μα τι χαρακτήρας!

Ποιοι ήμασταν

……μπορεί να ειπωθεί και να λεχθεί ότι οι Ερυθρές Ταξιαρχίες γεννήθηκαν στα γραφεία του ΚΚΙ του Reggio Emilia και του Giambellino στο Μιλάνο (όπως προσπάθησε να κάνει η ταινία ο ήλιος του μέλλοντος, των Giovanni Fasanella και Gianfranco Pannone, δεχόμενη κατ’ αυτό τον τρόπο κακόβουλες επιθέσεις) και ότι η Πρώτη γραμμή είχε τις ρίζες της στα εργοστάσια και τα σχολεία της Sesto San Giovanni, το Στάλινγκραντ της Ιταλίας. Ούτε μπορούμε να μην πούμε ότι, σε ορισμένες φάσεις, ο ένοπλος αγώνας υπήρξε μια πολιτική πρόταση που είδε μια ευρύτατη συναίνεση και τον ακολούθησαν με δεκάδες χιλιάδες αγωνιστές και συμπαθούντες, δεν ήταν ένας εγκληματικός μικρόκοσμος…..

….ο πατέρας μας είναι ευρέως ανιχνεύσιμος στις προσωπικές βιογραφίες και στις εποχικές, κοινωνικές και πολιτικές συγκυρίες και πλαίσια, μέσα στα οποία γεννηθήκαμε και μεγαλώσαμε: καλείται κίνημα του ’77, και αυτό, ωστόσο, ευτελισμένο, ποινικοποιημένο και παρεξηγημένο, και ακόμη και πριν, για τους περισσότερους από αυτούς που γέννησαν την Πρώτη γραμμή, στην στράτευση στις εξωκοινοβουλευτικές ομάδες, ιδίως στη Lotta continua και την Potere operaio.
Η μητέρα μας, από την άλλη πλευρά, έρχονταν από μια παλαιότερη οικογένεια, η οποία είχε τρέξει και ήταν πολύ καρποφόρος καθ ‘όλη τη διάρκεια του εικοστού αιώνα: ονομαζόταν επαναστατική ρήξη.Μια πραγματική ουτοπία που είχε ξεκινήσει από το σοβιετικό ’19, αλλά που είχε βαθιές και ισχυρές τις ρίζες της από την πρόσφατη γαλλική αναταραχή του 18ου αιώνα και στις κινήσεις και την αναρχική κουλτούρα, προλεταριακή και σοσιαλιστική του δέκατου ένατου αιώνα, στις προσδοκίες για ελευθερία, για ισότητα, αδελφοσύνη και κοινωνική δικαιοσύνη.                                                                                            Αυτής της ουτοπίας, πεισματικά οργανωμένης σε όλο τον κόσμο σε αντιαποικιοκρατική και αντικαπιταλιστική βάση, εμείς είμαστε οι καθυστερημένοι και συνεπείς επίγονοι, σίγουρα όχι οι πρωτεργάτες. Την πεποίθηση ότι η επαναστατική βία ήταν η μαμή της ιστορίας, επώδυνη αλλά απαραίτητη συμβολή στη γέννηση του νέου και του σωστού, την έχουμε απλά κληρονομήσει από τους παππούδες μας, τους γονείς μας, τα κομμουνιστικά κόμματα, τα εξωκοινοβουλευτικά κινήματα στα τέλη της δεκαετίας του 1960, από τις ομάδες και από τους εργατικούς αγώνες, κοινωνικούς και φοιτητικούς των αρχών της δεκαετίας του Εβδομήντα.                                                                                                                    Τίποτα το πρωτότυπο, επομένως. Μόνο ο ριζοσπαστισμός, πολύ αποφασισμένος και πιθανώς λιγάκι μπερδεμένος, να προσπαθήσουμε να πάμε μέχρι τέλους. Να τα σπάσουμε, στο επίπεδο της γλώσσας και των συμπεριφορών – και των προσωπικών, επειδή το προσωπικό είναι πολιτικό, μας είχε διδάξει η φεμινιστική σκέψη…..

….si può dire e raccontare che le Brigate rosse sono nate nelle sezioni
del PCI di Reggio Emilia e del Giambellino a Milano (come ha provato a fare il film
Il sol dell’avvenire, di Giovanni Fasanella e Gianfranco Pannone, ricavandone perciò
risentiti attacchi) e che Prima linea ha avuto le sue radici nelle fabbriche e nelle
scuole di Sesto San Giovanni, la Stalingrado d’Italia. Neppure si può dire e
raccontare che, in certe fasi, la lotta armata è stata una proposta politica che ha visto
un consenso allargato e un seguito consistente con decine di migliaia di militanti e di
simpatizzanti, non un microcosmo criminale…..

…..nostro padre è ampiamente rintracciabile nelle biografie individuali e nei
contesti, temporali, sociali e politici, nei quali siamo nati e cresciuti: si chiama
movimento del 77, anch’egli, peraltro, banalizzato, criminalizzato e misconosciuto; e
prima ancora, per la gran parte di quanti diedero vita a Prima linea, nella militanza
nei gruppi extraparlamentari, in particolare Lotta continua e Potere operaio.
Nostra madre veniva invece da un casato più antico, che aveva avuto corso ed era
stata assai feconda lungo tutto il Novecento: si chiamava rottura rivoluzionaria.
Un’utopia concreta che aveva preso le mosse dal ’19 sovietico, ma che affondava le
robuste radici sin nel rivolgimento francese di fine Settecento e nei moti e nella
cultura anarchica, proletaria e socialista dell’Ottocento, nelle aspirazioni alla libertà,
all’eguaglianza, alla fraternità e alla giustizia sociale.
Di quell’utopia, pervicacemente organizzata in tutto il mondo in chiave
anticolonialista e anticapitalista, noi siamo stati i tardivi e coerenti epigoni, non certo
i promotori. La convinzione che la violenza rivoluzionaria fosse levatrice della storia,
doloroso ma necessario contributo alla nascita del nuovo e del giusto, noi l’abbiamo
semplicemente ereditata dai nostri nonni, dai nostri genitori, dai partiti comunisti, dai
movimenti extraparlamentari della fine degli anni Sessanta, dai gruppi e dalle lotte
operaie, sociali e studentesche dei primi anni Settanta.
Nulla di originale, dunque. Solo la radicalità, assai determinata e probabilmente un
po’ ottusa, di provare ad andare sino in fondo. Di rompere, sul piano del linguaggio e
dei comportamenti – anche personali, perché il personale è politico, ci aveva
insegnato il pensiero femminista…..

 

https://www.micciacorta.it/wp-content/uploads/2015/03/Segio-introduzione-miccia-corta-2a.pdf

αυτονομία, autonomia

Οι αυτόνομοι – τόμος V

Gli autonomi – volume V
53Assemblea Nievo sperimentale dopo il 7 aprile54Digitalizzato_20150820 (3)

«Il quinto volume sulla storia dei movimenti autonomi in Italia» αφιερωμένος στον φίλο μου τον Τονι που ταξιδεύει Ιταλία για να πάρει μέρος στην παρουσίαση του »πέμπτου τόμου της ιστορίας των αυτόνομων κινημάτων στην Ιταλία»,   Μιχάλης

Η εργατική αυτονομία vicentina. Από την εξέγερση του Valdagno στην καταστολή. (1968- 1979)

Με αυτόν τον πέμπτο τόμο των αυτόνομων- gli autonomi ο εκδοτικός οίκος deriveapprodi προσθέτει ένα επιπλέον στοιχείο στην κατασκευή ενός ιστορικού αρχείου για τα κινήματα της δεκαετίας του 1960 και της δεκαετίας του ’70. Η αφήγηση της εδαφικής ιδιαιτερότητας (μερικές φορές επαρχιακής, όπως στην περίπτωση αυτή) καθεμιάς από εκείνες τις εμπειρίες μας επιτρέπει να κατανοήσουμε την ιστορική σημασία της υπόθεσης στην εθνική της γενικότητα.

Η Πάντοβα ήταν το κέντρο της δικαστικής επιχείρησης της «7ης απριλίου 1979» και η προσοχή των μέσων ενημέρωσης επικεντρώθηκε γύρω από τη σχολή Πολιτικών Επιστημών και ειδικότερα την φιγούρα του «κακού maestro-καθηγητού» Τόνι Νέγκρι. Αλλά αν όλοι έχουν ακούσει να γίνεται λόγος για την Πάντοβα ως ένα από τα σημαντικότερα κέντρα της εμπειρίας της εργατικής Αυτονομίας στην Ιταλία, λίγα έχουν γραφτεί και δημοσιευτεί μέχρι στιγμής σχετικά με την αγωνιστική ιστορία και την πάλη που έχει διασχίσει η υπόλοιπη περιφέρεια του Βένετο. Στην πραγματικότητα, η ανταγωνιστική εμπειρία που συγκεκριμενοποιήθηκε σε εκείνη την περιοχή είναι πλούσια μιας πληθώρας πολύ ζωντανών καταστάσεων που αναπτύχθηκαν σε τμήματα της επικράτειας που της περιφέρειας: ήταν όχι μόνο σημαντικά κέντρα που συμμετείχαν στη γέννηση της βιομηχανικής επανάστασης, αλλά και τόποι όπου το νέο αναπτυξιακό μοντέλο, μετά τη φάση των μεγάλων εργοστασίων παραγωγής, έπαιρνε τη μορφή του «διάχυτου εργοστασίου», της «επικράτειας- εργοστάσιο». Στα βιομηχανικά νησιά του αρχιπελάγους βένετο, η εργατική Αυτονομία ήταν μια εμπειρία που είδε την πραγματικότητα του αγρότη που κατέστη εργάτης να μεταμορφώνεται σε μια ανατρεπτική πρακτική που ξεκινώντας από τα χωριά συχνά κατάφερε να δημιουργήσει σημαντικούς χώρους αντιεξουσίας στην περιοχή. Στην περίοδο κατά την οποία ένα μεγάλο μέρος της Αυτονομίας γλιστρούσε προς τις πρακτικές των μαχόμενων οργανώσεων, οι «πολιτικές Κολεκτίβες του βένετο-Collettivi politici veneti» έχτιζαν το δίκτυο των «κοινωνικών Ομάδων-Gruppi sociali» οργανώνοντας διάχυτους αγώνες στην περιοχή. Η εμπειρία του vicentino, που γεννήθηκε με τη μυθική εξέγερση των εργατών του Valdagno το 1968, συνεχίζεται με εξαιρετικούς κύκλους αγώνων στη διάρκεια όλης της δεκαετίας του ’70 μέχρι τη μεγάλη καταστολή της 7ης απριλίου 1979 και τη συνδεόμενη με αυτήν τραγωδία της Thiene, όπου τέσσερις νεαροί αυτόνομοι αγωνιστές βρίσκουν το θάνατο.

Στη δεκαετία του εβδομήντα, χάρη στους «αυτόνομους», η περιοχή του alto vicentino παύει να είναι ο κοιτώνας στη σκιά των εκκλησιών του παραδοσιακού Βένετο.Ο τόπος αλλάζει εικόνα και γίνεται ένας χώρος όπου γεννιούνται επιθυμίες και ασκείται μια διαφορετική πρακτική-ζωή, γνωρίζουν ο ένας τον άλλον και δημιουργούνται δεσμοί αλληλεγγύης που θα αντισταθούν στη συνέχεια και σε μια σκληρή καταστολή.
Εδώ γεννιούνται οι «κοινωνικές Ομάδες», όπου η στράτευση είναι φιλία και η φιλία είναι μαχητικότητα-στράτευση. Και για όλες τις είκοσι τέσσερις ώρες της ημέρας είναι αγωνιστές, σε εκείνες τις περιφέρειες που αντί να είναι οι χώροι αναπαραγωγής μιας ζωής πουλημένης στο εργοστάσιο γίνονται οι χώροι όπου παίρνουν αυτό που χρειάζονται για μια ζωή που να αξίζει να την ζουν.
Στην ουσία, ήταν η πρώτη γενιά νέων, και νεότατων, που επέλεξαν κάθε χρήσιμο μέσο για να αποφύγουν την εργοστασιακή εργασία στην οποία είχαν αλυσοδεθεί οι πατεράδες τους, η πρώτη που έδειξε ότι κάποιος θα μπορούσε να είναι κομμουνιστής χωρίς να περάσει από την κόλαση του εργοστασίου. Έτσι ώστε για να ξεφύγουν από το πεπρωμένο τους εκείνοι οι «χαλαροί» νέοι που απέφευγαν την κούραση και ήταν γεμάτοι επιθυμία, όπως χιλιάδες και χιλιάδες συνομήλικοι τους σε όλη την Ιταλία, ήρθαν στη θέση να πιάσουν το τουφέκι.
Αλλά σε εκείνη την τόσο ριζοσπαστική επιλογή υπάρχουν πτυχές που αξίζουν προσοχή: καμία μιλιταριστική απόκλιση και καμία «μετάνοια-μεταμέλεια». Επειδή τα σύνορα της «στενής πόρτας» της πολιτικής δολοφονίας δεν τα πέρασαν, αλλά κυρίως επειδή το ρίζωμα στο χώρο- στην περιοχή, οι φιλικές σχέσεις, μια στράτευση- μαχητικότητα που διαμορφώθηκε μέσα στη βαθιά γνώση των τόπων του αγώνα επέτρεψαν μια νοημοσύνη και εξυπνάδα της πολιτικής δράσης – μοναδική περίπτωση – η οποία στη συνέχεια κατάφερε να διασχίσει τον αιώνα φέρνοντας μαζί της την επιθυμία να συνεχίσει να αγωνίζεται.

Un assaggio… Μια γεύση

Από την εισαγωγή της Elisabetta Michielin:
Τι όμορφο βιβλίο έγραψε ο Donato ο «κόκκινος». Κόκκινος στα μαλλιά και στην πλευρά που διάλεξε! Το λέμε αμέσως. Ένα απαραίτητο βιβλίο γιατί ανασυνθέτει με πλούτο και πάθος μια κρίσιμη περίοδο στην ιστορία των επαναστατικών προσπαθειών της χώρας μας και της βορειοανατολικής επικράτειας. Μια άσκηση γραφής και προβληματισμού που τραβά μια διαγραμμένη μνήμη έξω από το σκοτάδι, που παραδόθηκε στις αίθουσες της δικαιοσύνης ή στη μνήμη εκείνων που την ξανακτίζουν μόνο για να την δυσφημίσουν ή να αποτρέψουν την πιθανή επαναπρόταση της.
Ο Donato ανασυνθέτει την περίοδο που τον είδε μεταξύ των πρωταγωνιστών των βενετικών πολιτικών κολεκτίβων στην επικράτεια του άνω vicentino χρησιμοποιώντας σχεδόν αποκλειστικά τα έγγραφα που παρήγαγε η ίδια η οργάνωση και τις συνεντεύξεις με τους αγωνιστές εκείνης της εποχής.
Μια ιστορία που ποτέ δεν καταφεύγει στον μεμονωμένο βιογραφισμό και στις ναρκισσιστικές του αποκλίσεις επειδή είναι πάντα αγκυροβολημένη σε ένα κίνημα που έχει συμπεριλάβει δεκάδες και δεκάδες αγωνιστές και που διατηρεί πάντα μαζί την υποκειμενικότητα και την περιοχή όπου γεννήθηκε αυτή η υποκειμενικότητα, αναπτύχθηκε, απέκτησε νόημα και επηρέασε με συγκεκριμένο τρόπο τις σχέσεις εξουσίας και τις ταξικές σχέσεις, ακόμη και στο ζωντανό σώμα των εργατικών οργανώσεων.

 

ISBN: 978-88-6548-270-4
PAGINE: ΣΕΛΙΔΕΣ 320
ANNO: ΕΤΟΣ 2019
COLLANA: ΣΥΛΛΟΓΗ I libri di DeriveApprodi τα βιβλία του οίκου
TEMA: ΘΕΜΑ Anni SettantaMovimenti Χρόνια Εβδομήντα, Κινήματα
ΣΥΓΓΡΑΦΕΑΣ

DONATO TAGLIAPIETRA

(1954) εμπορεύεται αντίκες. Στο δεύτερο μισό της δεκαετίας του 1970 ήταν μέλος των Πολιτικών Συλλογικοτήτων του Βένετο. Το 1980, μετά από ένα χρόνο και μισό στην παρανομία, [φυγόδικος] συνελήφθη και εξέτισε τρία χρόνια φυλάκισης. Το 2007 συνέβαλε στο χτίσιμο του κινήματος «No Dal Molin», ενάντια στη νέα αμερικανική στρατιωτική βάση. Στα επόμενα χρόνια συνθέτει εκ νέου το αρχείο των στρατευμένων υλικών που είχαν διασπαρεί από την καταστολή και εργάζεται για την γραφή αυτού του βιβλίου.

Padova και Schio: Παρουσίαση του βιβλίου “L’Autonomia Operaia Vicentina” του Donato Tagliapietra

 

Κυριακή 7 απριλίου από τις 17:30 στις 23:30. GAS Altragricoltura Nordest, corso Australia 61, Padova παρουσίαση του βιβλίου του Donato Tagliapietra “L’Autonomia Operaia Vicentina” (Ed. DeriveApprodi)


Επόμενη ημερομηνία: Σάββατο 13 Απριλίου, ώρα 18.00, Palazzo Toaldi Capra, Schio

 

https://www.ilpopoloveneto.it/notizie/cultura/2019/04/04/79210-padova-presentazione-del-libro-lautonomia-operaia-vicentina

διεθνισμός, internazionalismo

Φλωρεντία. Κάτω τα χέρια από τους/τις διεθνιστές/ες!

Κάτω τα χέρια από αυτούς/αυτές που αγωνίζονται για την ελευθερία!

Αυτές τις ώρες πραγματοποιείται η ακρόαση για την επικύρωση της αίτησης για περιοριστικά μέτρα της προσωπικής ελευθερίας σε πέντε διεθνιστές του Τορίνο, οι οποίοι κατηγορούνται για «κοινωνική επικινδυνότητα» από τους Δημόσιους Εισαγγελείς του Τορίνο υπό την ένδειξη της Digos και της τοπικής αστυνομικής αρχής.

Για αυτούς τους συντρόφους απαιτήθηκε η ειδική Επιτήρηση με την υποχρέωση διαμονής, ένα μέτρο το οποίο, αν και επινοήθηκε στα διάφορα διατάγματα ασφαλείας των τελευταίων ετών, τοποθετείται μέσα στην παράδοση παρόμοιων μέτρων παρόντων στον φασιστικό ποινικό κώδικα. Το διαβατήριο και η άδεια οδήγησης αποσύρονται από τον ειδικά επιτηρούμενο, κάθε άδεια ή εγγραφή στο επαγγελματικό μητρώο ανακαλείται, και ο τρόπος ζωής τους επηρεάζεται από μια σειρά υποχρεώσεων (να παρουσιάζονται στις εποπτικές αρχές κατά τις καθορισμένες ημέρες) και απαγορεύσεις [ να συναντούν περισσότερα από τρία άτομα κάθε φορά, να κάνουν παρέα με άτομα που έχουν καταδικαστεί, να μένουν έξω από το σπίτι μετά από κάποια ώρα κλπ.) με στόχο την απομόνωση των ατόμων που έχουν πληγεί από αυτά τα μέτρα.

Ο λόγος αυτής της κατηγορίας προς τους συντρόφους που επέστρεψαν από τη Ροζάβα (Συριακό Κουρδιστάν), όπου στρατεύτηκαν με τις τάξεις των Λαϊκών Μονάδων της Λαϊκής Άμυνας και των Γυναικών (YPG-YPJ) ή είχαν εργαστεί στις λαϊκές δομές της κοινωνίας των πολιτών, τελώντας ένα πολύτιμο έργο πληροφόρησης σχετικής με αυτό που συνέβαινε στις περιοχές που βρίσκονταν υπό επίθεση από τον τουρκικό στρατό και τις πολιτοφυλακές των τζιχαντιστών, σύμφωνα με τους εισαγγελείς θα πρέπει να εντοπίζονταν στο γεγονός πως εκπαιδεύτηκαν στη χρήση των όπλων.

Η βαρύτητα της υπόθεσης είναι ίση με την υποκρισία εκείνων που ισχυρίζονται ότι μάχονται ενάντια στους πολέμους και το ISIS και στη συνέχεια υποστηρίζουν συμφωνίες και επιχειρήσεις με χώρες όπως η Τουρκία και οι πετρομοναρχίες του Κόλπου, εκείνων που «κλαίνε» και μνημονεύουν έναν νεκρό εθελοντή που πέθανε στη Συρία, αλλά στη συνέχεια ελέγχουν και δικάζουν εκείνους που επιστρέφουν από τη Ροζάβα, εκείνων που προετοιμάζονται να αποποινικοποιήσουν και ενθαρρύνουν τη χρήση όπλων με το νόμο για τη νόμιμη άμυνα, και δεν ανέχονται να μαθαίνουν να τα χρησιμοποιούν να είναι οι πολιτικοί αγωνιστές των περιβόητων κοινωνικών κέντρων ή ακτιβιστές των κινημάτων No Tav

Κοινωνικά επικίνδυνη δεν είναι τόσο η εμπειρία τους στη Rojava, αλλά το φαινόμενο της επίγνωσης και συνειδητοποίησης, πως είναι όλο και περισσότερο αναγκαίο να αγωνιζόμαστε και να οργανωνόμαστε για να εφαρμόσουμε ένα πολιτικό σύστημα και σχέσεις που τερματίζουν τον καπιταλισμό και την πατριαρχία.

Αυτό που φοβίζει τους δικαστές, την κυβέρνηση και την αστυνομία είναι ότι βίωσαν από πρώτο χέρι πως οι ιδέες και η δύναμη των αξιών της ισότητας και της αλληλεγγύης και της κοινωνικής δικαιοσύνης της επανάστασης που προωθεί το κουρδικό κίνημα, το οποίο είναι σήμερα ένα χειραφετητικό εργαλείο για τις γυναίκες, για τους εργαζόμενους και για τους λαούς όλης της Μέσης Ανατολής, μπορούν και πρέπει να τεθούν σε εφαρμογή και από όλους και όλες μας!

Ως εκ τούτου, θέλουμε να επαναλάβουμε την αλληλεγγύη μας προς τους τορινέζους συντρόφους και μαζί τους σε όλους τους άλλους διεθνείς που στην Ιταλία και την Ευρώπη πλήττονται από την καταστολή κατά την επιστροφή τους από τη βόρεια Συρία. Θέλουμε να επιβεβαιώσουμε ότι, ανεξάρτητα από το αποτέλεσμα των ακροάσεων και των δικαστικών υποθέσεων, κανείς από αυτούς δεν πρέπει να μείνει μόνος διότι η αλληλεγγύη είναι και παραμένει το πιο ισχυρό μας όπλο. Και θα το κάνουμε με δύναμη και κατά τη διάρκεια της πορείας που θα διασχίσει τους δρόμους της Φλωρεντίας την Κυριακή 31 μαρτίου για να αποτίσουμε φόρο τιμής στον σύντροφο Orso Tekoser και σε όλους εκείνους που αφιερώνουν τη ζωή τους στον αγώνα.

 

 – © Αναπαραγωγή δυνατή κατόπιν ρητής συναίνεσης της σύνταξης του CONTROPIANO

Τελευταία μετατροπή: STAMPA

http://contropiano.org/regionali/toscana/2019/03/26/firenze-giu-le-mani-dagli-dalle-internazionalisti-e-0113796
διεθνισμός, internazionalismo

ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ ΤΟΥ SRI στον ΔΙΕΘΝΙΣΤΗ ΕΘΕΛΟΝΤΗ PAOLO “PACHINO”

Δημοσιεύουμε τη συνέντευξη (ιταλικά και αγγλικά) που παραχώρησε ο διεθνιστής σύντροφος Paolo «Pachino» στους συντρόφους του Τορίνο της Διεθνούς Ερυθράς Αρωγής. Ο σύντροφος Paolo είναι ένας από τους πέντε διεθνιστές του Τορίνο που έφυγαν για να υποστηρίξουν την επανάσταση της Ροζάβα και οι οποίοι, με την επιστροφή τους, αποτέλεσαν αντικείμενο ειδικής επιτήρησης της εισαγγελίας του Τορίνο χαρακτηρίζοντας τους κοινωνικά επικίνδυνους λόγω του κοινωνικού και πολιτικού τους ακτιβισμού και και της επαναστατικής τους εμπειρίας στη Συρία.
Υπενθυμίζουμε ότι ο σύντροφος Paolo είναι υπό κατ ‘οίκον περιορισμό διότι, φεύγοντας ξανά για την Ροζάβα, καταστρατήγησε τις υποχρεώσεις υπογραφής στις οποίες υποβλήθηκε για άλλα πολιτικά αδικήματα που του αποδόθηκαν στην Ιταλία. Στον σύντροφο Paolo απορρίφθηκε το αίτημα ανάκλησης της σύλληψης πριν από λίγες μόνο ημέρες.
H συνέντευξη είναι του περασμένου μήνα.
Η συνέντευξη με τον Paolo (Pachino), έναν ιταλό αναρχικό διεθνιστή που υποστήριξε την επανάσταση της Rojava στο έδαφος και με τα όπλα πλαισιωμένος στις διεθνείς YPG.

 

Ποια πολιτική ανάλυση σε έπεισε να φύγεις για την Συρία;

Ξεκίνησα ως αποτέλεσμα του αυξανόμενου ενδιαφέροντος μου σχετικά με τις φήμες για την επανάσταση που έρχονταν από τη Ροζάβα και σύντομα μετά την επιστροφή μου γεννήθηκε μια συνέλευση της πόλης το καραβάνι για την Ροζάβα στο οποίο στρατεύονταν αναρχικοί και κομμουνιστές που εργάζονταν για να στηρίξουν την επανάσταση με οικονομική βοήθεια και πολλά άλλα. Την πρώτη φορά που πήγα στο Κουρδιστάν ήταν το 2014, έφτασα στο Μπακούρ στο τουρκικό Κουρδιστάν κατά τη διάρκεια της αντίστασης του Κομπάνι. Ήμουν αποφασισμένος να επαληθεύσω προσωπικά ότι οι φωνές που έφταναν σε εμάς, δεν ήταν μόνο προπαγάνδα και έτσι ήθελα να φύγω πάλι για να καταλάβω καλύτερα τους μηχανισμούς της επανάστασης. Μπόρεσα να επαληθεύσω την πραγματικότητα μιας αντιιμπεριαλιστικής επανάστασης, για την απελευθέρωση της γυναίκας και οικολογική και για μια κοινωνία άξια αυτού του ονόματος με όλες τις δυσκολίες που οφείλονται στις εθνοτικές συγκρούσεις στον χώρο.

Στις αρχές του 2016 πήγα για πρώτη φορά στη Rojava και αρχικά απασχολήθηκα στην αστική εργασία και κοινωνικού χτισίματος και βλέποντας τους ανθρώπους που παρά τις δυσκολίες του πολέμου προσπαθούσαν να οικοδομήσουν αυτή την κοινωνία γέμιζε την καρδιά μου με ελπίδα. Όταν στη συνέχεια επέστρεψα στην Ροζάβα τον αύγουστο του 2016 αποφάσισα να ενωθώ με τις YPG για να πολεμήσω με τα όπλα στα χέρια για εκείνη την επανάσταση που είχα τη δυνατότητα να επαληθεύσω αξίες και ποιότητα της κατά τη διάρκεια του πρώτου ταξιδιού. Μια επανάσταση αντιιμπεριαλιστική λαϊκή και οικολογική που, στην καθημερινή της πρακτική, εκτός από τον ένοπλο αγώνα, προωθεί έναν αγώνα για την απελευθέρωση της γυναίκας, τη συλλογικοποίηση των πόρων και της εργασίας, παρά όλες τις αντιφάσεις που υπάρχουν στη Μέση Ανατολή. Ήμουν σε θέση να επαληθεύσω το υψηλό επίπεδο αμοιβαίας αλληλεγγύης μεταξύ των ανθρώπων. Στη Μέση Ανατολή η αξία της αλληλεγγύης είναι πολύ πιο ανεπτυγμένη από ότι σε εμάς, πέρα από ζώνες πολέμου ή όχι.

Τι έμαθες από αυτή την εμπειρία; Η επανάσταση στην οποία έχεις συνεισφέρει είναι για σένα ένα σημείο άφιξης ή μια επανεκκίνηση; Ποια ήταν η κύρια μέθοδος αντιμετώπισης των αντιφάσεων με τις οποίες έπρεπε να λογαριαστείς κατά την διάρκεια της εμπειρίας σου τόσο της πολιτικής αλληλεγγύης όσο και του πολέμου;

Αποτελεί αδιαμφισβήτητα ένα σημείο εκκίνησης επειδή ήμουν σε θέση να ανακαλύψω και να βιώσω μια διαφορετική καθημερινότητα κατά την οποία τα ζητήματα αντιμετωπίζονταν με πολιτικό τρόπο που δεν είχα ποτέ την ευκαιρία να δω εδώ σε εμάς στην Ιταλία. Για μένα είναι επίσης ένα σημείο άφιξης από τη διεθνή άποψη όσον αφορά τη δυσκολία ένταξης ενόψει μιας κουλτούρας εντελώς διαφορετικής από τη δική μας. Για παράδειγμα, η θρησκεία, που την αισθάνονται πολύ κάτω εκεί στη Μέση Ανατολή αλλά, τελικά, αυτές δεν είναι αντιφάσεις μα είναι διαφορές πολιτισμικού χαρακτήρα. Συνειδητοποιείς ότι η επανάσταση τους είναι στα σπάργανα και θα χρειαστεί λίγος χρόνος ακόμη για να υπονομεύσουν πολιτισμικές οπισθοδρομήσεις και υποβολές χιλιάδων ετών. Πρόκειται για ένα πρόβλημα που όλοι οι δυτικοί διεθνιστές που ήρθαν στην Ροζάβα είχαν να αντιμετωπίσουν.

Ως αναρχικός έπρεπε να λογαριαστώ επίσης με την πειθαρχία, ειδικότερα με την στρατιωτική αν και κατανόησα την αναγκαιότητα που εννοείται ως ευθύνη και έναντι των συντρόφων μου, ιδιαίτερα κατά τη διάρκεια των πολεμικών επιχειρήσεων. Παρά τις απαραίτητες στρατιωτικές ιεραρχίες ο ρόλος των διοικητών είναι τέτοιος κατά τη διάρκεια των στρατιωτικών επιχειρήσεων αλλά, σε κοινωνικό και συνευρεσιακό επίπεδο, οι ιεραρχίες τινάζονται στον αέρα. Τρώμε μαζί μαγειρεύουμε μαζί και ζούμε μαζί την καθημερινότητα χωρίς κοινωνικές διαφορές, ρόλων ή διοίκησης, κυριαρχίας.

Αλλά η κύρια αντίφαση υπήρξε η απαραίτητη αεροπορική παρέμβαση των ΗΠΑ. Δυστυχώς οι πόλεμοι, ακόμα και οι επαναστατικοί, επιβάλλουν ιδιαίτερους τακτικισμούς που ευνοούν την προώθηση προς τον επαναστατικό στόχο. Εξάλλου και κατά την διάρκεια του απελευθερωτικού πολέμου στην Ιταλία οι παρτιζάνοι, κομμουνιστές ή αναρχικοί, επωφελήθηκαν από κάποια υλικοτεχνική ή στρατιωτική στήριξη από τα συμμαχικά στρατεύματα υπό την ηγεσία ιμπεριαλιστικών εθνών. Σε μια τέτοια τεράστια σύγκρουση δεν είναι δυνατόν να αποκλίνουμε και να κάνουμε τους σοφιστές. Η ζωή εκατομμυρίων ανθρώπων διακυβεύεται και απαιτούνται τακτικές συμμαχίες. Η μεγαλύτερη αντίφαση ήταν αυτή.

Ποια ήταν τα κύρια διδάγματα που νομίζεις ότι θα μπορούσαν να είναι χρήσιμα τόσο από προσωπική άποψη όσο και από επαναστατική άποψη γενικότερα;

Στη Rojava, ανάμεσα στα κόμματα και τα κινήματα που συμμετέχουν στην επανάσταση, υπάρχουν διαφορές και ορισμένα κριτικά σημεία. Μπόρεσα να παρατηρήσω και να εφαρμόσω τη μέθοδο με την οποία αντιμετωπίζονται αυτές οι αντιφάσεις και οι εντάσεις που μπορεί να προκύψουν. Την εμπειρία να αντιμετωπίζονται και να κατανοούνται οι διαφορετικότητες των ανθρώπων. Έμαθα να βάζω τον εαυτό μου στη θέση των άλλων και να αντιλαμβάνομαι τον λόγο για τον οποίο υπάρχουν ορισμένες αντιφάσεις. Ενίσχυσα την ικανότητά μου για ανάλυση και κατανόηση που με βοήθησαν στο να προσπαθώ να επιλύω τα προβλήματα συζητώντας τα έτσι ώστε στη συνέχεια να συνάγω μια σύνθεση που να μοιράζομαι με τους άλλους ώστε να ξεπεραστούν εντάσεις και διαφορές.

Το κύριο πράγμα που έμαθα είναι η αυτοκριτική μέθοδος. Κριτικοί και αυτοκριτικοί για να γίνουμε καλύτεροι και να μάθουμε από τα λάθη μας ώστε πλέον να μην τα διαπράττουμε. Προσπαθήσαμε να αναλάβουμε τους θετικούς προσανατολισμούς πέρα από την πολιτική διαμόρφωση στην οποίαν ανήκουμε και να τους κοινωνικοποιήσουμε συνδυάζοντας τα καλύτερα μέρη του μαοϊσμού, του μαρξισμού λενινισμού ή του αναρχικού προσανατολισμού, κ.λπ., για να προσπαθήσουμε να ενισχύσουμε τους εαυτούς μας ιδεολογικά. Για παράδειγμα με τις συνιστώσες της IFB που σχηματίστηκαν από μαοϊκούς συντρόφους και ΜΛ που έχουν μια δομή ξεχωριστή από τις JPG, στις οποίες εγώ στρατεύτηκα, είχαμε τόσο ανθρώπινη όσο και πολιτική σχέση και συχνά συνέβη να ήμαστε μαζί ακόμη και κατά τη διάρκεια των επιχειρήσεων.

Έφυγες λοιπόν ξανά για τη Rojava τη δεύτερη φορά οδηγούμενος από την εικόνα των διεθνών ταξιαρχιών του ισπανικού πολέμου. Πώς θα χαρακτήριζες την αντίληψη σου για τον διεθνισμό, μια αντίληψη συγκεκριμένου προλεταριακού χαρακτήρα ή αμιγώς αμοιβαίας βοήθειας μεταξύ των λαών.

Θεωρώ ότι ο διεθνισμός σημαίνει υποστήριξη των επαναστάσεων. Η ανθρώπινη στήριξη βοήθειας μεταξύ λαών και εκείνη της επαναστατικής πολιτικής ταξιδεύουν μαζί. Πρόκειται επίσης για ένα γυμναστήριο, ένα σχολείο και μια προπόνηση για να μάθουμε πρακτικές που θα μπορούσαμε να εξάγουμε, σε άλλες καταστάσεις και συνθήκες, μέσα σε άλλες χώρες. Ως εκ τούτου θεωρώ σωστό να υποστηρίζουμε τις επαναστάσεις σε άλλες Χώρες. Στη Ροζάβα η ζήτηση για διεθνιστές δεν είναι αυτοσκοπός. Οι διεθνιστές που συμμετέχουν στην επανάσταση της Ροζάβα έχουν ως καθήκον να κάνουν να γίνει κατανοητή καλύτερα η κατάσταση στις Χώρες καταγωγής τους αφού απέκτησαν κοινωνική, πολιτική ή στρατιωτική εμπειρία.

Οι σύντροφοι στη Ροζάβα μας ζητούν να επιστρέψουμε στις Χώρες καταγωγής για να επικοινωνήσουμε και να καταστήσουμε κατανοητή την επανάσταση και αυτά που βρίσκονται πίσω της.

Πώς νομίζεις ότι μπορείς συνεπώς να χρησιμοποιήσεις την εμπειρία σου και εκείνο που έμαθες κατά τη διάρκεια της διεθνιστικής δράσης σου στη Ροζάβα, στη Χώρα καταγωγής σου;

Δεν είναι δυνατόν να ασκηθεί ομοιόμορφα η επανάσταση της Rojava εδώ στην Ιταλία. Εδώ δεν υπάρχει ένας πόλεμος που αυξάνει σημαντικά την αλληλεγγύη μεταξύ των ανθρώπων και μεταξύ ολόκληρου του προλεταριάτου. Οι μέθοδοι και οι συνθήκες είναι πολύ διαφορετικές και από την κοινωνική σκοπιά. Είναι απαραίτητο να κάνουμε μια σωστή ανάλυση της κοινωνίας της Χώρας μας, μια ανάλυση που μας αναγκάζει να εξελιχθούμε όπως επίσης ο καπιταλισμός εξελίσσεται και αλλάζει στις μορφές του. Δεν μπορούμε να παραμείνουμε σταματημένοι στη δεκαετία του ’70 ή στις εικόνες των μεγάλων επαναστάσεων του παρελθόντος. Πρέπει να εκμεταλλευτούμε το καλύτερο από αυτά εφαρμόζοντας το μέσα στη σύγχρονη δυτική κοινωνία υπό την ηγεσία του καπιταλισμού. Ο ανοιχτός πόλεμος, χωρίς αμφιβολία και παραδόξως, παρέχει καλύτερες συνθήκες από πλευράς επαναστατικής οπτικής και της αλληλεγγύης. Το πραγματικό έργο κατά τη γνώμη μου πρέπει να γίνει μέσα στα επαναστατικά κινήματα. Ένα έργο κριτικής και αυτοκριτικής που να δημιουργήσει τις προϋποθέσεις για να κινήσουμε σε ένα ενιαίο μέτωπο.

Μην νομίζεται ότι στην Ροζάβα όλα ξεκίνησαν με αυτόν τον τρόπο, από το σήμερα το αύριο. Υπήρξε (και εξακολουθεί να υπάρχει) μια τεράστια εργασία από ιδεολογική και πολιτιστική άποψη, ένα έργο που, μέσα στον πόλεμο, φέρνει τους καρπούς του δημιουργώντας αυτονομία και αυτοοργάνωση. Αν δεν υπήρχε ένα έργο μακρύ τριάντα χρόνια από τους συντρόφους του κουρδικού κινήματος και του PKK δεν θα υπήρχε καμία επανάσταση που να βρίσκεται σε εξέλιξη τώρα. Και εδώ στην Ευρώπη είναι απαραίτητο να κάνουμε αυτό το έργο.

Στη χώρα μας δεν υπάρχει ένας ανοικτός σε εξέλιξη πόλεμος αλλά πρέπει να πούμε ότι υπάρχει πραγματικός αδήλωτος πόλεμος ενάντια στο προλεταριάτο. Ένας πόλεμος καταχρήσεων, καταπίεσης, θανάτων στην εργασία και απολύσεων …

Η κατάσταση στην Ευρώπη είναι μια αδήλωτη πολεμική κατάσταση, συγκαλυμμένη, είναι αλήθεια, αλλά υπάρχει ένα πολιτιστικό και ιδεολογικό πρόβλημα για να συνθλίψουμε. Κατά τη γνώμη μου αυτή η κατάσταση αναπτύσσεται και μπορεί να διαδραματίσει ικανοποιητικό ρόλο, εξαιτίας και της γενικότερης «κοινής λογικής» που ερμηνεύει αυτά τα κατασταλτικά μέτρα, ως μια μορφή μεγαλύτερης κοινωνικής ασφάλειας. Είναι απαραίτητο να υπονομεύσουμε αυτές τις αντιφάσεις που είναι εγγενείς στο προλεταριάτο. Γνωρίζω καλά ότι οι επαναστάσεις είναι βίαιες πράξεις, δεν μπορεί να υπάρξει επανάσταση χωρίς τον πόλεμο με όπλα στο χέρι αλλά είναι απαραίτητο να υπάρχουν συγκεκριμένοι όροι, συνθήκες. Για παράδειγμα, στον Μπακούρ, ο πόλεμος με τον τουρκικό στρατό προήλθε από τη δημιουργία της αυτονομίας και του ελέγχου άλλων πόλεων από το κουρδικό κίνημα.

Πολλά μαζικά κινήματα στην Ευρώπη, όπως τα κίτρινα γιλέκα, έχουν διαφορετικές ιδεολογίες μέσα τους είναι αλήθεια αλλά είναι λάθος να μην είμαστε παρόντες μέσα σε αυτά τα κινήματα. Κάποιος πρέπει να είναι παρών για να καταπολεμήσει τις φασιστικές και ρατσιστικές τάσεις μέσα σε αυτά τα λαϊκά κινήματα αντιμετωπίζοντας τις χίλιες αντιφάσεις και επίσης να ξέρει πώς να τις εκμεταλλευτεί για να φτάσει στον επαναστατικό στόχο.

Υπάρχουν σημαντικές διαφορές τόσο στρατιωτικού όσο και πολιτικού χαρακτήρα μεταξύ της εκστρατείας για την απελευθέρωση της Raqqa και της υπεράσπισης της Afrin;

Φυσικά υπάρχουν είναι σαφές. Η εκστρατεία της Racca ξεκίνησε το 2016 και διήρκεσε 8 μήνες ενώ ο πόλεμος στην πόλη μας πήρε άλλους 4 μήνες. Από στρατιωτικής σκοπιάς, εκτός από τις επιτόπιες κουρδικές δυνάμεις, κατά τη διάρκεια της επιχείρησης για τη Racca, είχαμε την αεροπορική υποστήριξη του αποκαλούμενου «διεθνούς συνασπισμού» που χρησιμοποιήθηκε μετά τον εντοπισμό στόχων ISIS που θα ήταν δύσκολο να καταστραφούν από την ξηρά. Χιλιάδες σύντροφοι έπεσαν, για την απελευθέρωση, παρά την αεροπορική υποστήριξη του συνασπισμού. Αλλά εκτός από την αεροπορική υποστήριξη δεν είχαμε βοήθεια και δεν παραδόθηκαν βαριά όπλα από τους Αμερικανούς, αλλά χρησιμοποιήθηκαν μόνο από αυτούς.

Στη Raqqa, ωστόσο, σε αντίθεση με άλλες επιχειρήσεις στις οποίες στρατεύτηκαν μόνο οι κούρδοι και οι διεθνιστές σύντροφοι, υπήρξε μια τεράστια παρουσία αράβων μαχητών που είχαν προσχωρήσει στο SDF. Από την έναρξη της επιχείρησης Raqqa, πολλοί άραβες εντάχθηκαν στο SDF αφήνοντας εκατοντάδες σκοτωμένους στο έδαφος. Η παρουσία και η θυσία των αράβων υπήρξε ουσιαστικής σημασίας για να ξεπεραστούν οι πολιτιστικές εθνοτικές αντιστάσεις που υποδαύλιζαν οι ιμπεριαλιστές ΗΠΑ και άλλοι εχθροί.

Αντίθετα στην Αφρίν ο πόλεμος αφορούσε τον ισχυρότερο στρατό του ΝΑΤΟ έχοντα άνδρες, μέσα και τεχνολογίες πολύ προχωρημένες. Στην Αφρίν είναι ένας πόλεμος αντίστασης που εξακολουθεί να συνεχίζεται χάρη στην ύπαρξη λόφων και βουνών όπου ο κουρδικός πληθυσμός αγωνίζονταν από πάντα. Αλλά ενάντια στην αεροπορία και την προηγμένη τεχνολογία των εισβολέων τούρκων, λίγα μπορούν να γίνουν εκτός από την υιοθέτηση τακτικών ανταρτοπόλεμου.

Όταν ζητήθηκε η στήριξη από τις κυβερνητικές δυνάμεις της Συρίας, η απάντηση του καθεστώτος Assad ήταν αρνητική και αφού δεν μπορούσαμε να έχουμε καμιά αεροπορική υποστήριξη για να αντιμετωπίσουμε τους εισβολείς του τουρκικού στρατού όλα έγιναν πιο δύσκολα

Η Raqqa απελευθερώθηκε από τις αραβικές δυνάμεις που υποστηρίζονταν από το διεθνή συνασπισμό, από τους κούρδους, από την IFB και από το YGP, κλπ., όλοι στρατιωτικοί σχηματισμοί, ενώ η Αφρίν υπερασπίστηκε από ολόκληρο τον πληθυσμό, άντρες από όλο το συριακό Κουρδιστάν ήρθαν έτοιμοι να πεθάνουν για να υπερασπιστούν την Αφρίν ακόμη και αν γνώριζαν το τεράστιο στρατιωτικό χάσμα μεταξύ ημών και του τούρκου εισβολέα.Οι άλλες μάχες στη βόρεια Συρία ήταν όλες μάχες που διεξήχθησαν στην ύπαιθρο, ένας πόλεμος θέσεων με υποστήριξη από αέρα. Οι τακτικές έπρεπε να αλλάξουν στην Αφρίν για να αποφευχθεί μια σφαγή, λαμβάνοντας υπόψιν το μεγάλο στρατιωτικό χάσμα μεταξύ του κουρδικού κινήματος και του ισχυρότερου στρατού του ΝΑΤΟ. Στην Afrin επανέκαμψαν οι ανταρτικές τακτικές που γνωρίζει πολύ καλά το κουρδικό κίνημα επειδή είναι αυτό που από πάντα έχει κάνει.

Επιπλέον, στην Αφρίν, αφέθηκαν κύτταρα του κουρδικού απελευθερωτικού κινήματος χάρη στα οποία αναπτύχθηκε η σχέση με τον πληθυσμό χωρίς την οποία δεν θα ήταν δυνατή καμία αντίσταση. Καρποί της εμπειρίας στο Bakur και Bashur. Η αντίσταση της Afrin είναι μια λαϊκή αντίσταση.

Σήμερα, αντιμετωπίζουμε την επιθετικότητα του τουρκικού στρατού και αναμένονται άλλες επιθέσεις που υποδηλώνουν μια πιθανή εισβολή στην Ροζάβα. Πώς νομίζεις ότι η κατάσταση μπορεί να αναπτυχθεί και από την άποψη της αντίστασης του κουρδικού κινήματος;

Δυστυχώς, από στρατιωτική άποψη, ενάντια στον πιο ισχυρό στρατό του ΝΑΤΟ, πολύ λίγα μπορούν να γίνουν. Από τον μάρτιο και μετά η δημοκρατική συνομοσπονδία επιδίωξε έναν διάλογο (δυστυχώς χωρίς κανένα θετικό αποτέλεσμα) και με το καθεστώς Assad και η εγκατάλειψη από πλευράς των ΗΠΑ επίσης ήταν αναμενόμενη καθώς οι Ηνωμένες Πολιτείες έχασαν την αντιπαράθεση με τον Assad και τη Ρωσία μέσα στο πανόραμα του πολέμου κατά του ISIS και της επιρροής στο βόρειο τμήμα της Συρίας. Για τις ΗΠΑ, η παραμονή στο χώρο, δεν θα ήταν πλέον εύκολη, ούτε από υλικοτεχνική, ούτε από οικονομική άποψη.

Αν η Τουρκία επιτεθεί θα είναι ένας καταστρεπτικός πόλεμος και η άποψή μου είναι ότι η Τουρκία θα μπορούσε να βρει μια συμφωνία αναγνωρίζοντας τον Άσαντ και τη Συρία μόνο μετά από ελεύθερες εκλογές που θα κυρώσουν την προφανή νίκη του Αssad. Η νέα επίθεση εναντίον των κούρδων πραγματοποιείται ακριβώς δίπλα στις επερχόμενες εκλογές στην Τουρκία και οι στρατιωτικές επιχειρήσεις θα μπορούσαν να μεταφέρουν την προσοχή της κοινής γνώμης από τα κοινωνικά και πολιτικά προβλήματα στο τουρκικό κράτος στον πόλεμο κατά των λεγόμενων «τρομοκρατών».

Οι σύντροφοι και οι συντρόφισσες σίγουρα δεν θα κάνουν πίσω παρά την στρατιωτική ανομοιογένεια και σίγουρα δεν θα αφήσουν τους εισβολείς να ζουν ήσυχοι όπως δεν τους αφήνουν να ζουν ήσυχα στην Αφρίν. Η συνειδητοποίηση του πληθυσμού είναι ισχυρή και ως εκ τούτου θα είναι ένας πληθυσμός που δεν θα κυβερνάται εύκολα, πολύ δυσκολότερα απ’ ότι πριν, από τους ιμπεριαλιστές απ’ όπου κι αν προέρχονται.

Αλλά, με τον επικείμενο πόλεμο, νομίζω ότι και εδώ, στην Ευρώπη, είναι απαραίτητο να κινηθούμε και να κινηθούμε αμέσως.

Είναι απαραίτητο να εγείρουμε τις εσωτερικές αντιφάσεις των ιμπεριαλιστικών Κρατών που είναι πρωταγωνιστές και κερδίζουν από τον πόλεμο και να τις καταστήσουμε εμφανείς στις λαϊκές μάζες για να μπορέσουν να κατανοήσουν ότι οι λόγοι για τον πόλεμο των ιμπεριαλιστικών Κρατών είναι οικονομικοί και για την κυριαρχία επί των πόρων και πως τα ιμπεριαλιστικά Κράτη αλλάζουν συμμαχίες ευκαιριακά ανάλογα με το οικονομικό συμφέρον: πώληση όπλων, έλεγχος των πόρων κ.λπ. Ενώ ο αγώνας της δημοκρατικής συνομοσπονδίας της βόρειας Συρίας είναι επαναστατικός, αντιιμπεριαλιστικός, περιβαλλοντικός και γυναικείος απελευθερωτικός αγώνας και δεν έχει ανάγκη να συμβιβαστεί πολιτικά και κοινωνικά. Αυτό που μπορούμε να κάνουμε εδώ στην Ευρώπη είναι να προσπαθήσουμε να κρατήσουμε την αναπνοή μας επάνω στους λαιμούς των εμπλεκομένων κυβερνήσεων, αγωνιζόμενοι ενάντια στα εργοστάσια όπλων όπως το Leonardo στην Ιταλία, διεξάγοντας μια πάλη ενάντια στον ιμπεριαλιστικό πόλεμο και τον πολεμικό καπιταλισμό. Όπως επίσης να επιβληθούν κυρώσεις σε άλλες αστικές εταιρείες που κάνουν μπίζνες με το τουρκικό Κράτος. Στην Ιταλία πολλές αστικές εταιρείες έχουν περάσει σε τουρκικά χέρια ή συνεργάζονται με την Τουρκία. Όταν η Αφρίν δέχτηκε επίθεση στη Γερμανία υπήρξαν πολλές δράσεις που προκάλεσαν πολλές οικονομικές ζημίες, ενάντια επιχειρήσεων που συνεργάζονταν με την Τουρκία, και εδώ στην Ιταλία έγιναν πολλές κυρώσεις αυτού του τύπου. Είναι απαραίτητο να συνεχίσουμε να προσπαθούμε να επιτεθούμε και οικονομικά σε εκείνους που υποστηρίζουν τη δικτατορία του Ερντογάν. Ο πόλεμος είναι στη Συρία αλλά τον έχουμε και στο σπίτι μας με πολλές εταιρείες και τράπεζες που υποστηρίζουν τους τούρκους φασίστες επιδρομείς. Οι ενέργειες μπορεί να είναι διαφορετικού χαρακτήρα από εκείνες τις διπλωματικές (τις οποίες δεν υποστηρίζω προσωπικά) στην άμεση δράση και είναι όλες καλές για να σταματήσουν την εισβολή.

Σίγουρο είναι ότι θα είναι δύσκολο να συμβεί αυτό επειδή με την εγκατάλειψη του συριακού εδάφους από τις ΗΠΑ είναι εκείνο που αναμένεται. Στις ΗΠΑ συμφέρει να πουλήσουν όπλα στην Τουρκία για να πολεμήσουν τη δημοκρατική συνομοσπονδία της βόρειας Συρίας αντί να στηρίξουν ένα επαναστατικό κίνημα που θα μπορούσε να δημιουργήσει πολλά προβλήματα στη μεγαλύτερη δυτική δύναμη όπως οι ΗΠΑ.

Η αμερικανική στρατιωτική στήριξη στους κούρδους και τους άραβες στη Συρία ήταν μια αεροπορική υποστήριξη, χωρίς να τους αφήσουν βαρύ οπλισμό που θα μπορούσαν να χρησιμοποιήσουν εναντίον των ίδιων των ΗΠΑ στη περίπτωση που θα προσπαθούσαν να σταματήσουν τον επαναστατικό αγώνα. Χρησιμοποιούσαμε Καλάσνικοφ από τη δεκαετία του ’70 σκεφτείτε λίγο …

Όταν ο τουρκικός στρατός τοποθέτησε 20.000 άνδρες των FSA (ισλαμικές φονταμενταλιστικές ομάδες), εκατοντάδες οχήματα στα σύνορα με τη Συρία οι Ηνωμένες Πολιτείες δεν αντέδρασαν ούτε διπλωματικά ούτε στρατιωτικά. Οι δηλώσεις πολέμου του Ερντογάν απευθύνονταν επίσης στις ΗΠΑ. Αλλά για να αντιταχθούν οι ΗΠΑ σε ένα μέλος του ΝΑΤΟ θα ήταν καταστροφικό. Καλύτερα να έχουν έναν πλούσιο φίλο παρά έναν πλούσιο εχθρό.

https://agirebablisoke.wordpress.com/2019/02/18/intervista-di-sri-al-volontario-internazionalista-paolo-pachino/

ιστορία, storia

Το κίνημα του 1977 στην Ιταλία

Il movimento del 1977 in Italia

Luca Falciola

Il movimento del 1977 in Italia

ΕΚΔΟΣΗ: 2016

Εν συντομία

Σε όλο τον κόσμο η εμπειρία του Εξήντα οκτώ εξαντλήθηκε μέσα στο πρώτο μισό της Δεκαετίας του ’70, μπροστά στην παρακμή των ιδεολογιών και την οπισθοχώρηση στην ιδιώτευση. Αντ ‘αυτού στην Ιταλία, το 1977, μια γενιά αριστερών αγωνιστών πίστευε ακόμα στη δυνατότητα μιας επανάστασης και έθεσε σε εφαρμογή μια ακραία προσπάθεια να υπονομεύσει, να ανατρέψει την κοινωνία. Το αποτέλεσμα ήταν ένα κίνημα που ισορροπούσε ανάμεσα στην αποθέωση και το ξεπέρασμα της πολιτικής, ανοιχτό σε ριψοκίνδυνες πολιτισμικές επιμολύνσεις και ικανό για τολμηρούς δημιουργικούς πειραματισμούς, αλλά και άρρηκτα συνδεδεμένο με βίαια δόγματα και πρακτικές, ώστε να εγκαινιάσει την πιο σκοτεινή φάση των «χρόνων του μολυβιού». Το κίνημα του ’77 εξακολουθεί να περιμένει μια συστηματική ανάλυση, εκτός από το ότι αφήνει ανοικτά ερωτήματα που είναι αναπόφευκτα για να κατανοήσουμε και τελικά να ιστοριοποιήσουμε τη Δεκαετία του ’70. Το βιβλίο ανασυνθέτει – για πρώτη φορά με επιστημονική αυστηρότητα και με βάση μια εντυπωσιακή αρχειακή και τεκμηριωτική έρευνα – το πλαίσιο της κρίσης μέσα στο οποίο ο κύκλος αυτός της διαμαρτυρίας ωρίμασε, τις πνευματικές αναφορές που ενέπνευσαν την κινητοποίηση, το όραμα του κόσμου και τους ισχυρισμούς, τις διεκδικήσεις των διαδηλωτών, τα ερμηνευτικά σχήματα που ευνοούσαν τη βίαιη κλιμάκωση, την αντίδραση των θεσμών και τη διαλεκτική μεταξύ του κινήματος και των παράνομων ένοπλων οργανώσεων.

http://www.carocci.it/index.php?option=com_carocci&task=schedalibro&Itemid=72&isbn=9788843076284

1977: ένας κόμπος της δημοκρατικής Ιταλίας και ένα ψηφιδωτό για ανασύνθεση – του Alberto Pantaloni

Ανασκόπηση στο βιβλίο του Luca Falciola, Il movimento del 1977 in Italia, Το κίνημα του 1977 στην Ιταλία, Carocci, Roma 2016

*****

Πλησιάζουμε την τεσσαρακοστή επέτειο εκείνου του φαινομένου της νέας κοινωνικής διαμαρτυρίας γνωστής ως Κίνημα του ’77, και είναι πιθανό ότι θα υπάρξουν διαφορετικές πολιτιστικές, εκδοτικές και πολιτικές πρωτοβουλίες αφιερωμένες σε αυτό το ραντεβού, αν και εικάζεται ότι θα είναι μικρότερες σε τόνο σε σχέση με εκείνες που γιόρτασαν μια άλλη διάσημη επέτειο: εκείνη του ’68. Αυτό βασικά διότι, ενώ γι αυτό το τελευταίο, μπόρεσαν ουσιαστικά να παράσχουν μια σαφή και σε γενικές γραμμές ομοιογενή εικόνα, όσον αφορά το ’77 ο ιστοριογραφικός διάλογος εξακολουθεί να αγωνίζεται με μια κατακερματισμένη και θολή εικόνα, όπου οι διαφορετικές ψυχές και οι διαφορετικές εκδηλώσεις αυτού του κινήματος αλληλοεπικαλύπτονται, αντιτίθενται, μέσα σε σύγχυση, σύγκρουση και όπου είναι συχνά δύσκολο να βρεθεί το κλειδί του προβλήματος, η άκρη του νήματος. Αυτό το «έδαφος που το βαραίνει η μνήμη», όπως το χαρακτήρισε η Monica Galfrè, είναι δύσκολο να εμβαθυνθεί και να αντιμετωπιστεί σε μια προσπάθεια να αποσαφηνιστεί ταυτόχρονα η εσωτερική ετερογένεια και αντίφαση, αλλά και οι κυριότερες γραμμές που χαρακτήρισαν την αυτοπροσωποποίηση του και την επικοινωνία του.  Αντί να είναι ένα αντικείμενο σπουδών που απαιτεί την απαραίτητη απόσπαση και την επιστημονική αυστηρότητα, το ’77 στην Ιταλία εξακολουθεί να είναι σήμερα αιχμάλωτο πολιτικής προπαγάνδας αφενός και μιας οπτικής συχνά ηρωικής [βετεράνων] και αυτοαναφορικής από την άλλη.

Αυτό που έκανε ο Luca Falciola είναι λοιπόν η προσπάθεια να ανασυνταχθεί εκείνο που ονόμασε ο ίδιος το «μωσαϊκό» του ’77 στην Ιταλία. Όπως και στην καλύτερη blochiana παράδοση, ο συγγραφέας de-constructs- απο-συνθέτει για να αναλύσει το φαινόμενο και στη συνέχεια να το ανακατασκευάσει κομμάτι κομμάτι και να φτάσει σε ορισμένες γραμμές ερμηνείας και μερικές ιστοριογραφικές θέσεις. Ένα πολύπλοκο και εκτεταμένο έργο (αυτό μπορεί να γίνει αντιληπτό και μόνο με μια γρήγορη ματιά στις βιβλιογραφικές σημειώσεις) που για μία φορά δεν έφερε στο προσκήνιο μαρτυρίες και ερμηνείες. Η υπερτροφία αυτών των τελευταίων έχει οδηγήσει, αφενός, σε εξαιρετικά εορταστικού τύπου, νοσταλγικές και αυτοαναφορικές ανακατασκευές, και αφετέρου στην ανάπτυξη μιας συζήτησης που απέχει όλο και περισσότερο από την εμπειρική έρευνα και κατευθύνεται αντικειμενικά σε ιδεολογικά συμφέροντα για να λυγίσει τα γεγονότα στις θέσεις που θέλουν κάποιοι να υποστηρίξουν. Ο Falciola έχει ως εκ τούτου αξιοποιήσει σχεδόν αποκλειστικά τις πηγές των ντοκουμέντων, πάνω απ’ όλα εκείνες που παρήχθησαν από το ίδιο το κίνημα καθώς και δημοσιογραφικές και αρχειακές πηγές. Ένας ακριβής και διαλεκτικός τρόπος για να επισημανθεί μια ολιστική διάσταση του φαινομένου του ’77 («ένα ενιαίο δίκτυο κινημάτων»), αλλά, εκθέτοντας την έρευνα για το 77 σύμφωνα με θέματα και όχι σύμφωνα με πόλη ή με πολιτικές ιδεολογικές πολιτιστικές ομάδες, χωρίς να πέσει σε μονόπλευρες ερμηνείες ή οπτικές.

Η έρευνα διέτρεξε τρεις μακρο-οδούς: η πρώτη είναι η ανασυγκρότηση του ιστορικού οικονομικού, κοινωνικού και πολιτικο-πολιτιστικού πλαισίου, μέσα στο οποίο παράχθηκε η τοιχογραφία του ’77, η δεύτερη είναι η ραδιογραφία του κινήματος που επισημαίνει τις διαφορετικές πολιτικο-πολιτισμικές και ιδεολογικές του εκφάνσεις, η τρίτη είναι η απεικόνιση που του κινήματος είχαν τα θεσμικά όργανα, τόσο αυτά του Κράτους, όσο εκείνα των κομμάτων και / ή των συνδικάτων, κυρίως στα αριστερά. Η θέση είναι ότι το κίνημα του ’77 ήταν το τελευταίο ιταλικό του Εικοστού αιώνα που αντιστάθηκε στις διαδικασίες απο-πολιτικοποίησης και ιδιωτικοποίησης που ξεκίνησαν μέσα στην κοινωνία και μέχρι και σε ένα μέρος του αριστερού κόσμου της νεολαίας». Το έργο του Falciola κινείται συνεπώς μέσα στο αυλάκι μιας διαδεδομένης ερμηνείας στον ιστοριογραφικό τομέα (De Luna, Galfrè, Crainz, για να αναφέρουμε μόνο λίγα ονόματα), η οποία δεν μοιράζεται την κρίση του ’77 ως «αντιπολιτικό» φαινόμενο: αυτό ήταν ναι ο επίλογος της δεκαετίας της συλλογικής πολιτικής δράσης που ανοίχθηκε από το ’68 (όπως έγραψε ο Marco Grispigni), το «τραγούδι του κύκνου» της πολιτικής (όπως επεσήμανε η Maria Luisa Boccia), αλλά ταυτόχρονα ήταν ο πρόδρομος μιας διαδικασίας που, και μέσα από βαθιές πολιτισμικές και γλωσσικές καινοτομίες (σκεφτείτε για παράδειγμα στο μπολονιέζικο κίνημα ή τους ινδιάνους μητροπολιτάνους), αποκάλυψε την απαξίωση και την αχρηστία των μέσων της πολιτικής των κομμάτων και αυτών των τελευταίων καταδίκασε την κατοχή όχι μόνο και όχι τόσο των θεσμών, όσο της κοινωνίας.

Το βιβλίο είναι δομημένο σε επτά κεφάλαια. Τα δύο πρώτα κεφάλαια επικεντρώνονται στο ιστορικό πλαίσιο της περιόδου, την συγκυρία. Ο πρώτος επικεντρώνεται στον συνδυασμό τριών παραγόντων επάνω στους οποίους εξερράγη η ιταλική κοινωνική κρίση του δεύτερου μισού της Δεκαετίας του 70: την αρχή της βιομηχανικής παρακμής της Χώρας («το τέλος της κοινωνίας της εργασίας»), την αυξανόμενη εκπαίδευση και την ταυτόχρονη έλλειψη στην απασχόληση, έλλειψη εργασιακών διεξόδων και /ή επαγγελματικών και (σε σχέση με αυτή) την αύξηση της ανεργίας των νέων. Το δεύτερο κεφάλαιο είναι αντίθετα αφιερωμένο σε αυτό που σήμερα μπορεί να ονομαστεί «πολιτική κρίση»: αφενός η αυξανόμενη δυσπιστία των πολιτών απέναντι της πολιτικής, παρά την εκλογική ενίσχυση του PCI-ΚΚΙ και, μάλλον, ακριβώς εξαιτίας του μέτριου αποτελέσματος του ιστορικού συμβιβασμού, από την άλλη την τραυματική και ταχεία εξαφάνιση των σχηματισμών που αποτελούσαν την επαναστατική αριστερά ή Νέα Αριστερά, η οποία με το εκλογικό φιάσκο της Προλεταριακής Δημοκρατίας το 1976 έδειξε ότι δεν ήταν πλέον σε συντονισμό με το πολιτικό φαντασιακό της γενιάς των νεαρών που ήταν τότε πρωταγωνίστρια του ‘ 77. Το τρίτο κεφάλαιο αντιμετωπίζει αντιθέτως τις «γενετικές μεταλλάξεις» που, από την οπτική των ιδεολογικών και πολιτικο-οργανωτικών οριζόντων, χαρακτήρισαν το κίνημα, με την προοδευτική μόλυνση έργο κάποιων σημαντικών ρευμάτων (φεμινισμός, αντιψυχιατρία, νεανική αντικουλτούρα, φιλόσοφοι και διανοούμενοι πέρα από τις Άλπεις, όπως οι Deleuze, Guattari, Sartre, Foucault και η θεωρία των αναγκών της Agnes Heller). Ιδιαίτερη προσοχή δόθηκε από τον συγγραφέα στην πολιτική διαδρομή της Εργατικής Αυτονομίας, ενός σχηματισμού που, μοναδικός σε σύγκριση με το πανόραμα της επαναστατικής αριστεράς, επηρέασε με κάποιο τρόπο αποφασιστικό το κίνημα σχεδόν σε ολόκληρη τη Χώρα.

Τα κεφάλαια 4 και 5 εμβαθύνουν τις θεματικές και τις θέσεις που δέχτηκαν την έφοδο του κινήματος. Το τέταρτο κεφάλαιο επικεντρώνεται στην άποψη των εβδομηνταεπτάρηδων σχετικά με τα ζητήματα επάνω στα οποία αυτοί παρήγαγαν τις κινητοποιήσεις τους: από την Εγκύκλιο Malfatti για το πανεπιστήμιο στην οικονομική κρίση, από την αναδιάρθρωση στα εργοστάσια στα περιβαλλοντικά θέματα, από την ανεργία στις σχέσεις με το εργατικό κίνημα. Όσον αφορά αυτό το τελευταίο θέμα, το κεφάλαιο αφιερώνει μεγάλο χώρο στη σχέση μεταξύ κινήματος και PCI, που θεωρείται μια από τους πυροκροτητές στην έκρηξη της διαμαρτυρίας και τη βίαιη εξέλιξή της.Το πέμπτο κεφάλαιο, αντιθέτως, ασχολείται με το «κατ ‘εξοχήν πρόβλημα: εκείνο των πολιτικο-επαναστατικών προοπτικών του κινήματος, του »τι πρέπει να κάνει» και της επιρροής που μέσα στην εθνική συζήτηση είχαν εκείνες οι πλευρές που φαντάζονταν μια «μοριακή» αντίθεση [με την έννοια που προέρχονταν από τις θέσεις του Φουκώ) που βασίζονταν επάνω στα νέα λεξιλόγια, στις νέες κατασκευές ακόμη και συντακτικές, στους νεο-ντανταϊσμούς πολιτισμικούς και καλλιτεχνικούς, στην ανατίμηση της διάστασης του »προσωπικού», του ατόμου, ενάντια στον κολεκτιβιστικό ολοκληρωτισμό πίσω από τον οποίο κρύβονταν μόνο η μεγάλη εξαπάτηση της εξουσίας. Μια πολύ ενδιαφέρουσα παράγραφος είναι, τέλος, αφιερωμένη στις ομοιότητες μεταξύ του κινήματος του ’77 και του φαινομένου του πανκ στη Μεγάλη Βρετανία και τις ΗΠΑ, και επάνω στις πρώτες σημαντικές εμπειρίες αυτού του μουσικού ρεύματος στην Ιταλία.

Το έκτο κεφάλαιο ασχολείται με το θέμα της βίας. Διαχωρίζεται σε δύο μέρη: το πρώτο μέρος αντιμετωπίζει το φαινόμενο της βίας στο δρόμο και τις πλατείες, της μαζικής βίας, ενώ το δεύτερο αφορά τη σχέση μεταξύ του κινήματος και των ένοπλων οργανώσεων. Η ξεχωριστή στάση, στην παρουσίαση, του φαινομένου της μαζικής βίας από εκείνη του ένοπλου αγώνα δεν αποσκοπεί στην θεωρητικοποίηση μιας ανύπαρκτης στεγανοποίησης (που δεν υπήρξε) αλλά στην ανάδειξη δύο κεντρικών ζητημάτων: το πρώτο είναι ότι μέσα στο κίνημα υπήρξε μια μεγάλη – και όχι πάντα ειρηνική – συζήτηση σχετικά με το θέμα της ένοπλης στρατηγικής, μολονότι υπήρχε μια σχεδόν ολική ομοιογένεια στην ιστορική αναγκαιότητα της βίας, το δεύτερο τείνει να δείξει ότι η επέκταση των ένοπλων οργανώσεων κατά την τριετία μετά το 1977 δεν οφείλεται στην ήττα του κινήματος, αλλά μάλλον αυτό το τελευταίο αντιπροσώπευσε για ομάδες όπως οι Κόκκινες Ταξιαρχίες, η Prima Linea και οι άλλοι μικρότεροι σχηματισμοί ένα «θεμελιώδες στοιχείο του ριζοσπαστικού περιβάλλοντος τους- radical milieu», συχνά ακούσιο, ενθάρρυνσης και προστασίας.

Τέλος, το έβδομο κεφάλαιο αναλύει το πεδίο του Κράτους και τις αντιδράσεις του απέναντι στο κίνημα, κυρίως από την άποψη της αναδιοργάνωσης των κατασταλτικών δομών και των σωφρονιστικών δομών. Ταυτόχρονα δύο παράγραφοι αφιερώνονται στο πώς ερμήνευσε το κίνημα και αντιμετώπισε την καταπίεση-καταστολή και τη συζήτηση για την ποινικοποίηση της διαφωνίας στην Ιταλία.

Τα συμπεράσματα που συνήγαγε ο Falciola στο τέλος της έρευνάς του είναι βασικά δύο. Το πρώτο είναι ότι η έκρηξη του ιταλικού ’77 οφειλόταν στη διασταύρωση δύο παραγόντων: αφενός της οικονομικής και κοινωνικής κρίσης και της πολιτικής-θεσμικής (αλλά και της εξωκοινοβουλευτικής), από την άλλη τον ακραίο πνευματικό δυναμισμό και την καινοτόμο ανανεωτική ικανότητα της ιταλικής ανταγωνιστικής σκέψης. Ειδικότερα, αυτή η δεύτερη πτυχή προκάλεσε η  «νέα» αμφισβήτηση να είναι ένα αποκλειστικά ιταλικό φαινόμενο, σε αντίθεση με ό, τι υπήρξε το ’68. Το δεύτερο αφορά τη βίαιη έκρηξη στη σύγκρουση με το Κράτος και με το ιστορικό εργατικό κίνημα (PCI και συνδικάτα): αφενός η ερμηνεία του φαινομένου επιβεβαιώνεται ως σπειροειδής ποινικοποίηση των αγώνων – βίαιη καταστολή – βίαιη αντίδραση των κινημάτων, από την άλλη, αναδύεται μια εικόνα στην οποία η προσγείωση του κομμουνιστικού κόμματος στην κυβέρνηση (έστω και έμμεσα) και ο ισχυρισμός-η διεκδίκηση μη μεταρρυθμιστικών στόχων, για τους οποίους η δυνατότητα να συμπεριληφθούν σε ένα πλαίσιο αντιπροσωπευτικής φιλελεύθερης δημοκρατίας όπως η ιταλική ήταν αδύνατη, δεν μπορούσαν παρά να οδηγήσουν αναπόφευκτα σε μια εκθετική αύξηση των βίαιων συγκρούσεων.

Εν ολίγοις, για τον πλούτο της εργασίας που πραγματοποιήθηκε και για τις πολύτιμες ιστοριογραφικές και μεθοδολογικές ενδείξεις, το έργο αυτό μπορεί να ξεκινήσει εκ νέου (με την ευκαιρία της 40ής επετείου του Κινήματος) την έρευνα και ιστορική συζήτηση την σχετική με ένα σημαντικό κόμβο της πρόσφατης ιταλικής ιστορίας που [όπως προτείνει και ο συγγραφέας] θέτει ξανά πολλά και σημαντικά ερωτήματα στα οποία να δοθούν απαντήσεις (από τη σύγκριση με άλλες διεθνείς εμπειρίες στις πολιτικές συγκρίσεις με τα φαινόμενα που αναπτύχθηκαν στα Δεξιά, μέχρι τις λεπτομερείς έρευνες επάνω στις τοπικές εμπειρίες).

Εικόνα στο ξεκίνημα: Roma 17 φεβρουαρίου 1977: “Μετά την εκδίωξη του Lama”, φωτογραφία του Tano D’Amico

Print Friendly, PDF & Email

 

Όταν θέλουμε να κουβεντιάσουμε για θέσεις χαμένων επαναστάσεων, γύρνα ξαναγύρνα πάντα καταλήγουμε με μάντρα του ’68 και του ’77 διαβασμένα (επανα-συστηματοποιημένα) ως κομβικά χρόνια της ιστορίας του Εικοστού αιώνα. Είναι αναπόφευκτο να συμβεί αυτό: ’68 και ’77 προσφέρονται στην κοινωνική εξέταση ως βασικά, όμοια και αντίθετα πρόσωπα του ίδιου νομίσματος.

Το πρώτο – το Εξήντα οκτώ – πλανητικής σημασίας. Μια επανάσταση ακόμα σε κοντά παντελονάκια, ενθουσιώδης, ουτοπική, σχεδόν παιχνιδιάρικη. Συναφή με τις πρώτες πέτρες στους δρόμους εναντίον της αστυνομίας αλλά και με τη naif κληρονομιά της κουλτούρας beat περισσότερο από ότι μας αρέσει να παραδεχόμαστε.
Όταν μιλάμε για το Εβδομήντα επτά μιλάμε περισσότερο για ένα ολοκληρωτικά ιταλικό μακρύ κύμα: μια απογοητευμένη επαναστατική ώθηση, μετα-κομματική, καμπή, ορόσημο. Κοντά στoν brigatismo [brigante γενικότερα σημαίνει ληστής] τις κουκούλες και το πιστόλι P38 («Το έγκλημα πληρώνει» γράφονταν στους τοίχους), αλλά και ένα βήμα μακριά από το no-future των στιγμών πανκ.
Χαρακτηρισμοί συνδεδεμένοι με το ’77, ο ένας πιο κατάλληλος από τον άλλον, υπάρχουν πράγματι στο όμορφο  “Il movimento del 1977 in Italia” (Carocci, 2016) του Luca Falciola:

«Τρελό έτος», «ήρεμη ανταλλαγή πυροβολισμών», «συγκέντρωση ευτυχισμένου λυρισμού και τρόμου», «έτος κατά το οποίο το μέλλον ξεκίνησε», «έτος κατά το οποίο έληξε το μέλλον», «πατροκτονία», «κοινωνική έκρηξη», «καταστροφή της πολιτικής » (σ. 9)

Εάν επρόκειτο για καταστροφή, μια τυπική ιταλική καταστροφή, έχει ειπωθεί: ενώ στον υπόλοιπο πλανήτη οι πυρκαγιές του εξηνταοκτώ αμβλύνονται πράγματι στην αυγή των Εβδομήντα, σε αυτά τα γεωγραφικά πλάτη – συνένοχη ίσως η σοβαρή κοινωνική κρίση, μια κοινωνική κρίση επιπλέον στρωματοποιημένη, η πυρκαγιά της εξέγερσης δεν έσβησε, σιγοκαίει κάτω από τις στάχτες και φουντώνει σε όλο της το μεγαλείο ακριβώς το 1977. Από αυτή την άποψη ο Falciola είναι επιγραμματικός:

“Από αυτή την άποψη η Ιταλία είναι μια άτυπη περίπτωση. (…) εξακολουθεί να είναι ασαφές ποια διαδικασία εμπόδισε την έκλειψη των επαναστατικών προσδοκιών και τις ανέστησε σε μεγάλα στρώματα του νεανικού πληθυσμού από τα μέσα της δεκαετίας του ’70. Από αυτή την προοπτική το 1977 είναι ένα θεμελιώδες ιστορικό σταυροδρόμι που πρέπει να διερευνηθεί” (σ. 10)

Εξ ου και η εξαιρετικά ευρεία εξέταση που διενεργήθηκε από τον συγγραφέα για το annus mirabilishorribilis, ανάλογα με την πλευρά από την οποία παρατηρείται), που διεξήχθη με βάση μια επιστημονική έρευνα που δεν παραμελεί τίποτα: τις δημόσιες πηγές όπως φυλλάδια, τη θεωρητική βάση των «ιερών» κειμένων που υπαγόρευσαν την πορεία προς τη χρυσή ορδή (για να χρησιμοποιήσουμε τα λόγια του Νάννι Μπαλεστρίνι-Nanni Balestrini) όπως τα ελεύθερα ραδιόφωνα, τους ινδιάνους μητροπολιτάνους, τις προλεταριακές απαλλοτριώσεις, τα κόμικς, τους ευτυχισμένους τσιγγάνους της Μπολόνια, πόλη-σύμβολο του φοιτητικού Κινήματος, τη βίαιη κλιμάκωση και τις αντιδράσεις του Κράτους. Il movimento del 1977 in Italia-Το κίνημα του 1977 στην Ιταλία” του Luca Falciola είναι μια τοιχογραφία στο μακρύ πεδίο των 365 ημερών που έκαναν το Έθνος να τρέμει, επέστρεψε με την αυστηρότητα της ιστορικής εμβάθυνσης και της καθαρότητας μιας πεζογραφίας που είναι προσιτή αν δεν είναι πραγματικά μαγευτική. Μην το χάσετε.

https://www.sololibri.net/movimento-1977-Italia-Falciola.html

 

«Δεν θα υπάρξει ένας ιστορικός, δεν θα ανεχτούμε να υπάρξει ένα ιστορικός, […] που να ανακατασκευάσει τα γεγονότα, μπολιασμένα στη σιωπή μας, αδιάκοπη σιωπή, ατελείωτη, θυμωμένα ξένη», είναι η σκληρή προειδοποίηση που άνοιγε ένα από τα σημαντικότερα βιβλία που παρήγαγε το κίνημα των Εβδομήντα επτά (Μπολόνια, μάρτιος ’77 … δική μας υπόθεση). (Bologna, marzo ’77… fatti nostri). Εξάλλου, φαίνεται ακριβώς ότι η εγγενής φευγαλέα φύση του ίδιου του κινήματος, από την ιστοριογραφική άποψη, καθιστά πολύ πιο περίπλοκο από ποτέ να ανασυντεθεί μια συνεκτική αναλυτική και αφηγηματική εικόνα. Ο Luca Falciola γνωρίζει πολύ καλά αυτό, και κάνει το ντεμπούτο του σε αυτόν τον τόμο που φανερώνει «ένα καλειδοσκόπιο εικόνων και μια βαβέλ λέξεων. Ένα μωσαϊκό του οποίου δεν είναι δυνατόν να ανασυνθέσουμε τις συνδρομές, τις ιδιότητες μέλους» (10). Με λίγα λόγια ένας λαβύρινθος συνδέσεων, λεξιλογίων, αναπαραστάσεων στις οποίες είναι εύκολο να χαθούμε, χωρίς να υπολογίσουμε, υπενθυμίζει επίσης ο συγγραφέας, πως στη μικρή ιστοριογραφική βιβλιογραφία για τα Εβδομήντα επτά η θεμελιώδης σύγκριση με τις πηγές από τη μία πλευρά, εξακολουθεί να είναι ανεπαρκής, με το ευρύτερο κοινωνικό και πολιτικό πλαίσιο από την άλλη.

Ακριβώς σε αυτή τη διπλή κατεύθυνση είναι που η έρευνα κινείται, κυρίως αξιολογώντας διάφορης φύσης στοιχεία, από τον Τύπο έως τα θεσμικά αρχεία και όχι μόνο, από αδημοσίευτες πηγές διανοουμένων και ακτιβιστών. Αλλά και αφιερώνοντας άφθονο χώρο στο ευρύτερο οικονομικό, πολιτικό και κοινωνικό σενάριο της Ιταλίας εκείνων των χρόνων, καθώς και θέτοντας τον ίδιο στόχο να μας επιστρέψει, επάνω σε αυτή τη διπλή βάση, σημαντικών αναλαμπών πολιτικής κουλτούρας του κινήματος, οργανωμένων σε εκθεσιακό επίπεδο θεματικών τομέων περισσότερο παρά ιδεολογικών «οικογενειών». Το αποτέλεσμα είναι ένα αναμφισβήτητα σημαντικό βιβλίο, μια περίπλοκη και μερικές φορές λαμπρή ανάλυση, ένα έργο που ακόμη έλειπε – με λίγα λόγια – στην ιστοριογραφία των Εβδομήντα επτά.

Μετά από ένα μεγάλο μέρος αφιερωμένο στις «κρίσεις» της οικονομίας και της εργασίας κατά τη δεκαετία του 1970, αλλά και στην παρακμή των «νέων αριστερών» ομάδων και την κατακόρυφη πτώση της εμπιστοσύνης διάχυτης σε ολοένα και περισσότερο απαξιωμένους θεσμούς, η προσοχή του συγγραφέα στρέφεται σε μερικά σημαντικά συμπτώματα που είχε αυτή η συστημική οπισθοδρόμηση στον τρόπο με τον οποίο η γενιά στα μέσα των 70’s κοίταξε στην εργασία, στον μύθο της επανάστασης, στις γνώσεις και στο πανεπιστήμιο, στην καθημερινή ζωή και στην κατανάλωση. Εάν σε ορισμένες αναλύσεις η τελευταία αυτή πτυχή (το περίφημο «δικαίωμα στο χαβιάρι», για να καταλαβαινόμαστε), και γενικότερα η νέα κεντρικότητα της θέσης των υποκειμενικών αναγκών και επιθυμιών, έχουν ενταχθεί σε ένα πολύ εύκολο «ατομικισμό» που προκαταβάλει την δεκαετία του ογδόντα, πρέπει να παραδεχτούμε ότι κάποια επιείκεια απέναντι σε αυτή την αμφισβητήσιμη ερμηνευτική τάση δεν λείπει ούτε σε αυτή την έρευνα, η οποία μερικές φορές δίνει την εντύπωση πως θεωρεί εναλλάξιμα άτομο και υποκείμενο.

Στις δραματικές σχέσεις μεταξύ του PCI και του κινήματος, όπως είναι λογικό, ο συγγραφέας αφιερώνει ιδιαίτερα προσεγμένες σελίδες (αν και, λόγω της απόλυτης συνάφειας του θέματος, θα μπορούσαν ίσως να ήταν ακόμη ευρύτερες). Ενώ το κίνημα θεωρούσε το κόμμα ως τη «νέα αστυνομία», ένα μείγμα ναζιστικής σοσιαλδημοκρατίας και σταλινισμού αλά Μπέρια, το κόμμα του Berlinguer, από την πλευρά του αφιέρωνε στους νέους του Εβδομήντα επτά τους χαρακτηρισμούς των «τραμπούκων», πρακτόρων αντιδραστικών δυνάμεων, μέχρι του σημείου να χαρακτηρίζει τον Francesco Lorusso «έναν δικό μας εχθρό», όπως είπε ο Amendola λίγο μετά τη δολοφονία του μπολονιέζου φοιτητή (149). Παρότι δραπετεύει εύστοχα σε όλο το βιβλίο από την ερμηνευτική καρικατούρα των «χρόνων του μολυβιού», ο συγγραφέας δεν αποτυγχάνει να αντιμετωπίσει λεπτομερώς τον ίσως πιο σύνθετο κόμπο όλων, εκείνον της βίας, αφιερώνοντας τα δύο τελευταία κεφάλαια στην πολιτική βία, και στην καταστολή. Συνεπώς από τη μία πλευρά, εξετάζονται οι διάφορες μορφές βίας που ασκήθηκαν από το κίνημα, οι συζητήσεις που την επικαλούνται πολεμικά ή εκείνες που αντιθέτως – και σε σχέση με την εξέλιξη των συγκεκριμένων γεγονότων – εμπλέκονται σε δύσκολες διακρίσεις. Από την άλλη πλευρά, υπό ανάλυση είναι η καταστολή που εξαπολύθηκε από τους κρατικούς μηχανισμούς εναντίον των διαμαρτυρόμενων, με βάση μια απόλυτη αρχή υπεράσπισης της «νομιμότητας» που ποτέ δεν ήταν τόσο εν συγχύσει (και λόγω της στρατηγικής επιλογής του PCI-Κκι να τοποθετηθεί ακριτικά ως προπύργιο του κράτους). Είναι λυπηρό το γεγονός ότι, προς στο τέλος μιας τόσο περίπλοκης ανάγνωσης, ο συγγραφέας καταλήγει σε δηλώσεις που είναι υπερβολικά σχηματικές, όπως όταν δηλώνει πως προσδιορίζει την αποτελεσματική αιτία της βίαιης κλιμάκωσης του Εβδομήντα επτά στην ιδεολογική «προδιάθεση» του, ενώ οι «θεσμικοί παράγοντες» (ποινικοποίηση και καταστολή) «θα είχαν» δευτερεύουσα επιρροή » (258).

Είναι απλώς ένα παράδειγμα μερικών – ολίγων – ερμηνευτικών καταλήξεων, πιθανότατα λίγο υπερβολικών, και ίσως μάλιστα αναπόφευκτων, σε ένα έργο που για πρώτη φορά θέτει τον στόχο της επίτευξης ευρείας συστηματοποίησης τόσο περίπλοκου θέματος. Στοιχεία που δεν εμποδίζουν όμως να θεωρηθεί η έρευνα αυτή ένα έργο με το οποίο, λαμβάνοντας σοβαρά υπόψη το κίνημα των Εβδομήντα επτά, στοχαζόμενοι δηλαδή επάνω σε αυτό με σοβαρότητα, θα λογαριαστούμε από τώρα και στο εξής.

 

https://storicamente.org/faciola_movimento_1977

ιστορία, storia

Κινήματα, βία και ένοπλη πάλη στην Ιταλία των χρόνων Εβδομήντα: όταν οι μελέτες ρίχνουν γέφυρες και δεν σηκώνουν τείχη – του Alberto Pantaloni

Ανασκόπηση από τον Alberto Pantaloni του βιβλίου Prima Linea. L’altra lotta armata (1974-1981), Πρώτη Γραμμή. Ο άλλος ένοπλος αγώνας, 1 τόμος, volume I του Andrea Tanturli, DeriveApprodi, 2018, σελ. 512.

****

Λίγα και με κακό τρόπο έχουν γραφτεί για την εμπειρία της ένοπλης οργάνωσης Prima Linea μέχρι στιγμής. Αν αποκλείσουμε τους πρωτεργάτες τόμους του Emilio Mentasti, ο οποίος ανέλυσε τα σημαντικά γεγονότα που αντιπροσωπεύει η εμπειρία της Senza Tregua Δίχως Ανακωχή. Ιστορία των κομουνιστικών επιτροπών για την εργατική εξουσία (Senza Tregua. Storia dei comitati comunisti per il potere operaio (1975-1976), Colibrì, 2011, Η κόκκινη φρουρά διηγείται. Ιστορία της εργατικής Επιτροπής της Magneti Marelli, La guardia rossa racconta. Storia del Comitato operaio della Magneti Marelli, Edizioni Εκδόσεις Colibrì, 2006) και εκείνη, από πολλές απόψεις βιαστική και επιφανειακή από τον Giuliano Boraso ο οποίος όμως είχε την αξία να είναι ο πρώτος γύρω από το θέμα (Άγρια Συμμορία. Άνοδος αποθέωση πτώση της οργάνωσης Πρώτη ΓραμμήMucchio Selvaggio. Ascesa apoteosi caduta dell’organizzazione Prima Linea, Castelvecchi, 2006), η λογοτεχνία και η ιστοριογραφία περιορίστηκαν ουσιαστικά να περιλάβουν την Prima Linea μέσα στο τεράστιο καζάνι του λεγόμενου «ένοπλου κόμματος». Όρος, αυτός ο τελευταίος, εξαιρετικά ατυχής και απολύτως ακατάλληλος, όπως έχει ήδη βρει τρόπο να διευκρινίσει ο Andrea Colombo από τις στήλες του “il manifesto” [1]. Γενικότερα, αυτά τα τελευταία χρόνια αναδύεται η ανάγκη να διαλυθούν οι καπνοί που αποφράσσουν τη σωστή οπτική μιας κεντρικής και θεμελιώδους περιόδου της σύγχρονης ιστορίας μας, όπως εκείνη της δεκαετίας 1968-1980, απομακρύνοντας την από τους οπορτουνισμούς και τις φρενήρεις κραυγές της επίσημης πολιτικής, χωρίς ταυτόχρονα να επιπίπτει σε αγιογραφίες και δικαιολογίες. Μια περίοδος κατά την οποία η σχέση μεταξύ κοινωνικών κινημάτων, βίας και ένοπλου αγώνα ήταν τεράστιας πολυπλοκότητας.

Εξ ου και η σπουδαιότητα του καλού έργου του Andrea Tanturli που έγκειται ακριβώς σε αυτό που ο συγγραφέας δηλώνει στην εισαγωγή: «να ρίξουμε γέφυρες, αντί να σηκώσουμε τοίχους, μεταξύ διακριτών αλλά αλληλένδετων φαινομένων». Για να γίνει αυτό χρειαζόμασταν βάθος και σοβαρότητα και επάνω σε αυτό ο Tanturli δεν μας απογοητεύει: η ποσότητα και η ποιότητα των πηγών που συμβουλεύτηκε (από τα αυτοπαράγωγα έγγραφα που υπάρχουν στα αρχεία των αστυνομικών φακέλων, από άρθρα σε εφημερίδες, είτε καθημερινών είτε κινηματικών περιοδικών, στις δικαστικές πράξεις και στις δηλώσεις των εναγομένων) επιτρέπει τη συνεχή επιβεβαίωση της εγκυρότητας ή της αληθοφάνειας των ερμηνευτικών υποθέσεων. Ως εκ τούτου μέσα από ένα μακρύ και περίπλοκο μονοπάτι (τόσο περίπλοκο όσο μπορεί να είναι μια διδακτορική διατριβή), ο συγγραφέας ανακατασκευάζει τους προδρόμους, τις αιτίες, τους παράγοντες μιας εμπειρίας όπως αυτή της Prima Linea που ελάχιστα, ή καθόλου έχει να κάνει με το άλλο μεγάλο σκέλος της αριστερής ένοπλης εμπειρίας στην Ιταλία, αυτής των Ερυθρών Ταξιαρχιών. Ένας «άλλος» ένοπλος αγώνας, όπως ορίζεται στον τίτλο, λόγω σύλληψης, στόχων, ποιότητας και τυπολογίας της σχέσης με τα κοινωνικά κινήματα και τις διαρθρώσεις τους. Αλλά υπάρχουν και άλλα: μέσω της ανασυγκρότησης της μακράς και πολεμικής συστατικής διαδικασίας της Prima Linea (η οποία διήρκεσε περίπου τρία χρόνια), ο Tanturli συμβάλλει επίσης στη καλύτερη διευκρίνιση δύο άλλων πτυχών που σχετίζονται μεταξύ τους, χρονολογικά και πολιτικά: αφενός τις συνέπειες της διάλυσης των ομάδων της επαναστατικής Αριστεράς (ιδιαίτερα της Εργατικής Εξουσίας και της Lotta Continua, αλλά όχι μόνο), αφετέρου την άνοδο του ακανόνιστου και σύνθετου γαλαξία της εργατικής αυτονομίας (αυστηρά με το μικρό «α»), την ακραία ετερογένεια της ακόμη και εντός των θεωρητικών οριζόντων και των κοινών πολιτικών στόχων αν όχι ομοιογενών, όσο κι αν αυτό δυσαρεστεί τους υποστηρικτές και τους προπαγανδιστές του «θεωρήματος 7 απρίλη», του οποίου σε ένα δυο μήνες θα γιορτάσουμε την σαρακοστή επέτειο. Εάν αφενός, λοιπόν, ο συγγραφέας τοποθετεί νόμιμα την εμπειρία της PL μέσα στο χωνευτήρι των αυτόνομων θεωριών και των αυτόνομων πολιτικών συμπεριφορών, επισημαίνει ταυτόχρονα τις βαθιές εσωτερικές αντιφάσεις κατά την περίοδο κυοφορίας της οργάνωσης και εκείνων με τις άλλες ψυχές της αυτονομίας, in primis με τον χώρο του “Rosso”.

Αυτός ο πρώτος τόμος, ο οποίος ασχολείται με τη χρονολογική περίοδο που πηγαίνει από το 1974 έως το 1979, διαρθρώνεται σε πέντε κεφάλαια. Το πρώτο ανασυνθέτει την πολιτική και οργανωτική γένεση της PL, ξεκινώντας από την κρίση και από τις επακόλουθες διασπάσεις που έπληξαν την Lotta Continua και το Potere Operaio, την πρώτη προσπάθεια να καθοριστούν οι διαρθρώσεις της επεξεργασίας σχεδιασμού μέσω του μοναδικού τεύχους του περιοδικού «Line of Conduct, Γραμμή συμπεριφοράς-μεθόδου» μέχρι τη φάση συνεργασίας (πολιτικής και πρωτο στρατιωτικής) μεταξύ των τομέων που εξήλθαν των LC και PO στο παραλληλόγραμμο Τορίνο-Μιλάνο-Φλωρεντία-Ρώμη ξεκινώντας από το 1975 γύρω από την εφημερίδα Senza Tregua. Το δεύτερο κεφάλαιο εξετάζει την κρίση του πολιτικού σχεδίου της Senza Tregua και την απόφαση ενός μέρους των συμμετεχόντων να πιέσουν προς το «ποιοτικό άλμα» μπροστά στην αργή οπισθοδρόμηση των εργατικών αγώνων (του οποίου εκείνη τη στιγμή δεν φαίνεται να υπάρχει συνειδητοποίηση) και στο κλείσιμο της δυνατότητας «ανοίγματος» του θεσμικού πολιτικού πλαισίου μετά τις εκλογές της 20ής ιουνίου 1976. Το τρίτο κεφάλαιο ασχολείται με την αναπόφευκτη (και αδιαμφισβήτητη) σχέση με το κίνημα του 77, το οποίο όχι μόνο αντιπροσωπεύει το καλύτερο ριζοσπαστικό περιβάλλον, radical milieu, όπως έγραψε ο Luca Falciola, που η PL μπορούσε να βρει για να αναπτύξει τη δράση της, αλλά όπου συχνά οι αγωνιστές διαδραματίζουν ένα δημόσιο και όχι δευτερεύοντα ρόλο. Ακριβώς η παρακμή αυτού του κινήματος, που προκάλεσε την είσοδο αρκετών από τους αγωνιστές του μέσα στην Πρώτη γραμμή (αλλά και τις BR, ειδικά στη Ρώμη), σε συνδυασμό με τα πρώτα χτυπήματα που υπέστη από την καταστολή του κράτους, δημιούργησε εκείνη την περαιτέρω μιλιταριστική στροφή που κατέστη μη αναστρέψιμη μετά την απαγωγή και την εκτέλεση του Aldo Moro από τις Κόκκινες Ταξιαρχίες. Το φαινόμενο αυτό αποτελεί την καρδιά του τέταρτου κεφαλαίου του βιβλίου, που ορίζει τόσο τη μορφολογία της οργάνωσης, όσο και τις προσπάθειές της να ενοποιηθεί με άλλα »αδελφά» τμήματα του αριστερού ένοπλου αγώνα (όπως οι FCC, κομουνιστικοί μαχόμενοι σχηματισμοί) και τις βαθιές ιδεολογικές, πολιτικές αποκλίσεις και προγραμματικές (καθώς και κάποια αμοιβαία ανυποληψία) με τις Κόκκινες Ταξιαρχίες. Όμως η κριτική της PL στην επιχείρηση
Moro σύντομα θα σταματήσει για να αφήσει ανοικτό το πεδίο σε μια όλο και περισσότερο παρόμοια πρακτική, όπως θα είχαν δείξει οι δολοφονίες του Alessandrini και του Ghiglieno και, σε μια όλο και πιο αυστηρή παρανομία, σε ένα έτος (1979) που στο πέμπτο κεφάλαιο του βιβλίου ο συγγραφέας θεωρεί καθοριστικό όχι μόνο για την παραβολή της οργάνωσης, πριν από την κρίση και την αποσύνθεσή της κατά την διετή περίοδο 1980-81 (η οποία θα αποτελέσει το αντικείμενο του δεύτερου τόμου), αλλά και πάνω απ ‘όλα της περίπλοκης σχέσης μεταξύ ένοπλου αγώνα, της κρίσης των κινημάτων και αναδιάρθρωσης της ιταλικής κοινωνίας.

Εδώ, κατά τη γνώμη μου, ακριβώς η συνεχής προσοχή να μην αγνοηθεί αυτή τη σχέση αντιπροσωπεύει, μαζί με το γιγαντιαίο έργο έρευνας και διαβούλευσης των πηγών και για το γέμισμα του ιστοριογραφικού κενού επάνω στο θέμα αυτό, ένα άλλο ιδιαίτερα ποιοτικό στοιχείο του έργου από την άποψη της ερμηνείας. Η έξοδος από την στερεότυπη κοινοτοπία που αντιμετωπίζει τον ένοπλο αγώνα και την αριστερή τρομοκρατία στην Ιταλία ως ψυχοπαθολογικά φαινόμενα ή ως καρπούς ετερο-κατευθύνσεων και στρατηγικών συνωμοσίας από ποιος ξέρει ποιες σκοτεινές δυνάμεις, αντιπροσωπεύει σήμερα τον κύριο δρόμο για να δώσουμε πίσω στην κοινότητα και στη Χώρα την κατανόηση μιας περιόδου της πρόσφατης ιστορίας μας που σίγουρα δεν μπορεί παρά να οριστεί ως εξαιρετική (με την ετυμολογική έννοια του όρου) τόσο από την άποψη της ποσότητας των ανθρώπων που αγκάλιασαν τον ένοπλο αγώνα, όσο και από εκείνη της έντασης της σύγκρουσης με το Κράτος και τους μηχανισμούς του.

 

Note

 

[1]https://ilmanifesto.it/le-radici-politiche-di-una-parabola-buia-e-controversa/.

Print Friendly, PDF & Email
σύγχρονα κινήματα, movimenti di oggi

Ρουβίκωνας: Επίθεση με μπογιές στην Ιταλική πρεσβεία στο Κολωνάκι

Εμείς πάλι που δεν είμαστε δημοκράτες αλλά αναρχικοί αυτές τις επιλογές τις έχουμε κάνει από καιρό. Στεκόμαστε στο πλευρό των αγωνιζόμενων σε όλα τα μήκη και πλάτη της γης, από το Κουρδιστάν ως το Μεξικό, από την Ουκρανία έως την Χιλή. Στεκόμαστε αλληλέγγυοι-ες στον αγώνα 302 κούρδων απεργών πείνας –με την υγεία πολλών από αυτών σε οριακή κατάσταση – για την άρση του ειδικού καθεστώτος απομόνωσης του Αμπντουλάχ Οτσαλάν. Χτυπάμε τον φασισμό χωρίς τις αυταπάτες της αστικής νομιμότητας ακόμα και στο συμβολικό επίπεδο. Είμαστε εδώ όχι μόνο για να σταματήσουμε αυτό το ακροδεξιό γέννημα αλλά για βάλουμε το χέρι μας ώστε οι κοινωνικές βάσεις να ξεπαστρέψουν μια ώρα αρχίτερα την σκύλα που το γεννάει: το κράτος και το κεφάλαιο.

Κουρδικό Ζήτημα


ΤΟ ΒΙΝΤΕΟ ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΠΙΘΕΣΗ
ΕΠΙΘΕΣΗ ΜΕ ΜΠΟΓΙΕΣ ΣΤΗΝ ΠΡΕΣΒΕΙΑ ΤΗΣ ΙΤΑΛΙΑΣ ΣΤΟ ΚΟΛΩΝΑΚΙ
Η άνοδος της ακροδεξιάς σε όλο τον κόσμο δείχνει να είναι μια πραγματική και επικίνδυνη για τις κοινωνικές βάσεις συνθήκη. Πράγματι σε μια σειρά ισχυρά κράτη, κάποια από αυτά περιφερειακές υπερδυνάμεις την εξουσία καταλαμβάνουν κόμματα και πολιτικοί που εκπροσωπούν έναν μεταμοντέρνο (και για την ώρα light) φασισμό. Ουγγαρία, Πολωνία, Αυστρία, Ινδία, Βραζιλία, Φιλιππίνες κι ο κατάλογος μεγαλώνει. Μια από τις ποιο χαρακτηριστικές περιπτώσεις είναι η Ιταλία.

Αυτό που συνέβη εκεί είναι ίσως το μοντέλο για την ακροδεξιά πλημμυρίδα στην Ευρώπη. Το πρώτο που πρέπει να αντιληφθούμε είναι η πολιτική και προπαγανδιστική παρακμή της αστικής δημοκρατίας ως μέσο κοινωνικού ελέγχου και καναλιζαρίσματος της βάσης στις βολικές για το κυρίαρχο μπλοκ εξουσίας κατευθύνσεις. Ο δημοκρατικός μύθος του ελέγχου της εξουσίας από τους ψηφοφόρους έχει καταρρεύσει. Η περίοδος της κρίσης ανέδειξε την αδυναμία του πολιτικού συστήματος αντιπροσώπευσης να αντιπαλέψει την επιβολή των προαποφασισμένων επιλογών της ντόπιας και διεθνούς κυριαρχίας.

Η ψήφος έχει χάσει οριστικά το κύρος της ως εργαλείο των πολλών, είναι οριακά στα πλαίσια της επιλογής μικρότερου κακού και μάλιστα με όρους marketing πολιτικών προϊόντων. Αυτή η συνθήκη βρέθηκε να υφίσταται σε μια περίοδο κρίσης και προλεταριοποίησης. Οι κοινωνικές βάσεις, τα εργατικά και μικροαστικά στρώματα μόλις είδαν τις αναθέσεις τους (που κάποιες από αυτές όπως στην μνημονιακή Ελλάδα συνδυάστηκαν με κοινωνικούς αγώνες) σε καθεστωτικά αριστερά σχήματα (όπως ο Σύριζα) να εξευτελίζονται. Το χάος αυτό αποτελεί το υπόστρωμα για την ανάθεση από μαζικοποιημένους και άβουλους ψηφοφόρους σε ακροδεξιές συσκευασίες.

Η αλήθεια είναι ότι ο μανιχαϊσμός τους (φταίνε οι ξένοι, νόμος και τάξη, επιστροφή στην θαλπωρή εθνικών/θρησκευτικών παραδόσεων) είναι πολύ θελκτικός σε αυτό το υποκείμενο. Δεν του ζητάει τίποτα άλλο από το να κάτσει στην άκρη ενώ η πατρική εξουσία θα τσακίζει τους πλέον αδύναμους καθησυχάζοντας έτσι το φόβο του ότι είναι ο επόμενος στην λίστα. Σε αυτό να προσθέσουμε ότι η πείρα έχει δείξει ότι οι ακροδεξιές ηγεσίες αποδεικνύονται πολύ πιο αποφασιστικές και μάχιμες από τα ανέκδοτα της καθεστωτικής αριστεράς τύπου Σύριζα, Ποδέμος κλπ. Και είναι λογικό. Ο ακροδεξιός λόγος έχει πολύ λιγότερες αντιφάσεις όταν λειτουργεί συστημικά, όταν οι αλλαγές γίνονται από τα πάνω σε αντίθεση με την αριστερά που αρέσκεται σε εξωσυστημικές πομφόλυγες, απραγματοποίητες χωρίς πλατιά λαϊκή συμμετοχή. Για να το πούμε απλά, με την βάση σε ρόλο χειροκροτητή, ευκολότερα «σκίζει μνημόνια» ένας «Σαλβίνι» παρά ένας «Τσίπρας».

Φυσικά πίσω από την ακροδεξιά, αυτή την για την ώρα light και δημοκρατική ακροδεξιά, υπάρχουν πτέρυγες των εθνικών αστικών τάξεων και των πολιτικών ελίτ που επιθυμούν να αντιπαλέψουν το μπλοκ συμφερόντων άλλων καπιταλιστικών/πολιτικών μπλοκ που είναι προσανατολισμένα στην τάξη πραγμάτων της παγκοσμιοποίησης. Αυτό είναι μια από τις συνέπειες του πολυπολικού κόσμου στον οποίον πλέον ζούμε και θα πρέπει να την λαμβάνουμε υπόψη ακόμα και για μικρότερες δυνάμεις στον χάρτη όπως η Ελλάδα, γιατί είναι ένας παράγοντας που θα οξυνθεί τα επόμενα χρόνια και θα λειτουργήσει σαν διαχρονικός τροφοδότης ακόμα και του original φασισμού που καιροφυλακτεί.

Για να δούμε την φύση της ακροδεξιάς πλημμυρίδας αρκεί μια λίστα με το τι έκανε ο Σαλβίνι στην Ιταλία τον τελευταίο καιρό. Χιλιάδες μετανάστες, άντρες, γυναίκες και παιδιά καταλήγουν είτε στον πάτο της μεσογείου είτε περιπλανιούνται στην θάλασσα μέχρι να φιλοτιμηθεί κάποια άλλη χώρα να τους σώσει την ζωή. Οργάνωσε μια εξαιρετικά επιτυχημένη επικοινωνιακή φούσκα αντίθεσης με την ΕΕ προσανατολισμένης στην εθνική κυριαρχία για να καταλήξει στις προσυμφωνημένες με την ΕΕ επιλογές. Στηρίζει και καλύπτει ανοιχτά τον εξωθεσμικό φασισμό και τις οργανώσεις του όπως αυτές των ναζιστών της casapound. Στέκεται ενάντια σε κάθε περιβαλλοντική προστασία και στηρίζει ανοιχτά κάθε περιβαλλοντικά βρώμικη μπίζνα όπως αυτές των ορυκτών καυσίμων. Διατηρεί ένα επικοινωνιακό προφίλ τηλεοπτικού σταρ πρωινάδικων πουλώντας την προσωπική του ζωή και εμπλεκόμενος διαρκώς σε κατασκευασμένα σκάνδαλα για να διατηρεί την εικόνα του στον αφρό. Καταργεί αντιρατσιστικούς νόμους και συνταυτίζεται με τον γηπεδικό φασισμό. Υποστηρίζει ανοιχτά συνωμοσιολογικές θεωρίες όπως αυτή του «αντιεμβολιαστικού κινήματος» που ήδη έχει πολλαπλασιάσει τους θανάτους κυρίως παιδιών σε όλη την Ευρώπη. Απειλεί, κατά το πρότυπο Ερντογάν, όποιον εκφράζεται υπέρ αντισυστημικών ενεργειών στο Ιντερνέτ. Προαναγγέλλει μαζική ρατσιστική καταγραφή των Ρομά και άλλων μειονοτήτων στην Ιταλία. Επαναφέρει τις κατασταλτικές στοχεύσεις του Ιταλικού κράτους τις δεκαετίας του 70 αρχίζοντας κυνήγι μαγισσών σε όλο τον κόσμο για καταζητούμενους από το μαζικό κίνημα εκείνης της δεκαετίας. Χαρακτηριστικό παράδειγμα η απαγωγή στην Βολιβία του αγωνιστή Τσέζαρε Μπατίστι που επι 26 χρόνια ζούσε με πολιτικό άσυλο στην Βραζιλία κατόπιν συνεννόησης του με τον νεοκλεγέντα φασίστα πρόεδρο της Βραζιλίας Μπολσονάρο (αλλά και με τον αριστερό αστέρα Εβο Μοράλες της Βολιβίας).

Το τελευταίο του κατόρθωμα είναι η άσκηση διώξεων για πολυετείς φυλακίσεις σε αγωνιστές που πολέμησαν στην Συρία στο πλευρό των κούρδων ενάντια στο Ισλαμικό κράτος. Αντιφατικό θα έλεγε κανείς αν πάρει σοβαρά την αντι-ισλαμική ρητορική των φασιστών, την αντικατάσταση των εβραίων με τους μουσουλμάνους στην θέση του μεγάλου παγκόσμιου φόβου. Κι όμως. Όποιος καταλαβαίνει τον φασισμό γνωρίζει πως όλο αυτό είναι μια επίφαση. Ο εξωτερικός εχθρός δαιμονοποιείται για να κατασταλεί ο εσωτερικός. Πολύ περισσότερα χωρίζουν τον κάθε Σαλβίνι με τους επαναστάτες που από όλο τον κόσμο πήγαν στην Συρία να ρισκάρουν την ζωή τους στο όνομα του διεθνισμού και της ελευθερίας, από ότι τον χωρίζουν με το φονταμενταλιστικό σκοτάδι του κάθε Ισλαμικού κράτους. Φασίστες και Τζιχαντιστές μοιράζονται πολλά κοινά και λίγες διαφορές. Τελικά οι εχθροί τους είναι κοινοί.

Είμαστε κι εμείς μέρος αυτών των εχθρών τους. Κάθε σκεπτόμενος άνθρωπος, καθένας και καθεμιά που αγαπάει την ελευθερία και την ισότητα είναι εχθρός τους όπου κι αν βρίσκεται στον κόσμο. Η σύγχρονη ακροδεξιά διαθέτει πλέον μια δύναμη που της την δίνει η αστικοδημοκρατική ανάθεση και η διάχυτη κοινωνική αγωνιστική αποστράτευση. Η απάντηση σε αυτή δεν μπορεί να δοθε ίαπό την μήτρα που τους γεννάει. Δεν δίνεται στις εκλογές, δεν δίνεται στο κοινοβούλιο, δεν δίνεται στα τηλεοπτικά πάνελ. Δίνεται στο πεζοδρόμιο, δίνεται με την επαναστατική οργάνωση, στον πολιτικό αγώνα, τους χώρους δουλειάς, τις γειτονιές, τους χώρους εκπαίδευσης, τα γήπεδα, τους στρατώνες, παντού. Δίνεται με την αδιάκοπη πολεμική με τον λόγο και τις αποφασιστικές πράξεις που ναι, διαταράσσουν την κοινωνική ειρήνη, την ειρήνη του επεκτεινόμενου ακροδεξιού νεκροταφείου.

Ακόμα και οι πιο πιστοί δημοκράτες πρέπει να αναρωτηθούν: θα αρκεστούν σε αυτά που ήδη έχουν οι φασίστες; Θα αφήσουν την εξουσία όσο χαλαρά την πήραν; Θα αφήσουν το αστικοδημοκρατικό πεδίο ως έχει ή θα το νοθεύσουν προς όφελός τους; Τι θα γίνει όταν από την κορυφή αρχίσουν να κινητοποιούν, με τα μέσα που τους δίνει το κράτος τα πιο αντιδραστικά κομμάτια της βάσης; Τι θα γίνει δηλαδή όταν το ρούχο της αστικής νομιμότητας αρχίσει να τους στενεύει; Ο δημοκράτες θα βρεθούν ενώπιον των αυταπατών τους και θα χρειαστεί να κάνουν δύσκολες επιλογές.

Εμείς πάλι που δεν είμαστε δημοκράτες αλλά αναρχικοί αυτές τις επιλογές τις έχουμε κάνει από καιρό. Στεκόμαστε στο πλευρό των αγωνιζόμενων σε όλα τα μήκη και πλάτη της γης, από το Κουρδιστάν ως το Μεξικό, από την Ουκρανία έως την Χιλή. Στεκόμαστε αλληλέγγυοι-ες στον αγώνα 302 κούρδων απεργών πείνας –με την υγεία πολλών από αυτών σε οριακή κατάσταση – για την άρση του ειδικού καθεστώτος απομόνωσης του Αμπντουλάχ Οτσαλάν.

Χτυπάμε τον φασισμό χωρίς τις αυταπάτες της αστικής νομιμότητας ακόμα και στο συμβολικό επίπεδο. Είμαστε εδώ όχι μόνο για να σταματήσουμε αυτό το ακροδεξιό γέννημα αλλά για βάλουμε το χέρι μας ώστε οι κοινωνικές βάσεις να ξεπαστρέψουν μια ώρα αρχίτερα την σκύλα που το γεννάει: το κράτος και το κεφάλαιο.

ΝΑ ΠΑΨΟΥΝ ΟΙ ΔΙΩΞΕΙΣ ΤΩΝ ΙΤΑΛΩΝ ΣΥΝΤΡΟΦΩΝ ΠΟΥ ΜΑΧΟΝΤΑΙ ΣΤΗ ΣΥΡΙΑ ΕΝΑΝΤΙΑ ΣΤΟ ΙΣΛΑΜΙΚΟ ΚΡΑΤΟΣ

ΑΛΛΗΛΕΓΓΥΗ ΣΤΟΥΣ ΚΟΥΡΔΟΥΣ ΑΠΕΡΓΟΥΣ ΠΕΙΝΑΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΡΣΗ ΤΗΣ ΑΠΟΜΟΝΩΣΗΣ ΤΟΥ ΟΤΣΑΛΑΝ

Αναρχική συλλογικότητα Ρουβίκωνας

 

 

https://athens.indymedia.org/post/1595320/