φιλοσοφία, filosofia

Ανάμεσα στα ερείπια του παλιού κόσμου και τα σκιρτήματα ενός νέου πολιτισμού – Tra le rovine del vecchio mondo e i vagiti di una nuova civiltà. (Δεύτερο μέρος)

 

Sergio Ghirardi (μεταφραστής)

Συνέντευξη στον Raoul Vaneigem για We demain n° 26

1. Μισό αιώνα μετά τον μάιο του 68 κανένα σύνθημα της διαμαρτυρίας δεν έχει φτάσει στους αστραγάλους εκείνων που εμπνεύσατε Εσείς τότε. Οι ποιητές κοιτάζουν αλλού;

Η γραπτή ποίηση δεν είναι παρά ο αφρός της ζωντανής ποίησης. Κατεξοχήν ποιητική πράξη είναι σήμερα η αφύπνιση της ανθρώπινης συνείδησης μετά από πενήντα χρόνια υπνηλίας, καταναλωτικής και επικοινωνιακής αποκτήνωσης. Οι λέξεις «Το ξύπνημα των πυγολαμπίδων» που είναι γραμμένες στο κίτρινο γιλέκο ενός διαδηλωτή μου φαίνονται άλλο τόσο ελπιδοφόρες όσο η στροφή του 1968 «Θέλουμε να ζούμε και όχι να επιβιώνουμε». Πώς να εκφράσω καλύτερα την επιστροφή στη ζωή και την απόρριψη της καταστροφής της γης από πλευράς της μεγάλης αλεθομηχανής του κέρδους;

2. Θεωρείτε τις ZAD ως ζώνες αυτονομίας των οποίων η γένεση θα προέκυπτε από την καταστασιακή θεωρία και τους ακτιβιστές των ZAD ως νεοκαταστασιακούς; Σε αυτή την περίπτωση πως θα ορίζατε αυτό τον σιτουασιονισμό του 21ου αιώνα;

Δεν υπάρχουν νεοκαταστασιακοί. Ο καταστασιασμός είναι μια χυδαία ιδεολογία, χρήσιμη για να αλευρώνουν τους βλάκες που φτάνουν στο σημείο της γελειότητας να αποκαλούν φιλοσοφία την διανοητική μηδενικότητα με την οποία γεμίζει το στομάχι και μπουχτίζει η παρισινή υψηλή κοινωνία. Από την άλλη πλευρά, η σκέψη που έθρεψε τη ριζοσπαστική φύση του Μαΐου του 1968 εξακολουθεί να διανοίγει αργά ένα πέρασμα. Να θυμίσουμε ότι δεν επρόκειτο για τίποτα λιγότερο από την δημιουργία μιας αυτοδιαχειριζόμενης κοινωνίας στην οποία οι συνελεύσεις της άμεσης δημοκρατίας θα έβαζαν τέλος στο Κράτος, στο «κρύο τέρας» προστάτη των εκμεταλλευτών και των καταπιεστών των εκμεταλλευόμενων. Η συμμαχία του κομμουνιστικού κόμματος και της γαλλικής κυβέρνησης διέρρηξε τότε μια επαναστατική ώθηση, στην πραγματικότητα ήδη υποβαθμισμένη από μέσα από τον καριερισμό των μικρών αριστερών δεκανέων. Το ότι δεν υπάρχουν ηγέτες μεταξύ των Gilets jaunes-κίτρινων Γιλέκων και πως μόνο η επικύρωση των συνελεύσεων πιστοποιεί έναν εκπρόσωπο σηματοδοτεί μια σαφή πρόοδο σε σχέση με το κίνημα των καταλήψεων του 1968.

3. Λέτε ότι «από την ιστορία δεν λείπουν στιγμές κατά τις οποίες η ποίηση θριαμβεύει πάνω στη βαρβαρότητα». Ο θρίαμβος αυτός υπήρξε μερικές φορές το έργο ενός θεόσταλτου ανθρώπου, ενός ήρωα, όπως ο Γκάντι ή ο Μαντέλα. Μήπως ο προστατευτικός χαρακτήρας που αντιπροσωπεύει μια τέτοια προσωπικότητα, ένας τέτοιος χαρακτήρας, εμποδίζει την εξέλιξη προς μια αυτοδιαχειριζόμενη κοινωνία;

Ο θεόσταλτος άνθρωπος είναι το προϊόν ενός σεισμικού σοκ μεταξύ του οικονομικού συστήματος σε αναζήτηση μιας νέας μορφής και της υπαρξιακής δυσαρέσκειας ενός πληθυσμού απελπισμένου να έχει πρόσβαση σε μια καλύτερη μοίρα. Αν και ο Γκάντι και ο Μαντέλα ενσάρκωσαν την ελπίδα για κοινωνική βελτίωση, δεν είχαν καμία πιθανότητα να εξαλείψουν τη δυστυχία της χώρας τους επειδή ήταν το Κράτος, ο Λεβιάθαν των ιδιωτικών συμφερόντων, η δύναμη, η εξουσία που προστατεύει καταπιέζοντας-καταστέλοντας. Ήταν οι βοσκοί μιας βαρβαρότητας σε μετακίνηση. Είχαν διατηρήσει τουλάχιστον μια ανθρώπινη συνείδηση και έδειξαν μια μεταρρυθμιστική γενναιοδωρία της οποίας τα όρια δεν αγνοούσαν. Γνωρίζουμε ότι από τον Βοναπάρτη μέχρι τον Pol Pot, η αγριότητα και η ευτέλεια πάντα ευνοούσαν την πρόσβαση ενός υπέρτατου οδηγού στην κεφαλή μιας χώρας. Ωστόσο, σήμερα ποια θεία Πρόνοια θα μπορούσε να κάνει χρήση ενός αυτοσχέδιου μηχανισμoύ του οποίου η λειτουργία είναι να ακολουθεί το ρυθμό μιας παράλογης μηχανής, στερούμενης ανθρωπιάς;

4. Εσείς λέτε για την ποίηση ότι είναι «το αντίδοτο της πνευματικότητας», και επίσης ότι μπορεί να «εξαλείψει τη βλαπτικότητα του παρασιτικού καπιταλισμού». Μπορεί να διδαχθεί στο παιδί; Αποσπώντας το από το σχολείο; Με ποιες αλλαγές στις εκπαιδευτικές μεθόδους;

Θα ήταν αποκλειστικό δικαίωμα, προνόμιο του παιδιού να μας διδάξει την τέχνη του να είμαστε άνθρωποι αν η εκπαίδευση που του απευθύνουμε δεν του ξε-μάθαινε να ζει. Να το αφήνει ελεύθερο να ανακαλύψει την εμπειρία της ζωής από κοινού, τις συγκρούσεις που αυτή δημιουργεί και την πιθανή λύση τους, αυτό είναι το σχέδιο-έργο που εξαπλώνεται σήμερα με την επιθυμία να εξαλειφθεί η συγκεντρωτική διδασκαλία-εκπαίδευση, η κατήχηση στην δουλικότητα της ιθαγένειας, η εισαγωγή στις πρακτικές θήρευσης, ανταγωνισμού, διαγωνισμού, αντιπαράθεσης, η κατασκευή εκείνων των δούλων της αγοράς των οποίων οι τεχνοκράτες που έχουν την απαίτηση να μας κυβερνούν προβάλουν την θλιβερή γελοιοποίηση. Η δύναμη του ανατρεπτικού κινήματος του οποίου τα Gilets jaunes δεν είναι παρά ένα επιφαινόμενο, εξαρτάται κυρίως από τη βούληση για επιστροφή στη βάση και από την προσοχή να επιβιβαστεί λαμβάνοντας υπόψη τις τοπικές ανησυχίες – χωριό, γειτονιά, περιοχή – τα προβλήματα που το Κράτος δεν μπορεί και δεν θέλει να διαχειριστεί παρά προς όφελος των οικονομικών δυνάμεων. Ήρθε η ώρα να κάνουμε το σχολείο υπόθεση όλων, να το αποσπάσουμε από το Κράτος και την χωρίς συνείδηση επιστήμη του.

5. Έχετε γνώση της ύπαρξης στον κόσμο περιοχών όπου η ποίηση, η δημιουργικότητα, οι τέχνες έχουν περισσότερες πιθανότητες να ευδοκιμήσουν παρά αλλού;

Παντού όπου οι γυναίκες βρίσκονται στην καρδιά του αγώνα για την κυρίαρχη ζωή, παντού όπου η απόφασή τους διαλύει την πατριαρχική εξουσία και ξεπερνά την αντίθεση ανάμεσα στον ανδρισμό-virilismo και τον φεμινισμό που πολύ συχνά παρεμποδίζει και κρύβει μια κοινή φιλοδοξία να είμαστε απλά ανθρώπινοι. Συνεπώς η αλληλεγγύη χωρίς σύνορα καταργεί τον ρατσισμό, τον αντισημιτισμό (αυτό τον «σοσιαλισμό των ηλιθίων»), την ξενοφοβία, τον σεξισμό, την ομοφοβία. Παντού όπου η ιεραρχική δομή και η τεχνική του «αποδιοπομπαίου τράγου» που είναι απαραίτητη στην τέχνη της υποδούλωσης των ομοίων μας εξαλείφεται.

6. Λέτε ότι «δεν υπάρχει καρδιά στην οποία δεν κατοικεί μια δύναμη ζωής πρόθυμη να εδραιωθεί στιλβωμένη στο φως της δικής της ευαίσθητης νοημοσύνης». Δεν είναι αυτή η «ευαίσθητη νοημοσύνη» που διατρέχει όλα τα γραπτά σας η ζωντανή πηγή της φιλοσοφίας σας;

Είναι αυτή πρωτίστως πηγή ζωής. Κάθε μέρα που εξευγενίζω τη συνείδηση της θέλησής μου να ζήσω με απαλλάσσει από την υποστήριξη ενός ρόλου. Δεν είμαι ούτε φιλόσοφος, ούτε συγγραφέας, ούτε αγκιτάτορας, ούτε maître à penser. Το να πολεμώ τον παλιό κόσμο με βοηθά να προχωρώ το χειμώνα με τη δύναμη των ανοίξεων «, όπως λέει ο Charles de Ligne. Το ότι έχουμε εισέλθει σε μια κρίσιμη περίοδο κατά την οποία η παραμικρή ιδιαίτερη διαμαρτυρία εκφράζεται επάνω σε ένα σύνολο παγκόσμιων διεκδικήσεων με γοητεύει, πόσο πολύ με μαγνητίζει, σε αυτό το κίνημα εξέγερσης σε αναζήτηση μιας επανάστασης, ο αγώνας της καρδιάς ενάντια στο πνεύμα της ταμειακής μηχανής.

7. Εσείς είπατε ότι «ακόμη και η υποταγή παραιτήθηκε». Πιστεύετε αυτό για τα κίτρινα Γιλέκα- Gilets jaunes;

Πολλοί χειραφετικοί αγώνες έχουν φθαρεί από την αρχή με την ιδέα μιας αναπόφευκτης ήττας. Οι «no pasaran» και άλλες σαχλαμάρες του θριαμβευτισμού δεν έχουν κάνει τίποτα άλλο παρά να εξορκίσουν τον πανικό που είναι εγγενής σε μια στρατιωτική δράση. Η εθελοντική δουλεία χτίζει γύρω μας τους τοίχους των δακρύων που δικαιολογούν και τροφοδοτούν την παραίτησή μας. Σε αντίθεση με τα κινήματα διεκδικήσεων του παρελθόντος, το μεγάλο εξεγερτικό κύμα που ταρακουνά τη Γαλλία δεν νοιάζεται ούτε για νίκη ούτε για ήττα, αλλά επιμένει να επιδεικνύει την ακλόνητη πρόθεσή του, την θέληση του να ξεκινήσει ξανά και ξανά δίχως στάση. πώς το πάθος της ζωής αναγεννιέται ξανά και ξανά, δίχως στάση.

8. Για Εσάς, το κίνημα των Gilets jaunes δεν είναι άλλο παρά μια jacquerie που τροφοδοτεί το σύστημα ή σηματοδοτεί την εισβολή μιας ριζοσπαστικής διαμαρτυρίας;

Βεβαίως η κρατική και εμπορική δύναμη-εξουσία θα προτιμούσε να το αντιλαμβάνεται σαν ένα απομεινάρι jacquerie, ένα από εκείνα τα πληβειακά κινήματα που παραδοσιακά πνίγονται στο αίμα. Δυστυχώς γι αυτή η λαϊκή εξέγερση θυμίζει περισσότερο εκείνη της 14ης ιουλίου 1789, όταν μια χούφτα τρελαμένων που δεν είχαν διαβάσει ούτε Diderot ούτε d’Holbach, ούτε Rousseau ούτε Meslier προσέφεραν στον διαφωτισμό τη φλόγα μιας ελευθερίας που συνεχίζει να φωτίζει τον κόσμο, όταν η λέξη «ελευθερία» είναι αντιθέτως διεφθαρμένη. Έχουμε το δικαίωμα να μιλάμε για μια ποίηση φτιαγμένη από όλους όταν η ανθρώπινη συνείδηση διαλύει το ψέμα που ταυτοποιεί την ελευθερία με την ελευθερία του εμπορίου, την ελευθερία να εκμεταλλεύεσαι, να σκοτώνεις, να δηλητηριάζεις. Πώς θα μπορούσε η κυβέρνηση να μην καταδικαστεί σε μια αυξανόμενη αποστροφή; Πώς θα μπορούσε να καταλάβει ότι αυτό που άρχισε δεν είναι ένας αγώνας εναντίον του Κράτους αλλά ένας αγώνας για τη ζωή;

9. Λέτε ότι το »παλιό δυναμικό της ευπιστίας δεν έχει καμία δυσκολία να εκμεταλλευτεί τις επιστημονικές προβλέψεις που, από τον πυρηνικό κατακλυσμό μέχρι τον οικολογικό, περνώντας μέσα από το μακάβριο βαλς των πανδημιών, έχουν μια τεράστια επιτυχία». Θα προσθέτατε τους θεωρητικούς της καταστροφολογίας μεταξύ αυτών των «εμπόρων»;

Χαιρετώ τις σκοπιές που ξαγρυπνούν. Οι σειρήνες συναγερμού να αντιλαλούν σε κάθε τόπο προειδοποιώντας ενάντια στην υποβάθμιση του κλίματος, τη δηλητηρίαση των αγρών και των τροφίμων, τη βιομηχανική ρύπανση και τον κυνισμό μιας κυβέρνησης που προστατεύει τη Total, αλλά θεσπίζει φόρο επί των καυσίμων. Αυτό συμβάλλει στην αφύπνιση των συνειδήσεων αλλά αυτές οι εκδηλώσεις-διαδηλώσεις δεν θα αλλάξουν ένα κόμμα στην πολιτική των Κρατών, άρρηκτα υποτακτικών στις πολυεθνικές που κάνουν τον πλανήτη μια έρημο. Μέσα στο αυλάκι της ήττας των αγωνιστών αναπτύσσεται μια ιδεολογία της αναπόφευκτης καταστροφής, μια αίσθηση του μοιραίου. Η αγορά του φόβου είναι εκεί για να αναλάβει την ευθύνη της απελπισίας εκείνων που έχουν την εντύπωση ότι μάχονται μάταια. Μια σημαντική ενέργεια διαχέεται στον αγγελισμό των καλών προθέσεων, στην ανίσχυρη αγανάκτηση των διαδηλώσεων στις πλατείες και τους δρόμους. Δεν θα ήταν πιο χρήσιμο να επενδύσουμε αυτή την ενέργεια στον αγώνα που οδηγούν οι ZAD στις περιοχές τους ενάντια στην τοξικότητα, τις ρυπογόνες επιχειρήσεις, τη δηλητηρίαση της γης, του νερού και των τροφίμων; Είναι σε αυτό το τοπικό επίπεδο που βρίσκουν νόημα και αποτελεσματικότητα οι πραγματικές διεκδικήσεις υπέρ του κλίματος και του περιβάλλοντος.

10. Μας θυμίζετε ότι κάθε ανατρεπτική σκέψη φέρνει μαζί της μια νέα τυραννία. Εάν καταφέρναμε ταυτόχρονα να υπονομεύσουμε τον πλανητικό καπιταλισμό, την κοινωνία της κατανάλωσης, την κοινωνία του θεάματος και ακόμη και τη χρήση των χρημάτων, ποιας τυραννίας θα έπρεπε τότε να δυσπιστούμε;

Αναμφίβολα των αρπακτικών επιπτώσεων, εκείνου που έχει απομείνει από το ανεκπλήρωτο ζωώδες στον καθένα, από την νοσηρή γοητεία που ασκεί η εξουσία. Από τον καιρό της εμφάνισης των Πόλεων-Κρατών χρονολογούνται οι πόλεμοι, η επίλυση της διαμάχης μέσω της βίας, η πατριαρχία, η ιεραρχία που διαιρεί την κοινωνία σε άρχοντες και σκλάβους. Εκείνο που ένα κοσμικό-αιώνιο ψέμα αποδίδει στην ανθρώπινη φύση είναι στην πραγματικότητα η επίδραση μιας μετουσίωσης, μιας αλλοίωσης, μιας παραμόρφωσης που αγγίζει τον άνδρα και τη γυναίκα, τους καθιστά απάνθρωπους μέσα από ένα σύστημα εκμετάλλευσης, τους επιβάλλει έναν πλασματικό διαχωρισμό με μια ηγετική κεφαλή, επίδραση της πνευματικής εργασίας, και ένα σώμα που εξαναγκάζεται στην χειρωνακτική εργασία. Περισσότερο από την επανάληψη ηθικών ικεσιών, η καθιέρωση ενός τρόπου ζωής στη θέση αυτού του απόβαρου που μας μαστίζει για χιλιετίες [θα είναι η λύση].

11. Προτείνετε να «προχωρήσουμε προς μια μεταμόρφωση στην οποία ο άνθρωπος, απόλυτος καλλιτέχνης της δικής του ύπαρξης, θα γίνονταν ένα ανθρώπινο ον μέσα σε μια πειραματική διαδικασία ικανή να ανοίξει το πεδίο όλων των δυνατοτήτων». Δεν είναι ακριβώς αυτό το πεδίο όλων των δυνατοτήτων, που αυτή η ελευθερία διεγείρει; Δεν είναι ίσως ο φόβος το μεγαλύτερο εμπόδιο για την έλευση του Homo ecologicus-του οικολογικού Ανθρώπου;

Ο σχολιασμός του Scutenaire “Φτωχά πουλάκια που δεν τρώτε παρά μόνο με μεγάλο φόβο” εφαρμόζεται στην καθημερινή ύπαρξη εκατομμυρίων γυναικών και ανδρών που αντιμετωπίζονται από το σύστημα οικονομικής και κοινωνικής εκμετάλλευσης ως ένα μείγμα θηρίων υποζυγίων και αρπακτικών θηρίων. Μέχρις ότου η θέληση για ζωή δεν θα έχει καταργήσει τον αγώνα για επιβίωσηa (struggle for life) και σαρώσει των αρένες της ανταγωνιστικής μιζέριας, ο φόβος θα παραμείνει πανταχού παρόν. Μόνο εάν κυριαρχήσει (επί αυτού και της δίδυμης αδελφής του, της ενοχής ) η χαρά της ζωής που δεν χρειάζεται τίποτα άλλο παρά τόλμη και ξανά τόλμη για να διεκδικήσει την απόλυτη κυριαρχία της.

12. Ποιες συμβουλές ανάγνωσης θα δίνατε στις μελλοντικές γενιές;

Να μάθουν πρώτα απ ‘όλα να αποκρυπτογραφούν την ύπαρξή τους, εκείνη που τους επιβάλλεται από μια κοινωνία αρπακτικών και εκείνη που επιθυμούν με πάθος από τα βάθη της καρδιάς τους. Τους συμβουλεύω, παρεμπιπτόντως, να περιηγηθούν και να αναζητήσουν στοιχεία στο πιο ανθεκτικά απαγορευμένο και εξαφανισμένο από τα ράφια βιβλίο στην ιστορία, τον λόγο της εθελοντικής υποτέλειας-Il discorso della servitù volontaria που έγραψε ένας έφηβος δεκαεπτάχρονος, ο Etienne de la Boétie.

 

Tra le rovine del vecchio mondo e i vagiti di una nuova civiltà. (Seconda parte)

θεωρία, teoria

Να ελευθερώσουμε το είδος, να πραγματώσουμε τη ζωή

του Sandro Moiso

Raoul Vaneigem, Για την αυτοδιαχείριση της καθημερινής ζωής. Συμβολή στην επείγουσα ανάγκη απελευθερωμένων εδαφών από την κρατική και εμπορική επιχείρηση – Sull’autogestione della vita quotidiana. Contributo all’emergenza dei territori liberati dall’impresa statale e mercantile, DeriveApprodi, Roma 2019, σελ. 140, Euro 12,00

Αυτό που βρίσκεται σε εξέλιξη κάτω από τα μάτια μας δεν είναι τίποτα άλλο παρά μια αλλαγή πολιτισμού

Ο Raoul Vaneigem, γεννημένος το 1934, τελευταίος και ίσως σημαντικότερος εκπρόσωπος (μετά τον Guy Debord, που απουσιάζει από τον κόσμο των ζωντανών από το 1994) της εμπειρίας της Internazionale Situazionista-Situationist International-Καταστασιακής Διεθνούς (από την οποία απομακρύνθηκε οικειοθελώς το 1970) δείχνει για άλλη μια φορά, στο κείμενο που μόλις δημοσίευσε το DeriveApprodi, πως δεν είναι μόνο η αναγραφική ηλικία που καθορίζει τη νεότητα και την επικαιρότητα μιας σκέψης, αλλά και πως η ριζοσπαστική κριτική εξακολουθεί να είναι ένα έγκυρο αξιόπιστο αναγκαίο και απαραίτητο εργαλείο για να κατανοηθούν οι τάσεις που εμπεριέχονται στα τρέχοντα πραγματικά κινήματα και για να καθοριστεί μια αυθεντική πορεία απελευθέρωσης του είδους από τα δεσμά και τους περιορισμούς που επιβάλλει ο κυρίαρχος τρόπος παραγωγής.

Αυτή η νεανικότητα και εγκυρότητα των σχημάτων-διατυπώσεων που περιέχονται στο έργο (άπειρη και δύσκολα να αναφερθεί σε μια βιβλιογραφία που θα έπρεπε να περιλαμβάνει και έναν τεράστιο αριθμό γραπτών που έμειναν ανώνυμα ή αποδίδονται σε συγγραφείς με ονόματα που επινοήθηκαν από τον ίδιο) του στρατευμένου, στοχαστή και μελετητή αναρχο-καταστασιακού (όμως δεν είμαι εξ ολοκλήρου βέβαιος ότι αυτός ο ορισμός θα άρεσε στον συγγραφέα) αποκαλύπτεται αμέσως από τη συνέχεια μεταξύ αυτού του τελευταίου γραπτού και εκείνου του Avis aux civilisés relativement à l’autogestion généralisée, που περιέχεται στον αριθμό 12 του 1969 της «Internationale Situationniste».

Έχουν περάσει ακριβώς πενήντα χρόνια και η επικαιρότητα των προβληματισμών του Vaneigem δεν είναι δεδομένη λόγω της βούλησης να υπερασπιστούμε και να επαναλαμβάνουμε ως μάντρα την προσφορά και τα σχήματα μιας εποχής που έχει περάσει εδώ και μεγάλο χρονικό διάστημα (όπως δυστυχώς εξακολουθεί να συμβαίνει πολύ συχνά για πολλά σχήματα που αναφέρονται ταλμουδικά από τις διάφορες μαρξιστικές και ελευθεριακές αιρέσεις, απομακρυσμένες από το παρόν και αγνοώντας το αδυσώπητο ξεδίπλωμα μιας Ιστορίας που πάντοτε αποδεικνύεται κάτι άλλο παρά γραμμικό), αλλά ακριβώς λόγω της χρησιμότητας τους ώστε να κατανοήσουμε και να αναλύσουμε τα μονοπάτια της απελευθέρωσης που βρίσκονται ήδη σε εξέλιξη μέσα στην κοινωνία. Πάνω απ’ όλα εκείνα που ανάγονται λιγότερο στο παλαιότερο και ορθόδοξο φαντασιακό της αριστεράς και συνδικαλιστικό.

Από την άλλη πλευρά το γεγονός ότι αυτά τα κινήματα, που σχεδόν ποτέ δεν μνημονεύονται άμεσα αλλά συνοψίζονται προφανώς σε εκείνο από τα απελευθερωμένα εδάφη που περιλαμβάνεται στον τίτλο, είναι κατά κάποιον τρόπο η φυσική και ζωντανή αναπαράσταση της ζωντάνιας εκείνης της σκέψης που επιβεβαιώνει επίσης ότι υπήρξε η πρακτική δράση των ζωντανών που πηγαίνει προς την κατεύθυνση που υποδεικνύει εδώ και καιρό ο βέλγος αγωνιστής και θεωρητικός και αντιθέτως δεν οφείλεται με τίποτα σε κάποιο τέχνασμα του ίδιου για να αναπροσαρμοστεί ή να την αναπροσαρμόσει στις εποχές.

Θα αρκούσε η αφιέρωση που περιέχεται in esergo [1] για να συνοψίσουμε την κατευθυντήρια αρχή ολόκληρου του κειμένου και του συνόλου του έργου του Vaneigem: Σε όλους εκείνους που προτιμούν να αγωνίζονται για να ζήσουν παρά να μάχονται για να επιβιώσουν.
Ο αγώνας δεν μπορεί ποτέ να είναι για έναν μακρινό στόχο, για ένα στόχο που αναβάλλεται.
Ο αγώνας δεν μπορεί να αποτελεί στόχο από μόνος του. Ακόμη περισσότερο σε καθαρά πολιτικό-στρατιωτικό επίπεδο.

Αλλά μέσα στην αμεσότητα του αγώνα, ειδικά όταν αυτός θέτει στον εαυτό του το καθήκον να απελευθερώσει τάξεις και είδος από την υποταγή στην εργασία και την κοινωνική υπαγωγή-εξάρτηση στους στόχους της κρατικής και εμπορικής επιχείρησης, ήτοι του Κεφαλαίου, πρέπει πλέον να υλοποιηθούν οι κύριοι στόχοι του ίδιου : η ατομική και συλλογική ευτυχία και η απελευθέρωση του μεμονωμένου υποκειμένου και των συλλογικών υποκειμένων από τα ερείπια, τα απομεινάρια μιας πατριαρχικής, καταναλωτικής και καταπιεστικής κοινωνίας που τώρα προορίζεται να εξαφανιστεί, αλλά σαν τέλειο ζόμπι συνεχίζει να τροφοδοτείται με τα σώματα και τα μυαλά των θυμάτων της.

Τέλος μου φαίνεται χρήσιμο να παραθέσουμε, εδώ στη συνέχεια, ένα απόσπασμα από το κείμενο που συνοψίζει τέλεια τον προσανατολισμό που έχει μέχρι εδώ αναφερθεί.

Εγώ δεν αντιλαμβάνομαι άλλο κίνητρο για τον επαναστατικό αγώνα παρά τη καθιέρωση μιας καθολικής ευτυχίας.
Υπάρχει μια απόλαυση που είναι εγγενής στην αναζήτηση των ζωντανών. Αυτό που την κατατάσσει δικαιωματικά ως εξεγερτική απόλαυση είναι το γεγονός πως είναι δωρεά και απόλυτα ασυμβίβαστη με ένα σύστημα που βασίζεται στο κέρδος. Δεν θα σταματήσουμε ποτέ να το λέμε: η εμπορική οικονομία είναι ένα έγκλημα κατά της ζωής.
Η απόλαυση των όντων και των πραγμάτων ακυρώνει την οικειοποίηση τους. Η αναζήτηση των ζωντανών είναι η τέχνη να έχουν κατακτηθεί από τα δώρα της καρδιάς και της γης. Η εκτροπή- ανωμαλία που παρέδωσε τις έννοιες του Μαρξ στην ιδεολογία (την οποίαν εξάλλου, δεν εμπιστεύονταν), υπήρξε εκείνη πως δεν είδε την αιτία της αλλοτρίωσης μας στο έργο της εκμετάλλευσης της φύσης. πιο δραματικά ακόμη, πως ταυτοποίησε την εργασία με μια διαδικασία εξανθρωπισμού του άνδρα και της γυναίκας.

[…] Συμβαίνει το Κράτος να κάνει ελεημοσύνη μιας μεταρρύθμισης, να καταργεί έναν νόμο, δείχνει ότι είναι συμφιλιωτικό με τα επίμονα, τα πεισματάρικα κινήματα διαμαρτυρίας. Ωστόσο, οι φαινομενικά προς τα πίσω κινήσεις του είναι μόνο πονηράδες και δισταγμοί. Όταν διστάζει, το άγχος του είναι ένα προοίμιο για νέες προσβολές, για μια νέα επιθετικότητα που έρχεται. Αφήνει τον μιλιταρισμό να εκθειάζει τις δράσεις του για μια φαινομενική στρατιωτική νίκη διότι για το Κράτος κάθε πεδίο μάχης είναι ένα έδαφος κατάκτησης.
Ο αγωνιστής θα μπορούσε να εκμεταλλευτεί την ευκαιρία για να διακρίνει μέσα του το σύνορο που χωρίζει το παιχνίδι για να ζήσει από εκείνο στο οποίο ο θάνατος οδηγεί το παιχνίδι του σκακιού. Δεν του προτείνω να χυθεί στην ενδοσκόπηση για να ξακαθαρίσει πώς η κίνηση της ζωής υπόκειται σε αιφνιδιαστικές μεταστροφές. Ευελπιστώ μόνο σε έναν προβληματισμό σχετικά με το θέμα: η στρατιωτικοποίηση δεν εγγράφεται ίσως σε μια προοπτική θανάτου;
Από τη στιγμή κατά την οποίαν η αλληλεγγύη ακυρώνει το πνεύμα της θυσίας, ο ριζοσπαστισμός γίνεται μέρα. Αυτή εκδηλώνεται στους στρατευμένους που αγωνίζονται κατά του αποκλεισμού των μεταναστών, κατά της εκδίωξης των καταληψιών μιας περιοχής που υπερασπίζονται (ZAD), κατά της καταστροφής των τοπίων, κατά της ρύπανσης του αέρα, του νερού, της γης, των τροφών. Ακόμη κι αν πολλές από αυτές τις δεσμεύσεις ανακτηθούν από τον αριστερισμό-gauchismo, από τον ριζοσπαστισμό των ελευθεριακών προθέσεων, από τον πολιτικό ανθρωπισμό και από την αγορά της φιλανθρωπίας, αυτές διατηρούν τη ζύμωση ενός ριζοσπαστισμού ικανού να διασπείρει τους σπόρους του πολύ πέρα από την αρχική χειρονομία και κίνητρο.
Κάθε συλλογικότητα κινούμενη από τη βούληση να κυριαρχήσει ο άνθρωπος πάνω στην οικονομία εγκαινιάζει μια γη όπου η βαρβαρότητα έχει απαγορευτεί, μια γη που λιπαίνει τη χαρά της ζωής.
Ακόμη και αν προορίζεται να εξασθενίσει, να ηρεμήσει, ο θυμός έχει από μόνος του κάτι να ξεπεράσει την εκπλήρωση ενός ξεσπάσματος, μιας εκτόνωσης, μιας δυσαρέσκειας που εκσπερμάτωσε πρόωρα. Η ύβρις αποπνέεται από μια κίνηση ζωής ανυπόμονη να συντρίψει τα εμπόδια. Κάτω από την ηλιθιότητα του πολίτη που πιστεύει σε ένα πιο δίκαιο και πιο συμπονετικό Κράτος ξεπροβάλει η μυστική επιθυμία να τελειώνουμε με όλες οι μορφές διακυβέρνησης-governance και εξουσίας.
Το Κράτος ενεργεί μέσω μιας πολιτικής του τετελεσμένου γεγονότος. Είναι ένα προνόμιο των αρχών που στέφθηκαν δημοκρατικά. Όταν ο αγωνιστής είναι κυρίως ένας ψηφοφόρος, δίνει την εγγύηση του σε εκείνο που μάχεται και συγκαταβαίνει να τον γρονθοκοπήσουν στη μύτη δύο φορές.

[…] Το να δημιουργήσουμε τρύπες στον ιστό της αράχνης στον οποίο μας παγιδεύει ο παρασιτικός καπιταλισμός, δεν αρκεί. Για να εξαλείψουμε την βλαπτικότητα του, δεν υπάρχει τίποτα άλλο παρά η ποίηση που φτιάχθηκε από όλους, η συνείδηση και το πάθος να διεργαστούμε μια κοινωνία στην οποία η ζωή ακυρώνει, μηδενίζει όλες τις μορφές καταπίεσης.1

R. Vaneigem, Sull’autogestione della vita quotidiana, pp. 50-53  Για την αυτοδιαχείριση της καθημερινής ζωής

TAGGED WITH →  •  •  •  •  •  •  •  • 

[1] in esergo: Επιγραφή, σύνθημα.

 

Liberare la specie, realizzare la vita

σύγχρονη σκέψη, pensiero di oggi

Ανώνυμη Αντάρτες

του Valerio Evangelisti

Αόρατη Επιτροπή (Η εξέγερση που έρχεται – Στους φίλους μας – Τώρα), εκδ. Nero, Roma, 2019, pp. 356, € 20, 00.

Ο εκδοτικός οίκος Nero, από την γένεση και τα ασυνήθιστα χαρακτηριστικά του, εξειδικεύτηκε στη δημοσίευση σημαντικών κειμένων της ανταγωνιστικής αριστεράς. Προτείνει τώρα, σε ένα ενιαίο τόμο, τα τρία δοκίμια που εμφανίστηκαν μέχρι τώρα στη φημισμένη (έτσι για να λέμε) και περιβόητη (για να λέμε) αόρατη γαλλική επιτροπή, μια ανώνυμη επαναστατική κολεκτίβα αντικείμενο άγριων δικαστικών διώξεων, Ενός από αυτά τα δοκίμια, Στους φίλους μας, είχαμε δώσει την είδηση εδώ, qui, αλλά τώρα βγαίνει σε πιο προσεχτική μετάφραση (από τον Marcello Tari) που συνοδεύεται από τις παρεμβάσεις που προηγήθηκαν και ακολούθησαν.

Το «ρεύμα» ιδιότητας, αν μπορεί να οριστεί ως τέτοιο, είναι εκείνο των καταστασιακών, με ισχυρές ενέσεις αναρχισμού. Κάτι αυστηρά γαλλο-γαλλικό. Είναι επίσης και το στυλ, το οποίο συνδυάζει το παράδοξο, την ειρωνεία, την προκλητική πρόθεση, επάνω σε ένα πολύ στερεό πολιτισμικό υπόβαθρο. Είμαστε χίλια μίλια μακριά από τον μαρξισμό, και ο λενινισμός ούτε καν λαμβάνεται υπόψιν. Είναι επίσης προφανές από το προνόμιο που παρέχεται σε ένα λόγο ανάμεσα στον φιλοσοφικό και τον κοινωνιολογικό, με ένα χώρο που μόνο οριακά αφιερώνεται στην οικονομία (εκτός από τις λιγότερο φωτεινές σελίδες που αφορούν το θέμα των κρίσεων, στο άνοιγμα του Ai nostri amici-Στους φίλους μας).

Ποιο είναι το θέμα αυτών των γραπτών; Μόνο ένα: περιγράφονται οι τάσεις της σημερινής καπιταλιστικής κοινωνίας, πώς να τις ανατρέψουμε με μια επαναστατική έννοια, με έναν επαναστατικό τρόπο φέροντας στο φως τη βασική ηλιθιότητα και έλλειψη ανθρωπιάς της, και προτείνοντας χρήσιμες γραμμές δράσης για το σκοπό αυτό. Η Επιτροπή απορρίπτει όλες τις παραδοσιακές οργανωτικές μορφές του εργατικού κινήματος, κόμματα, συνδικάτα, ακόμη και τις συνελεύσεις. Κατά την άποψή τους, αυτές αναπόφευκτα περιέχουν αυταρχικές παρορμήσεις, ή είναι άχρηστες, άδειες περιεχομένου και καταλήγουν ξεκάθαρα σε φλυαρία (για παράδειγμα οι παρισινές Nuits début του 2016). Το μόνο εργαλείο για την επίτευξη ενός αποτελεσματικού αγώνα είναι η ομαδοποίηση σε πυρήνες με παρόμοια ενδιαφέροντα, που ονομάζονται «οι κοινότητες», οι οποίες μοιράζονται το απόλυτο ιδανικό (την ευτυχία, το κοινό καλό) και τις μεθόδους για την επίτευξη του.

Ένας εαυτός έξω από το σύστημα, μιμούμενος έναν δικό του κόσμο και ικανοποιημένος με αυτόν; Όχι, καθόλου. Η επιθυμία της Επιτροπής δεν είναι κάτι που να θυμίζει «παιδιά των λουλουδιών», αλλά το αντίστροφο. «Ώστε οι πράξεις απολίτιστης συμπεριφοράς να γίνουν μεθοδικές, συστηματικές, και να εισρεύσουν σε ένα διάχυτο, αποτελεσματικό ανταρτοπόλεμο, ικανό να μας επιστρέψει πίσω την ακυβερνησία μας, στην αρχέγονη απειθαρχία μας».

Η «κοινότητα» είναι επομένως, ταυτόχρονα, σκίτσο ενός μέλλοντος απαλλαγμένου-ελεύθερου από παγίδες και περιορισμούς της κοινωνίας του κεφαλαίου και όργανο μάχης, το οποίο χρησιμοποιεί τα μέσα που διακινεί ο εχθρός για απολίτιστους: από την άρνηση της εργασίας (καμία σχέση με τις θέσεις της Ιταλικής Αυτονομίας, · ειδικότερα, τον Τόνι Νέγκρι χλευάζουν και κακομεταχειρίζονται), στο σαμποτάζ, στην λεηλασία, με την αυτοπαραγωγή για να εδραιώσουν τον τρόπο ύπαρξης της αντάρτικης κοινότητας. Η οποία, για να επιβιώσει και να αναπτυχθεί, πρέπει να τυλίγεται με μια αυστηρή ανωνυμία.

Αυτά είναι μερικά από τα κεντρικά θέματα, αλλά υπάρχουν πολλά άλλα: κάθε σελίδα είναι μια ιδέα, κάθε πρόταση-φράση ένα σύνθημα. Τα όρια; Εάν η Αόρατη Επιτροπή ερμήνευσε πολύ καλά τις εξεγέρσεις των περιφερειών-προαστίων, την αντίσταση της ZAD (ζώνη προς υπεράσπιση-zone à défendre ) της Notre Dame des Landes, και τις γαλλικές ταραχές του 2016, δεν φαίνεται να έχει προβλέψει ένα μοναδικό φαινόμενο όπως αυτό των σημερινών κίτρινων Γιλέκων- Gilets jaunes. Ίσως θα το αντιμετωπίσει στο επόμενο φυλλάδιο της. Αυτό δεν πρέπει να παρεμποδίζει από την ανάγνωση αυτής της συλλογής γραπτών, αξιοσημείωτων και από λογοτεχνική άποψη, εξαιρετικά κομψών και διεγερτικών.

 

Anonima Ribelli

σύγχρονα κινήματα, movimenti di oggi

Μέση γη

Stampa

 

18

Ανασκόπηση από τον Sandro Moiso στον τόμο της συλλογικότητας «Mauvaise Troupe», CONTRADE. Ιστορίες του ZAD και του NOTAV, Εκδόσεις Tabor από Carmilla on line

Terre di mezzo

 

Παίρνοντας στα χέρια το κείμενο που μόλις δημοσίευσαν οι εκδόσεις Τabor και μεταφράστηκε από τα γαλλικά με τη βοήθεια τόσο ιταλών συντρόφων όσο και των ίδιων των συγγραφέων της κολλεκτίβας Mauvaise Troupe, σκέφτηκα ξανά τη συνάντηση που πραγματοποιήθηκε στις 12 ιουνίου 2016 στο Venaus μεταξύ των εκπροσώπων του κινήματος NoTav valsusino , των γάλλων συντρόφων της Notre Dame des Landes και των εκπροσώπων πολλών αυτοδιαχειριζόμενων εργοστασίων στην Αργεντινή, τη Γαλλία και την Ιταλία. Εκείνες τις ημέρες στην Val di Susa, κατά τη διάρκεια των τριών ημερών του «Βουνού των βιβλίων στην κοιλάδα που αντιστέκεται, Montagna di libri nella valle che resiste», οι εκπρόσωποι των διαφόρων ανταγωνιστικών κινημάτων προς την παρούσα κατάσταση των πραγμάτων είχαν προσπαθήσει να κάνουν μια πρώτη εκτίμηση μεταξύ των διαφορετικών και συχνά μακρινών μεταξύ τους εμπειριών.

Ακριβώς με την ευκαιρία εκείνη παρουσιάστηκε, το κείμενο για το οποίο στη συνέχεια θα μιλήσουμε, στη γαλλική έκδοση του, το οποίο έχει τις ρίζες του στις κοινές και ταυτόχρονα διαφορετικές εμπειρίες που η ιστορία των μαχών του κινήματος NoTav και των συντρόφων της ZAD ( που είναι σήμερα νικητές απέναντι στο γαλλικό Κράτος μετά την ανακοίνωση της παραίτησης από το σχέδιο για την κατασκευή του δεύτερου αεροδρομίου της Νάντης που κυκλοφόρησε στα μέσα ιανουαρίου από τον πρόεδρο Macron) οδήγησαν όλα αυτά τα χρόνια. Η τρέχουσα έκδοση καθιστά διαθέσιμο για το ιταλόφωνο κοινό το ιστορικό που διασταυρώνεται δύο εμπειριών που μπορούν να χρησιμεύσουν ως σύμβολο και μοντέλο (απλά σκεφτείτε το πώς επεκτείνεται και οργανώνεται τη μάχη του κινήματος NoTap σε εθνική κλίμακα) για τους αγώνες που έρχονται και για την απομάκρυνση από το μοντέλο εικοστού αιώνα που βρισκόταν στο επίκεντρο μιας από τις συζητήσεις που διεξήχθησαν εκείνες τις ίδιες ημέρες, όπου συζητήθηκε ο θάνατος του ‘900 και των ιδεολογιών του.contrade.jpg

Δεν φοβάμαι να τo επιβεβαιώσω: είναι σίγουρα το καλύτερο έργο που έχει γίνει μέχρι τώρα για την εμπειρία NoTav και την παράλληλη εμπειρία του ZAD. Είναι πράγματι κάποιοι αγωνιστές του ZAD, συγκεντρωμένοι στη συλλογικότητα Mauvaise Troupe, που συγκεντρώνουν τις φωνές των άλλων αγωνιστών και δίνουν φωνή σε εκείνους της μάχης NoTav. Μια άμεση επαφή μεταξύ παράλληλων και πολύ παρόμοιων καταστάσεων αγώνων στους στόχους και τις μεθόδους διεξαγωγής του αγώνα. Δεν απαιτείται καμιά διαμεσολάβηση (πολιτιστική, κοινωνιολογική, ανθρωπολογική ή άλλη). Οι δύο πραγματικότητες μιλούν μεταξύ τους και αφηγούνται με φυσικότητα. Συγκρίνονται. Ορίζουν στόχους. Διατηρούν και υπερασπίζονται τις ιδιαιτερότητές τους.

Αυτό είναι το είδος του διαλόγου και της έρευνας που μπορούν να εξυπηρετήσουν τους αγώνες του σήμερα και του αύριο. Δεν είναι οι ιδεολογίες που μιλούν και αντιμετωπίζουν η μια την άλλη: είναι οι άνθρωποι, τα γεγονότα και οι επιλογές που απορρέουν από αυτούς. Ένα είδος λαϊκής συναθροίσεως-συνέλευσης από απόσταση στην οποία ο αναγνώστης βυθίζεται, ενώ παράλληλα μπορεί να διατρέξει, να ανιχνεύσει εκ νέου τα γεγονότα των δεκαετιών που βρίσκονται αυτή τη στιγμή στην βάση, και όχι πλέον στις πλάτες, των δυο αγώνων.

Οι αγώνες αυτοί πρώτα απ’ όλα αυτοπροσδιορίζονται στο έδαφος όπου τελούνται και από το έδαφος καθορίζονται: το bocage1 για τους γάλλους ή το βουνό για τους valsusini. Εδάφη που φέρουν μέσα τους τα σημάδια της σχέσης με τον Άνθρωπο, αλλά με τη σειρά τους έχουν σημαδέψει έντονα τον τύπο της κοινότητας που τα κατοικεί. Στην οποία, δεν πρέπει κανείς να το αγνοεί, τόσο στη μια περίπτωση όσο και στην άλλη η έννοια της κοινότητας, η αίσθηση του κοινού και της ένταξης προέρχεται επίσης από μια ισχυρή ικανότητα αυτόνομης, ατομικής και συλλογικής δράσης, στη βάση της οποίας βρίσκονται (ιδίως στη γαλλική περίπτωση) οι μορφές σχέσεις ιδιοκτησίας και εργασίας και οι προκύπτουσες συγκρούσεις.

Εδάφη που χαρακτηρίζονται όχι μόνο από το πρόσφατο ιστορικό, αλλά και από το παρελθόν. Στο οποίο η αυτονομία των κοινοτήτων (κυρίως εκείνων των αλπικών και των οξιτανικών) χαρακτήρισε τα τοπικά συμβάντα και στις σχέσεις με τα βασίλεια, τα κράτη και τους εισβολείς που από καιρό σε καιρό προσπάθησαν να τις υποτάξουν στους νόμους και στα συμφέροντά τους. Εδάφη και κοινότητες στις οποίες η μακρόχρονη ιστορία συναντά και διασταυρώνεται με εκείνη των γεγονότων που είναι πιο κοντά μας. Συνολικά ακόμη σήμερα, αλλά χωρίς τη ρητορική, »το μεγαλείο» και οι κάλπικες αφηγήσεις που συχνά χαρακτηρίζουν τους κρατικούς εθνικισμούς, αποσκοπούν αποκλειστικά στην δικαιολόγηση της οικονομικής ανάπτυξης. Με κάθε κόστος και σαν τέτοια ορίζεται «πρόοδος» και συμπίπτει από καιρό σε καιρό με την τσιμεντοποίηση και την καταστροφή της επικράτειας και του περιβάλλοντος, με την κατασκευή ενός νέου αεροδρομίου ή μιας σιδηροδρομικής γραμμής υψηλής ταχύτητας, ίσως εκεί όπου οι μετακινούμενοι εργαζόμενοι αναγκάζονται να συσσωρεύονται και να πεθαίνουν επάνω σε τρένα και κατά μήκος ανεπαρκών γραμμών που όλο και λιγότερο υπόκεινται σε μια αποτελεσματική συντήρηση.

Για όσους δεν γνωρίζουν, όπως διευκρινίζουν, οι συγγραφείς και οι έχοντες την επιμέλεια:

“«ZAD» είναι μια «Zone d’Aménagement Différé», (Zona di sistemazione differita) – Ζώνη διαμονής που πηγαίνει πίσω στον χρόνο, που αναβάλλεται – μια διοικητική διάταξη που παρέχει σε τοπικές αρχές ή σε δημόσιες επιχειρήσεις το δικαίωμα προαίρεσης σε γη προς πώληση σε μια συγκεκριμένη περιοχή. Το ακρωνύμιο μεταστράφηκε από τους αντιπάλους του αεροδρομίου της Notre-Dame-des-Landes σε «Zone a défendre» (Περιοχή για να την υπερασπιστούμε). Το ακρωνύμιο έχει πλέον εισέλθει σε κοινή χρήση και χρησιμοποιείται επίσης και για άλλους αγώνες για την υπεράσπιση των απειλούμενων περιοχών.”

zad-no-aeroporto-300x174.jpg

Μια αντίσταση που έχει βαθιά τις ρίζες της στα τέλη της δεκαετίας του εξήντα και στην εμπειρία του κινήματος Paysans Travailleurs, που συγκέντρωσε την εμπειρία της σύγκλισης μεταξύ εργατών και εργαζομένων της Loire-Atlantique κατά την περίοδο γύρω στο Μάιο του 1968 και έφερε μια επαναστατική αναταραχή στον τοπικό συντηρητισμό.

“Στη συνέχεια θα γεννηθεί από την εμπειρία αυτή η Confederation paysanne. Σε έναν κόσμο αγροτών και αγροτών και κολίγων, η πρόσβαση στη γη και η προτεραιότητα που πρέπει να δοθεί στη χρήση σε σχέση με την ιδιωτική ιδιοκτησία αποτελούν αιτίες για έντονη αντίθεση. Τα μέσα δράσης βρίσκονται στο ύψος των φιλοδοξιών: κατάληψη αγρών και αγροκτημάτων, μπλοκάρισμα δρόμων και σιδηροδρόμων … Αυτές οι συγκρούσεις, με τις εκτοξεύσεις τους, σημαδεύουν βαθιά την πόλη της Notre-Dame-des-Landes και τροφοδοτούν αυτή τη φάση αντίστασης στο αεροδρόμιο, όπως αποδεικνύεται από το γεγονός ότι εξακολουθούν να καλλιεργούνται τα εδάφη της ZAD.” (σελ. 37)

Η ADECA (Associazione di difesa dei coltivatori interessati dall’aeroporto, Ένωση υπεράσπισης των καλλιεργητών που ενδιαφέρονται από το αεροδρόμιο) ιδρύθηκε το 1972, ξεκινώντας από μια ρήξη μεταξύ των τοπικών συνδικάτων αγροτών και του Γεωργικού Επιμελητηρίου, το οποίο δεσμεύτηκε να προωθήσει το αεροδρόμιο αγκαζέ με τη νομαρχία. Ακολούθησαν 46 χρόνια αγώνων που, τον ιανουάριο του τρέχοντος έτους, όπως είπαμε παραπάνω, έχουν φτάσει σε μία, ίσως, οριστική νίκη.

Αλλά εδώ περισσότερο από την ιστορία και την ανασυγκρότηση εκείνων των γεγονότων, τα οποία αφηγείται λεπτομερώς στο βιβλίο μια πραγματική χορωδία φωνών, αυτό που ίσως είναι ακόμη πιο σημαντικό να αναγνωριστεί σε εκείνη την εμπειρία, όπως και σε αυτή του Κινήματος NoTav της Val di Susa , είναι οι μορφές της ομαδοποίησης και της άμεσης οργάνωσης και από κάτω που του έδωσαν τα πόδια επάνω στα οποία να πορευτεί. Μια αυθεντική άμεση δημοκρατία που καταλήγει επίσης να αποτελεί μια νέα μορφή κοινωνικοπολιτικής οργάνωσης και ένα μοντέλο ζωής πιο ανθρώπινης και περισσότερο σε αρμονία με το περιβάλλον.

hippy.jpg

Είναι σε αυτό το σημείο που δεν μπορώ να κάνω άλλο από το να θυμηθώ μια φράση που συχνά επαναλαμβάνεται από έναν αγαπητό φίλο μου, ο οποίος εδώ και χρόνια δηλώνει ότι «οι χίπις ήταν 500 χρόνια μπροστά από τους μπορντιγκιστές». Προσέξτε, αυτή η δήλωση δεν θα πρέπει να γίνει κατανοητή υποτιμητικά για τον Amadeo Bordiga, αλλά για τις σέχτες και τις παρακομμουνιστικές κλίκες που από εκείνη την εμπειρία, πάρα πολύ συχνά ατυχώς ξεπήδησαν. Όχι προς αγάπη άλλων σεχτών, -ισμών ή κομματιδίων και γκρουπούσκουλων, αλλά απλώς ως απόρριψη όλης της σοβαροφάνειας, της σοβαρότητας, του ηγεμονισμού και των λαθών, μερικές φορές κωμικών και πάρα πολλών άλλων τραγικών, που συνόδευσαν στην πάροδο του χρόνου την προσπάθεια ανανέωσης της μπολσεβίκικης εμπειρίας μαϊμουδίζοντας τις συμπεριφορές της, τις οργανωτικές μεθόδους και τα συνθήματα και κατακτώντας, ως μοναδικό αποτέλεσμα, εκείνο της διάσπασης των πραγματικών κινημάτων με βάση υποτιθέμενες και άχρηστες πολιτικές ταυτότητες.

Αυτές οι αξιώσεις ταυτότητας, οι οποίες τίθονταν άμεσα έξω από τα κινήματα με την απαίτηση να τεθούν όμως ως ηγετικές δυνάμεις των ιδίων, έκαναν δυνατό στη συνέχεια οι αγώνες εκείνοι (οικονομικοί, κοινωνικοί, περιβαλλοντικοί, φύλου και όλοι οι άλλοι που προέκυψαν μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο και ιδιαίτερα από τα τέλη της δεκαετίας του εξήντα) να ωθηθούν ξανά προς τα πίσω, μέσα σε εκείνους τους φράκτες, τις περιφράξεις εκείνες απ’ όπου μόλις είχαν δραπετεύσει. Το κράτος Έθνος συνέχιζε να αποτελεί την πραγματική αναφορά για οποιαδήποτε διαπραγμάτευση ή οποιαδήποτε εξεγερσιακή διαδικασία. Αναζητούνταν «η καρδιά» μιας αδίστακτης και άκαρδης μηχανής. Ήταν απαραίτητο να χτυπηθεί η μηχανή και στη συνέχεια να επανοικειοποιηθεί και να ξαναχτιστεί ή, πολύ συχνότερα, γίνονταν προσπάθεια να τροποποιηθεί με μεταρρυθμίσεις που προτείνονταν από κάτω (πόσο κάτω; μου έρχεται να αναρωτηθώ σήμερα).

Ή την υπερασπίζονταν, tout-cour, από τις  φασιστικές συνωμοσίες, πραξικοπηματικές, ανατρεπτικές δεξιόστροφες, για να σώσουν, τουλάχιστον, το δημοκρατικό καθεστώς, καθιστώντας έτσι ένα Σύνταγμα βασισμένο πλατιά στον συμβιβασμό ένα ανίκητο πρότυπο δικαίου και δημοκρατίας. Η αυτονομία της ταξικής δράσης κατέληγε να διαλύεται μέσα σε έναν ωκεανό συνταγών, δηλώσεων, διατυπώσεων και ισχυρισμών πολύ συχνά αδιαμφισβήτητων και αυτοαναφορικών. Συχνά μετασχηματίζοντας τις συνελεύσεις σε κοινοβούλια, από τα οποία η μόνη απουσία φωνής ήταν ακριβώς, όπως στα πραγματικά κοινοβούλια, εκείνη αυτών που έδιναν στους αγώνες τα πόδια επάνω στα οποία να περπατήσουν.

Το ταξικό Κόμμα που κατά το πρώτο μέρος του 20ού αιώνα αποτελούσε σημείο άφιξης για την ενοποίηση μιας εργατικής τάξης συγκεντρωμένης σε μεγάλους βιομηχανικούς αστικούς οικισμούς και σε μεγάλες εγκαταστάσεις τεϊλοριστικής οργάνωσης που είχε επεκταθεί από το Ντιτρόιτ στην Πετρούπολη και στη συνέχεια περνώντας στα τορινέζικα εργοστάσια της Mirafiori, ήταν επίσης προϊόν ενός πολιτικού φανταστικού, του οποίου η εργοστασιακή οργάνωση, με τον διαχωρισμό των καθηκόντων και μεταξύ σχεδιασμού και παραγωγής, διαδραμάτισε έναν θεμελιώδη ρόλο. Είναι δύσκολο να πιστέψουμε ότι το Κόμμα που φαντάστηκε ο Μαρξ αντιστοιχούσε ακριβώς σε εκείνο το θεωρημένο από τον Λένιν ή, ακόμα χειρότερα, από τον επόμενο μαρξισμό-λενινισμό.

Σε ένα είδος λαμαρκιανής ερμηνείας της εξέλιξης των ταξικών συγκρούσεων και της οργάνωσής τους, το κόμμα πρόγραμμα της Πρώτης Διεθνούς μετατράπηκε στο Machine Party, στο Κόμμα μηχανή, κατά τα φαινόμενα καλό για οποιαδήποτε χρήση σαν ένας τόρνος ή μια φρέζα ή γραμμή συναρμολόγησης, με το οποίο να επιτευχθεί μια ορισμένη «επαναστατική» παραγωγική ικανότητα. Αγώνες, πραγματικές εμπειρίες, αυτο-οργάνωση έπρεπε να αναθεωρηθούν υπό το πρίσμα του σκοπού της παραγωγής και να αναδιαμορφωθούν ως πρώτες ύλες στις οποίες οι «εργαζόμενοι» μέσω του οργάνου τους θα είχαν δώσει τη «σωστή μορφή».

Ας ρίξουμε μια καλή ματιά σε εκείνο το Κόμμα: οι ασχολούμενοι με τον σχεδιασμό ανέπτυσαν και σκιαγραφούσαν το έργο, οι εργάτες το έθεταν σε εκτέλεση χρησιμοποιώντας τα εργαλεία που συνιστούσε και διέθετε η Διοίκηση για να επιτύχουν στη συνέχεια το επιθυμητό αποτέλεσμα. Το ότι το αποτέλεσμα ήταν πολύ συχνά, και ειδικά από τα χρόνια που ακολούθησαν την μπολσεβίκικη Επανάσταση, απογοητευτικό, υποβαθμισμένο, περιορισμένο ή ακόμα και έχοντας ανατραπεί σε σχέση με τις προσδοκίες δεν φαινόταν να έχει σημασία. Το σημαντικό ήταν η συλλογική προσπάθεια, η ατομική θυσία, ο πολιτικός σταχανοβισμός του μοιράσματος φυλλαδίων ή η δράση με κάθε κόστος. Όπου να θριαμβεύει πάντα είναι η aurea mediocritas, ο μέσος όρος, το ιδεώδες της μετριοπάθειας, η μητέρα όλων των κοινωνικών και θεσμικών γραφειοκρατιών, η μητέρα κάθε θεσμικής και κοινωνικής γραφειοκρατικοποίησης: το πρότυπο της προσαρμογής στον κανόνα και στο υπάρχον, ακόμη και όταν προσποιείται ότι θέλει να το αλλάξει. Από τους γραφειοκράτες των κομμάτων που γεννήθηκαν από τον σταλινικό μπολσεβικισμό στον Αδόλφο Άιχμαν, ακριβώς για να είμαστε σαφείς, και όπως μας θύμισε, ίσως η μεγαλύτερη ερμηνεύτρια της πολιτικής του ‘900: η Hannah Arendt.

Για πολύ καιρό το φανταστικό και το πολιτικό θεωρούνταν χωριστά πεδία της ανθρώπινης γνώσης και δράσης, ενώ στην πραγματικότητα το «πολιτικό» είναι μόνο ένα από τα εδάφη του φανταστικού. Με αυτή τη δήλωση δεν σκοπεύω με τίποτα να επιστρέψω στον ιδεαλισμό ή στην επιβεβαίωση της υπεροχής του νου και της ιδέας στις υλικές συνθήκες. Αντίθετα, θα ήθελα να επαναλάβω με μεγαλύτερη δύναμη ότι το φανταστικό δεν μπορεί να υπάρξει χωρίς να βυθίσει βαθιά τις ρίζες του στη συγκεκριμένη υλική πραγματικότητα της οποίας είναι μία από τις εκφράσεις. Δεν μπορούμε να φανταστούμε τίποτα που δεν υπάρχει ήδη ή χωρίς να ξεκινάμε από την ερμηνεία των σημάτων που μας στέλνει ήδη ο γύρω κόσμος.

Ακριβώς γι ‘αυτό το λόγο κάθε πολιτική πράξη και κάθε θεωρητικοποίησή της είναι το αποτέλεσμα μιας ερμηνείας των σημάτων που μεταδίδει η ανθρώπινη κοινωνία σε εμάς και των πιθανών σκοπών που προσπαθεί να επιδιώξει το είδος και οι τάξεις στις οποίες εξακολουθεί να διαιρείται. Γνωρίζουμε καλά ότι το πολιτισμικό, πολιτικό, οικονομικό και ηθικό φανταστικό κυριαρχείται γενικά από το όραμα που οι κυρίαρχες τάξεις σκοπεύουν να μεταδώσουν στις τάξεις που έχουν απολέσει τη δυνατότητα να αποφασίζουν και να οργανώνουν την κοινωνικοοικονομική δομή, αλλά γι ‘αυτό ακριβώς είναι σημαντικό να αποσυνδεθεί η συνείδηση και η γνώση των εκμεταλλευόμενων τάξεων από εκείνη που παράγεται από εκείνες που βρίσκονται στην εξουσία.

Πρόκειται για ένα παλιό πρόβλημα του εργατικού κινήματος και του ταξικού ανταγωνισμού εκείνο για την καταπολέμηση της ψεύτικης συνείδησης, αποκαλύπτοντας τα περιεχόμενα, τις μεθόδους και τους σκοπούς. Αλλά πολύ συχνά αυτός ο προβληματισμός και η κριτική δράση έχει σταματήσει στην επιφάνεια της αναπαράστασης του κόσμου, μη πηγαίνοντας να επηρεάσει την πραγματική παραγωγή του κόσμου και των κοινωνικών σχέσεων που τον θεμελιώνουν. Πρέπει να εγκαταλείψουμε την ιδέα μιας θεωρητικής μάχης που προορίζεται να υπονομεύσει την αστική σκέψη ενώ περιμένει μια μεταγενέστερη [μεταθανάτια, post-mortem;] μεταμόρφωση της κοινωνίας ως αποτέλεσμα μιας ρεφορμιστικής ή επαναστατικής βελτίωσης. Και δεν αρκεί ούτε να παρακάμψουμε τα σύμβολα και τις εικόνες όπως πρότειναν κάποτε οι καταστασιακοί: σήμερα η διαφήμιση το κάνει καθημερινά, κάνοντας το détournement να χάσει μεγάλο μέρος του πλεονεκτήματος που είχε αποκτήσει νωρίτερα.

Αυτή η συμπεριφορά συνέβαλε, αθέλητα (ίσως), στη διατήρηση και ενίσχυση των σημερινών σχέσεων παραγωγής, δεδομένου ότι το να θεωρούνται αυτονόητες και αναπόφευκτες, μέχρις ότου φτάσουν σε ένα ακτινοβόλο μέλλον, συνέβαλε στη διατήρηση και ενίσχυση των υλικών βάσεων των κυρίαρχων ιδεολογιών. Η αποδοχή των σημερινών σχέσεων συνεπάγεται την αποδοχή, όσο κριτική κι αν είναι, τόσο του νόμου της αξίας όσο και της απόσπασης της υπεραξίας από το ζωντανό κορμί της εργασίας, της εργατικής δύναμης. Από εδώ, και , οι θεωρίες του σοσιαλισμού σε μια μόνο χώρα και της δυνατότητας, που συζητήθηκε στα χρόνια είκοσι, μιας σοσιαλιστικής συσσώρευσης. Αναμένοντας το ακτινοβόλο μέλλον, σύμφωνα με αυτή την ερμηνεία, αυτό που χρειάζεται είναι να αλλάξει η κατεύθυνση-διεύθυνση της μηχανής, όχι η ίδια η μηχανή. Αυτός που αναφέραμε προηγουμένως, ο Μπορντίγκα ήταν ίσως ο μόνος που αντιλήφθηκε την εσωτερική αντίφαση, όχι μόνο θεωρητική, σε αυτή τη διατύπωση της κοινωνικής ανάπτυξης στα σκαριά, αλλά κι αυτός συνέχισε να βασίζεται στην ιδέα του Κόμματος που σώζει τα πάντα.

Οι χίπις, αλλά μαζί με αυτούς πολλοί κοινοτιστές που είχαν προηγηθεί από αυτούς κατά τη διάρκεια του ‘900 και του δέκατου ένατου αιώνα, πίεσαν προς αυτή την έννοια, προς αυτή την κατεύθυνση: η κοινωνία έπρεπε να αλλάξει εδώ, τώρα και αμέσως. Οι κοινότητες, η απόρριψη της μισθωτής εργασίας και της εκμετάλλευσης, ένας εναλλακτικός τρόπος ζωής που βασίζεται περισσότερο στη βραδύτητα και την απραξία απ ‘ό, τι στην παραγωγικότητα και στην βασανιστική αναζήτηση του κέρδους πήγαιναν προς την κατεύθυνση να διαρρήξουν, να σπάσουν την εκπροσώπηση που δημιουργούσε η κοινωνία για τον εαυτό της και των «αναγκαίων» νόμων της. Η ερώτηση που τέθηκε ήταν πολύ απλή: μέχρι πότε; 2

Το φανταστικό γίνεται τότε ο προνομιούχος χώρος στον οποίο τα σήματα, ερμηνευμένα με διαφορετικό τρόπο από τον ατομικό νου ή τον συλλογικό, μεταφράζονται σε σύμβολα, που προορίζονται να αποτελέσουν τη βάση κάθε λόγου-συζήτησης (πολιτικού, φιλοσοφικού, επιστημονικού, λογοτεχνικού, πολιτιστικού και οτιδήποτε άλλο είναι αυτός). Να αλλάξει, να αλλάξουν τα σημάδια και τα σύμβολά του, σημαίνει να αντιστρέψουμε όχι μόνο τη σειρά του λόγου- της συζήτησης- αλλά τους νόμους του, τις προϋποθέσεις του, τις παραδοχές του, της γενικότερης έννοιας και σημασίας της αφήγησης που κτίστηκε γύρω από αυτόν-αυτήν. Τέλος, η αντιστροφή ή η ριζική μεταβολή των όρων της ομιλίας-του λόγου-της συζήτησης είναι το μόνο μέσο που επιτρέπει να φτάσουμε στη διαμόρφωση ενός νέου παραδείγματος, που είναι απαραίτητο για τον ορισμό νέων πεδίων της γνώσης και της ανθρώπινης δράσης.3

Έτσι, το να μοιραστούμε τις συμβολικές σημασίες του καθίσταται ένας τρόπος για να μοιραστούμε την ανάγκη αλλαγής και ανατροπής που ήδη εμφανίζεται στη δράση της ανθρώπινης κοινότητας, ανακινώντας τα όνειρα και τις επιθυμίες της, βοηθώντας στον καθορισμό νέων στόχων και σκοπών, ενώ η κοινή χρήση των συμβόλων που συνδέονται με την δοθείσα κοινωνικοοικονομική και πολιτιστική τάξη καταλήγει να συμβάλλει στη διατήρηση αυτού που, ουσιαστικά, είναι ήδη νεκρό.

Ναι, επειδή έως ότου είμαστε πεπεισμένοι ότι ζούμε σε ένα καθεστώς ανάγκης, δεν καταφέρνουμε να ερμηνεύσουμε τα σήματα, τα σημάδια, που παράγονται από την πραγματική ιστορία και την υλική κοινωνία, που μας δείχνουν ότι αυτή η κατάσταση «ανάγκης» είναι μόνο ένα από τα πιθανά σενάρια. Η κωμωδία λειτουργεί μέχρις ότου όχι μόνο ο σκηνοθέτης και οι σεναριογράφοι κρατούν την κόπια, την γραφή στα χέρια τους, αλλά και κυρίως επειδή όλοι οι ηθοποιοί και όλοι οι κομπάρσοι δεσμεύονται να την απαγγείλουν καλά. Να την καταστήσουν πειστική. Εάν παραφωνήσουν ή απαγγείλουν λάθος τον ρόλο τους μόνον ένας ή λίγοι κομπάρσοι, είναι σαφές ότι θα είναι βολικό γι αυτόν που εμπλέκεται στο casting να τους αντικαταστήσει.

Και μετά γνωρίζουμε, οι ηθοποιοί δένονται συναισθηματικά με τους χαρακτήρες, τις προσωπικότητες που υποδύονται, αναγνωρίζουν σε αυτούς τον εαυτό τους και πιστεύουν σε αυτούς. Αρκεί να αναφέρουμε τον φτωχό Bela Lugosi, ο οποίος, αφού πρωταγωνίστησε δεκάδες ταινίες στις οποίες ερμήνευσε τον Dracula ή άλλα βαμπίρ, κατέληξε να ζει τα τελευταία χρόνια πιστεύοντας ότι είναι παιδί της νύχτας και να κοιμάται σε ένα φέρετρο.

zad-contre-300x187.jpg

Επιστρέφοντας στο βιβλίο, μπορώ να πω ότι εδώ δεν είναι δυνατόν, και ακόμη λιγότερο χρήσιμο, να επαναλάβουμε τα παράλληλα γεγονότα των δύο αγώνων, και για να μην αφαιρέσουμε την ευχαρίστηση και το ξάφνιασμα στον αναγνώστη ώστε να τα βρει στη ζωντανή και συναρπαστική αφήγηση των φωνών των αγωνιστών, γάλλων και ιταλών, οι οποίοι ερωτήθηκαν και απάντησαν και που καμία άλλη πένα ή γραπτές δεξιότητες επαγγελματιών της αφήγησης μπορεί να διηγηθεί ή να συνθέσει με καλύτερο τρόπο.

Σχετικά με τη γαλλική έκδοση του 2016 το έργο της «Κακιά παρέας, Cattiva compagnia» που μεταφράστηκε στα ιταλικά δεν παρουσιάζει τη χρονολογία των δύο αγώνων, τον κατάλογο των χαρακτήρων που αναφέρονται και τον τελικό αναλυτικό δείκτη, πιθανότατα για να μην επιβαρυνθεί ένα κείμενο ήδη αρκετά γεμάτο από μόνο του, αλλά αποτελεί ένα κείμενο που θα μπορούσε να γίνει σημείο αναφοράς όχι μόνο για όσους επιθυμούν να μάθουν περισσότερα για τους δύο αγώνες αλλά και για εκείνους που θέλουν να απελευθερωθούν από τους κανόνες της πολιτικής δράσης του εικοστού αιώνα που είναι περισσότερο πολιτικαντισμός και όχι ταξική δράση / προβληματισμός για να αντιμετωπίσουν πιο αποτελεσματικά, αμέσως, τα μελλοντικά καθήκοντα που σχετίζονται με την υπερνίκηση του σημερινού τρόπου παραγωγής και μιας κοινωνίας διαχωρισμένης σε τάξεις.zad-combat-300x217.jpg

Σε αυτό το σημείο εγείρεται η υποψία ότι η κατασταλτική λύσσα εναντίον των δύο κοινοτήτων που έχει τεθεί σε εφαρμογή από τα Κράτη και τους αστυνομικούς τους μηχανισμούς4 δεν οφείλεται τόσο στο γεγονός πως αντιπαρατέθηκαν στην πραγματοποίηση δύο από τα μεγάλα άχρηστα έργα στα οποία μας έχει συνηθίσει ο σημερινός καπιταλισμός κάθε περίοδο επενδυτικής κρίσης, αλλά ακριβώς λόγω της ικανότητας που οι δύο αγώνες κατάφεραν να επιδείξουν όσον αφορά την κριτική και την αναδιοργάνωση του υπάρχοντος και, πάνω απ ‘όλα, επειδή ήταν σε θέση να επανασχεδιάσουν το φαντασιακό των τάξεων και των κοινωνικών στρωμάτων σε αγώνα. Αποφεύγοντας κάθε αναφορά στο μοντέλο ανάπτυξης που δόθηκε ως δεδομένο από τα μέσα μαζικής ενημέρωσης, από τις κυβερνήσεις και, πολύ συχνά, ακόμη και από τις υποτελείς τάξεις.

Να λοιπόν, που και ο όρος λαοί, ο οποίος εμφανίζεται μέσα στη λογική και τα σκεπτικά του βιβλίου και των δύο κινημάτων, παίρνει μια αξία και μια έννοια εντελώς διαφορετική από εκείνη του «λαού» που σήμερα, συγχωρέστε το παιχνίδι με τις λέξεις, ερημώνει τόσο στα δεξιά όσο και στα αριστερά. Στη δεύτερη περίπτωση, η έννοια βασίζεται πάντοτε σε ουσιαστικά εθνοτική, γλωσσική και εθνική (οπότε κρατική) βάση καθώς και διαταξική και αποκλειστική, ενώ στην πρώτη περίπτωση η έννοια χρησιμεύει στον προσδιορισμό εκείνων που αγωνίζονται μαζί για ένα στόχο που ξεπερνά τα όρια της εδαφικότητας για να τεθεί ως μέσο ατομικής και συλλογικής απελευθέρωσης ταυτόχρονα. Ένας όρος που γίνεται περιεκτικός έτσι όπως έγιναν οι δύο κοινότητες σε σχέση με όλους εκείνους που συντάχτηκαν μαζί τους στον αγώνα, ζήτησαν τη βοήθεια τους ή έφτασαν σε αυτές στην κοινή συνύπαρξη.

Ένα πρότυπο ενσωμάτωσης μέσω της κοινής χρήσης των στόχων και της συμμετοχής σε κοινές μάχες, που δεν μπορεί να μην παραπέμψει και στο κομουναλιστικό πείραμα της Rojava, το οποίο, με τη σειρά του, έλαβε συχνά την υποστήριξη των δύο πραγματικοτήτων που αναφέρθηκαν παραπάνω.

Ο αναγνώστης έχει τώρα το καθήκον της ανάγνωσης, της περιήγησης, της άντλησης έμπνευσης από τις σελίδες του βιβλίου και της συλλογής φωτογραφιών και χαρτών που το συνοδεύουν.

zad-est-partout-300x183.jpg

Ποτέ δεν έχω αγαπήσει πολύ τον Τοlkien και τον άρχοντα των δαχτυλιδιών, αλλά η έννοια της μέσης γης μου φαίνεται πολύ κατάλληλη για να καθορίσω την εμπειρία ενός κόσμου που δεν είναι πλέον και, ταυτόχρονα, δεν είναι ακόμα. Ίσως οι χίπις και οι σύντροφοι των πιο ριζοσπαστικών παλαιών αγώνων έζησαν στα ίδια εδάφη του φαντασιακού και του πραγματικού. Τώρα, μαζί με τους συντρόφους του ZAD και του NoTav, είναι η σειρά μας: Θα είναι σκληρά, αλλά θα κερδίσουμε! A sarà düra, ma vinceremo!

Όρος ο οποίος δεν μεταφράζεται στα ιταλικά που χρησιμεύει για τον ορισμό μιας ιδιαίτερης εδαφικής διαμόρφωσης αποτελούμενης από μικρά χωράφια και οικόπεδα που χωρίζονται από δεντροστοιχίες τα οποία στην περιοχή της Notre-Dame-des-Landes έχουν επιβιώσει από την εξάπλωση της μονοκουλτούρας. Για να κατανοήσουμε πλήρως το πνεύμα που ενθάρρυνε, που έδωσε ζωή στις πρωτοβουλίες κοινοτήτων των δεκαετιών του εξήντα και του εβδομήντα, στη θέση των συνηθισμένων ταινιών ή ντοκιμαντέρ και κειμένων «εναλλακτικών», συνιστώ να δείτε το ντοκιμαντέρ Valley Uprising των Peter Mortimer και Nick Rosen (2014), που τώρα είναι διαθέσιμο στην ιταλική έκδοση, με τον ίδιο τίτλο, σε dvd στη σειρά Ο μεγάλος αλπινισμός ως η τέταρτη έκδοση της σειράς. Πρόκειται για μια προσεκτική ανακατασκευή των καινοτομιών που έγιναν στην παραδοσιακή ορειβασία με τεχνικές αναρρίχησης που αναπτύχθηκαν στην Καλιφόρνια, στην κοιλάδα Yosemite, ξεκινώντας από τη δεκαετία του ’50, όπου η συνεχής αναζήτηση για διαφυγή από το νόμο των πτώσεων, που ακολούθησαν αμερικανοί αναρριχητές του περίφημου Camp 4, αποτελεί μια υπέροχη μεταφορά της απελευθέρωσης του ανθρώπινου είδους από τις αλυσίδες της εργασίας, της οικογένειας και του Κράτους. Ισχύει για όλους η επανάσταση που έφερε στην ανθρώπινη σκέψη και έρευνα η διατύπωση του Γαλιλαίου, που περιέχεται στον Saggiatore, όπου δηλώνει: «Η φιλοσοφία είναι γραμμένη σε αυτό το σπουδαίο βιβλίο που είναι συνεχώς ανοιχτό μπροστά στα μάτια μας (λέω το σύμπαν), αλλά δεν μπορούμε να καταλάβουμε αν δεν μάθουμε πρώτα να κατανοούμε τη γλώσσα, και να γνωρίζουμε τους χαρακτήρες στους οποίους είναι γραμμένο. Είναι γραμμένο αυτό σε μαθηματική γλώσσα, και οι χαρακτήρες είναι τρίγωνα, κύκλοι και άλλες γεωμετρικές μορφές, χωρίς αυτά τα μέσα είναι αδύνατο να κατανοήσουμε ανθρώπινα λέξη, χωρίς αυτούς είναι μια μάταιη περιπλάνηση μέσα από ένα σκοτεινό λαβύρινθο“. Θέτοντας εκ των πραγμάτων τα θεμέλια, το 1623, του σύγχρονου επιστημονικού παραδείγματος. Αρκεί να σκεφτούμε ότι ο πρόεδρος Macron, την ίδια στιγμή που έπρεπε να αναγνωρίσει την ήττα του σχεδίου του νέου αεροδρομίου, εκτόξευσε την απειλή πως θέλει έτσι κι αλλιώς να εκδιώξει τους καταληψίες από τα εδάφη του ZAD.

σύγχρονη σκέψη

Συνέντευξη Intervista ad Anselm Jappe , δεύτερο μέρος

Hemmens: Με τα πρόσφατα ελληνικά συμβάντα ακόμη ζωντανά στο μυαλό του καθένα, είναι ξεκάθαρο πως η οικονομική κρίση  του 2008 είναι πολύ μακρυά απ’ το να θεωρηθεί μια απλή διαταραχή σε ένα καπιταλιστικό σώμα υγιές κατά τα άλλα. Διαφορετικά από αυτούς που αποδίδουν αυτή την κρίση στην κακή διαχείριση ή στην καπιταλιστική απληστία, πως μας βοηθά, η Κριτική της αξίας, να καταλάβουμε τι συμβαίνει δομικά πίσω από την εμφάνιση αυτών των καταρρεύσεων σχεδόν μοιραίων των οικονομικών συστημάτων και των εθνικών οικονομιών?

Jappe: Οι αστοί θεωρητικοί πάντα πίστευαν  «αιώνιο» τον καπιταλισμό διότι, ισχυρίζονται, βρίσκεται σε συμφωνία με την  «ανθρώπινη φύση. Γι αυτούς, όλες οι κρίσεις είναι μόνο κυκλικές και μεταβατικές: τις αντιλαμβάνονται σαν αποτέλεσμα των ανισορροπιών ανάμεσα σε ζήτηση και προσφορά φτάνουν στο σημείο να τις επαινούν σαν «δημιουργική καταστροφή». Για τους μαρξιστές, ο καπιταλισμός είναι παροδικός και είναι καταδικασμένος να ξεπεραστεί, μιαν ημέρα, μα η κατάργησή του περιμέναμε πάντα πως θα ήταν το αποτέλεσμα επαναστατικών δράσεων της εργαζόμενης τάξης ή κάποιου άλλου οργανωμένου αντιπάλου.  H πιθανότητα ο καπιταλισμός να έχει εσωτερικά όρια που θα μπορούσε να έχει αγγίξει, μετά τον θάνατο του  Marx σχεδόν ποτέ δεν λήφθηκε υπ’ όψιν.

Όταν ο παραδοσιακός μαρξισμός  προέβλεψε μια τελική κατάρρευση, πάντα θεωρούσε πως αυτό θα είχε την μορφή μιας πολιτικής επανάστασης που θα ήταν το αποτέλεσμα των ανυπόφορων συνθηκών που δημιουργεί η καπιταλιστική εκμετάλλευση. Υπάρχει, ωστόσο, ένας πολύ σημαντικός παράγοντας που δεν λαμβάνονταν υπ όψιν: η συρρίκνωση στην μακρά περίοδο της μάζας αξίας (και κέρδους) που ανέφερα νωρίτερα. Αυτό το πρόβλημα εμφανίστηκε μόνο με τρόπο περιορισμένο: την πτώση του ποσοστού κέρδους.

Μετά που ο καπιταλισμός μπόρεσε να ενσωματώσει μέσα του, με επιτυχία, τις έμφυτες κριτικές, κυρίως στην διάρκεια του boom keynesiano-fordista που ακολούθησε τον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο, πολλοί μαρξιστές πείστηκαν οριστικά πως ο καπιταλισμός δεν θα συναντούσε ποτέ ξανά μιαν άλλη οικονομική κρίση  και πως μονάχα η υποκειμενική δυσαρέσκεια θα μπορούσε να είχε οδηγήσει στην υπέρβασή του. Οι καταστασιακοί, έτσι όπως η Σχολή της Φρανκφούρτης,  αφέθηκαν τελείως σε αυτή την προοπτική. Με κάθε τρόπο, όπως προείπα, όλο αυτό άλλαξε τελείως μετά το 1970.

Η συσσώρευση του κεφαλαίου έφτασε τα όριά της διότι η βάση της, η εξαγωγή υπεραξίας από την ζωντανή εργασία, έγινε όλο και πιο μικρή σιγά σιγά όσο ξεθώριαζε συνεχώς η σημαντικότητα της ζωντανής εργασίας. Το αποτέλεσμα είναι πως ο καπιταλισμός τώρα είναι σε θέση να επιβιώνει μόνον διαμέσου της προσομοίωσης; που σημαίνει, προβλέποντας τα μελλοντικά κέρδη – που δεν θα έρθουνε ποτέ – διαμέσου του χρέους. Η Κριτική της αξίας λέει αυτό από το 1987. Στα χρόνια 1990, η εμπειρική απόδειξη φαίνονταν να οδεύει ενάντια σε αυτό το θέμα, αλλά μετά το 2008 όλοι ξεκίνησαν να λένε πόσο βαθιά ήταν η κρίση. Η πραγματικότητα είναι πως το 2008 υπήρξε η δόνηση που προειδοποιεί για τον σεισμό της κρίσης του καπιταλισμού, και με κανέναν τρόπο δεν ήταν μια πραγματική κατάρρευση. Και στην αριστερά και στην ριζοσπαστική αριστερά, ωστόσο, η πίστη στην αιωνιότητα του καπιταλισμού είναι εκπληκτικά δυνατή!

Είναι πολύ κοινό να βλέπεις να κατηγορούνται για την κρίση, οι οικονομικές αγορές που πνίγουν «την πραγματική οικονομία». Η αλήθεια είναι το ακριβώς αντίθετο: μόνον το χρέος επιτρέπει την συνεχιζόμενη προσομοίωση παραγωγής αξίας – που σημαίνει κέρδος – από την στιγμή που η πραγματική συσσώρευση έφτασε σε ένα σχετικά ολοκληρωτικό stop. Και η πυκνή εκμετάλλευση επίσης  των εργαζομένων στην συνεισέφερε πολύ λίγο στην παγκόσμια μάζα του κέρδους.

Το να αντικαθιστούμε την κριτική του καπιταλισμού με την κριτική των οικονομικών αγορών είναι καθαρός λαϊκισμός και σημαίνει απλά να αποφεύγουμε τα πραγματικά ζητήματα. Το πραγματικό δράμα είναι πως ο καθένας είναι ακόμη αναγκασμένος να δουλεύει για να μπορεί να ζει, ακόμη και όταν στην παραγωγή δεν χρειάζεται  πλέον η εργασία.  Το πρόβλημα δεν είναι η απληστία συγκεκριμένων προσώπων – αν και σίγουρα αυτή η απληστία υπάρχει – και δεν μπορεί να επιλυθεί σε βάσεις ηθικές. Οι τραπεζίτες και οι όμοιοί τους – οι οποίοι, δεν μπορούμε να το αρνηθούμε, είναι πολύ συχνά φιγούρες μισητές – απλά ακολουθούν τους τυφλούς νόμους ενός φετιχιστικού συστήματος που πρέπει να του ασκείται κριτική στο σύνολό του.

ο Kurz ονομάζει αυτή την διαδικασία   «desustanzializzazione του χρήματος», [sostanza σημαίνει ουσία, οπότε μεταφράζοντας ελεύθερα θα λέγαμε: πως από το χρήμα αφαιρείται η ουσία του]. Από την στιγμή πως μόνο η ζωντανή εργασία δημιουργεί αξία, μορφοποιεί την «ουσία» του. Δεν πρόκειται για μιαν διαδικασία φαντασιακή; ξοδεύεται πραγματικά ανθρώπινη ενέργεια κι αυτή υπάρχει σε μιαν συγκεκριμένη ποσότητα (αν και να την μετρήσουμε θα μπορούσε να είναι πολύ δύσκολο). Η αξία δεν μπορεί να δημιουργηθεί με διάταγμα, μα μόνο από μια πραγματική εργατική διαδικασία – και πρέπει να είναι «παραγωγική εργασία» με την καπιταλιστική έννοια (αυτό σημαίνει πως όχι μόνον καταναλώνει κεφάλαιο αλλά βοηθά επίσης να το αναπαράξει).

Με διάταγμα μπορεί να δημιουργηθεί το χρήμα – μα όταν δεν αντιστοιχεί στην πραγματική ποσότητα της εργασίας που υποτίθεται πως αυτό  «αντιπροσωπεύει», δεν έχει  «ουσία» και χάνει την αξία του μέσα από κάποια μορφή πληθωρισμού (αν και εάν για δεκαετίες η έκρηξη ενός μαζικού πληθωρισμού αναβλήθηκε για αργότερα παρκάροντας τεράστιες ποσότητες φετίχ κεφαλαίου στις αγορές μετοχών, στις αγορές ακινήτων, και πάει λέγοντας). Επάνω σε αυτό, η Κριτική της αξίας βρίσκεται σε έντονη αντίθεση με σχεδόν όλους τους οικονομολόγους της αριστεράς, που σε γενικές γραμμές είναι μόνον neo-keynesiani, νεο-Κεϋνσιανοί.

Hemmens: Αυτή την στιγμή εργάζεσαι επάνω σε ένα νέο βιβλίο, Οι περιπέτειες του μοντέρνου υποκείμενου, που συνδέεται με την πρωτότυπη έκθεσή σου της Κριτικής της αξίας, αλλά και που εξερευνά πιο λεπτομερειακά την  «υποκειμενική» πλευρά της καπιταλιστικής κοινωνικής κατάρτισης. Υποστηρίζεις πως η μορφή υποκείμενο, όπως η «εργασία», είναι ιστορικά περιγραφή του καπιταλισμού και πως και αυτή είναι καταστροφική. Στεκόμενοι στο έργο του αμερικάνου κοινωνικού κριτικού, Christopher Lasch, κι εσύ υποστηρίζεις πως η καπιταλιστική υποκειμενικότητα είναι μια μορφή ναρκισσισμού.  Θα μπορούσες να εξηγήσεις ποια είναι η σύνδεση ανάμεσα στην κριτική σου της εργασίας και την μορφή υποκείμενο? Πως επίσης η «υποκειμενικότητα» μπορεί να είναι ιστορικά καθορισμένη του καπιταλισμού? Γιατί αυτή η μορφή υποκείμενο είναι ναρκισσιστική και ποιον ρόλο έχει στην ανάπτυξη της διατριβής σου η κριτική (συντηρητική) του Lasch της μοντέρνας κοινωνίας?

Jappe: Η κριτική της έννοιας του «υποκείμενου» έγινε πολύ σύντομα μια πτυχή κλειδί της Κριτικής της αξίας.Στον παραδοσιακό μαρξισμό, όπως σχεδόν σε όλη την μοντέρνα φιλοσοφία από τον Καρτέσιο και μετά, το υποκείμενο είναι κάτι που πάντοτε υπήρξε. Είναι ένα γεγονός οντολογικό. Πολύ σύντομα οι μαρξιστές ταυτοποίησαν το υποκείμενο με την εργατική τάξη, η οποία μεσολαβεί ανάμεσα στον άνθρωπο και την φύση και που κάνει την ιστορία υπό την μορφή του «επαναστατικού υποκειμένου». Μέσα σε αυτή την προοπτική, «χειραφέτηση» (ή «επανάσταση») σημαίνει πως το υποκείμενο, που μέχρι αυτό το σημείο βρίσκονταν καταπιεσμένο, επιτέλους κατακτά όλα τα δικαιώματά του. Το παραδοσιακό  «φιλοσοφικό υποκείμενο» δέχτηκε σφοδρή επίθεση από τα χρόνια 1950, κυρίως στο όνομα του στρουκτουραλισμού, της γλωσσολογίας και της ψυχανάλυσης. Υπήρχαν πολλοί καλοί λόγοι γι αυτήν την  «αποδόμηση» του υποκειμένου.

Ωστόσο, δεν αποδομούνταν το υποκείμενο σαν κατηγορία ιστορική και αντιθέτως διακηρύσσονταν πως δεν υπήρξε ποτέ κανένα υποκείμενο, ούτε θα μπορούσε ποτέ να υπάρξει, και πως αυτό ήταν μονάχα ένα  «επιστημολογικό σφάλμα». Η κριτική της αξίας, αντιθέτως, επικεντρώθηκε στην έννοια του φετιχισμού των εμπορευμάτων του Marx: οι άνθρωποι φτιάχνουν την δική τους ιστορία αλλά την φτιάχνουν ασυνείδητα. Οι άνθρωποι δημιουργούν δομές («οικονομικούς νόμους», «τεχνολογικές προσταγές και αναγκαιότητες», και πάει λέγοντας) που καταλήγουν να τους κυριαρχούν, όπως συμβαίνει με την θρησκεία. Το μόνο πραγματικό υποκείμενο στην καπιταλιστική κοινωνία είναι η αξία, την οποίαν ο Μάρξ αποκαλεί «αυτόματο υποκείμενο»: η αξία χρησιμοποιεί την ανθρώπινη κοινωνία για να εξασφαλίσει πως η συσσώρευσή της δεν θα τελειώσει ποτέ. Οι άνθρωποι έγιναν οι υπηρέτες των αλλοτριωμένων δυνατοτήτων τους. Κι όμως αυτό είναι μέρος της ιστορικής διαδικασίας. Η ιστορία, όπως εξηγήθηκε μέχρι τώρα, μπορεί να περιγραφεί σαν μια διαδοχή διάφορων μορφών φετιχισμού και ασυνείδητου, αλλοτριωμένων μορφών κοινωνικής διαμεσολάβησης.   Αυτό δεν έχει καμία σχέση με μιαν «ανθρώπινη κατάσταση». Μπορεί να ξεπεραστεί, τουλάχιστον στην θεωρία.

Αυτή η υπέρβαση, ωστόσο, δεν  μπορεί να εννοηθεί σαν θρίαμβος ενός  «υποκειμένου» προϋπάρχοντος, που επέζησε κάτω από την στάχτη της καπιταλιστικής αλλοτρίωσης. Δεν μπορούμε πλέον να δηλώσουμε πως ο «λαός», οι «μάζες», οι «εργαζόμενοι» είναι, στην ουσία τους, όντως, αμόλυντοι από την λογική του εμπορεύματος (ανταγωνισμός, απληστία, καιροσκοπισμός, κλπ.). Αυτό μπορούσε να συμβαίνει στους τόπους όπου ο εκσυγχρονισμός είχε μόλις αρχίσει να αναδύεται, δεν είναι όμως πλέον εφαρμόσιμο. Εάν αποδέχονται το σύστημα, αυτό δεν είναι απλά το αποτέλεσμα της  «χειραγώγησης των μέσων επικοινωνίας», ή κάτι τέτοιο τέλος πάντων. Είναι αυτό, στο ίδιο μέτρο, το όριο όλων των λόγων που κάνουν έκκληση στον o  «εκδημοκρατισμό».

Το μοντέρνο υποκείμενο σχηματίζονταν διαμέσου της εσωτερικοποίησης των κοινωνικών περιορισμών που στις προηγούμενες κοινωνίες επιβάλλονταν από το εξωτερικό στα άτομα. Το Panopticon του Jeremy Bentham είναι το παράδειγμα της «ελευθερίας» του μοντέρνου υποκείμενου. Στον Διαφωτισμό, και στον Immanuel Kant ειδικότερα, πιστώνεται πως επινόησε την αυτονομία του μοντέρνου υποκείμενου. Ωστόσο, οι φιλόσοφοι του διαφωτισμού – ο Kant για μιαν ακόμη φορά είναι το καλύτερο παράδειγμα – δεν ταυτοποιούσαν το «υποκείμενο» με «την ανθρώπινη ύπαρξη» σαν τέτοια, αλλά μάλλον μόνο με εκείνους που είχαν δείξει πως είναι «υπεύθυνοι»: με άλλα λόγια, εκείνους που ήταν σε θέση να ελέγξουν τις αυθόρμητες ανθρώπινες ορμές τους και τις επιθυμίες τους.  Η πρώτη συνθήκη για να είναι ένα υποκείμενο ήταν εκείνη του να θέσει τον εαυτό του στην εργασία, να αντιλαμβάνεται τον εαυτό του σαν εργαζόμενο, και να αναπτύσσει όλες τις απαραίτητες ποιότητες για τον καπιταλιστικό ανταγωνισμό: έλλειψη συναισθημάτων, άρνηση των άμεσων ικανοποιήσεων, σκληρότητα της καρδιάς προς τον εαυτό τους και προς τους άλλους, και ούτω καθ’ εξής.

Στις γυναίκες και στους πληθυσμούς μη ευρωπαϊκούς δεν δίδονταν το καθεστώς του υποκειμένου. Φυσικά, αργότερα στην ιστορία, στάθηκαν σε θέση να το αποκτήσουν, μα μόνον μετά που είχαν προσπαθήσει να έχουν τις ίδιες ποιότητες  (αρνητικές) των λευκών αρσενικών, οι οποίοι ακόμη, εντούτοις,  θεωρούνταν σαν τα μόνα αληθινά υποκείμενα. Το  status του υποκείμενου είναι, λοιπόν, πλατιά συνδεδεμένο στην εργασία; και η υπέρβαση της μοντέρνας κοινωνίας – όπου τα πρόσωπα ορίζονται κυρίως ξεκινώντας από την συνεισφορά τους στην παραγωγή αφηρημένης αξίας μέσα από την εργασία – θα είναι επίσης το ξεπέρασμα εκείνου που ονομάζουμε το «υποκείμενο»; όχι για να το αντικαταστήσουμε με τυφλές δομές  «αντικειμενικές», αλλά μάλλον με την αληθινή ανθοφορία του ατόμου.

Προσπαθώ να αναπτύξω επιπλέον την κριτική του υποκείμενου, συνδέοντάς την με την αρχή του ναρκισσισμού, ιδιαίτερα διαμέσου των αναγνώσεών μου του έργου του Lasch. Ο ναρκισσισμός μπορεί να εννοηθεί όπως η ψυχολογική μορφή που αντιστοιχεί στον μεταμοντέρνο καπιταλισμό, με τον ίδιο τρόπο με τον οποίον οι κλασικές νευρώσεις που περιγράφονται από τον Freud αντιστοιχούν στον κλασικό καπιταλισμό. Ωστόσο, ναρκισσισμός δεν σημαίνει απλά υπερβολική αυτοεκτίμηση. Όπως έδειξε ο  Lasch, σημαίνει μια υπερβολική οπισθοδρόμηση σε μιαν μίξη αισθήματος ανικανότητας και παντοδυναμίας που χαρακτηρίζει πολύ την πρώιμη παιδική ηλικία. Η ανθρώπινη κουλτούρα είναι μια προσπάθεια συνεχής για να βοηθήσει το ανθρώπινο άτομο να ξεπεράσει αυτή την μορφή πρωτόγονη και νηπιακή.

Ο ύστερος καπιταλισμός, αντιθέτως, διεγείρει μια οπισθοδρόμηση σε αυτούς τους πρωτόγονους μηχανισμός, κυρίως μέσα από την καλλιέργεια της καταναλωτικής νοοτροπίας. Είναι για αυτόν τον λόγο που μπορούμε να πούμε με σημασία πως τα μεταμοντέρνα άτομα πολύ συχνά είναι ακραία ανώριμα, και να εξηγήσουμε γιατί κάποια από αυτά γίνονται εύκολα λεία βίαιων συμπεριφορών, μέχρι να φτάσουν σε σημείο να πυροβολούν στα σχολεία και σε άλλα παρόμοια φαινόμενα.  Σήμερα, η κοινωνία των εμπορευμάτων βασίζεται όχι τόσο  στην καταπίεση της επιθυμίας  (αν και αυτή η καταπίεση συνεχίζει να υπάρχει) όσο μάλλον στην δημιουργία της αίσθησης πως δεν υπάρχουν σύνορα και όρια. Η ψυχανάλυση είναι κυρίως χρήσιμη για να καταλάβουμε τον παθολογικό χαρακτήρα της σύγχρονης κοινωνίας, που δεν είναι απλά ένας τρόπος άδικος αλλά ορθολογικός εκμετάλλευσης των προσώπων προς όφελος άλλων προσώπων,  αλλά είναι επί του παρόντος, στο μεγαλύτερο μέρος, μια παράλογη κούρσα προς τα κάτω, καταστροφική και αυτοκαταστροφική.

Αυτό έγινε ιδιαίτερα προφανές με την καπιταλιστική κρίση των τελευταίων δεκαετιών. Παρόλα αυτά, δεν οφείλεται απλά αυτό στις «υπερβολές» του νεοφιλελευθερισμού. del neoliberismo. Αυτός ο ανορθολογισμός βρίσκεται κάτω από τον πυρήνα του μηχανισμού της αξίας και στην αδιαφορία της σε κάθε περιεχόμενο, σε κάθε ποιότητα, στον κόσμο. Μπορούμε να βρούμε ήδη στον Cartesio, στα 1637, όλη την ναρκισσιστική δομή ενός υποκειμένου που είναι τελείως σε αντίθεση με τον εξωτερικό κόσμο. Πρέπει να πάμε μακριά, πίσω στον χρόνο, όταν ψάχνουμε τις ρίζες αυτής της κοινωνίας των εμπορευμάτων φετιχιστικής και ναρκισσιστικής.

Hemmens: Στην συλλογή σου δοκιμίων του 2011, «Πίστωση μέχρι θανάτου», υποστηρίζεις πως ο νέος ρόλος που η τέχνη έχει αναλάβει με αρχή την περίοδο μετά τον πόλεμο, σημαδεύει και αυτός την ναρκισσιστική στροφή της καπιταλιστικής κοινωνίας. Εκεί όπου, στο παρελθόν, ήταν η τέχνη που προκαλούσε και έκρινε το κοινό της, σήμερα η τέχνη προσπαθεί να θέσει σε δεύτερη μοίρα την εμπειρία και την κρίση του κοινού της. Ωσάν μέρος αυτής της θεωρίας, υποστήριξες επίσης πως έχουμε ανάγκη να αντιδράσουμε με μιαν ιεραρχία πολιτιστικών αξιών. Νομίζεις, αντίθετα με τον Debord. πως η τέχνη αξίζει τον κόπο να διασωθεί ή πως αυτό το πράγμα είναι ακόμη δυνατό? Ποια ιεραρχία αξιών πιστεύεις πως μπορεί να πολεμήσει αυτή την δημοκρατικοποίηση, μεταμοντέρνα και ναρκισσιστική, της κουλτούρας? Γιατί θα έπρεπε να αντιμετωπίσουμε την αποσύνθεση της τέχνης με τρόπο διαφορετικό από την αποσύνθεση της εργασίας και του υποκειμένου?

Jappe: Μια από τις πιο σημαντικές πτυχές, και ίσως πιο σοκαριστικές, της καταστασιακής αναταραχής ήταν η καταδίκη τους της τέχνης σαν άλλη μορφή θεάματος και μορφή αλλοτρίωσης των ανθρωπίνων δυνατοτήτων γενικότερα. Για τον  Debord, η τέχνη, όπως η θρησκεία ή η πολιτική, ήταν μια από τις μορφές στις οποίες οι ανθρώπινες ικανότητες αναπτύσσονταν έξω από τον ανθρώπινο έλεγχο. Είχε φτάσει η στιγμή να αποδοθεί εκ νέου στην καθημερινή ζωή.  Αντιθέτως, η καταστασιακή αυτό-υπέρβαση της τέχνης  (με την Εγελιανή έννοια να την διαφυλάξουμε και να την καταργήσουμε την ίδια στιγμή) ήταν το τελευταίο σημείο μιας διαδικασίας στην οποίαν η τέχνη έθετε υπό αμφισβήτηση την ίδια την ύπαρξή της, ιδιαίτερα στην Γαλλία, όπου είχε φτάσει στο αποκορύφωμα με τους ντανταϊστές και τους σουρεαλιστές.  Οι καταστασιακοί ήθελαν να ολοκληρώσουν την αυτοκαταστροφή της τέχνης στο όνομα μιας πιο υψηλής  «τέχνης της καθημερινής ζωής», που θα είχε ενσωματώσει τα θετικά σημεία αυτού που είχε υπάρξει νωρίτερα η τέχνη.

Ωστόσο, αυτό το σχέδιο, το οποίο αρχικά ανακοινώθηκε στα χρόνια 1950 και 1960, είχε ακόμη ανάγκη μιας επανάστασης κοινωνικής για να μπορεί να πραγματοποιηθεί. Αυτό που αντιθέτως συνέβη μετά το 1968 ήταν η ανάδυση μιας νέας μορφής καπιταλισμού, το «τρίτο πνεύμα» του – όπως το ονόμασαν οι Luc Boltanski και Eve Chiapello – που αντήχησε βαριά στην καλλιτεχνική και bohémien παράδοση, ενσωματώνοντας την «καλλιτεχνική κριτική» σε νέες μορφές εργασίας που έρχονταν τώρα να παρουσιαστούν στο άτομο σαν μορφές αυτί-πραγματοποίησης.  Aυτό οδήγησε σε μιαν τεράστια εξάπλωση της βιομηχανίας του πολιτισμού που μετέτρεπε την κουλτούρα σε ένα εμπόρευμα και σε ένα εργαλείο για να πουλά εμπορεύματα.  Πράγματι, αυτό έκανε να υπάρξει μια εκ νέου ολοκλήρωση της τέχνης και της κουλτούρας στην καθημερινή ζωή, μόνο όμως με τρόπο διεστραμμένο. Σαν αποτέλεσμα, να πούμε πως η τέχνη θα μπορούσε, και θα έπρεπε, να προσπαθήσει να είναι εκείνο που στο καλύτερό της πάντα υπήρξε: μια αναπαράσταση εκείνου που θα μπορούσε να είναι, το όνειρο μιας ζωής που επιβραβεύει, ή, εξίσου, η καταδίκη ενός κόσμου ανυπόφορου.

Το πρόβλημα είναι πως φαίνεται πραγματικά δύσκολο να βρεθεί σήμερα μια τέχνη που να έχει την ικανότητα να μας ταρακουνήσει από τις πνευματικές μας συνήθειες, όπως οι πρωτοπορίες ή κάποιος που να μπορέσει να το κάνει όπως ήταν σε θέση ο  Edward Hopper.  erano in grado di fare. Είναι αυτονόητο πως η ανατροπή και η παραβατικότητα έγιναν απλούστατα σημεία πώλησης. Η τέχνη θα έπρεπε να μας δίνει ένα υπαρξιακό shock και να μας κάνει να αναρωτιόμαστε (και με εκθέσεις επίσης ομορφιάς – «σοκαριστικό» δεν πρέπει πάντα να σημαίνει  «άσχημο»), αντίθετα να δηλώνει απλά εκείνο που ήδη είμαστε. Αυτό σημαίνει πως μπορούμε να κρίνουμε έργα τέχνης από την ικανότητά τους να εισέρχονται σε έναν διάλογο εμπλουτισμού με τον θεατή (ή με τον αναγνώστη). Εάν κάνουμε κατ’ αυτόν τον τρόπο, σκέψου πως πιθανότατα θα ανακαλύψουμε πως ο Moby Dick δεν είναι στο ίδιο επίπεδο ενός manga. Και θα πρέπει να το πούμε δυνατά, αντί να κρυβόμαστε πίσω από την ισοπέδωση ψευτο-δημοκρατική κάθε ποιοτικής κρίσης. Η αξία είναι αδιάφορη στην ποιότητα και σε όλα τα περιεχόμενα, η κουλτούρα θα έπρεπε να τίθεται ενάντια σε αυτή την κατάργηση της διαφοράς.

Hemmens: Τέλος, με τι θα έπρεπε να ομοιάζει η ανάπτυξη και η μορφή ενός κινήματος χειραφέτησης ανθρώπινης στο καλύτερο δυνατό σενάριο? Με άλλα λόγια, τι θα έπρεπε να κάνει το ανθρώπινο ον μπροστά στην κρίση του καπιταλισμού?

Jappe: Το ερώτημα δεν είναι πλέον εάν μπορούμε να βγούμε από τον καπιταλισμό, μα πως θα γίνει αυτό, από την στιγμή που όλα γύρω από αυτή την κοινωνία ήδη καταρρέουν, αν και αυτό συμβαίνει με διαφορετικές ταχύτητες σε διάφορους τομείς και περιοχές του κόσμου.   Μια τεράστια μερίδα της ανθρωπότητας χαρακτηρίστηκε σαν  «σκουπίδια» και καταδικάστηκε να επιζεί, όπως καλύτερα μπορεί, στις χωματερές ή ανακυκλώνοντας σκουπίδια. Χρήμα, αξία, εργασία, και εμπόρευμα ξεπερνιούνται μα στην μορφή ενός εφιάλτη.  Στην παραγωγή δεν είναι πλέον απαραίτητη μια μεγάλη ποσότητα εργασίας αυτή την στιγμή υπάρχουσα, αλλά είμαστε όλοι αναγκασμένοι να εργαζόμαστε για να μπορούμε να ζούμε. Το χρήμα που βρίσκεται τώρα στην κυκλοφορία είναι κατά το πλείστον «δίχως ουσία», βασισμένο μονάχα στην πίστωση και την εμπιστοσύνη. Η παραγωγή αξίας μειώνεται. Το αληθινό ζήτημα τώρα είναι πως να χτίσουμε εναλλακτικές, κι αυτές μπορούν να υπάρξουν μόνο σε έναν κόσμο πέρα από την αγορά και το Κράτος.   Δεν υπάρχουν πια πολιτικές ή οικονομικά συστήματα, όσο κι αν είναι  «δικαιότερα» ή «εναλλακτικά», που μπορούν να λύσουν αυτό το πρόβλημα διότι είναι όλα βασισμένα στην συσσώρευση αφηρημένης εργασίας. Ο μοναδικός ρόλος που το Κράτουςμπορεί να επιτελέσει μέσα σε όλο αυτό, είναι το να είναι ο κατασταλτικός διαχειριστής της φτώχειας δημιουργημένης από την κρίση του καπιταλισμού. Κανένα κόμμα, καμία εκλογή, καμία κυβέρνηση  «επαναστατική», καμιά έφοδος στα Χειμερινά Ανάκτορα μπορεί να οδηγήσει σε κάτι το διαφορετικό από την συνεχή διαχείριση της κοινωνίας των εμπορευμάτων σε καταστάσεις και συνθήκες όλο και χειρότερες. Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίον όλες οι πολιτικές της αριστεράς απέτυχαν τελείως τις τελευταίες δεκαετίες.  Η αριστερά δεν στάθηκε ικανή ούτε να επιβάλλει οικονομικές πολιτικές κεϋνσιανού τύπου ούτε να επαναφέρει το κοινωνικό κράτος για να αντικαταστήσει τον νεοφιλελευθερισμό. Δεν είναι ζήτημα έλλειψης δύναμης της θέλησης. Οι «οικονομικοί νόμοι» δεν μπορεί να γίνουν «πιο ανθρώπινοι». Μπορούν μόνο να καταργηθούν για να επιστρέψουμε σε μια κοινωνία όπου η ικανοποίηση των αναγκών δεν βασίζεται σε μιαν «οικονομική σφαίρα» που θεμελιώνεται στην εργασία.

Αυτό του οποίου έχουμε ανάγκη, λοιπόν, θα μπορούσε να οριστεί σαν ένα είδος «λαϊκής επανάστασης» με ένα νέο νόημα, έτσι δεν θα φοβόμαστε την ανάγκη να αντιμετωπίσουμε εκείνους που υπερασπίζονται την κυρίαρχη τάξη, κυρίως όταν πρόκειται να οικειοποιηθούμε βασικά πράγματα – σπίτια, παραγωγή εξοπλισμών, πόρους – bypassando, προσπερνώντας την μεσολάβηση της εργασίας. Πρέπει να βάλουμε μαζί κοινωνικο-οικονομικούς αγώνες – ενάντια στις εξώσεις, για παράδειγμα, ή για την απαλλοτρίωση γης των μεγάλων εταιρειών – και αγώνες περιβαλλοντολογικούς και αντί-τεχνολογικούς – ενάντια στα ορυχεία, νέα αεροδρόμια, πυρηνική ενέργεια,  OGM, νανοτεχνολογία, επιτήρηση – και αγώνες για να αλλάξουμε τον τρόπο που σκέφτονται οι άνθρωποι – υπέρβαση της ψύχωσης του εμπορεύματος. Αυτό θα μπορούσε να σημαίνει μια πραγματική μετατροπή του πολιτισμού, πολύ μεγαλύτερου εύρους μιας απλής πολιτικής ή οικονομικής αλλαγής. Οι μετατροπές για τις οποίες μιλώ πηγαίνουν πολύ πέρα από το να λέμε απλά «εμείς είμαστε το 99%»: αυτή είναι μόνο μια μορφή λαϊκισμού που θέτει μια κάτισχνη μειοψηφία των αποκαλούμενων «παράσιτων» ενάντια σε «εμάς», τους τίμιους εργαζόμενους και αποταμιευτές. Είμαστε όλοι βαθιά ριζωμένοι σε αυτή την κοινωνία και πρέπει να δράσουμε μαζί σε όλα τα επίπεδα για να βγούμε από αυτήν. Η ανθρωπότητα βγήκε τελείως νικήτρια στον αγώνα της να καταστεί «αφεντικίνα της φύσης», όπως είπε ο Cartesio, μα είναι επίσης περισσότερο ανίσχυρη από ποτέ μπροστά στην κοινωνία που δημιούργησε.

– Αύγουστος 2015 – πηγή: The Brooklin Rail – Critical Perspectives on Arts, Politics, and Culture

http://francosenia.blogspot.gr/

σύγχρονη σκέψη

ο αγώνας για το νερό το τσάι και για την εξουσία του Κράτους la lotta per l’acqua del tè e per il potere dello Stato

Σάββατο 9 MAGGIO 2015

ο αγώνας για το νερό το τσάι και για την εξουσία του Κράτους

la lotta per l’acqua del tè e per il potere dello Stato

αντί-οικονομία και αντιπολιτική  Anti-economia ed antipolitica 

-για την επαναδιατύπωση της κοινωνικής χειραφέτησης μετά το τέλος του »μαρξισμού –

– Sulla riformulazione dell’emancipazione sociale dopo la fine del «marxismo» –
του Robert Kurz

anti1

1 – ο πολιτικισμός και το ζήτημα της εμβρυακής μορφής της χειραφέτησης, Il politicismo e la questione della forma embrionale dell’emancipazione

η φτώχεια μιας ριζοσπαστικής κριτικής του συστήματος παραγωγής εμπορευμάτων – δηλαδή, ενός »τρόπου παραγωγής βασισμένου στην αξία» (Marx) – μοιάζει να βρίσκεται στην ανικανότητά της να αντιπροσωπεύει μια ιστορική πράξη (δεν πρέπει να συγχέεται με εργασία της πλάκας, με μια οποιαδήποτε εργασία τέλος πάντων), να αναλάβει μια πρωτοβουλία, να βρει μια διέξοδο, και να την κοινωνήσει στην κοινή συνείδηση των μαζών, παραμένοντας, κατ’ αυτόν τον τρόπο, καταδικασμένη σε μια ύπαρξη εσωτερική, που κατοικεί στις περιοχές κοινωνικά απομακρυσμένες του καθαρά θεωρητικού προβληματισμού,   αν όχι μάλιστα της φιλοσοφικής εκμετάλλευσης και χειραγώγησης , διαλυόμενη έτσι τελικά σε μια περίεργη σεχταριστική ύπαρξη. εάν και πως είναι δυνατή μια χειραφετική κοινωνικοποίηση δίχως τις φετιχιστικές μορφές του εμπορεύματος και του χρήματος – αυτό παραμένει ένα κλειστό βιβλίο.

σε σχέση με όλο αυτό, δεν είναι σίγουρα δίχως ενοχές ο μειοψηφικός μαρξισμός, ο οποίος μέχρι στιγμής την πρόθεση του να ασκήσει κριτική στην αξία, ή έκανε να αντηχήσει αυτή η κριτική της αξίας μόνο σε μια μορφή πάνω κάτω ασαφή, αόριστη.  όντως, αυτό το είδος μαρξιστικής κριτικής του »φετιχισμού του εμπορεύματος» – που χρονολογείται στον νεαρό Lukacs της  «Ιστορία και συνείδηση της τάξης «, στην Κριτική Θεωρία του Adorno και Horkheimer ή επίσης, εν μέρει, στους γάλλους καταστασιακούς γύρω από τον Guy Debord – από τις δυο η μία, ή αρνήθηκε, συνειδητά μια εμβάθυνση και μια συγκεκριμενοποίηση της κριτικής του φετιχισμού στην σύγχρονη πολιτική οικονομία, ή, και κυρίως, έδειξε, στην πρακτική της κατεύθυνση, υπαρξιστικά ίχνη – και αυτό όταν δεν μειώθηκε  (όπως στον Lukacs) σε μια ντροπιαστική απολογία του συστήματος παραγωγού εμπορευμάτων του υπαρκτού σοσιαλισμού.

ο νέος κομουνισμός της αριστεράς, με την σειρά του, με τα συστατικά του, εν μέρει μαοϊκά εν μέρει συγγενικά με τον ιταλικό »εργατισμό», δεν ξεπέρασε ποτέ, στην καλύτερη των υποθέσεων, μια πλατωνική κριτική των »σχέσεων χρήμα-εμπόρευμα», μη βασισμένη σε φιλοσοφικούς όρους και αντιοικονομικούς, κι έτσι παρέμεινε αιχμάλωτος αρκετά ακατέργαστων εννοιών, που πρακτικά, μειώνονταν, σε ένα ηδονιστικό μασκάρεμα της παλιάς ιδεολογίας του εργατικού κινήματος.

όταν το ζήτημα της εξουσίας θα είχε ξεπεραστεί, τότε εύκολα θα είχε γίνει δυνατό να τακτοποιηθούν, προς όφελος όλων, οι παραγωγικές δυνάμεις που είχαν ενεργοποιηθεί από τον καπιταλισμό  («και, μετά, όλα θα λειτουργήσουν από μόνα τους «).

αμφότερα τα απολιθώματα, αυτό του ριζοσπαστισμού της αριστεράς και του πράσινου πρώην-φονταμενταλισμού – στην Δυτική Γερμανία, των Rainer Trampert e Thomas Ebermarm – μπορούσαν έτσι να δεσμευτούν ανώφελα, σε τελετουργίες, και να εκπονήσουν το πρόγραμμα σε διάστημα δεκαπέντε λεπτών. όμως δεν είναι αυτό ακριβώς το πρόβλημα, μπροστά από τον καπιταλισμό που βασιλεύει δίχως καμία αντιπολίτευση.

είναι γι αυτό τον λόγο που δεν μπορούμε να σκεφτούμε ένα κίνημα υπέρβασης. ανάμεσα στον καπιταλισμό και τον μη-καπιταλισμό δεν παρεμβάλλεται μόνο ένα ζήτημα εξουσίας ή των »διαθέσιμων δυνάμεων». η υπέρβαση της αναπαραγωγής υπό την μορφή του εμπορεύματος δεν είναι μια υπόθεση λιγότερο ή περισσότερο τεχνική και οργανωτική που θα εκτελέσουμε μετά την »απαλλοτρίωση» (πολιτική και νομική ) των καπιταλιστών, αλλά μάλλον είναι το ξεπέρασμα όλων των σχέσεων και όλων των μορφών κοινωνικής συνείδησης που έχουν διαμορφωθεί από την αξία ή από τον »διαχωρισμό-αξία»  (Roswitha Scholz).

και αυτό δεν συμβαίνει εύκολα και δίχως τριβές (μιας και, τόσο η συνείδηση των μαζών όσο και η θεωρητική συνείδηση επλήγησαν, επηρεάστηκαν, σε μια διαδικασία μακραίωνη, από την μορφή εμπόρευμα) και δεν λαμβάνει χώρα ούτε σαν μια μετά-καπιταλιστική εναλλαγή των πόλων. μάλλον, το κίνημα ριζοσπαστικής κριτικής και χειραφέτησης, ξεκινώντας από την καπιταλιστική πίστη, μπορούμε να το σκεφτούμε μόνο διαμέσου ενός συγκεκριμένου σχεδιασμού μιας »εθελοντικής αλλαγής» νοητής μόνο ως, διαφορετικά, να ήταν αδύνατη η άρνηση και η κοινωνική διαμεσολάβηση.

και ένα τέτοιο σχέδιο δεν μπορεί, με κανέναν τρόπο, να παραμείνει στην μορφή μιας απροσδιοριστίας, ηθικής ή μεταφορικής, αναμένοντας μια οποιαδήποτε »ημέρα Χ», δίχως να εισέλθουμε στο θεωρητικό πλαίσιο, υπόβαθρο διαμέσου συγκεκριμένων ορισμών.

αυτό έχει ακόμα μεγαλύτερη αξία από την στιγμή που η μετά-καπιταλιστική αναπαραγωγή να πέσει κάτω από το επίπεδο της καπιταλιστικής κοινωνικοποίησης, αλλά, αντιθέτως, πρέπει να την ξεπεράσει. σε μια τέτοια προοπτική, είναι εξ ολοκλήρου αδύνατο να διαχωρίσουμε την άρνηση από την θετική υπέρβαση.  εάν οι δυνατότητες λόγω των οποίων ο ίδιος ο καπιταλισμός έκανε δυνατό η αναπαραγωγή να φαίνεται και να δρα μόνον στην καταστρεπτική της όψη, υπό την καπιταλιστική μορφή, πρέπει να υποδείξουμε με ποιον τρόπο αυτές οι δυνατότητες, αφού ξεπεραστούν, θα ενεργήσουν με διαφορετικό τρόπο και θα ρυθμιστούν διαμέσου θεσμών άμεσης κοινωνικής επικοινωνίας, που πηγαίνουν πέρα από την αστική κοινωνικοποίηση στις παραμέτρους της μορφής εμπόρευμα.

είναι αυτή η προϋπόθεση σύμφωνα με την οποίαν ένα κίνημα υπέρβασης μπορεί να κάνει την διαδρομή του.

μέρος  αυτού είναι όλο εκείνο που, στην αστική οικονομία, εμφανίζεται σαν ένα πρόβλημα »κατανομής των πόρων». πως θα έπρεπε να είναι η συγκεκριμένη άποψη της συνεργασίας εκατομμυρίων ανθρώπων με την λειτουργική διαίρεση της αναπαραγωγής του,  ξεκινώντας από την ροή των πόρων, από την μεταλλουργία  μέχρι τα ορυχεία, όταν όλο αυτό δεν μπορεί να οδηγείται από το »αόρατο χέρι» της φετιχιστικής μορφής της αξίας?

τέτοια προβλήματα του λεγόμενου σχεδιασμού δεν λύνονται, απολύτως, σε δεκαπέντε λεπτά από τις αυθεντίες όπως οι  Trampert ή Ebermann.

όμως εάν επίσης, σε γενικές γραμμές, το ζήτημα του σχεδιασμού διαμορφώνεται και επιλύεται με θεωρητικούς και αναλυτικούς όρους πέρα από τις μορφές εμπόρευμα και αγορά, με σκοπό να μπορέσει να θέσει σε εφαρμογή εμπειρίες μετά-καπιταλιστικές, αναδύεται πάντα, την ίδια στιγμή, το ζήτημα της μετάβασης, του πρακτικού ζητήματος μετασχηματισμού, της περίφημης »προσέγγισης» σε μια αναπαραγωγή της οποίας η μήτρα να μην είναι η μορφή εμπόρευμα πριν αυτή η αναπαραγωγή δεν είναι σε θέση να αναπτυχθεί στο δικό της έδαφος.

από που και πως να ξεκινήσουμε, στο εσωτερικό της υπάρχουσας μορφής καπιταλιστικής κοινωνικοποίησης  που βασιλεύει σε κάθε αναπαραγωγή, με σκοπό να βρούμε σε αυτήν, σαν να λέμε, μια εσωτερική υπέρβαση που να μπορεί να είναι από μόνη της απελευθερωτική, για να κάνουμε το πρώτο βήμα, για να δώσουμε μιαν αρχή που να είναι δυνατή η διατύπωσή της σαν κοινωνική χειραφέτηση ;

η μητρική φλέβα του παλαιού μαρξισμού του εργατικού κινήματος έχει απλά αγγίξει αυτό το πρόβλημα και το αντικατέστησε με ένα άλλο – με έναν πολιτικίστικο και κρατικό προσανατολισμό που απευθύνθηκε στο »ζήτημα της εξουσίας» (δείτε, του Ernst Lohoff, Κρίση και απελευθέρωση, στο Krisis n° 18). με άλλα λόγια, δεν οργανώθηκε με αντικαπιταλιστική μορφή όσον αφορά την αναπαραγωγή και την καθημερινότητα, αλλά το έκανε μονάχα πολιτικά, σαν ιστορική και αφηρημένη »έκφραση της θέλησης», δίχως αναπαραγωγικό βάρος  στην πραγματικότητα, δηλαδή σαν »πολιτικό κόμμα» (και, παράλληλα, πολέμησε συνδικαλιστικά για τις ανταμοιβές που ενυπάρχουν στο σύστημα).

υποτάχθηκε όλος στον στόχο της πολιτικής κατάκτησης της εξουσίας, για να αναζητήσει, στην συνέχεια, διαμέσου κρατικών παρεμβάσεων – και, συνεπώς, »από ψηλά»  – με έναν ορισμένο τρόπο να »λαμπρύνει» την καπιταλιστική αναπαραγωγή σύμφωνα με τα σοσιαλιστικά πρότυπα της σχεδιασμένης οικονομίας, της οικονομίας κεντρικού σχεδιασμού.  εδώ η πολιτική εξουσία μοιάζει σαν το υπομόχλιο του Αρχιμήδη, και ο εναλλακτικός κρατικός μηχανισμός  («Κράτος-εργαζόμενος»), σαν τον κεντρικό μοχλό για την αναστροφή.
δεν είναι τυχαία, ως εκ τούτου, η πλήρης εξαφάνιση του προβλήματος μιας αναπαραγωγής όχι πλέον συνδεδεμένης στην αξία και την σχετική της »προσέγγιση».

ο αγώνας για τα εμμενή  bonus στο σύστημα, που εξ ορισμού δεν εγκαταλείπει την μορφή της αστικής σχέσης, προσλαμβάνεται σαν »προσέγγιση» στο πολιτικό ζήτημα της εξουσίας και, στη συνέχεια, εξ ίσου έμφυτη στο σύστημα  (σαν »εισαγωγή»σε αυτό ). αυτό είναι εξ ολοκλήρου συνεπές, καθόσον αυτό το ζήτημα της εξουσίας σαν θετικής, σαν ζήτημα της εγκατάστασης μιας εναλλακτικής κρατικής δύναμης παραμένει και αυτό εξίσου περιορισμένο στην  (πολιτική) σφαίρας της αστικής κοινωνικοποίησης.

με αυτό τον τρόπο, η αξία δεν επεξηγείται, αλλά μετατρέπεται σε ουδέτερο αντικείμενο, οντολογικό. μέσα και σκοποί, μεταρρύθμιση και επανάσταση, συνδικαλιστικός αγώνας για την διανομή και το πολιτικό πρόγραμμα μπορούν μονάχα να εσωκλείονται σε μια ενότητά τους  διότι, όπως »ο αγώνας για το νερό για το τσάι και την εξουσία του Κράτους, «la lotta per l’acqua del tè e per il potere dello Stato» (Brecht), παραμένουν άνευ όρων περιορισμένοι στην αστική μορφή της αναπαραγωγής των σχέσεων εμπορεύματος και νομισματικές. η κριτική της αξίας στο πλαίσιο  αξεπέραστο ακόμη του μαρξισμού του εργατικού κινήματος – κριτική αυτή που απεκδύεται, παραιτείται από την υλοποίησή της – πρέπει απαραίτητα να κολυμπήσει, με μορφή άμεση ή έμμεση, σε αυτά τα πολιτικίστικα νερά και, ακριβώς γι αυτό, παρέμεινε απόκρυφη, εσωτερική και αδιαμεσολάβητη ως κριτική της αξίας.

στην πραγματικότητα, η συμπεριφορά του παλαιού μαρξισμού στην μια ή την άλλη περίπτωση – είτε είναι εσωτερικά κριτική της αξίας και δειλά πολιτικίστικη είτε ανοιχτά κρατικιστική και οντολογιστική  της αξίας  – o che sia esotericamente critico del valore e timidamente politicista o che sia apertamente statalista ed ontologizzante del valore – είναι ουσιαστικά η ίδια για εκείνο που αφορά την »αναρμοδιότητά της», δηλαδή, ο αντικαπιταλισμός δεν φαίνεται, δεν μοιάζει  (επίσης μόνο όσον αφορά τις δυνατότητές του επεξεργασμένες θεωρητικά ) σαν μια μορφή ύπαρξης και αναπαραγωγής κοινωνικό-οικονομικής που είναι δυνατό να διατυπωθεί (που δύναται να εκπροσωπηθεί εμβρυικά) πέρα από τον καπιταλισμό, που αγωνίζεται για το δικαίωμά του στην ύπαρξη και επικρατεί μπροστά στην μούρη της κυρίαρχης μορφής κοινωνικοποίησης, όμως, αν μη τι άλλο, ωσάν απλή κινητοποίηση έμμεση της αφηρημένης άρνησης, που δεν είναι, από μόνη της, αρνητική στην μορφή του εμπορεύματος, από την στιγμή που βρίσκεται αντιμέτωπη με έναν στόχο αφηρημένο χωρίς σημασία, ένα υποτιθέμενο σημείο ανυπέρβλητο μεταμόρφωσης.

η κοινωνική χειραφέτηση δίνει έτσι συνέχεια σε μια απλή υπόσχεση για ένα μέλλον φανταστικό. σε πρώτη φάση, θα ήταν απαραίτητο να διασχίσουμε την πολιτική κοιλάδα των δακρύων, πριν μπορέσουμε να αντικρίσουμε την υποσχόμενη γη του »σοσιαλισμού» και να μπορέσουμε να την καταλάβουμε πρακτικά. στην πραγματικότητα, αυτό όντως υπήρξε το πρόγραμμα κοινωνικής μεταρρύθμισης, έμφυτο στην μορφή εμπόρευμα, στις μητροπόλεις και στον »καθυστερημένο εκσυγχρονισμό» της καπιταλιστικής περιφέρειας; σε αυτό το χρονοδιάγραμμα, αυτές οι δυο αντιθέσεις καταστράφηκαν σε μεγάλος μέρος. η ιδέα μιας αναστροφής επικεντρωμένης πολιτικά – και, γι αυτό, αφηρημένης – στον πολιτικό ουρανό, αντιθέτως κι όχι στην κοινωνικό-οικονομική Γη, ήταν ταυτόσημη με τον περιορισμό στην μορφή του φετιχισμού στον αστικό τρόπο κοινωνικοποίησης.

το πρόβλημα που εμφανίζεται εδώ είναι εκείνο της »εμβρυακής μορφής». ο ιστορικός υλισμός έδειξε και αναγνώρισε αναλυτικά πως η αστική και καπιταλιστική κοινωνικοποίηση, υπό την μορφή του εμπορεύματος, προέκυψε σαν εμβρυακή μορφή μέσα στην φεουδαρχική κοινωνία. αυτή δεν άρχισε με την πολιτική επανάσταση (όπως για παράδειγμα η γαλλική ), αλλά πολύ νωρίτερα, για να επιβληθεί, στη συνέχεια, μετά από μια μεγάλη ανάπτυξη, σαν μορφή με αυτό-επίγνωση λαμβάνοντας υπόψη το πολιτικό ζήτημα της εξουσίας. οι κοινωνικό-οικονομικές εμβρυακές μορφές του καπιταλισμού αναπτύχθηκαν αφού, για πολύ καιρό, επέμενε μια εξουσία φεουδαρχική »παράλληλη και ανώτερη».

όταν στις αστικές επαναστάσεις, »έσπασε το φεουδαρχικό περίβλημα», η αστική κοινωνικότητα, υπό μορφήν εμπορεύματος, βρέθηκε πρακτικά ήδη παρούσα – όχι μόνον έμμεσα, σαν πολιτική μορφή και σε αμφισβήτηση, αλλά με τρόπο άμεσο και θετικό, σαν πραγματική μορφή αναπαραγωγής κοινωνικής-οικονομικής. το πολιτικό κίνημα δεν έχει προηγηθεί της νέας μορφής αναπαραγωγής σαν έκφραση αφηρημένης και συμβολικής θέλησης ; αντίθετα, αυτό υπήρξε η δευτερεύουσα συνέπειά του, η απαραίτητη φαινομενική μορφή.

το να έχουμε στο μυαλό μας αυτό το ιστορικό γεγονός  έχει μεγάλη σημασία, από την στιγμή που ο ιστορικός υλισμός »μπάζει νερά», που λέμε, μόλις θελήσουμε να ορίσουμε την λεγόμενη σοσιαλιστική επανάσταση. από την μία, την εξομοιώνουμε τυφλά  στην αστική μορφή πολιτικού κινήματος, σε όλες του τις εκδηλώσεις (από την έννοια της επανάστασης μέχρι εκείνη του πολιτικού κόμματος ), το οποίο δείχνει τον χαρακτήρα του παλιού μαρξισμού σαν απλή μετάβαση δευτερεύουσα του αστικού διαφωτισμού και της κοινωνικοποίησης διαμέσου της μορφής εμπορεύματος.

από την άλλη, μια τέτοια παρόρμηση, γι αυτό ακριβώς, δεν μπορεί να επικαλεστεί μιαν μορφή μη-αστικής αναπαραγωγής και όχι της ήδη υπάρχουσας αγοράς . το εμφανές ψέμα του μαρξισμού του εργατικού κινήματος αποκαλύπτεται σε αυτή την έλλειψη μιας εμβρυακής μορφής πραγματικά υπάρχουσας. η μορφή που είναι καθεαυτού αστική της πολιτικής δράσης δεν μπορεί να αντιστοιχεί σε μια μορφή κοινωνικής ύπαρξης μη-αστικής και όχι της αγοράς.

χάρη στην αναγκαιότητα έγινε αρετή, στον αστικό χαρακτήρα της πολιτικής ακινησίας έγινε ένας χαρακτήρας ιδιόμορφος του μετασχηματισμού. υποθετικά, η ιδιοτυπία που θα έπρεπε να είχε ξεχωρίσει την σοσιαλιστική επανάσταση από την αστική ήταν το γεγονός πως αυτή δεν μπορούσε να έχει μια πραγματική εμβρυακή μορφή. η δυναμική για να μετασχηματιστεί η ανάπτυξη των καπιταλιστικών παραγωγικών δυνάμεων, χάρη στον »συνολικό»  χαρακτήρα της σε σχέση του συνόλου της κοινωνίας, δεν έπρεπε να εκπροσωπείται και να κινητοποιείται σύμφωνα με το κριτήριο μιας εμβρυακής μορφής κοινωνικής και επικοινωνιακής, για να περάσει στην συνέχεια πέρα από την κοινωνικοποίηση διαμέσου της αξίας, αλλά μόνο σύμφωνα με το κριτήριο της άμεσα κοινωνικής οργάνωσης.

συγκεκριμένα, »ή όλα ή τίποτα», συνολική αμεσότητα της μορφής της κυρίαρχης αξίας δίχως κάποιο ενδιάμεσο κίνημα κοινωνικό-οικονομικό.  αντίθετα, μόνο το πολιτικό κίνημα – και κατόπιν, συνδεδεμένο θετικά στο Κράτος – μιας αντίθεσης συμφυούς με την σχέση του κεφαλαίου, η οποία από την φύση της έπρεπε να παραμείνει εσωτερική στο πεδίο των καπιταλιστικών κατηγοριών  (αξία, εμπόρευμα, χρήμα, κεφάλαιο, μισθός, Κράτος, δημοκρατία ).

με πρακτικούς όρους, και σχετικά με τον ορισμό του στόχου,  αυτό είχε σαν αποτέλεσμα μια γραφειοκρατική άποψη που μπορούσε να κερδίσει αληθοφάνεια μονάχα στην στο πλαίσιο του κρατικού σοσιαλδημοκρατικού και »κομουνιστικού» φετιχισμού  – στην σοσιαλιστική ιδέα υποκείμενη του »καλού» Κράτους, του »Κράτους-εργάτη», ή για να το πούμε με πολεμικό τρόπο, του εσχατολογικού »Τρίτου Ράιχ» των ΄΄γαλάζιων μυρμηγκιών», κάτω από το σημάδι των παραγωγικών δυνάμεων σε γιγαντιαία σκάλα.

αυτή η ιδέα, με πολλούς τρόπους που τείνουν περισσότερο στον σοσιαλισμό της πανεπιστημιακής έδρας του Lassale παρά σε εκείνον του  Marx (όμως ούτε οι Marx και Engels ήταν τελείως ελεύθεροι από αυτόν), πνίγηκε χάρη στην αυστηρή συνεργασία του συνδικαλιστικού μηχανισμού και του σοσιαλιστικού κόμματος – των οποίων η τυπολογία αντιπροσώπευε, συνήθως, μια αίθουσα της φρίκης της σιδηροδρομικής ομοιομορφίας του προλεταριάτου, της Πρώσικης νοοτροπίας του βήματος της χήνας και κυρίως της ευπιστίας προς το Κράτος και στις βασικές αρχές από πλευράς των »στρατών της εργασίας» – όλες οι προσπάθειες μιας αναπαραγωγής »αντιοικονομικής» αυτόνομης ενάντια στις ενάντια στους εξαναγκασμούς του ολοκληρωτικού παραγωγικού συστήματος εμπορευμάτων.

όλο αυτό που μπορούσε να αντιστοιχεί σε αυτή την αναπαραγωγή, όσο ανώριμη κι αν ήταν η μορφή της, έμοιαζε με ανταγωνισμό σε σχέση με την στρατηγική της »κατάκτησης της εξουσίας» και της αρχής »από τα πάνω» της συνολικά σχεδιασμένης οικονομίας του Κράτους-μυρμηγκιού (του οποίου τα θεμέλια ήταν η μορφή εμπόρευμα).

φυσικά, θα ήταν άδικο να εκδώσουμε μονομερώς αυτή την ετυμηγορία για τις συνδικαλιστικές και πολιτικές δομές του εργατικού κινήματος, όσο μεγάλη κι αν ήταν η συνεισφορά τους στο να σκοτίσουν και καταπατήσουν το αδύναμο ξεκίνημα, ανασφαλές και ανώριμο της »εμβρυακής μορφής».

στην πραγματικότητα, το παλιό κίνημα των συνεταιρισμών στα τέλη του  XIX αιώνα, έτσι όπως και τα λεγόμενα εναλλακτικά κινήματα της Νέας Αριστεράς, della Nuova Sinistra , στα τέλη των χρόνων 1970, έκαναν δυνατή την ανάδυση όλου εκείνου που σύμφωνα με την μαρξιστική ιερή Σύνοψη, σε αυτήν είχε πάντα λογοκριθεί από τους πολιτικάντηδες και τους φετιχιστές του κρατικού σχεδιασμού : μικροαστισμός της μάζας και νοοτροπία μικροπρεπής, εγκατάλειψη κάθε προοπτικής του κοινωνικού συνόλου, καθυστέρηση και τεχνολογική αυτό-εκμετάλλευση, αποκτήνωση της ζωής στην ύπαιθρο και, τέλος, οπισθοδρόμηση μέσα στην αστική κοινωνία λόγω παράλειψης, αποτυχίας ή λόγω καπιταλιστικής »επαγγελματοποίησης».

αυτό που έμεινε, στην περίπτωση των παλαιότερων συνεταιρισμών του εργατικού κινήματος, υπήρξαν μονάχα κάποιες επιχειρήσεις μέσα στον άκαμπτο καπιταλιστικό κανόνα, όπως  la Co-op και η Neue Heimat, γνωστές λόγω του γεγονότος ότι καλύφθηκαν από γελοιότητα εξ αιτίας του ότι παρέμειναν παραδόξως ευπαθείς σε σκάνδαλα διαφθοράς. το υπόλοιπο του νεαρού εναλλακτικού κινήματος, από την πλευρά του, είχε κυρίως εξειδικευμένες θέσεις στον καζίνο-καπιταλισμό χάρη στην βιοτεχνική παραγωγή πολυτελείας για μια πελατεία ευχάριστη και έντιμη, με την εξευγενισμένη και εθνογραφική γαστρονομία και με τα πολιτιστικά αγαθά (εμπορικά ή κρατικά).

εδώ έχουμε φθάσει σε σημείο συσσώρευσης ένα δυναμικό μεσαίας και μικρής αστικής τάξης του πιο θολού είδους, που ή αναπνέει διότι του παρέχονται πόροι κεϋνσιανού τύπου ή νιώθει αρκετά »το καμάρι» της μικρής της ιδιοκτησίας που την έχει δουλέψει και αποκτήσει »χάρη στα δικά της χέρια» – ένα είδος αυτό που έχει αφιερωθεί στον προτεστάντικο μαζοχισμό της εργασίας που τοποθετείται ανάμεσα στην μαφία του γερμανικού σοσιαλδημοκρατικού κόμματος , del SPD (Partito socialdemocratico tedesco) και των  realos του Πράσινου Κόμματος,del Partito Verde. απ’ όλους αυτούς μπορεί να προέλθει, στην διάρκεια μιας κρίσης μακράς διάρκειας, μια εισροή προς τον κοινωνικό-εθνικισμό της »ριζοσπαστικής δεξιάς» ή της »αριστεράς». ενώ υπάρχουν, στα υπόλοιπα του εναλλακτικού κινήματος, πρόσωπα που δεν έχουν εγκαταλείψει την χειραφετική τους πρόθεση, ούτε την ριζοσπαστική κριτική τους στην κοινωνία, αλλά που δεν βρίσκουν πλέον στον τομέα τους έναν κοινωνικό χώρο  κατάλληλο σε αυτήν.

ως εκ τούτου, δεν γίνεται να δοκιμάσουμε να θάψουμε εκ νέου – με τρόπο ελεύθερο και αδιαμεσολάβητο, ενάντια στον αποτυχημένο Κρατικό σοσιαλισμό – που κατά βάθος δεν ήταν καθόλου χειραφετικός –  την ιδέα του κινήματος των συνεταιρισμών του XIX αιώνα ούτε εκείνη του εναλλακτικού κινήματος των αρχών της δεκαετίας του  1980. αντιθέτως, πρέπει να ξεπεράσουμε κριτικά την ψεύτικη πόλωση ανάμεσα οικονομικό-κρατικό πολιτικισμό και τον μικροαστικό σοσιαλισμό του ενός μικρού κομματιού γης, της μικρής ιδιοκτησίας δηλαδή.

το ζήτημα είναι εκείνο του να γνωρίζουμε εάν θα καταφέρουμε να προωθήσουμε, από θεωρητικής άποψης και πρακτικής, την ριζοσπαστική κριτική της αξίας μέχρι την εμβρυακή κοινωνικό-οικονομική μορφή ενός μετασχηματισμού που θα βρει διέξοδο από τους φετιχιστικούς μηχανισμούς. ένας παρόμοιος προβληματισμός βρίσκεται εκτεθειμένος όχι μόνο στις θεωρητικές και πρακτικές δυσκολίες   (κυρίως σε μια κατάσταση ηρεμίας του καζίνο-καπιταλισμού και της καθαρής παράλυσης των αυθόρμητων κινημάτων ), αλλά βρίσκεται επίσης εκτεθειμένος στην στιγμή της ραστώνης του παλιού ψευδο-ριζοσπαστισμού της αριστεράς και των λειψάνων της, που δεν σταματούν να μελαγχολούν μεταξύ τους.

στην πραγματικότητα, μέχρι σήμερα η κριτική όλη των διάφορων ριζοσπαστισμών της αριστεράς στην μητρική φλέβα του παλιού εργατικού κινήματος απέφυγε συστηματικά το πρόβλημα της εμβρυακής μορφής μιας κοινωνικοποίησης που να πηγαίνει πέρα από την παραγωγή εμπορευμάτων. όπως και οι αντιτιθέμενοι σε αυτούς  (οι υποστηρίζοντες τον Κρατικό σοσιαλισμό) οι παλιοί αριστεροί ριζοσπάστες αγνοούν εξ ολοκλήρου το ζήτημα του βασικού προσδιορισμού της μορφής , για να μπορούν έτσι να καταφύγουν σε μια αθέμιτη έμφαση, αστική και »πεφωτισμένη», του »ταξικού» υποκειμένου ή του »ταξικού αγώνα», και, στην συνέχεια, για να θέσουν σε πρακτική τον αστικό επαναστατικό πολιτικισμό ενός σκονισμένου ιακωβινισμού, κάτω από μια μορφή ιδιαίτερα πολεμική.

ο ριζοσπαστισμός της αριστεράς ρητά αντί-κρατικός, αναρχικών καταβολών (όπως έχω γράψει πολλές φορές στο Krisis), παραμένει με πολύ περισσότερο λόγο αιχμάλωτος των μη ξεπερασμένων μορφών μεσολάβησης του συστήματος παραγωγής εμπορευμάτων, δηλαδή, στον άλλο πόλο της αστικής υποκειμενικότητας – από την στιγμή που η επιχειρηματική άποψη συνδεδεμένη με τον Proudhon οδηγείται σε τυποποιήσεις (αντισημιτικές κυρίως ) μιας κριτικής μειωμένης απέναντι στο κεφάλαιο που παράγει συμφέροντα.

και οι πρωτοβουλίες της Παρισινής Κομούνας του 1870 και των ηττημένων αναρχικών στον ισπανικό εμφύλιο πόλεμο δεν άφησαν πίσω τους καμία αξιόπιστη ιδέα για την αναπαραγωγή που να μην είναι της αγοράς, αν και παραμένει πάντα το καθήκον να γραφεί ξανά με κριτικό τρόπο εκείνη η ιστορία, με σκοπό να επιβεβαιωθεί διαμέσου του ιστορικού στοχασμού και  προβληματισμού ένα νέο κίνημα χειραφέτησης που θα πάει πέρα από την μορφή του εμπορεύματος. οι λιγότερο κατάλληλοι για να το κάνουν, ασφαλώς, είναι  αυτοί που διαχειρίστηκαν με »ορθόδοξο» τρόπο τα λάφυρα της Κριτικής Θεωρίας, οι οποίοι επιθυμούν να παραμείνουν στην κατάσταση μιας παράλυσης που αποτρέπει την διαμεσολάβηση, με σκοπό να αφήσουν το πρόβλημα να συνεχίζει να επιπλέει στον απόκρυφο στοχασμό για να μπορούν έτσι να μαστιγώνουν όλους εκείνους που προσπαθούν να το υπερβούν.

Robert Kurz – δημοσιεύτηκε στο περιοδικό  KRISIS, nº 19, del 1997 – ( 1 di 5 – συνεχίζεται … ) –

πηγή: EXIT!

σύγχρονη σκέψη

καπιταλισμός, αντίο! Good bye, capitalismo!

Τετάρτη  MERCOLEDÌ 29 APRILE 2015

Good bye, Capitalismo!

manifesto3

Good bye, capitalismo! Bye, bye, διαχωρισμός-αξία, εμπόρευμα, εργασία, χρήμα, φετιχισμός, αγορά, Κράτος, πολιτική, κόμμα, οικονομία, ανταγωνισμός, υποκείμενο.  Bye, bye, Obama, Xi Jinping, Merkel, Putin, Cameron, Hollande, Castro, Maduro, Netanyahu, Abu Bakr, Abbas, Dilma, Tsípras.

Addio?  ο καπιταλισμός ξεπέρασε την προ-σύγχρονη εποχή. στάθηκε ικανός να ξεπεράσει όλες τις κρίσεις του. πήγε πέρα απ’ όλα τα εμπόδια, ακόμη και εκείνα τα επαναστατικά. στην διάρκεια λίγων αιώνων, ο καπιταλισμός δημιούργησε έναν κόσμο κατ’ εικόνα και ομοίωσή του.  διαμόρφωσε τα μυαλά μας με τρόπο τέτοιο ώστε να τον θεωρούμε αιώνιο. καπιταλισμός και χρήμα – το ένα είναι η ψυχή του άλλου. και η ανθρώπινη ύπαρξη δείχνει καθημερινά πως δεν γνωρίζει να ζει δίχως χρήμα. πως μπορούμε να μιλάμε για το αντίο στον καπιταλισμό ?

ο καπιταλισμός, χάρη στον ανταγωνισμό, αύξησε την παραγωγικότητα στο άπειρο. έτσι έφτασε στο σημείο να προκαλέσει μια δραστική μείωση της αξίας  (που εκφράζεται σε χρήμα) και της υπεραξίας (που εκφράζεται σε κέρδος) που περιλαμβάνεται σε αυτήν. εκμηδενίζεται. και να που η καπιταλιστική ανατροπή και ανταρσία νικά τον ίδιο τον καπιταλισμό, ανατρέποντας όλα τα θεμέλια μοντέρνου πατριαρχικού συστήματος παραγωγού εμπορευμάτων.

είναι καταπληκτικό! όμως, είναι ακόμα περισσότερο το να γνωρίζει πως αυτό προκαλεί την αυτοκαταστροφή του. έχει κόψει το κλαδί επάνω στο οποίο κάθεται. έδωσε τέλος στην ίδια του την δυναμική. στάθηκε ικανός να θέσει σε λειτουργία έναν μηχανισμό που, κάποια συγκεκριμένη στιγμή, τον τραυμάτισε θανάσιμα. δεν υπήρξε καμιά κοινωνική διαμαρτυρία που προκάλεσε όλο αυτό. η κατάρρευση του καπιταλισμού προέρχεται από τον ίδιο τον καπιταλισμό. πως να μην πούμε  good bye, καπιταλισμέ?

το γεγονός πως ο καπιταλισμός ανατρέπει τις ίδιες του τις βάσεις γεννιέται από την αυτό-αντίθεση του κεφαλαίου στην θεμελιώδη λογική του. αυτό μας θέτει μπροστά σε ένα όριο εσωτερικό αντικειμενικό του κεφαλαίου που προχώρησε αναφέροντας με αυτό τον τρόπο το εσωτερικό απόλυτό του όριο.
όμως, ας δούμε : υπάρχει μια ρητή σχέση ανάμεσα στην ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων και την υποτίμηση της αξίας.

η διαρκής ανάπτυξη της παραγωγικότητας καθιστά σταδιακά περιττή την εργατική δύναμη. με αυτό τον τρόπο, η δαπάνη σε ανθρώπινη ενέργεια αφηρημένη έρχεται να αντικαθίσταται από τις παραγωγικές δυνάμεις της μικροηλεκτρονικής. εμφανίζεται, με αυτό τον τρόπο, μια βασική αντίθεση στο πλαίσιο του αυτόματου υποκειμένου του φετιχισμού του κεφαλαίου  και της ιστορικής του δυναμικής. ας ρίξουμε μια ματιά εκ του πλησίον σε ένα ζήτημα τόσο αποφασιστικό.

το τέλος του αφηρημένου πλούτου – που είναι εκείνο να μετατρέπει χρήμα σε περισσότερο χρήμα (ενίσχυση της αξίας ) – βασίζεται μοναδικά και απόλυτα στην όλο και μεγαλύτερη αποβολή ενέργειας ανθρώπινης εργασίας, που αποτελεί την ουσία του κεφαλαίου. η συνεχής αύξηση και η ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων καθιστά ακριβώς αυτή την ουσία όλο και πιο περιττή. αποσπώντας την από την παραγωγική διαδικασία, προκαλεί την αργή υποβάθμιση-υποτίμηση, και δραματική τελικά, των αντικειμένων ωσάν αξίες (εμπορεύματα).

σε τελική ανάλυση, ο σκοπός του κεφαλαίου δεν είναι η ικανοποίηση των αναγκών μέσα από την παραγωγή πλούτου, αλλά ο αυτοσκοπός της ενίσχυσης της αξίας, η παραγωγή αφηρημένου πλούτου.

το υλικό περιεχόμενο της παραγωγής καθίσταται ασύμβατο με την μορφή που του επιβάλλεται από την αξία. εδώ αναδύεται η ανατροπή του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής. οπότε, μια ανατροπή που απειλεί τον κόσμο – η καπιταλιστική ανατροπή. αποτέλεσμα : η εργασία παύει να είναι η κυρία πηγή πλούτου. ο χρόνος εργασίας παύει να είναι η μέτρησή της. και ο καπιταλισμός τινάζεται στον αέρα ακριβώς γιατί έχει θεμελιωθεί επί της αξίας.
ως εκ τούτου, ο καπιταλιστικός κόσμος παραγωγής έφερε μαζί του αυτή την τάση στην απόλυτη ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων. δεν »στάθηκε προσεκτικός» στην αξία και την υπεραξία. αυτός υπήρξε μοιραίο γι αυτόν.

μέσα στον  XXI αιώνα, ο καπιταλισμός αποκαλύπτεται σαν αυτοκτονικό σύστημα που παρασέρνει μαζί του την ανθρωπότητα και τον πλανήτη προς την αυτοκτονία, την οικοκτονία, εν ολίγοις, προς την βαρβαρότητα. οι κατηγορίες του, δηλαδή, οι συνθήκες ύπαρξής του και οι μορφές σκέψης άρχισαν την προσπάθεια να δικαιολογήσουν την οπισθοδρόμηση, ήτοι, την παρακμή του πολιτισμού του.

χρειάστηκαν επτά χρόνια, από την αρχή της παγκόσμιας κρίσης του  2008. σήμερα, το παγκόσμιο νομισματικό σύστημα βρίσκεται στο σημείο κοντά στην κατάρρευσή του, στο έμφραγμα. το απόλυτο εσωτερικό όριο του κεφαλαίου επιτεύχθηκε. αυτό το όριο δεν είναι πλέον προσωρινό, είναι όμως το απόλυτο όριο της λογικής προσέγγισης της ανάπτυξης. είναι η αναγγελία της προοπτικής του θανάτου του καπιταλισμού.

ο πρώτος υπαινιγμός αυτού του ορίου υπήρξε ο σεισμός υποτίμησης του οκτωβρίου 2008. αυτός έδειξε πως η συνέχεια της οικονομίας του  deficit , του ελλείμματος δηλαδή, ήταν αβάσταχτη, μη βιώσιμη. era insostenibile. κατέδειξε ξεκάθαρα την ημερομηνία λήξης του. η κρίση με ταχύτητα προχώρησε προς τα  ιστορικά σύνορα του συστήματος.

τα συμπτώματα είναι πολλά. κι έρχονται στο φως διαρρηγνύοντας κοσμική  ησυχία. δείχνουν πως το ναυάγιο του συστήματος παρουσιάζεται σαν κρίση των καπιταλιστικών πατριαρχικών σχέσεων, ιδιαίτερα κρίση των σχέσεων ανάμεσα στα φύλλα (έλεγχος της σεξουαλικής ταυτότητας του συστήματος/ο αρσενικός κόσμος ετελείωσε), οικολογική κρίση (φυσικός φραγμός), οικονομική κρίση (οικονομικός φραγμός), κρίση της πολιτικής και των εθνικών κρατών (δεν λειτουργούν πλέον σαν ρυθμιστικοί φορείς), κρίση της κοινωνίας της εργασίας (εξάλειψη της εργασίας/ανεργία ) και κρίση της υποκειμενικότητας (θάνατος του υποκείμενου).

η κυοφορία αυτής της κρίσης ανέρχεται στην γέννηση του συστήματος. ο καπιταλισμός βρίσκεται σε κρίση. η πρώτη σημαντική εμφάνισή της ήταν το  1929, μετά τον πρώτο παγκόσμιο πόλεμο. συνέβη σε μια στιγμή επέκτασης του συστήματος. στάθηκε δυνατό να την ξεπεράσει.  παρουσιάστηκε σε πολλές χώρες, μετά τον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο, με διαφορετικά προφίλ, λόγω της ανομοιογένειας της καπιταλιστικής ανάπτυξης. ήταν παρούσα στην διάρκεια του Ψυχρού Πολέμου. στην Βραζιλία, φάνηκε στην εξέλιξή της από τον   Vargas, μέχρι την δικτατορία και την  Nova República. διέσχισε τις κυβερνήσεις Sarney, Collor, Itamar, FHC και Lula. η κρίση επηρέασε πολλές χώρες, ιδιαίτερα στα τέλη του  XX αιώνα, και έφτασε μεγαλύτερες διαστάσεις ξεκινώντας από το 2008. και τώρα, σκάει στα μούτρα της  Dilma που παραμένει έκπληκτη και αυξάνει έτσι τον γενικότερο αποπροσανατολισμό.

η ιστορία της δείχνει όλες τις λανθασμένες επιλογές και δυνατότητες που προσφέρονται από το Κράτος και από την αγορά, από τον καπιταλισμό και τον καπιταλισμό του Κράτους. τώρα, η γιορτή τελείωσε. και οι απαντήσεις που συσσωρεύτηκαν στην διάρκεια της εξάπλωσης του καπιταλισμού ήταν ακίνδυνες. αυτή η σύγχρονη κρίση είναι η κρίση εξάντλησης του συστήματος, ανάλωσης. η πολυπλοκότητά της απαιτεί μια νέα θεωρία με μια δική της αντίστοιχη χειραφετητική πρακτική.  η σύγχρονη διαμόρφωσή της δείχνει πως ήταν όλο ένας παραλογισμός.

manifesto1

ετυμολογικά η λέξη  crisi προέρχεται από το ιατρικό λεξικό της αρχαίας Ελλάδας, proviene dal vocabolario medico dell’antica Grecia. υποδεικνύει το αποκορύφωμα της εξέλιξης μιας αρρώστιας. δεν χρησιμοποιήθηκε ποτέ για να εξηγήσει τις συγκρούσεις, στο πλαίσιο των προσωπικών αναπαραστάσεων που υπάρχουν, στις αγροτικές και θρησκευτικές προνεωτερικές συνθήκες. θα ήταν  απαράδεκτο. σε τέτοιες κοινωνίες, η υπέρβαση ήταν κατανοητή μονάχα διαμέσου των θεών.

η έλευση της σύγχρονης εποχής άλλαξε τελείως αυτή την κατάσταση. σε αυτή τη νέα ιστορική διαμόρφωση, η πολεμική ανάμεσα στην δεξιά και την αριστερά καταλαμβάνει έναν ρόλο πρωτεύοντα, ηγετικό. μέσα από αυτή την διαμάχη, η υπερβατικότητα μετατράπηκε σε εμμένεια με την καπιταλιστική μορφή. σε αυτή την εμμένεια, η δυνατότητα η κρίση να μπορέσει να εξελιχθεί σε κατάρρευση του συστήματος απορρίφθηκε. το έμφραγμα- η κατάρρευση δεν επεξηγήθηκε σαν ένα περιστατικό ακούσιο. γι αυτό, η κατανόησή του και η υπέρβασή του αναβλήθηκαν.
για μια μεγάλη ιστορική περίοδο, η δεξιά υπερασπίστηκε το ανυπεράσπιστο και η αριστερά δεν υπήρξε ποτέ ανατρεπτική.

η δεξιά, για να δώσει ζωή στην αυτοκτονική λογική της ανάπτυξης, βασίστηκε στην διατήρηση της τάξης με κάθε τίμημα. η πολιτική έκφραση του καπιταλισμού μπορεί να διέφερε, ποτέ όμως ενάντια στο σύστημα.

η αριστερά, για να δώσει ζωή σε μια νέα τάξη, βασίστηκε σε μια ιδέα της επανάστασης που δεν έθετε υπό αμφισβήτηση τα θεμέλια του καπιταλισμού. δηλαδή, διατηρούσε τις θεμελιώδεις κατηγορίες του, συμβάλλοντας έτσι στον εκσυγχρονισμό του συστήματος.

ως εκ τούτου, όλα στάθηκαν τελείως άχρηστα, φασισμός, ναζισμός, στρατιωτικά πραξικοπήματα, διώξεις, τρομοκρατία, πόλεμος, δολοφονίες, λογοκρισία, αδιαλλαξία, καταπίεση, εκμετάλλευση, κυριαρχία, δικτατορία, νεοφιλελευθερισμός, σοσιαλδημοκρατία διαμέσου της αγοράς…. άχρηστοι στάθηκαν επίσης σοσιαλισμός, μπολσεβικισμός, τροτσκισμός, φοκισμός, αναρχισμός, μαοϊσμός, εθνικισμός, δημοκρατισμός, κευνεσισμός…δεν χρησίμευσαν πουθενά. άφησαν όμως ένα ίχνος ανθρώπινης και φυσικής καταστροφής, πόνου, δυστυχίας και τρομερών συνεπειών για την ανθρωπότητα.

όμως η αποτυχία του δημιουργήματος είναι η αποτυχία του δημιουργού. και αυτό γδέρνει την υποκειμενικότητά μας. αυτή παρέμεινε υπόδουλη σε μια δουλεία θεληματική στην υπηρεσία του αυτοματοποιημένου υποκειμένου, δηλαδή, στην υπηρεσία της αξίας, του κεφαλαίου με την αξιολόγηση και ανάπτυξη του χρήματος που αφήνει ένα άλλο ίχνος καταστροφής, ερήμωσης, στασιμότητας, αποσύνθεσης και θυσιών ανήκουστων για τα ανθρώπινα όντα και για την φύση.

η υποκειμενικότητά μας ανακάλυψε πως η Γη δεν είναι το κέντρο του σύμπαντος, αντιλήφθηκε πως η μαϊμού είναι συγγενής μας, ανακάλυψε πως χειραγωγούμαστε από το ασυνείδητο και προόδευσε στην κατανόηση σύμφωνα με την οποίαν ο μοντερνισμός, ο μετά μοντερνισμός, η αναγέννηση, ο διαφωτισμός και οι Νάρκισσοί του είχαν σαν νόημα της ζωής μια άποψη που βασίζονταν σε μια κοινωνική σχέση παράλογη, τρελή, ανορθολογική και αντικειμενικοποιημένη.

τι θα κάνει τώρα, ανακαλύπτοντας πως η φύση της παρούσας κρίσης είναι το αποτέλεσμα μιας καπιταλιστικής ανατροπής αυτοκτονικής που μας οδηγεί προς τον γκρεμό?

θα συνεχίσουμε να αποσιωπούμε την κριτική σκέψη, έτσι ώστε αυτή η δολοφονική τρέλα να τελειώνει μια για πάντα με την ανθρωπότητα και τον πλανήτη?
μήπως έφτασε η στιγμή να τραγουδήσει το ανθρώπινο γένος και η χειραφέτησή του, αντί τα εμπορεύματα και τα πάθη τους ?
να κοιτάξουμε το φεγγάρι, κι όχι το δάχτυλο που την δείχνει, όπως προειδοποιούσαν οι καταστασιακοί?
μιας και οι δρόμοι δεν έχουν ανιχνευθεί, μήπως ήρθε η ώρα να πετάξουμε?

η φετιχοποιημένη υποκειμενικότητά μας μας εμπόδισε να μπορέσουμε να δούμε, εκ των προτέρων, πως ο καπιταλισμός θα είχε ανατρέψει άθελά του την ίδια του την ουσία. το να καταλάβουμε αυτό είναι αποφασιστικής σημασίας. καθώς η αιτία η βαθύτερη της κρίσης είναι, την ίδια στιγμή, ο λόγος της συνέχειας της ίδιας καπιταλιστικής κοινωνικής σχέσης. ένα σημαντικό παράδειγμα προέρχεται από την αντίθεση ανάμεσα στο παγκόσμιο κοινωνικό κεφάλαιο και στο ατομικό κεφάλαιο.

στην σχέση του κεφαλαίου ωσάν κοινωνικό παγκόσμιο κεφάλαιο, η αξία που έχει παραχθεί από ατομικά κεφάλαια εντάσσεται, πίσω από τις πλάτες των υποκειμένων, στην παγκόσμια μάζα  της αξίας, για την οποίαν ανταγωνίζονται τα διάφορα ατομικά κεφάλαια.

αυτό που ενδιαφέρει τους μεμονωμένους καπιταλιστές, είναι η αποτελεσματική χρήση όλων των πλευρών του κεφαλαίου τους. εξοικονόμηση χρόνου. βελτιστοποίηση των πόρων. να παράγουν όλο και περισσότερα εμπορεύματα καταφεύγοντας σε όλο και λιγότερη εργατική δύναμη. να παίρνουν όλες τις προφυλάξεις για να μη ναυαγήσουν στις εμπορικές διαμάχες που είναι όλο και πιο άγριες.

οι μεμονωμένοι καπιταλιστές, ως εκ τούτου, είναι διατεθειμένοι να αντιμετωπίσουν τις συνέπειες των παραγωγικών διαδικασιών τους και δεν δίνουν το δίκαιο και απαραίτητο βάρος στις συνέπειες της παγκόσμιας διαδικασίας του κεφαλαίου. δεν στρέφουν την προσοχή τους στο κεφάλαιο σαν αυτόματο υποκείμενο όλης της κοινωνίας. και δεν το κάνουν διότι ο ανταγωνισμός τους υποχρεώνει σε μια τέτοια οπτική μερική, λόγω του δικού του επηρεασμένου κοινωνικού πλαισίου.    οπότε, τα σκεπτόμενα οικονομικά υποκείμενα δρουν και αναπτύσσουν τους υπολογισμούς τους σε επίπεδο εταιρικής οικονομίας του ατομικού κεφαλαίου.

γίνεται λοιπόν προφανής μια αντίθεση ανάμεσα στον ποσοτικό προσδιορισμό της παγκόσμιας αξίας και εκείνον της ατομικής αξίας. στην έννοια του κεφαλαίου και στις κατηγορίες του, που αναπτύχθηκαν ξεκινώντας από αυτό, αντιστοιχεί μονάχα το παγκόσμιο κεφάλαιο. σε αυτό όμως το επίπεδο, δεν υπάρχει κανένα υποκείμενο που να κάνει υπολογισμούς συνειδητούς. η αυτονομημένη υποκειμενικότητα υπακούει σε μια λογική σταθερή και κυρίαρχη.

επομένως, το κεφάλαιο είναι το αυτοματοποιημένο αντικείμενο των φετιχοποιημένων πράξεων των υποκειμένων. σε αυτή την αυτονόμηση αντιστρέφεται η σχέση που ιδεολογικά υποτίθεται, καθώς η ιδεολογία παρουσιάζεται σαν συνείδηση απαραίτητα ψευδής. δεν είναι το αντικείμενο να είναι επεξεργασμένο από τα υποκείμενα.  αντιθέτως : είναι ακριβώς επί αυτών των »υποκειμένων» που »δουλεύει» το αντικείμενο. γιαυτό είναι αυτό το αυτόματο υποκείμενο και τα εμπειρικά υποκείμενα είναι τα αντικείμενα. σε αυτή την αντιστροφή, τοποθετούνται οι βάσεις της κρίσης. τελικά , το αυτόματο υποκείμενο δεν σκέφτεται και δεν δρα σαν σκεπτόμενο ον. αποτελεί την τυφλή μορφή που βρίσκεται, εκ των προτέρων, στην βάση της ανθρώπινης δράσης. είναι η μορφή ενός κινήματος δυναμικού που οδηγείται από τον παγκόσμιο ανταγωνισμό.

αυτό το κίνημα μπορεί να γίνει κατανοητό μονάχα από την ριζοσπαστική κριτική της κρίσης της αξίας, που είναι η κριτική της κοινωνίας στο σύνολό της. και μπορεί να εκτιμηθεί στις διαστάσεις του μονάχα από τέτοια ριζοσπαστική κριτική της διάστασης-αξίας.

σήμερα, η ανθρωπότητα αναμετριέται με το ιστορικό αρνητικό αποτέλεσμα της καπιταλιστικής δυναμικής, με το πλήρες άδειασμα της αξίας και με την εξάντληση της παραγωγής υπεραξίας. η κρίση δεν είναι μόνον πρόβλημα έλλειψης πραγματοποίησης υπεραξίας παραγμένης πραγματικά, αλλά έλλειψης παραγωγής υπεραξίας. για τον καπιταλισμό, το να συνεχίσει να υπάρχει σημαίνει καπιταλιστική βαρβαρότητα.  αυτό κατέστη ασυμβίβαστο με την ύπαρξη της ανθρωπότητας και της φύσης.

manifesto2

δεν πρόκειται περί καταστροφολογίας, αλλά για μια ρεαλιστική κατάληξη μπροστά στις απειλές που προβλέπονται, όμως διαστάσεων που δεν μπορούν να προβλεφθούν, και αναγγέλλονται.
από την παρούσα βραζιλιάνικη κατάσταση, αναδύεται ένας πλούτος τεράστιος. η Βραζιλία βυθίστηκε.

η κρίση έφτασε, και η συν-διαχείρισή της αποδείχθηκε τραγική. οι κυβερνώντες εμφανίστηκαν ως ικανοί να την υπερβούν. έχουν μείνει άναυδοι. και οι εκλογείς έκπληκτοι. αποκοιμήθηκαν με ένα υποψήφιο. ξύπνησαν με έναν άλλον υποψήφιο. νύχτωσε με ένα κόμμα. ξημέρωσε με ένα άλλο. φώναξαν για την νίκη. τελείωσαν νικημένοι.

μετά την ήττα του σοσιαλδημοκρατικού σχεδιασμού από την αγορά, είδαμε τον σοσιαλδημοκρατικό Κρατικό σχεδιασμό.

όμως το διπλό πήδημα θανάτου στην σκηνή δεν επέτυχε. η κοινή ουσία στα δυο σχέδια ήρθε στο φως. τα φαινόμενα δεν εξαπάτησαν σχεδόν κανέναν. η αλλαγή στην πορεία της κυβέρνησης πλήγωσε το εκλογικό της σώμα. και η απόρριψη φάνηκε πολύ σύντομα. σύμφωνα με τις δημοσκοπήσεις, το  75% θεωρεί πως η χώρα βρίσκεται σε λαθεμένο δρόμο. η πιο υψηλή αναλογία προέρχεται από τους φτωχότερους, από τους λιγότερο μορφωμένους και από τους κατοικούντες στο εσωτερικό της χώρας και στα Βορειοανατολικά.

εκφράζει την έκπληξη μπροστά στην αποτυχία των μοντέλων που προτείνονται στην προσπάθεια να σωθεί ο καπιταλισμός. και που, με την κατάρρευση αυτών, εξαφανίζονται στην άβυσσο. η κρίση τα κάνει όλα κομμάτια. το να αρπαχτούμε με δύναμη στις καπιταλιστικές συνθήκες ζωής δεν εγγυάται πλέον καμιά σιγουριά σε κανέναν.

η Βραζιλία δεν ήταν έτοιμη να αντιμετωπίσει την κρίση. η σύγχυση είναι γενικευμένη. σε μια προεδρολογία σχεδόν δίχως εξουσία, αντιστοιχεί ένας κοινοβουλευτισμός δίχως αντιπροσωπευτικότητα. οι εκτελεστικές εξουσίες, νομοθετικές και δικαστικές είναι ύποπτες. η δημοτικότητα  της κυβέρνησης βρίσκεται κατά γης.

η έλλειψη εμπιστοσύνης στους πολιτικούς και στα κόμματά τους βρίσκεται στα άστρα. τα επιχειρήματά τους καθιστώνται άχρηστα, γελοία. το να αντικαθιστούν μια πολιτική με μια άλλη δεν επιλύει πλέον τίποτα, η αλλαγή ενός μοντέλου με ένα άλλο αποδεικνύεται άχρηστη. η φύση προχωρεί προς την ερήμωση. τέχνη και πολιτισμός υποβαθμίζονται. στην φροντίδα της υγείας και στην εκπαίδευση βασιλεύει το χάος. στις πόλεις ζούμε μια ζωώδη κατάσταση. προϊόντα διατροφής δηλητηριασμένα. αυξήσεις στους φόρους. οικονομική ύφεση.

στα υψίπεδα λοιμοί.  πληθωρισμός ανεξέλεγκτος. επιπλέον αύξηση της ανεργίας. εξωτερική ανάθεση. περιορισμός των δικαιωμάτων. φεστιβάλ διαφθοράς σε όλη την χώρα. συνδιαχείριση της βαρβαρότητας. ιδρύματα στα κομμάτια. εξαθλιωμένες αρχές. αδιαλλαξία σε όλους τους τομείς. βία δίχως έλεγχο. άδεια ζωή. διακρίσεις κατά βούληση. γενικευμένη δυσαρέσκεια.

σε αυτή την κατάσταση, οι προτάσεις για πολιτικές μεταρρυθμίσεις, αριστεράς, δεξιάς, του κέντρου δεν φτάνουν στην καρδιά του προβλήματος. κινήματα στους δρόμους δίχως προοπτικές διότι δεν αντιμετωπίζουν ούτε λύουν αυτό τον κόμπο.

μέχρι σήμερα, στην Βραζιλία, όλες οι εξεγέρσεις υποβλήθηκαν τελικά, έχουν υποταχθεί στην καπιταλιστική μορφή. τώρα κατέρρευσαν οι παραδοχές για να την δικαιολογήσουν. εάν πρώτα την έκαναν δυνατή τα επισφαλή μέτρα για να ζήσεις μέσα στο σύστημα, σήμερα η πηγή έχει στερέψει. για λίγους, ο παράδεισος. για πολλούς, η κόλαση. εάν το σύστημα βρίσκεται σε αποσύνθεση, όλα τα μέσα βρίσκονται υπό συζήτηση.

ο παράδεισος μετατρέπεται σε κόλαση και αντιλαμβανόμαστε πως είναι όλο και πιο δύσκολο να εξέλθουμε. ίσως αρχίζουμε να καταλαβαίνουμε πως δεν έφταναν τα μέσα δίχως έναν λόγο για να ζούμε. στο τέλος, αυτά τα μέσα μας καταδίκασαν σε θάνατο. τώρα ψάχνουμε τους λόγους που θα ανοίξουν τον δρόμο προς μια καλύτερη ζωή. για να μην παραμείνει αυθόρμητη η εξέγερση, ανίσχυρη και δίχως ορίζοντες, έχουμε ανάγκη μιας θεωρίας και μιας πρακτικής που δεν θα είναι πλέον υποταγμένη στην καπιταλιστική μορφή.

διαμέσου αυτής θα καταφέρουμε να καταλάβουμε όλο το εύρος και το βάθος του εδάφους του νέου αγώνα και του νέου του στόχου. ο καπιταλιστικός κόσμος αποτέλεσε έναν σταθμό, ένα στάδιο περαστικό της ιστορίας της ανθρωπότητας. και η εξ αίματος συγγένεια, η αγιοποίηση, η ιδιοκτησία του εδάφους και η διάσταση-αξία αποτέλεσαν μια μακρά ιστορική περίοδο διαμέσου της οποίας το ανθρώπινο είδος αποσπάστηκε από την φύση, γενόμενο ύπαρξη σχετικά συνειδητή σε σχέση με την αρχέγονη φύση,  όχι όμως ακόμα σε σχέση με την δεύτερη φύση, που είναι η δική του κοινωνική σύνδεση δημιουργημένη από τον ίδιο. μια τέτοια κοινωνική σύνδεση, σήμερα, σκοτώνει την φύση και εξολοθρεύει την ίδια την ανθρώπινη ύπαρξη.

με όλα αυτά, καθίσταται προφανής η απάντηση που πρέπει να δώσουμε στην πραγματική διάσταση της κρίσης. στην Βραζιλία και στον κόσμο, στον  XXI αιώνα.

κι αυτή είναι να υπερβούμε, όχι μόνο την καπιταλιστική ιστορία, αλλά όλη την υπάρχουσα μέχρι σήμερα ιστορία. δεν είναι μόνο η εποχή του Ψυχρού Πολέμου που έφτασε στο τέλος της. έφτασε στο τέλος επίσης η παγκόσμια ιστορία του εκσυγχρονισμού. όχι μόνο αυτή η συγκεκριμένα μοντέρνα ιστορία, αλλά η παγκόσμια ιστορία των φετιχοποιημένων σχέσεων.

Good bye, capitalismo!  άντε γεια! σήμερα μπορούμε να αποχαιρετήσουμε δια παντός  a vossia και στην κρίση του ορίου σας, στην λογική σας και στο υποκείμενό σας με την μηχανή του δημιουργίας αξίας ως αυτοσκοπό, από όπου προήλθε η καταστροφή της ανθρωπότητας και η ερήμωση της φύσης. μπορούμε να δώσουμε στους έμφυτους αγώνες, που πραγματοποιούνται καθημερινά στην Βραζιλία και στον κόσμο, μια πραγματική διάσταση χειραφέτησης, μετατρέποντάς τους   σε αγώνες ανατροπής, υπέρβασης του συστήματος. τώρα, ξεκινάμε μια καινούργια ιστορία. υπολογίζουμε σε μιαν σκέψη και δράση πρωτοπόρους, νεωτεριστές, καινοτόμους.

μπορούμε να πραγματοποιήσουμε μια ρήξη κατηγορηματική με τον καπιταλισμό διότι οι νέοι ορίζοντες καθιστούν δυνατή  το χτίσιμο  του αντί-υποκειμένου της χειραφέτησης. ξεκινώντας από αυτό, είναι δυνατό να δώσουμε φτερά στην εξυπνάδα και στην χειραφέτηση για να χτίσουμε μια νέα ζωή, μια νέα κοινωνία, μια νέα κοινωνική σχέση.

εάν η καθημερινότητά  μας είναι όντως ένας τόπος στέρησης, ασήμαντων πραγμάτων, δυστυχίας και ανασφάλειας, αυτό δεν συμβαίνει λόγω μιας μοίρας που δεν αλλάζει. είναι το αποτέλεσμα μιας κοινωνικής τάξης ξεπερασμένης και που σήμερα έχει καταρρεύσει.

μια νέα καθημερινή ζωή τώρα μπορεί να δημιουργηθεί σαν έργο και σαν συνειδητή και ελεύθερη ιστορία, στο μέτρο κατά το οποίο θα καταργήσουμε τους τυφλούς μηχανισμούς που έχουν φτάσει στα ιστορικά όριά τους και που, ξεπερασμένοι, ανοίγουν την προοπτική της χειραφέτησης. η καθημερινή μας ζωή θα έχει στην διάθεσή της πλούτη κρυμμένα  για να βρεθεί στην θέση από εδώ και στο εξής να συμβάλλει σε μια γενικευμένη αμφισβήτηση του συστήματος.

δεν έχει πλέον νόημα η εγκατάλειψή μας μπροστά στην κρίση και στις καταστροφές που υπαγορεύονται από το αφηρημένο αυτό-κίνημα του χρήματος.
δεν έχει πλέον νόημα να περιορίζουμε την θεωρητική και πρακτική υποκειμενικότητά μας μπροστά σε μια έξυπνη στρατηγική της επιβίωσης.
δεν έχει πλέον νόημα να συνεχίσουμε την ψευδαίσθηση νομίζοντας με την φαντασίας μας πως θα ξεπεράσουμε την κρίση δίχως thn ριζοσπαστική κριτική  μας  ως υπερβατική του καπιταλισμού.

δεν έχει πλέον νόημα να υπερασπιζόμαστε ένα πεδίο ελιγμών για να δικαιολογήσουμε και να αποδεχθούμε όλε τις θυσίες. έφτασε η στιγμή να καταργήσουμε όλες τις θυσίες. σε τελική ανάλυση, η διαδικασία εκσυγχρονισμού μας τελείωσε. κατέστη καταστροφική, όπως το καταγράφουμε στον θάνατο των μεταναστών στην Μεσόγειο  και στις σφαγές που πραγματοποιούνται σε διάφορες γωνιές του πλανήτη.

για να κάνουμε δυνατό η ζωή να έχει σημασία, χρειάζεται μια έννοια ευαίσθητη που να είναι ακριβώς αντίθετη της αφηρημένης διαφωτιστικής έννοιας, αστικής, πατριαρχικής, φετιχιστικής και αυτοκτονικής που υποστηρίζεται διαμέσου της διάστασης-αξίας.

για να έχει νόημα η ζωή μας, μπροστά στις αυτοκτονικές συλλογικές δράσεις σε παγκόσμια κλίμακα και εθνική, δεν χρειάζεται πλέον να συζητάμε για μεμονωμένες μεταρρυθμίσεις, ανίκανες να καταστήσουν δυνατή μια προοπτική χειραφέτησης. όπως, για παράδειγμα, οι ψευδείς και επισφαλείς επιλογές που προσφέρονται από τους θεσμούς ή την αντιπολίτευση (αριστερή ή δεξιά).

για να έχει νόημα η ζωή, δεν έχει πλέον νόημα κανένα να προστρέχουμε στο Κράτος ενάντια στην αγορά ή στην αγορά ενάντια στο Κράτος. η αποτυχία της αγοράς και η αποτυχία του Κράτους, του υπoκείμενου-πολίτη και του εμπορικού-υποκείμενου, γίνονται ταυτόσημες διότι το σχήμα της κοινωνικής αναπαραγωγής νεωτερικότητας και της μετανεωτερικότητας, diventano identici perché la forma di riproduzione sociale della modernità e della postmodernità, έχει χάσει τελείως την ικανότητά του να λειτουργεί και να ολοκληρώνει, να ενσωματώνει.  ha perso completamente la sua capacità di funzionamento e di integrazione.

για να κάνουμε δυνατό η ζωή να έχει νόημα, χρειάζεται να δώσουμε ζωή σε ένα κίνημα υπέρβασης, σαν κοινωνική δύναμη, και αυτό είναι δυνατό μονάχα διαμέσου της συνείδησης. η κρίση είναι αντικειμενική. η χειραφέτηση, όχι! αυτή η αντικειμενικότητα δεν είναι αναπόφευκτη ούτε καν φυσική.

αυτή είναι μια ιστορική κατασκευή. σαν τέτοια, μπορούμε να της ασκήσουμε κριτική και να την ξεπεράσουμε. η χειραφέτηση είναι μια κατάσταση συνειδητή. είτε δεν θα είναι ποτέ χειραφέτηση.
εδώ αξίζει τον κόπο να υπενθυμίσουμε τις πολύτιμες συνεισφορές που προέρχονται από τις εμπειρίες που ξεκινούν να δίνουν ζωή στην δημιουργία νέων κοινωνικών σχέσεων, περιβαλλοντικών, πολιτιστικών, κλπ. που δεν βασίζονται πλέον στο χρήμα, στο Κράτος και στην αγορά. έχουν μιαν αξία ανεκτίμητη διότι πηγαίνουν πέρα από το σύστημα.

όντες συνειδητοποιημένοι και ελεύθεροι να χειραφετηθούμε, η ζωή θα αρχίσει να είναι γεμάτη νόημα, και η υπέρβαση του καπιταλισμού θα είναι το χαρακτηριστικό της ποίησης του μέλλοντος.

MESSAGGIO DI CRITICA RADICALE ΜΉΝΥΜΑ ΤΗΣ ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΙΚΉΣ ΚΡΙΤΙΚΉΣ
Fortaleza, 24 Απριλίου του 2015

πηγή: CRÍTICA RADICAL

http://francosenia.blogspot.gr/2015/04/good-bye-capitalismo.html