τα βιβλία του μιχάλη, i libri di michele

ΟΟ. στη χώρα του ποτέ…ή 13

θλίψη, πινκ φλόιντ

Ας γυρίσουμε πίσω τις σελίδες μας, εκεί που μιλούσαμε για την εποχή των πλατειών :
Προς στιγμήν ενθουσιάστηκα.
Παρασύρθηκα.
Πίστεψα ξανά στην επανάσταση,
τότε που τον κόσμο τον έδιωχναν οι δυνάμεις καταστολής από τον δημόσιο κατειλημμένο χώρο δέρνοντας και δηλητηριάζοντας αλύπητα. Και οι άνθρωποι ξαναγύριζαν με ένα πείσμα πρωτόγνωρο.
Πίστεψα ναι! πως η εξέγερση πραγματοποιούνταν, πως η επανάσταση ήταν κοντά. Η φάση μου έμοιασε προ επαναστατική.
Πιο ώριμες συνθήκες από αυτές πώς πρέπει να είναι δηλαδή;

Τελικά αποδείχθηκε πως ήταν περισσότερο προσδοκία, παρά πίστη ή βεβαιότητα.

Οκτώβριος, 2011

ΑΠΌ ΤΗΝ ΑΥΤΟΝΟΜΗ ΣΧΟΛΉ ΠΡΟΈΡΧΟΜΑΙ, τι άλλο χρειάζεται για να αντιληφθεί ο δούλος πως είναι τέτοιος; Τι άλλο πρέπει να του κάνουν ακόμη του ραγιά για να καταλάβει πως τέτοιος κατάντησε;
Όχι μόνο στην Ελλάδα, παγκοσμίως, αυτοί που δημιούργησαν το χάος.
Να το πω αλλιώς
αυτοί που διαχειρίζονται την κατάσταση,
αυτοί με τους οποίους φτάσαμε εδώ που φτάσαμε, αυτοί οι ίδιοι παρουσιάστηκαν σαν σωτήρες και διορθωτές και επικροτήθηκαν!
Πολλοί επικροτούν, άλλοι επιδοκιμάζουν, τους ξαναδίνουν το τιμόνι, τα ηνία
ΓΙΑΤΊ ΧΡΕΙΆΖΟΝΤΑΙ ΗΝΊΑ.
ΚΑΛΆ ΝΑ ΠΆΘΟΥΝ!
Οι υπόλοιποι σιωπούν. Καλά να πάθουν κι αυτοί.
Εμείς οι υπόλοιποι όμως τι φταίμε;
Αλλά μια ζωή έτσι δεν είναι
Το έχουν μάθει καλά το μάθημά τους οι κεφαλαιοκράτες. Παραμυθιάζουν τον κόσμο με κουτόχορτο. Το αυτονόητο -τις ανάγκες- το τύλιξαν στη διαπλοκή με ένα δαιδαλώδες σύστημα ‘εξυπηρετήσεων’ και παίρνουν ‘την πλέμπα’ με το μέρος τους!
Και όλος αυτός ο κόσμος, η μάζα, δεν θέλει να ενηλικιωθεί.
Που θα πάει; δεν μπορεί να γίνεται αιώνια αυτό! το θεωρώ αδύνατο.
Αντλώ ελπίδα.

We’ re an american band, Grand Funk.

Είμαι σπίτι, με τους πολύ δικούς μου.
Χαμογελώ στον κόσμο, όχι στους φασίστες και τους ρατσιστές παντός τύπου.
Και περιμένω.
Δεν μου αρέσουν τα πολλά -πολλά και οι μεγάλες συναναστροφές πλέον, δεν αντέχω πολύ ώρα, είμαι αλλού!
Η γλώσσα του σώματος, τα βλέμματα, μια ξέμπαρκη κουβέντα, και δρόμο
δεν έχουμε πολλά κοινά, μεγάλωσα, οι δρόμοι που περπάτησα είναι το διαβατήριό μου. Δεν χρειάζομαι επιβεβαιώσεις.
Οι νέοι θα περπατήσουν τους δικούς τους, από εκεί θα βγει το καινούργιο.
Θα το δούμε και θα είμαστε μαζί τους.
Δεν είμαστε δάσκαλοι και καθηγητές, την ανατροπή περιμένουμε.
Άλλαξαν οι καιροί, τα χνώτα μας μυρίζουν αλλιώς, κακά τα ψέμματα.

Μη περιμένετε Αλέξανδρους να κόψουν τον γόρδιο δεσμό. Μπορεί και να υπάρχουν, να υπάρξουν, δεν αμφιβάλλω.
Συλλογικό πνεύμα χρειάζεται, συνεργασία
αυτή θα φτιάξουν οι νέοι, μόνοι τους
αν δεν λαθέψουν δεν θα μάθουν.
Δεν θα καθόμαστε εμείς να διορθώνουμε
τι να διορθώσουμε στο κάτω-κάτω ;
Επαναλαμβάνω, άλλο τότε άλλο τώρα
Ερώτηση κάνω! απάντηση δεν έχω,
το μόνο σίγουρο είναι πως όσο υπάρχουν καταπιεστές θα υπάρχουν καταπιεσμένοι!
Θα πειραματιστούν τα παιδιά, θα διασχίσουν μονοπάτια, θ’ ανοίξουν δρόμους.
Θα βρούνε την άκρη!
κι εμείς από κοντά!
Δεν περιμένει από την γενιά μου η ιστορία ν’ ανοίξει την οδό, οι νέοι θα το κάνουν.
Περιμένουμε!
Σίγουρα έχουμε γίνει σοφότεροι εμείς οι παλιότεροι, λέει ένας σύντροφος, ο αγαπημένος μου Σαλβατόρε
γίναμε ;

Mama Africa, Peter Tosh.

Λέω λοιπόν πως θ’ αντέξω με ότι αυτό συνεπάγεται. Δεν θα τους αφήσω να με πεθάνουν, ούτε να με ‘εξαφανίσουν’ ψυχικά, ούτε να με εξοντώσουν.
Έχουμε καθήκον και υποχρέωση ν’ αντέξουμε. Να είμαστε καρφιά στο κορμί τους, αγκάθια στα μάτια τους. Να μας βλέπουν και να γυρίζει το στομάχι τους, εμπόδιο στα σχέδια τους.
Όπως μπορεί και αντέχει ο καθένας.
Λεφτά θέλουν ; Δεν τους τα δίνουμε.
Αργούμε.
Με το σταγονόμετρο.
Να μπλοκάρουμε τον μηχανισμό τους.
Να πέσουν στο γκρεμό που χτίσανε για μας!
Γίνετε! Γίνεται!
Όλοι μας πρέπει όμως! οι περισσότεροι τουλάχιστον!
Αλλιώς είμαστε άξιοι της τύχης μας.
Μας αγοράζουν, μας εξαγοράζουν για δυο πιάτα φακή. Φτάνει πια!
Εξαγόρασαν πρώτα όλους τους ‘αριστερούς’ για να μας κάνουν ευκολότερα πιόνια, εμπορεύματα που πωλούν με άνεση στο πανηγύρι των ‘αγορών’.
Φτάνει ρε γαμώτο!
Για την αξιοπρέπεια ρε γαμώτο!

 

Χαλίλ Γκιμπράν,  Ο Τρελός, εκδόσεις Ιάμβλιχος.

Hurdy Gurdy man, Donovan.

Θα γίνουμε σαν τους χαμαιλέοντες, ξέρουν να προσαρμόζονται παντού, αλλάζουν το χρώμα στο δέρμα τους και δεν μπορείς να τους ξεχωρίσεις μέσα στο περιβάλλον. Έτσι συμβαίνει και μ’ εμάς. Περάσαμε καλά τα χρόνια τα ανέμελα, θα αντέξουμε και τώρα που τα πράγματα δυσκόλεψαν. Γιατί ο επαναστατημένος άνθρωπος δεν κοιτάζει μόνο την πάρτη του, θέλει το καλό όλων και γι αυτό πασχίζει.Και στέκεται αλληλέγγυος ενάντια στον κοινωνικό κανιβαλισμό.
Μούλεγε μια κοπελιά πως σήμερα πρωί είδε στο δρόμο νεαρή, έγκυο γυναίκα, να ζητιανεύει.
‘Δεν είχα Μιχάλη ένα ευρώ να της δώσω και με έπιασε το παράπονο. Τόσο για την δική μου κατάσταση, πάλι καλύτερη μιας και το φαί στο σπίτι δεν έλειπε, αλλά κυρίως για την δική της. Γιατί να υπάρχει άνθρωπος αβοήθητος στην κοινωνία Μιχάλη;’ μου είπε με δάκρυα στα μάτια το κορίτσι!
Αυτοί είμαστε,
είμαστε άνθρωποι και θα παραμείνουμε και τώρα χαμογελαστοί και δακρυσμένοι την ίδια ώρα, μέχρι την τελική νίκη!

Sound of silence, Simon and Garfunkel.

Σας αγαπώ, αν ξέρω ν’ αγαπώ!
Μιχάλης

de Andre

Για υστερόγραφο θα τραγουδήσουμε τους στοίχους που σημάδεψαν τη δική μου την γενιά
τότε που στη ζούγκλα της μάχης ο Δαυίδ ταπείνωνε τον Γολιάθ :

1966 Βιετνάμ γιέ-γιέ Διονύσης Σαββόπουλος

Στο Βιετνάμ πυρπόλησαν το ρύζι
πυρπόλησαν το ρύζι
Στη Σαϊγκόν δεν μπόραες να ζήσεις
δε σου ‘φτανε ο αέρας για να ζήσεις.
Τώρα, κρυμμένος στο ποτάμι, ανασαίνεις
Φο Μι τσιν, ανασαίνεις
με καλάμι.
Γιέ γιέ γιέ γιέ……
Ο καιρός θα ‘ταν όμορφος στο δάσος
θα ‘ταν όμορφος στο δάσος
αν δεν κουφαίνονταν τα φύλλα απ’ τον κρότο,
αν δεν πάγωνε ο ήλιος απ’ τον κρότο.
Τα παιδιά αν δεν τρώγανε σκουπίδια.
Τα αεροπλάνα αν δεν καίγανε καλύβια.
Γιέ γιέ γιέ γιέ……..
Φο Μι Τσιν, τι θα ‘κανες αλήθεια
τι θα ‘κανες αλήθεια,
τα παιδιά αν δεν τρώγανε σκουπίδια,
τα αεροπλάνα αν δεν καίγανε καλύβια;
Α! το κορίτσι σου θα ‘παιρνες για βόλτα
χέρι, χέρι
στο δάσος για βολτίτσα χέρι χέρι
Γιέ γιέ γιέ γιέ………

πόσο απλή είναι κατά βάθος η ζωή!

Αποκάλυψη τώρα

Σήμερα οι πόλεμοι είναι οικονομικοί, εδώ στη ‘Δύση’ τουλάχιστον δεν χρειάζονται αεροπλάνα και ναπάλμ, αυτά και τα άλλα ‘έξυπνα’ όπλα τα κρατούν για τους ‘υποανάπτυκτους’ ή τους υπό ‘ανάπτυξη’ λαούς.
Εδώ σκοτώνουν πλέον εκατομμύρια με όπλα πιο ‘έξυπνα’ : τα οικονομικά μέτρα
ειδικά σε περιόδους κρίσης και υπέρ συσσώρρευσης που οι κεφαλαιοκράτες πρέπει να καταστρέψουν κεφάλαιο
οι αγορές εξοντώνουν ανθρώπους και υποδομές με τα ‘μέτρα’
Κεντρικές Τράπεζες, διεθνή Φάντς, ΔΝΤ υποδεικνύουν τους ‘στόχους’ και οι κυβερνήσεις εκτελούν δίχως ντροπή και δισταγμό
άγχος, ανεργία, ανασφάλεια, κατάθλιψη, αρρώστιες, αυτοκτονίες, ανησυχία
διεσπαρμένα όλα τούτο μέσα στα πιο ευαίσθητα και ευπαθή κομμάτια του κοινωνικού ιστού
εκτελούν εν ψυχρώ
βόμβες πυρηνικής ισχύος που εξολοθρεύουν ότι παραπανίσιο για τις ανάγκες των κεφαλαιοκρατών.

‘Athens Thessaloniki’, Literal X κ.C.U.B.A. Cabbal.

Ανταπαντούν τώρα πια και οι χάκερς, αυτοί οι μοντέρνοι αντάρτες, οι οποίοι με κινήσεις συνδυασμένες εκτελούν σαμποτάζ εκτεταμένα, με διάφορους τρόπους και σε ευαίσθητες λειτουργίες, προκαλώντας πανικό, μεγάλες οικονομικές χασούρες-ληστείες και διασπορά πληροφοριών, προκαλώντας τεράστια φθορά στο ίματζ, αμαυρώνοντας δηλαδή την εικόνα των δυνατών. Τζούλιαν Ασσάνζ και οι Γουικιλίκς, ας πούμε, και οι Ανόνυμους με τα εξαιρετικά χακαρίσματα τους.
Υπάρχουν ακόμη ευαίσθητοι άνθρωποι, βλέπε στρατιώτης-λοχίας Μάνινγκ ή κάτι τέτοιο.
Γεια στα χέρια τους ! και τα υπέροχα μυαλά τους ! και τη ζεστή καρδιά τους !

Uprising, Muse.

Μιας λοιπόν και οι εξελίξεις τρέχουν :
‘στο στόχαστρο επίθεσης των Αnonymous φέρονται να βρέθηκαν κυβερνητικοί αξιωματούχοι, βουλευτές, υπουργοί και το σύνολο της τηλεπικοινωνιακής και πληροφορικής υποδομής της Βουλής. Στην περίπτωση που οι πληροφορίες επιβεβαιωθούν, θα πρόκειται για την ισχυρότερη κυβερνοεπίθεση που έχει γίνει ποτέ στην Ελλάδα.
Ακολουθεί η προκήρυξη των Αnonymous για την επίθεση :
‘Καλημέρα Ελλάδα. Είμαστε οι Ανώνυμοι. Παρακολουθούμε από την πρώτη στιγμή τα γεγονότα που αφορούν την δημόσια τηλεόραση ΕΡΤ. Θέλουμε να εκφράσουμε την υποστήριξή μας στους Έλληνες πολίτες και δημοσιογράφους οι οποίοι γίνονται μάρτυρες ενός αυταρχικού καθεστώτος που δεν έχει να ζηλέψει τίποτα από το καθεστώς Ερντογάν. Αναρωτηθήκατε που αποσκοπεί η κίνηση που έκανε ο πρωθυπουργός σας ;…….

Τους ξέρουμε. Τους παρακολουθούμε στενά εδώ και πολλά χρόνια. Βρισκόμαστε παντού, κι αν αυτό το παντού σημαίνει ‘την Βουλή’ των Ελλήνων, τότε ναι. Έχουμε εσωτερική πρόσβαση μεταξύ άλλων και εκεί. Ξέρουμε κάθε σπιθαμή των μελλοντικών τους σχεδίων πολύ πριν ανακοινωθούν, όπως βέβαια γνωρίζουμε και αυτά που δεν ανακοίνωσαν ποτέ. Το πρόγραμμα PRISM και τα Αμερικανικά Κυβερνητικά Προγράμματα παρακολούθησης και άντλησης δεδομένων δεν είναι ο μόνος τρόπος για να εξάγουμε πληροφορίες. Θα χρησιμοποιήσουμε τα δικά μας ισχυρά όπλα παρακολούθησης εναντίον των άσεμνων, ανήθικων και άτιμων Ελλήνων πολιτικών και οποιουδήποτε τους υποστηρίζει με οποιονδήποτε τρόπο, από τις Τράπεζες μέχρι τις επιχειρήσεις.
Την επόμενη φορά θα ασχοληθούμε με καθέναν από εσάς προσωπικά.
Είμαστε Ανώνυμοι.
Είμαστε Λεγεώνα
Δεν συγχωρούμε, Δεν ξεχνούμε
Μην μας περιμένετε, είμαστε ήδη εκεί’.
tvxs, Athens Indymedia.

  • Κι ένα δεύτερο υστερόγραφο :

όλα αυτά τα χρόνια που είμαστε μαζί μιλήσαμε για θέατρο και κινηματογράφο, είπαμε για ποίηση,μουσική και τραγούδι, αναφερθήκαμε και στη ζωγραφική.
Καιρός να μιλήσουμε και για τον χορό.
Νεότερος χόρεψα πολύ, πάρα πολύ.

[Μεταξύ πολλών άλλων, να θυμηθώ υπέροχα πάρτι στην αξέχαστη Αλμύρα, που έγραψε κι αυτή τη δική της ιστορία στη ζωή της πόλης, με έλληνες και ξένους dj’s της ηλεκτρονικής χορευτικής μουσικής, όπου το κέφι απογειώνονταν το χάραμα, με την ανατολή του ήλιου!]

Μια μέρα, πριν από κάποια χρόνια, έπεσε το βλέμμα μου πάνω σ’ ένα κείμενο που αναφέρονταν στην Ισιδώρα Ντάνκαν που με εντυπωσίασε πολύ.

Όταν ακόμη ζούσα στη Θεσσαλονίκη είχα πάρει μέρος στα μαθήματα γνωστής σχολής χορού,
όταν σταμάτησα ήταν για λόγους ανωτέρας βίας
με είχε σπρώξει να διαβώ το κατώφλι της σχολής το παράδειγμα του Αλ Πατσίνο, σ’ εκείνη την όμορφη ταινία, που τυφλός συνταξιούχος στρατιωτικός χορεύει ένα υπέροχο, καταπληκτικό τανγκο με μία όμορφη κοπέλα.
Χθες λοιπόν, τελευταία Τρίτη του Μάη, σκάλωσα ξανά σε ένα αφιέρωμα στην υπέροχη Αμερικάνα στο διαδίκτυο, στον Παραλληλογράφο συγκεκριμένα
μία αναφορά σε αυτόν τον ελεύθερο άνθρωπο
και σας την μεταφέρω για να κλείσουμε με τον καλύτερο τρόπο τη διαδρομή μας.
Από τον μανικάκο :

η ‘μητέρα’ του σύγχρονου χορού και οι αρχαιοελληνικές επιρροές της !

Η περίφημη ‘ξυπόλητη χορεύτρια’ που καλούσε σε επιστροφή στην αρχαία ελληνική χορογραφία έμελλε να αλλάξει ριζικά τη μορφή του σύγχρονου χορού.
Οι διδασκαλίες της στράφηκαν ενάντια στις αυστηρές αρχές του κλασσικού μπαλέτου, το οποίο χαρακτήριζε κακόγουστο και αφύσικο, υποστηρίζοντας ταυτόχρονα ότι ο χορός πρέπει να λειτουργεί ως μέσο έκφρασης και ψυχαγωγίας και όχι να περιορίζει τον χορευτή μέσω ανόητων κανόνων που εναντιώνονται στην ανθρώπινη φύση !
Συνδυάζοντας τη μουσική και την ποίηση και αξιοποιώντας τα ‘καλά’ στοιχεία του μπαλέτου, η Ντάνκαν δημιούργησε ένα εξ ολοκλήρου δικό της είδος χορού, το οποίο διέφερε από όλα τα προυπάρχοντα χορευτικά είδη.

‘Δεν επινόησα τον χορό, υπήρχε πριν από μένα. Κοιμόταν όμως κι εγώ τον ξύπνησα’
είπε κάποτε η Ντάνκαν σε μια δόση υπερβολής, με πολλούς ιστορικούς να της αναγνωρίζουν ωστόσο ότι προσέφερε περισσότερα από κάθε άλλον στην τέχνη της κίνησης.
Κι αυτό γιατί η Ντάνκαν δεν ήταν απλώς μία χορεύτρια που σφράγισε ανεξίτηλα τη χορευτική κουλτούρα του 20ού αιώνα, αλλά μία ολοκληρωμένη πνευματική οντότητα :
λάτρης της περιπέτειας και κοινωνικά συνειδητοποιημένη γυναίκα, δεν άφησε πίσω της μόνο την χαρακτηριστική τεχνική της και το αναντίρρητο παιδαγωγικό της έργο, αλλά και μία πληθώρα από σχέδια, ζωγραφιές και θεωρητικά κείμενα.

Και περισσότερο ίσως απ’ όλα, ήταν μια απελευθερωμένη γυναίκα, με πρωτοποριακές για την εποχή της αντιλήψεις. Ο αντισυμβατικός αμφισεξουαλικός τρόπος ζωής της είχε προκαλέσει κατά καιρούς θύελλα αντιδράσεων και σχολίων, αλλά η ίδια δεν απαρνήθηκε ούτε στιγμή τις πεποιθήσεις της :
θεωρητικός του χορού, δεν δίστασε να ασκήσει κριτική στη σύγχρονη κοινωνία, τον πολιτισμό και την εκπαίδευση.
Υπήρξε ένθερμη υποστηρικτής του αγώνα υπέρ των δικαιωμάτων της γυναίκας και ονειρευόταν μια κοινωνική επανάσταση και έναν κόσμο δικαιότερο…..
ΠΡΏΤΑ ΧΡΌΝΙΑ

Γεννήθηκε στο Σαν Φρανσίσκο της Καλιφόρνια τον Μάϊο του 1877 ως Άντζελα Ντάνκαν.
Ο πατέρας της, ήδη χωρισμένος παντρεύτηκε την μητέρα της, Ντόρα Γκρέι, το 1869, με την σύζυγο να είναι μάλιστα 30 χρόνια νεότερη του.
Ως η νεότερη, η μελλοντική Ισιδώρα ξεκίνησε μαθήματα μπαλέτου πολύ μικρή. Κορυφαίο ταλέντο από παιδί, ένιωθε δυσφορία με τον παραδοσιακό τρόπο που εκτελούνταν το μπαλέτο και άρχισε να αναπτύσσει το δικό της στιλ από πολύ νωρίς, έναν πιο φυσικό τρόπο χορού δηλαδή.
Από την τρυφερή ηλικία των 6 ετών βοηθούσε μάλιστα τη δασκάλα της στην εκμάθηση των λιγότερο ικανών μαθητών, με την ίδια να παραμένει χαρισματική και προικισμένη δασκάλα σε όλη την διάρκεια της ζωής της.

Στα 13 της, το 1890, ήταν ήδη επαγγελματίας χορεύτρια και εμφανιζόταν στο Σαν Φρανσίσκο Barn Theatre, κι από εκεί Σικάγο, και Νέα Υόρκη. Κάπου εκεί, στα 16 της χρόνια θα άλλαζε το όνομά της στο καλλιτεχνικότερο Ισιδώρα, Isadora.
ΒΡΕΤΑΝΊΑ
Το 1899 μετακομίζει στην Αγγλία για να διευρύνει τους ορίζοντές της ακολουθούμενη από την μητέρα της, την αδελφή της Ελίζαμπεθ και τον αδελφό της Ρέιμοντ.
Φοιτά σε πρόγραμμα Ελληνικής γλυπτικής του Βρετανικού Μουσείου και βρίσκει την πολυπόθητη έμπνευση που έψαχνε :
από τα κοστούμια μέχρι και το χορευτικό στιλ, ο αρχαίος ελληνικός χορός γίνεται το μεγάλο της πάθος.

Υιοθετεί τον ελληνικό μανδύα και εμφανίζεται πια ξυπόλητη, κερδίζοντας διθυραμβικές κριτικές για την πρωτοτυπία και την χορευτική της τόλμη.
Η ελεύθερη χορογραφία και τα ασυνήθιστα και ‘αεράτα’ κοστούμια που χρησιμοποιεί την καθιερώνουν ως χορεύτρια στη Βρετανία και σύντομα κάνει εμφανίσεις και σε άλλες Ευρωπαϊκές χώρες, όπως την Ελλάδα που λάτρεψε, τη Γερμανία, τη Γαλλία, τη Ρωσία, με τη φήμη της να εδραιώνεται.
‘Η τέχνη μου δεν είναι παρά μια προσπάθεια να εκφράσω την ύπαρξή μου’,
συνήθιζε να λέει.
Σύμφωνα με την ίδια, η τέχνη της θα έπρεπε στο εξής να προσανατολιστεί προς τα αρχαιοελληνικά πρότυπα. Φυσικότητα και ελευθερία…….

ΠΡΟΣΩΠΙΚΈΣ ΤΡΑΓΩΔΊΕΣ
Τα δυο παιδιά της Ισιδώρας, γεννημένα από παράνομους δεσμούς με παντρεμένους άνδρες έμελλε να πνιγούν το 1913 στο Παρίσι, όταν το αυτοκίνητο της νταντάς τους έπεσε στο Σηκουάνα.
Όταν έχασε και το τρίτο της παιδί που πέθανε λίγο μετά την γέννα, τότε ήταν που θα υιοθετούσε το περίφημο ‘τραγικό στιλ’ στις ερμηνείες της, επιλέγοντας πλέον δραματικό ρεπερτόριο.

ΓΆΜΟΣ ΚΑΙ ΠΕΡΙΠΈΤΕΙΕΣ
Το 1920, όντας στη Μόσχα για την ίδρυση τοπικού παραρτήματος της περίφημης σχολής της, γνωρίζει τον ποιητή Σεργκέι Αλεξάντροβιτς Yesenin, ο οποίος ήταν κατά 20 χρόνια νεότερός της.
Το ζευγάρι παντρεύεται το 1922 και αποφασίζει να εγκατασταθεί στις ΗΠΑ, όχι ωστόσο χωρίς παρατράγουδα.
Όταν άρχισαν λοιπόν να κυκλοφορούν οι φήμες για ενδεχόμενη επιστροφή της στην πατρίδα, η ρωσική καταγωγή του συζύγου της έγινε αντικείμενο διαμάχης, με πολλούς να τον χαρακτηρίζουν – και την Ισιδώρα φυσικά – μπολσεβίκο και κομμουνιστή. Οι ύβρεις που δέχονταν ο ποιητής με το που αποβιβάστηκε το ζευγάρι στις ΗΠΑ θα έκαναν την Ντάνκαν να δηλώσει αηδιασμένη ότι δεν θα επέστρεφε ποτέ πια στην Αμερική, υπόσχεση που τήρησε κατά γράμμα.

Επιστρέφουν άρον-άρον στη Σοβιετική Ένωση το 1924, με τα γεγονότα να έχουν περιπλέξει ωστόσο τις σχέσεις τους. Ο Yesenin εγκαταλείπει την Ισιδώρα και αυτοκτονεί τον επόμενο χρόνο………
ΘΆΝΑΤΟΣ
Αφιερώνεται προοδευτικά στη διδασκαλία,αποσυρόμενη από τα φώτα της δημοσιότητας στη Νίκαια της Γαλλίας.
Εκεί, στις 14 Σεπτεμβρίου 1927, θα βρει το θάνατο με τραγικό τρόπο :
το μακρύ φουλάρι που φορούσε πιάστηκε στον πίσω τροχό του ανοιχτού αυτοκινήτου της, με τον στραγγαλισμό να είναι αναπόφευκτος. Αμέσως μετά τον χαμό της κυκλοφόρησε μάλιστα η αυτοβιογραφία της, με τίτλο ‘My life’.

ΚΛΗΡΟΝΟΜΙΆ.
Η Ισιδώρα Ντάνκαν, πέρα από διαπρεπής χορεύτρια περιλαμβάνεται στα ονόματα που ανανέωσαν τον χορό, αποδεσμεύοντας τον από τις πεπατημένες νόρμες.
Η ελευθερία στην κίνηση που εισήγαγε έμελλε να γίνει κοινός τόπος στον σύγχρονο χορό, εμπλουτίζοντας τη χορογραφία με την απαραίτητη δόση ορμητικότητας και αυθεντικότητας που φαίνονταν να έχει ανάγκη.
Κατηγορούσε το μπαλέτο ότι
‘κατέστρεφε τη φυσική ομορφιά του σώματος’

και πίστευε ότι ο χορευτής έπρεπε να νιώθει ότι βρίσκεται σε αρμονία με τη φύση. Γι αυτό και οι κινήσεις που εμπνεύστηκε ήταν εξαιρετικά απλές :
τρεξίματα, χοροπηδητά, πηδήματα κι όλα αυτά με τα χέρια ελεύθερα να κυματίζουν.
Αναζητούσε τη ‘θεία έκφραση του ανθρώπινου πνεύματος’ περισσότερο στην έμπνευση παρά στην τεχνική.

Ο τρόπος που χόρευε χαρακτηριζόταν από κομψότητα, χάρη, αιθέριες και γήινες κινήσεις, μελωδικότητα και έντονη εκφραστικότητα. Η ίδια ,μέσω της διδασκαλίας της, προωθούσε την ελευθερία κινήσεων, τη φυσικότητα, τον αυτοσχεδιασμό και την προσωπική έκφραση κάθε χορευτή.
Στα χνάρια της βάδισαν κατόπιν χιλιάδες χορευτές, οι οποίοι εμπνεύστηκαν από την ίδια για να αναπτύξουν τα δικά τους χορευτικά στιλ.
Πέρα από αυτό ίδρυσε μια σειρά από σχολές χορού στα πέρατα του κόσμου. Παρά το γεγονός ότι οι περισσότερες θα έκλειναν σύντομα οι μαθητές της θα συνέχιζαν τη χορευτική της παράδοση, μένοντας στην ιστορία του χορού ως ‘Isadorables’.
Σήμερα στον Βύρωνα λειτουργεί το Κέντρο Μελέτης Χορού Ισιδώρας κ Ραϋμόνδου Ντάνκαν, στεγάζεται στο κτίριο που σχεδίασε και έκτισε ο ίδιος ο Ρέιμοντ αδελφός της, σύμφωνα με τα πρότυπα του ανακτόρου του Αγαμέμνονα στις Μυκήνες……..

Silence, Delerium-Tiesto.

Ευχαριστώ.

 

μιχαλης 021

D’Amore E Della Libertà / D’Amore E D’Anarchia**

ΑΠΟ ΒLACKΜEDITERRANEANPIRATE

http://wp.me/pPn6Y-kR4

αυτή η ανάρτηση είναι εξαιρετικά αφιερωμένη

στον καλό μου φίλο kleoviskleovis

 

**Του Έρωτα & της Ελευθερίας / Του Έρωτα & της Αναρχίας

 

εξαιρετικές ερμηνείες

Mario Frangoulis & Deborah Myers – CANZONE ARRABBIATA

CD: «Φεγγάρι Ερωτευμένο» (1999)

.

Canzone Arrabbiata – Έλλη Πασπαλά

.

Μια επίσης όμορφη ερμηνεία, όπου μπορείτε να παρακολουθήσετε την μετάφραση των στίχων στα ελληνικά >

Canzone arrabbiata – Carlos Sanchez

*

Canzone arrabbiata

Canto, per chi non ha fortuna
canto per me
Canto per rabbia a questa luna
contro di te
Contro chi e ricco e non lo sa
chi sporcherà la verità
Cammino e canto, alla rabbia che mi fa

Penso a tanta gente nell’oscurità
alla solitudine della città
Penso all’illusioni dell’umanità
tutte le parole che ripeterà

Canto per chi non ha fortuna
canto per me
Canto per rabbia a questa luna
contro di te
Canto a quel sole che verrà,
tramonterà, rinascerà,
alle illusioni e alla rabbia che mi fa.

Penso a tanta gente nell’oscurità
alla solitudine della città
Penso all’illusioni dell’umanità
tutte le parole che ripeterà

Canto per chi non ha fortuna
canto per me
Canto per rabbia a questa luna
contro di te
Canto a quel sole che verrà,
tramonterà, rinascerà,
alle illusioni, alla rabbia che mi fa.

Giovanni Rota & Arcangela Wertmuller

Πηγή: lyricstranslate

*

Οργισμένο τραγούδι

Versions: #1#2

Τραγουδώ, για εκείνους που δεν έχουν τύχη
τραγουδώ για μένα
Τραγουδώ με οργή σε αυτό το φεγγάρι
ενάντια σ΄εσένα.
Ενάντια σ΄εκείνον που είναι πλούσιος και δεν το ξέρει,
Σ΄εκείνον που κηλιδώνει την αλήθεια.
Περπατώ και τραγουδώ, για την οργή που με διακατέχει.

Σκέφτομαι τόσο κόσμο που ζει μέσα στο σκοτάδι,
μέσα στη μοναξιά της πόλης τους.
Σκέφτομαι τις αυταπάτες της ανθρωπότητας,
όλα εκείνα τα λόγια που επαναλαμβάνει.

Τραγουδώ για εκείνους που δεν έχουν τύχη
τραγουδώ για μένα
Τραγουδώ με οργή σε αυτό το φεγγάρι
ενάντια σ΄εσένα.
Τραγουδώ στον ήλιο που θα υπάρχει,
που θα ξεθωριάσει και θα ξαναγεννηθεί,

με τις αυταπάτες και την οργή να με κατακλύζουν.

Σκέφτομαι τόσο κόσμο που ζει μέσα στο σκοτάδι,
μέσα στη μοναξιά της πόλης τους.
Σκέφτομαι τις αυταπάτες της ανθρωπότητας,
όλα εκείνα τα λόγια που επαναλαμβάνει.

Τραγουδώ για εκείνους που δεν έχουν τύχη
τραγουδώ για’ μένα.
Τραγουδώ με οργή σε αυτό το φεγγάρι
ενάντια σ΄εσένα.

Τραγουδώ στον ήλιο που θα υπάρχει,
που θα ξεθωριάσει και θα ξαναγεννηθεί,

με τις αυταπάτες και την οργή να με κατακλύζουν.

Μουσική: ΝΙΝΟ ΡΟΤΑ,

ΣΤΙΧΟΙ: ΛΙΝΑ ΒΕΡΤΜΥΛΕΡ

Πηγή: FotDis-YouTube / lyricstranslate

συνεχίζεται

τα βιβλία του μιχάλη, i libri di michele

ΝΝ. στη χώρα του ποτέ…ή 12

Γράφτηκε αυτή η ιστορία με τα λόγια παιδιών που πλησίασαν, που θέλησαν να γευτούν την ομορφιά του ονείρου αλλά η γεύση τους τρόμαξε, η θωριά τους σάστισε, τα έχασαν, έκαναν πίσω.
Ξεθώριασε μέσα τους η εικόνα, παραπάτησαν και έπεσαν. Δεν θέλησαν να ξανασηκωθούν, δεν τα κατάφεραν, μόνο οι ίδιοι γνωρίζουν.
Ίσως μας πουν μια μέρα.
Το όνειρο είναι πάντα εδώ, τα όνειρα δεν χάνονται.
Κανείς και ποτέ δεν δύναται να τα εξαφανίσει.
Ο άνθρωπος γεννιέται κι ερωτεύεται, ονειρεύεται, παλεύει.
Έρωτας για ζωή μας κίνησεγια ζωή πραγματική. Όχι μονότονη επανάληψη, μονότονων σκέψεων, κινήσεων, συνηθειών.
Όσο θα υπάρχουν άνθρωποι που αντί να συνεργάζονται μαλώνουν, τις περισσότερες φορές για ευτελή αντικείμενα, το όνειρο θα είναι πάντα εκεί, θα περιμένει στην γωνία, θα συντροφεύει τους ευαίσθητους, θα αποφεύγει τα παχύδερμα.
Θα περιμένει αυτόν που θα σκαλίσει.

Σαν τη φωτιά, Νεκ.

  • Μαρτυρία από Ταξίμ. Ποτέ τέτοια συναισθήματα δεν τα ‘νιωσε κανείς σ’ αυτούς τους τόπους.
    Από τον Blackpanther :
    Μαρτυρία μέσα από την Πλατεία Ταξίμ. Γράφει ο Durukan :
    ‘Πλατεία Ταξίμ 2 Ιουνίου 1913
    Ενημέρωση από τη Gezi Commune
    Oύτε ο πιο ταλαντούχος συγγραφέας του κόσμου, ακόμα και με κούπες καφέ και σωρούς πακέτων από τσιγάρα, δεν θα μπορούσε να είναι αρκετά καλός ώστε να περιγράψει αυτό που συμβαίνει εδώ, πως θα μπορούσα εγώ ;
    Απίστευτο.
    Ξεκίνησε σαν διαμαρτυρία, μετά έγινε κίνημα αντίστασης, έπειτα η αντίσταση διαδόθηκε και σε άλλες πόλεις της Τουρκίας και μετά, η ρίζα όλου αυτού, το Gezi Park στην Ταξίμ, έγινε η Gezi Commune ’13.

Μια πραγματική Κομμούνα.
Αναρχική ουτοπία – χωρίς κράτος, χωρίς οργάνωση, χωρίς βία, μόνο ελευθερία, μόνο αλληλεγγύη
και άνθρωποι που παίρνουν πρωτοβουλίες.
Μέχρι τώρα, το μεσημέρι της 2ης Ιουνίου, όλοι οι δρόμοι που οδηγούν στην Ταξίμ έχουν αποκλειστεί με περισσότερα από 20 οδοφράγματα [αρκετά ισχυρά ώστε να συγκρατήσουν τα τεθωρακισμένα της αστυνομίας].
Η πλατεία Ταξίμ και ιδίως το Gezi Park ζουν την πλήρη ελευθερία : Καθένας και όλοι είναι ευπρόσδεκτοι, εκτός από το Κράτος και την αστυνομία του.
Και κανένα κέντρο. Καμία οργάνωση. Κανένα πολιτικό κόμμα. Ούτε καν κέντρο συντονισμού. Απλώς άνθρωποι !

Αυτό φίλοι είναι αδύνατο να περιγραφεί. Ξενοδοχεία εξυπηρετούν την αντίσταση δωρεάν, κόσμος φέρνει τρόφιμα και ποτά με αυτοκίνητα, γιατροί και φοιτητές ιατρικής προσφέρονται εθελοντικά ώστε να λειτουργήσουν νοσοκομεία πρώτων βοηθειών σε τζαμιά κοντά στα οδοφράγματα, άνθρωποι που δεν μπορούν να βγουν απ’ τα σπίτια τους σχηματίζουν το μεγαλύτερο δίκτυο πληροφόρησης, μια και τα διεφθαρμένα ΜΜΕ δεν λένε ούτε μία λέξη ενώ ένα εκατομμύριο άνθρωποι είναι στους δρόμους, [φανταστείτε την έκταση της διαφθοράς, ή μάλλον όχι, είναι πολύ δύσκολο και να την φανταστείτε….]

Ηλικιωμένες κυρίες και οικογένειες ανοίγουν τα διαμερίσματά τους στην αντίσταση. Δικηγόροι τρέχουν από αστυνομικό τμήμα σε αστυνομικό τμήμα, ώστε να διασφαλίσουν ότι όσοι προσάγονται είναι ασφαλείς και καλά. Οδηγοί φορτηγών αφήνουν τα οχήματά τους στη μέση του δρόμου, ώστε να εμποδίσουν τα τεθωρακισμένα της αστυνομίας να κινηθούν. Μουσικοί συρρέουν στη Gezi Commune, καλλιτέχνες, οικογένειες, παιδιά, γέροι, γυναίκες.
Θες να κάνεις κάτι αλλά χρειάζεσαι βοήθεια ; Έλα στη Gezi Commune αυτές τις μέρες, θα βρεις εκατοντάδες ανθρώπων έτοιμους να σας βοηθήσουν, πριν καν προλάβεις να τελειώσεις την πρόταση : ‘φίλε, υπάρχει κανείς που…’
Η κοινωνία της Τουρκίας ανακάλυψε τον εαυτό της, ξανά. Τα μάτια άρχισαν πάλι να λάμπουν. Οι άνθρωποι άρχισαν να βλέπουν – και το εννοώ, κυριολεκτικά – ο ένας τον άλλο, [όλοι τριγυρνούν στην κομμούνα του Gezi σαν χορευτές μπαλέτου, φροντίζοντας ο ένας τον άλλον].

Αλλά ποιος το έκανε όλο αυτό ; Πως οι Τούρκοι πολίτες που είναι πασίγνωστοι για το φόβο τους για την αναρχία και το πάθος τους για το κράτος έγιναν έτσι ;
Αυτή είναι η γαμημένη ουσία!
Πρώτα – Πως ;
Η απάντηση είναι εύκολη. Χάρη στον πρωθυπουργό. Οι άνθρωποι κουράστηκαν απ’ το να βλέπουν το ακραία αλαζονικό, αυθάδη, λαίμαργο και το ‘κάνω ότι θέλω και κανείς δεν μπορεί να με σταματήσει’ πρόσωπό του συνέχεια, ικανό ώστε να κάνει όλους τους θεσμούς [και ιδίως τα ΜΜΕ] και την γραφειοκρατία να γονατίζουν κυριολεκτικά μπροστά του, ο οποίος θεωρεί τον εαυτό του κάτι σαν Θεό….

Οι άνθρωποι κουράστηκαν να σκέφτονται ότι τίποτα δεν μπορεί ν’ αλλάξει, ότι η κοινωνία κάποτε θα σηκώσει ανάστημα, ότι δεν υπάρχει καμία ελπίδα ανάσχεσης της δύναμης από την αλαζονεία ενός άνδρα προς την νομιμότητα και ότι κάποτε ίσως οι άνθρωποι θα χαμογελάσουν ξανά.
Τα αλαζονικά του λόγια για το Gezi Park, μαζί με τους βουλευτές που στέκονται μπροστά στα μηχανήματα καταστροφής [που έδειξαν στους ανθρώπους ότι ‘όλοι μπορούμε’, χρωμάτισαν την πιο μεγάλη, την πιο ειρηνική και την περισσότερο ελπιδοφόρα εξέγερση στην ιστορία της Τουρκίας, ίσως και της Μέσης Ανατολής!

Και ποιος το έκανε; Αυτό είναι το πιο ενδιαφέρον σημείο. Όλοι αυτοί οι άνθρωποι που κατηγορούσαμε ότι είναι τόσο ηλίθιοι που μιλούν μόνο για ποδόσφαιρο. Όλοι αυτοί οι άνθρωποι που τους κοροϊδεύουμε επειδή πόσταραν μόνο το τι τρώνε στα Facebook. Είναι εδώ. Ορισμένοι ήδη μπροστά στα οδοφράγματα, άλλοι ήδη μέσα στην Κομμούνα, καθαρίζοντας και το παραμικρό σκουπιδάκι, μέχρι και τις γόπες που βρίσκονταν εδώ για χρόνια!
Δεν πρόκειται για εξέγερση. Είναι η μέρα γέννησης μιας αληθινής κοινωνίας. Άνθρωποι που νοιάζονταν ο ένας για τον άλλον, που τρέχουν να βοηθήσουν όποιον το έχει ανάγκη. Σε χτυπά κάποιος από τους εκατό χιλιάδες ανθρώπους κατά λάθος στο πόδι στη μέση του μικρού Gezi Park Commune; Οι άνθρωποι γίνονται τόσο ευγενικοί που σου ζητούν συγνώμη 5 φορές, μ’ένα μεγάλο χαμόγελο.

Ακόμη και οι γονείς μας που είδαν το πραξικόπημα της δεκαετίας του ’80 και φοβούνται τις διαδηλώσεις [ένας από τους λόγους που εξηγεί γιατί οι διαδηλώσεις δεν ήταν μεγάλες μέχρι τώρα] καλούν τους γιους και τις κόρες τους για να τους πουν : ‘είμαι περήφανος για σένα. Απλώς να προσέχεις, εντάξει;’
Η αναρχο-ουτοπιστική Κομμούνα επιτρέπει τα πάντα [ LGBTQ ανθρώπους να πορεύονται με αντικαπιταλιστές μουσουλμάνους, Κούρδους να διαδηλώνουν με Κεμαλιστές] εκτός από το Κράτος. Και η Ταξίμ δεν ήταν ποτέ τόσο ασφαλής. Ούτε έναν καυγά δεν είδα, αφού κάθε μικρή σπίθα αμέσως σβήνεται από τους ίδιους τους ανθρώπους.
Τα πάντα, όλα όσα μπορείτε να φανταστείτε ότι χρειάζονται σε μία πλατεία για να φιλοξενήσει ένα εκατομμύριο ανθρώπους προμηθεύονται, οργανώνονται και εκτελούνται από αν-οργανωμένους ανθρώπους. Εκπληκτικό. Αυτό είναι το πιο εκπληκτικό απ’ όλα.

Ο καθένας είναι χρήσιμος σε κάτι. Είσαι σκληροπυρηνικός αναρχικός έτοιμος να παλέψεις στα οδοφράγματα; Ή είσαι ένας 17χρονος που πρώτη φορά βγαίνει στους δρόμους; ή ένα ζευγάρι 70χρονων; Δυνατός; Αστείος; Ψηλός; Κοντός;…..
Είμαστε όλοι εξίσου σημαντικοί, για να γεμίσουμε ένα διαφορετικό κενό, ένα κενό που πρέπει να γεμίσει ώστε η αντίσταση και η κομμούνα να συνεχιστεί.
Εν τω μεταξύ άσχημα νέα έρχονται ιδιαίτερα από την Άγκυρα, το Εσκισεχίρ και τη Σμύρνη – πολλοί τραυματισμοί, χιλιάδες.
Η αστυνομία χρησιμοποιεί pentium gas και αέρια πιπεριού, και πλαστικές σφαίρες.

Και τέλος. Χθες βράδυ στα οδοφράγματα, η αστυνομία επιτέθηκε ξανά με μπουλντόζες και τεθωρακισμένα. Δεκάδες κάψουλες με αέρια πιπεριού εκτοξεύτηκαν, μια από αυτές χτύπησε τον διπλανό μου. Έπιασα το χέρι του και τρέξαμε μαζί στα τζαμιά που έχουν γίνει εθελοντικά ιατρικά κέντρα από τους γιατρούς. Αιμορραγούσε από το κεφάλι, τρέξαμε μέσα, ήρθαν οι γιατροί, το τραύμα των 4 εκατοστών στο μέτωπό του ‘αποκαταστάθηκε’. Προσπαθούσα να τον ηρεμήσω και να τον κάνω να χαλαρώσει στη διάρκεια της επέμβασης, λέγοντάς του ότι είναι καλά με την σχεδόν σβησμένη μου φωνή, από τις τρεις μέρες διαδηλώσεων.
Και μετά με κοίταξε και μου είπε κάποια πράγματα. Δεν έχει σημασία τι είπε, αυτό το βλέμμα – που ακόμα κάνει το πρόσωπό μου υγρό από τα δάκρυα γράφοντας αυτές τις γραμμές – αυτό το νόημα της ζωής, η πηγή του να χαμογελάς για πάντα.

Δεν μπορώ να βρω λέξεις που να αντανακλούν επαρκώς την ένταση των συναισθημάτων, της ευτυχίας, του ενθουσιασμού του να είσαι εδώ. Καμιά τέτοια λέξη δεν λέχτηκε ποτέ σ’ αυτούς τους τόπους, επειδή ποτέ τέτοια συναισθήματα δεν τα ‘νιωσε κανείς σ’ αυτούς τους τόπους.
Και τώρα, αρχίζουμε να μιλάμε. Με λέξεις που κανείς δεν είπε μέχρι τώρα. Για ένα κόσμο που κανείς δεν τον ονειρεύτηκε μέχρι τώρα. Από ανθρώπους που δεν είχαν μιλήσει μέχρι τώρα. Αρχίσαμε να μιλάμε τώρα. Για να μη σιωπήσουμε ποτέ ξανά.’

Καλή τύχη Durukan! και στα δικά μας! Ας εμπνεόμαστε κι ας παίρνουμε κουράγιο οι μεν από τους δε, προς ένα μοναδικό paradigm shift.
Tην αφοβιά φοβούνται μόνο, για να παραφράσω τον Γκάτσο στον ‘απαγορευμένο’ Κεμάλ !

Ταξιαρχίες, Φιόρε

  • Η ζωή συνεχίστηκε, για όλους μας.
    Οι σύντροφοί μου ζορίστηκαν περισσότερο, μακρύς ο δρόμος, ψηλά τα εμπόδια. Ήτανε όμως ξανά μαζί, οι περισσότεροι τουλάχιστον.
    Δύσκολο το έργο τους.
    Δύσκολο και το δικό μου.
    Διαφορετικές οι συνθήκες, του καθενός ο Γολγοθάς του φαίνεται αξεπέραστος, βαρύτερος.
    Ο δικός μου αλάφρωσε γρήγορα. Σαν να αυτοτιμωρήθηκα όμως αργότερα, με τις αρρώστιες και τα λοιπά. Για να τραβήξω κι εγώ ζόρια βαριά, όπως οι σύντροφοί μου!

Βλέπετε, ήρθε εκείνη η φανταστική περίοδος όπου ο ευλογημένος ο Τοτός μας παραχώρησε εκείνη την αυτόνομη γωνιά γης και θάλασσας να την ζήσουμε όπως επιθυμούμε, μέσα στην επαρχιακή μονοτονία. Μια μεγάλη παρέα φτιάχτηκε πάνω στο κύμα και την καυτή αμμουδιά, κάτω απ’ τον ίσκιο της λεύκας και του πλάτανου.
Μια εικοσαετία όπου η δουλειά είναι χαρά και διασκέδαση μαζί, δημιουργία αληθινή, γεμάτη απρόοπτα. Η μέρα κρύβει δεκάδες εκπλήξεις, κάθε μέρα καινούρια αρχή και τέλος,
διαφορετική από την προηγούμενη. Δεν υπάρχουν εξουσίες, δεν υπάρχουν αρχές παρά μόνο συνεργατικότητα, μοίρασμα και αλληλεγγύη.
Κατά το πλείστον δηλαδή διότι ο παρείσακτος, ο χοντρόπετσος, ο λουφατζής πάντα θα υπάρχει. Χάνονταν όμως στο σύνολο. Που αυτοσχεδιάζει καθημερινά.

Στον αέρα, στο νερό, στην άμμο, στο χορτάρι
μες τα λουλούδια και το πράσινο, αυτόνομοι, ανεξάρτητοι ξανά, μ’έναν άλλο, ξεχωριστό τρόπο, για κάμποσους μήνες τον χρόνο.
Απλά έπρεπε να ξεχειμωνιάσουμε κιόλας, όπως-όπως.
Αυτό είναι το ζόρι, να περάσει ο χειμώνας.
Ευχάριστο το θεατρικό διάλειμμα, κράτησε όμως λίγο.
Μιά υπέροχη εικοσαετία όπου γνώρισα και με γνώρισαν εκατοντάδες άνθρωποι.
Διαμάντια και χαλίκια υπάρχουν παντού, το ίδιο συμβαίνει κι εδώ.
Μου κράτησαν συντροφιά εξαιρετικά παιδιά, απ’ όλες τις κοινωνικές κατηγορίες. Τους ευχαριστώ όλους γιατί μου έδωσαν πολλά, και το κυριότερο, γιατί με ανέχτηκαν, τις ιδιοτροπίες και τα ξεσπάσματά μου.

Το μαγιό ξέρετε εξισώνει τις κοινωνικές αντιθέσεις, ξεβράκωτοι είναι όλοι ίδιοι!
Έδωσα κι εγώ μπόλικα. Δεν μπόρεσα ίσως αυτά που θα ήθελα περισσότερο, το έκανα όμως μ’ ένα διαφορετικό τρόπο. Προσαρμόζεται ο άνθρωπος στις συνθήκες και μαθαίνει να είναι αντισυμβατικός σύμφωνα με τις περιστάσεις, με τον τρόπο που τον παίρνει.
Νομίζω πως τα κατάφερα.
Κάθε τι ωραίο έχει κι ένα τέλος.

Η ΕΞΈΓΕΡΣΗ ΠΟΥ ΚΡΆΤΗΣΕ ΧΡΌΝΙΑ ΕΊΧΕ ΈΝΑ ΤΈΛΟΣ ΠΙΚΡΌ.
Τα καλοκαίρια στο Εστέλλα όχι .

Εκεί μες το νυχτερινό τρίγωνο του διαβόλου Salina – Enjoy – Blue Bay, τα τρία νυχτερινά κλαμπ της πόλης με τη μεγαλύτερη κίνηση που μάζευαν όλη την αφρόκρεμα της περιοχής και όχι μόνο, Το κάμπινγκ μάζευε όλο τον κόσμο την ημέρα, κυριολεκτικά όλο τον κόσμο, μα όλον, ήταν όλοι εκεί!

Η κατάσταση είχε αρχίσει να φθίνει σιγά-σιγά, φυσιολογική φθορά πες το,
οι συνθήκες που άλλαξαν δραματικά μετά τον πόλεμο στη Γιουγκοσλαβία μας προετοίμασαν .
Την εγκαταλείψαμε μόνοι μας, ήταν αναπόφευκτο.
Μετά Θεσσαλονίκη, και ξανά πίσω.
Κάθε καινούρια εμπειρία μου μάθαινε πολλά.

Χθες πέρασα πάλι απ’ τον κυρ Δημήτρη και τον χαιρέτησα, έγινε πλέον 91 χρόνων και μισότυφλος, μούσφιξε το χέρι στοργικά, ήταν και η Έλλη μαζί μου, συγκινήθηκε, του υποσχέθηκα σε λίγες μέρες να επιστρέψω για να πιούμε τσιπουράκι να τα πούμε για τα καλά, δεύτερος πατέρας μου στάθηκε στα χρόνια τα παλιά, τα καλά και για μένα και γι αυτόν, 12 εκατομμύρια έφαγα εδώ μέσα Μιχάλη μου μου είπε, πάνε όλα τα λεφτά, δεν έχω πλέον μια, όμως ούτε ένα φτωχαδάκι δεν καταχράστηκα, έδωσα δουλειά σε πολλούς, τάισα δεκάδες, μόνο από πλούσιους επήρα, το ξέρω κυρ Δημήτρη του είπα, βοήθησες πολλούς, κι εσύ Μιχάλη, εγώ δυο τρεις Τοτέ του λέω εσύ δεκάδες! κι έφυγα, σύντομα, ελπίζω, θα επιστρέψω, παρ’ τηλέφωνο πρώτα, να είμαι καλά, αλλιώς δεν έχει αξία, εντάξει; εντάξει

How you remind me, Nickelback.

  • Να ανοίξω την αγαπημένη μου παρένθεση για να μη ξεχάσω να αναφέρω δύο σημαδιακά γεγονότα.
    Το πρώτο δεν έχει αναφερθεί καθόλου μέχρι σήμερα.
    Το διάστημα ανάμεσα στις εδώ δύο ποινικές διώξεις ήρθε ένα πρωϊνό από την Ιταλία η μητέρα της Τζιοβάννα, αγαπημένης μου φίλης, να μου ζητήσει μία μεγάλη χάρη. Η κόρη της τραβιόταν στις φυλακές και κινδύνευε με πολλά χρόνια καταδίκης εξ αιτίας της μαρτυρίας του Σαβέριο,
    μοναδικής,
    όπου με λίγα λόγια την κατηγορούσε πως η ομάδα μας στην οποία σύμφωνα πάντα με τα λόγια του ανήκε, την έστειλε, εγώ για την ακρίβεια, να κάνει αυτοψία σε ένα κτηματικό γραφείο.

Δεν το σκέφτηκα δευτερόλεπτο, έκανα μία δήλωση την οποία επικυρώσαμε στο Ιταλικό Προξενείο στη Θεσσαλονίκη, με την οποία αρνούμουν κατηγορηματικά πως έστειλα το κορίτσι οπουδήποτε, διαψεύδοντας τον συγκεκριμένο.
Τι απέγινε με την Τζιοβάννα δεν θυμάμαι, θα μάθω όμως κάποια στιγμή, πολύ σύντομα μάλιστα.
Το δεύτερο έχει να κάνει με το ατυχές γεγονός του ταξιδιού στη Γερμανία που επιχείρησα,κόντρα σε όλα τα ‘προγνωστικά’ ας πούμε.
Ποτέ δεν κατάλαβα τι με ώθησε να κάνω εκείνη την κίνηση, σχεδόν αυτοκτονική.

Ήταν σίγουρα μία πολύ τραυματική εμπειρία, σχεδόν είκοσι χρόνια αφ’ ότου είχαν γίνει τα γεγονότα που οδήγησαν στη σύλληψη, τη φυλάκιση, τη νέα δικαστική μου περιπέτεια κλπ. Τα έχουμε αναφέρει σε άλλο μας πόνημα,δεν χρειάζεται να επαναλάβω τίποτα.
Αυτή είναι η παρένθεση.

Lola, the Kinks.

Οι κυβερνήσεις, πράσινες και γαλάζιες, έχουν εν τω μεταξύ βυθίσει την χώρα στον ατομικισμό και τον καταναλωτισμό, κάτω από τις διαταγές των ‘αγορών’,ώσπου η παγκόσμια καπιταλιστική φούσκα σκάει με πάταγο.
Έχουμε εδώ την εξέγερση των νέων του 2008 και την αντεπίθεση του κεφαλαίου που κορυφώνεται με την είσοδο της χώρας στα μνημόνια. Την πολυμέτωπη επίθεση προς τον αντιεξουσιαστικό χώρο που μόνος-ολομόναχος κρατάει σηκωμένη τη σημαία της αντίστασης
για να φτάσουμε πλέον στην ωμή καταστολή οποιασδήποτε φωνής ανυπάκουης,
ενάντια στην ανυπακοή και αυτονομία,
μιας και όλες οι παραδοσιακές δυνάμεις,οργανώσεις και δομές της καθεστωτικής αριστεράς και των συνδικάτων σιωπούν εκκωφαντικά, ευρισκόμενες σε πλήρη αδράνεια.

Έχουμε ένα εμφανέστατο πραξικόπημα ενάντια στις εκφράσεις της αστικής, ψευτο αντιπροσωπευτικής, ψευτοδημοκρατίας.
Που στην πραγματικότητα δεν είναι τίποτα περισσότερο από μία σύγχρονη φεουδαρχία.
Υπήρξε ενδιάμεσα το κίνημα των πλατειών το οποίο εξουδετερώθηκε λίγο μετά την γέννησή του μέσα στα δακρυγόνα με τα οποία κυριολεκτικά το έπνιξαν οι δυνάμεις καταστολής. Και στο ξύλο, άφθονο ξύλο, ωμή βία, χωρίς διακρίσεις.
Πνίγηκε και στις εσωτερικές του αντιθέσεις. Κίνημα πολυσυλλεκτικό, όπου το πρόταγμα της άμεσης δημοκρατίας που φάνηκε να κυριαρχεί στην αρχή, δεν κατάφερε να οργανώσει τον κόσμο σε μόνιμα και σταθερά αυτοδιαχειριζόμενα σχήματα δομών αλληλεγγύης με μαζικότητα και συνέχεια!

Κι έμειναν για μία ακόμη φορά μόνοι τους οι αντιεξουσιαστές να προσπαθούν αυτό που μοιάζει αδύνατο, αυτή τουλάχιστον τη στιγμή που μιλάμε.
Με όλες τις αντιθέσεις που έχει στο εσωτερικό του αυτός ο ανομοιογενής χώρος.
Από εδώ και από εκεί, σκόρπια, θα γεννηθεί, θα γιγαντωθεί, θα εκραγεί και θα πλημμυρίσει το μέλλον το ανατρεπτικό, ριζοσπαστικό, απελευθερωτικό του ανθρώπου αυτόνομο κίνημα που θα καταργήσει την εκμετάλλευση και θα δώσει ξανά στον λαό τη φωνή του και την εξουσία, μέχρι να καταργήσει και αυτής την ανάγκη!
Λευκίμη, Κερατέα, Ιερισσός, Βίλα Αμαλία και δεκάδες άλλες Βίλλες διασκορπισμένες στο Αθηναϊκό και Ελλαδικό Παγκόσμιο χωριό δείχνουν τον δρόμο.

‘Λαός ενωμένος ποτέ νικημένος’ φώναζαν οι Χιλιανοί σύντροφοι,από την μία πλευρά, και τους απαντούσαν απ’ την άλλη πως ‘λαός αρματωμένος ποτέ νικημένος’.

post image

Born in the usa, Bruce Springsteen.

Ταξιαρχίες,

  • Δεν βγήκε ακόμη ο μάϊος. Πριν λίγες μόνο μέρες γιορτάσαμε την ‘εργατική πρωτομαγιά’, πανάθεμα μας. Μεγαλύτερο μνημόσυνο δεν έχω ξαναδεί, σύμφωνα με τα λεγόμενα δηλαδή, μιας κι εγώ εμπύρετος ήμουν στο κρεβάτι
    σας ρωτάω όμως
    εκείνον τον Αλέκο Παναγούλη τον θυμήθηκε κανένας, αν εξαιρέσουμε δέκα καλούς φίλους και συντρόφους του;
    Βλέπετε, τα κόμματα που χειραγωγούν τις μάζες – και μοιράζονται την εξουσία που τους επιτρέπει να διαχειρίζονται το κεφάλαιο – και τις κατευθύνουν, είναι εχθροί τέτοιων ανθρώπων.
    Έκαναν το παγώνι λοιπόν.

Τέτοια μέρα λοιπόν ένας απ’ τους μεγαλύτερους σύγχρονους ήρωες άφηνε την τελευταία του πνοή το μακρινό ’76.
Δεν τον θυμούνται γιατί ήταν ανεξάρτητος, αυτόνομος. Δεν ανήκε σε κόμμα, και για τέτοιους ανθρώπους επιβάλλουν την λήθη
κι ας ήταν ο μόνος που στην χούντα αντιστάθηκε έμπρακτα, ένας από τους ελάχιστους μάλλον,
απέτυχε να τινάξει στον αέρα τον ηγέτη της,
βασανίστηκε αγριότατα, καταδικάστηκε δις εις θάνατον και δεν εκτελέστηκε χάρη στην τεράστια διεθνή κινητοποίηση. Θάφτηκε ζωντανός σε κελί, απομονωμένος από τα πάντα και τους πάντες, έφτασε στο σημείο να γράφει ποιήματα χρησιμοποιώντας για μελάνι το αίμα του στους τοίχους των φυλακών Μπογιατίου, όταν για σπάσιμο του πήραν το χαρτί και το μολύβι.

Θέλουν να τον οδηγήσουν στη λήθη γιατί δεν ανήκει σε κόμμα.
Αυτοί είναι οι δικοί μας ήρωες κύριοι.
Ήταν έτοιμος να καταθέσει φάκελλο όπου αποδείκνυε την συνεργασία της χούντας με ενεργούς, γνωστούς πολιτικούς της τότε εποχής,
χαρακτήρισε τον Ανδρέα Παπανδρέου ‘σύγχρονο Μουσολίνι΄, αρνήθηκε να συνεργαστεί μαζί του,
παράτησε την Ένωση Κέντρου γιατί ο πρόεδρός της είχε συνεργαστεί με την χούντα.
Ετοιμαζόταν να καταθέσει και φάκελλο για τα βασανιστήρια που η χούντα χρησιμοποίησε για να εξοντώσει τους πολιτικούς της αντιπάλους.

Άσε που είχε καταφέρει ν’ αποδράσει δυο φορές από τις φυλακές, βασανισμένος, εξουθενωμένος.
Αυτοεξορίστηκε, όταν η χούντα τον απελευθέρωσε, ύστερα από την ύστατη προσπάθεια φιλελευθεροποίησης που προσπάθησε, κάτω από την διεθνή πάντοτε πίεση, στην Φλωρεντία. Σύντομα όμως επέστρεψε κρυφά στην χώρα για να οργανώσει την αντίσταση. Τότε που ο ‘Λαός’ ροχάλιζε βαριά αφήνοντας τους φοιτητές σχεδόν μονάχους να προσπαθούν να βγάλουν το φίδι απ’ την τρύπα!
Δεν κατάφερνε βλέπετε να ησυχάσει. Όταν έχεις το σαράκι να σε τρώει μέσα σου……….

Έχασε τη ζωή του σε αυτό το παράξενο ατύχημα στην Λεωφόρο Βουλιαγμένης, οι φάκελλοι του ως δια μαγείας εξαφανίστηκαν, η απάτη κουκουλώθηκε μιας και όλοι τα έκαναν μεταξύ τους πλακάκια, ο μηχανισμός παρέμεινε ανέπαφος και ανέγγιχτος, την πλήρωσαν δέκα μεγαλόσχημοι μονάχα, και ούτε γάτα ούτε ζημιά.
Γι αυτό λοιπόν κι εγώ του κάνω το μνημόσυνο με ένα ποίημα τεράστια αλήθεια, που όσο κι αν την ξορκίζουμε αυτή πάντα επιστρέφει για να μας θυμίσει τα αυτονόητα. Δυστυχώς ή ευτυχώς :

Πάλης ξεκίνημα
νέοι αγώνες
οδηγοί της ελπίδας
οι πρώτοι νεκροί.
Όχι άλλα δάκρυα
κλείσαν οι τάφοι
λευτεριάς λίπασμα
οι πρώτοι νεκροί.
Λουλούδι φωτιάς
βγαίνει στους τάφους
μήνυμα στέλνουν
οι πρώτοι νεκροί
Απάντηση θα πάρουν
ενότητα κι αγώνα
για να βρουν ανάπαυση
οι πρώτοι νεκροί.
στίχοι Αλέκος Παναγούλης τραγούδι Μαρία Φαραντούρη μουσική Μίκης Θεοδωράκης.

ότι αξίζει πονάει, κι είναι δύσκολο! έγραψε ένας άλλος ποιητής.

»τα δάκρυα που από τα μάτια μας

Θα δείτε να τρέχουν

Μην πιστέψετε ποτέ

πως είναι σημάδια απόγνωσης

Υπόσχεση είναι μοναχά

Υπόσχεση αγώνα’

Αλέξανδρος Παναγούλης

  • Και ξαναγυρίζοντας στην εξεγερμένη Τουρκία του Ιουνίου ’13 :
    ‘Κοιμήθηκα μόλις 5 ώρες μέσα σε 3 ημέρες. Με ψέκασαν με δακρυγόνα αμέτρητες φορές, ρίσκαρα τον θάνατό μου 3 φορές. Και ξέρετε τι λέει ο κόσμος; Παράτα τα, εσύ θα είσαι που θα σώσεις την χώρα;
    Ναι, και αν δεν την σώσουμε εμείς, θα πεθάνουμε όσο το προσπαθούμε.
    Είμαι τόσο κουρασμένος που έχω πιει 7 ενεργειακά ποτά και 9 παυσίπονα σε 3 μέρες, η φωνή μου έχει κλείσει αλλά θα είμαι ξανά στην πλατεία σήμερα στις 6. Απλά για την επανάσταση.’
    Το μήνυμα που άφησε στο Facebook ο 22άχρονος διαδηλωτής Αμντουλάχ Κομέρτ, ο οποίος έπεσε νεκρός από σφαίρα στο Χατάι της Τουρκίας.

Μαρία Δημητριάδη _ Χρέος (Γ.Ρίτσος)

μιχαλης 000

Μίσσιου “Χαμογέλα ρε, τι σου ζητάνε?”

Σχετική εικόνα

 

συνεχίζεται

τα βιβλία του μιχάλη, i libri di michele

ΛΛ. στη χώρα του ποτέ…ή 11

»Σε αυτή την περίοδο υπήρχαν ήδη πράξεις που διεκδικούνταν απ’ τις Ομάδες και φαινόταν καθαρά ότι ο Μίκης ήταν μέσα σε μία δομή καλά καθορισμένη που διαρθρωνόταν μέσα στις ομάδες.
Μία παραπέρα προσπάθεια ανάμιξης ήταν ο προγραμματισμός μιας απαλλοτρίωσης στην οποία και η ομάδα μας θα έπρεπε να συμμετάσχει. Οι στόχοι μου υποδείχθηκαν από τον Μίκη και τον Νάκη, σε συνάντηση που είχαμε στον πρώτο όροφο της αρχιτεκτονικής σχολής. Δύο καταστήματα ρούχων και παπουτσιών στην οδό τάδε. Αυτοί θέλανε να σηκώσουμε πράγματα και χρήματα, εγώ έλεγα να αφήσουμε συμβολικό αντίτιμο.

Άλλη διαφορά. Αυτοί σκεφτόντουσαν να μπούνε μέσα λίγα άτομα, πολύ αποφασισμένα, που έπρεπε ν’ ακινητοποιήσουν υπαλλήλους και πελάτες με κολλητική ταινία. Εγώ έλεγα να γίνει μαζική είσοδος και να γίνει αυθαίρετη μείωση.
Κατέληξαν στη θέση μου γιατί διαφορετικά τους είπα πως δεν θα συμμετείχαμε.
Τα γκρούπ ήταν του Συσσιτίου, της Αρχιτεκτονικής και ένα επονομαζόμενο ‘Επιτροπή Νέων’.
Του Φοιτητικού Εστιατορίου είχε επικεφαλής τον Μίκη, εκείνο της Αρχιτεκτονικής τον Νάκη.
Άλλα γκρούπ με 70 έως 80 άτομα θα φρουρούσαν τις παρακείμενες περιοχές ώστε να δώσουν αφορμή για συμπλοκές πεζοδρομίου όπου θα επενέβαινε η αστυνομία.

Είμαστε επί τόπου με στόχο το κατάστημα ρούχων όταν ακούστηκε η φωνή πως οι άλλοι που δρούσαν στο μαγαζί με τα παπούτσια θα έκαναν απαλλοτρίωση με όλη την σημασία της λέξης και πως υπήρχαν και οπλισμένοι.
Αυτό προκάλεσε τη διακοπή της επιχείρησης.
Σε εκείνη την περίπτωση ο Μίκης και ο Νάκης είχαν κάνει λόγο για ομάδα ένοπλης κάλυψης, είπαν ότι σε περίπτωση ανάγκης θα ήταν σε θέση να σηκώσουν το επίπεδο της σύγκρουσης. Είδα στο Μπόργκο Αλμπίτσι για πρώτη φορά αυτόν που στη συνέχεια έμαθα ότι ονομαζόταν Κώστας, θυμάμαι έκανε βόλτες με ένα κορίτσι.»
‘Αυτά συμβαίνουν τον Νοέμβρη του ’77.
Επιδεινώθηκαν οι σχέσεις μας.

Έγιναν συζητήσεις και βγήκε προς τα έξω ότι στην ουσία τα γκρούπ στα οποία ήταν επικεφαλής ο Μίκης έδιναν πίστη για δυνατότητες της ομάδας μου οι οποίες στην πραγματικότητα δεν υπήρχαν.
Πίστευαν δηλαδή πως ακόμη από την εποχή του Συνεχή Αγώνα είχαμε κρατήσει όπλα, εκρηκτικά,ντοκουμέντα αντιπληροφόρησης που παλαιότερα ανήκαν σε αυτόν και έμειναν σε εμάς μετά την διάλυσή του, όπως και μία ικανότητα στρατιωτικού τύπου [χρήση όπλων και εκρηκτικών.]
Όπως και το ότι είχαμε ικανότητα συσπείρωσης προσωπικοτήτων που ανήκαν στο κίνημα.
Η αλήθεια ήταν πως τίποτα από τα δύο δεν ίσχυε.
Γεννήθηκαν λοιπόν οι διαφωνίες και οι δυό τους πρότειναν να κρατούν επαφές όχι μόνο μ’ εμένα αλλά και με τους άλλους της ομάδας.
Οι άλλοι δεν συμφώνησαν.’

‘Μου ανέφεραν για την διοίκηση των ομάδων, εδαφική δομή που δρούσε σε όλη την πόλη. Έμαθα πως κάθε ομάδα έκφραζε έναν εκπρόσωπο στο εσωτερικό της διοίκησης. Ποτέ δεν έμαθα πόσες είναι οι ομάδες, ήξερα όμως πως η επιτροπή συσσιτίου έκφραζε δύο ομάδες και άλλες δύο η αρχιτεκτονική. Καθεμιά ομάδα αποτελούνταν από πέντε έως επτά άτομα. Πιστεύω πως μία ομάδα εκφραζόταν από την επιτροπή νέων. Μία ομάδα θεωρούνταν η δική μας,από την οποία ζητούσαν κάποιος να μπει στην διοίκηση των ομάδων, σύντροφος με πολιτική πείρα επαρκή, και προσωπικότητα με παρελθόν που να μην τον εξέθετε στην προσοχή των οργάνων της αστυνομίας.
Στην πραγματικότητα λοιπόν κανείς από εμάς δεν πήρε μέρος σε συγκέντρωση της διοίκησης γιατί είμαστε αρκετοί που είμαστε γνωστοί στην αστυνομία, μιας και οι λιγότερο γνωστοί δεν είχαν αρκετή πολιτική πείρα.

Βρήκαμε λοιπόν ένα σύστημα για να προωθηθεί η μέγιστη ομοιογένεια κατεύθυνσης ανάμεσα στην ομάδα μας και τις υπόλοιπες. Την μέρα που συγκεντρωνόταν η Διοίκηση εγώ φρόντιζα να μαζεύω το δικό μου γκρούπ. Έτσι ο Μίκης, ο Νάκης ή και οι δύο με συναντούσαν μόλις η συνάντησή τους τελείωνε, μου εξέθεταν τα θέματα που είχαν κουβεντιάσει και τις αποφάσεις που είχαν παρθεί, μου μετέφεραν τους προσανατολισμούς που πρόβαλαν μέσα στη Διοίκηση και στο εσωτερικό του γκρούπ μου, συζήτηση που συχνά έφερνε στο φως διαφορές δεμένες κατ’ ουσίαν με τον διαφορετικό τρόπο προεικόνισης των μεθόδων επίτευξης των στόχων.

Εγώ μετά εξέθετα στους συντρόφους μου τις λύσεις που είχαν υιοθετηθεί από την Διοίκηση, κι εμείς, παρόλο που εξασφαλίζαμε ένα επίπεδο αυτονομίας προσπαθούσαμε να γίνουμε όσο περισσότερο ομοιογενείς με τις κατευθύνσεις της διοίκησης.
Ο Νάκης μου είπε πως έπαιρνε μέρος στη Διοίκηση.
Ο Μίκης δεν μου το είπε ποτέ
αλλά ήταν φανερό ότι έπαιρνε μέρος κι αυτός γιατί αν μη τι άλλο ήταν πάντα σε θέση να μου διηγηθεί εκείνο που είχε συμβεί στις συναντήσεις της Διοίκησης, άσε που οι θέσεις του ενός και του άλλου ταυτίζονταν.
Οι συναντήσεις διεξήγοντο στις βάσεις των ομάδων αλλά ποτέ δεν γνώρισα καμιά από αυτές καθ’ όσον θα έπρεπε να μείνουν μυστικές σ’ όποιον δεν είχε μακριά αγωνιστική θητεία στις πιο σπουδαίες δομές των ομάδων.

Συναντούσα τον Μίκη κι τον Νάκη κάτω από τις καμάρες στην πλατεία ντέλλα Λιμπερτά και κάποια στιγμή με συνόδεψαν με το κόκκινο αυτοκίνητο του Μίκη που είχαν παρκαρισμένο στην οδό Πίππο Σπάνο.’
‘Τα γεγονότα για τα οποία μιλάμε φτάνουν λίγο πριν το τέλος του ’77.’

Μορούτσι, 1

‘Τότε άρχισαν να με προμηθεύουν με ντοκουμέντα που πολυγραφούντο στο Τορίνο με υπογραφή ‘Προλεταριακές Ομάδες Μάχης.’
‘Ιδιαίτερα θυμάμαι ένα που πραγματευόταν την δομή της ομάδας. Οι βασικές αρχές ήταν πως καθεμιά έπρεπε να είναι αυτάρκης και να διαθέτει τρεις βασικούς τομείς :
-έναν τεχνικό,επιμελητειακό
-έναν αντιπληροφοριακό και
-έναν επιχειρησιακό.
Ο πρώτος αφορούσε τον εξοπλισμό, την φύλαξη και την συσσώρευση των όπλων, των εκρηκτικών κλπ. Έπρεπε λοιπόν κάποιος να ειδικευτεί σε αυτά τα θέματα σε ένα κύκλο μαθημάτων. Εδώ επίσης είχε ανατεθεί και η μελέτη των συστημάτων παρακώλυσης των επικοινωνιών της αστυνομίας.

Ο δεύτερος τομέας έπρεπε να αποκτάει πληροφορίες για τις δυνάμεις της καταπίεσης και όχι μόνο, γινόταν αναφορά στο ‘κοινωνικό μπλόκ’, καταστηματάρχες ας πούμε που οπλίζονταν πχ.
Ο τρίτος προοριζόταν για την υλική εκτέλεση των επιχειρήσεων.
Η βάση φυλασσόταν από ένα μόνο άτομο και κάθε ομάδα διέθετε περισσότερες βάσεις. Άτομο πλατιά διαθέσιμο και πολιτικά έμπιστο.
Αναφέρονταν στους υποστηριχτές επαγγελματίες όπως γιατροί, δικηγόροι και παρόμοιοι
και προλετάριοι που κατοικούσαν στις λαϊκές συνοικίες.
Ένιωθαν τις προλεταριακές συνοικίες σαν απελευθερωμένα εδάφη
και φυσικά άλλο βάση εννοούμενη σαν αποθήκη υλικού και άλλο η βάση που το γκρούπ έκανε τις συναντήσεις του.
Η ομάδα μας ποτέ δεν κατάφερε να κάνει μια παρόμοια διάρθρωση’.
‘Υπήρξε ανάμεσά μας ένας χωρισμός καθηκόντων, σε θεωρητικό επίπεδο. Σε μένα ανατέθηκε εκείνο της αντιπληροφόρησης και το τεχνικο-επιμελητειακό, στον Φαίδωνα το επιχειρησιακό.’

Μιλά μετά για την έννοια διπολικότητας στην οποία αναφέρθηκε εκφράζοντας την σχέση ανάμεσα στην οργάνωση Πρώτη Γραμμή και των Προλεταριακών Ομάδων Μάχης.
Η πρώτη λειτουργεί στο ένοπλο κόμμα
οι δεύτερες στην επέκταση της πάλης των μαζών.
‘Προσθέτω ότι στην διοίκηση των ομάδων και σε κάθε μία ομάδα μπορούσαν να υπάρχουν μέλη της Π.Γ. με την διαφορά ότι αυτή τους η ιδιότητα παρέμενε άγνωστη στα άλλα μέλη της Διοίκησης ή της ομάδας’.
‘Πάντα από τον Μίκη και τον Νάκη πήρα το καθήκον να μελετήσω ένα οπλοπωλείο ή ένα μεγάλο συλλέκτη για να βρούμε όπλα αλλά μετά έφτασε εντολή που ακύρωσε την πρώτη γιατί όπλα είχαν πλέον αγοραστεί’.

‘Μετά μου ειπώθηκε από αυτούς τους δύο για μιά εκστρατεία που έπρεπε να πραγματοποιηθεί κατά της Χριστιανικής Δημοκρατίας και μου ανατέθηκε και στο γκρούπ μας να μελετήσουμε μία έδρα.
Με δύο τρόπους δρούσαμε
ή ταυτόχρονα σε πολλούς στόχους μιας ορισμένης κατηγορίας
ή κλιμακώνοντας τα σε διαφορετικές μέρες με μία τελική διεκδίκηση.
Αυτός ο δεύτερος ήταν περισσότερο λειτουργικός διότι εάν κάποιος συλλαμβάνονταν δεν θα γίνονταν η διεκδίκηση ώστε το γεγονός να φαίνεται πως μοιάζει με ατομική πρωτοβουλία και όχι από ομάδα. Άσε που ξεγελιόνταν έτσι και οι δυνάμεις της αστυνομίας που δεν θα περίμεναν περαιτέρω επεισόδια την επομένη κλπ.’
‘Δεν κάναμε τίποτα τελικά διότι μας φάνηκε σαν ντιρεκτίβα αυτή η εκστρατεία που δεν προήλθε από συζήτηση.’

την επομένη συνεχίζει:
αναφέροντας πως το κόκκινο αυτοκίνητο δεν ήταν δικό μου, αλλά του Νάκη.
‘Είμαστε στα τέλη του ’77, αρχές του ’78, η ομάδα μας βρίσκεται σε κατάσταση σύγχυσης, κάποιοι απομακρύνονται κι εγώ συλλαμβάνομαι για εξύβριση τροχονόμου, μαζί με τον Πέτρο.Έμεινα στις Μουράτε για μία εβδομάδα,όπου ήταν και ο Ντίνος και δυο- τρείς ακόμη, ο ένας είχε συλληφθεί κατά τη διάρκεια ένοπλης συμπλοκής και λέγονταν Νότης, οι άλλοι Παύλος και Ερμής. Αυτά τα άτομα, αν και με κατηγορούσαν ότι έπεσα στα χέρια της αστυνομίας για ένα κοινό επεισόδιο, μου συμπαραστάθηκαν να ξεπεράσω τις δυσκολίες της φυλακής, δίνοντάς μου για παράδειγμα τρόφιμα.

Γίνονταν συζητήσεις πολιτικού χαρακτήρα αλλά ο Ερμής μιλούσε περισσότερο για θέματα που αφορούσαν την μάχη, αναφερόμενος μεταξύ άλλων στην ανάγκη να βγάλουμε συντρόφους από την φυλακή. Θυμάμαι ότι μιλούσε για την αναγκαιότητα απελευθέρωσης του κρατούμενου προλεταριάτου
΄όπως επίσης στην αναγκαιότητα να εναντιωθούν στις υπερφυλακές που ξεκινούσαν να κτίζονται έξω από την πόλη.’
‘Είχαν χρηματική άνεση, έδωσαν χρήματα σε ένα μικροκλέφτη όταν βγήκε από την φυλακή. Μου έδωσαν να καταλάβω πως υπήρχαν στενές επαφές μεταξύ εξωτερικού και εσωτερικού περιβάλλοντος. Είχαν ένα ραδιοκασσετόφωνο στο κελί του Νότη και του Παύλου και δεν άλλαζαν ποτέ σταθμό, ούτε καν το ακουμπούσαν.
Κρατούσαν αρνητική στάση προς συγκεκριμένους.
Λίγες μέρες μετά βγήκα όπως και ο Πέτρος που φαινόταν πολύ αποπροσανατολισμένος.’

‘Τότε έγινε το επεισόδιο – προσπάθεια απελευθέρωσης κρατουμένων και πιαστήκαμε από τους καραμπινιέρους που νόμισαν πως είχαμε κάποια ανάμιξη. Μας άφησαν όμως γρήγορα, μάλιστα μου είχαν βρει στην τσέπη ένα γραμμάριο χασίς’.

‘Ξανάρχισαν οι επαφές με τους δύο και μου είπαν πως έπρεπε να ξεκινήσει μία καμπάνια ενάντια στις αστυνομικές δυνάμεις, κρατικές και ιδιωτικές. Εγώ προσπάθησα να ξαναστήσω την ομάδα μου στα πόδια της’.
Αναφέρεται λοιπόν,ύστερα από υπόδειξη του Νάκη, στους σταθμούς Τροχονόμων και Αστυνομίας στις Κούρε, για τους οποίους μιλήσαμε. Λέει για κάποιες επιχειρησιακές λεπτομέρειες, πως προτάθηκε ένας χώρος στάθμευσης αυτοκινήτων αστυνομίας ή καραμπινιέρων προς την Περέτολα, και πως ο Νάκης τον διαβεβαίωσε πως θα του έδινε έναν οπλισμένο άνδρα για προκάλυψη.Θα χρησιμοποιούσαν δυναμίτες που θα τους δίναμε εμείς, σε μάτσα των πέντε, και θα τους πετούσαν πάνω από τον τοίχο της περίφραξης, τοποθετούμενοι σε ένα υπερύψωμα, περνώντας από τα γειτονικά κτίρια.

‘Με εφοδίασε με σκόνη, φυτίλι και εκπυρσοκροτητές,μαζί με οδηγίες.’ Η παράδοση έγινε όταν συνάντησα στο μπάρ Σαν Γκάλλο τον Νάκη που μου είπε ότι θα έβρισκα το υλικό κοντά στο αμάξι μου. Πράγματι, το βρήκα και το έκρυψα κάτω από την γέφυρα του σιδηροδρόμου στις Κούρε.’
Χρησιμοποίησαν τα υλικά και έφτιαξαν τις βόμβες, ονοματίζει τους συνεργάτες του,Φαίδωνα, Σπανό, Λάκη και Ανδρέα.
και λέει ,’όσο κι αν του στοιχίζει ακριβά’, πως η διεκδίκηση έγινε από την γυναίκα του.
Συνεχίζει επαφές με τον Ντίνο ‘που όταν έμαθε πως ήμουν παντρεμένος με ρώτησε εάν έχω ανάγκη από χρήματα, διέθεσε κι ένα δωμάτιο του σπιτιού του σε δύο συντρόφους της ομάδας μας που ξέμειναν, τον Σπανό και τον Πέτρο, στην πλατεία Τζιορτζίνι.’

Πήγαν να κάνουν αυτοψία σε ένα αστυνομικό σταθμό στην Περέτολα, τέσσερις, μεταξύ των οποίων ο ένας θα μπορούσε να ήμουν εγώ. Μπήκαν σε μονόδρομο και τους σταμάτησαν ζητώντας στοιχεία. Ο Φαίδων και ο Σπανός ήταν οι άλλοι δύο.’Πήραμε την οδό Νόβολι και μετά μπήκαμε στην οδό Μπαράκκα από τον μονόδρομο’.
‘Η ομάδα μας δεν τα πήγαινε καλά, μας ενοχλούσε ο τρόπος που γίνονταν όλα αυτά, έτσι η απόπειρα δεν είχε το προβλεπόμενο αποτέλεσμα.’

‘Τότε ο Σπανός άρχισε να έχει επαφές με τον Μίκη και ήταν συχνά μαζί του η Ροσσάνα. Εγώ σταμάτησα να τον βλέπω και τον αντικατέστησε ο Κώστας που μου συστήθηκε από τον Νάκη σαν μέλος των Ομάδων.
Αυτός λοιπόν μου έλεγε πως καλές και σπουδαίες οι ομάδες, τουλάχιστον εννοούμενες σαν έκφραση της παρανομίας των μαζών, αλλά περισσότερο είχε σημασία το οπλισμένο κόμμα, του οποίου οι ομάδες είναι μία στρατηγική στιγμή. Έλεγε πως οι ομάδες δεν είναι το πάν,μιάς και η καταπίεση-καταστολή αυξάνονταν. Έπρεπε λοιπόν να ενισχυθεί το οπλισμένο κόμμα.
Εγώ είχα παθητική συμπεριφορά που πιθανώς να την εξέλαβε σαν συγκατάθεση.’

‘Τούπα πως ήμουν πολύ γνωστός στην αστυνομία, εάν σκεφτόταν κάτι συγκεκριμένο για το άτομό μου και μου πρότεινε να με φέρει σε επαφή με μία κοπέλα, όπως και έκανε, που μου μίλησε για την σπουδαιότητα τομέων αντιπληροφόρησης και επιμελητείας, και πως χρειάζονταν κάποιον σαν κι εμένα, και πως θα πληρωνόμουν.’
‘Το ραντεβού με τον Κώστα είχε γίνει στους κήπους που είναι απέναντι από το μπάρ ‘Αμίτσι Μιέι’. Με την κοπέλα η συνάντηση έγινε στους κήπους της ‘Πόρτα Σαν Νικολό’, σε δύο μέρες ξαναβρεθήκαμε, αυτή την φορά στους κήπους της ‘Ορτικολτούρα’, στην ‘Κόκκινη Γέφυρα’, ήταν εκεί και ο Ντίνος. Χρησιμοποιούσαμε ψευδώνυμα, την κοπέλα την έλεγαν Φιόνα. Θα έρχονταν και κάποιος Μάριο ο οποίος όμως δεν εμφανίστηκε μιάς κι εγώ δεν έδινα συγκατάθεση’.

‘Γίνανε και άλλες συναντήσεις, γνώρισα και έναν Ρένο, καταζητούμενο στο Τορίνο. Την φορά που συναντήθηκα με αυτόν σε ένα μπάρ πίσω από την Στάντα της οδού Τσερετάνι, με έφερε στο οπλοπωλείο του ‘Πόντε αλ Πίνο’, πήγαμε με λεωφορείο και μου ζήτησε να εξετάσω τον μηχανισμό με τον οποίο κλείνει η πόρτα, αφού μπω στο εσωτερικό’.
Περιγράφει τον τύπο,που έπρεπε να μένει στην οδό Μόρο.
‘Γνωστοποίησα πως δεν ήθελα να ανακατευτώ στην οργάνωση εκθέτοντας και την οικογενειακή μου κατάσταση και μου εγγυήθηκαν οικονομική βοήθεια. Κατάλαβα εν τω μεταξύ πως η κοπέλα για την οποία σας μίλησα ήταν η εγγύηση για τις διασυνδέσεις μεταξύ συντρόφων άλλων πόλεων’.

‘Κατάλαβα πως κάποιες φορές μάλιστα στην πόλη δρούσαν σύντροφοι από άλλες περιοχές’ και παρουσιάζει ένα περιστατικό στο οποίο βρέθηκε τυχαία και του έδωσε αυτή την εντύπωση,σε δημόσιο χώρο, να μη σας κουράζω με λεπτομέρειες.
Τον ρωτούν για κάποιους άλλους και αναφέρει αυτά που γνωρίζει.
Του ζήτησαν να μεριμνήσει για την ανεύρεση σπιτιών, δωματίων στην περιοχή του Σέστο.’Μου μίλησαν και για λατομεία που έπρεπε να βρίσκονται στην Γκαρφανιάνα. Δεν έκανα ποτέ αυτά που μου ζητούσαν.’
‘Φτάσαμε σε αποφασιστική αντίθεση και είπα στην κοπέλα πως δεν συμμεριζόμουν καμιά απ’ τις μεθόδους τους’.
‘Είχα ξαναρχίσει να χρησιμοποιώ ναρκωτικά,όπως και ο Πέτρος.’
‘ο καθένας μας ήταν στον κόσμο του, άλλος έφυγε για την Ινδία, ο Ανδρέας, άλλος είχε προσωπικά θέματα, ο Λάκης, άλλος αφιερωνόταν στους συναισθηματισμούς ,ο Φαίδων, και στην πραγματικότητα, ομάδα δεν υπάρχει πλέον, από την αρχή του καλοκαιριού του ’78.’

Μορούτσι 2

Τον Μάρτη τον ξαναφωνάζουν για διευκρινήσεις. Αντιγράφω :
‘σκεπτόμενος καλύτερα δεν είμαι σε θέση να πω, με απόλυτη σιγουριά εάν ο Μίκης ή ο Νάκης είναι αυτός που μου έδωσε το εκρηκτικό. Προς στιγμήν σκεφτόμουν τον Νάκη, μου φαίνεται πιο πιθανό να μου έδωσε το εκρηκτικό ο Μίκης. Βλέποντας τις σχέσεις ανάμεσα στους δύο είχα την εντύπωση ότι ο Μίκης είχε ένα βαθμό μεγαλύτερο του Νάκη μέσα στην οργάνωση!!!’
‘Είμαι απόλυτα σίγουρος ότι ήταν μέλος της Διοίκησης. Για τον Νάκη αυτή την σιγουριά δεν την έχω, απλά μου ανέφερε ότι και ο Μίκης,κι έτσι συμπεραίνω πως ήταν και αυτός’.

Αναγνωρίζει καμιά εικοσαριά συντρόφους από φωτογραφίες,είναι οι ήδη γνωστοί μας και από τις περιγραφές των προηγούμενων, συν δυο-τρία καινούρια ονόματα
Κάποιους έβλεπε μαζί με άλλους, κάποιος ήταν το αγόρι της Άννας και ‘ήταν στην μέση αυτών των πραγμάτων’, κάποιος΄’ήταν πάντα μαζί με τον Κώστα και τον Ντίνο’, κάποια την γνωρίζει γιατί έμενε με την άλλη, κάποιον τον έβλεπε συχνά αλλά δεν είχε σχέση μαζί του, τον άλλο τον γνώριζε σαν άτομο που κάπνιζε χασίς,και ούτω καθ’ εξής.

‘Μπορώ να πω ότι είναι δυο χρόνια που δεν συχνάζω πια σ’ αυτά τα άτομα’

Τον Απρίλη τον ξαναφωνάζουν και τον ρωτούν για τον Ρούλη, για την δραστηριότητα που ανέπτυξε στην κατάληψη στην Μπόργκο λα Κρότσε.
Τους απαντά πως ο Ρούλης συμμετείχε πιό δραστήρια στην κατάληψη της οδού Καλτσαιουόλι και ερχόταν κατά διαστήματα στην Μπόργκο λα Κρότσε.
‘Δεν μπορώ να επιβεβαιώσω,αλλά ούτε να αποκλείσω ότι τις προκηρύξεις της Πρώτης Γραμμής που βρέθηκαν στο καταλυμένο κτίριο τις έφερε ο Ρούλης. Δεν ξεκαθαρίστηκε ποτέ ποιος τις έφερε.Με αυτόν έλαβα μέρος σε μία διανομή προκηρύξεων μπροστά στο Σούπερ-Μάρκετ του ‘Ολτράρνο’, κατά την διάρκεια της οποίας επενέβη η αστυνομία και πήρε τα στοιχεία της Λέλας, της κοπέλας του Κώστα, και άλλων. Θυμάμαι ότι το θέμα των προκηρύξεων ήταν εκείνο για την ακρίβεια της ζωής και δεν ήταν μονογραμμένο από τις ‘Περιπολίες’, ήταν υπογραμμένο με την λέξη ‘Αυτονομία’.
‘Πρίν την διάλυσή της, που έγινε στα μέσα του ’75, ο Συνεχής Αγώνας πρότεινε την ιδέα της αυτομείωσης των αποδείξεων του ΟΤΕ και της ΔΕΗ. Εγώ όμως δεν έλαβα μέρος σ’ αυτή τη φάση του αγώνα γιατί είχα αρχίσει να χρησιμοποιώ ναρκωτικά.’

‘Στην επιτροπή για την αυτομείωση, του ‘Σέστο Φιορεντίνο’, πήγαινα καμιά φορά μετά από πρόσκληση του Τσέκου που προσπαθούσε να με ξαναφέρει στην πολιτική’. Δεν βρήκα εκεί κανέναν ‘από τους μεγάλους’, δηλαδή τον Ντίνο ή τον Κώστα, που μετά με πλησίασαν για επαφές, όπως είπα στις προηγούμενες ανακρίσεις’.
‘Ξαναδιαβάζοντας όσα δήλωσα την 13η Ιανουαρίου 1980 επ’ ευκαιρία της εκστρατείας ενάντια στις δυνάμεις της αστυνομίας, θέλω να κάνω περισσότερο ακριβές ότι ο Νάκης ήταν το άτομο που μου μιλούσε,μετά από μία συνέλευση,νομίζω, της Διοίκησης, αφού συναντηθήκαμε στο συνηθισμένο μπάρ, στην πλατεία Ελευθερίας. Ενώ, όσον αφορά την πλευρά της δράσης, παράδοση της σκόνης με το χαρτί με τις οδηγίες, υπόσχεση προκάλυψης με οπλισμένο άνδρα, ενδιαφέρθηκε ο Μίκης και όχι ο Νάκης, που λανθασμένα προηγουμένως επιβεβαιώθηκε από μένα.

Ομολογεί ξανά πως έκανε λάθος και τα λέει ανάποδα. Και αυτό γιατί θυμάται πως πήγα μαζί τους να κάνουμε αναγνώριση.
Βέβαια, στο τέλος δεν έγινε τίποτα μιας και δεν μπορούσαν ν’ αποφασίσουν τι θέλουν να κάνουν, ή αν θέλουν πραγματικά να κάνουν κάτι, μια και διαφωνούν συνεχώς με τα πάντα και για όλα.
Και όλοι αυτοί που τους εμπλέκει στην υπόθεση είναι τόσο μαλάκες ώστε να τον πιλατεύουν επί μήνες να αναλάβει κάποια πρωτοβουλία, αυτός ή η ομάδα του!

‘Σε μένα ο Φαίδωνας δεν είπε ποτέ ότι έχει κάνει απόπειρα εμπρησμού της Χ.Δ. του Γκαλλούτσο και στο αυτοκίνητο του καθηγητή τάδε’. Άσχετο.

‘Αναφέρω ότι μετά από τις δηλώσεις που έκανα, έλαβα απειλές’.
Έλαβε απειλητικά γράμματα στο σπίτι του που τα διάβασε η γυναίκα του. Του ζητούν να ανακαλέσει όπως έχουν κάνει και οι υπόλοιποι. Του ανέφεραν ότι ο Ντένης θα ανακαλούσε και ότι ο μοναδικός που δεν ανακάλεσε ήταν αυτός.
Επαναλαμβάνει πως η συμπεριφορά των συντρόφων που είχε γνωρίσει στη φυλακή από τον Ντίνο έμοιαζε με ατόμων που ετοιμάζονταν να δραπετεύσουν, διευκρινίζοντας πως αυτό το σκέφτηκε μετά, όταν συσχέτισε την συμπεριφορά τους με αυτά που έγιναν αργότερα.

‘Μετά την απόπειρα στην Τροχαία της Βιλλαμάνια, η ομάδα, της οποίας ήμουν αρχηγός, διέλυσε.. Ήμουν σ’ αυτό το σημείο, που στην προσπάθεια να ξαναφτιαχτεί, επενέβη ο Κώστας και άρχισε επαφές κατ’ ευθείαν μ’ εμένα, ενώ ο Μίκης συνέχιζε τις σχέσεις του με τον Σπανό.’
‘Ο Κώστας έλεγε ότι κάθε ομάδα θα έπρεπε να είναι εξ ολοκλήρου αυτοδύναμη από την πλευρά της τεχνικοεπιμελητείας, της αντιπληροφόρησης και της δράσης’.

Του παρουσίασαν ένα νέο, που τον αναγνωρίζει σε φωτογραφία, ειδικό στον ηλεκτρονικό τομέα, που θα έπρεπε να τους μάθει να συντονίζουν τα ράδια στα μήκη κύματος της αστυνομίας. Αυτό έγινε στην πλατεία του Αγίου Μάρκου, παρόντος και του Φαίδωνα.
Επιστρέφει στην συνάντηση στο σπίτι της οδού Μπάρντι, μας μίλησε και ο Σπανός γι αυτή, την καλοκαιρινή περίοδο του ’78, όπου βρισκόμουν εγώ, ο Νάκης,ο Σάσσα, ο Κώστας και άλλοι.Περιγράφει το σπίτι.Εκεί του παρουσίασαν τον ‘μεγάλο ειδικό στα όπλα, και τον αναγνωρίζει. Είναι ο Σαμάνος.

Θυμάται πως μιλούσε με τα καλύτερα λόγια για την 9άρα Μπερέττα, ‘έλυσε το όπλο μπροστά μας για να μας το δείξει.’ Μίλησε για πιστόλια, κοντόκανα τουφέκια, τα χαρακτηριστικά τους και πού και πώς χρησιμοποιούνταν. Ανέφερε και το δίκαννο με σπαστή κάνη, και τουφέκια, λέγοντας πως το καλύτερο ήταν εκείνο που έχει η αστυνομία, το Μ12.’
‘Μίλησε επίσης και για την ψυχολογική επίδραση που προξενεί το πέταγμα μιάς χειροβομβίδας’. ‘Θυμάμαι ότι με την ευκαιρία, μίλησε για ένα επεισόδιο που έγινε σ’ εκείνη την εποχή, εις βάρος κάποιου Στρατοπέδου, εγκρίνοντάς το, αφού με παρόμοιες ενέργειες επιτυγχάνουμε έναν διπλό σκοπό σαν εκείνο του να αφοπλιστεί ο εχθρός και ν’ αποκτήσουμε σύγχρονα όπλα’.

Μιας και έχουν μιλήσει για την αναγκαιότητα της τεχνικο-επιμελητείας να εφοδιαστούν με ράδια θυμάται πως ο Σπανός έκλεψε δύο από κατάστημα ναυτικών ειδών.
Λέει πως δεν θυμάται το ψευδώνυμο του Σπανού, αναφέρει για τον εαυτό του ψευδώνυμο διαφορετικό από αυτό που έδωσε προηγούμενη φορά.
Θυμάται ότι την εποχή των Ομάδων, τέλη του ’77, του δόθηκε ραντεβού μπροστά σ’ ένα σπίτι της οδού Βίνια Νουόβα, όπου τον περίμενα εγώ, και μας άνοιξε ο Κώστας. Ήταν και ο Νάκης εκεί και άλλα άτομα από την Εμίλια. Υπήρχε ανάγκη να μεταφερθούν μηχανήματα που παραποιούν έγγραφα και είχαν οι Εμιλιάνοι, σε μία τοποθεσία.
‘Συζητήθηκε η αναγκαιότητα να βγεί μια εφημερίδα που να δείχνει τις δύο περιοχές με ενωτικό τρόπο, πράγμα που έγινε ένα μήνα μετά. Ο τίτλος της ήταν ‘Αντιεξουσία’, σε μαύρο χρώμα. ‘Είδα μερικές εφημερίδες στην οδό Οστερία ντελ Γκουάντο.’Η διανομή γίνονταν στα μέρη που σύχναζε η κίνηση. Τα μέρη που αφορούσαν την Φλωρεντία τα επιμελήθηκε ο Κώστας. Είδα ένα νούμερο του οποίου η κεντρική σελίδα είχε ένα κατάλογο με τις απόπειρες που επαληθεύτηκαν στην Τοσκάνα.’

‘Νομίζω ότι Γάκης αμοιβόταν απ’ την οργάνωση, αυτό το συμπεραίνω από το γεγονός ότι δεν εργαζόταν, είχε πρόβλημα στο να εξηγήσει στο σπίτι του πώς ζούσε χωρίς να εργάζεται.
Σε κάποια στιγμή είχε και αυτοκίνητο. Ξέρω, γιατί μου το είπε ο Σπανός, ότι έλαβε μέρος σε μία εισβολή σε εταιρεία ακινήτων, το ’78, εισβολή που δεν πραγματοποιήθηκε μέχρι τέλους γιατί μιά κοπέλλα που βρίσκονταν μέσα άρχισε να ουρλιάζει, και τότε όλοι, δηλαδή και ο Σπανός που είχε μπει πρώτος ,και όσοι ήταν μαζί του, έφυγαν’.

‘Ξέρω ότι ο Φαίδων, έλαβε μέρος σε μία εισβολή στη Φλωρεντία σε βάρος μιας κτηματικής μαζί με τον Κώστα. Γράψανε στους τοίχους. Απ’ όσα μου είπε, βρισκόταν όλη την ώρα δίπλα του και ότι αυτή η εμπειρία τον είχε ταράξει πολύ. Είχε μείνει άναυδος.’
‘Τον χρησιμοποίησαν γιατί ήθελαν να τον δέσουν με την οργάνωση, όπως προσπαθούσαν να κάνουν και μ’ εμένα.’ ‘Πρέπει να πήρε μέρος και ο Σάσσα.’

‘Με καλείτε να δείξω τις διάφορες ομάδες. Σε μία ήταν αρχηγός ο Κώστας, σε μία ο Νάκης, σε μία ο Μίκης και σε μία ο Λουκάς. Ο Κώστας,ο Νάκης, ο Σάσσα και ο Λουκάς αποτελούσαν μία Ομάδα Φωτιάς της οργάνωσης. Ο Ντίνος ήταν επικεφαλής σε περισσότερες από μία περιοχές. Η Φιόνα είχε την αποστολή να φροντίζει τα άτομα που έρχονταν έξω από την Φλωρεντία. Επί πλέον, αναζητούσε τις καινούργιες βάσεις.’
Αυθορμήτως λέει: ‘και ο Έκτορας ήταν αρχηγός ομάδας.’ ‘Αυτό το ξέρω, όμως δεν μου έρχονται οι λεπτομέρειες στο μυαλό. Θυμάμαι μόνο ότι τον έβλεπα συχνά με τους άλλους, μπορώ να προσθέσω ότι του μίλησα όπως μιλάνε σε αρχηγό, δηλαδή μιλώντας του για πράγματα που σε άλλον δεν θα είχα πει’.

‘Με ερωτάτε να εξηγήσω από πού πήρα τα στοιχεία βάση των οποίων βεβαιώνω ότι τα ονόματα που ανέφερα ήταν μέρος της διοίκησης των ομάδων, ή ότι ήταν αρχηγοί των ομάδων, με ιδιαίτερη αναφορά στον Έκτορα, στον Λουκά και στον Μίκη’.
‘Έχω ήδη μιλήσει για τις συγκεντρώσεις που γινόντουσαν στην Οδό Πίππο Σπάνο, στις οποίες δεν συμμετείχα ποτέ. Διαψεύδω τις δηλώσεις που έγιναν σε αυτό το σημείο από τον Σπανό που λέει ότι έγιναν δύο συναντήσεις στις οποίες έλαβα μέρος με αυτόν συναντώντας τον Ντίνο και την Φιόνα με παρόντα τον Βαγγέλη. Εγώ δεν έλαβα ποτέ μέρος. Όχι μόνο στις αρχές του ’79 ήμουν έξω από τον γύρο, αλλά σε αυτό το διαμέρισμα πήγα με τον Σπανό μία φορά να πάρουμε τον Κώστα. ‘

‘Γυρίζοντας στις συγκεντρώσεις, θυμάμαι ότι κάποτε είδα τον Νάκη και τον Μίκη αλλά και άλλα άτομα μπροστά στο κτίριο της οδού Πίππο Σπάνο, όπου εγώ περίμενα μέσα στο αυτοκίνητο. Μία φορά μπόρεσα να δω καλά αυτά τα άτομα που έβγαιναν από την συγκέντρωση, όλους αυτούς για τους οποίους με ρωτάτε, και δεν ξέρω αν και άλλους. Μια άλλη φορά είδα κάποιους που είχαν φύγει από την συγκέντρωση και σταμάτησαν στο μπάρ’!

Δεν χρειάζεται να σχολιάσω, έτσι δεν είναι; Τα έχει κάνει πλέον θάλασσα!
‘Οι αρχηγοί βγαίνουνε πάντοτε μαζί! ‘

‘με ρωτάτε για την Άννα, εγώ δεν έμαθα ποτέ ότι είχε σχέση με τις ομάδες ή την οργάνωση. Πήγα με αυτή και άλλους μια φορά στο σπίτι του Φαίδωνα για να καπνίσουμε.’ Έβγαλα το συμπέρασμα πως δεν είχε σχέση, δεν μίλησαν για θέματα αφορώντα τις ομάδες και την οργάνωση’.

Λίγο νωρίτερα τον έχουν ρωτήσει ξανά επί πλέον λεπτομέρειες αναφορικά με την συγκέντρωση στην οδό ντει Μπάρντι στην διάρκεια της οποίας δόθηκαν οδηγίες διαφόρου είδους από την Σαμάνο.
‘Πράγματι είναι αλήθεια ότι πήραν μέρος και ο Σπανός με τον Φαίδωνα. Δεν το είχα πει την άλλη φορά για να μην τους μπλέξω’.
‘Όμως δεν είναι αλήθεια ότι σ’ εκείνη την συγκέντρωση ήλθε μετά από μένα ο Σπανός γιατί ήταν παρέα μου πριν απ’ την συγκέντρωση. Αυτός ήλθε μόνος του, ενώ είναι αλήθεια ότι ο Φαίδων ήλθε μαζί μου, μια που και οι δύο,εξαιτίας της σημαντικής θέσης στην ομάδα που καθοδηγούνταν από εμένα, είχαμε κληθεί.’

Τους μίλησε ο Σαμάνος για τα όπλα και τις επιχειρήσεις που γίνονται με αυτά. Μίλησε για εισβολές και χτυπήματα στα πόδια εξηγώντας τις διαφορές των όπλων που χρησιμοποιούνται σε κάθε περίπτωση, όπως επίσης και τη σημασία του όπλου με ταμπούρο,που δεν σκορπίζει κάλυκες, σε αντίθεση με το αυτόματο. Θα έπρεπε να γίνουν και άλλες συναντήσεις αυτού του τύπου και συζήτηση και κατανόηση άλλων μορφών στρατιωτικού τύπου, τις οποίες θ’ ακολουθούσαν πρακτικές ασκήσεις.
Δεν κλήθηκε άλλο γιατί η ομάδα τους είχε αρχίσει να διαλύεται.
Ο Γιώργος ο Σπανός είχε υιοθετήσει έναν αυτόνομο ρόλο, βλέπει από μόνος του εμένα.

Μιλά για κλοπές αυτοκινήτων και πως δεν ήθελε να βοηθήσει, να πάρει μέρος γιατί είναι ‘εκτεθειμένος’, όταν του ζήτησε ο Σπανός να συνεργαστεί μαζί του. ‘Μάλιστα του παρατήρησα πως εκτεθειμένος είναι και ο ίδιος.’ Αργότερα έμαθε για ένα περιστατικό από αυτόν, μία τρέλα όπως την αποκάλεσε όταν του είπε πως θα είχε ένοπλη κάλυψη. Τον κάλεσαν σε συνάντηση,στο πάρκο της πλατείας, στην οποία συμμετείχαν η Φιόνα και ο Ντίνος, ο οποίος οργισμένος δήλωσε »πως μία εντολή σε μία οργάνωση ‘στρατιωτικού τύπου’ δεν αμφισβητείται, δεν συζητιέται. Εγώ έκανα την συνήθη κριτική μου και αυτός με άφησε να καταλάβω πως οι επιπλοκές που προέκυψαν από την αντίθεσή μου είχαν τινάξει στον αέρα κάτι. Το γεγονός συνέβη το ’78,σίγουρα πριν το καλοκαίρι, διότι τότε εγώ είχα ξαναρχίσει την χρήση ηρωίνης, από τον Ιούνη και μετά».

‘Είχαν όλοι πλέον καταλάβει τί παίζει και δεν μου ζητούσαν πλέον τίποτα, μάλιστα με συνάντησε μιά μέρα στην πλατεία του Άγιου Πιερίνου ο Κώστας με το κορίτσι του και μου έκανε επίπληξη, επειδή κατάλαβε πως βρισκόμουν στην περιοχή επειδή έψαχνα ναρκωτικά’. ‘Θυμάμαι ότι εκείνη την εποχή σύχναζε, μάλλον κατοικούσε από όσο ξέρω, στην οδό Φιεζολάνα, πηγαίνοντας προς την οδό ντέλι Αλφάνι, στο σπίτι ενός φοιτητή, του οποίου κι εγώ είχα κάνει γνωριμία, και τον έβλεπα συχνά παρέα με τον Κώστα.’
‘Αναγνωρίζω στο άλμπουμ τον Λουκά’.
Του δείχνουν και τον Σαμάνο και τον αναγνωρίζει.

‘Ο Μίκης με τον Νάκη διαμαρτύρονταν για την αδράνειά μας [μιλά για το προηγούμενο διάστημα] και αποφασίσαμε να πάρουμε ενεργητικό μέρος στην καμπάνια-εκστρατεία ενάντια στην Χριστιανοδημοκρατία.’ ‘Είχαν γίνει διάφορες απόπειρες, εξάλλου, δίχως την συμμετοχή μας’.
‘Αποφασίσαμε να κάνουμε κάτι κι εμείς, δύο επιχειρήσεις, δύο ομάδες. Αντόνιο, Λάκης, Φαίδων, Ανδρέας, Σπανός και Μπάμπης, ευρισκόμενοι συγκεντρωμένοι μπροστά στο Τεχνικό Ινστιτούτο Γκαλιλέϊ.’

‘Χωριστήκαμε σε δύο ομάδες, πήγαμε να βάλουμε φωτιά στο παράθυρο του τμήματος της οδού Φαεντίνα, εγώ με τον Σπανό και τον Λάκη. Οι άλλοι ασχολήθηκαν με το τμήμα του Γκαλούτσο.Την διεκδίκηση πρέπει να έκαναν ο Φαίδων με τον Λάκης με τηλεφώνημα από την καμπίνα της πλατείας ντελλα Ρεπούμπλικα.’

Τον ρωτούν για άλλες απόπειρες εναντίων εδρών της Χρ. Δημοκρατίας της οδού Βέργκα, του Βιάλε Μανφρέντο Φάντι και του Βιάλε Γκουϊντόνι, απόπειρες που έγιναν όλες με εμπρηστικές φιάλες και λέει πως δεν γνωρίζει. Το σύστημα με το οποίο έγιναν του θυμίζει όμως και του φέρνει στο νού εκείνο που χρησιμοποιήθηκε για το ‘Μπάρ Τορίνο’, στο λάργκο που πάει από την πλατεία Ντονατέλλο στην πλατεία ντέλλα Λιμπερτά, μπάρ που είχε υποστεί επίθεση σε εποχή πρόσφατη. Αυτό το σύστημα χρησιμοποίησε μία ‘ομαδούλα’ επονομαζόμενη ‘ομάδα επέμβασης νέων’ που είχε σχηματιστεί για να επεμβαίνει στο νεανικό προλεταριάτο, στην οποία έπρεπε να παίρνουν μέρος τρία,τέσσερα παιδιά με επικεφαλής τον Γάκη που μένει στο Βιάλε ντει Μίλλε, μπροστά από την εκκλησία ντει Σέττε Σάντι, ο Μίρκος, ο Ντένης και ο Βαγγέλης.’
‘Αυτή η ομάδα, όμως, από όσο μου προκύπτει, διαλύθηκε πρίν από την δική μας’.

Του δείχνουν τη φωτογραφία του Γάκη και τον αναγνωρίζει, σαν ένα από τους νέους που σύχναζαν στην πλατεία Σαν Μάρκο και τον συνάντησε μια μέρα σε μία συνάντηση στον κήπο Ορτικολτούρα, στους κήπους του Πόντε Ρόσσο με την Φιόνα, ‘μία από τις συναντήσεις όπου η κοπέλα συζητούσε μ’ εμένα και τον Σπανό τα θέματα του επονομαζόμενου ‘Επιτελειακού-Τεχνικού’ τομέα. Από τα πράγματα που είπε μου έδωσε την εντύπωση ότι είχε μπεί στην οργάνωση, είχε σχέση πολύ άνετη με την Φιόνα και τον Ντίνο, και δεν φαίνονταν όπως εκείνος που ορισμένα πράγματα τα μάθαινε ή τα άκουγε για πρώτη φορά.’

‘Μιά φορά μας ανατέθηκε το καθήκον να πάμε να κοιτάξουμε για ενδεχόμενη ληστεία στο παράρτημα του Μόντε ντει Πάσκι του Βιάλε ντει Μίλλε. Το κόλπο έπρεπε να μελετηθεί για την στιγμή της επιστροφής των υπαλλήλων, μετά την παύση για το γεύμα. Κάναμε μισής ώρας βάρδιες ο καθένας. Στο τέλος τον συνόδεψα στο σπίτι του κι έτσι έμαθα που μένει. Μου συστήθηκε με άλλο όνομα, αργότερα έμαθα το βαπτιστικό του.’
‘Πρίν ξεκινήσουν οι συναντήσεις του Ε.Τ. Τομέα αποκαλούσαμε ο ένας τον άλλο με τα πραγματικά μας ονόματα, αργότερα υιοθετήσαμε ψευδώνυμα. Μπερδευόμουν καμιά φορά κι εκεί που έπρεπε ν’ αποκαλώ κάποιον με το ψευδώνυμό του τον καλούσα με το κανονικό του ή το αντίθετο. Δημιουργείτο εκνευρισμός’.

Τον ξαναφωνάζουν τον Σεπτέμβρη και τον ρωτούν γιατί δεν παρουσιάστηκε στην αντιπαράσταση με τον Σπανό, όπως είχε συμφωνηθεί.
‘Η κατάσταση είναι πως στην Φλωρεντία κυκλοφορεί η φήμη πως ο μόνος που έχει μιλήσει είμαι εγώ. Μάλιστα έγινε και μία εκπομπή στον ελεύθερο ραδιοφωνικό σταθμό Ράδιο Τσέντο Φιόρι που βεβαιώνει ότι οι ανακριτές κατηγόρησαν 90 άτομα,χωρίς καμία απόδειξη, αλλά μοναχά στη βάση βεβαιώσεων ενός ή δύο τοξικομανών, που τους έχει στο χέρι η αστυνομία, και από αυτή την εκπομπή εγώ υποδείχθηκα στον κύκλο των γνωριμιών μου.’

‘Μας ζητήσατε τρείς φορές, εμένα και τον Σπανό να έρθουμε σε αντιπαράσταση. Και τις τρείς, το προηγούμενο βράδυ, ήρθε στο σπίτι μου και μου ζήτησε να δώσω μία εκδοχή συμφωνημένη για τα γεγονότα που ήταν γι αυτόν δυσμενή.
Είπε πως γνώριζε που υπάρχουν αντιθέσεις. Εγώ ούτε βεβαίωσα ούτε αρνήθηκα ότι έκανα στον ανακριτή τις εν λόγω βεβαιώσεις.
Δεν ήθελα να γεννηθούν μεγάλες διαφορές ανάμεσά μας, αυτό και αναφορικά με την σχέση φιλίας μεταξύ των οικογενειών μας’.

‘Σε σχέση με την πρώτη αντίθεση επικαλούμαι όσα έχω δηλώσει, ότι δηλαδή,μετά την διάλυση της ομάδας μας που έγινε λόγω της σύλληψης του Πέτρου για το γνωστό περιστατικό της κλεπταποδοχής των διαβατηρίων, που έγινε πάνω κάτω το καλοκαίρι του ’78, όσον αφορά τις συναντήσεις με εκείνους της Πρώτης Γραμμής στην οδό Πίππο Σπάνο πήραμε με τον Σπανό μέρος σαν οργανικοί της Πρώτης Γραμμής και όχι πιά σαν τα μέλη των ομάδων, με αυτή την ιδιότητα συμμετείχε σε αυτές τις συναντήσεις και ο Φαίδων’.

‘Αναφορικά με την διήγηση του Σπανού σχετική με μία εισβολή στην Πίζα σε Κτηματικό Γραφείο στην διάρκεια της οποίας μία γυναίκα ξεφώνισε, επιμένω ότι ήταν αυτός ο ίδιος που έκανε αυτή την εξιστόρηση.Η εισβολή έγινε 17-2-79. Καταλαβαίνω γιατί αρνείται. Σημαίνει ότι εκείνη την εποχή ήταν ακόμη στην οργάνωση ενώ εγώ είχα βγει προγενέστερα.’
‘Μέχρι που υπήρχε η ομάδα μας, στις συνεδριάσεις της διοίκησης πηγαίναμε εγώ και ο Φαίδων. Σε μία μόνο πήρε μέρος κρυφά ο Σπανός, ενώ μετά που διαλύθηκε η ομάδα, αρχές καλοκαιριού του ’78, ο Σπανός όπως εγώ συμμετείχε σε συνεδρίαση της Πρώτης Γραμμής σαν οργανικός στον τεχνικοεπιμελητειακό τομέα’.

‘Με ρωτάτε για την κλοπή του χρυσαφιού Γκόλφ που έκλεψε ο Σπανός, σε σχέση με τον ‘τσακωμό’ που έγινε με τον Ντίνο για την άρνηση της ένοπλης κάλυψης, αυτοκίνητο που έπρεπε να κλαπεί το πρωί και εκλάπη μετά τις έξι το απόγευμα,καταστρέφοντας έτσι την επιχείρηση για την οποία προορίζονταν. Μπορεί ο Σπανός να έκανε την κλοπή με τον Βαγγέλη.’
‘Είναι αλήθεια ότι οικειοποιήθηκα ένα ποσόν χρημάτων, κέρδος πλασαρίσματος ελαφρών ναρκωτικών, είναι αλήθεια ότι αυτό προκάλεσε μία ψυχρότητα μεταξύ μας, ενώ ήδη από καιρό είχα κλείσει τις σχέσεις σε πολιτικό επίπεδο’.
‘Δεν ξέρω τίποτα σχετικά με το μάζεμα χρημάτων που ο Σπανός μαζί με άλλους είχε κάνει πιθανόν για να διευκολύνει την φυγοδικία του Γάκη. Δεν είχα σχέσεις φιλίας με αυτόν’.

  • Έτσι, δικάστηκα την πρώτη φορά, το ’81 για ληστεία, εμπρησμό εκ προθέσεως, έκρηξη, διακεκριμένη φθορά, συμμορία και παράβαση περί των εκρηκτικών υλών, όπως και παράβαση των νόμων περί όπλων για την καταστολή της τρομοκρατίας
    την δεύτερη το 1985 για ανθρωποκτονία εκ προθέσεως κατά συναυτουργία, για ληστεία κατά συρροή εν συναυτουργία, για έκρηξη κατά συρροή εν συναυτουργία, αγορά εισαγωγή προμήθεια κατοχή μεταφορά όπλων, πυρομαχικών, εκρηκτικών εν συναυτουργία κατ’ εξακολούθηση.

http://video-morfwsh.blogspot.gr/search/label/%27%CE%A4%CF%81%CE%BF%CE%BC%CE%BF%CE%BA%CF%81%CE%B1%CF%84%CE%AF%CE%B1%27-%CE%A6%CF%85%CE%BB%CE%B1%CE%BA%CE%AE#/page/1

τρομοκρατία, φυλακή

  • Βίοι παράλληλοι :
    ‘Η ιστορία των ΝΑΡ, Ένοπλοι Προλεταριακοί Πυρήνες, έχει κι ένα κεφάλαιο που παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον,
    [γράφει ο Κώστας Καλφόπουλος στο διαδίκτυο για την ιστορία των ΝΑΡ]
    και για τις δικές μας εξελίξεις στην υπόθεση της ελληνικής τρομοκρατίας.’
    [εγώ εδώ θα πω πως υπάρχει αντάρτικο,στην Ελλάδα και τον κόσμο, τρομοκράτες είναι οι φασίστες και οι φονταμενταλιστές που επιτίθενται τυφλά, στο πλήθος].

‘Στις 11 Μαρτίου του ’75, μετά από έκρηξη βόμβας στην οδό Κονσάλβο της Νάπολης, σκοτώνεται ο Βιταλίνο Πρίντσιπε και τραυματίζεται βαριά ο Αλφρέντο Παπάλε. Στο νοσοκομείο όπου νοσηλεύεται, μόλις βγήκε από το χειρουργείο, ο ανακριτής τον υπέβαλε σε δεκατετράωρη ανάκριση. Αρκεί το σχόλιο της δικηγόρου, κυρίας Λομπάρντι, που υπερασπίζεται τον Παπάλε :
‘Δεν βασανίζουν έτσι κάποιον που έχει χάσει το ένα του μάτι και του οποίου το σώμα είναι γεμάτο θραύσματα. Όμως δεν περιορίστηκαν σε αυτό. Οι ανακριτικές αρχές προσπάθησαν να εκφοβίσουν τον κατηγορούμενο επισείοντάς του την ποινή των ισοβίων.’

Εικοσιεπτά χρόνια μετά ακριβώς το ίδιο σκηνικό, με τις ίδιες πρακτικές θα επαναληφθεί στην Ελλάδα, με τον Σάββα Ξηρό, το πρώτο ταυτοποιημένο μέλος ένοπλης οργάνωσης που συλλαμβάνεται μετά την έκρηξη στον Πειραιά.’

Τσε, Βασίλης

  • Δευτέρα του Πάσχα σήμερα που ολοκληρώνω το ταξίδι μας στη Χώρα του Ποτέ τριάντα πέντε χρόνια μετά
    κατά την Μεγάλη Εβδομάδα του ’13, παρέα με την λοίμωξη μου.
    Ασυναίσθητα λοιπόν και αυτονόητα μου έρχεται ν’ αναφερθώ στο μεγάλο θέμα που απασχολεί όλους,
    το αναπόφευκτο του θανάτου, η αναζήτηση του μετά, η πίστη και η θρησκεία.
    Δεν γνωρίζω εάν υπάρχει Θεός
    σίγουρα θα μου άρεσε να μη τελειώνουν όλα εδώ και τώρα, να υπάρχει συνέχεια.
    Αυτό δεν σημαίνει τίποτα περισσότερο από αυτό που ακούγεται, από αυτό που λέμε.

Σημαίνει πως για το μετά δεν γνωρίζουμε τίποτα.
‘Κάνε το καλό και ρίξτο στο γιαλό’ λέει ο σοφός λαός.
‘Άνθρωπε αγάπα’ τραγουδά ο ποιητής
μη περιμένεις ανταπόδοση!
δεν χρειάζεται να προσμένεις ανταμοιβή.
Αγαπάς γιατί σ’ αρέσει, γεμίζεις όταν προσφέρεις, μεθάς όταν μοιράζεσαι,
νιώθεις ολοκληρωμένος με το άλλο σου μισό στην αγκαλιά.
Ο άνθρωπος χρειάζεται να νιώθει ασφαλής, αυτή την ασφάλεια ψάχνει,μέσα του, και την αποκαλεί Θεό.

Εγώ νιώθω ασφαλής όταν συνεργάζομαι με άλλους. Νιώθω ασφαλής όταν η συνείδησή μου είναι ήσυχη, όταν νιώθω καθαρός, τίμιος, δίκαιος, πως να το πω καλύτερα; δεν ξέρω
Τις Βίβλους δεν τις θέλω πια. Αυτές οι βεβαιότητες έχουν προκαλέσει μύρια δεινά στην ανθρωπότητα, που άλλο δεν παίρνει!
και σίγουρα ευτυχία και ασφάλεια δεν έφεραν στους λαούς.
Άσε που τις θρησκείες χρησιμοποίησαν οι δυνατοί για να εξασφαλίσουν την κατοχή τους, διαχρονικά.
Οι άνθρωποι δεν χρειάζονται διαχωρισμούς. Ενότητα και συνεργασία χρειάζονται. Ισότητα και αυτονομία.
Ούτε κατοχή χρειάζονται.

Η Γη, ο πλούτος, τα αγαθά είναι για όλους. Για να μοιράζονται σε όλους, σύμφωνα με τις ανάγκες τους.
Δεν θα κοροϊδέψω ποτέ κανέναν για την πίστη, το χρώμα ή την ιδεολογία του.
Αυτός είναι. Ας πρόσεχε.
Δείχνεις με το παράδειγμά σου.
Αλληλεγγύη χρειαζόμαστε, να οργανωθούμε σε παρέες, στις γειτονιές, παντού.
Και να διευθύνουμε εμείς τις ζωές μας από κοινού, αυτόνομα.
Φτάνει πια με τους σωτήρες!

Είμαστε εμείς άγιοι και δαίμονες μαζί. Ισορροπία χρειαζόμαστε.
Ας είναι όπως θέλει νάναι
σήμερα είναι ώρα για δράση
σήμερα είναι η ώρα για καλύτερη ζωή
αυτήν έχουμε, αυτή γνωρίζουμε
δίκαιη, όμορφη. Γιατί ωραία η γη μας
γεμάτη ομορφιές που περιμένουν να τις ψαχουλεύσουμε, να τις εξερευνήσουμε. Όλοι
ΑΦΉΣΤΕ ΝΑ ΤΟ ΚΆΝΟΥΜΕ!

Let love in, Nic Cave.

ευχαριστώ τα κορίτσια που με ανέχτηκαν, τους φίλους που με υπέμειναν
η Βίκυ στάθηκε ήρωας, με γνώρισε στην δυσκολότερη περίοδο της ζωής μου και δεν λάκισε. Βράχος. Την ευγνωμονώ
έχω τρία υπέροχα παιδιά, πέρασαν κι αυτά μέσα από Συμπληγάδες.
Τους ευχαριστώ όλους που υπάρχουν, που μου στέκονται
την αδελφή μου, τον άντρα της,τ’ ανίψια μου, τα ξαδέλφια και τις οικογένειές τους, τα υπέροχα πεθερικά μου.
Είναι όλοι τους θαυμάσιοι
στα μεγάλα μαρτύρια δεν με άφησαν, ο καθένας με τον τρόπο του, νιώθω πολύ τυχερός.
Τους ευχαριστώ θερμά για μια ακόμη φορά!

Δικαίωμα στο όνειρο ΛΆΚΗΣ ΠΑΠΑΔΌΠΟΥΛΟΣ 1985

Μιά σιωπή καταλυτική
Η πόρτα κλειδωμένη
Το στίγμα σου ξεμακραίνει,
κι η νύχτα απορρυπαντική
Βλέμμα γυάλινο, χλωμό
Σ’ ένα παιχνίδι χαμένο
ψάχνεις για κερδισμένο
κι εγώ πάλι στο βυθό
Όμως με τίποτα δεν μπορείς
να μου στερήσεις το όνειρο
Δικαίωμα στο όνειρο,
δικαίωμα στο τίποτα
Φυγάς σε δίκη που εκκρεμεί,
που τίποτα δεν περιμένει
παρά απόφαση καταδικαστική
Μέσα σε γυάλινο κελί
η τύχη σου δοσμένη
Το μέλλον ξεμακραίνει
Η όψη σου αποθαρρυντική
Όμως με τίποτα, με τίποτα, με τίποτα, με τίποτα
δεν μπορείς
να μου στερήσεις το όνειρο.

  • Αυτή είναι η ιστορία των παιδιών που ονειρεύτηκαν την χώρα του Ποτέ και είπαν να ψάξουν να την βρούνε. Δοκίμασαν. Το τόλμησαν.
    Δεν φοβήθηκαν το ταξίδι, δεν δείλιασαν στο άγνωστο, δεν τρόμαξαν να ρισκάρουν, αψήφησαν τους κινδύνους, εμπιστεύτηκαν το όνειρο, τράβηξαν αντίθετα στο ποτάμι, από κάποια στιγμή τουλάχιστον και μετά.
    Δεν δικαιώθηκαν, την ιστορία την γράφουν οι νικητές.
    Το στίγμα όμως που αφήνουν οι νικημένοι δεν εξαφανίζεται. Είναι εκεί δυνατό και όμορφο, μια παρακαταθήκη που βγαίνει από ψυχές άδολες, σαν το αγαπημένο, γαλλικό σύνθημα που φωνάζαμε στις πορείες μας τα χρόνια της φωτιάς : ‘δεν είναι παρά μόνο η αρχή, θα συνεχίσουμε να μαχόμαστε’ !

Sunday morning, Velvet Underground.

Richie Havens, Freedom, (Woodstock)

DSC02215

Η Μπαλάντα Του Μαουτχάουζεν

https://aenaikinisi.wordpress.com/2015/03/07/%CE%B7-%CE%BC%CF%80%CE%B1%CE%BB%CE%AC%CE%BD%CF%84%CE%B1-%CF%84%CE%BF%CF%85-%CE%BC%CE%B1%CE%BF%CF%85%CF%84%CF%87%CE%AC%CE%BF%CF%85%CE%B6%CE%B5%CE%BD/

 

συνεχίζεται

τα βιβλία του μιχάλη, i libri di michele

Λ. εκενώστε τους δρόμους από τα όνειρα – 10

Με το τέλος της χρονιάς οργανώνεται νέα εθνική διαδήλωση, στο Μιλάνο αυτή τη φορά.
Όλοι οι αυτόνομοι θα είμαστε πάλι εκεί.
Καταλαμβάνουμε ξανά το τρένο και ξεκινάμε. Η ατμόσφαιρα είναι τεταμένη όσο ποτέ. Έχουν αγριέψει πλέον για τα καλά τα πράγματα.
Απειλούν πως θα μας κατεβάσουν με τη βία αν δεν πληρώσουμε εισιτήριο. Αρνούμαστε. Ο σταθμός που ακολουθεί είναι γεμάτος αστυνομικούς παρατεταγμένους για μάχη. Φτιάχνουμε αλυσίδες στους διαδρόμους και περιμένουμε. Η κατάσταση είναι για άλλη μια φορά εκρηκτική. Μυρίζει μπαρούτι. Στιγμές μιας ησυχίας επικίνδυνης. Σιγή που μοιάζει αιώνας.
Το τρένο σφυρίζει και φεύγει μέσα σε αντεκλήσεις.

Ξεσπούμε σε ζητωκραυγές και συνθήματα. Η ένταση εξαφανίζεται, τα πρόσωπα χαλαρώνουν. Μέσα σου προετοιμάζεσαι για τα χειρότερα όταν βλέπεις τους αστυνομικούς να κατεβάζουν τη μάσκα του κράνους. Κραδαίνεις το στάλιν, τη σημαιούλα, και περιμένεις. Και όταν το θηρίο κινείται αργά μουγκρίζοντας καταλαβαίνεις πως ο κίνδυνος πέρασε προς το παρόν. Στεναγμός ανακούφισης.
Κανένα δεν τον γέννησε η μάνα του βίαιο. Ζούμε για να μάθουμε να αγαπάμε.
Φτάνουμε στην πρωτεύουσα της Λομβαρδίας και ξεχυνόμαστε στην πόλη. Υπάρχει διάχυτη ένταση. Δεν είναι όπως παλιότερα. Υπάρχει τώρα και ανησυχία. Γνωρίζουμε όλοι πως πολλές ομάδες μιλούν για εκδίκηση. Το κλίμα όμως δεν είναι πια εκείνο κάποιων μηνών νωρίτερα, της Ρώμης ας πούμε.

Έχουν ετοιμαστεί επιθέσεις, υπάρχει πολύς οπλισμός. Αν ξεσπάσουν μάχες θα γίνει της Πόπης!
Το θέλουμε ;
Ποιος αποφασίζει ;
Νιώθουμε πως θέλουν να μας σπρώξουν κάπου. Όχι προς τα εκεί που θέλουμε να πάμε εμείς. Ξέρουμε πως στην ανοιχτή αντιπαράθεση που μας οδηγούν είμαστε χαμένοι.
Επαναλαμβάνω, υπάρχει πολύς οπλισμός στη γύρα, και από τις δύο πλευρές. Μυρίζει μακελειό!
Η πορεία ξεκινά. Η διαδρομή αλλάζει μια δυο φορές. Συσκέψεις ανάμεσα στους διοργανωτές, διαφωνίες. Επικρατεί σύνεση και ψυχραιμία. Τα χειρότερα αποτρέπονται.
Πρέπει να καταλάβεις πως αποφασιστικότητα και τάσεις αυτοκτονίας δεν ταιριάζουν. Αυτό τα λέει όλα.
Γυρνάμε πίσω σώοι.

Κάτι όμως έχει αλλάξει οριστικά. Δεν εξηγείται πάντα λεκτικά.
Ο ορίζοντας έχει ….θολώσει. Δεν είναι πια καθαρός. Υπάρχει ομίχλη.
Υπάρχει διχογνωμία.
Η σιγουριά με την οποία αντιμετωπίζαμε το παρόν και το μέλλον, την όλη κατάσταση, έχει μεταβληθεί σε σκεπτικισμό.
Δεν είναι ξάστερος ο ουρανός όπως νωρίτερα.
Νιώθουμε λιγάκι μπερδεμένοι, ποιος έχει την πρωτοβουλία ;
Μήπως στη διάρκεια του άλματος που χρειάζεται να κάνουμε, στη ρότα που πρέπει να αλλάξουμε, χάνουμε λιγάκι την επαφή με την πραγματικότητα;
Άλλο τι βλέπεις και άλλο αυτό που θα ήθελες να δεις!
Έχουν αρχίσει λοιπόν να μας ζώνουνε φίδια. Σε κάποιους από εμάς. Όχι σε όλους.
Δεν είναι τόσο εμφανές. Είναι μια αίσθηση. Κάτι που αιωρείται στην ατμόσφαιρα και το νιώθεις βαθιά μέσα σου.
Είναι η ανησυχία που εκδηλώνεται πλέον.
Το μενού που σερβίρεται δεν μυρίζει υπέροχα, η γεύση έχει κάτι από καμένο.

Η επόμενη χρονιά θα είναι καταλυτική. Τι συμβαίνει ;
Τι τρέχει ;
Η επανάσταση, μέχρι στιγμής, είναι υπόθεση της κοινωνίας. Με τον χρόνο όμως που κυλά αρχίζει να γίνεται υπόθεση όλο και λιγότερων. Αυτό συμβαίνει με απλά λόγια.
Από κοινωνική απαίτηση και ανάγκη μετατρέπεται σιγά σιγά σε μάχη παρατάξεων, και από εκεί σε μάχη μηχανισμών. Από ανάγκη απελευθερωτική, ανάγκη επιβίωσης ομάδων.
Φτιάχνουμε ένα στρατό για να πάρει η κοινωνία την κατάσταση στα χέρια της μέσα στις σάρκες της, στους ιστούς της. Η κοινωνία αγωνίζεται, παίρνει μέρος στον αγώνα. Ακολουθεί, συμπαθεί, συμπάσχει.
Οι άλλοι πιστεύουν στο κόμμα, στους μηχανισμούς.

Εμείς ενεργοποιούμε την κοινωνία. Δικός της είναι ο αγώνας, ο πόλεμος. Δεν τον αναθέτει σε κανέναν. Τον διεξάγει η ίδια. Αυτή διαλύει το κράτος, τους υπάρχοντες θεσμούς. Σκέφτεται αυτόνομα.
Εφευρίσκει νέες σχέσεις. Δεν το κάνει άλλος γι αυτήν.
Ο λαός οργανώνει την αυτοάμυνα του, οργανώνει και τις επιθέσεις του. Αντίσταση και επίθεση.
Διαλέγει τον χώρο και τον χρόνο, μετρά τις δυνάμεις του και δρα, πράττει ήδη, ζει, δεν περιμένει. Εξερευνά, ανακαλύπτει. Κινείται.
Με τον καιρό όμως εμείς ξεφεύγουμε μπροστά, αφήνοντας τους υπόλοιπους να παρακολουθούν. Αδυνατούν ν’ ακολουθήσουν. Αυτό συμβαίνει ουσιαστικά. Το νιώθουμε.
Ακολουθούν όλο και λιγότεροι. Αυτό βλέπουμε.

Η αντεπανάσταση ξέρει, αντιλαμβάνεται τη σοβαρότητα της κατάστασης. Το παιχνίδι γνωρίζει να το παίζει καλά, είναι μαέστρος, καταλαβαίνει άριστα τι πρέπει να κάνει σε ένα πεδίο δικό της πλέον εξ ολοκλήρου. Χρησιμοποιεί όλα της τα όπλα με πολύ βαρβαρότητα. Άγρια.
Εκτελεί εν ψυχρώ εδώ και καιρό. Η προπαγάνδα αφηνιάζει.
Βασανίζει. Δημιουργεί εκνευρισμό στους συντρόφους, τάσεις εκδίκησης. Θολώνει ο νους.  Στήνει ενέδρεςδολοφονεί συντρόφους, μαζικά.
Ποινικοποιεί ένα ολόκληρο κίνημα και διχάζει τους συντρόφους με το νόμο για τους ‘μετανιωμένους’ που έγινε η αποθέωση της ρουφιανιάς, με οποιοδήποτε κόστος.
Περνά με λίγα λόγια τον εκνευρισμό, τη δυσπιστία και το φόβο στη μεριά της επανάστασης, στο στρατόπεδο των εξεγερμένων.
Τη διχάζει. Μας μπερδεύει. Μας κάνει να αντιδρούμε σπασμωδικά.
Αρχίζουμε να λαθεύουμε και στους στόχους.
Κάποια στιγμή ξεκόβουμε και από την κοινωνία, όλο και περισσότερο, ίσως εντελώς.
Μέχρι την τελική ήττα

Κάποιοι συνθηκολόγησαν, κάποιοι χάθηκαν στο εξωτερικό. Άλλοι στον μικρόκοσμό τους, στην απογοήτευση.
Κάνουν και τα ναρκωτικά τη δουλειά τους, κυρίως στην περιφέρεια, στον άμεσο ή έμμεσο περίγυρο.
Η μητροπολιτική ζούγκλα εξαφανίζεται. Η κάσμπα μακραίνει, στενεύει.
Χωρίς περίγυρο, δίχως δικά σου εδάφη είσαι χαμένος, η συνέχιση καθίσταται αδύνατη.
Για πρώτη φορά χρησιμοποιείται, με επιτυχία, και η τεχνολογία ενάντια στους επαναστάτες.
Μέχρι πρότινος η καταστολή χρησιμοποιεί τους παραδοσιακούς μηχανισμούς. Διείσδυση, χαφιέδες και μαφιόζους ενάντια στους μαχητές.

Ρίχνει στην μάχη και το ΚΚ τον μηχανισμό του ενάντια σε αυτούς που δεν μπορεί να χειραγωγήσει, να ελέγξει. Πρέπει να ξαναβρεί την ηγεμονία του στις λαϊκές μάζες, που έχει χάσει από καιρό.
Διχάζει, αποπροσανατολίζει, χαφιεδίζει ανοιχτά, κυνηγά.
Ότι κινείται, εκτελείται.
Τα Μέσα, η μαύρη προπαγάνδα. Όλα στη μάχη για την σωτηρία του συστήματος. Του κεφαλαίου.
Ο φόβος λοιπόν περνάει από την εδώ μεριά. Αρχίζουν οι σύντροφοι να δυσπιστούν για τον σύντροφο, για τον διπλανό τους. Διαρρηγνύεται ο ιστός. Το κύτταρο αρρωσταίνει. Ένα θλιβερό θέαμα με τα χρόνια. Όλο και χειρότερο.
Διαμάχες μες τις οργανώσεις, στα κύτταρα, στις δομές.
Και η κοινωνία σφραγίζει τα μάτια και τ’ αυτιά, αρνείται να παρακολουθήσει. Ναρκώνεται. Παγώνουν οι αισθήσεις και οι αισθητήρες.
Θα επανέλθουμε.

Το πρώτο καμπανάκι το νιώσαμε τότες, εκείνη τη μέρα για πρώτη φορά, τη μέρα για την οποία σου μίλησα λίγο νωρίτερα. Έρχεται τρέχοντας το ‘78, εκείνη η τρομερή χρονιά με την επίθεση στην καρδιά του κράτους.
Σηκώνεται πολύ ψηλά ο πήχης για να μπορέσει η κοινωνία να τον ξεπεράσει. Ο Φόσμπερι είναι ακόμη μωρό, ίσως να μην έχει γεννηθεί κιόλας. Ας αποφορτίσουμε λιγάκι.
Δεν δύναται να ακολουθήσει, προφανώς.

Ο χαμένος τα παίρνει όλα, Γιάννης Αγγελάκας.

Ας σταματήσουμε για λίγο τη διήγηση των γεγονότων για να ακούσουμε έναν άλλον από τους πρωταγωνιστές. Θα επανέλθουμε σε λίγο. Ας ακούσουμε :

ΑΠΟΣΠΆΣΜΑΤΑ ΑΠΌ ΤΟ ΒΙΒΛΊΟ ‘ΚΟΝΤΌ ΦΥΤΊΛΙ’ του ΣΕΡΤΖΙΟ ΣΈΤΖΙΟ.

‘Θυμάμαι τη σφαγή στην πλατεία Φοντάνα του Μιλάνο το 1969 που γέμισε πολλούς αγανάκτηση και διάθεση εξέγερσης, την ιδέα πως πρέπει να αντιδράσουν.
Στην καταστολή της αστυνομίας, στις βόμβες των φασιστών, στις απόπειρες πραξικοπήματος. Στην καπιταλιστική εκμετάλλευση επίσης.
Θυμάμαι τους συντρόφους σκοτωμένους στις πλατείες, τις συγκρούσεις με την αστυνομία, τους ξυλοδαρμούς των συλληφθέντων. Κι έπειτα, την οργάνωση των ομάδων περιφρούρησης, τον μαχητικό αντιφασισμό, την παραπληροφόρηση, τα πυρπολημένα γραφεία, τα πυρπολημένα αυτοκίνητα. Τέλος το πέρασμα στην ένοπλη πάλη.
Σκληρύναμε λοιπόν δίχως να καταφέρουμε να διατηρήσουμε την τρυφερότητα μας. Υπερίσχυσε τελικά η προοδευτική μας αναισθητοποίηση.

Η λογική των όπλων άρπαξε, αιχμαλώτισε, υπερίσχυσε όχι μοναχά στα χέρια μας αλλά και στην λογική και την καρδιά μας.
Μέσα σε λίγα χρόνια, τα κινήματα συνεθλίβησαν με αγριότητα. Εκτροχιάστηκαν πιεσμένα ανάμεσα στο ένοπλο κόμμα, την καταστολή, την ηρωίνη που εξαπλώθηκε και την ιδιώτευση που αναδύθηκε.
Δεκάδες χιλιάδες σύντροφοι οργάνωσαν αυτόνομους αγώνες, απεργίες αυθόρμητες, μαζικές διαδηλώσεις και πρωτοποριακές ενέργειες. Οπλίστηκαν και μπήκαν στη μάχη.
Τώρα χιλιάδες είναι φυλακισμένοι, δεκάδες έχασαν τη ζωή τους. Γι αυτό είμαστε εδώ, να λαδώσουμε τα όπλα μας, να οπλίσουμε μιας και σε λιγάκι θα τα χρησιμοποιήσουμε. Σήμερα τουλάχιστον θ’ ανοίξουμε μια χαραμάδα στο τυφλό μονοπάτι για το οποίο συζητάμε.

Η πολιτική ήττα είναι πλέον εμφανής, το όνειρο κατέρρευσε, ανάμικτο με αίμα δικό μας και των θυμάτων μας, στην αγριότητα των Κρατικών φυλακών. Μα προσβάλλοντας σήμερα αυτή τη φυλακή, θα πάρουμε πίσω την ελευθερία των συντρόφων μας.’
Και :
‘Η ιστορία της Πρώτης Γραμμής δεν γράφτηκε ποτέ, ίσως τα γεγονότα τότε να ήταν πολύ κοντά. Τώρα πλέον είναι πολύ μακρινά.
Ίσως αυτό το ‘Κοντό Φυτίλι’ πυροδοτήσει επιτέλους μια επόμενη εργασία πιο πλατιά και συλλογική. Είναι προστιθέμενη αξία που εύχομαι να παραδώσουν αυτές οι σελίδες.

Που κυκλοφορούν σε μια περίοδο πιθανότατα από τις χειρότερες των τελευταίων χρόνων. Μάλλον των δεκαετιών. Στιγμή κατά την οποία αυξάνεται το πνεύμα μνησικακίας και περαιτέρω εκδικητικότητας σε ότι αφορά εκείνα τα γεγονότα των χρόνων του ‘70. Πνεύμα που παραδόξως μεγεθύνθηκε και σαφώς γιγαντώθηκε στην διάρκεια του χρόνου εξ αιτίας εκείνων των γεγονότων και των πληγών που δημιούργησαν.
Θα έπρεπε οι αριθμοί να είναι αρκετοί για να αποκαλύψουν ότι επρόκειτο για ένα φαινόμενο πλατιάς κοινωνικής ριζοσπαστικοποίησης :

Σύμφωνα λοιπόν με υπολογισμούς, ή μάλλον κάτω από τους υπολογισμούς, υπολογίζονται σε 20000 οι έρευνες για πράξεις ένοπλης πάλης και τουλάχιστον 4200 κλείστηκαν στην φυλακή συνέπεια κατηγοριών ένοπλης ομάδας η ανατρεπτικής οργάνωσης. 300 καταδικάστηκαν σε ποινή κάτω των 10 χρόνων, πάνω από 3100 σε ποινή ανώτερη των 10 χρόνων, σχεδόν 600 σε ποινή ανώτερη των 15 χρόνων. Εκατοντάδες τα ισόβια. Πάνω από 50000 χρόνια φυλάκισης έχουν ήδη εκτισθεί. Από τους χιλιάδες αρχικά φυλακισμένους, σχεδόν διακόσιοι βρίσκονται ακόμη εγκλεισμένοι, μερικά ή ολικά. Μεταξύ αυτών 77 ισοβίτες. Ανάλογη και η λίστα με αυτούς που βρήκαν καταφύγιο στο εξωτερικό.
Έχει παραμείνει ο πόνος αυτών που χτυπήθηκαν, των συγγενών τους, όπως επίσης των χαμένων μαχητών και των επί μακρόν φυλακισμένων.
Παρέμεινε επίσης η αιώνια μανία εις βάρος των ηττημένων.’

Sergio Segio, ο κομαντάντε Σίριο, υπήρξε ένας από τους ιδρυτές της Πρώτης Γραμμής, Prima Linea, της ένοπλης οργάνωσης που αριθμούσε χίλιους μαχητές και δεκάδες χιλιάδες συμπαθούντες. Σε αυτό το βιβλίο, Miccia Corta, παρουσιάζει μια από τις πιο συγκλονιστικές και τολμηρές ενέργειες της ένοπλης πάλης στην Ιταλία. Την επίθεση στις φυλακές του Ροβίγκο με την οποία ελευθέρωσε την συντρόφισσα του και δύο ακόμη πολιτικές κρατούμενες. Στις 3 Ιανουαρίου του 1982. Στο περιθώριο παρουσιάζονται εικόνες από τους αγώνες και τα κινήματα των χρόνων του ‘70.

This is the End, The Doors.

  • Αυτά λοιπόν και συνεχίζουμε από εκεί που αφήσαμε την αφήγηση του Μάριο με την πένα του Μιχάλη.

Λέγαμε λοιπόν πως η κοινωνία δεν παρακολουθεί πλέον, δεν μπορεί να ακολουθήσει το ριζοσπαστικότερο κομμάτι της. Μοιάζει να έχει σπάσει ο ομφάλιος λώρος.
Κουράζεται, ατονεί;
Μάλλον. Αυτό δείχνει.
Έτσι τουλάχιστον φαίνεται με το πέρασμα του χρόνου.
Εμείς διαχέουμε το αντάρτικο. Το ένοπλο κόμμα το επικεντρώνει, επιτίθεται στην »καρδιά».Ο καθένας σύμφωνα με τις αναλύσεις του. Είναι όλα γραμμένα, αποτυπώνονται στο χαρτί και στις πράξεις.
Η δύναμη πυρός αυξάνεται τρομερά, όμως. Η επιχειρησιακή ετοιμότητα κάνει άλματα. Η ικανότητα. Οι δεξιότητες.
Τρομάζει αυτό, δεν παρηγορεί τελικά.

Μοιάζει πλέον η επανάσταση, ο αγώνας, μάχη ανάμεσα σε μηχανισμούς που χρησιμοποιούν όλα τα μέσα που έχουν στη διάθεσή τους, θεμιτά και αθέμιτα. Ο κόσμος στην απ’ έξω.
Για την καταστολή δεν το συζητώ, το κάνει σχεδόν από την πρώτη μέρα, για να τρομοκρατήσει. Βλέπε Μάρα Καγκόλ, αιχμάλωτη, εκτελεσμένη εν ψυχρώ, ακινητοποιημένη.
Το ΚΚ απ’ την άλλη, μας μισεί πραγματικά. Ειδικά από την μέρα που έδιωξε το κίνημα τον Λάμα, με ολόκληρο τον μηχανισμό που κουβάλησε μαζί του, για να κάνει επίδειξη δύναμης στο Πανεπιστήμιο της Ρώμης, όπως έχουμε επαναλάβει νωρίτερα. Μας επιτίθεται διαρκώς, απροκάλυπτα και αδιάλειπτα. Επιστρατεύοντας ότι ψεύδος μπορείς να φανταστείς, χρησιμοποιώντας παραμορφωτικούς φακούς αλλοιώνοντας την αλήθεια.

Μέχρι και απεργίες και κινητοποιήσεις προσπαθεί να οργανώσει ενάντια σε κίνημα και μαχητές. Αποτυγχάνει οικτρά στην αρχή. Από την εκτέλεση του Μόρο και μετά, κάτι καταφέρνει, όχι όμως αυτό που προσδοκεί.
Χαφιεδολογεί ανοιχτά, δίχως καν να του το ζητήσουν.
Και μουλαρώνει κυριολεκτικά κάθε φορά που αντάρτες διαπραγματεύονται με την εξουσία.
Φέρεται σαν κράτος χωρίς να είναι.
Και ανοίγει διάπλατα τον δρόμο στον μπερλουσκονισμό ο οποίος προσφέρει αφειδώς στο πόπολο βυζιά με σιλικόνη και τουρλωμένους κώλους. Ξεβράκωτες.

Δεν αξίζει στον ιταλικό λαό τέτοια κατάντια. Στην Ελλάδα διαλύουν τον κοινωνικό ιστό ανάμεσα στα ‘40 και ‘50. Σε εμάς αυτό συμβαίνει από το ‘80 και μετά, χοντρά χοντρά. Ίσως να ξεκινά και λίγο νωρίτερα η διαδικασία αυτή.
Και ζήσανε αυτοί καλά κι εμείς χειρότερα.
Οι συνασπισμένοι παγκόσμιοι κεφαλαιοκράτες.

http://video-morfwsh.blogspot.gr/search/label/%27%CE%A4%CF%81%CE%BF%CE%BC%CE%BF%CE%BA%CF%81%CE%B1%CF%84%CE%AF%CE%B1%27-%CE%A6%CF%85%CE%BB%CE%B1%CE%BA%CE%AE#/page/1

τρομοκρατία, φυλακή

Child in Time, Deep Purple.

Και μιας και αναφερθήκαμε στο ΚΚ, θα σου μιλήσω τώρα και για μια από τις άμεσες εμπειρίες που έχω με αυτούς.
Διοργανώνουν συναυλία, στην διάρκεια της ετήσιας γιορτής του κόμματος, με γνωστό τραγουδιστή προσκαλεσμένο. Μετά από τόσα χρόνια απόσταση αδυνατώ να θυμηθώ λεπτομέρειες. Σε προάστιο της πόλης, αποκεντρώνουν τις γιορτές τους. Σεπτέμβρη μήνα ως είθισται.
Στο γήπεδο της περιοχής έχουν στήσει ολόκληρο χωριό με περίπτερα, εστιατόρια, χώρους προβολών και εκθέσεις. Και αντιπροσωπείες φίλιων κομμάτων από το εξωτερικό. Στην διοργάνωση πολιτιστικών δρώμενων είναι μανούλες.

Ένας ολόκληρος μηχανισμός κινητοποιημένος.
Οι κερκίδες γεμάτες, πίτα και ο μισός αγωνιστικός χώρος. Οι μουσικοί είναι από τους δημοφιλέστερους. Οι πιο ενθουσιώδεις από τους θεατές, ως συνήθως, καταλαμβάνουν τον χώρο μπροστά στην εξέδρα, στο πάλκο.
Αποφασίζω να πάω κι εγώ, δεν με ακολουθεί κανείς από γνωστούς και φίλους, παραδόξως. Δεν με νοιάζει και μόνος, όλα καλά.
Παρακολουθώ την συναυλία, πολύ ζεστή ατμόσφαιρα. Νέοι ενθουσιώδεις και όχι μόνο κομμουνιστές, μοιρασμένες οι προτιμήσεις. Έχουν όμως κατεβάσει όλες τις ομάδες περιφρούρησης της πόλης οι κομματικοί, για τον φόβο επεισοδίων. Κάτι ξέρουν οι μαλάκες, γενικά είναι προκλητικοί με όσων τις φάτσες δεν γουστάρουν. Ξέρεις. Οι γραφειοκράτες κάνουν μπαμ από μακριά. Βολεμένοι, δήθεν κλπ. Και ότι διαφορετικό τους ξενίζει, το φοβούνται. Είναι συντηρητικούρες και το δείχνουν με κάθε πρόφαση, σε κάθε ευκαιρία.

Κάνουν δέκα λεπτά διάλειμμα οι μουσικοί και κάποιος μεγαλόσχημος παίρνει το μικρόφωνο, αποφασίζει να αρχίσει τις αρλούμπες και τις αοριστολογίες. Και χωρίς να υπάρχει κανένας λόγος εξαπολύει λεκτική επίθεση στον χώρο της αυτονομίας.
Ξεκινούν τα ξεφωνητά. Στην αρχή αραιά, σκόρπια. Στη συνέχεια εντονότερα. Ώσπου ξεσπούν οι αντεγκλήσεις, τα σπρωξίματα, οι ψιλές και το γενικευμένο ξύλο.
Την είχανε στημένη. Φαίνονταν από την αρχή. Μεγάλη η κινητοποίηση. Το κακό είναι πως δεν έδωσα σημασία. Έμεινα σε κάποια γωνιά απομονωμένος, ανάμεσα σε άγνωστους.
Τα υπόλοιπα παιδιά, οργανωμένα ή όχι δεν έχει σημασία, ήτανε όλα μαζεμένα και αποχώρησαν συντεταγμένα δίχως απώλειες, σπρωγμένα προς την έξοδο.

Μας έχουν παγιδέψει μέσα στο γήπεδο, με τις εξόδους να τις ελέγχουν οι μπράβοι τους, μας βρίζουν από τα μικρόφωνα. Έχει ξεσπάσει πανδαιμόνιο, μέσα σε όλη αυτή τη φασαρία κάποιος με αναγνωρίζει και με υποδεικνύει, σου έχω ξαναπεί, άσε που το γνωρίζεις Μιχάλη είμαι γνωστός και αναγνωρίσιμος, πολύ κοινωνικός, σε όλους τους πολιτικούς κύκλους και χώρους.
Αρχίζουν λοιπόν να με κυνηγούν για να με λιντσάρουν.
Τους ξεφεύγω διαρκώς. Δεν τρέχω εγώ, δεν είμαι εγώ που ελίσσεται ανάμεσά τους. Κάποιος άλλος το κάνει. Κάποιος με φτερά. Κάποιος μου δίνει φτερά. Δεν υπάρχει Ρεντ Μπούλ ακόμη, κάποιος άλλος το κάνει.

Καταφέρνω με τα πολλά και σκαρφαλώνω ένα τοίχο και πηδώ έξω. Οι πούστηδες πηδούν και αυτοί, τρεις τον αριθμό, με κυνηγούν πλέον στα στενά. Χώνομαι σε ένα σκοτεινό ιδιωτικό υπόγειο πάρκινγκ αυτοκινήτων καβατζάροντας μια στροφή και με χάνουν. Κουρνιάζω κυριολεκτικά κάτω από ένα αυτοκίνητο. Ακούω την καρδιά μου και νομίζω πως είναι έτοιμη να εκραγεί. Φοβάμαι πως κάνει τόση φασαρία που θα με προδώσει, τι θόρυβο που κάνει! θα με ανακαλύψουν!
Τη γλιτώνω.
Αφήνω να περάσει κανένα εικοσάλεπτο, να ηρεμήσω κανονικά και να συνέλθω. Όλο εκείνο το κυνηγητό στάθηκε εξουθενωτικό, να χάσουν οριστικά τα ίχνη μου οι διώκτες. Η αλήθεια όμως είναι πως εάν θέλω να προλάβω το τελευταίο λεωφορείο πρέπει ν’ αρχίσω να ξεκουνιέμαι, η ώρα είναι περασμένη, αρχίζω να βιάζομαι. Πρέπει να του δίνω. Η συγκοινωνία σε λίγο σταματά.

Βγαίνω λοιπόν από το καταφύγιό μου και προχωρώ σταθερά, πρέπει υποχρεωτικά να περάσω μπροστά από το γήπεδο, αγχώνομαι λιγάκι, παίρνω βαθιές αναπνοές και συνεχίζω .
Για καλή μου τύχη, οι μικροπωλητές δεν έχουν ακόμη αποχωρήσει, μαζεύουν αυτή την ώρα την πραμάτεια τους σκορπισμένοι στους γύρω χώρους. Βρίσκω την ευκαιρία λοιπόν ν’ αγοράσω ένα καπελάκι για να αλλάξω λιγάκι το σουλούπι μου, ρίχνω και μια κόκκινη σημαία στις πλάτες μου σαν μανδύα και περνώ ήσυχος μπροστά από την πόρτα όπου πλέον η κίνηση έχει σταθερά μειωθεί, έχουν σχεδόν αποχωρήσει και οι τελευταίοι.

ελεύθεροι πολιορκημένοι

Είμαι πλέον αγνώριστος και άνετος, φτάνω στο πούλμαν το οποίο ξεκινά μετά από ελάχιστο χρόνο. Είμαι πλέον ασφαλής. Σε ένα μισάωρο έφτασα στο κέντρο, έχει πλέον περάσει δύο τη νύχτα όταν φτάνω στο σπίτι φίλης μου, πέρα από το ποτάμι. Δεν θέλω να μείνω μόνος. Που στοίχισε πολύ αυτή η έκρηξη κακίας και μίσους, θέλω να με κανακέψουν.
Ένας ακόμη λόγος για να ευχαριστήσω το καλό μου αστέρι σήμερα.
Σε αυτή την γειτονιά που εκτυλίχθηκε η αποψινή ιστορία κάποια χρόνια πριν γίνεται η γνωριμία μας Μιχάλη. Σε σπίτι φίλου που μας κάλεσε για τσιμπούσι. Μας έβαλες θυμάμαι ν’ ακούσουμε τους ‘Μετανάστες’ του Μαρκόπουλου. Τραγούδια για τους έλληνες που ξενιτεύονται στην Γερμανία. Είναι ο πρώτος σου χρόνος στο εξωτερικό, νιώθεις κι εσύ την νοσταλγία. Θυμάμαι πως δακρύζεις σιγοτραγουδώντας εκείνα τα υπέροχα τραγούδια.

Γιάννης Μαρκόπουλος Γιώργος Σκούρτης Λάκης Χαλκιάς 1974 Μετανάστες

Εδώ στην ξένη χώρα αχ τι στεναχώρια, τι θα φάω τι θα πιω τι θα στείλω στο χωριό
οι γυναίκες είναι χύμα, καίγομαι σαν τις κοιτώ δεν με θέλουν κι είναι κρίμα.
Εδώ στην ξένη χώρα αχ τι στεναχώρια, κάθε βράδυ στο σταθμό τριγυρίζω για να πω μια κουβέντα σ’ ένα φίλο
κι αν μια νύχτα δεν τον βρω μοιάζω με χαμένο σκύλο.
Εδώ στην ξένη χώρα αχ τι στεναχώρια. Θα γυρίσω στο χωριό, δεν αντέχω δεν βαστώ
τι κορμί βασανισμένο, ψάχνω να βρω αδερφό κι όλοι με φωνάζουν ξένο.

Και :
Μιλώ για τα παιδιά μου και ιδρώνω
έχω ένα χρόνο να τα δω και λιώνω
μου γράφει η γιαγιά τους πως ρωτάνε
τα τρένα που ‘ναι στο σταθμό που πάνε.
Αδύνατος μου γράφει ο Στελάκης΄
έχει ανάγκη θάλασσας ο Τάκης
αρχίζει το σχολείο η Μαρίνα
θέλει να γίνει κάποτε γιατρίνα.
Αγόρασα λαχείο στ’ όνομά τους
αχ! Να κερδίσω να σταθώ σιμά τους.

Από τη Βίκυ Μοσχολιού.

‘Μες την κοιλάδα των Τεμπών’, Θανάσης Παπακωνσταντίνου.

Η πόλη είναι γεμάτη νέους από κάθε γωνιά της γης. Κατοικούν διασκορπισμένοι στις γειτονιές της,τα σπίτια τους γίνονται στέκια μας. Έχουμε λοιπόν την ευκαιρία να γνωρίσουμε κάθε σπιθαμή του αστικού τοπίου με τις ομορφιές και τα μυστικά του. Έχουμε φίλους και γνωστούς παντού που μας καλούν καθημερινά. Κεράσματα, κουβεντούλα και γιορτούλες. Έχουμε φιλοξενηθεί, για ώρες ή για μέρες όπου μπορείς να φανταστείς, σε κάθε λογής σπιτικό, όπου το βάζει ο νους σου.

Γίνεται σιγά σιγά η Κάσμπα μας [βλέπε ‘Μάχη του Αλγερίου’, Τζίλο Ποντεκόρβο, 1966, ταινία που μιλά για τους αγώνες του Εθνικού Απελευθερωτικού Μετώπου στην ιστορική συνοικία -ακρόπολη των μουσουλμάνων στην πόλη του Αλγερίου για την ανεξαρτησία τους από τους Γάλλους το 1954. Αυτά για τους άβγαλτους].
Κάσμπα προς το παρόν φιλική η πόλη, με απελευθερωμένες ζώνες όπου φασίστες, άλλοι δεξιοί και μπάτσοι φυσικά αποφεύγουν να πλησιάσουν!

«Η Μάχη του Αλγερίου» (La Battaglia Di Algeri, 1966)

 la-battaglia-di-algeri-photos-6

Όποιος αποικιοκράτης/κατακτητής βρίσκεται στη γη κάποιου άλλου εφαρμόζοντας κάτω από τον έλεγχο του στρατού το ειδικό νομικό καθεστώς γνωστό και ως «Κώδικας των Ιθαγενών» (Code d’ Indigénat), που μεταβάλλει τους πολίτες σε υπηκόους λεηλατώντας τον πλούτο, τα δικαιώματα, τη γλώσσα, την κουλτούρα και την ιστορία μέσω διώξεων, φυλακίσεων, μαζικών δολοφονιών και πογκρόμ, μπορεί να ρίξει μια ματιά στη «Μάχη του Αλγερίου» για να δει τι τον περιμένει…

Αυτό ακριβώς είναι η «Μάχη του Αλγερίου», μια ταινία με άμεση τη σχέση μεταξύ τέχνης και πολιτικής, ένα αριστουργηματικό αντιαποικιοκρατικό ασπρόμαυρο φιλμ (ιταλοαλγερινής παραγωγής) για την αλγερινή επανάσταση, του ιταλού κινηματογραφιστή Τζίλο Ποντεκόρβο και του φωτογράφου Μαρτσέλο Γκάτι.

Η ταινία είναι γυρισμένη στα πραγματικά πεδία των μαχών (στα σοκάκια και τις συγκοινωνούσες ταράτσες του Καζμπάχ) και βασισμένη στο βιβλίο του Σααντί Γιασίφ «Αναμνήσεις από τη Μάχη του Αλγερίου». Ο Γιασίφ είχε συλληφθεί το 1957 και καταδικαστεί σε θάνατο, αλλά η ποινή δεν πρόλαβε να εκτελεστεί. Αμέσως μετά την απελευθέρωση (1962) έγινε μέλος της πρώτης μεταπελευθερωτικής κυβέρνησης, η οποία και αποφάσισε να γυριστεί μια ταινία με το θέμα του βιβλίου. Ο Ποντεκόρβο βρήκε στήριξη και χρηματοδότηση από τον πρώτο πρόεδρο της ανεξάρτητης πια Αλγερίας, Μπεν Μπελά, ο οποίος όμως είχε αρχικά εκφράσει επιφυλάξεις: «Στην αρχή θεώρησα ότι μια τέτοια ταινία θα ήταν σπατάλη, μιας και ήμασταν φτωχή χώρα. Ο Γιασίφ ωστόσο μού είπε ότι ο αγώνας μας δεν ανήκει μόνο στον αλγερίνικο λαό, ανήκει σε όλους τους καταπιεσμένους του κόσμου, και δεν μπορούσαμε να τους προδώσουμε. Έτσι, καταφέραμε και βρήκαμε τα λεφτά για την ταινία».

Μόνο και μόνο για τη ρεαλιστικότατη και αληθοφανέστατη αναπαράσταση του συγκλονιστικού ανταρτοπόλεμου των εξεγερθέντων Αλγερινών, η «Μάχη» θεωρείται (και δικαίως) ένα από τα σημαντικότερα φιλμ του 20ού αιώνα. Ένας ανταρτοπόλεμος που ξεκινά την 1η Νοέμβρη του 1954 με την προκήρυξη-κάλεσμα του FLN (Απευθερωτικό Μέτωπο Αλγερίου) για ανεξαρτησία. Όταν το FLN σκοτώνει μερικούς αστυνομικούς, ο αρχηγός της αστυνομίας σε μια πράξη ωμής αντεκδίκησης τοποθετεί βόμβα σε μια αραβική συνοικία, με συνέπεια να χαθούν πολλοί άμαχοι. Ο χορός της απροκάλυπτης βίας έχει ήδη αρχίσει. Το FLN απαντά με τρεις γυναίκες καμικάζι να επιτίθενται σε δύο καφέ και στα γραφεία της Έιρ Φρανς, στην ευρωπαϊκή συνοικία του Αλγερίου. Ένα ειδικό σώμα περίπου οκτώ χιλιάδων επίλεκτων ανδρών και γυναικών «χωρίς θεό και δίχως νόμο» βρίσκεται αντιμέτωπο με διακόσιες χιλιάδες γάλλους στρατιώτες, που επί εννέα ολόκληρους μήνες απαντούν με αιματοκύλισμα των φτωχογειτονιών της Κάσμπα (το «κάστρο» του FLN, στην πρωτεύουσα Αλγέρι) και προχωρούν σε θηριώδεις αιματοχυσίες, συλλήψεις, βασανισμούς, δολοφονίες και ισοπέδωση ολόκληρων συνοικιών. Και όλα αυτά στο όνομα της «καταπολέμησης της τρομοκρατίας».

Με την απόφασή του να επιλέξει ερασιτέχνες άραβες ηθοποιούς και με την προσθήκη γυναικών (μιας και ήταν ζωτική και ουσιώδης η προσφορά τους στην ανεξαρτησία), αλλά και με ένα μόνο επαγγελματία ηθοποιό (κυρίως θεατρικό), τον Ζαν Μαρτίν (ενσάρκωσε τον συνταγματάρχη Mathieu), ο Ποντεκόρβο συνδυάζει εκπληκτικά δύο διαφορετικά είδη κινηματογράφου: το ντοκιμαντέρ και το κλασσικό σινεμά.
(Χαρακτηριστικό, μα και συνάμα οξύμωρο, είναι το σημείο της ταινίας όπου ο γάλλος συνταγματάρχης Ζαν Μαρτίν κραυγάζει προς την αντίπαλη πλευρά: «Πώς μπορείτε να μας αποκαλείτε “φασίστες”; Ήμασταν μέλη της αντίστασης, πολεμήσαμε το ναζισμό!..» μη μπορώντας να αντιληφθεί τι του καταμαρτυρεί η άλλη πλευρά, καθόσον οι μνήμες του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου ήταν ακόμη νωπές…)

 Η καταιγιστική, θυελλώδης δυναμικότητα της ταινίας, με πλήρη εστίαση στην απροκάλυπτη ωμότητα της βίας και της καταστολής των γαλλικών στρατευμάτων, ενόχλησε τις γαλλικές κυβερνήσεις, οι οποίες και την είχαν απαγορεύσει ώς το 1971, ενώ η γαλλική κοινή γνώμη βρέθηκε μοιρασμένη στα δύο. Η πρώτη προβολή της στο Παρίσι (μια λογοκριμένη έκδοση που κατέβηκε αμέσως) σημαδεύτηκε από συγκρούσεις και διαδηλώσεις από ακροδεξιούς της OAS – Algerie (Οργάνωση Μυστικού Στρατού Αλγερίας) με την αστυνομία. Χαρακτηριστικό, δε, είναι ότι το φιλμ προβλήθηκε στη γαλλική τηλεόραση μόλις το 2004! Η ταινία δεν άφησε όμως «ασυγκίνητο» και το αμερικάνικο υπουργείο Εξωτερικών, καθώς το 2003 το Πεντάγωνο την πρόβαλε με αφορμή την εισβολή του αμερικανικού στρατού στο Ιράκ σε αξιωματικούς του Στρατού και ειδικούς επί πολεμικών θεμάτων υπό τον… ηχηρότατο τίτλο «Πώς να κερδίσετε τη μάχη κατά της τρομοκρατίας και να χάσετε τον πόλεμο των ιδεών», αναφέρουν οι «New York Times».

Τη μουσική της ταινίας έχει επιμεληθεί ο εκπληκτικός ιταλός συνθέτης Έννιο Μορικόνε. Ο Μορικόνε, συνδυάζοντας τον Μπαχ, τη μουσική των Βεδουίνων, τα εμβατήρια αλλά και την τζαζ του ’50, μεγαλουργεί συνθέτοντας ένα απο τα εξαιρετικότερα σάουντρακ ταινιών. Ακόμη και οι κραυγές των γυναικών, οι θρήνοι, οι ήχοι των πυρών και οι εκρήξεις των βομβών γίνονται μουσική, μια ριζοσπαστική μουσική. «Όλα ξεκίνησαν, όταν ο Gillo μού ζήτησε να γράψω τη μουσική για τη “Μάχη του Αλγερίου”» αναφέρει ο ίδιος. «Με εξέπληξε διότι ήμουν ακόμα νέος στο χώρο. Γνώριζα την προηγούμενη ταινία του, το “Kapo”, και το θεωρούσα εκπληκτικό φιλμ. Τον ρώτησα ωστόσο γιατί διάλεξε εμένα. Με εξέπληξε για ακόμα μια φορά, διότι μου είπε πως είχε δει το “Για Μια Χούφτα Δολάρια ”, το δεύτερο γουέστερν του Λεόνε, του άρεσε πολύ η μουσική και έτσι αποφάσισε να μου προτείνει το σάουντρακ της “Μάχης”. Δέχτηκα, μιας και ήμουν σίγουρος πως θα γινόταν ένα καταπληκτικό φιλμ, αλλά και πως θα έκανα πολύ καλή δουλειά». «Και πράγματι» συνεχίζει «ήμουν πολύ περήφανος εκείνο τον καιρό — κι ακόμα είμαι. Από τη μια δεν ήθελα ο σκηνοθέτης να έχει να κάνει με τη μουσική της ταινίας, αλλά ο Gillo ήξερε, διαισθητικά, τη μορφή της μουσικής που χρειαζόταν η ταινία. Η φαντασία και οι γνώσεις του πάνω στη μουσική με βοήθησαν πολύ και στη “Μάχη” αλλά και σε όλα τα υπόλοιπα φιλμ που κάναμε μαζί. Οι τέσσερις νότες που είχε στο μυαλό του για το βασικό μοτίβο ήταν πολύ απλές. Ήταν η βάση για όλη τη μουσική που συνέθεσα για την ταινία. Το σημαντικό είναι ότι αυτό το μικρό θέμα ήταν σε απόλυτη αρμονία με το προφίλ του αλγερινού λαού και, αν και ήταν μια δυτικής μορφής σύνθεση, είχε τις βάσεις της στην τοπική μουσική παράδοση. Στη σκηνή της σφαγής η μουσική είναι κατεξοχήν δική μου. Σ’ αυτό το σημείο δεν ήθελα ο Gillo να έχει καμία ανάμειξη. Ήθελα η μουσική να μην επηρεαστεί ούτε στο ελάχιστο από εκείνον. Είναι η ίδια μουσική που υπάρχει και στη σκηνή της σφαγής στην Κάσμπα αλλά και σε εκείνη της βομβιστικής επίθεσης στο μπαρ. Η πρώτη είναι μεγαλύτερης διάρκειας, αλλά το ίδιο συγκινητική. Ο Gillo έκλαψε όταν την ηχογραφούσαμε».

Στην ταινία απονεμήθηκε το «Χρυσό Λιοντάρι» και το Βραβείο των Κριτικών στο Φεστιβάλ Βενετίας του 1966, ενώ ήταν υποψήφια και για τρία Οσκαρ: Καλύτερης Σκηνοθεσίας, Καλύτερου Σεναρίου και Καλύτερης Ξένης Ταινίας.

Σκηνοθεσία :Τζίλο Ποντεκόρβο Διεύθυνση Φωτογραφίας : Μαρτσέλο Γκάτι.

Παίζουν: Μπραχίμ Χατζιάγκ, Ζαν Μαρτέν, Γιασέφ Σααντί Παραγωγή: ΑΛΓΕΡΙΑ/ΙΤΑΛΙΑ (1966)

Το εγκώμιο όμως για την εκπληκτική δυναμική της «Μάχης» έπλεξε και μία από τις σημαντικότερες εγχώριες μορφές στον χώρο της κριτικής κινηματογράφου, ο Βασίλης Ραφαηλίδης, γράφοντας στην εφημερίδα «Το Βήμα» της 15ης Απριλίου 1975 τα εξής:

«Ένας διπλός θρύλος συνοδεύει τούτη την ταινία, γυρισμένη το 1965 στο Αλγέρι την περίοδο που ο Μπουμεντιέν ανέτρεπε τον Μπεν Μπέλα χρησιμοποιώντας, μεταξύ άλλων, τα άρματα και τους στρατιώτες που είχαν παραχωρηθεί στον Ποντεκόρβο για τις ανάγκες του γυρίσματος, έτσι ώστε, για πρώτη φορά ίσως, ο κινηματογράφος να πάρει μέρος στο «φτιάξιμο» της ιστορίας περνώντας από τη φιξιόν κατευθείαν στην πράξη, προκαλώντας μ’ αυτόν τον τρόπο μια πολύ χαρακτηριστική σύγχυση στους κατοίκους που προς στιγμήν μπέρδεψαν το σινεμά με την πραγματικότητα: 1) Ο Τζίλο Ποντεκόρβο είναι γιος του διάσημου ατομικού επιστήμονα που κατέφυγε στη Σοβιετική Ένωση αμέσως μετά τον πόλεμο, συναποκομίζοντας κάποια μυστικά. Ήταν φυσικό ο θρύλος του πατέρα να συνοδεύει και το γιο, πολύ περισσότερο όταν κι αυτός, όπως ο πατέρας, δεν έκρυβε τη μαρξιστική του τοποθέτηση. Ο Ποντεκόρβο, άνθρωπος κολοσσιαίας κουλτούρας, χρησιμοποιεί τον κινηματογράφο κατά κάποιον τρόπο σαν χόμπι ή μάλλον όταν νομίζει πως έχει να πει κάτι το πολύ σημαντικό. Όντας μαθητής και φίλος του Γιόρις Ίβενς γύρισε πολλά ντοκιμαντέρ — και μόνον τέσσερις ταινίες μεγάλου μήκους από τις οποίες το Καπό (1960) τον έκανε διεθνώς γνωστό. 2) Η μάχη, του Αλγερίου απέχει απ’ τα πραγματικά περιστατικά (στα οποία αναφέρεται) ελάχιστα χρόνια, γυρίστηκε εξ ολοκλήρου στον τόπο όπου αναφέρεται η ιστορία, και χρησιμοποιεί ως κομπάρσους τους ανθρώπους που στον απελευθερωτικό πόλεμο του Αλγερίου ήταν οι πραγματικοί πρωταγωνιστές της Ιστορίας.Αυτοί οι δύο παράγοντες (ο ένας υποκειμενικός και ο άλλος αντικειμενικός) σίγουρα έπαιξαν το ρόλο τους στη φήμη της ταινίας.

Όμως, τούτη η φήμη δεν είναι αποκύημα της μυθοποιητικής φαντασίας μόνο: ο Ποντεκόρβο, ένας μανιακός περφεξιονίστας που δουλεύει χρόνια πάνω σ’ ένα σενάριο, είναι ένας δημιουργός με στιλ απολύτως προσωπικό. Αρνούμενος κατηγορηματικά τις ευκολίες του στούντιο, γυρίζει πάντα σε φυσικούς χώρους, στους οποίους, όμως, κάνει τόσες επεμβάσεις ώστε αυτοί να μεταλλάσσουν σ’ ένα πελώριο ντεκόρ. Έτσι, ο Ποντεκόρβο — ντοκιμαντερίστας βρίσκεται πάντα στο οικείο του περιβάλλον ελέγχοντας και την τελευταία του λεπτομέρεια, σαν να επρόκειτο για ένα στημένο ντεκόρ λίγων τετραγωνικών μέτρων.
Απ’ την άποψη της διευθέτησης ταυ φυσικού χώρου Η μάχη του Αλγερίου είναι ένας σωστός άθλος: η πόλη του Αλγερίου μοιάζει να ‘χει αδειάσει από τους κατοίκους της και να ‘χει ξαναγεμίσει από τους ιδίους, αλλά αυτή τη φορά υπό την ιδιότητα των κομπάρσων που κινούνται στον φυσικό τους χώρο, ο οποίος έπαψε να ‘ναι “φυσικός” καθώς βάφτηκε, ανακαινίστηκε, ξηλώθηκε, γκρεμίστηκε και —προπαντός— φωτίστηκε σαν να ‘ταν μια κολοσσιαία σκηνή θεάτρου.Μέσα σ’ αυτόν το “ρετουσαρισμένο” πραγματικό χώρο τοποθετείται μια “ρετουσαριομένη” πραγματική ιστορία. Η ιστορία τής Κάσμπα (της παλιάς μουσουλμανικής συνοικίας της πόλης), που υπήρξε (κυριολεκτικά) η ακρόπολη της αλγερίνικης επανάστασης.

Όπως και το ντεκόρ, η ιστορία είναι πραγματική αλλά ανασυνθεμένη απ’ τον γόνιμο σεναρίστα του Ποντεκόρβο, τον Φράνκο Σολίνας, με τρόπο ώστε το “ρετούς” να υπηρετεί τις ανάγκες του Ποντεκόρβο και όχι την αντικειμενικότητα της Ιστορίας — μια αντικειμενικότητα που δεν χάνεται, βέβαια, ως αίτημα αλλά και που δεν μπαίνει τροχοπέδη στην άποψη του Ποντεκόρβο γι’ αυτή την Ιστορία, που δεν είναι καθόλου επική.
Εν πάση περιπτώσει, πρόθεση του δεν είναι να κάνει ένα ιστορικό φρέσκο ή ένα έπος σε στιλ “Θωρηκτό Ποτέμκιν” ή ένα ανασυνθεμένο ντοκιμαντέρ, αλλά να ερμηνεύσει τη διαδικασία της γέννησης ενός ιδιόρρυθμου αντάρτικου, το οποίο ως τρόπος δράσης και ως νοοτροπία βρίσκονταν πάρα πολύ κοντά στις απόψεις του Φραντς Φανόν για το επαναστατικό δυναμικό των λούμπεν. (Άλλωστε, ο Φανόν έγραψε το “Της γης οι κολασμένοι” με βάση τις εμπειρίες του απ’ την αλγερίνικη επανάσταση, της οποίας υπήρξε ο θεωρητικός.)

Ένα τέτοιο αντάρτικο δε στηρίζεται στη “διαφώτιση” και συνεπώς στη “λογική” ένταξη, αλλά στην ενεργοποίηση των ενστίκτων του μίσους και της επιθετικότητας του καταπιεσμένου που εκρήγνυται κατά κύματα, άτακτα, αλλά με μια δύναμη σαρωτική. Είναι προφανές ότι μια τέτοια νοοτροπία θα ήταν εντελώς ακατάλληλη να υπαγορεύσει ένα επικό στιλ στον τομέα της αισθητικής, πράγμα που το γνώριζε άριστα ο Ποντεκόρβο. Γι’ αυτό, κοίταξε την Ιστορία μέσα απ’ τα μάτια εντελώς εξατομικευμένων ηρώων που μοιάζουν να βγαίνουν απ’ τη μάζα των κομπάρσων, να παίζουν το ρόλο τους και να ξαναχάνονται στην ίδια μάζα. Έτσι, η ατομική περίπτωση (π.χ. του κεντρικού ήρωα Αλή) παραπέμπει αυτόματα στη γενική που τη συμβολοποιεί και τη συγκεκριμενοποιεί.

Αυτή η σχέση του ήρωα με τη μάζα στην οποία οργανικά ανήκει, γίνεται φανερή και κατά την αντίστροφη φορά: οι κομπάρσοι χάνουν την ανωνυμία και το διακοσμητικό τους χαρακτήρα καθώς αποτελούν την «πηγή» από την οποία ξεκινάει και στην οποία καταλήγει ο εξατομικευόμενος ήρωας. Γι’ αυτό ακριβώς ο θεατής έχει την εντύπωση πως τα πλάνα που περιγράφουν τη δράση ενός συγκεκριμένου ήρωα είναι ΥΠΟΚΕΙΜΕΝΙΚΑ μιας μάζας νοούμενης σαν ένα πολυκέφαλο πρόσωπο. Είναι φανερό, λοιπόν, πως οι κομπάρσοι αποτελούν ένα είδος χορού που άλλοτε σχολιάζει και παρακινεί σε δράση και άλλοτε δρα —ανάλογα με τις γρήγορες μεταπτώσεις— απ’ το γενικό στο ειδικό και αντίστροφα.
Τούτες οι μεταπτώσεις, υπαγορευμένες απ’ την «ψυχολογική» ιδιομορφία της αλγερινής επανάστασης, δικαιολογούν τόσο τα απότομα ξεκινήματα και σταματήματα της δράσης όσο και την εκπληκτική τελευταία σκηνή στην οποία περιγράφεται το απροσδόκητο και εντελώς ξαφνικό (φαινομενικά) χύσιμο στους δρόμους ενός πλήθους έτοιμου να σαρώσει τους πάντες και τα πάντα ύστερα από δύο ολόκληρα χρόνια σχεδόν απόλυτης αδράνειας.

Η ταινία του Ποντεκόρβο δεν είναι μόνον η περιγραφή του πρώτου αντάρτικου των πόλεων. Είναι συγχρόνως και μια σοφή μαρξιστική μελέτη πάνω στο υποκείμενο της Ιστορίας, που είναι ταυτόχρονα και το αντικείμενο της: ο λαός φτιάχνει την Ιστορία για τον εαυτό του και όχι για τους αφεντάδες, τη φτιάχνει μόνος του και όχι διά εντολοδόχων. Βέβαια, έτσι γινόταν πάντα και ο Ποντεκόρβο δεν κομίζει γλαύκα εις Αθήνας. Όμως, γνωρίζετε πολλούς κινηματογραφιστές που κατάφεραν να χρησιμοποιήσουν ταυτόχρονα το υποκείμενο της ιστορίας και ως αντικείμενο της; Ο Ποντεκόρβο δεν απλοποιεί τη διαλεκτική για λόγους σκοπιμότητας και κατανοητότητας. Προτιμάει τη χεγκελιανή φόρμουλα “ταυτότητα της ταυτότητας και τη μη ταυτότητας” παρά την υπεραπλουστευμένη της μορφή “θέση-αντίθεση-σύνθεση” που προκάλεσε τόσες συγχύσεις και τόσες παρανοήσεις με την έννοια της χρονικής διαδοχής που προϋποθέτει. Στο χεγκελιανό σχήμα, κάτι “είναι και ταυτόχρονα παύει να είναι” την ίδια στιγμή, η κατάφαση εμπεριέχει την άρνηση της. Στο εκλαϊκευτικό σχήμα, η άρνηση έπεται χρονικά της κατάφασης και σ’ ένα τρίτο χρονικό στάδιο δημιουργεί μια νέα κατάφαση.

Ο Ποντεκόρβο είναι ένας πολύ μεγάλος διαλεκτικός, και η φήμη του κάθε άλλο παρά μύθος είναι. Ο Γαβράς και οι όμοιοι του, αν τον πρόσεχαν λιγάκι (και αν έπιαναν και κανένα βιβλίο στο χέρι τους), θα ντρέπονταν για ταινίες σαν την “Κατάσταση πολιορκίας” π.χ., με την οποία ο θεατής, αν βρει κάποιες ομοιότητες, θα πρέπει να τις θεωρήσει εντελώς τυχαίες».

 Από την – Arte Povera –

η μάχη του Αλγερίου

Μοναχά οι οργανωμένοι κομουνιστές [που νομίζουν πως είναι τέτοιοι, στην πραγματικότητα δεν είναι άλλο παρά βολεμένα γρανάζια στην ασφάλεια, την θαλπωρή ενός γραφειοκρατικού μηχανισμού-τέρατος που με τον κοινοτισμό έχει τόση σχέση όση εγώ με έναν αστροναύτη της ΝΑΣΑ ]. Αυτοί λοιπόν και η αστυνομία μοναχά μας αντιμετωπίζουν εχθρικά. Με τους πρώτους να καταρρίπτουν όλα τα ρεκόρ μιας και τους χαλούμε το παιχνίδι, ξεσκεπάζοντας καθημερινά στα μάτια του κόσμου την άθλια τους παράσταση.

Rock the casbah, The Clash.

Γνωρίζω ένα πρωινό, στο σιδηροδρομικό σταθμό τρεις αμερικάνους νεαρούς, μια κοπέλα και δύο αγόρια. Τους προσκαλώ στο σπίτι, τους φιλεύω και τους φιλοξενώ τη νύχτα, το χρειάζονταν. Την άλλη μέρα θα φύγουν για Μόντε Κάρλο στη Γαλλία, έτσι λέει το πρόγραμμά τους. Τα σακίδια στις πλάτες τραβούν την προσοχή μου μιας και νιώθω αιώνιος περιπλανώμενος ταξιδευτής.
Βγάζω με χαρά εισιτήριο και φεύγω μαζί τους. Μένουμε στο Πριγκιπάτο δυο μέρες και μια νύχτα και οι δρόμοι μας χωρίζουν. Εκείνοι συνεχίζουν στη Γαλλία κι εγώ επιστρέφω. Είναι όλα υπέροχα, η τσέπη όμως δεν αντέχει, η ζωή κοστίζει πανάκριβα εκεί. Το περπατήσαμε ολόκληρο, κρίμα που δεν πέσαμε σε περίοδο του γκράν πρι για να απολαύσουμε το θέαμα, αν και πιστεύω πως τότε οι τιμές θα τινάζονται στα ύψη.

Δεν σκέφτηκα ποτέ δεύτερη φορά πριν πάρω κάποια απόφαση, εννοώ πως δεν κοντοστάθηκα ποτέ, έδρασα αυθόρμητα, με την καρδιά περισσότερο παρά το μυαλό. Γι αυτό πιθανόν και να μου κάθισαν οι καταστάσεις. Για πολλά χρόνια συμβαίνει αυτό, μόλις μπαίνει στη μέση η αμφιβολία όλα χαλούν. Ίσως αυτό να είναι το αστέρι!
Εάν δεν κομπιάζεις, εάν δεν φοβάσαι το λάθος, τότε όλα πάνε καλύτερα. Τα προβλήματα ξεκινούν με την αμφισβήτηση των αποφάσεών σου, τη διστακτικότητα.
Εμπιστοσύνη. Αυτή είναι η μαγική λέξη που ανοίγει την πόρτα της ζωής διάπλατα.

Απαγορεύεται αυστηρά η γκρίνια.
Εμπιστοσύνη στον εαυτό σου και στο σύμπαν. Στην αρμονία που υπάρχει σε αυτό.
Ας σκεφτόμαστε αυτόνομα, ας δρούμε αυτόνομα, με εμπιστοσύνη και υπομονή. Κάθε στιγμή είναι μαγική, αυτή υπάρχει, ανεξάρτητη από το πριν και το μετά. Να τη ζήσουμε.
Να ακούμε. Να βλέπουμε. Να κοιτάζουμε με προσοχή. Κι αν χρειαστεί να περιμένουμε ένα λεπτό…. Ας το κάνουμε. Θα ακούσουμε. Ας δείξουμε εμπιστοσύνη. Θα δούμε.
Βλέπουμε!

DSC02236

Ματωμένη Κυριακή

Για μένα τραγουδώ – Βασίλης Παπακωνσταντίνου

Συνεχίζεται

τα βιβλία του μιχάλη, i libri di michele

Κ. εκενώστε τους δρόμους από τα όνειρα – 9

Το πρώτο βράδυ της κατάληψης στρώνουμε τους υπνόσακους επάνω στο βάθρο του καθηγητή, στην αίθουσα, μήπως και γλιτώσουμε λίγο από την παγωνιά. Είναι μαλακότερο το ξύλο. Όλη τη νύχτα, δυο κορίτσια κι εγώ αγκαλιασμένοι σφιχτά μπας και ζεσταθούμε. Δεν με διεκδίκησε για την πάρτη της καμία, δεν έκανα κίνηση να χωρίσω τις δυο φιλενάδες. Ούτε δευτερόλεπτο. Φτάνει που είμαστε μαζί.
Το καλοκαίρι, στο Ακρωτήρι, κάνουμε έρωτα το μεσημέρι με τον Άντζελο και την κοπελιά άλλου φίλου που έμεινε πίσω στην πατρίδα. Δεν νιώθουμε ούτε στιγμή πως ‘κλέβουμε’ κάτι από τον δικό μας. Ούτε εκείνη ότι ‘προδίδει’. Ζούμε πλέον τη νέα κατάσταση.
Πειραματιζόμαστε. Τίποτα δεν είναι δεδομένο. Γιατί δεν είναι συνθήκη η ζωή. Είναι ανακάλυψη. Αποκάλυψη.
Γιαυτό και αργότερα, σε άλλη σκηνή και άλλο τόπο, δεν θέλω, δεν μπορώ να χωρίσω τις δυο φιλενάδες από την Γερμανία, στα Σύβοτα.

Δεν είμαι ούτε διεφθαρμένος, ούτε πεινασμένος. Είμαι, Είμαστε μαζί. Φυσικός είμαι, έτσι αισθάνομαι. Σίγουρα το ένα κορίτσι είναι ωραιότερο. Αλλά είναι εκεί, τόσες ώρες μαζί και το άλλο. Πως το διώχνεις; Πως το αποκόπτεις έτσι ξαφνικά από την όλη φάση; Να σπρώξουμε δηλαδή την άλλη κοπέλα στο περιθώριο; Το αξίζει ;
Όχι φυσικά!
Επαναλαμβάνω πως ίσως αυτά να μας φαίνονται σήμερα ακαταλαβίστικα. Γυρίσαμε πολλά χρόνια πίσω, φοβόμαστε το ρίσκο και το άγνωστο. Ίσως όλα αυτά να ακούγονται αλαμπουρνέζικα.
Όταν όμως εμείς λέμε πως την ουτοπία την ζήσαμε, την ζούμε καθημερινά μέχρι να μας εξαφανίσουν από προσώπου γης, δεν λέμε τρίχες.

Δεν είναι μόνο οικονομικό το θέμα της αλλαγής [άλλη παρεξηγημένη λέξη], είναι πολιτιστικό και πολιτισμικό. Αγκαλιάζει κάθε πτυχή του είναι, του είμαστε, της καθημερινής ζωής. Το προσωπικό είναι πολιτικό!
Για νέες ταυτότητες μιλάμε.
Εάν δεν αλλάξει και εσωτερικά ο άνθρωπος, επανάσταση δεν νοείταιΗ επανάσταση της καθημερινής ζωής. Το πέταγμα του αετού. Αυτό το φως μέσα μας.
Δεν λέω να γίνουνε αυτό, εκείνο ή το άλλο. Δεν λέω τι πρέπει να κάνουμε. Δεν λέω από μονογαμικοί να γίνουμε πολυγαμικοί ή να παρατήσουμε αυτόν ή την άλλη. Λέω μόνο πως ότι πιστεύουμε, ότι ακολουθούμε, ότι μας προτρέπει ο αρχηγός, ο πολιτικός, ο παπάς ή ο στρατηγός είναι προϊόντα χιλιάδων εκατονταετηρίδων καταπίεσης του ανθρώπινου και ζωικού γένους γενικότερα, του περιβάλλοντος και της φύσης. Πως χρειαζόμαστε απελευθέρωση.
Να ακούσουμε και να πειραματιστούμε.

Ότι κουβαλάμε μέσα μας, αυτό το βαρύ φορτίο από ανησυχίες, πολέμους, μίσος, εκμετάλλευση, άγχη, στεναχώριες, διαχωρισμούς, έχει καθίσει επάνω μας σαν βδέλλα, μας ρουφά το αίμα, μας έχει σκάσει. Πλαντάζουμε. Το θέλουν, μας το επέβαλε ο ‘πολιτισμός’ τους, συναινέσαμε.
Ώρα για ελευθερία, να αποβάλλουμε τον ζυγό. Εσωτερικά και εξωτερικά. Μέσα μας και στην κοινωνία. Να τινάξουμε τον βράχο από πάνω μας.
Τα θέλει ο κώλος μας

San Michele aveva un gallo, Θανάσης Παπακωνσταντίνου.

  • ‘ερώτηση : τι θέλετε να κάνουμε εμείς οι άνθρωποι σ’ αυτόν τον κόσμο’ ;
    Κρισναμούρτι : ‘‘δεν θέλω τίποτα. Αυτό είναι το πρώτο. Το δεύτερο : ζήστε, ζήστε σ’ αυτόν τον κόσμο. Αυτός ο κόσμος είναι τόσο θαυμάσια ωραίος. Είναι ο κόσμος μας, η γη μας για να ζήσουμε πάνω της, αλλά δεν ζούμε, είμαστε στενόμυαλοι, χωρισμένοι, αγχώδεις, φοβόμαστε τ’ ανθρώπινα όντα, κι επομένως δεν ζούμε, δεν έχουμε σχέσεις, είμαστε απομονωμένοι, απ’ τ’ ανθρώπινα όντα. Δεν γνωρίζουμε τι σημαίνει να ζει κανείς μ’ αυτή την εκστατική, αξιοζήλευτη έννοια.
    Λέω πώς μπορεί να ζει κανείς μ’ αυτό τον τρόπο μόνο όταν ξέρει πώς να ελευθερωθεί απ’ όλες τις βλακείες της ζωής του. Το να ελευθερωθεί απ’ αυτές είναι δυνατό μόνο όταν συνειδητοποιήσει τις σχέσεις του, όχι μόνο με τα ανθρώπινα όντα, αλλά με τις ιδέες, με τη φύση, με τα πάντα.’
    ‘φως για σας τους ίδιους. Αυτό το φως δεν μπορεί να δοθεί από κάποιον άλλο, ούτε μπορείτε να το ανάψετε απ’ το κερί ενός άλλου, είναι μόνο ένα κερί και μπορεί να σβήσει.’’

Αυτά. Δεν είναι μόνο η φωτιά, ο δυναμίτης, το Walter P38, για το οποίο τραγουδούμε στις πορείες. Είναι ένας ολόκληρος τρόπος ζωής που μπαίνει σε αμφισβήτηση, σχέσεις καινούριες που προσπαθούν να σταθούν στα πόδια τους.

Θυμάσαι, μου λέει, Μιχάλη, εκείνο το απόγευμα, παρακολουθούμε ποδόσφαιρο Μουντιαλικό από την Αργεντινή, στην τηλεόραση. Στο ημίχρονο, στις ειδήσεις ανακοινώνουν πως έγινε σεισμός στην Θεσσαλονίκη και έγινε αισθητός σε όλη τη Βόρειο Ελλάδα. Ανησύχησες και κάλεσες στο τηλέφωνο τον πατέρα σου για να μάθεις νέα αυτού και της αδελφής σου, που κατοικεί ακριβώς στη Θεσσαλονίκη.
Ησύχασες, όλα καλά. Τέλειωσε ο αγώνας, καθόμαστε σε αναμμένα κάρβουνα. Αποφασίζουμε εκδρομή. Πηδάμε στο πεντακοσαράκι οι τέσσερις που βρισκόμασταν εκεί, στριμωχτήκαμε με τα τσιμπράγκαλα μας , ξεκινήσαμε για το γνωστό μας άγνωστο.
Κάνουμε διαδρομή που γνωρίζουμε καλά, προς την θάλασσα, από τον επαρχιακό. Η πορεία θα δείξει που θα καταλήξουμε. Μοιραζόμαστε τα έξοδα όπως πάντα, ανάλογα φυσικά με τις δυνατότητες. Άλλος λιγότερα, άλλος περισσότερα.

Φύγαμε άρον άρον, ούτε υπνόσακους κουβαλάμε πάνω στην τρέλα της απόδρασης. Όταν φτάνουμε παραλία, τραβάμε αρκετά χιλιόμετρα παράλληλα και ανηφορίζουμε προς το ύψωμα. Βρισκόμαστε σε περιοχή θέρετρο, στη χερσόνησο του Argentario, με όμορφες βίλες περιτριγυρισμένες από φυτά που σκαρφαλώνουν ψηλά δημιουργώντας φυσικούς φράχτες. Κρύβουν την θέα από τα αδιάκριτα βλέμματα. Μέρος καταπράσινο, ψηλός γκρεμός πάνω από τα νερά, σκαλάκια χτισμένα με χάρη οδηγούν προς τα βράχια ανάμεσα στα οποία αναπαύονται μικρές παραλιούλες με ξανθιά αμμουδιά. Οι πλούσιοι ξέρουν να διαλέγουν τα καλύτερα!

Οι λεφτάδες ιδιωτικοποιούνται τη γη, εμείς την ξαναπαίρνουμε πίσω.
Παραβιάζουμε την πόρτα ενός από τα σπίτια που είναι ακατοίκητο, μιας και οι ιδιοκτήτες το χρησιμοποιούν για τις διακοπές τους, προφανώς κατοικούν μόνιμα κάπου αλλού.
Δεν κάνουμε φασαρία, αν και η απόσταση που χωρίζει τα διάφορα κτίσματα είναι μεγάλη, οι αυλές είναι τεράστιες, με κιόσκια και λοιπά. Ποιος να μας πάρει χαμπάρι;
Κάνει ψύχρα, κρύο θα έλεγα, δεν βρίσκουμε ησυχία εκεί έξω, κάτω από το κτισμένο κιόσκι. Προσπαθούμε να χαλαρώσουμε, κόπος άδικος, δεν τα καταφέρνουμε.
Παραβιάζουμε και του σπιτιού την πόρτα και μοιραζόμαστε τα κρεβάτια που είναι μπόλικα. Ανάβουμε και το τζάκι για να φτιάξουμε ζεστούλα. Τώρα χαλαρώνουμε επιτέλους και πέφτουμε σε βαθύ, ευχάριστο ύπνο, όλοι μαζί, χαρούμενοι, στους καναπέδες όπου στρώσαμε, απέναντι στη φωτιά. Δεν πειράξαμε τίποτα άλλο. Μόνο καφεδάκι φτιάξαμε το επόμενο πρωινό, συγυρίσαμε και φύγαμε ήσυχα όπως ήρθαμε.

Αγόρια και κορίτσια αγκαλιασμένοι.
Δεν μπαίνουν σύνορα στην αγάπη. Ανοίγει τους φράκτες η αγάπη.
Να ζεις, ν’ αγαπάς και να μαθαίνεις.
Το πρωί, στην αμμουδιά, παρατηρούμε τις ακτίνες του ήλιου να κτυπούν το γαλήνιο νερό, εκατομμύρια λιλιπούτειες εκρήξεις στην επιφάνεια πλατσουρίζουν αστράφτοντας.
Πανέμορφα.
Την άλλη φορά, στην Ποπουλόνια, σε πείραξε κάτι στο στομάχι, και βογγάς στα βράχια θέλοντας να χαλαρώσεις. Σε χαϊδεύει με τις ώρες η Τζιοβάνα με τη Ρέα μέχρι να ηρεμήσεις, ωσότου επιστρέψει ξανά το ωραίο σου χαμόγελο. Θυμάσαι;
Φυσικά και θυμάσαι. Τυχερούλη!

Η Ποπουλόνια είναι ανακάλυψη του Νίνο. Ένα φανταστικό αρχαίο ετρούσκικο χωριό με σαράντα σπίτια, μερικά μισογκρεμισμένα, τα υπόλοιπα αναπαλαιωμένα. Περιτριγυρισμένο από τείχος, κατοικείται μοναχά από τρεις οικογένειες, του παντοπώλη είναι η μια. Στην κορυφή υψηλού βράχου πάνω από τη θάλασσα. Φτάνεις εκεί ακολουθώντας δρόμο γεμάτο στροφές στην ανηφόρα.
Η άλλη πλευρά εξίσου απότομη, κατηφοριά προς τα βράχια, από μονοπάτι που ανοίγει η βροχή, μέσα από φυσική ζούγκλα, τόσο πυκνή είναι η βλάστηση!
Φτάνεις στα βράχια, μαλακά βράχια, άνετα να καθίσεις και να ξαπλώσεις. Μαζεύεται όλος ο αφρός της αμφισβήτησης κι όχι μόνο εδώ πέρα. Είναι βέβαια κομμάτι δύσκολο το κατέβασμα, να μη πούμε για τον γυρισμό, όλη μέρα στον ήλιο και στις τσαλαβούτες άντε να ανηφορίσεις. Όντας ήδη εξουθενωμένος.
Πάνω από ώρα δρόμος. Τόσο τουλάχιστον μας φαίνεται, δεν κουβαλάμε και ρολόγια.

Ψωνίζουμε τις προμήθειες απ’ τον μπακάλη, που κάθε άνοιξη και καλοκαίρι ιδίως κάνει χρυσές δουλειές, και βουρ στη θάλασσα. Επιστρέφουμε με τη δύση του ήλιου, η ανάβαση βλέπεις…….
Πρέπει να βρίσκεται μετά την Τσέτσινα, προς Ρώμη, θα συμβουλευτώ ένα χάρτη, δεν έχουμε τώρα εδώ μαζί μας.                                                                                                           Ίσως στον κόλπο του Πιομπίνο.
Τι σημασία έχει ;
Ευχαριστιόμαστε τρελά τον έρημο επαρχιακό νυχτερινό δρόμο, κάθε φορά που εκδράμουμε. Όταν ταξιδεύουμε νύχτα με φεγγάρι, σβήνουμε τα φώτα του αυτοκινήτου, είναι μαγεία το ταξίδι μες τη λάμψη της σελήνης!

Ανακαλύπτουμε στην ενδοχώρα, ψάχνοντας μια μέρα φαγητό, ρωτώντας για ταβέρνα, στην τύχη, ένα χειμωνιάτικο απόγευμα, χωριό που στην άκρη του, σε ένα μικρό ύψωμα, υπάρχουν τρεχούμενα γλυκά καυτά ιαματικά νερά. Με λιμνούλες και καταρράκτες!
Στήνουμε τις σκηνές, μας πιάνει και βροχούλα παγωμένη. Ξεβρακωνόμαστε καταχείμωνο και γουστάρουμε του θανάτου ζεστό μπάνιο θεραπευτικό. Είμαστε ολομόναχοι, μες την ερημιά της νύχτας. Τέτοιες τοποθεσίες ο κόσμος τις επισκέπτεται τους καλοκαιρινούς κυρίως μήνες. Και μέρα υποθέτω.
Θα φαντάζεσαι τον ύπνο που ρίξαμε αργότερα μέσα στους σάκους μας. Τους χρησιμοποιούμε ανοιχτούς για να είναι φαρδύτεροι και να ξαπλώνουμε παρέα, αγκαλιά.

Κάτω από τα καταρρακτάκια έγινε ένας χαμός, να πλακωνόμαστε ποιος θα βάλει πλάτη τον άλλο, να μας χτυπά το νερό με γλυκιά μανία, γιατρευτική. Να τινάξει απ το κορμί την ένταση και το σφίξιμο. Και μόλις χαλαρώνουμε για τα καλά, τρεχάτοι στις σκηνές για ξάπλες, δύο σκηνές, επτά άνθρωποι.
Το ύψος του μεγάλου καταρράκτη γύρω στα πέντε μέτρα τουλάχιστον. Είναι βαθιές και οι λιμνούλες, χωράμε ολόκληροι κανονικά μες στο νερό, μπορούμε να κάνουμε και κάποιες απλωτές. Από χαμηλά και βουτιές με το κεφάλι. Από τα πιο αγαπημένα μας μέρη καθιερώθηκε για εξορμήσεις.
‘Σατούρνια’ πρέπει να ονομάζεται η περιοχή, τώρα που θυμάμαι καλύτερα.

Τραβάμε συχνά και βορειότερα, προς τις Cinque Terre, πανέμορφα χωριουδάκια πάνω στην θάλασσα, όχι επίπεδα αλλά πάνω σε ύψωμα, με κατηφοριές και στενά δρομάκια που καταλήγουν στο λιμανάκι, στο δρόμο προς Γένοβα αυτή τη φορά. Λίγο νωρίτερα το πανέμορφο Lerici, που θυμίζει κάτι από Μαριές της Θάσου.
Στην αντίθετη κατεύθυνση, που προτιμούμε περισσότερο, γι αδιευκρίνιστους λόγους, είναι ο παραλιακός επαρχιακός δρόμος προς Civitavecchia και Ρώμη. Το Porto Santo Stefano είναι προς τα κει.
Και οι δύο διαδρομές γεμάτες πανέμορφες τοποθεσίες. Πίνουμε όλων των ειδών τα καλά και δεν καταλαβαίνουμε πως γίνεται να περνά τόσο γρήγορα η ώρα διασχίζοντας ατέλειωτα χιλιόμετρα!

Θα σου πω τώρα για τα συμβάντα ενός απίθανου τριήμερου.
Έχουν οργανώσει στο Μοντάλτο ντι Κάστρο, μια τοποθεσία αρκετά έξω από την Ρώμη, οι φεμινιστικές ομάδες μια εκδήλωση πάνω σε διάφορα θέματα, δεν θυμάμαι να σου αναφέρω τίποτα περισσότερο. Αργότερα, στο ίδιο αυτό μέρος το κράτος θα προσπαθήσει να στήσει σταθμό παραγωγής πυρηνικής ενέργειας, προκαλώντας μεγάλες διαμαρτυρίες, φασαρίες, συγκρούσεις, τα γνωστά Ίσως λοιπόν μέσα στα θέματα, αν όχι το σπουδαιότερο, να είναι και η οργάνωση προσπάθειας αποτροπής αυτού του ενδεχόμενου. Το βρίσκω βέβαια όχι και τόσο πιθανό μιας και η περίπτωση αφορά όλους. Μάλλον πάνω σε γυναικείες καθαρά υποθέσεις πρέπει να περιστρέφεται η εκδήλωση.
Τέλος πάντων, ας συνεχίσουμε.

Έχει φύγει λοιπόν η Ρέα με τις φιλενάδες της από Παρασκευή, για την οργάνωση των εκδηλώσεων που ξεκινούν την επομένη το πρωί.
Το απόγευμα λοιπόν του Σαββάτου συναντιέμαι με τον Ανδρέα που έχουμε γίνει κολλητοί. Με κερνάει τριπάκι, είναι η πρώτη από τις λίγες φορές που έχω δοκιμάσει, αξέχαστη εμπειρία, όλο χρώματα και παραισθήσεις, μεγέθυνση, μεγάλη προσοχή και πολύ ενέργεια.
Κάποια στιγμή, στη βραδινή παράσταση, καταλήγουμε στον κινηματογράφο να δούμε ‘Ντερζού Ουτζαλά‘, μια πανέμορφη σοβιετική ταινία. Μιλά για έναν ιθαγενή συμπαθέστατο τυπάκο που προσπαθεί, ανεπιτυχώς, να συμβιβαστεί στην νέα πραγματικότητα, με την εισβολή του ‘πολιτισμού’ στις συνήθειες και τα έθιμα μιας σχεδόν νομαδικής, και άκρως φυσικής πραγματικότητας που τείνει να εξαφανιστεί.

Παρουσιάζονται αρχέγονες καταστάσεις μέσα στη ρωσική ζούγκλα και στέπα, η αδυναμία του συγκεκριμένου να παρακολουθήσει και να αποδεχθεί την καταστροφική επέμβαση και μανία του σύγχρονου ανθρώπου απέναντι στο φυσικό περιβάλλον.
Έργο βουτηγμένο σε χιλιάδες χρώματα, η ένταση και η αίσθηση πολλαπλασιάζονται στο μάξιμουμ λόγω και της δικής μας κατάστασης, έχουμε απογειωθεί. Με το τέλος τριγυρίζουμε στην πόλη ενθουσιασμένοι και …..αποφασίζουμε να φύγουμε κι εμείς για Μοντάλτο, να συναντήσουμε τα κορίτσια μας.
Γυρίζουμε σπίτι μου, ζω εκείνο το διάστημα στο διαμέρισμα που σου έλεγα νωρίτερα, εκείνο το στριμωγμένο ανάμεσα σε δύο ορόφους, με την πορτούλα που σκύβεις για να περάσεις.

Ξεκουραζόμαστε λιγάκι, για ύπνο δεν το συζητώ, η υπερένταση είναι μεγάλη μιας και η επίδραση του ‘ταξιδιού’ είναι ακόμη δυνατή.
Κάνουμε ντουζάκι και με το που σκάει μύτη ο πρώτος ήλιος της μέρας καβαλάμε τη βέσπα μου και ξεκινάμε. Και μιας και μιλάμε για ήλιο, να πω πως πραγματικά έχει ανατείλει, αλλά δεν φαίνεται. Φώτισε, μα είναι πνιγμένος στα σύννεφα. Πάει για βροχή, πράγμα που εμάς δεν μας πτοεί. Θα κάνουμε ένα κομμάτι της γνωστής διαδρομής προς την Τοσκάνικη παραλία, σε κάποιο σημείο όμως θα κόψουμε αριστερά προς νότο, μέσα στα υψώματα. Ανηφορίζει και κατηφορίζει ο δρόμος, δεν χορταίνεται.

Όντως, μετά το πρώτο μισάωρο έξω από την πόλη ξεσπά η μπόρα.
Αναγκαστικά μπαίνουμε στο πρώτο χωριό που συναντάμε και αφήνουμε τη βέσπα κάτω από ένα υπόστεγο. Βγαίνουμε στο δρόμο και ξεκινάμε το auto stop. Δεν έχει περάσει τέταρτο και σταματά ένα αυτοκίνητο να μας φορτώσει. Μπαίνουμε μέσα και προς μεγάλη μας έκπληξη βλέπουμε στο τιμόνι το παλικάρι που την προηγούμενη μας πούλησε τα τριπάκια! Και όχι μόνο αυτό, πηγαίνει με τη φιλενάδα του στο ίδιο μέρος με εμάς! Δεν γίνονται αυτά τα πράγματα!
Έχουμε προετοιμαστεί για δεν ξέρω κι εγώ πόσες στάσεις, από χωριό σε χωριό διαφορετικό αυτοκίνητο, καταλαβαίνεις, επαρχιακός ο δρόμος, αυτοί που ταξιδεύουν το πολύ να πηγαίνουν στην απέναντι περιοχή, άντε λίγο παραπέρα. Κι εμείς πέφτουμε επάνω σε κάποιον που θα μας πάει εκατό χωριά απόσταση, διακόσια και χιλιόμετρα μακριά με την μία! Η καλύτερη μας!
Και μας κερνάει αβέρτα του κόσμου τα καλά!
Πες μου, ξαναγίνονται τέτοια πράγματα;

Βρέχει, σταματάει. Ξαναρχίζει η βροχή και σε λίγο πάλι σταματά. Όλη μέρα αυτό το πράγμα. Κι εμείς να ταξιδεύουμε γελώντας μες την καλή χαρά.
Γύρω στις δυο ώρες διαρκεί το ταξίδι, δρόμοι όλο στροφές, στενοί. Φτάνουμε επιτέλους. Είναι νωρίς απογευματάκι, όλα μούσκεμα. Πώς θα βρούμε τώρα τα κορίτσια; Ανάμεσα σε καμιά εικοσαριά χιλιάδες γυναίκες που μαζεύτηκαν εκεί απ’ όλη την χώρα;
Τόσες τις υπολογίζουν χονδρικά οι διοργανωτές. Σε μια σκηνή συζητάνε, σε δυο ακόμη βαράνε τα όργανα, συναυλίες, ξέρεις, μουσικές και χοροί. Πανικός. Μας πιάνει απελπισία.
Χανόμαστε και μεταξύ μας μες τη φασαρία, φωνές, πανζουρλισμός. Κοντοστέκομαι τρομοκρατημένος και με πιάνει δυσφορία συνειδητοποιώντας την απελπιστική κατάσταση στην οποία έχω περιέλθει, όχι ότι έγινε δηλαδή κάτι, απλά για άλλο λόγο ήρθα και τώρα βρίσκομαι αντιμέτωπος με το αδιέξοδο. Δεν θα πάθω τίποτα, αλλά……

Κι έτσι, στη μέση του τσίρκου, πέφτει επάνω μου η Ρέα. Αγκαλιαζόμαστε σφιχτά που θα πνιγούμε. Δεν χορταίνω τα φιλιά της. Δεν ξεκολλάμε με τίποτα.
Απομακρυνόμαστε μες τον χαμό, σχεδόν τρέχοντας. Πιάνουμε ένα δωμάτιο στο μοναδικό πανδοχείο του κοντινότερου χωριού που είναι ένα λιμανάκι πάνω στα βράχια, λίγα χιλιόμετρα απόσταση. Με πανοραμική θέα και νόστιμα σπαγγέτι. Πίνουμε μπρούσκο κόκκινο κρασάκι και πέφτουμε ξεραμένοι για ύπνο. Είμαστε πραγματικά διαλυμένοι. Θα τα πούμε αύριο, στο δρόμο της επιστροφής.
Έχει όμορφη μέρα, γυρίζουμε με το τραίνο, δεν αντέχεται ο δρόμος. Αρκετά.
Όταν λοιπόν θυμάμαι όλα αυτά, κάποιες στιγμές είναι τόσο καθαρές λες και συνέβησαν χθες, όταν λοιπόν επιστρέφουν στη θύμηση δεν μπορώ παρά να σιγουρευτώ πως το αστέρι είναι εκεί, και παρακολουθεί και οδηγεί τα βήματα, πραγματικά. Είναι αλήθεια.

Piece of my heart, Janis Joplin.

Κατεβαίνω στην Καλαβρία με τον Ανδρέα και γυρίζουμε, πάντα ωτοστόπ. Με φιλοξενεί σπίτι του σε ένα χαριτωμένο παραλιακό χωριουδάκι για κάποιες μέρες.
Διασχίζω την Ιταλία δύο φορές, την μία από Αδριατική, την άλλη από Τιρένο.
Φλωρεντία Μπολόνια μας φορτώνει ο Τζιόρτζιο Αρμάνι, όχι τόσο γνωστός ακόμη. Ρωτά για το κίνημα, θέλει να μάθει. Όλοι ασχολούνται με τους αυτόνομους, είναι στο στόμα του καθένα. Η παρουσία τους στα πράγματα είναι αισθητή και ελπιδοφόρα. Έρχονται κατευθείαν από το μέλλον.

Σοσιαλιστής βουλευτής κατηφορίζει προς Τάραντο, σταματά με το που αφήνουμε το αυτοκίνητο του μόδιστρου και απλώνουμε το χέρι στο δρόμο. Έχουμε εξασφαλίσει όλο μας το ταξίδι με το παραπάνω, μιας και το Μπρίντιζι, από όπου θα πάρουμε το καράβι για Ελλάδα βρίσκεται στον δρόμο του.
Πρώτη φορά μπαίνω σε αυτοκίνητο με κλιματισμό. Mercedes του κουτιού. Σε όλη τη διαδρομή μας βάζει να του λέμε ιστορίες από τον δρόμο, για το κίνημα, για τις προοπτικές, για τα πάντα.
Μας κάνει το τραπέζι στην πόλη του μιας και δεν βιαζόμαστε, αργά το μεσημέρι της αύριο αναχωρεί το καράβι, είμαστε πλέον πολύ κοντά, κάπου εκατό χιλιόμετρα. Θα τα διασχίσουμε την επομένη το πρωί, μόλις ξυπνήσουμε.

Στο δρόμο προς Μπρίντιζι μας αφήνει έξω από ένα τεράστιο εργοστάσιο, μεγάλο σαν πολιτεία.
Κοιμόμαστε κάτω από μια ελιά, ακούμε όλη νύχτα τις μηχανές να βουίζουν. ‘Η εργατική τάξη πηγαίνει στον Παράδεισο’.
Θέλει να μας φιλοξενήσει σπίτι του αλλά μας έχουνε μπει κάτι ιδέες στο μυαλό από την υπερβολική ευγένεια και προτιμούμε την ανεξαρτησία μας. Πολύ φροντίδα βρε αδελφέ!
Όλη νύχτα μουγκρίζουν οι τεράστιες μηχανές. Σιδηρουργία νομίζω. Ακούγονται σαν νανούρισμα από κάποια στιγμή και μετά. Η κούραση βαραίνει τα βλέφαρα.

Την άλλη φορά, μετά τη Νάπολι, εκεί που ο δρόμος στρίβει προς τα μέσα και πρέπει να διασχίσεις την ενδοχώρα για να φτάσεις προς Τιρένο, στην παραλία απέναντι από τις Γιουγκοσλαβικές ακτές, κοιμηθήκαμε στο γρασίδι, ανάμεσα στις διακλαδώσεις του μεγάλου εθνικού δρόμου που συνδέει τον βορά με τον νότο,κάτω από ένα πευκάκι.    Είναι πολύ αργά, ο τελευταίος οδηγός που μας μεταφέρει έφτασε στον προορισμό του και η κίνηση έχει σχεδόν σταματήσει..
Το πρωί βλέπουμε απέναντί μας μποστάνια με δέντρα και λαχανικά. Πηδάμε μέσα, πλενόμαστε με το ποτιστικό νερό, τρώμε φρούτα που κόβουμε από τα δέντρα, πιπεριές, ντομάτες και τέτοια επίσης, παίρνουμε προμήθειες μαζί μας για το ταξίδι και συνεχίζουμε το δρόμο προς το βαπόρι. Το απόγευμα έχουμε φτάσει στον προορισμό μας, πάντοτε Μπρίντιζι. Το καράβι αναχωρεί με τη δύση του ήλιου.
Τεράστια πλεούμενα. Πάντοτε κατάστρωμα. Νωρίς το πρωί είμαστε Ελλάδα. Γνωρίζεις κόσμο εκεί πάνω, αναπτύσσεται αλληλεγγύη, ανταλλάσσουμε εφόδια. Προσφέρεις και παίρνεις. Πάνω απ’ όλα φροντίδα, παρέα, ένα τσιγάρο, μια γουλιά μπύρα, ένα καφεδάκι, ένα φιλί.

Η καλύτερή μας το ταξίδι στη γέφυρα. Να βρεις το κατάλληλο μέρος για να στήσεις το σάκο τη νύχτα, απάνεμα. Να βρεθείς κοντά σε καλή παρέα είναι τύχη. Πίτα στον κόσμο.
Λιάζεσαι τη μέρα, κολυμπάς στην πισίνα εάν πηγαίνεις πέρα από Ηγουμενίτσα. Το μπάνιο είναι δροσερό και ανακούφιση. Αξέχαστα μου έχουν μείνει εκείνα τα ταξίδια.
Και ο γυρισμός το ίδιο. Το μεγάλο ταξίδι κρατάει μέρα, και παραπάνω εάν κάνεις Πάτρα Ανκόνα. Εάν κατέβεις εκεί είσαι πολύ κοντά στην Φλωρεντία, συγκριτικά πάντα με τον νότο.
Το Ηγουμενίτσα Μπρίντιζι είναι το συντομότερο, λιγότερο από μισή μέρα.

Θυμάμαι μια φορά, χαλά η μια μηχανή του σκάφους αργούμε δώδεκα ώρες να φτάσουμε Ανκόνα. Δεν μας νοιάζει καθόλου, δεν μας κυνηγά κανείς. Δεν έχουμε ραντεβού.
Είναι η χρονιά της μεγάλης μάζωξης στην Μπολόνια. Η αυτονομία στα δυνατά της. Οι διάφορες οργανωμένες της μορφές ψάχνουν τη σύγκλιση που δεν έρχεται ποτέ! Στο κλειστό γήπεδο γίνονται οι συζητήσεις. Στις πλατείες και τους δρόμους οι διάφορες εκδηλώσεις. Μουσικές, θεατρικές, εικαστικές. Μέρα νύχτα διάφορα δρώμενα. Εκατό χιλιάδες νέοι από την Ιταλία έχουν κατακλύσει την πόλη.
Βλέπω ζωντανά, αυτό το θυμάμαι, ένα απόγευμα σε μια τεράστια πλατεία την Φράνκα Ράμε και τον Ντάριο Φο με τον θίασό τους στην παράσταση ‘ο τυχαίος θάνατος ενός αναρχικού’. Ίσως σε παγκόσμια πρώτη. Μπροστά σε τόσο τεράστιο κοινό σίγουρα.

Είναι εκεί Ιταλοί και Γάλλοι διανοούμενοι. Ο Negri, ο Piperno, ο Bifo, o Scalzone, o Guattari Felix, o Deleuze Gilleς, o Michel Foucault και άλλοι.

Η ΕΚΚΛΗΣΗ ΤΩΝ ΓΑΛΛΩΝ ΔΙΑΝΟΟΥΜΕΝΩΝ

Στη στιγμή κατά την οποίαν, για δεύτερη φορά, η διάσκεψη Ανατολής-Δύσης πραγματοποιείται στο Βελιγράδι, θέλουμε να επιστήσουμε την προσοχή στα σοβαρά γεγονότα που συμβαίνουν την παρούσα στιγμή στην Ιταλία και, ειδικότερα, στην καταστολή που επιπίπτει στους στρατευμένους εργάτες και διανοούμενους σε αγώνα ενάντια στον ιστορικό συμβιβασμό. Υπό αυτές τις συνθήκες, τι σημαίνει σήμερα, στην Ιταλία, «ιστορικός συμβιβασμός»; Ο «σοσιαλισμός με ανθρώπινο πρόσωπο» αποκάλυψε την πραγματική του όψη τους τελευταίους μήνες: από την μια πλευρά ανάπτυξη ενός συστήματος καταπιεστικού-κατασταλτικού ελέγχου σε μια εργατική τάξη και ένα νεανικό προλεταριάτο που αρνούνται να πληρώσουν το τίμημα της κρίσης, από την άλλη σχεδιασμός κατανομής του κράτους με την DC (τράπεζες και στρατό στην Χ. Δ., αστυνομία, κοινωνικός και εδαφικός έλεγχος στο Κ.Κ.Ι.) μέσω ενός πραγματικού «μοναδικού» κόμματος, είναι ενάντια σε αυτή την ντε φάκτο κατάσταση που εξεγέρθηκαν οι νεαροί προλετάριοι και οι διαφωνούντες διανοούμενοι τους τελευταίους μήνες.

Πώς φτάσαμε σε αυτήν την κατάσταση; Τι συνέβη ακριβώς; Από τον μήνα φεβρουάριο η Ιταλία κλονίζεται από την εξέγερση των νέων προλετάριων, των ανέργων και των φοιτητών, των ξεχασμένων από τον ιστορικό συμβιβασμό και από το θεσμικό παιχνίδι. Στην πολιτική λιτότητας και θυσιών αυτοί απάντησαν με την κατάληψη των πανεπιστημίων, τις μαζικές διαδηλώσεις, τον αγώνα ενάντια στη μαύρη δουλειά, τις άγριες απεργίες, το σαμποτάζ και την απουσία στα εργοστάσια, χρησιμοποιώντας όλη την άγρια ειρωνεία και την δημιουργικότητα εκείνων που, αποκλεισμένοι από την εξουσία, δεν έχουν τίποτα περισσότερο να χάσουν: «Θυσίες! Θυσίες!» «Lama,μαστίγωσε μας«, «Οι χριστιανοδημοκράτες κλέφτες είναι αθώοι, οι αληθινοί εγκληματίες ήμαστε εμείς!«, «Περισσότερες εκκλησίες, λιγότερα σπίτια!». Η απάντηση της αστυνομίας, της D.C. και του P.C.I. υπήρξε χωρίς σκιά αμφισημίας: απαγόρευση οποιασδήποτε διαδήλωσης στη Ρώμη, μόνιμη κατάσταση πολιορκίας στη Μπολόνια με τεθωρακισμένα στους δρόμους, πυροβολισμούς στο πλήθος. Και είναι εναντίον αυτής της μόνιμης πρόκλησης-προβοκάτσιας που το κίνημα έπρεπε να αμυνθεί. Σε εκείνους που τους κατηγορούν πως χρηματοδοτούνται από την Cia και από την K.G.B., οι αποκλεισμένοι από τον ιστορικό συμβιβασμό απαντούν: «Η συνωμοσία μας είναι η νοημοσύνη, η εξυπνάδα μας, η δική σας είναι αυτή που χρειάζεστε για να χρησιμοποιήσετε το εξεγερσιακό κίνημά μας για να ξεκινήσετε την κλιμάκωση του τρόμου».

Πρέπει να υπενθυμίσουμε πως: – Τρεις εκατοντάδες αγωνιστές, μεταξύ των οποίων πολλοί εργάτες, βρίσκονται αυτή την στιγμή στη φυλακή στην Ιταλία. – Οι υπερασπιστές τους συστηματικά διώκονται: σύλληψη των δικηγόρων Cappelli, Senese, Spazzali και εννέα άλλων αγωνιστών της κόκκινης Βοήθειας, της Red Relief, Soccorso rosso, μορφές καταστολής αυτές που εμπνέονται από τις μεθόδους που χρησιμοποιούνται στη Γερμανία. – Ποινικοποίηση των καθηγητών και φοιτητών του Ινστιτούτου πολιτικών επιστημών στην Πάντοβα, εκ των οποίων δώδεκα κατηγορούνται για «ανατρεπτική ένωση»:  Guido Bianchini,  Luciano Ferrari Bravo,  Antonio Negri κ.λπ. – Έρευνες σε εκδοτικούς οίκους: Area, Erba Voglio, Bertani, με τη σύλληψη αυτού του τελευταίου εκδότη. Γεγονός χωρίς προηγούμενο: η συλλογή αποδεικτικών στοιχείων προέρχεται από ένα βιβλίο για το κίνημα της Μπολόνια. Έρευνες στα σπίτια των συγγραφέων Nanni Balestrini και Elvio Fachinelli.Σύλληψη του Angelo Pasquini, συντάκτη του λογοτεχνικού περιοδικού «Zut». – Κλείσιμο του σταθμού Radio Alice στη Μπολόνια και κατάσχεση του υλικού, σύλληψη δώδεκα συντακτών του Radio Alice. – Εκστρατεία του τύπου με στόχο: ταύτιση της πάλης του κινήματος και των πολιτιστικών εκφράσεών του με μια συνωμοσία, υποκίνηση του κράτους να οργανώσει ένα πραγματικό «κυνήγι μαγισσών».

Οι υπογράφοντες ζητούν την άμεση απελευθέρωση όλων των συλληφθέντων αγωνιστών, το τέλος της δίωξης και της εκστρατείας δυσφήμισης ενάντια στο κίνημα και την πολιτιστική του δραστηριότητα, διακηρύσσοντας την αλληλεγγύη τους με όλους τους αντιφρονούντες που βρίσκονται υπό διερεύνηση.J.P. Sartre, M. Foucault, F. Guattari, G. Deleuze, R. Barthes, F.Vahl, P. Sollers, D. Roche, P. Gavi, M. A. Macciocchi, C. Guillerme e altri.

– Στην διαδρομή προς Φλωρεντία, με την επιστροφή μας, σταματάμε για λίγες μέρες στην Ραβένα, μας φιλοξενούν φίλοι. Πανέμορφη πόλη. Όλη μας η χώρα είναι υπέροχη.
Πλημμυρίζουμε λοιπόν την Μπολόνια για τρεις μέρες, στο τέλος του Σεπτέμβρη του ’77, συζητάμε για την καταστολή που υφίσταται το κίνημα, παρακολουθούμε τα δρώμενα, αναστατώνουμε τους κατοίκους, τους εμπλέκουμε στη κουβέντα, αφορά τους πάντες, αναμιγνύεται κοινωνία και τα προωθημένα της κομμάτια.

Έχει προηγηθεί ένας πολεμικός χειμώνας. Τριήμερες μάχες κατά τη διάρκεια του Μαρτίου ανάμεσα στο ανατρεπτικό υποκείμενο και τις δυνάμεις καταστολής στην περιοχή του Πανεπιστημίου. Τόσες χρειάζεται η αστυνομία για να ανακαταλάβει την περιοχή γύρω από τις σχολές από τους εξεγερμένους νεολαίους που καθοδηγούνται από τον ερασιτεχνικό αυτοδιαχειριζόμενο ραδιοφωνικό σταθμό ‘ράδιο Αλίκη’, και αντιμετωπίζουν με επιτυχία τις επιθέσεις των αστυνομικών που καταλήγουν στη δολοφονία του φοιτητή. Έχουν γραφεί τραγούδια για τα γεγονότα που πυροδοτούν την ατμόσφαιρα, οι κοινότητεςσε αναβρασμό και ο νεκρός φοιτητής

ένα αγόρι του ’77

Ο Ζαν Πωλ Σάρτρ εκδίδει μανιφέστο, προχωρά σε καταγγελία της αριστερής κυβέρνησης της πόλης που όμως δεν αποτρέπει την αγριότητα της αστυνομίας σε μια περιοχή που κυβερνά από ανέκαθεν το ΚΚ. Την υπογράφουν και οι προαναφερθέντες φιλόσοφοι.

Radio Ga Ga, The Queen.

Είναι τότε που πολλοί νιώθουν πως το κίνημα έχει φτάσει στα όριά του. Από εκείνη τη στιγμή και μετά ένας μεγάλος αριθμός συντρόφων αισθάνεται πως ο αγώνας πρέπει να αναβαθμιστεί. Πως χρειάζεται μια άλλη πρακτική, ουσιαστικότερη. Να πονέσει περισσότερο. Ας μη κρυβόμαστε. Να λέμε τα πράγματα με το όνομά τους. Είναι ακριβώς τότε που ένα μεγάλο κομμάτι του κινήματος κάνει το άλμα προς τα μπρος. Νιώθοντας πως η πίεση σε επίπεδο μαζικών αγώνων δεν αποδίδει. Τα προκαθορισμένα ραντεβού έχουν όρια. Ναι. Έτσι ακριβώς όπως σου τα λέω Μιχάλη.
Τότε είναι που νιώθουμε έντονα την ανάγκη να δώσουμε πειστικότερες απαντήσεις. Θα πάρουμε την πρωτοβουλία εμείς, στα χέρια μας. Μέχρι εκείνες τις μέρες μάλλον ακολουθούσαμε, τώρα θα ξεφύγουμε μπροστά!

Illegal, Mano Negra.

  • Ένα ολιγόλεπτο διάλειμμα. Θα σας μεταφέρω κάτι πολύ ενδιαφέρον. Άμεσα, έχει απόλυτη σχέση με ότι συζητάμε.
    Πληκτρολογώ τα απομαγνητοφωνημένα αυτά κείμενα αρχές Φλεβάρη του ‘13. Πριν λίγες μέρες συνέβησαν τα γεγονότα του Βελβεντού Κοζάνης και Βέροιας. Το πρώτο σχόλιο που μου δόθηκε αυθόρμητα στην πόλη, δίχως να το ζητήσω, σας μεταφέρω, και είναι επί λέξη : ‘να που έχουμε και κάτι να αισθανόμαστε περήφανοι! Μπράβο στα παιδιά!’

Δείτε και αυτό :
‘για να ερευνήσει κανείς βαθιά μέσα στην αλήθεια, θα πρέπει να επιστρατεύσει όλη του την ενέργεια. Θα πρέπει να έχει την ικανότητα να είναι εργατικός έτσι ώστε να μη δρα σύμφωνα με ένα έτοιμο μοντέλο, αλλά να παρατηρεί τις σκέψεις του, τα συναισθήματά του, τους ανταγωνισμούς του, τους φόβους του και να πηγαίνει πέρα απ’ όλα αυτά, έτσι ώστε ο νους του να είναι εντελώς ελεύθερος. Για να ερευνήσει κανείς σε βάθος εκείνο που είναι ύψιστα άγιο, ανείπωτο, άχρονο, δεν πρέπει προφανώς ν’ ανήκει σε καμία ομάδα, σε καμία θρησκεία, σε καμία πίστη, δεν πρέπει να έχει κάποιο πιστεύω, γιατί οι πίστεις και τα πιστεύω δέχονται για αληθινό κάτι που μπορεί και να μην υπάρχει. Είναι μέσα στη φύση της πίστης να αποδέχεται κανείς κάτι σαν αληθινό χωρίς να το ανακαλύπτει ύστερα από δική του έρευνα, με τη δική του ζωντάνια, με τη δική του ενέργεια. Πιστεύεις επειδή στην πίστη υπάρχει μια μορφή ασφάλειας, παρηγοριάς, αλλά ένα πρόσωπο που αναζητά μια απλή ψυχολογική παρηγοριά, δεν θα φτάσει ποτέ σ’ αυτό που είναι πέρα από τον χρόνο. Πρέπει λοιπόν να υπάρχει ολοκληρωτική ελευθερία. Είναι δυνατό να είμαστε ελεύθεροι απ’ όλη την ψυχολογική μας διαμόρφωση; Η βιολογική διαμόρφωση είναι φυσική, ενώ η ψυχολογική διαμόρφωση- τα μίση, οι ανταγωνισμοί, η έπαρση, όλα όσα προκαλούν σύγχυση- είναι η φύση ακριβώς του εγώ, που είναι σκέψη.

Για να ανακαλύψουμε πρέπει να υπάρχει προσοχή- όχι συγκέντρωση. Είναι πραγματικά σημαντικό να διαλογίζεται κανείς, γιατί ένας νους που δουλεύει μόνο μηχανικά, όπως η σκέψη, δεν μπορεί ποτέ να πλησιάσει εκείνο που είναι ολοκληρωτική, υπέρτατη τάξη κι επομένως ολοκληρωτική ελευθερία. Το σύμπαν βρίσκεται σε ολοκληρωτική τάξη.

Ο ανθρώπινος νους βρίσκεται σε αταξία και πρέπει κανείς να έχει έναν εξαιρετικό νου, ένα νου που να έχει κατανοήσει την αταξία και να είναι απαλλαγμένος από αντιφάσεις, μιμήσεις, και υποταγές. Ένας τέτοιος νους είναι ένας προσεκτικός νους. Είναι ολοκληρωτικά προσεκτικός σε ότι κάνει, σε όλες του τις πράξεις μέσα στις σχέσεις. Η προσοχή δεν είναι συγκέντρωση. Η συγκέντρωση έχει όρια, είναι μειωμένης δυνατότητας, περιορισμένη, ενώ η προσοχή είναι απεριόριστη. Στην προσοχή υπάρχει η ποιότητα της σιωπής- όχι της σιωπής που έχει επινοήσει η σκέψη, όχι η σιωπή που εμφανίζεται μετά από φασαρία, όχι η σιωπή της αναμονής μιας σκέψης από μια άλλη σκέψη. Θα πρέπει να υπάρχει εκείνη η σιωπή που δεν έχει κατασκευαστεί από επιθυμία, από θέληση, από σκέψη. Και σε έναν τέτοιο διαλογισμό δεν υπάρχει κέντρο που ελέγχει. Σε όλα τα συστήματα που έχουν επινοηθεί κατά καιρούς, υπάρχει πάντα προσπάθεια, έλεγχος, πειθαρχία. Αλλά πειθαρχία σημαίνει να μαθαίνεις- όχι να υποτάσσεσαι, αλλά να μαθαίνεις- έτσι ώστε ο νους σου να γίνεται όλο και πιο οξυδερκής. Η μάθηση είναι μια διαρκής κίνηση, δεν βασίζεται στην γνώση ο διαλογισμός είναι η απελευθέρωση από το γνωστό, που σημαίνει μέτρηση. Και σε αυτόν τον διαλογισμό υπάρχει απόλυτη σιωπή.
Τότε, μονάχα μέσα σ’ αυτή τη σιωπή, υπάρχει εκείνο που δεν έχει όνομα.’

‘υπάρχει τίποτα ιερό στην ζωή που να μην είναι επινοημένο από την σκέψη ; Υπάρχει κάτι πέρα απ’ όλη τη σύγχυση, την αθλιότητα, το σκοτάδι, τις ψευδαισθήσεις, κάτι πέρα από τα κατεστημένα και τις μεταρρυθμίσεις ; Από την αρχαιότητα, ανάμεσα σε αυτόν που αναζητά και σ’ εκείνο που ελπίζει ο αναζητητής να βρει, έχει παρεμβληθεί ο ιερέας. Ο ιερέας ερμηνεύει, γίνεται αυτός που ξέρει- ή νομίζει ότι ξέρει- κι έτσι ο αναζητητής βγαίνει από τον δρόμο του, αλλάζει πορεία, χάνεται. Ότι και να κάνει η σκέψη δεν είναι ιερή. Η σκέψη είναι που έχει χωρίσει τους ανθρώπους σε θρησκείες και εθνικότητες. Τη σκέψη την γεννάει η γνώση και η γνώση δεν είναι ποτέ πλήρης για οτιδήποτε, οπότε η σκέψη είναι πάντα περιορισμένη και διαιρετική. Όπου υπάρχει διαιρετική δράση, η σύγκρουση είναι αναπόφευκτη.

Τίποτα απ’ όσα έχει συναρμολογήσει η σκέψη, είτε είναι μέσα σε βιβλία ή σε εκκλησίες ή σε ναούς ή σε τζαμιά, δεν είναι ιερό. Κανένα σύμβολο δεν είναι ιερό, δεν είναι θρησκεία. Είναι απλώς ένα σχήμα της σκέψης, μια επιφανειακή αντίδραση σ’ αυτό που ονομάζεται ιερό’
Τζίντου Κρισναμούρτι.

DSC02235

Paolo και Daddo, η αρχή της μεγάλης εξέγερσης

 

Η ΑΔΥΝΑΤΗ ΑΠΟΔΡΑΣΗ ( ΞΕΝΗ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ 3 / ΣΕΙΡΑ )
Περιγράφοντας τις περιστάσεις που τον οδήγησαν να συμμετάσχει στη συμμορία που πιάστηκε το 1967, μετά από μια αιματηρή ανταλλαγή πυροβολισμών, και που στη συνέχεια, μετά την ισόβια καταδίκη του, τον έσπρωξαν να δουλέψει για την δημιουργία ενός πολιτικού κινήματος στις φυλακές, ο Νοταρνικόλα μας προσφέρει ένα πολύτιμο κλειδί ανάγνωσης για πολλά άλλα γεγονότα: την κρίση της «γκεριγιερίστηκης» ιδεολογίας, τη μετανάστευση από το Νότο, το ρόλο των κρατικών θεσμών στην πολιτική ένταξη. Όπως εξηγεί ο Πίο Μπαλυτέλλι στον πρόλογο, «οι ατομικές περιπέτειες του πρωταγωνιστή αυτής της ιδιαίτερης, ιταλικής ιστορίας, ντοκουμεντάρουν μια σειρά από περιστάσεις της σύγχρονης ταξικής σύγκρουσης, μέσα στην οποία η τύχη του επιμέρους ταυτίζεται με την τύχη των εκατομμυρίων άλλων ατόμων». Ο Νοταρνικόλα από τη μια πλευρά ωριμάζει την πολιτική επανεξέταση μιας εξέγερσης δίχως διέξοδο, ενώ από την άλλη δίνει μια συγκεκριμένη περιγραφή του περιβάλλοντος μέσα στο οποίο γεννήθηκε και θα γεννιέται η εξέγερση: «Το Τορίνο είναι μια προλεταριακή πόλη αλλά αυτό συνεπάγεται και κάτι άλλο: είναι η πόλη των αφεντικών, η πόλη της ΦΙΑΤ και των εκατοντάδων και εκατοντάδων εργοστασίων και βιοτεχνιών όπου όλοι δουλεύουν, δουλεύουν ασταμάτητα και το αφεντικό κάνει κομπόδεμα, ταξιδεύει πρώτη θέση, έχει βίλλα, στέλνει το γιο του στο πανεπιστήμιο και στον εργάτη που ‘ρχεται απ’ το χωριό, απ’ τον Νότο, δίνει τα λεφτά λίγα λίγα, ίσα για να ζει, να δουλεύει, να κάνει παιδιά, και να την βγάζει όπως-όπως, στις τρώγλες της παλιάς πόλης των περιφερειακών συνοικιών». (ΑΠΟ ΤΗΝ ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ ΣΤΟ ΟΠΙΣΘΟΦΥΛΛΟ ΤΟΥ ΒΙΒΛΙΟΥ)
τα βιβλία του μιχάλη, i libri di michele

Ι. εκενώστε τους δρόμους από τα όνειρα – 8

Jefferson airplane

Τον ίδιο χρόνο, λίγο αργότερα, κατέβηκα στη Νάπολι με μια τσάντα και επέστρεψα με βαλίτσα. Τα αξιοθέατα με σαγηνεύουν, η ιστορία.
Πρόλαβα και επισκέφτηκα την Πομπηία. Την περπατώ ολόκληρη, χρειάζομαι μια μέρα. Εντυπωσιάζομαι.
Στη Νάπολι έμεινα σε ένα χαμόσπιτο κτισμένο κυριολεκτικά στο χείλος ενός τεράστιου γκρεμού, βόρεια, εκεί που τελειώνει η πόλη.
Νομίζεις πως βρίσκεσαι σε ταινία του σαράντα. Η συνοικία, στενά δρομάκια,  αυλές μες το πράσινο και τα λουλούδια. Στην ανηφοριά. Σε κάποια μέρη, για να προχωρήσεις, χρειάζεται να ψιθυρίσεις συνθηματικά, σε πρόσωπα που παραμονεύουν πίσω από παραθυράκια.

Μπουγάδες ανεμίζουν στον αγέρα, ψηλά, από μπαλκόνι σε μπαλκόνι. Από το ένα παράθυρο, εάν απλώσεις το χέρι σχεδόν αγγίζεις αυτό του απέναντι. Γυναίκες τραγουδούν, μωρά κλαίνε, μια συγχορδία δαιμονισμένη. Κουβεντολόι όλη μέρα και κεράσματα που περνούν πάνω από το κεφάλι του περαστικού με εξαιρετική μαεστρία. Τα μπαλκόνια λες και αγγίζουν το ένα το άλλο.
Παίρνω κλειδί και διεύθυνση γραμμένη σε χαρτάκι, σε προκαθορισμένο ραντεβού, ώρα συγκεκριμένη, στο πασίγνωστο άγαλμα που κοιτάζει από ψηλά τη μεγάλη πλατεία πάνω από το λιμάνι.
Από ένα παλικάρι στο οποίο παραδίδω την τσάντα. Τον συναντώ ξανά, στο ίδιο μέρος, την ίδια ώρα δυο μέρες αργότερα. Ίδιος τρόπος, αυτή τη φορά το ‘δώρο’ είναι βαλίτσα με ροδούλες, μοντέρνα πράγματα. Έχω την ευκαιρία να τριγυρίσω στην πόλη δυο ολόκληρες μέρες, είμαι μόνος, περνώ απαρατήρητος.

Έχω ξανάρθει παλιότερα, στην διάρκεια πανιταλικής διαδήλωσης, ενάντια στην καταστολή και τις πολιτικές της κυβέρνησης, οργανωμένη από τα συνδικάτα.
Η παρουσία μας έγινε πολύ αισθητή στην μεγαλούπολη, στο κέντρο όλη μέρα.
Οι κομμουνιστές είναι ξενέρωτοι, αυτόνομοι και εξωκοινοβουλευτικοί όλο ευρηματικότητα, ‘πουλούν’ και αγριίλα εκεί που πρέπει.
Ανοίξαμε κουβέντα με την κοινωνία στα καφέ και τα μπαράκια, στις πιτσερίες και τα πάρκα. Συνθήματα ακούγονται όλη μέρα, η ατμόσφαιρα ενθουσιώδης, τραγούδια και χοροί στους δρόμους. Όπου κι αν βρίσκεσαι το κλίμα είναι εορταστικό. Η ανατροπή φαίνεται κοντά. Ταξιδέψαμε τη νύχτα με τραίνο στο οποίο φυσικά είχαμε κάνει κατάληψη. Γεμίζουμε τους τοίχους συνθήματα και ζωγραφιές και γενικότερα δεν καθόμαστε ήσυχοι ούτε δευτερόλεπτο, σε προδιαθέτει και η περιοχή.
Και βέβαια, η πολεμική με τους κομμουνιστές και τον ‘συμβιβασμό’ τους καλά κρατεί, συνεχής και ασταμάτητη. Η »ιταλική ανωμαλία» είναι γεγονός!

Αυτή τη φορά η επίσκεψη είναι ‘υποχθόνια’, και γι αυτό χρειάζεται προσοχή και αυτοσυγκράτηση. Ήρεμα πράγματα.
Αυτή τη φορά ακούω εγώ, παρατηρώ, ‘αγοράζω’.

Στη Νάπολι, λέγεται πως τουλάχιστον 100.000 οικογένειες ζουν κυριολεκτικά από το λαθρεμπόριο τσιγάρων. Σκεφτείτε τα υπόλοιπα. Φανταστείτε την ψυχολογία.
Δεν είναι καθόλου περίεργο που οι ΝΑP ανθίζουν σε αυτή τη γωνιά. Οι κοινωνικές αντιθέσεις είναι εκρηκτικές. Η παραβατικότητα διαδεδομένη, αγκαλιάζει κάθε σπίτι.
Δεν υπάρχει νέος Ναπολιτάνος προλεταριακής καταγωγής που δεν έχει περάσει, έστω μια φορά στη ζωή του, το κατώφλι της φυλακής, να μην έχει απασχολήσει με την συμπεριφορά του τις διωκτικές αρχές.
Οι σοσιαλιστές είναι χωμένοι μες το σύστημα μέχρι τα μπούνια. Μαφία και πολιτική σφιχτά αγκαλιασμένες. Μπαίνουν με φόρα και οι κομμουνιστές στο παιχνίδι. Πολλά τα λεφτά πατριώτη!
Έχουν λοιπόν σκυλιάσει, όλοι αυτοί μαζί ενωμένοι, ενάντια στους νεαρούς που πολιτικοποιούνται ασυμβίβαστοι και χαλάνε την πιάτσα. Εμποδίζουν το μασούλημα της πίτας, κλέβουν την πίτα, απαιτούν αυτονομία, δίνουν χρώμα και ταυτότητα στην φάση, έξω από κατεστημένα και συμβάσεις.
Αναδιανομή του πλούτου στην πράξη.
Δεν θα γίνει επιτρεπτή δίχως πόλεμο, θα κατασταλεί με σφοδρότητα.
Είπαμε όμως, βγάζουμε λιγάκι τα ματάκια κι από μόνοι μας. Τους δίνουμε κι εμείς τη δυνατότητα να το πράξουν. Αυτοπαγιδευόμαστε από κάποια στιγμή και μετά.

Clandestino, Manu Chao.

Ο νους μου πετάει από εδώ και από εκεί.
Σου έχω ξαναπεί πως ταξιδεύω συνέχεια με τη παρέα, και μόνος. Με όλους τους τρόπους και τα μέσα.
Συχνή μας διαδρομή ο επαρχιακός δρόμος από την Φλωρεντία προς την θάλασσα της Τοσκάνης. La Volterranea. Μια πανέμορφη διαδρομή. Μέσα από υπέροχα χωριά και κωμοπόλεις.
Στο δρόμο η Βολτέρα, απ’ όπου πήρε το όνομα, και το Σαν Τζιμινιάνο. Με τις άγριες φυλακές τους.
Βρίσκομαι στην Νάπολι με την διάχυτη παραβατικότητα αυτή τη στιγμή. Τι το πιο φυσικό από το να ξυπνήσει η θύμηση της ταραχής που μας καταλαμβάνει κάθε φορά που, καβατζάροντας αυτόν τον, κατά τα άλλα υπέροχο τόπο που έρχεται κατευθείαν από την καρδιά του μεσαίωνα, αντικρίζουμε εκείνα τα πανύψηλα τείχη που κρύβουν από πίσω τους τόσες πονεμένες ψυχές. Που πνίγουν τις κραυγές, τα άγχη και τις στενοχώριες εκατοντάδων φυλακισμένων που ‘φιλοξενούνται’ εκεί μέσα. Όλων αυτών που είναι θαμμένοι ζωντανοί.
Θα έχουμε κι εμείς αργότερα συντρόφους μας εκεί.

Για να πάμε προς τις τοσκάνικες ακτές περνούμε πάντα από αυτόν τον τόπο. Λοιπόν, κάθε φορά που το βλέμμα μας πέφτει πάνω στα τεράστια τείχη με τους πανύψηλους πύργους,  η κουβέντα παύει απότομα. Τέρμα οι συζητήσεις και τα γελάκια. Αυθόρμητα, δίχως συνεννόηση. Δίχως λέξη το βλέμμα στρέφεται προς το κάστρο. Οριοθετεί την ψυχή μας.
Και θα επανέλθουμε μετά τη μεγάλη στροφή στην κατηφόρα, εκεί που η εικόνα έχει χαθεί πλέον, μιας και το χωριό εξαφανίζεται από τα μάτια μας, μαζί με το τεράστιο μπουντρούμι που μας στοιχειώνει.
Είναι ωραία η ελευθερία και κοστίζει ακριβά.

Fela Kuti, Unknown Soldier
Η Νάπολι είναι ένα μεγάλο σχολείο, ακόμη και για μοναχά δυο ημέρες.
Ο δρόμος για τη θάλασσα επίσης.
Θα σου διηγηθώ μια ιστορία για να καταλάβεις το κλίμα που επικρατεί στην πανέμορφη πολιτεία.
Σε λιγάκι όμως, το στομάχι φωνάζει, θέλει να το προσέξω. Άδειασε. Ξανάρχομαι σε λίγο.
Στη ξυλόσομπα υπάρχει και φούρνος. Σήμερα είναι 31 του Δεκέμβρη, φεύγει το 2012. Είμαστε σπίτι με τη σύντροφό μου, νιώθουμε λιγάκι καταπονημένοι. Ίσως γι αυτό λοιπόν να μη ψάχθηκα να πάμε κι εμείς ν’ αλλάξουμε χρονιά έξω από κάποια φυλακή, συμπαράσταση σε κρατούμενους.
Ψήνουμε πατάτες, τόστ, αυγουλάκια, πλένουμε σαλατούλα και πίνουμε ένα μπουκάλι κόκκινο κρασί του Φρέντ. Ονειρευόμαστε ένα κόσμο δίχως φυλακές και καταπίεση.
Ακούγοντας Τζέημς, που σε εμένα προκαλούν τα ίδια συναισθήματα με αυτά που ανέκαθεν νιώθω όταν ακούω Φλόϊντ. Ίσως στο λίγο γλυκύτερο.

Τώρα μπαίνει στην σκηνή ο Τάνκιαν, Σέρζ, από την Αρμενία, ακτιβιστής αντικαπιταλιστής. Empty walls.

οι καγκελόπορτες της μνήμης 2

  • Τίποτα δεν είναι τυχαίο, αν μάθεις να προσέχεις και να παρατηρείς. Και να ακούς.
    Λοιπόν. Άφησέ με να σου πω την ιστορία.
    Είναι γεγονός, συνέβη σε φίλο, γνωστό καθηγητή στη σχολή, στο σπίτι του οποίου βρεθήκαμε ένα βράδυ. Σου έχω ξαναπεί πως δεν έχω πρόβλημα να συναναστραφώ ανθρώπους από άλλο κοινωνικό στάτους, που έχουν άλλο σκεπτικό στη ζωή τους, διαφορετικό από το δικό μας. Φτάνει να είναι συμπαθητικοί και γνήσιοι. Δεν μπορώ τους δήθεν.
    Ψηλά στους λόφους της Τοσκάνης, έξω από την πόλη, σε μια πανέμορφη αγροικία. Ζεστή, ενδιαφέρουσα κουβέντα μπροστά στο τζάκι που μοσχομυρίζει καμένο ξύλο και ψητά.
  • Κατηφορίζει λοιπόν ο φίλος μας νότια, καλεσμένος σε συνέδριο το γουήκεντ, στη Νάπολι, από Ρώμη όπου διδάσκει εκείνο τον καιρό.
    Παίρνει την πρόσκληση τελευταία στιγμή κι έτσι δεν έχει πολλές πιθανότητες να βρει ‘καλό’ ξενοδοχείο. Το καλό είναι σχετικό. Εννοούμε στην ασφάλεια, σε μια πόλη με δείκτη εγκληματικότητας στα ύψη.

Η σιγουριά τον ενδιαφέρει.
Φτάνει λοιπόν στην πόλη και, πλησιάζοντας το κέντρο, σταματά στο πρώτο σοβαρό ξενοδοχείο που αντικρίζει. Ζητά δωμάτιο. Του απαντούν πως υπάρχουν ελεύθερα και κλείνει έχοντας λάβει διαβεβαίωση από την υποδοχή πως υπάρχει ασφαλές πάρκινγκ για το αυτοκίνητό του.
Ξεφορτώνει και μαθαίνει πως στο εσωτερικό γκαράζ οι θέσεις είναι δυστυχώς γεμάτες, υπάρχουν όμως θέσεις στο εξωτερικό, που έχει φύλακα όλη νύχτα και μέρα.
Δέχεται, είναι αργά, έχει ήδη ξεφορτώσει, είναι κουρασμένος, βρίσκεται κεντρικά, οι άνθρωποι φαίνονται σοβαροί, η BMW του θα είναι φυλαγμένη, πρέπει να τρέξει στο συνέδριο.
Δεν στα πολυλογώ, όλα εν τάξει, τελειώνουν τα πάρε δώσε, περνάει και το διήμερο, τελειώνει Κυριακή προς το βραδάκι το συνέδριο και γυρίζει στο ξενοδοχείο. Τρέχει στον μπουφέ για το βραδινό του. Θα πέσει νωρίς για ύπνο, την άλλη μέρα ξανά στον δρόμο νωρίς το πρωί.

Θα φύγει με την ησυχία του, δεν βιάζεται, θέλει όμως με την ευκαιρία να ρίξει μια ματιά στην πόλη.
Ξυπνά, παίρνει πρωινό, πακετάρει, πληρώνει, πηγαίνει να φορτώσει και….πάπαλα, το αυτοκίνητο δεν παίρνει μπρος με τίποτα. Βρε αμάν, βρε ζαμαν, τίποτα. Ανοίγει το καπώ για να κοιτάξει τη μηχανή …..έχει κάνει ολόκληρη φτερά!
Διαμαρτύρεται εντονότατα σε φύλακα και ξενοδόχους, στου κουφού την πόρτα…..
‘θα με πήρε ο ύπνος κάποια στιγμή, κουράστηκα όλη μέρα, έπαιζε και η ομάδα, ντέρμπι με την Ρόμα, όρθιοι στο γήπεδο, είχε πολύ κόσμο, ταλαιπωρήθηκα, μεροκαματιάρης’…….και πολλά άλλα τέτοια.
Τι να συζητάμε τέτοια ώρα.. Αγανακτισμένος απευθύνεται στο κοντινό συνεργείο για να βρουν κάποια λύση. Ανακουφισμένος ακούει πως κάτι θα γίνει, ‘υπάρχει περίπτωση ένας γνωστός που έφαγε μεγάλο τράκο και έχει ακινητοποιημένο εδώ και μήνες το αυτοκίνητό του, είστε τυχερός, ίδιο μοντέλο, έχει οικονομικά προβλήματα, θα σας κάνει εξαιρετική τιμή για την, σε πολύ καλή κατάσταση, μηχανή του.’
Έτσι και έγινε, συναινεί, πληρώνει όσο- όσο, του την τοποθετούν, και αργά το απόγευμα αναχωρεί. Ούτε την πόλη κατάφερε να δει, τι τον νοιάζει όμως μετά από όλη αυτή την αναστάτωση!

Την άλλη μέρα παραδίδει το αυτοκίνητο στην αντιπροσωπεία για έλεγχο και τρέχει στο μάθημα. Επιστρέφει το μεσημέρι για να ακούσει δια στόματος μηχανικού τα ‘ευχάριστα’ νέα. Η μηχανή που έχει αυτή τη στιγμή στο αυτοκίνητό του δεν είναι άλλη από την δικιά του! Αυτή ‘της μάνας του’! υπάρχουν κτυπημένα επάνω τα νούμερα της ταυτότητάς της! Αυτά που αναγράφονται στο προσωπικό του βιβλιαράκι!
Το αυτοκίνητο φορά επάνω του ξανά την κλεμμένη μηχανή!
Πηδάει μέχρι εκεί πάνω μόλις αντιλαμβάνεται την απάτη. Καβαλάει το αυτοκίνητο και ορμάει για Νάπολι.
Ή ταν ή την πατάς. Ή τώρα ή ποτέ.
Είναι αποφασισμένος για όλα. Φτάνει στο γνωστό μέρος, στον δρόμο πετάει, δεν οδηγεί. Και προς μεγάλη του έκπληξη διαπιστώνει πως το συνεργείο έχει κάνει φτερά. Ολόκληρο μαγαζί έχει πετάξει. Στη θέση του άδειοι τοίχοι!

Στήθηκε ολόκληρη επιχείρηση για τον πρώτο ‘τυχερό’, το θύμα που θα κάτσει!
Ιπτάμενο συνεργείο. Μαγαζί φάντασμα. Ψεκάστε, σκουπίστε, τελειώσατε.
Για μια αρπαχτή.
Πόσες τέτοιες να οργανώνονται την εβδομάδα;
Στήθηκε ένα θεατρικό έργο, ίσως χιλιοπαιγμένο, με ηθοποιούς, κομπάρσους και σκηνικά φυσικά, μέσα στην πόλη. Για το μεροκάματο.
Στις πλάτες του φίλου μας.
Δεν μπορείς παρά να θαυμάσεις, να παραδεχθείς, ακόμη και να κλάψεις.

  • Και τώρα που μου έρχεται στο μυαλό, θα σου διηγηθώ εν τάχει κάτι ακόμη.
    Σπουδάζει στο Παλέρμο ο ξάδελφος κολλητού μου. Ανεβαίνει για να συναντήσει τους συγγενείς του στο βορρά, παίρνει και την κοπελιά μαζί. Τους πιάνει η νύχτα στην Καμπάνια, έξω από τη Νάπολι αποφασίζουν να σταματήσουν για ύπνο. Αράζουν μέσα σε σταθμό εξυπηρέτησης, ξέρεις, με τα μαγαζιά, εστιατόρια, μπαράκια, πρατήριο βενζίνης κλπ. Γνωρίζουν την ευρηματικότητα των ντόπιων στο ξαλάφρωμα των ταξιδιωτών και κοιμούνται μες στο αυτοκίνητο, κλειδωμένοι.
    Ξυπνούν το πρωί, με το πρώτο φως, τεντώνονται και βγαίνουν για τις ανάγκες τους, να πιουν ένα καφεδάκι, να πάρουν λίγο καθαρό αέρα. Και αντιμετωπίζουν το θέαμα του αυτοκινήτου να αναπαύεται επάνω σε τέσσερις τάκους, και τα λάστιχα να λείπουν! Τους ξαλάφρωσαν από τις ρόδες δίχως να αντιληφθούν τίποτα, μες τη νύχτα! Μου λες εσύ μετά για αετονύχηδες!

Κάποιοι αδυνατούν να καταλάβουν.
Αυτοί που βρίσκονται σε λήθαργο. Σε αυτόν που τους έχουν βυθίσει οι κρατούντες. Αυτοί που κινούν τα νήματα της σύγχρονης ιστορίας.
Καλό ύπνο. Και όνειρα γλυκά.
Τα όνειρα των κρατούντων τουλάχιστον, εκείνα τα χρόνια είναι πολύ ταραγμένα. Εφιάλτες.

Αθάνατη μικροαστική υποκρισία.

Το νιώθουν και στην Πομπηία. Δίπλα στους ναούς χτίζουν τα σπίτια της χαράς και της απόλαυσης, έτσι για σπάσιμο ίσως. Ή γιατί ακριβώς αυτοί δεν κουβαλούν τις ενοχές των μεταγενέστερων θεών.
Δίπλα στους ναούς που λατρεύουν τις θεότητες τους στήνουν τη λατρεία του έρωτα.
Είναι τυχαίο πως και αυτοί Ναπολιτάνοι είναι;

Σώθηκαν απείραχτες απ’ τον καιρό οι σκαλισμένες εικόνες με τη στάση που διαλέγει ο πελάτης, δωμάτιο προς δωμάτιο. Με τα χρώματά τους και τα όλα τους. Αναπαριστούν αυτό που η κυρία προσφέρει, αυτό που προτιμά ο άνδρας. Το ερωτικό παιχνίδι στο κατάλληλα στημένο κρεβάτι.
Δεν διαλέγεις την κοπέλα από τα κάλλη της αλλά λόγω αυτού που θα σου χαρίσει. Που σου προσφέρει απλόχερα.
Σχεδιασμένα εκεί πάνω στον τοίχο, στην είσοδο και στο εσωτερικό. Στα δωματιάκια που σώθηκαν από τη λάβα που τα σκέπασε, όπως τον παλιό καλό καιρό, την στιγμή της έκρηξης.

Love like a man, Ten Years After.

Πριν ανηφορίσω κι εγώ να σπουδάσω στην πανέμορφη βασίλισσα της Τοσκάνης, να γνωρίσω νέους κόσμους, κουβαλώ όλα τα σύνδρομα της πατριαρχικής κοινωνίας στην οποία μεγάλωσα. Ασφυκτιώ, ναι.
Τα νέα ταξιδεύουν και μας χτυπούν το τζάμι του παραθύρου. Τα κινήματα που ταράζουν τα νερά του υπαρκτού αναστατώνουν και τις δικές μας θάλασσες ήδη από καιρό.
Οι συνήθειες όμως συνήθειες.
Προέρχομαι κι εγώ από ευκατάστατη οικογένεια, όπως κι εσύ.
Τα χρήματα δεν μας λείπουν, είμαι και αρεστός.

Δεν πιάνω όμως από την αρχή τον σφυγμό της κατάστασης. Δυσκολεύομαι στο ξεκίνημα να συμβαδίσω με τα καινούρια δεδομένα. Με ξεπερνούν. Αργώ λιγάκι να ξεμπερδέψω με αρχαία σύμβολα, κι ας πιέζουν. Όλους εμάς τους αρσενικούς είναι αλήθεια.
Γνωρίζω την Ρέα από τον κολλητό μου, δεν ανέχεται κανείς μας να την μοιράζεται. Πληγωνόμαστε, πονάμε.
Μοναξιά δεν υφίσταται, οι κοπέλες είναι πολύ ανοιχτές. Αυτό βοηθάει, δεν μένεις ποτές μοναχός.

Αντιστεκόμαστε στο να καταλάβουμε, να δεχτούμε πως παρ όλη την αγάπη και τον έρωτα που νιώθουν για εμάς τα κορίτσια, δεν μας ανήκουν κιόλας.
Πως ανήκουν μοναχά στον εαυτό τους. Και χαράζουν αυτόνομη πορεία.
Τα κατεστημένα γκρεμίζονται, ένα ένα.
Την μοιραζόμαστε και με τον Άντζελο ένα Σαβατοκύριακο, εκδρομή σε σπίτι της οικογένειας φίλου, στην ύπαιθρο, πάνω στο βουνό, από την άλλη πλευρά από την οποία έχουμε συνηθίσει να εκδράμουμε.
Κατεβαίνουν πιασμένοι από το χέρι την καταπράσινη, ανθισμένη πλαγιά,
συμπαθέστατος και καλός φίλος κι εκείνος.

Το στομάχι σφιγμένο κόμπος. Σχεδόν δακρύζουμε, να μη σου πω πως πέφτει μαύρο κλάμα.
Μισό χρόνο αντέχουμε έτσι, οι τρεις μας, υποχρεωτικά. Αγκομαχούμε.
Σκέφτομαι το στόρι της ταινίας για την οποία σου μίλησα νωρίτερα, με το τρίο των παρανόμων, στην Αμερικάνικη Δύση, που κατηφορίζουν αργότερα Κεντρικά και Νότια αποφεύγοντας τον στρατό που τους καταδιώκει.                                                                  Κάνω υπομονή.
Αντιλαμβάνομαι πως δεν είναι βίτσιο, αλλά ανάγκη. Ψάξιμο.
Έτσι αποδεχόμαστε σιγά σιγά την καινούρια κατάσταση που έρχεται με το γυναικείο κίνημα. Φρέσκος αέρας πνέει και σαρώνει συνήθειες αιώνων.
Και αυτό αυτονομία είναι.

Αυτοί που μένουν πίσω χάνουν επεισόδια. Σαν και αυτούς που, παρ όλη την επαφή τους με τις νέες εμπειρίες αρνούνται πεισματικά ν’ ακολουθήσουν. Δεν είναι λίγοι.
Παραμένουν κλεισμένοι σε συλλόγους που κουβαλούν τις ‘τοπικές’ συνήθειες στην πλάτη, την ‘παράδοση’.
Κοντοστέκονται, μουλαρώνουν. Δεν αντιλαμβάνονται πως το μέλλον είναι εδώ!
Έχω πολλούς τέτοιους φίλους πίσω στα μέρη μου. Συναντιόμαστε στις διακοπές. Άλλοι κόσμοι. Δεν μπορούμε πλέον να συνεννοηθούμε. Είναι δύσκολο, σχεδόν αδύνατο.
Απομακρυνόμαστε με τον καιρό.
Η επανάσταση είναι μια συνολική διαρκής ασταμάτητη κίνηση και διαδικασία, περιλαμβάνει την διάλυση όλων των στερεοτύπων. Είναι φυγή προς τα μπρος.
Η κοινωνία δεν μπορεί να αλλάξει όταν οι άνθρωποι κολλούν στο παρελθόν. Βρίσκεται σε έμφραγμα. Μποτιλιάρισμα. Φρακάρει.

Το παρελθόν προτείνει, δεν ορίζει. Το σέβεσαι, δεν το προσκυνάς. Δεν υφίστανται κανόνες απαράβατοι. Δείχνει μονοπάτια, όχι τον δρόμο.
Το ίδιο συμβαίνει και με τα παιδιά μας, Μιχάλη, σήμερα. Δεν μας ανήκουν
Τα μεγαλώνουμε, τους δείχνουμε τι και πως το κάναμε και το σκεφτόμαστε εμείς. Τα προτρέπουμε όμως να αφήσουν στο δρόμο, στη ζωή, τα δικά τους ίχνη. Να σχεδιάσουν στο δάσος τα δικά τους σημάδια. Να αφήσουν το δικό τους στίγμα.
Να μη καταπίνουν μασημένη τροφή, να ακονίσουν τα δόντια τους, να γευτούν, να αγγίξουν, να δοκιμάσουν.

Μοναχά έτσι, με αυτόν τον τρόπο προχωρά η κοινωνία, πάει μπροστά. Διαφορετικά παραμένει στάσιμη.
Αντιγράφει, μυρικάζει.
Άλλο Πικάσο κι άλλο ο παραχαράκτης. Όσο καλός κι αν είναι. Το έργο δεν είναι δικό του. Δεν υπάρχει ελευθερία.
Άλλο η παράσταση και άλλο η μασκαράτα.
Επινόησε, μην αντιγράφεις!
Βέβαια η κοινωνία σήμερα, σε αυτό το θέμα επάνω έχει κάνει άλματα πίσω!Συντηρητισμός. Η πορνογραφία δεν είναι ελευθερία. Η κτητικότητα είναι σκλαβιά.
Θα ξαναφύγει όμως μπροστά και άντε να την πιάσεις.
Η φαντασία στην εξουσία, ξαναλέμε, μέχρι να μη χρειάζεται πια καμία εξουσία! Παντού και πουθενά.

Somebody to Love, Jefferson Airplane.

DSC02233

 

συνεχίζεται

τα βιβλία του μιχάλη, i libri di michele

ΒΒ. χόρεψες πάνω στο φτερό του καρχαρία – 4

Πόσες φορές θα επαναλάβουμε πως ο πλούτος που υπάρχει επαρκεί και περισσεύει για πολλές γενιές μετά από μας. ‘Φτάνει λοιπόν,’ φωνάζει ,‘σας τον χαρίζω τον πολιτισμό σας, δεν θα πάρω. Να τον χαίρεστε.’
Ο άνθρωπος ήρθε σε αυτόν εδώ τον θαυμαστό κόσμο για να ζήσει με άλλους, να κάνει παρέες, αρμονικά.
Βιάσαμε τη φύση, βιάζουμε τα παιδιά μας οι αχαίρευτοι, καταδικάζοντας τα σε ένα αβέβαιο αύριο. Παλεύουμε να αναρριχηθούμε σε μια μοναχική σκάλα αδιαφορώντας για τις συνέπειες.

Πανηγύριζαν πριν λίγες μέρες στη Καβάλα γιατί λέει παρέλυσε η πόλη τη μέρα της διαμαρτυρίας ενάντια στον λιθάνθρακα, επειδή κατέβηκαν στο δρόμο δέκα χιλιάδες άνθρωποι. Μα περισσότεροι από τους μισούς και βάλε ήταν οι μαθητές και οι φοιτητές. Που ήταν ο λαός; Αν αδιαφορεί ο λαός για τη ζωή του την ίδια χέσε μέσα.
Και μας υποχρεώνουν μετά να υποστούμε τις αποφάσεις και τις επιλογές τους. Από εδώ βγαίνουν οι ‘κοινοβουλευτικές’ πλειοψηφίες. Σας τις επιστρέφουμε.

Κάνει ένα διάλειμμα, πίνουμε λίγο νεράκι και συνεχίζει.

  • Προσπάθησαν τότε στην Ιταλία να με απελάσουν γιατί ανακατευόμουν ‘εκεί που δεν με έσπερναν’, λες και το να ασχολείσαι με τα κοινά είναι έγκλημα, οι κινητοποιήσεις το απέτρεψαν.

Με συνέλαβε η αστυνομία στο σπίτι της κοπέλας μου ένα πρωινό για φθορές στη σχολή στο τέλος διαμαρτυρίας που είχε προηγηθεί και εμπόδιο στην ομαλή λειτουργία των μαθημάτων και των εξετάσεων. Βέβαια δεν υπολόγισαν πως την ώρα των επεισοδίων μαζί με άλλους φοιτητές έχοντας την συγκατάθεση καθηγητών και του κοσμήτορα της σχολής καλούμε τους φοιτητές να αποχωρήσουν από την σχολή και να παραβρεθούν στα δικαστήρια της πόλης συμπαραστεκόμενοι σε συντρόφους μας που δικάζονται για επεισόδια που έχουν δημιουργηθεί στο φοιτητικό εστιατόριο την προηγούμενη χρονιά. Δεν διακόψαμε τίποτα, απλά ενημερώσαμε, μοιράσαμε φυλλάδια και ζητήσαμε συμπαράσταση σε άλλο όροφο από αυτόν στον οποίο γίνονται τα επεισόδια. Όλοι αυτοί οι δάσκαλοι σύσσωμοι κατέθεσαν μάρτυρες υπεράσπισης. Γίνεται αντιληπτό πως η σύλληψη έγινε αυτεπάγγελτα, δίχως μαρτυρικές καταθέσεις, αναπάντεχα.

Έμεινα στις Murate δέκα μέρες, η δίκη έγινε πολύ γρήγορα, με απάλλαξαν. Ήρθαν να τσιμπήσουν εμένα διότι σε περίπτωση καταδίκης θα ήταν πολύ εύκολο να με εκδώσουν αμέσως, ατύχησαν. Χίλιοι σύντροφοι κοντά με σήκωσαν στην αγκαλιά τους και τραγούδησαν στην αίθουσα του δικαστηρίου ενθουσιασμένοι.
Μuro στα Ιταλικά σημαίνει τοίχος. Άγρια φυλακή, κτίσμα μεσαιωνικό, στην καρδιά της ιστορικής, λαϊκής και αριστερής συνοικίας του Άγιου Σταυρού, Santa croce. Ήταν φοβερά εκεί μέσα, πρώτη φορά εγκλεισμός. Μου συμπαραστάθηκαν αφάνταστα. Είχε ήδη κάποιους πολιτικούς κρατούμενους, αν θυμάμαι καλά πρέπει να ήταν σύντροφοι των Οπλισμένων Προλεταριακών Κυττάρων, NAP, που είχαν συλληφθεί καιρό πριν κατά τη διάρκεια ένοπλης ληστείας στην οποία έχασαν και ένα compagno όταν ανταλλάχτηκαν πυρά με την αστυνομία.

  • Μου λέει πως τον είχαν όλη μέρα υπό την προστασία τους.

Στο κελί βρίσκονταν με ποινικούς. Υπήρχε γενικά ταξική αλληλεγγύη και οι άγραφοι κανόνες εναντίον βιαστών και ρουφιάνων. Μάλιστα την πρώτη μέρα κιόλας έπεσε πάνω στην τιμωρία ενός από αυτούς, αμέσως με την άφιξή του, πριν ακόμη προλάβει να εγκλιματιστεί. Τα νέα βλέπετε ταξιδεύουν γρηγορότερα. Τον στρίμωξαν σε μια από τις γέφυρες που ένωναν τον δεύτερο όροφο και τον έκαναν τόπι στο ξύλο καμιά εικοσαριά πριν καταφέρεις να πεις κύμινο. Έγιναν όλα τόσο γρήγορα που καλά-καλά ούτε ο ίδιος δεν κατάλαβε τι έγινε. Σωριάστηκε λιπόθυμος για να τον περιμαζέψουν οι δεσμοφύλακες.

Στην τεράστια πλατεία με το όνομα της πανέμορφης αχανούς εκκλησίας του Αγίου Σταυρού, που για πολλά χρόνια απετέλεσε το στέκι μας, περάσαμε ατέλειωτα απογευματόβραδα παρέα με κρασάκι και κουβέντα, στα σκαλιά καθισμένοι της εκκλησίας. Συχνά καταφεύγαμε στη ζεστούλα της pizzeria, στην αριστερή πλευρά της πλατείας, το χειμώνα κυρίως όταν το κρύο γίνονταν τσουχτερό. Στην ανοιχτωσιά της δώσαμε πολλά ποδοσφαιρικά ντέρμπι τα καλοκαιρινά βράδια. Και μια μεγάλη κατάληψη για να κοιμίζουμε συντρόφους και να βρισκόμαστε γενικότερα, να στεγάζουμε τις εκδηλώσεις μας, και διάφορες ομάδες, πολιτιστικές και άλλες έλαβε χώρα σε έναν τεράστιο χώρο από χρόνια παρατημένο αλλά σε καλή κατάσταση στην πίσω πλευρά του κτιρίου στο ισόγειο του οποίου στεγάζονταν η πιτσερία. Borgo la Croce.Ένα δρομάκι πιο πίσω ο Άρνο, το όμορφο ποτάμι της πόλης με τις πανέμορφες γέφυρες. Πολύ κοντά η σπουδαιότερη και ωραιότερη, η Γριά Γέφυρα, Ponte Vecchio, που ένωνε το παλάτι των Μεδίκων με τα Κάστρα ψηλά στους λόφους, την Fortezza. Η οροφή και όλη η γέφυρα γενικά ήταν κτισμένη για να κρύβει από τα μάτια του λαού το πήγαινε έλα των ευγενών που στα δύσκολα έβρισκαν καταφύγιο από τα παλάτια στα οχυρωμένα υψώματα χωρίς να χρειάζεται να διασχίσουν τους δρόμους και ανοχύρωτα περάσματα. Η κτισμένη λοιπόν γέφυρα είναι πλέον γεμάτη μαγαζιά λαϊκής τέχνης αλλά κυρίως χρυσοχοεία, γεμάτα τουρίστες όλες τις εποχές του χρόνου, όπως και όλη η πόλη γενικότερα.

Εξασφαλίζονταν λοιπόν τα περασμένα χρόνια από αυτήν ακριβώς την πανέμορφη γέφυρα η διαφυγή των αρχόντων σε περίπτωση κινδύνου, μακριά από τα ξίφη ή τα πυροβόλα των ανεπιθύμητων και των εχθρών τους.
Το σπίτι που έζησα μου λέει τις τελευταίες περίοδες της Φλωρεντινής μου ζωής ήταν εκεί κοντά, πίσω ακριβώς από το κυβερνείο της πόλης, τα πάλαι ποτέ ανάκτορα των Μεδίκων, και την Βιβλιοθήκη Πινακοθήκη, Μουσείο της πόλης. Στην Οδό λοιπόν της ‘Ταβέρνας του Γαντιού’ όπως ονομάζεται ο δρόμος ‘Via Osteria del Guanto.’ Γάντι εννοούν το προφυλακτικό. Ήταν λοιπόν ο δρόμος με τα μπουρδέλα παλαιότερα, στα παλιά χρόνια.
Το μοιράστηκα με εξαιρετικούς συντρόφους, όλοι φυλακίστηκαν την περίοδο των διωγμών για πολλά χρόνια. Υπήρξε μια εξαιρετική σχέση ανάμεσά μας, αλληλοεκτίμησης, αφοσίωσης και αγάπης. Χαθήκαμε τελείως πλέον, και αυτό σίγουρα με θλίβει. Αναντικατάστατοι. Τους σκέφτομαι συχνά και πάντα με τον καλύτερο τρόπο.
Κάτι γίνεται πλέον με το facebook, να δείτε που θα ξαναβρεθούν τα ίχνη μας.

Σχετική εικόνα

Το κίνημα ζούσε την καθημερινότητά του, αποφάσιζε συλλογικά διαδρομές και στόχους, σύμφωνα με τις ανάγκες, αυτόνομα. Δρούσε κοινωνικά. Οι οργανώσεις έπραξαν πιο πολιτικά θα λέγαμε, υπήρχε ιεραρχία και διαχωρισμός δραστηριοτήτων, και για λόγους ασφαλείας στεγανοποίηση, όχι όμως διαχωρισμός του πολιτικού από το στρατιωτικό. Οι οργανώσεις με λίγα λόγια ήταν κλειστές ομάδες, ο καταμερισμός ευθυνών και υποχρεώσεων ήταν συγκεκριμένος. Στις ομαδοποιήσεις του κινήματος τα πράγματα ήταν πιο ελεύθερα αν και εκεί υπήρχε μεγάλη προφύλαξη, πάντως πιο ευχάριστα. Αυτή η μεγαλύτερη ανεκτικότητα όμως ήταν και το ευάλωτο σημείο στη διάρκεια των χρόνων που χρειάστηκε η σκληρή και απόλυτη αμυντική στάση. Στα πέτρινα χρόνια της καταστολήςδεν άντεξαν όλοι. Δεν υπήρξε ποτέ η ανάλογη ψυχολογική προετοιμασία και υποδομή των συντρόφων, των συνελεύσεων, των ομάδων και των περιπόλων, σχετικά με τις συνθήκες που διαμορφώνονταν, συνθήκες παρανομίας για πολλούς και ημιπαρανομίας για τους περισσότερους από εμάς. Και αυτό, για να υποστηριχτούν ενέργειες και πράξεις που μόλις λίγο καιρό νωρίτερα θεωρούντο κοινά αποδεκτές από μεγάλα κομμάτια λαού, φαινόμενο κοινό, καθημερινότητα θα λέγαμε, μαζικά διαδεδομένες και λαϊκές.

Ονομάστηκε εκείνη η περίοδος ‘τα χρόνια του μολυβιού’, ‘gli anni del piombo’. Εγώ, μου λέει, θα τα ονόμαζα ‘τα χρόνια της αμφισβήτησης στην πράξη’, η ουτοπία έγινε πράξη για κάποιο διάστημα, και πιστεύω ακράδαντα, επιμένει, πως μια μέρα θα γίνει μόνιμη. Αν μη τι άλλο, είμαι ευτυχής που το προσπάθησα. Γι αυτούς που επηρέασαν ριζικά και αμετάκλητα την πραγματικότητα ήταν σίγουρα χρόνια μολυβιού. Ανέβασαν το επίπεδο μάχης τόσο όσο δεν αντέχονταν.
Φτάνει πια με την μίρλα, ξεσπά. Δεν θέλει να επεκταθεί άλλο, τα έχει όλα εξηγήσει με σαφήνεια. Οι σύντροφοι, η κοινωνία θα λέγαμε μάλλον, δεν άντεχε τόσο πολύ πόλεμο, έτσι απλά.
Η κοινωνία δεν το άντεξε, κατ’ επέκταση και οι σύντροφοι, που ήταν κομμάτι αυτής της κοινωνίας.
‘Υπήρξαν ‘κομμάτια’ ελευθερίας που προφανώς αρκούσαν για το παρόν. Σίγουρα ήταν ‘νησίδες ελευθερίας’, και προφανώς ήταν αρκετές. Οι συνθήκες επέτρεπαν αυτές τις νησίδες. Είναι βέβαια πολύ εύκολο να το λες τόσα χρόνια μετά, όμως πολλοί το υποστηρίζαμε ήδη από τότε. Δεν εισακουστήκαμε, μάταιο να το συζητάμε τώρα. Δεν χρειάζεται να κουβεντιάζουμε περισσότερο πάνω στο θέμα’, γρυλίζει. Κάνει μπαμ πως τον πονά πολύ η όλη κατάσταση.

Έπρεπε να χαμηλώσουν οι τόνοι ξαναλέει, υποχώρηση για όσο χρειαστεί, ανασύνταξη. Στην αναμέτρηση με ένα αντίπαλο άριστα εξοπλισμένο, και το κυριότερο, που είχε τον τρόπο και τα μέσα να δημιουργεί συναίνεση, έπρεπε να αναθεωρήσουμε τακτικές και στρατηγική, να αντιτάξουμε την εξυπνάδα και την πονηριά μας, τονίζει. Τελεία και παύλα.
Ηττήθηκαν στη μάχη, έχασαν τον αγώνα.
Εγκατάλειψη!
‘Δεν έχω ακούσει τίποτα για τότε, από τότε και από κανένα, και για κανένα μου λέει’.
Νιώθει δύσκολα, φαίνεται.

‘Πιστέψαμε’, παίρνει ξανά τ’ απάνω του, ‘πιστέψαμε πως θα καταφέρναμε ν’ αλλάξουμε τα πράγματα, τη ζωή στην Ιταλία. Ο εαυτός μας ήταν αρκετά αμόλυντος ακόμη, δεν ίσχυε σε κανένα μας αυτό που βλέπουμε σήμερα σε μεγάλα κομμάτια της νεολαίας και του λαού, η σχεδόν ολοκληρωτική αλλοτρίωση‘.

Ρενάτο Κούρτσιο!

Τώρα που καθαρογράφουμε αυτά τα γραπτά, και έχουν περάσει τέσσερα χρόνια από όταν ξεκινήσαμε, είναι πια 2012, συμπληρώνει : Διάβασα κάπου ένα σύνθημα που έλεγε ‘η ευτυχία θα σας συντρίψει’. Ε λοιπόν, ακριβώς, έτσι αποτυπώνεται αυτό που εννοήσαμε’,
Σήμερα η δυσαρέσκεια είναι διάχυτη παντού, και το άγχος και η αγωνία , γιατί η ζωή είναι άδεια και κανείς δεν την ευχαριστιέται πραγματικά. Φυτοζωούμε, ας μη κρυβόμαστε. Τρέχουμε πίσω από την κατανάλωση, καταναλώνουμε, αυτό είναι όλο.
Τότε τρέχαμε πίσω από τα όνειρά μας. Και τα κάναμε πραγματικότητα.
Στα οδοφράγματα είσαι ελεύθερος, όχι στα καφέ !
Εκεί καταναλώνεις. Κι άμα έχεις 2 ευρώ !
Ο αρπαγμένος από την υπεραγορά καφές είναι λεύτερος. Όποια δικαιολογία και να βρείτε για να αντικρούσετε, λέει, δεν θα πείσετε κανέναν, ούτε το νήπιο που σας κοιτάζει με τα μάτια γουρλωμένα.
Δεν είναι κακό να δειλιάζεις καμιά φορά, αυτό δεν κάνω κι εγώ τόσα χρόνια πια; με κοιτάζει βαθιά στην ψυχή και με κάνει να ανατριχιάζω. Έκανα παιδιά, άραξα. Αρρώστησα, καταπονήθηκα, ταλαιπωρήθηκα. Δικαιολογίες μπορώ να σου απαριθμήσω και άλλες. Κατά βάθος όμως ξέρω πως δεν έχω πια τα κότσια, δεν βαστάω, το παραδέχομαι και ΤΟ ΒΟΥΛΩΝΩ. ΚΑΙ ΔΕΝ ΒΓΑΙΝΩ ΝΑ ΚΑΝΩ ΚΡΙΤΙΚΗ ΣΕ ΑΥΤΟΥΣ ΠΟΥ ΈΧΟΥΝ .

Ξέρω πως πηγαίνοντας κόντρα στις συμβάσεις ήμουν ελεύθερος. Δεν μπορώ να πω ψέματα στον εαυτό μου, μου επαναλαμβάνει, θα γυρίσει να με χαστουκίσει. Όσο και πικρή να είναι η αλήθεια, αυτή είναι.
Η απληστία σκοτώνει, φωνάζει, όχι τα όνειρα των εραστών, όχι η απαλλοτρίωση αυτών που μας κλέβουν από τη μέρα που γεννιόμαστε, όχι η επίθεση στα καταφύγια τους, ούτε το να εμποδίσεις την πορεία της ερπύστριας που είναι έτοιμη να σε πλακώσει.
ΝΑ ΖΕΙΣ ΝΑ ΑΓΑΠΑΣ ΚΑΙ ΝΑ ΜΑΘΑΙΝΕΙΣ
Κοίταξε μου λέει, και η κακή διάθεση εξαφανίζεται δια μαγείας, την ώρα που κάποιος τρέχει στο κλαμπάκι, κάποιος άλλος τρέχει ν’ αδειάσει το ρεζερβουάρ απ’ τη βενζίνη για να μαζέψει τη φωτιά, αν μ’ εννοείς. Είναι ζήτημα προτεραιοτήτων, και θα γίνεται πάντα, μην αμφιβάλεις. Αυτή την ώρα που εμείς οι δυο τα λέμε φιλικά κάπου εκεί έξω κάποιοι ετοιμάζουν τα ρολόγια!

Στη ριζοσπαστικοποίηση εκείνων των χρόνων έπαιξαν πολλοί παράγοντες ρόλο. Ερχόμασταν τρέχοντας από τον Μάη, πολεμάμε στην Κούβα νικηφόρα, Αλγερία και στο Βιετνάμ επίσης. ΑΝΤΆΡΤΙΚΑ ΠΑΝΤΟΎ, σε Νότια και Κεντρική Αμερική και Αφρική. Αντάρτικα επίσης σε Γερμανία, Ισπανία, Ιρλανδία, επανάσταση των λουλουδιασμένων τουφεκιών στην Πορτογαλία, Λίβανος, Παλαιστίνη, χαμός παντού. Κόκκινος άνεμος σαρώνει τα πάντα.
Δίπλα στο ‘όχι στη μισθωτή σκλαβιά’ αντηχεί το ‘δέκα, εκατό , χίλια Βιετνάμ’Η φαντασία στην εξουσία γίνεται πράξη λοιπόν. Άμα φωνάζεις βγαίνεις και το πράττεις. Τα θα, και θα, είναι για τον Παπανδρέου, λίγα χρόνια αργότερα όπως πολύ ωραία το απέδωσε ο Χάρρυ Κλυνν

Αγαπημένα κείμενα οι ανταποκρίσεις από το εκτεταμένο αντάρτικο που κατέληξε σε ανοιχτή αντιπαράθεση των Βιετναμέζων μαχητών με τον θρυλικό στρατηγό Γκιαπ και τους Αμερικάνους, Κείμενα του Χο Τσι Μινχ, οι ανταποκρίσεις του Ρεζί Ντεμπρέ από τα αντάρτικα στη Λατινική Αμερική και οι αναμνήσεις του από την Κούβα και τον Γκεβάρα, του οποίου οι λόγοι στα Ηνωμένα Έθνη και τα ημερολόγια των συγκρούσεων των πολεμιστών του εξιτάρουν την φαντασία .
Κείμενα των Ουρουγουανών Τουπαμάρος, του βραζιλιάνου Κάρλος Μαριγκέλα, που έγραψε το πιο γνωστό εγχειρίδιο για το αντάρτικο πόλης, όπως και κείμενα των Χιλιανών συντρόφων του MIR, των Ισπανών της ΕΤΑ και των GRAPO, και των ιρλανδών του IRA.
‘Άλλο Τουπαμάρος και άλλο το μουνί της Μάρως΄, όπως πολύ εύστοχα ανέφερε ο αγαπημένος φίλος, ο Παύλος ο Φιλίδης πολλά χρόνια αργότερα λοιδορώντας ‘επαναστατικές’ κορώνες διάφορων τηλεοπτικών μαϊντανών.

Επιστρέφοντας λοιπόν στα αντάρτικα μου μιλάει για το πώς ο αγώνας μεταφέρονταν σιγά σιγά από τις ζούγκλες του άλλου κόσμου στις καρδιές των σύγχρονων μητροπόλεων που αποτελούσαν πλέον απελευθερωμένς ζώνες, τις ζούγκλες των ανταρτών της πόλης. Για τις θεωρίες που γράφτηκαν στο θέμα και πώς η μητρόπολη μεταβάλλεται σε απελευθερωμένη ζώνη για τους μαχητές, απάτητη.
Θα θυμάστε όλοι τον Διονύση να τραγουδά ‘Φο Μι Τσίν γιε γιε, αναπνέεις με καλάμι’, από το ‘φορτηγό’ του, ’ήλιος κόκκινος ζεστός’, και λίγο πιο κάτω την ωδή στον σύγχρονο Καραϊσκάκη, τον Ερνέστο Γκεβάρα. Κοσμούσαν αυτές οι μουσικές τις δισκοθήκες των νέων της εποχής, που αποθέωναν τον Σαββόπουλο στις παραστάσεις του εκείνα τα χρόνια.

http://video-morfwsh.blogspot.gr/#/page/1

 

  • Πετάγεται πάνω, και αλλάζει για λίγο θέμα. Αναφέρει τώρα κάτι άλλο που τον είχε εντυπωσιάσει ευθύς μόλις πάτησε το πόδι του σε εκείνη την πανέμορφη πόλη. Την τεράστια διαφορά με την οποία αντιμετώπισαν οι κάτοικοί της την πολιτιστική τους κληρονομιά και ιστορία. Όποιος έχει περπατήσει μια Ιταλική πόλη έστω και για λίγο θα καταλάβει αμέσως τι εννοώ. Θα βρει το ιστορικό κέντρο της καθεμιάς από αυτές, και όλες τις τοποθεσίες, μέχρι και το μικρότερο χωριουδάκι, κυριολεκτικά άθικτα, δίχως να έχουν πειραχτεί. Δίχως παρεμβάσεις. Ότι νεότερο κτίστηκε έγινε με σεβασμό στον περιβάλλοντα χώρο, και πάντα γύρω από το κέντρο. Βλέπεις όλα όπως ήταν, αναπαλαιωμένα. Μέσα, φυσικά, τα κτίρια ξανακτισμένα εκεί που χρειάζεται, μοντέρνα. Φυσιολογικά. Παρουσιάζεται η εξέλιξη της ιστορίας, αντιλαμβάνεσαι τα χρόνια που περνούν, ότι μεσολάβησε. Όλη η ιστορία του τόπου αναπαραγμένη.
    Εδώ, με ελάχιστες εξαιρέσεις, καταστράφηκε η φυσική ροή, οι περίοδες. Με τον νόμο για την αντιπαροχή του ‘60 τέλειωσαν όλα, ισοπεδώθηκε η χώρα Έτσι που δεν είχε κάνει ο μεγάλος πόλεμος. Στο βωμό του εύκολου, πρόσκαιρου κέρδους που άφησε πίσω του ασχήμια. Η σύγχρονη ελληνική γύμνια από το παρελθόν της.

Έχουμε ονομάσει ‘εθνάρχη’ τον άνθρωπο που θα έπρεπε να καταδικάσουμε για έγκλημα κατά της ανθρωπότητας. Να είναι φυσικά ελαφρύ το χώμα που τον σκεπάζει. Το σωστό όμως να λέγεται. Για να μη μιλήσουμε φυσικά για τις εκλογές ‘βίας και νοθείας’.
Εδώ κάποιοι άλλοι, και γελάμε όλοι μαζί, έδωσαν το Νόμπελ ειρήνης στον θεωρητικό των άμεσων επεμβάσεων από τους αμερικάνους εκεί που απειλούνται τα συμφέροντά τους, Χένρυ Κίσινγκερ, τον εγκληματία των ‘απείθαρχων’ λαών !
Δεν θα κουραστεί να φωνάζει πως κάθε λαός έχει τους ηγέτες που του αξίζουν, και πως οι λαοί γράφουν την ιστορία που τους αρμόζει.
Τα παπαγαλάκια κατηγόρησαν το κόσμο για τα συνθήματα του στην πρώτη μεγαλειώδη μεταπολιτευτική πορεία για το Πολυτεχνείο. Τότε μεγάλα κομμάτια από το πλήθος φώναζαν πως ο λαός θα έπρεπε να ντρέπεται για την επιλογή του να ψηφίσει ξανά για πρωθυπουργό της χώρας τον Κ. Καραμανλή τον πρεσβύτερο.

Πόσα συγχωροχάρτια έχουν χαρίσει στον ‘αρχιερέα της διαπλοκής’ Κ. Μητσοτάκη, τον μεγαλύτερο κωλοτούμπα της σύγχρονης ελληνικής ιστορίας, πολιτικό ντριμπλέρ εφάμιλλο του Δεληκάρη. Αυτός ήταν, προσθέτει, ο υπεύθυνος για την ‘αποστασία’ τα χρόνια που προετοιμάζονταν η έλευση της στρατιωτικής χούντας, ‘64 με ‘65, αν φυσικά θυμάται καλά, τότε μετά τα Ιουλιανά. Κλπ. Αυτοαναγορεύτηκε αθώος τώρα που οι αντίπαλοί του έφυγαν στον άλλο κόσμο και δεν μπορούν να τον αντικρούσουν. Μαθαίνω πάντως λέει πως τον αθωώνει πλήρως άλλο μεγάλο νούμερο, άλλος κασκαντέρ, ο Λεωνίδας Κύρκος.

http://video-morfwsh.blogspot.gr/search/label/%27%CE%A4%CF%81%CE%BF%CE%BC%CE%BF%CE%BA%CF%81%CE%B1%CF%84%CE%AF%CE%B1%27-%CE%A6%CF%85%CE%BB%CE%B1%CE%BA%CE%AE#/page/1

φυλακισμένος κόσμος

  • Λίγες μέρες αργότερα που ξανασυναντιόμαστε περιγράφει την καθημερινότητά τους.
    Πολύ γεμάτη η μέρα, στο χώρο του ο καθένας τα πρωινά, ο φίλος μας στη σχολή, μαθήματα, σεμινάρια, συζητήσεις με τους συντρόφους, τις ομάδες, συντονισμός δράσεων, κουβέντες με τους συμφοιτητές και άλλα τέτοια.

Τα βράδια στα σπίτια ή στην πλατεία, πολύ μουσική, ροκ κυρίως αλλά και ιταλική λαϊκή μουσική, ξέρετε, ταραντέλες ας πούμε. Ξαφνικά έγινε η εισβολή της ρέγγε με τον ήρωα και άγιο των Τζαμαϊκανών τον Μπόμπ Μάρλεϊ. Και μιας και υπήρχαν πάντα πολλοί ξένοι φοιτητές από τις τέσσερις γωνιές του πλανήτη ακούγονταν και έθνικ μουσικές, προερχόμενες από τις πατρίδες των γνωστών τους. Μπαράκια και τέτοια δεν συνηθίζονταν, άσε που δεν υπήρχαν με τη μορφή που γνωρίζουμε σήμερα. Δύο ντίσκο όλες κι όλες είχε η πόλη, ζήτημα να πάτησε δύο φορές το πόδι του εκεί μέσα. Στα σπίτια λοιπόν και τις πλατείες, κυρίως Santa Croce και San Marco με τη σχολή Καλών Τεχνών, μπόλικο πράσινο και άλλες σχολές εκεί τριγύρω. Piazza Reppublica και Piazza Signoria με το Δημαρχείο ήταν πιο τουριστικές όπως και η Duomo με τον φανταστικό Καθεδρικό Ναό και το πανύψηλο καμπαναριό από την κορυφή του οποίου η θέα από εκεί πάνω στην πόλη είναι μαγευτική. Στα καφέ, όπου είναι ζήτημα να υπάρχει ένα τραπεζάκι, έτσι για μόστρα, μιας κι ο Ιταλός πίνει μονορούφι τον καφέ του, στα όρθια, για να ξαναγυρίσει αμέσως στις ασχολίες του, αφού έχει ανταλλάξει δυο κουβέντες. Τα ζαχαροπλαστεία βγάζουν τραπεζάκια έξω, γεμίζουν τουρίστες, εκεί βλέπεις καθισμένους ανθρώπους. Συνήθως είναι ακριβούτσικα, όπου βλέπεις τουρίστες είναι ακριβά, ο καφές όμως πολύ φθηνός. Είναι κούκλα η πόλη περιτριγυρισμένη από λόφους με υπέροχα κτίσματα, άφθονο πράσινο και το ποτάμι να την διασχίζει.

Και να μη ξεχάσω να σας πω για το Vivoli, πασίγνωστο σε όλο τον κόσμο με το ξακουστό παγωτό του, που ήταν και τόπος συνεύρεσης σε κάθε εποχή. Από το απόγευμα κυρίως και μετά ως αργά το βράδυ που έκλεινε, ήταν ασφυκτικά γεμάτο, από νέους κυρίως κάθε φυλής στους οποίους άρεσε, όταν επέστρεφαν στις πατρίδες τους να δημοσιεύουν άρθρα και φωτογραφίες στο Τύπο και μετά να τα στέλνουν στη διεύθυνση. Έτσι έβλεπες αποκόμματα εφημερίδων σε όλες τις γλώσσες που εγκωμίαζαν το μαγαζί, το παγωτό και την πόλη !

vivoli_gelato_florence1

Βλέπαμε συνεχίζει πολύ κινηματογράφο, κυρίως τις ανεξάρτητες παραγωγές και πάντα δεύτερη ή τρίτη προβολή για φθηνότερα. Άσε που καμιά φορά νόμιζες πως είχαμε σύναξη, εάν η ταινία ήταν ιδιαίτερη, μέχρι και συνθήματα δονούσαν αυθόρμητα την αίθουσα στις κρίσιμες στιγμές.
Αγαπημένο στέκι ο κινηματογράφος ‘Ουνιβερσάλε’.
Δεν χρειάζονταν ραντεβού για να συναντήσεις τον φίλο και τον σύντροφο, οι διαδρομές ήταν συγκεκριμένες, δεν χρειάζονταν κινητά.

Σχετική εικόνα

Μας άρεσαν τα υπέροχα σπαγγέτι γουέστερν με τις πολλές κοινωνικές και πολιτικές αναφορές, την απίθανη μουσική και την εξαιρετική σκηνοθεσίαΣέρτζιο Λεόνε, Ένιο Μορικόνε και ξερό ψωμί!

Να σας πω για τρεις ταινίες που χάραξαν βαθιά την ψυχή μας, αποδομώντας όλο το στήσιμο της αμερικανικής πολιτιστικής και ιστορικής βορειοαμερικανικής προπαγάνδας των Ηνωμένων Πολιτειών και το »Αμερικανικό όνειρο» :

‘το μικρό μεγάλο ανθρωπάκι’, εδώ αποδομείται ο πολιτισμός των λευκών, το σκοτάδι στο οποίο έχει περιπέσει, σε αντίθεση με τη φωτεινότητα της φιλοσοφίας ζωής των Ανθρώπων, των ινδιάνων της κουλτούρας που τόσο πολύ αγαπήσαμε!

»ο καουμπόι του μεσονυκτίου» και ‘ο πρωτάρης’,

και στις τρεις ο φανταστικός Ντάστιν Χόφμαν, νεαρότατος και γλυκύτατος.

»Ο άνθρωπος που τον έλεγαν άλογο», φοβερό φιλμ, η ινδιάνικη κουλτούρα ενάντια στην αποικιοκρατική και πολιτιστική επιβολή των λευκών κατακτητών!

Και κάτι που συνηθίζαμε πολύ, ειδικά τότε που η παρέα συνεχίζονταν μέχρι αργά τη νύχτα, να βγαίνουμε στην αναζήτηση του κοντινότερου στο σπίτι εργαστηρίου για ολόφρεσκα κρουασάν που μόλις έβγαιναν από τους φούρνους για να εφοδιαστεί νωρίς το πρωί η αγορά, μια και η παραγωγή ξεκινούσε με το καληνύχτα και έβρισκες τα πρώτα αχνιστά βουτήγματα γύρω στις τρεις το πρωί. Ήταν και αυτό ένα άτυπο ραντεβού για τη νεολαία.

Παίζανε και ναρκωτικά, ελαφριά και με μέτρο. Ο αγώνας σε χρειάζονταν γερό και νηφάλιο. Κυνηγήσαμε τα σκληρά που έπεσαν μαζεμένα ξαφνικά και κόντεψαν να διαλύσουν τα πάντα, όταν εκατοντάδες νεαροί σε κάθε πόλη έπεσαν με τα μούτρα, χιλιάδες. Είχε βλέπετε τρομάξει το κατεστημένο με τη δυναμική της επίθεσης που δέχονταν, έριξε στη πιάτσα ότι όπλο βρήκε στη φαρέτρα του. Στις πλατείες και στους χώρους μας η παρουσία εμπόρων και χρηστών κυνηγήθηκε.

Μου διέφυγε να σου πω πως για πολλά χρόνια κέντρο στις κινητοποιήσεις και τον αγώνα ήταν η Αρχιτεκτονική σχολή, με την μεγάλη πράσινη αυλή της όπου οι φοιτητές, και όχι μόνο, μιας και οι σχολές ήταν ανοιχτές σε όλους και κέντρα αγώνα, μάζευαν τον ήλιο καθισμένοι στο χορτάρι και σχεδίαζαν τις κινήσεις τους. Εκεί στο γρασίδι λιάζονταν,διάβαζαν και συζητούσαν με τις ώρες οι νεολαίοι σχεδιάζοντας το μέλλον, δημιουργώντας το παρόν. Και μόνο τις πολύ κρύες μέρες έβρισκαν καταφύγιο στις αίθουσες,  μιας και το κρύο ήταν τσουχτερό.

Τα μεσημέρια φαγητό στο φοιτητικό εστιατόριο, εστία αγώνα και αυτό, που βρίσκονταν λίγο πιο πέρα, επειδή όμως οι ουρές ήταν τεράστιες πολλές φορές προτιμούσαμε τα κρασάδικα, μικροί χώροι όπου έβρισκες ποικιλίες τυριών και αλλαντικών εξαιρετικά, με Τοσκάνικο κρασί και ψωμί, άντε και καμιά σαλάτα. Απλά, φτηνά και πολύ χορταστικά. Δίπλα στις σχολές και κοντά στα σπίτια μας. Γιατί πρέπει να σας πω πως όλη η καθημερινότητα βιώνονταν στο κέντρο της πόλης, όλα κινούνταν εκεί, όλα συμβαίνουν στο κέντρο.
Το ΚΚ έκανε και κάτι καλό, ήξερε και μπορούσε και οργάνωνε εξαιρετικές συναυλίες, κυρίως το καλοκαίρι, και σχεδόν πάντα την περίοδο του φεστιβάλ του, αρχές φθινοπώρου στο τεράστιο πάρκο delle Cascine, δίπλα στο ποτάμι, στην αριστερή πλευρά της πόλης όταν κοιτάζεις από την Φορτέτσα, Fortezza. Συναυλίες επίσης οργανώνονταν και στην πισίνα της πόλης, στην άλλη της πλευρά, στη συνοικία της οποίας το όνομα αυτή την στιγμή μου διαφεύγει, [campo di Marte λέγεται, θυμήθηκα]  και βρίσκονταν κοντά στο Coverciano, εκεί όπου είναι το γνωστό αθλητικό κέντρο της χώρας στο οποίο γυμνάζονται οι εθνικές της ομάδες. Φυσικά εξαιρετικά κοντσέρτα έγιναν και στις υπέροχες πλατείες του ιστορικού κέντρου. Στην περιοχή για την οποία μιλήσαμε νωρίτερα βρίσκονταν και το Communale, το Δημοτικό γήπεδο, έδρα της Φιορεντίνα, κτισμένο στους πρόποδες της συνοικίας Fiesole, με τα όμορφα κτίσματα στους λόφους.
Όλα τα ονόματα της διεθνούς τζαζ σκηνής όπως φυσικά και της Ιταλικής,  αντιστασιακά γκρουπ, κυρίως Λατινοαμερικάνικα πέρασαν εκείνα τα χρόνια από το Πάρκο.
Στο γήπεδο δεν πηγαίναμε συχνά, υπήρχε όμως ο αυτόνομος σύνδεσμος viola, βιολετί τα χρώματα της ομάδας, η θέση τους στο πέταλο ακριβώς κάτω από τους λόφους, curva Fiesole. Απαρτίζονταν κυρίως από μαθητές και φοιτητές, η ομάδα έπαιζε εκείνο το διάστημα θαυμάσιο ποδόσφαιρο. Με φυσικό της ηγέτη τον περίφημο Giancarlo Antonioni στις γραμμές της.

Το μυαλό μας ήταν αλλού. Τα χρήματά μας προτιμούσαμε να τα κάνουμε εκδρομές, ρεφενέ τα έξοδα αυτοκίνητο τραίνο ή auto stop. Sleeping bags, κανένα σκοινάκι και δρόμο. Είναι πανέμορφη χώρα, δεν ξέρεις που να πρωτοπάς. Αμολιόμασταν στην ύπαιθρο και στα υπέροχα μεσαιωνικά χωριά της. Παραλιακά τα καλοκαίρια, στα εσώτερα τον χειμώνα. Δυσκολεύεσαι να διαλέξεις αυτό που θα επισκεφτείς κάθε φορά. Φυσικά και στις μεγάλες πόλεις πήγαμε, κυρίως όταν συνέβαιναν πράγματα και events ή όταν έτρεχαν τα γεγονότα. Πορείες τεράστιες.

»Στην εκπαίδευση είχαμε καταφέρει να επιβάλλουμε την κατάργηση της ατομικής εξέτασης και της ‘παπαγαλίας’, αμφισβητώντας την ‘αυθεντία’ του καθηγητικού προσωπικού», λέει. »Όλα γίνονταν με σεμινάρια. Διαλέγαμε από κοινού ένα θέμα που ενδιέφερε όλους, το εξετάζαμε στη διάρκεια της χρονιάς σε όλες του τις ‘αποχρώσεις’, εξονυχιστικά. Θέματα που αναφέρονταν στις σύγχρονες συνθήκες και περιστάσεις. Προετοιμάζαμε όλοι μαζί την εργασία και την παρουσιάζαμε στο τέλος της χρονιάς από κοινού, εξασφαλίζονταν ομαδική επιτυχία. Έτσι κατέρρευσε ο παραδοσιακός αρχαϊκός τρόπος διδασκαλίας και εξέτασης και βαθμολόγησης, όλα συλλογικά και με μεράκι». Και δεν θυμάται εάν μας έχει αναφέρει πως σπούδαζε Πολιτικές Επιστήμες στο πεδίο της Κοινωνιολογίας.

  • Όταν γύρισε πίσω βρήκε μια κατάσταση ‘κάπως’. Καμία σχέση! Του θύμισε την στροφή του στοίχου στον Ύμνο ,‘άκρα του τάφου σιωπή στον κάμπο βασιλεύει’.
    Για να λέμε βέβαια τα πράγματα με το όνομά τους, υπήρχε μία σχετική κινητικότητα, η οποία και οδήγησε λίγο διάστημα μετά στην ‘αλλαγή’ του Ανδρέα Παπανδρέου, αυτού του εξαιρετικού ρήτορα με την τεράστια ικανότητα επικοινωνίας με το πλήθος, που την χρησιμοποίησε σχεδόν τέλεια για να παραμυθιάσει την μάζα και να καταφέρει να εγκαταστήσει τον σοσιαλφασισμό στην ελληνική εκδοχή του. ‘Ο λαοπλάνος’.

Έπεσε με τα μούτρα στα σπορ για να ξεδίνει την ενέργειά του. Ασχολήθηκε και με το ερασιτεχνικό θέατρο, μιας και η πόλη με το Εργαστήρι της έχει παράδοση στον πολιτισμό.
Γράφτηκε στον Ορειβατικό και γύρισε τα βουνά της μισής Ελλάδας, με τον Αλέκο τον Τσιλογιώργη και τ’ άλλα παιδιά.
Έγινε εκπαιδευτής θαλάσσιων σπορ και μάθαινε σε Έλληνες και τουρίστες να γλιστράνε με τα πέδιλα στο νερό, τους τραβούσε δεμένους στο σκάφος με αλεξίπτωτο έλξης. Είχε περάσει από σεμινάριο της Γραμματείας Αθλητισμού για να έχει την άδεια.
Έμαθε να κατεβαίνει τα χιόνια με snow board και να σκίζει τα νερά με wind surfing και wave board. Μαθήτευσε στις σχολές του Σίμου του Ζαχόπουλου και του Σωκράτη του Καραίτη σε καράτε και kick boxing για κάποια χρόνια.
Πήδηξε από τον γερανό δεμένος με το ελαστικό σκοινί, και κολυμπούσε μικρός στον Ναυτικό όμιλο, του έδωσε και κατάλαβε στις ακτές της Καβάλας.

Έπαιξε τένις και επιτραπέζια αντισφαίριση, ποδόσφαιρο και βόλεϋ στην αμμουδιά, και δεν είναι σίγουρος μήπως ξέχασε κάτι άλλο που προσπάθησε για να διοχετεύσει την ενεργητικότητά του όλα αυτά τα χρόνια, πριν τον επισκεφτούν νέες ‘εμπειρίες’, ‘διαφορετικού τύπου’, δυσάρεστες.
Και θυμάται πως κατέβηκε αρκετές φορές τον Αγγίτη ράφτινγκ με τον Βασάκη οδηγό τον Άκη, και άλλους φίλους από Θεσσαλονίκη, όπως και τον Νέστο με οδηγό τον Αλτικουλάκη τον Μιχάλη.

Ασχολήθηκε για λίγο με τα κοινά στο πρώτο αυτόνομο στέκι μαζί με τους εναλλακτικούς οικολόγους, τον Μακρή και άλλα παιδιά, την Κατερίνα Γεροστεργίου, τον Γιώργο Πασχαλίδη, τον Θοδωρή τον Μπόδο. Τον Χρήστο Γεωργιάδη, τον Ιορδάνη τον Καλία, τον Θοδωρή τον Σαραϊδάρη. Πήρε ενεργό μέρος στην κατάληψη της Μεγάλης Λέσχης, τον πρώτο καιρό της θητείας του Λευτέρη του Αθανασιάδη.

‘Τότε με τα παιδιά του στεκιού οργανώσαμε’, μου λέει, ‘την πρώτη προσπάθεια ανακύκλωσης στην Καβάλα, με δικά μας τελείως έξοδα και χωρίς καμία υποστήριξη! Πόσο μπροστά ήμασταν, να φανταστείς πως ο Δήμος στην πόλη ξεκίνησε την πρώτη εκστρατεία τουλάχιστον είκοσι με εικοσιπέντε χρόνια αργότερα!’

  • Στη ψυχή του υπήρχε πικρία για την μεγάλη οπισθοδρόμηση των κινημάτων στην Ευρώπη από το ‘80 και μετά, για το πισωγύρισμα της ιστορίας.

»Τα κανάλια, σαν παραμορφωτικοί καθρέπτες, παρουσιάζουν την πραγματικότητα των Ελλήνων μαϊντανών, για να χρησιμοποιήσει έκφραση αρεστή στον Μένιο Κουτσόγιωργα. Χαμογελάνε όλη μέρα και ασχολούνται με μια πραγματικότητα που αρέσει μόνο σε ρηχούς και σε αργόσχολους. Στα ατέλειωτα σήριαλ αντιμετωπίζεις όλη την ψυχοπλακωτική μετριότητα των φελλών, μικροαστών ή μεγαλοαστών, λες και ο κόσμος της εργασίας της έρευνας και της ανησυχίας δεν υφίσταται. Η πραγματικότητα γέρνει μονόπλευρα προς το απόλυτο κενό. Η Ελλάδα ζει στην τηλεόραση, μονίμως σε λειτουργία σε κάθε σπίτι. Αυτό που απουσιάζει είναι η πραγματικότητα. Αυτοί που συνωστίζονται καθημερινά στο γυαλί ζουν κυριολεκτικά αλλού».

  • Έκανε όλες τις δουλειές σε μπαράκια, έκανε τον ραδιοφωνικό παραγωγό. Από την παραλία, τόσα χρόνια έχει τις καλύτερες αναμνήσεις, απέκτησε πολλές εμπειρίες. Ο Θόδωρος ο Γιαννακούδης τον δίδαξε ιστιοπλοία ανοικτής θαλάσσης.

Θυμάται πάντα τους παλιούς του συντρόφους με τον καλύτερο τρόπο. Γνώρισε εξαιρετικούς ανθρώπους και το θεωρεί τιμή του. Και δεν ξεχνά ούτε και τον dottor Fasano, τον αστυνομικό διευθυντή της Φλωρεντίας, αντίπαλό του, πανύψηλο, με το αρχοντικό παρουσιαστικό του.

  • Ξανασυναντιόμαστε λίγες μέρες αργότερα, συνεχίζει, ’77η χρονιά ορόσημο, μια χρονιά σαν μία στιγμή, δίχως σταματημό, ‘μία συνεχής ροή γεγονότων θα έλεγα’, μια διαρκής ένταση. Η Ιταλία βρίσκεται σε αναβρασμό, καταλήψεις στις σχολές, οδοφράγματα παντού, για μέρες πολλές τα αστικά κέντρα βρίσκονται υπό κατάληψη. Οι δυνάμεις καταστολής αδυνατούν να ελέγξουν την κατάσταση, πυροβολούν, σκοτώνουν στη Bologna, Francesco lo Russo πρέπει να έλεγαν το παλικάρι, οι φασίστες σκοτώνουν στη Ρώμη. Οι σύντροφοι οργανώνονται, υποκλέπτουν τις οδηγίες από τις συχνότητες της αστυνομίας στους ασυρμάτους, καθοδηγούνται από ερασιτεχνικούς ραδιοφωνικούς σταθμούς που ανθίζουν εκείνη την περίοδο αντιμετωπίζοντας αποτελεσματικά τις αστυνομικές επιθέσεις, απαντώντας στα πυρά με πυρά. Κινήματα συμπαράστασης μεταφέρουν τρόφιμα στους καταληψίες. Τότε ήταν που κυκλοφόρησε στον τύπο εκείνη η υπέροχη φωτογραφία με τον νεαρό που παίζει πιάνο στη μέση των συγκρούσεων, ανάμεσα στους καπνούς και τα οδοφράγματα, γύρω χαμός, και στην ουρά του πιάνου ξεκουράζεται ακουμπισμένο το πιστόλιΜαντήλι κόκκινο να κρύβει το πρόσωπο. Στις μάχες της Βοlogna. Τρεις μέρες έκανε η αστυνομία να ανακαταλάβει τους χώρους γύρω από το Πανεπιστήμιο της πόλης. Οι φοιτητές ήταν όλοι μια γροθιά, η αυτονομία στα καλύτερά της και το κατεστημένο άκρως θορυβημένο.

Σήμερα λέγεται πως η νεολαία πάσχει από κατάθλιψη. Λέξεις όπως άγχος, στα χρόνια της δικής του νεότητας ήταν άγνωστες. Υπήρχε όραμα και ξεσπούσαν επάνω στην καταπίεση. Αλληλεγγύη. Σήμερα επικρατεί ο νόμος της ζούγκλας. Ένας εναντίον όλων, με κάθε μέσο, και αθέμιτο να’ ναι.

  • Το καλοκαίρι του ‘78 επεδίωξαν σύντροφοι μαχητές της Πρώτης Γραμμής να ελευθερώσουν δύο συντρόφους τους που ήταν κλεισμένοι στα μπουντρούμια της Φλωρεντίας. Δυστυχώς έγιναν αντιληπτοί κατά το πολύ τελευταίο στάδιο της επιχείρησης, λίγα μόνο μέτρα πριν την ελευθερία. Στην υποχώρηση έπεσε χειροβομβίδα και ανταλλάχθηκαν πυροβολισμοί με αποτέλεσμα ένας αστυνομικός να καταλήξει νεκρός. Στη δικογραφία εναντίον όλων όσων δικάστηκαν για συμμετοχή στην οργάνωση και τις επιθέσεις της κατηγορήθηκα και εγώ, μαζί με τα άλλα και για συμμετοχή στη συγκεκριμένη απόπειρα απόδρασης κρατουμένων  της ομάδας, μου λέει.

Αναφέρεται στην υποκρισία με την οποία αντιμετωπίζεται το θέμα της βίας από τους συστημικούς και τα παπαγαλάκια, τον τύπο και τα μέσα . ‘Στον πόλεμο λεν πως υπάρχουν θύματα. Η επανάσταση είναι ταξικός πόλεμος. Οι αστυνομικοί είναι ταξικά όργανα. Τους χιλιάδες άμαχους που καθαρίζουν στους ιμπεριαλιστικούς πολέμους τους ονομάζουν ‘παράπλευρες απώλειες’. Και αυτοί οι πόλεμοι ταξικοί είναι, για την κονόμα και τον έλεγχό της γίνονται. Ας θεωρήσουμε λοιπόν το θάνατο του αστυνομικού Dionisi παράπλευρη απώλεια, την οποία μάλιστα αυτός ο ίδιος επιδίωξε’.

για τον Fabrizio τον Valerio και δυστυχώς για πολλούς, πολλούς, άλλους, για όλους, χθες και σήμερα!

  • ‘Την πρώτη μου κατάληψη δεν θα την ξεχάσω ποτέ σαν εμπειρία’, αλλάζει θέμα. Ήταν κάτι πρωτόγνωρο για μένα, μοναδικό. Όλα έγιναν αυθόρμητα, δεν υπήρχαν οργανώσεις στη σχολή κατάσταση σχετικά παρθένα, είχαμε στήσει την αυτόνομη κολεκτίβα λίγο καιρό πριν. Πάρθηκε η απόφαση μέσα σε μια ενθουσιώδη γενική συνέλευση που για πρώτη φορά συσπείρωνε τόσο πολύ κόσμο στα χρονικά’. Επαναλαμβάνει πως η κατάσταση ήταν πολύ ‘ξεσηκωτική’ σε όλη τη χώρα, συνέπαιρνε τους νέους. Δεν υπήρχαν καθοδηγητές, πολύ σημαντικό εκείνη τη στιγμή, συνέβαινε αυτό που ο Καστοριάδης ονόμασε δημοκρατία, την αληθινή και άμεση. Γέμισαν τους τοίχους συνθήματα, δεν το κουνούσαν ρούπι από εκεί μέσα, τα έκαναν όλα μαζί, κουβέντα, φαγητό, ύπνο, έρωτα. Δίχως ντροπή, δίπλα- δίπλα, δεν υπήρχε κάτι για να ντρέπεσαι. Ανήθικος είναι ο διαχωρισμός. Μοιράζονταν τον έρωτα την παρέα τη φιλία τα αγαθά. Αυτός είναι ο πλούτος μας λέει, το μοίρασμα.

Έγιναν και κάποιες καταστροφές στην αρχή, όταν κάποιοι ένιωθαν ακόμη ‘ξένοι’ εκεί μέσα. Όταν ένιωσαν τον τόπο ολοκληρωτικά ‘δικό τους’ σταμάτησαν, τονίζει.
Οι καθηγητές φέρθηκαν σαν δάσκαλοι. Το θυμάται πολύ καλά πως συμπεριφέρθηκαν ανοιχτόμυαλα. Τους επέτρεπαν λοιπόν να πηγαινοέρχονται κάποιες φορές. Στα γραφεία τους. Συζήτησαν, άκουσαν, πρότειναν, υπήρχε κατανόηση, αποδέχτηκαν, θυμάται, τα πάντα, όσα ενδιέφεραν τους φοιτητές, τα σπουδαία Έχουμε ξαναπεί πως η αλήθεια είναι διάσπαρτη παντού. Είναι σαν το παζλ και ο καθένας κρατά ένα κομματάκι. Όταν ο διάλογος γίνεται και είναι καλοπροαίρετος τότε άκρη βρίσκεται. Μάτια και αυτιά ανοιχτά προς όλες τις κατευθύνσεις. Με όρθιες και καθαρές από προκαταλήψεις και συντηρητισμούς τις κεραίες. Και βρέθηκε η χρυσή τομή, και ήμασταν όλοι χαρούμενοι και ευχαριστημένοι καταλήγει.

  • Η ζωή είναι γέννα. Νιώθεις πλήρης και ήρεμος και ευτυχισμένος όταν γεννάς το καινούριο. Κοιλοπονάς, ζορίζεσαι και η καινούρια ζωή σκάει μύτη και ηρεμείς και χαλαρώνεις. Έτσι είναι και οι αγώνες.
    Εσύ και οι άλλοι, από την ατομικότητα στο σύνολο.

‘Βία στη βία της εξουσίας’ είναι το σύνθημα που χρόνια τώρα δονεί τις εκδηλώσεις της νεολαίας. Και μιλάμε για νέους ανθρώπους διότι φαίνεται πως οι μεγαλύτεροι έχουν αράξει στα τόσα ευρώπουλα τους και αρνούνται να ρισκάρουν. Δεν είναι αυτοσκοπός η βία, ίσως να είναι η μοναδική απάντηση που καταλαβαίνουν αυτοί οι ανέραστοι οι οποίοι έχουν καταλάβει τις θέσεις κλειδιά και μας βομβαρδίζουν με ότι πιο ευτελές κατεβάζουν τα αρρωστημένα μυαλά τους.

Θα ήταν ποτέ δυνατόν Βγενόπουλοι να απειλούν να φιμώσουν τους πολιτικούς τους αντιπάλους με τόση αναίδεια μόνο και μόνο για να μη ξεστομίζουν τα αυτονόητα. Εάν υπήρχαν οι ταξικοί τους τιμωροί ;
ΜΕ ΤΌΣΗ ΒΊΑ Μας ΈΧΟΥΝ ΠΕΡΙΚΥΚΛΏΣΕΙ, με ότι πιο βρώμικο και βρωμερό, κενά μυαλά με φουσκωμένες τσέπες και χοντρά στομάχια. Φαλακροί ή με κούρεμα αμερικάνου μαρίν και πανάκριβα κουστούμια μ’ αστραφτερές γραβάτες, χαρτογιακάδες μανατζαρέοι που ξεπουλάν την περιουσία που δεν τους ανήκει, που άλλοι έστησαν με κόπο χρόνια ολόκληρα, λαοί κουρασμένοι. Που ξεπουλάν για την προμήθεια και μόνο, παραδεχόμενοι ανοικτά πως είναι άχρηστοι να διοικήσουν με επιτυχία, και ξεπουλάν για να οικονομήσουν. Τόσο πολύ έχει απαξιωθεί η πολιτική σήμερα, αναστενάζει. Που θα έπρεπε να είναι λειτούργημα στην υπηρεσία των αδυνάτων [μέχρι να ‘καταργηθούν οι αδύνατοι’].
Τους οποίους καθιστούν κάθε χρόνο αδυνατότερους χωρίς ίχνος ντροπής. Ποια ντροπή όμως όταν δεν ντρέπονται αυτοί που υφίστανται αυτή την κοροϊδία .

Γι αυτό συμβαίνουν όλα αυτά, γι αυτό χρειάζεται η ένοπλη πρωτοπορία. Μόνο ο φόβος της τιμωρίας, εδώ που είναι τα πράγματα, της απάντησης με τα ίδια μέσα μπορεί να μπλοκάρει αυτούς που με τόση αναίδεια μας σπρώχνουν σιγά σιγά στον γκρεμό. Με αυτούς που μας κλέψανε το χαμόγελο, τη χαρά του να ζούμε ανέμελα. Πλούτος υπάρχει πολύς, μέσα ακόμη περισσότερα. Θέληση δεν υπάρχει, από εδώ και από εκεί. Από εκεί λόγω βαρέματος, λόγω βολέματος. Από εδώ κονόμα μεγάλη, από εκεί χαμηλό βλέμμα, προς τα κατώτερα. Από την άλλη ξεσάλωμα, από εδώ φόβος. Ο φόβος πρέπει να περάσει ξανά προς τα εκεί. Προς τους δυνατούς! Μάλλον, μόνο έτσι θα ξεμπλοκάρουν τα πράγματα.
Δεν θα είναι η γενιά μου που θα το κάνει, αυτό είναι το μόνο σίγουρο. Αυτή η γενιά, η προηγούμενη και η επόμενη είναι η μεγάλη υπεύθυνη της κατρακύλας που ακολούθησε τη γενιά του 114, τη χούντα και τη μεταπολίτευση. Αυτές είναι οι γενιές του βολέματος και του ξεπουλήματος. Στην ψυχή των νέων ελπίζουμε.

Λέει πως θέλει πολλά κότσια να είσαι ειρηνικός μέσα σου και μαχητής στην κοινωνία. Να προσπαθείς, όσο μπορείς, να ζεις σε αρμονία με τους νόμους της φύσης και του σύμπαντος, να συγχωρείς τον εαυτό σου και τους άλλους και συγχρόνως να είσαι δίκαιος κοινωνικά. Θέλει μεγάλη ισορροπία, καθαρό μυαλό, διαρκή παρατήρηση, να ζεις το σήμερα και να αγωνίζεσαι γι αυτό διαρκώς.

  • Είπε κάποιος που αγαπώ πολύ, τονίζει, ‘δεν ελπίζω τίποτα, δεν πιστεύω τίποτα, είμαι λεύτερος.’ Μεγάλη κουβέντα, ναι! Δεν παλεύουμε γιατί ελπίζουμε πως μια μέρα…, παλεύουμε για τον αγώνα, γιατί μας αρέσει! Φοβάμαι όμως πως άνοιξε τον δρόμο στην απάθεια και την παραίτηση.  Πόσο ελεύθεροι μπορούμε να είμαστε, μπορούμε να γίνουμε όταν έχουν καθίσει στο σβέρκο μας απ’ όλες τις μπάντες; Και μας ρίχνουν σφαλιάρες με χίλια χέρια; Να είμαστε ελεύθεροι μέσα μας, ναι, αλλά να αγωνιζόμαστε και για την ελευθερία της κοινωνίας ταυτόχρονα, από την καταπίεση της κυριαρχίας!
    Θέλει τεράστιες δυνάμεις να κρατήσουμε τον εαυτό μας ανέπαφο, τον χαρακτήρα μας ανέγγιχτο, τις αξίες μας αναλλοίωτες. Άξιος μοναχικός αγώνας γι αυτούς που ζουν σε μοναστήρι. Εμείς όμως ζούμε σε κοινωνία. Και η ελευθερία μας καταπατιέται δέκα φορές το δευτερόλεπτο. Η ποιότητα ζωής μας. Μέχρι με ορυκτέλαιο μας τάισαν. Θέλουν ξύλο με δέκα βρεγμένα σανίδια ο καθένας. Βιάζουν τα παιδιά μας. Εμπορεύονται τα παιδιά μας καθημερινά. Με τον ‘πολιτισμό’ τους. Τους έχω βαρεθεί, τους έχω σιχαθεί. Αγωνίζομαι να μη τους μισήσω και όμως τους μισώ, αγωνίζομαι ν’ αποτινάξω τον ζυγό, όχι για να χτίσω καινούργιο, ομορφότερο, αλλά για να μην υπάρχουν ζυγοί μέσα μου και γύρω μας, αν ποτές αυτό γίνει εφικτό.

1975 ΠΟΛΙΤΙΚΑ ΤΡΑΓΟΥΔΙΑ, ΘΑΝΟΣ ΜΙΚΡΟΥΤΣΙΚΟΣ. ΜΑΡΙΑ ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗ
Τις κρύες γυναίκες που με χαϊδεύουν τους ψευτο φίλους που με κολακεύουν,
που από τους άλλους θεν παλικαριά και οι ίδιοι όλο λερώνουν τα βρακιά
σ’ αυτήν την πόλη που στα δυο έχει σκιστεί
τους έχω βαρεθεί
Και πέστε μου αξίζει μια πεντάρα
των γραφειοκρατών η φάρα
στήνει με ζήλο περισσό στο σβέρκο του λαού χορό
στης ιστορίας τον χοντρό τον κινητή, τους έχω βαρεθεί
Και τι θα χάναμε χωρίς αυτούς όλους τους ευρωπαίους τους προφεσόρους
που καλύτερα θα ξέρανε πολλά αν δεν γεμίζαν ολοένα την κοιλιά
υπαλληλίσκοι φοβιτσιάρηδες ,δούλοι παχιοί, τους έχω βαρεθεί
Κι ο παροιμιώδης μέσος ανθρωπάκος κέρδος ποτέ μα από παθήματα γεμάτος
που συνηθίζει στην κάθε βρωμιά αρκεί να έχει γεμάτο τον ντορβά
κι επαναστάσεις στα όνειρά του αναζητεί , τον έχω βαρεθεί
Κι οι δάσκαλοι της νεολαίας νταντάδες κόβουν στα μέτρα τους ,τους μαθητάδες
κάθε σημαίας πλαισιώνουν τους ιστούς με ιδεώδεις υποτακτικούς
που είναι στο μυαλό νωθροί μα υπακοή έχουν περισσή, τους έχω βαρεθεί
Κι οι ποιητές με χέρι υγρό υμνούνε της πατρίδας τον χαμό
κάνουν με θέρμη τα στοιχειά στιχάκια
με τους σοφούς του κράτους τα χουνε πλακάκια, σαν χέλια γλοιώδικα έχουν πουληθεί
τους έχω σιχαθεί
ΔΗΜΟΣΘΕΝΗΣ ΚΟΥΡΤΟΒΙΚ WOLF BIERMAN.

 

17/8/09

«Ο Λύκος της Στέπας» του Herman Esse (γεν.1877 Καλβ, Βυρτεμβέργης – 1962 Ελβετία)

Το απόφθεγμά του: «Μπορεί κανείς να μεταδώσει τη γνώση αλλά όχι τη σοφία. Τη σοφία μπορεί κανείς να τη βρει, να τη ζήσει, να ενισχυθεί απ’ αυτή, να κάνει μ’ αυτή θαύματα, αλλά δεν μπορεί να την πει και να τη διδάξει.»

Ένα από τα αριστουργηματικά του έργα είναι «ο Λύκος της Στέπας», που ξαναδιαβάζοντάς το, ήταν σαν να το έπιανα στα χέρια μου για πρώτη φορά, γιατί όπως λεει και ο ίδιος η σοφία δεν διδάσκεται, όμως πιστεύω ότι μπορεί κανείς διαβάζοντας ή ακούγοντας τους σοφούς να πηγαίνει ένα βήμα παρά πέρα.

Τα νοήματα μέσα από τη μαγεία της μυθιστορίας υψηλά, αληθινά, λόγια ψυχής, λόγια πόνου μιας προσωπικότητας καταπιεσμένης, μοναχικής ανάμεσα σε σύνολο ατόμων που συμβιώνουν σε κοινωνία ακατανοησίας, μη ομαδοποιημένης, μη αδελφωμένης, που βασίζεται σε θεωρίες ατομοκρατίας και βαδίζει με ταχύτητα φωτός στο «τίποτα» και στη «δυστυχία.»

Ένας έξυπνος, πνευματικός άνθρωπος είναι ο ήρωας της ιστορίας, με το όνομα Χάρυ Χάλερ, όμως η καταγγελτική του στάση σ’ ένα σύστημα αστικό με βάση την αλαζονεία και τον διαχωρισμό ανθρώπων σε κατηγορίες όπως οι ονομαστοί- κάποιοι και ο συρφετός, τον κάνει ένα μοναχικό ον που παλεύει με δυνάμεις εσώτερες όπως το πνεύμα του καλού με το δαιμονικό της ύπαρξής του, όπου το τελευταίο είναι αυτό που τον οδηγεί στην εξιλέωση και δεν είναι τίποτα άλλο παρά ο θάνατος όπως αυτός πιστεύει, και επιθυμεί να επέλθει από το δικό του χέρι με μια γερή ξυραφιά στο λαιμό του.

Ο παράφορος εαυτός μοναχικός, οργισμένος, αποκλεισμένος στο περιθώριο, το διαφορετικό σ’ ένα σύστημα ατομισμού, απάτης, όπου το ερώτημα είναι είμαστε άραγε ίδιοι; είμαστε διαφορετικοί; μπορούμε να ζούμε σ’ ένα ψεύτικο κόσμο; καλύτερα μόνοι; ή με ένα σωρό γλείφτες ολόγυρά μας; Όπως «ο λύκος της στέπας» που τρίζει δόντια και βγάζει φωτιές από τα μάτια έτοιμος να ξεσκίσει σάρκες για την ικανοποίηση της αχορταγιάς του, έτσι κι ο ήρωάς μας βασανίζεται από τον εσώτερό του «λύκο» που αδυνατεί να τιθασεύσει μέχρι που, η θεατρική μαγεία τον ξεκουνάει δείχνοντας ένα δρόμο γέλιου, χορού, μουσικής, φιλικής και ερωτικής συντροφιάς, και τον δικάζει για την μανία της καταστροφής έναντι της ζωής, για τη μανία του πόνου, έναντι της χαράς και τον καταδικάζει με τιμωρία την αιώνια ζωή.

Έτσι ο ήρωάς μας στο τέλος θέλει να τα δοκιμάσει όλα όπως σκοτωμούς, βάσανα, χαρές, πόνους, έρωτες, ζήλιες που μέσα από το αίμα της αρχέγονης μήτρας γεννήθηκαν και απαρτίζουν τη ζωή.

Μερικά απανθίσματα του βιβλίου:
(σελ.12) Στις πνευματικές υποθέσεις είχε εκείνη τη σχεδόν ψυχρή αντικειμενικότητα, εκείνη τη βέβαιη γνώση και το σίγουρο στοχασμό, όπως ακριβώς έχουν μόνο οι πραγματικά πνευματικοί άνθρωποι, όπου απουσιάζει κάθε φιλοδοξία, κάθε προσπάθεια για να προκαλέσουν το θαυμασμό ή να πείσουν τους άλλους ή να διεκδικήσουν με κάθε τρόπο την επιβολή της γνώμης τους.

(σελ.33).. αν αυτή η μουσική στα μπαρ, αυτές οι μαζικές ικανοποιήσεις μέσα στα πλήθη κι αυτός ο αμερικάνικος τρόπος ζωής είναι πράγματα δικαιωμένα, τότε εγώ έχω το άδικο, είμαι τρελός, πραγματικά ένας λύκος της στέπας, όπως συχνά ονόμαζα τον εαυτό μου. είμαι οπωσδήποτε ένα περιπλανώμενο θηρίο, μέσα σ’ έναν ξένο κι ακατανόητο κόσμο, που δεν μπορεί πια να βρει την πατρίδα του, την τροφή και τον αέρα του.

(σελ.118) … συχνά (τα θηρία) είναι τόσο φοβερά, αλά πολύ πιο σωστά από τους ανθρώπους… δεν θέλουν να σε κολακέψουν ούτε να σε εντυπωσιάσουν. Δεν παίζουν θέατρο. Είναι όπως είναι, σα φυτά και λουλούδια ή σαν αστέρια στον ουρανό.. πολλές φορές τα ζώα είναι λυπημένα κι όταν ένας άνθρωπος είναι λυπημένος, όχι γιατί έχει πονόδοντο ή γιατί έχει χάσει χρήματα, αλλά γιατί, για μια στιγμή αισθάνεται τα πάντα, ολόκληρη τη ζωή, τότε είναι λυπημένος και τότε μοιάζει με ένα ζώο. Είναι λυπημένος, αλλά η λύπη του είναι σωστή και ωραία.΄

(σελ. 194). Είστε ο Πάμπλο; ρώτησα. Δεν είμαι κανένας εξήγησε φιλικά. Εδώ δεν έχουμε κανένα όνομα, εδώ δεν έχουμε πρόσωπα…

Ένα απάνθισμα όλο το βιβλίο!

Ευγενία Μακαριάδη.

Συνεχίζεται