τα βιβλία του μιχάλη, i libri di michele

ΩΩ. στη χώρα του ποτέ…ή 14

Έχουμε και τον Επίλογο μας :
Ψάχνοντας ανάμεσα σε παλιά χαρτιά βρήκα μια μικρή ατζέντα που κρατούσα το 1980 στις φυλακές Κομοτηνής. Είχα γραμμένα αποσπάσματα από γράμματα που έστελνα στην Ροσσάνα. Σημειώσεις.
Σας μεταφέρω λοιπόν κάποια ενδιαφέροντα σημεία από τις σκέψεις εκείνου ακριβώς του καιρού για τον οποίο μιλάμε.
Νομίζω πως δεν θα μπορούσαμε να έχουμε καλύτερο επίλογο :

HIGH ON EMOTION … Chris de Burgh

‘Από χθες είναι εδώ ένας αυθεντικός Cipputi, [ήρωας από κόμιξ του Αλτάν], που τον άρπαξαν στα ελληνοτουρκικά σύνορα, πολύ συμπαθητικός. Στην πράξη έχουμε φτιάξει την μικρή μας παροικία σε ένα κελί με 10 άλλους έλληνες. Στο σύνολο είμαστε 14.
Δεν είναι και τόσο ευχάριστα ανάμεσα σε ανθρώπους τραχείς, άξεστους,με τους οποίους στην πράξη δεν υπάρχει δυνατότητα συνεννόησης.
Δυο φορές φυλακισμένοι!

Σε παρατηρούν σχολιάζοντας οποιαδήποτε κίνηση, όταν γράφω και γιατί γράφω τόσο πολύ, όταν λιάζομαι με τις ώρες, όταν κοιμάμαι δίχως σλιπάκι, όταν τρώω, γιατί κάνω ντους κάθε μέρα κλπ.
Και μισούν θανάσιμα αυτούς που μιλάνε άλλες γλώσσες. Ζηλεύουν πολύ. Είναι τρελό.
Πάλι καλά που είναι εδώ ένα μεγάλος στην ηλικία κύριος από τη νότια Ιταλία και ένας αργεντίνος με τους οποίους περνούμε το μεγαλύτερο μέρος της μέρας. Υπήρχε και ένας πολύ συμπαθητικός Έλληνας, μα έχει φύγει και αυτός.
Κάνουμε καλή παρέα, αστειευόμαστε συχνά μεταξύ μας προσπαθώντας να κάνουμε τη γκρίζα μας μέρα όσο το δυνατόν ‘ευχάριστη’.

Κάθε απόγευμα παίζουμε βόλεϋ και είναι η μοναδική όμορφη στιγμή της μέρας. Πηδώ, φωνάζω, τρέχω, καρφώνω κι έτσι ξεσπάω αρκετά και ξεχνιέμαι. Είναι μια διέξοδος.
Διαφορετικά, τα υπόλοιπα : βαρεμάρα και οι υπέροχες αναμνήσεις μιας ζωής μαζί σου.
Στη διάρκεια της μέρας, τις περισσότερες ώρες έξω στο προαύλιο, καπνίζοντας τσιγάρο ή ξαπλωμένος στο κρεβάτι με κλειστά τα μάτια, σε νιώθω δυνατά και το μυαλό μου να πετά πάνω από τους τοίχους.’
‘Αυτή τη στιγμή η τηλεόραση μεταδίδει ένα πρόγραμμα μουσικό, από εκείνο το μαγαζί στην Πλάκα της Αθήνας όπου βρεθήκαμε ένα βράδυ,μετά το παιχνίδι του Ολυμπιακού στον Πειραιά που παρακολουθήσαμε μαζί με τον Παύλο. Με τους τρεις τραγουδιστές και τα δυο κορίτσια, θυμάσαι; Άσε που μούρχεται έντονα στο μυαλό η στιγμή που μας άφησαν να καθίσουμε λιγάκι μαζί κάτω από την κερασιά, έξω από τη φυλακή, τη μέρα της δίκης σου, στο διάλειμμα
και δακρύζω.
Πέρασε η ώρα, έπεσε ησυχία, απ’ το ραδιοφωνάκι του διπλανού ακούγεται σιγανά η Πάτι Σμίθ να τραγουδά πως ‘η νύχτα ανήκει στους εραστές’
τη μια στιγμή πηδώ στον ουρανό απ’ τη χαρά να επικοινωνώ μαζί σου και την αμέσως επόμενη πέφτω στη μεγαλύτερη απογοήτευση. Τη μία στιγμή ηρεμώ και την άλλη πέφτω στην πιο μαύρη απελπισία
με ένα θυμό μεγάλο κι ένα αίσθημα αδυναμίας να με τυλίγει.
Θυμάμαι που τρέχαμε στους δρόμους της Φλωρεντίας με την βέσπα τραγουδώντας την ‘κουκαράτσα’
κάνω τα πάντα για να ελέγχω αυτά τα σκαμπανεβάσματα στην διάθεσή μου, και τα συναισθήματα
να μη με πιάσει τρέλα!
να κρατήσω ισορροπία
αυτή η αίσθηση της αδυναμίας είναι καταστροφική.’

27-06-’80
Έφυγαν οι φίλοι μου, ήρθαν δύο καινούρια παιδιά, είναι όμως λίγο απόμακροι, κρυόκωλοι
έμεινε όμως ο Λίνο, ο καημένος είναι μπαμπάς και μητέρα μαζί, μας πλένει, μας μαγειρεύει κι εμείς του κάνουμε χαδάκια και χαρούλες γιατί νιώθει τόσο μόνος, είναι μεγάλος, τον τυλίγει συχνά η απελπισία, καταφεύγει στην αγκαλιά μου ξεσπώντας σε λυγμούς.
Το θετικό στην υπόθεση είναι πως μου επιστρέφει η διάθεση, όσο κι αν φαίνεται παράξενο.
Η επιστροφή στις ρίζες
στις ρίζες του παντοτινού Μιχάλη
που τον τελευταίο καιρό είχε καταντήσει ένα αυτόματο
προσωπικότητα αυτοματοποιημένη από την συνήθεια στην οποία είχαμε εγκλωβιστεί λόγω της δικής μας καθημερινής επανάληψης,
καταλαβαίνεις τι εννοώ

μιας και η ζωή μας είχε καταντήσει ‘μηχανική’.
εκείνη η φοβερή επιθετικότητα, η συντριπτική όρεξη να κάνω πράγματα, με όλη τη σημασία της λέξης, με τις αισθήσεις στην τσίτα.
Η συνήθεια μας είχε σπάσει τα νεύρα
μ’ εκείνο τον παράλογο εκβιασμό που μας είχε καταντήσει αυτόματα, ρομποτάκια άριστα προγραμματισμένα
δίχως συναισθήματα
με τη δημιουργικότητα πνιγμένη και την φαντασία, αν εξαιρέσεις………
σε οτιδήποτε δεν ήταν στο κανάλι που είχε μία μοναδική κατεύθυνση….

Άρνηση λοιπόν της εξουσίας,ολοκληρωτική άρνηση οποιασδήποτε μορφής εξουσίας
γιατί δεν υπάρχει εξουσία δίχως περιορισμό,
δίχως άρνηση της κριτικής δυνατότητας, δίχως εμπόδια στην αναζήτηση δρόμων καινούργιων για τα πρόσωπα και όχι προκατασκευασμένων,
χωρίς περιορισμό στον αυθορμητισμό του ατόμου.
Για να είναι η καθημερινότητα δημιουργία.
Η ύπαρξή μας μέσα σε ένα κανάλι, μοναδικό. Όχι, φτάνει.
Προγραμματισμένη σε ένα και το αυτό κανάλι. Όχι άλλο.
Μια δυνατότητα, μοναδική
ιστορικά ηττημένη
παλιά, γηρασμένη
μουμιοποιημένη, μπαγιάτικη όπως η Βίβλος
άλλο τόσο λοιπόν μουχλιασμένος και ο Λενινισμός.

Τον είχαμε ήδη απορρίψει εδώ και πάνω από πέντε χρόνια, τότε που ακόμη όλοι ήθελαν ‘να τον τηρούν κατά γράμμα’, ενώ εμείς προτιμήσαμε την θαυμάσια-υπερηχητική δημιουργικότητα με όλες μας τις αισθήσεις.
Και μετά πέσαμε στην παγίδα
ίσως γιατί ελπίζαμε πως τα πράγματα θα πήγαιναν διαφορετικά, θα έπαιρναν άλλη τροπή, και θα φτιάχναμε τα πράγματα αλλιώς.
Αντίθετα, ‘κέρδισαν’ οι ‘πολέμαρχοι’
και τα αποτελέσματα φαίνονται σήμερα δια γυμνού οφθαλμού!
Φτάνει! Μπούχτισα!
Ναι, ο κομμουνισμός είμαστε εμείς,
η εικόνα, η φαντασία ενός καλύτερου μέλλοντος, διαφορετικού από την ασχήμια που μας περικυκλώνει σήμερα
δίχως περιορισμούς

χωρίς φυλακές
χωρίς εκμετάλλευση ανθρώπου από άνθρωπο και επιπλέον μάλιστα του ανθρώπου από την μηχανή και τους υπολογιστές, όπως συμβαίνει σήμερα.
όταν η ζωή θα είναι η εξασφάλιση των αναγκών των ανθρώπων και όχι ο έλεγχος και οι εντολές του κεφαλαίου και του κράτους
με αμοιβή τα ενδιαφέροντα, τα συμφέροντα του κεφαλαίου και των κομμάτων. Στην Δύση όπως και στην Ανατολή.
Ακριβώς την ίδια απογοήτευση, την πίεση στις ανάγκες των ανθρώπων, την καταπίεση, την ματαίωση της ελευθερίας του ατόμου.
Τι κατάλαβε ή τι αισθάνθηκε απ’ όλα αυτά η μεγάλη πλειοψηφία των ‘προλετάριων’, που βλέπουν απαθείς να κλείνονται στις φυλακές οι πιο ‘ανθρώπινες’ και ευαίσθητες ψυχές ;

Που βλέπουν να πεθαίνουν σαν τις μύγες τα παιδιά τους, χιλιάδες νέοι που δεν έχουν τη δύναμη ν’ αντισταθούν και πνίγονται στη μέγγενη της ηρωίνης και των ναρκωτικών ;
Που θανατώνονται στην απομόνωση. Εκατοντάδες μέρες φυλακής για την μικρότερη κλοπή.
Μέσα σε αυτή τη βασανιστική βρωμιά που έχει καταντήσει η σύγχρονη καθημερινότητα, ‘η μοντέρνα κοινωνία’, ‘η μοντέρνα ζωή’, η μοντέρνα μητρόπολη, η σύγχρονη πόλη ;
Η κούρσα στους εξοπλισμούς, οι αιώνιες θυσίες
για περισσότερη δουλειά
κι ακόμα πιο πολύ,
για αύξηση των ρυθμών
για βρώμικη, άσχημη εργασία, μονότονη
που κυβερνά τη ζωή και τη μέρα μας αντί να είναι δημιουργία,
όπως και όλα τα ενδιαφέροντα ανθρώπων γεμάτων ζωή, όχι αλλοτριωμένων από την Τι Βι,
από τις διαφημίσεις, από το φρικτό κομματικό σύστημα ;

Area, η διεθνής

Όλα αυτά σκέφτομαι και γεμίζω οργή αλλά και επίγνωση γι αυτό που συμβαίνει αλλά επίσης και για το ποιος είμαι εγώ
χαρούμενος για τον τρόπο με τον οποίο σκέφτομαι,
μια ανάσα ελευθερίας,
γιατί η επίγνωση φέρνει ελευθερία, γεμίζει συναισθήματα τον άνθρωπο, τον ανεβάζει ψηλά.
Έτσι εξελίσσεται, ψάχνεται, προχωρεί
έξω απ’ την ενσωμάτωση στο σύστημα, μακριά απ’ τα γερασμένα συνθήματα και τις απαρχαιωμένες κινήσεις.
Ο άνθρωπος σήμερα, στην Ευρώπη και παντού, χρειάζεται πολύ περισσότερα από αυτά που μπορεί να προσφέρει ο λενινισμός, ο κομμουνισμός που γνωρίσαμε, ο σοσιαλιστικός ρεαλισμός.

Εμείς γινόμαστε ακόμη πιο ελεύθεροι……
Αισθάνομαι ν’ απομακρύνομαι όλο και περισσότερο από αυτή τη τρομαγμένη σιωπηλή πλειοψηφία, από αυτούς τους άλλους…..
Όλοι εμείς που νιώθουμε κοντά θα τα τολμήσουμε αυτά τα πράγματα, τα δοκιμάσαμε. Αυτές τις καταστάσεις τις διαφορετικές…..
Φτιάξαμε και θα ξαναφτιάξουμε ένα σωρό τέτοιες καταστάσεις, γιατί η εξέλιξη μέσα στην αυθόρμητη ωριμότητα, στον ώριμο αυθορμητισμό της καθημερινότητάς μας, με φαντασία και επικοινωνία μέσα στις συλλογικότητες
των ενστίκτων και των φυσικών και πνευματικών αναγκών,
της ακαταμάχητης ανάγκης για ελευθερία και απελευθέρωση είναι συνεχής,
και της συνειδητής χειραφέτησης καθημερινή…..
για ανεξάντλητη αγάπη και υποκειμενική συνειδητότητα που εάν και όταν γίνεται συλλογική θα μας ξαναβρεί να παίρνουμε μέρος,
θα μας βρει να συμμετέχουμε ξανά

δίχως παρωπίδες και σχήματα καθορισμένα από τα πριν, προσυμφωνημένα
αρχαία, πεπαλαιωμένα και μακρινά σχήματα σε σχέση με την σημερινή πραγματικότητα που μας περιτριγυρίζει,
της ανάγκης για απελευθέρωση του ανθρώπου από την σκλαβιά της μισθωτής εργασίας που πνίγει, της εργασίας που αποξενώνει
έτσι όπως κυριαρχεί στην καθημερινότητά μας στο σύγχρονο παγκόσμιο χωριό, στα συστήματα που γνωρίζουμε και υπάρχουν.
Νιώθω απομονωμένος γιατί γεμάτος από όμορφα πράγματα, να κατακλύζομαι από φωτιά
φλογερά, συντριπτικά συναισθήματα που με κατέλαβαν, με κατάκτησαν για πάντα, για μια ζωή, και δεν θα πεθάνουν ποτέ, δεν θα χάσουν σε όγκο και ταχύτητα
ανάμεσα σε μετριότητες.

Όσο αναπνέω θα είναι εδώ, ζωντανά και συναρπαστικά.
Εδώ στην απομόνωση, μέρα με την μέρα, βρίσκω εκείνο το λίγο απόθεμα δύναμης που χρειάζεται, κουράγιου, για να τραβώ μπροστά
για άλλη μια μέρα…
μια μέρα ακόμη………
και ξανά….
Όχι, δεν αντέχεται η εξουσία επάνω μου, πάνω μας
να παίρνεις εντολές από ανθρώπους που νιώθεις κατώτερους, απομακρυσμένους,
από ανθρώπους που δεν έχουν καταλάβει τίποτα από ζωή, που δεν αντιλαμβάνονται την τύφλα τους
τι είναι η ζωή, τι σημαίνει να ζεις πραγματικά!
να μας υποχρεώνουν να κάνουμε αυτό που θέλουνε αυτοί.
Την υποχρέωση να είμαστε στην μέση, περιτριγυρισμένοι, περικυκλωμένοι από μια αγέλη ηλίθιων φυλακισμένων, αιχμαλώτων, που είναι περισσότερο μπάσταρδοι και ρουφιάνοι από αυτούς τους ίδιους τους ανθρωποφύλακες!

Ν’ ακούς με το ζόρι τις βλακείες τους…
να βουλώνεις τα αυτιά σου…
και ν’ ακούγονται ακόμη,
όπως συνέβαινε και έξω, στην πόλη.
Μας γεμίζει όμως με αποφασιστικότητα αυτό, και δύναμη και ωριμότητα και επιμονή και ακόμα μεγαλύτερη σιγουριά γι αυτά που μας κινούν κι έχουμε μέσα μας!
Δεν με φοβίζει τίποτα.
Έχουν μέσα το κορμί μου
το μυαλό μου και ολόκληρη η ύπαρξή μου γυρνάει ελεύθερα εκεί στην αμμουδιά
πάνω απ’ τους τοίχους,
ανάμεσα στους συντρόφους
Από το έξω μ’ έχουν απομονώσει τελείως, προς στιγμήν τουλάχιστον.
Βλέπω μοναχά τον πατέρα μου, πάντα με τον διοικητή και δυο αστυνομικούς από κοντά, δίπλα……

Area (International Popular Group) – Giro Giro Tondo – Live 1977

Λίγο καιρό αργότερα :
– Μου αρνήθηκαν την προσωρινή αποφυλάκιση με όρους, είναι παράλογο. Δεν καταφέρνουν τίποτα περισσότερο από ακόμη μεγαλύτερη άρνηση του κόσμου τους, άρνηση της σκατένιας τους ψευτοδικαιοσύνης, της σκατένιας κοινωνίας τους!
Ζηλεύουν, τους τρομάζει η διαφορετικότητα, δεν νιώθουν άνεση όταν έχουν να κάνουν με ανθρώπους που αισθάνονται δέκα φορές πιο περήφανους από αυτούς.
Θα συνεχίσω να περιμένω, θα μάθω να περιμένω, με υπομονή.
Ξέρεις πόσο πνίγομαι με την επιβολή, πόσο μου είναι ανυπόφορη η επιβολή, ακόμη και στα μικρότερα πράγματα, στις πιο ‘αθώες’ καταστάσεις. Καταλαβαίνεις πόσο μου στάθηκε δύσκολο να καταπιώ βλέποντας να σε αρπάζουν με εκείνο τον θηριώδη τρόπο, με τόση βία….

την επιβολή της κράτησης, της φυλάκισης, της απομόνωσης….
με την απαραίτητη ηρεμία….
δίχως τη δυνατότητα αντίδρασης….
δίχως να μπορώ ν’ αντιδράσω, να κάνω κάτι για να τους σταματήσω, να τους εμποδίσω….
Μα την αλήθεια, όσο πιο συγκλονιστική και φρικτή είναι η κατάσταση τόσο περισσότερο με δυναμώνει
με προσγειώνει στην πραγματικότητα, με κάνει πιο δυνατό μιας και η αλήθεια είναι πως μέχρι σήμερα πετούσα λιγάκι στα σύννεφα.
Θα αντιμετωπίσουμε ότι χρειαστεί και θα νικήσουμε τελικά.
Δεν φοβάμαι τίποτα.

Υποφέρω αλλά συγχρόνως είμαι γεμάτος θυμό και ανταρσία και αποφασιστικότητα και σιγουριά στον χαρακτήρα και στις δυνάμεις μας. Ανυπότακτος!
Ο κανόνας,στην ιστορία, ο ιστορικός νόμος είναι πως δεν θα γίνεται πάντοτε το δικό τους, πως τα πράγματα δεν θα πηγαίνουν αιώνια σύμφωνα με την δικιά τους θέληση.
Έχει τα πάνω και τα κάτω της η ιστορία.
Αυτή τη στιγμή είμαστε εμείς από κάτω, ζούμε εμείς τα κάτω μας.
Θεμελιώδες είναι,ακόμη και στις ασχημότερες στιγμές, όταν μυαλό και κορμί παραλύουν και δεν αντέχουν τα χτυπήματα…
λέω, θεμελιώδες είναι ακριβώς κάτι τέτοιες στιγμές να μην υπάρξει η παραμικρή διαφοροποίηση στην ψυχική και σωματική ακεραιότητα, η παραμικρή οπισθοχώρηση στην αποφασιστικότητα αντίστασης, η ελάχιστη αμφισβήτηση όλων αυτών που υπάρχουν μέσα μας και εκφράσαμε όλα αυτά τα υπέροχα χρόνια.

Δεν θα υπάρξει η οποιαδήποτε οπισθοχώρηση στη δυνατότατα να συνεχίσουμε να παράγουμε τις φανταστικές, υπέροχες δονήσεις, αποφασιστικά…
τις παντοτινές….
και ακόμη περισσότερο,
ανανεωμένες, ώριμες
ντυμένες πάντα με τα λαμπρότερα χρώματα…
δονήσεις κατακτητές!
Αυτές τις ανταγωνιστικές δονήσεις που μας χαρακτηρίζουν,
που γεμίζουν το αίμα, το μυαλό, το σώμα, τα νεύρα…
αντίστασης στην προσπάθεια εξουδετέρωσης μας…
του να πετύχουν να μας κάνουν υποκείμενα στη θέλησή τους,
υποχείρια…
πιόνια στα χέρια τους, μετακινούμενα απ’ εδώ κι απ’ εκεί, έτοιμα να μεγαλώσουν τον ήδη τεράστιο υπάρχοντα αριθμό – κοίταξε γύρω σου
νούμερο συντριπτικό.

Δεν είμαστε απ’ αυτόν τον κόσμο, δεν είμαστε κοινοί…
είμαστε γεμάτοι ενέργεια νεότητα και γνώση… και λίγη σοφία παραπάνω.
Αυτή τη γνώση που στο μέλλον θα είναι η καλύτερη φιλενάδα μας, που θα μας επιτρέψει τη διαρκή κριτική δυνατότητα, ευέλικτη. Τη διαυγή δυνατότητα ανάλυσης της πραγματικότητας.
Και με συντροφιά την λογική και την ωριμότητα που αποκτούμε όλο και περισσότερο θα βοηθηθούμε να μη πέσουμε στα πανάρχαια γερασμένα σφάλματα.
Πόσο θα ήθελα να σου μιλήσω ζωντανά όμως,
όχι με το χαρτί ανάμεσα
για τις σκέψεις μου, που επιστρέφουν γυαλισμένες, ξεσκονισμένες, μετά από αυτή την περίοδο που βρέθηκα ανάμεσα σε δύο πυρά,
την ανάγκη από την μία να ξαναβαδίσω το δικό μου, αυτόνομο μονοπάτι διαμέσου της ιστορίας
και της αγάπης μου για σένα που με έσπρωχνε προς δρόμους που αρνιόμουν ενστικτωδώς κυρίως [και με συνείδηση όμως], και που δεν ήθελα με τίποτα να σου τις επιβάλλω.

‘Μου τη δίνει’ το χαρτί,
φοβάμαι και το ρίσκο να μη γίνω απόλυτα κατανοητός, δεν πρέπει να παρεξηγηθώ ούτε στο ελάχιστο.
Θέλω λοιπόν να σου θυμίσω για μία ακόμη φορά, την τελευταία, τη βάση όλου του συλλογισμού μου που με σπρώχνει να επιστρέψω στην υποκειμενικότητα μου και στην άρνηση του ‘ρεαλισμού’ της πολιτικής
που δημιούργησε αυτή τη βρωμιά που μας περιτριγυρίζει
αυτή τη φτώχεια της πολιτικής σκέψης και πρακτικής που δημιούργησε αυτή την δυσωδία που έχει καταστρέψει όλες τις επαναστατικές απόπειρες και τις απελευθερωτικές προσπάθειες χειραφέτησης που ουρλιάζουν ανταγωνιστικά την θέληση και την επιθυμία από τους λαούς και τις πρωτοπορίες τους! σε χίλιες περιοχές και γωνιές του κόσμου!

Που οδηγήθηκαν στην αφάνεια και την καταστροφή κάτω από τα κτυπήματα του ‘ρεαλισμού’ της πολιτικής
του ρεαλισμού της ύπαρξης των μπλοκ, των ‘στρατοπέδων’
του ρεαλισμού των ιμπεριαλισμών
που πολεμούν στις γωνιές της Γης για την ολοκληρωτική και ολοκληρωμένη κατάκτηση, την πλήρη και ολοκληρωτική κυριαρχία .
Που δεν επιτρέπουν στους ανθρώπους το ‘λούσο’ της επιθυμίας
του καινούριου
της ανανέωσης
της αληθινής εναλλακτικής,
που δεν το επέτρεψαν στην Ιταλία,
που το συνέτριψαν στην Ιταλία
η σύγχρονη φωτεινή, σαφής περίπτωση..

Τους τρόμαξε, τους τρομάζει και θα τους τρομάζει το ανταγωνιστικό κίνημα, και τους δύο!
Δύση και Ανατολή.
Διότι εναντιώθηκε τόσο στον καπιταλισμό όσο και στον σοσιαλιστικό ρεαλισμό.
Και οι δυο καταπιεστικοί και απαρχαιωμένοι.
Και κινήθηκαν αμφότεροι, με μέθοδες και όπλα διαφορετικά για να το πολεμήσουν και να το εξουδετερώσουν.
Χρησιμοποιώντας κατασταλτικές μεθόδους και όργανα όπως και τον ψυχολογικό πόλεμο [ΜΜΕ], ο πρώτος
και δια μέσω του αυτοκτονικού μιλιταρισμού ο δεύτερος
και της καταγγελτικής πολιτικής του ΚΚ

ΔΕΜΈΝΟΙ ΣΦΙΧΤΆ Ο ΈΝΑς ΣΤΟΝ ΆΛΛΟ, ΠΕΡΙΣΣΌΤΕΡΟ ΑΠΌ ΚΆΘΕ ΆΛΛΗ ΦΟΡΆ.
[ Δεν θέλω να περιαυτολογώ, παρατήρησε τις ημερομηνίες συγκεκριμένων επιθέσεων – με ποια στιγμή συμπίπτουν ! κλπ].
Και οι πιο ηλίθιοι από τους πολιτικούς καριέρας γνωρίζουν πως ποτέ δεν θυσιάζεις εκείνο που ήδη κατέχεις δίχως την εγγύηση ότι θα αποκτήσεις περισσότερο.
Το κίνημα καταστράφηκε κλεισμένο ανάμεσα σε διασταυρούμενα πυρά.
Αυτό ήταν βολικό και για τους δύο.
Οι χώροι, οι άνθρωποι, η δημιουργικότητα, οι δομές μας, οι σύντροφοι, οι νίκες και οι κατακτήσεις μας, οι εναλλακτικοί μας χώροι για τον αυτόνομο δρόμο της απελευθέρωσης απ’ όλα τα σχήματα
θυσιάστηκαν για το τίποτα

δίχως αντίκρυσμα
όλη εκείνη η δυναμική διαλύθηκε στην αρχή σε χίλια κομμάτια, στη συνέχεια απομακρύνθηκε οριστικά εγκαταλείποντας τον χώρο στην καταστολή και στο ΚΚ
όλες οι κατακτήσεις μας διαλύθηκαν στον αέρα.
Σε τίποτα δεν χρησίμευσε η προσωπική μας μανιασμένη αντίδραση.
Πολύ δυνατότερη αποδείχτηκε η επιστημονικότητα των επιλογών του μιλιταρισμού που αποδείχτηκαν αναισθητικά σωστές!
Σωστές γι αυτούς, δημιουργώντας εκβιαστικό προβληματισμό στις γραμμές μας.

Κι έτσι η Ιταλία παρέμεινε και παραμένει ακόμη ‘γη του κανενός’
με την συνηθισμένη πολιτική αστάθεια, με την παρτίδα ανεξέλεγκτη και όλες τις πιθανότητες ανοιχτές.
Εκείνο που λείπει μοναχά είναι ολοκληρωτικά ανταγωνιστική φωνή, αυτή που διασπά τα πάντα, αυτή που εκφράζονταν από το αυτόνομο επαναστατικό κίνημα στην χώρα.
Κι εμείς δεν καταφέραμε να νικήσουμε τον μιλιταρισμό
εμείς, η φωνή της διαλεκτικής, ο δρόμος της βάσης, της συμμετοχής και της ανταγωνιστικής οργάνωσης
ενάντια στον μιλιταρισμό.
όχι, δεν νιώθω με τίποτα νικημένος,
αντίθετα,
σοφότερος, δικαιωμένος
ένας όμορφος εραστής του αδύνατου [προσωρινά].

Έχει σφιχτεί η καρδιά μου σκεπτόμενος όλη εκείνη την ενέργεια, όλη εκείνη την δημιουργικότητα που είχε εκφραστεί χρόνια τώρα, στην καθημερινή πρακτική
αυτή που τα συμφέροντα των δυνάμεων, με εξυπνάδα, και τη χρήση παράλογων μεθόδων, αδιανόητων
που αρχίζουν να διαφαίνονται τώρα
εξαφάνισαν, εξαέρωσαν
στέλνοντας στα κελιά
όχι μονάχα τα κορμιά ,
εξαφάνισαν πνευματικά πρώτα τα φωτεινότερα μυαλά
τις καλύτερες υπάρξεις
τις λαμπρότερες επιθυμίες, τις ζωτικές ανάγκες
που παρεμβλήθηκαν στη μέση του πολιτικού παιχνιδιού,
που βρέθηκαν να διαταράσσουν τις κομματικές ισορροπίες,

Πάντα οι ίδιες μέθοδοι. Ο σοσιαλιστικός ρεαλισμός αντιγράφει πιστά τον καπιταλισμό.
Ποιες είναι αυτές οι μέθοδοι; Μα φυσικά : η θυσία στην πολιτική ορθότητα.
Αυτή είναι η εξουσία, πάντα η ίδια
ΔΕΝ ΑΝΈΧΕΤΑΙ ΚΡΙΤΙΚΉ
δεν ανέχεται αμφισβήτηση
αυτόνομο απελευθερωτικό δρόμο
και για να επιβεβαιωθεί πρέπει να χρησιμοποιήσει μεθόδους και τεχνικές της δεσπόζουσας, αρρωστημένης,κυριαρχίας.
Μια κλειστή ομάδα που αναπαράγει στο σύνολο αυτό που λέει πως θέλει να καταστρέψει,
τα προϊόντα του συντηρητισμού
του τρόπου να ζεις και να πράττεις αντιδραστικά!
Γι αυτό και η καινοτομία, το καινούριο, η εναλλακτική λύση είναι θανατηφόρος εχθρός του συντηρητισμού και της εξουσίας.
Δεν ανέχεται εσωτερικούς αντιπάλους, διαφορετική άποψη και φωνή.
Τίποτα.

Προκειμένου λοιπόν η παλιατζούρα, η γερουσία, να υπερισχύσει είναι ικανή και έτοιμη για τα πάντα.
Αυτός είναι ο ρεαλισμός της πολιτικής.
Και όσο υπάρχουν τα στρατόπεδα δεν επιτρέπουν πιθανότητα σε αυτό που επιθυμούμε εμείς.
Αυτό που ορίσαμε και ονομάσαμε κομμουνισμό.
Η ταυτότητα χιλιάδων και χιλιάδων συντρόφων καταστράφηκε.
Άπειροι σύντροφοι εξαναγκάστηκαν στην προσωπική απομόνωση, στάλθηκαν σπίτι. Και χωρίς αυτούς τους συντρόφους δεν καταφέρνεις τίποτα απ’ όλα αυτά που επιθυμήσαμε και ονειρευτήκαμε, αυτά για τα οποία παλέψαμε, αγωνιστήκαμε, για τα οποία δώσαμε όλη μας την ενέργεια και την δημιουργικότητα.
Το αυτόνομο μας σχέδιο, πρόταγμα.

Δεν έγινε στην τύχη, κατά λάθος,
δεν είναι μια υπόθεση ή σύμπτωση.
Ήταν προμελετημένο επιστημονικά, με διαύγεια.
Σήμανε απαγορευτικό, από τα γεγονότα. όπου κι αν προσπάθησαν οι λαοί να χαράξουν το δικό τους αυτόνομο μονοπάτι ποδοπατήθηκαν από την ανάγκη επιβίωσης της εξουσίας του κεφαλαίου, της ιδιοκτησίας, της ιεραρχίας, της κομματοκρατίας
όπως και σήμερα
στην εποχή της κρίσης, του πληθωρισμού και της κούρσας των εξοπλισμών.
Με πλύση στα μυαλά και στις καρδιές
από ΜΜΕ, φωνές υψηλής εξειδίκευσης, αφεντικά στον ελεύθερο χρόνο και στην δουλειά, στο κρεβάτι, στο μπάνιο και στην κουζίνα. Στις συνήθειες.

Γιατί, κατά βάθος, το συμφέρον των κρατούντων δεν επιτρέπει επιθυμίες, ανάγκες
δεν επιτρέπει την πολυτέλεια ύπαρξης χειραφετημένων προσώπων
ελεύθερων ψυχών
απελευθερωμένων ανθρώπων.
Δυστυχώς!
Ή κάθεσαι και διαλέγεις αφεντικό
ή είσαι στην απέξω.
Κι αυτός είναι ο δύσκολος δρόμος.
Εγώ για το μέλλον μου διαλέγω τον δεύτερο.
Δεν νιώθω την ανάγκη ν’ ακουμπήσω στην πολιτική
ν’ αρπαχτώ από κάτι,
σ’ ένα κόσμο ακόμη πιο πολύ και περισσότερο παρανοϊκό και άγριο από ποτέ,
έξω από αυτό που ενδιαφέρει, πραγματικά, εμένα.

Και αυτό δεν είναι η εξουσία
δεν θέλω να επιστρέψω στο να γίνω γι άλλη μία φορά μία μηχανή που προγραμματίζει………
με αγαπάω αρκετά….
μ’ αρέσει έτσι όπως είμαι και νιώθω.
Δεν θέλω να κατακτήσω καμιά εξουσία, αφήνω σε άλλους τη χαρά να το κάνουν.
Και ξέρω πως σαν κι εμάς υπάρχουν χιλιάδες.
Θα κάνω τα πάντα για την πιθανότητα, για την απελευθέρωση
και την ελευθερία μας.
Για να ζήσουμε άριστα, υπέροχα.
Και θα κάνω τα πάντα για να καταστρέψω ότι χώνεται ανάμεσα στα πόδια μας!

Return to innocence, Enigma.

  • και επιστρέφουμε στο σήμερα :

μιχαλης 080

 

γλυκιά συμμορία

Φιλία – Χαλίλ Γκιμπράν

Το κείμενο που επακολουθεί είναι από το βιβλίο του Χαλίλ Γκιμπράν » Ο προφήτης, ο κήπος του προφήτη».

_____

Και ένας νέος είπε, Μίλησε μας για τη Φιλία.

Κι εκείνος αποκρίθηκε λέγοντας:

Ο φίλος σας είναι η εκπλήρωση των αναγκών σας.

Είναι το χωράφι που εσείς σπέρνετε με αγάπη και θερίζετε με ευγνωμοσύνη.

Και είναι το τραπέζι σας και το παραγώνι σας.

Γιατί πηγαίνετε στο φίλο με την πείνα σας, και τον αναζητάτε για τη γαλήνη σας.

Όταν ο φίλος σας εκφράζει τις σκέψεις του, δε φοβάστε το όχι στη δική σας σκέψη, ούτε αποσιωπάτε το ναι.

Και όταν εκείνος είναι σιωπηλός, η καρδιά σας δεν παύει για ν’ ακούσει την καρδιά του.

Γιατί στη φιλία, όλες οι σκέψεις, όλες οι επιθυμίες, όλες οι προσδοκίες γεννιούνται και μοιράζονται χωρίς λέξεις, με χαρά που είναι άφωνη.

Όταν χωρίζεσαι από το φίλο σου, δε λυπάσαι, γιατί αυτό που αγαπάς πιο πολύ σ’ αυτόν μπορεί να είναι πιο φανερό στην απουσία του, όπως ο ορειβάτης βλέπει πιο καθαρά το βουνό από την πεδιάδα.

Και μη βάζετε κανένα σκοπό στη φιλία εκτός από το βάθαιμα του πνεύματος. Γιατί η αγάπη που γυρεύει κάτι άλλο εκτός από την αποκάλυψη του δικού της μυστηρίου δεν είναι αγάπη παρά ένα δίχτυ που ρίχνεται στη θάλασσα και μόνο το ανώφελο θα πιάσει.

Και δίνετε το καλύτερο εαυτό σας στο φίλο σας. Aφού θα γνωρίσει την άμπωτη του κυμάτου σας, δώστε του να γνωρίσει και την παλίρροιά του.

Είναι ο φίλος σας κάτι που θα έπρεπε να γυρεύετε όταν έχετε ώρες που θέλετε να σκοτώσετε;

Καλύτερα να γυρεύετε το φίλο σας πάντα όταν έχετε ώρες να ζήσετε. Γιατί έργο του φίλου σας είναι να εκπληρώσει τις ανάγκες σας, αλλά όχι να γεμίσει το κενό σας.

Και μέσα στη γλύκα της φιλίας κάνετε να υπάρχει γέλιο, και μοίρασμα χαράς.

Γιατί στις δροσοστάλες των μικρών πραγμάτων η καρδιά βρίσκει την καινούργια αυγή της και ξανανιώνει.

 

The wall on which the prophets wrote
Is cracking at the seams
Upon the instruments of death
The sunlight brightly gleams…

King Crimson

ΆλμπουμIn the Court of the Crimson King

Epitaph

συνεχίζεται

τα βιβλία του μιχάλη, i libri di michele

ΑΑ. χόρεψες πάνω στο φτερό του καρχαρία – 3

ΤΑ ΘΕΛΟΥΜΕ ΟΛΑ
Ατίθασος πρωταγωνιστής αυτής της ιστορίας είναι ο νεαρός εργάτης-μάζα: ο προλετάριος του Νότου που πάνω στη δική του εργασία στηρίχτηκε η ιταλική και ευρωπαϊκή βιομηχανική ανάπτυξη στο δεύτερο μισό του 20ου αιώνα.
Είναι ο «εργάτης για όλες τις δουλειές». Ανειδίκευτος και με τεράστια κινητικότητα, διαδοχικά εργάτης γης, οικοδόμος, άνεργος και τελικά μετανάστης, που αφηγείται με τη δική του κοφτή γλώσσα και από τη δική του ταξική σκοπιά πως έμαθε μέσα στις πελώριες αυτοκινητοβιομηχανίες του Βορρά να οργανώνει το δικό του δυναμικό εξέγερσης ενάντια στην εκμετάλλευση.
Ύστερα από μια σειρά άτυχων προσπαθειών να δουλέψει στο Νότο, ρίχνεται στην υποχρεωτική περιπέτεια της μετανάστευσης. Στο Μιλάνο, όπου δέχεται να κάνει τις πιο διαφορετικές δουλειές, αντιλαμβάνεται ότι βρίσκεται βουτηγμένος μέσα σε μια κοινωνία παράλογη, βασισμένη στην εξοντωτική σε ωράρια και ρυθμούς δουλειά και την κατανάλωση.
Τότε είναι που ξεκινάει έναν πρώτο, δικό του αγώνα ενάντια στην κατάσταση αυτή, έναν αγώνα αντιφατικό, γεμάτο πονηριά και αλαζονεία, για να ικανοποιήσει τις δικές του ατομικές ανάγκες και να ξεφύγει από τους αδυσώπητους νόμους της παραγωγής. Μέχρις ότου, στις αρχές του ’69, προσλαμβάνεται στη Φίατ.
Από δω και πέρα η πορεία του ήρωά μας θα είναι διαφορετική, θα είναι δεμένη με τις συνελεύσεις, τις λεπτομέρειες και τα χρονικά που ξαναζωντανεύουν μέρα τη μέρα τις φάσεις των μεγάλων ταξικών αγώνων που πέρασαν στην ιστορία του παγκόσμιου κινήματος σαν ιταλικό θερμό φθινόπωρο.
Το βιβλίο αυτό του Νάννι Μπαλεστρίνι δεν είναι απλά ένα καλό μυθιστόρημα που άντεξε στον χρόνο. Είναι κάτι παραπάνω, στον βαθμό που τόσο ως περιεχόμενο όσο και ως τίτλος, υιοθετήθηκε όχι μόνον από εκείνους που διεξήγαγαν τους κοινωνικούς αγώνες στα τέλη του 20ου αιώνα, αλλά και από αυτούς που τους συνεχίζουν και στον 21ο. (Από την παρουσίαση στο οπισθόφυλλο του βιβλίου)

Περιεχόμενα

Από το «Τα Θέλουμε Όλα» στους «Αόρατους» και οι πρακτικές συνέπειες μιας συνειδητής επιλογής. Συνέντευξη του Νάννι Μπαλεστρίνι στον Δημήτρη Δεληολάνη
ΝΑΝΝΙ ΜΠΑΛΕΣΤΡΙΝΙ, ΤΑ ΘΕΛΟΥΜΕ ΟΛΑ
ΠΡΩΤΟ ΜΕΡΟΣ
Ο Νότος
Η Δουλειά
Ο Βορράς
Η Φίατ
Ο Αγώνας
ΔΕΥΤΕΡΟ ΜΕΡΟΣ
Το Ημερομίσθιο
Οι Σύντροφοι
Η Αυτονομία
Η Συνέλευση
Η Εξέγερση

 

  • Αλλάζει ύφος. Μου αρέσουν πολύ τα λουλούδια λέει, τρελαίνομαι να κόβω βόλτες στη γειτονιά και να παρατηρώ τις ανθισμένες την άνοιξη αυλές. Τις ποικιλίες που σκορπίζουν ευωδιές. Προχθές στο Μάο με τον Νικόλα πίναμε καφεδάκι και απολαμβάναμε τα σπαρμένα στα παρτέρια άνθη, στον πεζόδρομο. Μέσα στην πολυχρωμία έκανε μπαμ κι ένας απρόσμενος επισκέπτης, χαλούσε όλη την εικόνα η πεταμένη μες την ομορφιά νυχτερινή γόπα. Ποια είναι λοιπόν η σχέση μας με την ομορφιά και την αρμονία, σκεφτήκαμε ταυτόχρονα;

Λέει πως προτιμά την άνοιξη γιατί σε σχέση με το καλοκαίρι δεν κάνει τόσο ζέστη, τα χρώματα είναι περισσότερο φωτεινά και η ατμόσφαιρα πιο ζωηρή. Φυσά συχνότερα. Ρίχνει και βροχούλες, δροσίζει, καθαρίζει. Κάνει συχνά πορείες μικρές, μιας και οι μεγάλες τον κουράζουν, στα μονοπάτια προς Παλιά Καβάλα ή προς τον Γκολέ. Εκεί να δείτε ομορφιά! Βέβαια η μουτζούρα δεν λείπει πουθενά, μπάζα πεταμένα από δω κι από κει. Παρατημένη ασχήμια με τόση ελαφρότητα.

Ξαναγυρίζουν οι θύμησες, αλλάζει ξανά κουβέντα.

  • Οι οργανώσεις της επαναστατικής αριστεράς ήταν γέννημα του ’68, μικρογραφίες κομμάτων αυτοδιαλύθηκαν αρχές με μέσα του ’70 και διαχύθηκαν οι σύντροφοι σε αυτό το φουσκωμένο ποτάμι που ήταν η αυτονομία που παραλίγο να παρασύρει στο πέρασμά της τα πάντα.
    Επιτροπές, κολεκτίβες και συνελεύσεις όπου ανέπνεε ο άνθρωπος, μακριά από συμβάσεις, έξω και σε απόσταση από αρχηγικά πρότυπα με τα οποία λειτουργούσε μέχρι τότε η παγκόσμια αριστερά. Το νέο επαναστατικό υποκείμενο βρίσκονταν εκεί και σήκωνε στις πλάτες του πλέον το βάρος των αποφάσεων. ΑυτόνομαΑπό τον εργάτη μάζα στον κοινωνικό εργάτη.

Οι χώροι είχαν τις ιδιαιτερότητές τους, κάθε περιοχή την δική της. Οι επιτροπές τα ίδια, οι ομάδες, τα μέσα, κλπ. Η αλληλεγγύη- solidarietà, δεδομένη. Τα κινήματα αυτομείωσης πέτυχαν στόχο πολλές φορές. Άλλες όχι, μιας και το σαμποτάζ εκ μέρους των συνδικάτων ήταν δεδομένο. Παγκόσμιο φαινόμενο η φαγούρα που πιάνει κάθε συστημικό όταν τα γεγονότα τον ξεπερνούν. Εκεί προτιμά την πεπατημένη, την συνδιαλλαγή με την κυβέρνηση και τα αφεντικά, το φρένο στις κινητοποιήσεις. Ο λαός με την αυτομείωση έπαιρνε πίσω πλούτο που είχε παράξει και που κατέληγε στο μεγάλο κεφάλαιο.
Όταν το ένα στα εκατό του παγκόσμιου πληθυσμού κατέχει το πενήντα επτά του παγκόσμιου πλούτου πως είναι δυνατό να παραχθεί δημοκρατία.

Όταν κάθε 3 δευτερόλεπτα στον πλανήτη πεθαίνει ένα παιδί.
Το πάνω χέρι χρόνια τώρα το έχει το μεγάλο κεφάλαιο. Έχει δημιουργήσει τα παπαγαλάκια του, τους λακέδες του, που μέσα από ωραία λόγια προπαγανδίζουν το μοντέλο που τους συμφέρει, παγκοσμιοποίηση και ελεύθερη οικονομία. Μέσα πάντα από ‘δημοκρατικές διαδικασίες’. Διότι όταν κατέχεις χρήμα κατέχεις και τη δυνατότητα να δημιουργείς καταστάσεις, συνειδήσεις, συναίνεση. Κι έχεις και τους κατασταλτικούς μηχανισμούς για τότε που τα πράγματα σκουραίνουν, εισαγγελείς, αστυνομία, στρατό, σώματα τάξης, ταξικά σώματα.
Επαναλαμβάνουμε πως αποκαλούν δημοκρατία την δικτατορία του κεφαλαίου.

Οι σύντροφοι λοιπόν οπλίζονται, αμύνονται στις επιθέσεις αστυνομίας και φασιστών πιασμένων από το χεράκι, γνωστό και στα μέρη μας φαινόμενο, παγκόσμιο θα έλεγα. Φρούρησαν τις διαδηλώσεις τους, τις καταλήψεις. Οργάνωσαν δολιοφθορές, εμπόδισαν την παραγωγή και τη μεταφορά πλούτου και εμπορευμάτων. Φίατ στο Τορίνο, Άλφα στο Μιλάνο, τεράστιες αυτοκινητοβιομηχανίες, Πόρτο Μαργκέρα στη Βενετία, μεταλλουργοί αγωνιστές πανίσχυροι, Ρώμη υπηρεσίες, στις σχολές, στις φτωχογειτονιές της σύγχρονης μητρόπολης, ο σχιζοπρολετάριος, [όπως πολύ εύστοχα τον αποκάλεσε ο Ρενάτο Κούρτσιο], είχε την πρωτοβουλία. Αντέταξε την αντιεξουσία του, contropotere proletario.

Διέλυσε η αντεπανάσταση την αλυσίδα, αποκέντρωσε την παραγωγή, την διασκόρπισε στο terittorio, δημιούργησε τον κοινωνικό εργάτη.
Φωτιές σε λουσάτες εκθέσεις αυτοκινήτων, οι οποίες αντανακλούσαν τεράστια αντίθεση ανάμεσα στο συμπιεσμένο λαϊκό εισόδημα και τα υπερπολυτελή αυτοκίνητα που απευθύνονταν σε λίγους, αυτούς τους οποίους οι κρίσεις του συστήματος δεν άγγιζαν ποτέ.
Και τόσες άλλες στιγμές σε ένα πόλεμο που βλέποντάς τον τώρα από μακριά με πιο ψύχραιμο μάτι, στον οποίο πιθανώς, από ένα σημείο και μετά συρθήκαμε. Στον οποίο οι περισσότεροι δεν κιότεψαν και τον άντεξαν μέχρι τέλους με αξιοπρέπεια. Φωτεινότατο παράδειγμα ο ΣΈΤΖΙΟ, ο ΚΟΎΡΤΣΙΟ, και τόσοι άλλοι.

ΚΑΙ ΜΟΥ ΛΈΕΙ, ΜΕ ΜΆΤΙΑ ΠΟΥ ΛΆΜΠΟΥΝ, Πως μόνο αυτός που έχει ζήσει σε αυτές τις συνθήκες γνωρίζει την ευφορία που γεμίζει την ψυχή, που αναστατώνει τον άνθρωπο, που αντανακλάται στα πρόσωπα αυτών που διαβάζουν στις εφημερίδες τα ‘πολεμικά ανακοινωθέντα της ημέρας’.

Σε όσους όλα αυτά φαίνονται ακραία έχει να αντιτάξει πως δίπλα στην ιδεολογία της πολυθρόνας υπάρχει και η ανάγκη πολλών να ονειρευτούν το αδύνατο, να ερωτευτούν την ‘ουτοπία’ και να πράξουν την αντίσταση στις καθημερινές συμβάσεις, να ζήσουν αυτόνομα.
Η ιστορία πρέπει να λέγεται, να μαθαίνεται, να διδάσκεται, ολόκληρη η ιστορία και όχι μόνο η πλευρά που συμφέρει τους νικητές και τους κρατούντες όπως γίνεται μέχρι σήμερα.

Πρέπει δε να γνωρίζουμε την συγκυρία. Εκείνα τα χρόνια είχαν καταπνίξει με βάρβαρο τρόπο, στη Λατινική Αμερική αντάρτικα εγχειρήματα αλλά και προσπάθειες ειρηνικής απεξάρτησης από το κεφάλαιο και την βόρειο αμερικάνικη οικονομική πολιτική διείσδυση, με σκληρότατες χούντες στρατιωτικές και κυριολεκτικά χιλιάδες ‘εξαφανισμένους’ από προσώπου γης πολίτες.

Ο Σαλβαδόρ Αλιέντε ΠΕΘΑΝΕ ΜΕ ΤΟ ΌΠΛΟ ΣΤΟ ΧΈΡΙ ΣΤΟ ΒΟΜΒΑΡΔΙΣΜΌ ΤΟΥ ΚΥΒΕΡΝΕΙΟΥ από τις δυνάμεις του μετέπειτα δικτάτορα Πινοσέτ, τον οποίο ο ίδιος ο Πρόεδρος είχε τοποθετήσει αρχηγό του στρατού.
Εδώ σε εμάς ο Γιωργάκης τραυματίζεται πέφτοντας από ποδήλατο και ο Κωστάκης κλωτσώντας ένα τόπι. Άσε που ο τελευταίος φτιάχνει ειδικό νόμο για μία μόνο περιοχή της επικράτειας για να βάλει τον ξάδερφό του στη βουλή. Ανόμοια μεγέθη, ανόμοιες προσωπικότητες.

  • Επιστρέφοντας στα Ιταλικά χρόνια να προσθέσουμε εδώ πως οι αντάρτικες οργανώσειςείναι μέρος του κινήματος, έχουν ακολουθήσει τις διαδρομές του, απλά κάποια στιγμή θέτουν το ζήτημα της αναβάθμισης, πολιτικής και στρατιωτικής, της αυτονόμησης της οργάνωσης από τις μαζικές διαδικασίες για λόγους ασφάλειας, αναβάθμισης επιχειρησιακής και στόχων, σήκωσαν ψηλότερα τον πήχη για να το πούμε απλούστερα. Οι στόχοι πάντως επιλέγονταν από την καθημερινή ‘επαφή’ με το κίνημα, οι σύντροφοι δεν έπαψαν ούτε στιγμή να παίρνουν μέρος στις καθημερινές δραστηριότητες του κόσμου, πολλοί από αυτούς, οι περισσότεροι δηλαδή, αφουγκράζονταν από πρώτο χέρι ανάγκες και καημούς.

Επιθέσεις σε πρωτοδικεία, ειρηνοδικεία τέτοιους και παρόμοιους δικαστικούς θεσμούς – όπου προλετάριοι δικάζονταν, με τη θέμιδα να γέρνει σταθερά προς τη πλευρά των δυνατών, περιουσίες να αλλάζουν χέρια υπέρ αυτών ή μεγάλων εταιριών – είναι κάποια παραδείγματα για το δρόμο που είχε χαραχθεί. Δεν υπήρχαν υπολογιστές τότε και η καταστροφή των αρχείων ξεσήκωνε πανηγύρια στις λαϊκές γειτονιές, με τον κοσμάκη να παίρνει ανάσες για καιρό πολύ.

Οι σπαρτιάτες ήταν ενάντιοι στη συσσώρευση πλούτου, είχαν στάση ζωής ηρωική. Η ασπίδα στον πόλεμο προστάτευε πάντα τον διπλανό όμοιο. Όμοιοι σε όλα. Πώς να πολεμήσεις με αυταπάρνηση προστατεύοντας τον διπλανό σου όταν ξέρεις ότι έχει περισσότερα από σένα. Και στο κάτω- κάτω χωρίς να υπάρχει λόγος να κατέχει περισσότερα!.
Η αξία των ανθρώπων βρίσκεται στις πράξεις τους και όχι στο τι κατέχουν. Αυτό πρέπει να θεσμοθετηθεί.

»τι άλλο θέλεις σύντροφε για να καταλάβεις πως σήμανε η ώρα του τουφεκιού ;»

Τους πιο μεγάλους σταυρούς τους κάνουν οι πλουσιότεροι και οι απατεώνες. Δωρεάν πήρατε, δωρεάν δώστε είπε ο Κύριος. Βλέπεις λοιπόν μεγαλογιατρούς μεγαλοδικηγόρους κι ένα σωρό άλλους ‘μεγάλους’ πρώτη γραμμή πίστα, μετά τα μπουζούκια στην εκκλησία. Διότι και τον Χριστό ταξικό τους όργανο τον έκαναν. Έχουν ευλογήσει ένα σωρό χούντες. Για τους στοιβαγμένους στα λαθρεμπορικά καίκια, στις υπερπλήρεις φυλακές έχετε ακούσει άχνα; μούγκα! Ή για απεργούς και καταληψίες που τρώνε άγριο ξύλο.
Και στο κάτω- κάτω γιατί να τρώνε μια ζωή ξύλο οι απεργοί; και οι φοιτητές από τις ζαρντινιέρες;

Οι ανατροπείς και οι εξεγερμένοι οργανώνονται. Αυτόνομα. Και οι μπάτσοι μένουν μακριά.                                                                                                                                                Δεν το φωνάζουν, δεν το διατυμπανίζουν, Οπλίζονται. Γιατί οι μεν έχουν δίκιο, αγωνίζονται. Οι άλλοι είναι εκεί προστατεύοντας τα ξένα χρήματα. Για πενταροδεκάρες.

Απαγωγές προσώπων μπλεγμένων σε σκάνδαλα, δικαστικών και άλλων τέτοιων φρούτων. Διευθυντών εργοστασίων, επιστατών. Δίκες λαϊκές,
αληθινές. Λάμψη της αλήθειας, δημοσιοποίηση στον τύπο, απελευθέρωση με τρόπο θεαματικό, σικάτο. Πάντα αξύριστος, χτύπημα στο image, με μια πινακίδα στο λαιμό να μιλά για τον αγώνα, το χάραμα, σε δημόσιο χώρο. Τεράστια στιγμή για το κίνημα, χρησιμοποιούσαν όλα τους τα όπλα με τον καινούριο δικό τους τρόπο.
Επίθεση με μολότοφ και φωτιά με χρονική απόσταση, δυναμίτης, σε ξένες εταιρίες και θεσμούς, όταν το ζητά ο διεθνισμός, το κίνημα είναι παγκόσμιο και αλληλο υποστηρίζεται.
Ωραία χρόνια, ζουν όπως ακριβώς θέλουν και τους ευχαριστεί. Αυτό είναι το μυστικό, να ζεις αυτό που θέλεις όταν το θέλεις. Να αποφασίζεις ο ίδιος για τη ζωή σου και να εκτελείς ο ίδιος τις αποφάσεις. Όχι όπως επιβάλλεται.
Δεν θέλανε να γίνουνε χαλίφηδες στη θέση του χαλίφη.
Ήταν ευχαριστημένοι γιατί ήτανε μαζί. Ζούσαν ήδη την συνθήκη τους. Αυτόνομα. Δεν την οραματίζονταν για αργότερα, ‘ώριμες συνθήκες’ και τα λοιπά. Την πραγματοποιούν, κύτταρα του νεαρού κορμιού λούζονταν στα νερά της αλληλεγγύης και της συλλογικότητας. Μιας συλλογικότητας φτιαγμένης από χιλιάδες ατομικότητες ενεργές, νεωτεριστικές, μες την κοινότητα. Ο επαναστατικός στρατός σε δημιουργία, κύτταρα της κόκκινης κοινωνίας.
Ζώντας το καινούριο γκρεμίζονταν το παλαιό. Στη δουλειά στο σπίτι στο σχολείο οι σχέσεις είναι πια διαφορετικές. Ίσως όχι παντού, είπαμε, εκεί που το επέτρεπαν οι συσχετισμοί. Εκεί που ήταν δυνατοί.
Η έννοια ‘ανώτερος’ , εξαφανίζονταν.

  • ‘Ήμασταν χαρούμενοι που ήμασταν μαζί, και ήμασταν πάρα πολλοί’ λέει. Πως να βαρεθείς;
    Πολλές απόψεις, πολλά αρώματα.
    ‘Να μη σου πω’, γνέφει, ‘πως κάποια στιγμή νιώσαμε άτρωτοι. Ίσως αυτή να ήταν η ύβρις, που έστειλε τη νέμεση’.
    Σήμερα έχουμε πισωγυρίσει πολύ, η δουλειά κατάντησε ξανά μπελάς, τι ζωή είναι αυτή; οι σπουδές καταπιεστικές, οι σχέσεις το ίδιο. Μοναξιά

‘Από παιδί με συγκινούσαν οι διαφορετικοί, αυτοί που επιστρέφουν πίσω τις συμβάσεις,’ θυμάται.
ΑΠΟΡΕΊ, πως είναι δυνατό χρόνια τώρα οι πολλοί να ευνοούν τους λίγους. Γιατί να τρομάζει τόσο πολύ το διαφορετικό. Και θυμάται ακόμη το πρώτο σύνθημα που διάβασε γραμμένο στη γέφυρα της Αγίας Τριάδας στη Firenze, ‘όλα ακριβαίνουν, ακόμη και η μιζέρια’

Σαν να μη πέρασε μια μέρα, τριάντα τόσα χρόνια μετά η ίδια κατάσταση. Οι αδύνατοι αδυνατίζουν παραπάνω και οι δυνατοί δυναμώνουν περισσότερο.

«Των αθανάτων το κρασί

το ‘βρετε σεις και πίνετε

ζωή για σας ο θάνατος

κι αθάνατοι θα μείνετε»

στίχοι Ευαγόρας Παλληκαρίδης, μουσική Δημήτρης Λάγιος

«Καρτερούμεν μέραν νύχταν

να φυσήσει ένας αέρας

στουν τον τόπον πο `ν καμένος

τζι’ εν θωρεί ποτέ δροσιάν

Για να φέξει καρτερούμεν

το φως τζιήνης της μέρας

πο `ν να φέρει στον καθ’ έναν

τζιαι δροσιάν τζαι ποσπασιάν»

στίχοι Δημήτρης Λιπέρτης, μουσική Δημήτρης Λάγιος

  • Δηλαδή το μόνο ιδανικό που έχουμε μουρμουρίζει είναι να βάλουμε το παιδί μας στο δημόσιο ή να κρύψουμε ένα αυθαίρετο. Γι αυτό και μόνο γίνεται όλη η δουλειά; Αυτή είναι φτώχεια ακόμα μεγαλύτερη. Σχέσεις διαπλοκής και εξάρτησης, όχι αγαπητικές σχέσεις.
    Είμαστε μία χώρα που δεν αγαπά τον εαυτό της. Εάν δεν αγαπάς τον διπλανό σου, τη δουλειά σου, εάν κατά βάθος δεν αγαπάς τον εαυτό σου, απλά τον ανέχεσαι, πως περιμένεις ότι ο άλλος θα κάνει κάτι για σένα.

Οι πόλεις μας είναι για αυτοκίνητα και τσιμέντο. Για τις τράπεζες, για τίποτα άλλο. Όλοι ονειρεύονται ένα λουξ αυτοκίνητο και ένα λουξ σπίτι. Άλλος καλύπτει τα κενά του τα εσωτερικά με την πολιτική, άλλος με το ποδόσφαιρο, άλλος με την επίφαση ψευτο χλιδής. Άλλος με το κυνήγι του χρήματος, της εξουσίας, άλλος με την θρησκεία, άλλος κάνει οικογένεια και πολλά παιδιά. Όλα αυτά υποκατάστατα των εσωτερικών κενών είναι. Κι εγώ έτσι έκανα, μορφάζει, έπεσα με τα μούτρα στα σπορ, προσπάθησα διάφορες δουλειές, έκανα οικογένειες και παιδιά. Η ψυχή μου όμως πάντα ανήσυχη, ένα κενό εκεί μέσα περιμένει να γεμίσει, άσε που την ήττα δεν τη ξέχασα ποτές. Την ομορφιά του να ζεις με εκείνο τον τρόπο, χωρίς επιβολή και εξουσιοδότηση.
Πας σε μια υπηρεσία και σου μιλούν λες και τους χρωστάς. Σου μιλούν απαξιωτικά γιατί δεν αγαπάνε αυτό που κάνουν. Είναι δυστυχισμένοι οι υπάλληλοι σήμερα, και οι έμποροι επίσης, τους νοιάζει μόνο το κέρδος.

Ζούμε σε σπίτια κλουβιά,

  • η απαγωγή, τον Μάρτη του ’78, και αργότερα η εκτέλεση του Άλντο Μόρο αποτέλεσε κομβικό σημείο, καθοριστικό στην αναμέτρηση του κινήματος με το κράτος. Μια επιχείρηση που έμοιαζε απλησίαστη για τις δυνάμεις μας, μακρινή, ασύλληπτη, άπιαστη, ανέβασε τον πήχη της σύγκρουσης στα ουράνια. Όσο ο γραμματέας ήταν φυλακισμένος και ανακρίνονταν η παρουσία της αστυνομίας και των καραμπινιέρων άρχισε να γίνεται στις πόλεις ολοένα και πιο αποπνικτική. Οι έλεγχοι συνεχείς, κατάσταση έκτακτης ανάγκης. Αυτό άρχισε να προκαλεί δυσφορία. Για ψύλλου πήδημα βρισκόσουν μέσα για έλεγχο, η μικρο παραβατικότητα, τόσο διαδεδομένη στη χώρα, τα έφτυσε. Κινδύνεψε άμεσα και διερράγη η συμμαχία του κινήματος με τους ποινικούς, στις φυλακές και στις προλεταριακές συνοικίες των μητροπόλεων. Η οργανωμένη μεγαλο μαφία ήταν έτσι και αλλιώς εναντίον, τώρα πήρε τα ηνία της ρουφιανιάς στα χέρια της. Καταφέρονταν ανοικτά εναντίον των συντρόφων μαζεύοντας και παραδίδοντας στις αρχές οποιαδήποτε πληροφορία έρχονταν εις γνώσιν τους.

Η χαφιεδολογία του ΚΚΙ ΞΕΠΈΡΑΣΕ ΚΆΘΕ ΌΡΙΟ, κάθε προσδοκία. Ότι γνώριζαν, υπέθεταν, αφουγκράζονταν, κατασκεύαζαν εναντίον συντρόφων αναγνωρίσιμων για την πρωτοπορία τους σε αγώνες κατέληγε στα αρχεία της αστυνομίας και των δικαστικών αρχών [εισαγγελικών].
Έτσι ξεκίνησε ένα πογκρόμ εναντίον όλων των οργανωμένων πρωτοποριών του κινήματος.

Οι εργασιακές σχέσεις σκλήρυναν απότομα, μιας και τα ανακουφισμένα από την ολοένα αυξανόμενη καταστολή αφεντικά έσφιξαν τα λουριά. Στα Πανεπιστήμια το ίδιο, και στα σχολεία επίσης επέστρεψαν οι καταπιεστικές σχέσεις ενώ στις γειτονιές δεν μπορούσες να αναπνεύσεις, η ατμόσφαιρα μύριζε μπαρούτι από τους μόνιμα πλέον στρατοπεδευμένους κατασταλτικούς μηχανισμούς.
Μετά την εκτέλεση του Μόρο η χώρα πάγωσε. Τα πράγματα εκτραχύνθηκαν. Το κύμα χαφιεδισμού αυξήθηκε, βασανιστήρια και εκβιασμοί, άρχισαν να σπάνε και κάποιοι σύντροφοι μιας και η πιθανότητα αμέτρητων χρόνων φυλάκισης για μια υπόθεση που έμοιαζε ολοένα περισσότερο χαμένη ήταν γεγονός, δεν άντεξαν το βάρος των υποχρεώσεων τους, κάποιοι μάλιστα από αυτούς είχαν ήδη απομακρυνθεί νωρίτερα από τις ομάδες, αντιλαμβανόμενοι πως η κατάσταση σοβάρευε επικίνδυνα, την είχαν ήδη σκαπουλάρει που λέμε, γνώριζαν όμως πράγματα.

Το αυτόνομο κίνημα αποτέλεσε εκείνη τη δεξαμενή την τεράστια από όπου οι αντάρτικες οργανώσεις άντλησαν μαχητές. Από το λόγο του καθένα μπορούσες στο περίπου ν’ αντιληφθείς το προς το πού έκλεινε. Ειδικά στο ξεκίνημα αυτό ήταν ευκολότερο. Στη συνέχεια και όσο η κατάσταση γίνονταν πολυπλοκότερη τα πράγματα περιπλέκονταν. Τα στόματα έκλειναν ερμητικά.

Έτσι λοιπόν και οι ‘μετανιωμένοι’ που συνεργάστηκαν, στις καταθέσεις τους παρουσίαζαν ένα σωρό αερολογίες, υποθέσεις, αντιφάσεις. Είχαν ‘χάσει και ένα σωρό επεισόδια’, και αυτό βοήθησε αρκετούς συντρόφους να πέσουν στα μαλακά, μιας και η καταδίκη σε μία σοβαρή δίκη δεν ήταν δυνατό να στοιχειοθετηθεί, [έτσι έγινε και στη περίπτωση του φίλου μας που διηγείται].

Αυτοί οι ‘μετανιωμένοι’, διόγκωναν συχνά καταστάσεις για να δείξουν πόσο σοβαρά συνεργάζονταν,για να τη γλιτώσουν με τις λιγότερες δυνατές απώλειες. Ήταν κάτι που σίγουρα σκόρπισε μεγάλη απογοήτευση στη τεράστια πλειοψηφία των αγωνιστών που διακινδύνεψαν την ακεραιότητά τους για ιδανικά που τσαλαπατήθηκαν από καταδότες, ελαφριά τη καρδία, έτσι, ασύστολα.

  • Η παρουσία των ομάδων στους φυσικούς χώρους ήταν καθημερινή με τον λόγο τους. Τα φυλλάδια τα έβρισκες παντού και τα ανακοινωθέντα τους, σε όλους τους χώρους, απίστευτα παντού. Γιατί ήταν χιλιάδες οι αγωνιστές και οι συμπαθούντες. Και συνθήματα γραμμένα στους τοίχους, με τα σύμβολά τους.

Με λίγα λόγια, και πέρα από κάθε παρεξήγηση, η επαναστατική πρακτική στη χώρα, από κάποια στιγμή και μετά είχε καταστεί λαϊκή απαίτηση και αμέτρητοι αποφασισμένοι άνθρωποι το πραγματοποίησαν.

Την καταστολή δεν την ένοιαξε η ηθική. Η ηθική στην πολιτική δεν υφίσταται, το τονίζει ο Βασίλης Ραφαηλίδης. Γνώριζε η καταστολή πως χρειάζονταν ομήρους στα μπουντρούμια της, με αληθινά ή χαλκευμένα στοιχεία για να δημιουργήσει το πρώτο ρήγμα στις επαναστατικές δυνάμεις. Τα επόμενα θα έρχονταν από την πίεση που θα δημιουργούνταν στην κοινωνία και τους συντρόφους. Τον εκβιασμό. Γνώριζαν πως την πίεση που δημιουργεί ο παρατεταμένος βαρύς εγκλεισμός κάποιοι δεν θα την άντεχαν. Σε αυτό υπολόγισαν και τους βγήκε. Χρησιμοποίησαν και τα βασανιστήρια. Αυτό ήταν το τελειωτικό κτύπημα, το κίνημα δεν άντεξε, ΚΑΙ ΓΥΡΙΣΕ ΠΙΣΩ Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΓΙΑ ΠΟΛΛΑ ΧΡΟΝΙΑ.

Δεν χρειάζεται να κατηγορηθεί κανένας, ο άνθρωπος δεν είναι υπεράνθρωπος, δεν έχουν όλοι τις ίδιες ικανότητες, τις ίδιες αντοχές, την ίδια υπομονή. Στις δυσκολίες και τις αντιξοότητες.

Άσε, μου λέει, πως ήδη υπήρχε η γκρίνια για την απόφαση της θανάτωσης του ομήρου, όπως αν θυμάμαι καλά έχουμε ξαναπεί, συμπληρώνει, ήδη πριν αυτή εκτελεστεί ακόμη. Αυτό από μόνο του είχε αποδυναμώσει την κατάσταση, είχε αποπροσανατολίσει πολλούς. Δεν θέλει να επεκταθεί άλλο, ‘είπαμε ήδη πολλά’, μουρμουρίζει, το πιάσαμε το θέμα διεξοδικά, το πιάσαμε το νόημα, κι αν κάτι μας ξέφυγε, σίγουρα δευτερεύον. Το μόνο σίγουρο είναι πως η αντίστροφη μέτρηση είχε ξεκινήσει, ήταν γεγονός, το ένιωθες στον αέρα, το ζούσαν όλοι, φαίνονταν στη γλώσσα του σώματος, στις συμπεριφορές και στη νευρικότητα που διακατείχε πλέον τους περισσότερους. Η σκυθρωπάδα είχε αντικαταστήσει τη γαλήνη,  σφιγμένα χείλη στη θέση του χαμόγελου και συχνά ο εκνευρισμός στη θέση της σιγουριάς και της ηρεμίας που χρειάζεται ένας αγωνιστής, ο μαχητής, ο στρατευμένος.

Σε γενικές γραμμές αυτά! Φαντάζεσαι μου λέει την απογοήτευση που κατέλαβε τις ψυχές των συντρόφων που είχαν φτιάξει μια σχέση με τον αυτόνομο αγώνα ερωτική, με σκέψη πρωτότυπη, χωρίς σκοπιμότητες. Γκρεμίζονταν τα πάντα. Πολλοί εξαφανίστηκαν στο εξωτερικό, στη Γαλλία κυρίως, ο Μιτεράν δίδαξε πολιτισμό, η πατρίδα του άνοιξε και τότε την αγκαλιά της όπως χρόνια πριν στους Έλληνες τους οποίους δέχτηκε μετά τον εμφύλιο. Οι άλλοι κλείστηκαν στους εαυτούς τους. Κι αυτοί που παρέμειναν στις φυλακές, χιλιάδες, οπλίστηκαν με κουράγιο και υπομονή.

Ένα μεγάλο κομμάτι δήλωσε μετά από κάποια χρόνια πως μια ιστορική πολιτική σελίδα έκλεισε, πως η ένοπλη πάλη αποτελούσε παρελθόν, λάθος πολιτικό. Δεν χαφιέδισαν. Αποδέχτηκαν την πολιτική ευθύνη των πράξεων τους δίχως να φορτώσουν τις ευθύνες σε άλλους, χωρίς να καταδώσουν συνεργάτες. Διέσπασαν το μέτωπο των αιχμαλώτων, λάθος τραγικό, αρνούμενοι την ίδια την ταυτότητα τους.
Κάποιοι άλλοι, μεταξύ των οποίων κι ένας των ιστορικών ηγετών του Ιταλικού αντάρτικου, ο Renato Curcio, έμειναν, προς τιμή τους και αυτών, αμετακίνητοι στις θέσεις που τόσα χρόνια είχαν αναπτύξει, δηλώνοντας βέβαια κι αυτοί πως η ένοπλη εμπειρία είχε λήξει οριστικά. Και παραμένουν ακόμη φυλακισμένοι ή σε καθεστώς πλέον ημιελευθερίας. ΑΞΙΟΙ.

Μάρα Καγκόλ

Σκεπτόμενος συνεχίζει, γυρνώντας το μυαλό και τις εικόνες πίσω, το έργο της ζωής, προσπαθώντας να αντιληφθώ τι ήταν εκείνο που μας κινούσε, που μας έδινε τόσο ενθουσιασμό και ενέργεια, τόση σιγουριά, κάθε μέρα για τόσο μεγάλο διάστημα ήταν ότι ήμασταν μαζί με εκείνο τον αυθεντικό, ανατρεπτικό τρόπο, την ποιότητα στη ζωή και στις σχέσεις που ανακαλύπταμε και πραγματώναμε καθημερινά μαζί, με τους άλλους και προσωπικά. Αποφύγαμε τους διαχωρισμούς και τις ιεραρχίες. Δεν ξεχωρίζαμε τους ανθρώπους από το τι κατέχουν, μοιράζαμε και μοιραζόμασταν όσο το δυνατόν περισσότερο, οπωσδήποτε δεν υπήρχαν τάξεις και κατηγορίες ανάμεσά μας. Σγουροί, σχιστομάτιδες μελαχρινοί ή ανοιχτόχρωμοι, όλοι χωρούσαν. Όλοι οι καλοί χωράνε. Δεν υπήρχαν αυθεντίες, κι ας ξεχώριζαν πολλοί και σε πολλά. Το σύμπαν γνωρίζει πώς και πού μοιράζει τα χαρίσματα. Τα αποδέχεσαι και τέρμα, το αποδέχεσαι, τέρμα! Ο καθένας δίνει αυτό που έχει, πλαντάζει με το παρά πάνω. Κρατάει τα απαραίτητα. Δέχεται αυτό που του χρειάζεται και αρκείται.
Με λίγα λόγια λοιπόν το γεγονός είναι πως κάναμε την ουτοπία πραγματικότητα. Πραγματοποιήσαμε την ουτοπία.

ΕΝΙΩΘΕΣ ΓΕΜΑΤΟΣ,ΗΣΟΥΝ ΓΕΜΑΤΟΣ.

  • Ο άνθρωπος υπάρχει γιατί η ζωή είναι ευλογία, όχι εργασία. Εργάζεται ένα μικρό κομμάτι της ημέρας για να δημιουργήσει τα απαραίτητα, ο πλούτος δεν είναι αυτοσκοπός.
    Είναι εξαιρετικά βίαιο και απεχθές να ξοδεύουμε τόσο χρόνο για να παράξουμε τόσα πράγματα που θα αποθηκεύσουμε για να καταναλωθούν, κι αν, και να μην έχουμε χρόνο να χαρούμε τα αυτονόητα, να απολαύσουμε το δώρο της ζωής, την καθημερινότητα.
    Μουντρούχοι και κατσουφιασμένοι τρέχουμε σαν τον Βέγγο όλη μέρα μες το άγχος, σε μίζερες πόλεις που καταντούν όλο και περισσότερο φυλακές , να αλληλοσκοτωνόμαστε σε ένα ανελέητο αγώνα για την επιβίωση, και κάποιοι να κερδίζουν από όλο αυτό μυθικά ποσά. Να αλληλοσκοτωνόμαστε σε πολέμους, στο δρόμο, από μολύνσεις και ναρκωτικά, από έλλειψη νερού ή τροφής, πάντα για συμφέροντα πολύ λίγων. Πιτσιρικάδες να δολοφονούν σε σχολεία για ψύλλου πήδημα.

Σε πολέμους κατακτητικούς με ‘έξυπνα όπλα’ που δολοφονούν αδιάκριτα, με ‘παράπλευρες απώλειες’ πολύ εξοντωτικές. Κάποτε ήταν για το ψωμί και το αλάτι, τώρα για τους δρόμους της ενέργειας και το ‘μαύρο χρυσό’. Αύριο για το νερό.

1981 Delenda est Δήμος Μούτσης Κώστας Τριπολίτης
Θα σου πάρω βιολιά και ένα ντέφι γλυκό να σου παίζουν, Ερηνούλα μου.                  Μεταξύ μας όπως βλέπεις τα περιθώρια στενεύουν. Τις καμμένες πόλεις, τα νεκρά παιδιά θυμάμαι και το αίμα, και η δικιά μου η ζωή, δίχως νόημα δίχως φωνή και μ’ άδειο βλέμμα, Ερηνούλα μου.
Πέφτει σύρμα και οι μισθοφόροι που σε κυβερνούν, οι ίδιοι αύριο θα σε δικάζουν και
‘χαίρε, Καίσαρα μελλοθάνατε’ θα σου πουν, αυτά που λες,
‘et preterea censeo, Carthago delenda est’.
Με τρομάζεις σαν των γηπέδων τις φωνές και τις σημαίες, Ερηνούλα μου.
Φοβισμένος σε κοιτάζω διπλωμένες κρατώντας τις κεραίες.
Ξεκινάς να με βρεις κι όλο πέφτεις θαρρείς σ’ ένα τοίχο, κι ερωτεύεσαι εκεί, δίχως χρώμα δίχως οσμή και δίχως μύθο, Ερηνούλα μου.
Αλλά εγώ θα σου πάρω βιολιά κι ένα ντέφι γλυκό να σου παίζουν Ερηνούλα μου.

συνεχίζεται

Μανού Τσάο στο Παρίσι, 2008

και στην φωτογραφία εδώ κάτω με τον Θόδωρα τον Θεοδωρίδη στο λεωφορείο ξεκινάμε την μεγάλη εκδρομή στην Κρήτη, στο τέλος της χρονιάς, στην έκτη τάξη του γυμνασίου, πάμε στην Κρήτη λοιπόν, έχουμε πλέον τελειώσει το γυμνάσιο, και πριν ξεκινήσουν οι εξετάσεις, αν θυμάμαι καλά, και αποφοιτήσουμε, εκδράμουμε για να χαλαρώσουμε,

με τα γυαλιά, ο καθηγητής των αρχαίων, δεν θυμούμαι το όνομα του, καλός άνθρωπος

μιχαλης 282

αυτονομία, autonomia

Πέρα από τον εργατισμό και τον λεγόμενο μετα-εργατισμό

on .

Συνέντευξη του Davide Gallo Lassere στον Gigi Roggero (η γαλλική έκδοση δημοσιεύεται στο Période)

Ο ιταλικός πολιτικός εργατισμός της δεκαετίας του ’60 χαρακτηρίστηκε, μεταξύ άλλων, από την εκ νέου ανακάλυψη του Μαρξ, κατά του μαρξισμού. Μπορείτε να εξηγήσετε με ποια έννοια;

Αυτή του εργατισμού είναι μια μακιαβελική επιστροφή στις αρχές: είναι ακριβώς μια επιστροφή στον Μαρξ ενάντια στον μαρξισμό, δηλαδή εναντίον του ντετερμινισμού, του ιστορικισμού και του αντικειμενισμού αυτής της παράδοσης. Ο εργατισμός δεν είναι αίρεση μέσα στην οικογένεια του μαρξισμού, είναι μια ρήξη με εκείνη την οικογένεια. Tόσο ώστε οι εργατιστές να ορίζουν τους εαυτούς τους ως marxiani, μαρξιάνοι και όχι μαρξιστές, κάπως σαν κι αυτό που λέγεται πως ο Μαρξ προς το τέλος της ζωής του δήλωνε «je ne suis pas marxiste», »δεν είμαι μαρξιστής». Να είναι σαφές, ωστόσο, ότι εκείνη η επιστροφή στις αρχές δεν ήθελε να οικοδομήσει μια νέα ορθοδοξία βασισμένη στην ορθή ανάγνωση του ρήματος του προφήτη, όπως αντιθέτως έκαναν οι διάφορες αιρέσεις (για παράδειγμα εκείνες των τροτσκιστών ή οι μπορντιγγιστές, «εξευγενισμένοι» από τις σταλινικές διώξεις, που όμως παραδόξως συχνά κατέληγαν να επιτίθενται στον Στάλιν ως έχοντα στάσεις παρέκκλισης από τη γραμμή της γραμμικής ιστορικής εξέλιξης που υποτίθεται ότι είχε σχεδιαστεί μια για πάντα από τον Μαρξ). Η επανεξέταση από πλευράς εργατιστών του Μαρξ ήταν επομένως όχι μόνο κατά του μαρξισμού, αλλά και σε κάποιο βαθμό επικριτική σε σχέση με τα όρια και τα τυφλά σοκάκια του Moro του Treviri, [Marx], με στόχο να κάνει να εκραγούν οι αντιφάσεις του, τείνει να τον τραβήξει από τα μαλλιά, να ανακαλύψει μιαν αποθήκη με εκρηκτικά για να επιτεθεί στην κοινωνία-εργοστάσιο του ώριμου καπιταλισμού.

Σε αντίθεση με άλλους προηγούμενους εργατισμούς (όπως η συμβουλιακή ιδεολογία) ή σύγχρονους (όπως της χριστιανικής ή λαϊκιστικής προέλευσης), ο ιταλικός πολιτικός εργατισμός δεν αγαπούσε τους εργάτες και τους προλετάριους: στοιχημάτιζε την πιθανότητα εκεί να υπάρχει μια δύναμη ενάντια στον εαυτό της, όχι για να επεκτείνει αλλά για να εξαλείψει την κατάστασή της. Ήταν επομένως ένας εργατισμός εναντίον της εργασίας, για την απόρριψη ενός υποκειμενικού χαρακτήρα, μιας υποκειμενικής φύσης επιβεβλημένης από τη σχέση του κεφαλαίου. Υπήρξε ένας εργατισμός βασισμένος στην μη αναστρέψιμη μεροληψία της άποψης, μιας αυτόνομης πλευράς που θα χτιστεί. Προσοχή, όχι των εκμεταλλευόμενων, αλλά αυτών που αγωνίζονται ενάντια στην εργασία για να ζήσουν με ελεύθερο τρόπο. Όχι εκείνων που ζουν από την εργασία τους, αλλά εκείνων που αγωνίζονται κατά της εργασίας για να ζήσουν ελεύθερα. Όχι των φτωχών και των καταραμένων-των κολασμένων της γης, αλλά της εργατικής τάξης που αγωνίζεται για την κατάργησή της (και πως η εργατική τάξη είναι ζήτημα ποιοτικής πρωτοποριακής δύναμης και όχι χεριών με κάλους και φόρμες λερωμένες με λάδια, με γράσο, πρέπει να σπαταλήσουμε κι άλλο χρόνο για να το προσδιορίσουμε;).

Μέσα σε αυτή τη ρήξη της παγκοσμιότητας, του μαρξισμού και εν μέρει του ιδίου Μαρξ, οι εργατιστές τοποθέτησαν στο κέντρο το ζήτημα της υποκειμενικότητας, ή καλύτερα – για να το πούμε μαζί με τον Alquati – της αντιυποκειμενικότητας. Αυτό δεν έχει καμία σχέση με την χρήση του όρου υποκειμενικότητα που κατέστη τρέχουσα: τις τελευταίες δεκαετίες (την εποχή του «μετά-post») υπήρξε μια πολύ αδύναμη απόκλιση, η οποία συνδέθηκε κυρίως με τον foucaultismo και τον μετα-στρουκτουραλισμό, [Η κατεύθυνση των σπουδών που βασίζεται στη δομική ψυχολογία ή τη δομική γλωσσολογία], (εν μέρει δεν έχουν ευθύνες γι αυτό οι Foucault και οι μετα-στρουκτουραλιστές, εν μέρει ναι). Η «ανακάλυψη» της υποκειμενικότητας υπήρξε η ανακάλυψη κάτι καλού, το οποίο έθετε στην άκρη το ζήτημα της τάξης, του συλλογικού μέρους, του υποκειμένου με ανασυνθετική έννοια. Ήταν η εκ νέου «ανακάλυψη» της κεντρικότητας του ατόμου, δηλαδή της παράδοσης απέναντι στη τάξη του φιλελεύθερου λόγου, παλαιού- ή νέου- κι αν είναι. Η υποκειμενικότητα για την οποία μιλάμε δεν είναι καν αναφερόμενη στη συνείδηση, τουλάχιστον για αυτό που σήμαινε στη μαρξιστική παράδοση, δηλαδή το στοιχείο της ιδεαλιστικής διαμεσολάβησης της ιστορικής προόδου. Η υποκειμενικότητα για την οποία μιλάμε, στο κέντρο του εργατισμού και του ορισμού της ταξικής σύνθεσης (στην οποία θα επιστρέψουμε σύντομα), είναι κάτι ριζικά διαφορετικό. Η υποκειμενικότητα δεν είναι καλή: είναι ένα πεδίο μάχης. Η παραγωγή της υποκειμενικότητας στον καπιταλισμό είναι εγγενής στην κοινωνική σχέση της παραγωγής και της εκμετάλλευσης, είναι το στοίχημα, το διακύβευμα μιας ανταγωνιστικής διαδικασίας και σχηματισμού, δηλαδή της σύγκρουσης, βίας, αναπαραγωγής, συναίνεσης, μετασχηματισμού. Όταν σήμερα, σε ένα πλαίσιο σχέσεων δύναμης, [ισορροπίας δυνάμεων] υπέρ του κεφαλαίου, μιλάμε για «προλεταριακή υποκειμενικότητα» (ή της επισφάλειας ή της ζωντανής εργασίας ή αυτό που προτιμάτε για να υποδείξετε τις φιγούρες της δυνητικά δικής μας πλευράς), μιλάμε για μια υποκειμενικότητα σφυρηλατημένη, πλασμένη κυρίως από την καπιταλιστική κυριαρχία. Το να μιλάμε για αντι-υποκειμενικότητα σημαίνει λοιπόν να μιλάμε για μια υποκειμενικότητα όχι μόνο εναντίον του κεφαλαίου, αλλά και κατά του κεφαλαίου που μεταφέρουμε μέσα μας. Ναι, διότι εμείς στο μέτρο στο οποίο μισούμε τα αφεντικά πρέπει να φθάσουμε να μισούμε τον εαυτό μας, εκείνο τον καρκίνο που κάθε μέρα μας τρώει και μας θέτει στην υπηρεσία εκείνων που μας εκμεταλλεύονται.

Υπό το φως αυτής της αναντικατάστατης, αμείωτης μεροληψίας της άποψης είναι τότε δυνατόν να κατανοηθεί η ανατροπή του εργατισμού: πρώτα η τάξη, μετά το κεφάλαιο. Με άλλα λόγια δεν είναι το κεφάλαιο το υποκείμενο της Ιστορίας, που κάνει και ξεκάνει, που καθορίζει την εξέλιξη και τις συνθήκες για την υπέρβασή του. Στο κέντρο υπάρχει η ταξική πάλη, στην δύναμη της απόρριψης που έχει, στην αυτονομία της.

Από αυτή την άποψη, ο Mario Tronti διαδραμάτισε δίχως άλλο έναν πρωτεύοντα ρόλο…

Με το Tronti η τάξη παύει να είναι μια απλή κοινωνιολογική ή περιγραφική έννοια, για να γίνει μια εντελώς πολιτική έννοια. Η τάξη δεν υπάρχει στη φύση, ή μάλλον υπάρχει στη φύση του κεφαλαίου ως ταξινόμηση κοινωνικών τμημάτων τοποθετημένων στην αγορά εργασίας. Μπορούν να υπάρχουν προλετάριοι χωρίς προλεταριάτο, εργάτες χωρίς εργατική τάξη. Επομένως, η τάξη δεν είναι ένα θέμα διαστρωμάτωσης, αλλά αντιπαράθεσης. Είναι πάντα ο αγώνας που παράγει την τάξη ωσάν συλλογικό μακροοικονομικό μέρος. Τάξη σημαίνει ταξικός ανταγωνισμός. Με τον Tronti ακριβώς: δεν υπάρχει τάξη χωρίς ταξική πάλη.

Και σε αυτή την περίπτωση ο Μαρξ πρέπει να χρησιμοποιηθεί και να τραβηχτεί από τα μαλλιά. Θα πρέπει να χρησιμοποιηθεί ο Μαρξ των ιστορικών έργων, εκείνος που μας δείχνει ότι οι προλετάριοι έγιναν τάξη στα οδοφράγματα του 1848. Αλλά και εκείνος ο (αμφίσημος) του Κεφαλαίου. Εκείνος που στο πρώτο Βιβλίο δείχνει πώς οι αγώνες καθόρισαν τη μείωση της εργάσιμης ημέρας, όχι η αστική νομοθεσία ή κάποιος φωτισμένος καπιταλιστής (είναι ενδιαφέρον να σημειωθεί ότι τα ίδια χρόνια, σε μαθήματα που πραγματοποιήθηκαν στο Μόντρεαλ μεταξύ των ετών ’66 και ’67 και που τώρα συλλέγονται στον τόμο You Don’t Play With Revolution, Δεν Παίζεις Με Την Επανάσταση, ο CLR James φτάνει στα ίδια συμπεράσματα): αν τα αφεντικά μπορούσαν να μας κάνουν να δουλεύουμε όλη την ημέρα, χωρίς αντίσταση ή συγκρούσεις, θα το έκαναν. Είναι ένα μάθημα που θα έπρεπε να υπενθυμίζεται σε εκείνους που κλαίνε σήμερα για δωρεάν εργασία, που επικαλούνται την ανακατανομή του πλούτου ή που πιστεύουν ότι το εισόδημα της ιθαγένειας είναι θέμα παραγωγικής ορθολογικότητας: μόνο ο αγώνας μπορεί να αναγκάσει τα αφεντικά να πληρώσουν ακριβά, ο ίδιος ο μισθός είναι πάντα μια πολεμική λεία, λάφυρο πολέμου μεταξύ δύο εχθρικών πλευρών. Αν κάποια από τις δυο πλευρές δεν αγωνιστεί, η άλλη δεν θα πάρει αιχμάλωτους – με καλή ειρήνη της αριστεράς.

Υπάρχει επίσης μια χρήση του Μαρξ του τρίτου Βιβλίου, που όπως είναι γνωστό διακόπτεται με το ανολοκλήρωτο κεφάλαιο για τις τάξεις. Κατά ειρωνεία στο Εργάτες και κεφάλαιο ο Τρόντι σημείωνε ότι «από τον Renner μέχρι τον Dahrendorf, κάθε τόσο κάποιος απολαμβάνει να ολοκληρώνει αυτό που παρέμεινε ημιτελές: έρχεται προς τα έξω μια δυσφήμηση του Μαρξ, η οποία θα ασκούνταν τουλάχιστον με σωματική βία». Ήδη στο πεντηκοστό κεφάλαιο, «Η εμφάνιση του ανταγωνισμού», γράφει ο Μαρξ: η τιμή της εργασίας δεν ρυθμίζεται από τον ανταγωνισμό, αλλά είναι η τιμή της εργασίας που ρυθμίζει τον ανταγωνισμό. Οι εργατιστές θα πουν: είναι οι αγώνες που καθορίζουν την εξέλιξη, την ανάπτυξη, πρώτα έρχεται η τάξη μετά το κεφάλαιο. Να ερμηνευθεί το κεφάλαιο ξεκινώντας από το ίδιο είναι μια ιδεολογική προβολή. Όταν σήμερα λέμε «είναι οι αγορές που το θέλουν», βρισκόμαστε μέσα σε αυτή την προβολή. Στο ανολοκλήρωτο κεφάλαιο με το οποίο τελειώνει το τρίτο Βιβλίο, ο Μαρξ σημειώνει λίγα αλλά αρκετά σημαντικά πράγματα. Μας λέει ότι να συνιστούν μια τάξη δεν είναι μόνο τα εισοδήματα, ούτε απλά η τοποθέτηση μέσα στις σχέσεις παραγωγής, αν και βεβαίως αυτές καθορίζουν την υλική βάση πάνω στην οποία βασίζεται το ζήτημα της τάξης. Να οικοδομεί την τάξη είναι ακριβώς ο αγώνας που σπάει την αφηρημένη δημοκρατική ενότητα του λαού: όταν «ο αδιαίρετος λαός» χωρίζεται σε «εχθρικά στρατόπεδα», όταν – γράφει ο Τρόντι – «η εργατική τάξη αρνείται πολιτικά να γίνει λαός«, λοιπόν σε αυτό το σημείο «δεν κλείνει, ανοίγει τον πιο άμεσο δρόμο για την σοσιαλιστική επανάσταση». Το ένα σπάει σε δύο, η αδυνατότητα σύνθεσης για το κεφάλαιο γίνεται δυνατότητα ανασύνθεσης για την τάξη. Η τάξη εξαφανίζεται ως σύνολο απλά κοινωνικό και γίνεται υποκείμενο ανταγωνιστικό που δεν υποκύπτει στην ενότητα του γενικού συμφέροντος, δηλαδή στο συμφέρον του κεφαλαίου. Είναι αυτή η παραδοχή της εργατικής μεροληψίας που αναγκάζει τους καπιταλιστές να συγκεντρωθούν πολιτικά, να ξεπεράσουν τις δικές τους αντιφάσεις, να αποκαλυφθούν ως κοινωνική δύναμη, χρησιμοποιώντας συνεπώς συλλογικά τη δύναμη του εχθρού τους για να αναπτυχθούν και να πηδήξουν προς τα εμπρός. Εδώ οι ψευδαισθήσεις μιας ειρηνικής εξέλιξης εξαφανίζονται, για τους ρεφορμιστές της μιας ή της άλλης πλευράς. Εδώ πέφτει η μάσκα της δημοκρατίας και επιτέλους αποκαλύπτεται το πρόσωπο της ισορροπίας δυνάμεων μεταξύ δύο συγκρουόμενων δυνάμεων: όχι πλέον εργασία και κεφάλαιο, αλλά εργαζόμενοι και καπιταλιστές, τάξη εναντίον τάξης, δύναμη ενάντια σε δύναμη.

Επομένως αυτή του εργατισμού είναι μια σκέψη της σύγκρουσης, της ανταγωνιστικής έρευνας των κεντρικών αντιφάσεων, της αντιπαράθεσης, του φίλου-εχθρού ως μορφή της πολιτικής και στρατευμένης δράσης. Στο τελευταίο του βιβλίο, Dello spirito liberoΠερί του ελεύθερου πνεύματος, ο Tronti έγραψε: “Η πολιτική φιλία είναι αυτό που έχουν κοινό, αυτό που ενώνει, εκείνους που είναι ενάντια. Και η δράση του είναι να είναι εναντίον καθαγιάζει τις μεγάλες φιλίες”. είναι πάνω απ’ όλα το contro, το εναντίον που μας ενώνει, που καθιστά δυνατό το per, το για. Ο εργατισμός είναι μια σκέψη απόρριψης και του αρνητικού ως θεμέλιο του κομμουνισμού. Είναι καλό αυτό που εμβαθύνει τις αντιφάσεις του εχθρού, είναι κακό αυτό που τις επιλύει.Ωστόσο, η αντίφαση δεν μπορεί να επιλυθεί μέσα στην οργανική σύνθεση του κεφαλαίου, δηλαδή μέσα στη σχέση μεταξύ μεταβλητού κεφαλαίου και σταθερού κεφαλαίου, αλλά πρέπει να πυροδοτηθεί μέσα στη σύγκρουση μεταξύ της οργανικής σύνθεσης του κεφαλαίου και της ταξικής σύνθεσης, δηλαδή της σχέσης μεταξύ διάρθρωσης του εργατικού δυναμικού και παραγωγής υποκειμενικότητας. Η εργατιστική ανάγνωση του Μαρξ ξεκινά από εδώ, για να πάει προς μια ξένη κατεύθυνση και αντίθετη στον μαρξισμό.

Έκανες αναφορά στην ταξική σύνθεση. Μπορείς να διευκρινίσεις με ποιο τρόπο ο εργατισμός εργάστηκε πολιτικά με την ταξική σύνθεση του ιταλικού καπιταλισμού της εποχής μέσω της πρακτικής της έρευνας;

Τα τελευταία χρόνια ειπώθηκαν πολλά για τη διερεύνηση, την έρευνα και την conricerca, ίσως ακόμη και πάρα πολύ, με την έννοια ότι θα ήταν καλύτερο να μιλάμε λιγότερο και να κάνουμε περισσότερα. Για να απαντήσω λεπτομερέστερα στην ερώτησή σου και να αποφύγω να επαναλάβω πράγματα που ήδη έχουν ειπωθεί, παραπέμπω σε μια παρέμβαση που έγινε κατά την παρουσίαση της γαλλικής μετάφρασης της Η χρυσή ορδή, L’orda d’oro που οργανώθηκε τον ιούνιο του 2017 από την ομάδα συντροφισσών και συντρόφων γάλλων που έκαναν αυτή την εξαιρετική δουλειά, και που δημοσιεύτηκε και από το  καινούργιο blog “Plateforme d’enquêtes militantes”. Ο τίτλος της ομιλίας, «η conricerca, η συνέρευνα ως στυλ της στράτευσης», νομίζω ότι συνοψίζει καλά την ουσία αυτού για το οποίο μιλάμε. Συχνά ανάμεσα στους συντρόφους υπάρχει μια ιδέα της έρευνας ως εξειδίκευση, ή ως ρητορική, ή ως επιβεβαίωση των πράξεων που κάνουμε (αφού είμαστε επισφαλείς, αν κάνουμε μια αυτο-έρευνα η άποψή μας είναι η άποψη της επισφάλειας!). Τίποτα πιο άχρηστο. Η συνέρευνα είναι μια αυτόνομη πολιτική διαδικασία ταυτόχρονα παραγωγής αντι-γνώσης, αντι-υποκειμενικότητας και αντι-οργάνωσης, στην οποία ακόμη και η αντι-χρήση των καπιταλιστικών μέσων (συμπεριλαμβανομένων των συγκεκριμένων δεξιοτήτων) σημαίνει τη μετατροπή, την μεταμόρφωση, τον μετασχηματισμό τους. Είναι ένα συνολικό στυλ στράτευσης επειδή ο αγωνιστής, ο στρατευμένος πάντα ψάχνει, ερευνά κάτι που δεν καταλαβαίνει, μια πιθανή δύναμη για να ανατινάξει τις αντιφάσεις, αυτού που υπάρχει αλλά δεν μπορεί να δει. Ο στρατευμένος είναι πάντα ανήσυχος,αλλιώς δεν είναι στρατευμένος, δεν είναι αγωνιστής.

Στη δεκαετία του ’50 και στις αρχές της δεκαετίας του ’60, όταν ο Alquati και άλλοι σύντροφοι ξεκίνησαν τις συνερευνητικές τους πορείες, τα εργοστάσια και οι εργάτες είχαν εγκαταλειφθεί πολιτικά. Σε ένα είδος ασυνείδητου fancofortismo, το κομμουνιστικό Κόμμα θεωρούσε την εργατική τάξη να είναι πλέον αμετάκλητα ενσωματωμένη στην καπιταλιστική μηχανή. Έτσι σχηματίστηκε ένας φαύλος κύκλος: το PCI – που είχε επιλέξει να ακολουθήσει τις μεσαίες τάξεις και τον ιταλικό δρόμο προς τον σοσιαλισμό (ένας δρόμος χωρίς επαναστατική ταξική πάλη) – ρωτούσε τους αγωνιστές στα εργοστάσια τι κινούνταν εκεί, αυτοί απαντούσαν ότι μεταξύ των εργατών πράγματι δεν υπήρχε δυνατότητα επαναστατικής ταξικής πάλης, η γραμμή της κορυφής επιβεβαιώνονταν με αυτό τον τρόπο και όλοι ένιωθαν ανακουφισμένοι. Οι εργάτες μετανάστες από τη Νότια Ιταλία και εντάχθηκαν στη γραμμή συναρμολόγησης, αυτοί που κάποιο χρόνο αργότερα θα είχαν γίνει εργάτης- μάζα, παρουσιάζονταν από τους αγωνιστές του PCI και του συνδικάτου ως οπορτουνιστές, παθητικοί, αλλοτριωμένοι. Οι εργατιστές αγωνιστές, συζητώντας με τις νεαρές «νέες δυνάμεις», έσκαβαν μέσα στις αμφισημίες ή τις πραγματικές ασάφειες αυτών των συμπεριφορών: κατανοούσαν ότι ναι ήταν αλήθεια, συχνά ακόμη και ψήφιζαν για τις κίτρινες συνδικαλιστικές οργανώσεις, επειδή δεν αισθανόταν ότι εκπροσωπούνταν από κανέναν, δεν συμμετείχαν στις απεργίες, επειδή τις θεωρούσαν άχρηστες, ακόμα και η παθητικότητα ήταν μια δυνητικά πιο αποτελεσματική μορφή αγώνα, και σύντομα η αποξένωση από την εργασία έγινε απόρριψη και ανυποταξία. Επιπλέον, ο εργάτης μάζα, κυρίως νέοι νότιοι μετανάστες στις βιομηχανικές μητροπόλεις του Βορρά, δεν αντιστοιχούσε με τίποτα στην εικόνα του θύματος με τις βαλίτσες από χαρτόνι, που παραδίδονταν από τη λογοτεχνία και τον κινηματογράφο της αριστεράς, πρόθυμο για δάκρυα και συμπόνια, αντίθετα ήταν μια δυνητική δύναμη, που μετέφερε νέες συμπεριφορές και κουλτούρες της σύγκρουσης ξένες με την παράδοση των θεσμών του Εργατικού Κινήματος που πλέον είναι συν-διαχειριστές των διαδικασιών εκμετάλλευσης μέσα στο εργοστάσιο. Φτάνει με τα κλάματα, αρκετά με την επιθυμία για θυματοποίηση, αρκετά με την κουλτούρα της αριστεράς: ο επαναστάτης αγωνιστής επιδιώκει τη δύναμη, όχι την αδυναμία. Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο μπορούμε να πούμε ότι ο εργατισμός είναι μια κομμουνιστική εμπειρία σε ρήξη με το κομμουνιστικό κόμμα και ξένη προς την κουλτούρα της αριστεράς.

Όμως αυτή η αναζήτηση δύναμης, ισχύος, δεν βασίζεται ποτέ επάνω στην ιδεολογία ή στην ικανοποίηση της δικής της ταυτότητας, αλλά είναι πάντα ριζωμένη μέσα στην ταξική σύνθεση, και σε ένα πολιτικό στοίχημα στο εσωτερικό μιας ιστορικά καθορισμένης ταξικής σύνθεσης. Και εδώ ανοίγεται μια αποφασιστική ερώτηση, ένα ζήτημα αποφασιστικό, διότι αυτή η έννοια είναι κεντρική στη μέθοδο των εργατιστών.

Η αντιμετώπιση της σύνθεσης της τάξης προϋποθέτει το υποκειμενικό πρόβλημα της πολιτικής ανασύνθεσης. Πώς πρέπει να κατανοήσουμε το ζήτημα της ανασύνθεσης; Έχει περισσότερο να κάνει με τη σύνθεση ή με τη ρήξη;

Για να συνεχίσουμε τη συζήτηση, θα μπορούσαμε τώρα να πούμε ότι δεν υπάρχει ταξικός αγώνας χωρίς ταξική ανασύνθεση. Πρώτον, όμως, πρέπει να κατανοηθούμε, να συμφωνήσουμε σχετικά με την έννοια της ταξικής σύνθεσης, και τη σχέση μεταξύ τεχνικής σύνθεσης και πολιτικής σύνθεσης, δηλαδή μεταξύ της καπιταλιστικής διάρθρωσης της εργατικής δύναμης στη σχέση της με τις μηχανές και τον σχηματισμό της τάξης ως ανεξάρτητου υποκείμενου. Η τεχνική σύνθεση και η πολιτική σύνθεση δεν μας επιστρέφουν φωτογραφίες στατικών στοιχείων, δηλαδή της εργατικής δύναμης απόλυτα εξαρτημένης-υποκείμενης στο κεφάλαιο αφενός και της τάξης εντελώς αυτόνομης από την άλλη: αυτές είναι διεργασίες που διασχίζονται αμφότερες από τη διαμάχη, από τη σύγκρουση, από την δυνατότητα της ρήξης και της ανατροπής, διότι και οι δύο βρίσκονται μέσα στην κοινωνική σχέση του κεφαλαίου ως ανταγωνιστική σχέση. Μεταξύ αυτών των δύο διαδικασιών δεν υπάρχει μια συμφιλιωτική διαλεκτική, ακριβώς όπως δεν υπάρχει σύνθεση και ανακλαστικό στοιχείο. Το κεντρικό ή πιο εξελιγμένο-προωθημένο υποκείμενο για την καπιταλιστική συσσώρευση δεν είναι απαραίτητα το κεντρικό ή πιο προηγμένο υποκείμενο των αγώνων, όπως πίστευε η κοινωνικο-κομμουνιστική παράδοση, και όπως συχνά επανήλθαν κατά συνέπεια να σκέπτονται στις εκπονήσεις επάνω στον λεγόμενο «μετα-φορντισμό». Δεν είναι επομένως ζήτημα αναβίωσης της μαρξιστικής σχέσης μεταξύ της τάξης ως κατηγορία και της τάξης για τον εαυτό της, με τη μεσολάβηση μιας ιδεαλιστικής ταξικής συνείδησης που πρέπει απλά να αποκαλυφθεί. Όπως έχουμε ήδη δει, πράγματι, η υποκειμενικότητα – βάση και διακύβευμα της ταξικής σύνθεσης – δεν είναι η συνείδηση: δεν πρέπει να αποκαλυφθεί, πρέπει να παραχθεί. Το κεφάλαιο την παράγει, μπορούν να της προκαλέσουν, να την παράξουν οι αγώνες.

Η πολιτική σύνθεση προϋποθέτει πάντα μια διπλή διαδικασία: την ανασύνθεση για τους δικούς της αυτόνομους σκοπούς, και την αποσύνθεση των σκοπών του εχθρού. Ανασύσταση δεν σημαίνει αθροιστικά στοιχεία έτσι όπως είναι, αλλά τον μετασχηματισμό τους σε μια διαδικασία ρήξης με το υπάρχον πλαίσιο και χτισίματος ενός νέου πλαισίου. Δεν είναι λοιπόν η επανένωση μιας υποτιθέμενης αρχικής ενότητας κατακερματισμένης από τη δράση του καπιταλισμού ή την επιστροφή σε ό, τι υπήρχε πριν: η ανασύνθεση της τάξης είναι η δημιουργία ενός νέου και αυτόνομου υποκειμένου. Είναι η δράση της τάξης εναντίον του δικού της εχθρού είναι επίσης η δράση της τάξης εναντίον της ίδιας, για να καταστρέψει τη σχέση του κεφαλαίου που ενσωματώνεται, ενσαρκώνεται μέσα στο προλεταριάτο. Θα μπορούσαμε να πούμε ότι η ανασύνθεση είναι η επιστροφή στην αυτονομία που δεν υπάρχει. Η επιστροφή, δηλαδή σε στοιχεία που τα σπάνε με το δεδομένο πλαίσιο, συστήνονται με τρόπο ριζικά διαφορετικό, δημιουργώντας ένα νέο πλαίσιο κοινωνικών σχέσεων. Και ανασυνθέτοντας τον εαυτό τους μέσα στη ρήξη, αυτά τα στοιχεία υπονομεύονται, αλλάζουν μέσα στην ουσία τους, αντιστρέφονται-ανατρέπονται σε σχέση με την αρχική τους λειτουργία, την αρχική τους πρόθεση.

Και το κεφάλαιο εξ άλλου αποσυνθέτει, συνθέτει και ανασυνθέτει συνεχώς, δηλαδή, καταστρέφει και μετασχηματίζει: το ονομάζει εκσυγχρονισμόςανανέωση, καινοτομία. Στα επαναστατικά κινήματα της δεκαετίας του ’60 και της δεκαετίας του ’70, το κεφάλαιο απάντησε πρώτα όχι με την καταστολή, αλλά με την καινοτομία. Η καινοτομία, ο εκσυγχρονισμός είναι μια επανάσταση στο αντίθετο, με στόχο μια βαθιά αλλαγή στα μεσαία και χαμηλά επίπεδα της πραγματικότητας σε θέση να ενισχύσουν την αναπαραγωγή των υψηλών επιπέδων, δηλαδή τη συσσώρευση κυριαρχίας και κεφαλαίου. Αυτή η αλλαγή φέρει μέσα της το σημάδι της πλευράς του ανταγωνιστή της, στερημένου της δυνατότητας ρήξης, ανταγωνιστή που έχει επαναφερθεί και έχει καμφθεί προς συστημικούς σκοπούς και στόχους. Για παράδειγμα, το κεφάλαιο απάντησε με την επισφάλεια στον αγώνα κατά της μισθωτής εργασίας και της αυτόνομης εργατικής και προλεταριακής ευελιξίας. Ξεκινώντας από τη δεκαετία του ’80 και του ’90, μέσα σε πλήρη νεοφιλελεύθερη ανάπτυξη, υπάρχουν από την μια πλευρά εκείνοι που ξέχασαν το σημάδι της πλευράς τους, και κατέληξαν να ζητούν-να διεκδικούν την επιστροφή σε αυτό που εργάτες και προλετάριοι είχαν απορρίψει και πολεμήσει, δηλαδή τις αλυσίδες εργασίας επ ‘αόριστον · από την άλλη, όσοι έχουν ανταλλάξει τον εκσυγχρονισμό για την επανάσταση, ζωγραφίζοντας με ευφάνταστο τρόπο μια κοινωνική συνεργασία πλέον εντελώς ελεύθερη και αυτόνομη, και ένα κεφάλαιο ως καθαρά παρασιτικό περιτύλιγμα. Και οι δύο δεν βλέπουν τη συνέχεια και την πιθανότητα του ανταγωνισμού, και συνεπώς αναλαμβάνουν έναν ήδη υπάρχοντα διαχωρισμό μεταξύ των δύο τάξεων-πλευρών: για τους μεν αυτό σημαίνει την αδυναμία της απελευθέρωσης, για τους άλλους η απελευθέρωση έχει ήδη συμβεί. Και οι δύο είναι ιδεολογικές θέσεις, και οι δυο αδύναμες, και οι δύο δείχνουν την απομάκρυνση του προβλήματος της επαναστατικής ρήξης. Και οι δύο δεν βλέπουν το κεντρικό ερώτημα της ταξικής σύνθεσης ως διαδικασία που διασχίζεται συνεχώς από την σύγκρουση, την διαμάχη.

Θα μπορούσαμε να το πούμε έτσι, με μια φόρμουλα: το αντίθετο του εκσυγχρονισμού δεν είναι συντήρηση, αλλά επανάσταση. Αν στη συνέχεια αντικαταστήσουμε στον εκσυγχρονισμό και την συντήρηση τις έννοιες της αριστεράς και δεξιάς, το αποτέλεσμα δεν αλλάζει, είναι συνώνυμα: το αντίθετο της δεξιάς δεν είναι αριστερά, αλλά επανάσταση. Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο δεν μπορούμε να ορίσουμε τον εαυτό μας στην αριστερά: όχι επειδή η αριστερά έχει γίνει αυτό, αλλά επειδή η αριστερά υπήρξε πάντα αυτό. Η αριστερά είναι από τις απαρχές της διαφωτιστική, προοδευτική, εκσυγχρονιστική. Είναι η σκέψη της θυματοποίησης και της ήττας, εμπιστεύεται τον εαυτό της στην Ιστορία, εχθρεύεται εκείνους που αγωνίζονται ενάντια στους καιρούς τους, είναι αυτή της συμβατότητας με την ισχύ του κεφαλαίου και του παρανοϊκού αποκλεισμού της ανταγωνιστικής ισχύος – γι ‘αυτό μόλις οι προλεταριακές συμπεριφορές κάνουν του κεφαλιού τους, ξεσπά η συνωμοσιολογία, η διετρολογία [1], και η κατηγορία ότι είναι προβοκατόρικες. Η αριστερά απεικονίζει νεκρές φύσεις στην ακτή της λίμνης, εμείς που θέλουμε να οργανώσουμε τους εαυτούς μας μέσα στις δίνες, ακόμη και μέσα στην επικίνδυνη ακαθαρσία και ασάφεια τους, πρέπει να αποφύγουμε όχι αυτή ή την άλλη αριστερά, αλλά την αριστερά sans phrase.

Από αυτή την άποψη, ο Romano Alquati – μια αποφασιστική φιγούρα του εργατισμού, αν και δεν εκτιμάται ιδιαίτερα στην Ιταλία και σχεδόν άγνωστος στο εξωτερικό – μιλούσε για «οργανωμένο αυθορμητισμό». Τι εννοούσε;

Αυτό τον καθορισμό, τον σχεδιασμό αυτό της ταξικής σύνθεσης και της ανασύνθεσης τον χρωστάμε πρώτα απ’ όλα στον Alquati. Εάν θέλουμε να το πούμε με ένα αστείο, δεν υπάρχει εργατισμός δίχως Alquati, αν και ο Alquati δεν μπορεί να μειωθεί αποκλειστικά στην εμπειρία του εργατισμού. Συχνά θεωρήθηκε ως ο «εφευρέτης της conricerca-συνέρευνας», ένας ισχυρισμός στον οποίο απαντούσε ότι οι αγωνιστές,οι στρατευμένοι πάντα έκαναν συνέρευνα και απλά αυτός, που ήταν αγωνιστής, έκανε συνέρευνα, είναι σαν να υποστηρίζουμε – μας προειδοποιούσε – ότι αν είναι να διασχίσω έναν δρόμο γεμάτο πέτρες φορώ τα παπούτσια, τότε σημαίνει ότι έχω εφεύρει τα παπούτσια.Υπήρχε προφανώς μια παράδοξη υπερβολή σε αυτό, επειδή η συνέρευνα- conricerca για το πώς μιλάμε γι ‘αυτήν σήμερα ή που προσπαθούμε να ξανα- ανακαλύψουμε βασίζεται πρωτίστως στη συμβολή του Alquati και των συλλογικών πραγματικοτήτων που έχτισε αυτός για να την εφαρμόσει. Ωστόσο, είναι αλήθεια ότι το να τον ορίσουμε απλά ως εφευρέτη της συνέρευνας κατέληξε να περιορίζει την πορεία του στη δεκαετία του ’60, στα έτσι κι αλλιώς αποφασιστικά κείμενα για την Fiat ή την Olivetti. Ο Alquati αντίθετα είναι πολύ άλλος και πολύ περισσότερα. Οι ερευνητικές του πορείες μέσα και κατά του «πανεπιστημίου της μεσαίας τάξης» της δεκαετίας του ’70 εξακολουθούν να είναι θεμελιώδεις ακόμη σήμερα, στις οποίες προέβλεπε την εμφάνιση του κοινωνικού εργάτη και του πνευματικού προλεταριάτου. Μεταξύ των δεκαετιών του ’80 και του ’90 επεξεργάζεται ένα γενικό μοντέλο, συνολικό (καλούμενο από αυτόν «modellone») για τη λειτουργία του καπιταλισμού, με στόχο τον επαναστατικό μακροπρόθεσμο στόχο της ρήξης και της εξόδου από τον καπιταλιστικό πολιτισμό. Σε αυτή την φάση ο Alquati παράγει εξαιρετικές προβλέψεις για θέματα, ερωτηματικά, προβλήματα και ζητήματα (από την υπερ-εκβιομηχάνιση έως την κεντρική θέση της αναπαραγωγής) που σήμερα παρουσιάζονται απολύτως αποφασιστικά.

Ο ορισμός του «οργανωμένου αυθορμητισμού» προκύπτει από τις διαδικασίες της conricerca-συνέρευνας στη ζωντανή σάρκα των εργατικών αγώνων της δεκαετίας του ’60. Στην παράδοση του εργατικού κινήματος υπάρχει μια διάκριση μεταξύ της λατρείας του αυθορμητισμού και του φετίχ της οργάνωσης, ή μια διαλεκτική της για τα στάδια της ανάπτυξης: πρώτα υπάρχει ο αυθορμητισμός, μετά υπάρχει η οργάνωση. Ο Alquati διαρρηγνύει οριστικά αυτή τη διαλεκτική και προτείνει εκείνο το φαινομενικό οξύμωρο: στη Fiat δεν είναι μια εξωτερική οργάνωση που παράγει τη σύγκρουση, δεν είναι ο απλός αυθορμητισμός που την ωθεί προς τα εμπρός. Δημιουργήθηκε ένα είδος «αόρατης οργάνωσης» μέσω της οποίας οι εργάτες επικοινωνούν, προετοιμάζουν τους αγώνες, ανιχνεύουν τους χρόνους, μπλοκάρουν το εργοστάσιο. Είναι αυτή η αόρατη οργάνωση που τίθεται ως πρωτοπορία των ανασυντεθιμένων διαδικασιών, ενώ οι αγωνιστές του κόμματος ακολουθούν διστακτικοί, χαμένοι και συχνά δρουν σαν καπάκι. Η μορφή αγώνα της «αγριόγατας», a “gatto selvaggio”, η οποία τρέφεται ακριβώς από την αόρατη οργάνωση, είναι απρόβλεπτη, επομένως δεν μπορεί να ελεγχθεί από μια μεταρρυθμιστική, ρεφορμιστική διαμεσολάβηση.Εφαρμόζεται μέσα από μια συνεχή εναλλαγή των τακτικών, των μεθόδων, των χρόνων και των τόπων και, «δεν διεκδικεί τίποτα».Είναι το πιο προωθημένο επίπεδο της εργατικής «μη συνεργασίας», αν και σίγουρα δεν είναι η μόνη μορφή πάλης, εναλλασσόμενη με τη μαζική απεργία ή τη σύγκρουση στους δρόμους, στην πλατεία. Το πρόβλημα είναι να τις συνδυάσουμε και να τις επαναδρομολογήσουμε, ενισχύοντας τες αμοιβαίως. Ο Alquati γράφει σχετικά με αυτό: «Το καθήκον μιας πολιτικής οργάνωσης δεν είναι να σχεδιάσει την αγριόγατα με έναν προκαθορισμένο τρόπο, διότι θα διακινδυνεύσει ακριβώς να την καταστήσει απορροφήσιμη στον κύριο-στο αφεντικό με την εξημέρωσή της: ενώ να την οργανώσει και να την εξαπλώσει αρκεί και η εργατική »αόρατη οργάνωση», της οποίας η απεργία ‘αγριόγατας’ καθίσταται ένα μόνιμο γεγονός».

Πηγαίνοντας πέρα από την ιδιαιτερότητα αυτών των αγώνων, το ζήτημα του οργανωμένου αυθορμητισμού μας επιτρέπει να τοποθετήσουμε αυτή τη σχέση με πολιτικά ορθούς όρους, να ξεχωρίσουμε αποφασιστικά την αμεσότητα, την αυθεντικότητα από τον αυθορμητισμό, που αποτελεί την ιδεολογία του, καθώς και να ξεχωρίσουμε την οργάνωση από την απλή διαχείριση. Συνεπώς, οι δύο όροι της σχέσης δεν πρέπει ποτέ να διαχωριστούν και να αντιταχθούν: η οργάνωση πρέπει να τρέφεται με αυθορμητισμό και η οργάνωση πρέπει να οδηγείται μέσα στην αμεσότητα και την αυθεντικότητα. Μπορούμε να πούμε ότι η αυτονομία είναι η οργάνωση που αντικατοπτρίζει επάνω στην δική της αμεσότητα, είναι η αυθεντικότητα που αντανακλά επάνω στη δική της οργάνωση. Και μπορούμε να πούμε ότι το κόμμα (με τρόπο ριζικά διαφορετικό από την τρέχουσα χρήση και ιδέα) είναι το υποκείμενο που ανασυντάσει συνεχώς τη σχέση ανάμεσα στην αμεσότητα και την οργάνωση, ανάμεσα στην άρνηση και τους μακρο-στόχους.

Πολύ συχνά, κι εσύ αναφέρεσαι στη «μέθοδο της τάσης», στα γραπτά σου: σε τι ακριβώς συνίσταται;

Είναι μια κεντρική οπτική και, όπως και ίσως περισσότερο από άλλες, αποτελεί προάγγελο πολλών παρανοήσεων. Από κάποιες φιγούρες που προέρχονται από τον εργατισμό η τάση έχει ερμηνευτεί με όλο και πιο μηχανιστικούς όρους, σαν να μας έχει παραδώσει άμεσα η γραμμή της καπιταλιστικής ανάπτυξης τα υποκείμενα της κοινωνικής μεταμόρφωσης. Με τον τρόπο αυτό η πολιτική σύνθεση έχει γίνει ο καρπός της τεχνικής σύνθεσης, και όχι πλέον η διάρρηξη της. Αυτός ο μηχανισμός έχει πάρει το όνομα της οντολογίας, πραγματοποιώντας μια απλή πνευματική ανατροπή της διαδικασίας. Δηλαδή: τα υποκείμενα που παράγει η καπιταλιστική ανάπτυξη θεωρούνται οντολογικά τα επαναστατικά υποκείμενα. Για να βρεθούν οι άκρες, για να τακτοποιηθούν οι λογαριασμοί, απομακρύνθηκε επομένως ο κόμπος της ταξικής σύνθεσης, των ισορροπιών δυνάμεως, των διαδικασιών αγώνα μέσω των οποίων η υποκειμενικότητα διαμορφώνει την αυτονομία της, σπάζοντας τα με τη διαδικασία της καπιταλιστικής υποκειμενικοποίησης.

Αντίθετα, από την επαναστατική οπτική τάση δεν σημαίνει αντικειμενικότητα και γραμμικότητα του ιστορικού μονοπατιού, και δεν έχει καμία σχέση με την πρόβλεψη του μέλλοντος. Πρέπει να αφήσουμε τους μετεωρολόγους να προβλέψουν τις βροχές, ως αγωνιστές πρέπει να στρατευθούμε για τη δημιουργία καταιγίδων. Και φυσικά τάση δεν σημαίνει μη αναστρεψιμότητα των διαδικασιών, δηλαδή το δόγμα στη βάση της εκσυγχρονιστικής θρησκείας και επιταχυντικής : αντίθετα, από τη στιγμή που θεμελιώνονται και διαμορφώνονται από τις ισορροπίες δυνάμεων, οι διαδικασίες μπορούν να διακόπτονται συνεχώς, να εκτρέπονται, να ανατρέπονται. Ως εκ τούτου τάση σημαίνει την ικανότητα να αντιλαμβάνεται κανείς την πιθανότητα μιας ανάπτυξης αντιπαράθεσης και ριζικής διαφορετικότητας στη σύνθεση των στοιχείων του παρόντος. Η τάση είναι σαν την προφητεία: σημαίνει να βλέπεις και να επιβεβαιώνεις με διαφορετικό τρόπο εκείνο που ήδη υπάρχει εικονικά στο παρόν.

Με λίγα λόγια, τάση σημαίνει στην πραγματικότητα να είσαι μπροστά, είναι η ικανότητα να κατανοήσουμε το έδαφος της ανταγωνιστικής δυνατότητας μέσα στις αμφιβολίες και τις αμφισημίες της σύνθεσης, της υποκειμενικότητας και των υπαρχουσών συμπεριφορών. Τάση σημαίνει προσδοκία, προκαταβολή, πολιτικό στοίχημα. Το στοίχημα δεν είναι μια ζαριά, ούτε είναι επιστημονική πρόβλεψη.Είναι μια επιλογή διαδρομής, η αναγνώριση μιας γραμμής τάσης που δεν υπάρχει εκεί αλλά θα μπορούσε να είναι εκεί. Είναι ένα υλιστικό στοίχημα, δηλαδή εντός και κατά το υπάρχοντος πεδίου δυνάμεων. Χωρίς πολιτικό στοίχημα, στην πραγματικότητα δεν υπάρχει πολιτική με επαναστατική έννοια, αλλά μόνο διαχείριση της υπάρχουσας κατάστασης, δηλαδή τεχνική της θεσμικής πολιτικής.

Στα μέσα της δεκαετίας του ’70, μιλώντας για την ουσία της εκπαίδευσης και του πανεπιστημίου, ο Alquati έγραφε ότι η conricerca-συνέρευνα χρησιμεύει για να επιτύχει να έχει ένα ρόλο το κίνημα που να μην είναι απλά της ουράς των πραγμάτων : «η έρευνα στόχευε στο να προβλέψει, να προκαταβάλει, όχι να εξορθολογίσει ιδεολογικά εκείνο που έχει ήδη συμβεί καθώς «αυθόρμητα» συμβαίνει όταν το μαζικό κίνημα ακριβώς ‘κινείται’. Το πρόβλημα είναι γενικό: της στρατηγικής που χρησιμεύει στην καθοδήγηση και την πολιτική ηγεσία που επιτυγχάνει να προβλέψει σύμφωνα με μια στρατηγική. Το να φθάσεις αργότερα δεν χρησιμεύει σε τίποτα «. Ο αγωνιστής πρέπει να αναλάβει τον κίνδυνο. Το σημαντικό είναι να ενεργήσει εντός και κατά της χυδαιότητας της υφιστάμενης κατάστασης και όχι – όπως συμβαίνει πολύ συχνά στον λεγόμενο «μετα-εργατισμό» – μέσα στη φαντασία του ατόμου και ενάντια στις συλλογικές δυνατότητες.

Στα δύο πιο γνωστά ονόματα σε διεθνές επίπεδο – Mario Tronti και Toni Negri – είναι παραπέμψιμες δύο παραλλαγές του εργατισμού που αναφέρατε, μια «katechontica-κατεχοντική» και η άλλη «accelerationist-επιταχυντική». Μέσα από μορφές όπως ο Romano Alquati ή ο Sergio Bologna, ωστόσο, είναι δυνατόν να προσδιοριστεί ένα τρίτο θεωρητικό και πολιτικό παράδειγμα μέσα στον εργατισμό, το οποίο θα μπορούσαμε να ορίσουμε ως «composizionista-συνθετιστικό». Γιατί μπορεί να είναι σημαντικό να εμβαθύνουμε αυτή τη γραμμή, αυτό το ρεύμα έρευνας;

Είναι διαμέσου αυτού του παραδείγματος (που ορίζεται ως συνθετιστικό για να καταλαβαινόμαστε, αν θέλετε να βρείτε έναν άλλο όρο, αυτό που έχει σημασία είναι η ουσία), ο εργατισμός μπόρεσε να σπάσει το μερικώς κλειστό σύστημα μαρξικής λογικής, εκείνης που κινδυνεύει να παραμείνει παγιδευμένη στην εξήγηση του πώς παράγεται και αναπαράγεται το χαλύβδινο κλουβί, εισάγοντας το καθοριστικό στοιχείο της υποκειμενικότητας. Αυτή δεν διαμορφώνεται με τρόπο ντετερμινιστικό από την υλική διαμονή-τοποθέτηση, ούτε σχηματίζεται ανεξάρτητα από αυτήν: όπως έχουμε ήδη δει, η υποκειμενικότητα συνδέεται με τον αγώνα, δηλαδή με τη ισχύ σχηματισμού του κεφαλαίου και με τη δυνατότητα συμπεριφορών και δυνάμεων που σχηματίζονται εναντίον του κεφαλαίου. Το να εξετάζουμε τη σύνθεση της τάξης, να συνερευνούμε και να δρούμε μέσα σε αυτήν για να την λυγίσουμε και να την κάμψουμε σε μια ανταγωνιστική κατεύθυνση, σημαίνει να εστιάζουμε συνεχώς την πολιτική πρωτοβουλία στη σχέση μεταξύ διαδικασίας και υποκειμένου. Για να το πούμε απλά: σε μια διαδικασία με σχέσεις ισχύος υπέρ του κεφαλαίου, το υποκείμενο που σχηματίζεται πρώτα απ’ όλα πλάθεται από αυτό, σε μια διαδικασία με διαφορετικές ισορροπίες δυνάμεων, σχηματίζεται ένα διαφορετικό υποκείμενο. Το να λέμε ότι το υποκείμενο είναι διαμορφωμένο από το κεφάλαιο, όπως συμβαίνει στη σημερινή φάση, δεν σημαίνει ότι δεν υπάρχουν δυνατότητες σύγκρουσης ή αυτονομίας, όχι, καθόλου. Ο Alquati μίλησε για ένα «άλυτο κατάλοιπο» και που δεν επιλύεται για το κεφάλαιο, αυτό που αποκαλούσε ανθρώπινη ενεργητική ικανότητα, της οποίας το κεφάλαιο πρέπει να τροφοδοτείται συνεχώς για να κάνει να λειτουργεί το σύστημά του. Θα μπορούσαμε ακόμη να πούμε ότι υπάρχει μια διαρθρωτική δυνητική ασυμμετρία μεταξύ των δύο τάξεων: ενώ το κεφάλαιο χρειάζεται το προλεταριάτο, το προλεταριάτο δεν χρειάζεται το κεφάλαιο, και τελικά ούτε τον ίδιο του τον εαυτό ως προϊόν αυτής της κοινωνικής σχέσης. Αυτή είναι η αντίφαση που δεν επιλύεται για το κεφάλαιο, απ’ όπου προέρχεται η διαρκής δυνατότητα του ανταγωνισμού, η οποία αναλαμβάνει διαφορετικές μορφές και εκφράσεις, ή από καιρό σε καιρό ή σε ορισμένες φάσεις δεν λαμβάνει ρητές μορφές και εκφράσεις.

Ο ανταγωνισμός δεν μπορεί να αναμένεται μεσσιανικά, ούτε να τον φανταζόμαστε ξεκινώντας από αυτό που θα θέλαμε και θα μας άρεσε – με αποτέλεσμα όταν οι προλετάριοι δεν συμπεριφέρονται όπως θα θέλαμε, ασκούμε ατομικές και πνευματικές αποδράσεις προς τα εμπρός. Οι αγωνιστές πρέπει να σκάψουν μέσα στις αμφιβολίες, τις αμφισημίες και τις ασάφειες, μέσα στην «ακαθαρσία» των πραγματικών συμπεριφορών: όχι για να τις εκθειάζουμε λαϊκιστικά, αλλά για να αναζητήσουμε μέσα τους μια πολιτική φύση στο επίπεδο των εγγενών μορφών και εκφράσεών της, όταν υπάρχει μια virtualness, εικονική πραγματικότητα που δεν έχει μετατραπεί ακόμα σε δράση συλλογική. Για παράδειγμα, πριν γίνει ρητή και συλλογική μορφή αντιπαράθεσης και άρνησης, η απόρριψη της εργασίας ενσαρκώνονταν σε κατακερματισμένες συμπεριφορές προσποίησης στο ατομικό επίπεδο. Από την εγγενή πολιτική φύση προς τη ρητή πολιτική φύση δεν υπάρχει ένα απαραίτητο πέρασμα σταδίων ανάπτυξης. Υπάρχει αντ ‘αυτού η κατασκευή μιας οργανωτικής διαδικασίας, υπάρχει η πορεία της συνέρευνας, υπάρχει όλη η δύναμη του μαχητικού στοιχήματος, του στρατευμένου στοιχήματος. Θα μπορούσαμε να πούμε ότι η επιδίωξη της εγγενούς πολιτικής φύσης είναι η αναζήτηση του χώρου μεταξύ της αφηρημένης δυναμικής του ανταγωνισμού και της διοχετευμένης μορφής έκφρασής του, είναι ο χώρος μέσα στον οποίο οι συμπεριφορές μπορούν να πάρουν διαφορετικές ή και αντίθετες κατευθύνσεις, είναι ο χώρος στον οποίο η διαδικασία μπορεί πράγματι να αποκλίνει, να καμπυλώνεται, να διακόπτεται, να ανατρέπεται. Επομένως, είναι ο χώρος που αρμόζει στην μαχητική, στρατευμένη παρέμβαση.

Το πρόβλημα, λοιπόν, είναι ότι τόσο το «επιταχυντικό»,“accelerazionista” πρότυπο όσο και το «κατεχοντικό», “katechontico” παράδειγμα καταλήγουν να αναλαμβάνουν τη χρονικότητα της καπιταλιστικής ανάπτυξης και να προκαλούν την ταξική σύνθεση και τις επαναστατικές δυνατότητές της να κατεβούν από αυτήν. Για το πρώτο παράδειγμα πρέπει απλά να επιταχύνουμε την ανάπτυξη της νέας τεχνικής σύνθεσης για να την μετατρέψουμε σε πολιτική σύνθεση, για δεύτερο πρέπει να διατηρήσουμε τη δύναμη της παλιάς πολιτικής σύνθεσης για να καταπολεμήσουμε την τεχνική σύνθεση. Και τα δύο κινδυνεύουν να αντιμετωπίσουν την εξέλιξη σε ένα επίπεδο αφαίρεσης που χάνει την επαφή με τη μεσαία δέσμη, δηλαδή με το επίπεδο στο οποίο δίδονται οι συγκεκριμένες δυνατότητες της ρήξης και της ανατροπής. Η μέθοδος της τάσης που μας ενδιαφέρει, αντιθέτως, δεν είναι ο προσδιορισμός μιας «αντικειμενικής» ανάπτυξης, σημαίνει να θέσουμε το πρόβλημα της διακοπής και της απόκλισης, δηλαδή της συσσώρευσης δύναμης για το χτίσιμο ανασυντεθιμένων διαδικασιών. Αυτή η δύναμη συσσωρεύεται τόσο στην επιτάχυνση όσο και στη συγκράτηση, περισσότερο ή λιγότερο στη μία ή την άλλη, ανάλογα με τις φάσεις και πάνω απ ‘όλα τους αγώνες που δημιουργούν αντίσταση ή σπρώχνουν προς τα εμπρός. Επειδή η οπτική από την οποία αξιολογείται η επιτάχυνση και η συγκράτηση είναι αυτή της ταξικής σύνθεσης, της δυνητικής αυτονομίας της και των δυνατοτήτων της για επαναστατική μεταμόρφωση.

Στην περίπτωση του επιταχυντισμού του Negri, αντίθετα, η τάση γίνεται τελεολογία, η διαδικασία της οργάνωσης, σύγκρουσης και ρήξης εσωτερικό της σχέσης μεταξύ της τεχνικής σύνθεσης, πολιτική και ανασύνθεση δίνουν τη θέση σε μια ιδέα απόρριψης οποιασδήποτε μορφής μεσολάβησης της ανατροπής. Ο Negri καταλήγει δηλαδή να μην βλέπει τη διαδικασία και να ταυτοποιεί αμέσως το υποκείμενο ως οντολογικώς ελεύθερο και αυτόνομο. Δεν συνειδητοποιεί ότι εκείνο το υποκείμενο δεν είναι καθόλου ελεύθερο και αυτόνομο, αλλά βαθιά σημαδεμένο από την καπιταλιστική υποκειμενοποίηση,subjectivisation. Μόνο με την κατανόηση της αμφισημίας και την κάμψη της σε ανταγωνιστική έννοια μπορεί να φθάσει να αντιταχθεί στον εαυτό του. Μόνο μέσα από τη διαδικασία του αγώνα το υποκείμενο κατακτά ελευθερία και αυτονομία. Υπάρχει επίσης σε αυτό ένα πνευματικό βίτσιο, εκείνου που δεν μετρά πλέον τις κατηγορίες του με βάση τη μαχητικότητα-την στράτευση μέσα και κατά της πραγματικότητας, αλλά μετρά την πραγματικότητα στη βάση των δικών του κατηγοριών. Στην αυτονομία του πολιτικού ακολουθεί εδώ η αυτονομία της πολιτικής φιλοσοφίας. Και είναι, ίσως, θλιβερά παράδοξο το γεγονός ότι ένας από εκείνους που μίλησαν για την ηγεμονία της «γενικής διάνοιας», τερματίζει την πορεία του μέσα στην αλαζονική μοναξιά της ατομικής διάνοιας.

Συχνά ο εργατισμός κατηγορήθηκε για sviluppismo, αναπτυξιολαγνεία…

Εν μέρει, υπάρχει λόγος, κυρίως λόγω εκείνης της εξέλιξης στην οποία η τάση γίνεται τελεολογία. Πιστεύω όμως ότι το ίδιο προβληματική, ή ακόμη περισσότερο, είναι η ρητορική εναντίον της ανάπτυξης που έκανε το δρόμο της τις τελευταίες δεκαετίες, διότι συχνά υιοθετεί ηθικίστικα και κατά βάθος ταξικά χαρακτηριστικά, στην περίπτωση αυτή της άλλης τάξης. Είναι μάλλον πολύ εύκολο να είμαστε για την degrowing, αποανάπτυξη ενώ πίνουμε κονιάκ από το άνετο γραφείο της Σορβόννης μας …Δεν είναι όλες οι θέσεις ενάντια στην ανάπτυξη αναγώγιμες στην αποανάπτυξη, αλλά ακόμη και οι καλύτερες και οι πιο ενδιαφέρουσες για τους αγώνες κινδυνεύουν να είναι ισοδύναμες στο πολεμικό τους αντικείμενο. Στην πραγματικότητα, τόσο η αναπτυξιολαγνεία όσο και η αντι-αναπτυξιολαγνεία δεν έχουν καμία σχέση με τον στόχο και καταλήγουν να είναι μάλλον ιδεολογικές: η μια φαντάζεται τα επαναστατικά υποκείμενα σε όλα όσα παράγονται από την ανάπτυξη του κεφαλαίου, η άλλη τα φαντάζεται σε όλα αυτά που προηγούνται ή απατηλά θεωρούνται «έξω» από εκείνη την ανάπτυξη. Μια επιλογή είναι τόσο μέσα που ξεχνιέται πως είναι αντίθετη, και έτσι απορροφάται μέσα στα σαγόνια ενός αδύνατου ρεφορμισμού, η άλλη επικαλείται μια επίθεση στο φρούριο από τα έξω, στηριζόμενη σε έναν μη ρεαλιστικό αυθορμητισμό. Ο υλισμός χωρίς την επαναστατική θέληση ρέει στον ντετερμινισμό, η επαναστατική θέληση στερημένη του υλισμού ρέει στον ιδεαλισμό. Είτε το θέλουμε είτε όχι, συνεπώς, είμαστε εν τούτοις ακόμα μέσα στην ανάπτυξη και στις χαοτικές αντιφάσεις της, δεν μπορούμε λοιπόν να έχουμε μια αμφίθυμη συγκρουσιακή ματιά: πρέπει να κατανοούμε δηλαδή αυτή την αντιυποκειμενικότητα- controsoggettività και πόσες ανταγωνιστικές δυνατότητες δημιουργούνται και καταστρέφονται μέσα στην εξέλιξη-ανάπτυξη, πόσες δημιουργούνται και καταστρέφονται στην αντίσταση ή όταν πιέζουμε τις διαδικασίες προς τα εμπρός. Αντι-χρήση των διαδικασιών σημαίνει όχι μόνο τη χρήση των μέσων που παράγονται από την ανάπτυξη για έναν άλλο σκοπό, αλλά κάνοντας αυτό να τα λυγίζουμε, να τα μεταμορφώνουμε, να δημιουργούμε άλλα. Διότι τότε το να είσαι μέσα δεν είναι ένα ζήτημα ατομικών επιθυμιών ή υπαρξιακών εμπειριών αλλά σκληρής ουσιαστικότητας-υλικότητας της κοινωνικής σχέσης που μαχόμαστε, το σημείο είναι σαν να είμαστε εναντίον.

Εν ολίγοις, η διαλεκτική μεταξύ αναπτυξιολαγνείας και αντι αναπτυξιολαγνείας, επιτάχυνσης και αποανάπτυξης, νεωτερικότητας και αντι-νεωτερικότητας, είναι εξ ολοκλήρου εσωτερική στην οπτική του κεφαλαίου. Το κεφάλαιο αποτελείται από επιτάχυνση και κράτηση, καταστρέφει τη σύνθεση του ανταγωνιστή του και ανασυνθέτει τα θραύσματα που παράγονται σύμφωνα με τις αναπτυξιακές του ανάγκες.Τότε το πρόβλημα για τον αγωνιστή είναι να σχεδιάσει την εξέλιξη-την ανάπτυξη από την οπτική γωνία της μακρο-δικής μας πλευράς, πραγματικής ή δυνητικής, για να περιορίσει τα στοιχεία που εμποδίζουν την καταστροφική επιτάχυνση της καπιταλιστικής καινοτομίας, δηλαδή αυτά που μας φτωχαίνουν, και επιταχύνοντας τα στοιχεία που παράγουν ρήξη στον αντίπαλο, εμπλουτισμό της υποκειμενικότητας και και αυτονομία στην πλευρά μας.

Για να καταλάβουμε το τι πρέπει να κάνει οαγωνιστής-ο στρατευμένος μπορούμε να χρησιμοποιήσουμε, συγχωρέστε την αγριότητα, την αλληγορία του καρκίνου. Στο σώμα μας πρέπει να περιορίσουμε τη δύναμη του κακού, που αναπτύσσει τον καρκίνο, στο κορμί του εχθρού μας πρέπει να επιταχύνουμε τις μεταστάσεις που παράγονται από την ταξική πάλη. Μεταξύ των δύο κινήσεων υπάρχει μια σχέση, αλλά ποτέ δεν είναι συμμετρική, χρονικά γραμμική, τελεολογική. Επομένως, η σύγκρουση θα πρέπει να λειτουργεί ως καρκίνος προς τον αντίπαλο και ως εμβόλιο μέσα μας, δηλαδή ελεγχόμενος εμβολιασμός δηλητηρίου για να ενισχύσουμε τον οργανισμό. Σε εμάς το αντίθετο συμβαίνει συχνά: η σύγκρουση γίνεται καρκίνος μέσα μας, δηλαδή πηγή συχνά άχρηστων διαχωρισμών, και εμβόλιο για τον αντίπαλο, επομένως καπιταλιστική καινοτομία, ανανέωση.

Ας έρθουμε λοιπόν στη φιγούρα του αγωνιστή, του στρατευμένου, στον οποίο έχεις πρόσφατα αφιερώσει ένα δοκίμιο. Ποιος είναι ο αγωνιστής; Ποιος είναι ο ρόλος και η σημασία του;

Από τα όσα είπαμε μέχρι τώρα έχουν ανακύψει ήδη διάφορα κομμάτια απάντησης, επειδή η μαχητικότητα-η αγωνιστικότητα-η στράτευση δεν είναι μια συγκεκριμένη πτυχή: είναι η άποψή μας, είναι η μορφή της ζωής μας, είναι αυτό που είμαστε, αυτό που λέμε, αυτό που πιστεύουμε. Ο μαχητής-αγωνιστής-στρατευμένος είναι εξ ορισμού αυτός που θέτει τη ζωή του σε κίνδυνο, ολοκληρωτικά. Αυτή η αλήθεια παίρνει διάφορες μορφές σε σχέση με την ιστορική φάση, με την ταξική σύνθεση, με τις οργανωτικές διαδικασίες. Όταν στο σημείο καμπής της χιλιετίας άρχισαν να τον αποκαλούν ακτιβιστή, ακολουθώντας την αγγλοσαξονική και αμερικανική επικρατούσα μόδα, δεν επρόκειτο απλά για μια γλωσσική παραχώρηση, αλλά για μια δομική αποτυχία, υποχώρηση, καθίζηση. Χάθηκε έτσι η incommensurabilità του σε σχέση με άλλες φιγούρες, όπως εκείνη του εθελοντή. [ incommensurabilità: η έλλειψη ή η ανεπάρκεια ενός κοινού μέτρου ή μιας περιόδου αναφοράς, με σκοπό έναν βολικό ποσοτικό ορισμό.] Φιγούρες του γενικού ενδιαφέροντος, συνεπώς της αναπαραγωγής του υπάρχοντος. Αντίθετα ο αγωνιστής είναι ένα διαχωριστικό υποκείμενο, παράγει συνεχώς το «εμείς» και «αυτοί», παίρνει θέση και αναγκάζει να πάρουμε θέση, να τοποθετηθούμε. Ξεχωρίζει για να ανασυνθέσει το μέρος του, την πλευρά του. Είναι πρωτίστως μια φιγούρα της άρνησης, επειδή απορρίπτει το υπάρχον και αγωνίζεται για να το καταστρέψει. Ξεκινώντας από την άρνηση, παράγει συλλογικούς μακρο-στόχους και νέες μορφές ζωής.

Πολύ συχνά, ειδικά σε δύσκολες φάσεις όπως αυτή, ακούμε πολλούς συντρόφους να διαμαρτύρονται για την απουσία αγώνων ή να χαίρονται με εκείνους άλλων. Κατάθλιψη και ευφορία μιμούνται εκείνες των χρηματοπιστωτικών αγορών, φούσκες και voyeurismo-ηδονοβλεψία ταξιδεύουν και εξαφανίζονται με την ταχύτητα ενός tweet. Και όμως, οι ιστορικές φάσεις δεν είναι όμορφες ή άσχημες: είναι χώροι μέσα και εναντίον των οποίων τοποθετούμαστε όσον αφορά τον σχεδιασμό. Δεν πρέπει να κριθούν στη βάση των επιθυμιών μας, αλλά πολεμούνται στη βάση των καθηκόντων μας. Η ποινή είναι να βυθιζόμαστε στο κυκλοθυμικό χρονικό των αγώνων και της απουσία τους, κυματίζοντας μεταξύ της ευφορίας του οπαδού και την κατάθλιψη του θεατή, ανάμεσα σε μια δίχως λόγο αίσθηση ήττας και αδικαιολόγητες διακηρύξεις νίκης. Να ελευθερωθούμε από αυτές, αν θέλουμε να ζήσουμε στο ύψος των περιστάσεων. Πράγματι, πρέπει να καταλάβουμε ότι η πιο σημαντική φάση για τον επαναστάτη αγωνιστή είναι ακριβώς εκείνη στην οποία δεν υπάρχουν αγώνες. Στην πραγματικότητα, όταν υπάρχουν, ο στρατευμένος επαναστάτης φτάνει πολύ αργά. Πρέπει να προβλέψουμε, να προλάβουμε για να οργανώνουμε και να κατευθύνουμε, να μην παρατηρούμε για να διηγούμαστε και να περιγράφουμε. Και πρέπει επίσης να προσθέσουμε ότι όταν οι αγώνες υπάρχουν, συχνά οι αγωνιστές – μιλάω στην περίπτωση αυτή για την ιταλική συγκυρία – δεν ξέρουν πώς να τους αντιληφθούν γιατί ξεφεύγουν από τα σχήματα τους, ή δρουν σαν πώμα, σαν αναστολέας στην ανάπτυξή τους. Ας μην μας πιάνει κατάθλιψη λοιπόν από ένα επίπεδο τοπίο ή να μην γοητευτούμε από τα κύματα της θυελλώδους θάλασσας, να προσπαθήσουμε αντιθέτως να πιάσουμε τα αόρατα στροβιλίσματα που αναταράσσονται κάτω από την φαινομενική ηρεμία του ποταμού. Αυτό είναι το καθήκον του σήμερα, αυτό είναι το τι να κάνουμε που πρέπει να χτίσουμε.

Ας έρθουμε τώρα στις κατηγορίες που σφυρηλατήθηκαν από τον «μετα-εργατισμό», οι οποίες, όπως παρατήρησες, κινδυνεύουν μερικές φορές να οδηγήσουν σε μια ψεύτικη αμεσότητα της μετάφρασης της τεχνικής σύνθεσης στην πολιτική σύνθεση …

Πρέπει οριστικά να απαλλαγούμε από την ιδεολογία του μετά, του post, η οποία για πολύ καιρό από τη δεκαετία του ’80 και τη δεκαετία του ’90 μας έχει κρατήσει παγιδευμένους στην μέγκενη ενός εκβιασμού: την επιλογή μεταξύ εκείνων που λένε πως τίποτα δεν θα είναι πλέον όπως πριν και αυτών που λένε ότι όλα θα είναι πάντα όπως πριν. Και οι δύο έχουν λάθος. Για να ξαναπάρουμε και πάλι τα εννοιολογικά εργαλεία του αλκουατιανού μοντέλου- modellone, μπορούμε να πούμε ότι στα επίπεδα των υψηλών πραγματικοτήτων (όπως είδαμε, εκείνα της συσσώρευσης κυριαρχίας και κεφαλαίου) τίποτα δεν άλλαξε, στα επίπεδα των ενδιάμεσων πραγματικών πραγματικοτήτων υπήρξαν σημαντικές μεταλλάξεις-αλλαγές, στο τα επίπεδα χαμηλής πραγματικότητας τα πράγματα αλλάζουν πολύ γρήγορα. Για να κατανοήσουμε τις μονιμότητες και τις αλλαγές, χρειαζόμαστε έρευνα, να καταλάβουμε πού τα πράγματα διαφέρουν και γιατί, και ποιοι χώροι ανταγωνιστικής δυνατότητας ανοίγουν. Η ιδεολογία του post έχει, αντιθέτως, αξιώσει να μας λέει για έναν καινούργιο κόσμο, πάντα καινούργιο, είναι ο κόσμος για τον οποίον μας έχει μιλήσει η ρητορική της καινοτομίας, της ανανέωσης, η οποία είναι η πραγματική ρητορική του σύγχρονου καπιταλισμού. Μια ρητορική που οργανώνει μια συγκεκριμένη υλικότητα, εκείνη όπως έχουμε δει της καπιταλιστικής αντεπανάστασης.

Αναλαμβάνοντας την ιδεολογία του μετά, ένα μέρος εκείνων που έχουν διεκδικήσει την κληρονομιά του εργατισμού έχει φανταστεί την τάξη (όρος που καταργήθηκε για ορισμένο χρονικό διάστημα με διάταγμα) ως αντικειμενικά επακόλουθο των πραγματικών ή υποτιθέμενων μετασχηματισμών του κεφαλαίου. Δηλαδή, ο κόμπος της ταξικής σύνθεσης, της πολιτικής διαδικασίας της αντιυποκειμενοποίησης και της μεταμόρφωσής της έχει αφαιρεθεί. Ο κόμβος της ρήξης, με το κεφάλαιο και εσωτερικό στην ταξική σύνθεση, έχει αφαιρεθεί, καταργήθηκε. Όχι πλέον η τάξη εναντίον της, αλλά μια τάξη που ως δια μαγείας γίνεται αυτόνομη και πρέπει μόνο να αναγνωρίζεται μέσα σε αυτήν την αυτονομία της. Δεν υπάρχει πλέον ανάγκη να τα σπάσει με το κεφάλαιο, αλλά απλώς να απομακρυνθεί από αυτό (παραδόξως, ακόμη και θέσεις που χαρακτηρίζονται έντονα από κριτική και αντίθεση προς τον Negri, καταλήγουν μερικές φορές να φθάνουν σε παρόμοια συμπεράσματα). Παρόλο που γεννήθηκαν από την άρνηση της εργασίας, ορισμένες αιχμές του λεγόμενου «μετα-εργατισμού» κατέληξαν παράδοξα στο να δώσουν ζωή σε ένα είδος άυλου και γνωστικού lavorismo, εκεί όπου έχασαν από την ματιά τους την θεμελιώδη διαφορά μεταξύ των καπιταλιστικών δεξιοτήτων και των γνώσεων της δικής τους πλευράς, μεταξύ της αναπροσαρμογής της αξίας και της αυτο-αναπροσαρμογής της αξίας, μεταξύ του πλούτου της συσσώρευσης και του πλούτου των αγώνων. Το πρόβλημα, ακριβώς, απορρέει από την ιδέα μιας ήδη ελεύθερης συνεργασίας σε σχέση με την οποία το κεφάλαιο είναι παρασιτικός παράγοντας, ενώ η εργασία θα είχε γίνει κοινή – κάτι που μπορεί να είναι αληθινό, υπό την προϋπόθεση να προστεθεί ότι εκείνη είναι η κοινότητα της εκμετάλλευσης και της αφηρημένης εργασίας που διοικείται από το κεφάλαιο.

Ο ίδιος ο ορισμός του «μετα-εργατισμού» επινοήθηκε στα αγγλοσαξονικά και αμερικανικά πανεπιστήμια, ως μια προσπάθεια να συλλάβει τη δύναμη του εργατισμού, να τον αποπολιτικοποιήσει και να τον αφαιρέσει από τη σύγκρουση και την ταξική σύνθεση. Για να τον καταστήσει, δηλαδή, καλό για την ακαδημία και την πολιτική οικονομία της γνώσης, δηλαδή όχι πλέον καλό για τους αγώνες. Μετά έγινε «ιταλική θεωρία», “Italian Theory”, η οποία διαφοροποιείται από την «ιταλική σκέψη», “Italian Thought”,και στη συνέχεια θα υπάρξει η « επικριτική ιταλική θεωρία», “Critical Italian Theory”, η «επικριτική ιταλική σκέψη», “Critical Italian Thought” και ούτω καθεξής προς το κακό τους άπειρο, σε μια θεωρία αποσπασμένη από τη ταξική σύνθεση και από την ταξική πάλη, για να συνδεθεί σταθερά στην αναπροσαρμογή της αξίας και την αναπαραγωγή του κεφαλαίου, καθώς και σε συνέδρια και πανεπιστημιακές έδρες

Εκείνο το σύνολο θεωρημάτων και αναλύσεων που συλλέχθηκαν αργότερα στον ακαδημαϊκό ορισμό του «μετα-εργατισμού» αναπτύχθηκε μεταξύ των δεκαετιών του ’80 και του ’90 σε μια προσπάθεια να ανατρέψει τις μηδενιστικές εικόνες – συμμετρικές μεταξύ τους, η μια συμπληρώνει την άλλη – του τέλους της ιστορίας και της μοναδικής σκέψης. Ο πολεμικός στόχος ήταν και παραμένει ορθός, η πρακτική εξέλιξη δεν είναι πάντοτε στο ύψος των περιστάσεων. Ορισμένες από αυτές τις εννοιολογικές προσπάθειες ήταν προβληματικές από την αρχή, για τους λόγους που αναφέραμε σχηματικά, πρώτα απ ‘όλα την ιδέα ότι η πολιτική σύνθεση προέρχεται αυτόματα από την τεχνική σύνθεση, άλλες υπήρξαν εξαιρετικά παραγωγικές και μπορούν να παραμείνουν ακόμη, όμως μέχρις ότου επανεξεταστούν μέσα στις αλλαγές που έλαβαν χώρα μέσα στην κρίση και την εξάντληση ενός γενικού μοντέλου. Σε αυτή την περίπτωση, το να μην ξεκινήσουμε πάλι από την αρχή δεν σημαίνει πραγματικά πως πηγαίνουμε προς τα πίσω. Με άλλα λόγια, σημαίνει να διατρέξουμε τον κίνδυνο της οστεοποίησης των κατηγοριών, της μετατροπής τους σε δόγματα, να καταστήσουμε τον εργατισμό αυτό που ποτέ δεν υπήρξε: ένα σχολείο και όχι μια κίνηση σκέψης, ένα κίνημα σκέψης. Αυτό σημαίνει, επικουρικά, να δώσουμε χώρο σε ενοχλητικές επιχειρήσεις μνησίκακης επίθεσης σε ένα ολόκληρο επαναστατικό θεωρητικό σύστημα. Πρόκειται βέβαια για ασήμαντες επιχειρήσεις, σίγουρα, αλλά κινδυνεύουν να μετατοπίσουν τη συζήτηση στην υπεράσπιση των εννοιών και όχι για τη χρησιμότητά τους στους αγώνες. Επομένως, διατρέχουν τον κίνδυνο να παρασύρουν τα πάντα στην πολιτική περιθωριοποίηση. Σε ένα πρόσφατο πολιτικό σεμινάριο ένας σύντροφος δικαίως παρατήρησε ότι ένα αγόρι δεν φεύγει από το σπίτι όταν οι γονείς του το διώχνουν, αλλά όταν δεν βρίσκεται πλέον εκεί μέσα. Να, δίχως φόβο λέμε ότι ένα συγκεκριμένο σπίτι είναι σήμερα αντιπαραγωγικό για τα επαναστατικά μας καθήκοντα και προσπαθούμε να κάνουμε εκείνη την πρωτότυπη κίνηση που ήταν πραγματικά του εργατισμού συγκριτικά με τον Μαρξ: τη μακιαβελική επιστροφή στις αρχές, δηλαδή στον Μαρξ, ενάντια στον μαρξισμό. Τώρα το καθήκον είναι να επιστρέψουμε στον εργατισμό, ίσως όχι ενάντια αλλά σίγουρα με κριτικό τρόπο σε σχέση με αυτό που από τον «μετα-εργατισμό» δεν λειτουργεί πλέον, ή δεν λειτούργησε ποτέ. Αν το κάνουμε, είμαστε στη θέση να μην πετάξουμε ό, τι είναι χρήσιμο για εμάς, και να ξανασκεφτούμε στις ρίζα τους τα υπόλοιπα.

Για παράδειγμα, ο γνωστικός καπιταλισμός, μπροστά στις διαδικασίες διαστρωμάτωσης και εκβιομηχάνισης της εργασίας, εξακολουθεί να είναι χρήσιμη κατηγορία;

Πάντα προτιμούσαμε να μιλάμε για τη γνωσιακή συμπεριφορά της εργασίας, αφενός για να τη διαφοροποιήσουμε με αποφασιστικό τρόπο από την δυσνόητη κατηγορία του άυλου εργαζόμενου, αφετέρου για να επιμείνουμε στη διαδικασία αναδιοργάνωσης και παγκόσμιας ιεραρχειοποίησης των μορφών της παραγωγής και της εκμετάλλευσης σε μια φάση στην οποία οι γνώσεις γίνονται ολοένα και πιο κεντρικές στη συσσώρευση του κεφαλαίου, αποφεύγοντας έτσι να γλιστρήσουμε στην ταύτιση μεταξύ της γνωστικής εργασίας και των υποκειμένων που ορίζονται με τομεακή έννοια, δηλαδή στην αντιπαράθεση μεταξύ των χειρωνακτών εργατών και των εργατών της σκέψης, ή και πάλι στο να φανταζόμαστε το υποτιθέμενο πιο προηγμένο σύμβολο στην τεχνική σύνθεση (τους εργαζόμενους της γνώσης, i knowledge worker) ως πιο προηγμένη αιχμή των αγώνων. Επομένως, πρέπει να καταπολεμηθεί οποιαδήποτε ιδέα μιας προοδευτικής γραμμικότητας: cognitivization της εργασίας σημαίνει και γνωσιοποίηση της εκμετάλλευσης και της μέτρησης, γνωσιοποίηση των ιεραρχιών, γνωσιοποίηση των καθηκόντων.

Η παγκόσμια οικονομική κρίση επιτάχυνε επιπλέον, όπως ήδη παρατηρήσατε, τις διαδικασίες διαστρωμάτωσης και διαφοροποίησης που βρίσκονταν ήδη σε εξέλιξη, σε αντιφατικές μορφές και με διαφορετικές εντάσεις ανάλογα με τους παγκόσμιους τομείς και χώρους. Ακολουθώντας τα αλκουατιάνα ίχνη ο Salvatore Cominu μιλάει σχετικά για την εκβιομηχάνιση του γνωστικού έργου από την άποψη αυτή: δεξιότητες, λειτουργίες και επαγγελματισμός που μέχρι στιγμής θεωρούνται αδιάσπαστες από τον άνθρωπο που τις μεταφέρει και από την κοινωνική συνεργασία με την οποία συνδέονται, υποβάλλονται τώρα σε διαδικασίες πραγματικής υπαγωγής – στην παραγωγή αγαθών και περιεχομένων, υπηρεσιών, κατά τον χρόνο της κατανάλωσης, αναπαραγωγής κλπ. Ταυτόχρονα, είναι απαλλοτρίωση γνώσεων και ενίσχυση της συνδυασμένης μορφής τους, όπως πάντα κάνει το βιομηχανικό σύστημα: αλλά είναι μια ενδυνάμωση για τη συσσώρευση του κεφαλαίου, που με διφορούμενο τρόπο διευρύνει την κοινωνική συνεργασία και τρώει ανθρώπινη ικανότητα, ενσωματώνοντάς την στο μαρξιακό αυτόματο σύστημα μηχανών. Ως εκ τούτου, στο πλαίσιο της γνωσιοποίησης της εργασίας, ο homo faber έγινε sapiens και ο homo sapiens έγινε faber. Γνωσιοποίηση και η ευτελισμός προχωρούν, τουλάχιστον εν μέρει, από κοινού.

Σε αυτές τις βάσεις, αναπτύσσοντας τις έρευνες επάνω στο πανεπιστήμιο που πραγματοποίησε ο Alquati στη δεκαετία του ’70, μιλήσαμε για ζωντανή γνώση για να καθορίσουμε με έναν ιστορικά προσδιορισμένο τρόπο τη νέα ποιότητα της ζωντανής εργασίας, δηλαδή την τάση ενσωμάτωσης της κοινωνικής γνώσης σε αυτήν.Στην πραγματικότητα, δεν πρόκειται απλώς να τονιστεί ο κεντρικός ρόλος που έχει αναλάβει η γνώση και η επιστήμη στις μορφές της σύγχρονης παραγωγής και συσσώρευσης, αλλά να επικεντρωθούμε ακριβώς στην κοινωνικοποίησή τους και στην ενσάρκωση τους μέσα στη ζωντανή εργασία. Αυτή η κοινωνικοποίηση, στη δεκαετία του ’70, πραγματοποιούνταν επάνω στην ώθηση των αγώνων, της άρνησης της εργασίας, της επανοικειοποίησης, της εργατικής αυτονομίας. Αυτός ήταν ο κοινωνικός εργάτης: μια πολιτική φιγούρα, όχι τεχνική. Σήμερα, σαράντα χρόνια αργότερα, η ισορροπία δυνάμεων αντιστράφηκε: η κοινωνικοποίηση λαμβάνει χώρα πρώτα και κύρια με υποχρεωτικό τρόπο, αναγκαστικό, αρχίζοντας από τις ανάγκες του κεφαλαίου. Στην πραγματικότητα, η γνώση δεν είναι από μόνη της καλή ή ουδέτερη, όπως πιστεύουν πολλοί αριστεροί: είναι ο καρπός μιας σχέσης παραγωγής, επομένως μιας σχέσης σύγκρουσης και ισχύος. Από τον κοινωνικό εργάτη στον γνωστικό εργαζόμενο το υποκείμενο ενσαρκώνεται τεχνικά, αποσαρκώνεται πολιτικά. Με αυτό τον τρόπο ο κοινωνικός εργάτης μετασχηματίζεται σε παράγοντα της καινοτομίας και της επισφάλειας: συνέχισε να είναι κοινωνικός, έπαψε να είναι εργάτης.

Από εδώ πρέπει να αρχίσουμε και πάλι, μέσα και ενάντια στο παρόν. Η υπόθεσή μας, θέλοντας να εντατικοποιήσουμε και να απλοποιήσουμε, είναι ότι σήμερα μέσα στην κρίση η ανασύνθεση ανάμεσα στην αποδομημένη μεσαία τάξη και το ιεραρχοποιημένο προλεταριάτο στις διαδικασίες της «γνωστικοποίησης», “cognitivizzazione” και αναπαραγωγής της ανθρώπινης ενεργητικής ικανότητας θα μπορούσε να είναι το λειτουργικό ισοδύναμο της συμμαχίας μεταξύ εργατών και αγροτών στην προ αιώνος κρίση. Λέμε θα μπορούσε, φυσικά, επειδή το γεγονός ότι είναι ή όχι εξαρτάται από εμάς, από έναν δυνητικό εμάς, από ένα εμάς που δεν μπορεί να κλεισθεί μέσα σε εκείνο που πραγματικά είμαστε. Αν δεν έχουμε αυτή την ικανότητα, αυτές οι φιγούρες θα είναι το καύσιμο αντιδραστικών επιλογών, ή σε κάθε περίπτωση θα αναπαραχθούν ως κομμάτια παραγμένα από την κυβέρνηση της κρίσης. Σήμερα περισσότερο από ποτέ συνεπώς πρέπει να γνωρίζουμε πώς να κινηθούμε με μια μονομερή άποψη μέσα από την ασάφεια, την στρεβλότητα των διαδικασιών, με εξαιρετική τακτική ευελιξία και σκληρή στρατηγική ακαμψία: πολύ καλύτερη η βρωμιά του πραγματικού παρά η καθαρότητα της ιδεολογίας, πολύ καλύτερο να αγωνιστούμε, να υποστηρίξουμε τα κοινωνικά εδάφη απέναντι στην συγκρουσιακή υλιστική δεξιά ενάντια στην ιδεαλιστική άνανδρη αριστερά, πολύ καλύτερα δηλαδή τα προβλήματα της αγωνιστικής conricerca-συνέρευνας απ’ ότι η άχρηστη ασφάλεια των selfie των ακτιβιστών. Για να χρησιμοποιήσουμε τα λόγια του ποιητή, εκεί όπου υπάρχει ο κίνδυνος, μεγαλώνει κι εκείνο που διασώζει.

Ακριβώς σχετικά με αυτό, μια διπλή ερώτηση: μόλις έχουμε πέσει μέσα στην εκατονταετηρίδα της Επανάστασης … Θα σε ρωτούσα, λοιπόν πώς ο εργατισμός οικειοποιήθηκε τον Λένιν στη δεκαετία του εβδομήντα και με ποιο τρόπο το να στοχαζόμαστε σχετικά με την λενινιστική εμπειρία μπορεί να είναι ακόμη χρήσιμο σήμερα;

Η απάντηση θα χρειάζονταν πολύ χρόνο και χώρο, γι αυτό σας παραπέμπω σε ένα πρόσφατο pamphlet που έγραψα για τον εκδοτικό οίκο DeriveApprodi, Il treno contro la Storia. Considerazioni inattuali sui ’17, Το τρένο ενάντια στην Ιστορία. Άκαιρες εκτιμήσεις για το ’17.  Κι έτσι εδώ θα είμαι σύντομος.

Ένας απελπισμένος Winston Churchill παρατήρησε: “Ήταν με ένα αίσθημα δέους που οι γερμανοί διοικητές εξαπέλυσαν το πιο τρομερό των όπλων εναντίον της Ρωσίας. Μετέφεραν τον Λένιν από την Ελβετία στη Ρωσία επάνω σε ένα σφραγισμένο βαγόνι, σαν ένα βάκιλο της πανώλης». Ας αφήσουμε κατά μέρος την εκδοχή σύμφωνα με την οποία ήταν ένας υπολογισμός της Γερμανίας εκείνος να επιτρέψει την επιστροφή του ηγέτη των μπολσεβίκων στην Πετρούπολη.Ας επικεντρωθούμε αντιθέτως στο ποιος τίναξε την μπάνκα στον αέρα, όποια κι αν ήταν αυτή. Ο Τσόρτσιλ μας δίνει ακούσια έναν εξαιρετικό ορισμό του τι είναι ο επαναστάτης αγωνιστής: ένας βάκιλος της πανούκλας. Και πώς να οργανώσει το βάκιλο της πανώλης είναι από την αρχή η ανησυχία του Λένιν. Ο Μαρξ μας έχει παραδώσει τον μηχανισμό λειτουργίας της καπιταλιστικής μηχανής, το πρόβλημα – το οποίο θα επιστρέψει με τον εργατισμό, και το οποίο πρέπει πάντα να έχουμε παρόν στην αγωνιστική πρακτική – είναι να μην παραμείνουμε παγιδευμένοι σε αυτόν τον μηχανισμό, να σπάσουμε αυτόν τον κλειστό κύκλωμα. Πού να χτυπήσουμε, πώς να εξαπλώσουμε την πανούκλα, με ποιον τρόπο και σε ποια σημεία να καταστρέψουμε τον εχθρό. Ξεκινώντας όχι από τους νόμους της κίνησης του κεφαλαίου, αλλά από τους νόμους της κίνησης της εργατικής τάξης μέσα και κατά της καπιταλιστικής κοινωνίας: αυτή είναι ταυτόχρονα η συνέχεια και η λενινιστική ανατροπή του Μαρξ.

Ο Λένιν που μας παραδόθηκε από τον λενινισμό, ιστορικιστής και αντικειμενιστής, πιστός στα στάδια της ανάπτυξης, είναι ένα καθαρό ψέμα και πρέπει εντελώς να ξεχαστεί. Καθ ‘όλη τη διάρκεια του ταξιδιού του ο Λένιν προσπαθεί συνεχώς να πιέζει, να διακόπτει και να ανατρέπει την ανάπτυξη του κεφαλαίου, ή να επιβάλλει την επαναστατική βούληση μέσα εναντίον της Ιστορίας. Στους καιρούς της πολεμικής με τους ρώσουν λαϊκιστές, ο Λένιν δεν λέει ότι η ανάπτυξη του καπιταλισμού στη Ρωσία είναι απαραίτητη και επιθυμητή, λέει απλά ότι η ανάπτυξη του καπιταλισμού στη Ρωσία είναι ένα γεγονός. Η μάχη που οδηγήθηκε από τους ναροδνικούς, narodniki επαναστάτες χάθηκε, ο πόλεμος πρέπει να διεξαχθεί. Ξεκινώντας από εδώ είναι απαραίτητο να αναζητηθούν οι νέες μορφές έκφρασης της επαναστατικής υποκειμενικότητας και να οικοδομηθούν κατάλληλες μορφές οργάνωσης. Να το στοίχημα του Λένιν: το βιομηχανικό προλεταριάτο που φαίνεται σαν μια «γωνίτσα» στους λαϊκιστές σύγχρονους σε αυτόν (ξεθωριασμένοι συγγενείς που πρόδωσαν την κληρονομιά του επαναστατικού λαϊκισμού), έχει την τάση να είναι η πρώτη γραμμή, «η εμπροσθοφυλακή ολόκληρης της μάζας των εργαζομένων και των εκμεταλλευομένων «. Αυτή η τάση προορίζεται να πραγματοποιηθεί λόγω των αναπόφευκτων νόμων της κίνησης του κεφαλαίου; Δεν κάνουμε ούτε αστεία. Μόνο ο αγώνας θα αποφασίσει για το πεπρωμένο. Οι άλλοι ας παραμείνουν φυλακισμένοι στη διαχείριση των πλασματικών βεβαιοτήτων του παρόντος. Πρέπει να επιλέξουμε, πρέπει να ποντάρουμε, πρέπει να τολμήσουμε: «Όποιος θέλει να αντιπροσωπεύει ένα οποιοδήποτε φαινόμενο ζωντανό στην ανάπτυξή του πρέπει αναπόφευκτα και αναγκαστικά να αντιμετωπίσει το δίλημμα: είτε προηγείται των καιρών, είτε παραμένει πίσω». Δεν υπάρχει μέση οδός, εκδίδει απόφαση. Κι έτσι, το 1905 και στη συνέχεια τον φεβρουάριο του ’17, λέει πως τρέχουν πίσω από τα γεγονότα εάν πιστεύουν πως πρόκειται για αστικές επαναστάσεις και οι προλετάριοι πρέπει να περιμένουν τη σειρά τους, δηλαδή να πρέπει να περιμένουν την ιστορική εξέλιξη να παραδώσει τον σοσιαλισμό στα χέρια τους και στη συνέχεια τον κομμουνισμό και όχι οι αγώνες: με τίποτα! Είναι απαραίτητο να βρίσκεται κανείς μέσα στο επαναστατικό κίνημα, να διασπά τη γραμμικότητά του, να το κατευθύνει προς άλλους σκοπούς. Πρέπει να πηδάμε πάνω από τα στάδια της ανάπτυξης, να ανατρέπουμε τη ισχύ του πιθανού ενάντια στη μιζέρια της αντικειμενικότητας. Μόνο με αυτόν τον τρόπο μπορεί να γίνει η επανάσταση, να κάνουμε την επανάσταση εναντίον του Κεφαλαίου, σπάζοντας τον φαύλο κύκλο του Μαρξ.

Διότι οι επαναστάτες – αυτή είναι η μεγάλη λενινιστική διδασκαλία – πρέπει πάντα να είναι προετοιμασμένοι για την περίσταση, χωρίς να σκέφτονται ότι αυτή θα πέσει από τον ουρανό και ότι ξεπερνά την ουσιαστικότητα της ιστορικής δυναμικής, της οργανωτικής συνέχειας και του υπομονετικού χτισίματος των σχέσεων ισχύος, της ισορροπίας δυνάμεων. Το θέμα είναι να δημιουργούν με μεθοδικότητα τις προϋποθέσεις της δυνατότητας να κατακτήσουν την ευκαιρία, την περίσταση, να την αρπάξουν. Είναι επομένως θέμα σκέψης της σχέσης μεταξύ διεργασίας και γεγονότος, δηλαδή της διάρκειας και του άλματος, με έναν εντελώς διαφορετικό τρόπο, υποθέτοντας ότι η απλή συνέχεια της διαδικασίας χωρίς την ασυνέχεια του γεγονότος οδηγεί στον αντικειμενισμό, ενώ η καθαρή ασυνέχεια του γεγονότος χωρίς τη συνέχεια της διαδικασίας οδηγεί στον ιδεαλισμό. Αυτός είναι ο τρόπος με τον οποίο ο μπολσεβίκος ηγέτης έθεσε τη βούληση που είχε κληρονομήσει από τους επαναστάτες λαϊκιστές στα πόδια του ιστορικού υλισμού, και αφαίρεσε τον ιστορικό υλισμό του Μαρξ από το κλουβί του αντικειμενισμού.

Αν πρέπει να ξεχάσουμε τον Λένιν των λενινιστών, έτσι πρέπει να ξεχάσουμε τον Λένιν των αντιλενινιστών, που τελικά είναι ο ίδιος. Επειδή και οι δύο μειώνουν τον μπολσεβίκικο ηγέτη σε αυτό που δεν υπήρξε ποτέ, δηλαδή, μια γκρίζα λειτουργία της οργάνωσης. Ξεχνώντας ότι στην οργάνωση του ο Λένιν θα είναι σχεδόν πάντα στη μειονότητα, επειδή κατά βάθος ένας επαναστάτης είναι πάντα φορέας μιας μειοψηφικής γραμμής, μιας μειοψηφίας μη μειοψηφικής, δηλαδή ιδεολογικής και μαρτυρίας μιας περιθωριακής ταυτότητας, μιας μειοψηφίας με ηγεμονική αποστολή, προδιάθεση. Πρέπει να ονειρευόμαστε;, ρωτά περιφρονητικά μπροστά στην κεντρική επιτροπή του κόμματος, και απαντάει: ναι, πρέπει να ονειρευόμαστε, γιατί όταν υπάρχει αντίθεση μεταξύ ονείρου και πραγματικότητας, όταν ενεργούμε υλιστικά με επιμονή και με πυγμή για να υλοποιήσουμε το όνειρό μας, όταν υπάρχει επαφή μεταξύ του ονείρου και της ζωής, όλα πάνε προς το καλύτερο. Από όνειρα αυτού του είδους, καταλήγει, δυστυχώς υπάρχουν πολύ λίγα στο κίνημα μας. Έτσι, χθες όπως σήμερα, πρέπει να ξανακερδίσουμε την ικανότητα να ονειρευόμαστε και να δίνουμε οργανωμένη μορφή στο όνειρο, αυτό είναι πάνω απ ‘όλα το Τι να κάνουμε; του Λένιν. Με όλο τον σεβασμό προς τους λενινιστές εξελικτές και τους αντι-λενινιστές desideranti, της επιθυμίας. Και αυτός είναι ο Λένιν που – σε ένα είδος «αλκουατισμού», “alquatismo” πριν από την εποχή του, ante-litteram – συνεχώς επικρίνει τόσο τη λατρεία της αμεσότητας όσο και το φετίχ της οργάνωσης. Ο αυθορμητισμός δεν είναι πάντα καλός και δεν είναι πάντα κακός, υπάρχουν στιγμές που είναι προχωρημένες και στιγμές που πρέπει να περιμένει, είναι οπισθοδρομικός. Στις φάσεις του αγώνα ή της εξέγερσης, συχνά είναι ο αυθορμητισμός που επιβάλλει ένα επιθετικό έδαφος ενώ η οργάνωση στέκεται πίσω, είναι οπισθοδρομική και πρέπει να την ξανασκεφτούμε σε αυτό το ύψος, μέσα σε αυτό το έδαφος. Σε άλλες φάσεις ο αυθορμητισμός αναδιπλώνεται ή διαμορφώνεται από την τάξη του εχθρικού λόγου: η οργάνωση πρέπει να ξανανοίξει το δρόμο προς την ανταγωνιστική του ανάπτυξη.

Αυτός είναι περίπου ο Λένιν, ο οποίος, με διάφορες μορφές, αναδύθηκε από τα καλύτερα σημεία του εργατισμού (τα 33 μαθήματα, 33 lezioni του Toni Negri είναι σίγουρα ένα από τα βιβλία αναφοράς). Ο περιορισμός είναι ότι αυτή η σημαντική προσπάθεια να οδηγηθεί η μέθοδος του Λένιν πέρα από τον Λένιν δεν συνδυάστηκε με ένα επαρκές οργανωτικό σχέδιο επανεπινόησης. Έτσι συχνά καταλήξαμε να επαναλαμβάνουμε αυτό που δεν επαναλαμβάνονταν, δηλαδή τις συγκεκριμένες λύσεις που δόθηκαν από τον Λένιν. Και αντιμέτωποι με την αναπόφευκτη αποτυχία τους, μετακινήσαμε και απομακρύναμε τα πάντα επίκαιρα προβλήματα που τέθηκαν από τον Λένιν στην μεταβαλλόμενη σχέση ανάμεσα στην ταξική σύνθεση και τις μορφές της επαναστατικής οργάνωσης.

Μια τελευταία ερώτηση: πώς, σήμερα, να μελετήσουμε το παρελθόν για να τροποποιήσουμε το παρόν ή, για να το πούμε διαφορετικά, να παράγουμε θεωρία με σκοπό να οργανώσουμε τους αγώνες;

Συμπερασματικά, συνεχίζοντας αυτό που έλεγα, θα ήθελα να διευκρινιστεί επί πλέον κάτι. Το παρελθόν ποτέ δεν μας δίνει το τι να κάνουμε με το παρόν. Αντίθετα μας παραδίδει τα λάθη που δεν πρέπει να επαναληφθούν, τα όρια που πρέπει να ξεπεραστούν, τα πλούτη που πρέπει να επανεπινοηθούν. Μας παραδίδει ερωτήματα, όχι απαντήσεις. Και μας παραδίδει αυτό για το οποίο πρέπει να εκδικηθούμε. Αλλά το πώς, αυτό είναι μέρος της προσπάθειας και των διαδρομών κάθε αγωνιστικής γενιάς. Επομένως, αν θέλουμε να οικειοποιηθούμε μια πολιτική κληρονομιά, δεν πρέπει να την γιορτάζουμε μετατρέποντάς την σε άδεια ταυτότητα που να αφορά την διαθήκη: πρέπει να την αναφλέξουμε, μετατρέποντας της σε όπλο ενάντια στο παρόν. Αλλιώς είναι άχρηστη. Ο εργατισμός, και ο Μαρξ ή ο Λένιν, είναι για εμάς ένα στυλ και μια πολιτική μέθοδο της δικής μας πλευράς, δεν είναι εκείνοι της ακαδημαϊκής φιλολογίας ή του κατηχητικού μετα-εργατισμού, μαρξιστής και λενινιστής, εκείνους μπορούμε να τους πετάξουμε στη θάλασσα χωρίς δάκρυα. Εν ολίγοις, το πρόβλημα για τον αγωνιστή είναι να οικειοποιείται την παράδοση χωρίς λατρευτικές τελετές, χωρίς λατρείες και χωρίς να την υποστασιοποιεί: επανεξεξετάζοντας τον πλούτο, ασκώντας κριτική στα όρια, υπερβαίνοντας όσα δεν μπορούν να χρησιμοποιηθούν. Έτσι έκανε ο Λένιν με τον Μαρξ (αλλά και με τους επαναστάτες λαϊκιστές), έτσι έκαναν οι εργατιστές με τον Μαρξ και τον Λένιν, έτσι πρέπει να κάνουμε εμείς. Και επίσης οικειοποιούμενοι αυτά που είναι χρήσιμα από τη σκέψη των εχθρών: για να το πούμε με τον Τρόντι, όντως, ένας μεγάλος αντιδραστικός είναι καλύτερος από έναν μικρό επαναστάτη.

Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο είναι ένα πρόβλημα το ότι σε διεθνές επίπεδο ο εργατισμός περιορίζεται στον μετα-εργατισμό, και πάνω απ ‘όλα στο Negri της Αυτοκρατορίας. Όχι, δεν είναι ζήτημα πνευματικής ιδιοκτησίας ή brand: τις διαμάχες επί της συμβολαιογραφικής κληρονομιάς τις αφήνουμε στους συγγενείς των νεκρών, σε εμάς ενδιαφέρει η πολιτική χρησιμότητα. Και είναι ακριβώς αυτή η μείωση που στερεί πολλούς αγωνιστές από τη δυνατότητα να εξερευνήσουν τη βυθισμένη Ατλαντίδα από φιγούρες όπως ο Alquati, να χρησιμοποιήσουν δηλαδή όπλα που είναι σήμερα καταραμένα απαραίτητα.

Συνολικά, αυτή η επαναστατική μέθοδος μας διδάσκει ότι πρέπει να μελετήσουμε αυτό που θέλουμε να καταστρέψουμε: τον καπιταλισμό, και το κεφάλαιο που ενσαρκώνεται σε μας. Εκείνοι που ερωτεύονται το αντικείμενο της ανάλυσης τους, προκειμένου να αναπαραγάγουν τους ρόλους που απέκτησαν σε αυτήν την κοινωνία, εγκαταλείπουν την στράτευση και κινούνται στο εχθρικό στρατόπεδο. Δεν αξίζει ούτε καν να αναφερθούμε σε προδοσία, είναι απλώς η αδυναμία να σπάσουν το διαχωρισμό της κατάστασης τους. Επιλέγει τον μοναχικό-ατομικό δρόμο, θα πεθάνει μόνος του. Αυτό που διακρίνει τον αγωνιστή είναι το μίσος γι αυτό που μελετά. Στον μαχητή χρειάζεται μίσος για να παράξει γνώση. Πολύ μίσος, να μελετήσει λεπτομερώς, σε βάθος αυτό που μισεί περισσότερο. Η αγωνιστική δημιουργικότητα είναι πάνω απ ‘όλα επιστήμη της καταστροφής. Ως εκ τούτου, η πολιτική πρακτική είναι έγκυος θεωρίας, ή δεν είναι. Πρέπει να μελετήσουμε για να δράσουμε, πρέπει να δράσουμε για να μελετήσουμε. Να κάνουμε και τα δύο πράγματα μαζί. Τώρα περισσότερο από ποτέ, αυτό είναι το πολιτικό καθήκον.

Και είναι αναγκαία η κατάρτιση στη μέθοδο: είναι εδώ η που υποκειμενικότητα χτίζεται με σκληρό και μη εφήμερο τρόπο, αποκτώντας έναν μη τυποποιημένο τρόπο σκέψης και συλλογισμού, ικανό συνεπώς να κατασκευάσει αυτόνομα κατάλληλες απαντήσεις σε διαφορετικές καταστάσεις, ικανές να τροποποιήσουν με ευελιξία τις υποθέσεις και τις συμπεριφορές. ξεκινώντας από την ακαμψία των συλλογικών σκοπών.Μέθοδος κοινής συλλογιστικής, αλλαγής και αμφισβήτησης των συγκεκριμένων διαδικασιών μέσω των οποίων εκφράζεται αυτή η μέθοδος: αυτό είναι το πρόβλημα της αυτόνομης εκπαίδευσης, η οποία δεν μπορεί να ανατεθεί μόνο στα άτομα, αλλά πρέπει να οργανωθεί συλλογικά.

Εκπαίδευση για τι πράγμα; Για να ξανακερδίσουμε την ικανότητα να στοιχηματίζουμε. Ναι, ποντάρουμε, στοιχηματίζουμε. Ένα υλιστικό στοίχημα, ένα επαναστατικό στοίχημα. Να στοιχηματίζουμε επάνω στη δυνατότητα μετατροπής της καπιταλιστικής κρίσης σε επαναστατική κρίση, και ακόμη και νωρίτερα, να μετατρέπουμε την κρίση της υποκειμενικότητας στο επείγον ενός άλματος προς τα εμπρός. Δεν πιθηκίζουμε εκείνο που υπήρξε, θα ήταν γκροτέσκο: το μελετάμε, για να το λυγίσουμε στα προβλήματά μας. Η αυτονομία είναι πράγματι η διαρκής διαθεσιμότητα να υπονομεύουμε αυτό που υπάρχει για να καταστρέφουμε και να ανατρέπουμε το υπάρχον. Είναι η κατασκευή μιας συλλογικής προοπτικής ισχύος και δυνατότητας ξεκινώντας από την απελευθέρωση και τη ριζική μεταμόρφωση των στοιχείων του παρόντος. Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο η αυτονομία ζει μέσα την επαναστατική μέθοδο, όχι με τα λογότυπα του ανταγωνιστικού merchandising. Να τολμήσουμε να στοιχηματίσουμε λοιπόν, να τολμήσουμε να δράσουμε, να τολμήσουμε να κάνουμε την επανάσταση. Μήπως αυτός δεν είναι ο λόγος για τον οποίο ζούμε;

 

1]. διετρολογία  – Στην πολιτική και δημοσιογραφική γλώσσα δείχνει, με πολεμικό τόνο,, την τάση, των λεγόμενων διετρολόγων, να αποδίδουν στα γεγονότα της δημόσιας ζωής αιτίες διαφορετικές από εκείνες τις δηλωμένες ή προφανείς, συχνά υποθέτοντας μυστικούς λόγους και αιτιάσεις, με την αξίωση ότι γνωρίζουν τι πραγματικά «στέκεται πίσω» σε κάθε μεμονωμένο γεγονός.

αυτονομία, autonomia

ΤΑ ΕΚΑΤΟ ΛΟΥΛΟΥΔΙΑ ΤΗΣ ΑΝΤΑΓΩΝΙΣΤΙΚΗΣ ΓΝΩΣΗΣ.

Σε μια περίοδο που διασχίσθηκε από αντισυνταγματικού χαρακτήρα εντάσεις, μεταξύ των εσωτερικών δυναμικών στη μορφή του αγώνα δεν πρέπει να λησμονούνται εκείνες που σχετίζονται με τον τομέα των επιστημών ή της επιστήμης «tout court». Εδώ δεν υπάρχουν μόνο οι τεχνολογικές καινοτομίες που αναπτύχθηκαν για να ελέγξουν την εργατική-ταξική σύγκρουση , υπάρχει επίσης ο κόσμος της ιατρικής και της ψυχιατρικής, τα προβλήματα της υγείας του σώματος και του νου. Η δεκαετία του 70 υπήρξε μια ριζοσπαστική και καινοτόμος κριτική, χωρίς επιστροφή, του ιατρού ως «τεχνικού του κεφαλαίου», του ψυχίατρου ως «τεχνικού του ελέγχου». Ήδη σε αυτούς τους ορισμούς περιέχεται η κριτική διαδρομή που θα φέρει μερικούς «τεχνικούς» των ολοκληρωτικών θεσμών να αμφισβητήσουν τον ρόλο τους, ακολουθώντας ένα παρόμοιο μονοπάτι που εφαρμόστηκε από τους διαφωνούντες διανοούμενους της δεκαετίας του εξήντα. Το 1968 κυκλοφόρησε το βιβλίο  «L’istituzione negata.Rapporto da un ospedale psichiatrico»,»Το θεσμικό όργανο που αμφισβητήθηκε. Έκθεση ενός ψυχιατρικού νοσοκομείου» που επεξεργάστηκε ο Franco Basaglia. Το βιβλίο που δημοσιεύει ο εκδοτικός οίκος Einaudi θα πουλήσει 60.000 αντίτυπα μεταξύ του ’68 και του ’72, και θα συναντηθεί γρήγορα με το πλατύ κίνημα διαμαρτυρίας ενάντια στην κοινωνία του κεφαλαίου.

Ο τεράστιος αντίκτυπος του έργου της Basaglia δεν οφείλεται μόνο στο γεγονός ότι καθιστά εμφανή τη φρίκη του θεσμού του ασύλου, του ψυχιατρίου και τη πληγωμένη ανθρωπιά των έγκλειστων (θα ήταν στην περίπτωση αυτή ένα απλό καταγγελτικό καθήκον ρεφορμιστικού τύπου), αλλά και το ότι πηγαίνει στις ρίζες της λειτουργίας της ψυχιατρικής και της φιγούρας του «τρελού», του «ανισόρροπου», σαν φιγούρες και λειτουργίες όλες εσωτερικές στη λογική της κυριαρχίας του κεφαλαίου. «Ο Μάρξ κάποτε μίλησε για την «τρέλα του κεφαλαίου» σε μια μεταφορική και λογοτεχνική έννοια. (Πρέπει να λάβουμε σοβαρά υπόψη τους μαρξικούς μεταφορικούς ισχυρισμούς). Τρέλα του κεφαλαίου είναι ακριβώς το αντίθετο του «τρελού κεφαλαίου».) Δηλαδή μίλησε για την πραγματικότητα ως μια «ανατραπείσα» πραγματικότητα (που διπλασιάστηκε, διασπάστηκε, αντικαταστάθηκε) […].Η τρέλα και οι ασθένεια είναι η αντιφατική συστατική έκφραση της «διπλής» υπάρχουσας πραγματικότητας ως αντιστρεπτική σχέση των κοινωνικών σχέσεων και του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής, του «χρόνου εργασίας» και «χρόνου ζωής»[…].Το ον-άνθρωποι των «αρρώστων» ή των «υγιών» ως ον- εμπόρευμα των ανθρώπων, συνιστά και καθορίζει, θετικά ή αρνητικά, την οικειοποίηση ή την απαλλοτρίωση της ανθρώπινης-κοινωνικής αυτοπαραγωγής, των σχέσεων μεταξύ ανθρώπου και ανθρώπου, ανάμεσα στον άνθρωπο και τα προϊόντα του « (9).

Αποτέλεσμα εικόνας για Franco Basaglia

Ουσιαστικά ο «τρελός», ο «ανισόρροπος» στην ανάδυση του είναι ένας «αντιφρονούντας» της υπάρχουσας τάξης πραγμάτων της «τρέλας του κεφαλαίου» που ωθεί το ιδιωτικό και το κοινωνικό μέσα στο κλουβί της εμπορευματοποίησης των ανθρώπινων αναγκών. Το άσυλο, το ψυχιατρείο, το ίδρυμα και η ψυχιατρική επιστήμη έχουν στη συνέχεια ως καθήκον να καταστήσουν την κατηγορία της τρέλας παραγωγική και λειτουργική. Είναι βέβαιο ότι με το έργο του Basaglia και την εμπειρία του ψυχιατρικού νοσοκομείου της Gorizia (όπου δρούσε ο Basaglia), ο «τρελός», ο «αποκλεισμένος», έγινε ένα υποκείμενο των αγώνων και, ενώ χιλιάδες φοιτητών συνέρρεαν για να παράσχουν εθελοντική εργασία στην Gorizia, η κουλτούρα και η πρακτική της αντι-ψυχιατρικής γίνονταν ένας από τους ακρογωνιαίους λίθους της επαναστατικής κουλτούρας. Τα έργα των Laing, Cooper, Goffman άρχισαν να διαδίδονται ευρέως, συμβάλλοντας στην ενεργοποίηση στο έδαφος της πολιτικής και κοινωνικής εξέγερσης, των θεμάτων των «τεχνικών απελευθέρωσης», των μεθόδων μέσα από τις οποίες να διαφύγει κάποιος από τις χειραγωγήσεις και τις επιρροές, τους επηρεασμούς, εσωτερικούς και εξωτερικούς στις προσωπικές εμπειρίες, για να ανακτήσει αυτονομία και αυτοδιάθεση.

Σχετική εικόνα

Και στην διαδρομή που ήδη ασκήθηκε από την «ιδιαιτερότητα» της beat και hippy εμπειρίας, η δημιουργική «κατανάλωση» αντιψυχιατρικών προβληματισμών και αναγνώσεων ως εργαλείο ατομικής και συλλογικής απελευθέρωσης ενεργοποιείται και γίνεται καθημερινή πρακτική. Αυτή η διαδρομή ποτέ δεν υπήρξε εύκολη και γραμμική, αρμονική. Αφού είχε ένα μεγάλο χώρο το ’68, τέθηκε σοβαρά στο περιθώριο από την εμφάνιση των γραφειοκρατικών-λενινιστικών οργανώσεων, παραμένοντας προνόμιο του underground χώρου, της αντικουλτούρας, για να επιβεβαιωθεί ξανά μέσα στη μεγάλη εποχή του «προσωπικού που είναι πολιτικό» συνδεδεμένου με το γυναικείο κίνημα .

Σχετική εικόνα

Η οποία, εάν κατάφερε να θέσει στο κέντρο της σύγκρουσης «τη μεγαλύτερη από όλες τις διαφορετικότητες», ίσως να μην κατάφερε να αντιληφθεί πλήρως το γεγονός πως το ότι ήταν και ένα κοινωνικό και μαζικό κίνημα το καθιστούσε ένα «μέρος του συνόλου». Και πως, αποσυντιθέμενη με το τέλος του ’77 η συνολική συνέπεια των κινημάτων (εργατικών, κοινωνικών, πολιτικών και υπαρξιακών), η δυνατότητα της «ανατροπής» της αμοιβαίας διάκρισης μετατρέπονταν σε ευρέως διαδεδομένη ψυχαναλυτική πρακτική, μοναχά ως αντιμετώπιση στην δυσφορία, στην αγωνία και την ταλαιπωρία, όχι ως μια συνολική επανάσταση του εαυτού. «[…] δεν γίνεται να αρνηθούμε, ας πούμε, την απόδειξη της ολότητας. Ήδη ο Nietzsche έλεγε ότι το να αποκλείεις ένα κομμάτι σημαίνει να αποκλείεις τα πάντα Η ανατροπή είναι ολική ως ανεστραμμένη ολότητα, σε όλες τις διαστάσεις και τα επίπεδα της: στο σύστημα της εργασίας, της επικοινωνίας, της »γλώσσας», των αναγκών, της «σεξουαλικότητας», της εξουσίας» (10).

Αποτέλεσμα εικόνας για rivista sapere giulio maccacaro anni 70

Πολλά είναι τα περιοδικά που γεννήθηκαν σε αυτόν τον χώρο της κριτικής της καθημερινής ζωής και των αντιφάσεων που προκάλεσε η υπαρξιακή ανησυχία. Τεράστιας σημασίας το «Sapere, Γνώση» που διηύθυνε ο Giulio Maccacaro, τόσο για το κύρος των συνεργατών του όσο και για την πολλαπλότητα των θεμάτων με τα οποία ασχολήθηκαν [μπορεί να πει κανείς ότι είχαν προβλέψει-προκαταβάλει σχεδόν τα πάντα: από την οικολογία μέχρι την κριτική της ιατρικής του «κεφαλαίου», από την αντιπυρηνική μάχη μέχρι την απομυθοποίηση της «βιομηχανικής ανάπτυξης» ως υπεύθυνης για την καταστροφική ρύπανση του πλανήτη, μέχρι την κριτική των ίδιων των θεμελίων της τεχνικής επιστημονικής γνώσης]. Το περιοδικό «L’Erba Voglio», το οποίο ιδρύθηκε από τον ψυχαναλυτή Elvio Fachinelli και την Lea Melandri, αξίζει μια ιδιαίτερη μνεία. Γεννημένο στις αρχές της δεκαετίας του εβδομήντα, θα συνεχίσει για χρόνια μια επίκαιρη κριτική των σεχταριτικών υπερβολών της ιδεολογικής στράτευσης και των αυταρχικών πρακτικών, ακόμη και όταν ήταν κρυμμένες από την αριστερή μήτρα.

Αποτέλεσμα εικόνας για rivista l'erba voglio anni 70

Σημείο αναφοράς για τις αντιαυταρχικές πρακτικές στο σχολείο (ειδικά για τα μικρά παιδιά) το «L’Erba Voglio» τοποθετείται συνεχώς στην καρδιά της πολιτιστικής συζήτησης που αντιπαραθέτει τις υπαρξιακές συμπεριφορές στις άκαμπτες ιδεολογικές θεωρητικοποιήσεις. Αλλά και στον δημιουργικό και καλλιτεχνικό τομέα (θέατρο, μουσική, κινηματογράφο κλπ.) πολλά πράγματα πρέπει να εξερευνηθούν και να εκπροσωπηθούν μέσα στα γεγονότα των κινημάτων. Από τη διαμαρτυρία των διανοουμένων και καλλιτεχνών του ’68 (καταλήψεις της Triennale του Milano και της Biennale της Βενετίας) στην μεγάλη άνθιση των «ελεύθερων ραδιοφώνων» το ’77. Και πάνω απ ‘όλα, εκτός από τη μεγάλη παραγωγή πολιτικού θεάτρου και καμπαρέ, την στράτευση και τη νοημοσύνη του Κύκλου La Comune, Η Κομούνα, του Dario Fo και της Franca Rame. Ένας οργανισμός που σε πολλές φάσεις λειτούργησε ως ένα αυθεντικό μεγάλο «μέσο» ερμηνείας-αναπαραγωγής των διάσπαρτων πολιτικών αγώνων.

Σχετική εικόνα

https://www.academia.edu/28083383/Nanni-Balestrini-Primo-Moroni-L-Orda-d-Oro-1968-1977-la-grande-ondata-rivoluzionaria-e-creativa-politica-ed-esistenziale.pdf

Αποτέλεσμα εικόνας για Circolo La Comune di Dario Fo e Franca RameΣχετική εικόνα

αυτονομία, autonomia

Κεφάλαιο 11. Η ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ, Η ΚΟΥΛΤΟΥΡΑ, ΟΙ ΔΙΑΝΟΟΥΜΕΝΟΙ.

ΑΠΟ ΤΟΝ ΑΓΩΝΑ ΣΤΗΝ ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ, ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ ΣΤΟΝ ΑΓΩΝΑ.            Στα μέσα της δεκαετίας του εβδομήντα το αρχιπέλαγος της ανταγωνιστικής επικοινωνίας είναι ένα τεράστιο, αντιφατικό και διακλαδισμένο έδαφος σε κάθε γωνιά της χώρας. Βεβαίως μεταξύ 1975 και 1977 η παραγωγή αυτοδιαχειριζόμενης, ανατρεπτικής επικοινωνίας (περιθωριακής, ριζοσπαστικής, μαχητικής, στρατευμένης, άμεσης, κατευθυνόμενης, ανταγωνιστικής, εναλλακτικής, δημοκρατικής, εγκάρσιας, παράνομης, επαναστατικής και πολλών άλλων χαρακτηρισμών που έχουν δοθεί σε αυτήν) φτάνει στο σημείο της μέγιστης ανάπτυξης της. Κατά καιρούς διαθέτει δικές της τεχνικές δομές (τυπογραφία, περισσότερο ή λιγότερο σταθερές έδρες κλπ.), κανάλια στρατευμένης διανομής καθώς και δικές της δομές διανομής, εκτός των μεγάλων και μικρών εμπορικών κυκλωμάτων, διοργανώνει εθνικά συνέδρια για την οικοδόμηση συνεργατικών δικτύων, χρηματοδοτείται άμεσα τόσο από τους παραγωγούς όσο και από τους αναγνώστες της. Η πνευματική εργασία είναι σχεδόν εντελώς δωρεάν και εθελοντική. Το να περιγράψουμε μια «γεωγραφία της συνωμοσίας» σε ένα τόσο τεράστιο και ποικίλο τοπίο θα ήταν καθήκον αδύνατο και, σε κάθε περίπτωση, σχηματικό και σεχταριστικό. Ακόμη πιο δύσκολο είναι να ακολουθηθεί η πορεία των αμοιβαίων διεθνών επιρροών, των πολιτικο-πολιτιστικών «δικτύων» που διασταυρώθηκαν στις τέσσερις ηπείρους, των ιστορικών ιδεολογικών πτυχών που αποτελούν το υπόβαθρο πολλών επεξεργασιών.

Αποτέλεσμα εικόνας για quaderni piacentini

«Η ανάγκη να χτιστούν ξανά οι πολιτικές γεωμετρίες του «πολιτικού», τα λαβυρίνθια μονοπάτια της συνωμοσίας, οι κατακερματισμένες αλληλεπιδράσεις των ιδεολογιών, να ξεσκεπαστούν οι ‘χαμένες ψυχές’ της εξέγερσης είναι παλιά όσο η ιδέα της επανάστασης. Σπάνιoι, παρά το γεγονός αυτό, είναι εκείνοι που προσπάθησαν να στοχαστούν επάνω σε αυτή την «ανάγκη». Αντιθέτως άφθονη, δύστροπη και συχνά επιβλαβής είναι η γεωγραφία της καταγγελίας, η ώθηση κοινωνιολόγων, δημοσιογράφων, δικαστών να σχεδιάσουν χάρτες, να σκιαγραφήσουν ελέγχους, να δέσουν και να υποδείξουν πολιτικές και υλικές συνέργειες» (1). Στην πραγματικότητα, πίσω από τις χιλιάδες σελίδες βιβλίων, πίσω από τα πρωτοσέλιδα των εκατοντάδων περιοδικών υπάρχουν μυριάδες νοημοσύνες που έχουν κάνει συνειδητή επιλογή τους την »απόρριψη του ρόλου», ένα πρόγραμμα της ύπαρξης, που κατέστησαν πρακτική συμπεριφορά την ευτυχισμένη μαρξιακή έκφραση των » Grundrisse «:» ο τεχνικός, ο επιστήμονας, ο διανοούμενος ως μηχανισμός, δηλαδή επιστήμη – οποιαδήποτε επιστήμη ως «εχθρική δύναμη» στην τάξη, διανοούμενος εργαζόμενος ως παραγωγικός εργαζόμενος εισηγμένος στον κύκλο της κοινωνικοποίησης του κεφαλαίου ή μέσα στον μηχανισμό του χειρισμού, της κυριαρχίας.Εργαζόμενος που πρέπει να απελευθερωθεί πρώτα «από τον εαυτό του» πριν πάει να αναζητήσει συμμαχίες με το προλεταριάτο. Εργαζόμενος χωρίς συμμάχους ικανός να ασκήσει με αυτονομία μια απόρριψη των επιβαλλόμενων ρόλων, ικανός να αναπτύξει συνεπώς – ήδη μέσα στη μορφή της αφηρημένης πνευματικής εργασίας – μια αυτόνομη δύναμη πρωτοβουλίας, συγκεκριμένες μορφές οργάνωσης, απόρριψης, μαζικής οργάνωσης. Συμπερασματικά, επιστήμη και τεχνολογία ως ένα ενιαίο πράγμα, υλοποιημένο σε μηχανισμό «εχθρική δύναμη» στην τάξη, αντικείμενο και οι δυο μιας παράλληλης διαδικασίας απελευθέρωσης, από πλευράς της τάξης και της πνευματικής εργασίας, συγκεκριμένη και δυνητική. Μόλις η τάξη και η διανοητική εργασία κινούνται με έναν ανταγωνιστικό τρόπο, τεράστιες και ισχυρές γνωστικές διαδικασίες ενεργοποιούνται στο εσωτερικό της σύγκρουσης, ως προϊόν της αντιπαράθεσης, της σύγκρουσης, μια λανθάνουσα δύναμη επινόηση απελευθερώνεται και μεταφράζεται σε ειδικές γνώσεις, συγκεκριμένες, νέες τεχνικές και νέες ‘επιστήμες‘.» (2).
Αποτέλεσμα εικόνας για rivista Primo Maggio
Σε αυτή την παραδειγματική σύνθεση του Sergio Bologna, νομίζουμε πως περιέχεται η ουσιώδης πορεία της επαναστατικής πολιτιστικής παραγωγής της δεκαετίας του ’70. Ο εξοντωμένος πλούτος του «άλλου πνευματικού έργου» έχει περιβάλει όλα τα πεδία της γνώσης: από την ιστορία στην ψυχανάλυση, από την ψυχιατρική στην τεχνολογία: από την οικονομία στη φιλοσοφία, από τη σεξουαλικότητα έως τον πολεοδομικό σχεδιασμό, από τη διατροφή στην ιατρική μέχρι το δίκαιο και την εγκληματολογία. Τα αποτελέσματα υπήρξαν μεταβαλλόμενα, αβέβαια αλλά δεν υπάρχει αμφιβολία ότι, παρά τον ενταφιασμό που έκαναν στις αρχές της δεκαετίας του ογδόντα δικαστές, εκδότες, «journalist-policiers» κλπ. η επαναστατική κουλτούρα της δεκαετίας του εβδομήντα έθεσε προβλήματα και ανέδειξε δρόμους που δύσκολα μπορούν να παρακαμφθούν εφεξής. Ότι η διαδικασία της παράλληλης απελευθέρωσης της τάξης και του διανοούμενου εργάτη αντιπροσώπευε μια ασυμβίβαστη αντίφαση με την καπιταλιστική ανάπτυξη είναι προφανές και αδιαμφισβήτητο, αλλά ίσως στους ίδιους τους πρωταγωνιστές αυτής της πολιτιστικής επανάστασης από κάτω δεν υπήρξε απόλυτα αντιληπτή μέσα στην σημαντικότητα της και στις ανησυχίες που προκαλούσε στις καπιταλιστικές ελίτ, έως ότου να τις θέσει αργότερα σε μια τεράστια κατασταλτική επίθεση. Εν αναμονή λεπτομερέστερων μελετών μπορούμε όμως να αναφέρουμε αυτό που σκέφτονταν η τριμερής Επιτροπή για το πρόβλημα αυτό το 1975. Η Trilateral Commission δημιουργήθηκε στις αρχές της δεκαετίας του ’70 από τις χώρες που ανήκουν στις τρεις πιο βιομηχανικές περιοχές του πλανήτη (Ιαπωνία, ΗΠΑ, Ευρώπη). Στις προθέσεις των προαγωγών της αυτή αποτελούσε ένα είδος «υπερεθνικού παγκόσμιου κυβερνήτη» και συγκέντρωνε μέσα της τόσο στελέχη των διαφόρων κυβερνήσεων όσο βιομηχάνους, στρατηγούς, κοινωνιολόγους, γνωστούς δημοσιογράφους, οικονομολόγους, πολιτικούς, επιστήμονες και ούτω καθεξής: τους «καλύτερους», στις προθέσεις των αντιπροσώπων και των συνεργατών του συστήματος. H «Trilateral» συναντιόνταν μία φορά το χρόνο σε διαφορετικές πρωτεύουσες με στόχο το συντονισμό της διεθνούς πολιτικής κυριαρχίας σε διεθνές επίπεδο. Δεν είναι εδώ ο τόπος για να εξεταστεί η σημασία αυτού του οργανισμού, αλλά και η υπερεκτίμηση που έγινε αυτού (για παράδειγμα, για τις B.R. ήταν η απόδειξη της ύπαρξης του SIM: ιμπεριαλιστικού Κράτος των πολυεθνικών), αλλά για να επαληθεύσει τη σημασία που απέδιδαν οι καπιταλιστικές νοημοσύνες στις κοινωνικές διαδικασίες που βρίσκονταν σε εξέλιξη. Λένε λοιπόν οι «τριμερείς» στις συναντήσεις του 1975: «Σήμερα, μια σημαντική απειλή προέρχεται από τους διανοούμενους και συναφείς ομάδες που ισχυρίζονται και υποστηρίζουν την αποστροφή τους στη διαφθορά, τον υλισμό και την αναποτελεσματικότητα της δημοκρατίας, καθώς και στην υποταγή του δημοκρατικού συστήματος διακυβέρνησης στον ‘μονοπωλιακό καπιταλισμό’. Η ανάπτυξη μεταξύ των διανοουμένων μιας ‘ανταγωνιστικής κουλτούρας’ έχει επηρεάσει σπουδαστές, μελετητές και μέσα ενημέρωσης […]. Οι προηγμένες βιομηχανικές κοινωνίες δημιούργησαν ένα στρώμα διανοούμενων με προσανατολισμό από τις αξίες, οι οποίοι συχνά ψηφίζουν για να δυσφημίσουν την ηγεσία-leadership, να αμφισβητήσουν την εξουσία και τις αρχές και να ξεσκεπάσουν και να αρνηθούν νομιμοποίηση των καθιερωμένων δυνάμεων και εξουσιών εφαρμόζοντας μια συμπεριφορά που έρχεται σε αντίθεση με αυτή της ομάδας των τεχνοκρατών διανοουμένων και προσανατολισμένων από την πολιτική.  […] αυτή η εξέλιξη αντιπροσωπεύει για το δημοκρατικό σύστημα μια εξίσου σοβαρή απειλή, τουλάχιστον δυνητικά, με εκείνες που υπήρχαν στο παρελθόν από αριστοκρατικές ομάδες, φασιστικά κινήματα και από τα κομμουνιστικά κόμματα» (3)
Αποτέλεσμα εικόνας για rivista l'Erba Voglio anni 70
Αφήνοντας κατά μέρος την αναφορά στα «φασιστικά κινήματα» που αναφέρονται εδώ για να εξορκίσουν εκλεπτυσμένα »ένα πτώμα στο ντουλάπι» και να δώσουν δύναμη στην πολιτική των αντίθετων εξτρεμισμών, δεν υπάρχει καμία αμφιβολία ότι αυτές οι παρατηρήσεις δείχνουν την ανησυχία των ελίτ της εξουσίας απέναντι σε εκείνους τους «διανοούμενους που ως κοινωνική ομάδα ωθούνται στην πρωτοπορία των κοινωνικοπολιτικών αγώνων» (4]  οι σχέσεις του πνευματικού κόσμου με την κοινωνία αλλάζουν ριζικά, σε έναν κόσμο όπου «Δεν υπάρχει λόγος να πιστεύουμε ότι η σύγχρονη πολιτιστική επανάσταση θα είναι πιο ειρηνική από τις βιομηχανικές επαναστάσεις του παρελθόντος» και όπου »η έλλειψη ενσωμάτωσης της εργατικής τάξης όχι μόνο εμποδίζει τις διαπραγματεύσεις και την άμεση συμφωνία […], αλλά είναι επίσης η αιτία της γενικής απροθυμίας των νέων να δεχθούν γενικής χρήσης χειρωνακτικές θέσεις εργασίας, υπό αμειβόμενες» (5). Η εισήγηση του 1975 συνεχίζει με την ελπίδα μιας δημοκρατίας »δυνατότερης» και μια νέα πολιτική κουλτούρα  «δυνατότητας διακυβέρνησης». Η «Berufverbot» (6) στη Γερμανία και η «νομοθεσία έκτακτης ανάγκης» στην Ιταλία, θα είναι η θεσμική μετάφραση αυτών των προβληματισμών που θα πραγματοποιηθεί τα επόμενα δύο χρόνια. Με αυτό δεν θέλουμε να πούμε ότι τα πάντα μπορούν να αναχθούν σε μια «συνωμοσία» από τα επάνω, στην ύπαρξη ενός σκοτεινού και αήττητου εγκεφάλου της καπιταλιστικής εντολής που όλα τα προβλέπει και σχεδιάζει, αλλά, αντίθετα και ακριβώς για τον λόγο αυτό, μπροστά στην ανάγκη να έχουμε κατά νου ότι η δυναμική του «σχεδίου και του αντισχεδίου», η σύγκρουση μεταξύ του ανταγωνιστικού σχεδιασμού, μεταξύ κεφαλαίου και εργασίας, σε όλες τις μορφές και εκφάνσεις της, καθορίζει έναν αμοιβαίο εμπλουτισμό των αντιτιθέμενων δυνάμεων και νοημοσυνών και ότι σε αυτή τη σύγκρουση η επαναστατική διαδικασία παίζει, καθορίζει τις δικές της τύχες. Κατά τη διάρκεια των «δέκα χρόνων που συγκλόνισαν τον κόσμο» – από την Κίνα στις ΗΠΑ, από την Αγγλία στη Γερμανία. από την Ιαπωνία στη Γαλλία. από την Λατινική Αμερική στην Αφρική, την Ασία και τη Μέση Ανατολή – είναι δύσκολο να εξηγηθεί ο ρόλος της επικοινωνίας ως απαίτηση- έκφραση των μαζικών αγώνων.
Σχετική εικόνα
Μπορούμε να διακινδυνεύσουμε να δώσουμε νομιμοποίηση στις σχηματικές προβλέψεις του McLuhan που από την εποχή της T.V. και της μαζικής επικοινωνίας αντλεί τη θεωρία του πλανήτη ως «παγκόσμιο χωριό», δηλαδή να υπερβάλλουμε, να γιγαντώσουμε τη σημασία που αποδίδουν οι ανταγωνιστές στην επιτευχθείσα «ανασύνθεση» του προλεταριάτου σε διεθνές επίπεδο, αυτό που είναι βέβαιο πως μπορούμε να επαληθεύσουμε στα ίδια τα προϊόντα της «ανταγωνιστικής επικοινωνίας», όπου ίσως να εκπλήσσει το γεγονός πως στο off-set φύλλο της Tradate ή στο μικρό περιοδικό του Corsano (Lecce) υπάρχουν αναλύσεις τόσο προσεκτικές και «ενημερωμένες» για τους αγώνες του Ντιτρόιτ, ή του SanBenedetto del Tronto, τηw σχέσης μεταξύ του Ισλάμ και του μαρξισμού ή της σύνδεσης μεταξύ της επιστήμης του κεφαλαίου και του χημικού πολέμου στο Βιετνάμ. Από το 1968 και την προηγούμενη δεκαετία είχε κληρονομηθεί. και με μια συνειδητή «ανατροπή» ένας κόσμος «πιο ενωμένος, πιο αλληλοεξαρτώμενος, πιο οδυνηρά συνειδητοποιημένος του κοινού πεπρωμένου του, απ΄όσο υπήρξε προηγουμένως». Χωρίς αυτή την κληρονομιά που καθορίζεται από την κυκλοφορία της επικοινωνίας και των αγώνων, ο αυθορμητισμός, όπως λέμε η «φυσικότητα» και ο πλούτος των ιδίων θα ήταν ακατανόητοι, θα ήταν ακατανόητο το γεγονός ότι για το κίνημα, παντού ο κόσμος ήταν το πραγματικό σενάριο κάθε μάχης, το αληθινό ακροατήριο κάθε χειρονομίας
Σχετική εικόνα
Με την αργή αποσύνθεση των ομάδων που ξεκίνησε το 1974-75, τεράστιες ποσότητες νοημοσύνης που σχηματίστηκαν μέσα στη στράτευση «απελευθερώνονται». Ο ίδιος ο χώρος της αυτονομίας θέτει το πρόβλημα της μη διασποράς αυτής της κληρονομιάς αγωνιστών, και ήδη το 1973 είχε δημοσιεύσει ένα έγγραφο με τίτλο «Να ανακτήσουμε τις υποκειμενικές δυνάμεις που δημιουργήθηκαν από τις ομάδες». Αλλά είναι από τον αυθορμητισμό-αναγκαιότητα της κοινωνικής επικοινωνίας που δημιουργούνται συναντήσεις και διασταυρώσεις μεταξύ των παλαιών αγωνιστών και των νέων νοημοσυνών. Το κοινό έδαφος επάνω στο οποίο συναντώνται δεν σχηματίστηκε μονάχα «από την ανάγκη να τεθεί ξανά υπό αμφισβήτηση ένας ορισμένος ιστορικός-θεωρητικός μηχανισμός και να ενημερωθεί, να επικαιροποιηθεί, αλλά ουσιαστικά αποτελούνταν από τις αγωνιστικές δομές του πολιτισμού που σχηματίστηκαν, ενάντια σε κάθε υποθήκη ομάδας και κάθε κομματικό ‘νονό’, από το 1974-75 και μετά. Αυτοδιαχειριζόμενες δομές, βασισμένες μόνο στη νοημοσύνη, στο δικό τους εργατικό δυναμικό και στην τέχνη να τα βγάζουν πέρα, οι οποίες όχι μόνο επέτρεψαν τη διάδοση της νέας πολιτικής και κοινωνικής επικοινωνίας, αλλά ευνόησαν τη γέννηση μιας διαφορετικής γλώσσας και μιας οργανωτικής δομής διαφορετικής, κυτταρικής, τοπικής, άτυπης, μερικές φορές μη δηλωμένα πολιτικής, που επέτρεψε να ανακυκλωθούν σύντροφοι απογοητευμένοι και που κατέληξαν στο σημείο να χτίσουν μια ενδοχώρα, έναν ιστό στον οποίο όλοι στη συνέχεια κατέφυγαν ως δομή να υπηρετήσουν» (7).
Και ακριβώς είναι στην έννοια των «ενδιάμεσων δομών λειτουργίας στο κίνημα» που γεννιούνται κατά τη διάρκεια της διετούς περιόδου 1974-75 δεκάδες και δεκάδες βιβλιοπωλεία, κέντρα δεδομένων, αρχείων, συλλογής εγγράφων, αυτοδιαχειριζόμενα κυκλώματα διανομής, μικρές αυθεντικές και δημιουργικές εκδοτικές εταιρείες. Τα περιοδικά που γεννιούνται εκείνη την περίοδο ακουμπούν, υποστηρίζονται ή γεννιούνται σχεδόν όλα μέσα σε εκείνο το άτυπο κύκλωμα παραγωγής. Ο Elvio Fachinelli, που παρεμβαίνει σε μια πολεμική σχετική με τις πολιτιστικές αξίες που εκφράστηκαν από το κίνημα έχει διευκρινίσει: «Κάθε βαθιά αλλαγή δεν μπορεί παρά να προέλθει από μια εξτραπολιτιστική σφαίρα, ούσα πρώτα μια αλλαγή της ζωής. Είναι μετά εκεί, σε ένα ορισμένο σημείο, που οι κόμβοι, τα πολιτιστικά δίκτυα, ξαναχτίζονται. Επομένως, είναι προφανές ότι το ’68 παρήγαγε τα φυλλάδια. Όποιος λέει ότι δεν έχει παραγάγει τίποτα είναι διότι σκέφτεται με το μυαλό κάποιου που βρίσκεται ήδη μέσα σε μια συγκεκριμένη εδραιωμένη κουλτούρα, κατεστημένη, που χρειάζεται μόνο να διαιωνίσει. Αλλά δίπλα στο φυλλάδιο υπήρξε η μορφή γραφής σε στενή σχέση με αυτό, εκείνη των περιοδικών«: «Quaderni Piacentini», «Primo Maggio»,«Aut Aut», «Sapere», «Ombre Rosse», «l’Erba Voglio», «A/traverso», για να αναφέρουμε τα γνωστότερα. Σε αυτό το έδαφος δύσκολα κάποιος μπορεί να δώσει σημεία. Τα πιο ζωντανά περιοδικά υπήρξαν και εξακολουθούν να είναι αυτά της νέας αριστεράς. Αυτό είναι ακόμη πιο σημαντικό αν λάβουμε υπόψη το γεγονός ότι αυτός είναι ένας από τους πιο σημαντικούς, τους πιο ζωντανούς τομείς του πολιτισμού, όπου τα εργαστήρια ιδεών, συχνά ανθρώπων που ζουν και μαζί, παράγουν συζητήσεις που μεταδίδονται σε σύντομο χρονικό διάστημα σε μια τεράστια περιοχή, επιτυγχάνοντας έτσι να τονωθούν και να προωθηθούν νέες συμπεριφορές ακόμη και στην πιο απομακρυσμένη επαρχία. Το πολλαπλασιαστικό αποτέλεσμα του περιοδικού υπήρξε, εκτός από κάποιες περιπτώσεις που μπορούν να μετρηθούν στις άκρες των δακτύλων, πάντα υψηλότερο από εκείνο του βιβλίου.
Αποτέλεσμα εικόνας για rivista Aut Aut, anni 70
αυτονομία, autonomia

ΑΠΟΧΑΙΡΕΤΙΣΜΟΣ ΣΤΑ ΟΠΛΑ.

Ριζοσπαστικότητα, πρόκληση, παραβατικότητα, ρήξη της δεδομένης εικόνας: πώς παρεμβαίνει όλο αυτό στην πολιτική ιστορία της αριστεράς; Της αριστεράς της δεκαετίας του ’70; Στις 6 δεκεμβρίου 1975, σε μια μεγάλη διαδήλωση για την έκτρωση, η πρώτη ορατή έκφραση ενός αποσχιστισμού που υπήρξε πολιτική πρακτική εδώ και χρόνια, ένα στέλεχος της νέας αριστεράς δέχεται ένα χαστούκι γιατί παραβίασε την ομάδα περιφρούρησης που εμπόδιζε τους άνδρες από την πρόσβαση στην πορεία.Ήταν ο πρώτος συμβολισμός στην υπηρεσία των media μιας μη διευθετήσιμης σύγκρουσης μέσα στη νέα αριστερά, και των δυσκολιών της παλιάς και της νέας αριστεράς να διαχειριστούν αυτό που δεν παρουσιάζονταν σαν μια μεταβλητή της κύριας αντίφασης μεταξύ κεφαλαίου και εργασίας. Οι διαδηλώσεις μόνων γυναικών καθίστανται συνήθης πρακτική. Είναι πολύ διαφορετικές από εκείνες τις μικτές.Τσόκαρα, μπούκλες, φούστες λουλουδάτες, οι διαδηλώτριες τραγουδούν, χορεύουν, κρατιούνται από τα χέρια, αγκαλιάζονται, κάνουν girotondi, κυκλικούς χορούς.Η ευτυχία του «να είναι όλες εκεί, » πολλές, χωρίς άνδρες, μοιάζει ο αληθινός σκοπός αυτού του να βρίσκονται μαζί.

Αποτέλεσμα εικόνας για movimento femminista anni 70

Έτσι, η 8η μαρτίου θα ανακοινωθεί με πανό σε λευκά και ροζ τετράγωνα. Έτσι, η ρωμαϊκή κολεκτίβα Pompeο Magno θέτει τη φαντασία της στη διάσπαση του κλασικού σχήματος αυτών που διαδηλώνουν σε πορεία και ρίχνουν συνθήματα: εδώ είναι μια μεγάλη κάμπια που ξετυλίγεται στους δρόμους της Ρώμης. Έτσι η πορεία για το «Παίρνουμε πίσω τη νύχτα» έχει στο επίκεντρο της ακριβώς το αίτημα, την διεκδίκηση, για τις γυναίκες, να περπατούν μόνες την πόλη: όχι μόνο το μεσημέρι, αλλά και τα μεσάνυχτα. Φυσικά, αυτή η πολιτική των γυναικών και οι εκφράσεις της είναι όλο και λιγότερο συμβατές με την πολιτική της αριστεράς. Και η δυσκολία μετατρέπεται σε διαζύγιο.Με το συνέδριο στο Ρίμινι της Lotta continua και τη διάλυση της (1976), με την έξοδο των γυναικών από το »manifesto» και από άλλες μικτές ομάδες. Η κριτική στην πολιτική ενθαρρύνει την έξοδο από οργανώσεις των οποίων η κουλτούρα αναπαράγει, σύμφωνα με τις γυναίκες, μορφές κυριαρχίας που υπέστησαν και καταγγέλθηκαν κάποια άλλη στιγμή.Μιας και εκεί διαχωρίζεται «το προσωπικό από το πολιτικό» η οικονομία από τη σεξουαλικότητα, το άτομο από το συλλογικό.

Αποτέλεσμα εικόνας για movimento femminista anni 70

 Η Lea Melandri ένα χρόνο νωρίτερα είχε γράψει ένα κείμενο με τίτλο «Η αρχέγονη ατιμία»: «Δύο θεσμικά όργανα, το σχολείο και η οικογένεια, ανασυντίθενται μέσα σε μια ιδανική τάξη, το Delegate Order, τη Τάξη που έχει Ανατεθεί. Το χαμόγελο του Franti είναι ‘η ατιμία, το διαφορετικό’, που δεν διστάζει να διασπάσει το ειδύλλιο μιας εύχρηστης πλειοψηφίας, μιας πλειοψηφίας που συναινεί. »Ο στρατευμένος επαναστάτης ξαναθυμάται τα ιδιωτικά του όνειρα και η υποψία ότι η Πολιτική είναι ένα όνειρο, γεννιέται σε αυτόν. Αυτό που τόσο καιρό το ήλεγχε, το αρνούνταν ή διαχωρίζονταν από αυτό, το ξεχώριζε, εμφανίζεται με ντροπή ή με τον πειρασμό παράφωνων ‘φωνών’, τη «φωνή» που «εισάγει διακρίσεις, διαιρεί, υποδεικνύει μια διαφορά‘.«Αλλά μέσα, στη ρωγμή, αποκαλύπτεται το χαμόγελο του Φράντι: ένα κακόφημο χαμόγελο που σκοτώνει μαζί τη μητέρα και τον Malfatti, την Καρδιά και την Πολιτική.«Στα τελευταία αυτά χρόνια, ενώ μεγάλα και μικρά κόμματα έχουν ενισχύσει τις ιεραρχικές και γραφειοκρατικές τους δομές, φανταστικών πυραμίδων παλαιών οικίων «γεωμετριών», ο επαναστατικός αυθορμητισμός ανακαλύπτει ολοένα και πιο καθαρά την αλήθεια όλων αυτών που η αστική ιδεολογία έχει εκδιώξει από τη δημόσια σφαίρα ,μέσα στο γκέτο των σπιτιών, της σχέσης μεταξύ ανδρών και γυναικών, της ατομικής αποκλίσεως. Η αναζήτηση της κυκλικότητας και της σύνθεσης ανάμεσα στο «προσωπικό και το πολιτικό», που είχαν τεχνητά διαχωριστεί, φαίνεται να είναι η τελευταία όχθη πέρα από την οποία, ή γεννιέται ένας νέος τρόπος να υπάρχεις πολιτικά, ή η ίδια η πολιτική πεθαίνει ως συλλογικό σχέδιο απελευθέρωσης.»Οι δυσκολίες που συναντά η αυτονομία στις διάφορες μορφές συσσωμάτωσής της (αυτόνομες συνελεύσεις, ομάδες αυτοσυνειδησίας, κοινότητες κλπ.) δεν διαφέρουν από εκείνες που αναγκάζουν τους «απογοητευμένους» αγωνιστές να αναδημιουργήσουν το κόμμα ως ξεχωριστό χώρο της πολιτικής. Αλλά για όσους έχουν αφήσει αυτή την ψευδαίσθηση πίσω τους, ο κίνδυνος είναι η επιστροφή στην ιδιωτική ζωή.«Η «νοσταλγία» και η «επανάληψη» εντάσσονται διακριτικά συνεχώς εκεί όπου η εμφάνιση διαφορετικών και πιο ελεύθερων στάσεων ζωής και συμπεριφορών γίνεται αισθητή ως απειλή μοναξιάς και περιθωριοποίησης σχετικά με μια κοινωνικότητα που, αν και αναγνωρίζεται σαν νοητή και καταπιεστική, αποδεικνύεται λιγότερο ανησυχητική. »Η δουλεία σε κάνει να συνηθίζεις να φοβάσαι την ελευθερία. Η ιδέα της κίνησης κουβαλά μαζί της σαν σκιά εκείνη της παράλυσης.«Σε αυτό το σημείο κάποιος αναρωτιέται αν δεν είναι πάντα πολύ βιαστικός στο να χαράξει σύνορα ανάμεσα στη «συντήρηση» και στην «επανάσταση». Αν για συντήρηση εννοούμε όχι μόνο την υπεράσπιση των προνομίων, αλλά σε μια ευρύτερη έννοια, την υποταγή σε κανόνες και σχέσεις που εγγυώνται μια αλλοτριωμένη επιβίωση, τα σύνορα μετακινούνται, εισέρχονται στην ιστορία του καθενός, αγγίζουν τις πιο ‘ιδιωτικές’ καταστάσεις.

Αποτέλεσμα εικόνας για  anni 70,Lea Melandri
«Φαντάσματα και πραγματικότητα από πάντοτε διαπλέκονταν στην ιδιωτική / κοινωνική μας ιστορία.Η καπιταλιστική οργάνωση της παραγωγής για να αποδώσει ορθότητα σε αφαιρέσεις (χρήμα, ανταλλακτική αξία) χρειάστηκε να τοποθετήσει τον εαυτό της ως αμετάβλητη αντικειμενικότητα (φύση). Την ίδια τύχη είχαν όλα όσα είχαν να κάνουν με αυτήν: καταμερισμός της εργασίας, τεχνολογία, σχέση μεταξύ ατόμου και κοινωνίας κ.λπ. Η «φυσικότητα» της οικονομίας και της πολιτικής είναι η εξαπάτηση της καπιταλιστικής ιδεολογίας, που διατηρείται σε μεγάλο βαθμό και από εκείνους που θέλουν να την καταστρέψουν. Το να να ανακαλύπτονται εμπλοκές σε μια μηχανή που φαινόταν άψογη-τέλεια σημαίνει επομένως το άνοιγμα μιας χαραμάδας στην προσπάθεια να επανοικειοποιηθεί η πραγματικότητα. Όταν το «κοινωνικό» δεν μας φαίνεται πλέον στην λανθασμένη σταθερότητα ‘αυτού που είναι αντικειμενικά’, έξω και εντελώς διαφορετικό από εμάς, ξένο, είναι ευκολότερο να δούμε την συγγένεια που αυτό έχει με την ιστορία του καθενός μας. »Αυτά τα τελευταία χρόνια η εικόνα ενός ακλόνητου και ορθολογικού συστήματος έχει υποστεί ένα ρήγμα που είναι δύσκολο να αποκατασταθεί. Οι ιδεολογικές και ηθικές παραποιήσεις στις οποίες η αστική κοινωνία έχει διατηρηθεί μέχρι σήμερα υποχωρούν, ενώ γίνεται αντιληπτό ότι η διαβίωση δεν είναι πλέον εγγυημένη». Μπορεί να φαίνεται σαν η πιο ευνοϊκή στιγμή για να τερματίσουμε την μαζική εξάρτηση. Κάποιος σίγουρα επένδυσε σε αυτό. Υπάρχουν όμως και σημάδια που δείχνουν αντίθετες τάσεις: η ανατίμηση των θεσμών (οικογένεια, σχολείο, κόμμα), η νοσταλγία της επιστροφής στην ιδιωτική ζωή, η εμφάνιση νέων μορφών διαφυγής θρησκευτικού μαγικού τύπου ως καταφύγιο στη μοναξιά και την αβεβαιότητα. Το πρόβλημα της «εξάρτησης», εκτός από το ότι είναι πιο σύγχρονο από ποτέ, είναι σαν να αποκαλύπτεται τώρα γεμάτο από πολύπλοκες και βαθιές επιπτώσεις, υπαινιγμούς.
Αποτέλεσμα εικόνας για  anni 70,Lea Melandri
Μπροστά σε μια τάξη που καταρρέει, η προσπάθεια να συγκολληθούν οι διαχωρισμοί και να καλυφθούν οι παραφωνίες απαντά στην ανάγκη επιβίωσης-συντήρησης όχι λιγότερο υλικής από τη φυσική συντήρηση με τη στενή έννοια. Οι ίδιοι άνθρωποι που επιθυμούν την αποσύνθεση της καπιταλιστικής πυραμίδας δεν επιτυγχάνουν πάντοτε να αποφύγουν τον πειρασμό να εδραιώσουν τις κορυφές-τα ηγετικά στελέχη άλλων οργανώσεων που είναι μόνο κατά τα φαινόμενα εναλλακτικές.«Η «διατήρηση» παραπέμπει στην «επιβίωση». Τι είναι αυτό που δεν μπορούμε να διακινδυνέψουμε να χάσουμε, εκτός από την τροφή, για να εξασφαλιστεί η ζωή; » Μεμονωμένο υποκείμενο και κοινωνικό υποκείμενο παρουσιάζονται, μέσα στο πλαίσιο της τρέχουσας οικονομικής δομής, αμφότερα με αλλοτριωμένες αποχρώσεις: τα άτομα, τα οποία η αστική ιδεολογία περιγράφει ως ενεργά, ελεύθερα, αυτόνομα υποκείμενα, στην πραγματικότητα μειώνονται σε παθητικά αντικείμενα, αφηρημένα άτομα, η μάζα των παραγωγών και των εκτελεστών, αντίθετα, αποτελείται από άτομα άγνωστα μεταξύ τους, απομονωμένα και εκτοπισμένα από το προϊόν της δουλειάς τους. Φέρνοντας αντιμέτωπα το κοινωνικό υποκείμενο (τάξη) στο άτομο, σαν η τάξη να ήταν ήδη «από μόνη της», αντικειμενικά, το υποκείμενο της επανάστασης, ο διαλεκτικός υλισμός κινδυνεύει να προσδώσει ρεαλισμό και επαναστατική δύναμη σε μια οντότητα όχι λιγότερο αφηρημένη και αλλοτριωμένη από το άτομο.«Επομένως, η αναζήτηση μιας «συγκεκριμένης ατομικότητας» συνδέεται αναπόφευκτα με την αναζήτηση μιας «νέας κοινωνικότητας». «Όταν μιλάμε για «προσωπικό» και «πολιτικό», ως παρουσίες που υπάρχουν αμφότερες στο επαναστατικό κίνημα, ο κίνδυνος είναι, αντίθετα , να επιστρέψουμε συνεκτικότητα και πολικότητα σε δύο στιγμές που αντιθέτως παρουσιάζονται συγκεχυμένες και μπερδεμένες. Να βουτήξουμε μέσα στην ιστορία αυτού που ειδώθηκε μόνο ως ιδιωτικό και ατομικό είναι σαν να μας έχει καταπιεί μια χοάνηIΟ πραγματικός χρόνος και η πολιτική πρόθεση γίνονται ολοένα και πιο θολές, ενώ ένα βάθος χωρίς ιστορία φαίνεται να διαμορφώνεται, όπου λίγα πάθη αναδεύονται, έντονα, πάντα τα ίδια. Το «προσωπικό» παίρνει την όψη του «διαφορετικού»: ένα είδος «φύσης» αμετάβλητης που ερχόμενη ξανά στην επιφάνεια παράγει θρυμματισμό και σύγχυση μέσα σε ένα κοινωνικό ιστό που επιθυμεί να είναι ομοιογενής.«Πίσω από την αλήθεια που υπάρχει σε όλο αυτό (μεροληψία ενάντια σε μια φαντασιακή ενότητα, η σύγκρουση ενάντια σε μια πλασματική αλληλεγγύη) μπορούμε να καταλήξουμε όμως να αναπαράγουμε ακούσια την ιδεολογική παραποίηση: βλέποντας ως «φυσική» ώθηση και διαχωρισμένο αυτό που είναι το αποτέλεσμα και στήριγμα ταυτόχρονα στη συνέχιση μιας παραμορφωμένης και αφηρημένης κοινωνικότητας.
Σχετική εικόνα
«Η ζήλια, ο ανταγωνισμός, το αίτημα για αγάπη είναι το παραμορφωμένο πρόσωπο μιας κοινωνικής ενσωμάτωσης που περνάει καταναγκαστικά μέσω της δυαδικότητας-τριγωνικότητας των οικογενειακών σχέσεων. «Από αυτό το σημείο προέλευσης το μοντέλο μιας« αλλοτριωτικής επιβίωσης» και καταστροφικής φαίνεται να διασχίζει, με μικρές τροποποιήσεις, ολόκληρη την κοινωνική οργάνωση». Σε μια ομάδα γυναικών που προτείνουν να δώσουν μια συγκεκριμένη, μη ιδεολογική βάση, στην πολιτική τους σχέση, η άφιξη νέων προσώπων επικεντρώνει τη συζήτηση επάνω στο πρόβλημα εάν η ομάδα έπρεπε να κρατηθεί ανοιχτή ή να δώσει στον εαυτό της ένα ελάχιστο κανονισμού.
«Αλλά ποιες είναι οι «καινούργιες»; Η Μ. δηλώνει ανοιχτά εχθρική σε κάθε νέα παρουσία που αισθάνεται σαν «αντίπαλο-ανταγωνίστρια» σε σχέση με την ομάδα, υπό την έννοια ότι μπορεί να αφαιρέσει την προσοχή και την αγάπη της ομάδας. Η ομάδα είναι σαφώς διαμορφωμένη σαν «τρίτη ομάδα / πρόσωπο», στην οποία δίδεται ή φοβούνται να δώσουν μια εμφάνιση, μια έκφραση, ένα πρόσωπο. Η ιστορία μας φαίνεται ανεπανόρθωτα σημαδεμένη από τριγωνικές σχέσεις.‘Έχει υπάρξει ποτέ – αναρωτιέται η Λ. – ένα τέταρτο ενεργό; «Για την Γ. η ομάδα είναι φιλόξενη, ζεστή σαν τη μήτρα μιας μητέρας, όχι πάντα, μερικές φορές την αισθάνεται ξένη και σχεδόν δεν αναγνωρίζει τα πρόσωπα. Όταν αισθάνεται άνετα θέλει να μιλήσει. Η φωνή διεισδύει, αδηφάγα, αλλά προδίδει επίσης τον φόβο μήπως καταβροχθισθεί. «Για άλλες η ομάδα δεν έχει το πρόσωπο καμιάς ειδικότερα, θέλουν να παραμείνει ουδέτερη, ανώνυμη. Έτσι προτείνουν και πάλι, αλλά κατά τρόπο που μπορούν να την δουν και να την αναλύσουν, την θεμελιώδη και πιο ανθεκτική δομή από όλες τις διαπροσωπικές σχέσεις: την δυαδικότητα / τριγωνικότητα του τύπου της κοινωνικής σχέσης που εκτυπώνει η οικογένεια σε κάθε έναν από εμάς. Όποιο και αν είναι το πρόσωπο της ομάδας (η μητέρα, το γονικό ζεύγος), η ‘αρχική κατάσταση’ είναι εκεί, εμπλέκεται μέσα στην εύθραυστη λογικότητα των συνομιλιών μας, μέσα στην ηρεμία των σωμάτων μας. Να απελευθερώσουμε τον λόγο σημαίνει «να προδοθούμε» αποκαλύπτοντας παρορμήσεις και φαντασιώσεις που είναι εν μέρει άγνωστες σε εμάς, αλλά όχι τόσο πολύ ώστε να μην προαισθανθούμε σε αυτές την επανεμφάνιση κάτι τις που ήδη γνωρίζουμε.
Σχετική εικόνα
Δεν είναι τυχαίο το γεγονός ότι το αίτημα για συναισθηματικές εγγυήσεις σε μια ομάδα γυναικών προκαλεί βαθιές ανησυχίες: υπάρχει ο φόβος της απόρριψης διότι ανυπόφορη επανάληψη της αρχικής εγκατάλειψης, αλλά και της συγκατάθεσης, της διαθεσιμότητας, επειδή ανακαλεί συγχωνευτικές φαντασιώσεις, θανάσιμους εγκλωβισμούς, λες και λόγω της καθησυχαστικής «διαφοράς» που έχει ο άνδρας, της διαφορετικότητας του αυτής που γίνεται ιστορικά εξουσία, οι γυναίκες βρίσκονται αντιμέτωπες η μια απέναντι στην άλλη χωρίς όρια, αμοιβαία διαπερατά. «Πριν λήξει η συνάντηση μια προτείνει να βρεθούν σε δείπνο, να ξανασυναντήσει τις άλλες ‘έξω από την ομάδα’ και να ξεχωρίσει πιο εύκολα τα πρόσωπα και τη φωνή της καθεμιάς από τα φαντάσματα τους. Η συνάντηση πραγματοποιείται λίγες μέρες αργότερα σε ένα περιβάλλον όπου, λόγω της φασαρίας που προκαλεί η μουσική, είναι σχεδόν αδύνατο να μιλήσουν. Η ανάγκη να αναφερθούν σε μια ανώνυμη ομάδα / πρόσωπο αντιστέκεται στην επιθυμία για πιο ελεύθερες σχέσεις.Το «ενεργό τέταρτο» γεννιέται αργά και με δυσκολία. Στην ενδιάμεση περίοδο, η επιβίωση.
«Μια γυναίκα αποφάσισε να χωρίσει από τον σύζυγό της. Πέρασε το βράδυ μόνη της, γρήγορα κοιμήθηκε αλλά ξύπνησε με πονοκέφαλο. Φαντάζεται πως αρρώστησε βαριά και ότι την πήγαν στο νοσοκομείο. Θέλει ο σύζυγός της να το μάθει και συγκινείται για τη τύχη του. Άλλες φαντασιώσεις: ξεγυμνώνεται από κάθε επιθυμία και αφιερώνει τον εαυτό της στον θρησκευτικό διαλογισμό, ή: γίνεται σαν τη μητέρα, διακριτική, οικονόμος, θυσιάζεται στις οικογενειακές υποχρεώσεις.«Μπορεί να ξεφύγει από την εξάρτηση, την προσδοκία ότι κάποιος ή κάτι «από έξω» εγγυάται τη ζωή, αλλά αυτό που παραμένει απαγορευμένο είναι ‘να παίζει ελεύθερα‘. Το προνόμιο του άνδρα είναι επίσης πως επιτρέπεται να «πεινάει» και ταυτόχρονα να «παίζει»‘.Μια αλλοτριωμένη ισορροπία ανάμεσα στην επιβίωση και την ευχαρίστηση που βασίζεται στον διαχωρισμό, αλλά που επιτρέπει να αποφεύγονται τα δεινά εκείνων που εξαναγκάζονται, μέσα στην έλλειψη ευχαρίστησης, να «πεινούν» ντροπιαστικά.«Το σπάσιμο του κύκλου της εξάρτησης είναι να μπαίνεις σε μια φάση «μετάβασης» όπου ο κίνδυνος είναι να εξαλειφθεί μαζί με το πτώμα μιας αλλοτριωμένης ύπαρξης και η ευχαρίστηση και η ζωντάνια που παγώνουν σε ένα είδος αναγκαστικής παιδικής ηλικίας.«
Σχετική εικόνα
Η επιβίωση πρέπει να επανεξεταστεί ξεκινώντας από το «σημείο προέλευσης»: μια ένδειξη που δεν ισχύει μόνο για την ανάλυση της συγκεκριμένης αλλοτρίωσης των γυναικών, αλλά για όλες τις πολιτικές οργανώσεις που δίνουν έμφαση στην αυτονομία ως απαραίτητη στιγμή για τη δημιουργία μιας πραγματική πολιτικής συλλογικότητας.«Η πολιτική πρακτική των φεμινιστικών ομάδων, τη στιγμή κατά την οποίαν κάνει αυτά τα θέματα δικά της (την επιβίωση, το προσωπικό, κλπ.) προσκρούει ενάντια σε μια Τάξη και μια Ενότητα ιδανικές που επιστρέφουν συνεχώς χωρίς μεγάλες διαφορές στην ιστορία της αριστεράς. Στην περίπτωση αυτή η μεροληψία, το μερικό παρουσιάζεται κατηγορηματικά ως «διαφορετικότητα και παραφωνία», απειλή αλλαγών και νέων απροσδόκητων αντιφάσεων.«Το γεγονός ότι οι γυναίκες έχουν δώσει στους εαυτούς τους οργανωτικές μορφές που παρακάμπτουν οποιοδήποτε προηγούμενο μοντέλο, οι οποίες εμφανίζονται αυθόρμητες (με την έννοια των «μη οργανώσεων») μόνο σε όσους έχουν κατά νου ιεραρχικές και γραφειοκρατικές δομές τινάζουν στον αέρα την ψευδαίσθηση εκείνων που εξακολουθούν να εύχονται η σύγκρουση μεταξύ ανδρών και γυναικών να επιστρέψει ειρηνευμένη μέσα στη Μεγάλη μοναδική ταξική ενότητα.«Όταν μια εντολή, μια τάξη πραγμάτων, όποια κι αν είναι, αισθάνεται να την απειλούν, η αντίδραση είναι η ίδια: λογοκρισία, δημιουργία εμποδίων και απόσπασης, ενσωμάτωση.
Σχετική εικόνα
«Η επιβίωση εξακολουθεί να τίθεται για τις γυναίκες ακόμη και στην ενηλικίωση, στην αρχική της μορφή: ανάγκη να την τρέφουν – ανάγκη να θρέψει, ανάγκη να αγαπηθεί – ανάγκη να δώσει αγάπη. Δεν εμφανίζεται, αν όχι σπάνια, η επεξεργασία της ανάγκης στις διάφορες μορφές που χαρακτηρίζουν αντιθέτως την ανάπτυξη του ανδρός: επιβεβαίωση, δύναμη, ανταγωνισμός, εξουσία.«Και οι δραστηριότητες του ανδρός, από την οικονομική στην πολιτιστική, την καλλιτεχνική, την πολιτική κ.λπ., φέρουν το σημάδι της αρχικής σχέσης εξάρτησης από τη γυναίκα-μητέρα.Αλλά φέρνουν επίσης την «διαφορετικότητα» που προκύπτει από το προνόμιο της ικανότητας, της δυνατότητας να στέκεται σε σχέση με την μητέρα σε μια θέση εξουσίας.«Η συναισθηματική επιβίωση είναι εγγυημένη στον άνδρα, ακόμη και αν δεν υπάρχουν μητρικές φιγούρες, από την συνειδητοποίηση ότι παίζει έτσι κι αλλιώς τον ρόλο αυτού που «μπορεί» ή «κατέχει». Ο κόσμος, έτσι όπως είναι δομημένος, ανεξάρτητα από τις οικονομικές, πολιτικές και πολιτιστικές δομές που τον διέπουν και τον στηρίζουν, το επιβεβαιώνει σε καθημερινή βάση με την κληρονομική κατοχή του: την προσήλωση, την αφοσίωση της γυναίκας.«Όλες οι κουλτούρες, υποστηρίζει ο G. Ròheim, μπορούν να μοιάζουν με την ιστορία ενός ατόμου με τις νευρώσεις του, τις άμυνές του, τις ανησυχίες του και τα άγχη του. Ο πολιτισμός ως επέκταση της παιδικής ηλικίας; Αλλά αυτός που μπορεί να «δημιουργήσει πολιτισμό» είναι κάποιος που κατάφερε κατά κάποιο τρόπο να βρει ικανοποίηση στις ανάγκες της παιδικής ηλικίας, ο οποίος κατάφερε να επεξεργαστεί τον αποχωρισμό από τη μητέρα επειδή μπόρεσε να επαναλάβει με άλλες γυναίκες τον δεσμό, τη σχέση προέλευσης.Που δεν σημαίνει αυτονομία και ελευθερία σε σχέση με τις πρωταρχικές σχέσεις, αλλά μόνο το να ακουμπάς τα πόδια σε μια ασφαλή γη, επάνω σε μια «ύλη» αρκετά σταθερή ώστε να αφήσεις τη διαθεσιμότητα για να «κάνεις κάτι άλλο»». «Οικονομική επιβίωση και συναισθηματική επιβίωση» [ να σε αγαπούν να σε τρέφουν) στην αρχική κατάσταση δεν είναι διακριτές. Ο ερωτισμός είναι ένα μέρος της σχέσης μέσω της οποίας μεταδίδεται η ζωή που δεν διαχωρίζεται. Ο επακόλουθος διαχωρισμός (παραγωγή-αναπαραγωγή, οικονομικές σχέσεις-οικογενειακές σχέσεις, εργασία-σεξουαλικότητα) είναι ήδη το σημάδι μιας βαθιάς αλλοτρίωσης που έχει τη ρίζα της στη σεξιστική, πατριαρχική δομή, πριν ακόμη από εκείνη την καπιταλιστική«Η επιβίωση, όπως παρουσιάζεται στην καθημερινή εμπειρία των γυναικών, είναι σαν να μην είχε ούτε χρόνο ούτε ιστορία. Σημείο άφιξης και αναχώρησης παραμένει το σημείο προέλευσης, μια επιμονή και ακινησία που προκαλούν την παράλυση ή τον ακρωτηριασμό του «να κάνεις».
Σχετική εικόνα
Μόνο με μεγάλη προσπάθεια η γυναίκα καταφέρνει να κάνει δικό της το έργο του ανδρός, διατηρώντας ταυτόχρονα ένα είδος επιφύλαξης σε σχέση με αυτό. Οι ενέργειές της παραμένουν πεισματικά συνδεδεμένες με την αναζήτηση μιας ιδανικής μητρικής αγάπης επάνω στην οποία βαραίνει ο φόβος και η ενοχή. Το μόνο «που μπορεί να κάνει» είναι η μητρότητα, να μεταμορφωθεί από εγκαταλελειμμένη κόρη σε γενναιόδωρη μητέρα. Η εμπειρία της μητρικής εγκατάλειψης-προδοσίας βάζει την γυναίκα στην κατάσταση να πρέπει να ψάξει αναγκαστικά στον άνδρα την απόδειξη της ύπαρξής της και της αξίας της. «Βρίσκεται έτσι απαλλοτριωμένη της ζωής και της σημασίας που θα μπορούσε να έχει η ζωή της, αναγκασμένη να επαναφέρει τις παρορμήσεις της μέσα στα όρια που επιβάλλει ο άνδρας για να ικανοποιήσει τις δικές του, να μετρήσει και να παραποιήσει τις επιθυμίες της ώστε να μην επαναλάβει την εμπειρία της εγκατάλειψης.«Αλλά η «ανυπαρξία» των γυναικών είναι και η δύναμή τους. Αυτός που μπορεί να δει καθαρά «αυτό που βρίσκεται στην καταγωγή, στην προέλευση», επειδή δεν έχει ποτέ διαχωριστεί από αυτήν, είναι φορέας μιας αλήθειας που κλονίζει όλες τις κοινωνικές και πολιτικές αναλύσεις που έχουν μεγαλώσει επάνω στην άρνηση και την παραποίηση αυτής της ίδιας καταγωγής.«Η προσπάθεια από πολλές πλευρές, στην οποία γινόμαστε σήμερα μάρτυρες, να φέρουν στα έδρανα των διασκέψεων, των πανεπιστημίων ή των κομμάτων αυτό που έχει γίνει μια πολιτική πρακτική για το γυναικείο κίνημα, είναι η συντηρητική Αντίδραση εκείνων που αισθάνονται ότι απειλείται το καθημερινό τους προνόμιο και η ίδια η αξιοπιστία τους σαν διανοούμενοι ή πολιτικοί.«Μα πλέον το καινούργιο γεγονός, πως η κριτική της επιβίωσης μπορεί να γίνει αναπόσπαστο μέρος μιας πολιτικής πρακτικής, έχει συμβεί.«Η τροφή και η αγάπη, η σεξουαλικότητα και η πράξη, το παιχνίδι και η αναγκαιότητα δεν μπορούν παρά να ξαναγεννηθούν μαζί» (5). Εδώ γεννιέται μια πολιτική πρακτική που βασίζεται στη σχέση μεταξύ γυναικών. Ωστόσο, αυτή η θέση, ευρέως διαδεδομένη, θα εξασφαλίσει στο κίνημα των γυναικών την απόδοση της μητρότητας της αποκαλούμενης «ύφεσης» του κινήματος ή του ναρκισσισμού που πλέον εξαπλώνεται ραγδαία, και πρακτικά έχει καταστεί μαζικός.
Αποτέλεσμα εικόνας για anni 70,Lea Melandri
i libri di michele · αυτονομία, autonomia

Lucio Castellano: Η ΑΥΤΟΝΟΜΙΑ, ΟΙ ΑΥΤΟΝΟΜΙΕΣ.

Αποτέλεσμα εικόνας για rosso, giornale, anni '70, autonomia

Η ιστορία της «αυτονομίας» αποτελείται από μια σειρά από αρθρωτές και ανομοιογενείς πολιτικές εμπειρίες που ξεδιπλώνονται σε όλη τη δεκαετία του εβδομήντα και των οποίων η ταυτότητα περιστρέφεται γύρω από την ιδέα- δύναμη της «άρνησης της εργασίας». Δεν είναι μόνο μια ιδεολογία της χειραφέτησης, αλλά ένας τρόπος ανάγνωσης της καπιταλιστικής κοινωνίας, των πρωταγωνιστών της, του τρόπου διανομής της εξουσίας σε αυτήν, της δυναμικής της ανάπτυξης της και του τερματισμού της, που αποτελεί το σχήμα προσανατολισμού και τον ηγεμονικό συνδετικό ιστό που διατρέχει δέκα χρόνια πολιτικής αντιπαράθεσης με το οργανωμένο εργατικό κίνημα. Σε αυτή τη βάση, μπορεί να καθοριστεί η συνέχεια που τρέχει μεταξύ της «άγριας συγκρουσιμότητας» του 1968 και των εργατικών επιτροπών βάσης (που αποτελούν μεγάλο μέρος της κοινής καταγωγής της εργατικής Εξουσίας και του συνεχή Αγώνα, Potere operaio e Lotta continua ), των «κοινωνικών» αγώνων και της «αντίστασης στην αναδιάρθρωση «που αυτών των οργανώσεων σηματοδοτούν το αποκορύφωμα και το τέλος, και τις θεματικές των νέων αναγκών και του» κοινωνικού εργάτη «που θα εκραγούν μεταξύ του 1976 και του ’77. Δεν είναι μια εκ του προχείρου σύνδεση που πηδά πάνω στις διαφορές, βαθιές εξάλλου, και αγνοεί το πλήθος των συνεισφορών και την ασυνέχεια των προσανατολισμών. Είναι η ανίχνευση μιας ενιαίας πορείας προβλημάτων και των τρόπων επίλυσης μέσα σε μια πρακτική της οργάνωσης που επιδιώκει να προσδιορίσει πολιτική και οικονομία και αναγνωρίζει στην επείγουσα ανάγκη των συγκρουσιακών αναγκών την δημιουργία της κοινωνικής και πολιτικής αυτονομίας του επαναστατικού υποκειμένου.

Αποτέλεσμα εικόνας για autonomia anni 70

«Άρνηση της εργασίας» σημαίνει ότι μέσα στην δομή και την ιεραρχία των κοινωνικών σχέσεων που διοικούνται από την μισθωτή εργασία ζει πάντα ένας ιστός επικοινωνίας και οργάνωσης, που έχει στην κατοχή του πληροφορίες, «γνώσεις», γνωρίζει πράγματα, που τους αντιτίθεται και στις οποίες είναι εναλλακτικός. Είναι μια κοινωνική δομή που γεννιέται μέσα στον αγώνα, για τον αγώνα – για περισσότερα χρήματα, λιγότερη δουλειά, για λιγότερο βλαβερή εργασία, ή βαριά για να «αισθάνεται, να ζει καλύτερα», ή σε κάθε περίπτωση να μην πεθάνει από εργοστάσιο – αλλά που είναι ήδη δύναμη, εξουσία επάνω στην «παραγωγή» και της «παραγωγής», επειδή είναι φτιαγμένη ακριβώς από τα ίδια στοιχεία που απαρτίζουν την εργατική απόδοση-λειτουργία, μόνο που έχει ανεστραμμένο το σημάδι, εκείνο της μη συνεργασίας, της αφαίρεσης πόρων και διαθεσιμότητας.  Η γνώση του παραγωγικού κύκλου της εργατικής τάξης, η ικανότητα να σταματά, να δραπετεύει, να αποτραβιέται, να σαμποτάρει είναι η επιστήμη της αντίστασης, με την ικανότητά της να επηρεάζει πάντα την κατανομή του πλούτου και της οργάνωσης της εργασίας. Σαν να λέμε πως οι κοινωνική εξουσία, η κοινωνική γνώση, διαιρούνται ανάμεσα στην εντολή-την διοίκηση και την αντίσταση, και οι κοινωνικές σχέσεις διασπώνται, οργανωμένες μαζί με την εργασία και τον αγώνα εναντίον της, και πως η παραγωγή δεν είναι δυναμική ουδέτερη, «οικονομία», αλλά τόπος αντιπαράθεσης, σύγκρουσης και διαμεσολάβησης μεταξύ αυτών των δύο δυνάμεων-εξουσιών εχθρών μεταξύ τους.

Αποτέλεσμα εικόνας για quaderni rossi panzieri

Δεν υπάρχει μόνο εκμετάλλευση σε αυτή την κοινωνία, αλλά και αυτονομία από αυτήν και αγώνας. «Πόσoι κοινωνικοί πόροι ελέγχονται μέσα στην ιεραρχία που χτίζεται από την μισθωτή εργασιακή σχέση και πόσοι δεσμεύονται αντιθέτως με την εμφάνιση αυτόνομων ταξικών αναγκών, ποτέ δεν είναι πράγμα οριστικό μια για πάντα, αλλά είναι το αντικείμενο αυτού του πολιτικού αγώνα που πηγαίνει κάτω από το όνομα της ανάπτυξης και της κρίσης «. Σε αυτή την εκδοχή, η κουβέντα είναι ήδη ολόκληρη μέσα στα »Κόκκινα Τετράδια», «Quaderni Rossi» του Panzieri και του Tronti. Και εδώ έχουμε ήδη περιλάβει τις μεγάλες θεωρητικές ρήξεις με την σοσιαλιστική παράδοση του εργατικού κινήματος, επειδή δεν υπάρχει πλέον αυτονομία στο «οικονομικό» και καμία αντικειμενικότητα στην κρίση, αλλά παντού σύγκρουση συμφερόντων και οργανώσεων.

Αποτέλεσμα εικόνας για quaderni rossi panzieri

Επειδή η εξουσία δεν βρίσκεται μόνο στη μία πλευρά, και δεν υπάρχει μια τάξη «παραγωγών» σε αντίθεση στους «εκμεταλλευτές», αλλά μια σχέση που είναι παραγωγική διότι σύγκρουση συμφερόντων σε αγώνα, έτσι δεν υπάρχει δυνατότητα απελευθέρωσης που να περνά από την απλή «εξάλειψη των εκμεταλλευτών», δηλαδή από την «κοινωνικοποίηση της σχέσης», τον σοσιαλισμό: δεν υπάρχει ανωτερότητα του σχεδιασμού επί της αγοράς, αλλά μόνο δυνατότητα διοίκησης επί της σχέσης της ανάπτυξης, καταναγκασμός να παραχθεί περισσότερη εργατική τάξη και λιγότερο κεφάλαιο. Πρόκειται για σημαντικές ρήξεις, μέσω των οποίων περνά ένας εντελώς διαφορετικός προσανατολισμός των χειραφετητικών θεματικών. Πρώτα απ ‘όλα, ο περιορισμός του ρόλου της κατάκτησης της πολιτικής εξουσίας μέσα στην απελευθερωτική διαδικασία και, μέσα σε αυτή, η ανατίμηση της ιστορίας των δυτικών εργατικών τάξεων. Στη συνέχεια, η σταθερή αγκυροβόληση κάθε συζήτησης επί της οργάνωσης στο σύστημα των υλικών εκφρασμένων αναγκών, το οποίο είναι το δεδομένο επίπεδο της ταξικής αυτονομίας. Είναι ένας λόγος γεννημένος με τους όρους της ταξικής πολιτικής αυτονομίας, δηλαδή αυτονομίας του συστήματος των αναγκών, αυτονομίας της εργατικής εξουσίας: συγκρουσιακή συμμετοχή στην ανάπτυξη και απειλή του αποκλεισμού, δηλαδή συνειδητή διαπραγμάτευση ενόψει της επίτευξης των συμφερόντων της δικής μας πλευράς.

Σχετική εικόνα

Είναι ένας λόγος, μια συζήτηση που μεγαλώνει γρήγορα ωστόσο, επειδή οι βάσεις είναι πλούσιες. Από τη στιγμή, μάλιστα, που μπορείτε να διαβάσετε την καπιταλιστική κοινωνία όχι πλέον ως τόπο της αδιαφιλονίκητης διοίκησης των συμφερόντων της πλευράς του κεφαλαίου, της ιεραρχίας που εκφράζεται στη σχέση μισθωτής εργασίας, αλλά ως την περιοχή της σύγκρουσης μεταξύ της εργασίας και της άρνησης της εργασίας , αφού αναγνωριστεί σαν αγώνας οργανώνονται οι ίδιοι πόροι που αποτελούν την ουσία της ανάπτυξης του κεφαλαίου, και ότι οι κοινωνικές ανάγκες διαθέτουν μια αυτονομία από την εντολή-την διοίκηση επί της εργασίας, ότι στην ιεραρχία που χτίστηκε γύρω από το χρόνο της εργασίας αντιτίθεται μια άλλη που χτίζεται γύρω από το χρόνο του αγώνα, τον χρόνο που απελευθερώνεται από την εργασία, και πως και αυτή κατέχει επίσης τη γνώση, είναι ο ιστός της επικοινωνίας και της κοινωνικής οργάνωσης, είναι παραγωγική δύναμη,  έχοντας αναγνωρίσει όλα αυτά, το πρόβλημα καθίσταται εκείνο της ανάπτυξης και του εμπλουτισμού των πόρων που παρουσιάζονται ως «μη-κεφάλαιο, εκείνο του μπλοκαρίσματος της κοινωνικής σύνθεσης της καπιταλιστικής πλευράς, της δυνατότητας μιας διαφορετικής σύνθεσης στο έδαφος όχι τόσο της οργάνωσης της πολιτικής εξουσίας, όσο επάνω σε εκείνο της δομής των παραγωγικών δυνάμεων ». Δηλαδή, καθίσταται η αποσύνθεση της κεφαλαιακής σχέσης.

Σχετική εικόνα

 Αν η κοινωνία δεν θεωρείται πλέον ως θέατρο ενός και μοναδικού παράγοντα, το συμφέρον της καπιταλιστικής πλευράς, αλλά η κεφαλαιακή σχέση, εμφανίζεται η κουραστική σύνθεση των συμφερόντων δύο εχθρικών πλευρών, εάν, παράλληλα με την κανονιστική αρχή της ανταλλαγματικής αξίας, ισχυρός κινητήρας της κοινωνικής παραγωγής είναι το συμφέρον των εργατών στην αξία χρήσης, εάν η κοινωνική δύναμη-εξουσία είναι διαιρεμένη, τότε η δυναμική της εργατικής εξουσίας – όχι εκείνη η «πολιτική», που θα ήθελε να κυβερνήσει το κράτος, που δεν υπάρχει και του οποίου δεν νιώθουμε την έλλειψη, αλλά εκείνη η «κοινωνική» που υπάρχει, και συμμετέχει δυναμικά στη διακυβέρνηση αυτού του κόσμου – η δυναμική της ανάπτυξης της εργατικής δύναμης-εξουσίας και της υποταγής της, οι αδιάκοποι όροι του δικού της αγώνα/διαπραγμάτευσης, πρέπει να διερευνηθούν και να αναθεωρηθούν με τα μάτια εκείνων που αναζητούν τους νόμους και την αρχή της διάρθρωσης, δηλαδή την ικανότητα να είναι μια μετακαπιταλιστική κοινωνική οργάνωση, κομμουνισμός.

Σχετική εικόνα

«Περισσότερος μισθός, λιγότερη δουλειά», «μισθός ξεκομμένος από την παραγωγικότητα»: αυτά τα ισχυρά μαζικά συνθήματα, λέξεις-κλειδιά, που θα εκραγούν το εργατικό φθινόπωρο του 1969 μοιάζουν η πολιτική βάση πάνω στην οποία συγκροτούνται οι πρώτες αυτόνομες εμπειρίες οργάνωσης. Όχι μόνο και όχι τόσο λόγω της ικανότητάς τους να διαταράσσουν τους παραδοσιακούς οργανωτικούς μηχανισμούς, ούτε λόγω της «εξτρεμιστικής τους αξίας» να προκαλούν οικονομικές και πολιτικές «κρίσεις», αλλά επειδή σε αυτές διαβάζεται ένα πιθανό, αναδυόμενο πρόγραμμα εξουσίας. Με την έννοια ότι με αυτές η σχέση ανάμεσα στην καπιταλιστική διοίκηση επί της παραγωγής πλούτου και η παραγωγή των κοινωνικών αναγκών φαίνεται να σπάει . Η ιεραρχία που εκφράζεται μέσα στην παραγωγική διαδικασία, οι λειτουργικές διαιρέσεις γύρω από τις οποίες αυτή οδηγεί το εργατικό σώμα, φαίνονται ανικανότητα να διαχειριστεί, να κουμαντάρει τις κοινωνικές απαιτήσεις, τους διαύλους γύρω από τους οποίους είναι δομημένες. Ανάμεσα στην ταξική σύνθεση – και δηλαδή μεταξύ της δομής των ρόλων, της μορφής της κυκλοφορίας των παραγωγικών ικανοτήτων, της πληροφόρησης, των αναγκών των εργατών – και της παραγωγικής οργάνωσης εμφανίζεται ένα βαθύ κενό που είναι ήδη διπλασιασμός των ιεραρχιών, ανοικτή σύγκρουση δυνάμεων και των κριτηρίων γύρω από τα οποία διατάσσονται. Επειδή η αντίθεση μεταξύ αναγκών και παραγωγής δεν είναι σαν αυτή μεταξύ του «ονείρου» και της «πραγματικότητας»: εκφράζει τη σύγκρουση μεταξύ καναλιών κοινωνικής επικοινωνίας, μεταξύ οργανώσεων ανθρώπων, εκφράζει την ανικανότητα από την κοινωνική ιεραρχία που διατάσσει την παραγωγή να διοικεί ολόκληρη την κοινωνία, εκφράζει δηλαδή το γεγονός ότι είναι πολύ μικρό μέρος αυτής, ότι σε αυτήν δεν εισρέει μια επαρκής ποσότητα κοινωνικών πόρων, και πως αρχίζει να σχηματίζεται ένα διαφορετικό σημείο συνάθροισης. «Αυτοαξιολόγηση» και «νέα υποκείμενα».

Αποτέλεσμα εικόνας για autunno operaio '69

Οι θεματικές των «νέων αναγκών», του «κοινωνικού εργάτη», της «αυτο-αξιολόγησης», που είναι το σημείο προσγείωσης της «αυτονομίας», είναι η γραμμική ανάπτυξη αυτής της προσέγγισης. Το χάσμα μεταξύ της παραγωγής κεφαλαίου και της κοινωνικής οργάνωσης εμβαθύνθηκε ώστε να κάνει να αντιστοιχεί σε ένα κοινωνικό άτομο γεμάτο δεξιότητες, πληροφορίες, γνώσεις, ανάγκες, επιθυμίες, μια φτωχή παραγωγή που καταφέρνει να οργανώνει όχι μόνο ένα ολοένα μειωμένο μέρος του χρόνου του, αλλά εκείνο το μέρος αυτού που είναι πιο άθλιο και άδειο, μαζί, των πραγμάτων που γνωρίζει και εκείνων που επιθυμεί. Μια παραγωγή που αποτελεί μόνο ένα μέρος των κοινωνικών σχέσεων μεταξύ εκείνων που συμμετέχουν σε αυτήν, που είναι ένα κλάσμα και όχι η σύνθεση όλης της κοινωνικής συνεργασίας, πάνω από όλα, μια παραγωγή που μια τέτοια συνεργασία, στο σύνολό της, δεν μπορεί πλέον να διοικεί και να διατάσσει. Η κυκλοφορία των ρόλων και των γνώσεων με αυξανόμενο και σημαντικό τρόπο δεν διατάσσεται πλέον σύμφωνα με τα κριτήρια της παραγωγικής εργασίας του κεφαλαίου, σύμφωνα με τους κανόνες της παράστασης-απόδοσης εργασίας. Αυτοί οι κανόνες διέπουν μια ποσότητα πόρων που δεν επαρκούν πλέον για να διατάξουν το σύνολο της κοινωνικής αναπαραγωγής, τα σημεία διασποράς και διαταραχής σε σχέση με αυτήν έχουν πολλαπλασιαστεί υπερβολικά και ήδη μπορούμε να έχουμε μια γεύση από τα πρώτα, αχνά σημάδια μιας πιθανής διαφορετικής διατακτικής αρχής : αξία χρήσης ενάντια σε αξία ανταλλαγής, ορθότητα των αναγκών του «πλούσιου κοινωνικού ατόμου» που αντιτίθεται στο σειριακό σύμπαν, ικανό μόνο για ποσοτικό προσδιορισμό, από την αναπαραγωγική ανάγκη της εργατικής δύναμης στην αφηρημένη ανάγκη της «αναγκαιότητας», της «φυσικής έλλειψης».

Σχετική εικόνα

Δεν είναι πλέον μόνο μισθός έναντι κέρδους, δηλαδή η αυτονομία των αντιτιθέμενων συμφερόντων μέσα στην ενότητα ενός κοινωνικού μηχανισμού, αλλά ο εντοπισμός μιας πιθανής αντιπαράθεσης μεταξύ δύο τρόπων παραγωγής, δύο συμπάντων κοινωνικών σχέσεων.

Αυτό που ορίζει τη μετάβαση από την πρώτη άρθρωση του λόγου – τον μισθό – στην δεύτερη – το «κίνημα της αξίας χρήσης» είναι τελικά η κρίση της έννοιας της ανάπτυξης: που είναι η ικανότητα καπιταλιστικής σύνθεσης της δυαδικότητας των δυνάμεων-εξουσιών που ζουν στον τρόπο παραγωγής. Από αυτή την άποψη, η μακρά εναλλαγή της κρίσης και της στασιμότητας που ξεκινά με τη δεκαετία του εβδομήντα, στην Ιταλία και σε ολόκληρη τη Δύση, φαίνεται στην αυτονομία ως ανικανότητα του συμφέροντος της καπιταλιστικής πλευράς να αποτελεί σύνθεση όλης της οργάνωσης, επικοινωνίας, κοινωνικής γνώσης, ως αδυναμία να οργανώσει όλους τους κοινωνικούς πόρους μέσα στο χρόνο εργασίας και πίσω από την ιεραρχία που τον διοικεί όλο τον κοινωνικό χρόνο. Σαν να λέμε πως η παραγωγική και πολιτική σύνθεση που προσφέρει η σχέση του κεφαλαίου φαίνεται φτωχή μπροστά στον αυξανόμενο πλούτο του κοινωνικού ιστού που χτίζεται γύρω από τους αγώνες. Γύρω από αυτό έλκεται μια εξαιρετικά υψηλή ποσότητα παραγωγικών πόρων με όρους ικανότητας για κοινωνική συνεργασία, ανταλλαγή και επεξεργασία πληροφοριών και γνώσεων, διοίκηση επί του κοινωνικού χρόνου.

Σχετική εικόνα

Η κοινωνική επικοινωνία φαίνεται να διευρύνεται δραματικά, σε μεγάλο βαθμό απαλλαγμένη από την αρχή της απόδοσης που ρυθμίζει τον μισθολογικό συντελεστή, και αυτή δεν είναι πλέον σε θέση να διοικήσει πλήρως, να ελέγξει την κοινωνική ιεραρχία: ένα αυξανόμενο μερίδιο του κοινωνικού πλούτου είναι καθηλωμένο, καρφωμένο να χρηματοδοτεί, μέσα από τις πιο ποικίλες μορφές βοήθειας-συνδρομής, όχι την παράσταση της εργασίας, αλλά την ακαμψία σε σχέση με αυτήν και την απόρριψή της, ενώ παράλληλα καθιστά κοινωνικά αμελητέο, όχι περιθωριοποιητικό, τον αποκλεισμό από αυτήν. Από την άλλη, το εργοστάσιο δεν ελέγχει πλέον όλες τις κοινωνικές συμπεριφορές μέσω της αγοράς εργασίας, και η κοινωνική συνεργασία εμφανίζεται ευρύτερη και πλουσιότερη από αυτή που κινεί, που δίνει ζωή στο παραγωγικό έργο του κεφαλαίου: κοινωνικές ομάδες που εκδιώχθηκαν σε μεγάλο βαθμό από την αγορά εργασίας, οι νέοι και οι γυναίκες, αποκτούν δύναμη έκφρασης και κοινωνικής εξουσίας, και ενώ ο χρόνος εργασίας του καθενός όχι μόνο υφίσταται υποκειμενικά ως απαλλοτρίωση της ζωής, ως καταδίκη και δυστυχία, μιζέρια, αλλά αντικειμενικά αδειάζει από γνώση και δημιουργική δύναμη , ο ελεύθερος χρόνος παύει ολοένα και περισσότερο να είναι ο δευτερεύων χρόνος της αναπαραγωγής της εργατικής δύναμης για να γίνει ένας χρόνος πλούσιος σε ανταλλαγές και κοινωνικές σχέσεις, ικανός για επικοινωνία, επεξεργασία, συντονισμό, κατοχή τεράστιων πόρων και γνώσεων, εν συντομία, μια παραγωγική δύναμη, η οποία δεν είναι ίση με την εργασία, που δεν είναι ίδια με αυτήν, έχει ένα ευρύτερο κοινωνικό καθεστώς, κατοικείται ενεργά, δραστικά, από τον αγώνα κατά της εργασίας.

Αποτέλεσμα εικόνας για dal operaio massa al operaio sociale, anni '70, libro, negri

Όλος αυτός ο ιστός νέων δεδομένων, αυτή η βαθιά τροποποίηση που παρενέβη στον τρόπο παραγωγής, είναι ισχυρό γεγονός, όχι περιθωριοποιήσιμο. Με την σειρά του όμως δεν είναι ικανό να είναι μεμονωμένα δύναμη μιας εναλλακτικής σύνθεσης: πάρα πολλά πράγματα δεν μπορεί να τα χειριστεί, του ξεφεύγουν πολλοί πόροι, αν και δεν είναι αλήθεια ότι έχει αυτή την κακή σχέση με την τεχνολογία που λέγεται, και ακόμα κι αν στον τομέα της παραγωγής άρχισε να εισέρχεται όχι μόνο ως αντίσταση και σαμποτάζ, αλλά και ως δημιουργική δύναμη. Πρόκειται για μια συζήτηση σχετικά με τη μετάβαση, τη μαζική μετανάστευση από την παραγωγική εργασία κεφαλαίου, και τις πιθανές εκβάσεις της. «Στην ουσία, σε σχέση με τις ρήξεις που έλαβαν χώρα από τον εργατισμό στο θεωρητικό »σώμα» του μαρξισμού-λενινισμού, η »αυτόνομη» εμπειρία προσθέτει μια σύλληψη της κρίσης που δεν είναι πλέον εκείνη της « κοινωνικής κατάρρευσης », της έκρηξης, της σε βάθος ανικανότητας του κεφαλαίου να αντιμετωπίσει τις κοινωνικές ανάγκες, αλλά και της έκρηξης των κοινωνικών σχέσεων, που είναι πάρα πολύ πλούσιες για να επαναφερθούν στη κεφαλαιακή σχέση, εκείνη των ορίων της κεφαλαιακής διοίκησης πάνω σε ολόκληρη την κοινωνία: όχι η ανάπτυξη της δυστυχίας, αλλά του κινήματος χειραφέτησης, βρίσκεται στη βάση της ‘ανάγκης για κομμουνισμό’. Σαν να λέμε, το αντίθετο μιας θεωρίας της καταστροφής: στη βάση όλων συνειδητοποιούμε ότι υπάρχει η ανίχνευση της ανεπάρκειας, της φτώχειας των παρόντων σχέσεων εξουσίας, μπροστά στον πλούτο των κοινωνικών σχέσεων που έχουν αναπτυχθεί και λειτουργούν. H «μετανάστευση» από την μισθωτή εργασία και το ζήτημα του κράτους.

Αποτέλεσμα εικόνας για quaderni rossi panzieri

Μέσα σε αυτό το ύφος του λόγου το πρόβλημα της «εξουσίας» παίρνει διαστάσεις που είναι αρκετά ιδιαίτερες και γίνεται η θέση της «δύσκολης ταυτότητας» της αυτονομίας, ο τόπος γύρω από τον οποίο είναι αρθρωμένη η αντιφατική οργανωτική της εμπειρία.Καθ όλη την ιστορία του εργατικού κινήματος, τόσο στην ρεφορμιστική, σοσιαλδημοκρατική εκδοχή, όσο και στην επαναστατική, το ζήτημα της εξουσίας είναι η ισχυρή αρχή της ταυτότητας, η βάση του σχεδίου κοινωνικής μεταρρύθμισης. Με την έννοια ότι η πολιτική επανάσταση θέλει να προηγηθεί της κοινωνικής, και η κατάληψη του κράτους να είναι η βάση για την τροποποίηση των σχέσεων παραγωγής: το κράτος είναι, κατά τον Χέγκελ, το πιο προηγμένο επίπεδο κοινωνικής συνεργασίας και καθοδηγεί όλα τα άλλα. Ξεκινώντας από την αστική επανάσταση, αυτό είναι – και με αυτό τον τρόπο ο Στάλιν θα ολοκληρώσει μια συζήτηση που ξεκίνησε από τον Μαρξ – ο οποίος διαφοροποιεί την προλεταριακή επανάσταση από την αστική επανάσταση, που αυτή η τελευταία πρώτα κυρίευσε την κοινωνία και μετά το κράτος, ενώ η πρώτη προορίζεται να ακολουθήσει την αντίστροφη πορεία, να κυβερνήσει από πάνω, από ψηλά, από το σημείο της μέγιστης συγκέντρωσης της εξουσίας, την επανάσταση των κοινωνικών σχέσεων.Όλα αυτά δεν μπορούν να υπάρχουν στην κουβέντα που κάναμε, επειδή η καρδιά της είναι η αλλαγή »που βρίσκεται σε εξέλιξη» στις σχέσεις παραγωγής, η νέα εξάρθρωση-μετατόπιση της εξουσίας στην κοινωνία πολύ πριν απ’ ότι στους θεσμούς, το πρόβλημα της πολιτικής εξουσίας ακολουθεί, δεν προηγείται και περιορίζεται στο πρόβλημα του τρόπου με τον οποίο το κράτος προσαρμόζεται στην αλλαγή.

Αποτέλεσμα εικόνας για quaderni rossi panzieri

Το «σοσιαλιστικό» ζήτημα της κατάληψης του κράτους, της προλεταριακής «ανάληψης της εξουσίας» δεν προκύπτει στην πραγματικότητα: επειδή η νέα εξουσία που αναδύεται δεν είναι κρατική εκπροσώπηση, δεν μπορεί να ανατεθεί, δεν μπορεί να διαχωριστεί από εκείνους που την ασκούν, δεν είναι πολιτική, αλλά «παραγωγική», «σβήνει το κράτος». «Πραγματικά το νόημα ενός λόγου, μιας συζήτησης επί της φτωχοποίησης της κεφαλαιακής σύνθεσης και για τον πλούτο των πόρων που παραμένουν ξένοι σε αυτήν είναι ότι υπάρχει μια διασπορά της κοινωνικής εξουσίας, μια μετατόπιση των εξουσιών διαχείρισης επί των πόρων από την « αφηρημένη ισχύ στην κοινωνική συνεργασία » που διατάσσεται μέσα στην μισθωτή εργασία στις συγκεκριμένες κοινότητες, οι οποίες είναι ανεπίσημα δομημένες γύρω από αυτή την κατακτημένη διαθεσιμότητα κοινωνικού χρόνου, και πως αδιακρίτως τοποθετούνται έξω από τη σχέση εργασίας ή την διασχίζουν «. Αυτή η θολερότητα στην κοινωνική κατανομή της εξουσίας, αυτή η διασπορά που επενδύει την ομαλή ιεραρχική της άρθρωση και αποδυναμώνει το μεγάλο αφηρημένο και σύνθετο σύστημα υπέρ του μικρού συγκεκριμένου και απλού, επιτίθεται στα θεμέλια της μαρξιστικής ανάλυσης της εξουσίας. Με την έννοια πως βάση αυτής είναι η παραδοχή της συγκέντρωσης της εξουσίας στην κοινωνία του κεφαλαίου και η δυνατότητα να δοθεί σε αυτήν μια θετική μορφή, μετατρέποντας τη μορφή του κράτους με τρόπο ώστε να μεγιστοποιηθεί η «δημοκρατική συμμετοχή», να αυξηθεί η νομιμότητα και η δυνατότητα ελέγχου του.

Σχετική εικόνα

Σε αυτό το σημείο, ωστόσο, προκύπτει ένα πρόβλημα: ο λόγος για το κράτος είναι στον Μαρξ, όπως σε όλη την δημοκρατική πολιτική σκέψη, ένας λόγος για την «ισότητα», ο λόγος για τον κομμουνισμό είναι ένας λόγος για την ελεύθερη ανάπτυξη των «διαφορών», για το τέλος του δικαίου και την απάνθρωπη παράληψη του. «Η σχέση μεταξύ των δύο λόγων δεν είναι διαλεκτική στον Μαρξ, απλώς δεν υπάρχει». Υπάρχει μαζί η εξύμνηση της πολιτικής, της ισότητας, και η κριτική της. Σοσιαλιστική επανάσταση στο όνομα της ισότητας, για να «φέρει εις πέρας την γαλλική Επανάσταση», αλλά κομμουνισμός ως κριτική της. Επειδή η ισότητα μεταξύ των ανθρώπων είναι ένας διαχωρισμός, μια αφαίρεση, η οποία περνάει πάνω από τις συγκεκριμένες διαφορές των προτιμήσεων, των ιδιοσυγκρασιών, των αναγκών και των επιθυμιών, και μπορεί να το κάνει αυτό επειδή θεωρεί τους ανθρώπους εμπορεύματα, εναλλάξιμα στην απόδοση της εργασίας: γι αυτό είναι ισότητα »μόνο» πολιτική, επειδή αυτή η αληθινή, υλική είναι η αναγνώριση των διαφορών, η κατάργηση του δικαίου. Η «ισότητα» είναι η μόνη δυνατή βάση για κάθε ανάθεση και συμμετοχή, το θεμέλιο της πολιτικής, μαζί με τη δυνατότητα και το πεπρωμένο της, αλλά η βάση της είναι η αγορά, η μισθωτή εργασία, όπου «ένας άνθρωπος μιας ώρας «αξίζει έναν άλλο άνθρωπο μιας ώρας.Το «γενικό συμφέρον» του κόσμου της πολιτικής βασίζεται σε αυτή τη γενική ισοδυναμία του κόσμου των εμπορευμάτων επί της αφηρητότητας της μισθωτής εργασίας, αλλά η « κριτική της πολιτικής », η κριτική των σχέσεων ανάθεσης έχει και αυτή μια ισχυρή βάση.

Αποτέλεσμα εικόνας για autunno operaio '69

Τι συμβαίνει πραγματικά όταν ο χρόνος εργασίας, στον οποίο όλοι είναι ίσοι, χάνει εξουσία και παραγωγική δύναμη, γίνεται ένα κλάσμα όλου του κοινωνικού χρόνου, και ο χρόνος της μη εργασίας παύει να είναι δευτερεύουσα λειτουργία της κοινωνικής αναπαραγωγής και αρχίζει να είναι ένας συμμετέχων στον πλούτο των παραγωγικών δυνάμεων; Όταν οι σχέσεις μεταξύ των ανθρώπων αρχίζουν να είναι τόσο πλούσιες ώστε δεν μετριούνται πλέον με βάση την ισοτιμία και η κοινωνική επικοινωνία αρχίζει να διαρθρώνεται γύρω από τον ποιοτικό χρόνο, πλούσιο σε διαφορές, που παρακάμπτει, αποφεύγει και απομακρύνεται από την διοίκηση, τον έλεγχο του μισθού; «Ο λόγος της ισότητας παύει να κυβερνά τη διαδικασία της απελευθέρωσης, που πάει να ξεδιπλωθεί γύρω από ένα νέο πρόβλημα: πώς αρθρώνουμε την εξουσία όχι γύρω από την αφηρημένη ισότητα που επιβάλλει η αγορά, αλλά γύρω από τις συγκεκριμένες διαφορές που ζωντανεύουν τη νέα εποχή, το νέο χρόνο της πλούσιας κοινωνικής συνεργασίας; » Ο Μαρξ μιλούσε για τη «γενική διάνοια, general intellect», την αποσύνδεση της παραγωγής από την αναγκαιότητα. Πώς λειτουργεί η ανάθεση εξουσιών, όταν η κοινωνική παραγωγή του πλούτου αρχίζει να απελευθερώνεται από τα πλέγματα της αφηρημένης εργασίας, όταν η συμμετοχή του καθενός στην παραγωγή δεν μειώνεται πλέον στο χρόνο εργασίας του, αλλά επενδύει την ποιότητα της ύπαρξης του σαν «πλούσιου κοινωνικού ατόμου» , και πώς είναι αντιπροσωπεύσιμοι οι άνθρωποι που συμμετέχουν στην κοινωνία στη βάση όχι της απόδοσής τους, αλλά από αυτό που κάνουν, γνωρίζουν, θέλουν και επιθυμούν, διότι όλο αυτό εισέρχεται σήμερα στην ισχύ της κοινωνικής συνεργασίας; Δεν είναι αλήθεια με την ισχυρή έννοια όλο αυτό: ο χρόνος εργασίας είναι ακόμη πραγματική ουσία της παραγωγής, και από αυτόν παίρνουν δύναμη υλική η ανάθεση, η ισότητα, το «πολιτικό», αλλά υπάρχει αυτή η απελευθέρωση του κοινωνικού χρόνου, με ένα μη περιθωριακό τρόπο, και είναι ικανή να παράξει ισχυρά αποτελέσματα, και διασχίζει όλα τα θεσμικά όργανα με απονομιμοποιητική δύναμη.

Σχετική εικόνα

Αυτό που εκρήγνυται σε όλα τα επίπεδα, δεν είναι ένα αίτημα για «συμμετοχή» με βάση την ισότητα, αλλά απαίτηση για ευρύτερη εξάρθρωση της εξουσίας, της διάδοσής της, αυτονομίας των χώρων διαχείρισης στη βάση της «ποικιλομορφίας», της »διαφορετικότητας», της μη αναστρεψιμότητας σε «γενικό συμφέρον», στην σχέση πλειοψηφίας. Τα κινήματα αγώνα αυτών των χρόνων, παντού, έχουν αυτό το σημάδι: κανένα αίτημα για διαφορετική διαχείριση της εξουσίας, ούτε διεκδίκηση της «ισότητας», δηλαδή της πλειοψηφικής νομιμότητας, αλλά επιβεβαίωση μιας κάποιας μη αναστρέψιμης διαφορετικότητας που γίνεται , σαν τέτοια, απαίτηση ισχύος, άνοιγμα για διαπραγμάτευση, αίτημα για αυτονομία. Απαίτηση να έχουν φωνή μιας και είναι «διαφορετικά», όχι λόγω της ισότητας, απαίτηση αναγνώρισης της δύναμης-εξουσίας που είναι εγγενής σε αυτή την ποικιλομορφία, την διαφορετικότητα. Το κίνημα του ’77 ήταν κοινωνικά διαρθρωμένο και πολύπλοκο, για ένα πολύ μικρό μέρος του αποτελούμενο από «περιθωριοποιημένους», είχε τα χαρτιά του σε τάξη για να θέτει ερωτήματα «πολιτικά», αλλά η ταυτότητά του ήταν εκείνη του «διαφορετικού», οι γλώσσες που μιλούσε εξειδικευμένες και μη μεταφράσιμες, όπως η διάλεκτος μιας φυλής που θέλει να υπερασπιστεί τον εαυτό της από την επίσημη γλώσσα. Η »περιθωριακότητα» δεν υπήρξε κοινωνική υποδήλωση αλλά πολιτική επιλογή, κριτική της πολιτικής.

Σχετική εικόνα

Αλλά είναι μόνο ένα παράδειγμα: οι μαύροι, οι γυναίκες, οι νέοι, οι ηλικιωμένοι, οι αδερφές, οι εθνικές μειονότητες, τεχνικές, γλωσσικές, θρησκευτικές, η αναζήτηση μιας μη «πολιτικής» ταυτότητας που περιστρέφεται γύρω από μια διαφορά που πρέπει να αναγνωριστεί και να γίνει σεβαστή, στη βάση της οποίας θα διαπραγματευτούν χώροι για τη διαχείριση των πόρων, εμφανίζεται ως κυρίαρχο χαρακτηριστικό των «κινημάτων» ή εκείνων των χρόνων. Η σχέση με τους θεσμούς μέσα στην ιστορία της αυτονομίας. «Μέσα σ ‘αυτή τη μορφή της κοινωνικής αλλαγής, μέσα σε αυτό το πρόβλημα της μεταβίβασης εξουσιών από την εργασία στη μη εργασία, το ζήτημα της κρατικής εξουσίας ανακύπτει πάντοτε με όρους διαπραγμάτευσης, ποτέ « κατάληψης » ή υποκατάστασης». Στην ιστορία της αυτονομίας αυτό σημαίνει ότι παρουσιάζεται πάντοτε με όρους «τακτικής», ποτέ «στρατηγικής», και που δύσκολα προσφέρεται να είναι ο κεντρικός τόπος της πολιτικής ταυτότητας. Πρόκειται για ένα τακτικό πρόβλημα, μετακίνησης των αντιστάσεων, όχι στρατηγικό, της κατασκευής του μηχανισμού καθοδήγησης της διαδικασίας. «Τακτικό» πρόβλημα με την ισχυρή έννοια στην πρώτη φάση των κινημάτων, μέχρι τη διάλυση της εργατικής Εξουσίας, di Potere operaio, «τακτικό» με την αδύναμη έννοια στη δεύτερη φάση, εκείνη του χώρου της αυτονομίας αυτής καθεαυτής.

Σχετική εικόνα

«Με ισχυρή έννοια» σημαίνει ικανό να εκφράσει μια σύνθετη πολιτική και οργανωτική ταυτότητα, ένα σχέδιο κομματικό: στο κίνημα η στρατηγική, ο κομμουνισμός, στο κόμμα η τακτική, η απομάκρυνση των εμποδίων, η ικανότητα ρήξης. Με άλλα λόγια, Potere operaio, το «κόμμα της εξέγερσης». Όπου εξέγερση δεν είναι σχέδιο πολιτικής εξουσίας – ούτε «όλη η εξουσία στα σοβιέτ» ούτε «εργατική κυβέρνηση» – αλλά ανασύνθεση του κινήματος, ρήξη του πολιτικο-κοινωνικού ελέγχου γύρω από την ενοποιητική δύναμη ορισμένων συνθημάτων, όπως «εγγυημένος μισθός», ικανών να συγκεντρώσουν σε ένα σημείο τις ενέργειες για να θέσουν μια σφήνα, ένα αγκάθι, να κάνουν τους θεσμούς να οπισθοχωρήσουν, να διευρύνουν τους χώρους του κινήματος. Να ενωθεί το κίνημα, να σπάσει ο έλεγχος, αυτό είναι το πρόβλημα. Και ο έλεγχος δεν είναι στρατιωτικός αν όχι στην τελευταία στιγμή: δεν είναι ζήτημα πολέμου, αλλά έλλειψης ομοιογένειας στην ταξική σύνθεση, ισχυρών και αδύναμων σημείων, αντιθέσεων και δυνατότητας να βρεθεί αυτός ο ελάχιστος κοινός παρονομαστής που να λειτουργεί ως σφυρί και επιτρέπει την ανάκαμψη της ανάπτυξης σε πιο προηγμένο επίπεδο. Δεν είναι η ανάληψη της εξουσίας, αλλά η διάρρηξη των αναχωμάτων. Μα υπάρχει μια έμφαση, ένα άγχος, μια παραμόρφωση που δεν βρίσκουν επιβεβαίωση. Έμφαση στη δύναμη των αναχωμάτων, άγχος για την αντίσταση του κινήματος, εξαναγκασμός για τον κατ ‘ανάγκην μετωπικό χαρακτήρα της αντιπαράθεσης, της σύγκρουσης : το μπλοκάρισμα των αγώνων, η ταξική αποδιάρθρωση, η ύφεση μπροστά στην αναδιoργάνωση, φαίνονταν να είναι τα υποχρεωτικά σημεία αναφοράς του λόγου, της συζήτησης για την ρήξη. Στην πραγματικότητα τα αναχώματα έχουν όλα παρακαμφθεί, με χαμηλό κόστος, και η οικονομική κρίση μπόρεσε να μετρήσει όχι τόσο την τοξικότητα της καπιταλιστικής αντεπίθεσης, όσο το εύρος των χώρων που κατέκτησε το κίνημα.

Vogliamo-tutto-Aprile-039-77-controcultura-movimento-039-77-autonomia

Το κίνημα της άρνησης της εργασίας δεν προσέβαλε την πολιτική κοινωνία, βάλθηκε να στρέφεται γύρω της επιβεβαιώνοντας όλα τα κυβερνητικά εργαλεία, αλλά θέτοντας όλο και μεγαλύτερους περιορισμούς στην επιλεκτικότητα τους, αφιερώνοντας μια μεγάλη φέτα πλούτου για να πληρώσει αδιαφοροποίητα την συναίνεση: ουσιαστικά, προέβλεψε και ξεπέρασε την καπιταλιστική αναδιάρθρωση, κάμπτοντας την ώστε να σεβαστεί την ενότητά του, καθιστώντας την αντιφατική, διαβρώνοντας την ικανότητά της για κοινωνική διοίκηση και έλεγχο και επεκτείνοντας τους δικούς του χώρους εξουσίας και διαχείρισης. Η ακαμψία των θεσμικών οργάνων υπήρξε μέγιστη σε επίσημο επίπεδο, σε σημείο να αποτρέψει οποιαδήποτε μορφή πολιτικής αντιπροσώπευσης της αλλαγής, μέχρι σημείου να απομακρύνει το πρόβλημα της νομιμότητάς της, αλλά αυτή η επιχείρηση είχε ένα βαρύ τίμημα με όρους ουσιαστικής ευθραυστότητας, στεγνής απώλειας της ικανότητας να κυβερνήσει. Σε αυτή τη ολίσθηση των σχεδίων αντιμετώπισης ναυάγησε το πολιτικό σχέδιο του Potere operaio – το 1973 η κρίση τoυ εκρήγνυται. Η «τακτική» ενοποίηση που αυτό προτείνει φαίνεται να είναι μειωτική μπροστά στην πολλαπλότητα των επιπέδων αντιπαράθεσης-σύγκρουσης που έχουν ανοίξει, του λεξιλογίου που το κίνημα θέτει σε πράξη, των χώρων ανάπτυξης που είναι προσβάσιμοι από έναν πλούτο κοινωνικών υποκειμένων, των οποίων η συλλογική ταυτότητα είναι πολύπλοκη , δεν μπορεί να μειωθεί σε μια «ενότητα» της στιγμής. Η γενική εκπροσώπηση του κινήματος σε ένα απλό αντιθεσμικό κλειδί φαίνεται να είναι αδύνατη και περιττή ταυτόχρονα, ένας εξτρεμιστικός εξαναγκασμός.

Αποτέλεσμα εικόνας για movimento '77

Επάνω σε αυτές τις βάσεις η εργατική Εξουσία διαλύεται. Η προοπτική που ανοίγει σε αυτό το σημείο, για την αυτονομία, είναι αυτή της απόλυτης προσκόλλησης στο κίνημα μέσα στην εγκατάλειψη κάθε σχεδίου «μεγάλης τακτικής», συγκεντρωτισμού και ενοποίησης, που πηγαίνει πέρα από το έδαφος που πραγματικά προσφέρεται από τα περιεχόμενα και τα επίπεδα ανάπτυξης που δίδονται φορά τη φορά: δεν είναι δυνατόν να διατηρηθεί η απόκλιση της τακτικής και της στρατηγικής, του κόμματος και του κινήματος, της πολιτικής και του κομμουνισμού. Το μόνο έδαφος για την ενοποίηση του κινήματος που φαίνεται εφικτό δεν είναι πολιτικό, αλλά παραγωγικό, είναι η πρακτική σύνθεση των χώρων εξουσίας που κατακτώνται φορά τη φορά: η κομμουνιστική εξουσία μεγαλώνει καθημερινά μέσα στη σύγκρουση μεταξύ εργασίας και άρνησης της εργασίας, με μορφές και λεπτομέρειες διαφορετικές φορά τη φορά, και σε αυτό το ίδιο έδαφος πρέπει να τεθεί το πρόβλημα της τακτικής, σε αυτό πρέπει να επιλυθεί εκείνο του κράτους. Δεν υπάρχει χώρος για μια ταυτότητα του κινήματος διαφορετική από αυτή, ούτε απλούστερη από την οικοδόμηση του κομμουνισμού που μεγαλώνει μέσα στην κοινωνία, και η πολιτικο-στρατιωτική διοίκηση του κράτους πρέπει να αντιμετωπιστεί εκεί όπου εμφανίζεται ως συγκεκριμένη αντίφαση, στα τερματικά του μέρη που αργά αργά ροκανίζονται. Το πρόβλημα του κράτους παύει να είναι ο τόπος μιας εύκολης «τακτικής» ταυτότητας, απορροφάται εκ νέου στην πιο σύνθετη διάσταση της σύστασης των αναδυόμενων σχέσεων παραγωγής. Διεύρυνση των χώρων στο έδαφος επί των οποίων ανοίγουν, καμιά περίπτωση συγκέντρωσης δυνάμεων γύρω από μια ελάχιστη και «αντιπροσωπευτική» ενότητα, αλλά βαθύ σκάψιμο μέσα στις ανομοιογένειες, τις ασυνέχειες του ιστού της τάξης, επειδή γύρω τους είναι που αρθρώνεται η νέα δύναμη, η νέα εξουσία.

Σχετική εικόνα

Που είναι διαδεδομένη, διάχυτη, διασκορπισμένη, όχι συνθετική. Είναι ένας λόγος γύρω από τον οποίο περιστρέφεται μια γενική μετατόπιση της προσοχής στο έδαφος των θεματικών και των στόχων, όχι μόνο της οργανωτικής μορφής: από την «εξέγερση» στην »πάλη μακράς διάρκειας», από τις «καταληκτικές ημερομηνίες» γύρω από ενοποιημένους στόχους στην οικειοποίηση «Η πρακτική της οικειοποίησης» γίνεται το πιο σημαντικό σημείο ταυτότητας του πολιτικού χώρου που συγκροτείται. Οικειοποίηση αγαθών, δηλαδή απαλλοτρίωση, μαζική παρανομία «διάχυτη βία»,  αλλά και αυτομείωση των κοινωνικών τιμολογίων, δηλαδή διεύρυνση της νομιμότητας στη βάση της συναίνεσης, και «οικειοποίηση» στο εργοστάσιο της μείωσης του ωραρίου εργασίας, μονομερής μείωσή του, χωρίς διαπραγματεύσεις, αλλά επιχειρησιακή εφαρμογή μιας απόφασης της δικής μας πλευράς, ενός «διατάγματος». Εν ολίγοις, οικειοποίηση ως ξεπέρασμα των διαπραγματεύσεων, ως διαχείριση μιας de facto εξουσίας επί της διανομής του πλούτου, όπως για το ωράριο εργασίας εκεί όπου αυτό είναι εφικτό: μια θεματική που ταιριάζει πολύ καλά σε ένα «μοριακό» λόγο για την εξουσία, αλλά που τα όρια του είναι προφανή.

Σχετική εικόνα

Είναι ο τοπικισμός, η μείωση του προβλήματος του γενικού μέτρου των σχέσεων δύναμης στην τοπική πρακτική της αντιεξουσίας. Στην πραγματικότητα, κάθε φορά που ένας αγώνας θα μεγαλώσει μέχρι σημείου να θέσει προβλήματα γενικού χαρακτήρα για το κίνημα, κάθε φορά που το πεδίο της μάχης θα υψωθεί για να αναλάβει μια παραδειγματική αξία, μια παραδειγματική σημασία και ισχύ, ο λόγος αυτός, η συζήτηση αυτή θα δείξει τα όρια της διαχωρισμένη όπως είναι ανάμεσα στη βούληση μιας πλήρως κοινωνικής ταυτότητας και την ανάγκη της πολιτικής, της «γενικής αντιπροσώπευσης» των δυνάμεων που βρίσκονται στο πεδίο του αγώνα, της συγκέντρωσης των πόρων. Μια αντίφαση που δεν έχει ξεπεραστεί ποτέ, η οποία θα εκφράζεται αφενός σαν ζωτικότητα και διάχυση, ικανότητα να ερμηνεύει το καινούργιο και να προσκολλάται σε αυτό, αφετέρου σαν φτώχεια και κατακερματισμός των οργανωτικών του επιπέδων και, ταυτόχρονα, σαν διαρκής διαθεσιμότητα στην μειοψηφική και υποδειγματική έμφαση-σημασία της δικής του πράξης, σε μια προσπάθεια να αντιμετωπιστούν τα άλυτα προβλήματα της ταυτότητας και της πολιτικής αντιπαράθεσης-σύγκρουσης. Είναι μέσα σε αυτή την κατάσταση που η θεματική της αντιεξουσίας εξαναγκάζεται να είναι, από ισχυρή αλλά τοπική βάση για την εδραίωση σαφώς καθορισμένων οργανωτικών εμπειριών, συλλογική ιδεολογία, γενική ταυτότητα του κινήματος. Μια αδύνατη ταυτότητα, διότι μόνο σε ακραίες περιπτώσεις και για πολύ συγκεκριμένα κοινωνικά στρώματα, που καθορίζονται αυστηρά με την έννοια του αποκλεισμού από τις συμμετοχικές σχέσεις, μια αλλαγή στην κοινωνική κατανομή της εξουσίας εκφράζεται ως «αντιεξουσία»: γενικά οι μηχανισμοί της άτυπης διαπραγμάτευσης και εκείνη η ιδιαίτερη μορφή της οικειοποίησης των πόρων – νομισματικής και χρονικής – η οποία εκδηλώνεται με την πτώση της αποτελεσματικότητας στη σχέση απόδοσης, αποτελούν λύσεις λιγότερο πολυδάπανες κοινωνικά και πολιτικά.

Αποτέλεσμα εικόνας για insurrezione proletaria anni 70

Μια αδύνατη ταυτότητα, αλλά η οποία με φυσικότητα τείνει να παρουσιάζεται ως μια «συνήθης» πρακτική της σχέσης με την εξουσία όταν η σύγκρουση είναι με ένα θεσμικό ιστό που χαρακτηρίζεται από ακαμψία, από μια ανικανότητα για τροποποίηση και μεταρρύθμιση, ώστε να θέτει καθημερινά το πρόβλημα της εξουσίας με απολυταρχικούς όρους.Επειδή πρόκειται για έναν θεσμικό ιστό που ισχυρίζεται-υποκρίνεται πως θέλει να φέρει την πολιτική τάξη σε θέση να αποκτήσει κάθε έδαφος κοινωνικής έκφρασης, να παίξει τα χαρτιά του όχι στο έδαφος του μονοπωλίου της νόμιμης εκπροσώπησης αλλά σε εκείνο το σοσιαλιστικό του μονοπωλίου της κοινωνικής επικοινωνίας. Σε αυτή την εκδοχή της »αντιεξουσίας», το πρόβλημα του κράτους μόνο οριακά αποτελεί τόπο κοινωνικής και πολιτικής ταυτότητας του κινήματος: αυτό συμβαίνει για ορισμένες, σημαντικές, αλλά περιορισμένες οργανωτικές εμπειρίες αλλά δεν καταφέρνει να είναι ο αποτελεσματικός συνεκτικός ιστός των πιο συμπαγών εμπειριών του αγώνα.

Σχετική εικόνα

«Έτσι η ιστορία της αυτονομίας αυτών των χρόνων φαίνεται να μην έχει ένα πραγματικό σημείο εστίασης: δύο εμπειρίες σταθερά ριζωμένες σε ευρείς τομείς νεανικού και εργατικού προλεταριάτου στη Ρώμη και την Πάδοβα, ένας μεγάλος πλούτος εμπειριών, από την αυτόνομη Συνέλευση της Αλφα στους κύκλους του προλεταριάτου των νέων, στο Μιλάνο, μέσα σε μια πρακτικά άρρηκτη οργανωτική ρευστότητα, μια διαδρομή με πολύ μεγάλες εμπειρίες αγώνα, από την κατάληψη του ’73 στους αγώνες του ’74 μέχρι τις πικετοφορίες του ’79 στη Fiat από τους πολίτες, χωρίς μια οργανωτική θωράκιση κατά κάποιο τρόπο σταθερή και αναγνωρίσιμη, μια τεράστια ποσότητα και χωρίς λογοκρισία τοπικών κολεκτίβων διάσπαρτων παντού, οι εκρήξεις του ’77 στη Ρώμη και τη Μπολόνια, που σε καμία περίπτωση δεν οφείλονται σε προηγούμενες οργανωτικές εμπειρίες αλλά που όλες αυτές τις ενσωματώνουν».

Αποτέλεσμα εικόνας για assemblea autonoma anni '70

Στον περίπλοκο αυτό τρόπο, φτιαγμένο από ασυνέχεια και χάσμα μεταξύ αγώνων και οργάνωσης, το κίνημα της άρνησης της εργασίας διασταυρώνεται με μια πολιτική ιστορία που, αν και θέλει να προσκολληθεί σε αυτό και που συνεχώς τρέφεται από αυτό, δεν μπορεί να ανταποκριθεί στα προβλήματα που δημιουργούνται. Πρόκειται για μια ιστορία που έχει ένα απλό κλειδί: την τήρηση των υψηλότερων επιπέδων της κοινωνικής σύγκρουσης σε αυτά τα χρόνια, την αδυναμία να επεξεργαστεί μια ταυτότητα αρκετά διαρθρωμένη ώστε να μπορεί να λογαριάζεται με ολόκληρο τον ιστό της επικοινωνίας του κινήματος και να ξέρει πώς να συνδέεται με αυτό με διαφορετικό τρόπο από την υποδειγματική αναβίωση της εμπειρίας οδηγού. Μέσα στο πλαίσιο αυτό το κίνημα του ’77 κατέχει μια πολύ ξεχωριστή και ιδιαίτερη θέση: για τη δύναμη της επίπτωσής του, για την καινοτομία και την αυθεντικότητα που εκφράζει, για τον τρόπο με τον οποίο καινοτομεί όλους τους όρους του ζητήματος.Η αυτονομία είναι ο μόνος πολιτικός χώρος που έρχεται σε επαφή με το κίνημα, το τροφοδοτεί και τροφοδοτείται από αυτό. Και είναι η μόνη, επομένως, που του μεταφέρει τα όρια και τα λάθη της.

Αποτέλεσμα εικόνας για assemblea autonoma anni '70

Το ’77 αποκαλύπτει τον μειοψηφισμό και τον μινιμαλισμό του πολιτικού σχεδίου της αυτονομίας, το μυστήριο του ανεπίλυτου προβλήματος του «πολιτικού» σε αυτήν, αποκαλύπτει επίσης πως είναι η μόνη προσπάθεια να ερμηνεύσουμε και να καταστήσουμε ισχυρή τη διαδικασία αλλαγής που μας διέρχεται. Πάνω απ ‘όλα, αλλάζει τα χαρτιά επάνω στο τραπέζι, εξαπλώνει τους ορίζοντες: το εύρος της κινητοποίησης διέρρηξε, πιθανότατα για πάντα, εκείνη την αναγεννησιακή γεύση, εκείνο το μεράκι για τους μικρούς αριθμούς που είχαν προσπαθήσει να επιβιώσουν, μοναδικός εφικτός «λενινισμός», στην κατάρρευση της ιδέας του κόμματος, και, από κοινού, ο πολλαπλασιασμός των γλωσσών, του λεξιλογίου, το σπάσιμο της «πολιτικής» ορολογίας και η έκρηξη του λόγου επί των «διαφορών» έθεσαν στο χαλί, πρακτικά, τον χαρακτήρα του επείγοντος και την δυνατότητα, τους πόρους, μιας περίπλοκης συλλογικής ταυτότητας, αγκυροβολημένης στον πλούτο των παραγωγικών δυνάμεων που εκφράστηκαν, όχι ισοπεδωμένη επάνω στον τελετουργικό αντιθεσμικό χαρακτήρα της «αυτόνομης» ιστορίας που μόλις διασχίσαμε.

Σχετική εικόνα

https://www.academia.edu/28083383/Nanni-Balestrini-Primo-Moroni-L-Orda-d-Oro-1968-1977-la-grande-ondata-rivoluzionaria-e-creativa-politica-ed-esistenziale.pdf