ανατρεπτική τέχνη, arte ribelle

Όταν ο Marx φίλησε τον Engels

του Luca Cangianti

Η παραλία της Ostenda, Οστάνδης συνορεύει με την Galleria Reale, μια βεράντα τετρακοσίων μέτρων που ενώνει τον ιππόδρομο με το πάρκο και την βίλα του βασιλιά των βέλγων. Μετά υπάρχουν εστιατόρια, caffè, τουριστικά καταστήματα, συγκροτήματα κατοικιών, διαμερισμάτων με στυλ αποδεκτό και κάποια πραγματικά φρικτά. Εκεί, μπροστά στην Φλαμανδική θάλασσα, πριν από 170 χρόνια, ένας Karl Marx ακόμη εικοσάχρονος, κάνοντας ισορροπία στους πέτρινους κυματοθραύστες, συζητούσε εμπνευσμένος με τον Friedrich Engels για μια επανάσταση που θα ήταν ταυτόχρονα υπαρξιακή, φιλοσοφική και κοινωνική. “Der junge Karl Marx” (ο νεαρός  Καρλ Μάρξ, Il giovane Karl Marx), το film του σκηνοθέτη από την Αϊτή Raoul Peck αφθονεί σε σκηνές με έντονο οπτικό και συμβολικό αντίκτυπο. Με αυτόν τον τρόπο μπορεί να συνθέσει με μεγάλη δεξιότητα σύνθετες φιλοσοφικές έννοιες και έντονα συναισθήματα.

Η φημισμένη XI Εργασία για τον Feuerbach («Οι φιλόσοφοι ερμηνεύουν μόνο διαφορετικά τον κόσμο, αλλά πρόκειται να τον μεταμορφώσουν») δηλώνεται, για παράδειγμα, από τον Γερμανό φιλόσοφο μετά από μια έκρηξη εμετού που προκαλείται από ένα κολοσσιαίο μεθύσι, τα χειρόγραφα κριτικής για τους νεαρούς hegeliani διαβάζονται εκ νέου υπό το φως των κεριών σε μια ζεστή και αισθησιακή ατμόσφαιρα από τον Καρλ, από τον φίλο Φρίντριχ και τη σύζυγό του Jenny von Westphalen. Ερωτικoύ νοήματος είναι η ίδια η σχέση μεταξύ Μαρξ και Ένγκελς, αρχικά χαρακτηριζόμενη από αμοιβαία αντιπάθεια, κατόπιν από συγκρούσεις και πνευματική ερωτοτροπία, και τελικά από συντριπτικό πάθος: μια κούρσα ανάμεσα στα σοκάκια και τις ρεματιές για να ξεφύγουν από τα νύχια των μπάτσων, τα νήματα της ζωής και της φιλοσοφίας που επανασυνδέονται σε μια καπνισμένη παμπ, μια σφιχτή αγκαλιά όπως η αγάπη που σαρώνει τους τυράννους και τη θλίψη και ακόμη και ένα φιλί (στο μέτωπο, όμως). Εδώ είναι όπου ο Peck φτάνει στο μέγιστο του, επειδή στη βάση της επανάστασης υπάρχει μια μορφή αγάπης, μια επιθυμία να ζουν οι άνθρωποι και να αγωνίζονται μαζί. Η επανάσταση είναι η έξοδος των ατόμων από τη μοναξιά, είναι να γίνουν μια συνειδητή κοινότητα, η κοινότητα ενός πεπρωμένου. Το φιλί ανάμεσα στον Μαρξ και τον Ένγκελς είναι η ανακοίνωση της εξεγερσιακής άνοιξης του 1848.

Η ταινία “Der junge Karl Marx” είναι γυρισμένη σε τρεις γλώσσες (γερμανικά, γαλλικά και αγγλικά) και από τον μάρτιο που μας πέρασε βγήκε στους κινηματογράφους της γερμανίας, της γαλλίας και του βελγίου. Από τον Οκτώβριο είναι επίσης διαθέσιμη στη γερμανική έκδοση σε dvd, αλλά δεν είναι ακόμα γνωστό πότε και αν θα φθάσει στους ιταλικούς κινηματογράφους. Αρχικά μπορεί να ακούγεται σαν ένα mainstream βιογραφικό, αλλά απλά επειδή είναι μια ποιοτική παραγωγή, με ένα καλά περιποιημένο περιβάλλον και ηθοποιούς που παίζουν καλά. Προκαλεί έκπληξη το πώς σε λιγότερο από δύο ώρες ο Peck κατάφερε να σχεδιάσει με μεγάλη ομοιότητα την προσωπικότητα του Μαρξ: θεωρητική αδιαλλαξία, πενιχρότης στα ρούχα, αυτοκτονική προτίμηση για δύσοσμα πούρα, το απόλυτο ρεαλιστικό έλλειμμα, τα χέρια του τρύπια όταν έφταναν λίγα χρήματα, το πάθος για τα οστρακοειδή, τα ενοχικά συναισθήματα (και ίσως το αίσθημα κατωτερότητας) απέναντι στην σύντροφό του, επενδύοντας ολόκληρη τη λίμπιντο σε μια παλιγγένεση, βασισμένη στο επιστημονικό ξεγύμνωμα της ψεύτικης εμφάνισης. Έτσι γεννιέται η εμμονή που καταδιώκει τον φιλόσοφο σε όλη τη ζωή του: να γράψει ένα βιβλίο που θα φέρει στο φως το αόρατο τέρας του καπιταλισμού, ανακατασκευάζοντας τον σύνθετο μεταβολισμό του. Ο Μαρξ άρχισε να εργάζεται στο Κεφάλαιο τη δεκαετία του ’40, γράφοντας και επαναγράφοντάς το σε διάφορες μορφές, δημοσιεύοντας ένα μέρος του συνεχώς χωρίς ποτέ να το ολοκληρώνει, γιατί κατά βάθος το αντικείμενο του ήταν άπειρο και μεταλλαγμένο.1
Πολύ καλά χαρακτηρισμένη είναι επίσης η φιγούρα του Ένγκελς, σε σύγκρουση με τον κλωστοϋφαντουργό βιομήχανο πατέρα, και ως εκ τούτου με την ταξική κατηγορία του. Το αποτέλεσμα αυτής της τριβής είναι μια πολύ συμπαθητικά αντιφατική και πολύ ανθρώπινη προσωπικότητα. Ο νεαρός Φρίντριχ είναι ένας αντικομφορμιστής, συχνάζει σε εργατικά και ιρλανδικά περιβάλλοντα, αλλά είναι και βαθύτατα αστός, εραστής του καλού κρασιού και των βικτοριανών ανέσεων.
Οι άλλοι ιστορικοί χαρακτήρες που στην αφήγηση έχουν δευτερεύοντα ρόλο δεν είναι ποτέ εμφανίσεις ανώδυνες. Ο καθένας έχει όντως ένα χαρακτηριστικό γνώρισμα: ο Προυντόν χαμογελά γλυκύτατα, ο Weitling έχει τα μάτια του τρελού και κάνει εμπρηστικές ομιλίες, ο Ruge φοβάται την ίδια τη σκιά του, ο Μπακούνιν μιλάει ήδη για τον αναρχισμό και δείχνει τη δυσπιστία του στον αυταρχικό σοσιαλισμό.

Ωστόσο, κοιτάζοντας καλύτερα, υπάρχουν περισσότερα για αυτή την ταινία: υποσυνείδητες παραπομπές στο σήμερα, μικροσκοπικές (και πιθανώς επιθυμητές) αποκλίσεις από τις ιστορικές πηγές που δίνουν στην αφήγηση μια αυθεντικότητα που δεν θα μπορούσε να επιστρέψει καμιά σχολαστικότητα. Από αυτή την άποψη μπορεί να αναφερθεί : Η Jenny von Westphalen που αποκαλεί «εσύ» τον Ένγκελς και τη σύντροφό του Mary Burns, ο Marx μιλάει αγγλικά ήδη το 1845, αλλά πάνω απ’ όλα το πιο κολοσσιαίο ιστορικό συναρπαστικό και επιτυχημένο ψέμα: ο φιλόσοφος από το Treviri πιο όμορφος και συναρπαστικός από τον φίλο του, χάρη στη φυσική κατάσταση και στην ερμηνεία του γερμανού ηθοποιού August Diehl. Εν ολίγοις, αν η ταινία είναι κατάλληλη για κάθε τύπο ακροατηρίου, οι γνώστες της ζωής και της σκέψης του Marx θα απολαύσουν επιπλέον ευχαρίστηση χάρη στις λαμπρές αφηγηματικές λύσεις που χρησιμοποιήθηκαν για να αναδείξουν ιστορικές λεπτομέρειες και θεωρητικές διαρθρώσεις.

Ο Karl Marx του Raoul Peck είναι ακριβώς το αντίθετο από τον παλιό γενειοφόρο προφήτη, λατρευτό και βαλσαμομένο από τον πραγματικό σοσιαλισμό. Είναι ένας εικοσάχρονος γεμάτος πάθος, αλαζονεία, σωματική ευαισθησία και χαρακτήρα. Τον βλέπουμε να κάνει έρωτα με την Jenny, να ζητάει δουλειά, να αλλάζει ιδέες αρκετές φορές, να νιώθει ενοχές για την οικογένεια, να συχνάζει σε κοινωνικά κέντρα της εποχής όπως το  Red Lion του Λονδίνου, να μελετά μανιωδώς, να ενθουσιάζεται, να καταθλίβεται, να μεθά και να αγωνίζεται σαν λιοντάρι. Αυτός ο νεαρός Μαρξ δεν είναι ένας ιππότης δίχως κηλίδες, ούτε καν ένας βαρετός ποντικός βιβλιοθήκης, είναι ένας βαθιά τραυματισμένος άνθρωπος που αφιερώνεται σε μια απεγνωσμένη, ευγενή και φιλόδοξη περιπέτεια. Στην ταινία που καλύπτει το χρονικό διάστημα από το 1842 έως το 1848, οι αιτίες του τραυματισμού του δεν αποκαλύπτονται και η τελική μάχη εναντίον του ανταγωνιστή αφήνονται στους τίτλους που πέφτουν στο τέλος, όταν οι εικόνες των επαναστάσεων του εικοστού αιώνα, οι αντι-αποικιακοί αγώνες, του Che Guevara και του Nelson Mandela συνοδεύονται από τις νότες του Like a rolling stone: “When you ain’t got nothing, you got nothing to lose”, «Όταν δεν έχετε τίποτα, δεν έχετε τίποτα να χάσετε», τραγουδάει ο Bob Dylan. Ομοίως, ο Μαρξ γράφει στα συμπεράσματα του Μανιφέστου του κομμουνιστικού κόμματος, στα λόγια με τα οποία καταλήγει: «Οι προλετάριοι δεν έχουν να χάσουν παρά μόνο τις αλυσίδες τους. Έχουν να κερδίσουν έναν ολόκληρο κόσμο».

https://www.carmillaonline.com/2017/11/07/quando-marx-bacio-engels/

θεωρία, teoria

»Eγκώμιο της στράτευσης», Εισαγωγή – “Elogio della militanza” – Introduzione

on 01 Φεβρουαρίου 2016.

του GIGI ROGGERO

Elogio della militanza

0. Η σκέψη και η γραφή είναι εργαλεία. Αν έχουμε να ξεχαρβαλώσουμε μια πόρτα χρειαζόμαστε ένα λοστό, αν έχουμε να επιτεθούμε στη φύση ενός λόγου χρειαζόμαστε έννοιες. Δεν πρέπει να εξιδανικεύουμε την πρώτη ούτε να φετιχοποιούμε τα δεύτερα: ο λοστός δίχως έννοιες γυρνά στο κενό, οι έννοιες χωρίς λοστό είναι άοπλες. Μας φαίνεται σημαντικό να το διευκρινίσουμε αμέσως, για να αποφύγουμε τις παρεξηγήσεις. Στην πραγματικότητα, ζούμε σε μια περίοδο, που χαρακτηρίζεται από την όξυνση της κρίσης, στην οποία η θεωρία και η πρακτική κινδυνεύουν όλο και περισσότερο να διαχωριστούν και ανεξαρτηκοποιηθούν. Με καταστροφικές συνέπειες, και στις δύο πλευρές. Μια πρακτική στράτευσης χωρίς θεωρία στράτευσης έχει μικρή αναπνοή και κινδυνεύει να καταντήσει αυτοαναφορικότητα . Μια θεωρία στράτευσης δίχως αγωνιστική πρακτική είναι καλή για την ακαδημία, δηλαδή καλή για το τίποτα.

Ο Αλτουσέρ τράβηξε προς τα έξω αυτούς τους δύο όρους: θεωρητική πρακτική και πολιτική πρακτική. Αντί να επιλύσουν το πρόβλημα, το έχουν καταστήσει χρόνιο. Γιατί εννοούσαν την αυτονομία της θεωρίας από τη μία πλευρά, την αυτονομία του πολιτικού από την άλλη. Η ταξική πάλη στη φιλοσοφία δεν θα μπορούσε να επιτευχθεί παρά μόνο φέρνοντας τη φιλοσοφία εκεί όπου ήταν η ταξική πάλη, από το κανονικό σχολείο στα εργοστάσια, και στη συνέχεια στα εργοστάσια της γνώσης. Σε εκείνο το σημείο σταματούσε να είναι φιλοσοφία, και είναι εδώ που ο διανοούμενος σταματά και διαχωρίζεται: γιατί πρέπει να πάψει να είναι διανοούμενος, αρνούμενος  status και εισόδημα που προέρχονται από αυτή την κατάσταση. Η φυσική θέση συχνά εξηγεί πολύ περισσότερα απ’ ότι οι φιλοσοφικοί λαβύρινθοι.

Ο πολιτικός αγωνιστής, ο στρατευμένος, έγραφε ο Tronti, έχει ως αντικείμενο της ανάλυσης του τον καπιταλισμό, δηλαδή την πραγματικότητα που πρέπει να πολεμήσει. Πρέπει να μελετήσει αυτό που πρέπει να καταστρέψει. Αυτός που ερωτεύεται το αντικείμενο της ανάλυσης του, προκειμένου να αναπαράξει τους ρόλους που αποκτήθηκαν στην καπιταλιστική κοινωνία, εγκαταλείπει την αγωνιστικότητα και την στράτευση και περνά στο στρατόπεδο του εχθρού. Δεν αξίζει τον κόπο να βγάλει προς τα έξω την προδοσία, είναι απλούστατα ανικανότητα να διαρρήξει τον διαχωρισμό της κατάστασής του. Στον μαχητή-αγωνιστή χρειάζεται μίσος για να παράξει γνώση. Πολύ μίσος, να μελετήσει προσεκτικά αυτό που μισεί περισσότερο. Η αγωνιστική δημιουργικότητα είναι κατά κύριο λόγο επιστήμη της καταστροφής. Έτσι, η πολιτική πρακτική κυοφορεί, είναι γεμάτη από θεωρία, ή δεν είναι τέτοια. Θα πρέπει να μελετήσουμε προκειμένου να ενεργήσουμε, πρέπει να δράσουμε για να σπουδάσουμε, να μελετήσουμε. Και θα τα κάνουμε και τα δύο μαζί. Τώρα, περισσότερο από ποτέ, αυτό είναι το πολιτικό καθήκον.

Για να ξεκινήσουμε ένα βιβλίο και πριν μπούμε στην ουσία του περιεχομένου πρέπει, πρώτα απ ‘όλα, να πούμε τουλάχιστον τι δεν θέλουμε και σε ποιον απευθυνόμαστε. Δεν θέλουμε να γράψουμε για όλους, για τον καθένα. Αντίθετα, δυσπιστούμε ανοικτά γι αυτούς των οποίων η γραφή και οι σκέψεις τους εκτιμώνται από όλους, γιατί αυτό σημαίνει ότι δεν λένε τίποτα. Αν θέλουμε να μιλήσουμε για ένα εργαλείο επίθεσης και όχι μια διανοητική συνήθεια. Aυτός που γράφει για όλους ουσιαστικά γράφει μόνο για τον εαυτό του. Απευθυνόμαστε στους πολιτικούς αγωνιστές, ιδίως σε εκείνους που κινούνται γύρω από αυτό που ο Alquati ονόμαζε μεσαίο βεληνεκές. Είναι εκείνο το ενδιάμεσο επίπεδο μεταξύ του υψηλού και του χαμηλού, μεταξύ θεωρίας και πράξης, μεταξύ της συγκεκριμένης αφαίρεσης της εντολής και της αφηρημένης αποφασιστικότητας της καθημερινής ζωής. Στο μεσαίο βεληνεκές, ο στρατευμένος αγωνιστής μεταφράζει την πολιτική γραμμή προς τα κάτω και την διορθώνει προς τα πάνω. Το mid-range, το μέσο βεληνεκές είναι το βασικό επίπεδο της πολιτικής δράσης.

 

1.Ποιος είναι ο στόχος αυτού του βιβλίου; Να αντιμετωπίσει προβλήματα, να τα στρώσει επάνω στο χαλί, να συνθέσει ξανά τη γενεαλογία τους, να προσπαθήσει να τα βάλει σε μια σειρά, να τα ταξινομήσει, να χτίσει μια ιεραρχία. Κατά τη γνώμη μας, ειδικότερα, υπάρχει ένα πρόβλημα το οποίο περιέχει όλα τα άλλα: εκείνο της ταξικής σύνθεσης. Δεν μπορούμε να το αντιμετωπίσουμε ως τέτοιο, πρέπει να προχωρήσουμε δια της αποσύνθεσης για να μπορέσουμε στη συνέχεια να ανασυνθέσουμε, να αποσυσκευάσουμε και να επανασυναρμολογήσουμε σε μια ριζικά διαφορετική κατεύθυνση. Αν το προσεγγίσουμε ως τέτοιο ή αν το αποσυνθέσουμε δίχως να ανασυνθέσουμε εκ νέου, στην πραγματικότητα, είναι πιθανό να παραμείνουμε παγιδευμένοι στα πλέγματα των διαρθρώσεων και του διαχωρισμού, του καταμερισμού της εργατικής δύναμης έτσι όπως έχει παραχθεί από το κεφάλαιο. Μια φωτογραφία χωρίς διασικασία και χωρίς δυνατότητα ανατροπής, αδύναμη κοινωνιολογία. Αν περιδιαβούμε θεωρητικά εκεί μέσα, με ένα άλμα της θέλησης χωρίς υλική βάση, εκείνο το πρόβλημα εμφανίζεται ξανά και ξανά, ωθώντας την συζήτηση στον ιδεαλισμό και στην αυτοαναφορικότητα. Μια τάση που στερείται πραγματικότητας, φιλοσοφία αδύναμη. Σε αυτό το βιβλίο θα κάνουμε μόνο εν μέρει αυτή την επιχείρηση αποσύνθεσης και ανασύνθεσης, πηγαίνει πέρα από τις ικανότητες και τις δυνατότητές μας. Αλλά θα προσπαθήσουμε να οικοδομήσουμε τις προϋποθέσεις για να εκπληρώσουμε συλλογικά αυτή την επιχείρηση, η οποία είναι πάνω από όλα ένα συλλογικό σχέδιο αγωνιστικής έρευνας.

Για αρχή, θα πρέπει να διευκρινιστεί το σημείο εκκίνησης. Μπορούμε να ξεκινήσουμε από μια απόσταση για να φθάσουμε πολύ κοντά: η μετάβαση από τον εργάτη μάζα στον κοινωνικό εργάτη παραμένει για εμάς ένα άλυτο πέρασμα. Το έλυσε το κεφάλαιο, θέτοντας σε αξία τον κοινωνικό και μητροπολιτικό χώρο, ξεπερνώντας την μορφή- εργοστάσιο και κατακερματίζοντας τον ανταγωνιστή του. Δεν το επιλύσαμε εμείς, οι οποίοι μέσα στις νέες συντεταγμένες χώρο-χρόνου των διαδικασιών συσσώρευσης δεν έχουμε ακόμη καταφέρει να βρούμε τα λειτουργικά ισοδύναμα της απεργίας και του σαμποτάζ, δηλαδή την ικανότητα να βλάψουμε το αφεντικό και να επηρεάσουμε τις σχέσεις παραγωγής, την ισορροπία δυνάμεων και τις εξουσιαστικές σχέσεις. Στο στάδιο αυτό, το κεφάλαιο δεν έφτασε λόγω ενός εσωτερικού ορθολογισμού, αλλά επειδή αναγκάστηκε από το επίπεδο που επιτεύχθηκε λόγω της ταξικής πάλης. Αν μπορούσαν να συνεχίσουν να κυβερνούν και να συσσωρεύουν όπως έκαναν και πριν, θα το είχαν κάνει. Σύντομα συνειδητοποίησαν πως δεν ήταν έτσι. Μέσα στη φωτιά των αγώνων, μπροστά στην αδυναμία να διευθύνουν, να κυβερνήσουν τα εργοστάσια και τις μητροπόλεις, η Τριμερής το είπε ξεκάθαρα το ’73: η επέκταση των συγκρούσεων, των αναγκών και των διαδικασιών της υποκειμενικοποίησης που γεννήθηκαν μέσα και ενάντια στο ταιϋλοριστικό εργοστάσιο και την φορντική κοινωνία πρέπει να αποκλειστεί , να μπλοκαριστεί, στην αντίθετη περίπτωση η ικανότητα να διατηρηθούν τα ηνία της διοίκησης θα τιναχτεί στον αέρα. Δεν έφτανε πλέον, δεν αρκούσε η καταστολή: το κεφάλαιο ή ανανεώνονταν ή καταστρέφονταν. Κατάφερε να καινοτομήσει, να ανανεωθεί, εμείς δεν ήμασταν σε θέση να το καταστρέψουμε. Είναι επάνω στην καινοτομία και την ανανέωση που κέρδισαν τη μάχη.

Υπάρχουν δύο πρόσφατες διατριβές σχετικά με αυτό το μακρύ πέρασμα, το οποίο φτάνει μέχρι τις μέρες μας: προέρχονται από δύο γνωστές και διαφορετικές φιγούρες, μοιάζουν να είναι σε θέση να φωτίσουν καλά το παρόν και τη γενεαλογία του, προσφέροντας μας μερικά από τα ζητήματα που πρέπει να αντιμετωπιστούν και να εμβαθυνθούν. Η πρώτη είναι του Tronti, περισσότερο ή λιγότερο πηγαίνει κάπως έτσι: για να διαλύσουν την εργατική τάξη χρειάστηκε να διαλύσουν τον βιομηχανικό καπιταλισμό. Η άλλη είναι του Marazzi, ο οποίος στρέφεται σε εκείνο το βήμα-πέρασμα για να καταλάβει την χρηματιστικοποίηση: από τη στιγμή που απελευθερώνεται από την ουσία για να καταστρέψει την εργατική τάξη, δηλαδή την τάξη που του αντιτίθεται, το κεφάλαιο δεν είχε πλέον ανάπαυλα. Το κεφάλαιο λοιπόν λογαριάζεται και τα βάζει με την »ιστορική του νέμεση» : για να καταστρέψει μια συγκεκριμένη ταξική σύνθεση, τον εργάτη μάζα, κατέστρεψε επίσης τη δυναμική ανάπτυξης που συνδέεται με την κοινωνική σχέση, αυτό που του επέτρεπε να μεγαλώνει και να αναπτύσσεται μέσα στη σύγκρουση. «Από όλα τα μέσα παραγωγής, η μεγαλύτερη παραγωγική δύναμη είναι η ίδια η εργατική τάξη», έγραφε ο Μαρξ κατά του Προυντόν στο Η αθλιότητα της φιλοσοφίας. Για να επιτεθεί στην εργατική αυτονομία, ως εκ τούτου, το κεφάλαιο με τη σειρά του – εν μέρει – αυτονομείται, αλλά με αυτό τον τρόπο δεν είναι σε θέση πλέον να προκαλέσει νέους κύκλους ανάπτυξης. Γιατί η εργατική τάξη μπορεί να είναι αυτόνομη, το κεφάλαιο όχι: δομικά εξαρτάται από τον εχθρό του. Η κρίση είναι ακριβώς αυτή η ιστορική νέμεση.

Όλα καλά, λοιπόν; Εμείς απλά πρέπει να περιμένουμε το κεφάλαιο να σκάσει μες τις δικές του αντιφάσεις; Ούτε για όνειρο. Η κρίση δεν είναι ένα προοίμιο για την κατάρρευση, όπως θα έπρεπε να έχουμε καταλάβει εδώ και αρκετό καιρό, τουλάχιστον από τότε που οι θεωρίες crolliste, της κατάρρευσης των χρόνων του Είκοσι του περασμένου αιώνα έφεραν αρκετά κακά. Εάν δεν υπάρχει ένα συλλογικό υποκείμενο σε θέση να την διασπάσει, να τη νικήσει, εκείνη η κοινωνική σχέση δεν θα διαρραγεί από μόνη της. Το κεφάλαιο μπορεί να κυβερνά και να αναπαράγεται επ ‘αόριστον μέσα στην κρίση, αν δεν συναντήσει μια ανταγωνιστική κοινωνική δύναμη που να μπορεί να διαταράξει και να καταστρέψει αυτή την αναπαραγωγή. Πράγματι, η σημερινή κρίση παίρνει νέα χαρακτηριστικά σε σχέση με το παρελθόν: γίνεται μόνιμη μορφή συσσώρευσης και πολιτικής εντολής, διοίκησης. Σε βραχυπρόθεσμο επίπεδο, φαίνεται να μετατρέπεται όλη την ώρα, και να τα αλλάζει όλα, μεσοπρόθεσμα δεν αλλάζει τίποτα όσον αφορά το κεντρικό στοιχείο: τη διοίκηση, στην πραγματικότητα.

Στην αυτοαναφορικότητα του κεφαλαίου, υπάρχει ο κίνδυνος να καθρεπτιστεί η αυτοαναφορικότητα του μαχητικού λόγου. Αυτό είναι καλό για τον εχθρό μας, κακό για εμάς. Στην δυσκολία να στηριχθεί στη νέα ουσία της τάξης, ο μαχητικός λόγος τρέχει συχνά στα περιθωριακά νησιά των ομοίων του ψάχνοντας για επιβεβαίωση των βεβαιοτήτων του. Η ιδέα παίρνει τη θέση της σάρκας. Έτσι η έκταση του λόγου παύει να είναι η υλικότητα των διαδικασιών του αγώνα, της οργάνωσης και της ισορροπίας δυνάμεων, για να γίνει η μαχητική κοινότητα. Την ουσία της τάξης αντικαθιστά η ανακολουθία του ιδεολογικού λόγου, σε μια επιχείρηση φανταστικής αναπαράστασης με καταστροφικά αποτελέσματα που συχνά είναι τραγελαφικά.

 

Σχηματικά, μέσα σε αυτό το πλαίσιο έχουμε δύο κυρίαρχες τάσεις: μια νοσταλγία για την ουσία και μια αδιαφορία στην ουσία. Για να χρησιμοποιήσουμε όρους που θα κάνουμε σαφέστερους κατά τη διάρκεια της ανάγνωσης, υπάρχει αφενός μια μυθολογική ταξική σύνθεση χωρίς εργατισμό, από την άλλη ένας μυθολογικός εργατισμός δίχως ταξική σύνθεση. Οι μεν προστρέχουν με την φαντασία τους στην Κίνα ή στις αναδυόμενες χώρες, ονειρευόμενοι να βρουν εκεί αυτό που εδώ πλέον δεν υπάρχει. Αν είχαν πάει πραγματικά, θα έμεναν βαθύτατα απογοητευμένοι. Ο άλλοι φεύγουν με τη φαντασία προς ένα μέλλον που είναι άμεσα δεδομένο, χωρίς να συνειδητοποιούν ότι η τάση είναι πάντα ένα ζήτημα αγώνων και σχέσεων εξουσίας, ισορροπίας δυνάμεων. Ποια είναι η καλύτερη μεταξύ των δύο επιλογών; Και οι δύο είναι χειρότερες. Η μια ενισχύει την άλλη, σε μια στείρα καυστική διαφωνία που δεν αφορά άλλους έξω από τους στενούς κύκλους αυτών που τις μεταφέρουν. Χρειάζεται λοιπόν μια προκαταρκτική επιχείρηση για να καθαρίσει το πεδίο, ο αγωνιστικός χώρος, και να τεθούν τα προβλήματα επάνω σε ένα έδαφος απελευθερωμένο από φακούς που θολώνουν την άποψη και από σχήματα που δεν εξυπηρετεί πλέον η ανάγνωση τους.

 

2. Ας το πούμε κι έτσι, είναι σαφές : ο λεγόμενος μετα-εργατισμός είναι τελειωμένος. Ο ορισμός γεννήθηκε στα αγγλοσαξονικά και αμερικανικά πανεπιστήμια, σαν μια προσπάθεια να αιχμαλωτιστεί η δύναμη του εργατισμού, να τον αποπολιτικοποιήσουν και να τον αφαιρέσουν από την σύγκρουση και την ταξική σύνθεση. Για να τον καταστήσουν δηλαδή, καλό για την ακαδημία και την πολιτική οικονομία της εξοικείωσης. Τώρα έχει γίνει «Ιταλική θεωρία», για να ολοκληρωθεί η διαδρομή περίφραξης και αξιοποίησης μιας σκέψης που σκόπιμα έχει αδειάσει από περιεχόμενο και είναι αφοπλισμένη. Δεν είναι αυτό που μας ενδιαφέρει εδώ, και με το οποίο ασχολούμαστε. Αντίθετα με τον ξεχαρβαλωμένο ορισμό του μετα-εργατισμού εννοούμε εκείνο τον κοινό χώρο, ακόμη και αν έχει διαφοροποιηθεί, που γεννήθηκε στα τέλη της δεκαετίας του Ογδόντα του εικοστού αιώνα για να αναλύσει τις μορφές της παραγωγής και της εργασίας που προέκυψαν από τις στάχτες του περάσματος που αναφέρθηκε νωρίτερα, στην διάρκεια της προσπάθειας να ανατραπούν, να αντιστραφούν οι εκμηδενιστικές εικόνες του τέλους της ιστορίας και της μοναδικής σκέψης. Ο επίμαχος στόχος ήταν και παραμένει ορθός, η συγκεκριμένη ανάπτυξη δεν είναι πάντα στο ύψος των περιστάσεων. Έτσι γεννήθηκαν οι θεωριτικοποιήσεις για τον λεγόμενο»μετα-φορντισμό», και στη συνέχεια σταδιακά οι προσπάθειες να εντοπιστούν νέα υποκείμενα της σύγκρουσης που να ενσωματώνουν επάνω τους γνώσεις και κοινωνική συνεργασία. Ορισμένες από αυτές τις προσπάθειες ήταν προβληματικές από την αρχή, άλλες υπήρξαν εξαιρετικά παραγωγικές και μπορούν ακόμα να είναι, υπό την προϋπόθεση ότι έχουν επανεξεταστεί στο πλαίσιο των αλλαγών που συνέβησαν μέσα στην κρίση και την εξάντληση ενός συνολικού μοντέλου.

Εδώ, το θέμα είναι αυτό: το να μην ξεκινήσουμε από την αρχή σε αυτή την περίπτωση σημαίνει πραγματικά πως γυρνάμε πίσω. Σημαίνει, με άλλα λόγια, πως διατρέχουμε τον κίνδυνο να αποστεώσουμε τις κατηγορίες, να τις μεταμορφώσουμε σε δόγματα, να κάνουμε τον εργατισμό κάτι που ποτέ δεν υπήρξε: ένα σχολείο και όχι ένα κίνημα της σκέψης. Αυτό σημαίνει, επικουρικώς, να δώσουμε χώρο σε ενοχλητικές πράξεις μνησίκακης επίθεσης σε ένα ολόκληρο επαναστατικό θεωρητικό δημιούργημα. Είναι άνευ σημασίας πράξεις, φυσικά, αλλά διατρέχουν τον κίνδυνο να μετακινήσουν τη συζήτηση γύρω από την υπεράσπιση των εννοιών και όχι για τη χρησιμότητά τους στους αγώνες. Ως εκ τούτου, ενδέχεται και κινδυνεύουν να σύρουν τα πάντα στην πολιτική περιθωριοποίηση.

Μετά το τέλος του μετα-εργατισμού, τι έχει απομείνει; Μένουν οι εργατιστές, καθώς επίσης και οι λεγόμενοι μετα-εργατιστές. Εξακολουθούν να υπάρχουν πολλοί αγωνιστές, έτσι ώστε εκείνη η επαναστατική μέθοδος είναι μια οπτική μέσα και ενάντια στην πραγματικότητα, μια σάντα μπάρμπαρα, μια πυριτιδαποθήκη για να την ανατινάξουν. Εμείς πρέπει τώρα να προσπαθήσουμε να κάνουμε εκείνη την αυθεντική κίνηση που υπήρξε κτήμα του εργατισμού σε σχέση με τον Μαρξ: την μακιαβελική επιστροφή προς τις αρχές, δηλαδή, προς τον Μαρξ, ενάντια στον μαρξισμό. Τώρα το καθήκον είναι να επιστρέψουμε στον εργατισμό, σίγουρα όχι ενάντια αλλά σίγουρα με κριτικό τρόπο σε σχέση με όλα αυτά τα οποία δεν λειτουργούν πλέον από τον μετά-εργατισμό, ή που ποτέ δεν λειτούργησαν.

Αυτός που έχει το φόβο ή χαίρεται με το ξεπούλημα μιας θεωρητικής κληρονομιάς, πιθανότατα ακολούθησε λάθος δρόμο, σίγουρα λάθεψε βιβλίο. Μας φαίνεται πως εκείνοι που έχουν συμβάλλει στο ξεπούλημα εκείνης της κληρονομιάς είναι εκείνοι που απολαμβάνουν κατηγορίες που δεν εξυπηρετούν πλέον τον αγώνα, ακόμα κι αν – ή ακριβώς επειδή – εξυπηρετούν την συμμετοχή σε διεθνή συνέδρια. Εμείς, αντίθετα, ενδιαφερόμαστε να χρησιμοποιήσουμε την κληρονομιά, δεν μας ενδιαφέρουν οι έριδες για την διαθήκη. Οπότε, για να χρησιμοποιήσουμε εκείνη την εξαιρετική κληρονομιά πρέπει να την περάσουμε από το κοφτερό νήμα της κριτικής, να πετάξουμε αυτά που δεν είναι απαραίτητα, να επανεξετάσουμε προς τα εμπρός ότι περιστρέφεται στο κενό. Το να μη το κάνουμε είναι ο αληθινός τρόπος για να προδώσουμε εκείνη την κληρονομιά.

 

3. Να συνοψίσουμε. Ο εργατισμός σαν επαναστατική θεωρητική πρακτική ιστορικά προκαθορισμένη τελειώνει παραδίδοντας μας ένα πρόβλημα: την μετάβαση από τον εργάτη μάζα στον κοινωνικό εργάτη. Η ανάλυση επάνω στον «μετα-φορντισμό» εν μέρει το αποσαφηνίζει και εν μέρει το απομακρύνει , στο βαθμό που αναγιγνώσκει την τεχνική σύνθεση σαν πολιτική σύνθεση, ήτοι εκτρέποντας το βλέμμα από τον καπιταλιστικό σχηματισμό της υποκειμενικότητας και από την υπακοή στους μετασχηματισμούς εργασίας. Εκεί, εξακολουθεί να υπάρχει το πρόβλημα, το οποίο είναι εξ ολοκλήρου πολιτικό. Επειδή εκείνη του κοινωνικού εργάτη ήταν μία πολιτική φιγούρα, αλλά κατέστη και μειώθηκε σε τεχνική φιγούρα. Επιπλέον, από τον κοινωνικό εργάτη στον γνωστικό εργαζόμενο το υποκείμενο ενσαρκώνεται τεχνικά, αποσαρκώνεται πολιτικά. Ξεκινώντας και πάλι από αυτό το πρόβλημα δεν σημαίνει να επιστρέψουμε στον εργάτη μάζα, που δεν υπάρχει πλέον πουθενά, αλλά να αναζητήσουμε μια νέα ουσία. Ποια είναι; Πώς παράγεται; Πώς μπορούμε να την οργανώσουμε; Για να κάνουμε υποθέσεις σχετικά με αυτά τα ζητήματα, θα πρέπει να διασχίσουμε ξανά με γενεαλογικό τρόπο την έννοια της ταξικής σύνθεσης. Αυτό είναι το στοίχημα.

Προσοχή, στην περίπτωση που χρειάζεται να το κάνουμε, διευκρινίζουμε ότι  εκείνο μέσα στο οποίο βυθιστήκαμε είναι ένα πλαίσιο καθόλου ειρηνευμένο, δεν έχει επιλυθεί μια για πάντα υπέρ του εχθρού μας: η ανανεωμένη κοινωνία του κεφαλαίου εγκυμονεί πολλές ταξικές αναφορές, και συγκρούσεων . Είναι εκεί, σαν συγκεκριμένες δυνατότητες και μερικές φορές σαν κύτταρα εν υπνώσει, σαν πιθανότητες και αναλαμπές από πραγματικότητες νέων αγώνων. Δεν είναι λίγο, λέμε ενάντια σε όλους εκείνους που βλέπουν το κεφάλαιο ως το μοναδικό υποκείμενο της ιστορίας. Δεν είναι αρκετό, λέμε ενάντια σε όσους έχουν ξεχάσει την ύπαρξη του κεφαλαίου για να φαντάζονται μια ήδη ελεύθερη σχέση παραγωγής.

 

4. Μια σύντομη προειδοποίηση, τέλος, για τον αγωνιστή, για τον στρατευμένο αναγνώστη. Αυτό το βιβλίο δεν έχει την απαίτηση, δεν ισχυρίζεται ότι έχει την ικανότητα και πάνω απ ‘όλα τη θέληση να απολογηθεί για όλα αυτά που είναι γραμμένα γύρω από τα θέματα που καλύφθηκαν. Κάνουμε επιλογές, προχωρούμε μερικώς , προχωρούμε με πηδήματα και διακοπές. Έτσι προχωρά η ιστορία, έτσι προχωρεί η πραγματικότητα. Σχετικά με τα θέματα που ασχοληθήκαμε, μερικές φορές παραπέμπουμε σε διεργασίες μας του παρελθόντος, παλαιότερου και πιο πρόσφατου: δεν το κάνουμε για την αξία που έχουν, αλλά για να μην επαναλαμβανόμαστε πέρα από το απαραίτητο, και ιδιαίτερα για να δώσουμε σε εκείνους που είναι πρόθυμοι τη δυνατότητα να συγκρίνουν τις γραμμές της συνέχειας και απαραίτητης ασυνέχειας της αγωνιστικής μας έρευνας.

Σε διάφορα μέρη του κειμένου μεταφέρονται μεγάλα αποσπάσματα από κείμενα που ελήφθησαν από στρατευμένους μαχητές στοχαστές με τους οποίους ανταλλάσουμε απόψεις. Από τη μία πλευρά, η επιλογή δεν προτίθεται να εξαντλήσει εκτενώς τη συζήτηση με όλους εκείνους οι οποίοι έχουν εκφραστεί σε μεγάλο βαθμό, σημαντικά, γύρω από τα θέματα που αναλύονται εδώ , αλλά να δράσει με ένταση ξεκινώντας από μια επιλογή σημείων αναφοράς. Kαλύτερα μια κουραστική βόλτα προς τα υψηλά παρά δέκα βολικά πλάγια βήματα. Από την άλλη πλευρά, τα αναφερόμενα χωρία που μερικές φορές μεταφέρονται εν αφθονία δεν θέλουν να παραχωρήσουν τίποτα στο ακαδημαϊκό βίτσιο της απαγγελίας, του εγκώμιου, αντίθετα επιδιώκουν να προσφέρουν την ευκαιρία στον αναγνώστη – τον στρατευμένο κυρίως – να ασχοληθεί άμεσα και να αντιπαρατεθεί με τις πηγές και ως εκ τούτου να μη βασιστεί αποκλειστικά στην ανάλυση που έγινε από τον συγγραφέα αυτών των σελίδων, ή τουλάχιστον να την εμβαθύνει περαιτέρω και έτσι να κρατήσει ανοιχτό το πεδίο της έρευνας. Αναζήτηση των εννοιών που θα χρησιμοποιηθούν σαν λοστοί, και το αντίστροφο.

 

 

* Εισαγωγή στο βιβλίο “Elogio della militanza. Note su soggettività e composizione di classe” (DeriveApprodi, 2016).

http://www.commonware.org/index.php/gallery/653-elogio-della-militanza-introduzione

http://www.deriveapprodi.org/2016/01/elogio-della-militanza/

θεωρία, teoria

Εγκώμιο της στράτευσης, από τον Gigi Roggero: ELOGIO DELLA MILITANZA

του Alessandro Barile

ElogioDellaMilitanzaGigi Roggero, Elogio della militanza. Note su soggettività e composizione di classe, Έπαινος της μαχητικότητας, της στράτευσης. Σημειώσεις επάνω στην υποκειμενικότητα και την ταξική σύνθεση, Derive Approdi, 2016, pp. 213, € 13,00

Ο έπαινος της μαχητικότητας, το εγκώμιο της στράτευσης δηλαδή, είναι πρώτα απ ‘όλα ένας κατάλληλος τίτλος. Δεν είναι έπαινος του ακτιβιστή ή του εθελοντή ή κάποιοι άλλοι μετα-μοντέρνοι ορισμοί της πολιτικής συμμετοχής. Ο μαχητής – ο στρατευμένος, σύμφωνα με τα λόγια του συγγραφέα, είναι «αυτός ή αυτή που θέτει εξ ολοκλήρου σε κίνδυνο τη ζωή του», είναι «ένα υποκείμενο διηρημένο, συνεχώς παράγει το« εμείς » και το « αυτοί », παίρνει θέση και αναγκάζει τους άλλους να τοποθετηθούν. Διαχωρίζει για να ανασυνθέσει το ρόλο του, την θέση του ». Δεν είναι μια οποιαδήποτε φιγούρα, ειρηνευμένη, της φιλελεύθερης πολιτικής συμμετοχής, αλλά μια συγκεκριμένη φιγούρα ιστορικά προσδιορισμένη από τον πολιτικό αγώνα. Ο τίτλος είναι από μόνος του μια μορφή ρήξης που αναλαμβάνει την ευθύνη της πράξης της, μια απαραίτητη ρήξη, η οποία λαμβάνει χώρα όχι ενάντια στη φιλελεύθερη-δημοκρατική εξομάλυνση (πολύ εύκολο), αλλά μέσα στο πεδίο της ανταγωνιστικής αριστεράς, η οποία έχει από καιρό αποδεχθεί παθητικά τον σημασιολογικό μεταγραμματισμό ( αγγλοσαξονικής καταγωγής) του ακτιβιστή. «Όταν, με το γύρισμα της χιλιετίας άρχισε να αποκαλείται ακτιβιστής, αυτό δεν ήταν μια απλή γλωσσική παραχώρηση, αλλά μια διαρθρωτική αδυναμία, ήταν καθίζηση, υποχώρηση. Με αυτό τον τρόπο χάθηκε η ασυμμετρία του σε σχέση με άλλες φιγούρες, όπως εκείνη του εθελοντή. Εικόνα του δημοσίου συμφέροντος, ως εκ τούτου, της αναπαραγωγής του υπάρχοντος».

Ακτιβισμός και αγωνιστικότητα-στράτευση-μαχητικότητα δεν είναι συνώνυμες έννοιες ή αμφίσημες: προϋποθέτουν αντικρουόμενα οράματα, αντίθετες όψεις της πολιτικής και καθιζάνουν αντιθετικές συνειδήσεις του υπάρχοντος και εργαλείων για την καταπολέμησή του. Με άλλα λόγια, ο αγωνιστής, ο στρατευμένος, είναι φιγούρα πολιτική, λαμβάνει θέση και πλευρά, υποστηρίζει, τοποθετείται, η στάση του, μέσω της θυσίας και της πειθαρχίας κηρύσσει τον πόλεμο στο φιλελεύθερο υποκείμενο υπέρ του επαναστατικού γίγνεσθαι του κοινωνικού ατόμου,

ο ακτιβιστής είναι αντίθετα η αβλαβής φιγούρα του εθελοντή που προσπαθεί να ανακατασκευάσει αυτό που αντιθέτως θα έπρεπε να κομματιαστεί κοινωνικά για να ανασυσταθεί πολιτικά ενάντια και όχι στη θέση κάποιου. Θυσία και πειθαρχία: πόση απόσταση μεταξύ των δύο αυτών εννοιών και των τρεχουσών μορφών πολιτικής συμμετοχής;

Θυσία και πειθαρχία: ποια η απόσταση μεταξύ των δύο αυτών εννοιών και των τρεχουσών μορφών πολιτικής συμμετοχής; Απόσταση τόσο βαθιά που ακόμη και εκεί υπάρχουν – και είναι συνεχώς παρούσες στην καθημερινή αγωνιστικότητα – αποσιωπούνται, αμφισβητούνται, ωσάν το να υποβάλλεσαι σε μιαν θυσία ή να αναγκάζεις τον εαυτό σου σε μια συλλογική πειθαρχία παραπέμπει σε μορφές και μεθόδους ενός πολιτικού αγώνα από τον οποίον έχουν επιτέλους ληφθεί αποστάσεις . Ο αγωνιστής, ο δεσμευμένος, μας λέει ο Roggero, είναι η βασική φιγούρα της επαναστατικής πολιτικής. Μεταφράζει την πολιτική γραμμή προς τα κάτω και την διορθώνει προς τα πάνω. Είναι η σύνδεση, το φερμοάρ μεταξύ θεωρίας και πρακτικής, εκείνο το «μεσαίο δοκάρι», που αντιπροσωπεύει και είναι η καρδιά της πολιτικής δράσης. Είναι η φιγούρα που συνδυάζει συνεχώς την »μέγιστη στρατηγική αυστηρότητα» με την »μέγιστη τακτική ευελιξία », με άλλα λόγια, είναι η προσωποποίηση της λενινιστικής διαλεκτικής, αυτός που βρίσκεται μέσα στις αντιφάσεις και ενεργεί ως πυροκροτητής, πάντα να ισορροπεί μεταξύ δογματισμού και οπορτουνισμού, χωρίς ποτέ να γλιστρήσει σε ένα ή τον άλλο από τους πόλους της πολιτικής ακαμψίας της θεωρίας δίχως πρακτική μετάφραση και της πρακτικής χωρίς πολιτική στρατηγική.

Αν ο μαχητής είναι η φιγούρα για την οποίαν μιλά το τελευταίο βιβλίο του Roggero, το θέμα που αντιμετωπίστηκε στην πρόσφατα δημοσιευμένη έκθεση καθορίζεται στον υπότιτλο: σημειώσεις γύρω από την υποκειμενικότητα και την ταξική σύνθεση. Θέματα που επαναλαμβάνονται κατά κάποιο τρόπο σε αυτή την τελευταία δεκαετία, μια μακρά φάση «παρακμιακής μετάβασης» που ώθησε τις πιο συνειδητές πρωτοπορίες, ή απλά τις πιο περίεργες avant-garde, να επιδιώξουν μια απάντηση στην πολιτική κρίση της ριζοσπαστικής αριστεράς ξεκινώντας από τον προσδιορισμό των υποκειμένων που θα έπρεπε να οργανωθούν και από τις νέες οργανωτικές μορφές που προκύπτουν από αυτά [1]. Κατά την προετοιμασία μιας ομιλίας εξ ορισμού στα σκαριά, που συνεπώς κατ ‘ανάγκη δεν έχει ολοκληρωθεί και σε φάση προσαρμογής, ο συγγραφέας δείχνει μια σαφή πολιτική γραμμή: επιστροφή στον εργατισμό για την ρήξη με τον μετα-εργατισμό, δηλαδή με μιαν πολιτική »παράδοση» η οποία από τα χρόνια Ογδόντα έχει μονοπωλήσει το πολιτιστικό επίπεδο και της πολιτικής δράσης των ανταγωνιστικών κινημάτων στην Ιταλία.

Δεν έχει προδικασμένες θέσεις να υπερασπιστεί ο Roggero, και αυτό επιτρέπει μια ειλικρινή συζήτηση, αποτελεσματική, αν και ιστορικά και φιλοσοφικά καθορισμένη. «Ας το πούμε κατ’ αυτό τον τρόπο, ξεκάθαρα, είναι σαφές ότι: ο λεγόμενος μετα-εργατισμός τέλειωσε […] Τώρα ο στόχος και καθήκον είναι να επιστρέψουμε στον εργατισμό, βέβαια όχι ενάντια, αλλά σίγουρα κριτικά σε σχέση με ό, τι από τον μετα-εργατισμό δεν λειτουργεί πλέον, ή δεν λειτούργησε ποτέ».

Μια ρήξη που δεν είναι εύκολη για εκείνους που με κάποιο τρόπο έχουν μοιραστεί ένα μεγάλο μέρος αυτής της σκέψης στην πολιτική τους εκπαίδευση, και που ξεκινά από ακριβείς φιλοσοφικές προϋποθέσεις που πρέπει να διαβαστούν και να ερμηνευτούν με προσοχή. Λαμβάνοντας ξανά το μάθημα του εργατισμού, των απόψεων του Τρόντι κυρίως, ο Roggero θέτειει στο επίκεντρο της ανάλυσης του και επί του κεφαλαίου την σύγκρουση μεταξύ αυτού και της εργασίας στο εργοστάσιο. Δεν είναι το κεφάλαιο που ορίζει την εργατική τάξη, αλλά το αντίθετο: είναι το προλεταριάτο μέσα από τα μονοπάτια αντίστασης του αναγκάζει το κεφάλαιο να καινοτομεί και να ανανεώνεται με τη λήψη της παρούσας μορφής και σε συνεχή εξέλιξη. Η εργατική τάξη, με άλλα λόγια, είναι η κινητήρια δύναμη της ανάπτυξης, και οι αγώνες των εργαζομένων το όργανο μέσω του οποίου το κεφάλαιο ανανεώνει τον εαυτό του: «η σκέψη προκύπτει πάντα από την αντιπαράθεση […] Είναι οι αγώνες που καθορίζουν την ανάπτυξη, έρχεται πρώτη η τάξη, μετά το κεφάλαιο. Το να ερμηνεύσουμε το κεφάλαιο ξεκινώντας από το ίδιο είναι μια ιδεολογική προβολή». Ακολουθώντας αυτό τον καθορισμό, ο συγγραφέας καταλήγει στο συμπέρασμα πως η τάξη «δεν είναι ένα ζήτημα διαστρωμάτωσης, αλλά αντιπαράθεσης […] Η τάξη για τον Μαρξ και για εμάς, είναι μια εντελώς πολιτική έννοια. Class, τάξη σημαίνει ταξικό ανταγωνισμό. Και για να το πούμε με τον Tronti: δεν υπάρχει τάξη, χωρίς ταξική πάλη ».

Θα μπορούσαμε να συνεχίσουμε λαμβάνοντας άλλα τμήματα της συζήτησης, αλλά η αίσθηση σε αυτό το σημείο θα πρέπει να αποκαλυφθεί: ανακτώντας ριζικά την εργατιστική προσέγγιση, ο συγγραφέας μας λέει ότι η ανθρώπινη ανάπτυξη, η ίδια η φύση του ανθρώπου, είναι μια αντιθετική φύση, contrapositive, συγκρουσιακή, οντολογικά διαιρεμένη και διχαστική. Τα διάφορα στάδια της ανάπτυξης αντιστοιχούν στις διαφορετικές μορφές αντίστασης που τα υποδεέστερα υποκείμενα έχουν θέσει σε εφαρμογή εναντίον εκείνων των υποκειμένων που ηγεμονεύουν οικονομικά και πολιτικά. Τέλος, πως η καπιταλιστική οργανωτική καινοτομία και ανανέωση προέρχεται από την εργατική ακαμψία. Πρέπει να συνειδητοποιήσουμε ότι αυτή η προσέγγιση είναι φιλοσοφικής φύσεως και όχι περιστασιακή, και ότι λίγο έχει να κάνει με τη σκέψη του Μαρξ. Σύμφωνα με τον Μαρξ, στην πραγματικότητα, η προέλευση της ανθρώπινης ανάπτυξης, του ανθρώπου σαν κοινωνικού ζώου, είναι η συνεργασία, που δίδεται με μορφή αλλοτριωμένη για λόγους επαληθεύσιμους ιστορικά (και που ο Μαρξ στην πραγματικότητα εξακριβώνει στα έργα του, και ειδικά στο Κεφάλαιο), και που αποτελεί τη βάση, την προϋπόθεση και τον σκοπό της ταξικής πάλης: εκείνη της επανοικειοποίησης της συνεργατικής στιγμής με αδιαμεσολάβητη μορφή από το ιδιωτικό κέρδος. Το πρόβλημα όμως, δεν είναι απλώς και μόνον φιλοσοφικό.

Από οικονομική άποψη, ο Roggero διαβάζει τις συνεχείς εξελίξεις του κεφαλαίου ως απάντηση στην ακαμψία της εργασίας που από καιρό σε καιρό οργανώνει τις μορφές της αντίστασης της. Είναι το λιγότερο μια άποψη μερική της καπιταλιστικής ανάπτυξης. Ο καπιταλισμός στην πραγματικότητα δημιουργεί συνεχώς τις δικές του μορφές αναγέννησης – είναι μια κοινωνική διαδικασία σε συνεχή εξέλιξη – κυρίως λόγω των εσωτερικών χαρακτηριστικών του. Ο καπιταλισμός είναι στην πραγματικότητα ένα πεδίο αντιπαράθεσης μεταξύ ανταγωνιστικών κεφαλαίων, κεφαλαίων που βρίσκουν μια δική τους ενότητα μόνο σε περιόδους συγκρούσεων με τα υφιστάμενα υποκείμενα, αλλά που έξω ή παράλληλα από αυτά, έχουν φυσικά την προδιάθεση στον εσωτερικό ανταγωνισμό, ο οποίος είναι ένας βίαιος ανταγωνισμός για να εκδιώξουν από τις διαδικασίες αξιοποίησης τα ανταγωνιστικά κεφάλαια.

Είναι οι συνεχείς τεχνολογικές καινοτομίες των ανταγωνιστικών κεφαλαίων που επιβάλλουν στον καπιταλισμό στο σύνολό του μια σταθερή εξέλιξη, που δεν είναι σίγουρα ή αποκλειστικά προοδευτικού χαρακτήρα, αλλά διαρκώς μεταβάλλεται. Επιπλέον, οι συνεχείς τεχνολογικές καινοτομίες που αποτελούν τη βάση του συνεχούς επαναπροσδιορισμού της παραγωγής του καπιταλισμού, είναι η μη συντονισμένη απάντηση στο νόμο της πτωτικής τάσης του ποσοστού κέρδους. Και αυτή η πτωτική τάση, που παράγεται από τη σταθερή αύξηση της παραγωγικότητας της εργασίας (με την αύξηση της οργανικής σύνθεσης του κεφαλαίου) είναι αποσυνδεδεμένη από την αξιοποίηση του κεφαλαίου (αξιοποίηση που μειώνεται βαθμιαία ακριβώς λόγω της προοδευτικής αύξησης του σταθερού κεφαλαίου σε σχέση με το μεταβλητό), η οποία προκαλεί τις κυκλικές κρίσεις που αναγκάζουν τα ανταγωνιστικά κεφάλαια στον πόλεμο και τις αμοιβαίες προσπάθειες εξάλειψης. Μέσα σε αυτή την δυναμική τοποθετείται στη συνέχεια η συγκρουσιακή τάση και διάθεση της εργατικής τάξης, που είναι σίγουρα ένα στοιχείο που μπορεί να αλλάξει τα σχέδια του κεφαλαίου, αλλά σίγουρα  δεν είναι το μοναδικό, και ακόμη ίσως και όχι το σημαντικότερο. Είναι ένα στοιχείο που βρίσκεται παρόν στη ιστορικά καθορισμένη σύγκρουση μεταξύ παραγωγικών υποκειμένων και σχέσεων παραγωγής, αλλά αυτό από μόνο του δεν εξηγεί την εξελικτική φύση του καπιταλισμού.

Ο εργατισμός παραμένει κατά μία έννοια θύμα μιας δικής του προοπτικής ριζικά κοινωνιολογικής: θέτει στο κέντρο των πάντων την εργατική υποκειμενικότητα παραβλέποντας την αντικειμενική εικόνα των σχέσεων παραγωγής. Με τη εξαφάιση όλω των αντικειμενικών αναφορών, η φιλοσοφική ρήξη που επιτεύχθη από το Negri είναι ως εκ τούτου επακόλουθη. Σε εκείνο το σημείο ο υποκειμενισμός εκτόπισε τον μαρξιστικό αντικειμενισμό δημιουργώντας αντίθετα μια πολιτική θεωρία εκ των πραγμάτων διαταξική, επί της οποίας στην πραγματικότητα ασκείται κριτική με σωστό τρόπο στην συνέχεια του τόμου, του έργου για το οποίο μιλάμε δηλαδή, η οποία αποκαλύπτει τα ελαττώματα του μετά εργατισμού, με τέτοιο τρόπο που μόνο ένας επιδέξιος αγωνιστής διανοούμενος εκείνου του κόσμου θα μπορούσε να κάνει.

Τα πάντα, λοιπόν, έχουν λυθεί; Καθόλου. Ο εργατισμός είχε έναν αποφασιστικό πολιτικό ρόλο στην ταξική πάλη στη χώρα μας: έδωσε θεωρητική ουσία και πολιτική προοπτική σε ένα κομμάτι της τάξης που βρίσκονταν σε διαμάχη με την επίσημη εκπροσώπηση του Κομμουνιστικού Κόμματος. Ο εργατισμός σπάει το αδιέξοδο μέσα στο οποίο η εργατική εκπροσώπηση είχε κλειδωθεί: αφενός η απάτη της οικονομικής σύγκρουσης μέσα από την διαβούλευση των συνδικάτων, από την άλλη η πολιτική εκπροσώπηση στα αρμόδια θεσμικά όργανα μέσω του κόμματος σε μεταβατικό στάδιο. Στριμωγμένη ανάμεσα σε αυτά τα δύο καταστροφικά πολιτικά πλέγματα, εξαφανίζονταν στην Ιταλία κάθε υπόθεση ριζικής αλλαγής του υπάρχοντος η οποία δεν θα περνούσε μέσα από το μακρύ κύμα της ριζικά σοσιαλδημοκρατικής προοπτικής του Κομμουνιστικού Κόμματος.

Γι ‘αυτό δεν είναι αρκετό να ρευστοποιήσουμε έναν πλούτο, μια κληρονομιά ιδεών και εργατικής έρευνας που, έστω και με αμφίβολου χαρακτήρα φιλοσοφικό καθορισμό, έχει παίξει έναν πολιτικό ρόλο που εξακολουθεί να είναι σημαντικός. Το να τα σπάσουμε με τον μετα-εργατισμό θα μπορέσει να παράξει ένα γόνιμο βήμα προς τα εμπρός στις στρατηγικές της ανταγωνιστικής αριστεράς μόνο αν δεν ξαναπέσουμε στον ριζικό υποκειμενισμό όπου είχε τελειώσει η εμπειρία του εργατισμού. Στην κοινωνιολογική υποκειμενικότητα σύμφωνα με την οποία η τάξη δεν είναι ένα απλό αντικειμενικό -οικονομικό γεγονός και στοιχείο αλλά κυρίως πολιτική και συγκρουσιακή πραγματικότητα, πρέπει να προσθέσουμε και τη μελέτη των μοντέλων παραγωγής μέσα στην οποία βρίσκεται η εργατική σύγκρουση (όπου σαν εργατική, φυσικά, δεν θα πρέπει να εννοήσουμε εκείνη του εργάτη του μεγάλου φορντικού εργοστασίου, αλλά των νέων κοινωνικών υποκειμένων που είναι διατεθειμένοι για αγώνα, και κεντρικής σημασίας στην διαδικασία της καπιταλιστικής συσσώρευσης στις ώριμες καπιταλιστικές χώρες).

Η καρδιά του δοκιμίου, ωστόσο, δεν βρίσκεται στις φιλοσοφικές του υποθέσεις, αν και από το συγγραφέα έχουν τεθεί στη εισαγωγή του κειμένου, αλλά σε μια πιθανή, ή δυνητική μαχητική μετάφραση στο ύψος των καιρών και των καταστάσεων. Είναι εδώ που η συλλογιστική φτάνει στην κορύφωση της και γίνεται πιο πειστική σύμφωνα με την άποψη μας. Η κριτική ορισμένων κινηματίστικων εκφυλισμών είναι άγρια.

Βρίσκονται στο στόχαστρο όλα τα ιδεολογικά κλισέ μιας ορισμένης επικρατούσας σκέψης που βρήκαν υποδοχή ακόμη και εντός των αναγωνιστικών κινημάτων: η κοινωνική οικονομία και η συνεργασία που ανεμίζονται ενάντια στην δημόσια οικονομία, η οποία, μακριά από το «να αντιπροσωπεύει έναν τρίτο τομέα σε σχέση με το Κράτος και την αγορά, είναι μία από τις μορφές που η ιδιωτικοποίηση του δημοσίου έχει λάβει, «η διαδεδομένη αυτο-απασχόληση ή αυτοεπιχειρηματικότητα» των κοινωνικών κέντρων, »η οποία παράγει μέτρια αποτελέσματα από την οικονομική άποψη, αλλά βοήθησε να παραχθεί μια πολιτική υποκειμενικότητα που μεγάλωσε με την προοπτική του διαχειριστή και όχι του μαχητή, του αγωνιστή», η (αυτο) ταυτοποίηση μεταξύ στρατευμένου αγωνιστή και επισφαλούς, αποτέλεσμα μιας «βιαστικής αυτοέρευνας που υπήρξε θύμα μιας στρατηγικής αυτοαναφορικότητας»,

η οποία έχει παράξει την καταχρηστική αναγνώριση μεταξύ «στρατευμένου» (πλέον ακτιβιστή) και «τάξης», μια συγκεκριμένη άκριτη κεντρικότητα των αγώνων για τις βασικές ανάγκες, όπως αυτές για το σπίτι, η οποία σε ορισμένες περιπτώσεις «φετιχοποιεί την ανάγκη, χωρίς να καταφέρνει να πάει πέρα από την ικανοποίηση της, δημιουργώντας αστικές νήσους αυτο-διαχείρισης της περιθωριοποίησης και της φτώχειας, της δυστυχίας» , μια υποτιθέμενη αξίωση αυτοδιαχείρισης της «γνώσης» του λεγόμενου «cognitariatο, της διανοητικής εργατικής δύναμης», η οποία αντιθέτως είναι συνεχώς «modularized, amministrativizzato, managerializzato, budgetarizzato, banalizzato, επισφαλής, utentizzato», με άλλα λόγια εγκλωβισμένη στα δίχτυα του κέρδους για το κεφάλαιο τη στιγμή κατά την οποίαν έχει αφαιρεθεί τελείως απ’ τους παραγωγούς ο έλεγχός της,

και η ζωή συνεχίζεται.

Στην αποδυνάμωση της σκέψης – θα μπορούσαμε εμείς να προσθέσουμε: η έλλειψη εξύψωσης για την αδύναμη και συγκεκριμένη σκέψη, ιδεολογικά αντίθετη σε κάθε γενικό σχέδιο – δεν ακολουθήθηκε από μια αναβάθμιση, από μια ενδυνάμωση της πρακτικής. »Η ποικιλομορφία είναι πάνω από όλα, είναι τα πάντα, η ταξική σύνθεση τίποτα. Το σχολείο παρέμεινε χωρίς κίνημα, οι ακαδημαϊκοί κώδικες έχουν καταπιεί την ταξική σύγκρουση «.

Η σημερινή δύναμη του «λαϊκισμού», όρου που σίγουρα δεν είναι σε θέση να περιγράψει και να κάνει διάκριση μεταξύ των διαφορετικών πολιτικών φαινομένων που είναι διάσπαρτα σε όλη την Ευρώπη, ωστόσο, είναι στο ότι «δίνει πρόσωπο στον εχθρό», εκεί όπου μια κάποια ηγεμονική σκέψη των κινημάτων έχει εντελώς αποδομήσει και ΄μοριακοποιήσει’ τις καπιταλιστικές διαδικασίες που δεν έχουν πλέον πρόσωπο ούτε φυσική έδρα, εκ των πραγμάτων εξαφανισμένα από την ενδεχόμενη πολιτική πάλη, «σε μια συγκεκριμένη στιγμή έχει εξηγηθεί πως η εξουσία δεν συγκεντρώνεται μόνο και αποκλειστικά σε ένα σημείο, δηλαδή στο Κράτος, αλλά έχει εξαπλωθεί στις κοινωνικές σχέσεις. Εντάξει. Ξεκινώντας από την προϋπόθεση ότι είναι παντού, εξήχθη το συμπέρασμα ότι πλέον δεν υπάρχει, ή πως δεν επικεντρώνεται σύμφωνα με μιαν ιεραρχία. Bad. Κακώς. Το να εξαφανιστεί το πρόβλημα έχει γίνει ένα μάντρα εντός των κινημάτων:. Το Winter Palace, τα Χειμερινά Ανάκτορα έχουν εξαφανιστεί, θα πρέπει να αλλάξουμε τον κόσμο χωρίς να πάρουμε την εξουσία «. Η αγγλοσαξονική μόδα της λεγόμενης «μικρο-πολιτικής» έχει παράξει την μετάσταση της αυτάρκους μικροκοινότητας, »που δεν θέτει σε κίνδυνο τους πραγματικούς όρους της εξουσίας, αλλά είναι ευχαριστημένη να ζει ασκώντας στο εσωτερικό της ευχάριστες σχέσεις».

Η πρόκληση, σύμφωνα με τον συγγραφέα, έγκειται στην ικανότητα της νέας γενιάς των πολιτικών αγωνιστών στο να μπορέσουν να ερμηνεύσουν διαλεκτικά την πολιτική δράση. Όχι ανακαλύπτοντας εκ νέου καινούργιους δογματισμούς ή στρατηγικές ακαμψίες αποσυνδεδεμένες από αποτελεσματικές πρακτικές, να ξαναχτιστούν τα θεμέλια μιας νέας πολιτικής ικανής να επηρεάσει πραγματικά την ισορροπία δυνάμεων μεταξύ των τάξεων. «Δεν έρχεται αντιμέτωπος με την αντιφατικότητα και την βρωμιά του πραγματικού μόνο εκείνος που αισθάνεται αδύναμος»: ο μαχητής, ο αγωνιστής, δυνατός χάρη στη στρατηγική ακαμψία του και την ίδια στιγμή από την ακραία τακτική ευελιξία του, είναι αποτελεσματικός μόνο αν βρίσκεται εντός των πραγματικών αντιφάσεων, κάμπτοντας τες προς τα συμφέροντα της δικής του πλευράς, φαντάζεται πλαστές συμμαχίες, κοινωνικές ετερόδοξες συνθέσεις, εναλλακτικές διαδρομές σε αυτές τις σχολαστικές. Όλα προκειμένου να επιστρέψει να επηρεάζει πραγματικά μέσα στην κοινωνία και μέσα στις σχέσεις εξουσίας, με άλλα λόγια, επανοικειούμενοι έναν πλειοψηφικό ορίζοντα, μακριά από σεχταρισμούς, μειοψηφισμούς που δεν καταλήγουν πουθενά , δογματισμούς ή, αντίθετα, αυθορμητίστικες εξάρσεις υποκουλτούρας. Πραγματικά σπάνια, αυτές τις μέρες, αυτή η γενναιοδωρία πνεύματος στο να είμαστε σε θέση να ασκήσουμε κριτική στην εύκολη κατάσταση στην οποία έχουμε βρεθεί και μέσα στην οποία γίνεται η αναπαραγωγή μας, και στο να επιθυμούμε με κουράγιο και τόλμη να υποδείξουμε μια πορεία που πρέπει να ακολουθήσουμε η οποία να προβλέπει τη ρήξη με ορισμένες πνευματικές ανέσεις. Αν όλα αυτά δεν είναι αποδεκτή, η προτεινόμενη μέθοδος είναι αυτή που πρέπει να ακολουθηθεί: να ανοίξουμε μια συζήτηση και να δούμε τι βγαίνει μέσα από αυτήν, επιστρέφοντας για να κάνουμε έρευνα.

[1] Σαν παράδειγμα: Paolo Cassetta, Emilio Quadrelli, Noi saremo tutto – nuova composizione di classe, conflitto e organizzazione, Gwynplaine edizioni, Camerano (An) 2012; Clash City Workers, Dove sono i nostri – lavoro, classe e movimenti nell’Italia della crisi, La Casa Usher, Firenze 2014.

Gigi Roggero: ELOGIO DELLA MILITANZA

σύγχρονη σκέψη, pensiero di oggi

H ουτοπία του κεφαλαίου – L’utopia del capitale

ΤΕΤΑΡΤΗ 26 OΚΤΩΒΡΙΟΥ 2016

L’utopia del capitale Η ουτοπία του κεφαλαίου

silicon

Silicon welfare

Το ιδιωτικό κεφάλαιο δοκιμάζει ένα πείραμα μεταρρύθμισης της κοινωνικής πρόνοιας, του κοινωνικού Κράτους: ένα ελάχιστο εγγυημένο μισθό (δίχως τίποτα σε αντάλλαγμα) για εκείνους που δεν έχουν δουλειά. Όκλαντ δείχνει τον δρόμο. Και ο πρώην πιο δυναμικός συνδικαλιστής ηγέτης της Αμερικής εγκρίνει.

– του Massimo Gaggi –

Το πρώτο πείραμα αρχίζει αυτή την εβδομάδα στο Όκλαντ, την πόλη με τα πιο σοβαρά κοινωνικά προβλήματα, μεταξύ εκείνων της Bay Area του Σαν Φρανσίσκο. Εκατό οικογένειες (αλλά στην συνέχεια θα πρέπει να φτάσουμε σε χίλιες) διαφορετικών κοινωνικών συνθηκών, θα λάβουν μια επιταγή που θα κυμαίνεται μεταξύ χιλίων και δύο χιλιάδων δολαρίων το μήνα χωρίς όρους. Στη συνέχεια θα περάσουν προς μεγαλύτερα τεστ σε εθνικό επίπεδο για να μελετήσουν πώς η παροχή ενός ελάχιστου εισοδήματος, που δεν σχετίζεται με την απόδοση στην εργασία ή με μια σύνταξη, επηρεάζει την ατομική συμπεριφορά. Το πείραμα είναι αξιόλογο, αλλά ακόμη πιο ενδιαφέρουσα είναι η ταυτότητα των ατόμων που πήραν την πρωτοβουλία: όχι ένας οργανισμός της ομοσπονδιακής κυβέρνησης ούτε
ένας δημόσιος φορέας της Καλιφόρνια, αλλά η Y Combinator, ο πιο σημαντικός «επιταχυντής» των start up, νεοσύστατων επιχειρήσεων στη Silicon Valley (ένας επιταχυντής είναι ένα είδος υπερσυμπιεστή επιχειρηματικού κεφαλαίου, venture capital). Ένα έργο-σχεδιασμός κοινωνικής πρόνοιας που χρηματοδοτείται(για την ώρα) με ιδιωτικά κεφάλαια. Γιατί; Η πιο εντυπωσιακή-ενδεικτική απάντηση βρίσκεται στη βιογραφία του Sam Altman, του ιδρυτή της Y Combinator.

Μεγάλος fan,oπαδός του Star Trek, ο Σαμ, 31 χρόνων, μεγάλωσε μέσα στα ρομπότ, στις διαδικασίες αυτοματισμού. Έτσι, η ιδέα της αναδιοργάνωσης μιας εταιρείας στην οποία μεγάλο μέρος του έργου θα είναι ολοένα περισσότερο αυτοματοποιημένο, έχει γίνει έμμονη ιδέα γι ‘αυτόν. Ενώ μεγάλωνε με τον δικό του υπερσυμπιεστή start up όπως Airbnb και Reddit, ο Altman άρχισε να μελετά την εφικτότητα ενός σχεδίου καθολικής universal basic income (Ubi): ;ένας ελάχιστος εγγυημένος μισθός για όλους τους πολίτες. Στην Αμερική, μια Χώρα όπου τα τελευταία χρόνια 22 Κράτη ψήφισαν κατά της επέκτασης των επιδοτήσεων για την υγειονομική περίθαλψη στους φτωχούς πολίτες, να εισαχθεί μια ιδέα αυτού του είδους είναι πολιτικά πολύ δύσκολο. Έτσι, με φυγάδες κυβέρνηση και κόμματα, ο Altman έβαλε στο μυαλό του την ιδέα να προσπαθήσει να αντιμετωπίσει σε πρώτο πρόσωπο, εκτός από τον τρόπο εργασίας των εταιρειών τεχνολογίας, και τα κοινωνικά μέτρα προστασίας για τον κόσμο της εργασίας.

Φιλόδοξο με την πρώτη ματιά, το σχέδιο, το οποίο συζητήθηκε αυτή την εβδομάδα στο Σαν Φρανσίσκο και στην Ουάσιγκτον, δεν ήρθε από το πουθενά. Και την αιτία μας την εξηγεί στο «The Reading» κατά τη διάρκεια του συνεδρίου Next: Economy, μια ανύποπτη προσωπικότητα, υπεράνω υποψίας: ο Andy Stern, ο οποίος υπήρξε ο πιο δυναμικός συνδικαλιστής της Αμερικής, κεφαλή στο SEIU, Service Employees International Union, την ένωση-union των υπηρεσιών, στην αρχή κινητήρα και στη συνέχεια, μετά από μια ρήξη, αγκάθι στα πλευρά της μεγάλης ομοσπονδίας AFL-CIO.

«Έκανα τον συνδικαλιστή εδώ και 38 χρόνια – λέει ο Stern -. Δοκίμασα τα πάντα, συμπεριλαμβανομένης της υποστήριξης στους πολιτικούς, προοδευτικούς και μη, οι οποίοι υπόσχονταν να βοηθήσουν τους εργαζόμενους: το 2008, το SEIU υπήρξε ο μεγαλύτερος χρηματοδότης της προεκλογικής εκστρατείας του Ομπάμα. Αλλά για χρόνια σηκωνόμουν το πρωί, ελπίζοντας να βελτιωθεί η κατάσταση των εργαζομένων και πήγαινα για ύπνο το βράδυ συνειδητοποιημένος πως, ωστόσο,  η κατάστασή τους είχε επιδεινωθεί. Δυστυχώς, η τεχνολογία και η παγκοσμιοποίηση δημιούργησαν ένα τσουνάμι στο χώρο της εργασίας. Όταν ξεκίνησα, οι Ενώσεις-Union αντιπροσώπευαν έναν εργαζόμενο στους τρεις στον ιδιωτικό τομέα. Όταν έφυγα πριν από λίγο χρόνο,η αναλογία ήταν ένας σε κάθε 16. Πρέπει να αναζητήσουμε άλλα εργαλεία και η Ubi είναι το περισσότερο υποσχόμενο », προσθέτει ο Stern, ο οποίος σχετικά με τη δημιουργία ενός καθολικού βασικού εισοδήματος έχει επίσης γράψει ένα βιβλίο, Raising the Floor .

Δεν είναι μια εύκολη υπόθεση: «Το εργαλείο κοστίζει, η πολιτική, αλλά ως μέρος μιας συνολικής αναδιάρθρωσης των κοινωνικών παροχών, από εκείνη για την κατοικία μέχρι τα κουπόνια τροφίμων, food stamps, (τα κουπόνια φαγητού), η Ubi θα μπορούσε να εισέλθει ξανά στις οικονομικές συμβατότητες και επίσης να βρει συναίνεση ακόμη και στην δεξιά. Οι ελευθεριακοί συντηρητικοί του Cato Institute, για παράδειγμα, είναι ανοιχτοί στην ιδέα ενός ελάχιστου εισοδήματος. »

Ο Stern, ο οποίος διδάσκει σήμερα στο Πανεπιστήμιο Κολούμπια και συμμετέχει σε διάφορα σχέδια στον τομέα της κοινωνικής προστασίας, γνωρίζει ότι οι καιροί δεν είναι ώριμοι : «Η κατάσταση στην αγορά εργασίας είναι δύσκολη, αλλά δεν είναι τόσο δραματική ώστε να απαιτείται επέμβαση τόσο τολμηρή. Και όμως το φαινόμενο Trump, που τροφοδοτείται από τον ερεθισμό των φτωχών εργαζομένων, τον θυμό τους, είναι ένα σαφές προειδοποιητικό σήμα. Τι θα συμβεί όταν, όπως πολλοί αναμένουν, το ήμισυ των υφιστάμενων θέσεων εργασίας θα είναι αυτοματοποιημένη; Τι θα κάνουμε αν οι δρόμοι της Αμερικής γεμίσουν με φορτηγά που οδηγούνται από μόνα τους, αφήνοντας δίχως δουλειά τρεια εκατομμύρια και μισό φορτηγατζήδων; Είναι καλό να προετοιμαστούμε. Το Πεντάγωνο το κάνει, στον τομέα του, προετοιμαζόμενο για τους πιθανούς πολέμους του μέλλοντος. Η πολιτική δεν κάνει άλλο τόσο, δεν κάνει το ίδιο πράγμα σχετικά με τα κοινωνικά σενάρια που αναδύονται. Και τότε λοιπόν είναι καλό να έρθει η προσπάθεια της Y Combinator. »

Πράγματι, η πρωτοβουλία σε αυτόν τον τομέα ενός δείγματος του κεφαλαίου επιχειρηματικού κινδύνου, del venture capital, είναι μια ανωμαλία που πιάνει απ’ την μύτη τις οργανώσεις της κοινωνικής αριστεράς όπως την Causa Justa, που υποστηρίζουν την καθιέρωση ενός ελάχιστου εισοδήματος, αλλά όχι μέσα σε ένα σχέδιο επεξεργασμένο από έναν πρωταθλητή του ιδιωτικού καπιταλισμού. «Εμείς, όμως, περιοριζόμαστε στην μελέτη των κοινωνικών δυναμικών που θα δημιουργούνταν, δίνοντας μια άνευ όρων επιδότηση χρήματος σε μιαν ολόκληρη κοινότητα», εξηγεί η Elizabeth Rhodes, μια ερευνήτρια στο Πανεπιστήμιο του Michigan η οποία έχει εργαστεί σε προγράμματα βοήθειας σε φτωχές Χώρες στην ανατολική Αφρική και η οποία προσελήφθη από την Υ Combinator ακριβώς για να διαχειριστεί αυτή την πρωτοβουλία. «Θέλουμε να κατανοήσουμε πώς μια επιδότηση-βοήθεια σε χρήμα αλλάζει τη ζωή , ποια προβλήματα επιλύει, πώς αλλάζει την προδιάθεση στην εργασία και στην εκπαίδευση, την διαχείριση του ελεύθερου χρόνου στα διάφορα κοινωνικά στρώματα». Εν ολίγοις, η Rhodes υπόσχεται να παρέχει δεδομένα χωρίς να επιδιώκει να επιβάλει πολιτικές λύσεις.

Φυσικά, το να κινείται η Silicon Valley είναι περίεργο, αλλά το σχέδιο δεν έχει τίποτα το εξωφρενικό: πειράματα αυτού του τύπου βρίσκονται σε εξέλιξη ή έχουν αρχίσει στη Βόρεια Ευρώπη και τον Καναδά: προσπαθούν τέσσερις ολλανδικές μεσαίου μεγέθους πόλεις, όπως η Ουτρέχτη και το Γκρόνινγκεν ενώ, επίσης, η Φινλανδία και η καναδική επαρχία του Οντάριο αναπτύσσουν φόρμουλες αυτού του τύπου. Αλλά για τώρα αυτό συμβαίνει στο σκοτάδι, επειδή τα πειράματα που έγιναν στο παρελθόν σε αυτόν τον τομέα δεν έχουν αφήσει σημαντικά ίχνη. Οι αντίπαλοι της Ubi υποστηρίζουν ότι, εκτός από το δυσβάσταχτο κόστος, η επιδότηση καθιστά τεμπέληδες, είναι ένα αντικίνητρο για την εργασία. Αλλά σε ορισμένες περιπτώσεις, όπου πειραματίστηκαν με αυτό, το ελάχιστο εισόδημα, θεωρείται ότι μείωσαν την προσπάθεια εργασίας μόνο δύο ομάδες: οι έφηβοι και οι μητέρες με εξαρτώμενα παιδιά. Πρόκειται όμως για περιορισμένες εμπειρίες που έγιναν πριν από αρκετές δεκαετίες: σημάδια μικρής σημασίας.

Την περασμένη εβδομάδα στο συνέδριο τεχνολογίας που φιλοξενείται στο Λευκό Οίκο και, στη συνέχεια, σε μια συνέντευξη στο περιοδικό του ΜΙΤ, ο ίδιος ο Μπαράκ Ομπάμα αναγνώρισε ότι το καθολική βασικό εισόδημα, universal basic income, θα πρέπει να μελετηθεί προσεκτικά, διότι κατά πάσα πιθανότητα στο μέλλον, ίσως σε δέκα ή είκοσι χρόνια , θα καταστεί αναγκαίο να χρησιμοποιηθεί, αν δεν βρεθεί ένας τρόπος για τη δημιουργία εναλλακτικής απασχόλησης για όσους απομακρύνονται από την αυτοματοποίηση. Ο πρόεδρος των ΗΠΑ εξακολουθεί να ελπίζει ότι, όπως πάντα συνέβαινε και στο παρελθόν, ο εκσυγχρονισμός της οικονομίας θα δώσει την ευκαιρία να γεννηθούν νέα προϊόντα και νέες υπηρεσίες ικανές να δημιουργήσουν πολλές νέες θέσεις εργασίας και να πληρώνονται καλά, αλλά παραδέχεται ότι αυτή τη στιγμή υπάρχουν αμφιβολίες σχετικά με αυτό το σενάριο. Στα οκτώ χρόνια της ζωής του στο Λευκό Οίκο, ωστόσο, ο Ομπάμα σίγουρα δεν κινήθηκε προς αυτή την κατεύθυνση. Κατανοητό, αφού υπέστη
σχεδόν πάντα την πολιορκία ενός εχθρικού Κογκρέσο των πολιτικών του και, πάνω απ ‘όλα, σε αντίθεση με οποιαδήποτε περαιτέρω επέκταση του ρόλου του Κράτους στην οικονομία και σε κάθε ενδεχόμενη αύξηση των δημοσίων δαπανών.

Αλλά δεν ήταν πάντα έτσι. Υποστηριζόμενη πριν από μισό αιώνα στην Ευρώπη, ειδικά από τους Γάλλους σοσιαλιστές (μορφές κατώτατου μισθού θα εισαχθούν από την κυβέρνηση στο Παρίσι το 1988) και από τον άγγλο φιλόσοφο Μπέρτραντ Ράσελ, στα τέλη της δεκαετίας του Εξήντα η ιδέα ενός ελάχιστου εισοδήματος για όλους εξαπλώθηκε και στην Αμερική και όχι μόνο από την αριστερά: μπήκε στη μάχη για τα πολιτικά δικαιώματα του Μάρτιν Λούθερ Κινγκ, αλλά έντονα υποστηρίχτηκε επίσης και από τον διάσημο συντηρητικό οικονομολόγο Μίλτον Φρίντμαν που την πρότεινε με την φόρμουλα του αρνητικού φόρου εισοδήματος. Ο Friedman υποστήριζε ότι ένα απλό και γενικευμένο βοήθημα θα μειώνε την κρατική γραφειοκρατία, θα καθιστούσε πιο αποτελεσματικές τις αγορές και θα διέλυε την παγίδα της φτώχειας (το αντικίνητρο στην εργασία που δημιουργείται όταν οι επιδοτήσεις, τα βοηθήματα δηλαδή παρέχονται μόνο κάτω από μια ορισμένη κατηγορία εισοδήματος). Η οικονομική συζήτηση μετατράπηκε σε πολιτική πρωτοβουλία και ήταν ένας ρεπουμπλικάνος πρόεδρος, ο Ρίτσαρντ Νίξον, που δρομολόγησε, το 1969, ένα νόμο για εγγυημένο ετήσιο εισόδημα. Ποτέ δεν τέθηκε σε ισχύ, διότι το μέτρο, που ψηφίστηκε από τη Βουλή, αργότερα απορρίφθηκε από την Γερουσία. Άλλα δέκα χρόνια και το κλίμα άλλαξε εντελώς με την άφιξη στην εξουσία δύο ορκισμένων εχθρών του κρατισμού και των κρατικών δαπανών στο Λευκό Οίκο και στο νούμερο 10 της Downing Street: Ρόναλντ Ρίγκαν και Μάργκαρετ Θάτσερ.

Μια νοοτροπία που δεν άλλαξε ριζικά, ακόμη και όταν το 1993 επέστρεψε στην προεδρία ένας δημοκράτης, ο Μπιλ Κλίντον: ασχολήθηκε κατά κύριο λόγο με τη διάλυση των παλαιών μηχανισμών πρόνοιας που φρέναραν την αγορά εργασίας, δεν σκέφτηκε να εισαγάγει τέτοια εργαλεία, επίσης γιατί τότε η φτωχοποίηση των μεσαίων τάξεων δεν είχε ακόμη εκδηλωθεί σε όλη τη βαρύτητα της. Θα είναι ενδιαφέρον να δούμε πώς θα συμπεριφερθεί, σε αλλαγμένη κοινωνική κατάσταση, η σύζυγός του Χίλαρι αν σε δύο εβδομάδες θα γίνει πρόεδρος των Ηνωμένων Πολιτειών. Και, βέβαια, θα υπάρχει πάντα το εμπόδιο του Κογκρέσου. Η παράλυση μπορεί να συνεχιστεί ακόμη και αν ο Stern υποστηρίζει ότι οι συντηρητικοί θα ενδιαφερθούν να μην στήσουν οδοφράγματα, αν προσφερθεί σε αυτούς ένα καθολικό ελάχιστο εισόδημα που να περιλαμβάνεται σε μια αναδιοργάνωση του συστήματος των επιδοτήσεων-βοηθημάτων: ένα κουβάρι εργαλείων διαστρωματωμένων στο χρόνο, κάποια άλλα απαραίτητα αμφισβητήσιμα, που να απορροφά χίλια δισεκατομμύρια δολάρια το χρόνο.

Εν τω μεταξύ, ενώ θα διερευνάται ο ορίζοντας των νέων τεχνολογιών για να αντιληφθούμε αν, πότε και πού θα εξαφανιστούν και άλλες θέσεις εργασίας και ενώ αναμένονται πολιτικές εξελίξεις σε ομοσπονδιακό επίπεδο, το Oakland ετοιμάζεται για άλλη μια φορά να λειτουργήσει ως πόλη-εργαστήριο. Ακριβώς εδώ πενήντα χρόνια πριν οι Μαύροι Πάνθηρες πειραματίστηκαν με τα δικά τους «προγράμματα επιβίωσης» προσπαθώντας να παρέχουν τροφή, ένδυση, ιατρική περίθαλψη και σχολεία για άτομα χωρίς την παρέμβαση της γραφειοκρατίας των τοπικών κυβερνήσεων . Σήμερα, στην θέση των αφρο-Αμερικανών μαρξιστών-λενινιστών επαναστατών, να προσπαθούν να αλλάξουν τις κοινωνικές σχέσεις έρχονται οι ελευθεριακοί πρωταθλητές του τεχνολογικού καπιταλισμού. Ο δήμαρχος Libby Schaaf τους υποδέχεται με ανοιχτές αγκάλες, αλλά πολλοί οργανισμοί αντιμετωπίζουν την φάση με σκεπτικισμό, αν όχι εχθρικά. «Θα είναι κουρασμένοι για να γίνονται πειραματόζωα,» λέει ο Robert Reich, ένας διάσημος οικονομολόγος της φιλελεύθερης αριστεράς. «Αλλά αν το Υ Combinator διανέμει επιδοτήσεις χωρίς να θέτει κανέναν όρο, δεν βλέπω το πρόβλημα.»
Τα προβλήματα έρχονται όταν πρόκειται για τον καθορισμό των μηχανισμών μεταφοράς πόρων από τις μεγάλες ομάδες της τεχνολογίας που επωφελούνται από την ψηφιακή επανάσταση και οι οποίες συγκεντρώνουν τεράστιο πλούτο (περιουσιακά στοιχεία σε μεγάλο βαθμό αφορολόγητα και αχρησιμοποίητα επειδή μπλοκάρονται στο εξωτερικό) στα ασθενέστερα στρώματα της κοινωνίας . «Μπορούν να χρησιμοποιηθούν καινοτόμα φορολογικά εργαλεία διασταυρώνοντας ανάγκες εργασίας, χρηματοδότηση και προστασία του οικοσυστήματος – προτείνει ο Stern . Για παράδειγμα ο φόρος Tobin επί των χρηματοοικονομικών συναλλαγών, ένας φόρος άνθρακα ή φόρος επί του fracking [εξορύξεις], την άντληση πετρελαίου και φυσικού αερίου που γίνεται χρησιμοποιώντας αυτή την προσοδοφόρα τεχνική, που είναι όμως βλαβερή για το περιβάλλον » . Λέει ο Tim O’Reilly, ο διοργανωτής του Next: Economy: «Όπως λέει ο φίλος μου Bill Janeway, οικονομολόγος και venture capitalist, είναι δύσκολο οι πληγές των ηττημένων να θεραπευτούν χάρη στην καλοσύνη των νικητών. Να σηκώσουν τα μανίκια τους, μόνο εάν υποβληθούν σε μια πολιτική εξαναγκασμού. Αλλά στη σημερινή Αμερική αυτοί οι μηχανισμοί πολιτικού εξαναγκασμού θα μπορούσαν να μην είναι εύχρηστοι και βολικοί ».

 

Massimo Gaggi – Δημοσιεύτηκε στην Il Corriere/Η ανάγνωση της  23 oκτωβρίου 2016

http://francosenia.blogspot.gr/

σκόρπιες σκέψεις...

ήταν ευχαριστημένοι γιατί ήτανε μαζί…

Οι οργανώσεις της επαναστατικής αριστεράς ήταν γέννημα του ’68, μικρογραφίες κομμάτων αυτοδιαλύθηκαν αρχές με μέσα του ’70 και διαχύθηκαν οι σύντροφοι σε αυτό το φουσκωμένο ποτάμι που ήταν η αυτονομία και που παραλίγο να παρασύρει στο πέρασμά του τα πάντα.
Επιτροπές, κολεκτίβες και συνελεύσεις όπου ανέπνεε ο άνθρωπος, μακριά από συμβάσεις, έξω και σε απόσταση από αρχηγικά πρότυπα με τα οποία λειτουργούσε μέχρι τότε η παγκόσμια αριστερά. Το νέο επαναστατικό υποκείμενο βρίσκονταν εκεί και σήκωνε στις πλάτες του πλέον το βάρος των αποφάσεων. Αυτόνομα. Από τον εργάτη μάζα στον κοινωνικό εργάτη.

Οι χώροι είχαν τις ιδιαιτερότητές τους, κάθε περιοχή την δική της. Οι επιτροπές τα ίδια, οι ομάδες, τα μέσα, κλπ. Η αλληλεγγύη, solidarietà, δεδομένη. Τα κινήματα αυτομείωσης πέτυχαν στόχο πολλές φορές. Άλλες όχι μιας και το σαμποτάζ εκ μέρους των συνδικάτων ήταν δεδομένο. Παγκόσμιο φαινόμενο η φαγούρα που πιάνει κάθε συστημικό όταν τα γεγονότα τον ξεπερνούν. Εκεί προτιμά την πεπατημένη, την συνδιαλλαγή με την κυβέρνηση, το φρένο στις κινητοποιήσεις. Ο λαός με την αυτο μείωση έπαιρνε πίσω πλούτο που είχε παράξει και που κατέληγε στο μεγάλο κεφάλαιο.
Όταν το ένα στα εκατό του παγκόσμιου πληθυσμού κατέχει το πενήντα επτά του παγκόσμιου πλούτου πως είναι δυνατό να παραχθεί δημοκρατία.

Όταν κάθε 3 δευτερόλεπτα στον πλανήτη πεθαίνει ένα παιδί.
Το πάνω χέρι χρόνια τώρα το έχει το μεγάλο κεφάλαιο. Έχει δημιουργήσει τα παπαγαλάκια του, τους λακέδες του, που μέσα από ωραία λόγια προπαγανδίζουν το μοντέλο που τους συμφέρει, παγκοσμιοποίηση και ελεύθερη οικονομία. Μέσα πάντα από ‘δημοκρατικές διαδικασίες’. Διότι όταν κατέχεις χρήμα κατέχεις και τη δυνατότητα να δημιουργείς καταστάσεις, συνειδήσεις, συναίνεση. Κι έχεις και τους κατασταλτικούς μηχανισμούς για όταν τα πράγματα σκουραίνουν, εισαγγελείς, αστυνομία, στρατό, σώματα τάξης, ταξικά.
Επαναλαμβάνουμε πως αποκαλούν δημοκρατία την δικτατορία του κεφαλαίου.

Οι σύντροφοι λοιπόν οπλίζονται, αμύνονται στις επιθέσεις αστυνομίας και φασιστών πιασμένων από το χεράκι-γνωστό και στα μέρη μας φαινόμενο, παγκόσμιο θα έλεγα. Φρούρησαν τις διαδηλώσεις τους, τις καταλήψεις. Οργάνωσαν σαμποτάζ ,εμπόδισαν την παραγωγή και τη μεταφορά πλούτου και εμπορευμάτων. Φίατ στο Τορίνο, Άλφα στο Μιλάνο, τεράστιες αυτοκινητοβιομηχανίες, Πόρτο Μαργκέρα στη Βενετία, μεταλλουργοί πανίσχυροι, Ρώμη υπηρεσίες, στις σχολές ,στις φτωχογειτονιές της σύγχρονης μητρόπολης, ο σχιζο προλετάριος, [όπως πολύ εύστοχα τον αποκάλεσε ο Ρενάτο Κούρτσιο], είχε την πρωτοβουλία. Αντέταξε την αντιεξουσία του, contropotere proletario.

Διέλυσε η αντεπανάσταση την αλυσίδα ,αποκέντρωσε την παραγωγή, την διασκόρπισε στο terittorio, δημιούργησε τον κοινωνικό εργάτη.
Φωτιές σε λουσάτες εκθέσεις αυτοκινήτων, που δημιουργούσαν τεράστια αντίθεση ανάμεσα στο συμπιεσμένο λαϊκό εισόδημα και τα υπερπολυτελή αυτοκίνητα που απευθύνονταν σε λίγους, που οι κρίσεις του συστήματος δεν άγγιζαν ποτέ.
Και τόσες άλλες στιγμές σε ένα πόλεμο που βλέποντάς τον τώρα από μακριά με πιο ψύχραιμο μάτι, στον οποίο πιθανώς, από ένα σημείο και μετά συρθήκαμε. Στον οποίο οι πολλοί δεν κιότεψαν και τον άντεξαν μέχρι τέλους με αξιοπρέπεια. φωτεινότατο παράδειγμα ο ΣΈΤΖΙΟ, ο ΚΟΎΡΤΣΙΟ, και τόσοι άλλοι.

ΚΑΙ ΜΟΥ ΛΈΕΙ, ΜΕ ΜΆΤΙΑ ΠΟΥ ΛΆΜΠΟΥΝ, Πως μόνο αυτός που έχει ζήσει σε αυτές τις συνθήκες γνωρίζει την ευφορία που γεμίζει την ψυχή, που αναστατώνει τον άνθρωπο, που αντανακλάται στα πρόσωπα αυτών που διαβάζουν στις εφημερίδες τα ‘πολεμικά ανακοινωθέντα της ημέρας’.
Και σε όσους όλα αυτά φαίνονται ακραία έχει να αντιτάξει πως δίπλα στην ιδεολογία της πολυθρόνας υπάρχει και η ανάγκη πολλών να ονειρευτούν το αδύνατο, να ερωτευτούν την ‘ουτοπία’ και να πράξουν την αντίσταση στις καθημερινές συμβάσεις. να ζήσουν αυτόνομα.
Η ιστορία πρέπει να λέγεται, να μαθαίνεται, να διδάσκεται, ολόκληρη η ιστορία και όχι μόνο η πλευρά που συμφέρει τους νικητές και τους κρατούντες όπως γίνεται μέχρι σήμερα.

Πρέπει δε να γνωρίζουμε την συγκυρία. Εκείνα τα χρόνια είχαν καταπνίξει με βάρβαρο τρόπο ,στη Λατινική Αμερική αντάρτικα εγχειρήματα αλλά και προσπάθειες ειρηνικής απεξάρτησης από το κεφάλαιο και την βόρειο αμερικάνικη οικονομική πολιτική διείσδυση, με σκληρότατες χούντες στρατιωτικές και κυριολεκτικά χιλιάδες ‘εξαφανισμένους’ από προσώπου γης πολίτες.

Ο Σαλβαδόρ Αλιέντε ΠΕΘΑΝΕ ΜΕ ΤΟ ΌΠΛΟ ΣΤΟ ΧΈΡΙ ΣΤΟ ΒΟΜΒΑΡΔΙΣΜΌ ΤΟΥ ΚΥΒΕΡΝΕΙΟΥ από τις δυνάμεις του μετέπειτα δικτάτορα Πινοσέτ , τον οποίο ο ίδιος ο Πρόεδρος είχε τοποθετήσει αρχηγό του στρατού.
Εδώ σε εμάς ο Γιωργάκης τραυματίζεται πέφτοντας από ποδήλατο και ο Κωστάκης κλωτσώντας ένα τόπι. Άσε που ο τελευταίος φτιάχνει ειδικό νόμο για μία μόνο περιοχή της επικράτειας για να βάλει τον ξάδερφό του στη βουλή. Ανόμοια μεγέθη, ανόμοιες προσωπικότητες.

Επιστρέφοντας στα Ιταλικά χρόνια να προσθέσουμε εδώ πως οι αντάρτικες οργανώσεις είναι μέρος του κινήματος, έχουν ακολουθήσει τις διαδρομές του κινήματος, απλά κάποια στιγμή θέτουν το ζήτημα της αναβάθμισης ,πολιτικής και στρατιωτικής , της αυτονόμησης της οργάνωσης από τις μαζικές διαδικασίες για λόγους ασφάλειας, αναβάθμισης επιχειρησιακής και στόχων ,σήκωσαν ψηλότερα τον πήχυ για να το πούμε απλούστερα. Οι στόχοι πάντως επιλέγονταν από την καθημερινή ‘επαφή’ με το κίνημα, οι σύντροφοι δεν έπαψαν ούτε στιγμή να παίρνουν μέρος στις καθημερινές δραστηριότητες του λαού, πολλοί από αυτούς δηλαδή, αφουγκράζονταν από πρώτο χέρι ανάγκες και καημούς.

Επιθέσεις σε πρωτοδικεία, ειρηνοδικεία και τέτοιους και παρόμοιους δικαστικούς θεσμούς όπου προλετάριοι δικάζονταν με τη θέμιδα να γέρνει σταθερά προς τη πλευρά των δυνατών, και περιουσίες να αλλάζουν χέρια υπέρ μεγάλων εταιριών κλπ είναι κάποια παραδείγματα για το δρόμο που είχε χαραχθεί. Δεν υπήρχαν υπολογιστές τότε και η καταστροφή των αρχείων έστηνε πανηγύρια στις λαϊκές οικογένειες , για τον κοσμάκη που έπαιρνε ανάσες για χρόνια.
Οι σπαρτιάτες ήταν ενάντιοι στη συσσώρευση πλούτου, είχαν στάση ζωής ηρωική. Η ασπίδα στον πόλεμο προστάτευε πάντα τον διπλανό όμοιο. Όμοιοι σε όλα. Πώς να πολεμήσεις με αυταπάρνηση προστατεύοντας τον διπλανό σου όταν ξέρεις ότι έχει περισσότερα από σένα. Και στο κάτω, κάτω χωρίς να υπάρχει λόγος.
Η αξία των ανθρώπων βρίσκεται στις πράξεις τους και όχι στο τι κατέχουν. Αυτό πρέπει να θεσμοθετηθεί.

http://youtu.be/1taIUn6JoZk

»τι άλλο θέλεις σύντροφε για να καταλάβεις πως σήμανε η ώρα του τουφεκιού ;»

Τους πιο μεγάλους σταυρούς τους κάνουν οι πιο πλούσιοι και απατεώνες. Δωρεάν πήρατε, δωρεάν δώστε είπε ο Κύριος .Βλέπεις λοιπόν μεγαλογιατρούς μεγαλοδικηγόρους κι ένα σωρό άλλους ‘μεγάλους’ πρώτη γραμμή πίστα, μετά τα μπουζούκια στην εκκλησία. Διότι και τον Χριστό ταξικό τους όργανο τον έκαναν. Έχουν ευλογήσει ένα σωρό χούντες. Για τους στοιβαγμένους στα λαθρεμπορικά καίκια, στις υπερπλήρεις φυλακές έχετε ακούσει άχνα ; μούγκα. Ή για απεργούς και καταληψίες που τρώνε άγριο ξύλο.
Και στο κάτω- κάτω γιατί να τρώνε μιa ζωή ξύλο οι απεργoί και οι φοιτητές από τις ζαρντινιέρες;

Οι ανατροπείς και οι εξεγερμένοι οργανώνονται. Αυτόνομα. Και οι μπάτσοι μένουν μακριά. Δεν το φωνάζουν, δεν το διατυμπανίζουν, Οπλίζονται. Γιατί οι μεν έχουν δίκιο, αγωνίζονται. Οι άλλοι είναι εκεί προστατεύοντας τα λεφτά, άλλων. Για πενταροδεκάρες.

Απαγωγές προσώπων μπλεγμένων σε σκάνδαλα, δικαστικών και άλλων. Δίκες λαϊκές,
αληθινές. Λάμψη της αλήθειας, δημοσιοποίηση στον τύπο, απελευθέρωση με τρόπο θεαματικό, σικάτο. Πάντα αξύριστος ,χτύπημα στο image ,με μια πινακίδα στο λαιμό να κρέμεται, με ένα σύνθημα γραμμένο, το χάραμα, σε δημόσιο χώρο. Τεράστια διαφήμιση για το κίνημα, χρησιμοποιούσαν όλα τους τα όπλα με τον καινούριο δικό τους τρόπο.
Επίθεση με μολότοφ και φωτιά από απόσταση, και δυναμίτη, σε ξένες εταιρίες και θεσμούς, όταν το ζητά ο διεθνισμός, το κίνημα είναι παγκόσμιο και αλληλο υποστηρίζεται.
Ωραία χρόνια, ζούσαν όπως ακριβώς ήθελαν και αυτό τους ευχαριστούσε. Αυτό είναι το μυστικό, να ζεις αυτό που θέλεις όταν το θέλεις. Να αποφασίζεις ο ίδιος για τη ζωή σου και να εκτελείς ο ίδιος αυτές τις αποφάσεις. Όχι όπως επιβάλλεται.
Δεν θέλανε να γίνουνε χαλίφηδες στη θέση του χαλίφη.
Ήταν ευχαριστημένοι γιατί ήτανε μαζί .Ζούσαν ήδη την συνθήκη τους. Αυτόνομα. Δεν την οραματίζονταν για αργότερα, ‘ώριμες συνθήκες’ και τα λοιπά. Την πραγματοποιούσαν, κύτταρα του νεαρού κορμιού λούζονταν στα νερά της αλληλεγγύης και της συλλογικότητας. Μιας συλλογικότητας φτιαγμένης από χιλιάδες ατομικότητες ενεργές, νεωτεριστικές. Ο επαναστατικός στρατός σε δημιουργία, κύτταρα της κόκκινης κοινωνίας.
Ζώντας το καινούριο γκρεμίζονταν το παλαιό. Στη δουλειά στο σπίτι στο σχολείο οι σχέσεις ήταν πια διαφορετικές. Ίσως όχι παντού, είπαμε, εκεί που το επέτρεπαν οι συσχετισμοί. Εκεί που ήταν δυνατοί.
Η έννοια ‘ανώτερος’ ,εξαφανίζονταν.

‘Ήμασταν χαρούμενοι που ήμασταν μαζί, και ήμασταν πάρα πολλοί’ λέει. Πως να βαρεθείς;
Πολλές απόψεις, πολλά αρώματα.
‘Να μη σου πω’, γνέφει, ‘πως κάποια στιγμή νιώσαμε άτρωτοι .Ίσως αυτή να ήταν η ύβρις ,που έστειλε τη νέμεση’.
Σήμερα έχουμε πισωγυρίσει πολύ, η δουλειά κατάντησε ξανά μπελάς, τι ζωή είναι αυτή; οι σπουδές καταπιεστικές, οι σχέσεις το ίδιο. Μοναξιά
‘Από παιδί με συγκινούσαν οι διαφορετικοί, αυτοί που επιστρέφουν πίσω τις συμβάσεις,’ θυμάται.
ΑΠΟΡΕΊ, πως είναι δυνατό χρόνια τώρα οι πολλοί να ευνοούν τους λίγους. Γιατί να τρομάζει τόσο πολύ το διαφορετικό. Και θυμάται ακόμη το πρώτο σύνθημα που διάβασε γραμμένο στη γέφυρα της Αγίας Τριάδας στη Firenze, ‘όλα ακριβαίνουν, ακόμη και η φτώχεια.’
Σαν να μη πέρασε μια μέρα, τριάντα τόσα χρόνια μετά η ίδια κατάσταση. Οι αδύνατοι αδυνατίζουν παραπάνω και οι δυνατοί δυναμώνουν περισσότερο.

https://aenaikinisi.wordpress.com/2014/04/29/%CF%87%CF%8C%CF%81%CE%B5%CF%88%CE%B5%CF%82-%CF%80%CE%AC%CE%BD%CF%89-%CF%83%CF%84%CE%BF-%CF%86%CF%84%CE%B5%CF%81%CF%8C-%CF%84%CE%BF%CF%85-%CE%BA%CE%B1%CF%81%CF%87%CE%B1%CF%81%CE%AF%CE%B1-3/

θεωρία, teoria

Μεταξύ Λένιν και Φανόν. Για μια »κριτική θεωρία» του παρόντος – Tra Lenin e Fanon. Per una “teoria critica” del presente.

Ουλρίκε Μάινχοφ, Μια ζωή για την Επανάσταση, Raf θεωρία και πράξη του αστικού ανταρτοπόλεμου

 

της Giulia Bausano

Η περίσταση της επαναδημοσίευσης μιας συλλογής κάποιων γραπτών της RAF[1] υπήρξε η επέτειος των σαράντα χρόνων από την δολοφονία της Ulrike Meinhof, που σκοτώθηκε στην φυλακή του Stammhein στις 9 μαίου 1976. H πρόθεση όμως αυτής της εργασίας δεν ήταν ούτε εορταστική, ούτε μοναχά για να την μνημονεύσουμε, θεωρώντας πως η μνήμη δεν μπορεί παρά να συνίσταται σε μιαν ανάκτηση, από πλευράς της σύγχρονης γενιάς επαναστατών αγωνιστών,  όλων αυτών από την εμπειρία της RAF που μοιάζουν να έχουν κάτι σημαντικό να μας πουν στο τρέχον σενάριο. Ως εκ τούτου με την παρουσία των κειμένων προσπαθήσαμε να εντοπίσουμε και να στοχαστούμε επάνω σε κάποιες παραδοχές και εικασίες της RAF οι οποίες, σύμφωνα με εμάς, βρήκαν επιβεβαίωση μέσα στην πραγματικότητα στην οποίαν ζούμε: στην σημερινή δηλαδή ιμπεριαλιστική φάση του παγκόσμιου καπιταλισμού. 

Ανακεφαλαιώνοντας, οι θεωρητικές και πρακτικές απόψεις της RAF, που φαίνονται σε εμάς να έχουν βρει γόνιμη ανάδραση μέσα στο τρέχον ιστορικό περιβάλλον, είναι:

–          η έκλειψη της διάστασης του κράτους έθνους και η εκ των πραγμάτων διεθνοποίηση κάθε πολιτικής διάστασης

–          η ανάπτυξη της  τάσης προς τον πόλεμο σαν κεντρικό στοιχείο της τρέχουσας ιμπεριαλιστικής φάσης 

–          Oι μετασχηματισμοί που έχουν επηρεάσει την ταξική σύνθεση μέσα στην καρδιά του ιμπεριαλιστικού συστήματος  τείνουν να επιβεβαιώσουν πως η προσοχή, και συνεπώς η κεντρικότητα, που τέθηκε από την Raf για τις »μάζες δίχως όψη»έχει πλήρως συλλάβει  αυτό που η μοίρα προόριζε στις εξαρτώμενες-υποδεέστερες κοινωνικές τάξεις.  Σήμερα, αυτό που στα χρόνια  70 του Εννιακόσια μπορούσε να μοιάζει ακόμη σαν μια εξαίρεση  (προκαλώντας συχνά στην Raf κατηγορίες εσκεμμένου μειοψηφισμού και εξτρεμισμού) φαίνεται  να καθίσταται, μέσα από μια καταρρακτώδη διαδικασία, ο κανόνας. 

 

Το τελευταίο μέρος της εισαγωγής, που στέκεται επάνω σε μιαν μεθοδολογική πτυχή της θεωρίας της RAF και σήμερα φαίνεται να προσφέρει ενδιαφέρουσες πολιτικές προτάσεις, αντιπροσωπεύει την προσπάθεια να συνεχιστεί η πολιτική επεξεργασία που προσπαθήσαμε να προωθήσουμε αυτά τα χρόνια  [2], εμβαθύνοντας την ανάλυση της λενινιάνας στρατηγικής σκέψης σαν θεμελιώδες πολιτικό εργαλείο για τις σημερινές πρωτοπορίες, την ανάλυση των μετασχηματισμών της μορφής του κράτους που είναι συνδεδεμένες στους μετασχηματισμούς της μορφής του πολέμου, και εκείνων που υπέστη η κοινωνική σύνθεση και ο στοχασμός  σχετικά με την απαραίτητη επανεξέταση  του πλαισίου της κομουνιστικής θεωρίας της πολιτικής οργάνωσης.  Το τελευταίο κεφάλαιο της εισαγωγής έχει τον τίτλο   “Lenin και Fanon” :  σε αυτό τίθεται σαν κεντρική μια πιθανή διασταύρωση μεταξύ της στρατηγικής λενινιάνας σκέψης και των αναλύσεων επάνω στην αποικιοκρατία που έγιναν από τον Frantz Fanon, και αυτό ξεκινώντας ακριβώς από κάποιες διαισθήσεις-απόψεις της RAF που φαίνεται να επιβεβαιώνονται από το τρέχον σενάριο του παγκόσμιου και παγκοσμιοποιημένου καπιταλισμού, που χαρακτηρίζεται από την εξάλειψη των άκαμπτων συνόρων ανάμεσα στον Πρώτο και τον Τρίτο κόσμο και από τον επανακαθορισμό ενός μοντέλου νεοαποικιακού τύπου και στο εσωτερικό των δυτικών μητροπόλεων. Καθορίσαμε με τον όρο του νεοαποικιακού μοντέλου τον κρατικό μετασχηματισμό που η ιμπεριαλιστική φάση του παγκόσμιου καπιταλισμού, κατά την γνώμη μας, επεκτείνει σε ολόκληρο τον πλανήτη, εξαλείφοντας τα παραδοσιακά σύνορα ανάμεσα στις ιμπεριαλιστικές χώρες, τον λεγόμενο πρώτο κόσμο, και τις αποικισμένες χώρες, τον λεγόμενο τρίτο κόσμο. Ένα τέτοιο πολιτικό μοντέλο είναι ο καρπός των οικονομικών μετασχηματισμών που ορίστηκαν σαν παγκόσμια φάση του καπιταλισμού:

Μέσα στο μεγάλο παιχνίδι του παγκόσμιου καπιταλισμού ένα από τα αποφασιστικά διακυβεύματα είναι η συνεχής δημιουργία παραγωγών  χαμηλού κόστους σε θέση τέτοια ώστε να μην κάνουν ζημιά, που για το management του παγκοσμιοποιημένου καπιταλισμού πολύ πεζά σημαίνει την πρόληψη της εμφάνισης οποιασδήποτε μορφής οργανωμένης αντίστασης  από πλευράς των υφισταμένων, των από κάτω.  Είναι μέσα σε αυτό τον στρατηγικό στόχο που, τότε, γίνεται δυνατό να εξεταστεί η συζήτηση επάνω στο “αποικιακό μοντέλο”. Πρόκειται όμως, πέρα απ’ το παράδοξο, για μιαν αποικιοκρατία δίχως αποικίες εξωτερικές και κατά βάθος στερημένη από  τις εδαφικές ιδιαιτερότητες της και είναι μέσα σε αυτή την προοπτική που οι περιφέρειες των παγκόσμιων μητροπόλεων καθίστανται μια από τις πολλές  “εσωτερικές αποικίες” εκ των οποίων ο παγκόσμιος καπιταλισμός δεν μπορεί να κάνει χωρίς. Είναι μέσα σε αυτό το παγκόσμιο σενάριο που επεισόδια όπως η εξέγερση της banlieue, [των γαλλικών προαστίων] επιτρέπουν να συγκρίνουμε εκ νέου τις δια του λόγου εντολές που, στα τέλη των χρόνων Εβδομήντα του περασμένου αιώνα είχαν ξεκινήσει να παράγονται. (…)

Μέσα σε αυτό το  νέο παράδειγμα είναι δυνατό να φανταστούμε τον πληθυσμό διαχωρισμένο στο εσωτερικό δυο ευθειών, μια που κινείται οριζόντια και η άλλη που τρέχει καθέτως, παράγοντας ένα κοινωνικό μοντέλο που φαίνεται να ακολουθεί πλήρως τις ιδέες του Foucault από την μια, τις αναλύσεις της RAF από την άλλη. Στον οριζόντιο άξονα κατανέμονται εκείνες οι ποσοστώσεις του πληθυσμού των οποίων το μέλλον ταλαντεύεται μεταξύ εργασιών του ποδαριού, επισφαλών και ευέλικτων χαμηλού προφίλ ή σε συνεχείς επιδρομές στα πλαίσια των άτυπων ή/και παράνομων οικονομιών.  Δίοδοι που καθορίζονται από απλές συγκυρίες τόσο »δομικές» (μεγαλύτερη ή μικρότερη ζήτηση για εργασίες χαμηλού προφίλ), όσο και  “ατομικές” (ευκαιρίες που προσφέρονται περιστασιακά από ένα από τα πολλά κομμάτια των άτυπων οικονομιών). Αυτοί οι άνθρωποι, στην καλύτερη των περιπτώσεων, μπορούν να φιλοδοξούν σε μιαν  “αξιοπρεπή” ύπαρξη στην υπηρεσία κάποιου ιδιώτη ή δημόσιου, ατόμου ή συλλογικού, »λευκού» αφεντικού και όσο είναι υπηρέτες θλιβεροί και πιστοί δεν θα συναντήσουν πολλές αναποδιές αλλά, όπως στο βικτοριανό Λονδίνο, θα μπορούν πάντα να υπολογίζουν στην καλοσύνη του αφεντικού που δεν θα τους αρνηθεί τα ενδύματα, παλιά αλλά ακόμη σε καλή κατάσταση.  Διαφορετικές οι ζωές και οι ευκαιρίες για εκείνους  των οποίων οι υπάρξεις είναι τοποθετημένες στον άξονα που τρέχει καθέτως, ο κόσμος των “λευκών”. Πολύπλοκος όχι ομοιογενής, όπου οι θέσεις του εισοδήματος, κύρους και εξουσίας είναι αντικείμενο μιας κοινωνικής διαστρωμάτωσης ψυχαναγκαστικής και ο αγώνας για την ατομική επικράτηση άγριος, χωρίς ενδοιασμούς και αδιάκοπος αλλά, και αυτός είναι ο πυρήνας του ζητήματος, με κάτι τις που τις κάνει να μοιάζουν και τις καθιστά συναφείς: οι εφικτές είναι, αν όχι απεριόριστες, αρκετές και πάντα μέσα σε ένα κοινωνικό “τρόπο ζωής, στυλ” χωρίς αποκλεισμούς και αξιοσέβαστο. Σίγουρα, κατά κάποιον τρόπο, ευελιξία, ανασφάλεια και «έλλειψη βεβαιότητας» είναι επίσης το υπόβαθρο της ζωής πολλών «λευκών»αλλά, εάν για τους »μαύρους» η κοινωνία της αβεβαιότητας είναι μόνο ένας εφιάλτης, για τους »λευκούς» φαίνεται να είναι  περισσότερο μια περιπέτεια όπου η ισορροπία ανάμεσα στους κινδύνους και τα οφέλη είναι όλα υπέρ των τελευταίων.  Για τους “λευκούς”, στην χειρότερη των περιπτώσεων, όλα επιλύονται μέσα σε επικίνδυνα εικονικά και συμβολικά άλματα και επί πλέον με ισχυρά δίκτυα ασφαλείας στο παρασκήνιο; για τους “μαύρους” τα άλματα είναι εξίσου θανατηφόρα αλλά δραστικώς πραγματικά, υλικά και δίχως κανένα προστατευτικό δίχτυ. Αντικειμενικά το σενάριο τείνει να καθιστά τους δυο κόσμους σε τέτοιο σημείο μακρινούς τον έναν από τον άλλο και απροσμέτρητους ώστε το τοπίο των παγκόσμιων μητροπόλεων, περισσότερο από ότι στα  υπερ – ή μετα – μοντέρνα σενάρια φαίνεται να αναφέρεται στη νέα έκδοση, στο remake, επιτυχές, των “αποικιακών κόσμων”.

 

Ως εκ τούτου από την μια ο Lenin, και από την άλλη ο Fanon, οι πιο ένθερμοι ερμηνευτές του ιμπεριαλισμού και της αποικιοκρατίας στο φως του ιστορικού διαλεκτικού υλισμού, φαίνονται πως μπορούν να παράσχουν χρήσιμα εργαλεία για να μπορέσουμε να πλησιάσουμε σε μια στρατηγική σκέψη στο ύψος των περιστάσεων του παρόντος. Αυτή η υπόθεση, σχετικά με το κατά πόσο είναι γόνιμη η σχέση ανάμεσα στην θεωρία του Λένιν και εκείνη του Φανόν, καθιστά απαραίτητο να αντιμετωπίσουμε ένα κεντρικό ζήτημα.  Όντως εάν είναι αλήθεια πως η κατάσταση των “μαζών δίχως πρόσωπο”, εξαπλώνεται πέρα από την λεγόμενη γραμμή του χρώματος σε όλους τους υποτελείς ακόμα και των δυτικών μητροπόλεων, πρόκειται για ένα γεγονός αποφασιστικό κατά κάποιο τρόπο.  Αυτή η κατάσταση πράγματι παραπέμπει σε μια σχέση ανάμεσα στις τάξεις που σημαδεύεται όχι πλέον από μια συγκρουσιακή κατάσταση βασισμένη επάνω στην αμοιβαία αναγνώριση, αλλά επάνω σε μια ριζική διαφορετικότητα. Η έκφραση  “μάζες δίχως όψη”, έχει ως στόχο να δείξει την κατάσταση του αποκλεισμού,  της στέρησης πολιτικής γλώσσας και συνεπώς πολιτικής νομιμοποίησης που οι κυρίαρχες τάξεις προορίζουν για ποσοστά όλο και μεγαλύτερα υποτελών, ακόμη και μέσα σε δυτικά μητροπολιτικά εδάφη. Αυτό θα πει πως σήμερα, εάν συμφωνούμε με αυτή την αναλυτική προοπτική, πρέπει να θεωρηθεί τελειωμένη η διαλεκτική σχέση η βασισμένη στην αμοιβαία αναγνώριση η οποία συνοψίζεται στην περίφημη φράση του Marx σύμφωνα με την οποίαν “ανάμεσα σε ομότιμα δικαιώματα, νικά  η δύναμη”. Αυτή η έκφραση του Marx περιέχεται σε εκείνο το σημείο του Κεφαλαίου όπου παρουσιάζεται με ξεκάθαρο τρόπο ο ιστορικός υλιστικός μετασχηματισμός της διαλεκτικής υπηρέτης-αφεντικό του Χέγκελ, ακριβέστερα στο όγδοο Κεφάλαιο του Πρώτου Βιβλίου του αφιερωμένου στην ανάλυση της εργατικής ημέρας.

 

Γράφει ο Marx:

“Βλέπουμε λοιπόν πως, εκτός από όρια εξ ολοκλήρου ελαστικά, από την φύση της ανταλλαγής των εμπορευμάτων αυτής καθεαυτής δεν βλέπουμε κανένα όριο στην εργατική ημέρα , συνεπώς κανένα όριο στην υπερεργασία. Ο καπιταλιστής, προσπαθώντας να κάνει όσο το δυνατόν  μακρύτερη την εργατική ημέρα και προσπαθώντας να τις κάνει δυο από μια όταν του είναι δυνατό,  βάζει μπροστά το δικαίωμα του αγοραστή. Από την άλλη η ιδιαίτερη φύση του πουλημένου εμπορεύματος  επιφέρει ένα όριο στην κατανάλωση του από πλευράς αγοραστή, ενώ ο εργάτης, στην προσπάθεια του να περιορίσει την εργατική ημέρα σε ένα σχετικά φυσικό μέγεθος, βάζει εμπρός το δικό του δικαίωμα του πωλητή. Έτσι, εδώ υπάρχει μια αντίφαση, δικαίωμα ενάντια σε δικαίωμα, που σφραγίζονται αμφότερα εξ ίσου από το νόμο ανταλλαγής των εμπορευμάτων. Μεταξύ ίσων δικαιωμάτων αποφασίζει η ισχύς. Κι έτσι στην ιστορία της καπιταλιστικής παραγωγής  η προσαρμογή της εργάσιμης ημέρας εμφανίζεται ως μια πάλη για τα όρια της εργάσιμης ημέρας, αγώνας ανάμεσα στον καπιταλιστή γενικότερα, δηλαδή την τάξη των καπιταλιστών, και τον εργάτη γενικότερα, δηλαδή την εργατική τάξη.”

 

Σε αυτό το βήμα συμπυκνώνεται η γενική μορφή της σύγκρουσης ανάμεσα στο Κεφάλαιο και την Εργασία μέσα στη φάση εδραίωσης του βιομηχανικού καπιταλισμού στα μέσα του Οκτακόσια. Σε αυτή την διαμόρφωση υπάρχουν προφανώς δυο πόλοι συνδεδεμένοι από μια ένταση: τα ίσα δικαιώματα, και η δύναμη.  Και είναι ακριβώς μέσα σε αυτή την ανάγνωση και την ερμηνεία αυτής της έντασης που κατασκευάστηκαν οι διάφορες πολιτικές θέσεις στο εργατικό και σοσιαλιστικό κίνημα  και οι αναθεωρήσεις της μαρξιάνας θεωρίας.  Πέρα από τις παραδοχές και τα αποτελέσματα τους, είναι σημαντικό να σημειώσουμε πως όλες αυτές οι εκ νέου αναγνώσεις και οι ερμηνείες της σχέσης ανάμεσα στο Κεφάλαιο και την Εργασία που σκέφτηκε ο Marx, που παρήχθησαν μέσα στο εργατικό και σοσιαλιστικό κίνημα, ξεκινούν από μια ανάλυση της μορφής κράτος μέσα στο οποίο βρίσκονται να λειτουργούν, καθώς και την ισορροπία δυνάμεων μεταξύ των διαφόρων κρατών.

 

Δεν είναι τυχαίο πως μέσα στην εσωτερική συζήτηση στα τέλη του δέκατου ένατου αιώνα, στην γερμανική σοσιαλδημοκρατία, τόσο ο ρεφορμισμός του Κάουτσκι, όσο και ο ρεβιζιονισμός του Bernstein παίρνει τις κινήσεις από μια επανεξέταση της antinomic σχέσης μεταξύ Κεφαλαίου και Εργασίας . O κεντρισμός του Kautsky, που οδηγεί την γερμανική σοσιαλδημοκρατία μετξύ των χρόνων ’70 και ’80 του XIX αιώνα, ερμηνεύει ντετερμινιστικά-προσδιορισμικά την διαλεκτική του ιστορικού υλισμού, φτάνοντας στην πραγματικότητα να υποστηρίξει το τέλος του καπιταλισμού και την έλευση του σοσιαλισμού σαν σιωπηρή έκβαση του ίδιου του καπιταλιστικού συστήματος, αναγιγνώσκοντας δηλαδή την ιστορία σαν μια εξελικτική γραμμική διαδικασία. Η ποσοτική και ποιοτική ανάπτυξη του εργατικού κινήματος στην Γερμανία εκείνα τα χρόνια, μαζί με την πρώτη σοβαρή κρίση του καπιταλισμού, αυξάνουν αυτές τις πεποιθήσεις. Πρακτική συνέπεια αυτής της θέσης είναι πως η σοσιαλδημοκρατία δεν θα πρέπει να οργανώσει την επανάσταση, μα να οργανωθεί για την επανάσταση, αυτή η τελευταία εννοούμενη σαν μια αντικειμενική έκβαση και όχι το προϊόν της δράσης μιας υποκειμενικότητας. Εκ των πραγμάτων αυτό σημαίνει πως η σοσιαλδημοκρατία, σύμφωνα με τον Kautsky, απλά πρέπει να επιστρατευτεί στο να σπρώξει προς τα εμπρός τις μεταρρυθμίσεις που θα οδηγήσουν στην πραγματοποίηση αυτού του περάσματος: συνεπώς η μαρξιάνα δήλωση “μεταξύ ίσων δικαιωμάτων αποφασίζει η δύναμη”, ερμηνεύεται καθιστώντας την δύναμη μια ιδιότητα, ένα χαρακτηριστικό του δικαιώματος: η δύναμη καθίσταται δηλαδή νομική ισχύς με την οποίαν το Κεφάλαιο και η Εργασία μάχονται μέσα στα σύνορα του κράτους, και πως δεν είναι πλέον μηχανισμός κυριαρχίας των κυρίαρχων τάξεων, αλλά ουδέτερο πεδίο μάχης μέσα στο οποίο παίζεται το παιχνίδι.

ο Bernstein, αντιθέτως, χτίζει τον ρεβιζιονισμό του μέσα στα χρόνια ’90, σε μια στιγμή κατά την οποίαν η καπιταλιστική κρίση που ξεκίνησε στα 1873 φαίνεται να έχει επιλυθεί, χάρη στην ικανότητα του Καπιταλισμού να αναδιαρθρωθεί, σε αυτή την περίπτωση μέσα από την δημιουργία μονοπωλίων και τα εγκαίνια της πλήρως ιμπεριαλιστικής του φάσης. Και ο Bernstein – αμφισβητώντας την μεσσιανική αποκάλυψη  που θα είχε καταλάβει το εργατικό κίνημα καταδικάζοντας το σε μια κενή επαναστατική φρασεολογία, που πάντως είχε διαψευστεί από το ότι δεν ακολούθησε την κρίση η επανάσταση  – έρχεται να απορρίψει την επανάσταση σαν σκοπό και στόχο των σοσιαλιστικών κινημάτων,  μειώνοντας τον μαρξισμό σε ένα απλό κριτήριο της ιστορικής ερμηνείας. Επομένως, για τον ρεβιζιονιστή Bernstein, η ανάπτυξη του καπιταλισμού περιέχει μέσα της το ξεπέρασμα του, όχι με την επαναστατική έννοια, μα προοδευτική : την ανάπτυξη της πολιτικής ισότητας, μέσω καθολικής ψηφοφορίας και η μαζική δημοκρατία, θα είχε απορροφήσει σταδιακά τις οικονομικές και ταξικές ανισότητες. Καθήκον της σοσιαλδημοκρατίας ήταν επομένως εκείνο να βοηθήσει την δημοκρατική διαδικασία, στοχεύοντας στην δική της κοινοβουλευτική ανάπτυξη. Ο Bernstein ως εκ τούτου, προσδιορίζει την δύναμη σε θέση να αποφασίζει μεταξύ των ίσων δικαιωμάτων, με την ίδια ιστορική διαδικασία, με την οποίαν, εκ των πραγμάτων, η μορφή του κράτους έρχεται να συμπέσει τελείως.  Παρεμπιπτόντως, δεν είναι τυχαίο ότι αυτός που επιζητεί να εξαγνίσει τον μαρξισμό από εκείνο τον διαλεκτικό χαρακτήρα που θα τον καθιστούσε δογματικό σαν να έπασχε από θεωρητικό απριορισμό Χεγκελικής μήτρας, έρχεται σε μια μορφή ιστορικού δικαιολογισμού όχι πολύ διαφορετικού από εκείνον της Χεγκελιάνας δεξιάς.

 

H λενινιστική υπόθεση, αντιθέτως θα χτιστεί επάνω στη συγκεκριμένη ανάλυση της νέας ιμπεριαλιστικής φάσης του καπιταλισμού, κατανοητή ως αναπόφευκτα προορισμένη να παράξει τον πόλεμο και ως εκ τούτου επάνω στην δυνατότητα της επαναστατικής ρήξης, μέσα από την χρήση της δύναμης, που ακριβώς μέσα στον πόλεμο θα καταστεί δυνατή : μια ρήξη που καθίσταται δυνατή οργανώνοντας εκείνο το μέρος της εργατικής τάξης το οποίο, δυνάμει της αντικειμενικής θέσης που καταλαμβάνει μέσα στην παραγωγική διαδικασία, δεν συλλαμβάνεται να συναινεί προς τις τάξεις που κυριαρχούν επί αυτής.  Στον Lenin συνεπώς η δύναμη επιστρέφει να είναι ένα αυτόνομο στοιχείο, και η αντινομία μεταξύ των ίσων δικαιωμάτων  που βλέπει να αντιτίθενται Κεφάλαιο και Εργασία, διαβάζεται μέσα στην ριζικά διαλεκτική μορφή της, που τοποθετείται  δηλαδή μέσα στην συγκεκριμένη ιστορική κατάσταση των ιμπεριαλιστικών δυνάμεων που βρίσκονται αντιμέτωπες με την Πρώτη παγκόσμια ιμπεριαλιστική σύγκρουση.

 

ο Gramsci, θα διαβάσει την ρήξη της κρατικής μηχανής που παράχθηκε στην τσαρική αυτοκρατορία με την Επανάσταση του οκτώβρη σαν ένα γεγονός που δεν μπορεί να αναπαραχθεί στις Χώρες με καπιταλισμό  “πιο προχωρημένο”, όπου “οι ηγεμονικοί μηχανισμοί είναι πολύ δυνατοί για να νικηθούν με έναν πόλεμο του κινήματος” [Quaderni 6,138, Τετράδια].

Είναι ενδιαφέρον να αφιερώσουμε μια στιγμή προσοχής στην γκραμσιάνα έννοια της ηγεμονίας και στη πολύ στενή της σύνδεση με την ανάλυση εκείνου του φαινομένου που παράγεται, στις αρχές του XX αιώνα, στα ευρωπαϊκά έθνη που κυβερνώνται από φιλελεύθερα συστήματα:  δηλαδή την κρίση του φιλελευθερισμού, που καθορίστηκε από την έλευση της μαζικής κοινωνίας.

Ο Γκράμσι, σε μιαν παράγραφο των Τετραδίων, με τίτλο  Oργάνωση των εθνικών κοινωνιών, γράφει:

 

Παρατήρησα πως σε μιαν καθορισμένη εταιρεία κανείς δεν είναι ανοργάνωτος και δίχως κόμμα, με την προϋπόθεση πως εννοούμε οργάνωση και κόμμα με την ευρεία έννοια κι όχι τυπική. Σε αυτή την πολλαπλότητα των συγκεκριμένων εταιρειών, διττού χαρακτήρα, φυσικών και συμβατικών ή εθελοντικών, μια ή περισσότερες επικρατούν σχετικά ή απόλυτα, σχηματίζοντας τον ηγεμονικό μηχανισμό μιας κοινωνικής ομάδας επί του υπολοίπου του πληθυσμού (ή κοινωνίας των πολιτών), βάση του Κράτους εννοούμενη στενά σαν μηχανισμός κυβερνητικός-καταναγκαστικός. Συμβαίνει πάντα πως τα απλά πρόσωπα, οι ιδιώτες, να ανήκουν σε περισσότερες από μια ιδιαίτερες  εταιρείες και συχνά σε εταιρείες που ουσιαστικά βρίσκονται σε αντίθεση μεταξύ τους. Μια ολοκληρωτική πολιτική τείνει να: 1) επιτυγχάνει πως τα μέλη ενός συγκεκριμένου κόμματος να βρίσκουν μόνο σε αυτό το κόμμα όλες τις ικανοποιήσεις που νωρίτερα έβρισκαν σε μια πολλαπλότητα οργανώσεων, δηλαδή να διαρρηγνύει όλα τα νήματα που συνδέουν αυτά τα μέλη με ξένους πολιτιστικούς οργανισμούς; 2) να καταστρέφει όλες τις άλλες οργανώσεις ή να τις ενσωματώνει μέσα σε ένα σύστημα του οποίου το κόμμα να είναι ο μοναδικός ρυθμιστής. Αυτό συμβαίνει: 1) όταν το κόμμα για το οποίο μιλάμε είναι φορέας μιας νέας κουλτούρας μέσα σε μια προοδευτική φάση; 2) όταν το συγκεκριμένο κόμμα θέλει να εμποδίσει μια άλλη δύναμη, φορέας νέας κουλτούρας, να γίνει αυτή «ολοκληρωτική»; και βρισκόμαστε μέσα σε μια φάση αντικειμενικά οπισθοδρομική και αντιδραστική, αν και η αντίδραση (όπως συμβαίνει πάντα) δεν ομολογεί τον εαυτό της και προσπαθεί να μοιάσει αυτή με κομιστή νέας κουλτούρας.

 

Πρέπει να σημειώσουμε πως σύμφωνα με τον Gramsci, η έλευση της μαζικής κοινωνίας, με την ένταξη των μαζών μέσα στο Κράτος σαν αναγκαιότητα από πλευράς της κρατικής εξουσίας, δηλαδή των κυρίαρχων αστικών τάξεων, να συλλάβουν την συναίνεση των υποτελών τάξεων, εξ αιτίας του νέου παραγωγικού ρόλου αυτών των τελευταίων, θα μετέτρεπε την σχέση ανάμεσα στο Κεφάλαιο και την Εργασία, συμπυκνωμένη στην μαρξιάνα διαβεβαίωση »μεταξύ ίσων δικαιωμάτων, αποφασίζει η ισχύς», μέσω μιας άνευ προηγουμένου συγχώνευσης της έννοιας του δικαίου και της δύναμης , μια συγχώνευση που ο Γκράμσι ορίζει με την κατηγορία της ηγεμονίας.

H ηγεμονία είναι μια κατηγορία που οδηγεί τον Gramsci να ξαναδιαβάσει και την έννοια της μαρξιάνας ιδεολογίας: η μαρξιάνα δήλωση σύμφωνα με την οποίαν οι κυρίαρχες ιδέες θα ήταν πάντοτε οι ιδέες των κυρίαρχων τάξεων, έρχεται να μεταμορφωθεί από τον Gramsci και, με αυτό τον τρόπο, η ιδεολογική σύγκρουση ανάμεσα στις τάξεις αναλαμβάνει μια δική της αυτονομία μέσα στην ταξική σύγκρουση:

“Μέσα στην ανάπτυξη μιας εθνικής τάξης, δίπλα στην διαδικασία της εκπαίδευσης της στον οικονομικό τομέα, πρέπει να ληφθεί υπ όψη η παράλληλη ανάπτυξη στα πεδία ιδεολογικό, νομικό, θρησκευτικό, πνευματικό, φιλοσοφικό, κλπ : πρέπει ακόμη να πούμε πως δεν υπάρχει ανάπτυξη στον οικονομικό τομέα, δίχως την παράλληλη ανάπτυξη σε αυτά τα άλλα πεδία. Αλλά κάθε κίνηση των »θέσεων» οδηγεί σε κινήσεις των »αντιθέσεων» και [συνεπώς] σε »συνθέσεις»μερικές και προσωρινές.”

Πρέπει να υπογραμμίσουμε πως ο Γκράμσι αναλαμβάνει σαν προτεραιότητα της στρατηγικής σκέψης του το έθνος, εννοώντας την σύγκρουση ανάμεσα στις τάξεις κυρίως σε μιαν εθνική διάσταση και στην συνέχεια σε μια θέση διεθνή. Όλος αυτός ο χώρος αφιερωμένος στην ανάλυση της γκραμσιάνας ερμηνείας των »ίσων δικαιωμάτων και της ισχύος», οφείλεται στο γεγονός πως σήμερα πολύ συχνά η θεωρία της ηγεμονίας τίθεται υπό αμφισβήτηση σαν πιθανό πρότυπο αναφοράς για την οικοδόμηση μιας επαναστατικής στρατηγικής στην παρούσα φάση και όμως, ακριβώς η τελική δύση του ιστορικού ορίζοντα επάνω στον οποίον συλλογίζεται ο Γκράμσι ((το παράδειγμα του κράτους-της κατάστασης που έχει ως στόχο να ενσωματώσει τις μάζες λόγω της οικονομικής αναγκαιότητας), φαίνεται να αποκλείει την πραγματοποίηση της γκραμσιανής θεωρίας στο σημερινό πλαίσιο.

Κλείνουμε την παρένθεση επάνω στον Gramsci, μεταφέροντας ένα τελευταίο πέρασμα-βήμα από τα Τετράδια :

“Και το ζήτημα της λεγόμενης »διαρκούς επανάστασης», έννοιας πολιτικής που ξεπήδησε μέσα στο το 1848, σαν επιστημονική έκφραση του ιακωβινισμού σε μια περίοδο κατά την οποίαν δεν είχαν ακόμα σχηματιστεί τα μεγάλα πολιτικά κόμματα και τα μεγάλα οικονομικά συνδικάτα και που στην συνέχεια θα απαρτίζει και θα ξεπεραστεί μέσα στην έννοια της »αστικής ηγεμονίας». Το ζήτημα του πολέμου  θέσεων και του πολέμου κίνησης, μαζί με το ζήτημα του αρντιτισμού [ από τους arditi del popolo- τους τολμηρούς του λαού], που είναι συνυφασμένα με την πολιτική επιστήμη: η έννοια, που προέρχεται από το έτος σαράνταοκτώ, του πολέμου κίνησης είναι ακριβώς εκείνη της διαρκούς επανάστασης : ο πόλεμος θέσεων, στην πολιτική είναι η έννοια της ηγεμονίας, που μπορεί να γεννηθεί μόνο μετά την έλευση συγκεκριμένων προϋποθέσεων, που σημαίνει : οι μεγάλες λαϊκές οργανώσεις μοντέρνου τύπου, έχουν την θέση των »χαρακωμάτων» και των μονίμων οχυρώσεων του πολέμου θέσεων».

Η εξίσωση των μεγάλων λαϊκών οργανώσεων του σύγχρονου τύπου με τα χαρακώματα,  η οποία είναι η παραδειγματική μορφή της οργάνωσης του βιομηχανικής πολέμου μέσα στο έθνος-κράτος που δυνάμει αυτού αναγκάζεται να συμπεριλάβει τις μάζες, μπορεί να εξηγήσει καλύτερα από πολλά λόγια με ποιαν έννοια η γκραμσιάνα ανάγνωση της σχέσης ανάμεσα σε Κεφάλαιο και Εργασία διασχίζει την κατηγορία της ηγεμονίας, πέρα από την πολιτική κρίση που παρέχει όσον αφορά τα χρόνια ’30 του Εννιακόσια όταν και διατυπώθηκε, φαίνεται σήμερα εντελώς ξεπερασμένη.

Σε αυτό το σημείο, λοιπόν, είναι απαραίτητο να προσπαθήσουμε να διευκρινίσουμε  με ποια έννοια έχουμε επανειλημμένα δηλώσει  πως το παράδειγμα της αμοιβαίας αναγνώρισης μεταξύ Κεφαλαίου και Εργασίας στην τρέχουσα ιμπεριαλιστική φάση του παγκόσμιου καπιταλισμού φαίνεται να έχει αποτύχει. Έχουμε γράψει πως το νεοαποικιακό μοντέλο φαίνεται να ορίζει έναν κόσμο όπου κυρίαρχη είναι η ριζική διαφορά  μεταξύ κυρίαρχων τάξεων και υποτελών,  όπου μεταξύ των κυρίαρχων τάξεων και των υποδεέστερων μαζών δεν υπάρχει πλέον καμία αμοιβαιότητα, καμία αναγνώριση. Αυτό σημαίνει πως σήμερα θα βρισκόμασταν μπροστά στην  αναβίωση με μια νέα ματιά που επεκτείνεται σταδιακά σε ένα όλο και μεγαλύτερο αριθμό υποτελών εκείνου του αποικιακού μοντέλου που προϋπέθετε την υποτίμηση και την άρνηση της ιδιότητας των πολιτών προικισμένων γλωσσικά στους αποικισθέντες.  Μια απ’ τις πιο προφανείς εκδηλώσεις αυτού είναι το τέλος του κρατικού μοντέλου κοινωνικής πρόνοιας,  del Welfare State. Το κρατικό μοντέλο νέου τύπου που θα χαρακτήριζε την τρέχουσα ιμπεριαλιστική φάση το έχουμε καθορίσει διαμέσου του παραδείγματος του κοινωνικού αποκλεισμού και της περιθωριοποίησης, όπου ο αποκλεισμένος και ο περιθωριοποιημένος δεν είναι πλέον όπως στην εποχή της αυγής του καπιταλισμού και στη συνέχεια της πρώτης φάσης ιμπεριαλιστικής ανάπτυξης του το απομεινάρι μιας κοινωνίας που έχει πλέον παρέλθει, αλλά αντιπροσωπεύουν τον τύπο εργατικής δύναμης που αναζητείται από την τρέχουσα ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων: μια εντελώς υπάκουη εργατική δύναμη στην εκμετάλλευση και διαθέσιμη just in time. Αυτή η νέα εργατική φιγούρα, η νέα  σύνθεση της τάξης, είναι προφανώς το προϊόν του συστήματος της παραγωγής του παγκόσμιου καπιταλισμού, που πολύ σχηματικά μπορεί να συνοψιστεί σε τρία στοιχεία : ακραιοποίηση της διαδικασίας χρηματιστικοποίησης της οικονομίας, τρίτη τεχνολογική επανάσταση με έναν νέο ρόλο των μηχανημάτων λόγω της μετάβασης από την αυτοματοποίηση στην τεχνολογία της πληροφορίας, και την κυριαρχία των πολυεθνικών εταιρειών.

 

Η υπόθεση, στην παρούσα ιμπεριαλιστική φάση της ακύρωσης της αμοιβαίας αναγνώρισης μεταξύ του κεφαλαίου και της μισθωτής εργασίας έχει μια σειρά από πολύ εκτεταμένες θεωρητικές επιπτώσεις, τις οποίες σαφώς δεν μπορεί κάποιος να συνοψίσει οργανικά σε μια παρέμβαση αυτού του είδους. Είναι αναμφίβολα μια σημαντική πρόκληση για τον διαλεκτικό ιστορικό υλισμό, που θέτει εν αμφιβόλω τις φιλοσοφικές, δυτικές ρίζες του. Και από την άλλη πλευρά εκείνη της διάλυσης και της αντιπαράθεσης των προϋποθέσεων της αστικής δυτικής φιλοσοφικής παράδοσης, σαν ιδεολογική εκδήλωση ενός συγκεκριμένου συστήματος παραγωγής και εκμετάλλευσης, είναι το στοίχημα που ο διαλεκτικός ιστορικός υλισμός προσλαμβάνει από την έναρξή του. Είναι εκείνη η πρόκληση που ο Μαρξ συμπυκνώνει στην περίφημη και ίσως όχι αρκετά ξαναδιαβασμένη ένατη θέση για τον Φόυερμπαχ, και είναι μια πρόκληση που ο ευρωπαϊκός μαρξισμός στην ορθόδοξη εκδοχή του των εθνικών κομουνιστικών κομμάτων της μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο πόλεμο εποχής έχει ουσιαστικά χάσει, παραμένοντας παγιδευμένος σε εκείνα τα ίδια φιλοσοφικά ευρωκεντρικά θεμέλια που η μαρξιάνα θεωρία είχε σκοπό και πρόθεση να παραβιάσει [παραμένοντας εκ των πραγμάτων εγκλωβισμένος σε εκείνο που ο Μάρξ αποκαλεί »τον μυστικισμό της διαλεκτικής του Χέγκελ»].

Ως εκ τούτου, εάν ο δείκτης αναγνώρισης (τα ίσα δικαιώματα) μεταξύ Κεφαλαίου και Εργασίας έρχεται να λείψει, εάν δημιουργηθεί ένα παράδειγμα διαφορετικότητας, υποτίμησης, αποκλεισμού των υποτελών τάξεων από πλευράς των κυρίαρχων ελίτ, το βασικό ερώτημα είναι κατά πόσον είναι σωστό να μιλάμε ακόμη για τη διαλεκτική, και αν μια τέτοια δήλωση δεν θέτει υπό αμφισβήτηση ολόκληρο το θεωρητικό πλαίσιο ερμηνείας του καπιταλισμού που χτίστηκε από τον Μαρξ. Αυτή είναι η πρόκληση, ακόμη και σε φιλοσοφικό επίπεδο – που μια τέτοια ανάγνωση της σημερινής πραγματικότητας περιέχει. Υπάρχουν δύο ενδείξεις που μπορούν να δοθούν για τον σκοπό αυτό και που έχουν να κάνουν αμφότερες με τη θεωρία και την πρακτική της RAF και την εκ νέου ανάγνωση αυτής για το παρόν.

Η πρώτη, είναι η ένδειξη που προέρχεται από την ανάγνωση του Μαρξ,  και θα πρέπει να προσθέσουμε και τον Λένιν, που έγινε από τον Λουί Αλτουσέρ.  Ειδικά στην «Αντίφαση και υπερκαθορισμός», ένα από τα δοκίμια που περιέχονται στο Για τον Μαρξ, ο Αλτουσέρ εισάγει μια θεμελιώδη ερμηνευτική κατηγορία της ιστορικής διαλεκτικής υλιστικής εκείνη για την οποία η ιστορία κινείται προς τα εμπρός πάντα» ξεκινώντας από την κακή πλευρά της». Τι σημαίνει αυτή η δήλωση; Σημαίνει, πάντα απλουστεύοντας εξαιρετικά για λόγους σύνθεσης, πως η διαλεκτική του ιστορικού υλισμού δεν είναι μια κίνηση κλειστή στην σκέψη, μια εννοιολογική κίνηση και ως εκ τούτου ενημερωμένο στη λογική της ταυτότητας,  αλλά είναι ένα κίνημα που ξεκινά από την πολυπλοκότητα της πραγματικότητας στην οποία οι αντιφάσεις ποτέ δεν είναι απλές, δηλαδή βασίζεται σε εκείνο το φαινόμενο που,  όπως έντονα παρατηρούσε ο Λένιν στις σημειώσεις του στο περιθώριο της ανάγνωσης του Χέγκελ, «είναι πάντα πιο πλούσια από το νόμο». Και είναι γι αυτό τον λόγο που η διαλεκτική του μαρξιάνου υλισμού είναι βαθιά ιστορική. Το γεγονός πως η διαλεκτική ξεκινά από την απτή πραγματικότητα, δηλαδή από  τις συγκεκριμένες υλικές αντιφάσεις της πραγματικότητας, καθορίζει να είναι »η κακή πλευρά», δηλαδή η »μη αναγνωρισμένη»πλευρά, ως εκ τούτου αυτή που δεν δικαιολογείται, η μη κανονική πλευρά, αυτή που δεν είναι μέρος της κυρίαρχης τάξης του λόγου με τις αξίες και τις αλήθειες του, που κινεί, που σπρώχνει προς τα εμπρός, πέρα από τον εαυτό της, την πραγματικότητα. Αυτή η διαλεκτική κίνηση συνεπώς μπορεί να πραγματοποιηθεί μόνο ως ρήξη της υπάρχουσας και καθεστηκυίας τάξης, και όχι πλέον ως συνδιαλλαγή των αντιφάσεων που υπάρχουν σε αυτή. Μια ρήξη, ωστόσο, που προέρχεται από το εξωτερικό και ποτέ δεν έχει τα χαρακτηριστικά της γραμμικής και ειρηνικής προόδου, είτε με τη μορφή του ρεφορμισμού, είτε με εκείνη της ηγεμονίας.

 

Γράφει ο Althusser:

»Γι αυτό η μαρξιστική »ανατροπή»της χεγκελιάνας διαλεκτικής είναι κάτι πέρα από μια απλή και ξεκάθαρη αφαίρεση. Πράγματι, αν αποτυπώνει με σαφήνεια την οικειότητα της στενής σχέσης που καθορίζει τη δομή της διαλεκτικής στον Χέγκελ με την «κοσμοθεωρία» του, δηλαδή με την κερδοσκοπική φιλοσοφία του, πραγματικά δεν πρέπει να ρίξουμε στις τσουκνίδες αυτή »την άποψη του για τον κόσμο, την κοσμοθεωρία του», δίχως να είμαστε αναγκασμένοι να μετατρέψουμε βαθύτατα τις δομές της ίδιας της διαλεκτικής.

Αλλιώς, είτε το θέλουμε είτε όχι, θα σύρομε ξανά πίσω μας, εκατόν πενήντα χρόνια μετά  τον θάνατο του Χέγκελ και εκατό μετά τον θάνατο του Μαρξ, τα κομμάτια του περίφημου »μυστικιστικού περιτυλίγματος». Οπότε ας επιστρέψουμε στον Λένιν και μέσα από τον Λένιν στον Marx. Αν είναι αλήθεια, όπως δείχνουν τόσο η εμπειρία όσο και η λενινιστική σκέψη, πως η επαναστατική κατάσταση στην Ρωσία εξαρτάτο ακριβώς από τον χαρακτήρα του έντονου υπερκαθορισμού της θεμελιώδους αντίφασης της τάξης, ίσως πρέπει να αναρωτηθούμε τι συνιστά τη μοναδικότητα αυτού του «έκτακτη κατάσταση «και αν, όπως όλες οι εξαιρέσεις, η εξαίρεση αυτή δεν φωτίζει τον κανόνα, αν δεν είναι εν αγνοία του κανόνα, ο ίδιος ο κανόνας. Επειδή στην πραγματικότητα, δεν είμαστε πάντα μέσα στην εξαίρεση; Εξαίρεση η γερμανική αποτυχία το ’49, εξαίρεση η παρισινή αποτυχία του ’71, εξαίρεση η γερμανική σοσιαλδημοκρατική αποτυχία στις αρχές του 20ου αιώνα αναμένοντας την σοβινιστική προδοσία του ’14, εξαίρεση η επιτυχία του ’17…. Εξαιρέσεις, σε σχέση όμως με τι;…αν όχι σε σχέση με μια κάποια αφηρημένη ιδέα αλλά παρήγορη, καθησυχαστική, ενός »διαλεκτικού» σχήματος καθαρισμένου, που είχε, μέσα στην ίδια του την απλότητα, σαν διατηρημένο την μνήμη [ή σαν ν’ είχε ανακαλύψει ξανά την τάση] του χεγκελιανού μοντέλου και την πίστη στην επιλύουσα»αρετή»της αντίφασης ανάμεσα στο Κεφάλαιο και την Εργασία.

 

Αυτή η παρατήρηση καθιστά δυνατό να επιστρέψετε στην αντιστοίχιση των «Λένιν – Φανόν» απ’ όπου ξεκινήσαμε: Ο Λένιν και ο Φανόν έχουν σκεφτεί και οι δυο, στην επαναστατική πάλη ενάντια στον ιμπεριαλισμό, τη διαλεκτική μεταξύ του πολέμου θέσης και του πολέμου ελιγμών, δίχως να  απολυτοποιούν καμία πλευρά. Ο Λένιν, έβλεπε τον πόλεμο της κίνησης, να νοείται ως εξέγερση, σαν στιγμή που τονίζει την σχέση κρίση- πόλεμος. Μέσα στον πόλεμο, ως αναπόφευκτο πέρασμα των κρίσεων του καπιταλισμού, υπάρχει η δυνατότητα της ρήξης και στη συνέχεια του πολέμου κινήσεων. Πριν από αυτή τη στιγμή, το κόμμα προετοιμάζει το έδαφος μέσω του πολέμου θέσεων. Τουλάχιστον αυτή είναι η θεωρία του Λένιν της εξέγερσης στις ιμπεριαλιστικές χώρες, αν κοιτάξουμε τις θέσεις της Τρίτης Διεθνούς σε σχέση με την κατάσταση που επικρατεί στις αποικίες χώρες, ωστόσο παρατηρούμε ότι αυτή η σχέση ανάμεσα στον πόλεμο των θέσεων και του πολέμου των ελιγμών τοποθετείται με διαφορετικό τρόπο. Ένας τρόπος που είναι παρόμοιος με εκείνον που προκύπτει στα γραπτά του Φανόν. Όταν Φανόν υποστηρίζει ότι «η αποικιοκρατία υποκύπτει μόνο με το μαχαίρι στο λαιμό της», λέει ότι στις αποικίες χώρες  δεν είναι δυνατός ο πόλεμος θέσεων που να μην είναι είναι άρθρωση της στρατηγικής του πολέμου ελιγμών και αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι στην αποικιακή κυριαρχία δεν υπάρχει κανένα πολιτικό επίπεδο διαμεσολάβησης μεταξύ των αποικιακών δυνάμεων και των δυνάμεων των αποικημένων: δηλαδή πως δεν υπάρχει διαλεκτική της αναγνώρισης. Έτσι για τον Φανόν στους αντι-αποικιακούς αγώνες κάθε  μορφή του πολέμου θέσεων, που νοείται σαν δημιουργία νομικών δομών, είναι το αποτέλεσμα μιας κατάκτησης που επιτυγχάνεται  με τη χρήση βίας και είναι δυνατόν να  διατηρηθεί μόνο μέσω της ύπαρξης δομών πολέμου ελιγμών. Τώρα στην πραγματικότητα, μια ανάγνωση της τάσης  ανάπτυξης του καπιταλισμού σαν αυτήν που έγινε από την RAF και που ύστερα από το πέρασμα σαράντα χρόνων φαίνεται να έχει επαληθευτεί σε πλανητική κλίμακα, παράγοντας ένα παράδειγμα  νεο-αποικιακού τύπου ακόμη και εντός των ορίων των ιμπεριαλιστικών χωρών, καθιστά αυτές τις σκέψεις των Λένιν και Φανόν για τη σχέση ανάμεσα στον πόλεμο της θέσων και ελιγμών εξαιρετικά επίκαιρες . Σίγουρα είναι ένα σημείο που απαιτεί έναν διεξοδικό στρατηγικό προβληματισμό, αλλά και μια απόφαση σε σχέση με την ερμηνεία που γίνεται για την κατάσταση που έχουμε μπροστά μας και τις τάσεις που την διασχίζουν. Ειδικότερα, κρίνεται αναγκαίο να επιλυθούν οι αμφιβολίες σχετικά με το θέμα της απουσίας  θεσμών διαμεσολάβησης, που εννοούνται σαν μέσα συμβιβασμού στην ταξική πάλη και ως εργαλεία συντήρησης της συναίνεσης και της κοινωνικής τάξης από τις άρχουσες τάξεις. Δηλαδή, το ερώτημα που πρέπει να απαντήσουμε είναι αν, σαν γραμμή τάσης, το επίπεδο της εκπροσώπησης των υποδεέστερων τάξεων μέσα στον ορίζοντα της αστικής δημοκρατίας, στις διάφορες πολιτικές της αρθρώσεις, τα συνδικάτα, ιδεολογικές και πολιτιστικές, εξακολουθεί να έχει την δική της αυτόνομη πρακτικότητα ή ούτως ή άλλως χωρισμένη από την σύγχρονη άσκηση της βίας, ή αν είναι στη διαδικασία της ακύρωσης. Και αν ναι, είναι λογικά δυνατή μια μάχη οπισθοφυλακής, με τη μορφή του πολέμου θέσεων, απέναντι  στην απουσία των πολιτικών θεσμών διαμεσολάβησης; Μια εκ νέου ανάγνωση του Λένιν και του Φανόν ως ένδειξη που προέρχεται από ορισμένες ιδέες της RAF, θα το απέκλειε.

 

Η δεύτερη ένδειξη, σε σχέση με τη συμβατότητα μεταξύ μαρξιστικής ανάλυση και της διαμόρφωσης ενός νεο-αποικιακό μοντέλου-παραδείγματος στο οποίο έρχεται να λείψει η σχέση  αμοιβαίας αναγνώρισης μεταξύ του κεφαλαίου και της μισθωτής εργασίας, προέρχεται από ένα στοχαστή και κομμουνιστική αγωνιστή στον θεωρητικό αντίποδα του Αλτουσέρ: πρόκειται για τον Λούκατς. Συγκεκριμένα, η αναφορά είναι στην κατηγορία της «επικαιρότητας της επανάστασης», που χρησιμοποιεί ο Λούκατς στο δοκίμιό του για τον Λένιν του 1924. Σε εκείνο το δοκίμιο ο Λούκατς αναφέρει ότι το αξεπέραστο μεγαλείο του Λένιν ως επαναστάτη ήταν ακριβώς πως είχε αναγνωρίσει ότι η ουσία της θεωρίας του Μαρξ κατοικούσε στην επικαιρότητα της επανάστασης, δηλαδή στη σύλληψη της πραγματικότητα ως ένα οργανικό σύνολο και διαλεκτικό, δηλαδή, όπου δεν υπάρχει μέρος που να μην αναφέρεται στο σύνολο, όπου το συγκεκριμένο είναι τέτοιο μόνον εάν αναφέρεται στην ολότητα των φαινομένων. Πώς συνδέονται σύμφωνα με τον Λούκατς συνολικότητα και επικαιρότητα της επανάστασης; Το να είσαι σε θέση να βλέπεις  την συνολικότητα ως ένα σύνολο των συγκεκριμένων αντιθέσεων, επιτρέπει να αναγνωρίζεις τη δυνατότητα της επαναστατικής ρήξης μέσα σε κάθε βήμα και σε κάθε περιβάλλον, καθώς κανένα τμήμα δεν είναι αποσυνδεδεμένο από τα άλλα, και η συνολική σχέση μεταξύ τους είναι εκείνο το σύνολο των αντιφάσεων που περιέχει τη δυνατότητα για την αντιμετώπισή τους, το ξεπέρασμα τους.

Επιστρέφοντας στο πρόβλημα: ακριβώς η κατηγορία της επικαιρότητας της επανάστασης που προσδιορίζεται από τον Λούκατς ως ο βασικός πυρήνας του διαλεκτικού ιστορικού υλισμού, που νοείται ως όπλο του μετασχηματισμού της πραγματικότητας, μας επιτρέπει να δηλώσουμε ότι ο σκοπός των ίσων δικαιωμάτων μεταξύ κεφαλαίου και εργασίας και της αμοιβαίας αναγνώρισης στον αγώνα μεταξύ των τάξεων όχι μόνον είναι συμβατός με μια ιστορική υλιστική διαλεκτική ανάγνωση της πραγματικότητας, αλλά μάλλον είναι το αποτέλεσμα αυτού: Στην πραγματικότητα, εάν η αντίφαση μεταξύ των τάξεων – που στο σημερινή σενάριο φαίνεται να είναι κάτι άλλο,  ότι δηλαδή τείνει να γίνει ριζική ετερότητα, να ξεφεύγει συνεπώς από μια διαλεκτική σχέση με το αντίθετό της – στην πραγματικότητα είναι κατανοητή ως ένα προϊόν ιστορικά καθορισμένο της ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων και τότε ως κοινωνική σχέση που είναι το προϊόν αυτής της συγκεκριμένης φάσης της ανάπτυξης του Κεφαλαίου: τότε όχι μόνο δεν αναιρεί τον διαλεκτικό ιστορικό υλισμό, αλλά μπορεί να εντοπιστεί χάρη στη χρήση αυτής της μεθόδου στην ανάγνωση της σημερινής πραγματικότητας. Η RAF για το σκοπό αυτό, στην συνεχή χρήση της, τόσο σε θεωρητικό όσο και πρακτικό, της προσμονής-προσδοκίας του Λένιν έχει κάνει σαφώς δική της την ανάγνωση του Λούκατς για τον Λένιν.

Πως η RAF, είχε συλλάβει και  κάνει δική της την κατηγορία της επικαιρότητας της επανάστασης, το δείχνει η αντίληψη της για την επαναστατική πρακτική σαν αντίσταση και υποστήριξη για τις αντι-ιμπεριαλιστικές δυνάμεις στο εσωτερικό της κοιλιάς της ιμπεριαλιστικής φάλαινας. Η RAF αναγνώρισε ότι λειτουργώντας μέσα  στην ΟΔΓ, το νευραλγικό κέντρο της διοίκησης του πολυεθνικού κεφαλαίου κατά τη διάρκεια του Ψυχρού Πολέμου, πως δεν ήταν λογικό να στοχεύει αμέσως στην ανάπτυξη μιας εξεγερτικής φάσης μέσα σε εκείνα τα όρια, αλλά πως μπορούσε να υποστηρίξει από τα μέσα τους αντιιμπεριαλιστικούς αγώνες των αποικισμένων λαών.  Η θέση αυτή μας υπενθυμίζει την παρατήρηση, που εκτέθηκε από τον Λούκατς, που κάνει ο Λένιν σε σχέση με την Ελβετική Συνομοσπονδία, και τους ελβετούς κομμουνιστές στην αυτή του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου. Η ουδέτερη θέση της Ελβετίας, η περιθωριακή της θέση μέσα στην ιμπεριαλιστική σύγκρουση, ο  μικρός αριθμός των ελβετών κομμουνιστών πρέπει να κάνουν τους κομουνιστές να στραφούν προς ρεφορμιστικές θέσεις, θεωρώντας αδύνατη μια άμεση επαναστατική δράση, ή, λαμβάνοντας την αντίφαση σαν σύνδεσμο μεταξύ του τμήματος και του συνόλου, και την ολότητα σαν σύνολο ιστορικά  προσδιορισμένο, μπορούν αυτοί να παρέχουν σημαντική υλικοτεχνική υποστήριξη για την οργάνωση της επανάστασης;

Την απάντηση μας την δίνει η ιστορία: Ο Λένιν δρα στην Ελβετία από το ’15 έως ’17 και από την Ελβετία φεύγει για να φτάσει έγκαιρα στο ραντεβού έγκαιρα  με την ιστορία στο σταθμό Φινλανδία στην Πετρούπολη, τον Απρίλιο του ’17. Η RAF επίσης εξοπλίζεται για να είναι έτοιμη να εκπροσωπεί την αντίσταση μέσα στην παλλόμενη καρδιά του  ιμπεριαλισμού σε υποστήριξη του επαναστατικού απελευθερωτικού πολέμου που διεξάγεται στην Ινδοκίνα ή στην Μέση Ανατολή. Και το κάνει αναγνωρίζοντας την κεντρικότητα των αντιιμπεριαλιστικών αγώνων και την πιθανή σχέση μεταξύ αυτών και την ταξική πολυεθνική σύνθεση που η μετανάστευση, σύμφωνα με την οικονομική ανασυγκρότηση,  δημιούργησε στην ΟΔΓ. Όταν το ’72 πραγματοποιείται την επίθεση στο κέντρο διοίκησης ΗΠΑ της Χαϊδελβέργης που καταστρέφει ορισμένα ευαίσθητα δεδομένα σχετικά με τον πόλεμο του Βιετνάμ, η δράση της RAF διακηρύσσεται με αφίσες στους δρόμους του Ανόι και η RAF αναγνωρίζεται ως ένα μέρος του κομουνιστικού αντιιμπεριαλιστικού κινήματος  από πλευράς των εκμεταλλευόμενων λαών, αφού πέτυχε να χτυπήσει την καρδιά της αντίφασης.

 

Το σενάριο που αντιμετωπίζουμε σήμερα: οι απελάσεις και οι φυλακίσεις σε νέα στρατόπεδα συγκέντρωσης των μεταναστών, ο διάχυτος πόλεμος στα σύνορα της Ευρώπης-φρούριο, η εξάπλωση του τζιχαντισμού, όχι μόνο εκτός αλλά και εντός των δυτικών μητροπόλεων μεταξύ των υποτελών τάξεων με σκούρο δέρμα, και παράλληλα ένα μηδενισμό χωρίς προοπτικές εξαγοράς μεταξύ των αυτοκτονικών υποτελών, όλα αυτά, φαίνονται να κάνουν αυτές τις σκέψεις περισσότερο από επίκαιρες. Οι μετασχηματισμοί μέσα στους οποίους είμαστε βυθισμένοι, μαζί με τις ζημιές που η ευρωκεντρική ερμηνεία του μαρξισμού έχουν προκαλέσει, δείχνουν τον δρόμο μιας επανεξέτασης της ιστορικής υλιστική διαλεκτικής στην ριζοσπαστική της έννοια. Το  να ξαναδιαβάσουμε τον Φανόν του   της Γης οι κολασμένοι με τον τρόπο αυτό μπορεί να είναι πολύ χρήσιμο. Γι αυτό, αυτή η σκέψη τελειώνει με ένα απόσπασμα από την κατάληξη των κολασμένων της γης, όπου φαίνεται ξεκάθαρα πως ο κόσμος του σήμερα έχει αλλάξει ριζικά σε σχέση  με αυτόν που είχε μπροστά του ο Φανόν στα τέλη της δεκαετίας του ’50 του περασμένου αιώνα, και, αν δυστυχώς, το κίνημα της από αποικιοκρατίας έχει αποτύχει στους στόχους χειραφέτησης του, σίγουρα δεν ήταν το ανθρώπινο πρόσωπο του καπιταλισμού να έχει επεκταθεί σε χώρες που αποίκισε, αλλά είναι ένα μοντέλο νεοαποικιακό  βάναυσων χαρακτηριστικών που εξαπλώνεται σε παγκόσμιο επίπεδο. Ακριβώς γι ‘αυτό, παρά την αλλαγή στην ιστορικό συγκυρία, το βλέμμα του Φανόν εμφανίζεται σήμερα ίσως ακόμα πιο επίκαιρο:

(…) Ας αφήσουμε αυτή την Ευρώπη που δεν σταματά να μιλάει για τον άνθρωπο παρότι τον σφαγιάζει όπου και να τον συναντά, σε όλες τις γωνιές του ίδιου της του δρόμου, σε όλες τις γωνιές του κόσμου. Επί αιώνες η Ευρώπη έχει σταματήσει την εξέλιξη των άλλων ανθρώπων και τους έχει υποδουλώσει στα σχέδιά της και την δόξα της,  αιώνες που στο όνομα μιας δήθεν «πνευματικής περιπέτειας» πνίγει σχεδόν όλη την ανθρωπότητα. Εκείνη την Ευρώπη που ποτέ δεν σταμάτησε να μιλάει για τον άνθρωπο, διακηρύσσοντας ότι δεν ανησυχούσε παρά μόνο για τον άνθρωπο, εμείς γνωρίζουμε σήμερα με τι βάσανα η ανθρωπότητα έχει πληρώσει κάθε μία από τις νίκες του πνεύματός της. Ναι, το ευρωπαϊκό πνεύμα είχε αξιοσημείωτα θεμελιώδη μεγέθη. Όλος ο ευρωπαϊκός προβληματισμός έλαβε χώρα σε τόπους όλο και περισσότερο έρημους, όλο και πιο απόκρημνους. Έτσι έλαβε σαν συνήθεια να συναντά όλο και λιγότερο τον άνθρωπο.

 

Έναν διαρκή διάλογο με τον εαυτό τους, έναν ναρκισσισμό όλο και πιο αισχρό δεν έπαψαν να προετοιμάζουν το κρεβάτι σε ένα παραλήρημα όπου η εργασία του εγκεφάλου γίνεται ένας πόνος, μια καιδεν είναι καθόλου η πραγματικότητα εκείνη για τον άνθρωπο που ζει, εργάζεται και χτίζεται, αλλά  λόγια, ανεμομαζώματα διαφορετικά από λόγια, οι εντάσεις που γεννήθηκαν από τις έννοιες που περιέχονται στα λόγια. Υπήρξαν, όμως, οι ευρωπαίοι που έχουν ζητήσει από τους ευρωπαίους εργαζόμενους να σπάσουν αυτό το ναρκισσισμό και να τα σπάσουν με αυτή την έλλειψη της αίσθησης της πραγματικότητας. Σε γενικές γραμμές, οι ευρωπαίοι εργαζόμενοι δεν έχουν ανταποκριθεί σε αυτές τις εκκλήσεις. Το γεγονός είναι ότι οι εργαζόμενοι πίστεψαν, και αυτοί, επηρεασμένοι από την καταπληκτική περιπέτεια του Ευρωπαϊκού Πνεύματος.

Όλα τα στοιχεία μιας λύσης στα μεγάλα προβλήματα της ανθρωπότητας έχουν, σε διαφορετικούς χρόνους, υπάρξει μέσα στην ευρωπαϊκή σκέψη. Όμως, η δράση των ευρωπαίων ανθρώπων δεν πραγματοποίησε την αποστολή που της αναλογούσε και συνίστατο στο να πιέσει βίαια σε εκείνα τα στοιχεία, στην αλλαγή της σειράς ταξινόμησης τους, στο είναι τους, να τα αλλάξει, φέρνοντας τελικά το πρόβλημα του ανθρώπου σε ένα επίπεδο ασύγκριτα υψηλότερο. Σήμερα, παρακολουθούμε μια στασιμότητα της Ευρώπης. Ας ξεφύγουμε, σύντροφοι, από εκείνη την ακινησία στην οποία η διαλεκτική, σιγά-σιγά, έχει μετατραπεί σε μια λογική της ισορροπίας. Παίρνουμε το θέμα του ανθρώπου. Να ξαναθέσουμε μπροστά μας το ζήτημα της εγκεφαλικής πραγματικότητας, της εγκεφαλικής μάζας όλης της ανθρωπότητας της οποίας πρέπει να πολλαπλασιάσουμε τις διασυνδέσεις, να διαφοροποιήσουμε τα πρότυπα, τα δίκτυα και να εξανθρωπίσουμε εκ νέου τα μηνύματα.

Εμπρός αδέλφια, έχουμε πραγματικά πολύ δουλειά για το ρίξουμε σε αμυντικά παιχνίδια. (…)

 


[1] G. Bausano, E. Quadrelli, Ulrike Meinhof, una vita per la rivoluzione, Gwynplaine, Camerano (AN) 2016

[2] G. Bausano, E. Quadrelli, Classe, partito, guerra, Gwynplaine, Camerano (AN) 2014; Id. Per Lenin.  Materialismo storico e politica rivoluzionaria, Gwynplaine, Camerano (AN) 2011.

3896 letture totali 74 letture oggi

http://www.militant-blog.org/?p=13403

ένοπλη πάλη, lotta armata

Η απολογία του Κουφοντίνα Mar 8

Σ.απ.γαλ. Η μέρα είναι αφιερωμένη σε αυτό που λέμε «τρομοκρατία».Ειδικά μετά από τα γεγονότα στις Σκουριές.Βέβαια δεν ξέρω ποιός είναι ο πραγματικός τρομοκράτης.Το κράτος που έχει (σύμφωνα με το Μαξ Βέμπερ) το φυσικό μονοπώλιο έννομης βίας ; ή εμείς ο Λαός που διαδηλώνουμε στις 12-02-2012 και φάγαμε 5 τόνους χημικά ; ή κάποιοι πολίτες ασχέτως εθνικότητας, που παίρνουν κατά καιρούς τα όπλα και αντιμάχονται ένα κράτος βίας και αυταρχισμού ; τον κομαντάντε Μάρκος στο Μεξικό άραγε πως τον φώναζαν ?

Κι επειδή τα πολλά λόγια είναι φτώχεια και επειδή βρίσκω τρομερά ενδιαφέρουσα την απολογία Κουφοντίνα, για αυτό λοιπόν την αναδημοσιεύω. Είναι περιττό να πώ ότι διαφωνώ απόλυτα με τις δολοφονίες αθώων ανθρώπων.Ακόμα και αυτοί που διαπράττουν έγκλημα πρέπει να δικάζονται και να μην αφαιρείται η ζωή τους.Η προσωπική μου άποψη είναι ότι στο κτήνος δεν φέρνεσαι με τον ίδιο κτηνώδη τρόπο, διότι έτσι φτάνεις στο ίδιο επίπεδο με αυτόν.

Καλή ανάγνωση.

1234

Δ. ΚΟΥΦΟΝΤΙΝΑΣ:Κύριε Προέδρε, θα ξεκινήσω με μία δήλωση .

Δεν πρόκειται να κάνω αυτό που εσείς ζητάτε σαν απολογία.

 Αρνούμαι τις κατηγορίες,   αρνούμαι το κατηγορητήριο, αρνούμαι να συνεργήσω στο να δικαστεί μια επαναστατική Οργάνωση σαν εγκληματική. Να ξεκόβεται ένα πολιτικό  φαινόμενο  από τις κοινωνικές του ρίζες από τις αιτίες που το δημιούργησαν.  Να αντιμετωπίζεται η 17Ν έξω από τις  συγκυρίες που την γέννησαν, έξω από το κοινωνικό, πολιτικό, ιστορικό περιβάλλον μέσα στο οποίο έδρασε τις ελληνικές και διεθνείς συνθήκες των τελευταίων 30 χρόνων.

Αρνούμαι να αποδεχθώ την προσπάθεια αξίωσης της επαναστατικής Αριστεράς. Αρνούμαι την απόπειρα να ξαναγραφεί η ιστορία μέσα σε μία αίθουσα Δικαστηρίου. Ένα Δικαστήριο που δεν μπορεί να κρίνει κοινωνικά φαινόμενα, που δεν μπορεί να δικάσει ή να καταργήσει την πάλη των τάξεων.

Θεωρώ ότι το Δικαστήριό σας δεν θέλει, ούτε μπορεί να δικάσει την 17Ν γι΄ αυτό που πραγματικά ήταν. Θα μας δικάσετε με βάση ένα Δίκαιο της ανισότητας, ένα Δίκαιο που δεν μπορεί να κρίνει την δράση μας, έναν Ποινικό Κώδικα που δεν μπορούμε να αποδεχθούμε σαν εργαλείο για την αξιολόγηση του αγώνα μας. Ένα Δίκαιο που θα το υποστούμε αλλά δεν είμαστε υποχρεωμένοι να το αναγνωρίσουμε.

Ένα σύστημα δικαιοσύνης που είναι υποκριτικό γιατί αφήνει ατιμώρητο τον βιομήχανο που δολοφονεί και σακατεύει στα λεγόμενα εργατικά ατυχήματα, τον εφοπλιστή που πνίγει στα σαπιοκάραβά του, τον μεγαλέμπορο ναρκωτικών, τον ληστή του δημόσιου πλούτου την ίδια ώρα που καταδικάζει σε βαρύτατες ποινές απόκληρους παραβάτες, μικροκλεφτρόνια και δυστυχισμένους χρήστες. Ένα Δίκαιο που εφαρμόζεται μονόπλευρα και μεροληπτικά, που δεν ισχύει για τους ισχυρούς του πλούτου και της εξουσίας, που «πιάνει στην φάκα τα μικρά ποντικάκια» όπως έχετε πει ενώ οι «μεγαλοπόντικες και οι αρουραίοι» ροκανίζουν ανενόχλητοι το «τυρί», τον κοινωνικό πλούτο.

Αποτελείται από την θεσμική σας θέση κομμάτι ενός μηχανισμού καταναγκασμού ενός συστήματος επιβολής ιδεολογίας, ελέγχου φρονήματος και διατήρησης κοινωνικών ισορροπιών στο πλαίσιο μιας τάξης πραγμάτων την οποία εμείς δεν αποδεχόμαστε.

Το Δικαστήριό σας είναι ένα ειδικό Δικαστήριο εκτάκτων μέτρων που συστάθηκε στην βάση ενός ειδικού αυταρχικού νόμου, προικοδοτήθηκε με ειδικούς νόμους και διατάξεις και κλήθηκε να νομιμοποιήσει με το κύρος των μελών του μια σκανδαλώδη προδικασία όπου καταπατήθηκαν, καταβαραθρώθηκαν και εξευτελίστηκαν όσοι από τους δικούς σας νόμους χρειάστηκε.

Τα όριά σας φάνηκαν στην απόφασή σας για το λεγόμενο πολιτικό έγκλημα. Ο Νόμος, το Δίκαιο και το Σύνταγμά σας σας επέτρεπαν να χαρακτηρίσετε την δράση της 17Ν σαν πολιτικό έγκλημα όπως λέγεται. Δεν σας το επέτρεπε όμως η υπάρχουσα τάξη πραγμάτων που ήθελε να δικαστούμε σαν κοινοί εγκληματίες και όχι σαν αυτό που είμαστε. Αιχμάλωτοι ενός ακήρυχτου και ανειρήνευτου κοινωνικού πολέμου που αρχίζει από τότε που υπάρχουν τάξεις, που υπάρχουν πλούσιοι και φτωχοί, ισχυροί και ανίσχυροι, εκμεταλλευτές και εκμεταλλευόμενοι.

Η δράση μας ήταν πολιτική. Οι αφετηρίες, οι σκοποί, τα αποτελέσματα της δράσης ήταν πολιτικά και η ιστορία θα καταγράψει αυτή την δίκη σαν δίκη πολιτική. Δεν περιμένουμε επικύρωση από το Δικαστήριό σας. Αλλωστε ποτέ στην σύγχρονη ελληνική ιστορία δεν αναγνώρισαν Δικαστήρια μια δίκη σαν πολιτική, ούτε υπήρξαν ποτέ πολιτικοί κρατούμενοι παρά μόνο σφαγείς, κακοποιοί, εγκληματίες, τρομοκράτες.

Δήλωσα ότι ήμουν μέλος της 17Ν και δήλωσα ότι δέχομαι την πολιτική ευθύνη για την δράση της. Συμφωνώ με τις θέσεις της και τις επιλογές της. Είναι αλληλέγγυος με όλες τις ενέργειες που έκαναν οι σύντροφοι της 17Ν αλλά και όλους τους αγώνες που κάνουν οι άνθρωποι για να κατακτήσουν έναν κόσμο ειρήνης και ελευθερίας, έναν κόσμο χωρίς ανισότητες, εκμετάλλευση, αδικία και στρεβλή δικαιοσύνη που θα την μετρά.

Δεν θα κάνω αυτό που θέλετε, δεν θα μπω στην λογική σας. Η δικιά μας ηθική δεν δέχεται λογικές συνεργασίας και κατάδοσης. Δεν θα μιλήσω για την σχέση μου με την δράση της Οργάνωσης. Δεν θα προσπαθήσω να σας πείσω σε ποιες ενέργειες δεν συμμετείχα. Δεν θα μιλήσω για συγκατηγορουμένους μου. Αυτή είναι η στάση μου και θα την κρατήσω με οποιοδήποτε είδος προσωπικό κόστος.

Η 17Ν όπως από την πρώτη στιγμή επίμονα διακήρυσσε ήταν μία Οργάνωση απλών λαϊκών αγωνιστών. Από τα σπλάχνα του λαού προερχόταν, την δική του φωνή αφουγκραζόταν, τα δικά του συμφέροντα προσπάθησε να υπηρετήσει και μπροστά στον λαό νοιώθει ότι πρέπει να λογοδοτήσει. Εγώ εδώ θα πω λίγα λόγια και απλά για την Οργάνωση και την δράση της απευθυνόμενος σε αυτούς που μας πίστεψαν, μας στήριξαν ηθικά, που ένοιωθαν ότι αποτελούσαμε μία ελπίδα, μια σπίθα. Αλλά όπως είπε και κάποιος μάρτυρας μια ανάσα, έναν στεναγμό ανακούφισης, μια στιγμή απόδοσης δικαιοσύνης όπως ποτέ δεν μπορεί να είστε εσείς για τους απλούς ανθρώπους.

Σε αυτούς που αντλούσαν από μας περηφάνια, που έβρισκαν σε μας ένα κομμάτι από το χαμένο στοίχημα της επανάστασης. Σε αυτούς που απογοητεύσαμε, που διαψεύσαμε, σε αυτούς που διαφώνησαν με τις επιλογές μας αλλά που ήταν από την ίδια πλευρά με μας, που τους συγκινούσε η έφοδος στον ουρανό. Σε αυτούς τέλος που πόνεσαν αναπόφευκτα από την δράση μας είτε ήταν από την δική μας την πλευρά, είτε ακόμα και από την απέναντι. Στις οικογένειες αυτών που έγιναν στόχος άδικα κατ΄ αυτούς, δίκαια κατά την Οργάνωση, η ιστορία θα μας κρίνει γι΄ αυτό. Η ιστορία που όπως λέγετε ευτυχώς έχει διαφορετικά κριτήρια για την δικαιοσύνη και την αδικία.

Τον Δεκέμβρη του ΄75 μια ομάδα αγωνιστών εκτελεί τον σταθμάρχη της CIA στην Ελλάδα. Δεν ήταν δυνατόν να υπάρξει πιο ξεκάθαρη και δικαιολογημένη ενέργεια. Ο σταθμάρχης της CIA ήταν και είναι το μακρύ χέρι της Αμερικάνικης κυριαρχίας στην χώρα μας. Επικεφαλής μιας 5ης φάλαγγας μερικών εκατοντάδων πρακτόρων 300 με 400 προδικτατορικά σύμφωνα με τον αναλυτή Κάτρι, τοποθετημένο σε νευραλγικές θέσεις στην κυβέρνηση, στον κρατικό μηχανισμό, τις Ένοπλες Δυνάμεις, στα Κόμματα, τον Τύπο ελέγχει και κατευθύνει την πολιτική, κοινωνική και οικονομική ζωή της χώρας ανάλογα με τα συμφέροντα των Ηνωμένων Πολιτειών.

Ο Ελληνικός λαός ήξερε τί ήταν η CIA, ήξερε τον ρόλο της από τον εμφύλιο έως τότε. Στις εκλογικές αναμετρήσεις ιδιαίτερα το ΄61 της βίας και νοθείας, στο στήσιμο του παρακράτους και την δολοφονία Λαμπράκη, στα Ιουλιανά, στη δικτατορία και την πρόσφατη τότε Κυπριακή τραγωδία. Ήξερε και επιδοκίμασε την ενέργειά μας. Όπως είπε πρόσφατα ο Καθηγητής κ. Φίλιας οι προδοσίες τύπου Κύπρου ξεπλένονται μόνο με αίμα. Είναι και αυτός τρομοκράτης; Τί έχει συμβεί και δεν έχει ανοίξει ακόμα ο φάκελος της Κύπρου; Πού είναι η Βουλή και η δικαιοσύνη σας, πού είναι η δημοκρατία;

Τόση επιλεκτικότητα για το τί είναι έγκλημα και ποιος είναι ο εγκληματίας; Τους βασανιστές ο λαός τους άφησε ελεύθερους ή η ανεξάρτητη δικαιοσύνη σας; Ο Ελληνικός λαός ήξερε γιατί εκτελέστηκε ο σταθμάρχης της CIA στην Ελλάδα. Αυτό που δεν ήξερε ήταν ποιοι ακριβώς ήταν οι υπεύθυνοι και αυτό γιατί η Κυβέρνηση, Κόμματα και Τύπος επιδόθηκαν σε μία εκστρατεία συσκότισης, αποπροσανατολισμού και σύγχυσης μιλώντας για σκοτεινές δυνάμεις, χουντικούς, προβοκάτορες, πράκτορες, μαφιόζους, οτιδήποτε τέλος πάντων διαφορετικό από αυτό που πραγματικά ήταν.

Όμως το ήξεραν από την πρώτη στιγμή. Η Οργάνωση είναι αναλάβει την ευθύνη, είχε στείλει προκηρύξεις, είχε μοιράσει το κείμενο διεκδίκησης σε χιλιάδες φύλλα στις λαϊκές γειτονιές της Αθήνας. Μαζί με την δράση της 17Ν άρχιζε και η επιχείρηση παραπληροφόρησης που συνεχίζεται μέχρι σήμερα.

Η 17Ν ήταν μία Οργάνωση της επαναστατικής Αριστεράς, του κομματιού εκείνου της Αριστεράς που πιστεύει ότι το σημερινό κοινωνικό σύστημα δεν μπορεί να αμβλύνει τις κοινωνικές ανισότητες γιατί τις γεννά και βασίζεται σε αυτές. Δεν μπορεί να λύσει το πρόβλημα της ανεργίας γιατί γεννά την ανεργία και χρειάζεται την ανεργία. Δεν μπορεί να εξαλείψει τους πολέμους γιατί γεννά τους πολέμους και τρέφεται από αυτούς. Δεν μπορεί να στηρίξει την ισότιμη ανάπτυξη όλων των χωρών γιατί βασίζεται στην άνιση ανάπτυξη και την λεηλασία του πλούτου των φτωχών χωρών.

Δεν νοιάζεται για την οικολογική καταστροφή του πλανήτη που προκαλεί. Δεν σέβεται την διαφορετικότητα των πολιτισμών και των ανθρώπων γιατί υπακούει σε έναν «Θεό Παντοκράτορα» το χρήμα και το κέρδος. Αυτό το σύστημα δεν μπορεί να μεταρρυθμιστεί, δεν μπορεί να εκδημοκρατιστεί, δεν μπορεί να εξανθρωπιστεί παρά μόνο να ανατραπεί μέσα από μια σοσιαλιστική επανάσταση. Αυτό είναι το κεντρικό ζήτημα που κοντά δυο αιώνες τώρα ξεχωρίσει την Αριστερά σε δυο βασικά ρεύματα, το μεταρρυθμιστικό και το επαναστατικό.

Η διαφορά δεν είναι θεωρητική, αφηρημένη και αυριανή αλλά πρακτική, συγκεκριμένη και σημερινή επειδή ο τελικός στόχος «το αύριο» καθορίζει τα άμεσα μέσα του σήμερα. Όποιος ρητά ή σιωπηλά απορρίπτει την επαναστατική λύση προσπαθεί να φρενάρει, να χειραγωγήσει και να εκτονώσει τον επαναστατισμό και την λαϊκή αγανάκτηση και αναγνωρίζεται εύκολα από την αδράνεια και το προσωπικό βόλεμα.

Όποιος επιλέγει τον δρόμο της επανάστασης αναζητεί και τις ανάλογες άμεσες δράσεις, τα μέσα πάλης και την ηθική που ταιριάζει στα συμφέροντα της τάξης του, της πλειοψηφίας του κόσμου της εργασίας, των ανίσχυρων, των φτωχών, των θυμάτων της εκμετάλλευσης. Σε αυτή την Αριστερά ανήκει η 17Ν, στην Αριστερά του Λένιν, του Τσε και του Αρη, στην Αριστερά της Οκτωβριανής, της Ισπανικής, της Κινέζικης, της Κουβανέζικης Επανάστασης. Στην Αριστερά του ΕΛΑΣ και του δημοκρατικού Στρατού, στην Αριστερά των αντιαποικιακών επαναστάσεων από την Αλγερία ως το Βιετνάμ, στην Αριστερά των εξεγέρσεων του Μάη του ΄68 και του Νοέμβρη του ΄73, στην Αριστερά των ανταρτικών της πόλης.

Η 17Ν δεν θεώρησε ότι αποτελεί το κέντρο της επανάστασης ούτε ότι ο τρόπος δράσης της είναι ο μοναδικός αλλά από την αρχή διακήρυξε ότι η επαναστατική διαδικασία είναι μακρόχρονη και περίπλοκη. Απαιτεί τον συνδυασμό όλων των μορφών πάλης αλλά χρειάζεται να ξεκινήσει από σήμερα.

Ποιοι ήταν οι στόχοι της Οργάνωσης; Πρώτα-πρώτα η «Νέα Ρώμα» η νέα αυτοκρατορία. Όπως κάθε αυτοκρατορία που πέρασε από τα βάθη της ιστορίας μέχρι σήμερα ακολουθεί κι αυτή τον δρόμο της υπερεπέκτασης, της παγκόσμιας ηγεμονίας, της πολιτιστικής ισοπέδωσης, της λεηλασίας του παγκόσμιου πλούτου. Με την τακτική των προληπτικών πολέμων στα ναζιστικά πρότυπα τρέφεται με αίμα και πετρέλαιο. Επιβάλει πέρα από κάθε κανόνα και έννοια νόμου και ηθικής το μόνο δίκαιο που γνωρίζει, το «δίκαιο του ισχυρού». Το μόνο νόμο που αναγνωρίζει, το «νόμο της ζούγκλας», την επιστροφή στην αποικιοκρατία.

Βασίζεται στην απολιτικοποίηση των πολιτών της, τον χειραγωγούμενο από τα ελεγχόμενα παντοδύναμα ΜΜΕ, την εξαγορά και συνενοχή της κοινωνίας των 2/3 του εσωτερικού της, την εθνικιστική και ρατσιστική ιδεοληψία περί περιούσιου αμερικάνικου έθνους συνδυασμένη με φασιστικού τύπου στρατιωτικούς πατριωτικούς νόμους και σύγχρονα στρατόπεδα συγκέντρωσης, Νταχάου και Αουσβιτς. Κάποιες θέσεις περιμένουν και μερικούς από μας μαζί με τους αιχμαλώτους πολέμου από όλον τον κόσμο.

Όσο όμως αυτή η πρωτοφανούς ισχύος στην ιστορία πολεμική μηχανή επεκτείνει τα μέτωπα και τα πεδία δράσης της σε όλο τον πλανήτη τόσο μεγαλώνουν και τα μετόπισθεν της. Κι εκεί αποδεικνύεται άχρηστη η τεράστια συμβατική μηχανή προς στις κλασικές μεθόδους του ανταρτοπόλεμου, την ενέδρα και το λιανοντούφεκο. Αυτή είναι αχίλλειος πτέρνα της αυτοκρατορίας, η καταρράκωση της εικόνας του πανίσχυρου, του άτρωτου, του ακαταμάχητου.

Αυτός ο ασύμμετρος πόλεμος, ο ανταρτοπόλεμος, ο πόλεμος του αδύνατου, η δημιουργία πολλών Βιετνάμ είναι η μόνη ελπίδα, ο μόνος δρόμος που μένει στους λαούς για να φθείρουν την υπερεξοπλισμένη αλαζόνα αυτοκρατορία, να εξεγείρουν συνειδήσεις και στις χώρες της Δύσης ώστε να αναπτυχθούν μαζικά επαναστατικά κινήματα αλληλεγγύης στις λεηλατούμενες χώρες του Τρίτου κόσμου.

Ο αγώνας ενάντια στον ιμπεριαλισμό στη χώρα μας ήταν ο κύριος τομέας της δράσης της 17Ν. Οι περισσότερες ενέργειές της ήταν αντιϊμπεριλαστικές και ιδίως αντιαμερικάνικες. Επί 27 χρόνια γελοιοποιήσατε τις μυθοποιημένες μυστικές υπηρεσίες, ανέτρεπε και τσαλάκωνε την εικόνα των παντοδύναμων χολιγουντιανών υπερ-πρακτόρων. Έτσι εξηγείται η λύσσα τους, η μανία και η εκδικητικότητα απέναντί μας.

Η 17Ν ήταν αντικαπιταλιστική επαναστατική Οργάνωση στην Ελλάδα. Τα μέλη, ήταν αγωνιστές βγαλμένοι από τα σπλάχνα του ελληνικού λαού, που από το μεγάλο λαϊκό αγώνα του ΄21 ονειρεύεται να γίνει αφέντης στον τόπο του.

Όνειρο, που άγγιξε όταν άρχιζε να χτίζει τους πρώτους αυθόρμητους, αυθεντικούς λαϊκούς θεσμούς της Αυτοδιοίκησης και Δικαιοσύνης στην ελεύθερη Ελλάδα. Όνειρο, που έζησε κάτω από τους βομβαρδισμούς των Αγγλων. 2.500 χιλιάδες βόμβες την ημέρα, έπεφταν το Δεκέμβρη στις λαϊκές γειτονιές της Αθήνας και τα ναπάλμ των Αμερικάνων στον Εμφύλιο!

Γευτήκαμε μέσα από τις διηγήσεις των πατεράδων την πίκρα της ήττας, την ταπείνωση, τις διώξεις, την τρομοκρατία, τα Μακρονήσια, την απόλυτη εξουσία του χωροφύλακα και του στρατοδίκη. Αυτός ο τόπος είδε τους δοσίλογους να γίνονται κράτος! Τους μαυραγορίτες να γίνονται εφοπλιστές και βιομήχανοι και όλοι μαζί, να ροκανίζουν τις σάρκες και το μόχθο του ελληνικού λαού.

Ένα κράτος, που με το ληστρικό του φορολογικό σύστημα και τον ελεγχόμενο τραπεζικό τομέα, κατεύθυνε τον πλούτο που παρήγαν οι πολλοί, στις τσέπες των λίγων για να δημιουργηθεί μεταπολεμικά και μέχρι σήμερα, μια τάξη που ενώ αρμέγει τη χώρα, να μην αναλαμβάνει κανένα ρίσκο, κανένα κόστος, παρά μόνο κέρδη, οδηγώντας τη χώρα σε μια στρεβλή, ρηχή ανάπτυξη και την αναπόφευκτη σήμερα αποβιομηχάνιση.

Ο Ωνάσης γλαφυρά περιέγραψε τη μεγάλη ιδιωτική επιχείρηση σαν ένα κουβά, όπου ο μεγαλοϊδιοκτήτης πετά μέσα ακαθαρσίες και όταν γεμίσει ξεφορτώνει το δύσοσμο κουβά στο κράτος, για να τον ξεπλύνει και πάλι καθαρό να τον παραδώσει στους επόμενους!

Είδαμε τους πολιτικούς άλλο λιγότερο και πιο διακριτικά, άλλος περισσότερο και πιο κυνικά, να τηρούν «την άψογον στάσιν», όπως περιέγραψε ο Μεϊνο. Τη στάση του ραγιαδισμού και της υποτέλειας που στοίχισε στη χώρα την Κυπριακή τραγωδία, τις βάσεις που αποχωρούν αναβαθμιζόμενες, την ετεροδικία, το «Ευχαριστώ»  για τα Ίμια, την κατάργηση του ασύλου για τον ικέτη Οτσαλάν, την παράδοση των νέων Ακροναυπλιωτών στα νέα Νταχάου αύριο, την επερχόμενη τραγωδία στο Αιγαίο.

Είδαμε την τάση των ισχυρών του πλούτου και της εξουσίας να παραβιάζουν όλους τους αστικούς νόμους, τους νόμους των φιλελεύθερων επαναστάσεων, με σκάνδαλα, μίζες, απάτες, κομπίνες και να μένουν ανεξέλεγκτοι από την ανεξάρτητη Δικαιοσύνη.

Είδαμε το πολιτικό προσωπικό της χώρας σε κάθε αλλαγή του να αλληλο-αμνηστεύεται. Η Ένωση Κέντρου αμνηστεύει την ΕΡΕ το ΄65, ο Καραμανλής τους Χουντικούς το ΄74, ο Παπανδρέου τη Νέα Δημοκρατία το ΄81, ο Μητσοτάκης το ΠΑΣΟΚ με μια παρωδία δίκης βέβαια χωρίς αποτέλεσμα, το ΠΑΣΟΚ αμνηστεύει το Μητσοτάκη και ο Καραμανλής ο νεώτερος -παρά τα όσα λέγει- θα αμνηστεύσει το ΠΑΣΟΚ αύριο, γιατί ξέρει ότι θα υπάρξει και μεθαύριο.

Είδαμε την Αριστερά να ενσωματώνεται, να εκτονώνει και να ξεπουλά τους αγώνες, να αφήνει να χάνονται κατακτήσεις δεκαετιών, να μεταμορφώνεται από την Κίρκη της εξουσίας, να γίνεται το αριστερό δεκανίκι του καθεστώτος και είπαμε: Φτάνει πια, υπάρχει και η άλλη Αριστερά. Η Αριστερά, που αντί να γυρίζει και το άλλο μάγουλο, ρίχνει κλωτσιά στο καλάμι!.

Πέρα από την καθεστωτική, υπάρχει και η αντι-καθεστωτική Αριστερά. Πέρα από τη βολεμένη, την τακτοποιημένη, υπάρχει και η άτακτη, η ανυπότακτη, η αντάρτικη. Αυτή που πιστεύει πως απέναντι στη βαθιά κρίση του συστήματος, κρίση πολιτική, κοινωνική, οικονομική, πολιτιστική, κρίση αξιών, η λύση μπορεί να είναι μόνο επαναστατική.

Στο «Κομμουνιστικό Μανιφέστο» οι Μαρξ και Ένγκελς γράφουν: «Οι Κομμουνιστές θεωρούν ανάξιό τους να κρύβουν τις απόψεις και τις προθέσεις τους. Δηλώνουν ανοιχτά ότι οι σκοποί τους μπορούν να πραγματοποιηθούν μόνο με τη βίαιη ανατροπή όλου του σημερινού κοινωνικού καθεστώτος«. Στον 1ο τόμο του <<Κεφαλαίου>> λέει ο Μαρξ «Η βία είναι η μαμή κάθε παλιάς κοινωνίας, που κυοφορεί μια καινούρια».

Όσο για το Λένιν στο 14ο τόμο ονομάζει ενέργειες σαν της 17Ν, «Παρτιζάνικες» και τις εντάσσει στα πλαίσια του επαναστατικού οπλοστασίου της εργατικής τάξης.

Η ένοπλη άμεση δράση ξεκινά από το γεγονός ότι θα είναι πολύ αργά να σκεφτεί κανείς για ένοπλο αγώνα, όταν ωριμάσουν οι συνθήκες και περιγράφεται στο αρχικό της στάδιο, από την ακόλουθη θέση των Τουπαμάρος: «Η ίδια η επαναστατική δράση ακόμη και το γεγονός ότι εξοπλιζόμαστε, ότι προετοιμαζόμαστε, ότι εφοδιαζόμαστε, το γεγονός ότι προβαίνουμε σε πράξεις που παραβιάζουν την αστική νομιμότητα, δημιουργεί μια συνείδηση, μια οργάνωση και επαναστατικές συνθήκες».

Η 17Ν όταν μπήκε στο Τμήμα του Βύρωνα για να πάρει όπλα, στο Πολεμικό Μουσείο για να πάρει μπαζούκας, στο στρατόπεδο του Συκουρίου για να πάρει πολεμοφόδια και όλα αυτά χωρίς να ανοίξει μύτη, έκανε πράξεις ένοπλης προπαγάνδας. Έδειχνε επιπλέον ότι δεν ήταν ετεροκίνητη, ότι βασιζόταν στις δικές της δυνάμεις, για να βρει τα απαραίτητα υλικά για τον αγώνα.

Όταν ο Αρης με την αρχική αντάρτικη ομάδα του έμπαινε σ΄ ένα χωριό με τους ενόπλους του σε παράταξη και έβγαζε λόγο στην πλατεία, πραγματοποιούσε μια πράξη ένοπλης προπαγάνδας. Έδειχνε ότι κάτω από τη μύτη των Γερμανών, μπορούσε να υπάρξει δράση. Προκαλούσε ένα δυνατό σοκ, δημιουργούσε συνθήκες για παραπέρα ανάπτυξη της δράσης.

Βέβαια, η 17Ν δεν ήταν η αρχική ομάδα του Αρη και βέβαια στην Ελλάδα η αμερικάνικη κατοχή δεν είναι άμεμπτη και κρατά τα προσχήματα και βέβαια υπάρχει μια τυπική αστική δημοκρατία που συγκαλύπτει την πραγματική ολιγαρχία των ισχυρών του πλούτου, μια <<φιλελεύθερη ολιγαρχία>> όπως την ονομάζει ο Καστοριάδης.

Όμως η δράση της 17Ν έχει τα ίδια χαρακτηριστικά της αντάρτικης δράσης. Χαρακτήρισαν την πρακτική της 17Ν ως τρομοκρατία. Εμείς απαντάμε: όχι. Η 17Ν στρεφόταν εναντίον στόχων – συμβόλων ιμπεριαλισμού και του καπιταλισμού. Πράγματι, κατάφεραν να τους τρομοκρατήσει.

Η Αμερικάνικη Πρεσβεία στη μικρή μας χώρα, ήταν η πρώτη σε ύψος δαπανών, για λόγους ασφαλείας σε ολόκληρο τον κόσμο! Οι μυστικές υπηρεσίες όλων των μεγάλων Δυτικών χωρών, έστελναν τους καλύτερους σπεσιαλίστες τους, ξόδευαν αμύθητα ποσά για έρευνες και πληροφορίες. Οι μεγαλο-βιομήχανοι και εφοπλιστές ύψωναν φρούρια, δημιουργούσαν στρατιές σωματοφυλάκων, ξόδευαν τεράστια ποσά για παράλληλες έρευνες για να βρουν τη 17Ν, για να θωρακίσουν τα αυτοκίνητά τους, να τα εξοπλίσουν με ηλεκτρονικά αντίμετρα.

Όλοι αυτοί -και μιλάμε για λίγες χιλιάδες άτομα- ναι πράγματι τους τρομοκρατούσε η 17Ν και είναι περήφανη γι΄ αυτό!

Όμως το σύνολο του ελληνικού λαού δεν ξυπνούσε ούτε κοιμόταν με το φόβο της 17Ν. Σε μια δημοσκόπηση λίγο πριν την έκρηξη του Πειραιά, μόνο το 2% του δείγματος θεωρούσε τη λεγόμενη τρομοκρατία πρόβλημα, τοποθετώντας το τελευταίο στη σχετική λίστα.

Για το λαό, τρόμο του προκαλεί η βία του κράτους και του καθεστώτος. Η βία των κατασταλτικών μηχανισμών, η βία της φτώχειας και της ανεργίας, η αλλοτρίωση, η απάθεια και η μοναξιά. Ο όρος «τρομοκρατία» χρησιμοποιείται από το καθεστώς για να συγκαλύψει την πραγματικότητα της δικής του βίας, ή της απειλής βίας και τιμωρίας, που τρομοκρατεί το λαό και για να συκοφαντήσει τη λαϊκή αντιβία με μια λέξη που απευθύνεται στο συναίσθημα και προκαλεί αποστροφή.

Η 17Ν χαρακτηρίστηκε από πολλούς Οργάνωση του μέτρου. Παίρνοντας υπόψη τη συγκυρία και το επίπεδο ανάπτυξης του Κινήματος, δεν κήρυξε ολοκληρωτικό πόλεμο σε όλα τα μέτωπα. Δεν ανέβασε το επίπεδο της δράσης, σύμφωνα με τις εκάστοτε επιχειρησιακές δυνατότητές της. Δεν μπέρδεψε ποτέ τις επιθυμίες της με την πραγματικότητα, η βία με τη βιασύνη.

Μέσα σε αυτή τη λογική, δεν επιχείρησε να χτυπήσει την καρδιά του κράτους δημιουργώντας υπερβολικές οξύνσεις, ανεξάρτητα από το ότι θεωρούσε την θεωρητική σύλληψη περί κέντρου του κράτους μάλλον απλουστευτική.

Ήθελε η κάθε ενέργεια να προκαλεί το μεγαλύτερο δυνατό αντίκτυπο με την ελάχιστη δυνατή βία ως προς τις συνέπειες. Το κύριος βάρος της δραστηριότητάς της δεν έπεφτε στα κείμενα, στις προκηρύξεις ή σε κάποιο έντυπο -παρά το ότι τα θεωρούσε αναγκαία και απαραίτητα- αλλά στις ενέργειες. Το βάρος έπεφτε στις πράξεις και όχι στα λόγια.

Έτσι, δεν βγήκε παραδείγματος χάρη προκήρυξη για την πολύ σημαντική επίθεση στην Αμερικάνικη Πρεσβεία, ούτε σταμάτησε η δράση όταν για ένα διάστημα απαγορεύτηκε η δημοσίευση των προκηρύξεων. Τη διακίνηση των ιδεών, μπορούν να τη στραγγαλίσουν, τον πολιτικό λόγο μπορούν να τον ακυρώσουν! Το γεγονός όμως της ενέργειας και το νόημά της δεν μπορεί να αποκρυβεί ή να διαστρεβλωθεί.

Η προπαγάνδιση της λαϊκής βίας έπρεπε να επιτυγχάνεται από την ίδια την ενέργεια. Στη δράση της 17Ν το μήνυμα, ήταν η ίδια η ενέργεια. Υπήρχε ανάγκη να είναι κατανοητή από το λαό, <<να μιλά από μόνη της>> όπως λέγαμε, να αποκαλύπτει και να από-νομιμοποιεί το καθεστώς και φυσικά να μην έχει αρνητικές επιπτώσεις σε επιμέρους Κινήματα ή σε εργαζομένους.

Η δράση της 17Ν ήταν δεμένη με τις πλατιές λαϊκές μάζες και τα προβλήματά τους. Το χτύπημα για παράδειγμα του ληστρικού φορολογικού συστήματος, ή του ιατρικού κατεστημένου, αναδείκνυε τη λειτουργία του κράτους – απατεώνα, που πλήττει διπλά τον ελληνικό λαό, ληστεύοντάς τον με το φορολογικό του σύστημα, χωρίς να παρέχει στοιχειώδεις υπηρεσίες υγείας, αναγκάζοντάς τον να πληρώσει γι΄ αυτές, τεράστια ποσά στους μεγαλο-γιατρούς και τις ιδιωτικές κλινικές.

Η δράση της 17Ν ήταν δράση συμβολική. Επέλεγε στόχους – σύμβολα της εξουσίας σε όλες τις εκφάνσεις της οικονομική, κοινωνική, πολιτική, εκπροσώπους των μηχανισμών και θεσμών του αστικού καθεστώτος, της ιμπεριαλιστικής ηγεμονίας με τους μηχανισμούς της, της καπιταλιστικής εκμετάλλευσης, της ληστείας του κοινωνικού πλούτου και της δημόσιας περιουσίας, των εξωνημένων πολιτικών, των διεφθαρμένων κρατικών λειτουργών, της κρατικής καταστολής.

Οι ενέργειες της 17Ν είχαν παραδειγματικό χαρακτήρα και ταυτόχρονα προειδοποιητικό και προληπτικό, αφού αποσκοπούσαν να οδηγήσουν σε επανασχεδιασμό ή και αποχή ακόμη από πράξεις επιβλαβείς για το κοινωνικό σύνολο.

Η δράση της 17Ν είχε πολιτικά αποτελέσματα. Εκλαμβανόταν σαν δίκαιη κοινωνική άμυνα απέναντι σε δραστηριότητες που επέσυραν σοβαρή κοινωνική βλάβη. Αν δεν κάνω λάθος, αν μπω στα χωράφια σας, στο δικό σας Ποινικό Κώδικα θεωρείται νόμιμη η προσβολή αυτού που επιτίθεται άδικα.

Δεν δικαιούται η κοινωνία ή κάποια μέλη της αμυνθούν με πολιτικό σκεπτικό απέναντι σε πράξεις με βαρύτατο κοινωνικό κόστος, όταν τους δράστες οι δικοί σας οι θεσμοί ουδέποτε αγγίζουν λειτουργούς, ή έστω και σαν κοινωνικό αντίβαρο.

Έδινε μήνυμα αντίστασης, ότι απέναντι στην πανίσχυρη εξουσία υπάρχουν κάποιοι που αντιστέκονται ακόμη και θα αντιστέκονται για πάντα. Τόνωνε έτσι το αίσθημα αξιοπρέπειας και περηφάνιας του λαού, ενώ προκαλούσε τριγμούς στην εξουσία και στους μηχανισμούς.

Οι ενέργειες της 17Ν εκλαμβάνονταν από τον ελληνικό λαό, με βάση την εμπειρία του τις προσβολές και ταπεινώσεις που έχει υποστεί, τις αδικίες που είχε υποφέρει, την καταπίεση και εκμετάλλευση που βιώνει σαν πράξεις απόδοσης δικαιοσύνης και λαϊκής άμυνας.

Για όλους αυτούς τους λόγους συναντούσε την κοινωνική αποδοχή. Μια σημαντική αποδοχή, της οποία η 17Ν γινόταν αποδέκτης και νομιμοποιούσε την Οργάνωση να συνεχίζει τη δράση της. Θα αναφέρω μόνο τη δημόσια μαρτυρία δύο αναλυτών, του σοβαρού Καθηγητή κ. Μπέη στην <<ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ>> ο οποίος μιλά για «πολιτικώς οδυνηρά αποτελέσμάτα δημοσκοπήσεων για συμπάθεια στη 17Ν» και του ιδιαίτερα εμπαθούς αντιπάλου μας του κ. Μαρίνου Ευρωβουλευτή της Νέας Δημοκρατίας στην εφημερίδα <<ΤΟ ΒΗΜΑ>> που λέει ότι «το 23,7% ήτοι 2.370.000 Έλληνες συμπαθεί τους αγωνιστές της 17Ν».

Πρόκειται για ένα αναμφισβήτητο αντικειμενικό γεγονός που αποδείχνει ότι η 17Ν είχε κοινωνικές ρίζες και η δράση της ήταν αποτέλεσμα κοινωνικών αιτιών.

Δεν μπορώ να μην αναφερθώ στο περίφημο επιχείρημα περί συμψηφισμού της βίας, που ακούγεται από τους εκπροσώπους της κυρίαρχης ιδεολογίας. Λένε: «υπάρχει η βία από τη μια μεριά, το κράτος στον ιμπεριαλισμό, αλλά υπάρχει και η βία από την άλλη πλευρά η λαϊκή βία συμπεριλαμβανομένης της 17Ν». Ρωτάνε: συμψηφίζετε την κρατική βία με την επαναστατική βία;

Ας παραβλέψουμε το γεγονός ότι κάποιοι από αυτούς που υποστήριζαν αυτή την άποψη συμμετέχουν σε κρατικά όργανα και θεσμούς και συνεπώς δεν μπορούν να βάζουν τον εαυτό τους σε δήθεν ουδέτερη σχέση μεσότητα μεταξύ των δύο άκρων.

Ας θυμηθούμε το Αφγανιστάν, τη Γιουγκοσλαβία, το Ιράκ, τις ισοπεδωμένες γειτονιές, χιλιάδες άμαχοι νεκροί, σε 500.000 υπολογίζονται από βρετανικές πηγές οι αναμενόμενοι θάνατοι από καρκίνο μόνο στο Ιράκ. Μπορούν αυτές οι εκατοντάδες χιλιάδες νεκροί να μπουν στην ίδια ζυγαριά με τις λίγες εκατοντάδες νεκρούς Αμερικανούς στρατιώτες από τη λαϊκή αντιβία και πέρα από την ποσότητα πρόκειται για την ίδια ποιότητα;

Να αναφέρουμε τις χιλιάδες νεκρούς από τα εργατικά ατυχήματα, τις εκατοντάδες πνιγμένους στα πλωτά φέρετρα, την εξόφθαλμη περιφρόνηση της ανθρώπινης ζωής των εργαζομένων μπροστά στη βία του κεφαλαίου. Μιλάμε κι εδώ για την ίδια ζυγαριά, την ίδια ποσότητα και ποιότητα βίας με τους συμβολικούς στόχους της άλλης πλευράς;

Είναι γνωστή η φιλοσοφική αρχή ότι η ποσότητα καθορίζει από ένα σημείο και μετά την ποιότητα και αντίστροφα ότι η ποιότητα επηρεάζει την ποσότητα. Η βία σε μεγάλη κλίμακα (ποσότητα) προσδιορίζει το χαρακτήρα της ως βία εκμετάλλευσης με μια ποιότητα. Η βία εκμετάλλευσης της ποιότητας δεν μπορεί να ασκηθεί παρά σε μαζική κλίμακα, σαν μαζική βία ποσότητα.

Από τη μια δηλαδή υπάρχει η επιθετική βία, η βία εκμετάλλευσης, η βία των καταπιεστών που στοχεύει στη διατήρηση και μεγέθυνση των κοινωνικών ανισοτήτων και είναι άδικη και από την άλλη υπάρχει η αμυντική βία, η βία αντίστασης η λαϊκή βία που στοχεύει στην κατάργηση των κοινωνικών ανισοτήτων και είναι δίκαιη.

Δεν μπορούμε να συγκρίνουμε δεν μπορούμε να συμψηφίζουμε ανόμοια πράγματα. Και για να χρησιμοποιήσω τα λόγια του Καθηγητή Ρούσση, «ο τύπος της βίας της 17Ν από τη μια είναι δευτερογενής σε σχέση με τις οικονομικές και κοινωνικές αντιθέσεις που τη γεννούν και από την άλλη είναι δευτερεύουσα σε σχέση με την κρατική και ιμπεριαλιστική βία».

Όμως το δικαίωμα στη ζωή είναι αδιαπραγμάτευτο; Για την κυρίαρχη ιδεολογία και τους φορείς της η αφαίρεση ζωής είναι σε κάθε περίπτωση πράξη εγκληματική και ο δράστης εγκληματίας; Αν η απάντηση είναι καταφατική, τότε από ιστορική και κοινωνική άποψη οδηγούμαστε στους εξής παραλογισμούς:

Η Ελληνική Επανάσταση του 1821 ήταν μια σειρά εγκληματικών πράξεων και δε θα αναφερθώ βέβαια στη σφαγή της Τριπολιτσάς ή στις πυραμίδες κομμένων κεφαλιών που ύψωνε ο Καραϊσκάκης. Οι βίαιες ενέργειες των κλεφτών κατά των φοροεισπρακτόρων και των κοτζαμπάσηδων, ήταν πράξεις εγκληματικές από επικίνδυνα εγκληματικά στοιχεία. Η Φιλική Εταιρεία που εξόντωνε ύποπτα στοιχεία που εξόντωνε ύποπτα στοιχεία για να εκπληρώσει τους σκοπούς της, ήταν μια συμμορία δολοφόνων. Οι εκτελέσεις των προδοτών από τον ΕΛΑΣ, ήταν δολοφονίες που προκαλούν πόνο και αγανάκτηση.

Όταν λοιπόν το ζήτημα τίθεται ιστορικά, τότε η κυρίαρχη ιδεολογία αναδιπλώνεται και χαρακτηρίζει την αφαίρεση της ζωής άλλοτε ως πράξη ηρωισμού και άλλοτε ως εγκληματική πράξη. Η περίπτωση Παναγούλη είναι χαρακτηριστική.

Η αξία λοιπόν της ζωής στο δικό σας σύστημα αξιών γίνεται σχετική και όχι απόλυτη έννοια και οι πρώτοι που τη σχετικοποιούν είναι το κράτος με τα όργανά του και ο ιμπεριαλισμός με τις σφαγές. Το τί είναι έγκλημα καθορίζεται από την ιδεολογία των κυρίαρχων και σύμφωνα με τα συμφέροντά τους. Οι κατηγορίες εναντίον μας δεν μπορούν να μεταμφιέζονται με τη μάσκα της ηθικής αλλά να ειδωθούν κάτω από το πρίσμα της εξυπηρέτησης αυτών των συμφερόντων.

Ας αφήσουν λοιπόν τις υποκρισίες περί ιερότητας απαραβίαστου και λοιπά ηχηρά και ας μας το πουν ανοιχτά και με απλά λόγια: Κύριοι, το μονοπώλιο της βίας το έχει το κράτος για να διασφαλίζει την τάξη, δηλαδή την απρόσκοπτη συνέχιση της εκμετάλλευσης των πολλών από τους λίγους. Όποιος το αμφισβητήσει από επαναστατική θέση, μαύρο φίδι που τον έφαγε. Αφήστε σαν Ψωμιάδηδες να σας βάζουμε δυο τρεις μέρες μέσα για τα μάτια του κόσμου, ή καλύτερα εφοπλιστές του ΣΑΜΙΝΑ ή βιομήχανοι των ΣΩΛΗΝΟΥΡΓΕΙΩΝ Κορίνθου, να μην ασχοληθούμε καθόλου μαζί σας.

Ας πέσουν λοιπόν οι μάσκες και ας παρατήσουμε τα προσχήματα. Οι ιδιοκτήτες των ΣΩΛΗΝΟΥΡΓΕΙΩΝ Κορίνθου ουδέποτε θα διωχθούν, όπως δεν διώχθηκαν και δεν θα διωχθούν οι υπεύθυνοι για άλλα εργατικά ατυχήματα για τους σακατεμένους εργάτες, τους χιλιάδες νεκρούς. Εδώ χρειάζεται να αναφέρουμε ένα ανατριχιαστικό παράδειγμα, ένα ανατριχιαστικό γεγονός. Οι εργολάβοι των μεγάλων έργων, συνυπολογίζουν στους προϋπολογισμούς τους το κόστος των θανατηφόρων εργατικών ατυχημάτων, αποτιμούν δηλαδή σε μερικά ευρώ, το κόστος των σίγουρων δολοφονιών, αφού η λήψη μέτρων ασφαλείας στοιχίζει περισσότερο.

Στα ΣΩΛΗΝΟΥΡΓΕΙΑ το έγκλημα θα είχε αποφευχθεί αν είχαν τοποθετηθεί απλώς βαλβίδες αντεπιστροφής στις φιάλες οξυγονοκόλλησης, σύμφωνα με το πόρισμα. Όμως στοιχίζουν. Ελάχιστα, αλλά στοιχίζουν. Όπως στοιχίζουν τα φίλτρα στις καμινάδες των εργοστασίων που ξερνούν καρκινογόνους ρύπους. Όπως στοιχίζουν τα μέτρα ασφαλείας. Γι αυτό η Ελλάδα είναι η πρώτη με τριπλάσιο ποσοστό κερδών απ΄ όλες τις χώρες της ζώνης του ευρώ όπως είναι και η πρώτη σε ποσοστό εργατικών ατυχημάτων.

Εδώ δεν υπάρχει ο περίφημος «ενδεχόμενος δόλος»; Ας πέσουν οι μάσκες. Οι εφοπλιστές του ΣΑΜΙΝΑ ουδέποτε θα διωχθούν, όπως δεν διώχθηκε κανένας εφοπλιστής για τους εκατοντάδες πνιγμένους στα πλωτά τους φέρετρα. Όπως δεν θα διωχθεί ο ιδιοκτήτης του IRON ANTONIS για το σάπιο JET ONE που τυχαία δεν έγινε ΣΑΜΙΝΑ με νέους δεκάδες νεκρούς. Αλλωστε έχει αθωωθεί για το σαπιοκάραβο IRON ANTONIS με τους 24 νεκρούς μαζί με τους υπεύθυνους του νεογνώμονα που υπέγραψαν τα πιστοποιητικά αξιοπλοϊας για να ταξιδεύουν ελεύθερα τα ΔΥΣΤΟΣ και τα άλλα.

Ας πέσουν οι μάσκες. Τα κρατικά όργανα που εξοστρακίζουν τις σφαίρες τους σε μετανάστες, μικροκλεφτρόνια, διαδηλωτές, αθωώνονται ή καταδικάζονται σε συμβολικές ποινές. Για τη 17Ν έγιναν ειδικοί νόμοι, έκτακτα μέτρα, ειδικές φυλακές, ειδική σύνθεση του Δικαστηρίου σας.

Ναι, αλλά μπορούν να γίνουν βίαιες ενέργειες σε συνθήκες δημοκρατίας; Καταρχήν βέβαια η ερώτηση υπονοεί ότι μπορούν να γίνουν σε περίοδο δικτατορίας. Ας δούμε όμως τη σημερινή δημοκρατία μας. Σε πρόσφατο άρθρο του ο καθηγητής Παρασκευόπουλος έγραψε: «Δημοκρατία χωρίς σεβασμό στο κράτος δικαίου και το κράτος πρόνοιας γίνεται τύπος άνευ ουσίας και εκφυλίζεται. Η υποβαθμισμένη λειτουργία ενός Κοινοβουλίου δε θα μπορούσε να εξαγνίσει βασανιστήρια ή δίκες σε έκτακτα δικαστήρια». Με δυο φράσεις τα είπε όλα ο κ. καθηγητής.

Ο κ. Κρουσταλάκης πέρυσι με την έναρξη του δικαστικού έτους, επέστησε όπως είπε <<το ξίφος της Δικαιοσύνης εναντίον όποιου παρανομεί, όσο ψηλά και αν βρίσκεται, όσο ισχυρός και αν είναι>>. Και λίγο μετά είπε: «Ο κόσμος έχει βαρεθεί τα λόγια, αλίμονο αν τον απογοητεύσουμε, θα έχουμε χάσει το τρένο της νομιμοποίησής μας στην κοινωνία». Το δικαστικό έτος βέβαια κοντεύει να τελειώσει και η Δικαιοσύνη πολλά έτη τώρα βλέπει τα τρένα να περνούν.

Μια από τις βασικές αρχές της δημοκρατίας, η ισονομία, δεν εφαρμόζεται. Οι νόμοι δεν ισχύουν για τους ισχυρούς. Όσον αφορά το κράτος πρόνοιας, εξαϋλώνεται για να καταστεί αόρατο μπρος στην επέλαση της νεοφιλελεύθερης λαίλαπας που σαρώνει κοινωνικές κατακτήσεις δεκαετιών. Μια κοινωνία που δε νοιάζεται για τους αδύναμους, που δε φροντίζει τους ανήμπορους, που δεν έχει αλληλεγγύη, δεν είναι δημοκρατική κοινωνία. 20% των Ελλήνων είναι κάτω από τα όρια της φτώχιας. 15% η ανεργία, η μεγαλύτερη κοινωνική πληγή, η μεγαλύτερη τρομοκρατική, η μεγαλύτερη διαβρωτική δύναμη της κοινωνίας. Ένας στους τρεις νέους άνεργους. Χαρίζεται η δημόσια περιουσία, ο δημόσιος πλούτος, η δημόσια γη.

Να πούμε για τις μίζες των δισεκατομμυρίων στους εξοπλισμούς; Το διαρκές έγκλημα των δημοσίων έργων; Τα ΜΜΕ των βαρόνων εργολάβων; Τη νέα μεγάλη ιδέα της Ολυμπιάδας, των αρπακτικών, της ρεμούλας και της απάτης; Για πόσα χρόνια θα την πληρώνουμε μετά το 2004; Για το υποβαθμισμένο Κοινοβούλιο που νομοθετεί κατά παραγγελία όπως διαβάσαμε πρόσφατα και στον Κουταλίδη και όπως το βλέπουμε όλοι; Για μια αδύνατη Κυβέρνηση που άγεται και φέρεται σύμφωνα με τις διαθέσεις των ισχυρών; Ποια δημοκρατία;

Μπορούν να γίνουν βίαιες ενέργειες στη δημοκρατία; Μπορεί να θέλει κανείς να ανατρέψει μια τέτοια δημοκρατία; Και βέβαια μπορεί. Γιατί πρόκειται για ένα σύστημα άρνησης της δημοκρατίας. Γιατί πρόκειται για μια δημοκρατία που αυτο-αναιρείται. Ο ένοπλος επαναστάτης δεν είναι μανιακός της βίας, παράφρονας λάτρης των όπλων και των σκοτωμών. Σε αυτούς τους ανθρώπους διαθέτει πολλές και νόμιμες δυνατότητες να ασκήσουν τις έξεις τους.

Ο επαναστάτης που μέσα από μια πολιτική ανάλυση επέλεξε τη βία σαν άμεσο μέτρο, είναι υποχρεωμένος να φτάσει, αν είναι συνεπής με τον εαυτό του και τις ιδέες του ως τις ακραίες του συνέπειες. Πρώτα-πρώτα η επιλογή του αυτή βρίσκεται σε αντίθεση με τα προσωπικά του συμφέροντα. Έπειτα έχει να ξεπεράσει το ένστικτο της αυτοσυντήρησης σε μια στάση ζωής βιολογικά παράλογη, γιατί κινδυνεύει να χάσει τη ζωή του και την ελευθερία του. Κυρίως όμως έχει να αντιμετωπίσει μια βαθιά και δυσβάσταχτη αντίφαση ανάμεσα στην αγάπη για τη ζωή και την αναγκαιότητα να δρα κατά ζωής.

Αυτή την αντίφαση ο αγωνιστής τη βιώνει τραγικά, οδυνηρά. Θλίβεται, πονά, σπαράζεται από αυτήν, πορεύεται με αυτήν, ζει με αυτήν, πληρώνει βαρύ ψυχικό τίμημα. Ξέρει όμως ότι μετέχει σε έναν αγώνα κατά της πρωτογενούς βίας, τη βία που στερεί τον άνθρωπο από τη βαθύτερή του ουσία, τον απανθρωπίζει, τον βυθίζει στη βαρβαρότητα.

Οι έννοιες που επιστρατεύουν εναντίον μας, «εγκληματίες», «ειδεχθείς δολοφόνοι» κτλ., δε μπορούν να κρίνουν τη δράση μας. Ο ένοπλος επαναστάτης σέβεται τη ζωή. Γι αυτό και παίρνει τα όπλα για να την υπερασπίσει απ΄ όσους την κακοποιούν και την εξευτελίζουν. Και μπορεί να οδηγηθεί και να αποδέχεται την απώλεια μιας ζωής, εφόσον χρειάζεται για να προχωρήσει η επαναστατική υπόθεση, αλλά και όταν πρόκειται γι αυτούς που ευθύνονται για την κακοποίηση και τον εξευτελισμό της ζωής των πολλών.

Έχοντας διαφορετικό μέτρο από το κοινωνικά αποδεκτό για την ταξική καταπίεση και τον καθημερινό εξευτελισμό που υφίσταται η πλειονότητα των ανθρώπων, έχοντας πλήρη επίγνωση της απαξίωσης της ανθρώπινης ζωής από τους μηχανισμούς κυριαρχίας και κυρίως έχοντας επιλέξει την ένοπλη σύγκρουση σήμερα και όχι στο αόριστο μέλλον, αποκτά διαφορετική σχέση με τη ζωή, πρώτα απ΄ όλα τη δική του και δε διστάζει να θυσιάσει και τη δική του τη ζωή, αν αυτό απαιτούν οι ανάγκες του αγώνα.

Ο ένοπλος επαναστάτης κάνει παρέμβαση σε μια κοινωνία πελώριων ανισοτήτων όπου μαίνεται ο ακήρυχτος κοινωνικός πόλεμος με θύματα και από τις δυο πλευρές, πολύ περισσότερο από τη μια πλευρά, πολύ λιγότερο από την άλλη. Έναν πόλεμο που αντιπαρατάσσει άτομα, τα οποία δεν είναι αφηρημένα άτομα, έχουν όνομα, έχουν μια οικογένεια, έχουν ανθρώπους που τους αγαπάνε, που τους μεγάλωσαν, για τους οποίους είναι αναντικατάστατοι. Σε αυτές τις οικογένειες οφείλουμε σεβασμό και συμπόνια.

Σε καμία περίπτωση όμως δε μπορούν κάποιοι υποκριτικά και δημαγωγικά να εκμεταλλεύονται στο βωμό σκοπιμοτήτων. Υποκρισία που φαίνεται ολοκάθαρα αν αναρωτηθούμε: Ξέρει κανείς τα ονόματα των τεσσάρων νεκρών του ΚΑΠΑ ΜΑΡΟΥΣΗΣ που δολοφόνησαν τα ΜΑΤ; Θυμάται κανείς το όνομα του παιδιού που δολοφόνησε εν ψυχρώ ο Μελίστας; Γιατί θυμόμαστε τα 45άρια αλλά ξεχνάμε τα αστυνομικά 38άρια κ. Πρόεδρε;

Γίνονται μνημόσυνα, κατατίθενται στεφάνια για τον Κουμή και την Κανελλοπούλου; Γνωρίζει κανείς τα ονόματα των 7 δολοφονημένων στα ΣΩΛΗΝΟΥΡΓΕΙΑ Κορίνθου, στα κάτεργα του Λάτση και του Βαρδινογιάννη, στο ΔΥΣΤΟΣ, στο ΣΑΜΙΝΑ, στο IRON ANTONIS, στο ΠΑΣΙΦΑΙΑ, στα δεκάδες άλλα ναυάγια; Έχει πάει κανείς στα νεκροταφεία των μεταλλίων του Μποδοσάκη να δει τις ηλικίες στους τάφους των μεταλλορύχων που πέθαναν με σαπισμένα πνευμόνια; Όλες αυτές οι οικογένειες είχαν όνομα; Είχαν παιδιά που έχασαν; Βρήκαν ποτέ βήμα να μιλήσουν; Βρήκαν τηλεοπτικά κανάλια;

Είδαν πολιτικούς να χύνουν κροκοδείλια δάκρυα; Είχαν ποτέ τόσο μεγάλα ονόματα δικηγόρων Πολιτικής Αγωγής; Ήταν καν Πολιτική Αγωγή και σε ποια δίκη; Είχαν το σεβασμό, τη συμπόνια και τη συμπαράσταση κανενός επίσημου φορέα;

Ο κοινωνικός ανταγωνισμός, ο κοινωνικός πόλεμος, ο εμφύλιος πόλεμος, διεξάγεται εδώ και πάρα πολλά χρόνια, περνά φάσεις όξυνσης και ύφεσης, άλλοτε είναι εμφανής, άλλοτε αφανής, άλλοτε υπό τη μάσκα του κράτους δικαίου, άλλοτε στην πιο καθαρή του μορφή. Και θα συνεχίζεται μέχρις ότου πάψουν να υφίστανται τάξεις.

Όταν η ανθρωπότητα βγει από τη βάρβαρη προϊστορία της, από τους πολέμους, την εξαθλίωση, την προσφυγιά, τον αναλφαβητισμό, τη λεηλασία του πλανήτη από τις πολυεθνικές, όταν περάσει στο βασίλειο της ελευθερίας, της ισότητας, της ανεμπόδιστης ανάπτυξης του ανθρώπου, όταν η ανθρωπότητα χειραφετηθεί, όταν οι άνθρωποι επανοικειοποιηθούν την ανθρωπιά τους, τότε η ανθρώπινη ζωή θα είναι αυταξία πραγματική και όχι υποκριτική.

Χτες το βράδυ που έγραφα, ξενύχτησα κιόλας, ήθελα να γράψω ακόμα ένα κεφάλαιο, έναν επίλογο. Δεν το έγραψα. Θα σας πω μερικούς στίχους του Παλαμά:


Παιδί το περιβόλι μου που θα κληρονομήσεις,
όπως το βρεις κι όπως το δεις να μην το παρατήσεις.
Σκάψε το ακόμα πιο βαθιά και βρέξε το πιο στέρεα
και πλούτισε τη χλόη του και πλάταινε τη γη του,
κι αν είναι κι έρθουνε χρόνια δίσεκτα, πέσουν καιροί οργισμένοι,
κι όσα πουλιά μισέψουνε σκιασμένα κι όσα δέντρα,
για τίποτ΄ άλλο δεν ‘φελούν, παρά για μετερίζια.

Μη φοβηθείς το χαλασμό, φωτιά, τσεκούρι τράβα,
ξεσπέρμεψέ το, χέρσωσε, το περιβόλι κόφτο
και χτίσε κάστρο πάνω του και ταμπουρώσου μέσα
για πάλεμα, για μάτωμα, για τη καινούργια γέννα,
που όλο την περιμένουμε κι όλο κινά για νά΄ ρθει
κι όλο συντρίμι χάνεται, στο γύρισμα των κύκλων.

Είναι η στιγμή που η αίθουσα του δικαστηρίου δονείται από χειροκροτήματα και το σύνθημα: «ΤΟ ΠΑΘΟΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΛΕΥΤΕΡΙΑ ΕΙΝΑΙ ΔΥΝΑΤΟΤΕΡΟ ΑΠ ΟΛΑ ΤΑ ΚΕΛΙΑ«

(πηγη: http://www.eksegersi.gr)

http://takakoskeimena.pblogs.gr/2009/03/h-apologia-toy-koyfontina.html

https://bluebig.wordpress.com/2013/03/08/%CE%B7-%CE%B1%CF%80%CE%BF%CE%BB%CE%BF%CE%B3%CE%AF%CE%B1-%CF%84%CE%BF%CF%85-%CE%BA%CE%BF%CF%85%CF%86%CE%BF%CE%BD%CF%84%CE%AF%CE%BD%CE%B1/