σύγχρονα κινήματα, movimenti di oggi

Αυτόνομοι λιμενεργάτες Γένοβας για το Sea Watch 3

 

Collettivo Autonomo Lavoratori Portuali

 

Ένα πλοίο που μεταφέρει 42 ανθρώπινα όντα περιμένει δύο βδομάδες ανοιχτά της νήσου Λαμπεντούζα. Είναι άνθρωποι που προσπαθούν να ξεφύγουν από τον πόλεμο, τη φτώχεια και τη φυλάκιση. Οι υπεύθυνοι για αυτούς τους πολέμους και αυτή τη δυστυχία κάθονται στα κοινοβούλια και στα επιχειρηματικά γραφεία της Ιταλίας και της Ευρώπης. Οι ίδιοι άνθρωποι που  τώρα κάνουνε μπαλάκι, από τη Ρώμη στο Στρασβούργο, την ευθύνη να τους αφήσουν να βγουν στη στεριά.

Δεν είμαστε ούτε ήρωες ούτε πολιτικοί. Κάποιος μας είπε «ταραχοποιούς». Είμαστε απλοί λιμενεργάτες της Γένοβας, αλλά ακριβώς ως εργαζόμενοι αναγνωριζόμαστε μόνο στις ιδρυτικές αξίες του εργατικού κινήματος: την αδελφότητα μεταξύ των ανθρώπων, τη διεθνή αλληλεγγύη. Επειδή γνωρίζουμε καλά, όπως το γνωρίζουν όλοι, ότι αυτοί οι άντρες και αυτές οι γυναίκες που φεύγουν διωγμένες για να βρουν ελπίδα, θα καταλήξουν, στην Ιταλία και αλλού, να κάνουν τις δουλειές με τη μεγαλύτερη εκμετάλλευση για πενταροδεκάρες, κυνηγημένοι, πλουτίζοντας ακριβώς αυτούς που φωνάζουν με όλη τους τη δύναμη ότι δεν τους θέλουν και ότι «πρέπει να γυρίσουν στη χώρα τους».

Ε, λοιπόν, έρχονται εδώ μόνο και μόνο επειδή οι κυβερνήσεις μας έχουν καταστρέψει τις χώρες τους.

Πιστεύουμε ότι εάν το Sea Watch 3 διασπάσει το μπλόκο που θέλει να επιβάλει η κυβέρνηση, θα πρέπει να το υποδεχτούμε με συγκεκριμένη και ενεργή αλληλεγγύη, με όλη τη δύναμη την οποία είναι ικανοί να δείξουν οι εργαζόμενοι και οι αντιρατσιστές. Καθόσον μας αφορά, το Sea Watch 3 μπορεί να χαράξει πορεία προς το λιμάνι μας· για εμάς θα είναι ευπρόσδεκτοι. Μπορούμε να κλείνουμε τα λιμάνια, αλλά μπορούμε και να τα ανοίγουμε.

Τις τελευταίες εβδομάδες είχαμε σταματήσει, όχι μόνοι μας φυσικά, δύο φορές το φορτίο μιας εταιρείας –της Bahri- που ειδικεύεται στην εμπορία όπλων, όπως ήμασταν παρόντες και στην πλατεία για να «εξηγήσουμε» στους φασίστες και τους προστάτες τους ότι στην πόλη μας δεν έχουν καμία ελπίδα.

Καθώς πλησιάζει η 30η ιουνίου και ο Salvini σχεδιάζει να κάνει άλλη μια επίσκεψη στη Γένοβα, δεν μπορούμε παρά να υπενθυμίσουμε σε όλους – και πρώτα απ’ όλα στους εαυτούς μας – ότι ένας άλλος ακρογωνιαίος λίθος της εργατικής παράδοσης είναι ο αγώνας.

Ξέρουμε πώς να μπλοκάρουμε τα λιμάνια, μπορούμε να το ξανακάνουμε.

ΕΝΑΝΤΙΑ ΣΤΟ ΡΑΤΣΙΣΜΟ ΤΟΥ ΚΡΑΤΟΥΣ ΚΑΙ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΗΣ-ΦΡΟΥΡΙΟ

ΛΙΜΑΝΙΑ ΚΛΕΙΣΤΑ ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΠΟΛΕΜΟΥΣ

ΛΙΜΑΝΙΑ ΚΛΕΙΣΤΑ ΓΙΑ ΤΟ ΡΑΤΣΙΣΜΟ

2019-06-28 15.16.432019-06-28 15.17.27 (1)

φυλακές, carcere

Κίνημα για την κατάργηση της φυλακής

Αγαπώ σ’ εσένα – Amo in te
την περιπέτεια του πλοίου που πηγαίνει προς τον πόλο – l’avventura della nave che va verso il polo
αγαπώ σ’εσένα – amo in te
το θάρρος των παικτών των μεγάλων ανακαλύψεων – l’audacia dei giocatori delle grandi scoperte
αγαπώ σ’ εσένα τα μακρινά πράγματα – amo in te le cose lontane
αγαπώ σ’ εσένα το αδύνατο – amo in te l’impossibile
μπαίνω στα μάτια σου σαν σε ένα δάσος – entro nei tuoi occhi come in un bosco
γεμάτο ήλιο – pieno di sole
και ιδρωμένος πεινασμένος εξοργισμένος – e sudato affamato infuriato
έχω το πάθος του κυνηγού – ho la passione del cacciatore
για να δαγκώνω στη σάρκα σου – per mordere nella tua carne.
αγαπώ σ’ εσένα το αδύνατο – amo in te l’impossibile
αλλά όχι την απελπισία – ma non la disperazione
Nazim Hikmet 1943]

Μοιάζει απαράδεκτο αλλά δεν είναι απραγματοποίητο

Να επαναδρομολογήσουμε   ΕΝΑ ΚΙΝΗΜΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΚΑΤΑΡΓΗΣΗ ΤΩΝ ΦΥΛΑΚΩΝ

Ήρθε ο καιρός!

Η πλήρης αποτυχία του σωφρονιστικού συστήματος τονίζεται από πολλές πλευρές. Η φυλακή, όπως και κάθε άλλο σύστημα που στερεί την ελευθερία, δεν έχει επιτύχει κανέναν από τους στόχους που είχε υποσχεθεί στο μακρύ ταξίδι της για περίπου τριακόσια χρόνια: προκαλεί πάρα πολλά δεινά, δεν επανεκπαιδεύει, δεν επανεντάσσει, ούτε ο φόβος μιας τιμωρίας αποτρέπει να καταπατηθεί ο νόμος.

Οι δημιουργοί, οι θεωρητικοί και οι υπεύθυνοι του σωφρονιστικού συστήματος δήλωναν ότι η φυλακή θα είχε αντιμετωπίσει το έγκλημα και / ή θα είχε κρατήσει σε χαμηλά επίπεδα την υποτροπή.

Κανένα από αυτά δεν συνέβη. Πλήρης αποτυχία!

Είναι υποχρεωτικό στο σημείο αυτό να αναρωτηθούμε: γιατί η φυλακή εξακολουθεί να βρίσκεται στο επίκεντρο της κατασταλτικής πρακτικής, έστω και αν μετρά μόνο αποτυχίες; Γιατί εξακολουθεί να αποτελεί τον ακρογωνιαίο λίθο της διατήρησης αυτής της τάξης;

Η αποκάλυψη αυτής της φάρσας, η οποία διαρκεί πάρα πολύ καιρό, δεν μπορεί να διαχωριστεί από την επιθυμία να πορευτούμε με αποφασιστικότητα στην προοπτική να θέσουμε τέλος στο σύστημα επιβολής κυρώσεων που βασίζεται στη στέρηση ή τον περιορισμό της ελευθερίας, δηλαδή της φυλακής και όλων των παρόμοιων δομών και μηχανισμών.

ΕΙΝΑΙ ΚΑΙΡΟΣ ΝΑ ΚΑΤΑΡΓΗΣΟΥΜΕ ΤΙΣ ΦΥΛΑΚΕΣ !

Μερικοί άνθρωποι θα αμφισβητήσουν αυτόν τον στόχο σε μια εποχή κατά την οποίαν οι ultra-αντιδραστικοί τομείς της κοινωνίας βρίσκονται στην επίθεση. Δεν είναι μια ευνοϊκή στιγμή, θα πουν. Αντιθέτως ακριβώς για αυτούς τους λόγους πρέπει να επαναδρομολογήσουμε, ακριβώς σήμερα, μια σημαντική πρόταση που συγκεντρώνει τον ενθουσιασμό εκείνων που θέλουν να εμπλακούν σε μονοπάτια για τον κοινωνικό μετασχηματισμό, αλλά και εκείνων που δεν θέλουν να παραιτηθούν για να υποβληθούν στον σκοταδιστικό ζυγό.

Η καθεμιά και ο καθένας από εμάς θα έρθει να εξετάσει αυτό το θέμα της κατάργησης μέσα από ιδιαίτερες εμπειρίες, διαφορετικές διαδρομές ή συγκεκριμένες-ειδικότερες θεωρητικές και κοινωνιολογικές αναλύσεις.

Ποικιλομορφία των πρακτικών και των γνώσεων που πρέπει να παραμείνει και να ξεχωρίζει ως απόδειξη ότι, απ’ όπου κι αν τη δούμε, η φυλακή δεν έχει κανένα χρήσιμο σκοπό, είναι απλώς και μόνο αποκρουστική.

Οι διαφορετικές διαδρομές, μέσω των οποίων έχουμε καταλήξει να κατανοούμε την κατάργηση της φυλακής, είναι καλό να εκφραστούν για να επιτρέψουν την πρόσβαση σε διάφορους κοινωνικούς τομείς.

Η πρόταση αυτών των γραμμών είναι να συνδέσει και να συντονίσει όλες τις ήδη υπάρχουσες δραστηριότητες κριτικές προς τη φυλακή, για να ξεκινήσει το χτίσιμο ενός Κινήματος κατάργησης της φυλακής – Movimento abolizionista del carcere (M.Abo.C) και όλων των δομών που στερούν ή περιορίζουν την ελευθερία.

Οποιοσδήποτε ενδιαφέρεται για αυτό το κοινό ταξίδι για την κατάργηση είναι σημαντικό να καταστήσει σαφές, στους χρόνους και με τους τρόπους που θεωρεί κατάλληλους, τις δικές του εκτιμήσεις για τον λόγο που θεωρεί απαραίτητο να τεθεί τέλος στο σύστημα των φυλακών. Όλες αυτές τις απόψεις θα μπορέσουμε να τις βάλουμε σε ένα blog ή σε έναν ιστότοπο που ρητά θα δημιουργηθεί για το σκοπό αυτό, έτσι ώστε ο καθένας και η καθεμία να μπορεί να αναγνωριστεί σε μία ή περισσότερες εκφρασμένες αναλύσεις.

Κάθε συλλογικό όργανο (ακόμα και αν αποτελείται από ένα μόνο άτομο) θα συνεχίσει τη δραστηριότητα που τρέχει στα διάφορα επίπεδα αντιπαράθεσης στην καταπίεση-καταστολή και αλληλεγγύης με εκείνους που την υποφέρουν, μια δραστηριότητα που, πιθανώς, να τονωθεί με τη συμβολή των άλλων συλλογικοτήτων. Το blog ή ο κοινός ιστότοπος θα επιτρέψει να μοιραστoύμε όλες τις πληροφορίες που κατέχει κάθε άτομο, να γνωρίσουμε όσο καλύτερα γίνεται την πραγματικότητα της φυλακής και την κατασταλτική πραγματικότητα, να συντονίσουμε όλες τις διάφορες μάχες, να ενισχύσουμε την καθεμιά και να την εισαγάγουμε στην προοπτική της αμφισβήτησης του τιμωρητικού έργου και της ύπαρξης του ποινικού και κατασταλτικού συστήματος με την φυλακή στην κορυφή του! Κάθε κολεκτίβα ή ομάδα δεν θα πρέπει να αλλάξει την πρακτική επάνω στην οποία ασχολείται, μοναχά να προσθέσει σε κάθε παρέμβαση ή πρωτοβουλία την ένδειξη ότι λειτουργεί για την κατάργηση των φυλακών. Μέσα σε κάθε διαμάχη, μεγάλη ή μικρή, τοπική ή γενική, θα είμαστε σε θέση να ξεκινήσουμε και να διευκρινίσουμε ότι ο πραγματικός στόχος για τη μεταρρύθμιση της φυλακής είναι η κατάργησή της – il vero obiettivo per riformare la galera è la sua abolizione!

=*=*=*=

Αυτή η πρόταση απευθύνεται σε όλες και όλους. Εκείνες που ακολουθούν είναι οι εκτιμήσεις μου σχετικά με το γιατί πιστεύω ότι ήρθε η ώρα να καταργηθούν οι φυλακές. Δεν είναι απαραίτητο να συμφωνήσουμε με τις ακόλουθες γραμμές για να εργαστούμε μέσα στο Κίνημα κατάργησης. Όπως προαναφέρθηκε, προτείνουμε ένα διαφοροποιημένο και πλουραλιστικό κίνημα, το οποίο θέλει να καταργήσει τη φυλακή.

Για μένα είναι πρωταρχικής σημασίας να γνωρίζουμε και να επικρίνουμε αποφασιστικά την άποψη με την οποία οι πολιτισμοί και οι κοινωνίες, που διαδέχθηκαν η μια την άλλη με την πάροδο του χρόνου, έχουν παρατηρήσει τη φυλακή:

– μέχρι στιγμής ήταν γνωστός και αποδεκτός ως ξεχωριστός, απομονωμένος, μη-επικοινωνιακός χώρος με την κοινωνία όπου κλειδώνουμε τους ανθρώπους για να τους αποβάλουμε από την κοινωνική συνάντηση,

– ο φυλακισμένος θεωρήθηκε σαν ένας μηχανισμός που πρέπει να διορθωθεί,

– αυτή η οπτική αντιστάθμισε την πεποίθηση ότι η κοινωνία που κρίνει και αποβάλλει είναι ένας ενιαίος και συνεκτικός οργανισμός που πρέπει να διατηρείται καθαρός και να μην μολύνεται από άρρωστα ξένα σώματα.

Η φυλακή, όπως δηλώνουν όλοι όσοι την γνώρισαν ή την παρακολουθούν με προσοχή, δεν έχει διατηρήσει καμία πρόθεση εκείνων που υποσχέθηκε. Γιατί, λοιπόν εξακολουθεί να βρίσκεται όρθια έχοντας μια τεράστια σημασία; Και εξίσου τεράστιο κόστος; Προφανώς η φυλακή επιτελεί μια άλλη λειτουργία, που δεν λέγεται, που δεν καθίσταται σαφής: η φυλακή είναι ένα μαζικό ιδεολογικό ναρκωτικό για να καταπραΰνει τους πολλούς φόβους, την δυσαρέσκεια, την δυσφορία που ωριμάζουν από όσους ζουν αυτούς τους καιρούς:

-ο φόβος προέρχεται κυρίως από οικονομικούς-κοινωνικούς παράγοντες, όπως ο κίνδυνος να χάσει κανείς τη δουλειά του ή να μην βρίσκει δουλειά, να μην είναι σε θέση να εξοφλήσει χρέη και υποθήκες κ.λ.π.

δυσαρέσκεια-ο φθόνοςαποστροφή και η δυσφορία δείχνουν ότι τα αποτελέσματα που αναμένονταν από το καθένα ή την καθεμία δεν έχουν επιτευχθεί, αλλά έχουν παραμείνει στην ανωνυμία,

-οι φόβοι, οι δυσαρέσκειες οι δυσφορίες οι πικρίες και η εχθρότητες εκτρέπονται από τη μονότονη χορωδία των θεσμών και των μέσων ενημέρωσης εναντίον ενός υποθετικού εχθρού. Είναι ένας εχθρός που αλλάζει εμφάνιση, φυσιογνωμία, από καιρό σε καιρό, για να προσαρμόζεται στις εντάσεις που προκαλούν οι φόβοι και οι εχθρότητες, η δυσαρέσκεια. Η υποτιθέμενη ύπαρξη του εχθρού φέρνει μαζί της την επιθυμία να τον εξοντώσει, να τον περικλείσει, να τον αποβάλει, να τον απομονώσει. Αυτό επιτυγχάνεται μέσω της φυλακής!

Κάτω από τα αποτελέσματα-τις συνέπειες αυτού του ιδεολογικού φαρμάκου-ναρκωτικού, η φυλακή εκτιμάται ως αναπόφευκτη και μόνιμη συνιστώσα της κοινωνικής μας ζωής. Για ορισμένες πολιτικές δυνάμεις θα έπρεπε μάλιστα να επεκταθεί (στην Ιταλία οι παρουσίες στη φυλακή διπλασιάστηκαν το τελευταίο τέταρτο του αιώνα ενώ τα εγκλήματα μειώνονταν, ομοίως στην Ευρώπη, στις Ηπα αυξήθηκε επτά-7 φορές ο πληθυσμός των φυλακών). Άνδρες και γυναίκες έχουν συνηθίσει στην παρουσία της, είναι μέρος του τοπίου, μοιάζει «φυσιολογική», «φυσική». Είναι το σημείο άφιξης της μαζικής υποταγής που έχει εσωτερικεύσει την απώλεια της ικανότητας για κριτική και αυτόνομη σκέψη. Αποτυγχάνουμε να αμφισβητήσουμε την ύπαρξη της φυλακής, δηλαδή της εκμετάλλευσης, των πολέμων, των εξοπλισμών, των μαζικών σφαγών κλπ., που θεωρούνται γεγονότα που πρέπει να υπάρχουν, τα οποία αποτελούν μέρος αυτού του πολιτισμού. Η φυλακή είναι σε τέτοιο βαθμό μέρος του κόσμου μας που χρειάζεται μια μεγάλη φαντασία για να συλλάβουμε μια κοινωνική ζωή δίχως φυλακή.

Η ιδεολογία της φυλακής μας την παρουσιάζει ως ένα αφηρημένο μέρος όπου υποβάλλονται συγκεκριμένα άτομα, τα ανεπιθύμητα άτομα, απελευθερώνοντας τον υπόλοιπο πληθυσμό από το βάρος- την υποχρέωση να αναρωτηθεί το γιατί ορισμένων συμπεριφορών και απαλλάσσοντας τον από την ευθύνη να προβληματιστεί για τα πραγματικά προβλήματα που επηρεάζουν συγκεκριμένα κοινωνικά στρώματα. Το ίδιο για τους φόβους, τις μνησικακίες και τη δυσαρέσκεια που ωριμάζουν μέσα σε φτωχοποιημένες κοινότητες που τιμωρούνται από χείριστες οικονομικές επιλογές. Οι περισσότεροι κρατούμενοι προέρχονται από αυτά τα τμήματα της κοινωνίας. Η ιδεολογία που διαιωνίζει την ύπαρξη της φυλακής είναι ένα είδος πίστης που μας εξαπατά κάνοντας μας να πιστεύουμε πως μας ελαφρύνει από το καθήκον να αντιμετωπίζουμε με σοβαρότητα τα προβλήματα της κοινωνίας μας, να αγωνιζόμαστε να επιβάλουμε σημαντικές πολιτικές αλλαγές στις κυβερνήσεις, ουσιαστικές αλλαγές, ή να αλλάζουμε κυβερνήσεις και καθεστώτα.

Η φυλακή απέτυχε να εκπληρώσει την υπόσχεσή της να είναι μία από τις πολλές λύσεις που επινοήθηκαν για την καταπολέμηση του εγκλήματος. η φυλακή, αντιθέτως, έχει αποδειχθεί ότι είναι μέρος του προβλήματος που είναι ικανό να διευρύνει και να ενισχύσει την εγκληματικότητα. Πλέον το λένε από κάθε πλευρά, πάνω από όλα τα στοιχεία που καταγράφουν στο 70% το ποσοστό εκείνων που, βγαίνοντας από τη φυλακή, πορεύονται ξανά κατά μήκος του δρόμου που τους οδήγησε μέσα. όποιος μπαίνει νέος λόγω ελαφράς παράβασης, βγαίνει μέλος σε κάποια μπάντα. Ποσοστό που μειώνεται μόνο για εκείνους που δεν εκτελούν όλη την ποινή φυλάκισης αλλά το τελευταίο μέρος το διανύουν με έναν εναλλακτικό τρόπο, έξω από τη φυλακή.

Ακόμα και το χρονικό των επιθέσεων στην Ευρώπη, τα τελευταία χρόνια, από τα χέρια των λεγόμενων «τρομοκρατών» μας μιλά για ιστορίες πολύ νεαρών που φυλακίστηκαν για μικρές κλοπές ή για μικρή διακίνηση και στη συνέχεια «ριζοσπαστικοποιήθηκαν» στη φυλακή και βγήκαν με όλες το μίσος που απαιτείται για να εκδικηθούν με επιθέσεις. Είναι το χρονικό της τελευταίας επίθεσης του Στρασβούργου της 11ης δεκεμβρίου 2018. σε κανενός το μυαλό δεν ήρθε να αναρωτηθεί γιατί τον Chérif Chekatt, 29χρονο βομβιστή δράστη μικρών κλοπών και μικρής διακίνησης, τον χώσαν στη φυλακή; Λαμβάνοντας υπόψη ότι ακόμη και η κοινή λογική, εκτός από τους κανόνες σχετικά με την προδικαστική κράτηση, συμβούλευαν το αντίθετο;

Σε αυτό το σημείο, καθώς είναι τεράστια η παραγωγή αναλύσεων και της συλλογιστικής για να τελειώνουμε με την βαρβαρότητα της φυλάκισης, των νεανικών ινστιτούτων και των κέντρων κράτησης για μετανάστες, προσπαθώ να ανιχνεύσω κάποιες από τις πολλές και διαφορετικές αξιολογήσεις που οδήγησαν πολλούς και πολλές να αναλάβουν το καταργητικό μονοπάτι. Είναι εκτιμήσεις τις οποίες μοιράζομαι με τις οποίες συμφωνώ και προτρέπω οποιονδήποτε να θέσει επιχειρήματα που μπορούν να αντιτεθούν σε αυτές.

Αλλά πρώτα θα ήθελα να προτείνω εκείνη που είναι για μένα η πρωταρχική αξιολόγηση. Να τη: ποια στοιχεία θέλουμε να θέσουμε στη βάση μιας κοινωνίας όλη να χτίσουμε αποφασιστικά εναλλακτική σε αυτή που επικρατεί σήμερα; Εν ολίγοις, αν μαχόμαστε για να επαναστατήσουμε αυτό το οικονομικό, κοινωνικό, σχεσιακό και πολιτισμικό καθεστώς και να οικοδομήσουμε ένα άλλο που ταιριάζει καλύτερα στις ανάγκες των ανθρώπων, γύρω από ποια βασικά στοιχεία θα θέλαμε να το χτίσουμε; Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο θα ήθελα να πω ότι μία από αυτές τις αξίες δεν μπορεί παρά να είναι: να οικοδομήσουμε μια κοινωνία χωρίς φυλακές! Μια κοινωνία που να μην έχει ανάγκη της φυλακής για να διατηρήσει την κοινωνική της τάξη-ισορροπία! Με ότι αυτό συνεπάγεται, ήτοι δίχως καταστολή, δίχως δικαστές και τιμωρίεςδίχως αφεντικάδίχως ατομική ιδιοκτησία άνισα εντοπισμένη, δίχως ποινικό κώδικα, κλπ.

Για μένα αυτή η πτυχή είναι σημαντική διότι παντού ακούγονται παράπονα για την έλλειψη δέσμευσης των νέων ανθρώπων για πολιτική δράση με στόχο τον κοινωνικό μετασχηματισμό. Αντί να διαμαρτυρόμαστε, γιατί δεν αναρωτιόμαστε πόσο μεγάλο είναι το πολιτιστικό κενό που εκφράζουμε προς τα μεγάλα κοινωνικά ζητήματα; Για ποιο λόγο πρέπει αυτά τα κορίτσια και τα αγόρια να είναι παθιασμένα; Ίσως για ένα ρετουσάρισμα, για μερικά φτιασίδια εδώ και εκεί που δεν αλλάζουν ουσιαστικά τα τρέχοντα χαρακτηριστικά; Αν είναι δυνατόν! Δεν μπορούμε να παραπλανούμε τους εαυτούς μας ότι μπορεί να διεγείρει, ξέρω εγώ, μια λιγότερο βάναυση εκμετάλλευση, μια ανεργία με λίγα ψίχουλα στην τσέπη, όταν η πραγματικότητα παρουσιάζει ένα μαύρο και τρομακτικό μέλλον το αποτέλεσμα του οποίου θα εξαρτηθεί από εξωτερικούς παράγοντες, σίγουρα όχι από την δική μας θέληση, ούτε από την ικανότητα μας! Κανένας και καμία δεν θα εμπλακεί στην οικοδόμηση μιας κοινωνίας που διατηρεί τη φυλακή, κι ας είναι λίγο καθαρότερη και ομορφότερη!

Όσον αφορά εμένα θέλω να είμαι σαφής. Το κίνημα που προτείνει την κατάργηση των φυλακών περιέχει μέσα του την πρόταση οικοδόμησης μιας κοινωνίας που δεν χρειάζεται φυλακές, συλλήψεις, καταδίκες, τιμωρίες, καταστολή, δικαστές, ατομική ιδιοκτησία και ιεραρχία. Μια κοινωνία στην οποία οι άνθρωποι δεν θα  χρησιμοποιούνται από εκείνους που επενδύουν κεφάλαια σε μια δραστηριότητα, που λαθεμένα ονομάζεται «εργασία», η οποία αντίθετα είναι μόνο μια ιδιοποίηση του «εργατικού δυναμικού» των άλλων για τη συσσώρευση κερδών, μια δραστηριότητα που παράγει αύξηση κεφαλαίου και πλούτου για τους καπιταλιστές και ένα πενιχρό μισθό, όχι πάντα επαρκή για την επιβίωση και με τον τρόμο της απώλειας, για τη συντριπτική πλειοψηφία των ανθρώπων.

Η φυλακή και η τιμωρία, η κρίση και η καταδίκη, ο εξιλασμός και ο μηχανισμός της φυλακής είναι όλα πανάκεια για να αποφευχθεί η αντιμετώπιση και η μετατροπή των χαλασμένων και διεφθαρμένων κοινωνικών και οικονομικών σχέσεων στις οποίες είμαστε βυθισμένοι:

*αν μια κοινωνία εκδιώκει, περιθωριοποιεί και εκτοπίζει από το εσωτερικό της όσους παραβιάζουν έναν κανόνα, δεν είναι μια κοινωνία που αγκαλιάζει –  και έχει μέσα της τη βάση του ρατσισμού,

*αν μια κοινωνία χρειάζεται τη φυλακή, είναι μια άρρωστη κοινωνία,

*εάν μια κοινωνία δεν ξέρει πώς να ρυθμίζει τις σχέσεις και δεν αποδέχεται τις συγκρούσεις μεταξύ των ανθρώπων, αλλά πρέπει να καταφεύγει στον τρόμο της τιμωρίας και της φυλάκισης, είναι μια κοινωνία που δεν επιδιώκει την κοινωνική δικαιοσύνη,

*αν για να αντιμετωπίσει τα κοινωνικά ή πολιτικά προβλήματα, τον εθισμό στα ναρκωτικά, τη μετανάστευση, την αύξηση της σύγκρουσης, καταφεύγει στη φυλακή, η κοινωνία στρατιωτικοποιείται καταστρέφοντας εκείνο το λίγο δημοκρατίας που υπάρχει,

*εάν μια κοινωνία για να είναι σε θέση να κάνει τους ανθρώπους να σέβονται τους κανόνες ξέρει μόνο να περιθωριοποιεί και να απομονώνει, να δωρίζει πόνο και εξόντωση σε εκείνους που έχουν δυσκολία στην προσαρμογή, είναι μια κοινωνία που δεν έχει νομιμοποίηση,

*αν μπροστά στις παραβιάσεις των κανόνων, που μπορούν να προκαλέσουν δυστυχία σε άλλους ανθρώπους, η μόνη απάντηση που προτείνει η κοινωνία είναι εκείνη της επιβολής εξίσου πόνου και ταλαιπωρίας-δυστυχίας, αν όχι περισσότερης, είναι μια παραμορφωμένη κοινωνία, άρρωστη,

*εάν μια κοινωνία δεν είναι σε θέση να μειώσει τις παραβάσεις που προκαλούν ταλαιπωρία, αλλά μόνο να επιβάλλει άλλα βάσανα, είναι μια άγρια εκδικητική κοινωνία,

*αν μια κοινωνία δεν έχει την ικανότητα να αμφισβητήσει εκείνους τους κανόνες που παραβαίνουν πολλοί άνθρωποι, προσπαθώντας να τους αλλάξει, είναι μια βαλσαμωμένη κοινωνία,

*αν μια κοινωνία προσποιείται ότι θα πρέπει να είναι ο φυλακισμένος που έχει την υποχρέωση να «προσαρμοστεί» στους κανόνες της τιμωρίας και αποφεύγει να αναλάβει τα βάρη και τις ευθύνες να εφαρμόσει κυρώσεις που να προσαρμόζονται στους ανθρώπους, είναι μια κοινωνία που παραβιάζει την συνταγματική υπαγόρευση: “οι ποινές … πρέπει να έχουν την τάση προς την αναμόρφωση του καταδικασμένου” [Άρθρ. 27 του Συντάγματος].

Αντιμετωπίζοντας τα εντεινόμενα κοινωνικά και οικονομικά προβλήματα, οι άρχουσες τάξεις, που βρίσκονται είτε μέσα σε θεσμούς, είτε σε επιχειρήσεις ή στα οικονομικά, δεν επιδιώκουν να προϊδεάζουν πολιτικές και οικονομικές λύσεις που να λειτουργούν σύμφωνα με τις προσδοκίες των μαζών που τις εκμεταλλεύονται και τις καταπιέζουν, αλλά βάζουν στο παιχνίδι μόνο «στρατιωτικές» αποκρίσεις ελέγχου και καταστολής. Είναι μια άσκηση που ανήκει σε όλες τις διαφορετικές ψυχές των αρχουσών τάξεων, λαμπρό παράδειγμα είναι τα δύο πρόσφατα πακέτα ασφάλειας, το πρώτο του υπουργού εσωτερικών Minniti (2017), το δεύτερο του υπουργού εσωτερικών Salvini (2018 και 2019). Οι δύο ανήκουν σε «αντίθετες» παρατάξεις, μοιράζονται το κοινοβουλευτικό κοινό, αλλά η έννοια της «ασφάλειας» είναι πολύ παρόμοια, οικτρά η ίδια.

Απαιτείται ένας πρώτος προβληματισμός: το τόξο των αρχουσών τάξεων και όλων των θεσμικών οργάνων έχουν τις ίδιες προθέσεις: να σταματήσουν με κάθε τρόπο την επανάληψη της ταξικής σύγκρουσης, να αυξήσουν τον διαμελισμό, τη διασπορά και την αποδιοργάνωση του εργατικού δυναμικού και των νέων γενεών, για να μειώσουν την ικανότητα σύγκρουσης του και, κατά συνέπεια, το κόστος της εργατικής δύναμης.

Και να το αποτέλεσμα: μια ακόμη συμπίεση των κοινωνικών χώρων και της κοινωνικής λειτουργικότητας που οι κατώτερες τάξεις είχαν κατακτήσει για να αγωνιστούν, να μην λυγίσουν στην επίθεση των αφεντικών.

Έτσι καταστάσεις έκτακτης ανάγκης, πακέτα ασφάλειας, προσπάθειες μηδενισμού των κατακτήσεων των προηγούμενων ετών, στρατιωτικοποίηση των πόλεων, μετασχηματισμός των συνηθισμένων και νόμιμων συμπεριφορών της ταξικής σύγκρουσης σε εγκλήματα του ποινικού κώδικα (οδικό μπλοκ, κατάληψη κτιρίων, πικετοφορία, κλπ] και ο ποινικός κώδικας επεκτείνεται. Ποινικός κώδικας σημαίνει φυλακή. Στην πραγματικότητα η φυλακή εξακολουθεί να καταπίνει όλο και περισσότερους προλετάριους παρότι τα εγκλήματα βρίσκονται σε μεγάλη πτώση.

Στις φυλακές πολλαπλασιάζονται ακριβώς τα δράματα της κράτησης: υπερπληθυσμός, ενίσχυση των αυτοκτονιών, αύξηση των θανάτων λόγω έλλειψης ιατρικής φροντίδας (το 2018, 67 οι πρώτες, 148 οι δεύτεροι), αλλά και η αύξηση των προσπαθειών αυτοκτονίας και αυτοτραυματισμού (πάνω από δέκα χιλιάδες), ισχυρή αύξηση των συμπλοκών μεταξύ φυλάκων και κρατουμένων οι οποίοι, σπάνια σήμερα, κατακτούν τη διάσταση του συλλογικού αγώνα.

Εδώ εμφανίζεται ένα πολύ σημαντικό σημείο επάνω στο οποίο να επικεντρώσουμε τις ενέργειες και την αποφασιστικότητα αυτών που θέλουν να συσχετιστούν εποικοδομητικά με εκείνους που βρίσκονται πίσω από τα κάγκελα. Μέγιστη προσπάθεια υποστήριξης και συμβολής στη δημιουργία οργανωμένων συλλογικών αγώνων εκεί όπου υπάρχει ατομική αντιπαράθεση μεταξύ φύλακα και κρατούμενου προσώπου.

Φτάνει με την φυλακή! Να την καταργήσουμε!

Πιστεύετε ότι είναι ένας μέγιστος στόχος; Πολύ προχωρημένος; Ότι θα πάρει πολύ καιρό, θα χρειαστεί πολύς χρόνος;

Ο χρόνος που θα χρειαστεί θα εξαρτηθεί σε μεγάλο βαθμό από την ικανότητα κινητοποίησης που θα μπορέσουν να εκφράσουν οι γυναίκες και οι άνδρες, αλλά τουλάχιστον θα είμαστε βέβαιοι ότι κάθε βήμα που θα αναληφθεί, έστω και μικρό, θα είναι προς τη σωστή κατεύθυνση. Αντιθέτως αν τυλιχθούμε στην αναζήτηση στρεβλών και απίθανων μεταρρυθμίσεων, οι οποίες σε καμία περίπτωση δεν θα μπορέσουν να λειτουργήσουν μέσα σε αυτό το περιβάλλον, θα περπατήσουμε επάνω σε έναν δρόμο που οδηγεί σε όλο και περισσότερη φυλακή.

Στις επόμενες αναρτήσεις θα αναφερθούμε στις καταργητικές συνεισφορές από τη δεκαετία του Εξήντα μέχρι σήμερα.

 

Movimento per l’abolizione del carcere

μεγαλείο χαρακτήρα!, grandezza carattere !

μιλά ο Salvatore Ricciardi στην κατάληψη Terra Incognita

Per Comp greci για τους έλληνες Συντρόφους

= ΜΕΤΑ ΤΟΝ ΠΟΛΕΜΟ –

Γεννήθηκα και μεγάλωσα στις γειτονιές της Ρώμης που εκείνη την εποχή ήταν πολύ πολιτικοποιημένες και αριστερές: Garbatella και Testaccio, έγιναν σήμερα γειτονιές μικρής- μεσαίας αστικής τάξης και ψυχαγωγίας. Η γέννησή μου συνέπεσε με την αρχή εκείνης της σφαγής στην οποία το καθεστώς έριξε τη χώρα, τον 2ο παγκόσμιο πόλεμο. Ένας πόλεμος, πέρα από μια μεγάλη σφαγή, είναι επίσης μια θύελλα κοινωνικής κινητικότητας. Φτωχοποιεί κάποιους και πλουτίζει άλλους. Όσοι πλουτίζουν είναι οι πιο έξυπνοι, εκείνοι που δεν έχουν ενδοιασμούς, αυτοί που είναι διατεθειμένοι να κλέψουν από τους νεκρούς, να εκμεταλλευτούν την πείνα και τη δυστυχία των άλλων. Μετά από κάθε πόλεμο εμφανίζονται τα χειρότερα στοιχεία της ανθρωπότητας, εκείνοι που γίνονται η νέα άρχουσα τάξη χρήσιμη στην διατήρηση της καπιταλιστικής τάξης.

Στις γειτονιές ήταν συνεχείς οι βίαιες επιθέσεις από ιδιοκτήτες κτιρίων (επιχειρηματίες εργολάβοι) οι οποίοι, σε συνεργασία με τους διοικητικούς διαχειριστές της πόλης, έκλεβαν εκείνο τον λίγο πράσινο και ελεύθερο χώρο που υπήρχε.

Η παραμορφωμένη ανάπτυξη της δεύτερης μεταπολεμικής περιόδου προκάλεσε μια μαζική μετανάστευση στη δεκαετία του ’51 -61: ο Νότος παρουσίαζε ένα αρνητικό δημογραφικό ισοζύγιο 1.700.000 μονάδων. Ο πληθυσμός στο νότο μειώνονταν. Ταυτόχρονα, η πόλη του Τορίνο αύξανε τον πληθυσμό της κατά 50% και η Fiat πολλαπλασίαζε τους υπαλλήλους της από 50.000 στη δεκαετία του ’50 σε 128.000 το 1968, σε 140.000 το ’69. Στη δεκαετία μεταξύ του ’52 και του ’62, περίπου 15.000.000 ιταλοί, περίπου το ένα τρίτο του πληθυσμού, άλλαξαν διαμονή. Ποτέ δεν υπήρξε, μια τόσο μεγάλη κινητικότητα, στη χώρα.

= ΞΑΝΑΡΧΙΖΕΙ Η ΑΝΤΑΓΩΝΙΣΤΙΚΗ ΣΥΓΚΡΟΥΣΗ –

Η δεκαετία του ’50 υπήρξαν χρόνια σκληρής κυβερνητικής καταπίεσης και από τους εργοδότες, η κυβέρνηση ήθελε να εξαλείψει την ταξική σύγκρουση, χτυπώντας τα αριστερά συνδικάτα (Cgil), τo KKI- PCI και το ΣΚΙ-PSI με κάθε δυνατό τρόπο.

Η πρώτη διαδήλωση στην οποία πήρα μέρος τους πρώτους μήνες των χρόνων Εξήντα ήταν κατά της κυβέρνησης Tambroni, όταν οι Χριστιανοδημοκράτες (DC) προσπάθησαν να «ανοιχτούν προς τα δεξιά», τους φασίστες και τους μοναρχικούς.

Πιθανότατα αυτά ήταν τα χαρτιά που έριχνε στο τραπέζι η DC για να πείσει τους σοσιαλιστές να εισέλθουν στον κυβερνητικό χώρο (κεντροαριστερή υπόθεση) τηρώντας ορισμένες προϋποθέσεις: βοήθεια στις επιχειρήσεις, πολιτικές στενότητας για τους προλετάριους και πίστη στον ατλαντισμό, διαφορετικά ήταν έτοιμη η συμμαχία με τους φασίστες και τους μοναρχικούς. Ίσως υπήρχε και το χεράκι του Βατικανού και του Λευκού Οίκου.

Ο Tambroni παρουσιάζεται στην βουλή για να εγκαταστήσει μια μειοψηφική κυβέρνηση με μόνη την DC, αλλά αποκτά τις ψήφους του Msi (κατά γενική ομολογία πρώην φασίστες). Ένταση στη χώρα, και οι φασίστες θέλουν να την καβαλήσουν διοργανώνοντας το συνέδριο του κόμματος στη Γένοβα, χρυσό μετάλλιο της αντίστασης, κόκκινη και εργατική πόλη. Το εργατικό Κέντρο καλεί σε απεργία και πορεία στις 30 ιουνίου η οποία ολοκληρώνεται με συγκρούσεις μεταξύ διαδηλωτών και αστυνομίας, με αυτή την τελευταία να τα βρίσκει σκούρα και τον διοικητή των ομάδων ταχείας επέμβασης-celere (ομάδες αστυνομικών που εκπαιδεύονται να εφορμούν στις διαδηλώσεις) να καταλήγει, heheheh, μέσα στα νερά του συντριβανιού της Piazza De Ferrari. Το Msi αναγκάζεται να ακυρώσει το συνέδριο.

Οι συγκρούσεις συνεχίζονται σε ολόκληρη τη χώρα ενάντια στην κυβέρνηση Tambroni. Στις 6 ιουλίου στη Ρώμη συγκρούσεις μεταξύ διαδηλωτών και αστυνομίας η οποία μάλιστα επιτίθεται στην κεφαλή της πορείας που σχηματίστηκε από παρασημοφορημένους παρτιζάνους, την προηγούμενη ημέρα, στις 5 ιουλίου, η αστυνομία πυροβολεί στην Licata (Σικελία) και σκοτώνει τον Vincenzo Napoli, 25 χρόνων, τραυματίζοντας σοβαρά άλλους είκοσι τέσσερις διαδηλωτές. Στις 7 Ιουλίου, στο Reggio Emilia, η αστυνομία πυροβολεί και σκοτώνει 5 διαδηλωτές: τον Afro Tondelli (35χρονο εργάτη παρτιζάνο της 76° Sap), τον Lauro Farioli, 22 χρόνων, τον Marino Serri, 41 χρόνων [παρτιζάνο της 76ης Ταξιαρχίας], τον Ovidio Franchi (έναν 19χρονο εργάτη), τον Emilio Reverberi (39 ετών, εργάτη, είχε απολυθεί επειδή ήταν κομμουνιστής το 1951 από τις Officine Meccaniche Reggiane, παρτιζάνος στην 144η Ταξιαρχία).

Στο Palermo η αστυνομία πυροβολεί και σκοτώνει 4 άτομα, 40 τραυματίστηκαν, 300 προσήχθησαν: τον Francesco Vella (42 ετών, μάστορα οικοδόμο και οργανωτή των οικοδομικών συνδικάτων την ώρα που βοηθούσε ένα νεαρό), τον Giuseppe Malleo (16 ετών, οικοδόμο μαθητευόμενο, στρατευμένο στην κομμουνιστική νεολαία, πέθανε στις 29 δεκεμβρίου. Σκοτώνεται επίσης ο Andrea Gangitano, άνεργος 18χρονος χειρωνάκτης. Την Rosa Barbera 53 χρόνων βρίσκει μια σφαίρα την ώρα που έκλεινε τα παραθυρόφυλλα. Οι τραυματίες από πυροβόλα όπλα είναι 40. Στην Catania, ο Salvatore Novembre, 19 χρόνων, άνεργος, σφαγιάζεται από χτυπήματα γκλομπ στην πλατεία Stesicoro. Καταρρέει αιμόφυρτος στη γη. Ενώ χάνει τις αισθήσεις του ένας αστυνομικός τον πυροβολεί επανειλημμένα, σκόπιμα. Ένα, δύο, τρία χτυπήματα τον μακελεύουν, μέχρι το σημείο να καταστεί αγνώριστος. Η αστυνομία εμποδίζει, με τα αυτόματα στα χέρια, όλους εκείνους που θέλουν να βοηθήσουν τον νεαρό ο οποίος, καθώς το αίμα απλώνεται επάνω στο πεζοδρόμιο, σβήνει αργά.

Κόστισε 11 νεκρούς, δεκάδες και δεκάδες τραυματιών, εκατοντάδες συλλήψεων αυτή η μανούβρα της Dc.

= PIAZZA STATUTO 1962  –

Τα υψηλότερα σημεία της επανάληψης της ταξικής σύγκρουσης έλαβαν χώρα στο Τορίνο τον ιούνιο του 1962 με 24ωρη εθνική απεργία που κήρυξαν τα τρία συνδικάτα Fiom, Fim, Uilm. Μετά από σχεδόν εννέα χρόνια εκφοβισμού του Valletta (προέδρου Fiat), οι εργάτες της Fiat «έσπασαν τον πάγο», όπως λένε εδώ, και κατέβηκαν σε απεργία με όλους τους άλλους μεταλλουργούς. Μεταρρυθμίζεται το εργατικό μέτωπο; Μεταρρυθμίζεται η εργατική ενότητα; Είναι μοναχά ανταρσία ή είναι και συνειδητοποίηση; Ο Valletta κλείνει τη Fiat για 48 ώρες στις 25 ιουνίου. Πρόκειται για ένα  lockout. O Valletta έχει καταλάβει ότι πρέπει να διακόψει την εργατική ανάκαμψη, πρέπει να ηρεμήσει την κατάσταση. Το κατάλαβε αυτό νωρίτερα και καλύτερα από το PCI και την Cgil. 26 ιουνίου, τώρα τα νέα είναι σαφέστερα: η Fiat έχει κλείσει και θα πληρώσει μόνο το έκτακτο των 27.000 λιρετών σε όλους. «Οι Agnelli και Valletta αποδρούν μπροστά στον αγώνα των εργατών», γράφει ένα άρθρο της «Unita». 27 ιουνίου, μια άλλη ημέρα απεργίας και πικετοφοριών μπροστά στη Fiat, στα μεσαία και μικρά εργοστάσια.

Στις 7 ιουλίου, η Fiom και η Fim κηρύττουν απεργία όλων των μεταλλουργών του Τορίνο. Έξω από το Mirafiori και τα άλλα εργοστάσια σημειώθηκαν βίαιες συγκρούσεις μετά τις πικετοφορίες, οι εργάτες μπλοκάρουν τις εισόδους, αναποδογύρισαν αυτοκίνητα και χτύπησαν μερικά ηγετικά στελέχη της διοίκησης χωρίς η αστυνομία να καταφέρει να ελέγξει την κατάσταση. Στη διάρκεια του πρωινού υπήρξε η φήμη ότι η Uil και η Sida, το «κίτρινο» εργοδοτικό συνδικάτο, είχαν φτάσει σε ξεχωριστή συμφωνία με τη διοίκηση της Fiat. Μετά από αυτό 7000 εργάτες, σε απόγνωση από αυτήν την είδηση, συγκεντρώθηκαν το απόγευμα στην πλατεία Statuto μπροστά στην έδρα της Uil. Για δύο ημέρες εκείνη η πλατεία υπήρξε θέατρο μιας εκπληκτικής σειράς συγκρούσεων μεταξύ διαδηλωτών και αστυνομίας: η πρώτοι, οπλισμένοι με σφεντόνες, ραβδιά και αλυσίδες. Βιτρίνες και παράθυρα σπασμένα, στοιχειώδη οδοφράγματα, τα κορδόνια της αστυνομίας δέχονται επανειλημμένες επιθέσεις, οι αστυνομικοί απαντούν εφορμώντας στα πλήθη με τα τζιπ, πνίγοντας την πλατεία με δακρυγόνα και χτυπώντας τους διαδηλωτές με τα κοντάκια των τουφεκιών. Οι συγκρούσεις παρατείνονται μέχρι αργά το βράδυ τόσο σάββατο 7 όσο δευτέρα 9 ιουλίου 1962. Χίλιοι διαδηλωτές συλλαμβάνονται από την αστυνομία και πολλοί μηνύονται.Οι εφημερίδες και ιδιαίτερα η «La Stampa» (εφημερίδα του Τορίνο) ξεσπούν ενάντια στους διαδηλωτές.

Τα συνδικάτα, το Psi και τo Pci, όλοι συμφώνησαν ότι οι συγκρούσεις υπήρξαν το αποτέλεσμα της δράσης «προβοκατόρων». Ο Diego Novelli, ο μελλοντικός κομμουνιστής δήμαρχος του Τορίνο, δήλωσε ότι πολλοί νεαροί είχαν λάβει 1500 λιρέτες και τσιγάρα για να δημιουργήσουν ταραχές στην πλατεία. Ωστόσο, όταν έφτασε η ημέρα της δίκης, ήταν δύσκολη η αποφυγή της ανησυχητικής αλήθειας: η συντριπτική πλειοψηφία όσων συμμετείχαν στις ταραχές της piazza Statuto ήταν νεαροί εργάτες, εκ των οποίων τουλάχιστον οι μισοί ήταν νότιοι.       [Dario Lanzardo, La rivolta di Piazza Statuto- η εξέγερση της Πλατείας Statuto, 1979]

*Τα παιδιά του ιουλίου ’60 έφεραν το θυμό τους μέχρι μέσα στις θέσεις εργασίας τους, τώρα, το ’62, η ίδια γενιά έφερνε τον θυμό από το εργοστάσιο στους δρόμους. Ένα χρόνο αργότερα, τον οκτώβριο του ’63, η τάξη και η παραγωγή της Fiat ανατράπηκε από τις απεργίες των «αγριόγατων» – a «gatto selvaggio».

 

= Το πολιτικό σημείο αναφοράς μου υπήρξε η ομάδα και το περιοδικό «Quaderni Rossi» (Q.R.). που ιδρύθηκε το 1961, σύντροφοι και συντρόφισσες προερχόμενες από πολλές οργανώσεις (Cgil, Psi, Pci) και διάφορους άλλους χώρους προσχώρησαν σε αυτήν. Το ενδιαφέρον που τους ένωνε αφορούσε την ανάλυση της ταξικής πάλης στο εργοστάσιο και της καπιταλιστικής οργάνωσης της εργασίας, καθώς και ο επείγον χαρακτήρας του προβληματισμού σχετικά με τα κρίσιμα ζητήματα του μαρξισμού, τα οποία μέχρι τότε παρέμεναν βαλσαμωμένα από τις μοσχοβίτικες προσεγγίσεις που έδιδαν προτεραιότητα στη βιομηχανική πρόοδο και την τεχνολογική ανάπτυξη. Αλλά η εργατική ανάκαμψη με τους αγώνες των αρχών της δεκαετίας του ’60 έδειχνε την δυσανεξία των εργαζομένων σε αυτά τα δόγματα. Ήταν ζήτημα διερεύνησης των μορφών καπιταλιστικής κυριαρχίας επί του εργατικού δυναμικού (ο Panzieri, ο κορυφαίος θεωρητικός του Q.R. την χαρακτηρίζει: » δεσποτισμό του κεφαλαίου»). Οι αναλύσεις παράγουν μεγαλύτερη σαφήνεια για το στάδιο της καπιταλιστικής ανάπτυξης: το κεφάλαιο υποβάλλει την «τεχνολογική ορθολογικότητα» στα δικά του συμφέροντα για να ενισχύσει την κυριαρχία του σε βάρος της εργατικής δύναμης που μειώνεται όλο και περισσότερο σε δουλεία. Από εδώ, ξεκινά η προσπάθεια συνάντησης με την εργατική υποκειμενικότητα. Η εργατική έρευνα είναι το χρήσιμο εργαλείο για αυτή τη συνάντηση, σκοπός της οποίας είναι να εξακριβωθεί το πραγματικό επίπεδο συνείδησης των εργαζομένων. Συνεπώς, πρέπει να διεξάγεται με την ενεργό συμμετοχή των εργαζομένων ( συνέρευνα-conricerca) για τον προσδιορισμό των στόχων της πολιτικής παρέμβασης. Ο στόχος είναι να επιτευχθεί ο εργατικός έλεγχος στο σύνολο της παραγωγικής διαδικασίας, είναι επομένως απαραίτητο να δημιουργηθούν τα εργατικά εργαλεία για την άσκηση αυτού του ελέγχου και είναι αμέσως σαφές ότι το συνδικάτο δεν είναι κατάλληλο για το έργο αυτό. Από την γέννηση του το συνδικάτο θεωρεί τη δομή του πάγιου κεφαλαίου ως «αντικειμενική» και «ορθολογική», αφιερώνεται να διορθώσει τις στρεβλώσεις και τις αδυναμίες του κεφαλαίου, πιέζοντας την κυβέρνηση να κατευθύνει τις επενδύσεις για να ανταμείψει τα υψηλότερα επίπεδα καπιταλιστικής ορθολογικότητας.

= Για τον Panzieri το καθήκον της επαναστατικής οργάνωσης είναι να επεξεργαστεί τη σοσιαλιστική στρατηγική, προϋπόθεση της οποίας είναι η εργατική απόρριψη της μισθωτής εργασίας την οποίαν αρχίζουν να ασκούν πρακτικά τομείς της εργατικής τάξης, επινοώντας νέες μορφές αγώνα. Το καθήκον της οργάνωσης είναι να υποδείξει τις νέες κομμουνιστικές αξίες για τη μετατροπή της εργατικής συνείδησης. Μια διαδικασία μετασχηματισμού που δεν μπορεί να οριστεί εκ των προτέρων από την οργάνωση αλλά καθορίζεται από το επίπεδο του κεφαλαίου και της εργατικής τάξης.

“Το επίπεδο της τάξης εκφράζεται όχι ως πρόοδος αλλά ως ρήξη, όχι ως «αποκάλυψη» της μασκαρεμένης ορθολογικότητας που είναι εγγενής στην παραγωγική διαδικασία, αλλά ως χτίσιμο μιας ριζικά νέας ορθολογικότητας και αντίθετης προς την ορθολογικότητα που ασκείται από τον καπιταλισμό”.

[Raniero Panzieri, Sull’uso capitalistico delle macchine – Περί της καπιταλιστικής χρήσης των μηχανών 1961]

 

«Οι συνδικαλιστικές μάχες του ’62 και τα γεγονότα στην piazza Statuto έδειξαν ότι τα όνειρα μιας αρμονικής κοινωνικής ανάπτυξης που παράγεται από το «οικονομικό θαύμα» ήταν λαθεμένα. Αν από τη μία πλευρά η «έκρηξη» (επιταχυνόμενη καπιταλιστική ανάπτυξη) ευνοούσε έναν μεγαλύτερο ατομικισμό και διευκόλυνε την αφομοίωση από πλευράς του προλεταριάτου των κυρίαρχων αστικών αξιών, από την άλλη ήταν η αιτία της συνάντησης των νότιων νεαρών με τους βόρειους εργάτες και την παράδοση της Αντίστασης. Αυτή η συνάντηση είχε εκρηκτικές συνέπειες, και έδειξε πως οι ανατρεπτικές παρορμήσεις των ιταλικών λαϊκών τάξεων ήταν μακράν από το να έχουν εξαφανιστεί». [Paul Ginsborg, Storia d’Italia dal dopoguerra a oggi – Ιστορία της Ιταλίας από μετά τον πόλεμο μέχρι σήμερα 2006]

 

= Η πρόσβαση-προσέγγιση των αναλύσεων εκείνης της περιόδου θα εξαπλωθεί παντού και θα αφορά σημαντικά ζητήματα όπως τη ΜΗ ΟΥΔΕΤΕΡΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΤΕΧΝΙΚΗΣ ΚΑΙ ΤΗΣ ΕΠΙΣΤΗΜΗΣ – στην πράξη αυτό σήμαινε ότι δεν ήταν δυνατόν να πάρουμε τα καπιταλιστικά εργοστάσια και, γενικότερα, την παραγωγή έτσι όπως είναι, και να κάνουμε όλο αυτό εργαλείο για την ευημερία όλων και για ένα άλλο κοινωνικό μοντέλο. Το εργοστάσιο, η τεχνολογία, οι μηχανές, η επιστήμη είναι λειτουργικές για να παράγουν κέρδη και εξουσία για τους κυρίους-τα αφεντικά και εργατική δουλεία. ΄Έτσι και το σχολείο και η έρευνα. Όλα θα πρέπει να μετατραπούν ριζικά.

Μια ανάλυση που θέτει στο κέντρο της ταξικής σύγκρουσης την παραγωγή που πρέπει να μετασχηματιστεί, δηλαδή την καρδιά του καπιταλισμού, πολύ περισσότερο από τη διανομή. Δεν έχει κανένα νόημα να συνεχίζουμε να παράγουμε όπλα, δηλητήρια και εργαλεία θανάτου και καταστροφής και στη συνέχεια να κατανείμουμε τα κέρδη πιο ομοιόμορφα μεταξύ των τάξεων. Αυτό σημαίνει αποδοχή υποταγής στο κεφάλαιο. Αυτή ήταν η λογική των ρεφορμιστικών κομμάτων.

 

= Η άλλη προσέγγιση είναι η ΚΡΙΤΙΚΗ ΣΤΟ ΣΥΝΔΙΚΑΤΟ μιας και αυτό θεωρεί την καπιταλιστική δομή ένα αντικειμενικό γεγονός, μέσα στο οποίο θα πρέπει να επιτύχει έναν καλύτερο ρόλο, μια καλύτερη κατάσταση εργασίας. Και επίσης κριτική για την ακινησία των συνδικάτων και την λήψη αποφάσεων από την κορυφή προς τα κάτω. Οι εσωτερικές Επιτροπές, οι οποίες κατέστησαν «parlamentini-πολιτικοί οργανισμοί μειωμένης σημασίας» των διαφόρων συνδικαλιστικών οργανώσεων, κρίνονταν ανεπαρκείς. Προτείναμε φιγούρες αντιπροσώπων παρόμοιες με τον «shop-stewart», τον «εκπρόσωπο της μονάδας» των αγγλικών εργοστασίων, αλλά με ευρύτερες, πιο πολιτικές εξουσίες. Ένας «εκπρόσωπος της μονάδας»- «delegato di reparto» που εκλέγεται απευθείας από τους εγγεγραμμένους και μη εγγεγραμμένους εργαζόμενους, «όλοι ψηφοφόροι και όλοι επιλέξιμοι», ο οποίος γίνονταν κομιστής των απαιτήσεων της βάσης όχι μόνο για τα προβλήματα της μονάδας, αλλά για όλα εκείνα του εργοστασίου, της κατηγορίας της εταιρείας και της κοινωνίας ως σύνολο, τόσο σε εσωτερικό όσο και σε διεθνές επίπεδο. Σε πολλά εργοστάσια οι αντιπρόσωποι εξαπλώθηκαν και οδήγησαν σε μια μεγάλη στράτευση-δέσμευση τομέων της τάξης και για την υποστήριξη στους αντιιμπεριαλιστικούς αγώνες.

 

*Εγώ μόλις τελείωσα τα 5 χρόνια στο βιομηχανικό τεχνικό Ινστιτούτο βρήκα εργασία σε ένα εργοτάξιο μιας μεγάλης εταιρείας που έχτιζε βιομηχανικά κτίρια. Εκείνα τα χρόνια, μόλις τελειώναμε το σχολείο πηγαίναμε αμέσως να δουλέψουμε. Στις εργοτάξιο εργαζόμασταν από δευτέρα έως σάββατο, και επίσης την κυριακή το πρωί. Έμεινα εκεί λίγο παραπάνω από δύο χρόνια και εκεί γνωρίστηκα με τις πρώτες μορφές εργατικού αγώνα, την απεργία και την πικετοφορία. Άφησα το εργοτάξιο για να πάω να δουλέψω στους Σιδηροδρόμους του κράτους, ένα πολύ πολιτικοποιημένο περιβάλλον συντρόφων και εκεί ασκούσα συνδικαλιστική και πολιτική δραστηριότητα. Το καλοκαίρι του ’71, με την αριστερή πτέρυγα της Cgil, πραγματοποιήσαμε συνελεύσεις σιδηροδρομικών για να ξεκινήσουμε μια μάχη σχετικά με το ωράριο εργασίας και την ασφάλεια στο χώρο εργασίας. Το συνδικάτο στάθηκε αντίθετο, έτσι δημιουργήσαμε την Cub [επιτροπή βάσης] των σιδηροδρομικών της Roma Termini, η οποία επεκτάθηκε αμέσως στις άλλες σιδηροδρομικές εγκαταστάσεις της Ρώμης και έγινε η Cub των σιδηροδρομικών της Ρώμης, αποκτώντας σημασία και χώρο στις εφημερίδες λόγω της απεργίας 48 ωρών που καλέστηκε από την Cub ξεκινώντας από τις 9 μ.μ. της 7ης αυγούστου. Η απεργία πέτυχε παρά την, αποτυχημένη, προσπάθεια να οργανωθεί απεργοσπαστισμός από τα λεγόμενα ενωσιακά συνδικάτα. Η γέννηση ενός σώματος «αυτοοργανωμένου» όπως η Cub, διεγείρει στην ρωμαϊκή πραγματικότητα τον σχηματισμό οργανισμών «αυτοοργανωμένων» σε εργατικές δομές όπως Νοσοκομειακών (Policlicico Umberto I), Enel [ενέργεια], Sip (τηλέφωνο), ρωμαϊκά Αεροδρόμια και πολλές άλλες ακόμη και στις γειτονιές.

= ΔΙΕΘΝΙΣΜΟΣ – Η δεκαετία του 1960 ήταν γεμάτη αντιαποικιακούς αγώνες για εθνική απελευθέρωση – Κούβα 1958 – Αλγερία το 1962 και μεγάλο μέρος της Αφρικής, της Ασίας και της Λατινικής Αμερικής.

Εκείνα τα χρόνια, οι εκμεταλλευόμενοι στις βιομηχανικές χώρες και οι καταπιεσμένοι από τις αποικισμένες περιοχές, οι τελευταίοι της γης, ξεκινούσαν μια ισχυρή πίεση, σε έκταση και βάθος μεταξύ των σημαντικότερων της σύγχρονης εποχής. Είχαν σταματήσει να υπομένουν στη σιωπή και, όπως προέτρεπαν τα πρώτα λόγια του ύμνου της Διεθνούς: «debout les damnés de la terre»- »ξεσηκωθείτε κολασμένοι της γης’‘, σηκώθηκαν στα πόδια τους, με χιλιάδες προβλήματα και αντιφάσεις, αλλά ήθελαν να οδηγηθούν προς την απελευθέρωσή τους, και μεγάλο μέρος των νέων γενεών των ευρωπαϊκών χωρών επιθυμούσε να σταθεί στο πλάι τους, όχι μόνο με την αλληλεγγύη.

 

* Εμείς οι νέοι εκείνων των χρόνων ζούσαμε τα ζητήματα της εργασίας και τα διεθνή με τρόπο αλληλένδετο. Ένα σύνθημα που εξαπλώθηκε εκείνες τις μέρες ήταν το εξής: «Agnelli (ή ένας άλλος ιδιοκτήτης εταιρείας) έχεις το Βιετνάμ μες το συνεργείο «. Με αυτή την έννοια είχαμε αποδεχτεί το μήνυμα του «Τσε» «Crear dos, tres muchos Vietnam, es la consigna-Να δημιουργήσουμε δυο, τρία πολλά Βιετνάμ, αυτό είναι το σύνθημα!”

 

= Ο “Τσε”     Τι μπορούμε να προσθέσουμε που δεν έχει ήδη γραφτεί για τον Che;

Οι επιλογές της ζωής του μας σημάδεψαν όπως τα πολιτικά του μονοπάτια. Η δύναμη του Τσε ήταν ότι σφράγισε άρρηκτα τις επιλογές της ζωής με τα επαναστατικά του ιδανικά. Η συνέπεια υπήρξε το πιο συναρπαστικό στοιχείο της διδασκαλίας του, εκείνη που αγνοήθηκε περισσότερο από το πολιτικό περιβάλλον και της αριστεράς. Μπορούσαμε να ενθουσιαστούμε για μια περιπετειώδη ζωή, αλλά δεν μπορούσαμε να προσποιηθούμε πως αγνοούσαμε ότι εκείνη τη ζωή ο Τσε την είχε αφιερώσει σε ένα συγκεκριμένο σχέδιο που είχε εξηγήσει χίλιες φορές με χιλιάδες τρόπους, τα λόγια του δεν επέτρεπαν παρερμηνείες, δισταγμό, αναποφασιστικότητα:

Η αλληλεγγύη του προοδευτικού κόσμου με τον λαό του Βιετνάμ έχει την ίδια γεύση της πικρής ειρωνείας που είχε για τους μονομάχους του τσίρκου η προτροπή της πλέμπας, δεν μιλάμε να ευχόμαστε τη νίκη στο θύμα, αλλά να μοιραζόμαστε τη μοίρα του: να πάμε μαζί του στο θάνατο ή στη νίκη. […] Και οι αγώνες δεν θα είναι απλές μάχες στο δρόμο, πέτρες ενάντια σε δακρυγόνα, ούτε γενικές ειρηνικές απεργίες, ούτε θα είναι ο αγώνας ενός εξοργισμένου λαού που καταστρέφει τον κατασταλτικό μηχανισμό μέσα σε δύο ή τρεις μέρες, θα είναι ένας μακρύς, αιματηρός αγώνας […] Και ημών εκμεταλλευόμενων του κόσμου, ποια είναι η θέση μας, ποιο είναι το καθήκον μας; Τι πρέπει να κάνουμε; Να επιτεθούμε σκληρά, αδιάκοπα σε κάθε σημείο της αντιπαράθεσης, πρέπει να είναι η γενική τακτική των λαών. […] Από την άλλη οι αυτόχθονες μπουρζουαζίες έχουν χάσει κάθε ικανότητα να αντιταχθούν στον ιμπεριαλισμό – εάν ποτέ την είχαν  – […] Δεν υπάρχουν άλλες αλλαγές να γίνουν: ή σοσιαλιστική επανάσταση ή μια καρικατούρα επανάστασης.

Η διαφορά μεταξύ της πρότασης του Τσε και της σκέψης που μας έρχονταν από το Κκι και τη Μόσχα ήταν τεράστια: ο Che παρότρυνε να έχουμε πάντα μια διεθνή ματιά, να εκτιμούμε ότι η σύγκρουση μεταξύ του ιμπεριαλισμού και των λαών σε μάχη ήταν ήδη σε εξέλιξη, ήταν πολύπλοκη και παγκόσμια. Ως εκ τούτου, για να συμμετάσχουμε στον αγώνα για την αλλαγή στις τύχες του κόσμου ήταν απαραίτητο να ανοίξουμε ένα αντάρτικο μέτωπο οπουδήποτε κι αν βρισκόμασταν, ακόμα κι αν οι συνθήκες για τη νίκη δεν ήταν βέβαιες-σίγουρες.

Ο Τσε πρότεινε ένα είδος αντάρτικης διεθνούς, όχι ένα συγκεντρωτικό κόμμα όπως η Τρίτη Διεθνής, αλλά μια διαφοροποιημένη και ισχυρά αλληλέγγυα περιοχή. Η Tricontinental θα έπρεπε να είναι ο πυρήνας εκείνου του είδους αντάρτικης διεθνούς, η οποία ξεκίνησε το ταξίδι της με το ραντεβού της Αβάνας από τις 3 έως τις 15 ιανουαρίου ’66, »τη Διάσκεψη Αλληλεγγύης των Λαών της Αφρικής, της Ασίας και της Λατινικής Αμερικής», και ξεκινούσε την Ospaaal (Οργάνωση Αλληλεγγύης των λαών της Αφρικής, της Ασίας και της Λατινικής Αμερικής). Το μήνυμα του Τσε προς την Tricontinental: «Crear dos, tres muchos Vietnam, es la consigna!» δημοσιεύονταν στις 16 απριλίου του ’67. Εμφανίστηκε στο πρώτο τεύχος του περιοδικού ‘Tricontinental’ τον ιούλιο-αύγουστο του ’67 και έγινε, μετά από τη δολοφονία του δύο μήνες αργότερα, στις 9 οκτωβρίου, η πολιτική του διαθήκη.

Για λίγα χρόνια το περιοδικό, που εκδόθηκε στην Αβάνα σε τέσσερις γλώσσες: ισπανικά, αγγλικά, γαλλικά και ιταλικά (διανεμήθηκε στην Ευρώπη από τις εκδόσεις Maspero του Παρισιού και από το βιβλιοπωλείο Feltrinelli στο Μιλάνο), διαδραμάτισε αναντικατάστατο ρόλο πληροφόρησης για τους επαναστατικούς αγώνες και απελευθέρωσης στις τρεις ηπείρους, καθώς και καταγγελίας της στρατιωτικής επιθετικότητας και της πολιτικής, οικονομικής και πολιτιστικής παρέμβασης του αμερικάνικου ιμπεριαλισμού και της Δυτικής Ευρώπης ενάντια στον Τρίτο κόσμο. Το μίσος ως παράγοντας πάλης, το αδιάλλακτο μίσος για τον εχθρό, που ωθεί τον άνθρωπο πέρα από τα φυσικά όρια και τον μετατρέπει σε μια αποτελεσματική, βίαιη, επιλεκτική και ψυχρή μηχανή για να σκοτώσει. Οι στρατιώτες μας πρέπει να είναι έτσι, ένας λαός χωρίς μίσος δεν μπορεί να θριαμβεύσει επί ενός βίαιου εχθρού. [Τσε, δημιουργήστε δύο, τρία, πολλά Βιετνάμ]

 

* Πολύ δημοφιλές τραγούδι ανάμεσα στους συντρόφους και τις συντρόφισσες εκείνη την εποχή:

-Όλος ο κόσμος εκρήγνυται από την Αγκόλα στην Παλαιστίνη, / η Λατινική Αμερική μάχεται, / ο ένοπλος αγώνας κερδίζει στην Ινδοκίνα, / όλοι οι λαοί στον κόσμο αποκτούν συνείδηση / και στις πλατείες κατεβαίνουν με τη σωστή βία. Συνεπώς: τι θέλεις περισσότερο σύντροφε, για να καταλάβεις / ότι σήμανε η ώρα του τουφεκιού; [Pino Masi, L’ora del fucile, η ώρα του τουφεκιού 1971]

 

= το 1968-   «Δεν είναι δυνατόν, σε μια ιστορική κρίση μας, να διαχωρίζουμε αυστηρά το τι συνέβη το 1969 από όλα όσα συνέβησαν το 1968, δηλαδή από το κλίμα συλλογικής κινητοποίησης και μιας ισχυρής αναβίωσης της κοινωνικής σύγκρουσης (και εργατικής) που είχε εκραγεί εκείνο το έτος. Όχι μόνο επειδή το ’68 ήταν πράγματι διάσπαρτο από σημαντικούς αγώνες στο εργοστάσιο (από την Pirelli του Μιλάνο μέχρι το χημικό κόμβο του Porto Marghera, για να αναφέρουμε μόνο τους πιο σημαντικούς), αλλά διότι υπήρξε μια συνεχής, σταθερή κυκλικότητα εμπειριών μεταξύ σπουδαστών και εργατών, με το σχηματισμό μεταξύ άλλων συλλογικοτήτων και επιτροπών βάσης με μικτή συμμετοχή (λίγο στο παράδειγμα των γαλλικών «comités d’action»).

[Marco Scavino, L’anno degli operai, το έτος των εργατών 2001]

= Το κίνημα του 68, του 69 και των επόμενων ετών είναι ποικίλo και πολύμορφο. Μέσα σε αυτό το κίνημα γεννιούνται οι οργανώσεις: Potere Operaio, Lotta Continua, Il Manifesto, Avanguardia Operaia και άλλες. Στο Μιλάνο η Μητροπολιτική Πολιτική Κολεκτίβα (CPM) γεννιέται στις 8 σεπτεμβρίου 1969, προωθούμενη από την CUB Pirelli, από την GdS (ομάδα μελέτης) Sit-Siemens, από την GdS IBM, από κάποιες κολεκτίβες εργατών- φοιτητών, από ομάδες συντρόφων της Alfa Romeo, της Marelli, των Κρατικών τηλεφώνων, της οργάνωσης φοιτητικό Κίνημα-del Movimento studentesco, καθώς και από αγωνιστές χωρίς οργάνωση. Το CPM θα είναι ακριβώς ο αρχικός πυρήνας από τον οποίο, μέσω διαφόρων μετασχηματισμών, οι BR-ΕΤ θα γεννηθούν και θα αναπτυχθούν.

* Και στη Ρώμη με άλλους συντρόφους/ισσες, μετά την επίθεση καταστολής κατά τα έτη ’73 και ’74, όχι μόνο προς τις οργανωμένες ομάδες των συντρόφων/ισσών αλλά και προς τους αγώνες εργοστασίων και γειτονιών, σκεφτήκαμε ότι έφτασε η στιγμή να σχετιστούμε με την άνοδο του ύψους της σύγκρουσης που αποφασίστηκε από το κράτος, έτσι δημιουργούμε επαφές με τις Br. Η ρωμαϊκή φάλαγγα των Br σχηματίζεται το 1976, αναπτύσσοντας τον ένοπλο αγώνα στις βιομηχανικές δραστηριότητες των «υπηρεσιών» (σιδηρόδρομοι, ηλεκτρισμός, τηλέφωνα, νοσοκομεία) και στις γειτονιές της μητρόπολης.

 

= Στα χρόνια του Εβδομήντα και Ογδόντα περισσότερες από 250 ένοπλες ονομασίες-ομάδες ήταν ενεργές, 36.000 πολίτες διερευνήθηκαν για ένοπλη μπάντα και 6.000 από αυτούς καταδικάστηκαν σε δεκαετίες φυλάκισης, και 7.866 επιθέσεις καταγράφηκαν σε πράγματα και 4.290 σε ανθρώπους.

 

 

=Καταγωγή του ένοπλου Αγώνα, μερικές θέσεις που παρήχθησαν από τις εν τη γενέσει Κόκκινες Ταξιαρχίες:

Τον αγώνα στο εργοστάσιο πρέπει να τον δούμε «μέσα στο ευρύτερο κίνημα της ταξικής πάλης σε παγκόσμιο επίπεδο, και στις ευρωπαϊκές της διαρθρώσεις».
Όσον αφορά το έδαφος του αγώνα καταλήγουμε στο συμπέρασμα πως «πάνω απ ‘όλα στον μητροπολιτικό χώρο ο ταξικός αγώνας τίθεται με επαναστατικούς όρους των οποίων η διέξοδος αντιπροσωπεύεται από την ΕΝΟΠΛΗ ΛΑΙΚΗ ΠΑΛΗ».

«Εμείς βλέπουμε στην προλεταριακή αυτονομία το ενοποιητικό περιεχόμενο των αγώνων των φοιτητών, των εργατών και των τεχνικών που επέτρεψαν το ποιοτικό άλμα 1968-69. Η αυτονομία δεν είναι ένα φάντασμα ή μια κενή φόρμουλα στην οποία σήμερα, μπροστά στην αντεπίθεση του συστήματος, οι νοσταλγοί των περασμένων αγώνων προσκολλώνται. Η αυτονομία είναι το κίνημα απελευθέρωσης του προλεταριάτου από τη συνολική ηγεμονία της μπουρζουαζίας, και συμπίπτει με την επαναστατική διαδικασία. Από αυτή την άποψη η αυτονομία δεν είναι σίγουρα κάτι νέο, μια εφεύρεση της τελευταίας ώρας, αλλά μια πολιτική κατηγορία του επαναστατικού μαρξισμού, υπό το φως της οποίας θα αξιολογηθεί η συνοχή και η κατεύθυνση ενός μαζικού κινήματος.

Αυτονομία από: αστικούς πολιτικούς θεσμούς (κράτος, κόμματα, συνδικάτα, νομικά θεσμικά όργανα κ.λπ.), οικονομικά ιδρύματα (στο σύνολο του τον καπιταλιστικό μηχανισμό παραγωγής- διανομής), πολιτιστικά ιδρύματα (την κυρίαρχη ιδεολογία σε όλες τις διαρθρώσεις της) κανονιστικούς οργανισμούς, την αστική «ηθική».
Αυτονομία για: την κατεδάφιση του παγκόσμιου συστήματος εκμετάλλευσης και την οικοδόμηση μιας εναλλακτικής κοινωνικής οργάνωσης ».

«Οι Κόκκινες Ταξιαρχίες δεν ήταν ένα απομονωμένο φαινόμενο που ξεπήδησε σαν ένα μανιτάρι στις αρχές της δεκαετίας του ’70. Η πολιτική διαφωνία που βρίσκεται στη βάση της γέννησης και της ανάπτυξης των ενόπλων σχηματισμών αυτού του τύπου προέρχεται από την πεποίθηση, εκ μέρους των εργατών, των φοιτητών, των εργαζομένων, ότι είχαν προδοθεί από την πολιτική διεύθυνση. (σημείο καμπής, η μεταστροφή του Σαλέρνο του 1944, η αντιπολίτευση σε αυτή που θεωρείται μια στάση παραίτησης είναι παρούσα και εκφράζεται στις πιο ποικίλες μορφές. Επιβεβλημένη από την ΕΣΣΔ στο PCI, στο πλαίσιο μιας διαδικασίας διαίρεσης του κόσμου σε σφαίρες επιρροής, που βλέπουμε στα συνέδρια της Γιάλτα και της Τεχεράνης. Στην διοίκηση του Κομμουνιστικού Κόμματος υπέστησαν την επιλογή αυτή, ανεπιθύμητη, και δεν θα υπάρξουν αντίθετες θέσεις, ενώ στη βάση υπήρξαν πολυάριθμες εξεγέρσεις και «επιστροφή στα βουνά» εναντίον διαχειριστών εταιρειών και δημόσιων αξιωματούχων πρώην φασιστών που ανακυκλώθηκαν μέσα στη δημοκρατία (Ragusa, Catania, Bologna, Modena, Reggio Emilia και Milano στη Breda).

Τον φεβρουάριο του 1949 ανεβαίνει στο προσκήνιο η Κόκκινη Φτερωτή- la Volante Rossa, ένας σχηματισμός που δραστηριοποιούνταν εδώ και δύο χρόνια στην περιοχή του Μιλάνο, και συγκεκριμένα στην γειτονιά Sesto San Giovanni.). Η ανάγκη για κομμουνισμό και ισότητα παρέμεινε ζωντανή στη βάση που ένιωθε απογοητευμένη. Το φαινόμενο, που ονομάστηκε «εξτρεμισμός» ή «μαξιμαλισμός» ή «τυχοδιωκτισμός», αξίζει μια σημαντική θέση στην ιστορική παράδοση του ιταλικού εργατικού κινήματος, μιας και είναι μια σταθερά, μερικές φορές ακόμη και πλειοψηφική, με διάφορες μορφές. Επομένως, είναι αδύνατο να μιλήσουμε για τις BR ή για άλλους ανάλογους σχηματισμούς, προηγούμενους ή ταυτόχρονους, χωρίς να επιστρέψουμε σε εκείνους που είναι οι ιστορικές τους ρίζες)».

[από την ‘κόκκινη βοήθεια‘- “soccorso rosso”  Brigate Rosse]

 

= Η ΣΥΓΚΡΟΥΣΗ ΚΛΙΜΑΚΩΝΕΤΑΙ –

Αλλά οι ιμπεριαλιστικές δυνάμεις δεν στέκονταν να παρακολουθούν, κατά τη δεκαετία του Πενήντα είχαν συντρίψει εν τη γενέσει κάθε προσπάθεια δημοκρατικής αλλαγής που διεξάγονταν στις χώρες που κυριαρχούσαν οι συμμαχικές δικτατορίες της Ουάσινγκτον. Το 1953 στο Ιράν η Cia και οι πολυεθνικές του πετρελαίου είχαν βοηθήσει τον δικτάτορα Reza Palhevi, τον αιμοδιψή Σάχη, να ανακτήσει την εξουσία με το πνίξιμο στο αίμα της δημοκρατικής αλλαγής του Mossadeq, υποστηριζόμενης από τα αριστερά κόμματα, που ήθελε να αποτρέψει τη ληστεία του ιρανικού πετρελαίου από τις πολυεθνικές.

Μετά το πραξικόπημα, ο χασάπης Reza Palhevi τριγυρνά για να ευχαριστήσει τις ευρωπαϊκές κυβερνήσεις συνένοχους για το αιματηρό πραξικόπημα. Στο Βερολίνο, στις 2 ιουνίου του ’67, στην ευαίσθητη γερμανική νεολαία δεν άρεσε εκείνη την άθλια παρέλαση και μπλόκαρε την πόλη με μεγάλες διαδηλώσεις. Η γερμανική αστυνομία, προς υπεράσπιση του Σάχη, δολοφόνησε τον εικοσιεπτάχρονο φοιτητή Benno Ohnesorg. Από εκείνη την εγκληματική δολοφονία του Κράτους στο δυτικογερμανικό νεανικό κίνημα ωρίμασε μια άνοδος της ριζοσπαστικότητας, περισσότερο από ποτέ αναγκαία για να καταγγείλει την «επιστροφή των φιλοναζιστών» στην κορυφή της ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας. Η ημερομηνία εκείνη, 2 ιουνίου, έγινε το σύμβολο ενός κινήματος ένοπλων αγώνων στη δυτική Γερμανία στο πλευρό της RAF και άλλων σχηματισμών.

Και στην Κεντρική Αμερική η συμμαχία μεταξύ ιμπεριαλισμού Usa και πλούσιων τάξεων δεν ανέχεται ούτε καν φιλελεύθερες εναλλακτικές λύσεις όπως στη Γουατεμάλα και σε άλλες χώρες. Στην Ευρώπη τα υπέργηρα φασιστικά καθεστώτα όπως η Ισπανία και η Πορτογαλία, καθώς και τα νέα όπως η Ελλάδα, απολάμβαναν την πλήρη υποστήριξη των ΗΠΑ. Και στην Αφρική αιματηρές σφαγές, πραγματικές γενοκτονίες, συνέβησαν στο Κονγκό στη δεκαετία του 1960 και στην Ινδονησία το ’65, με σχεδόν ένα εκατομμύριο ανθρώπους που σκοτώθηκαν επειδή ήταν ύποπτοι να είναι κομμουνιστές – σηματοδότησαν την παρουσία του δολοφονικού πέλματος του Λευκού Οίκου και των ευρωπαϊκών καγκελαριών.

Στο Κονγκό, οι Βέλγοι βασιλεύοντες ευλογημένοι από την Εκκλησία που υποστηρίχθηκαν από τη Γαλλία, ενορχήστρωσαν την απόσχιση της Katanga, της πλουσιότερης περιοχής της χώρας. Το Κογκό είχε επιτέλους κατακτήσει την ανεξαρτησία, με επικεφαλής τον Patrice Lumumba. Δεν ήταν κομμουνιστής, αλλά δεν άρεσε στην βελγική αυλή, ούτε στις πολυεθνικές. Ο Lumumba ήθελε να φέρει ισότητα σε εκείνες τις περιοχές που καταστράφηκαν από τη φτώχεια και την πείνα που προκάλεσε η αποικιοκρατική εκμετάλλευση, ήταν επομένως ύποπτος ότι μπορούσε να γίνει κομμουνιστής. Ακολούθησε εμφύλιος πόλεμος, με τεράστιες σφαγές κάτω από το αδιάφορο βλέμμα του ΟΗΕ.

Η προσβολή της σιωπής έπεσε επάνω σε εκείνες τις σφαγές. Έκτοτε συνειδητοποιήσαμε ότι το χειρότερο έγκλημα μπροστά στις σφαγές είναι να απέχουμε από μια απάντηση, ακόμη και αν πρέπει να είναι βίαιη. Η σιωπή και η συγκατάθεση είναι το πραγματικό έγκλημα κατά της ανθρωπότητας.

Το ’67 το πραξικόπημα των συνταγματαρχών στην Ελλάδα προκάλεσε πολλή συζήτηση. Αλλά πώς; έλεγαν κάποιοι, μια χώρα όπου γεννήθηκε η δημοκρατία, η χώρα του Περικλή; Το δολοφονικό χέρι των ΗΠΑ έφτανε στη Μεσόγειο.

Πέσαμε με τα μούτρα στις ακόμα ενοποιημένες πλατείες, με τους αγωνιστές του PCI οι εντάσεις ήταν ακόμη μόνο λεκτικές, οι συγκρούσεις ήρθαν αργότερα. Υπήρχαν ακόμα ορισμένα κοινά συνθήματα κατά των συνταγματαρχών.

Αυτά για το Βιετνάμ αποκλίνουν: «Βιετνάμ ελεύθερο αυτοί», «κόκκινο Βιετνάμ» εμείς, ακολουθούμενο από «το Βιετνάμ κερδίζει γιατί πυροβολεί», και πάλι «Πόλεμος όχι! Guerrilla ναι-ναι στον ανταρτοπόλεμο ».

 

* 1973 – ΚΑΤΑΣΤΟΛΗ ΚΑΙ ΕΠΙΛΟΓΕΣ ΤΟΥ ΚΙΝΗΜΑΤΟΣ:

αντιμέτωποι με την εντατικοποίηση της Καταστολής, οι ομάδες διαλύονται, το κίνημα υποφέρει ταρακούνημα. Δύο προτάσεις παραμένουν ζωντανές αποδεχόμενες τη σύγκρουση χωρίς να κάνουν βήματα προς τα πίσω: ο ένοπλος αγώνας και η οργανωμένη αυτονομία.

Εν τω μεταξύ, στις μεγάλες πόλεις: Milano, Roma, Torino, Napoli, Palermo κ.λ.π. διαχέονται συνθήματα και πρακτικές: »PRENDIAMO I TRASPORTI-ΝΑ ΠΑΡΟΥΜΕ ΤΙΣ ΜΕΤΑΦΟΡΕΣ», «IL TRASPORTO SI PRENDE L’ABBONAMENTO NON SI PAGA-ΠΑΙΡΝΟΥΜΕ ΤΙΣ ΜΕΤΑΦΟΡΕΣ ΔΕΝ ΠΛΗΡΩΝΟΥΜΕ ΤΗΝ ΣΥΝΔΡΟΜΗ ,»   LA CASA SI PRENDE L’AFFITTO NON SI PAGA-ΠΑΙΡΝΟΥΜΕ ΤΑ ΣΠΙΤΙΑ ΔΕΝ ΠΛΗΡΩΝΟΥΜΕ ΤΟ ΝΟΙΚΙ

 

= ΘΕΣΕΙΣ BR  “Το πραγματικό μας πρόβλημα δεν είναι επομένως τόσο η ποσοτική οριζόντια επέκταση της σύγκρουσης (από τον αγώνα του εργοστασίου για μεγαλύτερο μισθό στον κοινωνικό αγώνα για την υπεράσπιση των μισθών), αλλά ένα πολιτικό άλμα του αγώνα, – που ταυτόχρονα να υπερασπίζεται και να επεκτείνει το επίπεδο της αυτονομίας που με κόπο κατέκτησε σε αυτά τα τελευταία χρόνια του αγώνα. Να επεκτείνουμε τον συνεχή αγώνα από τα παραγωγικά κέντρα στην κοινωνία, από τις διαδηλώσεις της άμεσης εκμετάλλευσης στις συνολικές διαδηλώσεις της εκμετάλλευσης, να πραγματοποιήσουμε αυτή την επέκταση κατανοώντας όλους τους όρους, τους περιορισμούς και τα προβλήματα που θέτει η νέα κοινωνική σφαίρα του αγώνα στην αυτονομία είναι η προϋπόθεση ώστε η ανάγκη που εκφράζεται από τους αγώνες, ανάγκη για επαναστατική οργάνωση, να μεταφραστεί σε πραγματικότητα ενεργή”.

… η πόλη είναι σήμερα η καρδιά του συστήματος, το οργανωτικό κέντρο της οικονομικοπολιτικής εκμετάλλευσης, η βιτρίνα όπου εκτίθεται το «υψηλότερο σημείο», το μοντέλο που θα έπρεπε να συνιστά την προλεταριακή ολοκλήρωση. Αλλά είναι και το πιο αδύναμο σημείο του συστήματος: όπου οι αντιφάσεις εμφανίζονται πιο οξείς, όπου το οργανωμένο χάος που χαρακτηρίζει την ύστερη καπιταλιστική κοινωνία εμφανίζεται πιο ξεκάθαρο…
Είναι εδώ, στην καρδιά του, που το σύστημα πρέπει να χτυπηθεί
”. [«Il Collettivo, Η Κολεκτίβα» ν. μοναδικό, ιανουάριος 1970, ντοκουμέντα του «Collettivo,» Κοινωνικός αγώνας και οργάνωση στην μητρόπολη]. Αναφέρεται στο CPM, collettivo politico metropolitano.

Οι πρώτες ενέργειες των BR αναπτύχθηκαν, βέβαια, μέσα στα εργοστάσια όπου η μητρική οργάνωση, το CPM, αργότερα Προλεταριακή Αριστερά) ήταν ισχυρότερη: Sit-Siemens και Pirelli. Η πυρπόληση ενός αυτοκινήτου διοικητικού στελέχους της Sit-Siemens, υπογεγραμμένη με το σύμβολο του πεντάκτινου αστεριού και της γραφής Brigate Rosse (17 σεπτεμβρίου 1970). Καθώς η αναδιάρθρωση του πολιτικού μηχανισμού προχωρούσε για να διαχειριστεί την καπιταλιστική κρίση και να οδηγήσει την καταστολή του επαναστατικού κινήματος, προσδιορίζεται η στρατηγική επίθεσης στην καρδιά του κράτους στον «ιστορικό συμβιβασμό» δηλαδή στο αγκάλιασμα της Dc με το Pci, παρότι το Κκι στις εκλογές του ’75 και του ’76 σχεδόν έφτανε και ξεπερνούσε την DC, αλλά ακριβώς από αυτό το αποτέλεσμα το Pci αποκαλύπτει τα χαρτιά του, υποκείμενου της καπιταλιστικής τάξης

 

Θέμα: ψήφισμα Στρατηγικής Διεύθυνσης των Br, Απρίλιος 1975

Ο ιμπεριαλισμός είναι ένα σύστημα παγκόσμιας κυριαρχίας στο κέντρο του οποίου βρίσκονται οι Ηνωμένες Πολιτείες, στο κέντρο των οποίων βρίσκονται οι μεγάλες πολυεθνικές εταιρείες και τα συμφέροντά τους. Με το πέρασμα των χρόνων το σύστημα αυτό έχει διαρθρωθεί και διαστρωματιστεί από λειτουργικές περιοχές παραγωγής και κατανάλωσης που είναι συγχρόνως πολιτικές και στρατιωτικές περιοχές.
Οι χώρες της «Γηραιάς Ηπείρου» αποτελούν ένα σημαντικό οικονομικό, πολιτικό και στρατιωτικό χώρο του ιμπεριαλισμού. Η περιοχή αυτή, από μια ουσιαστικά ομοιογενή καπιταλιστική άποψη, ορίζεται στρατηγικά ως το «δυτικό δημοκρατικό σύστημα ”.

Σήμερα εμφανίζει μια ΚΡΙΣΗ λόγω της αστάθειας ορισμένων υποκείμενων καθεστώτων, λόγω του εργατικού και προλεταριακού αγώνα, λόγω των εξεγέρσεων των καταπιεσμένων τάξεων τόσο στις ΗΠΑ όσο και στην Ευρώπη. μια κρίση που έχει στρατιωτικές πτυχές λόγω της αποσύνδεσης ορισμένων σημαντικών χωρών από το ΝΑΤΟ · λόγω των αγώνων των καταπιεσμένων λαών που αντιστέκονται στις πλανητικές ηγεμονικές απαιτήσεις.

Το να λέμε ότι η Ιταλία είναι ο αδύναμος κρίκος του «δυτικού δημοκρατικού συστήματος» συνεπάγεται ότι είναι η χώρα όπου η αντεπανάσταση θα ξεσπάσει πιο δυνατά και ολόκληρο το ιμπεριαλιστικό σύστημα θα αναλάβει την ευθύνη αυτής της διαδικασίας. Το ιταλικό προλεταριάτο με την εντατικοποίηση του ταξικού πολέμου στη χώρα, δεν θα βρεθεί να «λογαριάζεται» μόνο με τον εσωτερικό εχθρό του, αλλά με ολόκληρη την οικονομική, πολιτική και στρατιωτική οργάνωση του ιμπεριαλισμού.
Ο επαναστατικός ταξικός πόλεμος στις ευρωπαϊκές μητροπόλεις είναι άμεσα ένας αντιιμπεριαλιστικός πόλεμος απελευθέρωσης, επειδή η χειραφέτηση ενός λαού μέσα σε ένα ιμπεριαλιστικό περιβάλλον πρέπει να λογαριαστεί με την ιμπεριαλιστική καταπίεση-καταστολή.

Η «στρατηγική» του Ιστορικού Συμβιβασμού έχει τις προϋποθέσεις της σε δύο αποφασιστικές παρεξηγήσεις: τον πολεμοκάπηλο χαρακτήρα του ιμπεριαλισμού, και τον αντιδραστικό και ιμπεριαλιστικό χαρακτήρα της χριστιανοδημοκρατίας-DC.

= Το κύριο καθήκον της επαναστατικής δράσης σε αυτή τη φάση είναι επομένως η μέγιστη δυνατή πολιτική αποδιάρθρωση τόσο του καθεστώτος όσο και του Κράτους. Και αυτή είναι η μέγιστη δυνατή ανάπτυξη αντιφάσεων μεταξύ των θεσμών και, μέσα σε κάθε έναν από αυτούς, μεταξύ των διαφόρων τακτικών σχεδίων για την επίλυση της κρίσης και μέσα σε κάθε ένα από αυτά.

 

 Μερικές θεματικές των BR σχετικά με τον ιμπεριαλισμό (Ψήφισμα Στρατηγικής Διεύθυνσης Φεβρουάριος 1978)

= Με τον ΙΜΠΕΡΙΑΛΙΣΜΟ ΤΩΝ ΠΟΛΥΕΘΝΙΚΩΝ εννοούμε τη φάση του ιμπεριαλισμού στην οποία δεσπόζει το πολυεθνικό μονοπώλιο κεφάλαιο.
Το πολυπαραγωγικό πολυεθνικό μονοπώλιο, δηλαδή μεγάλα trust, με εταιρείες σε διάφορες χώρες και επενδύσεις σε διάφορους τομείς, αποτελεί σήμερα το κυρίαρχο δομικό στοιχείο και τη θεμελιώδη βάση των κινήσεων του κεφαλαίου, επομένως δεν είναι πλέον η εθνική περιοχή, αλλά η καπιταλιστική περιοχή ως σύνολο.
Εάν το θεμελιώδες συστατικό στοιχείο του ιμπεριαλισμού υπήρξε το μονοπωλιακό κεφάλαιο ευθύς από την γέννηση του, όμως είναι μόνο με τον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο που εδραιώνεται οριστικά σε ολόκληρο τον καπιταλιστικό χώρο το πολυεθνικό μονοπωλιακό κεφάλαιο. Οι μεγάλες μονοπωλιακές ομάδες μπορούν τώρα να ξεπεράσουν οριστικά τα εθνικά τους σύνορα ώστε να κυκλοφορούν ελεύθερα σε ολόκληρο τον χώρο και η πολυεθνική δομή καθίσταται απαραίτητος και αναπόσπαστος παράγοντας για κάθε περαιτέρω ανάπτυξη. Είναι στην πραγματικότητα χάρη σε αυτήν που μπορεί κανείς να εκμεταλλευτεί πλήρως τα διάφορα ποσοστά κέρδους που υπάρχουν στο χώρο και έτσι να πραγματοποιήσει εκείνα τα τεράστια πλεονάσματα τα οποία είναι τα χαρακτηριστικά στοιχεία της συσσώρευσης στην ιμπεριαλιστική φάση. Η «Πολυεθνικότητα» δεν είναι απλώς διεθνοποίηση της καπιταλιστικής αγοράς, αλλά διεθνοποίηση του κεφαλαίου στο σύνολό του! δομές παραγωγής, αγορές, σχέσεις ιδιοκτησίας κ.λ.π.
Αυτή η διεργασία διεθνοποίησης του κεφαλαίου καθορίζει την κυριαρχία της ΙΜΠΕΡΙΑΛΙΣΤΙΚΗΣ ΜΠΟΥΡΖΟΥΑΖΙΑΣ μέσα στο αστικό μέτωπο, ταξική έκφραση πολυεθνικού μονοπωλιακού κεφαλαίου και παράλληλα με την επικράτηση του εδραιώνονται και τα θεσμικά μέσα διαμεσολάβησης και κυριαρχίας (Τριμερής, Ιμπεριαλιστικό Κράτος των Πολυεθνικών), ΝΑΤΟ, ΔΝΤ, ΕΟΚ, …).

= Με αυτό δεν αρνούμαστε την ύπαρξη και αντιθέσεων μεταξύ των διαφόρων καπιταλιστικών «εθνών» ή μεταξύ μονοπωλιακού κεφαλαίου και μη μονοπωλιακού κεφαλαίου, αλλά πιστεύουμε ότι αυτές οι αντιφάσεις είναι ουσιαστικά η αντανάκλαση πολύ βαθύτερων αντιθέσεων μεταξύ πολυεθνικών ομάδων.

= Οι διάφορες εθνικές περιοχές επιβιώνουν τώρα ως μια ενδοχώρα για τις πολυεθνικές: για κάθε πολυεθνική, η εθνική περιοχή στην οποία γεννήθηκε και αναπτύχθηκε γίνεται το «ισχυρό σημείο» της, η ζώνη στην οποία απολαμβάνει ένα σχεδόν αδιαφιλονίκητο μονοπώλιο. Όταν μιλάμε για πολυεθνικές υπονοούμε πράγματι «πολυεθνικές με εθνικό πόλο» και γι ‘αυτό χρησιμοποιούμε τις εκφράσεις, εκ πρώτης όψεως αντιφατικές, «αμερικανικές, γερμανικές πολυεθνικές, κλπ.».
Το μη μονοπωλιακό κεφάλαιο, που εξαρτάται οργανικά από το μονοπωλιακό, σίγουρα ζει μαζί του σε μια αντιφατική ενότητα, αλλά προφανώς δεν μπορεί να έχει τη δυνατότητα και την υλική δύναμη να οδηγήσει σε μια πολιτική έκφραση αυτών των αντιφάσεων με τη μορφή διάρρηξης του ιμπεριαλιστικού μετώπου. Ο ιμπεριαλισμός των πολυεθνικών παρουσιάζεται επομένως ως ένα σύστημα παγκόσμιας κυριαρχίας στο οποίο οι διάφοροι «εθνικοί καπιταλισμοί» είναι απλά οργανικές του διαρθρώσεις, και οι διαφορετικές «εθνικές περιοχές» υφίστανται ως γεωγραφική έκφραση του διεθνούς καταμερισμού της εργασίας που καθορίζεται από αυτόν.
Επομένως μπορούμε να συνάγουμε μια πρώτη εκτίμηση. Σε κάθε εθνική περιοχή το προλεταριάτο δεν βρίσκεται στη θέση να λογαριάζεται με την «εθνική μπουρζουαζία» του αλλά με την τοπική διάρθρωση της ιμπεριαλιστικής μπουρζουαζίας. Αυτό προσδίδει, και, στις μητροπόλεις, στον ταξικό αγώνα του προλεταριάτου τον χαρακτήρα αντιιμπεριαλιστικού αγώνα και επομένως, γενικότερα, ΤΑΞΙΚΟΥ ΕΠΑΝΑΣΤΑΤΙΚΟΥ ΠΟΛΕΜΟΥ. Στις μητροπόλεις είναι αμέσως και ΠΟΛΕΜΟΣ ΑΝΤΙΙΜΠΕΡΙΑΛΙΣΤΙΚΗΣ ΑΠΕΛΕΥΘΕΡΩΣΗΣ, ΠΟΛΕΜΟΣ ΜΑΚΡΑΣ ΔΙΑΡΚΕΙΑΣ.
Ωστόσο η ιμπεριαλιστική αλυσίδα παραμένει, όπως είδαμε, χαρακτηριζόμενη από την ανομοιογενή εξέλιξή της, η οποία εκδηλώνεται σε κάθε δαχτυλίδι της μέσω της ιδιαιτερότητας του οικονομικού και κοινωνικού του σχηματισμού (σχέσης μεταξύ του κυρίαρχου πολυεθνικού κεφαλαίου και πολυεθνικού κεφαλαίου του «πόλου», μεταξύ μονοπωλιακού και μη μονοπωλιακού κεφαλαίου, ανάμεσα στην «εσωτερική» ιμπεριαλιστική αστική τάξη και το προλεταριάτο) οπότε ο ταξικός αγώνας, ακόμα και σε αυτή τη στρατηγική ομοιογένεια περιεχομένου και προοπτικής, εξακολουθεί να παρουσιάζεται με ευεργετικές μορφές και δικούς του χρόνους ανάλογα με τις διάφορες εθνικές περιοχές.
= Οι διάφορες ιμπεριαλιστικές δυνάμεις δεν μπορούν να κάνουν μεταξύ τους πόλεμο εάν δεν έχουν το δικό τους υπόβαθρο «ειρηνευμένο και υποστηρικτικό» για να μπορούν έτσι να υπομένουν τη σκληρότητα της σύγκρουσης. Θα μπορούσαμε να δώσουμε πολλά παραδείγματα ενδοϊμπεριαλιστικών πολέμων που έληξαν μόλις παρουσιάστηκε και μόνο ο κίνδυνος της κομμουνιστικής επανάστασης και των διαφόρων ιμπεριαλισμών, οι οποίοι πρώτα παρουσιάζονταν εντόνως εχθρικοί, ενώθηκαν ενάντια στο προλεταριάτο που ξεσηκώθηκε στα όπλα. Δύο είναι αρκετά: η Κομμούνα του Παρισιού και η Οκτωβριανή Επανάσταση.
Να το μάθημα που ο Μαρξ αντλεί από την Κομμούνα:

» … Ότι μετά τον πιο συγκλονιστικό πόλεμο της σύγχρονης εποχής, ο ηττημένος και ο νικητής αδελφοποιούνται για να σφαγιάσουν από κοινού το προλεταριάτο, αυτό το πρωτοφανές γεγονός αποδεικνύει, όχι όπως νομίζει ο Bismarck την οριστική συντριβή μιας νέας κοινωνίας στην ανάδυση της, αλλά την πλήρη αποσύνθεση της παλιάς αστικής κοινωνίας. Το μεγαλύτερo άλμα ηρωισμού του οποίου εξακολουθεί να είναι ικανή η παλιά κοινωνία είναι ο εθνικός πόλεμος: και τώρα αποδεικνύεται ότι πρόκειται για μια απλή μυθοποίηση, μια απάτη των διαφόρων κυβερνήσεων, η οποία τείνει να καθυστερήσει και να θάψει τον ταξικό αγώνα και παραμερίζεται αμέσως μόλις αυτή η ταξική πάλη φουντώσει σε εμφύλιο πόλεμο».

a – «Είναι απαραίτητο πρώτα απ ‘όλα να καθορίσουμε ορισμένα μεθοδολογικά κριτήρια τα οποία βρίσκονται στη βάση του προσδιορισμού της έννοιας του Ιμπεριαλιστικού Κράτους.
Επομένως, αρχίζουμε λέγοντας ότι δεν πιστεύουμε ότι η ουσία του καπιταλισμού, δηλαδή οι συγκεκριμένες αντιφάσεις του, έχει αλλάξει κατά τη διάρκεια αυτού του αιώνα. Αντιθέτως έχει αλλάξει η μορφή και αυτός είναι ο τρόπος με τον οποίο, αυτές οι αντιφάσεις τείνουν να εκδηλώνονται ιστορικά.
b – Το Ιμπεριαλιστικό Κράτος των Πολυεθνικών είναι η «εθνική» θεσμική υπερκατασκευή που αντιστοιχεί στη φάση του ιμπεριαλισμού των πολυεθνικών. Τα ουσιώδη χαρακτηριστικά του είναι: ο σχηματισμός ενός ιμπεριαλιστικού πολιτικού προσωπικού. αυστηρή συγκέντρωση των κρατικών δομών υπό τον έλεγχο της Εκτελεστικής Εξουσίας · ρεφορμισμός και εξόντωση ως ολοκληρωμένες-ενσωματωμένες μορφές της ίδιας λειτουργίας: της προληπτικής αντεπανάστασης.
= Ονομάζουμε «εσωτερική» ιμπεριαλιστική μπουρζουαζία εκείνο το τμήμα της αστικής τάξης ενσωματωμένης στο παγκόσμιο ιμπεριαλιστικό σύστημα, έκφραση του πολυεθνικού μονοπωλιακού κεφαλαίου και κινητήρια δύναμη της διαδικασίας της ιμπεριαλιστικής αναδιάρθρωσης του οικονομικού μας χώρου και των σχετικών πολιτικών και θεσμικών υπερδομών.

Την ίδια περίοδο τα υπερεθνικά θεσμικά όργανα (ΔΝΤ, ΕΟΚ, ΝΑΤΟ), μέσω των οποίων η ιμπεριαλιστική αστική τάξη θέλει να επιβάλει την παγκόσμια στρατηγική της, αποκτούν δύναμη και αναλαμβάνουν ένα βαθμό εξουσίας τέτοιο ώστε να υποτάσσουν και να καθιστούν λειτουργικά σε αυτά τα «εθνικά κράτη» που μέσα σε αυτή τη διαδικασία αναγκάζονται να επαναπροσδιοριστούν στις εσωτερικές τους δομές.
Με την αναδιάρθρωση τους, τα Κράτη αυτά προετοιμάζονται να διαδραματίσουν δύο βασικούς ρόλους:
– Ζώνη μεταβίβασης εντολών των παγκόσμιων οικονομικών-στρατηγικών συμφερόντων του κυρίαρχου ιμπεριαλισμού,
– «Κανονικοποίηση της περιοχής», δηλαδή οργάνωση της προληπτικής αντεπανάστασης προκειμένου να εξαλείψουν κάθε επαναστατική «φιλοδοξία».
«Το Κράτος-έθνος γίνεται ζώνη μεταβίβασης εντολών για το διεθνές κεφάλαιο που οργανώνεται εναντίον του λαού. Το αστικό συνταγματικό-Κράτος, κατά τη διαδικασία της αντιφατικής εξέλιξης του ανάμεσα στην κοινωνικοποίηση της παραγωγής και της διεθνούς συγκέντρωσης του κεφαλαίου πρέπει να διαλυθεί και να αντικατασταθεί από το ισχυρό Κράτος ή την ένοπλη δημοκρατία». (Croissant)

= Η επιβεβαίωση των συνολικών συμφερόντων του ιμπεριαλισμού περνά επομένως από μια μεταβατική φάση στην οποία οι διάφορες αστικές δυνάμεις συγκρούονται και συνυπάρχουν, αντιπροσωπεύοντας ένα εσωτερικό στοιχείο της κρίσης του Κράτους. Και όμως, αυτή η κρίση, που βασανίζει το κράτος, δεν σπρώχνει προς την αποσύνθεση του, αλλά στην αναδιάρθρωσή του: Αυτή η τάση κρίση-αναδιάρθρωση, δείχνει ότι η κύρια αντίφαση του επαναστατικού κινήματος είναι εκείνη που το θέτει άμεσα ενάντια στο ιμπεριαλιστικό σύστημα εξουσίας σε παγκόσμια κλίμακα.
Το να αντιμετωπίσουμε αυτή την αντίφαση συνεπάγεται επομένως να κινηθούμε στο έδαφος ενός μακρόχρονου ταξικού πολέμου.

=
Ως εκ τούτου το αλφάδι όλης της πολύπλοκης επιχείρησης είναι η εξωτερική πολιτική των ΗΠΑ, της Ομοσπονδιακής Γερμανίας και των θεμελιωδών κινητήριων μηχανών του ιμπεριαλισμού (ΔΝΤ, ΕΟΚ, ΝΑΤΟ …) με την έννοια ότι η «εσωτερική» πολιτική της οποίας η Χριστιανοδημοκρατία- DC πρέπει να καταστεί υποκινητής δεν μπορεί παρά να είναι μια άμεση λειτουργία της «εξωτερικής» πολιτικής εκείνων των χωρών και εκείνων των κέντρων.
Επιπλέον δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι και το Κεφάλαιο γνωρίζει τον όχι πλέον κυκλικό χαρακτήρα των αντιφάσεών του. πως σκοπός του είναι να επιβιώσει μέσα σε αυτό το στάδιο της ανάπτυξης του. Οι θεωρίες σχετικά με την «μηδενική ανάπτυξη» έχουν ανακαλυφθεί από την αστική επιστήμη εδώ και καιρό. Το ανεπίλυτο των αντιφάσεων στην οικονομική σφαίρα οδηγεί στην αναζήτηση μιας «ανεξαρτησίας» της πολιτικής-κοινωνικής δομής μέσω της ενίσχυσης του μηχανισμού κυριαρχίας που διαμορφώνεται ως αντεπαναστατικός «προληπτικός πόλεμος». Δηλαδή: το κράτος καθίσταται «υποκείμενο της πολιτικής», όπως δηλώνουν οι σύντροφοι της RAF. Αλλά, σε αυτό δεν πρέπει να βλέπουμε την προσπάθεια εξομάλυνσης των κοινωνικών αντιφάσεων σύμφωνα με τον μηχανισμό καταστολή – μετάβαση σε μια νέα φάση ανάπτυξης, αλλά τη συγκράτηση τους μέσα από την εξόντωση κάθε σχεδίου ανασύνθεσης της ταξικής σύγκρουσης επάνω σε ένα ανταγωνιστικό πρόγραμμα.

= Kαι ο ένοπλος αγώνας, μέσα σε αυτό το περιβάλλον, θα έπρεπε να γκετοποιηθεί, περιορισμένος, σαν ενδημικό φαινόμενο, αυθόρμητη έκφραση της περιθωριοποίησης, για παράδειγμα, ένας αγώνας που να μην βλέπει, πέρα από τους εθνικούς πολιτικούς μηχανισμούς (παραγωγικούς, διοικητικούς, θεσμικά κόμματα), εκείνους του προληπτικού ιμπεριαλιστικού πολέμου.

= Καθώς με τον σχηματισμό του ιμπεριαλιστικού Κράτους αποκαλύπτεται εις βάθος ο ανταγωνιστικός χαρακτήρας της ταξικής αντιφάσεως, ενισχυμένος περαιτέρω από την αντίθεση μεταξύ του παγκόσμιου συμφέροντος του ιμπεριαλισμού και των ιδιαίτερων συμφερόντων της περιοχής (ενδοϊμπεριαλιστική αντίφαση), οι μορφές και τα εργαλεία της κυριαρχίας πρέπει απαραίτητα να ενισχυθούν και να τελειοποιηθούν στον μέγιστο βαθμό. Εκπαιδευόμενο από τους σύγχρονους και παλαιούς αγώνες των λαών σε πλανητική κλίμακα, έχοντας επίγνωση της στρατηγικής του αδυναμίας και της τακτικής δυνάμεως που του παρέχει ο τεράστιος μηχανισμός, ο ιμπεριαλισμός των πολυεθνικών στοχεύει στο μοναδικό στόχο που μπορεί να παρατείνει την επιβίωσή του: να προλάβει να αποτρέψει και να εξολοθρεύσει την επανάσταση πριν αυτή μπορέσει να ξεδιπλωθεί με όλη της την δύναμη και να κινητοποιήσει όλες τις δυνάμεις του στο ζωτικό στρατηγικό έργο: την προληπτική αντεπανάσταση.
Με τον ρεφορμισμό, τις μικρές παραχωρήσεις προς τις μητροπολιτικές «αριστοκρατίες», προσπαθεί να εμποδίσει τον προλεταριακό αγώνα πριν φτάσει σε επίπεδα συναγερμού, για να τον περιορίσει, και στη συνέχεια να τον κλείσει στο εσωτερικό της «ανάπτυξης» του. την ίδια στιγμή, με ειρηνοποιημένα τα μετόπισθεν, περνά στην εξόντωση εκείνου του τμήματος του προλεταριάτου που δεν μπορεί να «εξαγοράσει» ή να κλειδώσει ξανά μέσα στην ανάπτυξή του.
Ο ρεφορμισμός δεν είναι ποτέ αποκομμένος από την εξόντωση. Δεν είναι κάτι άλλο. Ο ρεφορμισμός δεν είναι μια πολιτική της εργατικής τάξης, αλλά μια πολιτική του ιμπεριαλιστικού κράτους ενάντια στο μητροπολιτικό προλεταριάτο.
Επομένως το ιμπεριαλιστικό Κράτος των πολυεθνικών παρουσιάζεται ως μια ιδιαίτερα ολοκληρωμένη και συγκεντρωτική ρεφορμιστική-κατασταλτική δομή. Από τη μία πλευρά έχουμε τα ειρηνικά μέσα σκοπός των οποίων είναι η εξασφάλιση της συναίνεσης των μαζών: θεσμικά κόμματα, συνδικάτα, μέσα μαζικής ενημέρωσης-mass-media. Από την άλλη μεριά τα στρατιωτικά εργαλεία με σκοπό την εξόντωση: ειδικοί πυρήνες, ειδικά δικαστήρια, ειδικές φυλακές, δηλαδή δυνάμεις για την γενικευμένη καταστολή-καταπίεση. Όλες συνυπάρχουν και είναι λειτουργικά μέρη της ίδιας πολιτικής. Όλες είναι μορφές της ίδιας κατάστασης, του ίδιου Κράτους.
Αυτή η συνύπαρξη των ρεφορμιστικών-κατασταλτικών λειτουργιών υφίσταται, ανάλογα με τις φάσεις του οικονομικού κύκλου, ποιοτικές τροποποιήσεις μιας κάποιας σημασίας, αλλά όχι τέτοιες ώστε να επηρεάζουν την ουσία του ιμπεριαλιστικού Κράτους.
Έτσι, στη φάση της οικονομικής επέκτασης, το ιμπεριαλιστικό Κράτος εμφανίζει πάνω απ’ όλα το ανθρώπινο και ειρηνικό πρόσωπο του ρεφορμισμού το οποίο όμως κρύβει χαλύβδινα δόντια. Η ειρήνη βασιλεύει σε αυτή τη φάση, αλλά πρόκειται για μια «ένοπλη ειρήνη». Αντίθετα, στη φάση της οικονομικής κρίσης εμφανίζονται πρωτίστως τα όπλα και η σχέση μεταξύ κοινωνίας και Κράτους ολοένα να στρατιωτικοποιούνται περισσότερο. Αυτό δεν σημαίνει ότι το ιμπεριαλιστικό Κράτος παραιτείται από τη χρήση του ρεφορμισμού. Μόνο που τώρα αυτό, έχοντας χάσει την υλική του βάση μετατρέπεται σε «καθαρή ιδεολογία» και τείνει να αναλάβει τη λειτουργία να «ελέγχει τις μάζες»,  «αντιπρολεταριακή αστυνομία».
Σε αυτή τη φάση, η σύγκρουση μεταξύ επανάστασης και αντεπανάστασης γίνεται ολοένα και πιο γενικευμένη και μπαίνουμε έτσι σε μια νέα φάση: τον πόλεμο!
Η διαδικασία της προληπτικής αντεπανάστασης που χαρακτηρίζει το κίνημα της ιμπεριαλιστικής μπουρζουαζίας σε αυτή τη φάση επιβάλλει στις επαναστατικές δυνάμεις μια νέα επεξεργασία της στρατηγικής για την κατάληψη της εξουσίας και ως εκ τούτου και των οργανωτικών αρχών και μορφών.
Αφού δεν υπάρχει πλέον μια πολιτική φάση ξεχωριστή από τη στρατιωτική διότι μεταρρύθμιση και εξόντωση συνυπάρχουν και είναι λειτουργικές στο ιμπεριαλιστικό Κράτος, η μόνη δυνατότητα άσκησης του πολιτικού εδάφους της σύγκρουσης δίδεται με το όπλο στο χέρι.
Η εξεγερσιακή στρατηγική που προέρχεται από την ιστορία της τρίτης διεθνούς βγαίνει από την ιστορία και εισέρχεται ο ανταρτοπόλεμος, ο μακροχρόνιος ταξικός πόλεμος.
Στη φάση που ορίσαμε ως «ένοπλη ειρήνη» (δηλαδή στη φάση της επέκτασης του κύκλου στον οποίο επικρατεί η χρήση των ρεφορμιστικών μέσων έναντι εκείνων καταφανώς πιο κατασταλτικών) από την πλευρά των επαναστατικών δυνάμεων κυριαρχεί η τακτική ένοπλης προπαγάνδας ενώ στη φάση του «πολέμου» (δηλαδή στη φάση της κρίσης του κύκλου στον οποίο τα όργανα καταστολής και εξάλειψης των ανταγωνιστικών συμπεριφορών της τάξης δεσπόζουν) από την πλευρά των επαναστατικών δυνάμεων κυριαρχεί η πρακτική του επαναστατικού εμφυλίου πολέμου.

 

= Κατά τη μετάβαση από την ένοπλη ειρήνη στον πόλεμο η σύγκρουση μεταξύ επανάστασης και αντεπανάστασης γίνεται όλο και πιο άμεση και γενικευμένη, αλλά δεν υπάρχει, όπως ισχυρίζονται ορισμένοι, μια μεταμόρφωση του δημοκρατικού Κράτους σε φασιστικό Κράτος. Αντιθέτως βρισκόμαστε πάντοτε με την παρουσία ενός Κράτους το οποίο, με την αναδιάρθρωση, υπέστη αλλαγές στο ειδικό βάρος των θεμελιωδών στοιχείων του · πρώτα τα ειρηνικά-μεταρρυθμιστικά εργαλεία κυριαρχούσαν πάνω στα στρατιωτικά-κατασταλτικά, αλλά τώρα η εξόντωση υπερισχύει και υποτάσσει στον εαυτό της την μεταρρυθμιστική λειτουργία.
Φασισμός και σοσιαλδημοκρατία υπήρξαν πολιτικές μορφές που κινούνται περιοδικά τις οποίες ανέλαβε η εξουσία της αστικής τάξης στη φάση του εθνικού μονοπωλιακού καπιταλισμού. Μπορούμε να προσθέσουμε περαιτέρω, απλουστεύοντας στο μέγιστο, ότι φασισμός και σοσιαλδημοκρατία έχουν αμοιβαία αποκλειστεί ο ένας από την άλλη στην ιστορία. Στο ιμπεριαλιστικό κράτος αντιθέτως συνυπάρχει η ουσία αυτών των πολιτικών μορφών, δίδοντας τόπο σε ένα πρωτότυπο «καθεστώς» που όμως δεν είναι ούτε φασιστικό ούτε σοσιαλδημοκρατικό, αλλά αντιπροσωπεύει μια διαλεκτική υπερνίκηση αμφοτέρων.

= Άλλοι σε αυτή τη μεταβατική φάση πιστεύουν ότι ξεχωρίζουν μια τάση προς την μεταμόρφωση του Κράτους με μια σοσιαλδημοκρατική έννοια και αναρωτιούνται εάν η σοσιαλδημοκρατία αντιπροσωπεύει ή όχι τη διέξοδο από την ιμπεριαλιστική κρίση και, πιο συγκεκριμένα, εάν το ΚΚΙ ετοιμάζεται να κάνει ή όχι την είσοδό του στον χώρο της εξουσίας. Αυτό το ερώτημα περιέχει μέσα του ένα άλλο, δηλαδή το αν το PCI είναι ένα σοσιαλδημοκρατικό κόμμα ή όχι.
Οι διαφορές μεταξύ της σοσιαλδημοκρατίας και του σύγχρονου ρεφορμισμού είναι πολυάριθμες και ορισμένες είναι θεμελιώδεις Η σοσιαλδημοκρατία είναι ένα τυπικό φαινόμενο εκείνων των φάσεων της καπιταλιστικής ανάπτυξης κατά τις οποίες οι κρίσεις εξακολουθούν να ακολουθούν μια κυκλική τάση: βγαίνοντας από περιόδους ύφεσης, ο καπιταλισμός μπορεί, καταφεύγοντας σε μια μεταρρυθμιστική πολιτική, να «διαφθείρει τα στρώματα της εργατικής αριστοκρατίας» που αποτελούν τη βάση μάζα της ιστορικής σοσιαλδημοκρατίας.
Με άλλα λόγια, η δυνατότητα μιας παραγωγικής ανάκαμψης επιτρέπει στην αστική τάξη ένα περιθώριο πραγματικής διαπραγμάτευσης με την «εργατική δεξιά»: αυτό προκαλεί, μεταξύ άλλων επιπτώσεων, την ενσωμάτωση των ηγετικών ομάδων των ρεφορμιστικών κομμάτων μέσα στο κοινωνικό μπλοκ που κατέχει την ισχύ-την εξουσία. Η συμμαχία ανάμεσα στην αστική τάξη και τον ρεφορμισμό είναι συνεπώς κοινωνικής και πολιτικής φύσης: οι σοσιαλδημοκράτες και οι «επαγγελματίες εργάτες» στέκονται δίπλα στο αφεντικό επειδή μαζί του έχουν πραγματικά κοινά συμφέροντα (την ανάκαμψη της συσσώρευσης και την παραγωγική αναδιάρθρωση) και επειδή φιλοδοξούν να γίνουν αυτοί οι ίδιοι αφεντικά με βάσιμες πιθανότητες να το καταφέρουν. Επιπλέον, τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του Κράτους σε αυτό το στάδιο της ιστορίας του καπιταλισμού διευκολύνουν την είσοδο της σοσιαλδημοκρατίας σε εκείνη την κυβέρνηση που είναι από πάντα ο προθάλαμος της εξουσίας: το Κράτος ακόμη σχετικά αυτόνομο από την οικονομία, αιτιολογεί σε κάποιο βαθμό την ψευδαίσθηση ότι η κατάκτηση και η χρήση του από την εργατική τάξη είναι δυνατή.
Αυτά τα δεδομένα δεν ισχύουν πλέον σήμερα. Η κρίση του ιμπεριαλιστικού συστήματος δεν είναι προβλέψιμο να έχει ως αποτέλεσμα την ανάκαμψη της συσσώρευσης, τόσο επειδή η οικονομία έχει εισέλθει σε μια φάση στασιμότητας η οποία θα επιλυθεί μόνο με τον πόλεμο για μια διαφορετική διαίρεση-μοίρασμα των αγορών, όσο και διότι οι υιοθετηθείσες από τα κράτη οικονομικές πολιτικές τείνουν να περιορίζουν, παρά να επεκτείνουν, την παραγωγική βάση. Συνεπώς λείπουν, τόσο οι δομικές βάσεις (φύση και πορεία της κρίσης) όσο και οι υποκειμενικές (πολιτικές κυβερνήσεων και κρατών) ώστε να επιτρέψουν την ενσωμάτωση των ρεβιζιονιστών σε ένα κοινωνικό μπλοκ που να επιδιώκει και να ακολουθεί μια μεταρρυθμιστική πολιτική. Ή καλύτερα, είναι ακόμα πιθανό οι ρεβιζιονιστές (η ηγετική ομάδα τους) να φιλοξενηθούν προσωρινά εντός της Κυβέρνησης, αλλά αποκλείεται ότι υπάρχουν οι προϋποθέσεις για την ενσωμάτωση στρωμάτων της αριστοκρατίας της εργατικής τάξης ή των μεσαίων τάξεων μέσα σε ένα μπλοκ εξουσίας που του έχει ανατεθεί να διαχειριστεί ένα είδος ανάπτυξης που δεν μπορεί πλέον να δοθεί, δεδομένου του ιμπεριαλιστικού και πολυεθνικού χαρακτήρα του καπιταλισμού της εποχής μας. Τι πράγμα, όντως, οι καπιταλιστές μπορούν να χορηγήσουν στον επαγγελματία εργάτη σε αντάλλαγμα για τη συνεργασία του αν όχι το ταμείο ανεργίας, τις απολύσεις, την αύξηση της εκμετάλλευσης και την προοδευτική αλλά σταθερή μείωση της αγοραστικής δύναμης των μισθών; Και ούτως ή άλλως, πέραν των υλικών ανταλλαγμάτων, μέσα σε ποια υπόθεση ανάπτυξης μπορούν να εμπλακούν, ακόμη και μοναχά ιδεολογικά, εκείνα τα στρώματα εργατικών αριστοκρατιών που έχουν πλέον εξαντλήσει το προοδευτικό δυναμικό τους από την οπτική του κεφαλαίου;
Η απουσία διαρθρωτικών συνθηκών για το σχηματισμό ενός νέου κοινωνικoύ μπλοκ εξουσίας δεν αποκλείει όλα τα χαρακτηριστικά αυτής της σχέσης που, από την άλλη πλευρά, εξαρτώνται από την ταξική κατάσταση, καθώς και από το επίπεδο των παραγωγικών δυνάμεων.
Εάν να πληρώσουν το αντίτιμο της ανόδου στην εξουσία της ιστορικής σοσιαλδημοκρατίας υπήρξαν πριν απ’ όλα οι αγρότες, από την στιγμή που η επανάληψη της συσσώρευσης πραγματοποιούνταν εις βάρος της υπαίθρου, σήμερα η προτιμησιακή σχέση της ιμπεριαλιστικής μπουρζουαζίας με τους ρεβιζιονιστές βασίζεται στον εντοπισμό του «περιθωριοποιημένου προλεταριάτου» ως μεταβλητή η κατοχή του ελέγχου της οποίας είναι απαραίτητη.
Με άλλα λόγια, ο επαγγελματίας εργάτης «θα έπρεπε να γίνει ταυτόχρονα, ένας πραγματικός στρατιώτης της παραγωγής και να λειτουργεί ως αστυνομικός τόσο προς τους συναδέλφους του, όσο και κυρίως απέναντι στη μάζα των περιθωριοποιημένων προλετάριων της μεγάλης μητρόπολης».
Για όλους αυτούς τους λόγους είναι αναπόφευκτο ότι η ρεβιζιονιστική πολιτική θα χάσει σταδιακά όλα τα ρεφορμιστικά της χαρακτηριστικά για να αναλάβει απόλυτα κατασταλτικά: από προοδευτική, η λειτουργία του PCI γίνεται έτσι, εκ των πραγμάτων και ανεξάρτητα από τη βούληση των αγωνιστών του, συντηρητική, με σκοπό να ασκεί άκαμπτο έλεγχο επί της αγοράς εργασίας και να οργανώνει τη συναίνεση γύρω από ένα σχέδιο οικονομικής και κοινωνικής ανάπτυξης που λόγω της φύσης του ιμπεριαλισμού, όντος ανίκανου να κινητοποιήσει και να εμπλέξει τις μάζες (όπως είχε καταφέρει να το κάνει ο φασισμός για παράδειγμα ), θα αναγκάσει όλο και περισσότερο τους ρεβιζιονιστές να καταφεύγουν σε καταναγκαστικά εργαλεία και να επιβάλουν συναίνεση με το ζόρι, αντί να την ζητούν και να την ερμηνεύουν.
Αυτό θα συμβεί διότι, εάν ο ιμπεριαλισμός είναι καπιταλισμός που σαπίζει δεν υπάρχει περαιτέρω ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων χωρίς να διαταραχθούν οι αντίστοιχες παραγωγικές σχέσεις, αυτό σημαίνει ότι η ανάγκη να παραμείνουν αμετάβλητες θα πρέπει να συγκρουστεί με τη βούληση να τις τροποποιήσει και πως τα μεταρρυθμιστικά κόμματα εργατικής παράδοσης, από εργαλεία κοινωνικής ειρήνης θα μετατραπούν σε άλλα τόσα εργαλεία για τον εμφύλιο πόλεμο.
Με αυτή την έννοια είναι δυνατόν να υποστηρίξουμε ότι οι ρεβιζιονιστές βρίσκονται στην υπηρεσία του ιμπεριαλιστικού Κράτους των πολυεθνικών και ότι η αντίθεση με τον σύγχρονο ρεβιζιονισμό, πέραν του να είναι ανταγωνιστική, πρέπει να αντιμετωπιστεί και στο στρατιωτικό επίπεδο. Ήδη σήμερα χάρη στη διαμεσολάβηση των ρεβιζιονιστών, η στρατιωτικοποίηση επεκτείνεται από το εργοστάσιο στην γειτονιά, στις διαπροσωπικές σχέσεις, στις οικογένειες, σε μια αλυσίδα ιεραρχικών και βίαιων κοινωνικών σχέσεων, που κυριαρχούνται από τους νόμους μιας καταπιεστικής κοινωνίας που ο ιμπεριαλισμός θα επιθυμούσε όλο και περισσότερο όμοια με ένα lager εκατομμυρίων παραγωγών.
Θα πρέπει επίσης να ληφθεί υπόψη ότι, ένας από τους λόγους για τους οποίους η συμμαχία με τον σύγχρονο ρεβιζιονισμό είναι επιθυμητή για την αστική τάξη, συνίσταται στη δυνατότητα να διεισδύσει με μεγαλύτερη ευκολία στις αγορές της Ανατολικής ευρώπης.

= Στο εσωτερικό του ρεβιζιονιστικού κόμματος ζει επομένως μια αμφισημία μεταξύ δύο τάσεων, μία που θα μπορούσαμε να ορίσουμε εσφαλμένα ως «την αριστερή πτέρυγα της σοσιαλδημοκρατίας» η οποία έκανε δικό της και το δυτικό σύστημα αξιών με την αποδοχή του ΝΑΤΟ, η άλλη που εμπνέεται από τον «Κρατικό καπιταλισμό» και που βλέπει τον «συμβιβασμό» ως το πρώτο τακτικό βήμα προς αυτή την κατεύθυνση. Αυτό συνεπάγεται πως η σχέση μεταξύ του ρεβιζιονιστικού κόμματος και του σοβιετικού σοσιαλιμπεριαλισμού εξαρτάται από τη θέση μεγαλύτερης ισχύος της δεύτερης τάσης, σε σχέση με την πρώτη.
Σε ευρωπαϊκό επίπεδο ο ultraρεβιζιονισμός επιδιώκει να λειτουργήσει ως αυτόνομη δύναμη, ηγεμονική δύναμη σε σχέση με έναν πολιτικό χώρο που βλέπει ενωμένους σκυλιά και γουρούνια της αριστεράς της σοσιαλδημοκρατίας, περνώντας μέσα από τους «διάφορους ευρωκομμουνισμούς», για να φτάσουμε στις ψεύτικες λενινιστικές παροτρύνσεις τύπου Πορτογαλίας. Αντιμετωπίζει τον ιμπεριαλισμό ως μια εσωτερική-εξωτερική δύναμη, και γι ‘αυτό εμπνέει υποψία στον Κάρτερ και στους ευρωπαίους υποτελείς του, οι οποίοι και θα έμπαιναν στον πειρασμό να τον χρησιμοποιήσουν, φιλόδοξα, ως καταλύτη της «διαφωνίας» στις ανατολικές χώρες, αλλά προς το παρόν παραμένει ένα όπλο δίκοπο.

= ΑΠΑΓΩΓΗ DOZIER – 17 δεκεμβρίου 1981 ήταν δεύτερος επικεφαλής του προσωπικού της Διοίκησης Δυνάμεων Εδάφους του ΝΑΤΟ στη Νότια Ευρώπη (FTASE). Η απαγωγή πραγματοποιήθηκε στο διαμέρισμα του, περίπου στις 6:00 μ.μ. Μετά από 42 ημέρες, στην Πάντοβα σε μια βάση Br, η ειδική αστυνομική μονάδα Nocs (λειτουργικός Πυρήνας κεντρικής ασφάλειας της Αστυνομίας του Κράτους) – εξαιρετικά εκπαιδευμένες δυνάμεις, ιδιαίτερα στη χρήση των όπλων, όπως οι Gis (ομάδα ειδικών παρεμβάσεων των Καραμπινιέρων), εισβάλλουν συλλαμβάνοντας 4 συντρόφ * και απελευθερώνοντας τον στρατηγό. Με την απαγωγή Dozier οι Br δηλώνουν τη γέννηση του σχηματισμού Br-Partito Comunista Combattente/εΤ-Κομουνιστικό Μαχόμενο Κόμμα (Br-Pcc) μετά τις διασπάσεις που έλαβαν χώρα (Κόμμα Guerrilla και φάλαγγα Walter Alasia). Στη συνέχεια διαχέεται ένα νέο «στρατηγικό ψήφισμα» με τίτλο «Δύο χρόνια πάλης» στο οποίο πέρα από την εξήγηση των περιπετειών της διάσπασης, αποφασίζονταν να δοθεί έμφαση της δραστηριότητας τους ενάντια στο ΝΑΤΟ που αντιπροσώπευε τον στρατιωτικό βιομηχανικό μηχανισμό των πολυεθνικών.

«Μέσα από σένα δικάζουμε τη στρατιωτική κατοχική δομή, το ΝΑΤΟ, και την ιμπεριαλιστική πολιτική της Αμερικής προς το ιταλικό προλεταριάτο. Αυτή η πολιτική εξαπλώθηκε από το 1945 μέχρι σήμερα. Έδωσε τη δυνατότητα στις ΗΠΑ, υπό τον εκβιασμό των όπλων, πρώτα με τον ιταλικό στρατό κατοχής, στη συνέχεια με τον ενσωματωμένο στρατό του ΝΑΤΟ, να χτιστεί μια πολιτικο-στρατιωτική τάξη πλήρως υποταγμένη στα συμφέροντα των πολυεθνικών ΗΠΑ. Η ιστορία αυτών των κυβερνήσεων είναι η ιστορία της Κρατικής τρομοκρατίας, που χτίστηκε από τη CIA. Από το Σχέδιο Μάρσαλ μέχρι την υποδούλωση στην πολιτική Ρέιγκαν με τους πυραύλους του Comiso, σημαίνει τον σχεδιασμό της ιστορίας της υποταγής των ιταλικών κεφαλαίων και μιας πολιτικής τάξης που παρά την αποδεδειγμένη πολιτική και κοινωνική απονομιμοποίηση, παραμένει όρθια μόνο χάρη στον τρόμο των ειδικών μονάδων εκπαιδευμένων από τους αμερικανούς και την οικονομική πολιτική των πολυεθνικών USA».

= Στις 15 φεβρουαρίου 1984, στις 6.45 μ.μ., οι Br-Pcc μαζί με τη Ένοπλη Λιβανέζικη Επαναστατική Φράξια (FARL) πλήττουν τον Leamon Hunt, πρεσβευτή και πρώην διευθυντή της Πολυεθνικής Δύναμης και Παρατηρητών (MFO) και υπεύθυνο διαχείρισης της Πολυεθνικής Δύναμης του Σινά.

(ντοκουμέντα): Οι εκστρατείες εναντίον του ΝΑΤΟ αποτελούν ένα σημείο του θεμελιώδους προγράμματος για την ιταλική επαναστατική διαδικασία, δεδομένου ότι τοποθετούν τις Br δίπλα σε όλες τις άλλες αντιιμπεριαλιστικές δυνάμεις προς το γενικό συμφέρον του ευρωπαϊκού προλεταριάτου.

Δυστυχώς η απαγωγή του Dozier κατέληξε σε μια ήττα, και επειδή η προετοιμασία δεν πραγματοποιήθηκε σύμφωνα με τα συνήθη κριτήρια (οι βάσεις ήταν γνωστές σε ακτιβιστές του κινήματος, και από εκεί έφτασαν οι δυνάμεις της καταστολής). Το κράτος χρειάστηκε να χρησιμοποιήσει βασανιστήρια για να αποσπάσει απαραίτητες πληροφορίες από συντρόφους του κινήματος για να φτάσει στη βάση όπου φυλάσσονταν ο Dozier. Πάντα με τα βασανιστήρια αποσπάστηκαν πληροφορίες από ορισμένους συντρόφους εσωτερικούς στη δράση που επέτρεψαν στην καταστολή να δώσει ένα αποφασιστικό πλήγμα στις Br.

Ακόμα στις 10 φεβρουαρίου 1986 οι Br-CCS έπληξαν σκοτώνοντας τον Lando Conti, πρώην δήμαρχο της Φλωρεντίας, με την κατηγορία πως συνεργάστηκε για μια μεγαλύτερη ενσωμάτωση της Ιταλίας στο ΝΑΤΟ και στο λεγόμενο σχέδιο των πολέμων των άστρων που προώθησε η αμερικανική κυβέρνηση με επικεφαλής τον Ronald Regan, μέσω της ιταλικής Κοινοπραξίας για τις στρατηγικές τεχνολογίες (Cites).

 

* Με συνέλαβαν τον μάιο του 1980, ειδικές φυλακές και πολύ σκληρή μεταχείριση. Μαζί με άλλους διοργάνωσα την εξέγερση στην ειδική φυλακή του Trani (δεκέμβριος 1980), μια εξέγερση που κατεστάλει με τη χρήση ελικοπτέρων και πυροβόλων όπλων και σφαγή των εξεγερμένων. Μεταφορά στη Σαρδηνία στην τιμωρητική φυλακή του Nuoro και στη συνέχεια Cuneo, ξανά Trani, Novara και μετά από 15 χρόνια περιπλάνησης τελικά στη Ρώμη-Rebibbia. Το 1999 κατακτώ τη δυνατότητα να δουλεύω εξωτερικά (semilibertà-ημιελευθερία) και τελειώνω τη φυλάκιση τον δεκέμβριο του 2010. Επιστρέφω στο κίνημα και συμμετέχω στους αγώνες των εργαζομένων στον τομέα της εφοδιαστικής (φόρτωση, εκφόρτωση και μεταφορά εμπορευμάτων), οι περισσότεροι από αυτούς τους εργαζόμενους είναι μετανάστες [εδώ στη Ρώμη ως επί το πλείστον ερυθραίοι, ρουμάνοι, από την Γκάνα, κλπ.), με ένα τρομερό επίπεδο εκμετάλλευσης. Έχουν σημειωθεί πολλά βήματα προς τα εμπρός, ιδίως στην πολιτική ανάπτυξη πολλών εργαζομένων και σε ορισμένες από τις αξιώσεις που έχουν κερδηθεί. Το ταξίδι είναι πολύ μακρύ, και διότι δεν υπάρχουν πολλοί άλλοι αγώνες με τους οποίους να συνδεθούμε.

 

 

 

 

 

αυτονομία, autonomia

Εξέγερση

«η ιστορία των χρόνων ’70»

«Αυτή είναι μια ιστορία των χρόνων του ’70.
Τότε υπήρχε ένα κίνημα από γυναίκες και άνδρες που πίστευαν ότι θα άλλαζαν τον κόσμο. Ριζικά. Με μια επανάσταση.
Εκείνες οι γυναίκες και οι άνδρες σκέφτονταν ότι να τον αλλάξουν μπορούσε να είναι και διασκεδαστικό. Μάλλον ή ήταν διασκεδαστικό ή δεν άξιζε τον κόπο. Όλα και αμέσως. Δεν ήθελαν να αναβάλουν τίποτα για αργότερα.
Το πιο ριζοσπαστικό μέρος αυτού του κινήματος ήταν οι αυτόνομοι.
Στη συνέχεια εκείνο το κίνημα πιάστηκε σε μια τανάλια και συνεθλίβη. Πολλοί σταμάτησαν ή τους σταμάτησαν. Πολλοί από το κίνημα μετακινήθηκαν στους ένοπλους σχηματισμούς. Πολλοί σκέφτηκαν ότι η μόνη δικαιοσύνη ήταν η προλεταριακή. Κάποιοι, όχι λίγοι, μετάνιωσαν, μεταμελήθηκαν, δηλαδή έγιναν καταδότες.
Είναι λοιπόν και μια φοβερή ιστορία. Είναι μια ιστορία φτιαγμένη από ζωντανούς, νεκρούς και σκοτωμένους. Είναι μια οδυνηρή ιστορία για τον πόνο που προκάλεσε και υπέφερε.
Είναι μια ιστορία που μιλά για τους νέους. Εγώ είμαι ένας άνθρωπος που βαδίζει προς τα εξήντα. Αλλά βλέπω τον εαυτό μου νεαρό και σκέφτομαι: μας έκαναν να πληρώσουμε αλλά το διασκεδάσαμε πολύ.
Αυτή την ιστορία άρχισα να την γράφω στην ειδική φυλακή του Fossombrone το 1982. Τετράδιο και μολύβι.
Στη συνέχεια παίρνω μαζί μου το τετράδιο στην Rebibbia, όπου μεταφέρομαι.
Ο Francone μου δανείζει την Olivetti Lettera 22 του και ξεκινώ από την αρχή. Η συμφωνία είναι ξεκάθαρη: κάθε μέρα αυτός θέλει να διαβάζει και να δίνει την κρίση του: Hemingway, βατό, σκατά. Τα «σκατά» σκίζονται αμέσως μπροστά στη φάτσα του συγγραφέα.
Η εργασία επιβραδύνεται πολύ κατά τη διάρκεια των ακροάσεων της δίκης. Η γραφή μαραζώνει. Το καλοκαίρι του 1984 δίνω το τελευταίο χτύπημα. Αλλά με απελευθερώνουν και ο δεσμός με τον αδίστακτο κριτικό μου σταματά. Παίρνω μαζί μου το δακτυλογραφημένο στο Μιλάνο μέσα στις μαύρες σακούλες σκουπιδιών στις οποίες μαζεύω τα προσωπικά μου αντικείμενα. Να το δημοσιεύσω; Και από ποιον;
Μετά βγαίνει και ο Francone. Ένα βράδυ πριν από δεκαπέντε χρόνια με φέρνει στο σπίτι ο Sergio, ο επονομαζόμενος Sergino επειδή κατά τα χρόνια της αυτονομίας ήταν σχεδόν μωρό. Ο Sergio λέει: Μου αρέσει πολύ, είμαστε ακριβώς εμείς
Σιγά σιγά αρχίζει να δημοσιεύει ξεχωριστά κεφάλαια της ιστορίας σε περιοδικά, βιβλία κ.λ.π. Μετά πέρυσι εμφανίζεται. Και μου λέει: να δημοσιεύουμε τα πάντα. Λέω ναι. Εδώ είναι, να το ».

Από την εισαγωγή του συγγραφέα

Un assaggio… Μια γεύση

Parco Lambro
Χειμώνας ’76. Στο Μιλάνο η αυτομείωση των κινηματογραφικών, των συναυλιών και των θεατρικών εισιτηρίων εξαπλώνεται. Ομάδες νεαρών δίνουν ραντεβού έξω από τους κινηματογράφους και όταν είναι περίπου εκατό πάνε να διαπραγματευτούν με τους διαχειριστές. Συχνά καταλήγουν να συμφωνήσουν επάνω στην τιμή του εισιτηρίου, όταν αντίθετα η συζήτηση πηγαίνει πολύ μακριά απλά διασπούν και μπαίνουν.
Προς τον μάρτιο το φαινόμενο λαμβάνει μαζικές διαστάσεις, ειδικά τα απογεύματα της κυριακής και στις αργίες. Ακόμη και πορείες σχηματίζονται από νέους που γυρνούν από τον έναν κινηματογράφο στον άλλο, μπαίνουν στις αίθουσες διακόπτοντας τις προβολές για να προπαγανδίσουν τις συνθήκες μέσα στις οποίες ζουν.
Από τα προάστια της ακραίας περιφέρειας νέοι που δεν τους είχε δει κανείς νωρίτερα εμφανίζονται από το πουθενά στις πλατείες του Μιλάνο, δεν τους γνωρίζουν ούτε τα παιδιά της αυτονομίας. Κύκλοι με ονόματα που αναφέρονται στους ινδιάνους ή απλά στους δρόμους όπου έχουν κατακτήσει χώρους: άδειες κατοικίες, καταστήματα, αποθήκες.
Ο μόνος που γνωρίζει λιγάκι τους νεαρούς των κύκλων είναι ο Matteo ο οποίος, μέσα από τα παιδιά του Baggio, ξεκίνησε συναντήσεις σε ένα παλιό σταθμό των καραμπινιέρων που εγκαταλείφθηκε και καταλήφθηκε από τα αγόρια της γειτονιάς.
Ο Matteo έγινε λίγο ο ειδικός στον χώρο του περιοδικού »Rosso» σχετικά με αυτό το κίνημα. Ήταν ο πρώτος που μίλησε για αυτό στις συναντήσεις στη via Disciplini. Είναι μόλις είκοσι χρονών, αλλά φαίνεται ότι δεν έχει ηλικία επειδή παρεμβαίνει στις συνελεύσεις στο Μιλάνο εδώ και τουλάχιστον έξι χρόνια. Με λίγα λόγια, έχει την ηλικία του κινήματος.
Πάντα περιβάλλεται, σαν να τον προστατεύουν, από ένα σμήνος παιδιών από τη γειτονιά του, ώστε έτσι να είναι δύσκολο να μιλήσεις μαζί του πρόσωπο με πρόσωπο. Όπως είναι δύσκολο να τα ξεφορτωθείς στο τέλος όλων των συναντήσεων αν δεν τον συνοδεύσεις στο σπίτι. Όποιος το κάνει εκπλήσσεται.
Μένει στο τελευταίο σπίτι του Μιλάνο στο δρόμο προς Βαρέζε. Μετά το σπίτι του ξεκινά ένα λιβάδι.                                                                                                                                              Είναι παράλογο. Λίγα μέτρα μακριά μπορείς να δεις το πίσω μέρος μιας μεγάλης πινακίδας που γράφει «Μιλάνο». Το να τον συνοδεύεις τις χειμωνιάτικες νύχτες αγγίζεις την τραγωδία. Πράγματι το σπίτι του ξεπηδά ξαφνικά μες την ομίχλη, ανάμεσα στα δέντρα.
Σε εκείνο το σπίτι με κήπο, στην τελευταία συνοριακή γραμμή του Μιλάνου, ο Matteo ζει συντροφιά με μια μαϊμού και έναν αδελφό που δεν ενδιαφέρεται απολύτως για την πολιτική. Ο Matteo δεν είχε μιλήσει ποτέ σε κανέναν για την μαϊμού, οπότε μόλις μπήκα στο σπίτι του μια φορά και την είδα ξαφνιάστηκα πολύ.
Η μόνη δημόσια συγκοινωνία που φτάνει στην περιοχή του σπιτιού του είναι το 18 barrato που φεύγει από την Piazza Cairoli κάθε μισή ώρα και κάνει την τελευταία κούρσα τα μεσάνυχτα. Αν το πάρετε από τις δέκα το βράδυ και μετά μοιάζει να μπαίνετε μέσα σε ένα κόμικ τρόμου. Υπάρχει μόνο ο οδηγός που σταματά να διαβάζει την εφημερίδα κάθε μισή ώρα και φεύγει για εκείνο τον τόπο που έχει ξεχαστεί από τον θεό.Από τον Matteo κατάλαβα ότι το πρόβλημα των σκληρών ναρκωτικών, της ηρωίνης, αφορά κυρίως τους φτωχούς και τους περιθωριοποιημένους, όχι τους πλούσιους, όπως πίστευα εγώ. Στο κεφάλι μου ηρωίνη και κοκαΐνη πίστευα ότι αφορούσε μόνο ανθρώπους με πολλά χρήματα. Ο Matteo αντιθέτως με πήγε σε μερικούς δρόμους της γειτονιάς του όπου δεκάδες παιδιά τρυπιούνται, στους κήπους όπου πατάς επάνω σε σύριγγες βρώμικες από αίμα. Μου μιλάει για εκείνο τον φίλο του και για τον άλλον που πήγαιναν στο σχολείο μαζί του και τώρα τρυπιούνται τακτικά. Για εκείνους που πέθαναν από υπερβολική δόση και εκείνους που κατέληξαν στη φυλακή επειδή βρίσκονταν σε εθισμό και άρχισαν να κλέβουν στα διαμερίσματα ή να αρπάζουν απ’ τα παιδάκια χρυσές αλυσίδες.
Καταραμένες ιστορίες περιθωριοποίησης χωρίς βάση για κάποια απόπειρα λύτρωσης. Από αυτές τις θλιβερές και απελπισμένες ιστορίες που διηγείται η συνεχής πτώση αυτών των παιδιών στο τρύπημα με εντυπωσιάζει περισσότερο, έστω κι αν μερικές φορές προσπάθησαν να σταματήσουν.
– Είναι αυτοί οι καταραμένοι διακινητές, – λέει ο Matteo – τα εκβιάζουν και μόλις προσπαθήσουν να σταματήσουν πηγαίνουν σε αυτά με ότι χρειάζονται για να βαρέσουν και να πουλήσουν. Τους μεγάλους έμπορους ναρκωτικών πρέπει να τους σκοτώσουν όλους, χωρίς έλεος.
Ο Matteo κατέληξε να στήσει με τους φίλους του από το Baggio μια περιπολία που κάνει αντιπληροφόρηση επάνω στα σκληρά ναρκωτικά και τους εμπόρους. Ένα βράδυ, όλος υπερηφάνεια, μου δείχνει την «Corriere d’Informazione» που αναδεικνύει την είδηση: «Τινάζεται στον αέρα ένα μπαρ, γνωστός τόπος διακίνησης στην περιοχή Baggio». Φυσικά ο Matteo και τα παιδιά της Baggio καπνίζουν μαλακά ναρκωτικά, όπως τα καπνίζω εγώ και πολλοί σύντροφοι στο Μιλάνο.
Στα τέλη της άνοιξης με την πρώτη ζεστασιά η αυτομείωση των συναυλιών εξαπλώνεται. Όλα αυτομειώνονται, ακόμα και σε συναυλίες που διοργανώνει ο «Re Nudo». Το γεγονός αυτό διεγείρει πολύ ζωηρές συζητήσεις σε όλες τις κολεκτίβες, επειδή εκείνοι του «γυμνού Βασιλιά» είναι σύντροφοι και ζητούν μόνο τα έξοδα, ή έτσι λένε τουλάχιστον.
Η κατάσταση είναι εντελώς ανεξέλεγκτη και κανείς πλέον δεν ηγείται επί των εκατοντάδων συλλογικοτήτων στις γειτονιές, στα κατειλημμένα σπίτια, στα καταστήματα που μετατρέπονται σε κοινωνικά Κέντρα του νεανικού προλεταριάτου.
Στο Parco Lambro έγιναν πράγματα και θάματα και ο »γυμνός Βασιλιάς», λόγω του ταραχώδους κλίματος, βασίστηκε, για να διατηρήσει την τάξη επί των χιλιάδων και χιλιάδων παιδιών που αναμένονταν να φτάσουν από όλη την Ιταλία, στην ομάδα περιφρούρησης της Lotta continua.
Πολλοί περισσότεροι άνθρωποι από το αναμενόμενο καταφθάνουν. Είναι ένα απίστευτο θέαμα: σκηνές, υπνόσακοι παντού, όμορφα και λιγότερο όμορφα κορίτσια, άνθρωποι που τριγυρνούν γυμνοί, παιδάκια που κυνηγιούνται μέσα στα λιβάδια. Το βράδυ μεγασυναυλίες της Premiata Forneria Marconi, του Banco del Mutuo Soccorso και πολλών άλλων λιγότερο διάσημων συγκροτημάτων.
Ένα πάρκο άνθρωποι όπου ο Andrea, ο Coz, ο Matteo, ο Puccio, τα παιδιά της Berchet, εκείνα της Baggio, του Drin-Drin γυρνούν από εδώ κι από εκεί σαν ψάρια στο νερό έτοιμοι να χρησιμοποιήσουν κάθε ευκαιρία για να σπρώξουν προς την απαλλοτρίωση
Ο Matteo με τα παιδιά του ξεκινούν από την πρώτη μέρα κυνηγώντας διακινητές ναρκωτικών. Πέφτει λιγάκι ξύλο και τα αγγλικά κλειδιά προσγειώνονται επάνω σε μερικά κεφάλια. Ήδη από την δεύτερη μέρα αυξάνεται η αγανάκτηση χιλιάδων νεαρών για τις τιμές των τροφίμων που πωλούνται στα περίπτερα των επαναστατικών οργανώσεων. Το μεσημέρι η κατάσταση καθίσταται αβάσταχτη και οι ομάδες αρχίζουν να εφορμούν στους πάγκους για να αρπάξουν φαγητό. Μικρές πορείες τριγυρίζουν το πάρκο με πλακάτ που υποδαυλίζουν την αυτομείωση. Στη συνέχεια, ξαφνικά, μια μεγάλη πορεία κατευθύνεται στο φορτηγό ψυγείο που ενοικιάζεται από τον «Re nudo» το οποίο περιέχει τα κοτόπουλα και το κρέας που μαγειρεύονται στο περίπτερο της Democrazia proletaria. Ένα αγόρι με διαβολεμένο πρόσωπο πηδά στο φορτηγό και ανοίγει την πόρτα. Βουτάει μέσα και αρχίζει να ρίχνει ωμά κοτόπουλα ανάμεσα στον κόσμο. Αμέσως άλλοι ανεβαίνουν στο φορτηγό και με ανοικτές τις πίσω πόρτες αρχίζουν να περνούν προς τα έξω κουτιά με Coca-Cola και διάφορα αναψυκτικά. Από την άλλη πλευρά σμήνη νεαρών καταλήγουν να αδειάσουν τα stand των ομάδων χωρίς καμία διάκριση. Μόνο το δικό μας της αυτονομίας δεν δέχεται επίθεση, από σεβασμό προς προηγούμενες παρεμβάσεις μας, σίγουρα όχι για τη συμπεριφορά μας εκείνες τις ημέρες, σε τίποτα ανόμοια σε οπορτουνισμό.
Το απόγευμα ο Giulio και ο Coz οδηγούν μια χιλιάδα ανθρώπους προς στο πλησιέστερο σούπερ μάρκετ, αλλά με την είσοδο τους πρέπει να υποχωρήσουν γρήγορα επειδή εκφοβιστικοί πυροβολισμοί πέφτουν από ένα σώμα αστυνομικών. Η πομπή επιστρέφει μέσα στο πάρκο μετά από επιδρομή σε όλα τα κοντινά καταστήματα. Η κατάσταση το βράδυ γίνεται εντελώς ανεξέλεγκτη και μόνο η συναυλία και τα διάφορα ναρκωτικά καταφέρνουν να ηρεμήσουν λιγάκι τα πιο αναμμένα πνεύματα.
Ένας πολύ αδύνατος τραγουδιστής ανεβαίνει στη μεγάλη σκηνή και τραγουδά ένα πολύ ωραίο τραγούδι του οποίου θυμάμαι ακόμα τα λόγια:

βρίσκεται στο όνειρο που πραγματοποιείται, βρίσκεται στο γυαλισμένο πολυβόλο. Στη χαρά και στο θυμό, στο να καταστρέφεις το κλουβί. Στο θάνατο του σχολείου, στην άρνηση της εργασίας. Στο έρημο εργοστάσιο, στο σπίτι δίχως πόρτα. Βρίσκεται στη φαντασία, στη μουσική πάνω στο χορτάρι, βρίσκεται στην προβοκάτσια, στη δουλειά του τυφλοπόντικα, στην ιστορία του μέλλοντος, στο παρόν δίχως ιστορία, στις στιγμές του μεθυσιού, στις στιγμές της μνήμης. Βρίσκεται στο μαύρο του δέρματος, στη συλλογική γιορτή, στο ν’ αρπάζουμε τα εμπορεύματα, στο να πιανόμαστε απ’ το χέρι, να πετάμε πέτρες, στην πυρκαγιά στο Μιλάνο, στις σιδερόβεργες στους φασίστες και στις πέτρες ενάντια στα τζιπ. Βρίσκεται στα όνειρα που κάνουν οι αλήτες και στα παιχνίδια των μωρών, στο να μαθαίνουμε το σώμα, στον οργασμό του μυαλού, στην πιο ολοκληρωτική επιθυμία, στη διάφανη κουβέντα. Μα ποιος είπε πως δεν υπάρχει. Βρίσκεται στο βάθος των ματιών σου. Στην άκρη των χειλιών. Μα ποιος είπε πως δεν υπάρχει. Βρίσκεται στο γυαλισμένο πολυβόλο. Στο τέλος του Κράτους. Υπάρχει, ναι, υπάρχει. Μα ποιος είπε πως δεν υπάρχει. Υπάρχει! υπάρχει!

ISBN: 978-88-89969-23-6
PAGINE: 208
ANNO: 2007
COLLAN Narrativa
TEMA:

ΣΥΓΓΡΑΦΕΑΣ

PAOLO POZZI

Ο Paolo Pozzi (1949) αποφοίτησε στην Κοινωνιολογία στο Τρέντο το 1972. Μετακόμισε στο Μιλάνο, στρατεύεται στη συνιστώσα της εργατικής αυτονομίας που συγκεντρώθηκε γύρω από το περιοδικό «Rosso», του οποίου υπήρξε και συντάκτης. Το 1979 συνελήφθη στο πλαίσιο της έρευνας της 7ης απριλίου και εξέτισε αρκετά χρόνια στη φυλακή. Σήμερα είναι διευθυντής εταιρείας που ασχολείται με πολιτιστικά αγαθά.
σύγχρονα κινήματα, movimenti di oggi

Υπό εκκένωση αλλά πάντα έτοιμοι να παλέψουμε. Μια διήγηση από το Λαϊκό Γυμναστήριο Gogo Rigacci

Sotto sgombero ma sempre pronti a combattere. Un racconto dalla Palestra Popolare Gogo Rigacci

Φιλία συνέπεια και «λαϊκός αθλητισμός» στα βορειοδυτικά προάστια της Φλωρεντίας.Μια συναρπαστική ιστορία ιδρώτα, πάθους και αγώνα από το Λαϊκό Γυμναστήριο «Gogo» Rigacci, που απειλείται με εκκένωση από τις κοινές πολιτικές των Nardella και Salvini – του Dino Kapetanovic, αθλητή του Gogo Rigacci.

WhatsApp Image 2019 04 03 at 16.38.38 1

BUM, BUM, BUM! «Ποιος είναι; ». «Γυμναστήριο». Ανοίγουν την πόρτα από μέσα. «Αυτή η καταραμένη πόρτα πρέπει να χτυπηθεί για να ακουστεί. Βίαια και επανειλημμένα», αναφωνεί γελώντας ένα κοντό, ξυρισμένο αγόρι με τατουάζ στα χέρια. Πηγαίνουμε πέρα από το διάδρομο, μετά το οδόφραγμα στρίβουμε δεξιά. Και στη συνέχεια κατεβαίνουμε τις σκάλες. «Ανάθεμα! Τα κλειδιά … Αυτά είναι πάντα εκεί, κρυμμένα, έτσι για να λέμε».
CLICK. Το λουκέτο ανοίγει. Τώρα το δωματιάκι είναι προσβάσιμο. Ακόμα γυμνό και κρύο, αλλά αρκετό για να ικανοποιήσει τις στοιχειώδεις ανάγκες των αθλητών. Εκείνη η προεξοχή μετέτρεψε αυτόματα τον τοίχο σε ένα πάγκο. Και να, εδώ είναι τα αποδυτήρια. Κατεβαίνουμε ένα ακόμα όροφο και φτάνουμε σε αυτό που πρέπει να υπήρξε ένα γκαράζ, με ένα άνοιγμα προς τα έξω, αυστηρά θωρακισμένο από τους καταληψίες. Βλέπετε, αυτούς τους καιρούς δεν παίζουμε με τις αρχές. Ο προθάλαμος είναι γεμάτος ποδήλατα, διαδρόμους, μπάρες, λάστιχα. Σιγά σιγά καθίσταται μια αίθουσα οργάνων. Μόλις περάσουμε την τελευταία γυάλινη πόρτα, φτάνουμε επιτέλους στο γυμναστήριο. Ένα δωμάτιο περίπου 60 τετραγωνικών μέτρων, καλυμμένο από πράσινο λαδί πάτωμα από tatami. Στους τοίχους μια δωδεκάδα καθρέφτες, όλοι διαφορετικοί, τοποθετημένοι λιγάκι πρόχειρα.
Τα φώτα είναι αναμμένα. Οι αθλητές φτάνουν σε ξεχωριστές ομάδες. Σήμερα είναι πέμπτη, το μάθημα είναι στην τεχνική. Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο ο καθένας φέρνει μαζί του, εκτός από ένα μπουκάλι νερό, μασέλες και επιδέσμους. Ορισμένοι έχουν τα δικά τους γάντια, ενώ άλλοι χρησιμοποιούν υλικό του γυμναστηρίου.
Είναι εδώ και περισσότερο από ένα χρόνο που στο κατειλημμένο κτίριο της Via Baracca 2r, στο Novoli – συνοικία των βορειοδυτικών προαστίων της Φλωρεντίας – πραγματοποιούνται οι προπονήσεις πυγμαχίας του Λαϊκού ΓυμναστηρίουPalestra Popolare “Gogo” Rigacci, ή όπως πρόσφατα μετονομάστηκε σε “Rigacci Fighting Team”. Το σχέδιο γεννήθηκε από μια συλλογικότητα νεαρών κοριτσιών και αγοριών, IAM (Μητροπολιτική Ανταγωνιστική Πρωτοβουλία), που θέλησε να δώσει στους κατοίκους της γειτονιάς τη δυνατότητα να συνευρίσκονται μέσω του αθλητισμού.

48939820 2149485278650524 6203389727115051008 o

«Και όχι του αθλητισμού  – διαβάζουμε σε μια αφίσα που κρέμεται στον τοίχο – των εφημερίδων και των pay TV, των μανάδων που προσβάλλουν τους αντιπάλους και των πατεράδων που αδειάζουν τις ματαιώσεις τους επάνω στα αποτελέσματα των παιδιών τους. Εδώ μιλάμε για Λαϊκό Αθλητισμό. Εκείνο των μικρών γηπέδων πίσω από το σπίτι, μιλάμε για τις καλύτερες φιλίες και τα γδαρμένα γόνατα. Τον αθλητισμό χωρίς ηττημένους ή νικητές, χωρίς εκφοβισμό, ταπείνωση ή ανταγωνιστικότητα. Εκείνον όπου τα παιδιά διδάσκονται ότι τα κορίτσια μπορούν να αρέσουν το ποδόσφαιρο, και τα αγόρια διδάσκονται τον χορό, εκείνον στον οποίον δεν υπάρχουν λευκοί, μαύροι, κίτρινοι ή καφέ γιατί είμαστε όλοι φίλοι και όλοι μεγαλώνουμε, αναπτυσσόμαστε μαζί». 
Όλοι ενωμένοι, όπως τα τριάντα πέντε παιδιά από την Σομαλία που, πριν από δυόμισι χρόνια πλέον, κατέλαβαν το κτίριο στη Via Baracca, το οποίο ανήκει στην Unipol-Sai, το οποίο είχε προηγουμένως καταληφθεί από το Κίνημα Αγώνα για το Σπίτι και εκκενώθηκε το 2015, για να μείνει στη συνέχεια για ακόμη μια φορά κλειστό και εγκαταλειμμένο. Αυτή τη φορά τους υποστήριξε η κολεκτίβα IAM. Μετά την εκ νέου εκκένωση του κοινωνικού και οικιστικού τους χώρου στη Via Luca Giordano (όπου ζούσαν οι νέοι από την Σομαλία, όλοι αιτούντες άσυλο), αποφάσισαν να πάρουν πίσω τη Via Baracca. Τώρα ο νέος χώρος IAM είναι ένας τόπος συνάντησης-συνεύρεσης, όπου στεγάζονται φοιτητικές συνελεύσεις, συνδικαλιστικό γραφείο των Si Cobas, χώρος για πολιτικές πρωτοβουλίες, παρουσιάσεις βιβλίων, βραδιές αυτοχρηματοδότησης, και λαϊκό γυμναστήριο. Και είναι και πάλι υπό εκκένωση. Αλλά αυτό δεν φαίνεται να έχει σημασία για τα παιδιά της IAM, δεν φοβούνται, κάνουν την πολιτική πρακτική τρόπο ζωής τους. «Η ιστορία έχει ανάγκη μιας ώθησης», λεν. Facta, non verba – Πράξεις, όχι λόγια είναι το σύνθημα που διαβάζουμε σε μερικά από τα φυλλάδια τους. Μεταξύ των θεωρητικών μοντέλων αναφοράς είναι οι κούρδοι της Rojava (περιοχή της Βόρειας Συρίας), οι λεγόμενοι παρτιζάνοι της νέας χιλιετίας. Και δεν είναι τυχαίο το γεγονός ότι το Λαϊκό Γυμναστήριο πήρε το όνομά του ακριβώς από τον παρτιζάνο Enrico Rigacci, γνωστό ως «Gogo», που σκοτώθηκε από τους ναζιφασίστες στις 28 Αυγούστου 1944 κατά την απελευθέρωση της Φλωρεντίας, ακριβώς στην περιοχή Novoli.

WhatsApp Image 2019 04 03 at 16.38.38

«Σε αυτή τη γειτονιά, που τόσο σημαντική υπήρξε για την απελευθέρωση της Φλωρεντίας, θέατρο συγκρούσεων, απεργιών και μαχών, σου αφιερώσαμε ένα λαϊκό γυμναστήριο. Ένα γυμναστήριο που γεννιέται μέσα σε ένα κατεχόμενο χώρο, πολυφυλετικό, προσφυγικό σπίτι ανταγωνιστικό πολιτικό κέντρο, ένα γυμναστήριο όπου όλοι μπορούν να προπονηθούν δωρεάν και που αφιερώνει μια πρόταση, δανεισμένη από άλλη επανάσταση, σε εσένα και τους συντρόφους σου. «Κανείς δεν τα παρατάει εδώ, κανείς δεν παραδίδεται.» Επειδή έχουν περάσει 73 χρόνια από εκείνη την 25η απριλίου της αντιφασιστικής νίκης, αλλά δεν έχουμε ακόμη κλείσει τους λογαριασμούς με τους φασίστες και με τα αφεντικά. Υπάρχει ακόμα ανάγκη για απελευθέρωση».
Αυτό γράφουν τα παιδιά του ΙΑΜ, τιμώντας το νεαρό άνδρα που κατέβηκε από τα βουνά για να απελευθερώσει τη Φλωρεντία του.
Και ο Giordi είναι παθιασμένος με τα βουνά, να περπατάει με το σκυλί του Nikita και τα παρτιζάνικα μονοπάτια. Δεν είναι τυχαίο ότι είναι αυτός ο προπονητής του γυμναστηρίου, ποιος ξέρει, ίσως η επιλογή του ονόματος είναι δική του δουλειά. Δύο χρόνια στη Sanda, δύο χρόνια στην ομοσπονδία και τέσσερα χρόνια στο λαϊκό γυμναστήριο San Pietrino, έξι συναντήσεις και ένα σεμινάριο για να γίνει εκπαιδευτής για λειτουργική εκπαίδευση στον αθλητισμό μάχης. Μια ζωή αφιερωμένη στο boxe – και μια μεγάλη επιθυμία να αναπτυχθεί κι άλλο – τον οδήγησαν να επενδύσει χρόνο και ενέργειες στη διδασκαλία της πυγμαχίας. Δωρεάν, ιδρύοντας ένα Λαϊκό Γυμναστήριο. Η συμβολή του υπήρξε ουσιαστική. Τεχνικά σχήματα, ασκήσεις ζευγαριών, circuiti, σπάρινγκ: κάθε προπόνηση σχεδιάζεται στις παραμικρές λεπτομέρειες, και κάθε αθλητής ωθείται, βήμα προς βήμα, να ξεπεράσει τον εαυτό του και τα όριά του.
«Δεν χρειάζεται να φοβάστε αν βρεθείτε με κάποιον απέναντι, στο ρινγκ. Θα είναι εκεί για λίγα λεπτά. Μάλλον, σκεφτείτε τον μαλάκα που βλέπετε στον καθρέφτη. Αυτός είναι ο χειρότερος εχθρός σας, και θα είναι εκεί για μια ζωή».
Ξέρει τι κάνει, ο Giordi, τα λόγια του έχουν αποτέλεσμα.
Σήμερα ξεκινάει με ένα δεκάλεπτο τρέξιμο προθέρμανσης, που διακόπτεται από τις εντολές για να αλλάξουν φορά, squat, κάμψεις, άλματα με τα γόνατα στο στήθος. Και μετά skip πάνω κάτω, τελειώνοντας με ένα λεπτό περπάτημα σε γρήγορο ρυθμό, αναπνέοντας βαθιά. Ενώ οι αθλητές τρέχουν, ο προπονητής ανοίγει το τηλέφωνο και βάζει μπρος τη μουσική. Tauro Boys. Οι καιροί έχουν αλλάξει, δεν ακούν πλέον το σάουντρακ  της ταινίας Rocky Balboa στα γυμναστήρια πυγμαχίας.
Μετά το τρέξιμο περνούν στις διατάσεις, αυστηρά από το κεφάλι στα πόδια. Λαιμός, ώμοι, βραχίονες, καρποί, και πάλι κίνηση της λεκάνης – συνοδευόμενη από τα συνήθη αστεία, πόδια, πλάτη. Όρθιοι και καθιστοί. Σιωπηλά.

WhatsApp Image 2019 04 03 at 17.01.01

Τα τεντώματα γίνονται από την Aida: μικρή και λεπτή, με την πρώτη ματιά δεν μοιάζει πως ασκεί την πυγμαχία. Αυτή το ξέρει, και ξέρει επίσης πώς να το εκμεταλλευτεί. Είναι μια από τις στρατευμένες της πολιτικής συλλογικότητας IAM. «Εσείς οι άντρες κάνετε πάντα τους σκληρούς, δίχως ψεγάδια,» λέει, «και θέλετε να παραλείπετε τις διατάσεις. Αλλά όταν η πλάτη σας πονάει κλαψουρίζετε, και απαιτείτε μασάζ από τις φιλενάδες σας … ». Της αρέσει να αμφισβητεί τα στερεότυπα του machismo: εξ άλλου, για τους αγωνιστές του IAM «Δεν υπάρχει επανάσταση δίχως απελευθέρωση των γυναικών, δεν υπάρχει απελευθέρωση των γυναικών χωρίς Επανάσταση». Από εκείνη τη στιγμή που μέσα στο ασανσέρ ένα αγόρι την παρενόχλησε και έμεινε σύξυλη, κάτι άλλαξε μέσα της, και αποφάσισε να μην μείνει ξανά δίχως αντίδραση. Ποτέ ξανά. Συναντήθηκε με την πυγμαχία στην Κωνσταντινούπολη, στο Erasmus, και στη συνέχεια επέστρεψε να την ασκεί στη Φλωρεντία, αφιερώνοντας ώρες και ώρες στην τεχνική, ποιος ξέρει, ίσως στο μυαλό της είχε την εικόνα αυτού του πρόστυχου άνδρα, και την επιθυμία να τον συναντήσει στο δρόμο για να τακτοποιήσει τους λογαριασμούς. Είναι σίγουρα η πιο συνεπής αθλήτρια στο γυμναστήριο, αν ο Giordi έχει δώσει τη μεγαλύτερη συμβολή στο στήσιμο των προπονήσεων, οφείλουμε σε αυτήν την πρακτική οργάνωση, την προετοιμασία του χώρου, τις επίσημες ανακοινώσεις, τις εκδηλώσεις αυτοχρηματοδότησης, αλλά και εκείνης – που χαρακτηρίζεται από τους ίδιους τους αθλητές βαρετή και «da sbirro-μπατσική» – που είναι η συλλογή της μηνιαίας εθελοντικής συνεισφοράς και η στρατολόγηση χεριών για να στήσουν, να ξεστήσουν, για τον καθαρισμό και την εκτέλεση των εργασιών. Άμυνα αριστερού χεριού και ταχύτητα φωτός. «Αυτή επιτίθεται και σου δίνει δυο χτυπήματα κάτω δίχως καν να το αντιληφθείς», λέει ο αδερφός της, Dino. Όχι τυχαία την ονόμασαν AK-47. Aida Kapetanovic, 47 κιλά.
Μετά από τις διατάσεις λίγη ακόμη γυμναστική επί τόπου, και στη συνέχεια καθρέφτης, καθρέφτης και ξανά καθρέφτης. Τρία λεπτά ασκήσεων με διάλειμμα ενός λεπτού, ακριβώς όπως και στις συναντήσεις. «Πρέπει να κοιτάζεσαι και να βλέπεις τον εαυτό σου όμορφο την ώρα που πυγμαχείς, να αλλάζεις γωνία, να μετακινείς το κεφάλι. Δώσε τα τρία τέταρτα, όχι ολόκληρη τη φιγούρα. Σφίξε αυτούς τους αγκώνες. Να βγαίνεις και να ξαναμπαίνεις. Μη κάνεις δύσκολους συνδυασμούς, μη ξοδεύεις την αναπνοή σου και χτύπα μόνο στις σωστές στιγμές», λέει ο Giordi περπατώντας γύρω από τους αθλητές και συμβουλεύοντας τον καθένα. Αφιερώνει περισσότερο χρόνο με τους νεοφερμένους, για να θέσει στερεά θεμέλια για την πυγμαχική τεχνική. «Έχετε τριάντα δευτερόλεπτα για να βάλετε τα γάντια σας και να σχηματίσετε ζευγάρια!» Φωνάζει. Είναι προφανές ότι δεν αντέχει την απώλεια χρόνου. Τα ζευγάρια αλλάζουν κάθε δύο έως τρεις ασκήσεις. Στον λαϊκό αθλητισμό είναι σημαντικό να γνωρίζουν πώς να αντιμετωπίζουν βαρύτερους και ελαφρότερους αθλητές, να αφιερώνουν χρόνο παρατηρώντας και να γνωρίζουν τους αντιπάλους, και πάνω απ ‘όλα να γίνονται καλύτεροι συλλογικά, σαν ομάδα, χωρίς να αφήνουν κανέναν πίσω.
WhatsApp Image 2019 04 03 at 16.38.38 5

DING DING DING! Το κουδούνι χτυπάει, ξεκινούν με «τα κλασικά»: jab-cross, βγαίνω-βγαίνω, jab-cross-κροσέ-κροσέ, βγαίνω-βγαίνω-κάτω-κάτω. Οι στοιχειώδεις ασκήσεις είναι θεμελιώδεις για να έχουν μια σταθερή βάση. Στο ρινγκ, πράγματι, οι απλοί συνδυασμοί κυριαρχούν, και η πρόβλεψή τους, παρακάμπτοντας τους, είναι ότι καλύτερη καλύτερο για να κουράζουν τον αντίπαλο, να τον αποσταθεροποιούν, να απαντούν και να κερδίζουν πόντους. «Κοίταζε ψηλά όταν περνάς από κάτω! Μείνε κλεισμένος! » Και η προπόνηση συνεχίζεται.
Αλλάζουν ξανά ασκήσεις. Τα πράγματα γίνονται πιο περίπλοκα: τώρα εκείνοι που αποφεύγουν τα χτυπήματα, που βγαίνουν από τη γραμμή επίθεσης πρέπει να ρίξουν δύο, αλλάζοντας και την γωνία. Ο Dino και ο Dario κοιτάζουν ο ένας τον άλλον και αποφασίζουν να κάνουν ζευγάρι. Τους αρέσει να κάνουν τις ασκήσεις μαζί, επειδή έχουν το ίδιο βάρος και βρίσκονται στο ίδιο επίπεδο, εκμεταλλεύονται θετικά τον συναγωνισμό, παρακινώντας ο ένας τον άλλο. Ο Dino, 24 ετών, προπονείται εδώ και ένα χρόνο. Πριν ήταν εντελώς ξένος στον κόσμο του αθλητισμού, σκέφτονταν μόνο τη διασκέδαση. Όταν γνώρισε την πυγμαχία, αντιθέτως, άλλαξε εντελώς την άποψή του.
«Έχω κερδίσει περισσότερη εμπιστοσύνη στον εαυτό μου και στις δυνατότητές μου, συνειδητοποίησα ότι δεν είμαι φτιαγμένος από γυαλί. Πριν ήμουν πάντα στην άμυνα όταν υπήρχε σωματική επαφή, τώρα, αφού άρπαξα μερικές στο γυμναστήριο, συνειδητοποίησα ότι το πολύ να σου ανοίξει η μύτη και να χάσεις λίγο αίμα … δεν είναι και τόσο τραγικό, έτσι; Μετά, για να είμαι ειλικρινής, αυτό το άθλημα μου έδωσε ένα άλλο μεγάλο μάθημα: οι αληθινοί fighters σέβονται τον αντίπαλο και ποτέ δεν καυχώνται για τα ταλέντα τους δημόσια. Είναι ταπεινοί. Ναι, γιατί αν κάνεις πριν από έναν καυγά τον μάγκα με το λάθος πρόσωπο, ενδεχομένως υποτιμώντας τον, αυτός θα σε αφήσει καταγής. Οπότε να είσαι ταπεινός. Η πυγμαχία μου άλλαξε πραγματικά τη ζωή».
Κατά τη διάρκεια της άσκησης, ο Dario είναι πολύ συγκεντρωμένος. Κάθε φορά που κάνει λάθος, επαναλαμβάνει τις κινήσεις κοιτάζοντας τον εαυτό του στον καθρέφτη. Μαθαίνει με ταχύτητα φωτός, είναι 17 ετών και – σύμφωνα με όλους – είναι το μέλλον του γυμναστηρίου. Είναι αθλητικός, έχει μια ισορροπημένη ζωή και αποδεικνύεται πολύ υπεύθυνος, όταν είναι να λερώσει τα χέρια του με εργασίες ή καθαρισμούς. Μετά από μόνο λίγους μήνες πρακτικής έκανε το ντεμπούτο του κάνοντας μια εξαιρετική εμφάνιση κατά τη διάρκεια μιας δημόσιας εκδήλωσης, παρουσίασης – δηλαδή τρεις γύρους δύο λεπτών, χωρίς νικητή – στην Palestra Popolare San Pietrino, την ημέρα της «Γιορτής Λαϊκού Αθλητισμού».
Στη Φλωρεντία υπάρχουν τρία Λαϊκά γυμναστήρια, όλα σε κατειλημμένους χώρους, και οργανώνονται περιοδικά δημόσιες εκδηλώσεις για να προσεγγίσουν τους ανθρώπους που ενδιαφέρονται για τον αθλητισμό. Το Γυμναστήριο Rigacci «Gogo» είναι το πιο πρόσφατο, ενώ τα άλλα είναι το προαναφερθέν Λαϊκό Γυμναστήριο San Pietrino (Csa Next Emerson) και το Λαϊκό Γυμναστήριο του CPA (Αυτοδιαχειριζόμενο Λαϊκό Κέντρο) Νοτίου Φλωρεντίας.
Αλλάζουν ξανά. Light sparring. «Είπα μαλακά! Δεν χρειάζεται να αποδείξετε κάτι σε κανέναν, γαμώτο! » Αλλά μερικές φορές αυτό το πράγμα ξεφεύγει από τους αθλητές, και ακούγονται μεγάλα χτυπήματα που προκαλούν την οργή του προπονητή. Τα ζευγάρια που κινούνται πάρα πολύ αναγκάζονται να εξασκηθούν βάζοντας το ένα πόδι μέσα σε ένα λάστιχο, έτσι ώστε να επικεντρωθούν σε μια αντιπαράθεση πρόσωπο με πρόσωπο, αποφυγές προσποιήσεις και γρήγορες απαντήσεις.
Σε μια γωνία, σε περιστροφή, κάποιος πρέπει να αντιμετωπίσει τον Pietro. Είναι το μέγιστο βάρος του γυμναστηρίου. Ενενήντα κιλά και δύο χρόνια στην ομοσπονδία. To ξέρει αυτό, γι ‘αυτό πάει μαλακά. «Το βόδι από τη Μόντενα» τον αποκαλούν, παρά το μέγεθός του, κινείται πολύ καλά και είναι πολύ γρήγορος. Είναι ένα πολύ ευγενικό αγόρι, ηλικίας είκοσι δύο ετών και σπουδάζει δασικές επιστήμες στη γεωργική σχολή. Έχει background σε μια αντιφασιστική πολιτική κολεκτίβα, στη Μόντενα, αυτό τον έφερε πιο κοντά στο κίνημα της Φλωρεντίας, οδηγώντας τον τελικά να συχνάζει στο Λαϊκό Γυμναστήριο.
WhatsApp Image 2019 04 03 at 16.38.38 3

Είναι η σειρά του Roby να κάνει sparring μαζί του. Στον ήχο του κουδουνιού αρχίζουν οι χοροί: Ο Roby ξέρει ότι πρέπει να επικεντρωθεί στο καλό του μακρινό και να κινείται γύρω από τον Pietro. Να αποφεύγει όσο το δυνατόν περισσότερο αντί να αποκρούει, επειδή τα χτυπήματα ενός αντιπάλου με είκοσι επιπλέον κιλά ζυγίζουν σαν αμόνι. Αλλά αυτό είναι πολύ δύσκολο με τον Pietro, ο οποίος εξαπατεί τον καθένα με τις προσποιήσεις του. Ο γύρος τελειώνει και οι δύο αγκαλιάζονται. «Eja!» φωνάζει ο Roberto, από τη Σαρδηνία. Είναι και αυτός φοιτητής μακριά από το σπίτι, σπουδάζει ιστορία και εργάζεται, ενώ ζει σε ένα κατειλημμένο σπίτι που βρίσκεται στην περιοχή San Frediano. Η υψηλή τιμή των ενοικίων για τους φοιτητές τον οδήγησε, πράγματι, να ακολουθήσει αυτό το μονοπάτι, το οποίο είχε ήδη πάρει στην Casteddu του (Cagliari), στην Αυτοδιαχειριζόμενη Φοιτητική Εστία Sa Domu.
Η προπόνηση συνεχίζεται με άλλες ασκήσεις ζευγαριών. Στην εντολή «επαναλαμβάνετε», τα παιδιά παραπονιούνται. «Ελάτε, αυτή είναι η τελευταία προσπάθεια! Στη συνέχεια μπορείτε να επιστρέψετε σπίτι και να το ρίξετε στο φαγητό κλανιάρηδες», συνεχίζει ο Giordi. Γέλια.
Μετά από μια μικρή παύση, τα παιδιά στέκονται ξανά το ένα απέναντι στο άλλο, και ξεκινούν ασκήσεις διασταυρωμένων χτυπημάτων επάνω στα γάντια του συνεργάτη, πολύ γρήγορα και έντονα, για δεκαπέντε δευτερόλεπτα το καθένα, χωρίς να σταματούν. Φαίνεται να είναι μια πολύ επίπονη άσκηση, τα βλέμματα των αθλητών είναι εξαντλημένα και ο ιδρώτας κυλά αδιάλειπτα από τα πρόσωπά τους. DING DING DING! Στο τέλος των έξι λεπτών (που ισοδυναμούν με τρία λεπτά επαναλήψεων για το καθένα), πέφτουν στο έδαφος και ορμούν στα μισοάδεια μπουκάλια του νερού τους.
Σε αυτό το σημείο, η Aida αναλαμβάνει και πάλι την προπόνηση και οδηγεί δεκαέξι επαναλήψεις είκοσι δευτερολέπτων κοιλιακών ασκήσεων, που διακόπτονται με δέκα δευτερόλεπτα παύσης. Κατά τη διάρκεια αυτής της τελευταίας φάσης, όλοι χαλαρώνουν λιγάκι, επιτρέποντας στους εαυτούς τους ακόμη και μερικά αστεία. «Τέλος πάντων, γνωρίζετε ότι τον Μάιο παλεύουμε; Δείτε να μην παραλείψετε τις προπονήσεις, από δω και πέρα. Μην με αφήσετε να κάνω σκατένια φιγούρα «, αναφωνεί ο Giordano.Αναφέρεται στο τουρνουά πυγμαχίας που διοργανώνεται από το κοινωνικό κέντρο XM24, στη Μπολόνια, το οποίο οργανώνει μια ετήσια εθνική συγκέντρωση των λαϊκών γυμναστηρίων, δημιουργώντας μια επίδειξη αντάξια της επίσημης ομοσπονδίας. Τίποτα δεν θα λείπει: κανονικά υπερυψωμένο ρινγκ, μουσική, φώτα, ομιλητής, κριτική επιτροπή, μετάλλια και αρκετές συναντήσεις που κυμαίνονται από δέκα έως είκοσι. Μια βραδιά αφιερωμένη στο σπορ, στην οποία οι αθλητές των διαφόρων λαϊκών γυμναστηρίων της μπότας έχουν την ευκαιρία να αντιπαρατεθούν σε ερασιτεχνικές συναντήσεις τριών γύρων δύο λεπτών. Αυτά αποφασίζονται περίπου δύο μήνες νωρίτερα, μέσα από ένα σύστημα mailing-λίστας που θέτει τους προπονητές σε επαφή, οι οποίοι προσδιορίζουν τον αριθμό των αθλητών που θα είναι παρόντες, το βάρος καθενός και την ατομική εμπειρία, τόσο από την άποψη της εκπαίδευσης και των προπονήσεων όσο και των αγώνων που πραγματοποιήθηκαν. Για όλα τα υπόλοιπα, η δυναμική είναι η ίδια με αυτή της ομοσπονδίας πυγμαχίας, με τη διαφορά ότι εδώ μπορείτε να αναπνεύσετε έναν διαφορετικό αέρα, λιγότερο ανταγωνιστικό και που έχει σκοπό, πρώτα απ ‘όλα, να δημιουργήσει μια καλή πυγμαχία, ικανή να διεγείρει τους θεατές.
Η προπόνηση βρίσκεται στην τελική της φάση, τώρα οι αθλητές, εξαντλημένοι, δίνουν ένα λεπτό stretching στην πλάτη, για να αφιερωθούν έπειτα στην αναπνοή. «Δύναμη παιδιά. Βελτιώνεστε όλοι, πολύ. Ντάριο, είσαι το νούμερο ένα. Συνέχισε έτσι. Σε εσένα δεν χρειάζεται να πω κάτι». Ο Ντάριο χαμογελάει, σε αμηχανία.
«Dino, πρόσεχε τα πόδια, συνειδητοποίησα ότι είσαι αμφιδέξιος, αλλά δεν είσαι γαμώτο ο Mohamed Alì! Να μένεις κλειστός, έχε το νου σου, Aida, πολύ καλά. Να δουλεύεις στο βύθισμα. Πιέτρο, εντάξει που είσαι βαρύς μην αφήνεις όμως να τις φας σαν την τελευταία φορά! Δάγκωνε και φύγε, γρήγορα, τεχνικά … επωφελήσου από αυτές τις ιδιότητες! Roby, δούλευε το jab. Έχεις την τάση να το πετάς και να καταναλώνεις ενέργεια. Μην χάνεις την υπομονή σου, θύμωσε λιγάκι. Σε κάθε περίπτωση όλα καλά μπράβο σε όλους. Σίγουρα θα με κάνετε περήφανο στη Μπολόνια. Θα σας ενημερώσω σύντομα για τους αντιπάλους που θα αντιμετωπίσετε. Χειροκροτήματα!».
48384968 2149483595317359 4872772115369033728 o

Τελειώνει πάντα με ένα συλλογικό χειροκρότημα η προπόνηση πυγμαχίας στο Λαϊκό Γυμναστήριο  “Gogo” Rigacci.
«Κάποιοι πρέπει να καθαρίσουν!» φωνάζει η Aida. Τα αγόρια παίρνουν τη σκούπα και δίνουν στο τατάμι ένα γρήγορο σκούπισμα. Κάποιος ανοίγει τα παράθυρα, άλλοι τοποθετούν στη θέση τους τoν εξοπλισμό σε ένα ειδικό έπιπλο τοποθετημένο στη γωνία του δωματίου. Στη συνέχεια ανεβαίνουν, στα αποδυτήρια, για να αλλάξουν, ενώ ο προπονητής σβήνει τα φώτα και κλειδώνει ξανά το χώρο. Από το γυμνό και κρύο δωμάτιο ακούγονται αστεία και γέλια. Η ομάδα είναι πολύ συμπαγής, από την αρχή μέχρι το τέλος της προπόνησης. Πριν βγουν από το δωμάτιο, περιμένουν να τελειώσει ο καθένας, στη συνέχεια, σβήνουν τη μικρή ηλεκτρική σόμπα και ανταλλάσσουν τα τελευταία λόγια στο δρόμο μπροστά από το κτίριο. Κάποιος ανάβει ένα τσιγάρο, προκαλώντας την αγανάκτηση του Giordi, ο οποίος χαιρετάει όλους και ανεβαίνει στο Μίνι του, του 1985, παρκαρισμένο μπροστά από το κτίριο, αφού έβαλε ξανά τη μεγάλη του τσάντα γυμναστικής με υπογραφή Leone στο μικροσκοπικό πορτ μπαγκαζ, από την οποία ξεπηδούν δύο κάσκες.
Ποιος θα το έλεγε ποτέ ότι μέσα σε ένα φαινομενικά άδειο κτίριο μπορεί κανείς να κρύψει μια αυτοδιαχειριζόμενη πραγματικότητα όπως το Λαϊκό Γυμναστήριο »Gοgo» Rigacci.Ο δήμαρχος της Φλωρεντίας, Dario Nardella, ανακοίνωσε, κατά τη διάρκεια της συνάντησης που πραγματοποιήθηκε στην πόλη με τον υπουργό Εσωτερικών Matteo Salvini, ότι η εκκένωση των παράνομα κατεχόμενων κτιρίων συγκαταλέγεται στις προτεραιότητες του δημοτικού συμβουλίου. Ειδικότερα, αναφέρθηκε σε πέντε κτίρια, συμπεριλαμβανομένου του «Χώρου IAM», στην οδό Baracca, έδρα του “Gogo” Rigacci.

Ποιος ξέρει ποια θα είναι η κατάληξη των «fighters», ποιος ξέρει εάν και που θα συνεχίσουν να προπονούνται σε περίπτωση εκκένωσης.
Ένα πράγμα όμως μοιάζει να είναι σίγουρο: Aqui no se rinde nadie, εδώ κανείς δεν παραδίνεται.

 

https://www.infoaut.org/calcio-e-sport/sotto-sgombero-ma-sempre-pronti-a-combattere-un-racconto-dalla-palestra-popolare-gogo-rigacci

αυτονομία, autonomia

Όταν ο κοινωνικός εργάτης έγινε κρέας

on .

Ο Gigi Roggero εξετάζει και αξιολογεί το βιβλίο Η εργατική Αυτονομία vicentina του Donato Tagliapietra

Η Thiene είναι ένα χωριό του vicentino, περίπου δέκα χιλιόμετρα από την Schio, το μικρό Μάντσεστερ του βένετο. Στη δεκαετία του 70 έχει μια ευημερούσα εμπορική δραστηριότητα, φημισμένες βιοτεχνίες επίπλων και έναν εξειδικευμένο βιομηχανικό τομέα. Η περιοχή δεν κυριαρχείται από μεγάλα εργοστάσια, όπως στην κοντινή Schio, είναι αντιθέτως ένα παράδειγμα του διάχυτου εργοστασίου, μέσα στο οποίο σχηματίζεται μια νέα ταξική σύνθεση: νεαρή, μαχητική, έτοιμη να κάνει τα πάντα για να μην αλυσοδεθεί από την μισθωτή εργασία. Είναι ένα ανοιξιάτικο απόγευμα στη Thiene, όταν μια τρομερή έκρηξη διαλύει τις ζωές τριών νεαρών συντρόφων: Angelo, Alberto, Maria Antonietta, στους οποίους ο Lorenzo θα προστεθεί μερικούς μήνες αργότερα, αυτοκτόνησε στη φυλακή εξ αιτίας της εκδικητικότητας του Κράτους, που συμβολίζεται από την 7η απριλίου και από το pcista πρόσωπο του Calogero.

“Υπάρχει ένα πριν κι ένα μετά την 11η απριλίου 1979”, μας λέει ο Donato Tagliapietra στο βιβλίο του Η εργατική Αυτονομία vicentina. Από την εξέγερση του Valdagno στην καταστολή της Thiene (πρόσφατα τυπωμένο από τον DeriveApprodi, πέμπτο τόμο αφιερωμένο από τον εκδοτικό οίκο στους Αυτόνομους). Δεν υπάρχει ποτέ σε αυτές τις σελίδες, ακόμα και σε εκείνες που αγγίζουν πιο άμεσα τα ξεσκέπαστα νεύρα της υποκειμενικής εμπειρίας, κάποιος χώρος για την θυματοποίηση, ή για τη ρομαντική λατρεία των μαρτύρων. Στο βιβλίο του Donato πράγματι, όπως υπογραμμίζεται από την όμορφη εισαγωγή της Elisabetta Michielin, δικαίως δηλώνεται πόλεμος στον ναρκισσισμό που συχνά, πολύ συχνά, ακυρώνει τις αφηγήσεις των πρωταγωνιστών αυτής της εξαιρετικής φάσης αγώνα, με αποτέλεσμα μια κουραστική απομνημονευματολογία στραμμένη στο παρελθόν. Στον τόμο αυτό, όπως πάντα πρέπει να κάνει ένας στρατευμένος, η ενέργεια επικεντρώνεται στην παροχή όπλων πολιτικού προβληματισμού για το παρόν. Αυτό που αναλύεται στο βιβλίο είναι μια εντελώς συλλογική ιστορία, στην οποία έλαβαν μέρος οι Donato, Angelo, Alberto, Maria Antonietta, Lorenzo και αρκετές δεκάδες χιλιάδες σύντροφοι στο Βένετο και σε ολόκληρη την Ιταλία. Ακόμα και όταν μιλά για προσωπικές εμπειρίες, πάντα αναπνέουμε το αίσθημα του ανήκειν σε μια συλλογική, μαζική και οργανωμένη διαδικασία. Το άτομο εξαφανίζεται ή, ακόμα καλύτερα γίνεται ακριβώς κοινωνικό και πολιτικό στο βαθμό που τα σπάει με τον εαυτό του, δηλαδή με τη θέση και τον ρόλο που του παρέδωσε το κυρίαρχο σύστημα.

Η συλλογική ιστορία που αναλύεται από τον Donato είναι εκείνη των πολιτικών Κολεκτίβων του Βένετο και, μέσα σε αυτό, αλλά με την ιδιαιτερότητά της, της εδαφικής πραγματικότητας vicentina, ιδίως σε εκείνο το τμήμα του διάχυτου εργοστασίου ακριβώς μεταξύ Valdagno, Schio, Chiuppano, Marano και Thiene. Όχι, δεν πρόκειται για μικρές περιπέτειες της πικαρέσκο λογοτεχνίας νεαρών εξεγερμένων, αλλά για ένα σημαντικό πολιτικό εργαστήριο πειραματισμού των πρακτικών αγώνα και οργάνωσης του κοινωνικού εργάτη. Ο αριθμός αυτός ενσωματώνεται κάτω από τα μάτια του αναγνώστη στην υλικότητα των συμπεριφορών και μορφών αντιπαράθεσης, στη διαφυγή από το εργοστάσιο και σε εμπειρίες ζωής που – από τη μουσική στα ταξίδια στην καθημερινή κοινωνικοποίηση – ποτέ δεν καταναλώνονται ατομικά, αλλά αποτελούν μέρος των διαδρομών μιας ομογενοποιημένης μειοψηφίας, δηλαδή ισχυρής και μη μειοψηφικής. Επομένως γράφει ο Donato: “Το στυλ της στράτευσης έρχεται να αλλάξει υπό το φως των νέων υποκειμένων στον χώρο και της σύγκρουσής τους με τους νέους παραγωγικούς μηχανισμούς. Η μετάβαση πραγματοποιείται επάνω σε ένα κοινωνικό σώμα πολύ νεαρών ανθρώπων, που συμπεριλαμβάνονται σε μια ηλικιακή ομάδα από τα 17-18 έως 24-25 χρόνια, έντονα μορφωμένη, προορισμένη στην παραγωγή αγαθών και υπηρεσιών, αλλά που θα αποκαλύψει μια πολύ έντονη ένταση για την οικοδόμηση μιας κοινής καθημερινότητας μισώντας τον εξαναγκασμό στην υπό εντολή εργασία”. Να λοιπόν που, προχωρώντας στην ανάγνωση, μας περιγράφεται τι είναι και πώς σχηματίζεται ένας αγωνιστής, δηλαδή μια μορφή ζωής που επιλέγει να τα σπάσει με το δικό της πεπρωμένο: Εκείνο που ιστορικά είναι το σκαλάκι με τις μεγαλύτερες εντάσεις στη ζωή ενός ανθρώπου – την έναρξη της παραγωγής μέσα στην ζωντανή εργασία – υπερπηδάται, για πρώτη φορά, αντί να υποβληθεί σε αυτήν, μια γενιά οργανώνεται, ακόμη και με τα όπλα, για να την αποφύγει, σαμποτάροντάς την. Αποφασίζοντας ότι η απελευθέρωση από την εργασία ή είναι για όλους ή δεν μπορεί να είναι για κανέναν. Δεν τίθεται θέμα για το γεγονός ότι δεν θα ακολουθούσαμε τη μοίρα των πατέρων μας, αναγκασμένων σε οκτώ ώρες από την εξαιρετικά βίαιη ακαμψία εκείνης που ονομάζεται με φανφάρες μεταπολεμική ανασυγκρότηση. Και αυτό ως «ευχαριστίες» επειδή μπόρεσαν να νικήσουν φασισμό και ναζισμό. Για εμάς αυτό που ήταν να δώσουν το έδωσαν οι πατεράδες μας! «. Η απόρριψη της εργασίας, συμπεριφορά μαζική και πρακτική γίνεται μορφή στράτευσης.

Αυτή η νέα υποκειμενική σύνθεση φέρνει όντως μαζί της, μαζί με συγκεκριμένες ανάγκες και επιθυμίες, νέα ζητήματα πρακτικής και οργάνωσης. Είναι σύντομα προφανές ότι τα προηγούμενα σχήματα δεν λειτουργούν πλέον. Όχι μόνο εκείνα που συνδέονται πιο άμεσα με την κεντρική θέση του εργοστασίου και του εργάτη μάζα, τώρα πλέον σε μια φάση πολιτικής κάμψης (χωρίς να χρειάζεται να υπογραμμίσουμε ότι το PCI-ΚΚΙ, αφού τον εξοστράκισε στην κορυφή των δυνατοτήτων του, όταν είναι πλέον πολιτικά νικημένος, τον κάνει μια άδεια εικόνα να χρησιμοποιηθεί κατά των αυτόνομων κινημάτων). Έχουν φθαρεί επίσης και τα σχήματα πλατείας, δεν βλάπτουν πλέον τον εχθρό, καταλήγουν μόνο να χαρίζουν στο άλλο μέρος συντρόφους που συλλαμβάνονται και, ακόμη περισσότερο, το πλεονέκτημα της προβλεψιμότητας. Από αυτή την συνειδητοποίηση γεννιέται η πρακτική του εδαφικού ελέγχου, για να παραβιάσει το τελετουργικό των προγραμματισμένων προθεσμιών και να υπαγορεύσει αυτόνομα χρόνους, τόπους και μεθόδους της χρήσης δύναμης. Το βάπτισμα του πυρός είναι η 9η Ιουνίου 1976: περίπου διακόσιοι ένοπλοι σύντροφοι από την Πάντοβα και το Βένετο καταλαμβάνουν μια συνοικία της πόλης, την Arcella, ενώ μια περιπολία ασκεί τους στόχους (από την απαλλοτρίωση των σούπερ μάρκετ μέχρι τον εμπρησμό των γραφείων των φασιστών).

Είναι μέσα σε αυτό το πέρασμα, από τον μαζικό εργάτη στον κοινωνικό εργάτη, από ένα οργανωτικό σχέδιο που επικεντρώνεται στο εργοστάσιο σε ένα που βασίζεται στο διάχυτο εργοστάσιο, που τοποθετείται η γέννηση των ενετικών πολιτικών Κολεκτίβων: «Η πρόταση υιοθετείται από όλες τις συμμετέχουσες πραγματικότητες: Rovigo, Vicenza Pordenone και Mestre / Βενετία. Και γίνεται διατηρώντας, μάλλον ενισχύοντας, δίδοντας μεγαλύτερη αξία στην δική τους εδαφική ιδιαιτερότητα, δεδομένου ότι η οργανωτική πρόταση προβλέπει μια πλήρη αυτονομία των επιμέρους επαρχιών. Στην πράξη μοιάζει πολύ με ένα ομοσπονδιακό σύμφωνο. Δεν μας λένε κομμουνιστικές πολιτικές Κολεκτίβες, ή επαναστατικές ή προλεταριακές. Όχι, ονομαζόμαστε πολιτικές βενετικές κολεκτίβες (Cpv). Είναι ένα μοναδικό παράδειγμα στο εθνικό πανόραμα «.

Η ιστορία των CPV καλύπτεται εδώ για πρώτη φορά, από την οπτική γωνία της ανάπτυξης της Αυτονομίας vicentina. Ο πιεστικός ρυθμός της αφήγησης ανιχνεύει τον δίχως ανακωχή ρυθμό της κατασκευής μιας συλλογικής δύναμης, στην οποία οι περιπολίες έχουν ένα καθοριστικό βάρος. Περιπολίες ενάντια στις υπερωρίες, αλλά θα ήταν πιο σωστό να τις ονομάζουμε περιπολίες ενάντια στη δουλική εργασία, εργασία sans phrase. Για να το θέσω με τα λόγια του Ντονάτο, στην πραγματικότητα, «ήδη η συνηθισμένη δουλειά είναι αφόρητη, πόσο μάλλον πρέπει να είναι εκείνη η έκτακτη». Σε αυτή την ιστορία το Εβδομήντα επτά είναι προφανώς ένα σημαντικό πέρασμα, αλλά μόνο αν τοποθετηθεί μέσα σε μια διαδικασία που έχει τις ρίζες της στο πριν και πηγαίνει πολύ πέρα. Πράγματι, σε αυτά τα εδάφη δεν είναι η κορυφή της σύγκρουσης. Η συνέχεια της οργανωτικής διαδικασίας είναι πιο σημαντική από την καταβύθιση στο γεγονός.

Παίρνουν μέρος σε αυτή την διαδικασία διάφορα υποκείμενα, τα οποία σχεδιάζουν συνολικά την φιγούρα του κοινωνικού εργάτη – ο οποίος, όπως επανειλημμένα τονίσαμε, δεν πρέπει ποτέ να περιοριστεί σε μια απλή επαγγελματική ή κοινωνιολογική τοποθέτηση, αλλά δείχνει τη δυνατότητα μιας ανασυνθετικής τάσης. Εργάτες, φοιτητές, άνεργοι και όσοι αργότερα θα ονομάζονταν επισφαλείς. Μια παράγραφος του βιβλίου είναι αφιερωμένη στον αγώνα για το σπίτι. Διαβάζοντας το, μπορούμε να αντλήσουμε πολύτιμες ενδείξεις και για το παρόν. Πράγματι, εκείνος ο αγώνας, παράγει μαχητική υποκειμενικότητα και εδαφική αντιεξουσία. Η σύγχρονη μεταμόρφωσή του σε μια λογική παροχής βοήθειας και παροχής υπηρεσιών, η οποία είναι κατά τα άλλα φτωχή και ατυχής, δεν εξαρτάται μόνο από την αντιστροφή που συνέβη στις ισορροπίες δυνάμεων υπέρ του εχθρού μας: περιγράφει την ανατροπή του αγωνιστή σε ακτιβιστή, της αναζήτησης της σύγκρουσης στην αναζήτηση της συναίνεσης, της αντιεξουσίας στην παραίτηση από την άσκηση της δύναμης.

Όταν μιλάμε για μια πληθώρα κοινωνικών υποκειμένων πρέπει να διευκρινίσουμε. Σήμερα νομίζουμε ότι το πρόβλημα είναι απλώς να προσθέσουμε μια πληθώρα τομέων και ταυτοτήτων, αυτή είναι με λίγα λόγια η αποκαλούμενη διατομεακότητα [ αλληλεπικάλυψη (ή «διασταύρωση») διαφορετικών κοινωνικών ταυτοτήτων] που από τις αμερικανικές ακαδημίες έχει διεισδύσει στις ακαδημίες του »κινήματος». Η αυτονομία, από την άλλη πλευρά, δεν είναι ποτέ το αλγεβρικό άθροισμα των αυτονομιών, διότι ανασύνθεση σημαίνει να αναλαμβάνεις εξ ολοκλήρου τις αντιφάσεις και τις συγκρούσεις εντός της τάξης, δηλαδή να θέτεις στον εαυτό σου το πρόβλημα της μη αποδοχής των υποκειμένων έτσι όπως είναι, όπως δίνονται δηλαδή στην καπιταλιστική ιεραρχία, αλλά προοδευτικά να τα μετατρέπεις, να τα ανατρέπεις, να τα υπονομεύεις. Δημιουργώντας ένα υποκείμενο που δεν υπάρχει ακόμη, που δεν μπορεί παρά να είναι ενάντιο σε αυτό που είμαστε σήμερα. Ο Donato το εξηγεί με ακρίβεια: «Δεν μας ενδιέφερε ποτέ να ακολουθήσουμε τις χιλιάδες αυτονομίες, γυναίκες, σπουδαστές κλπ. όπως δεν μας ενδιαφέρει να οργανώσουμε έναν τομέα μετά τον άλλο, πιστεύουμε ότι η μόνη δυνατότητα να ζήσουμε τον κομμουνισμό στην καθημερινή ζωή είναι η ανασυνθετική δύναμη του προγράμματος που μπορεί μόνο να ενοποιήσει τα χίλια κοινωνικά στρώματα επάνω στις κοινές ανάγκες και πρακτικές ».Συνεπώς, μπορεί να καταλήξει υποστηρίζοντας ότι «η Αυτονομία δεν ήταν ποτέ ένας άκαμπτος και κλειστός οργανωτικός χώρος, αλλά μάλλον μια μέθοδος που επιτρέπει να διασχίσουμε με την ταξική σύγκρουση τις αντιφάσεις που φέρνει μαζί της η ανάπτυξη του κεφαλαίου καθημερινά”.

Το εύρωστο τελικό προσάρτημα του βιβλίου είναι πολύτιμο, διότι επιτρέπει την άμεση σύγκριση με κείμενα, έγγραφα και φυλλάδια που παράγονται στην εξαιρετική εμπειρία που αναλύει το βιβλίο. Εδώ, όπως και στον υπόλοιπο τόμο, μπορούμε να βρούμε τη θεμελιώδη διαφορά σε σχέση με τις ανακατασκευές της δεκαετίας του 1970 που έγιναν από τους αγωνιστές των μαχόμενων σχηματισμών, στους οποίους η εργατική και προλεταριακή υποκειμενικότητα τείνει να εξαφανίζεται, ή να γίνεται ένα ιδεολογικό φετίχ του οποίου τα νήματα τραβιούνται από τον ηρωισμό διαχωρισμένων πρωτοποριών. Προσοχή, το θέμα δεν είναι καθόλου το ζήτημα των όπλων ή της χρήσης της δύναμης (ο Donato υπενθυμίζει ότι «μεταξύ του 1976 και του 1980 περισσότερες από πεντακόσιες πράξεις «προσεγμένης χρήσης της δύναμης» καταγράφονται στο Βένετο»). Το θέμα είναι ότι, σε μια πλήρη ανατροπή των πρακτικών των Μαρξ και Λένιν, στον μαρξισμό-λενινισμό των παράνομων οργανώσεων ο ένοπλος αγώνας γίνεται η στρατηγική. Για τους αυτόνομους από την άλλη πλευρά, η χρήση της δύναμης, η οποία χαμηλώνει στο επίπεδο της μαζικής παρανομίας, είναι πάντα ένα εργαλείο για την κατασκευή και την άσκηση της αντιεξουσίας. Ο εργατισμός ενσωματώνεται εδώ στις συμπεριφορές του κοινωνικού εργάτη: η τακτική στο κόμμα, η στρατηγική στην τάξη. Η αυτονομία είναι πραγματικά, σε αυτές τις σελίδες και σε αυτήν την ιστορία, η οργάνωση που αντικατοπτρίζει στον δικό της αυθορμητισμό, και ο αυθορμητισμός που αντανακλά στην οργάνωσή του.

Τέλος, πρέπει να ειπωθεί ότι εκείνη η εμπειρία δεν υπήρξε χωρίς όρια, δίχως τα οποία δεν θα μπορούσαμε να καταλάβουμε εκείνη που μπορούμε να αποκαλέσουμε – με δύο προειδοποιήσεις – μια ήττα. Πρώτη προειδοποίηση: είναι κουραστικό να πιστεύουμε ότι τα πολιτικά σχέδια απλά ηττώνται με την καταστολή, όπως δυστυχώς συνηθίζεται να γίνεται στις ανοικοδομήσεις της πολιτικής αυτοδικαιολόγησης. Δεύτερη προειδοποίηση: ήττα σημαίνει πάντα, για τους αγωνιστές και γι αυτούς -όπως και ο Donato- που δεν έχουν περιορίσει την στράτευση σε μια νεανική φάση της ζωής τους, να κάνουν θησαυρό των ορίων στις μεμονωμένες μάχες για να επανενταχθούν μέσα στον πόλεμο. Η ήττα είναι μια τόσο σημαντική κληρονομιά που αποτελείται από τον πλούτο, τις προωθήσεις, τις μερικές νίκες. Για να μπορέσω να επιβεβαιώσω μαζί με τον Donato, χωρίς τις φαντασιώσεις του ουτοπικού και με την ήρεμη αδιαλλαξία του αγωνιστή: «Θα νικήσουμε».

 

http://commonware.org/index.php/gallery/877-quando-l-operaio-sociale-si-e-fatto-carne

σύγχρονα κινήματα, movimenti di oggi

Τοπικοί αγώνες των χρόνων Εβδομήντα: Torino ανάμεσα στη διάλυση της Lotta Continua και το Εβδομήντα επτά

του Giorgio Del Vecchio

Αναμένουμε την κυκλοφορία του βιβλίου του Alberto Pantaloni στις 31 Ιανουαρίου Η διάλυση της Lotta continua και το κίνημα του ’77, για τον εκδοτικό οίκο DeriveApprodi, με την ανασκόπηση του Giorgio Del Vecchio.

****

Ένα από τα αμέτρητα βίτσια που χαρακτηρίζουν τη δημόσια συζήτηση της ιταλικής Δεκαετίας του 70 είναι η τάση να θεωρείται αυτή η περίοδος ως ένα είδος μονόλιθου στην πρόσφατη ιστορία της Χώρας. Ένας άθραυστος ογκόλιθος που συνεχίζει να βαραίνει επάνω στη συλλογική μνήμη, ο οποίος αντανακλάται στις δημόσιες αναπαραστάσεις της. Αρκεί να υπενθυμίσουμε εδώ τη συστηματική χρήση τύπων, όρων, εννοιών όπως «χρόνια μολυβιού» και «ένοπλου κόμματος», τόσο συναρπαστικών για τα ξεκάθαρα όσο και βιαστικά, θαμπά και ουσιαστικά ανακριβή περιγράμματα τους. Ή τη σχεδόν νοσηρή προσοχή για μεμονωμένα χρόνια (το εξήντα οκτώ, το εβδομήντα επτά), μήνες (οι 55 ημέρες του Moro), ακόμη και ημέρες (η 12η Δεκεμβρίου 1969 και η σφαγή της Piazza Fontana), που γίνονται εκ των υστέρων οι μοναδικοί ερμηνευτικοί φακοί μέσω των οποίων θα διερευνηθεί και θα συνοψισθεί μια μακρά και πυκνή δεκαετία.

Αντίθετα, όπως γνωρίζουν οι μελετητές πολύ καλά, η δεκαετία του 70 είναι ένα περίπλοκο και πολυεδρικό πλάσμα, ένα μεγάλο και πολύπλευρο ψηφιδωτό που αποτελείται από έναν άπειρο αριθμό καρτών που πρέπει να αποσυναρμολογούνται και να ανοικοδομούνται διαρκώς για να προσπαθήσουν να προτείνουν την αίσθηση της συνολικής φιγούρας, εικόνας. Ο Alberto Pantaloni, με το πλήρως ιστοριογραφικό του δοκίμιο, επικεντρώνεται σε ένα συγκεκριμένο κομμάτι αυτού του περίπλοκου παζλ, που σχετίζεται με τη διάλυση της Lotta continua, που ξεκίνησε το 1976, με τη σύγχρονη παραβολή του κινήματος του 1977 στο πλαίσιο της πόλης του Τορίνο. Είναι μια επιλογή που περιγράφει πολύ καλά την έρευνα, αλλά αυτό δεν είναι καθόλου ευτελές ή αυθαίρετο. Το Τορίνο αντιπροσωπεύει πρωτίστως ένα προνομιούχο παρατηρητήριο της ιταλικής δεκαετίας του ’70 (κυρίως αλλά όχι μόνο, λόγω της παρουσίας της FIAT), κατά τη διάρκεια της οποίας η πόλη χαρακτηριζόταν από την ανθεκτικότητα των κοινωνικών συγκρούσεων, οι οποίες συχνά έφταναν σε μεγάλη ένταση και ποικιλία μορφών. Στα κεντρικά χρόνια της δεκαετίας ξεχώριζε, δίχως αμφιβολία, το έντονο ρίζωμα της Lotta continua, αλλά και μια ορισμένη διάχυση των κολεκτίβων και των αυτόνομων εμπειριών και του φαινομένου του ένοπλου αγώνα. Χωρίς να ξεχνάμε, φυσικά, την κεντρική λειτουργία που διεξήγαγε το κομμουνιστικό Κόμμα. Υπό αυτή την έννοια το Τορίνο ήταν ένα ιδιαίτερα ποικίλο πλαίσιο, μια συγκυρία στην οποία συνυπήρχαν διαφορετικές εμπειρίες, αντιτίθονταν και αλληλοσυνδέονταν, ειδικά κατά το χρονικό διάστημα που αναλύθηκε από τον Pantaloni, από το φθινόπωρο του 1976 έως το τέλος του 1977, που αποτελούσε μια θεμελιώδη φάση μετάβασης όχι μόνο για κοινωνικά κινήματα, αλλά για ολόκληρη την ιταλική κοινωνία.

Ο Pantaloni διαρθρώνει το έργο του σε δύο διαφορετικά μέρη. Στο πρώτο αναλύει την κρίση της Lotta Continua στο Τορίνο και τις δυναμικές της διάλυσης της. Μία διαδικασία περισσότερο απ’ ότι μια εκδήλωση, όπως δείχνει ο ίδιος ο ερευνητής, αργή και βαθμιαία, η οποία ξεκίνησε με την εκλογική ήττα που υπέστη η λίστα της Προλεταριακής Δημοκρατίας στις εκλογές του Ιουνίου του 1976, για να ξεδιπλωθεί από πολλές απόψεις μέσα στο δραματικό συνέδριο του Ρίμινι, του οκτωβρίου του ιδίου έτους. Ο Pantaloni ανακατασκευάζει με έναν προσεκτικό και τεκμηριωμένο τρόπο την έκρηξη της LC στο Τορίνο, παρουσιάζοντας τις αιτίες αυτής. Πρώτα απ ‘όλα, υπήρξε μια βαθιά κριτική στην στράτευση όπως είχε αναπτυχθεί από το 1968 και μετά, που προωθήθηκε όχι μόνο από τα νέα κοινωνικά υποκείμενα που γρήγορα (επαν) πολιτικοποιούνταν, όπως οι γυναίκες και οι νέοι, αλλά και από τους ίδιους τους εργάτες, που είχαν εκπροσωπήσει το επίκεντρο της πολιτικής δράσης της ομάδας. Η πολιτική πρακτική με την οποία εκδηλώθηκε αυτή η δυσφορία ήταν αυτή του αποσχιστισμού, η οποία έρχονταν σε αντίθεση με την εγκάρσια και οριζόντια φιλοδοξία, τον πόθο που προκάλεσε από την αρχή τις επαναστατικές προοπτικές της LC. Αυτός ο διαχωριστικός χαρακτήρας αντηχούσε όχι μόνο σε δριμείες αντιπαραθέσεις μεταξύ των διαφόρων υποκειμένων, αλλά και κυρίως σε μια κάθετη και ολοκληρωτική αντιπαράθεση μεταξύ της βάσης και της ηγετικής ομάδας της οργάνωσης, μια πραγματική κρίση νομιμοποίησης που αποδείχθηκε μη αποφασιστική. Ο Pantaloni προχωρά στη συνέχεια για να περιγράψει την οργανωτική διάλυση της LC. Υπήρξε, εν προκειμένω, η προσπάθεια ορισμένων τμημάτων να συνεχίσουν ένα πολιτικό έργο στην επικράτεια του Τορίνο, ενώ πολλά μέλη της ομάδας περιφρούρησης, κυρίως οι νέοι, μιας και ξεθώριασε η προοπτική μίας επικείμενης εξέγερσης, πίεζαν για μια ριζοσπαστικοποίηση των ρεπερτορίων, των επιλογών. Ενδιαφέρουσα είναι η παράγραφος αφιερωμένη στην εξέλιξη της εφημερίδας του ομίλου, η οποία κατάφερε εν μέρει να απορροφήσει το τραύμα και να διατηρήσει την αξιοπιστία τουλάχιστον καθ ‘όλη τη διάρκεια του 1977 ως ένα από τα σημαντικότερα όργανα πληροφόρησης του κινήματος στην πρωτεύουσα του Πεδεμόντιου.

Το δεύτερο μέρος του δοκίμιου είναι αφιερωμένο στην παραβολή του Κινήματος του 1977 στο Τορίνο. Ο Pantaloni επιτελεί μια ενδιαφέρουσα επιχείρηση, «αποσυνθέτοντας» την ανάλυση ενός φαινομένου-συμβάντος. Σωστά, αυτός εξιστορεί την τροχιά των τριών πολιτικών παικτών που έδωσαν ζωντάνια, που κινητοποίησαν το Κίνημα στο Τορίνο και όχι μόνο. Πρώτα απ ‘όλα οι εργάτες, αν και με διαφορετικούς τρόπους σε σχέση με τον κύκλο των βιομηχανικών συγκρούσεων 1969-73 δεδομένου του μεταβαλλόμενου πλαισίου, που ήδη έδειχνε σημάδια μιας βαθιάς κρίσης του μοντέλου συσσώρευσης της χρυσής εποχής. Στη συνέχεια το γυναικείο κίνημα, στο οποίο ο Pantoni αφιερώνει σελίδες μεγάλης πυκνότητας, ανακατασκευάζοντας τα πεδία παρέμβασης του, τις θεωρίες και τις αξιώσεις, ζωγραφίζοντας μια πολύπλοκη και διαφοροποιημένη εικόνα.Τέλος το φοιτητικό κίνημα και οι κύκλοι του νεανικού προλεταριάτου, οι οποίοι διαδραμάτισαν επίσης θεμελιώδη ρόλο, κινούμενοι εγκάρσια σε σχέση με τα άλλα προαναφερθέντα υποκείμενα. Συγκεκριμένα, έδειξαν μεγάλη προδιάθεση για την εξάπλωση ριζοσπαστικών πρακτικών, όπως η επίθεση του Angelo Azzurro, μπαρ κατηγορούμενου ότι ήταν σημείο συνάντησης για δεξιά στοιχεία και εμπόρους ναρκωτικών, όπου ο Roberto Crescenzio έχασε τη ζωή του και που έκλεισε οριστικά την παραβολή του τορινέζικου Εβδομήντα επτά.

Σχεδόν σε ρόλο παραρτήματος ο Pantaloni προσθέτει ακόμα δύο κομμάτια. Από τη μία πλευρά τα γεγονότα που συνδέονται με τη φυλακή και τους αγώνες των κρατουμένων, οι οποίοι στο Τορίνο το 1977 είχαν σημασία που δεν ήταν καθόλου δευτερεύουσα. Από την άλλη πλευρά το ευαίσθητο και αμφιλεγόμενο θέμα του παράνομου ένοπλου αγώνα και των σχέσεών του με τη «δημόσια» διάσταση των αγώνων. Από αυτή την άποψη, ο Pantaloni επικεντρώνεται στην εμπειρία της Prima Linea- Πρώτης γραμμής η οποία ήταν ιδιαίτερα σημαντική εκείνους τους μήνες στο Τορίνο, και στην οποία, από την αρχή, πολλοί από τους εξερχόμενους της LC συγκλίνουν, ειδικότερα η ομάδα περιφρούρησης. Ο συγγραφέας είναι επίσης διεισδυτικός υπογραμμίζοντας και σε αυτή την περίπτωση την πολυπλοκότητα της δυναμικής που οδήγησε, το 1977 και τα επόμενα χρόνια, στην έκρηξη του φαινομένου του λεγόμενου «διάχυτου ανταρτοπόλεμου». Αρνείται ριζικά τις απλοποιήσεις και τους αυτοματισμούς, υπογραμμίζοντας τις περίπλοκες διαπλέξεις και τις αμέτρητες γκρίζες περιοχές που υπάρχουν στη σχέση μεταξύ των παράνομων κινημάτων και της παράνομης στράτευσης.

Συνολικά, η επιχείρηση που επιχειρείται από τον Pantaloni είναι πειστική, αξίζει τον κόπο, εδώ, να τονίσουμε δύο στοιχεία ιδιαίτερου ενδιαφέροντος. Πρώτον, από την ιστοριογραφική άποψη, ο συγγραφέας συνδυάζει δύο από τις πιο ενδιαφέρουσες και πρόσφατες προσεγγίσεις της μελέτης για την ιταλική Δεκαετία του ’70. Από τη μία πλευρά, η τάση να διερευνάται η δυναμική της συγκεκριμένης τοπικής πραγματικότητας (στην προκειμένη περίπτωση το Τορίνο). Από την άλλη επικεντρώνεται στο δεύτερο μισό της δεκαετίας του εβδομήντα, μιας περιόδου που επανακτά την πλήρη ιστοριογραφική της σημασία εδώ και λίγα μόνο χρόνια. Όπως ο Falciola, στο δοκίμιο του για το 1977, και πιο πρόσφατα ο Τanturli, σε εκείνο για την Prima Linea, δείχνουν ότι πρόκειται για χρόνια κρίσης και περάσματος, σίγουρα μέσα σε σύγχυση και δραματικότητα, αλλά αποκαλύπτουν όμως ερευνητικά μονοπάτια θεμελιώδους σημασίας για την κατανόηση της Δεκαετίας του ’70, κυρίως όσον αφορά την ανάπτυξη ριζοσπαστικών milieux-φόντων και τη μετατροπή της δυναμικής των κοινωνικών συγκρούσεων.

Το δεύτερο στοιχείο αφορά αντιθέτως την ικανότητα που δείχνει ο Pantaloni να ανασυνθέσει ιδιαίτερα ευαίσθητα γεγονότα που έλαβαν χώρα σε ένα πολύ περίπλοκο πλαίσιο (Τορίνο του 1976-1977) μέσω μιας προσέγγισης και μέσων που είναι εξ ολοκλήρου ιστορικά. Μέσω της χρήσης σχεδόν εξ ολοκλήρου «εσωτερικών» πηγών, που παράγονται από τους παίκτες για τους οποίους γίνεται λόγος, μια επιλογή που σίγουρα ενισχύει το διαλεκτικό σύστημα, η διάλυση της Lotta Continua και το τορινέζικο Εβδομήντα επτά αναδύονται ως διαδικασίες συνεχούς εξέλιξης, αποτελούμενες από πολλές τροχιές και παράγοντες διαφορετικούς και συνυπάρχοντες και σε συνεχή διάλογο μεταξύ τους. Ο Pantaloni επιστρέφει πίσω την πολυπλοκότητα αυτής της αλληλεπίδρασης, προτείνει πειστικές γραμμές ερμηνείας, δίνοντας έμφαση στις μη γραμμικές δυναμικές που χαρακτήριζαν την κοινωνική σύγκρουση εκείνων των ετών.

Print Friendly, PDF & Email