ανατρεπτική τέχνη, arte ribelle

Πάντα το ήξερα, L’ ho sempre saputo

L’ho sempre saputo

Η συνάντηση δυο γυναικών στο κελί μιας φυλακής. Οι δυο ακτές τις Μεσογείου διαχωρίζουν τη μοίρα τους, και όχι μόνο λόγω του διαφορετικού χρώματος του δέρματος. Η μια εκτίει μια ένοπλη απόπειρα κομουνισμού, η άλλη την αδύνατη απόδραση από την δυστυχία. Τις δένει η αφήγηση του ταξιδιού μιας κόρης που ακόμη δεν γεννήθηκε εκεί που αφήνει το ίχνος του η διαδρομή το ανθρώπινο μονοπάτι που έφερε τις δυο γυναίκες να μοιράζονται τους τέσσερις τοίχους εκείνου του κελιού. Με αναλαμπές μνήμης οραματικής οι δυο γυναίκες διατρέχουν τις παραπλανήσεις του «πολιτισμού των λευκών», που επιβλήθηκε σαν ανώτερος με το σπαθί, το σταυρό και την αγορά. «Μοναδικό μοντέλο» που έχει επαινεθεί σε κάθε γεωγραφικό πλάτος και σε όλες τις παραδόσεις του πλανήτη. Μια συντριπτική κριτική για την ύπαρξη εκατοντάδων εκατομμυρίων ανθρώπων υποταγμένων από τους κανόνες ενός οικονομικού συστήματος όλο και πιο ανόητου και παράλογου και παραγωγού μόνιμου παγκόσμιου πολέμου.

 

AUTORE, ΣΥΓΓΡΑΦΕΑΣ

Barbara Balzerani

Barbara Balzerani

Η Barbara Balzerani στις αρχές των χρόνων Εβδομήντα στρατεύεται στην οργάνωση Potere operaio, στην συνέχεια στις Brigate rosse, όντας στέλεχος της στρατηγικής διοίκησης της οργάνωσης. Στο τέλος μιας μακράς φυγοδικίας συνελήφθη και εξέτισε είκοσι πέντε χρόνια φυλάκισης. Εκτός από τους τόμους παρόντες στον κατάλογο DeriveApprodi, είναι επίσης συγγραφέας και του βιβλίου La sirena delle cinque ,  η σειρήνα των πέντε (Jaca Book, 2003).

http://www.deriveapprodi.org/2017/09/lho-sempre-saputo/

διεθνισμός, internazionalismo

Rojava, το λουλούδι της ερήμου. Συνέντευξη με τον Davide Grasso, μαχητή YPG στην Siria

του Fabrizio Lorusso

Ο Davide Grasso, αγωνιστής  και e blogger τριαντάρης, είναι ένας ιταλός μαχητής που το  2016 ενώθηκε στις γραμμές των Unità di Protezione del Popolo (YPG) Μονάδων Προστασίας του Λαού στα βόρεια της Συρίας για να αγωνιστεί ενάντια στο Ισλαμικό Κράτος, (ISIS) και να υπερασπιστεί τον δημοκρατικό συνοσπονδισμό που οι κούρδοι επιτελούν στα τρία καντόνια (Kobane, Jazira e Afrin) που ελέγχουν στα σύνορα με την Τουρκία. Ο Abdullah Öcalan, ο τούρκος leader του Κόμματος των Κούρδων Εργατών, Partito dei Lavoratori Curdi (PKK) στην φυλακή από το 1999, διατύπωσε το 2005 αυτό το πολιτικό μοντέλο που βασίζεται στην αυτονομία, στον διαπολιτισμικό σεβασμό, στον κοσμικό χαρακτήρα και στο δικαίωμα στην αυτοάμυνα των κοινοτήτων και όπως, εξηγεί στο βιβλίο του “Δημοκρατικός συνοσπονδισμός” (link), είναι “ανοικτό προς άλλες ομάδες και πολιτικές παρατάξεις” καθώς και “ευέλικτο, πολυπολιτισμικό, αντιμονοπωλιακό και βασισμένο στη συναίνεση”. “Στη διάρκεια της μακράς του φυλάκισης στο νησί του İmralı, ο Öcalan εμβάθυνε την μελέτη της ελευθεριακής σκέψης , οικολογικής και του κοινοτισμού, αντιμετωπίζοντας και συγκρίνοντας ιδιαίτερα τις θεωρίες του αμερικανού αναρχικού Murray Bookchin (1921 – 2006). Προήλθε ένα θεωρητικό “σημείο καμπής” του κινήματος, που σήμερα πλέον δεν φιλοδοξεί να οικοδομήσει ένα κράτος-έθνος κουρδικό μα να διευρύνει ζώνες αυτονομίας και αυτοκυβέρνησης. Το όνομα που έχει δοθεί σε αυτή την ρύθμιση είναι “δημοκρατικός συνοσπονδισμός”. Τα  πρώτα σημαντικά πειράματα από αυτή την άποψη δεν λαμβάνουν χώρα στο »τουρκικό» Κουρδιστάν μα στο »συριακό» Κουρδιστάν, στην Rojava (που στα κουρδικά απλά σημαίνει Δύση)” (fonte: storify.com Wu Ming Foundation). Μετά την απελευθέρωση της Kobane από τον ISIS το 2015, μέσα στο πλαίσιο του καταστροφικού συριακού πολέμου, το επαναστατικό κουρδικό πείραμα στα βόρεια της Συρίας είναι ένα “λουλούδι της ερήμου” που δημιούργησε ένα ισχυρό φαντασιακό και έσπρωξε πολλούς ξένους να το υποστηρίξουν και με τα όπλα. Επιστρέφοντας στην Torino όπου γεννήθηκε ο Davide Grasso σκιαγραφεί έναν απολογισμό της προσωπικής του εμπειρίας και της πολιτικής -κοινωνικής κατάστασης στην συριακή σκακιέρα (Syria Live Map link) [F. L.].

F.L. – Ποια είναι η ιστορία σου; τι έκανες πριν ξεκινήσεις για την Συρία;

D.G. – Δεν έκανα ποτέ μια μοναδική εργασία, πρώτα υπήρξα φοιτητής και μετά έκανα το διδακτορικό μου. Εργάστηκα με κοινωνικούς συνεταιρισμούς και της διαφήμισης, όπως επίσης έκανα part-time συνεργασίες με το πανεπιστήμιο. Πριν φύγω ήμουν κοινωνικός λειτουργός στο Τορίνο με τους δίχως στέγη και τα άτομα με αναπηρία και όταν επέστρεψα αυτούς τους τελευταίους μήνες καταπιάστηκα βασικά με την ενημέρωση γύρω από αυτό που συμβαίνει στην Μέση Ανατολή.

– Και σαν στρατευμένος;

– Πάντα ενδιαφερόμουν για τα κοινωνικά και τα πολιτικά ζητήματα . Όσον αφορά την Ιταλία πήρα μέρος στα φοιτητικά κινήματα όπως η Onda Anomala, το κίνημα No-Tav και όσον αφορά την Μέση Ανατολή στο πανεπιστήμιο ασχολήθηκα συχνά σε δραστηριότητες σχετικές με την εμβάθυνση του παλαιστινιακού ζητήματος, σεμινάρια ενάντια στον πόλεμο στο Ιράκ και στο Αφγανιστάν, συνεπώς πάντοτε έδρασα με αυτό τον τρόπο, υπό αυτή την έννοια.

– Πως γεννήθηκε η εμπειρία στην Συρία;

– Στην πραγματικότητα γεννήθηκε ήδη το 2014 όταν έμαθα για τα γεγονότα της Sinjar [4 αυγούστου 2014, το ISIS σφαγιάζει ή σκλαβώνει χιλιάδες yezidi, γιαζίντι, θρησκευτική κοινότητα κουρδικής γλώσσας στο Ιράκ, link p. 3-4] του οποίου γεγονότος ακριβώς σήμερα είναι η επέτειος, η τρίτη. Ενώ η επίσημη πληροφόρηση έδινε μια κάποια εκδοχή, ανακάλυψα χάρη σε ένα σάϊτ του οποίου ήμουν κι εγώ συντάκτης, Infoaut, όπως στη συνέχεια και στο Wu Ming, πως υπήρχε μια διαφορετική εκδοχή των γεγονότων, δηλαδή πως αυτοί που προσπαθούσαν να αντισταθούν σε αυτές τις σφαγές που διεξήγαγε το ISIS 2014 Iraq δεν ήταν οι κουρδικές φατρίες των peshmerga [κούρδοι-ιρακινοί στρατιωτικοί φιλοαμερικανοί , filo USA] που υποστηρίζονταν από την ιταλική κυβέρνηση. Ήταν αντιθέτως μια παράταξη της αριστεράς που η κυβέρνηση θεωρούσε τρομοκρατική. Οπότε από εκεί και στη συνέχεια ξεκίνησα να παρακολουθώ από πολύ κοντά εκείνο που συνέβαινε στο Ιράκ και τη Συρία, μα γενικότερα, όπως όλοι απ’ όταν εμφανίστηκε το φαινόμενο του Ισλαμικού Κράτους, αναθερμάνθηκε το ενδιαφέρον μου για την Μέση Ανατολή που το τελευταίο διάστημα είχε λιγάκι χαλαρώσει. Στη συνέχεια όλα άρχισαν να εξελίσσονται. Υπήρξαν οι σφαγές που έλαβαν χώρα από την τουρκική κυβέρνηση εις βάρος των κούρδων στην Cizre, governo turco a Cizre [ai danni dei curdi], για τις οποίες έμαθα τον σεπτέμβρη του 2015, συνεπώς, μιας και έληγε το συμβόλαιο μου ακριβώς εκείνες τις ημέρες, χρησιμοποίησα την αποζημίωση για να πάω στην Τουρκία και να επισκεφτώ την Cizre. Εκεί γνώρισα πολλούς νεαρούς που πολεμούσαν, κάποιοι από αυτούς σκοτώθηκαν μετά από λίγο. Οπότε όταν γύρισα στην Ιταλία, ήδη ήμουν επιρρεπής στο να γυρίσω, όμως, μιας και αμέσως με την επιστροφή μου συνέβησαν οι βομβιστικές επιθέσεις στο Παρίσι, attentati del Bataclan [13 νοεμβρίου 2015], εκείνες υπήρξαν αποφασιστικές. Συνειδητοποίησα πως εκείνη την στιγμή αυτή η οργάνωση [ISIS, DAESH ή Ισλαμικό Κράτος] κυριολεκτικά έρχονταν να ψάξουν δρόμο προς δρόμο εκείνους σαν εμένα, σαν εμάς, δηλαδή έναν ορισμένο τύπο νέων ευρωπαίων, με ένα συγκεκριμένο τρόπο ζωής, συνεπώς σκέφτηκα πως ήταν απαραίτητο να επιστρέψω εκεί για να κάνω διαφορετική πληροφόρηση και για να πολεμήσω, αν έβρισκα το κουράγιο, ανάμεσα στα άλλα.

– Πως ακριβώς έφθασες στους κούρδους της Συρίας;

– Πήγα στο Ιράκ. Οργάνωσα ένα reportage οπότε υπήρξε μια αυτοχρηματοδότηση με συναυλίες στην Ιταλία το φθινόπωρο του 2015. Τον φεβρουάριο του 2016 αναχώρησα, βρέθηκα πρώτα στην Παλαιστίνη μετά στο Ιράκ, περνώντας από Ιορδανία. Σε όλες αυτές τις χώρες μιλούσα γι αυτά που έβλεπα, έκανα συνεντεύξεις με τελικό στόχο να φτάσω στην βόρεια Συρία. Εκεί όμως οι ιρακινοί peshmerga δεν επέτρεπαν στους δημοσιογράφους, όπως συμβαίνει και τώρα, να εισέλθουν στη Συρία, και είναι κάτι σοβαρότατο. Μια σοβαρότατη παραβίαση του διεθνούς δικαίου πληροφόρησης. Γι αυτό χρειάστηκε να εισέλθω με ένα τέχνασμα και, μόλις τα κατάφερα, ήλθα σε επαφή με την πολιτική κοινωνία, τους θεσμούς και τα κέντρα μέσων ενημέρωσης της Rojava e i media center del Rojava. Έτσι γεννήθηκε η επαφή, δεν είχα καμία άλλη πριν φθάσω εκεί.

– Πότε μπήκες στη Συρία και πόσο έμεινες εκεί;

– Στη Συρία έμεινα επτά μήνες. Από αρχές μαρτίου μέχρι αρχές οκτώβρη  2016.

– Είχες σκοπό να πολεμήσεις ευθύς εξ αρχής;

– Είχα την πρόθεση, αλλά δεν ήμουν σίγουρος πως θα έβρισκα το κουράγια να το κάνω. Πίστευα πως ήταν σωστό κάποιος που κατά τύχη δεν βρίσκονταν στο Bataclan ή στα άλλα μαγαζιά που χτυπήθηκαν στο Παρίσι, που έτσι κι αλλιώς είναι τόποι και συνοικίες που εγώ γνωρίζω, όπως πολλοί από εμάς, δηλαδή κάποιος που δεν βρέθηκε εκεί άοπλος, στο έδαφος, να σφαγιάζεται από αυτά τα άτομα, θα έπρεπε να πάει εκεί αυτοπροσώπως να πάρει τα όπλα να πολεμήσει ενάντια σε αυτά τα υποκείμενα. Πάνω απ’ όλα για να μην αναθέσει στις κυβερνήσεις μας να το κάνουν και ιδιαίτερα στην γαλλική, σε αυτή την περίπτωση, διότι όποιος είναι λιγάκι συνειδητοποιημένος γι αυτά που συμβαίνουν σήμερα στον κόσμο γνωρίζει πως οι κυβερνήσεις μας είναι οι πρώτοι υπεύθυνοι γι αυτή την κατάσταση και πως το μόνο που μπορούν είναι να την χειροτερεύσουν με τις πολιτικές τους  και τα συμφέροντα τους. Συνεπώς είχα ήδη την πρόθεση, μόνο που μέχρι την τελευταία στιγμή βρισκόμουν σε δίλημμα διότι το να μπεις στον συριακό εμφύλιο πόλεμο σαν μαχητής, δίχως προηγούμενη στρατιωτική εμπειρία, όντας δηλαδή πάντοτε πολίτης, ήταν μια πράξη που σήμαινε πως ήταν εύκολο να μην επιστρέψω πίσω οπότε ας πούμε πως η οριστική απόφαση ωρίμασε όταν ήμουν ήδη στη Συρία.

– Πως ήταν λοιπόν αυτό το βήμα; Με τι ανθρώπους σχετίστηκες;

– Γνώρισα ανθρώπους διαφόρων τύπων. Κατοίκων της Rojava, τόσο κούρδους όσο και άραβες, που ζουν τις συνθήκες του πολέμου και της επανάστασης, ο καθένας με τον τρόπο του. Γνώρισα πολιτικούς αγωνιστές κούρδους και διεθνείς ακτιβιστές, κυρίως ευρωπαίους, που βρίσκονταν εκεί για να γνωρίσουν αυτή την επανάσταση και να την υποστηρίξουν. Αυτοί υπήρξαν καθοριστικοί διότι σίγουρα με ώθησαν, το να βλέπεις το παράδειγμα άλλου είναι πάντοτε σημαντικό και μετά γνώρισα επίσης διεθνείς μαχητές των YPG combattenti internazionali delle YPG (Unità di Protezione del Popolo curdο) [κουρδικών Μονάδων Προστασίας του Λαού] που ήταν νεότατοι στην ηλικία και δεν ήταν απολύτως πολιτικοποιημένοι, αντιθέτως ζούσαν στα μέρη τους μια ζωή τελείως απολιτική και είχαν πάει εκεί για να διακινδυνεύσουν τη ζωή τους επειδή ήταν αγανακτισμένοι από εκείνο που συμβαίνει σε μια Χώρα μακρινή από τη δική τους. Συνεπώς μπροστά σε όλα αυτά καθίσταται δύσκολο να μην πάρεις τα όπλα με την σειρά σου.

– Πως ενώθηκες με τις Μονάδες Προστασίας του κουρδικού Λαού (YPG);

– Γίνεται μια εκπαίδευση, μερικές εβδομάδες κατάρτισης στη διάρκεια των οποίων έλαβα πολλά μαθήματα κουρδικής γλώσσας, συνομοσπονδιακής ιδεολογίας, δηλαδή της μορφής σοσιαλισμού που προωθείται από τις YPG, όπως επίσης και μαθήματα ιστορίας της Μέσης Ανατολής και του Κουρδιστάν. Και στη συνέχεια η τεχνική κατάρτιση για τη χρήση των όπλων, σκίτσα με τακτικές επίσης. Θα πρέπει επίσης να λάβουμε υπ όψιν πως ο εμφύλιος πόλεμος στην Συρία είναι ένα τόσο τραγικό και χαοτικό γεγονός για το οποίο όμως αυτές οι πολιτοφυλακές δεν έχουν την δυνατότητα να ξεφύγουν από το είδος της εκπαίδευσης στην οποίαν υπόκεινται οι τακτικοί στρατοί.

– Τι όπλα είχατε στην κατοχή σας;

– Οι λεπτομέρειες δεν μπορούν να ειπωθούν για στρατιωτικούς λόγους, όμως μπορούμε να πούμε πως το πρόβλημα των κουρδικών πολιτοφυλακών και των συριακών δημοκρατικών δυνάμεων είναι πως έχουν κυρίως, στο 99%, ελαφρά όπλα και αυτό δεν είναι ένα μυστήριο. Εκ των πραγμάτων η μεγάλη πλειοψηφία των μαχητών έχει στη διάθεση της ένα kalashnikov και ευτυχώς δεν μου φάνηκε πως υπήρχε μεγάλη έλλειψη πυρομαχικών γιατί μου φαίνεται πως τουλάχιστον σε αυτό συνέβαλε ο συνασπισμός, οι Ηνωμένες Πολιτείες, συνέβαλαν και η Ρωσία επίσης έδωσε κάτι. Αυτά για τα πυρομαχικά, όσον αφορά τα όπλα, μιλάμε για ελαφρά όπλα, παλιά, σίγουρα ξεπερασμένα σε ένα γενικότερο πλαίσιο. Μετά στην πραγματικότητα στην Συρία δεν είναι έτσι γιατί το μεγαλύτερο μέρος των ένοπλων συγκρούσεων στη μάχη, εκεί που δεν παίρνει μέρος ο τακτικός στρατός, γίνεται με αυτόματα όπλα σοβιετικής προέλευσης και κατασκευής, δηλαδή πολυβόλα τύπου Pkm και Pks, το Dushka ή Dshk ή το Kalashnikov. Αυτά είναι τα όπλα που χρησιμοποιούνται περισσότερο.

– Μίλησες για  “Επανάσταση, Rivoluzione”. Τι συμβαίνει στον Βορά της Συρίας;

–  Στην Βόρεια Συρία και γενικότερα σε όλη τη Χώρα από το 2011 βρίσκεται σε εξέλιξη μια επανάσταση. Η συριακή επανάσταση αναπτύχθηκε σε δύο μεγάλες αντιτιθέμενες τάσεις. Η μία πήγε πολύ άσχημα διότι πήρε μια ισλαμική εξέλιξη και μια αντίθετα πήγε πολύ καλά διότι πήρε μια κατεύθυνση σοσιαλιστική φεμινιστική και διαφωτισμένη. Αυτή η τελευταία είναι η συνομοσπονδιακή επανάσταση που καταγράφηκε αρχικά στα κουρδικά εδάφη αλλά τώρα σε ολόκληρο τον Βορά της Συρίας σε ζώνες κυρίως αραβικές ή χριστιανικές. Αντιθέτως η ισλαμική πλευρά στη συνέχεια διασπάστηκε σε διάφορα κομμάτια: το ISIS κατά μήκος του Ευφράτη και οι διαφορετικές από το ισλαμικό κράτος ισλαμικές ομάδες ήδη στην επαρχεία της Idlib αυτή την στιγμή. Συνεπώς η συριακή επανάσταση εξελίχθηκε σε δυο διαφορετικές επαναστάσεις που αντιμάχονται μεταξύ τους και αμφότερες μάχονται επίσης ενάντια στο καθεστώς του Bashar al-Assad.

– Τι αποστολές και δραστηριότητες ανέλαβες;

– Στην αρχή ήμουν στο μέτωπο της Ain Issa που εκείνο τον καιρό ήταν το μέτωπο της Raqqa, ενώ σήμερα αυτό το μέτωπο, ευτυχώς, είναι μέσα στην ίδια την Raqqa διότι κατέβηκε μέχρι μέσα την πόλη, όμως ένα χρόνο πριν βρίσκονταν 63 km βόρεια της Raqqa. Κι εκεί βρίσκονταν η πόλη της Ain Issa όπου στάθμευε η μονάδα μου και καθήκον μας ήταν εκείνο να προστατεύουμε το καντόνι της Kobane από το ISIS, ενώ την ίδια στιγμή υπήρχε η επίθεση στα βόρεια του Χαλεπιού από πλευράς των συριακών δημοκρατικών δυνάμεων στα δυτικά του Ευφράτη που κέρδιζε όλες τις εκστρατείες γύρω από μια στρατηγική πόλη που ονομάζεται Mambij: ήταν να πάμε να τις ελευθερώσουμε για να να κόψουμε τις επικοινωνίες ανάμεσα στην Raqqa και την Turchia. Εκείνη η πόλη ήταν η τελευταία επικοινωνία ανάμεσα στην Raqqa και την Turchia, στην περίπτωση αυτή μεταξύ Raqqa και του έξω κόσμου. Στο ξεκίνημα δεν πήρα μέρος σε αυτή την επίθεση, κυρίως καθήκον μου ήταν να υπερασπίζομαι το καντόνι την ώρα που προχωρούσαν οι εχθροπραξίες. Μετά στα τέλη ιουνίου η μονάδα μου στάλθηκε στην Mambij οπότε τον ιούλιο κι εμείς μπήκαμε στη μάχη σε αυτή την επιχείρηση για την απελευθέρωση της πόλης.

– Υπήρχαν άλλοι ξένοι και ιταλοί;

– Υπήρχαν πολλοί ξένοι όταν εγώ ήμουν εκεί, μα όχι ιταλοί. Ήμουν ο μοναδικός. Γνωρίζαμε πως υπήρχαν και άλλοι ιταλοί, ιδιαίτερα εγώ ρωτούσα πάντα για τον Karim Franceschi γιατί είχα διαβάσει το βιβλίο του. Όμως εκείνη της στιγμή δεν υπήρχε κανείς άλλος. Υπήρχαν πολλοί ξένοι που έρχονταν κυρίως από την Ευρώπη, από την Βόρεια Αμερική, την Αυστραλία και τη Νέα Ζηλανδία, από τα Βαλκάνια. Γνώρισα και ένα αγόρι χιλιανής καταγωγής και ξέρω πως βρίσκονταν εκεί και κάποιοι νοτιοαμερικάνοι στις YPG.

– Ταυτίζεσαι με τον όρο foreign fighter?

– Αυτή την στιγμή πρακτικά υπάρχουν εκφράσεις που δεν μπορούν να απαντηθούν μόνο με ένα »ναι» ή ένα »όχι». Θα αποκαλούσα τον εαυτό μου  foreign fighter, αν και η χρήση που κάνουν τα Μέσα έχουν αλλάξει το νόημα του όρου, όμως υπάρχει μια πρωτότυπη αίσθηση, ένα νόημα πρωτότυπο που είναι διαφορετικό. Με την έννοια των μέσων ενημέρωσης του όρου, δεν ταυτίζομαι διότι οι mass media έχουν πετάξει ένα άσχημο φως επάνω στον όρο, διότι μονομερώς έχουν συνδέσει με αυτόν και αυτούς που μάχονται για το ισλαμικό κράτος. Όσον όμως αφορά το αυθεντικό νόημα ναι, νομίζω πως πρόκειται για την πιο όμορφη έκφραση που μπορούμε να φανταστούμε. Οπότε σίγουρα με τη στενή σημασία αυτού που σημαίνει, εξ άλλου είναι αρκετά ταυτολογικό πως εγώ υπήρξα. Και νομίζω πως η αντίφαση στη χρήση των μέσων ενημέρωσης φαίνεται επίσης στο γεγονός πως εγώ και οι άλλοι διεθνείς που πολεμήσαμε στη Mambij, κόβοντας εκείνη την τελευταία οδό επικοινωνίας με την Τουρκία του ISIS, μηδενίσαμε οριστικά την εισροή foreign fighters του ISIS στην Siria που προηγουμένως ήταν πολύ μεγάλη. Απ όταν ακριβώς ένα χρόνο πριν η πόλη ελευθερώθηκε un anno fa la città è stata liberata, έγινε μηδενική αυτή η εισροή. Συνεπώς foreign fighters ναι, μα εξαρτάται από πια πλευρά στέκονται.

– Να μιλήσουμε ίσως για »διεθνιστές»;

– Λοιπόν, αναγκαστικά. Αν και στις YPG στις συζητήσεις λέμε πως ήμαστε επίσης και »διεθνιστές», είναι επίσης αλήθεια πως η πολιτική θεωρία που εμπνέει τις YPG στην πραγματικότητα περισσότερο από την έννοια του »διεθνισμού» μιλά για την έννοια της »παγκοσμιότητας». Γιατί; Λόγω ενός ίσως περίπλοκου αλλά σημαντικού συλλογισμού σύμφωνα με τον οποίον η εποχή του διεθνισμού, εκείνη στην οποίαν θεωρήθηκε ότι η αναφορά ήταν τα έθνη κράτη και για τους σοσιαλιστές , παρήλθε οπότε διεθνισμός ήταν η αλληλεγγύη του περασμένου αιώνα και αντιθέτως οι YPG προτιμούν “παγκοσμιότητα, universalismo” διότι σήμερα βρισκόμαστε σε μια παγκόσμια κατάσταση όπου όντως όλος ο κόσμος είναι μια μητρόπολη συνεπώς, εάν θέλουμε, ακόμη περισσότερο διεθνισμό απ’ ότι πριν.

– Σύμφωνα με την εμπειρία σου ενάντια στο ISIS τι μπορείς να πεις για τον μύθο γύρω από το αήττητο τους στο πεδίο των μαχών; 

– Στο πεδίο έχω να πω, δίχως να θέλω να κάνω προπαγάνδα, ειλικρινά έχω δει την ασυναγώνιστη κατάσταση των YPG, ενώ για το ISIS έχω δει το γεγονός πως ηττήθηκαν όταν ήμουν εκεί το περασμένο καλοκαίρι. Υπήρξε δύσκολο, μα θα σου εξηγήσω γιατί. Μου το επιβεβαίωσαν επίσης αμερικανοί μαχητές που είχαν μακρά εμπειρία στον στρατό τους, είχαν πολεμήσει και στο Iraq και έλεγαν πως, συγκρίνοντας τον αγώνα ενάντια στο ISIS με άλλες πολύ σκληρές φάσεις του ιρακινού πολέμου και αυτών των τύπων συγκρούσεων, το ISIS είναι μια δύναμη στρατιωτικά πολύ ικανή και οργανωμένη όπου πραγματικά βλέπεις ότι υπάρχουν μυαλά αρκετά υψηλού στρατηγικού επιπέδου στα σύγχρονα πρότυπα. Στρατηγική τους είναι να προκαλέσουν το μεγαλύτερο αριθμό νεκρών στις εχθρικές γραμμές με τον μικρότερο αριθμό νεκρών στις δικές τους. Συνεπώς θεμελιώδης είναι η χρήση από την πλευρά τους των ναρκών, των εκρηκτικών παγίδων, των ελεύθερων σκοπευτών που έχουν επίσης μια θρησκευτική ιδεολογία που δίνει τη δυνατότητα και προκαλεί εκατοντάδες ανθρώπους να προστρέχουν στις γραμμές τους με την ελπίδα πως θα πεθάνουν το συντομότερο δυνατό πεπεισμένοι πως θα γευματίσουν με τον Θεό και θα έχουν κι εγώ δεν ξέρω πόσες παρθένους στην διάθεση τους. Το ISIS μπορεί να χρησιμοποιεί με μια σταθερή συχνότητα ανθρώπους που τινάζονται στον αέρα, καμιόνια βόμβες και αυτοκίνητα βόμβες που οδηγούνται με όλη την ταχύτητα τους ενάντια στον εχθρό.

Αυτό είναι ένα πλεονέκτημα, όμως αυτός ο μύθος που έχουν δημιουργήσει τα media είναι τελείως λανθασμένος όπως πολλά πράγματα που δημιουργούν τα Μέσα διότι είναι ένα φαινόμενο που αναλύεται πλήρως με τα όρια και τις δυνατότητες του. Σίγουρα υπάρχουν πολλοί του ISIS που αυτοκτονούν, όμως πρέπει επίσης να πούμε πως για παράδειγμα στο μέτωπο μας της Ain Issa υπήρξαν επιθέσεις αυτοκτονίας από την πλευρά αυτών που τις έκαναν αλλά και στρατιωτικές επιθέσεις, με την έννοια πως όταν ένας στέλνει 30 πολιτοφύλακες να επιτεθούν τελείως σποραδικά δίχως καμία απολύτως έννοια στην οικονομία του πολέμου, στην οποία επίθεση και οι τριάντα σκοτώνονται με μοναχά ένα νεκρό από τους δικούς μας των YPG, είναι ξεκάθαρο πως αυτά τα πρόσωπα βρίσκονταν στη λίστα για να σταλούν στο μαρτύριο διότι θα έχουν και τα προβλήματα τους με τους  “υποψήφιους προς το μαρτύριο” που θέλουν να παν εκεί… Αλλά πρέπει να δούμε πως αυτό στρατιωτικά είναι μια τρέλα. Υπάρχουν εξάλλου και αντιφατικές πτυχές που όλες μαζί βγάζουν προς τα έξω την εικόνα μιας δύναμης που, όπως όλες, έχει τα ελαττώματα της και τα πλεονεκτήματα της από την οπτική του πολέμου.

– Πολλοί αναρωτιούνται με ποιoν τρόπο θα νικηθεί το ISIS. Υπήρξε μια έλλειψη πολιτικής ή στρατιωτικής βούλησης ή είναι κάτι πιο πολύπλοκο;

– Είναι δύσκολο αλλά όχι στρατιωτικά. Είναι δύσκολο πολιτικά. Στρατιωτικά πρέπει να σημειώσουμε πως ουσιαστικά τα εδάφη που είχε κατακτήσει μεταξύ Συρίας και Ιράκ σχεδόν εξαντλήθηκαν, ήτοι μέσα σε τρία χρόνια, που έτσι κι αλλιώς είναι πάντα ένα χρονικό διάστημα πολύ μικρότερο εκείνου που υπήρξε η κατοχή του Ιράκ ή είναι ακόμη και σήμερα ο συριακός εμφύλιος πόλεμος , αυτό το φαινόμενο σε στρατιωτικό επίπεδο έχει κατασταλεί. Εκείνο που είναι δύσκολο όμως είναι η πολιτική πτυχή. Πρώτον επειδή υπάρχουν πολιτικές πτυχές που επιβραδύνουν τις στρατιωτικές επιχειρήσεις γιατί ούτως ή άλλως, θέλεις δεν θέλεις, βρίσκω ότι σε πολλές συγκρούσεις, αν και όλο και λιγότερο με το πέρασμα του χρόνου, υπάρχει μια ελάχιστη αναφορά στους κανόνες του πολέμου, σε ένα διεθνές δίκαιο του πολέμου και σε συμβάσεις.

Αυτό το ισλαμικό κράτος δεν το αναγνωρίζει με κανένα τρόπο διότι όλοι αυτοί οι νόμοι είναι καρποί μιας λαϊκής δημοκρατικής ή φιλελεύθερης κυριαρχίας που γι αυτούς είναι αμαρτία , με την έννοια πως ο μοναδικός νόμος που υπάρχει είναι εκείνος του Θεού. Συνεπώς δεν σέβονται καμία ηθική του πολέμου και χρησιμοποιούν τους πολίτες σαν ανθρώπινες ασπίδες. Λέγω, θα μπορούσαμε να κατηγορήσουμε οποιαδήποτε παρτιζάνικη δύναμη που κρύβεται μέσα στον πληθυσμό όμως άλλο είναι να κρύβεσαι μέσα στον κόσμο σαν παρτιζάνικη δύναμη και άλλο είναι να κάνεις τον κόσμο κρέας για σφαγείο με το ζόρι, εκεί όπου μάλιστα κυριαρχεί μια λογική του τύπου “το χειρότερο, τόσο το καλύτερο” πάνω στο οποίο στοχεύει το ISIS. Οπότε αυτή είναι η πρώτη πολιτική δυσκολία. Την είδα με τα μάτια μου, όταν προσπαθούσαμε να προωθηθούμε μέσα σε μια πόλη στην οποίαν το ISIS εμπόδιζε τους πολίτες να αφήσουν τα σπίτια τους. Αυτό σημαίνει πως πρακτικά χρειάζεται να φρενάρουμε τις επιχειρήσεις για να καταφέρουμε χειρουργικά να κυκλώσουμε τα κτίρια, να τα υπερασπιστούμε, να βγάλουμε έξω τους πολίτες και να τους διώξουμε μακριά και στη συνέχεια να προχωρήσουμε για να ξετρυπώσουμε τους πολιτοφύλακες απ’ όπου κι αν βρίσκονται. Κι απ’ την οπτική του πολέμου απ’ τον αέρα αυτή είναι μια τεράστια επιπλοκή διότι πάντα ζητείται η εκκένωση πολιτών όταν υπάρχει η γνώση πως ξεκινά ένας πόλεμος ή μια μάχη με αεροπορικές επιχειρήσεις και, εάν μια πραγματικότητα όπως το ISIS δεν το κάνει, μπορείτε να φανταστείτε τις συνέπειες μα και την επιβράδυνση των επιχειρήσεων.

Η άλλη πολιτική δυσκολία είναι πως υπάρχει ένα εκ των πραγμάτων πρόβλημα που δεν είναι μόνον του Ιράκ ή της Συρίας μα του κόσμου ολόκληρου: υπάρχουν ανισορροπίες πλούτου, εξουσίας, πολιτιστικής ηγεμονίας στον κόσμο και υπάρχουν προβλήματα φτώχειας από πολλές απόψεις, δηλαδή υπάρχουν εκατοντάδες εκατομμύρια άνθρωποι, κυρίως στην Αφρική και την Ασία και χρειάζονται, που έχουν ανάγκη μιας λογικής, μιας ιδεολογίας λύτρωσης και κάποιες φορές εκδίκησης και έκφρασης του θυμού. Έτσι το Ισλαμικό Κράτος είναι στην πραγματικότητα, δυστυχώς, μια παγκόσμια εξέγερση που έρχεται να γεμίσει το κενό του τέλους των κομουνισμών, των σοσιαλισμών, και συνεπώς, μέχρι να εξαλειφθούν οι κοινωνικές αντιθέσεις ή αντιφάσεις ή δεν είναι δυνατόν να δημιουργηθεί μια εναλλακτική πολιτική σε αυτό το είδος εξεγέρσεων, μια εναλλακτική κατά την οποίαν υπάρχει μια μορφή εξέγερσης ορθολογική και όχι ανορθολογιστική, θα μπορεί να νικηθεί στρατιωτικά αλλά θα επιστρέψει σε μορφές ολοένα χειρότερες.

– Πρόσφατα έχουν αυξηθεί οι καταπατήσεις του τουρκικού στρατού και στα κουρδικά καντόνια. Ποιος είναι ο ρόλος  της Τουρκίας στα σύνορα με την Συρία; 

– Όταν βρισκόμουν στην Kobane, τον σεπτέμβρη του 2016, όντως υπήρξε μια από τις χειρότερες στιγμές διότι η Τουρκία παρενέβη με την δικαιολογία πως έχτιζε ένα πολύ μεγάλο τοίχο μεταξύ επαναστατημένης Συρίας του βορά και των εδαφών της, που στο μεγαλύτερο τους μέρος είναι περιοχές κοινοτήτων που έχουν και μια δική τους αυτονομία, μεταξύ των οποίων υπάρχουν κούρδοι. Με αυτή την δικαιολογία προκαλούσαν πολύ στην περιφέρεια της Kobane, ακριβώς επάνω στο σύνορο, με τα τεθωρακισμένα. Προκάλεσαν εννέα ημέρες εξέγερσης του πληθυσμού της Kobane στα σύνορα που κόστισαν και δυο νεκρούς και πολλούς τραυματίες. Αυτό υπήρξε ήδη ένα πρώτο επεισόδιο. Τώρα υπήρξε ένα ακόμη το οποίο ευτυχώς διήρκησε μόνο μια βραδιά κατά την οποία τα τουρκικά μέσα εκ νέου καταπάτησαν κοντά στην Kobane καταλαμβάνοντας δυο χωριά και εκδιώχθηκαν πίσω από τις YPG. Όμως η Kobane, και για την συμβολική της αξία, είναι στην πραγματικότητα η πόλη που έχει υποστεί τα λιγότερα από πλευράς Τουρκίας διότι υπάρχουν άλλες πόλεις όπως για παράδειγμα η Tel Abyad, που πολυβολείται κάθε ημέρα κάθε 10 λεπτά εδώ και ενάμιση χρόνο πλέον και συχνά δέχεται επίσης και χτυπήματα όλμου από την Τουρκία, και σαν την Tel Abyad (Gire Spi για τους κούρδους), και οι Qamisho, Amude, Serekani (Ras al-Ayn για τους άραβες), στις οποίες ρίχτηκαν πολλές φορές ρουκέτες όταν βρισκόμουν εγώ εκεί κάτω.

Και μετά πάνω απ’ όλα η πιο σοβαρή περίπτωση είναι εκείνη της Afrin, που είναι το πιο απομονωμένο καντόνι διότι είναι απομακρυσμένη από την Kobane και συνορεύει με την Turchia ή με περιοχές της Συρίας που ελέγχουν οι ισλαμιστές. Και είναι η Afrin που υφίσταται τς χειρότερες επιδρομές. Είναι πλέον τρεις μήνες τώρα που η Τουρκία βομβαρδίζει την Afrin δίχως σταματημό, λοιπόν, υπάρχουν εκατοντάδες νεκροί μεταξύ των αμάχων, των μαχόμενων και των μονάδων ασφαλείας μέσα στην πληρέστερη διεθνή σιγή. Και ο Erdogan απειλεί επίσης πως θα εισβάλει πλήρως σε αυτό το καντόνι έτσι θα ήθελε να εισβάλει στη Συρία και να αντιμετωπίσει την κουρδική αριστερά και στη Συρία όπως και στην Τουρκία.

Μόνο που είναι δύσκολο. Εκτός από το ότι ήδη προσπάθησε να το κάνει πρόσφατα στο Ιράκ και αυτό δεν έγινε γνωστό: λιγότερο από ένα μήνα πριν προσπάθησε μια εισβολή μεγάλης κλίμακας η Τουρκία στα βουνά  του Ιράκ  όπου υπάρχει το PKK (Partito dei Lavoratori Curdi, Κόμμα των Κούρδων Εργαζομένων) και αναγκάστηκε να αποσυρθεί εγκαταλείποντας δεκάδες νεκρούς στο πεδίο των μαχών στις γραμμές της. Το πρόβλημα γι αυτούς είναι πως οι Ηνωμένες Πολιτείες προστατεύουν την Rojava και, σε μια πολύ πιο διφορούμενη μορφή, το κάνει με κάποιο μέτρο και η Ρωσία, που τείνει να μην εγκρίνει αυτές τις παρεμβάσεις της Τουρκίας. Αυτός είναι ο μοναδικός λόγος για τον οποίον δεν έχει υπάρξει μέχρι στιγμής ένα λουτρό αίματος διότι έτσι κι αλλιώς η τουρκική κυβέρνηση είναι εξτρεμιστική από πολιτική άποψη  και το κλίμα στην τουρκική κοινωνία είναι ιδιαίτερα εκφυλισμένο οπότε η πιθανότητα μιας αποφασιστικής εισβολής είναι πάντοτε παρούσα

– Η Kobane χαρακτηρίζεται σαν ένα “λουλούδι της ερήμου”, γιατί;

–  Στη σύγχρονη εποχή όλα μοιάζουν να πηγαίνουν προς το χειρότερο. Μια χώρα σαν το Μεξικό το γνωρίζει καλά σε ορισμένα σημεία, έτσι όπως χώρες σαν την Συρία ή την Τουρκία, μα και στην Ευρώπη φαίνεται πως η κοινή λογική μετακινείται ολοένα προς θέσεις συντηρητικές και σε όλο τον κόσμο κυριαρχούν οι πιο αντιδραστικές, αυτές που περιχαρακώνονται στην ταυτότητα, στους εθνικισμούς, στους σεχταριστικούς και θρησκευτικούς φανατισμούς. Ωστόσο η εξουσία χάρη σε όλα αυτά παραμένει σταθερή στα χέρια μιας πλουσιότατης μειοψηφίας εις βάρος της συντριπτικής πλειοψηφίας. Έτσι έχει κάνει σε όλους εντύπωση, έχουν όλοι επηρεαστεί από το γεγονός πως μια επανάσταση αναδύεται με την έννοια πως η εξουσία λαμβάνεται πραγματικά και συγκεκριμένα σε μια περιοχή από τις δυνάμεις που ακολουθούν μια εντελώς αντίθετη λογική, διότι η δική τους είναι κοσμοπολίτικη, κοινωνικής ισότητας, αμοιβαίου σεβασμού και θρησκευτικής ανοχής, και πάνω απ’ όλα της κεντρικής θέσης που κατέχει η γυναίκα και της λύτρωσης αυτής σε μια από τις περιοχές όπου οι γυναίκες υποφέρουν περισσότερο την πατριαρχία. Κανείς δεν το περίμενε και είναι μια αμφισβήτηση του δόγματος σύμφωνα με το οποίο σε αυτό τον αιώνα οι επαναστάσεις δεν είναι πλέον δυνατές και για αυτό πιστεύω πως χρησιμοποιήθηκε αυτή η έκφραση.

– Δημοκρατικός συνοσπονδισμός, αυτονομία, διαπολιτισμικότητα είναι λέξεις που συνδέονται με την κουρδική επανάσταση. Ψάχνουν για ανεξαρτησία από την Συρία;

– Λοιπόν πρέπει να πούμε πως οι κούρδοι είναι χωρισμένοι ανάμεσα σε μια κουρδική δεξιά και μια αριστερά. Η εθνικιστική δεξιά θέλει όντως ένα κουρδικό κράτος, το θέλει τόσο στο Iraq και στη Siria, στο Iran και στην Turchia. Η κουρδική αριστερά, με δυνάμεις όπως οι YPG, οι YPJ (Unità di Protezione delle Donne, Μονάδες Προστασίας των Γυναικών) ή το PKK, δεν θέλουν ένα κουρδικό κράτος διότι είναι πεπεισμένες πως είναι απαραίτητη μια επανάσταση που να πάει πέρα από τον καπιταλισμό και θεωρούν πως αυτό δεν είναι δυνατό μέσα από  “το Κράτος – lo Stato”, και πως το Κράτος είναι κάτι το αρνητικό αυτό καθεαυτό και είναι αντιφατικό να αναζητούμε ένα τέτοιο. Έτσι αυτοί τείνουν να αναπτύσσουν μορφές αυτονομίας που είναι και κοινωνικές, με την μετατροπή των κοινωνικών σχέσεων και των σχέσεων των φύλων, μέσα στα κράτη όπου βρίσκονται για να μπορέσουν να επηρεάσουν τους μη κουρδικούς πληθυσμούς και να υπερβούν την “κουρδική διάσταση” της επανάστασης. Αυτό συμβαίνει στη Συρία.

Πρέπει να πούμε πως σχετικά με τη κουρδική εθνικιστική δεξιά, με την οποίαν εγώ είμαι αντίθετος για πολλούς λόγους, πάντως ένας κούρδος ή μια κούρδη την σήμερον ημέραν είτε θέλουν ένα κουρδικό κράτος είτε όχι, που, επαναλαμβάνω, δεν είναι η θέση για την οποίαν ξοδεύω τον χρόνο μου εγώ, δεν μπορούν να καταδικαστούν διότι το Κουρδιστάν γεωγραφικά υπάρχει. Για παράδειγμα ένα κράτος όπως η Συρία ή το Ιράκ δημιουργήθηκαν από τις αποικιακές δυνάμεις δίχως κανένα σεβασμό για την κοινωνική γεωγραφία της πρώην Οθωμανικής Αυτοκρατορίας συνεπώς σε κάθε περίπτωση λέγω αυτό για εκείνους που νομίζουν ότι μπορούν να στρέψουν τον δείκτη ενάντια στους κούρδους ή σε άλλους πληθυσμούς, όπως για παράδειγμα τους βερβέρους amazigh [berberi] στο Μαρόκο, ή άλλους στον κόσμο που  θέλουν ανεξαρτησία ή αυτονομία: σε κάθε περίπτωση πιστεύω πως δεν μπορούν να τους το αρνηθούν.

– Οι κούρδοι υιοθέτησαν επίσης ένα Σύνταγμα στα βόρεια της Συρίας που είναι πολύ προχωρημένο και δημοκρατικό. Ποια είναι η γνώμη σου; Λειτουργεί;

–  Στην καθομιλουμένη λέγεται Σύνταγμα. Στην πραγματικότητα ονομάζεται Κοινωνικό Συμβόλαιο ακριβώς διότι το “Σύνταγμα” θα όριζε την δημιουργία ενός Κράτους. Όμως σίγουρα εκείνο το κείμενο είναι πολύ προχωρημένο όπως κι αν το δεις, απ’ όλες τις απόψεις. Πρέπει να λάβουμε υπ όψη την υλική διαδικασία αυτής της επανάστασης. Ο στόχος είναι μια μορφή κομουνισμού και εξάλειψης του Κράτους, που ονομάζουν δημοκρατικό συνοσπονδισμό διότι γι αυτούς η δημοκρατία είναι κομουνιστική δίχως Κράτος ή δεν είναι, και είναι συνομοσπονδιακή διότι είναι βασισμένη στην αυτονομία όλων των κοινοτήτων που πρέπει να συνδέονται οικειοθελώς μεταξύ τους και όχι αυτό να επιβάλλεται από τα επάνω.

Οπότε στοχεύουν σε αυτό αλλά έχουν επίγνωση ότι δεν μπορούν να προσεγγίσουν σε αυτό από την μια ημέρα στην άλλη συνεπώς σφυρηλάτησαν την έννοια της δημοκρατικής αυτονομίας, που είναι ο τρόπος με τον οποίο το κίνημα του δημοκρατικού συνοσπονδισμού συμβαδίζει κάθε φορά με το υπάρχον Κράτος. Για παράδειγμα αυτά τα καντόνια και τα συμβούλια των καντονιών που διατηρούν τον διαχωρισμό των εξουσιών, και με κάποιο τρόπο μοιάζουν με ένα Κράτος, είναι η δημοκρατική αυτονομία, δηλαδή είναι μια πρόταση για την Συρία για μια θεσμική διευθέτηση που θα θέσει τέλος στον πόλεμο και, όμως, δεν θα ακυρώσει την επανάσταση.

Αυτή είναι η έννοια των θεσμών που δημιουργήθηκαν που δεν είναι  “ο δημοκρατικός συνοσπονδισμός” αλλά “η δημοκρατική αυτονομία” διότι ο συνοσπονδισμός στον Βορά της Συρίας είναι εκείνος που εκπροσωπείται από τις κοινότητες, από τις αγροτικές και οικονομικές κοινότητες, από τις αστικές, από την αντεξουσία που ασκείται και σε ένοπλο επίπεδο από αυτούς τους θεσμούς, από τους συνεταιρισμούς, από τη νέα σχέση που υπάρχει μεταξύ γυναικών και κοινωνίας. Αυτή είναι η επανάσταση. Δεν μπορεί να βρει μια οριστική διέξοδο, γι αυτό αυτοί, μη θέλοντας να διατρέξουν το μοντέλο των μπολσεβίκων διότι τελικά απέτυχε, δεν αντιλαμβάνονται την “κατάκτηση της εξουσίας” με την έννοια της “δημιουργίας ενός σοσιαλιστικού Κράτους ” που στη συνέχεια θα σβήσει. Αντιθέτως είναι μέρος ενός κινήματος που κάθε φορά δημιουργεί θεσμούς για να συμφιλιωθεί με το Κράτος στο οποίο προέκυψε το οποίο προφανώς εκ νέου να θέσει πάντα σε αμφισβήτηση και να συνεχίσει  αυτή τη διαδικασία.

– Μιλώντας για αυτονομία στο Μεξικό βλέποντας τους ζαπατίστας και το EZLN έδειξε συμπάθεια για την επανάσταση και τους σύρους κούρδους.

– Ξέρω πως γενικά ο ζαπατισμός και τα Τσιάπας θεωρούνται σημείο αναφοράς στην Rojava και σε ολόκληρο το Kurdistan διότι το κουρδικό κίνημα ξεκίνησε την θεωρητική του μεταμόρφωση τα χρόνια 2000 όταν πλέον ήδη από διάφορα χρόνια στο Μεξικό υπήρξε μια εργασία συζήτησης και η επεξεργασία μιας προοπτικής. Επιπλέον σε πολλές περιπτώσεις στο Μεξικό έχουν επιτευχθεί συγκεκριμένα αποτελέσματα. Εκεί έχω δει πως εκείνο είναι ένα σημείο αναφοράς. Θα σου μιλήσω λιγάκι κάπως σαν »κουτσομπολιό» και με απολύτως κανέναν επίσημο τρόπο, με κάπως τυχαίο και διακριτικό τρόπο, είχε φθάσει η φήμη πως στην πραγματικότητα υπήρξαν προσπάθειες επικοινωνίας, να δημιουργηθεί μια πιο συγκεκριμένη σχέση μα είχαν πέσει στο κενό. Κάποιος προσπάθησε να μου εξηγήσει πως αυτό ίσως συμβαίνει διότι υπάρχει μεγάλη απόσταση μεταξύ αυτών των δύο λαών, ανάμεσα στη Rojava και τα Chiapas, για να διαβάσεις τα mail ποιος ξέρει πόσος χρόνος πρέπει να περάσει, και ο ρυθμός της ζωής είναι διαφορετικός από αυτόν που ήμαστε συνηθισμένοι εμείς στην Ευρώπη. Έτσι λέγαμε λιγάκι για να το διασκεδάσουμε… Εάν αυτές οι σχέσεις μεγάλωναν, νομίζω θα ήταν θετικό. Όταν κάποιους μήνες πριν στο Αμβούργο πραγματοποιήθηκε το διεθνές συνέδριο που διοργανώθηκε από την Rojava φιλοξενήθηκε μια στρογγυλή τράπεζα και για το Μεξικό και τα καρτέλ των ναρκωτικών διότι ακριβώς υπάρχει ιδιαίτερη προσοχή από πλευράς της Rojava για την Λατινική Αμερική, την Κεντρική Αμερική, το Μεξικό.

– Κάποια ιδιαίτερα ανέκδοτα που μπορείτε να μας πείτε γι αυτή την περίοδο που μαχόσασταν;

– Είναι πολλά. Για παράδειγμα μια μεγάλη απογοήτευση… Είχα γνωρίσει μια κοπέλα κούρδα που είχα συμπαθήσει πολύ και με την οποία βρισκόμουν σε επαφή για κάποιο διάστημα. Στη συνέχεια όταν πήγα να τη βρω στην οικογένεια της κάποια γιορτή των μουσουλμάνων που εορτάζεται τον σεπτέμβρη, συζητώντας μαζί τους, ανακάλυψα πως υποστήριζε τους κούρδους εθνικιστές, της κουρδικής δεξιάς, συνεπώς αφέθηκε σε σχόλια τελείως απαράδεκτα επί των αράβων, για παράδειγμα. Και κυρίως για τους κούρδους συντρόφους και για τον ίδιο τον Οτσαλάν. Ήταν μια πολύ άσχημη στιγμή για εμένα, πάνω απ’ όλα όμως δίνει πολύ καλά την εικόνα της κατάστασης στην Rojava. Υπάρχουν πολλοί άνθρωποι που βρίσκονται στην σκιά ή στέκονται στην σιωπή μα που εργάζονται ενάντια στην επανάσταση, που προσπαθούν να την σαμποτάρουν ή να αδυνατίσουν το ηθικό των ανθρώπων ακριβώς διότι έχουν ισλαμιστικές ιδέες ή εθνικιστικές. Οπότε στην πραγματικότητα την επανάσταση, όπως πάντοτε στην ιστορία, την οδηγούν και την προωθούν άνθρωποι αποφασισμένοι ή παθιασμένοι που πρέπει να λογαριαστούν με ένα φόντο με ένα πλαίσιο και με μια συγκυρία όλα αυτά μαζί πολύ δύσκολα.

– Μια εμπειρία γεμάτη ελπίδες;

– Υπάρχουν πολλές και σε αυτή την περίπτωση. Μπορώ να αντιπαραθέσω έναν άλλο άνθρωπο που γνώρισα που είναι ένα αγόρι από την Raqqa, άραβας. Αυτός θεληματικά επέλεξε να αφήσει την Raqqa. Ήταν εργάτης σε συνεργείο, ήταν 15 χρονών, και, ενώ δούλευε, τον είχε πλησιάσει ένας από εκείνους τους πολιτοφύλακες, που σε πολλές πόλεις της Συρίας κυκλοφορούν σαν άρχοντες και κάνουν ότι θέλουν, ο οποίος του είπε: “Δείξε μου πως προσεύχεσαι”. Και αφού εκείνος προσευχήθηκε, ο άλλος του είπε: “Είσαι ψεύτικος, δεν πιστεύεις, δεν προσεύχεσαι με τον σωστό τρόπο”. Με το λοιπόν απαντά το αγόρι: “Εγώ είμαι εδώ στην πόλη μου, δουλεύω, κι έρχεται εδώ κάποιος που δεν είναι καν από την Raqqa να μ’ ενοχλήσει και να μου πει πως δεν ξέρω να προσευχηθώ”. Και με αυτά αποφάσισε να φύγει και να μεταναστεύσει προς τον βορά. Στο τέλος μπήκε στις YPG γιατί είδε τους κούρδους σαν ανθρώπους που συμπεριφέρονταν αντίθετα απ’ ότι είχε ζήσει ο ίδιος .

Υπήρξε ένας από τους πρώτους πρώτους άραβες που μπήκαν σε μια δύναμη που αρχικά ήταν κουρδική στο 100%. Τον γνώρισα, έναν χρόνο αφότου αυτό συνέβη, και ήμασταν στην ίδια Μονάδα. Είναι ένα εντυπωσιακό πρόσωπο. Πέρα από το γεγονός πως μου εξήγησε το σχέδιο του, που ήταν εκείνο να συμμετάσχει στην απελευθέρωση της Rojava που στη συνέχεια θα πρέπει να γίνει η απελευθέρωση όλης της Συρίας. Και ήθελε να πάει να πολεμήσει και στην Τουρκία, στο Ιράν και στο Ιράκ. “Επιτέλους στη συνέχεια θα μπορέσουμε να πάμε να ελευθερώσουμε την Παλαιστίνη κι έτσι και τον Λίβανο”, έλεγε. Κι αν υπήρχε ανάγκη και στην Ιταλία, θα έρχονταν κι εδώ να πολεμήσει. Είναι ένας άνθρωπος σχεδόν αναλφάβητος, που έξω από την Ράκκα δεν είδε ποτέ τίποτα άλλο, το Κομπάνι και κάτι λίγο ακόμη, όμως έχει μια γνήσια θέληση και οπτική, αυθεντική. Μιλώ στον ενεστώτα αν και δυστυχώς δεν μπορώ να είμαι σίγουρος πως είναι ακόμη ζωντανός διότι τον άφησα στον σεπτέμβρη και στην Συρία η ελπίδα για ζωή είναι αρκετά σύντομη. Πολέμησα στο πλευρό του και σαν μαχητής είναι απλά εντυπωσιακός, απερίγραπτος. Συγκεκριμένες σκηνές σε κάποιον δυτικό όπως εγώ δεν μπορούσαν παρά να τον κάνουν να σκεφτεί πως μπορούσαν να υπάρχουν μόνο σε ταινία, ένας άνθρωπος που μάχεται με αυτό τον τρόπο. Σαν προλετάριος και άνθρωπος χωρίς εκπαίδευση, αγράμματος, καταδικασμένος απ’ τη ζωή του εκ των πραγμάτων σε μια περιορισμένη πραγματικότητα, είναι ένας επαναστάτης στα πιο υψηλά επίπεδα της ιστορίας που μπορεί κανείς να φανταστεί. Έτσι ξέρω πως στα βόρεια της Συρίας υπάρχουν χιλιάδες και αυτό έχει μιαν αξία ανεκτίμητη.

– Πως ονομάζεται;

– Μπορώ να σας πως το πολεμικό του όνομα, Zagros Raqqa, γιατί κανείς στη Rojava χρησιμοποιεί το πραγματικό του όνομα.

– Ποιο ήταν το δικό σου;

– Ήταν Tiresh Gabar.

– Unità di Protezione delle Donne (YPJ), Μονάδες Προστασίας των Γυναικών, ποιες είναι οι σχέσεις τους με τις YPG?

– Η μονάδα μου ήταν ανάμικτη οπότε υπήρχαν τόσο YPJ όσο και YPG. Το μεγαλύτερο μέρος των μονάδων είναι ανάμικτες. Όπως όλα αυτά που αφορούν τις γυναίκες στην επανάσταση, έτσι και οι κοινότητες και τα συνέδρια των γυναικών, έχουν πάντα μιαν αυτονομία τους. Διαθέτουν αλυσίδες διοίκησης, συντονισμού και αποφάσεων αυτόνομες, έτσι όπως σε κάθε κοινότητα ή συνέλευση γειτονιά συναντιέται πάντα ξεχωριστά η κοινότητα των γυναικών. Έτσι η μονάδα μας για παράδειγμα ήταν μοναδική μα οι γυναίκες πραγματοποιούσαν τα σεμινάρια τους και τις συναντήσεις πριν έρθουν στις δικές μας συνελεύσεις, οπότε υπάρχει μια μορφή αυτονομίας των γυναικών που δεν είναι μια μορφή αποσχιστική αλλά ένα έξυπνο σύστημα και ισορροπημένο. Μου φαίνεται πως εναρμονίζει με καλό τρόπο το ζήτημα της γυναικείας απελευθέρωσης με αυτό της απελευθέρωσης όλων. Φυσικά δίδοντας προτεραιότητα στην γυναικεία απελευθέρωση, και αυτό φαίνεται ήδη σε αυτή την αυτονομία και στην ιδεολογία τους και συνίσταται στην αναγνώριση στις γυναίκες του ρόλου πολιτικής πρωτοπορίας στην παγκόσμια επανάσταση.

– Πως είναι οι σχέσεις με τον τοπικό άμαχο πληθυσμό;

– Τα πράγματα είναι πάντοτε διαφορετικά ανάλογα με το ποιος είναι ο τοπικός πληθυσμός. Υπάρχουν άνθρωποι που υποστηρίζουν και άνθρωποι που αντιτίθενται. Υπάρχουν αντίπαλοι οι οποίο, ας πούμε, »διαλέγονται» μαζί σου και άλλοι οι οποίοι θέλουν να »τα πούνε» με τα όπλα ή υποστηρίζουν δυνάμεις εξωτερικές. Η σχέση με τον πληθυσμό είναι εκείνη που έχει οποιαδήποτε δύναμη που κυβερνά μια επικράτεια, όμως μέσα σε μια περίοδο εμφυλίου πολέμου και μιας επανάστασης. Όμως μεταξύ άλλων υπάρχουν πολλές δυνάμεις που κατάφεραν να τον μετατρέψουν σε έναν σεκταριστικό πόλεμο, φυλετικό και γλωσσικό και είναι αυτά τα εγκλήματα που παράγουν μνησικακίες και δεν ξέρω πότε θα μπορέσουν να κατευναστούν. Για παράδειγμα, αν, όπως οι YPG, περπατάτε στους δρόμους της  Kobane ή της Qamishli, ο πληθυσμός σας αγαπά με τρόπο τεράστιο. Για τους διεθνείς μαχητές υπάρχει μια μορφή λατρείας από πλευράς των πολιτών. Ενώ αντιθέτως σε μια πόλη όπως η Tel Abyad εγώ πέρασα στην αγορά με τη στολή, γιατί έπρεπε να συνοδεύσουμε ένα σύντροφο στον γιατρό, και η αίσθηση εκεί είναι εκείνη που μπορεί να νιώθει ένας αστυνομικός όταν τριγυρνά σε μια γειτονιά του Palermo πάνω κάτω. Η παρουσία σου δεν είναι ευπρόσδεκτη διότι εκεί υπάρχει μια πλειοψηφία αραβική και στο εσωτερικό της υπάρχει μια πλειοψηφία υποστηριχτών του ISIS και μια μειοψηφία υποστηριχτών της επανάστασης, συνεπώς σαν πόλη έχει ανάγκη, όπως και άλλες, να αναπτυχθεί κυρίως στους νέους ή ανάμεσα στις γυναίκες μια πολιτική συνείδηση που είναι πολύ μικρότερη απ’ ότι σε άλλες ζώνες.

– Σκέφτεσαι να επιστρέψεις;

– Ναι, σίγουρα, το σκέφτηκα. Δεν πιστεύω πως μπορώ να μην ξαναγυρίσω ποτέ πίσω στην Rojava.

– Τι μαθήματα έφερες πίσω μαζί σου στην Ιταλία;

– Τα μεγαλύτερα μαθήματα είναι δυο. Το πρώτο είναι πως υπάρχει μια ανισότητα, ένα χάσμα, και ήδη το εγνώριζα, μεταξύ Δύσης και Μέσης Ανατολής, ή ίσως μεταξύ Δύσης και του υπολοίπου κόσμου. Είναι τόσο τρομερό που δεν μπορείτε να το φανταστείτε, δεν περιγράφεται, και δυστυχώς δεν είναι ούτε αρκετό να πάει κάποιος εκεί να πολεμήσει για την πλήρωση του, με την έννοια πως είναι ένα χάσμα μεταξύ αυτών που έχουν τα πάντα και αυτών που δεν έχουν τίποτα, ανάμεσα σε αυτόν που είναι καλά και σε αυτόν που υποφέρει. Αυτή είναι μια συνειδητοποίηση της σοβαρότητας αυτής της κατάστασης που έχει κυρίως αυτός που πηγαίνει σε εκείνες τις ζώνες σε ορισμένες καταστάσεις πολέμου.

Ένα άλλο είναι πως η επανάσταση είναι δίκαιη και απαραίτητη, όμως όταν λέμε  “επανάσταση, rivoluzione” πρέπει να ήμαστε συνειδητοποιημένοι για το βάρος αυτής της λέξης από την άποψη του πόνου, της τραγωδίας και του πόνου που προκαλεί γιατί μια επανάσταση εξακολουθεί να αποτελεί ένα σημείο καμπής της κοινωνίας, είναι μια αναταραχή της κοινωνίας που δεν συμβαίνει με ειρηνικό τρόπο, αν και είναι απαραίτητη, συνεπώς δεν πρέπει αυτό τον όρο να τον χρησιμοποιούμε με ελαφρότητα. Δεν χρειάζεται απλά να φανταζόμαστε πως είναι  “ένα όμορφο πράγμα”. Αυτοί που σκέφτονται έτσι καλύτερα να εγκαταλείψουν την πολιτική και να κάνουν κάτι άλλο, ενώ θα ήταν χρήσιμο να υπάρχουν άνθρωποι που θα αντιλαμβάνονταν πόσο άσχημο είναι το να πρέπει να κάνουν μια επανάσταση αλλά πρέπει να συνεχίσουν να σκέφτονται πως είναι απαραίτητη. .

Κλείνοντας θα ήθελα να καταγγείλω πως υπάρχουν δυο παιδιά, ένα ζευγάρι, από την Δημοκρατία της Τσεχίας, della Repubblica Ceca, σε μια τουρκική φυλακή: αυτή ονομάζεται  lei si chiama Marketa   αυτός  lui Miroslav .  Υπήρξαν πολλές φορές στην Συρία, στο Iraq και στην Turchia για ανθρωπιστικούς λόγους και καταδικάστηκαν στην Turchia σε 6 χρόνια και 3 μήνες φυλάκισης ο καθένας σαν μέλη των YPG και YPJ. Είναι κάτι σκανδαλώδες. Η Marketa είναι μια φίλη, την γνωρίζω, δεν υπήρξε ποτέ στις YPJ, οι κατηγορίες είναι απολύτως ψευδείς. Είναι ένα ακόμη έγκλημα της Τουρκίας, να μην αφήσουμε αυτούς τους δυο ανθρώπους μονάχους που τώρα αντιμετωπίζουν μια πολύ σκληρή προοπτική.

– Πως μπορούμε να πλησιάσουμε σε αυτό που συμβαίνει στους κούρδους στην Συρία;

– Μπορούμε να πληροφορηθούμε σε διάφορα ιντερνετικά σάϊτς, Ci si può informare su vari siti internet, και κυρίως , e soprattutto si può donare alla, μπορούμε να προσφέρουμε στην κουρδική Ημισέληνο Τριαντάφυλλο Mezzaluna Rosa Curda che sta a Livorno, που βρίσκεται στο Λιβόρνο. Και μπορούμε να πάμε στην Rojava να μεταφέρουμε ενεργή αλληλεγγύη και δίχως να πολεμήσουμε. Τα πιο σημαντικά πράγματα είναι οι ιατρικές βοήθειες και για την εκπαίδευση. Παρά τις δυσκολίες εάν περισσότεροι νέοι από την Ευρώπη πάνε στη Μέση Ανατολή, και αυτό το χάσμα για το οποίο μίλησα νωρίτερα θα άρχιζε τουλάχιστον να υποχωρεί. Λέγω πάντα πως σαν πρώτο πράγμα και καλύτερο απ’ όλα είναι να πάτε εκεί εάν μπορείτε, εάν όχι τότε εντάξει, δωρίστε κάτι, και ενημερωθείτε. Αυτά τα τρία πράγματα.

https://www.carmillaonline.com/2017/09/05/rojava-fiore-nel-deserto-intervista-davide-grasso-combattente-ypg-guerra-siria-rivoluzione/

https://www.infoaut.org/approfondimenti/rojava-il-fiore-del-deserto-intervista-a-davide-grasso-combattente-ypg-in-siria

ανατρεπτική τέχνη, arte ribelle

Η μελαγχολία της αριστεράς. Μια κρυμμένη παράδοση. – Malinconia di sinistra. Una tradizione nascosta

Malinconia di sinistra. Una tradizione nascosta. Η μελαγχολία της αριστεράς. Μια κρυμμένη παράδοση είναι ένα βιβλίο του Enzo Traverso που βγήκε την προηγούμενη χρονιά για τoν Feltrinelli. Tη μελαγχολία πράγματι δεν πρέπει να την παραβλέπουμε ούτε και να την απομακρύνουμε, μας λέει ο συγγραφέας με ξεκάθαρη προοπτική που παραπέμπει στον Benjamin, οφείλεται δε με ρητό τρόπο στον Daniel Bensaïd. Η επαναστατική μελαγχολία όντως στρέφει το βλέμμα της προς τους χαμένους, όχι προς τα θύματα. Η διαφορά είναι ουσιαστική, σημαντική: οι πρώτοι πολέμησαν, αγωνίστηκαν, οι δεύτεροι αποκλειστικά υπέστησαν, στην σιωπηρή αποδοχή ενός πεπρωμένου που κρίθηκε αναπόφευκτο . Μέσα από αυτή την προοπτική γωνιά, αναδιατυπώνοντας τη σχέση ανάμεσα στην ιστορία και τη μνήμη, ο Traverso διατρέχει το παρελθόν για να προσφέρει τη συμβολή του σε μια ριζοσπαστική σκέψη στο ύψος του παρόντος. Pubblichiamo la recensione di Gigi RoggeroΔημοσιεύουμε την ανασκόπηση του Gigi Roggero

11 του Αυγούστου 2017.

ο Gigi Roggero επανεξετάζει την »Μελαγχολία της αριστεράς» – “Malinconia di sinistra” του Enzo Traverso

Η Carmen Castillo είναι μια κινηματογραφίστρια, ο άντρας της Miguel Enríquez ήταν ο leader του χιλιανού επαναστατικού κινήματος Mir, που δολοφονήθηκε τον οκτώβρη του 1974 από την αστυνομία του Pinochet. Τόπος όπου σκοτώθηκε ο Μιγκέλ είναι η Rue Santa Fe, που ήταν τότε η παράνομη βάση του Mir και το σπίτι όπου ζούσαν η Carmen, ο Miguel και άλλοι επαναστάτες μαχητές. Στην Rue Santa Fe είναι αφιερωμένο ένα film της Castillo, που βγήκε στις αίθουσες το 2007. Στο δεύτερο μέρος της ταινίας, αφού περιέγραψε την σημασία που αποκρυσταλλώθηκε σε εκείνο τον τόπο, η Castillo διηγείται την ιδέα της να αποκτήσει το σπίτι για να το κάνει μουσείο. Είναι κάποιοι νεαροί χιλιανοί αγωνιστές που την μεταπείθουν, που παραβιάζουν και διαρρηγνύουν εκείνη την μελαγχολική εικόνα που στερείται προοπτικής και επιστρέφει ένα πλαίσιο φαινομενικά ομαλοποιημένο, μέσα στο οποίο να κυριαρχούν ήταν η αλαζονεία των νικητών και η θλίψη των ηττημένων. “Κατάλαβα πως αυτοί οι νεαροί ήμαστε εμείς”, υποστηρίζει η Castillo; καταλαβαίνει δηλαδή πως η μνήμη πρέπει να καταστεί ζωντανή σάρκα για τον αγώνα στο παρόν και όχι μουσειοποίηση ενός παρελθόντος που δεν μπορεί πλέον να εξαργυρωθεί.

Αυτή είναι μια από τις ιστορίες που διηγείται ο Enzo Traverso στο βιβλίο η Μελαγχολία της αριστεράς – Malinconia di sinistra (Feltrinelli, 2016). Η αριστερά για την οποία μιλά ο Traverso χαρακτηρίζεται με όρους “ontologici,  οντολογικούς: τα κινήματα τα οποία, στην διάρκεια της ιστορίας, αγωνίστηκαν για να αλλάξουν την κοινωνία θέτοντας την αρχή της ισότητας ”. Η μνήμη του είναι “μια τεράστια ήπειρος, ένα πρίσμα μέσα στο οποίο διαθλώνται κατακτήσεις και ήττες, ενώ η μελαγχολία είναι ένα συναίσθημα, μια κατάσταση της ψυχής μια διάθεση και ένα μείγμα συναισθημάτων”. Πρόκειται λοιπόν να κάνουμε να αναδυθεί μια κρυμμένη παράδοση, όπως υποδύεται ο υπότιτλος. Μια παράδοση θαμμένη κάτω από τις ήττες της και, με τον ίδιο τρόπο κάτω από τα ερείπια των κατακτήσεων της. Το 1989, υποστηρίζει ο συγγραφέας, σφραγίζει την οριστική δημόσια υπαγωγή στον ολοκληρωτικό κανόνα ολόκληρης της ιστορίας του κομουνισμού, αυτό δημιούργησε κοινωνίες  έχουσες εμμονές με το παρελθόν, εύκολα θύματα του εθνικισμού, έρμαια αυτού.

Η μελαγχολία δεν πρέπει να παρακάμπτεται ή να αφαιρείται, μας λέει ο Traverso σε μια προοπτική καθαρά benjaminiana, ρητά την οφείλουμε στον Daniel Bensaïd. Η επαναστατική μελαγχολία στρέφει το βλέμμα της προς τους ηττημένους, όχι στα θύματα. Η διαφορά είναι ουσιαστική: οι πρώτοι πολέμησαν, οι δεύτεροι αποκλειστικά υπέστησαν μια μοίρα που θεώρησαν αναπόφευκτη. Ο Koselleck επιβεβαίωσε την επιστημολογική υπεροχή των ηττημένων στην ερμηνεία της ιστορίας, ενώ οι νικητές πέφτουν αναγκαστικά σε μια απολογητική ανασυγκρότηση του παρελθόντος. Και είναι γνωστό πως ο Schmitt χαρακτηρίζονταν, από την αντιδραστική πλευρά, ένας ηττημένος που γράφει την ιστορία. Δεν μιλάμε απλά πως πρέπει να τιμούμε τους ηττημένους , αλλά πως πρέπει επίσης να τους εκδικούμαστε και ως έχουμε καθήκον να ανακαλύψουμε ξανά εκείνη την ιστορία για την οποία αγωνίστηκαν, πολέμησαν.

Εξ άλλου ο τύπος της μελαγχολίας για τον οποίον γίνεται λόγος στο βιβλίο πάντα υπήρχε, σε μια πολύπλοκη και ευμετάβλητη σχέση μεταξύ ιστορίας και μνήμης. Η μαρξιστική μνήμη ήταν στρατηγική, προσανατολισμένη προς το μέλλον. Το τέλος του σοσιαλισμού είχε ως αποτέλεσμα μια κατάρρευση μεταξύ παρελθόντος και μέλλοντος σε ένα είδος αιώνιου παρόντος. Αυτό συνέπεσε με μια μετάβαση από την ουτοπία στη μνήμη. Την ίδια στιγμή, η εξαφάνιση του μέλλοντος οδήγησε τα κινήματα να επινοήσουν εκ νέου τους εαυτούς τους δίχως να εφεύρουν μια παράδοση, όπως αντιθέτως είχαν κάνει περασμένες γενιές αγωνιστών. Έτσι εξηγείται επίσης το γιατί αυτά τα κινήματα τείνουν συχνά σε  “identity politics”, να καταφεύγουν δηλαδή σε πολιτικές ταυτότητας, δηλαδή την πολιτική εκείνων των μικρών ομάδων που διεκδικούν περισσότερα δικαιώματα για τους ανήκοντες στην δική τους κοινωνική ομάδα ή στην μικροσκοπική κοινοτική ομάδα. Η μνήμη, ξεκαθαρίζει ακόμη ο συγγραφέας, δεν μπορεί να περιοριστεί στον εορτασμό του παρελθόντος, δεν μπορεί να είναι κάτι σαν μνημόσυνο του παρελθόντος: χρειάζεται αντιθέτως να την χρησιμοποιούμε στον αγώνα ενάντια στις αδικίες του σήμερα. Η έλλειψη αυτής, η απουσία της είναι συνεπώς ένα πρόβλημα καθαρά πολιτικό: οι αραβικές εξεγέρσεις, υποστηρίζει για παράδειγμα ο Traverso, δεν είχαν ένα μοντέλο του παρελθόντος και μια φαντασία, μια μυθοπλασία του μέλλοντος. Αυτό που ακολούθησε είναι το χρονικό των ημερών μας.

Όλες λοιπόν οι μνήμες δεν είναι ίδιες. Η μνήμη του Ολοκαυτώματος καταβρόχθισε και αφαίρεσε την μνήμη των αγώνων. Από την εκδίκηση των ηττημένων περάσαμε στον εορτασμό των θυμάτων. Η καθεστηκυία τάξη έχει έτσι επαναφέρει τα πράγματα στη θέση τους, σε τάξη. Ο Traverso υποδηλώνει επομένως την ανάγκη να ξανασκεφτούμε και να επανεφεύρουμε μια πολιτική βασισμένη σε μια διαφορετική συμμαχία ανάμεσα στην ιστορία και τη μνήμη. Για την επαναστατική δράση, μας λέει, χρειάζεται ένα στρατηγικό θεμέλιο έτσι όπως ένα συναισθηματικό θεμέλιο, των οποίων η μελαγχολία είναι μέρος. Υπάρχει μετά η μελαγχολία που κατακρημνίζει την δράση και εκείνη που συνοδεύει τον προβληματισμό, αυτές ανήκουν σε στιγμές και φάσεις διαφορετικές, μα είναι συνδεδεμένες μεταξύ τους. Δεν πρέπει να συγχέουμε καμία από τις δυο με την παραίτηση, και οι δυο έχουν ακυρωθεί από την κεντρικότητα που έχει αποδοθεί στα θύματα. Η επανάσταση δεν πρέπει να εορτάζεται, αλλά να υπενθυμίζεται, δηλαδή, για να επανενεργοποιήσουμε το παρελθόν πρέπει να αλλάξουμε το παρόν.

Για τον Traverso η μελαγχολία μπορεί συνεπώς να μετατραπεί σε μια διαδικασία ενεργή, είναι η προϋπόθεση για μια συλλογική επεξεργασία του πένθους που ανοίγει τον δρόμο για την σύγκρουση με το υπάρχον: “τα φαντάσματα που τριγυρνούν σήμερα στην Ευρώπη δεν είναι οι εξεγέρσεις του μέλλοντος, μα οι ηττημένες επαναστάσεις του παρελθόντος”. Στην 18η μπρυμαίρ ο Marx δηλώνει πως οι προλεταριακές επαναστάσεις, αντίθετα από αυτές τις αστικές, δεν προχωρούν από επιτυχία σε επιτυχία, αλλά “διακόπτουν κάθε στιγμή την πορεία τους, επιστρέφουν σε αυτό που ήδη φαίνονταν πως ήδη είχε επιτευχθεί για να ξεκινήσουν πάλι από την αρχή”. Είναι μέσα από την ήττα που η επαναστατική εμπειρία μεταδίδεται από την μια γενιά στην άλλη, διότι μέσα σε αυτή την διαδικασία αναπόλησης έχει αποκτηθεί επίγνωση των δυνατοτήτων του παρελθόντος, εκείνων που δεν εκφράστηκαν ή προδόθηκαν. Αυτή η διαδικασία υποδεικνύει την πίστη στις υποσχέσεις της επανάστασης, όχι στα αποτελέσματα της.

Η “διαλεκτική της ήττας”, ωστόσο, υπήρξε μέρος του μαρξιστικού ιστορικισμού, της ιδέας δηλαδή πως η ήττα προαναγγέλλει τη νίκη, την οδηγεί αντικειμενικά στην μήτρα της. Είναι ορατή στις ταινίες των κομουνιστών σκηνοθετών που αναλύονται στο κείμενο, για παράδειγμα στον Pontecorvo. Η μνήμη χρησιμεύει δηλαδή για το μέλλον, η διαλεκτική της ήττας γίνεται τελεολογία της αναγκαίας νίκης. Έτσι το τώρα μειώνεται σε διαλεκτικό πέρασμα μεταξύ ενός παρελθόντος ημιτελούς και ενός μέλλοντος ουτοπικού. Εδώ είναι που πρέπει να σπάσουμε την αλυσίδα της ιστορίας, να διακόψουμε την γραμμική αφήγηση των νικητών και εκείνη των θυμάτων, να ανοίξουμε ξανά το παρόν στην επαναστατική πιθανότητα-δυνατότητα.

Κατά κάποιο τρόπο ήδη ο Traverso αντιστρέφει την σχέση ανάμεσα στην μνήμη και την ιστορία που έχει θωρακιστεί στον μαρξισμό, σύμφωνα με την οποία η πρώτη είναι υποκειμενική συνεπώς αναξιόπιστη, η δεύτερη αντικειμενική οπότε επιστημονική. Εκείνη η μνήμη όμως δεν πρέπει να καταστεί ένας τόπος, ένα μουσείο μέσα στο οποίο θα αρχειοθετήσουμε ένα παρελθόν το οποίο θέλουμε να αφοπλίσουμε από την δυναμική του, από τις δυνατότητες που έχει για το παρόν. Να προσθέσουμε πως, μαζί με μιαν ριζική κριτική της τελεολογίας, θα έπρεπε άλλο τόσο ριζικά να ασκηθεί κριτική και στην ουτοπία, που έτσι κι αλλιώς είναι η άλλη της πλευρά, το άλλο της πρόσωπο. Δεν νιώθουμε καμιά νοσταλγία για το μέλλον, γιατί αυτό το μέλλον χρησιμοποιήθηκε σαν εργαλείο για να μπλοκαριστούν οι επαναστατικές δυνατότητες, θυσιάστηκαν στο βωμό ενός ήλιου που θα ανέτειλε, στον βωμό του μελλοντικού ήλιου που θα φώτιζε αναγκαστικά την πρόοδο της ιστορίας. Δεν πρέπει λοιπόν να υποπέσουμε στο λάθος να μετατρέψουμε την γενεαλογία σε παρελθόν, το παρόν σε presentismo, την προοπτική σε μέλλον. Μόνο έτσι θα μπορέσουμε να αποσπάσουμε την μνήμη από τον εορτασμό των θυμάτων, να την αντιστρέψουμε σε κατασκευή μιας ιστορίας της δικής μας πλευράς ενάντια στην ιστορία των νικητών. Διότι το τέλος βρίσκεται στην θέληση για αγώνα, όχι στο πεπρωμένο της ιστορίας.

Επομένως είναι απολύτως κατανοητή και μοιραζόμαστε μαζί τους την κριτική της πίστης στην πρόοδο και την πεφωτισμένη θρησκεία η οποία, συνεπής με την άποψη που αναφέρεται στον Benjamin διατρέχει όλο το βιβλίο. Ο Traverso μας θυμίζει για παράδειγμα πως, αντίθετα στις κυρίαρχες ερμηνείες, ο φασισμός δεν ήταν η βαρβαρότητα στην οποία αντιτάχθηκε ο πολιτισμός,  αλλά μάλλον ένα παιδί του πεφωτισμένου πολιτισμού, ένας αντιδραστικός μοντερνισμός, απλά σκεφτείτε την τυφλή λατρεία της σύγχρονης τεχνολογίας που τον χαρακτήριζε . Σε αυτό το σημείο μας έρχεται να αναρωτηθούμε γιατί ο συγγραφέας πεισματικά παραπέμπει τον εαυτό του κι εμάς, ακόμη κι από τον τίτλο, στην αριστερά, με την πίστη του στην πρόοδο και στον διαφωτιστικό ιστορικισμό, με την νοσταλγία του στην παθολογική έννοια του όρου, δηλαδή μια λατρεία των θυμάτων που τείνει να αποτρέπει την εκδίκηση των ηττημένων, με το να γίνεται ο εκπρόσωπος μιας ήττας και ενός πόνου  (των άλλων) που γι αυτήν πρέπει να παραμείνουν έτσι. Αυτή είναι η οντολογία του. Οπότε είναι μάταιο να αναζητούμε εκεί ένα καταφύγιο ταυτότητας, για να καθορίσουμε πως σε αυτό που είμαστε πάντοτε με αποφασιστικότητα αντιτέθηκε . Αντί αυτού θα άξιζε τον κόπο να ανακαλύψουμε ξανά τα νήματα της ιστορίας της δικιάς μας πλευράς ξεκινώντας να υποστηρίζουμε πως το αντίθετο της αριστεράς δεν είναι δεξιά, μα επανάσταση. Να λοιπόν πως ίσως η δική μας τίγρης μπορεί να επιστρέψει να πηδά κόντρα στην ιστορία των νικητών.

 

http://www.commonware.org/index.php/gallery/784-dimenticare-il-futuro

ανατρεπτική τέχνη, arte ribelle

Η φυγή προς τα εμπρός, Manolo Morlacchi: LA FUGA IN AVANTI

της Daniela Bandini

Morlacchi-LaFugaInAvanti.jpgManolo Morlacchi, La fuga in avanti. La rivoluzione è un fiore che non muore, ed. Agenzia X-Cox 18, σελ. 216, € 15,00. Η φυγή προς τα εμπρός. Η επανάσταση είναι ένα λουλούδι που δεν πεθαίνει

Με αυτό το βιβλίο ασχολήθηκε την συγκεκριμένη χρονική στιγμή, a suo tempo  η Carmilla, ήταν στις 3 ιανουαρίου του 2008. Προσωπικά το είχα στα χέρια μου μοναχά πριν λίγες μέρες, καμιά δεκαπενταριά, και νιώθω την σχεδόν φυσιολογική ανάγκη να μοιραστώ με τους αναγνώστες τις εντυπώσεις που αυτό το βιβλίο μου μετέδωσε.
Είναι έργο ενός ανθρώπου που γεννήθηκε το 1970, που αναπολεί τα παιδικά του χρόνια και την εφηβεία του, που επηρεάστηκαν έντονα από μια οικογένεια όχι ακριβώς συνεπή με την  “χρυσή δεκαετία” που υπήρξαν τα χρόνια Ογδόντα. Ανάμεσα στους συγγενείς κανείς καλπάζων επιχειρηματίας, κανείς που να πλούτισε με τα Bot για να αποκτήσει το δεύτερο σπίτι, καμιά κοινωνική ανέλιξη, από το προλεταριάτο στην μικροαστική τάξη, κανένα δερμάτινο ή βιζόν σακάκι και μπουφάν να καμαρώσουν αδιάφορα, con nonchalance, σαν να τα είχαν από πάντα στο  ντουλάπι, κανένα μπλοκ με εκατό φύλλα που επιδεικνύεται στο πορτοφόλι να θυμίζει “μπορώ να αγοράσω όλα όσα θέλω”. Ο Manolo Morlacchi είναι παιδί ερυθροταξιαρχιτών. Συνεπείς, πεισματικά συνεπείς μέχρι τέλους.

Ο Pierino Morlacchi, ο πατέρας του Manolo, γεννήθηκε το 1958 και πέθανε το 1999. Η μητέρα, γερμανίδα, Heidi Ruth Peush, γεννήθηκε το 1941 και πέθανε το 2005. Στην οικογένεια Morlacchi κομουνιστές γίνονταν από τον πρώτο θηλασμό. Ήδη παρτιζάνοι, μιλανέζοι του Giambellino, κυνηγήθηκαν απ’ τους φασίστες, στη συνέχεια στρατευμένοι στο PCI, πολλά αδέλφια κι αδελφές που έφτιαχναν μια ενιαία ομάδα, ένας ισχυρό δεσμός που ποτέ δεν προδόθηκε, παρά τις διαφορετικές επιλογές που συχνά δεν μοιράστηκαν, εκείνος ο αδελφός ο οποίος οδήγησε σε ακραίες συνέπειες την ιδεολογία του, σε συνεχή ανάγκη κάλυψης, φύλαξης των παιδιών, χρημάτων.
Τεράστια τραπεζώματα ανάμεσα σε θείους και ξαδέρφια, ακόμη και περισσότεροι από είκοσι άνθρωποι τρώνε όταν υπήρχε και τεράστιες οινοποσίες με ό, τι υπήρχε, αδελφοί και αδελφές σε αιώνια περιοδεία μεταξύ των διαφόρων ιταλικών φυλακών ολόκληρης της χερσονήσου, παρανομία, συλλήψεις και ακόμα δικηγόροι, δίκες, δικαστήρια.
Η ειδικότητα του Pierino ήταν οι ληστείες, ένας άσσος του επαγγέλματος. Υπήρξε επίσης ο πρωταγωνιστής μιας εκ των πρώτων “απαγωγών” των BR. Έβαλα μέσα σε εισαγωγικά την λέξη απαγωγή διότι σήμερα είναι σχεδόν αξιολύπητο να ονομάζεται έτσι η διαδικασία της μετακίνησης ενός ανθρώπου από ένα κομάντο, η φωτογράφιση του και η επιστροφή του με συνοδεία στον τόπο απ’ όπου τον είχαν αρπάξει, μόνο για να δειχθεί η ισχύς, η υλικοτεχνική και στρατιωτική ικανότητα της οργάνωσης.
Ήταν τα χρόνια Εβδομήντα. Σχεδόν αδύνατο να φανταστείς σήμερα πως εκείνα τα χρόνια οι Ερυθρές Ταξιαρχίες κρατούσαν δημόσιες συγκεντρώσεις στο Giambellino, με τον Curcio να μιλά και τους συντρόφους να φρουρούν την πλατεία οπλισμένοι. Η αποδοχή ήταν πολύ υψηλή ανάμεσα στους ανθρώπους, Milano ήταν οι άνθρωποι στο Giambellino, ο λαός, εκεί “κολυμπούσες σαν ψάρι στο νερό”, μεταξύ των δικών σου.
Η μητέρα του Manolo, η Heidi, γεννήθηκε στην Λαϊκή Δημοκρατία της Γερμανίας, RDT, μετά μετακόμισε στην δυτική Γερμανία, Λονδίνο, εμπειρίες με τα “παιδιά των λουλουδιών”, Milano στο περιβάλλον της Τετάρτης Διεθνούς, και έπειτα η συνάντηση με τον Morlacchi. Από εκεί μια ζωή κυνηγημένοι, να διαφεύγουν, όμως πάντα προς τα εμπρός, όπως αναφέρεται στον τίτλο του βιβλίου. Είναι ίσως η ιστορία της μητέρας, καθόλου δευτερεύουσα, που με χτύπησε περισσότερο, που μου έκανε την μεγαλύτερη εντύπωση. Με τα παιδιά να γυρνά την Ιταλία, και αργότερα και γι αυτήν η φυλάκιση, ο χωρισμός, οι επιστολές που τους έγραφε, τη διδασκαλία της ειλικρίνειας, της τιμιότητας, της αφοσίωσης στην υπόθεση, της προσωπικής ακεραιότητας ως απόλυτη κληρονομιά να παραδώσει.
Η έκπληξη που προκαλεί αυτό το βιβλίο μπορεί να συνοψιστεί σε δύο σημεία: το πρώτο είναι η μοναδική εμπειρία ενός παιδιού που αφομοιώνει μέσα του όλες τις ταξικές αντιθέσεις μιας εποχής που πηγαίνει από την Αντίσταση στο ΚΚΙ και στη συνέχεια στις ΕΤ, το δεύτερο, είναι αποτέλεσμα της πρώτης, είναι η γραμμικότητα μιας επιλογής όπως του ένοπλου αγώνα.
Μας έχουν συνηθίσει να πιστεύουμε ότι το φαινόμενο του ένοπλου αγώνα ήταν ένα γεγονός περιθωριακό και περιορισμένο, δευτερεύον, ακόμα και του σαλονιού: αγωνιστές, μαχητές παιδιά του μπαμπά που μετάνιωναν μόλις έβαζαν το πόδι τους στο αστυνομικό τμήμα, διανοούμενοι οι οποίοι ανταγωνίζονταν για το ποιος θα διατυπώσει τις πιο δυσανάγνωστες και ανεξιχνίαστες ανακοινώσεις («παραληρηματικές», τις αποκαλούσε ο τύπος ανά τακτά διαστήματα). Με λίγα λόγια, άνθρωποι που δεν γίνονταν να είναι πιο μακριά από τους ανθρώπους, το προλεταριάτο, και ιδιαίτερα τους εργάτες των εργοστασίων.
Τίποτα το ψευδέστερο. Οι πρώτες  BR υπήρξαν αναπόσπαστο και αποφασιστικό μέρος μιας πολιτικής γραμμής που δεν μπορούσε να ταυτοποιηθεί με την αστικοποίηση ενός Κομουνιστικού Κόμματος που είχε την συνεννόηση σαν δυνατό του σημείο. Και μιλάμε για αυτό που συνέβαινε στις πόλεις. Και στις φυλακές, θεμελιώδη τόπο στρατολόγησης των BR; Πρέπει να σκεφτούμε ότι το προλεταριάτο των φυλακών των δεκαετιών Εξήντα και Εβδομήντα εκπροσωπούνταν από μια καλά χαρακτηρισμένη κοινωνική ομάδα: ημιλφάβητη, μιλούσε ως επί το πλείστον σε μια νότια διάλεκτο. Κλοπές, ληστεία και διακίνηση τα αδικήματα, σχεδόν όλοι συνδέονταν με clan ή οικογενειακές ομάδες.
Έξω από αυτή την πραγματικότητα υπήρξαν εκείνοι που, όπως συνέβη στις ιταλικές φυλακές, έβλεπε σε εκείνο το υποπρολεταριάτο την πηγή για να γίνει ο κόσμος πιο δίκαιος, ανθρώπινος και αξιοπρεπής. Τελείως απροσδόκητα αυτός που θεωρούνταν αποκλεισμένος από την ιστορία γίνονταν ο πρωταγωνιστής, με μια γλώσσα που δεν απέκλειε την παρανομία, οπότε διαδρομές ήδη γνωστές, αλλά όχι πλέον με σκοπό τον προσωπικό πλουτισμό ή της φατρίας, αλλά για να ολοκληρωθεί εκείνη η επαναστατική διαδικασία προς ένα σοσιαλιστικό κράτος που το Κομμουνιστικό Κόμμα είχε προδώσει.
Είναι εντυπωσιακές, και ως εκ τούτου μεγάλης ιστοριογραφικής αξίας, οι εμπειρίες που ο Manolo διηγείται στο βιβλίο του. Υπάρχουν τα γράμματα από τη φυλακή, εκείνα που γράφτηκαν από τους αδελφούς και τις αδελφές, εκείνα που απευθύνονται στα παιδιά, και στη συνέχεια η απτή αντίληψη μιας Μιλάνο που γλιστρά στην δεκαετία του Ογδόντα και γίνεται αγνώριστη και ανώνυμη. Η άφιξη νέων προλετάριων οι οποίοι πλέον δεν αποκαλούνται έτσι, αλλά μόνο «οι νέοι φτωχοί», οι «μαροκινοί», όχι η μετανάστευση της νότιας Ιταλίας αλλά αυτή του Μαρόκο.
Και οι Morlacchi που για όλα αυτά αδιαφορούν. Ακόμα μες τη δεκαετία του Ενενήντα, μέχρι την κηδεία του Pierino, άνθρωποι αμετακίνητοι, αμετανόητοι, όχι για τον ένοπλο αγώνα αλλά για την συνέπεια, που τον χαιρετούν με το πανό: «Γεια σου Pierino. Μέχρι τη νίκη. Οι σύντροφοι».
Ήταν και η δική μου απογοήτευση, γι αυτό καταλαβαίνω τόσο καλά τον Pierino και τον Manolo. Μιλούσα με τους συντρόφους του PCI και δεν τους καταλάβαινα. Ήμουν πολύ νέος τότε, και σκεφτόμουν ότι ένας αγωνιστής του PCI έφτιαχνε τη ζωή του σύμφωνα με ένα ιδεολογικό μοντέλο, ένα μοντέλο συμπεριφοράς επίσης χωρίς συμβιβασμούς και αδιάφθορο,  αναπόφευκτα βρισκόμουν στη  θέση να αντιμετωπίζω συνομιλίες που αφορούσαν οικονομικές επενδύσεις, αντιμετώπιζα ιδανικά που δεν προχωρούσαν πέρα από την αγορά ενός διαμερίσματος στη θάλασσα, ενώ η συμμετοχή στη ζωή του κόμματος περιορίζονταν στο γεύμα της πολέντα και λουκάνικου στο φεστιβάλ της Unità.
Αυτοί ήταν οι σύντροφοι; Και η σκέψη μου πήγαινε — χαμογελούσα ενώ το γυρόφερνα στο μυαλό μου – σε ένα ταξίδι με το τρένο λίγο καιρό πριν, σε ένα βαγόνι της δεύτερης θέσης με κάποιους συντοπίτες, προς το νότο. Απέναντι μου ένα αγόρι σε ένταση, επιφυλακτικό, λίγο φοβισμένο αλλά αποφασισμένο, με ένα παχύ μουστάκι και λίγο μακριά μαλλιά, το οποίο στην προσπάθεια να τον κάνουμε να πάρει μέρος στη κουβέντα μας απαντούσε αμήχανα, σε κάτι ιταλικά μετά βίας κατανοητά.
Κρατούσε παράξενα ένα χέρι επάνω στον πήχη του αριστερού χεριού, σαν να ήθελε να κρύψει έναν τραυματισμό ή μια άσχημη ουλή. Τέλος αποκοιμήθηκε, και σιγά-σιγά το χέρι του σύρθηκε στο κάθισμα. Αυτό που κρατούσε προσεκτικά κρυμμένο ήταν ένα μεγάλο τατουάζ με το πεντάκτινο αστέρι και τη λέξη BR να δίνει έμφαση. Φτιαγμένο πρόχειρα, στο χέρι, στη φυλακή. Εκείνος ο νέος, αποφάσισα, ήταν το σημείο αναφοράς μου. Το άτομο για το οποίο θα ήθελα να συνεχίσω ν’ αγωνίζομαι.

https://www.carmillaonline.com/2008/09/25/manolo-morlacchi-la-fuga-in-av/

αυτονομία, autonomia

H ρωμαϊκή εργατική αυτονομία – L’autonomia operaia romana

του Giovanni Iozzoli

G. Marco D’ubaldo, Giorgio Ferrari, Gli autonomiVolume IV. L’Autonomia operaia romana, DeriveApprodi, Roma, 2017, 224 p., € 18.00  Οι αυτόνομοι – τέταρτος τόμος. Η ρωμαϊκή εργατική αυτονομία

Ο εκδοτικός οίκος Derive Approdi έχει εκδώσει τον τέταρτο τόμο της σειράς Gli autonomi Οι αυτόνομοι. Πρόθεση είναι να εμβαθύνει την αφήγηση μιας πολιτικής εποχής, εστιάζοντας με πιο σφιχτό τρόπο στην επικράτεια – ξεκινώντας από την ρωμαϊκή. Οι επιμελητές του τόμου είναι οι Giorgio Ferrari και G.Marco D’Ubaldo, ιστορικοί που αναφέρονται σε δυο πραγματικότητες καίριας σημασία της ρωμαϊκής πλατείας και πραγματικότητας: i Comitati Autonomi Operai e il Comitato dell’Alberone, τις Αυτόνομες Εργατικές Επιτροπές και την Επιτροπή των κατοίκων του Alberone .

Η απόφαση για τη διερεύνηση της «εδαφικότητας» των εμπειριών της αυτονομίας, είναι αναμφίβολα επαρκής, κατάλληλη. Δεν υπάρχει ανακατασκευή ή πολιτικό επιχείρημα για τις «αυτονομίες», που μπορεί να αγνοήσει αυτή την διάσταση – και αυτό, εκτός από την αντικειμενικότητα των ιστορικών γεγονότων, ακόμη και για μια θεωρητική προσέγγιση ευρύτερα αποδεκτή εκείνα τα χρόνια: έδαφος-επικράτεια σήμαινε ανάγνωση της ταξικής σύνθεσης, χτίσιμο των στοιχείων του προγράμματος, προσαρμογές των επιπέδων της οργάνωσης και πάλι επιστροφή στο έδαφος, στην επικράτεια. «Έδαφος» σημαίνει τη γη-το επίπεδο της συνεχούς επαλήθευσης των αρχικών υποθέσεων. Και δεν μιλάμε για την ιδεολογική πρόταση του «να ξαναπάρουμε πίσω την πόλη»: ήταν μάλλον κοπιώδες και εκρηκτικό καθημερινό χτίσιμο διαμάχης-καβγά-διενέξεων (εδαφικών, ακριβώς, στην επικράτεια), που έδωσαν στην συζήτηση για την αυτονομία, κοινωνικό βηματισμό, ρίζωμα, κοινωνικά σκέλη.

Ο τόνος του βιβλίου απομακρύνεται από κάθε amarcord ευχαρίστησης [ευτυχισμένες αναμνήσεις σε ελεύθερη μετάφραση]: διαβάζετε την ιστορία ξεκινώντας από το παρόν και οι συγγραφείς, πέρα από τα προσωπικά βιογραφικά γεγονότα, αισθάνονται ενεργά εμπλεκόμενοι μιας πολιτικής υπόθεσης που δεν έχει κλείσει, αλλά μάλλον έχει μετατοπιστεί και αναποδογυρίσει επί των ημερών μας.

Πρωτεύουσα Ρώμη, Roma πολιτικό επίκεντρο, για καλό ή για κακό. Σωστό το να ξεκινήσουμε από τον αυτόνομο χώρο της: γιατί στην ρωμαϊκή αρένα οι συλλογισμοί επί της μητρόπολης ως απόκλιση της νέας ταξικής σύνθεσης, βρήκαν το έδαφος της πιο προχωρημένης πρακτικής. Για να γίνει αυτό κατανοητό, φτάνει να έχετε στα χέρια κάποιο από τα δικαστικά έγγραφα που σχετίζονται με τις πολλές αγωγές εναντίον της ρωμαϊκής εργατικής αυτονομίας: στα δικαστικά έγγραφα – πολύτιμα εργαλεία πολιτικής μνήμης, φθάνει να γνωρίζει κάποιος να τα διαβάζει – σχολαστικά αναφέρονταν από τους δικαστές δεκάδες και δεκάδες αυτόνομων οργανισμών με τα αρχικά τους, την κοινωνική τους διαστρωμάτωση και τα στέκια τους, τα υποτιθέμενα οργανογράμματα τους, και ήδη μόνο εκείνοι οι δικαστικοί χάρτες θα σας έκαναν να συνειδητοποιήσετε το πόσο μεγάλος ήταν ο επαναστατικό πλούτος για τον οποίον μιλάμε.

Οι συντάκτες του τόμου ανακατασκευάζουν αποτελεσματικά την ιστορική εικόνα της Ιταλίας – και της πρωτεύουσας της – στις αρχές της δεκαετίας 70. Στο πλαίσιο αυτό και μέσα σε αυτή την συγκυρία ωριμάζουν κάποιες συγκεκριμένες προϋποθέσεις, οι οποίες θα αποτελέσουν το θεμέλιο της ανάπτυξης της αυτονομίας στη Ρώμη:
– σε υποκειμενικό επίπεδο η καθίζηση της σύντομης περιόδου των ομάδων, που απελευθερώνει ενέργειες χιλιάδων αγωνιστών,
– ο αγώνας για το σπίτι, πάντα ζωτικής σημασίας σε μια περιοχή που πλήττεται μετά τον πόλεμο από μια σταθερή δημογραφική πίεση και μια ταχεία ανάπτυξη του κύκλου κατασκευών,
– ο αγώνας στην δημόσια υγεία και στον τομέα της ηλεκτρικής ενέργειας, με το πολύτιμο δέσιμο ανάμεσα στην εργατική κινητοποίηση και τα δικαιώματα των χρηστών,
– η παρουσία των κεντρικών οργάνων του ΚΚΙ- PCI και του αριστερού συνδικάτου CGIL, στο μέγιστο της ηγεμονίας τους, που όμως ήδη κινούνται πτωτικά, στην φθορά της εποχής των θυσιών και της καταστολής των κινημάτων,
– ο αντιφασισμός, σε μια πόλη όπου η μνήμη και η φασιστική παρουσία, τριάντα χρόνια μετά το τέλος του πολέμου είναι ακόμα πολύ ζωντανή (απλά διαβάστε την αυτοβιογραφία του Giulio Salierno, για να πάρετε μια αίσθηση εκείνης της καρκινικής επιμονής στην πρωτεύουσα).

Είναι μέσα από αυτά τα εδάφη, διασχίζοντας αυτά τα εδάφη – στο εσωτερικό συγκεκριμένων διαδρομών, όλων να παίζονται σε μαζική διάσταση – που αναπτύσσεται ο σχηματισμός των ρωμαϊκών αυτόνομων οργανισμών: εμπειρίες που από τον σχηματισμό τους φέρουν μέσα τους την επίμονη προσπάθεια για την ανασύνθεση της πολιτικής δράσης όπως και της συνδικαλιστικής, των οποίων ο διαχωρισμός, ειδικά στην προοδευτική επεξεργασία κυρίως των Volsci, κρίνεται ως εμπόδιο στην ανάπτυξη μιας σύγχρονης επαναστατικής προοπτικής.

Μέσα σε λίγα χρόνια, συλλογικότητες και επιτροπές γειτονιάς – δείτε την εμβληματική περίπτωση του Alberone – συνθέτουν ένα ζωντανότατο και μαγματικό δίκτυο που διασχίζει όλες τις διαστάσεις της μητροπολιτικής σύγκρουσης: η οργάνωση των αγώνων ενθαρρύνει τον αυθορμητισμό της προλεταριακής εφευρετικότητας, η οποία με τη σειρά της οργανώνεται και επανεκκινεί τη διαδικασία.

 

Τη νύχτα δεν ήταν και τόσο δύσκολο να πέσουμε επάνω σε μια μικρή ομάδα ανθρώπων που τραβούσαν αντικείμενα οικιακής χρήσης σε κάποιο άδειο κτίριο, μερικές φορές δεν ήταν καν τελειωμένο, προσπαθώντας να μην γίνουν αντιληπτοί από την αστυνομία. Το φαινόμενο ήταν τόσο μεγάλο και μοναδικό για μια μεγάλη πόλη, που κατέληξε μάλιστα και σε ένα άρθρο του εβδομαδιαίου Time (σ.85)

Και αυτό σημαίνει ότι, πέρα από τις εκστρατείες και τους μεγάλους αγώνες που διοργανώνονταν από την εξωκοινοβουλευτική αριστερά, επικρατούσε στις γειτονιές και στο κοινωνικό προλεταριακό σώμα μια εκτεταμένη μαζική παρανομία, της οποίας η ζήτηση για οργάνωση ήταν ακριβώς ο λόγος ύπαρξης της αυτονομίας.

Η ρωμαϊκή εργατική αυτονομία γεννιέται και περπατά επάνω στα πόδια της κοινωνικής πρακτικής: εργασία και επικράτεια, lavoro e territorio. Η πολιτική οργάνωση των Volsci, ειδικότερα, είναι άμεση έκφραση πραγματικοτήτων που προέρχονταν από τον κόσμο της μισθωτής εργασίας:

Με εξαίρεση κάποιους φοιτητές ιατρικής που δρούσαν μέσα στην Κολεκτίβα της Πολυκλινικής, del Collettivo Policlinico (και που έπαιξαν σημαντικό ρόλο στην ανάπτυξη των αγώνων) εκείνοι οι οργανισμοί αποτελούνταν αποκλειστικά από εργαζομένους: υπαλλήλους, διοικητικούς τεχνικούς, εργάτες. Έτσι ακριβώς: εργάτες, που φορούσαν την ποδιά των νοσοκόμων, την στολή του αχθοφόρου ή την φόρμα της Enel [ενέργεια] ήταν εργατικό δυναμικό που το εκμεταλλεύονταν όπως τους άλλους που βρίσκονταν στο εργοστάσιο, αν και δεν είχαν τa «στίγματα» των ροζιασμένων χεριών. Ήταν ένα ιδιαίτερο χαρακτηριστικό των Volsci να επιβάλουν στην προσοχή του κινήματος εκείνες τις φιγούρες που σνομπάρονταν από τους ερμηνευτές της εργατικής τάξης, σαν να ήταν αντιπαραγωγικές ή παρασιτικές, που εξακολουθούσαν να θεωρούνται περιθωριακές σε σχέση με την ερμηνεία της σύγκρουσης κεφαλαίου εργασίας (σελ. 59)

Συνεπώς: φυσική απόκτηση του κοινωνικά εξελιγμένου χαρακτήρα της καπιταλιστικής εκμετάλλευσης, φυσική θεώρηση του »εργατικού» χαρακτήρα αυτής της κοινωνικής εργασίας.

Εργασία και επικράτεια, λέγαμε, κατά τη διάρκεια των ρωμαϊκών χρόνων 70, ορισμένες γειτονιές, δείτε Centocelle ή San Basilio, απελευθερώνουν το πλήρες δυναμικό τους, σε ένα είδος καρστικής συνέχειας της σύγκρουσης, η οποία εξακολουθεί να υφίσταται μετά τον πόλεμο – καταλήψεις, αυτομειώσεις, διεκδικήσεις στις μεταφορές , στις υπηρεσίες, εναλλακτική κοινωνικότητα.

Για να μπει σε δίκτυο αυτός ο πολλαπλασιασμός δεν είναι απλό: εφευρίσκουν νέα εργαλεία – όπως η Συνέλευση πόλης των εργατικών επιτροπών και γειτονιάς – όλα επίπονα πειράματα, που ζουν με ενότητα, ρήξεις, ανασυνθέσεις, που υφαίνονται καθημερινά με το νήμα των αγώνων και των διεκδικήσεων, της διαμάχης.
Η μέθοδος της ρωμαϊκής αυτονομίας, μπροστά σε αυτό τον κοινωνικό πλούτο, είναι πάντα η ίδια: από τις μάζες στις μάζες, γιατί αυτονομία θα πει πρώτα απ’ όλα ρήξη της κακιάς διαλεκτικής μεταξύ υποτιθέμενων »εξωτερικών πρωτοποριών» και τάξης.

Συνέβαινε πράγματι εκείνα τα χρόνια μια πρωτοπορία καλλιεργημένη και ηδονιστική να επιβάλλει από τα άνω την δική της κοσμοθεωρία, la sua Weltanschauung στην πραγματική ιστορία μιας αποτυχημένης χώρας … Οι αντιλήψεις που αρνούνται αρχικά μια ανεξάρτητη διαδικασία προλεταριακής χειραφέτησης και τη δυνατότητα των μαζών να ορίσουν τη δική τους αυτόνομη οργάνωση, ήταν σε μεγάλο βαθμό διαδεδομένες μεταξύ των πρωτοποριών του τότε (σελ.47)

Η Αυτονομία γεννιόταν ως αντιστροφή αυτών των αντιλήψεων, που ήταν κληρονομιά όχι μόνο από το ρεβιζιονισμό, αλλά και της πολιτικής τάξης του 68.

ο Giorgio Ferrari περιγράφει τους Volsci σαν ένα εργαστήριο της κοινωνικής ορθής πράξης, όπου όμως βασίλευε η γεύση της θεωρητικής ετεροδοξίας:

Στην εποχή του μετα-κομμουνισμού αισθάνομαι ακόμα μαρξιστής και αυτόνομος: γιαυτό, όταν στις αρχές της δεκαετίας του ’70 γνωρίστηκα με τους συντρόφους του Γενικού Νοσοκομείου-Policlinico και της Enel, που είχαν αφήσει το Μανιφέστο, για μένα ήταν μια ανακούφιση. Επιτέλους, θα μπορούσα να εκφράσω τις αμφιβολίες μου επάνω στην κομμουνιστική εμπειρία χωρίς να αντιμετωπίζομαι με καχυποψία, επιτέλους έκανα μαζί με άλλους πολιτικούς προβληματισμούς και στοχασμούς από τους οποίους οι επαναστάτες δεν πρέπει ποτέ να διαφεύγουν (σελ.20

 

Η κρίση του κομμουνιστικού παραδείγματος, στην ωριμότητα της ανάπτυξης και της καπιταλιστικής κρίσης της δεκαετίας του ’70, είναι ήδη σαφής, για όσους θέλουν να το δουν, παρά τις πλατείες που γεμίζουν και τις κλειστές γροθιές: η εργατική αυτονομία ήταν επίσης η γη επάνω στην οποία αυτή η συζήτηση μπορούσε να απελευθερωθεί με μεγαλύτερη ειλικρίνεια.
Το ακριβώς αντίθετο από εκείνες τις ομαδίστικες συνιστώσες όπου βασίλευε η πιο κομφορμιστική ορθοδοξία, η οποίες, κατά τα χρόνια της ήττας, πέρασαν από την μια νύχτα στο πρωινό, από την μια μέρα στην άλλη δηλαδή, στην άλλη πλευρά του οδοφράγματος, αφήνοντας πίσω τις δογματικές βεβαιότητες τους, όπως ένα φίδι το παλιό δέρμα του – και ίσως συνεχίζοντας να κηρύττουν με την ίδια αυταρέσκεια, τα υπέροχα και προοδευτικά πεπρωμένο του ρεφορμισμού των χρόνων 80 …

Το πρώτο μισό της δεκαετίας του ’70, βλέπει την ρωμαϊκή αυτονομία στην πρώτη γραμμή της προσπάθειας για τη σταθεροποίηση της υπόθεσης εθνικής πολιτικής. Δεν είναι εύκολο, επειδή ακριβώς ορισμένες εμπειρίες βρίσκονται σε ισχυρό πολιτικό-ιδεολογικό χαρακτηρισμό, ενώ άλλες ζουν μια θεμελιώδη κοινωνική διάσταση – και δεν είναι δεδομένο να μοιράζονται λεξιλόγιο και εκστρατείες.

Η σχέση που οι Αυτόνομες Εργατικές Επιτροπές, i Comitati Autonomi Operai προσπαθούν να εδραιώσουν είναι στον άξονα του Μιλάνου με το Κόκκινο, con Rosso,το οποίο για ένα διάστημα γίνεται και εθνικό περιοδικό (με την Via dei Volsci ρωμαϊκή σύνταξη). Αλλά η εποχή της αυτονομίας του Μιλάνο είναι μια φλόγα που γεννιέται αργότερα και καταναλώνεται πριν, σε σχέση με την σταθερότητα της ρωμαϊκής εμπειρίας. Ριζοσπαστικές διαφορές πολιτικού έργου, γίνονται εμπόδια για την κατασκευή μιας εθνικής άποψη: Το Rosso, υπό την καθοδήγηση του Negri, πιέζει πολύ προς τη ρητορική του κοινωνικού εργάτη και σε μια προοδευτική συγκεντροποίηση της δομής, των λειτουργιών και της πολιτικής ηγεσίας.

Για τους Volsci, η επίτευξη του κοινωνικού χαρακτήρα της καπιταλιστικής εκμετάλλευσης είναι μια συνειδητοποίηση καθημερινή που δεν έχει ανάγκη επιβεβαιώσεων ή εξαναγκασμών – ούτε θεωρητικών ούτε με όρους χτισίματος του κόμματος. Στην Ρώμη ακόμη και στις υψηλότερες στιγμές της σύγκρουσης, προτιμούν να οργανώνουν την διάχυτη διαμάχη της κοινωνικής εργασίας στην περιοχή, θεωρώντας πως δεν είναι ώριμη καμιά αξιόπιστη “δυαδικότητα των εξουσιών”. Στις αναμνήσεις των επιμελητών αντηχεί ξανά η πολεμική της ρωμαϊκής πλευράς προς μια διανοουμενίστικη στρέβλωση, ιδεολογική και υποκειμενιστική, που θα σημαδέψει βαριά το μιλανέζικο εργαστήρι και την κατάρρευση του.
Ο διάλογος ανάμεσα στις διαφορετικές εθνικές ψυχές θα καταστεί ρήξη. Mα πλέον βρισκόμαστε στο κατώφλι των τριών βασικών βημάτων, βαθμίδων κλειδιά, που θα καθορίσουν το νόημα εκείνης της εποχής και της παρακμής της : η φλόγα του 77, η απαγωγή Moro και το μεγάλο κατασταλτικό κύμα που ξεκινά στις 7 Aπριλίου 79 και θα συνεχιστεί μέχρι και πέρα από τα μισά των χρόνων 80.

Μέσα σε αυτή την ισχυρή ιστορία χειραφέτησης και εξέγερσης, ρέουν οι ανθρώπινες υποθέσεις μιας γενιάς αγωνιστών: οι επαναλαμβανόμενες συλλήψεις των Pifano, Miliucci και δεκάδων άλλων ηγετικών στελεχών, το κλείσιμο των γραφείων του ραδιοφωνικού σταθμού Onda Rossa και των Volsci από πλευράς  υπουργού εσωτερικών Cossiga, οι αγώνες των οργανωμένων ανέργων του νόμου 285, χιλιάδες κατειλημμένων σπιτιών, η παρέμβαση στην Irpinia που είχε υποστεί τον σεισμό, οι κύκλοι των αυτομειώσεων, οι αγώνες για τις υπηρεσίες και μια συνεχής πίεση στα δημόσια έξοδα, που καλλιεργήθηκε αποτελεσματικά στην διάσταση της του κοινωνικού μισθού.

Η εποχή της διαχείρισης των πολιτικών δικών και του διαχωρισμού, θα διαιρέσει περαιτέρω τις τύχες των διαφόρων οργανωμένων συνιστωσών: μπροστά από το κατασταλτικό τσουνάμι οι Αυτόνομες Εργατικές Επιτροπές θα εκφράσουν μια ανθεκτική ικανότητα, που άλλοι δεν μπόρεσαν να σημαδέψουν, να δείξουν. Το Rosso και όλες οι εμπειρίες της αυτονομίας του Μιλάνο θα εξαφανιστούν στο τέλος της δεκαετίας του 70 συνθλιβόμενες από την καταστολή και την μετακίνηση προς την παρανομία. Η πολιτική αυτόνομη- πνευματική τάξη θα κατακερματιστεί σε επιλογές και εναλλακτικές που δεν είναι πάντα αξιοπρεπείς, ανάμεσα στην διάσταση, θεσμικές μετατροπές, τραβηγμένους απ’ τα μαλλιά αθωοτισμούς (περιέργως το βιβλίο δεν θυμάται την οργισμένη διαμαρτυρία της ρωμαϊκής πλατείας στο «ριζοσπαστικό» συλλαλητήριο του Toni Negri: ένα μικρότερο επεισόδιο, το οποίο ωστόσο, δίνει το μέτρο του πόσο πολύ είχαν αλλάξει οι όροι του πολιτικού διαλόγου στο εσωτερικό της επαναστατικής αριστεράς, σε σύντομο χρονικό διάστημα μέσα σε λίγα χρόνια …).

Στην πραγματικότητα, στις αρχές της δεκαετίας του ’80, οι μόνες αυτόνομες υποκειμενικότητες που επέζησαν από τη θύελλα της 7ης απριλίου και την ταξική ήττα, είναι ο ρωμαϊκός χώρος και ο ενετικός πόλος: δύο πραγματικότητες που θα συγκατοικήσουν για μια δεκαετία στο εθνικό αντι-ιμπεριαλιστικό αντι-πυρηνικό Συντονιστικό, σε μια πεισματική διαλεκτική (ενότητας και ανταγωνισμού …), που θα σημαδέψει θετικά επίσης τις μεγάλες εκστρατείες εκείνων των χρόνων ενάντια στις ειδικές φυλακές και τα βασανιστήρια, την αντίθεση στο Εθνικό σχέδιο Ενέργειας, τους διεθνιστικούς αγώνες, από τη Λατινική Αμερική στην Παλαιστίνη.

 

Οι Comitati Autonomi Operai, για όλη την δεκαετία 80, θα είναι το σημείο αναφοράς στο κοπιαστικό έργο ανακατασκευής  ενός εθνικού ιστού, κυρίως για τις νεαρές ομάδες του κέντρου νότου.

δεν θα μπορούσαμε να έχουμε αντέξει τις επιπτώσεις της καταστολής αυτών των σκοτεινών χρόνων χωρίς την πεποίθηση χιλιάδων αγωνιστών και την αλληλεγγύη από τις προλεταριακές γειτονιές … και αυτή δεν προέρχονταν από ένα υπερώο σκεπτόμενων κεφαλών, αλλά επειδή ήμασταν ριζωμένοι στην περιοχή, κάτι που ήταν πρωτοφανές και δεν είχε προηγούμενα και όπου οι αγώνες αποτελούσαν το καλύτερο σχολείο για στελέχη που θα μπορούσαμε να έχουμε φανταστεί (σ.125)

Πάρα πολλά όμως πράγματα άλλαζαν με ταχύτητα: το να επαναλαμβάνουν τους εαυτούς τους και τις μορφές τους δεν είναι κάτι που υπάρχει στο αυτόνομο DNA, η αυτονομία δεν γνωρίζει και δεν μπορεί να δώσει τον εαυτό της σαν κρυσταλλοποίηση, σαν διατήρηση της μνήμης – είναι μια διαδικασία σε κίνηση που επιβάλλει να βρίσκεσαι ένα βήμα μπροστά, να ανακαλύπτεις και να εφευρίσκεις νέα παραδείγματα, να καις πάντα τις γέφυρες στις πλάτες σου. Και επί της Via dei Volsci και της ρωμαϊκής πλατείας, βαραίνουν τα χρόνια 90: η Δεύτερη repubblica πιέζει, το σύστημα των κομμάτων καταρρέει, οι παραδοσιακές κοινωνικές δυνάμεις διαλύονται, ο ιταλικός καπιταλισμός γίνεται έδαφος πολυεθνικής επιδρομής, όλο και πιο περιθωριοποιημένο στον διεθνή καταμερισμό της εργασίας και των κεφαλαίων. Αλλά αυτή είναι πλέον η ιστορία του σήμερα.

Στην διαφοροποιημένη πολιτική και κοινωνική κατάσταση, οι αυτόνομες εργατικές επιτροπές πηγαίνουν δίχως δράματα και φωνές προς την αυτοδιάλυση: το 1992, στην διάρκεια μιας δημόσια και συλλογικής συζήτησης, το μεγαλύτερο μέρος των ρωμαίων αυτόνομων επιλέγει να θεωρήσει λήξασα την λειτουργία της οργάνωσης των αυτόνομων Επιτροπών («είκοσι χρόνια πραγματικά ήταν πολλάv», λέει ο Ferrari).
Ο ορίζοντας είναι μια νέα καταβύθιση στις δυο υποθέσεις εργασίας που είχαν καθιζάνει στη διάρκεια των χρόνων 80: το χτίσιμο των Cobas και οι αυτοδιαχειριζόμενες καταλήψεις, σαν στοιχείο εκ νέοι ριζώματος στον κόσμο της εργασίας και στην επικράτεια.

Ιστορία ανοιχτή, εκείνη της αυτονομίας.
Ιστορία που έχει ανασταλεί, ίσως – για ό, τι δεν κατάφεραν να κάνουν και για εκείνο που δεν είναι ακόμη σε θέση να πουν, που δεν έχουν καταφέρει να μας πουν.

τι να κάνουμε τις ζωές μας δεν μας φαίνεται καθόλου προφανές. Δεν νομίζουμε ότι για να λυθεί το πρόβλημα είναι αρκετό να προετοιμάσουμε ένα κοινό πρόγραμμα – που ήδη η προσπάθεια να το συντάξουμε θα σήμαινε να έχουμε θέσει σε σύγκριση ανάλυση και προοπτικές – αν δεν καταστήσουμε σαφή την αδιαλλαξία μας με αυτό το παρόν, χωρίς να κρύβουμε από τους εαυτούς μας τις δυσκολίες και χωρίς δισταγμό στο να πούμε πώς σκεφτόμαστε. Και αυτό είναι το χαρακτηριστικό γνώρισμα, το σήμα κατατεθέν που εδώ και πολλά χρόνια, μας έκανε να αναγνωρίσουμε τον έναν στον άλλον πριν ακόμη συναντηθούμε. Η αδιαλλαξία με την παρούσα κατάσταση, με το παρόν, μας έφερε μαζί, μας έκανε να συναντηθούμε, η θέληση να το αλλάξουμε μας έκανε να αναγνωριστούμε σύντροφοι στη ζωή και στον αγώνα. Χωρίς αυτό τον ανθρώπινο και πολιτικό δεσμό, δίχως αυτή την συνενοχή να ζούμε μαζί μιαν ακραία περιπέτεια μέχρι του σημείου να βάλουμε τη ζωή μας στα χέρια του άλλου, θα είχαμε υπάρξει κάτι άλλο (σελ. 194)

Che fare delle nostre vite, non ci sembra affatto scontato, Τι να κάνουμε με τις ζωές μας, δεν μας φαίνεται καθόλου προφανές. Μια δήλωση που ακούγεται καθόλου υπαρξιακή και ατομικιστική, ένα ερώτημα με νόημα που αναπηδά από γενιά σε γενιά, αναποδογυρίζεται στο παρόν, αμφισβητεί και ανακρίνει το μέλλον. Μια πολύ «αυτόνομη» τάση να αναζητάς νέους δρόμους της επαναστατικής προοπτικής.

Share

ιστορία, storia

19 ιουνίου 1986: la «matanza de los penales» η σφαγή των φυλακισμένων

Stampa

 

19 ιουνίου 1986: la «matanza de los penales»

Τη νύχτα ανάμεσα στις 18 και τις 19 ιουνίου οι μαχητές του Sendero Luminoso, Φωτεινού Μονοπατιού, περουβιανού κομουνιστικού κόμματος, που βρίσκονταν έγκλειστοι στις φυλακές του Lurigancho, καταλαμβάνουν την φυλακή. Τα αιτήματα των κρατουμένων είναι πολλά: η αναγνώριση του status αιχμαλώτων πολέμου, η βελτίωση της τροφής, η επιτάχυνση των δικών και οι οικογενειακές επισκέψεις, μα κυρίως η άρνηση νε μεταφερθούν στη νέα δομή-lager με την ονομασία Castro Castro, που χτίζονταν κοντά στην Lima, όπου υπήρχε ο κίνδυνος να τους δολοφονήσουν.

Η απάντηση της φασιστικής περουβιανής κυβέρνησης είναι σκληρότατη, δίδεται διαταγή να επέμβουν οι ειδικές δυνάμεις του στρατού και στις τρεις δομές της φυλακής και πρακτικά όλοι οι φυλακισμένοι που αιχμαλωτίστηκαν θα σφαγιαστούν στη συνέχεια.

Στο Lurigancho οι κρατούμενοι, που κατάφεραν να κυριεύσουν την φυλακή,ειδοποιούνται από τον διευθυντή πως έχουν 10 δευτερόλεπτα στη διάθεση τους για να παραδοθούν, σε αντίθετη περίπτωση θα υπάρξει η επέμβαση της  Guardia Repubblicana. Ύστερα από την παρέλευση των δέκα δευτερολέπτων ανατινάζεται η μεταλλική πόρτα κι ένας τοίχος και η πολιτειακή φρουρά εισέρχεται στην φυλακή. Οι φυλακισμένοι απαντούν στις εκρήξεις των χειροβομβίδων και στις ριπές των πολυβόλων εκτοξεύοντας μολότοφ. Στην διάρκεια της επίπονης αντίστασης των φυλακισμένων για πολλές ώρες πεθαίνουν μια τριανταριά κρατουμένων. Όταν οι άλλοι παραδίδονται και βγαίνουν από την φυλακή με τα χέρια στον αυχένα, ένα στέλεχος του στρατού πυροβολεί έναν έγκλειστο που είχε παραδοθεί: ακολουθούν πυροβολισμοί στον λαιμό και στον αυχένα. Και οι 126 φυλακισμένοι που πήραν μέρος στην εξέγερση, κι αυτοί όλοι που παραδόθηκαν, μεταφέρονται στην αυλή της φυλακής και τουφεκίζονται.

Στην El Fronton, αντιθέτως, οι αγωνιστές του μονοπατιού, οι senderisti καταφέρνουν να αιχμαλωτίσουν έξι σωφρονιστικούς φύλακες και να αρπάξουν τα όπλα τους: και η αντίσταση συνεχίζεται όλη την ημέρα. Το απόγευμα στις έξι ξεκινά η επιχείρηση των δυνάμεων του Ναυτικού, που βομβαρδίζει τα κτίρια της φυλακής. Οι κρατούμενοι, γνωρίζοντας πως η εξέγερση στο Lurigancho είχε πνιγεί στο αίμα και όλοι οι φυλακισμένοι είχαν σκοτωθεί, αρνούνται να παραδοθούν. Μετά από  αρκετές προσπάθειες διαλόγου που απέτυχαν, την επομένη ημέρα πραγματοποιείται μια νέα έφοδος, που αναγκάζει τους επιζήσαντες να παραδοθούν. Οι έγκλειστοι βγαίνουν ανακοινώνοντας την παράδοση, αλλά χωρίζονται σε ομάδες των πέντε, μεταφέρονται στην αυλή της φυλακής και τουφεκίζονται. Στην El Fronton πεθαίνουν 140 σύντροφοι.

Στην γυναικεία φυλακή της Santa Barbara οι διεκδικήσεις των κρατουμένων είναι οι ίδιες: η επιχείρηση οδηγείται από την αστυνομία. Στις δέκα η εισβολή λαμβάνει χώρα από τρία σημεία, την εξωτερική πόρτα, την ταράτσα και των κοιτώνα των φρουρών. Οι συντρόφισσες, οχυρωμένες σε ένα τμήμα της φυλακής, αμύνονται με λόγχες και βέλη που κατασκεύασαν πρόχειρα. Οι δυνάμεις της αστυνομίας εισέρχονται πυροβολώντας ριπές με τα πολυβόλα και σκοτώνουν δυο κρατούμενες που αναγκάζονται, ύστερα από δυο ώρες σκληρότατων συγκρούσεων, να παραδοθούν οριστικά.

http://www.infoaut.org/storia-di-classe/19-giugno-1986-la-matanza-de-los-penales

ένοπλη πάλη, lotta armata

Ένα βιβλίο: Pasquale Abatangelo -Correvo pensando ad Anna, Έτρεχα σκεπτόμενος την Άννα, του Salvatore Ricciardi

Ciao Pasquale,

ευχαριστώ για το βιβλίο σου: Pasquale Abatangelo, Correvo pensando ad Anna. Una storia degli anni settanta, Μια ιστορία των χρόνων εβδομήντα, Edizioni Dea, Firenze 2017, σελ. 325, € 16,00

Σε ευχαριστώ για το γεγονός ότι μας έφερες ξανά, με την προσεκτική και πιστή διήγηση σου, στα χρόνια με τις ισχυρότερες αγάπες μας, τα χρόνια του μεγάλου πάθους, εκείνα τα πάθη και εκείνο το ζήλο που μας επέτρεψαν να επιφέρουμε μια πρόκληση στην καπιταλιστική τάξη σε μια κοινωνία με ένα σύστημα οικονομικό και στρατιωτικό που την τοποθετούν στην έβδομη θέση μεταξύ των δυνάμεων . Eκείνη τη δυνατή φλόγα και την ζέση που αντιτίθεται για τα καλά στην σημερινή εποχή που είναι γεμάτη αδύναμο και θλιβερό ζήλο, μηδέν πάθος, εποχή δίχως φλόγα που θα ήθελε να αποτελέσει παγίδα για τις νέες γενιές, καθιστώντας τες υπάκουες. Ατονία, νωθρότητα, αποχαύνωση που δεν διασπάστηκε ούτε για λίγο από τα υπερβολικά αναμνηστικού τύπου τελετουργικά των 40 χρόνων από το κίνημα του ’77.

Διαβάζοντας σε ένιωσα στο πλευρό μου, μαζί με πολλούς άλλους, να πηγαινοερχόμαστε ξανά εκείνα τα σκονισμένα βήματα στο πλακόστρωτο από τραχύ τσιμέντο, τραχύ σαν την ατμόσφαιρα που αναπνέαμε στις «ειδικές». Ξανά στα κελιά, να ξυπνάμε την αυγή απ’ τα ψαξίματα και τους ελέγχους (perquise) ή από τις ξαφνικές αναχωρήσεις (sballi), στις συγκρούσεις με τους φρουρούς, στα σχέδια απόδρασης, στους συνεχείς ιδεασμούς γι απόπειρες απόδρασης συχνά αποτυχημένες ή που κατέρρευσαν την τελευταία στιγμή ή, μερικές φορές, στις πετυχημένες απόπειρες, να κρύψουμε στις πιο απροσδόκητες θέσεις όλα εκείνα που θα προσπαθούσαμε να ανακτήσουμε αργότερα και που μας έρχονταν απ’ έξω, επινοώντας ευφάνταστους τρόπους. Στις επιστολές που γράφαμε κουρνιασμένοι στην κούνια και  σε εκείνες τις αναμονές περπατώντας πέρα δώθε την ώρα του προαυλισμού, όταν στη φωνή του φρουρού «ταχυδρομείο» ορμούσαμε προς την πόρτα όπου μας μοίραζαν τα γράμματα ήδη σε μεγάλο βαθμό λογοκριμένα. Στα βιβλία, στις ομάδες μελέτης, στις σημειώσεις που γράφαμε με χαρακτήρες πολύ μικρούς  σε ξεχαρβαλωμένα τετράδια από τις συνεχείς μετακινήσεις και έρευνες, ή και στα μηνύματα τα γραμμένα στα χαρτάκια των τσιγάρων για να τα κάνουμε αόρατα στους φρουρούς. Στην ακατανίκητη επιθυμία να μάθουμε, με την πεποίθηση ότι θα έπρεπε να υπάρχει ένας τρόπος κι ένας δρόμος που να αντιστοιχεί στην επιθυμία μας να πραγματοποιήσουμε μια κοινωνία διαφορετική από εκείνη που μας είχε αναγκάσει να την μισούμε τόσο πολύ ώστε να θέλουμε να την ανατρέψουμε.

Εκείνα τα ισχυρά πάθη, στην κορυφή η αλληλεγγύη, είναι το κόκκινο νήμα της αφήγησης σου, επειδή ήταν η ταυτότητά μας εκείνα τα χρόνια, μέσα και έξω. Τέτοια η ισχύς τους που κατάφεραν να μολύνουν οποιονδήποτε ήρθε εντός εμβέλειας, με την προϋπόθεση από την ίδια πλευρά του ταξικού οδοφράγματος.

Όλες και όλοι εμείς προερχόμασταν από διαφορετικά περιβάλλοντα και η αφήγηση σου εμφανίζει με τον καλύτερο τρόπο εκείνα τα κοινά χαρακτηριστικά που έφεραν τόσο κοντά διαφορετικά κοινωνικά υποκείμενα ώστε να μοιάζουν με μια αδελφοσύνη. Αλλά δεν είναι, όπως λένε σε ορισμένα μέρη, μια συνάντηση μεταξύ «απογόνων του ’68» μικροαστών διανοούμενων και «ληστών» κακοποιών του δρόμου, που ξεπήδησε για να ικανοποιήσει την περιέργεια, σχεδόν νοσηρή, ανάμεσα σε αντιτιθέμενα άκρα. Φυσικά και όχι! Εάν ένα χαρακτηριστικό έχει εξέχουσα θέση στα κινήματα της δεκαετίας του εβδομήντα ήταν ότι δεν χρειάστηκαν ποτέ, μέσα στην ανάπτυξη της σύγκρουσης τους μικροαστούς διανοούμενους, δεν είχαν την ανάγκη τους ούτε για μια στιγμή. Σίγουρα, υπήρξαν και προσπάθησαν να κατευθύνουν εκείνα τα θυελλώδη κινήματα, αλλά, δίχως να τα καταφέρουν, λίγο αργότερα εγκατέλειψαν, ή είχαν ένα τελείως περιθωριακό ρόλο. Εκείνοι που συνέχισαν, με αυτή την αδρότητα που χαρακτηρίζει την τάξη απ’ όπου προέρχονται, ήταν οι εργάτες, η νεολαία των προλεταριακών συνοικιών, οι εργαζόμενοι στις υπηρεσίες, και επίσης φοιτητές που προέρχονταν από προλεταριακές πραγματικότητες, κάνοντας και λάθη, αλλά σίγουρα όχι για να ακολουθήσουν τις οδηγίες του ιδεολόγου της βάρδιας. Ως εκ τούτου η συνάντηση με το παράνομο προλεταριάτο δεν υπήρξε η δελεαστική ανακάλυψη των βαρεμένων παιδιών-του-μπαμπά σε αναζήτηση περιπετειωδών συγκινήσεων και ανατριχίλας, αλλά η αναπαραγωγή αυτού που συνέβαινε στις γειτονιές, στα προάστια. Έχω ήδη μιλήσει για το πως στους Σιδηροδρόμους, στις αρχές της δεκαετίας του Εξήντα, ήταν ευρέως διαδεδομένες παράνομες πρακτικές για τη στήριξη των εργαζομένων συναδέλφων που είχαν υποστεί ατύχημα, το ίδιο και στα εργοτάξια των κατασκευών, μα ήταν πρακτική διαδεδομένη και σε άλλους εργατικούς τομείς απασχόλησης. Περίεργα που σπάνια συμβαίνουν σε κοινωνίες κατακερματισμένες στις οποίες κάθε κοινωνική ομάδα, σήμερα όλο και περισσότερο, κλείνεται στον μικρόκοσμο του συγκεκριμένου επαγγέλματος. Περίεργα που όταν εμφανίζονται, μας λένε ότι βρισκόμαστε στην παρουσία πιθανότητας μεγάλων αλλαγών που θα αφήσουν εποχή. Και εμείς, αυτό το ασυνήθιστο μείγμα της διαφορετικότητας, δεν αφήσαμε να μας επηρεάσει ο «μύθος» της νομιμότητας, όπως κινδυνεύουν οι άνθρωποι να επηρεάζονται σήμερα.

Δεν είχαμε βεβαιότητες, εκτός από εκείνη του να θέλουμε να φέρουμε την επανάσταση, να φέρουμε τα πάνω κάτω στην παρούσα κατάσταση των πραγμάτων, δεν είχαμε προεπιλεγμένες διαδρομές, ούτε προγραμματισμένα στάδια, φάσεις. Ούτε άκαμπτες και προκατασκευασμένες θεωρίες που να μας καθοδηγούν μηχανικά στη δράση, μάλλον το αντίθετο, ήταν η δράση που υπαγόρευε τις θεωρητικές επιλογές. Τουλάχιστον όσο κράτησε η επίθεση! Το σκοτάδι ήρθε όταν άλλαξε πρόσημο, όταν η επίθεση εξόκειλε, όταν η προέλαση προσάραξε. Εκείνη την εποχή υπήρξε μια εξάπλωση των θεωριών που χτίστηκαν επάνω σε πραγματικότητες που φανταστήκαμε, εκεί ήταν η αρχή της ήττας. Εμείς, όπως και όλα τα κινήματα εκείνων των χρόνων, κινήματα που πίστευαν ακράδαντα πως δάγκωναν απτά την πραγματικότητα, θελήσαμε να ξεκινήσουμε ένα ταξίδι σκληρό χωρίς να έχουμε βεβαιότητες των αποτελεσμάτων του, ούτε συγκεκριμένα σημεία άφιξης. Θέλαμε να αλλάξουμε το υπάρχον που τρέφονταν με εκμετάλλευση και καταπίεση, που παρήγαγε πολέμους και καταστροφές, που ταμπουρώνονταν περιτριγυριζόμενο από τείχη, φυλακές, ψυχιατρεία και αποξένωση, αλλοτρίωση.

Όλα αυτά για εμάς ήταν ο κομουνισμός, ένας κομουνισμός σε κίνηση, ένας κομουνισμός σαν κίνημα που μεταμορφώνει το παρόν. Η διαδρομή εκείνου του κινήματος στόχευε στην ριζική αλλαγή του παρόντος, στην κατάργηση του καπιταλιστικού συστήματος και του Κράτους του όπως επίσης και του νομικού οπλοστασίου του. Σκεφτείτε πόσο θα μπορούσαν να μας ενδιαφέρουν οι φράχτες που ήταν χτισμένοι πάνω στο μύθο της νομιμότητας; Ο στόχος μας ήταν το χτίσιμο μιας άλλης κοινωνίας που έπρεπε να εφεύρουμε, να την επινοήσουμε απ’ την αρχή, βασισμένη όμως στην άμεση δημοκρατία του προλεταριάτου. Αυτή την διαδρομή ονομάζαμε κομουνισμό.

Έκανες μια εξαιρετική δουλειά, Pasquale, επιστρέφοντας μας με ειλικρίνεια την αλληλεγγύη η οποία έφτανε μέχρι τη συνενοχή, που μας χαρακτήριζε, φαίνονταν, πολλές φορές, σε εκείνο το είδος αγώνα που γίνονταν για την ανάληψη της ευθύνης, μπροστά στον επικεφαλής της φρουράς που παρατάσσονταν για τον ξυλοδαρμό μας ή τιμωρία σοβαρή, απέναντι σε ένα γεγονότος που είχε παραβιάσει την αυστηρή τάξη του εγκλεισμού.  Μια αλληλεγγύη που συνοδεύονταν από μια ακραία εμπιστοσύνη, του ενός προς τον άλλο και όλων προς όλους. Εμπιστοσύνη τόσο σημαντική που, στο αντίθετο της εξέφρασε, κατά τη λήξη του επιθετικού κύκλου, έναν καταστροφικό θυμό προς όλους εκείνους που πρόδιδαν την εμπιστοσύνη αυτή. Και συνέβη, δυστυχώς συνέβη στιγμές θυμού καταστροφικού εξερράγησαν μέσα μας. Αυτό έγινε ανοίγοντας τεράστια ερωτήματα. Συνέβη με αποτελέσματα εμπαθούς θρυμματισμού και αγριότητας απέναντι σε αδύναμους συντρόφους μας μπροστά στις πιέσεις του εχθρού. Έγιναν τα πάντα και κατά πάσα πιθανότητα δεν θα ήταν δυνατόν να μην είχαν συμβεί όταν ξεκινά μια διαδικασία και τίθενται στόχοι, όπως αυτοί που θέσαμε, να έρθουμε αντιμέτωποι και να συγκρουστούμε με τις πιο ισχυρές δυνάμεις που η ανθρωπότητα έχει δει ποτέ, για να τους νικήσουμε, να τους καταρρίψουμε και να μετατρέψουμε τον κόσμο στον οποίο ζούμε.

Ειδική φυλακή του Trani, η εξέγερση, οι Gis των καραμπινιέρων με τα ελικόπτερα και οι ριπές με τ’ αυτόματα, ο ολοκληρωτικός ξυλοδαρμός, στη συνέχεια η επανέναρξη του αγώνα αν και μαύροι απ’ το ξύλο, η αναχώρηση για Nuoro, η τιμωρητική Badu ‘e Carros,και η συνέχεια… Όμορφες στιγμές! Έτσι κι αλλιώς οι μπουνιές ξεχνιούνται, κάποιες μελανιές, ουλές εδώ κι εκεί που ούτε φαίνονται, αλλά οι όμορφες σχέσεις δεν ξεχνιούνται, τις θυμάσαι, και πως! Και είναι το αλάτι της ζωής.

Ένα τελευταίο πράγμα που θα ήθελα να προσθέσω, και αφορά από πλησιέστερα την ενδιαφέρουσα εμπειρία σου: από περιθωριοποιημένο παράνομο σε κομμουνιστή μαχητή. Θα είναι δυνατό κάτι τέτοιο σήμερα; Πρέπει να Είναι! Φυσικά, σήμερα οι ληστές, οι παράνομοι δεν είναι εκείνοι οι αντάρτες των νεανικών σου χρόνων, το ξέρουμε, αλλά σήμερα, οι εργατικές δυσκολίες και κυρίως μισθολογικές, αναγκάζουν πολλούς εργαζόμενους, σε διάφορους τομείς, να πρέπει να στρογγυλέψουν το κοκαλιάρικο εισόδημα τους με μια δεύτερη δουλειά, εκείνη που καταφέρνουν να βρουν. Τι βρίσκουμε σήμερα; Μπορεί να συμβεί, και συμβαίνει πολύ συχνά, οι εργάτες και οι προλετάριοι πρέπει να «στρογγυλεύουν» τους πενιχρούς μισθούς με παράνομες δραστηριότητες, γιατί αυτές βρίσκονται, κάποιες άλλες όχι. Είναι προϋπόθεση της ύπαρξής τους, ετούτων και αυτών που εξαρτώνται από αυτούς, και δεν μπορούν να περιμένουν. Από εδώ επαναλαμβάνω αυτό που έχω προτείνει εδώ και αρκετό καιρό, μέχρι τώρα δεν μ’ έχουν ακούσει: να απαλλαγούμε από τη συνήθεια της νομιμότητας, να την πετάξουμε μακριά και να αντιμετωπίσουμε μαζί με αυτούς τους προλετάριους το πρόβλημα του πώς να οργανώσουμε όλους και όλες όσους εργάζονται σε κάθε τομέα – ακόμη και η παρανομία είναι ένας παραγωγικός τομέας – και οι οποίοι θα έχουν να κερδίσουν ανατρέποντας αυτή την κοινωνία, επαναστατώντας εναντίον της.

Ένα βιβλίο πολύ χρήσιμο ειδικά για τα κορίτσια και τα αγόρια, στα οποία συστήνω την ανάγνωση. Ένα βιβλίο το οποίο, επαναλαμβάνω, με ενθουσίασε. Λιγότερο ενθουσιασμό ένιωσα όταν είδα να επιχειρούν να χρησιμοποιήσουν την ιστορία σου / μας για να στηρίξουν τις τρέχουσες πολιτικές θέσεις. Κάθε πολιτική άποψη μπορεί να εκφραστεί ελεύθερα και να επαληθευτεί στην πραγματική ζωή, αλλά αυτό γίνεται, βάζοντας το πρόσωπο μπροστά και όλα τα άλλα, διακινδυνεύοντας. Αυτή είναι η επαλήθευση. Αυτό είναι το δίδαγμα της δεκαετίας του Εβδομήντα!

Γεια σου Pasquale, a presto, σύντομα μαζί

Salvatore Ricciardi