διεθνισμός, internazionalismo

Σας ευχαριστούμε soldat*, στρατιώτες της επανάστασης

Το IS δεν ελέγχει πλέον εδάφη στη Συρία. Αυτός είναι λόγος χαράς. Αλλά ο πόλεμος δεν τέλειωσε ακόμη.

Στα τέλη του φθινοπώρου του 2014, στρατιώτες της τρομοκρατικής πολιτοφυλακής του Ισλαμικού Κράτους (IS) βρισκόταν στη μητροπολιτική περιοχή του Κομπάνι στη βόρεια Συρία. Τα πράγματα ήταν άσχημα. Οι τζιχαντιστές ήδη έστελναν μηνύματα μέσω tweeter λέγοντας πως η πόλη θα καθαρίζονταν από τους άπιστους κομμουνιστές. Το ισλαμικό κράτος την εποχή εκείνη ήλεγχε μια τεράστια περιοχή, τόσο στα εδάφη του Ιράκ όσο και της Συρίας.

Αλλά η αγαλλίαση των ισλαμιστών δολοφόνων ήταν πρόωρη. Υπολόγιζαν χωρίς εκείνο το κίνημα που για περισσότερα από 40 χρόνια επέζησε στη Μέση Ανατολή στον αγώνα κατά του ΝΑΤΟ, ιδιαίτερα κατά του τουρκικού Κράτους. Μόλις πέντε χρόνια αργότερα, ο χάρτης της Συρίας και του Ιράκ φαίνεται τελείως διαφορετικός. Το IS έχει χάσει τα τελευταία εδάφη που συνέχισε να κατέχει πεισματικά. Πολλοί από τους τοπικούς και ξένους ηγέτες του έχουν πεθάνει ή είναι αιχμάλωτοι των Δημοκρατικών Δυνάμεων της Συρίας (FDS), της συμμαχίας μεταξύ κουρδικών, ασσυρίων και αραβικών πολιτοφυλακών, για την άμυνα και την οικοδόμηση ενός συστήματος συμβουλίων στη βόρεια Συρία.

Όχι μόνο η Συρία αναπνέει με ανακούφιση. Ο αιματηρός πόλεμος, αυτό το τόνισαν επανειλημμένα οι κούρδοι εκπρόσωποι των Μονάδων Λαϊκής Άμυνας και των Γυναικών (YPG και YPJ), ήταν για ολόκληρη την ανθρωπότητα. Το αποτέλεσμά του είναι η απόρριψη, η απόκρουση μιας πολιτικής δύναμης, της οποίας η κυριαρχία σε εκατομμύρια ανθρώπους, ιδιαίτερα στις γυναίκες, στη Μέση Ανατολή δεν σημαίνει τίποτα άλλο από καταπίεση, θάνατο και ταπείνωση. Πρέπει να ειπωθεί με σαφήνεια: το Κουρδικό Εργατικό Κόμμα (PKK), το οποίο εξακολουθεί να απαγορεύεται στις ΗΠΑ όπως στην Ευρώπη, μαζί με τους σύριους συμμάχους των YPG και YPJ εμπόδισαν περαιτέρω την γενοκτονία στο έδαφος των γιαζίντι στο Ιράκ, τόσο όπως και τρομοκρατικές επιθέσεις στην Ευρώπη ή στις Ηνωμένες Πολιτείες.

Πώς πραγματοποιήθηκε αυτή η νίκη; Φυσικά, μια έξυπνη πολιτική των συμμαχιών έχει παίξει ένα ρόλο, και βεβαίως, ασκήθηκε πολλή διπλωματία με όσους δεν περιμένουν άλλο από το να ακυρώσουν το δημοκρατικό σχέδιο στη βόρεια Συρία.

Αλλά όλα αυτά θα ήταν μάταια χωρίς τις εκατοντάδες χιλιάδες ανθρώπων που έδιναν κάθε μέρα το καλύτερο των δυνατοτήτων τους στην αστική πολιτική οικοδόμηση και στις στρατιωτικές μονάδες αυτοάμυνας. Και πολλές και πολλοί από αυτούς έδωσαν το τελευταίο πράγμα που τους είχε απομείνει: τη ζωή τους. Το αντίτιμο γι αυτή τη νίκη ήταν υψηλό. Όλες και όσοι συνέβαλαν σε αυτόν τον πόλεμο ή στην πολιτική οικοδόμηση στη βόρεια Συρία, έχασαν ανθρώπους που ήταν πολύ κοντά τους. Δεν υπάρχει μια μητέρα στη βόρεια Συρία που δεν θρηνεί γιο ή κόρη, μια αδελφή στην οποία δεν λείπει ο αδελφός της που έπεσε και κανένα παιδί που είδε τον θείο ή τη θεία του να πηγαίνει στον πόλεμο και δεν τους είδε να επιστρέφουν. Και μεταξύ των διεθνιστριών και των διεθνιστών δεν υπάρχει κανείς που δεν αισθάνεται το πένθος και το θυμό για την απώλεια της Anna Campbell, του Kevin Jochim ή του Lorenzo Orsetti.

Οι Trump και ο Macron αυτού του κόσμου μπορούν να γράψουν τη νίκη στις σημαίες τους, δεν την κατέκτησαν αυτοί αλλά οι χιλιάδες σύντροφοι συντρόφισσες compagn* οι οποίοι στις θέσεις και τις οχυρώσεις τους, στις οροφές των σπιτιών και τους δρόμους θηλιές έπεσαν cadut* στις μάχες σπίτι με σπίτι. Αυτή είναι μια νίκη των Şehîd, των πεσόντων, γυναικών και ανδρών. Πρέπει αυτούς να σκεφτόμαστε όταν γιορτάζουμε και πανηγυρίζουμε αυτές τις μέρες.

Και όταν τους σκεφτόμαστε, συνειδητοποιούμε επίσης ότι: έχουμε κερδίσει μια μάχη, αλλά ο πόλεμος συνεχίζεται. Επειδή αυτό για το οποίο πέθαναν και για το οποίο συνεχίζουμε εμείς να ζούμε, δεν είναι μόνο η καταστροφή μιας ιδιαίτερα σκληρής πολιτοφυλακής. Έχουν πέσει για έναν καλύτερο κόσμο, πολύ πέρα από τον καπιταλιστική νεωτερικότητα και πέρα από την κρατική, ιμπεριαλιστική και αποικιακή καταπίεση.

Αυτός ο πόλεμος συνεχίζεται. Στη Μέση Ανατολή αυτοί που θέλουν να σβήσουν τη μικρή απελευθερωμένη περιοχή στο βόρειο και ανατολικό τμήμα της Συρίας παραμονεύουν: το καθεστώς του Ερντογάν που θέλει να την συντρίψει στρατιωτικά, η διοίκηση Trump που θέλει να την γονατίσει και να την αποπολιτικοποιήσει, η Μόσχα και η Δαμασκός που θέλουν να την υποβάλουν στο καθεστώς Assad. Η φάση που αρχίζει τώρα θα είναι μια φάση της νέας τάξης και του συστήματος των συμμαχιών. Οι ΗΠΑ θέλουν τον πόλεμό τους εναντίον του Ιράν, η Τουρκία φιλοδοξεί να διευρύνει το έδαφος που έχει καταλάβει. Για άλλη μια φορά, οι κάρτες, ανακατεύονται.

Αλλά ο πόλεμος συνεχίζεται όχι μόνο σε κάποιο μέρος μακριά, πέρα από το κύμα αγανάκτησης του πληθυσμού των πλουσίων δυτικών εθνών. Συνεχίζεται επίσης εδώ. Και στη Γερμανία [ Ευρώπη] το Κράτος θα πάρει ξανά ώθηση για να επιτεθεί, να καταδιώξει και να περιορίσει τους κούρδους, γυναίκες και άνδρες, την τουρκική αντιπολίτευση στην εξορία και όλες και όλους εκείνους που συνεργάζονται μαζί τους.

Όταν έρθει η ώρα, θα πρέπει να σκεφτούμε: όλοι έχουμε μια ενοχή να πληρώσουμε. Εμείς ως επαναστατική αριστερά σε κάθε περίπτωση, επειδή ήταν το κουρδικό κίνημα που μας έφερε πίσω σε ένα διατρέξιμο μονοπάτι στο οποίο μπορούμε σήμερα να κάνουμε τα πρώτα βρεφικά μας βήματα. Αλλά και όλοι οι άλλοι είναι επίσης χρεωμένοι με τις/τους πεσόντες των Συριακών Δημοκρατικών Δυνάμεων. Θα υπάρχουν ευκαιρίες, τουλάχιστον για να ξεκινήσουμε, να τις ξεπληρώνουμε.

#Immagine: Rodi Said/Reuters Εικόνα

* Tradotto e pubblicato da Rete Kurdistan Μεταφράστηκε και δημοσιεύτηκε από Δίκτυο Κουρδιστάν

https://lowerclassmag.com/

 – © Αναπαραγωγή δυνατή κατόπιν ρητής συναίνεσης της σύνταξης του CONTROPIANO

Τελευταία μετατροπή: STAMPA

‹ 
διεθνισμός, internazionalismo

ΣΚΟΤΩΘΗΚΕ ΣΤΗΝ ΣΥΡΙΑ ΑΠΌ ΤΟ ISIS Ο LORENZO “ORSO”, ΙΤΑΛΟΣ ΜΑΧΗΤΗΣ YPG

Notizia scritta il 18/03/19 alle 19:16. Ultimo aggiornamento: 18/03/19 alle: 19:16 Γραμμένη είδηση στις 19:16, Τελευταία ενημέρωση

Ένας φλωρεντίνος σύντροφος, ο Lorenzo Orsetti, αποκαλούμενος Orso και  όνομα μάχης Tekoser, 32 χρόνων, που είχε καταταγεί στις γραμμές του YPG στη βόρεια Συρία, σκοτώθηκε στις μάχες που βρίσκονται σε εξέλιξη στην Baghuz.

Μιλήσαμε για τον Lorenzo και για την επιλογή του να πάρει μέρος στη συνομοσπονδιακή επανάσταση με τον Claudio Locatelli, έναν ιταλό με καταγωγή από την περιοχή του Μπέργκαμο, μαχητή των YPG που γνώρισε τον “Orso” ενώ εισέρχονταν στις επαναστατικές γραμμές, όπως μας διηγείται στη συνέντευξη. Ascolta o Scarica. Άκου ή κατέβασε

Η είδηση για το θάνατο επιβεβαιώθηκε από ιταλικές πηγές ασφαλείας οι οποίες λεν πως σκοτώθηκε σε «ενέδρα». Πριν από αυτούς έδωσε την είδηση το ίδιο το isis. Βρίσκονταν εδώ και ενάμισι χρόνο να μάχεται με τις Μονάδες προστασίας του λαού, και συχνά προσέφερε αναφορές-ρεπορτάζ σχετικά με τη συνεχιζόμενη Απελευθέρωση αυτών των εδαφών σε μέσα του κινήματος. Τελευταία σε σειρά μια συνέντευξη που πραγματοποιήθηκε στις 11 του περασμένου μαρτίου στο Ράδιο Onda Rossa,Ascolta o Scarica.

Εν θερμώ ένα σχόλιο από τον πατέρα του Lorenzo, Alessandro: “Είμαστε υπερήφανοι γι αυτόν, για την επιλογή που έκανε, αλλά τώρα νιώθουμε κατεστραμμένοι από τη θλίψη», είπε, και στη συνέχεια έδωσε λεπτομέρειες για το θάνατο του. “Ο κούρδος διοικητής του μου τηλεφώνησε και μου είπε ότι ο Lorenzo πέθανε μαζί με όλους της ομάδας του σε μια αντεπίθεση του ISIS σήμερα το πρωί” προσθέτοντας “Φαίνεται ότι η ομάδα του περικυκλώθηκε, ήταν με μια αραβική μονάδα, αλλά δεν ξέρω τι ακριβώς σημαίνει από στρατιωτική άποψη – πρόσθεσε – Τους σκότωσαν όλους”. Όσον αφορά την επιλογή του γιου του, προσέθεσε ότι «βασικά έκανε μια σημαντική επιλογή. Σίγουρα ήμασταν αντίθετοι, δεν μπορούσαμε να του πούμε «πήγαινε, είναι όμορφο», αλλά καταλάβαμε ότι γι ‘αυτόν ήταν μια επιλογή για τις αξίες στις οποίες πίστευε. Και ο κουρδικός λαός αξίζει να κάνουμε κάτι για τον αγώνα του εναντίον του ISIS και του φασισμού «.

Το απόγευμα έκανε τον γύρο των social και του web μια επιστολή διαθήκη που έγραψε ο ίδιος ο Lorenzo πριν καταταγεί στις γραμμές του YPG και διανεμήθηκε από τις κουρδοσυριακές δυνάμεις. Άκου ή κατέβασε Ascolta o Scarica.

Εδώ το κείμενο της επιστολής του Lorenzo:
Ciao, αν διαβάζετε αυτό το μήνυμα είναι ένα σημάδι ότι δεν είμαι πια σε αυτόν τον κόσμο. Λοιπόν, μην θλίβεστε περισσότερο απ’ ότι πρέπει, αυτό θα ήθελα, δεν μετανιώνω για τίποτα, πέθανα κάνοντας αυτό που νόμιζα ότι ήταν σωστό, υπερασπιζόμενος τους πιο αδύναμους, και παραμένοντας πιστός στα ιδανικά της δικαιοσύνης, της ισότητας και της ελευθερίας.
Έτσι, παρά την πρόωρη αυτή αναχώρηση, η ζωή μου εξακολουθεί να είναι μια επιτυχία, και είμαι σχεδόν βέβαιος ότι έφυγα με ένα χαμόγελο στα χείλη μου. Δεν θα μπορούσα να ζητήσω κάτι καλύτερο.
Σας εύχομαι το καλύτερο δυνατό, και ελπίζω ότι κι εσείς μια μέρα (εάν δεν το έχετε κάνει ήδη) να αποφασίσετε να δώσετε τη ζωή σας για τον διπλανό,, επειδή αυτός είναι ο μόνος τρόπος να αλλάξουμε τον κόσμο.
Μόνο νικώντας τον ατομικισμό και τον εγωισμό σε κάθε έναν από εμάς μπορούμε να κάνουμε τη διαφορά.
Αυτοί είναι δύσκολοι καιροί, το ξέρω, αλλά μην παραδίδεστε στην παραίτηση, μην εγκαταλείπετε την ελπίδα, ποτέ!
Ούτε για μια στιγμή.
Ακόμη και όταν όλα φαίνονται χαμένα, και τα κακά που πλήττουν τον άνθρωπο και τη γη φαίνονται ανυπέρβλητα, προσπαθήστε να βρείτε τη δύναμη, και να την εμφυσήσετε στους συντρόφους σας.
Είναι ακριβώς στις σκοτεινότερες στιγμές που το φως σας χρησιμεύει.
Και να θυμάστε πάντα πως “κάθε καταιγίδα ξεκινά με μιαν μοναδική σταγόνα”. Ψάξτε να είστε εσείς εκείνη η σταγόνα.
Σας αγαπώ όλους, ελπίζω να μάθετε από αυτά τα λόγια, να τα φυλάξετε σαν θησαυρό.
Serkeftin!

Orso,
Tekoser,
Lorenzo.

 

http://www.radiondadurto.org/2019/03/18/ucciso-in-siria-dallisis-lorenzo-orso-combattente-italiano-ypg/

αυτονομία, autonomia

Daddo και Paolo Το ξεκίνημα της μεγάλης εξέγερσης. Ρώμη, piazza Indipendenza, 2 φεβρουαρίου 1977

Aa. Vv.

Daddo e Paolo

«Μια φωτογραφία “risolta”, που αφήνει σε αυτόν που την κοιτά ένα χώρο για την σκέψη».

Antonello Frongia
Την 1η φεβρουαρίου 1977 μια ομάδα νεοφασιστών εισβάλει στο πανεπιστήμιο της Ρώμης, πυροβολώντας. Ένας φοιτητής παραμένει σοβαρά τραυματισμένος. Το πανεπιστήμιο καταλαμβάνεται. Την επόμενη ημέρα, κατά τη διάρκεια μιας πορείας, η έδρα των νεαρών νεοφασιστών της οδού Sommacampagna πυρπολείται. Λίγο μετά, στην piazza Indipendenza, οι ειδικές αστυνομικές ομάδες παρεμβαίνουν και διασκορπίζουν την πορεία με ριπές αυτομάτων. Ο Paolo Tommasini και ο Leonardo (Daddo) Fortuna πέφτουν τραυματίες στο έδαφος, οι οποίοι, οπλισμένοι, είχαν απαντήσει στο πυρ θεωρώντας ότι επρόκειτο για νεοφασίστες. Ο πρώτος που πέφτει, χτυπημένος στα πόδια, είναι ο Paolo. Ο Daddo γυρνά πίσω και προσπαθεί να τον βοηθήσει απομακρύνοντας τον αλλά τραυματίζεται κι αυτός.

Αυτό το δραματικό γεγονός – το οποίο σηματοδότησε την έναρξη της μεγάλης εξέγερσης του Κινήματος του 77 – αποθανατίστηκε από τον φωτογράφο Tano D’Amico ο οποίος τις φύλαξε για τα επόμενα είκοσι χρόνια. Αυτά τα πλάνα (ένα ιδιαίτερα) απεικονίζουν μια χειρονομία εξαιρετικής γενναιοδωρίας, την ίδια που διέσχισε και τροφοδότησε τα συναισθήματα και τις συμπεριφορές όλων εκείνων που συμμετείχαν σε αυτό το Κίνημα. Εκ των πραγμάτων, η εικόνα εκείνη αντιπροσωπεύει το ακριβές αντίστροφο αυτής που τραβήχτηκε με την ευκαιρία μιας άλλης ανταλλαγής πυρών μεταξύ διαδηλωτών και αστυνομίας: εκείνη της Via De Amicis στο Μιλάνο, στις 14 μαΐου του ίδιου έτους. Μια εικόνα στο κέντρο ενός άλλου βιβλίου που εκδόθηκε από τον εκδοτικό μας οίκο (Ιστορία μιας φωτογραφίας. Η κατασκευή της εικόνας αναπαράστασης των χρόνων του μολυβιού – Storia di una foto. La costruzione dell’immagine icona degli anni di piombo).
Και αυτό το βιβλίο περιέχει επίσης μια πλούσια εικονογραφική τεκμηρίωση πολλών συγγραφέων, κείμενα που προέρχονται από δικαστικά έγγραφα, πολιτικά ντοκουμέντα της εποχής, δοκίμια από επιστήμονες της επικοινωνίας, μαρτυρίες ορισμένων πρωταγωνιστών.
Ο Leonardo Fortuna (Daddo), που έφυγε την περασμένη άνοιξη, εργάστηκε πολλά χρόνια για την εφημερίδα «il manifesto» και υπήρξε μεταξύ των πρωταγωνιστών του εκδοτικού σπιτιού μας.

Un assaggio…Μια  γεύση

Θα πληρώσετε ακριβά, θα πληρώσετε για όλα στις 2 φεβρουαρίου 1977 στη Ρώμη, κατά τη διάρκεια μιας διαδήλωσης κατά της φασιστικής επίθεσης της προηγούμενης ημέρας στο πανεπιστήμιο κατά την οποίαν τραυματίστηκε ένας φοιτητής, ο Guido Bellachioma, που χτυπήθηκε από μια σφαίρα στο κεφάλι, στην Piazza Indipendenza λαμβάνει χώρα μια ανταλλαγή πυροβολισμών. Δύο αγωνιστές της αριστεράς, πέφτουν στη γη, τραυματισμένοι – ο Leonardo (Daddo) Fortuna και ο Paolo Tomassini – και ένας αστυνομικός, ο Domenico Arboletti. Κανείς δεν είδε ακριβώς τι συνέβη, κανείς δεν ξέρει ακριβώς πώς συνέβησαν τα γεγονότα. Υπάρχει αίμα στην άσφαλτο, και οι τραυματίες βρίσκονται σε σοβαρή κατάσταση. Υπάρχουν κάποιες εικόνες από τις στιγμές πριν από την μάχη, της επίθεσης στα γραφεία των τραμπούκων του Msi της οδού Sommacampagna, η οποία καταστράφηκε και παραδόθηκε στη φωτιά σε αντίποινα για τον τραυματισμό του Bellachioma, στην οποία συμμετείχαν πολλοί αγωνιστές, και υπάρχουν εικόνες των στιγμών μετά τη μάχη – οι δυο στρατευμένοι, έχοντας τις αισθήσεις τους, που χάνουν αίμα, από τα πόδια, από τον ώμο, και ο αστυνομικός δίχως αισθήσεις, χτυπημένος στο κεφάλι. Αυτά τα πράγματα φαίνονται, είναι γνωστά. Και σχεδόν αμέσως γίνεται λόγος γι αυτά, δημοσιεύονται. Αλλά κανείς δεν είδε πώς συνέβησαν. Κανείς δεν έχει ακριβή γνώση της ακολουθίας των γεγονότων στην πλατεία, κανείς δεν μπορεί να μιλήσει λεπτομερώς για τη στιγμή των πυροβολισμών. Οι διαδηλωτές δεν το γνωρίζουν, οι αστυνομικοί δεν το γνωρίζουν, δεν ξέρουν τίποτα εκείνοι που βρίσκονται «από πάνω» στην διαδήλωση, απολαμβάνοντας μια προνομιακή θέση, κρεμάμενοι από τα παράθυρα της νέας εφημερίδας του Eugenio Scafari, «la Repubblica». Σαν σε ένα film του Kurosawa, ο καθένας μπορεί να πει τη δική του αλήθεια χωρίς να διαψευσθεί, ο καθένας μπορεί να πει αυτό που είδε χωρίς να είναι ακριβώς αυτό που είδε κάποιος άλλος. Μόνο αυτή η φωτογραφία, αυτές οι δύο φωτογραφίες, με τον Daddo να επιστρέφει για να πάρει μαζί του τον ήδη χτυπημένο στα πόδια σύντροφο του, μαζεύει το όπλο του Paolo και προσπαθεί να ξεφύγει από αυτή την κόλαση, θα μπορούσαν να ρίξουν φως. Θα μπορούσαν να εξηγήσουν αναμφισβήτητα. Αλλά αυτές οι εικόνες εξαφανίζονται. Εξαφανίζονται όχι για να κρύψουν την αλήθεια, αλλά να επιτρέψουν την αλήθεια. Η αλήθεια του πολιτικού κινήματος εκείνη την εποχή είναι αυτή: δύο νέοι αριστεροί αγωνιστές τραυματίστηκαν από αστυνομικούς που ίσως φαινόταν σαν φασίστες, που είχαν ανοίξει πυρ, και του οποίου πυρός αμύνθηκαν. Είναι αθώοι και αντιφασίστες. Είναι αθώοι επειδή είναι αντιφασίστες. Αυτή είναι η αλήθεια του κινήματος, το οποίο επιτρέπει μια άμεση υπεράσπιση και μια ανάληψη ευθύνης των Paolo και Daddo. Χωρίς εάν και δίχως αλλά, το κίνημα αντιδρά άμεσα αναπτύσσοντας ακόμη περισσότερο την διαμαρτυρία: δεν ανεχόμαστε πλέον τους φασίστες να πυροβολούν ατιμώρητα, δεν ανεχόμαστε πλέον τους συγκαλυμμένους αστυνομικούς να μας κυνηγούν στις πλατείες με ατιμωρησία. Και τα δύο αυτά είναι αληθινά – όσο αληθινό είναι το καμουφλάρισμα των αστυνομικών στην πλατεία, θα γίνει δημόσιο σκάνδαλο κατά την ημέρα του φόνου της Giorgiana Masi και των φωτογραφιών των αστυνομικών του Cossiga μεταμφιεσμένων σε διαδηλωτές με το όπλο στα χέρια – και η δημοκρατική άποψη δεν μπορεί παρά να τοποθετηθεί με την αλήθεια του κινήματος. Η διαδήλωση είναι γεμάτη αγανάκτηση και εξαπλώνεται: στη διαδήλωση για να ζητήσουν την ελευθερία του Paolo και του Daddo θα είναι τριάντα χιλιάδες. Γιατί η απόκρυψη αυτής της φωτογραφίας, αυτών των φωτογραφιών επιτρέπουν αυτή την αλήθεια, αυτή την αγανάκτηση, αυτή την αντίδραση-την απάντηση του κινήματος; Επειδή εκεί θα γίνονταν σαφές ότι ο Paolo και ο Daddo στην πλατεία πήγαν οπλισμένοι. Και δεν είναι ότι κάποιος πηγαίνει οπλισμένος στην Piazza Indipendenza για να πυροβολήσει τα ψαρόνια, τα οποία έτσι κι αλλιώς γίνονται ενοχλητικά. Όμως, το κίνημα εκείνων των ημερών – πόσο μάλλον η δημοκρατική κοινή γνώμη – δεν μπορεί να νομιμοποιήσει πολιτικά με την υποστήριξή του, δημόσια με την υπεράσπισή του στην πλατεία ο κόσμος να πηγαίνει οπλισμένος. Δεν υπάρχει ακόμη η πολιτική νομιμοποίηση των όπλων στους δρόμους – και από την άλλη δεν θα υπάρξει ποτέ μια πειστική και ανοιχτή υποστήριξη, εκτός από τις πραγματικές εξεγερσιακές στιγμές όπως της 11ης μαρτίου στη Μπολόνια και η 12ης μαρτίου στη Ρώμη. Μερικές φορές θα βιωθεί ως ένα καπέλωμα, μερικές φορές ως ευλογία. Αλλά αυτό υπήρξε, ήταν και θα είναι πάντα η καταραμένη σχέση μεταξύ υποκειμενικών πρωτοβουλιών ομάδων και συλλογικής εξυπνάδας και σοφίας, γενικότερα. Το κίνημα όταν θα διασπαστεί, όταν θα λυγίσει και θα υποχωρήσει δεν θα είναι σίγουρα λόγω του ζητήματος των όπλων ή της βίας. Εκείνος που λέει αυτό λέει ένα απροκάλυπτο ψεύδος: το επίπεδο της σύγκρουσης, η επιβίωση της ίδιας της σύγκρουσης, περιλάμβανε τα όπλα. Είτε λόγω του επείγοντος χαρακτήρα της εξέγερσης είτε της μακράς πορείας της επανάστασης, λόγω του επαναστατικού ανταρτοπόλεμου ή του λαϊκού στρατού, ήταν κοινή συνείδηση που την μοιράζονταν όλοι, ότι όποιο κι αν ήταν το πέρασμα, η διαδρομή θα ήταν βίαιη, οπλισμένη. Το Κράτος και οι ένοπλες συμμορίες του, με στολή ή παράνομες, δεν θα είχαν παραμείνει με τα χέρια τους ακίνητα, είχαν πιάσει ήδη δουλειά, χωρίς έλεος. Τα όπλα είναι εκεί, και τριγυρίζουν μες το κίνημα. Αντιθέτως, το να οπλιστείς είναι ακριβώς ένα χαρακτηριστικό που σε διακρίνει, η άρση της ασάφειας περί του λόγου για την ταξική βία και για να το οδηγήσει στην στην πραγματικότητά του, την συγκεκριμενοποίηση του. Μεταξύ του 1972 και του 1976 δεν έγινε τίποτα άλλο παρά να συσσωρεύονται όπλα και να αποκρύπτονται, ληστεύοντας οπλοπωλεία, αρπάζοντας τα από τους vigilantes, ή από τα σπίτια όπου γνώριζαν ότι υπήρχαν, αγοράζοντας τα στη μαύρη αγορά. Χρησιμοποιούνται για τον αντιφασισμό, χρησιμοποιούνται για να τιμωρήσουν τα μικρά κεφάλια στα εργοστάσια, για να καλυφθούν κατά τη διάρκεια κάποιας πράξης προπαγάνδας κατά της Κρατικής μηχανής ή των καπιταλιστικών εκπροσωπήσεων, θα χρησιμοποιηθούν για την επανάσταση και τον κομμουνισμό, ποιος ξέρει. Ο Paolo και ο Daddo είναι μεταξύ εκείνων που τα όπλα τα έχουν. Και τα παίρνουν μαζί τους στην πλατεία. Από την άλλη πλευρά, όμως, το να οπλίζεσαι δεν είναι τα πάντα, τα όπλα δεν είναι τα πάντα, αυτό του να θεωρείται ως κύριο ζήτημα το να οπλίζεσαι, είναι ο ταξιαρχίτικος λόγος. Και αν σε ολόκληρη την Ιταλία παράνομοι ταξιαρχίτες υπάρχουν ίσως κάποιες δεκάδες, στη Ρώμη δεν υπάρχει ίχνος από αυτούς. Στη Ρώμη δεν μπορείς να είσαι ταξιαρχίτης, δεν έχει νόημα με εκείνο το κίνημα που υπάρχει. Οι αγώνες για το δικαίωμα στη στέγαση, για μια όλο και πιο προσιτή υπηρεσία υγείας, για την αυτομείωση των λογαριασμών, για τη συνεχώς αυξανόμενη σχολική και πανεπιστημιακή εκπαίδευση, έχουν ριζώσει μια τεράστια προλεταριακή δύναμη και συνείδηση. Ο κομμουνισμός – ή εκείνο που είναι το δικαίωμα να βλέπεις να ικανοποιούνται οι δικές σου ανάγκες, να παίρνεις τα πράγματα σύμφωνα με τις επιθυμίες σου – δεν είναι πράγμα του μέλλοντος, είναι εδώ και τώρα. Είναι το κίνημα του Εβδομήντα επτά που στην πραγματικότητα δεν υπάρχει ακόμα. Σε ολόκληρη την Ιταλία ξεκίνησε η διαμαρτυρία κατά της μεταρρύθμισης του Malfatti στα Πανεπιστήμια, που βλέπει φοιτητές και ερευνητές μαζί, αλλά δεν υπάρχει η σπίθα που θα πυρπολήσει το λιβάδι. Το κίνημα στην πραγματικότητα εξακολουθεί να αποτελείται κυρίως από δομές οργανωμένες στην επικράτεια, από πυρήνες της πρώην εξωκοινοβουλευτικής αριστεράς που διασχίζεται από τη δική της κρίση και απελευθερώνει δυνάμεις. Μόνο αυτές οι δομές γνωρίζουν ακριβώς – ή έχουν όλα τα εργαλεία για να ανοικοδομήσουν το επεισόδιο – τι συνέβη. Αλλά δεν το ανεμίζουν στους τέσσερις ανέμους, δεν το κάνουν τη γραμμή της διάκρισης, της αξίωσης, της διεκδίκησης. Η μόνη κόκκινη γραμμή που μπορεί να επιτρέψει μια αυθόρμητη αμυντική αντίδραση, ένα κάλεσμα ύπαρξης είναι ο αντιφασισμός. Υπήρξε το επεισόδιο της επίθεσης στη Sapienza, με μια ομάδα φασιστών που πυροβόλησαν μέσα στο πανεπιστήμιο τραυματίζοντας έναν σπουδαστή. Πρόκειται για ένα μη φυσιολογικό πράγμα, άνευ προηγουμένου, απειλητικό πράγμα, που δεν μπορεί να ληφθεί υπ όψιν σαν να είναι μια σύγκρουση μεταξύ συμμοριών, και φέρνει στη μνήμη ένα τρομερό παρελθόν, έναν φοβερό χουλιγκανισμό, τραμπουκισμό. Αν είχε περάσει ατιμώρητα, θα επρόκειτο για ένα σημείο μη επιστροφής. Αυτή είναι η υπεράσπιση που κάνει το κίνημα του Paolo και Daddo. Δύο παράλληλες ιστορίες τρέχουν δίπλα δίπλα: δύο νέοι αντιφασίστες, έχουν δεχτεί επίθεση, αθώοι, δύο ένοπλοι προβοκάτορες στην πλατεία. Στη μέση, αυτή η εικόνα. […]

Οι φίλοι του Daddo: Claudio, Giancarlo, Lanfranco, Turi.

RASSEGNA STAMPA

«Daddo e Paolo. L’inizio della grande rivolta» από Sololibri.net

Ανασκόπηση του Mario Bonanno στο «Daddo και Paolo. Η έναρξη της μεγάλης εξέγερσης. L’inizio della grande rivolta» – από Sololibri.net, 31 μαρτίου 2012

Vai all’articolo Πήγαινε στο άρθρο


Video παρέμβαση του Paolo Virno επάνω στο «Daddo e Paolo»

Video παρέμβαση του Paolo Virno επάνω στα χρόνια Εβδομήντα και για το «Daddo e Paolo. L’inizio della grande rivolta» – από το Youtube, 28 μαρτίου 2012

Vai al video πήγαινε στο βίντεο


Video παρέμβαση του Lanfranco Caminiti στο «Daddo e Paolo»

Video παρέμβαση του Lanfranco Caminiti στα χρόνια Εβδομήντα και στο «Daddo e Paolo. Η αρχή της μεγάλης εξέγερσης. L’inizio della grande rivolta» – από το Youtube, 28 μαρτίου 2012

Vai al video Πήγαινε στο βίντεο

Militant

λαμβάνουμε από τους συντρόφους του DeriveApprodi ένα κομμάτι του Lanfranco Caminiti στη μνήμη του Daddo .. το δημοσιεύουμε με χαρά, έστω και με μερικές μέρες καθυστέρησης..

Στον Daddo

Lanfranco Caminiti

Ένας μονομάχος έπεσε. Vale. Αντίο.
Το δυνατό του σώμα, οι πλατιοί ώμοι του, το φαρδύ στήθος του, βρίσκονται τώρα στη σκόνη.
Αγωνίστηκε, έχασε. Το θηρίο ήταν πολύ άγριο. Ή αυτός ήταν πολύ κουρασμένος.
«Δεν μου πάει να ζήσω σαν άρρωστος για να πεθάνω σαν υγιής». Μου μίλησε έτσι, ο Daddo, λέγοντας μου για τον καρκίνο που του είχε επιτεθεί και για τις φροντίδες, σχολαστικές, ηττοπαθείς και γεμάτες θυσίες, στις οποίες θα έπρεπε να υποβληθεί για μιαν ελπίδα να βαστήξει λίγο ακόμη. Για θεραπεία, πιστεύω, ποτέ δεν έγινε λόγος πραγματικά, αφότου το θηρίο παρουσιάστηκε με όλη του την αγριότητα.
Ήθελε να τα βάλει μαζί του, να τον αμφισβητήσει ανοιχτά, τον καρκίνο, να τον διώξει και να τον πολεμήσει στην αρένα, να τον δαγκώσει αν αυτό χρειάζονταν. Ο ίδιος, ωστόσο, δεν υποχωρούσε ένα χιλιοστό. Έτσι πολεμούσε, ο Daddo, απoφασισμένος. Ήξερε τι έκανε. Έπαιρνε τα μέτρα του. Ήξερε τα μέσα του, γνώριζε τον εχθρό. Οργανώνονταν. Ήταν διαυγής, πάντα.
Μπορούσες να προσπαθήσεις να εξηγήσεις, να αιτιολογήσεις, να βρεις κάποια γραμμή διαμεσολάβησης. Δεν ήταν έτσι, δεν ήταν ο δρόμος του Daddo, ο τρόπος του. Ο εχθρός ήταν άνανδρος. Η μάχη ύπουλη, αλλά αυτός θα την τιμούσε με τον τρόπο του. Διαυγής και ριψοκίνδυνος.
Θα πεθάνεις όπως έζησες, με τις πέτρες και τις σκέψεις στην τσέπη, ή αφηρημένος, πονηρός, μαλακισμένα, δίχως σοβαρότητα, φοβισμένος, ψευτοφιλοσοφώντας, μες την ποίηση ή τις μάχες. Έτσι πάει.                                                                                                        Τον Daddo τον γνώρισα δίχως να τον γνωρίζω. 1977, το τρομερό έτος – annus terribilis. Οι αυτόνομοι. «εργατική Αυτονομία, οργάνωση, ένοπλος αγώνας για την επανάσταση», αυτά τα πράγματα. P38, κουκούλα, αυτά τα πράγματα. Τον συνάντησα όταν ήμασταν σε ένα σπίτι στο Trastevere – και ίσως εκείνη την στιγμή δεν ήταν το μόνο μέσα στο οποίο συζητούσαν γι αυτά τα πράγματα – μου μίλησαν για το πώς θα μπορούσαμε να τον τραβήξουμε έξω από τη φυλακή, από την Regina Coeli, όπου νοσηλεύονταν στο αναρρωτήριο λόγω των τραυμάτων μετά τους πυροβολισμούς της piazza Indipendenza.
Μια απόδραση. Τα φρεάτια για να μπούμε στους υπονόμους, οι αυλές να σκαρφαλώσουμε, το ιατρείο να καταλάβουμε, δεν θυμάμαι καλά. Αλλά το σχέδιο ήταν εκεί, υπήρχε. Ή σε μας φαινόταν σαν ένα σχέδιο. Τότε, έτσι σκεφτόμασταν τα πράγματα, δίχως να δίνουμε μεγάλη σημασία στις λεπτομέρειες. Ποιος θα μπορούσε να μας σταματήσει;

Ήταν αυτός που αντιτάχθηκε. Που έκανε πίσω.                                                          Ευχαριστώ, όχι. Διαυγής. Με την απόδραση, θα είχε καταδικαστεί από μόνος του σε μια παράνομη ζωή. Και αυτός ήταν ένας μονομάχος, όχι ένας παράνομος.
Και το κίνημα ήταν δυνατό, ισχυρό όπως ποτέ δεν ήταν, όπως δεν υπήρξε ποτέ πλέον.  Και φόβισε όπως ποτέ προηγουμένως.
«Paolo και Daddo λεύτεροι», φώναξε και αξίωσε. Για μήνες. Γράφτηκε στους τοίχους της Ρώμης: πριν από κάποιον χρόνο, το υπενθύμιζε μια επιγραφή ξεθωριασμένη στα μέρη της Piazza Navona. Ένα γκράφιτι γδαρμένο απ’ τον καιρό, ένα αρχαιολογικό εύρημα πλέον, σχεδόν ένα αυτοκρατορικό ανάγλυφο ή ένα τραπεζάκι απ’τα χρόνια τα παλιά, ρεπουμπλικάνικης εποχής. Ή εκείνες οι μικρές λαξευμένες επιτύμβιες πλάκες του δέκατου όγδοου αιώνα οι οποίες εξακολουθούν να βρίσκονται στρωμένες εδώ και εκεί και προσκαλούν να μην λερώνουμε τους δρόμους, ανήκουστες για αιώνες. Επειδή τα Εβδομήντα επτά είναι χρόνια που υπήρξαν, είναι ιστορία. Ανήκουστη.
Η επανάσταση που έρχεται, τιτλοφορήσαμε στον DeriveApprodi το πρώτο βιβλίο για τα Εβδομήντα επτά, είκοσι χρόνια αργότερα. Μετά γράφτηκαν βιβλία από άλλους, ξεθωριασμενα. Στο εξώφυλλο υπήρχε η φώτο του Tano D’Amico με τον Daddo και τον Paolo. Και τι άλλο θα μπορούσε να υπάρξει; Και τι άλλο θα πρέπει να βρισκόταν εκεί; Ένα εύρημα αρχαιολογικό, σίγουρα. Αλλά εμείς οι ίδιοι ήμαστε πλέον αρχαιολογικά ευρήματα, σύγχρονη τέχνη για συλλέκτες, τι μπορείτε να κάνετε; Όμως, να, το βιβλίο μιλούσε για εκείνο το υπέροχο κίνημα που είχε θέσει όλα τα ερωτήματα που παρέμειναν, για πάντα: οι μεταμορφώσεις της εργασίας μετά το φορντικό εργοστάσιο, η κρίση της δημοκρατίας, οι μορφές με τις οποίες εμφανίζονταν το ζήτημα της εξουσίας που έθεταν νέα μη αντιπροσωπευόμενα κοινωνικά υποκείμενα , η συνταγματική δύναμη ενός κύματος κοινωνικής διαμαρτυρίας, η αναγκαιότητα για νέους θεσμούς. Τα ερωτήματα που είναι ακόμα εδώ και τώρα, επίκαιρα. Ίσως εκείνο το κίνημα εντυπωσίασε με την έπαρση και την υπεροψία των χειρονομιών του – συχνά παρεξηγημένων – αλλά είναι βέβαιο ότι μπορεί ακόμα να εντυπωσιάσει με την ακρίβεια της συλλογικής νοημοσύνης του. Αντίθετα, είμαι πεπεισμένος ότι από πολλές απόψεις οι θεωρητικές διαισθήσεις που υπογράμμιζε το κίνημα ήταν πληθωρικές σε σχέση με τις χειρονομίες, τις απλοποιήσεις του. Όλα μπλεγμένα, ένα μπλέξιμο από πράγματα. Ω, να τα πάρουμε από την αρχή. Σε εκείνο το μπλέξιμο πραγμάτων βρίσκονταν αυτή η εικόνα. Υπήρχε ο Daddo ο οποίος έτρεχε οπλισμένος στην piazza Indipendenza προσπαθώντας να σηκώσει τον Paolo από το έδαφος.
Όμως η δύναμη βρισκόταν σε αυτό, στο να διεκδικεί στον εαυτό του εκείνους τους τραυματισμένους συντρόφους. Εκείνους τους οπλισμένους συντρόφους στην πλατεία. Στο να τους νιώθει μέρος ενός ταξιδιού, μιας διαδρομής, ενός δικού του μονοπατιού. Στη συνέχεια ήρθε η κατάληψη της La Sapienza, η αποπομπή του Λάμα, η 12η μαρτίου – σχεδόν μια εξέγερση -, η Giorgiana Masi και όλα τα υπόλοιπα. Να γλιστρά. Να λυγίζει. Να πέφτει.

Στην αρχή έγιναν αυτά: την πρώτη του φεβρουαρίου οι φασίστες είχαν πυροβολήσει μέσα στο πανεπιστήμιο, τραυματίζοντας έναν φοιτητή στο κεφάλι, και την επομένη η διαδήλωση στην piazza Indipendenza, oι προκλήσεις, oι αστυνομικοί με τα αυτόματα στα χέρια, οι δικοί μας που απαντούν, ο Paolo τραυματίζεται, ο Daddo προσπαθώντας να τον πάρει μακριά μαζεύοντας τα όπλα, τραυματίζεται και αυτός. Απερίσκεπτος. Αλλά τους τραυματίες συντρόφους δεν μπορείς να τους αφήσεις πίσω. Όπως οι πεζοναύτες. Μια σύγκρουση. Με πυρά.
Μετά έγιναν όλα τα υπόλοιπα. Που ήταν εκεί.
Είναι δικοί μας, είπε. Χωρίς εάν, αλλά, και ίσως. Χωρίς υποκρισίες: η χρήση των όπλων και της βίας ήταν μέσα στο κίνημα και ταυτόχρονα δεν ήταν ο πρωταρχικός χαρακτήρας του, αντιθέτως προκαλούσε συνεχείς υπεκφυγές, συνεχείς κατηγορίες, συνεχή επανένωση. Είναι σίγουρα ένα τεράστιο δεδομένο, αλλά είναι τεράστιο μόνο και μόνο επειδή φαινόταν φυσιολογικό. Είναι τεράστιο λόγω της εξαιρετικής κανονικότητάς του. Η χρήση όπλων ήταν ένα χαρακτηριστικό γνώρισμα εκείνου του κινήματος αλλά όχι το διακριτικό του. Και δεν ήταν ο λόγος για την ήττα του. Η ήττα ήταν όλη μέσα στο μπέρδεμα στο οποίο είχαμε εμπλακεί. Ήταν όλη μέσα στη σύγκρουση με τους κομμουνιστές του Berlinguer. Εκείνους του ιστορικού συμβιβασμού, της λιτότητας, των δύο κοινωνιών, της παρελθοντολογίας που έπρεπε να εξαλειφθεί. Αυτά τα πράγματα. Μια ανοησία, ξαναδιαβάζοντας τα σήμερα. Αλλά είχαν εξουσία και την χρησιμοποίησαν ολόκληρη για να καταστείλουν, για να μας βγάλουν έξω απ’ το παιχνίδι.
Αυτή είναι η ιστορία. Αυτά ήταν τα πράγματα. Ο κόσμος έχει αλλάξει, ο κόσμος αλλάζει πάντα. Οι εξεγέρσεις, οι ταραχές έχουν αλλάξει, οι εξεγέρσεις και οι ταραχές πάντα αλλάζουν. Δεν μας αρέσει, και δεν θα κλάψουμε. Πληρώσαμε για το εισιτήριο. Είμαστε ένα εύρημα. Ο Daddo δεν ευχαριστήθηκε ποτέ. Ποτέ δεν έκλαψε επάνω σε αυτό.
Ο Daddo εκπλήσσονταν πάντα με τα θαύματα που τύχαινε να διαβάσει, εδώ και εκεί, ή όταν ανακάλυπτε, ευτυχής, εκείνη την εξαιρετική έξυπνη μηχανή, για να καταλάβει, για να σκεφτεί ότι ήταν αυτός ο ίδιος, ότι είμαστε εμείς οι ίδιοι, ότι είναι το πιο βιολογικό μας χαρακτηριστικό που μας κάνει να επιθυμούμε τα πράγματα, το πιο ανθρώπινο μας χαρακτηριστικό.
Μαζί με τον Sergio και την Ilaria και άλλους επινοήσαμε τον εκδοτικό οίκο DeriveApprodi στη δεκαετία του 1990. Ο Daddo ήταν εκεί από την αρχή, ορμητικά, διακριτικά. Nα εκτυπώνει βιβλία. Από περιέργεια, επειδή αισθάνονταν στενά αυτό που έκανε – να τακτοποιεί τους λογαριασμούς του στο «manifesto» – πάντα είχε μείνει προσκολλημένο μέσα του ένα νήμα βιογραφίας, ευαισθησίας.
Μετά, με αυτόν και με τον Giancarlo και τον Giorgio και τον Giorgio επινοήσαμε το περιοδικό «accattone – cronache romane» στη δεκαετία του 2000. Ο Daddo ήταν εκεί από την αρχή, ορμητικά, διακριτικά. Να επεξεργάζεται ένα περιοδικό. Από περιέργεια, επειδή αισθάνονταν στενά αυτό έκανε – φέρνοντας τα βόλτα σε μια γραφική εταιρεία όπου δούλευε – και πάντα ήταν προσκολλημένος σε ένα νήμα βιογραφίας, και ευαισθησίας.
Όταν άρχισαν να έρχονται οι πρώτοι συγγραφείς, αυτός διάλεξε όλα τα βιβλία τους που έβρισκε, της Elena, του Emanuele, του Christian, του Nicola. Τους ξεψάχνιζε. Κάποιο του Carola, το διάβαζε και στη Νίνα, την κόρη του.
Επειδή έτσι είναι οι μονομάχοι. Στον χρόνο που τους μένει ελεύθερος, μεταξύ ενός αγώνα και ενός άλλου, διαβάζουν ή τα φτιάχνουν τα βιβλία.
Νανουρίζουν τα παιδιά τους.
Μοιάζουν σαν όλους εμάς.
Αγαπούν τις γυναίκες τους χωρίς επιφύλαξη.
Για τη Francesca, την σύζυγο του, μου εξηγούσε – με μεγάλη λεπτομέρεια – πόσο υπέροχη είναι η Σικελία. Πόσο πρέπει να την αγαπάμε. Γεμάτος θαυμασμό για να με εκπλήσσει. Για να με πείθει, πάνω απ ‘όλα. Εμένα, Σικελό. Ένα πράγμα – είναι αυτονόητο – δίχως νόημα.
Vale Daddo. Addio.

Roma, 18 φεβρουαρίου 2011


«Il fotografo non è un educatore-» από Alfabeta2 »Ο φωτογράφος δεν είναι ένας εκπαιδευτής»

Ανασκόπηση του Antonello Frongia στο «Daddo e Paolo. L’inizio della grande rivolta» – από Alfabeta2, μάϊος 2012

Vai all’articolo Πήγαινε στο άρθρο


«Due fotogrammi sospesi nel tempo» »Δυο καρέ σταματημένα στο χρόνο»από το Manifesto

Ανασκόπηση του Marco Guarella στο «Daddo e Paolo. L’inizio della grande rivolta» – από το Manifesto, 19 απριλίου  2012

Vai all’articolo πήγαινε στο άρθρο


Libri & Conflitti. Recensione a «Daddo e Paolo»

Ανασκόπηση της Isabella Borghese στο «Daddo e Paolo. L’inizio della grande rivolta» – από Controlacrisi.org, 16 ιουνίου 2012

Vai all’articolo εδώ το άρθρο


«Le pistole e il 77″ »τα πιστόλια και το ’77»

Ανασκόπηση της Maria Simonetti στο «Daddo e Paolo. L’inizio della grande rivolta» – από  L’Espresso Online, 22 ιουνίου 2012

Vai all’articolo το άρθρο εδώ


διεθνισμός, internazionalismo

Υποκρισίες του αιώνα: η ιταλική ποινικοποίηση των #Ypg. Αλληλεγγύη στον Luisi Caria

Δημοσιεύτηκε πριν 19 ώρες από:  

του Davide Grasso *

Αυτός ο μήνας του μαρτίου, πέραν της πρώτης επετείου από την πτώση της επαναστατικής συριακής πόλεως της Αφρίν και τον πρώτο μήνα χωρίς χαλιφάτο στη Συρία, θα είναι ο μήνας της απόπειρας ποινικοποίησης ιταλών που αγωνίστηκαν ενάντια στο χαλιφάτο στη Συρία. Ακριβώς την ώρα που χιλιάδες τζιχαντιστές, άνδρες και γυναίκες, του ισλαμικού Κράτους επικαλούνται τη δυνατότητα επιστροφής στις χώρες μας «για να ξαναφτιάξουν τη ζωή τους», ο φίλος Luisi Caria, αποκαλούμενος «Luiseddu», σάρδος από την επαρχία του Nuoro, προτείνεται από την εισαγγελία του Cagliari για το μέτρο της προληπτικής ειδικής παρακολούθησης, που ήδη προτάθηκε και για εμένα και για άλλους τέσσερις τορινέζους anche per me e per altri quattro torinesi, επειδή πήγαμε να πολεμήσουμε στη Συρία ενάντια στο σύστημα θανάτου και δίωξης που είχαν δημιουργήσει και στήσει αυτοί οι άνθρωποι. Σχεδόν όλοι, μεταξύ των προτεινόμενων για την ειδική επιτήρηση στο Τορίνο και το Nuoro, συμμετείχαμε στις Μονάδες προστασίας του λαού (YPG) στη Ροζάβα και στη βόρεια Συρία.

Οι YPG είναι ο λαϊκός στρατός, αποτελούμενος κυρίως από κούρδους, οι οποίοι από το 2014 – έτος επέκτασης του ISIS, μπλοκαρισμένους από αυτήν την δύναμη στην Kobane – κατέστρεψαν κομμάτι κομμάτι το Ισλαμικό κράτος στη Συρία. Δεν πολέμησαν μονάχοι σε αυτό το εγχείρημα: σχημάτισαν το 2015, σε συμφωνία με δεκάδες αραβικά τάγματα εχθρικά προς τον Assad, αλλά και προς τους φονταμενταλιστές, τις δημοκρατικές συριακές Δυνάμεις (Sdf), οι οποίες περιλαμβάνουν επίσης μονάδες που σχηματίστηκαν από χριστιανικές και ezide-γεζίντι θρησκευτικές μειονότητες. Οι Sdf αποτελούσαν και εξακολουθούν να αποτελούν τη χερσαία δύναμη του διεθνούς Συνασπισμού που συγκροτήθηκε από τις Ηνωμένες Πολιτείες το ίδιο έτος, με σκοπό την εξάλειψη του ISIS. Σε αυτές τις μέρες ακριβώς, μετά από σχεδόν πέντε χρόνια πολέμου, το τελευταίο χωριό ελεγχόμενο από το Isis, to Baghuz, απελευθερώθηκε, θέτοντας τέλος σε έναν εφιάλτη για τους σύριους και σε μια ντροπή για τους μουσουλμάνους σε όλο τον πλανήτη..

Κάποιος μπορεί να αναρωτηθεί τι έχει να κάνει ένα αγόρι από την Σαρδηνία με όλα αυτά. Κάποιος μπορεί να αναρωτηθεί, πάνω απ ‘όλα, πώς είναι δυνατό ένα άτομο που δεν έχει καμία υποχρέωση να διακινδυνεύσει τη ζωή του, ούτε μπορεί να κερδίσει χρήματα (η συμμετοχή στις Ypg δεν ανταμείβεται), να φύγει για μια χώρα όπως η Συρία και να μπει σε πρώτο πρόσωπο στη μέση μιας διαμάχης διακινδυνεύοντας τη ζωή του, για να μην αναφέρουμε την ταλαιπωρία και την αγωνία που μπορεί να αφήσει μια τέτοια επιλογή στην οικογένειά του και τους αγαπημένους του, και στις ψυχολογικές δυσκολίες που μπορεί να προκαλέσει μια εμπειρία πολέμου.

Είναι αλήθεια ότι ένα πρόσωπο σαν τον Luisi είναι ασυνήθιστο. Παρ ‘όλα αυτά, δεν είναι ο μόνος που έκανε αυτή την επιλογή. Από το 2014 μέχρι σήμερα, δεκάδες ιταλοί επέλεξαν να συμμετάσχουν στις YPG και μαζί με αυτούς εκατοντάδες γυναίκες και άνδρες έχουν πάει και έχουν επιστρέψει, κυρίως μέσα σε σιωπή και μακριά από το προσκήνιο και τα φώτα, από τις κουρδικές περιοχές της Rojava και από εκείνες τις αραβικές στη βόρεια και ανατολική Συρία για να επιτελέσουν πολιτικές δραστηριότητες στους τομείς της υγείας, εκπαίδευσης, εργασίας και πληροφόρησης. Είναι η περίπτωση του Jacopo Bindi, ο οποίος με τη σειρά του προτάθηκε στο Τορίνο για την ειδική Επιτήρηση, όπως εγώ και ο Luisi. Η συμβολή του Jacopo, του Luisi και όλων των άλλων λειτουργεί σαν θετική αντίστιξη στους ιταλούς – πάνω από εκατό – που έφυγαν για να ζήσουν κάτω από το Ισλαμικό Κράτος ή για να πολεμήσουν ως στρατευμένοι τζιχαντιστές. Τώρα, που συνελήφθησαν από τις Sdf, λένε ότι έκαναν λάθος, πως δεν κατάλαβαν πού πήγαιναν, επικαλούνται έλεος στους μισητούς «άπιστους» και προσπαθούν να ελαχιστοποιήσουν τα εγκλήματα που έχουν διαπράξει.

Εάν οι foreign fighter του Isis επωφελήθηκαν επί χρόνια φρικτά προνόμια μέσα σε ένα απάνθρωπο σύστημα, οι διεθνιστές – με ή χωρίς όπλα – που έχουν φτάσει στο συνομοσπονδιακό κίνημα της Rojava και της βόρειας Συρίας έχουν υποστηρίξει τη μοναδική προσπάθεια στον κόσμο να αλλάξει τις κοινωνικές σχέσεις προς μια κατεύθυνση νέα, η οποία λαμβάνει υπόψη τις αποτυχίες ή τα ελαττώματα των επαναστατικών προσπαθειών του παρελθόντος προτείνοντας μια αλλαγή της ζωής εκτός των συνθηκών εκμετάλλευσης, διακρίσεων και βίας που επιβάλλει ο καπιταλισμός. Το να επιλέξουν αυτήν την προοπτική και αυτή την επανάσταση, ακόμα και ολοκληρώνοντας-καταλήγοντας την ύπαρξή τους – όπως στην περίπτωση του μάρτυρα από το Μπέργκαμο Giovanni Asperti που έφυγε τον δεκέμβρη, όνομα μάχης nome di battaglia Hiwa Bosco – καθίσταται επομένως δυνατό για όσους, όπως ο Luisi, πιστεύουν μέχρι τέλους στην ανάγκη να συμβάλουν στην επίλυση των προβλημάτων του κόσμου.

Οι διεθνιστές που γνώρισα στη βόρεια Συρία μου φάνηκαν ανυπόμονοι να επωφεληθούν από την επαναστατική ατμόσφαιρα για να πετάξουν από πάνω τους όχι λίγες υπαρξιακές αλλά και πολιτικές μάσκες, που είχαν φορέσει στις χώρες τους. Δεν καίγονταν από την επιθυμία να αποδειχθούν πιο ριζοσπαστικοί από τους άλλους, ούτε θα άρπαζαν το όπλο που μετέφεραν μαζί τους περισσότερο από ό, τι ήταν απαραίτητο. Ήταν πρόθυμοι να τρώνε, να κοιμούνται και να μάχονται δίπλα σε ανθρώπους εντελώς διαφορετικούς στη γλώσσα και τον πολιτισμό, αν και δεν είναι πάντα εύκολο. Τα προσωπικά γεγονότα και οι πολιτικές πεποιθήσεις πολλών από αυτούς συχνά φαίνονταν ασυμβίβαστες μεταξύ τους, κι όμως συνήθως λέγονταν, γι αυτόν ή για εκείνον (που ίσως στην πατρίδα ευγενικά θα αποστρέφονταν ): «Insan ku bashe» ή, στα αγγλικά, «He’s a good person». Όσο περισσότερο διεισδύει η πραγματικότητα των μαζών, εισέρχεται στην ιστορική συστατική διαδικασία, αντιμετωπίζει και συγκρίνεται με την ποικιλία του ανθρώπινου – όχι όμορφη, αλλά και λιγότερο άσχημη από αυτό που συχνά σκεφτόμαστε – τόσο περισσότερο αντιλαμβανόμαστε ότι αυτό είναι το σημαντικό, αυτό είναι που μετρά: φτάνοντας στο ουσιώδες, εκεί όπου η γραμμή του φαντασιακού μετώπου διαλύεται μέσα σε εκείνο το πραγματικό, το ηθικό στοιχείο κάνει τη διαφορά.

Ο Luisi, τον οποίον η εισαγγελία του Κάλιαρι ζωγραφίζει σαν ένα τρομοκράτη, είναι ένας ντροπαλός και ήρεμος άνθρωπος. Όπως έχει ειπωθεί για μένα, και όπως έχω πει για άλλους εγώ, φαίνεται δύσκολο να τον φανταστούμε στους τόπους όπου υπήρξε και να κάνει εκείνο που έχει κάνει. Μπορώ να μαρτυρήσω-να μιλήσω για αγόρια κούρδους ή άραβες, λεπτά αγόρια, σιωπηλά ή μικροκαμωμένα να κάνουν το καθήκον τους με το πολυβόλο ή να παίρνουν απίστευτες ευθύνες στην καρδιά των μαχών. Η χρήση ενός όπλου, από μόνη της, δεν είναι δύσκολη. Μεγάλο μέρος αυτής της ενδελεχούς μελέτης της αστυνομίας επάνω στην «επικινδυνότητα» μας επειδή μάθαμε τα βασικά στοιχεία της χρήσης ορισμένων όπλων είναι αποτέλεσμα, εκτός της υποκρισίας, μιας ευφάνταστης περιττολογίας που υπάρχει στη Δύση σε σχέση με αυτό το θέμα, το οποίο εδώ και πολύ καιρό κατέστη βρωμερό. Έχουμε ξεχάσει αυτούς που εμπλέκονται στον πόλεμο. Έχουμε ξεχάσει τι είναι οι άνθρωποι, ο λαός. Δεν με εκπλήσσει το γεγονός ότι μεταξύ των ιταλών YGP που έχω γνωρίσει δεν υπήρξαν ποτέ άνθρωποι γεμισμένοι με στεροειδή. Οι περισσότεροι άνθρωποι, με πιο προσεκτικό έλεγχο, δεν είναι έτσι ούτε στην Ιταλία ούτε στη Συρία, και ένας εμφύλιος πόλεμος, δυστυχώς, αφορά το μεγαλύτερο μέρος.

Αν ο Luisi, στις 19 μαρτίου στο Κάλιαρι (ημερομηνία της αποφασιστικής του ακρόασης) ή εμείς οι πέντε στο Τορίνο, στις 25 μαρτίου, κριθούμε «κοινωνικά επικίνδυνοι» από τα αντίστοιχα δικαστήρια, για τρία χρόνια δεν θα μπορούμε να φύγουμε από τον δήμο διαμονής μας, ούτε από το σπίτι μας, από το βράδυ μέχρι το πρωί. Θα πρέπει να παρουσιαζόμαστε συνεχώς στην αστυνομία και να κρατάμε επάνω μας ένα κόκκινο φυλλάδιο όπου οι αστυνομικοί θα μπορούν να σημειώσουν ό, τι θέλουν. Ως άνθρωποι που ενδιαφέρονται για την πολιτική, που επιθυμούμε να αποτελέσουμε μέρος της μοίρας της γης μας, θα ήμαστε ακρωτηριασμένοι και, κατά κάποιον τρόπο, θα έχουμε καταστεί «αβλαβείς».

Όχι ακίνδυνοι για την κοινωνία, αλλά για τον δειλό κομφορμισμό που βρίσκεται με κάθε έννοια στην εξουσία. Θα δούμε ακόμη τους εαυτούς μας να μας ανακαλούν την άδεια οδήγησης και το διαβατήριο, σαν να μην είμαστε σε θέση να κατανοήσουμε και να θέλουμε, να επιθυμούμε. Αυτά τα μέτρα περιλαμβάνουν εσκεμμένα μια μορφή infantilizzazione-βρεφοποίησης και ταπείνωσης του ατόμου. Το διαβατήριο θα αφαιρεθεί στον Luisi, ειδικότερα, για δεύτερη φορά μετά από εβδομάδες. Ύστερα από την κατάσχεση που ακολούθησε τις κατηγορίες για τρομοκρατία τον σεπτέμβριο, όντως, του παραδόθηκε πίσω από τις δικαστικές αρχές. Εκείνες οι κατηγορίες, που επιχείρησε η εισαγγελία εναντίον του και δύο άλλων υποστηρικτών σάρδων των Ypg, ναυάγησαν μέσα σε σύντομο χρονικό διάστημα διότι δεν είχαν νόημα, καθιστώντας αναπόφευκτη την άρση της απαγόρευσης του εκπατρισμού του.

Ακριβώς μετά από αυτήν την αποτυχία είναι που η αστυνομία του Nuoro, της επαρχίας προέλευσής του, αποφάσισε να παρέμβει προτείνοντας στον εισαγγελέα του Κάλιαρι να περάσει από μια κατηγορία που δεν είναι δυνατόν να αποδειχθεί σε μια δίωξη χωρίς κατηγορίες: την ειδική επιτήρηση.

Πράγματι, στο ιταλικό νομικό σύστημα υπάρχει, αν και πολλοί δεν το γνωρίζουν, ένα πεδίο εξαίρεσης σε σχέση με τον κανόνα σύμφωνα με το οποίο ο άνθρωπος μπορεί να στερηθεί τις ελευθερίες του μόνο μέσω εύληπτων κατηγοριών και δίκης. Η ειδική εποπτεία, όπως τη γνωρίζουμε σήμερα, εισήχθη με το νόμο n. 1423/1956, αλλά τα ουσιώδη χαρακτηριστικά της προέρχονται άμεσα από τη φασιστική αντίληψη των προληπτικών μέτρων.

Όπως υποδηλώνει το ίδιο το όνομα, τέτοια μέτρα δεν βασίζονται στον εντοπισμό αυτού που συνέβη στο παρελθόν, αλλά σε αυτό που νομίζει κάποιος – ή προσποιείται ότι σκέφτεται – πως θα μπορούσε να συμβεί στο μέλλον. Η ιδέα ότι κάποιος μπορεί να περιοριστεί και να στερηθεί τα δικαιώματά του (ακόμη και της δυνατότητας συνάντησης με περισσότερους από δύο ανθρώπους, ή να πραγματοποιήσει δημόσιες παρεμβάσεις) χωρίς να έχει κατηγορηθεί για κάτι, και μόνο στη βάση μιας ένδειξης της αστυνομίας, είναι κλασική του φασισμού. Αυτός ο εξαιρετικός χώρος δεν καταργήθηκε, όσο κι αν αυτό προκαλεί έκπληξη, μετά τον πόλεμο, αντιθέτως, κατά τη δεκαετία του ’50 και πολύ πρόσφατα (ξεκινώντας από το διάταγμα για την ασφάλεια του 2011), τα περιθώρια εφαρμογής των μέτρων αυτών επεκτάθηκαν.

Γιατί αυτή η μανία εναντίον εκείνων που πολέμησαν εναντίον του ISIS; Στα έγγραφα της διαδικασίας περιλαμβάνεται μια ανακοίνωση της 2ης οκτωβρίου 2018 του αναπληρωτή εισαγγελέα Emilio Gatti στον συντονιστή της «Ομάδας 3» του γραφείου της εισαγγελίας του Τορίνο Cesare Parodi, στην οποία προωθείται

«το αίτημα για την εφαρμογή μέτρων προσωπικής πρόληψης σε ιταλούς πολίτες που ανήκουν στις YPG και στις YPJ […] για συμμετοχή σε μια σύγκρουση σε ξένο έδαφος προς υποστήριξη μιας οργάνωσης που ακολουθεί τρομοκρατικές δραστηριότητες που αναφέρονται στο άρθρ. 170 sexies του ποινικού κώδικα».

Την ίδια μέρα, με μεγάλη επιμέλεια, ο Parodi καταρτίζει το έντυπο εγγραφής για εμένα και τους άλλους τέσσερις εθελοντές από το Τορίνο σε «προσωπικά μέτρα πρόληψης αντιτρομοκρατίας», μιας και υπάρχει το »σήμα της Digos-αντιτρομοκρατικής του Torino». Στο incipit της συνεδρίασης του Τορίνο συμπεριλήφθηκε επίσης μια αναφορά του έργου της εισαγγελίας του Κάλιαρι, σαν να ήθελε να υπογραμμίσει μια εθνική δυναμική. Το τορινέζικο αίτημα ακολούθησε τον δεκέμβριο εκείνο της αντιτρομοκρατικής του Νουόρο για τον Luisi, και κατά την πρώτη ακρόαση κατά αυτού, στις 21 του περασμένου φεβρουαρίου, ο εισαγγελέας αναφέρθηκε ως αναπόφευκτο μάρτυρα στον εισαγγελέα του Nuoro, σε μαρτυρία του κεντρικού ρόλου των αστυνομικών δυνάμεων.

Αυτές οι τελευταίες, τους τελευταίους μήνες, ενήργησαν σε δύο περιοχές του ιταλικού κράτους με σαφή χρονικό παραλληλισμό για να αποκτήσουν αυτό που δεν μπόρεσε να παράξει το δικαστικό σώμα: την ποινικοποίηση και την πολιτική κακοποίηση των Ypg, στα πρόσωπα των διεθνιστών που τις υποστήριξαν. Αυτό συμβαίνει με ένα συγκεκριμένο συγχρονισμό: ένα χρόνο μετά την πρώτη τουρκική επίθεση εναντίον της Rojava, στην Afrin, κι ενώ οι Ηνωμένες Πολιτείες αγκαλιάζουν την ιδέα μιας αποσύνδεσης από τη βόρεια Συρία. Εν τω μεταξύ, οπλισμένος με μιαν αμφίσημη υποστήριξη από τη Ρωσία, ο Ερντογάν ανοιχτά στοχεύει να καταλάβει ολόκληρη τη Ροζάβα ξεκινώντας από την Manbij, για να συνεχίσει στη συνέχεια προς Kobane, Qamishlo και πιο πέρα. Μέσα σε αυτή την κατάσταση οι κούρδοι μαχητές και μαχήτριες δεν χρειάζονται πλέον, και αντιθέτως μάλιστα είναι πιθανό να επιστρέψουν στη συνηθισμένη ποινικοποίησή τους ως αγωνιστές ενός αντικαπιταλιστικού κινήματος.

Υπάρχει και κάτι άλλο. Η έδρες της ιταλικής αστυνομίας βρίσκονται σήμερα στη θέση να ενεργούν υπό την εποπτεία ενός Υπουργού εσωτερικών, του Matteo Salvini, ο οποίος έκανε πάντα μια μεγάλη μόστρα – στις μόνιμες εκλογικές του εκστρατείες – πως θεωρεί το Isis ένα πρόβλημα που πρέπει να αντιμετωπιστεί με σκληρότητα. Σε πολλές περιπτώσεις, όταν το φαινόμενο πλήρωνε τις οθόνες της τηλεόρασης με επιθέσεις και αποκεφαλισμούς, από την αντιπολίτευση επέμεινε στην ανάγκη να μετακινήσει όπλα και στρατεύματα ενάντια στους πολιτοφύλακες του χαλιφάτου, ή καλύτερα ενάντια σε εκείνα τα «θηρία», όπως τους αποκαλούσε, που επιτίθονταν στις πόλεις μας, για να φτάσει μία φορά στο σημείο να δηλώσει στο Radio24, ότι θα ήταν πρόθυμος να πολεμήσει το ISIS, στη Συρία, ακόμη και σε πρώτο πρόσωπο.

Είναι σαφές ότι τα λόγια του ηγέτη της Λίγκας δεν ήταν ούτε σοβαρά ούτε ειλικρινή. Απ’ όταν αυτός και οι σύμμαχοί του βρίσκονται στην κυβέρνηση οι οικονομικές συμφωνίες της Ιταλίας με ισλαμιστικές και σκοταδιστικές χώρες όπως η Τουρκία και η Σαουδική Αραβία πηγαίνουν με φουσκωμένα πανιά, για να μην μιλήσουμε για τους λίβυους βασανιστές που κρατούν υπό έλεγχο αρκετές παράκτιες και εσωτερικές πόλεις, οι οποίοι έχουν ένα ανυπόφορο όραμα που δεν είναι τόσο διαφορετικό από αυτό της συριακής πολιτοφυλακής που εγώ, ο Luisi και οι άλλοι πολεμήσαμε στη Raqqa ή στην Manbij. Η Λίγκα στοχεύει να εκμεταλλευτεί την αδικαιολόγητη ταυτοποίηση του ισλάμ με τον ισλαμικό φονταμενταλισμό, ιδιόμορφο ρεύμα του, και των μεταναστευτικών κινημάτων με μια ισλαμική εισβολή, ίσως ισλαμιστική (δηλαδή προσανατολισμένη προς τον φονταμενταλισμό).

Εν τω μεταξύ η κυβέρνηση Conte ενισχύει τις πολιτικές σχέσεις με τον νεο-σουλτάνο Ερντογάν και τις πολιτοφυλακές της Λιβύης για να μεταβιβάσει σε εκείνους τους πολιτικούς παράγοντες τη συγκράτηση των μεταναστεύσεων προς στα σύνορά μας. Σαν να λέμε: λανθασμένες και αντιπαραγωγικές πολιτικές και μηνύματα τόσο σε θεωρητικό όσο και σε πρακτικό επίπεδο.

Η τουρκική κυβέρνηση συμμάχησε με τον Conte και Salvini, η οποία μέχρι τώρα έβαλε στα ταμεία της έξι δισεκατομμύρια των ευρωπαίων φορολογουμένων χάρη στον εκβιασμό των σύρων προσφύγων, δημιουργεί έναν τζιχαντιστικό στρατό στη Συρία που καταλαμβάνει την Idlib και την Afrin και είναι έτοιμος να κινηθεί προς την Manbij και την Raqqa, φέρνοντας πίσω τα εδάφη που απελευθερώθηκαν από τις JPG υπό τα δικαστήρια της sharia. Το όλο πολιτικό απελευθερωτικό έργο που διεξήχθη από τις Ypg-Sdf στη Συρία, με κόστος χιλιάδων μαρτύρων, κινδυνεύει να εκμηδενιστεί από τους τουρκικούς ελιγμούς, για να μην αναφέρουμε την περιφερειακή αποσταθεροποίηση που φέρνει μαζί της η σκοταδιστική και βίαιη πολιτική της «ισλαμικής ανανέωσης» της Τουρκίας.

Ο Σαλβίνι μπλοκάρει από καιρό σε καιρό κάποιες δωδεκάδες ανθρώπους επάνω σε ένα πλοίο κατά μήκος των ακτών της Σικελίας, καυχόμενος πως ενεργεί για την ασφάλεια των ιταλών, και ταυτόχρονα ενισχύει επικίνδυνες σχέσεις τόσο για τους ιταλούς όσο και για τους νότιους, θέτοντας συγκεκριμένα θεμέλια, πέρα από την προπαγάνδα, για τους νέους «Isis» του αύριο, οποιοδήποτε κι αν είναι το όνομά τους, και ενώ επισκέπτεται στη φυλακή εκείνον που χρησιμοποίησε όπλο εναντίον ενός άοπλου άνδρα που είχε κλέψει λίγα λίτρα ντίζελ, συντονίζει την αστυνομική δίωξη ανθρώπων των οποίων το μόνο λάθος είναι ότι έδρασαν (οπλισμένοι, επειδή δεν υπήρχε άλλη επιλογή) ενάντια σε εκείνο το χαλιφάτο που έφερε θάνατο και καταστροφή στις ευρωπαϊκές πόλεις.

Η εκστρατεία ποινικοποίησης που ξεκίνησε από τις εισαγγελίες του Τορίνο και του Κάλιαρι εναντίον των ιταλών εθελοντών των Ypg αναγιγνώσκεται μέσα στις σχέσεις, τα συμφραζόμενα και τις επιπτώσεις που την καθιστούν εφικτή. Αυτή πραγματοποιεί μια προσπάθεια που δεν είναι καθόλου δεδομένη, μιας και η ευαισθησία των λαών της Ιταλίας και της Ευρώπης τείνει να θεωρεί την επιλογή μας ιερή και τα τζιχαντιστικά κινήματα ως εχθρό.

Ωστόσο, η εμπειρία μας είναι από μόνη της μια διάψευση των θεωριών που σήμερα κάνουν πρακτική κυβέρνησης: ζήσαμε ανάμεσα στους νότιους, πολλοί από τους οποίους μουσουλμάνοι, και είχαμε το προνόμιο να συμβάλλουμε στην ήττα του ISIS χάρη στις επαναστάσεις και τα κινήματα ελευθερίας που αυτοί έχτισαν. Έχουμε αγγίξει με το χέρι τα πλεονεκτήματα μιας συνεργασίας μεταξύ διαφορετικών τρόπων ζωής και θρησκειών για μια αλλαγή που να είναι χρήσιμη για όλους. Έχουμε επίσης δει ποιες συνθήκες (μη) ζωής οδηγούν πολλά ανθρώπινα όντα να ταξιδέψουν προς άλλες χώρες, και εντοπίσαμε πόσο βαθιά είναι η κοινωνική επίγνωση των αποικιακών ευθυνών (οικονομικών και πολιτικών) ολόκληρης της Ευρώπης, χθες και σήμερα, προς τις κοινωνίες της Αφρικής και της δυτικής Ασίας. Για το λόγο αυτό δεν είναι αδύνατο να δούμε μια πολιτική λογική στην εχθρότητα ενός υπουργού όπως ο Σαλβίνι προς εμάς, αλλά αυτή η λογική μπορεί να αφαιρέσει με επιτυχία τον λόγο από εμάς μόνο στο βαθμό που ο ιταλικός πληθυσμός κρατιέται στο σκοτάδι για αυτό που κάνουν σε εμάς και αυτό που συμβαίνει σε εμάς.

Γι ‘αυτό τον λόγο καλώ όλους να κινητοποιηθούν, αυτό τον μήνα του μαρτίου, για την καταγγελία αυτών των αστυνομικών ελιγμών και για την προστασία της φήμης των YPG και των YPJ και της ελευθερίας των διεθνιστών, ξεκινώντας πρώτα από τον ιστό-web.

* Ο Davide Grasso δημοσίευσε ανεξάρτητα reportage από τις Ηνωμένες  Πολιτείες και από την Μέση ανατολή και διάφορα άρθρα φιλοσοφίας της τέχνης και θεωρίας της κοινωνικής πραγματικότητας. Το 2013 δημοσίευσε New York Regina Underground. Racconti dalla Grande Mela για τον εκδοτικό οίκο Stilo Editrice. Από το 2015 δραστηριοποιείται μεταξύ Ευρώπης και Συρίας υποστηρίζοντας την δημοκρατική Ομοσπονδία της Βορείου Συρίας. Το 2016 ενώθηκε στις συριακές δημοκρατικές Δυνάμεις για να πολεμήσει το Daesh. Την εμπειρία του διηγείται στα βιβλία  Hevalen. Perché sono andato a combattere l’Isis in Siria, Γιατί πήγα να πολεμήσω στη Συρία -που βγήκε για τις Εκδόσεις Edizioni Alegre στην συλλογή Quinto Tipo που επιμελήθηκε ο Wu Ming 1, και το Il fiore del deserto. La rivoluzione delle donne e delle comuni tra l’Iraq e la Siria del nord, Το άνθος της ερήμου. Η επανάσταση των γυναικών και των κοινοτήτων μεταξύ Ιράκ και βορείου Συρίας – Agenzia X, Milano 2018.

Scarica questo articolo in formato ebook (ePub o Kindle)Scarica questo articolo in formato ebook (ePub o Kindle)

Print Friendly, PDF & Email

Altri testi che potrebbero interessarti: Άλλα κείμενα που θα μπορούσαν να σε ενδιαφέρουν:

414CONDIVISIONI

Ένα σχόλιο – One commento su “Ipocrisie del secolo: la criminalizzazione italiana delle #Ypg. Solidarietà a Luisi Caria”

  1. Μου αρέσει ανθρώπινα και πολιτικά (παρά τις περιστάσεις) να βρεθώ ξανά με τον Luiseddu Caria εδώ, σε ένα κομμάτι που υπέγραψε ο Davide Grasso το οποίο φιλοξενήθηκε στον Giap.
    Το νόημα και το εύρος αυτών των * στοχευμένων * κατασταλτικών μέτρων μου φαίνεται προφανές. Και στη διαμόρφωσή τους ως δοκιμή.
    Θα ήθελα να προσθέσω μια πτυχή στην εξέταση του Davide, η οποία είναι ενδεχομένως υπονοούμενη, αλλά πρέπει πάντα να διατηρείται παρούσα.
    Τόσο σε τορινέζικο πεδίο όσο και στη Σαρδηνία τα υποκείμενα που δέχονται χτύπημα από αυτά τα αστυνομικά μέτρα είναι γνωστά ενεργά άτομα ακόμη και στα μέρη τους, όχι μόνο στο μέτωπο του αγώνα ενάντια στο ISIS και της επανάστασης της Ροζάβα.
    Ο Luiseddu – εκτός από γιος του Angelo, ιστορικoύ ηγέτη του αγώνα ανεξαρτησίας της Σαρδηνίας του οποίου θρηνήσαμε την απώλεια – είναι ο ίδιος ένας στρατευμένος που αγωνίζεται στο νησί υπέρ της κοινωνικής και πολιτικής χειραφέτησης του λαού του.
    Κατά συνέπεια, το σήμα είναι σαφές, συνολικά.
    Όλοι οι αγώνες είναι ο ίδιος αγώνας.
    Μου φαίνεται ότι εκείνοι που πρέπει να τους φοβούνται το γνωρίζουν καλά καλά. Ίσως περισσότερο από όσους συμμετέχουν σε αυτούς.
    Συμφωνώ με την έκκληση να δώσουμε προσοχή στις περιπτώσεις αυτές.

     

    https://www.wumingfoundation.com/giap/2019/03/solidarieta-a-luisi-caria/?utm_source=feedburner&utm_medium=email&utm_campaign=Feed%3A+giap+%28giap%29

σύγχρονα κινήματα, movimenti di oggi

Τοπικοί αγώνες των χρόνων Εβδομήντα: Torino ανάμεσα στη διάλυση της Lotta Continua και το Εβδομήντα επτά

του Giorgio Del Vecchio

Αναμένουμε την κυκλοφορία του βιβλίου του Alberto Pantaloni στις 31 Ιανουαρίου Η διάλυση της Lotta continua και το κίνημα του ’77, για τον εκδοτικό οίκο DeriveApprodi, με την ανασκόπηση του Giorgio Del Vecchio.

****

Ένα από τα αμέτρητα βίτσια που χαρακτηρίζουν τη δημόσια συζήτηση της ιταλικής Δεκαετίας του 70 είναι η τάση να θεωρείται αυτή η περίοδος ως ένα είδος μονόλιθου στην πρόσφατη ιστορία της Χώρας. Ένας άθραυστος ογκόλιθος που συνεχίζει να βαραίνει επάνω στη συλλογική μνήμη, ο οποίος αντανακλάται στις δημόσιες αναπαραστάσεις της. Αρκεί να υπενθυμίσουμε εδώ τη συστηματική χρήση τύπων, όρων, εννοιών όπως «χρόνια μολυβιού» και «ένοπλου κόμματος», τόσο συναρπαστικών για τα ξεκάθαρα όσο και βιαστικά, θαμπά και ουσιαστικά ανακριβή περιγράμματα τους. Ή τη σχεδόν νοσηρή προσοχή για μεμονωμένα χρόνια (το εξήντα οκτώ, το εβδομήντα επτά), μήνες (οι 55 ημέρες του Moro), ακόμη και ημέρες (η 12η Δεκεμβρίου 1969 και η σφαγή της Piazza Fontana), που γίνονται εκ των υστέρων οι μοναδικοί ερμηνευτικοί φακοί μέσω των οποίων θα διερευνηθεί και θα συνοψισθεί μια μακρά και πυκνή δεκαετία.

Αντίθετα, όπως γνωρίζουν οι μελετητές πολύ καλά, η δεκαετία του 70 είναι ένα περίπλοκο και πολυεδρικό πλάσμα, ένα μεγάλο και πολύπλευρο ψηφιδωτό που αποτελείται από έναν άπειρο αριθμό καρτών που πρέπει να αποσυναρμολογούνται και να ανοικοδομούνται διαρκώς για να προσπαθήσουν να προτείνουν την αίσθηση της συνολικής φιγούρας, εικόνας. Ο Alberto Pantaloni, με το πλήρως ιστοριογραφικό του δοκίμιο, επικεντρώνεται σε ένα συγκεκριμένο κομμάτι αυτού του περίπλοκου παζλ, που σχετίζεται με τη διάλυση της Lotta continua, που ξεκίνησε το 1976, με τη σύγχρονη παραβολή του κινήματος του 1977 στο πλαίσιο της πόλης του Τορίνο. Είναι μια επιλογή που περιγράφει πολύ καλά την έρευνα, αλλά αυτό δεν είναι καθόλου ευτελές ή αυθαίρετο. Το Τορίνο αντιπροσωπεύει πρωτίστως ένα προνομιούχο παρατηρητήριο της ιταλικής δεκαετίας του ’70 (κυρίως αλλά όχι μόνο, λόγω της παρουσίας της FIAT), κατά τη διάρκεια της οποίας η πόλη χαρακτηριζόταν από την ανθεκτικότητα των κοινωνικών συγκρούσεων, οι οποίες συχνά έφταναν σε μεγάλη ένταση και ποικιλία μορφών. Στα κεντρικά χρόνια της δεκαετίας ξεχώριζε, δίχως αμφιβολία, το έντονο ρίζωμα της Lotta continua, αλλά και μια ορισμένη διάχυση των κολεκτίβων και των αυτόνομων εμπειριών και του φαινομένου του ένοπλου αγώνα. Χωρίς να ξεχνάμε, φυσικά, την κεντρική λειτουργία που διεξήγαγε το κομμουνιστικό Κόμμα. Υπό αυτή την έννοια το Τορίνο ήταν ένα ιδιαίτερα ποικίλο πλαίσιο, μια συγκυρία στην οποία συνυπήρχαν διαφορετικές εμπειρίες, αντιτίθονταν και αλληλοσυνδέονταν, ειδικά κατά το χρονικό διάστημα που αναλύθηκε από τον Pantaloni, από το φθινόπωρο του 1976 έως το τέλος του 1977, που αποτελούσε μια θεμελιώδη φάση μετάβασης όχι μόνο για κοινωνικά κινήματα, αλλά για ολόκληρη την ιταλική κοινωνία.

Ο Pantaloni διαρθρώνει το έργο του σε δύο διαφορετικά μέρη. Στο πρώτο αναλύει την κρίση της Lotta Continua στο Τορίνο και τις δυναμικές της διάλυσης της. Μία διαδικασία περισσότερο απ’ ότι μια εκδήλωση, όπως δείχνει ο ίδιος ο ερευνητής, αργή και βαθμιαία, η οποία ξεκίνησε με την εκλογική ήττα που υπέστη η λίστα της Προλεταριακής Δημοκρατίας στις εκλογές του Ιουνίου του 1976, για να ξεδιπλωθεί από πολλές απόψεις μέσα στο δραματικό συνέδριο του Ρίμινι, του οκτωβρίου του ιδίου έτους. Ο Pantaloni ανακατασκευάζει με έναν προσεκτικό και τεκμηριωμένο τρόπο την έκρηξη της LC στο Τορίνο, παρουσιάζοντας τις αιτίες αυτής. Πρώτα απ ‘όλα, υπήρξε μια βαθιά κριτική στην στράτευση όπως είχε αναπτυχθεί από το 1968 και μετά, που προωθήθηκε όχι μόνο από τα νέα κοινωνικά υποκείμενα που γρήγορα (επαν) πολιτικοποιούνταν, όπως οι γυναίκες και οι νέοι, αλλά και από τους ίδιους τους εργάτες, που είχαν εκπροσωπήσει το επίκεντρο της πολιτικής δράσης της ομάδας. Η πολιτική πρακτική με την οποία εκδηλώθηκε αυτή η δυσφορία ήταν αυτή του αποσχιστισμού, η οποία έρχονταν σε αντίθεση με την εγκάρσια και οριζόντια φιλοδοξία, τον πόθο που προκάλεσε από την αρχή τις επαναστατικές προοπτικές της LC. Αυτός ο διαχωριστικός χαρακτήρας αντηχούσε όχι μόνο σε δριμείες αντιπαραθέσεις μεταξύ των διαφόρων υποκειμένων, αλλά και κυρίως σε μια κάθετη και ολοκληρωτική αντιπαράθεση μεταξύ της βάσης και της ηγετικής ομάδας της οργάνωσης, μια πραγματική κρίση νομιμοποίησης που αποδείχθηκε μη αποφασιστική. Ο Pantaloni προχωρά στη συνέχεια για να περιγράψει την οργανωτική διάλυση της LC. Υπήρξε, εν προκειμένω, η προσπάθεια ορισμένων τμημάτων να συνεχίσουν ένα πολιτικό έργο στην επικράτεια του Τορίνο, ενώ πολλά μέλη της ομάδας περιφρούρησης, κυρίως οι νέοι, μιας και ξεθώριασε η προοπτική μίας επικείμενης εξέγερσης, πίεζαν για μια ριζοσπαστικοποίηση των ρεπερτορίων, των επιλογών. Ενδιαφέρουσα είναι η παράγραφος αφιερωμένη στην εξέλιξη της εφημερίδας του ομίλου, η οποία κατάφερε εν μέρει να απορροφήσει το τραύμα και να διατηρήσει την αξιοπιστία τουλάχιστον καθ ‘όλη τη διάρκεια του 1977 ως ένα από τα σημαντικότερα όργανα πληροφόρησης του κινήματος στην πρωτεύουσα του Πεδεμόντιου.

Το δεύτερο μέρος του δοκίμιου είναι αφιερωμένο στην παραβολή του Κινήματος του 1977 στο Τορίνο. Ο Pantaloni επιτελεί μια ενδιαφέρουσα επιχείρηση, «αποσυνθέτοντας» την ανάλυση ενός φαινομένου-συμβάντος. Σωστά, αυτός εξιστορεί την τροχιά των τριών πολιτικών παικτών που έδωσαν ζωντάνια, που κινητοποίησαν το Κίνημα στο Τορίνο και όχι μόνο. Πρώτα απ ‘όλα οι εργάτες, αν και με διαφορετικούς τρόπους σε σχέση με τον κύκλο των βιομηχανικών συγκρούσεων 1969-73 δεδομένου του μεταβαλλόμενου πλαισίου, που ήδη έδειχνε σημάδια μιας βαθιάς κρίσης του μοντέλου συσσώρευσης της χρυσής εποχής. Στη συνέχεια το γυναικείο κίνημα, στο οποίο ο Pantoni αφιερώνει σελίδες μεγάλης πυκνότητας, ανακατασκευάζοντας τα πεδία παρέμβασης του, τις θεωρίες και τις αξιώσεις, ζωγραφίζοντας μια πολύπλοκη και διαφοροποιημένη εικόνα.Τέλος το φοιτητικό κίνημα και οι κύκλοι του νεανικού προλεταριάτου, οι οποίοι διαδραμάτισαν επίσης θεμελιώδη ρόλο, κινούμενοι εγκάρσια σε σχέση με τα άλλα προαναφερθέντα υποκείμενα. Συγκεκριμένα, έδειξαν μεγάλη προδιάθεση για την εξάπλωση ριζοσπαστικών πρακτικών, όπως η επίθεση του Angelo Azzurro, μπαρ κατηγορούμενου ότι ήταν σημείο συνάντησης για δεξιά στοιχεία και εμπόρους ναρκωτικών, όπου ο Roberto Crescenzio έχασε τη ζωή του και που έκλεισε οριστικά την παραβολή του τορινέζικου Εβδομήντα επτά.

Σχεδόν σε ρόλο παραρτήματος ο Pantaloni προσθέτει ακόμα δύο κομμάτια. Από τη μία πλευρά τα γεγονότα που συνδέονται με τη φυλακή και τους αγώνες των κρατουμένων, οι οποίοι στο Τορίνο το 1977 είχαν σημασία που δεν ήταν καθόλου δευτερεύουσα. Από την άλλη πλευρά το ευαίσθητο και αμφιλεγόμενο θέμα του παράνομου ένοπλου αγώνα και των σχέσεών του με τη «δημόσια» διάσταση των αγώνων. Από αυτή την άποψη, ο Pantaloni επικεντρώνεται στην εμπειρία της Prima Linea- Πρώτης γραμμής η οποία ήταν ιδιαίτερα σημαντική εκείνους τους μήνες στο Τορίνο, και στην οποία, από την αρχή, πολλοί από τους εξερχόμενους της LC συγκλίνουν, ειδικότερα η ομάδα περιφρούρησης. Ο συγγραφέας είναι επίσης διεισδυτικός υπογραμμίζοντας και σε αυτή την περίπτωση την πολυπλοκότητα της δυναμικής που οδήγησε, το 1977 και τα επόμενα χρόνια, στην έκρηξη του φαινομένου του λεγόμενου «διάχυτου ανταρτοπόλεμου». Αρνείται ριζικά τις απλοποιήσεις και τους αυτοματισμούς, υπογραμμίζοντας τις περίπλοκες διαπλέξεις και τις αμέτρητες γκρίζες περιοχές που υπάρχουν στη σχέση μεταξύ των παράνομων κινημάτων και της παράνομης στράτευσης.

Συνολικά, η επιχείρηση που επιχειρείται από τον Pantaloni είναι πειστική, αξίζει τον κόπο, εδώ, να τονίσουμε δύο στοιχεία ιδιαίτερου ενδιαφέροντος. Πρώτον, από την ιστοριογραφική άποψη, ο συγγραφέας συνδυάζει δύο από τις πιο ενδιαφέρουσες και πρόσφατες προσεγγίσεις της μελέτης για την ιταλική Δεκαετία του ’70. Από τη μία πλευρά, η τάση να διερευνάται η δυναμική της συγκεκριμένης τοπικής πραγματικότητας (στην προκειμένη περίπτωση το Τορίνο). Από την άλλη επικεντρώνεται στο δεύτερο μισό της δεκαετίας του εβδομήντα, μιας περιόδου που επανακτά την πλήρη ιστοριογραφική της σημασία εδώ και λίγα μόνο χρόνια. Όπως ο Falciola, στο δοκίμιο του για το 1977, και πιο πρόσφατα ο Τanturli, σε εκείνο για την Prima Linea, δείχνουν ότι πρόκειται για χρόνια κρίσης και περάσματος, σίγουρα μέσα σε σύγχυση και δραματικότητα, αλλά αποκαλύπτουν όμως ερευνητικά μονοπάτια θεμελιώδους σημασίας για την κατανόηση της Δεκαετίας του ’70, κυρίως όσον αφορά την ανάπτυξη ριζοσπαστικών milieux-φόντων και τη μετατροπή της δυναμικής των κοινωνικών συγκρούσεων.

Το δεύτερο στοιχείο αφορά αντιθέτως την ικανότητα που δείχνει ο Pantaloni να ανασυνθέσει ιδιαίτερα ευαίσθητα γεγονότα που έλαβαν χώρα σε ένα πολύ περίπλοκο πλαίσιο (Τορίνο του 1976-1977) μέσω μιας προσέγγισης και μέσων που είναι εξ ολοκλήρου ιστορικά. Μέσω της χρήσης σχεδόν εξ ολοκλήρου «εσωτερικών» πηγών, που παράγονται από τους παίκτες για τους οποίους γίνεται λόγος, μια επιλογή που σίγουρα ενισχύει το διαλεκτικό σύστημα, η διάλυση της Lotta Continua και το τορινέζικο Εβδομήντα επτά αναδύονται ως διαδικασίες συνεχούς εξέλιξης, αποτελούμενες από πολλές τροχιές και παράγοντες διαφορετικούς και συνυπάρχοντες και σε συνεχή διάλογο μεταξύ τους. Ο Pantaloni επιστρέφει πίσω την πολυπλοκότητα αυτής της αλληλεπίδρασης, προτείνει πειστικές γραμμές ερμηνείας, δίνοντας έμφαση στις μη γραμμικές δυναμικές που χαρακτήριζαν την κοινωνική σύγκρουση εκείνων των ετών.

Print Friendly, PDF & Email
σύγχρονα κινήματα, movimenti di oggi

Τα γιλέκα των άλλων είναι όλο και πιο κίτρινα

on .

editorial

Η εμφάνιση, o ξεσηκωμός των κίτρινων γιλέκων στη Γαλλία έχει επιτύχει σημαντική τμηματική νίκη, λυγίζοντας την κυβέρνηση και αναγκάζοντάς την να αποσύρει την αύξηση της βενζίνης και των ειδικών φόρων κατανάλωσης. Το αποτέλεσμα δεν επιτεύχθηκε μέσα από τα κανάλια της δημοκρατικής εκπροσώπησης ή μέσα από τη δύναμη του λόγου, αλλά μέσα από εβδομάδες συγκρούσεων με την αστυνομία, οδοφράγματα, αποκλεισμούς της κυκλοφορίας και καταστροφή πολλών και διαφορετικών στόχων, όχι απαραίτητα συνεκτικών μεταξύ τους, όπως δεν είναι καθόλου συνεκτική η χαοτική -ταξική- σύνθεση που έχει κινητοποιηθεί. Μόνο οι επόμενες μέρες θα μπορέσουν να μας πουν εάν αυτή η νίκη εξαντλεί την ανοιχτή κοινωνική σύγκρουση, ή αν αντιθέτως συνιστά μια βάση από την οποία θα τιναχτεί ξανά προς τα εμπρός.

Στη συνηθισμένη ερώτηση, ποιοι είναι τα κίτρινα gilets, δεν θα σταθούμε για δύο λόγους. Πρώτον, επειδή το έχουν ήδη παρουσιάσει αρκετές αναλύσεις, ξεκινώντας από εκείνη των συντρόφων της συλλογικότητας compagni di Rouen Dans la Rue. Μια ανάλυση, ας προσέξουμε καλά, καμωμένη με ικανότητα πρόβλεψης σχετικά με την έκρηξη της ανάδυσης του κινήματος, του ξεσηκωμού. Που έγινε πράγματι, όταν πολλοί από εκείνους που πηδούν στο βαγόνι των νικητών σήμερα κατηγορούσαν τα gilets jaunes πως είναι φασίστες και αντιδραστικοί. Και εδώ βρισκόμαστε στον δεύτερο λόγο που μας επιτρέπει να δώσουμε την απάντηση ως βάσιμη, δεδομένη. Εδώ και χρόνια υποστηρίζουμε – από την οπτική της ανάλυσης, της στρατευμένης έρευνας και των στοιχημάτων πολιτικής παρέμβασης – την πολιτική κεντρική θέση της κρίσης της μεσαίας τάξης, δηλαδή της διαδικασίας εκείνης αποκλεισμού και υλικής φτωχοποίησης, κατακερματισμού και πόλωσης μιας φιγούρας που δεν ήταν ποτέ ομοιογενής, προδοσίας μια υπόσχεσης επικεντρωμένης στην ανταλλαγή μεταξύ status και υπακοής, μεταξύ της εγγύησης μιας μορφής ζωής και του ρόλου κοινωνικής σταθεροποίησης, ανάμεσα στην αναγνώριση των προνομίων και την επιμελή αναπαραγωγή του υπάρχοντος. Σε μια εποχή, την στιγμή κατά την οποία η μεσαία τάξη εισέρχεται σε μια κρίση διαμεσολάβησης, επαναλάβαμε επανειλημμένα, ανοίγεται ένας εξαιρετικός χώρος συγκρούσεων που είναι ανοικτός σε κατευθύνσεις που δεν είναι μόνο διαφορετικές αλλά αναπόφευκτα αντιτιθέμενες. Πράγματι, στην πόλωση μέσα στη διαδικασία κατακερματισμού της μεσαίας τάξης αντιστοιχεί μια πόλωση της σύγκρουσης: λόγω της ανάγκης εκθετικής απλούστευσης λέμε ότι μπορεί να προχωρήσει σε αντιδραστική ή επαναστατική κατεύθυνση, ριζοσπαστικά εγωιστική ή ριζικά ανασυνθετική. Σίγουρα, τουλάχιστον βραχυπρόθεσμα και μεσοπρόθεσμα, δεν υπάρχουν επιλογές ρεφορμιστικής και δημοκρατικής μετριοπάθειας, αριστερής ή δεξιάς. Σίγουρα, ας το δηλώσουμε ακόμη πιο ρητά, η παραδοσιακή διαλεκτική ανάμεσα στην αριστερά και την δεξιά δεν έχει πλέον χώρο. Ακριβώς στη Γαλλία, όπου αυτή η διαλεκτική γεννήθηκε παίρνοντας το όνομα αριστερά και δεξιά από τις θέσεις που καταλαμβάνουν στο ημικύκλιο της κοινοβουλευτικής αίθουσας, κάμει την ανάλωση της ακόμη πιο σαφή.

Στους δρόμους και τις πλατείες πέρα από τις Άλπεις τις τελευταίες εβδομάδες δεν υπήρχαν μόνο οι φιγούρες αυτής της φτωχοποιημένης μεσαίας τάξης και της κρίσης της διαμεσολάβησης. Από καιρό σε καιρό, σύμφωνα με τις πόλεις και τις αστικές περιοχές της σύγκρουσης, υπήρχαν διαφορετικές προλεταριακές και υποπρολεταριοποιημένες κατηγορίες, στρωματοποιημένες και ούσες σε ένταση από γενεαλογική και φυλετική άποψη. Ακριβώς η ανασύνθεση μεταξύ της μεσαίας τάξης σε κρίση διαμεσολάβησης και ενός ιδιωτικού προλεταριάτου του μέλλοντος είναι, όπως ήδη είπαμε πριν από αρκετά χρόνια, το καθοριστικό πολιτικό σημείο των κινημάτων στην κρίση. Σε αυτό παρέπεμπε ο κύκλος του κινήματος occupy, χωρίς ωστόσο να μπορεί να την ασκήσει. Ήταν εκείνες οι πλατείες πολύ ομοιογενείς για να είναι ανασυνθετικές, πολύ καθαρές για να ασκήσουν τη ρήξη, πολύ αριστερές για να είναι επαναστατικές. Έτσι, ήδη αρχίζοντας από το 2012, χάρη στους συντρόφους του Παλέρμο ξεκινήσαμε να εικάζουμε πως έφτανε ο »καιρός των forconi‘ grazie ai compagni di Palermo abbiamo cominciato a ipotizzare che stesse arrivando il “tempo dei forconi”, δηλαδή πως τα υποκειμενικά και κοινωνικά χαρακτηριστικά που είδαμε έντονα εκείνο τον χρόνο στη Σικελία και τον δεκέμβριο του επόμενου έτους ειδικότερα στο Τορίνο, προμήνυαν και προκαταλάμβαναν παραδειγματικά χαρακτηριστικά των μελλοντικών κινημάτων, που έρχονταν.

Προσοχή, να είμαστε σαφείς. Δεν λέμε καθόλου ότι οι εξεγέρσεις όπως αυτές των κίτρινων gilets έχουν επιτύχει και επιλύσει το κομβικό σημείο της ανασύνθεσης. Λέμε απλώς ότι μέσα σε αυτό το έδαφος έχουν τεθεί υλικά και αυθόρμητα.

Το να υποστηρίζουμε αυτό, ωστόσο, σημαίνει να κάνουμε μια καθαρή σάρωση του φετίχ της καθαρότητας. Όταν δίδεται ένα έδαφος δυνητικής ανασύνθεσης, αυτό είναι αναγκαστικά αντιφατικό, γεμάτο με βρωμιά και σκατά. Δεν το λέμε γιατί μας αρέσει, το λέμε γιατί είναι μέσα στα πράγματα. Πώς είναι δυνατόν από τα τριάντα χρόνια καπιταλιστικής αναδιάρθρωσης και από τα δέκα χρόνια καταστροφικής κρίσης, να αναδύονται με μαγικό τρόπο όμορφες και αρωματισμένες υποκειμενικότητες; Το γεγονός ότι υπάρχουν μέσα σε αυτή την κινητοποίηση φιγούρες οι οποίες συμβαδίζουν με τις υποσχέσεις των αντιδραστικών που ισχυρίζονται ότι είναι αντι-establishment (χρηστικά, φυσικά, πρέπει να το επαναλάβουμε εδώ;) είναι για εμάς αυτό που την καθιστά τρομερά και αναθεματισμένα σημαντική. Σήμερα, αντιθέτως, είμαστε επιφυλακτικοί σχετικά με τις καθαρές και ομοιογενείς «κινητοποιήσεις», επειδή είναι αυτο-απεικονίσεις. Και στην αυτο-απεικόνιση δεν τίθεται ποτέ το κομβικό σημείο της ανασύνθεσης, εκτός αν με αυτόν τον όρο ψευδώς εννοείται το σύνολο και η συμμαχία των ομάδων που αυτοαποκαλούνται εκπρόσωποι κοινωνικών τομέων. Η ανασύνθεση σημαίνει πάντοτε αντίφαση και εσωτερική σύγκρουση, ρήξη όχι μόνο με τoν ίδιον αντίπαλο αλλά και μέσα στην αρχική κοινωνική σύνθεση, εκείνη που σχηματίζεται από το κεφάλαιο και τις διαδικασίες υποκειμενικοποίησης του.

Με λίγα λόγια, τα κίτρινα gilets δεν είναι αγανακτισμένα: είναι εξοργισμένα σαν θηρία. Ξέρουν μπερδεμένα εναντίον ποιων αγωνίζονται, δεν ξέρουν ακόμη με ποιον να αγωνιστούν. Ποια κατεύθυνση θα πάρουν αυτός ο τύπος των κινητοποιήσεων και εξεγέρσεων εξαρτάται και από «εμάς», από την ικανότητά μας να παραμείνουμε μέσα και κατά: μέσα και εναντίον της κοινωνικής σύνθεσης, μέσα και κατά των κινημάτων (εκείνων των πραγματικών, εννοούμε, όχι της αυτοδιορισμένης εκπροσώπηση τους). Για να προσπαθήσουμε πρέπει σίγουρα να απαλλαγούμε από μια ενστικτώδη στάση: την αναζήτηση διαβεβαιώσεων. Πολλές αναλύσεις μοιάζουν να ξεκινούν από μια ορθή παραδοχή στην ανάγνωση της σύνθεσης των πλατειών (στην οποία βασικά σημειώνεται με ενοχική καθυστέρηση αυτό που μαζί με μειονότητες συντρόφων και συντροφισσών λέμε εδώ και αρκετά χρόνια, χωρίς να δίνουμε βάση στις ετικέτες και τους αφορισμούς που λάβαμε από τις μικρούλες ενορίες του «κινήματος»), για να καταλήξουν σε συμπεράσματα για άλλη μια φορά λανθασμένα, υπαγορευμένα από κακή συνείδηση και οπορτουνισμό. Έτσι, για να καθησυχαστούν μπροστά στο τερατώδες πρόσωπο των κίτρινων gilets, ψάχνουν τους όμοιους τους: και τότε ναι είναι ωραία επειδή υπάρχει το CGT, υπάρχουν οι ομάδες των φίλων μας, υπάρχει μια πλατφόρμα στο όνομα κανείς δεν ξέρει ποιου όπου εκφράζουμε τους εαυτούς μας στις γλώσσες ‘μας’. Εν ολίγοις, όλα καλά επειδή υπάρχει η αριστερά. Ακριβώς αυτό που, στα μάτια μας προς τη συνεχή αναζήτηση για δυνατότητες ρήξης, αποτελεί το καπάκι που πρέπει να ανατιναχθεί. Η προσπάθεια να εξημερωθεί το θηρίο μετριάζει τη δύναμή του.

(Εδώ μπορεί να είναι χρήσιμο να προσδιορίσουμε ένα σημείο. Δεν υποτιμούμε με τίποτα τη χρήση που κάνουν οι εργαζόμενοι για το επίσημο συνδικάτο, πράγμα που εδώ και πολύ καιρό αποτελεί σημαντικό χαρακτηριστικό της ανάπτυξης των αγώνων στη Γαλλία. Ωστόσο, η συνδικαλιστική διαμεσολάβηση δεν είναι σημαντική, αλλά η αυτόνομη και ανεπηρέαστη χρήση δομών από τμήματα της ταξικής σύνθεσης. Μας φαίνεται όντως ότι μέσα σε αυτά τα κομμάτια υπάρχουν οι ίδιες αμφιβολίες και αμφισημίες από τις οποίες οι ομάδες του κινήματος ξεφεύγουν φοβισμένες.)

Αγαπητές συντρόφισσες και αγαπητοί σύντροφοι, αφήστε τους εαυτούς σας να εκτοπιστούν από τον ταξικό αγώνα. Εγκαταλείψτε την ιδεολογία, ξεπλύνετε τις τετριμμένες κατηγορίες σας στο Καθαρτικό Ναρκωτικό της κοινωνικής σύγκρουσης, προσπαθήστε να καταλάβετε δίχως ωραιοποιήσεις το ανησυχητικό και διφορούμενο πρόσωπο του τέρατος, γιατί είναι ακριβώς το ότι είναι ενοχλητικό και διφορούμενο που το καθιστά δυνητικά ενοχλητικό για τις συντεταγμένες σχέσεις δύναμης και εξουσίας. Να θυμάστε πάντα ότι εκεί όπου υπάρχει μάζα δεν υπάρχει καθαρότητα. Και αυτός που επιδιώκει την αγνότητα, θέλει την αυτοαναφορά και ασκεί την υποκρισία.

Έτσι, αντί να λέτε ότι η Γαλλία δεν είναι η Ιταλία (merci monsieur de La Palisse!), γιατί να μην θέσετε το πρόβλημα να κάνετε όπως τα κίτρινα γιλέκα. Ούτε να μιμιθείτε ούτε να νομίζετε ότι το θέμα είναι η πολύχρωμη αναπαραγωγή των φαινομένων, απλώς μάθετε από τους αγώνες και προσπαθήστε να εξαπλώσετε το μικρόβιο της πανώλης. Πρόσφατα σκεφτήκαμε γύρω από την αναγκαιότητα να δράσουμε σχετικά με τις υποσχέσεις αυτής της κυβέρνησης Recentemente abbiamo ragionato sulla necessità di agire sulle promesse di questo governo (σε εμάς ορκισμένος εχθρός, και αυτό πρέπει να το προσθέσουμε;), να την οδηγήσουμε στις ακραίες συνέπειες και ως εκ τούτου να τις αντιστρέψουμε εναντίον εκείνων που τις διαμόρφωσαν. Αναλαμβάνοντας δύο προϋποθέσεις, τις οποίες θεωρούμε ακόμα πιο έγκυρες σήμερα μετά το γαλλικό μάθημα. Το πρώτο είναι ότι ο κίτρινο-πράσινος συνασπισμός, στην βαθιά εσωτερική ετερογένεια του, σχετίζεται με κομμάτια κοινωνικής σύνθεσης που προς το παρόν δεν αποτελούν κοινωνικά σύνολα συναίνεσης πολιτικά σταθεροποιημένα. Αντιθέτως, είναι εξαιρετικά ρευστά και άστατα, γεγονός που αποτελεί την ίδια στιγμή ένα πρόβλημα και μια δυνατότητα. Η δεύτερη προϋπόθεση είναι ότι η σημερινή κυβέρνηση (με σημαντικά κοινά χαρακτηριστικά σε σχέση με ορισμένες διεθνείς τάσεις) κινητοποιεί τις προσδοκίες που δεν μπορούν να επιτευχθούν δομικά μέσα στις διαρθρώσεις του σύγχρονου καπιταλισμού και ασυμβίβαστες με αυτές του συνασπισμού. Αυτές οι προσδοκίες, είναι επομένως ευκαιρίες για σύγκρουση που πιθανότατα θα πάρουν χαρακτηριστικά παρόμοια με αυτά που έχουμε δει στη Γαλλία. Οι ρητοί στόχοι αυτών των κινητοποιήσεων αντιβαίνουν, ως εκ τούτου, με την πιθανότητα να πραγματοποιηθούν: για παράδειγμα, η μεσαία τάξη που αγωνίζεται για να αποκαταστήσει την κατάσταση και τη μορφή της ζωής συγκρούεται με την αδυναμία μιας επιστροφής στο παρελθόν. Είναι ακριβώς αυτή η αδυναμία να νικήσει διαρθρωτικά αυτό που ζωγραφίζει τον δικό μας χώρο δυνατότητας, ή μάλλον να αντιστρέψει αυτές τις κινητοποιήσεις σε μια διαφορετική και αντίθετη κατεύθυνση. Επειδή, όταν κάποιος αρχίζει να αγωνίζεται, ο ίδιος ο αγώνας γίνεται ένας στόχος και μια μορφή ζωής που μπορεί να παράγει μια ετερογένεση των σκοπών.

Επομένως, η αποστολή μας είναι να κινηθούμε μέσα στην αμφισημία με μονόπλευρη ματιά. Μην δοξάζουμε τους αγώνες των άλλων για να βρούμε όλα αυτά που η ακροβατική μας ρητορική μας επιτρέπει να φανταστούμε, αλλά να τους χρησιμοποιήσουμε ως μέσο πρόβλεψης, παρέμβασης, στοιχήματος, ήτοι χτισίματος διαδικασιών ρήξης και αντίθετης υποκειμενικοποίησης. Μην ανησυχείτε, αγαπητές συντρόφισσες και αγαπητοί σύντροφοι, δεν απευθυνόμαστε στην ανάγκη να βρωμίσουμε τα χέρια μας. Για το απλό γεγονός ότι, αντίθετα με τις όμορφες ψυχές του αποκαλούμενου «κινήματος», είμαστε πεπεισμένοι ότι οι επαναστάτες και οι επαναστάτριες τα χέρια δεν τα έχουν καθαρίσει ποτέ.

http://commonware.org/index.php/framing/868-i-gilets-degli-altri-sono-sempre-piu-gialli