τα βιβλία του μιχάλη, i libri di michele

ΣΤ. εκενώστε τους δρόμους από τα όνειρα – 4

Κάνουμε γνωριμία με ένα παλικάρι πολύ ιδιαίτερο, από την Κολομβία, μετανάστη. Έχει μια βάρκα μεγάλη κάπου δέκα μέτρα, την νοικιάζει, με τον ίδιο καπετάνιο και πλήρωμα, σε γκρουπάκια έξι έως οκτώ ατόμων για διήμερες εκδρομές σε ένα νησάκι, προστατευόμενο πάρκο, που απέχει κάμποσα μίλια από εκεί που βρισκόμαστε. Κλείνουμε λοιπόν ραντεβού και ένα πρωϊνό ξεκινάμε.
Σε όλη τη διάρκεια της διαδρομής, ένα τετράωρο περίπου, ψαρεύει με συρτή, καθισμένος στο τιμόνι, στην πρύμνη. Στο μέσον της διαδρομής σταματά πάνω από έναν μεγάλο ύφαλο και μοιράζει σε όλους μάσκες για να θαυμάσουν κολυμπώντας την βλάστηση και το υποθαλάσσιο τοπίο. Είναι όντως μαγευτικά, νιώθεις ασφάλεια μια και ειδικά σε τόσο ρηχά νερά, δεν ξεπερνούν το ένα με ενάμιση μέτρο, οι καρχαρίες δεν μπορούν να εισέλθουν. Χρειάζονται βάθος. Την ώρα που εμείς εξερευνούμε τον ύφαλο αυτός πλουτίζει την ψαριά του, το γεύμα μας, κάνοντας ψαροντούφεκο. Αυτό το διάλειμμα δεν κρατά πάνω από ώρα. Χτύπησε, κι έτσι έχουμε την ευκαιρία να δούμε και να απολαύσουμε στο δείπνο μας μπαρακούντα κοντά ένα μέτρο.
Βλέπουμε ψάρια που δεν φανταζόμασταν πως υπάρχουν, κοράλια και ένα σωρό άλλες ομορφιές ανάμεσα στα βράχια.

Είναι δεινός ψαράς ο Εμίλιο, εξασφαλίζει σε αυτό το διάστημα γεύματα για δύο ημέρες.
Μετά λοιπόν αυτή την παρένθεση, συνεχίζοντας το ταξίδι μας, ετοιμάζει σαλάτες από τροπικά φρούτα και χυμούς για όλους και μας τα προσφέρει, μιας και η όρεξή έχει απογειωθεί.
Φτάνουμε νωρίς το απόγευμα, δεν θυμάμαι το όνομα του νησιού που φυλάγεται από μια στρατιωτική μονάδα η οποία έχει σαν έδρα το φυλάκιο-φάρο που αναβοσβήνει όλη μέρα και ορθώνεται στη μία άκρη της μοναδικής παραλίας επιβλητικό.
Εξερευνούμε το χώρο για κάμποση ώρα, ανεβαίνουμε στο ψηλότερο σημείο για να δούμε από άκρη σε άκρη, πέτρα και πυκνή βλάστηση, όταν πήγε να νυχτώσει επιστρέφουμε στη βάρκα, μαζευόμαστε και απομακρυνόμαστε από την ακτή αρκετά μέτρα, πρέπει να αποφύγουμε τους βρυκόλακες, τα κουνούπια.

Έχουμε δέσει στην υπήνεμη πλευρά του νησιού που είναι μια τεράστια παραλία με την γνωστή, ψιλή άμμο. Στην άλλη πλευρά μεγάλα βράχια και πολύ κύμα, καμία σχέση, από την μια η ηρεμία και από την άλλη η αγριάδα. Στη μέση μια μικρή λιμνούλα, ακόμη αναρωτιέμαι εάν το νερό είναι γλυκό ή αλμυρό. Βλέπεις, μόλις σκεφτήκαμε να την πλησιάσουμε ξεκίνησε η μεγάλη επίθεση των κουνουπιών, κι εμείς όπου φύγει φύγει, τρέξαμε προς τη βάρκα και τα βαθιά.
Ο καπετάνιος έχει ήδη ξεκινήσει το μαγείρεμα. Η όρεξη είναι ξανά υψηλή, οι πορείες βλέπετε την έχουν ακονίσει και έτσι ξεκινάμε σιγά σιγά το δείπνο. Ψάρια νοστιμότατα και μπόλικες σαλάτες, αναμεμιγμένα φρούτα και λαχανικά. Μπόλικη σερβέζα– μπύρα, και για μετά σφηνάκια τεκίλα, ως συνήθως.
Περιττό να σας πω πως όσο διάστημα μείναμε στο Μεξικό, κάθε βράδυ είμαστε πίτα στο μεθύσι.

Το υπέροχο συμβαίνει το επόμενο πρωί. Ξυπνάμε μόλις σηκώνεται η πρώτη ζέστη, νωρίς, με την ανατολή. Περπατάμε μες το νερό που είναι πολύ ρηχό για δεκάδες μέτρα, προς την ακτή, για να βρούμε ο καθένας το μέρος που θα ξαλαφρώσει τις ανάγκες τις φυσικές. Έχουμε κοιμηθεί σκόρπιοι στη βάρκα, περπατάμε ζαλισμένοι, ντυμένοι όλοι σαν τον Αδάμ και την Εύα.
Αυτή η κινητικότητα λοιπόν σηκώνει ένα σύννεφο πανέμορφα πουλιά, σε όλα τα μεγέθη και τους χρωματισμούς. Έχουν βρει καταφύγιο στην έρημη παραλία την νύχτα, τρομάζουν με την παρουσία μας και κρύβουν τον νεαρό ήλιο με το ξαφνικό, ομαδικό τους πέταγμα!
Σκεπάζουν τον ουρανό, και γίνεται μεγάλη βοή από το τίναγμα χιλιάδων φτερών και τα κρωξίματα.
Το θέαμα σπάνιο.

Καβατζάρουμε το νησί, προς τον ωκεανό και τη φουσκοθαλασσιά, τα μεγάλα βράχια. Το κύμα αφρισμένο. Έχουμε περάσει μπροστά από το φυλάκιο και χαιρετιόμαστε με τους αγουροξυπνημένους φαντάρους, πίνοντας το καφεδάκι μας και σχολιάζοντας το πουλομάνι.
Αντικρίζουμε άλλο φοβερό. Ένα ζευγάρι καρχαρίες τίγρεις βολτάρει ανέμελο και γύρω τους έξι εφτά από τα παιδιά τους υποθέτουμε. Φανταστείτε λοιπόν τα μεγάλα γύρω στα δέκα μέτρα, είναι σίγουρα μακρύτερα από την βάρκα, και σε όγκο μεγαλύτερα. Τα μικρά, σαν μισή βάρκα, αυτά είναι λεπτότερα. Γκριζομαύρα τα μικρά, μαύρα με λευκές μεγάλες βούλες τα μεγάλα.
Λέγεται πως κάνουν να ξυθούν στα σκάφη που τα πλησιάζουν, τα ανατρέπουν, για να γίνει γεύμα το περιεχόμενό στα μικρά τους!
Άβυσσος.

Μένουμε σε απόσταση και θαυμάζουμε από μακριά το λίκνισμα αυτών των φοβερών πλασμάτων στα νερά. Και δεν έχει φωτογραφική μηχανή ούτε ένας από εμάς για να αποθανατίσει τη στιγμή.
Αυτά. Με τόση ένταση και θαυμαστά συμβάντα, δεν θυμάμαι να σου πω τίποτα άλλο από την συνέχεια. Σαν να έχει σβηστεί από την μνήμη.
Εκείνο που δεν ξεχνιέται όμως σίγουρα είναι το σοκ που νιώσαμε όλοι μας, τη μέρα που κατεβήκαμε στο λιμάνι για να κλείσουμε την εκδρομή με τον Εμίλιο. Μόλις έχουν βγάλει στην προκυμαία οι ψαράδες μια τεράστια θαλάσσια χελώνα, που αιχμαλώτισαν με δίχτυα, μεγάλη ίσαμε ένα αυτοκίνητο σχεδόν. Της έχουνε κόψει τα πάντα, της γδέρνουν το καβούκι, την τρυπάνε, και της βγάζουν την καρδιά, η οποία χτυπά δυνατά όση ώρα εμείς, λίγο παραπέρα κανονίζουμε τις λεπτομέρειες του ταξιδιού.
Φρικτό!

Δεν ξέρω τι νιώθουν αυτοί οι άνθρωποι, και πόσο ‘φυσικά’ τους φαίνονται ορισμένα πράγματα. Εμείς όλοι, σίγουρα, τους μισήσαμε την ίδια στιγμή. Δεν ξεχνιέται, δεν καταπίνεται.

Soul Sacrifice, Santana.

Τριγυρνάμε πολύ καιρό εκεί κάτω, μαζί με άλλους, όλοι κάτι αναζητούν. Εμπειρίες κυρίως, πιστεύω. Η αναζήτηση είναι ωραία, η στασιμότητα βλάπτει. Αλλάζεις παραστάσεις και εικόνες, βλέπεις πως σκέφτονται άλλοι άνθρωποι, αντικρίζεις διαφορετικούς πολιτισμούς, άλλες εικόνες.
Οξύνονται οι αισθήσεις εάν δεν είσαι αδιάφορος.
Γυρνάμε τέσσερις χώρες για ένα δίμηνο. Σκαρφαλώνουμε σε λεωφορεία γεμάτα ασφυκτικά, ανθρώπους και ζώα, σε κάθε γωνιά, όπως ακριβώς βλέπουμε μέχρι σήμερα στον κινηματογράφο, και μας μοιάζουν εξωτικά.
Διασχίζουμε αποστάσεις λίγων χιλιομέτρων μέσα σε ώρες. Πάνω κάτω, δεξιά αριστερά, ανηφόρες  κατηφόρες, όλο στροφές, χώμα άσφαλτος και ξανά χώμα.
Ενδιαφέροντα σίγουρα, όλα. Θέλει κότσια να ζήσει ένας Ευρωπαίος εκεί πέρα. Η αίσθηση που όλοι αντλούμε πάντως είναι πως η ανθρώπινη ζωή, και η ζωή γενικότερα, δεν έχει την ίδια σημασία,  σπουδαιότητα κι αξία θα έλεγα, που έχει στην Ευρώπη.

  • Επιστρέφουμε στην καρδιά του φθινοπώρου. Με ανάμικτα συναισθήματα.
    Αφήσαμε πίσω μας πανέμορφες χώρες. Διασχίσαμε οροπέδια, κι όχι μόνο, με τεράστιες λίμνες, μπήκαμε στην καρδιά της ζούγκλας, σκαρφαλώσαμε πυραμίδες, ανεβήκαμε βουνά, κατεβήκαμε φαράγγια και περπατήσαμε πανέμορφες κοιλάδες, κολυμπήσαμε σε ήσυχες παραλίες, βουτήξαμε στα τεράστια κύματα του ωκεανού, είδαμε ανθρώπους να κοιμούνται μεθυσμένοι πεταμένοι στη λάσπη. Χώρες όπου οι κοινωνικές αντιθέσεις είναι τεράστιες, [ σήμερα προς τα εκεί οδεύει ο Ευρωπαϊκός τουλάχιστον Νότος].
    Προσπεράσαμε τυφώνα, μια ολόκληρη νύχτα τρέχουμε μακριά του, μας κυνηγάει ακολουθώντας το λεωφορείο που μας μεταφέρει στην επιστροφή προς Βορρά. Ταξιδεύουμε κυριολεκτικά σαν βαπόρι, βουτηγμένο το όχημα στα νερά με τις μεγάλες του ρόδες κυριολεκτικά πνιγμένες. Βλέπουμε ανθρώπους, στη στεριά, να κυκλοφορούν με βάρκες. Λες και ζούμε ταινία.
    Βλέπουμε παθητικότητα. Ίσως να προετοιμάζονται και να μη το δείχνουν, ίσως να είναι η γαλήνη πριν την καταιγίδα.
    Απίστευτη υγρασία, σε βαθμό αγανάκτησης στην αρχή. Συνηθίσαμε.
    Επιστρέφουμε στον πολιτισμό, που δεν είναι πολιτισμός. Και αυτή τη κατάσταση την συνηθίζεις.
    Ονομάζουν πολιτισμό την εξέλιξη της τεχνολογίας, που λύνει προβλήματα για να δημιουργήσει μύρια άλλα.

Επιστρέψαμε και βρήκαμε στη θέση της χώρας που γνωρίζαμε κάτι άλλο, πολύ διαφορετικό. Άσχημη κατάσταση, αποκρουστική. Βαριά και ασήκωτη. Πνιγηρή.
Ένα πογκρόμ σε εξέλιξη, μια καταστολή που σηκώνει στον αέρα θέλοντας να ξεριζώσει τα πάντα, δικαίους και αδίκους που λένε. Πήρε σβάρνα τους αυτόνομους δίχως σταματημό.
Τα νεύρα τεντωμένα, έτοιμα να σπάσουν.
Και απογοήτευση μεγάλη.

Don’t give up, Tracy Chapman.

  • Δεν γύρισα απευθείας στον προορισμό μου. Πέρασα πρώτα να συναντήσω έναν φίλο, που σε πόλη της Αδριατικής κρατά ένα μικρό ξενοδοχείο με συγγενείς του, με φιλοξένησαν για κάποιο διάστημα, μέχρι να μου μηνύσουν ότι ο δρόμος είναι καθαρός.
    Γυρνώ λοιπόν λίγες μέρες αργότερα, οριστικά, μέχρι νεωτέρας. Έχει ξεκινήσει όμως το κρυφτούλι. Τρία σπίτια σε τρεις μήνες, είμαι ένα βήμα μπροστά από τους διώκτες, χωρίς καλά- καλά να το ξέρω, δεν το έχω συνειδητοποιήσει, είναι αλήθεια. Το γνωρίζω χωρίς σχεδόν να το ξέρω. Μόλις αλλάζω σπίτι μαθαίνω πως λίγο αργότερα το επισκέπτονται και οι διώκτες μας. Πάντα στην προηγούμενη διεύθυνση, με μια μικρή καθυστέρηση. Σου λέω, το ξέρεις, πηγαίνουν παντού, ψάχνουν τα πάντα, κυνηγούν ότι κινείται, χωρίς λογαριασμό, δίχως εξηγήσεις. Κανονικό κυνήγι μαγισσών.

Κι ότι τους κάτσει. Ποντάρουν στους αδύνατους. Σε αυτούς που θα σπάσουν. Που δεν θα αντέξουν την πίεση και θ’ αρχίσουν να μιλούν. Αλήθειες ή υπερβολές δεν ενδιαφέρει. Φτάνει να διασπάσουν το κίνημα, να χωρίσουν τους συντρόφους. Να στρέψουν τον ένα ενάντια στον άλλον.
Σιγά σιγά θα το καταφέρουν.
Κατάφεραν πολλά. Κρανίου τόπος.

μια ιστορία του εννιακόσια 5 Prospero Gallinari

Εμένα με βοήθησε λίγο η προνοητικότητα και πολύ περισσότερο η τύχη, αφάνταστα θα έλεγα. Εκείνο το διάστημα. Με βοήθησε και αργότερα. Οριστικά. Απ‘ όπου κι αν κοιτάξεις το θέμα..
Ένα μεγάλο αστέρι ;
Μια εξ ουρανού βοήθεια ;                                                                                                                    Η μάνα μου;
Ποιος ξέρει ;

 

  • Μιας και μιλάμε ώρα για θάλασσες, συνεχίζει ο Μάριος, την έχουμε κι εδώ μπροστά μας όλη μέρα, να σου πω δυο λόγια για τον παρ ολίγο πεθερό μου.
    Υπηρέτησε στις ειδικές δυνάμεις, βατραχάνθρωπος. Είχε εξειδίκευση να οδηγεί τις τορπίλες των υποβρυχίων κοντά στο στόχο, καβάλα κυριολεκτικά, σαν επάνω σε άλογο, κάτω από την θάλασσα, κι όταν πια βρίσκονταν κοντά, να στοχεύει και να την στέλνει κατευθείαν στο βαπόρι που πρέπει να βυθιστεί..
    Φυσιογνωμία μεγάλη ο Τζιόρτζιο, μου έχει διηγηθεί ιστορίες πολλές από τα νιάτα του, την εκπαίδευση, τη θητεία, τον πόλεμο. Θαύμασα την δεξιοτεχνία του, το κουράγιο του, την αγνότητά του επίσης. Δούλευε, υψηλό στέλεχος σε μεγάλη φαρμακευτική εταιρεία. Ένα πρωί τα βρόντηξε όλα και παραιτήθηκε μην αντέχοντας τη βρωμιά και την διαφθορά του περιβάλλοντος η ιδιοσυγκρασία του, βλέποντας όλα όσα συνέβαιναν εκεί μέσα, στο χώρο γενικότερα της υγείας.
    Στη διαπλοκή εταιρειών και κράτους.
    Έγινε ένας απλός πωλητής, ανατρέφει τα παιδιά του με αρχές. Μεγάλος.

Fragile, Sting.

Απ’ ότι θυμάσαι, την έχω γλιτώσει ήδη φτηνά μια προηγούμενη φορά. Τότε που ‘τσίμπησαν’ κι εσένα για φθορές στη σχολή Πολιτικών Επιστημών, όπου φοιτούσες.
Λίγες μέρες προηγούμαι, χτυπούν τη πόρτα του σπιτιού, νωρίς το πρωί.
Δεν μπορεί να είναι γνωστοί, τέτοια ώρα δεν έχουμε ποτέ επισκέψεις. Μοναχά η αστυνομία σε αναζητά τα χαράματα. Ο κόκορας δεν έχει ακόμα λαλήσει. Βεβαιώνονται από βραδύς πως γύρισες, και με το πρώτο χάραμα, ντριν, ο υπαστυνόμος!
Έχει και λιγότερη κίνηση στη γειτονιά.
Δεν μου φορούν χειροπέδες, πηγαίνουμε για ανάκριση, φθορές δημόσιας περιουσίας.
Κατάληψη στις σχολή, κάποια σπασίματα.
Χαλαρά. Στη δική σου περίπτωση είναι χειρότερα. Ξένη χώρα, φόβος για απέλαση κλπ.

Αρνιέμαι τη συμμετοχή στη φασαρία, δεν είναι δυνατόν να βρίσκομαι σε δύο μέρη την ίδια στιγμή, υπάρχουν μάρτυρες αδιάψευστοι. Δεν με ακούν, χειροπέδες αυτή τη φορά. Με οδηγούν στο κάστρο, στις Μουράτε, Le Murate.
Εντυπωσιακό κτίριο, μεσαιωνικό, όπως ολόκληρη η ιστορική πόλη, βρίσκεται στην καρδιά της, στην κόκκινη συνοικία του Άγιου Σταυρού.
Τεράστιο, δεν γνωρίζω πόσες ακτίνες, τρεις όροφοι εκεί που βρισκόμαστε εμείς, ενώνονται με γέφυρες, πλέγμα στον τελευταίο προς τα κάτω για να ‘εμποδίζονται’ οι αυτοκτονίες, να σταματήσει εκεί το κορμί αυτού που θα ήθελε να βουτήξει στο κενό. Λίγες μέρες μετά χώνουν μέσα κι εσένα.
Είμαστε χωριστά, τα κελιά είναι ανοικτά πολλές ώρες, τις περνάμε με παλιότερους συντρόφους που βρίσκουμε εκεί μέσα, μας φέρονται σαν μεγαλύτεροι αδελφοί.

Περνάμε έτσι καμιά δεκαριά μέρες μέχρι να μας δικάσουν. Έχει παγωνιά, στην αυλή δεν βγαίνει κανείς, καταχείμωνο. Έτρεξε αυτό το διάστημα, ήρθε η μέρα, ξαναείδαμε φίλους και συντρόφους στην αίθουσα, τα κορίτσια και τους γονείς μας.
Είδες και τον πατέρα σου που πέταξε για να σου συμπαρασταθεί, προσπάθησε να σε πείσει να επιστρέψεις πίσω, φοβήθηκε το μπλέξιμο σου με τους αγώνες.
Στάθηκες ανένδοτος.
Το κίνημα εκπροσωπείται στην πόλη από ένα ανάμεσα στα καλύτερα δικηγορικά γραφεία. Κάνει καλή δουλειά, ονόματα δεν θυμάμαι, ο πρώτος των δικηγόρων πάντως είναι ένας άντρακλας ψηλός ίσαμε εκεί πάνω, πολύ σίγουρος για τον εαυτό του και τις ικανότητές του, με μεγάλη ευφράδεια .
Αριστερών καταβολών η φήμη του γραφείου, είναι πάντοτε δίπλα μας.
Αντονίνο Φιλαστό λέγεται ο άνθρωπός μας τελικά, ο νομικός, τον θυμάμαι.

Μάρτυρες υπεράσπισης ο πρύτανης και καθηγητές της σχολής. Την ώρα που εσωτερική πορεία είναι σε εξέλιξη, με το τέλος της κατάληψης, επιτίθεται σε γραφείο γνωστού σπιούνου, αποχωρώντας μια μικρή ομάδα, εμείς βρισκόμαστε στην πρυτανεία, απεσταλμένοι των φοιτητών. Κάνουμε απολογισμό, συζητώντας με τους καθηγητές πάνω στα αιτήματά μας.
Αυτές οι φθορές, εμείς στοχοποιημένοι, γνωστοί μπροστάρηδες στους αγώνες για το καλύτερο.
Αθώοι λοιπόν.
Πανζουρλισμός, συνθήματα, τραγούδια, ο πατέρας σου συγκινήθηκε.
Μας σηκώνουν ψηλά δεκάδες χέρια, χανόμαστε σε χίλιες αγκαλιές,μέχρι να μας αποσπάσουν οι αστυνομικοί για να μας στείλουν ξανά μέσα. Από την φυλακή θα πάρουμε εξιτήριο. Το οξύμωρο είναι πως μας ξαναπερνούν χειροπέδες.

Οι δύο ώρες που μεσολάβησαν στα μπουντρούμια μέχρι να ετοιμαστούν τα χαρτιά που θα μας οδηγήσουν στην ελευθερία είναι οι χειρότερες, οι δυσκολότερες των τελευταίων ημερών. Ο δείκτης του ρολογιού δεν γυρνά με τίποτα, λες και είναι σταματημένος.
Δεν ηρεμώ, δεν συγκεντρώνομαι, κάτι σαν κρίση πανικού.
Απαίσιο.
Το βράδυ γίνεται ένα μεγάλο πάρτι στο σπίτι, με όλων των ειδών τα καλούδια. Την άλλη μέρα κηρύγματα από γονείς και συγγενείς : ‘κοίταξε αγόρι μου να στρώσεις, να βάλεις μυαλό. Είσαι άντρας, δεν είσαι άλλο παιδί. Πρόσεχε τις παρέες σου. Συγκεντρώσου, δεν θα αλλάξεις εσύ τον κόσμο. Κοίταξε τις σπουδές σου, τις υποθέσεις σου’.
Τέτοια πολλά, και άλλα παρόμοια.
‘εντάξει’…….αλλά από μέσα…….hasta la victoria siempre…….μέχρι την τελική νίκη.

Layla, Eric Clapton.

Είναι τότε που μαθαίνουμε να φτιάχνουμε εμπρηστικές βραδείας ανάφλεξης, να τις τοποθετούμε και να γίνεται το μπαμ μετά από κάποιο χρονικό διάστημα, ώστε να έχουμε τον χρόνο να απομακρυνθούμε για να βρεθούμε στη σιγουριά.
Τι νομίζεις, κάθε πράγμα στον καιρό του, τα βήματα γίνονται με προσοχή, σταδιακά. Από τα απλούστερα στα περισσότερο σύνθετα.
Παρακολουθήσεις, τοποθετήσεις, εισβολές, παραπλάνηση. Και μετά οι ενέδρες. Αυτές τις τελευταίες δεν τις προλαβαίνω, έρχεται το πλήρωμα του χρόνου. Τέλος πάντων.

Addio Lugano bella G Gaber, E Jannacci, L Toffolo, O Profazio, S Pisu

να είναι καλά ο αγαπητός φίλος και εξαίρετος καλλιτέχνης, ο Αργύρης ο Μπακιρτζής που μου θύμισε αυτόν τον αναρχικό ύμνο, όπου συμμετέχει και ο Giorgio Gaber, νεότατος

 

  • Γνωρίζω ένα παλικάρι. Τον Μάσσιμο. Είναι μια μεγάλη παρέα, καμιά δεκαριά, με τα κορίτσια τους. Ψηλός, σγουρομάλλης, ομορφόπαιδο. Εργάζεται πότε πότε, δεινό κλεφτρόνι, μας προμηθεύει στο πι και φι ότι χρειαζόμαστε.
    Έχει ένα αρχαίο πεντακοσαράκι και η αγαπημένη του συνήθεια, που μου την κόλλησε κι εμένα είναι να ανεβαίνει επάνω στους λόφους, όταν βρέχει, και να κάνει σβούρες στο λασπωμένο χώμα, μέσα σε παρκάκι, με ανάποδα τιμόνια και χειρόφρενο, ανάμεσα στα παγκάκια και τα κράσπεδα, χωρίς να χτυπά το αυτοκίνητο. Αυτό είναι το στοίχημα. Όλο και δυσκολότερα σχέδια. Ζωγραφίζει κυριολεκτικά στη βρεγμένη γη
    ‘πίνουν’ όμως πολύ και αυτό τους καταστρέφει τελικά. Σχεδόν όλους. Κάηκαν. Ένας την γλίτωσε τελικά, αν δεν κάνω λάθος, γίνεται μαθητής σε μοναστήρι, στην Ινδία. Γυρίζει μετά από καιρό ντυμένος στα πορτοκαλί. Έχει γεμίσει η Ευρώπη τέτοια παιδιά εκείνο τον καιρό.

Γνωρίζει ένα μέρος, στην Τοσκάνη, δυο ώρες από την Φλωρεντία. Έχει ορυχεία η περιοχή, εξόρυξης μαρμάρου, αν θυμάμαι. Αποθήκες με εκρηκτικά. Μας αναθέτουν λοιπόν κάποια στιγμή να κάνουμε χαρτογράφηση κλπ. Ωράρια, φύλαξη. Να φτιάξουμε σχέδιο για πιθανή κλοπή.
Μένουμε κοντά μια βδομάδα στην περιοχή. Θυμάμαι πως είναι η καταγωγή του από εκεί ή έστω κάποιων συγγενών του. Την γνωρίζει καλά. Έχει τα κλειδιά ενός σπιτιού σε μια μικρή πόλη. Χειμώνας, χωρίς θέρμανση, το δαγκώνουμε. Είναι αλπινιστής, έτσι έχει ειδικούς υπνόσακους με πούπουλα χήνας, κατάλληλους για ύπνο στο χιόνι. Κοιμόμαστε ξεβράκωτοι εκεί μέσα, είναι τόσο ζεστός ο ύπνος μας.

Τον γνωρίζουν κι έτσι δεν συχνάζουμε σε μέρη όπου πηγαίνουν φιλικά του πρόσωπα, δεν θέλουμε να καρφωθούμε, να δίνουμε εξηγήσεις για την παρουσία μας στην περιοχή. Κάποιοι άλλοι, σε ανύποπτο χρόνο, θα επιχειρήσουν εκεί, ξέρεις, χρειάζονται εκρηκτικά.
Ακούμε όλη μέρα μουσική και παρακολουθούμε την περιοχή με τα ορυχεία. Είσοδοι, έξοδοι, οδοί πρόσβασης και διαφυγής, κινητικότητα, φύλαξη, ωράρια, πορείες.
Με την επιστροφή μας στα πάτρια εδάφη έχουμε καταστρώσει έκθεση σελίδων.
Μήνες αργότερα διαβάζω στις εφημερίδες τα νέα για την διάρρηξη αποθήκης και την κλοπή στην περιοχή εκρηκτικών υλών.

Επέστρεψα ένα χρόνο αργότερα σε εκείνα τα μέρη, παραλιακά αυτή την φορά. Υπάρχει μια φανταστική αμμουδιά, δύσκολα προσβάσιμη, όπου κάνουμε ελεύθερο κάμπινγκ ένα Σαββατοκύριακο. Δύσκολη, απόκρημνη κατεβασιά. Δύσβατη. Αξίζει όμως ο κόπος όλα τα λεφτά του. Απομονωμένη ομορφιά για καλοκαιρινή απόδραση.
Την γνωρίζει ένας καινούριος φίλος που δεν έχει καμία σχέση με όλα αυτά που συζητάμε. Μας προτείνει την εκδρομή και την πραγματοποιούμε κάμποσοι φίλοι, αγόρια κορίτσια.
Για να προσεγγίσουμε την παραλία πρέπει υποχρεωτικά να περάσουμε από τον δρόμο και τα μέρη στα οποία τριγύρισα έναν χρόνο νωρίτερα, παρακολουθώντας και καταγράφοντας.
Στα παιδιά που είναι μαζί μου αυτή την φορά, δεν περνά από το μυαλό τους η άλλη μου πραγματικότητα, δραστηριότητες μακρινές, ξένες. Όχι τόσο ιδεολογικά όσο πρακτικά. Δεν υποψιάζονται ούτε στον ύπνο τους την άλλη μου υπόσταση.

Νιώθω πολύ παράξενα. Άγρια χαρά μαζί με κάποια στεναχώρια
Είμαι περήφανος για αυτό που είμαι. Συγχρόνως νιώθω κάτι σαν εγκατάλειψη. Θλίψη που υπάρχει αυτός ο διαχωρισμός, που υφίσταται αυτή η διαφοροποίηση στις συνειδήσεις, στους ανθρώπους.
Αργότερα κατάλαβα πως αυτή ήταν η πρόγευση της μοναξιάς του παρανόμου, που λέμε. Μια κάποια απομόνωση.
Στην αρχή είμαι ενθουσιασμένος, πετάω, καταλαβαίνεις.
Μετά ψιλο χαλιέμαι.
Την πρώτη νύχτα συμβαίνουν αυτά. Μέθυσα, χαλάστηκα.
Στη συνέχεια συνήλθα, δεν το σκεφτόμουν πια, συνηθίζεις. Τότε μου έρχεται και η θλίψη.
Πως γίνεται και το θυμάμαι ;
Δεν ξέρω να απαντήσω. Είναι αυτά τα συναισθήματα που χαράσσονται μέσα και αναδύονται κάποια στιγμή, αργότερα. Απ’ το υποσυνείδητο. Όταν χαλαρώνεις…… Και ακούς! Τότε που οι σκέψεις τρέχουν ελεύθερα, χωρίς να σκοντάφτουν, χωρίς να κολλάνε πουθενά, κυλώντας σαν το γάργαρο ρυάκι, το τρεχούμενο νερό.

τα παιδιά του ’77, 2

With a little help from my friends, Joe Cocker.

Επανέρχομαι στον Μάσσιμο. Από αυτόν γνωρίζω και εκείνη την κοριτσοπαρέα από τον αυτόνομο σύνδεσμο των οπαδών βιόλα, viola, των αυτόνομων οπαδών της Φιορεντίνα, της σπουδαίας ομάδας της πόλης μας. Πηγαίνω λοιπόν στο γήπεδο μαζί τους, στο Communale, curva Fiesole. Το πέταλο που πήρε το όνομα του από την συνοικία, στους πρόποδες της οποίας είναι κτισμένο το γήπεδο, και σκαρφαλώνει στον ομώνυμο λόφο. Ντυμένο στα μωβ, από το χρώμα της ομάδας και της πόλης, θέαμα μοναδικό. Χορογραφίες και τραγούδια, ενέργεια που μοναχά στις μαχητικές μεγάλες διαδηλώσεις θα συναντήσεις, ζω τον παλμό και τα συνθήματα και αγαπώ για πάντα την ομάδα.

Βλέπεις, παρόλο που γουστάρω τα σπορ, μου αρέσει πολύ το ποδόσφαιρο, εκείνα τα χρόνια έχω κυριολεκτικά απορροφηθεί από τα κοινωνικά κινήματα, ιδιαίτερα από την οργανωμένη αυτονομία, και δεν έχω πατήσει το πόδι μου στο γήπεδο άλλη φορά, πριν από εκείνη τη μέρα με την Ιουλία και την Γαβριέλλα. Δυο άγριες, γλυκύτατες μαθήτριες του Λυκείου που με ξεσήκωσαν για το παιχνίδι, τοπικό ντέρμπι με την γειτονική Μπολόνια.
Πρέπει να πω πως νιώθω δέος εκεί μέσα. Παρόλο που το παιχνίδι τελείωσε ισόπαλο, η ατμόσφαιρα είναι φανταστική, ο μεγάλος Τζιανκάρλο Αντονιόνι δεν κατάφερε να σπρώξει την ομάδα του στη νίκη. Από εκείνη την ημέρα υποστηρίζω τους βιόλα. Παρότι συμπαθώ παντού και πάντα τους κόκκινους.
Στο γήπεδο πηγαίνω ξανά λίγους μήνες μετά, πάλι με τις δυο φιλενάδες, σε συναυλία του Λούτσιο Ντάλα.

Περάσαμε πολύ όμορφα, είναι όμως ακόμη καλύτερα τότε που ο σπουδαίος καλλιτέχνης τραγουδά σε κατηλειμμένο εργοστάσιο, στη βιομηχανική περιοχή της πόλης, συμπαραστεκόμενος στους απεργούς εργάτες που βρίσκονται σε αγώνα. Εκεί μέσα είναι το κάτι άλλο. Η μουσική και ο στίχος, το συναίσθημα,αποκτούν άλλη βαρύτητα, η ατμόσφαιρα απογειώνεται και οι καρδιές χτυπούν πιο δυνατά. Ένα αληθινό πανηγύρι του λαού. Του λαού σε κίνηση. Του ανθρώπου σε εγρήγορση.
Όταν ο λαός κινείται, όταν ο λήθαργος παύει, όταν ανασταίνονται οι συνειδήσεις, όταν ο άνθρωπος αγαπά τον διπλανό του, τον νοιάζεται, τότε μη φοβάσαι τίποτα!
Η αλληλεγγύη το όπλο των λαών.

Ι put a spell on you, Screamin Joe.

συνεχίζεται

22/8/12

FURIOSI – Νανι Μπαλεστρίνι – Εκδόσεις Απρόβλεπτες – Σεπτέμβριος 2012

Εκεί στο πέταλο είμαστε 17000 όλοι μέλη των Ερυθρόμαυρων Ταξιαρχιών όμως αυτοί που ακολουθούν όλους τους εκτός έδρας αγώνες δεν είναι πάνω από καμιά χιλιάδα 1500 στην καλύτερη περίπτωση κι είναι εκείνοι που σου δίνουν τη χαρά να ζεις κάτι που υπερβαίνει τη Μίλαν επειδή εκεί γαμώτο υπάρχουν στιγμές που ζεις πράγματα τα οποία σε κάνουν να ξεχνάς τη Μίλαν εκεί κινδυνεύεις να σε σακατέψουν κινδυνεύεις να πας φυλακή διακινδυνεύεις τα πάντα κι εκείνη τη στιγμή η Μίλαν είναι το τελευταίο πράγμα που σκέφτεσαι εσύ εκείνη τη στιγμή είσαι με τους φίλους σου την ομάδα σου είσαι κάτι το συλλογικό

Από τους προλεταριακούς αγώνες του ‘60 και του ‘70, ο Νάνι Μπαλεστρίνι μας μεταφέρει στα γήπεδα της Ιταλίας της δεκαετίας του ‘80, σ’ ένα ανήσυχο μυθιστόρημα που περιγράφει το σημαντικότερο ίσως φαινόμενο συσπείρωσης και κοινωνικότητας των νέων εκείνη τη δεκαετία.

Μία αφήγηση χωρίς ανάσα, με επίκεντρο ένα επεισόδιο μεταξύ των οπαδών της ομάδας της Κάλιαρι και εκείνων της Μίλαν. Οι πρωταγωνιστές εξιστορούν σε πρώτο πρόσωπο τις εμπειρίες τους από τις οπαδικές μετακινήσεις, τις επικές μάχες με τους οπαδούς αντίπαλων ομάδων και την αστυνομία, τις προσωπικές διαδρομές στις εξέδρες των γηπέδων, τους τρόπους οργάνωσης και τους κώδικες που διέπουν τη συμπεριφορά τους, τις σχέσεις τους με την πολιτική.

Οι αφηγήσεις που συνθέτουν αυτό το ηρωικό-κωμικό μυθιστόρημα του Μπαλεστρίνι σκιαγραφούν γλαφυρά την ανθρωπογεωγραφία του κινήματος των ιταλών ultras, πριν αυτό μπει στη φάση της παρακμής του.

Ο Νάνι Μπαλεστρίνι γεννήθηκε στο Μιλάνο το 1935. Δημοσίευσε τα πρώτα του ποιήματα το 1953 και στις αρχές της δεκαετίας το ’60 συμμετείχε στην ίδρυση της λογοτεχνικής ομάδας «Gruppo 63». Το πρώτο του μυθιστόρημα με τίτλο Tristano δημοσιεύτηκε το 1964 από τον εκδοτικό οίκο Feltrinelli. Αναμίχτηκε ενεργά στα πολιτικά κινήματα της δεκαετίας του ’60 και του ’70 και το 1979 αναγκάστηκε να καταφύγει στη Γαλλία για να αποφύγει τη σύλληψη, μετά τη δίωξή του στα πλαίσια της «Έρευνας της 7ης Απριλίου», όπου παρέμεινε μέχρι την οριστική απαλλαγή του λίγα χρόνια αργότερα. Έπαιξε σημαντικό ρόλο στη δημιουργία των περιοδικών Il VerriQuindiciAlfabeta και Zoooom. Εκτός από τη λογοτεχνία, δραστηριοποιείται και στο χώρο των οπτικών τεχνών και έχει πραγματοποιήσει πολλές εκθέσεις στην Ιταλία και το εξωτερικό και το 1993 συμμετείχε στην Μπιενάλε της Βενετίας. Στα ελληνικά έχουν δημοσιευτεί τα μυθιστορήματα Τα θέλουμε όλα (εκδόσεις Στοχαστής)· Ο εκδότης (εκδόσεις Γνώση)· Οι αόρατοι (εκδόσεις Βιβλιοπέλαγος). Στο τεύχος 6 του περιοδικού ΤΕΦΛΟΝ έχει δημοσιευτεί ένα εκτενές αφιέρωμα στη ποίησή τους, ενώ στο τεύχος 12-13 του περιοδικού Τα Παιδιά της Γαλαρίας μια (σχεδόν) εξαντλητική συνέντευξη για τη ζωή και το έργο του.

μιχαλης 265

τα βιβλία του μιχάλη, i libri di michele

Γ. χόρεψες πάνω στο φτερό του καρχαρία – 1

Είναι ένα μωρό που γεννήθηκε με καισαρική τομή μέσα στο καλοκαίρι του ’12. Χρόνια κοιλοπονούσα, κράτησα σημειώσεις, πήρα συνέντευξη και πρόσθεσα φράσεις και κειμενάκια που με εκφράζουν και βρήκα εδώ κι εκεί αυτό το διάστημα που έγλειφα τις πληγές μου. Από το 2004 και μετά.
Δεν το έπλυνα, δεν το καθάρισα. Το άφησα αδούλευτο γιατί έτσι μου φαίνεται πιο αυθεντικό, πιο γνήσιο. Είναι το ταξίδι της ζωής μου. Αυθόρμητο, spontaneo, γέννημα ψυχής. Είναι ημερολόγιο. Εξομολόγηση.

Δεν σας ζητώ να συμφωνήσετε, μόνο να αφουγκραστείτε.
Σκεφτόμουν πως να το ονοματίσω και δυσκολευόμουν ώσπου χθες βράδυ, βλέποντας το Full Metal Jacket θυμήθηκα πως μαζί με το Platoon η Αποκάλυψη ήταν η σπουδαιότερη ταινία που πραγματεύτηκε τον πόλεμο του Βιετνάμ.
Όλα είναι δυνατά όταν θέλουν οι λαοί και αγωνίζονται για την ελευθερία τους.

Αποκάλυψη λοιπόν, Τώρα. Αποκαλύπτω κι εγώ τα εσώψυχα μου.

Πέρασαν μέρες και τελικά άλλαξα τη γνώμη μου όσον αφορά τον τίτλο. Νομίζω λοιπόν πως για πολλούς, ευνόητους λόγους, το όνομα που δίνω τώρα ταιριάζει περισσότερο. ‘Στην Πρώτη Γραμμή’.
Ελπίζω λοιπόν να μη χρειαστεί να αλλάξω γνώμη εκ νέου.

Φαίνεται όμως πως η περιπέτεια για το έργο μας θα περάσει από πολλά κύματα.

Αγαπήσαμε πολύ τη θάλασσα κι έτσι αυτή μου παίζει παιχνίδια.
18 του Νοέμβρη χθες κι είδα εκπομπή αφιερωμένη στον μεγάλο ’μικρούλη’ της μουσικής μας. Είναι ο συνθέτης, ο Θάνος, που αγάπησα περισσότερο απ’ όλους [μαζί με τον Μαρκόπουλο]. Αυτός που μου κράτησε πιστή συντροφιά τα δύσκολα χρόνια της εδώ προσαρμογής μου, από το ’80 και μετά. Μου θύμισε πως ο νέος άνθρωπος, για να λέγεται τέτοιος πρέπει ν’ αρπάξει τη ζωή απ’ τα κέρατα και να την παλέψει, όσο αντέξει, κι όπου τον βγάλει… Άρπαξα λοιπόν κι εγώ το στίχο του Καββαδία, που τόσο όμορφα μελοποίησε, ταίριαζε με τη ζωή μου, που ήταν αρκετά περιπετειώδης για πολλά χρόνια,και ελπίζω να σας παρουσιάσω επιτέλους το ’χόρεψες πάνω στο φτερό του καρχαρία’.
Πάμε λοιπόν.

«Ο λύκος της στέπας είχε δύο φύσεις, μια ανθρώπινη και μια λυκίσια, κι ίσως αυτό του το πεπρωμένο να μην ήταν τόσο ιδιαίτερο και σπάνιο… Μέσα του ο άνθρωπος και ο λύκος δεν συμπορεύονταν ποτέ, αλλά βρίσκονταν μεταξύ τους σε μια θανάσιμη έχθρα».

ΠΡΩΤΟ ΜΕΡΟΣ

ΧΡΟΝΙΚΟ 1969
Πόσα χρόνια δίσεκτα μέσα σε μια ώρα, βάσταξες αδάκρυτη μάνα Παναγιά
πόσα βόλια σπείρανε γιε μου σε μιαν ώρα, και σε μαρμαρώσανε στην ξερολιθιά
Μέσα στα ερείπια στέκει σαν αηδόνα, το καταμεσήμερο και θρηνολογεί
κάλεσε τον Χάροντα σε κρυφό αγώνα πες και στην Χαρόντισσα να σε λυπηθεί
Κάποια ξημερώματα σε μακρύ τραπέζι, θα έρθουν να καθίσουνε μάνες και παιδιά
μέρα αναστάσιμη κι ο λαός θα παίζει τα πολλά τραγούδια του για τη λευτεριά.
Γιάννης Μαρκόπουλος, Κώστας Μύρης, Νίκος Ξυλούρης.

  • Πενήντα τόσα χρόνια πριν γεννήθηκε σε τούτη δω την πόλη ο φίλος μου. Πήγα να μάθω τα νέα του, χθες βράδυ. Έζησε ζωή γεμάτη περιπέτεια και ένταση, έζησε πόνο και χαρά, πολύ.
    Από μικρός ψαχνόταν, πνεύμα ανήσυχο, έχασε νωρίς τη μητέρα του. Γυναικολόγος ο πατέρας του αναγκάστηκε να τον στείλει στους δικούς του στην Αθήνα μέχρι να ξαναφτιάξει την ζωή του, όλοι οι συγγενείς ζούσαν εκεί κάτω.
    Ενθουσιώδης, κινδύνεψε πολύ, το αστέρι της μάνας του ήταν εκεί να τον γλυτώνει από τα χειρότερα.
    Ήταν πάντα ανοιχτός και κοινωνικός, τώρα τελευταία, μετά τα ζόρια με την υγεία του κλείστηκε πολύ.

Πιτσιρικάς – Ρίτα Αντωνοπούλου

  • ‘Τα πρώτα χρόνια της ζωής μου τα πέρασα στον Άγιο Γιάννη, στο δωδέκατο πήγα σχολείο‘, μου λέει, με το θάνατο της μητέρας μου με έστειλαν στην Αναργύριο εσώκλειστο, στις Σπέτσες. Δύο χρόνια εκεί και μετά στην Αθήνα στους θείους και τις γιαγιάδες μου. Εκεί με βρήκε η χούντα. Γυρίζω Χριστούγεννα του ’67 και τελειώνω το γυμνάσιο στο Αρρένων.
    Δύσκολο να είσαι εσώκλειστος μικρούλης, μακριά από το σπίτι, από τα χάδια της μάνας, από την προσοχή των γονιών. Σε αντιστάθμισμα άρχισα να συνηθίζω να παίρνω τις αποφάσεις μόνος. Βέβαια η καθημερινότητα ήταν οργανωμένη στρατιωτικά, έστρωσα χαρακτήρα. Σκληραγωγία, βούτες χειμώνα καλοκαίρι με το καλημέρα, από το κρεβάτι στη θάλασσα.
    Πανέμορφο νησί, δεν ξαναπήγα από τότες. Καταπράσινο.

Κούκλα και η Καβάλα. Με τα καλντερίμια της και τα σκαλάκια στην ανηφοριά, τα όμορφα αρχοντικά και τα χαριτωμένα σπιτάκια με τις λουλουδιασμένες αυλές τους που έδωσαν όμως αργότερα τη θέση σε γκρίζες πολυκατοικίες όπου στοίβαξαν τους ανθρώπους τα χρόνια της αντιπαροχής του Καραμανλή, μακριά από την παράδοση, καταστρέφοντας την ομορφιά της ελληνικής πόλης. Πέτρα και κεραμίδι, και διάσπαρτη η πόλη καπναποθήκες. Εκεί μέσα γεννήθηκαν αγωνιστές, εκεί στεγάστηκαν οι καημοί τους, εκεί γράφτηκε η ιστορία της, εκεί, στα καλντερίμια και στις πλατείες της.

Θυμάμαι χαράματα τους δρόμους να πλημμυρίζουν εργάτριες και εργάτες με μαντήλια στο κεφάλι, ξεκινούσαν τη μέρα πηγαίνοντας στη δουλειά. Μύριζε καπνό η πόλη ολάκερη, γεμάτη ανθρωπιά και στεναγμούς.’ Άπονη ζωή, μας αδίκησες’ τραγουδά ο Μπιθικώτσης μου λέει, ‘το κρίμα μας βαρύ μας γέννησες φτωχούς’. Νιώθω άβολα,είμαι ακόμα πιτσιρίκι αλλά νιώθω κάπως. Οι άλλοι τραβούν για το μεροκάματο την ώρα που εγώ γυρνώ στο κρεβάτι μου πρωινιάτικα.
‘Μας βίασαν λοιπόν την αισθητική, διέρρηξαν και την έννοια του ανήκειν, της γειτονιάς.’

‘Ήταν ο τόπος μου βράχος και χώματα ήλιος και μαύρο κρασί, όργωνα θέριζα και με τον Όμηρο σε τραγουδούσα λαέ μου. Πάνω στα κύματα νύχτες ολόκληρες σε ονειρεύτηκα. Ήταν ο τόπος μου σαν το χαμόγελο όνειρο καθημερινό κάποιος το πούλησε κάποιος το ρήμαξε σαν δανεισμένη πραμάτεια, τώρα τ΄ αγόρια μου παίζουν το θάνατο στα χαρακώματα.’ ΧΡΟΝΙΚΟ.

‘Με αυτό τον τρόπο διαμορφώνεται σιγά σιγά ο ψυχισμός μου’, λέει ο φίλος μου λίγες μέρες αργότερα που συναντηθήκαμε , άρχισα να κρατώ σημειώσεις :

‘Τα καλοκαίρια στο Μπάτη, παιχνίδι στη θάλασσα και στα βραχάκια. Βουτιές στο πεντακάθαρο γαλάζιο, τον ήλιο δεν τον φοβόμαστε ακόμη στενάζει, βόλτες με τα κανό στις διπλανές παραλίες, συλλογή από κοχύλια, ποδόσφαιρο στην αμμουδιά.
Τα πρωινά στη θάλασσα και τα απογεύματα προπόνηση στο Ναυτικό όμιλο, Στριφτούλιας, Σαββίδης κ.λ.π., τσούχτρες, πετρέλαια και κάθε λίγο επίσκεψη από τον στόλο, ελληνικό ή αμερικάνικο. Ναυτική εβδομάδα, βορειοελλαδικοί αγώνες, μεγάλες στιγμές.
Το βραδάκι σινεμαδάκι, Ροδόπη και Ολύμπια. Και μεγαλώνοντας άρχισαν τα χτυποκάρδια και τα ραντεβουδάκια. Κυνηγούσαμε φιλάκι από τις μικρούλες ξένες στο Μπάτη μιας και οι δικές μας ήταν απλησίαστες, ο πουριτανισμός και η υποκρισία της κοινωνίας στη χώρα μας εκείνα τα χρόνια ήταν απίστευτες. Κυνηγούσαμε λοιπόν, επαναλαμβάνει μια αγκαλιά στην αμμουδιά, στο φως του φεγγαριού..
Γεμάτη τότε η παραλία ξανθά πανέμορφα κεφαλάκια που τόσο μας αρέσουν.

Κι όσο μεγαλώναμε πλησιάζαμε όλο και περισσότερο Παλιό και Ηρακλίτσα. Κατασκήνωναν εκεί Άγγλοι και ήταν ατραξιόν για την περιοχή, με τις φωτιές την νύχτα στην αμμουδιά και τις μουσικές και το χορό. Εκεί διορθώσαμε τα αγγλικά μας με ρετσίνα και ουζάκι. Και με το σκάσιμο της αυγής μια δροσερή βουτιά στα κρουσταλλένια νερά. Τι ομορφιά Χριστέ μου.
Για το χειμώνα δεν το συζητάμε. Οκτώ το βράδυ σπίτι εκτός Σαββάτου που μας επέτρεπαν σινεμά μέχρι τις δέκα, Ολύμπια ή Αττικόν. Και τις Κυριακές νωρίς το απόγευμα κάποιο παρτάκι σε σπίτι φίλου με τους γονείς στο διπλανό δωμάτιο. Η χειραφέτηση ήρθε πολύ αργότερα.

Θυμάμαι από τα παιδικά και τα μαθητικά μου χρόνια τον Θόδωρο τον Θεοδωρίδη, την Τέτη και την Ευγενία Παπαδοπούλου, τον Νίκο τον Ανανιάδη, την Ελένη και τη Ευγενία Αστεριάδου . Τον Τένη τον Στωίδη, την Ελένη Δίνγκα, την Μάγκυ Παπανικολάου και την Καρολίνα. Την Υβόννη και τον Μίρκο Ιορδάνογλου, και τον Θανάση τον Ευαγγελίου, τον Τριαντάφυλλο Τσουπάρη. Θυμάμαι και άλλα αγόρια και κορίτσια λέει, με τα οποία βρεθήκαμε πολύ κοντά για κάποια χρόνια αλλά τόσο το ότι τα ονόματα μου διαφεύγουν όσο επίσης το ότι θα χρειαζόμασταν πολύ χώρο για να τα αναφέρουμε με κάνουν να σταματήσω εδώ. Θεωρώ πάντως πως ανάμεσα σε αυτά τα ‘ξεχασμένα’ πρόσωπα βρίσκεται και ο φύλακας άγγελος που χρόνια αργότερα, την κρίσιμη στιγμή γλύτωσε τη ζωή μου από τα πολλά χρόνια εγκλεισμού που με περίμεναν εάν έπαιρνα εκείνο το μοιραίο λεωφορείο Θεσσαλονίκη-Φλωρεντία στη μπασιά του 1980!

Την αγάπη στην μουσική την απέκτησα τα χρόνια της Αθήνας, μετά τις Σπέτσες. Τα ξαδέρφια μου άκουγαν πολύ, ραδιόφωνο Πετρίδης, Κογκαλίδης, Μαστοράκης, αργότερα Μηλάτος. Δίσκοι στο πικ-απ το βραδάκι που τελείωναν οι εκπομπές για τη νεολαία. Rolling Stones, Beatles, Animals και Who όπως και πολλοί άλλοι. Έγινα λάτρης της ροκ σκηνής, Santana , Hendrix, Traffic κ.λ.π, η απίστευτη εκείνη συναυλία-ταινία Γούντστοκ σημάδεψε και καθόρισε σημαντικά την ζωή μου, και είδα, το θυμάμαι ακόμη, οκτώ φορές, την πρώτη στο Λονδίνο, 16άρης.

Γνώρισα σιγά σιγά μου λέει τον Ξαρχάκο, τον Θεοδωράκη και τον Σαββόπουλο που μόλις άρχισε να γίνεται γνωστός’.

 

  • Είδε τότε στο γήπεδο της Λεωφόρου ζωντανά τη συναυλία των Stones λίγες μέρες μετά τη χούντα. Σημάδεψε τη ζωή του εκείνη η φοβερή εμπειρία, δώδεκα χρονών παιδί μέσα σε ένα γήπεδο τίνγκα νεολαίους που πάλλονταν από ενέργεια και ενθουσιασμό, σε μία διαδήλωση ενάντια στα ήθη της εποχής, το καινούριο μάχονταν την συντήρηση, το νέο την γερασμένη σύμβαση, η συνοδεία του συγκροτήματος πετούσε κόκκινα τριαντάφυλλα στον κόσμο, η αστυνομία τους ξυλοκοπούσε, ο Jagger ούρλιαζε και το πλήθος αποδοκίμαζε εν χορό τους μπάτσους. Ήταν η πρώτη επίσημη αποδοκιμασία του στρατιωτικού καθεστώτος.
    Στην άτυπη διαμάχη που υπήρχε ανέκαθεν ανάμεσα στα σκαθάρια και τις πέτρες συντάχτηκε με τους τελευταίους μια και οι πρώτοι ήταν αρκετά λάιτ. Πάντως διαχρονικά μεγάλη του αγάπη μέχρι σήμερα παραμένουν οι Pink Floyd. Και από τους Έλληνες Μαρκόπουλος και Μικρούτσικος.

http://vimeo.com/9500231

Pink Floyd στηνΠομπηία

Εκείνα τα χρόνια απέκτησε και το πάθος για τον Ολυμπιακό. Όλοι στο σπίτι αγαπούσαν την μεγάλη ομάδα του Πειραιά απ’ όπου κατάγονταν ο πατέρας του, τον έπαιρναν μαζί τους στο θρυλικό Καραϊσκάκη, πάντα στην 7 όποτε κατάφερναν να βρουν εισιτήριο, και έτσι ένιωσε εκείνη την ιδιαίτερη σχέση που έχουν οι γάβροι με την ομάδα τους.
Έτσι λοιπόν ανέμελα κυλούσε η ζωή του με πολύ ενέργεια και τρέλα στο κεφάλι. Αισιόδοξος, χαιρόταν τη ζωή με τις στιγμές της, να τριγυρνά στο βουνό και στις παραλίες, να σκαρφαλώνει στα βράχια και να ανακαλύπτει μονοπάτια. Δεν έμαθε καθιστικά παιχνίδια, είχε παλούκια στον κώλο που λέμε, δεν
σύχναζε στα καφενεία, αντίθετα έπαιζε πινγκ πονγκ με κάποιους τρελαμένους σαν κι αυτόν.

  • ‘Τελειώνοντας την τετάρτη τάξη καλοκαίρι του ’71 πηγαίνοντας στην πέμπτη, με το φροντιστήριο του Φαίδωνα του Σιδηρόπουλου πήγαμε για σαράντα μέρες’ ,συνεχίζει, στο Λονδίνο . Ήταν τεράστια εμπειρία αυτή, εκείνα τα χρόνια που η παγκόσμια νεολαία πάσχιζε να τινάξει από πάνω της κώδικες ρόλους και ταμπού κάτω από τα οποία δεκαετίες ασφυκτιούσε, σε εκείνους θέλαμε να μοιάσουμε και εμείς τότε που ακόμη μας κούρευαν με την ψιλή, μας δίκαζαν με τον νόμο περί τεντι μποϊσμού, μας αποκαλούσαν ντιντίδες και δεν θυμάμαι πως αλλιώς, μας απαγόρευαν να φορέσουμε μάλτες, έτσι έλεγαν τα μπλου τζιν’.

Έφυγε λοιπόν να σπουδάσει στην Ιταλία και άλλαξε η ζωή του. Μόλις γνώρισε τον Μάρξ και τον Λένιν εντυπωσιάστηκε, με τον Γκεβάρα απογειώθηκε. Δέθηκε αμέσως στο καινούριο περιβάλλον και στους ανθρώπους, η Ελλάδα του φαινόταν πια πολύ μακρινή.
Άβυσσος χώριζε τις δυο πραγματικότητες.
Η μία οπισθοδρομική, σε στασιμότητα, βάλτος, η ελληνική επαρχία, συντηρητισμός και συμβάσεις.
Η άλλη σε κίνηση. Νέοι άνθρωποι σε μία πορεία αλλαγών και ανατροπής.
Γεννιόταν το νέο στα ερείπια του παλαιού.
Η νεολαία στην πρώτη γραμμή. Ο φίλος μας στην μέση.
Όταν γύριζε να επισκεφτεί τον πατέρα του οι μικρότητες του φάνταζαν βουνά, πνίγονταν.

Εκεί μια συντροφικότητα μυθική στα μάτια του, μια γενιά που έστηνε τις δικές της αξίες,που απαιτούσε από την συντήρηση να κάνει πέρα, άνοιγε τον δρόμο και θέσπιζε καινούρια νοήματα παλιά όσο ο άνθρωπος, έδινε νόημα σε νέες συμπεριφορές. Η αντί εξουσία στη θέση της γερασμένης. Η αυτονομία στη θέση της επανάληψης.
Ένας δάσκαλος του έμαθε να στοχεύει ψηλά. Έτσι θα κατακτούσε μακρύτερες κορφές. Όταν στοχεύεις το εφικτό έλεγε θα καταφέρεις λιγότερα. Σημάδευε μακριά για να πετύχεις ψηλά, όσο ψηλότερα τόσο καλύτερα.
Και οι νέοι είχαν βάλει στόχο την κορυφή. Να πατήσουν τον κόσμο, να τον καβαλήσουν και να τον οδηγήσουν εκεί που ήθελαν. Σαν τον Αλέξανδρο με τον Βουκεφάλα, μαζί μέχρι το τέλος, μέχρι την άκρη της γης.
Έτσι κι αυτοί, μαζί, στη γη των ονείρων τους, για την κοινωνία χωρίς κανόνες απ’ τα πάνωαπελευθερωμένοι από τις στρεβλές συμβάσεις, του αυτόνομου ανθρώπου από τους γνωστούς έως τότε κανόνες.

Δεν είναι χλιαρός ο δικός μας, παθιάρης είναι, παθιάστηκε λοιπόν. Του ήταν φυσικό με τον χαρακτήρα που κουβαλούσε. Η εξέγερση ήταν καθημερινή βιοτή, η επανάσταση της καθημερινής ζωής, στις συμπεριφορές, στα αιτήματα, στους αγώνες, στον έρωτα, στις διεκδικήσεις, στις συνήθειες. Μου είπε πως σε ανύποπτο χρόνο διάβασε πολλές βλακείες από σχετικούς και άσχετους για το τι έλαβε χώρα εκείνα τα τρομερά χρόνια, μόνο ο Μπαλεστρίνι κατάφερε να μεταφέρει τον ‘αέρα’ εκείνης της εικοσαετίας.
Ήταν μια γιορτή με τις καλές και τις κακές στιγμές της, τα πάνω και τα κάτω. Πάντως μια γιορτή με τα όλα της. Το να ζεις στο δίκιο, ελεύθερα και ισότιμα είναι τρόπος ζωής φευγάτος, είναι αναγκαιότητα γι’ αυτούς.
Έζησαν στο μεταίχμιο δύο κόσμων, αναποδογύριζαν καθημερινά τα γνωστά και πειραματίζονταν το νέο, ταυτόχρονα. Στις σχολές, στο σπίτι, στις πλατείες τους δρόμους και τις γειτονιές, στη δουλειά.
Η χαρά ήταν όλη δική τους, ήταν για όλους ξανά η χαρά. Οικειοποιούνταν τις ζωές τους. Έκαναν πράξη το σύνθημα, τα ήθελαν όλα και τα έπαιρναν, subito, αμέσως. ΚΑΙ ΕΙΧΑΝ ΠΟΛΥ ΦΑΝΤΑΣΙΑ, αυτή ήθελαν στην εξουσία και το έκαναν πράξη, όχι το κέρδος, όχι τις αγορές που θα έλεγε κάποιος σύγχρονος.
Έγιναν επαγγελματίες επαναστάτες για να ελευθερώσουν το σήμερα από το χθες, και να δείξουν στους υπόλοιπους το αύριο. Το καυχήθηκε ο δικός μου δεν το μετάνιωσε ποτές.

Πήραν τα όπλα, χιλιάδες ήταν, ενάντια σε όλους αυτούς που με όπλα φρουρούνται, και φρουρούν και επιβάλλουν με όπλα τη βία τους, την εξουσία τους, τη θέλησή τους. Αντέταξαν στη βία βία. Στην καθημερινότητα τους γλυκείς και τρυφεροί. Στον πόλεμο που υφίσταντο απάντησαν με πόλεμο.

1987 ΤΟΛΜΗΡΗ ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ
Με κάτασπρο πανί ένα καράβι απ’ το πενήντα έχει να φανεί, και συ βιδώθηκες μες στο λιμάνι με ανθοδέσμη που έχει μαραθεί, Ηλεκτρικός Θησέας σε πηγάδι κι η Αριάδνη έχει μουγκαθεί.
Σε δίκασαν να σπαταλάς τα χρόνια σε μια ζωή χωρίς προοπτική, Χάνεσαι σαν τον γλάρο στην Ομόνοια και όταν ψάχνεις λύση στη φυγή, πληρώνεις όσο-όσο τα διόδια και κομματιάζεσαι στην εθνική.
Ποιος είναι ισοβίτης στο σκοτάδι ποιος αλαφιάζει δίχως πληρωμή. Ποιος σκύβει στους αφέντες το κεφάλι και ποιος τα βράδια κλαίει σαν παιδί, ποιος ονειρεύεται πως κάποιοι άλλοι βγαίνουν και κάνουν πρώτοι την αρχή. Ναυάγια ονείρων αρμενίζουν και τα κεφάλια γέμισαν σκουριά. Στα σούπερ μάρκετ τέλειωσε η ελπίδα και συ κοκάλωσες στη σκαλωσιά. Που πήγαν οι τριακόσιοι του Λεωνίδα, και τι θα πούμε τώρα στα παιδιά, Ηλεκτρικός Θησέας και τα λοιπά.
Φοβάσαι ότι θα ‘ρθει καταιγίδα και θα μας πνίξει όξινη βροχή, βάλε σε γυάλα μέσα την πατρίδα και κρύψε την καλά μέσα στη γη Μήπως την ψάχνουν σαν την Ατλαντίδα αφού η Πανδώρα ανοίγει το κουτί, Ηλεκτρικός Θησέας σε πηγάδι κι η Αριάδνη έχει μπερδευτεί.
Ψηφοθηρία, λόγοι κι εμβατήρια ποτέ δεν έφεραν την αλλαγή, γι αυτό και χάθηκες στα σφαιριστήρια και μες τα γήπεδα την Κυριακή, τώρα καθώς κοιτάς τα διυλιστήρια ρωτάς ποιοι σ’ έχουν βάλει στο κλουβί, Ηλεκτρικός Θησέας σε πηγάδι κι η Αριάδνη έχει τρελαθεί.
Να κλείσεις θες πληγή θανατηφόρα και μες τα Νέα ψάχνεις για δουλειά, Όσα τα κέρδισες με τα μαρτύρια τα παζαρεύουν πάλι στα χαρτιά, τρέχεις να ψάξεις μες τα καταφύγια και βρίσκεις μιαν αιχμάλωτη γενιά.
Μια πλαστική ανέμισες σημαία, πίστεψες σ’ έναν άγνωστο θεό, κρέμασες το μυαλό σε μια κεραία, ειδήσεις, σίριαλ και τσίχλα ροκ, Και πώς θα ξημερώσει άλλη μέρα όταν τα λάθη κλέβουν τον καιρό, και πώς θα ξημερώσει άλλη μέρα όταν το ψέμα σέρνει τον χορό.
Ζωγράφισε έναν ήλιο στο ταβάνι
μίλησε με τ’ αγέρι της νυχτιάς
και χόρεψε μαζί με τη σκιά σου
στους ήχους μιας αδύναμης καρδιάς
πάρε τηλέφωνο τη μοναξιά σου
ή ΒΓΕΣ ΞΑΝΑ ΣΤΟΝ ΔΡΟΜΟ ΤΗΣ ΦΩΤΙΑΣ.
Αυτοί έτσι έπραξαν, βγήκαν στο δρόμο της φωτιάς.
[ η μουσική είναι του Γ. Μαρκόπουλου, οι στίχοι του Δ .Βάρου και τραγούδησαν ο Παύλος Σιδηρόπουλος με την Μ .Φωτίου.]

Σήμερα έχει αράξει. Η κοινωνία κοιμάται τον -ύπνο του δικαίου-. Όλα ησυχάζουν, αυτός είναι ανήσυχος. Στεναχωριέται για την απάθεια. Διάβασε προχτές στον τοίχο : αυτή η κοινωνία προωθεί την ρουφιανιά το γλείψιμο και την υποταγή, συμφώνησε. Ψυχολογική καταπίεση, οι άνθρωποι παράτησαν
τα ύψη, τράβηξαν χαμηλά, χώθηκαν σε λαγούμια. Κρύφτηκαν. Δεν ονειρεύονται, δεν προσδοκούν.

Ο άνθρωπος ξέχασε τον άνθρωπο, ο γείτονας τον διπλανό του. Εμείς στα καβούκια, το σύστημα γιορτάζει
Ξόδεψε μύρια για να το καταφέρει.

Χαίρεται με τη γυναίκα και τα παιδιά του ο φίλος μου, δείχνουν με τον τρόπο τους, καθημερινά, απλά , λιτά, μιλάνε :
Οι παγωμένοι αλωνίζουν, τους ονειροπόλους τους αφήσαμε μόνους, πυρπολούν τον πλανήτη οι άπληστοι, βγάζουν και από αυτό κέρδος, τρύπησαν τον αγέρα, βρωμίζουν τα νερά, πολεμούν αυτούς που αντιστέκονται.
Γδάρτες ονείρων.

Κάποιους τους νοιάζει ο χρηματισμός, να κερδίζουν σε χρήμα και μόνο αυτό. Βάζουν το εγώ πάνω από το εμείς. Νομοθετούν τα ανθρωπάκια, δικάζουν οι φελλοί. Κυβερνούν οι τιποτένιοι. Και τα πραγματικά αφεντικά κάνουν πάρτι. Οι υπόλοιποι τους δίνουν συνεχώς τη δυνατότητα να εξουσιάζουν, άλλοι για ένα πιάτο φαί και άλλοι για κάποια μικρότερα η μεγαλύτερα προνόμια. Εάν θέλουμε να ονομάζουμε προνόμιο μια αξιοπρεπή διαβίωση. Χάσαμε την αξιοπρέπεια.
Διαπλοκή, να παίρνουν ΟΙ ΔΙΚΟΊ ΜΑΣ τις δουλειές, να μοιράζουμε και τα οφίτσια. Εάν δεν είσαι στο κόμμα και δεν έχεις γνωριμίες είσαι τελειωμένος. Άσε που αν τα καταφέρεις και δεν είσαι με αυτούς θα σου βάλουν τρικλοποδιά. Έχετε παραδείγματα στο δικό σας περιβάλλον, γνωρίζετε.
Ξεπουλάν κοινωνικό πλούτο σε εξευτελιστικές τιμές, πλούτο που φτιάχτηκε με κόπο και δουλειά δεκαετιών. Ξεπουλάν σε μια νύχτα σε ντόπιο και ξένο κεφάλαιο για να πάρουν μίζα που εξασφαλίζει πολλές γενιές μπροστά, αυτών και των συγγενών τους. Να ο λόγος που παλεύουν να εκλεγούν, να πιάσουν πόστα, να διοριστούν στις θέσεις κλειδιά.
Και δεν κουνιέται φύλλο χρόνια τώρα. Σποραδικές φωνές μονάχα. Κι όταν ξεσηκώνεται η νεολαία στέλνουν τα ΜΑΤ. Και οι πατεράδες αφήνουν τους πιτσιρικάδες μόνους αντί να κατασκηνώνουν μόνιμα στους δρόμους και να μπλοκάρουν τα πάντα.
Ξεπουλάν τα νιάτα, τα θάβουν στη ντόπα. Πως να κάνεις όνειρα σήμερα, τι να περιμένεις. Ταφόπλακα η συμπεριφορά των μεγάλων. Έχουν δώσει τα διαπιστευτήριά τους τόσα χρόνια με την πολιτική συμπεριφορά και την κοινωνική αδιαφορία. Στηρίζοντας με κάθε τρόπο τους γδάρτες τους. Αδιαφορία από τη μια, αντίθεση από την άλλη σε κάθε επιθετική συμπεριφορά.
Ο λαός έχει τους ηγέτες που του αξίζουν, από τα σπλάχνα του βγαίνουν έτσι κι αλλιώς, δεν έρχονται από τον Άρη. Εμείς φταίμε λοιπόν γι αυτό που ζούμε και αυτά που έρχονται. ‘Θέλει αρετή και τόλμη η ελευθερία’ γράφει ο ποιητής. ‘Θέλει νεκροί χιλιάδες να ναι στους τροχούς’. Θέλει να αγωνίζεσαι, να απαιτείς και να διεκδικείς. Τη χειραφέτηση. Εύκολο το ραχάτι, μαλακή η πολυθρόνα, σου κλείνει το μάτι και η TV, θέλει να κλωτσήσεις δυνατά τις συμβάσεις, να τιναχτείς ψηλά και να ρισκάρεις καμιά φορά, να βγεις από το καβούκι σου διάολε, στα πρώτα σούτια να μη κάνεις πίσω.

Λες να ιδρώνει στον ύπνο του ο νεοέλληνας όταν σκέφτεται την αρετή, είπε πολύ εύστοχα κάποιος.
Την κάψανε τη χώρα από άκρη σε άκρη, τόσες φορές, μέχρι πότε ακόμη.
Και η αριστερά κοιμάται ύπνο βαθύ, δικαιώθηκε που την αναγνώρισαν και παρέδωσε ότι όπλο κρατούσε ακόμη όρθιο, πήρε μέρος και σε οικουμενική, τι άλλο να θέλει ακόμη, παίρνει μέρος και στα αλισβερίσια, φτάνει και περισσεύει.
Θυσίασε τα καλύτερα παιδιά της και το ότι πολέμησε για τα δίκαια του λαού νομίζει πως ήταν έγκλημα. Κι έχει και τύψεις από πάνω. Διώχνει τα παιδιά της, τα βρίζει και μετά κάνει πως μετανιώνει και τα αποκαθιστά. Μετά θάνατον. Κι εδώ υποκρισία. Κάθε τόσο θυσιάζει κινήματα μέσα στα χρόνια απλά γιατί δεν τα ελέγχει, τρέχει πίσω από τις εξελίξεις αντί να είναι μέσα τους μέχρι τα μπούνια. Κρίμα.
Και αυτή βοήθησε τον κόσμο να κλειστεί σπίτι και να παραδώσει το κλειδί στα χέρια των πολιτευτών, των μεσαζόντων και των αχρείων. Τον ευνούχισε.
Της πέταξε το σύστημα το κόκκαλο της νομιμοποίησης και έσπευσε να το αρπάξει με δύο στόματα, δεν της έφτανε το ένα. Να παίρνει και αυτή μέρος στο παζάρι, όχι παίζουμε. Τα ψίχουλα στο μεγάλο φαγοπότι της καθημερινότητας.
‘Κι εμείς οι τρεις στον καφενέ, τσιγάρο πρέφα και καφέ, βρε δε βαριέσαι αδερφέ’.

Εάν δεν έχεις δεν πειράζει, οι τράπεζες να είναι καλά. Θα σου δανείσουν, νάτη η θηλιά, έτοιμη. Η αλυσίδα στο λαιμό του σύγχρονου ανθρώπου. Ο τραπεζίτης είναι ο αρκουδιάρης που σέρνει τον χορό. Τα golden boys βαράνε τα νταούλια, με τα άψογα κουστούμια και τις υπέροχες γραβάτες. Οι σύγχρονοι ιεροεξεταστές που αποφασίζουν για τη ζωή και το θάνατο εκατομμυρίων.
Και κυνηγάς μια θέση για το παιδί σου, να σου σβήσουν το πρόστιμο, μια ευνοϊκή ρύθμιση. Κλείστηκες στο μπουντρούμι που έκτισε πάνω σου, στα μέτρα σου το σύστημα. Δάνειο στα μέτρα σου, τάφος στα μέτρα σου. Με την ευχή του αγαπημένου σου παρουσιαστή δήλωσες υποταγή στο επιτόκιο που διάλεξες ‘ελεύθερα’.

Κατασπάραξαν ότι είχε απομείνει από την ψυχή σου και τώρα σε σέρνουν στους τέσσερις ανέμους και η αριστερά να βρίζει αυτούς που ξεσπαθώνουν και ξεσπούν γιατί δεν τους γνωρίζει, που να τους μάθει κλεισμένη στο μπουρδέλο της; αποκομμένη τελείως από αυτόν που κάποτε ήταν σάρκα της.
Αυτοί είμαστε αδέρφια, παλαιοί και νέοι σύντροφοι, μη μασάτε. Εδώ ο Μπερλινγκουέρ κατέστρεψε το μεγαλύτερο αντιστασιακό απελευθερωτικό κίνημα που γνώρισε η Ευρώπη μετά τον πόλεμο στο όνομα ενός συμβιβασμού με το σύστημα, ενός συμβιβασμού και ενός εγωισμού που κατέστρεψε και αυτόν τον ίδιο, όλη την αριστερά της χώρας του, και την παρέδωσε ανυπεράσπιστη στα χέρια του Μπερλουσκονισμού.

Για έναν εγωισμό. Για να εμποδίσει την πολιτική αναγνώριση των Κόκκινων Ταξιαρχιών, για να μη αμφισβητηθεί η ηγεμονική θέση που επιθυμούσε στο χώρο της αριστεράς στην Ιταλία ο ίδιος και το ΚΚ. Θυσιάστηκε ο Μόρο, θυσιάστηκε και ο λαός στο όνομα μιας υποτιθέμενης πρωτοκαθεδρίας
Δεν θέλησε την αναγνώριση των μαχητών το κόμμα, παρέδωσε έναν λαό στο μεγαλύτερο ανθρωποκυνηγητό που υπέστη κίνημα στην Ευρώπη.

ΧΡΟΝΙΚΟ 1969
Στα πίσω χρόνια τα πικρά οπού φωτιά δεν είχε, ο κόσμος στις βαθιές σπηλιές τ’ αλέτρι δεν κατείχε.
Μα μιαν αυγή μια Κυριακή μια επίσημον ημέρα γεμίσανε τα φυσερά λυτρωτικόν αέρα.
κατέβηκεν ο Γίγαντας μ’ ένα δαδί στο χέρι έριξε φώτα στις σπηλιές και χάρηκε το ασκέρι.
πήραν φωτιά τα σύδεντρα τα σίδερα ελυγίσαν η γης οργώθηκε καλά και τα φυτά εκαρπήσαν.
Πρωί πρωί τον πιάσανε το γίγαντα και πάνε στον Καύκασο ξημέρωνε τρία πουλιά περνάνε
πουλιά μου διαβατάρικα τι βλέπετε στις στράτες τι κουβαλάει ο γίγαντας στις σιδερένιες πλάτες.
μπροστά πηγαίνει ο σιδεράς με το σφυρί στο χέρι ξωπίσω του ο κλειδαράς της μοναξιάς του ταίρι
ο πιο μικρός ο πιο σκυφτός ο πιο σκληρός στο πλάι αυτός κρατάει τα σύνεργα γελάει μα δεν μιλάει.
Καρφώσανε το γίγαντα στο βράχο του Καυκάσου
τρία πουλάκια πέρασαν και τού λεγαν Στοχάσου

  • Πρέπει να ξανασκύψουμε πάνω από την ιστορία για να μάθουμε, εν κατακλείδι. Το μέλλον, την ιστορία συνακολούθως δεν το φτιάχνουν οι πλειοψηφίες. Οι μειοψηφίες το διαμορφώνουν. Οι πλειοψηφίες συντηρούν απλώς τα δημιουργήματα των νικητών. Που ξεκίνησαν λίγοι.
    Η ανεμελιά εξαφανίστηκε ανεπιστρεπτί μου λέει βγάζοντας το δισκάκι. Όταν βλέπεις τι γίνεται γύρω σου αγανακτείς ακόμη και εάν δεν σε αγγίζει. Κι εάν είναι δύσκολο να αλλάξουμε τους κανόνες γύρω μας άμεσα μπορούμε τουλάχιστον ν’ αλλάξουμε τις συνήθειες, τους εαυτούς μας, την καθημερινότητα. Θα είναι ένα πρώτο βήμα.
    Ας βρούμε τις δικές μας απαντήσεις με το φίλο και το γείτονα.
    Ζούμε τη δικτατορία του χρήματος και της εμπορευματοποίησης. Δεν έχεις, είσαι αόρατος, ο κανένας.
    Υπάρχει θλίψη και αναλγησία, ταπείνωση. Πρέπει να μάθουμε να μετατρέπουμε το θυμό σε δημιουργικότητα.
    Η οικονομική δύναμη έχει κυριεύσει τα πάντα, παντού νούμερα, όλοι είμαστε μια εμπορευματική αξία.
    Σταμάτησα να ψηφίζω μου λέει, όχι ότι πίστευα ποτέ στη δύναμη της ψήφου. Απέχω.Ψηφίζουμε πιόνια που την κρίσιμη στιγμή προστατεύουν συμφέροντα οικονομικών δυνάμεων.
    Η ψήφος για να έχει κάποια δύναμη πρέπει να αγοράσεις και να εξαγοραστείς. Αγοράζεις προστάτη και είσαι έτοιμος μόλις σε χρειαστεί. Η ‘δημοκρατία’ λοιπόν δεν είναι για όλους. Οι ‘ειδήσεις’ είναι προπαγάνδα , πλάθουν συνειδήσεις, αγοράζουν οπαδούς για τα κόμματα. Που χρηματοδοτούν τον τύπο. Άσε που αυτός ανήκει σε μεγαλοεργολάβους που κλείνουν δουλειές με τους πολιτικούς. Αυτοί εξάλλου τους χρηματοδοτούν. ΚΑΙ ΑΠΟ ΠΙΣΩ ΟΙ ΤΡΑΠΕΖΙΚΟΙ ΠΟΥ ΧΡΗΜΑΤΟΔΟΤΟΥΝ ΟΛΟΥΣ. Κάποιο οπλίζουν τα κράτη και άλλοι που διακινούν την ενέργεια. Τεράστια συμφέροντα διαπλέκονται μεταξύ τους. Αυτοί κινούν τα νήματα όσο εμείς το επιτρέπουμε παίρνοντας μέρος στο παιχνίδι, αποδεχόμενοι τους κανόνες. Μια φορά κάθε τέσσερα χρόνια ‘είμαστε ελεύθεροι’ για λίγα λεπτά να διαλέξουμε τον ΤΥΡΑΝΝΟ της αρεσκείας μας.

Είναι τύραννος και ο κακός εγωισμός. Με τα χρόνια ο άνθρωπος γίνεται και συντηρητικός. Κρατιούνται νέοι οι παθιάρηδες, θέλει πάθος, θέλει να αγαπάς να ζεις και να μαθαίνεις. Χρειάζεται να ακούς, να παρατηρείς, τους άλλους και την καρδιά σου. Όταν ρισκάρεις ξεβολεύεσαι, αυτό είναι το φάρμακο. Και το  φιλότιμο!

Ο τρόπος με τον οποίο ζει ο καθένας μας είναι το καλύτερο παράδειγμα που μπορεί να δώσει στα παιδιά του και τους γύρω. Ο καθρέπτης των αρχών μας, η συμπεριφορά μας. Είναι και πολύ καλή πολιτική στάση.

  • Διάβασε για τον Σωκράτη τον Πλάτωνα και τον Αλέξανδρο, τον δάσκαλό του τον Αριστοτέλη, έμαθε για τους όμοιους και τη λοξή φάλαγγα, για την αγάπη ανάμεσα στον Πάτροκλο και τον Αχιλλέα. Για τα τείχη της Τροίας και εκείνα της Πόλης και ότι τείχη της Σπάρτης ήταν τα στήθια των πολεμιστών της, για τα ξύλινα τείχη και τον Κύρο και τον Δαρείο, τον Εφιάλτη τον Ξενοφώντα και τους μύριους.
    Για τον τελευταίο Παλαιολόγο και τους Ακρίτες. Σε τέτοιους ανθρώπους θέλησε να μοιάσει.

Αγαπάει τα χρώματα στον ορίζοντα, το πέταγμα του γλάρου στον αγέρα, το πράσινο της θάλασσας, τη μυρουδιά του πεύκου. ΤΗ ΧΡΥΣΑΦΈΝΙΑ ΑΜΜΟΥΔΙΆ αγαπά με το ζεστό της χάδι. Τη λευκότητα στα κοχύλια, στο μάρμαρο, το γλύστριμα των ψαριών στο νερό, την ποικιλία στα χρώματα και τα αρώματα στα λουλούδια που στολίζουν τη γη. Το τραγούδι του ποιητή, τον στεναγμό στο κρεβάτι, την κραυγή του αντάρτη που αντηχεί στις γωνιές του πλανήτη, τον πόνο του αγωνιστή που στριμώχνεται. Με βλέμμα καθαρό, τρυφερός και σιδερένιος συνάμα, το χέρι υψωμένο σε γροθιά, στο άλλο το μπουκάλι.

Αποκαλούν κουκουλοφόρους αυτούς που αγωνίζονται. Πάνοπλοι αντιμετωπίζουν άοπλους. Οι αρχηγοί τους καλά κρυμμένοι. Αυτοί που βοήθησαν εμάς να ψηλώσουμε, λέει, ήταν πάντα στη πρώτη γραμμή της φωτιάς. Τι ανάστημα μπορεί να έχει ένας Χρυσοχοίδης δίπλα στον Άρη τον τεράστιο. Βάλε τον Λαμπράκη δίπλα στον Πολύδωρα να σκάσουμε στα γέλια, τον Παναγούλη δίπλα στο νάνο τον Καραμανλή ή τον μικρούλη τον Γιωργάκη.

Μεγάλωσε με Κάλβο και Σολωμό, διάβασε Καβάφη, αγάπησε την Μπέλλου και τον Ξυλούρη. Τραγούδησαν το ‘πότε θα κάνει ξαστεριά’.
Και το γράψιμο όπλο είναι μου λέει. Ο λόγος και το παράδειγμα. Δώσε βάθος στη ζωή σου, μη μασάς τα λόγια σου, οι γύρω βλέπουν, ακούν . Κάποιοι θα θελήσουν να σου μοιάσουν, όπως εμείς κάναμε με τα ινδάλματά μας. Φτάνει η εικόνα να είναι φωτεινή.
‘Αδέρφια’ φώναξε προχθές στην παρέα, ‘οι νόμοι είναι για να τους πατάμε, δεν νομοθετήσαμε εμείς. Είμαστε λίγοι σήμερα αλλά γράφουμε ιστορία, πάντα έτσι γίνονταν, όταν οι πολλοί ψυχανεμίζονται πως οι συσχετισμοί πάνε να αλλάξουν στοιχίζονται πίσω από τους πρώτους. Όσο υπάρχουν εξουσιαστές θα γίνεται πόλεμος. Να καταργήσουμε τις τάξεις να σταματήσει ο αγώνας. Ας το κάνουμε να δούμε τι έχει για μετά’.

Μικρούτσικος, οι επτά νάνοι

[ότι διαβάσαμε μέχρι τώρα ήταν γραμμένο πριν το ’08 , τα βρήκα στο συρτάρι, η συνέχεια λοιπόν από το 2008 και μετά.]

μιχαλης 2 (2)

Μιλάει ο φίλος μου για τους αμέτρητους που σταυρώνουν κάθε μέρα οι εξουσιαστές, σαν το Χριστό. Πάντα υπάρχει ένας καλός λόγος για να σταυρώσεις. Όσο υπάρχουν ανισότητες αυτό θα γίνεται. Δεκάδες καθημερινοί σταυροί στο βωμό του κέρδους και των αγορών. Η ΔΙΚΤΑΤΟΡΊΑ ΤΗΣ ΑΝΑΠΤΥΞΗΣ, χρηματιστήρια, τράπεζες οι μεγάλοι νταβατζήδες. Καζίνο καπιταλισμό τον ονομάζουν τον βρίζουν και τον προσκυνούν μαζί, σχιζοφρένεια.
‘Εδώ σε θέλω, στα δύσκολα πες, να δεις πως αγιάζουν του κόσμου οι πληγές, εδώ σε θέλω, ν’ αντέχεις να ζεις κι απ’ τη μοναξιά σου να βγεις’ τραγουδά η Χαρούλα στο ραδιόφωνο.
Μια ζωή περνάς ξυστά.
Σεμνά και ταπεινά.

Οι πολίτες- δεν υπάρχουν τέτοιοι- ο κόσμος ψηφίζει και αναθέτει σε κάποιους να του λύσουν τα προβλήματα. Πρέπει να γίνουν λοιπόν πολίτες οι άνθρωποι, να πάρουν τα πράγματα στα χέρια τους, την πολιτική. Κίνημα λαϊκό χρειάζεται. Με βασικότερο μέλημα την αναδιανομή του πλούτου.

συνεχίζεται

μιχαλης 284

αυτονομία, autonomia

Toni Negri: Η ΗΤΤΑ ΤΟΥ ’77.

Στην Ιταλία το ’77 είναι η δεύτερη φάση του ’68. Σε όλες τις υπόλοιπες ευρωπαϊκές χώρες το ’68 εξαντλείται γρήγορα πρακτικά μεταξύ του τέλους του ’67 και των αρχών του ’69. Στην Ιταλία αντιθέτως το ’68 υπήρξε η αρχή μιας εξαιρετικά έντονης περιόδου κατά την οποίαν ταξικός αγώνας, φοιτητική αναταραχή- διαμαρτυρία και επινόηση-εμπλουτισμός του τρόπου ζωής (οι κοινότητες, η γυναικεία απελευθέρωση κλπ.), λόγω πολύ ιδιαίτερων συνθηκών και καταστάσεων, βρήκαν μια συνέχεια τους. Νομίζω ότι αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι στην Ιταλία ξεκινήσαμε από μια εξαιρετικά καθυστερημένη κατάσταση. Το σύνολο των αναγκών απελευθέρωσης, χειραφέτησης, παρεμποδίζονταν από πολύ ισχυρές και άκαμπτες αντιφάσεις. Για το λόγο αυτό το κίνημα αναγκάστηκε να κινηθεί στο έδαφος αυτό και να απελευθερωθεί από τους αρχικούς αυτούς προσδιορισμούς.Πρέπει επίσης να επιμένουμε στο γεγονός πως στο ’68 υπήρξε εμφανής και σημαντική μέσα στο κίνημα η παρουσία ενός ορισμένου ιταλικού τύπου κομμουνισμού, δηλαδή ενός πρωταρχικού και συντηρητικού σοσιαλισμού, που διαπερνούσε την καθημερινή ζωή.Από αυτή την άποψη, τα λενινιστικά κόκκινα βιβλία, μαοϊστικά, τροτσκιστικά, τσε γκεβαρικά υπήρξαν θεμελιώδους σημασίας κείμενα, πολύ περισσότερο απ ‘ό, τι του Marcuse ή της Σχολής της Φρανκφούρτης, πολύ περισσότερο απ’ ότι μια σειρά διαφορετικών και πιο προηγμένων-προχωρημένων πολιτισμικών λόγων που ζούσαν ήδη για παράδειγμα στο γαλλικό ή το γερμανικό κίνημα.Το ιταλικό κίνημα υπήρξε επί μακρόν επηρεασμένο από το επίσημο εργατικό κίνημα και οι διαμαρτυρίες κατά του ρεβιζιονισμού μόλις απέκρυπταν τον ομφάλιο σύνδεσμο που, αντίθετα με ό, τι συνέβαινε σε άλλες χώρες, συνέδεε το κίνημα με το ιδεολογικό και οργανωτικό σύμπαν του σοσιαλιστικού κόσμου.Τώρα, σχεδόν αμέσως το κίνημα ήταν υποχρεωμένο να απελευθερωθεί από αυτούς τους αρχικούς προσδιορισμούς, και να εξοργίσει και να καεί μέσα σε αυτή την οργή-την απελπισία, τη σχέση του με το εργατικό κίνημα. Αλλά υπήρξε ακριβώς αυτό το πέρασμα κριτικής εμβάθυνσης και κρίσης της σχέσης με το επίσημο εργατικό κίνημα, που παρήγαγε μια σειρά εξαιρετικά σημαντικών επιπτώσεων, γεγονός που καθιστά την ιταλική περίπτωση της δεκαετίας του ’70 ένα εξαιρετικό κοινωνικό και πολιτικό εργαστήριο.

Για να το πούμε απλά, στα τέλη του 1968-69 το κίνημα βρέθηκε να έχει ένα πραγματικά σταθερό μαζικό ακροατήριο, μια πολύ ισχυρή διείσδυση στους χώρους εργασίας, μια εξαιρετικά εκλεπτυσμένη μεθοδολογία πολιτικής και πολιτιστικής δουλειάς, και ένα σύνολο υλικών μέσων για την ανάπτυξή του, παρόλα αυτά, ευέλικτο και πλούσιο.Υπήρχαν τρεις εφημερίδες, δεκάδες και δεκάδες περιοδικά, εκδοτικοί οίκοι που εργάζονταν για το κίνημα, ένας απροσδιόριστος αλλά σταθερός αριθμός χώρων και εδρών πολιτικής οργάνωσης κλπ..Όλα αυτά επέτρεψαν στο κίνημα (πέρα από εκείνη που συχνά ήταν η γελοία περίπτωση των πολιτικών του κατευθύνσεων) να ριζώσει κοινωνικά με τρόπο τελείως άγνωστο στις άλλες ευρωπαϊκές χώρες. Αν όντως στις άλλες ευρωπαϊκές χώρες το ’68 συνέχισε να επηρεάζει τα κοινωνικά και θεσμικά κινήματα από πολιτιστική άποψη (και / ή παράνομη τρομοκρατική) ως κοινωνική δύναμη ήταν πολύ λιγότερο ισχυρό.Στην Ιταλία αντιθέτως – μόνη χώρα στην Ευρώπη – το κίνημα καθιερώθηκε ως κοινωνική δύναμη για μεγάλο χρονικό διάστημα, αναπτύσσοντας μια δυναμική που ήρθε σταδιακά να επιδεικνύει τη σημασία της ιστορικής καινοτομίας του 1968. Αυτή η καινοτομία περιλάμβανε την ανακάλυψη του εδάφους της αυτονομίας, τη ρήξη του συστήματος των κομμάτων, την εκκαθάριση του σοσιαλισμού, την πρόταση κομμουνιστικών θεματικών, τη συγκεκριμένη κριτική στην μισθωτή εργασία.Όλο αυτό αντιπροσώπευσε το περιεχόμενο της φαντασίας στην εξουσία, και αναπτύχθηκε για ολόκληρη μια δεκαετία. Το 1977 είναι η τελευταία ημερομηνία κατά την οποία η διαδικασία αυτή ολοκληρώνεται, συνεπώς μια διαδικασία ρήξης αλλά πάνω απ ‘όλα συνέχειας, «work in progress».Η σχέση μεταξύ του ’68 και του ’77 είναι μια πολύ στενή σχέση, εσωτερική, ζεστή, οικεία, αλλά ταυτόχρονα εξαιρετικά διαφορετική διότι η αυστηρή-επιτακτική πολεμική που ανοίγει ανάμεσα στο επαναστατικό κίνημα και το επίσημο εργατικό κίνημα το ’68, το ’77 καταλήγει σε μη αναστρέψιμη ρήξη. Το κίνημα του ’77 έχει μια δύναμη απολύτως καινοτόμα .Το ’68, πέρα από τα λόγια, στην πραγματικότητα η εμβάθυνση της πολιτιστικής κριτικής, η τροποποίηση των συστημάτων της ζωής, η σύσταση κοινοτήτων, παρέμεναν δηλώσεις προθέσεων, συχνά αναποτελεσματικών, άκαρπων: όλα αυτά το ’77 γίνονται πραγματικότητα. Η αυτονομία του κινήματος ανακαλύπτεται και αναπτύσσεται κατά τα έτη που πηγαίνουν από το 1968 έως το ’77, αλλά πραγματοποιείται ως μαζικό φαινόμενο μόνο το ’77.

Το ’77 είναι η επινόηση μιας πολιτικής νέου τύπου, πολιτική της βάσης, εντελώς εγκάρσια, άμεση άσκηση της αντιεξουσίας. Είναι επίσης μια πρώτη απόκτηση εργαλείων μαζικής επικοινωνίας, υπαγόμενων στην επαναστατική πρωτοβουλία. Νομίζω πως η κουβέντα σχετικά με την άρνηση της εργασίας μπορεί να αντιπροσωπεύει την πραγματική αμφισημία της σχέσης 1968-77.Η συζήτηση για την άρνηση της εργασίας αντιπροσωπεύει μαζί τη συνέχεια, την απόγνωση και την υπερνίκηση της σοσιαλιστικής κριτικής της εργασίας: σε αυτό βρίσκεται η αμφισημία της. Αλλά σε αυτό συνίσταται και ο πλούτος της, διότι αν ο άμεσος υπαινιγμός στον κομμουνισμό τον αποσπά από την σοσιαλιστική ιδεολογία της εργασίας, η ανάγκη να οικοδομηθεί μια νέα κοινωνική πραγματικότητα, μια δύναμη, ένας νέος τρόπος εργασίας τον ενώνει με τα θετικά περιεχόμενα μιας ουτοπίας της χειραφέτησης.Γίνεται έτσι σαφές ότι η άρνηση της εργασίας πρέπει να ανακαλυφθεί ως κάτι θετικό, ενεργό, υπό την έννοια της κατασκευής ενός συνόλου σχέσεων, ιδεών, μορφών παραγωγής και αναπαραγωγής. Και από την άποψη αυτή η άρνηση της εργασίας ερμηνεύτηκε όχι με τρόπο περιοριστικό από το ’77.Ωστόσο, αυτό δεν ήταν αρκετό για να εξαλείψει ένα μεγάλο πρόβλημα που αντιμετωπίσαμε στο περιθώριο και στο όριο της άρνησης της εργασίας: αυτή η θετική ουτοπία δεν κατάφερνε να οριστεί ως πολιτικό πρόγραμμα. Ο κίνδυνος ήταν μεγάλος γιατί υπήρχε η πιθανότητα εδώ να επανεισαχθούν, όπως επανεισήχθησαν, στοιχεία σταλινισμού και τρομοκρατικά ένστικτα.Θέλω να πω πως όταν φτάναμε εκεί και αναρωτιόμασταν: τι κάνουμε; και ανακαλύπταμε ότι δεν υπήρχαν προκατασκευασμένα μοντέλα, δεν υπήρχε πρόγραμμα, ήταν εύκολο να επανεισαχθεί από το παράθυρο ένας ορισμένος τύπος παλαιού σοσιαλισμού αφού είχε πεταχτεί έξω από την πόρτα.Αντιθέτως έπρεπε να ακολουθήσουμε την οδό της κοινωνικής εναλλακτικής με αυστηρότητα και συνοχή. Η κουβέντα για την άρνηση της εργασίας έπρεπε να τροποποιηθεί, να διορθωθεί, να αναπτυχθεί όχι μόνο εναντίον κάθε τρομοκρατικής συντόμευσης και κατά της επανεμφάνισης της σοσιαλιστικής ιδεολογίας: έπρεπε να μελετηθεί μέσα στις νέες συνθήκες αναδιάρθρωσης του τρόπου παραγωγής (αυτοματισμού, πληροφορικής), σε συνδυασμό με τις εμπειρίες της αυτο-αξιοποίησης, με εκείνη δηλαδή που είναι η αυτοδιάθεση των νέων πολιτικών υποκειμένων.
Με αυτό φτάνουμε σε μιαν άλλη θεμελιώδη κουβέντα του ’77, μια συζήτηση που εξακολουθεί να είναι σήμερα επίκαιρη και ξεκινά από την διαπίστωση του γεγονότος ότι οι νέοι και γενικότερα το στρώμα των εργαζομένων, των εργατών που ήταν περιθωριοποιημένοι, αποκομμένοι από την παραγωγική ανάπτυξη, δεν ήθελαν πλέον να επανενταχθούν στο παλαιό παραγωγικό σύστημα, αλλά ήθελαν να εκπροσωπούνται επαρκώς μέσα σε ένα νέο τρόπο παραγωγής.Έτσι, όταν μιλούσαμε για άρνηση της εργασίας ήταν σωστό να την καταλαβαίνουμε ως άρνηση «της εργασίας στο εργοστάσιο» (έτσι όπως το είχαμε δει να καθιερώνεται στην Ιταλία μεταξύ της δεκαετίας του ’50 και της δεκαετίας του ’60 μέχρι το ’68), αλλά από την άλλη πλευρά έπρεπε υπογραμμίζονται τουλάχιστον δύο νέες συνθήκες: ότι βρισκόμασταν, καταρχάς, αντιμέτωποι με την Τρίτη βιομηχανική επανάσταση και ότι προς στιγμήν αυτή είχε απλώς σαν συνέπεια μια μαζική περιθωριοποίηση, δεύτερον ότι βρισκόμασταν μπροστά (και ήταν ακόμη πιο σημαντικό) σε ένα νέο υποκείμενο που είχε τα χαρακτηριστικά μιας επινοητικής, δημιουργικής, πνευματικής, εντελώς αφηρημένης εργατικής δύναμης: ένα υποκείμενο που μπορούσε να παράγει μόνο μέσα σε νέες καταστάσεις και συνθήκες του βιομηχανικού οικονομικού κοινωνικού συστήματος, ένα κοινωνικό επαναστατικό υποκείμενο.Το θέμα της απόρριψης της εργασίας ήταν, λοιπόν, και εξακολουθεί να είναι, ένας τρομερός μοχλός επειδή φέρει μαζί της μια ολόκληρη σειρά διεκδικήσεων, από τη μείωση του χρόνου εργασίας στο θέμα του κοινωνικού ή πολιτικού μισθού, μέχρι την πλήρη αναδιάρθρωση της κοινωνικής εργάσιμης ημέρας, μέχρι την πολιτική της δημόσιας δαπάνης, και τις συνδέει με μια ισχυρή αναφορά στον κομμουνισμό.Γύρω στο θέμα της απόρριψης της εργασίας υπάρχουν λοιπόν μια σειρά από νέες προβληματικές διαστάσεις που ανοίγουν: πρέπει να καταφέρουμε να καταλάβουμε τι είναι ο κομμουνισμός, μέχρι τα βάθη, όχι απλώς ως μια αναδιοργάνωση ενός καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής (που παραμένει τέτοιος ακόμη κι αν οι άνθρωποι εργάζονται δύο ώρες την ημέρα).Το πρόβλημα ήταν και είναι να εισαχθούν στόχοι, μια διαφορετική ορθολογικότητα στον τρόπο παραγωγής: αυτά είναι θέματα που ήταν εξ ολοκλήρου εμφανή και παρόντα το ’77.
Αλλά δεν αρκεί να έχουμε αυτά τα ζητήματα μπροστά στα μάτια μας. Μάλλον ηττηθήκαμε λόγω της ανικανότητας μας να παράξουμε ένα νέο κοινωνικό μοντέλο από τα μέσα της απόρριψης της εργασίας, να συνδέσουμε ένα πρόγραμμα στην πρακτική μας. Χάσαμε λόγω της έλλειψης πνευματικού εξτρεμισμού.Συνεπώς εξτρεμιστής υπήρξε αντιθέτως ο αντίπαλος που χρησιμοποίησε τις νέες παραγωγικές δυνατότητες για να μας απομονώσει, να μας περιθωριοποιήσει και να μας καταστρέψει. Σήμερα βρισκόμαστε αντιμέτωποι με το ίδιο πρόβλημα, δηλαδή με το γεγονός ότι η πληροφορική και το σύστημα αυτοματισμού καθίστανται ένα τελειοποιημένο είδος τεϊλορισμού-taylorism και πως οι νέες μηχανές, αντί να μας δίνουν περισσότερη ελευθερία, οργανώνουν και το πνευματικό εργατικό δυναμικό (αυτόματες μηχανές, υπολογιστές, ρομποτική) και αυξάνουν τον βαθμό της εκμετάλλευσης.Ολόκληρη η νέα οργάνωση της εργασίας αποσκοπεί, στην Τρίτη βιομηχανική επανάσταση, στην αποταμίευση ζωντανής εργασίας στο εργοστάσιο και στην ανάκτηση της ζωντανής εργασίας στην κοινωνία. Το πρόβλημα του κομμουνισμού σήμερα είναι εκείνο να καταλάβουμε τι σημαίνει να αντιστρέψουμε αυτή τη χρήση των μηχανών.Πρόκειται για ένα πολύπλοκο πρόβλημα και σίγουρα δεν είναι η λενινιστική αντίληψη του προβλήματος της οργάνωσης που θα μας βοηθήσει να το λύσουμε.Αυτή η αντίληψη μας οδηγούσε στο μοναδικό πρόγραμμα της δολιοφθοράς.Ένα άθλιο πρόγραμμα.Σαμποτάζ ήταν να πάμε ενάντια στις μηχανές που υπήρχαν.Αντίθετα δεν μπορούσαμε να επινοήσουμε μια μέθοδο για να σαμποτάρουμε τις μελλοντικές μηχανές: και γι ‘αυτό χάσαμε. Από το γεγονός ότι η φαντασία μας, η φαντασία μας για δολιοφθορά, δεν μπορούσε να υπερβεί το υπάρχον.Και ήταν σχεδόν αναπόφευκτο ότι η τρομοκρατία, σε αυτό το σημείο καμπής, να εμφανίζεται ως θεωρία της πρόσβασης στην εμβάθυνση της θεματικής της οργάνωσης, μια πρακτική οπορτουνιστική απλούστευσης ή διαφυγής από τα στρατηγικά προβλήματα.
Αλλά ας προσπαθήσουμε να καταλάβουμε πώς, σε κάποιο κεντρικό σημείο, το ’77 δεν είναι τόσο η συνέπεια και η ολοκλήρωση του ’68, αλλά μάλλον η πρόβλεψη εκείνων των προβλημάτων που σήμερα αποτελούν το αντικείμενο των αγώνων και τα οποία προτείνονται στην μετασχηματιστική κριτική.Μπορεί λοιπόν να είναι χρήσιμο να παρατηρήσουμε πώς αναπτύσσεται η μορφή του εργοστασίου που σήμερα επιβάλλεται με όρους κοινωνικούς, δηλαδή με όρους ενοποίησης, οργάνωσης, πειθάρχισης της κοινωνικά διάχυτης εργασίας.Η δημιουργία αυτής της ενιαίας διαδικασίας – που έχει επεκταθεί όσο επεκτείνεται η κοινωνία – κατέστη δυνατή λόγω του γεγονότος πως η κοινωνία έχει καταστεί πλήρως διαφανής από τις ροές της επικοινωνίας.Είναι διαμέσου των διαύλων της επικοινωνίας που η κοινωνική παραγωγικότητα απορροφάται και η συλλογική γνώση τίθεται στη διάθεση της παραγωγής. Τόσο περισσότερο όσο αυτή τη γνώση είναι εναλλακτική, της βάσης, αυθόρμητη: ακόμη περισσότερο αν αυτή είναι ο καρπός της «άρνησης της εργασίας» του εργοστασίου.Χρειάζεται πλέον να ζωγραφίσουμε την κοινωνία ως ένα ελεύθερο σύνολο επικοινωνιακών ροών που αντιπροσωπεύουν θέσεις και φιγούρες της κοινωνικής εργασίας: τώρα, η εξουσία θέλει να τα οργανώσει, να τα περιορίσει στην δική της πειθαρχία, να τα απορροφήσει και να τα αναπαράγει ως πληροφορία.Σε αυτό συνίσταται η εκμετάλλευση, σήμερα.Κατά συνέπεια, η νέα μορφή της προλεταριακής οργάνωσης και απελευθέρωσης πρέπει να περάσει μέσα από την επανοικειοποίηση της κοινωνικής επικοινωνίας.Το πρόβλημα των αγώνων κατά της εκμετάλλευσης σήμερα είναι εκείνο του αγώνα ενάντια στην απαλλοτρίωση της επικοινωνίας και της καπιταλιστικής οργάνωσης της πληροφόρησης.
Τώρα, το 77, στο κίνημα, η ευαισθησία σε αυτό το ζήτημα υπήρχε και ήταν επίσης πολύ αναπτυγμένη: αλλά και σε αυτή την περίπτωση με διφορούμενο τρόπο. Στην πραγματικότητα μπερδέψαμε τον εκδημοκρατισμό της επικοινωνίας με ασαφείς προθέσεις ελευθερίας (καλά συγκεκριμένες μόνο από την πλευρά της καπιταλιστικής άποψης), την επανοικειοποίηση της πληροφορίας με τον εκσυγχρονισμό της.Κινηθήκαμε σύμφωνα με μια θεωρία δυο χρόνων – πρώτα η απελευθέρωση, μετά ο εκδημοκρατισμός – που ήταν σίγουρα η πιο μακρινή και ξένη προς τις συμπεριφορές της αυτονομίας αντίληψη. Έτσι τα παίξαμε τελείως, γίναμε η αιτία της απελευθέρωσης του αιθέρα, ως εκ τούτου, οι παραγωγοί, των πιο σκανδαλωδών μορφών απαλλοτρίωσης της γνώσης και ενστάλαξης των θεωριών του καθεστώτος.Εμείς ήμασταν το 1977 που καθορίσαμε τον Μπερλουσκόνι, αυτή είναι η πραγματικότητα. Δεν κάναμε μέχρι τέλους το ’77 μια μάχη για την δημόσια επανοικειοποίηση από τα κάτω της πληροφόρησης. Με αυτό τον τρόπο θέσαμε τις συνθήκες για μια γενικότερη ήττα.Η μάχη για την πληροφόρηση ήταν στην πραγματικότητα ένα μέρος εκείνης που ταυτόχρονα διεξάγεται γύρω από τη νέα οργάνωση της κοινωνικής επικοινωνίας, δηλαδή της κοινωνικής παραγωγής .Αυτό ήταν το θέμα επάνω στο οποίο έπρεπε να είμαστε δεσμευμένοι, να στρατευτούμε. Αντιθέτως εκείνο ήταν επάνω στο οποίο τα αφεντικά αναδιάρθρωσαν τα μεγάλα εργοστάσια και την FIAT πάνω από όλα.Αδειάζουν τα εργοστάσια όχι τόσο από τους εργάτες, όσο από την εργατική οργάνωση. Αν μετά η εργατική οργάνωση ήταν αυτόνομη, της βάσης, και συνέπεπτε με την πλειοψηφία των εργατών, τότε τα αφεντικά έστελναν όλους στο σπίτι. Πως θα συνεχίσουν να παράγουν; Μέσα από την αναδιοργάνωση της περιοχής γύρω από το εργοστάσιο, και τη χρήση της κοινωνικά διάχυτης εργασίας – πρώτα, σε δεύτερη φάση, μέσω της αυτοματοποίησης της παραγωγής στο εργοστάσιο.

Και οι δύο αυτοί στόχοι ( εισαγωγή και εφαρμογή συστημάτων πληροφορικής στην κοινωνία, αυτοματοποίηση των εργοστασίων) θεωρούσαν ως προϋπόθεση την υποταγή της κοινωνικής και επιστημονικής επικοινωνίας στο σχέδιο του αφεντικού. Για παράδειγμα να θυμηθούμε τι συνέβη στη Fiat, αυτό τον υποδειγματικό πόλο της ταξικής πάλης στην Ιταλία: εδώ χάσαμε μετά από δέκα χρόνια αγώνων, μεταξύ του 1979 και 1981, πρώτα με την εκκαθάριση των 61 (συμβολικά, η επίθεση και το διώξιμο των επαναστατών πρωτοποριών συνέβη στις 7 απριλίου) και μετά,ενάμιση χρόνο αργότερα, με το πορεία των 40 χιλιάδων ενάντια στους απεργούς.Αλλά και στην Fiat στην πραγματικότητα ήμασταν εμείς που είχαμε δώσει το έναυσμα στην αυτοματοποίηση για μια ορισμένη χρήση από τα αφεντικά της κοινωνικής επικοινωνίας. Τα αφεντικά, στη Fiat, παρήγαγαν σύγχρονα συστήματα ρομποτισμού επάνω στα οποία πειραματίζονταν από τις αρχές της δεκαετίας του ’70. Αυτά αποτελούσαν μια συνέπεια των μεγάλων αγώνων της δεκαετίας του εξήντα, το προϊόν της άρνησης της εργασίας και μια απάντηση στην πρώτη διαμόρφωση της κοινωνικής οργάνωσης του νέου υποκειμένου.Τώρα αυτή η διαθεσιμότητα της νέας τεχνολογίας, η οποία αντιστοιχούσε στις νέες ανάγκες των εργατών, της απόρριψης της εργασίας και παραγωγικής κοινωνικοποίησης, μπλοκαρίστηκε, αυτή η νέα τεχνολογική δύναμη παρέμεινε αχρησιμοποίητη, μέχρι να επιλυθεί η σύγκρουση της εξουσίας. Τα αφεντικά Φίατ κράτησαν τα αυτόματα, τα ρομπότ και όλα τα εξελιγμένα σχέδια προηγμένης αναδιάρθρωσης, σε αναμονή (το πολύ χρησιμοποίησαν μερικούς ενδιάμεσους μηχανισμούς) για τουλάχιστον δέκα χρόνια.Μόνο αφού κέρδισαν στη μάχη της εξουσίας, τα αφεντικά πέρασαν τον εκσυγχρονισμό.Συνέβη λοιπόν και στα εργοστάσια εκείνο που συνέβη στην πληροφόρηση: υπήρξαμε στοιχεία εκσυγχρονισμού. Η αυτοκριτική μας πρέπει να αρχίσει να εξελίσσεται από αυτή την παραδοχή. Δεν υπήρξε από την πλευρά μας αγώνας εξουσίας μπροστά σε έναν εκσυγχρονισμό που και εμείς, η εργατική τάξη, τάξη κοινωνική των παραγωγών, είχαμε παράξει και που τώρα οι ιδιοκτήτες δίπλωναν προς την οργάνωσή τους.Δεν αρκεί να κατηγορούμε τα κόμματα, τις συνδικαλιστικές οργανώσεις, την προδοσία και την τρομοκρατία. Πρέπει να μάθουμε από τα λάθη και να ξαναρχίσουμε. Να καταλάβουμε πώς να επικρατήσουμε οργανωτικά, να καταλάβουμε τι είναι ο ανταγωνισμός, ποιες είναι οι οργανωτικές πολικότητες στο νέο επίπεδο της ταξικής πάλης, ποιο είναι το σαμποτάζ σε αυτό το επίπεδο της αναδιαρθρωμένης κοινωνίας, ποια είναι η επανοικειοποίηση.

αυτονομία, autonomia

Η ΕΞΕΛΙΞΗ ΤΗΣ ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΚΗΣ ΚΟΥΛΤΟΥΡΑΣ.

Η φαινομενολογία των δημιουργικών πολιτισμών περιλαμβάνει ένα σύνθετο σύστημα αναφορών που παραπέμπουν στις ιστορικές avant-gardes- πρωτοπορίες, στον μαοϊσμό, αλλά και στη φιλοσοφία hippie, στον orientalism-στις ανατολικές φιλοσοφίες δηλαδή της δεκαετίας του εξήντα, στον ευτυχισμένο και κοινοτικό ουτοπισμό, που συνδέεται με την απαισιόδοξη προφητεία της «κριτικής θεωρίας».Κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του εξήντα δύο τάσεις είχαν διαμορφώσει τις πολιτιστικές παραδόσεις που αποκαλούνταν νεανικές: την τάση να θεωρούν το μέλλον με εμπιστοσύνη και σιγουριά, να δέχονται το μοντέλο οικονομικής και τεχνολογικής ανάπτυξης που φαινόταν να είναι απεριόριστο και αμετάκλητο-μη αναστρέψιμο.Και μετά υπήρχε η τάση που μπορούμε να ορίσουμε ως «αντιπολιτισμική»: αυτή δεν αμφισβητούσε ουσιαστικά την σιγουριά μιας γραμμικής εξέλιξης, αλλά περιορίζονταν στην απόρριψη των συνεπειών της πολιτιστικής ενσωμάτωσης και της υπαρξιακής ισοπέδωσης, απέρριπτε την ομολογοποίηση και την απώλεια της ελευθερίας που η καταναλωτική κοινωνία καθόριζε. Το αντιπολιτισμικό κίνημα (hippie, αντιιμπεριαλιστικό, κίνημα των κοινοτήτων, φοιτητικό κίνημα) ήταν στενά συνδεδεμένο με την κοινωνία της ευημερίας, ήταν το άλλα της πρόσωπο.

Μα να που με τη δεκαετία του ’70 το οικονομικό και πολιτικό πλαίσιο αλλάζει: η κρίση σπάζει την εμπιστοσύνη στο μέλλον, και ο ορίζοντας δεν φαίνεται καθησυχαστικός: οι προσωπικές και συλλογικές ταυτότητες της προηγούμενης δεκαετίας (είτε ήταν ενσωματωμένες είτε εξεγερτικές) ξαναζωγραφίζονται σε ένα άλλο πανόραμα σε μιαν άλλη προσμονή για το μέλλον.Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η πιο σημαντική ημερομηνία αυτής της αντιστροφής των σεναρίων και της αντίληψης είναι το ’77. Το ’77 είναι ένα έτος γεμάτο νόημα για τις κουλτούρες της νεολαίας σε ολόκληρη τη Δύση: είναι ο χρόνος που το πανκ εκρήγνυται στο Λονδίνο, και οι Sex Pistols προκαλούν την αστυνομία και τη μοναρχία με τις προβοκατόρικες συναυλίες τους, την ημέρα των εορτασμών για τη βασίλισσα.Και είναι το έτος κατά το οποίο συμβαίνουν οι πρώτες σημαντικές αντιπυρηνικές διαδηλώσεις, στην Malville και Brokdorf. Τα επαναστατικά κινήματα υπήρξαν φορείς μιας ελπίδας και μιας ιδεολογίας οργανικής και εμπιστοσύνης, τα κινήματα που εκδηλώνονται εκείνη τη χρονιά είναι αντιθέτως το σημάδι της απόρριψης και της άρνησης της νεωτερικότητας, αποκαλύπτουν μάλλον απελπισία για το σενάριο που δημιουργήθηκε από την κρίση και από την εμφάνιση των νέων τεχνολογιών, παρά μιαν ελπίδα στην τεχνολογική και οικονομική πρόοδο.Μια ολόκληρη ιστορική προοπτική αντιστρέφεται, οι κουλτούρες της νεολαίας καταγράφουν αυτήν την ανατροπή το 77: από την επέκταση της βιομηχανικής κοινωνίας προχωρούμε στην κρίση της, και επιπλέον, η βιομηχανική πρόοδος αρχίζει να εκθέτει τις καταστροφικές της τάσεις. 

Η αναστροφή της προοπτικής σημαδεύεται επίσης από τη μετάβαση στην κοινωνία που κυριαρχείται από την ηλεκτρονική, από την τεχνολογική ψυχρότητα και την ανταγωνιστική αλαζονεία, από την παντοδυναμία του θεάματος και της πληροφόρησης. Οι νέοι που έρχονται στη σκηνή μετά το ’77 είναι στην πραγματικότητα πολύ διαφορετικοί από αυτούς που είχαν προηγηθεί: είναι οι θεατές της κατάρρευσης των κοινωνικών μύθων του μοντέρνου: η κρίση της προοπτικής της σύγχρονης κοινωνίας τους φαίνεται σαν η έλλειψη κάθε μέλλοντος Το Punk είναι, με αυτή την έννοια, η ευδιάκριτη, διαυγής συνειδητοποίηση μιας αλλαγής σημαδιακής, που θα αφήσει εποχή.Ειδωμένο επάνω αυτό το φόντο, το ιταλικό ’77 αποκτά μια ιδιαίτερη πυκνότητα: σε εκείνο το έτος προστίθενται οι επιπτώσεις μιας παρατεταμένης εποχής εργατικών αγώνων και μιας πολιτιστικής έκρηξης των εξεγερσιακών κινημάτων της νεολαίας και των ανέργων, όλων εκείνων που αισθάνονται ότι απειλούνται από τη νέα παραγωγική οργάνωση που διακρίνεται στον ορίζοντα της μεταβιομηχανικής εποχής. Το κίνημα του ’77 στην Ιταλία συνοψίζει όλα τα διαφορετικά πρόσωπα της αντικουλτούρας της νεολαίας: η πολιτική ψυχή μαοϊκής μήτρας, η αντάρτικη επιθετικότητα συνδυάζονται με τον δημιουργισμό της ξεκάθαρης hippie προέλευσης: όλα αυτά καταλήγουν να εισρεύσουν μέσα στη σκοτεινή και απεγνωσμένη αναπαράσταση της πρώτης εμφάνισης του πανκ.Ενώ στους καυτούς μήνες της άνοιξης του ’77 (όταν οι εξεγέρσεις της πλατείας στη Μπολόνια και στη Ρώμη εξερράγησαν) ο κυρίαρχος τόνος ήταν εκείνος της μεσσιανικής ελπίδας, της αναζωογονητικής εμπιστοσύνης σε μια απελευθερωμένη κοινότητα, στο χτίσιμο απελευθερωμένων περιοχών.Μέσα στους επόμενους μήνες, μετά τον αντίκτυπο με την σκληρότητα της καταστολής και κυρίως με τη αδυσώπητη λογική της περιθωριοποίησης, της ανεργίας, της ανταγωνιστικότητας, ο απελπισμένος και αυτοκαταστροφικός τόνος κατέστησαν κυρίαρχοι, το συναίσθημα της έλευσης μιας απάνθρωπης εποχής, όπου όλες οι αξίες της αλληλεγγύης θα είχαν ακυρωθεί-διαγραφεί.Με αυτή την έννοια μπορούμε να πούμε ότι το 77 ήταν ταυτόχρονα μια σύνθεση της δεκαετίας του »60 και της δεκαετίας του ’70, και ένα ζοφερό προαίσθημα της δεκαετίας του ’80.

Μετά το ’77 εμφανίστηκαν με ευρύτατο τρόπο οι τάσεις εκείνες που χαρακτηρίζουν τις συμπεριφορές του νεαρού πληθυσμού στα λεγόμενα χρόνια της «παρακμής» : μεταβάλλονται οι συμπεριφορές οι στάσεις και οι θέσεις ως προς την εργασία, συμπεριφορές προς την διαδικασία κοινωνικοποίησης, η ανάγκη για κοινότητα και η ακραία και περιφρονητική γεύση για την περήφανη μοναξιά του.Και τελικά εκείνη την στιγμή ωριμάζει η μετάβαση από τις πολιτισμικές μορφές που φέρουν το αποτύπωμα του κολεκτιβισμού και του εξισωτισμού προς τις μορφές που κυριαρχούνται από τον ατομικισμό. Το 1977 αντιπροσωπεύει μια κριτική κάθε ψυχολογικής επένδυσης για το μέλλον, και η διεκδίκηση μιας εμμένειας χωρίς υπολείμματα, μιας βιοτής στο παρόν που δεν αφήνει χώρο στις ιδεολογίες ή προσδοκίες.Στην κουλτούρα του ’77 η εξέγερση είναι μια πράξη που είναι όλη παρούσα, μια πράξη που αξίζει την αμεσότητα της και όχι για το μέλλον που πρέπει να εδραιώσει. Επάνω σε αυτή την απόρριψη της επένδυσης στο μέλλον βασίζεται και η κριτική που η κουλτούρα του 1977 απηύθυνε στην παραδοσιακή πολιτική στράτευση.Η ευτυχία πρέπει να βιωθεί άμεσα, και δεν πρέπει να προταθεί για το μετα-επαναστατικό μέλλον. Αλλά εάν βλέπουμε τα πράγματα σε προοπτική, με τα μάτια της επακόλουθης εμπειρίας, συνειδητοποιούμε το γεγονός πως η ευτυχής εμμένεια του ’77, η διεκδίκηση ενός ενιαίου μέλλοντος που πρέπει να βιωθεί πλήρως, δεν είναι άλλο παρά η πρόβλεψη ενός «no future» του πανκ, που αμέσως μετά την δύση της καυτής εμπειρίας του 77 εξαπλώνεται στη νεανική συνείδηση.Δεν χρειάζεται να περιμένουμε τίποτα από το μέλλον γιατί δεν υπάρχει μέλλον για τις ανθρώπινες αξίες, για την αλληλεγγύη, την ελευθερία, την ευχαρίστηση ζωής. Το μέλλον εμφανίστηκε ξαφνικά σημαδεμένο από τα φαντάσματα της στρατιωτικοποίησης, του μιλιταρισμού, της βίας, του κομφορμισμού, της μιζέριας. 

Και πράγματι είναι μετά το ’77 που οι στρατιωτικές επενδύσεις αυξάνονται τρομακτικά και το κλίμα του ψυχρού Πολέμου ξαναρχίζει σε συνδυασμό με τη νίκη του Ρέιγκαν, είναι μετά το ’77 που ένα κύμα απολύσεων πέφτει επάνω στους εργάτες σε ολόκληρη τη βιομηχανική Δύση, και οι νέες τεχνολογίες εξαλείφουν εκατομμύρια θέσεις εργασίας, καθιστώντας την ανεργία των νέων ένα ανεκρίζωτο διαρθρωτικό δομικό γεγονός.Το μέλλον φαίνεται ξηρό και έρημο, και μάλιστα είναι από εκείνη τη στιγμή που η ηρωίνη εμφανίζεται μαζικά στην αγορά ναρκωτικών, και είναι επίσης η στιγμή κατά την οποίαν, αναγκασμένοι να βρουν ένα χώρο στον κόσμο της «απορρύθμισης-deregulation» και της αδίστακτης επιθετικότητας μεταξύ ανέργων, κάνουν την επανεμφάνιση τους ατομικισμός και ανταγωνισμός, προκαλώντας μια βαθιά κρίση των μορφών αλληλέγγυων κοινοτήτων των προηγούμενων ετών.Εν ολίγοις, είναι εκείνη τη στιγμή που το σενάριο αλλάζει: αλλά αυτό αλλάζει κυρίως μέσα στο σύστημα προσδοκιών και των πιθανών φαντασιακών του μέλλοντος. Αλλάζει, δηλαδή, μέσα στην κοινωνική σκέψη, στην πολιτισμική αντίληψη, μέχρι να σφραγιστεί ζοφερά μέσα στην κομφορμιστική και αναισθητοποιητική ομολογία της δεκαετίας του ’80 που ξεδιπλώθηκε.

αυτονομία, autonomia

Η ΕΚΚΛΗΣΗ ΤΩΝ ΓΑΛΛΩΝ ΔΙΑΝΟΟΥΜΕΝΩΝ (17).

Στη στιγμή κατά την οποίαν, για δεύτερη φορά, η διάσκεψη Ανατολής-Δύσης πραγματοποιείται στο Βελιγράδι, θέλουμε να επιστήσουμε την προσοχή στα σοβαρά γεγονότα που συμβαίνουν την παρούσα στιγμή στην Ιταλία και, ειδικότερα, στην καταστολή που επιπίπτει στους στρατευμένους εργάτες και διανοούμενους σε αγώνα ενάντια στον ιστορικό συμβιβασμό. Υπό αυτές τις συνθήκες, τι σημαίνει σήμερα, στην Ιταλία, «ιστορικός συμβιβασμός»; Ο «σοσιαλισμός με ανθρώπινο πρόσωπο» αποκάλυψε την πραγματική του όψη τους τελευταίους μήνες: από την μια πλευρά ανάπτυξη ενός συστήματος καταπιεστικού-κατασταλτικού ελέγχου σε μια εργατική τάξη και ένα νεανικό προλεταριάτο που αρνούνται να πληρώσουν το τίμημα της κρίσης, από την άλλη σχεδιασμός κατανομής του κράτους με την DC (τράπεζες και στρατό στην Χ. Δ., αστυνομία, κοινωνικός και εδαφικός έλεγχος στο Κ.Κ.Ι.) μέσω ενός πραγματικού «μοναδικού» κόμματος, είναι ενάντια σε αυτή την ντε φάκτο κατάσταση που εξεγέρθηκαν οι νεαροί προλετάριοι και οι διαφωνούντες διανοούμενοι τους τελευταίους μήνες.

Πώς φτάσαμε σε αυτήν την κατάσταση; Τι συνέβη ακριβώς; Από τον μήνα φεβρουάριο η Ιταλία κλονίζεται από την εξέγερση των νέων προλετάριων, των ανέργων και των φοιτητών, των ξεχασμένων από τον ιστορικό συμβιβασμό και από το θεσμικό παιχνίδι. Στην πολιτική λιτότητας και θυσιών αυτοί απάντησαν με την κατάληψη των πανεπιστημίων, τις μαζικές διαδηλώσεις, τον αγώνα ενάντια στη μαύρη δουλειά, τις άγριες απεργίες, το σαμποτάζ και την απουσία στα εργοστάσια, χρησιμοποιώντας όλη την άγρια ειρωνεία και την δημιουργικότητα εκείνων που, αποκλεισμένοι από την εξουσία, δεν έχουν τίποτα περισσότερο να χάσουν: «Θυσίες! Θυσίες!» «Lama,μαστίγωσε μας«, «Οι χριστιανοδημοκράτες κλέφτες είναι αθώοι, οι αληθινοί εγκληματίες ήμαστε εμείς!«, «Περισσότερες εκκλησίες, λιγότερα σπίτια!». Η απάντηση της αστυνομίας, της D.C. και του P.C.I. υπήρξε χωρίς σκιά αμφισημίας: απαγόρευση οποιασδήποτε διαδήλωσης στη Ρώμη, μόνιμη κατάσταση πολιορκίας στη Μπολόνια με τεθωρακισμένα στους δρόμους, πυροβολισμούς στο πλήθος. Και είναι εναντίον αυτής της μόνιμης πρόκλησης-προβοκάτσιας που το κίνημα έπρεπε να αμυνθεί. Σε εκείνους που τους κατηγορούν πως χρηματοδοτούνται από την Cia και από την K.G.B., οι αποκλεισμένοι από τον ιστορικό συμβιβασμό απαντούν: «Η συνωμοσία μας είναι η νοημοσύνη, η εξυπνάδα μας, η δική σας είναι αυτή που χρειάζεστε για να χρησιμοποιήσετε το εξεγερσιακό κίνημά μας για να ξεκινήσετε την κλιμάκωση του τρόμου».

Πρέπει να υπενθυμίσουμε πως: – Τρεις εκατοντάδες αγωνιστές, μεταξύ των οποίων πολλοί εργάτες, βρίσκονται αυτή την στιγμή στη φυλακή στην Ιταλία. – Οι υπερασπιστές τους συστηματικά διώκονται: σύλληψη των δικηγόρων Cappelli, Senese, Spazzali και εννέα άλλων αγωνιστών της κόκκινης Βοήθειας, της Red Relief, Soccorso rosso, μορφές καταστολής αυτές που εμπνέονται από τις μεθόδους που χρησιμοποιούνται στη Γερμανία. – Ποινικοποίηση των καθηγητών και φοιτητών του Ινστιτούτου πολιτικών επιστημών στην Πάντοβα, εκ των οποίων δώδεκα κατηγορούνται για «ανατρεπτική ένωση»:  Guido Bianchini,  Luciano Ferrari Bravo,  Antonio Negri κ.λπ. – Έρευνες σε εκδοτικούς οίκους: Area, Erba Voglio, Bertani, με τη σύλληψη αυτού του τελευταίου εκδότη. Γεγονός χωρίς προηγούμενο: η συλλογή αποδεικτικών στοιχείων προέρχεται από ένα βιβλίο για το κίνημα της Μπολόνια. Έρευνες στα σπίτια των συγγραφέων Nanni Balestrini και Elvio Fachinelli.Σύλληψη του Angelo Pasquini, συντάκτη του λογοτεχνικού περιοδικού «Zut». – Κλείσιμο του σταθμού Radio Alice στη Μπολόνια και κατάσχεση του υλικού, σύλληψη δώδεκα συντακτών του Radio Alice. – Εκστρατεία του τύπου με στόχο: ταύτιση της πάλης του κινήματος και των πολιτιστικών εκφράσεών του με μια συνωμοσία, υποκίνηση του κράτους να οργανώσει ένα πραγματικό «κυνήγι μαγισσών».

Οι υπογράφοντες ζητούν την άμεση απελευθέρωση όλων των συλληφθέντων αγωνιστών, το τέλος της δίωξης και της εκστρατείας δυσφήμισης ενάντια στο κίνημα και την πολιτιστική του δραστηριότητα, διακηρύσσοντας την αλληλεγγύη τους με όλους τους αντιφρονούντες που βρίσκονται υπό διερεύνηση.J.P. Sartre, M. Foucault, F. Guattari, G. Deleuze, R. Barthes, F.Vahl, P. Sollers, D. Roche, P. Gavi, M. A. Macciocchi, C. Guillerme e altri.

https://www.academia.edu/28083383/Nanni-Balestrini-Primo-Moroni-L-Orda-d-Oro-1968-1977-la-grande-ondata-rivoluzionaria-e-creativa-politica-ed-esistenziale.pdf

αυτονομία, autonomia

ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ, ΕΞΟΥΣΙΑ ΚΑΙ ΕΞΕΓΕΡΣΗ.

Μια σημαντική πτυχή της κοινωνικής και πολιτικής διαδικασίας που διασχίζει το 1977 είναι η συζήτηση γύρω από τον ρόλο και τη λειτουργία των διανοουμένων. Η συζήτηση αναπτύχθηκε σε δυο χρόνους, πρωτοεμφανίστηκε γύρω από το πρόβλημα της σχέσης μεταξύ της πληροφόρησης και του κινήματος του αγώνα, τον φεβρουάριο και μάρτιο, στη συνέχεια εξερράγη, συμπεριλαμβάνοντας μεγάλο μέρος της ιταλικής διανόησης ακολουθούμενη από την έκκληση του Παρισιού ενάντια στην καταστολή στην Ιταλία, τον ιούλιο.Αλλά για να κατανοήσουμε καλύτερα το πλαίσιο εντός του οποίου διεξήχθη η συζήτηση, θα πρέπει να επισημάνουμε εν συντομία δύο θέματα: το πρώτο αφορά τις επιλογές του κομμουνιστικού κόμματος στην εποχή της κυβέρνησης εθνικής αλληλεγγύης, το δεύτερο αφορά τον ιδιαίτερο χαρακτήρα του κινήματος του ’77, ειδικότερα στην Μπολόνια.

Αποτέλεσμα εικόνας για Mario Salvi, anni '70

Η γραμμή του ιστορικού συμβιβασμού, στην οποία το P.C.I. είχε εμπλακεί ξεκινώντας από το 1973, και που οδήγησε το κόμμα αυτό σε μια πολιτική ουσιαστικής υποταγής-εξάρτησης προς τις χριστιανοδημοκρατικές κυβερνήσεις, απέδιδε στους διανοούμενους ένα καθήκον διαχείρισης της συναίνεσης και εξάρτησης από το δημοκρατικό κράτος. Το δημοκρατικό κράτος, προς τα μέσα της δεκαετίας του εβδομήντα, είχε κάνει κάποιες επιλογές που δύσκολα μπορούσαν να θεωρηθούν δημοκρατικές: ο νόμος Reale, ο οποίος εγκρίθηκε από όλες τις πολιτικές δυνάμεις με την αποχή των κομμουνιστών, είχε δώσει στις αστυνομικές δυνάμεις μια εξουσία να παρεμβαίνουν ενάντια στα κινήματα και τις διαδηλώσεις της πλατείας τόσο πλατιά που μέσα σε λίγα χρόνια (μεταξύ του ’75 και του ’77), περισσότεροι από εκατό άνθρωποι σκοτώθηκαν στους δρόμους: οι Pietro Bruno, Mario Salvi, Giannino Zibecchi ήταν μερικοί από αυτούς, αγωνιστές στις ομάδες της άκρας αριστεράς που το PCI συνέβαλλε να ζωγραφίζει ως επικίνδυνες ανατρεπτικές.

Αποτέλεσμα εικόνας για Giannino Zibecchi, anni '70

Επιπλέον, για να αντιμετωπίσουν τις συνέπειες της οικονομικής κρίσης και να πάρουν πίσω τις κατακτήσεις που είχε επιτύχει η εργατική εξουσία στα εργοστάσια, τα αφεντικά ακολουθούσαν μια πολιτική πολιτικών και οικονομικών επιθέσεων καλυμμένη και νομιμοποιημένη από την πρόταση θυσιών για τους εργαζόμενους, που το ΚΚΙ και τα συνδικάτα προσπαθούσαν να επιβάλλουν στο εργατικό κίνημα.Μέσα σε αυτή την εικόνα, μια κρατιστική κουλτούρα ωρίμασε και βρήκε την επικύρωση της στη διάσκεψη του Εliseo. Στο Eliseo, τον ιανουάριο του ’77 ο Enrico Berlinguer ζήτησε ουσιαστικά από τους διανοούμενους να κάνουν μια επιλογή μεταξύ δύο εναλλακτικών: είτε να δεχτούν το ρόλο των αξιωματούχων της συναίνεσης και διοικητών του υπάρχοντος, είτε να αναγνωριστούν ως ανατρεπτικοί της δημοκρατίας. Δημιουργήθηκαν τότε οι προϋποθέσεις για την περιθωριοποίηση όλων των νέων τάσεων στον πολιτισμό , όλων εκείνων των πολιτιστικών εμπειριών που προσπαθούσαν να ερμηνεύσουν την ανάγκη για αυτονομία και την ελευθεριακή ώθηση που προέρχονταν από τους τομείς που βρίσκονταν σε κίνηση της ιταλικής κοινωνίας (ιδιαίτερα των νεαρών μορφωμένων άνεργων, των νεαρών εξεγερμένων εργατών στο εργοστάσιο).Και δημιουργήθηκαν οι συνθήκες για την κρατικίστικη επιχειρηματικοποίηση των πνευματικών λειτουργιών, η οποία, στα επόμενα έτη μετά το 1977, είχε πολύ σοβαρές συνέπειες, κυρίως σε ορισμένους επαγγελματικούς τομείς όπως η δικαστική εξουσία, που κατέληξε να γίνεται αντιληπτή ως ένας ένοπλος βραχίονας της συναίνεσης, όπως καταδεικνύουν οι διωγμοί που ξεκίνησαν μαζικά τον μάρτιο του ’77 στη Μπολόνια και στη συνέχεια εκ νέου αναπαράγονται με συστηματικό τρόπο ξεκινώντας από την 7 απριλίου 1979.

Αυτοί οι διωγμοί, όπως όλοι γνωρίζουν, αποκαλύφθηκαν σε όλη την μισητή τους μεροληψία όταν οι παρωδίες που χτίστηκαν με τη συνέργεια των μετανιωμένων κατέρρευσαν, στις ποινικές δίκες που χρειάστηκε να απαλλάξουν εκατοντάδες αγωνιστές και διανοούμενους από τις κύριες κατηγορίες εναντίον τους, από δικαστές που συχνά σχηματίστηκαν μέσα στην κομμουνιστική κρατικίστικη κουλτούρα. Αλλά η έννοια εκείνων των διωγμών μπορεί να κατανοηθεί πλήρως μόνο αν επιστρέψουμε στην πολεμική σχετικά με το ρόλο των διανοουμένων, στην εναλλακτική μεταξύ κρατισμού και ανεξαρτησίας.

Αποτέλεσμα εικόνας για 7 aprile 1979

Το δεύτερο ζήτημα για το οποίο πρέπει να μιλήσουμε για να κατανοήσουμε το πλαίσιο και την συγκυρία εντός της οποίας ωρίμασε η συζήτηση είναι η καινοτομία και η ιδιαιτερότητα των θεμάτων εκείνου του κινήματος που κατέλαβε τη σκηνή το ’77, δηλαδή το χαρακτηριστικό ενός κινήματος πολιτιστικής κριτικής και δημιουργικότητας. Το δημιουργικό κίνημα που πήρε μορφή συγκεχυμένα στα χρόνια μεταξύ του 1975 και του 1977 πρέπει να το δούμε κάτω από μια διπλή προοπτική.Ήταν το κίνημα της εξέγερσης ενός κοινωνικού αστερισμού σύνθετης προέλευσης, που έγινε ομοιογενής από τον υψηλό βαθμό σχολικής φοίτησης. Εμφανίστηκε τότε ένα σμήνος εμπειριών μέσα στις οποίες εκδηλώνονταν η κοινωνική νοημοσύνη, προσπαθώντας να ξεφύγει από την αποπροσωποποίηση της βιομηχανικής εργασιακής δραστηριότητας. Ταυτοχρόνως, το κίνημα εκείνο κατέστησε δυνατή τη διαμόρφωση μιας νέας παραγωγικής ταυτότητας, προοριζόμενης να απορροφηθεί μέσα στην εργατική διαδικασία που μπορούμε να χαρακτηρίσουμε ως άυλη, όλο και πιο εκτεταμένη στην εποχή της κρίσης του κλασσικού βιομηχανικού συστήματος.Αυτοί που πήραν μέρος, που συμμετείχαν στο κίνημα των εξεγέρσεων εκείνων των χρόνων αισθάνονταν και ήταν οι φορείς ενός τρόπου να κάνουν πολιτισμό-κουλτούρα που να μην εξαρτάται πλέον από το πολιτικό σύστημα και από την αναπαραγωγή της συναίνεσης.

Αλλά, συνειδητά ή όχι, ήταν και τα υποκείμενα που προορίζονταν να δώσουν ζωή σε μια νέα λειτουργική μορφή που έλαβε μορφές αργότερα, ξεκινώντας από την υποταγή της δημιουργικότητας στους κανόνες της παραγωγικής αποδοτικότητας. Mέσα στο ίδιο κίνημα έπαιρναν συνεπώς μορφή δυο κουλτούρες διαφορετικές: η μια έψαχνε τη δυνατότητα μιας ριζικής αυτονομίας της κουλτούρας από την πολιτική και οικονομική εξουσία, η άλλη προετοίμαζε τις επαγγελματικές δεξιότητες υποταγμένες στον κύκλο παραγωγής του άυλου και του φαντασιακού.Αλλά αυτές οι διαφορετικές κουλτούρες ζούσαν ασυνείδητα μέσα στους ίδιους ανθρώπους, στους ίδιους κοινωνικούς τομείς. Ήταν μια προσπάθεια να μεταφραστεί αυτή η αντιφατική διαδικασία σε μια μορφή ρητής συνειδητοποίησης: σκέφτομαι το κίνημα που ονομάστηκε mao-dada. Η έμπνευση του μαο-ντανταϊσμού συνοψίζεται με αυτό τον τρόπο: «Ο ντανταϊσμός ήθελε να σπάσει τον διαχωρισμό μεταξύ γλώσσας και επανάστασης, μεταξύ τέχνης και ζωής. Παρέμεινε μια πρόθεση διότι dada δεν ήταν μέσα στο προλεταριακό κοινωνικό κίνημα και η προλεταριακή κοινωνική φιγούρα δεν ήταν μέσα στον dada: ανατροπή των ταξικών σχέσεων και πολιτισμικός μετασχηματισμός δεν διασταυρώνονταν στη ζωή και στην ουσιαστικότητα των κοινωνικών αναγκών. Ο μαοϊσμός υποδεικνύει την διαδρομή της οργάνωσης όχι ως υποστατική εκπροσώπηση του υποκειμένου-πρωτοπορία αλλά ως ικανότητα για την σύνθεση των αναγκών και των τάσεων παρόντων στην υλική πραγματικότητα της εργασίας και της ζωής» (11).

Σύμφωνα με την υπόθεση mao-dada, η ανάπτυξη νέων μορφών επικοινωνίας, η ανάπτυξη της τεχνολογίας της πληροφορικής και των τηλεματικών δικτύων καθιστά δυνατή την πραγματοποίηση της παλιάς ντανταϊστικής ουτοπίας: να καταργηθεί η τέχνη / να καταργηθεί η καθημερινή ζωή, καταργώντας τον διαχωρισμό μεταξύ τέχνης και καθημερινής ζωής.Μέσω της διάχυσης των διαδεδομένων και πολυκεντρικών επικοινωνιακών τεχνολογιών αυτό το σχέδιο μπορεί να καταστεί εφικτό και δυνατό πρακτικά από πλευράς πολλαπλασιαζόμενων και κοινοτικών καταστάσεων, που επαναπροσδιορίζουν τη σχέση μεταξύ κοινωνικότητας και παραγωγής βγαίνοντας από το ολοκληρωμένο καπιταλιστικό σύστημα και συστήνοντας αυτόνομα συστήματα παραγωγής-επικοινωνίας. Αυτή η υπόθεση εφαρμόστηκε με τρόπο ίσως πολύ άμεσο και αυθόρμητο από έναν τεράστιο χώρο πραγματικοτήτων και κινημάτων βάσης, αλλά δεν έγινε ένα στοιχείο προβληματισμού για το ρόλο των διανοουμένων και για το μετασχηματισμό που το πνευματικό έργο διέσχιζε, ούτε για το κίνημα που ετοιμαζόταν να κατακλύσει ολόκληρο τον κόσμο της διανοητικής δραστηριότητας, στην απορρόφησή του από την πλευράς της παραγωγικής και επικοινωνιακής μηχανής.Έχουμε πει ότι η συζήτηση για το θέμα της πνευματικής εργασίας, για το ρόλο και τη λειτουργία των φορέων συμμετεχόντων στην αποϋλοποίηση της κοινωνικής εργασίας έλαβε χώρα σε δύο στάδια, σε δύο χρόνους. Την πρώτη στιγμή, μεταξύ του φεβρουαρίου και του μαρτίου εκείνου του πολύ πυκνού 1977, η συζήτηση επικεντρώθηκε στα νέα χαρακτηριστικά που το μαζικό κίνημα αναλάμβανε, και στην ιδιαίτερη αποστολή του να κατακλύσει τα προβλήματα της γλώσσας, τις πρακτικές πληροφόρησης και δημιουργικότητας.Ήταν η στιγμή της μέγιστης άνθησης των εμπειριών της διάχυτης δημιουργικότητας, της περιόδου των εγκάρσιων φύλλων και των ελεύθερων ραδιοφωνικών σταθμών. Μέσα από τα ραδιόφωνα εκφράζονταν η έκρηξη των αυτόνομων γλωσσών, αλλά και η πρώτη προσπάθεια μιας αυτοοργάνωσης της πληροφορίας, εννοούμενης ως επίπεδο του κοινωνικού και υπαρξιακού μετασχηματισμού, αλλά και ως εργασία, παραγωγική δραστηριότητα.

Έτσι έγραφε η συλλογικότητα A/traverso στο βιβλίο με τίτλο «Alice è il diavolo», «Η Αλίκη είναι ο διάβολος»: «Να ανατινάξουμε τη δικτατορία της Σημασίας, να εισαγάγουμε το παραλήρημα στην τάξη της επικοινωνίας, να κάνουμε τους ανθρώπους να μιλάνε για επιθυμία, θυμό, τρέλα, ανυπομονησία και απόρριψη. Αυτή η μορφή γλωσσικής πρακτικής είναι η μόνη μορφή κατάλληλη για μια γενική πρακτική που πλήττει και τινάζει στον αέρα τη δικτατορία του Πολιτικού, που εισάγει στην συμπεριφορά την οικειοποίηση, την απόρριψη της εργασίας, την κολεκτιβοποίηση. Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο η σχέση ανάμεσα στο κίνημα και το ραδιόφωνο Alice δεν είναι εγγυημένη τόσο από τα περιεχόμενα, από τα μηνύματα που μεταδίδει η Αλίκη, όσο ακριβώς από τη χειρονομία που αυτή, ως συλλογική και ανατρεπτική γλωσσική δραστηριότητα προτείνει .Η ίδια γλωσσική οργάνωση του εργαλείου, όντως, ορίζει ένα χώρο, σχεδιάζει αυτά που το διακρίνουν» (12).Υπάρχει όμως και μια συνειδητοποίηση του νέου παραγωγικού ρόλου της πληροφορίας και της προβληματικής που ανοίγεται με την απορρόφηση της γλωσσικής πρακτικής μέσα στην διαδικασία της κοινωνικής εργασίας. «Το θέμα είναι να υπονομεύσουμε-να ανατρέψουμε το εργοστάσιο πληροφοριών, να αναποδογυρίσουμε τον κύκλο της ενημέρωσης, τη συλλογική οργάνωση της γνώσης και της γραφής.Στη διάρκεια αυτής της διαδικασίας προλεταριοποίησης της τεχνικο-επιστημονικής-πληροφοριακής εργασίας τίθενται οι συνθήκες έτσι ώστε η πνευματική εργασία να μην τοποθετείται πλέον σε σχέση με το κίνημα σε μια εξωτερική και εθελοντικίστικη θέση, ως πρακτική εξυπηρέτησης του κινήματος, αλλά σε μια εσωτερική θέση, στο έδαφος του πληροφοριοδοτικού ανταρτοπόλεμου, του σαμποτάζ του παραγωγικού και πολιτικού εγκέφαλου, της κυβερνητικής οργάνωσης του ελέγχου, και της δολιοφθοράς του ενημερωτικού κύκλου» (13).

Αποτέλεσμα εικόνας για a/traverso, alice è il diavolo

Λίγοι αποδέχτηκαν τότε να συζητήσουν αυτές τις θέσεις χωρίς να τις στιγματίσουν σαν «παραλήρημα» ή ανατρεπτική υποκίνηση. Μεταξύ αυτών, σε ορισμένα άρθρα που δημοσιεύθηκαν σε διάφορες εφημερίδες και περιοδικά, ήταν ο Umberto Eco. Ο Eco παρατηρούσε πως «οι νέες γενιές ζουν και μιλούν στην καθημερινή τους πρακτική τη γλώσσα (δηλαδή την πολλαπλότητα των γλωσσών) της πρωτοπορίας […] αυτή τη γλώσσα του διαιρεμένου υποκειμένου, αυτή η αναπαραγωγή και διασπορά μηνυμάτων φαινομενικά χωρίς κώδικα κατανοούνται και ασκούνται στην τελειότητα από ομάδες που μέχρι τώρα είναι ξένα προς την υψηλή κουλτούρα «(δείτε πιο μπροστά το άρθρο του» Υπάρχει μια νέα γλώσσα, η ιταλο-ινδιάνικη » που εμφανίστηκε στο» L’Espresso «).Αυτή η νέα «γλωσσική ικανότητα», αυτή η ικανότητα trans κωδικοποίησης, ολίσθησης από κώδικα σε κώδικα γίνεται κατανοητή, από το Eco, ως συνέπεια της εγκαθίδρυσης ενός νέου τεχνο-επικοινωνιακού συστήματος.Οι θέσεις του Eco (που επίσης διακρίθηκαν ως προς την αξιοπρέπεια και οξύτητα από εκείνες πολλών άλλων σχολιαστών και κριτικών) επικρίθηκαν επειδή ο Eco διέγραφε, συνειδητά και ρητά, πρέπει να το πούμε, κάθε εκτίμηση περί της συνειδητής σκοπιμότητα, δηλαδή περί του πολιτικο-πολιτισμικού σχεδιασμού των οποίων οι νέες γλώσσες ήταν φορείς.

Σχετική εικόνα
Πράγματι, ξανασκεπτόμενοι το ζήτημα μετά από κάποιο χρονικό διάστημα, μπορούμε να αναγνωρίσουμε ότι ο σχεδιασμός του δημιουργικού κινήματος αφανίστηκε από τη δύναμη της τεχνο-επικοινωνιακής μετάλλαξης: το δημιουργικό κίνημα απορροφήθηκε και λυγίστηκε από την οργάνωση των μέσων μαζικής ενημέρωσης, από την επένδυση τεράστιων κεφαλαίων στη διαφήμιση, στην τηλεόραση, στη μόδα, από την υποβολή των ιδεών και των δημιουργικών γλωσσών μέσα σε ένα σύστημα παραγωγής μηδαμινότητας-ηλιθιότητας μέσω της πνευματικής εργασίας.Αλλά εκείνη τη περίοδο, εκείνους τους μήνες, εν μέσω μιας εξέγερσης των σημάτων και των συμβόλων, το κίνημα επεδίωκε τη δυνατότητα να δοθεί αυτόνομη μορφή στην εναλλακτική επικοινωνία. Για το λόγο αυτό, μια απάντηση που δημοσιεύτηκε στο «L’Espresso», υπογεγραμμένη από τον Franco Berardi «Bifo» και από τον Angelo Pasquini, έλεγε ότι η κοινωνικοποίηση του εχθρικού και των προβληματικών της λογοτεχνικής πρωτοπορίας δεν μπορούσε να περιοριστεί σε ένα καθαρά επικοινωνιακό γεγονός, αλλά συνεπαγόταν έναν ριζικό επαναπροσδιορισμό της σχέσης με την παραγωγή, την κοινωνική ταυτότητα,την εξουσία .Η θεματική αυτή υιοθετείται από τον Maurizio Calvesi, ο οποίος σε ένα βιβλίο με τίτλο «Avanguardia di massa», »Μαζική πρωτοπορία» (14) προτείνει ξανά ολόκληρο το φάσμα των θεματικών που προέκυψαν τους μήνες εκείνους της άνοιξης ’77, για να εμβαθύνει το ζήτημα του δημιουργικού κινήματος ως πραγματοποίηση της καλλιτεχνικής ουτοπίας των πρωτοποριών, μέσα στο πλαίσιο της ανάπτυξης των ταχέων μέσων επικοινωνίας, των τεχνολογιών παραγωγής του φαντασιακού. Το δημιουργικό κίνημα αντιπροσώπευσε ακριβώς αυτό: την πραγματοποίηση της πρωτοποριακής πρόθεσης να φέρει τη ζωή μέσα στην τέχνη και να συγχωνεύσει την τέχνη με την ζωή.
Αποτέλεσμα εικόνας για avanguardia di massa calvesi
Η προοπτική αυτής της πραγματοποίησης ήταν συνδεδεμένη με την μαζικοποίηση της γλωσσικής ρήξης που προτάθηκε από την πρωτοπορία, και με τη συνένωση της μαζικής δημιουργικότητας και των επικοινωνιακών τεχνολογιών. Η αποτελεσματική εξέλιξη των κοινωνικών συνθηκών μέσα στις οποίες καθορίστηκε ήταν εντελώς ασύμμετρη σε σχέση με την αποβλεπτικότητα. του κινήματος και είχε σαν συνέπεια μια εντελώς νέα μορφή υποταγής της δημιουργικής δραστηριότητας στην καπιταλιστική παραγωγή στην εποχή της αποϋλοποίησης της. Βέβαια, όμως, το δημιουργικό κίνημα είχε δει σωστά, όσον αφορά το νέο έδαφος επάνω στο οποίο ελάμβαναν χώρα οι μετασχηματισμοί, το έδαφος του φαντασιακού και της κοινωνικής παραγωγής του. Σχετικά με αυτό η συζήτηση κινούσε τα πρώτα της βήματα, την άνοιξη του ’77 σε ένα άλλο άρθρο που εμφανίστηκε στο «L’Espresso» (15) με το δραματικό τίτλο «Όχι για τον θεό δεν αυτοκτονώ», ο Umberto Eco εισέρχονταν στην ουσία αυτής της κουβέντας. Ο Eco υποστήριζε ότι το κίνημα έκανε λάθος σε ένα σημαντικό σημείο, μπερδεύοντας τις συμβολικές διατυπώσεις για συγκεκριμένες πραγματικότητες: «Αν κρίνω πολλές κινηματικές συμπεριφορές μου δημιουργείται η αμφιβολία ότι αυτό τείνει να μετατρέπει συνεχώς συγκεκριμένες συμπεριφορές σε απλά σύμβολα,δηλαδή διατυπώσεις που έγιναν, αντί με το στυλό με την δράση.Δεν λέω ότι οι διατυπώσεις είναι για να πεταχτούν, λέω ότι πρέπει να είμαστε διαυγείς και να αναγνωρίζουμε τις διατυπώσεις ως διατυπώσεις.Ένα πράγμα είναι να προαναγγέλουμε μέσα σε μια συμβολική γιορτή την επίθεση στο χειμερινό ανάκτορο, και άλλο πράγμα είναι να καταλαμβάνουμε πραγματικά το χειμερινό παλάτι. » Αλλά ήταν ο ίδιος ο Eco που κατάλαβε τόσο καλά αυτό το είδος της semiomorphism που κατέκλυσε τον πραγματικό κόσμο, αυτή τη ταύτιση του κόσμου με την ανταλλαγή και τη διασταύρωση συμβολικών διατυπώσεων, των ενημερωτικών γεγονότων, των προσομοιώσεων του φαντασιακού.Αυτή η φαντασιακή επικράτεια έχει γίνει ο καθοριστικός τόπος κάθε κοινωνικής διαδικασίας, και η κυριαρχία πάνω στα ζωντανά μόρια της κοινωνίας έγινε όλο και περισσότερο semiocratic κυριαρχία, κυριαρχία συμβόλων και σημείων. Και το ’77 είναι ακριβώς η στιγμή που η κοινωνία αρχίζει να συνειδητοποιεί αυτή τη μετατόπιση.
Αποτέλεσμα εικόνας για a/traverso, alice è il diavolo
αυτονομία, autonomia

ΤΑ ΕΚΑΤΟ ΛΟΥΛΟΥΔΙΑ ΤΗΣ ΑΝΤΑΓΩΝΙΣΤΙΚΗΣ ΓΝΩΣΗΣ.

Σε μια περίοδο που διασχίσθηκε από αντισυνταγματικού χαρακτήρα εντάσεις, μεταξύ των εσωτερικών δυναμικών στη μορφή του αγώνα δεν πρέπει να λησμονούνται εκείνες που σχετίζονται με τον τομέα των επιστημών ή της επιστήμης «tout court». Εδώ δεν υπάρχουν μόνο οι τεχνολογικές καινοτομίες που αναπτύχθηκαν για να ελέγξουν την εργατική-ταξική σύγκρουση , υπάρχει επίσης ο κόσμος της ιατρικής και της ψυχιατρικής, τα προβλήματα της υγείας του σώματος και του νου. Η δεκαετία του 70 υπήρξε μια ριζοσπαστική και καινοτόμος κριτική, χωρίς επιστροφή, του ιατρού ως «τεχνικού του κεφαλαίου», του ψυχίατρου ως «τεχνικού του ελέγχου». Ήδη σε αυτούς τους ορισμούς περιέχεται η κριτική διαδρομή που θα φέρει μερικούς «τεχνικούς» των ολοκληρωτικών θεσμών να αμφισβητήσουν τον ρόλο τους, ακολουθώντας ένα παρόμοιο μονοπάτι που εφαρμόστηκε από τους διαφωνούντες διανοούμενους της δεκαετίας του εξήντα. Το 1968 κυκλοφόρησε το βιβλίο  «L’istituzione negata.Rapporto da un ospedale psichiatrico»,»Το θεσμικό όργανο που αμφισβητήθηκε. Έκθεση ενός ψυχιατρικού νοσοκομείου» που επεξεργάστηκε ο Franco Basaglia. Το βιβλίο που δημοσιεύει ο εκδοτικός οίκος Einaudi θα πουλήσει 60.000 αντίτυπα μεταξύ του ’68 και του ’72, και θα συναντηθεί γρήγορα με το πλατύ κίνημα διαμαρτυρίας ενάντια στην κοινωνία του κεφαλαίου.

Ο τεράστιος αντίκτυπος του έργου της Basaglia δεν οφείλεται μόνο στο γεγονός ότι καθιστά εμφανή τη φρίκη του θεσμού του ασύλου, του ψυχιατρίου και τη πληγωμένη ανθρωπιά των έγκλειστων (θα ήταν στην περίπτωση αυτή ένα απλό καταγγελτικό καθήκον ρεφορμιστικού τύπου), αλλά και το ότι πηγαίνει στις ρίζες της λειτουργίας της ψυχιατρικής και της φιγούρας του «τρελού», του «ανισόρροπου», σαν φιγούρες και λειτουργίες όλες εσωτερικές στη λογική της κυριαρχίας του κεφαλαίου. «Ο Μάρξ κάποτε μίλησε για την «τρέλα του κεφαλαίου» σε μια μεταφορική και λογοτεχνική έννοια. (Πρέπει να λάβουμε σοβαρά υπόψη τους μαρξικούς μεταφορικούς ισχυρισμούς). Τρέλα του κεφαλαίου είναι ακριβώς το αντίθετο του «τρελού κεφαλαίου».) Δηλαδή μίλησε για την πραγματικότητα ως μια «ανατραπείσα» πραγματικότητα (που διπλασιάστηκε, διασπάστηκε, αντικαταστάθηκε) […].Η τρέλα και οι ασθένεια είναι η αντιφατική συστατική έκφραση της «διπλής» υπάρχουσας πραγματικότητας ως αντιστρεπτική σχέση των κοινωνικών σχέσεων και του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής, του «χρόνου εργασίας» και «χρόνου ζωής»[…].Το ον-άνθρωποι των «αρρώστων» ή των «υγιών» ως ον- εμπόρευμα των ανθρώπων, συνιστά και καθορίζει, θετικά ή αρνητικά, την οικειοποίηση ή την απαλλοτρίωση της ανθρώπινης-κοινωνικής αυτοπαραγωγής, των σχέσεων μεταξύ ανθρώπου και ανθρώπου, ανάμεσα στον άνθρωπο και τα προϊόντα του « (9).

Αποτέλεσμα εικόνας για Franco Basaglia

Ουσιαστικά ο «τρελός», ο «ανισόρροπος» στην ανάδυση του είναι ένας «αντιφρονούντας» της υπάρχουσας τάξης πραγμάτων της «τρέλας του κεφαλαίου» που ωθεί το ιδιωτικό και το κοινωνικό μέσα στο κλουβί της εμπορευματοποίησης των ανθρώπινων αναγκών. Το άσυλο, το ψυχιατρείο, το ίδρυμα και η ψυχιατρική επιστήμη έχουν στη συνέχεια ως καθήκον να καταστήσουν την κατηγορία της τρέλας παραγωγική και λειτουργική. Είναι βέβαιο ότι με το έργο του Basaglia και την εμπειρία του ψυχιατρικού νοσοκομείου της Gorizia (όπου δρούσε ο Basaglia), ο «τρελός», ο «αποκλεισμένος», έγινε ένα υποκείμενο των αγώνων και, ενώ χιλιάδες φοιτητών συνέρρεαν για να παράσχουν εθελοντική εργασία στην Gorizia, η κουλτούρα και η πρακτική της αντι-ψυχιατρικής γίνονταν ένας από τους ακρογωνιαίους λίθους της επαναστατικής κουλτούρας. Τα έργα των Laing, Cooper, Goffman άρχισαν να διαδίδονται ευρέως, συμβάλλοντας στην ενεργοποίηση στο έδαφος της πολιτικής και κοινωνικής εξέγερσης, των θεμάτων των «τεχνικών απελευθέρωσης», των μεθόδων μέσα από τις οποίες να διαφύγει κάποιος από τις χειραγωγήσεις και τις επιρροές, τους επηρεασμούς, εσωτερικούς και εξωτερικούς στις προσωπικές εμπειρίες, για να ανακτήσει αυτονομία και αυτοδιάθεση.

Σχετική εικόνα

Και στην διαδρομή που ήδη ασκήθηκε από την «ιδιαιτερότητα» της beat και hippy εμπειρίας, η δημιουργική «κατανάλωση» αντιψυχιατρικών προβληματισμών και αναγνώσεων ως εργαλείο ατομικής και συλλογικής απελευθέρωσης ενεργοποιείται και γίνεται καθημερινή πρακτική. Αυτή η διαδρομή ποτέ δεν υπήρξε εύκολη και γραμμική, αρμονική. Αφού είχε ένα μεγάλο χώρο το ’68, τέθηκε σοβαρά στο περιθώριο από την εμφάνιση των γραφειοκρατικών-λενινιστικών οργανώσεων, παραμένοντας προνόμιο του underground χώρου, της αντικουλτούρας, για να επιβεβαιωθεί ξανά μέσα στη μεγάλη εποχή του «προσωπικού που είναι πολιτικό» συνδεδεμένου με το γυναικείο κίνημα .

Σχετική εικόνα

Η οποία, εάν κατάφερε να θέσει στο κέντρο της σύγκρουσης «τη μεγαλύτερη από όλες τις διαφορετικότητες», ίσως να μην κατάφερε να αντιληφθεί πλήρως το γεγονός πως το ότι ήταν και ένα κοινωνικό και μαζικό κίνημα το καθιστούσε ένα «μέρος του συνόλου». Και πως, αποσυντιθέμενη με το τέλος του ’77 η συνολική συνέπεια των κινημάτων (εργατικών, κοινωνικών, πολιτικών και υπαρξιακών), η δυνατότητα της «ανατροπής» της αμοιβαίας διάκρισης μετατρέπονταν σε ευρέως διαδεδομένη ψυχαναλυτική πρακτική, μοναχά ως αντιμετώπιση στην δυσφορία, στην αγωνία και την ταλαιπωρία, όχι ως μια συνολική επανάσταση του εαυτού. «[…] δεν γίνεται να αρνηθούμε, ας πούμε, την απόδειξη της ολότητας. Ήδη ο Nietzsche έλεγε ότι το να αποκλείεις ένα κομμάτι σημαίνει να αποκλείεις τα πάντα Η ανατροπή είναι ολική ως ανεστραμμένη ολότητα, σε όλες τις διαστάσεις και τα επίπεδα της: στο σύστημα της εργασίας, της επικοινωνίας, της »γλώσσας», των αναγκών, της «σεξουαλικότητας», της εξουσίας» (10).

Αποτέλεσμα εικόνας για rivista sapere giulio maccacaro anni 70

Πολλά είναι τα περιοδικά που γεννήθηκαν σε αυτόν τον χώρο της κριτικής της καθημερινής ζωής και των αντιφάσεων που προκάλεσε η υπαρξιακή ανησυχία. Τεράστιας σημασίας το «Sapere, Γνώση» που διηύθυνε ο Giulio Maccacaro, τόσο για το κύρος των συνεργατών του όσο και για την πολλαπλότητα των θεμάτων με τα οποία ασχολήθηκαν [μπορεί να πει κανείς ότι είχαν προβλέψει-προκαταβάλει σχεδόν τα πάντα: από την οικολογία μέχρι την κριτική της ιατρικής του «κεφαλαίου», από την αντιπυρηνική μάχη μέχρι την απομυθοποίηση της «βιομηχανικής ανάπτυξης» ως υπεύθυνης για την καταστροφική ρύπανση του πλανήτη, μέχρι την κριτική των ίδιων των θεμελίων της τεχνικής επιστημονικής γνώσης]. Το περιοδικό «L’Erba Voglio», το οποίο ιδρύθηκε από τον ψυχαναλυτή Elvio Fachinelli και την Lea Melandri, αξίζει μια ιδιαίτερη μνεία. Γεννημένο στις αρχές της δεκαετίας του εβδομήντα, θα συνεχίσει για χρόνια μια επίκαιρη κριτική των σεχταριτικών υπερβολών της ιδεολογικής στράτευσης και των αυταρχικών πρακτικών, ακόμη και όταν ήταν κρυμμένες από την αριστερή μήτρα.

Αποτέλεσμα εικόνας για rivista l'erba voglio anni 70

Σημείο αναφοράς για τις αντιαυταρχικές πρακτικές στο σχολείο (ειδικά για τα μικρά παιδιά) το «L’Erba Voglio» τοποθετείται συνεχώς στην καρδιά της πολιτιστικής συζήτησης που αντιπαραθέτει τις υπαρξιακές συμπεριφορές στις άκαμπτες ιδεολογικές θεωρητικοποιήσεις. Αλλά και στον δημιουργικό και καλλιτεχνικό τομέα (θέατρο, μουσική, κινηματογράφο κλπ.) πολλά πράγματα πρέπει να εξερευνηθούν και να εκπροσωπηθούν μέσα στα γεγονότα των κινημάτων. Από τη διαμαρτυρία των διανοουμένων και καλλιτεχνών του ’68 (καταλήψεις της Triennale του Milano και της Biennale της Βενετίας) στην μεγάλη άνθιση των «ελεύθερων ραδιοφώνων» το ’77. Και πάνω απ ‘όλα, εκτός από τη μεγάλη παραγωγή πολιτικού θεάτρου και καμπαρέ, την στράτευση και τη νοημοσύνη του Κύκλου La Comune, Η Κομούνα, του Dario Fo και της Franca Rame. Ένας οργανισμός που σε πολλές φάσεις λειτούργησε ως ένα αυθεντικό μεγάλο «μέσο» ερμηνείας-αναπαραγωγής των διάσπαρτων πολιτικών αγώνων.

Σχετική εικόνα

https://www.academia.edu/28083383/Nanni-Balestrini-Primo-Moroni-L-Orda-d-Oro-1968-1977-la-grande-ondata-rivoluzionaria-e-creativa-politica-ed-esistenziale.pdf

Αποτέλεσμα εικόνας για Circolo La Comune di Dario Fo e Franca RameΣχετική εικόνα