ανατρεπτική τέχνη, arte ribelle

Πρώτη γραμμή – Prima linea

Il 27 settembre στις 27 σεπτεμβρίου θα έρθει στα βιβλιοπωλεία Prima Linea. L’altra lotta armata (1974-1981) Vol. I, Πρώτη Γραμμή. Η άλλη ένοπλη πάλη  1ος Τόμος– ένα πυκνό και σε βάθος ερευνητικό έργο του νεαρού ιστορικού Andrea Tanturli.

Η ιστορία μιας από τις σημαντικότερες ομάδες του ένοπλου αγώνα στην Ιταλία στη δεκαετία του ’70 επιτέλους αναλύεται με τα εργαλεία της ιστοριογραφίας και όχι όπως μέχρι σήμερα συνέβη με εκείνα τα μειωτικά των απομνημονευμάτων ή του δημοσιογραφικού χρονικού.

Prima linea

Η άλλη ένοπλη πάλη, L’altra lotta armata (1974-1981) Vol I Τόμος 1

Andrea Tanturli
€25,00

Στο γεμάτο πανόραμα της επαναστατικής αριστεράς της δεκαετίας του ’70, η οργάνωση Prima Linea αντιπροσωπεύει ένα από τα λιγότερο γνωστά και πιο παρεξηγημένα κεφάλαια της ιστορίας του ένοπλου αγώνα στην Ιταλία. Είναι λίγα χρόνια, ξεκινώντας από το 1974 (όταν δημιουργούνται οι πρώτες ιδρυτικές διαδικασίες) έως το 1981 (το έτος εγκατάλειψης της ένοπλης πάλης), που σηματοδοτούν τη γέννηση, την άνοδο και το ναυάγιο ενός πολιτικού σχεδίου με στόχο το ρίζωμα του ένοπλου αγώνα στο σώμα των ακραίων αριστερών κινημάτων. Η προσπάθεια να ασκηθεί ένα εναλλακτικό οργανωτικό και ιδεολογικό μοντέλο από εκείνο της περίπτωσης των ερυθρών Ταξιαρχιών είναι συνυφασμένη με την πολυπλοκότητα του Κινήματος του ’77, συγκρούεται με μια ολοένα και πιο αποτελεσματική καταστολή του Κράτους και ναυαγεί μπροστά στις επιπλοκές μιας αυξανόμενης παρανομίας και ενός αυξανόμενου μιλιταρισμού. Το βιβλίο είναι η πρώτη απολύτως ιστορική ανακατασκευή των περιπετειών της Prima linea, μέσω της χρήσης μιας πληθώρας συχνά αδημοσίευτων πηγών, ένα σύστημα ανάλυσης που ξεφεύγει από την ξηρότητα του reducismo και της ηθικής καταδίκης. Ένα θεμελιώδες έργο για να κατανοήσουμε τα μονοπάτια που οδήγησαν χιλιάδες νέους να νυμφευθούν μια αμετακίνητη σύγκρουση απέναντι στους οικονομικούς και πολιτικούς θεσμούς της χώρας μας.

 

L’altra lotta armata (1974-1981) Ο άλλος ένοπλος αγώνας

Prima linea

«πέρα από τις ερυθρές Ταξιαρχίες – oltre le Brigate rosse:
η άλλη ένοπλη πάλη – l’altra lotta armata»
€25,00
 Λίστα των επιθυμιών

Μετά τις επιτυχημένες κόκκινες Ταξιαρχίες. Από τα εργοστάσια έως την εκστρατεία της άνοιξης, ο εκδοτικός οίκος DeriveApprodi δημοσιεύει ένα άλλο θεμελιώδες ιστοριογραφικό έργο για τα γεγονότα του ένοπλου αγώνα στην Ιταλία κατά τη δεκαετία του ’70. Nell’affollato panorama della sinistra rivoluzionaria di quel periodo, l’organizzazione Prima linea rappresenta uno dei capitoli meno conosciuti e più fraintesi, seppure la sua importanza quantitativa e qualitativa sia seconda alle sole Brigate rosse. Sono pochi anni, a partire dal 1974 (quando si originano i primi processi fondativi) fino al 1981 (anno dell’abbandono della sigla), a scandire la nascita, l’ascesa e il naufragio di un progetto politico volto a radicare la lotta armata nel corpo dei movimenti di estrema sinistra. Il tentativo di praticare un modello organizzativo e ideologico alternativo a quello delle Brigate rosse si intreccia con la complessità del Movimento del ’77, si scontra con una repressione dello Stato sempre più efficace e naufraga di fronte alle complicazioni di una clandestinità crescente e di un crescente militarismo. Il libro è la prima ricostruzione compiutamente storica delle vicende di Prima linea, attraverso l’uso di una pluralità di fonti spesso inedite, un impianto di analisi che sfugge dalle secche del reducismo e della condanna morale. Un libro fondamentale per comprendere i percorsi che portarono migliaia di giovani a sposare un conflitto irriducibile nei confronti delle istituzioni economiche e politiche del nostro paese.

ISBN: 978-88-6548-241-4
PAGINE: 512
ANNO: 2018
COLLANA: I libri di DeriveApprodi
TEMA: Anni SettantaViolenza rivoluzionaria
Σχετική εικόνα
AUTORE Συγγραφέας

ANDREA TANTURLI

είναι ιστορικός και εργάζεται στο Κρατικό Αρχείο της Φλωρεντίας –  l’Archivio di Stato di Firenze. Στις σπουδές του ασχολήθηκε κυρίως με τα κοινωνικά κινήματα και την πολιτική βία στην Ιταλία κατά τη δεκαετία του ’70.
τα βιβλία του μιχάλη, i libri di michele

ΩΩα. χόρεψες πάνω στο φτερό του καρχαρία – 19

Φτάνοντας λοιπόν στο τέλος του ταξιδιού μας θα ήθελα πρώτα να ευχαριστήσω όλους εσάς που μου κρατήσατε τόσο όμορφη παρέα. Να ευχαριστήσω αυτούς που βοήθησαν να φτάσω στο σήμερα, αυτούς όλους που με ανέχτηκαν και φυσικά όλους αυτούς τους πολλούς που έβαλαν ένα λιθαράκι στη διαμόρφωση του Μιχάλη. Και δεν θα μπορούσα παρά να κλείσω με μουσική, Γιατί διάλεξα το Μανιφέστο, άγνωστο. Σίγουρα κάτι θα σημαίνει, ας αφήσουμε τον καθένα να ψυχανεμίζεται αυτό που του βγαίνει μιας κι εγώ αδυνατώ. Από τα Μωρά στη Φωτιά λοιπόν και το μακρινό ‘87 :
»Γεννιόμαστε σαν λύκοι και πεθαίνουμε σαν τα σκυλιά
κι η ζωή είναι εφιάλτης, σταματάει μόνο όταν ξυπνάς
έχω δει οργή, και πόνο και αμαρτία
μα μπορείς ν’ ανακαλύψεις μόνος σου τον κόσμο.
ταξιδεύουμε για νέα εποχή
και θα ψάχνουμε για πάντα
κάτι που δεν βρίσκεται ποτέ
Μανιφέστο.
Γεννιέσαι μεγαλώνεις και μετά πεθαίνεις
και μοιάζει να’ ναι αδύνατο μα εγώ πιστεύω
παρόλα αυτά που ξέρω κάτι μας ενώνει
οι λύκοι που γλιτώσανε το κυνήγι
και κατεβαίνουνε στην πόλη λυσσασμένοι.
στείλτε αυτό το μήνυμα στο δύο χιλιάδες
μη φοβάστε για ότι θα ‘ρθει
χόρεψε και κοίτα ίσια μπροστά.
Μανιφέστο».

Αυτό λοιπόν ήταν το ημερολόγιο καταστρώματος,στο ταξίδι της ζωής. Φυσικό ήταν να μιλήσουμε και για αυτούς που συντρόφευσαν αυτά τα πανέμορφα και γεμάτα χρόνια. Θέλω να μνημονεύσω και κάποιους ακόμη που μου διέφυγαν, που ήταν εκεί κοντά με τον ένα ή άλλο τρόπο. Και όσους ή όσες ξεχάσω να με συγχωρέσουν. Είναι λοιπόν ο Δημήτρης με τη Δέσποινα και η Άννα με τον Βαγγέλη που μαζί με τα άλλα παιδιά ήταν δίπλα μου όλα τα φοβερά χρόνια της παραλίας και με βοήθησαν αφάνταστα. Φυσικά ο Γιάννης ο Μανιός με την Τασούλα, την αδελφή του, και τ’ αδέλφια Βασάκηδες, [για τον Άκη μιλήσαμε και νωρίτερα, η Εφη, το ‘άγαλμα’, μαζί με τ’ άλλα κορίτσια ομόρφαιναν την αμμουδιά].Ο Μίκης και η Μαρία, ο Σάκης ο Κελέκης και ο Σάκης ο Μανάφης, η Καίτη, ο Ντίνος ο ‘εύσωμος’ και ο Παναγιώτης ο Βαλάσης.Ο Ηλίας και ο Νίκος ο Αφεντάκης. Ο Νίκος Καρυάτης και ο Γιάννης ο Μουράτης. Ο Νίκος ο ΄καπάκης’. Ο Χρήστος ο Μπεκρής, ο Στράτος και ο Γιώργος Καμπουρίδης. Δημήτρης Παπαθεοδώρου και τα αδέλφια Κανλή από Θεσσαλονίκη. Ο Γιώργος ο Αμερικάνος που ήρθε ένα καλοκαίρι για διακοπές τον ιούλιο, ενθουσιάστηκε, και γύρισε πίσω στην Νέα Υόρκη μετά τα Χριστούγεννα ! Ο Στέφαν ο ‘Ούγγρος’ και ο Μένιος ο Κούνδουρος με τη Ρενάτε, [με την ευκαιρία, ας θυμηθούμε εκείνη την ανεπανάληπτη μέρα,την απίστευτη φάση, όταν μετά τη διαφωνία μας με τον ιδιοκτήτη του χώρου στο Ξενοδοχείο Αιγαίο,όπου έχουμε ‘στρατοπεδεύσει,’ χρειάστηκε να μεταφερθεί ένα ολόκληρο μαγαζί από τους θαμώνες του, μέρα μεσημέρι, στα χέρια και στις πλάτες, περπατώντας στην αμμουδιά της Ηρακλίτσας, ακόμη και με θαλάσσια ποδήλατα και με κανό ! Έτσι λοιπόν, το είδαμε και αυτό!]. Ο Χρήστος ο Βούρος, ο Αργύρης ο Νίκος Δεληκάρης και ο Τάσος Κελαϊδίτης, που μαζί με τον Μανώλη έδωσαν πολλά ’χέρια’ όταν τους χρειάστηκα. [Με την ευκαιρία να πω πως με όλα τα αδέρφια Κελαϊδίτηδες, αρσενικά και θηλυκά η σχέση μου ήταν από τις καλύτερες]. Η Ελένη η Δαίδου στη Θεσσαλονίκη στάθηκε δίπλα μου βράχος, ο Δημήτρης Θεοδωρίδης, ο Γιώργος όπως και κάποια άλλα παιδιά που για ανεξήγητο λόγο ξεχνώ τα ονόματά τους]. Και δεν θα μπορούσα φυσικά να ξεχάσω και τους αγαπητούς μου καλλιτέχνες, τον Κώστα με την Ειρήνη και τον φίλτατο μου Θέμη και την Τασούλα. Και φυσικά σταθερή αξία όλα αυτά τα χρόνια ο Δημήτρης ο Μεσσήνης από τη Δράμα, για κάποια χρόνια συμφοιτητής μου όπως ο άλλος ο Δημήτρης ο Μητσήνης με τη Δόμνα που γνωριζόμαστε από παιδιά, τη Θώμη τη Νικολή επίσης και την Έλσα νωρίτερα, της οποίας όπως και τόσων άλλων το επίθετο ξεχνώ, [Νικολάου είναι, το θυμήθηκα]. Και Αλέκος Μοσχοβέλης, η Μαρία, η Νίτσα η Βραχνίδου. Φάγαμε ψωμί κι αλάτι από μικροί όπως και με τα αδέλφια Παπάζογλου, τη Ντόνα και τον Γιάννη. Την Έλπη Νοταρά. Τη Μαριάννα τη Μαυρίδου. Τον Σταμάτη τον δικηγόρο, που αυτός πραγματικά έχει νησί και μου θυμίζει για την »αιώνια διαμάχη ανάμεσα στην ύλη και το πνεύμα» που κινεί την ζωή των ανθρώπων. Τον Θεόφιλο και τους Καριάτηδες.

Την Αλέκα, την Χριστίνα και τον Σάββα τον ‘περιπατητή’. Τη Μπουμπού Κορακιανίτη, την Ντόνα και τον Γιάννη τον αδελφό της, τον Βασίλη τον Παγώνη και τη Δήμητρα την Χατζηϊωάννου. Ακόμη πιο πίσω η Δανάη η Κατσιγιάννη και φυσικά η Δάφνη η Αστεριάδου. Χρόνια γεμάτα εικόνες και αρώματα όπως και αργότερα με Ίνα και Αγοραστό και Πάνο, Γιώργο Νεοφώτιστο [‘Καρέκα’] και Ευανθία από την Ανδριανή. Ο Πέτρος ο Μόδης, ο Σωτήρης Αλεξανδρίδης και οι αδελφοί Καλεάδη που με συντρόφευσαν σε διαφορετικές περιόδους της ζωής μας. Και μία μνεία στον Μιχάλη τον Αλτικουλάκη που πέρασε μεγάλο ζόρι,άντεξε και επανέρχεται. Σιδερένιος. Να χαιρετίσω τον Σάββα που ‘έφυγε’ κι αυτός.

Και να πω με την ευκαιρία πως με τον Πρόδρομο μαζί κάναμε ένα πήδημα και μας έμαθαν να σκαρφαλώνουμε στον τοίχο ο Γιώτης ο Χατζησάββας, ο Κώστας ο Σπέκ με τον Θανάση τον Χτενά που τους πολύ ευχαριστούμε!

Πριν αποχωριστούμε θέλω μονάχα να σας μεταφέρω λίγα λόγια του Ζίγκμουντ Μπάουμαν, καθηγητού κοινωνιολογίας, σημαντικότατου μελετητή της σύγχρονης κοινωνίας, λόγια με τα οποία κλείνει συνέντευξη στην ιταλική επιθεώρηση ‘Vita e Pensiero’ :

‘Ας ανοίξουν τα φτερά της πεταλούδας’
‘Νομίζω ότι αν ο 20ος αιώνας υπήρξε η εποχή κατά την οποία οι άνθρωποι αναρωτιούνταν ‘τι’ πρέπει να κάνουν, ο 21ος αιώνας θα είναι όλο και περισσότερο η εποχή κατά την οποία οι άνθρωποι θα θέτουν το ερώτημα για το ‘ποιος θα κάνει αυτό που πρέπει να γίνει. …’

‘τα προβλήματά μας είναι αληθινά παγκόσμια, αλλά διαθέτουμε μόνον τα τοπικά μέσα για να τα αντιμετωπίσουμε. Και αυτά τα μέσα είναι εντελώς ανεπαρκή γι αυτό το καθήκον. Γι αυτό το ερώτημα που υποδεικνύω θα είναι πιθανότατα ζήτημα ζωής ή θανάτου για τον 21ο αιώνα : ποιος θα αναλάβει αυτό το καθήκον; Αυτό θα είναι το ερώτημα. Δεν έχω την απάντηση σε αυτό το ερώτημα.
Μπορώ μόνο να προτείνω μερικά λόγια ενθάρρυνσης. Είναι αρκετά γνωστός ο Εντουαρντ Λόρεντς, με την τρομερή ανακάλυψή του ότι ακόμα και τα πιο μικρά και ασήμαντα γεγονότα θα μπορούσαν να εξελιχθούν σε πελώριες και συγκλονιστικές καταστροφές. Η ανακάλυψη του Λόρεντς είναι γνωστή με την αλληγορία μιας πεταλούδας στο Πεκίνο, η οποία κουνούσε τα φτερά της και άλλαζε τη διαδρομή των κυκλώνων στον Κόλπο του Μεξικού έξι μήνες αργότερα. Αυτή η ιδέα έγινε δεκτή με τρόμο, επειδή ανέτρεπε την πεποίθησή μας ότι μπορούμε να έχουμε πλήρη γνώση αυτών που θα συμβούν στο εγγύς μέλλον.Ανέτρεπε την πεποίθησή μας ότι μπορούμε να γνωρίζουμε ,να προβλέπουμε, ακόμα και να δημιουργούμε αν χρειαστεί, με την τεχνολογία μας, τον κόσμο. Θυμίζω ότι σε αυτή την ανακάλυψη του Λόρεντς υπήρχε και ένα αμυδρό φως ελπίδας και είναι πολύ σημαντικό. Ας σκεφτούμε τι μπορεί να κάνει μια πεταλούδα : πάρα πολλά πράγματα. Ας μη παραγνωρίζουμε τα μικρά κινήματα, τις μειοψηφικές πρωτοβουλίες, τις τοπικές και περιθωριακές εξελίξεις..

Η φαντασία μας προχωράει μακριά, πέρα από την ικανότητά μας να κάνουμε και να καταστρέφουμε πράγματα. Στην ανθρώπινη ιστορία μας έχουμε έναν σημαντικό αριθμό θαρραλέων ανθρώπων οι οποίοι, σαν τις πεταλούδες, άλλαξαν την ιστορία με τρόπο ριζικό και θετικό. Η μοναδική συμβουλή που μπορώ επομένως να δώσω είναι : Ας κοιτάξουμε τις πεταλούδες, έχουν διάφορα χρώματα, είναι ευτυχώς πάρα πολλές. Ας τις βοηθήσουμε να τινάξουν τα φτερά τους’.

παράδεισος

Και αφού είναι τόσο δύσκολο να απομακρυνθώ, ύστερα από τόσο καιρό παρέα, ας ακούσουμε ένα ακόμα τραγούδι. Αυτή τη φορά από τον Παύλο τον Σιδηρόπουλο και το μακρινό 1987, σε μουσική Γιάννη Μαρκόπουλου. Τους στοίχους έγραψαν, το πρώτο μέρος ο Μήτσος Κασόλας. Το δεύτερο είναι
αποσπάσματα από το ποίημα του Δημήτρη Βάρου ‘Θηρασία’’. Ας το ευχαριστηθούμε αποχαιρετούμενοι οριστικά !

»Κι εκείνος που σωπαίνει θα χαθεί.
Διώξτε ,λιώστε,πατήστε τις λέξεις,
Μάνα,πατέρα,αδελφός ,αδελφή, σύντροφος,φίλος,τιμή,μουσική ,
Το μανιτάρι θα ‘ρθει,η διαταγή να πεθάνει η γη.
Μόνο ένα παγωμένο αγέρι ξαγρυπνά στους δρόμους, προσμένοντας καρτερικά την ήλιο.
Ως και τα ελεγεία ξεχάσαμε που τραγουδούσαν τα τσακάλια.
Μείνε σε παρακαλώ ξάγρυπνη για λίγο ακόμα ,
Με τον όμορφο παλμό στα στήθια σου που μεταγγίζει κουράγιο στο κορμί μου .
Πάω να φτιάξω άλλον ένα καφέ .
Μείνε λίγο ξάγρυπνη ακόμα κρατώντας τούτη τη γραμμή ανοιχτή .
Τη γραμμή που χτίζει κάστρα γύρω απ’ τα όνειρά μου.
Τη γραμμή που ρίχνει σωσίβια κάθε που ναυαγώ στο φόβο .
Κράτα τη γραμμή ανοιχτή !
Το αίμα θα ξαναγίνει κρασί στη Κανά σου λέω !
Θ’ ακούσουμε ξανά τραγούδια στη θάλασσα σου λέω !
Θ’ ακούσουμε ξανά παιδιάστικα γέλια σου λέω !
Θα πιούμε ξανά από ανοιξιάτικο ρυάκι σου λέω !
Θα κάνουμε ξανά έρωτα στα χωράφια !
Κράτα μόνο τη γραμμή ανοιχτή !
Κράτα τη γραμμή ανοιχτή !
Κράτα, κράτα, κράτα».

  • Μιας και σας έχω συνηθίσει στα διαλείμματα, πριν κλείσω την σελίδα θα κάνω ένα ακόμη εδώ, μου ήρθε στο μυαλό ένα περιστατικό για το οποίο ίσως σας έχω μιλήσει και άλλη φορά, όμως εδώ θα αναφερθούμε σε κάποιες λεπτομέρειες σίγουρα άγνωστες που αξίζει τον κόπο να σημειώσουμε, έχουν μεγάλο ενδιαφέρον, στα δικά μου μάτια τουλάχιστον. Ακούστε λοιπόν.

Ο φίλος μου ο Γιάννης ο Καραβάς που αγαπούσε πολύ την ιστιοπλοία, με τα πρώτα του χρήματα σαν οδοντογιατρός, στις αρχές των χρόνων ογδόντα αγοράζει το πρώτο του σκάφος, άσπρο γαλάζιο εξίμισι μέτρων, από τον Πειραιά. Το ανέβασε στην πόλη μας σε τρία Παρασκευοσαββατοκύριακα με την κοπέλα του και έναν ακόμη φίλο, μόνη τους προηγούμενη εμπειρία η ενασχόληση τους με την ιστιοπλοία ολυμπιακού τριγώνου, για όσους γνωρίζουν το άθλημα. Βοήθησα κι εγώ στην δεύτερη προσπάθεια, από το λιμάνι της Ερέτριας μέχρι τον Πτελεό του Βόλου, στην Μαγνησία, έχοντας γνώσεις μιας και είχα την σχολή wind surfing στην παραλία της Νέας Ηρακλίτσας στον κόλπο της Καβάλας.

Μπαρκάρουμε λοιπόν απ’ το λιμάνι της Ερέτριας όπου φθάσαμε με το λεωφορείο από την Λάρισα,  εκεί είχαμε αφήσει το αυτοκίνητο του Γιάννη, ένα citroen dcv αν θυμούμαι καλά, περνούμε το άλλο πρωί απ’ τα στενά του Ευρίπου – στην Χαλκίδα αναγκαστήκαμε να κατεβάσουμε το ιστίο διότι εάν περιμέναμε να ανοίξουν την γέφυρα θα αργούσαμε πολύ – και μιας και θα διανυκτερεύσουμε κάπου στην περιοχή της Εύβοιας, μας έχει πιάσει η νύχτα κοντά στην περιοχή της Αιδηψού, παρουσιαζόμαστε στο Λιμεναρχείο του χωριού για να τους δείξουμε τα χαρτιά μας, να πάρουμε το ok και να αγοράσουμε τις απαραίτητες προμήθειες. Μα έλα που έλειπαν από τον φάκελλο κάποια απαραίτητα ντοκουμέντα, περνούν τον Γιάννη για κλέφτη της βάρκας και μας ετοιμάζουν για το μπουντρούμι!

Τώρα;

Μου έρχεται η φαεινή ιδέα. Τους διηγούμαι λοιπόν την ιστορία μου και τους παρακαλώ να τηλεφωνήσουν στους συναδέλφους τους στην Καβάλα ζητώντας πληροφορίες για το άτομο μου, λέγοντας τους πως είναι αδύνατον ένας άνθρωπος που κάθε χρόνο ανανεώνει την άδεια εκτέλεσης πλόων να κάνει παρέα με κλέφτες σκαφών, πως βεβαιώνω ότι μόλις επιστρέψουμε στην βάση μας ο Γιάννης που είναι ένας εξαίρετος ιατρός αμέσως με φαξ θα τους στείλει τα χαρτιά που λείπουν, και μπλα μπλα, κλπ, ελπίζοντας πως ο συνάδελφος βάρδιας στο λιμεναρχείο στην πόλη μας θα είναι κάποιος γνωστός, μικρή η πόλη,

τέλος πάντων, με τα πολλά τους πείθουμε, και καλούν, και απαντούν από την άλλη γραμμή, και πάνε όλα καλά, και σύντομα μας αφήνουν!

Λίγο πιο πέρα απ’ όπου σταματήσαμε είναι το club med της Εύβοιας, ρίξαμε άγκυρα στα ανοικτά, στα εκατό μέτρα, και κοιμηθήκαμε υπό τους ήχους της μουσικής που έπαιζαν τη νύχτα στο κλαμπ.

Με το πρώτο φως του ήλιου είχαμε κιόλας ξεκινήσει το τελευταίο στάδιο του ταξιδιού, έξω από την Γλύφα παραλίγο να μας τσακίσει ένα παπόρο που μας αρνήθηκε την προτεραιότητα που δικαιούμασταν και μας ανάγκασε σε μανούβρες και χειρισμούς εκτάκτου ανάγκης την τελευταία κυριολεκτικά στιγμή για να γλιτώσουμε τον βέβαιο πνιγμό!

Νωρίς το απόγευμα βρισκόμασταν στον προορισμό μας και με την δύση του ηλίου είχαμε ήδη ετοιμάσει το σκάφος για το επόμενο ταξίδι του. Θα περίμενε μια βδομάδα στην Φτελιά το πλήρωμα που θα το ανέβαζε στην Μακεδονία στη συνέχεια. Εμείς ξεκινούσαμε χαρούμενοι για την Λάρισα όπου μας περίμενε το αυτοκίνητο του Γιάννη για να επιστρέψουμε χαράματα στη βάση μας. Αξέχαστο ταξίδι γιατί η χημεία που μας έδεσε απίστευτη.

Κάτι άλλο που με εντυπωσίασε θέλω ακόμη να σας πω. Έτσι όπως ανεβαίναμε τα στενά, δεξιά μας η Εύβοια, αριστερά μας η Στερεά, ένα βουνό τεράστιο χώνονταν στη θάλασσα απότομο στο δεξί μας χέρι, γκρεμός ατέλειωτος όλος κατήφορος τρομακτικός έχασκε κάτω στα νερά και χάνονταν πάνω απ’ τα κεφάλια μας μες τα σύννεφα ψηλά στον ουρανό, δεν θυμάμαι τ’ όνομα του, χρόνια πολλά περάσαν, ήταν στα νότια του νησιού ήταν στη μέση ή στα βόρεια ποιος ξέρει, μου διαφεύγει, θέαμα φοβερό πάντως δεν το ξεχνώ ποτές!

Έκανα και άλλα ταξίδια με αυτό το παλικάρι στη συνέχεια, Θάσο, Καβάλα, Ηρακλίτσα, έμαθα πολλά κοντά του, εξαιρετικός χαρακτήρας, ήρεμο παιδί, άξιος, αξέχαστος

  • Πολλά και πολλούς ξέχασα. Μου ‘ρχονται διαρκώς πρόσωπα και φάσεις στο μυαλό. Μου ζεσταίνουν την ψυχή. Ο Σάββας και η Λίσα, ο Γιώργος ο Στεφανίδης και ο Τάσος ο ‘Παραγωγικότητας’. Ο Γιάννης ο Μουράτης και ο Παναγιώτης ο ‘μπλάκ’ με την Φωτεινή. Ο Κώστας ο Ανδριανάκης, ο Ρούλης,που ‘μας άφησε’, και ο φιλάρας ο Αρτούρο. Οι διάφοροι Ανανιάδηδες και οι Σαμερκαίοι, οι Παπαφιλίππου και οι Μαυρίδηδες. Ο,σαν άλλος πατέρας, Δημήτρης Χελιδονίδης, για τους πολλούς ‘Τοτός’. Η Λουίζα, η Σίσσυ και όλες οι Κατερίνες των φίλων μου. Η Μαίρη η Μαργαρίτη, ο Μιχάλης Σοφιανός και οι δικοί του, ο Θόδωρος ο Χαραλαμπίδης. Οι Σταθώρηδες και ο Λάμπης, ο Δημήτρης Σοφιανός.
    Ναι, η ζωή σαν ημερολόγιο.

Πως να ξεχάσω τις τόσες φορές που κατέληξα για ράμματα, γύψους ή με διάσειση στα Νοσοκομεία. Με ποδήλατο, στην ‘τρελή’ κατηφόρα στην ταβέρνα,στο τέλος του Παλιού, να προσγειώνομαι ανάμεσα στα τραπέζια των θαμώνων μετά από απίστευτη πτήση; Στα χρόνια του γυμνασίου. Κατάγματα στον ένα αγκώνα και στον άλλο καρπό.
Τράκο στην Φλωρεντία με το πεντακοσαράκι της φίλης μου. Ξύπνησα την ώρα που μου έκαναν τα ράμματα στο Νοσοκομείο.
Πέσιμο σε στροφή με μηχανάκι,πάλι στη Φλωρεντία. Συνήλθα με διάσειση στο Νοσοκομείο. Οι γιατροί απαγόρευσαν να δεχτώ ‘καρπαζιά’ για τουλάχιστον εξάμηνο!
Τράκο με μηχανή στον Άγιο Σίλλα. Εδώ την γλίτωσα με μώλωπες και ξάπλα δύο ημερών.
Τράκο με μηχανή μέσα στο ‘Εστέλλα’. Πάλι πρηξίματα και ξάπλα, μια μέρα γιατί η δουλειά ‘έτρεχε’. Με περιέθαλψε Γερμανίδα νοσοκόμα-τουρίστρια.

Και που κόλλησα ανεμοβλογιά από την Μαριλένα κοντά στα σαράντα μου, τι σας λέει; Κόντεψα να τρελαθώ δυο μέρες. Ήταν ανυπόφορο. Πρέπει να συνέβη μόλις έχω επιστρέψει από Γερμανία.

Δυο λόγια τώρα για τις φωτογραφίες που παρέδωσα στον εκδότη.
Στη μία διασχίζω τη Βενιζέλου,με την Τενερέ, στο ύψος του Δημαρχείου, στον Κήπο. Είναι γύρω στο ‘88, τότε που είχαμε το ‘Πικ Νικ’ με τον Ηρακλή και τον Γιάννη. Θυμάμαι πως κατέβηκα στην συναυλία της Διεθνούς Αμνηστίας στην Αθήνα καβάλα της. Τότε που κερδίσαμε το Ευρωμπάσκετ,με ήρωά μου τον ανεπανάληπτο Αργύρη Καμπούρη, [η Ελλάδα ολόκληρη ένιωσε αστέρι τον Νικ, για ευνόητους λόγους εγώ ‘κράτησα’ στην καρδιά μου τον οικοδόμο του Θρύλου!]
Την επόμενη χρονιά συνεργάζομαι στο ‘Απαραίτητο’ με τον Σάββα τον Σιμιτσή, απ’ όπου και η φωτογραφία μαζί με τον Παναγιώτη τον ‘μπλακ’.

Σε άλλη φώτο,στο ‘32’, μαζί με τον Σάκη τον Ασβεστά, τον Μανώλη Κελαϊδίτη και τον στρατιωτικό και συναθλητή μου στη σχολή της Περάμου του Σωκράτη του Καραίτη, Δημήτρη Βασιλειάδη. Μαζί μας και ο Θανάσης ο Μακρής.
Σε άλλη στιγμή απονέμω βραβείο σε αθλητή αγώνων που διεξήχθησαν στη σχολή.
Η ‘μασκαρεμένη’ στιγμή αποθανατίζει μαζί μου σίγουρα τον Γιάννη το Μουράτη, μάλλον τον Σάκη, ξανά, τον Αρβανίτη,και ίσως τον Θωμά Γοργόνη. Τόσα χρόνια μετά, είναι τραβηγμένη στο ‘Νησί’ της Κομνηνών, στα μέσα του ‘80, οι θύμησες αραιώνουν. Μας ‘περιποιήθηκε’,μακιγιάροντάς μας η Γιολάντα στο σπίτι της, λίγο πιο πάνω από το μπαράκι, η μαμά της Ίνας, ζούσαν εκείνο το διάστημα στην Καβάλα. Αν θυμάμαι καλά πρέπει να εμφανίζεται και ο Κουτσογιαννάκης.
Τέλος στη φώτο στον Αγγίτη αναγνωρίζω, μαζί με τον Άκη τον Βασάκη, και τον φίλο και διευθυντή πωλήσεων στην εταιρεία εισαγωγής κλιματισμού, στην οποία δουλεύω στην Θεσσαλονίκη εκείνο το καιρό, τον Κώστα τον Δήμου. Στα χιόνια, στην Αστράκα είμαι με τον Θοδωρή τον Φιλλιπίδη, ‘λουκουμά’. Στις σκηνές, στο Εστέλλα ψήνουμε πάλι με τον Αρβανίτη και τον Γιώργο τον Γερούδη, ‘αραχτό’.

Και να μην ξεχάσω και την ταβέρνα του ‘Φίλιππα’, όπου περάσαμε αμέτρητα παρείστικα βράδια, και άλλα τόσα ίσως μεσημέρια κάτω από την υπέροχη κληματαριά, και όχι μόνο. Στα Ποταμούδια.

Όπως επίσης να σας αναφέρω για τα πολυαγαπημένα μου βιβλία που με συντρόφευσαν στα παιδικά μου χρόνια, την Ιλιάδα και την Οδύσσεια. Αθάνατος Όμηρος.Επίσης τα έργα της Πηνελόπης Δέλτα. Ήρωας μου διαχρονικός και πρότυπο ζωής ο αιώνιος Αχιλλέας, ο έρωτας για το κάλλος, τη γενναιότητα,τον ηρωϊσμό την ανδρεία και την φιλία. Το πάθος για την αθανασία. Η ανάγκη για την αθανασία. Η αγάπη του έρωτα και ο έρωτας της αγάπης στον Μιχαήλ του Βουλγαροκτόνου. Πρότυπο ζωής ο Αλέξανδρος στα τείχη της Κανταχάρ, στην έρημο Γεδρωσία. Το να αναλαμβάνεις τις ευθύνες για της πράξεις σου άνθρωπε! όποιες και αν είναι αυτές, ακόμη και οι αποτρόπαιες και οι αισχρές [καημένε Κλείτο!]. Να μη ξεχάσω και τον Κάρλος Καστανέντα.

Κάθε σχέση είναι μία αμφίδρομη κατάσταση που αφήνει τα σημάδια της σε όλους τους εμπλεκόμενους. Σε κάποιους εντονότερα. Ανάλογα με το χρόνο και την ένταση ή το βάθος που βιώθηκε. Γι αυτό και ένιωσα την ανάγκη και την υποχρέωση να αναφέρω όλους αυτούς τους ανθρώπους και τις περιστάσεις,με τους οποίους μοιράστηκα πράγματα, στιγμές, χρόνια, αγωνίες χαρές και στεναχώριες, προβληματισμούς, αλληλοϋποστήριξη, κλπ, κλπ…..

Να στείλω τα φιλιά μου και στους Guido, Gianni και Duilia, Rossana

υστερόγραφο:

‘όταν ρωτήθηκε γιατί οι πιο άξιοι άνθρωποι προτιμούν τον ένδοξο θάνατο από την άδοξη ζωή, απάντησε : επειδή το ένα είναι χαρακτηριστικό της φύσης, ενώ το άλλο το θεωρούν δικό τους’.
ΠΛΟΎΤΑΡΧΟΣ, Αποφθέγματα Λακωνικά, Λεωνίδας, 14.

‘την κακία μπορείς να την αποκτήσεις άφθονη και εύκολα, ο δρόμος είναι ομαλός και περνάει πολύ κοντά σου. Αλλά μπροστά στην αρετή οι αθάνατοι θεοί ιδρώτα έβαλαν, ο δρόμος προς αυτήν είναι μακρύς και ανηφορικός’.
ΗΣΊΟΔΟΣ.

‘επιτρεπόταν ακόμα σε άνδρα έντιμο, αν του άρεσε κάποια συνετή γυναίκα, μάνα ωραίων παιδιών, παντρεμένη με κάποιον άλλον, να πείσει τον άνδρα της και να συνευρεθεί μαζί της, ως να φυτεύει σε εύφορη γη, γεννώντας καλά παιδιά… Κι αυτά γίνονταν έτσι τότε με φυσικό τρόπο και κοινωνική συνείδηση…που η μοιχεία σε ‘κείνους ήταν κάτι το αδιανόητο’.
ΠΛΟΎΤΑΡΧΟς, Βίοι Παράλληλοι, Λυκούργος, 15.

Αυτά λοιπόν. Θα προσθέσω πως το παρόν λέγεται MUSE! Σας προτρέπω να τους ακούσετε αμέσως όσοι δεν τους γνωρίζετε.

Μιας και έγινε τόση κουβέντα για τον φόβο θα σας μεταφέρω ένα χρονογράφημα του Πέτρου Μανταίου από την Εφημερίδα των Συντακτών της 15ης Απριλίου του ’13. Σχόλιο φυσικά αχρείαστο, με άγγιξε αφάνταστα και είναι λογικό. Και προσωπικό :

Στους περίφημους Αφορισμούς, τα σωζόμενα γνωμικά, του Ηράκλειτου, είναι και το ‘Χρόνος παις πεσεύων. Παιδός εστί η βασιλίη’, ο χρόνος είναι ένα παιδί που παίζει ζάρια. Όμως αυτό το παιδί είναι ο βασιλιάς [του παιχνιδιού’]. Από τη χαραυγή κιόλας της φιλοσοφίας, οι έννοιες : έρωτας – χρόνος – θάνατος, ξεχωριστά η καθεμιά είτε στις μεταξύ τους συνάψεις, αλλά και ως αδιαίρετο σύνολο, απασχόλησαν, εκ θεμελίων την ανθρώπινη σκέψη, στην μεγάλη περιπέτεια να ερμηνεύσει τον κόσμο και τη θέση του ανθρώπου σ’ αυτόν.

Αυτά, εφόσον ο άνθρωπος στοχάζεται απερίσπαστος από προσωπικές οδύνες. Όταν δεν έχει ακόμα αγγίξει τον ίδιο είτε οικεία πρόσωπα σκιά θανάτου. Όταν όμως ‘μία νόσος με θανάσιμο σήμα χτυπά την πόρτα, ο χρόνος μοιάζει να παγώνει’ παρατηρεί ο ογκολόγος Αλέξανδρος Αρδαβάνης, που προσθέτει : Στο συλλογικό Συνειδητό η λέξη καρκίνος παραμένει κάτι άλλο [εκτός από θανάσιμο σήμα], μια βαριά ετυμηγορία, η είσοδος στην Επικράτεια του Φόβου’. Τότε ‘σωματοποιείς’ τον χρόνο, ‘μαθαίνεις να τον ακούς’.
Αυτή η ‘συνομιλία’ με τον θάνατο – αγώνας, απαντοχή, ελπίδα, αυτογνωσία – αποτυπώνεται με ενάργεια και παρρησία [ούτε μια φορά δεν ακούγεται η λέξη ‘επάρατος’! ], στην ταινία-ντοκυμαντέρ του Σταύρου Ψυλλάκη ‘Μεταξά, ακούγοντας τον χρόνο’, που προβάλλεται στην Ταινιοθήκη της Ελλάδος, Ιερά Οδός 48, στάση μετρό Κεραμεικός. Συντελεστές – κάτι που, νομίζω, γίνεται πρώτη φορά! -γιατροί και νοσηλευτές του νοσοκομείου Μεταξά, που πάσχουν οι ίδιοι από καρκίνο [θεραπευτές, συγχρόνως, άλλων ασθενών και του εαυτού τους, δάσκαλοι μαζί και μαθητές!], αλλά και ολιγάριθμοι άλλοι ασθενείς, ανάμεσά τους και ο αξέχαστος φίλος, Αλέκος Ζούκας, που πέθανε πέρσι, Κυριακή των Βαίων, αισθαντικός και δριμύς ώς το τέλος, με το περίφημο ‘Περισσότερα χρωστάμε στην Ποίηση παρά στην Εφορία’!
Όσοι ευτυχήσουν να δουν την ταινία του Ψυλλάκη, θα νιώσουν τι εννοεί ο Εμπειρίκος με τους Έλληνες που ‘έκαμαν οίστρο της ζωής τον φόβο του θανάτου’!

Και θα σας αφήσω οριστικά χρησιμοποιώντας έναν θαυμάσιο μονοπάτι, μια εξαιρετική γέφυρα για να περάσουμε μαζί από το ‘Χόρεψες πάνω στο φτερό του καρχαρία’ στο ‘εκενώστε τους δρόμους απ’ τα όνειρα’, που γράφτηκε αμέσως μετά και αποτελεί την συνέχεια της αφήγησης.

Στέκεται πέρασμα λοιπόν αυτό το απόσπασμα του Μαξ Βέμπερ, που ακολουθεί, από την καταληκτική παράγραφο του βιβλίου του ‘Πολιτική ως επάγγελμα’, που αλίευσα από άρθρο του Κωνσταντίνου Πουλή στο ‘The Press Project’ , στα μισά του Απρίλη 2013. Γράφει λοιπόν ο Βέμπερ :

‘η πολιτική είναι έν ΔΥΝΑΤΌ ΚΑΙ ΑΡΓΌ ΤΡΎΠΗΜΑ ΣΕ ΣΚΛΗΡΈς ΣΑΝΊΔΕς, ΜΕ ΠΆΘΟς ΚΑΙ ΣΥΓΧΡΌΝΩς ΜΕ ΠΡΟΟΠΤΙΚΉ. εΊΝΑΙ ΑΠΌΛΥΤΑ ΣΩΣΤΌ [ΚΑΙ ΌΛΗ Η ΙΣΤΟΡΙΚΉ ΠΕΊΡΑ ΤΟ ΕΠΙΚΥΡΏΝΕΙ ], ότι ο άνθρωπος δεν θα πετύχαινε το εφικτό, αν δεν πάσχιζε να πραγματοποιήσει το ανέφικτο. Αλλά για να το κάνει αυτό ένας άνθρωπος, πρέπει να είναι ηγέτης, αλλά και ήρωας, με την ακριβή έννοια της λέξης και ακόμη εκείνοι που δεν είναι ούτε ηγέτες ούτε ήρωες πρέπει να οπλιστούν με τέτοια ψυχική στερεότητα, που ν’ αψηφούν ακόμη και το θρυμμάτισμα όλων των ελπίδων τους. Χωρίς αυτή την ψυχική στερεότητα δεν θα μπορούν να κατορθώσουν ούτε αυτό που είναι σήμερα δυνατό’.

Σας φιλώ. Μιχάλης.

‘Θα `ρθεί μια μέρα που θ’ αφήσω αυτό το φόβο πίσω μου
Θα γίνει δέντρο και θα παίζουν από κάτω τα παιδιά
Θα είναι χαρτί που στροβιλίζει ο αέρας μακριά

Και θα ξυπνήσω απ’ το βαθύ, απ’ το μεγάλο λήθαργο
που με κρατάει μακρυά σου παγωμένο και βουβό
Θα είναι μια μέρα γιορτινή όταν θα έρθω να σε βρω

Κάτω απ’ του χρόνου τις σκουριές βρήκαν τα μονοπάτια σου
μα το χρυσάφι τα παιδιά το `χουνε κρύψει από καιρό
σε μια θαλασσινή σπηλιά σ’ ένα απότομο γκρεμό

Θα `ρθεί μια μέρα που θ’ αφήσω αυτό το φόβο πίσω μου
Θα γίνει δέντρο και θα παίζουν από κάτω τα παιδιά
Θα είναι ο καπνός από ένα τρένο που σφυρίζει μακριά’

Παύλος Παυλίδης & B-Movies – Θα ρθει μια μέρα

  • Και ένα μικρό παράρτημα, γραμμένο στις 19 Απριλίου του 2014, μιας και πολλά ήρθανε εις γνώση μου την τελευταία στιγμή :

Η ιδεολογία της μετάνοιας

Posted on 10/03/2014 by kleovis
Τα χρόνια εκείνα τα οποία κατέχουν μεγάλο χώρο στο μπλογκ μας, και αναπαριστάνουμε, ξέσπασε μεγάλη μπόρα.
Το μέτωπο έσπασε.
Πρώτη ρωγμή αποτέλεσε η συμπεριφορά συντρόφων που δεν άντεχαν στη σκέψη της ‘Μαύρης Τρύπας’ που έχασκε μπροστά τους και συνεργάστηκαν ανοιχτά με τις δυνάμεις του αντιπάλου καταδίδοντας συντρόφους και γνώση πεπραγμένων.

Το δεύτερο χτύπημα ήρθε λίγο αργότερα και ήταν ακόμη πιο σκληρό. Εδώ η συνεργασία υπήρξε έμμεση αλλά όχι λιγότερο αιμοβόρα. Ύπουλη σίγουρα, ραγίζει οριστικά το μέτωπο και παραδίδει μαζί με τα όπλα και τη συνείδηση.
Και αν η πρώτη ονομάστηκε ωραιοποιημένη ‘μετάνοια’-»μεταμέλεια», η δεύτερη ονομάστηκε ‘διάσταση’ για να γλυκάνει το χάπι στο στόμα αυτών που αποφάσισαν τη συνεργασία.
Αυτή η στάση επέφερε διαφοροποιημένη, μαλακότερη συνθήκη κράτησης για τους υπογράφοντες κρατούμενους και ριζική μείωση ποινής.
Σαν αντάλλαγμα αυτοί οι σύντροφοι αποκηρύττουν την χρήση επαναστατικής βίας από μέρους του σύγχρονου προλεταριάτου επιτρέποντας τη μονοπώληση αυτής από τους καπιταλιστές επί των ταξικών τους εχθρών.

Με αυτό τον ύπουλο, επαναλαμβάνω, τρόπο αποκηρύττουν και όλο τους το ριζοσπαστικό παρελθόν καθιστώντας την επανάσταση αποκριάτικο χορό, γκαλά, μασκέ πάρτι.
Δυστυχώς, στο έντυπο με το οποίο επικυρώνεται αυτή η συμφωνία βλέπω αυτές τις μέρες και τι υπογραφές πολλών πρώην φίλων και συντρόφων μου.
Και εάν είναι αλήθεια πως η συζήτηση γύρω από το αδιέξοδο που είχε δημιουργηθεί γύρω από τη συνέχιση της στρατιωτικής μεθοδικής σύγκρουσης με το κράτος και τις δομές του είχε ξεκινήσει ήδη από καιρό στις τάξεις μας και η πιθανότητα να υπάρξει κάποιο είδος ‘απόσυρσης’ των δυνάμεων μέσα στη μητροπολιτική ‘ζούγκλα’, δεν θα μπορούσαμε να τους αποδώσουμε μομφή αν τη διάσταση από τη συνέχιση του αγώνα την είχαν εκφράσει νωρίτερα, σε κατάσταση ελευθερίας από οποιονδήποτε εκβιασμό που θα προέρχονταν από την κατάσταση ομηρίας.

Από την στιγμή που έχουν καταλήξει αιχμάλωτοι, να διαχωρίσουν τη θέση τους από το ίδιο τους το παρελθόν είναι σχιζοφρενικό και δημιουργεί παράνοια, αρρώστια.
Αυτά τα λίγα.
Άλλο πράγμα είναι να διακηρύξεις πως μια ιστορική περίοδος λαμβάνει τέλος και άλλο να εξαργυρώνεις τη σιωπή για το παρόν και το μέλλον, αρνούμενοι το παρελθόν με ανταλλάγματα που κάνουν κακό σε άλλους συντρόφους που επωμίζονται σε βεβαρημένη μορφή τα αντίποινα του εξαγριωμένου αντίπαλου! παραμένοντες σταθεροί στις απόψεις τους!

Εγώ στάθηκα τυχερός στην ατυχία μου. Βρέθηκα σε ευχάριστη εξορία, συνειδητοποιώντας σιγά-σιγά πως το μέλλον μου πλέον βρίσκεται στα μέρη της πρώτης-δεύτερης πατρίδας μου, ελεύθερος σε σχέση με όλους εκείνους που βρέθηκαν αναγκαστικά στην ξενιτιά, και φυσικά σε σχέση με τους φυλακισμένους.
Και σήμερα, χρόνια μετά, ευρισκόμενος στη δύσκολη θέση να επιθυμώ να πάρω θέση λέω πως οι σύντροφοι που αμετακίνητοι στις πεποιθήσεις τους πληρώσανε και πληρώνουν το τίμημα της επιλογής τους, εκφραζόμενοι ενάντια στη διάσταση είναι αυτοί που νιώθω κοντύτερα, που νιώθω μάλιστα δικαιωμένους από την ιστορία την ίδια.
Δεν παύω βέβαια ν’αγαπώ όπως πάντα τους παλιούς μου συντρόφους, άσχετα από το τεράστιο πολιτικό και ηθικό τους σφάλμα.

Μαρία Δημητριάδη Μικρόκοσμος !

Ανέβηκε στις 27 Αυγ 2009

ΜΙΚΡΟΚΟΣΜΟΣ (Απόσπασμα από επικό ποίημα του Ναζίμ Χικμέτ) αφιερωμένο σε όλους αυτούς που θέλουν να φιμώνουν τις ελεύθερες φωνές.

τέλος

μιχαλης 268

κλείνοντας οριστικά να χαιρετήσω τον Νικόλα τον Σολιμάνο που δίνει έναν ακόμη δύσκολο αγώνα, και την Σόνια, που έφυγε νωρίς

συνεχίζουμε στο εκενώστε τους δρόμους από τα όνειρα 

τα βιβλία του μιχάλη, i libri di michele

ΨΨ. χόρεψες πάνω στο φτερό του καρχαρία – 18

Δύο μόνο λόγια, και πολύ τους πάει, για τη διαφορά ημών και υμών. Εκτός των πολλών άλλων είναι η οργάνωση των αντιδομών για τις οποίες έχουμε εκτενώς μιλήσει. Και πράξει φυσικά. Τα κύτταρα της ‘άλλης’ κοινωνίας που οργανώνεται ζει και υπάρχει ήδη, εδώ και τώρα. Στις 28 του περασμένου Οκτώβρη ‘κάποιοι’ αναλώθηκαν στα γιούχα στους επίσημους της παρέλασης. Και όταν συνάντησαν συντρόφους τους λοιδόρησαν πως ενώ αυτοί ’επαναστατούσαν’ οι άλλοι απουσίαζαν. Δεν γνώριζαν βλέπετε πως οι σύντροφοι για το ίδιο απόγευμα ετοίμαζαν συζήτηση και παρουσίαση προτάσεων για την αλληλέγγυα οικονομία, με εκπρόσωπους εγχειρημάτων. Οι μεν ‘εξαργύρωσαν’ στις εκλογές τη συμμετοχή στα γιούχα και στις πλατείες,της παρουσίας τους σε ένα σύστημα που στηρίζουν με τα μπούνια! Οι δε συνεχίζουν με την παρουσία τους σε όλα τα αυτο οργανωμένα εγχειρήματα άμεσου κοινοτισμού. Αυτοί με την ψήφο, οι άλλοι με την πράξη, με την οργάνωση στην πράξη, με άμεση δράση για την άλλη πρόταση και λύση! Ένα δύσκολο κομμάτι.

Τι κρατώ από την ιστορία αυτών που πέρασαν κάποτε,παλιότερα, από αυτό τον τόπο και με εντυπωσίασαν, στην πράξη. Είναι αυτό που νιώθω σαν δικό μου παρελθόν, αυτό που αγαπώ σαν πατρίδα. Αθήνα, Σόλων,σεισάχθεια, Περικλής,Δημοκρατία, Θεμιστοκλής, Μιλτιάδης, τραγικοί, τέχνες, Επίκουρος, φιλοσοφία, Πλάτων, Σωκράτης και προσωκρατικοί, και ένας ατέλειωτος κατάλογος ανδρών και έργων που θεμελίωσαν τον παγκόσμιο πολιτισμό και μίλησαν και έγραψαν στην ελληνική γλώσσα εκείνων των καιρών. Και δεν ήταν με τίποτα όλοι αυτοί Αθηναίοι φυσικά. Έχουμε τη Σπάρτη που για κάποιον ανεξήγητο λόγο με γοήτευσε περισσότερο. Δεν αγαπούσαν το χρήμα.

Τιμούσαν τη γυναίκα περισσότερο από όλους τους άλλους Έλληνες, και από τα 6 ζούσαν όλη μέρα στο στρατόπεδο όπου γυμνάζονταν και συζητούσαν. Πολύ κοντά στον κοινοτισμό,στα σπάργανα του. Μη ξεχνάτε όσοι δεν προσέχετε την λεπτομέρεια ότι ζούσαν σε φάλαγγα! Αυτή τελειοποίησαν όσο κανείς άλλος, από σχεδόν μωρά ως τα 65 ζούσαν και ανέπνεαν σε φάλαγγα και ακουμπούσαν τη ζωή τους την ίδια στον διπλανό.Αυτόν στα αριστερά τους προστάτευαν μια ζωή.Ήταν σίγουρα στρατοκράτες. Είπαμε όμως πως θα διαλέξουμε αυτά που προτιμούμε, για να συνθέσουμε και όχι να αντιγράψουμε. Ίσως αυτό που με εντυπωσίασε περισσότερο, όχι ίσως, σίγουρα ναι, η καθημερινή τους άσκηση από παιδιά να μη φοβούνται τον θάνατο! μεγαλειώδες. Σιωπώ. Στη Θήβα ανέπτυξαν όσο κανείς άλλος τη φιλία, την αγάπη στο φίλο, στη λοξή φάλαγγα. Η αμφισεξουαλικότητα στα καλύτερα της. Εκπαίδευσαν το Φίλιππο που ήξερε να παρατηρεί και τελειοποίησε ακόμη περισσότερο τη φάλαγγα σαν πολεμικό όπλο. Αυτός δεν πρόλαβε να το δείξει, ο γιος του εκτοξεύτηκε, ήταν κοσμοπολίτες και οραματιστές. Σε συνομοσπονδία θέλησαν να ενώσουν,τους Έλληνες πρώτα, και όλους τους υπόλοιπους στη συνέχεια. Το όραμα το είχε ο ΠΑΤΈΡΑΣ, ΤΟ ΈΚΑΝΕ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΌΤΗΤΑ Ο ΓΙΌΣ ΠΟΥ ΕΊΧΕ ΤΗΝ ΟΡΜΉ. Και τον χρόνο, όσο πρόλαβε.

Η πιο παρεξηγημένη για μένα μορφή στον αντί εξουσιαστικό χώρο. Λες και άνθρωποι που έζησαν πάνω από 2000 χρόνια πριν θα έπρεπε να σκέφτονται όπως εμείς. Άκρως αντί ιστορική και αντί διαλεκτική σκέψη. Όταν πράγματα και θάματα,για εμάς αδιανόητα,για εκείνους ήταν φυσιολογικά.. Δεν θα επεκταθώ περισσότερο, αυτός που μελετά χωρίς κολλήματα και παρωπίδες,που λέει αυτό που τον εντυπωσιάζει χωρίς να φοβάται μήπως και δεν γίνει αρεστός, καταλαβαίνει, αντιλαμβάνεται. Κι έρχεται το Βυζάντιο. Εκεί έλληνες και ρωμαίοι, άντε να ξεχωρίσεις. Η κουλτούρα πάντως είναι λατινική, γλώσσα η ελληνική αναγκαστικά, αιώνες τώρα αυτή ακούγεται και μιλιέται στα πέρατα της γης. Τα αγγλικά του τότε. Ελληνικά ονόματα αλλά Ρωμαϊκή νοοτροπία πλέον, θεοκρατία αλλά και κοσμοπολιτισμός, αληθινό σταυροδρόμι το μικρούλι Βυζάντιο,που γίνεται η τεράστια Κωνσταντίνου Πόλις. Που θα αναπτυχθεί, για να ενώσει αργότερα στα εδάφη της έναν άλλο μεγάλο πολιτισμό ο οποίος θα συνεχίσει την πορεία της μεγαλούπολης προς τα μπρος από εκεί που σταμάτησαν Έλληνες και Ρωμαίοι. Στα θετικά ο κοινοτισμός ξανά,που αναπτύχθηκε αυτή τη φορά στα μοναστήρια,η αγάπη για τον συνάνθρωπο και η προσπάθεια για το ‘αδύνατο’. Με την αρνητικότατη συμπεριφορά που επέδειξαν όμως τις μέρες εκείνες τις φοβερές της τελευταίας πολιορκίας ,όπου άστραψε με το παράδειγμά του ο τελευταίος Παλαιολόγος με τους λιγοστούς άνδρες του,και τους χιλιάδες μοναχούς κλεισμένους στα μοναστήρια να παρακαλούν για το ‘θαύμα’.

Που μόνο ο αγώνας, η μάχη στα τείχη, και η διπλωματία ίσως θα μπορούσαν να επιτύχουν! Χίλιες φορές το αίμα που χύθηκε να ήταν θυσία στη μάχη και όχι ‘προσφορά’στην σφαγή που ακολούθησε την κατάληψη της Πόλης. Που υπερασπίστηκαν με αυτοθυσία και ο Ιουστινιάνης με το Γενουίτικο τάγμα του, ιταλός ευγενής που δεν το έσκασε όπως χιλιάδες έλληνες ‘πατριώτες’ έπραξαν.[Νομίζω πως από την Γένοβα κατάγονταν οι υπερασπιστές της Πόλης και όχι την Βενετία, πάλι σας αφήνω να το ψάξετε εσείς, η μνήμη απατά πολλές φορές]. Λέτε από τα χρόνια εκείνα να κατάγεται η προσφυγή των ελλήνων σε αφεντικά; ! Καλύτερα ή χειρότερα, κάθε φορά που πρέπει να σκεφτούν σοβαρά τα της τύχης τους; Αναζητούμε το καλύτερο αφεντικό μόλις βρούμε τα ζόρια αντί να γίνουμε εμείς οι κύριοι του εαυτού και της μοίρας μας! Το σαρίκι είναι καλύτερο,ή η τιάρα; Ή μήπως τίποτα από τα δύο ;

Ανακεφαλαιώνω : Ήξεραν κάποια στιγμή οι φίλοι μου να ζουν και να πεθαίνουν για τα κοινά, όχι για το μερικό. Συζήτησαν,συν διαμόρφωσαν, δίκασαν οι ίδιοι, με κλήρο και ανακλητοί. Έδειξαν εμπιστοσύνη, αγάπησαν τον διπλανό τους, τον έκαναν φίλο, στη φάλαγγα, μαζί. Προστάτευσε ο ένας τον άλλο, με τους ικανότερους στο δεξί, ισάξιους και χωρίς προνόμια. Δεν υπήρχε ασπίδα στο δεξί να προστατεύει. Εκπαιδεύονταν όλοι μαζί, ήταν όμοιοι, σε όλα, δεν είχαν χρήμα, έτρωγαν μαζί, το ίδιο, μαζί με τον βασιλιά τους. Αξίες τους η αυτοθυσία, η δόξα της πόλης, και ο ηρωισμός, για το κοινό καλό.

Ξέχασα όμως το καλύτερο: δεν χτυπούσαν ποτέ πισώπλατα, μόλις ο αντίπαλος πετούσε το όπλο και την κοπανούσε σταματούσαν την προέλαση, πατριώτες του κώλου που χτυπάτε ανυπεράσπιστους πάντα. Και δεν χρησιμοποιούσαν τόξα, δεν καταδέχονταν να πολεμήσουν από μακριά, μόνο σώμα προς σώμα. Δεν ντρέπονταν το γυμνό,σεμνότυφοι ανέραστοι νεοέλληνες. Αγαπούσαν το σώμα,δεν το φοβούνταν. Αγάπησα τον Αλέξανδρο γιατί αγαπούσε τον Αχιλλέα και αυτόν γιατί αγάπησε τον Πάτροκλο. Δεν φοβήθηκαν να αναμετρηθούν με την ιστορία, να αναμετρηθούν με τον εαυτό τους και να ξεπεράσουν τα ανθρώπινα όρια.Γιατί προτίμησαν τη δόξα από το μαλακό κρεβάτι και την καλή ζωή. γιατί κυνήγησαν το όνειρο με πάθος, μέχρι το τέλος. Τον Λεωνίδα, τον Γκεβάρα.Και τον Ντουρούτι επειδή ήταν ο εαυτός του. Aγάπησα και τον Γεώργιο Καραϊσκάκη γιατί εκτός από οπλαρχηγός ήταν και πουτάνας γιος και αυτοσαρκαζόταν και έδωσε το όνομά του στο φοβερό μας γήπεδο! Μου αρέσει η επική μουσική, δεν θα κουραζόμουν να ακούω όλη μέρα τους Πίνκ Φλόϊντ, μου αρέσει και η καθαρότητα και η γλύκα των Τζέϊμς. ‘Εσύ εκεί, κι ο έρωτάς σου διαταγή και τελεσίγραφο’.

‘Είναι κάτι παιδιά που δεν γίνονται άντρες’, και brothers in arms, και child in time και smoke on the water και Metallica και τον συνταγματάρχη Otello de Carvallo στην επανάσταση της Πορτογαλίας που έριξε τη χούντα του Σαλαζάρ. ‘Για μένα τραγουδώ’, και ‘σφεντόνα’,και Zombi από τους Γκράμπερις … Και φυσικά Θανάσης Παπακωνσταντίνου. Και Έμινεμ.

Οι νέοι εδώ και χρόνια,μόνοι ολομόναχοι,κυνηγάνε και σκοτώνουν τέρατα στην εικονική πραγματικότητα των video games, έχουν για ινδάλματα ψεύτικους σούπερ ήρωες, ζουν στα σκοτάδια και στην απομόνωση του δωματίου, ή τη νύχτα σε κωλόμπαρα με μαφιόζους, καταπιεσμένους και κορίτσια που εκδίδονται για να την βγάλουν, κοπέλες που συνήθως εκμεταλλεύονται μαφιόζοι φασίστες. Έχουμε πιάσει πάτο, δεν ξέρω αν υπάρχει πιο κάτω στην ανθρώπινη συμπεριφορά,στην χυδαιότητα. ‘Μπήκαν στην πόλη οι οχθροί’. ‘People have the power’, easy rider, ‘born to be wild’. Μίνι φούστα,μακριά μαλλιά και ανατροπή του καθωσπρεπισμού που επικρατεί, μαριχουάνα και lsd. ‘Satisfaction’. ‘Lusy in the sky with diamonds’. ‘Για και χαρά σου Βενετιά’, ‘γιατί θαρρείς με κέφι τραγουδάμε’, ‘έβαλε ο Θεός σημάδι’, ‘υπομονή’ και πάει λέγοντας, Κι αν πάμε πιο πέρα θα γίνει της ‘πουτάνας’, όπως στον τελικό που χτίζουμε χρόνια τώρα σε χίλια μετερίζια, τούβλο τούβλο.

Butch Cassidy and ….

Δεν φοβόμαστε τον πόλεμο γιατί είμαστε παιδιά του Βελουχιώτη και πολεμάμε ξεκούραστα στον ίσκιο που δημιουργούν τα βέλη που μας ρίχνετε σωρηδόν στον πρωϊνό ήλιο. Κι όπως έλεγε ο Μπουεναβεντούρα Ντουρούτι ,’χτίστες και μαστόρια είμαστε, ξέρουμε να χτίζουμε πολύ καλά από την αρχή αυτό που έχουμε σκοπό να καταστρέψουμε και ζέχνει, πτώμα σκοτωμένο, βρωμερό’! Ο καναπές σου η συνενοχή σου, γιατί ‘δεν σε Sony’ φίλε. Όταν βλέπω λοιπόν το πώς πλάστηκε η ψυχή μου, πώς δημιουργήθηκαν τα εσώψυχα μου σκέφτομαι τη μουσική, αυτή που άκουσα από μικρός και από πάντα, και δημιούργησε τον ψυχισμό μου. Πρώτα πρόσεχα τη μελωδία, μετά και τα λόγια, ειδικά στην ξένη μουσική που άργησα να καταλάβω τον στοίχο, και αυτό όχι πάντα. Το μίγμα άρχισε να γίνεται εκρηκτικό όσο μεγάλωνα και αποκτούσα συνείδηση αυτών που συνέβαιναν. Αυτή λοιπόν είναι η ελληνικότητά μου, η Γη που με γέννησε και με μεγάλωσε και με δημιούργησε, για την οποία ανέκαθεν καυχήθηκα, όπου κι αν βρέθηκα. Η Ιθαγένειά μου λοιπόν. ‘γεννήθηκα, χίλια μύρια κύματα, είδα τον παππούλη μου, ακούς να λένε στα χωριά, ο καλόγερος, ερωτικό, τη μέρα της πεντηκοστής, αντρικός χορός, μάνα.’ Θήτευσα στην αυτονομία, ντόπια και οικουμενική. ‘Τα λόγια και τα χρόνια, το καριοφίλι μάνα μου, πήραν τ’ ανάπλι, μαλαματένια λόγια, στη βρύση και στον ποταμό, τη δόξα των ανθρώπων, πρόλογος για τον Αθανάσιο Διάκο.’ Και ‘πεθαμένες καλησπέρες’, ‘βαριά ποτά βαριά τσιγάρα’ Το άδικο το ζούμε μέσα από την κούνια μας. Και αν το μισό άδικο είναι η διαχρονική συμπεριφορά της εξουσίας έναντι των καταπιεσμένων, το άλλο μισό βρίσκεται στην ιστορική αδικία της ύπαρξης καταπιεστών και καταπιεζόμενων. ‘Ο τηλεθεατής δεν είναι εγκληματίας. Είναι ο πρεζάκιας της χιλιετίας.’ ‘Λευτεριά στους καταπιεσμένους τηλεθεατές.’

Η καλλιέργεια κρατάει τα μάτια του ανθρώπου ανοιχτά. Η ομορφιά είναι που γεμίζει αρετή Η πιο επαναστατική πράξη είναι να ξεχωρίζει κανείς από τη χειραγωγημένη μάζα, να ακολουθεί τον εαυτό του και να πραγματώνεται σαν άνθρωπος. Αυτό εξυψώνει το ανθρώπινο γένος.

Οι άνθρωποι της εξουσίας δεν πρόκειται να εξαφανιστούν οικειοθελώς, το να προσφέρεις λουλούδια στους μπάτσους απλώς δεν θα έχει κανένα αποτέλεσμα…. ο μόνος τρόπος που θα άντεχα να δω μπάτσους να τους προσφέρουν λουλούδια θα ήταν σε γλάστρα από ψηλό μπαλκόνι. Ουίλιαμ Μπάροουζ.

Να ακούσουμε τον S.Tankian. We don’t need your democracy, execute them kindly for me Take them by their filthy nostrils. We don’ t need your hypocrisy, execute real democracy, powt-industrial society The unthinking majority. Anti-depressants controlling tools of your system making life more tolerable. I believe that you are wrong, insinuating they hold the bomb Clearing the way for the oil brigade.

Υπάρχει ένας αστερισμός κοινοτήτων και συλλογικοτήτων, δομών, κινημάτων κοινωνικών αντι θεσμών που στηρίζονται στην καθημερινή άμεση πράξη χιλιάδων ανθρώπων στην Ελλάδα και εκατομμυρίων στον κόσμο οι οποίοι δεν περιμένουν την ‘κατάλληλη ώρα’ ή τον ‘καλύτερο συσχετισμό’, όπως και τότε. Το κυρίαρχο μοντέλο είναι αυτό του εμπορεύματος που έχει ανταλλακτική αξία, και της ανταγωνιστικής ιδιοκτησίας. Έτσι λοιπόν όσοι αντιτίθενται σε αυτό το μοντέλο προτείνουν και ζουν ήδη την χρηστική αξία και το μοίρασμα. Ελεύθερη πρόσβαση στα αγαθά χωρίς χρήμα και αγορά, ελεύθερη συνεργασία. μοντέλο συνένωσης ικανοτήτων και δραστηριοτήτων με βάση την αμοιβαιότητα και συμπληρωματικότητα. Νοηματοδοτούμε λοιπόν τη ζωή μας διαφορετικά, συστήνουμε έναν κοινωνικό δεσμό διαφορετικού τύπου, ικανό να αναπτύξει και να προστατεύσει μια ζωή άξια να βιωθεί, πέρα από τη γύμνια της επιβίωσης, την καταστροφή της ζωής που επιφυλάσσουν ως μέλλον μας. Αν το κύτταρο της καπιταλιστικής οικονομίας είναι το εμπόρευμα γύρω από το οποίο οργανώνεται η εκμετάλλευση της εργασίας για την παραγωγή του και ο ατομικός ανταγωνισμός για την κατοχή του, το κύτταρο της απελευθερωμένης κοινωνίας είναι τα κοινά, η συνεργατική οργάνωση για την παραγωγή και η ελεύθερη,ισότιμη πρόσβαση στα αγαθά.

το τελευταίο τηλεφώνημα στην οικογένεια Μόρο

  • Κοιμήθηκα με υπνόσακο στην εθνική, στα παρτέρια ανάμεσα στους αυτοκινητόδρομους. Σε παραλίες και χωράφια, στο βουνό στα χιόνια και σε πάρκα. Κοιμήθηκα και σε πολυτελή ξενοδοχεία, σε καμπίνες και στο κατάστρωμα πλοίων, όπως και σε χαμόσπιτα, σε υγρά υπόγεια και σε φανταστικές σοφίτες. Οι ιταλοί είναι μάστορες στις ανακαινίσεις. Θυμάμαι ζούσα κάποιο διάστημα σε ένα στούντιο στο ενδιάμεσο δύο ορόφων, σε ένα παλιό κτίριο, ψηλοτάβανο, στο κέντρο της Φλωρεντίας,με απίστευτη διαρρύθμιση. Δίχως παράθυρα, έμπαινες σκύβοντας από μια εξαιρετικά μικρή πορτούλα στο ύψος ενός μικρού παιδιού. Έξω από τη Νάπολη ταξιδεύοντας προς νότο για να πάρω το πλοίο για Ελλάδα κάνοντας ωτοστόπ, με μάζεψαν δύο νεαροί με ένα χιλιο τρυπημένο από σφαίρες αυτοκίνητο. Απ’ ότι μου είπαν μόλις ξεψάρωσα το είχαν σκάσει από ένα μπλόκο λίγη ώρα πριν, όταν τους κυνήγησε η αστυνομία. Κουβαλούσαν παράνομες κούτες με τσιγάρα όταν αποπειράθηκαν να τους σταματήσουν.

Prospero Gallinari μια ιστορία του εννιακόσια 2

αλλάζω σελίδα : ας ακούσουμε τον Πιερ Ροζανβαλόν της »κοινωνίας των ίσων» [εκδόσεις Πόλις] σε απόσπασμα συνέντευξης στο Le Nouvel Observateur, από την Εφημερίδα των Συντακτών :

»η ιδέα να οικοδομήσουν μια »κοινωνία των ίσων»ήταν κεντρική το 1789. η προοπτική ήταν να εγκαθιδρυθεί ένας κόσμος χωρίς προνομιούχους, στον οποίον καθένας θα είχε τα ίδια δικαιώματα, θα αναγνωρίζονταν και θα γινόταν σεβαστός ως εξίσου σημαντικός με τους άλλους. η έννοια της ισότητας όριζε έτσι πάνω απ’ όλα μια μορφή κοινωνικής σχέσης. αυτή η ισότητα σχέση αρθρωνόταν γύρω από τρεις μορφές : την ομοιότητα, την ανεξαρτησία και την ιδιότητα του πολίτη. η ομοιότητα έχει το νόημα μιας ισότητας-ισοτιμίας : να είσαι όμοιος σημαίνει να ανήκεις στην ίδια ανθρωπότητα κόντρα στο γεγονός του προνομίου.

η ανεξαρτησία είναι μια ισότητα -αυτονομία : ορίζεται αρνητικά ως απουσία υποταγής στις σχέσεις μεταξύ των ατόμων και θετικά ως ισορροπία της συναλλαγής. η ιδιότητα του πολίτη είναι μια ισότητα-συμμετοχή : τη συγκροτούν η πολιτική δραστηριότητα και η κοινότητα στην οποία ανήκει ο πολίτης.. το σχέδιο της ισότητας ως κοινωνικής σχέσης εκφράστηκε συνεπώς στην Γαλλία και στις Ηνωμένες Πολιτείες με τις μορφές ενός κόσμου ομοίων,μιας κοινωνίας ατόμων και μιας κοινότητας πολιτών.

η ισότητα γινόταν κατ’ αυτόν τον τρόπο αντιληπτή ως σχετική θέση των ατόμων, κανόνας των αμοιβαίων σχέσεών τους και αρχή συγκρότησης του κοινού τους βίου. μου φάνηκε θεμελιώδες να επιστρέψω σε αυτήν την ιδρυτική διάσταση σε μια περίοδο κατά την οποία η έκρηξη των οικονομικών και κοινωνικών ανισοτήτων ακυρώνει την έννοια της κοινωνίας των ομοίων και τον στόχο των πολιτών να ανήκουν σε έναν κοινό κόσμο….

έχουμε πράγματι ανάγκη να αναβαπτιστούμε σε αυτό το επαναστατικό πνεύμα σήμερα προκειμένου να βγούμε από το αδιέξοδο….

ενώ η ισότητα υπήρξε »η ιδέα-μητέρα»της Επανάστασης [για να επαναλάβουμε την περίφημη διατύπωση του Νεκέρ], η ανάπτυξη των ανισοτήτων είναι σήμερα η δύναμη που κινεί τον κόσμο….

όλες οι έρευνες καταδεικνύουν πως το συναίσθημα ότι ζούμε σε μια άδικη κοινωνία είναι πλειοψηφικό. αλλά οι παράγοντες που παράγουν αυτές τις ανισότητες – μα ορισμένη στρεβλή φιλοσοφία της ισότητας των ευκαιριών, η εξύμνηση της αξιοκρατίας ή οι μηχανισμοί του ανταγωνισμού  – γίνονται ταυτόχρονα ευρέως αποδεκτοί. το διαδεδομένο συναίσθημα ότι οι ανισότητες είναι ‘υπερβολικά μεγάλες» και »σκανδαλώδεις» γειτνιάζει με μια σιωπηλή αποδοχή των πολλαπλών ειδικών τους εκφράσεων,καθώς και με μια κρυφή αντίσταση στην πρακτική τους διόρθωση.

από δω πηγάζει το γεγονός ότι μια πλειοψηφική κοινωνική δυσαρέσκεια μπορεί να συνδέεται με μια αδρανή παθητικότητα απέναντι στο γενικό σύστημα των ανισοτήτων. στιγματίζουν έτσι δημοσίως τις ανισότητες γενικά, ενώ αναγνωρίζουν έμμεσα ως θεμιτά τα ειδικά κίνητρα που τις καθορίζουν. αποκάλεσα αυτό το φαινόμενο »παράδοξο του Μποσιέ», αναφερόμενος στην περίφημη παρατήρηση του Μποσιέ : ‘ο Θεός γελά με τους ανθρώπους που παραπονιούνται για τις συνέπειες, ενώ αγαπούν τις αιτίες’.

τα κινήματα ‘των αγανακτισμένων’ επισημαίνουν ότι η συνέπεια αυτού που αποκαλούμε ‘η απόσχιση των πλουσίων’ είναι η διάλυση της ένταξης σε έναν κοινό κόσμο. εξεγείρονται δικαιολογημένα ενάντια στην κατάστασή τους των λησμονημένων, των ατόμων που δεν έχουν το συναίσθημα ότι έχουν εγκαταλειφθεί από την δημοκρατία και από την οικονομία, ότι δεν τους λογαριάζουν καθόλου. αλλά δεν έχουν πάντοτε την επιστήμη της δυστυχίας τους. έγραψα την »Κοινωνία των ίσων» και για να εξοπλίσω αυτά τα κινήματα, για να σκιαγραφήσω ταυτόχρονα ένα πλαίσιο ερμηνείας και μια προοπτική στη δράση τους και στην θεμιτή ανυπομονησίας τους.»

συνεχίζεται

μιχαλης 263

Να χαιρετίσω τον Μανώλη που και αυτός έφυγε για το μεγάλο ταξίδι

τα βιβλία του μιχάλη, i libri di michele

Ξ. εκενώστε τους δρόμους από τα όνειρα – 13

Αγαπώ πολύ αυτήν την πόλη. Υπάρχουν γύρω- γύρω οι αγαπημένες μου γωνιές. Η καρδιά όμως είναι το τετράγωνο πλατεία Σάντα Κρότσε, [ Piazza Santa Croce ], πλατεία  Σινιορία [Piazza Signoria ] με το Παλάτσο Βέκιο [ Palazzo Vecchio ], το Δημαρχείο δηλαδή και την Γκαλλερία Ουφίτσι, Galleria degli Uffizi ], το τεράστιο Μουσείο-Πινακοθήκη. Πάμε Πόντε Σάντα Τρίνιτα, [Ponte Santa Trinita] η γέφυρα της Αγίας Τριάδας, περνάμε το ποτάμι από την άλλη μεριά, φτάνουμε μέχρι την πλατεία ντέι Μότζι, Piazza dei Mozzi] διασχίζουμε την γέφυρα των Ευχαριστιών [Ponte alle Grazie] και επιστρέφουμε στην πλατεία του Τίμιου Σταυρού. Παραποτάμια και μη είναι η αγαπημένη περιοχή, η καθημερινή βόλτα που απλώνεται μέχρι την πλατεία του αγίου Μάρκου. Με χαριτωμένα δρομάκια, κίνηση, φασαρία, πολυκοσμία, εξαιρετικά κτίρια, μεγάλη ομορφιά.

Και πάνω από τα κεφάλια μας, ψηλά στους λόφους, ανεβαίνοντας από στριφογυριστούς κατάφυτους δρόμους, δρομάκια και μονοπάτια, το πανέμορφο Piazzale Michelangelo, το τεράστιο Πιατσάλε του Μιχαήλ Άγγελου. Μέχρι την Fortezza da Basso, το Κάστρο. Και πάλι κάτω.
Με ήλιο και συννεφιά. Η ομορφιά είναι ανίκητη.
Στο ξανάπα. Η καντίνα για την οποία ήδη μίλησα είναι εκεί κάτω, μέσα σε αυτό το μεγάλο τετράγωνο, πίσω ακριβώς από την πλατεία Mozzi. Εκεί, στην ίδια περιοχή, στη γωνία του δρόμου, στο ισόγειο, μες τη βουή κατοίκησα μια χρονιά. Έχω για παρέα τον γάτο που κάποιος φίλος μου δώρισε και ονομάζω Ερνέστο. Και του μιλώ με τις ώρες για τις εξελίξεις πίνοντας και καπνίζοντας, δεν παραλείπω να του αδειάσω κι εκείνου μια τζούρα!

Η πλατεία έχει κήπο. Στο δρόμο που την διασχίζει υπάρχει μπαράκι που για κάτι φεγγάρια το κάνουμε στέκι. Αργότερα μαθαίνουμε πως έχει γυριστεί ταινία εκεί, περίφημη. Του Mario Monicelli. Mε πλειάδα γνωστών την εποχή ηθοποιών που φωτογραφίες τους κοσμούν την εσωτερική του σάλα. Ugo Tognazzi, Philippe Noiret, Duilio del Prete, Gastone Moschin, η Όλγα Καρλάτου και ο Αντόλφο Τσέλι γυρίζουν κάμποσες σκηνές εκεί μέσα το 1975. ‘Οι εντιμότατοι φίλοι μου’ λέγεται η ταινία. ‘Amici miei’, έδωσε το όνομα και στο καφέ.
Έχει μείνει από αυτή τη ταινία γνωστή στην ιστορία εκείνη η στιγμή που οι φίλοι μας, μαζεμένοι στον σιδηροδρομικό σταθμό, χαστουκίζουν! τους ταξιδιώτες οι οποίοι σκύβουν από τα παράθυρα του τραίνου που αναχωρεί για να αποχαιρετήσουν φίλους και συγγενείς. Μες τα γέλια και την καλή χαρά.

Έχει καινούρια φλιπεράκια τοποθετήσει ο ιδιοκτήτης εκείνους τους καιρούς κι έτσι μας κερδίζει. Και οι συμπαθέστατοι πρωταγωνιστές μας κοιτούν αφ’ υψηλού να σπάζουμε τα ρεκόρ μας, την μια μέρα μετά την άλλη.
Είναι τα χρόνια που ξεκινούν να ξεφυτρώνουν στην πόλη τα πρώτα μακροβιοτικά εστιατόρια και κάνουν αμέσως θόρυβο. Δύο για την ακρίβεια.
Θυμάμαι πολύ καλά το πρώτο διότι το επισκέπτομαι συχνά. Ένα μεγάλο υπόγειο, λιτά επιπλωμένο με ξύλο, στην συνοικία Σάντο Σπίριτο, διασχίζοντας το γεφύρι της Σάντα Τρίνιτα κόβεις αριστερά. Υπάρχει μεγάλη περιέργεια για τις ‘καινούριες’ τροφές και γεύσεις, δειλά -δειλά ξεκινά η κουβέντα για την σωστή διατροφή. Καταστήματα πάντως να πωλούν προϊόντα εναλλακτικά δεν υπάρχουν ακόμη, βιολογικά κλπ.
Λίγο νωρίτερα, κάποια μέτρα μακρύτερα, στην κεντρική πλατεία της γειτονιάς, μπροστά στην εκκλησία, γίνεται και η συναυλία των Άρεα.
Πίτα στον νεαρόκοσμο, μένω αποσβολωμένος με τις φωνητικές δυνατότητες αυτού του σπουδαίου Έλληνα καλλιτέχνη, του Δημήτρη του Στράτου. Έχουμε ακούσει πολλά να λέγονται γι αυτόν αλλά το να παρακολουθείς από κοντά συναυλία του είναι το κάτι άλλο. Τον έχουμε γνωρίσει λίγες μέρες νωρίτερα στο σπίτι γνωστού σου όταν ήρθε για να φιξάρει τα οργανωτικά θέματα που έχουν να κάνουν με το κοντσέρτο. Είναι συμπαθών της Avanguardia Operaia, τριγυρίζεις κι εσύ εκεί γύρω εκείνο τον καιρό και έτσι έχεις τα κονέ, τις διασυνδέσεις. Εσένα καλούν για καφεδάκι στο σπίτι που γίνεται η συνάντηση και με παίρνεις μαζί σου.

Έτσι έχουμε την μεγάλη τύχη να συναντήσουμε αυτόν τον σπουδαίο άνθρωπο και να τα πούμε από κοντά. ΑΦΉΝΕΙ ΤΗΝ ΤΕΛΕΥΤΑΊΑ ΤΟΥ ΠΝΟΉ ΛΊΓΑ ΧΡΌΝΙΑ ΑΡΓΌΤΕΡΑ ΣΤΗΝ Νέα Υόρκη, νικημένος από μια καιά ασθένεια. Στο Μιλάνο διοργανώνουν συναυλία οικονομικής ενίσχυσης για την θεραπεία του και μαζεύονται εκατό χιλιάδες νέοι. Πεθαίνει λίγες ώρες νωρίτερα και η ανακοίνωση γίνεται από τα μικρόφωνα στο συγκεντρωμένο πλήθος. Φαντάζεστε το κλίμα, την συγκίνηση !
Τέλος ‘70, αρχές του ογδόντα.
Φανταστικός άνθρωπος, μεγάλη παράσταση, υπέροχη βραδιά. Όταν παίζουν τη διεθνή με εκείνο τον μοναδικό, τζαζίστικο-ροκ τρόπο γίνεται χαμός!

area χαρά και επανάσταση

 

Νομίζω πως η συντροφιά μας φτάνει σιγά σιγά προς το τέλος της. Μέχρι να τελειώσουμε το κρασί μας θα σου μιλήσω για μια απαλλοτρίωση που κάναμε σε τράπεζα σε κωμόπολη έξω από την πόλη, στο βουνό.
Στις διάφορες δράσεις εκπαιδεύονται οι σύντροφοι σταδιακά, και θα περάσουν από όλες. Με μέτρο. Για να υπάρχει η σιγουριά και η απόδοση. Πάντα με άλλους εμπειρότερους θα δράσεις, θα κάνεις τα βήματα, όλα, ένα προς ένα. Από το απλό στο σύνθετο και πάει λέγοντας.

Αν εν τω μεταξύ μου έρθουν και άλλα πράγματα στο μυαλό που θα αξίζει να τα αναφέρουμε, εδώ είμαστε.
Νομίζω πως έδωσα παραστατικά, συνοπτικά, όλο τον αέρα που φυσούσε εκείνο το διάστημα. Το περιεχόμενο των ημερών, την καθημερινότητά μας. Ένα ημερολόγιο στάθηκε η κουβέντα μας ζωής και αγώνα, έρωτα, δράσης, σχέσεων, σκέψης. Ένα ημερολόγιο αυτονομίας, και όχι μόνο.
Το άνοιγμα προς το μέλλον ήδη από το παρόν.

Απαλλοτριώσαμε καταστήματα πολυτελείας και υπεραγορές, επιτεθήκαμε σε σταθμούς αστυνομίας, ιδιωτικής και κρατικής και πυρπολήσαμε τα μέσα με τα οποία καταστέλλει, επιτεθήκαμε σε στρατόπεδα καραμπινιέρων και σε κομματικά γραφεία, απαλλοτριώσαμε τράπεζες και οπλοπωλεία. Και πάνω απ’ όλα, βάλαμε αλληλεγγύη και ελευθερία στη ζωή μας! Αυτοδιάθεση.

Smoke on the Water, Deep Purple.

Ανοίγω όμως μια μικρή παρένθεση, αυτό που σου έλεγα νωρίτερα. Πριν αναφερθούμε λοιπόν στην ληστεία ας δώσουμε την συνέχεια της αφήγησης του ταξιδιού προς Montalto di Castro.
Επιστρέψαμε στην Φλωρεντία λοιπόν. Λίγες μέρες αργότερα, ενώ φεύγω από την σχολή πέφτω πάνω στην Πάολα, φιλενάδα της Ρέα στην ομάδα με τις φεμινίστριες, μια από τις περισσότερο ενεργές αγωνίστριες.
Μου ζητάει τον λόγο που ‘άρπαξα τη φιλενάδα μέσα από τα χέρια της’ εκείνο το απόγευμα! Βλέπεις, εμφανίστηκα σαν φάντης μπαστούνι από το πουθενά, είχαν σκοπό να την φύγουνε μαζί!

Περνάμε από την βινερία, [κρασάδικο], που έχει ανοίξει λίγο πριν το σπίτι μου και είναι πάνω στον δρόμο μας, πίνουμε και τσιμπάμε κάτι μεζεδάκια, είμαστε και οι δυο νηστικοί από το πρωί. Καταλήγουμε κάποια στιγμή στο κρεβάτι. Να πω το κρίμα μου, το έχω απωθημένο, μου αρέσει από ανέκαθεν πάρα πολύ. Δυνατός χαρακτήρας, εκρηκτική και πολύ χαριτωμένη. Έχουμε μια σχέση πολύ τεταμένη. Ίδιοι κατά βάθος, στα καλά και τα κακά. Βαράτε με κι ας κλαίω.
Το διαμερισματάκι στο οποίο μένω αυτό το διάστημα είναι μια κούκλα. Στο ισόγειο υπάρχει ένα μικρούλη κατάστημα. Αργότερα οι σύντροφοι το νοικιάζουν και το δουλεύουν φωτοτυπικό. Ανεβαίνεις μερικές σκάλες και υπάρχει η είσοδος του σπιτιού μας. Λίγες σκάλες ακόμη και βρίσκεσαι στον κυρίως χώρο. Πλήρως και πολύ μοντέρνα επιπλωμένο. Σαλόνι τραπεζαρία μαζί, μπάνιο τουαλέτα στην μέση και υπνοδωμάτιο μετά. Υπάρχει το παράθυρο που βλέπει στο μπροστινό δρομάκι και παράθυρο στο υπνοδωμάτιο σε αυλή, ακάλυπτο χώρο με τον οποίο δεν έχουμε επαφή.

Στο καθιστικό υπάρχει σκάλα ξύλινη που σε ανεβάζει σε σοφίτα, μέσα στο διαμέρισμα που είναι πολύ ψηλοτάβανο και την χωρά άνετα. Είναι ένα επιπλέον δωμάτιο ύπνου κλπ, χωρά ένα τεράστιο κρεβάτι με κομοδίνα από τις δυο του πλευρές. Όλα τα δωμάτια είναι κοινά στα δύο αγόρια και στο κορίτσι που μοιραζόμαστε το διαμέρισμα. Δεν υπάρχει δικό μου και δικό σου. Κοιμόμαστε όπου βρούμε βασικά. Συνήθως, όποιος έχει παρέα χρησιμοποιεί την σοφίτα. Μοιραζόμαστε τα πάντα, ακόμη και τα ρούχα για όλο το διάστημα που μένουμε μαζί, νομίζω κοντά στα δυο χρόνια, ίσως και λίγο παραπάνω.

Το «Να ζεις, ν’ αγαπάς και να μαθαίνεις», είναι ένα από τα καλύτερα και πιο πολυδιαβασμένα βιβλία του Λέο Μπουσκάλια. Είναι ένας ολόκληρος θησαυρός και μία ατελείωτη πηγή έμπνευσης, θάρρους και αποφασιστικότητας για όλους όσους αναζητούν μία καινούρια διάσταση στην προσωπικότητα τους και στη ζωή τους μέσα από τους δρόμους της κατανόησης και της αγάπης. Καθηγητής της παιδαγωγικής στο Πανεπιστήμιο της Νότιας Καλιφόρνια, ψυχολόγος και συναρπαστικός ομιλητής, ο Μπουσκάλια σε καθηλώνει και σε μεταμορφώνει με τα βιβλία του, που όλα σχεδόν πηγάζουν από ομιλίες, διαλέξεις και ελεύθερες συζητήσεις μέσα και έξω από τις πανεπιστημιακές αίθουσες, «φωνάζει, μιμείται, γελά, δακρύζει και κλαίει», γράφει ένας σχολιαστής και συμπληρώνει: «Το να παρακολουθείς το Μπουσκάλια να μιλά είναι σαν να κουβεντιάζεις μ’ έναν παλιό φίλο πάνω σ’ ένα κοινό και ποθητό θέμα».

Jefferson Airplane – White Rabbit (Grace Slick, Woodstock, aug 17 1969)

Εκεί λοιπόν μας βρίσκει αργά το βράδυ η Ρέα. Μας έχει πάρει ο ύπνος κάποια στιγμή. Κουνά το κεφάλι και φεύγει. Έχουν προηγηθεί στιγμές θύελλας, έρωτα γέλιου νεύρου θρήνου, όλα μαζί. Είμαστε και οι δύο κάτσε καλά, έρως και θυμός, αγάπη και αντιπαλότητα μαζί, έχουμε και την Ρέα κοινή φιλενάδα και αγαπημένη. Φωνές, θυμός, κραυγές, χαστούκια, φιλιά! Είναι και η θέση της τέτοια, υπάρχει αυτή η αντιπαλότητα που έχει ξεσπάσει, στα φόρτε της αυτή ακριβώς τη στιγμή ανάμεσα στα αγόρια και τα κορίτσια. Απ’ την άλλη μοιραζόμαστε τους ίδιους κινδύνους όλοι, ένα μπλέξιμο γενικότερα. Νιώθουν διχασμό τα κορίτσια μέσα τους.

You say love is a temple, love a higher law
Love is a temple, love the higher law

You ask me to enter, but then you make me crawl
And I can’t be holding on to what you got
When all you got is hurt       
One love, one blood
One life, you got to do what you should
One life with each other
Sisters, brothers

One life, but we’re not the same
We get to carry each other, carry each other
One
One
                                    U2                                                                             

Και δίνονται και δεν δίνονται, ψάχνονται και μεταξύ τους, υπάρχουν οι σκληρές που ούτε τον λόγο μας απευθύνουν στα ξαφνικά, που να συζητήσεις για σχέσεις!
Δεν την ξεχνώ ποτές. Δεν γίνεται να συμβιώσουμε. Το παλιό έχει ξεψυχήσει μα το καινούριο είναι πολύ άγουρο. Δύσκολα νικιέται ο εγωισμός, τόσο στους άντρες όσο και στις γυναίκες. Η κτητικότητα.
Πάντως προχωράμε.
Δεν κάναμε ποτέ σχέση, είναι αδύνατον, φτάνει η παρέα, δεν γίνεται και παραπάνω.
Πολύ ενέργεια και στις δύο πλευρές, απαγορευτική.
Κλείνω την παρένθεση και συνεχίζω.

AC/DC – Thunderstruck (Live – River Plate – Concert Clip)

Η κατάσταση έχει αλλάξει ριζικά πλέον. Ήδη η ανεμελιά προηγούμενων εποχών έχει παρέλθει οριστικά. Έχουν σοβαρέψει τα πράγματα θεαματικά, αλλάζουμε και εμείς με τον καιρό μαζί με τα καινούρια μας καθήκοντα. Είμαστε διαρκώς σε εγρήγορση. Προσέχουμε τα βήματά μας, τις διαδρομές. Τώρα το βλέμμα είναι καρφωμένο πίσω από την πλάτη. Από καιρό δηλαδή, τώρα όμως έχουμε αρχίσει να το συνειδητοποιούμε σε όλο του το εύρος.
Εδώ και χρόνο οι συνήθειες έχουν αλλάξει.
Οι αισθήσεις γίνονται ολοένα οξύτερες.
Ασχολούμαστε όλο και περισσότερο με τα όπλα, όλο και συχνότερα. Αυτό αυξάνει τα μέτρα και τις προφυλάξεις, την επιφυλακή.

Οι χαρούμενες εκδρομούλες στη φύση, συνδυασμένες με πικ νικ έχουν αντικατασταθεί από εξορμήσεις σε περιοχές με ιδιαίτερα χαρακτηριστικά, απομονωμένες και δύσβατες για να γίνεται ακίνδυνα η πρακτική εκπαίδευση στα όπλα. Στήνουμε λοιπόν κανονικές επιχειρήσεις που απασχολούν ολόκληρη την μέρα μας για να πάμε και να γυρίσουμε με ασφάλεια, από ξεχωριστούς δρόμους άνθρωποι και εξοπλισμός.
Που πρέπει επίσης να συντηρούμε, στην πόλη, ανά τακτά διαστήματα κλπ. Όπως καταλαβαίνεις, για να φτάσεις εκεί που φυλάγονται, ας πούμε για να τα καθαρίσεις, πρέπει να πάρεις όλες τις απαραίτητες επιχειρησιακές προφυλάξεις. Είναι δράση.
Είσαι πλέον μάχιμος ολοένα και συχνότερα, σχεδόν σε καθημερινή βάση, τις περισσότερες ώρες της μέρας.

Αλλάζει η ψυχολογία, η ψυχοσύνθεση, ο χαρακτήρας.
Έχει συγχρόνως ξεκινήσει η επιδρομή της ηρωίνης, αποδεκατίζει εκατοντάδες νέους σε κάθε πόλη. Και όχι μόνο αυτό. Μαζί με τα κορμιά χάνονται και οι συνειδήσεις, εξίσου τραγικό. Σου ξαναλέω, για τους αναγνώστες κυρίως, εσύ ήσουν εκεί και τα έζησες, καταλαβαίνεις καλύτερα, τα είδες με τα μάτια σου.
Ο διάλογος για την αυτονομία, την επανάσταση και την ένοπλη εκδοχή της διεξήχθη δημόσια. Κυριολεκτικά.
Για πολλά χρόνια, ένα μεγάλο διάστημα.

The Rolling Stones – Sister Morphine (RARE LIVE VERSION)

Πήρε μέρος πλήθος κόσμου, χιλιάδες άνθρωποι σε κάθε γωνιά της χώρας, και στην πιo απομακρυσμένη. Αυτό συνεπάγεται πως στην ανατρεπτική διαδικασία αναμίχθηκαν αμέτρητοι άνθρωποι. Όσο τα πράγματα σοβαρεύουν και οξύνονται, πολλοί από αυτούς κάνουν πέρα, μπαίνουν στην άκρη, δεν αντέχουν την ευθύνη. Δεν είναι μομφή, είναι γεγονός.
Όταν λοιπόν εισβάλλει στην καθημερινότητα ορμητική η ηρωίνη, με ότι αυτό συνεπάγεται, χιλιάδες εξολοθρεύονται. Είναι πλέον όμηροι της. Αιχμάλωτοι. Επιρρεπείς σε κάθε εκβιασμό.
Έχει χαθεί η συνείδηση, οι αρχές κρατούν στο χέρι ένα μεγάλο μέρος της νεολαίας, έτοιμο στα πάντα προκειμένου να εξασφαλίσει δόση στο ….θάνατο!

Πιόνια, για να τους παίξεις στα ζάρια. Εν δυνάμει πληροφοριοδότες, στ’ αλήθεια και στα ψέματα. Με την πρώτη ευκαιρία θα συνεργαστούν στην εξόντωση των μαχητών.
Ότι κινείται, εκτελείται !
Για το κράτος, με ένα σμπάρο δυο τρυγόνια. Ξεφορτώνεται ένα μεγάλο κομμάτι δυνητικών αντιπάλων, διασπά το μέτωπο του αγώνα, δημιουργεί σύγχυση και δυσπιστία, σπέρνει διχόνοια, δημιουργεί συγχρόνως δεκάδες ρουφιάνους. Κι όταν εξ αιτίας της καταστολής και της κατάληψης του δημόσιου χώρου από τα στρατεύματά της, τεράστιες δυνάμεις καραμπινιέρων και αστυνομίας κινητοποιούνται και καταλαμβάνουν τις πόλεις, εμποδίζονται τα ντήλια, τότε μεγάλο κομμάτι της ποινικής παρανομίας που είχε παραμείνει αμέτοχο, συντάσσεται και αυτό με τη υποταγή την ρουφιανιά και την αντεπανάσταση για να κερδίσει χαμένο έδαφος. Περνά με το μέρος της εξουσίας, χρησιμοποιείται κατά κόρον ενάντια στους ανατροπείς, διευκολύνοντας αφάνταστα τον πόλεμο ενάντια στην ελευθερία και τους αγωνιστές και μαχητές της.

Έχουμε ταυτόχρονα και τους νεκρούς ανάμεσα στις γραμμές μας.
Οι σύντροφοι γνωριζόμαστε από χρόνια, είμαστε όλοι κοινωνικοί αγωνιστές, όποια πέτρα κι αν σηκώσεις σύντροφος βρίσκεται από κάτω. Σε όλα τα μετερίζια. Έχουμε αναπτύξει δεσμούς χρόνιους με όλα τα κινήματα, σε κάθε διεκδίκηση.
Μεγαλώνουμε ξαφνικά δεκαετίες.
Δεν είναι εύκολο πράγμα.
Τα χρόνια της αθωότητας έχουν χαθεί ανεπιστρεπτί, κάποιο νήμα έχει σπάσει.
Πρέπει να προσαρμοστούμε στα καινούρια δεδομένα, δεν το καταφέρνουν όλοι.

Κακά τα ψέματα, δεν ταιριάζουν σε όλους οι μεγάλες αποφάσεις, οι ζόρικες..
Το διαπιστώνουμε, το αναφέρουμε.
Χρειάζεται αναδίπλωση. Γίνεται κουβέντα μεγάλη. Κίνδυνος διάσπασης.
Αντέχουμε.
Ξεκινούν οι συλλήψεις. Συνεχίζεται η συζήτηση εντός των τειχών. Παρένθεση:

οι ερυθρές Ταξιαρχίες, le Brigate rosse 1

Ένας αντικαπιταλιστής, αγαπημένος ακτιβιστής, τραγουδά, ήδη από το 2007 :
Serj Tankian Empty Walls

Your empty walls
Pretentius attention
Dismissive apprehension
Don’t waste your time, on coffins today
when we decline, from the confines of our mind
Don’t you see their bodies burning ?
desolate and full of yearning
dying of anticipation
choking from intoxication
I want you
to bee
left behind those empty walls
Told you
to see
from behind those empty walls
Those empty walls
I loved you
yesterday, before
you killed my family.

Λίγα χρόνια νωρίτερα, τραγουδάμε το 1975, μαζί με τον Eugenio Finardi :

‘η Anna είναι δεκαοκτώ χρονών κι αισθάνεται πολύ μόνη έχει θλιμμένο πρόσωπο και δεν βγάζει μιλιά έτσι κι αλλιώς είναι σίγουρη πως κανείς δεν θα την καταλάβαινε κι ακόμη και αν καταλάβει σίγουρα θα την προδώσει. Και το βράδυ στο δωμάτιο πριν κοιμηθεί διαβάζει για αγάπες και όλες τις περιπέτειες μέσα στα βιβλία που κάποιος άλλος γράφει που ονειρεύεται το βράδυ, αλλά την μέρα όμως δεν ζει Και ακούει το αγαπημένο της ραδιόφωνο για να νιώσει ένα κομματάκι κοινής λογικής και φωνές γεμάτες θέρμη και τους χαύνους στίχους όλων εκείνων των τραγουδιστών με παιδικά πρόσωπα και τις σπασμένες καρδιές τους Μα εδώ και λίγο καιρό είναι δύσκολο να ξεφύγεις, υπάρχει κάτι στον αέρα που δεν μπορεί να αγνοηθεί είναι γλυκό, μα δυνατό και δεν σ’ αφήνει ποτέ είναι ένα κύμα που μεγαλώνει και σε ακολουθεί όπου κι αν πας Είναι η μουσική, η εξεγερμένη, η αντάρτισσα μουσική που δονείται στα οστά σου και μπαίνει μες το δέρμα σου που σου λέει να βγεις που σου ουρλιάζει να αλλάξεις να παρατήσεις τις βλακείες και την πλήξη και να μπεις στον αγώνα
ο Marco από δίσκους κάνει συλλογή και γνωρίζει από μνήμης κάθε γκρουπ και εν τω μεταξύ ονειρεύεται να πάει στην Καλιφόρνια ή στις πόρτες του κόσμου που βρίσκονται επάνω στην Γερμανία Και λέει: »Εδώ σε μας, κατά βάθος, η μουσική δεν είναι άσχημη, εκείνο που δεν αντέχω είναι μόνο τα λόγια». Αλλά μετά τα ξαναβρίσκει αυτά τα λόγια κάθε φορά που βγαίνει έξω μέσα στις αφίσες ή γραμμένα πάνω στους τοίχους Είναι η μουσική, η εξεγερμένη, η αντάρτισσα μουσική που δονείται στα οστά σου και μπαίνει μες το δέρμα σου που σου λέει να βγεις που σου ουρλιάζει να αλλάξεις να παρατήσεις τις βλακείες και την πλήξη και να μπεις στον αγώνα’

  • Συνεχίζουμε: Με λίγα λόγια, μέχρι το ‘80 ας πούμε. Νωρίτερα; Μέχρι την απαγωγή Μόρο ;
    Δεν έχει σημασία, μέχρι τότε λοιπόν, την πρωτοβουλία στις κινήσεις την έχουν οι επαναστάτες στις διάφορες μορφές που αυτή εμφανίζεται. Στη συνέχεια αναλαμβάνει το κράτος.
    Από το ‘83 και μετά αρχίζει η κατάρρευση, οριστικά.
    Στο ενδιάμεσο, το επαναστατικό κίνημα μπορεί και οργανώνει αντεπιθέσεις. Από το ‘85 και μετά σχεδόν τελειώνουν όλα, σπασμωδικές κινήσεις. Κι όποιος αντέξει.

Desaparecido, Manu Chao.

Για δες πως τρέχουν τα γεγονότα  :
Δευτέρα 18 Φεβρουαρίου‘13 , αντιγράφω:

‘ομάδα ελεύθερων πολιτών έκανε επίθεση τα ξημερώματα της Κυριακής στο εργοτάξιο της εταιρείας Ελληνικός Χρυσός στις Σκουριές Χαλκιδικής. Σύμφωνα με τις δυνάμεις κατοχής, οι ελεύθεροι πολίτες προκάλεσαν ζημιές σε μηχανήματα, κοντέινερ και οχήματα της εταιρείας.

Οι κατοχικές δυνάμεις δεν κατάφεραν να συλλάβουν κανέναν από τους επιτιθέμενους και οι ελεύθεροι πολίτες παραμένουν ελεύθεροι, δίνοντας κουράγιο και ελπίδα στους σκλαβωμένους Έλληνες.
Τα καθεστωτικά μέσα μεταδίδουν την είδηση της επίθεσης, αν και έχουν αποκρύψει εντελώς τις αντιδράσεις και τις διαδηλώσεις των κατοίκων της Χαλκιδικής ενάντια στην επέκταση των μεταλλευτικών δραστηριοτήτων και τη βίαιη καταστολή των διαδηλώσεων από τις δυνάμεις κατοχής.
Η εταιρεία Ελληνικός Χρυσός έχει ξεσκιστεί να βάζει διαφημίσεις σε διάφορα ΜΜΕ, ώστε να εξαγοράσει τη σιωπή τους.
Άρα, η επίθεση των ελεύθερων πολιτών κρίνεται απόλυτα επιτυχημένη, αφού αναγκάζει τα καθεστωτικά μέσα να μεταδώσουν την είδηση της επίθεσης, αν και τη μεταδίδουν με άπειρα ψέματα.

Τώρα αναμένουμε την προκήρυξη της ομάδας των ελεύθερων πολιτών για να μάθουμε την αλήθεια και να πιούμε ένα ποτήρι κρασί στην υγειά τους.
[έτσι πρέπει να γράφονται αυτές οι χαρμόσυνες ειδήσεις. Στέλνω τους αγωνιστικούς μου χαιρετισμούς σε όλους τους ελεύθερους πολίτες. Καλή λευτεριά και στους υπόλοιπους.]

Freedom, Richie Havens.

  • Διασχίζουμε τη γειτονιά του Σάντο Σπίριτο, από το ποτάμι προς τα επάνω και βγαίνουμε από την πόλη, ξεκινάμε να σκαρφαλώνουμε τα υψώματα από τον επαρχιακό δρόμο. Έχουμε μια ώρα δρόμο και χαλαρώνουμε θαυμάζοντας το περιβάλλον. Φτάνουμε στη μικρή πολιτεία, περνούμε την μεγάλη πλατεία με τα σκαλιά και την εκκλησία, αφήνουμε το αυτοκίνητο με τον οδηγό στο προκαθορισμένο μέρος, στη στροφή ακριβώς. Απέναντι είναι η τράπεζα, κρυμμένη από αυτό το σημείο του δρόμου.

Γνωρίζουμε πως Παρασκευή σαν σήμερα, νωρίς το πρωί, η τράπεζα είναι γεμάτη χρήμα. Υπάρχουν μεγάλα αγροκτήματα στην περιοχή και κάμποσα εργοτάξια, την συγκεκριμένη μέρα γίνονται οι πληρωμές. Γνωστός μας που δουλεύει καιρό σε αυτά τα μέρη, σε ανύποπτο χρόνο, το έχει πληροφορηθεί από άνθρωπο με τον οποίο συναντήθηκε κάποιες φορές και είναι υπάλληλος τραπεζικός, σε κοντινό υποκατάστημα.
Την περιοχή την έχουμε επισκεφτεί τη χρονική περίοδο και μέρα που μας ενδιαφέρει πολλές φορές, έχουμε χαρτογραφήσει τα πάντα σε κάθε λεπτομέρεια και έχουμε καταστρώσει εναλλακτικό σχέδιο διαφυγής επίσης.

Σε παράδρομο, στην είσοδο της μικρής αυτής πόλης υπάρχει το αυτοκίνητο με το οποίο θα αποχωρήσουμε. Σύντροφος που οδηγεί κλεμμένο το ίδιο πρωινό αμάξι της τηλεφωνικής κρατικής εταιρείας, φορτηγάκι που επιμελείται τις βλάβες, στον ίδιο δρομάκο μας παραδίδει νωρίτερα τον οπλισμό και όλα τα σύνεργα που θα μας κάνουν αγνώριστους, μπουφάν, μουστάκια και περούκες Εκεί στα γρήγορα γινόμαστε άλλοι άνθρωποι και προσεγγίζουμε ήσυχα την τράπεζα.

Μικρό και βολικό υποκατάστημα, με πολλά χρήματα αυτή την στιγμή. Εισβάλουμε στο λεπτό δείχνοντας απλώς πως είμαστε οπλισμένοι, ένας παρακολουθεί από την πόρτα, ένας επιβλέπει στο εσωτερικό τους δυο πελάτες και τους υπαλλήλους την ώρα που ο τρίτος συγκεντρώνει στην τσάντα του τα χρήματα.
Όλα τελειώνουν σε ελάχιστο χρονικό διάστημα. Την ίδια ώρα έχουν εξουδετερωθεί από τον άλλο μας σύντροφο τα τηλέφωνα της περιοχής, έτσι γνωρίζουμε πως η ειδοποίηση των αρχών θα καθυστερήσει.

Απομακρυνόμαστε ήρεμα προς τον γνωστό μας παράδρομο. Παραδίδουμε εξοπλισμό, σύνεργα και χρήματα στον σύντροφό μας που αποχωρεί με το φορτηγάκι του. Όσοι τον δουν στον δρόμο θα πιστέψουν πως βρίσκεται στην περιοχή για να επιβλέψει την διόρθωση των τηλεφωνικών γραμμών. Εμείς θα επιστρέψουμε στην πόλη άνετοι και πεντακάθαροι, από δρόμο δευτερεύουσας κυκλοφοριακής σημασίας, για όλα τα ενδεχόμενα.
Ούτε γάτα ούτε ζημιά, όλα πηγαίνουν πρίμα. Στην κωμόπολη φτάσαμε απαρατήρητοι και φεύγουμε με τον ίδιο τρόπο. Τα χρήματα και ο εξοπλισμός το ίδιο.

Το βαν του τηλεφωνικού συνεργείου έχει κλαπεί τα χαράματα από το μέρος που το αφήνει ο υπάλληλος της τηλεφωνικής εταιρείας κάθε νύχτα. Όταν αντιλαμβάνεται το πρωί την κλοπή πριν πάει στην δουλειά, εμείς την ίδια σχεδόν ώρα, διαπράττουμε την ληστεία χιλιόμετρα πολλά μακριά. Μέχρι να ξεκινήσουν οι έρευνες της αστυνομίας ο σύντροφός μας είναι ήδη ασφαλής όπως και το πολύτιμο για εμάς περιεχόμενο του αυτοκινήτου.
Φτάνοντας στην πόλη διασκορπιζόμαστε στις δουλειές μας. Στο δρόμο έχουμε ξεμακιγιαριστεί τελείως, στα σπίτια αλλάζουμε τα ρούχα μας, χαλαρώνουμε και ξεχυνόμαστε στις συνηθισμένες μας ασχολίες.
Συναντιόμαστε το μεσημέρι για φαγητό στην ταβέρνα της Βία ντει Νέρι, σου μίλησα νωρίτερα, έχουμε φάει και μαζί εκεί. Αυτή του Μάριο είναι κλειστή για λίγες μέρες, κάποιες εργασίες συντήρησης βλέπεις.

Μη μου ζητάς τραγούδια
χθεσινά ξαναφορεμένα
μην ψάχνεις τα φεγγάρια
τα παλιά τα περπατημένα.
Η ζωή
ξεκινά δυνατά και πατά
σ’ άλλους γαλαξίες
συγχωρεί
τους πολύ τολμηρούς
τους τρελούς και τις αξίες
η ζωή
τρέχει μ’ έτη φωτός
ο καιρός δεν την τρομάζει
προχωρεί
και γι’ αγάπες παλιές
ούτε που το κουβεντιάζει.
Μη μου ζητάς θυσίες
αρκετές έκανα για σένα
έχω πολλές αιτίες
που κρατώ το αύριο για μένα.

Η όρεξή μας φυσικά είναι μεγαλύτερη από το κανονικό, συζητάμε για άσχετα θέματα, εμφανώς χαρούμενοι μιας και τα χρήματα από τη σημερινή δράση εξασφαλίζουν τα έξοδα της οργάνωσης και των ομάδων για μεγάλο διάστημα.
Πριν γυρίσω στο σπίτι έχω να κάνω κάποια ψώνια, ανεβαίνω τον δρόμο προς τα πάνω, διασχίζω την πλατεία των Ευγενών, μπροστά από το Δημαρχείο. Έχει κόσμο στα portici, στο μουσείο. Πόσες φορές δεν μαζέψαμε αγόρια και κορίτσια, τα προηγούμενα χρόνια από εκεί για να εξασφαλίσουν στέγη ζεστή κάποιες νύχτες των ταξιδιών τους.

Συνηθίζουν να απλώνουν τους υπνόσακους κάτω από τα φιλόξενα υπόστεγα για να περνούν τη νύχτα τους οι ταξιδευτές. Βέβαια, τώρα όλα αυτά έχουν δραματικά μειωθεί. Λίγο τα σκληρά ναρκωτικά έχουν δημιουργήσει κλίμα καχυποψίας στις τάξεις των συντρόφων, των νέων γενικότερα. Είναι και η φάση που έχει σοβαρέψει ριζικά και χρειάζεται γενικότερα προσοχή, τις διεισδύσεις φοβόμαστε δηλαδή, δεν ξέρεις από που μπορεί να σε βρει το κακό.
Εντάξει, τα διαμερίσματά μας είναι καθαρά, άσκοπες συζητήσεις δεν γίνονται πουθενά, όμως, όπως και νωρίτερα κατάλαβες από τα λεγόμενα, το κλίμα δεν είναι εκείνο το χαλαρό και ανέμελο των περασμένων χρόνων. Όταν τα πράγματα σοβαρεύουν μια γενικότερη αλλαγή στους κώδικες συμπεριφοράς και στην νοοτροπία είναι αναπόφευκτη, και αυτό συμβαίνει τις περισσότερες φορές αυθόρμητα, δίχως συζήτηση, και σχεδόν χωρίς το καταλαβαίνεις, απλώς συμβαίνει, δίχως τυμπανοκρουσίες και …βεγγαλικά. Απλά συμβαίνει.

Έχουμε πάντως γνωρίσει με αυτόν τον τρόπο άπειρο κόσμο ο οποίος αργότερα μας καλεί στη γενέτειρά του για να ανταποδώσει τη φιλοξενία.
Μου μένει αξέχαστη η νύχτα που με δυο κορίτσια και το αγόρι από το Τορίνο ξημερωνόμαστε κάτω από τα υπόστεγα στο γεφύρι Βέκιο καίγοντας, κομμάτι-κομμάτι τα τρία ρολά υγείας που κουβαλούν για τις ανάγκες τους! Μια παγωμένη κυριολεκτικά νύχτα του χειμώνα που το κρύο περονιάζει αλλά η ανάγκη και χαρά για παρέα δεν νικιέται με τίποτα. Ποιος μένει ακριβώς στη συνοικία από εκεί πίσω και μας ανεβάζει σχεδόν με το στανιό να μας κοιμίσει σπίτι του, με το χάραμα, αυτό δεν το θυμάμαι.
Μια σουρεαλιστική εικόνα, πέρα από την πραγματικότητα, κάποιων νεαρών μέσα στη νύχτα, πάνω από το πνιγμένο στην ομίχλη ποτάμι, να καίνε μικρά κομματάκια χαρτί για να ζεσταθούν! Με τα χέρια απλωμένα πάνω στην φωτίτσα την τοσοδούλα, δήθεν για να νικήσουν το κρύο!

‘Ο φωτογράφος των Τρικάλων Α.Μάνθος’, Θανάσης Παπακωνσταντίνου.

CANCELLI DELLA MEMORIA 5 καγκελόπορτες της μνήμης 5, καταλήγοντας

Λίγα μέτρα απόσταση υπάρχει ένας παράδρομος που κατεβάζει προς το ποτάμι, κάτω από την γέφυρα ντέλλε Γκράτσιε, εκατό μέτρα από το σπίτι μας. Κάποιο απόγευμα, λίγους μήνες αργότερα, είναι πλέον ζεστή άνοιξη, έχουμε σταματήσει το αυτοκίνητο στη γωνία, ακριβώς μετά την είσοδο αυτού του χωματόδρομου, στην αρχή της κατηφόρας. Στρίβουμε τσιγάρο και ακριβώς τη στιγμή που είναι έτοιμο και πάω να το ανάψω, μας την πέφτουνε οι μπάτσοι. Μου το παίρνουν μέσα από τα χέρια, είμαστε τρεις και εγώ κάθομαι πίσω μοναχός. Ζητούν στοιχεία και κάνουν έλεγχο από τον ασύρματο. Από τις κουβέντες τους καταλαβαίνουμε πως έχουν πληροφορίες για κάποιο ντήλι που γίνεται εκείνη την ώρα κάπου κάτω από το γιοφύρι και μας περνούν για τους ύποπτους.

Τζίφος, έξω από το τσιγάρο αυτό δεν υπάρχει τίποτα άλλο, μας αφήνουν αμέσως και συνεχίζουν. Το ωραίο είναι πως μου επιστρέφουν στα χέρια το τζόϊντ πριν απομακρυνθούν. Κι εμείς συνεχίζουμε το δρόμο μας, με το κάρο και το αναμμένο πλέον τσιγαράκι!
Στάθηκε μεγάλη καμπάνα για μας το γεγονός, από εκείνη τη μέρα η προσοχή μας αυξήθηκε κατακόρυφα, τέρμα και τα δίφραγκα. Τα ρίσκα ελαχιστοποιούνται σημαντικά, η προσοχή αυξάνεται ραγδαία, οι κεραίες ξεσκονίζονται πλέον ολοσχερώς.
Και για να μη σου πολυλογώ, δεν περνά ούτε βδομάδα, κατεβαίνω με παρέα τα σκαλιά πιτσερίας κοντά στην σχολή, καινούριο μαγαζί και στέκι ,[μόλις τώρα διαπιστώνω πως στη συντριπτική τους πλειοψηφία, οι χώροι στους οποίους συχνάζουμε, για παράδοξο λόγο, είναι υπόγεια!] βλέπω ένα τύπο στο βάθος να πετάγεται απάνω και να αλλάζει θέση, με την πλάτη στον τοίχο. Είναι ο αξιωματικός που ηγείτο της επιχείρησης στο ποτάμι! αυτός που μου επέστρεψε το τσιγάρο. Περισσότερο τσιτωμένος αυτή τη φορά!
Το καμπανάκι γίνεται καμπάνα! Οι καιροί λοιπόν έχουν αλλάξει οριστικά. Τα κεφάλια μέσα!

The Unforgiven, Mettalica.

Αυτή είναι η εξαετία μου Μιχάλη στην πόλη.
Που από πόλη των ονείρων γίνεται και του εφιάλτη.
Διακόπτεται απότομα. Ανωτέρα βία.
Η δίωξη ξεκινά και για μένα οριστικά πλέον, βρίσκομαι αυτοεξόριστος στο εξωτερικό. Από καθαρή τύχη, όπως κι εσύ επίσης, στο κάτω κάτω.
Το αστέρι μου με τραβά έξω από το στόμα του λύκου κυριολεκτικά την τελευταία στιγμή.
Μέχρι τον Μάρτη του ‘78 δημιουργούμε. Πενήντα μέρες μετά όλα έχουν αλλάξει, εμείς η κοινωνία, ο ίδιος ο αντίπαλος. Μάλλον όχι, αυτός δεν έχει αλλάξει, βγάζει απλά την μάσκα που φοράει.
Από εδώ και μπρος απολογούμαστε, προς την κοινωνία, τους εαυτούς μας.

Η ζωή γίνεται πολύ δύσκολη, ασφυκτική. Η ένταση φοβερή. Η πίεση αφόρητη.
Θα σου θυμίσω το περιστατικό που μου συμβαίνει κοντά στην πλατεία Μότζι, στην αγαπημένη μου διαδρομή με αυτοκίνητο, κατεβαίνουμε από ψηλά το Πιατσάλε προς την πόλη, με πεντακοσαράκι, τρεις φίλοι.
Πέφτουμε πάνω σε μπλόκο, αστυνομία ή καράμπα, δεν θυμάμαι.

Στριμωγμένοι μέσα στο αυτοκινητάκι με τις κάνες των όπλων κυριολεκτικά καρφωμένες πάνω μας. Ζητούν χαρτιά και τους τα δίνουμε. Αργούν πολύ να τα επιστρέψουν. Ανοιχτά παράθυρα καταχείμωνο, παγωνιά, αρχίζουμε να τουρτουρίζουμε. Η ένταση χτυπά κόκκινο, ζητώ να βγω, να κουνηθώ λιγάκι, μου επιτρέπουν. Πολύ προσεκτικά, με τα χέρια στο κεφάλι, για σιγουριά, κολλημένα, βγαίνω έξω. Πηδώ πάνω κάτω, κρύο, ένταση, τι να σου πω. Ο αξιωματικός τσιτώνει παραπάνω, μου κολλάει το πολυβόλο στα πλευρά την ώρα που ακούγεται η εντολή από τον ασύρματο να μας αφήσουν να φύγουμε.
Ανακούφιση για όλους, κι εμάς και αυτούς.

Λίγες μόλις μέρες νωρίτερα τα δελτία ειδήσεων έχουν βουίξει για τον πρόεδρο των μιλανέζων βιοτεχνών που έχασε τη ζωή του με τον πιο ηλίθιο τρόπο. Εξαιτίας ακριβώς αυτής της πίεσης για την οποία μιλάμε. Από ένα τερτίπι της μοίρας.
Ανθρώπινο λάθος, παράπλευρες απώλειες, το έγκλημα βρίσκουν πάντα να το ονομάσουν έτσι που να ακούγεται αθώο.
Ανάπηρος, δίχως χέρι, πέφτει σε μπλόκο. Κάνει να βγάλει από το ντουλαπάκι τα χαρτιά του, το μεταλλικό στοιχείο στη θέση του χεριού αστράφτει στο φως της λάμπας του στύλου κάτω από τον οποίο έχουν ακινητοποιήσει το αμάξι του.
Μπαμ και κάτω. Μέχρι το όργανο να αντιληφθεί το λάθος το κακό έχει γίνει. Αυτό που γυαλίζει στο φως δεν είναι όπλο αλλά τεχνητό μέλος. Ο νεκρός δεν είναι ο στυγνός τρομοκράτης, δυστυχώς. Κι επειδή είναι ευπόληπτος γίνεται και ντόρος. Όταν όμως ο νεκρός είναι κάποιος φτωχοδιάβολος….

Αυτό είναι το κλίμα. Σου ξαναείπα δε για τις τόσες ενέδρες που στήνουν σε συντρόφους εκτελώντας εν ψυχρώ. Λόγος δε δόθηκε ποτέ.
Έτσι σιγά σιγά πεθαίνει αυτό που είναι το μεγαλύτερο αντάρτικο κίνημα, πείραμα στη σύγχρονη Ευρώπη, ίσως στην οικουμένη ολόκληρη, αν εξαιρέσεις τα απελευθερωτικά του Τρίτου Κόσμου.
Τώρα τελευταία άρχισαν να γράφουν τις εμπειρίες τους οι σύντροφοι για να τις μεταφέρουν στην κοινωνία. Ότι γράφτηκε νωρίτερα είναι από τρίτους. Σκέψεις, απόψεις, προσπάθεια ανάλυσης, καμιά φορά και εμπειρίες άμεσα εμπλεκόμενων που μεταφέρονται μέσω άλλων, όπως στην περίπτωση του Μπαλεστρίνι που σαν κι εσένα έτσι κι εκείνος έζησε μέσα στα γεγονότα δίχως να έχει εμπλακεί άμεσα σε επιθετικές δράσεις.

Εμπειρικά βιβλία γράφονται λοιπόν τώρα τελευταία. Και η δική μας προσπάθεια θα προσφέρει στον διάλογο, θα σταθεί πετραδάκι που θα σχηματίσει το μωσαϊκό.
Εγώ διηγήθηκα. Εάν μου πεις να στρώσω τον πισινό μου, να παλουκωθώ και να γράψω, αδυνατώ. Κάνε το εσύ λοιπόν για μένα, αν τα καταφέρεις. Εμένα δεν μου βγαίνει.
Βρέθηκες εκεί, τον παλμό τον γνωρίζεις, τον έπιασες τον σφυγμό. Έζησες τον αγώνα σε πολλές από τις μορφές του. Στο δρόμο, στις σχολές, στις γειτονιές.

Στα εργοστάσια, όταν κατεβαίναμε να δώσουμε χέρι αλληλεγγύης στους αγωνιζόμενους εργάτες. Στην πόλη μας δεν αναπτύχθηκε ποτέ αξιόλογο εργατικό κίνημα, τις λίγες φορές που χρειάστηκε όμως είμαστε εκεί.
Είμαστε παντού. Διεθνιστές, κινητοποιούμαστε οπουδήποτε η αλληλεγγύη μας καλεί.

Too old to Rock ‘n’ Roll, Too young to die, Jethro Tull.

Τελειώνω με τη διήγηση ενός γεγονότος που με ταρακουνά φοβερά, όσο μικρό και να φαίνεται, έχει τεράστια σημασία, δεν είναι καθόλου ουδέτερο.
Στο συνεδριακό κέντρο της πόλης διοργανώνουμε μάζωξη παγκόσμια πάνω σε θέματα αλληλεγγύης που απασχολούν διάφορες κοινότητες.
Έχει μεγάλη δύναμη, φορτώνει κυριολεκτικά η ομιλία της συντρόφισσας από την Χιλή που μας μεταφέρει εμπειρίες πριν, κατά την διάρκεια και μετά το πείραμα του συντρόφου Προέδρου Σαλβαδόρ Αλιέντε. Το να ακούς από κάποιον που τα ζει στιγμιότυπα από εμπειρίες πριν, κατά τη διάρκεια του πραξικοπήματος και της ζωής στη δικτατορία και την παρανομία στη χώρα του Νερούδα και του ΜΙR είναι συγκλονιστικό.

Ξεσπά καταιγίδα ερωτήσεων στη γυναίκα με το τέλος της ομιλίας της. Μια κοπέλα, ερωτά την γνώμη της πάνω σε θέματα φεμινισμού, είναι η περίοδος που το γυναικείο ζήτημα και κίνημα γράφει δυνατές στιγμές σε όλη την Ευρώπη, ιδιαίτερα στην Ιταλία.
Με αφοπλιστική ειλικρίνεια η κυρία βάζει στην θέση της την ερωτούσα λέγοντάς της πως η πραγματικότητα στην παρανομία ενός στρατιωτικού καθεστώτος είναι τόσο ιδιαίτερη που αδυνατεί προφανώς να την κατανοήσει ερωτώντας τέτοια πράγματα. Πως έχουν τόσα πολλά να αντιμετωπίσουν και να ξεπεράσουν στην δύσκολη καθημερινότητά τους, τόσα να σκεφτούν και να προβλέψουν ώστε χώρος στο μυαλό τους για τέτοιες ‘πολυτέλειες’ δεν υπάρχει, [έτσι ακριβώς, δεν θα το ξεχάσω ποτέ]. Πως ελίσσονται καθημερινά μέσα από συμπληγάδες και πως οι καταστάσεις που ζητούν απαντήσεις είναι πολύ σοβαρότερες. Και πως τέτοια θέματα δεν τους απασχολούν.

Μια κοπελιά που εάν την δεις στην αγορά, έτσι εύθραυστη και γλυκιά θα πεις πως…. βγήκε να ψωνίσει μακιγιάζ. Κατά βάθος όμως, ναι, με φωτιά και μπαρούτι.

Hey Joe, Jimi Hendrix.

Αυτή είναι η αφήγησή μας.
Κάποιες στιγμές που φωτογράφισαν μια περίοδο.
Που την έζησε ένα κομμάτι της ιταλικής κοινωνίας καθόλου ευκαταφρόνητο, που την διέσχισαν κατά μήκος και κατά πλάτος, τα πιο ριζοσπαστικά της κομμάτια.
Έπεσε ένα πέπλο σιγής πάνω σε αυτή την πραγματικότητα, να την εξαφανίσει, σαν να μην έχει συμβεί ποτέ.
Θέλησαν να καταστήσουν τους αγωνιστές αόρατους.
Τα γεγονότα βγαίνουν ξανά στην επιφάνεια, θα δώσουν έναυσμα στην συζήτηση.
Για να αντλούμε συμπεράσματα.

Μα το κορμί είν’ αφορμή σε μια πορεία
και η σοφία το τέρμα της

Δεν ξεχνάμε.
Ταξιδεύουμε από το σήμερα στο χθες και ξαναεπιστρέφουμε στο σήμερα. Μέσα από τις διηγήσεις και τα κείμενα αγωνιστών που διαλέγουν διάφορα μονοπάτια για να κτυπήσουν την καπιταλιστική ασχήμια.
Όλοι χωρούν στις καρδιές μας. Κανείς δεν περισσεύει. Τα μονοπάτια είναι πολλά και διαφορετικά, ο καθείς διαλέγει ανάλογα με τον χαρακτήρα του, προς τα εκεί που τον τραβά η καρδιά του αρμενίζει.
Κι εγώ δεν είμαι ίδιος με το χθες. Χρόνια προστέθηκαν στην πλάτη μου, φοβίες συσσωρεύτηκαν, συντήρηση δημιουργήθηκε.
Οι συμπάθειες όμως δεν κρύβονται .

Δεν μπορείς να έχεις την απαίτηση από ένα νέο είκοσι χρονών να σκέφτεται όπως ένας πενηντάρης ή εξηντάρης.
Ας αφήσουμε όλα τα λουλούδια να ανθίσουν, όλα τα δέντρα να καρπίσουν.
Δεν υπάρχει αυτός που κρατά το κλειδί του Παραδείσου.
Κλειδιά υπάρχουν δεκάδες.
Όλα χρειάζονται.
Δεν υπάρχει πράξη αγωνιστική πιο σπουδαία από την άλλη.
Η σπορά μετράει.
Ότι σπέρνεται σήμερα αύριο θα καρπίσει.
Ας σταματήσουν λοιπόν οι σεχταρισμοί και οι καταδίκες των άλλων, των διαφορετικών, των απλησίαστων.
Αυτοί που θέλουν να αγωνιστούν θα βρουν αυτό που τους ταιριάζει και θα το πλαισιώσουν.
Ας αφήσουν τους υπόλοιπους στην ησυχία τους, να χαρτογραφήσουν, ν’ αυτοσχεδιάσουν.
Σταματείστε ν’ ασχολείστε με τους διαφορετικούς.
Ας κοιτάξει ο καθένας την καμπούρα του!

‘και την ιστορία την πουτάνα έτσι την γράφουνε, και οι αστοί και οι κομμουνιστές : οριζόντια, επίπεδη. Μιλάνε για λαούς, μιλάνε για μάζες, κανένας απ’ αυτούς δεν μπόρεσε ποτέ να νιώσει την ένταση, το πάθος, την κορύφωση και την πτώση κόσμων ολόκληρων σε ένα μονάχα 24ωρο από τη ζωή του επαναστάτη. Ξέρουν γράμματα, διαβάζουν, γράφουν και δεν κατάλαβαν ποτέ πως ο κάθε άνθρωπος είναι ένας κόσμος ολόκληρος, είναι μια ολόκληρη ιστορία….

Δεν ξέρω, αλλά νομίζω πως όταν ο άνθρωπος ξανακατακτήσει την ανθρωπιά του, όταν ξαναρχίσει να δημιουργεί ανθρώπινο πολιτισμό, να γράφει πια την ιστορία του κάθετα, όχι για λαούς και μάζες, αλλά για τον Παύλο, για την Ρηνιώ, για την Ελένη, για τον μαστρο-Στέφανο…… Τότε μονάχα οι άνθρωποι θα ξέρουν τι κοστίζει η συμμετοχή, τι θα πει η φράση ‘εκατό χιλιάδες νεκροί’ ή ‘βασανίζεται ένας άνθρωπος σε κάποια ασφάλεια’.
ΧΡΟΝΗΣ ΜΙΣΣΙΟΣ.

Για το καλό μου, Γιάννης Μηλιώκας.

Λίγο πριν αποχαιρετιστούμε, χαμένοι στο Ελληνικό πέλαγος και στις θύμησες μας, ο φίλος μου προσφέρει ένα μπουκάλι ρακί. Μου ζητά να τον θυμάμαι κάθε φορά που πίνω ένα ποτηράκι, να εύχομαι στην Πρώτη Γραμμή και στην επαναστατική εμπειρία και προοπτική. Του το υπόσχομαι με την καρδιά μου. Μέχρι σήμερα τηρώ τον λόγο που έδωσα.
Να διευκρινήσω με την ευκαιρία πως ύστερα από τις διηγήσεις του φίλου μου κατάλαβα πως από τη στιγμή των συλλήψεων και μετά η διαδρομή τους στάθηκε άψογη, έδρασαν όπως έπρεπε, μέσα σε κλίμα βασανιστηρίων, ξύλου από όλες τις πλευρές, αποφασιστικότητας από μέρος τους, εξεγέρσεων, ανταρσιών και καταστροφών στα κολαστήρια. Αζινάρα, Τράνι, Πάλμι, Νουόρο, Σολιτσιάνο, μερικά από τα φοβερά ονόματα.

Κέρδισαν την ελευθερία με το σπαθί τους.
Να χαιρετήσω με την ευκαιρία τον Γκουίντο Μανίνα, τον Νικόλα, τον Τζιάνι Μάτζι και τον Κλάουντιο Βάκερ. Δεν συναντηθήκαμε ποτέ με τους περισσότερους μέχρι στιγμής αλλά γνωριζόμαστε από τις διηγήσεις του κοινού μας φίλου και συντρόφου.
Καλό κουράγιο σε όλους.
Φυσικά θα αποκηρύξω τον ανεκδιήγητο Ενρίκο, του οποίου τα ‘κατορθώματα’ μόλις πληροφορήθηκα.
Και να προσθέσω πως τον συμπαθέστατο Γκαμπριέλε τον έχω ήδη συγχωρήσει πριν ακόμη έρθουμε σε επαφή. Καλές πλεύσεις του εύχομαι.

συνεχίζεται

DSC02248

αυτονομία, autonomia

Πέρα από τον εργατισμό και τον λεγόμενο μετα-εργατισμό

on .

Συνέντευξη του Davide Gallo Lassere στον Gigi Roggero (η γαλλική έκδοση δημοσιεύεται στο Période)

Ο ιταλικός πολιτικός εργατισμός της δεκαετίας του ’60 χαρακτηρίστηκε, μεταξύ άλλων, από την εκ νέου ανακάλυψη του Μαρξ, κατά του μαρξισμού. Μπορείτε να εξηγήσετε με ποια έννοια;

Αυτή του εργατισμού είναι μια μακιαβελική επιστροφή στις αρχές: είναι ακριβώς μια επιστροφή στον Μαρξ ενάντια στον μαρξισμό, δηλαδή εναντίον του ντετερμινισμού, του ιστορικισμού και του αντικειμενισμού αυτής της παράδοσης. Ο εργατισμός δεν είναι αίρεση μέσα στην οικογένεια του μαρξισμού, είναι μια ρήξη με εκείνη την οικογένεια. Tόσο ώστε οι εργατιστές να ορίζουν τους εαυτούς τους ως marxiani, μαρξιάνοι και όχι μαρξιστές, κάπως σαν κι αυτό που λέγεται πως ο Μαρξ προς το τέλος της ζωής του δήλωνε «je ne suis pas marxiste», »δεν είμαι μαρξιστής». Να είναι σαφές, ωστόσο, ότι εκείνη η επιστροφή στις αρχές δεν ήθελε να οικοδομήσει μια νέα ορθοδοξία βασισμένη στην ορθή ανάγνωση του ρήματος του προφήτη, όπως αντιθέτως έκαναν οι διάφορες αιρέσεις (για παράδειγμα εκείνες των τροτσκιστών ή οι μπορντιγγιστές, «εξευγενισμένοι» από τις σταλινικές διώξεις, που όμως παραδόξως συχνά κατέληγαν να επιτίθενται στον Στάλιν ως έχοντα στάσεις παρέκκλισης από τη γραμμή της γραμμικής ιστορικής εξέλιξης που υποτίθεται ότι είχε σχεδιαστεί μια για πάντα από τον Μαρξ). Η επανεξέταση από πλευράς εργατιστών του Μαρξ ήταν επομένως όχι μόνο κατά του μαρξισμού, αλλά και σε κάποιο βαθμό επικριτική σε σχέση με τα όρια και τα τυφλά σοκάκια του Moro του Treviri, [Marx], με στόχο να κάνει να εκραγούν οι αντιφάσεις του, τείνει να τον τραβήξει από τα μαλλιά, να ανακαλύψει μιαν αποθήκη με εκρηκτικά για να επιτεθεί στην κοινωνία-εργοστάσιο του ώριμου καπιταλισμού.

Σε αντίθεση με άλλους προηγούμενους εργατισμούς (όπως η συμβουλιακή ιδεολογία) ή σύγχρονους (όπως της χριστιανικής ή λαϊκιστικής προέλευσης), ο ιταλικός πολιτικός εργατισμός δεν αγαπούσε τους εργάτες και τους προλετάριους: στοιχημάτιζε την πιθανότητα εκεί να υπάρχει μια δύναμη ενάντια στον εαυτό της, όχι για να επεκτείνει αλλά για να εξαλείψει την κατάστασή της. Ήταν επομένως ένας εργατισμός εναντίον της εργασίας, για την απόρριψη ενός υποκειμενικού χαρακτήρα, μιας υποκειμενικής φύσης επιβεβλημένης από τη σχέση του κεφαλαίου. Υπήρξε ένας εργατισμός βασισμένος στην μη αναστρέψιμη μεροληψία της άποψης, μιας αυτόνομης πλευράς που θα χτιστεί. Προσοχή, όχι των εκμεταλλευόμενων, αλλά αυτών που αγωνίζονται ενάντια στην εργασία για να ζήσουν με ελεύθερο τρόπο. Όχι εκείνων που ζουν από την εργασία τους, αλλά εκείνων που αγωνίζονται κατά της εργασίας για να ζήσουν ελεύθερα. Όχι των φτωχών και των καταραμένων-των κολασμένων της γης, αλλά της εργατικής τάξης που αγωνίζεται για την κατάργησή της (και πως η εργατική τάξη είναι ζήτημα ποιοτικής πρωτοποριακής δύναμης και όχι χεριών με κάλους και φόρμες λερωμένες με λάδια, με γράσο, πρέπει να σπαταλήσουμε κι άλλο χρόνο για να το προσδιορίσουμε;).

Μέσα σε αυτή τη ρήξη της παγκοσμιότητας, του μαρξισμού και εν μέρει του ιδίου Μαρξ, οι εργατιστές τοποθέτησαν στο κέντρο το ζήτημα της υποκειμενικότητας, ή καλύτερα – για να το πούμε μαζί με τον Alquati – της αντιυποκειμενικότητας. Αυτό δεν έχει καμία σχέση με την χρήση του όρου υποκειμενικότητα που κατέστη τρέχουσα: τις τελευταίες δεκαετίες (την εποχή του «μετά-post») υπήρξε μια πολύ αδύναμη απόκλιση, η οποία συνδέθηκε κυρίως με τον foucaultismo και τον μετα-στρουκτουραλισμό, [Η κατεύθυνση των σπουδών που βασίζεται στη δομική ψυχολογία ή τη δομική γλωσσολογία], (εν μέρει δεν έχουν ευθύνες γι αυτό οι Foucault και οι μετα-στρουκτουραλιστές, εν μέρει ναι). Η «ανακάλυψη» της υποκειμενικότητας υπήρξε η ανακάλυψη κάτι καλού, το οποίο έθετε στην άκρη το ζήτημα της τάξης, του συλλογικού μέρους, του υποκειμένου με ανασυνθετική έννοια. Ήταν η εκ νέου «ανακάλυψη» της κεντρικότητας του ατόμου, δηλαδή της παράδοσης απέναντι στη τάξη του φιλελεύθερου λόγου, παλαιού- ή νέου- κι αν είναι. Η υποκειμενικότητα για την οποία μιλάμε δεν είναι καν αναφερόμενη στη συνείδηση, τουλάχιστον για αυτό που σήμαινε στη μαρξιστική παράδοση, δηλαδή το στοιχείο της ιδεαλιστικής διαμεσολάβησης της ιστορικής προόδου. Η υποκειμενικότητα για την οποία μιλάμε, στο κέντρο του εργατισμού και του ορισμού της ταξικής σύνθεσης (στην οποία θα επιστρέψουμε σύντομα), είναι κάτι ριζικά διαφορετικό. Η υποκειμενικότητα δεν είναι καλή: είναι ένα πεδίο μάχης. Η παραγωγή της υποκειμενικότητας στον καπιταλισμό είναι εγγενής στην κοινωνική σχέση της παραγωγής και της εκμετάλλευσης, είναι το στοίχημα, το διακύβευμα μιας ανταγωνιστικής διαδικασίας και σχηματισμού, δηλαδή της σύγκρουσης, βίας, αναπαραγωγής, συναίνεσης, μετασχηματισμού. Όταν σήμερα, σε ένα πλαίσιο σχέσεων δύναμης, [ισορροπίας δυνάμεων] υπέρ του κεφαλαίου, μιλάμε για «προλεταριακή υποκειμενικότητα» (ή της επισφάλειας ή της ζωντανής εργασίας ή αυτό που προτιμάτε για να υποδείξετε τις φιγούρες της δυνητικά δικής μας πλευράς), μιλάμε για μια υποκειμενικότητα σφυρηλατημένη, πλασμένη κυρίως από την καπιταλιστική κυριαρχία. Το να μιλάμε για αντι-υποκειμενικότητα σημαίνει λοιπόν να μιλάμε για μια υποκειμενικότητα όχι μόνο εναντίον του κεφαλαίου, αλλά και κατά του κεφαλαίου που μεταφέρουμε μέσα μας. Ναι, διότι εμείς στο μέτρο στο οποίο μισούμε τα αφεντικά πρέπει να φθάσουμε να μισούμε τον εαυτό μας, εκείνο τον καρκίνο που κάθε μέρα μας τρώει και μας θέτει στην υπηρεσία εκείνων που μας εκμεταλλεύονται.

Υπό το φως αυτής της αναντικατάστατης, αμείωτης μεροληψίας της άποψης είναι τότε δυνατόν να κατανοηθεί η ανατροπή του εργατισμού: πρώτα η τάξη, μετά το κεφάλαιο. Με άλλα λόγια δεν είναι το κεφάλαιο το υποκείμενο της Ιστορίας, που κάνει και ξεκάνει, που καθορίζει την εξέλιξη και τις συνθήκες για την υπέρβασή του. Στο κέντρο υπάρχει η ταξική πάλη, στην δύναμη της απόρριψης που έχει, στην αυτονομία της.

Από αυτή την άποψη, ο Mario Tronti διαδραμάτισε δίχως άλλο έναν πρωτεύοντα ρόλο…

Με το Tronti η τάξη παύει να είναι μια απλή κοινωνιολογική ή περιγραφική έννοια, για να γίνει μια εντελώς πολιτική έννοια. Η τάξη δεν υπάρχει στη φύση, ή μάλλον υπάρχει στη φύση του κεφαλαίου ως ταξινόμηση κοινωνικών τμημάτων τοποθετημένων στην αγορά εργασίας. Μπορούν να υπάρχουν προλετάριοι χωρίς προλεταριάτο, εργάτες χωρίς εργατική τάξη. Επομένως, η τάξη δεν είναι ένα θέμα διαστρωμάτωσης, αλλά αντιπαράθεσης. Είναι πάντα ο αγώνας που παράγει την τάξη ωσάν συλλογικό μακροοικονομικό μέρος. Τάξη σημαίνει ταξικός ανταγωνισμός. Με τον Tronti ακριβώς: δεν υπάρχει τάξη χωρίς ταξική πάλη.

Και σε αυτή την περίπτωση ο Μαρξ πρέπει να χρησιμοποιηθεί και να τραβηχτεί από τα μαλλιά. Θα πρέπει να χρησιμοποιηθεί ο Μαρξ των ιστορικών έργων, εκείνος που μας δείχνει ότι οι προλετάριοι έγιναν τάξη στα οδοφράγματα του 1848. Αλλά και εκείνος ο (αμφίσημος) του Κεφαλαίου. Εκείνος που στο πρώτο Βιβλίο δείχνει πώς οι αγώνες καθόρισαν τη μείωση της εργάσιμης ημέρας, όχι η αστική νομοθεσία ή κάποιος φωτισμένος καπιταλιστής (είναι ενδιαφέρον να σημειωθεί ότι τα ίδια χρόνια, σε μαθήματα που πραγματοποιήθηκαν στο Μόντρεαλ μεταξύ των ετών ’66 και ’67 και που τώρα συλλέγονται στον τόμο You Don’t Play With Revolution, Δεν Παίζεις Με Την Επανάσταση, ο CLR James φτάνει στα ίδια συμπεράσματα): αν τα αφεντικά μπορούσαν να μας κάνουν να δουλεύουμε όλη την ημέρα, χωρίς αντίσταση ή συγκρούσεις, θα το έκαναν. Είναι ένα μάθημα που θα έπρεπε να υπενθυμίζεται σε εκείνους που κλαίνε σήμερα για δωρεάν εργασία, που επικαλούνται την ανακατανομή του πλούτου ή που πιστεύουν ότι το εισόδημα της ιθαγένειας είναι θέμα παραγωγικής ορθολογικότητας: μόνο ο αγώνας μπορεί να αναγκάσει τα αφεντικά να πληρώσουν ακριβά, ο ίδιος ο μισθός είναι πάντα μια πολεμική λεία, λάφυρο πολέμου μεταξύ δύο εχθρικών πλευρών. Αν κάποια από τις δυο πλευρές δεν αγωνιστεί, η άλλη δεν θα πάρει αιχμάλωτους – με καλή ειρήνη της αριστεράς.

Υπάρχει επίσης μια χρήση του Μαρξ του τρίτου Βιβλίου, που όπως είναι γνωστό διακόπτεται με το ανολοκλήρωτο κεφάλαιο για τις τάξεις. Κατά ειρωνεία στο Εργάτες και κεφάλαιο ο Τρόντι σημείωνε ότι «από τον Renner μέχρι τον Dahrendorf, κάθε τόσο κάποιος απολαμβάνει να ολοκληρώνει αυτό που παρέμεινε ημιτελές: έρχεται προς τα έξω μια δυσφήμηση του Μαρξ, η οποία θα ασκούνταν τουλάχιστον με σωματική βία». Ήδη στο πεντηκοστό κεφάλαιο, «Η εμφάνιση του ανταγωνισμού», γράφει ο Μαρξ: η τιμή της εργασίας δεν ρυθμίζεται από τον ανταγωνισμό, αλλά είναι η τιμή της εργασίας που ρυθμίζει τον ανταγωνισμό. Οι εργατιστές θα πουν: είναι οι αγώνες που καθορίζουν την εξέλιξη, την ανάπτυξη, πρώτα έρχεται η τάξη μετά το κεφάλαιο. Να ερμηνευθεί το κεφάλαιο ξεκινώντας από το ίδιο είναι μια ιδεολογική προβολή. Όταν σήμερα λέμε «είναι οι αγορές που το θέλουν», βρισκόμαστε μέσα σε αυτή την προβολή. Στο ανολοκλήρωτο κεφάλαιο με το οποίο τελειώνει το τρίτο Βιβλίο, ο Μαρξ σημειώνει λίγα αλλά αρκετά σημαντικά πράγματα. Μας λέει ότι να συνιστούν μια τάξη δεν είναι μόνο τα εισοδήματα, ούτε απλά η τοποθέτηση μέσα στις σχέσεις παραγωγής, αν και βεβαίως αυτές καθορίζουν την υλική βάση πάνω στην οποία βασίζεται το ζήτημα της τάξης. Να οικοδομεί την τάξη είναι ακριβώς ο αγώνας που σπάει την αφηρημένη δημοκρατική ενότητα του λαού: όταν «ο αδιαίρετος λαός» χωρίζεται σε «εχθρικά στρατόπεδα», όταν – γράφει ο Τρόντι – «η εργατική τάξη αρνείται πολιτικά να γίνει λαός«, λοιπόν σε αυτό το σημείο «δεν κλείνει, ανοίγει τον πιο άμεσο δρόμο για την σοσιαλιστική επανάσταση». Το ένα σπάει σε δύο, η αδυνατότητα σύνθεσης για το κεφάλαιο γίνεται δυνατότητα ανασύνθεσης για την τάξη. Η τάξη εξαφανίζεται ως σύνολο απλά κοινωνικό και γίνεται υποκείμενο ανταγωνιστικό που δεν υποκύπτει στην ενότητα του γενικού συμφέροντος, δηλαδή στο συμφέρον του κεφαλαίου. Είναι αυτή η παραδοχή της εργατικής μεροληψίας που αναγκάζει τους καπιταλιστές να συγκεντρωθούν πολιτικά, να ξεπεράσουν τις δικές τους αντιφάσεις, να αποκαλυφθούν ως κοινωνική δύναμη, χρησιμοποιώντας συνεπώς συλλογικά τη δύναμη του εχθρού τους για να αναπτυχθούν και να πηδήξουν προς τα εμπρός. Εδώ οι ψευδαισθήσεις μιας ειρηνικής εξέλιξης εξαφανίζονται, για τους ρεφορμιστές της μιας ή της άλλης πλευράς. Εδώ πέφτει η μάσκα της δημοκρατίας και επιτέλους αποκαλύπτεται το πρόσωπο της ισορροπίας δυνάμεων μεταξύ δύο συγκρουόμενων δυνάμεων: όχι πλέον εργασία και κεφάλαιο, αλλά εργαζόμενοι και καπιταλιστές, τάξη εναντίον τάξης, δύναμη ενάντια σε δύναμη.

Επομένως αυτή του εργατισμού είναι μια σκέψη της σύγκρουσης, της ανταγωνιστικής έρευνας των κεντρικών αντιφάσεων, της αντιπαράθεσης, του φίλου-εχθρού ως μορφή της πολιτικής και στρατευμένης δράσης. Στο τελευταίο του βιβλίο, Dello spirito liberoΠερί του ελεύθερου πνεύματος, ο Tronti έγραψε: “Η πολιτική φιλία είναι αυτό που έχουν κοινό, αυτό που ενώνει, εκείνους που είναι ενάντια. Και η δράση του είναι να είναι εναντίον καθαγιάζει τις μεγάλες φιλίες”. είναι πάνω απ’ όλα το contro, το εναντίον που μας ενώνει, που καθιστά δυνατό το per, το για. Ο εργατισμός είναι μια σκέψη απόρριψης και του αρνητικού ως θεμέλιο του κομμουνισμού. Είναι καλό αυτό που εμβαθύνει τις αντιφάσεις του εχθρού, είναι κακό αυτό που τις επιλύει.Ωστόσο, η αντίφαση δεν μπορεί να επιλυθεί μέσα στην οργανική σύνθεση του κεφαλαίου, δηλαδή μέσα στη σχέση μεταξύ μεταβλητού κεφαλαίου και σταθερού κεφαλαίου, αλλά πρέπει να πυροδοτηθεί μέσα στη σύγκρουση μεταξύ της οργανικής σύνθεσης του κεφαλαίου και της ταξικής σύνθεσης, δηλαδή της σχέσης μεταξύ διάρθρωσης του εργατικού δυναμικού και παραγωγής υποκειμενικότητας. Η εργατιστική ανάγνωση του Μαρξ ξεκινά από εδώ, για να πάει προς μια ξένη κατεύθυνση και αντίθετη στον μαρξισμό.

Έκανες αναφορά στην ταξική σύνθεση. Μπορείς να διευκρινίσεις με ποιο τρόπο ο εργατισμός εργάστηκε πολιτικά με την ταξική σύνθεση του ιταλικού καπιταλισμού της εποχής μέσω της πρακτικής της έρευνας;

Τα τελευταία χρόνια ειπώθηκαν πολλά για τη διερεύνηση, την έρευνα και την conricerca, ίσως ακόμη και πάρα πολύ, με την έννοια ότι θα ήταν καλύτερο να μιλάμε λιγότερο και να κάνουμε περισσότερα. Για να απαντήσω λεπτομερέστερα στην ερώτησή σου και να αποφύγω να επαναλάβω πράγματα που ήδη έχουν ειπωθεί, παραπέμπω σε μια παρέμβαση που έγινε κατά την παρουσίαση της γαλλικής μετάφρασης της Η χρυσή ορδή, L’orda d’oro που οργανώθηκε τον ιούνιο του 2017 από την ομάδα συντροφισσών και συντρόφων γάλλων που έκαναν αυτή την εξαιρετική δουλειά, και που δημοσιεύτηκε και από το  καινούργιο blog “Plateforme d’enquêtes militantes”. Ο τίτλος της ομιλίας, «η conricerca, η συνέρευνα ως στυλ της στράτευσης», νομίζω ότι συνοψίζει καλά την ουσία αυτού για το οποίο μιλάμε. Συχνά ανάμεσα στους συντρόφους υπάρχει μια ιδέα της έρευνας ως εξειδίκευση, ή ως ρητορική, ή ως επιβεβαίωση των πράξεων που κάνουμε (αφού είμαστε επισφαλείς, αν κάνουμε μια αυτο-έρευνα η άποψή μας είναι η άποψη της επισφάλειας!). Τίποτα πιο άχρηστο. Η συνέρευνα είναι μια αυτόνομη πολιτική διαδικασία ταυτόχρονα παραγωγής αντι-γνώσης, αντι-υποκειμενικότητας και αντι-οργάνωσης, στην οποία ακόμη και η αντι-χρήση των καπιταλιστικών μέσων (συμπεριλαμβανομένων των συγκεκριμένων δεξιοτήτων) σημαίνει τη μετατροπή, την μεταμόρφωση, τον μετασχηματισμό τους. Είναι ένα συνολικό στυλ στράτευσης επειδή ο αγωνιστής, ο στρατευμένος πάντα ψάχνει, ερευνά κάτι που δεν καταλαβαίνει, μια πιθανή δύναμη για να ανατινάξει τις αντιφάσεις, αυτού που υπάρχει αλλά δεν μπορεί να δει. Ο στρατευμένος είναι πάντα ανήσυχος,αλλιώς δεν είναι στρατευμένος, δεν είναι αγωνιστής.

Στη δεκαετία του ’50 και στις αρχές της δεκαετίας του ’60, όταν ο Alquati και άλλοι σύντροφοι ξεκίνησαν τις συνερευνητικές τους πορείες, τα εργοστάσια και οι εργάτες είχαν εγκαταλειφθεί πολιτικά. Σε ένα είδος ασυνείδητου fancofortismo, το κομμουνιστικό Κόμμα θεωρούσε την εργατική τάξη να είναι πλέον αμετάκλητα ενσωματωμένη στην καπιταλιστική μηχανή. Έτσι σχηματίστηκε ένας φαύλος κύκλος: το PCI – που είχε επιλέξει να ακολουθήσει τις μεσαίες τάξεις και τον ιταλικό δρόμο προς τον σοσιαλισμό (ένας δρόμος χωρίς επαναστατική ταξική πάλη) – ρωτούσε τους αγωνιστές στα εργοστάσια τι κινούνταν εκεί, αυτοί απαντούσαν ότι μεταξύ των εργατών πράγματι δεν υπήρχε δυνατότητα επαναστατικής ταξικής πάλης, η γραμμή της κορυφής επιβεβαιώνονταν με αυτό τον τρόπο και όλοι ένιωθαν ανακουφισμένοι. Οι εργάτες μετανάστες από τη Νότια Ιταλία και εντάχθηκαν στη γραμμή συναρμολόγησης, αυτοί που κάποιο χρόνο αργότερα θα είχαν γίνει εργάτης- μάζα, παρουσιάζονταν από τους αγωνιστές του PCI και του συνδικάτου ως οπορτουνιστές, παθητικοί, αλλοτριωμένοι. Οι εργατιστές αγωνιστές, συζητώντας με τις νεαρές «νέες δυνάμεις», έσκαβαν μέσα στις αμφισημίες ή τις πραγματικές ασάφειες αυτών των συμπεριφορών: κατανοούσαν ότι ναι ήταν αλήθεια, συχνά ακόμη και ψήφιζαν για τις κίτρινες συνδικαλιστικές οργανώσεις, επειδή δεν αισθανόταν ότι εκπροσωπούνταν από κανέναν, δεν συμμετείχαν στις απεργίες, επειδή τις θεωρούσαν άχρηστες, ακόμα και η παθητικότητα ήταν μια δυνητικά πιο αποτελεσματική μορφή αγώνα, και σύντομα η αποξένωση από την εργασία έγινε απόρριψη και ανυποταξία. Επιπλέον, ο εργάτης μάζα, κυρίως νέοι νότιοι μετανάστες στις βιομηχανικές μητροπόλεις του Βορρά, δεν αντιστοιχούσε με τίποτα στην εικόνα του θύματος με τις βαλίτσες από χαρτόνι, που παραδίδονταν από τη λογοτεχνία και τον κινηματογράφο της αριστεράς, πρόθυμο για δάκρυα και συμπόνια, αντίθετα ήταν μια δυνητική δύναμη, που μετέφερε νέες συμπεριφορές και κουλτούρες της σύγκρουσης ξένες με την παράδοση των θεσμών του Εργατικού Κινήματος που πλέον είναι συν-διαχειριστές των διαδικασιών εκμετάλλευσης μέσα στο εργοστάσιο. Φτάνει με τα κλάματα, αρκετά με την επιθυμία για θυματοποίηση, αρκετά με την κουλτούρα της αριστεράς: ο επαναστάτης αγωνιστής επιδιώκει τη δύναμη, όχι την αδυναμία. Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο μπορούμε να πούμε ότι ο εργατισμός είναι μια κομμουνιστική εμπειρία σε ρήξη με το κομμουνιστικό κόμμα και ξένη προς την κουλτούρα της αριστεράς.

Όμως αυτή η αναζήτηση δύναμης, ισχύος, δεν βασίζεται ποτέ επάνω στην ιδεολογία ή στην ικανοποίηση της δικής της ταυτότητας, αλλά είναι πάντα ριζωμένη μέσα στην ταξική σύνθεση, και σε ένα πολιτικό στοίχημα στο εσωτερικό μιας ιστορικά καθορισμένης ταξικής σύνθεσης. Και εδώ ανοίγεται μια αποφασιστική ερώτηση, ένα ζήτημα αποφασιστικό, διότι αυτή η έννοια είναι κεντρική στη μέθοδο των εργατιστών.

Η αντιμετώπιση της σύνθεσης της τάξης προϋποθέτει το υποκειμενικό πρόβλημα της πολιτικής ανασύνθεσης. Πώς πρέπει να κατανοήσουμε το ζήτημα της ανασύνθεσης; Έχει περισσότερο να κάνει με τη σύνθεση ή με τη ρήξη;

Για να συνεχίσουμε τη συζήτηση, θα μπορούσαμε τώρα να πούμε ότι δεν υπάρχει ταξικός αγώνας χωρίς ταξική ανασύνθεση. Πρώτον, όμως, πρέπει να κατανοηθούμε, να συμφωνήσουμε σχετικά με την έννοια της ταξικής σύνθεσης, και τη σχέση μεταξύ τεχνικής σύνθεσης και πολιτικής σύνθεσης, δηλαδή μεταξύ της καπιταλιστικής διάρθρωσης της εργατικής δύναμης στη σχέση της με τις μηχανές και τον σχηματισμό της τάξης ως ανεξάρτητου υποκείμενου. Η τεχνική σύνθεση και η πολιτική σύνθεση δεν μας επιστρέφουν φωτογραφίες στατικών στοιχείων, δηλαδή της εργατικής δύναμης απόλυτα εξαρτημένης-υποκείμενης στο κεφάλαιο αφενός και της τάξης εντελώς αυτόνομης από την άλλη: αυτές είναι διεργασίες που διασχίζονται αμφότερες από τη διαμάχη, από τη σύγκρουση, από την δυνατότητα της ρήξης και της ανατροπής, διότι και οι δύο βρίσκονται μέσα στην κοινωνική σχέση του κεφαλαίου ως ανταγωνιστική σχέση. Μεταξύ αυτών των δύο διαδικασιών δεν υπάρχει μια συμφιλιωτική διαλεκτική, ακριβώς όπως δεν υπάρχει σύνθεση και ανακλαστικό στοιχείο. Το κεντρικό ή πιο εξελιγμένο-προωθημένο υποκείμενο για την καπιταλιστική συσσώρευση δεν είναι απαραίτητα το κεντρικό ή πιο προηγμένο υποκείμενο των αγώνων, όπως πίστευε η κοινωνικο-κομμουνιστική παράδοση, και όπως συχνά επανήλθαν κατά συνέπεια να σκέπτονται στις εκπονήσεις επάνω στον λεγόμενο «μετα-φορντισμό». Δεν είναι επομένως ζήτημα αναβίωσης της μαρξιστικής σχέσης μεταξύ της τάξης ως κατηγορία και της τάξης για τον εαυτό της, με τη μεσολάβηση μιας ιδεαλιστικής ταξικής συνείδησης που πρέπει απλά να αποκαλυφθεί. Όπως έχουμε ήδη δει, πράγματι, η υποκειμενικότητα – βάση και διακύβευμα της ταξικής σύνθεσης – δεν είναι η συνείδηση: δεν πρέπει να αποκαλυφθεί, πρέπει να παραχθεί. Το κεφάλαιο την παράγει, μπορούν να της προκαλέσουν, να την παράξουν οι αγώνες.

Η πολιτική σύνθεση προϋποθέτει πάντα μια διπλή διαδικασία: την ανασύνθεση για τους δικούς της αυτόνομους σκοπούς, και την αποσύνθεση των σκοπών του εχθρού. Ανασύσταση δεν σημαίνει αθροιστικά στοιχεία έτσι όπως είναι, αλλά τον μετασχηματισμό τους σε μια διαδικασία ρήξης με το υπάρχον πλαίσιο και χτισίματος ενός νέου πλαισίου. Δεν είναι λοιπόν η επανένωση μιας υποτιθέμενης αρχικής ενότητας κατακερματισμένης από τη δράση του καπιταλισμού ή την επιστροφή σε ό, τι υπήρχε πριν: η ανασύνθεση της τάξης είναι η δημιουργία ενός νέου και αυτόνομου υποκειμένου. Είναι η δράση της τάξης εναντίον του δικού της εχθρού είναι επίσης η δράση της τάξης εναντίον της ίδιας, για να καταστρέψει τη σχέση του κεφαλαίου που ενσωματώνεται, ενσαρκώνεται μέσα στο προλεταριάτο. Θα μπορούσαμε να πούμε ότι η ανασύνθεση είναι η επιστροφή στην αυτονομία που δεν υπάρχει. Η επιστροφή, δηλαδή σε στοιχεία που τα σπάνε με το δεδομένο πλαίσιο, συστήνονται με τρόπο ριζικά διαφορετικό, δημιουργώντας ένα νέο πλαίσιο κοινωνικών σχέσεων. Και ανασυνθέτοντας τον εαυτό τους μέσα στη ρήξη, αυτά τα στοιχεία υπονομεύονται, αλλάζουν μέσα στην ουσία τους, αντιστρέφονται-ανατρέπονται σε σχέση με την αρχική τους λειτουργία, την αρχική τους πρόθεση.

Και το κεφάλαιο εξ άλλου αποσυνθέτει, συνθέτει και ανασυνθέτει συνεχώς, δηλαδή, καταστρέφει και μετασχηματίζει: το ονομάζει εκσυγχρονισμόςανανέωση, καινοτομία. Στα επαναστατικά κινήματα της δεκαετίας του ’60 και της δεκαετίας του ’70, το κεφάλαιο απάντησε πρώτα όχι με την καταστολή, αλλά με την καινοτομία. Η καινοτομία, ο εκσυγχρονισμός είναι μια επανάσταση στο αντίθετο, με στόχο μια βαθιά αλλαγή στα μεσαία και χαμηλά επίπεδα της πραγματικότητας σε θέση να ενισχύσουν την αναπαραγωγή των υψηλών επιπέδων, δηλαδή τη συσσώρευση κυριαρχίας και κεφαλαίου. Αυτή η αλλαγή φέρει μέσα της το σημάδι της πλευράς του ανταγωνιστή της, στερημένου της δυνατότητας ρήξης, ανταγωνιστή που έχει επαναφερθεί και έχει καμφθεί προς συστημικούς σκοπούς και στόχους. Για παράδειγμα, το κεφάλαιο απάντησε με την επισφάλεια στον αγώνα κατά της μισθωτής εργασίας και της αυτόνομης εργατικής και προλεταριακής ευελιξίας. Ξεκινώντας από τη δεκαετία του ’80 και του ’90, μέσα σε πλήρη νεοφιλελεύθερη ανάπτυξη, υπάρχουν από την μια πλευρά εκείνοι που ξέχασαν το σημάδι της πλευράς τους, και κατέληξαν να ζητούν-να διεκδικούν την επιστροφή σε αυτό που εργάτες και προλετάριοι είχαν απορρίψει και πολεμήσει, δηλαδή τις αλυσίδες εργασίας επ ‘αόριστον · από την άλλη, όσοι έχουν ανταλλάξει τον εκσυγχρονισμό για την επανάσταση, ζωγραφίζοντας με ευφάνταστο τρόπο μια κοινωνική συνεργασία πλέον εντελώς ελεύθερη και αυτόνομη, και ένα κεφάλαιο ως καθαρά παρασιτικό περιτύλιγμα. Και οι δύο δεν βλέπουν τη συνέχεια και την πιθανότητα του ανταγωνισμού, και συνεπώς αναλαμβάνουν έναν ήδη υπάρχοντα διαχωρισμό μεταξύ των δύο τάξεων-πλευρών: για τους μεν αυτό σημαίνει την αδυναμία της απελευθέρωσης, για τους άλλους η απελευθέρωση έχει ήδη συμβεί. Και οι δύο είναι ιδεολογικές θέσεις, και οι δυο αδύναμες, και οι δύο δείχνουν την απομάκρυνση του προβλήματος της επαναστατικής ρήξης. Και οι δύο δεν βλέπουν το κεντρικό ερώτημα της ταξικής σύνθεσης ως διαδικασία που διασχίζεται συνεχώς από την σύγκρουση, την διαμάχη.

Θα μπορούσαμε να το πούμε έτσι, με μια φόρμουλα: το αντίθετο του εκσυγχρονισμού δεν είναι συντήρηση, αλλά επανάσταση. Αν στη συνέχεια αντικαταστήσουμε στον εκσυγχρονισμό και την συντήρηση τις έννοιες της αριστεράς και δεξιάς, το αποτέλεσμα δεν αλλάζει, είναι συνώνυμα: το αντίθετο της δεξιάς δεν είναι αριστερά, αλλά επανάσταση. Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο δεν μπορούμε να ορίσουμε τον εαυτό μας στην αριστερά: όχι επειδή η αριστερά έχει γίνει αυτό, αλλά επειδή η αριστερά υπήρξε πάντα αυτό. Η αριστερά είναι από τις απαρχές της διαφωτιστική, προοδευτική, εκσυγχρονιστική. Είναι η σκέψη της θυματοποίησης και της ήττας, εμπιστεύεται τον εαυτό της στην Ιστορία, εχθρεύεται εκείνους που αγωνίζονται ενάντια στους καιρούς τους, είναι αυτή της συμβατότητας με την ισχύ του κεφαλαίου και του παρανοϊκού αποκλεισμού της ανταγωνιστικής ισχύος – γι ‘αυτό μόλις οι προλεταριακές συμπεριφορές κάνουν του κεφαλιού τους, ξεσπά η συνωμοσιολογία, η διετρολογία [1], και η κατηγορία ότι είναι προβοκατόρικες. Η αριστερά απεικονίζει νεκρές φύσεις στην ακτή της λίμνης, εμείς που θέλουμε να οργανώσουμε τους εαυτούς μας μέσα στις δίνες, ακόμη και μέσα στην επικίνδυνη ακαθαρσία και ασάφεια τους, πρέπει να αποφύγουμε όχι αυτή ή την άλλη αριστερά, αλλά την αριστερά sans phrase.

Από αυτή την άποψη, ο Romano Alquati – μια αποφασιστική φιγούρα του εργατισμού, αν και δεν εκτιμάται ιδιαίτερα στην Ιταλία και σχεδόν άγνωστος στο εξωτερικό – μιλούσε για «οργανωμένο αυθορμητισμό». Τι εννοούσε;

Αυτό τον καθορισμό, τον σχεδιασμό αυτό της ταξικής σύνθεσης και της ανασύνθεσης τον χρωστάμε πρώτα απ’ όλα στον Alquati. Εάν θέλουμε να το πούμε με ένα αστείο, δεν υπάρχει εργατισμός δίχως Alquati, αν και ο Alquati δεν μπορεί να μειωθεί αποκλειστικά στην εμπειρία του εργατισμού. Συχνά θεωρήθηκε ως ο «εφευρέτης της conricerca-συνέρευνας», ένας ισχυρισμός στον οποίο απαντούσε ότι οι αγωνιστές,οι στρατευμένοι πάντα έκαναν συνέρευνα και απλά αυτός, που ήταν αγωνιστής, έκανε συνέρευνα, είναι σαν να υποστηρίζουμε – μας προειδοποιούσε – ότι αν είναι να διασχίσω έναν δρόμο γεμάτο πέτρες φορώ τα παπούτσια, τότε σημαίνει ότι έχω εφεύρει τα παπούτσια.Υπήρχε προφανώς μια παράδοξη υπερβολή σε αυτό, επειδή η συνέρευνα- conricerca για το πώς μιλάμε γι ‘αυτήν σήμερα ή που προσπαθούμε να ξανα- ανακαλύψουμε βασίζεται πρωτίστως στη συμβολή του Alquati και των συλλογικών πραγματικοτήτων που έχτισε αυτός για να την εφαρμόσει. Ωστόσο, είναι αλήθεια ότι το να τον ορίσουμε απλά ως εφευρέτη της συνέρευνας κατέληξε να περιορίζει την πορεία του στη δεκαετία του ’60, στα έτσι κι αλλιώς αποφασιστικά κείμενα για την Fiat ή την Olivetti. Ο Alquati αντίθετα είναι πολύ άλλος και πολύ περισσότερα. Οι ερευνητικές του πορείες μέσα και κατά του «πανεπιστημίου της μεσαίας τάξης» της δεκαετίας του ’70 εξακολουθούν να είναι θεμελιώδεις ακόμη σήμερα, στις οποίες προέβλεπε την εμφάνιση του κοινωνικού εργάτη και του πνευματικού προλεταριάτου. Μεταξύ των δεκαετιών του ’80 και του ’90 επεξεργάζεται ένα γενικό μοντέλο, συνολικό (καλούμενο από αυτόν «modellone») για τη λειτουργία του καπιταλισμού, με στόχο τον επαναστατικό μακροπρόθεσμο στόχο της ρήξης και της εξόδου από τον καπιταλιστικό πολιτισμό. Σε αυτή την φάση ο Alquati παράγει εξαιρετικές προβλέψεις για θέματα, ερωτηματικά, προβλήματα και ζητήματα (από την υπερ-εκβιομηχάνιση έως την κεντρική θέση της αναπαραγωγής) που σήμερα παρουσιάζονται απολύτως αποφασιστικά.

Ο ορισμός του «οργανωμένου αυθορμητισμού» προκύπτει από τις διαδικασίες της conricerca-συνέρευνας στη ζωντανή σάρκα των εργατικών αγώνων της δεκαετίας του ’60. Στην παράδοση του εργατικού κινήματος υπάρχει μια διάκριση μεταξύ της λατρείας του αυθορμητισμού και του φετίχ της οργάνωσης, ή μια διαλεκτική της για τα στάδια της ανάπτυξης: πρώτα υπάρχει ο αυθορμητισμός, μετά υπάρχει η οργάνωση. Ο Alquati διαρρηγνύει οριστικά αυτή τη διαλεκτική και προτείνει εκείνο το φαινομενικό οξύμωρο: στη Fiat δεν είναι μια εξωτερική οργάνωση που παράγει τη σύγκρουση, δεν είναι ο απλός αυθορμητισμός που την ωθεί προς τα εμπρός. Δημιουργήθηκε ένα είδος «αόρατης οργάνωσης» μέσω της οποίας οι εργάτες επικοινωνούν, προετοιμάζουν τους αγώνες, ανιχνεύουν τους χρόνους, μπλοκάρουν το εργοστάσιο. Είναι αυτή η αόρατη οργάνωση που τίθεται ως πρωτοπορία των ανασυντεθιμένων διαδικασιών, ενώ οι αγωνιστές του κόμματος ακολουθούν διστακτικοί, χαμένοι και συχνά δρουν σαν καπάκι. Η μορφή αγώνα της «αγριόγατας», a “gatto selvaggio”, η οποία τρέφεται ακριβώς από την αόρατη οργάνωση, είναι απρόβλεπτη, επομένως δεν μπορεί να ελεγχθεί από μια μεταρρυθμιστική, ρεφορμιστική διαμεσολάβηση.Εφαρμόζεται μέσα από μια συνεχή εναλλαγή των τακτικών, των μεθόδων, των χρόνων και των τόπων και, «δεν διεκδικεί τίποτα».Είναι το πιο προωθημένο επίπεδο της εργατικής «μη συνεργασίας», αν και σίγουρα δεν είναι η μόνη μορφή πάλης, εναλλασσόμενη με τη μαζική απεργία ή τη σύγκρουση στους δρόμους, στην πλατεία. Το πρόβλημα είναι να τις συνδυάσουμε και να τις επαναδρομολογήσουμε, ενισχύοντας τες αμοιβαίως. Ο Alquati γράφει σχετικά με αυτό: «Το καθήκον μιας πολιτικής οργάνωσης δεν είναι να σχεδιάσει την αγριόγατα με έναν προκαθορισμένο τρόπο, διότι θα διακινδυνεύσει ακριβώς να την καταστήσει απορροφήσιμη στον κύριο-στο αφεντικό με την εξημέρωσή της: ενώ να την οργανώσει και να την εξαπλώσει αρκεί και η εργατική »αόρατη οργάνωση», της οποίας η απεργία ‘αγριόγατας’ καθίσταται ένα μόνιμο γεγονός».

Πηγαίνοντας πέρα από την ιδιαιτερότητα αυτών των αγώνων, το ζήτημα του οργανωμένου αυθορμητισμού μας επιτρέπει να τοποθετήσουμε αυτή τη σχέση με πολιτικά ορθούς όρους, να ξεχωρίσουμε αποφασιστικά την αμεσότητα, την αυθεντικότητα από τον αυθορμητισμό, που αποτελεί την ιδεολογία του, καθώς και να ξεχωρίσουμε την οργάνωση από την απλή διαχείριση. Συνεπώς, οι δύο όροι της σχέσης δεν πρέπει ποτέ να διαχωριστούν και να αντιταχθούν: η οργάνωση πρέπει να τρέφεται με αυθορμητισμό και η οργάνωση πρέπει να οδηγείται μέσα στην αμεσότητα και την αυθεντικότητα. Μπορούμε να πούμε ότι η αυτονομία είναι η οργάνωση που αντικατοπτρίζει επάνω στην δική της αμεσότητα, είναι η αυθεντικότητα που αντανακλά επάνω στη δική της οργάνωση. Και μπορούμε να πούμε ότι το κόμμα (με τρόπο ριζικά διαφορετικό από την τρέχουσα χρήση και ιδέα) είναι το υποκείμενο που ανασυντάσει συνεχώς τη σχέση ανάμεσα στην αμεσότητα και την οργάνωση, ανάμεσα στην άρνηση και τους μακρο-στόχους.

Πολύ συχνά, κι εσύ αναφέρεσαι στη «μέθοδο της τάσης», στα γραπτά σου: σε τι ακριβώς συνίσταται;

Είναι μια κεντρική οπτική και, όπως και ίσως περισσότερο από άλλες, αποτελεί προάγγελο πολλών παρανοήσεων. Από κάποιες φιγούρες που προέρχονται από τον εργατισμό η τάση έχει ερμηνευτεί με όλο και πιο μηχανιστικούς όρους, σαν να μας έχει παραδώσει άμεσα η γραμμή της καπιταλιστικής ανάπτυξης τα υποκείμενα της κοινωνικής μεταμόρφωσης. Με τον τρόπο αυτό η πολιτική σύνθεση έχει γίνει ο καρπός της τεχνικής σύνθεσης, και όχι πλέον η διάρρηξη της. Αυτός ο μηχανισμός έχει πάρει το όνομα της οντολογίας, πραγματοποιώντας μια απλή πνευματική ανατροπή της διαδικασίας. Δηλαδή: τα υποκείμενα που παράγει η καπιταλιστική ανάπτυξη θεωρούνται οντολογικά τα επαναστατικά υποκείμενα. Για να βρεθούν οι άκρες, για να τακτοποιηθούν οι λογαριασμοί, απομακρύνθηκε επομένως ο κόμπος της ταξικής σύνθεσης, των ισορροπιών δυνάμεως, των διαδικασιών αγώνα μέσω των οποίων η υποκειμενικότητα διαμορφώνει την αυτονομία της, σπάζοντας τα με τη διαδικασία της καπιταλιστικής υποκειμενικοποίησης.

Αντίθετα, από την επαναστατική οπτική τάση δεν σημαίνει αντικειμενικότητα και γραμμικότητα του ιστορικού μονοπατιού, και δεν έχει καμία σχέση με την πρόβλεψη του μέλλοντος. Πρέπει να αφήσουμε τους μετεωρολόγους να προβλέψουν τις βροχές, ως αγωνιστές πρέπει να στρατευθούμε για τη δημιουργία καταιγίδων. Και φυσικά τάση δεν σημαίνει μη αναστρεψιμότητα των διαδικασιών, δηλαδή το δόγμα στη βάση της εκσυγχρονιστικής θρησκείας και επιταχυντικής : αντίθετα, από τη στιγμή που θεμελιώνονται και διαμορφώνονται από τις ισορροπίες δυνάμεων, οι διαδικασίες μπορούν να διακόπτονται συνεχώς, να εκτρέπονται, να ανατρέπονται. Ως εκ τούτου τάση σημαίνει την ικανότητα να αντιλαμβάνεται κανείς την πιθανότητα μιας ανάπτυξης αντιπαράθεσης και ριζικής διαφορετικότητας στη σύνθεση των στοιχείων του παρόντος. Η τάση είναι σαν την προφητεία: σημαίνει να βλέπεις και να επιβεβαιώνεις με διαφορετικό τρόπο εκείνο που ήδη υπάρχει εικονικά στο παρόν.

Με λίγα λόγια, τάση σημαίνει στην πραγματικότητα να είσαι μπροστά, είναι η ικανότητα να κατανοήσουμε το έδαφος της ανταγωνιστικής δυνατότητας μέσα στις αμφιβολίες και τις αμφισημίες της σύνθεσης, της υποκειμενικότητας και των υπαρχουσών συμπεριφορών. Τάση σημαίνει προσδοκία, προκαταβολή, πολιτικό στοίχημα. Το στοίχημα δεν είναι μια ζαριά, ούτε είναι επιστημονική πρόβλεψη.Είναι μια επιλογή διαδρομής, η αναγνώριση μιας γραμμής τάσης που δεν υπάρχει εκεί αλλά θα μπορούσε να είναι εκεί. Είναι ένα υλιστικό στοίχημα, δηλαδή εντός και κατά το υπάρχοντος πεδίου δυνάμεων. Χωρίς πολιτικό στοίχημα, στην πραγματικότητα δεν υπάρχει πολιτική με επαναστατική έννοια, αλλά μόνο διαχείριση της υπάρχουσας κατάστασης, δηλαδή τεχνική της θεσμικής πολιτικής.

Στα μέσα της δεκαετίας του ’70, μιλώντας για την ουσία της εκπαίδευσης και του πανεπιστημίου, ο Alquati έγραφε ότι η conricerca-συνέρευνα χρησιμεύει για να επιτύχει να έχει ένα ρόλο το κίνημα που να μην είναι απλά της ουράς των πραγμάτων : «η έρευνα στόχευε στο να προβλέψει, να προκαταβάλει, όχι να εξορθολογίσει ιδεολογικά εκείνο που έχει ήδη συμβεί καθώς «αυθόρμητα» συμβαίνει όταν το μαζικό κίνημα ακριβώς ‘κινείται’. Το πρόβλημα είναι γενικό: της στρατηγικής που χρησιμεύει στην καθοδήγηση και την πολιτική ηγεσία που επιτυγχάνει να προβλέψει σύμφωνα με μια στρατηγική. Το να φθάσεις αργότερα δεν χρησιμεύει σε τίποτα «. Ο αγωνιστής πρέπει να αναλάβει τον κίνδυνο. Το σημαντικό είναι να ενεργήσει εντός και κατά της χυδαιότητας της υφιστάμενης κατάστασης και όχι – όπως συμβαίνει πολύ συχνά στον λεγόμενο «μετα-εργατισμό» – μέσα στη φαντασία του ατόμου και ενάντια στις συλλογικές δυνατότητες.

Στα δύο πιο γνωστά ονόματα σε διεθνές επίπεδο – Mario Tronti και Toni Negri – είναι παραπέμψιμες δύο παραλλαγές του εργατισμού που αναφέρατε, μια «katechontica-κατεχοντική» και η άλλη «accelerationist-επιταχυντική». Μέσα από μορφές όπως ο Romano Alquati ή ο Sergio Bologna, ωστόσο, είναι δυνατόν να προσδιοριστεί ένα τρίτο θεωρητικό και πολιτικό παράδειγμα μέσα στον εργατισμό, το οποίο θα μπορούσαμε να ορίσουμε ως «composizionista-συνθετιστικό». Γιατί μπορεί να είναι σημαντικό να εμβαθύνουμε αυτή τη γραμμή, αυτό το ρεύμα έρευνας;

Είναι διαμέσου αυτού του παραδείγματος (που ορίζεται ως συνθετιστικό για να καταλαβαινόμαστε, αν θέλετε να βρείτε έναν άλλο όρο, αυτό που έχει σημασία είναι η ουσία), ο εργατισμός μπόρεσε να σπάσει το μερικώς κλειστό σύστημα μαρξικής λογικής, εκείνης που κινδυνεύει να παραμείνει παγιδευμένη στην εξήγηση του πώς παράγεται και αναπαράγεται το χαλύβδινο κλουβί, εισάγοντας το καθοριστικό στοιχείο της υποκειμενικότητας. Αυτή δεν διαμορφώνεται με τρόπο ντετερμινιστικό από την υλική διαμονή-τοποθέτηση, ούτε σχηματίζεται ανεξάρτητα από αυτήν: όπως έχουμε ήδη δει, η υποκειμενικότητα συνδέεται με τον αγώνα, δηλαδή με τη ισχύ σχηματισμού του κεφαλαίου και με τη δυνατότητα συμπεριφορών και δυνάμεων που σχηματίζονται εναντίον του κεφαλαίου. Το να εξετάζουμε τη σύνθεση της τάξης, να συνερευνούμε και να δρούμε μέσα σε αυτήν για να την λυγίσουμε και να την κάμψουμε σε μια ανταγωνιστική κατεύθυνση, σημαίνει να εστιάζουμε συνεχώς την πολιτική πρωτοβουλία στη σχέση μεταξύ διαδικασίας και υποκειμένου. Για να το πούμε απλά: σε μια διαδικασία με σχέσεις ισχύος υπέρ του κεφαλαίου, το υποκείμενο που σχηματίζεται πρώτα απ’ όλα πλάθεται από αυτό, σε μια διαδικασία με διαφορετικές ισορροπίες δυνάμεων, σχηματίζεται ένα διαφορετικό υποκείμενο. Το να λέμε ότι το υποκείμενο είναι διαμορφωμένο από το κεφάλαιο, όπως συμβαίνει στη σημερινή φάση, δεν σημαίνει ότι δεν υπάρχουν δυνατότητες σύγκρουσης ή αυτονομίας, όχι, καθόλου. Ο Alquati μίλησε για ένα «άλυτο κατάλοιπο» και που δεν επιλύεται για το κεφάλαιο, αυτό που αποκαλούσε ανθρώπινη ενεργητική ικανότητα, της οποίας το κεφάλαιο πρέπει να τροφοδοτείται συνεχώς για να κάνει να λειτουργεί το σύστημά του. Θα μπορούσαμε ακόμη να πούμε ότι υπάρχει μια διαρθρωτική δυνητική ασυμμετρία μεταξύ των δύο τάξεων: ενώ το κεφάλαιο χρειάζεται το προλεταριάτο, το προλεταριάτο δεν χρειάζεται το κεφάλαιο, και τελικά ούτε τον ίδιο του τον εαυτό ως προϊόν αυτής της κοινωνικής σχέσης. Αυτή είναι η αντίφαση που δεν επιλύεται για το κεφάλαιο, απ’ όπου προέρχεται η διαρκής δυνατότητα του ανταγωνισμού, η οποία αναλαμβάνει διαφορετικές μορφές και εκφράσεις, ή από καιρό σε καιρό ή σε ορισμένες φάσεις δεν λαμβάνει ρητές μορφές και εκφράσεις.

Ο ανταγωνισμός δεν μπορεί να αναμένεται μεσσιανικά, ούτε να τον φανταζόμαστε ξεκινώντας από αυτό που θα θέλαμε και θα μας άρεσε – με αποτέλεσμα όταν οι προλετάριοι δεν συμπεριφέρονται όπως θα θέλαμε, ασκούμε ατομικές και πνευματικές αποδράσεις προς τα εμπρός. Οι αγωνιστές πρέπει να σκάψουν μέσα στις αμφιβολίες, τις αμφισημίες και τις ασάφειες, μέσα στην «ακαθαρσία» των πραγματικών συμπεριφορών: όχι για να τις εκθειάζουμε λαϊκιστικά, αλλά για να αναζητήσουμε μέσα τους μια πολιτική φύση στο επίπεδο των εγγενών μορφών και εκφράσεών της, όταν υπάρχει μια virtualness, εικονική πραγματικότητα που δεν έχει μετατραπεί ακόμα σε δράση συλλογική. Για παράδειγμα, πριν γίνει ρητή και συλλογική μορφή αντιπαράθεσης και άρνησης, η απόρριψη της εργασίας ενσαρκώνονταν σε κατακερματισμένες συμπεριφορές προσποίησης στο ατομικό επίπεδο. Από την εγγενή πολιτική φύση προς τη ρητή πολιτική φύση δεν υπάρχει ένα απαραίτητο πέρασμα σταδίων ανάπτυξης. Υπάρχει αντ ‘αυτού η κατασκευή μιας οργανωτικής διαδικασίας, υπάρχει η πορεία της συνέρευνας, υπάρχει όλη η δύναμη του μαχητικού στοιχήματος, του στρατευμένου στοιχήματος. Θα μπορούσαμε να πούμε ότι η επιδίωξη της εγγενούς πολιτικής φύσης είναι η αναζήτηση του χώρου μεταξύ της αφηρημένης δυναμικής του ανταγωνισμού και της διοχετευμένης μορφής έκφρασής του, είναι ο χώρος μέσα στον οποίο οι συμπεριφορές μπορούν να πάρουν διαφορετικές ή και αντίθετες κατευθύνσεις, είναι ο χώρος στον οποίο η διαδικασία μπορεί πράγματι να αποκλίνει, να καμπυλώνεται, να διακόπτεται, να ανατρέπεται. Επομένως, είναι ο χώρος που αρμόζει στην μαχητική, στρατευμένη παρέμβαση.

Το πρόβλημα, λοιπόν, είναι ότι τόσο το «επιταχυντικό»,“accelerazionista” πρότυπο όσο και το «κατεχοντικό», “katechontico” παράδειγμα καταλήγουν να αναλαμβάνουν τη χρονικότητα της καπιταλιστικής ανάπτυξης και να προκαλούν την ταξική σύνθεση και τις επαναστατικές δυνατότητές της να κατεβούν από αυτήν. Για το πρώτο παράδειγμα πρέπει απλά να επιταχύνουμε την ανάπτυξη της νέας τεχνικής σύνθεσης για να την μετατρέψουμε σε πολιτική σύνθεση, για δεύτερο πρέπει να διατηρήσουμε τη δύναμη της παλιάς πολιτικής σύνθεσης για να καταπολεμήσουμε την τεχνική σύνθεση. Και τα δύο κινδυνεύουν να αντιμετωπίσουν την εξέλιξη σε ένα επίπεδο αφαίρεσης που χάνει την επαφή με τη μεσαία δέσμη, δηλαδή με το επίπεδο στο οποίο δίδονται οι συγκεκριμένες δυνατότητες της ρήξης και της ανατροπής. Η μέθοδος της τάσης που μας ενδιαφέρει, αντιθέτως, δεν είναι ο προσδιορισμός μιας «αντικειμενικής» ανάπτυξης, σημαίνει να θέσουμε το πρόβλημα της διακοπής και της απόκλισης, δηλαδή της συσσώρευσης δύναμης για το χτίσιμο ανασυντεθιμένων διαδικασιών. Αυτή η δύναμη συσσωρεύεται τόσο στην επιτάχυνση όσο και στη συγκράτηση, περισσότερο ή λιγότερο στη μία ή την άλλη, ανάλογα με τις φάσεις και πάνω απ ‘όλα τους αγώνες που δημιουργούν αντίσταση ή σπρώχνουν προς τα εμπρός. Επειδή η οπτική από την οποία αξιολογείται η επιτάχυνση και η συγκράτηση είναι αυτή της ταξικής σύνθεσης, της δυνητικής αυτονομίας της και των δυνατοτήτων της για επαναστατική μεταμόρφωση.

Στην περίπτωση του επιταχυντισμού του Negri, αντίθετα, η τάση γίνεται τελεολογία, η διαδικασία της οργάνωσης, σύγκρουσης και ρήξης εσωτερικό της σχέσης μεταξύ της τεχνικής σύνθεσης, πολιτική και ανασύνθεση δίνουν τη θέση σε μια ιδέα απόρριψης οποιασδήποτε μορφής μεσολάβησης της ανατροπής. Ο Negri καταλήγει δηλαδή να μην βλέπει τη διαδικασία και να ταυτοποιεί αμέσως το υποκείμενο ως οντολογικώς ελεύθερο και αυτόνομο. Δεν συνειδητοποιεί ότι εκείνο το υποκείμενο δεν είναι καθόλου ελεύθερο και αυτόνομο, αλλά βαθιά σημαδεμένο από την καπιταλιστική υποκειμενοποίηση,subjectivisation. Μόνο με την κατανόηση της αμφισημίας και την κάμψη της σε ανταγωνιστική έννοια μπορεί να φθάσει να αντιταχθεί στον εαυτό του. Μόνο μέσα από τη διαδικασία του αγώνα το υποκείμενο κατακτά ελευθερία και αυτονομία. Υπάρχει επίσης σε αυτό ένα πνευματικό βίτσιο, εκείνου που δεν μετρά πλέον τις κατηγορίες του με βάση τη μαχητικότητα-την στράτευση μέσα και κατά της πραγματικότητας, αλλά μετρά την πραγματικότητα στη βάση των δικών του κατηγοριών. Στην αυτονομία του πολιτικού ακολουθεί εδώ η αυτονομία της πολιτικής φιλοσοφίας. Και είναι, ίσως, θλιβερά παράδοξο το γεγονός ότι ένας από εκείνους που μίλησαν για την ηγεμονία της «γενικής διάνοιας», τερματίζει την πορεία του μέσα στην αλαζονική μοναξιά της ατομικής διάνοιας.

Συχνά ο εργατισμός κατηγορήθηκε για sviluppismo, αναπτυξιολαγνεία…

Εν μέρει, υπάρχει λόγος, κυρίως λόγω εκείνης της εξέλιξης στην οποία η τάση γίνεται τελεολογία. Πιστεύω όμως ότι το ίδιο προβληματική, ή ακόμη περισσότερο, είναι η ρητορική εναντίον της ανάπτυξης που έκανε το δρόμο της τις τελευταίες δεκαετίες, διότι συχνά υιοθετεί ηθικίστικα και κατά βάθος ταξικά χαρακτηριστικά, στην περίπτωση αυτή της άλλης τάξης. Είναι μάλλον πολύ εύκολο να είμαστε για την degrowing, αποανάπτυξη ενώ πίνουμε κονιάκ από το άνετο γραφείο της Σορβόννης μας …Δεν είναι όλες οι θέσεις ενάντια στην ανάπτυξη αναγώγιμες στην αποανάπτυξη, αλλά ακόμη και οι καλύτερες και οι πιο ενδιαφέρουσες για τους αγώνες κινδυνεύουν να είναι ισοδύναμες στο πολεμικό τους αντικείμενο. Στην πραγματικότητα, τόσο η αναπτυξιολαγνεία όσο και η αντι-αναπτυξιολαγνεία δεν έχουν καμία σχέση με τον στόχο και καταλήγουν να είναι μάλλον ιδεολογικές: η μια φαντάζεται τα επαναστατικά υποκείμενα σε όλα όσα παράγονται από την ανάπτυξη του κεφαλαίου, η άλλη τα φαντάζεται σε όλα αυτά που προηγούνται ή απατηλά θεωρούνται «έξω» από εκείνη την ανάπτυξη. Μια επιλογή είναι τόσο μέσα που ξεχνιέται πως είναι αντίθετη, και έτσι απορροφάται μέσα στα σαγόνια ενός αδύνατου ρεφορμισμού, η άλλη επικαλείται μια επίθεση στο φρούριο από τα έξω, στηριζόμενη σε έναν μη ρεαλιστικό αυθορμητισμό. Ο υλισμός χωρίς την επαναστατική θέληση ρέει στον ντετερμινισμό, η επαναστατική θέληση στερημένη του υλισμού ρέει στον ιδεαλισμό. Είτε το θέλουμε είτε όχι, συνεπώς, είμαστε εν τούτοις ακόμα μέσα στην ανάπτυξη και στις χαοτικές αντιφάσεις της, δεν μπορούμε λοιπόν να έχουμε μια αμφίθυμη συγκρουσιακή ματιά: πρέπει να κατανοούμε δηλαδή αυτή την αντιυποκειμενικότητα- controsoggettività και πόσες ανταγωνιστικές δυνατότητες δημιουργούνται και καταστρέφονται μέσα στην εξέλιξη-ανάπτυξη, πόσες δημιουργούνται και καταστρέφονται στην αντίσταση ή όταν πιέζουμε τις διαδικασίες προς τα εμπρός. Αντι-χρήση των διαδικασιών σημαίνει όχι μόνο τη χρήση των μέσων που παράγονται από την ανάπτυξη για έναν άλλο σκοπό, αλλά κάνοντας αυτό να τα λυγίζουμε, να τα μεταμορφώνουμε, να δημιουργούμε άλλα. Διότι τότε το να είσαι μέσα δεν είναι ένα ζήτημα ατομικών επιθυμιών ή υπαρξιακών εμπειριών αλλά σκληρής ουσιαστικότητας-υλικότητας της κοινωνικής σχέσης που μαχόμαστε, το σημείο είναι σαν να είμαστε εναντίον.

Εν ολίγοις, η διαλεκτική μεταξύ αναπτυξιολαγνείας και αντι αναπτυξιολαγνείας, επιτάχυνσης και αποανάπτυξης, νεωτερικότητας και αντι-νεωτερικότητας, είναι εξ ολοκλήρου εσωτερική στην οπτική του κεφαλαίου. Το κεφάλαιο αποτελείται από επιτάχυνση και κράτηση, καταστρέφει τη σύνθεση του ανταγωνιστή του και ανασυνθέτει τα θραύσματα που παράγονται σύμφωνα με τις αναπτυξιακές του ανάγκες.Τότε το πρόβλημα για τον αγωνιστή είναι να σχεδιάσει την εξέλιξη-την ανάπτυξη από την οπτική γωνία της μακρο-δικής μας πλευράς, πραγματικής ή δυνητικής, για να περιορίσει τα στοιχεία που εμποδίζουν την καταστροφική επιτάχυνση της καπιταλιστικής καινοτομίας, δηλαδή αυτά που μας φτωχαίνουν, και επιταχύνοντας τα στοιχεία που παράγουν ρήξη στον αντίπαλο, εμπλουτισμό της υποκειμενικότητας και και αυτονομία στην πλευρά μας.

Για να καταλάβουμε το τι πρέπει να κάνει οαγωνιστής-ο στρατευμένος μπορούμε να χρησιμοποιήσουμε, συγχωρέστε την αγριότητα, την αλληγορία του καρκίνου. Στο σώμα μας πρέπει να περιορίσουμε τη δύναμη του κακού, που αναπτύσσει τον καρκίνο, στο κορμί του εχθρού μας πρέπει να επιταχύνουμε τις μεταστάσεις που παράγονται από την ταξική πάλη. Μεταξύ των δύο κινήσεων υπάρχει μια σχέση, αλλά ποτέ δεν είναι συμμετρική, χρονικά γραμμική, τελεολογική. Επομένως, η σύγκρουση θα πρέπει να λειτουργεί ως καρκίνος προς τον αντίπαλο και ως εμβόλιο μέσα μας, δηλαδή ελεγχόμενος εμβολιασμός δηλητηρίου για να ενισχύσουμε τον οργανισμό. Σε εμάς το αντίθετο συμβαίνει συχνά: η σύγκρουση γίνεται καρκίνος μέσα μας, δηλαδή πηγή συχνά άχρηστων διαχωρισμών, και εμβόλιο για τον αντίπαλο, επομένως καπιταλιστική καινοτομία, ανανέωση.

Ας έρθουμε λοιπόν στη φιγούρα του αγωνιστή, του στρατευμένου, στον οποίο έχεις πρόσφατα αφιερώσει ένα δοκίμιο. Ποιος είναι ο αγωνιστής; Ποιος είναι ο ρόλος και η σημασία του;

Από τα όσα είπαμε μέχρι τώρα έχουν ανακύψει ήδη διάφορα κομμάτια απάντησης, επειδή η μαχητικότητα-η αγωνιστικότητα-η στράτευση δεν είναι μια συγκεκριμένη πτυχή: είναι η άποψή μας, είναι η μορφή της ζωής μας, είναι αυτό που είμαστε, αυτό που λέμε, αυτό που πιστεύουμε. Ο μαχητής-αγωνιστής-στρατευμένος είναι εξ ορισμού αυτός που θέτει τη ζωή του σε κίνδυνο, ολοκληρωτικά. Αυτή η αλήθεια παίρνει διάφορες μορφές σε σχέση με την ιστορική φάση, με την ταξική σύνθεση, με τις οργανωτικές διαδικασίες. Όταν στο σημείο καμπής της χιλιετίας άρχισαν να τον αποκαλούν ακτιβιστή, ακολουθώντας την αγγλοσαξονική και αμερικανική επικρατούσα μόδα, δεν επρόκειτο απλά για μια γλωσσική παραχώρηση, αλλά για μια δομική αποτυχία, υποχώρηση, καθίζηση. Χάθηκε έτσι η incommensurabilità του σε σχέση με άλλες φιγούρες, όπως εκείνη του εθελοντή. [ incommensurabilità: η έλλειψη ή η ανεπάρκεια ενός κοινού μέτρου ή μιας περιόδου αναφοράς, με σκοπό έναν βολικό ποσοτικό ορισμό.] Φιγούρες του γενικού ενδιαφέροντος, συνεπώς της αναπαραγωγής του υπάρχοντος. Αντίθετα ο αγωνιστής είναι ένα διαχωριστικό υποκείμενο, παράγει συνεχώς το «εμείς» και «αυτοί», παίρνει θέση και αναγκάζει να πάρουμε θέση, να τοποθετηθούμε. Ξεχωρίζει για να ανασυνθέσει το μέρος του, την πλευρά του. Είναι πρωτίστως μια φιγούρα της άρνησης, επειδή απορρίπτει το υπάρχον και αγωνίζεται για να το καταστρέψει. Ξεκινώντας από την άρνηση, παράγει συλλογικούς μακρο-στόχους και νέες μορφές ζωής.

Πολύ συχνά, ειδικά σε δύσκολες φάσεις όπως αυτή, ακούμε πολλούς συντρόφους να διαμαρτύρονται για την απουσία αγώνων ή να χαίρονται με εκείνους άλλων. Κατάθλιψη και ευφορία μιμούνται εκείνες των χρηματοπιστωτικών αγορών, φούσκες και voyeurismo-ηδονοβλεψία ταξιδεύουν και εξαφανίζονται με την ταχύτητα ενός tweet. Και όμως, οι ιστορικές φάσεις δεν είναι όμορφες ή άσχημες: είναι χώροι μέσα και εναντίον των οποίων τοποθετούμαστε όσον αφορά τον σχεδιασμό. Δεν πρέπει να κριθούν στη βάση των επιθυμιών μας, αλλά πολεμούνται στη βάση των καθηκόντων μας. Η ποινή είναι να βυθιζόμαστε στο κυκλοθυμικό χρονικό των αγώνων και της απουσία τους, κυματίζοντας μεταξύ της ευφορίας του οπαδού και την κατάθλιψη του θεατή, ανάμεσα σε μια δίχως λόγο αίσθηση ήττας και αδικαιολόγητες διακηρύξεις νίκης. Να ελευθερωθούμε από αυτές, αν θέλουμε να ζήσουμε στο ύψος των περιστάσεων. Πράγματι, πρέπει να καταλάβουμε ότι η πιο σημαντική φάση για τον επαναστάτη αγωνιστή είναι ακριβώς εκείνη στην οποία δεν υπάρχουν αγώνες. Στην πραγματικότητα, όταν υπάρχουν, ο στρατευμένος επαναστάτης φτάνει πολύ αργά. Πρέπει να προβλέψουμε, να προλάβουμε για να οργανώνουμε και να κατευθύνουμε, να μην παρατηρούμε για να διηγούμαστε και να περιγράφουμε. Και πρέπει επίσης να προσθέσουμε ότι όταν οι αγώνες υπάρχουν, συχνά οι αγωνιστές – μιλάω στην περίπτωση αυτή για την ιταλική συγκυρία – δεν ξέρουν πώς να τους αντιληφθούν γιατί ξεφεύγουν από τα σχήματα τους, ή δρουν σαν πώμα, σαν αναστολέας στην ανάπτυξή τους. Ας μην μας πιάνει κατάθλιψη λοιπόν από ένα επίπεδο τοπίο ή να μην γοητευτούμε από τα κύματα της θυελλώδους θάλασσας, να προσπαθήσουμε αντιθέτως να πιάσουμε τα αόρατα στροβιλίσματα που αναταράσσονται κάτω από την φαινομενική ηρεμία του ποταμού. Αυτό είναι το καθήκον του σήμερα, αυτό είναι το τι να κάνουμε που πρέπει να χτίσουμε.

Ας έρθουμε τώρα στις κατηγορίες που σφυρηλατήθηκαν από τον «μετα-εργατισμό», οι οποίες, όπως παρατήρησες, κινδυνεύουν μερικές φορές να οδηγήσουν σε μια ψεύτικη αμεσότητα της μετάφρασης της τεχνικής σύνθεσης στην πολιτική σύνθεση …

Πρέπει οριστικά να απαλλαγούμε από την ιδεολογία του μετά, του post, η οποία για πολύ καιρό από τη δεκαετία του ’80 και τη δεκαετία του ’90 μας έχει κρατήσει παγιδευμένους στην μέγκενη ενός εκβιασμού: την επιλογή μεταξύ εκείνων που λένε πως τίποτα δεν θα είναι πλέον όπως πριν και αυτών που λένε ότι όλα θα είναι πάντα όπως πριν. Και οι δύο έχουν λάθος. Για να ξαναπάρουμε και πάλι τα εννοιολογικά εργαλεία του αλκουατιανού μοντέλου- modellone, μπορούμε να πούμε ότι στα επίπεδα των υψηλών πραγματικοτήτων (όπως είδαμε, εκείνα της συσσώρευσης κυριαρχίας και κεφαλαίου) τίποτα δεν άλλαξε, στα επίπεδα των ενδιάμεσων πραγματικών πραγματικοτήτων υπήρξαν σημαντικές μεταλλάξεις-αλλαγές, στο τα επίπεδα χαμηλής πραγματικότητας τα πράγματα αλλάζουν πολύ γρήγορα. Για να κατανοήσουμε τις μονιμότητες και τις αλλαγές, χρειαζόμαστε έρευνα, να καταλάβουμε πού τα πράγματα διαφέρουν και γιατί, και ποιοι χώροι ανταγωνιστικής δυνατότητας ανοίγουν. Η ιδεολογία του post έχει, αντιθέτως, αξιώσει να μας λέει για έναν καινούργιο κόσμο, πάντα καινούργιο, είναι ο κόσμος για τον οποίον μας έχει μιλήσει η ρητορική της καινοτομίας, της ανανέωσης, η οποία είναι η πραγματική ρητορική του σύγχρονου καπιταλισμού. Μια ρητορική που οργανώνει μια συγκεκριμένη υλικότητα, εκείνη όπως έχουμε δει της καπιταλιστικής αντεπανάστασης.

Αναλαμβάνοντας την ιδεολογία του μετά, ένα μέρος εκείνων που έχουν διεκδικήσει την κληρονομιά του εργατισμού έχει φανταστεί την τάξη (όρος που καταργήθηκε για ορισμένο χρονικό διάστημα με διάταγμα) ως αντικειμενικά επακόλουθο των πραγματικών ή υποτιθέμενων μετασχηματισμών του κεφαλαίου. Δηλαδή, ο κόμπος της ταξικής σύνθεσης, της πολιτικής διαδικασίας της αντιυποκειμενοποίησης και της μεταμόρφωσής της έχει αφαιρεθεί. Ο κόμβος της ρήξης, με το κεφάλαιο και εσωτερικό στην ταξική σύνθεση, έχει αφαιρεθεί, καταργήθηκε. Όχι πλέον η τάξη εναντίον της, αλλά μια τάξη που ως δια μαγείας γίνεται αυτόνομη και πρέπει μόνο να αναγνωρίζεται μέσα σε αυτήν την αυτονομία της. Δεν υπάρχει πλέον ανάγκη να τα σπάσει με το κεφάλαιο, αλλά απλώς να απομακρυνθεί από αυτό (παραδόξως, ακόμη και θέσεις που χαρακτηρίζονται έντονα από κριτική και αντίθεση προς τον Negri, καταλήγουν μερικές φορές να φθάνουν σε παρόμοια συμπεράσματα). Παρόλο που γεννήθηκαν από την άρνηση της εργασίας, ορισμένες αιχμές του λεγόμενου «μετα-εργατισμού» κατέληξαν παράδοξα στο να δώσουν ζωή σε ένα είδος άυλου και γνωστικού lavorismo, εκεί όπου έχασαν από την ματιά τους την θεμελιώδη διαφορά μεταξύ των καπιταλιστικών δεξιοτήτων και των γνώσεων της δικής τους πλευράς, μεταξύ της αναπροσαρμογής της αξίας και της αυτο-αναπροσαρμογής της αξίας, μεταξύ του πλούτου της συσσώρευσης και του πλούτου των αγώνων. Το πρόβλημα, ακριβώς, απορρέει από την ιδέα μιας ήδη ελεύθερης συνεργασίας σε σχέση με την οποία το κεφάλαιο είναι παρασιτικός παράγοντας, ενώ η εργασία θα είχε γίνει κοινή – κάτι που μπορεί να είναι αληθινό, υπό την προϋπόθεση να προστεθεί ότι εκείνη είναι η κοινότητα της εκμετάλλευσης και της αφηρημένης εργασίας που διοικείται από το κεφάλαιο.

Ο ίδιος ο ορισμός του «μετα-εργατισμού» επινοήθηκε στα αγγλοσαξονικά και αμερικανικά πανεπιστήμια, ως μια προσπάθεια να συλλάβει τη δύναμη του εργατισμού, να τον αποπολιτικοποιήσει και να τον αφαιρέσει από τη σύγκρουση και την ταξική σύνθεση. Για να τον καταστήσει, δηλαδή, καλό για την ακαδημία και την πολιτική οικονομία της γνώσης, δηλαδή όχι πλέον καλό για τους αγώνες. Μετά έγινε «ιταλική θεωρία», “Italian Theory”, η οποία διαφοροποιείται από την «ιταλική σκέψη», “Italian Thought”,και στη συνέχεια θα υπάρξει η « επικριτική ιταλική θεωρία», “Critical Italian Theory”, η «επικριτική ιταλική σκέψη», “Critical Italian Thought” και ούτω καθεξής προς το κακό τους άπειρο, σε μια θεωρία αποσπασμένη από τη ταξική σύνθεση και από την ταξική πάλη, για να συνδεθεί σταθερά στην αναπροσαρμογή της αξίας και την αναπαραγωγή του κεφαλαίου, καθώς και σε συνέδρια και πανεπιστημιακές έδρες

Εκείνο το σύνολο θεωρημάτων και αναλύσεων που συλλέχθηκαν αργότερα στον ακαδημαϊκό ορισμό του «μετα-εργατισμού» αναπτύχθηκε μεταξύ των δεκαετιών του ’80 και του ’90 σε μια προσπάθεια να ανατρέψει τις μηδενιστικές εικόνες – συμμετρικές μεταξύ τους, η μια συμπληρώνει την άλλη – του τέλους της ιστορίας και της μοναδικής σκέψης. Ο πολεμικός στόχος ήταν και παραμένει ορθός, η πρακτική εξέλιξη δεν είναι πάντοτε στο ύψος των περιστάσεων. Ορισμένες από αυτές τις εννοιολογικές προσπάθειες ήταν προβληματικές από την αρχή, για τους λόγους που αναφέραμε σχηματικά, πρώτα απ ‘όλα την ιδέα ότι η πολιτική σύνθεση προέρχεται αυτόματα από την τεχνική σύνθεση, άλλες υπήρξαν εξαιρετικά παραγωγικές και μπορούν να παραμείνουν ακόμη, όμως μέχρις ότου επανεξεταστούν μέσα στις αλλαγές που έλαβαν χώρα μέσα στην κρίση και την εξάντληση ενός γενικού μοντέλου. Σε αυτή την περίπτωση, το να μην ξεκινήσουμε πάλι από την αρχή δεν σημαίνει πραγματικά πως πηγαίνουμε προς τα πίσω. Με άλλα λόγια, σημαίνει να διατρέξουμε τον κίνδυνο της οστεοποίησης των κατηγοριών, της μετατροπής τους σε δόγματα, να καταστήσουμε τον εργατισμό αυτό που ποτέ δεν υπήρξε: ένα σχολείο και όχι μια κίνηση σκέψης, ένα κίνημα σκέψης. Αυτό σημαίνει, επικουρικά, να δώσουμε χώρο σε ενοχλητικές επιχειρήσεις μνησίκακης επίθεσης σε ένα ολόκληρο επαναστατικό θεωρητικό σύστημα. Πρόκειται βέβαια για ασήμαντες επιχειρήσεις, σίγουρα, αλλά κινδυνεύουν να μετατοπίσουν τη συζήτηση στην υπεράσπιση των εννοιών και όχι για τη χρησιμότητά τους στους αγώνες. Επομένως, διατρέχουν τον κίνδυνο να παρασύρουν τα πάντα στην πολιτική περιθωριοποίηση. Σε ένα πρόσφατο πολιτικό σεμινάριο ένας σύντροφος δικαίως παρατήρησε ότι ένα αγόρι δεν φεύγει από το σπίτι όταν οι γονείς του το διώχνουν, αλλά όταν δεν βρίσκεται πλέον εκεί μέσα. Να, δίχως φόβο λέμε ότι ένα συγκεκριμένο σπίτι είναι σήμερα αντιπαραγωγικό για τα επαναστατικά μας καθήκοντα και προσπαθούμε να κάνουμε εκείνη την πρωτότυπη κίνηση που ήταν πραγματικά του εργατισμού συγκριτικά με τον Μαρξ: τη μακιαβελική επιστροφή στις αρχές, δηλαδή στον Μαρξ, ενάντια στον μαρξισμό. Τώρα το καθήκον είναι να επιστρέψουμε στον εργατισμό, ίσως όχι ενάντια αλλά σίγουρα με κριτικό τρόπο σε σχέση με αυτό που από τον «μετα-εργατισμό» δεν λειτουργεί πλέον, ή δεν λειτούργησε ποτέ. Αν το κάνουμε, είμαστε στη θέση να μην πετάξουμε ό, τι είναι χρήσιμο για εμάς, και να ξανασκεφτούμε στις ρίζα τους τα υπόλοιπα.

Για παράδειγμα, ο γνωστικός καπιταλισμός, μπροστά στις διαδικασίες διαστρωμάτωσης και εκβιομηχάνισης της εργασίας, εξακολουθεί να είναι χρήσιμη κατηγορία;

Πάντα προτιμούσαμε να μιλάμε για τη γνωσιακή συμπεριφορά της εργασίας, αφενός για να τη διαφοροποιήσουμε με αποφασιστικό τρόπο από την δυσνόητη κατηγορία του άυλου εργαζόμενου, αφετέρου για να επιμείνουμε στη διαδικασία αναδιοργάνωσης και παγκόσμιας ιεραρχειοποίησης των μορφών της παραγωγής και της εκμετάλλευσης σε μια φάση στην οποία οι γνώσεις γίνονται ολοένα και πιο κεντρικές στη συσσώρευση του κεφαλαίου, αποφεύγοντας έτσι να γλιστρήσουμε στην ταύτιση μεταξύ της γνωστικής εργασίας και των υποκειμένων που ορίζονται με τομεακή έννοια, δηλαδή στην αντιπαράθεση μεταξύ των χειρωνακτών εργατών και των εργατών της σκέψης, ή και πάλι στο να φανταζόμαστε το υποτιθέμενο πιο προηγμένο σύμβολο στην τεχνική σύνθεση (τους εργαζόμενους της γνώσης, i knowledge worker) ως πιο προηγμένη αιχμή των αγώνων. Επομένως, πρέπει να καταπολεμηθεί οποιαδήποτε ιδέα μιας προοδευτικής γραμμικότητας: cognitivization της εργασίας σημαίνει και γνωσιοποίηση της εκμετάλλευσης και της μέτρησης, γνωσιοποίηση των ιεραρχιών, γνωσιοποίηση των καθηκόντων.

Η παγκόσμια οικονομική κρίση επιτάχυνε επιπλέον, όπως ήδη παρατηρήσατε, τις διαδικασίες διαστρωμάτωσης και διαφοροποίησης που βρίσκονταν ήδη σε εξέλιξη, σε αντιφατικές μορφές και με διαφορετικές εντάσεις ανάλογα με τους παγκόσμιους τομείς και χώρους. Ακολουθώντας τα αλκουατιάνα ίχνη ο Salvatore Cominu μιλάει σχετικά για την εκβιομηχάνιση του γνωστικού έργου από την άποψη αυτή: δεξιότητες, λειτουργίες και επαγγελματισμός που μέχρι στιγμής θεωρούνται αδιάσπαστες από τον άνθρωπο που τις μεταφέρει και από την κοινωνική συνεργασία με την οποία συνδέονται, υποβάλλονται τώρα σε διαδικασίες πραγματικής υπαγωγής – στην παραγωγή αγαθών και περιεχομένων, υπηρεσιών, κατά τον χρόνο της κατανάλωσης, αναπαραγωγής κλπ. Ταυτόχρονα, είναι απαλλοτρίωση γνώσεων και ενίσχυση της συνδυασμένης μορφής τους, όπως πάντα κάνει το βιομηχανικό σύστημα: αλλά είναι μια ενδυνάμωση για τη συσσώρευση του κεφαλαίου, που με διφορούμενο τρόπο διευρύνει την κοινωνική συνεργασία και τρώει ανθρώπινη ικανότητα, ενσωματώνοντάς την στο μαρξιακό αυτόματο σύστημα μηχανών. Ως εκ τούτου, στο πλαίσιο της γνωσιοποίησης της εργασίας, ο homo faber έγινε sapiens και ο homo sapiens έγινε faber. Γνωσιοποίηση και η ευτελισμός προχωρούν, τουλάχιστον εν μέρει, από κοινού.

Σε αυτές τις βάσεις, αναπτύσσοντας τις έρευνες επάνω στο πανεπιστήμιο που πραγματοποίησε ο Alquati στη δεκαετία του ’70, μιλήσαμε για ζωντανή γνώση για να καθορίσουμε με έναν ιστορικά προσδιορισμένο τρόπο τη νέα ποιότητα της ζωντανής εργασίας, δηλαδή την τάση ενσωμάτωσης της κοινωνικής γνώσης σε αυτήν.Στην πραγματικότητα, δεν πρόκειται απλώς να τονιστεί ο κεντρικός ρόλος που έχει αναλάβει η γνώση και η επιστήμη στις μορφές της σύγχρονης παραγωγής και συσσώρευσης, αλλά να επικεντρωθούμε ακριβώς στην κοινωνικοποίησή τους και στην ενσάρκωση τους μέσα στη ζωντανή εργασία. Αυτή η κοινωνικοποίηση, στη δεκαετία του ’70, πραγματοποιούνταν επάνω στην ώθηση των αγώνων, της άρνησης της εργασίας, της επανοικειοποίησης, της εργατικής αυτονομίας. Αυτός ήταν ο κοινωνικός εργάτης: μια πολιτική φιγούρα, όχι τεχνική. Σήμερα, σαράντα χρόνια αργότερα, η ισορροπία δυνάμεων αντιστράφηκε: η κοινωνικοποίηση λαμβάνει χώρα πρώτα και κύρια με υποχρεωτικό τρόπο, αναγκαστικό, αρχίζοντας από τις ανάγκες του κεφαλαίου. Στην πραγματικότητα, η γνώση δεν είναι από μόνη της καλή ή ουδέτερη, όπως πιστεύουν πολλοί αριστεροί: είναι ο καρπός μιας σχέσης παραγωγής, επομένως μιας σχέσης σύγκρουσης και ισχύος. Από τον κοινωνικό εργάτη στον γνωστικό εργαζόμενο το υποκείμενο ενσαρκώνεται τεχνικά, αποσαρκώνεται πολιτικά. Με αυτό τον τρόπο ο κοινωνικός εργάτης μετασχηματίζεται σε παράγοντα της καινοτομίας και της επισφάλειας: συνέχισε να είναι κοινωνικός, έπαψε να είναι εργάτης.

Από εδώ πρέπει να αρχίσουμε και πάλι, μέσα και ενάντια στο παρόν. Η υπόθεσή μας, θέλοντας να εντατικοποιήσουμε και να απλοποιήσουμε, είναι ότι σήμερα μέσα στην κρίση η ανασύνθεση ανάμεσα στην αποδομημένη μεσαία τάξη και το ιεραρχοποιημένο προλεταριάτο στις διαδικασίες της «γνωστικοποίησης», “cognitivizzazione” και αναπαραγωγής της ανθρώπινης ενεργητικής ικανότητας θα μπορούσε να είναι το λειτουργικό ισοδύναμο της συμμαχίας μεταξύ εργατών και αγροτών στην προ αιώνος κρίση. Λέμε θα μπορούσε, φυσικά, επειδή το γεγονός ότι είναι ή όχι εξαρτάται από εμάς, από έναν δυνητικό εμάς, από ένα εμάς που δεν μπορεί να κλεισθεί μέσα σε εκείνο που πραγματικά είμαστε. Αν δεν έχουμε αυτή την ικανότητα, αυτές οι φιγούρες θα είναι το καύσιμο αντιδραστικών επιλογών, ή σε κάθε περίπτωση θα αναπαραχθούν ως κομμάτια παραγμένα από την κυβέρνηση της κρίσης. Σήμερα περισσότερο από ποτέ συνεπώς πρέπει να γνωρίζουμε πώς να κινηθούμε με μια μονομερή άποψη μέσα από την ασάφεια, την στρεβλότητα των διαδικασιών, με εξαιρετική τακτική ευελιξία και σκληρή στρατηγική ακαμψία: πολύ καλύτερη η βρωμιά του πραγματικού παρά η καθαρότητα της ιδεολογίας, πολύ καλύτερο να αγωνιστούμε, να υποστηρίξουμε τα κοινωνικά εδάφη απέναντι στην συγκρουσιακή υλιστική δεξιά ενάντια στην ιδεαλιστική άνανδρη αριστερά, πολύ καλύτερα δηλαδή τα προβλήματα της αγωνιστικής conricerca-συνέρευνας απ’ ότι η άχρηστη ασφάλεια των selfie των ακτιβιστών. Για να χρησιμοποιήσουμε τα λόγια του ποιητή, εκεί όπου υπάρχει ο κίνδυνος, μεγαλώνει κι εκείνο που διασώζει.

Ακριβώς σχετικά με αυτό, μια διπλή ερώτηση: μόλις έχουμε πέσει μέσα στην εκατονταετηρίδα της Επανάστασης … Θα σε ρωτούσα, λοιπόν πώς ο εργατισμός οικειοποιήθηκε τον Λένιν στη δεκαετία του εβδομήντα και με ποιο τρόπο το να στοχαζόμαστε σχετικά με την λενινιστική εμπειρία μπορεί να είναι ακόμη χρήσιμο σήμερα;

Η απάντηση θα χρειάζονταν πολύ χρόνο και χώρο, γι αυτό σας παραπέμπω σε ένα πρόσφατο pamphlet που έγραψα για τον εκδοτικό οίκο DeriveApprodi, Il treno contro la Storia. Considerazioni inattuali sui ’17, Το τρένο ενάντια στην Ιστορία. Άκαιρες εκτιμήσεις για το ’17.  Κι έτσι εδώ θα είμαι σύντομος.

Ένας απελπισμένος Winston Churchill παρατήρησε: “Ήταν με ένα αίσθημα δέους που οι γερμανοί διοικητές εξαπέλυσαν το πιο τρομερό των όπλων εναντίον της Ρωσίας. Μετέφεραν τον Λένιν από την Ελβετία στη Ρωσία επάνω σε ένα σφραγισμένο βαγόνι, σαν ένα βάκιλο της πανώλης». Ας αφήσουμε κατά μέρος την εκδοχή σύμφωνα με την οποία ήταν ένας υπολογισμός της Γερμανίας εκείνος να επιτρέψει την επιστροφή του ηγέτη των μπολσεβίκων στην Πετρούπολη.Ας επικεντρωθούμε αντιθέτως στο ποιος τίναξε την μπάνκα στον αέρα, όποια κι αν ήταν αυτή. Ο Τσόρτσιλ μας δίνει ακούσια έναν εξαιρετικό ορισμό του τι είναι ο επαναστάτης αγωνιστής: ένας βάκιλος της πανούκλας. Και πώς να οργανώσει το βάκιλο της πανώλης είναι από την αρχή η ανησυχία του Λένιν. Ο Μαρξ μας έχει παραδώσει τον μηχανισμό λειτουργίας της καπιταλιστικής μηχανής, το πρόβλημα – το οποίο θα επιστρέψει με τον εργατισμό, και το οποίο πρέπει πάντα να έχουμε παρόν στην αγωνιστική πρακτική – είναι να μην παραμείνουμε παγιδευμένοι σε αυτόν τον μηχανισμό, να σπάσουμε αυτόν τον κλειστό κύκλωμα. Πού να χτυπήσουμε, πώς να εξαπλώσουμε την πανούκλα, με ποιον τρόπο και σε ποια σημεία να καταστρέψουμε τον εχθρό. Ξεκινώντας όχι από τους νόμους της κίνησης του κεφαλαίου, αλλά από τους νόμους της κίνησης της εργατικής τάξης μέσα και κατά της καπιταλιστικής κοινωνίας: αυτή είναι ταυτόχρονα η συνέχεια και η λενινιστική ανατροπή του Μαρξ.

Ο Λένιν που μας παραδόθηκε από τον λενινισμό, ιστορικιστής και αντικειμενιστής, πιστός στα στάδια της ανάπτυξης, είναι ένα καθαρό ψέμα και πρέπει εντελώς να ξεχαστεί. Καθ ‘όλη τη διάρκεια του ταξιδιού του ο Λένιν προσπαθεί συνεχώς να πιέζει, να διακόπτει και να ανατρέπει την ανάπτυξη του κεφαλαίου, ή να επιβάλλει την επαναστατική βούληση μέσα εναντίον της Ιστορίας. Στους καιρούς της πολεμικής με τους ρώσουν λαϊκιστές, ο Λένιν δεν λέει ότι η ανάπτυξη του καπιταλισμού στη Ρωσία είναι απαραίτητη και επιθυμητή, λέει απλά ότι η ανάπτυξη του καπιταλισμού στη Ρωσία είναι ένα γεγονός. Η μάχη που οδηγήθηκε από τους ναροδνικούς, narodniki επαναστάτες χάθηκε, ο πόλεμος πρέπει να διεξαχθεί. Ξεκινώντας από εδώ είναι απαραίτητο να αναζητηθούν οι νέες μορφές έκφρασης της επαναστατικής υποκειμενικότητας και να οικοδομηθούν κατάλληλες μορφές οργάνωσης. Να το στοίχημα του Λένιν: το βιομηχανικό προλεταριάτο που φαίνεται σαν μια «γωνίτσα» στους λαϊκιστές σύγχρονους σε αυτόν (ξεθωριασμένοι συγγενείς που πρόδωσαν την κληρονομιά του επαναστατικού λαϊκισμού), έχει την τάση να είναι η πρώτη γραμμή, «η εμπροσθοφυλακή ολόκληρης της μάζας των εργαζομένων και των εκμεταλλευομένων «. Αυτή η τάση προορίζεται να πραγματοποιηθεί λόγω των αναπόφευκτων νόμων της κίνησης του κεφαλαίου; Δεν κάνουμε ούτε αστεία. Μόνο ο αγώνας θα αποφασίσει για το πεπρωμένο. Οι άλλοι ας παραμείνουν φυλακισμένοι στη διαχείριση των πλασματικών βεβαιοτήτων του παρόντος. Πρέπει να επιλέξουμε, πρέπει να ποντάρουμε, πρέπει να τολμήσουμε: «Όποιος θέλει να αντιπροσωπεύει ένα οποιοδήποτε φαινόμενο ζωντανό στην ανάπτυξή του πρέπει αναπόφευκτα και αναγκαστικά να αντιμετωπίσει το δίλημμα: είτε προηγείται των καιρών, είτε παραμένει πίσω». Δεν υπάρχει μέση οδός, εκδίδει απόφαση. Κι έτσι, το 1905 και στη συνέχεια τον φεβρουάριο του ’17, λέει πως τρέχουν πίσω από τα γεγονότα εάν πιστεύουν πως πρόκειται για αστικές επαναστάσεις και οι προλετάριοι πρέπει να περιμένουν τη σειρά τους, δηλαδή να πρέπει να περιμένουν την ιστορική εξέλιξη να παραδώσει τον σοσιαλισμό στα χέρια τους και στη συνέχεια τον κομμουνισμό και όχι οι αγώνες: με τίποτα! Είναι απαραίτητο να βρίσκεται κανείς μέσα στο επαναστατικό κίνημα, να διασπά τη γραμμικότητά του, να το κατευθύνει προς άλλους σκοπούς. Πρέπει να πηδάμε πάνω από τα στάδια της ανάπτυξης, να ανατρέπουμε τη ισχύ του πιθανού ενάντια στη μιζέρια της αντικειμενικότητας. Μόνο με αυτόν τον τρόπο μπορεί να γίνει η επανάσταση, να κάνουμε την επανάσταση εναντίον του Κεφαλαίου, σπάζοντας τον φαύλο κύκλο του Μαρξ.

Διότι οι επαναστάτες – αυτή είναι η μεγάλη λενινιστική διδασκαλία – πρέπει πάντα να είναι προετοιμασμένοι για την περίσταση, χωρίς να σκέφτονται ότι αυτή θα πέσει από τον ουρανό και ότι ξεπερνά την ουσιαστικότητα της ιστορικής δυναμικής, της οργανωτικής συνέχειας και του υπομονετικού χτισίματος των σχέσεων ισχύος, της ισορροπίας δυνάμεων. Το θέμα είναι να δημιουργούν με μεθοδικότητα τις προϋποθέσεις της δυνατότητας να κατακτήσουν την ευκαιρία, την περίσταση, να την αρπάξουν. Είναι επομένως θέμα σκέψης της σχέσης μεταξύ διεργασίας και γεγονότος, δηλαδή της διάρκειας και του άλματος, με έναν εντελώς διαφορετικό τρόπο, υποθέτοντας ότι η απλή συνέχεια της διαδικασίας χωρίς την ασυνέχεια του γεγονότος οδηγεί στον αντικειμενισμό, ενώ η καθαρή ασυνέχεια του γεγονότος χωρίς τη συνέχεια της διαδικασίας οδηγεί στον ιδεαλισμό. Αυτός είναι ο τρόπος με τον οποίο ο μπολσεβίκος ηγέτης έθεσε τη βούληση που είχε κληρονομήσει από τους επαναστάτες λαϊκιστές στα πόδια του ιστορικού υλισμού, και αφαίρεσε τον ιστορικό υλισμό του Μαρξ από το κλουβί του αντικειμενισμού.

Αν πρέπει να ξεχάσουμε τον Λένιν των λενινιστών, έτσι πρέπει να ξεχάσουμε τον Λένιν των αντιλενινιστών, που τελικά είναι ο ίδιος. Επειδή και οι δύο μειώνουν τον μπολσεβίκικο ηγέτη σε αυτό που δεν υπήρξε ποτέ, δηλαδή, μια γκρίζα λειτουργία της οργάνωσης. Ξεχνώντας ότι στην οργάνωση του ο Λένιν θα είναι σχεδόν πάντα στη μειονότητα, επειδή κατά βάθος ένας επαναστάτης είναι πάντα φορέας μιας μειοψηφικής γραμμής, μιας μειοψηφίας μη μειοψηφικής, δηλαδή ιδεολογικής και μαρτυρίας μιας περιθωριακής ταυτότητας, μιας μειοψηφίας με ηγεμονική αποστολή, προδιάθεση. Πρέπει να ονειρευόμαστε;, ρωτά περιφρονητικά μπροστά στην κεντρική επιτροπή του κόμματος, και απαντάει: ναι, πρέπει να ονειρευόμαστε, γιατί όταν υπάρχει αντίθεση μεταξύ ονείρου και πραγματικότητας, όταν ενεργούμε υλιστικά με επιμονή και με πυγμή για να υλοποιήσουμε το όνειρό μας, όταν υπάρχει επαφή μεταξύ του ονείρου και της ζωής, όλα πάνε προς το καλύτερο. Από όνειρα αυτού του είδους, καταλήγει, δυστυχώς υπάρχουν πολύ λίγα στο κίνημα μας. Έτσι, χθες όπως σήμερα, πρέπει να ξανακερδίσουμε την ικανότητα να ονειρευόμαστε και να δίνουμε οργανωμένη μορφή στο όνειρο, αυτό είναι πάνω απ ‘όλα το Τι να κάνουμε; του Λένιν. Με όλο τον σεβασμό προς τους λενινιστές εξελικτές και τους αντι-λενινιστές desideranti, της επιθυμίας. Και αυτός είναι ο Λένιν που – σε ένα είδος «αλκουατισμού», “alquatismo” πριν από την εποχή του, ante-litteram – συνεχώς επικρίνει τόσο τη λατρεία της αμεσότητας όσο και το φετίχ της οργάνωσης. Ο αυθορμητισμός δεν είναι πάντα καλός και δεν είναι πάντα κακός, υπάρχουν στιγμές που είναι προχωρημένες και στιγμές που πρέπει να περιμένει, είναι οπισθοδρομικός. Στις φάσεις του αγώνα ή της εξέγερσης, συχνά είναι ο αυθορμητισμός που επιβάλλει ένα επιθετικό έδαφος ενώ η οργάνωση στέκεται πίσω, είναι οπισθοδρομική και πρέπει να την ξανασκεφτούμε σε αυτό το ύψος, μέσα σε αυτό το έδαφος. Σε άλλες φάσεις ο αυθορμητισμός αναδιπλώνεται ή διαμορφώνεται από την τάξη του εχθρικού λόγου: η οργάνωση πρέπει να ξανανοίξει το δρόμο προς την ανταγωνιστική του ανάπτυξη.

Αυτός είναι περίπου ο Λένιν, ο οποίος, με διάφορες μορφές, αναδύθηκε από τα καλύτερα σημεία του εργατισμού (τα 33 μαθήματα, 33 lezioni του Toni Negri είναι σίγουρα ένα από τα βιβλία αναφοράς). Ο περιορισμός είναι ότι αυτή η σημαντική προσπάθεια να οδηγηθεί η μέθοδος του Λένιν πέρα από τον Λένιν δεν συνδυάστηκε με ένα επαρκές οργανωτικό σχέδιο επανεπινόησης. Έτσι συχνά καταλήξαμε να επαναλαμβάνουμε αυτό που δεν επαναλαμβάνονταν, δηλαδή τις συγκεκριμένες λύσεις που δόθηκαν από τον Λένιν. Και αντιμέτωποι με την αναπόφευκτη αποτυχία τους, μετακινήσαμε και απομακρύναμε τα πάντα επίκαιρα προβλήματα που τέθηκαν από τον Λένιν στην μεταβαλλόμενη σχέση ανάμεσα στην ταξική σύνθεση και τις μορφές της επαναστατικής οργάνωσης.

Μια τελευταία ερώτηση: πώς, σήμερα, να μελετήσουμε το παρελθόν για να τροποποιήσουμε το παρόν ή, για να το πούμε διαφορετικά, να παράγουμε θεωρία με σκοπό να οργανώσουμε τους αγώνες;

Συμπερασματικά, συνεχίζοντας αυτό που έλεγα, θα ήθελα να διευκρινιστεί επί πλέον κάτι. Το παρελθόν ποτέ δεν μας δίνει το τι να κάνουμε με το παρόν. Αντίθετα μας παραδίδει τα λάθη που δεν πρέπει να επαναληφθούν, τα όρια που πρέπει να ξεπεραστούν, τα πλούτη που πρέπει να επανεπινοηθούν. Μας παραδίδει ερωτήματα, όχι απαντήσεις. Και μας παραδίδει αυτό για το οποίο πρέπει να εκδικηθούμε. Αλλά το πώς, αυτό είναι μέρος της προσπάθειας και των διαδρομών κάθε αγωνιστικής γενιάς. Επομένως, αν θέλουμε να οικειοποιηθούμε μια πολιτική κληρονομιά, δεν πρέπει να την γιορτάζουμε μετατρέποντάς την σε άδεια ταυτότητα που να αφορά την διαθήκη: πρέπει να την αναφλέξουμε, μετατρέποντας της σε όπλο ενάντια στο παρόν. Αλλιώς είναι άχρηστη. Ο εργατισμός, και ο Μαρξ ή ο Λένιν, είναι για εμάς ένα στυλ και μια πολιτική μέθοδο της δικής μας πλευράς, δεν είναι εκείνοι της ακαδημαϊκής φιλολογίας ή του κατηχητικού μετα-εργατισμού, μαρξιστής και λενινιστής, εκείνους μπορούμε να τους πετάξουμε στη θάλασσα χωρίς δάκρυα. Εν ολίγοις, το πρόβλημα για τον αγωνιστή είναι να οικειοποιείται την παράδοση χωρίς λατρευτικές τελετές, χωρίς λατρείες και χωρίς να την υποστασιοποιεί: επανεξεξετάζοντας τον πλούτο, ασκώντας κριτική στα όρια, υπερβαίνοντας όσα δεν μπορούν να χρησιμοποιηθούν. Έτσι έκανε ο Λένιν με τον Μαρξ (αλλά και με τους επαναστάτες λαϊκιστές), έτσι έκαναν οι εργατιστές με τον Μαρξ και τον Λένιν, έτσι πρέπει να κάνουμε εμείς. Και επίσης οικειοποιούμενοι αυτά που είναι χρήσιμα από τη σκέψη των εχθρών: για να το πούμε με τον Τρόντι, όντως, ένας μεγάλος αντιδραστικός είναι καλύτερος από έναν μικρό επαναστάτη.

Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο είναι ένα πρόβλημα το ότι σε διεθνές επίπεδο ο εργατισμός περιορίζεται στον μετα-εργατισμό, και πάνω απ ‘όλα στο Negri της Αυτοκρατορίας. Όχι, δεν είναι ζήτημα πνευματικής ιδιοκτησίας ή brand: τις διαμάχες επί της συμβολαιογραφικής κληρονομιάς τις αφήνουμε στους συγγενείς των νεκρών, σε εμάς ενδιαφέρει η πολιτική χρησιμότητα. Και είναι ακριβώς αυτή η μείωση που στερεί πολλούς αγωνιστές από τη δυνατότητα να εξερευνήσουν τη βυθισμένη Ατλαντίδα από φιγούρες όπως ο Alquati, να χρησιμοποιήσουν δηλαδή όπλα που είναι σήμερα καταραμένα απαραίτητα.

Συνολικά, αυτή η επαναστατική μέθοδος μας διδάσκει ότι πρέπει να μελετήσουμε αυτό που θέλουμε να καταστρέψουμε: τον καπιταλισμό, και το κεφάλαιο που ενσαρκώνεται σε μας. Εκείνοι που ερωτεύονται το αντικείμενο της ανάλυσης τους, προκειμένου να αναπαραγάγουν τους ρόλους που απέκτησαν σε αυτήν την κοινωνία, εγκαταλείπουν την στράτευση και κινούνται στο εχθρικό στρατόπεδο. Δεν αξίζει ούτε καν να αναφερθούμε σε προδοσία, είναι απλώς η αδυναμία να σπάσουν το διαχωρισμό της κατάστασης τους. Επιλέγει τον μοναχικό-ατομικό δρόμο, θα πεθάνει μόνος του. Αυτό που διακρίνει τον αγωνιστή είναι το μίσος γι αυτό που μελετά. Στον μαχητή χρειάζεται μίσος για να παράξει γνώση. Πολύ μίσος, να μελετήσει λεπτομερώς, σε βάθος αυτό που μισεί περισσότερο. Η αγωνιστική δημιουργικότητα είναι πάνω απ ‘όλα επιστήμη της καταστροφής. Ως εκ τούτου, η πολιτική πρακτική είναι έγκυος θεωρίας, ή δεν είναι. Πρέπει να μελετήσουμε για να δράσουμε, πρέπει να δράσουμε για να μελετήσουμε. Να κάνουμε και τα δύο πράγματα μαζί. Τώρα περισσότερο από ποτέ, αυτό είναι το πολιτικό καθήκον.

Και είναι αναγκαία η κατάρτιση στη μέθοδο: είναι εδώ η που υποκειμενικότητα χτίζεται με σκληρό και μη εφήμερο τρόπο, αποκτώντας έναν μη τυποποιημένο τρόπο σκέψης και συλλογισμού, ικανό συνεπώς να κατασκευάσει αυτόνομα κατάλληλες απαντήσεις σε διαφορετικές καταστάσεις, ικανές να τροποποιήσουν με ευελιξία τις υποθέσεις και τις συμπεριφορές. ξεκινώντας από την ακαμψία των συλλογικών σκοπών.Μέθοδος κοινής συλλογιστικής, αλλαγής και αμφισβήτησης των συγκεκριμένων διαδικασιών μέσω των οποίων εκφράζεται αυτή η μέθοδος: αυτό είναι το πρόβλημα της αυτόνομης εκπαίδευσης, η οποία δεν μπορεί να ανατεθεί μόνο στα άτομα, αλλά πρέπει να οργανωθεί συλλογικά.

Εκπαίδευση για τι πράγμα; Για να ξανακερδίσουμε την ικανότητα να στοιχηματίζουμε. Ναι, ποντάρουμε, στοιχηματίζουμε. Ένα υλιστικό στοίχημα, ένα επαναστατικό στοίχημα. Να στοιχηματίζουμε επάνω στη δυνατότητα μετατροπής της καπιταλιστικής κρίσης σε επαναστατική κρίση, και ακόμη και νωρίτερα, να μετατρέπουμε την κρίση της υποκειμενικότητας στο επείγον ενός άλματος προς τα εμπρός. Δεν πιθηκίζουμε εκείνο που υπήρξε, θα ήταν γκροτέσκο: το μελετάμε, για να το λυγίσουμε στα προβλήματά μας. Η αυτονομία είναι πράγματι η διαρκής διαθεσιμότητα να υπονομεύουμε αυτό που υπάρχει για να καταστρέφουμε και να ανατρέπουμε το υπάρχον. Είναι η κατασκευή μιας συλλογικής προοπτικής ισχύος και δυνατότητας ξεκινώντας από την απελευθέρωση και τη ριζική μεταμόρφωση των στοιχείων του παρόντος. Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο η αυτονομία ζει μέσα την επαναστατική μέθοδο, όχι με τα λογότυπα του ανταγωνιστικού merchandising. Να τολμήσουμε να στοιχηματίσουμε λοιπόν, να τολμήσουμε να δράσουμε, να τολμήσουμε να κάνουμε την επανάσταση. Μήπως αυτός δεν είναι ο λόγος για τον οποίο ζούμε;

 

1]. διετρολογία  – Στην πολιτική και δημοσιογραφική γλώσσα δείχνει, με πολεμικό τόνο,, την τάση, των λεγόμενων διετρολόγων, να αποδίδουν στα γεγονότα της δημόσιας ζωής αιτίες διαφορετικές από εκείνες τις δηλωμένες ή προφανείς, συχνά υποθέτοντας μυστικούς λόγους και αιτιάσεις, με την αξίωση ότι γνωρίζουν τι πραγματικά «στέκεται πίσω» σε κάθε μεμονωμένο γεγονός.

αυτονομία, autonomia

ΟΙ ΒΕΝΕΤΙΚΕΣ ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ ΚΟΛΕΚΤΙΒΕΣ (36).

Σχετική εικόνα

Όλα τα κινήματα που διέτρεξαν τα ιταλικά «μακρά χρόνια εβδομήντα» έχουν βιώσει τη δική τους ουσιώδη εδαφική ιδιαιτερότητα. Η συγκυρία, το πλαίσιο μέσα στο οποίο διαφορετικά ανταγωνιστικά υποκείμενα βρέθηκαν να ενεργούν σημάδεψε αποφασιστικά τις εμπειρίες και τις διαδρομές τους. Αυτή η θεώρηση είναι ακόμη πιο αληθινή αν ληφθεί υπόψη η εμπειρία που έχει παραχθεί στο Βένετο, με έναν άξονα που μετατοπίστηκε στο πετροχημικό βιομηχανικό χώρο του Porto Marghera μεταξύ 1967 και 1973 και με έναν άξονα που μετακινήθηκε στην πόλη της Πάντοβα μεταξύ 1974 και 1979. Σημαντικά γεγονότα τόσο ώστε να προσελκύσουν – σε σχέση με την πολιτική δικαστική επιχείρηση της 7ης απριλίου – το νοσηρό ενδιαφέρον των μεγάλων ονομάτων του έντυπου τύπου, κοινωνιολόγων και διανοουμένων και να αξίζουν, μέσα στην «ιταλική ανωμαλία» του μεγάλου Εξήντα Οκτώ, τον χαρακτηρισμό μιας επιπλέον «βενετικής ανωμαλίας».

Και σε αυτή την περίπτωση αυτό που θέλουμε είναι να ξαναδώσουμε φωνή, κυρίως, και παρά τις δικαστικές ανακατασκευές, σε μια πληθώρα θεμάτων και εμπειριών που δύσκολα μπορούν να ανιχνευθούν σε ένα μοναδικό μονοπάτι και σε μια ομοιογενή κοινωνική ταξική σύνθεση. Αν πολλά ειπώθηκαν και γράφτηκαν γύρω από την πρώτη εμπειρία αγώνα και οργάνωσης, που συνδέεται με την κοινωνική μορφή του εργάτη μάζα στα εργοστάσια της μεγάλης βιομηχανικής συγκέντρωσης του Μέστρε-Μαργκέρα μεταξύ των πρώτων χρόνων της δεκαετίας του εξήντα και του εβδομήντα, δεν παραμένει σχεδόν καμία μαρτυρία – πέρα από τα πρακτικά της δίκης »7 απρίλη, Κορμός Veneto «- σε σχέση με τα επόμενα γεγονότα της Πάντοβα. Είναι τα χρόνια κατά τα οποία η Πάντοβα και η επαρχία της θα βρίσκονται στο επίκεντρο μιας μοναδικής διασταύρωσης ανάμεσα σε παραγωγικές ιδιαιτερότητες μιας περιοχής (που σημαδεύεται από την παρουσία της μικρής και μεσαίας βιομηχανίας, ήδη τότε έντονα αποκεντρωμένης στα εργαστήρια της μαύρης εργασίας, με μια πόλη όπου αποφασιστικός, από κάθε άποψη, ήταν και είναι ο ρόλος του πανεπιστημίου), μια ταξική σύνθεση στο δρόμο μιας βαθιάς μετατροπής και μια αυθεντική πρακτική της πολιτικής οργάνωσης και της «χρήσης της ισχύος, της δύναμης».
Σχετική εικόνα
Εδώ προσπαθούμε να εντοπίσουμε, να σκιαγραφήσουμε κάποιες αρχικές ενδείξεις, ξεκινώντας από την ultra υποκειμενική άποψη, «της δικής μας πλευράς», εκείνων που ήταν πρωταγωνιστές των κινημάτων και των αγώνων αυτών των χρόνων, μέσα στην οργανωμένη εμπειρία των «πολιτικών κολεκτίβων», μια εμπειρία που γεννιέται το 1974 και στη συνέχεια θα ποινικοποιηθεί το ’79 από τον εισαγγελέα Pietro Calogero. Εάν υπάρχει ένα νήμα που συνδέει αυτή την εμπειρία με τον κύκλο των εργατικών αγώνων στη Marghera, αυτό μπορούμε να το εντοπίσουμε στην κοινή στράτευση πολλών από τους πρωταγωνιστές της στις τάξεις της ομάδας εργατική Εξουσία, η σημασία της οποίας σίγουρα δεν βρίσκεται στην οργανωτική συνέχεια που υποστηρίχθηκε τότε από το δικαστικό σώμα, όσο σε ένα είδος «αποτύπωσης-imprinting», στην απόκτηση μιας σειράς θεωρητικών-πρακτικών εργαλείων, αποφασιστικών για την ανάλυση και την παρέμβαση στην κοινωνική πραγματικότητα: μια ικανότητα να διαβαστεί, ουσιαστικά, η σύνδεση μεταξύ της κοινωνικής ταξικής σύνθεσης και αναγκών, μεταξύ αυτών και η ανάπτυξη διεκδικήσεων-αξιώσεων, μορφών αγώνα και οργάνωσης.
Σχετική εικόνα
Οι ρίζες της εμπειρίας των «κολεκτίβων» βυθίζονται – μεταξύ του Εξήντα οκτώ και του τέλους της εργατικής Εξουσίας – στον πρώτο μεγάλο περιφερειακό κύκλο κινητοποιήσεων στις μεταφορές (1970).
Ξεκινώντας από την εκτίμηση σύμφωνα με την οποίαν «ο χρόνος εργασίας, ο χρόνος εκμετάλλευσης δεν διαρκεί μόνο τις οκτώ ώρες της εναλλαγής στο εργοστάσιο, αλλά περιλαμβάνει τουλάχιστον, και τις δύο ώρες που χρειάζονται για να μετακινηθούν χιλιάδες χρήστες των μέσων μαζικής μεταφοράς από το σπίτι και αντίστροφα (για παράδειγμα από την Chioggia ή από το San Donato) προς τον χημικό πόλο, μες το ψύχος, πάνω σε έναν μεταφορέα της κακιάς ώρας, πληρώνοντας μια συνδρομή που είναι μια περαιτέρω κλοπή από το μισθό», οι αγώνες καλύπτουν με εκτεταμένο τρόπο όλη την περιοχή του Veneto. Η μορφή της οργάνωσης είναι αυτή των «επιτροπών γραμμής», ζητούν βελτιώσεις στην υπηρεσία, περισσότερες κούρσες με λιγότερο κόσμο, και να σταματήσουν οι αυξήσεις της τιμής του εισιτηρίου, παλεύουν αποκλείοντας τους μεταφορείς και αρνούμενοι να πληρώσουν τις αυξήσεις. Επάνω σε αυτό το έδαφος εμφανίζεται μια μεγάλη κοινωνική ανασύνθεση από προλεταριακές φιγούρες, κυρίως μαθητών και φοιτητών, τόσο εκείνων που κυκλοφορούν γύρω από τη Βενετία, όσο και εκείνων που παρακολουθούν τα τεχνικά και εμπορικά ινστιτούτα της Πάντοβα.
Σχετική εικόνα
Να δώσει ζωή στις «κολεκτίβες» της Padova θα είναι η πολύ νέα γενιά των μεσαίων στελεχών της εργατικής Εξουσίας, η οποία – κατά τη στιγμή της κρίσης και του τέλους της ομάδας – θα θέσει το πρόβλημα του τρόπου προώθησης στην περιοχή της μιας συνολικής πολιτικής παρέμβασης, προσαρμοσμένης στην πολυπλοκότητα του κοινωνικού. Χωρίς να θέλουμε να επιστρέψουμε στους λόγους της διάλυσης του P.O., πρέπει να υπογραμμίσουμε πως, σύμφωνα με τις μαρτυρίες που συγκεντρώθηκαν, αυτοί οι νεαροί αγωνιστές κατάφεραν να πιάσουν ελάχιστα, και όχι από κακή βούληση, τις διαφορετικές θέσεις και επιλογές που αντιτίθεντο μέσα στα «υψηλά κλιμάκια» της οργάνωσης. «Δεν μπορούσαμε να καταλάβουμε – λένε – τι θα σήμαινε για εμάς η επιλογή των αυτόνομων συνελεύσεων εργοστασίων: ήμασταν σχεδόν όλοι φοιτητές και δεν πιστεύαμε ότι ήταν λογικό να περιοριστούμε στο ρόλο των »υποστηρικτών» των εργατικών αγώνων». Στην επαρχία της Πάντοβα η μόνη σημαντική πραγματικότητα, όπου στις αρχές της δεκαετίας του ’70 εμφανίζονταν αυτόνομοι εργατικοί αγώνες που αναπαράγουν, σε κλίμακα, αιτήματα και συμπεριφορές των μεγάλων εργοστασίων, είναι η Bassa, με τη μεταλλουργία Utita di Este: μέσα σε μερικούς μήνες η εργατική ανυποταξία και η συνεχής παρέμβαση της Επιτροπής εργατών-φοιτητών ανατρέπουν την κατάσταση ενός εργοστασίου που ήταν το φέουδο του φασιστικού συνδικάτου Cisnal.
Maria Antonietta Berna, militant of the Venetian Political Collective for Worker’s Power killed in action April 11th 1979.
Maria Antonietta Berna, militant of the Venetian Political Collective for Worker’s Power killed in action April 11th 1979.
Αγωνίζονται για ισχυρές ισόρροπες μισθολογικές αυξήσεις για όλους, για την κατάργηση των προνομίων και των κατηγοριών, η εργατική απόρριψη απέναντι στην καπιταλιστική οργάνωση της εργασίας είναι πλειοψηφική και διαδεδομένη: είναι η δολιοφθορά, το σαμποτάζ των μηχανών, καθώς και πρακτικές μάχης είναι οι πικετοφορίες και οι πορείες στους εσωτερικούς χώρους που «βουρτσίζουν» τα γραφεία της διοίκησης. Στην πλειοψηφία θα υπάρξουν και οι αγωνιστές της εργατικής Επιτροπής που θα εκλεγούν στο συμβούλιο του εργοστασίου, και οι πρωτοπορίες της Utita θα διαδραματίσουν έναν σημαντικό ρόλο πρότασης και οδηγού στις συντονιστικές συναντήσεις των CdF, των εργοστασιακών συμβουλίων, με τη διάδοση μορφών αγώνα όπως διαρθρωμένες απεργίες, απεργίες σκακιέρας, ή άγριες απεργίες a gatto selvaggio, απροειδοποίητες. Δεν είναι τυχαίο ότι οι πρώτες πολιτικές απολύσεις θα καταγραφούν εδώ στην Utita το 1973. Η κατάσταση των εργοστασίων στη βιομηχανική περιοχή της Πάντοβα είναι διαφορετική, όπου, παρά την σποραδική παρουσία αυτόνομων εργατικών μορφών οργάνωσης, ο έλεγχος επάνω σε μια σύνθεση που εξακολουθεί να είναι πολύ » επαγγελματική » θα παραμείνει σταθερά στα χέρια του PCI και του συνδικάτου. Μετά το συνέδριο της Rosolina (Ιούλιος 1973) που επικυρώνει την ρήξη της εργατικής Εξουσίας, οι «μεσαίοι» padovani θα συνεχίσουν να υπογράφουν με αυτό το ακρωνύμιο για λίγους ακόμη μήνες: τον ιανουάριο του ’74 αναλαμβάνουν ένα ταξίδι στην Ιταλία για να κατανοήσουν καλύτερα τι έχει απομείνει από την «ομάδα» που τώρα βρίσκεται πλέον να παραπαίει στις υπόλοιπες καταστάσεις. Από τότε, η επιλογή θα είναι να ευνοηθεί το κοινωνικό ρίζωμα στην περιοχή τους, εκείνη του Βένετο όπου, χάρη στους αγώνες επί των μεταφορών, αρχίζουν να ανακαλύπτουν πως πρόκειται για «ομοιογενή ζώνη» .Επιλογή που τους οδηγεί, μέσα στο ίδιο ’74, να εγκαταλείψουν την εβδομαδιαία συνάντηση του «ακτίφ» του P.O. που δεν κατέληγε κάπου, και να ιδρύσουν, πολύ απλά, συλλογικότητες που να παρεμβαίνουν απευθείας στις γειτονιές και στα χωριά, όπου το πρώτο αγωνιστικό δίκτυο θα είναι ακριβώς εκείνο που αποτελούσαν οι φοιτητές που εμπόδιζαν τους ταχυμεταφορείς.
«Στην Πάδοβα – θυμούνται οι συνεντευξιαζόμενοι – τότε κυριαρχούσαν οι «ομαδούλες» της εξωκοινοβουλευτικής αριστεράς. Υπήρχε μια ιστορική παράδοση μ.λ. και όταν μιλούσαμε για την απόρριψη της μισθωτής εργασίας γίνονταν έξω φρενών. Ήμασταν μειοψηφίες, αλλά αισθανόμασταν κάτι άλλο σε σχέση με τις «ομάδες» […] δεν είχαμε μια ταυτότητα, επειδή η θεωρητική αναφορά μας ήταν ο εργάτης μάζα αλλά εδώ δεν υπήρχε […] έπρεπε να επινοήσουμε τα πάντα από το α έως το ω και ίσως ήμασταν, χωρίς το γνωρίζουμε, οι πρόδρομοι μιας νέας φιγούρας που εμφανίζονταν σε σχέση με το κοινωνικό σώμα.» Αλλά ποια είναι λοιπόν τα χαρακτηριστικά στοιχεία, από κοινωνική άποψη, της ιδιαιτερότητας της Πάντοβα; Ο ρόλος της πόλης στο παραγωγικό και αστικό «πολυκεντρικό» σύστημα της περιοχής ήταν εκείνος της πρωτεύουσας του τριτογενή τομέα, των υπηρεσιών, ιδίως στον πιστωτικό και χρηματοπιστωτικό τομέα. Στην επαρχία ήδη τότε κυριαρχούσε το μικρομεσαίο εργοστάσιο και το εργαστήριο της μαύρης εργασίας [αλλά με πολλές διαφορές σε σύγκριση με την δικτυωτή τυπολογία της σημερινής επιχείρησης), όπου οι επιταχυνόμενες διαδικασίες εκσυγχρονισμού συνυπήρχαν με την αρχαϊκή βία των σχέσεων εκμετάλλευσης, αρπάζοντας χέρια από την ιστορικά πολύ φτωχή ύπαιθρο, η οποία είχε εκκενωθεί από τη μετανάστευση από τα τέλη της δεκαετίας του ’50Padova, «λευκή» πόλη που κυριαρχείται από την εκκλησία σύμφωνα με τα πιο διεδεδομένα στερεότυπα (το μάιο του ’74 στο δημοψήφισμα τα ναι στην κατάργηση του διαζυγίου πήραν το 55,9%) συνυπάρχει με ένα αρχαίο πανεπιστήμιο που κυριαρχείται από άκαμπτες και αδιαπέραστες ιεραρχίες, αλλά με σχολές σε θυελλώδη ανάπτυξη (οι εγγραφόμενοι στο ακαδημαϊκό έτος 1973-74 είναι 47 χιλιάδες, δηλαδή έξι χιλιάδες περισσότεροι από ό, τι το προηγούμενο έτος), όπου κάνει την εμφάνιση της μια νέα φοιτητική σύνθεση καρπός της μαζικής πρόσβασης στην τριτοβάθμια εκπαίδευση και την έντονη εισροή, ιδιαίτερα στην ψυχολογία, φοιτητών προερχόμενων από το Νότο.
grashow
Εδώ το ινστιτούτο πολιτικών επιστημών αποτελεί μια επιπλέον ανωμαλία, μια μοναδική εμπειρία για τον πλούτο της κριτικής και ανατρεπτικής θεωρητικής παραγωγής, διεξάγονται δεκάδες σεμινάρια και έρευνες διεθνούς σημασίας, σε μια σχέση όσμωσης με τους κοινωνικούς αγώνες. Αλλά μέχρι το 1975 , το πανεπιστήμιο, ιδιαίτερα η σχολή της νομολογίας, είναι επίσης ένας χώρος όπου οι φασίστες περιφέρονται ατιμώρητοι: εδώ κάνουν τις πρώτες πρόβες τους ο Freda με τους συντρόφους τους (η βόμβα ενάντια στο στούντιο του καθηγητή Opocher, πρύτανη και πρώην παρτιζάνου), μαζί με τον Massimiliano Fachini και άλλους που θα συμμετάσχουν στις συνωμοσίες του Τριαντάφυλλου των ανέμων, Rosa dei venti, θα έχουν άφθονη ακαδημαϊκή προστασία και από την αστυνομία, παρεμβαίνουν με όπλα στα χέρια για να διαλύουν εργατικές πικετοφορίες και φοιτητικές συνελεύσεις.Οι αντιφασιστικές κινητοποιήσεις της άνοιξης του ’75, και ειδικότερα οι πολύ σκληρές συγκρούσεις με την αστυνομία, οι οποία αναγκάζεται να υποχωρήσει κάτω από μια βροχή από κοκτέιλ molotov, με την ευκαιρία του συλλαλητηρίου του φασίστα Covelli, σηματοδοτούν μια καμπή, μια στροφή στην πόλη: για τους φασίστες εκεί δεν θα υπάρχει πλέον κανένας χώρος, ενώ οι «πολιτικές κολεκτίβες» θα γίνουν η ηγεμονική πραγματικότητα στην λεγόμενη εξωκοινοβουλευτική αριστερά. Aναφέρουν στις μαρτυρίες τους οι αγωνιστές: «Για εμάς οι φασίστες ποτέ δεν αντιπροσώπευαν ένα στρατηγικό πρόβλημα […] λόγια σαν αυτά που μιλούσαν για «φασιστικοποίηση του κράτους» ή περί «fanfascismo» δεν ανήκαν ποτέ σε εμάς[…] κατακτώντας την ελευθερία κινήσεων εναντίον αυτών των συμμοριών από τραμπούκους, ξεκινήσαμε αντιθέτως να θέτουμε το ζήτημα της αντιεξουσίας στην περιοχή, της χρήσης της μαζικής δύναμης μα όχι μόνο, για να επιβεβαιώσουμε ένα δυϊσμό της εξουσίας […] «Κεντρικό θέμα σε αυτή εμπειρία εξακολουθεί να είναι η σχέση ανάμεσα στην ανάγνωση της κοινωνικής σύνθεσης και η υλικότητα, η σημαντικότητα των αναγκών που αυτή εκφράζει.
morti_12_aprile_79
Το 1975-76 αυξάνονται και αναπτύσσονται οι κολεκτίβες της Alta padovana οι οποίες παραδόξως θα είναι πρωταγωνιστές της «συνδικαλιστικοποίησης» δεκάδων εργοστασίων, μικρότερων ή μεγαλύτερων στην περιοχή, στις προλεταριακές γειτονιές της πόλης (Arcella, Mortise) η πρακτική της αυτομείωσης των λογιαριασμών τηλεφώνου και ηλεκτρισμού,Sip και Enel εξαπλώνεται, οι μαθητές της Επιτροπής interistituti συνεχίζουν μια πλέον πολυετή παράδοση αγώνων στις μεταφορές.Στην πανεπιστημιακή κοινότητα, η νέα φιγούρα του «προλετάριου σπουδαστή», όλο και περισσότερο παρούσα, καθορίζει – ξεκινώντας από το ρόλο «ερυθρής βάσης» του σπιτιού του φοιτητή Fusinato – κινητοποίηση γύρω από τα κόστη των κυλικείων και της στέγασης.Η πρακτική των «πολιτικών κολεκτίβων» βελτιώνει την πρωτοτυπία, την αυθεντικότητα αυτής της υποκειμενικής πορείας οργάνωσης με την προσπάθεια να διαβάζει με σύγχρονους λενινιστικούς όρους την κρίση της κλασικής μορφής κόμματος και των «ομάδων» της αποκαλούμενης εξωκοινοβουλευτικής αριστεράς, επανεφεύροντας έτσι μια σχέση μεταξύ «μαζών και πρωτοπορίας» προσαρμοσμένης στη φάση: « θέλαμε να είμαστε – διηγούνται οι πρωταγωνιστές – συνολικά στελέχη, ολοκληρωμένα, υπό την έννοια ότι δεν έπρεπε να υπάρχει διαχωρισμός μεταξύ πολιτικού και στρατιωτικού, το χτίσιμο μαζικών προλεταριακών οργανισμών, αυτόνομων από κόμματα και συνδικάτα, που αγωνίζονταν για να επιβεβαιώσουν, να διακηρύξουν τις ανάγκες και η χρήση βίας, η πρακτική της αντιεξουσίας, πήγαιναν χέρι-χέρι «. Μεταξύ του 1975 και του 1979 θα σημειωθούν περισσότερες από πεντακόσιες πράξεις «μελετημένης χρήσης βίας» στο Βένετο, στις περισσότερες περιπτώσεις θα είναι σαμποτάζ και σοβαρές ζημιές σε ιδιοκτησίες φασιστών, χριστιανοδημοκρατών πολιτικών, αφεντικών και πανεπιστημιακών βαρώνων. Η εξάπλωση αυτών των πρακτικών »μαζικής παρανομίας», μεταξύ των άλλων πραγμάτων θα αποτελέσει για χρόνια το καλύτερο αντίδοτο απέναντι στην παρουσία των μαχόμενων οργανώσεων και του στρατηγικού σχεδίου ένοπλου αγώνα.
Σχετική εικόνα
Το 1976 άρχισε η παρέμβαση για τη μαύρη εργασία και στα εργαστήρια αποκεντρωμένης παραγωγής, τα συντονιστικά των εργατών οργανώνουν εκατοντάδες εργαζομένες και εργαζόμενους μέχρι τότε «βυθισμένους, χαμένους», η πιο διαδεδομένη μορφή αγώνα είναι αυτή της περιπολίας που επιβάλλει με το μπλοκάρισμα της παραγωγής τις εργατικές απαιτήσεις. Στις γειτονιές ξεκινά η μάχη ενάντια στο «carovita, στην καθημερινή ακρίβεια», ξεπηδούν μικρές αγορές με πολιτικό τίμημα και δίδονται οι πρώτες μορφές οικειοποίησης στα σούπερ μάρκετ με τη διανομή των αγαθών στους προλετάριους της ζώνης. Οι πρώτοι αγώνες κατά της επιλογής ξεκινούν στα ανώτερα σχολεία και στο πανεπιστήμιο, γεννιούνται «αυτοδιαχειριζόμενα σεμινάρια» για τα οποία επιβάλλεται η αναγνώριση και η απαλλαγή.
Το 1976 ανάβει τους πομπούς του Radio Sherwood, ένας από τους πρώτους ελεύθερους ραδιοφωνικούς σταθμούς στην Ιταλία. Το ’77 στην Πάδοβα δεν θα αντιπροσωπεύει την απροσδόκητη εισβολή ενός γεγονότος, αλλά μάλλον μια στιγμή περαιτέρω ενίσχυσης και ανάπτυξης μιας διαδρομής κινήματος σε μια εξέλιξη που έχει ήδη δει, τα προηγούμενα χρόνια, να αναπτύσσονται αμέτρητα πεδία μάχης.
Αποτέλεσμα εικόνας για Radio Sherwood, anni '70
αυτονομία, autonomia

ΟΙ NAP ΚΑΙ ΟΙ ΑΓΩΝΕΣ ΤΩΝ ΦΥΛΑΚΙΣΜΕΝΩΝ

Σχετική εικόνα

Στις 31 οκτωβρίου 1974, στους τοίχους της Φλωρεντίας, εμφανίζονται χειρόγραφες αφίσες υπογεγραμμένες «Προλεταριακή Αυτονομία – αυτόνομη Κολεκτίβα Santa Croce και Κολεκτίβα Jackson». Ανακοινώνουν την κηδεία του Luca Mantini, «επαναστάτη προλετάριου μαχητή κομμουνιστή», που σκοτώθηκε μαζί με τον Sergio Romeo κατά τη διάρκεια μιας αποτυχημένης ληστείας στην Cassa di Risparmio της Firenze. Ο Luca Mantini είναι αναγνωρισμένος αγωνιστής της Lotta continua, ενώ ο Sergio Romeo ανήκει στις βαθμίδες των κοινών extraπαράνομων. Το γεγονός αυτό δημιουργεί στην αρχή κάποιες αμηχανίες, οι οποίες στο περιβάλλον της εξωκοινοβουλευτικής αριστεράς διαλύονται από ένα μεταγενέστερο μήνυμα που αφέθηκε σε ένα τηλεφωνικό θάλαμο όπου διεκδικείται και η ταυτότητα δύο άλλων συλληφθέντων (Pietro Sofia και Pasquale Abatangelo): «Το πρωί της 29ης οκτωβρίου στη Φλωρεντία, πέντε αγωνιστές έπεσαν στην προμελετημένη ένοπλη ενέδρα που τους έστησαν οι καραμπινιέροι […] Οι σύντροφοι που τουφεκίστηκαν στην piazza Alberti ήταν μαχητές των Nap και σαν τέτοιους τους τιμούμε: ο σκοπός αυτής της δράσης τους: μια απαλλοτρίωση για αυτοχρηματοδότηση. Οι ζωές τους κόπηκαν με ριπές αυτομάτων. Δύο σύντροφοι πέθαναν, δύο, ένας από τους οποίους σοβαρά, τραυματίστηκαν, ενώ ένας κατάφερε να ξεφύγει και τώρα βρίσκεται σε ασφαλές μέρος » (31). 

Αποτέλεσμα εικόνας για Luca Mantini, Nap, anni 70

Οι Nap δεν ήταν μια άγνωστη οργάνωση, αλλά με αυτό το επεισόδιο ανεβαίνουν τραγικά στο προσκήνιο του μεγάλου τύπου. Οι προηγούμενες ενέργειες των Nap έγιναν στη Νάπολη, το Μιλάνο, στη Ρώμη. Όλα αυτά τα επεισόδια είχαν σαν στόχο τις φυλακές: στο Μιλάνο SanVittore, στη Νάπολη Poggioreale και στη Ρώμη Rebibbia. Ουσιαστικά, αποτελούσαν κατά κύριο λόγο εκπομπές μηνυμάτων με μεγάφωνα ηχεία που παρότρυναν τους κοινούς και πολιτικούς κρατούμενους.Και ακριβώς το ζήτημα της φυλακής και των απόλυτων θεσμών που συνδέονται (φυλακές ανηλίκων, εγκληματικά ψυχιατρεία) είναι ο βασικός στόχος του αγώνα των Nap. Οι Nap γεννιούνται στις φυλακές από τη συνάντηση των εκατοντάδων αριστερών αγωνιστών που ενοχοποιήθηκαν και το τεράστιο κύκλωμα των κοινών κρατουμένων που είχαν αφιερώσει τη ζωή τους σε παράνομες δραστηριότητες. Είναι οι απόγονοι του κινήματος που αποκαλέστηκε »Της γης οι κολασμένοι» (από τον τίτλο ενός διάσημου κειμένου του Φράντς Φανόν, Frantz Fanon, για τους καταπιεσμένους λαούς του τρίτου κόσμου), που είχε υποστηριχθεί από τις αρχές του 1970 από τη Lotta continua.

Σχετική εικόνα

Είναι επίσης η συνέχεια των γεγονότων ενός από τους πιο διάσημους κρατούμενους από τη δεκαετία του εξήντα, του Sante Notarnicola (αγωνιστή του τορινέζικου PCI, δράστη, μαζί με άλλους, δεκάδων ληστειών και των οποίων την ιστορία διηγείται στο βιβλίο «Η αδύνατη απόδραση») (32) , εξακολουθεί να βρίσκεται φυλακισμένος για τα γεγονότα εκείνα.Στο πανόραμα των ιταλικών ένοπλων παράνομων οργανώσεων, οι Nap αντιπροσωπεύουν μια εξαιρετικά πρωτότυπη μεταβλητή που δεν μπορεί εύκολα να συντεθεί σε μια σαφή και καθορισμένη μεθοδολογική τοποθέτηση.Ο αρχικός χαρακτήρας των Nap είναι πως γεννήθηκαν στην επικράτεια της ταξικής κατηγορίας του Νότου, μέσα δηλαδή σε μια κοινωνική και παραγωγική κατάσταση που χαρακτηρίζονταν (και εξακολουθεί να χαρακτηρίζεται και σήμερα) από μια ισχυρή παραγωγή περιθωριακών και έξω από τη νομιμότητα συμπεριφορών.

Αποτέλεσμα εικόνας για l'evasione impossibile sante notarnicola

Μέσα σε μια τέτοια κατάσταση καθορίζεται μια ισχυρή διαφοροποίηση επιλογών ζωής και αγώνα μεταξύ «εγγυημένων» (εργαζόμενοι με σταθερή απασχόληση που συχνά αποκτιέται μέσω πολιτικού πελατειακού συστήματος) και «μη εγγυημένων», δηλαδή προλετάριων που εκδιώχθηκαν από τον παραγωγικό ιστό και αναγκάζονται να θέτουν καθημερινά υπό αμφισβήτηση το εργασιακό τους δυναμικό, και να το διαπραγματεύονται με αντάλλαγμα το εισόδημα.

Αποτέλεσμα εικόνας για nap anni 70, luca mantini

Αυτά τα λαϊκά στρώματα που ορίζονταν φορά τη φορά «υπο-προλεταριάτο», «περιθωριακές τάξεις», «ακάλυπτοι-μη εγγυημένοι», « extralegale προλεταριάτο- εκτός νόμου», εκτός από συνθήκες επιβίωσης που τους φέρνουν συνεχώς στα σύνορα με τον οργανωμένο και μη οργανωμένο υπόκοσμο, έχουν ως υποχρεωτική διαδρομή και σαν ρυθμιστή των υπάρξεων τους την προοπτική της φυλακής.Και είναι μέσα σε αυτή τη σύνθετη δυναμική της βίαιης και αναγκαστικής ανθρώπινης κατάστασης που στις αρχές της δεκαετίας του ’70 σχηματίζονται στις φυλακές οι πρώτες συλλογικότητες κοινών κρατουμένων που είχαν ωριμάσει μια πολιτική συνείδηση της κατάστασής τους.

Σχετική εικόνα

Αυτό το κίνημα, το οποίο θα χαρακτηριστεί ως οι «Damned of the Earth» , »Της γης οι κολασμένοι», επηρεάζεται έντονα από τις θεωρίες του Frantz Fanon και των αδελφών Jackson (οι περίφημοι αδελφοί της Soledad) και λαμβάνει μια σημαντική νομιμοποίηση από τον χώρο της Lotta continua. Είναι όμως τα χρόνια κατά τα οποία οι κόκκινες Ταξιαρχίες παίζουν το σημαντικότερο μέρος του έργου προπαγάνδας του «ένοπλου αγώνα» και του αναπόφευκτου της οικοδόμησης της «παράνομης μορφής κόμματος». Το κίνημα των κρατουμένων επηρεάζεται έντονα από αυτό τον πολύπλοκο μηχανισμό πολιτικών πολιτισμών και αποφασίζει να αυτονομιμοποιηθεί όχι μόνο ως πολιτικό στοιχείο, αλλά και ως αληθινή οργάνωση σύγκρουσης.

Σχετική εικόνα

Έτσι γεννιούνται oι Nap σαν μια ακραία ανάγκη να εκπροσωπούνται και να μάχονται ενάντια στο σύμπλεγμα της κοινωνίας που τους καθορίζει και ταυτόχρονα τους καταστρέφει. Ο αρχικός ιστορικός πυρήνας διαμορφώνεται επομένως από τους «πιο σκληρούς και αποφασισμένους εκτός νόμου» τόσο εντός όσο και εκτός των φυλακών. «Ή θα εξεγερθούμε ή θα πεθάνουμε μέσα στις φυλακές και στα γκέτο», θα γράψουν σε ένα από τα φυλλάδια τους μόλις έχουν σχηματίσει την οργάνωση, και στο δραματικό εναλλακτικό υπαρξιακό τους συνοψίζονται το εσωτερικό τους βάσανο και η οργή που ο καθένας τους έχει διασχίσει σαν εκτός νόμου κρατούμενος, μέχρι την «μετενσάρκωση» στη «στρατηγική» πρόκληση του ένοπλου αγώνα.
Σχετική εικόνα
Οι Nap είχαν αποκτήσει από τις B.R. την έννοια του ένοπλου αγώνα και της παράνομης οργάνωσης, αλλά δεν είχαν τα μεγάλα τριτο διεθνιστικά μοντέλα που ήταν τυπικά της εργατικής σύνθεσης εκείνων των χρόνων. Η δυναμική της ιδέας τους επικεντρώνονταν στην απόλυτη αναγκαιότητα της «καταστροφής της φυλακής», ακριβώς διότι μόνο από την φυλακή μπορεί να γεννηθεί η πολιτική συνείδηση του «εκτός νόμου» προλεταριάτου.
Σχετική εικόνα
Η σύντομη εποχή του αγώνα τους διεξάγεται συνεπώς στο όνομα της υποκειμενικής τόλμης και επιπολαιότητας, θέτει υπό συζήτηση τις ανάγκες καθενός από αυτούς, είναι ένα μοντέλο που δημιουργεί τεράστιες συμπάθειες στο νότιο προλεταριάτο. Μια ταχεία, τραγική ιστορία, γεμάτη κρυφές έννοιες και απομακρυσμένες στην ίδια τη συνείδηση των δημοκρατών.
Σχετική εικόνα
Ο βαθύς Νότος, ανεξάντλητη δεξαμενή εκμεταλλευόμενων και εκμετάλλευσης, επικράτεια κατάκτησης για όλες τις πολιτικές συμμορίες θα συνεχίσει να βαραίνει, με όλες τις σκοτεινές ιστορίες του, στην πολιτική συνείδηση των ιταλών.Ακόμα και σήμερα οι κυβερνώντες μας, αφού κατέστρεψαν οποιαδήποτε τάση προς μεταμόρφωση , προετοιμάζονται να ξαναχρησιμοποιήσουν το νότιο προλεταριάτο σαν εργαστήριο πειραματισμού και συναίνεσης μέσω της κατηγορίας της «οργανωμένης εγκληματικότητας», για να επιβεβαιώσουν την νομοθεσία »έκτακτης ανάγκης».Μετά τoυς κραδασμούς της δεκαετίας του εβδομήντα, μετά την παράλειψη της σωφρονιστικής μεταρρύθμισης, η φυλακή επέστρεψε να είναι η κύρια ρυθμιστική αρχή των κοινωνικών συγκρούσεων. Στο εκτός νόμου προλεταριάτο δεν παραμένουν επιλογές: ή η κυριαρχία των εγκληματικών οργανώσεων και η φυλακή, είτε η ταπείνωση της πολιτικής πελατειακής σχέσης που του εξασφαλίζει την επιβίωση. αλλά ο εκτός νόμου δεν μπορεί να ησυχάσει μες την αλλοτρίωση του: είτε είναι επαναστάτης, υποκειμενικά ή ρομαντικά, μέχρι τέλους, ή είναι Τίποτα.
Αποτέλεσμα εικόνας για nap anni 70, luca mantini
Στη σύντομη ιστορία τους, οι Nap υφίστανται μια τρομερή καταστολή φτιαγμένη από ψυχρές και προμελετημένες δολοφονίες, βασανιστήρια, σκληρή φυλακή, ψυχοφυσική καταστροφή. Μετά τα γεγονότα στη Φλωρεντία, όπου οι καραμπινιέροι χωρίς καμία προειδοποίηση και χωρίς προφανή αναγκαιότητα άνοιξαν πυρ ενάντια στην ομάδα του Μαντίνι, σκοτώνεται στη Νάπολη, θύμα τoυ εκρηκτικού μηχανισμού του, ο Vitaliano Principe και ο Alfredo Papale παραμένει τραυματίας, ο οποίος παρά το « μάτι που είχε εκραγεί» και το σώμα που είχε ξεσκιστεί από την έκρηξη, θα ανακριθεί επί δεκατέσσερις ώρες.Το 1975, ο Giovanni Taras θα πεθάνει έχοντας γίνει κομμάτια από μια έκρηξη, ενώ προετοιμάζει μια επίθεση εναντίον του ψυχιατρείου »lager» της Aversa. Πάντα το ’75 δολοφονείται από την αστυνομία [θα πουν πως ήταν ένα »τραγικό λάθος»] η Anna Maria Mantini αδελφή του Luca. Τον ιούνιο του 1976 υπήρχαν ήδη 23 φυλακισμένοι μαχητές των Nap, και πολλοί άλλοι θα προστεθούν τα επόμενα χρόνια. Μεταξύ αυτών ο Albertο Buonoconto που θα τρελαθεί από τις σκληρές συνθήκες φυλάκισης, αυτοκτονώντας μετά την αποφυλάκιση του.
Αποτέλεσμα εικόνας για nap anni 70, luca mantini
Ο πατέρας του Buonoconto, σχολιάζοντας την συμπεριφορά που έχαν επιφυλάξει επί του γιού του, θα παραχωρήσει αυτή τη μαρτυρία: «Είμαι ο πατέρας του Alberto, δεν μπορώ και δεν θέλω να εκφράσω εδώ συναισθήματα που πρέπει να παραμείνουν προσωπικά.» Θέλω μόνο να πω αυτό που προσβάλλει την ευαισθησία μου ως ανθρώπου και ως πολίτη, αλλά και ως πατέρα. «Θέλω μόνο να ανακοινώσω τις αμφιβολίες, τις ανησυχίες και το άγχος που πάντα θα συνοδεύουν την καθημερινή μνήμη του Alberto για μένα.» Ο Alberto ήταν ένα βαθιά ευαίσθητο άτομο, ένας ειλικρινής και τίμιος άνθρωπος.»Ακόμα και σήμερα αναρωτιέμαι γιατί τόσο σκληρότητα, τόσο ανελέητη μανία εναντίον του, το γιατί των βασανιστηρίων που του επέβαλαν μετά τη σύλληψη κατά τη διάρκεια και μετά τον μεγάλο εγκλεισμό, εκείνο τον μακρύ γολγοθά που μέρα τη μέρα οδήγησε στην καταστροφή του Alberto. «Σε αυτά τα ερωτήματα δεν μπορεί κανείς να δώσει μια απάντηση. Ίσως αυτό που μπορεί να μου δώσει λίγη παρηγοριά είναι η ελπίδα ότι αυτό που συνέβη στον γιο μου Alberto και που δυστυχώς γνωρίζουμε πολύ καλά ότι ακόμα και σήμερα συμβαίνει τουλάχιστον εν μέρει σε άλλα παιδιά, δεν πρέπει να συνεχίσει να επαναλαμβάνεται αύριο.
«Γι ‘αυτό θέλησα να συμμετάσχω στη συγγραφή αυτού του βιβλίου, συλλογή μαρτυριών για την τραγική ιστορία του Αλμπέρτο.» Δεν ξέρω αν άλλοι δικαστές θα μπορέσουν να κρίνουν μια μέρα, και ίσως θα καταδικάσουν,αυτούς που σκότωσαν τον γιο μου. »Νωρίς το απόγευμα της ημέρας πριν τη σύλληψη του Αλμπέρτο, έρχονται καραμπινιέροι και Digos με πολιτικά για να μας κάνουν μια έρευνα στο σπίτι. Είναι επτά, και μας λεν πως είναι αστυνομικοί και πως ήρθαν σε εμάς λόγω του άρθρου 80 – οδήγηση χωρίς άδεια – κάνουν άνω κάτω το σπίτι μας, αναποδογυρίζουν τα πάντα, και με το έτσι θέλω παίρνουν φωτογραφίες στις οποίες φαίνεται ο Alberto με μια ομάδα φίλων. Η γυναίκα μου διαμαρτύρεται επειδή λέει ότι για το άρθρο 80 δεν μπορούν να παίρνουν φωτογραφίες, απλά κάνουν τσαμπουκάδες, πρέπει να μας τις επιστρέψουν. Μα για ποιο λόγο γίνεται αυτό; «Μετά από μια πολύ προσεκτική έρευνα δεν βρίσκουν σχεδόν τίποτα, μου ζητούν να πάω μαζί τους στο αστυνομικό τμήμα με την κόρη μου Paola. Η γυναίκα μου παραμένει στο σπίτι.
Αποτέλεσμα εικόνας για nap anni 70, luca mantini
«Στην Paola, η οποία είναι κουρασμένη εξαιτίας των συναισθημάτων, της συγκίνησης, και ζητά να πάρει το ασανσέρ, λένε προκλητικά ότι δεν υπάρχουν ανελκυστήρες στις φυλακές, σχεδόν για να την κάνουν να καταλάβει ότι είναι και αυτή υπό κατηγορία ». Μας αφήνουν για ώρες σε ένα δωμάτιο και περιστασιακά ένας αξιωματικός έρχεται να με ρωτήσει τι ξέρω για τον γιο μου. Γιατί δεν του ζητώ να γυρίσει σπίτι ; Πόσο καιρό λείπει από τη Νάπολη; Υποκριτικά, επιμένουν να μάθουν κάτι από μένα για το γιο μου. Είναι ερωτήσεις παγίδα επειδή ο Alberto είναι ήδη στα χέρια τους : τον χτυπούν και τον βασανίζουν. Εγώ είμαι που το αγνοώ.«Στη συνέχεια μαθαίνω, από τους δικηγόρους και τον Τύπο, ότι ο Alberto είναι τραυματισμένος. Οι καταγγελίες που έγιναν μπήκαν στο αρχείο διότι έγιναν εναντίον άγνωστων ατόμων. Άγνωστων !!! Τα βασανιστήρια που του προκάλεσαν, έγιναν σε δημόσιο γραφείο, όπου θα ήταν εύκολο, αν το ήθελαν μονάχα, να φθάσουν στους υπεύθυνους. «Από εκείνη την ημέρα ξεκίνησε η απελπισία όλων μας. Ο γιος μου πλήρωσε με τη ζωή του τον αγώνα ενάντια στην ανισότητα και την αδικία. Μια ημέρα, ο γιος μου, ο Alberto μου και πολλοί άλλοι σαν αυτόν, θα παρουσιάσουν «τον λογαριασμό» σε όλους εκείνους, ισχυρούς και αδιάφορους, που καταπιέζουν, συντρίβουν και σκοτώνουν. Και ο »λογαριασμός» θα είναι αλμυρός, τσουχτερός.» (33).
ANTONIO LO MUSCIO: Executed by the police while disarmed in Rome on the 1st of July 1977. Militant of the NAP, 27 years old, worker, previously incarcerated, underground militant.
«Να τους ελευθερώσουμε όλους, Liberare tutti» (Pino Masi).
Υπάρχουν πολλοί σύντροφοι τους οποίους στερηθήκαμε επειδή αυτή η δικαιοσύνη τους θέλει φυλακισμένους Όμως είναι δίπλα δίπλα με άλλους προλετάριους που περνούν τη ζωή τους μέσα στα σωφρονιστικά ιδρύματα Οργανώνονται για να καταστήσουν τις φυλακές μια βάση αγώνα εναντίον των αφεντικών Για αυτό χρειάζονται και την δική μας ασπίδα αν εμείς παλέψουμε έξω για αυτούς θα είναι μια βοήθεια Να τους ελευθερώσουμε όλους σημαίνει να αγωνιζόμαστε ακόμη σημαίνει να οργανωνόμαστε χωρίς να χάσουμε μια ώρα Γουρούνια αφεντικά εσείς παραπλανάτε τους εαυτούς σας δεν φτάνουν οι φυλακές για να μας κρατήσουν έγκλειστους Ας δείξουμε στους εκμεταλλευτές μας ότι για καθέναν από εμάς έγκλειστο χίλιοι παλεύουν έξω Είμαστε όλοι παραβάτες και εγκληματίες μόνο για τα αφεντικά είμαστε όλοι σύντροφοι για την επανάσταση Και όλοι οι ρεφορμιστές που κάνουν τους πληροφοριοδότες μαζί με τα αφεντικά θα τους εξοντώσουμε Να τους ελευθερώσουμε όλους ..
Σχετική εικόνα