τα βιβλία του μιχάλη, i libri di michele

στη χώρα του ποτέ…ή 18

MATTEO CAGGEGI    

BARBARA AZZARONI

02Barbara_Azzaroni_Carla Στις 6 μαρτίου ’79 μια βλοσυρή σιωπή τσακίζει το κέντρο της Bologna. Σημαίες, λουλούδια, ένα στεφάνι: Barbara era una di noi, una comunista. Η Barbara ήταν μια από εμάς, μια κομουνίστρια. Barbara Azzaroni, είκοσι εννέα χρόνων. Στρατευμένη στην Prima linea, Πρώτη γραμμή σκοτώθηκε μαζί με τον Matteo Caggegi, είκοσι χρόνων, εργάτη στην Fiat. Δυο χιλιάδες άνθρωποι συμμετέχουν στην κηδεία, προκαλώντας τους ελέγχους. Από ένα πεντακοσαράκι το μεγάφωνο μεταδίδει τον ύμνο του Potere operaio, εργατικής Εξουσίας, και τα λόγια μιας μπροσούρας, με υπογραφή Il Movimento, το Κίνημα.

Το κίνημα του ανταρτοπόλεμου είναι μια συνιστώσα του επαναστατικού κινήματος. […] Για εμάς, συντρόφους της Bologna, η Barbara δεν ήταν με τίποτα μια παράνομη. Την γνωρίζαμε και την εκτιμούσαμε όλοι.

Ένας φωτογράφος αποθανατίζει τους συμμετέχοντες. Η εντολή είναι του κομουνιστικού Κόμματος. Ζωγραφισμένοι κύκλοι γύρω από τα πρόσωπα. Βέλη.

Στα είκοσι χρόνια της η Barbara έχει ήδη ένα παιδάκι. Το ’70 συναντά τον Maurice. Στρατεύονται στο Potere operaio, συχνάζουν στα στέκια της Αυτονομίας, frequentano le sedi dell’Autonomia. Τον μάρτη του Εβδομήντα επτά είναι μέσα στο κίνημα, αλλά και στις Brigate comuniste, κομουνιστικές Ταξιαρχίες, τον παράνομο χώρο του περιοδικού «Rosso».

Το απόγευμα της 11 μαρτίου η Bologna είναι ένα πεδίο μάχης. Ένας καραμπινιέρος σκότωσε τον Francesco Lorusso, αγωνιστή της Lotta continua. Ο ξεσηκωμός συνεχίζεται για δυο  ημέρες. Η Barbara βρίσκεται στο πανεπιστήμιο που προστατεύεται από τα οδοφράγματα. Τον σεπτέμβρη παίρνει μέρος στο συνέδριο ενάντια στην καταστολή σαν αγωνίστρια των Formazioni comuniste combattenti, κομουνιστικών μαχόμενων Σχηματισμών..

Μέχρι το Εβδομήντα οκτώ είναι δασκάλα σε έναν παιδικό σταθμό, παίρνει μέρος τους αγώνες των εργαζομένων, στο κίνημα. Μπαίνει στην παρανομία έγκαιρα για να αποφύγει ένα ένταλμα σύλληψης. Στρατεύεται στην Prima linea και συμμετέχει σε διάφορες ενέργειες.

Torino είναι κομουνιστική πόλη. Η Prima linea είναι ριζωμένη στα εργοστάσια. Όπως οι ερυθρές Ταξιαρχίες, le Brigate rosse. Για το Κκι αυτό είναι μη αποδεκτό. Τον φεβρουάριο του ’79 μοιράζει ένα ερωτηματολόγιο αντιτρομοκρατίας. Έξι ερωτήσεις. Η πέμπτη προσκαλεί να καταγγείλουν ανώνυμα τον γείτονα, τον σύντροφο στην δουλειά στη βάση μιας υποψίας. Εκατό χιλιάδες τυπωμένα αντίτυπα. Τριάντα πέντε απαντήσεις στην πέμπτη ερώτηση. Η Prima linea αποφασίζει να επιτεθεί σε έναν από τους υπεύθυνους της πρωτοβουλίας.

Η Barbara και ο Matteo βρίσκονται σε ένα bar όταν εισβάλλει η αστυνομία. Αυτή πέφτει αμέσως, τραυματισμένη θανάσιμα. Αυτός ξεκινά μια μάχη σώμα με σώμα μέχρι που σωριάζεται χτυπημένος από έξι σφαίρες.

Barbara Azzaroni  Carla
Rimini, 2 φεβρουαρίου 1950 – Torino, 28 φεβρουαρίου 1979
Mαχήτρια της Prima linea (Pl) σκοτώθηκε από την αστυνομία σε ένα μπαρ μαζί με ένα σύντροφο

 

L8_80_01_06_b

 

 

Muse – Aftermath

συνεχίζεται

τα βιβλία του μιχάλη, i libri di michele

ΩΩγ. στη χώρα του ποτέ…ή 16

 

24.02.1974   Firenze, Φλωρεντία. Στη διάρκεια μιας εξέγερσης στις φυλακές Murate ένας σωφρονιστικός υπάλληλος ρίχνει μια ριπή με το αυτόματο ενάντια στην ομάδα που είχε σκαρφαλώσει στην οροφή. Ο Giancarlo Del Padrone, είκοσι χρόνων, σκοτώνεται επί τόπου. Άλλοι τέσσερις κρατούμενοι τραυματίζονται, ένας σοβαρά. Η διαδήλωση διαμαρτυρίας είχε οργανωθεί από τους κρατουμένους ενάντια στις καθυστερήσεις της μεταρρύθμισης των φυλακών.

1 4.03.1974    Firenze. Κάποια επεισόδια διαδραματίζονται μπροστά στις φυλακές delle Murate ανάμεσα σε αγωνιστές της εξωκοινοβουλευτικής αριστεράς που εμφανίζονται αλληλέγγυοι με τους κρατουμένους που βρίσκονται σε εξέγερση και τις δυνάμεις της τάξης. Αρκετοί οι ελαφρά τραυματισμένοι.

1 7.04. 1 976    Calenzano (Φλωρεντία). Τέσσερις μολότοφ ρίχνονται ενάντια στα γραφεία της εταιρείας La Pasquale. Την ευθύνη της επίθεσης αναλαμβάνει η »Lotta armata per il comunismo», »Ένοπλος αγώνας για τον κομουνισμό» που διαμαρτύρεται ενάντια στην μαύρη εργασία.                                                                                                                         Firenze. Κάποιες μολότοφ ρίχνονται ενάντια στο ισπανικό Προξενείο στην piazza Saltarelli.

31.05.1976
Firenze. Σοβαρά επεισόδια συμβαίνουν μπροστά στο Palazzo Strozzi στο τέλος ενός συλλαλητηρίου του φασίστα Ahnirante που αποδοκιμάζεται από αγωνιστές της αριστεράς. Η αστυνομία επεμβαίνει. Είκοσι συλλήψεις και δεκάδες προσαγωγές.

14. 1 2. 1 976
Φλωρεντία. Έξι βομβιστικές επιθέσεις πραγματοποιούνται στη διάρκεια της νύχτας εις βάρος των μεγαλύτερων κτηματομεσιτικών γραφείων. Την ευθύνη των επιθέσεων αναλαμβάνουν οι
«Reparti comunisti combattenti contro la speculazione immobiliare»,  »μαχόμενα κομουνιστικά Τμήματα ενάντια στην κερδοσκοπία των ακινήτων».

1 8. 12. 1 976      Firenze. Στην διάρκεια μιας σοβαρής εξέγερσης στις φυλακές delle Murate οι κρατούμενοι παίρνουν ομήρους έξι φύλακες και έναν υπαξιωματικό. Σοβαρές οι υλικές ζημιές στις εγκαταστάσεις της φυλακής.

24.03.1977  Φλωρεντία. Δυο ένοπλα commando εισβάλλουν στην Firenze στα γραφεία της Ένωσης μικρών βιομηχάνων της τοσκάνης,  παίρνοντας στην κατοχή τους διάφορα έγγραφα, και στο Prato στα γραφεία μιας εταιρείας έρευνας για τον τομέα της κλωστοϋφαντουργίας, όπου καταστρέφουν εξοπλισμό, βάζουν φωτιά σε έντυπα και αφαιρούν χρήματα από τους παρόντες. Οι δυο ενέργειες υπογράφονται από τις »Unità combattenti comuniste», »μαχόμενες κομουνιστικές Μονάδες».

29.03.1977                                                                                                                                                 Φλωρεντία, Firenze. Έξι επιθέσεις ενάντια σε άλλα τόσα γραφεία της χριστιανοδημοκρατίας DC στην Φλωρεντίa. Οι έξι εκρήξεις προκαλούν ζημιές στις αντίστοιχες εισόδους, σε έπιπλα και παντζούρια. Για τις επιθέσεις την ευθύνη αναλαμβάνουν με τηλεφώνημα στην ραδιοτηλεόραση Rai-TV τα «Reparti comunisti di combattimento», »κομουνιστικά μαχόμενα Τμήματα».

20.06.1977
Prato (Firenze). Μια εμπρηστική επίθεση εις βάρος μιας εγκατάστασης αποθήκευσης αυτοκινήτων της Fiat λαμβάνει χώρα στη διάρκεια της νύχτας από την Prima linea. Σημαντικές οι ζημιές.

21.07.1977
Φλωρεντία. Τρεις επιθέσεις με εμπρηστικούς μηχανισμούς ενάντια σε κατοικίες και επαγγελματικά στούντιο τριών καθηγητών του Πανεπιστημίου της Firenze. Ένας από τους καθηγητές είναι μέρος της ομάδας καθηγητών που αντιτέθηκε στα αιτήματα των φοιτητών για εξετάσεις με πολιτική ψήφο, στην πολιτική βαθμολογία δηλαδή. Η διεκδίκηση των επιθέσεων έγινε με μπροσούρα υπογεγραμμένη «Organizzare a armare i bisogni proletari comunisti», »να Οργανώσουμε και να οπλίσουμε τις κομουνιστικές προλεταριακές ανάγκες».

28.09.1977
Firenze. Τρία κτηματομεσιτικά γραφεία δέχονται επίθεση, ληστεύονται και πυρπολούνται δικασαπό τρεις ομάδες νεαρών. Την ευθύνη αναλαμβάνουν με φυλλάδιο υπογεγραμμένο οι «Squadre proletarie di combattimento», »προλεταριακές Ομάδες μάχης».

1 9. 1 0. 1977
Φλωρεντία. Ένα commando της Prima linea, Πρώτης γραμμής, τρεις νεαροί και μια κοπέλα οπλισμένοι, εισβάλλουν στο συνδικάτο της τοσκάνης των διοικητών βιομηχανικών εταιρειών. Οι δράστες της επίθεσης παίρνουν μαζί τους τις καρτέλες των μελών, συγκεντρώνουν αρχεία και φακέλλους σε ένα δωμάτια και τα παραδίδουν στη φωτιά. Πριν διαφύγουν γράφουν στους τοίχους: ‘Να κλείσουμε τα κέντρα της εχθρικής διοίκησης, Chiudiamo i centri del comando nemico’

25.11. 1977
Prato (Firenze). Μια βομβιστική επίθεση προκαλεί ζημιές στα γραφεία της DC στη via Pozzi.
Σοβαρές οι ζημιές. Λίγο αργότερα δέχεται επίθεση και η έδρα της DC στην via San Domenico.

20.01. 1 978
Φλωρεντία. Δυο άνδρες και μια γυναίκα οπλισμένοι εισέρχονται στο σπίτι ενός συνταγματάρχη της φρουράς της φυλακής le Murate, που βρίσκεται δίπλα στην είσοδο της φυλακής, στην προσπάθεια να επιτύχουν την απόδραση κάποιων κρατουμένων, μεταξύ των οποίων ο Renato Bandoli, ένας φοιτητής που είχε συλληφθεί τον απρίλη του ’77 σε ένα διαμέρισμα όπου βρέθηκε υλικό των »μαχόμενων κομουνιστικών Μονάδων», «Unità combattenti comuniste» και για τον οποίον υπήρχαν υποψίες διασυνδέσεων με την τρομοκρατική ομάδα επαναστατική Δράση, Azione rivoluzionaria. Τρεις αστυνομικοί που έφτασαν τυχαία στον τόπο με αυτοκίνητο, συγκρούονται με άλλα δυο μέλη του commando που επιβλέπουν από έξω,κρατώντας τσίλιες. Στην διάρκεια της ανταλλαγής πυρών σκοτώνεται ο αστυνομικός Fausto Dionisi και τραυματίζεται ο συνάδελφος του Dario Atzetù. Οι πέντε συμμετέχοντες στο commando καταφέρνουν να διαφύγουν.

28.06. 1978
Firenze. Ένα commando των «Reparti comunisti combattenti, μαχόμενων κομουνιστικών τμημάτων» εισβάλλει στα γραφεία των τροχονόμων και αφού ακινητοποιεί τους παρόντες ληστεύει χρήματα και οπλισμό.

01.07.1978                                                                                                                                                 Φλωρεντία. Ένα commando των «μαχόμενων προλεταριακών Ομάδων, Squadre proletarie combattenti» εισέρχεται στα γραφεία της Pretura, του Περιφερειακού Δικαστηρίου και αφού ακινητοποιεί τους παρόντες τα  καταστρέφει

14.11. 1978                                                                                                                                                Prato (Firenze). Μια βομβιστική επίθεση πραγματοποιείται ενάντια σε ένα γραφείο του δήμου. Ανάλογες επιθέσεις στην Pisa εναντίον δυο γραφείων του δημοσίου, για όλες την ευθύνη αναλαμβάνουν οι «μαχόμενες κομουνιστικές Μονάδες, Unità
Combattenti Comuniste». Ένας εκρηκτικός μηχανισμός προκαλεί ζημιές στην κατοικία του δημοτικού συμβούλου Vestri.                                                                                         Φλωρεντία. Έξι επιθέσεις βομβιστικές, κάποιες αποτυχημένες, πραγματοποιούνται σε δημόσια κτίρια και ενάντια σε ένα στρατόπεδο καραμπινιέρων. Ιδιαίτερα ισχυρή η έκρηξη που καταστρέφει τα επαρχιακά γραφεία του υπουργείου Οικονομικών στην via Masaccio. Για τις επιθέσεις την ευθύνη αναλαμβάνουν οι «προλεταριακές Ομάδες μάχης, Squadre proletarie di combattimento» και οι «Κομουνιστικές Μαχόμενες Μονάδες, Unità Combattenti Comuniste».

21.12.1978                                                                                                                                                 Firenze. Εκρηκτικός μηχανισμός και ριπές αυτομάτου ενάντια στο στρατόπεδο των καραμπινιέρων του Rifredi. Την ευθύνη της επίθεσης αναλαμβάνει η Prima linea.                Φλωρεντία. Εισβολή τριών ενόπλων προσώπων, δυο ανδρών και μιας γυναίκας, στα γραφεία της διαφημιστικής εταιρείας Manzoni. Την ώρα που η γυναίκα γράφει στους τοίχους με spray, οι άλλοι δυο παραδίδουν μια ανακοίνωση στον διευθυντή της εταιρείας που ακινητοποιήθηκε μαζί με την γραμματέα. Η ανακοίνωση που υπογράφεται από την Prima linea ξεκινά με το slogan » Να επιτεθούμε στα κέντρα της συνεργασίας και του αντεπαναστατικού ψυχολογικού πολέμου» και συνεχίζει κηρύττοντας πόλεμο στις εφημερίδες.

06.02.1979
Firenze. το αυτοκίνητο του προέδρου της Υπηρεσίας Πανεπιστημιακής Αρωγής, dell’Opera Universitaria, του Guido Clemente, πυρπολείται και καταστρέφεται. Την ευθύνη αναλαμβάνουν οι «προλεταριακές Περιπολίες, Ronde proletarie».

15.02. 1979
Φλωρεντία. Τέσσερις οπλισμένοι άνδρες εισβάλλουν στην έδρα του Ιταλικού Ινστιτούτου Ακινήτων, dell’Istituto Mobiliare Italiano και τοποθετούν εκρηκτικά που προκαλούν σοβαρές ζημίες. Την ευθύνη της επίθεσης αναλαμβάνει η Πρώτη Γραμμή,
Prima linea.

17.03. 1979
Firenze. Μια βομβιστική επίθεση λαμβάνει χώρα ενάντια στο κέντρο τηλεπικοινωνιών της αστυνομίας, il centro di telecomunicazioni della PS στην οδό del Tiratoio. Την ευθύνη αναλαμβάνει η Πρώτη γραμμή, Prima linea. Μια ανάλογη επίθεση πραγματοποιείται λίγο αργότερα ενάντια σε ένα κέντρο αυτοκινήτων της αστυνομίας στην via Baracca, την ευθύνη αναλαμβάνουν οι «Squadre
proletarie di combattimento», »προλεταριακές Ομάδες μάχης».

28.03.1979                                                                                                                                 Φλωρεντία. Επίθεση της  Prima linea ενάντια στο Commissariato di PS, στο αστυνομικό τμήμα του Rifredi-Peretola. Η επίθεση αποτυγχάνει διότι ένας περαστικός παρατήρησε τον εκρηκτικό μηχανισμό, τον οποίον οι πυροτεχνουργοί πυροδότησαν στη μέση του δρόμου.

12.04.1979                                                                                                                                                 Firenze. Τρεις νεαροί αντάρτες εισέρχονται στο ηλεκτρονικό κέντρο, centro elettronico του CNR και, αφού φιμώνουν και δένουν τους υπαλλήλους, τοποθετούν εκρηκτικό μηχανισμό που καταστρέφει ολόκληρο τον ηλεκτρονικό μηχανισμό. Για την επίθεση την ευθύνη αναλαμβάνει η Πρώτη γραμμή, Prima linea.

1 9.05.1979                                                                                                                                 Φλωρεντία. Έντεκα εντάλματα σύλληψης ενάντια σε φερόμενα μέλη της Πρώτης γραμμής, Prima Linea. Οκτώ πρόσωπα βρίσκονται ήδη στην φυλακή: Salvatore Palmieri, Doriana Donati, Gabriella Argentierο, Corrado
Marcetti, Giuliana Ciani, Sergio d’Elia, Pia Sacchi, Luisa Malacarne.

http://www.memoria.san.beniculturali.it/c/document_library/get_file?uuid=56605269-e5c6-4452-8955-92ad8d078638&groupId=11601

http://www.memoria.san.beniculturali.it/c/document_library/get_file?uuid=04c76755-04c0-4814-966d-60f4fa5479e9&groupId=11601

 

 

αλληλεγγύη

ANGELIC UPSTARTS – Solidarity

https://aenaikinisi.wordpress.com/2015/07/23/%CE%B3%CE%B9%CE%B1-%CE%BD%CE%B1-%CE%BF%CF%81%CE%B3%CE%B1%CE%BD%CF%89%CE%B8%CE%BF%CF%8D%CE%BC%CE%B5/

συνέντευξη Franco Bonisoli, BR μέρος 1

αριστεροι τουρκοι 2

εικόνα από το σήμερα : Τουρκία, μάρτης ’15

κι όπως τραγουδά ένας πολύ αγαπημένος:

Τα σύνορα που πέρασα δεν είχανε φρουρό
μόνο λίγα γεράκια διψασμένα
στα γόνατά μου αράξανε ζητώντας μου νερό
και πώς να τα χορτάσω τα καημένα

Σε πολιτεία βρέθηκα που ‘ψαχνα για καιρό
στου ονείρου μου τον χάρτη τον κρυμμένο
πάω να την ψηλαφίσω τρέχω να τη χαρώ
κι αυτή με προσπερνάει με βλέμμα ξένο

Στην αγορά ζωήλατα και ξωτικά πουλιά
και κράχτες που σωσίβια διαλαλούνε
αγόρασα από ένα σε δυο γυμνά παιδιά
κι εκείνα ζαρωμένα μ’ απαντούνε:

«Οι δοκιμές μας γέρασαν νωρίς στον κόσμο αυτό
κι αν τόσο θες να κάνεις μια αβαρία
δώσε μας λίγο πράσινο Κιφ Μαροκινό
και θα στο ξεπληρώσει η Ιστορία».

Στο πάρκο ένας μπατίρης μου ζάλιζε τ’ αυτιά
πως ήσουν τράπουλα σημαδεμένη
στους τέσσερις ανέμους σκορπίσαν τα χαρτιά
πού να σε ψάξω χώρα μου χαμένη

Στον ώμο το δισάκι μου σε σας ξαναγυρνώ
φωτιά νερό αέρα μου και χώμα
δε βγαίνουνε τα όνειρα σε πλειστηριασμό
δεν παίχτηκε η παρτίδα μας ακόμα

KIF Dimitris Mitropanos – YouTube

συνεχίζεται
τα βιβλία του μιχάλη, i libri di michele

ΩΩ. στη χώρα του ποτέ…ή 14

Έχουμε και τον Επίλογο μας :
Ψάχνοντας ανάμεσα σε παλιά χαρτιά βρήκα μια μικρή ατζέντα που κρατούσα το 1980 στις φυλακές Κομοτηνής. Είχα γραμμένα αποσπάσματα από γράμματα που έστελνα στην Ροσσάνα. Σημειώσεις.
Σας μεταφέρω λοιπόν κάποια ενδιαφέροντα σημεία από τις σκέψεις εκείνου ακριβώς του καιρού για τον οποίο μιλάμε.
Νομίζω πως δεν θα μπορούσαμε να έχουμε καλύτερο επίλογο :

HIGH ON EMOTION … Chris de Burgh

‘Από χθες είναι εδώ ένας αυθεντικός Cipputi, [ήρωας από κόμιξ του Αλτάν], που τον άρπαξαν στα ελληνοτουρκικά σύνορα, πολύ συμπαθητικός. Στην πράξη έχουμε φτιάξει την μικρή μας παροικία σε ένα κελί με 10 άλλους έλληνες. Στο σύνολο είμαστε 14.
Δεν είναι και τόσο ευχάριστα ανάμεσα σε ανθρώπους τραχείς, άξεστους,με τους οποίους στην πράξη δεν υπάρχει δυνατότητα συνεννόησης.
Δυο φορές φυλακισμένοι!

Σε παρατηρούν σχολιάζοντας οποιαδήποτε κίνηση, όταν γράφω και γιατί γράφω τόσο πολύ, όταν λιάζομαι με τις ώρες, όταν κοιμάμαι δίχως σλιπάκι, όταν τρώω, γιατί κάνω ντους κάθε μέρα κλπ.
Και μισούν θανάσιμα αυτούς που μιλάνε άλλες γλώσσες. Ζηλεύουν πολύ. Είναι τρελό.
Πάλι καλά που είναι εδώ ένα μεγάλος στην ηλικία κύριος από τη νότια Ιταλία και ένας αργεντίνος με τους οποίους περνούμε το μεγαλύτερο μέρος της μέρας. Υπήρχε και ένας πολύ συμπαθητικός Έλληνας, μα έχει φύγει και αυτός.
Κάνουμε καλή παρέα, αστειευόμαστε συχνά μεταξύ μας προσπαθώντας να κάνουμε τη γκρίζα μας μέρα όσο το δυνατόν ‘ευχάριστη’.

Κάθε απόγευμα παίζουμε βόλεϋ και είναι η μοναδική όμορφη στιγμή της μέρας. Πηδώ, φωνάζω, τρέχω, καρφώνω κι έτσι ξεσπάω αρκετά και ξεχνιέμαι. Είναι μια διέξοδος.
Διαφορετικά, τα υπόλοιπα : βαρεμάρα και οι υπέροχες αναμνήσεις μιας ζωής μαζί σου.
Στη διάρκεια της μέρας, τις περισσότερες ώρες έξω στο προαύλιο, καπνίζοντας τσιγάρο ή ξαπλωμένος στο κρεβάτι με κλειστά τα μάτια, σε νιώθω δυνατά και το μυαλό μου να πετά πάνω από τους τοίχους.’
‘Αυτή τη στιγμή η τηλεόραση μεταδίδει ένα πρόγραμμα μουσικό, από εκείνο το μαγαζί στην Πλάκα της Αθήνας όπου βρεθήκαμε ένα βράδυ,μετά το παιχνίδι του Ολυμπιακού στον Πειραιά που παρακολουθήσαμε μαζί με τον Παύλο. Με τους τρεις τραγουδιστές και τα δυο κορίτσια, θυμάσαι; Άσε που μούρχεται έντονα στο μυαλό η στιγμή που μας άφησαν να καθίσουμε λιγάκι μαζί κάτω από την κερασιά, έξω από τη φυλακή, τη μέρα της δίκης σου, στο διάλειμμα
και δακρύζω.
Πέρασε η ώρα, έπεσε ησυχία, απ’ το ραδιοφωνάκι του διπλανού ακούγεται σιγανά η Πάτι Σμίθ να τραγουδά πως ‘η νύχτα ανήκει στους εραστές’
τη μια στιγμή πηδώ στον ουρανό απ’ τη χαρά να επικοινωνώ μαζί σου και την αμέσως επόμενη πέφτω στη μεγαλύτερη απογοήτευση. Τη μία στιγμή ηρεμώ και την άλλη πέφτω στην πιο μαύρη απελπισία
με ένα θυμό μεγάλο κι ένα αίσθημα αδυναμίας να με τυλίγει.
Θυμάμαι που τρέχαμε στους δρόμους της Φλωρεντίας με την βέσπα τραγουδώντας την ‘κουκαράτσα’
κάνω τα πάντα για να ελέγχω αυτά τα σκαμπανεβάσματα στην διάθεσή μου, και τα συναισθήματα
να μη με πιάσει τρέλα!
να κρατήσω ισορροπία
αυτή η αίσθηση της αδυναμίας είναι καταστροφική.’

27-06-’80
Έφυγαν οι φίλοι μου, ήρθαν δύο καινούρια παιδιά, είναι όμως λίγο απόμακροι, κρυόκωλοι
έμεινε όμως ο Λίνο, ο καημένος είναι μπαμπάς και μητέρα μαζί, μας πλένει, μας μαγειρεύει κι εμείς του κάνουμε χαδάκια και χαρούλες γιατί νιώθει τόσο μόνος, είναι μεγάλος, τον τυλίγει συχνά η απελπισία, καταφεύγει στην αγκαλιά μου ξεσπώντας σε λυγμούς.
Το θετικό στην υπόθεση είναι πως μου επιστρέφει η διάθεση, όσο κι αν φαίνεται παράξενο.
Η επιστροφή στις ρίζες
στις ρίζες του παντοτινού Μιχάλη
που τον τελευταίο καιρό είχε καταντήσει ένα αυτόματο
προσωπικότητα αυτοματοποιημένη από την συνήθεια στην οποία είχαμε εγκλωβιστεί λόγω της δικής μας καθημερινής επανάληψης,
καταλαβαίνεις τι εννοώ

μιας και η ζωή μας είχε καταντήσει ‘μηχανική’.
εκείνη η φοβερή επιθετικότητα, η συντριπτική όρεξη να κάνω πράγματα, με όλη τη σημασία της λέξης, με τις αισθήσεις στην τσίτα.
Η συνήθεια μας είχε σπάσει τα νεύρα
μ’ εκείνο τον παράλογο εκβιασμό που μας είχε καταντήσει αυτόματα, ρομποτάκια άριστα προγραμματισμένα
δίχως συναισθήματα
με τη δημιουργικότητα πνιγμένη και την φαντασία, αν εξαιρέσεις………
σε οτιδήποτε δεν ήταν στο κανάλι που είχε μία μοναδική κατεύθυνση….

Άρνηση λοιπόν της εξουσίας,ολοκληρωτική άρνηση οποιασδήποτε μορφής εξουσίας
γιατί δεν υπάρχει εξουσία δίχως περιορισμό,
δίχως άρνηση της κριτικής δυνατότητας, δίχως εμπόδια στην αναζήτηση δρόμων καινούργιων για τα πρόσωπα και όχι προκατασκευασμένων,
χωρίς περιορισμό στον αυθορμητισμό του ατόμου.
Για να είναι η καθημερινότητα δημιουργία.
Η ύπαρξή μας μέσα σε ένα κανάλι, μοναδικό. Όχι, φτάνει.
Προγραμματισμένη σε ένα και το αυτό κανάλι. Όχι άλλο.
Μια δυνατότητα, μοναδική
ιστορικά ηττημένη
παλιά, γηρασμένη
μουμιοποιημένη, μπαγιάτικη όπως η Βίβλος
άλλο τόσο λοιπόν μουχλιασμένος και ο Λενινισμός.

Τον είχαμε ήδη απορρίψει εδώ και πάνω από πέντε χρόνια, τότε που ακόμη όλοι ήθελαν ‘να τον τηρούν κατά γράμμα’, ενώ εμείς προτιμήσαμε την θαυμάσια-υπερηχητική δημιουργικότητα με όλες μας τις αισθήσεις.
Και μετά πέσαμε στην παγίδα
ίσως γιατί ελπίζαμε πως τα πράγματα θα πήγαιναν διαφορετικά, θα έπαιρναν άλλη τροπή, και θα φτιάχναμε τα πράγματα αλλιώς.
Αντίθετα, ‘κέρδισαν’ οι ‘πολέμαρχοι’
και τα αποτελέσματα φαίνονται σήμερα δια γυμνού οφθαλμού!
Φτάνει! Μπούχτισα!
Ναι, ο κομμουνισμός είμαστε εμείς,
η εικόνα, η φαντασία ενός καλύτερου μέλλοντος, διαφορετικού από την ασχήμια που μας περικυκλώνει σήμερα
δίχως περιορισμούς

χωρίς φυλακές
χωρίς εκμετάλλευση ανθρώπου από άνθρωπο και επιπλέον μάλιστα του ανθρώπου από την μηχανή και τους υπολογιστές, όπως συμβαίνει σήμερα.
όταν η ζωή θα είναι η εξασφάλιση των αναγκών των ανθρώπων και όχι ο έλεγχος και οι εντολές του κεφαλαίου και του κράτους
με αμοιβή τα ενδιαφέροντα, τα συμφέροντα του κεφαλαίου και των κομμάτων. Στην Δύση όπως και στην Ανατολή.
Ακριβώς την ίδια απογοήτευση, την πίεση στις ανάγκες των ανθρώπων, την καταπίεση, την ματαίωση της ελευθερίας του ατόμου.
Τι κατάλαβε ή τι αισθάνθηκε απ’ όλα αυτά η μεγάλη πλειοψηφία των ‘προλετάριων’, που βλέπουν απαθείς να κλείνονται στις φυλακές οι πιο ‘ανθρώπινες’ και ευαίσθητες ψυχές ;

Που βλέπουν να πεθαίνουν σαν τις μύγες τα παιδιά τους, χιλιάδες νέοι που δεν έχουν τη δύναμη ν’ αντισταθούν και πνίγονται στη μέγγενη της ηρωίνης και των ναρκωτικών ;
Που θανατώνονται στην απομόνωση. Εκατοντάδες μέρες φυλακής για την μικρότερη κλοπή.
Μέσα σε αυτή τη βασανιστική βρωμιά που έχει καταντήσει η σύγχρονη καθημερινότητα, ‘η μοντέρνα κοινωνία’, ‘η μοντέρνα ζωή’, η μοντέρνα μητρόπολη, η σύγχρονη πόλη ;
Η κούρσα στους εξοπλισμούς, οι αιώνιες θυσίες
για περισσότερη δουλειά
κι ακόμα πιο πολύ,
για αύξηση των ρυθμών
για βρώμικη, άσχημη εργασία, μονότονη
που κυβερνά τη ζωή και τη μέρα μας αντί να είναι δημιουργία,
όπως και όλα τα ενδιαφέροντα ανθρώπων γεμάτων ζωή, όχι αλλοτριωμένων από την Τι Βι,
από τις διαφημίσεις, από το φρικτό κομματικό σύστημα ;

Area, η διεθνής

Όλα αυτά σκέφτομαι και γεμίζω οργή αλλά και επίγνωση γι αυτό που συμβαίνει αλλά επίσης και για το ποιος είμαι εγώ
χαρούμενος για τον τρόπο με τον οποίο σκέφτομαι,
μια ανάσα ελευθερίας,
γιατί η επίγνωση φέρνει ελευθερία, γεμίζει συναισθήματα τον άνθρωπο, τον ανεβάζει ψηλά.
Έτσι εξελίσσεται, ψάχνεται, προχωρεί
έξω απ’ την ενσωμάτωση στο σύστημα, μακριά απ’ τα γερασμένα συνθήματα και τις απαρχαιωμένες κινήσεις.
Ο άνθρωπος σήμερα, στην Ευρώπη και παντού, χρειάζεται πολύ περισσότερα από αυτά που μπορεί να προσφέρει ο λενινισμός, ο κομμουνισμός που γνωρίσαμε, ο σοσιαλιστικός ρεαλισμός.

Εμείς γινόμαστε ακόμη πιο ελεύθεροι……
Αισθάνομαι ν’ απομακρύνομαι όλο και περισσότερο από αυτή τη τρομαγμένη σιωπηλή πλειοψηφία, από αυτούς τους άλλους…..
Όλοι εμείς που νιώθουμε κοντά θα τα τολμήσουμε αυτά τα πράγματα, τα δοκιμάσαμε. Αυτές τις καταστάσεις τις διαφορετικές…..
Φτιάξαμε και θα ξαναφτιάξουμε ένα σωρό τέτοιες καταστάσεις, γιατί η εξέλιξη μέσα στην αυθόρμητη ωριμότητα, στον ώριμο αυθορμητισμό της καθημερινότητάς μας, με φαντασία και επικοινωνία μέσα στις συλλογικότητες
των ενστίκτων και των φυσικών και πνευματικών αναγκών,
της ακαταμάχητης ανάγκης για ελευθερία και απελευθέρωση είναι συνεχής,
και της συνειδητής χειραφέτησης καθημερινή…..
για ανεξάντλητη αγάπη και υποκειμενική συνειδητότητα που εάν και όταν γίνεται συλλογική θα μας ξαναβρεί να παίρνουμε μέρος,
θα μας βρει να συμμετέχουμε ξανά

δίχως παρωπίδες και σχήματα καθορισμένα από τα πριν, προσυμφωνημένα
αρχαία, πεπαλαιωμένα και μακρινά σχήματα σε σχέση με την σημερινή πραγματικότητα που μας περιτριγυρίζει,
της ανάγκης για απελευθέρωση του ανθρώπου από την σκλαβιά της μισθωτής εργασίας που πνίγει, της εργασίας που αποξενώνει
έτσι όπως κυριαρχεί στην καθημερινότητά μας στο σύγχρονο παγκόσμιο χωριό, στα συστήματα που γνωρίζουμε και υπάρχουν.
Νιώθω απομονωμένος γιατί γεμάτος από όμορφα πράγματα, να κατακλύζομαι από φωτιά
φλογερά, συντριπτικά συναισθήματα που με κατέλαβαν, με κατάκτησαν για πάντα, για μια ζωή, και δεν θα πεθάνουν ποτέ, δεν θα χάσουν σε όγκο και ταχύτητα
ανάμεσα σε μετριότητες.

Όσο αναπνέω θα είναι εδώ, ζωντανά και συναρπαστικά.
Εδώ στην απομόνωση, μέρα με την μέρα, βρίσκω εκείνο το λίγο απόθεμα δύναμης που χρειάζεται, κουράγιου, για να τραβώ μπροστά
για άλλη μια μέρα…
μια μέρα ακόμη………
και ξανά….
Όχι, δεν αντέχεται η εξουσία επάνω μου, πάνω μας
να παίρνεις εντολές από ανθρώπους που νιώθεις κατώτερους, απομακρυσμένους,
από ανθρώπους που δεν έχουν καταλάβει τίποτα από ζωή, που δεν αντιλαμβάνονται την τύφλα τους
τι είναι η ζωή, τι σημαίνει να ζεις πραγματικά!
να μας υποχρεώνουν να κάνουμε αυτό που θέλουνε αυτοί.
Την υποχρέωση να είμαστε στην μέση, περιτριγυρισμένοι, περικυκλωμένοι από μια αγέλη ηλίθιων φυλακισμένων, αιχμαλώτων, που είναι περισσότερο μπάσταρδοι και ρουφιάνοι από αυτούς τους ίδιους τους ανθρωποφύλακες!

Ν’ ακούς με το ζόρι τις βλακείες τους…
να βουλώνεις τα αυτιά σου…
και ν’ ακούγονται ακόμη,
όπως συνέβαινε και έξω, στην πόλη.
Μας γεμίζει όμως με αποφασιστικότητα αυτό, και δύναμη και ωριμότητα και επιμονή και ακόμα μεγαλύτερη σιγουριά γι αυτά που μας κινούν κι έχουμε μέσα μας!
Δεν με φοβίζει τίποτα.
Έχουν μέσα το κορμί μου
το μυαλό μου και ολόκληρη η ύπαρξή μου γυρνάει ελεύθερα εκεί στην αμμουδιά
πάνω απ’ τους τοίχους,
ανάμεσα στους συντρόφους
Από το έξω μ’ έχουν απομονώσει τελείως, προς στιγμήν τουλάχιστον.
Βλέπω μοναχά τον πατέρα μου, πάντα με τον διοικητή και δυο αστυνομικούς από κοντά, δίπλα……

Area (International Popular Group) – Giro Giro Tondo – Live 1977

Λίγο καιρό αργότερα :
– Μου αρνήθηκαν την προσωρινή αποφυλάκιση με όρους, είναι παράλογο. Δεν καταφέρνουν τίποτα περισσότερο από ακόμη μεγαλύτερη άρνηση του κόσμου τους, άρνηση της σκατένιας τους ψευτοδικαιοσύνης, της σκατένιας κοινωνίας τους!
Ζηλεύουν, τους τρομάζει η διαφορετικότητα, δεν νιώθουν άνεση όταν έχουν να κάνουν με ανθρώπους που αισθάνονται δέκα φορές πιο περήφανους από αυτούς.
Θα συνεχίσω να περιμένω, θα μάθω να περιμένω, με υπομονή.
Ξέρεις πόσο πνίγομαι με την επιβολή, πόσο μου είναι ανυπόφορη η επιβολή, ακόμη και στα μικρότερα πράγματα, στις πιο ‘αθώες’ καταστάσεις. Καταλαβαίνεις πόσο μου στάθηκε δύσκολο να καταπιώ βλέποντας να σε αρπάζουν με εκείνο τον θηριώδη τρόπο, με τόση βία….

την επιβολή της κράτησης, της φυλάκισης, της απομόνωσης….
με την απαραίτητη ηρεμία….
δίχως τη δυνατότητα αντίδρασης….
δίχως να μπορώ ν’ αντιδράσω, να κάνω κάτι για να τους σταματήσω, να τους εμποδίσω….
Μα την αλήθεια, όσο πιο συγκλονιστική και φρικτή είναι η κατάσταση τόσο περισσότερο με δυναμώνει
με προσγειώνει στην πραγματικότητα, με κάνει πιο δυνατό μιας και η αλήθεια είναι πως μέχρι σήμερα πετούσα λιγάκι στα σύννεφα.
Θα αντιμετωπίσουμε ότι χρειαστεί και θα νικήσουμε τελικά.
Δεν φοβάμαι τίποτα.

Υποφέρω αλλά συγχρόνως είμαι γεμάτος θυμό και ανταρσία και αποφασιστικότητα και σιγουριά στον χαρακτήρα και στις δυνάμεις μας. Ανυπότακτος!
Ο κανόνας,στην ιστορία, ο ιστορικός νόμος είναι πως δεν θα γίνεται πάντοτε το δικό τους, πως τα πράγματα δεν θα πηγαίνουν αιώνια σύμφωνα με την δικιά τους θέληση.
Έχει τα πάνω και τα κάτω της η ιστορία.
Αυτή τη στιγμή είμαστε εμείς από κάτω, ζούμε εμείς τα κάτω μας.
Θεμελιώδες είναι,ακόμη και στις ασχημότερες στιγμές, όταν μυαλό και κορμί παραλύουν και δεν αντέχουν τα χτυπήματα…
λέω, θεμελιώδες είναι ακριβώς κάτι τέτοιες στιγμές να μην υπάρξει η παραμικρή διαφοροποίηση στην ψυχική και σωματική ακεραιότητα, η παραμικρή οπισθοχώρηση στην αποφασιστικότητα αντίστασης, η ελάχιστη αμφισβήτηση όλων αυτών που υπάρχουν μέσα μας και εκφράσαμε όλα αυτά τα υπέροχα χρόνια.

Δεν θα υπάρξει η οποιαδήποτε οπισθοχώρηση στη δυνατότατα να συνεχίσουμε να παράγουμε τις φανταστικές, υπέροχες δονήσεις, αποφασιστικά…
τις παντοτινές….
και ακόμη περισσότερο,
ανανεωμένες, ώριμες
ντυμένες πάντα με τα λαμπρότερα χρώματα…
δονήσεις κατακτητές!
Αυτές τις ανταγωνιστικές δονήσεις που μας χαρακτηρίζουν,
που γεμίζουν το αίμα, το μυαλό, το σώμα, τα νεύρα…
αντίστασης στην προσπάθεια εξουδετέρωσης μας…
του να πετύχουν να μας κάνουν υποκείμενα στη θέλησή τους,
υποχείρια…
πιόνια στα χέρια τους, μετακινούμενα απ’ εδώ κι απ’ εκεί, έτοιμα να μεγαλώσουν τον ήδη τεράστιο υπάρχοντα αριθμό – κοίταξε γύρω σου
νούμερο συντριπτικό.

Δεν είμαστε απ’ αυτόν τον κόσμο, δεν είμαστε κοινοί…
είμαστε γεμάτοι ενέργεια νεότητα και γνώση… και λίγη σοφία παραπάνω.
Αυτή τη γνώση που στο μέλλον θα είναι η καλύτερη φιλενάδα μας, που θα μας επιτρέψει τη διαρκή κριτική δυνατότητα, ευέλικτη. Τη διαυγή δυνατότητα ανάλυσης της πραγματικότητας.
Και με συντροφιά την λογική και την ωριμότητα που αποκτούμε όλο και περισσότερο θα βοηθηθούμε να μη πέσουμε στα πανάρχαια γερασμένα σφάλματα.
Πόσο θα ήθελα να σου μιλήσω ζωντανά όμως,
όχι με το χαρτί ανάμεσα
για τις σκέψεις μου, που επιστρέφουν γυαλισμένες, ξεσκονισμένες, μετά από αυτή την περίοδο που βρέθηκα ανάμεσα σε δύο πυρά,
την ανάγκη από την μία να ξαναβαδίσω το δικό μου, αυτόνομο μονοπάτι διαμέσου της ιστορίας
και της αγάπης μου για σένα που με έσπρωχνε προς δρόμους που αρνιόμουν ενστικτωδώς κυρίως [και με συνείδηση όμως], και που δεν ήθελα με τίποτα να σου τις επιβάλλω.

‘Μου τη δίνει’ το χαρτί,
φοβάμαι και το ρίσκο να μη γίνω απόλυτα κατανοητός, δεν πρέπει να παρεξηγηθώ ούτε στο ελάχιστο.
Θέλω λοιπόν να σου θυμίσω για μία ακόμη φορά, την τελευταία, τη βάση όλου του συλλογισμού μου που με σπρώχνει να επιστρέψω στην υποκειμενικότητα μου και στην άρνηση του ‘ρεαλισμού’ της πολιτικής
που δημιούργησε αυτή τη βρωμιά που μας περιτριγυρίζει
αυτή τη φτώχεια της πολιτικής σκέψης και πρακτικής που δημιούργησε αυτή την δυσωδία που έχει καταστρέψει όλες τις επαναστατικές απόπειρες και τις απελευθερωτικές προσπάθειες χειραφέτησης που ουρλιάζουν ανταγωνιστικά την θέληση και την επιθυμία από τους λαούς και τις πρωτοπορίες τους! σε χίλιες περιοχές και γωνιές του κόσμου!

Που οδηγήθηκαν στην αφάνεια και την καταστροφή κάτω από τα κτυπήματα του ‘ρεαλισμού’ της πολιτικής
του ρεαλισμού της ύπαρξης των μπλοκ, των ‘στρατοπέδων’
του ρεαλισμού των ιμπεριαλισμών
που πολεμούν στις γωνιές της Γης για την ολοκληρωτική και ολοκληρωμένη κατάκτηση, την πλήρη και ολοκληρωτική κυριαρχία .
Που δεν επιτρέπουν στους ανθρώπους το ‘λούσο’ της επιθυμίας
του καινούριου
της ανανέωσης
της αληθινής εναλλακτικής,
που δεν το επέτρεψαν στην Ιταλία,
που το συνέτριψαν στην Ιταλία
η σύγχρονη φωτεινή, σαφής περίπτωση..

Τους τρόμαξε, τους τρομάζει και θα τους τρομάζει το ανταγωνιστικό κίνημα, και τους δύο!
Δύση και Ανατολή.
Διότι εναντιώθηκε τόσο στον καπιταλισμό όσο και στον σοσιαλιστικό ρεαλισμό.
Και οι δυο καταπιεστικοί και απαρχαιωμένοι.
Και κινήθηκαν αμφότεροι, με μέθοδες και όπλα διαφορετικά για να το πολεμήσουν και να το εξουδετερώσουν.
Χρησιμοποιώντας κατασταλτικές μεθόδους και όργανα όπως και τον ψυχολογικό πόλεμο [ΜΜΕ], ο πρώτος
και δια μέσω του αυτοκτονικού μιλιταρισμού ο δεύτερος
και της καταγγελτικής πολιτικής του ΚΚ

ΔΕΜΈΝΟΙ ΣΦΙΧΤΆ Ο ΈΝΑς ΣΤΟΝ ΆΛΛΟ, ΠΕΡΙΣΣΌΤΕΡΟ ΑΠΌ ΚΆΘΕ ΆΛΛΗ ΦΟΡΆ.
[ Δεν θέλω να περιαυτολογώ, παρατήρησε τις ημερομηνίες συγκεκριμένων επιθέσεων – με ποια στιγμή συμπίπτουν ! κλπ].
Και οι πιο ηλίθιοι από τους πολιτικούς καριέρας γνωρίζουν πως ποτέ δεν θυσιάζεις εκείνο που ήδη κατέχεις δίχως την εγγύηση ότι θα αποκτήσεις περισσότερο.
Το κίνημα καταστράφηκε κλεισμένο ανάμεσα σε διασταυρούμενα πυρά.
Αυτό ήταν βολικό και για τους δύο.
Οι χώροι, οι άνθρωποι, η δημιουργικότητα, οι δομές μας, οι σύντροφοι, οι νίκες και οι κατακτήσεις μας, οι εναλλακτικοί μας χώροι για τον αυτόνομο δρόμο της απελευθέρωσης απ’ όλα τα σχήματα
θυσιάστηκαν για το τίποτα

δίχως αντίκρυσμα
όλη εκείνη η δυναμική διαλύθηκε στην αρχή σε χίλια κομμάτια, στη συνέχεια απομακρύνθηκε οριστικά εγκαταλείποντας τον χώρο στην καταστολή και στο ΚΚ
όλες οι κατακτήσεις μας διαλύθηκαν στον αέρα.
Σε τίποτα δεν χρησίμευσε η προσωπική μας μανιασμένη αντίδραση.
Πολύ δυνατότερη αποδείχτηκε η επιστημονικότητα των επιλογών του μιλιταρισμού που αποδείχτηκαν αναισθητικά σωστές!
Σωστές γι αυτούς, δημιουργώντας εκβιαστικό προβληματισμό στις γραμμές μας.

Κι έτσι η Ιταλία παρέμεινε και παραμένει ακόμη ‘γη του κανενός’
με την συνηθισμένη πολιτική αστάθεια, με την παρτίδα ανεξέλεγκτη και όλες τις πιθανότητες ανοιχτές.
Εκείνο που λείπει μοναχά είναι ολοκληρωτικά ανταγωνιστική φωνή, αυτή που διασπά τα πάντα, αυτή που εκφράζονταν από το αυτόνομο επαναστατικό κίνημα στην χώρα.
Κι εμείς δεν καταφέραμε να νικήσουμε τον μιλιταρισμό
εμείς, η φωνή της διαλεκτικής, ο δρόμος της βάσης, της συμμετοχής και της ανταγωνιστικής οργάνωσης
ενάντια στον μιλιταρισμό.
όχι, δεν νιώθω με τίποτα νικημένος,
αντίθετα,
σοφότερος, δικαιωμένος
ένας όμορφος εραστής του αδύνατου [προσωρινά].

Έχει σφιχτεί η καρδιά μου σκεπτόμενος όλη εκείνη την ενέργεια, όλη εκείνη την δημιουργικότητα που είχε εκφραστεί χρόνια τώρα, στην καθημερινή πρακτική
αυτή που τα συμφέροντα των δυνάμεων, με εξυπνάδα, και τη χρήση παράλογων μεθόδων, αδιανόητων
που αρχίζουν να διαφαίνονται τώρα
εξαφάνισαν, εξαέρωσαν
στέλνοντας στα κελιά
όχι μονάχα τα κορμιά ,
εξαφάνισαν πνευματικά πρώτα τα φωτεινότερα μυαλά
τις καλύτερες υπάρξεις
τις λαμπρότερες επιθυμίες, τις ζωτικές ανάγκες
που παρεμβλήθηκαν στη μέση του πολιτικού παιχνιδιού,
που βρέθηκαν να διαταράσσουν τις κομματικές ισορροπίες,

Πάντα οι ίδιες μέθοδοι. Ο σοσιαλιστικός ρεαλισμός αντιγράφει πιστά τον καπιταλισμό.
Ποιες είναι αυτές οι μέθοδοι; Μα φυσικά : η θυσία στην πολιτική ορθότητα.
Αυτή είναι η εξουσία, πάντα η ίδια
ΔΕΝ ΑΝΈΧΕΤΑΙ ΚΡΙΤΙΚΉ
δεν ανέχεται αμφισβήτηση
αυτόνομο απελευθερωτικό δρόμο
και για να επιβεβαιωθεί πρέπει να χρησιμοποιήσει μεθόδους και τεχνικές της δεσπόζουσας, αρρωστημένης,κυριαρχίας.
Μια κλειστή ομάδα που αναπαράγει στο σύνολο αυτό που λέει πως θέλει να καταστρέψει,
τα προϊόντα του συντηρητισμού
του τρόπου να ζεις και να πράττεις αντιδραστικά!
Γι αυτό και η καινοτομία, το καινούριο, η εναλλακτική λύση είναι θανατηφόρος εχθρός του συντηρητισμού και της εξουσίας.
Δεν ανέχεται εσωτερικούς αντιπάλους, διαφορετική άποψη και φωνή.
Τίποτα.

Προκειμένου λοιπόν η παλιατζούρα, η γερουσία, να υπερισχύσει είναι ικανή και έτοιμη για τα πάντα.
Αυτός είναι ο ρεαλισμός της πολιτικής.
Και όσο υπάρχουν τα στρατόπεδα δεν επιτρέπουν πιθανότητα σε αυτό που επιθυμούμε εμείς.
Αυτό που ορίσαμε και ονομάσαμε κομμουνισμό.
Η ταυτότητα χιλιάδων και χιλιάδων συντρόφων καταστράφηκε.
Άπειροι σύντροφοι εξαναγκάστηκαν στην προσωπική απομόνωση, στάλθηκαν σπίτι. Και χωρίς αυτούς τους συντρόφους δεν καταφέρνεις τίποτα απ’ όλα αυτά που επιθυμήσαμε και ονειρευτήκαμε, αυτά για τα οποία παλέψαμε, αγωνιστήκαμε, για τα οποία δώσαμε όλη μας την ενέργεια και την δημιουργικότητα.
Το αυτόνομο μας σχέδιο, πρόταγμα.

Δεν έγινε στην τύχη, κατά λάθος,
δεν είναι μια υπόθεση ή σύμπτωση.
Ήταν προμελετημένο επιστημονικά, με διαύγεια.
Σήμανε απαγορευτικό, από τα γεγονότα. όπου κι αν προσπάθησαν οι λαοί να χαράξουν το δικό τους αυτόνομο μονοπάτι ποδοπατήθηκαν από την ανάγκη επιβίωσης της εξουσίας του κεφαλαίου, της ιδιοκτησίας, της ιεραρχίας, της κομματοκρατίας
όπως και σήμερα
στην εποχή της κρίσης, του πληθωρισμού και της κούρσας των εξοπλισμών.
Με πλύση στα μυαλά και στις καρδιές
από ΜΜΕ, φωνές υψηλής εξειδίκευσης, αφεντικά στον ελεύθερο χρόνο και στην δουλειά, στο κρεβάτι, στο μπάνιο και στην κουζίνα. Στις συνήθειες.

Γιατί, κατά βάθος, το συμφέρον των κρατούντων δεν επιτρέπει επιθυμίες, ανάγκες
δεν επιτρέπει την πολυτέλεια ύπαρξης χειραφετημένων προσώπων
ελεύθερων ψυχών
απελευθερωμένων ανθρώπων.
Δυστυχώς!
Ή κάθεσαι και διαλέγεις αφεντικό
ή είσαι στην απέξω.
Κι αυτός είναι ο δύσκολος δρόμος.
Εγώ για το μέλλον μου διαλέγω τον δεύτερο.
Δεν νιώθω την ανάγκη ν’ ακουμπήσω στην πολιτική
ν’ αρπαχτώ από κάτι,
σ’ ένα κόσμο ακόμη πιο πολύ και περισσότερο παρανοϊκό και άγριο από ποτέ,
έξω από αυτό που ενδιαφέρει, πραγματικά, εμένα.

Και αυτό δεν είναι η εξουσία
δεν θέλω να επιστρέψω στο να γίνω γι άλλη μία φορά μία μηχανή που προγραμματίζει………
με αγαπάω αρκετά….
μ’ αρέσει έτσι όπως είμαι και νιώθω.
Δεν θέλω να κατακτήσω καμιά εξουσία, αφήνω σε άλλους τη χαρά να το κάνουν.
Και ξέρω πως σαν κι εμάς υπάρχουν χιλιάδες.
Θα κάνω τα πάντα για την πιθανότητα, για την απελευθέρωση
και την ελευθερία μας.
Για να ζήσουμε άριστα, υπέροχα.
Και θα κάνω τα πάντα για να καταστρέψω ότι χώνεται ανάμεσα στα πόδια μας!

Return to innocence, Enigma.

  • και επιστρέφουμε στο σήμερα :

μιχαλης 080

 

γλυκιά συμμορία

Φιλία – Χαλίλ Γκιμπράν

Το κείμενο που επακολουθεί είναι από το βιβλίο του Χαλίλ Γκιμπράν » Ο προφήτης, ο κήπος του προφήτη».

_____

Και ένας νέος είπε, Μίλησε μας για τη Φιλία.

Κι εκείνος αποκρίθηκε λέγοντας:

Ο φίλος σας είναι η εκπλήρωση των αναγκών σας.

Είναι το χωράφι που εσείς σπέρνετε με αγάπη και θερίζετε με ευγνωμοσύνη.

Και είναι το τραπέζι σας και το παραγώνι σας.

Γιατί πηγαίνετε στο φίλο με την πείνα σας, και τον αναζητάτε για τη γαλήνη σας.

Όταν ο φίλος σας εκφράζει τις σκέψεις του, δε φοβάστε το όχι στη δική σας σκέψη, ούτε αποσιωπάτε το ναι.

Και όταν εκείνος είναι σιωπηλός, η καρδιά σας δεν παύει για ν’ ακούσει την καρδιά του.

Γιατί στη φιλία, όλες οι σκέψεις, όλες οι επιθυμίες, όλες οι προσδοκίες γεννιούνται και μοιράζονται χωρίς λέξεις, με χαρά που είναι άφωνη.

Όταν χωρίζεσαι από το φίλο σου, δε λυπάσαι, γιατί αυτό που αγαπάς πιο πολύ σ’ αυτόν μπορεί να είναι πιο φανερό στην απουσία του, όπως ο ορειβάτης βλέπει πιο καθαρά το βουνό από την πεδιάδα.

Και μη βάζετε κανένα σκοπό στη φιλία εκτός από το βάθαιμα του πνεύματος. Γιατί η αγάπη που γυρεύει κάτι άλλο εκτός από την αποκάλυψη του δικού της μυστηρίου δεν είναι αγάπη παρά ένα δίχτυ που ρίχνεται στη θάλασσα και μόνο το ανώφελο θα πιάσει.

Και δίνετε το καλύτερο εαυτό σας στο φίλο σας. Aφού θα γνωρίσει την άμπωτη του κυμάτου σας, δώστε του να γνωρίσει και την παλίρροιά του.

Είναι ο φίλος σας κάτι που θα έπρεπε να γυρεύετε όταν έχετε ώρες που θέλετε να σκοτώσετε;

Καλύτερα να γυρεύετε το φίλο σας πάντα όταν έχετε ώρες να ζήσετε. Γιατί έργο του φίλου σας είναι να εκπληρώσει τις ανάγκες σας, αλλά όχι να γεμίσει το κενό σας.

Και μέσα στη γλύκα της φιλίας κάνετε να υπάρχει γέλιο, και μοίρασμα χαράς.

Γιατί στις δροσοστάλες των μικρών πραγμάτων η καρδιά βρίσκει την καινούργια αυγή της και ξανανιώνει.

 

The wall on which the prophets wrote
Is cracking at the seams
Upon the instruments of death
The sunlight brightly gleams…

King Crimson

ΆλμπουμIn the Court of the Crimson King

Epitaph

συνεχίζεται

τα βιβλία του μιχάλη, i libri di michele

ΣΣ. χόρεψες πάνω στο φτερό του καρχαρία – 13

Δυο λόγια για τον εργατισμό τώρα.
Ναι, για κάποια χρόνια υπήρχε η κεντρικότητα της φιγούρας του εργάτη-μάζα για την επανάσταση.
Από την στιγμή όμως που το εργοστάσιο διαχέεται στην πόλη και υπεραξία παράγεται παντού, [σχολείο, πανεπιστήμιο, σπίτι, γυναίκες, άνεργοι] κεντρική φιγούρα αναδεικνύεται ο κοινωνικός εργάτης σαν επαναστατική εμπροσθοφυλακή.
Αυτός που μες το πλήθος έχει συναίσθηση της πραγματικότητας που τον καθιστά σύγχρονο είλωτα, αυτός είναι η επαναστατική φιγούρα.
Και θέλει να ελευθερωθεί ολοκληρωτικά, οικονομικά και αξιακά.

αρνείται λοιπόν την μισθωτή εργασία στο εργοστάσιο, σαμποτάρει την παραγωγή διαρκώς, και επανοικειοποιείται τον πλούτο που του κλέβουν με χίλιους δυο τρόπους, παράνομους ή ημιπαράνομους, οργανώνοντας την αντιβία του, με λιγότερη ή περισσότερη δύναμη και ένταση, εφευρίσκοντας τρόπους και μορφές απαλλοτρίωσης καθημερινής της υπεραξίας που του κλέβουν, στο εργοστάσιο, στο σπίτι, στο σχολείο και τις σχολές, στον πολιτισμό και στον ελεύθερό του χρόνο.

Τώρα για τους ρόλους και τις ιεραρχίες.
Αυτές καταργούνται κάθε μέρα μέσα στη ζωή και στον αγώνα, με τη συζήτηση στην κοινότητα, και από τις δύο πλευρές.
Διότι δεν έχουμε όλοι τις ίδιες δυνατότητες, τις ίδιες ικανότητες, πρέπει να ξεχυθούνε ολονών αυτές, να μη μπλοκάρουμε κανέναν και να δώσουμε ίσο βάρος σε όλους, δεν είναι όμως όλοι ίδιοι.
Όλοι οι καλοί χωρούν στο επαναστατικό προτσές, φτάνει να αγωνίζονται για την απελευθέρωση της εκμετάλλευσης και καταπίεσης του ανθρώπου από τον άνθρωπο.
Στην κοινωνία και μέσα του!

Προσωπικά στην ζωή με έχουν στηρίξει πολλοί φιλικά ψυχολογικά, οικονομικά οι συγγενείς μου.
Δεξιοί και αριστεροί
Τα περισσότερα μπινελίκια τα άκουσα από αριστερούς, όπως και από ανθρώπους που με γνώριζαν χρόνια και θα έπρεπε αν μη τι άλλο να προσέξουν ότι δεν έχω πρόθεση όταν λανθάνω!
Δεν λανθάνω με σκοπό, για να κερδίσω.
Η ζήλια είναι ο χειρότερος σύμβουλος του ανθρώπου, μετά έρχεται η περιορισμένη διανοητική ικανότητα και αντίληψη.

Γι αυτό λοιπόν επανοηματοδότηση χρειάζεται της ζωής γενικότερα! Αυτονομία.
Πράξεις και όχι λόγια!
Στις κουβέντες όλοι ήμαστε άριστοι.
Πράξεις να δούμε πολλές!
Όχι συντηρητικούρες και μεγάλους σταυρούς.
Μεγάλη νίκη για τον καπιταλισμό στάθηκε αυτή στα νοήματα.
Ονόμασε ελευθερία τη δυνατότητα να καταναλώνουν οι άνθρωποι, έστω και με δανεικά, να κάνουν πως μοιάζουν στους πλούσιους [life style ] οι μέτριοι, με αντάλλαγμα να τον αφήνουν να κυβερνά και να κουμαντάρει.

Έσπασε τις συλλογικότητες με το μότο ‘ο θάνατός σου η ζωή μου’,
‘εμπρός εμείς και δε γαμείς’.
Έκανε τα συνδικάτα συντεχνίες, κλαδικές.
‘εμείς να είμαστε καλά’.
Το σπίτι μας να μη βουλιάξει κι ας πνιγούν όλοι οι υπόλοιποι.
Ατομικισμός λοιπόν, κίνδυνος θάνατος.
Όχι στην κτητικότητα,όπου και αν αυτή παρουσιάζεται!
Αν δώσουμε αρχές και αξίες στα παιδιά μας όπως μας ζητούσε παλιότερα η συντρόφισσα, πέρα από τον πλουτισμό και το κέρδος τότε σίγουρα την επανάσταση θα την κάνουν μια μέρα.
Έτσι θα υπάρχει αντίβαρο.
Και αυτές οι αρχές και αξίες θα πρέπει να είναι και να τις κάνουμε να φαίνονται ελκυστικές! Με την πράξη μας!

Η φαντασία στην εξουσία, όχι η συντήρηση!
Τα θέλουμε όλα τώρα!
Εδώ και τώρα ζούμε την κοινωνικότητά μας,
στις κοινότητες μας
Αυτή είναι η αντιεξουσία μας
Για την κατάργηση της εξουσίας
Από τις κοινότητες. Για την αυτονομία.

Ακόμη δυο λογάκια για τον ρατσισμό, τον έρποντα φασισμό.
Θα σας θυμίσω στους παλιότερους πόσα λέγονταν για τον Νικόλα τον ίδιο, το μπαράκι του και τους θαμώνες. Θα σας θυμίσω πώς φέρθηκαν πολλοί στον Γιάννη και την Ελπίδα πριν το διάβημα.
Δεν θέλω να επεκταθώ, οι γνωρίζοντες καταλαβαίνουν, για τους υπόλοιπους έχουμε πει τόσα και τόσα, φτάνει να σας θυμίσω πόσο ξύλο έπεσε πανελλαδικά για να μπορούν πλέον τα πρώην αλβανάκια που αριστεύουν να σηκώνουν τη σημαία.

Θέλετε κι άλλα; Πως συμπεριφερθήκαμε τα πρώτα χρόνια στους ρωσοπόντιους μέχρι τελικά να τους αποδεχτούμε θυμάστε;
Όταν ήμασταν μικροί μας έλεγαν να μη κάνουμε παρέα με τα παιδιά από τις ‘κατώτερες’ τάξεις, έτσι αποκαλούσαν τους φτωχότερους! μετά με αυτά των κομμουνιστών, μετά με τους ίδιους τους κομμουνιστές,μιας και είχαν χωρίσει την χώρα στα δύο – οι εθνικόφρονες και τα μιάσματα! κάπως έτσι έκαναν οι αμερικάνοι με τους μαύρους, έτσι κάνουμε σήμερα με τους μετανάστες και τους ‘κουκουλοφόρους.’

Ποιος έχει όμως αντικοινωνική συμπεριφορά, ο εξουσιαστής ή ο αντιεξουσιαστής; Τεράστια η ευθύνη της αριστεράς,που δεν κάνει εμφανή την ευθύνη της εξουσίας στην αντικοινωνική της συμπεριφορά. Όμως είπαμε σάρκα από την σάρκα της είναι πλέον και αίμα από το αίμα της.
Ο αντιεξουσιαστής τουλάχιστον οικειοποιείται αυτό που του υφαρπάζουν,καταστρέφει και τη ‘βιτρίνα’ του συστήματος γιατί δεν θέλει να της μοιάξει!
Σας θυμίζω πως στα χρόνια μου όποιο κοριτσάκι γουστάριζε τον έρωτα το αποκαλούσαν πουτάνα! Αυτοί που, κατά τα άλλα, το κυνηγούσαν απεγνωσμένα για να αρπάξουν λίγη από την χάρη της.
ΕΔΏ ΠΟΥ ΦΤΆΣΑΜΕ ΔΕΝ ΈΓΙΝΕ ΜΕ ΠΑΡΘΕΝΟΓΈΝΝΗΣΗ

Θυμάστε οι παλιότεροι πως φέρονταν στον ‘Τάκα τάκα’ ‘ευαίσθητοι’ καβαλιώτες,που σκορπούσαν καταγής τα κέρματα για να σκύβει να τα μαζέψει και να ξεσπάσουν έτσι σε ουρανομήκη χάχανα. Θεωρώντας πως σπάζουν πλάκα! Ή τι κλωτσομπουνίδι έχει φάει ο Ψαρός επειδή έκανε το λάθος να είναι ‘διαφορετικός’;
Λαός που έχει μνήμη πάει μπροστά!
Σήμερα δεν γίνεται τίποτα χωρίς αντίτιμο, όλα κοστίζουν, δεν υπάρχει εξυπηρέτηση, για ότι γίνει πρέπει να υπάρξει κέρδος.
Σημαντικό το τραγούδι ‘οι μάγκες δεν υπάρχουν πια’, σημάδεψε την εποχή του. Στις αρχές του ‘80.
Θυμηθείτε τους στοίχους.

Ο μύθος περί ελληνικής παλικαριάς και μαγκιάς έσβησε σε μια στιγμή. Ήταν το τίμημα που πλήρωσε ο Έλληνας στις τράπεζες και τον σοσιαλ φασισμό του Παπανδρέου και του ΠΑΣΟΚ.
Μήπως κατά λάθος έλεγε παλικάρια τους κλέφτες και όλους τους παράνομους με τελευταίο τρανταχτό παράδειγμα τους αδελφούς Παλαιοκώστα και παλιότερα τον Ρωχάμη [άλλη βέβαια αντίφαση που δείχνει πόσο διχασμένη προσωπικότητα είναι ο νεοέλληνας, αυτός ο τελευταίος βαρούσε τις γυναίκες, ψευτο παλικαράς].
Έχουμε πολλούς τέτοιους στη χώρα μας!
Ο έλληνας σήμερα είναι πολύ διχασμένη προσωπικότητα, πολύ διασπασμένη. Τρανό παράδειγμα η συμπεριφορά του στις τελευταίες εκλογές. Σχιζοφρενής με τα όλα του.

Τον νέο τον καταπιέζουμε, από φόβο, από τη στιγμή που γεννιέται. Μόλις λοιπόν αρχίσει και καταλαβαίνει πέντε πράγματα αντιδρά και με την ενηλικίωσή του ξεσπά, ψάχνει να βρει τα νοήματά του, τι του αρέσει και τι του ταιριάζει. Παίρνει τον δικό του δρόμο,ψάχνει τη δική του απελευθέρωση, κάνει την επανάσταση του.

Ο δρόμος θα είναι ανάλογος με τις αρχές που διαμόρφωσε όλα αυτά τα χρόνια και τα νοήματα που ανακάλυψε.
Αυτό έγινε και με εμάς. Φοβερή σημασία παίζουν οι συγκυρίες!

Ήμουν τυχερός να βρεθώ μέσα στην καρδιά των γεγονότων και των νοημάτων του παρατεταμένου Ιταλικού Μάη – ‘68,‘78, της αυτονομίας και του αντάρτικου στις πόλεις. Του κομμουνισμού στην πράξη.

Prospero Gallinari μια ιστορία του εννιακόσια 1

Το ίδιο συμβαίνει και σήμερα, με τις συνθήκες του τώρα, με τις μορφές που παίρνει στην ιδιαιτερότητά του, στον ευρύτερο αναρχικό και αντί εξουσιαστικό χώρο σε διάφορες παραλλαγές.
Γι αυτό: μη πυροβολείτε τον πιανίστα. Όσοι δεν λαμβάνετε μέρος. Αν δεν μπορείτε να χειροκροτήσετε, τουλάχιστον μην εναντιώνεστε, η ιστορία γεννάει, και τι θα βγει εξαρτάται από την συμπεριφορά όλων μας.
Εγώ προσωπικά παρακολουθώ και συμμετέχω όσο μπορώ στις κινηματικές διαδικασίες. Παραπάνω δεν δύναμαι για τους λόγους που γνωρίζω εγώ και οι δικοί μου άνθρωποι. Δεν κριτικάρω αυτούς που δεν μπορώ και δεν θέλω να ακολουθήσω στις πρακτικές τους. Κι αυτοί το ίδιο πράγμα μ’ εμένα θέλουν στο κάτω- κάτω.
Οι άλλοι δεν το επιθυμούν, αυτούς πυροβολήστε!

Όπως μπορεί, γουστάρει και αντέχει ο καθένας.
Μένω έξω από το κομματικό σύστημα.
Δεν διαπλέκομαι, δεν ζητώ.
Και όσο μπορώ αντιστέκομαι στο χρηματοοικονομικό αλισβερίσι.
Απορρίπτω το αξιακό συναπάντημα.
Περιμένω και ελπίζω.
Δεν παραδίδομαι, απέχω ενεργά από όλο το πελατειακό καθεστώς.

Δείχνουμε τον πολιτισμό μας στον δρόμο όπου η συμπεριφορά είναι επιεικώς απαράδεκτη προς όποιον θεωρούμε υποδεέστερο, το δείχνουμε και στο γήπεδο, στην αμμουδιά που έχει καταντήσει τασάκι γι’ αποτσίγαρα,στο δάσος που έγινε ο μεγάλος σκουπιδοτενεκές μας.

Ήρθα πάλι αντιμέτωπος με τον ‘πολιτισμό’ μας σήμερα. Πήγα να κολυμπήσω κι έκανα μια βόλτα στην παραλία πριν βουτήξω. Πίτα στην πλαστικούρα η αμμουδιά! Γεμάτη σακούλες και ότι άλλη πλαστική βρωμιά μπορείτε να φανταστείτε. Οι ‘καθαροί’ συμπατριώτες μας παρατάνε τα σκουπίδια τους μέσα στα πλαστικά φεύγοντας για το σπίτι, πεταμένα στην άμμο διότι τους είναι ‘δύσκολο’ να τα μεταφέρουν στον πλησιέστερο κάδο που υπάρχει εκεί κοντά! Με τον πρώτο αέρα η βρωμιά βρίσκεται στο νερό, και από εκεί ο νοτιάς τα ξαναστέλνει πίσω. Βέβαια, και οι περίφημοι ψαράδες μας αμολάνε τα σκουπίδια τους στο μεγάλο δοχείο που λέγεται θάλασσα, που μας ταίζει κι από πάνω! Έτσι, οι ακτές είναι γεμάτες με κάθε λογής βρώμα, που δεν ανακυκλώνεται από τη σοφή φύση. Χημική βρώμα.
Ακούστε λοιπόν :

Οι πλαστικές σακούλες παρασκευάζονται από πολυαιθυλένιο, παράγωγο του πετρελαίου. Η παραγωγή τους προσθέτει στην μόλυνση της ατμόσφαιρας και στην κατανάλωση ενέργειας. Κάθε χρόνο παρασκευάζονται περί τα 5 τρισεκατομμύρια πλαστικές σακούλες. Η ‘ζωή’ τους στα σπίτια των καταναλωτών είναι ελάχιστη. Όταν πεταχτούν, η συνεχιζόμενη ‘παραμονή’ τους στον πλανήτη είναι ολέθρια!
Χρειάζονται χίλια χρόνια για να αποσυντεθεί μία πλαστική σακούλα. Καθώς αποσυντίθεται, τοξικές ουσίες εισρέουν στο χώμα και εισέρχονται αργότερα στη διατροφική μας αλυσίδα. Τα τρόφιμα δηλαδή που βάζουμε στις πλαστικές σακούλες αγοράζοντας τα από τα σούπερ μάρκετ περιέχουν ήδη τοξικές ουσίες από παλαιότερες σακούλες που έχουν αποσυντεθεί.

Ένα δισεκατομμύριο θαλασσοπούλια και άλλα θηλαστικά πεθαίνουν κάθε χρόνο επειδή συγχέουν τις πλαστικές σακούλες με τροφή, τις καταπίνουν και πνίγονται.

Θα ανοίξω εδώ μια παρένθεση για να πούμε και για του στραβού το δίκιο. Να πω λοιπόν για μια αίσθηση που μου δημιουργήθηκε σε ανύποπτο ακόμη χρόνο, τότε που η Ελλάδα, επίσημα τουλάχιστον, δεν αντιμετωπίζονταν σαν αποπαίδι, σαν ο αποδιοπομπαίος τράγος των ‘Ευρωπαίων’. Αυτοί λοιπόν μου φαίνονταν από τότες ακόμα χειρότεροι. Μας έβλεπαν στην αμμουδιά ανέμελους να απολαμβάνουμε, ναι, ακριβώς, να απολαμβάνουμε τα πέντε δέκα πράγματα που μας ευχαριστούν,και ζήλευαν,φαίνονταν,έκανε μπαμ, ακόμη και στις κουβέντες τους,το θυμάμαι χαρακτηριστικά, ήταν όλο γκρίνια για την δική τους τη βαριά και ξινή καθημερινότητα και για την ανεμελιά με την οποία οι έλληνες αντιμετώπιζαν την βιοτή τους. Και όλα αυτά πολύ πριν την κατάκτηση του ευρωμπάσκετ, πριν ξεκινήσει η επέλαση των δανεικών, έστω αν θέλετε πριν ακόμη αυτά κατευθυνθούν προς λαό πλευρά.

Είναι ρατσιστές από κούνια οι βορειοευρωπαίοι, για τους χι- ψι λόγους που μόνο αυτοί ξέρουν θεωρούν πως είναι ανώτεροι από τους νότιους. Και τώρα που έχουν και κάποιο δίκιο όσον αφορά τον τρόπο που διαχειρίστηκαν οι κρατούντες τα δανεικά, και τον τρόπο με τον οποίο εμείς ανεχτήκαμε να γίνεται αυτό,παίρνοντας πολλοί από εμάς μέρος στον ‘μυστικό δείπνο, βρήκαν ευκαιρία να ξεσαλώσουν.
Στον βορρά έχουν θεοποιήσει την έννοια της εργασίας. Επειδή λοιπόν δεν έχουν τι άλλο να κάνουν όλη μέρα,εργάζονται – πρέπει να το κάνουν και όλοι οι υπόλοιποι.

Ζηλεύουν και το κλίμα που παραείναι ‘θερμό’ για τα μέτρα τους, και μας οδηγεί σε σιέστες κλπ,συχνές τα καλοκαίρια που συνήθως μας επισκέπτονται, και σε όλες εκείνες τις μικρές απολαύσεις που είναι το αλάτι της ζωής.
Δεν θέλω να γενικεύω, νιώθω όμως πως για τους περισσότερους από δαύτους έτσι έχουν τα πράγματα.

Το ότι μια κοινωνία ελεύθερη θέλει να καταργήσει τους ρόλους και τις ηγεσίες δεν σημαίνει πως θέλει να πάψει να αναδεικνύει τα ταλέντα των ανθρώπων.
Απλά θα πάψει να τους διαχωρίζει, να τους αναδεικνύει ή καταδεικνύει αξιακά.
Να τους αμείβει διαφορετικά οικονομικά, ψυχολογικά, πολιτιστικά κλπ.

Υπάρχει και ανάποδη εκμετάλλευση ανθρώπου από άνθρωπο. Εμείς θέλουμε να καταργήσουμε την εκμετάλλευση.
Υπάρχουν άνθρωποι που παθιάζονται στην ζωή με τα ταλέντα τους και τα προσφέρουν απλόχερα στο σύνολο.
Υπάρχουν και άνθρωποι που δεν παθιάζονται με τίποτα και παραμένουν μόνιμα στο περιθώριο. Αυτοί από μόνοι τους παραμερίζονται από την κοινότητα, από την διαλεκτική και την ζύμωση, την συζήτηση.
Στο όνομα της κυκλικότητας δεν θα παραμερίσεις το ταλέντο. Ο αξιότερος στον λόγο θα χρησιμοποιηθεί ανάλογα. Δεν θα τον ‘ξεχωρίσουμε’ όμως, θα σκουπίσει και θα μαγειρέψει επίσης.
Στο όνομα της κυκλικότητας δεν θα δημιουργήσουμε σύγχυση.

Δεν επιζητούμε την ισοπέδωση, την απρόσκοπη ανάδειξη επιζητούμε. Δεν θα ξεχωρίσουμε τους ανθρώπους, θα τους ενώσουμε.
‘εμείς δεν τραγουδάμε για να ξεχωρίσουμε αδελφέ μου απ’ τον κόσμο. Εμείς τραγουδάμε για να σμίξουμε τον κόσμο’, γράφει ο ποιητής και τραγουδά ο καλλιτέχνης.

Από καταβολής κόσμου, από τότε που ο άνθρωπος ανακάλυψε την γραφή και έτσι μας άφησε τις εικόνες και τις σκέψεις του, είδα πως υπάρχουν δύο είδη ανθρώπων. Αυτοί που τους ενδιαφέρει η εξουσία επί των άλλων, και αυτοί που νοιάζονται για αξίες και αρχές. Δεν έχει σημασία πως ονομάζονται. Ή θέλεις να αποτινάξεις τον ζυγό για να υποδουλώσεις εσύ τους υπόλοιπους, ή θέλεις να το κάνεις για να μην υπάρχουν πλέον ζυγοί ! Με γοήτευσαν λοιπόν οι δεύτεροι, δεν γνωρίζω να σου πω γιατί. Ίσως ν’ άφησε κάποιος αυτό τον σπόρο μέσα μου, ίσως να είναι αυτό το στάδιο μετενσάρκωσης στο οποίο βρίσκομαι ! Ποιος ξέρει ;

Με την ευκαιρία να πω πως με αυτό το πόνημα θέλω να συνεισφέρω κι εγώ στην κουβέντα για το μέλλον της κοινωνίας μας και για το πως θα φθάσουμε εκεί που ονειρευόμαστε και επιθυμούμε.

Ο δάσκαλος είναι δάσκαλος και δεν χρειάζεται να το παίξει αρχηγός.
Ο ηγέτης θα είναι πάντα ηγέτης, γιατί τέτοιους η ζωή δεν βγάζει κάθε μέρα.
Κανένας ηγέτης δεν το έπαιξε ποτέ αρχηγός. Και όταν υπήρξε τέτοιος αποκαθηλώθηκε από την ίδια την ιστορία, την πραγματική, όχι αυτή που γράφουν οι ψευτο νικητές στα κιτάπια τους και που χρησιμοποιούν οι ψευτο δάσκαλοι για να αποβλακώνουν τις μάζες.

Το να είναι κάποιος σήμερα παραβατικός σημαίνει το να είναι ελεύθερος, είναι θέμα αξιοπρέπειας και όχι ιδεολογίας.
Σήμερα η σύμβαση στηρίζεται στο απόλυτο ψέμα. Βγαίνεις λοιπόν από τη σύμβαση για να είσαι εν τάξει με τον εαυτό σου, να τα έχεις καλά μαζί του! να μην αυτο κοροϊδεύεσαι δηλαδή. Θεσμοθετεί και εκτελεί μια αισχρή μειοψηφία στο όνομα μιας πλειοψηφίας που αμελεί, παραδομένη ραγιαδικά! Η αξιοπρέπεια σε κάνει πρώτα απ’ όλα να εξεγείρεσαι και μετά το άδειο στομάχι!!!! η αντίθεσή σου, η αντίσταση στο ‘δημοκρατικό’ ψέμα. Έτσι απλά. Τα υπόλοιπα έχουν να κάνουν με το πως ονειρεύεσαι την διαφορά. Και εκεί πάνω συζητάς με τους υπόλοιπους γιατί σου αρέσει η ελευθερία και ο κοινοτισμός, έτσι απλά!. Δεν χρειάζεται τόσο πολύ να είσαι κάτι, όσο το να μην είσαι με τίποτα αυτό που κυκλοφορεί μεταμφιεσμένο τριγύρω σου !!

ΚΑΠΙΤΑΛΙΣΜΟΣ Ή ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ ! λοιπόν.

αγύριστο κεφάλι 2001 άλκης αλκαίος μίλτος πασχαλίδης
»Φυσάει ένας αέρας που σαρώνει ενθύμια παλιά και φυλακτά, οι ήρωες το σκαν απ’ την οθόνη ξυλάρμενοι τραβάνε στ’ ανοιχτά
που μας πηγαίνει αυτό το τρεχαντήρι, δεν ξέρω γέμισέ μου το ποτήρι.
Τα μάρμαρα στο φως αντιφεγγίζουν σε ποιό ταξίδι σ’ έχω ξαναδεί, τυφλά πουλιά το τζάμι μου ραμφίζουν το πλένει στα φανάρια ένα παιδί,
κι ένας τελάλης σ’ έρημη πλατεία τριάντα χρόνια ψάχνει την αιτία.
Στους δρόμους καβαλάρηδες καλπάζουν και κυνηγούν τ’ αδέσποτα σκυλιά, και οι νοικοκυραίοι που τρομάζουν, ξορκίζουν μ’ αγιασμό το σατανά.
Δεν είναι εδώ Βαλκάνια σου το ‘πα ,εδώ είναι παίξε γέλασε και σώπα.
Φυσάει ένας αέρας που σαρώνει, μα εγώ ειμ’ ένα τραγούδι αλλοτινό, στου δρόμου το λιοπύρι και το χιόνι αγύριστο κεφάλι θα γυρνώ
στα χέρια σου αφήνω το τιμόνι κι η πιο μεγάλη νύχτα ξημερώνει».

  • Η κριτική στην κοινωνία είναι ολική και ενάντια σε ότι αυτή αντιπροσωπεύει σε αξίες. Επάνω σε ποιες από αυτές βασίζει εδώ και δεκαετίες το κεφάλαιο την εξουσία του επί της κοινωνίας ;
    Πατρίς – θρησκεία – οικογένεια .
    Μέσα στο φαντασιακό των ανθρώπων αυτές οι αξίες κατέχουν πρωτεύουσα σημασία. Εδώ πάνω στηρίζεται η καταπίεση, αφόρητη στον πυρήνα κάθε επαναστάτη, σε τεράστια κομμάτια της νεολαίας τότε και τώρα. Και η υποκρισία στο μεγαλείο της μιας και σχεδόν οι πάντες γνωρίζουν πόσο διεφθαρμένες είναι στον πυρήνα τους, συντηρητικές και παλαιολιθικές αυτές οι αποτυχημένες αξίες. Με όλα τα σύμβολα και τους θεσμούς τους!

Η φαντασία στην εξουσία σημαίνει την ολομέτωπη επίθεση σε αυτές τις αξίες.
Ο θεός ευλογεί τα όπλα των εκάστοτε ελίτ που θα σκορπίσουν τον όλεθρο βομβαρδίζοντας λαούς για να τους κατακτήσουν με εθνικούς και υπερεθνικούς στρατούς δημιουργώντας κύματα μεταναστών που κατακλύζουν το κέντρο από την περιφέρεια που διαμελίζεται. Εκεί τους κυνηγούν ανελέητα αστυνομίες,σύμβολα και ρατσιστές για να συνεχίσουν το μακελειό. Και η οικογένεια είναι το κεντρικό εργαλείο που διαχέει στον χρόνο και μεταβιβάζει από γενιά σε γενιά την πίστη στην ‘καθαρότητα’ της φυλής, τον αποτροπιασμό στην διαφορετικότητα, την καταπίεση των φύλων, την πίστη σε ιερά και τα όσια στο όνομα των οποίων γίνονται τα μεγαλύτερα εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας.

Στο όνομα του κέρδους που στέκει περήφανο πίσω από όλα αυτά τα ‘ιερά και όσια’.
Παπάδες, στρατηγοί, αξιωματικοί και τίμιοι οικογενειάρχες φαντάροι και πολιτικοί βρίσκονται εκεί και χειροκροτούν στο βωμό της αγοράς.
Της μόνης πραγματικής αξίας.
Ο πιο αποτυχημένος και άλλο τόσο σταθερός σαν βράχος θεσμός στα χρόνια που η εξουσία εφηύρε ανά τους αιώνες είναι ο γάμος και η οικογένεια.
Εδώ μέσα διαιωνίζεται στους αιώνες η κυριαρχία των ελίτ στον λαό. Του θεού στον λαό, του αφέντη στο λαό Και ο νεο ραγιάς οικογενειάρχης προσκυνά για ένα πιάτο φαί και λίγη, πολύ λίγη σιγουριά.

ο τελευταίος των μοϊκανών

  • Η επίθεση υπήρξε ολομέτωπη και γι αυτό έχει αποσιωπηθεί παντελώς. Ότι παρήγαγε εκείνο το τεράστιο αυτόνομο κίνημα πετάχτηκε στην πυρά. Και όχι φυσικά γιατί σήκωσε τα όπλα. Το είχαν κάνει λιγότερο από διακόσια χρόνια πριν ενάντια στην τότε εξουσία του βασιλιά οι αστοί. Πάλι νομιμοποιημένοι από την επίσημη εκκλησία. Απλά άλλαξε ο Μανωλιός και έβαλε τα ρούχα του αλλιώς., παραμέρισε τον προλετάριο,κράτησε την εξουσία,την χρησιμοποίησε για να νομιμοποιήσει την αφεντιά του και όλα μέλι γάλα.

Το περιεχόμενο τρέμουν, των νέων επαναστατημένων ! Γιατί ξεθεμελιώνει από την ρίζα εκεί που έχουν βασίσει την εξουσία τους, στα νοήματα!.
Αυτά τους κρατούν ακόμα εκεί. Έχουν υποδουλωμένο τον κόσμο στα νοήματα. Ο πόλεμος παίζεται στα νοήματα. Αυτός που κρατάει την κυριαρχία στα μεγάλα νοήματα είναι ο σύγχρονος εξουσιαστής.
Διέλυσαν την παραγωγή, την έστειλαν- ότι απέμεινε- στην περιφέρεια, εξαφάνισαν τον ταξικό τους αντίπαλο, τον εργάτη, τον έτρεμαν γαρ, τους είχε πει ο Μαρξ πως νομοτελειακά, αργά ή γρήγορα θα τους πάρει τα γκέμια. Διέλυσαν λοιπόν την παραγωγή και τον αποτέλειωσαν στο φαντασιακό του. Τον έκαναν σύμμαχο στο μυαλό και στην καρδιά, λακέ τους. Για λίγα αργύρια.

Και έφτιαξαν μια τεράστια μικροαστική τάξη που την πάνε και την φέρνουν δεξιά και αριστερά με μεγάλη ευκολία, σαν φτερό στον άνεμο, ανάλογα με τα κέφια τους. Γιατί οι μικροαστοί από ανέκαθεν φέρονται και άγονται, ανάλογα με την φορά του ανέμου.
Και την στρέφουν προς τους επαναστατημένους γιατί δεν ξέρει τι της γίνεται. Τρέμει τους από πάνω, φοβάται και τους από κάτω. Ναι, αλλά για να τα βάλει με τους από πάνω θέλει κότσια ενώ με το που τα βάζει με τους από κάτω βοηθάει και το σύστημα γιατί έτσι κάνει τη δουλειά του.
Μ’ ένα σμπάρο δυο τρυγόνια. Έγινε και τότε, γίνεται και τώρα. Τότε ήταν το ΚΚΙ ο Δούρειος Ίππος.

Σήμερα είναι οι ‘ψευτοκομμουνιστές’, οι Ανεξάρτητοι και τα χρυσαύγουλα. Επαναλαμβάνω : θέλει αρετή και τόλμη η ελευθερία! Να μη ξεχάσω και τους Δημ.ΑΡ ήττες.

  • Δεν έχω γνωρίσει μέχρι σήμερα άντρα που να μην έχει απατήσει,και οι λίγοι που δεν το έχουν τολμήσει το ονειρεύονται στον ύπνο και στον ξύπνιο. Την γυναίκα όμως που θα το κάνει την αποκαλούν πουτάνα!
    Και την ρίχνουν στην πυρά! Οποία υποκρισία στο όνομα της ‘αγίας και ιερής οικογένειας’.

Οικογένεια χωρίς ατομική ιδιοκτησία δεν νοείται φίλοι μου. Να τη λοιπόν η λατρεία. Δεν νοείται κοινοκτημοσύνη και να κρατάς τον άντρα ή τη γυναίκα φυλακισμένους. Και μη μου πείτε για την αγάπη. Αυτή με την ιδιοκτησία και την κτητικότητα δεν έχει καμία σχέση. Αγαπάς απλά! Δεν κατέχεις. Τελεία και παύλα. Και άμα το παίζετε και χριστιανοί βάλτε να παίξει τον ‘Ύμνο στην Αγάπη’ ή διαβάστε τον, όλο και κάποια Διαθήκη θα βρίσκεται σπίτι σας. Διαβάστε προσεκτικά, με μυαλό και με καρδιά κυρίως αυτό το υπέροχο κείμενο που έγραψε ένας κατά τα άλλα μεγάλος μισογύνης,όπως φάνηκε σ’ εμένα, ο Απόστολος Παύλος.! Διαβάστε το και τα ξαναλέμε.
Ουαί σε σας γραμματείς και φαρισαίοι υποκριτές !! Από τα κεφάλια μέχρι πίσω την ουρά ! Και μας έχετε κάτσει στο σβέρκο και μας πιέζετε ! Και θέλετε κι άλλο! Βρε ουστ !

Και το έκτρωμα που ζείτε το αποκαλείτε ‘δημοκρατία’, να την βάλετε εκεί που γνωρίζετε, αν και από τις γυναίκες ακούω πως και αυτό έχετε ξεχάσει να το κάνετε!

  • Αφού λοιπόν διέλυσε τους παραγωγούς ο καπιταλισμός και τους ενσωμάτωσε, ήλθε ‘το τέλος της ιστορίας’. Εκεί τέλειωσε όποια επαναστατική φαντασίωση στις ψυχές των καταπιεσμένων.
    Η κοινωνία των παραγωγών είναι πλέον κοινωνία των καταναλωτών. Έτσι άρχισε η παραγωγή επιθυμιών και ‘αναγκών’ και από εκεί η παραγωγή των προϊόντων που θα κάλυπταν αυτές τις ανάγκες. Και η διαδικασία ενσωμάτωσης ολοκληρώθηκε.

Αυτή πρέπει να σπάσουμε και τις συμβάσεις πάνω στις οποίες στηρίζεται, αυτό το ‘ψευτο οικοδόμημα’ που μοιάζει ανίκητο χάρη στην απάθεια της κοινωνίας, χάρη στην δική μας απάθεια. Που πρέπει να βληθεί από όλες τις μπάντες. Αυτό είναι το καθήκον μας. Ένα ψευτο οικοδόμημα που φαίνεται πανίσχυρο αλλά στην πράξη στηρίζεται στην άμμο της λαϊκής ανοχής.

Eugenio Finardi Musica ribelle Parco Lambro 1976, αντάρτισσα μουσική

συνεχίζεται

μιχαλης 271

αυτονομία, autonomia

Toni Negri: Η ΗΤΤΑ ΤΟΥ ’77.

Στην Ιταλία το ’77 είναι η δεύτερη φάση του ’68. Σε όλες τις υπόλοιπες ευρωπαϊκές χώρες το ’68 εξαντλείται γρήγορα πρακτικά μεταξύ του τέλους του ’67 και των αρχών του ’69. Στην Ιταλία αντιθέτως το ’68 υπήρξε η αρχή μιας εξαιρετικά έντονης περιόδου κατά την οποίαν ταξικός αγώνας, φοιτητική αναταραχή- διαμαρτυρία και επινόηση-εμπλουτισμός του τρόπου ζωής (οι κοινότητες, η γυναικεία απελευθέρωση κλπ.), λόγω πολύ ιδιαίτερων συνθηκών και καταστάσεων, βρήκαν μια συνέχεια τους. Νομίζω ότι αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι στην Ιταλία ξεκινήσαμε από μια εξαιρετικά καθυστερημένη κατάσταση. Το σύνολο των αναγκών απελευθέρωσης, χειραφέτησης, παρεμποδίζονταν από πολύ ισχυρές και άκαμπτες αντιφάσεις. Για το λόγο αυτό το κίνημα αναγκάστηκε να κινηθεί στο έδαφος αυτό και να απελευθερωθεί από τους αρχικούς αυτούς προσδιορισμούς.Πρέπει επίσης να επιμένουμε στο γεγονός πως στο ’68 υπήρξε εμφανής και σημαντική μέσα στο κίνημα η παρουσία ενός ορισμένου ιταλικού τύπου κομμουνισμού, δηλαδή ενός πρωταρχικού και συντηρητικού σοσιαλισμού, που διαπερνούσε την καθημερινή ζωή.Από αυτή την άποψη, τα λενινιστικά κόκκινα βιβλία, μαοϊστικά, τροτσκιστικά, τσε γκεβαρικά υπήρξαν θεμελιώδους σημασίας κείμενα, πολύ περισσότερο απ ‘ό, τι του Marcuse ή της Σχολής της Φρανκφούρτης, πολύ περισσότερο απ’ ότι μια σειρά διαφορετικών και πιο προηγμένων-προχωρημένων πολιτισμικών λόγων που ζούσαν ήδη για παράδειγμα στο γαλλικό ή το γερμανικό κίνημα.Το ιταλικό κίνημα υπήρξε επί μακρόν επηρεασμένο από το επίσημο εργατικό κίνημα και οι διαμαρτυρίες κατά του ρεβιζιονισμού μόλις απέκρυπταν τον ομφάλιο σύνδεσμο που, αντίθετα με ό, τι συνέβαινε σε άλλες χώρες, συνέδεε το κίνημα με το ιδεολογικό και οργανωτικό σύμπαν του σοσιαλιστικού κόσμου.Τώρα, σχεδόν αμέσως το κίνημα ήταν υποχρεωμένο να απελευθερωθεί από αυτούς τους αρχικούς προσδιορισμούς, και να εξοργίσει και να καεί μέσα σε αυτή την οργή-την απελπισία, τη σχέση του με το εργατικό κίνημα. Αλλά υπήρξε ακριβώς αυτό το πέρασμα κριτικής εμβάθυνσης και κρίσης της σχέσης με το επίσημο εργατικό κίνημα, που παρήγαγε μια σειρά εξαιρετικά σημαντικών επιπτώσεων, γεγονός που καθιστά την ιταλική περίπτωση της δεκαετίας του ’70 ένα εξαιρετικό κοινωνικό και πολιτικό εργαστήριο.

Για να το πούμε απλά, στα τέλη του 1968-69 το κίνημα βρέθηκε να έχει ένα πραγματικά σταθερό μαζικό ακροατήριο, μια πολύ ισχυρή διείσδυση στους χώρους εργασίας, μια εξαιρετικά εκλεπτυσμένη μεθοδολογία πολιτικής και πολιτιστικής δουλειάς, και ένα σύνολο υλικών μέσων για την ανάπτυξή του, παρόλα αυτά, ευέλικτο και πλούσιο.Υπήρχαν τρεις εφημερίδες, δεκάδες και δεκάδες περιοδικά, εκδοτικοί οίκοι που εργάζονταν για το κίνημα, ένας απροσδιόριστος αλλά σταθερός αριθμός χώρων και εδρών πολιτικής οργάνωσης κλπ..Όλα αυτά επέτρεψαν στο κίνημα (πέρα από εκείνη που συχνά ήταν η γελοία περίπτωση των πολιτικών του κατευθύνσεων) να ριζώσει κοινωνικά με τρόπο τελείως άγνωστο στις άλλες ευρωπαϊκές χώρες. Αν όντως στις άλλες ευρωπαϊκές χώρες το ’68 συνέχισε να επηρεάζει τα κοινωνικά και θεσμικά κινήματα από πολιτιστική άποψη (και / ή παράνομη τρομοκρατική) ως κοινωνική δύναμη ήταν πολύ λιγότερο ισχυρό.Στην Ιταλία αντιθέτως – μόνη χώρα στην Ευρώπη – το κίνημα καθιερώθηκε ως κοινωνική δύναμη για μεγάλο χρονικό διάστημα, αναπτύσσοντας μια δυναμική που ήρθε σταδιακά να επιδεικνύει τη σημασία της ιστορικής καινοτομίας του 1968. Αυτή η καινοτομία περιλάμβανε την ανακάλυψη του εδάφους της αυτονομίας, τη ρήξη του συστήματος των κομμάτων, την εκκαθάριση του σοσιαλισμού, την πρόταση κομμουνιστικών θεματικών, τη συγκεκριμένη κριτική στην μισθωτή εργασία.Όλο αυτό αντιπροσώπευσε το περιεχόμενο της φαντασίας στην εξουσία, και αναπτύχθηκε για ολόκληρη μια δεκαετία. Το 1977 είναι η τελευταία ημερομηνία κατά την οποία η διαδικασία αυτή ολοκληρώνεται, συνεπώς μια διαδικασία ρήξης αλλά πάνω απ ‘όλα συνέχειας, «work in progress».Η σχέση μεταξύ του ’68 και του ’77 είναι μια πολύ στενή σχέση, εσωτερική, ζεστή, οικεία, αλλά ταυτόχρονα εξαιρετικά διαφορετική διότι η αυστηρή-επιτακτική πολεμική που ανοίγει ανάμεσα στο επαναστατικό κίνημα και το επίσημο εργατικό κίνημα το ’68, το ’77 καταλήγει σε μη αναστρέψιμη ρήξη. Το κίνημα του ’77 έχει μια δύναμη απολύτως καινοτόμα .Το ’68, πέρα από τα λόγια, στην πραγματικότητα η εμβάθυνση της πολιτιστικής κριτικής, η τροποποίηση των συστημάτων της ζωής, η σύσταση κοινοτήτων, παρέμεναν δηλώσεις προθέσεων, συχνά αναποτελεσματικών, άκαρπων: όλα αυτά το ’77 γίνονται πραγματικότητα. Η αυτονομία του κινήματος ανακαλύπτεται και αναπτύσσεται κατά τα έτη που πηγαίνουν από το 1968 έως το ’77, αλλά πραγματοποιείται ως μαζικό φαινόμενο μόνο το ’77.

Το ’77 είναι η επινόηση μιας πολιτικής νέου τύπου, πολιτική της βάσης, εντελώς εγκάρσια, άμεση άσκηση της αντιεξουσίας. Είναι επίσης μια πρώτη απόκτηση εργαλείων μαζικής επικοινωνίας, υπαγόμενων στην επαναστατική πρωτοβουλία. Νομίζω πως η κουβέντα σχετικά με την άρνηση της εργασίας μπορεί να αντιπροσωπεύει την πραγματική αμφισημία της σχέσης 1968-77.Η συζήτηση για την άρνηση της εργασίας αντιπροσωπεύει μαζί τη συνέχεια, την απόγνωση και την υπερνίκηση της σοσιαλιστικής κριτικής της εργασίας: σε αυτό βρίσκεται η αμφισημία της. Αλλά σε αυτό συνίσταται και ο πλούτος της, διότι αν ο άμεσος υπαινιγμός στον κομμουνισμό τον αποσπά από την σοσιαλιστική ιδεολογία της εργασίας, η ανάγκη να οικοδομηθεί μια νέα κοινωνική πραγματικότητα, μια δύναμη, ένας νέος τρόπος εργασίας τον ενώνει με τα θετικά περιεχόμενα μιας ουτοπίας της χειραφέτησης.Γίνεται έτσι σαφές ότι η άρνηση της εργασίας πρέπει να ανακαλυφθεί ως κάτι θετικό, ενεργό, υπό την έννοια της κατασκευής ενός συνόλου σχέσεων, ιδεών, μορφών παραγωγής και αναπαραγωγής. Και από την άποψη αυτή η άρνηση της εργασίας ερμηνεύτηκε όχι με τρόπο περιοριστικό από το ’77.Ωστόσο, αυτό δεν ήταν αρκετό για να εξαλείψει ένα μεγάλο πρόβλημα που αντιμετωπίσαμε στο περιθώριο και στο όριο της άρνησης της εργασίας: αυτή η θετική ουτοπία δεν κατάφερνε να οριστεί ως πολιτικό πρόγραμμα. Ο κίνδυνος ήταν μεγάλος γιατί υπήρχε η πιθανότητα εδώ να επανεισαχθούν, όπως επανεισήχθησαν, στοιχεία σταλινισμού και τρομοκρατικά ένστικτα.Θέλω να πω πως όταν φτάναμε εκεί και αναρωτιόμασταν: τι κάνουμε; και ανακαλύπταμε ότι δεν υπήρχαν προκατασκευασμένα μοντέλα, δεν υπήρχε πρόγραμμα, ήταν εύκολο να επανεισαχθεί από το παράθυρο ένας ορισμένος τύπος παλαιού σοσιαλισμού αφού είχε πεταχτεί έξω από την πόρτα.Αντιθέτως έπρεπε να ακολουθήσουμε την οδό της κοινωνικής εναλλακτικής με αυστηρότητα και συνοχή. Η κουβέντα για την άρνηση της εργασίας έπρεπε να τροποποιηθεί, να διορθωθεί, να αναπτυχθεί όχι μόνο εναντίον κάθε τρομοκρατικής συντόμευσης και κατά της επανεμφάνισης της σοσιαλιστικής ιδεολογίας: έπρεπε να μελετηθεί μέσα στις νέες συνθήκες αναδιάρθρωσης του τρόπου παραγωγής (αυτοματισμού, πληροφορικής), σε συνδυασμό με τις εμπειρίες της αυτο-αξιοποίησης, με εκείνη δηλαδή που είναι η αυτοδιάθεση των νέων πολιτικών υποκειμένων.
Με αυτό φτάνουμε σε μιαν άλλη θεμελιώδη κουβέντα του ’77, μια συζήτηση που εξακολουθεί να είναι σήμερα επίκαιρη και ξεκινά από την διαπίστωση του γεγονότος ότι οι νέοι και γενικότερα το στρώμα των εργαζομένων, των εργατών που ήταν περιθωριοποιημένοι, αποκομμένοι από την παραγωγική ανάπτυξη, δεν ήθελαν πλέον να επανενταχθούν στο παλαιό παραγωγικό σύστημα, αλλά ήθελαν να εκπροσωπούνται επαρκώς μέσα σε ένα νέο τρόπο παραγωγής.Έτσι, όταν μιλούσαμε για άρνηση της εργασίας ήταν σωστό να την καταλαβαίνουμε ως άρνηση «της εργασίας στο εργοστάσιο» (έτσι όπως το είχαμε δει να καθιερώνεται στην Ιταλία μεταξύ της δεκαετίας του ’50 και της δεκαετίας του ’60 μέχρι το ’68), αλλά από την άλλη πλευρά έπρεπε υπογραμμίζονται τουλάχιστον δύο νέες συνθήκες: ότι βρισκόμασταν, καταρχάς, αντιμέτωποι με την Τρίτη βιομηχανική επανάσταση και ότι προς στιγμήν αυτή είχε απλώς σαν συνέπεια μια μαζική περιθωριοποίηση, δεύτερον ότι βρισκόμασταν μπροστά (και ήταν ακόμη πιο σημαντικό) σε ένα νέο υποκείμενο που είχε τα χαρακτηριστικά μιας επινοητικής, δημιουργικής, πνευματικής, εντελώς αφηρημένης εργατικής δύναμης: ένα υποκείμενο που μπορούσε να παράγει μόνο μέσα σε νέες καταστάσεις και συνθήκες του βιομηχανικού οικονομικού κοινωνικού συστήματος, ένα κοινωνικό επαναστατικό υποκείμενο.Το θέμα της απόρριψης της εργασίας ήταν, λοιπόν, και εξακολουθεί να είναι, ένας τρομερός μοχλός επειδή φέρει μαζί της μια ολόκληρη σειρά διεκδικήσεων, από τη μείωση του χρόνου εργασίας στο θέμα του κοινωνικού ή πολιτικού μισθού, μέχρι την πλήρη αναδιάρθρωση της κοινωνικής εργάσιμης ημέρας, μέχρι την πολιτική της δημόσιας δαπάνης, και τις συνδέει με μια ισχυρή αναφορά στον κομμουνισμό.Γύρω στο θέμα της απόρριψης της εργασίας υπάρχουν λοιπόν μια σειρά από νέες προβληματικές διαστάσεις που ανοίγουν: πρέπει να καταφέρουμε να καταλάβουμε τι είναι ο κομμουνισμός, μέχρι τα βάθη, όχι απλώς ως μια αναδιοργάνωση ενός καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής (που παραμένει τέτοιος ακόμη κι αν οι άνθρωποι εργάζονται δύο ώρες την ημέρα).Το πρόβλημα ήταν και είναι να εισαχθούν στόχοι, μια διαφορετική ορθολογικότητα στον τρόπο παραγωγής: αυτά είναι θέματα που ήταν εξ ολοκλήρου εμφανή και παρόντα το ’77.
Αλλά δεν αρκεί να έχουμε αυτά τα ζητήματα μπροστά στα μάτια μας. Μάλλον ηττηθήκαμε λόγω της ανικανότητας μας να παράξουμε ένα νέο κοινωνικό μοντέλο από τα μέσα της απόρριψης της εργασίας, να συνδέσουμε ένα πρόγραμμα στην πρακτική μας. Χάσαμε λόγω της έλλειψης πνευματικού εξτρεμισμού.Συνεπώς εξτρεμιστής υπήρξε αντιθέτως ο αντίπαλος που χρησιμοποίησε τις νέες παραγωγικές δυνατότητες για να μας απομονώσει, να μας περιθωριοποιήσει και να μας καταστρέψει. Σήμερα βρισκόμαστε αντιμέτωποι με το ίδιο πρόβλημα, δηλαδή με το γεγονός ότι η πληροφορική και το σύστημα αυτοματισμού καθίστανται ένα τελειοποιημένο είδος τεϊλορισμού-taylorism και πως οι νέες μηχανές, αντί να μας δίνουν περισσότερη ελευθερία, οργανώνουν και το πνευματικό εργατικό δυναμικό (αυτόματες μηχανές, υπολογιστές, ρομποτική) και αυξάνουν τον βαθμό της εκμετάλλευσης.Ολόκληρη η νέα οργάνωση της εργασίας αποσκοπεί, στην Τρίτη βιομηχανική επανάσταση, στην αποταμίευση ζωντανής εργασίας στο εργοστάσιο και στην ανάκτηση της ζωντανής εργασίας στην κοινωνία. Το πρόβλημα του κομμουνισμού σήμερα είναι εκείνο να καταλάβουμε τι σημαίνει να αντιστρέψουμε αυτή τη χρήση των μηχανών.Πρόκειται για ένα πολύπλοκο πρόβλημα και σίγουρα δεν είναι η λενινιστική αντίληψη του προβλήματος της οργάνωσης που θα μας βοηθήσει να το λύσουμε.Αυτή η αντίληψη μας οδηγούσε στο μοναδικό πρόγραμμα της δολιοφθοράς.Ένα άθλιο πρόγραμμα.Σαμποτάζ ήταν να πάμε ενάντια στις μηχανές που υπήρχαν.Αντίθετα δεν μπορούσαμε να επινοήσουμε μια μέθοδο για να σαμποτάρουμε τις μελλοντικές μηχανές: και γι ‘αυτό χάσαμε. Από το γεγονός ότι η φαντασία μας, η φαντασία μας για δολιοφθορά, δεν μπορούσε να υπερβεί το υπάρχον.Και ήταν σχεδόν αναπόφευκτο ότι η τρομοκρατία, σε αυτό το σημείο καμπής, να εμφανίζεται ως θεωρία της πρόσβασης στην εμβάθυνση της θεματικής της οργάνωσης, μια πρακτική οπορτουνιστική απλούστευσης ή διαφυγής από τα στρατηγικά προβλήματα.
Αλλά ας προσπαθήσουμε να καταλάβουμε πώς, σε κάποιο κεντρικό σημείο, το ’77 δεν είναι τόσο η συνέπεια και η ολοκλήρωση του ’68, αλλά μάλλον η πρόβλεψη εκείνων των προβλημάτων που σήμερα αποτελούν το αντικείμενο των αγώνων και τα οποία προτείνονται στην μετασχηματιστική κριτική.Μπορεί λοιπόν να είναι χρήσιμο να παρατηρήσουμε πώς αναπτύσσεται η μορφή του εργοστασίου που σήμερα επιβάλλεται με όρους κοινωνικούς, δηλαδή με όρους ενοποίησης, οργάνωσης, πειθάρχισης της κοινωνικά διάχυτης εργασίας.Η δημιουργία αυτής της ενιαίας διαδικασίας – που έχει επεκταθεί όσο επεκτείνεται η κοινωνία – κατέστη δυνατή λόγω του γεγονότος πως η κοινωνία έχει καταστεί πλήρως διαφανής από τις ροές της επικοινωνίας.Είναι διαμέσου των διαύλων της επικοινωνίας που η κοινωνική παραγωγικότητα απορροφάται και η συλλογική γνώση τίθεται στη διάθεση της παραγωγής. Τόσο περισσότερο όσο αυτή τη γνώση είναι εναλλακτική, της βάσης, αυθόρμητη: ακόμη περισσότερο αν αυτή είναι ο καρπός της «άρνησης της εργασίας» του εργοστασίου.Χρειάζεται πλέον να ζωγραφίσουμε την κοινωνία ως ένα ελεύθερο σύνολο επικοινωνιακών ροών που αντιπροσωπεύουν θέσεις και φιγούρες της κοινωνικής εργασίας: τώρα, η εξουσία θέλει να τα οργανώσει, να τα περιορίσει στην δική της πειθαρχία, να τα απορροφήσει και να τα αναπαράγει ως πληροφορία.Σε αυτό συνίσταται η εκμετάλλευση, σήμερα.Κατά συνέπεια, η νέα μορφή της προλεταριακής οργάνωσης και απελευθέρωσης πρέπει να περάσει μέσα από την επανοικειοποίηση της κοινωνικής επικοινωνίας.Το πρόβλημα των αγώνων κατά της εκμετάλλευσης σήμερα είναι εκείνο του αγώνα ενάντια στην απαλλοτρίωση της επικοινωνίας και της καπιταλιστικής οργάνωσης της πληροφόρησης.
Τώρα, το 77, στο κίνημα, η ευαισθησία σε αυτό το ζήτημα υπήρχε και ήταν επίσης πολύ αναπτυγμένη: αλλά και σε αυτή την περίπτωση με διφορούμενο τρόπο. Στην πραγματικότητα μπερδέψαμε τον εκδημοκρατισμό της επικοινωνίας με ασαφείς προθέσεις ελευθερίας (καλά συγκεκριμένες μόνο από την πλευρά της καπιταλιστικής άποψης), την επανοικειοποίηση της πληροφορίας με τον εκσυγχρονισμό της.Κινηθήκαμε σύμφωνα με μια θεωρία δυο χρόνων – πρώτα η απελευθέρωση, μετά ο εκδημοκρατισμός – που ήταν σίγουρα η πιο μακρινή και ξένη προς τις συμπεριφορές της αυτονομίας αντίληψη. Έτσι τα παίξαμε τελείως, γίναμε η αιτία της απελευθέρωσης του αιθέρα, ως εκ τούτου, οι παραγωγοί, των πιο σκανδαλωδών μορφών απαλλοτρίωσης της γνώσης και ενστάλαξης των θεωριών του καθεστώτος.Εμείς ήμασταν το 1977 που καθορίσαμε τον Μπερλουσκόνι, αυτή είναι η πραγματικότητα. Δεν κάναμε μέχρι τέλους το ’77 μια μάχη για την δημόσια επανοικειοποίηση από τα κάτω της πληροφόρησης. Με αυτό τον τρόπο θέσαμε τις συνθήκες για μια γενικότερη ήττα.Η μάχη για την πληροφόρηση ήταν στην πραγματικότητα ένα μέρος εκείνης που ταυτόχρονα διεξάγεται γύρω από τη νέα οργάνωση της κοινωνικής επικοινωνίας, δηλαδή της κοινωνικής παραγωγής .Αυτό ήταν το θέμα επάνω στο οποίο έπρεπε να είμαστε δεσμευμένοι, να στρατευτούμε. Αντιθέτως εκείνο ήταν επάνω στο οποίο τα αφεντικά αναδιάρθρωσαν τα μεγάλα εργοστάσια και την FIAT πάνω από όλα.Αδειάζουν τα εργοστάσια όχι τόσο από τους εργάτες, όσο από την εργατική οργάνωση. Αν μετά η εργατική οργάνωση ήταν αυτόνομη, της βάσης, και συνέπεπτε με την πλειοψηφία των εργατών, τότε τα αφεντικά έστελναν όλους στο σπίτι. Πως θα συνεχίσουν να παράγουν; Μέσα από την αναδιοργάνωση της περιοχής γύρω από το εργοστάσιο, και τη χρήση της κοινωνικά διάχυτης εργασίας – πρώτα, σε δεύτερη φάση, μέσω της αυτοματοποίησης της παραγωγής στο εργοστάσιο.

Και οι δύο αυτοί στόχοι ( εισαγωγή και εφαρμογή συστημάτων πληροφορικής στην κοινωνία, αυτοματοποίηση των εργοστασίων) θεωρούσαν ως προϋπόθεση την υποταγή της κοινωνικής και επιστημονικής επικοινωνίας στο σχέδιο του αφεντικού. Για παράδειγμα να θυμηθούμε τι συνέβη στη Fiat, αυτό τον υποδειγματικό πόλο της ταξικής πάλης στην Ιταλία: εδώ χάσαμε μετά από δέκα χρόνια αγώνων, μεταξύ του 1979 και 1981, πρώτα με την εκκαθάριση των 61 (συμβολικά, η επίθεση και το διώξιμο των επαναστατών πρωτοποριών συνέβη στις 7 απριλίου) και μετά,ενάμιση χρόνο αργότερα, με το πορεία των 40 χιλιάδων ενάντια στους απεργούς.Αλλά και στην Fiat στην πραγματικότητα ήμασταν εμείς που είχαμε δώσει το έναυσμα στην αυτοματοποίηση για μια ορισμένη χρήση από τα αφεντικά της κοινωνικής επικοινωνίας. Τα αφεντικά, στη Fiat, παρήγαγαν σύγχρονα συστήματα ρομποτισμού επάνω στα οποία πειραματίζονταν από τις αρχές της δεκαετίας του ’70. Αυτά αποτελούσαν μια συνέπεια των μεγάλων αγώνων της δεκαετίας του εξήντα, το προϊόν της άρνησης της εργασίας και μια απάντηση στην πρώτη διαμόρφωση της κοινωνικής οργάνωσης του νέου υποκειμένου.Τώρα αυτή η διαθεσιμότητα της νέας τεχνολογίας, η οποία αντιστοιχούσε στις νέες ανάγκες των εργατών, της απόρριψης της εργασίας και παραγωγικής κοινωνικοποίησης, μπλοκαρίστηκε, αυτή η νέα τεχνολογική δύναμη παρέμεινε αχρησιμοποίητη, μέχρι να επιλυθεί η σύγκρουση της εξουσίας. Τα αφεντικά Φίατ κράτησαν τα αυτόματα, τα ρομπότ και όλα τα εξελιγμένα σχέδια προηγμένης αναδιάρθρωσης, σε αναμονή (το πολύ χρησιμοποίησαν μερικούς ενδιάμεσους μηχανισμούς) για τουλάχιστον δέκα χρόνια.Μόνο αφού κέρδισαν στη μάχη της εξουσίας, τα αφεντικά πέρασαν τον εκσυγχρονισμό.Συνέβη λοιπόν και στα εργοστάσια εκείνο που συνέβη στην πληροφόρηση: υπήρξαμε στοιχεία εκσυγχρονισμού. Η αυτοκριτική μας πρέπει να αρχίσει να εξελίσσεται από αυτή την παραδοχή. Δεν υπήρξε από την πλευρά μας αγώνας εξουσίας μπροστά σε έναν εκσυγχρονισμό που και εμείς, η εργατική τάξη, τάξη κοινωνική των παραγωγών, είχαμε παράξει και που τώρα οι ιδιοκτήτες δίπλωναν προς την οργάνωσή τους.Δεν αρκεί να κατηγορούμε τα κόμματα, τις συνδικαλιστικές οργανώσεις, την προδοσία και την τρομοκρατία. Πρέπει να μάθουμε από τα λάθη και να ξαναρχίσουμε. Να καταλάβουμε πώς να επικρατήσουμε οργανωτικά, να καταλάβουμε τι είναι ο ανταγωνισμός, ποιες είναι οι οργανωτικές πολικότητες στο νέο επίπεδο της ταξικής πάλης, ποιο είναι το σαμποτάζ σε αυτό το επίπεδο της αναδιαρθρωμένης κοινωνίας, ποια είναι η επανοικειοποίηση.

αυτονομία, autonomia

Πέρα από τον εργατισμό και τον λεγόμενο μετα-εργατισμό

on .

Συνέντευξη του Davide Gallo Lassere στον Gigi Roggero (η γαλλική έκδοση δημοσιεύεται στο Période)

Ο ιταλικός πολιτικός εργατισμός της δεκαετίας του ’60 χαρακτηρίστηκε, μεταξύ άλλων, από την εκ νέου ανακάλυψη του Μαρξ, κατά του μαρξισμού. Μπορείτε να εξηγήσετε με ποια έννοια;

Αυτή του εργατισμού είναι μια μακιαβελική επιστροφή στις αρχές: είναι ακριβώς μια επιστροφή στον Μαρξ ενάντια στον μαρξισμό, δηλαδή εναντίον του ντετερμινισμού, του ιστορικισμού και του αντικειμενισμού αυτής της παράδοσης. Ο εργατισμός δεν είναι αίρεση μέσα στην οικογένεια του μαρξισμού, είναι μια ρήξη με εκείνη την οικογένεια. Tόσο ώστε οι εργατιστές να ορίζουν τους εαυτούς τους ως marxiani, μαρξιάνοι και όχι μαρξιστές, κάπως σαν κι αυτό που λέγεται πως ο Μαρξ προς το τέλος της ζωής του δήλωνε «je ne suis pas marxiste», »δεν είμαι μαρξιστής». Να είναι σαφές, ωστόσο, ότι εκείνη η επιστροφή στις αρχές δεν ήθελε να οικοδομήσει μια νέα ορθοδοξία βασισμένη στην ορθή ανάγνωση του ρήματος του προφήτη, όπως αντιθέτως έκαναν οι διάφορες αιρέσεις (για παράδειγμα εκείνες των τροτσκιστών ή οι μπορντιγγιστές, «εξευγενισμένοι» από τις σταλινικές διώξεις, που όμως παραδόξως συχνά κατέληγαν να επιτίθενται στον Στάλιν ως έχοντα στάσεις παρέκκλισης από τη γραμμή της γραμμικής ιστορικής εξέλιξης που υποτίθεται ότι είχε σχεδιαστεί μια για πάντα από τον Μαρξ). Η επανεξέταση από πλευράς εργατιστών του Μαρξ ήταν επομένως όχι μόνο κατά του μαρξισμού, αλλά και σε κάποιο βαθμό επικριτική σε σχέση με τα όρια και τα τυφλά σοκάκια του Moro του Treviri, [Marx], με στόχο να κάνει να εκραγούν οι αντιφάσεις του, τείνει να τον τραβήξει από τα μαλλιά, να ανακαλύψει μιαν αποθήκη με εκρηκτικά για να επιτεθεί στην κοινωνία-εργοστάσιο του ώριμου καπιταλισμού.

Σε αντίθεση με άλλους προηγούμενους εργατισμούς (όπως η συμβουλιακή ιδεολογία) ή σύγχρονους (όπως της χριστιανικής ή λαϊκιστικής προέλευσης), ο ιταλικός πολιτικός εργατισμός δεν αγαπούσε τους εργάτες και τους προλετάριους: στοιχημάτιζε την πιθανότητα εκεί να υπάρχει μια δύναμη ενάντια στον εαυτό της, όχι για να επεκτείνει αλλά για να εξαλείψει την κατάστασή της. Ήταν επομένως ένας εργατισμός εναντίον της εργασίας, για την απόρριψη ενός υποκειμενικού χαρακτήρα, μιας υποκειμενικής φύσης επιβεβλημένης από τη σχέση του κεφαλαίου. Υπήρξε ένας εργατισμός βασισμένος στην μη αναστρέψιμη μεροληψία της άποψης, μιας αυτόνομης πλευράς που θα χτιστεί. Προσοχή, όχι των εκμεταλλευόμενων, αλλά αυτών που αγωνίζονται ενάντια στην εργασία για να ζήσουν με ελεύθερο τρόπο. Όχι εκείνων που ζουν από την εργασία τους, αλλά εκείνων που αγωνίζονται κατά της εργασίας για να ζήσουν ελεύθερα. Όχι των φτωχών και των καταραμένων-των κολασμένων της γης, αλλά της εργατικής τάξης που αγωνίζεται για την κατάργησή της (και πως η εργατική τάξη είναι ζήτημα ποιοτικής πρωτοποριακής δύναμης και όχι χεριών με κάλους και φόρμες λερωμένες με λάδια, με γράσο, πρέπει να σπαταλήσουμε κι άλλο χρόνο για να το προσδιορίσουμε;).

Μέσα σε αυτή τη ρήξη της παγκοσμιότητας, του μαρξισμού και εν μέρει του ιδίου Μαρξ, οι εργατιστές τοποθέτησαν στο κέντρο το ζήτημα της υποκειμενικότητας, ή καλύτερα – για να το πούμε μαζί με τον Alquati – της αντιυποκειμενικότητας. Αυτό δεν έχει καμία σχέση με την χρήση του όρου υποκειμενικότητα που κατέστη τρέχουσα: τις τελευταίες δεκαετίες (την εποχή του «μετά-post») υπήρξε μια πολύ αδύναμη απόκλιση, η οποία συνδέθηκε κυρίως με τον foucaultismo και τον μετα-στρουκτουραλισμό, [Η κατεύθυνση των σπουδών που βασίζεται στη δομική ψυχολογία ή τη δομική γλωσσολογία], (εν μέρει δεν έχουν ευθύνες γι αυτό οι Foucault και οι μετα-στρουκτουραλιστές, εν μέρει ναι). Η «ανακάλυψη» της υποκειμενικότητας υπήρξε η ανακάλυψη κάτι καλού, το οποίο έθετε στην άκρη το ζήτημα της τάξης, του συλλογικού μέρους, του υποκειμένου με ανασυνθετική έννοια. Ήταν η εκ νέου «ανακάλυψη» της κεντρικότητας του ατόμου, δηλαδή της παράδοσης απέναντι στη τάξη του φιλελεύθερου λόγου, παλαιού- ή νέου- κι αν είναι. Η υποκειμενικότητα για την οποία μιλάμε δεν είναι καν αναφερόμενη στη συνείδηση, τουλάχιστον για αυτό που σήμαινε στη μαρξιστική παράδοση, δηλαδή το στοιχείο της ιδεαλιστικής διαμεσολάβησης της ιστορικής προόδου. Η υποκειμενικότητα για την οποία μιλάμε, στο κέντρο του εργατισμού και του ορισμού της ταξικής σύνθεσης (στην οποία θα επιστρέψουμε σύντομα), είναι κάτι ριζικά διαφορετικό. Η υποκειμενικότητα δεν είναι καλή: είναι ένα πεδίο μάχης. Η παραγωγή της υποκειμενικότητας στον καπιταλισμό είναι εγγενής στην κοινωνική σχέση της παραγωγής και της εκμετάλλευσης, είναι το στοίχημα, το διακύβευμα μιας ανταγωνιστικής διαδικασίας και σχηματισμού, δηλαδή της σύγκρουσης, βίας, αναπαραγωγής, συναίνεσης, μετασχηματισμού. Όταν σήμερα, σε ένα πλαίσιο σχέσεων δύναμης, [ισορροπίας δυνάμεων] υπέρ του κεφαλαίου, μιλάμε για «προλεταριακή υποκειμενικότητα» (ή της επισφάλειας ή της ζωντανής εργασίας ή αυτό που προτιμάτε για να υποδείξετε τις φιγούρες της δυνητικά δικής μας πλευράς), μιλάμε για μια υποκειμενικότητα σφυρηλατημένη, πλασμένη κυρίως από την καπιταλιστική κυριαρχία. Το να μιλάμε για αντι-υποκειμενικότητα σημαίνει λοιπόν να μιλάμε για μια υποκειμενικότητα όχι μόνο εναντίον του κεφαλαίου, αλλά και κατά του κεφαλαίου που μεταφέρουμε μέσα μας. Ναι, διότι εμείς στο μέτρο στο οποίο μισούμε τα αφεντικά πρέπει να φθάσουμε να μισούμε τον εαυτό μας, εκείνο τον καρκίνο που κάθε μέρα μας τρώει και μας θέτει στην υπηρεσία εκείνων που μας εκμεταλλεύονται.

Υπό το φως αυτής της αναντικατάστατης, αμείωτης μεροληψίας της άποψης είναι τότε δυνατόν να κατανοηθεί η ανατροπή του εργατισμού: πρώτα η τάξη, μετά το κεφάλαιο. Με άλλα λόγια δεν είναι το κεφάλαιο το υποκείμενο της Ιστορίας, που κάνει και ξεκάνει, που καθορίζει την εξέλιξη και τις συνθήκες για την υπέρβασή του. Στο κέντρο υπάρχει η ταξική πάλη, στην δύναμη της απόρριψης που έχει, στην αυτονομία της.

Από αυτή την άποψη, ο Mario Tronti διαδραμάτισε δίχως άλλο έναν πρωτεύοντα ρόλο…

Με το Tronti η τάξη παύει να είναι μια απλή κοινωνιολογική ή περιγραφική έννοια, για να γίνει μια εντελώς πολιτική έννοια. Η τάξη δεν υπάρχει στη φύση, ή μάλλον υπάρχει στη φύση του κεφαλαίου ως ταξινόμηση κοινωνικών τμημάτων τοποθετημένων στην αγορά εργασίας. Μπορούν να υπάρχουν προλετάριοι χωρίς προλεταριάτο, εργάτες χωρίς εργατική τάξη. Επομένως, η τάξη δεν είναι ένα θέμα διαστρωμάτωσης, αλλά αντιπαράθεσης. Είναι πάντα ο αγώνας που παράγει την τάξη ωσάν συλλογικό μακροοικονομικό μέρος. Τάξη σημαίνει ταξικός ανταγωνισμός. Με τον Tronti ακριβώς: δεν υπάρχει τάξη χωρίς ταξική πάλη.

Και σε αυτή την περίπτωση ο Μαρξ πρέπει να χρησιμοποιηθεί και να τραβηχτεί από τα μαλλιά. Θα πρέπει να χρησιμοποιηθεί ο Μαρξ των ιστορικών έργων, εκείνος που μας δείχνει ότι οι προλετάριοι έγιναν τάξη στα οδοφράγματα του 1848. Αλλά και εκείνος ο (αμφίσημος) του Κεφαλαίου. Εκείνος που στο πρώτο Βιβλίο δείχνει πώς οι αγώνες καθόρισαν τη μείωση της εργάσιμης ημέρας, όχι η αστική νομοθεσία ή κάποιος φωτισμένος καπιταλιστής (είναι ενδιαφέρον να σημειωθεί ότι τα ίδια χρόνια, σε μαθήματα που πραγματοποιήθηκαν στο Μόντρεαλ μεταξύ των ετών ’66 και ’67 και που τώρα συλλέγονται στον τόμο You Don’t Play With Revolution, Δεν Παίζεις Με Την Επανάσταση, ο CLR James φτάνει στα ίδια συμπεράσματα): αν τα αφεντικά μπορούσαν να μας κάνουν να δουλεύουμε όλη την ημέρα, χωρίς αντίσταση ή συγκρούσεις, θα το έκαναν. Είναι ένα μάθημα που θα έπρεπε να υπενθυμίζεται σε εκείνους που κλαίνε σήμερα για δωρεάν εργασία, που επικαλούνται την ανακατανομή του πλούτου ή που πιστεύουν ότι το εισόδημα της ιθαγένειας είναι θέμα παραγωγικής ορθολογικότητας: μόνο ο αγώνας μπορεί να αναγκάσει τα αφεντικά να πληρώσουν ακριβά, ο ίδιος ο μισθός είναι πάντα μια πολεμική λεία, λάφυρο πολέμου μεταξύ δύο εχθρικών πλευρών. Αν κάποια από τις δυο πλευρές δεν αγωνιστεί, η άλλη δεν θα πάρει αιχμάλωτους – με καλή ειρήνη της αριστεράς.

Υπάρχει επίσης μια χρήση του Μαρξ του τρίτου Βιβλίου, που όπως είναι γνωστό διακόπτεται με το ανολοκλήρωτο κεφάλαιο για τις τάξεις. Κατά ειρωνεία στο Εργάτες και κεφάλαιο ο Τρόντι σημείωνε ότι «από τον Renner μέχρι τον Dahrendorf, κάθε τόσο κάποιος απολαμβάνει να ολοκληρώνει αυτό που παρέμεινε ημιτελές: έρχεται προς τα έξω μια δυσφήμηση του Μαρξ, η οποία θα ασκούνταν τουλάχιστον με σωματική βία». Ήδη στο πεντηκοστό κεφάλαιο, «Η εμφάνιση του ανταγωνισμού», γράφει ο Μαρξ: η τιμή της εργασίας δεν ρυθμίζεται από τον ανταγωνισμό, αλλά είναι η τιμή της εργασίας που ρυθμίζει τον ανταγωνισμό. Οι εργατιστές θα πουν: είναι οι αγώνες που καθορίζουν την εξέλιξη, την ανάπτυξη, πρώτα έρχεται η τάξη μετά το κεφάλαιο. Να ερμηνευθεί το κεφάλαιο ξεκινώντας από το ίδιο είναι μια ιδεολογική προβολή. Όταν σήμερα λέμε «είναι οι αγορές που το θέλουν», βρισκόμαστε μέσα σε αυτή την προβολή. Στο ανολοκλήρωτο κεφάλαιο με το οποίο τελειώνει το τρίτο Βιβλίο, ο Μαρξ σημειώνει λίγα αλλά αρκετά σημαντικά πράγματα. Μας λέει ότι να συνιστούν μια τάξη δεν είναι μόνο τα εισοδήματα, ούτε απλά η τοποθέτηση μέσα στις σχέσεις παραγωγής, αν και βεβαίως αυτές καθορίζουν την υλική βάση πάνω στην οποία βασίζεται το ζήτημα της τάξης. Να οικοδομεί την τάξη είναι ακριβώς ο αγώνας που σπάει την αφηρημένη δημοκρατική ενότητα του λαού: όταν «ο αδιαίρετος λαός» χωρίζεται σε «εχθρικά στρατόπεδα», όταν – γράφει ο Τρόντι – «η εργατική τάξη αρνείται πολιτικά να γίνει λαός«, λοιπόν σε αυτό το σημείο «δεν κλείνει, ανοίγει τον πιο άμεσο δρόμο για την σοσιαλιστική επανάσταση». Το ένα σπάει σε δύο, η αδυνατότητα σύνθεσης για το κεφάλαιο γίνεται δυνατότητα ανασύνθεσης για την τάξη. Η τάξη εξαφανίζεται ως σύνολο απλά κοινωνικό και γίνεται υποκείμενο ανταγωνιστικό που δεν υποκύπτει στην ενότητα του γενικού συμφέροντος, δηλαδή στο συμφέρον του κεφαλαίου. Είναι αυτή η παραδοχή της εργατικής μεροληψίας που αναγκάζει τους καπιταλιστές να συγκεντρωθούν πολιτικά, να ξεπεράσουν τις δικές τους αντιφάσεις, να αποκαλυφθούν ως κοινωνική δύναμη, χρησιμοποιώντας συνεπώς συλλογικά τη δύναμη του εχθρού τους για να αναπτυχθούν και να πηδήξουν προς τα εμπρός. Εδώ οι ψευδαισθήσεις μιας ειρηνικής εξέλιξης εξαφανίζονται, για τους ρεφορμιστές της μιας ή της άλλης πλευράς. Εδώ πέφτει η μάσκα της δημοκρατίας και επιτέλους αποκαλύπτεται το πρόσωπο της ισορροπίας δυνάμεων μεταξύ δύο συγκρουόμενων δυνάμεων: όχι πλέον εργασία και κεφάλαιο, αλλά εργαζόμενοι και καπιταλιστές, τάξη εναντίον τάξης, δύναμη ενάντια σε δύναμη.

Επομένως αυτή του εργατισμού είναι μια σκέψη της σύγκρουσης, της ανταγωνιστικής έρευνας των κεντρικών αντιφάσεων, της αντιπαράθεσης, του φίλου-εχθρού ως μορφή της πολιτικής και στρατευμένης δράσης. Στο τελευταίο του βιβλίο, Dello spirito liberoΠερί του ελεύθερου πνεύματος, ο Tronti έγραψε: “Η πολιτική φιλία είναι αυτό που έχουν κοινό, αυτό που ενώνει, εκείνους που είναι ενάντια. Και η δράση του είναι να είναι εναντίον καθαγιάζει τις μεγάλες φιλίες”. είναι πάνω απ’ όλα το contro, το εναντίον που μας ενώνει, που καθιστά δυνατό το per, το για. Ο εργατισμός είναι μια σκέψη απόρριψης και του αρνητικού ως θεμέλιο του κομμουνισμού. Είναι καλό αυτό που εμβαθύνει τις αντιφάσεις του εχθρού, είναι κακό αυτό που τις επιλύει.Ωστόσο, η αντίφαση δεν μπορεί να επιλυθεί μέσα στην οργανική σύνθεση του κεφαλαίου, δηλαδή μέσα στη σχέση μεταξύ μεταβλητού κεφαλαίου και σταθερού κεφαλαίου, αλλά πρέπει να πυροδοτηθεί μέσα στη σύγκρουση μεταξύ της οργανικής σύνθεσης του κεφαλαίου και της ταξικής σύνθεσης, δηλαδή της σχέσης μεταξύ διάρθρωσης του εργατικού δυναμικού και παραγωγής υποκειμενικότητας. Η εργατιστική ανάγνωση του Μαρξ ξεκινά από εδώ, για να πάει προς μια ξένη κατεύθυνση και αντίθετη στον μαρξισμό.

Έκανες αναφορά στην ταξική σύνθεση. Μπορείς να διευκρινίσεις με ποιο τρόπο ο εργατισμός εργάστηκε πολιτικά με την ταξική σύνθεση του ιταλικού καπιταλισμού της εποχής μέσω της πρακτικής της έρευνας;

Τα τελευταία χρόνια ειπώθηκαν πολλά για τη διερεύνηση, την έρευνα και την conricerca, ίσως ακόμη και πάρα πολύ, με την έννοια ότι θα ήταν καλύτερο να μιλάμε λιγότερο και να κάνουμε περισσότερα. Για να απαντήσω λεπτομερέστερα στην ερώτησή σου και να αποφύγω να επαναλάβω πράγματα που ήδη έχουν ειπωθεί, παραπέμπω σε μια παρέμβαση που έγινε κατά την παρουσίαση της γαλλικής μετάφρασης της Η χρυσή ορδή, L’orda d’oro που οργανώθηκε τον ιούνιο του 2017 από την ομάδα συντροφισσών και συντρόφων γάλλων που έκαναν αυτή την εξαιρετική δουλειά, και που δημοσιεύτηκε και από το  καινούργιο blog “Plateforme d’enquêtes militantes”. Ο τίτλος της ομιλίας, «η conricerca, η συνέρευνα ως στυλ της στράτευσης», νομίζω ότι συνοψίζει καλά την ουσία αυτού για το οποίο μιλάμε. Συχνά ανάμεσα στους συντρόφους υπάρχει μια ιδέα της έρευνας ως εξειδίκευση, ή ως ρητορική, ή ως επιβεβαίωση των πράξεων που κάνουμε (αφού είμαστε επισφαλείς, αν κάνουμε μια αυτο-έρευνα η άποψή μας είναι η άποψη της επισφάλειας!). Τίποτα πιο άχρηστο. Η συνέρευνα είναι μια αυτόνομη πολιτική διαδικασία ταυτόχρονα παραγωγής αντι-γνώσης, αντι-υποκειμενικότητας και αντι-οργάνωσης, στην οποία ακόμη και η αντι-χρήση των καπιταλιστικών μέσων (συμπεριλαμβανομένων των συγκεκριμένων δεξιοτήτων) σημαίνει τη μετατροπή, την μεταμόρφωση, τον μετασχηματισμό τους. Είναι ένα συνολικό στυλ στράτευσης επειδή ο αγωνιστής, ο στρατευμένος πάντα ψάχνει, ερευνά κάτι που δεν καταλαβαίνει, μια πιθανή δύναμη για να ανατινάξει τις αντιφάσεις, αυτού που υπάρχει αλλά δεν μπορεί να δει. Ο στρατευμένος είναι πάντα ανήσυχος,αλλιώς δεν είναι στρατευμένος, δεν είναι αγωνιστής.

Στη δεκαετία του ’50 και στις αρχές της δεκαετίας του ’60, όταν ο Alquati και άλλοι σύντροφοι ξεκίνησαν τις συνερευνητικές τους πορείες, τα εργοστάσια και οι εργάτες είχαν εγκαταλειφθεί πολιτικά. Σε ένα είδος ασυνείδητου fancofortismo, το κομμουνιστικό Κόμμα θεωρούσε την εργατική τάξη να είναι πλέον αμετάκλητα ενσωματωμένη στην καπιταλιστική μηχανή. Έτσι σχηματίστηκε ένας φαύλος κύκλος: το PCI – που είχε επιλέξει να ακολουθήσει τις μεσαίες τάξεις και τον ιταλικό δρόμο προς τον σοσιαλισμό (ένας δρόμος χωρίς επαναστατική ταξική πάλη) – ρωτούσε τους αγωνιστές στα εργοστάσια τι κινούνταν εκεί, αυτοί απαντούσαν ότι μεταξύ των εργατών πράγματι δεν υπήρχε δυνατότητα επαναστατικής ταξικής πάλης, η γραμμή της κορυφής επιβεβαιώνονταν με αυτό τον τρόπο και όλοι ένιωθαν ανακουφισμένοι. Οι εργάτες μετανάστες από τη Νότια Ιταλία και εντάχθηκαν στη γραμμή συναρμολόγησης, αυτοί που κάποιο χρόνο αργότερα θα είχαν γίνει εργάτης- μάζα, παρουσιάζονταν από τους αγωνιστές του PCI και του συνδικάτου ως οπορτουνιστές, παθητικοί, αλλοτριωμένοι. Οι εργατιστές αγωνιστές, συζητώντας με τις νεαρές «νέες δυνάμεις», έσκαβαν μέσα στις αμφισημίες ή τις πραγματικές ασάφειες αυτών των συμπεριφορών: κατανοούσαν ότι ναι ήταν αλήθεια, συχνά ακόμη και ψήφιζαν για τις κίτρινες συνδικαλιστικές οργανώσεις, επειδή δεν αισθανόταν ότι εκπροσωπούνταν από κανέναν, δεν συμμετείχαν στις απεργίες, επειδή τις θεωρούσαν άχρηστες, ακόμα και η παθητικότητα ήταν μια δυνητικά πιο αποτελεσματική μορφή αγώνα, και σύντομα η αποξένωση από την εργασία έγινε απόρριψη και ανυποταξία. Επιπλέον, ο εργάτης μάζα, κυρίως νέοι νότιοι μετανάστες στις βιομηχανικές μητροπόλεις του Βορρά, δεν αντιστοιχούσε με τίποτα στην εικόνα του θύματος με τις βαλίτσες από χαρτόνι, που παραδίδονταν από τη λογοτεχνία και τον κινηματογράφο της αριστεράς, πρόθυμο για δάκρυα και συμπόνια, αντίθετα ήταν μια δυνητική δύναμη, που μετέφερε νέες συμπεριφορές και κουλτούρες της σύγκρουσης ξένες με την παράδοση των θεσμών του Εργατικού Κινήματος που πλέον είναι συν-διαχειριστές των διαδικασιών εκμετάλλευσης μέσα στο εργοστάσιο. Φτάνει με τα κλάματα, αρκετά με την επιθυμία για θυματοποίηση, αρκετά με την κουλτούρα της αριστεράς: ο επαναστάτης αγωνιστής επιδιώκει τη δύναμη, όχι την αδυναμία. Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο μπορούμε να πούμε ότι ο εργατισμός είναι μια κομμουνιστική εμπειρία σε ρήξη με το κομμουνιστικό κόμμα και ξένη προς την κουλτούρα της αριστεράς.

Όμως αυτή η αναζήτηση δύναμης, ισχύος, δεν βασίζεται ποτέ επάνω στην ιδεολογία ή στην ικανοποίηση της δικής της ταυτότητας, αλλά είναι πάντα ριζωμένη μέσα στην ταξική σύνθεση, και σε ένα πολιτικό στοίχημα στο εσωτερικό μιας ιστορικά καθορισμένης ταξικής σύνθεσης. Και εδώ ανοίγεται μια αποφασιστική ερώτηση, ένα ζήτημα αποφασιστικό, διότι αυτή η έννοια είναι κεντρική στη μέθοδο των εργατιστών.

Η αντιμετώπιση της σύνθεσης της τάξης προϋποθέτει το υποκειμενικό πρόβλημα της πολιτικής ανασύνθεσης. Πώς πρέπει να κατανοήσουμε το ζήτημα της ανασύνθεσης; Έχει περισσότερο να κάνει με τη σύνθεση ή με τη ρήξη;

Για να συνεχίσουμε τη συζήτηση, θα μπορούσαμε τώρα να πούμε ότι δεν υπάρχει ταξικός αγώνας χωρίς ταξική ανασύνθεση. Πρώτον, όμως, πρέπει να κατανοηθούμε, να συμφωνήσουμε σχετικά με την έννοια της ταξικής σύνθεσης, και τη σχέση μεταξύ τεχνικής σύνθεσης και πολιτικής σύνθεσης, δηλαδή μεταξύ της καπιταλιστικής διάρθρωσης της εργατικής δύναμης στη σχέση της με τις μηχανές και τον σχηματισμό της τάξης ως ανεξάρτητου υποκείμενου. Η τεχνική σύνθεση και η πολιτική σύνθεση δεν μας επιστρέφουν φωτογραφίες στατικών στοιχείων, δηλαδή της εργατικής δύναμης απόλυτα εξαρτημένης-υποκείμενης στο κεφάλαιο αφενός και της τάξης εντελώς αυτόνομης από την άλλη: αυτές είναι διεργασίες που διασχίζονται αμφότερες από τη διαμάχη, από τη σύγκρουση, από την δυνατότητα της ρήξης και της ανατροπής, διότι και οι δύο βρίσκονται μέσα στην κοινωνική σχέση του κεφαλαίου ως ανταγωνιστική σχέση. Μεταξύ αυτών των δύο διαδικασιών δεν υπάρχει μια συμφιλιωτική διαλεκτική, ακριβώς όπως δεν υπάρχει σύνθεση και ανακλαστικό στοιχείο. Το κεντρικό ή πιο εξελιγμένο-προωθημένο υποκείμενο για την καπιταλιστική συσσώρευση δεν είναι απαραίτητα το κεντρικό ή πιο προηγμένο υποκείμενο των αγώνων, όπως πίστευε η κοινωνικο-κομμουνιστική παράδοση, και όπως συχνά επανήλθαν κατά συνέπεια να σκέπτονται στις εκπονήσεις επάνω στον λεγόμενο «μετα-φορντισμό». Δεν είναι επομένως ζήτημα αναβίωσης της μαρξιστικής σχέσης μεταξύ της τάξης ως κατηγορία και της τάξης για τον εαυτό της, με τη μεσολάβηση μιας ιδεαλιστικής ταξικής συνείδησης που πρέπει απλά να αποκαλυφθεί. Όπως έχουμε ήδη δει, πράγματι, η υποκειμενικότητα – βάση και διακύβευμα της ταξικής σύνθεσης – δεν είναι η συνείδηση: δεν πρέπει να αποκαλυφθεί, πρέπει να παραχθεί. Το κεφάλαιο την παράγει, μπορούν να της προκαλέσουν, να την παράξουν οι αγώνες.

Η πολιτική σύνθεση προϋποθέτει πάντα μια διπλή διαδικασία: την ανασύνθεση για τους δικούς της αυτόνομους σκοπούς, και την αποσύνθεση των σκοπών του εχθρού. Ανασύσταση δεν σημαίνει αθροιστικά στοιχεία έτσι όπως είναι, αλλά τον μετασχηματισμό τους σε μια διαδικασία ρήξης με το υπάρχον πλαίσιο και χτισίματος ενός νέου πλαισίου. Δεν είναι λοιπόν η επανένωση μιας υποτιθέμενης αρχικής ενότητας κατακερματισμένης από τη δράση του καπιταλισμού ή την επιστροφή σε ό, τι υπήρχε πριν: η ανασύνθεση της τάξης είναι η δημιουργία ενός νέου και αυτόνομου υποκειμένου. Είναι η δράση της τάξης εναντίον του δικού της εχθρού είναι επίσης η δράση της τάξης εναντίον της ίδιας, για να καταστρέψει τη σχέση του κεφαλαίου που ενσωματώνεται, ενσαρκώνεται μέσα στο προλεταριάτο. Θα μπορούσαμε να πούμε ότι η ανασύνθεση είναι η επιστροφή στην αυτονομία που δεν υπάρχει. Η επιστροφή, δηλαδή σε στοιχεία που τα σπάνε με το δεδομένο πλαίσιο, συστήνονται με τρόπο ριζικά διαφορετικό, δημιουργώντας ένα νέο πλαίσιο κοινωνικών σχέσεων. Και ανασυνθέτοντας τον εαυτό τους μέσα στη ρήξη, αυτά τα στοιχεία υπονομεύονται, αλλάζουν μέσα στην ουσία τους, αντιστρέφονται-ανατρέπονται σε σχέση με την αρχική τους λειτουργία, την αρχική τους πρόθεση.

Και το κεφάλαιο εξ άλλου αποσυνθέτει, συνθέτει και ανασυνθέτει συνεχώς, δηλαδή, καταστρέφει και μετασχηματίζει: το ονομάζει εκσυγχρονισμόςανανέωση, καινοτομία. Στα επαναστατικά κινήματα της δεκαετίας του ’60 και της δεκαετίας του ’70, το κεφάλαιο απάντησε πρώτα όχι με την καταστολή, αλλά με την καινοτομία. Η καινοτομία, ο εκσυγχρονισμός είναι μια επανάσταση στο αντίθετο, με στόχο μια βαθιά αλλαγή στα μεσαία και χαμηλά επίπεδα της πραγματικότητας σε θέση να ενισχύσουν την αναπαραγωγή των υψηλών επιπέδων, δηλαδή τη συσσώρευση κυριαρχίας και κεφαλαίου. Αυτή η αλλαγή φέρει μέσα της το σημάδι της πλευράς του ανταγωνιστή της, στερημένου της δυνατότητας ρήξης, ανταγωνιστή που έχει επαναφερθεί και έχει καμφθεί προς συστημικούς σκοπούς και στόχους. Για παράδειγμα, το κεφάλαιο απάντησε με την επισφάλεια στον αγώνα κατά της μισθωτής εργασίας και της αυτόνομης εργατικής και προλεταριακής ευελιξίας. Ξεκινώντας από τη δεκαετία του ’80 και του ’90, μέσα σε πλήρη νεοφιλελεύθερη ανάπτυξη, υπάρχουν από την μια πλευρά εκείνοι που ξέχασαν το σημάδι της πλευράς τους, και κατέληξαν να ζητούν-να διεκδικούν την επιστροφή σε αυτό που εργάτες και προλετάριοι είχαν απορρίψει και πολεμήσει, δηλαδή τις αλυσίδες εργασίας επ ‘αόριστον · από την άλλη, όσοι έχουν ανταλλάξει τον εκσυγχρονισμό για την επανάσταση, ζωγραφίζοντας με ευφάνταστο τρόπο μια κοινωνική συνεργασία πλέον εντελώς ελεύθερη και αυτόνομη, και ένα κεφάλαιο ως καθαρά παρασιτικό περιτύλιγμα. Και οι δύο δεν βλέπουν τη συνέχεια και την πιθανότητα του ανταγωνισμού, και συνεπώς αναλαμβάνουν έναν ήδη υπάρχοντα διαχωρισμό μεταξύ των δύο τάξεων-πλευρών: για τους μεν αυτό σημαίνει την αδυναμία της απελευθέρωσης, για τους άλλους η απελευθέρωση έχει ήδη συμβεί. Και οι δύο είναι ιδεολογικές θέσεις, και οι δυο αδύναμες, και οι δύο δείχνουν την απομάκρυνση του προβλήματος της επαναστατικής ρήξης. Και οι δύο δεν βλέπουν το κεντρικό ερώτημα της ταξικής σύνθεσης ως διαδικασία που διασχίζεται συνεχώς από την σύγκρουση, την διαμάχη.

Θα μπορούσαμε να το πούμε έτσι, με μια φόρμουλα: το αντίθετο του εκσυγχρονισμού δεν είναι συντήρηση, αλλά επανάσταση. Αν στη συνέχεια αντικαταστήσουμε στον εκσυγχρονισμό και την συντήρηση τις έννοιες της αριστεράς και δεξιάς, το αποτέλεσμα δεν αλλάζει, είναι συνώνυμα: το αντίθετο της δεξιάς δεν είναι αριστερά, αλλά επανάσταση. Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο δεν μπορούμε να ορίσουμε τον εαυτό μας στην αριστερά: όχι επειδή η αριστερά έχει γίνει αυτό, αλλά επειδή η αριστερά υπήρξε πάντα αυτό. Η αριστερά είναι από τις απαρχές της διαφωτιστική, προοδευτική, εκσυγχρονιστική. Είναι η σκέψη της θυματοποίησης και της ήττας, εμπιστεύεται τον εαυτό της στην Ιστορία, εχθρεύεται εκείνους που αγωνίζονται ενάντια στους καιρούς τους, είναι αυτή της συμβατότητας με την ισχύ του κεφαλαίου και του παρανοϊκού αποκλεισμού της ανταγωνιστικής ισχύος – γι ‘αυτό μόλις οι προλεταριακές συμπεριφορές κάνουν του κεφαλιού τους, ξεσπά η συνωμοσιολογία, η διετρολογία [1], και η κατηγορία ότι είναι προβοκατόρικες. Η αριστερά απεικονίζει νεκρές φύσεις στην ακτή της λίμνης, εμείς που θέλουμε να οργανώσουμε τους εαυτούς μας μέσα στις δίνες, ακόμη και μέσα στην επικίνδυνη ακαθαρσία και ασάφεια τους, πρέπει να αποφύγουμε όχι αυτή ή την άλλη αριστερά, αλλά την αριστερά sans phrase.

Από αυτή την άποψη, ο Romano Alquati – μια αποφασιστική φιγούρα του εργατισμού, αν και δεν εκτιμάται ιδιαίτερα στην Ιταλία και σχεδόν άγνωστος στο εξωτερικό – μιλούσε για «οργανωμένο αυθορμητισμό». Τι εννοούσε;

Αυτό τον καθορισμό, τον σχεδιασμό αυτό της ταξικής σύνθεσης και της ανασύνθεσης τον χρωστάμε πρώτα απ’ όλα στον Alquati. Εάν θέλουμε να το πούμε με ένα αστείο, δεν υπάρχει εργατισμός δίχως Alquati, αν και ο Alquati δεν μπορεί να μειωθεί αποκλειστικά στην εμπειρία του εργατισμού. Συχνά θεωρήθηκε ως ο «εφευρέτης της conricerca-συνέρευνας», ένας ισχυρισμός στον οποίο απαντούσε ότι οι αγωνιστές,οι στρατευμένοι πάντα έκαναν συνέρευνα και απλά αυτός, που ήταν αγωνιστής, έκανε συνέρευνα, είναι σαν να υποστηρίζουμε – μας προειδοποιούσε – ότι αν είναι να διασχίσω έναν δρόμο γεμάτο πέτρες φορώ τα παπούτσια, τότε σημαίνει ότι έχω εφεύρει τα παπούτσια.Υπήρχε προφανώς μια παράδοξη υπερβολή σε αυτό, επειδή η συνέρευνα- conricerca για το πώς μιλάμε γι ‘αυτήν σήμερα ή που προσπαθούμε να ξανα- ανακαλύψουμε βασίζεται πρωτίστως στη συμβολή του Alquati και των συλλογικών πραγματικοτήτων που έχτισε αυτός για να την εφαρμόσει. Ωστόσο, είναι αλήθεια ότι το να τον ορίσουμε απλά ως εφευρέτη της συνέρευνας κατέληξε να περιορίζει την πορεία του στη δεκαετία του ’60, στα έτσι κι αλλιώς αποφασιστικά κείμενα για την Fiat ή την Olivetti. Ο Alquati αντίθετα είναι πολύ άλλος και πολύ περισσότερα. Οι ερευνητικές του πορείες μέσα και κατά του «πανεπιστημίου της μεσαίας τάξης» της δεκαετίας του ’70 εξακολουθούν να είναι θεμελιώδεις ακόμη σήμερα, στις οποίες προέβλεπε την εμφάνιση του κοινωνικού εργάτη και του πνευματικού προλεταριάτου. Μεταξύ των δεκαετιών του ’80 και του ’90 επεξεργάζεται ένα γενικό μοντέλο, συνολικό (καλούμενο από αυτόν «modellone») για τη λειτουργία του καπιταλισμού, με στόχο τον επαναστατικό μακροπρόθεσμο στόχο της ρήξης και της εξόδου από τον καπιταλιστικό πολιτισμό. Σε αυτή την φάση ο Alquati παράγει εξαιρετικές προβλέψεις για θέματα, ερωτηματικά, προβλήματα και ζητήματα (από την υπερ-εκβιομηχάνιση έως την κεντρική θέση της αναπαραγωγής) που σήμερα παρουσιάζονται απολύτως αποφασιστικά.

Ο ορισμός του «οργανωμένου αυθορμητισμού» προκύπτει από τις διαδικασίες της conricerca-συνέρευνας στη ζωντανή σάρκα των εργατικών αγώνων της δεκαετίας του ’60. Στην παράδοση του εργατικού κινήματος υπάρχει μια διάκριση μεταξύ της λατρείας του αυθορμητισμού και του φετίχ της οργάνωσης, ή μια διαλεκτική της για τα στάδια της ανάπτυξης: πρώτα υπάρχει ο αυθορμητισμός, μετά υπάρχει η οργάνωση. Ο Alquati διαρρηγνύει οριστικά αυτή τη διαλεκτική και προτείνει εκείνο το φαινομενικό οξύμωρο: στη Fiat δεν είναι μια εξωτερική οργάνωση που παράγει τη σύγκρουση, δεν είναι ο απλός αυθορμητισμός που την ωθεί προς τα εμπρός. Δημιουργήθηκε ένα είδος «αόρατης οργάνωσης» μέσω της οποίας οι εργάτες επικοινωνούν, προετοιμάζουν τους αγώνες, ανιχνεύουν τους χρόνους, μπλοκάρουν το εργοστάσιο. Είναι αυτή η αόρατη οργάνωση που τίθεται ως πρωτοπορία των ανασυντεθιμένων διαδικασιών, ενώ οι αγωνιστές του κόμματος ακολουθούν διστακτικοί, χαμένοι και συχνά δρουν σαν καπάκι. Η μορφή αγώνα της «αγριόγατας», a “gatto selvaggio”, η οποία τρέφεται ακριβώς από την αόρατη οργάνωση, είναι απρόβλεπτη, επομένως δεν μπορεί να ελεγχθεί από μια μεταρρυθμιστική, ρεφορμιστική διαμεσολάβηση.Εφαρμόζεται μέσα από μια συνεχή εναλλαγή των τακτικών, των μεθόδων, των χρόνων και των τόπων και, «δεν διεκδικεί τίποτα».Είναι το πιο προωθημένο επίπεδο της εργατικής «μη συνεργασίας», αν και σίγουρα δεν είναι η μόνη μορφή πάλης, εναλλασσόμενη με τη μαζική απεργία ή τη σύγκρουση στους δρόμους, στην πλατεία. Το πρόβλημα είναι να τις συνδυάσουμε και να τις επαναδρομολογήσουμε, ενισχύοντας τες αμοιβαίως. Ο Alquati γράφει σχετικά με αυτό: «Το καθήκον μιας πολιτικής οργάνωσης δεν είναι να σχεδιάσει την αγριόγατα με έναν προκαθορισμένο τρόπο, διότι θα διακινδυνεύσει ακριβώς να την καταστήσει απορροφήσιμη στον κύριο-στο αφεντικό με την εξημέρωσή της: ενώ να την οργανώσει και να την εξαπλώσει αρκεί και η εργατική »αόρατη οργάνωση», της οποίας η απεργία ‘αγριόγατας’ καθίσταται ένα μόνιμο γεγονός».

Πηγαίνοντας πέρα από την ιδιαιτερότητα αυτών των αγώνων, το ζήτημα του οργανωμένου αυθορμητισμού μας επιτρέπει να τοποθετήσουμε αυτή τη σχέση με πολιτικά ορθούς όρους, να ξεχωρίσουμε αποφασιστικά την αμεσότητα, την αυθεντικότητα από τον αυθορμητισμό, που αποτελεί την ιδεολογία του, καθώς και να ξεχωρίσουμε την οργάνωση από την απλή διαχείριση. Συνεπώς, οι δύο όροι της σχέσης δεν πρέπει ποτέ να διαχωριστούν και να αντιταχθούν: η οργάνωση πρέπει να τρέφεται με αυθορμητισμό και η οργάνωση πρέπει να οδηγείται μέσα στην αμεσότητα και την αυθεντικότητα. Μπορούμε να πούμε ότι η αυτονομία είναι η οργάνωση που αντικατοπτρίζει επάνω στην δική της αμεσότητα, είναι η αυθεντικότητα που αντανακλά επάνω στη δική της οργάνωση. Και μπορούμε να πούμε ότι το κόμμα (με τρόπο ριζικά διαφορετικό από την τρέχουσα χρήση και ιδέα) είναι το υποκείμενο που ανασυντάσει συνεχώς τη σχέση ανάμεσα στην αμεσότητα και την οργάνωση, ανάμεσα στην άρνηση και τους μακρο-στόχους.

Πολύ συχνά, κι εσύ αναφέρεσαι στη «μέθοδο της τάσης», στα γραπτά σου: σε τι ακριβώς συνίσταται;

Είναι μια κεντρική οπτική και, όπως και ίσως περισσότερο από άλλες, αποτελεί προάγγελο πολλών παρανοήσεων. Από κάποιες φιγούρες που προέρχονται από τον εργατισμό η τάση έχει ερμηνευτεί με όλο και πιο μηχανιστικούς όρους, σαν να μας έχει παραδώσει άμεσα η γραμμή της καπιταλιστικής ανάπτυξης τα υποκείμενα της κοινωνικής μεταμόρφωσης. Με τον τρόπο αυτό η πολιτική σύνθεση έχει γίνει ο καρπός της τεχνικής σύνθεσης, και όχι πλέον η διάρρηξη της. Αυτός ο μηχανισμός έχει πάρει το όνομα της οντολογίας, πραγματοποιώντας μια απλή πνευματική ανατροπή της διαδικασίας. Δηλαδή: τα υποκείμενα που παράγει η καπιταλιστική ανάπτυξη θεωρούνται οντολογικά τα επαναστατικά υποκείμενα. Για να βρεθούν οι άκρες, για να τακτοποιηθούν οι λογαριασμοί, απομακρύνθηκε επομένως ο κόμπος της ταξικής σύνθεσης, των ισορροπιών δυνάμεως, των διαδικασιών αγώνα μέσω των οποίων η υποκειμενικότητα διαμορφώνει την αυτονομία της, σπάζοντας τα με τη διαδικασία της καπιταλιστικής υποκειμενικοποίησης.

Αντίθετα, από την επαναστατική οπτική τάση δεν σημαίνει αντικειμενικότητα και γραμμικότητα του ιστορικού μονοπατιού, και δεν έχει καμία σχέση με την πρόβλεψη του μέλλοντος. Πρέπει να αφήσουμε τους μετεωρολόγους να προβλέψουν τις βροχές, ως αγωνιστές πρέπει να στρατευθούμε για τη δημιουργία καταιγίδων. Και φυσικά τάση δεν σημαίνει μη αναστρεψιμότητα των διαδικασιών, δηλαδή το δόγμα στη βάση της εκσυγχρονιστικής θρησκείας και επιταχυντικής : αντίθετα, από τη στιγμή που θεμελιώνονται και διαμορφώνονται από τις ισορροπίες δυνάμεων, οι διαδικασίες μπορούν να διακόπτονται συνεχώς, να εκτρέπονται, να ανατρέπονται. Ως εκ τούτου τάση σημαίνει την ικανότητα να αντιλαμβάνεται κανείς την πιθανότητα μιας ανάπτυξης αντιπαράθεσης και ριζικής διαφορετικότητας στη σύνθεση των στοιχείων του παρόντος. Η τάση είναι σαν την προφητεία: σημαίνει να βλέπεις και να επιβεβαιώνεις με διαφορετικό τρόπο εκείνο που ήδη υπάρχει εικονικά στο παρόν.

Με λίγα λόγια, τάση σημαίνει στην πραγματικότητα να είσαι μπροστά, είναι η ικανότητα να κατανοήσουμε το έδαφος της ανταγωνιστικής δυνατότητας μέσα στις αμφιβολίες και τις αμφισημίες της σύνθεσης, της υποκειμενικότητας και των υπαρχουσών συμπεριφορών. Τάση σημαίνει προσδοκία, προκαταβολή, πολιτικό στοίχημα. Το στοίχημα δεν είναι μια ζαριά, ούτε είναι επιστημονική πρόβλεψη.Είναι μια επιλογή διαδρομής, η αναγνώριση μιας γραμμής τάσης που δεν υπάρχει εκεί αλλά θα μπορούσε να είναι εκεί. Είναι ένα υλιστικό στοίχημα, δηλαδή εντός και κατά το υπάρχοντος πεδίου δυνάμεων. Χωρίς πολιτικό στοίχημα, στην πραγματικότητα δεν υπάρχει πολιτική με επαναστατική έννοια, αλλά μόνο διαχείριση της υπάρχουσας κατάστασης, δηλαδή τεχνική της θεσμικής πολιτικής.

Στα μέσα της δεκαετίας του ’70, μιλώντας για την ουσία της εκπαίδευσης και του πανεπιστημίου, ο Alquati έγραφε ότι η conricerca-συνέρευνα χρησιμεύει για να επιτύχει να έχει ένα ρόλο το κίνημα που να μην είναι απλά της ουράς των πραγμάτων : «η έρευνα στόχευε στο να προβλέψει, να προκαταβάλει, όχι να εξορθολογίσει ιδεολογικά εκείνο που έχει ήδη συμβεί καθώς «αυθόρμητα» συμβαίνει όταν το μαζικό κίνημα ακριβώς ‘κινείται’. Το πρόβλημα είναι γενικό: της στρατηγικής που χρησιμεύει στην καθοδήγηση και την πολιτική ηγεσία που επιτυγχάνει να προβλέψει σύμφωνα με μια στρατηγική. Το να φθάσεις αργότερα δεν χρησιμεύει σε τίποτα «. Ο αγωνιστής πρέπει να αναλάβει τον κίνδυνο. Το σημαντικό είναι να ενεργήσει εντός και κατά της χυδαιότητας της υφιστάμενης κατάστασης και όχι – όπως συμβαίνει πολύ συχνά στον λεγόμενο «μετα-εργατισμό» – μέσα στη φαντασία του ατόμου και ενάντια στις συλλογικές δυνατότητες.

Στα δύο πιο γνωστά ονόματα σε διεθνές επίπεδο – Mario Tronti και Toni Negri – είναι παραπέμψιμες δύο παραλλαγές του εργατισμού που αναφέρατε, μια «katechontica-κατεχοντική» και η άλλη «accelerationist-επιταχυντική». Μέσα από μορφές όπως ο Romano Alquati ή ο Sergio Bologna, ωστόσο, είναι δυνατόν να προσδιοριστεί ένα τρίτο θεωρητικό και πολιτικό παράδειγμα μέσα στον εργατισμό, το οποίο θα μπορούσαμε να ορίσουμε ως «composizionista-συνθετιστικό». Γιατί μπορεί να είναι σημαντικό να εμβαθύνουμε αυτή τη γραμμή, αυτό το ρεύμα έρευνας;

Είναι διαμέσου αυτού του παραδείγματος (που ορίζεται ως συνθετιστικό για να καταλαβαινόμαστε, αν θέλετε να βρείτε έναν άλλο όρο, αυτό που έχει σημασία είναι η ουσία), ο εργατισμός μπόρεσε να σπάσει το μερικώς κλειστό σύστημα μαρξικής λογικής, εκείνης που κινδυνεύει να παραμείνει παγιδευμένη στην εξήγηση του πώς παράγεται και αναπαράγεται το χαλύβδινο κλουβί, εισάγοντας το καθοριστικό στοιχείο της υποκειμενικότητας. Αυτή δεν διαμορφώνεται με τρόπο ντετερμινιστικό από την υλική διαμονή-τοποθέτηση, ούτε σχηματίζεται ανεξάρτητα από αυτήν: όπως έχουμε ήδη δει, η υποκειμενικότητα συνδέεται με τον αγώνα, δηλαδή με τη ισχύ σχηματισμού του κεφαλαίου και με τη δυνατότητα συμπεριφορών και δυνάμεων που σχηματίζονται εναντίον του κεφαλαίου. Το να εξετάζουμε τη σύνθεση της τάξης, να συνερευνούμε και να δρούμε μέσα σε αυτήν για να την λυγίσουμε και να την κάμψουμε σε μια ανταγωνιστική κατεύθυνση, σημαίνει να εστιάζουμε συνεχώς την πολιτική πρωτοβουλία στη σχέση μεταξύ διαδικασίας και υποκειμένου. Για να το πούμε απλά: σε μια διαδικασία με σχέσεις ισχύος υπέρ του κεφαλαίου, το υποκείμενο που σχηματίζεται πρώτα απ’ όλα πλάθεται από αυτό, σε μια διαδικασία με διαφορετικές ισορροπίες δυνάμεων, σχηματίζεται ένα διαφορετικό υποκείμενο. Το να λέμε ότι το υποκείμενο είναι διαμορφωμένο από το κεφάλαιο, όπως συμβαίνει στη σημερινή φάση, δεν σημαίνει ότι δεν υπάρχουν δυνατότητες σύγκρουσης ή αυτονομίας, όχι, καθόλου. Ο Alquati μίλησε για ένα «άλυτο κατάλοιπο» και που δεν επιλύεται για το κεφάλαιο, αυτό που αποκαλούσε ανθρώπινη ενεργητική ικανότητα, της οποίας το κεφάλαιο πρέπει να τροφοδοτείται συνεχώς για να κάνει να λειτουργεί το σύστημά του. Θα μπορούσαμε ακόμη να πούμε ότι υπάρχει μια διαρθρωτική δυνητική ασυμμετρία μεταξύ των δύο τάξεων: ενώ το κεφάλαιο χρειάζεται το προλεταριάτο, το προλεταριάτο δεν χρειάζεται το κεφάλαιο, και τελικά ούτε τον ίδιο του τον εαυτό ως προϊόν αυτής της κοινωνικής σχέσης. Αυτή είναι η αντίφαση που δεν επιλύεται για το κεφάλαιο, απ’ όπου προέρχεται η διαρκής δυνατότητα του ανταγωνισμού, η οποία αναλαμβάνει διαφορετικές μορφές και εκφράσεις, ή από καιρό σε καιρό ή σε ορισμένες φάσεις δεν λαμβάνει ρητές μορφές και εκφράσεις.

Ο ανταγωνισμός δεν μπορεί να αναμένεται μεσσιανικά, ούτε να τον φανταζόμαστε ξεκινώντας από αυτό που θα θέλαμε και θα μας άρεσε – με αποτέλεσμα όταν οι προλετάριοι δεν συμπεριφέρονται όπως θα θέλαμε, ασκούμε ατομικές και πνευματικές αποδράσεις προς τα εμπρός. Οι αγωνιστές πρέπει να σκάψουν μέσα στις αμφιβολίες, τις αμφισημίες και τις ασάφειες, μέσα στην «ακαθαρσία» των πραγματικών συμπεριφορών: όχι για να τις εκθειάζουμε λαϊκιστικά, αλλά για να αναζητήσουμε μέσα τους μια πολιτική φύση στο επίπεδο των εγγενών μορφών και εκφράσεών της, όταν υπάρχει μια virtualness, εικονική πραγματικότητα που δεν έχει μετατραπεί ακόμα σε δράση συλλογική. Για παράδειγμα, πριν γίνει ρητή και συλλογική μορφή αντιπαράθεσης και άρνησης, η απόρριψη της εργασίας ενσαρκώνονταν σε κατακερματισμένες συμπεριφορές προσποίησης στο ατομικό επίπεδο. Από την εγγενή πολιτική φύση προς τη ρητή πολιτική φύση δεν υπάρχει ένα απαραίτητο πέρασμα σταδίων ανάπτυξης. Υπάρχει αντ ‘αυτού η κατασκευή μιας οργανωτικής διαδικασίας, υπάρχει η πορεία της συνέρευνας, υπάρχει όλη η δύναμη του μαχητικού στοιχήματος, του στρατευμένου στοιχήματος. Θα μπορούσαμε να πούμε ότι η επιδίωξη της εγγενούς πολιτικής φύσης είναι η αναζήτηση του χώρου μεταξύ της αφηρημένης δυναμικής του ανταγωνισμού και της διοχετευμένης μορφής έκφρασής του, είναι ο χώρος μέσα στον οποίο οι συμπεριφορές μπορούν να πάρουν διαφορετικές ή και αντίθετες κατευθύνσεις, είναι ο χώρος στον οποίο η διαδικασία μπορεί πράγματι να αποκλίνει, να καμπυλώνεται, να διακόπτεται, να ανατρέπεται. Επομένως, είναι ο χώρος που αρμόζει στην μαχητική, στρατευμένη παρέμβαση.

Το πρόβλημα, λοιπόν, είναι ότι τόσο το «επιταχυντικό»,“accelerazionista” πρότυπο όσο και το «κατεχοντικό», “katechontico” παράδειγμα καταλήγουν να αναλαμβάνουν τη χρονικότητα της καπιταλιστικής ανάπτυξης και να προκαλούν την ταξική σύνθεση και τις επαναστατικές δυνατότητές της να κατεβούν από αυτήν. Για το πρώτο παράδειγμα πρέπει απλά να επιταχύνουμε την ανάπτυξη της νέας τεχνικής σύνθεσης για να την μετατρέψουμε σε πολιτική σύνθεση, για δεύτερο πρέπει να διατηρήσουμε τη δύναμη της παλιάς πολιτικής σύνθεσης για να καταπολεμήσουμε την τεχνική σύνθεση. Και τα δύο κινδυνεύουν να αντιμετωπίσουν την εξέλιξη σε ένα επίπεδο αφαίρεσης που χάνει την επαφή με τη μεσαία δέσμη, δηλαδή με το επίπεδο στο οποίο δίδονται οι συγκεκριμένες δυνατότητες της ρήξης και της ανατροπής. Η μέθοδος της τάσης που μας ενδιαφέρει, αντιθέτως, δεν είναι ο προσδιορισμός μιας «αντικειμενικής» ανάπτυξης, σημαίνει να θέσουμε το πρόβλημα της διακοπής και της απόκλισης, δηλαδή της συσσώρευσης δύναμης για το χτίσιμο ανασυντεθιμένων διαδικασιών. Αυτή η δύναμη συσσωρεύεται τόσο στην επιτάχυνση όσο και στη συγκράτηση, περισσότερο ή λιγότερο στη μία ή την άλλη, ανάλογα με τις φάσεις και πάνω απ ‘όλα τους αγώνες που δημιουργούν αντίσταση ή σπρώχνουν προς τα εμπρός. Επειδή η οπτική από την οποία αξιολογείται η επιτάχυνση και η συγκράτηση είναι αυτή της ταξικής σύνθεσης, της δυνητικής αυτονομίας της και των δυνατοτήτων της για επαναστατική μεταμόρφωση.

Στην περίπτωση του επιταχυντισμού του Negri, αντίθετα, η τάση γίνεται τελεολογία, η διαδικασία της οργάνωσης, σύγκρουσης και ρήξης εσωτερικό της σχέσης μεταξύ της τεχνικής σύνθεσης, πολιτική και ανασύνθεση δίνουν τη θέση σε μια ιδέα απόρριψης οποιασδήποτε μορφής μεσολάβησης της ανατροπής. Ο Negri καταλήγει δηλαδή να μην βλέπει τη διαδικασία και να ταυτοποιεί αμέσως το υποκείμενο ως οντολογικώς ελεύθερο και αυτόνομο. Δεν συνειδητοποιεί ότι εκείνο το υποκείμενο δεν είναι καθόλου ελεύθερο και αυτόνομο, αλλά βαθιά σημαδεμένο από την καπιταλιστική υποκειμενοποίηση,subjectivisation. Μόνο με την κατανόηση της αμφισημίας και την κάμψη της σε ανταγωνιστική έννοια μπορεί να φθάσει να αντιταχθεί στον εαυτό του. Μόνο μέσα από τη διαδικασία του αγώνα το υποκείμενο κατακτά ελευθερία και αυτονομία. Υπάρχει επίσης σε αυτό ένα πνευματικό βίτσιο, εκείνου που δεν μετρά πλέον τις κατηγορίες του με βάση τη μαχητικότητα-την στράτευση μέσα και κατά της πραγματικότητας, αλλά μετρά την πραγματικότητα στη βάση των δικών του κατηγοριών. Στην αυτονομία του πολιτικού ακολουθεί εδώ η αυτονομία της πολιτικής φιλοσοφίας. Και είναι, ίσως, θλιβερά παράδοξο το γεγονός ότι ένας από εκείνους που μίλησαν για την ηγεμονία της «γενικής διάνοιας», τερματίζει την πορεία του μέσα στην αλαζονική μοναξιά της ατομικής διάνοιας.

Συχνά ο εργατισμός κατηγορήθηκε για sviluppismo, αναπτυξιολαγνεία…

Εν μέρει, υπάρχει λόγος, κυρίως λόγω εκείνης της εξέλιξης στην οποία η τάση γίνεται τελεολογία. Πιστεύω όμως ότι το ίδιο προβληματική, ή ακόμη περισσότερο, είναι η ρητορική εναντίον της ανάπτυξης που έκανε το δρόμο της τις τελευταίες δεκαετίες, διότι συχνά υιοθετεί ηθικίστικα και κατά βάθος ταξικά χαρακτηριστικά, στην περίπτωση αυτή της άλλης τάξης. Είναι μάλλον πολύ εύκολο να είμαστε για την degrowing, αποανάπτυξη ενώ πίνουμε κονιάκ από το άνετο γραφείο της Σορβόννης μας …Δεν είναι όλες οι θέσεις ενάντια στην ανάπτυξη αναγώγιμες στην αποανάπτυξη, αλλά ακόμη και οι καλύτερες και οι πιο ενδιαφέρουσες για τους αγώνες κινδυνεύουν να είναι ισοδύναμες στο πολεμικό τους αντικείμενο. Στην πραγματικότητα, τόσο η αναπτυξιολαγνεία όσο και η αντι-αναπτυξιολαγνεία δεν έχουν καμία σχέση με τον στόχο και καταλήγουν να είναι μάλλον ιδεολογικές: η μια φαντάζεται τα επαναστατικά υποκείμενα σε όλα όσα παράγονται από την ανάπτυξη του κεφαλαίου, η άλλη τα φαντάζεται σε όλα αυτά που προηγούνται ή απατηλά θεωρούνται «έξω» από εκείνη την ανάπτυξη. Μια επιλογή είναι τόσο μέσα που ξεχνιέται πως είναι αντίθετη, και έτσι απορροφάται μέσα στα σαγόνια ενός αδύνατου ρεφορμισμού, η άλλη επικαλείται μια επίθεση στο φρούριο από τα έξω, στηριζόμενη σε έναν μη ρεαλιστικό αυθορμητισμό. Ο υλισμός χωρίς την επαναστατική θέληση ρέει στον ντετερμινισμό, η επαναστατική θέληση στερημένη του υλισμού ρέει στον ιδεαλισμό. Είτε το θέλουμε είτε όχι, συνεπώς, είμαστε εν τούτοις ακόμα μέσα στην ανάπτυξη και στις χαοτικές αντιφάσεις της, δεν μπορούμε λοιπόν να έχουμε μια αμφίθυμη συγκρουσιακή ματιά: πρέπει να κατανοούμε δηλαδή αυτή την αντιυποκειμενικότητα- controsoggettività και πόσες ανταγωνιστικές δυνατότητες δημιουργούνται και καταστρέφονται μέσα στην εξέλιξη-ανάπτυξη, πόσες δημιουργούνται και καταστρέφονται στην αντίσταση ή όταν πιέζουμε τις διαδικασίες προς τα εμπρός. Αντι-χρήση των διαδικασιών σημαίνει όχι μόνο τη χρήση των μέσων που παράγονται από την ανάπτυξη για έναν άλλο σκοπό, αλλά κάνοντας αυτό να τα λυγίζουμε, να τα μεταμορφώνουμε, να δημιουργούμε άλλα. Διότι τότε το να είσαι μέσα δεν είναι ένα ζήτημα ατομικών επιθυμιών ή υπαρξιακών εμπειριών αλλά σκληρής ουσιαστικότητας-υλικότητας της κοινωνικής σχέσης που μαχόμαστε, το σημείο είναι σαν να είμαστε εναντίον.

Εν ολίγοις, η διαλεκτική μεταξύ αναπτυξιολαγνείας και αντι αναπτυξιολαγνείας, επιτάχυνσης και αποανάπτυξης, νεωτερικότητας και αντι-νεωτερικότητας, είναι εξ ολοκλήρου εσωτερική στην οπτική του κεφαλαίου. Το κεφάλαιο αποτελείται από επιτάχυνση και κράτηση, καταστρέφει τη σύνθεση του ανταγωνιστή του και ανασυνθέτει τα θραύσματα που παράγονται σύμφωνα με τις αναπτυξιακές του ανάγκες.Τότε το πρόβλημα για τον αγωνιστή είναι να σχεδιάσει την εξέλιξη-την ανάπτυξη από την οπτική γωνία της μακρο-δικής μας πλευράς, πραγματικής ή δυνητικής, για να περιορίσει τα στοιχεία που εμποδίζουν την καταστροφική επιτάχυνση της καπιταλιστικής καινοτομίας, δηλαδή αυτά που μας φτωχαίνουν, και επιταχύνοντας τα στοιχεία που παράγουν ρήξη στον αντίπαλο, εμπλουτισμό της υποκειμενικότητας και και αυτονομία στην πλευρά μας.

Για να καταλάβουμε το τι πρέπει να κάνει οαγωνιστής-ο στρατευμένος μπορούμε να χρησιμοποιήσουμε, συγχωρέστε την αγριότητα, την αλληγορία του καρκίνου. Στο σώμα μας πρέπει να περιορίσουμε τη δύναμη του κακού, που αναπτύσσει τον καρκίνο, στο κορμί του εχθρού μας πρέπει να επιταχύνουμε τις μεταστάσεις που παράγονται από την ταξική πάλη. Μεταξύ των δύο κινήσεων υπάρχει μια σχέση, αλλά ποτέ δεν είναι συμμετρική, χρονικά γραμμική, τελεολογική. Επομένως, η σύγκρουση θα πρέπει να λειτουργεί ως καρκίνος προς τον αντίπαλο και ως εμβόλιο μέσα μας, δηλαδή ελεγχόμενος εμβολιασμός δηλητηρίου για να ενισχύσουμε τον οργανισμό. Σε εμάς το αντίθετο συμβαίνει συχνά: η σύγκρουση γίνεται καρκίνος μέσα μας, δηλαδή πηγή συχνά άχρηστων διαχωρισμών, και εμβόλιο για τον αντίπαλο, επομένως καπιταλιστική καινοτομία, ανανέωση.

Ας έρθουμε λοιπόν στη φιγούρα του αγωνιστή, του στρατευμένου, στον οποίο έχεις πρόσφατα αφιερώσει ένα δοκίμιο. Ποιος είναι ο αγωνιστής; Ποιος είναι ο ρόλος και η σημασία του;

Από τα όσα είπαμε μέχρι τώρα έχουν ανακύψει ήδη διάφορα κομμάτια απάντησης, επειδή η μαχητικότητα-η αγωνιστικότητα-η στράτευση δεν είναι μια συγκεκριμένη πτυχή: είναι η άποψή μας, είναι η μορφή της ζωής μας, είναι αυτό που είμαστε, αυτό που λέμε, αυτό που πιστεύουμε. Ο μαχητής-αγωνιστής-στρατευμένος είναι εξ ορισμού αυτός που θέτει τη ζωή του σε κίνδυνο, ολοκληρωτικά. Αυτή η αλήθεια παίρνει διάφορες μορφές σε σχέση με την ιστορική φάση, με την ταξική σύνθεση, με τις οργανωτικές διαδικασίες. Όταν στο σημείο καμπής της χιλιετίας άρχισαν να τον αποκαλούν ακτιβιστή, ακολουθώντας την αγγλοσαξονική και αμερικανική επικρατούσα μόδα, δεν επρόκειτο απλά για μια γλωσσική παραχώρηση, αλλά για μια δομική αποτυχία, υποχώρηση, καθίζηση. Χάθηκε έτσι η incommensurabilità του σε σχέση με άλλες φιγούρες, όπως εκείνη του εθελοντή. [ incommensurabilità: η έλλειψη ή η ανεπάρκεια ενός κοινού μέτρου ή μιας περιόδου αναφοράς, με σκοπό έναν βολικό ποσοτικό ορισμό.] Φιγούρες του γενικού ενδιαφέροντος, συνεπώς της αναπαραγωγής του υπάρχοντος. Αντίθετα ο αγωνιστής είναι ένα διαχωριστικό υποκείμενο, παράγει συνεχώς το «εμείς» και «αυτοί», παίρνει θέση και αναγκάζει να πάρουμε θέση, να τοποθετηθούμε. Ξεχωρίζει για να ανασυνθέσει το μέρος του, την πλευρά του. Είναι πρωτίστως μια φιγούρα της άρνησης, επειδή απορρίπτει το υπάρχον και αγωνίζεται για να το καταστρέψει. Ξεκινώντας από την άρνηση, παράγει συλλογικούς μακρο-στόχους και νέες μορφές ζωής.

Πολύ συχνά, ειδικά σε δύσκολες φάσεις όπως αυτή, ακούμε πολλούς συντρόφους να διαμαρτύρονται για την απουσία αγώνων ή να χαίρονται με εκείνους άλλων. Κατάθλιψη και ευφορία μιμούνται εκείνες των χρηματοπιστωτικών αγορών, φούσκες και voyeurismo-ηδονοβλεψία ταξιδεύουν και εξαφανίζονται με την ταχύτητα ενός tweet. Και όμως, οι ιστορικές φάσεις δεν είναι όμορφες ή άσχημες: είναι χώροι μέσα και εναντίον των οποίων τοποθετούμαστε όσον αφορά τον σχεδιασμό. Δεν πρέπει να κριθούν στη βάση των επιθυμιών μας, αλλά πολεμούνται στη βάση των καθηκόντων μας. Η ποινή είναι να βυθιζόμαστε στο κυκλοθυμικό χρονικό των αγώνων και της απουσία τους, κυματίζοντας μεταξύ της ευφορίας του οπαδού και την κατάθλιψη του θεατή, ανάμεσα σε μια δίχως λόγο αίσθηση ήττας και αδικαιολόγητες διακηρύξεις νίκης. Να ελευθερωθούμε από αυτές, αν θέλουμε να ζήσουμε στο ύψος των περιστάσεων. Πράγματι, πρέπει να καταλάβουμε ότι η πιο σημαντική φάση για τον επαναστάτη αγωνιστή είναι ακριβώς εκείνη στην οποία δεν υπάρχουν αγώνες. Στην πραγματικότητα, όταν υπάρχουν, ο στρατευμένος επαναστάτης φτάνει πολύ αργά. Πρέπει να προβλέψουμε, να προλάβουμε για να οργανώνουμε και να κατευθύνουμε, να μην παρατηρούμε για να διηγούμαστε και να περιγράφουμε. Και πρέπει επίσης να προσθέσουμε ότι όταν οι αγώνες υπάρχουν, συχνά οι αγωνιστές – μιλάω στην περίπτωση αυτή για την ιταλική συγκυρία – δεν ξέρουν πώς να τους αντιληφθούν γιατί ξεφεύγουν από τα σχήματα τους, ή δρουν σαν πώμα, σαν αναστολέας στην ανάπτυξή τους. Ας μην μας πιάνει κατάθλιψη λοιπόν από ένα επίπεδο τοπίο ή να μην γοητευτούμε από τα κύματα της θυελλώδους θάλασσας, να προσπαθήσουμε αντιθέτως να πιάσουμε τα αόρατα στροβιλίσματα που αναταράσσονται κάτω από την φαινομενική ηρεμία του ποταμού. Αυτό είναι το καθήκον του σήμερα, αυτό είναι το τι να κάνουμε που πρέπει να χτίσουμε.

Ας έρθουμε τώρα στις κατηγορίες που σφυρηλατήθηκαν από τον «μετα-εργατισμό», οι οποίες, όπως παρατήρησες, κινδυνεύουν μερικές φορές να οδηγήσουν σε μια ψεύτικη αμεσότητα της μετάφρασης της τεχνικής σύνθεσης στην πολιτική σύνθεση …

Πρέπει οριστικά να απαλλαγούμε από την ιδεολογία του μετά, του post, η οποία για πολύ καιρό από τη δεκαετία του ’80 και τη δεκαετία του ’90 μας έχει κρατήσει παγιδευμένους στην μέγκενη ενός εκβιασμού: την επιλογή μεταξύ εκείνων που λένε πως τίποτα δεν θα είναι πλέον όπως πριν και αυτών που λένε ότι όλα θα είναι πάντα όπως πριν. Και οι δύο έχουν λάθος. Για να ξαναπάρουμε και πάλι τα εννοιολογικά εργαλεία του αλκουατιανού μοντέλου- modellone, μπορούμε να πούμε ότι στα επίπεδα των υψηλών πραγματικοτήτων (όπως είδαμε, εκείνα της συσσώρευσης κυριαρχίας και κεφαλαίου) τίποτα δεν άλλαξε, στα επίπεδα των ενδιάμεσων πραγματικών πραγματικοτήτων υπήρξαν σημαντικές μεταλλάξεις-αλλαγές, στο τα επίπεδα χαμηλής πραγματικότητας τα πράγματα αλλάζουν πολύ γρήγορα. Για να κατανοήσουμε τις μονιμότητες και τις αλλαγές, χρειαζόμαστε έρευνα, να καταλάβουμε πού τα πράγματα διαφέρουν και γιατί, και ποιοι χώροι ανταγωνιστικής δυνατότητας ανοίγουν. Η ιδεολογία του post έχει, αντιθέτως, αξιώσει να μας λέει για έναν καινούργιο κόσμο, πάντα καινούργιο, είναι ο κόσμος για τον οποίον μας έχει μιλήσει η ρητορική της καινοτομίας, της ανανέωσης, η οποία είναι η πραγματική ρητορική του σύγχρονου καπιταλισμού. Μια ρητορική που οργανώνει μια συγκεκριμένη υλικότητα, εκείνη όπως έχουμε δει της καπιταλιστικής αντεπανάστασης.

Αναλαμβάνοντας την ιδεολογία του μετά, ένα μέρος εκείνων που έχουν διεκδικήσει την κληρονομιά του εργατισμού έχει φανταστεί την τάξη (όρος που καταργήθηκε για ορισμένο χρονικό διάστημα με διάταγμα) ως αντικειμενικά επακόλουθο των πραγματικών ή υποτιθέμενων μετασχηματισμών του κεφαλαίου. Δηλαδή, ο κόμπος της ταξικής σύνθεσης, της πολιτικής διαδικασίας της αντιυποκειμενοποίησης και της μεταμόρφωσής της έχει αφαιρεθεί. Ο κόμβος της ρήξης, με το κεφάλαιο και εσωτερικό στην ταξική σύνθεση, έχει αφαιρεθεί, καταργήθηκε. Όχι πλέον η τάξη εναντίον της, αλλά μια τάξη που ως δια μαγείας γίνεται αυτόνομη και πρέπει μόνο να αναγνωρίζεται μέσα σε αυτήν την αυτονομία της. Δεν υπάρχει πλέον ανάγκη να τα σπάσει με το κεφάλαιο, αλλά απλώς να απομακρυνθεί από αυτό (παραδόξως, ακόμη και θέσεις που χαρακτηρίζονται έντονα από κριτική και αντίθεση προς τον Negri, καταλήγουν μερικές φορές να φθάνουν σε παρόμοια συμπεράσματα). Παρόλο που γεννήθηκαν από την άρνηση της εργασίας, ορισμένες αιχμές του λεγόμενου «μετα-εργατισμού» κατέληξαν παράδοξα στο να δώσουν ζωή σε ένα είδος άυλου και γνωστικού lavorismo, εκεί όπου έχασαν από την ματιά τους την θεμελιώδη διαφορά μεταξύ των καπιταλιστικών δεξιοτήτων και των γνώσεων της δικής τους πλευράς, μεταξύ της αναπροσαρμογής της αξίας και της αυτο-αναπροσαρμογής της αξίας, μεταξύ του πλούτου της συσσώρευσης και του πλούτου των αγώνων. Το πρόβλημα, ακριβώς, απορρέει από την ιδέα μιας ήδη ελεύθερης συνεργασίας σε σχέση με την οποία το κεφάλαιο είναι παρασιτικός παράγοντας, ενώ η εργασία θα είχε γίνει κοινή – κάτι που μπορεί να είναι αληθινό, υπό την προϋπόθεση να προστεθεί ότι εκείνη είναι η κοινότητα της εκμετάλλευσης και της αφηρημένης εργασίας που διοικείται από το κεφάλαιο.

Ο ίδιος ο ορισμός του «μετα-εργατισμού» επινοήθηκε στα αγγλοσαξονικά και αμερικανικά πανεπιστήμια, ως μια προσπάθεια να συλλάβει τη δύναμη του εργατισμού, να τον αποπολιτικοποιήσει και να τον αφαιρέσει από τη σύγκρουση και την ταξική σύνθεση. Για να τον καταστήσει, δηλαδή, καλό για την ακαδημία και την πολιτική οικονομία της γνώσης, δηλαδή όχι πλέον καλό για τους αγώνες. Μετά έγινε «ιταλική θεωρία», “Italian Theory”, η οποία διαφοροποιείται από την «ιταλική σκέψη», “Italian Thought”,και στη συνέχεια θα υπάρξει η « επικριτική ιταλική θεωρία», “Critical Italian Theory”, η «επικριτική ιταλική σκέψη», “Critical Italian Thought” και ούτω καθεξής προς το κακό τους άπειρο, σε μια θεωρία αποσπασμένη από τη ταξική σύνθεση και από την ταξική πάλη, για να συνδεθεί σταθερά στην αναπροσαρμογή της αξίας και την αναπαραγωγή του κεφαλαίου, καθώς και σε συνέδρια και πανεπιστημιακές έδρες

Εκείνο το σύνολο θεωρημάτων και αναλύσεων που συλλέχθηκαν αργότερα στον ακαδημαϊκό ορισμό του «μετα-εργατισμού» αναπτύχθηκε μεταξύ των δεκαετιών του ’80 και του ’90 σε μια προσπάθεια να ανατρέψει τις μηδενιστικές εικόνες – συμμετρικές μεταξύ τους, η μια συμπληρώνει την άλλη – του τέλους της ιστορίας και της μοναδικής σκέψης. Ο πολεμικός στόχος ήταν και παραμένει ορθός, η πρακτική εξέλιξη δεν είναι πάντοτε στο ύψος των περιστάσεων. Ορισμένες από αυτές τις εννοιολογικές προσπάθειες ήταν προβληματικές από την αρχή, για τους λόγους που αναφέραμε σχηματικά, πρώτα απ ‘όλα την ιδέα ότι η πολιτική σύνθεση προέρχεται αυτόματα από την τεχνική σύνθεση, άλλες υπήρξαν εξαιρετικά παραγωγικές και μπορούν να παραμείνουν ακόμη, όμως μέχρις ότου επανεξεταστούν μέσα στις αλλαγές που έλαβαν χώρα μέσα στην κρίση και την εξάντληση ενός γενικού μοντέλου. Σε αυτή την περίπτωση, το να μην ξεκινήσουμε πάλι από την αρχή δεν σημαίνει πραγματικά πως πηγαίνουμε προς τα πίσω. Με άλλα λόγια, σημαίνει να διατρέξουμε τον κίνδυνο της οστεοποίησης των κατηγοριών, της μετατροπής τους σε δόγματα, να καταστήσουμε τον εργατισμό αυτό που ποτέ δεν υπήρξε: ένα σχολείο και όχι μια κίνηση σκέψης, ένα κίνημα σκέψης. Αυτό σημαίνει, επικουρικά, να δώσουμε χώρο σε ενοχλητικές επιχειρήσεις μνησίκακης επίθεσης σε ένα ολόκληρο επαναστατικό θεωρητικό σύστημα. Πρόκειται βέβαια για ασήμαντες επιχειρήσεις, σίγουρα, αλλά κινδυνεύουν να μετατοπίσουν τη συζήτηση στην υπεράσπιση των εννοιών και όχι για τη χρησιμότητά τους στους αγώνες. Επομένως, διατρέχουν τον κίνδυνο να παρασύρουν τα πάντα στην πολιτική περιθωριοποίηση. Σε ένα πρόσφατο πολιτικό σεμινάριο ένας σύντροφος δικαίως παρατήρησε ότι ένα αγόρι δεν φεύγει από το σπίτι όταν οι γονείς του το διώχνουν, αλλά όταν δεν βρίσκεται πλέον εκεί μέσα. Να, δίχως φόβο λέμε ότι ένα συγκεκριμένο σπίτι είναι σήμερα αντιπαραγωγικό για τα επαναστατικά μας καθήκοντα και προσπαθούμε να κάνουμε εκείνη την πρωτότυπη κίνηση που ήταν πραγματικά του εργατισμού συγκριτικά με τον Μαρξ: τη μακιαβελική επιστροφή στις αρχές, δηλαδή στον Μαρξ, ενάντια στον μαρξισμό. Τώρα το καθήκον είναι να επιστρέψουμε στον εργατισμό, ίσως όχι ενάντια αλλά σίγουρα με κριτικό τρόπο σε σχέση με αυτό που από τον «μετα-εργατισμό» δεν λειτουργεί πλέον, ή δεν λειτούργησε ποτέ. Αν το κάνουμε, είμαστε στη θέση να μην πετάξουμε ό, τι είναι χρήσιμο για εμάς, και να ξανασκεφτούμε στις ρίζα τους τα υπόλοιπα.

Για παράδειγμα, ο γνωστικός καπιταλισμός, μπροστά στις διαδικασίες διαστρωμάτωσης και εκβιομηχάνισης της εργασίας, εξακολουθεί να είναι χρήσιμη κατηγορία;

Πάντα προτιμούσαμε να μιλάμε για τη γνωσιακή συμπεριφορά της εργασίας, αφενός για να τη διαφοροποιήσουμε με αποφασιστικό τρόπο από την δυσνόητη κατηγορία του άυλου εργαζόμενου, αφετέρου για να επιμείνουμε στη διαδικασία αναδιοργάνωσης και παγκόσμιας ιεραρχειοποίησης των μορφών της παραγωγής και της εκμετάλλευσης σε μια φάση στην οποία οι γνώσεις γίνονται ολοένα και πιο κεντρικές στη συσσώρευση του κεφαλαίου, αποφεύγοντας έτσι να γλιστρήσουμε στην ταύτιση μεταξύ της γνωστικής εργασίας και των υποκειμένων που ορίζονται με τομεακή έννοια, δηλαδή στην αντιπαράθεση μεταξύ των χειρωνακτών εργατών και των εργατών της σκέψης, ή και πάλι στο να φανταζόμαστε το υποτιθέμενο πιο προηγμένο σύμβολο στην τεχνική σύνθεση (τους εργαζόμενους της γνώσης, i knowledge worker) ως πιο προηγμένη αιχμή των αγώνων. Επομένως, πρέπει να καταπολεμηθεί οποιαδήποτε ιδέα μιας προοδευτικής γραμμικότητας: cognitivization της εργασίας σημαίνει και γνωσιοποίηση της εκμετάλλευσης και της μέτρησης, γνωσιοποίηση των ιεραρχιών, γνωσιοποίηση των καθηκόντων.

Η παγκόσμια οικονομική κρίση επιτάχυνε επιπλέον, όπως ήδη παρατηρήσατε, τις διαδικασίες διαστρωμάτωσης και διαφοροποίησης που βρίσκονταν ήδη σε εξέλιξη, σε αντιφατικές μορφές και με διαφορετικές εντάσεις ανάλογα με τους παγκόσμιους τομείς και χώρους. Ακολουθώντας τα αλκουατιάνα ίχνη ο Salvatore Cominu μιλάει σχετικά για την εκβιομηχάνιση του γνωστικού έργου από την άποψη αυτή: δεξιότητες, λειτουργίες και επαγγελματισμός που μέχρι στιγμής θεωρούνται αδιάσπαστες από τον άνθρωπο που τις μεταφέρει και από την κοινωνική συνεργασία με την οποία συνδέονται, υποβάλλονται τώρα σε διαδικασίες πραγματικής υπαγωγής – στην παραγωγή αγαθών και περιεχομένων, υπηρεσιών, κατά τον χρόνο της κατανάλωσης, αναπαραγωγής κλπ. Ταυτόχρονα, είναι απαλλοτρίωση γνώσεων και ενίσχυση της συνδυασμένης μορφής τους, όπως πάντα κάνει το βιομηχανικό σύστημα: αλλά είναι μια ενδυνάμωση για τη συσσώρευση του κεφαλαίου, που με διφορούμενο τρόπο διευρύνει την κοινωνική συνεργασία και τρώει ανθρώπινη ικανότητα, ενσωματώνοντάς την στο μαρξιακό αυτόματο σύστημα μηχανών. Ως εκ τούτου, στο πλαίσιο της γνωσιοποίησης της εργασίας, ο homo faber έγινε sapiens και ο homo sapiens έγινε faber. Γνωσιοποίηση και η ευτελισμός προχωρούν, τουλάχιστον εν μέρει, από κοινού.

Σε αυτές τις βάσεις, αναπτύσσοντας τις έρευνες επάνω στο πανεπιστήμιο που πραγματοποίησε ο Alquati στη δεκαετία του ’70, μιλήσαμε για ζωντανή γνώση για να καθορίσουμε με έναν ιστορικά προσδιορισμένο τρόπο τη νέα ποιότητα της ζωντανής εργασίας, δηλαδή την τάση ενσωμάτωσης της κοινωνικής γνώσης σε αυτήν.Στην πραγματικότητα, δεν πρόκειται απλώς να τονιστεί ο κεντρικός ρόλος που έχει αναλάβει η γνώση και η επιστήμη στις μορφές της σύγχρονης παραγωγής και συσσώρευσης, αλλά να επικεντρωθούμε ακριβώς στην κοινωνικοποίησή τους και στην ενσάρκωση τους μέσα στη ζωντανή εργασία. Αυτή η κοινωνικοποίηση, στη δεκαετία του ’70, πραγματοποιούνταν επάνω στην ώθηση των αγώνων, της άρνησης της εργασίας, της επανοικειοποίησης, της εργατικής αυτονομίας. Αυτός ήταν ο κοινωνικός εργάτης: μια πολιτική φιγούρα, όχι τεχνική. Σήμερα, σαράντα χρόνια αργότερα, η ισορροπία δυνάμεων αντιστράφηκε: η κοινωνικοποίηση λαμβάνει χώρα πρώτα και κύρια με υποχρεωτικό τρόπο, αναγκαστικό, αρχίζοντας από τις ανάγκες του κεφαλαίου. Στην πραγματικότητα, η γνώση δεν είναι από μόνη της καλή ή ουδέτερη, όπως πιστεύουν πολλοί αριστεροί: είναι ο καρπός μιας σχέσης παραγωγής, επομένως μιας σχέσης σύγκρουσης και ισχύος. Από τον κοινωνικό εργάτη στον γνωστικό εργαζόμενο το υποκείμενο ενσαρκώνεται τεχνικά, αποσαρκώνεται πολιτικά. Με αυτό τον τρόπο ο κοινωνικός εργάτης μετασχηματίζεται σε παράγοντα της καινοτομίας και της επισφάλειας: συνέχισε να είναι κοινωνικός, έπαψε να είναι εργάτης.

Από εδώ πρέπει να αρχίσουμε και πάλι, μέσα και ενάντια στο παρόν. Η υπόθεσή μας, θέλοντας να εντατικοποιήσουμε και να απλοποιήσουμε, είναι ότι σήμερα μέσα στην κρίση η ανασύνθεση ανάμεσα στην αποδομημένη μεσαία τάξη και το ιεραρχοποιημένο προλεταριάτο στις διαδικασίες της «γνωστικοποίησης», “cognitivizzazione” και αναπαραγωγής της ανθρώπινης ενεργητικής ικανότητας θα μπορούσε να είναι το λειτουργικό ισοδύναμο της συμμαχίας μεταξύ εργατών και αγροτών στην προ αιώνος κρίση. Λέμε θα μπορούσε, φυσικά, επειδή το γεγονός ότι είναι ή όχι εξαρτάται από εμάς, από έναν δυνητικό εμάς, από ένα εμάς που δεν μπορεί να κλεισθεί μέσα σε εκείνο που πραγματικά είμαστε. Αν δεν έχουμε αυτή την ικανότητα, αυτές οι φιγούρες θα είναι το καύσιμο αντιδραστικών επιλογών, ή σε κάθε περίπτωση θα αναπαραχθούν ως κομμάτια παραγμένα από την κυβέρνηση της κρίσης. Σήμερα περισσότερο από ποτέ συνεπώς πρέπει να γνωρίζουμε πώς να κινηθούμε με μια μονομερή άποψη μέσα από την ασάφεια, την στρεβλότητα των διαδικασιών, με εξαιρετική τακτική ευελιξία και σκληρή στρατηγική ακαμψία: πολύ καλύτερη η βρωμιά του πραγματικού παρά η καθαρότητα της ιδεολογίας, πολύ καλύτερο να αγωνιστούμε, να υποστηρίξουμε τα κοινωνικά εδάφη απέναντι στην συγκρουσιακή υλιστική δεξιά ενάντια στην ιδεαλιστική άνανδρη αριστερά, πολύ καλύτερα δηλαδή τα προβλήματα της αγωνιστικής conricerca-συνέρευνας απ’ ότι η άχρηστη ασφάλεια των selfie των ακτιβιστών. Για να χρησιμοποιήσουμε τα λόγια του ποιητή, εκεί όπου υπάρχει ο κίνδυνος, μεγαλώνει κι εκείνο που διασώζει.

Ακριβώς σχετικά με αυτό, μια διπλή ερώτηση: μόλις έχουμε πέσει μέσα στην εκατονταετηρίδα της Επανάστασης … Θα σε ρωτούσα, λοιπόν πώς ο εργατισμός οικειοποιήθηκε τον Λένιν στη δεκαετία του εβδομήντα και με ποιο τρόπο το να στοχαζόμαστε σχετικά με την λενινιστική εμπειρία μπορεί να είναι ακόμη χρήσιμο σήμερα;

Η απάντηση θα χρειάζονταν πολύ χρόνο και χώρο, γι αυτό σας παραπέμπω σε ένα πρόσφατο pamphlet που έγραψα για τον εκδοτικό οίκο DeriveApprodi, Il treno contro la Storia. Considerazioni inattuali sui ’17, Το τρένο ενάντια στην Ιστορία. Άκαιρες εκτιμήσεις για το ’17.  Κι έτσι εδώ θα είμαι σύντομος.

Ένας απελπισμένος Winston Churchill παρατήρησε: “Ήταν με ένα αίσθημα δέους που οι γερμανοί διοικητές εξαπέλυσαν το πιο τρομερό των όπλων εναντίον της Ρωσίας. Μετέφεραν τον Λένιν από την Ελβετία στη Ρωσία επάνω σε ένα σφραγισμένο βαγόνι, σαν ένα βάκιλο της πανώλης». Ας αφήσουμε κατά μέρος την εκδοχή σύμφωνα με την οποία ήταν ένας υπολογισμός της Γερμανίας εκείνος να επιτρέψει την επιστροφή του ηγέτη των μπολσεβίκων στην Πετρούπολη.Ας επικεντρωθούμε αντιθέτως στο ποιος τίναξε την μπάνκα στον αέρα, όποια κι αν ήταν αυτή. Ο Τσόρτσιλ μας δίνει ακούσια έναν εξαιρετικό ορισμό του τι είναι ο επαναστάτης αγωνιστής: ένας βάκιλος της πανούκλας. Και πώς να οργανώσει το βάκιλο της πανώλης είναι από την αρχή η ανησυχία του Λένιν. Ο Μαρξ μας έχει παραδώσει τον μηχανισμό λειτουργίας της καπιταλιστικής μηχανής, το πρόβλημα – το οποίο θα επιστρέψει με τον εργατισμό, και το οποίο πρέπει πάντα να έχουμε παρόν στην αγωνιστική πρακτική – είναι να μην παραμείνουμε παγιδευμένοι σε αυτόν τον μηχανισμό, να σπάσουμε αυτόν τον κλειστό κύκλωμα. Πού να χτυπήσουμε, πώς να εξαπλώσουμε την πανούκλα, με ποιον τρόπο και σε ποια σημεία να καταστρέψουμε τον εχθρό. Ξεκινώντας όχι από τους νόμους της κίνησης του κεφαλαίου, αλλά από τους νόμους της κίνησης της εργατικής τάξης μέσα και κατά της καπιταλιστικής κοινωνίας: αυτή είναι ταυτόχρονα η συνέχεια και η λενινιστική ανατροπή του Μαρξ.

Ο Λένιν που μας παραδόθηκε από τον λενινισμό, ιστορικιστής και αντικειμενιστής, πιστός στα στάδια της ανάπτυξης, είναι ένα καθαρό ψέμα και πρέπει εντελώς να ξεχαστεί. Καθ ‘όλη τη διάρκεια του ταξιδιού του ο Λένιν προσπαθεί συνεχώς να πιέζει, να διακόπτει και να ανατρέπει την ανάπτυξη του κεφαλαίου, ή να επιβάλλει την επαναστατική βούληση μέσα εναντίον της Ιστορίας. Στους καιρούς της πολεμικής με τους ρώσουν λαϊκιστές, ο Λένιν δεν λέει ότι η ανάπτυξη του καπιταλισμού στη Ρωσία είναι απαραίτητη και επιθυμητή, λέει απλά ότι η ανάπτυξη του καπιταλισμού στη Ρωσία είναι ένα γεγονός. Η μάχη που οδηγήθηκε από τους ναροδνικούς, narodniki επαναστάτες χάθηκε, ο πόλεμος πρέπει να διεξαχθεί. Ξεκινώντας από εδώ είναι απαραίτητο να αναζητηθούν οι νέες μορφές έκφρασης της επαναστατικής υποκειμενικότητας και να οικοδομηθούν κατάλληλες μορφές οργάνωσης. Να το στοίχημα του Λένιν: το βιομηχανικό προλεταριάτο που φαίνεται σαν μια «γωνίτσα» στους λαϊκιστές σύγχρονους σε αυτόν (ξεθωριασμένοι συγγενείς που πρόδωσαν την κληρονομιά του επαναστατικού λαϊκισμού), έχει την τάση να είναι η πρώτη γραμμή, «η εμπροσθοφυλακή ολόκληρης της μάζας των εργαζομένων και των εκμεταλλευομένων «. Αυτή η τάση προορίζεται να πραγματοποιηθεί λόγω των αναπόφευκτων νόμων της κίνησης του κεφαλαίου; Δεν κάνουμε ούτε αστεία. Μόνο ο αγώνας θα αποφασίσει για το πεπρωμένο. Οι άλλοι ας παραμείνουν φυλακισμένοι στη διαχείριση των πλασματικών βεβαιοτήτων του παρόντος. Πρέπει να επιλέξουμε, πρέπει να ποντάρουμε, πρέπει να τολμήσουμε: «Όποιος θέλει να αντιπροσωπεύει ένα οποιοδήποτε φαινόμενο ζωντανό στην ανάπτυξή του πρέπει αναπόφευκτα και αναγκαστικά να αντιμετωπίσει το δίλημμα: είτε προηγείται των καιρών, είτε παραμένει πίσω». Δεν υπάρχει μέση οδός, εκδίδει απόφαση. Κι έτσι, το 1905 και στη συνέχεια τον φεβρουάριο του ’17, λέει πως τρέχουν πίσω από τα γεγονότα εάν πιστεύουν πως πρόκειται για αστικές επαναστάσεις και οι προλετάριοι πρέπει να περιμένουν τη σειρά τους, δηλαδή να πρέπει να περιμένουν την ιστορική εξέλιξη να παραδώσει τον σοσιαλισμό στα χέρια τους και στη συνέχεια τον κομμουνισμό και όχι οι αγώνες: με τίποτα! Είναι απαραίτητο να βρίσκεται κανείς μέσα στο επαναστατικό κίνημα, να διασπά τη γραμμικότητά του, να το κατευθύνει προς άλλους σκοπούς. Πρέπει να πηδάμε πάνω από τα στάδια της ανάπτυξης, να ανατρέπουμε τη ισχύ του πιθανού ενάντια στη μιζέρια της αντικειμενικότητας. Μόνο με αυτόν τον τρόπο μπορεί να γίνει η επανάσταση, να κάνουμε την επανάσταση εναντίον του Κεφαλαίου, σπάζοντας τον φαύλο κύκλο του Μαρξ.

Διότι οι επαναστάτες – αυτή είναι η μεγάλη λενινιστική διδασκαλία – πρέπει πάντα να είναι προετοιμασμένοι για την περίσταση, χωρίς να σκέφτονται ότι αυτή θα πέσει από τον ουρανό και ότι ξεπερνά την ουσιαστικότητα της ιστορικής δυναμικής, της οργανωτικής συνέχειας και του υπομονετικού χτισίματος των σχέσεων ισχύος, της ισορροπίας δυνάμεων. Το θέμα είναι να δημιουργούν με μεθοδικότητα τις προϋποθέσεις της δυνατότητας να κατακτήσουν την ευκαιρία, την περίσταση, να την αρπάξουν. Είναι επομένως θέμα σκέψης της σχέσης μεταξύ διεργασίας και γεγονότος, δηλαδή της διάρκειας και του άλματος, με έναν εντελώς διαφορετικό τρόπο, υποθέτοντας ότι η απλή συνέχεια της διαδικασίας χωρίς την ασυνέχεια του γεγονότος οδηγεί στον αντικειμενισμό, ενώ η καθαρή ασυνέχεια του γεγονότος χωρίς τη συνέχεια της διαδικασίας οδηγεί στον ιδεαλισμό. Αυτός είναι ο τρόπος με τον οποίο ο μπολσεβίκος ηγέτης έθεσε τη βούληση που είχε κληρονομήσει από τους επαναστάτες λαϊκιστές στα πόδια του ιστορικού υλισμού, και αφαίρεσε τον ιστορικό υλισμό του Μαρξ από το κλουβί του αντικειμενισμού.

Αν πρέπει να ξεχάσουμε τον Λένιν των λενινιστών, έτσι πρέπει να ξεχάσουμε τον Λένιν των αντιλενινιστών, που τελικά είναι ο ίδιος. Επειδή και οι δύο μειώνουν τον μπολσεβίκικο ηγέτη σε αυτό που δεν υπήρξε ποτέ, δηλαδή, μια γκρίζα λειτουργία της οργάνωσης. Ξεχνώντας ότι στην οργάνωση του ο Λένιν θα είναι σχεδόν πάντα στη μειονότητα, επειδή κατά βάθος ένας επαναστάτης είναι πάντα φορέας μιας μειοψηφικής γραμμής, μιας μειοψηφίας μη μειοψηφικής, δηλαδή ιδεολογικής και μαρτυρίας μιας περιθωριακής ταυτότητας, μιας μειοψηφίας με ηγεμονική αποστολή, προδιάθεση. Πρέπει να ονειρευόμαστε;, ρωτά περιφρονητικά μπροστά στην κεντρική επιτροπή του κόμματος, και απαντάει: ναι, πρέπει να ονειρευόμαστε, γιατί όταν υπάρχει αντίθεση μεταξύ ονείρου και πραγματικότητας, όταν ενεργούμε υλιστικά με επιμονή και με πυγμή για να υλοποιήσουμε το όνειρό μας, όταν υπάρχει επαφή μεταξύ του ονείρου και της ζωής, όλα πάνε προς το καλύτερο. Από όνειρα αυτού του είδους, καταλήγει, δυστυχώς υπάρχουν πολύ λίγα στο κίνημα μας. Έτσι, χθες όπως σήμερα, πρέπει να ξανακερδίσουμε την ικανότητα να ονειρευόμαστε και να δίνουμε οργανωμένη μορφή στο όνειρο, αυτό είναι πάνω απ ‘όλα το Τι να κάνουμε; του Λένιν. Με όλο τον σεβασμό προς τους λενινιστές εξελικτές και τους αντι-λενινιστές desideranti, της επιθυμίας. Και αυτός είναι ο Λένιν που – σε ένα είδος «αλκουατισμού», “alquatismo” πριν από την εποχή του, ante-litteram – συνεχώς επικρίνει τόσο τη λατρεία της αμεσότητας όσο και το φετίχ της οργάνωσης. Ο αυθορμητισμός δεν είναι πάντα καλός και δεν είναι πάντα κακός, υπάρχουν στιγμές που είναι προχωρημένες και στιγμές που πρέπει να περιμένει, είναι οπισθοδρομικός. Στις φάσεις του αγώνα ή της εξέγερσης, συχνά είναι ο αυθορμητισμός που επιβάλλει ένα επιθετικό έδαφος ενώ η οργάνωση στέκεται πίσω, είναι οπισθοδρομική και πρέπει να την ξανασκεφτούμε σε αυτό το ύψος, μέσα σε αυτό το έδαφος. Σε άλλες φάσεις ο αυθορμητισμός αναδιπλώνεται ή διαμορφώνεται από την τάξη του εχθρικού λόγου: η οργάνωση πρέπει να ξανανοίξει το δρόμο προς την ανταγωνιστική του ανάπτυξη.

Αυτός είναι περίπου ο Λένιν, ο οποίος, με διάφορες μορφές, αναδύθηκε από τα καλύτερα σημεία του εργατισμού (τα 33 μαθήματα, 33 lezioni του Toni Negri είναι σίγουρα ένα από τα βιβλία αναφοράς). Ο περιορισμός είναι ότι αυτή η σημαντική προσπάθεια να οδηγηθεί η μέθοδος του Λένιν πέρα από τον Λένιν δεν συνδυάστηκε με ένα επαρκές οργανωτικό σχέδιο επανεπινόησης. Έτσι συχνά καταλήξαμε να επαναλαμβάνουμε αυτό που δεν επαναλαμβάνονταν, δηλαδή τις συγκεκριμένες λύσεις που δόθηκαν από τον Λένιν. Και αντιμέτωποι με την αναπόφευκτη αποτυχία τους, μετακινήσαμε και απομακρύναμε τα πάντα επίκαιρα προβλήματα που τέθηκαν από τον Λένιν στην μεταβαλλόμενη σχέση ανάμεσα στην ταξική σύνθεση και τις μορφές της επαναστατικής οργάνωσης.

Μια τελευταία ερώτηση: πώς, σήμερα, να μελετήσουμε το παρελθόν για να τροποποιήσουμε το παρόν ή, για να το πούμε διαφορετικά, να παράγουμε θεωρία με σκοπό να οργανώσουμε τους αγώνες;

Συμπερασματικά, συνεχίζοντας αυτό που έλεγα, θα ήθελα να διευκρινιστεί επί πλέον κάτι. Το παρελθόν ποτέ δεν μας δίνει το τι να κάνουμε με το παρόν. Αντίθετα μας παραδίδει τα λάθη που δεν πρέπει να επαναληφθούν, τα όρια που πρέπει να ξεπεραστούν, τα πλούτη που πρέπει να επανεπινοηθούν. Μας παραδίδει ερωτήματα, όχι απαντήσεις. Και μας παραδίδει αυτό για το οποίο πρέπει να εκδικηθούμε. Αλλά το πώς, αυτό είναι μέρος της προσπάθειας και των διαδρομών κάθε αγωνιστικής γενιάς. Επομένως, αν θέλουμε να οικειοποιηθούμε μια πολιτική κληρονομιά, δεν πρέπει να την γιορτάζουμε μετατρέποντάς την σε άδεια ταυτότητα που να αφορά την διαθήκη: πρέπει να την αναφλέξουμε, μετατρέποντας της σε όπλο ενάντια στο παρόν. Αλλιώς είναι άχρηστη. Ο εργατισμός, και ο Μαρξ ή ο Λένιν, είναι για εμάς ένα στυλ και μια πολιτική μέθοδο της δικής μας πλευράς, δεν είναι εκείνοι της ακαδημαϊκής φιλολογίας ή του κατηχητικού μετα-εργατισμού, μαρξιστής και λενινιστής, εκείνους μπορούμε να τους πετάξουμε στη θάλασσα χωρίς δάκρυα. Εν ολίγοις, το πρόβλημα για τον αγωνιστή είναι να οικειοποιείται την παράδοση χωρίς λατρευτικές τελετές, χωρίς λατρείες και χωρίς να την υποστασιοποιεί: επανεξεξετάζοντας τον πλούτο, ασκώντας κριτική στα όρια, υπερβαίνοντας όσα δεν μπορούν να χρησιμοποιηθούν. Έτσι έκανε ο Λένιν με τον Μαρξ (αλλά και με τους επαναστάτες λαϊκιστές), έτσι έκαναν οι εργατιστές με τον Μαρξ και τον Λένιν, έτσι πρέπει να κάνουμε εμείς. Και επίσης οικειοποιούμενοι αυτά που είναι χρήσιμα από τη σκέψη των εχθρών: για να το πούμε με τον Τρόντι, όντως, ένας μεγάλος αντιδραστικός είναι καλύτερος από έναν μικρό επαναστάτη.

Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο είναι ένα πρόβλημα το ότι σε διεθνές επίπεδο ο εργατισμός περιορίζεται στον μετα-εργατισμό, και πάνω απ ‘όλα στο Negri της Αυτοκρατορίας. Όχι, δεν είναι ζήτημα πνευματικής ιδιοκτησίας ή brand: τις διαμάχες επί της συμβολαιογραφικής κληρονομιάς τις αφήνουμε στους συγγενείς των νεκρών, σε εμάς ενδιαφέρει η πολιτική χρησιμότητα. Και είναι ακριβώς αυτή η μείωση που στερεί πολλούς αγωνιστές από τη δυνατότητα να εξερευνήσουν τη βυθισμένη Ατλαντίδα από φιγούρες όπως ο Alquati, να χρησιμοποιήσουν δηλαδή όπλα που είναι σήμερα καταραμένα απαραίτητα.

Συνολικά, αυτή η επαναστατική μέθοδος μας διδάσκει ότι πρέπει να μελετήσουμε αυτό που θέλουμε να καταστρέψουμε: τον καπιταλισμό, και το κεφάλαιο που ενσαρκώνεται σε μας. Εκείνοι που ερωτεύονται το αντικείμενο της ανάλυσης τους, προκειμένου να αναπαραγάγουν τους ρόλους που απέκτησαν σε αυτήν την κοινωνία, εγκαταλείπουν την στράτευση και κινούνται στο εχθρικό στρατόπεδο. Δεν αξίζει ούτε καν να αναφερθούμε σε προδοσία, είναι απλώς η αδυναμία να σπάσουν το διαχωρισμό της κατάστασης τους. Επιλέγει τον μοναχικό-ατομικό δρόμο, θα πεθάνει μόνος του. Αυτό που διακρίνει τον αγωνιστή είναι το μίσος γι αυτό που μελετά. Στον μαχητή χρειάζεται μίσος για να παράξει γνώση. Πολύ μίσος, να μελετήσει λεπτομερώς, σε βάθος αυτό που μισεί περισσότερο. Η αγωνιστική δημιουργικότητα είναι πάνω απ ‘όλα επιστήμη της καταστροφής. Ως εκ τούτου, η πολιτική πρακτική είναι έγκυος θεωρίας, ή δεν είναι. Πρέπει να μελετήσουμε για να δράσουμε, πρέπει να δράσουμε για να μελετήσουμε. Να κάνουμε και τα δύο πράγματα μαζί. Τώρα περισσότερο από ποτέ, αυτό είναι το πολιτικό καθήκον.

Και είναι αναγκαία η κατάρτιση στη μέθοδο: είναι εδώ η που υποκειμενικότητα χτίζεται με σκληρό και μη εφήμερο τρόπο, αποκτώντας έναν μη τυποποιημένο τρόπο σκέψης και συλλογισμού, ικανό συνεπώς να κατασκευάσει αυτόνομα κατάλληλες απαντήσεις σε διαφορετικές καταστάσεις, ικανές να τροποποιήσουν με ευελιξία τις υποθέσεις και τις συμπεριφορές. ξεκινώντας από την ακαμψία των συλλογικών σκοπών.Μέθοδος κοινής συλλογιστικής, αλλαγής και αμφισβήτησης των συγκεκριμένων διαδικασιών μέσω των οποίων εκφράζεται αυτή η μέθοδος: αυτό είναι το πρόβλημα της αυτόνομης εκπαίδευσης, η οποία δεν μπορεί να ανατεθεί μόνο στα άτομα, αλλά πρέπει να οργανωθεί συλλογικά.

Εκπαίδευση για τι πράγμα; Για να ξανακερδίσουμε την ικανότητα να στοιχηματίζουμε. Ναι, ποντάρουμε, στοιχηματίζουμε. Ένα υλιστικό στοίχημα, ένα επαναστατικό στοίχημα. Να στοιχηματίζουμε επάνω στη δυνατότητα μετατροπής της καπιταλιστικής κρίσης σε επαναστατική κρίση, και ακόμη και νωρίτερα, να μετατρέπουμε την κρίση της υποκειμενικότητας στο επείγον ενός άλματος προς τα εμπρός. Δεν πιθηκίζουμε εκείνο που υπήρξε, θα ήταν γκροτέσκο: το μελετάμε, για να το λυγίσουμε στα προβλήματά μας. Η αυτονομία είναι πράγματι η διαρκής διαθεσιμότητα να υπονομεύουμε αυτό που υπάρχει για να καταστρέφουμε και να ανατρέπουμε το υπάρχον. Είναι η κατασκευή μιας συλλογικής προοπτικής ισχύος και δυνατότητας ξεκινώντας από την απελευθέρωση και τη ριζική μεταμόρφωση των στοιχείων του παρόντος. Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο η αυτονομία ζει μέσα την επαναστατική μέθοδο, όχι με τα λογότυπα του ανταγωνιστικού merchandising. Να τολμήσουμε να στοιχηματίσουμε λοιπόν, να τολμήσουμε να δράσουμε, να τολμήσουμε να κάνουμε την επανάσταση. Μήπως αυτός δεν είναι ο λόγος για τον οποίο ζούμε;

 

1]. διετρολογία  – Στην πολιτική και δημοσιογραφική γλώσσα δείχνει, με πολεμικό τόνο,, την τάση, των λεγόμενων διετρολόγων, να αποδίδουν στα γεγονότα της δημόσιας ζωής αιτίες διαφορετικές από εκείνες τις δηλωμένες ή προφανείς, συχνά υποθέτοντας μυστικούς λόγους και αιτιάσεις, με την αξίωση ότι γνωρίζουν τι πραγματικά «στέκεται πίσω» σε κάθε μεμονωμένο γεγονός.

αυτονομία, autonomia

Lucia Martini e Oreste Scalzone: ΦΑΙΝΟΜΕΝΑ ΕΝΟΠΛΗΣ ΠΑΛΗΣ ΠΛΑΙ ΚΑΙ ΜΕΣΑ ΣΤΟ ΚΙΝΗΜΑ

Το «Εξήντα οκτώ των εργατών» είναι ο θρίαμβος της μη αναγώγιμης ζωής στην οικονομία, στους κανόνες της συμβατότητας. Είναι εκεί που ξεκινά η εμφάνιση μιας απαίτησης για κοινωνικό μετασχηματισμό σε πολύ υψηλό επίπεδο, χωρίς να δίνεται διέξοδος. Τότε, οι κουλτούρες του κινήματος «θέλουμε τα πάντα» ήταν το αίτημα όλης της εξουσίας, της εξουσίας και της δύναμης να μετασχηματιστεί ριζικά η ζωή της κοινωνίας και των ατόμων.

Σχετική εικόνα

Σήμερα ίσως μπορούμε να πούμε ότι ο αγώνας για την εξουσία είναι μια παγίδα που οδηγεί στον σοσιαλισμό, δηλαδή σε έναν τρόπο κρατικής παραγωγής (καπιταλιστικό κρατικό), που αρνείται την απαίτηση για κομμουνιστική απελευθέρωση που υπάρχει μέσα στους αγώνες.Σήμερα ίσως μπορούμε να πούμε ότι το μέγιστο της επανάστασης που είναι ιστορικά δυνατή ήταν εκείνη, εκείνη η υπέροχη αταξία κάτω από τον ουρανό, εκείνη η εργατική και προλεταριακή εξουσία σαν δύναμη άρνησης και απόρριψης. Αλλά τότε ψάχναμε το σημείο μη επιστροφής, ζητούσαμε την διέξοδο μιας εξουσίας ακόμη και εξωτερικής, τυπικής.

Σχετική εικόνα

Καμιά μεταρρυθμιστική πολιτική μετάφραση ελάχιστα επαρκής όλου αυτού υπήρξε.Ο «ένοπλοςαγώνας» ήταν επομένως η επιδίωξη, η συνέχιση – παρεξηγημένη – αυτής της τροχιάς. Όχι πως ήθελαν όλοι τον εμφύλιο πόλεμο, αλλά «όλοι» προκαθόρισαν τις πολιτιστικές και πραγματικές του προϋποθέσεις. Και κάποιοι – όχι λίγοι – υπέστησαν τις συνέπειες. Και επάνω σε αυτό το πρόβλημα της «διεξόδου» έχει το αποτελείωμα της η εξωκοινοβουλευτική εμπειρία. Σε κάποιο σημείο, υπήρχαν είτε το P.C.I. και το συνδικάτο, ή οι ερυθρές Ταξιαρχίες. Στη μέση, η κρίση, που βιώθηκε με διαύγεια, της εργατικής Εξουσίας, di Potere operaio, ή η ανεύθυνη λεκτική δημαγωγία των άλλων ομάδων. Κ.Κ.Ι. και συνδικάτο πήγαν στην κρίσιμη καμπή του Eur, στην κυβέρνηση εθνικής ενότητας, δηλαδή στο «να γίνουν κράτος». Σε πολλούς, δεν έμεινε παρά η πολιτική διαμαρτυρία του «ένοπλουαγώνα» . Παρανοημένη διέξοδος, γιατί; Επειδή η ριζοσπαστική κριτική της πολιτικής δεν είχε καταναλωθεί, Της πολιτικής ακόμη και στη μορφή της «επαναστατικής έκτακτης ανάγκης». Της πολιτικής και σαν θεωρίας των σταδίων μετάβασης.

Σχετική εικόνα

Της πολιτικής και σαν μια θεωρία του ημικράτους. Της πολιτικής και σαν ακολουθία: ρήξη της μηχανής του κράτους / εγκαθίδρυση της δικτατορίας του προλεταριάτου / μετάβαση στο σοσιαλισμό / σοσιαλιστική μετάβαση.Μετά την πετρελαϊκή κρίση και τον καπιταλιστικό ελιγμό που επάνω σε αυτήν νευρώνεται, ξεκινά η αντεπανάσταση. Μια επανάσταση από τα πάνω που, στα σημεία κλειδιά, όπως η Fiat, θα θέσει επικεφαλής το μετατεϊλοριστικό εργοστάσιο της αυτοματοποίησης. Ο εργατικός εξτρεμισμός εμπλέκεται σε έναν αγώνα για να αντισταθεί μέχρι θανάτου ενάντια στην αναδιάρθρωση. Θεωρούμε ότι ο αγώνας αυτός είναι στρατηγικά υπολειμματικός και χάνει, οδηγείται στον φετιχισμό των ριζοσπαστικών μορφών δράσης, αλλά στείρου αμυντικού περιεχομένου. Παρόλα αυτά, υπάρχει η σκέψη ότι εκεί μπορεί να διαμορφωθεί μια επαναστατική εργατική τάξη η οποία στη συνέχεια θα μπορέσει να επανακαταρτίσει ποιοτικά τα περιεχόμενα της. Το πολικό αστέρι αυτής της διαδικασίας οργάνωσής μας – οι κομμουνιστικές Επιτροπές για την εργατική εξουσία – είναι η Magneti Marelli του Sesto San Giovanni. Αξίζει να διηγηθούμε κάποιες στιγμές ιστορίας.

Το 1976, μετά έναν σκληρό αγώνα ενάντια στην αναδιάρθρωση που είδε την εισβολή των γραφείων της διοίκησης, τέσσερα μέλη της Επιτροπής απολύονται από την εταιρεία. Ξεκινά ένας αγώνας αντοχής μεταξύ των εργατών και της διοίκησης.Κάθε πρωί, οι τέσσερις απολυμένοι σύντροφοι μεταφέρονται μέσα, στο εργοστάσιο, από μια πορεία που σχηματίζεται στην είσοδο.Ταυτόχρονα, υπάρχει η συζήτηση για τη διαφορά στο δικαστήριο εργασίας. Σε κάθε βαθμό κρίσης, η ετυμηγορία αλλάζει: διατάγματα επαναπρόσληψης και επιβεβαιώσεις της απόλυσης αλληλοδιαδέχονται.Οι τέσσερις σύντροφοι, ωστόσο, συνεχίζουν να εισέρχονται κάθε μέρα μεταφερόμενοι από την πορεία. Σε μια συγκεκριμένη στιγμή, οι τέσσερις σύντροφοι συλλαμβάνονται στη Valgrande ενώ ασκούνται στα όπλα. Η Επιτροπή «διαχειρίζεται» τη συζήτηση για τη σύλληψή τους, διανέμοντας ένα φυλλάδιο σε ένα συλλαλητήριο του Trentin στην Piazza Castello στο Μιλάνο. Λέει, το φυλλάδιο, πως τα στρώματα της μικρής και μεσαίας εμπορικής μπουρζουαζίας οπλίζονται, ότι τα αφεντικά διαθέτουν τα δικά τους ιδιωτικά ένοπλα σώματα, και ότι ως εκ τούτου είναι νόμιμο να κάνουν το ίδιο οι εργάτες. Κατά τη συζήτηση για την υπόθεση της εργασίας, το δικαστήριο δέχεται κανονική εισβολή από εργατικές πορείες. Υπάρχουν συγκρούσεις με τους καραμπινιέρους στο εσωτερικό του δικαστηρίου, ενώ στην ποινική διαδικασία για την υπόθεση με τα όπλα η αίθουσα είναι γεμάτη από συντρόφους που φωνάζουν συνθήματα αλληλεγγύης. Λίγο μετά τη δίκη πραγματοποιούνται στο εργοστάσιο οι εκλογές για το συμβούλιο των εκπροσώπων. Ο Enrico Baglioni, ένας από τους απολυμένους και συνελήφθησαν στην Valgrande είναι μεταξύ των πρώτων εκλεγμένων.

Αποτέλεσμα εικόνας για Enrico Baglioni, anni 70

Η διαμάχη για τις απολύσεις θα συνεχιστεί, και μετά την απελευθέρωση των συντρόφων, έως ότου η εταιρεία πληρώσει για να αποδεχτούν την απόλυση – που είχε ήδη δηλωθεί εκτελεστική από την τελευταίo βαθμό του εργατικού Δικαστηρίου – 25 εκατομμύρια στον καθένα, τα οποία θα δωρηθούν για την κατασκευή ενός νηπιαγωγείου για τα παιδιά των εργατριών. Μέσα στην περίπτωση αυτή υπάρχει μια ολόκληρη κοινωνική, πολιτιστική και πολιτική εμπειρία. Ήταν ο λόγος, η συζήτηση επάνω στα «εργατικά διατάγματα», επάνω στην ικανότητα ενός δικτύου επαναστατικών ταξικών πρωτοποριών να εκφράσουν την αντιεξουσία τους στην επικράτεια, σε ολόκληρη την κοινωνική οργάνωση. Η μείωση του χρόνου εργασίας και ο κοινωνικός μισθός, το εγγυημένο εισόδημα για όλους όπως και το δικαίωμα στη ζωή: με δεδομένους αυτούς τους δύο άξονες αξιώσεων το ζήτημα ήταν να γίνουν μέρος στις μορφές του αγώνα. Αγώνας ενάντια στον τρόπο με τον οποίον διοικούνταν η επιχείρηση, ενάντια στην πειθαρχία του εργοστασίου, την αύξηση της παραγωγικότητας, ενάντια στις αυξήσεις των τιμών, των τιμολογίων, των ενοικίων.

Αποτέλεσμα εικόνας για autonomia operaia organizzata

Είναι κάτι διαφορετικό, πιο σκληρό και πιο πικρό από το «τα θέλουμε όλα» του ’69: πρόκειται για την επιβεβαίωση ενός είδους νέας «citoyenneté», μιας νέας ‘ιθαγένειας’, η εισαγωγή μη αναστρέψιμων τροποποιήσεων στην κοινωνική κατάσταση των πραγμάτων. Όταν, το ’76, μια ένοπλη ομάδα επιδράμει στην είσοδο του εργοστασίου και πυροβολεί στα πόδια τον αρχηγό των «φρουρών», Matteo Palmieri, η Επιτροπή μποϊκοτάρει την ώρα απεργίας για διαμαρτυρία που καλέστηκε από τα συνδικάτα. «Ούτε ένα δάκρυ, ούτε ένα λεπτό απεργίας για τον επικεφαλής των φρουρών», γράφει το φυλλάδιο της Επιτροπής.

Αλλά η Magneti είναι η αιχμή ενός πολύ μεγαλύτερου και βαθύτερου παγόβουνου.Tο Μιλάνο τοy 1977 του νεαρού προλεταριάτου της επισφαλούς πνευματικής εργασίας και της ανεργίας προκαταβλήθηκε από τους Κύκλους του νεανικού προλεταριάτου, από τις καταλήψεις των σπιτιών, από τις ελεύθερες εισόδους στον κινηματογράφο, από τα «riots» στα σούπερ μάρκετ. Το μιλανέζικο ’77 θα είναι μάλλον η στιγμή έκφρασης και έκρηξης μιας «σπαρτακιστικής» εργατικής αριστεράς. Με την ευκαιρία της γενικής απεργίας της 18ης μαρτίου, μια εργατική πορεία παρελαύνει στην πλευρά της πλατείας Duomo και στη συνέχεια ξεδιπλώνει την «πολεμική διαδρομή» της που θα πλήξει πολλούς «στόχους», από το κτίριο της διοίκησης της Marelli στα γραφεία μιας επιχείρησης (της Bassani Ticino) που εκμεταλλεύεται το χαμηλόμισθο έργο των κρατουμένων της φυλακής San Vittore. Είναι στα τέλη του ’77, που αρχίζει την έξοδος από το εργοστάσιο.

Μας έρχεται να σκεφτούμε τους αμερικανούς επαναστατικούς συνδικαλιστές που περιγράφονται στον «Δυναμίτη», in»Dynamite» του Adamich. Ευρισκόμενοι σε αναστολή από την εργασία, απολυμένοι, σε cassa integrazione [α], τα εργατικά »στελέχη» αρχίζουν να εγκαταλείπουν το εργοστάσιο. Ξεκινούν οι αυτοαπολύσεις. Εμφανίζεται μια εξαιρετική όσμωση μεταξύ αυτών των υποκειμένων και των άλλων στρωμάτων που αποτελούν την πολυμορφική και πρωτεϊκή μορφή του κοινωνικού εργάτη. Και οι τυπικές οργανώσεις διαλύονται. Δίπλα στου πολλούς αγωνιστές που συγκεντρώνονται μέσα στην Πρώτη γραμμή- in Prima linea, στις Ερυθρές Ταξιαρχίες ή σε άλλες ομάδες μάχης, δίπλα σε εκείνους που αγωνίζονται στα Συντονιστικά της εργατικής αντίθεσης, nei Coordinamenti dell’opposizione operaia ή στις επαναστατικές κομμουνιστικές Επιτροπές,Comitati comunisti rivoluzionari ή στις εργατικές πολιτικές Κολεκτίβες,nei Collettivi politici operai – οργανωμένη Αυτονομία – υπάρχουν πολλοί που δίνουν ζωή σε μικρές συγγενείς συσσωματώσεις. Δημιουργούνται μικρές ομάδες «μαχόμενης αυτοσυνείδησης». Η απώλεια της συλλογικής πολιτικής διάστασης σπρώχνει σε μια πρακτική άμεσης αυτοαξιολόγησης.

image

Δεν υπάρχει διαδικασία «ποινικοποίησης» αυτών των ανθρώπων, αλλά μια ακύρωση, μια αδυναμία διάκρισης των συνόρων μεταξύ επαναστατικής πολιτικής δράσης και παραβατικής δράσης, εκτός νόμου, ατομικής ή μικρής ομαδικής δράσης. Λιγάκι σαν τους αναρχικούςτης ομάδας Bonnot, σαν τους wobbly επιζήσαντες μετά την Κρίση, σαν τους αμερικανούς επαναστάτες συνδικαλιστές στην δεκαετία του 1930, οι ομάδες αυτές πιστεύουν ότι θα εκμηδενίσουν τη διάκριση ανάμεσα στην «απαλλοτρίωση» και τη «ληστεία». Το νεφέλωμα αυτών των συγγενών μικροοργανισμών θα κρατήσει τη σκηνή μέχρι τα τέλη της δεκαετίας του ’70.

image

a] cassa integrazione  το ταμείο παροχών ανεργίας είναι ένας από τους κύριους κοινωνικούς απορροφητές κραδασμών που προβλέπει το νομικό σύστημα και συνίσταται, σε γενικές γραμμές, στην καταβολή από το INPS χρηματικού ποσού υπέρ των εργαζομένων των οποίων ο εργοδότης έχει μειώσει την αμοιβή τους ως αποτέλεσμα μιας μείωσης (ή μια ριζικής αναστολής) της εργασίας λόγω πολλαπλών αιτιών