αυτονομία, autonomia

Η εργατική Αυτονομία και η κοινότητα αγώνα vicentina

Ένα ωραίο βιβλίο αυτό: L’Autonomia operaia vicentina. Dalla rivolta di Valdagno alla repressione di Thiene, Η εργατική Αυτονομία vicentina. Από την εξέγερση του Valdagno στην καταστολή της Thiene, πέμπτος τόμος της συλλογής »Οι Αυτόνομοι» – «Gli Autonomi» (DeriveApprodi, pp.256, euro 19). Συγγραφέας είναι ο Donato Tagliapietra.

Πρόκειται για ένα αληθινό βιβλίο, από ορισμένες απόψεις εξαιρετικό, και μιλάει για την μοναδική ιστορία ενός από εκείνα τα εκατό αυτόνομα κέντρα κομμουνιστικής πρωτοβουλίας που στα χρόνια ’70 ενήργησαν στα εργοστάσια και τα ιταλικά εδάφη, επιβεβαιώνοντας εργατική αντιεξουσία και κερδίζοντας μισθούς και δικαιώματα.

ΚΑΘΕΝΑ ΑΠΟ ΑΥΤΆ ΤΑ ΚΕΝΤΡΑ είναι μια μοναδική εμπειρία, το σύνολο ενός επαναστατικού επεισοδίου. Η διήγηση, των εργατών και των αγωνιστών της Βιτσέντζα, δείχνει την συμβολή ενός κοινωνικού κινήματος που ξέσπασε από το ’68 και μιας γενεαλογικής κοινότητας λόγων και συναισθημάτων πολιτικών, που υποδηλώνει με υποδειγματικό τρόπο την ανεπανάληπτη ποιότητα της άσκησης της πολιτικής της Αυτονομίας εκείνων των χρόνων. Αυτό τον κόσμο μπορούμε συνεπώς να τον κοιτάξουμε από δύο πλευρές, εκείνη του ταξικού αγώνα και τη γενεαλογική, αλλά αυτές οι δύο πλευρές δεν διαχωρίζονται ποτέ. Κάθε σελίδα μπορεί να διαβαστεί ως μια διήγηση για τον τρόπο με τον οποίον μια ηλικιακή ομάδα εργατών και φοιτητών βρέθηκε να αμφισβητεί, ριζικά, τo εργοστασιακό και κοινωνικό σύστημα και τον τρόπο με τον οποίο κάθε ομάδα συντρόφων ήθελε να να ζήσει αυτή τη ρήξη και να ορίσει τον δικό της δρόμο για να την χτίσει.
«Πεπρωμένο και ελευθερία», θα μπορούσαμε να πούμε φιλοσοφικά. Αλλά ειπωμένο στην διάλεκτο του βένετο, με μια έμφαση και μια αποφασιστικότητα τόσο σκληρές όσο ήταν τότε ο καταναγκασμός στην μισθωτή εργασία ενάντια σε μια γενιά νέων, που ήδη αποκαλούνταν ως μάζα διανοούμενων υπό δημιουργία.Το βιβλίο χτίζεται σχεδόν αποκλειστικά από έγγραφα που παρήγαγε η οργάνωση – οι Βενετικές Πολιτικές Κολεκτίβες, i Collettivi Politici Veneti της περιοχής του alto vicentino – και από συνεντεύξεις με τους στρατευμένους εκείνης της εποχής. Και ακολουθεί την εξαιρετική επέκταση των αγώνων, που ενθαρρύνονται και / ή οργανώνονται από τις συλλογικότητες των χωριών, από την εξέγερση του εργοστασίου Marzotto του Valdagno τον απρίλιο του 1968 μέχρι την καταστολή των αρχών της δεκαετίας του 1980. Από την αρχή μέχρι το τέλος αυτής της περιόδου παράγεται μια όλο και πιο διαδεδομένη οργανωτική συγκέντρωση στην περιοχή και γίνεται όλο και πιο διεισδυτική, αιχμηρή.

Η ΚΟΙΝΌΤΗΤΑ ΑΓΩΝΑ είναι επίσης μια κοινότητα ζωής: αυτή η αλήθεια ξεχειλίζει από την διήγηση. Να απελευθερωθούν από τη δυστυχία-την μιζέρια της μισθωτής εργασίας, να πουλήσουν την εργατική τους δύναμη ακριβά αποτέλεσε έναν τρόπο οικοδόμησης μιας διαφορετικής ζωής. Οι απεργίες στο εργοστάσιο και οι περιπολίες κατά της μαύρης εργασίας πήγαιναν μαζί με την κατάκτηση δωρεάν συναυλιών, με τον αγώνα ενάντια στα υψηλά ενοίκια και την κατάληψη σπιτιών και την γενναιόδωρη απαλλοτρίωση αγαθών στα σούπερ μάρκετ. Μαζική παρανομία, ναι, αλλά και επινόηση ενός τρόπου ζωής που απέρριπτε τη φτώχεια των σωμάτων και τη μιζέρια του πνεύματος. Μια γενιά νέων πρότεινε, με μεγάλη ωριμότητα, το σχέδιο μιας ελεύθερης ζωής.

ΠΟΣΟ ΕΙΝΑΙ ΔΥΣΚΟΛΟ να το αφηγούμαστε σήμερα σε εκείνους που προσποιούνται ότι είναι ελεύθεροι. Ωστόσο η ανάγνωση αυτής της ιστορίας ξυπνά στα βάθη κάθε ψυχής εκείνη την ατελή συνειδητοποίηση του ψεύδους και της ανελευθερίας που προκαλεί η χυδαιότητα της ζωής κάτω από αφεντικό: δεν δίνεται στον καθένα η δυνατότητα να μετασχηματίζει αυτή την αφύπνιση σε μια πράξη ρήξης. Επειδή είμαστε μόνοι. Από την άλλη πλευρά, εκείνα τα παιδιά από την Thiene και τα γύρω χωριά, μέχρι τη Schio, μέχρι το Bassano, μέχρι τη Vicenza είχαν διαρρήξει κάθε πεπρωμένο μοναξιάς: ήταν μαζί, αισθάνονταν δυνατοί, έδωσαν ένα παράδειγμα αξιοπρέπειας. Μαζί, όλοι μαζί.
Η σύγκρουση με την εξουσία ήταν εξαιρετικά βίαιη. Όπως και στο σύνολο του Veneto, εξάλλου, όπου μεταξύ της δεκαετίας του 1960 και της δεκαετίας του 1970 δόθηκαν μερικές από τις σημαντικότερες μαζικές εμπειρίες αντάρτικης οργάνωσης, πρώτα στα μεγάλα εργοστάσιο και στη συνέχεια στο διάχυτο εργοστάσιο, και συγχρόνως στα σχολεία και τα πανεπιστήμια. Γιατί ο ταξικός αγώνας έγινε τόσο σκληρός στην περιοχή του Βένετο; Επειδή – όπως δείχνει αυτό το βιβλίο – η εξέγερση δεν συνέβη μόνο εναντίον του κυρίου-του αφεντικού, αλλά, δεδομένης της καθυστέρησης της κοινωνικής πειθαρχίας εκμετάλλευσης, ήταν μια σύγκρουση επάνω στη ζωή συνολικά: ήταν ένα άλμα στο νέο και μια ανακάλυψη της κοινότητας, ένας ριζοσπαστικός τρόπος συνεύρεσης μέσα στον αγώνα και η βούληση να οικοδομήσουν μια νέα κοινωνία.

ΠΟΛΥ ΣΚΛΗΡΗ ΑΚΡΙΒΏΣ ΥΠΗΡΞΕ η σύγκρουση με την καταστολή. Ωστόσο ακόμη και στα επεισόδια ένοπλου αγώνα ως απάντηση στην καταστολή, η γραμμή των Κολεκτίβων ήταν πάντα η διατήρηση των εδαφών του «κοινωνικού εργάτη» και δεν ήταν ποτέ δολοφονική, αλλά αποσκοπούσε στο χτίσιμο ελεύθερων κοινοτήτων. Δεν ήταν τυχαίο ότι δεν υπήρξαν ούτε καταδότες ή μετανιωμένοι όταν η καταστολή κέρδισε. Όταν μετά την τραγωδία της 11ης απριλίου του 1979, όταν πέθαναν τρεις σύντροφοι ενώ προετοιμάζονταν να απαντήσουν στο blitz της 7ης απριλίου, και όταν δολοφονήθηκε ένας τέταρτος σύντροφος στη φυλακή, το μαύρο έργο των καταστολέων του Calogero και του Dalla Chiesa, υπήρξε άγριο. Στα επόμενα χρόνια, στην φυλάκιση για πολλούς, προστέθηκε η ηρωίνη για ακόμη περισσότερους.
Το βιβλίο αυτό είναι αφιερωμένο στους Antonietta Berna, Lorenzo Bortoli, Angelo Dal Santo και Alberto Graziani, στους τέσσερις πεσόντες εκείνου του καταραμένου απρίλη, με πικρό τρόπο, όχι πένθιμο ωστόσο, αλλά με υπερηφάνεια αναφωνώντας πόσο εκείνη η ζωή των ελεύθερων ανθρώπων που δολοφονήθηκαν ήταν αληθινή και υποδειγματική.

* Πηγή: Toni Negri, IL MANIFESTO

 

L’Autonomia operaia e la comunità di lotta vicentina

αυτονομία, autonomia

Όταν ο κοινωνικός εργάτης έγινε κρέας

on .

Ο Gigi Roggero εξετάζει και αξιολογεί το βιβλίο Η εργατική Αυτονομία vicentina του Donato Tagliapietra

Η Thiene είναι ένα χωριό του vicentino, περίπου δέκα χιλιόμετρα από την Schio, το μικρό Μάντσεστερ του βένετο. Στη δεκαετία του 70 έχει μια ευημερούσα εμπορική δραστηριότητα, φημισμένες βιοτεχνίες επίπλων και έναν εξειδικευμένο βιομηχανικό τομέα. Η περιοχή δεν κυριαρχείται από μεγάλα εργοστάσια, όπως στην κοντινή Schio, είναι αντιθέτως ένα παράδειγμα του διάχυτου εργοστασίου, μέσα στο οποίο σχηματίζεται μια νέα ταξική σύνθεση: νεαρή, μαχητική, έτοιμη να κάνει τα πάντα για να μην αλυσοδεθεί από την μισθωτή εργασία. Είναι ένα ανοιξιάτικο απόγευμα στη Thiene, όταν μια τρομερή έκρηξη διαλύει τις ζωές τριών νεαρών συντρόφων: Angelo, Alberto, Maria Antonietta, στους οποίους ο Lorenzo θα προστεθεί μερικούς μήνες αργότερα, αυτοκτόνησε στη φυλακή εξ αιτίας της εκδικητικότητας του Κράτους, που συμβολίζεται από την 7η απριλίου και από το pcista πρόσωπο του Calogero.

“Υπάρχει ένα πριν κι ένα μετά την 11η απριλίου 1979”, μας λέει ο Donato Tagliapietra στο βιβλίο του Η εργατική Αυτονομία vicentina. Από την εξέγερση του Valdagno στην καταστολή της Thiene (πρόσφατα τυπωμένο από τον DeriveApprodi, πέμπτο τόμο αφιερωμένο από τον εκδοτικό οίκο στους Αυτόνομους). Δεν υπάρχει ποτέ σε αυτές τις σελίδες, ακόμα και σε εκείνες που αγγίζουν πιο άμεσα τα ξεσκέπαστα νεύρα της υποκειμενικής εμπειρίας, κάποιος χώρος για την θυματοποίηση, ή για τη ρομαντική λατρεία των μαρτύρων. Στο βιβλίο του Donato πράγματι, όπως υπογραμμίζεται από την όμορφη εισαγωγή της Elisabetta Michielin, δικαίως δηλώνεται πόλεμος στον ναρκισσισμό που συχνά, πολύ συχνά, ακυρώνει τις αφηγήσεις των πρωταγωνιστών αυτής της εξαιρετικής φάσης αγώνα, με αποτέλεσμα μια κουραστική απομνημονευματολογία στραμμένη στο παρελθόν. Στον τόμο αυτό, όπως πάντα πρέπει να κάνει ένας στρατευμένος, η ενέργεια επικεντρώνεται στην παροχή όπλων πολιτικού προβληματισμού για το παρόν. Αυτό που αναλύεται στο βιβλίο είναι μια εντελώς συλλογική ιστορία, στην οποία έλαβαν μέρος οι Donato, Angelo, Alberto, Maria Antonietta, Lorenzo και αρκετές δεκάδες χιλιάδες σύντροφοι στο Βένετο και σε ολόκληρη την Ιταλία. Ακόμα και όταν μιλά για προσωπικές εμπειρίες, πάντα αναπνέουμε το αίσθημα του ανήκειν σε μια συλλογική, μαζική και οργανωμένη διαδικασία. Το άτομο εξαφανίζεται ή, ακόμα καλύτερα γίνεται ακριβώς κοινωνικό και πολιτικό στο βαθμό που τα σπάει με τον εαυτό του, δηλαδή με τη θέση και τον ρόλο που του παρέδωσε το κυρίαρχο σύστημα.

Η συλλογική ιστορία που αναλύεται από τον Donato είναι εκείνη των πολιτικών Κολεκτίβων του Βένετο και, μέσα σε αυτό, αλλά με την ιδιαιτερότητά της, της εδαφικής πραγματικότητας vicentina, ιδίως σε εκείνο το τμήμα του διάχυτου εργοστασίου ακριβώς μεταξύ Valdagno, Schio, Chiuppano, Marano και Thiene. Όχι, δεν πρόκειται για μικρές περιπέτειες της πικαρέσκο λογοτεχνίας νεαρών εξεγερμένων, αλλά για ένα σημαντικό πολιτικό εργαστήριο πειραματισμού των πρακτικών αγώνα και οργάνωσης του κοινωνικού εργάτη. Ο αριθμός αυτός ενσωματώνεται κάτω από τα μάτια του αναγνώστη στην υλικότητα των συμπεριφορών και μορφών αντιπαράθεσης, στη διαφυγή από το εργοστάσιο και σε εμπειρίες ζωής που – από τη μουσική στα ταξίδια στην καθημερινή κοινωνικοποίηση – ποτέ δεν καταναλώνονται ατομικά, αλλά αποτελούν μέρος των διαδρομών μιας ομογενοποιημένης μειοψηφίας, δηλαδή ισχυρής και μη μειοψηφικής. Επομένως γράφει ο Donato: “Το στυλ της στράτευσης έρχεται να αλλάξει υπό το φως των νέων υποκειμένων στον χώρο και της σύγκρουσής τους με τους νέους παραγωγικούς μηχανισμούς. Η μετάβαση πραγματοποιείται επάνω σε ένα κοινωνικό σώμα πολύ νεαρών ανθρώπων, που συμπεριλαμβάνονται σε μια ηλικιακή ομάδα από τα 17-18 έως 24-25 χρόνια, έντονα μορφωμένη, προορισμένη στην παραγωγή αγαθών και υπηρεσιών, αλλά που θα αποκαλύψει μια πολύ έντονη ένταση για την οικοδόμηση μιας κοινής καθημερινότητας μισώντας τον εξαναγκασμό στην υπό εντολή εργασία”. Να λοιπόν που, προχωρώντας στην ανάγνωση, μας περιγράφεται τι είναι και πώς σχηματίζεται ένας αγωνιστής, δηλαδή μια μορφή ζωής που επιλέγει να τα σπάσει με το δικό της πεπρωμένο: Εκείνο που ιστορικά είναι το σκαλάκι με τις μεγαλύτερες εντάσεις στη ζωή ενός ανθρώπου – την έναρξη της παραγωγής μέσα στην ζωντανή εργασία – υπερπηδάται, για πρώτη φορά, αντί να υποβληθεί σε αυτήν, μια γενιά οργανώνεται, ακόμη και με τα όπλα, για να την αποφύγει, σαμποτάροντάς την. Αποφασίζοντας ότι η απελευθέρωση από την εργασία ή είναι για όλους ή δεν μπορεί να είναι για κανέναν. Δεν τίθεται θέμα για το γεγονός ότι δεν θα ακολουθούσαμε τη μοίρα των πατέρων μας, αναγκασμένων σε οκτώ ώρες από την εξαιρετικά βίαιη ακαμψία εκείνης που ονομάζεται με φανφάρες μεταπολεμική ανασυγκρότηση. Και αυτό ως «ευχαριστίες» επειδή μπόρεσαν να νικήσουν φασισμό και ναζισμό. Για εμάς αυτό που ήταν να δώσουν το έδωσαν οι πατεράδες μας! «. Η απόρριψη της εργασίας, συμπεριφορά μαζική και πρακτική γίνεται μορφή στράτευσης.

Αυτή η νέα υποκειμενική σύνθεση φέρνει όντως μαζί της, μαζί με συγκεκριμένες ανάγκες και επιθυμίες, νέα ζητήματα πρακτικής και οργάνωσης. Είναι σύντομα προφανές ότι τα προηγούμενα σχήματα δεν λειτουργούν πλέον. Όχι μόνο εκείνα που συνδέονται πιο άμεσα με την κεντρική θέση του εργοστασίου και του εργάτη μάζα, τώρα πλέον σε μια φάση πολιτικής κάμψης (χωρίς να χρειάζεται να υπογραμμίσουμε ότι το PCI-ΚΚΙ, αφού τον εξοστράκισε στην κορυφή των δυνατοτήτων του, όταν είναι πλέον πολιτικά νικημένος, τον κάνει μια άδεια εικόνα να χρησιμοποιηθεί κατά των αυτόνομων κινημάτων). Έχουν φθαρεί επίσης και τα σχήματα πλατείας, δεν βλάπτουν πλέον τον εχθρό, καταλήγουν μόνο να χαρίζουν στο άλλο μέρος συντρόφους που συλλαμβάνονται και, ακόμη περισσότερο, το πλεονέκτημα της προβλεψιμότητας. Από αυτή την συνειδητοποίηση γεννιέται η πρακτική του εδαφικού ελέγχου, για να παραβιάσει το τελετουργικό των προγραμματισμένων προθεσμιών και να υπαγορεύσει αυτόνομα χρόνους, τόπους και μεθόδους της χρήσης δύναμης. Το βάπτισμα του πυρός είναι η 9η Ιουνίου 1976: περίπου διακόσιοι ένοπλοι σύντροφοι από την Πάντοβα και το Βένετο καταλαμβάνουν μια συνοικία της πόλης, την Arcella, ενώ μια περιπολία ασκεί τους στόχους (από την απαλλοτρίωση των σούπερ μάρκετ μέχρι τον εμπρησμό των γραφείων των φασιστών).

Είναι μέσα σε αυτό το πέρασμα, από τον μαζικό εργάτη στον κοινωνικό εργάτη, από ένα οργανωτικό σχέδιο που επικεντρώνεται στο εργοστάσιο σε ένα που βασίζεται στο διάχυτο εργοστάσιο, που τοποθετείται η γέννηση των ενετικών πολιτικών Κολεκτίβων: «Η πρόταση υιοθετείται από όλες τις συμμετέχουσες πραγματικότητες: Rovigo, Vicenza Pordenone και Mestre / Βενετία. Και γίνεται διατηρώντας, μάλλον ενισχύοντας, δίδοντας μεγαλύτερη αξία στην δική τους εδαφική ιδιαιτερότητα, δεδομένου ότι η οργανωτική πρόταση προβλέπει μια πλήρη αυτονομία των επιμέρους επαρχιών. Στην πράξη μοιάζει πολύ με ένα ομοσπονδιακό σύμφωνο. Δεν μας λένε κομμουνιστικές πολιτικές Κολεκτίβες, ή επαναστατικές ή προλεταριακές. Όχι, ονομαζόμαστε πολιτικές βενετικές κολεκτίβες (Cpv). Είναι ένα μοναδικό παράδειγμα στο εθνικό πανόραμα «.

Η ιστορία των CPV καλύπτεται εδώ για πρώτη φορά, από την οπτική γωνία της ανάπτυξης της Αυτονομίας vicentina. Ο πιεστικός ρυθμός της αφήγησης ανιχνεύει τον δίχως ανακωχή ρυθμό της κατασκευής μιας συλλογικής δύναμης, στην οποία οι περιπολίες έχουν ένα καθοριστικό βάρος. Περιπολίες ενάντια στις υπερωρίες, αλλά θα ήταν πιο σωστό να τις ονομάζουμε περιπολίες ενάντια στη δουλική εργασία, εργασία sans phrase. Για να το θέσω με τα λόγια του Ντονάτο, στην πραγματικότητα, «ήδη η συνηθισμένη δουλειά είναι αφόρητη, πόσο μάλλον πρέπει να είναι εκείνη η έκτακτη». Σε αυτή την ιστορία το Εβδομήντα επτά είναι προφανώς ένα σημαντικό πέρασμα, αλλά μόνο αν τοποθετηθεί μέσα σε μια διαδικασία που έχει τις ρίζες της στο πριν και πηγαίνει πολύ πέρα. Πράγματι, σε αυτά τα εδάφη δεν είναι η κορυφή της σύγκρουσης. Η συνέχεια της οργανωτικής διαδικασίας είναι πιο σημαντική από την καταβύθιση στο γεγονός.

Παίρνουν μέρος σε αυτή την διαδικασία διάφορα υποκείμενα, τα οποία σχεδιάζουν συνολικά την φιγούρα του κοινωνικού εργάτη – ο οποίος, όπως επανειλημμένα τονίσαμε, δεν πρέπει ποτέ να περιοριστεί σε μια απλή επαγγελματική ή κοινωνιολογική τοποθέτηση, αλλά δείχνει τη δυνατότητα μιας ανασυνθετικής τάσης. Εργάτες, φοιτητές, άνεργοι και όσοι αργότερα θα ονομάζονταν επισφαλείς. Μια παράγραφος του βιβλίου είναι αφιερωμένη στον αγώνα για το σπίτι. Διαβάζοντας το, μπορούμε να αντλήσουμε πολύτιμες ενδείξεις και για το παρόν. Πράγματι, εκείνος ο αγώνας, παράγει μαχητική υποκειμενικότητα και εδαφική αντιεξουσία. Η σύγχρονη μεταμόρφωσή του σε μια λογική παροχής βοήθειας και παροχής υπηρεσιών, η οποία είναι κατά τα άλλα φτωχή και ατυχής, δεν εξαρτάται μόνο από την αντιστροφή που συνέβη στις ισορροπίες δυνάμεων υπέρ του εχθρού μας: περιγράφει την ανατροπή του αγωνιστή σε ακτιβιστή, της αναζήτησης της σύγκρουσης στην αναζήτηση της συναίνεσης, της αντιεξουσίας στην παραίτηση από την άσκηση της δύναμης.

Όταν μιλάμε για μια πληθώρα κοινωνικών υποκειμένων πρέπει να διευκρινίσουμε. Σήμερα νομίζουμε ότι το πρόβλημα είναι απλώς να προσθέσουμε μια πληθώρα τομέων και ταυτοτήτων, αυτή είναι με λίγα λόγια η αποκαλούμενη διατομεακότητα [ αλληλεπικάλυψη (ή «διασταύρωση») διαφορετικών κοινωνικών ταυτοτήτων] που από τις αμερικανικές ακαδημίες έχει διεισδύσει στις ακαδημίες του »κινήματος». Η αυτονομία, από την άλλη πλευρά, δεν είναι ποτέ το αλγεβρικό άθροισμα των αυτονομιών, διότι ανασύνθεση σημαίνει να αναλαμβάνεις εξ ολοκλήρου τις αντιφάσεις και τις συγκρούσεις εντός της τάξης, δηλαδή να θέτεις στον εαυτό σου το πρόβλημα της μη αποδοχής των υποκειμένων έτσι όπως είναι, όπως δίνονται δηλαδή στην καπιταλιστική ιεραρχία, αλλά προοδευτικά να τα μετατρέπεις, να τα ανατρέπεις, να τα υπονομεύεις. Δημιουργώντας ένα υποκείμενο που δεν υπάρχει ακόμη, που δεν μπορεί παρά να είναι ενάντιο σε αυτό που είμαστε σήμερα. Ο Donato το εξηγεί με ακρίβεια: «Δεν μας ενδιέφερε ποτέ να ακολουθήσουμε τις χιλιάδες αυτονομίες, γυναίκες, σπουδαστές κλπ. όπως δεν μας ενδιαφέρει να οργανώσουμε έναν τομέα μετά τον άλλο, πιστεύουμε ότι η μόνη δυνατότητα να ζήσουμε τον κομμουνισμό στην καθημερινή ζωή είναι η ανασυνθετική δύναμη του προγράμματος που μπορεί μόνο να ενοποιήσει τα χίλια κοινωνικά στρώματα επάνω στις κοινές ανάγκες και πρακτικές ».Συνεπώς, μπορεί να καταλήξει υποστηρίζοντας ότι «η Αυτονομία δεν ήταν ποτέ ένας άκαμπτος και κλειστός οργανωτικός χώρος, αλλά μάλλον μια μέθοδος που επιτρέπει να διασχίσουμε με την ταξική σύγκρουση τις αντιφάσεις που φέρνει μαζί της η ανάπτυξη του κεφαλαίου καθημερινά”.

Το εύρωστο τελικό προσάρτημα του βιβλίου είναι πολύτιμο, διότι επιτρέπει την άμεση σύγκριση με κείμενα, έγγραφα και φυλλάδια που παράγονται στην εξαιρετική εμπειρία που αναλύει το βιβλίο. Εδώ, όπως και στον υπόλοιπο τόμο, μπορούμε να βρούμε τη θεμελιώδη διαφορά σε σχέση με τις ανακατασκευές της δεκαετίας του 1970 που έγιναν από τους αγωνιστές των μαχόμενων σχηματισμών, στους οποίους η εργατική και προλεταριακή υποκειμενικότητα τείνει να εξαφανίζεται, ή να γίνεται ένα ιδεολογικό φετίχ του οποίου τα νήματα τραβιούνται από τον ηρωισμό διαχωρισμένων πρωτοποριών. Προσοχή, το θέμα δεν είναι καθόλου το ζήτημα των όπλων ή της χρήσης της δύναμης (ο Donato υπενθυμίζει ότι «μεταξύ του 1976 και του 1980 περισσότερες από πεντακόσιες πράξεις «προσεγμένης χρήσης της δύναμης» καταγράφονται στο Βένετο»). Το θέμα είναι ότι, σε μια πλήρη ανατροπή των πρακτικών των Μαρξ και Λένιν, στον μαρξισμό-λενινισμό των παράνομων οργανώσεων ο ένοπλος αγώνας γίνεται η στρατηγική. Για τους αυτόνομους από την άλλη πλευρά, η χρήση της δύναμης, η οποία χαμηλώνει στο επίπεδο της μαζικής παρανομίας, είναι πάντα ένα εργαλείο για την κατασκευή και την άσκηση της αντιεξουσίας. Ο εργατισμός ενσωματώνεται εδώ στις συμπεριφορές του κοινωνικού εργάτη: η τακτική στο κόμμα, η στρατηγική στην τάξη. Η αυτονομία είναι πραγματικά, σε αυτές τις σελίδες και σε αυτήν την ιστορία, η οργάνωση που αντικατοπτρίζει στον δικό της αυθορμητισμό, και ο αυθορμητισμός που αντανακλά στην οργάνωσή του.

Τέλος, πρέπει να ειπωθεί ότι εκείνη η εμπειρία δεν υπήρξε χωρίς όρια, δίχως τα οποία δεν θα μπορούσαμε να καταλάβουμε εκείνη που μπορούμε να αποκαλέσουμε – με δύο προειδοποιήσεις – μια ήττα. Πρώτη προειδοποίηση: είναι κουραστικό να πιστεύουμε ότι τα πολιτικά σχέδια απλά ηττώνται με την καταστολή, όπως δυστυχώς συνηθίζεται να γίνεται στις ανοικοδομήσεις της πολιτικής αυτοδικαιολόγησης. Δεύτερη προειδοποίηση: ήττα σημαίνει πάντα, για τους αγωνιστές και γι αυτούς -όπως και ο Donato- που δεν έχουν περιορίσει την στράτευση σε μια νεανική φάση της ζωής τους, να κάνουν θησαυρό των ορίων στις μεμονωμένες μάχες για να επανενταχθούν μέσα στον πόλεμο. Η ήττα είναι μια τόσο σημαντική κληρονομιά που αποτελείται από τον πλούτο, τις προωθήσεις, τις μερικές νίκες. Για να μπορέσω να επιβεβαιώσω μαζί με τον Donato, χωρίς τις φαντασιώσεις του ουτοπικού και με την ήρεμη αδιαλλαξία του αγωνιστή: «Θα νικήσουμε».

 

http://commonware.org/index.php/gallery/877-quando-l-operaio-sociale-si-e-fatto-carne

ένοπλη πάλη, lotta armata

PRIMA LINEA Στα ίχνη της χίμαιρας. Ξεκινώντας από το βιβλίο “Prima linea. L’altra lotta armata”- »Πρώτη γραμμή. Η άλλη ένοπλη πάλη»

 

Ο προβληματισμός του Girolamo De Michele για την εργασία έρευνας του Andrea Tanturli «Prima linea. Ο άλλος ένοπλος αγώνας (1974-1981)”

 

Το να γράψει κάποιος ένα ιστορικό δοκίμιο  un saggio storico γύρω από την εμπειρία της Πρώτης Γραμμής Prima Linea (Pl) είναι ταυτόχρονα μια επίπονη και απαραίτητη εργασία. Πολύ επίπονη, επειδή η Pl είχε μια πολύπλοκη καταγωγή, η οποία δεν συμπυκνώθηκε αμέσως σε μια μοναδική, μονοσήμαντη και μονολιθική γραμμή: περισσότερο από ένα νήμα, η ιστορία της εμφανίζεται σαν ένα σχοινί που αποτελείται από πολλές μπλεγμένες απαρχές, από τις οποίες κρέμονται άλλα λυμένα σχοινιά. Σε αυτό να προσθέσουμε την απουσία αξιόπιστων ιστορικών ανακατασκευών, σε συνδυασμό με μια προφανή απροθυμία να διηγηθούν τη δική τους ιστορία εκ μέρους των αγωνιστών της (με λίγες εξαιρέσεις: ο Sergio Segio και, πιο πρόσφατα, η Susanna Ronconi και η Marina Premoli). Η γεφύρωση αυτού του κενού στην ιστορία των επαναστατικών μετα-68 κινημάτων στην Ιταλία δεν είναι μόνο ζήτημα ιστοριογραφικής πληρότητας: πρόκειται για την αναγνώριση ότι κάθε ιστορική αναπαράσταση είναι πάντοτε μερική, πάντα διαμεσολαβούμενη από τα διαθέσιμα έγγραφα-ντοκουμέντα και την επιλογή που γίνεται επάνω σε αυτά.

Δεν είναι τυχαίο ότι, στο φαντασιακό που έχει επικρατήσει, για την Πρώτη γραμμή έχουν δοθεί σε μεγάλο μέρος μια σειρά από παραπλανητικές-διαστρεβλωμένες αναπαραστάσεις: μια οργάνωση μικρότερη σε σύγκριση με τις κόκκινες Ταξιαρχίες, με «προδιάθεση» στη μεταμέλεια λόγω των υποκειμενικοτήτων που την συνέθεταν ( εκεί όπου κανένας από τους ιδρυτές της δεν μετανόησε), στερημένη μιας σταθερής πολιτικής γραμμής και επακόλουθης θεωρητικής επεξεργασίας – παρά το γεγονός της διαπίστωσης πως μια σταθερή ορθοδοξία έχει αντ ‘αυτού δημιουργήσει την εκτροπή των εκτελεστών στις φυλακές με αποτέλεσμα και συνέπεια την δημιουργία Κάιν από πλευράς του μεγαλύτερου μέρους των φυλακισμένων ταξιαρχιτών 1. Ακόμη και η σύγκριση, η ταυτοποίηση που μερικές φορές αναφέρεται από ορισμένους μαχητές, με την ταινία Il Mucchio selvaggio-Η άγρια Συμμορία του Sam Peckinpah, βοηθά να δοθεί ένα picaresque-πικαρέσκο χρώμα στην ιστορία της Pl, αλλά κινδυνεύει να επιβεβαιώσει εκείνη την σιωπηρή συμφωνία στην κυρίαρχη ιστοριογραφία γύρω από τα λεγόμενα «χρόνια του μολυβιού» που οδηγεί-αποδίδει ολόκληρη την ένοπλη εξέγερση στις BR. Μια ανακατασκευή που εμφανίζει την ένοπλη ανταρσία ως ένα μοναδικό φαινόμενο, ένα είδος UFO, με αμοιβαία ικανοποίηση εκείνων που θέλουν να αρνηθούν τη διαδεδομένη-διάχυτη φύση της και τις κοινωνικές της ρίζες, και εκείνων που θέλουν να ανοικοδομήσουν μιαν ιστορική τους νομιμοποίηση εκ των υστέρων.

Αυτό θα αρκούσε για να καταστήσει άξια προσοχής την έρευνα του Andrea Tanturli, μιας διδακτορικής διατριβής από την οποία προέρχεται ο πρώτος αυτός τόμος του βιβλίου Πρώτη γραμμή. Ο άλλος ένοπλος αγώνας (1974-1981), ο οποίος πηγαίνει από τις απαρχές μέχρι το τέλος του 1979. Υπάρχουν όμως και συγκεκριμένες πτυχές του ιστοριογραφικού έργου που αξίζει να επισημανθούν, να έρθουν στο φως. Όπως και οποιοσδήποτε αληθινός ιστορικός, ο Tanturli αναρωτήθηκε ποια έγγραφα και ερμηνευτικά πλαίσια να αποδεχτεί ή να απορρίψει: η επιλογή του αποτελεί ένα μικρό μάθημα στη μέθοδο. Σε πρώτη φάση κράτησε απoστάσεις από τις «continuistiche» ανακατασκευές [a] – από τα Κόκκινα Τετράδια Quaderni Rossi στις δολοφονίες των BR χωρίς ενδιάμεσες στάσεις – που εγκαινιάστηκαν από τον Angelo Ventura, τις συνωμοσιολογίες αλά Flamigni, και ορισμένες απερίσκεπτες ανακατασκευές του Gotor. Την ίδια στιγμή, ο Tanturli προειδοποιεί ότι «δεν θα βασίζεται, δεν θα δείξει εμπιστοσύνη μόνο στον ημερήσιο Τύπο για να ανασυγκροτήσει το χρονικό των επεισοδίων» (σ. 340), ούσες οι εφημερίδες «κατάσπαρτες από σφάλματα και ανακρίβειες» και σε κάθε περίπτωση «μια εξαιρετικά επίπεδη πηγή, μη προικισμένη στην εμβάθυνση και δύσκολης επαλήθευσης» (σ. 19).

Η χρήση των δικαστικών πρακτικών και των αναμνήσεων είναι πιο περίπλοκη: αν ο συγγραφέας επιλέγει να «δώσει πίστη, με την απαραίτητη προσοχή, στις δηλώσεις των μαχητών, ακόμη και των μεταμεληθέντων, πεπεισμένος ότι ορισμένοι από αυτούς επέστρεψαν συνολικά μια πιστή εικόνα της ζωής της οργάνωσης» (σ. 19),είναι επίσης αλήθεια ότι κατά την εξέταση των μεμονωμένων δηλώσεων εμφανίζεται μια σαφής υποψία προς ένα συγκεκριμένο είδος μεταμέλειας που, αντί να ανακατασκευάζει ή να ερμηνεύει «τρέφεται από εξαρτήσεις, τείνει να έρχεται να συναντήσει τα ερωτήματα των ανακριτών» 2. Βρισκόμαστε εδώ επάνω στην ράχη που χωρίζει δύο διαφορετικές πραγματικότητες, εκείνη την ανακριτική και δικαστική, και εκείνη την πολιτική και ηθική. Εάν όντως «οι λέξεις» μετανοούντες» και » διαχωρισμένοι» επιβλήθηκαν τότε για να ορίσουν διαφορετικές κατηγορίες και νομικά μέτρα που χωρίς να το συνειδητοποιήσουμε ανέκτησαν από το πιο σκοτεινό βάθος του ιταλικού παρελθόντος κατηγορίες θρησκευτικής προέλευσης όπως η μετάνοια», 3  ο διαχωρισμός υπήρξε έκφραση μιας προσπάθειας να λογαριαστούν με την ιστορία και τα δικά τους λάθη, μέσα στο πλαίσιο μιας ήττας των ένοπλων υποθέσεων των οποίων μόνο ένα μέρος των μαχητών θέλησε να λάβει υπόψιν. Με τα λόγια της Susanna Ronconi: «η διάσταση άνοιξε ένα χώρο, με τους τρόπους που κατέστησε εφικτούς η κατάσταση, και εκείνοι που εκείνη την εποχή δεν την αποδέχτηκαν σήμερα θα έπρεπε να την καταλάβουν, εκ των υστέρων. Ήμασταν οι πρώτοι που ανακατασκευάσαμε την ιστορία μας τοποθετώντας την μέσα στην ιστορία αυτής της χώρας, λέγοντας ότι εάν δεν είχαμε δίκιο είχαμε λόγους, και αυτοί που λεν ότι «ξεπουλήσαμε» μια ιστορία ψεύδονται γνωρίζοντας πώς το κάνουν». 4

Αφού εξερευνήθηκε η εργαλειοθήκη του ιστορικού, φτάνουμε στο αντικείμενο της κατασκευής του. Για την Πρώτη γραμμή ο Tanturli είναι ξεκάθαρος: «τα μέλη της Pl πρώτα από το να είναι παράνομοι μαχητές ήταν αυτόνομοι αγωνιστές». Αλλά η Pl δεν ήταν «sic et simpliciter» , όμορφα κι απλά θα έλεγα, ένας κώδικας κάλυψης για τον κεντρικό εγκέφαλο μιας υποτιθέμενης οργανωμένης Αυτονομίας, είναι επομένως απαραίτητο να βγούμε από το σχήμα της αθωότητας ή της ενοχής, μη ιστοριογραφικές κατηγορίες, πιο κατάλληλες για δικαστές που κάνουν τους ιστορικούς και ιστορικούς με το σύμπλεγμα, το κόμπλεξ των δικαστών » (σ. 8). Το οποίο σημαίνει αναγνώριση της πολυφωνίας, της ποικιλίας, της επιθυμητικής και σχιζομετροπολιτανικής φύσης, για να το πούμε στη γλώσσα της εποχής, της αυτονομίας: «Υπήρχαν περιοχές της αυτονομίας, οι οποίες, μολονότι δεν απέρριπταν την πολιτική βία, έμειναν μακριά από οργανωμένες εξελίξεις υπό την έννοια του ένοπλου αγώνα, άλλες που παρέμειναν μπλεγμένες λίγο-πολύ οικειοθελώς, άλλες που θα εξελιχθούν, όχι χωρίς τραύματα, σε παράνομους σχηματισμούς» (σ. 8). Και επομένως να αναγνωρίσουμε εκείνο το πολύπλοκο, πολυπληθή χαρακτήρα του χώρου της κοινωνικής και πολιτικής ανταρσίας που δεν μπορεί να περιοριστεί σε ενότητα. Έτσι ένα βιβλίο σαν αυτό δεν μπορεί να είναι ο λόγος που κατατάσσει τα πάντα γύρω από την Pl, αλλά μια συμβολή, με τα εργαλεία της ιστορικής έρευνας, που θα έπρεπε – είναι μια ευχή και μια ελπίδα, καθώς και μια ανάγκη – να ενθαρρύνει έναν πολλαπλασιασμό αφηγήσεων, ίσως λιγότερο επιστημονικών και περισσότερο υποκειμενικών, ικανών να δώσουν λόγο, να εξηγήσουν «για την χίμαιρα που για μια φορά μονάχα ενώθηκε με τα κεφάλια στην piazza Solferino: πέθανε λόγω λειτουργικής ανεπάρκειας του τερατώδους οργανισμού της, όπως ορισμένα φτωχά πλάσματα που γεννήθηκαν στα εργαστήρια, πάρα πολύ ή ελάχιστα εξοπλισμένα για να ζήσουν, να αναπνέουν, να τραφούν, όπως κάνουν καθημερινά λιγότερο φιλόδοξοι οργανισμοί » 5.

Λίγο όπως ο Tristam Shandy, η Prima linea χρησιμοποιεί πολύ χρόνο για να γεννηθεί, παρόλο που οι συζητήσεις γίνονταν για πολύ καιρό. Αυτή δεν είναι μια γραμμική και τελεολογική διαδικασία που από τη Lotta continua-Συνεχή Αγώνα και το Potere Operaio-Εργατική Εξουσία, μέσα από την Senza Tregua-Χωρίς Ανακωχή, οδηγεί στην Pl, αλλά μια μια σειρά διασχίσεων, κατά την διάρκεια των οποίων κάθε βήμα περιλαμβάνει αποκτήσεις και απώλειες, οι οποίες ίσως αξίζουν μεγαλύτερη έρευνα και εμβάθυνση (σκέφτομαι κυρίως στη φιγούρα του Mario Dalmaviva). Και, αξίζει να το υπενθυμίζουμε, όπου κάθε πέρασμα δεν υπαγορεύεται από μια θεωρητική αφαίρεση, αλλά από την υποκειμενική ερμηνεία συγκεκριμένης δημιουργίας και ύπαρξης των αγώνων και των ανταγωνισμών. 6 Το οποίο καθιστά δύσκολο να προτείνουμε μια ανασυγκρότηση που να διακρίνει-να ξεχωρίζει «μια πρώτη και μια δεύτερη Πγ, στην οποία να διανέμουμε ετικέτες αυθορμητισμού και βιαιότητας» [σ. 8]: δηλαδή, τον μύθο της προέλευσης του οποίου ακολουθεί αναπόφευκτα μια καταστροφική πτώση. Εκ των πραγμάτων, είναι η ίδια κατηγορία «προέλευσης-καταγωγής» που πρέπει να υποβληθεί σε σκληρή κριτική: σαν η έξωση από τον Κήπο της Εδέμ να υπήρξε ο καρπός μιας προδοσίας της αρχέγονης αγνότητας, ήτοι ήταν ήδη εγγεγραμμένη στην πράξη της γέννησης. Κακή μυθολογία, και στις δύο περιπτώσεις. Αντίθετα, είναι αλήθεια ότι κάθε διαδικασία εκδηλώνει μια πολλαπλότητα δυνατοτήτων, και πως κάθε απόφαση συνεπάγεται τη μείωσή τους, αλλά και την εμφάνιση νέων δυνατοτήτων. Αλλά οι διαδικασίες και τα γεγονότα δεν συμβαίνουν in vitro, [β] αλλά μέσα σε κατοικημένα και απρόβλεπτα πλαίσια, από την αλληλεπίδραση των οποίων η δυναμική της δυνατότητας μπορεί να εκτιναχθεί εκ νέου ή να σκληρυνθεί μέχρι τη σύλληψη, την στάση, την διακοπή. Με αυτό τον τρόπο, ένα ερώτημα που αντηχεί στον πρωταγωνιστή του Piove allʼinsù Βρέχει προς τα πάνω – «Σίγουρα, θα άρεσε και σ’ εμένα να εντοπίσω ένα συγκεκριμένο σημείο κατά τις ημέρες εκείνες, και να δω πού αποφασίστηκε ο πόλεμος των ζωντανών και των νεκρών» –προορίζεται να παραμείνει εκκρεμής λόγω απουσίας, και ταυτόχρονα λόγω υπερβολής απαντήσεων: Piazza Fontana; Feltrinelli; Calabresi; Varalli; Ευλόγως, αξίζει να ακολουθήσουμε την πορεία των γεγονότων, για να επαληθεύσουμε σε ποιες στιγμές η πολλαπλότητα των πιθανών έχει αποκοπεί από την Μεγάλη Θεριστή της ιστορίας, μέχρι το σημείο να καταστεί η διαδρομή μη αναστρέψιμη. Για παράδειγμα, όταν έχει ξεπεραστεί το όριο της ανθρώπινης ζωής, κάνοντας την πολιτική ανθρωποκτονία μια συνηθισμένη, αν όχι αναπόφευκτη, πράξη: και εδώ, περισσότερο από κάθε άλλη θεώρηση, αξίζει η προοδευτική στρατιωτικοποίηση των λεξιλογίων, η παραδοχή της γλώσσας εκείνου του Κράτους που στην ανυπακοή είχε κηρύξει έναν πόλεμο δίχως ενδοιασμούς και χωρίς ανάπαυλα. Η Pl δεν γεννιέται με την ιδέα να ρίξει επάνω στο προλεταριάτο την κομματική γραμμή στην οποία οι μάζες, ανίκανες για αυτόνομη πρωτοβουλία, θα έπρεπε γλυκύτατα να υποβληθούν (για να αναπαράγουν ένα ταξίδι με τρένο που από την εορταστική αναχώρηση τον Οκτώβρη θα είχε για προορισμό τον χειμώνα της Σιβηρίας).

Αν θέλουμε να θέσουμε δύο κατευθυντήριες γραμμές, μπορούμε να τις εντοπίσουμε και να τις σχεδιάσουμε ξεκινώντας από την ανάγκη μιας «πολιτικής ανασύνθεσης της τάξης που καθοδηγείται από τους οργανωμένους (και ένοπλους) τομείς της τάξης, ένα σχέδιο ηγεμονίας του εργοστασίου επάνω στα νέα αναδυόμενα στρώματα του προλεταριάτου», και την πρόταση μιας δομής που τίθεται στην υπηρεσία του κινήματος, που έχει διαρθρωθεί σε πολλά επίπεδα – την οργάνωση αυτή καθεαυτή, τις ομάδες, τις περιπολίες – για να διασχίσουν αυτή τη «στενή πόρτα» που είναι ο «μακροχρόνιος εμφύλιος πόλεμος». Ταυτόχρονα, εκθειάζεται-δοξάζεται «ο ολοκληρωτικός ανταγωνισμός μεταξύ του συστήματος των αναγκών του προλεταριάτου» και της «αναγκαιότητας του κεφαλαίου να επιβάλει τους δικούς του κανόνες σε ολόκληρη την κοινωνική οργάνωση». Αν η επίθεση πρέπει να στρέφεται κατά της «απίστευτης εξάπλωσης των εκφραστών της κυριαρχίας», για τον Tanturli «καθίσταται αυθόρμητο να σκεφτόμαστε σε ένα είδος«μικροφυσικής της εξουσίας», ένα επί πλέον στοιχείο που τοποθετεί την Pl σε μια αν και επισφαλή επικοινωνία με το πολιτισμικό υπόβαθρο στη βάση του προβληματισμού επί της νεωτερικότητας «(σ. 133). Στις διατυπώσεις της Pl αντηχούν, δεν έχει σημασία το πόσο συνειδητά (όπως εξάλλου και σε μεγάλο μέρος της αυτονομίας) οι σελίδες του Foucault από τα βιβλία Επιτήρηση και τιμωρία και Μικροφυσική της εξουσίας. Αλλά εάν οι έρευνες του Foucault είχαν τις ρίζες τους στις πρακτικές των νέων εγκάρσιων αγώνων, έλειπε στις πρακτικές και τις θεωρίες του καιρού μια πλήρης κατανόηση της περίπλοκης σχέσης μεταξύ υποταγής και υποκειμενισμού. Παραμένει πως «η ένδειξη συγκρουόμενων εδαφών όπως εκείνο της υγείας, της ψυχιατρικής, της περιβαλλοντικής τοξικότητας συνεπάγεται έναν λόγο για την ποιότητα της ζωής φιλόδοξο-ανεφάρμοστο στην εφαρμογή του, αλλά σε θέση να αντιληφθεί τις αντιφάσεις του σύγχρονου κόσμου και του μοντέλου ανάπτυξής του» (σ. 337).

Είναι επίσης αλήθεια ότι ολόκληρη η υπόθεση που υποστηρίζει τον γαλαξία της Pl και των ομάδων βασίζεται σε προϋποθέσεις που η σκληρή πραγματικότητα των γεγονότων θα βαλθεί να διαψεύσει. Πρώτον, το ότι υποτίμησε το βάθος των διαδικασιών αναδιάρθρωσης σε εξέλιξη, οι οποίες επαναπροσδιορίζουν ριζικά την ίδια την εργατική υποκειμενικότητα. Η αυτοματοποίηση, η επέκταση των γραμμών παραγωγής στην επικράτεια, η εξωτερική ανάθεση ήταν ήδη διαδικασίες σε εξέλιξη, κατά των οποίων οι επιδρομές στους χώρους μαύρης εργασίας, ή η βία εναντίον των μεμονωμένων προσώπων της «επιχειρησιακής διοίκησης» αποδεικνύονται ανίσχυρες. Το κεφάλαιο ξεκινούσε τις διαδικασίες της παγκοσμιοποίησης, ως απάντηση στον ισχυρό κύκλο των αγώνων που νευρώνουν το ’68 και των επόμενων χρόνων σε μεγάλο μέρος της Δύσης: ενάντια στις οποίες έλειπε η ικανότητα να φανταστεί μια πρακτική στο ύψος των περιστάσεων, της επίθεσης.

Η υποχώρηση του κοινωνικού εργάτη, που παρέμενε αναδιπλωμένος στον εαυτό του – και λόγω της ανικανότητας των διαφορετικών πραγματικοτήτων του κινήματος να τον ξεδιπλώσουν – οδήγησε στη σταδιακή συρρίκνωση εκείνης της περιοχής της υπονόμευσης και της ανταρσίας από την οποία θα έπρεπε να ωφεληθεί, να αποκτήσει σφρίγος ο «εμφύλιος πόλεμος μακράς διάρκειας». Βλέποντας καλύτερα, μέσα στην Pl η έλλειψη επιβεβαίωσης μιας σαφούς ερμηνείας της σχέσης μεταξύ οργάνωσης και ομάδων, και η έλλειψη συγχώνευσης με άλλους μαχόμενους σχηματισμούς, έχουν τη ρίζα τους στην εξάντληση της ώθησης που προέρχεται από τους αγώνες. Ήδη σε τροχιά ξεφτίσματος, η Pl »θα καταναλώσει τις ενέργειες που της απέμειναν επιστρέφοντας στο περιβάλλον από το οποίο ξεκίνησαν όλα, το εργοστάσιο, το οποίο πλέον έχει σχεδόν ισοπεδωθεί στην συγκρουσιακή αρχιτεκτονική του» (σ. 357). Αλλά «να ταμπουρωθεί» στην ανάληψη ενός είδους «αντιπροσώπευσης, υποκατάστασης σε εκείνη που θα έπρεπε να είναι η δύναμη ενός κοινωνικού κινήματος» (Susanna Ronconi, σ. 335) είναι, εκ των πραγμάτων, η παραδοχή μιας ήττας.

Η εξάπλωση της ηρωίνης, με πολύ πιο καταστροφικές συνέπειες από τις βόμβες στις τράπεζες και τις πλατείες και στα τρένα – την οποία υπογραμμίζει ο συγγραφέας αρκετές φορές, αποτυπώνοντας τις ενέργειες των ομάδων ενάντια στους διακινητές μέσα στην «ανάδυση νέων επιπέδων και νέων μορφών ανταγωνισμού» (σ. 200) – είναι, στα ίσα με την αναδιάρθρωση της παραγωγής, κάτι που δεν μπορούσε να αντιμετωπιστεί μόνο με τη δύναμη των όπλων (και που θα διασχίσει την ίδια Pl). Και πιστοποιεί τον κυνισμό του Κράτους που εξαπολύει έναν πόλεμο ενάντια σε μια ολόκληρη γενιά για να στραγγίξει τη θάλασσα της ανατροπής, της ανταρσίας.

Του οποίου κυνισμού, αξίζει να αναφέρουμε δύο έγγραφα. Την έκθεση του Dalla Chiesa του 1979 σχετικά με τη δραστηριότητα του ειδικού πυρήνα του, όπου επιδιώκεται με ωμά λόγια η επιτακτική απομάκρυνση »τουλάχιστον από την άσκηση της ποινικής δράσης» »εκείνων των στοιχείων που είναι ευρέως γνωστά ως εξωκοινοβουλευτικοί»: τους «έχοντες κουλτούρα» και τους «κομιστές» ως νομικούς εγγυητές και νομικίστικου χαρακτήρα – για «διευκολύνσεις» ή «συμβιβασμούς» » (pp. 178-79). Και μια επιστολή του Dino Sanlorenzo, ενός από τους δημιουργούς του διαβόητου ανώνυμου ερωτηματολογίου του τορινέζικου PCI-ΚΚΙ για την τρομοκρατία, σχετικά με την παρουσία του Segio και της Ronconi σε έναν κοινωνικό συνεταιρισμό το 1988: «Ο Δήμος ας τους δώσει και παραγγελίες, […] για παράδειγμα να γυαλίζουν και να τακτοποιούν τους τάφους εκείνων που σκότωσαν, φέρνοντας λουλούδια σε εκείνους που δολοφονήθηκαν από την Πρώτη γραμμή. Θα μπορούσαν να αφιερώσουν τον εαυτό τους σε άτομα με ειδικές ανάγκες ή να φτυαρίζουν χιόνι όταν υπάρχει» (σ. 326): όπου η εξίσωση των «ατόμων με ειδικές ανάγκες» με τις εργασίες στα νεκροταφεία, ή σε κάθε περίπτωση στα απόβλητα, λέει τα πάντα. Όμως πρέπει να υπογραμμιστεί, δίπλα στην υπερεκτίμηση της θέλησης του κοινωνικού εργάτη να κατέβει στο έδαφος του εμφυλίου πολέμου, η υποτίμηση της στρατιωτικής και κοινωνικής δύναμης της εξουσίας έναντι της οποίας οι διάφορες επιλογές του ένοπλου αγώνα διαρρήχθηκαν: ένα ακόμη σοβαρότερο πολιτικό σφάλμα σε ένα σχηματισμό ο οποίος είχε μια πολύ καλή διαίσθηση σχετική με τη μοριακή και δικτυωτή δομή της εξουσίας.

Αλλά αν τελείωσε η επανάσταση, αν το εργοστάσιο, την παραμονή των γιγαντιαίων αντιποίνων πρώτα με τις 61 πολιτικές απολύσεις, και στη συνέχεια με τους 14.500 που εκδιώχθηκαν (που ήταν και αυτές πολιτικές απολύσεις), ήδη έλαμπε από το πικρό φως που φωτίζει τα ερείπια: ήταν δυνατόν να σταματήσουν επάνω σε εκείνο τον δρόμο που θα είχε οδηγήσει σε ενέργειες, καταστροφικές τόσο σε πολιτικό όσο και σε ανθρώπινο επίπεδο, στη δολοφονία του Alessandrini, του Emanuele Iurilli και του William Waccher; Το στιγμιότυπο της κηδείας της Barbara «Carla» Azzaroni, στην οποία συμμετείχαν χιλιάδες σύντροφοι και συντρόφισσες, μπορεί να είναι ενδεικτικό μιας κατάστασης αναστολής που θα μπορούσε ίσως να ήταν εφικτή: «Μια ήρεμη ματιά στην κατάσταση και σε εκείνη την κηδεία θα ήταν αρκετή για να παραιτηθούμε από τα αντίποινα, για να ψυχράνουμε τον θυμό και να ξεκινήσει μια σοβαρή εξέταση του τι πρέπει να κάνουμε. Αλλά ήταν λες και μπροστά σε κάθε σφάλμα και κάθε επιχειρησιακό πλήγμα να αυξάνονταν το πέπλο μπροστά στα μάτια και η θέα να θολώνονταν όλο και περισσότερο» 7. Λες και με τη δολοφονία του Emanuele Iurilli, του αθώου θύματος μιας ενέργειας αντιποίνων, « διαρρηγνύεται οριστικά το λεπτό νήμα μεταξιού που ακόμα μας έδενε στο κίνημα και στην πραγματικότητα» (Bruno Laronga, σ. 333), και διότι εκείνη η σχέση με την πραγματικότητα ήταν ήδη λεπτή σαν μια κλωστή.

Στις αναπαραστάσεις των διαφορετικών εκδηλώσεων του ανταγωνιστικού κινήματος της δεκαετίας του ’70, εμφανίζεται πάντα μια στιγμή στην οποία θα πρέπει να πούμε, και μερικές φορές το λέμε, 8 πως «δεν υπάρχει πλέον χρόνος». Ότι οι πιθανοί έχουν εξαντληθεί, και εν απουσία του δυνατού η ζωή, το κίνημα, το είναι, ασφυκτιά. Είναι αυτό το αίσθημα ασφυξίας που κλείνει αυτόν τον πρώτο τόμο: στο κατώφλι εκείνων των χρόνων Ογδόντα από τα οποία όχι λίγοι βγήκαν πλέον ζωντανοί. «Δεν αρκεί να είσαι σωστός, δεν φτάνει να έχεις δίκιο: πρέπει να σου το δώσουν το δίκιο «, είπε κάποιος, λόγια που ταιριάζουν επίσης στην ιστορία της Πρώτης γραμμής, στους πεσόντες αγωνιστές της (ο καθένας έχει το δικό του Spoon River, η καθεμιά από αυτές αξίζει σεβασμό) και στους πολλούς που έχουν ξαναρχίσει, με νέες μορφές, τους αγώνες που διακόπηκαν από την κράτηση: ένα μεγάλο μέρος εκείνων των εγκάρσιων αγώνων για το περιβάλλον, την αναγνώριση, το δικαίωμα στη ζωή των κρατουμένων, των τοξικομανών,των διαφορετικά κρατουμένων που οι σκέψεις και η εξυπνάδα της Pl είχε διαισθανθεί. Εμφανείς αντιφάσεις, οι οποίες βρίσκουν σε μια ιστορία που σήμερα φαίνεται μακρινή (αρκετά για να μπορεί να ιστοριοποιηθεί) καρστικές ρίζες και διαδρομές.

*****

a] continuismo Τάση μιας συγκεκριμένης ιστορικής κριτικής να υπογραμμίζει μια ουσιαστική συνέχεια μεταξύ στιγμών, φάσεων, ιστορικών εποχών που κανονικά θεωρούνται εντελώς διαφορετικές και διαφοροποιημένες

[β] in vitro  «Στο γυαλί», σχετικά με τη βιολογική διαδικασία που αναπαράγεται στο εργαστήριο εκτός του οργανισμού.»καλλιέργειες in vitro»

Note

  1. Σε σύγκριση με τους 911 καταδικασθέντες των Br, υπάρχουν 923 της Pl, στους οποίους προστίθενται οι 149 των οργανωμένων Κομμουνιστών για την προλεταριακή απελευθέρωση (Colp) και τους δεκάδες μαχητές άλλων μικρών ακρωνυμίων (βλέπε Renato Curcio, La mappa perduta, Ο χαμένος χάρτης Sensibili Alle Foglie 1994- Giorgio Galli, Κόκκινο Μολύβι, Piombo Rosso La storia completa della lotta armata dal 1970 a oggi Η πλήρης ιστορία του ένοπλου αγώνα από το 1970 μέχρι σήμερα, Baldini Castoldi Dalai 2004- Sergio Segio, Μια ζωή στην πρώτη γραμμή Una vita in Prima linea, Rizzoli 2006). Για την περίοδο των «εκτελεστών των φυλακών» βλέπε τη νέα έκδοση του Sergio Segio, Miccia corta. Una storia di Prima linea, Κοντό φυτίλι. Μια ιστορία της Πρώτης γραμμής Milieu 2017, σελ. 206-219; και Toni Negri, Galera ed esilio, Φυλακή και Εξορία με την επιμέλεια του G. De Michele, Ponte alle Grazie 2017, σελ. 41-43. Nella pagina facebook dedicata al libro Στην σελίδα facebook αφιερωμένη στο βιβλίο μπορείτε να βρείτε πολλά αρχειακά έγγραφα και άλλες πηγές (πρωτοβάθμιες και δευτεροβάθμιες) που ο εκδοτικός οίκος του βιβλίου του Andrea Tanturli, DeriveApprodi, θέτει στη διάθεση των αναγνωστών.
  2. Η αναφορά αφορά στην κατάθεση του Michele Viscardi κατά τη διάρκεια της δίκης του Τορίνο στην Pl (συγκεκριμένα, σχετικά με την υπόθεση ενός «ποντικού» στο γραφείο του Εισαγγελέα του Τορίνο που παρέσχε πληροφορίες σχετικά με τον δικαστή Alessandrini: υπόθεση που δεν βρήκε επαλήθευση) (σ. 302).
  3. Adriano Prosperi, «ιταλική Τρομοκρατία. Οι πόρτες εισόδου και εξόδου » Terrorismo italiano. Le porte di entrata e di uscita, στο Παρελθόν και παρόν, Passato e presente, n. 96, 2015, σελ. 164, Ο Prosperi μιλά για την Monica Galfré, Ο πόλεμος τελείωσε. Ιταλία και η έξοδος από την τρομοκρατία 1980-1987, La guerra è finita. LʼItalia e lʼuscita dal terrorismo 1980-1987.
  4. “Susanna Ronconi. Una vita da film” Μια ζωή σαν ταινία», in Rossella Simone, Donne oltre le armi, Γυναίκες πέρα από τα όπλα Derive e approdi, 2017, σ. 98.
  5. Luca Rastello, Piove allʼinsù, Βρέχει προς τα επάνω Boringhieri 2006, σ. 156.
  6. Παραδειγματική, π.χ. η γένεση της Senza Tregua-Δίχως ανακωχή, μέσα στο εργοστάσιο Magneti Marelli του Sesto San Giovanni (σελ. 71-85), που ανακατασκευάστηκε επάνω στο ρυθμό των αγώνων και τις μάχες της αυτονομίας μέσα στην εργοστασιακή σύγκρουση.
  7. Sergio Segio, Una vita in Prima linea, Μια ζωή στην Πρώτη γραμμή, Rizzoli 2006, σ. 168.
  8. Δείτε το εισαγωγικό δοκίμιο των De Lorenzis, Guizzardi, Mita στο Avete pagato caro non avete pagato tutto. La rivista «Rosso» »πληρώσατε ακριβά δεν πληρώσατε τα πάντα. περιοδικό »Κόκκινο»(1973-1979), Derive e Approdi 2008, σ. 69.

Πηγή: Girolamo De Michele, Il lavoro culturale η πολιτιστική δουλειά

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

a Ronconi e Marina Premoli). Colmare questa lacuna nella storia dei movimenti rivoluzionari post-68 in Italia non è solo questione di completezza storiografica: si tratta di riconoscere che ogni rappresentazione storica è sempre parziale, sempre mediata dai documenti disponibili e dalla selezione che su di essi si opera.

Non è casuale che, nell’immaginario che si è affermato, di Prima linea si siano data una serie di rappresentazioni in buona parte distorte: un’organizzazione minoritaria rispetto alle Brigate rosse, “predisposta” al pentimento in ragione delle soggettività che la componevano (laddove nessuno dei suoi fondatori si è pentito), priva di una salda linea politica e di una conseguente elaborazione teorica – a dispetto della constatazione che una salda ortodossia ha per contro prodotto l’aberrazione dei boia nelle carceri e il divenire Caino della parte maggioritaria dei brigatisti detenuti1. Anche il paragone, a volte evocato da alcuni militanti, con Il Mucchio selvaggio di Sam Peckinpah, contribuisce a dare un colore picaresco alla storia di Pl, ma rischia di confermare quel tacito accordo nella storiografia dominante sui cosiddetti “anni di piombo” che riconduce l’intera eversione armata alle sole BR. Una ricostruzione che fa apparire la sovversione armata come un fenomeno unico, una sorta di UFO, con reciproca soddisfazione di chi vuole negarne la natura diffusa e il radicamento sociale, e di chi vuole ricostruirsi una legittimazione storica a posteriori.

Basterebbe questo a rendere meritevole la ricerca di Andrea Tanturli, una tesi di dottorato dalla quale è tratto questo primo volume di Prima linea. L’altra lotta armata (1974-1981), che va dalle origini alla fine del 1979. Ci sono però anche specifici aspetti del lavoro storiografico che meritano di essere messi in luce. Come ogni vero storico, Tanturli si è chiesto quali documenti e quadri interpretativi accettare o rifiutare: la sua scelta costituisce una piccola lezione di metodo. Tanturli ha in prima battuta tenuto a distanza le ricostruzioni “continuistiche” – dai Quaderni Rossi agli omicidi BR senza fermate intermedie – inaugurate da Angelo Ventura, i complottismi alla Flamigni, e certe avventate ricostruzioni di Gotor. Al tempo stesso, Tanturli mette in guardia dallʼ«affidarsi alla sola stampa quotidiana per ricostruire la cronaca degli episodi» (p. 340), essendo i giornali «costellati da errori e imprecisioni», e comunque «una fonte estremamente piatta, poco incline allʼapprofondimento e di difficile verifica» (p. 19).

Più complesso lʼuso degli atti processuali e delle memorie: se lʼautore sceglie di «prestare fede, con le necessarie cautele, alle dichiarazioni dei militanti, anche di quelli pentiti, convinto che alcuni di essi abbiano restituito un quadro tutto sommato fedele della vita dellʼorganizzazione» (p. 19), è altresì vero che nel vagliare le singole dichiarazioni emerge un evidente sospetto verso una particolare tipologia di pentitismo che, invece di ricostruire o interpretare, «si nutre di condizionali, tende a venire incontro alle domande degli inquirenti»2. Siamo qui sul crinale che separa due diverse realtà, quella inquisitoria e giudiziaria, e quella politica e morale. Se infatti «le parole “pentiti” e “dissociati” si imposero allora a definire categorie diverse e misure di legge che senza accorgersene ripresero dal fondo più buio del passato italiano categorie di origine religiosa come il pentimento»,3 la dissociazione è stata espressione di un tentativo di fare i conti con la propria storia e i propri errori, nel quadro di una sconfitta delle ipotesi armate di cui solo una parte dei militanti hanno voluto prendere atto. Con le parole di Susanna Ronconi: «la dissociazione ha aperto uno spazio, nei modi che la situazione ha reso possibili, e anche chi allʼepoca non lʼha condivisa oggi dovrebbe, col senno di poi, capirlo. Siamo stati i primi a ricostruire la nostra storia collocandola nella storia di questo paese, dicendo che se non abbiamo avuto ragione avevamo delle ragioni, e chi dice che abbiamo “svenduto” una storia mente sapendo di farlo».4

Esplorata la cassetta degli attrezzi dello storico, veniamo allʼoggetto della sua costruzione. Su Prima line Tanturli è chiaro: «gli appartenenti a Pl prima di essere militanti clandestini furano militanti autonomi». Ma Pl non era «sic et simpliciter una sigla di copertura per il cervello centrale di una presunta Autonomia organizzata; è necessario quindi uscire dallo schema dellʼinnocenza o della colpevolezza, categorie non storiografiche, più adatte a giudici che si fanno storici e storici col complesso dei giudici» (p. 8). Il che significa riconoscere la natura plurale, variegata, desiderante e schizometropolitana, per dirla col linguaggio dellʼepoca, dellʼautonomia: «Ci furono aree dellʼautonomia, che, pur non rifiutando la violenza politica, furono relativamente immuni da sviluppi organizzati nel senso della lotta armata, altre che ci rimasero invischiate più o meno volontariamente, altre ancora che evolveranno, non senza lacerazioni, in formazioni clandestine» (p. 8). E dunque riconoscere quel carattere molteplice, moltitudinario dellʼarea della sovversione sociale e politica che non può essere ridotta ad unità. Dunque un libro come questo non può essere la parola che tutto squadri su Pl, ma un contributo, con gli strumenti propri della ricerca storica, che dovrebbe – è un auspicio, oltre che unʼesigenza – favorire una proliferazione di narrazioni, forse meno scientifiche e più soggettive, in grado di dar ragione «dellʼircocervo che per una volta soltanto si è unito per le teste in piazza Solferino: è morto per insufficienza funzionale del suo organismo mostruoso, come certe povere creature nate nei laboratori, troppo o troppo poco dotate per vivere, respirare, nutrirsi, come fanno quotidianamente organismi meno ambiziosi»5.

Un poʼ come Tristam Shandy, Prima linea impiega molto a nascere, pur parlando da lungo tempo. Non si tratta di un processo lineare e teleologico che da Lotta continua e Potere Operaio, attraverso Senza tregua, conduce a Pl, ma di una serie di attraversamenti, nel corso dei quali ciascun passaggio comporta acquisti e perdite, che forse avrebbero meritato un maggiore approfondimento (penso soprattutto alla figura di Mario Dalmaviva). E, vale ricordarlo, dove ogni passaggio non è dettato da unʼastrazione teorica, ma dallʼinterpretazione soggettiva del concreto darsi delle lotte e degli antagonismi.6 Il che rende difficile proporre una ricostruzione che distingua «una prima e una seconda Pl, a cui distribuire etichette di spontaneismo e di efferatezza» [p. 8]: ovvero, il mito dellʼorigine cui segue inevitabilmente una rovinosa caduta. Di fatto, è la stessa categoria di “origine” che va sottoposta a dura critica: come se la cacciata dal Giardino dellʼEden fosse il frutto di un tradimento dellʼoriginaria purezza, ovvero fosse già inscritta nellʼatto di nascita. Cattiva mitologia, in ambedue i casi. È invece vero che ogni processo manifesta una molteplicità di possibili, e che ogni decisione comporta la loro riduzione, ma anche il sorgere di nuove possibilità. Ma i processi e gli eventi non accadono in vitro, bensì allʼinterno di contesti popolati e imprevedibili, dalla cui interazione lo slancio del possibile può essere rilanciato oppure irrigidirsi fino allʼarresto. Detta così, una questione che risuona nel protagonista di Piove allʼinsù – «Certo, piacerebbe anche a me rintracciare un punto preciso lungo quei giorni, e vedere dove si è decisa la guerra dei vivi e dei morti» – è destinata a rimanere inevasa per assenza, e al tempo stesso per eccesso di risposte: piazza Fontana? Feltrinelli? Calabresi? Varalli? Più sensatamente, vale la pena di seguire il corso degli eventi, per verificare in quali momenti la molteplicità dei possibili è stata recisa dalla Grande Falciatrice della storia, sino a rendere irreversibile il percorso. Ad esempio, quando è stato oltrepassato il limite della vita umana, facendo dellʼomicidio politico un atto ordinario, se non inevitabile: e qui, più di ogni altra considerazione, vale la progressiva militarizzazione dei linguaggi, lʼassunzione della lingua di quello Stato che allʼinsubordinazione aveva dichiarato una guerra senza scrupoli e senza quartiere. Pl non nasce con lʼidea di calare sul proletariato la linea di partito cui le masse, incapaci di iniziativa autonoma, avrebbero dovuto docilmente assoggettarsi (per replicare un viaggio in treno già visto che dalla festosa partenza in Ottobre avrebbe avuto per destinazione lʼinverno siberiano). Neanche si riconosce nelle teorizzazioni dellʼoperaio sociale, un «neo-movimentismo» nel quale, come in un effetto-notte, lʼoperaio di fabbrica e il giovane operaio mobile del lavoro marginale, il disoccupato e lo studente proletario sono tutti bigi.

Volendo fissare due direttrici, potremmo tracciarle a partire dalla necessità di una «ricomposizione politica della classe guidata dai settori organizzati (e armati) della classe, un progetto di egemonia della fabbrica sui nuovi strati emergenti di proletariato»; e la proposta di una struttura che si metta al servizio del movimento, articolata su più livelli – lʼorganizzazione vera e propria, le squadre, le ronde – per attraversare quella «porta stretta» che è la «guerra civile di lunga durata». Al tempo stesso, viene esaltato «lʼantagonismo totale tra il sistema dei bisogni del proletariato» e la «necessità del capitale di imporre le proprie regole a tutta lʼorganizzazione sociale». Se lʼoffensiva va orientata contro «la proliferazione incredibile di figure di comando», per Tanturli «risulta spontaneo pensare a una sorta di “microfisica del potere”, ulteriore elemento che pone Pl in una seppur precaria comunicazione con il retroterra culturale alla base della riflessione sulla modernità» (p. 133). Nelle enunciazioni di Pl risuonano, non importa quanto consapevoli (come del resto in larga parte dellʼautonomia) le pagine del Foucault di Sorvegliare e punire e della Microfisica del potere. Ma se le ricerche di Foucault si radicavano nelle prassi delle nuove lotte trasversali, mancava alle pratiche e alle teorizzazioni del tempo una piena comprensione della complessa relazione fra assoggettamento e soggettivazione. Resta che «lʼindicazione di terreni conflittuali come quello della sanità, della psichiatria, della nocività ambientale sottintende un discorso sulla qualità della vita velleitario nella sua applicazione, ma in grado di cogliere le contraddizioni del mondo contemporaneo e del suo modello di sviluppo» (p. 337).

È altresì vero che lʼintera ipotesi che sorregge la galassia di Pl e delle squadre si basa su presupposti che la dura realtà dei fatti si incaricherà di smentire. In primo luogo, lʼaver sottovalutato la profondità dei processi di ristrutturazione in atto, che ridefiniscono in modo radicale la stessa soggettività operaia. Lʼautomazione, lʼallungamento delle linee di produzione sul territorio, lʼesternalizzazione erano processi già in corso, contro i quali le irruzioni nei luoghi del lavoro nero, o la violenza contro le singole figure del “comando dʼimpresa” si rivelano impotenti. Il capitale dava lʼavvio ai processi di globalizzazione, in risposta al potente ciclo di lotte che innerva il ʼ68 e gli anni successivi in buona parte dellʼOccidente: contro i quali mancava la capacità di immaginare una prassi allʼaltezza dellʼoffensiva.

Il rifluire dellʼoperaio sociale, che rimaneva ripiegato su se stesso – anche per lʼincapacità delle diverse realtà di movimento di dispiegarlo – determinò il progressivo restringimento di quellʼarea della sovversione dalla quale la “guerra civile di lunga durata” avrebbe dovuto trarre linfa. A ben guardare, dentro Pl la mancata affermazione di un’interpretazione chiara del rapporto fra organizzazione e squadre, e la mancata fusione con altre formazioni combattenti, hanno la loro radice nellʼesaurimento della spinta proveniente dalle lotte. Ormai in procinto di sfilacciarsi, Pl «consumerà le residue energie tornando nellʼambiente da cui tutto era cominciato, la fabbrica, ormai pressoché rasa al suolo nella sua architettura conflittuale» (p. 357). Ma «arroccarsi» nellʼassunzione di una sorta «di delega, di supplenza a quella che avrebbe dovuto essere la forza di un movimento sociale» (Susanna Ronconi, p. 356) è, di fatto, lʼammissione di una sconfitta.

La diffusione dellʼeroina, con esiti ben più devastanti delle bombe nelle banche e nelle piazze e sui treni – che lʼautore sottolinea più volte, inquadrando le azioni delle squadre contro gli spacciatori allʼinterno del «sorgere di nuovi terreni e nuove forme di antagonismo» (p. 200) – è, al pari della ristrutturazione della produzione, qualcosa che non poteva essere contrastata con la sola forza delle armi (e che attraverserà la stessa Pl). E attesta il cinismo dello Stato nello scatenare una guerra contro unʼintera generazione per prosciugare il mare della sovversione.

Del quale cinismo, vale la pena citare due documenti. La relazione del 1979 di Dalla Chiesa sullʼattività del proprio nucleo speciale, dove si richiede con crude parole lʼimperativo allontanamento «almeno dallʼesercizio dellʼazione penale» di «quegli elementi notoriamente indicati quali extraparlamentari»: gli «acculturati» e i «portatori – in veste di legalitari o garantisti – di “benevolenze” o “compromissioni”» (pp. 178-79). E una lettera di Dino Sanlorenzo, uno degli ideatori del famigerato questionario anonimo del Pci torinese sul terrorismo, sulla presenza di Segio e Ronconi in una cooperativa sociale nel 1988: «Il Comune gli dia pure delle commesse, […] per esempio lucidare e tenere in ordine le tombe di quelli che hanno accoppato, portare i fiori a quelli assassinati da Prima linea. Potrebbero dedicarsi agli handicappati o a spalare neve quando cʼè» (p. 326): dove lʼequiparazione degli «handicappati» a lavori cimiteriali, o comunque di scarto, dice tutto. Va però sottolineata, accanto alla sopravvalutazione della volontà dellʼoperaio sociale di scendere sul terreno della guerra civile, la sottovalutazione della forza militare e sociale del potere contro il quale le diverse opzioni di lotta armata si sono infrante: un errore politico ancor più grave in una formazione che aveva intuito più di qualcosa sulla struttura molecolare e reticolare del potere.

Ma se la rivoluzione era finita, se la fabbrica, alla vigilia della gigantesca rappresaglia dapprima dei 61 licenziati politici, e poi dei 14.500 espulsi (che erano anchʼessi licenziamenti politici), già riluceva della livida luce che illumina le macerie: era possibile arrestarsi su quella strada che avrebbe portato alle azioni, catastrofiche sul piano politico oltre che umano, dellʼassassinio di Alessandrini, di Emanuele Iurilli e di William Waccher?Lʼistantanea del funerale bolognese di Barbara “Carla” Azzaroni, cui parteciparono migliaia di compagni e compagne, può essere indicativa di uno stato di sospensione che sarebbe forse stato possibile: «Sarebbe bastato uno sguardo calmo alla situazione e a quel corteo funebre per rinunciare alla rappresaglia, per raffreddare la rabbia e cominciare un serio esame sul che fare. Ma era come se a ogni errore e a ogni smacco operativo crescesse il velo davanti agli occhi e la vista si appannasse sempre di più»7. Se con lʼassassinio di Emanuele Iurilli, vittima innocente di unʼazione di rappresaglia, «si rompe definitivamente il sottile filo di seta che ancora ci legava al movimento e alla realtà» (Bruno Laronga, p. 333), è perché quel rapporto con la realtà era già sottile come un filo.

Nelle ricostruzioni delle diverse manifestazioni del movimento antagonista degli anni ʼ70, compare sempre un momento nel quale si dovrebbe dire, e talvolta lo si dice,8 che «non cʼè più tempo». Che i possibili si sono esauriti, e in assenza del possibile la vita, il movimento, lʼessere, soffoca. È su questa sensazione di soffocamento che chiude questo primo volume: alle soglie di quegli anni Ottanta dai quali non nessuno è mai più uscito vivo. «Non basta avere ragione: bisogna che la ragione te la diano», ha detto qualcuno; un motto che si attaglia anche alla storia di Prima linea, ai suoi militanti caduti (ciascuno ha le proprie Spoon River, e ciascuna di esse merita rispetto), e ai molti che hanno ripreso, con nuove forme, le lotte interrotte dalla detenzione: in buona parte quelle lotte trasversali per lʼambiente, il riconoscimento, il diritto alla vita dei detenuti, dei tossicodipendenti, dei diversamente reclusi che le ragioni di Pl aveva intuito. Contraddizioni apparenti, che trovano in una storia che oggi sembra lontana (abbastanza da poter essere storicizzata) radici e percorsi carsici.

*****

Note

  1. A fronte dei 911 condannati delle Br, vi sono 923 di Pl, a cui si aggiungono i 149 dei Comunisti organizzati per la liberazione proletaria (Colp) e le decine di militanti di altre sigle minori (cfr. Renato Curcio, La mappa perduta, Sensibili Alle Foglie 1994; Giorgio Galli, Piombo Rosso. La storia completa della lotta armata dal 1970 a oggi, Baldini Castoldi Dalai 2004; Sergio Segio, Una vita in Prima linea, Rizzoli 2006). Sul periodo dei “boia delle carceri” si vedano la nuova edizione di Sergio Segio, Miccia corta. Una storia di Prima linea, Milieu 2017, pp. 206-219; e Toni Negri, Galera ed esilio, a cura di G. De Michele, Ponte alle Grazie 2017, pp. 41-43. Nella pagina facebook dedicata al libro si possono trovare molti documenti archivistici e altre fonti  (primarie e secondarie) che la casa editrice del libro di Andrea Tanturli, DeriveApprodi, mette a disposizione dei lettori.
  2. Il riferimento è alla deposizione di Michele Viscardi durante il processo di Torino a Pl (nello specifico, sull’ipotesi di una “talpa” nella Procura di Torino che abbia fornito informazioni sul giudice Alessandrini: ipotesi che non ha trovato riscontri) (p. 302).
  3. Adriano Prosperi, “Terrorismo italiano. Le porte di entrata e di uscita”, in Passato e presente, n. 96, 2015, pp. 164; Prosperi sta recensendo Monica Galfré, La guerra è finita. LʼItalia e lʼuscita dal terrorismo 1980-1987.
  4. “Susanna Ronconi. Una vita da film”, in Rossella Simone, Donne oltre le armi, Derive e approdi, 2017, p. 98.
  5. Luca Rastello, Piove allʼinsù, Boringhieri 2006, p. 156.
  6. Esemplare ad es. la genesi di Senza Tregua allʼinterno della Magneti Marelli di Sesto San Giovanni (pp. 71-85), ricostruita sul ritmo delle lotte e del farsi dellʼautonomia allʼinterno del conflitto di fabbrica.
  7. Sergio Segio, Una vita in Prima linea, Rizzoli 2006, p. 168.
  8. Vedi il saggio introduttivo di De Lorenzis, Guizzardi, Mita a Avete pagato caro non avete pagato tutto. La rivista «Rosso» (1973-1979), Derive e Approdi 2008, p. 69.

Fonte: Girolamo De Michele, Il lavoro culturale

τα βιβλία του μιχάλη, i libri di michele

ΣΣ. χόρεψες πάνω στο φτερό του καρχαρία – 13

Δυο λόγια για τον εργατισμό τώρα.
Ναι, για κάποια χρόνια υπήρχε η κεντρικότητα της φιγούρας του εργάτη-μάζα για την επανάσταση.
Από την στιγμή όμως που το εργοστάσιο διαχέεται στην πόλη και υπεραξία παράγεται παντού, [σχολείο, πανεπιστήμιο, σπίτι, γυναίκες, άνεργοι] κεντρική φιγούρα αναδεικνύεται ο κοινωνικός εργάτης σαν επαναστατική εμπροσθοφυλακή.
Αυτός που μες το πλήθος έχει συναίσθηση της πραγματικότητας που τον καθιστά σύγχρονο είλωτα, αυτός είναι η επαναστατική φιγούρα.
Και θέλει να ελευθερωθεί ολοκληρωτικά, οικονομικά και αξιακά.

αρνείται λοιπόν την μισθωτή εργασία στο εργοστάσιο, σαμποτάρει την παραγωγή διαρκώς, και επανοικειοποιείται τον πλούτο που του κλέβουν με χίλιους δυο τρόπους, παράνομους ή ημιπαράνομους, οργανώνοντας την αντιβία του, με λιγότερη ή περισσότερη δύναμη και ένταση, εφευρίσκοντας τρόπους και μορφές απαλλοτρίωσης καθημερινής της υπεραξίας που του κλέβουν, στο εργοστάσιο, στο σπίτι, στο σχολείο και τις σχολές, στον πολιτισμό και στον ελεύθερό του χρόνο.

Τώρα για τους ρόλους και τις ιεραρχίες.
Αυτές καταργούνται κάθε μέρα μέσα στη ζωή και στον αγώνα, με τη συζήτηση στην κοινότητα, και από τις δύο πλευρές.
Διότι δεν έχουμε όλοι τις ίδιες δυνατότητες, τις ίδιες ικανότητες, πρέπει να ξεχυθούνε ολονών αυτές, να μη μπλοκάρουμε κανέναν και να δώσουμε ίσο βάρος σε όλους, δεν είναι όμως όλοι ίδιοι.
Όλοι οι καλοί χωρούν στο επαναστατικό προτσές, φτάνει να αγωνίζονται για την απελευθέρωση της εκμετάλλευσης και καταπίεσης του ανθρώπου από τον άνθρωπο.
Στην κοινωνία και μέσα του!

Προσωπικά στην ζωή με έχουν στηρίξει πολλοί φιλικά ψυχολογικά, οικονομικά οι συγγενείς μου.
Δεξιοί και αριστεροί
Τα περισσότερα μπινελίκια τα άκουσα από αριστερούς, όπως και από ανθρώπους που με γνώριζαν χρόνια και θα έπρεπε αν μη τι άλλο να προσέξουν ότι δεν έχω πρόθεση όταν λανθάνω!
Δεν λανθάνω με σκοπό, για να κερδίσω.
Η ζήλια είναι ο χειρότερος σύμβουλος του ανθρώπου, μετά έρχεται η περιορισμένη διανοητική ικανότητα και αντίληψη.

Γι αυτό λοιπόν επανοηματοδότηση χρειάζεται της ζωής γενικότερα! Αυτονομία.
Πράξεις και όχι λόγια!
Στις κουβέντες όλοι ήμαστε άριστοι.
Πράξεις να δούμε πολλές!
Όχι συντηρητικούρες και μεγάλους σταυρούς.
Μεγάλη νίκη για τον καπιταλισμό στάθηκε αυτή στα νοήματα.
Ονόμασε ελευθερία τη δυνατότητα να καταναλώνουν οι άνθρωποι, έστω και με δανεικά, να κάνουν πως μοιάζουν στους πλούσιους [life style ] οι μέτριοι, με αντάλλαγμα να τον αφήνουν να κυβερνά και να κουμαντάρει.

Έσπασε τις συλλογικότητες με το μότο ‘ο θάνατός σου η ζωή μου’,
‘εμπρός εμείς και δε γαμείς’.
Έκανε τα συνδικάτα συντεχνίες, κλαδικές.
‘εμείς να είμαστε καλά’.
Το σπίτι μας να μη βουλιάξει κι ας πνιγούν όλοι οι υπόλοιποι.
Ατομικισμός λοιπόν, κίνδυνος θάνατος.
Όχι στην κτητικότητα,όπου και αν αυτή παρουσιάζεται!
Αν δώσουμε αρχές και αξίες στα παιδιά μας όπως μας ζητούσε παλιότερα η συντρόφισσα, πέρα από τον πλουτισμό και το κέρδος τότε σίγουρα την επανάσταση θα την κάνουν μια μέρα.
Έτσι θα υπάρχει αντίβαρο.
Και αυτές οι αρχές και αξίες θα πρέπει να είναι και να τις κάνουμε να φαίνονται ελκυστικές! Με την πράξη μας!

Η φαντασία στην εξουσία, όχι η συντήρηση!
Τα θέλουμε όλα τώρα!
Εδώ και τώρα ζούμε την κοινωνικότητά μας,
στις κοινότητες μας
Αυτή είναι η αντιεξουσία μας
Για την κατάργηση της εξουσίας
Από τις κοινότητες. Για την αυτονομία.

Ακόμη δυο λογάκια για τον ρατσισμό, τον έρποντα φασισμό.
Θα σας θυμίσω στους παλιότερους πόσα λέγονταν για τον Νικόλα τον ίδιο, το μπαράκι του και τους θαμώνες. Θα σας θυμίσω πώς φέρθηκαν πολλοί στον Γιάννη και την Ελπίδα πριν το διάβημα.
Δεν θέλω να επεκταθώ, οι γνωρίζοντες καταλαβαίνουν, για τους υπόλοιπους έχουμε πει τόσα και τόσα, φτάνει να σας θυμίσω πόσο ξύλο έπεσε πανελλαδικά για να μπορούν πλέον τα πρώην αλβανάκια που αριστεύουν να σηκώνουν τη σημαία.

Θέλετε κι άλλα; Πως συμπεριφερθήκαμε τα πρώτα χρόνια στους ρωσοπόντιους μέχρι τελικά να τους αποδεχτούμε θυμάστε;
Όταν ήμασταν μικροί μας έλεγαν να μη κάνουμε παρέα με τα παιδιά από τις ‘κατώτερες’ τάξεις, έτσι αποκαλούσαν τους φτωχότερους! μετά με αυτά των κομμουνιστών, μετά με τους ίδιους τους κομμουνιστές,μιας και είχαν χωρίσει την χώρα στα δύο – οι εθνικόφρονες και τα μιάσματα! κάπως έτσι έκαναν οι αμερικάνοι με τους μαύρους, έτσι κάνουμε σήμερα με τους μετανάστες και τους ‘κουκουλοφόρους.’

Ποιος έχει όμως αντικοινωνική συμπεριφορά, ο εξουσιαστής ή ο αντιεξουσιαστής; Τεράστια η ευθύνη της αριστεράς,που δεν κάνει εμφανή την ευθύνη της εξουσίας στην αντικοινωνική της συμπεριφορά. Όμως είπαμε σάρκα από την σάρκα της είναι πλέον και αίμα από το αίμα της.
Ο αντιεξουσιαστής τουλάχιστον οικειοποιείται αυτό που του υφαρπάζουν,καταστρέφει και τη ‘βιτρίνα’ του συστήματος γιατί δεν θέλει να της μοιάξει!
Σας θυμίζω πως στα χρόνια μου όποιο κοριτσάκι γουστάριζε τον έρωτα το αποκαλούσαν πουτάνα! Αυτοί που, κατά τα άλλα, το κυνηγούσαν απεγνωσμένα για να αρπάξουν λίγη από την χάρη της.
ΕΔΏ ΠΟΥ ΦΤΆΣΑΜΕ ΔΕΝ ΈΓΙΝΕ ΜΕ ΠΑΡΘΕΝΟΓΈΝΝΗΣΗ

Θυμάστε οι παλιότεροι πως φέρονταν στον ‘Τάκα τάκα’ ‘ευαίσθητοι’ καβαλιώτες,που σκορπούσαν καταγής τα κέρματα για να σκύβει να τα μαζέψει και να ξεσπάσουν έτσι σε ουρανομήκη χάχανα. Θεωρώντας πως σπάζουν πλάκα! Ή τι κλωτσομπουνίδι έχει φάει ο Ψαρός επειδή έκανε το λάθος να είναι ‘διαφορετικός’;
Λαός που έχει μνήμη πάει μπροστά!
Σήμερα δεν γίνεται τίποτα χωρίς αντίτιμο, όλα κοστίζουν, δεν υπάρχει εξυπηρέτηση, για ότι γίνει πρέπει να υπάρξει κέρδος.
Σημαντικό το τραγούδι ‘οι μάγκες δεν υπάρχουν πια’, σημάδεψε την εποχή του. Στις αρχές του ‘80.
Θυμηθείτε τους στοίχους.

Ο μύθος περί ελληνικής παλικαριάς και μαγκιάς έσβησε σε μια στιγμή. Ήταν το τίμημα που πλήρωσε ο Έλληνας στις τράπεζες και τον σοσιαλ φασισμό του Παπανδρέου και του ΠΑΣΟΚ.
Μήπως κατά λάθος έλεγε παλικάρια τους κλέφτες και όλους τους παράνομους με τελευταίο τρανταχτό παράδειγμα τους αδελφούς Παλαιοκώστα και παλιότερα τον Ρωχάμη [άλλη βέβαια αντίφαση που δείχνει πόσο διχασμένη προσωπικότητα είναι ο νεοέλληνας, αυτός ο τελευταίος βαρούσε τις γυναίκες, ψευτο παλικαράς].
Έχουμε πολλούς τέτοιους στη χώρα μας!
Ο έλληνας σήμερα είναι πολύ διχασμένη προσωπικότητα, πολύ διασπασμένη. Τρανό παράδειγμα η συμπεριφορά του στις τελευταίες εκλογές. Σχιζοφρενής με τα όλα του.

Τον νέο τον καταπιέζουμε, από φόβο, από τη στιγμή που γεννιέται. Μόλις λοιπόν αρχίσει και καταλαβαίνει πέντε πράγματα αντιδρά και με την ενηλικίωσή του ξεσπά, ψάχνει να βρει τα νοήματά του, τι του αρέσει και τι του ταιριάζει. Παίρνει τον δικό του δρόμο,ψάχνει τη δική του απελευθέρωση, κάνει την επανάσταση του.

Ο δρόμος θα είναι ανάλογος με τις αρχές που διαμόρφωσε όλα αυτά τα χρόνια και τα νοήματα που ανακάλυψε.
Αυτό έγινε και με εμάς. Φοβερή σημασία παίζουν οι συγκυρίες!

Ήμουν τυχερός να βρεθώ μέσα στην καρδιά των γεγονότων και των νοημάτων του παρατεταμένου Ιταλικού Μάη – ‘68,‘78, της αυτονομίας και του αντάρτικου στις πόλεις. Του κομμουνισμού στην πράξη.

Prospero Gallinari μια ιστορία του εννιακόσια 1

Το ίδιο συμβαίνει και σήμερα, με τις συνθήκες του τώρα, με τις μορφές που παίρνει στην ιδιαιτερότητά του, στον ευρύτερο αναρχικό και αντί εξουσιαστικό χώρο σε διάφορες παραλλαγές.
Γι αυτό: μη πυροβολείτε τον πιανίστα. Όσοι δεν λαμβάνετε μέρος. Αν δεν μπορείτε να χειροκροτήσετε, τουλάχιστον μην εναντιώνεστε, η ιστορία γεννάει, και τι θα βγει εξαρτάται από την συμπεριφορά όλων μας.
Εγώ προσωπικά παρακολουθώ και συμμετέχω όσο μπορώ στις κινηματικές διαδικασίες. Παραπάνω δεν δύναμαι για τους λόγους που γνωρίζω εγώ και οι δικοί μου άνθρωποι. Δεν κριτικάρω αυτούς που δεν μπορώ και δεν θέλω να ακολουθήσω στις πρακτικές τους. Κι αυτοί το ίδιο πράγμα μ’ εμένα θέλουν στο κάτω- κάτω.
Οι άλλοι δεν το επιθυμούν, αυτούς πυροβολήστε!

Όπως μπορεί, γουστάρει και αντέχει ο καθένας.
Μένω έξω από το κομματικό σύστημα.
Δεν διαπλέκομαι, δεν ζητώ.
Και όσο μπορώ αντιστέκομαι στο χρηματοοικονομικό αλισβερίσι.
Απορρίπτω το αξιακό συναπάντημα.
Περιμένω και ελπίζω.
Δεν παραδίδομαι, απέχω ενεργά από όλο το πελατειακό καθεστώς.

Δείχνουμε τον πολιτισμό μας στον δρόμο όπου η συμπεριφορά είναι επιεικώς απαράδεκτη προς όποιον θεωρούμε υποδεέστερο, το δείχνουμε και στο γήπεδο, στην αμμουδιά που έχει καταντήσει τασάκι γι’ αποτσίγαρα,στο δάσος που έγινε ο μεγάλος σκουπιδοτενεκές μας.

Ήρθα πάλι αντιμέτωπος με τον ‘πολιτισμό’ μας σήμερα. Πήγα να κολυμπήσω κι έκανα μια βόλτα στην παραλία πριν βουτήξω. Πίτα στην πλαστικούρα η αμμουδιά! Γεμάτη σακούλες και ότι άλλη πλαστική βρωμιά μπορείτε να φανταστείτε. Οι ‘καθαροί’ συμπατριώτες μας παρατάνε τα σκουπίδια τους μέσα στα πλαστικά φεύγοντας για το σπίτι, πεταμένα στην άμμο διότι τους είναι ‘δύσκολο’ να τα μεταφέρουν στον πλησιέστερο κάδο που υπάρχει εκεί κοντά! Με τον πρώτο αέρα η βρωμιά βρίσκεται στο νερό, και από εκεί ο νοτιάς τα ξαναστέλνει πίσω. Βέβαια, και οι περίφημοι ψαράδες μας αμολάνε τα σκουπίδια τους στο μεγάλο δοχείο που λέγεται θάλασσα, που μας ταίζει κι από πάνω! Έτσι, οι ακτές είναι γεμάτες με κάθε λογής βρώμα, που δεν ανακυκλώνεται από τη σοφή φύση. Χημική βρώμα.
Ακούστε λοιπόν :

Οι πλαστικές σακούλες παρασκευάζονται από πολυαιθυλένιο, παράγωγο του πετρελαίου. Η παραγωγή τους προσθέτει στην μόλυνση της ατμόσφαιρας και στην κατανάλωση ενέργειας. Κάθε χρόνο παρασκευάζονται περί τα 5 τρισεκατομμύρια πλαστικές σακούλες. Η ‘ζωή’ τους στα σπίτια των καταναλωτών είναι ελάχιστη. Όταν πεταχτούν, η συνεχιζόμενη ‘παραμονή’ τους στον πλανήτη είναι ολέθρια!
Χρειάζονται χίλια χρόνια για να αποσυντεθεί μία πλαστική σακούλα. Καθώς αποσυντίθεται, τοξικές ουσίες εισρέουν στο χώμα και εισέρχονται αργότερα στη διατροφική μας αλυσίδα. Τα τρόφιμα δηλαδή που βάζουμε στις πλαστικές σακούλες αγοράζοντας τα από τα σούπερ μάρκετ περιέχουν ήδη τοξικές ουσίες από παλαιότερες σακούλες που έχουν αποσυντεθεί.

Ένα δισεκατομμύριο θαλασσοπούλια και άλλα θηλαστικά πεθαίνουν κάθε χρόνο επειδή συγχέουν τις πλαστικές σακούλες με τροφή, τις καταπίνουν και πνίγονται.

Θα ανοίξω εδώ μια παρένθεση για να πούμε και για του στραβού το δίκιο. Να πω λοιπόν για μια αίσθηση που μου δημιουργήθηκε σε ανύποπτο ακόμη χρόνο, τότε που η Ελλάδα, επίσημα τουλάχιστον, δεν αντιμετωπίζονταν σαν αποπαίδι, σαν ο αποδιοπομπαίος τράγος των ‘Ευρωπαίων’. Αυτοί λοιπόν μου φαίνονταν από τότες ακόμα χειρότεροι. Μας έβλεπαν στην αμμουδιά ανέμελους να απολαμβάνουμε, ναι, ακριβώς, να απολαμβάνουμε τα πέντε δέκα πράγματα που μας ευχαριστούν,και ζήλευαν,φαίνονταν,έκανε μπαμ, ακόμη και στις κουβέντες τους,το θυμάμαι χαρακτηριστικά, ήταν όλο γκρίνια για την δική τους τη βαριά και ξινή καθημερινότητα και για την ανεμελιά με την οποία οι έλληνες αντιμετώπιζαν την βιοτή τους. Και όλα αυτά πολύ πριν την κατάκτηση του ευρωμπάσκετ, πριν ξεκινήσει η επέλαση των δανεικών, έστω αν θέλετε πριν ακόμη αυτά κατευθυνθούν προς λαό πλευρά.

Είναι ρατσιστές από κούνια οι βορειοευρωπαίοι, για τους χι- ψι λόγους που μόνο αυτοί ξέρουν θεωρούν πως είναι ανώτεροι από τους νότιους. Και τώρα που έχουν και κάποιο δίκιο όσον αφορά τον τρόπο που διαχειρίστηκαν οι κρατούντες τα δανεικά, και τον τρόπο με τον οποίο εμείς ανεχτήκαμε να γίνεται αυτό,παίρνοντας πολλοί από εμάς μέρος στον ‘μυστικό δείπνο, βρήκαν ευκαιρία να ξεσαλώσουν.
Στον βορρά έχουν θεοποιήσει την έννοια της εργασίας. Επειδή λοιπόν δεν έχουν τι άλλο να κάνουν όλη μέρα,εργάζονται – πρέπει να το κάνουν και όλοι οι υπόλοιποι.

Ζηλεύουν και το κλίμα που παραείναι ‘θερμό’ για τα μέτρα τους, και μας οδηγεί σε σιέστες κλπ,συχνές τα καλοκαίρια που συνήθως μας επισκέπτονται, και σε όλες εκείνες τις μικρές απολαύσεις που είναι το αλάτι της ζωής.
Δεν θέλω να γενικεύω, νιώθω όμως πως για τους περισσότερους από δαύτους έτσι έχουν τα πράγματα.

Το ότι μια κοινωνία ελεύθερη θέλει να καταργήσει τους ρόλους και τις ηγεσίες δεν σημαίνει πως θέλει να πάψει να αναδεικνύει τα ταλέντα των ανθρώπων.
Απλά θα πάψει να τους διαχωρίζει, να τους αναδεικνύει ή καταδεικνύει αξιακά.
Να τους αμείβει διαφορετικά οικονομικά, ψυχολογικά, πολιτιστικά κλπ.

Υπάρχει και ανάποδη εκμετάλλευση ανθρώπου από άνθρωπο. Εμείς θέλουμε να καταργήσουμε την εκμετάλλευση.
Υπάρχουν άνθρωποι που παθιάζονται στην ζωή με τα ταλέντα τους και τα προσφέρουν απλόχερα στο σύνολο.
Υπάρχουν και άνθρωποι που δεν παθιάζονται με τίποτα και παραμένουν μόνιμα στο περιθώριο. Αυτοί από μόνοι τους παραμερίζονται από την κοινότητα, από την διαλεκτική και την ζύμωση, την συζήτηση.
Στο όνομα της κυκλικότητας δεν θα παραμερίσεις το ταλέντο. Ο αξιότερος στον λόγο θα χρησιμοποιηθεί ανάλογα. Δεν θα τον ‘ξεχωρίσουμε’ όμως, θα σκουπίσει και θα μαγειρέψει επίσης.
Στο όνομα της κυκλικότητας δεν θα δημιουργήσουμε σύγχυση.

Δεν επιζητούμε την ισοπέδωση, την απρόσκοπη ανάδειξη επιζητούμε. Δεν θα ξεχωρίσουμε τους ανθρώπους, θα τους ενώσουμε.
‘εμείς δεν τραγουδάμε για να ξεχωρίσουμε αδελφέ μου απ’ τον κόσμο. Εμείς τραγουδάμε για να σμίξουμε τον κόσμο’, γράφει ο ποιητής και τραγουδά ο καλλιτέχνης.

Από καταβολής κόσμου, από τότε που ο άνθρωπος ανακάλυψε την γραφή και έτσι μας άφησε τις εικόνες και τις σκέψεις του, είδα πως υπάρχουν δύο είδη ανθρώπων. Αυτοί που τους ενδιαφέρει η εξουσία επί των άλλων, και αυτοί που νοιάζονται για αξίες και αρχές. Δεν έχει σημασία πως ονομάζονται. Ή θέλεις να αποτινάξεις τον ζυγό για να υποδουλώσεις εσύ τους υπόλοιπους, ή θέλεις να το κάνεις για να μην υπάρχουν πλέον ζυγοί ! Με γοήτευσαν λοιπόν οι δεύτεροι, δεν γνωρίζω να σου πω γιατί. Ίσως ν’ άφησε κάποιος αυτό τον σπόρο μέσα μου, ίσως να είναι αυτό το στάδιο μετενσάρκωσης στο οποίο βρίσκομαι ! Ποιος ξέρει ;

Με την ευκαιρία να πω πως με αυτό το πόνημα θέλω να συνεισφέρω κι εγώ στην κουβέντα για το μέλλον της κοινωνίας μας και για το πως θα φθάσουμε εκεί που ονειρευόμαστε και επιθυμούμε.

Ο δάσκαλος είναι δάσκαλος και δεν χρειάζεται να το παίξει αρχηγός.
Ο ηγέτης θα είναι πάντα ηγέτης, γιατί τέτοιους η ζωή δεν βγάζει κάθε μέρα.
Κανένας ηγέτης δεν το έπαιξε ποτέ αρχηγός. Και όταν υπήρξε τέτοιος αποκαθηλώθηκε από την ίδια την ιστορία, την πραγματική, όχι αυτή που γράφουν οι ψευτο νικητές στα κιτάπια τους και που χρησιμοποιούν οι ψευτο δάσκαλοι για να αποβλακώνουν τις μάζες.

Το να είναι κάποιος σήμερα παραβατικός σημαίνει το να είναι ελεύθερος, είναι θέμα αξιοπρέπειας και όχι ιδεολογίας.
Σήμερα η σύμβαση στηρίζεται στο απόλυτο ψέμα. Βγαίνεις λοιπόν από τη σύμβαση για να είσαι εν τάξει με τον εαυτό σου, να τα έχεις καλά μαζί του! να μην αυτο κοροϊδεύεσαι δηλαδή. Θεσμοθετεί και εκτελεί μια αισχρή μειοψηφία στο όνομα μιας πλειοψηφίας που αμελεί, παραδομένη ραγιαδικά! Η αξιοπρέπεια σε κάνει πρώτα απ’ όλα να εξεγείρεσαι και μετά το άδειο στομάχι!!!! η αντίθεσή σου, η αντίσταση στο ‘δημοκρατικό’ ψέμα. Έτσι απλά. Τα υπόλοιπα έχουν να κάνουν με το πως ονειρεύεσαι την διαφορά. Και εκεί πάνω συζητάς με τους υπόλοιπους γιατί σου αρέσει η ελευθερία και ο κοινοτισμός, έτσι απλά!. Δεν χρειάζεται τόσο πολύ να είσαι κάτι, όσο το να μην είσαι με τίποτα αυτό που κυκλοφορεί μεταμφιεσμένο τριγύρω σου !!

ΚΑΠΙΤΑΛΙΣΜΟΣ Ή ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ ! λοιπόν.

αγύριστο κεφάλι 2001 άλκης αλκαίος μίλτος πασχαλίδης
»Φυσάει ένας αέρας που σαρώνει ενθύμια παλιά και φυλακτά, οι ήρωες το σκαν απ’ την οθόνη ξυλάρμενοι τραβάνε στ’ ανοιχτά
που μας πηγαίνει αυτό το τρεχαντήρι, δεν ξέρω γέμισέ μου το ποτήρι.
Τα μάρμαρα στο φως αντιφεγγίζουν σε ποιό ταξίδι σ’ έχω ξαναδεί, τυφλά πουλιά το τζάμι μου ραμφίζουν το πλένει στα φανάρια ένα παιδί,
κι ένας τελάλης σ’ έρημη πλατεία τριάντα χρόνια ψάχνει την αιτία.
Στους δρόμους καβαλάρηδες καλπάζουν και κυνηγούν τ’ αδέσποτα σκυλιά, και οι νοικοκυραίοι που τρομάζουν, ξορκίζουν μ’ αγιασμό το σατανά.
Δεν είναι εδώ Βαλκάνια σου το ‘πα ,εδώ είναι παίξε γέλασε και σώπα.
Φυσάει ένας αέρας που σαρώνει, μα εγώ ειμ’ ένα τραγούδι αλλοτινό, στου δρόμου το λιοπύρι και το χιόνι αγύριστο κεφάλι θα γυρνώ
στα χέρια σου αφήνω το τιμόνι κι η πιο μεγάλη νύχτα ξημερώνει».

  • Η κριτική στην κοινωνία είναι ολική και ενάντια σε ότι αυτή αντιπροσωπεύει σε αξίες. Επάνω σε ποιες από αυτές βασίζει εδώ και δεκαετίες το κεφάλαιο την εξουσία του επί της κοινωνίας ;
    Πατρίς – θρησκεία – οικογένεια .
    Μέσα στο φαντασιακό των ανθρώπων αυτές οι αξίες κατέχουν πρωτεύουσα σημασία. Εδώ πάνω στηρίζεται η καταπίεση, αφόρητη στον πυρήνα κάθε επαναστάτη, σε τεράστια κομμάτια της νεολαίας τότε και τώρα. Και η υποκρισία στο μεγαλείο της μιας και σχεδόν οι πάντες γνωρίζουν πόσο διεφθαρμένες είναι στον πυρήνα τους, συντηρητικές και παλαιολιθικές αυτές οι αποτυχημένες αξίες. Με όλα τα σύμβολα και τους θεσμούς τους!

Η φαντασία στην εξουσία σημαίνει την ολομέτωπη επίθεση σε αυτές τις αξίες.
Ο θεός ευλογεί τα όπλα των εκάστοτε ελίτ που θα σκορπίσουν τον όλεθρο βομβαρδίζοντας λαούς για να τους κατακτήσουν με εθνικούς και υπερεθνικούς στρατούς δημιουργώντας κύματα μεταναστών που κατακλύζουν το κέντρο από την περιφέρεια που διαμελίζεται. Εκεί τους κυνηγούν ανελέητα αστυνομίες,σύμβολα και ρατσιστές για να συνεχίσουν το μακελειό. Και η οικογένεια είναι το κεντρικό εργαλείο που διαχέει στον χρόνο και μεταβιβάζει από γενιά σε γενιά την πίστη στην ‘καθαρότητα’ της φυλής, τον αποτροπιασμό στην διαφορετικότητα, την καταπίεση των φύλων, την πίστη σε ιερά και τα όσια στο όνομα των οποίων γίνονται τα μεγαλύτερα εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας.

Στο όνομα του κέρδους που στέκει περήφανο πίσω από όλα αυτά τα ‘ιερά και όσια’.
Παπάδες, στρατηγοί, αξιωματικοί και τίμιοι οικογενειάρχες φαντάροι και πολιτικοί βρίσκονται εκεί και χειροκροτούν στο βωμό της αγοράς.
Της μόνης πραγματικής αξίας.
Ο πιο αποτυχημένος και άλλο τόσο σταθερός σαν βράχος θεσμός στα χρόνια που η εξουσία εφηύρε ανά τους αιώνες είναι ο γάμος και η οικογένεια.
Εδώ μέσα διαιωνίζεται στους αιώνες η κυριαρχία των ελίτ στον λαό. Του θεού στον λαό, του αφέντη στο λαό Και ο νεο ραγιάς οικογενειάρχης προσκυνά για ένα πιάτο φαί και λίγη, πολύ λίγη σιγουριά.

ο τελευταίος των μοϊκανών

  • Η επίθεση υπήρξε ολομέτωπη και γι αυτό έχει αποσιωπηθεί παντελώς. Ότι παρήγαγε εκείνο το τεράστιο αυτόνομο κίνημα πετάχτηκε στην πυρά. Και όχι φυσικά γιατί σήκωσε τα όπλα. Το είχαν κάνει λιγότερο από διακόσια χρόνια πριν ενάντια στην τότε εξουσία του βασιλιά οι αστοί. Πάλι νομιμοποιημένοι από την επίσημη εκκλησία. Απλά άλλαξε ο Μανωλιός και έβαλε τα ρούχα του αλλιώς., παραμέρισε τον προλετάριο,κράτησε την εξουσία,την χρησιμοποίησε για να νομιμοποιήσει την αφεντιά του και όλα μέλι γάλα.

Το περιεχόμενο τρέμουν, των νέων επαναστατημένων ! Γιατί ξεθεμελιώνει από την ρίζα εκεί που έχουν βασίσει την εξουσία τους, στα νοήματα!.
Αυτά τους κρατούν ακόμα εκεί. Έχουν υποδουλωμένο τον κόσμο στα νοήματα. Ο πόλεμος παίζεται στα νοήματα. Αυτός που κρατάει την κυριαρχία στα μεγάλα νοήματα είναι ο σύγχρονος εξουσιαστής.
Διέλυσαν την παραγωγή, την έστειλαν- ότι απέμεινε- στην περιφέρεια, εξαφάνισαν τον ταξικό τους αντίπαλο, τον εργάτη, τον έτρεμαν γαρ, τους είχε πει ο Μαρξ πως νομοτελειακά, αργά ή γρήγορα θα τους πάρει τα γκέμια. Διέλυσαν λοιπόν την παραγωγή και τον αποτέλειωσαν στο φαντασιακό του. Τον έκαναν σύμμαχο στο μυαλό και στην καρδιά, λακέ τους. Για λίγα αργύρια.

Και έφτιαξαν μια τεράστια μικροαστική τάξη που την πάνε και την φέρνουν δεξιά και αριστερά με μεγάλη ευκολία, σαν φτερό στον άνεμο, ανάλογα με τα κέφια τους. Γιατί οι μικροαστοί από ανέκαθεν φέρονται και άγονται, ανάλογα με την φορά του ανέμου.
Και την στρέφουν προς τους επαναστατημένους γιατί δεν ξέρει τι της γίνεται. Τρέμει τους από πάνω, φοβάται και τους από κάτω. Ναι, αλλά για να τα βάλει με τους από πάνω θέλει κότσια ενώ με το που τα βάζει με τους από κάτω βοηθάει και το σύστημα γιατί έτσι κάνει τη δουλειά του.
Μ’ ένα σμπάρο δυο τρυγόνια. Έγινε και τότε, γίνεται και τώρα. Τότε ήταν το ΚΚΙ ο Δούρειος Ίππος.

Σήμερα είναι οι ‘ψευτοκομμουνιστές’, οι Ανεξάρτητοι και τα χρυσαύγουλα. Επαναλαμβάνω : θέλει αρετή και τόλμη η ελευθερία! Να μη ξεχάσω και τους Δημ.ΑΡ ήττες.

  • Δεν έχω γνωρίσει μέχρι σήμερα άντρα που να μην έχει απατήσει,και οι λίγοι που δεν το έχουν τολμήσει το ονειρεύονται στον ύπνο και στον ξύπνιο. Την γυναίκα όμως που θα το κάνει την αποκαλούν πουτάνα!
    Και την ρίχνουν στην πυρά! Οποία υποκρισία στο όνομα της ‘αγίας και ιερής οικογένειας’.

Οικογένεια χωρίς ατομική ιδιοκτησία δεν νοείται φίλοι μου. Να τη λοιπόν η λατρεία. Δεν νοείται κοινοκτημοσύνη και να κρατάς τον άντρα ή τη γυναίκα φυλακισμένους. Και μη μου πείτε για την αγάπη. Αυτή με την ιδιοκτησία και την κτητικότητα δεν έχει καμία σχέση. Αγαπάς απλά! Δεν κατέχεις. Τελεία και παύλα. Και άμα το παίζετε και χριστιανοί βάλτε να παίξει τον ‘Ύμνο στην Αγάπη’ ή διαβάστε τον, όλο και κάποια Διαθήκη θα βρίσκεται σπίτι σας. Διαβάστε προσεκτικά, με μυαλό και με καρδιά κυρίως αυτό το υπέροχο κείμενο που έγραψε ένας κατά τα άλλα μεγάλος μισογύνης,όπως φάνηκε σ’ εμένα, ο Απόστολος Παύλος.! Διαβάστε το και τα ξαναλέμε.
Ουαί σε σας γραμματείς και φαρισαίοι υποκριτές !! Από τα κεφάλια μέχρι πίσω την ουρά ! Και μας έχετε κάτσει στο σβέρκο και μας πιέζετε ! Και θέλετε κι άλλο! Βρε ουστ !

Και το έκτρωμα που ζείτε το αποκαλείτε ‘δημοκρατία’, να την βάλετε εκεί που γνωρίζετε, αν και από τις γυναίκες ακούω πως και αυτό έχετε ξεχάσει να το κάνετε!

  • Αφού λοιπόν διέλυσε τους παραγωγούς ο καπιταλισμός και τους ενσωμάτωσε, ήλθε ‘το τέλος της ιστορίας’. Εκεί τέλειωσε όποια επαναστατική φαντασίωση στις ψυχές των καταπιεσμένων.
    Η κοινωνία των παραγωγών είναι πλέον κοινωνία των καταναλωτών. Έτσι άρχισε η παραγωγή επιθυμιών και ‘αναγκών’ και από εκεί η παραγωγή των προϊόντων που θα κάλυπταν αυτές τις ανάγκες. Και η διαδικασία ενσωμάτωσης ολοκληρώθηκε.

Αυτή πρέπει να σπάσουμε και τις συμβάσεις πάνω στις οποίες στηρίζεται, αυτό το ‘ψευτο οικοδόμημα’ που μοιάζει ανίκητο χάρη στην απάθεια της κοινωνίας, χάρη στην δική μας απάθεια. Που πρέπει να βληθεί από όλες τις μπάντες. Αυτό είναι το καθήκον μας. Ένα ψευτο οικοδόμημα που φαίνεται πανίσχυρο αλλά στην πράξη στηρίζεται στην άμμο της λαϊκής ανοχής.

Eugenio Finardi Musica ribelle Parco Lambro 1976, αντάρτισσα μουσική

συνεχίζεται

μιχαλης 271

τα βιβλία του μιχάλη, i libri di michele

ΘΘ. χόρεψες πάνω στο φτερό του καρχαρία – 7

ΜΕΡΟΣ ΔΕΥΤΕΡΟ

ΖΟΎΜΕ ΣΤΗΝ ΕΠΟΧΉ ΤΩΝ ΕΙΚΟΝΩΝ, στην, κατά Ντεμπόρ, κοινωνία του θεάματος. Έτσι λοιπόν και για μένα, νεαρό αγόρι στα μακρινά ‘70, οι αφίσες στο σχολείο με τον Νικηταρά και τον Κολοκοτρώνη, με όλο το συμπάθιο, δεν είναι τόσο ελκυστικές όσο τα πρόσωπα στα μπλουζάκια και στα έντυπα των νεαρών του Μπέρκλευ, των σχολών στη Ρώμη,στο Μιλάνο, στο Παρίσι και στη Χιλή, στο Δουβλίνο και τη Φρανκφούρτη, στη Βαρκελώνη και το Λίβερπουλ, που συγκρούονταν με την αστυνομία και το στρατό. Αιώνια σύμβολα καταπίεσης και καταστολής που με όσα προσωπεία ‘δημοκρατίας’ και αν τους στολίσουν δεν παύουν να παραμένουν, ειδικά η αστυνομία πλέον σε αυτά τα μέρη, στο πρόσωπο κάθε νέου, αυτό που είναι πραγματικά: τα σκυλιά των αφεντικών, ο ένοπλος βραχίονας, το οπλισμένο χέρι της κάθε εξουσίας.
Η επανάσταση όπως η καθημερινότητα είναι και θέμα αισθητικήςΚαι σίγουρα ο Γκεβάρα είναι πιο ελκυστικός από τον Χρυσοχοίδη σήμερα ή τον Παπαδόπουλο τότε. Διαβάζεις και για τις απόψεις και τη ζωή και τη διαδρομή του και γίνεται αμέσως ο ήρωας σου. Σε αυτόν θέλεις να μοιάσεις.

Οι Deep Purpple τραγουδούν για την λυσσαλέα αντίσταση των Βιετκόγκ στην Ινδοκίνα, εδώ μας κουρεύουν με την ψιλή, σε αυτούς θέλουμε να μοιάσουμε, στην εμφάνιση και στο ντύσιμο και στην ευαισθησία, θέλουμε μακριά μαλλιά, θέλουμε να αγαπιόμαστε χωρίς περιορισμούς, να φοράμε αυτά που μας αρέσουν,να ακούμε και να χορεύουμε αυτά που μας αγγίζουν, ΝΑ ΣΚΕΦΤΌΜΑΣΤΕ ΌΠΩΣ ΘΈΛΟΥΜΕ ΕΜΕΊΣ . Οι ‘μαλλιάδες’ μας αγγίζουν γιατί μιλάνε γλώσσα που καταλαβαίνουμε. Οι δάσκαλοι που μας μιλούν για τους Μακρυγιάννηδες είναι σπαστικοί, είναι και κακάσχημοι, βαρετοί.

Τον Hendrix ΝΙΏΘΟΥΜΕ ΚΟΝΤΆ Μας, τους Zeppelin νιώθουμε δικούς μας. Είμαστε με τον Santana και την μπάντα του, όχι με τους κοντοκουρεμένους στρατονόμους, που όσο όμορφα και να τους ζωγραφίζει ο Τσαρούχης αυτό που μυρίζει η ψυχή τους είναι σκατά. Η ψυχή της χούντας δεν κρύβεται, μη ξεχνάτε ταινίες σταθμούς,η Ευδοκία,ο Άγγελος, η Παραγγελιά κλπ, εξαιρετικές φωτογραφίες της εποχής όπως και λίγο αργότερα η Γλυκιά Συμμορία και τα Κουρέλια Τραγουδούν Ακόμα. Αν θυμάμαι καλά, για εκείνες τις εποχές μιλά στο βιβλίο του ‘ο Οργισμένος Βαλκάνιος’ ο Νικολαίδης.

Χούντες, σοσιαλδημοκρατία, νεοφιλελευθερισμός, τα διάφορα πρόσωπα του καπιταλισμού. Και το ΚΚΕ να κουβαλάει αιώνια ενοχές για έναν εμφύλιο στον οποίο σύρθηκε σχεδόν με το ζόρι και έχασε διότι ‘συνωμότησε όλο το σύμπαν’ να ηττηθεί ένας λαός σε έναν αγώνα που ήταν εξ ολοκλήρου δικός του, στον οποίο το όραμά του ήταν συντριπτικά πλειοψηφικό. Ένα λοιπόν ενοχικό σύνδρομο κουβαλάει το κόμμα, που το έχει οδηγήσει στη σχιζοφρενική στάση να είναι ‘επαναστατικό’ στα λόγια και στην πράξη να κάνει ότι είναι δυνατόν για να πείθει το κεφάλαιο πως το κουμάντο του δεν θα το απειλήσει ποτέ. Ότι έχει αποδεχθεί πλήρως το ‘δημοκρατικό’ καθήκον ελέγχου οποιασδήποτε ριζοσπαστικής διεκδίκησης και κίνησης των ‘από κάτω’. Μετατρέπει τις ταξικές συγκρούσεις σε διάλογο στη σκηνή της ολιγαρχίας, το κοινοβούλιο, όπου, εκτονώνοντας τις κοινωνικές αντιθέσεις κερδίζει σε αναγνώριση της αποδοχής του θεσμικού του ρόλου,της παραδοχής και πίστης του στην αστική νομιμότητα.

Στα όνειρα επαναστάτες, για να ελέγχουν και το θυμικό των μελών τους που αναμένουν το μεσσιανικό τέλος της ιστορίας και της χωρίς ιδρώτα επικράτησης τους στο θέατρο του παραλόγου που λέγεται κενοβούλιο.
Άσε που σε οποιαδήποτε άλλη σοβαρή χώρα θα είχαν πετάξει μακριά με τις κλωτσιές γραμματέα και όλα τα πολιτικά συμβούλια μετά από τόσες εκλογικές κατραπακιές.

Την ίδια ώρα λοιπόν που ολόκληρος ο κόσμος καίγονταν, πυρπολούνταν κυριολεκτικά, εδώ το ‘μουνί χτενιζόταν’, η Δέσποινα. Παρέα με Ιωαννίδηδες, Ντερτιλήδες και άλλα τέτοια φρούτα που το έπαιζαν πατριώτες αλλά και αυτοί,ως άλλοι κρετίνοι, σαν αυτούς του ’22, έβαλαν το χεράκι τους στη συρρίκνωση του Ελληνισμού μιας και τη μισή την Κύπρο τους την έφαγαν για τα καλά!
Από την άλλη οι πάντες πιάστηκαν στον ύπνο και έγιναν καπνός την ίδια ώρα που ο προδομένος Σαλβαδόρ Αλιέντε πέφτει με το όπλο στο χέρι,βομβαρδισμένος μέσα στο προεδρικό μέγαρο στο Σαντιάγο από τον Πινοσέτ.

Να ολοκληρώσω τη σκέψη μου. Το ΚΚΕ κουβαλάει ενοχές. Σύρθηκε στον εμφύλιο παρ ότι έκανε τα πάντα για να τον αποφύγει και ίσως και να τον κερδίσει. Αλλάζει λοιπόν τακτική, μάλλον επιστρέφει στην παλιά καλή δοκιμασμένη συνταγή, της αποδοχής του αστικού παιχνιδιού, της συνδιαχείρησης [η επανάσταση ήταν ένα κακό όνειρο, μια ατυχής παρένθεση, και τι δεν έκανε από το τέλος του αγώνα και μετά για να αποδείξει στην άρχουσα τάξη ότι θα σεβαστεί τους όρους, ότι είναι πάλι νομοταγείς οι κομμουνιστές!] Αποδέχεται λοιπόν και ξαναπαίζει μπάλα σ’ ένα παιχνίδι στημένο. Εκτός έδρας. Διότι όταν παίζεις με τους όρους του αντιπάλου,σ’ ένα παιχνίδι που ο ίδιος ορίζει, και κατέχει το πηδάλιο και τα μέσα πλοήγησης,το καράβι θα πάει προς τα εκεί που το οδηγούν οι μπουρζουάδες, ο καπετάνιος.

Εσύ ακολουθείς από πίσω με τη βάρκα και τρως από τα ψίχουλα που πετούν στους γλάρους οι μεθυσμένοι πελάτες από την κουπαστή, μαζί με τους τουρίστες. Στα σαλόνια εν τω μεταξύ το φαγοπότι συνεχίζεται. Τώρα τι θα γίνει με τα παγόβουνα δεν νοιάζει κανένα διότι τώρα υπάρχουν τα ελικόπτερα για να σώσουν αυτούς που μετράν κι έχουν τα λεφτά τους στο Λονδίνο και την Ελβετία.
Έγινε λοιπόν η ΕΔΑ για να ξαναμπεί στο πανηγυράκι ο ανανήψας πρώην κομμουνιστής και νυν σοσιαλδημοκράτης. Λίγο κοινωνικό κράτος δεν βλάπτει κανέναν. Και για να είναι ακόμη πιο ασφαλές το σύστημα ανοίγει με τον καιρό και τα σύνορα, φέρνει φτηνό και πιο εύκολα διαχειρίσιμο εργατικό δυναμικό να εκβιάζει τους ντόπιους με χαμηλότερα ανασφάλιστα μεροκάματα,δίνει και ψεύτικο, δανεικό χρήμα στον λαό μετατρέποντας σε μικροαστό τον πρώην προλετάριο που ξεχνάει πλέον σημαίες και ιδανικά και ξυπνάει εθνικιστής και ‘πατριώτης.’ Στην πατρίδα του τζόγου και της αρπαχτής.

Το καράβι μοιάζει αβύθιστο, του προσθέσαν και πατώματα και στεγανά που σύντομα αποδείχθηκε πως έμπαζαν. Ψεύτικη η κόλληση είπαμε! Τα συνθήματα εν τω μεταξύ είχαν μείνει ίδια για να μη παραμυθιάζονται αυτοί που δεν χωράνε στο τραπέζι του γαμπρού. Από κόκκινες έγιναν πράσινες οι σημαίες αλλά ποιος νοιάζονταν.
Το κόμμα ήταν από πίσω, τίμιο και δυνατό, σε κώμα, έφτιαξε καινούρια γραφεία λίγα χρόνια μετά.Οι αστοί ούτε την σαλάτα δεν αφήνουν να τους πάρεις απ’ το πιάτο. Μόλις δυναμώνει η ΕΔΑ ΦΈΡΝΟΥΝ ΤΗ ΧΟΎΝΤΑ, ΤΟ ΠΑΣΟΚ ΜΕΤΆ ΤΟΥΣ ΈΚΑΤΣΕ ΚΑΛΆ ΓΙΑΤΊ ΉΤΑΝ ΣΆΡΚΑ ΑΠΌ ΤΗΝ ΣΆΡΚΑ ΤΟΥΣ. ΤΑ ΊΔΙΑ ΚΑΙ ΣΉΜΕΡΑ, μόλις δυναμώνει ο λαός αρχίζουν πάλι να απειλούν με πραξικόπημα.

Βλέπετε ο λαός σκέφτεται έξυπνα. Άλλο τι θέλουμε, πως θα το αποκτήσουμε, και άλλο η κοροϊδία. Είναι πραγματιστής. Άσε που τον έχουνε κάνει πια ασήκωτο από το ξύλο, ασήκωτο από τον καναπέ. Ανάθεση και άγιος ο θεός. Δεν είπαμε νωρίτερα πως από παιδί τον μαθαίνουν : ο Αλέκος θα βγάλει το φίδι από την τρύπα! Ο Αλέκος θα κόψει τον ‘δεσμό’! πάντα κάποιος Αλέκος, ο Παπάγος ας πούμε και ο κάθε μεγάλος στρατηγός και στρατηλάτης, ανάθεμά μας!

Λέει λοιπόν ο λαός : Οι μεν μας λένε πως μόνο με την επανάσταση θα δούμε άσπρη μέρα, να γίνουμε ανεξάρτητοι, να διώξουμε στόλους και άλλα δεσμά πιο ύπουλα σαν το μάρκο και τη συνθήκη του Μάαστριχτ που μας πνίγουν σαν τη μέγγενη. Λένε αυτά αλλά είναι ανύπαρκτοι στους δρόμους, ούτε τους βουλευτές τους δεν έχουν τη τσίπα και το κουράγιο να προστατεύσουν [Λιάνα μ’ ακούς] ! Κι όταν αποφασίζουν να δείξουν λίγη πυγμή, πως κι αυτοί μετρούν λιγάκι,αρματώνονται και προστατεύουν μαζί με τους βασανιστές και εκτελεστές τους τον ‘σύγχρονο ναό της τρομοκρατίας’. Είπαμε, σχιζοφρένεια!!! δεν τους εμπιστεύεται ούτε η μαμά τους. Σίγουρα η κόρη της Αλέκας θα ψηφίζει Αλέκο που είναι και ομορφόπαιδο. Αν δεν είναι με τα παιδιά που βομβαρδίζουν με πέτρα και φωτιά, μπουρδέλο και σκυλιά !

Μα οι άλλοι είναι πιο τίμιοι, λένε πως ξέρουν πως το παιχνίδι είναι στημένο. Αποδέχονται τους ψευτοκανόνες, την ψευτοδημοκρατία, και ελπίζουν σε λίγο καλύτερη διαχείριση.
Και τα λαμόγια με τα λαμόγια μιας και είδε ο γύφτος τη γενιά του και αγαλλίασε η καρδιά του.

Χοντρικά αυτή είναι η Ελλάδα, έτσι ήταν πάντα, fifty fifty. Όταν μπορούσε δεν τόλμησε, ήταν και το παγκόσμιο σκηνικό στημένο έτσι, από τη Σοβιετική Ένωση βοήθεια δεν μπορούσε να περιμένει μετά τη μοιρασιά της Γιάλτας, δεν συμμάχησε με τους Γιουγκοσλάβους και τους αδέσμευτους, που τα χαλούσαν σιγά σιγά με τους Σοβιετικούς, πάπαλα. Διαβάστε Ραφαηλίδη, τα βιβλία του είναι ξεκάθαρα και γλαφυρά. Τα λέει πολύ όμορφα ο μπαγάσας!

Γι αυτό οι αριστεροί ψηφίζουν πλέον Συριζα ,είπαμε, είναι πιο πειστικοί, λεν την αλήθεια, μέσα στα πλαίσια του συστήματος, ότι θέλουν να το διαχειριστούν καλύτερα. Αυτό το σύστημα, όχι κάποιο άλλο ! Το άλλο κατακτάται, όπως λέει και το ΚΚ .Το οποίο δηλώνει όμως πως θα το κατακτήσει κάποιος άλλος, έτσι απλά, ο λαός,δια της εκλογικής ενδυνάμωσης του κώματος. Χέσε μέσα Πολυχρόνη, ότι καταλάβατε εσείς, καταλαβαίνει κι ο λαός και τους μαυρίζει
Είναι πολλά τα λεφτά !
Επιδοτήσεις, μισθοί, υπόγειες συναλλαγές και μοιρασιές σε θέσεις οφίτσια κλπ, τηλεοπτικός χρόνος, αναγνωρισιμότητα, δημόσιες σχέσεις, επιτροπές, χρηματοδότηση κρατική και υπόγεια. Απ’ όλα έχει ο μπαξές, σιγά μη τον ξεχαρβαλώσουμε. Φύλαγε συ, σπάζε κεφάλια διαδηλωτών, μαγάριζε και συκοφάντησε τους αντιεξουσιαστές. Έχει ο Θεός.
Στα λόγια επαναστάτες
Στην πράξη λαμόγια Χωρίς πατέντα.

Γιατί οι έχοντες πατέντα φρόντισαν να ‘αποκαταστήσουν’ τόσα χρόνια εκατομμύρια κόσμο ! Την σιωπηλή πλειοψηφία που λέγαμε, για να την εκβιάζουν μεταεκλογικά με τις ντιρεκτίβες:
‘Πείτε σε όσους βολέψαμε να μας ψηφίσουν!’
Άντε να ξεφύγεις απ’ την τροχιά του μύλου..
Και αυτό θα συνεχίζεται εσαεί όσο ο λαός,που δεν έχει να χάσει παρά μόνο τα δεσμά του,αποφασίσει να πει την τελευταία λέξη, να πάρει τις τύχες στα χέρια του και να τους στείλει όλους πραγματικά στο χρονοντούλαπο της ιστορίας. Όχι στα ψέματα, όχι στα όνειρα ΑΛΛΆ ΣΤ’ ΑΛΉΘΕΙΑ, ΕΔΏ ΚΑΙ ΤΏΡΑ!
Θυμάμαι πως ξαναείπαμε για την ρήση του ποιητή, θέλει αρετή και τόλμη η ελευθερία!!

  • Πάμε πάλι πίσω στα, παλιά, δώστε μου όμως τη δυνατότητα για ένα μικρό διάλειμμα, μια παρένθεση. Πίνω πρωινό καφεδάκι στο κρασάδικο του Στέργιου στην Παναγία, πάνω από το καρνάγιο. Συναντώ ένα παλιό φίλο, τον Λάζαρο, γνωστό αριστερό. Πιάνουμε κουβέντα για τους Αιγύπτιους που μαχαιρώνουν οι φασίστες,γιατί λέει τους κλέβουν τις δουλειές. ‘Αυτοί οι άνθρωποι δουλεύουν 12 ώρες τη μέρα για 20 ευρώ. Ξέρετε κανέναν ελληνάρα που θα το έκανε; Έχετε δει κάποιο ντόπιο ποτέ εσείς στα σπαράγγια, στις φράουλες, τα μποστάνια, τα ακτινίδια ή ακόμη και σε αυτά τα φανάρια και τα καίκια; Ποτέ’. Λέει ο φίλος:                      ‘έχουν κάνει τη νεολαία μαλθακή. Πήγα τριάντα χρονών στη Τζέντα μαζί με άλλους. Δουλεύαμε κάτω από θερμοκρασίες 50 βαθμών. Σήμερα οι οικογένειες στέλνουν τα παιδιά τους στα 5ετή του στρατού ,ή μπάτσους. Δημόσιο υπαλληλίκι για να σκοτώνεις ατιμωρητί τους λαούς που αντιστέκονται. Για να βαράς απεργούς και αγωνιστές. Βάζουν μέσο για να πάν στο Ιράκ και το Αφγανιστάν με τεσσεράμιση χιλιάρικα μισθό, όσο είναι το ετήσιο εισόδημα ανεργίας, να σκοτώνουν τους ανθρώπους μες την πατρίδα τους και να τους αναγκάζουν να την κοπανάν για να σωθούν. Κι έρχονται προς τα δω μπας και πάρουν καμία ανάσα αυτοί οι καημένοι, για να μαχαιρωθούν από χρυσαυγίτες, στο όνομα κάποιας πατρίδας που τους έχει στο τρέξιμο, επειδή είναι μελαμψοί. Αυτό ονομάζεται κτηνωδία. Του επισφαλώς εργαζόμενου τα ετήσια εισοδήματα είναι σίγουρα χαμηλότερα!’

Σηκώνει ο Λάζαρος το κεφάλι του και κοιτάζει το υδραγωγείο, συνεχίζει. ‘Φτιάξανε αυτή την υπέροχη κατασκευή, τις Καμάρες, που την θαυμάζουμε. Στους αιώνες. Αναρωτήθηκε όμως ποτέ κανείς πόσες χιλιάδες δούλοι εργάστηκαν,έφτυσαν αίμα, ψόφησαν σαν τα σκυλιά τζάμπα και βερεσέ. Για να γίνει αυτό το τεράστιο έργο, όπως και όλα τα ‘θαύματα’ στην υφήλιο. Οι τουρίστες θαυμάζουν αγνοώντας τις κραυγές και τα βογγητά που ακόμη αντιλαλούν στον αέρα. Επειδή γι αυτούς δεν έγραψε ποτέ κανείς΄.

Μετανάστες Μαρκόπουλος Σκούρτης Λάκης Χαλκιάς

Η φάμπρικα δεν σταματά δουλεύει νύχτα μέρα, και πως τον λεν τον διπλανό και τον τρελό τον Ιταλό, να τον ρωτήσω δεν μπορώ ούτε να πάρω αέρα.
Δουλεύω μπρος στη μηχανή στη βάρδια δύο δέκα, κι από την πρώτη τη στιγμή μου στείλανε τον ελεγκτή να μου πετάξει στο αυτί δυό λόγια νέτα σκέτα.
Άκουσε φίλε εμιγκρέ ο χρόνος είναι χρήμα, με τους εργάτες μη μιλάς, την ώρα σου να την κρατάς, το γιο σου μη τον λησμονάς, πεινάει κι είναι κρίμα.
Κι εκεί στο πόστο μου σκυφτός ξεχνάω την μιλιά μου. Είμαι το νούμερο οχτώ, με ξέρουν όλοι με αυτό, κι εγώ κρατάω μυστικό ποιο είναι τ’ όνομά μου.

  • Όμως ας επιστρέψουμε στην Ιταλία.
    Λοιπόν, κι εκεί έχουν ένα πολύ δυνατό αντάρτικο στην διάρκεια της Κατοχής. Μάλιστα τον δικτάτορα τους τον κρεμάσανε στην πλατεία, όχι παίζουμε. Κυβερνούν οι αριστεροί κάποιο διάστημα με την Χριστιανοδημοκρατία, παραμυθιάζονται, χάνουν τις εκλογές κι από τότε παραμένουν σταθερά στο περιθώριο της ιστορίας. Με μεγάλη εκλογική δύναμη αλλά ουσιαστικά ανίσχυροι.
    Ο κόσμος τους απογοητεύεται αλλά σιωπηλά ελπίζει. Περιμένει το σύνθημα. Ο υπαρκτός σοσιαλισμός στροφή κόντρα στροφή. ‘επανάσταση σε μια μόνο χώρα’, ‘υπάρχουν και άλλοι δρόμοι προς τον σοσιαλισμό’, βράστα και άστα ! Μπερδεύονται όλο και περισσότερο οι κομμουνιστές. Μαλώνουν και μεταξύ τους. Μόσχα εναντίον Πεκίνου, εναντίον Βελιγραδίου, εναντίον Τιράνων, ο ένας εναντίον του άλλου. Ο λαός πάντα στο περιθώριο, στην από πίσω.

Το ‘69 ξεσπούν τεράστιες κινητοποιήσεις στα εργοστάσια, συνεχίζονται στα Πανεπιστήμια ο λαός θέλει να ξαναγίνει πρωταγωνιστής. Οι εργάτες και οι φοιτητές κατεβαίνουν στον αγώνα παρά την προσπάθεια των συνδικάτων και κόμματος να ελέγχουν τα πράγματα, να αποριζοσπαστικοποιούν τα νοήματα.
Αποκτούν ανεξάρτητα συμβούλια οι εργάτες και το δικαίωμα σε πληρωμένες ώρες διδασκαλίας στις σχολές σε θέματα που διαλέγουν. Οι φοιτητές και αυτοί οργανωμένοι ανεξάρτητα αρνούνται οι εργασίες τους να καταλήγουν στα χέρια βιομηχάνων που τις χρησιμοποιούν για ίδιο όφελος. Ζητούν κοινωνικό μισθό. Οργανώνονται οι άνεργοι. Υπάρχει μεγάλη εσωτερική μετανάστευση,νέων κυρίως ανθρώπων που ανεβαίνουν από τον Νότο προς αναζήτηση δουλειάς αντιμετωπίζοντας τεράστια προβλήματα να δεθούν σε ένα περιβάλλον εχθρικό, που τους αντιμετωπίζει ρατσιστικά. Και μια και εκεί ο εναγκαλισμός του κόμματος δεν είναι τόσο σφιχτός οργανώνονται ευκολότερα μόνοι τους, στις σχολές και στα εργοστάσια, ακηδεμόνευτοι.
Κατακτώνται σπουδαίες νίκες λοιπόν κάτω από την τεράστια πίεση του εργατικού κινήματος, η εργατική αυτονομία είναι εδώ!

αρνούνται ολόκληρη την φιλοσοφία της εργασίας οι νεαροί προλετάριοι, σαμποτάρουν την παραγωγή, καθημερινά, κερδίζουν ελεύθερο, πληρωμένο, χρόνο

και καθιερώνουν νέες μορφές αγώνα, απροειδοποίητες απεργίες, del gatto selvaggio όπως τις ονόμαζαν, της αγριόγατας, με πορείες μέσα στο εργοστάσιο, τις οποίες φυσικά δεν ανακοινώνουν, πιάνουν τους ρουφιάνους επιστάτες στον ύπνο, μπλοκάρουν την παραγωγική διαδικασία, η »αλυσίδα παραγωγής» εύκολα παρεμποδίζεται, κερδίζουν χρόνο για τον εαυτό τους, κερδίζουν επίσης αναγνώριση των αιτημάτων τους, τρέμει η εργοδοσία αυτό που δεν μπορεί να ελέγξει, τρέμει τον αυθορμητισμό.

http://www.mymovies.it/dizionario/recensione.asp?id=10125

il gatto selvaggio, film

http://www.comingsoon.it/film/il-gatto-selvaggio/10867/scheda/     επίσης

και δεν ήταν μόνο αυτό, για επανοικειοποίηση του πλούτου μιλούν οι νεώτεροι, εκμεταλλεύεστε εσείς την εργασία μας, λένε, και αντλείται υπεραξία ;

αρπάζουμε λοιπόν κι εμείς αυτό που μας ανήκει, εκεί που μπορούμε, στο θέατρο και τον κινηματογράφο, δεν πληρώνουμε εισιτήριο, και στις μετακινήσεις, σας αρπάζουμε το εμπόρευμα από τους ναούς της κατανάλωσης, τις υπεραγορές,

καταλαμβάνουν κτίρια για κατοικία, συνεύρεση και ψυχαγωγία, γα να οργανώσουν την δική τους πολιτιστική πρόταση,

φτάνουν μέχρι την απαλλοτρίωση τραπεζών, αρπάζουν τον πλούτο που τους κατακλέβουν καθημερινά, αρνούνται την εργασία μιας και πρόκειται για την σύγχρονη μορφή δουλείας, απελευθερώνουν τον χρόνο τους υπέρ της απόλαυσης και της εκπλήρωσης των επιθυμιών τους, αυτών των αρχέγονων, που είναι πάντα ίδιες, και σημαίνουν….ελευθερία από κάθε καταναγκασμό!

»παίρνουν πίσω την πόλη τους», από το σύνθημα :  prendiamoci la città, να πάρουμε την πόλη δηλαδή, που σίγουρα εκ των πραγμάτων σημαίνει επιβάλλουν ντε φάκτο αντιεξουσία προλετάρια, εκεί που είναι πραγματοποιήσιμη, που εφαρμόζεται  στις περιοχές από καλά προετοιμασμένες ομάδες περιφρούρησης,

Η αντεπανάσταση οργανώνεται και περνάει στην αντεπίθεση. Η κεντρικότητα του μεγάλου εργοστασίου μπαίνει σε δεύτερη μοίρα, η παραγωγή διαλύεται και αποκεντρώνεται,μοιράζεται σε μικρότερες μονάδες, εργασία στο σπίτι κλπ. Καινούριες στρατιές ανέργων μιας και μεγάλα κομμάτια της παραγωγής δίνονται στα ρομπότ. Στα σπίτια δουλεύουνε πλέον και οι γυναίκες, ακόμη και παιδιά. Η ενότητα διαλύεται. Ο εργάτης μάζα είναι παρελθόν, έχει δημιουργηθεί ο κοινωνικός εργάτης, η εργασία έχει διαχυθεί στην πόλη-εργοστάσιο. Τα πάντα γυρνούν γύρο από τη λέξη κέρδος, τα πάντα έχουν αξία εμπορευματική. Παντού δημιουργείται αξία για τα αφεντικά, στα σχολεία, στις σχολές, στη διασκέδαση, στη χαλάρωση, στον έρωτα. Το κόμμα δεν αντιτίθεται, δεν αντιστέκεται, δεν πολεμά, ζητά να πάρει μέρος στη μοιρασιά.

Οι οργανώσεις της επαναστατικής αριστεράς που είχαν δημιουργηθεί την περίοδο των μεγάλων αγώνων του ‘68,‘69 δεν καταφέρνουν να διαχειριστούν την κατάσταση, ξεπερνιούνται από τα γεγονότα, καρικατούρες του Κόμματος σε μικρογραφία. Γεννιούνται αυτόνομες επιτροπές αγώνα σε όλη την επικράτεια, αυτόνομες συνελεύσεις, circoli giovanili, comitati di lotta autonomi, κύκλοι του νεανικού προλεταριάτου, κολεκτίβες στα εργοστάσια, τις σχολές, στις γειτονιές, στα σχολεία. Και εκεί συγκεντρώνεται η τεράστια πλειοψηφία των militanti, των αγωνιστών, των στρατευμένων και στις ομάδες περιφρούρησης όλων των μεγάλων οργανώσεων που έχουν διαλυθεί.Lotta Continua, Potere Operaio. Movimento Studentesco. Avanguardia Oreraia,[από την οποία έχω περάσει για ένα φεγγάρι όπου και γνώρισα τη Rossana].Αυτοί οι τελευταίοι είναι που κουβαλούν την πείρα των συγκρούσεων για πολλά χρόνια με την αστυνομία,τους φασίστες και τους παρακρατικούς.

κόκκινες καρδιές

Θα πρέπει να σας πω πως όλα αυτά τα χρόνια η συζήτηση της αναγκαιότητας της εξέγερσης και της ένοπλης επανάστασης ενάντια στους κατασταλτικούς μηχανισμούς του κράτους ήταν στην ημερήσια διάταξη. Η ένοπλη περιφρούρηση των πορειών, των διαδηλώσεων και των καταλήψεων δεν ήταν κάτι το παράξενο, η συζήτηση για την αντιβία ενάντια στη βία της εξουσίας, για την αντιεξουσία, contropotere proletario, μέσα και εναντίον της εξουσίας, αυτή η κουβέντα – και από την κουβέντα η πρακτική δεν είχε κατέβει, δεν είχε πέσει από τον Άρη, ήταν καθημερινή διαδικασία επιβίωσης των ίδιων των αγώνων, ήταν ανάγκη που έβγαινε από τους ίδιους τους αγώνες, συζητείτο και έμπαινε σε πράξη από δεκάδες, εκατοντάδες, χιλιάδες συντρόφους σε συνελεύσεις δημόσιες και με τις πόρτες ανοικτές. Σε αίθουσες, πλατείες, γήπεδα, ανάλογα με τη δυναμική του εκάστοτε χώρου και πόλης.

Δεν είχε υπάρξει ποτέ δαιμονοποίηση της χρήσης της βίας,για αμυντικούς σκοπούς σε πρώτη φάση και επιθετικούς αργότερα. Και όταν παρουσιάστηκε η ένοπλη προπαγάνδα των Ερυθρών Ταξιαρχιών τι το ποιο φυσικό για τεράστιο κομμάτι του ιταλικού πληθυσμού.
Ήταν στο DNA ΤΟΥ ΙΤΑΛΙΚΟΎ ΠΡΟΛΕΤΑΡΙΆΤΟΥ Η ΠΕΠΟΊΘΗΣΗ πως αργά ή γρήγορα θα καταλάμβανε το κράτος με τη βία για να επικρατήσει η λαϊκή εξουσία,η νίκη των παραγωγών του κεφαλαίου επί των ιδιοκτητών του κεφαλαίου. Με το στανιό μου κάθεσαι στο λαιμό, με το στανιό θα σε πετάξω. Δε είχε προφανώς προϋπάρξει αυτή η τεράστια προπαγάνδα που παίχτηκε στην Ελλάδα, η πλύση εγκεφάλου για τους κακούς ‘συμμορίτες’ που ήρθαν να αρπάξουν τα παιδιά και τα σπίτια των Ελλήνων για λογαριασμό των Ρώσων κομμουνιστών. Αυτή η αισχρή ψευτιά, αυτό το ολέθριο ψέμα που έχει χαρίσει στην ελληνική δεξιά χρόνια πλουτισμού και απληστίας.

Όταν ο Φελτρινέλλι ανατινάχτηκε στη ρίζα του στύλου που πήγε να σαμποτάρει στις αρχές του ‘70 μάρτη μήνα, σίγουρα οι μεγαλοαστοί ταράχτηκαν. Όχι όμως οι άλλοι. Αυτοί το περίμεναν από καιρό. Όταν οι BR ΑΠΉΓΑΓΑΝ,δίκαζαν και κρεμούσαν στα κάγκελα του εργοστασίου έναν μεγαλοεπιστάτη, η εργατιά πανηγύριζε, ένιωσε δικαιωμένη. Κι όταν αργότερα απήγαγαν τον πρόεδρο της Χριστιανοδημοκρατίας στις ταβέρνες το κρασί έρεε και τα κεράσματα πήγαιναν σύννεφο. Είναι όμως λίγο νωρίς ακόμη, μη τρέχουμε κιόλας. Ας γυρίσουμε πίσω.

Ο εκδότης

Ο εκδότης
Συγγραφείς:   Νάννι Μπαλεστρίνι

Αυτό το μυθιστόρημα αναφέρεται σε μια πραγματική ιστορία. Ήρωάς της είναι ο Τζιαν Τζιάκομο Φελτρινέλλι, ο Ιταλός μεγαλοεκδότης, ιδρυτής της παράνομης οργάνωσης της άκρας αριστεράς, Ομάδες Αντάρτικης Δράσης, που το 1972 βρέθηκε σκοτωμένος κάτω από στύλο του ηλεκτρικού σ ένα προάστιο του Μιλάνου. Γύρω απ αυτή την ιστορία περιστρέφονται όλες οι πολιτικές και κοινωνικές εντάσεις της περιόδου εκείνης στην Ιταλία και το εξωτερικό.

  • Το κίνημα της εργατικής αυτονομίας, οργανωμένης ή όχι ακόμη το μελετούν. Χρησιμοποίησε το σύνθημα των νέων του Μάη ‘τα θέλουμε όλα και τα θέλουμε τώρα’ και το πήγε παρακάτω. Έφερε την πολιτική στην καθημερινότητα, την επανάσταση σε κάθε πράξη της μέρας, στην προσωπική και στην κοινωνική ζωή. Οραματίστηκε τον νέο άνθρωπο, αγωνιστή και προσπάθησε να  ζήσει μαζί του στην καθημερινότητα. ‘Το προσωπικό είναι πολιτικό’. Και ‘ο κομμουνισμός εδώ και τώρα,’ η κοινωνικοποίηση δηλαδή της καθημερινότητας,έξω και πέρα από το κέρδος. Στην σκέψη και στην πράξη, αυτόνομα απ’ ότι γνωρίζαμε μέχρι εκείνη τη στιγμή, αυτόνομα ναι, μακριά από την επίδραση του κόμματος και των συνδικάτων,που έγιναν συνδιαχειριστές της εξουσίας. Και αν αυτή ξερνάει βία και δένει με αλυσίδες, με το ζόρι, θα επιτεθούμε κι εμείς, δεν θα καθίσουμε με σταυρωμένα χέρια. Θα πάρουμε αυτά που μας ανήκουν, όπως μπορούμε, όπου μπορούμε, τώρα.

Καταλήψεις, απαλλοτριώσεις, σούπερ μάρκετς- εμπορικών κέντρων-τραπεζών, αυτο μειώσεις, δωρεάν μεταφορές, πάντα πολλοί μαζί για να ελαχιστοποιούμε τον κίνδυνο.Απελευθέρωση χώρων, πλατειών, συνοικιών ολόκληρων όπου η αστυνομία μένει μακριά. Και σαμποτάζ και δολιοφθορές και μπλοκάρισμα της παραγωγής . Στις ελεύθερες περιοχές η εγκληματικότητα εξαφανίζεται, γιατί δεν χρειάζεται αστυνόμευση εκεί που ο ταξικός διαχωρισμός αμβλύνεται.
Κανείς δεν τα έχει με την μικρή ιδιοκτησία. Ποτέ σύντροφος δεν επιτέθηκε σε μικρομάγαζο. Μόνο οι μεγάλοι και οι πολύ μεγάλοι,με θέση κλειδιά στον καταπιεστικό, προληπτικό ή κατασταλτικό μηχανισμό στοχοποιήθηκαν.

Αυτόνομα πλήρως, οργανώθηκε το κίνημα, αυτόνομα οργανώθηκαν και οι αντάρτικες οργανώσειςΔιάχυτο αντάρτικο χρησιμοποίησε η αυτονομία, όσο πιο πέρα πήγαινες τόσο περισσότερο ‘χόντραινε’ το παιχνίδι, κυρίως με επιθέσεις στον κρατικό μηχανισμό. Εδώ πια παίζει ρόλο η ιδιοσυγκρασία, όχι τόσο η ιδεολογία. Γιατί όλες οι οργανώσεις αριστερά του ΚΚ είναι, πολλές, και με εκατοντάδες αγωνιστές η καθεμιά, όλες λέω είχαν χρησιμοποιήσει επαναστατική φρασεολογία και ιδεολογία κομουνιστική. Απλά, δεν είναι φτιαγμένοι όλοι για όλα, δεν μπορούν όλοι τα μεγάλα παιχνίδια.
Είναι λοιπόν άδικο να κατηγορούμε συντρόφους, χθες-σήμερα-αύριο, για τις πράξεις τους επειδή απλά εμείς δεν τις αντέχουμε ή τέλος πάντων γιατί, για τον οποιονδήποτε και καθ’ όλα κατανοητό και σεβαστό λόγο αδυνατούμε να πράξουμε όπως αυτοί.
Η ζωή στην παρανομία ή και την ημιπαρανομία ακόμη είναι δύσκολη. Εξαιρετικά σκληρή. Μιας και την έζησα έχω το κουράγιο να πω πως δεν το ξανακάνω, δεν έχω τα κότσια πλέον. Αυτό όμως δεν σημαίνει ταυτόχρονα πως θα αποκηρύξω το αυτονόητο, δεν θα αποκηρύξω αυτούς που το κάνουν. Με γεια τους και χαρά τους. Δεν είμαι πια στην πρώτη γραμμή στις αλυσίδες και τον αγώνα. Διαλέγω άλλους δρόμους να πολεμήσω το σύστημα κ. Μπακογιάννη. Που ταιριάζουν στην καινούρια μου κατάσταση, ΣΤΗΝ ΨΥΧΟΛΟΓΊΑ ΠΟΥ ΈΧΩ ΤΏΡΑ. Δίχως δηλαδή να πρέπει διαρκώς να κοιτώ πίσω μου όταν τριγυρίζω με τη γυναίκα και τα παιδιά μου.
Αλλά τους συντρόφους που θυσιάζουν τις μικροχαρές της ζωής μέσα σε συνθήκες παρανομίας τους βγάζω το καπέλο και θα τους τιμώ πάντα,και θα υπερασπιζόμουν τις πράξεις τους σε οποιοδήποτε δικαστήριο μου το ζητούσαν,κι ας μην τους έχω γνωρίσει ποτέ. Και όσο και αν χοροπηδάς στα ψηλά σου ποδάρια η συντροφική και ταξική αλληλεγγύη δεν πετιέται στα σκουπίδια επειδή απλά και μόνο δεν αντέχουμε να σας πολεμάμε από τα μπροστινά χαρακώματα.

θα πληρώσετε ακριβά, θα πληρώσετε για όλα! Α

Ήμουν τυχερός που δεν χρειάστηκε ποτέ στη ζωή μου να προκαλέσω βλάβη σε άνθρωπο. Στα υλικά που ζημίωσα, τα έχω αποπληρώσει κοντά εξήντα χρόνια και με το παραπάνω . Και το κυριότερο από όλα είναι πως κάθε βράδυ μέχρι σήμερα κοιμάμαι με τη συνείδησή μου ήσυχη. ΔΕΝ ΘΑ ΕΛΕΓΑ ΤΟ ΙΔΙΟ ΚΑΙ ΓΙΑ ΣΑΣ. Μιας και δεν έγλυψα ποτές εκεί που έβρισα χθες. Ούτε εκεί που έφτυσα αγκαλιάζω. Η ΤΙΜΗ ΕΧΕΙ ΤΕΛΙΚΑ ΤΙΜΗ.
ΣΊΓΟΥΡΑ ΈΧΩ ΛΑΘΈΨΕΙ ΑΠΕΙΡΕΣ ΦΟΡΕΣ. ΣΤΕΝΑΧΩΡΕΣΑ ΑΝΘΡΩΠΟΥΣ, ΠΟΤΕ ΓΙΑ ΚΕΡΔΟΣ Η ΕΥΝΟΙΑ.

Δεν κυνήγησα χρήματα, θέσεις, μερίδιο σε εξουσίες ή παρόμοια πράγματα. Και οι ιεραρχίες, τα ‘ύψη’, δεν με συγκίνησαν ποτέ, ο χαρακτήρας μου είναι τέτοιος, δεν καυχιέμαι πως έκανα τάχατες κάτι αξιόλογο.Σίγουρα πάντως θα τρελαινόμουν στη χαρά αν μια μέρα η ζωή θελήσει να με βρει με τους νικητές. ΓΙΑ ΝΑ ΜΟΙΡΑΣΤΩ ΤΗ ΝΙΚΗ ΜΕ ΜΑΖΙ ΤΟΥΣ.
ΤΑ ΧΡΌΝΙΑ ΕΚΕΊΝΑ ΛΟΙΠΌΝ ΗΤΑΝ ΌΤΙ ΚΑΛΎΤΕΡΟ ΣΤΗ ΖΩΉ ΜΟΥ, ΜΑΖΊ ΜΕ ΤΌΣΑ ΠΟΛΛΆ ΆΛΛΑ ΠΟΥ ΈΖΗΣΑ ΠΡΊΝ ΚΑΙ ΜΕΤΑ.

Οι εμπειρίες τεράστιες και μοναδικές. Η αδρεναλίνη στα κόκκινα και η συντροφικότητα κάτι που δεν αγοράζετε με καμία περιουσία.
Εκπαιδεύτηκα και εκπαίδευσα, πήρα μέρος σε πολλές ενέργειες δολιοφθοράς κλπ. Σίγουρα δεν έκανα όλα αυτά για τα οποία κατηγορήθηκα.
Σίγησα πάρα πολλά χρόνια, έζησα σαν ‘αόρατος’, ένας άλλος άνθρωπος. Δεν διαπλέχτηκα με το σύστημα , και φυσικά δεν εκμεταλλεύτηκα άνθρωπο και καταστάσεις.

συνεχίζεται

μιχαλης 261

τα βιβλία του μιχάλη, i libri di michele

ΑΑ. χόρεψες πάνω στο φτερό του καρχαρία – 3

Η γνώση καθιστά έναν άνθρωπο ακατάλληλο στη δουλεία
ΤΑ ΘΕΛΟΥΜΕ ΟΛΑ
Ατίθασος πρωταγωνιστής αυτής της ιστορίας είναι ο νεαρός εργάτης-μάζα: ο προλετάριος του Νότου που πάνω στη δική του εργασία στηρίχτηκε η ιταλική και ευρωπαϊκή βιομηχανική ανάπτυξη στο δεύτερο μισό του 20ου αιώνα.
Είναι ο «εργάτης για όλες τις δουλειές». Ανειδίκευτος και με τεράστια κινητικότητα, διαδοχικά εργάτης γης, οικοδόμος, άνεργος και τελικά μετανάστης, που αφηγείται με τη δική του κοφτή γλώσσα και από τη δική του ταξική σκοπιά πως έμαθε μέσα στις πελώριες αυτοκινητοβιομηχανίες του Βορρά να οργανώνει το δικό του δυναμικό εξέγερσης ενάντια στην εκμετάλλευση.
Ύστερα από μια σειρά άτυχων προσπαθειών να δουλέψει στο Νότο, ρίχνεται στην υποχρεωτική περιπέτεια της μετανάστευσης. Στο Μιλάνο, όπου δέχεται να κάνει τις πιο διαφορετικές δουλειές, αντιλαμβάνεται ότι βρίσκεται βουτηγμένος μέσα σε μια κοινωνία παράλογη, βασισμένη στην εξοντωτική σε ωράρια και ρυθμούς δουλειά και την κατανάλωση.
Τότε είναι που ξεκινάει έναν πρώτο, δικό του αγώνα ενάντια στην κατάσταση αυτή, έναν αγώνα αντιφατικό, γεμάτο πονηριά και αλαζονεία, για να ικανοποιήσει τις δικές του ατομικές ανάγκες και να ξεφύγει από τους αδυσώπητους νόμους της παραγωγής. Μέχρις ότου, στις αρχές του ’69, προσλαμβάνεται στη Φίατ.
Από δω και πέρα η πορεία του ήρωά μας θα είναι διαφορετική, θα είναι δεμένη με τις συνελεύσεις, τις λεπτομέρειες και τα χρονικά που ξαναζωντανεύουν μέρα τη μέρα τις φάσεις των μεγάλων ταξικών αγώνων που πέρασαν στην ιστορία του παγκόσμιου κινήματος σαν ιταλικό θερμό φθινόπωρο.
Το βιβλίο αυτό του Νάννι Μπαλεστρίνι δεν είναι απλά ένα καλό μυθιστόρημα που άντεξε στον χρόνο. Είναι κάτι παραπάνω, στον βαθμό που τόσο ως περιεχόμενο όσο και ως τίτλος, υιοθετήθηκε όχι μόνον από εκείνους που διεξήγαγαν τους κοινωνικούς αγώνες στα τέλη του 20ου αιώνα, αλλά και από αυτούς που τους συνεχίζουν και στον 21ο. (Από την παρουσίαση στο οπισθόφυλλο του βιβλίου)

Περιεχόμενα

Από το «Τα Θέλουμε Όλα» στους «Αόρατους» και οι πρακτικές συνέπειες μιας συνειδητής επιλογής. Συνέντευξη του Νάννι Μπαλεστρίνι στον Δημήτρη Δεληολάνη

 

O Mιχάλης αλλάζει ύφος. Μου αρέσουν πολύ τα λουλούδια λέει, τρελαίνομαι να κόβω βόλτες στη γειτονιά και να παρατηρώ τις ανθισμένες την άνοιξη αυλές. Τις ποικιλίες που σκορπίζουν ευωδιές. Προχθές στο Μάο με τον Νικόλα πίναμε καφεδάκι και απολαμβάναμε τα σπαρμένα στα παρτέρια άνθη, στον πεζόδρομο. Μέσα στην πολυχρωμία έκανε μπαμ κι ένας απρόσμενος επισκέπτης, χαλούσε όλη την εικόνα η πεταμένη μες την ομορφιά νυχτερινή γόπα. Ποια είναι λοιπόν η σχέση μας με την ομορφιά και την αρμονία, σκεφτήκαμε ταυτόχρονα;

Λέει πως προτιμά την άνοιξη γιατί σε σχέση με το καλοκαίρι δεν κάνει τόσο ζέστη, τα χρώματα είναι περισσότερο φωτεινά και η ατμόσφαιρα πιο ζωηρή. Φυσά συχνότερα. Ρίχνει και βροχούλες, δροσίζει, καθαρίζει. Κάνει συχνά πορείες μικρές, μιας και οι μεγάλες τον κουράζουν, στα μονοπάτια προς Παλιά Καβάλα ή προς τον Γκολέ. Εκεί να δείτε ομορφιά! Βέβαια η μουτζούρα δεν λείπει πουθενά, μπάζα πεταμένα από δω κι από κει. Παρατημένη ασχήμια με τόση ελαφρότητα.

Ξαναγυρίζουν οι θύμησες, αλλάζει ξανά κουβέντα.

  • Οι οργανώσεις της επαναστατικής αριστεράς ήταν γέννημα του ’68, μικρογραφίες κομμάτων αυτοδιαλύθηκαν αρχές με μέσα του ’70 και διαχύθηκαν οι σύντροφοι σε αυτό το φουσκωμένο ποτάμι που ήταν η αυτονομία που παραλίγο να παρασύρει στο πέρασμά της τα πάντα.
    Επιτροπές, κολεκτίβες και συνελεύσεις όπου ανέπνεε ο άνθρωπος, μακριά από συμβάσεις, έξω και σε απόσταση από αρχηγικά πρότυπα με τα οποία λειτουργούσε μέχρι τότε η παγκόσμια αριστερά. Το νέο επαναστατικό υποκείμενο βρίσκονταν εκεί και σήκωνε στις πλάτες του πλέον το βάρος των αποφάσεων. ΑυτόνομαΑπό τον εργάτη μάζα στον κοινωνικό εργάτη.

Οι χώροι είχαν τις ιδιαιτερότητές τους, κάθε περιοχή την δική της. Οι επιτροπές τα ίδια, οι ομάδες, τα μέσα, κλπ. Η αλληλεγγύη- solidarietà, δεδομένη. Τα κινήματα αυτομείωσης πέτυχαν στόχο πολλές φορές. Άλλες όχι, μιας και το σαμποτάζ εκ μέρους των συνδικάτων ήταν δεδομένο. Παγκόσμιο φαινόμενο η φαγούρα που πιάνει κάθε συστημικό όταν τα γεγονότα τον ξεπερνούν. Εκεί προτιμά την πεπατημένη, την συνδιαλλαγή με την κυβέρνηση και τα αφεντικά, το φρένο στις κινητοποιήσεις. Ο λαός με την αυτομείωση έπαιρνε πίσω πλούτο που είχε παράξει και που κατέληγε στο μεγάλο κεφάλαιο.
Όταν το ένα στα εκατό του παγκόσμιου πληθυσμού κατέχει το πενήντα επτά του παγκόσμιου πλούτου πως είναι δυνατό να παραχθεί δημοκρατία.

Όταν κάθε 3 δευτερόλεπτα στον πλανήτη πεθαίνει ένα παιδί.
Το πάνω χέρι χρόνια τώρα το έχει το μεγάλο κεφάλαιο. Έχει δημιουργήσει τα παπαγαλάκια του, τους λακέδες του, που μέσα από ωραία λόγια προπαγανδίζουν το μοντέλο που τους συμφέρει, παγκοσμιοποίηση και ελεύθερη οικονομία. Μέσα πάντα από ‘δημοκρατικές διαδικασίες’. Διότι όταν κατέχεις χρήμα κατέχεις και τη δυνατότητα να δημιουργείς καταστάσεις, συνειδήσεις, συναίνεση. Κι έχεις και τους κατασταλτικούς μηχανισμούς για τότε που τα πράγματα σκουραίνουν, εισαγγελείς, αστυνομία, στρατό, σώματα τάξης, ταξικά σώματα.
Επαναλαμβάνουμε πως αποκαλούν δημοκρατία την δικτατορία του κεφαλαίου.

Οι σύντροφοι λοιπόν οπλίζονται, αμύνονται στις επιθέσεις αστυνομίας και φασιστών πιασμένων από το χεράκι, γνωστό και στα μέρη μας φαινόμενο, παγκόσμιο θα έλεγα. Φρούρησαν τις διαδηλώσεις τους, τις καταλήψεις. Οργάνωσαν δολιοφθορές, εμπόδισαν την παραγωγή και τη μεταφορά πλούτου και εμπορευμάτων. Φίατ στο Τορίνο, Άλφα στο Μιλάνο, τεράστιες αυτοκινητοβιομηχανίες, Πόρτο Μαργκέρα στη Βενετία, μεταλλουργοί αγωνιστές πανίσχυροι, Ρώμη υπηρεσίες, στις σχολές, στις φτωχογειτονιές της σύγχρονης μητρόπολης, ο σχιζοπρολετάριος, [όπως πολύ εύστοχα τον αποκάλεσε ο Ρενάτο Κούρτσιο], είχε την πρωτοβουλία. Αντέταξε την αντιεξουσία του, contropotere proletario.

Διέλυσε η αντεπανάσταση την αλυσίδα, αποκέντρωσε την παραγωγή, την διασκόρπισε στο terittorio, δημιούργησε τον κοινωνικό εργάτη.
Φωτιές σε λουσάτες εκθέσεις αυτοκινήτων, οι οποίες αντανακλούσαν τεράστια αντίθεση ανάμεσα στο συμπιεσμένο λαϊκό εισόδημα και τα υπερπολυτελή αυτοκίνητα που απευθύνονταν σε λίγους, αυτούς τους οποίους οι κρίσεις του συστήματος δεν άγγιζαν ποτέ.
Και τόσες άλλες στιγμές σε ένα πόλεμο που βλέποντάς τον τώρα από μακριά με πιο ψύχραιμο μάτι, στον οποίο πιθανώς, από ένα σημείο και μετά συρθήκαμε. Στον οποίο οι περισσότεροι δεν κιότεψαν και τον άντεξαν μέχρι τέλους με αξιοπρέπεια. Φωτεινότατο παράδειγμα ο ΣΈΤΖΙΟ, ο ΚΟΎΡΤΣΙΟ, και τόσοι άλλοι.

ΚΑΙ ΜΟΥ ΛΈΕΙ, ΜΕ ΜΆΤΙΑ ΠΟΥ ΛΆΜΠΟΥΝ, Πως μόνο αυτός που έχει ζήσει σε αυτές τις συνθήκες γνωρίζει την ευφορία που γεμίζει την ψυχή, που αναστατώνει τον άνθρωπο, που αντανακλάται στα πρόσωπα αυτών που διαβάζουν στις εφημερίδες τα ‘πολεμικά ανακοινωθέντα της ημέρας’.

Σε όσους όλα αυτά φαίνονται ακραία έχει να αντιτάξει πως δίπλα στην ιδεολογία της πολυθρόνας υπάρχει και η ανάγκη πολλών να ονειρευτούν το αδύνατο, να ερωτευτούν την ‘ουτοπία’ και να πράξουν την αντίσταση στις καθημερινές συμβάσεις, να ζήσουν αυτόνομα.
Η ιστορία πρέπει να λέγεται, να μαθαίνεται, να διδάσκεται, ολόκληρη η ιστορία και όχι μόνο η πλευρά που συμφέρει τους νικητές και τους κρατούντες όπως γίνεται μέχρι σήμερα.

Πρέπει δε να γνωρίζουμε την συγκυρία. Εκείνα τα χρόνια είχαν καταπνίξει με βάρβαρο τρόπο, στη Λατινική Αμερική αντάρτικα εγχειρήματα αλλά και προσπάθειες ειρηνικής απεξάρτησης από το κεφάλαιο και την βόρειο αμερικάνικη οικονομική πολιτική διείσδυση, με σκληρότατες χούντες στρατιωτικές και κυριολεκτικά χιλιάδες ‘εξαφανισμένους’ από προσώπου γης πολίτες.

Ο Σαλβαδόρ Αλιέντε ΠΕΘΑΝΕ ΜΕ ΤΟ ΌΠΛΟ ΣΤΟ ΧΈΡΙ ΣΤΟ ΒΟΜΒΑΡΔΙΣΜΌ ΤΟΥ ΚΥΒΕΡΝΕΙΟΥ από τις δυνάμεις του μετέπειτα δικτάτορα Πινοσέτ, τον οποίο ο ίδιος ο Πρόεδρος είχε τοποθετήσει αρχηγό του στρατού.
Εδώ σε εμάς ο Γιωργάκης τραυματίζεται πέφτοντας από ποδήλατο και ο Κωστάκης κλωτσώντας ένα τόπι. Άσε που ο τελευταίος φτιάχνει ειδικό νόμο για μία μόνο περιοχή της επικράτειας για να βάλει τον ξάδερφό του στη βουλή. Ανόμοια μεγέθη, ανόμοιες προσωπικότητες.

  • Επιστρέφοντας στα Ιταλικά χρόνια να προσθέσουμε εδώ πως οι αντάρτικες οργανώσεις είναι μέρος του κινήματος, έχουν ακολουθήσει τις διαδρομές του, απλά κάποια στιγμή θέτουν το ζήτημα της αναβάθμισης, πολιτικής και στρατιωτικής, της αυτονόμησης της οργάνωσης από τις μαζικές διαδικασίες για λόγους ασφάλειας, αναβάθμισης επιχειρησιακής και στόχων, σήκωσαν ψηλότερα τον πήχη για να το πούμε απλούστερα. Οι στόχοι πάντως επιλέγονταν από την καθημερινή ‘επαφή’ με το κίνημα, οι σύντροφοι δεν έπαψαν ούτε στιγμή να παίρνουν μέρος στις καθημερινές δραστηριότητες του κόσμου, πολλοί από αυτούς, οι περισσότεροι δηλαδή, αφουγκράζονταν από πρώτο χέρι ανάγκες και καημούς.

Επιθέσεις σε πρωτοδικεία, ειρηνοδικεία, τέτοιους και παρόμοιους δικαστικούς θεσμούς – όπου προλετάριοι δικάζονταν, με τη θέμιδα να γέρνει σταθερά προς τη πλευρά των δυνατών, περιουσίες να αλλάζουν χέρια υπέρ αυτών ή μεγάλων εταιριών – είναι κάποια παραδείγματα για το δρόμο που είχε χαραχθεί. Δεν υπήρχαν υπολογιστές τότε και η καταστροφή των αρχείων ξεσήκωνε πανηγύρια στις λαϊκές γειτονιές, με τον κοσμάκη να παίρνει ανάσες για καιρό πολύ.

Οι σπαρτιάτες ήταν ενάντιοι στη συσσώρευση πλούτου, είχαν στάση ζωής ηρωική. Η ασπίδα στον πόλεμο προστάτευε πάντα τον διπλανό όμοιο. Όμοιοι σε όλα. Πώς να πολεμήσεις με αυταπάρνηση προστατεύοντας τον διπλανό σου όταν ξέρεις ότι έχει περισσότερα από σένα. Και στο κάτω- κάτω χωρίς να υπάρχει λόγος να κατέχει περισσότερα!.
Η αξία των ανθρώπων βρίσκεται στις πράξεις τους και όχι στο τι κατέχουν. Αυτό πρέπει να θεσμοθετηθεί.

»τι άλλο θέλεις σύντροφε για να καταλάβεις πως σήμανε η ώρα του τουφεκιού ;»

Τους πιο μεγάλους σταυρούς τους κάνουν οι πλουσιότεροι και οι απατεώνες. Δωρεάν πήρατε, δωρεάν δώστε είπε ο Κύριος. Βλέπεις λοιπόν μεγαλογιατρούς μεγαλοδικηγόρους κι ένα σωρό άλλους ‘μεγάλους’ πρώτη γραμμή πίστα, μετά τα μπουζούκια στην εκκλησία. Διότι και τον Χριστό ταξικό τους όργανο τον έκαναν. Έχουν ευλογήσει ένα σωρό χούντες. Για τους στοιβαγμένους στα λαθρεμπορικά καίκια, στις υπερπλήρεις φυλακές έχετε ακούσει άχνα; μούγκα! Ή για απεργούς και καταληψίες που τρώνε άγριο ξύλο.
Και στο κάτω- κάτω γιατί να τρώνε μια ζωή ξύλο οι απεργοί; και οι φοιτητές από τις ζαρντινιέρες;

Οι ανατροπείς και οι εξεγερμένοι οργανώνονται. Αυτόνομα. Και οι μπάτσοι μένουν μακριά.                                                                                                                                                Δεν το φωνάζουν, δεν το διατυμπανίζουν, Οπλίζονται. Γιατί οι μεν έχουν δίκιο, αγωνίζονται. Οι άλλοι είναι εκεί προστατεύοντας τα ξένα χρήματα. Για πενταροδεκάρες.

Απαγωγές προσώπων μπλεγμένων σε σκάνδαλα, δικαστικών και άλλων τέτοιων φρούτων. Διευθυντών εργοστασίων, επιστατών. Δίκες λαϊκές,
αληθινές. Λάμψη της αλήθειας, δημοσιοποίηση στον τύπο, απελευθέρωση με τρόπο θεαματικό, σικάτο. Πάντα αξύριστος, χτύπημα στο image, με μια πινακίδα στο λαιμό να μιλά για τον αγώνα, το χάραμα, σε δημόσιο χώρο. Τεράστια στιγμή για το κίνημα, χρησιμοποιούσαν όλα τους τα όπλα με τον καινούριο δικό τους τρόπο.
Επίθεση με μολότοφ και φωτιά με χρονική απόσταση, δυναμίτης, σε ξένες εταιρίες και θεσμούς, όταν το ζητά ο διεθνισμός, το κίνημα είναι παγκόσμιο και αλληλο υποστηρίζεται.
Ωραία χρόνια, ζουν όπως ακριβώς θέλουν και τους ευχαριστεί. Αυτό είναι το μυστικό, να ζεις αυτό που θέλεις όταν το θέλεις. Να αποφασίζεις ο ίδιος για τη ζωή σου και να εκτελείς ο ίδιος τις αποφάσεις. Όχι όπως επιβάλλεται.
Δεν θέλανε να γίνουνε χαλίφηδες στη θέση του χαλίφη.
Ήταν ευχαριστημένοι γιατί ήτανε μαζί. Ζούσαν ήδη την συνθήκη τους. Αυτόνομα. Δεν την οραματίζονταν για αργότερα, ‘ώριμες συνθήκες’ και τα λοιπά. Την πραγματοποιούν, κύτταρα του νεαρού κορμιού λούζονταν στα νερά της αλληλεγγύης και της συλλογικότητας. Μιας συλλογικότητας φτιαγμένης από χιλιάδες ατομικότητες ενεργές, νεωτεριστικές, μες την κοινότητα. Ο επαναστατικός στρατός σε δημιουργία, κύτταρα της κόκκινης κοινωνίας.
Ζώντας το καινούριο γκρεμίζονταν το παλαιό. Στη δουλειά στο σπίτι στο σχολείο οι σχέσεις είναι πια διαφορετικές. Ίσως όχι παντού, είπαμε, εκεί που το επέτρεπαν οι συσχετισμοί. Εκεί που ήταν δυνατοί.
Η έννοια ‘ανώτερος’ , εξαφανίζονταν.

  • ‘Ήμασταν χαρούμενοι που ήμασταν μαζί, και ήμασταν πάρα πολλοί’ λέει. Πως να βαρεθείς;
    Πολλές απόψεις, πολλά αρώματα.
    ‘Να μη σου πω’, γνέφει, ‘πως κάποια στιγμή νιώσαμε άτρωτοι. Ίσως αυτή να ήταν η ύβρις, που έστειλε τη νέμεση’.
    Σήμερα έχουμε πισωγυρίσει πολύ, η δουλειά κατάντησε ξανά μπελάς, τι ζωή είναι αυτή; οι σπουδές καταπιεστικές, οι σχέσεις το ίδιο. Μοναξιά

‘Από παιδί με συγκινούσαν οι διαφορετικοί, αυτοί που επιστρέφουν πίσω τις συμβάσεις,’ θυμάται.
ΑΠΟΡΕΊ, πως είναι δυνατό χρόνια τώρα οι πολλοί να ευνοούν τους λίγους. Γιατί να τρομάζει τόσο πολύ το διαφορετικό. Και θυμάται ακόμη το πρώτο σύνθημα που διάβασε γραμμένο στη γέφυρα της Αγίας Τριάδας στη Firenze, ‘όλα ακριβαίνουν, ακόμη και η μιζέρια’

Σαν να μη πέρασε μια μέρα, τριάντα τόσα χρόνια μετά η ίδια κατάσταση. Οι αδύνατοι αδυνατίζουν παραπάνω και οι δυνατοί δυναμώνουν περισσότερο.

«Των αθανάτων το κρασί

το ‘βρετε σεις και πίνετε

ζωή για σας ο θάνατος

κι αθάνατοι θα μείνετε»

στίχοι Ευαγόρας Παλληκαρίδης, μουσική Δημήτρης Λάγιος

«Καρτερούμεν μέραν νύχταν

να φυσήσει ένας αέρας

στουν τον τόπον πο `ν καμένος

τζι’ εν θωρεί ποτέ δροσιάν

Για να φέξει καρτερούμεν

το φως τζιήνης της μέρας

πο `ν να φέρει στον καθ’ έναν

τζιαι δροσιάν τζαι ποσπασιάν»

στίχοι Δημήτρης Λιπέρτης, μουσική Δημήτρης Λάγιος

  • Δηλαδή το μόνο ιδανικό που έχουμε μουρμουρίζει είναι να βάλουμε το παιδί μας στο δημόσιο ή να κρύψουμε ένα αυθαίρετο. Γι αυτό και μόνο γίνεται όλη η δουλειά; Αυτή είναι φτώχεια ακόμα μεγαλύτερη. Σχέσεις διαπλοκής και εξάρτησης, όχι αγαπητικές σχέσεις.
    Είμαστε μία χώρα που δεν αγαπά τον εαυτό της. Εάν δεν αγαπάς τον διπλανό σου, τη δουλειά σου, εάν κατά βάθος δεν αγαπάς τον εαυτό σου, απλά τον ανέχεσαι, πως περιμένεις ότι ο άλλος θα κάνει κάτι για σένα.

Οι πόλεις μας είναι για αυτοκίνητα και τσιμέντο. Για τις τράπεζες, για τίποτα άλλο. Όλοι ονειρεύονται ένα λουξ αυτοκίνητο και ένα λουξ σπίτι. Άλλος καλύπτει τα κενά του τα εσωτερικά με την πολιτική, άλλος με το ποδόσφαιρο, άλλος με την επίφαση ψευτο χλιδής. Άλλος με το κυνήγι του χρήματος, της εξουσίας, άλλος με την θρησκεία, άλλος κάνει οικογένεια και πολλά παιδιά. Όλα αυτά υποκατάστατα των εσωτερικών κενών είναι. Κι εγώ έτσι έκανα, μορφάζει, έπεσα με τα μούτρα στα σπορ, προσπάθησα διάφορες δουλειές, έκανα οικογένειες και παιδιά. Η ψυχή μου όμως πάντα ανήσυχη, ένα κενό εκεί μέσα περιμένει να γεμίσει, άσε που την ήττα δεν τη ξέχασα ποτές. Την ομορφιά του να ζεις με εκείνο τον τρόπο, χωρίς επιβολή και εξουσιοδότηση.
Πας σε μια υπηρεσία και σου μιλούν λες και τους χρωστάς. Σου μιλούν απαξιωτικά γιατί δεν αγαπάνε αυτό που κάνουν. Είναι δυστυχισμένοι οι υπάλληλοι σήμερα, και οι έμποροι επίσης, τους νοιάζει μόνο το κέρδος.

Ζούμε σε σπίτια κλουβιά, κι έχουμε κλούβια ιδανικά…
Ακούω τις θάλασσες

και τα ποτάμια σου
Ακούω το γέλιο
ακούω το κλάμα σου
Τις μελωδίες που γεννιούνται στα σπλάχνα σου
Τις πολιτείες και τους ανθρώπους
που ταξιδεύουν κάτω απ’ το δέρμα σου
Ακούω την αλήθεια σου κι’ ακούω το ψέμα
Και μια μικρή ζεστή αγωνία μου γλυκαίνει το αίμα
Ακούω την Αγάπη
Ακούω την Αγάπη
Ακούω την Αγάπη
και δεν ακούω τις σκέψεις μου
Ακούω τους ήλιους
και τους πλανήτες σου
Ακούω τις χαρές σου
ακούω τις λύπες σου
Τις αρμονίες που γεμίζουν τις νύχτες σου
Τους εραστές και τους τρελούς
που ξενυχτάν κάτω απ’ το δέρμα σου
Ακούω την αλήθεια σου κι’ ακούω το ψέμα
Και μια μικρή ζεστή αγωνία μου γλυκαίνει το αίμα
Ακούω την Αγάπη
Ακούω την Αγάπη            Τρύπες

 

  • η απαγωγή, τον Μάρτη του ’78, και αργότερα η εκτέλεση του Άλντο Μόρο αποτέλεσε κομβικό σημείο, καθοριστικό στην αναμέτρηση του κινήματος με το κράτος. Μια επιχείρηση που έμοιαζε απλησίαστη για τις δυνάμεις μας, μακρινή, ασύλληπτη, άπιαστη, ανέβασε τον πήχη της σύγκρουσης στα ουράνια. Όσο ο γραμματέας ήταν φυλακισμένος και ανακρίνονταν η παρουσία της αστυνομίας και των καραμπινιέρων άρχισε να γίνεται στις πόλεις ολοένα και πιο αποπνικτική. Οι έλεγχοι συνεχείς, κατάσταση έκτακτης ανάγκης. Αυτό άρχισε να προκαλεί δυσφορία. Για ψύλλου πήδημα βρισκόσουν μέσα για έλεγχο, η μικρο παραβατικότητα, τόσο διαδεδομένη στη χώρα, τα έφτυσε. Κινδύνεψε άμεσα και διερράγη η συμμαχία του κινήματος με τους ποινικούς, στις φυλακές και στις προλεταριακές συνοικίες των μητροπόλεων. Η οργανωμένη μεγαλο μαφία ήταν έτσι και αλλιώς εναντίον, τώρα πήρε τα ηνία της ρουφιανιάς στα χέρια της. Καταφέρονταν ανοικτά εναντίον των συντρόφων μαζεύοντας και παραδίδοντας στις αρχές οποιαδήποτε πληροφορία έρχονταν εις γνώσιν τους.

Η χαφιεδολογία του ΚΚΙ ΞΕΠΈΡΑΣΕ ΚΆΘΕ ΌΡΙΟ, κάθε προσδοκία. Ότι γνώριζαν, υπέθεταν, αφουγκράζονταν, κατασκεύαζαν εναντίον συντρόφων αναγνωρίσιμων για την πρωτοπορία τους σε αγώνες κατέληγε στα αρχεία της αστυνομίας και των δικαστικών αρχών [εισαγγελικών].
Έτσι ξεκίνησε ένα πογκρόμ εναντίον όλων των οργανωμένων πρωτοποριών του κινήματος.

Οι εργασιακές σχέσεις σκλήρυναν απότομα, μιας και τα ανακουφισμένα από την ολοένα αυξανόμενη καταστολή αφεντικά έσφιξαν τα λουριά. Στα Πανεπιστήμια το ίδιο, και στα σχολεία επίσης επέστρεψαν οι καταπιεστικές σχέσεις ενώ στις γειτονιές δεν μπορούσες να αναπνεύσεις, η ατμόσφαιρα μύριζε μπαρούτι από τους μόνιμα πλέον στρατοπεδευμένους κατασταλτικούς μηχανισμούς.
Μετά την εκτέλεση του Μόρο η χώρα πάγωσε. Τα πράγματα εκτραχύνθηκαν. Το κύμα χαφιεδισμού αυξήθηκε, βασανιστήρια και εκβιασμοί, άρχισαν να σπάνε και κάποιοι σύντροφοι μιας και η πιθανότητα αμέτρητων χρόνων φυλάκισης για μια υπόθεση που έμοιαζε ολοένα περισσότερο χαμένη ήταν γεγονός, δεν άντεξαν το βάρος των υποχρεώσεων τους, κάποιοι μάλιστα από αυτούς είχαν ήδη απομακρυνθεί νωρίτερα από τις ομάδες, αντιλαμβανόμενοι πως η κατάσταση σοβάρευε επικίνδυνα, την είχαν ήδη σκαπουλάρει που λέμε, γνώριζαν όμως πράγματα.

Το αυτόνομο κίνημα αποτέλεσε εκείνη τη δεξαμενή την τεράστια από όπου οι αντάρτικες οργανώσεις άντλησαν μαχητές. Από το λόγο του καθένα μπορούσες στο περίπου ν’ αντιληφθείς το προς το πού έκλεινε. Ειδικά στο ξεκίνημα αυτό ήταν ευκολότερο. Στη συνέχεια και όσο η κατάσταση γίνονταν πολυπλοκότερη τα πράγματα περιπλέκονταν. Τα στόματα έκλειναν ερμητικά.

Έτσι λοιπόν και οι ‘μετανιωμένοι’ που συνεργάστηκαν, στις καταθέσεις τους παρουσίαζαν ένα σωρό αερολογίες, υποθέσεις, αντιφάσεις. Είχαν ‘χάσει και ένα σωρό επεισόδια’, και αυτό βοήθησε αρκετούς συντρόφους να πέσουν στα μαλακά, μιας και η καταδίκη σε μία σοβαρή δίκη δεν ήταν δυνατό να στοιχειοθετηθεί, [έτσι έγινε και στη περίπτωση του φίλου μας που διηγείται].

Αυτοί οι ‘μετανιωμένοι’, διόγκωναν συχνά καταστάσεις για να δείξουν πόσο σοβαρά συνεργάζονταν,για να τη γλιτώσουν με τις λιγότερες δυνατές απώλειες. Ήταν κάτι που σίγουρα σκόρπισε μεγάλη απογοήτευση στη τεράστια πλειοψηφία των αγωνιστών που διακινδύνεψαν την ακεραιότητά τους για ιδανικά που τσαλαπατήθηκαν από καταδότες, ελαφριά τη καρδία, έτσι, ασύστολα.

  • Η παρουσία των ομάδων στους φυσικούς χώρους ήταν καθημερινή με τον λόγο τους. Τα φυλλάδια τα έβρισκες παντού και τα ανακοινωθέντα τους, σε όλους τους χώρους, απίστευτα παντού. Γιατί ήταν χιλιάδες οι αγωνιστές και οι συμπαθούντες. Και συνθήματα γραμμένα στους τοίχους, με τα σύμβολά τους.

Με λίγα λόγια, και πέρα από κάθε παρεξήγηση, η επαναστατική πρακτική στη χώρα, από κάποια στιγμή και μετά είχε καταστεί λαϊκή απαίτηση και αμέτρητοι αποφασισμένοι άνθρωποι το πραγματοποίησαν.

Την καταστολή δεν την ένοιαξε η ηθική. Η ηθική στην πολιτική δεν υφίσταται, το τονίζει ο Βασίλης Ραφαηλίδης. Γνώριζε η καταστολή πως χρειάζονταν ομήρους στα μπουντρούμια της, με αληθινά ή χαλκευμένα στοιχεία για να δημιουργήσει το πρώτο ρήγμα στις επαναστατικές δυνάμεις. Τα επόμενα θα έρχονταν από την πίεση που θα δημιουργούνταν στην κοινωνία και τους συντρόφους. Τον εκβιασμό. Γνώριζαν πως την πίεση που δημιουργεί ο παρατεταμένος βαρύς εγκλεισμός κάποιοι δεν θα την άντεχαν. Σε αυτό υπολόγισαν και τους βγήκε. Χρησιμοποίησαν και τα βασανιστήρια. Αυτό ήταν το τελειωτικό κτύπημα, το κίνημα δεν άντεξε, ΚΑΙ ΓΥΡΙΣΕ ΠΙΣΩ Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΓΙΑ ΠΟΛΛΑ ΧΡΟΝΙΑ.

Δεν χρειάζεται να κατηγορηθεί κανένας, ο άνθρωπος δεν είναι υπεράνθρωπος, δεν έχουν όλοι τις ίδιες ικανότητες, τις ίδιες αντοχές, την ίδια υπομονή. Στις δυσκολίες και τις αντιξοότητες.

Άσε, μου λέει, πως ήδη υπήρχε η γκρίνια για την απόφαση της θανάτωσης του ομήρου, όπως αν θυμάμαι καλά έχουμε ξαναπεί, συμπληρώνει, ήδη πριν αυτή εκτελεστεί ακόμη. Αυτό από μόνο του είχε αποδυναμώσει την κατάσταση, είχε αποπροσανατολίσει πολλούς. Δεν θέλει να επεκταθεί άλλο, ‘είπαμε ήδη πολλά’, μουρμουρίζει, το πιάσαμε το θέμα διεξοδικά, το πιάσαμε το νόημα, κι αν κάτι μας ξέφυγε, σίγουρα δευτερεύον. Το μόνο σίγουρο είναι πως η αντίστροφη μέτρηση είχε ξεκινήσει, ήταν γεγονός, το ένιωθες στον αέρα, το ζούσαν όλοι, φαίνονταν στη γλώσσα του σώματος, στις συμπεριφορές και στη νευρικότητα που διακατείχε πλέον τους περισσότερους. Η σκυθρωπάδα είχε αντικαταστήσει τη γαλήνη,  σφιγμένα χείλη στη θέση του χαμόγελου και συχνά ο εκνευρισμός στη θέση της σιγουριάς και της ηρεμίας που χρειάζεται ένας αγωνιστής, ο μαχητής, ο στρατευμένος.

Σε γενικές γραμμές αυτά! Φαντάζεσαι μου λέει την απογοήτευση που κατέλαβε τις ψυχές των συντρόφων που είχαν φτιάξει μια σχέση με τον αυτόνομο αγώνα ερωτική, με σκέψη πρωτότυπη, χωρίς σκοπιμότητες. Γκρεμίζονταν τα πάντα. Πολλοί εξαφανίστηκαν στο εξωτερικό, στη Γαλλία κυρίως, ο Μιτεράν δίδαξε πολιτισμό, η πατρίδα του άνοιξε και τότε την αγκαλιά της όπως χρόνια πριν στους Έλληνες τους οποίους δέχτηκε μετά τον εμφύλιο. Οι άλλοι κλείστηκαν στους εαυτούς τους. Κι αυτοί που παρέμειναν στις φυλακές, χιλιάδες, οπλίστηκαν με κουράγιο και υπομονή.

Ένα μεγάλο κομμάτι δήλωσε μετά από κάποια χρόνια πως μια ιστορική πολιτική σελίδα έκλεισε, πως η ένοπλη πάλη αποτελούσε παρελθόν, λάθος πολιτικό. Δεν χαφιέδισαν. Αποδέχτηκαν την πολιτική ευθύνη των πράξεων τους δίχως να φορτώσουν τις ευθύνες σε άλλους, χωρίς να καταδώσουν συνεργάτες. Διέσπασαν το μέτωπο των αιχμαλώτων, λάθος τραγικό, αρνούμενοι την ίδια την ταυτότητα τους.
Κάποιοι άλλοι, μεταξύ των οποίων κι ένας των ιστορικών ηγετών του Ιταλικού αντάρτικου, ο Renato Curcio, έμειναν, προς τιμή τους και αυτών, αμετακίνητοι στις θέσεις που τόσα χρόνια είχαν αναπτύξει, δηλώνοντας βέβαια κι αυτοί πως η ένοπλη εμπειρία είχε λήξει οριστικά. Και παραμένουν ακόμη φυλακισμένοι ή σε καθεστώς πλέον ημιελευθερίας. ΑΞΙΟΙ.

Μάρα Καγκόλ

Σκεπτόμενος συνεχίζει, γυρνώντας το μυαλό και τις εικόνες πίσω, το έργο της ζωής, προσπαθώντας να αντιληφθώ τι ήταν εκείνο που μας κινούσε, που μας έδινε τόσο ενθουσιασμό και ενέργεια, τόση σιγουριά, κάθε μέρα για τόσο μεγάλο διάστημα ήταν ότι ήμασταν μαζί με εκείνο τον αυθεντικό, ανατρεπτικό τρόπο, την ποιότητα στη ζωή και στις σχέσεις που ανακαλύπταμε και πραγματώναμε καθημερινά μαζί, με τους άλλους και προσωπικά. Αποφύγαμε τους διαχωρισμούς και τις ιεραρχίες. Δεν ξεχωρίζαμε τους ανθρώπους από το τι κατέχουν, μοιράζαμε και μοιραζόμασταν όσο το δυνατόν περισσότερο, οπωσδήποτε δεν υπήρχαν τάξεις και κατηγορίες ανάμεσά μας. Σγουροί, σχιστομάτιδες μελαχρινοί ή ανοιχτόχρωμοι, όλοι χωρούσαν. Όλοι οι καλοί χωράνε. Δεν υπήρχαν αυθεντίες, κι ας ξεχώριζαν πολλοί και σε πολλά. Το σύμπαν γνωρίζει πώς και πού μοιράζει τα χαρίσματα. Τα αποδέχεσαι και τέρμα, το αποδέχεσαι, τέρμα! Ο καθένας δίνει αυτό που έχει, πλαντάζει με το παρά πάνω. Κρατάει τα απαραίτητα. Δέχεται αυτό που του χρειάζεται και αρκείται.
Με λίγα λόγια λοιπόν το γεγονός είναι πως κάναμε την ουτοπία πραγματικότητα. Πραγματοποιήσαμε την ουτοπία.

ΕΝΙΩΘΕΣ ΓΕΜΑΤΟΣ,ΗΣΟΥΝ ΓΕΜΑΤΟΣ.

  • Ο άνθρωπος υπάρχει γιατί η ζωή είναι ευλογία, όχι εργασία. Εργάζεται ένα μικρό κομμάτι της ημέρας για να δημιουργήσει τα απαραίτητα, ο πλούτος δεν είναι αυτοσκοπός.
    Είναι εξαιρετικά βίαιο και απεχθές να ξοδεύουμε τόσο χρόνο για να παράξουμε τόσα πράγματα που θα αποθηκεύσουμε για να καταναλωθούν, κι αν, και να μην έχουμε χρόνο να χαρούμε τα αυτονόητα, να απολαύσουμε το δώρο της ζωής, την καθημερινότητα.
    Μουντρούχοι και κατσουφιασμένοι τρέχουμε σαν τον Βέγγο όλη μέρα μες το άγχος, σε μίζερες πόλεις που καταντούν όλο και περισσότερο φυλακές , να αλληλοσκοτωνόμαστε σε ένα ανελέητο αγώνα για την επιβίωση, και κάποιοι να κερδίζουν από όλο αυτό μυθικά ποσά. Να αλληλοσκοτωνόμαστε σε πολέμους, στο δρόμο, από μολύνσεις και ναρκωτικά, από έλλειψη νερού ή τροφής, πάντα για συμφέροντα πολύ λίγων. Πιτσιρικάδες να δολοφονούν σε σχολεία για ψύλλου πήδημα.

Σε πολέμους κατακτητικούς με ‘έξυπνα όπλα’ που δολοφονούν αδιάκριτα, με ‘παράπλευρες απώλειες’ πολύ εξοντωτικές. Κάποτε ήταν για το ψωμί και το αλάτι, τώρα για τους δρόμους της ενέργειας και το ‘μαύρο χρυσό’. Αύριο για το νερό.

 

-»Πυρήνας του βιβλίου: Πώς και με ποιους όρους γράφεται η Ιστορία; Και από ποιες πηγές; Ποια ντοκουμέντα; Και η οπτική γωνία; Πότε και πώς βλέπεις κάτι, πότε και πώς δεν το βλέπεις; Και η δική σου όχθη στο μεγάλο ποτάμι; Απ’ όποια θέση κι αν βρίσκεσαι, σου αρκούν τα πολιτικά «φιλαράκια» σου, οι μαρτυρίες, οι αναμνήσεις και τα λογής χρονικά τους; Και η μισαλλοδοξία; Η παραχάραξη; Οι ιδεοληψίες; Οι αποσιωπήσεις;

Αγωνία του βιβλίου: Ποια είναι η θέση μας στον κόσμο και ποιες οι επιπτώσεις των γεγονότων στη ζωή μας; Πώς το φανταστικό διαπλέκεται με το πραγματικό, το επινοημένο με τις ποικίλες εκδοχές του, το απλό με το πολύπλοκο, το σημαντικό με το ασήμαντο, το ατομικό με το συλλογικό, το σήμερα με το χθες; Οι Γερμανοί, οι Βρετανοί. Οι συνεργάτες, οι συναγωνιστές, οι αντίπαλοι. Ποιοι οι κακοί; Ποιοι οι καλοί; Ποιοι οι εχθροί, ποιοι οι φίλοι; Ο δολοφονημένος λοχαγός Μανώλης Πιμπλής, ο εκτελεσμένος κομμουνιστής Βαγγέλης Κτιστάκης. Τα οράματα που θα στραπατσαριστούν. Οι σκοπιμότητες, τα συμφέροντα. Η υποκρισία, η ιδιοτέλεια, το ψέμα. Ερωτες, φιλίες, ηρωισμοί. Προδοσίες, κακίες, μικρότητες. Σε μια ρημαγμένη, πεινασμένη πόλη. Αυτός ο κόσμος ο μικρός, ο μέγας.

Και μια τελευταία διευκρίνιση: Το μυθιστόρημα Το δίκιο είναι ζόρικο πολύ, στις γραμμές του μύθου και της Ιστορίας, αν και αυτοτελές, θα μπορούσε να θεωρηθεί, μιας και μπήκα σχεδόν ερήμην μου στον χορό, το δεύτερο βιβλίο μιας τριλογίας εν εξελίξει με πρώτο βιβλίο το μυθιστόρημα Αθώοι και φταίχτες.

 

1981 Delenda est Δήμος Μούτσης Κώστας Τριπολίτης
‘Θα σου πάρω βιολιά και ένα ντέφι γλυκό να σου παίζουν, Ερηνούλα μου.                  Μεταξύ μας όπως βλέπεις τα περιθώρια στενεύουν. Τις καμμένες πόλεις, τα νεκρά παιδιά θυμάμαι και το αίμα, και η δικιά μου η ζωή, δίχως νόημα δίχως φωνή και μ’ άδειο βλέμμα, Ερηνούλα μου.
Πέφτει σύρμα και οι μισθοφόροι που σε κυβερνούν, οι ίδιοι αύριο θα σε δικάζουν και
‘χαίρε, Καίσαρα μελλοθάνατε’ θα σου πουν, αυτά που λες,
‘et preterea censeo, Carthago delenda est’.
Με τρομάζεις σαν των γηπέδων τις φωνές και τις σημαίες, Ερηνούλα μου.
Φοβισμένος σε κοιτάζω διπλωμένες κρατώντας τις κεραίες.
Ξεκινάς να με βρεις κι όλο πέφτεις θαρρείς σ’ ένα τοίχο, κι ερωτεύεσαι εκεί, δίχως χρώμα δίχως οσμή και δίχως μύθο, Ερηνούλα μου.
Αλλά εγώ θα σου πάρω βιολιά κι ένα ντέφι γλυκό να σου παίζουν Ερηνούλα μου.

 

Αποτέλεσμα εικόνας για alberto juantorena

 

-«Σήμερα είναι μια όμορφη μέρα για την Κούβα, αλλά αύριο είναι η επέτειος μιας θλιβερής μέρας για το λαό μας, η επέτειος της αποτυχημένης επίθεσης του Κάστρο και των συντρόφων του στο στρατόπεδο της Μονκάδα». Στις 25 Ιουλίου του 1976 στο Μόντρεαλ, λίγη ώρα αφού ο Αλμπέρτο Χουαντορένα κέρδιζε το πρώτο χρυσό ολυμπιακό μετάλλιο της Κούβας στο στίβο, αφήνοντας έκθαμβους τους φιλάθλους σ’ όλο τον κόσμο, εντυπωσίαζε τους δημοσιογράφους με τις δηλώσεις του, που συνέδεαν την αθλητική του επιτυχία με την πολιτική πραγματικότητα της χώρας του. Γνήσιο δημιούργημα της κουβανικής επανάστασης ο Αλμπέρτο Χουαντορένα δεν αποποιήθηκε ποτέ το ρόλο του σαν πρεσβευτή του κουβανέζικου αθλητισμού, αλλά και του λαού του.

Οκτώβριο του ’71 ο Χουαντορένα εντάσσεται στην Εθνική Ομάδα της Κούβας. Τον επόμενο χρόνο είχε καταφέρει ήδη να μπει στον ημιτελικό των 400μ στους Ολυμπιακούς του Μονάχου του 1972. Για την επιτυχία του δόθηκε το βραβείο του «ταλέντου της χρονιάς», που του απονεμήθηκε μάλιστα από την Αντζελα Ντέιβις. Ηδη είχε γίνει γνωστός στους διεθνείς στίβους με το παρατσούκλι «το άλογο» για τον εντυπωσιακό διασκελισμό που είχε στο τρέξιμό του. Ενα διασκελισμό που έφτανε στα 2,5 μ.!

Η εποποιία του Μόντρεαλ

Ομως εκτός από το φυσικό ταλέντο, ο Χουαντορένα είχε τη φλόγα του μαχητή και του νικητή. Μετά την Ολυμπιάδα του Μονάχου μπροστά του βρέθηκε μια νέα πρόκληση. Ο Πολωνός προπονητής Ζίγκμουντ Ζαμπιερζόφσκι του πρότεινε να ασχοληθεί και με τα 800 μ. Τρία χρόνια πριν τους Ολυμπιακούς του Μόντρεαλ ξεκίνησε σιγά σιγά την προπόνηση και για τα 800 μ. Ο Πολωνός προπονητής πίστευε ότι ο Χουαντορένα μπορούσε να φτάσει στη διπλή ολυμπιακή νίκη στα 400μ. και στα 800μ. κάτι που δεν είχε πετύχει κανένας αθλητής σε Ολυμπιακούς Αγώνες (υπήρχε μόνο ο Αμερικανός Πολ Πίλγκριμ που είχε κερδίσει στη Μεσοολυμπιάδα του 1906 στην Αθήνα τα 400μ. και 800μ.). Την ίδια περίοδο ο Χουαντορένα εξακολουθούσε να κυριαρχεί στα 400μ. Το 1973 και το 1974 ήταν ανίκητος στην απόσταση. Το 1975 όμως υποβλήθηκε σε δύο εγχειρήσεις στο πόδι. Το 1976 όμως ήταν αρκετά υγιής για να δικαιώσει τις προσδοκίες του Ζαμπιερζόφσκι στο Μόντρεαλ. Για να φτάσει όμως στο διπλό θρίαμβο χρειάστηκε να κάνει εφτά κούρσες στα 400 και 800μ. μέσα σε έξι μέρες, ενώ έτρεξε και σε δύο κούρσες στις σκυταλοδρομίες.

Το ξεκίνημα έγινε με τα 800μ., όπου ο Χουαντορένα έφτασε εύκολα στον τελικό. Στις 25 Ιουλίου του 1976 δοξάστηκε για πρώτη φορά, κερδίζοντας το χρυσό μετάλλιο, πετυχαίνοντας ταυτόχρονα παγκόσμιο ρεκόρ με 1.43.50.

«Το άλογο» όμως δε σταμάτησε εκεί. Μετά από τέσσερις κούρσες, έκοβε πρώτος το νήμα στον τελικό των 400μ. με 44.26, που ήταν ο καλύτερος χρόνος που είχε επιτευχθεί στο επίπεδο της θάλασσας. Μετά ακολούθησαν δύο κούρσες στη σκυταλοδρομία για να ολοκληρωθεί μια παρουσία ιστορική και επική για την Κούβα και τον Χουαντορένα. Η εποποιία αυτή αφιερώθηκε από τον Αλμπέρτο στην Κουβανέζικη Επανάσταση και στον ηγέτη της Φιντέλ Κάστρο. Εκτός όμως από τις αθλητικές του επιτυχίες ο Χουαντορένα πρόσφερε στην Κούβα και την εργασία του στο μάζεμα του ζαχαροκάλαμου, κάθε φορά που επέστρεφε στην πατρίδα του από τις ευρωπαϊκές του τουρνέ-.

Γιάννης ΤΖΟΥΣΤΑΣ

 

Μανού Τσάο στο Παρίσι, 2008

και στην φωτογραφία εδώ κάτω με τον Θόδωρα τον Θεοδωρίδη στο λεωφορείο ξεκινάμε την μεγάλη εκδρομή στην Κρήτη, στο τέλος της χρονιάς, στην έκτη τάξη του γυμνασίου, πάμε στην Κρήτη λοιπόν, έχουμε πλέον τελειώσει το γυμνάσιο, και πριν ξεκινήσουν οι εξετάσεις, αν θυμάμαι καλά, και αποφοιτήσουμε, εκδράμουμε για να χαλαρώσουμε,

με τα γυαλιά, ο καθηγητής των αρχαίων, δεν θυμούμαι το όνομα του, καλός άνθρωπος

Saltarello, Dead Can Dance

μιχαλης 282

τα βιβλία του μιχάλη, i libri di michele

Ε. εκενώστε τους δρόμους από τα όνειρα – 3

Μας αρέσει να κάνουμε καλοκαιρινές διακοπές στην Ελλάδα. Στα πανέμορφα Ιόνια νησιά και παράλια, που είναι κοντά στην πατρίδα μας, κυρίως. Με σκηνάκια και υπνόσακους. Βουτάμε όλη μέρα στα καθάρια, γαλαζοπράσινα νερά και λιαζόμαστε με τις ώρες.
Λευκάδα, Παξοί, τώρα τελευταία Πάργα και Σύβοτα. Εκεί γνωρίζουμε τον Σάντρο που συζεί στη Ρώμη με την Αντρέα, γερμανίδα φοιτήτρια που έχει τελειώσει ιταλική φιλολογία, αλλά παραμένει στην χώρα με τον φίλο της και τον ακολουθεί στις διακοπές του. Ταξιδεύουν με ένα Φόρντ Τράνσιτ που χρησιμοποιεί στη δουλειά του ο Σάντρο, είναι έμπορος δερμάτινων ρούχων.

Γίναμε μια μεγάλη παρέα λοιπόν, περνάμε θαυμάσια. Γυρίζουμε όλη την περιοχή, Μέτσοβο, Βίκο, Ζαγοροχώρια και Πάργα, την περιοχή της Πρέβεζας, φτάσαμε μέχρι τον Αχέροντα και επισκεφτήκαμε την είσοδο του κάτω κόσμου. Περνούμε κοντά δέκα μέρες μαζί. Χωρίζουμε όταν οι καινούριοι μας φίλοι κατηφόρισαν προς Κρήτη. Μάλιστα εγώ, μαζί με την φιλενάδα μου την Ρέα τους ακολουθήσαμε ίσαμε τον Πειραιά, μιας και θέλουμε να επισκεφτούμε την Ακρόπολη, και με την ευκαιρία να γνωρίσουμε την Αθήνα. Πρέπει να σας αποκαλύψω πως ο πατέρας της Ρέα είχε πολεμήσει στην Ελλάδα, μιλούσε πάντα για την χώρα και τους κατοίκους της με τα καλύτερα λόγια. Ήταν θερμός φιλέλληνας και το είχε μεταδώσει και στα παιδιά του. Γνώριζε τα πάντα για τον αρχαίο Ελληνικό πολιτισμό και αγαπούσε πολύ το τσίπουρο και την ρετσίνα.
Θυμάμαι μάλιστα πως στο πλοίο με το οποίο περάσαμε από την Στερεά στην Πελοπόννησο σήκωσα λιγάκι πυρετό. Μέχρι όμως να φτάσουμε στον Πειραιά, μου είχε περάσει.

Επιστρέψαμε στην Ιταλία, auto stop και καράβι, και στον δρόμο μας προς τον βορρά κάναμε μια διήμερη στάση στην Ρώμη για να επισκεφτούμε τους φίλους μας. Βρήκαμε μοναχά τον Σάντρο, διαπιστώσαμε λοιπόν με λύπη πως τα παιδιά είχαν χωρίσει στον δρόμο προς Κρήτη, είχαν ένα φοβερό καυγά στο καράβι και με την αποβίβαση στο νησί πήραν διαφορετικούς δρόμους. Τα ίχνη της Αντρέα χάθηκαν στην Ελλάδα.

Το χαμόγελο της Τζοκόντα, Μάνος Χατζιδάκης.

  • Αυτά όλα λοιπόν μου έρχονται στον νου όσο διάστημα προσπαθώ να ηρεμήσω, ξεφεύγοντας λιγάκι από τα πολεμικά καθέκαστα του παρόντος.
    Κάθε τόσο κοιτώ το γλυκό προσωπάκι που ακουμπά στο στήθος μου γαληνεμένο. Ήσυχο πλέον μετά το κυνηγητό που έχει προηγηθεί. Τη διαδήλωση, τις φασαρίες, το εμπόλεμο κλίμα.
    Προσπάθησα να ελέγξω την αναπνοή μου μέχρι που τα κατάφερα, ηρέμησα. Τότε πρέπει να με πήρε λιγάκι ο ύπνος κι εμένα, ταρακουνήθηκα με το φρενάρισμα του τραίνου και ξύπνησα στην αποβάθρα, νωρίς το πρωί. Περπατούμε, χάραμα στην πόλη, παίρνουμε πρωινό σε ένα μπαράκι που μόλις άνοιξε, φάγαμε ολόφρεσκες μπριός, πίνουμε φρέσκο χυμό που μας στίβει το συμπαθητικό παλικάρι που κρατά το μαγαζί και βουρ για ύπνο.
    Αυτό είναι λοιπόν, πίσω ξανά στην καθημερινότητα. Αν μπορούμε να ονομάσουμε έτσι την ένταση με την οποία γεμίζουμε αυτή την καθημερινή μας βιοτή.

Το πως αποτυπώνει ο Τύπος την μέρα που πέρασε με τα συμβάντα θα το διαβάσω αργότερα, τώρα δεν έχω όρεξη να αναμείξω τις θύμησες, που είναι ακόμη τόσο έντονα παρούσες, με τις μικροαστικές παπαρολογίες.
Βάζουμε στη ζωή μας πολύ ρίσκο, βάζουμε ένταση, η ομαλότητα μπορώ να πω πως είναι εχθρός μας. Ο νόμος φτιάχτηκε από άλλους και για άλλους. Εμείς όλοι έχουμε πολλά που μας χωρίζουν από την σύμβασηΣκεφτόμαστε αυτόνομα. Το κατεστημένο και την τάξη της πολεμάμε. Δρούμε αυτόνομα. Η άποψη των μπουρζουάδων θα είναι αποτυπωμένη στις φυλλάδες. Θα παρουσιάζουν με τον τρόπο τους τα συμβάντα, όπως τους συμφέρει.
Ο πολύς λαός όμως ακόμη δεν μασάει.
Ποιος είναι ο λαός ;
Οι από κάτω, αυτοί που θέλουν να ζουν ελεύθερα, να σκέφτονται ελεύθερα, ανεξάρτητα, να δρουν ελεύθερα, αυτόνομα. Και είναι ακόμη πάρα πολλοί.

Αυτό τρομάζει! Δια τούτο οι φυλλάδες παρουσιάζουν τα γεγονότα, που συμβαίνουν καθημερινά πλέον, την επίθεση στους θεσμούς και την καταπίεση, μέσα από παραμορφωτικούς φακούς. Προσπαθούν να αποπροσανατολίσουν. Δείχνουν μία συναίνεση στις επιλογές του κεφαλαίου ψεύτικη, δεν υπάρχει τέτοια στα λαϊκά στρώματα. Στον κόσμο της εργασίας. Του κοινωνικού εργάτη που στενάζει στις γειτονιές και τους δρόμους της Μητρόπολης.
Εμείς λοιπόν την μετατρέπουμε σε ζούγκλα. Είναι το δάσος μας, απελευθερωμένη ζώνη, είναι οι κοινωνικές σχέσεις που δημιουργούμε καθημερινά, μέσα στους μικρούς και μεγαλύτερους αγώνες, η κάσμπα.
‘Κρυβόμαστε’ εκεί μέσα και επιχειρούμε με σχέδιο. Έχουμε οργανώσει τις ομάδες μας, τον στρατό μας, ελευθερώνουμε ζώνες. Είμαστε παντού, στην καθημερινότητα του καθένα δίπλα. Φτιάχνουμε την αντιεξουσία μας. Εκεί, και όποτε μας παίρνει φυσικά. Στιγμές, ώρες, μέρες ελεύθερης ζωής. Χρόνια.

Η καθημερινότητά μας είναι γεμάτη ένταση, ρίσκο και απρόοπτα. Σχεδιασμό και προετοιμασία.
Ζούμε το σήμερα, την στιγμή.
Σίγουρα μας νοιάζει και το αύριο. Να φέρουμε και άλλους κοντά μας.
Θέλουμε το αύριο δικαιότερο. Με ελευθερία και ισότητα για όλους. Ίσες ευκαιρίες, πραγματικά.
Περνάμε από το σφυροδρέπανο στο αστέρι. Είναι μια φυσιολογική κατάληξη. Μιας πορείας που έρχεται τρέχοντας από το ’68. Από την κριτική του υπαρκτού σοσιαλισμού στην πλήρη καταδίκη του. Στο ξεπέρασμα του Μαρξισμού και του Λενινισμού, στο ξεπέρασμα της πρωτοκαθεδρίας του κόμματος. Στην ανάδειξη των συμβουλίων και των κοινοτήτων. Στην ανάγκη δημιουργίας του επαναστατικού λαϊκού στρατού.

Υπάρχουν και οι άλλοι, που πιστεύουν ακόμη στο κόμμα, το ένοπλο, που το προτείνουν και εργάζονται για να το δημιουργήσουν. Και είναι πολύ δυνατοί.
Εμείς θέλουμε να ενεργοποιήσουμε τον λαό, την κοινωνία.
Δικός της είναι ο αγώνας και ο πόλεμος.
Δεν τον αναθέτει σε τρίτους, σε κανέναν, τον ιδιοποιείται.
Τον διεξάγει η ίδια.
Η ίδια διαλύει το κράτος, διαλύει το υπάρχον, τους θεσμούς τους κυρίαρχους. Θα δημιουργήσει νέους, θα τους επινοήσει, τους γεύεται ήδη στις συναναστροφές της,  έχουν γεύση αλλιώτικη.
Δεν θα της κάνει άλλος την δουλειά, δεν θα το κάνει άλλος γι αυτήν.
Η κοινωνία οργανώνει την αυτοάμυνα της, οργανώνει και τις επιθέσεις της. Αυτόνομα.
Διαλέγει τον χώρο και τον χρόνο, μετράει τις δυνάμεις της και δρα
Πράττει ήδη, ζει ήδη το καινούριο
Δεν περιμένει
Εξερευνά, ανακαλύπτει, χαρτογραφεί.

Φτιάχνουν τον στρατό τους, η καταστολή δεν τους τρομάζει, πολεμούν το κατεστημένο κάθε μέρα, όχι μόνο στα λόγια. Οι επαναστατημένοι.
Ελευθερώνουν τις περιοχές τους, πολεμούν τις συμβάσεις, ζούνε έξω από τα όρια, μακριά, γεννούν το έμβρυο το καινούριο.
Η ελευθερία είναι εδώ, στις καθημερινές μάχες. Η αυτονομία.
Χτυπάνε τα πλοκάμια του κατεστημένου, της εξουσίας, οι άλλοι την καρδιά του.
Μια μέρα θα νικήσουν.
Η αλλοτρίωση του ανθρώπου είναι στο στόχαστρο, η απαλλοτρίωση των ζωών τους ο στόχος.
Η απελευθέρωσή της ζωής το όραμα!

  • Από ένα φυλλάδιο μας :
    ‘επιδίωξή μας είναι ο άνθρωπος να διακόψει μια και καλή τον αυτοϋποβιβασμό του σε παραγωγό καταναλωτή, να αφυπνίσει τη δημιουργικότητά του και να διεκδικήσει την ατομική και κοινωνική απελευθέρωση.

BORGHESIA CLAUDIO LOLLI ΜΠΟΥΡΖΟΥΑΖΙΑ

Γριά μικροαστική τάξη όσο μικρή κι αν είσαι
δεν ξέρω να πω αν μας κάνεις κυρίως να θυμώνουμε, να λυπούμαστε, να μελαγχολούμε ή αν σε σιχαινόμαστε κυρίως
ευχαριστιέσαι όταν ένας κλέφτης πεθαίνει ή όταν συλλαμβάνουν μια πουτάνα,
αν η ενορία της Ιερής Καρδιάς αποκτήσει μια νέα καμπάνα
Είσαι ικανοποιημένη με τα βάσανα και τις  ζημιές των άλλων κρατώντας σφιχτά τα χρήματα σου

Τόσο επίκαιρο που φέρνει ανατριχίλα!

  • Χθες, μετά την επίθεση στο Πρωτοδικείο, κάποια στιγμή στο δρόμο του, μπροστά σε ένα ταξιδιωτικό γραφείο ακούει δύο νεαρούς να συζητούν ελληνικά, σχολιάζοντας μία αφίσα, ένα υπέροχο αγόρι λαξευμένο στο μάρμαρο, κολλημένη στα τζάμια ταξιδιωτικού πρακτορείου. Ο νους του πετάει πάλι στα Σύβοτα, θα ήθελε πολύ να ξαναβρεθεί εκεί, σκέφτηκε.
    Μέρος πανέμορφο και τελείως παρθένο, στην Ήπειρο. Τριάντα χιλιόμετρα πάνω κάτω από την Ηγουμενίτσα, προς νότο. Φτάνεις στο ψαροχώρι από χωματόδρομο. Είκοσι, τριάντα σπίτια όλα κι όλα, ένα παντοπωλείο που εκτελεί και χρέη γραφείου τηλεπικοινωνιών, μία ταβέρνα καφενείο. Φυσικό λιμάνι με πολλά νησάκια γύρω γύρω και έρημες αμμουδιές. Κάθε καλοκαίρι ο κόλπος γεμίζει ιστιοπλοϊκά σκάφη που βρίσκουν εκεί ευχάριστη προστασία και ασφάλεια.

Όπως παντού όπου τριγυρνούν τα καλοκαίρια, μια χρονιά στη Λευκάδα, μια στη Σκόπελο και αλλού, βρίσκουν και στήνουν τις σκηνές τους και τους υπνόσακους κοντά σε μέρος που αναβλύζει γλυκό νερό από την γη σε κάποια γωνίτσα. Για να μπορούν να ξεπλένονται, όλη μέρα το αλάτι δεν αντέχετε στο κορμί, είναι ενοχλητικό.
Συχνά μαγειρεύουν στην παραλία, πάντα υπάρχει παχύς ίσκιος στα μέρη που διαλέγουν να κατασκηνώσουν, πεύκα ή ελιές συνήθως. Αρμυρίκια επίσης κατεβαίνουν σχεδόν να γλείψουν το νερό. Όλη μέρα στον ήλιο είναι απελπισία, τις μεσημεριανές ιδίως ώρες ζεματάει.
Τα βραδάκια κατεβαίνουν στο χωριό, η ταβέρνα είναι πολύ φιλόξενη, τους ανοίγει με ευχαρίστηση την αγκαλιά. Κάνουν τις επαφές τους με τους ντόπιους, τους αρέσει να έχουν ζωντανή την αίσθηση του τόπου που τους φιλοξενεί, τους γεμίζει τις μπαταρίες αυτό το όλον. Άνθρωποι είναι, όχι περαστικοί. Επιθυμούν να δίνονται και να παίρνουν.

Εκεί, στα Σύβοτα μάλιστα, ο ταβερνιάρης θυμίζει αφάνταστα τον Τζούλιο Αντρεότι, στη φάτσα και στην καμπούρα. Τα πειράγματα πηγαίνουν σύννεφο. Είναι δημοκράτες γενικότερα. Ενδιαφέρονται τρομερά να μάθουν γι αυτή την περίφημη ‘στροφή’ των κομμουνιστών στην Ιταλία, με τον ‘ιστορικό συμβιβασμό’, λες και ο συμβιβασμός είναι κάτι καινούριο για τους ιταλούς ρεβιζιονιστές. Και άντε ένας τακτικός συμβιβασμός. Εδώ μιλάμε για στρατηγική στροφή τους λέμε. Την συνδιαχείριση του υπάρχοντος προτείνουν στο κεφάλαιο και τους λακέδες του οι ρεφορμιστές. Και μιλούν για μεταρρυθμίσεις που το σύστημα το καπιταλιστικό θα αναζωογονήσουν. Άμα περισσέψει κάτι θα πάρουν και οι προλετάριοι.
Ακουμπάμε λοιπόν στην γενναιοδωρία τους ; Εκεί ελπίζουμε ;
Εμείς λοιπόν, τους λέμε, οι νέοι, δεν επιθυμούμε τα ψίχουλα. Απαιτούμε το δίκιο, που λέει πως ο πλούτος ανήκει ισόποσα σε όλους. Πως απαιτούμε μιαν άλλη ποιότητα ζωής. Τα θέλουμε όλα και αμέσως. Ο πλούτος πρέπει να μοιραστεί στην κοινωνία. Άλλες αξίες να επικρατήσουν.

Ρωτούν συνεχώς, θέλουν να καταλάβουν. Και αυτό τους τιμά. Τους κάνει στα μάτια μας ακόμη πιο συμπαθείς. Μιλάμε σε μια διάλεκτο που περιλαμβάνει λίγα ελληνικά, σπαστά ιταλικά και κάποια εγγλέζικα! Όλα μαζί μισκούλιο!
Και όσο περνάει η ώρα και το κέφι ανεβαίνει η κατάσταση γίνεται πιο χαλαρή, κυριαρχεί πλέον ο άνθρωπος και αφήνει στην άκρη τον πολίτη, επικρατεί λοιπόν το καλαμπούρι και οι μεγάλοι ξαναγίνονται παιδιά.
Τους δείχνουν οι ντόπιοι να χορεύουν ακολουθώντας το ρυθμό της μουσικής που παίζει στο πικ απ. Όλοι μαζί αγκαλιασμένοι πρώτα, κείνους τους γρήγορους ρυθμούς, σε κύκλο. Και να φωνάζουν ώπα!
Και τους άλλους, τους ερωτικούς, που κουνούν την κοιλιά και τους γοφούς αναστενάζοντας. Και τα χέρια ψηλά. Αχ και βαχ, και η λίμπιντο ανεβαίνει στον ουρανό..

Ο άνθρωπος, λένε, εν κατακλείδι, είναι φτιαγμένος για να χαίρεται τη ζωή, όχι να ταλαιπωρείται. Αν λοιπόν κάποιοι πρέπει να ευτυχούν, ας είναι όλοι. Να μην τους χωρίζει το εισόδημα, η καταγωγή, το χρώμα και η φυλή ή οι ευκαιρίες.
Είναι τόσο όμορφο να είσαι χαμένος μέσα στη φύση της Μεσογείου, ηρεμιστικό και χαλαρωτικό.
Ανάμεσα σε τόσες αποχρώσεις του πράσινου του μπλε και του γαλάζιου.
Ο αέρας ευωδιαστός, το τραγούδι του ανέμου αισθησιακό, το τιτίβισμα των πουλιών χαρούμενο, η πτήση και το κράξιμο του γλάρου απελευθερωτικό.
Δεν χρειάζονται αντικαταθλιπτικά, έχεις την εξοχή, τη θάλασσα και το βουνό.

  • Αγαπάμε πολύ τη ζωή, τα χρώματα και τη γαλήνη της φύσης. Μας αρέσουν και οι εναλλαγές του καιρού, από την ηρεμία στην καταιγίδα, τα ξεσπάσματα και η επιστροφή στη νηνεμία.
    Τρεις πεταλούδες τρέχουνε στη φθινοπωρινή ομορφιά, κυνηγιούνται πετώντας σε υπέροχα σχήματα.
    Πολύχρωμες, χρώματα φανταστικά, λουσμένες στον ήλιο, όλα καθάρισαν από τη βροχή, λαμποκοπούν.
    Λιάζονται σε ανάπαυση, τις αναστατώσαμε όταν καθίσαμε να ξεκουραστούμε κι εμείς κοντά τους.

San Francisco – Scott McKenzie

ένας ακόμη »εθνικός ύμνος» , της πρώιμης νιότης μας!

  • Ξαναγυρίζοντας όμως στο χωριό, κάνουμε πολύ χάζι με το τηλέφωνο και την περιπέτεια του να καλέσεις στο σπίτι, τους δικούς σου! Όταν χρειάζεται για να ανταλλάξουμε νέα. Ακούστε λοιπόν.
    Η γυναίκα του μπακάλη, για να το ενεργοποιήσει, γυρίζει με ταχύτητα μια μανιβέλα, μέχρι να ανοίξει η γραμμή και να συνδεθούν με το κέντρο. Το οποίο μετά από κάποιο τέταρτο της ώρας επιτρέπει την επικοινωνία με την πατρίδα, σε ένα θάλαμο μικρό που χωρούν με τα ζόρι δύο άτομα. Ένα βαρύ μαύρο ακουστικό στ’ αυτιά για να ακούμε την άλλη πλευρά. Και έτσι που λέτε μιλάμε με τους δικούς μας. Μπορεί δε να φτάσεις τελευταίος και να μιλήσεις πρώτος. Ρώσικη ρουλέτα.
    Φοβερά πράγματα.
  • Να σου μιλήσω και για μια πολύ δυνατή μέρα, από αυτές που δεν ξεχνιούνται.

Αποφασίζουμε να κατεβούμε στο χωριό για τηλέφωνα, όλοι μαζί. Θα περιμένουμε που θα περιμένουμε, ας το κάνουμε παρέα.
Ξυπνάμε νωρίς διότι θέλουμε να χάσουμε όσο λιγότερο από το χρόνο μας. ‘κάνουμε κατάληψη’ στο παντοπωλείο και ξεκινάμε τις κλήσεις την ώρα που καταφτάνουν καινούριες προμήθειες σε τοπική ρακί. Από κάποιον γνωστό του μαγαζάτορα. Κάνει να δοκιμάσει, μας ρίχνει μια ματιά και μας προσφέρει τρία σφηνάκια για να πάρει τη γνώμη μας.
Δεν είναι δέκα το πρωί ακόμη, είμαστε νηστικοί αλλά κατεβάζουμε μονορούφι τη ρακί.
Αυτό ήταν. Ανοίγουμε κάτι κονσέρβες λαδερά, κάτι παστά και τέτοια διάφορα και στήνουμε κανονικό πανηγύρι. Σε μία ώρα είμαστε όλοι ντίρλα, μαζεύουμε εκεί έξω και άλλους αλλοεθνείς νεαρούς, γίνεται χαμός!
Καταφέρνουμε να μιλήσουμε και με την πατρίδα, μες την καλή χαρά, πρωινιάτικα σουρωμένοι, έχουμε γίνει μια πολύ μεγάλη παρέα όταν πέφτει σύρμα για μια φανταστική παραλία από την άλλη μεριά του βουνού!
Θα πάμε να βουτήξουμε εκεί όλοι μαζί, έτσι όπως είμαστε. Ok.
Μπαίνουμε στα αυτοκίνητα και ξεκινάμε. Αληθινή βαβέλ σου λέω. Ακούς όλων των ειδών τις γλώσσες, με άλλες τόσες προφορές!

Έχουμε σηκώσει όλο το μαγαζί προμήθειες, στη μέση της διαδρομής, στην κορφή της ανεβασιάς, στο σημείο που βλέπεις τη θάλασσα σταματάμε. Αφήνουμε τα αυτοκίνητα στην άκρη, καταλαμβάνουμε όλο το κατάστρωμα και στήνουμε χορό. Στη μέση του δρόμου. Μουσική παίζουν τα αυτοκίνητα. Άλλο κομμάτι από εδώ, άλλο από εκεί.
Πανδαιμόνιο στη μέση του πουθενά. Και ούτε έχει μεσημεριάσει!
Η κυκλοφορία φυσικά έχει σταματήσει και από τις δυο κατευθύνσεις, τα θυμάμαι και ανατριχιάζω, ενώνονται μαζί μας άλλοι τόσοι, χορεύουμε αγκαλιασμένοι, άνθρωποι που συναντιούνται για πρώτη και τελευταία φορά μεταξύ τους, άγνωστοι παντελώς. Τόσο κοντά όμως! Δεν θέλει πολλά! Μοναχά ψυχή βαθιά.

Πόση ώρα μείναμε εκεί δεν μπορώ να σου πω. Ούτε πως βρεθήκαμε κάτω στα νερά. Πως γυρίσαμε πίσω το απόγευμα άγνωστο. Και πόσοι από εμάς. Ένα ξέρω μόνο. Είναι πολύ όμορφη η ζωή όταν την ρουφάς απ’ το μεδούλι. Και πολύ απλή!

Like a rolling stone, Bob Dylan.

Κάτι ακόμη που μας κάνει εντύπωση, αρνητική αυτή την φορά. Μια άσχημη παρένθεση σε μια χώρα που την νιώθουμε δεύτερη πατρίδα μας, και την επισκεπτόμαστε συστηματικά κάθε καλοκαίρι.
Στην αμμουδιά δεν έχει ποτέ κόσμο, καθόλου φασαρία, σε καθημερινή βάση. Μοναχά την Κυριακή εμφανίζονται επισκέπτες, από τα ορεινά ή την πόλη. Είμαστε πάντα μοναχοί, σπανίζουν οι τρίτοι. Με τους ντόπιους γνωριζόμαστε πλέον καλά. Το χωριό απέχει γύρω στα τρία με τέσσερα χιλιόμετρα από την παραλία μας. Τη νιώθουμε δική μας, είμαστε πλέον ‘παλιοί’ σε κείνη την γωνιά.

Σκάνε μύτη που λέτε μια μέρα μια μεγάλη παρέα, δυο τρεις οικογένειες με τα παιδιά τους. Παρκάρουν τα αυτοκίνητα στον ίσκιο των δέντρων, στην αντίθετη πλευρά από εμάς και κατεβαίνουν στην αμμουδιά με τα τζιμπράγκαλα τους, ακριβώς απέναντι. Η απόσταση που μας χωρίζει είναι περίπου εκατό μέτρα. Σε λιγάκι όλα τα βλέμματα είναι καρφωμένα επάνω μας. Των μεγάλων δηλαδή.
Τι το πιο φυσικό από το να κάνεις γυμνισμό σε μια παραλία όπου συνήθως, εκτός από εσένα και δυο τρεις ακόμη ‘πεταμένους’, η μόνη παρουσία είναι αυτή των γλάρων. Οι επισκέπτες μας λοιπόν πρέπει να έχουν, τι να πω, ενοχληθεί ;
Κοιτάζουν επίμονα προς την πλευρά μας και μας κάνουν να αναρωτηθούμε για την συνέχεια. Ώσπου το παίρνουν απόφαση και στέλνουν αντιπρόσωπο να μας πει πως ζητούν από τα αγόρια να φορέσουν τα μαγιό τους διότι, λέει, ενοχλούνται τα παιδιά!
Για τα κορίτσια ούτε συζήτηση, μπορούν να παραμείνουν όπως τα γέννησε η μαμά τους! Οποία υποκρισία! με όλο της το μεγαλείο. Το πρόβλημα δηλαδή έχει με τις δικές μας μαλαπέρδες που λεύτερες κι αυτές λιάζονται ξένοιαστες!

  • Άσε που μου συνέβη και το άλλο, διηγείται ο Μάριος στη συνέχεια.

Σε παλιότερη επίσκεψη στην περιοχή, ένα ή δυο καλοκαίρια νωρίτερα.
Έφτασα μόνος ένα απογευματάκι, αποφάσισα να περιμένω τους υπόλοιπους στην Ηγουμενίτσα. Ήταν αργούτσικα και η κίνηση ελάχιστη στον δρόμο για να επιχειρήσω να φτάσω στο χωριό. Πεινάω σαν λύκος και κάνω μια αναγνωριστική βόλτα στην παραλία για να διαλέξω την ταβερνούλα μου και να ξαποστάσω. Και να την τηλώσω. Διασταυρώνομαι στο δρόμο με δύο κορίτσια, πέφτουν κάποια χαμόγελα. Ακούω πως μιλούν γερμανικά, η μια ψιλόλιγνη και εμφανώς ομορφούλα, η άλλη χοντρούλα μα πολύ συμπαθητική.
Κάθομαι σε μια χαριτωμένη ‘γωνιά’ λίγο πιο κάτω και παραγγέλνω κρασάκι να ξεδιψάσω. Για μεζέδες βλέπουμε αργότερα. Σουβλάκια που αρέσουν σε όλους και ελληνική σαλάτα, ‘χωριάτικη’ όπως την ονομάζετε.

Σε πέντε με δέκα λεπτά επιστρέφουν προς τα πίσω τα κορίτσια και αποφασίζουν να καθίσουν και αυτά για φαγητό. Τα προσκαλώ αμέσως στο τραπέζι μου, αποδέχονται με χαρά και σύντομα συζητάμε σαν να είμαστε φιλαράκια από τα παλιά, γινόμαστε μια όμορφη παρέα. Τα αγγλικά μας είναι αρκετά για να επικοινωνούμε αξιοπρεπώς και ερχόμαστε γρήγορα στο κέφι.
Έπεσε για τα καλά η νύχτα, είπαμε να πάμε απέναντι στο συμπαθητικό λιμανάκι με τα σκαφάκια, το τεράστιο εμπορικό είναι πιο πέρα. Πίνουμε ένα τσιγαράκι και μου λεν πως έχουν κατασκηνώσει στο κάμπινγκ. Μιας και έχουν αυτοκίνητο, τους προτείνω να τους δείξω τα δικά μας μέρη, την τοποθεσία όπου τις επόμενες μέρες περιμένω να με προσεγγίσουν οι φίλοι, την αμμουδιά μας, το συμπαθέστατο ψαροχώρι και όλα όσα με λίγα λόγια γνωρίζετε ήδη.
Προθυμοποιήθηκαν ενθουσιασμένες. Με χαρά λοιπόν ξεκινάμε για Σύβοτα και λίγο αργότερα την πέφτουμε στην φεγγαράδα της έρημης γωνιάς μας. Μαγεία. Η αμμουδιά είναι λουσμένη στο φως.
Η διαδρομή στάθηκε εκρηκτική, έχουμε και τα ίδια γούστα στη μουσική, φτάσαμε στην παραλία χωρίς να το πάρουμε χαμπάρι. Η νύχτα προμηνύεται μακριά και θερμή.

Κάνουμε μπάνιο στη θάλασσα που είναι λάδι, σε τραβάει σαν μαγνήτης, λαμποκοπάει. Ανάβουμε φωτιά μπροστά στο νερό, εκεί, δίπλα στα βράχια που μας προστατεύουν, δίπλα στη λιμνούλα με το στυφό νερό που χρησιμοποιούμε για να διώχνουμε το αλάτι. Πέφτει για λίγο σιωπή. Εκείνη η σιωπή που μιλάει.
Τις αγκαλιάζω και τις δύο, δεν δέχομαι να τις χωρίσω, είναι αφύσικο σε εκείνη την κατάσταση, τόσες ώρες οι τρεις μας μοιραζόμαστε τα πάντα.
Κάτω από άλλες συνθήκες θα συνέβαινε το αυτονόητο, εδώ όμως δεν βγαίνει, δεν πάει, δεν το σηκώνει η ίδια η στιγμή, η φάση, το momentum.
Δεν μου πηγαίνει να διαλέξω, αρνούμαι.

Η ομορφονιά ταράζεται. Θυμώνει. Τσαντίζεται. Τα βροντάει όλα, παίρνει τη φιλενάδα της και άρον άρον, όπου φύγει φύγει, τρέχοντας σχεδόν. Αφήνοντάς με σίξιλο, παγωτό που λέμε, στα κρύα του λουτρού.
Δεν μου έχει τύχει κάτι παρόμοιο στη ζωή, φαίνεται απολύτως φυσικό όμως, έτσι όπως έχουν καθίσει οι συνθήκες, τι να κάνω;   Μας συγχωρείς φιλενάδα, πάμε εμείς λίγο παραπέρα, κάθισε εσύ εδώ να απολαύσεις …..τη μοναξιά σου ;
Δεν μου κάθεται τίμιο. Σίγουρα μου αρέσει πολύ περισσότερο το ένα κορίτσι. Εκεί και όπως έχουν έρθει τα πράγματα, δεν καταφέρνω να σκεφτώ εγωιστικά, ναι!
Τόσα χρόνια μετά, πιστεύω πως και σήμερα, τηρουμένων των αναλογιών, το ίδιο θα έκανα.
Από τις στιγμές που μένουν βαθιά χαραγμένες στην ψυχή και στις θύμησες.
Μου έλαχε να το ζήσω και αυτό. Εγωισμός υπάρχει σε όλα τα μήκη και τα πλάτη του κόσμου. Ο εγωισμός είναι η πληγή του σύγχρονου κόσμου, η πληγή της ανθρωπότητας.

Laurie Anderson, Lost Art of Conversation

 

  • Φτάνω στη σχολή και ανεβαίνω τα σκαλιά τρέχοντας μέχρι τους επάνω ορόφους όπου βρίσκονται οι αίθουσες. Ακόμη τα νέα δεν έχουν μαθευτεί, δεν γνωρίζει ουδείς για την επίθεση.
    Είναι ότι πιο δυνατό έχουμε κάνει μέχρι εκείνη τη μέρα στην πόλη.
    Έτσι αναμιγνύομαι στις συζητήσεις που γίνονταν για τρέχοντα ζητήματα ακούγοντας με προσοχή τους διαλόγους.
    Τα παιδιά συζητούν για το επαναστατικό υποκείμενο, το ρόλο του εργάτη σαν κεντρική φιγούρα στο δρόμο προς την επαναστατική αλλαγή στις κοινωνικές σχέσεις. Λέγονταν πως στη σκηνή των αγώνων έχουν θορυβωδώς εισέλθει και άλλες φιγούρες που διεκδικούν το μερίδιό τους στα πράγματα και τις αποφάσεις που παίρνονται πάνω στα σημαντικά θέματα που αφορούν τη ζωή και τις σχέσεις τις κοινωνικοπολιτικές, τις σχέσεις τις καθημερινές. Φιγούρες που απαιτούν να πάρουν μέρος στις διαδικασίες από την εμπροσθοφυλακή, που θέλουν να παίξουν κεντρικό ρόλο στη διαμόρφωση μιας επαναστατικής πλατφόρμας. Που θα οδηγήσει τον άνθρωπο στην απελευθέρωσή του από τα δεσμά της εργασίας και του κέρδους. Που θα φρενάρει την εμπορευματοποίηση του ατόμου και των σχέσεων.
    Φτάνει με την εκμετάλλευση λένε.
    Άνεργοι, επισφαλώς εργαζόμενοι, γυναίκες.
    Εργασία στο σπίτι.

‘Εμείς οι φοιτητές’, φωνάζει κάποιος.
‘Οι εργασίες μας καταλήγουν σε επιχειρηματικά γραφεία και αξιοποιούνται από τα μεγάλα αφεντικά, που τις εντάσσουν στο σχεδιασμό και στα πλάνα τους.’
‘Δουλεύουμε δωρεάν για το κεφάλαιο το μεγάλο, που αντλεί κέρδη από τον κόπο μας’.
‘και στα σχολεία, στις μεγάλες τάξεις, το ίδιο δεν γίνεται ;’
Άλλοι συμφωνούν, άλλοι όχι.
Από κάποιους κατηγορούνται οι φοιτητές για μικροαστισμό, τους φωνάζουν και αριστεριστές.
Εγώ απαντώ πως η επαναστατικότητα πλέον είναι θέμα συνείδησης και όχι απλά ταξικό. Ότι η κυριαρχία έχει εισέλθει σε όλες τις σχέσεις και τις στιγμές της καθημερινότητας. Βλέπε κτητικότητα στις διαπροσωπικές, στον έρωτα, στην οικογένεια.
Και πως αυτός που νιώθει, και θέλει, αγωνίζεται για την υπέρβαση, για την ανατροπή του υπάρχοντος καθεστώτος στις σχέσεις ανάμεσα στους ανθρώπους, σχέσεις εκμετάλλευσης. Αυτός που οραματίζεται λοιπόν και κινείται σε χνάρια καινούρια, και ψάχνει νέα μονοπάτια, αυτόνομα, και τα διαβαίνει.
Αυτός δικαιούται να ονομάζεται επαναστάτης και να χαρακτηρίζεται έτσι.

Όταν η συζήτηση γυρνά στα μέσα που δικαιούται ο επαναστάτης να επιστρατεύσει στον αγώνα του, οι τόνοι ανεβαίνουν. Κι εδώ οι απόψεις διίστανται.
Υπέρ και κατά της επαναστατικής βίας, της χρήσης των όπλων, στους δρόμους, στο εργοστάσιο, στις γειτονιές στις σχολές. Λίγες μέρες νωρίτερα έχουν πυρποληθεί τη νύχτα αυτοκίνητα καθηγητών πολύ αντιδραστικών, άλλης σχολής. Άλλοι επικροτούν με επιχειρήματα, άλλοι όχι, καταδικάζουν. Πολλοί κρατούν ουδέτερη στάση, κάποιοι μιλούν για σύγχρονους Ρομπέν των μοντέρνων καιρών, κάποιοι απλώς χαμογελούν.

μια ιστορία του εννιακόσια 4 Prospero Gallinari

Παλιότερα θα είχα και εγώ αναμειχθεί. Τον τελευταίο καιρό κρατώ στάση λιγάκι αποστασιοποιημένη. Είμαι περισσότερο προσεχτικός. Έτσι κι αλλιώς υπάρχουν τόσα άλλα παιδιά που μπορούν άριστα να υποστηρίξουν τις θέσεις της πράξης και του ανταρτοπόλεμου, πως οι συνθήκες δεν ωριμάζουν από μόνες τους, πως από τα σήμερα πρέπει να δημιουργηθούν μονάδες του δικού μας στρατού, να εκπαιδευτεί στις επιθέσεις επί του εχθρού που την βία την έχει ψωμοτύρι, που κάνει ντοκτορά επί καθημερινής βάσης στην καταστολή, που σπάζει κόκαλα, που επιτίθεται με αγριότητα σε όσους διεκδικούν, που χτυπά αγώνες. Σύντροφοι που είναι ακόμη στην περιφέρεια της μάχης, που συμπαθούν τους μαχητές.
Πράξεις χρειάζονται, καλά και τα λόγια, χρειάζεται δράση. Όλες οι μορφές αγώνα πρέπει να μπουν στο παιχνίδι.
Θα ετοιμαστούν αρκετοί από αυτούς τους συντρόφους, σιγά σιγά. Προσεκτικά. Τη θέση τους θα πάρουν άλλοι. Βήμα βήμα. Υπάρχει μεγάλη συμπάθεια. Αναπτύσσεται σε όλους τους χώρους. Στις συνελεύσεις, στα πηγαδάκια, στις επιτροπές και τις κοινότητες. Άσε που τα φυλλάδια των αυτόνομων ομάδων και των αντάρτικων οργανώσεων εμφανίζονται ως δια μαγείας σε κάθε γωνιά. Αφίσες, αυτοκόλλητα, παντού. Υπάρχει ρεύμα.
Όλα είναι θεμιτά.

Θέλεις να ζήσεις ελεύθερος, αυτόνομα, και χρησιμοποιείς ότι όπλο χωρά στην φαρέτρα σου, κάποια από αυτά έστω. Λόγο, δολιοφθορά, ενέδρα, κινηματική διαδικασίαΑυτό που σου ταιριάζει. Όλα χρειάζονται, δεν αποκλείεται τίποτα, όλα είναι καλοδεχούμενα. Δεν υπάρχει διαχωρισμός, καλύτερο ή χειρότερο, όλα είναι αναγκαία

Brothers in Arms, Dire Straits.

  • Μου αρέσει πολύ να βρίσκομαι στην εξοχή, τα αρώματα και τα χρώματα στη φύση με τρελαίνουν. Το περιβάλλον γαληνεύει την ψυχή μου, ξεχνώ τα πάντα, σαν να γίνομαι αλλιώς. Άλλος. Ειρήνη.
  • Πέντε με δέκα λεπτά από το κέντρο είναι κτισμένα, ανηφορικά στους καταπράσινους λόφους, πανέμορφα, τα παλάτια των Μεδίκων και των άλλων ευγενών που κυβέρνησαν την πόλη. Με τεράστια πάρκα, πολλά από τα οποία είναι σήμερα ανοιχτά στον κόσμο, κήποι, λουλούδια, συντριβάνια, σωστά δάση σε κάποια σημεία τους, απίστευτη ομορφιά, ατέλειωτη.

Όταν λοιπόν έχω χρόνο, στην πλάτη το σακίδιο με μέσα το τόπι, διασχίζω το ποτάμι και ανηφορίζω στο πάρκο. Συνηθίζω να παίζω με την μπάλα, από το ένα πόδι στο άλλο ίσαμε να γίνω μούσκεμα. Λίγο χαλάρωση και μετά τριγυρίζω τους κήπους χαζεύοντας τις ομορφιές. Πανέμορφα τα κτίρια, ζεις στον Μεσαίωνα εκεί μέσα, μακριά απ’ τους θορύβους και τη βιασύνη.
Πόσα παιδιά γνώρισα εκεί !!
Έχω και έναν φίλο που σπουδάζει Γυμναστική Ακαδημία. Αυτός λοιπόν μου έδειξε ασκήσεις και κινήσεις του μποξ, με γοητεύει το χορευτικό τους, έχουν και χρησιμότητα στον δρόμο. Συχνά λοιπόν τις εξασκώ εκεί. Μάλιστα, που και που με ακολουθεί και ο Πιέρο, τότε έχουμε την ευκαιρία να γυμναστούμε παρέα, να κάνουμε και λίγη πρακτική, άμεσα.

Δεν έχουν όμως πολλοί την τρέλα μου, τις περισσότερες φορές είμαι μόνος, σου είπα, κάνω γνωριμίες καινούριες.
Η καλύτερή μου είναι όταν η κολεκτίβα της σχολής ή της mensa-του φοιτητικού εστιατορίου αποφασίζει να κάνει εξάσκηση στη ρίψη μπουκαλιών. Αυτό συνήθως γίνεται στο δάσος, κοντά έξω από την πόλη. Γίνεται κανονική εκδρομή, αγόρια και κορίτσια ετοιμάζουν σαντουϊτσάκια, φορτώνονται σακίδια και μπυρόνια, κάποιο λεωφορείο θα μας φέρει κοντά στην αρχή της τοποθεσίας που έχουμε επιλέξει, χωνόμαστε στο δάσος, βρίσκουμε το ξέφωτο που μας ταιριάζει και το κολατσιό ξεκινά, με χωρατά και μουσικούλα, χαλαρά.
Και όταν έρχεται η ώρα, γεμίζουμε ένα μπουκάλι με νερό, κάνουμε έναν μεγάλο κύκλο και το πετάμε ο ένας στον άλλο που πρέπει να το αρπάξει στον αέρα, δεν θα γεμίσουμε τον τόπο γυαλιά. Από απόσταση. Υπάρχει κέφι αλλά και σοβαρότητα. Το τερπνόν μετά του ωφελίμου. Αγαπημένοι και αποφασισμένοι. Σιγά σιγά γίναμε ατσίδες στο σημάδι και τη ρίψη.

Την Άνοιξη όλα είναι φανταστικά, μαγευτικά. Απίθανοι χρωματισμοί. Η εξοχή της Τοσκάνης είναι υπέροχη.
Και όταν ο καιρός έχει ζεστάνει για τα καλά, έχουμε ανακαλύψει κάτι ζούλες με τρεχούμενα νερά και μέρη με βαθέματα όπου μπορούμε και βουτάμε κανονικά. Εδώ δεν υπάρχει κάτι να μας τρομάξει. Θα καταλάβεις αμέσως τι εννοώ.
Κάποια χρόνια αργότερα κάνω ταξίδι με την κοπελιά μου στην Κεντρική Αμερική, να ‘χαθούμε’ για κάποιο διάστημα, τώρα που τα πράγματα πάνε να χαλάσουν για τα καλά, και εκτός από ένα καλό ξελαμπικάρισμα, [χρειάζεται να καθαρίσει το μυαλό μας, να αφουγκραστούμε καθαρότερα τις νέες συνθήκες], χρειάζεται να σβήσουμε τα ίχνη μας.

Βρεθήκαμε σε κάποιο άγριο οροπέδιο που είναι λίμνη, κρατήρας ανενεργού ηφαιστείου. Βλάστηση απίθανη, ζούγκλα κανονική, δεν υπάρχει ηλεκτρισμός. Δυο ώρες χρειάζονται να διασχίσεις με σκάφος το νερό. Ανακαλύπτουμε λοιπόν στην όχθη, απέναντι από εκεί που καταλήγει ο δρόμος, πάνω στα βράχια και τρία λεπτά απόσταση από το χωριό, μια ταβέρνα καφέ μπαράκι, όλα μαζί, τα έχει στήσει μια πανέξυπνη Ιταλίδα που περνά από εδώ τέσσερα χρόνια πριν, μαγεύεται και μένει για πάντα να εξυπηρετεί τους τουρίστες. Και κανένα ντόπιο που και που.
Φτιάχνει λιχουδιές θαυμάσιες, έχει να προσφέρει και ένα σωρό κρασιά.

Ζέστη πολύ, κλίμα τροπικό κι ας είμαστε ψηλά. Θέλουμε πολύ να κολυμπήσουμε στην πεντακάθαρη λίμνη με την πλούσια βλάστηση και τα ήρεμα νερά. Άγρια παραισθησιογόνα μανιτάρια παντού στα υψώματα, μέχρι και στις σαλάτες τα χώνουν εάν το ζητήσεις προσεκτικά.
Ζούμε ένα παραμύθι.
Έλα όμως που ξετρυπώνουν ιγκουάνα μεγάλα ίσαμε μισό χέρι, με πολύχρωμο δέρμα που φωσφορίζει, και βουτάνε στα νερά με μεγαλοπρέπεια. Μας λένε πως δεν πειράζουν, ποιος όμως ακούει, τα βλέπεις και σου σηκώνεται η τρίχα. Μοιάζουν απειλητικά χωρίς να είναι. Βουτάς εσύ στο νερό; Εμείς πάντως όχι. Άλλη φορά, σε άλλο μέρος θα κολυμπήσουμε.
Κοιτάμε το νερό αναστενάζοντας και ανανεώνουμε το ραντεβού μας για αργότερα. Δεν το διακινδυνεύουμε με τίποτα.

Αρχαίοι ινδιάνοι οι ντόπιοι που έχουν ασπαστεί τον χριστιανισμό από τους Ισπανούς κατακτητές αλλά κρατούν σφιχτά ήθη και έθιμα. Τις παραδόσεις, τη γλώσσα τους. Ντυμένοι με πανέμορφες πολύχρωμες φορεσιές, σφάζουν μπροστά στα αγάλματα της Παναγίας και των Αγίων τους κοκόρια κυρίως, μέσα κι έξω από τεράστιους ναούς, σε χωριά χωρίς άσφαλτο και ηλεκτρισμό πολλές φορές, πνιγμένα στη σκόνη, στη λάσπη όταν έχει βρέξει.
Παθητικότητα κυριαρχεί, στα δικά μας μάτια τουλάχιστον.
Τα πανηγύρια τους είναι φανταστικά, η αποθέωση της πολυχρωμίας.
Έχουμε ξεκινήσει δυο από την Ευρώπη και έχουμε γίνει πολλοί με το που πατήσαμε το πόδι στη νέα ήπειρο. Πληθαίνουμε όσο προχωρούμε, ο καθένας μεταφέρει και προσθέτει εμπειρίες. Όλοι αλάνια και αντισυμβατικοί. Χίπιδες, αυτόνομοι, παραβατικοί και ότι καρυδιάς καρύδι μπορείς να φανταστείς.

White Rabbit, Jefferson Airplane.

  • Κάτι που ταιριάζει γάντι : ‘όταν ήρθαν οι ιεραπόστολοι, οι Αφρικανοί είχαν τη γη και οι ιεραπόστολοι κρατούσαν τη βίβλο. Μας έμαθαν να προσευχόμαστε με τα μάτια κλειστά. Όταν τα ανοίξαμε, εκείνοι είχαν την γη κι εμείς κρατούσαμε τη Βίβλο’, έγραψε ο Γιομο Κενυάτα.

Στην χώρα των Αζτέκων, στην χώρα των Μάγια, το ίδιο, οι Ινδιάνοι στον κόσμο τους. Ίσως να ετοιμάζονται !

  • Στο νησί, στα νότια, Isla Mujeres, γνωρίζω δύο φανταστικούς μαροκίνους-γάλλους, καθηγητές στην Μασσαλία. Κάνουν ταξίδι εκπαιδευτικό και αναψυχής μαζί με νέους από ‘ειδικό’ σχολείο που βρίσκονται σε πρόγραμμα κοινωνικής επανένταξης. Ο ένας από τους δύο ερωτεύεται κεραυνοβόλα ένα κορίτσι από την παρέα. Μπαίνει λοιπόν κάθε πρωί στο νερό το καταπράσινο, η θάλασσα είναι ρηχή για πολλά μέτρα απόσταση από την ακτή, βοηθάει αυτό γιατί κρατά μακριά τα σκυλόψαρα. Από τα βαθιά λοιπόν το παλικάρι της τραγουδά με τις ώρες τραγούδια ερωτικά της πατρίδας του με φωνή παραπονιάρικη, στη μητρική του γλώσσα. Όνειρο να τον ακούς με κείνο τον παθιάρικο τρόπο να τραγουδά ανατολίτικους αμανέδες στην καρδιά της αμερικανικής ηπείρου. Όλα αυτά γίνονται πρωί, μόλις μεσημεριάσει και ανέβει ο ήλιος ψηλά, η ζέστη γίνεται ανυπόφορη στην παραλία, άντε να κάτσεις μέσα στο νερό, θα την φας τη σφαλιάρα κατακούτελα από τον Ηλία.

Έχουμε στήσει τη σκηνή μας σε ένα υποτυπώδες κάμπινγκ όπου μπορείς να νοικιάσεις αιώρα με την μέρα, σε στρατιωτικά παραπήγματα που αερίζονται από σίτες, για τον φόβο των κουνουπιών που κάνουν θραύση παντού εκεί πέρα, από την ώρα της δύσης και μετά. Η καλύτερή σου το βραδάκι είναι να κλειστείς στη ντίσκο του χωριού, έχει κλιματισμό που σπάει λιγάκι την υγρασία. Νιώθεις βέβαια λιγάκι σαν ποντικός στη φάκα κλεισμένος σε τέσσερις τοίχους χωρίς παράθυρα σε τέτοιο περιβάλλον, αλλά τουλάχιστον μπορείς να αναπνεύσεις λίγο καλύτερα. Αυτή είναι η αίσθηση που έχεις.
Έτσι μαθαίνουμε πως η χειμωνιάτικη θερμοκρασία σε εκείνους τους τόπους είναι ακριβώς αυτή του κλιματισμού στους εσωτερικούς χώρους. Και πως βρέχει ασταμάτητα για ένα με δύο μήνες. Απελπισία.
Βέβαια, ο άνθρωπος συνηθίζει στις συνθήκες που βιώνει.

Έχουμε λοιπόν, για να επιστρέψουμε στη διήγηση μας, τη σκηνή μας απέναντι σε αυτή ενός ζευγαριού από την Γαλλία, νεαρά και αυτά παιδιά. Η κοπέλα είναι ίσως το ωραιότερο πλάσμα που έχω δει ποτέ στη ζωή μου.
Όπως έχεις καταλάβει, ο τόπος είναι γεμάτος Γάλλους.
Συνηθίζω να ξυπνώ νωρίς το πρωί για να θαυμάσω ένα φαινόμενο που αντιλήφθηκα τυχαία και θα σου μιλήσω γι αυτό αμέσως. Κάποια συγκεκριμένη ώρα, κάθε νύχτα, ένας στρατός από καβούρια μεγέθους παλάμης χεριού, και λίγο μεγαλύτερα, ανηφορίζουν την αμμουδιά και χάνονται στο βάθος, πίσω από τις σκηνές μας. Επιστρέφουν λίγα λεπτά πριν την ανατολή, για να χαθούν στον ωκεανό.
Κοιμόμαστε με τα κεφάλια προς την ανοιχτή πόρτα, για να μπορούμε να πάρουμε ανάσες, όποιος γνωρίζει τι σημαίνει τροπικό κλίμα καταλαβαίνει τι εννοώ.

Έχει πάρει χαμπάρι το σκηνικό και το κορίτσι και ξυπνά και αυτή μαζί μου για να το θαυμάσει επίσης. Σιγά σιγά λοιπόν αρχίζουμε να ξυπνάμε και ο ένας για τον άλλον. Μου αρέσει πολύ να την κοιτάζω, δεν χρειάζεται να μιλάμε.
Δεν αργούμε να γνωριστούμε και να γίνουμε κολλητοί. Δεν τόλμησα ποτέ να κάνω τον παραμικρό υπαινιγμό.
Είναι χρόνια πολύ ελευθεριακά. Ο έρωτας είναι αναζήτηση, παιχνίδι που συνεπαίρνει, τα ταμπού και οι συμβάσεις έχουν καταρριφθεί από τον ίδιο τον φεμινισμό.
Φτιάχνουμε μια όμορφη παρέα, και αυτό αρκεί. Θα μπορούσαν να χαλάσουν όλα με μια βιαστική κίνηση. Δεν χρειάζονταν, κανείς δεν το επιθυμεί. Περνάμε καλά και έτσι, μας φτάνει. Η συμπάθεια είναι αμοιβαία. Χορεύουμε ασταμάτητα στο γνωστό μαγαζάκι, μια τρύπα είναι. Γινόμαστε στουπί στη τεκίλα σε παρτάκι στην αμμουδιά που οργανώνει  παρέα αμερικάνων, ξερνάμε ο ένας στον ώμο της άλλης και το αντίθετο.
Δεν της δίνω όμως ούτε ένα φιλί.

Είναι προορισμός Γάλλων το νησί, τα τσάρτερς προσγειώνονται στην ακτή απέναντι, στο Κανκούν σαν τις μύγες. Βλέπεις, το νησί έχει μήκος ενάμισυ χιλιόμετρο, πλάτος γύρω στα διακόσια μέτρα στο φαρδύτερο σημείο, και το ύψωμα που υπάρχει σε κάποιο σημείο δεν ξεπερνά τα είκοσι! Από εκεί πάνω τα βλέπεις όλα γύρω γύρω.
Το Νησί των Γυναικών. Στον κόλπο του Μεξικού, δυο ώρες δρόμο με το καίκι από την ακτή.
Από την άλλη μεριά, απέναντι, βρίσκετε η Κούβα, μας λένε.
Κι όντως, μια νύχτα που ψωνίζουμε κάποια πράγματα στο μοναδικό μάρκετ που υπάρχει, από το ραδιόφωνο που έχουν ανοικτό ακούγεται δυνατά, μέσα σε χαμό, ομιλία του Φιντέλ. Μέρα γιορτής για τους Κουβανούς και ο μεγάλος ηγέτης απευθύνεται στον λαό του.

Ακούω την αγάπη, Τρύπες.

νεκ, πάμε Τζαμάικα

ΓΟΥΡΟΥΝΙΑ ΜΕ ΦΤΕΡΑ

Μήτε μυθιστόρημα, μήτε δοκίμιο, μήτε λίβελος απελευθερωτικής προπαγάνδας, τα ΓΟΥΡΟΥΝΙΑ ΜΕ ΦΤΕΡΑ είναι μια προβληματική πάνω στο ζευγάρι, τη σεξουαλικότητα, την ομοφυλοφιλία, την πολιτική, την οικογένεια, από τη σκοπιά δυο εφήβων, του Ρόκκο και της Αντόνια: δυο κατοίκων της Ρώμης, μικροαστών, εξωκοινοβουλευτικών.
Ο φόβος, η περιέργεια, ο έρωτας, η μοναξιά, οι φαντασιώσεις, όλα αυτά αξεδιάλυτα μπλεγμένα με φόντο τον κάπως αλλοτριωτικό χώρο του φοιτητικού κόσμου της αριστεράς. Οι σκέψεις του Ρόκκο εκφράζονται με τη φωνή ενός άντρα και της Αντόνια με τη φωνή μιας γυναίκας. Έτσι έχουμε σαν αποτέλεσμα μια συνεχή εναλλαγή διαφορών, τόσον όσον αφορά το στυλ του γραψίματος όσο και τα περιεχόμενα – κι αυτό αποτελεί και το μεγαλύτερο προτέρημα του βιβλίου. (Από την παρουσίαση στο οπισθόφυλλο του βιβλίου)

συνεχίζεται

DSC02199