φυλακές, carcere

Αμνηστία, αμέσως. Την Τρίτη δημόσια συνάντηση στη Ρώμη

 

Η ιστορία του Cesare Battisti, με την επικοινωνιακή αντιδραστική κατακραυγή που προκάλεσε, μας οδηγεί να ξαναπάρουμε τον λόγο για την αναγκαιότητα αμνηστίας όσον αφορά τα πολιτικά και κοινωνικά αδικήματα. Για την τρίτη, 22 Ιανουαρίου στη Ρώμη έχει συγκληθεί δημόσια συνάντηση στις 6 και 30 μ.μ. στα Magazzini Popolari Casal Bertone (via Orero 61).

Μετά την ανεξήγητη έκδοση αστραπή από την Βολιβία ο Cesare επέστρεψε στην Ιταλία ως φυλακισμένος ενός πολέμου που έχει τελειώσει. Αλλά η εκδίκηση του Κράτους που κήρυξε αυτό τον πόλεμο εναντίον των οργανώσεων της εξωκοινοβουλευτικής αριστεράς με σφαγές, δολοφονίες και προληπτικές φυλακίσεις δεν έχει τελειώσει. Αφού κέρδισε αυτόν τον αγώνα, με κάθε απαραίτητο μέσο, η άρχουσα τάξη της χώρας συνεχίζει την εκδίκησή της επί των πρωταγωνιστών εκείνης της εποχής, επάνω σε εκείνη την έφοδο στον ουρανό που δεν μπορεί να καταλήξει ανάμεσα στα κάγκελα των φυλακών. Η κυβέρνηση της προπαγάνδας χρησιμοποίησε τη σύλληψη του Battisti για να μετριάσει τις εσωτερικές και εξωτερικές αντιθέσεις της, καθιστώντας τα κρατικά βασανιστήρια – με τις μορφές της απομόνωσης στις φυλακές και την ισόβια κάθειρξη – ένα στοιχείο σταθεροποίησης των συναινέσεων, με τη συνέργεια ενός μεγάλου μέρους της κοινωνίας των πολιτών και του πολιτιστικού humus μιας χώρας που δεν είναι σε θέση να κλείσει τους λογαριασμούς με τη δική της ιστορία.

Πιστεύουμε ότι η σύλληψη του Battisti ανοίγει ξανά επειγόντως το θέμα της αμνηστίας για πολιτικά και κοινωνικά αδικήματα στη χώρα αυτή. Σε μια εποχή όπου η καταστολή και η προληπτική καταστολή γίνονται σκληρότερες δεν μπορούμε να παραδώσουμε τον Cesare στους φύλακες του. Αναγκάζοντας τη χώρα να ασχοληθεί με το παρελθόν της, να ξεκινήσει μια σοβαρή συζήτηση για την Αμνηστία, σημαίνει να υπερασπιστούμε ΣΗΜΕΡΑ την πολιτική και κοινωνική βιωσιμότητα, δυνατότητα δράσης όλων των ακτιβιστών.

Τα 3 σημεία επάνω στα οποία να αναπτύξουμε την πρωτοβουλία

1) όχι στα βασανιστήρια του Battisti μέσω της απομόνωσης κατά τη διάρκεια της ημέρας και της ισόβιας φυλάκισης. Το τέλος της εποχής του ένοπλου αγώνα, η έλλειψη παρουσίας παράνομων δομών στην επικράτεια, η ηλικία και η αδυναμία επανάληψης του αδικήματος από τον Cesare καθιστούν αυτή την ποινή ένα πραγματικό βασανισμό εναντίον του, καθώς και μια περιττή εκδίκηση ενάντια σε μια ιστορία όπου υπήρξε ήδη ένας νικητής.

2) να δώσουμε ξανά φωνή στο θέμα της αμνηστίας για πολιτικά και κοινωνικά εγκλήματα. Ένα κίνημα που δεν αγωνίζεται για την αμνηστία των κρατουμένων και όλων εκείνων που καταγγέλθηκαν για λόγους που συνδέονται με τους κοινωνικούς αγώνες είναι ένα κίνημα που παραιτείται από την πιθανότητα υπεράσπισης και επέκτασης της πολιτικής και κοινωνικής βιωσιμότητάς του, της δυνατότητας του να δράσει.

3) να αποδώσουμε ξανά στη δεκαετία του ’70 και τη δεκαετία του ’80 πολιτική και κοινωνική αξιοπρέπεια αποσπώντας τις από την αφήγηση όλων εκείνων που περιγράφουν εκείνα τα χρόνια ως τυφλή και αδιάκριτη βία.

Στην συζήτηση προβλέπονται οι παρεμβάσεις των Sergio Cararo (σύνταξη του Contropiano), Caterina Calia (δικηγόρος), Nunzio D’Erme (Osservatorio repressione), Marco Lucentini (δικηγόρος), Arturo Salerni (δικηγόρος), Francesco Romeo (δικηγόρος), Paolo Persichetti (δημοσιογράφος) και Davide Steccanella δικηγόρος υπεράσπισης του Cesare Battisti

Η πρωτοβουλία προωθείται από Contropiano, Noi Restiamo, Magazzini popolari Casalbertone

 – © Αναπαραγωγή δυνατή κατόπιν ρητής συναίνεσης της συντακτικής ομάδας του CONTROPIANO

Τελευταία μετατροπή: STAMPA

σύγχρονα κινήματα, movimenti di oggi

Υπέρ ή ενάντια στην επανάσταση;

Stampa

 

29739

Έχουμε μεταφράσει και δημοσιεύουμε το ακόλουθο κείμενο που εμφανίστηκε στις 2 δεκεμβρίου 2018 στον ιστότοπο Paris Luttes. Μας φαίνεται να αποκαταθιστά ορισμένες από τις κυριότερες θέσεις – και τα όρια – της συζήτησης και των στάσεων που υπάρχουν στα γαλλικά αγωνιστικά πλαίσια για το φαινόμενο των Κίτρινων Γιλέκων-Gilets Jaunes. Αλλά είναι βασικά μια χρήσιμη υπενθύμιση για όλους και για όλα.

Pro o contro la rivoluzione?

Εδώ και κάποιο χρονικό διάστημα, κάποιες και κάποιοι διατύπωσαν το ζήτημα της πολιτικής τους δράσης με αυτό τον τρόπο: «Τι κάνεις με την επαναστατική ιδέα όταν η κατάσταση δεν είναι τέτοια;» Η απάντηση που έδωσαν, πολύ σωστά, με δεδομένο το ρίζωμα στις γειτονιές, ήταν εκείνη της συμμετοχής στην οικοδόμηση της αυτονομίας. Σήμερα η υπόθεση δεν είναι ακριβώς η ίδια, ο αέρας φαίνεται να είναι λίγο πιο νευρικός. Επομένως ίσως είναι καιρός να αναδιατυπώσουμε το ερώτημα: «Πώς να ανοίξουμε εκ νέου την επαναστατική υπόθεση όταν η κατάσταση είναι πολύ διαφορετική;»

Τις τελευταίες εβδομάδες πολλοί αγωνιστές και αγωνίστριες περιστρέφονταν γύρω από το ζήτημα μιας κινητοποίησης που τη νιώθουν ως εξωγενή, τα Gilets Jaunes. «Κάτι συμβαίνει, αλλά αυτό δεν προέρχεται από εμάς. Είμαστε υπέρ ή κατά;» Ένας βαθύς γρίφος. Γιατί υπάρχει ένα τέτοιο χάσμα μεταξύ των αγωνιστών και της σημερινής κατάστασης;

Στην αρχή έγινε λόγος για «τραχείς ανθρώπους που δεν θέλουν να πληρώσουν φόρο». Μετά άρχισαν να δικαιολογούν την απόρριψη με την αποδοκιμασία των ρατσιστικών, σεξιστικών, ομοφοβικών ενεργειών τους. Στη συνέχεια, η σχεδόν ενστικτώδης άρνηση μετατράπηκε σε δισταγμό. Διαπιστώθηκε ότι αυτά τα υποκείμενα και αυτά τα μεμονωμένα γεγονότα δεν μπορούσαν να θεωρηθούν αντιπροσωπευτικά του συνόλου του κινήματος των Gilets Jaunes, καθώς αυτό το κίνημα είναι κάτι πολύ ετερογενές.

Την εβδομάδα της 17ης, παρά τις άμεσες ενέργειες, τα σημαντικά οικονομικά μπλόκα και τις άγριες διαδηλώσεις, εξακολουθούσε να υπάρχει μια κάποια απροθυμία απέναντι στους Gilets Jaunes επειδή, αν και υπήρχε μια εξέγερση, εξίσου μέρος των στρατευμένων δεν τάσσονταν υπέρ της συμμετοχής στις διαδηλώσεις μαζί με «όλους αυτούς τους φασίστες». Ταυτόχρονα, ένα άλλο μέρος της στράτευσης έσπρωχνε αντιθέτως προς την αναγκαιότητα της αγωνιστικής παρουσίας μέσα σε αυτό το έδαφος ακριβώς για να μην το παραχωρήσει σε αυτούς. Σε κάθε περίπτωση, υπήρχε η ανάγκη να προβληματιστούμε. Για δύο εβδομάδες, σύνεση, ανάλυση, σχεδόν κανένα σχέδιο δράσης. Από την άλλη πλευρά, μια αναλλοίωτη συνέχεια των αγώνων, των συνηθισμένων. Σαν τα Κίτρινα Γιλέκα να μπλοκάρουν τους δρόμους … του Κεμπέκ.

gilets

Κάποιοι και κάποιες προτείνουν ότι, πέρα από την ταξική περιφρόνηση, ο βαθύς λόγος είναι ότι, όταν φθάνει η αποφασιστική στιγμή, οι στρατευμένοι απορρίπτουν την αλλαγή, γενική ή προσωπική κι αν είναι. Υπονοώντας ότι αυτή η απόρριψη είναι ουσιαστικά εγγενής στην αγωνιστική κατάσταση. Υπάρχει η συντηρητική απόκλιση της μαχητικότητας; Εάν υπάρχει μια μαχητική τάση να αποκρύπτει την πιθανότητα μιας ξαφνικής αλλαγής, είναι με το φόβο του απρόβλεπτου, του μη οικείου, του άγνωστου που εξηγεί τoν αποπροσανατολισμό με την εμφάνιση μιας νέας κατάστασης.

Ένα πράγμα είναι βέβαιο, υπάρχει μια έλλειψη τόσο διαθεσιμότητας όσο και γεύσης για τον αυθορμητισμό. Αυτό που πρέπει να αμφισβητηθεί είναι οι αγωνιστικές συνήθειες. Είναι αυτές που εμπόδισαν να ειδωθεί σε αυτή την αρχή πρωτοφανούς κινητοποίησης, όχι μόνο η νόμιμη οργή των Gilet Jaunes, αλλά και η δυνατότητα μιας λαϊκής εξέγερσης που ξεχειλίζει πέρα από τα περιθώρια και την ένταση ενός «κοινωνικού κινήματος».

Όλα αυτά τα μέσα μαζικής ενημέρωσης που δεν σταματάμε να επικρίνουμε όταν επιτίθενται στα κινήματα μας έχουν αποκτήσει ξαφνικά αξιοπιστία στα μάτια αυτών των ίδιων αγωνιστών; Αμέσως μόλις λάβει χώρα μια ρατσιστική ή ομοφοβική επίθεση, τα μέσα εκτοξεύονται εκεί πάνω. Ταυτόχρονα όμως, όταν μια παλιά υπο-νομαρχία καταλαμβάνεται στην St. Nazaire και μετονομάζεται σε «σπίτι του λαού» ή όταν κυνηγιούνται οι φασίστες στη Ρουέν ή όταν οργανωνόμαστε με τους συνδικαλιστές για να ενισχύσουμε τα οικονομικά μπλόκα … δεν υπάρχουν ειδήσεις.

Το Σάββατο 24 νοεμβρίου, αρκετοί αγωνιστές βρέθηκαν στα Ηλύσια Πεδία. Την επομένη αυτής της ημέρας εξέγερσης, βλέπουμε μια μεγαλύτερη αποδοχή των Gilets Jaunes. Οι εικόνες των Champs-Élysées, καθώς και κάποιες εκκλήσεις από σημαντικές κολεκτίβες, έδωσαν την ευκαιρία σε πολλούς να μην μπορούν πλέον να σταματήσουν στη δική τους ανάκρουση. Κάτι, ανάμεσα στον φετιχισμό της εξέγερσης και μια αυθεντική συνειδητοποίηση, οδήγησε να αντιληφθούν την δική τους μη συμμετοχή ως κάτι για το οποίο πρέπει να ντρέπονται.

Όταν οι αγωνιστές και οι αγωνίστριες άρχισαν να ζεσταίνονται, έφτασε επί τέλους η ώρα να αναρωτηθούν «τι κάνουμε;» Συμμετοχή στην διαδήλωση … και μετά; Τι έλλειψη φαντασίας ενώ υπάρχει παντού εκεί γύρω μια γιορτή.
Αντί να θεωρείται ένας κίνδυνος – να αισθανόμαστε άχρηστοι και μειοψηφικοί – η συμμετοχή σήμερα θα μπορούσε σωστά να είναι η στιγμή που οι συνήθειες πιέζονται να διαλυθούν μέσα στον πειραματισμό, και αυτά θα ήταν a priori, καλά νέα.

VERBATIM. Voici toutes les revendications des Gilets jaunes

Θα μπορούσε να μας τύχει να ακούσουμε ότι δύο, τρεις εβδομάδες «καθυστέρησης» είναι μάλλον ο χρόνος μιας δικαιολογημένης προσοχής-επιφυλακτικότητας. Θα απαντούσαμε πως, αν υπήρχε μια στιγμή κατά την οποίαν θα μπορούσε να ειπωθεί ότι επρόκειτο για ένα φασιστικό κίνημα, ήταν ακριβώς επειδή αυτοί δεν είχαν αυτή την καθυστέρηση, όπως φάνηκε από την παρέλαση της Bastione Sociale στη Λυών στις 17 νοεμβρίου.
Μπορούμε επίσης να απαντήσουμε πως για να δημιουργηθεί μια άποψη, το έδαφος παραμένει αναγκαίο. Εν πάση περιπτώσει δεν είναι η καθυστέρηση που είναι ανησυχητική, όσο οι λόγοι που την έκαναν αναπόφευκτη.

Αυτή η απουσία αντιδραστικότητας είναι η απόδειξη μιας στρατηγικής σκέψης που εμποδίζει τη δράση κατά την εκδήλωση μιας κατάστασης που δεν έχει πραγματοποιηθεί από τους ίδιους. Ή αλλιώς, της ανεπάρκειας του στρατηγικού προβληματισμού tout-court.
Σε όσους έχουν απορρίψει και δυσφημίσει τoυς πρώτες κραδασμούς των Gilets Jaunse, είναι απαραίτητο να θέσουμε μια ερώτηση: πώς φαντάζονται την πυροδότηση μιας επαναστατικής κατάστασης; Ξεκινώντας από την αποφασιστική δράση μιας οργάνωσης; Εστιασμένη σε ένα ενιαίο ομογενές υποκείμενο; Ή, αν δεν φαντάζονται μια αλλαγή του ρυθμού, πώς νομίζουν ότι θα προχωρήσουν πραγματικά στην υπόθεση τους, στον αγώνα τους; Χάρη σε μια ερμητική χρονικότητα προς τους άλλους που την περιβάλουν;

Από την πλευρά μας, δεν έχουμε την πρόθεση να συζητήσουμε αν είμαστε μάρτυρες μιας επαναστατικής κατάστασης ή όχι. Ταυτόχρονα είναι πιθανό οι περισσότερες από τις εξεγέρσεις που έρχονται (και ένα μεγάλο μέρος από εκείνες του παρελθόντος) να είναι παρόμοιες με αυτές που συμβαίνουν εδώ και 3 εβδομάδες στη μητροπολιτική Γαλλία και στην Réunion. Πάνω απ ‘όλα, θεωρούμε ότι είναι επιθυμητό να δοθούν με αυτό τον τρόπο.
Χωρίς να είναι μια εξέγερση που ξεσπά από ένα πολιτικό κόμμα ή μια πολιτική οργάνωση, δίχως ένας οποιοσδήποτε ηγέτης, αντιπρόσωπος ή leader να καταφέρνει να γίνεται εκπρόσωπος της, κάθε προσπάθεια καταγγέλλεται από όλες τις πλευρές.

Εάν τα πρώτα μπλόκα ξεκίνησαν από την έκκληση ενός μικρού αριθμού ατόμων – μερικών όχι ιδιαίτερα αξιοσύστατων – και όσον αφορά συγκεκριμένο αίτημα – την ακύρωση ενός φόρου επί των καυσίμων – η υπέρβασή τους ήταν σχεδόν άμεση. Στη συνέχεια, η κινητοποίηση επεκτάθηκε σαν μια κηλίδα πετρελαίου και συγκεκριμενοποιήθηκε τοπικά, ταυτόχρονα, αλλά και σε εθνικό επίπεδο, με στιγμές σύγκλισης.                                                                                                                                          Έτσι είδαμε να ανθίζει μια τεράστια ποικιλία από χειρονομίες ανυπακοής: δωρεάν διόδια, διαδηλώσεις δίχως άδεια, οικονομικά μπλόκα, και άμεσες ενέργειες: καταλήψεις υπο-νομαρχιών, επιθέσεις τρακτέρ σε κρατικούς χώρους, διάρρηξη κατοικιών βουλευτών, λεηλασίες μεγάλων διανομέων … ο κατάλογος είναι μεγάλος.

Στη θέση των πλατειών, τώρα είναι οι κόμβοι, οι κυκλικές συγκλίσεις των δρόμων [ροτόντες] που αποτελούν τη φυσική βάση της κινητοποίησης. Είναι το σημάδι μιας μετακίνησης της οργάνωσης προς την περιφέρεια. Επί του παρόντος, σε πολλά σημεία των μπλόκων, γύρω από τις φωτιές οι στοιβαγμένες παλέτες αρχίζουν σταδιακά να μετατρέπονται σε καταυλισμούς …

Μια εξέγερση, που απαιτεί, όπως πολλές προηγούμενες, αξιοπρέπεια. Ή καλύτερα, όταν ακούς να μιλούν γι αυτήν ή συζητάς με εκείνους τους άνδρες και τις γυναίκες που κρατούν τα μπλόκα ύστερα από περισσότερες από 10 ημέρες στο κρύο και στη βροχή, αντιλαμβάνεσαι ότι αυτή την αξιοπρέπεια, αρχίζουν να την βρίσκουν και πάλι μέσα στον αγώνα, στην σύγκρουση με αυτόν ο οποίος, προς το παρόν, χαρακτηρίζεται ως ο κύριος ένοχος, ο κύριος Macron.

Πώς, λοιπόν, να μην ανησυχήσουμε από τις πολυάριθμες απεχθείς πράξεις (μια γυναίκα που της ξέσκισαν τη μαντήλα ή για τους μετανάστες που δέχτηκαν επίθεση στο Calais) και που δεν θα σταματήσουν απαραίτητα σε αυτό; Πώς να μην ενοχληθούμε από τα χειροκροτήματα μπροστά στην αστυνομία; Ή πάλι από τον αριθμό των γαλλικών σημαιών; Θα μπορούσαμε να αισθανόμαστε καλύτερα μόνο όταν η γαλλική σημαία συνοδεύεται από την σημαία της Αλγερίας, τη σημαία της Βρετάνης, την σημαία cabila, εκείνη της συριακής επανάστασης, του κινήματος Ζαπατίστας δίπλα σε εκείνες τις κόκκινες, τις μαύρες και LGBT. Επειδή πιστεύουμε ότι οι ταυτότητες δεν θα εξαφανιστούν εν μία νυκτί.
Μοιάζει μπανάλ να θυμίσουμε πως ναι, σε περιόδους εξέγερσης συμβαίνουν άσχημα πράγματα, ενοχλητικά. Αντανακλούν τον αέρα της εποχής, την έκφραση και την εξιλέωση θλιβερών ιδεών και παθών.

Η πτώση του Macron ή ακόμα και ενός καθεστώτος δεν είναι συνώνυμη με την πτώση του κράτους, του καπιταλισμού κάθε είδους καταπίεσης. Και ακόμη λιγότερο από την έλευση ενός δίκαιου και ισότιμου κόσμου. Αυτό που μπορεί να συμβεί δεν θα είναι ούτε δίκαιο ούτε εξισωτικό. Κανείς δεν πιστεύει πλέον στην «μεγάλη νύχτα», “grand soir” (ndt έννοια του τέλους του XIX – 19ου αιώνα που εκφράζει την ελπίδα μιας ξαφνικής και ριζικής ανατροπής της υπάρχουσας κοινωνικής τάξης). Από την άλλη πλευρά, θα είναι ένα σημαντικό στάδιο που θα εγγράφεται σε μια μακροπρόθεσμη επαναστατική διαδικασία.

gilets1d

Από εδώ και πέρα, από αυτή την έντονη στιγμή, κανένας δεν θα μπορεί να υιοθετήσει την ίδια συμπεριφορά με αυτήν που έχει όταν προσπαθεί να χτίσει κάτι υπομονετικά. Η ερώτηση, το ζήτημα μοιάζει να είναι: πως να πάρουμε μέρος σε αυτή την στιγμή εξέγερσης κατά την οποίαν επιθυμούμε και ελπίζουμε την αποπομπή του προέδρου συμβάλλοντας στην προώθηση αυτού που θέλουμε; Δίχως να ψάχνουμε να πάρουμε την εξουσία [πράγμα που σε κάθε περίπτωση δεν θα χειροκροτήσουμε], θέτοντας εμπόδια στις προσπάθειες των εχθρών μας.

Για να εξουδετερωθούν οι δραστηριότητες αυτών των τελευταίων, θα χρειαστεί μια μαζική δόση συλλογικής οξυδέρκειας για να παραμείνουμε μέσα στα πλαίσια. Αυτή δεν είναι μια αφηρημένη έννοια αλλά κάτι που θα παίξει σε όλα τα επίπεδα, σε εθνική κλίμακα όπως και περιφερειακή, στις συζητήσεις που μεταδίδονται στην τηλεόραση όπως και σε κάθε ροτόντα, σε κάθε κόμβο.
Για το σκοπό αυτό, θα πρέπει να προσπαθήσουμε να ενεργοποιήσουμε ό, τι προσπαθήσαμε να οικοδομήσουμε αυτά τα τελευταία χρόνια όσον αφορά δεσμούς, ιδέες ή εργαλεία.
Φιλίες, συμμαχίες, συναντήσεις … ήρθε η ώρα να δούμε ο ένας τον άλλον και να συζητήσουμε, όχι για ότι συμβαίνει, αλλά γι αυτά που μπορούμε να κάνουμε μαζί.

Εκτός από τους υλικούς πόρους, έχουμε αναπτύξει μέσα για την καταπολέμηση της κυριαρχίας, είτε πρόκειται για σεξιστική, ρατσιστική ή ταξική. Τίποτα δεν είναι δεδομένο, τίποτα δεν είναι ικανοποιητικό, όλα είναι απίστευτα μερικά, αλλά έχουμε κάτι να προσφέρουμε.
Οι γιατροί του δρόμου στις διαδηλώσεις, τα αιτήματα να σταματήσουμε να πληρώνουμε το ενοίκιο, τα λαϊκά τραπέζια και εστιατόρια για να συναντιόμαστε και να ήμαστε σε θέση να τα βγάλουμε πέρα στο τέλος του μήνα.

Αλλά τι θέλουμε να κάνουμε με όλα αυτά; Θησαυρό για την προσωπική μας παρηγοριά, ελπίζοντας ότι κάποιος θα πέσει πάνω μας στρίβοντας τη γωνία; Αυτό θα σήμαινε την αναπαραγωγή των προνομίων μας, ακόμα χειρότερα, την επινόηση νέων.
Ή αντιθέτως θέλουμε να προσπαθήσουμε να τα επεκτείνουμε, να τα διαθέσουμε και πάνω απ ‘όλα θέλουμε να επιτρέψουμε την αλλοίωση τους μέσα στη συνάντηση με την ένταση, με τον άλλο σε πιο πολύπλοκα επίπεδα. Πρέπει να προτείνουμε μέσα σε αυτό το πλαίσιο και αυτή την συγκυρία απαντήσεις για την καταπολέμηση τόσο του δικού μας εγώ όσο και του εχθρού ταυτόχρονα.

Ό, τι κι αν είναι, περί ότι κι αν πρόκειται, είναι καλύτερα να βοηθήσουμε να μην πάει πίσω, να μην νικηθεί μια εξέγερση παρά να προφητεύουμε την ήττα της και στη συνέχεια να απολαμβάνουμε το γεγονός πως είχαμε δίκιο.
Για να διευκρινίσουμε, η πρότασή μας δεν είναι να ζητήσουμε από όλους να βάλουν ένα κίτρινο γιλέκο. Μπορούμε να το κάνουμε, φυσικά, αλλά η έκκληση είναι μάλλον να συμμετάσχουμε στην ένταση της κινητοποίησης ο καθένας με τον δικό του τρόπο. Αυτό μπορεί να σημαίνει ανάλογα με την περίπτωση να πάμε να συναντήσουμε τους καταληψίες των αυτοκινητιστικών κόμβων, στις ροτόντες, όπως και αναστατώνοντας τους ίδιους τους δικούς μας αγώνες.

Το Σάββατο, 1 Δεκεμβρίου, το κίτρινο κύμα εισβάλει για τρίτη φορά στο Elysée. Το Παρίσι δέχεται εισβολή από χιλιάδες ανθρώπους που επικαλούνται την εξέγερση, την επανάσταση. Οι μετρήσεις αυτού του ρυθμού πρέπει να ληφθούν καλά. Δεν πρέπει να παίζουμε ενάντια στον χρόνο.
Το θέμα δεν είναι πλέον να συμμαχήσουμε με αυτό το «κίνημα». Δεν μπορεί κανείς να συμμαχεί με μια στιγμή. Ακόμη λιγότερο με μια εξέγερση. Μπορούμε να ενταχθούμε σε μια εξέγερση, να ενωθούμε μαζί της. Μπορούμε να βυθιστούμε σε μια εξέγερση.

Μετά από όλα αυτά, γι αυτούς που θέλουν ξανά να συζητήσουν αν είναι χρήσιμο, αν αξίζει τον κόπο να προσεγγίσουν αυτό που συμβαίνει και όχι να αναρωτιούνται τι μπορούν να κάνουν αυτοί, παρουσιάζουμε μια απλούστερη ερώτηση για να ενθαρρύνουμε τις συζητήσεις τους: «Η επανάσταση: υπέρ ή κατά;».
Εμείς έχουμε κάνει την επιλογή μας: προσθέτουμε τη δύναμή μας σε όλες εκείνες που θέλουν να σταματήσουν τη χώρα, να την ωθήσουν να προβληματιστεί και να αρχίσουμε να χτίζουμε αυτό που θέλουμε.

Να συμβάλλουμε στην πτώση του καθεστώτος και στην οργάνωση αυτού που έρχεται μετά.
(un contributore e una contributrice, ένας συνεισφέροντας και μια συνεισφέρουσα)

 

https://www.infoaut.org/segnalazioni/pro-o-contro-la-rivoluzione

ανατρεπτική τέχνη, arte ribelle

Ένα ταξίδι για τους φίλους: #Hevalen πάνω κάτω στο στιβάλι. Για τι πράγμα μιλάμε όταν μιλάμε για την Συρία;

Stampa

του Davide Grasso *

Un viaggio per gli amici: #Hevalen su e giù per lo Stivale. Di cosa parliamo quando parliamo di #Siria?

Παρουσίαση του Hevalen στο Πανεπιστήμιο L’Orientale της Napoli, 21 μαρτίου 2018.

Στα τέλη νοεμβρίου του 2017 προσγειωνόμουν για δεύτερη φορά σε ένα ευρωπαϊκό αεροδρόμιο αφού βρέθηκα στη Συρία. Αυτή τη φορά είχα αφήσει δύο φίλους πίσω μου: η Eddi και ο Jacopo παρέμειναν για να υπερασπιστούν και να συνεχίσουν την επανάσταση του βορρά. Θα είχα φθάσει στο Τορίνο το βράδυ και, το επόμενο βράδυ, θα είχα προσεγγίσει στην πλατεία Santa Giulia, όπου θα είχα παρατηρήσει – για άλλη μια φορά – τη νυχτερινή ζωή μιας μεγάλης πόλης έχοντας μια ζώνη πολέμου στα μάτια μου. Όχι ότι η βόρεια Συρία – ή η Ροζάβα – είναι απλά μια ζώνη πολέμου. Είναι ο τόπος όπου σήμερα, μέσα στο πρώτο τέταρτο του εικοστού πρώτου αιώνα, αναπτύσσεται το μεγαλύτερο επαναστατικό κίνημα της γης, σε έναν κόσμο χωρίς επαναστάσεις. Ακόμη μια φορά, μετά από δύο μήνες μεσοποταμιακών διαδρομών, συνελεύσεων, συναντήσεων και σεμιναρίων που υποστηρίχτηκαν με πολεμικούς ρυθμούς – σαν να ήμασταν ζωντανοί, σαν να προσπαθούσαμε να αλλάξουμε τον κόσμο – δεν μπορούσα παρά να κοιτάζω με αμηχανία την αντανάκλαση του εαυτού μου σε όλα τα κοκτέιλ και τα χαμόγελα εκείνης της νυχτερινής Παρασκευής. Γιατί δεν οργανώναμε κάτι μεγάλο κι εδώ, αντί να ουρλιάζουμε άσκοπα με μερικές μπύρες στο χέρι;

Τότε, εννέα μήνες πριν, δεν ήμουν ακόμη σε θέση να αγγίξω ένα αντίγραφο του βιβλίου που είχα γράψει μερικούς μήνες νωρίτερα, εκείνο στο οποίο διηγούμουν για το χάσμα μεταξύ Ευρώπης και Μέσης ανατολής, και για τον λόγο για τον οποίον είχα πάει για να πολεμήσω το Isis, ή το Daesh. Μετά το βράδυ στην Piazza Santa Giulia δεν περίμενα πολύ να επιστρέψω στο ταξίδι. Αυτή τη φορά ήταν η Ιταλία που είχα σκοπό να διασχίσω, με το βιβλίο που είχα γράψει. Όπως είναι γνωστό, τα τουφέκια απέχουν πολύ από το να είναι το μοναδικό όπλο που θα χρησιμοποιηθεί σε αυτόν τον κόσμο, και, όπως εξήγησα στους φίλους μου στη Συρία, το Hevalen είναι μια πολιτική δράση: γραμμένο διαφορετικά από το πώς θα το είχαν εκδώσει οι μεγάλοι εκδοτικοί οίκοι, ίσως ακόμη και διαφορετικά από το πώς οι αναγνώστες θα το είχαν θελήσει, το σκέφτηκα με τρόπο τέτοιο ώστε να προσπαθεί να μεταδώσει – όσο μπορεί να γίνει δυνατή η μετάδοση – αυτό που είναι πιο οδυνηρό εκεί όπου πονάει περισσότερο: δηλαδή ότι δεν υπάρχει κανένας τρόπος μέσα στον οποίο εσείς και εγώ μπορούμε να είμαστε ειλικρινείς και τίμιοι με τους εαυτούς μας, ζωντανοί, σε έναν τέτοιο κόσμο.

Από τότε, μέχρι την τελευταία παρουσίαση στο festival Υψηλή Ευτυχία-Alta Felicità, στην Val Susa, στις 27 ιουλίου που μόλις πέρασε  [Audio στο κάτω μέρος σε αυτό το post, N.d.R.], γύρισα την Ιταλία να φέρω σε πέρας πενήντα οκτώ παρουσιάσεις σε άλλες τόσες δημόσιες αίθουσες, κύκλους, ταβέρνες, πανεπιστήμια, σχολεία, κοινωνικά κέντρα, σπίτια του λαού, συνδικαλιστικά γραφεία, σε χωριά των 600 κατοίκων όπως και σε μητροπόλεις εκατομμυρίων ανθρώπων, από τους Δολομίτες μέχρι το Παλέρμο, από την Αδριατική μέχρι τις δυτικές γωνιές της Σαρδηνίας. Είδα ξανά φίλους, συνάντησα διαφορετικά πρόσωπα και ανθρώπους, άκουγα διαλέκτους, κλίσεις και αδυναμίες, έθιμα φιλοξενίας και πολύ διαφορετικούς τρόπους έκφρασης των αμφιβολιών ή των ιδεών τους. Μερικές φορές με περίμενε η ερώτηση: πώς είσαι; Πώς είναι εκεί κάτω; Υπάρχει ελπίδα; Μερικές φορές φαίνονταν να θέλουν να εννοήσουν πως, αν υπάρχει, μπορεί να υπάρχει και εδώ. Άλλες φορές φαίνονταν ότι το υπόβαθρο της ερώτησης ήταν περισσότερο απογοητευμένο. «Μιας κι εδώ απ’ ότι φαίνεται ελπίδα δεν υπάρχει… θα μας πεις για εκείνους τους μακρινούς τόπους;»

Γιατί να μιλήσουμε γι αυτό που είναι μακριά; Σε κάποιους η αίσθηση, η έννοια αυτής της δραστηριότητας μου διαφεύγει, αλλά πρέπει να πάμε μακριά, μερικές φορές, για να βρούμε κοντινές απαντήσεις, ειδικά όταν, στη γύρω περιοχή, φαίνεται να βρίσκουμε μόνο τοίχους για να χτυπήσουμε το κεφάλι.

Στην Bologna, σε έναν από τους πρώτους σταθμούς, συνάντησα τον Wu Ming 1, που με είχε ακολουθήσει στη συγγραφή του βιβλίου. Η παρέμβαση του ενώπιον των φοιτητών με ταρακούνησε. Πάντα πίστευα ότι αν κάποιος είχε διαβάσει, εκτός από το Hevalen, το μοναδικό άλλο βιβλίο που είχα γράψει (τέσσερα χρόνια νωρίτερα, όταν είχα επιστρέψει από μια περίοδο σπουδών στις States, και η Συρία δεν καταλάμβανε ούτε κατά διάνοια τις σκέψεις μου), δεν θα μπορούσε να πιστέψει πως ο συγγραφέας ήταν ο ίδιος. Εγώ πρώτος δυσκολεύομαι να το πιστέψω. New York Regina Underground  ήταν αυτοβιογραφικός απολογισμός για τις μητροπολιτικές τρέλες, γιορτές και παράδοξα της ευχαρίστησης και, κατά κάποιο τρόπο, και για το βίτσιο. Το Hevalen ονομάζει γεγονότα στα οποία, ως επί το πλείστον, θα ήθελα να καταφέρω να μην σκέφτομαι πλέον, αν μη τι άλλο επειδή δεν δημιουργούν μόνο εμμονές, αλλά κάστρα από εμμονές. Ωστόσο όχι μόνο είμαι ο ίδιος συγγραφέας, είπε ο Wu Ming 1, αλλά μάλιστα θα έπρεπε να διαβάσετε το Νέα Υόρκη Regina Underground πριν διαβάσετε το Hevalen.

Με την πρώτη ματιά θα μπορούσε να εμφανιστεί σχεδόν σαν μια προσέγγιση όχι και τόσο διακριτική, και είναι εύκολο, μπροστά στον πόλεμο, να λείπει ακούσια ο σεβασμός. Δεν ήταν έτσι: ο Wu Ming 1 είχε καταλάβει πόσο βαθιά είναι απαραίτητο να κατανοήσουμε την αρχή του Hevalen για να απαντήσουμε στην ερώτηση που γράφτηκε στο εξώφυλλο. Δεν ήταν ίσως τα χαμόγελα του Bataclan και τα cocktails της Rue de Charonne, που κάποτε πνίγηκαν στο αίμα στις 13 νοεμβρίου του 2015, που με ώθησαν να πάρω ένα όπλο για πρώτη φορά στη ζωή μου, να αντιμετωπίσω τους υπεύθυνους για εκείνη τη σφαγή με τα ίδια μέσα που είχαν χρησιμοποιήσει για να την φέρουν σε πέρας; Και δεν ήταν, εκείνα τα κοκτέιλ και τα χαμόγελα εκείνα, τα ίδια που ήταν οι πρωταγωνιστές του πρώτου μου πραγματικού ταξιδιού έξω από την Ευρώπη – προς τα δυτικά – και συνεπώς του πρώτου βιβλίου; σίγουρα: μια παρόμοια αγάπη για τη δική μου νυκτερινή αντανάκλαση, και για τη διάθλασή της σε εκατομμύρια άλλων σε χίλιες άλλες νύχτες, μπορεί να ενοχλήσει. Παρ ‘όλα αυτά, ακριβώς επειδή είναι αλήθεια δεν κάνει τίποτα για να ευχαριστήσει.

Όταν ένα μπλουζάκι του God Save The Queen των Sex Pistols έχει τα ίδια χρώματα της σημαίας των YPG. Κοινωνικό κέντρο Cartella, Reggio Calabria, 10 ιουλίου 2018.

Και άλλοι διεθνείς μαχητές γνώριζαν επίσης κάτι για την αγάπη αυτή, στην Rojava, καθένας με διαφορετικό τρόπο. Κατά τη διάρκεια των παρουσιάσεων του βιβλίου συναντήθηκα με άλλα παιδιά που είχαν πολεμήσει στις YPG μετά από μένα. Τους παρατήρησα: μικροκαμωμένοι, παιδιά, μερικές φορές με παιδικά πρόσωπα, μπλουζάκια που κρέμονται σε μικροσκοπικούς ώμους ή ένα χαρτάκι για να στρίβουν τον καπνό στο χέρι τους. Αυτοί; Μαχητές; Μαχητές στη Συρία; ενάντια στο Isis; Είναι μια ολοκληρωτικά κατανοητή δυσπιστία, που πολλοί δεν μπορούν παρά να έχουν και για λογαριασμό μου. Είναι ότι το έχουμε ξεχάσει, με όλους αυτούς τους Rambo και αυτούς τους Terminator που περνούν στις εφημερίδες και στην τηλεόραση, με αυτούς τους επαγγελματίες στρατιώτες οι οποίοι, ψηλοί και φουσκωμένοι, πομπώδεις, επηρμένοι, περιπολούν τους σταθμούς και τους δρόμους της νύχτας, ξεχάσαμε λοιπόν πως πάντοτε τον πραγματικό πόλεμο εμείς τον κάναμε: φτωχοί και losers, με τους πατέρες και τα παιδιά μας. Τον κάνουν τα αγόρια της Manbij και του Deir El Zor με τα πολύ μακριά τους πόδια ή πολύ στραβά, με τις κυρτές τους μύτες και το βλέμμα τους χαμένο ποιος ξέρει που, κρατώντας το τουφέκι σαν να μην θέλουν να είναι στον κόσμο με αυτό το πράγμα, και οι δύο στην ίδια στιγμή! Ξύπνα! Μας έχει απομείνει λιγάκι μνήμη; Πώς ήταν οι νεκροί μας του Caporetto, οι νεκροί της Grappa; Πώς ήταν οι νεαροί που μαχαιρώθηκαν στις πλάτες στη Γαλλία, της υποχώρησης της Ρωσίας, της Balmafol; Πάντα δικοί μας είναι οι νεκροί, αλλά και οι μαχόμενοι: πρέπει να θυμόμαστε.

Συμβαίνει λοιπόν, για αυτούς τους ανθρώπους, πως οι μητέρες, οι ελιές, τα χαμόγελα ή οι προσευχές να είναι σημαντικές. Είμαι υπερήφανος που αγωνίστηκα, που πολέμησα με τον ήχο των χορδών των Dire Straits στο μυαλό, δίπλα σε νέους ανθρώπους που τα πρόσωπα τους έλαμπαν εάν, σε ένα σπίτι που μόλις κατέλαβαν κατά τη διάρκεια των μαχών, έβρισκαν ένα αντίγραφο του Κορανίου. Επειδή για εμάς τους κοινούς θνητούς, πιστούς ή όχι, η συνύπαρξη μέσα στη διαφορά – και η συνεργασία μέσα στη διαφορά – είναι μια αναγκαιότητα.

Στην Φλωρεντία ήταν ο Wu Ming 4 που παρουσίασε το Hevalen. Με είχε ήδη βοηθήσει να καταλάβω καλύτερα γιατί πήγα στη Συρία χάρη σε ένα αξιόλογο κριτικό δοκίμιο που έγραψε αυτός και το οποίο διάβασα κατόπιν σύστασής του στην επιστροφή, L’eroe imperfetto, Ο ατελής ήρωας. Είχε μιλήσει στους σπουδαστές για μια φλασιά που είχε στο Λονδίνο, νομίζω στο Hyde Park. Ο γιος του έπαιζε με άλλα παιδάκια και, όπως συχνά συμβαίνει σε εκείνη την πόλη, οι οικογένειες που βρίσκονταν γύρω ήταν: ένα πολύ ξανθό ζευγάρι, ίσως ουαλοί, μια κυρία που φορούσε το hijab με τον σύζυγό της, ίσως αιγύπτια, και άτομα με ινδοκινεζικά χαρακτηριστικά, ή αφρικανοί. Κοιτάζοντας εκείνη τη σκηνή συνειδητοποίησε ότι εκείνο «ήταν όλο αυτό για το οποίο είχα και για το οποίο θα είχα θελήσει να πολεμήσω», και ήταν το ίδιο, συνειδητοποιούσε τώρα, για το οποίο αγωνίζονταν οι σύριοι, οι άραβες, οι κούρδοι, οι ιρανοί, οι μεσοανατολίτες και οι δυτικοί του Hevalen. Στο Hevalen, είπε στη Φλωρεντία, γίνεται λόγος για ένα «τρόπο, για ένα στυλ ζωής»: δεν είναι όμως ο «τρόπος ζωής» του Emmanuel Macron ή της Theresa May, που βλέπει στον καταναγκασμό της επανάληψης του εστιατορίου και του dehor, της βιτρίνας ως τη μόνη δυνατή ταυτότητα, την νιχιλιστική επιτακτική ανάγκη της κατανάλωσης, χωρίς δονήσεις και χωρίς ζωή. Είναι το στυλ ζωής εκατομμυρίων νέων προλετάριων του παγκόσμιου melting pot, χωνευτηρίου – που κάνουν εκατομμύρια νύχτες να είναι ζωντανές και δονητικές, και στη μουσική, και στη νυχτερινή ζωή.

Είναι σαφές ότι δεν μπορούμε να είμαστε ικανοποιημένοι με ένα τέτοιο σενάριο ή, ακόμα λιγότερο, με την περισυλλογή επί αυτού. Ο κόσμος είναι αμφίθυμος, αντιμαχόμενος. Οι μόνες ψευδείς σημαίες είναι εκείνες που πιστεύουν ότι κυματίζουν στον άνεμο που φυσά μόνο από μία κατεύθυνση. Πίσω από τα ουράνια τόξα που πρέπει να υπερασπιστούμε υπάρχουν οι καταιγίδες του αβυσσαλέου χάσματος που προκαλείται από την αδικία. Προσπάθησα να διευκρινίσω κατά μήκος της μπότας ότι το βιβλίο μου είναι ένα βιβλίο επάνω στην αδικία – μέχρι τις ακραίες συνέπειες. Αντιμετώπισα, κατόπιν παρότρυνσης του Christian Raimo, στη Ρώμη, την αφιέρωση στην αρχή του κειμένου, που λόγω ενός ταρακουνήματος υλισμού – χειρονομία εξέγερσης της οποίας ο αναγνώστης βρίσκει στη συνέχεια την εξήγηση – δεν περιλαμβάνει τους πεσόντες. Οι πεσόντες είναι οι πρωταγωνιστές του βιβλίου, αλλά το βιβλίο δεν είναι αφιερωμένο σε αυτούς. Πρέπει να αισθανόμαστε την απουσία τους για να τους είμαστε πιστοί. Πρέπει να καταλάβουμε ότι δεν υπάρχουν πλέον. Δεν μπορούν να μας ακούνε.

Παρουσίαση του Hevalen στο Barrio Campagnola του Bergamo, 7 μαρτίου 2018.

Με τα παιδιά του κοινωνικού κέντρου Dordoni και με τον βιβλιοπώλη από την Κρεμόνα Mario Feraboli συζήτησα για αυτό το διάκενο μεταξύ του «εμείς» που (επι)βιώνουμε και «αυτών», που πεθαίνουν. Δεν είναι εύκολο. Χωρίς επιφυλακτικότητα ή αξιολύπητες πόζες, με απόλυτη ειλικρίνεια. Το καταφέραμε στην Cremona. Εξ αιτίας όσων ήταν εκεί εκείνο το βράδυ, αλλά και κατά πρώτο λόγο λόγω εκείνων που δεν ήταν εκεί. Των παιδιών που αγωνίζονται στη Συρία και που με άλλαξαν, καθιστώντας ένα ελάχιστο, ένα απειροελάχιστο λιγότερο διαστρεβλωμένη και εγωκεντρική την προσωπικότητά μου, των πεσόντων, που με καρφώνουν στις ευθύνες μου μπροστά σε οποιονδήποτε. Των πεσόντων σχετικά με τους οποίους μπόρεσα για τελευταία φορά να αντιμετωπίσω τον φίλο Peppino, αγωνιστή του Boccaccio της Monza, που λίγο αργότερα μας άφησε. Υπάρχει ένας αξιοπρεπής και σεβαστός τρόπος με τον οποίο μπορούμε να εκφράσουμε τις αναφορές μας στην καταραμένη αναγκαιότητα της βίας; Αυτός γνώριζε τις συνέπειες αυτής της αναγκαιότητας, εξαιτίας του φίλου του για τον οποίον μου είχε μιλήσει, που είχε βοηθήσει τους Ypg και έπειτα αφαίρεσε την ζωή του, για αυτό που υπήρξε αναγκαίο. Αναγκαίο; Για ποιον; Για αυτούς, για μας; Για μένα; Στο Παλέρμο, η φιλόσοφος Serena Marcenò μου υπενθύμισε ότι, γι αυτή την αναγκαιότητα, ακόμα και μετά την ανάγνωση του βιβλίου μου, κάποιος μπορεί να παραμείνει κάθε άλλο παρά πεπεισμένος.

Όταν προσγειώθηκα στην piazza Santa Giulia, πριν από εννέα μήνες, η Raqqa μόλις είχε απελευθερωθεί και η εκστρατεία κατά του Daesh στην ανατολική έρημο είχε ξεκινήσει. Η ειρήνη φαίνονταν κοντινή. Το συριακό καθεστώς έσπρωχνε τον εχθρό από το νότο, χωρίς να περιφρονεί να βομβαρδίζει και τους συντρόφους μας. Ένας δύσκολος αλλά αναγκαίος συμβιβασμός μεταξύ δύο αντιτιθέμενων δυνάμεων – ένα σοσιαλιστικό και ελευθεριακό κίνημα από την μία πλευρά, ένα αυταρχικό και φασιστικό κράτος από την άλλη – ενωμένων από το κοινό συμφέρον για να εμποδιστεί η γέννηση μιας θεοκρατικής Συρίας, φαίνονταν να επιτυγχάνεται χάρη στη φυσική διαμεσολάβηση της Ρωσίας, στρατιωτικού συμμάχου και των δύο. Αντιθέτως δύο μήνες αργότερα το σενάριο αυτό θάφτηκε από τον Πούτιν, ο οποίος προτιμούσε να ευνοήσει την τουρκική περιφερειακή δύναμη, κάποτε εχθρική σε αυτόν, παραδίδοντας της την Αφρίν, προπύργιο της επανάστασης.

Γυρνώντας την Ιταλία με το Hevalen στο χέρι προσπάθησα να ενημερώσω για τις φάσεις του αγώνα και της μάχης, μοιράστηκα τα βίντεο που έστειλαν οι Jacopo, Eddi, Gelhat, Dilsoz – όλοι ιταλοί στρατευμένοι και μαχόμενοι – ενώ κινούμουν από το Βένετο στην Ούμπρια, από Λάτσιο έως Λομβαρδία και στις Marche, στην περιοχή της Emilia Romagna. Δρομολόγησα ξανά τα συνθήματα αντίστασης από τις πορείες του Τορίνο και του Μιλάνο. Με βρίσκουν στο Φεστιβάλ παλαιστινιακού κινηματογράφου στο Κάλιαρι όταν όμως η Αφρίν, ξαφνικά, μεταξύ 17 και 18 μαρτίου, έπεσε, εκκενώθηκε από τις επαναστατικές δυνάμεις. Από την σφαγή του πληθυσμού, ο οποίος παρέμεινε ως επί το πλείστον στην πόλη, είχε προτιμηθεί ο ανταρτοπόλεμος, η αντίσταση σε καθεστώς παρανομίας που εξακολουθεί να διαρκεί. Σε εκείνη την τρομερή φάση το να δέχομαι βροντερά χειροκροτήματα για την προηγούμενη στρατιωτική μου στράτευση, όπως συνέβη στην αρχή της παρέμβασής μου στο Δημαρχείο της Πάντοβα, υπήρξε ευκαιρία να μην κάνω τον αδιάφορο, αλλά να αντιμετωπίσω το κρυφό πρόβλημα που σε εκείνα τα χειροκροτήματα ήταν κρυμμένο.

Η πρόθεση στα χειροκροτήματα, στα σφιξίματα στα χέρια και στην απόδοση εκτίμησης απέναντι μου, και απέναντι στους άλλους ιταλούς των YPG, είναι σαφής, ξεκάθαρη και καλή, αλλά είναι το αποτέλεσμα, η συνέπεια για εκείνους που έχουν πάρει τα όπλα σε έναν πόλεμο, ακόμα σε εξέλιξη, που είναι αντιφατική. Με αυτή την ευκαιρία χρειάστηκα δύο λεπτά για να εξηγήσω ότι τα χειροκροτήματα και τα συγχαρητήρια είναι κατανοητά και αποδεκτά σύμφωνα με την ιταλική οπτική, που εκείνοι που πολέμησαν στη Συρία κατέχουν πλέον μόνο εν μέρει. Από τη συριακή οπτική, από την επαναστατική άποψη, το να έχουμε διαθέσει το σώμα μας για πέντε μήνες, όπως έκανα εγώ, δεν είναι τίποτα. Αυτή είναι η αλήθεια. Κάποιος με ρώτησε: πώς μπορείς να γυρνάς όλη την ώρα, χωρίς ποτέ να σταματάς; Δεν είσαι κουρασμένος; Είναι τίποτα. Εκεί οι άνθρωποι αγωνίζονται και μάχονται μια ζωή. Οι νεαροί μάχονται και εξακολουθούν να αγωνίζονται, να μάχονται, μέχρι το νέο χωριό και τη νέα επιχείρηση, μέχρι το θάνατο, και είναι νέοι που χαμογελούν σαν εμένα και σαν εσάς, που κλαίνε σαν εσάς, που έχουν θάρρος και φόβο σαν κι εσάς. Ποιο δικαίωμα έχουμε για να δεχόμαστε επαίνους λαϊκούς;

A και V στον πίνακα. Λύκειο Walther von der Vogelweide, Bozen/Bolzano, 20 απριλίου 2018.

Είναι σωστό ότι η παρουσίαση του Hevalen χρησίμευσε επίσης για να επεξηγήσει αυτό: επειδή αυτό είναι γραμμένο στο βιβλίο. Είναι γραμμένο ότι αυτά τα παιδιά μας φωνάζουν πως το να ελπίζει κανείς, ή να προσποιείται πως ελπίζει, δεν εξυπηρετεί, πρέπει να αγωνιστούμε – ακόμη και στο έδαφος της ειρήνης γιατί, αν όχι ο πόλεμος, είναι ο αγώνας που είναι παγκόσμιος. Τις ημέρες των λεηλασιών της Afrin, προσγειώθηκα στη Νάπολη. Μια ομάδα παράξενων σπουδαστών έκανε να βρεθεί μια τρίχρωμη σημαία με τρία αστέρια ευθυγραμμισμένα πάνω από την πύλη της Orientale: την σημαία του λεγόμενου Ελεύθερου Συριακού Στρατού, ο οποίος – παράδοξο – δεν ήταν ποτέ ελεύθερος και ποτέ δεν υπήρξε συριακός (και ποτέ δεν υπήρξε ένας στρατός ). Είναι η ίδια σημαία που είχαν κρεμάσει δυο μέρες πριν οι αλήτες που κατέλαβαν την Αφρίν σε ένα παρόμοιο μπαλκόνι, εκείνο του δημαρχείου της, δίπλα στην τουρκική σημαία. Εκείνο το έμβλημα θανάτου και κλοπής, παντού όπως στην πόλη εκείνη προοίμιο της αναγκαστικής μεταλλαγής των μειονοτήτων, των συστηματικών βασανιστηρίων των αντιφρονούντων, της εθνοκάθαρσης, της απομόνωσης και των διακρίσεων των γυναικών, κυμάτιζε στους τοίχους ενός από τα ευγενέστερα ιταλικά πανεπιστήμια. Είπα στους σπουδαστές που με είχαν καλέσει πως θα απομάκρυνα τη σημαία εγώ ο ίδιος, εάν δεν το έκαναν αυτοί. Σε λίγα λεπτά εξαφανίστηκε.

Μόλις κάθισα, άρχισα να καταγράφω τα εγκλήματα και τις φρικαλεότητες που διαπράττονται στη Συρία πίσω από αυτό το έμβλημα από τους τζιχαντιστές που οι τελεειδήσεις μας, λόγω της πρόστυχης ιταλικής εξωτερικής πολιτικής, αποκαλούν «αντάρτες». Ένα κορίτσι με τα μαλλιά να καλύπτονται από το hijab, στην τρίτη σειρά, προσπάθησε να με διακόψει. Δεν με ενδιέφεραν τα παράπονά της. Το ντύσιμο της μπορούσε να την κατατάξει ως πρώην αποικισμένη, ή μετανάστρια. Πρέπει να ευχαριστήσω τη Συρία που με έκανε απρόσβλητο – τουλάχιστον το ελπίζω – από εκείνο τον συγκεκριμένο ρατσισμό, της «αριστεράς» αυτή τη φορά, που χαρακτηρίζεται ως αφόρητος πατερναλισμός, αλόγιστος κατευνασμός σε οποιαδήποτε συμπεριφορά που προέρχεται, για παράδειγμα, από ανθρώπους που θεωρούνται ως μουσουλμάνοι, λες και ο σεβασμός προς τον άλλον δεν εκφράζεται πρώτα απ’ όλα ακριβώς στο να δίνεις στον καθένα την αξιοπρέπεια να είναι πραγματικός συνομιλητής και όχι μόνο τυπικά, όχι είδος ανήλικου διαταραγμένου μειωμένης ικανότητας να αντιπαρατεθεί, αν χρειαστεί έντονα, στα ίσα και να δεχτεί, εάν χρειαστεί, κριτικές. Μία νοοτροπία που θα με είχε ωθήσει να υποκύψω στις πιέσεις αυτού του κοριτσιού, μόνο και μόνο για το πέπλο που φορούσε. Αντιθέτως συνέχισα. Τους είπα – για τα θύματα, για τους μάρτυρες. Το κορίτσι άρχισε να κλαίει. Συνέχισα. Αυτή όπως και όλοι έπρεπε να ακούσει την αλήθεια των αποκεφαλισμένων παιδιών, των γυναικών που βιάστηκαν, των οικογενειών που ήταν κλειδωμένες στα κλουβιά. Όταν τελείωσα, ζήτησε συγγνώμη για τη συμπεριφορά της και είπε ότι γνώριζε από καιρό ότι δεν μπoρούσε πλέον να ανεμίζει εκείνη τη σημαία, πως έπρεπε να την κρατά «κλειδωμένη στο συρτάρι, εξαιτίας εκείνων που πρόδωσαν τα αρχικά ιδανικά». Μέσα στον κοινό σεβασμό για τις απαρχές της συριακής επανάστασης σφίξαμε τα χέρια στο τέλος της συζήτησης. Ανακάλυψα ότι ήταν ιταλίδα, που είχε ασπαστεί το Ισλάμ.

Το ταξίδι μέσα στην Ιταλία καθιστά δυνατή την κατανόηση πως η πραγματικά κακή πίστη δεν κατοικεί, συχνά, μέσα στους πρώτους ύποπτους, αλλά τους πολίτες πάνω από κάθε υποψία. Κατά τη διάρκεια της παρουσίασης της Περούτζια γνώρισα μια ομάδα τοπικών οπαδών που τους απέκλεισαν από κάθε αθλητική διοργάνωση επειδή άνοιξαν, κατά τη διάρκεια ενός αγώνα, ένα πανό με την επιγραφή «Defend Afrin, terrorist Erdogan, Να υπερασπιστούμε την Αφρίν, Ερντογάν τρομοκράτη». Ο διοικητής της αστυνομίας δικαιολόγησε τη διάταξη σύμφωνα με την οποία το πανό προσέβαλε στην τιμή ενός αρχηγού ξένου κράτους. Επωφελήθηκα από την παρέμβασή μου για να προσκαλέσω τον διοικητή της Περούτζια να μετακομίσει με την οικογένειά του στη νέα Αφρίν του Ερντογάν, για να νιώσει τι ζουν κάτω από μια θεοκρατική εξουσία που διοικείται από κακοποιούς, ανάμεσα σε αντιφρονούντες που κρέμονται από στύλους και αποκεφαλισμούς στην πλατεία με την κραυγή «Allah Akhbar, ο Θεός είναι Μεγάλος !». Στην Πίζα οι σπουδαστές που με υποδέχτηκαν είχαν μόλις φτιάξει μια τοιχογραφία για την Αφρίν, αλλά είχε σβηστεί από το πανεπιστήμιο. Αν μόνο ο πρύτανης της Πίζα έπρεπε να αγκαλιάσει κάποιον που αιμορραγεί για την υπεράσπιση της πόλης του, ή για την ίδια την δυνατότητα να υπάρχουν τα πανεπιστήμια, θα καταλάβαινε πως ορισμένες χειρονομίες είναι αποδεκτές μόνο από μια ιταλική οπτική, εκείνη που εμείς έχουμε εν μέρει χάσει.

Στη μνήμη του Francesco Viviani, καθηγητού αντιφασισμού στο Liceo Ariosto της Ferrara, στη συνέχεια διοικητικού στελέχους του βερονέζικου CLN, που πέθανε στο  Buchenwald.

Ήταν κουραστικό, αλλά και όμορφο, να βλέπω τη χώρα μου, την οποία αγαπώ. Στο Appennino παρενέβην στις Casematte της Aquila, όπου χιλιάδες άνθρωποι βρήκαν καταφύγιο κατά τη διάρκεια του σεισμού, στη Φερράρα. Συζήτησα με αξιολάτρευτους φοιτητές – μερικοί ιταλοί, άλλοι παλαιστίνιοι (το Hevalen είναι επίσης ένα βιβλίο για την Παλαιστίνη) – στο Λύκειο Αριόστο. Στους τοίχους του σχολείου μια πλάκα με έκανε να ανακαλύψω ότι ένας από τους καθηγητές λατινικών και ελληνικών πέθανε από το ναζιστικό-φασιστικό χέρι. Το να διασχίζεις την Ιταλία είναι να διασχίζεις αναμνήσεις αντίστασης: φθάνει να σταματήσεις για μια στιγμή και να μην προχωρήσεις περισσότερο, να δώσεις στον εαυτό σου χρόνο. Ένας φίλος με μετέφερε με ένα φορτηγό από το Carpi στο Reggio Emilia, δείχνοντάς μου την ατέλειωτη ροή των μνημάτων των καταδικασθέντων και το στρατόπεδο συγκέντρωσης του Fossoli, σε εκείνο το τρίγωνο του θανάτου όπου ο απαραίτητος αγώνας ενάντια στον φασισμό υπήρξε τόσο σκληρός. Μεταξύ των υψηλών και επιβλητικών βουνών της Val Belluna, όπου είχαν ενεργήσει άλλες μονάδες παρτιζάνων, συνάντησα και πάλι τον μαχητή δίχως όπλα Fabio Vettorel, ο οποίος αντιστάθηκε με σαφήνεια και συνέπεια στις γερμανικές φυλακές μετά τη σύνοδο των G20 στο Αμβούργο.

Στο Bozen / Bolzano συνάντησα μια γερμανόφωνη σχολική ομάδα με τους οποίους συζήτησα τη σημασία της γλωσσικής προστασίας, της άρνησης της αφομοίωσης και του συστήματος των δημοκρατικών αυτονομιών στη βόρεια Συρία ως πρότυπο που θα μπορούσαμε να προωθήσουμε και στην Ευρώπη. Πολλοί, εκεί και αλλού, με ρώτησαν: είναι πιθανό μερικές από τις κατακτήσεις της Rojava να βρουν επιβεβαίωση στα μέρη μας; Τίποτα δεν μπορεί να εξαχθεί σαν ένα δέμα πατάτες, στην πολιτική, αλλά οι σύριοι ή οι κούρδοι έχουν δύο πόδια και δύο χέρια σαν κι εμάς, έτσι ώστε να έχουν δημιουργήσει μια κοινωνία που βασίζεται στις κοινότητες, η ιδέα της οποίας προέρχεται από την ευρωπαϊκή επαναστατική ιστορία, και οι κοινότητες διήρκεσαν στην Ροζάβα περισσότερο από ό, τι στο Παρίσι, σίγουρα δεν κόστισαν λιγότερο αίμα απ’ ότι εδώ σε εμάς. Υπάρχουν πηγές έμπνευσης σε όλες τις επαναστάσεις, και εκείνη της βόρειας Συρίας δεν αποκλείεται, ακόμα περισσότερο επειδή δίπλα στους πρακτικούς μετασχηματισμούς βρίσκονται σε διεργασία εκεί κάτω βαθιές και χρήσιμες θεωρητικές σκέψεις και προβληματισμοί επάνω στην ιστορία του σοσιαλισμού, του κομμουνισμού και της αποικιοκρατίας, και επάνω στην αυτοκριτική που πρέπει να εμβαθύνουν οι επαναστάτες αυτού του αιώνα (της οποίας ένα από τα πιο πολύτιμα χαρακτηριστικά είναι, τελικά και επιτέλους, να κατανοήσουν κριτικά το 1989).

Παλαιστίνη και PKK. Padova, Δημαρχείο, 1 ιουνίου 2018.

Σίγουρα, λίγο χρησιμεύει να αντλήσουμε έμπνευση από τις κοινότητες και τα συνέδρια των γυναικών, ή από τους συνεταιρισμούς ισονομίας της Ροζάβα, εάν δεν θέσουμε στους εαυτούς μας το πρόβλημα του πώς άρχισαν όλα και πώς μπορεί να υπάρξει συνέχεια: μιας και όλοι όσοι έχουν διασχίσει αυτή τη διαδικασία αλλαγής ξέρουν πόσο καθοριστικός είναι ο ρόλος ενός ισχυρού και οργανωμένου κινήματος, του επαναστατικού υποκειμένου και των αγωνιστών του. Η αλήθεια είναι αυτή: ούτε μια κοινότητα δεν θα είχε αναδυθεί χωρίς τη δράση ερεθίσματος, ώθησης, κατάρτισης και οργάνωσης που ασκείται από το κόμμα, ακόμη και πριν από τις αναταραχές του 2011, όταν κάτω από τo τακούνι του Assad ενεργούσαν στην παρανομία, και το πιο παράδοξο είναι ότι για μερικούς, στη Συρία όπως στην Ιταλία, αυτό καταλήγει να είναι θεμέλιο σκεπτικισμού, και όχι προβληματισμού ξεκινώντας από τις δικές τους αποτυχίες, οι οποίες με αυτό το θέμα δύσκολα μπορεί να μην σχετίζονται. Σήμερα το έργο και η νοοτροπία των συνομοσπονδιακών μαχητών είναι το πιο πολύτιμο κληροδότημα για τους νέους που αναζητούν ένα παράδειγμα αφοσίωσης, θάρρους, οράματος, πραγματισμού και πειθαρχίας στην Ευρώπη.

Άλλοι με ρώτησαν: πώς μπορούμε να βοηθήσουμε, από εδώ; Πάντα απάντησα ότι είναι απαραίτητο να βρούμε το θάρρος να ταξιδέψουμε, παρόλο που αυτά τα ταξίδια δεν μπορούν και δεν πρέπει να αναληφθούν με επιπολαιότητα, ούτε να τα κάνουμε μόνοι. Το ταξίδι είναι σημαντικό όχι για να πολεμήσουμε, αλλά για να δείξουμε ότι είμαστε πρόθυμοι να κάνουμε διαφορετικά τις διαδρομές που κάνουν άλλοι για να βρουν μια καλύτερη ζωή ή να σωθούν, και για να αποδείξουμε εκ των πραγμάτων ότι δεν είναι όλοι οι «δυτικοί» ίδιοι, αν υπάρχει ακόμη και εκείνος που είναι πρόθυμος, τουλάχιστον σε ένα μικρό βαθμό, να γίνει μετανάστης απ’ την ανάποδη. Μπορούμε επίσης να πληροφορηθούμε και να ενημερώσουμε, πάντα είπα, και να δωρίσουμε στην Ερυθρά Ημισέληνο Κουρδιστάν Ιταλία Onlus για να υποστηρίξουμε τους τραυματίες και τους πρόσφυγες.

Ήμουν έτοιμος να φύγω για το τελευταίο μέρος του ταξιδιού μου, τον ιούνιο προς νότο, όταν η Eddi και ο Jacopo, που είχα αφήσει στη Συρία το νοέμβριο, ξαφνικά, επέστρεψαν. Χωρίς να σκεφτούν δύο φορές, δίχως να πάρουν αναπνοή, ενώθηκαν το ταξίδι μου, ως πραγματικοί hevalen και μαζί βρεθήκαμε στο Pigantaro, στη Sparanise, στο Venaus και στην Cosenza, αυτή η τελευταία μια βραδιά που για μένα θα παραμείνει ξεχωριστή, διότι προστέθηκε εκεί σχεδόν κατά τύχη η μαρτυρία και του Dilsoz, ενός Ιταλού μαχητή Ypg που επέστρεψε πριν πολύ λίγο από την Afrin, όπως και αυτοί.

Η απώλεια της Afrin στάθηκε τρομερή για όλους. Ακόμη και για μένα που, σε αντίθεση με αυτούς, δεν βρέθηκα ποτέ εκεί. Οι hevalen αντιστέκονται, επιτίθενται στον εχθρό όποτε μπορούν, βρίσκοντας καταφύγιο στις αγροικίες, στις εγκαταλελειμμένες γειτονιές και χωριά, σε macchie, στην ύπαιθρο. Είναι πεπεισμένοι ότι μια μέρα η πόλη θα επιστρέψει ελεύθερη, όπως μόνο αυτοί που πιστεύουν και αγωνίζονται μπορούν να είναι πεπεισμένοι. Η «Οργή των ελαιόδεντρων» (έτσι αποκάλεσαν την αντίσταση) χτυπά επίσης στην καρδιά των ισλαμιστικών γαιών που έχουν καταληφθεί από την Τουρκία, στην Idlib, στο Azaz, και ο αγώνας ενάντια στο ISIS δεν έχει με τίποτα τελειώσει, στο Deir El Zor.

Ο Dilsoz, μια φορά, ενώ ανταλλάσσαμε χαμόγελα και πίναμε κοκτέιλ, ξαφνικά σταμάτησε. Μου έδειξε την φωτογραφία ενός αγοριού. Ήταν ένα παιδί άραβας ακριβώς από την Deir El Zor, το οποίο είχε γνωρίσει. Είχε πεθάνει προσπαθώντας να απελευθερώσει το χωριό του από το Isis.

Προσεύχονταν πέντε φορές την μέρα, μου είπε.

Γι αυτούς τους φίλους πρέπει να κάνουμε ότι είναι δυνατόν.

Να γράψουμε βιβλία, αν είναι απαραίτητο, και ακόμη πολλά άλλα.

*Ο Davide Grasso έχει δημοσιεύσει ανεξάρτητα ρεπορτάζ από τις Ηνωμένες Πολιτείες και τη Μέση ανατολή και αρκετά άρθρα σχετικά με τη φιλοσοφία της τέχνης και τη θεωρία της κοινωνικής πραγματικότητας. Το 2013 δημοσίευσε New York Regina Underground. Racconti dalla Grande Mela για τον Stilo Editrice. Από το 2015 δραστηριοποιείται μεταξύ Ευρώπης και Συρίας σε υποστήριξη της δημοκρατικής Ομοσπονδίας της Βόρειας Συρίας. Το 2016 ενώθηκε στις συριακές Δυνάμεις για να πολεμήσει το Daesh. Την εμπειρία του διηγείται στο βιβλίο Hevalen. Perché sono andato a combattere l’Isis in Siria, που βγήκε για τις Edizioni Alegre στην συλλογή Quinto Tipo σε επίβλεψη από το Wu Ming 1.

από wumingfoundation.com

logoinfoaut

αυτονομία, autonomia

Η Αντιγόνη στην Ιθάκη – μέρος δεύτερο

RENATO

Σκέφτομαι, τώρα, πόσο πολύ ήθελε να ανοίξει μια θεωρητική κουβέντα   γύρω από αυτά τα ζητήματα. Εν τω μεταξύ έχω την εντύπωση
πως έβλεπε – ή τουλάχιστον
προσπαθούσε να δει – »όλους» (θέλω να πω, ακόμη και όλους εκείνους που μετά τον είχαν απαρνηθεί, όπως τον
San Pietro). Θυμάμαι πως μου έλεγε συχνά
με μια μίξη συμπάθειας τρυφερότητας και ‘ζήλιας’ (ή καλύτερα, με ένα
πνεύμα ανταγωνισμού) «πρέπει να δω τον Renato,
να μιλήσουμε για την δημιουργία του μετώπου…»

2018-12-10 12.23.30

Και μετά είχε ένα αληθινό παιδαγωγικό πάθος. Εκείνα τα χρόνια δημοσιεύσει,
έμμεσα,  την
»ένοπλη εξέγερση» του Neuberg (‘ψευδώνυμο’ μιας ομάδας εργασίας της Τρίτης Διεθνούς που συντόνιζαν οι Togliatti
και
Ho-Chi-Minh). Και μετά την συλλογή «Lenin σχετικά με τον παρτιζάνικο πόλεμο», το εγχειρίδιο «Die Total Krieg», που είχε προετοιμαστεί από τον ελβετικό στρατό για ένα πιθανό σενάριο αντικομουνιστικού ανταρτοπόλεμου, «Guerriglia e guerra
rivoluzionaria – Ανταρτοπόλεμος και επαναστατικός πόλεμος» (αφιερωμένο – σε επιβεβαίωση του γεγονότος πως ο
Feltrinelli δεν υπήρξε ποτέ σταλινικός-«στον Στρατάρχη Mihail
Tukacewskj, ήρωα και ιδιοφυία του Κόκκινου
Στρατού που τουφεκίστηκε στη διάρκεια των »εκκαθαρίσεων»
του Στάλιν»). Και στη συνέχεια πολλά άλλα κείμενα που τώρα δεν θυμάμαι. Από την άλλη, ήδη πριν από το πέρασμα του στην παρανομία και την δράση,
είχε εκδώσει τα »Ημερολόγια του Τσε»
και ακόμη πολυάριθμο υλικό, ‘προσανατολισμένο’ έντονα
Με λίγα λόγια – αντίθετα με αυτό που υποστηρίζει
αυτός που θέλει να τον ακρωτηριάσει, να τον μικρύνει δηλαδή και να τον μειώσει,
να απλοποιήσει την ταυτότητα και την μνήμη του – ο
πατέρας σου, Carlo, ήταν ένας πολύπλοκος άνθρωπος
και πολύμορφος
πολυσχιδής. Που σίγουρα «πάντα περιφρονούσε
να αποκρύπτει τις αληθινές του προθέσεις,
και κήρυττε την αναγκαιότητα της βίαιης ανατροπής της εξουσίας της κυρίαρχης τάξης…»

ΠΡΟΣ ΤΙΣ SEGRATE

Εκείνο το απόγευμα, λοιπόν, έμεινε
πικραμένος και απογοητευμένος, ευνουχισμένος. Χωρίσαμε
με αυτό το πέπλο της θλίψης. Για πολύ
καιρό ένιωθα τύψεις.
Στις 11 μαρτίου υπήρξαν συγκρούσεις, σκληρές. Εμείς,
μετά την πρώτη επίθεση της αστυνομίας, διασκορπιστήκαμε
και  ‘μεταφέραμε τη φωτιά’ στην
μητρόπολη. Επιτεθήκαμε με χτυπήματα
cocktail-molotov την έδρα της εφημερίδας Corriere στην via
Solferino, και ρίξαμε κάτω τις τζαμαρίες και πυρπολήσαμε μια σειρά από υποκαταστήματα Renault (τη γαλλική Régie
όπου, λίγες ημέρες νωρίτερα, ένας φύλακας της Billancourt, Joseph Tramoni,
είχε σκοτώσει εν ψυχρώ ένα νεαρό αγωνιστή της Προλεταριακής Αριστεράς- Gauche
Prolétarienne, τον Pierre Overney. Λίγο χρόνο αργότερα ο Tramoni, που βγήκε μετά από μια πολύ σύντομη παραμονή στη φυλακή,
»εκτελέστηκε» από τους Noyaux armés pour
l’ autonomie prolétarienne- ένοπλους Πυρήνες για την προλεταριακή αυτονομία, στο Παρίσι).

ΖΩΗ ΚΑΙ ΜΟΙΡΑ

Η αστυνομία χτύπησε στα τυφλά, κάνοντας ένα νεκρό – τον ηλικιωμένο περαστικό Giuseppe Tavecchio, που σκοτώθηκε από ένα δακρυγόνο
που ρίχτηκε ως συνήθως σε ευθεία βολή
σε ύψος ανθρώπου, που τον χτύπησε καταπρόσωπο.
Ποιος ξέρει εάν ο Osvaldo ήταν στη διαδήλωση, ή τουλάχιστον στην περιοχή.
Φαντάζομαι όμως τι μπορεί να είχε σκεφτεί. Πιστεύω πως κατάλαβε ότι έπρεπε να αποφασίσει πυρετωδώς κάτι να κάνει, και σκέφτηκε το black-out του Milano
σαν αντίποινα, σίγουρος πως χρειάζονταν
μια δράση ηχηρή για να
«αποφευχθεί η αποθάρρυνση του κινήματος». Έτσι πρέπει να ήταν,                                μέσα σε αυτό το πολιτικό και ψυχολογικό κλίμα, υπό την
ώθηση ενός δυνατού συστατικού,                                                                                              όπως θα έλεγε ο Sartre, αγανάκτησης,                                                                                                που η επιχείρηση black-out προετοιμάστηκε τόσο άσχημα, και τέλειωσε όπως τέλειωσε, με εκείνο τον φρικτό θάνατο
σε εκείνο τον καταραμένο πυλώνα της
Segrate εξ αιτίας ενός λάθους που σε κάνει να σκέφτεσαι
μια τραγική ειρωνεία της μοίρας.

ΤΟ ΡΟΛΟΙ ΤΗΣ SEGRATE

Ο Osvaldo πίστευε πως όλα τα στρατιωτικά εργαλεία
θα έπρεπε να είναι «χειροποίητα-αυτοσχέδια»: όχι λόγω
της ιδεολογίας της ‘φτώχειας’, που θα ήταν έτσι κι αλλιώς
κατανοητή σε έναν σαν κι αυτόν, ‘αποστάτη
της μπουρζουαζίας’, όσο λόγω μιας θεώρησης »στρατηγικής»,                                                 εξ αιτίας της αναγκαιότητας αναπαραγωγής σε πλατιά σκάλα
των μέσων δράσης και των επιχειρησιακών τεχνικών  (πράγμα που δείχνει την »λαϊκή» αντίληψη του, »μαζική» ουσιαστικά, για τις μορφές του ‘ταξικού αγώνα’).
Πιστός στις αρχές του και στις επιλογές του,
ο Osvaldo προετοίμασε από μόνος του τα timers, προσαρμόζοντας ρολόγια. Ίσως πάνω στην βιασύνη, μέσα στην
διέγερση, έκανε λάθος, και έβγαλε τον δείκτη των ωρών
αντί εκείνο των λεπτών, αφήνοντας αυτό τον τελευταίο για την επαφή.
Να λοιπόν το γιατί αυτού του φρικτού μπανάλ λάθους, τα εκρηκτικά έσκασαν μετά, ας πούμε 15 λεπτά, αντί μετά από τρεις ώρες. Έτσι έγινε.

Ο ΕΞΟΡΚΙΣΜΟΣ

Όμως η κακιά συνείδηση της
πνευματικής και πολιτικής τάξης της αριστεράς
δεν μπόρεσε και δεν θέλησε να αποδεχτεί
αυτή την γυμνή αλήθεια. Πολλούς κινδύνους θα είχαν διατρέξει,
που δεν ήθελαν να αγγίξουν ούτε εκ του μακρόθεν, και μετά
οι καλύτεροι, οι λιγότερο ‘ψόφιες ψυχές'(σκέφτομαι για παράδειγμα
τον φτωχό Giulio Maccacaro)
υπερβολικά πολλές ανησυχίες, αντιθέσεις
και ρήξεις θα έπρεπε να ζήσουν, μπροστά
στην θαυμάσια πρόκληση εκείνης της συνέπειας ανάμεσα στον λόγο και την πρακτική, μεταξύ των ονείρων και των επιλογών, ανάμεσα στις διατυπώσεις και την ζωή.
Έτσι – με ένα πάντρεμα μεταξύ αποδόμησης, απόρριψης, αποσιώπησης, μυωπίας, κυνισμού πολιτικάντικου, περιστασιακής σχέσης,
σταλινικής και μπουρζουάδικης, που ξοδεύτηκε με την
αλήθεια – στον πατέρα σου, Carlo, στέρησαν την
αναγνώριση και την απόδοση στη μνήμη
των λόγων που τον κίνησαν, του νοήματος ενός κομματιού της
ζωής του και του ίδιου του θανάτου του. Στον Giangiacomo Feltrinelli στέρησαν την ταφή του. Υπήρχε ανάγκη μιας Αντιγόνης
ικανής να φέρει μέχρι τέλους την λογική της pietas, του χρέους ενάντια σε εκείνη της εξουσίας, της διεκδίκησης των θεμελίων του δικαιώματος ενάντια στον θρίαμβο της νομιμότητας. Εμείς προσπαθήσαμε, αλλά η φωνή μας
πνίγηκε από έναν χορό αλαζονικό και χυδαίο. Και όλα
ξαναμπήκαν μέσα στην υποκρισία του Κανόνα

2018-12-10 12.24.04

ΔΙΧΩΣ ΤΗΝ
VARSOVIENNE

Η τελετή της κηδείας στο Κοιμητήριο
Monumentale του Milano, εκείνη την θλιβερή και ηλιόλουστη μέρα,  υπήρξε η ολοκλήρωση μιας προδοσίας
που θα είχε βαρύνει ‘a futura
memoria’, επάνω στη ζωή και την μοίρα των κινημάτων των χρόνων που έρχονταν.
Εκείνη η τελετή ήταν, για να το πω σωστά,
ανίερη. Ήταν μια προδοσία τα λευκά λουλούδια του
Oberhof επάνω στο φέρετρο, που εμείς κοκκινήσαμε
με τις σημαίες του Potere Operaio
που είχαμε καταφέρει να μπάσουμε στο κοιμητήριο, καντρίλιες της αστυνομίας όπως σε μια σκηνή
της Μαδρίτης του Rossif.
τις είχαμε κρύψει κάτω από μπουφάν και μπλούζες.
Κοκκινήσαμε εκείνο το λευκό με μια ιδέα απλή και θεατρική: όταν περνούσαμε ακολουθώντας την ινδιάνικη γραμμή,
δίπλα απ’ το κενοτάφιο, τραβούσαμε απ’ τα μανίκια του παλτό τα κόκκινα βραχιόλια που φέραμε σε ένδειξη πένθους, και τα πετούσαμε, σαν να ήταν λουλούδια, επάνω σε εκείνα τα κλαδάκια με λευκά λουλούδια του
Oberhof …
Θυμάμαι τους Franco, Marione. Emilio. Livia.
Toni, Paola, Serqio. Lucia. Maiiolino.
Alberto, Marisa, Giaiio, Cecéo, Roberto.
Chiara, Grazia, Claudia, Adriana, Nanni…
Ενώ, στην πόρτα στο παρεκκλήσι της οικογένειας, έβγαζαν λόγο οι επίσημοι ομιλητές
(θυμάμαι τους Maria Antonietta Macciocchi.
Régis Débray, Klaus Wagenbach), εγώ, με ανέβασαν στις πλάτες τους κάποιοι σύντροφοι, φώναξα: «ο σύντροφος Feltrinetti δεν είναι ένα θύμα, μα ένας κομουνιστής που διάλεξε να προδώσει την τάξη των αφεντικών για να γίνει ένας μαχητής του απελευθερωτικού κοινωνικού πολέμου.»
Εκεί Carlo, γύρω από το φέρετρο του πατέρα σου, καταναλώνονταν εκείνη η ρήξη που όλο και περισσότερο θα μας είχε κάνει να αποκλίνουμε από τις μελλούμενες «νεο-κοινοβουλευτικές’ τύχες του μεγαλύτερου μέρους του
‘gauchisme’, της αριστεράς. Εμείς πηγαίναμε προς την δική μας μοίρα, εκείνοι ξεκίνησαν εκεί την δική τους ‘μετατόπιση’ που θα τους είχε μεταφέρει να εισέλθουν στις μύτες των ποδιών τους στους προθαλάμους της εξουσίας

https://www.inventati.org/cope/wp/wp-content/uploads/2016/08/148_OScalzone_Frigidaire95Ottobre1988OTT.pdf

αυτονομία, autonomia

Η Αντιγόνη στην Ιθάκη – μέρος πρώτο

Screenshot_2018-12-10-12-19-02 (1)

ΑΝΟΙΚΤΗ ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΣΤΟΝ CARLO
FELTRINELLI

Αγαπητέ Carlo,
Λες πως εγώ «προσέβαλα» την μνήμη του πατέρα σου, διότι είπα πως μεταξύ ιουλίου του ’71 και της στιγμής του θανάτου του, αυτός, φίλος μου που πέρασε στην παρανομία, επανειλημμένα μου μίλησε για την τρομερή  ‘ιστορική αναγκαιότητα» να εκτελεστεί ο κομισάριος Luigi Calabresi. Ο πατέρας σου ήταν ένας τρυφερός άνθρωπος, και σίγουρα δεν έλεγε ελαφριά τη καρδία κάτι τέτοιο, αλλά θεωρούσε και δικό του καθήκον να προχωρήσει στις πρακτικές συνέπειες αυτής της  ‘αναγκαιότητας». Τώρα ξέρουμε – εγώ, εσύ και πολλοί άλλοι – πόσες καταστροφές και πολύ πιο σοβαρές του θανάτου ενός κομισάριου της δημόσιας ασφάλειας πιθανότατα δολοφόνου ενός αναρχικού, έχει δημιουργήσει αυτή η ιδεολογία της  ‘αίσθηση της Ιστορίας», των »νόμων της ανάπτυξης της», της επιστημονικής θεμελίωσης της απόφασης του »επαναστατικού επείγοντος» ως νέας πηγής νομιμοποίησης. Μα λοιπόν, αν και με τρόπους και με κουλτούρες και θεωρίες αρκετά διαφορετικές, όλοι παίζαμε λιγάκι αυτή την παρτιτούρα.
Γι αυτό, Carlo, εγώ δεν »προσέβαλα» τον πατέρα σου. Αντίθετα, προσπάθησα να του ξαναεπιστρέψω ένα κομμάτι από εκείνη την ταυτότητα και αλήθεια που ήταν δικιά του, που και πάλι του αρνούνται, για πολύ μίζερους λόγους.

Στο λέω εγώ, Carlo, που τον γνώρισα πολύ καλύτερα απ’ όσο, δυστυχώς, σ’ εσένα δόθηκε να τον γνωρίσεις: είναι πάνω απ’ όλα ως
«σύντροφος Osvaldo», μαχόμενος κομουνιστής, που ο μπαμπάς σου θα αγαπούσε να τον θυμούνται: εκείνοι τον απεχθάνονταν, εμείς τον αγαπούσαμε («βλέπεις, αυτή είναι η δική τους
Westminster», έλεγε ο Lenin στον Trotzkii
γυρνώντας στους δρόμους του Λονδίνου… ).

ΙΘΑΚΗ

Έτσι, μέσα σε όλα αυτά τα χρόνια, ο «Osvaldo, παρέμεινε δίχως ταφή. Και αυτοί, ξεκινώντας από τον κοντινό του ‘entourage’- ‘περίγυρο’, θέλησαν να του αρνηθούν την ανάμνηση και την επεξήγηση των δικών του, ίσως συζητήσιμων, αιτιών και λόγων, δεν είναι παρά ένα κλαν (όχι μια λεγεώνα) «ασβεστωμένων τάφων. Μιλώ,
έτσι για να μην κάνουμε ονόματα, του lobby των
«miglioristi’. Ξέρουμε, οι σταλινικοί – σε ισχύ ή καθαιρεμένοι – διατηρούν μια σχέση με την αλήθεια αρκετά περιστασιακή. Και από την άλλη πλευρά, αυτές οι γραμμές των «miglioristi,
που είναι στρατευμένοι κυρίως για να «migliorare» – ‘καλυτερεύουν’ το δικό τους ‘status’, δεν είναι αυτοί που, για να χρυσώσουν το οικόσημο, έστειλαν προς καταστροφή τα »μαρξιστικά έντυπα» και την »μαρξιστική ύλη», με μια χειρονομία Ιεράς Εξέτασης, πογκρόμ, »νύχτας κρυστάλλων», σοβιετικού Υπουργείου της Αλήθειας που κόβει και βάζει αυτό κι εκείνο στις συσκευές για νταγκεροτυπία της ομάδας, σαν μακαρθική έρευνα;  Είναι άνθρωποι που επεξεργάστηκαν τις ιδεολογίες της άρνησης,
του θριάμβου της κουλτούρας της ‘μετάνοιας’ της ‘μεταμέλειας’ και του ‘διαχωρισμού», της ‘διάστασης’, του πληβείου αγώνα και σαν parvenus να θυσιάσουν στο χυδαίο μαντείο της νεοφιλελεύθερης αλαζονείας… –
Ίσως νομίζεις, Carlo, πως σου λέω πράγματα σοβαρά, άδικα και ακραία:
παρόλα αυτά σε παρακαλώ να τα σκεφτείς, αν και μπορεί
να αποτελεί αυτό μια σκληρή άσκηση.
Όσον αφορά εμένα, πίστεψε με, έχω την πιο μεγάλη περιφρόνηση γι αυτή
την χούφτα σφετεριστών, που έχουν αδράξει,
που έγιναν κύριοι της πετρώδους Ιθάκης του πατέρα σου, την οποία
αυτή την φορά ο Οδυσσέας δεν θα ξαναδεί ποτέ πια.

OSVALDO

Σε μια μπροσούρα στη μνήμη του,
ο Giampiero Brega αναφέρεται στον Gianqiacomo
Feltrinelli με ένα απόσπασμα δεν ξέρω πλέον ποιου:
«είναι ο μόνος και ο μοναδικός homo novus που εγώ έχω γνωρίσει.»                                Είναι αλήθεια. Εγώ τον
θεωρούσα, και, ξεροκέφαλο, ρομαντικό, αρχαϊκό θεωρητικά, ονειροπόλο,                  «παλαιο-κομουνιστή’ και λιγάκι
απλά  «τριτοκοσμικό» και
καστρικό. Μαλώναμε σχετικά με τη φύση
της Εσσδ, για τον «σοσιαλιστικό χώρο», για την εμμονή του
με τον φασισμό και το πραξικόπημα, για τον
Secchia. Αλλά σεβόμασταν αλλήλους. Όταν
(ακόμη ισχυρός εκδότης που μας βοηθούσε με
μια προ-αγορά μιας χιλιάδας φύλλων της εφημερίδας Potere Operaio) πρότεινε να καταχωρήσουμε στο εβδομαδιαίο μας ένα φύλλο του
«Rassegna comunista-κομουνιστική Ανασκόπηση«, που στα μάτια μας ήταν                  υστερο-αντιστασιακή, άρρωστος με το νεο-παρτιζανισμό και τον «fochismo-φοκισμό».
χρειάστηκε να του πούμε όχι και να μην επιμένει [έκανε στη συνέχεια, σχεδόν μόνος, την δική του  » Voce comunista«- »κομουνιστική Φωνή»).                                                                       Όταν επεξεργάζονταν και εξέδιδε -‘»από τον Feltrinelli'», όπως έλεγε αυτός- το περιοδικό Compagni-Σύντροφοι (στην σύντομη ζωή του οποίου πήραν μέρος και οι                              Eco, Nanni Baleslrini και άλλοι διανοούμενοι ‘πρώτης γραμμής’) μας
πρότεινε ντροπαλά να του δημοσιεύσουμε
μια συνέντευξη, στην οποία εξηγούσε τους λόγους
του περάσματος του στην παρανομία
ευρύτερα από αυτό που μπόρεσε να κάνει στην περίφημη επιστολή στο περιοδικό Espresso. Ήταν
τα πάντα. Εκείνους τους καιρούς των Berlusconi, ένα σπάνιο
μάθημα στυλ.
Μαλώναμε (η ξεροκεφαλιά του ήταν
παροιμιώδης – και η δική μας, «θεωρητική»‘) αλλά
πάντα κρατήσαμε μεταξύ μας κάτι περισσότερο από φιλία, αλληλεγγύη
συναίσθημα, στοργή: μια βαθιά συνενοχή.

‘TRANCHES DE VIE’
ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΑΡΑΝΟΜΙΑ

Έτσι, όταν αποφάσισε να φύγει, εγώ και κάποιοι άλλοι σύντροφοι
τον βοηθήσαμε,
αν και δεν συμμεριζόμασταν τις προβλέψεις του για  ‘πραξικόπημα’, και από την προτίμηση που έδειχνε στον  «αγώνα που έδινε ενάντια στον αμερικανικό ιμπεριαλισμό και τον γερμανικό sub-ιμπεριαλισμό» προτιμούσαμε τον εργατικό αγώνα ενάντια σε εκείνο του σπιτιού μας.
Όταν μου ζήτησε να πάω στην βιβλιοθήκη
του lstituto Feltrinelli για να ανακτήσω από τις εφημερίδες
τον έλεγχο των νεκρών από λευκούς θανάτους, ή να
πάω να περιμαζέψω στο Lugano μια βαλίτσα γεμάτη
μπροσούρες της «Brigata Gap Canossi» (που αλάτιζε τις μπετονιέρες των
εργοταξίων των λευκών θανάτων, εκείνων όπου
οι οικοδόμοι σκοτώνονταν πέφτοντας από τις σκαλωσιές, μετά από super-εργασία και λόγω έλλειψης μέτρων ασφαλείας, που τα αφεντικά θεωρούσαν πολύ ακριβά να εγκαταστήσουν) το έκανα.

IVALDI

Θυμάμαι πως διάλεξε το όνομα «Osvaldo».
Βολτάραμε στην Genova, είδαμε
μια φωτεινή επιγραφή με γραμμένο επάνω της
«Osvaldo lvaldi», αυτός έπρεπε να φύγει και ήθελε ένα όνομα σε κωδικό.
«Να- είπε – θα ονομαστώ Osvaldo».
Όταν το ξανασκέφτηκα επιστρέφοντας στο Terni με
τραίνο, το κρύο πρωινό της ημέρας της Πρωτοχρονιάς ’70, μου είπε πως ήταν ένας αθεράπευτα ρομαντικός: Osvaldo είναι το όνομα του
Pesce, του θρυλικού αρχηγού των «Gruppi
d’azione patriottica»-»Ομάδων πατριωτικής δράσης» της Αντίστασης της πόλης, και «lvaldi» το όνομα μάχης του,
όπως αυτός ο ίδιος διηγείται στο «Senza
tregua, la guerra dei Gap»΄»Χωρίς ανακωχή, ο πόλεμος των Gap». Και από την sigla Gap
ο Osvaldo εμπνεύστηκε τις δικές του ‘‘Ομάδες παρτιζάνικης δράσης»- «Gruppi d’azione
partigiana» (όπως άλλες, στη συνέχεια, οι εφήμερες ‘οπλισμένες’ και ‘προλεταριακές’
«Gruppi armati partigiani», και «proletari»).

Θυμάμαι πως είχε δάκρυα στα μάτια,
ένα κρύο ηλιόλουστο πρωινό με αέρα στη γέφυρα της οδού Farini στο Milano, δυο βήματα από τα γραφεία μας, την επομένη που είχε συμβεί η τραγωδία της ‘’22 Οκτώβρη»- «22 Ottobre» στη
Genova (στη διάρκεια μιας ληστείας ο Mario Rossi
– άνθρωπος γνωστός κατά τα άλλα για την ηπιότητα του – είχε άθελα του σκοτώσει τον μεταφορέα αξιών Alessandro Floris, κάποιος κατάφερε να τον αποθανατίσει σε μια  foto που κατέστη διάσημη,
τον κατεδίωξαν και συνέλαβαν).

O Osvaldo προτιμούσε να φτιάχνει τα ‘timers’ με τα
κουτιά από φασόλια, όπως του είχε μάθει ο
Fidel, και δέχονταν να διακινδυνεύει αυτοπροσώπως
να πηγαίνει να πάρει χρήματα σε μια τράπεζα,
όχι βέβαια για να μην  ‘σπαταλήσει’ την
περιουσία του (είναι τη ζωή που στην συνέχεια έθεσε σε κίνδυνο), ούτε μόνο λόγω πίστης στις παραδόσεις και
στους ‘νόμους’ των επαναστατικών κινημάτων και κομμάτων
και των αντάρτικων οργανώσεων. Ούτε (όπως ήταν για εμένα εκείνο τον καιρό) επειδή  «ο εργατικός μισθός, εξ ορισμού, δεν φθάνει για να καλύψει τα κόστη της ταξικής οργάνωσης.» Μα
κυρίως λόγω μιας προσωπικής και βαθιάς αιτίας, της οποίας ντρεπόταν: ήξερε
πως, εάν είχε υποκύψει στον πειρασμό
της ευκολότερης οδού, εκείνης να κάνει τον
προστάτη διότι «ο σκοπός αγιάζει τα μέσα’,
θα είχε εισάγει ένα στοιχείο που θα είχε
διαφθείρει το μαχητικό δίκτυο στο οποίο ήταν δεμένος, και θα είχε καταλήξει αναπόφευκτα
να περιτριγυριστεί από «μισθοφόρους» (στη ζωή του ως εκδότης
συχνά περιτριγυρίζονταν, παρά την θέληση του, από αυλικούς.                                     

2018-12-10 12.21.29

Θυμάμαι πως, μιλώντας για την παραμονή του                                                                            με τους «Tupamaros» (των οποίων βρήκε τον τρόπο να δημοσιεύσει δυο βιβλία), συνήθιζε να διηγείται πως, για
παράδειγμα, εκείνοι οι σύντροφοι θεωρούσαν
δικαίως την «kidnapping» αντίθετη στην
«επαναστατική ηθική». Είχε δίκιο, και επιπλέον γινόταν τρυφερός, μαλάκωνε: είμαι σίγουρος πως
σκέφτονταν και σε εσένα, τον μικρό Carlo
Fitzgerald, για τον οποίον όταν μιλούσε –
αυτός
συνήθως ντροπαλός και χαμηλών τόνων –
φωτίζονταν το πρόσωπο του και γελούσαν τα μάτια του.
Όταν έμαθε πως για εμένα και την Lucia
γεννήθηκε ο γιος μας Emiliano, μου έφερε ένα ξύλινο παιχνίδι. Το θυμήθηκα οκτώ μήνες μετά, όταν ο Emiliano πέθανε λόγω
«rio morbo selvaggio’-  η οποία όρμηξε ξαφνικά στην μικρούλα ζωή του

RADIO GAP

Ο Osvaldo ήταν όλα εκτός από »τρομοκράτης»,
ήθελε να εξηγήσει στον κόσμο με τα λόγια,
δεν ήθελε να τους αφήσει μόνους μπροστά το τετελεσμένο γεγονός
των δράσεων. Δεν είναι τυχαίο πως στρατεύτηκε σαν τρελός για το «Radio Gap» (στο οποίο έκανε ηχώ από την Ρώμη το «Radio clandestina
operaia- εργατικό παράνομο ραδιόφωνο», περιβάλλοντος – έλεγε
αυτός –
«sindacalista rivoluzionaria-επαναστατικού συνδικαλισμού», πιο
κοντινό στην κουλτούρα μας).

BLACK OUT ΣΤΟ MILANO

Τον είδα για τελευταία φορά σε έναν κινηματογράφο
(όπως συχνά αγαπούσε να κάνει, πράγμα που μου
έδωσε το άλλοθι να δω κάποιες όμορφες ταινίες
που ειδάλλως θα είχα μετανιώσει) λίγες ημέρες
πριν το θάνατο του, τον μάρτη του ’72.

Στο Milano η εξωκοινοβουλευτική αριστερά
όλη ενωμένη προετοίμαζε μια κινητοποίηση για
να εμποδίσει ένα συλλαλητήριο του [φασίστα] Almirante στην piazza
Castello. Allora non si trattava di «sparare
sull’ambulanza». O Almirante ήταν στο 7 στα εκατό, στην κυβέρνηση υπήρχε η κεντροδεξιά των
Andreotti και Malagodi. Σίγουρα, εμείς δεν
συμφωνήσαμε ποτέ με τις χοντράδες σαν αυτές που μιλούσαν για
τον «fanfascismo» που αγαπούσε πολύ η Lotta
Continua, και είχαμε μια δυσπιστία
«bordighista» για κάθε μορφή μετώπου
που μας φαίνονταν (συνεχίζω να πιστεύω,
δικαίως) ως επιβλαβές για την αυτονομία
πολιτική και κοινωνική της εργατικής τάξης, η οποία
θα ήταν οριστικά εξαρτώμενη από το δημοκρατικό Κράτος.                                                Όμως μας ενδιέφερε να χτυπήσουμε στους φασίστες την ακραία παραφυάδα ενός αντεργατικού δικτύου στους τόπους δουλειάς
και στις προλεταριακές συνοικίες.

ΟΜΑΔΕΣ ΦΩΤΙΑΣ

Ο Osvaldo με έψαξε διότι προβλέπονταν
σοβαρές συγκρούσεις, με τον συνήθη
νεκρό που θα προκαλούνταν από τις αστυνομικές δυνάμεις. Με ρώτησε
εάν κατά την γνώμη μου το κίνημα θα είχε
μπορέσει να αποδεχτεί αυτός και κάποιοι
σύντροφοι του να έρχονταν στη διαδήλωση οπλισμένοι, με καθήκοντα
μιας πιθανής αυτοάμυνας. Ήταν η πρώτη φορά που
άκουσα την έκφραση »ομάδες φωτιάς».
Το σκέφτηκα, του απάντησα αρνητικά. Μοναχά τρεις μήνες
πριν εμείς του Potere Operaio είχαμε δεχτεί επίθεση και
απομονωθήκαμε από την υπόλοιπη
εξωκοινοβουλευτική αριστερά (εκτός από κάποιες σπάνιες εξαιρέσεις), διότι ήμασταν αποφασισμένοι να  απορρίψουμε την απαγόρευση του
Αστυνομικού διευθυντή να διαδηλώσουμε, στην δεύτερη επέτειο των βομβών της piazza Fontana και του
θανάτου του Pinelli, και πρώτη επέτειο του θανάτου (στη διάρκεια των συγκρούσεων που συνέβησαν
στις 12 δεκεμβρίου του ’70] του νεαρού
bordighista αγωνιστή Saverio
Saltarelli. Κι όταν – αφού αφεθήκαμε μόνοι και κατηγορηθήκαμε για »τυχοδιωκτισμό»
η αστυνομία μας είχε βρει 250 μπουκάλια
‘molotov’ και είχε συλλάβει επτά συντρόφους, σχεδόν όλοι δεν εξέφρασαν καμιά αλληλεγγύη.
Το να φέρουν πυροβόλα όπλα σε μια διαδήλωση ήταν συνεπώς, τότε,
πολιτικά αδύνατο να υποστηριχθεί:
αυτά, ουσιαστικά, είπα στον
πατέρα σου. Αυτός αισθάνθηκε άσχημα, πικράθηκε, απογοητεύτηκε,
ταράχτηκε. Ξεκίνησε μια κάποια πολεμική όχι καινούρια
σχετικά με τον ‘κινηματικό τυχοδιωκτισμό» μας που εκδηλώνονταν
στο γεγονός πως  «τραβούσαμε την ουρά μας», και στη συνέχεια
υποβαθμίζαμε την «αντεπανάσταση» και
το ‘στρατιωτικό ζήτημα». Για μια ακόμη φορά
προσέτρεξε σε μιαν εικόνα που του ήταν πολύ αγαπητή: εμείς οι εξωκοινοβουλευτικοί ήμασταν σαν τα μπαλάκια του ping-pong που χόρευαν στον αέρα υποστηριζόμενα από τα νερά που αναπηδούσαν από ένα σιντριβάνι. Το νερό που εκτοξεύονταν ήταν οι κοινωνικοί αγώνες: όταν- αναπόφευκτα, μιας και
ο αγώνας ήταν κυκλικός –
αυτοί θα αποδυναμώνονταν, εμείς θα νεκρώναμε.
Το πρόβλημα του ήταν εκείνο να δει πως θα διατηρηθεί η μονιμότητα της επιθετικότητας (ή τουλάχιστον η ανάπτυξη
αντεπίθεσης και αντίστασης) στους σκληρούς καιρούς
της ‘κοιλότητας του κύματος’ που προετοιμάζονταν.
Γι αυτό, υπήρχε το πρόβλημα ενός
πολιτικού-στρατιωτικού σκελετού του κινήματος. Που αυτός δεν έβλεπε στη  μορφή του »αντάρτικου Κόμματος, Partito-guerriglia», [όπως μετά, για παράδειγμα οι Ερυθρές Ταξιαρχίες) αλλά σε εκείνη ενός διαρθρωμένου πλουραλιστικού και πολύμορφου μετώπου.
Στο οποίο, μια ημέρα – κι εδώ ριζικά διαφέραμε – θα αναγκάζονταν από τα γεγονότα και τις συγκυρίες να πάρουν μέρος και οι »ιστορικές» οργανώσεις
του ρεφορμιστικού εργατικού Κινήματος.

 

https://www.inventati.org/cope/wp/wp-content/uploads/2016/08/148_OScalzone_Frigidaire95Ottobre1988OTT.pdf

ανατρεπτική τέχνη, arte ribelle

Σημάδια, ασπίδες, χαρταετοί και άλλα ευρήματα. Lorenzo Bortoli 1952-1979

του Gioacchino Toni

cover bortoliRoberto Silver Silvestri, Segni, scudi, aquiloni e altri reperti. Lorenzo Bortoli 1952-1979, eBook, 77 σελίδες, κατεβάστε δωρεάνscaricabile gratuitamente online

Το βιβλίο που δημιούργησε ο Roberto Silvestri έχει το αξίωμα να θυμίζει τον φίλο Lorenzo Bortoli που χάθηκε τραγικά, ανακατασκευάζοντας την αλληλοεπικάλυψη των προσωπικών γεγονότων με εκείνα ενός μη αδιάφορου μέρους μιας γενιάς που, στη διάρκεια της δεκαετίας του ’70, ακόμη και σε »μια επαρχία ερημωμένη από μια επίπεδη και θανάσιμη ανία», ένιωσε αρχικά την επείγουσα ανάγκη να αισθανθεί επιτέλους ζωντανή και, στη συνέχεια, προσπάθησε να αλλάξει τον κόσμο.
Ο τόμος γεννιέται από την ιδέα του Silvestri να θυμάται τον φίλο μέσα από τους πίνακες ζωγραφικής, τα σκίτσα και τα σχέδια που άφησε σε φίλους, φίλες και συγγενείς, στη συνέχεια, προχωρώντας στα έργα του Bortoli προστέθηκε άλλο χρήσιμο υλικό για την ανασυγκρότηση της περιόδου μεταξύ του τέλους της δεκαετίας του ’60 και του τέλους της δεκαετίας του ’70, όπου οι Silvestri και Bortoli, μαζί με άλλους, μοιράστηκαν την ιδέα να προσπαθήσουν να αλλάξουν τα πράγματα. Η μνήμη εκείνης της δεκαετίας, η οποία είναι το υπόβαθρο των γεγονότων που αναφέρθηκαν, εναλλάσσει τις αναμνήσεις της θαμπής, γκρίζας, βαρετής και θανατηφόρας βενετικής επαρχίας σε θραύσματα μιας σειράς ατομικών και συλλογικών προσπαθειών να την ζήσουν και να την μεταμορφώσουν με τρόπο τέτοιο ώστε να αξίζει να γίνεται αυτό έχοντας ψηλά το κεφάλι.

Η ιστορία είναι εκείνη του Lorenzo Bortoli, καλλιτέχνη, αγωνιστή και εργάτη, ο οποίος πέθανε αυτοκτονώντας, στη φυλακή της Βερόνα στις 19 Ιουνίου 1979. Ο Bortoli συνελήφθη, μαζί με άλλους, σε σχέση με την ακούσια έκρηξη που έλαβε χώρα στις 11 απριλίου 1979, σε ένα διαμέρισμα στη Thiene, στην επαρχία της Vicenza, την ώρα που τρεις στρατευμένοι στις ενετικές πολιτικές κολεκτίβες προετοίμαζαν μια βόμβα. Ο Bortoli προέκυπτε ιδιοκτήτης του διαμερίσματος και η σύντροφος του Maria Antonietta Berna έχασε τη ζωή της στην έκρηξη. Πριν από εκείνη την 19η ιουνίου 1979 ο Lorenzo προσπάθησε να αυτοκτονήσει στη φυλακή δυο φορές καταναλώνοντας φάρμακα αλλά δεν του χορηγήθηκε νοσηλεία, όπως ζήτησε επανειλημμένα το κολέγιο της υπεράσπισης και προέτρεψαν διάφορες τοπικές συνδικαλιστικές και πολιτικές δομές.

Αποσπάσματα

Κάναμε τα πάντα για να γίνουμε καλύτεροι από αυτό που ήμασταν. Αυτό μπορεί να ειπωθεί για το μεγαλύτερο μέρος της γενιάς μας, σε μια εποχή που θέλαμε, και μάλιστα φαινόταν δυνατόν, να αλλάξουμε τα πράγματα και τον κόσμο

bortoli 002μια επαρχία ερημωμένη από μια επίπεδη ζωή και μια θανατηφόρα ανία / αντιδράσεις, μεταλλάξεις που ακριβώς η αιώνια απαγόρευση κυκλοφορίας της περιοχής ήταν σε θέση να παρακινήσει και να αναπτυχθεί σε τέτοιες απροσδόκητες μορφές που δεν επαναλαμβάνονται / Cesare Pavese / Italo Calvino / Εγχειρίδιο νεαρών μαρμότων / Σχέδιο γραμμής και επιφάνεια του Kandinsky / Jean Paul Sartre / Steinbeck / Siddhartha / Carrà / Morandi / Paul Klee / Bruno Munari / Osvaldo Licini / Rothko, Burri e tutto l’Informale / τα Μανιφέστα του Surrealismo / Alberto Giacometti / ζωγραφιές με χρώμα θαμπό και υπόβαθρο λειασμένο / Schio / εμείς οι έφηβοι / γιορτές, συζήτηση, ζωγραφική, συλλογιστική / η επείγουσα ανάγκη για μια ριζοσπαστική αλλαγή / η κοινωνική καταπίεση / η μουσική / Η μουσική πάνω απ’ όλα / Who, Rolling Stones, Kinks, Beach Boys, Hendrix / τα πρώτα album του Joe Cocker, των Cream, της Julie Driscoll με Brian Auger & The Trinity / των New Trolls (εκείνα δίχως ωράριο δίχως σημαία, με τους στίχους του Fabrizio de André) / Doors, Rory Gallagher, οι Traffic / Abbey Road των Beatles / Είχαμε ανάγκη, πεινούσαμε για μουσική / οι ηχώ εκείνης της περιόδου, στην Ιταλία και πάνω απ’ όλα στην επαρχία, έφταναν καθυστερημένα και πολύ ρευστές / Ήταν ταινίες όπως Woodstock ή “Pink Floyd a Pompei”, η μοναδική »εναλλακτική» επιτρεπτή που έφτανε στην Schio / η ξεθωριασμένη οπτική της Swingin’ London στο Blow up του Antonioni / το Cineforum της Thiene / Φράουλες και αίμα, Harold και Maude, Η εργατική τάξη πάει στον παράδεισο, Easy Rider / o χρόνος που σαρώνονταν από τον κόσμο της κανονικής εργασίας στα εργοστάσια / εγγυημένη χρήση των γραφείων / σπάνιοι οι χώροι οι αφιερωμένοι στον πολιτισμό, σχεδόν πάντα ζοφερό όσο και θεσμικό / στις περιφερειακές επαρχίες της αυτοκρατορίας, σχηματίζονταν τα πρώτα  “συγκροτήματα” (ή “συγκροτηματάκια”), όπως αποκαλούνταν / νοικιάζονται, οι πρώτες κιθάρες / οι πρόβες γίνονταν από τους Salesiani / μια κωμόπολη όπως ήταν εκείνη την εποχή η Schio, τόσο καθωσπρέπει και με το έντονο ηθικίστικο αποτύπωμα τυπικό του καθολικού- εργατικού Βένετο (όπου πράγματα γίνονταν έτσι κι αλλιώς, ίσως λίγα, αλλά στα κρυφά) / ο μονσινιόρ της βάρδιας αισθάνθηκε την υποχρέωση να εκφράσει δημόσια ανησυχία και αποδοκιμασία, προειδοποιώντας έτσι τους γονείς και αποτρέποντας  τα νεαρά απερίσκεπτα κορίτσια από το να συχνάζουν σε μέρη τόσο επικίνδυνα / Jackson Pollock και l’Action Painting / Rauschenberg και η Pop Art / Εν τω μεταξύ, σε όλη την Ιταλία, τα πανεπιστήμια και τα σχολεία ήταν σε αναταραχή, οι καταλήψεις / πολιτικές εξωκοινοβουλευτικές ομάδες / τα διάφορα πολιτικά κόμματα αποκαλούμενα “φιλοκινεζικά” / κόκκινα βιβλιαράκια / στοιχεία με πολιτικά της πολιτικής ομάδας της ασφάλειας / η απόρριψη κάθε ρεβιζιονισμού τυπικού της θεσμικής αριστεράς / στοίβες βιβλία και σύντομοι έρωτες για τον Πόε και για τους »γοτθικούς» συγγραφείς, η επιστημονική φαντασία / Lovecraft / Ray Bradbury / Burroughs / Alexander Trocchi / η “επιστήμη των επινοημένων λύσεων” /Snoopy, το περιοδικό Linus, λίγο Alan Ford / Ήταν επίσης τα χρόνια κατά τα οποία πολλοί νέοι  “το έσκαγαν απ’ το σπίτι” / υποφέροντας σχετικά με το στενόχωρο περιβάλλον της επαρχίας / είχε αφήσει ένα σημείωμα και έφυγε / οι καραμπινιέροι / η φωτογραφία / εργασίες επάνω στο μασονίτη / το καρβουνάκι / Γεωμετρικά προφίλ / ξεπλυμένα ακρυλικά χρώματα / Lucio Fontana / Spazialismo / λίγες φωτογραφίες, τόσο των πινάκων του όσο και του studio / σειρά υδατογραφιών / οι αφαιρέσεις / εκείνο το διαμέρισμα ανάμεσα σ’ ένα πήγαινε έλα από κόσμο, τραπέζια, καμβάδες, χρώματα και σκίτσα, ανάμεσα σε συζητήσεις, καλαμπούρια και τα πρώτα σπέσιαλ τσιγάρα, / οι Ekseption / Deep Purple και Led Zeppelin / Genesis, ELP, Yes και όμορφη κομπανία / οι King Crimson του Robert Fripp και οι Van Der Graaf Generator / τα πρώτα μακριά μαλλιά, και η Schio, όπως άλλοι τόποι της επαρχίας,  “ήταν ένα μέρος στο οποίο εάν τα είχες έτσι, ούτε σ’ ένα μπαρ να μπεις και να ζητήσεις να πιεις μπορούσες, γιατί αρνούνταν να σε σερβίρουν, κι εάν διαμαρτυρόσουν, καλούσαν τους καραμπινιέρους που έφταναν γρήγορα και σε μετέφεραν στο στρατόπεδο” / Εμάς ενδιέφερε κυρίως να πειραματιστούμε / θέλαμε να ήμαστε μαζί / πνευματική περιέργεια / προσπάθεια να καταλάβουμε κάθε τι, μέσα κι έξω, και να τ’ αλλάξουμε / υπερβολές και παιδικότητα, ζήλος, οπορτουνισμοί, αυτοτραυματικές παρεκκλίσεις / Παρά τις καταστροφές / Καμιά τοξική καθοδική μυθολογία / ελαιογραφία / οι διαδρομές του πινέλου παίρνουν μια συνοχή απτή / οι αποχρώσεις, εκτός από ειδικές εξαιρέσεις, θερμαίνονται και ανάβουν/ κίτρινες, ώχρα, κόκκινες με διαφορετικές διαβαθμίσεις, και σπάνια, μερικές ροζ / Στυλιζαρισμένες αναμνήσεις, καταγραφές περιγραμμάτων των βουνών, σύννεφα, προφίλ και επαναπροσδιορισμός ανθρώπινων τροχιών, λόφοι και ορίζοντες / μακρά απογεύματα / απογεύματα τραβηγμένα μέχρι νύχτα / το μουσικό θέμα του Zabriskie Point / διάστημα/παρατεταμένο χρονικό διάστημα του παιχνιδιού, αρπαγμένο από το ρολόι της παραγωγής και του μάρκετινγκ της παράστασης / κάποιος ασυνήθιστος συνδυασμός χρωμάτων / για να χτιστεί μια αυθεντική και ήρεμη σχέση με τους άλλους / το μακρύ, απίστευτο, παλτό από «ασημωμένο δέρμα συνθετικού λύκου» / τα φυλλάδια έπρεπε να τυπωθούν στο Trento και να μεταφερθούν στη συνέχεια στην Schio πάνω στην ώρα για να διανεμηθούν στην πρώτη βάρδια στη Lanerossi της Piovene / το άνοιγμα των πρώτων γραφείων της Lotta Continua / η LC έφτασε στο σημείο να έχει γραφεία στη Schio, στην Thiene, ακόμη και στην Vicenza, πόλη που θεωρούνταν όχι πρωτεύουσα, αλλά περιφέρεια μιας επαρχίας που είχε τα προπύργια της στις εργατικές ζώνες και επομένως την πρωτεύουσα της, ακριβώς στη Schio / η διάλυση της LC / η ίδρυση της αυτόνομης ομάδας εργάτες φοιτητές. Δεν επρόκειτο όμως για την αυτονομία με το “A κεφαλαίο”, αλλά για εκείνη ακόμη κόρη του ιστορικού εργατισμού, αν και διασχίζεται επίσης από τις επιρροές-μολύνσεις του Parco Lambro και στη συνέχεια των γεγονότων του ‘77 / ο διάλογος επάνω στον ένοπλο αγώνα-ναι, ένοπλη πάλη-όχι / η ρήξη ανάμεσα στις δυο ψυχές /

bortoli 001η απαγωγή του Μόρο και, για τους βορειοανατολικούς ειδικότερα ιταλούς, υπήρξαν τα γεγονότα της 7ης απριλίου του ’79. Τον οκτώβριο του 1973, ο Enzo σχεδίασε, τύπωσε με δικά του έξοδα, μια αφίσα που έστειλε στη συνέχεια σε μια εκατοστή ζωγράφων, ιδιοκτητών γκαλερί και κριτικούς τέχνης / Το σχέδιο, το οποίο είναι η σταθερά της ζωγραφικής μου, αποτελεί το μέσο με το οποίο προτείνω να λειτουργήσει μια ενέργεια για την ανάκτηση αξιών που μοιάζουν, αν όχι νεκρές, να έχουν ατροφήσει / Η πινελιά είναι ευρεία, παχιά, γεμάτη, οι χρωματικές περιοχές είναι πυκνές και συμπαγείς, τα χρώματα χρησιμοποιούνται μόνο σε ζεστές αποχρώσεις / θέλω να κάνω μια ειλικρινή ζωγραφιά, μια συμπαγή και ζωηρή ζωγραφική / να δημιουργήσουμε μια γαλήνια και πνευματικά αυθεντική σχέση με τους άλλους / Jefferson Airplane, Grateful Dead, Quicksilver / Frank Zappa / Tangerine Dream και οι γερμανοί “κοσμικοί” του Krautrock / Miles Davis di Bitches Brew / AlterAlter, Re Nudo, Moebius, Η μπαλάντα της αλμυρής θάλασσας του Hugo Pratt / το Manifesto, Lotta Continua, Potere Operaio, Senza Tregua, Controinformazione, και πιο μπροστά τα βιβλία του Castaneda, οι Καταστασιακοί και οι Puzz του Max Capa / αρχίσαμε να εξετάζουμε την πολιτική δέσμευση με ένα διαφορετικό βλέμμα, σαν τη δυνατότητα άμεσης παρέμβασης στην πραγματικότητα / ξεφεύγοντας από ένα ένταλμα σύλληψης / John Coltrane / Kashmir και Srinagar, Amsterdam, το Μεξικό ή η Ινδία και Vladivostok / Corto Maltese του Pratt, και Alack Sinner του Muñoz και Sampayo ήταν οι χάρτινοι ήρωες στους οποίους ταυτοποιούμασταν, αλλά επίσης ακολουθούσαμε από κοντά τους πολυάριθμους εργατικούς αγώνες που δημιουργούσαν αναταραχές στην περιοχή και τα λίγα, αλλά ισχυρά φοιτητικά κινήματα που κάθε τόσο αναστάτωναν και ταρακουνούσαν την Thiene και την Schio / κίνημα για την μείωση του κόστους των μεταφορών / από την μια πλευρά οι φίλοι και σύντροφοι με τους οποίους μοιραζόμουν τις στιγμές του  “ελεύθερου χρόνου” και που αρνούνταν να μπουν σε μια οργάνωση “κλασσική”, από την άλλη, η συναρπαστική για μένα στράτευση, που μέσω της παρέμβασης μπροστά στα εργοστάσια, της εργατικής έρευνας που αναπτύξαμε και της ανάδυσης του φεμινισμού στην έδρα της LC στην Schio, μου αποκάλυπταν και με έκαναν να αγγίζω από κοντά άλλους κόσμους / “να ξαναπάρουμε την πόλη” / η έννοια της “άμεσης δράσης” / ακριβώς η έννοια της «επανοικειοποίησης» που ήδη άρχιζε να κυκλοφορεί, ενεργοποίησε τη δυναμική που μας οδήγησε να αφήσουμε την LC και να ιδρύσουμε την πρώτη Αυτόνομη Κολεκτίβα / στο εργοστάσιο εισέρχονταν πλέον μια γενιά που αρνούνταν να υπομείνει μια τόσο σαρωτική ζωή, που ήθελε να ζήσει διαφορετικά, άμεσα, χωρίς να περιμένει ένα μακρινό και αβέβαιο μέλλον ή τη μυθική «χ» ημέρα της επανάστασης / Η τοπική εργατική τάξη, πάνω από το 60% του πληθυσμού (αρχικά αποτελούμενη από αγρότες/αγρότισσες που είχαν εγκαταλείψει τα χωράφια), τώρα ενσωμάτωνε πρώην σπουδαστές, ή νέους οι οποίοι, έστω και αν δεν ήταν μορφωμένοι ήταν πολιτιστικά πλούσιοι και καθόλου παραιτημένοι / Και αν υπάρχει μια θεμελιώδης διδασκαλία που έχουν εκφράσει οι αγώνες των εργατών, είναι ακριβώς αυτό: η έννοια του συλλογικού / ένας χαρούμενος και εκρηκτικός θυμός, τόσο κοινωνικός όσο και προσωπικός / Στα έργα αυτής της περιόδου, που κυμαίνεται από το 1972 έως το 1974, μια πάντα επαναλαμβανόμενη μορφή είναι αυτή της «ασπίδας» / Μετά την αναχώρησή του για το Belluno, ο Lorenzo μείωσε τη δραστηριότητά του σε μικρά σχέδια και σκίτσα με μελάνι και υδατογραφία, πολύχρωμα, με τα οποία δημιούργησε καρτ-ποστάλ για να στείλει στους φίλους / Εν τω μεταξύ η Schio, μια παραδοσιακά εργατική πόλη, άλλαζε. Η ομάδα της Lotta Continua που από τα τέλη της δεκαετίας του ’60 ήταν κινητήρια δύναμη των αγώνων της περιοχής του alto vicentino μπήκε σε κρίση και σε εθνικό επίπεδο διαλύθηκε / η συμβίωση (φιλική ή ουδέτερη, αλλά όχι μαφιόζικη) «ψυχεδελικών», «τοξικών» και «πολιτικών» / η Ολλανδία, Amsterdam, με τους Provos, οι πρωτοοικολογικές διεκδικήσεις των λευκών ποδηλάτων / Κάποιοι άλλοι ανέβαιναν λίγο περισσότερο, μέχρι την Κοπεγχάγη / ιούνιος του 1976, υπήρξε το τελευταίο πάρκο Lambro και έκλεισε την εποχή των ποπ φεστιβάλ, με την επιβολή των Ινδιάνων μητροπολιτάνων και του φεμινιστικού κινήματος ξέσπασαν οι εσωτερικές αντιφάσεις, μεταξύ των διαφόρων ψυχών του κινήματος / Το ’77, υπήρξαν τα γεγονότα της Μπολόνια, τα μονοπάτια του Radio Alice και του A/traverso / από την σχετικά αβλαβή χρήση των ελαφρών ναρκωτικών γκρεμιστήκαμε πολύ γρήγορα σε πολύ πιο θανατηφόρα τοπία, και οι πλατείες γέμισαν με ηρωίνη και διακινητές / Αυτοκαταστροφισμός, αφέλεια και εξτρεμισμός, σίγουρα, αλλά όχι μόνο αυτό / ηρωίνη στις πλατείες / bortoli 008παρεισφρύουν προβοκάτορες / μασκαρεμένες εκτελέσεις / το ενδιαφέρον για κάθε ουσία της ψυχεδελικής πλευράς είχε από καιρό εκτροχιαστεί σε βαρύτερες καταστάσεις / δεν ήταν μάλλον εύπεπτο να τραβηχτείς προς τα έξω, ο καθένας για λογαριασμό του / Στις αρχές του 1977 ο Lorenzo μετακόμισε στη Thiene / προς το τέλος του ίδιου χρόνου άρχισε να συζεί με την Antonietta / από την αντίληψη ότι η καλλιτεχνική δραστηριότητα δεν ήταν πλέον αρκετή για να γεμίσει και να χρωματίσει τη ζωή του, στην απόφαση να μην περιοριστεί σε διερμηνεία, μόνο, της πραγματικότητας, ή να την ζει ξεχωριστά μέσα από το φίλτρο της καλλιτεχνικής δραστηριότητας / Η ανάγκη να παρέμβει με συγκεκριμένο τρόπο στο κοινωνικό, η θέληση να συμμετέχει άμεσα σε όσα συμβαίνουν γύρω του, έγινε επείγουσα / Αυτού του ρεύματος, αυτής της αλληλοσύνδεσης ανθρώπων και περιστάσεων που στόχευαν στην αλλαγή, ο Lorenzo ήταν μέρος τόσο σε σχέση με τον τρόπο με τον οποίο ζούσε, όσο και όσον αφορά την συμμετοχή στο vicentino κίνημα της δεκαετίας του ’70/ Ήταν αυθόρμητη η άρνησή του για οποιαδήποτε ηλίθια υποκρισία και κατάχρηση εξουσίας. Η φυσική αποστροφή του προς τις μιζέριες των θεσμικών μηχανισμών και των αστυνομικών οργάνων, προς τις ηλιθιότητες της κοινοβουλευτικής πολιτικής / Σε αυτή την ενστικτώδη του τάση, ο Lorenzo πλαισίωσε την υποστήριξη στο «κίνημα» της εποχής και, στην πράξη τη συνεργασία με την αυτονομία vicentina / Σε αυτούς που βρήκαν την ευκαιρία να αντιπαρατεθούν σχετικά με τις συνθήκες της σύλληψης και στη συνέχεια του θανάτου του Lorenzo, και γενικότερα σε σχέση με τη χρήση της δύναμης από την πλευρά του κινήματος των χρόνων ’70, φθάνει να θυμόμαστε ότι στην ίδια αιχμηρή εποχή οι διαδηλωτές σκοτώνονταν από τις αστυνομικές επιθέσεις και εφόδους κατά τη διάρκεια των διαδηλώσεων, και πως οι βόμβες που εξερράγησαν σε τράπεζες, πλατείες, αμαξοστοιχίες, (και όχι για σκοπούς διαμαρτυρίας, αλλά απλώς για να εξαπλώσουν τον τρόμο και για να θανατώσουν), ήταν εκείνες οι «μαύρες» των νεοφασιστών, οι οποίοι υποστηρίζονταν και οργανώνονταν από τις ιταλικές μυστικές υπηρεσίες στην υπηρεσία των «συμμάχων» ΗΠΑ, και προστατεύονταν από τομείς του κοινοβουλίου / Το χειμώνα μεταξύ του ’77 και του ’78, ο Λόρεντζο έφτιαξε, με αυτοσχέδιο τρόπο, δώδεκα πολύχρωμα και πρωτότυπα έργα με μελάνι και ακουαρέλα, στα οποία βρήκε τον τρόπο να αναδείξει την παλιά του προτίμηση για τους πίνακες του Osvaldo Licini / το σχέδιο μετατρέπονταν σε ιπτάμενους χαρταετούς, χτισμένους σε φόντα φωτεινών χρωμάτων τοποθετημένα σε τρίγωνα που τρέχουν μεταξύ τους δεμένα με περιπλανώμενα νήματα που αναπτύσσονται και συστέλλονται στο διάστημα / ο Lorenzo πέρασε να με χαιρετήσει, το χειμώνα του 1978, στο δωμάτιο που ζούσα προσωρινά στην Πάντοβα, και ήταν η τελευταία φορά που ειδωθήκαμε / Μετά η έκρηξη του σπιτιού του στη Thiene, η απόλυτη επιφύλαξη, ο σκεπτικισμός σχετικά με ότι είχε συμβεί, και η φρίκη για τη συνέχεια της υπόθεσης. Δεν προκαλεί έκπληξη, αντιθέτως, η έλλειψη ανθρωπιάς, η σκληρότητα που χρησιμοποίησαν οι καραμπινιέροι και οι δικαστές εναντίον του Lorenzo, και εναντίον των συγγενών και των συντρόφων / Καμία έκπληξη για τις διαστρεβλώσεις των δημοσιογράφων ( il Giornale di Vicenza στην πρώτη σειρά) και για τον οπορτουνισμό των πολιτικών που ασχολήθηκαν με εκείνα τα γεγονότα. Ο επίλογος, για όσους ήταν φίλοι του, παραμένει μια ανοιχτή πληγή. Και εξακολουθεί να υπάρχει πόνος ενθυμούμενοι αυτόν /

TAGGED WITH →  •  •  •  •  • •  •  •  • 

https://www.carmillaonline.com/2016/01/12/segni-scudi-aquiloni-altri-reperti-lorenzo-bortoli-1952-1979/

τα βιβλία του μιχάλη, i libri di michele

ΩΩ. στη χώρα του ποτέ…ή 14

Έχουμε και τον Επίλογο μας :
Ψάχνοντας ανάμεσα σε παλιά χαρτιά βρήκα μια μικρή ατζέντα που κρατούσα το 1980 στις φυλακές Κομοτηνής. Είχα γραμμένα αποσπάσματα από γράμματα που έστελνα στην Ροσσάνα. Σημειώσεις.
Σας μεταφέρω λοιπόν κάποια ενδιαφέροντα σημεία από τις σκέψεις εκείνου ακριβώς του καιρού για τον οποίο μιλάμε.
Νομίζω πως δεν θα μπορούσαμε να έχουμε καλύτερο επίλογο :

HIGH ON EMOTION … Chris de Burgh

‘Από χθες είναι εδώ ένας αυθεντικός Cipputi, [ήρωας από κόμιξ του Αλτάν], που τον άρπαξαν στα ελληνοτουρκικά σύνορα, πολύ συμπαθητικός. Στην πράξη έχουμε φτιάξει την μικρή μας παροικία σε ένα κελί με 10 άλλους έλληνες. Στο σύνολο είμαστε 14.
Δεν είναι και τόσο ευχάριστα ανάμεσα σε ανθρώπους τραχείς, άξεστους,με τους οποίους στην πράξη δεν υπάρχει δυνατότητα συνεννόησης.
Δυο φορές φυλακισμένοι!

Σε παρατηρούν σχολιάζοντας οποιαδήποτε κίνηση, όταν γράφω και γιατί γράφω τόσο πολύ, όταν λιάζομαι με τις ώρες, όταν κοιμάμαι δίχως σλιπάκι, όταν τρώω, γιατί κάνω ντους κάθε μέρα κλπ.
Και μισούν θανάσιμα αυτούς που μιλάνε άλλες γλώσσες. Ζηλεύουν πολύ. Είναι τρελό.
Πάλι καλά που είναι εδώ ένα μεγάλος στην ηλικία κύριος από τη νότια Ιταλία και ένας αργεντίνος με τους οποίους περνούμε το μεγαλύτερο μέρος της μέρας. Υπήρχε και ένας πολύ συμπαθητικός Έλληνας, μα έχει φύγει και αυτός.
Κάνουμε καλή παρέα, αστειευόμαστε συχνά μεταξύ μας προσπαθώντας να κάνουμε τη γκρίζα μας μέρα όσο το δυνατόν ‘ευχάριστη’.

Κάθε απόγευμα παίζουμε βόλεϋ και είναι η μοναδική όμορφη στιγμή της μέρας. Πηδώ, φωνάζω, τρέχω, καρφώνω κι έτσι ξεσπάω αρκετά και ξεχνιέμαι. Είναι μια διέξοδος.
Διαφορετικά, τα υπόλοιπα : βαρεμάρα και οι υπέροχες αναμνήσεις μιας ζωής μαζί σου.
Στη διάρκεια της μέρας, τις περισσότερες ώρες έξω στο προαύλιο, καπνίζοντας τσιγάρο ή ξαπλωμένος στο κρεβάτι με κλειστά τα μάτια, σε νιώθω δυνατά και το μυαλό μου να πετά πάνω από τους τοίχους.’
‘Αυτή τη στιγμή η τηλεόραση μεταδίδει ένα πρόγραμμα μουσικό, από εκείνο το μαγαζί στην Πλάκα της Αθήνας όπου βρεθήκαμε ένα βράδυ,μετά το παιχνίδι του Ολυμπιακού στον Πειραιά που παρακολουθήσαμε μαζί με τον Παύλο. Με τους τρεις τραγουδιστές και τα δυο κορίτσια, θυμάσαι; Άσε που μούρχεται έντονα στο μυαλό η στιγμή που μας άφησαν να καθίσουμε λιγάκι μαζί κάτω από την κερασιά, έξω από τη φυλακή, τη μέρα της δίκης σου, στο διάλειμμα
και δακρύζω.
Πέρασε η ώρα, έπεσε ησυχία, απ’ το ραδιοφωνάκι του διπλανού ακούγεται σιγανά η Πάτι Σμίθ να τραγουδά πως ‘η νύχτα ανήκει στους εραστές’
τη μια στιγμή πηδώ στον ουρανό απ’ τη χαρά να επικοινωνώ μαζί σου και την αμέσως επόμενη πέφτω στη μεγαλύτερη απογοήτευση. Τη μία στιγμή ηρεμώ και την άλλη πέφτω στην πιο μαύρη απελπισία
με ένα θυμό μεγάλο κι ένα αίσθημα αδυναμίας να με τυλίγει.
Θυμάμαι που τρέχαμε στους δρόμους της Φλωρεντίας με την βέσπα τραγουδώντας την ‘κουκαράτσα’
κάνω τα πάντα για να ελέγχω αυτά τα σκαμπανεβάσματα στην διάθεσή μου, και τα συναισθήματα
να μη με πιάσει τρέλα!
να κρατήσω ισορροπία
αυτή η αίσθηση της αδυναμίας είναι καταστροφική.’

27-06-’80
Έφυγαν οι φίλοι μου, ήρθαν δύο καινούρια παιδιά, είναι όμως λίγο απόμακροι, κρυόκωλοι
έμεινε όμως ο Λίνο, ο καημένος είναι μπαμπάς και μητέρα μαζί, μας πλένει, μας μαγειρεύει κι εμείς του κάνουμε χαδάκια και χαρούλες γιατί νιώθει τόσο μόνος, είναι μεγάλος, τον τυλίγει συχνά η απελπισία, καταφεύγει στην αγκαλιά μου ξεσπώντας σε λυγμούς.
Το θετικό στην υπόθεση είναι πως μου επιστρέφει η διάθεση, όσο κι αν φαίνεται παράξενο.
Η επιστροφή στις ρίζες
στις ρίζες του παντοτινού Μιχάλη
που τον τελευταίο καιρό είχε καταντήσει ένα αυτόματο
προσωπικότητα αυτοματοποιημένη από την συνήθεια στην οποία είχαμε εγκλωβιστεί λόγω της δικής μας καθημερινής επανάληψης,
καταλαβαίνεις τι εννοώ

μιας και η ζωή μας είχε καταντήσει ‘μηχανική’.
εκείνη η φοβερή επιθετικότητα, η συντριπτική όρεξη να κάνω πράγματα, με όλη τη σημασία της λέξης, με τις αισθήσεις στην τσίτα.
Η συνήθεια μας είχε σπάσει τα νεύρα
μ’ εκείνο τον παράλογο εκβιασμό που μας είχε καταντήσει αυτόματα, ρομποτάκια άριστα προγραμματισμένα
δίχως συναισθήματα
με τη δημιουργικότητα πνιγμένη και την φαντασία, αν εξαιρέσεις………
σε οτιδήποτε δεν ήταν στο κανάλι που είχε μία μοναδική κατεύθυνση….

Άρνηση λοιπόν της εξουσίας,ολοκληρωτική άρνηση οποιασδήποτε μορφής εξουσίας
γιατί δεν υπάρχει εξουσία δίχως περιορισμό,
δίχως άρνηση της κριτικής δυνατότητας, δίχως εμπόδια στην αναζήτηση δρόμων καινούργιων για τα πρόσωπα και όχι προκατασκευασμένων,
χωρίς περιορισμό στον αυθορμητισμό του ατόμου.
Για να είναι η καθημερινότητα δημιουργία.
Η ύπαρξή μας μέσα σε ένα κανάλι, μοναδικό. Όχι, φτάνει.
Προγραμματισμένη σε ένα και το αυτό κανάλι. Όχι άλλο.
Μια δυνατότητα, μοναδική
ιστορικά ηττημένη
παλιά, γηρασμένη
μουμιοποιημένη, μπαγιάτικη όπως η Βίβλος
άλλο τόσο λοιπόν μουχλιασμένος και ο Λενινισμός.

Τον είχαμε ήδη απορρίψει εδώ και πάνω από πέντε χρόνια, τότε που ακόμη όλοι ήθελαν ‘να τον τηρούν κατά γράμμα’, ενώ εμείς προτιμήσαμε την θαυμάσια-υπερηχητική δημιουργικότητα με όλες μας τις αισθήσεις.
Και μετά πέσαμε στην παγίδα
ίσως γιατί ελπίζαμε πως τα πράγματα θα πήγαιναν διαφορετικά, θα έπαιρναν άλλη τροπή, και θα φτιάχναμε τα πράγματα αλλιώς.
Αντίθετα, ‘κέρδισαν’ οι ‘πολέμαρχοι’
και τα αποτελέσματα φαίνονται σήμερα δια γυμνού οφθαλμού!
Φτάνει! Μπούχτισα!
Ναι, ο κομμουνισμός είμαστε εμείς,
η εικόνα, η φαντασία ενός καλύτερου μέλλοντος, διαφορετικού από την ασχήμια που μας περικυκλώνει σήμερα
δίχως περιορισμούς

χωρίς φυλακές
χωρίς εκμετάλλευση ανθρώπου από άνθρωπο και επιπλέον μάλιστα του ανθρώπου από την μηχανή και τους υπολογιστές, όπως συμβαίνει σήμερα.
όταν η ζωή θα είναι η εξασφάλιση των αναγκών των ανθρώπων και όχι ο έλεγχος και οι εντολές του κεφαλαίου και του κράτους
με αμοιβή τα ενδιαφέροντα, τα συμφέροντα του κεφαλαίου και των κομμάτων. Στην Δύση όπως και στην Ανατολή.
Ακριβώς την ίδια απογοήτευση, την πίεση στις ανάγκες των ανθρώπων, την καταπίεση, την ματαίωση της ελευθερίας του ατόμου.
Τι κατάλαβε ή τι αισθάνθηκε απ’ όλα αυτά η μεγάλη πλειοψηφία των ‘προλετάριων’, που βλέπουν απαθείς να κλείνονται στις φυλακές οι πιο ‘ανθρώπινες’ και ευαίσθητες ψυχές ;

Που βλέπουν να πεθαίνουν σαν τις μύγες τα παιδιά τους, χιλιάδες νέοι που δεν έχουν τη δύναμη ν’ αντισταθούν και πνίγονται στη μέγγενη της ηρωίνης και των ναρκωτικών ;
Που θανατώνονται στην απομόνωση. Εκατοντάδες μέρες φυλακής για την μικρότερη κλοπή.
Μέσα σε αυτή τη βασανιστική βρωμιά που έχει καταντήσει η σύγχρονη καθημερινότητα, ‘η μοντέρνα κοινωνία’, ‘η μοντέρνα ζωή’, η μοντέρνα μητρόπολη, η σύγχρονη πόλη ;
Η κούρσα στους εξοπλισμούς, οι αιώνιες θυσίες
για περισσότερη δουλειά
κι ακόμα πιο πολύ,
για αύξηση των ρυθμών
για βρώμικη, άσχημη εργασία, μονότονη
που κυβερνά τη ζωή και τη μέρα μας αντί να είναι δημιουργία,
όπως και όλα τα ενδιαφέροντα ανθρώπων γεμάτων ζωή, όχι αλλοτριωμένων από την Τι Βι,
από τις διαφημίσεις, από το φρικτό κομματικό σύστημα ;

Area, η διεθνής

Όλα αυτά σκέφτομαι και γεμίζω οργή αλλά και επίγνωση γι αυτό που συμβαίνει αλλά επίσης και για το ποιος είμαι εγώ
χαρούμενος για τον τρόπο με τον οποίο σκέφτομαι,
μια ανάσα ελευθερίας,
γιατί η επίγνωση φέρνει ελευθερία, γεμίζει συναισθήματα τον άνθρωπο, τον ανεβάζει ψηλά.
Έτσι εξελίσσεται, ψάχνεται, προχωρεί
έξω απ’ την ενσωμάτωση στο σύστημα, μακριά απ’ τα γερασμένα συνθήματα και τις απαρχαιωμένες κινήσεις.
Ο άνθρωπος σήμερα, στην Ευρώπη και παντού, χρειάζεται πολύ περισσότερα από αυτά που μπορεί να προσφέρει ο λενινισμός, ο κομμουνισμός που γνωρίσαμε, ο σοσιαλιστικός ρεαλισμός.

Εμείς γινόμαστε ακόμη πιο ελεύθεροι……
Αισθάνομαι ν’ απομακρύνομαι όλο και περισσότερο από αυτή τη τρομαγμένη σιωπηλή πλειοψηφία, από αυτούς τους άλλους…..
Όλοι εμείς που νιώθουμε κοντά θα τα τολμήσουμε αυτά τα πράγματα, τα δοκιμάσαμε. Αυτές τις καταστάσεις τις διαφορετικές…..
Φτιάξαμε και θα ξαναφτιάξουμε ένα σωρό τέτοιες καταστάσεις, γιατί η εξέλιξη μέσα στην αυθόρμητη ωριμότητα, στον ώριμο αυθορμητισμό της καθημερινότητάς μας, με φαντασία και επικοινωνία μέσα στις συλλογικότητες
των ενστίκτων και των φυσικών και πνευματικών αναγκών,
της ακαταμάχητης ανάγκης για ελευθερία και απελευθέρωση είναι συνεχής,
και της συνειδητής χειραφέτησης καθημερινή…..
για ανεξάντλητη αγάπη και υποκειμενική συνειδητότητα που εάν και όταν γίνεται συλλογική θα μας ξαναβρεί να παίρνουμε μέρος,
θα μας βρει να συμμετέχουμε ξανά

δίχως παρωπίδες και σχήματα καθορισμένα από τα πριν, προσυμφωνημένα
αρχαία, πεπαλαιωμένα και μακρινά σχήματα σε σχέση με την σημερινή πραγματικότητα που μας περιτριγυρίζει,
της ανάγκης για απελευθέρωση του ανθρώπου από την σκλαβιά της μισθωτής εργασίας που πνίγει, της εργασίας που αποξενώνει
έτσι όπως κυριαρχεί στην καθημερινότητά μας στο σύγχρονο παγκόσμιο χωριό, στα συστήματα που γνωρίζουμε και υπάρχουν.
Νιώθω απομονωμένος γιατί γεμάτος από όμορφα πράγματα, να κατακλύζομαι από φωτιά
φλογερά, συντριπτικά συναισθήματα που με κατέλαβαν, με κατάκτησαν για πάντα, για μια ζωή, και δεν θα πεθάνουν ποτέ, δεν θα χάσουν σε όγκο και ταχύτητα
ανάμεσα σε μετριότητες.

Όσο αναπνέω θα είναι εδώ, ζωντανά και συναρπαστικά.
Εδώ στην απομόνωση, μέρα με την μέρα, βρίσκω εκείνο το λίγο απόθεμα δύναμης που χρειάζεται, κουράγιου, για να τραβώ μπροστά
για άλλη μια μέρα…
μια μέρα ακόμη………
και ξανά….
Όχι, δεν αντέχεται η εξουσία επάνω μου, πάνω μας
να παίρνεις εντολές από ανθρώπους που νιώθεις κατώτερους, απομακρυσμένους,
από ανθρώπους που δεν έχουν καταλάβει τίποτα από ζωή, που δεν αντιλαμβάνονται την τύφλα τους
τι είναι η ζωή, τι σημαίνει να ζεις πραγματικά!
να μας υποχρεώνουν να κάνουμε αυτό που θέλουνε αυτοί.
Την υποχρέωση να είμαστε στην μέση, περιτριγυρισμένοι, περικυκλωμένοι από μια αγέλη ηλίθιων φυλακισμένων, αιχμαλώτων, που είναι περισσότερο μπάσταρδοι και ρουφιάνοι από αυτούς τους ίδιους τους ανθρωποφύλακες!

Ν’ ακούς με το ζόρι τις βλακείες τους…
να βουλώνεις τα αυτιά σου…
και ν’ ακούγονται ακόμη,
όπως συνέβαινε και έξω, στην πόλη.
Μας γεμίζει όμως με αποφασιστικότητα αυτό, και δύναμη και ωριμότητα και επιμονή και ακόμα μεγαλύτερη σιγουριά γι αυτά που μας κινούν κι έχουμε μέσα μας!
Δεν με φοβίζει τίποτα.
Έχουν μέσα το κορμί μου
το μυαλό μου και ολόκληρη η ύπαρξή μου γυρνάει ελεύθερα εκεί στην αμμουδιά
πάνω απ’ τους τοίχους,
ανάμεσα στους συντρόφους
Από το έξω μ’ έχουν απομονώσει τελείως, προς στιγμήν τουλάχιστον.
Βλέπω μοναχά τον πατέρα μου, πάντα με τον διοικητή και δυο αστυνομικούς από κοντά, δίπλα……

Area (International Popular Group) – Giro Giro Tondo – Live 1977

Λίγο καιρό αργότερα :
– Μου αρνήθηκαν την προσωρινή αποφυλάκιση με όρους, είναι παράλογο. Δεν καταφέρνουν τίποτα περισσότερο από ακόμη μεγαλύτερη άρνηση του κόσμου τους, άρνηση της σκατένιας τους ψευτοδικαιοσύνης, της σκατένιας κοινωνίας τους!
Ζηλεύουν, τους τρομάζει η διαφορετικότητα, δεν νιώθουν άνεση όταν έχουν να κάνουν με ανθρώπους που αισθάνονται δέκα φορές πιο περήφανους από αυτούς.
Θα συνεχίσω να περιμένω, θα μάθω να περιμένω, με υπομονή.
Ξέρεις πόσο πνίγομαι με την επιβολή, πόσο μου είναι ανυπόφορη η επιβολή, ακόμη και στα μικρότερα πράγματα, στις πιο ‘αθώες’ καταστάσεις. Καταλαβαίνεις πόσο μου στάθηκε δύσκολο να καταπιώ βλέποντας να σε αρπάζουν με εκείνο τον θηριώδη τρόπο, με τόση βία….

την επιβολή της κράτησης, της φυλάκισης, της απομόνωσης….
με την απαραίτητη ηρεμία….
δίχως τη δυνατότητα αντίδρασης….
δίχως να μπορώ ν’ αντιδράσω, να κάνω κάτι για να τους σταματήσω, να τους εμποδίσω….
Μα την αλήθεια, όσο πιο συγκλονιστική και φρικτή είναι η κατάσταση τόσο περισσότερο με δυναμώνει
με προσγειώνει στην πραγματικότητα, με κάνει πιο δυνατό μιας και η αλήθεια είναι πως μέχρι σήμερα πετούσα λιγάκι στα σύννεφα.
Θα αντιμετωπίσουμε ότι χρειαστεί και θα νικήσουμε τελικά.
Δεν φοβάμαι τίποτα.

Υποφέρω αλλά συγχρόνως είμαι γεμάτος θυμό και ανταρσία και αποφασιστικότητα και σιγουριά στον χαρακτήρα και στις δυνάμεις μας. Ανυπότακτος!
Ο κανόνας,στην ιστορία, ο ιστορικός νόμος είναι πως δεν θα γίνεται πάντοτε το δικό τους, πως τα πράγματα δεν θα πηγαίνουν αιώνια σύμφωνα με την δικιά τους θέληση.
Έχει τα πάνω και τα κάτω της η ιστορία.
Αυτή τη στιγμή είμαστε εμείς από κάτω, ζούμε εμείς τα κάτω μας.
Θεμελιώδες είναι,ακόμη και στις ασχημότερες στιγμές, όταν μυαλό και κορμί παραλύουν και δεν αντέχουν τα χτυπήματα…
λέω, θεμελιώδες είναι ακριβώς κάτι τέτοιες στιγμές να μην υπάρξει η παραμικρή διαφοροποίηση στην ψυχική και σωματική ακεραιότητα, η παραμικρή οπισθοχώρηση στην αποφασιστικότητα αντίστασης, η ελάχιστη αμφισβήτηση όλων αυτών που υπάρχουν μέσα μας και εκφράσαμε όλα αυτά τα υπέροχα χρόνια.

Δεν θα υπάρξει η οποιαδήποτε οπισθοχώρηση στη δυνατότατα να συνεχίσουμε να παράγουμε τις φανταστικές, υπέροχες δονήσεις, αποφασιστικά…
τις παντοτινές….
και ακόμη περισσότερο,
ανανεωμένες, ώριμες
ντυμένες πάντα με τα λαμπρότερα χρώματα…
δονήσεις κατακτητές!
Αυτές τις ανταγωνιστικές δονήσεις που μας χαρακτηρίζουν,
που γεμίζουν το αίμα, το μυαλό, το σώμα, τα νεύρα…
αντίστασης στην προσπάθεια εξουδετέρωσης μας…
του να πετύχουν να μας κάνουν υποκείμενα στη θέλησή τους,
υποχείρια…
πιόνια στα χέρια τους, μετακινούμενα απ’ εδώ κι απ’ εκεί, έτοιμα να μεγαλώσουν τον ήδη τεράστιο υπάρχοντα αριθμό – κοίταξε γύρω σου
νούμερο συντριπτικό.

Δεν είμαστε απ’ αυτόν τον κόσμο, δεν είμαστε κοινοί…
είμαστε γεμάτοι ενέργεια νεότητα και γνώση… και λίγη σοφία παραπάνω.
Αυτή τη γνώση που στο μέλλον θα είναι η καλύτερη φιλενάδα μας, που θα μας επιτρέψει τη διαρκή κριτική δυνατότητα, ευέλικτη. Τη διαυγή δυνατότητα ανάλυσης της πραγματικότητας.
Και με συντροφιά την λογική και την ωριμότητα που αποκτούμε όλο και περισσότερο θα βοηθηθούμε να μη πέσουμε στα πανάρχαια γερασμένα σφάλματα.
Πόσο θα ήθελα να σου μιλήσω ζωντανά όμως,
όχι με το χαρτί ανάμεσα
για τις σκέψεις μου, που επιστρέφουν γυαλισμένες, ξεσκονισμένες, μετά από αυτή την περίοδο που βρέθηκα ανάμεσα σε δύο πυρά,
την ανάγκη από την μία να ξαναβαδίσω το δικό μου, αυτόνομο μονοπάτι διαμέσου της ιστορίας
και της αγάπης μου για σένα που με έσπρωχνε προς δρόμους που αρνιόμουν ενστικτωδώς κυρίως [και με συνείδηση όμως], και που δεν ήθελα με τίποτα να σου τις επιβάλλω.

‘Μου τη δίνει’ το χαρτί,
φοβάμαι και το ρίσκο να μη γίνω απόλυτα κατανοητός, δεν πρέπει να παρεξηγηθώ ούτε στο ελάχιστο.
Θέλω λοιπόν να σου θυμίσω για μία ακόμη φορά, την τελευταία, τη βάση όλου του συλλογισμού μου που με σπρώχνει να επιστρέψω στην υποκειμενικότητα μου και στην άρνηση του ‘ρεαλισμού’ της πολιτικής
που δημιούργησε αυτή τη βρωμιά που μας περιτριγυρίζει
αυτή τη φτώχεια της πολιτικής σκέψης και πρακτικής που δημιούργησε αυτή την δυσωδία που έχει καταστρέψει όλες τις επαναστατικές απόπειρες και τις απελευθερωτικές προσπάθειες χειραφέτησης που ουρλιάζουν ανταγωνιστικά την θέληση και την επιθυμία από τους λαούς και τις πρωτοπορίες τους! σε χίλιες περιοχές και γωνιές του κόσμου!

Που οδηγήθηκαν στην αφάνεια και την καταστροφή κάτω από τα κτυπήματα του ‘ρεαλισμού’ της πολιτικής
του ρεαλισμού της ύπαρξης των μπλοκ, των ‘στρατοπέδων’
του ρεαλισμού των ιμπεριαλισμών
που πολεμούν στις γωνιές της Γης για την ολοκληρωτική και ολοκληρωμένη κατάκτηση, την πλήρη και ολοκληρωτική κυριαρχία .
Που δεν επιτρέπουν στους ανθρώπους το ‘λούσο’ της επιθυμίας
του καινούριου
της ανανέωσης
της αληθινής εναλλακτικής,
που δεν το επέτρεψαν στην Ιταλία,
που το συνέτριψαν στην Ιταλία
η σύγχρονη φωτεινή, σαφής περίπτωση..

Τους τρόμαξε, τους τρομάζει και θα τους τρομάζει το ανταγωνιστικό κίνημα, και τους δύο!
Δύση και Ανατολή.
Διότι εναντιώθηκε τόσο στον καπιταλισμό όσο και στον σοσιαλιστικό ρεαλισμό.
Και οι δυο καταπιεστικοί και απαρχαιωμένοι.
Και κινήθηκαν αμφότεροι, με μέθοδες και όπλα διαφορετικά για να το πολεμήσουν και να το εξουδετερώσουν.
Χρησιμοποιώντας κατασταλτικές μεθόδους και όργανα όπως και τον ψυχολογικό πόλεμο [ΜΜΕ], ο πρώτος
και δια μέσω του αυτοκτονικού μιλιταρισμού ο δεύτερος
και της καταγγελτικής πολιτικής του ΚΚ

ΔΕΜΈΝΟΙ ΣΦΙΧΤΆ Ο ΈΝΑς ΣΤΟΝ ΆΛΛΟ, ΠΕΡΙΣΣΌΤΕΡΟ ΑΠΌ ΚΆΘΕ ΆΛΛΗ ΦΟΡΆ.
[ Δεν θέλω να περιαυτολογώ, παρατήρησε τις ημερομηνίες συγκεκριμένων επιθέσεων – με ποια στιγμή συμπίπτουν ! κλπ].
Και οι πιο ηλίθιοι από τους πολιτικούς καριέρας γνωρίζουν πως ποτέ δεν θυσιάζεις εκείνο που ήδη κατέχεις δίχως την εγγύηση ότι θα αποκτήσεις περισσότερο.
Το κίνημα καταστράφηκε κλεισμένο ανάμεσα σε διασταυρούμενα πυρά.
Αυτό ήταν βολικό και για τους δύο.
Οι χώροι, οι άνθρωποι, η δημιουργικότητα, οι δομές μας, οι σύντροφοι, οι νίκες και οι κατακτήσεις μας, οι εναλλακτικοί μας χώροι για τον αυτόνομο δρόμο της απελευθέρωσης απ’ όλα τα σχήματα
θυσιάστηκαν για το τίποτα

δίχως αντίκρυσμα
όλη εκείνη η δυναμική διαλύθηκε στην αρχή σε χίλια κομμάτια, στη συνέχεια απομακρύνθηκε οριστικά εγκαταλείποντας τον χώρο στην καταστολή και στο ΚΚ
όλες οι κατακτήσεις μας διαλύθηκαν στον αέρα.
Σε τίποτα δεν χρησίμευσε η προσωπική μας μανιασμένη αντίδραση.
Πολύ δυνατότερη αποδείχτηκε η επιστημονικότητα των επιλογών του μιλιταρισμού που αποδείχτηκαν αναισθητικά σωστές!
Σωστές γι αυτούς, δημιουργώντας εκβιαστικό προβληματισμό στις γραμμές μας.

Κι έτσι η Ιταλία παρέμεινε και παραμένει ακόμη ‘γη του κανενός’
με την συνηθισμένη πολιτική αστάθεια, με την παρτίδα ανεξέλεγκτη και όλες τις πιθανότητες ανοιχτές.
Εκείνο που λείπει μοναχά είναι ολοκληρωτικά ανταγωνιστική φωνή, αυτή που διασπά τα πάντα, αυτή που εκφράζονταν από το αυτόνομο επαναστατικό κίνημα στην χώρα.
Κι εμείς δεν καταφέραμε να νικήσουμε τον μιλιταρισμό
εμείς, η φωνή της διαλεκτικής, ο δρόμος της βάσης, της συμμετοχής και της ανταγωνιστικής οργάνωσης
ενάντια στον μιλιταρισμό.
όχι, δεν νιώθω με τίποτα νικημένος,
αντίθετα,
σοφότερος, δικαιωμένος
ένας όμορφος εραστής του αδύνατου [προσωρινά].

Έχει σφιχτεί η καρδιά μου σκεπτόμενος όλη εκείνη την ενέργεια, όλη εκείνη την δημιουργικότητα που είχε εκφραστεί χρόνια τώρα, στην καθημερινή πρακτική
αυτή που τα συμφέροντα των δυνάμεων, με εξυπνάδα, και τη χρήση παράλογων μεθόδων, αδιανόητων
που αρχίζουν να διαφαίνονται τώρα
εξαφάνισαν, εξαέρωσαν
στέλνοντας στα κελιά
όχι μονάχα τα κορμιά ,
εξαφάνισαν πνευματικά πρώτα τα φωτεινότερα μυαλά
τις καλύτερες υπάρξεις
τις λαμπρότερες επιθυμίες, τις ζωτικές ανάγκες
που παρεμβλήθηκαν στη μέση του πολιτικού παιχνιδιού,
που βρέθηκαν να διαταράσσουν τις κομματικές ισορροπίες,

Πάντα οι ίδιες μέθοδοι. Ο σοσιαλιστικός ρεαλισμός αντιγράφει πιστά τον καπιταλισμό.
Ποιες είναι αυτές οι μέθοδοι; Μα φυσικά : η θυσία στην πολιτική ορθότητα.
Αυτή είναι η εξουσία, πάντα η ίδια
ΔΕΝ ΑΝΈΧΕΤΑΙ ΚΡΙΤΙΚΉ
δεν ανέχεται αμφισβήτηση
αυτόνομο απελευθερωτικό δρόμο
και για να επιβεβαιωθεί πρέπει να χρησιμοποιήσει μεθόδους και τεχνικές της δεσπόζουσας, αρρωστημένης,κυριαρχίας.
Μια κλειστή ομάδα που αναπαράγει στο σύνολο αυτό που λέει πως θέλει να καταστρέψει,
τα προϊόντα του συντηρητισμού
του τρόπου να ζεις και να πράττεις αντιδραστικά!
Γι αυτό και η καινοτομία, το καινούριο, η εναλλακτική λύση είναι θανατηφόρος εχθρός του συντηρητισμού και της εξουσίας.
Δεν ανέχεται εσωτερικούς αντιπάλους, διαφορετική άποψη και φωνή.
Τίποτα.

Προκειμένου λοιπόν η παλιατζούρα, η γερουσία, να υπερισχύσει είναι ικανή και έτοιμη για τα πάντα.
Αυτός είναι ο ρεαλισμός της πολιτικής.
Και όσο υπάρχουν τα στρατόπεδα δεν επιτρέπουν πιθανότητα σε αυτό που επιθυμούμε εμείς.
Αυτό που ορίσαμε και ονομάσαμε κομμουνισμό.
Η ταυτότητα χιλιάδων και χιλιάδων συντρόφων καταστράφηκε.
Άπειροι σύντροφοι εξαναγκάστηκαν στην προσωπική απομόνωση, στάλθηκαν σπίτι. Και χωρίς αυτούς τους συντρόφους δεν καταφέρνεις τίποτα απ’ όλα αυτά που επιθυμήσαμε και ονειρευτήκαμε, αυτά για τα οποία παλέψαμε, αγωνιστήκαμε, για τα οποία δώσαμε όλη μας την ενέργεια και την δημιουργικότητα.
Το αυτόνομο μας σχέδιο, πρόταγμα.

Δεν έγινε στην τύχη, κατά λάθος,
δεν είναι μια υπόθεση ή σύμπτωση.
Ήταν προμελετημένο επιστημονικά, με διαύγεια.
Σήμανε απαγορευτικό, από τα γεγονότα. όπου κι αν προσπάθησαν οι λαοί να χαράξουν το δικό τους αυτόνομο μονοπάτι ποδοπατήθηκαν από την ανάγκη επιβίωσης της εξουσίας του κεφαλαίου, της ιδιοκτησίας, της ιεραρχίας, της κομματοκρατίας
όπως και σήμερα
στην εποχή της κρίσης, του πληθωρισμού και της κούρσας των εξοπλισμών.
Με πλύση στα μυαλά και στις καρδιές
από ΜΜΕ, φωνές υψηλής εξειδίκευσης, αφεντικά στον ελεύθερο χρόνο και στην δουλειά, στο κρεβάτι, στο μπάνιο και στην κουζίνα. Στις συνήθειες.

Γιατί, κατά βάθος, το συμφέρον των κρατούντων δεν επιτρέπει επιθυμίες, ανάγκες
δεν επιτρέπει την πολυτέλεια ύπαρξης χειραφετημένων προσώπων
ελεύθερων ψυχών
απελευθερωμένων ανθρώπων.
Δυστυχώς!
Ή κάθεσαι και διαλέγεις αφεντικό
ή είσαι στην απέξω.
Κι αυτός είναι ο δύσκολος δρόμος.
Εγώ για το μέλλον μου διαλέγω τον δεύτερο.
Δεν νιώθω την ανάγκη ν’ ακουμπήσω στην πολιτική
ν’ αρπαχτώ από κάτι,
σ’ ένα κόσμο ακόμη πιο πολύ και περισσότερο παρανοϊκό και άγριο από ποτέ,
έξω από αυτό που ενδιαφέρει, πραγματικά, εμένα.

Και αυτό δεν είναι η εξουσία
δεν θέλω να επιστρέψω στο να γίνω γι άλλη μία φορά μία μηχανή που προγραμματίζει………
με αγαπάω αρκετά….
μ’ αρέσει έτσι όπως είμαι και νιώθω.
Δεν θέλω να κατακτήσω καμιά εξουσία, αφήνω σε άλλους τη χαρά να το κάνουν.
Και ξέρω πως σαν κι εμάς υπάρχουν χιλιάδες.
Θα κάνω τα πάντα για την πιθανότητα, για την απελευθέρωση
και την ελευθερία μας.
Για να ζήσουμε άριστα, υπέροχα.
Και θα κάνω τα πάντα για να καταστρέψω ότι χώνεται ανάμεσα στα πόδια μας!

Return to innocence, Enigma.

  • και επιστρέφουμε στο σήμερα :

μιχαλης 080

 

γλυκιά συμμορία

Φιλία – Χαλίλ Γκιμπράν

Το κείμενο που επακολουθεί είναι από το βιβλίο του Χαλίλ Γκιμπράν » Ο προφήτης, ο κήπος του προφήτη».

_____

Και ένας νέος είπε, Μίλησε μας για τη Φιλία.

Κι εκείνος αποκρίθηκε λέγοντας:

Ο φίλος σας είναι η εκπλήρωση των αναγκών σας.

Είναι το χωράφι που εσείς σπέρνετε με αγάπη και θερίζετε με ευγνωμοσύνη.

Και είναι το τραπέζι σας και το παραγώνι σας.

Γιατί πηγαίνετε στο φίλο με την πείνα σας, και τον αναζητάτε για τη γαλήνη σας.

Όταν ο φίλος σας εκφράζει τις σκέψεις του, δε φοβάστε το όχι στη δική σας σκέψη, ούτε αποσιωπάτε το ναι.

Και όταν εκείνος είναι σιωπηλός, η καρδιά σας δεν παύει για ν’ ακούσει την καρδιά του.

Γιατί στη φιλία, όλες οι σκέψεις, όλες οι επιθυμίες, όλες οι προσδοκίες γεννιούνται και μοιράζονται χωρίς λέξεις, με χαρά που είναι άφωνη.

Όταν χωρίζεσαι από το φίλο σου, δε λυπάσαι, γιατί αυτό που αγαπάς πιο πολύ σ’ αυτόν μπορεί να είναι πιο φανερό στην απουσία του, όπως ο ορειβάτης βλέπει πιο καθαρά το βουνό από την πεδιάδα.

Και μη βάζετε κανένα σκοπό στη φιλία εκτός από το βάθαιμα του πνεύματος. Γιατί η αγάπη που γυρεύει κάτι άλλο εκτός από την αποκάλυψη του δικού της μυστηρίου δεν είναι αγάπη παρά ένα δίχτυ που ρίχνεται στη θάλασσα και μόνο το ανώφελο θα πιάσει.

Και δίνετε το καλύτερο εαυτό σας στο φίλο σας. Aφού θα γνωρίσει την άμπωτη του κυμάτου σας, δώστε του να γνωρίσει και την παλίρροιά του.

Είναι ο φίλος σας κάτι που θα έπρεπε να γυρεύετε όταν έχετε ώρες που θέλετε να σκοτώσετε;

Καλύτερα να γυρεύετε το φίλο σας πάντα όταν έχετε ώρες να ζήσετε. Γιατί έργο του φίλου σας είναι να εκπληρώσει τις ανάγκες σας, αλλά όχι να γεμίσει το κενό σας.

Και μέσα στη γλύκα της φιλίας κάνετε να υπάρχει γέλιο, και μοίρασμα χαράς.

Γιατί στις δροσοστάλες των μικρών πραγμάτων η καρδιά βρίσκει την καινούργια αυγή της και ξανανιώνει.

 

The wall on which the prophets wrote
Is cracking at the seams
Upon the instruments of death
The sunlight brightly gleams…

King Crimson

ΆλμπουμIn the Court of the Crimson King

Epitaph

και…εδώ και τώρα αυτονομία με στίχους, κι όχι μόνο, υπέροχους:

Στίχοι: Μαριανίνα Κριεζή
Μουσική – Ερμηνεία: Δ. Τσακνής

Φτιάχνουν απόψε με κουρέλια και σανίδια
έναν συνοικισμό αυτόνομο
Αυτοί που ψάχνουν για διαμάντια στα σκουπίδια
και στον υπόνομο
Και συ που ψάχνεις το κουκί και το ρεβύθι
στο τέλμα αυτό που βυθιζόμαστε
Φτιάξε μαζί τους το δικό σου παραμύθι
γιατί χανόμαστε

Μες το δικό σου παραμύθι ξαναβρέστο
το ξεχασμένο μονοπάτι σου
Και ξαναχάστο, ξαναβρέστo, ξαναπέστο
το τραγουδάκι σου

Ξελεύθερώνω την ωραία πεταλούδα
από τη σφραγισμένη γυάλα της
Να σου χαρίσει τα φτερά της τα βελούδα
και τα μεγάλα της

Γιατί να ψάχνεις τριαντάφυλλα στα στήθη
αυτών που χάμω τα πετάξανε
Φτιάξε καρδιά μου
το δικό σου παραμύθι
αλλιώς τη βάψαμε

Φτιάχνω απόψε με κουρέλια και σανίδια
Έναν συνοικισμό αυτόνομο
Αυτούς που ψάχνουν για διαμάντια στα σκουπίδια
και στον υπόνομο

Γιατί να ψάχνω το κουκί και το ρεβύθι
στο τέλμα αυτό που βυθιζόμαστε
Φτιάχνω μαζί σας το δικό μας παραμύθι
γιατί χανόμαστε

Μες το δικό σου παραμύθι ξαναβρέστο
το ξεχασμένο μονοπάτι σου
Και ξαναχάστο, ξαναβρέστο, ξαναπέστο
το τραγουδάκι σου…

συνεχίζεται