμού. Μπορούμε να προσθέσουμε περαιτέρω, απλουστεύοντας στο μέγιστο, ότι φασισμός και σοσιαλδημοκρατία έχουν αμοιβαία αποκλειστεί ο ένας από την άλλη στην ιστορία. Στο ιμπεριαλιστικό κράτος αντιθέτως συνυπάρχει η ουσία αυτών των πολιτικών μορφών, δίδοντας τόπο σε ένα πρωτότυπο «καθεστώς» που όμως δεν είναι ούτε φασιστικό ούτε σοσιαλδημοκρατικό, αλλά αντιπροσωπεύει μια διαλεκτική υπερνίκηση αμφοτέρων.

= Άλλοι σε αυτή τη μεταβατική φάση πιστεύουν ότι ξεχωρίζουν μια τάση προς την μεταμόρφωση του Κράτους με μια σοσιαλδημοκρατική έννοια και αναρωτιούνται εάν η σοσιαλδημοκρατία αντιπροσωπεύει ή όχι τη διέξοδο από την ιμπεριαλιστική κρίση και, πιο συγκεκριμένα, εάν το ΚΚΙ ετοιμάζεται να κάνει ή όχι την είσοδό του στον χώρο της εξουσίας. Αυτό το ερώτημα περιέχει μέσα του ένα άλλο, δηλαδή το αν το PCI είναι ένα σοσιαλδημοκρατικό κόμμα ή όχι.
Οι διαφορές μεταξύ της σοσιαλδημοκρατίας και του σύγχρονου ρεφορμισμού είναι πολυάριθμες και ορισμένες είναι θεμελιώδεις Η σοσιαλδημοκρατία είναι ένα τυπικό φαινόμενο εκείνων των φάσεων της καπιταλιστικής ανάπτυξης κατά τις οποίες οι κρίσεις εξακολουθούν να ακολουθούν μια κυκλική τάση: βγαίνοντας από περιόδους ύφεσης, ο καπιταλισμός μπορεί, καταφεύγοντας σε μια μεταρρυθμιστική πολιτική, να «διαφθείρει τα στρώματα της εργατικής αριστοκρατίας» που αποτελούν τη βάση μάζα της ιστορικής σοσιαλδημοκρατίας.
Με άλλα λόγια, η δυνατότητα μιας παραγωγικής ανάκαμψης επιτρέπει στην αστική τάξη ένα περιθώριο πραγματικής διαπραγμάτευσης με την «εργατική δεξιά»: αυτό προκαλεί, μεταξύ άλλων επιπτώσεων, την ενσωμάτωση των ηγετικών ομάδων των ρεφορμιστικών κομμάτων μέσα στο κοινωνικό μπλοκ που κατέχει την ισχύ-την εξουσία. Η συμμαχία ανάμεσα στην αστική τάξη και τον ρεφορμισμό είναι συνεπώς κοινωνικής και πολιτικής φύσης: οι σοσιαλδημοκράτες και οι «επαγγελματίες εργάτες» στέκονται δίπλα στο αφεντικό επειδή μαζί του έχουν πραγματικά κοινά συμφέροντα (την ανάκαμψη της συσσώρευσης και την παραγωγική αναδιάρθρωση) και επειδή φιλοδοξούν να γίνουν αυτοί οι ίδιοι αφεντικά με βάσιμες πιθανότητες να το καταφέρουν. Επιπλέον, τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του Κράτους σε αυτό το στάδιο της ιστορίας του καπιταλισμού διευκολύνουν την είσοδο της σοσιαλδημοκρατίας σε εκείνη την κυβέρνηση που είναι από πάντα ο προθάλαμος της εξουσίας: το Κράτος ακόμη σχετικά αυτόνομο από την οικονομία, αιτιολογεί σε κάποιο βαθμό την ψευδαίσθηση ότι η κατάκτηση και η χρήση του από την εργατική τάξη είναι δυνατή.
Αυτά τα δεδομένα δεν ισχύουν πλέον σήμερα. Η κρίση του ιμπεριαλιστικού συστήματος δεν είναι προβλέψιμο να έχει ως αποτέλεσμα την ανάκαμψη της συσσώρευσης, τόσο επειδή η οικονομία έχει εισέλθει σε μια φάση στασιμότητας η οποία θα επιλυθεί μόνο με τον πόλεμο για μια διαφορετική διαίρεση-μοίρασμα των αγορών, όσο και διότι οι υιοθετηθείσες από τα κράτη οικονομικές πολιτικές τείνουν να περιορίζουν, παρά να επεκτείνουν, την παραγωγική βάση. Συνεπώς λείπουν, τόσο οι δομικές βάσεις (φύση και πορεία της κρίσης) όσο και οι υποκειμενικές (πολιτικές κυβερνήσεων και κρατών) ώστε να επιτρέψουν την ενσωμάτωση των ρεβιζιονιστών σε ένα κοινωνικό μπλοκ που να επιδιώκει και να ακολουθεί μια μεταρρυθμιστική πολιτική. Ή καλύτερα, είναι ακόμα πιθανό οι ρεβιζιονιστές (η ηγετική ομάδα τους) να φιλοξενηθούν προσωρινά εντός της Κυβέρνησης, αλλά αποκλείεται ότι υπάρχουν οι προϋποθέσεις για την ενσωμάτωση στρωμάτων της αριστοκρατίας της εργατικής τάξης ή των μεσαίων τάξεων μέσα σε ένα μπλοκ εξουσίας που του έχει ανατεθεί να διαχειριστεί ένα είδος ανάπτυξης που δεν μπορεί πλέον να δοθεί, δεδομένου του ιμπεριαλιστικού και πολυεθνικού χαρακτήρα του καπιταλισμού της εποχής μας. Τι πράγμα, όντως, οι καπιταλιστές μπορούν να χορηγήσουν στον επαγγελματία εργάτη σε αντάλλαγμα για τη συνεργασία του αν όχι το ταμείο ανεργίας, τις απολύσεις, την αύξηση της εκμετάλλευσης και την προοδευτική αλλά σταθερή μείωση της αγοραστικής δύναμης των μισθών; Και ούτως ή άλλως, πέραν των υλικών ανταλλαγμάτων, μέσα σε ποια υπόθεση ανάπτυξης μπορούν να εμπλακούν, ακόμη και μοναχά ιδεολογικά, εκείνα τα στρώματα εργατικών αριστοκρατιών που έχουν πλέον εξαντλήσει το προοδευτικό δυναμικό τους από την οπτική του κεφαλαίου;
Η απουσία διαρθρωτικών συνθηκών για το σχηματισμό ενός νέου κοινωνικoύ μπλοκ εξουσίας δεν αποκλείει όλα τα χαρακτηριστικά αυτής της σχέσης που, από την άλλη πλευρά, εξαρτώνται από την ταξική κατάσταση, καθώς και από το επίπεδο των παραγωγικών δυνάμεων.
Εάν να πληρώσουν το αντίτιμο της ανόδου στην εξουσία της ιστορικής σοσιαλδημοκρατίας υπήρξαν πριν απ’ όλα οι αγρότες, από την στιγμή που η επανάληψη της συσσώρευσης πραγματοποιούνταν εις βάρος της υπαίθρου, σήμερα η προτιμησιακή σχέση της ιμπεριαλιστικής μπουρζουαζίας με τους ρεβιζιονιστές βασίζεται στον εντοπισμό του «περιθωριοποιημένου προλεταριάτου» ως μεταβλητή η κατοχή του ελέγχου της οποίας είναι απαραίτητη.
Με άλλα λόγια, ο επαγγελματίας εργάτης «θα έπρεπε να γίνει ταυτόχρονα, ένας πραγματικός στρατιώτης της παραγωγής και να λειτουργεί ως αστυνομικός τόσο προς τους συναδέλφους του, όσο και κυρίως απέναντι στη μάζα των περιθωριοποιημένων προλετάριων της μεγάλης μητρόπολης».
Για όλους αυτούς τους λόγους είναι αναπόφευκτο ότι η ρεβιζιονιστική πολιτική θα χάσει σταδιακά όλα τα ρεφορμιστικά της χαρακτηριστικά για να αναλάβει απόλυτα κατασταλτικά: από προοδευτική, η λειτουργία του PCI γίνεται έτσι, εκ των πραγμάτων και ανεξάρτητα από τη βούληση των αγωνιστών του, συντηρητική, με σκοπό να ασκεί άκαμπτο έλεγχο επί της αγοράς εργασίας και να οργανώνει τη συναίνεση γύρω από ένα σχέδιο οικονομικής και κοινωνικής ανάπτυξης που λόγω της φύσης του ιμπεριαλισμού, όντος ανίκανου να κινητοποιήσει και να εμπλέξει τις μάζες (όπως είχε καταφέρει να το κάνει ο φασισμός για παράδειγμα ), θα αναγκάσει όλο και περισσότερο τους ρεβιζιονιστές να καταφεύγουν σε καταναγκαστικά εργαλεία και να επιβάλουν συναίνεση με το ζόρι, αντί να την ζητούν και να την ερμηνεύουν.
Αυτό θα συμβεί διότι, εάν ο ιμπεριαλισμός είναι καπιταλισμός που σαπίζει δεν υπάρχει περαιτέρω ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων χωρίς να διαταραχθούν οι αντίστοιχες παραγωγικές σχέσεις, αυτό σημαίνει ότι η ανάγκη να παραμείνουν αμετάβλητες θα πρέπει να συγκρουστεί με τη βούληση να τις τροποποιήσει και πως τα μεταρρυθμιστικά κόμματα εργατικής παράδοσης, από εργαλεία κοινωνικής ειρήνης θα μετατραπούν σε άλλα τόσα εργαλεία για τον εμφύλιο πόλεμο.
Με αυτή την έννοια είναι δυνατόν να υποστηρίξουμε ότι οι ρεβιζιονιστές βρίσκονται στην υπηρεσία του ιμπεριαλιστικού Κράτους των πολυεθνικών και ότι η αντίθεση με τον σύγχρονο ρεβιζιονισμό, πέραν του να είναι ανταγωνιστική, πρέπει να αντιμετωπιστεί και στο στρατιωτικό επίπεδο. Ήδη σήμερα χάρη στη διαμεσολάβηση των ρεβιζιονιστών, η στρατιωτικοποίηση επεκτείνεται από το εργοστάσιο στην γειτονιά, στις διαπροσωπικές σχέσεις, στις οικογένειες, σε μια αλυσίδα ιεραρχικών και βίαιων κοινωνικών σχέσεων, που κυριαρχούνται από τους νόμους μιας καταπιεστικής κοινωνίας που ο ιμπεριαλισμός θα επιθυμούσε όλο και περισσότερο όμοια με ένα lager εκατομμυρίων παραγωγών.
Θα πρέπει επίσης να ληφθεί υπόψη ότι, ένας από τους λόγους για τους οποίους η συμμαχία με τον σύγχρονο ρεβιζιονισμό είναι επιθυμητή για την αστική τάξη, συνίσταται στη δυνατότητα να διεισδύσει με μεγαλύτερη ευκολία στις αγορές της Ανατολικής ευρώπης.

= Στο εσωτερικό του ρεβιζιονιστικού κόμματος ζει επομένως μια αμφισημία μεταξύ δύο τάσεων, μία που θα μπορούσαμε να ορίσουμε εσφαλμένα ως «την αριστερή πτέρυγα της σοσιαλδημοκρατίας» η οποία έκανε δικό της και το δυτικό σύστημα αξιών με την αποδοχή του ΝΑΤΟ, η άλλη που εμπνέεται από τον «Κρατικό καπιταλισμό» και που βλέπει τον «συμβιβασμό» ως το πρώτο τακτικό βήμα προς αυτή την κατεύθυνση. Αυτό συνεπάγεται πως η σχέση μεταξύ του ρεβιζιονιστικού κόμματος και του σοβιετικού σοσιαλιμπεριαλισμού εξαρτάται από τη θέση μεγαλύτερης ισχύος της δεύτερης τάσης, σε σχέση με την πρώτη.
Σε ευρωπαϊκό επίπεδο ο ultraρεβιζιονισμός επιδιώκει να λειτουργήσει ως αυτόνομη δύναμη, ηγεμονική δύναμη σε σχέση με έναν πολιτικό χώρο που βλέπει ενωμένους σκυλιά και γουρούνια της αριστεράς της σοσιαλδημοκρατίας, περνώντας μέσα από τους «διάφορους ευρωκομμουνισμούς», για να φτάσουμε στις ψεύτικες λενινιστικές παροτρύνσεις τύπου Πορτογαλίας. Αντιμετωπίζει τον ιμπεριαλισμό ως μια εσωτερική-εξωτερική δύναμη, και γι ‘αυτό εμπνέει υποψία στον Κάρτερ και στους ευρωπαίους υποτελείς του, οι οποίοι και θα έμπαιναν στον πειρασμό να τον χρησιμοποιήσουν, φιλόδοξα, ως καταλύτη της «διαφωνίας» στις ανατολικές χώρες, αλλά προς το παρόν παραμένει ένα όπλο δίκοπο.

= ΑΠΑΓΩΓΗ DOZIER – 17 δεκεμβρίου 1981 ήταν δεύτερος επικεφαλής του προσωπικού της Διοίκησης Δυνάμεων Εδάφους του ΝΑΤΟ στη Νότια Ευρώπη (FTASE). Η απαγωγή πραγματοποιήθηκε στο διαμέρισμα του, περίπου στις 6:00 μ.μ. Μετά από 42 ημέρες, στην Πάντοβα σε μια βάση Br, η ειδική αστυνομική μονάδα Nocs (λειτουργικός Πυρήνας κεντρικής ασφάλειας της Αστυνομίας του Κράτους) – εξαιρετικά εκπαιδευμένες δυνάμεις, ιδιαίτερα στη χρήση των όπλων, όπως οι Gis (ομάδα ειδικών παρεμβάσεων των Καραμπινιέρων), εισβάλλουν συλλαμβάνοντας 4 συντρόφ * και απελευθερώνοντας τον στρατηγό. Με την απαγωγή Dozier οι Br δηλώνουν τη γέννηση του σχηματισμού Br-Partito Comunista Combattente/εΤ-Κομουνιστικό Μαχόμενο Κόμμα (Br-Pcc) μετά τις διασπάσεις που έλαβαν χώρα (Κόμμα Guerrilla και φάλαγγα Walter Alasia). Στη συνέχεια διαχέεται ένα νέο «στρατηγικό ψήφισμα» με τίτλο «Δύο χρόνια πάλης» στο οποίο πέρα από την εξήγηση των περιπετειών της διάσπασης, αποφασίζονταν να δοθεί έμφαση της δραστηριότητας τους ενάντια στο ΝΑΤΟ που αντιπροσώπευε τον στρατιωτικό βιομηχανικό μηχανισμό των πολυεθνικών.

«Μέσα από σένα δικάζουμε τη στρατιωτική κατοχική δομή, το ΝΑΤΟ, και την ιμπεριαλιστική πολιτική της Αμερικής προς το ιταλικό προλεταριάτο. Αυτή η πολιτική εξαπλώθηκε από το 1945 μέχρι σήμερα. Έδωσε τη δυνατότητα στις ΗΠΑ, υπό τον εκβιασμό των όπλων, πρώτα με τον ιταλικό στρατό κατοχής, στη συνέχεια με τον ενσωματωμένο στρατό του ΝΑΤΟ, να χτιστεί μια πολιτικο-στρατιωτική τάξη πλήρως υποταγμένη στα συμφέροντα των πολυεθνικών ΗΠΑ. Η ιστορία αυτών των κυβερνήσεων είναι η ιστορία της Κρατικής τρομοκρατίας, που χτίστηκε από τη CIA. Από το Σχέδιο Μάρσαλ μέχρι την υποδούλωση στην πολιτική Ρέιγκαν με τους πυραύλους του Comiso, σημαίνει τον σχεδιασμό της ιστορίας της υποταγής των ιταλικών κεφαλαίων και μιας πολιτικής τάξης που παρά την αποδεδειγμένη πολιτική και κοινωνική απονομιμοποίηση, παραμένει όρθια μόνο χάρη στον τρόμο των ειδικών μονάδων εκπαιδευμένων από τους αμερικανούς και την οικονομική πολιτική των πολυεθνικών USA».

= Στις 15 φεβρουαρίου 1984, στις 6.45 μ.μ., οι Br-Pcc μαζί με τη Ένοπλη Λιβανέζικη Επαναστατική Φράξια (FARL) πλήττουν τον Leamon Hunt, πρεσβευτή και πρώην διευθυντή της Πολυεθνικής Δύναμης και Παρατηρητών (MFO) και υπεύθυνο διαχείρισης της Πολυεθνικής Δύναμης του Σινά.

(ντοκουμέντα): Οι εκστρατείες εναντίον του ΝΑΤΟ αποτελούν ένα σημείο του θεμελιώδους προγράμματος για την ιταλική επαναστατική διαδικασία, δεδομένου ότι τοποθετούν τις Br δίπλα σε όλες τις άλλες αντιιμπεριαλιστικές δυνάμεις προς το γενικό συμφέρον του ευρωπαϊκού προλεταριάτου.

Δυστυχώς η απαγωγή του Dozier κατέληξε σε μια ήττα, και επειδή η προετοιμασία δεν πραγματοποιήθηκε σύμφωνα με τα συνήθη κριτήρια (οι βάσεις ήταν γνωστές σε ακτιβιστές του κινήματος, και από εκεί έφτασαν οι δυνάμεις της καταστολής). Το κράτος χρειάστηκε να χρησιμοποιήσει βασανιστήρια για να αποσπάσει απαραίτητες πληροφορίες από συντρόφους του κινήματος για να φτάσει στη βάση όπου φυλάσσονταν ο Dozier. Πάντα με τα βασανιστήρια αποσπάστηκαν πληροφορίες από ορισμένους συντρόφους εσωτερικούς στη δράση που επέτρεψαν στην καταστολή να δώσει ένα αποφασιστικό πλήγμα στις Br.

Ακόμα στις 10 φεβρουαρίου 1986 οι Br-CCS έπληξαν σκοτώνοντας τον Lando Conti, πρώην δήμαρχο της Φλωρεντίας, με την κατηγορία πως συνεργάστηκε για μια μεγαλύτερη ενσωμάτωση της Ιταλίας στο ΝΑΤΟ και στο λεγόμενο σχέδιο των πολέμων των άστρων που προώθησε η αμερικανική κυβέρνηση με επικεφαλής τον Ronald Regan, μέσω της ιταλικής Κοινοπραξίας για τις στρατηγικές τεχνολογίες (Cites).

 

* Με συνέλαβαν τον μάιο του 1980, ειδικές φυλακές και πολύ σκληρή μεταχείριση. Μαζί με άλλους διοργάνωσα την εξέγερση στην ειδική φυλακή του Trani (δεκέμβριος 1980), μια εξέγερση που κατεστάλει με τη χρήση ελικοπτέρων και πυροβόλων όπλων και σφαγή των εξεγερμένων. Μεταφορά στη Σαρδηνία στην τιμωρητική φυλακή του Nuoro και στη συνέχεια Cuneo, ξανά Trani, Novara και μετά από 15 χρόνια περιπλάνησης τελικά στη Ρώμη-Rebibbia. Το 1999 κατακτώ τη δυνατότητα να δουλεύω εξωτερικά (semilibertà-ημιελευθερία) και τελειώνω τη φυλάκιση τον δεκέμβριο του 2010. Επιστρέφω στο κίνημα και συμμετέχω στους αγώνες των εργαζομένων στον τομέα της εφοδιαστικής (φόρτωση, εκφόρτωση και μεταφορά εμπορευμάτων), οι περισσότεροι από αυτούς τους εργαζόμενους είναι μετανάστες [εδώ στη Ρώμη ως επί το πλείστον ερυθραίοι, ρουμάνοι, από την Γκάνα, κλπ.), με ένα τρομερό επίπεδο εκμετάλλευσης. Έχουν σημειωθεί πολλά βήματα προς τα εμπρός, ιδίως στην πολιτική ανάπτυξη πολλών εργαζομένων και σε ορισμένες από τις αξιώσεις που έχουν κερδηθεί. Το ταξίδι είναι πολύ μακρύ, και διότι δεν υπάρχουν πολλοί άλλοι αγώνες με τους οποίους να συνδεθούμε.

 

 

 

 

 

ιστορία, storia

MAELSTROM: μια ακόμη ανασκόπηση

8 ιουλίου 2011

Δεν θα σταματήσω εύκολα να μιλάω γι αυτό το βιβλίο questo libro, όπως δεν σταματώ -ΑΔΥΝΑΤΟΝ- να αγαπώ τον συγγραφέα του, 
κομμάτι καρδιάς, αίματος, ζωής.
Αυτή είναι μια άλλη ανασκόπηση – un’altra recensione – ενός βιβλίου που ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ  ΔΙΑΒΑΣΕΤΕ! Τι «γροθιά», αυτό το βιβλίο, καμία σχέση με τη σκιά του Banco [α] που εμφανίζεται ξανά σαν φάντασμα για να διαταράξει το μυαλό του Macbeth, εδώ είναι ένας ζωντανός και στα καλά του κύριος 71 ετών ο οποίος μετά από περισσότερα από 30 χρόνια φυλακής χτυπά με αυτό το βιβλίο την πόρτα μας να μας πει με το νι και με το σίγμα τι συνέβη στην Ιταλία και στον κόσμο σε εκείνα τα 20 χρόνια που προηγήθηκαν της σύλληψής του, και που, τα επόμενα 30 χρόνια, εκείνοι που τον συνέλαβαν αποφεύγουν με κάθε τρόπο να διηγούνται.

387 σελίδες εγγράφων, μαρτυριών και πολλών άλλων διατυπώνονται και παραδίδονται με την φροντίδα και το αδιαμφισβήτητο αυτού που είχε 30 χρόνια για να αναδιατάξει και να μεταβολίσει από «μέσα» εκείνα τα 20 χρόνια ζωής που έζησε, ενώ «έξω» λειτουργούσε η πιο εκκωφαντική από τις αποδομήσεις, και που σήμερα, έχοντας απίστευτα επιβιώσει (όχι μόνο στο σώμα αλλά κυρίως στο μυαλό) σε όλα εκείνα, διεκδικεί το δικαίωμα του «ηττημένου» να εμπλουτίσει την ιστορία που γράφτηκε μέχρι σήμερα, όπως πάντοτε, από τον νικητή, για τον απλό λόγο ότι και αυτός … ήταν εκεί.
Λοιπόν «1960-1980 σκηνές εξέγερσης και ταξικής αυτοοργάνωσης στην Ιταλία» διαβάζουμε στον υπότιτλο διότι ο συγγραφέας βίωσε από πρώτο χέρι και όλο και περισσότερο ως πρωταγωνιστής εκείνη την εικοσαετία αγώνων του εργατικού κινήματος που σημάδεψε ένα σημαντικό κομμάτι της ιστορίας της χώρας μας κατά την περίοδο που πηγαίνει από την αρχή του λεγόμενου οικονομικού boom στην εποχή del riflusso – της πτώσης, της υποχώρησης των κινημάτων των χρόνων ’80. [β]
Σε αυτό το μακρύ ταξίδι ο συγγραφέας συμμετείχε άμεσα σε πολλά γεγονότα που κατά κάποιον τρόπο είναι «παράλληλα» και «συνδέονται» με την εικοσαετή στράτευση του ως αγωνιστή εργατιστή, συμπεριλαμβανομένων των περίφημων ’68 και ’77 μέχρι την τελική προσγείωση στην σημαντικότερη οργάνωση ένοπλου αγώνα που έδρασε στην Ιταλία που το βιβλίο αυτό μας εξηγεί ως υποχρεωτική φυσική συνέχεια με όλα του τα «πριν», και που επομένως αντιπροσωπεύει μόνο ένα τελικό στάδιο μιας πολύ μακρύτερης και πιο σύνθετης διαδρομής που ξεκινάει από πολύ μακριά.

Αυτό που είναι πιο εντυπωσιακό σε αυτό το βιβλίο, και το οποίο το καθιστά μοναδικό κατά τη γνώμη μου, είναι το γεγονός ότι αντί να μιλάει, όπως έκαναν τόσοι πολλοί άλλοι πρώην ταξιαρχίτες, για την εμπειρία τους στον ένοπλο αγώνα ενθυμούμενοι μακάρι μέσα σε λίγες σελίδες όσα τους οδήγησαν σε μια τέτοια επιλογή, ή να διηγούνται τη δική τους οδύσσεια στα πολυετή χρόνια της ειδικής φυλακής, ο Ricciardi κάνει ακριβώς το αντίθετο.
Ο Salvatore Ricciardi χρησιμοποιεί το βιβλίο αυτό για να ανασυνθέσει λεπτομερώς την αγωνιστική του ζωή υπέρ των πολλών ιταλικών μεταπολεμικών εργατικών αγώνων από το 1958 έως το 1977 μέχρι την ένταξή του στις BR μετά την τελική αποτυχία του κινήματος του 1977, και στη συνέχεια επαναφέρει την διήγηση από τον πρώτο του χρόνο φυλάκισης στο Trani όπου οργανώνει τη περίφημη εξέγερση του 1980, για να κλείσει στη συνέχεια με την επακόλουθη μεταφορά του στην τιμωρητική φυλακή του Bad ‘a Carros στις αρχές του 1981.

Για τα υπόλοιπα τίποτα, τίποτα για τα 3 χρόνια της συμμετοχής του στην ρωμαϊκή φάλαγγα των ΕΤ και τίποτα για τα επόμενα 30 χρόνια φυλάκισης. Γιατί λοιπόν, πέρα από το εντυπωσιακό ιστορικό έργο της επίπονης ανοικοδόμησης των ιταλικών εργατικών αγώνων και των πολλών επαναστατικών ταραχών στον κόσμο εκείνων των χρόνων, που ανακαλεί, με μεγάλη προσοχή και πληρότητα το περίφημο βιβλίο « Η Χρυσή Ορδή» των Ballestrini και Moroni κάποιων χρόνων νωρίτερα, αυτό το βιβλίο, έλεγα στην αρχή, είναι μια «γροθιά»;

Διότι τεκμηριώνει πολλά χρόνια αργότερα και με έναν απολύτως αναμφισβήτητο τρόπο αυτά που συνέβησαν πραγματικά στη χώρα μας μέσα στην εικοσαετία από το 1960 έως το 1980, κάτι που κανείς δεν είχε ποτέ τολμήσει ή ίσως μπόρεσε να κάνει, και θα έλεγα ότι αυτός είναι ο λόγος, κάτι περισσότερο από αρκετός, για να ευχηθούμε μια διάδοση του maelstrom όσο το δυνατόν πιο εκτεταμένη σε όσους κατά τη διάρκεια των τελευταίων 30 χρόνων μπόρεσαν να ακούσουν μόνο την διήγηση αυτών που κέρδισαν, αλλά φοβάμαι ότι αυτό δεν θα συμβεί. Ωστόσο αυτό δεν αφαιρεί καμία αξία, να καταλαβαινόμαστε, από την επιλογή να έχει γράψει σήμερα αυτό το πολύ σημαντικό κείμενο και μετά από 30 χρόνια φυλάκισης, μόνο και μόνο επειδή, όπως καταλήγει ο συντάκτης παραθέτοντας μια φράση από τον θεατρικό συγγραφέα Samuel Beckett: «Προσπάθησα πάντα. Πάντα απέτυχα. Μην συζητάς. Δοκίμασε ξανά. Απέτυχε πάλι. Απέτυχε καλύτερα! «.
Μιλώντας για όμορφες φράσεις, τόσες πολλές πρέπει να πω, η σκέψη που με εντυπωσίασε περισσότερο εμφανίζεται σχεδόν στην αρχή του βιβλίου, δεν θυμάμαι τα ακριβή λόγια αλλά έλεγε πάνω κάτω ότι να γίνεις «σύντροφος» είναι επιχείρηση που απαιτεί και έναν κάποιο …χρόνο.

Εν κατακλείδι η προσωπική μου ιδέα, ίσως λαθεμένη, αυτού του βιβλίου είναι ότι το μήνυμα του συγγραφέα είναι  «με συλλάβατε και παρέμεινα σιωπηλός για 30 χρόνια, τώρα που είμαι ελεύθερος μου φάνηκε σωστό να αναφέρω πριν από κάθε τι άλλο και όλα αυτά που δεν ειπώθηκαν ποτέ επάνω σε εκείνα τα χρόνια, και τώρα αν θέλετε μπορούμε να αρχίσουμε πραγματικά να … μιλάμε γι αυτά «

DAVIDE STECCANELLA

α] essere l’ombra di Banco

Όντας η έμμονη θύμηση μιας κακής πράξης, ενός σφάλματος.Το ρητό αναφέρεται σε μια σκηνή από τον Macbeth (Act III, σκηνή IV) του William Shakespeare, στην οποία το φάντασμα του Banquo έρχεται να τρομοκρατήσει τον πρωταγωνιστή που είχε κηλιδωθεί με το αίμα του.

β] riflusso είναι ένας όρος της δημοσιογραφικής και πολιτικής γλώσσας που χρησιμοποιείται για να περιγράψει μια στάση που χαρακτηρίζεται από πολιτική και κοινωνική απεμπλοκή και από την υποχώρηση στην ιδιωτική σφαίρα μέσα σε ένα κλίμα απογοήτευσης και επιστροφής στις αξίες του παρελθόντος

 

MAELSTROM: ancora una recenzione

 

ιστορία, storia

Μια συνεισφορά στο “Μοντέλο vittimario”-θυματοποιητικό

Ένοπλος αγώνας. Ιστορία, μνήμη και μοντέλο vittimario

της   Silvia De Bernardinis

1.

Η παρέμβαση μου επικεντρώνεται στο θυματοποιητικό μοντέλο, το οποίο συνδέει και συγχέει την κυρίαρχη μνήμη – που παρουσιάζεται ως κοινή μνήμη – και την ιστορία, στην προσέγγιση της μελέτης του ένοπλου αγώνα στην Ιταλία στα χρόνια του ’70 και του ’80. Όπως σωστά γράφουν οι διοργανωτές του συνεδρίου, είναι δύσκολο να μιλήσουμε για την δεκαετία του ’70 στην Ιταλία χωρίς να διακινδυνεύουμε να αναμοχλεύσουμε και να προκαλέσουμε εντάσεις.

269 ένοπλοι σχηματισμοί, 7 866 επιθέσεις σε πράγματα και 4 290 σε ανθρώπους, 36.000 πολίτες που διερευνήθηκαν και πάνω από 6.000 άνθρωποι καταδικάστηκαν σε φυλάκιση δεκαετιών 1, εκατοντάδες ποινές ισόβιας κάθειρξης, προσφυγή σε βασανιστήρια (συστηματικά κατά τη διάρκεια του 1982) και νόμους εξαίρεσης σε 18 χρόνια ιστορίας. Για να δοθεί το μέγεθος του φαινομένου, είναι ενδιαφέρον να σημειωθεί ότι, σε περιόδους φασιστικής δικτατορίας, μεταξύ του 1926 (έτος ίδρυσης του Ειδικού Δικαστηρίου) και του 1943, 15 806 αντιφασίστες παραπέμφθηκαν στο Ειδικό Δικαστήριο, 5 620 δικάστηκαν, βάσει των καταγγελιών της Οvra, και καταδικάστηκαν 4 596 2. Αυτά είναι μερικά από τα στοιχεία που μας επιστρέφει η Ιστορία, αλλά φαίνεται να μην αρκούν – όπως επίσης φαίνεται πως δεν αρκούν τα 40 χρόνια που μας χωρίζουν από το τέλος αυτού του κύκλου κοινωνικών αγώνων των οποίων ο ένοπλος αγώνας υπήρξε μία από τις εκδηλώσεις – για να ελευθερώσουν το έδαφος, που τροφοδοτείται από την πολιτική και τα μέσα μαζικής ενημέρωσης αλλά υποστηρίζεται και από ένα μεγάλο μέρος της ιστοριογραφίας, από μια σειρά κοινοτοπιών-κλισέ που της προσδίδουν μια παραμορφωμένη εικόνα και νόημα. Ο ένοπλος αγώνας στην Ιταλία προέκυψε μέσα σε ένα ακριβές ιστορικό περιβάλλον, το οποίο διήρκεσε περίπου είκοσι χρόνια, από το 1969 έως το δεύτερο μισό των χρόνων ’80. Μια κρίσιμη περίοδος στην ιταλική και διεθνή ιστορία, η οποία φέρει ολόκληρη την περίοδο μετάβασης από τον φορντισμό στον μεταφορντισμό, δηλαδή μια φάση αλλαγών που άφησαν εποχή και που έχουν μεταμορφώσει και επανασχεδιάσει τον κόσμο, τα οικονομικά, πολιτικά και κοινωνικά του σενάρια. Μια αναταραχή, μια αναστάτωση που προκλήθηκε από τις ίδιες δυναμικές του κεφαλαίου υπό μετασχηματισμό. Κόρη μιας περιόδου κατά την οποία οι επαναστατικές διαδικασίες και ανυποταξίας στο υπάρχον εκδηλώνονταν σε όλες τις περιοχές του πλανήτη τότε χωρισμένου στα δύο, εκείνες υπό τον ατλαντικό έλεγχο και εκείνες υπό τον σοσιαλιστικό έλεγχο. Κόρη μιας περιόδου που έκανε να αναδυθούν υποκειμενικότητες μέχρι τότε αόρατες ή περιθωριακές μετατρέποντάς τες σε πρωταγωνιστές των διαδικασιών πολιτικής χειραφέτησης. Ο ένοπλος αγώνας ιστορικά ανήκει σε αυτό το περιβάλλον, γεννιέται στο φορντικό εργοστάσιο, όπου η άρνηση της εργασίας δημιούργησε ένα ταξικό κίνημα που για μερικά χρόνια, στην Ιταλία, κανείς δεν κατόρθωσε να κυβερνά, από τα συνδικάτα στα κόμματα, στις δυνάμεις της τάξης, σε μια διαδικασία μη αναστρέψιμης ρήξης μεταξύ θεσμικής αριστεράς και επαναστατικής αριστεράς: Δεν υπάρχει νίκη, δεν υπάρχει κατάκτηση χωρίς το μεγάλο κομμουνιστικό κόμμα, φώναζε και ξαναφώναζε το PCI-ΚΚΙ στις διαδηλώσεις στους δρόμους και τις πλατείες. Ένα σύνθημα που ήθελε να σημαίνει κατεύθυνση και έλεγχο επί των αγώνων στο εργοστάσιο και στην κοινωνία, αλλά και μονοπώλιο της διαφωνίας και της διαμάχης σύμφωνα με το οποίο δεν επιτρέπονταν ούτε γίνονταν αποδεκτές άλλες μορφές έκφρασης της διαφωνίας και του αγώνα στα αριστερά του ΚΚΙ, ούτε υποκείμενα που θα μπορούσαν να την ερμηνεύσουν. Τα χρόνια του ’68 υπήρξαν η συγκεκριμένη διάψευση, ακόμα κι αν αυτό δεν σήμαινε την ανικανότητα του κόμματος να κεφαλαιοποιήσει και να κάνει δικούς του, στη συνέχεια, να προσαρμόσει εκείνους τους αγώνες που κοιτούσε με καχυποψία, που δεν τους ήθελε και που βοήθησε στην αποδυνάμωση τους, ένα εμπόδιο επί της πορείας οικοδόμησης μιας «δημοκρατικής αξιοπιστίας και σεβασμού» που θα το άλλαζαν αμετάκλητα.

Η χρονική απόσταση είναι ένα από τα στοιχεία που επιτρέπουν τον ιστορικισμό, αλλά όχι το μοναδικό. Μια περίοδος που έχει τελειώσει ιστορικοποιείται και ακριβώς η έλλειψη πολιτικού κλεισίματος μοιάζει να συνιστά το βασικό της εμπόδιο, αφήνοντάς το σε αναστολή, σε ένα είδος ελεύθερης ζώνης όπου ένας πόλεμος νοημάτων βγαίνει στη σκηνή που περνά σήμερα μέσα από το πεδίο της μνήμης. Όπως έγραψε ο Agamben πριν από είκοσι χρόνια δικαιολογώντας την ανάγκη αμνηστίας για τα πολιτικά αδικήματα εκείνης της περιόδου, «αυτό που πρέπει να αποτελέσει αντικείμενο ιστορικής έρευνας αντιμετωπίζεται ως ένα πολιτικό πρόβλημα του σήμερα  3 ». Και είκοσι δύο χρόνια μετά από τα λόγια του Agamben, η κατάσταση επιδεινώθηκε ακόμα περισσότερο, με το κυνήγι των «επικίνδυνων δολοφόνων» που σήμερα έχουν περάσει τα εξήντα και έχουν ζήσει τα τελευταία σαράντα χρόνια σε μια πολύ λιγότερο χρυσή εξορία από αυτήν που, χωρίς την παραμικρή απόδειξη, πλασάρεται από τα μέσα μαζικής ενημέρωσης. Μέσα σε αυτή την οπτική μπορεί να αναγνωσθεί, εν μέρει, η έλλειψη του ιστοριογραφικού κορμού που παράγεται μέχρι σήμερα, δηλαδή, ως συντριβή επί του παρόντος, σε μια χρονικογραφική διάσταση που για πολλά χρόνια έκανε δυνατό να μην θεωρείται αντικείμενο ιστορικής έρευνας. Κατά τον ίδιο τρόπο δεν είναι δύσκολο να προσδιοριστεί το βάρος του παρόντος επί του παρελθόντος εάν παρατηρηθούν οι όροι που χρησιμοποιούνται για να οριοθετηθεί το αντικείμενο «ένοπλος αγώνας», το τι και το πώς, οι ερμηνείες του.

Είναι σημαντικό, για παράδειγμα, ότι γύρω από τον ένοπλο αγώνα υπάρχει μια στάση ηθικής καταδίκης που, αν δεν απέκλεισε τη μελέτη του, την επηρέασε και συνεχίζει να την επηρεάζει, εμποδίζοντας τους μελετητές να έχουν μια βέβηλη, ριζοσπαστική στάση, τόσο ώστε κάποιοι να αισθάνονται υποχρεωμένοι να δηλώσουν την ηθική τους αποδοκιμασία ως προς το αντικείμενο της μελέτης, ή να δώσουν μια αρνητική υποδήλωση με ηθικούς όρους στα κείμενά τους 4, παραμένοντας μέσα στην πορεία που σχεδιάστηκε από την πολιτική για την οποία ο ένοπλος αγώνας είναι ένα εγκληματικό και αδικαιολόγητο φαινόμενο, ακατανόητο μέσα στο πλαίσιο ενός δημοκρατικού συστήματος. Ένα ζήτημα, συνεπώς, που αφορά τη συνείδηση και όχι τη γνώση. Και είναι εξίσου σημαντικό το γεγονός πως η ιστοριογραφία έχει αναλάβει άκριτα το πολιτικό-επικοινωνιακό λεξιλόγιο που χτίστηκε γύρω από τη δεκαετία του Εβδομήντα, και ειδικότερα τον ένοπλο αγώνα, χωρίς να αμφισβητεί, χωρίς να αναρωτηθεί σχετικά με την ορθότητα, από ιστοριογραφική άποψη, των ερμηνευτικών κατηγοριών που, αντί να παράγουν ιστορική γνώση και κατανόηση, καταλήγουν να αναπαράγουν την κοινή λογική [Ο όρος κοινή λογική αντικατοπτρίζει την «αίσθηση» που έχει κανείς για κάτι χωρίς πολλή σκέψη, στηριγμένος στη μέση εμπειρία και γνώση του καθημερινού ανθρώπου]. Ξεκινώντας από τους κεντρικούς όρους που χρησιμοποιούνται, όπως τρομοκρατία ή βία, τον πιο ευρέως χρησιμοποιούμενο, ένα είδος μπαμπούλα, φόβητρου που ανεμίζεται αν χρειαστεί. Σίγουρα δεν ζούμε σε έναν λιγότερο βίαιο κόσμο σήμερα, αλλά η βία της δεκαετίας του ’70 αφηγείται, περιγράφεται ως η πιο άγρια. H ad hoc τερατοποίηση που δημιουργήθηκε επί των πρωταγωνιστών της τελευταίας ταξικής σύγκρουσης του εικοστού αιώνα – από τις τρελές δολοφονίες τις απομονωμένες από την κοινωνία, σε αυτούς που παρεισφρύουν, στους ανόητους ετεροκαθοδηγούμενους – εξυπηρετεί στο να καλύπτει το πραγματικό ακάλυπτο νεύρο εκείνης της ιστορικής περιόδου, δηλαδή, την πρακτική και θεωρητική αμφισβήτηση, του μονοπωλίου της Κρατικής βίας από τις κατώτερες τάξεις. Η βία της δεκαετίας του ’70 είναι ανείπωτη γιατί υπήρξε βία των κυριαρχούμενων προς τους κυρίαρχους.

Εκείνοι που μελετούν την ιστορία των ένοπλων σχηματισμών, και ειδικότερα των Ερυθρών Ταξιαρχιών, γνωρίζουν ότι πρέπει να μας δώσουν πίσω, πρώτα απ ‘όλα, την αυθεντικότητα τους, στην διάρκεια των τελευταίων 30 χρόνων, μεταξύ δύο κυρίαρχων παραδειγμάτων: εκείνο το διετρολογικό [α]-συνωμοσιολογικό που έχει σκοπό να επηρεάσει, να ακυρώσει την αυθεντικότητα μιας πολιτικής διαδρομής, και εκείνο το θυματοποιητικό, με στόχο την ανάθεση του μονοπωλίου του λόγου και της ιστορίας στα θύματα του ένοπλου αγώνα. Ακριβώς αυτά τα δύο παραδείγματα αντιπροσωπεύουν τα δύο μεγαλύτερα εμπόδια, όχι τόσο για το πως φτιάχνεται η ιστορία εκείνης της περιόδου, κάτι που συμβαίνει τα τελευταία χρόνια εκ των πραγμάτων αλλά, πάνω απ ‘όλα, στην εμφάνιση της σε σχέση με μια επίσημη αφήγηση που έχει ελάχιστη σχέση με την Ιστορία και που είναι αντιθέτως το αποτέλεσμα της επιβεβαίωσης μιας κυρίαρχης μνήμης, με τη σειρά την ενδεικτική των σημερινών σχέσεων εξουσίας, της σημερινής ισορροπίας δυνάμεων.

2.

Τι είδους μνήμη έχει εδραιωθεί για τον ένοπλο αγώνα; Από πότε και μέσα σε ποιο πλαίσιο επικράτησε η θυματοποιητική ιδεολογία; Στο πλαίσιο του επαναπροσδιορισμού ενός νέου συμβολικού ιδρυτικού συμφώνου της Δεύτερης Δημοκρατίας που οδήγησε στην καθιέρωση αρκετών ημερών μνήμης, το 2006 υποβλήθηκαν διάφορα νομοσχέδια για την καθιέρωση της ημέρας μνήμης για τα θύματα της τρομοκρατίας. Η συζήτηση επικεντρώνεται στην επιλογή της πιο κατάλληλης ημερομηνίας. Και η προσοχή εστιάζεται σε εκείνη την 12 δεκεμβρίου, ημερομηνία της σφαγής της piazza Fontana στο Μιλάνο το 1969, αναγνωρισμένης ως αρχή της «στρατηγικής της έντασης», για την οποία μέχρι σήμερα δεν υπάρχει μια δικαστική αλήθεια, και στην 9 μαΐου, ημερομηνία της δολοφονίας του Aldo Moro από τις BR, για την οποία διεξήχθησαν πέντε δίκες και εκδόθηκαν οι αντίστοιχες αποφάσεις. Η πρόταση που θα περάσει θα είναι η δεύτερη, που υποβλήθηκε από τη Sabina Rossa, γερουσιαστή του Δημοκρατικού Κόμματος, κόρη του Guido, συνδικαλιστή ηγέτη του αριστερού συνδικάτου CGIL που σκοτώθηκε στη Γένοβα από τις BR το 1979. Η κουβέντα για τις δύο ημερομηνίες υπογράμμιζε, στην κοινοβουλευτική συζήτηση, την αναβίωση των αναγνώσεων και ερμηνειών που εδραιώθηκαν τα προηγούμενα χρόνια σχετικά με τα γεγονότα που διέσχισαν τα τέλη της δεκαετίας του 1960 και έφθασαν στις αρχές των χρόνων ’80. Από την θέση της σύγκρουσης μεταξύ αντίθετων εξτρεμισμών, στην ανθρωποκτονική τρέλα, στην θεωρία του διπλού κράτους, στην θέση του «εκφυλισμού» του 1968, ενός 1968 που θα έπρεπε να διασωθεί και να διαχωριστεί από αυτό που συνέβη στη συνέχεια, ένα πολιτισμικό και γενεαλογικό φαινόμενο με εξτρεμιστικές εξάρσεις και υπερβολές που υπαγορεύονταν από νεανικό ενθουσιασμό που στη συνέχεια επιμελώς υποχώρησε,επέστρεψε στην κανονικότητα. Ή, από την αντίθετη άποψη, του 1968 ως προέλευση του κακού και της βίας. Βρήκε επίσης χώρο ένα από τα θεωρήματα που προτάθηκαν επανειλημμένα από παράγοντες του κινήματος της εποχής, δηλαδή εκείνο της «τρομοκρατίας» της αριστεράς ως αιτίας της κρίσης των κινημάτων, που βρέθηκαν να συμπιέζονται μεταξύ της βίας των ένοπλων οργανώσεων και της καταστολής του Κράτους 5. Δεν υπήρξε καμία αναφορά στην πολιτική φύση του φαινομένου, ούτε στην ευθύνη των πολιτικών δυνάμεων σε εκείνη τη σύγκρουση. Παρόλο που δεν υπήρξε ομοφωνία σχετικά με την ημερομηνία, πολλοί από τους ομιλητές στη συζήτηση, ενώ αναγνώρισαν στην 12η του δεκέμβρη ως την πιο σωστή ημερομηνία – επειδή ημερομηνία περιοδολόγησης της ιταλικής ιστορίας – προκειμένου να ευνοηθεί η κατασκευή μίας «κοινής μνήμης», επέλεξαν την 9η μαΐου, ημερομηνία που αναφέρεται στην πρόταση νόμου ως σύμβολο της ένωσης όλων των πολιτικών κομμάτων και της κοινωνίας κατά της τρομοκρατίας, η οποία πέρασε με την ευνοϊκή ψήφο όλων των κομμάτων, την αποχή της Κομμουνιστικής Επανίδρυσης και του Κόμματος ιταλών κομουνιστών και μία ψήφο κατά.

Τα λόγια της Olga D’Antona, συζύγου του Massimo D’Antona, που σκοτώθηκε στη Ρώμη από τις Νέες Ερυθρές Ταξιαρχίες το 1999, συνόψιζαν τη θέση που εκφράστηκε από την πλειοψηφία :

Ελπίδα είναι ότι η ημέρα της μνήμης μπορεί να αποτελέσει την ευκαιρία να δοθεί τελικά φωνή σε εκείνους που έχουν πέσει θύματα εκείνων των πράξεων τρόμου. Ήρθε η ώρα να δώσουμε φωνή σε εκείνους των οποίων οι ζωές έχουν καταστραφεί για πάντα και οι οποίοι, στις περισσότερες των περιπτώσεων, έχουν καταδικαστεί στη λήθη και στη σιωπή. Είναι καιρός η δική μας ιστορία τρομοκρατίας να ειπωθεί όχι μόνο από τους τρομοκράτες και επιτέλους να συνειδητοποιήσουμε τι συνέβη από την άλλη πλευρά, από την πλευρά εκείνων των αθώων και ανυπεράσπιστων πολιτών που υπήρξαν θύματα της 6.

Η κεντρικότητα των θυμάτων, το ότι τους δίδεται φωνή και το ότι ασχολούμαστε με αυτούς συγκεκριμένα, καθίσταται από εκείνη τη στιγμή, για λόγους που στην πραγματικότητα δεν έχουν να κάνουν με το σεβασμό της μνήμης τους, πρίσμα της κυρίαρχης ανάγνωσης επί της ιστορίας της δεκαετίας του ’70.

Αρχικά και κατά τη διάρκεια των χρόνων ’90 οι συγγενείς των θυμάτων που σκοτώθηκαν σε συγκρούσεις με ένοπλες οργανώσεις ζητούσαν από το Κράτος, μέσω της αναγνώρισης του καθεστώτος τους, οικονομική αποζημίωση 7. Για να το εισάγουμε σε ένα πλαίσιο και να κατανοήσουμε την προέλευσή του, είναι απαραίτητο να επιστρέψουμε στα μέσα της δεκαετίας του ’80, στη φάση της «εξόδου από την κατάσταση έκτακτης ανάγκης της τρομοκρατίας». Οι ένοπλες οργανώσεις εξαρθρώθηκαν, το σχέδιο και το πολιτικό υποκείμενο που τις είχε δημιουργήσει μέσα στα μεγάλα εργοστάσια του Βορρά στα τέλη της δεκαετίας του ’60, ηττήθηκε πολιτικά – η τάξη και η παραγωγική αναδιάρθρωση πέρασαν στα εργοστάσια – ,μεγάλο μέρος των αγωνιστών συνελήφθησαν και καταδικάστηκαν ή βρίσκονταν με δίκες υπό εξέλιξη. Το ιταλικό Κράτος είχε να αντιμετωπίσει χιλιάδες καταδίκες για πολιτικά εγκλήματα. Ήταν, όπως επισημαίνει ο Sommie 8, μια μοναδική περίπτωση στην Ευρώπη και στις δυτικές δημοκρατίες, με έναν πολύ μεγάλο αριθμό πολιτικών κρατουμένων και την ανάγκη να κλείσει και να εξομαλυνθεί μια μακρά περίοδος κοινωνικής σύγκρουσης. Οι νόμοι εξαίρεσης και η στρατιωτική επίθεση από μόνη της δεν ήταν επαρκείς για να υπονομεύσουν τον κοινωνικό ιστό από τον οποίο οι ένοπλες οργανώσεις αντλούσαν δύναμη, σε απόδειξη του πόσο βαθιά ριζωμένος και ευρέως διάχυτος ήταν αυτός. Από αυτό, η ανάγκη παρέμβασης όχι μόνο στο κατασταλτικό επίπεδο, έπρεπε να βρεθεί ένα είδος πολιτικής λύσης για να τερματιστεί η κοινωνική και ένοπλη σύγκρουση εκείνων των χρόνων. Η απόφαση της πολιτικής ήταν να την αποπολιτικοποιήσει, αναθέτοντας την στο δικαστικό σώμα και στη συνέχεια στον σωφρονιστικό μηχανισμό. Έτσι γεννιέται ο θεσμός της διάστασης-διαχωρισμού και η φιγούρα του «διαχωρισμένου», που ευνοείται από το μεταβαλλόμενο κοινωνικό, πολιτικό και οικονομικό πλαίσιο-περιβάλλον. Σε αυτή την κατάσταση, τα μέλη των ένοπλων οργανώσεων στη φυλακή, παίρνοντας αποστάσεις από τον ένοπλο αγώνα του οποίου υπήρξαν πρωταγωνιστές, πρότειναν μια συνεργασία με τα θεσμικά όργανα, την αποκήρυξη της ιστορίας τους με αντάλλαγμα μια μείωση της ποινής. Το κάνει πρώτα απ ‘όλους ο Toni Negri το 1982 απευθυνόμενος απευθείας στον Domenico Sica στον οποίο προτείνει να αγωνιστούν μαζί ενάντια στους «τρομοκράτες» και θα ακολουθηθεί μετά από λίγο από την Prima Linea, η οποία θα αναλάβει τη διάσταση ως ενιαία θέση της οργάνωσης, και από την πλειοψηφία των μελών της φάλαγγας Walter Alasia των ΕΤ. Οι επιπτώσεις αυτής της θέσης ήταν καταστροφικές για τις ένοπλες οργανώσεις και αποδείχτηκε έτσι ένας από τους ισχυρότερους μηχανισμούς της διάλυσης τους, με την επίθεση στην εσωτερική τους αλληλεγγύη και απομακρύνοντας τες από την ιστορία τους.

Ασχολούμενο περισσότερο με τους τρομοκράτες απ ‘ότι με τα θύματα σήμαινε λοιπόν να δίνει προτεραιότητα, μέσα από τον διαχωρισμό και την μετάνοια-μεταμέλεια, στην επίλυση μιας πολιτικό-κοινωνικής σύγκρουσης, «ομαλοποιώντας» την, ένα πρόβλημα που για το Κράτος ήταν επείγον και βαρύ σε σχέση με τα αιτήματα αποζημίωσης που ταυτόχρονα προέρχονταν από τις οικογένειες των θυμάτων και που εκ των πραγμάτων για αρκετά χρόνια παρέμεναν ανήκουστα. Η AIVITER (Ιταλική Ένωση Θυμάτων Τρομοκρατίας και Ανατρεπτικής Δράσης κατά της συνταγματικής τάξης του Κράτους) ιδρύεται το 1985 ακριβώς με σκοπό να ζητήσει νομοθετικές παρεμβάσεις αντισταθμιστικού χαρακτήρα υπέρ όσων σκοτώθηκαν κατά τη σύγκρουση με τις ένοπλες οργανώσεις. Και ακριβώς επάνω στο διαχωρισμό-διάσταση, που θα γίνει νόμος το 1987, αλλά που άρχισε να εφαρμόζεται ήδη από νωρίτερα, ξεκίνησε η πρώτη πολεμική της ένωσης των θυμάτων της τρομοκρατίας. Ο Maurizio Puddu, επαρχιακός σύμβουλος της χριστιανοδημοκρατίας DC, ένα από τα θύματα των ΕΤ, και πρόεδρος του Συλλόγου, δήλωνε ότι ήταν απαραίτητος ο σεβασμός του νόμου, αλλά πως το δίκαιο δεν πρέπει να παραμορφώνεται κατ ‘αυτόν τον τρόπο. Η μετάνοια δεν απαιτείται στα άρθρα της διάταξης, μόνο η διάσταση. Θα μπορούσε τουλάχιστον να συμπεριληφθεί μια σημείωση με την οποία στους τρομοκράτες επιβάλλονταν να ζητούν από τα θύματα συγνώμη 9.

Στην πραγματικότητα, σε αντίθεση με την ερμηνεία του Puddu, η διάσταση ήταν η πραγματική πράξη μετάνοιας: αντίθετα με τον «μετανοημένο» (παραδοσιακή φιγούρα του καταδότη), ο πρώην «διαχωρισμένος τρομοκράτης» λάμβανε υπόψη τα λάθη του, αποκήρυσσε το παρελθόν του και δεσμεύονταν για το μέλλον να μην χρησιμοποιεί πλέον τη βία ως μέθοδο πολιτικής πάλης. Συνεργάζονταν ενεργά να γκρεμίσει τα θεμέλια της οργάνωσής του και να θέσει και τις άλλες σε κρίση, προσφέροντας στο Κράτος μια πολύ πιο αποτελεσματική δουλειά από αυτήν του καταδότη και για την οποία απολάμβανε την επιείκεια του Κράτους, δηλαδή τη μείωση της ποινής. Μια πρακτική πολύ παρόμοια με τις διαδικασίες που διεξάγονταν πριν από αιώνες από την Εκκλησία ενάντια σε αιρετικούς και μακριά από το δίκαιο που με αυτή την έννοια, ναι, έβγαινε παραμορφωμένο, και όχι μόνο για τις μειώσεις της τιμωρίας που χορηγούνταν με βάση τη «μετάνοια, την αποκατάσταση». Στη συνέχεια, στα τέλη της δεκαετίας του ’90, το αίτημα του Puddu – το υστερόγραφο που απαιτούσε από τον φυλακισμένο να ζητήσει ρητά τη συγχώρεση των θυμάτων – έγινε αποδεκτό. Πράγματι, αν και δεν προβλεπόταν σε κανένα νόμο, οι εποπτικοί δικαστές, κατά την κρίση τους, επέβαλαν ως περαιτέρω απαίτηση για την απόκτηση της υπό όρους απελευθέρωσης την γραπτή επαφή μεταξύ κρατουμένων και θυμάτων ή συγγενών των θυμάτων, στραπατσάροντας εκ νέου το δίκαιο 10, μερικούς αιώνες ιστορίας του δικαίου. Ολόκληρος ο αγώνας κατά της τρομοκρατίας διεξήχθη, εξάλλου, διαφορετικά από ότι ισχυρίζονταν τότε τα κόμματα και τα θεσμικά όργανα, και από αυτά που επαναλαμβάνουν σήμερα, με μέσα και εργαλεία που δεν καλύπτονται, δεν προβλέπονται από το «δημοκρατικό Κράτος δικαίου ».

Η πολεμική από πλευράς των θυμάτων αυξήθηκε όταν, μεταξύ του 1987 και του 1988, άρχισε να υποτίθεται η δυνατότητα χάριτος για τους μη διαχωρισθέντες και αμετανόητους, μετά την πρόταση μιας πολιτικής λύσης που πρότειναν οι κύριοι ηγέτες των BR: σημειώνοντας την εξάντληση ενός κύκλου αγώνων και το ανεπανάληπτο των εμπειριών που τον χαρακτήριζαν, έθεταν την ανάγκη μιας «υπέρβασης», χωρίς αποκηρύξεις και μεταμέλειες σχετικές με την ιστορία τους, και την αναγκαιότητα μιας αμνηστίας για τους πολιτικούς κρατούμενους και για τους εξόριστους. Όχι μια πράξη ειρήνευσης, αλλά μια πολιτική διάταξη η οποία, θεωρώντας μια εποχή κλεισμένη-τελειωμένη, θα επέτρεπε έναν ιστορικό-πολιτικό και μη δικαστικό προβληματισμό, με μια σύγκριση-αντιπαράθεση επεκταθείσα σε όλα τα εμπλεκόμενα μέρη. Η πρόταση προκάλεσε μια συζήτηση στα κυριότερα κόμματα, πρωτίστως DC, PCI και PSI – χριστιανοδημοκρατία κομουνιστές και σοσιαλιστές – βρίσκοντας στο εσωτερικό τους, αν και μεταξύ διακρίσεων, την προθυμία για άνοιγμα ενός διαλόγου. Μικρότερη διαθεσιμότητα, από την αρχή, εκφράστηκε από τα θύματα και ένα μεγάλο μέρος του τύπου. Ήταν η Maria Cristina Tarantelli, η αδελφή του Ezio, που σκοτώθηκε από τις Br, που απάντησε από τις σελίδες της La Repubblica – την εφημερίδα που ήταν περισσότερο αφοσιωμένη στο μέτωπο του όχι στην πολιτική λύση – επιτιθέμενη στο Κράτος, ακλόνητη μπροστά στα αιτήματα οικονομικής υποστήριξης για τα θύματα, σκεπτικιστική προς τις μετάνοιες και τους διαχωρισμούς 11. Μέχρι εκείνη τη στιγμή, από την πλευρά των συγγενών και των ενώσεων των θυμάτων, το ζήτημα συνέχιζε ουσιαστικά να γυρνά γύρω από το αίτημα αποζημίωσης. Ήταν το αντίθετο μέτωπο, παρόν εγκάρσια μέσα σε όλα τα κόμματα, μπροστά στα ανοίγματα, που ανακινεί με χρηστικό τρόπο ακριβώς το ζήτημα του σεβασμού των θυμάτων να εμποδίζει τη συζήτηση 12, η οποία ξεκίνησε ούτως ή άλλως. Υπήρξαν μια σειρά συναντήσεων στη φυλακή μεταξύ αντιπροσώπων όλων των κομμάτων και ορισμένων θεσμικών αξιωματούχων και μαχητών των ΕΤ που είχαν ενταχθεί στην πρόταση της πολιτικής λύσης. Οι συναντήσεις διακόπτονται όταν, το 1988, οι αγωνιστές των BR που εξακολουθούσαν να δραστηριοποιούνται, ενάντιοι στην προοπτική ξεπεράσματος του ένοπλου αγώνα, σκότωσαν τον Ruffilli σε μια δράση. Για τους αμετανόητους και μη διαχωρισμένους πολιτικούς κρατούμενους, των οποίων ο αριθμός ήταν υψηλός και αποτελούσε ένα πρόβλημα για το Κράτος, ο πολιτικός κόσμος επέλεξε μια «ατομική διέξοδο», αναθέτοντας, αυτή τη φορά στο σωφρονιστικό μηχανισμό, την αναζήτηση μιας λύσης, δίνοντας στους πολιτικούς κρατούμενους που δεν συμμετείχαν στη διάσταση τη δυνατότητα πρόσβασης στα οφέλη που προβλέπονταν για τους κοινούς κρατούμενους στον νόμο Gozzini. Ανεξάρτητα από έναν νόμο και ένα γενικό πρόγραμμα, όλα εξαρτώνταν από τις κατευθυντήριες γραμμές και τους προσανατολισμούς των διευθυντών φυλακών, των εποπτικών δικαστών, οι οποίοι αποφάσιζαν, κατά περίπτωση, τη χορήγηση αδειών, την πρόσβαση σε εξωτερικές εργασίες και την ακόλουθη διαδικασία για την απόκτηση της ελευθερίας υπό όρους. Οι προσπάθειες για την εξεύρεση λύσης συνεχίστηκαν επανειλημμένα, όχι πλέον ως συζήτηση μεταξύ πολιτικών κρατουμένων και θεσμικών εκπροσώπων, αλλά ως πρωτοβουλίες των κομμάτων ή μεμονωμένων βουλευτών. Το 1989 υποβλήθηκε σχέδιο νόμου του οποίου η πρόθεση, σαφώς από τη διατύπωση των άρθρων που το απάρτιζαν, πρότεινε μια δικαστική λύση, θέτοντας το ζήτημα της επανεξισορρόπησης των κυρώσεων, οι οποίες για τους πολιτικούς κρατούμενους ήταν μεγαλύτερες από εκείνες των κοινών κρατουμένων επειδή επιδεινώνονταν από τους ειδικούς νόμους. Παρόλο που δεν ήταν συνεπώς θέμα «συγχώρεσης», η συζήτηση, ειδικά στον Τύπο, πήρε αυτά τα περιγράμματα. Την επομένη της υποβολής του νομοσχεδίου, η εφημερίδα La Repubblica – στη μέση της εκστρατείας κατά της αμνηστίας / χάριτος – έδιδε ξανά χώρο στην Maria Cristina Tarantelli, φιλοξενώντας μια επιστολή που απευθύνονταν στον Πρόεδρο της Δημοκρατίας με πολύ σκληρούς τόνους, με τους οποίους επαναλαμβάνονταν η ανισότητα της προσοχής που υπάρχει ανάμεσα στα θύματα, ακόμη σε αναμονή ενός νόμου για να τα αποζημιώνει, και τους «εκτελεστές-δημίους», προς τους οποίους το Κράτος κινούνταν βιαστικά για την κοινωνική επανένταξή τους 13. Για περίπου δύο χρόνια παρεμβάσεις εναλλάσσονταν μέσω δημόσιων συζητήσεων, μεταξύ εκείνων που θεωρούσαν ώριμες τις συνθήκες να κλείσουν οριστικά ένα κεφάλαιο της ιταλικής ιστορίας και εκείνων οι οποίοι, αντιθέτως, πίστευαν ότι οποιαδήποτε διάταξη έπρεπε να θεωρηθεί καθυστερημένη πολιτική αναγνώριση που χορηγείται στους ένοπλους σχηματισμούς, στις ΕΤ πρώτη απ’ όλες.

Σε αυτό το περιβάλλον μέσα η φιγούρα του θύματος αρχίζει να παίρνει μια δημόσια διάσταση, γίνεται το νέο όχημα μέσω του οποίου η πολιτική, αφού πρώτα αποπολιτικοποίησε την κοινωνική σύγκρουση της δεκαετίας του ’70 αναθέτοντας τη διαχείριση της κατάστασης έκτακτης ανάγκης στο δικαστικό σώμα και εκ των πραγμάτων πολιτικοποιώντας τις λειτουργίες αυτού του τελευταίου, θα προσπαθήσει να την αποπολιτικοποιήσει στο επίπεδο της μνήμης και της ιστορίας.

Ο τύπος της συζήτησης, που αρχικά επικεντρώθηκε σε συγκεκριμένα ζητήματα πολιτικού χαρακτήρα που θα έπρεπε να είχαν οδηγήσει στο πολιτικό κλείσιμο εκείνης της ιστορικά εξαντληθείσας σύγκρουσης, επισημοποιώντας το σε νομοθετικό επίπεδο, ανέλαβε μια χροιά που στηρίζονταν πλήρως στην ηθική σφαίρα και που έπαιζε χρηστικά στο ζήτημα του σεβασμού των θυμάτων. Ο ιδιωτικός χώρος, ο πόνος και η μνησικακία, καθώς και η διάθεση προς συγχώρεση εκείνων που επηρεάστηκαν προσωπικά από τη σύγκρουση εκείνων των χρόνων, σταδιακά μονοπωλεί τη δημόσια σφαίρα, της πολιτικής, με λίγες κριτικές φωνές να παραμένουν αντιμέτωπες. Ο Franco Fortini, ειδικότερα, είχε καταλάβει με ευφυία το έδαφος στο οποίο γλιστρούσαμε και που αργότερα θα αποτελούσε το θεμέλιο της θυματοποιητικής ιδεολογίας – dell’ideologia vittimaria – όταν, το 1988, έγραφε :

Τότε τι είναι αυτός ο άνθρωπος, εκείνος ο άνθρωπος για τον οποίο μιλάτε, όταν του αφαιρείται η διάσταση της κοινής δράσης για την αλληλεγγύη, τη δικαιοσύνη, την ελευθερία και την ισότητα, εγώ πραγματικά δεν μπορώ να τον φανταστώ. Τι είναι ένας άνθρωπος που περιορίζεται στην απλή διάσταση της ηθικής εσωτερικότητας; Έχω την δική μου, για να μην αναφέρω τους μέγιστους χριστιανούς, τον Μαρξ, τον Νίτσε, τον Φρόιντ και τον Σαρτ. Με καθησυχάζουν αυτοί: πρέπει να πρόκειται για έναν αχρείο. Ή για ένα θύμα. Και τι θέλουν πράγματι από εμάς οι θεματοφύλακες της Κρατικής δεοντολογίας, της ηθικής του Κράτους αν όχι να μας καταστήσουν απατεώνες ή θύματα; 14

Η δεκαετία του ’90 θα χαρακτηρίζεται από την ίδια διαμάχη, με την ευκαιρία της πρότασης τoυ Cossiga να χορηγήσει χάρη στον Renato Curcio 15, τις πρώτες άδειες που χορηγήθηκαν στα πιο γνωστά ονόματα του ένοπλου αγώνα, σε όλες τις περιπτώσεις δημόσιας έκθεσης των «τρομοκρατών». Στο βάθος, από έναν αφηρημένο πολιτικό κόσμο ο οποίος εν τω μεταξύ αντιμετωπίζει τις άλλες δομικές «καταστάσεις έκτακτης ανάγκης», από τη μαφία στην Tangentopoli, επανεμφανίζεται κάθε τόσο το ζήτημα της αμνηστίας, η κουβέντα της οποίας συζητήθηκε και πάλι στην Επιτροπή Δικαιοσύνης της Βουλής το 1997 για να τερματιστεί σε ένα τίποτα, και στην οποία οι ενώσεις των οικογενειών των θυμάτων εκφράστηκαν και πάλι με αντίθετο τρόπο. Εν τω μεταξύ η νομοθετική διαδικασία υπέρ των θυμάτων της τρομοκρατίας συνεχίζονταν με αργούς ρυθμούς, η οποία προχώρησε από το 1980 έως το 2000 μέσω μιας σειράς κανονισμών, και μόνο το 2004 θα καταστεί νόμος 16.

Ακριβώς μέσα σ ‘αυτή την προοπτική όπου κυριαρχεί η ηθική σφαίρα, η αγανάκτηση προς τους «αμετανόητους-αμετακίνητους» εδραιώνονταν στην επικοινωνιακή συζήτηση, τους «μη μετανιωμένους ή διαχωρισμένους τρομοκράτες» που άρχισαν να έχουν πρόσβαση στα πρώτα οφέλη του νόμου Gozzini. Πέρα από τη θρησκευτική-ηθική κατηγορία που προκαλούν οι όροι, κάποιος «ξεχνούσε» ότι επρόκειτο αποκλειστικά για νομικές κατηγορίες. Και η κατηγορία του «αμετακίνητου» συγκέντρωνε, πέρα από τις διάφορες θέσεις που ανέλαβαν τότε τα άτομα σε σχέση με τη δική τους ιστορία, όλους εκείνους που δεν εντάσσονταν, σύμφωνα με την εξαιρετική νομοθεσία, στις κατηγορίες του μετανοημένου ή διαχωρισμένου. Το γεγονός να είναι κάποιος αμετανόητος και μη διαχωρισμένος είναι συνεπώς ισοδύναμο με το γεγονός ότι εκτίει ποινές μεγαλύτερης διάρκειας από εκείνους που έχουν επωφεληθεί από τις παροχές που προβλέπονται από τη νομοθεσία του κράτους.

Να εξουδετερώνει το πολιτικό κλείσιμο υπήρξε πάντοτε παρόν, είναι σημαντικό να τονιστεί, ένας άλλος παράγοντας: ζητούνταν από τους ταξιαρχίτες να λένε «όλη την αλήθεια» για την υπόθεση Μόρο, η οποία εν τω μεταξύ τροφοδοτούνταν με έρευνες εντυπωσιασμού κενές πραγματικών απαντήσεων-αντιστοιχιών, που έδιδαν ζωή σε μια ανεξάντλητη φλέβα διετρολογικής-συνωμοσιολογικής λογοτεχνίας, τα «μυστήρια της υπόθεσης Moro», σε ένα είδος επαναπροσδιορισμού της πολιτικής της αποφασιστικότητας που περνούσε τώρα στο ιστορικό-πολιτικό επίπεδο, για να απομακρύνει κάθε συζήτηση σχετική με τις ευθύνες των κυριότερων υπέρμαχων της, DC και PCI. Υπό αυτή την έννοια η ανάγνωση του PCI, η οποία θεωρούσε ότι οι κρίσεις των δικαστηρίων των διαφόρων δικών Moro δεν ήταν εξαντλητικές, κέρδιζε δύναμη, και διάβαζε την ιταλική ιστορία την μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο ως μια μακρά ανατρεπτική ίντριγκα ενάντια στη δημοκρατία – και το κόμμα – από τη σφαγή της Portella della Ginestra στις σφαγές της δεκαετίας του ’70 και του ’80, στον κομμουνιστικό ένοπλο αγώνα. Με την υιοθέτηση ενός μονοπωλίου διαφωνίας που δεν προέβλεπε ούτε παραδέχονταν άλλες μορφές έκφρασης στα αριστερά του, πολύ περισσότερο «αυθεντικά» υποκείμενα που θα μπορούσαν να την ερμηνεύσουν, το PCI κατέφυγε, στην διάρκεια των δεκαετιών, στις θεωρίες συνωμοσίας, των προβοκατόρων και των παρεισφρύσεων ενάντια στο κόμμα, ένα επιχείρημα που, στο επίπεδο της προπαγάνδας, ειδικά στην αριστερά, έβρισκε γόνιμο έδαφος και στην δύναμη του αντικομμουνισμού μέσα στην ιταλική κοινωνία.

3.

Είναι στις αρχές της δεκαετίας του 2000 που, δίπλα στο συνωμοσιολογικό παράδειγμα, διαμορφώνεται πλήρως εκείνο της θυματοποίησης. Από τον κόσμο που είχε γεννήσει τον ένοπλο αγώνα, δεν είχε μείνει πλέον τίποτε άλλο παρά οι μαχητές των ένοπλων σχηματισμών, οι οποίες είχαν εξαφανιστεί εδώ και σχεδόν είκοσι χρόνια, και εξακολουθούσαν να κρατούνται στη φυλακή. Τα κόμματα είχαν αλλάξει τα ονόματά τους, άλλα γεννήθηκαν και κυβερνούσαν. Τα «παιδιά του Salò» γιορτάστηκαν στο κοινοβούλιο από τον Luciano Violante, δικαστή και ηγετικό στέλεχος του PCI-PDS-DS που στρατεύτηκε στην πρώτη γραμμή ενάντια στους «τρομοκράτες». Ο εξαντλημένος 20ος αιώνας και οι επαναστάσεις του, οι οποίες όμως αν και ατελείς είχαν έτσι κι αλλιώς απελευθερώσει εκατομμύρια ανθρώπους προηγουμένως αόρατους, είχαν ηττηθεί, και μαζί τους και η έννοια της αντιπαλότητας, η συγκρουσιακή έννοια ως κινητήρια δύναμη της ιστορίας, που εκδιώκονταν πίσω από τον σύγχρονο πολιτικό ορίζοντα και από την Ιστορία. Ο θριαμβευτικός νεοφιλελευθερισμός και η ιδεολογία του, που προωθούνταν μιλώντας για «τέλος της ιστορίας», βιαστικά απαλλάσσονταν από αυτόν: ο Εικοστός αιώνας έγινε ο αιώνας της φρίκης, των γενοκτονιών, των ολοκληρωτισμών. Η ιστορία ηγεμονεύεται από τη μνήμη και μπερδεύεται με αυτήν, συγχέεται, σαν να ήταν συνώνυμη με αυτήν. Η αφηγηματική μνήμη που αφηγείται τον Εικοστό αιώνα είναι μνήμη του πόνου, είναι ο μάρτυρας των φρικαλεοτήτων των ολοκληρωτισμών του σύντομου αιώνα, του Ολοκαυτώματος επί των πάντων. Και αναδύεται ως κεντρικός πρωταγωνιστής το θύμα. Το θύμα τοποθετείται ως ιδανικό μοντέλο για να εμπνευστεί ο καθείς από αυτό: είναι η παθητικοποίηση του υπάρχοντος, το να υποβάλλεσαι και να υπομένεις που επιβάλλεται στη δράση, να κάνεις τίποτα, να μην αντιδράς, να μην λερώνεις τα χέρια σου ως υπέρτατη αξία της ειρηνευμένης κοινωνίας στην ομόφωνη φιλελεύθερη συναίνεση 17.

Η προσωπική ιστορία, η οικεία και οικογενειακή διάσταση, δηλαδή η ιδιωτική διάσταση, καταλαμβάνει το δημόσιο χώρο. Η Iστορία με τις μη γραμμικές, αντιφατικές διεργασίες της, με τις συγκρούσεις της εξαφανίζεται. Οι ανανεωμένες ιταλικές άρχουσες τάξεις εκφράζουν σε μια γλώσσα που είναι εν μέρει μόνο νέα, διότι είναι ήδη παρούσα αλλά όχι ακόμη πλήρως δομημένη, την αφήγηση των » θλιβερών χρόνων του μολυβιού». Αυτή τη φορά το κενό της θεσμικής πολιτικής γεμίζει με τον ιδιωτικό πόνο των θυμάτων, και ιδίως των θυμάτων του ένοπλου αγώνα, των εχθρών του δημοκρατικού Κράτους. Δεν θα μπορούσαν να είναι τα θύματα των σφαγών, που στερούνται δικαστικής αλήθειας καθώς και ιστορικής, σε έναν χώρο που παραμένει αδιαφανής περιοχή. Το λέει ξεκάθαρα ο Giorgio Napolitano στην ομιλία του κατά τον εορτασμό της πρώτης Ημέρας μνήμης των θυμάτων της τρομοκρατίας, όταν δηλώνει την κυριαρχία, μέσα στην ιταλική ιστορία των χρόνων του ’70, των «ανατρεπτικών μηχανορραφιών» της «εξτρεμιστικής και επαναστατικής αριστεράς» και ειδικότερα της «διασποράς της τρομοκρατίας των ερυθρών Ταξιαρχιών» σε σχέση με εκείνες του «νεοφασιστικής δεξιάς […] με συμπαιγνίες ακόμα και μέσα στους μηχανισμούς του Κράτους». Δεν υπάρχει θαμπάδα όσον αφορά το γεγονός πως οι Ερυθρές Ταξιαρχίες πολέμησαν εναντίον του Κράτους. Όσον αφορά τις συνενοχές και τις ευθύνες του κρατικού μηχανισμού στις επιθέσεις που προκάλεσαν σφαγές, αντίθετα, οι πολλές περιοχές αδιαφάνειας-θαμπάδας δεν διαλύθηκαν. Στη συνέχεια πρέπει να διευκρινίσουμε, σύμφωνα με τα στοιχεία που μας επιστρέφει η ιστορία, ότι δεν ήταν ο ένοπλος αγώνας που έκανε τον μεγαλύτερο αριθμό θυμάτων. 18. Αλλά το θυματοποιητικό παράδειγμα-πρότυπο δεν χρειάζεται την Ιστορία για την αφήγησή του, τροφοδοτείται μιας μοναδικής κυρίαρχης μνήμης που κάποιοι θα ήθελαν να γίνει «κοινή μνήμη, κοινόχρηστη».

Το σημάδι της νέας εποχής είχε αποκαλυφθεί με παραδειγματικό τρόπο από τον κινηματογράφο λίγα χρόνια νωρίτερα, με την ταινία του Mimmo Calopresti Η δεύτερη φορά- La seconda volta (1995), μια τεχνητή απόπειρα αντιπαράθεσης-συνάντησης μεταξύ ενός πρώην τρομοκράτη και του θύματος του που αποδεικνύεται αδύνατη, επειδή δεν προβλέπεται, στην ταινία και στην πραγματικότητα, να δίνεται ο λόγος στον »δήμιο» παρά μόνο για να εκφράσει και επιβεβαιώσει την αλήθεια των νικητών. Κυριαρχεί ο υπερκείμενος μονόλογος του θύματος που δεν έχει τίποτα να ακούσει, πεπεισμένος για την απόλυτη αλλοτριότητα και τυχαιότητα αυτού που του συνέβη, αγνοώντας και ξεχνώντας ένα κοινωνικό και πολιτικό πλαίσιο-περιβάλλον του οποίου ήταν μέρος και μέσα στο οποίο γίνονταν πολιτική και με τα όπλα 19. Η αλλαγή του παραδείγματος-προτύπου είναι ορατή και κυρίως στην τηλεοπτική δημοσιογραφία, η οποία εγκαινιάζει, χρησιμοποιώντας τον ορισμό του De Luna, την «τηλεόραση του πόνου». Το 1989 ο Enzo Biagi, απαντώντας στη χήρα του δικαστή Terranova που σκοτώθηκε από τη μαφία, που εξέφραζε κριτική και λύπη για την επιλογή του δημοσιογράφου για συνέντευξη από τον Luciano Liggio, έλεγε: «Μοιράζομαι τον πόνο της κυρίας Terranova και του γιου του αξιωματικού Mancuso. Αλλά δεν είναι καθήκον των οικογενειών των θυμάτων να ορίζουν τι είναι σωστό και τι όχι να γίνεται στην τηλεόραση 20 ». 18 χρόνια μετά, το 2007, ο Corrado Augias καλωσόριζε την έκκληση των συγγενών των νεκρών στη Via Fani και του Giorgio Napolitano, «που είχαν φρικάρει 21 » για μια συνέντευξη που μεταδόθηκε στην τηλεόραση του πρώην ταξιαρχίτη διαχωρισμένου Alberto Franceschini που γυρίστηκε στη Via Fani. Μια τηλεόραση στην οποία ούτε καν ο Sergio Zavoli, συγγραφέας του Η νύχτα της Δημοκρατίας-La notte della Repubblica, θα έβρισκε πλέον χώρο.

Πάντα κατά την πρώτη γιορτή της ημέρας αφιερωμένης στα θύματα της τρομοκρατίας, ο τότε πρόεδρος της Δημοκρατίας, Giorgio Napolitano, ο οποίος έζησε το σύνολο και διαδραμάτισε ηγετικό ρόλο στην πολιτική της δεκαετίας του ’70, δήλωνε την ανάγκη να «δοθεί φωνή όχι σε όσους πυροδότησαν την τρομοκρατική βία, αλλά σε εκείνους που την υπέφεραν 22 ». Εάν μείνουμε στην περίοδο που υποδεικνύεται από τον Napolitano, δηλαδή από το 1969 έως τα μέσα της δεκαετίας του ’80, τα δεδομένα της κοινής μνήμης και εκείνα της Ιστορίας αποκλίνουν. Για την Ιστορία, δύσκολα μπορούμε να βεβαιώσουμε ότι οι ένοπλοι σχηματισμοί πυροδότησαν την τρομοκρατική βία, ειδικά εάν σιωπήσουμε αναφορικά με το πολιτικό και κοινωνικό πλαίσιο και το περιβάλλον που βρίσκεται στην απαρχή της γέννησή τους. Το γεγονός που επιταχύνει το σχηματισμό των ένοπλων ομάδων, σύμφωνα με τις δηλώσεις εκείνων που αγωνίστηκαν σε αυτές και με μια εδραιωμένη ιστοριογραφία, είναι η σφαγή της 12ης δεκεμβρίου 1969 η οποία, πρέπει να θυμόμαστε, έρχεται στο τέλος ενός έτους που κατέγραψε τον μεγαλύτερο αριθμό ωρών απεργιών (250 εκατομμύρια συνολικά, λαμβάνοντας υπόψη όλες τις κατηγορίες) και ένα επίπεδο συγκρουσιμότητας των εργατών που ούτε τα συνδικάτα, ούτε τα αριστερά κόμματα κατάφερναν να συγκρατήσουν. Το πρώτο θύμα στα χέρια μιας ένοπλης ομάδας έλαβε χώρα στη Γένοβα το 1971, κατά τη διάρκεια ληστείας από την Banda XXII Ottobre. Ο πρώτος πολιτικός φόνος είναι εκείνος του αστυνομικού κομισάριου Calabresi (1972), που θεωρήθηκε υπεύθυνος για το θάνατο του αναρχικού Giuseppe Pinelli, ο οποίος εκπαραθυρώθηκε από το αστυνομικό τμήμα ενώ ανακρίνονταν ως ύποπτος δράστης της σφαγής της piazza Fontana. Η δολοφονία του Calabresi, την ευθύνη της οποίας δεν ανέλαβε ποτέ καμία οργάνωση, θα αποδοθεί πολλά χρόνια αργότερα από ένα δικαστήριο στην Lotta Continua. Η πρώτη σχεδιασμένη εκτέλεση της οποίας την ευθύνη ανέλαβαν οι κόκκινες Ταξιαρχίες είναι του 1976.

Αλλά ο Napolitano λέει και άλλα: «Όσοι έχουν διευθετήσει τους λογαριασμούς τους με τη δικαιοσύνη έχουν το δικαίωμα να επανενταχθούν στην κοινωνία, αλλά με διακριτικότητα και μέτρο και να μην ξεχνούν ποτέ τις ηθικές τους ευθύνες ακόμα κι ας μην είναι πλέον ποινικές 23 ». Για το θυματοποιητικό πρότυπο, ο «δήμιος» δεν επιστρέφει, αφού έχει εκτίσει την ποινή του, στις λειτουργίες που έχουν ρυθμιστεί από τους νόμους του δημοκρατικού Κράτους, να είναι ένας ελεύθερος πολίτης, αλλά υποχρεούται σε μια μόνιμη κατάσταση σιωπής, λόγω ηθικών ευθυνών ακατάσβεστων, οι οποίες συνεπώς δείχνουν ένα άδειασμα των κανόνων δικαίου. Το επιβεβαιώνει η αποκαταστατική δικαιοσύνη, χρησιμοποιώντας μορφές φαινομενικά πιο ανοιχτές και συμφιλιωτικές σε σχέση με τις αυταρχικές εκείνες που εκφράστηκαν κυρίως από τις ενώσεις των θυμάτων και ενισχύθηκαν από το επικοινωνιακό σύστημα που θα επιθυμούσε ένα είδος πολιτικής ισόβιας ποινής για τους «δημίους» του ένοπλου αγώνα, αλλά στην πραγματικότητα πιο ύπουλες λόγω των επιπτώσεων που παρουσιάζουν. Η αποκαταστατική δικαιοσύνη επιβεβαιώνει, θέτοντας τις βάσεις για το άδειασμα και την υπέρβαση της αμεροληψίας του δικαίου, πως η εξιλέωση μιας ποινικής τιμωρίας είναι ανεπαρκής απάντηση στο πένθος των θυμάτων, δεν εκπληρώνει το αίτημα για δικαιοσύνη, δεν επιτρέπει την ενσωμάτωση στη μήτρα της κοινότητας και την επανεκπαίδευση που το άρθρο 27 του Συντάγματος αποδίδει στην τιμωρία ως στόχο, στον επίσημο εορτασμό της δύναμης της δημοκρατίας 24 », όπως γράφει ο Luigi Manconi. Μέσα σε αυτό τον χώρο δίδεται ο λόγος, η αποκατάσταση επιτρέπεται, για να χρησιμοποιήσουμε μια έκφραση που χρησιμοποιήθηκε από τον Giancarlo Caselli, σε εκείνους που «έχουν συνειδητοποιήσει τον παραλογισμό τους». Μπορούν να μιλήσουν χρησιμοποιώντας επικυρωμένα λόγια σε έναν εγκεκριμένο χώρο, ή για να λέμε καλύτερα, σε έναν νέο χώρο φυλακισμένο, μέσα σε μια αφήγηση που αποσκοπεί στο να επιβεβαιώσει εκείνη την ανάγνωση σύμφωνα με την οποία μέρος μιας γενιάς, οδηγούμενης από εγκληματική τρέλα και μια αιματηρή ιδεολογία, έθεσε σε κίνδυνο, για μια στιγμή, τις αντοχές του «δημοκρατικού Κράτους». Τόσο στην πρώτη όσο και στη δεύτερη περίπτωση, εκτός από το άδειασμα του δικαίου, ήμαστε μπροστά σε μια διαδρομή κληρικο-μετανοούσα και μια επιχείρηση κατασκευής κοινής μνήμης, σκοπός της οποίας είναι να αρνηθεί και να εξαλείψει το συγκρουσιακό πολιτικό σχέδιο που έχει εγγραφεί στην ιστορία. Μια περαιτέρω εμπεριστατωμένη μελέτη των εγγενών επιπτώσεων της διάστασης, όπου η ανταλλαγή μεταξύ της αναθεώρησης της καταδίκης και της ιδεολογικής αναθεώρησης είναι ενεργή προσκόλληση-συγκατάθεση στην κοινή μνήμη, με αποτέλεσμα να επηρεάζει και να διαστρεβλώνει την ανάγνωση της ιστορίας.

Μεταξύ 2006 και 2009, κατασκευάζονταν κομμάτι με κομμάτι, το μονοπώλιο του λόγου, και της ιστορίας, των θυμάτων του ένοπλου αγώνα, αρνούμενοι τη νομιμότητα της ύπαρξης των αναμνήσεων του ένοπλου αγώνα, και όχι μόνο εκείνων που δεν συμμορφώνονται με την κοινή μνήμη.Οι κύριοι πρωταγωνιστές του ένοπλου αγώνα δεν είχαν δικαίωμα να γράφουν και, πάνω απ ‘όλα, να δημοσιεύουν και να συζητούν σε δημόσιους χώρους, βροντούσε η ιταλική διανόηση από τις σελίδες των κυριότερων εφημερίδων 25. Στους πρώην μαχητές αντιτάσσονταν, σε μια μεγάλη εκστρατεία επικοινωνιακή / διαφημιστική, και πάνω από όλα ιδεολογική, από τις σελίδες των μεγάλων εφημερίδων, οι εκδόσεις των «διάσημων» παιδιών των θυμάτων, από τον Tobagi έως τον Calabresi, στην Rossa, τα βιβλία των οποίων έγιναν η νέα παράμετρος για να μπορούμε να μιλήσουμε για τα χρόνια του ’70. Ονόματα που κατέχουν σημαντικές θέσεις στον πολιτικό και δημοσιογραφικό κόσμο, που έχουν στη διάθεση τους ενώσεις, τα οποία έχουν μετατραπεί σε εξουσιοδοτημένους αποδέκτες της αφήγησης των «χρόνων του μολυβιού», ακριβώς δυνάμει της ταυτότητάς τους ως συγγενών των θυμάτων της «τρομοκρατίας». Όταν δίνεται στο θύμα η εξουσία της λογοκρισίας και του μονοπωλίου του λόγου, απορρίπτεται η ταυτότητά του ως θύμα. Το θύμα γίνεται άσκηση ενός επαγγέλματος λογοκριτικού, που προστατεύεται από το κέλυφος μιας υποτιθέμενης ανώτερης ηθικής.

Το θύμα και η οικογένεια του θύματος, καθαγιασμένοι στην επίσημη τελετουργία της ημέρας μνήμης, θεσμοθετημένοι από τον δημόσιο λόγο, θεαματοποιημένοι επικοινωνιακά, φτάνουν στην πραγματικότητα στο σημείο να ενσωματώνουν μια ανώτερη ηθική. Ο λόγος τους, ανεξάρτητα από το αν είναι σωστός σε σχέση με τα γεγονότα ή τους ανθρώπους για τους οποίους μιλά, και η θέση τους που εκφράζει απόλυτη δημόσια εκδηλωμένη στενοχώρια και πόνο, γίνεται απρόσβλητος, η κριτική καθίσταται βρισιά, προσβολή. Φτάνει κάτι πολύ λιγότερο από την κριτική, φτάνει σήμερα και μόνο το γεγονός να κατατίθεται ένας άλλος λόγος που να ξεφεύγει από τη ρητορική του πόνου και της καταδίκης του κακού, ώστε να ξεσπάσει η λογοκρισία και η δημόσια αποδοκιμασία που επιβάλλεται επικοινωνιακά, ακόμη και το άνοιγμα αρχείων – ακόμη και χωρίς την υπόθεση τέλεσης αδικήματος – από πλευράς εισαγγελιών, οι καταγγελίες ενώπιον των δικαστηρίων από τις ενώσεις των θυμάτων της τρομοκρατίας 26. Ακόμη και η συμμετοχή στην κηδεία ενός ταξιαρχίτη διαμορφώνεται ως δυνητικό έγκλημα και κοστίζει την κατηγορία της υποκίνησης εγκληματικών πράξεων. Είναι μια οργισμένη αγανάκτηση εκείνη που εξέφρασε η Benedetta Tobagi, με αφορμή το θάνατο του Prospero Gallinari, το 2013 – στου οποίου την κηδεία πήραν μέρος όχι μόνο οι σύντροφοι του, αλλά από αρκετές εκατοντάδες ανθρώπων, συμπεριλαμβανομένων πολλών νεαρών, για την « καθαγίαση σε πρωταγωνιστή της Ιστορίας «, για τους» θύλακες που αντιστέκονται σε ένα έδαφος κοινά αποδεκτών αξιών 27 ». Είναι κατανοητή, πάνω από όλα ανθρώπινη, από εκείνους που έχουν υποστεί προσωπικές απώλειες ή ταλαιπωρία πένθος και πόνο, μια αντίδραση αγανάκτησης και διαμαρτυρίας μπροστά στον υπεύθυνο για το θάνατο ενός μέλους της οικογένειας. Η έκφραση του μίσους, της εκδίκησης, της δυσαρέσκειας γίνεται κατανοητή και έχει το λόγο ύπαρξης ως προσωπικές και ιδιωτικές εκδηλώσεις του πόνου καθενός. Ανήκουν ακριβώς στην ιδιωτική σφαίρα. Και είναι εξίσου προφανές ότι ο ιδιωτικός πόνος, που μεταφέρεται στην δημόσια και θεσμοθετημένη σφαίρα, μετατρέπεται σε άσκηση λογοκρισιακής εξουσίας που δεν έχει καμία σχέση με το «σεβασμό προς τα θύματα» και τη μνήμη των θυμάτων, αλλά περισσότερο με ένα είδος σύγχρονου δικαστηρίου πολιτικού-επικοινωνιακού όπου οι «κοινές αξίες» είναι οι κυρίαρχες αξίες, χωρίς τη δυνατότητα κριτικής έκφρασης και διαφωνίας. Ο Franco Fortini το είχε εκφράσει σαφώς, ξεκάθαρα :

Οποιαδήποτε πνευματική και πολιτική δύναμη οργανώνεται ως αντίπαλη στους ήδη καθιερωμένους τρόπους έκφρασης των συμφερόντων και της θέλησης καταγγέλλεται αμέσως σαν συνεργός ή απολογητής ή εξομοιωτής της τρομοκρατίας. Οποιοσδήποτε ιστορικός ή θεωρητικός προβληματισμός σχετικά με το ρόλο και το νόημα της βίας μέσα στην ανθρώπινη ιστορία που δεν τελειώνει με τον εορτασμό και την εξύψωση, την εξύμνηση του καθεστώτος της κοινοβουλευτικής δημοκρατίας ως ανώτατης κορυφής-κορύφωσης της ανθρώπινης συνύπαρξης (και με την καταδίκη της αναζήτησης οποιουδήποτε άλλου τρόπου ή δρόμου) απορρίπτεται ως έργο διαφθοράς 28.

Είναι σαφές ότι είναι από τις πολιτικές σχέσεις εξουσίας, από τις πολιτικές ισορροπίες δυνάμεων, από τους κοινωνικούς ρόλους, από εκείνους που έχουν κερδίσει και από εκείνους που έχασαν, που το καθεστώς του θύματος είναι προσβάσιμο, επειδή τα θύματα δεν είναι όλα ίδια. Η διαφοροποίηση μεταξύ των αδύναμων θυμάτων και των ισχυρών θυμάτων, των υποκειμένων θυμάτων και των κυρίαρχων θυμάτων, και κατά συνέπεια μεταξύ των υποτελών αναμνήσεων και των κυρίαρχων αναμνήσεων, εξαρτάται από τις πολιτικές ισορροπίες δυνάμεων. Είναι πάρα πολύ τετριμμένο – και κατά βάθος είναι ακριβώς επάνω στην ανωριμότητα της ανάγνωσης και της ιστορικής κατανόησης που βασίζεται στην θυματοποιητική ιδεολογία – να επιβεβαιώνεται πως από την προοπτική που αναλαμβάνεται θα έχουν ένα διαφορετικό βάρος οι πολλές προλεταριακές σφαγές που είναι διάσπαρτες στην δημοκρατική ιστορία, οι τουφεκισμοί της αστυνομίας στους διαδηλωτές στις πλατείες, οι σφαγές – όταν ακόμη οι ΕΤ ήταν πολύ μακριά από το να υπάρχουν – και οι πεσόντες με στολή του Κράτους από τα χέρια των ΕΤ. Μια λογική που καταλήγει να καταπιεί μέσα της ακόμη και εκείνους που επικρίνουν τον θυματοποιητικό μηχανισμό, την στιγμή κατά την οποία παρουσιάζουν και αντιπαραβάλλουν θύματα στα θύματα, δίνοντάς τους τροφή και αναγνώριση ως ερμηνευτική και αξιολογική κατηγορία που οδηγεί στο ίδιο αποτέλεσμα της παγίωσης της αίσθησης και της ιστορικής και πολιτικής κατανόησης. Υπάρχουν θύματα και δολοφόνοι εκεί όπου δεν υπάρχει μια σύγκρουση. Και ότι για ένα διάστημα είκοσι χρόνων υπήρξε μια κοινωνική σύγκρουση εντός της οποίας και ο ένοπλος αγώνας βρήκε χώρο είναι εγγεγραμμένο στην Ιστορία, το λεν οι αριθμοί, οι νεκροί στα αντιτιθέμενα μέτωπα, οι ειδικοί νόμοι, η ειδική φυλακή, τα βασανιστήρια, οι εξόριστοι. Να ξεχνάμε ότι το κράτος έχει κάνει τις οικογένειες των θυμάτων της σφαγής της Πιάτσα Φοντάνα να πληρώσουν τις δικαστικές δαπάνες χωρίς καν να τους δώσουν μια δικαστική αλήθεια σίγουρα δεν μπορούμε, δεν γίνεται. Και αν η δικαστική αλήθεια δεν έχει πλέον πολύ νόημα σήμερα, είναι σημαντική αντίθετα μια ιστορική αλήθεια. Η οποία δεν μπορεί να εφαρμοστεί εάν η Ιστορία διαβάζεται ως σύγκρουση μεταξύ καλού και κακού – όπου το καλό και τα θύματα συμπίπτουν με τις αξίες που επιβάλλονται ως κυρίαρχες, και είναι τέτοιες ακριβώς επειδή είναι το αποτέλεσμα της πολιτικής και κοινωνικής ισορροπίας δυνάμεων που καθορίστηκε από το αποτέλεσμα των συγκρούσεων – , εάν η Ιστορία χρησιμοποιείται για τη θεσμοθέτηση της μνησικακίας, ως κοινωνική και πολιτική εκδίκηση των νικητών. Δεν είναι μια ιταλική ιδιαιτερότητα, είναι η ιδεολογική βάση του νεοφιλελευθερισμού και ο σκοπός της είναι ακριβώς να απομακρύνει την αντιπαλότητα , να διώξει την συγκρουσιακή διάθεση που βρίσκεται στην ιστορία και την πολιτική, αποπολιτικοποιώντας την. Αλλά η Ιταλία προηγήθηκε των καιρών σε αυτή την περίπτωση, αμφισβητώντας, αρνούμενη επανειλημμένα την πολιτική διάσταση εκείνης της σύγκρουσης: κατά την διάρκεια της ανάπτυξής της, με την πολιτική της αποφασιστικότητας, στην κατάληξη, με τον διαχωρισμό και τη λύση της «εξατομικευμένης εξόδου», απαλλασσόμενη του προβλήματος των πολιτικών κρατουμένων χωρίς να αναλαμβάνει ένα μέτρο πολιτικής φύσεως στο τέλος μιας εποχής πολιτικά και ιστορικά ολοκληρωμένης, και τέλος, σε αυτά τα τελευταία χρόνια, προσπαθώντας να διαγράψει τη μνήμη εκείνης της σύγκρουσης με την θυματοποιημένη αφήγηση και να αφαιρέσει την αυθεντικότητά της με αυτή τη μεγάλη «ψεύτικη αφήγηση» – « fake narration » που είναι η διετρολογία-συνωμοσιολογία. Να αφαιρέσουν το λόγο, και την ιστορία, σε αυτούς που υπήρξαν οι πρωταγωνιστές μιας κοινωνικής σύγκρουσης, της οποίας ο ένοπλος αγώνας ήταν αναπόσπαστο μέρος, είναι μια εξαιρετικά ιδεολογική επιχείρηση, τέλεια για να κρύβει αυτό που δεν μπορεί να σιγήσει από την άποψη της ιστορίας, στο επίπεδο της ιστορίας και που επανεμφανίζεται κάθε φορά που πλησιάζουμε στις πηγές της ιστορίας. Η μνήμη – η άμεση μαρτυρία αυτών που ενσάρκωσαν εκείνη τη σύγκρουση – είναι μία από τις πηγές για την ανασυγκρότηση της ιστορίας, και η ιστοριογραφική έρευνα μπορεί να αγνοηθεί από τη μνήμη των παιδιών και των εγγονών των θυμάτων, να είναι ανεξάρτητη από αυτές τις μνήμες, αλλά δεν μπορεί να κάνει χωρίς τις αναμνήσεις των «εκτελεστών, των δημίων». Για την Ιστορία, η ύπαρξη μιας πληθώρας αναμνήσεων, μαρτύρων των γεγονότων, σε σύγκρουση μεταξύ τους, είναι απαραίτητη για την ανακατασκευή, την κατανόηση και την αποτίμηση της κοινωνικής πολυπλοκότητας και των φαινομένων που αυτή δημιούργησε, των σχέσεων δύναμης παρόντων σε συγκεκριμένες περιστάσεις και εποχές, απαραίτητων για την ιστορική γνώση. Και όσο περισσότερο επεκτείνεται και εμβαθύνεται η μελέτη του κοινωνικού περιβάλλοντος της περιόδου, των ιστοριών, των πολιτικών διαδρομών των μαχητών των ένοπλων οργανώσεων, με άλλα λόγια, όσο περισσότερο απομακρύνεται μια ιστορική περίοδος από την «κανονικοποίηση» κάτω από την οποία συμπιέστηκε, τόσο περισσότερο πέφτουν τα κλισέ, οι κοινοτοπίες μέσα στις οποίες όλη εκείνη η εποχή των αγώνων – και των κατακτήσεων που έχουν σχεδόν ολοκληρωτικά διαγραφεί σήμερα – περιορίστηκε.

Για τη σύγκρουση μεταξύ καλού και κακού, μεταξύ θύματος και δημίου, για το θυματοποιητικό παράδειγμα, όλα αυτά είναι άχρηστα, Η Ιστορία είναι άχρηστη, δεν χρειάζεται: αντιθέτως, είναι ένα πρόβλημα.

Silvia De Bernardinis

α]. διετρολογία  – Στην πολιτική και δημοσιογραφική γλώσσα δείχνει, με πολεμικό τόνο, την τάση, των λεγόμενων διετρολόγων, να αποδίδουν στα γεγονότα της δημόσιας ζωής αιτίες διαφορετικές από εκείνες τις δηλωμένες ή προφανείς, συχνά υποθέτοντας μυστικούς λόγους και αιτιάσεις, με την αξίωση ότι γνωρίζουν τι πραγματικά «στέκεται πίσω» σε κάθε μεμονωμένο γεγονός.

1 Δες AaVv., La mappa perduta-ο χαμένος χάρτης, Roma, Sensibili alle foglie, 1994 και Steccanella Davide, Τα χρόνια του ένοπλου αγώνα-Gli anni della lotta armata, Milano, Bietti, 2018.

2 De luna Giovanni, « Tribunale speciale per la difesa dello Stato-ειδικό Δικαστήριο για την υπεράσπιση του Κράτους », στο De Grazia Victoria, Luzzatto Sergio (dir.),Dizionario del fascismo-Λεξικό του φασισμού, Torino, Einaudi, 2003, vol. 2, p. 739.

3 Agamben Giorgio, « Cattive memorie-Κακές αναμνήσεις », Il Manifesto, 23 δεκεμβρίου 1997.

4 Τα παραδείγματα είναι πολυάριθμα, αναφέρω ένα πρόσφατο και εμβληματικό από την Anna Maria Vinci η οποία, αναφερόμενη στη σπουδαιότητα της μελέτης των πηγών, καταλήγει ως εξής: «Επομένως δεν ασκεί καμία μορφή «ταξιαρχίτικου υποκειμενισμού» αυτός που προσεγγίζει στην διαστρεβλωμένη και σκοτεινή πρόζα εκείνων των ανατρεπτικών κινημάτων: είναι ένα αναγκαίο πέρασμα που απαιτεί, μεταξύ άλλων, μια σημαντική κριτική προσπάθεια (και υπομονή). Οι μηρυκασμοί που δεν διαβάζονται πολλών από τις πηγές που αναφέρθηκαν αξίζουν, πράγματι, μια μη αποστασιοποιημένη αξιολόγηση του λεξιλογίου μιας γενιάς, στη συνεύρεση και / ή στη σύγκρουση μεταξύ ιδιωτικού και δημόσιου, ανάμεσα στο «οικογενειακό λεξικό» και τον πολιτικό λόγο «, Battelli Giuseppe, Vinci Anna Maria, Parole e violenza politica. Gli anni Settanta nel Novecento italiano-Λόγια και πολιτική βία. Η δεκαετία του ’70 στον ιταλικό εικοστό αιώνα, Roma, Carocci Editore, 2013, p. 21.

5 Συζήτηση του νομοσχεδίου: S. 1003 – Γερουσιαστές Rossa και άλλοι: Δημιουργία της «Ημέρας της Μνήμης» αφιερωμένης στα θύματα της τρομοκρατίας και των σφαγών αυτής της μήτρας (Εγκρίθηκε από τη μόνιμη Επιτροπή της Γερουσίας) (Α.C.2489), και των προτεινόμενων νόμων Ascierto , Angela Napoli , Zanella και άλλοι , Zanotti και άλλοι (A.C. 1071136119952007), Συνεδρίαση n. 150, 2 μάιος 2007, στο

http://documenti.camera.it/apps/nir/getRiferimentiNormativi.aspx?base=1&blnDea=0&strURL=http://documenti.camera.it/leg15/resoconti/assemblea/html/sed0150/stenografico.htm

6 D’Antona Olga, Ibid, Ίδια αναφορά

7 Σύμφωνα με τα στοιχεία που υπάρχουν στο The Lost Map- La mappa perduta-Ο χαμένος χάρτης, τα θύματα των ένοπλων οργανώσεων της αριστεράς ήταν 128, εκ των οποίων περισσότεροι από τους μισούς ήταν της Αστυνομίας του Κράτους (38), των Carabinieri (21), της ιδιωτικής αστυνομίας (10), της σωφρονιστικής αστυνομίας (8), των ενόπλων δυνάμεων (2) , του δικαστικού σώματος (8), πολιτικών (6).

8 Sommier Isabelle, Pentimento e dissociazione. Fine degli anni di piombo in Italia ?, Μετάνοια και διάσταση. Τέλος των ετών μολυβιού στην Ιταλία ;, στο http://www.bellaciao.org/it/spip.php?article3213

9 Patruno Roberto, « Primo sconto per i dissociati BR »,«Πρώτη έκπτωση για τους διαχωρισμένους BR», La Repubblica, 12 μαρτίου 1987.

10 Η πρώτη περίπτωση κατά την οποία ένα δικαστήριο επιτήρησης απευθύνθηκε στην Ένωση θυμάτων ήταν εκείνη του Vincenzo Acella, BR που διαχώρισε τη θέση του το 1999.

11 Tarantelli Maria Cristina, « Vittime e carnefici- Θύματα και δήμιοι», La Repubblica, 21 ιανουαρίου 1988.

12 Ο Cesare Salvi, επικεφαλής του τμήματος Δικαιοσύνης του PCI, δήλωνε: «Οι οικογένειες των θυμάτων δεν μπορούν να αποτελούν εμπορεύματα ανταλλαγής. Είναι ντροπιαστικό το γεγονός ότι το Κράτος δεν έχει εκπληρώσει τα καθήκοντά του απέναντι τους, αλλά αυτό δεν έχει καμία σχέση με τις συζητούμενες πρωτοβουλίες. Πρέπει να ακούσουμε τη φωνή τους, αλλά δεν μπορούμε να ξεφορτωθούμε στους ώμους τους αυτό που είναι δουλειά του κράτους », M.S.,« Το ΚΚΙ- PCI ζητάει σαφήνεια », La Repubblica, 28 Ιανουαρίου 1988.

13 Tarantelli Maria Cristina, « Έτσι το Κράτος προστατεύει τους τρομοκράτες αλλά δεν φροντίζει τα θύματα », La Repubblica, 21 ιουλίου 1989.

14 Fortini Franco, « Non è solo a voi che sto parlando-Δεν είναι μόνο σε εσάς που μιλώ », στις Απείθειες ΙΙ– Disobbedienze II, Roma, Il Manifesto Libri-Βιβλία, 1996.

15 Σε μια διαμάχη με τον τότε πρόεδρο της χριστιανοδημοκρατίας DC, Ciriaco De Mita, και με τον Υπουργό Χάρης και Δικαιοσύνης, Martelli, ο Francesco Cossiga δήλωνε: «μόνο όσοι πολέμησαν τον πόλεμο μπορούν να ζητήσουν ειρήνη», στο Rizzo Renato, «Αγαπητέ Martelli, δεν είμαστε παιδάκια »La Stampa, 18 αυγούστου 1991.

16 Διάβασε 3 αυγούστου 2004, n. 206, Νέοι κανόνες υπέρ των θυμάτων της τρομοκρατίας και των σφαγών αυτής της μήτρας – Nuove norme in favore delle vittime del terrorismo e delle stragi di tale matrice.

17 Cfr. Giglioli Daniele, Critica della vittima-Κριτική του θύματος, Milano, Nottetempo, 2014.

18 Ο αριθμός των θυμάτων, για την περίοδο από το 1969 έως το 1982, είναι 351, σύμφωνα με τα στοιχεία που ανακοίνωσαν οι Dalla PortaDonatella, Rossi Maurizio, Σκληροί αριθμοί. Απολογισμός της ιταλικής τρομοκρατίας-Cifre crudeli. Bilancio dei terrorismi italiani, Μπολόνια, Ερευνητικό υλικό του Ινστιτούτου Cattaneo, 1984. Πιο συγκεκριμένα του ένοπλου αγώνα, σύμφωνα με τα στοιχεία που συλλέχθηκαν από την Progetto Memoria- Σχέδιο Μνήμης,τα θύματα που προκλήθηκαν από τους ένοπλους σχηματισμούς της αριστεράς ήταν 128 , από αυτά τα 72 προκλήθηκαν από τις δράσεις των BR όσον αφορά την περίοδο 1970-1988. Εάν εξετάσουμε την περίοδο 1970-1981 – από την ίδρυση της οργάνωσης έως την πρώτη διάσπαση της φάλαγγας Walter Alasia – τα θύματα είναι 48. Στη συνέχεια, 6 θάνατοι προκλήθηκαν από δράσεις της W. Alasia (1981-1983), 12 από τις BR-PG (μεταξύ απριλίου 1981 και οκτωβρίου 1982), 6 από τις BR-PCC (από το 1981 έως το 1988 ), βλ Ο χαμένος χάρτης-La mappa perdutaop. cit.

19 Cfr. Balzerani Barbara, Compagna luna-Συντρόφισσα Σελήνη, Roma, DeriveApprodi, 1998, p. 125-133.

20 Bolzoni Attilio, « Quell’infame discorso di Liggio-Εκείνη η βρώμικη ομιλία του Liggio », La Repubblica, 23 μαρτίου 1989.

21 Augias Corrado, « Να ακούμε τους δολοφόνους των αγαπημένων μας στην τηλεόραση », La Repubblica, 9 μαρτίου 2007.

22 Napolitano Giorgio, Ομιλία του Προέδρου της Δημοκρατίας Giorgio Napolitano στην Ημέρα Μνήμης αφιερωμένη στα θύματα της τρομοκρατίας, Palazzo del Quirinale, 9 μαΐου 2008, in http://presidenti.quirinale.it/elementi/Continua.aspx?tipo=Discorso&key=1246

23 Ibid.

24 Manconi Luigi, Graziani Federica, « Η δίκαιος χωρισμός από το βάρος  εκείνων των χρόνων-Il giusto congedo dal peso di quegli anni », Il Manifesto, 24 ιανουαρίου 2017.

25 Υπό την έννοια αυτή, ο Antonio Tabucchi ήταν πρόδρομος το 1998, με μια παρέμβαση λογοκρισίας, από τις σελίδες της Corriere della Sera, εναντίον του βιβλίου της Barbara Balzerani, Compagna Luna-Συντρόφισσα Σελήνη, που εκδόθηκε από τον οίκο Feltrinelli, και δικό του εκδοτικό οίκο, στον οποίο έστειλε τελεσίγραφο, απαιτώντας από αυτόν να επιλέξει μεταξύ της παραμονής της Balzerani ή του ιδίου. Και αυτή η απειλή έληξε υπέρ αυτού.

26 Αυτό που συνέβη με τη Barbara Balzerani όταν είπε ότι εκείνο του θύματος είναι ένα λογοκριτικό επάγγελμα με την ευκαιρία της παρουσίασης ενός από τα βιβλία της στο Centro Popolare Autogestito-Λαϊκό Αυτοδιαχειριζόμενο Κέντρο (CPA) στη Φλωρεντία στις 16 μαρτίου 2018. Με την ευκαιρία αυτή το όλο γεγονός γυρίστηκε χωρίς άδεια , με κρυφές κάμερες, και μετά μεταδόθηκε σε ένα τηλεοπτικό πρόγραμμα με σκοπό να προκαλέσει εντυπώσεις.

27 Tobagi Benedetta, « Se il carceriere di Moro diventa eroe sul web- Αν ο δεσμοφύλακας του Moro γίνεται ήρωας στον ιστό», La Repubblica, 15 ιανουαρίου 2013, e Id., « Irriducibili. Perché gli ultimi terroristi fanno ancora discutere- Αμετακίνητοι. Γιατί οι τελευταίοι τρομοκράτες εξακολουθούν να συζητιούνται», La Repubblica, 24 ιανουαρίου 2013.

28 Fortini Franco, Non è solo a voi che sto parlandoop. cit., p. 37-38. Δεν είναι μόνο σε εσάς που μιλώ

 

Un contributo sul “Paradigma vittimario”

ιστορία, storia

«Ήταν κάτι θαυμάσιο!» 45 χρόνια από την πορτογαλική επανάσταση

του Luca Cangianti

Μια επανάσταση μπορεί να ξεκινήσει με ένα τραγούδι. Στις 25 απριλίου 1974, είκοσι λεπτά μετά τα μεσάνυχτα, ο Teodomiro Leite de Vasconcelos μεταδίδει στο Radio Renascença το τραγούδι Grândola Vila Morena του José Alfonso. Το Κίνημα των ενόπλων δυνάμεων, αποτελούμενο από προοδευτικούς στρατιωτικούς, παίρνει υπό την κατοχή του στρατηγικά σημεία, ζητά από τους πορτογάλους να παραμείνουν στο σπίτι και επαναλαμβάνει την πρόσκληση δέκα φορές. Ο λαός, ωστόσο, δεν θέλει να ακούσει τίποτα: εκείνο που θα έπρεπε να είναι ένα απλό πραξικόπημα για να τερματιστεί ένας δαπανηρός αποικιακός πόλεμος (40% των κρατικών δαπανών) και χωρίς ελπίδα νίκης, καθίσταται μια εντυπωσιακή επανάσταση που παρασέρνει τα πάντα.

Η μακρύτερη φασιστική δικτατορία διήρκεσε 48 χρόνια. Στα δεκατρία χρόνια των συγκρούσεων στις αποικίες δεν απέφυγε να χρησιμοποιήσει βασανιστήρια και βομβαρδισμούς με ναπάλμ στους τοπικούς πληθυσμούς. Τελικά κατέρρευσε μίζερα, χωρίς αντίσταση, ενώ ο λαός ξεχύνονταν στους δρόμους: οι άνθρωποι αγκάλιαζαν ο ένας τον άλλο, αντάλλασσαν φιλιά, έκλαιγαν από την χαρά, κάλυπταν τους στρατιώτες με κόκκινα και λευκά γαρίφαλα προσφέροντάς τους ζεστό ψωμί και σούπα. Οι πολιτικοί κρατούμενοι απελευθερώθηκαν, οι εργαζόμενοι στις τράπεζες οργανώθηκαν για να αποφύγουν την φυγή κεφαλαίων. Στη Λισαβόνα, την πρώτη εβδομάδα μετά τις 25 απριλίου καταλήφθηκαν 1.500 έως 2.000 λαϊκά σπίτια και η 1η μαΐου γιορτάζεται με μια εντυπωσιακή διαδήλωση μισού εκατομμυρίου ανθρώπων. Στα εργοστάσια δημιουργούνται οι επιτροπές των εργαζομένων που εκκαθαρίζουν τα φασιστικά στοιχεία, οργανώνουν απεργιακές κινητοποιήσεις με διεκδικήσεις και καταλαμβάνουν φρουρώντας τις εγκαταστάσεις έτσι ώστε να μην αφαιρεθούν τα μηχανήματα. Αργότερα άρχισαν να ασκούν μορφές εργατικού ελέγχου πάνω στην παραγωγή. Στις γειτονιές γεννιούνται οι επιτροπές των κατοίκων που διαχειρίζονται καταλήψεις, παιδικούς σταθμούς και κέντρα πολλαπλών χρήσεων στα οποία παρέχονται αμοιβαία και εθελοντικά όλες οι υπηρεσίες. Σε πολλές περιπτώσεις λαϊκά δικαστήρια οργανώνονται ως εγγυητές της δικαιοσύνης και ισονομίας των ενεργειών απαλλοτρίωσης. Τέλος επιτροπές των στρατιωτών με εκλεκτικά και ανακλητά αξιώματα προκύπτουν, όπως και σε όλες τις άλλες περιπτώσεις. Πρόκειται για ένα διακλαδισμένο κοινωνικό δίκτυο αυτόνομων από τα κόμματα οργανώσεων, και από το Συνδικάτο, που θυμίζουν τα ρωσικά σοβιέτ του 1905 και 1917, τα ιταλικά συμβούλια του 1919-20 και εκείνα τα χιλιανά του 1972-73. Πρόκειται για μια παράλληλη εξουσία που ασκεί την δημοκρατία της βάσης και ανταγωνίζεται με αυτήν του κράτους για 19 μήνες, δηλαδή μέχρι το πραξικόπημα της 25ης νοεμβρίου 1975 μετά το οποίο η πορτογαλική πολιτική κατάσταση στρέφεται πίσω στις γραμμές της κοινοβουλευτικής δημοκρατίας.

«Αν και υπήρχαν τα αμερικανικά πλοία μπροστά στην ακτή, κανείς δεν φοβόταν», θυμάται ο Rigel Polani που έφθασε στη Λισαβόνα με ένα Citroën Mehari και τέσσερις φίλους κατά τη διάρκεια της veraõ quente, του καυτού καλοκαιριού του 1975, δηλαδή την περίοδο της μέγιστης κοινωνικής σύγκρουσης. «Οι διαδηλώσεις συχνά δεν είχαν ένα πάλκο για τις παρεμβάσεις. Πορευόμασταν και φωνάζαμε συνθήματα σαν σε μια παράσταση στην οποία ήμασταν ηθοποιοί και θεατές ταυτόχρονα. Δεν θυμάμαι ποτέ να είδαμε την αστυνομία. Ήταν όλοι ευτυχισμένοι, όλοι συμμετείχαν, όλοι αφοσιωμένοι στην οικοδόμηση ενός καλύτερου κόσμου. Η αυτοδιαχειριζόμενη κοινωνία που ονειρευόμουν είχε υλοποιηθεί μπροστά στα μάτια μου». Στους δρόμους της Λισαβόνας άκουγες πολύ συχνά να μιλούν ιταλικά. Χιλιάδες και χιλιάδες νέοι αγωνιστές της επαναστατικής αριστεράς ξεκίνησαν από την Ιταλία. Διέσχισαν τη Γαλλία και την Ισπανία με αυτοκίνητο, με μοτοσικλέτα ή με τρένο για να φτάσουν στα δυτικά σύνορα της Ευρώπης: «Είχαμε πάει στην Πορτογαλία για να δούμε να αναδύεται ένας νέος κόσμος» γράφει ο Sandro Moiso στο Riti di passaggio, ενθυμούμενος το κλίμα της χαρούμενης συλλογικής μέθης: «Σε εκείνες τις μέρες και εκείνα τα χρόνια δεν αισθανθήκαμε ποτέ κουρασμένοι.»
Ο Rigel σταματά για λίγο, δεν είναι σίγουρος ότι εγώ μπορώ να καταλάβω εκείνη την εμπειρία χωρίς να την έχω ζήσει: «Θα σου δώσω ένα παράδειγμα. Μια φορά στο δρόμο συναντάμε νέους ανθρώπους σαν εμάς. Ήταν εργάτες και μας προσκάλεσαν να παρακολουθήσουμε μια συνέλευση στο εργοστάσιό τους. Συζητήσαμε πώς να διαχειριστούμε και να αναπτύξουμε την παραγωγή. Παρά τις γλωσσικές δυσκολίες καταφέραμε να αντιληφθούμε την έντονη αίσθηση επαγγελματικής εμπειρίας, δεξιότητας και πρακτικότητας. Ο λαός είχαν πάρει την κατοχή της ζωής του. Αποφάσιζε το πεπρωμένο του.»

Στην πραγματικότητα μέσα στην επανάσταση υπήρχε επίσης μια σκοτεινή πλευρά, ή ίσως «ενοχλητική»: η τραγωδία των δεκάδων χιλιάδων retornados, αυτών που επέστρεφαν από τις αποικίες με τα διάφορα ανακοινωθέντα ανεξαρτησίας. «Τα πορτογαλικά μαύρα πόδια, pieds noirs – ο Moiso θυμάται – κατέβηκαν στο πολεμικό μονοπάτι. Όπως και τα άγρια εξαγριωμένα παιδιά συνέρρεαν σε μια γη που ήταν ξένη σε αυτούς, συχνά χωρίς να έχουν καν γεννηθεί εκεί. Υπήρχε ο φόβος ταραχών όπως εκείνων που είχαν ήδη σημειωθεί στον Βορά. Μπροστά από το παλάτι του São Bento, έδρα του κοινοβουλίου, βρεθήκαμε λίγοι από εμάς με έναν στρατιωτικό απόσπασμα από τη μια πλευρά και εκατοντάδες διαδηλωτές εχθρικούς από την άλλη. Η αμηχανία ήταν διπλή για εμάς, γιατί από την άλλη πλευρά υπήρχε ένα πλήθος κατατρεγμένων.»
Η Erika Dellacasa τότε ήταν στα είκοσι ένα. Τον απρίλιο και τον μάιο του 1974 στάλθηκε στην Πορτογαλία εξ ονόματος της γενουατικής εφημερίδας «Il Lavoro»: «Υπήρχε μια ατμόσφαιρα μεγάλης ευφορίας που δεν σταματούσε ποτέ. Οι δρόμοι ήταν πάντα γεμάτοι. Υπήρχαν μεγάλες προσδοκίες για το μέλλον, μεγάλη ελπίδα για δικαιοσύνη και τεράστια επιθυμία για ελευθερία. Ήταν κάτι τόσο απτό που συγκινούσε. Δεν είναι ότι μιλούσαν πολύ, αγκάλιαζαν ο ένας τον άλλο και αντάλλασσαν μεγάλες χειραψίες. Δεν ήταν ασυνήθιστο για μερικούς ανθρώπους να κλαίνε. Την πρώτη νύχτα στη Λισαβόνα μου έκανε μεγάλη εντύπωση μια ομάδα τραβεστί εμφανώς μεθυσμένων που τραγουδούσαν και χόρευαν. Ένας έπεσε καταγής και τον βοήθησε να σηκωθεί ένας στρατιωτικός πολύ ευγενικά. Ήταν μια κάπως αταίριαστη σκηνή για το πώς ήταν γνωστή η Πορτογαλία εκείνα τα χρόνια: καταπιεσμένη και καταπιεστική. Ένιωθες έναν αέρα ελευθερίας, ελευθερία να κάνεις πράγματα απαγορευμένα ή αδιανόητα μέχρι πριν λίγες ημέρες. «Στη φασιστική Πορτογαλία το 68% των γυναικών ηλικίας μεταξύ 20 και 54 ετών ήταν νοικοκυρές και δεν επιτρέπονταν να εγκαταλείψουν τη χώρα χωρίς τη συγκατάθεση του συζύγου που είχε επίσης το δικαίωμα να ανοίγει την αλληλογραφία τους. Όπως συμβαίνει συχνά κατά τις επαναστάσεις, η κατάρρευση των παλαιών δομών εξουσίας οδήγησε στην έκρηξη του γυναικείου πρωταγωνισμού. Μετά τις 25 απριλίου ιδρύθηκαν διάφορες φεμινιστικές οργανώσεις και οι γυναίκες βρέθηκαν στην πρώτη γραμμή των καταλήψεων, στις πικετοφορίες και στους αγώνες ενάντια στην ακρίβεια.

Με το πραξικόπημα της 25ης απριλίου, η εθνική- λαϊκή Δράση, το μόνο κόμμα στην εξουσία, διαλύθηκε. Ο Marcelo Caetano, τελευταίος πρόεδρος του συμβουλίου του φασιστικού Estado Novo, συνελήφθη και εξορίστηκε στη Βραζιλία, η μυστική αστυνομία Pide / Dgs διαλύεται αφού όμως έχει προλάβει να δολοφονήσει τέσσερα άτομα που διαδήλωναν μπροστά από την έδρα της στην rua de António Maria Cardoso 22. Στο μέτωπο της αντιπολίτευσης, το σοσιαλιστικό Κόμμα μέχρι το 1974 δεν ήταν παρά ένας κύκλος διανοούμενων εξόριστων και το ίδιο ισχύει και για τους φιλελεύθερους του δημοκρατικού λαϊκού Κόμματος το οποίο παρουσιάζονταν ως σοσιαλδημοκρατικό (ένα όνομα που θα αναλάβει το 1976 παρά την κεντροδεξιά του τοποθέτηση) . Η κατάσταση του κομμουνιστικού Κόμματος της Πορτογαλίας ήταν διαφορετική, σκληρυμένου ύστερα από σχεδόν μισό αιώνα παρανομίας, με τρεις χιλιάδες στρατευμένους υπό τη δικτατορία και ισχυρές ρίζες στα εργοστάσια και στην ύπαιθρο. Τέλος στην πορτογαλική επανάσταση υπήρχαν περίπου εβδομήντα αριστερές ομάδες που κάλυπταν ολόκληρο το φάσμα των ετερόδοξων θέσεων, από τον γκεβαρισμό μέχρι τον τροτσκισμό περνώντας μέσα από διάφορες αποχρώσεις του μαοϊσμού. Ακόμη και μέσα στον τυπικό τους κατακερματισμό αυτοί οι σχηματισμοί έφτασαν στο σημείο να συγκεντρώσουν μια μαχητική δύναμη τριών χιλιάδων ατόμων με θέσεις πλειοψηφίας στα πανεπιστήμια και τις ακολουθούσαν όχι αμελητέες δυνάμεις σε πολλές εργατικές καταστάσεις. Σε αντίθεση με το φιλοσοβιετικό κομμουνιστικό Κόμμα, το οποίο, σύμφωνα με τις συμφωνίες της Γιάλτα και Πότσνταμ, έσπρωχνε προς ένα συμβιβασμό μεταξύ κεφαλαίου και εργασίας μέσα σε ένα δημοκρατικό-κοινοβουλευτικό πλαίσιο, η άκρα αριστερά προετοιμαζόταν για μια δεύτερη φάση της επανάστασης. Αυτή θα είχε οδηγήσει στη διάλυση της συστατικής Συνέλευσης που ψηφίστηκε στις 25 Απριλίου 1975, στην κατάργηση του καπιταλισμού και τη μετάβαση στη λαϊκή εξουσία αποτελούμενη από αυτόνομους οργανισμούς βάσης όπως ήταν οι επιτροπές εργαζομένων, κατοίκων και στρατιωτών. Σοσιαλιστές και κομμουνιστές επιτέθηκαν ενάντια στο κύμα των «αναρχικών» απεργιών που αναπτύχθηκαν το 1974-75 και ένας υπουργός του κπΚ έφτασε στο σημείο να οδηγήσει ακόμη και μια διαδήλωση «ενάντια στην απεργία για την απεργία» υπαινισσόμενος την παρουσία φασιστικών στοιχείων μεταξύ των γραμμών της εργαζομένων.

Ο ισχυρός κοινωνικός αναβρασμός και ο δυϊσμός της εξουσίας που διέσχιζε την πορτογαλική κοινωνία ήταν στη βάση της αστάθειας των έξι προσωρινών κυβερνήσεων που διαδέχτηκαν η μια την άλλη οδηγώντας τη χώρα, των ρωγμών μεταξύ σοσιαλιστών και κομμουνιστών, και των συγκρούσεων μεταξύ μετριοπαθών και επαναστατών μέσα στο Κίνημα των ενόπλων δυνάμεων. Παρά τη δύναμη, το ρίζωμα και την ευρύτατη διάδοση των οργανισμών αντιεξουσίας που διακλαδώθηκαν μέσα και στον ίδιο τον στρατό, δεν υπήρξε ένας επαρκής εθνικός συντονισμός ικανός να αντισταθεί στο αντεπαναστατικό πραξικόπημα του στρατηγού António Ramalho Eanes. Οι κομμουνιστές που με την προσωρινή κυβέρνηση no 5 του Vasco Gonçaves δέχτηκαν την υποστήριξη της άκρας αριστεράς αρνήθηκαν να αντιδράσουν, ενώ οι στρατιώτες της επαναστατικής πτέρυγας του στρατού, προσωποποιημένης από την ιστορική προσωπικότητα του Otelo Saraiva de Carvalho, συνελήφθησαν μαζικά
Σύμφωνα με την ιστορικό Raquel Varela, «η ισορροπία δυνάμεων μεταξύ των κοινωνικών τάξεων μέσα στην επανάσταση (που χαρακτηρίζεται από τη δύναμη των εργατικών τομέων και από την πολιτική και στρατιωτική αποδυνάμωση της πορτογαλικής αστικής τάξης) έθετε τις προϋποθέσεις για μια γενική απεργία … με εξεγερτικό χαρακτήρα. Ωστόσο, οι επιτροπές των εργαζομένων που διηύθυναν αυτές τις απεργίες δεν ήταν ποτέ ενοποιημένες σε ένα εθνικό όργανο διαφορετικό από το Συνδικάτο, το οποίο κατευθύνονταν κυρίως από φιλοκομουνιστικά στοιχεία που αντιτάσσονταν στις απεργίες.»1 Εκτός από την απροθυμία αμφισβήτησης των μεταπολεμικών συμφωνιών μεταξύ της καπιταλιστικής Δύσης και της Ανατολής του υπαρκτού σοσιαλισμού, η ηγεσία του Pcp-πκΚ ήταν στην πραγματικότητα σκεπτικιστική απέναντι στη δυνατότητα νίκης της λαϊκής εξουσίας διότι κατά την άποψή της στην Πορτογαλία ήταν κυρίαρχο το βάρος των μεσαίων τάξεων και της μικρής ιδιοκτησίας.

Η δύναμη της προηγούμενης επαναστατικής ώθησης ωστόσο ανάγκασε την αστική τάξη να δεχτεί πολλές εθνικοποιήσεις για να συγκρατήσει τις κοινωνικές συγκρούσεις και να σώσει το καπιταλιστικό κράτος από την κρίσιμη οικονομική συγκυρία μετά το πετρελαϊκό σοκ. Επίσης όσον αφορά τα εισοδήματα η σχέση μεταξύ των εκείνων που προέρχονταν από την εργασία (μισθοί και κοινωνικές παροχές) και αυτών που προέρχονταν από το κεφάλαιο (τόκοι, κέρδη και ενοίκια) πέρασε από το 50% του ΑΕΠ για καθένα από αυτά τα στοιχεία το 1973, σε μια σχέση του 70 και 30% το 1975.2 Δημιουργήθηκαν επίσης ινστιτούτα για την κοινωνική ασφάλιση, την παροχή βοήθειας, την αναπηρία, τη μητρότητα, την κοινωνική στέγαση και τα επιδόματα ανεργίας.
Με τον τρόπο αυτό πραγματοποιήθηκε ένας «σοσιαλδημοκρατικός συμβιβασμός» που θα επισημοποιηθεί στο Σύνταγμα του 1976 που καθιέρωσε την αμετάκλητη εθνικοποίηση, την δωρεάν εθνική υγειονομική υπηρεσία, τον στόχο της κοινωνικοποίησης των μέσων παραγωγής, την απόρριψη της αποικιοκρατίας και του ιμπεριαλισμού, το δικαίωμα αντίστασης. Ορισμένα από αυτά τα στοιχεία θα τροποποιηθούν κατά τη διάρκεια μεταγενέστερων συνταγματικών αναθεωρήσεων, αλλά ακόμη και σήμερα στο προοίμιο του πορτογαλικού θεμελιώδους νόμου διαβάζουμε ότι είναι βούληση του λαού «να ανοίξει ο δρόμος προς μια σοσιαλιστική κοινωνία».

Σε ένα ντοκιμαντέρ που γυρίστηκε στη Λισαβόνα τις ημέρες της επανάστασης, ο βραζιλιάνικος σκηνοθέτης Glauber Rocha παίρνει συνέντευξη από έναν άνδρα στη μέση ενός πλήθους ανθρώπων στην piazza del Rossio:

«Εσείς, Κύριε, είστε εργάτης ποιου είδους βιομηχανίας;»
«Αστικές κατασκευές.»
«Τι νομίζετε για αυτό που συμβαίνει στην Πορτογαλία;»
«Ήταν ένα θαυμάσιο πράγμα!»
«Ελπίζατε όλα αυτά ή ήταν μια έκπληξη;»
«Ήλπιζα αυτό εδώ και πολύ καιρό και μόνο τώρα συνέβη.»3

Εάν επισκέπτεστε τη Λισαβόνα μπορείτε να χρησιμοποιήσετε ως οδηγό για τις εξερευνήσεις σας το 25 de abril – Roteiro da revolução.4 Είναι ένας τόμος γεμάτος φωτογραφίες, τόπους και μαρτυρίες που θα σας βυθίσουν στη θάλασσα των γεγονότων και των συναισθημάτων εκείνων των ημερών. Στη συνέχεια πηγαίνετε σε ένα από τα τυπικά belvedere που ξεφυτρώνουν στους λόφους της πόλης. Κατά το ηλιοβασίλεμα κλείστε τα μάτια σας, αναγκάστε τον εαυτό σας να αγνοήσει τους τουρίστες, επικεντρωθείτε μόνο στις κραυγές των γλάρων και στον απέραντο ουρανό, χαραγμένο με τα ζεστά χρώματα της ημέρας που τελειώνει. Σήμερα, στη θλιβερή νεοφιλελεύθερη κόλαση της ευρωπαϊκής Ένωσης, εμείς είμαστε όπως ο εργάτης της Rossio πριν από τις 25 απριλίου. Η καθημερινή μελέτη και δράση πρέπει να θρέφουν την ελπίδα μας.

[Fotografie di Rigel Polani]


  1. Raquel Varela, Historia do Povo na Revolução portuguesa 1974-75, Bertrand, 2014, p. 136. È disponibile anche un’edizione in inglese: A People’s History of the Portuguese Revolution, Pluto Press, 2019. 
  2. Cfr. ivi, p. 487. 
  3. Ivi, p. 54. Il documentario è As armas e o Povo
  4. José Mateus, Raquel Varela, Susana Gaudêncio, 25 de abril – Roteiro da revolução, Parsifal, 2017. 
αυτονομία, autonomia

Οι αυτόνομοι – τόμος V

Gli autonomi – volume V
53Assemblea Nievo sperimentale dopo il 7 aprile54Digitalizzato_20150820 (3)

«Il quinto volume sulla storia dei movimenti autonomi in Italia» αφιερωμένος στον φίλο μου τον Τονι που ταξιδεύει Ιταλία για να πάρει μέρος στην παρουσίαση του »πέμπτου τόμου της ιστορίας των αυτόνομων κινημάτων στην Ιταλία»,   Μιχάλης

Η εργατική αυτονομία vicentina. Από την εξέγερση του Valdagno στην καταστολή. (1968- 1979)

Με αυτόν τον πέμπτο τόμο των αυτόνομων- gli autonomi ο εκδοτικός οίκος deriveapprodi προσθέτει ένα επιπλέον στοιχείο στην κατασκευή ενός ιστορικού αρχείου για τα κινήματα της δεκαετίας του 1960 και της δεκαετίας του ’70. Η αφήγηση της εδαφικής ιδιαιτερότητας (μερικές φορές επαρχιακής, όπως στην περίπτωση αυτή) καθεμιάς από εκείνες τις εμπειρίες μας επιτρέπει να κατανοήσουμε την ιστορική σημασία της υπόθεσης στην εθνική της γενικότητα.

Η Πάντοβα ήταν το κέντρο της δικαστικής επιχείρησης της «7ης απριλίου 1979» και η προσοχή των μέσων ενημέρωσης επικεντρώθηκε γύρω από τη σχολή Πολιτικών Επιστημών και ειδικότερα την φιγούρα του «κακού maestro-καθηγητού» Τόνι Νέγκρι. Αλλά αν όλοι έχουν ακούσει να γίνεται λόγος για την Πάντοβα ως ένα από τα σημαντικότερα κέντρα της εμπειρίας της εργατικής Αυτονομίας στην Ιταλία, λίγα έχουν γραφτεί και δημοσιευτεί μέχρι στιγμής σχετικά με την αγωνιστική ιστορία και την πάλη που έχει διασχίσει η υπόλοιπη περιφέρεια του Βένετο. Στην πραγματικότητα, η ανταγωνιστική εμπειρία που συγκεκριμενοποιήθηκε σε εκείνη την περιοχή είναι πλούσια μιας πληθώρας πολύ ζωντανών καταστάσεων που αναπτύχθηκαν σε τμήματα της επικράτειας που της περιφέρειας: ήταν όχι μόνο σημαντικά κέντρα που συμμετείχαν στη γέννηση της βιομηχανικής επανάστασης, αλλά και τόποι όπου το νέο αναπτυξιακό μοντέλο, μετά τη φάση των μεγάλων εργοστασίων παραγωγής, έπαιρνε τη μορφή του «διάχυτου εργοστασίου», της «επικράτειας- εργοστάσιο». Στα βιομηχανικά νησιά του αρχιπελάγους βένετο, η εργατική Αυτονομία ήταν μια εμπειρία που είδε την πραγματικότητα του αγρότη που κατέστη εργάτης να μεταμορφώνεται σε μια ανατρεπτική πρακτική που ξεκινώντας από τα χωριά συχνά κατάφερε να δημιουργήσει σημαντικούς χώρους αντιεξουσίας στην περιοχή. Στην περίοδο κατά την οποία ένα μεγάλο μέρος της Αυτονομίας γλιστρούσε προς τις πρακτικές των μαχόμενων οργανώσεων, οι «πολιτικές Κολεκτίβες του βένετο-Collettivi politici veneti» έχτιζαν το δίκτυο των «κοινωνικών Ομάδων-Gruppi sociali» οργανώνοντας διάχυτους αγώνες στην περιοχή. Η εμπειρία του vicentino, που γεννήθηκε με τη μυθική εξέγερση των εργατών του Valdagno το 1968, συνεχίζεται με εξαιρετικούς κύκλους αγώνων στη διάρκεια όλης της δεκαετίας του ’70 μέχρι τη μεγάλη καταστολή της 7ης απριλίου 1979 και τη συνδεόμενη με αυτήν τραγωδία της Thiene, όπου τέσσερις νεαροί αυτόνομοι αγωνιστές βρίσκουν το θάνατο.

Στη δεκαετία του εβδομήντα, χάρη στους «αυτόνομους», η περιοχή του alto vicentino παύει να είναι ο κοιτώνας στη σκιά των εκκλησιών του παραδοσιακού Βένετο.Ο τόπος αλλάζει εικόνα και γίνεται ένας χώρος όπου γεννιούνται επιθυμίες και ασκείται μια διαφορετική πρακτική-ζωή, γνωρίζουν ο ένας τον άλλον και δημιουργούνται δεσμοί αλληλεγγύης που θα αντισταθούν στη συνέχεια και σε μια σκληρή καταστολή.
Εδώ γεννιούνται οι «κοινωνικές Ομάδες», όπου η στράτευση είναι φιλία και η φιλία είναι μαχητικότητα-στράτευση. Και για όλες τις είκοσι τέσσερις ώρες της ημέρας είναι αγωνιστές, σε εκείνες τις περιφέρειες που αντί να είναι οι χώροι αναπαραγωγής μιας ζωής πουλημένης στο εργοστάσιο γίνονται οι χώροι όπου παίρνουν αυτό που χρειάζονται για μια ζωή που να αξίζει να την ζουν.
Στην ουσία, ήταν η πρώτη γενιά νέων, και νεότατων, που επέλεξαν κάθε χρήσιμο μέσο για να αποφύγουν την εργοστασιακή εργασία στην οποία είχαν αλυσοδεθεί οι πατεράδες τους, η πρώτη που έδειξε ότι κάποιος θα μπορούσε να είναι κομμουνιστής χωρίς να περάσει από την κόλαση του εργοστασίου. Έτσι ώστε για να ξεφύγουν από το πεπρωμένο τους εκείνοι οι «χαλαροί» νέοι που απέφευγαν την κούραση και ήταν γεμάτοι επιθυμία, όπως χιλιάδες και χιλιάδες συνομήλικοι τους σε όλη την Ιταλία, ήρθαν στη θέση να πιάσουν το τουφέκι.
Αλλά σε εκείνη την τόσο ριζοσπαστική επιλογή υπάρχουν πτυχές που αξίζουν προσοχή: καμία μιλιταριστική απόκλιση και καμία «μετάνοια-μεταμέλεια». Επειδή τα σύνορα της «στενής πόρτας» της πολιτικής δολοφονίας δεν τα πέρασαν, αλλά κυρίως επειδή το ρίζωμα στο χώρο- στην περιοχή, οι φιλικές σχέσεις, μια στράτευση- μαχητικότητα που διαμορφώθηκε μέσα στη βαθιά γνώση των τόπων του αγώνα επέτρεψαν μια νοημοσύνη και εξυπνάδα της πολιτικής δράσης – μοναδική περίπτωση – η οποία στη συνέχεια κατάφερε να διασχίσει τον αιώνα φέρνοντας μαζί της την επιθυμία να συνεχίσει να αγωνίζεται.

Un assaggio… Μια γεύση

Από την εισαγωγή της Elisabetta Michielin:
Τι όμορφο βιβλίο έγραψε ο Donato ο «κόκκινος». Κόκκινος στα μαλλιά και στην πλευρά που διάλεξε! Το λέμε αμέσως. Ένα απαραίτητο βιβλίο γιατί ανασυνθέτει με πλούτο και πάθος μια κρίσιμη περίοδο στην ιστορία των επαναστατικών προσπαθειών της χώρας μας και της βορειοανατολικής επικράτειας. Μια άσκηση γραφής και προβληματισμού που τραβά μια διαγραμμένη μνήμη έξω από το σκοτάδι, που παραδόθηκε στις αίθουσες της δικαιοσύνης ή στη μνήμη εκείνων που την ξανακτίζουν μόνο για να την δυσφημίσουν ή να αποτρέψουν την πιθανή επαναπρόταση της.
Ο Donato ανασυνθέτει την περίοδο που τον είδε μεταξύ των πρωταγωνιστών των βενετικών πολιτικών κολεκτίβων στην επικράτεια του άνω vicentino χρησιμοποιώντας σχεδόν αποκλειστικά τα έγγραφα που παρήγαγε η ίδια η οργάνωση και τις συνεντεύξεις με τους αγωνιστές εκείνης της εποχής.
Μια ιστορία που ποτέ δεν καταφεύγει στον μεμονωμένο βιογραφισμό και στις ναρκισσιστικές του αποκλίσεις επειδή είναι πάντα αγκυροβολημένη σε ένα κίνημα που έχει συμπεριλάβει δεκάδες και δεκάδες αγωνιστές και που διατηρεί πάντα μαζί την υποκειμενικότητα και την περιοχή όπου γεννήθηκε αυτή η υποκειμενικότητα, αναπτύχθηκε, απέκτησε νόημα και επηρέασε με συγκεκριμένο τρόπο τις σχέσεις εξουσίας και τις ταξικές σχέσεις, ακόμη και στο ζωντανό σώμα των εργατικών οργανώσεων.

 

ISBN: 978-88-6548-270-4
PAGINE: ΣΕΛΙΔΕΣ 320
ANNO: ΕΤΟΣ 2019
COLLANA: ΣΥΛΛΟΓΗ I libri di DeriveApprodi τα βιβλία του οίκου
TEMA: ΘΕΜΑ Anni SettantaMovimenti Χρόνια Εβδομήντα, Κινήματα
ΣΥΓΓΡΑΦΕΑΣ

DONATO TAGLIAPIETRA

(1954) εμπορεύεται αντίκες. Στο δεύτερο μισό της δεκαετίας του 1970 ήταν μέλος των Πολιτικών Συλλογικοτήτων του Βένετο. Το 1980, μετά από ένα χρόνο και μισό στην παρανομία, [φυγόδικος] συνελήφθη και εξέτισε τρία χρόνια φυλάκισης. Το 2007 συνέβαλε στο χτίσιμο του κινήματος «No Dal Molin», ενάντια στη νέα αμερικανική στρατιωτική βάση. Στα επόμενα χρόνια συνθέτει εκ νέου το αρχείο των στρατευμένων υλικών που είχαν διασπαρεί από την καταστολή και εργάζεται για την γραφή αυτού του βιβλίου.

Padova και Schio: Παρουσίαση του βιβλίου “L’Autonomia Operaia Vicentina” του Donato Tagliapietra

 

Κυριακή 7 απριλίου από τις 17:30 στις 23:30. GAS Altragricoltura Nordest, corso Australia 61, Padova παρουσίαση του βιβλίου του Donato Tagliapietra “L’Autonomia Operaia Vicentina” (Ed. DeriveApprodi)


Επόμενη ημερομηνία: Σάββατο 13 Απριλίου, ώρα 18.00, Palazzo Toaldi Capra, Schio

 

https://www.ilpopoloveneto.it/notizie/cultura/2019/04/04/79210-padova-presentazione-del-libro-lautonomia-operaia-vicentina