σύγχρονη σκέψη, pensiero di oggi

Μεταξύ πολιτικής τακτικής και επαναστατικής ηθικής

του Alessandro Barile

Στοχασμοί ξεκινώντας από  το δοκίμιο Τρόμος και τρομοκρατία Terrore e terrorismo του Francesco Benigno

«Η δικαιοσύνη του λαού είναι τρομερή»

[Ανάμεσα στο πλήθος του Παρισιού, 10 αυγούστου 1793]

«Ο επαναστάτης είναι ένας άνθρωπος χαμένος»

[Sergej Nečaev, 1869]

«Μόνο χάρη στους απελπισμένους μας δίδεται ελπίδα»

[Walter Benjamin, Angelus Novus]

Σε αυτό το «ιστορικό δοκίμιο επάνω στην πολιτική βία», όπως ορίζεται στον υπότιτλο «Τρόμος και Τρομοκρατία, Einaudi 2018, σελ. 370, 32,00 ευρώ», o ιστορικός Francesco Benigno ωθείται να αποκαλύψει δύο χαρακτήρες ξεχασμένους από τις ερμηνείες σχετικά με την τρομοκρατία [ θα χρησιμοποιήσουμε αυτό τον όρο με την έννοια που προτείνεται από τον συντάκτη, δηλαδή σαν αναγκαστικά συνώνυμο της «πολιτικής βίας»): που αυτό είναι ένα ευρωπαϊκό προϊόν και όχι «βάρβαρο», που είναι ένα πολιτικό και όχι (αυστηρά) θρησκευτικό γεγονός. Δύο απαραίτητες προειδοποιήσεις, δεδομένου του έκτακτου και έμφυτου χαρακτηριστικού των προβληματισμών σχετικά με το θέμα. Κανένας από τους εκατοντάδες διαθέσιμους ορισμούς (το 1988, ο συγγραφέας μας υπενθυμίζει, μια έρευνα που διεξήχθη από τους μελετητές του φαινομένου οδήγησε σε έναν κατάλογο 109 ορισμών) έρχεται πραγματικά να αντλήσει την ουσία του φαινομένου, λόγος για τον οποίο εκχωρείται στην τρομοκρατία από καιρό σε καιρό μια τυχαία και δημοσιογραφική απόδοση.

Επιπλέον, ακολουθώντας πάντοτε το νήμα της εισαγωγικής ομιλίας που πρότεινε ο συγγραφέας, η τρομοκρατία είναι από μόνη της ένας αξιολογητικός και κατά συνέπεια ένας υποτιμητικός όρος. Δεν βρισκόμαστε με την παρουσία ενός ουδέτερου λεξικού. Αντίθετα, ο όρος περιέχει μια αξία κρίσης, που μεταφράζεται σε ηθική κατηγορία: μέσω ενός ορισμού που παρουσιάζεται ως τεχνικός προχωράμε στο στίγμα που διακρίνει όχι τόσο το γεγονός από μόνο του όσο το υποκείμενο που το φέρει εις πέρας. Τίποτα δεν απαγορεύει, βέβαια, να προχωρήσουμε με την ανάλυση και ταυτόχρονα να μαχόμαστε ιδανικά το αντικείμενο της μελέτης. Συμπεριφερόμαστε μαζί του ως ασθένεια, το κατανοούμε και το αντιμετωπίζουμε χωρίς λύση συνέχειας. Αλλά όταν η επιστήμη και η πολιτική προχωρούν με τη σύγχυση των ρόλων τους (η μια λυγίζει στην δικαιολόγηση της άλλης), η στρέβλωση που καθιστά στείρα την ασυνήθιστη ποσότητα ερευνών αυτών των καιρών γίνεται εμφανής. Στο τέλος των εκατοντάδων αντιφατικών μεταξύ τους ορισμών, ο μόνος κοινός παρονομαστής είναι το εμπειρικό γεγονός: τρομοκρατία είναι αυτό που κάνει ο τρομοκράτης. «Αυτό θα συνίστατο συνεπώς σε εκείνο που εμπειρικά και με διαισθητικό τρόπο θα φαίνονταν να είναι κάτω από τα μάτια όλων, μια άσκοπη βία, δίχως νόημα», λέει ο Benigno. Ο καθορισμός της τρομοκρατίας μέσω των πρακτικών της δεν μπορεί παρά να οδηγήσει στην αθεράπευτη αντίφαση: εάν η πρακτική είναι αυτή της «άσκοπης βίας», μεγάλο μέρος της πολιτικής δραστηριότητας φέρει μαζί της, τουλάχιστον εν υπνώσει, τα χαρακτηριστικά της τρομοκρατίας. Ένας βομβαρδισμός κατά αμάχων, για παράδειγμα (είναι οι ΗΠΑ τρομοκρατικό κράτος;), μια αντάρτικη δράση (είναι η αντίσταση στο ισλαμικό Κράτος τρομοκρατία;), είναι ο θάνατος του «τυράννου» μια πράξη από μόνη της τρομοκρατική ή απελευθερωτική; Και ούτω καθεξής, κλειδώνουμε τον εαυτό μας στην δημοσιογραφική ή απλώς αστυνομική περίφραξη: όχι η βία ως τέτοια, αλλά η βία των «κακών» ενάντια στους «καλούς» είναι η μόνη που πρέπει να χαρακτηρίζεται από τον εν λόγω όρο. Αλλά, και εδώ, ποιοι είναι οι καλοί και ποιοι οι κακοί, αν όχι ιδιαίτεροι ιστορικοί προσδιορισμοί που, από καιρό σε καιρό, ορίζουν ποιος θεωρείται καλός και ποιος κακός;

Εάν πρόκειται για επιστημονικό ορισμό, η έννοια της τρομοκρατίας θα πρέπει να ισχύει τόσο για τους μεν όσο και για τους άλλους «διεκδικητές» στον αγωνιστικό χώρο, εάν αντιθέτως ενεργεί σε συζητητικό και πολεμικό επίπεδο, βοηθά στον στιγματισμό του εχθρού αλλά χάνει την επιστημονική χροιά, την παγκοσμίως αποδεκτή, με την οποίαν θα ήθελε να εξοπλισθεί. Εν ολίγοις, το πράγμα δεν βγαίνει. Το μόνο δυνατό εργαλείο είναι μια προσεκτική ιστορική αναγνώριση-εξερεύνηση του φαινομένου που να μπορεί να οδηγήσει σε μια (μερική) παρέκταση των καθοριστικών χαρακτηριστικών. Αυτή είναι η προσπάθεια του Francesco Benigno μέσω του τελευταίου έργου του. Ένα απαραίτητο και απαιτητικό έργο. Απαραίτητο για όλα αυτά που λέγαμε: χαμένη στο δρόμο η παρατήρηση της ιστορικής του τροχιάς, δεν μας μένει παρά μια διαταραγμένη και αναποτελεσματική ποσότητα οριστικού άγχους που βασίζεται στην ενδεχόμενη τρομοκρατική πρακτική, απαιτητική και εξεζητημένη διότι η μόνη ιστορική έρευνα αποκαλύπτει (και πανηγυρικά) τα σημερινά όρια αλλά δεν αρκεί για τη συνολική αξιολόγηση του φαινομένου. Στο τέλος, από άλλους δρόμους, βγαίνουμε έτσι κι αλλιώς σε ένα τυφλό σοκάκι, πιο προχωρημένο από την αντίστοιχη δημοσιογραφική μανία αλλά ακόμα μέσα στο λαβύρινθο.

Εάν η τρομοκρατία ορίζεται με βάση τη συμπεριφορά του τρομοκράτη, θα είναι αναπόφευκτο να επικεντρωθεί η προσοχή -όπως πράγματι γίνεται και από τη σχετική βιβλιογραφία- στην ψυχολογία του υποκείμενου. Όπως καταλήγει ο Benigno, «η επιστημονική βιβλιογραφία έχει προσπαθήσει επί μακρόν να εντοπίσει μια» τρομοκρατική προσωπικότητα «, ένα αποτύπωμα ικανό να λογοδοτεί για άτομα τόσο διαφορετικά πολιτισμικά και ιδεολογικά, ορίζοντας έτσι με οριστικό τρόπο την ουσία ενός τρομοκράτη». Με αυτό το ρυθμό, θα είναι εξίσου αναπόφευκτη η αντιμετώπιση αυτής της ψυχολογικής έρευνας από την άποψη της εγκληματικής παθολογίας. Ο τρομοκράτης είναι έκφραση μιας απόκλισης από την κανονική και αποδεκτή ανθρώπινη συμπεριφορά. Με άλλα λόγια, από το νόμο: νομικό ή ηθικό, δεν έχει σημασία. Όμως αυτό έρχεται σε σύγκρουση με μια ιστορική έρευνα που δεν είναι παρά στοιχειώδης, πρωτόγονη. Ποια ψυχολογική κατάσταση ενώνει-συνδέει τον Sante Caserio με τον Giangiacomo Feltrinelli, τον Vera Figner στον Rosario Bentivegna, τον George Habbash στον Mario Moretti, και αυτούς με κάποιο μαχητή του Isis;

Δεν είναι απλό να απαντήσουμε σε αυτό το ερώτημα, διότι στην πραγματικότητα υπάρχει πράγματι μια κοινή ψυχολογική κατάσταση, που όμως μπορεί να γίνει αντιληπτή μόνο ξεκινώντας από έξω, από τις υλικές αιτίες που έφεραν συγκεκριμένους ανθρώπους σε συγκεκριμένες επιλογές. Το διακριτικό γνώρισμα και, αν θέλουμε, ψυχολογικό, που συνδέει ιδανικά τις πιο ποικίλες τρομοκρατικές εμπειρίες έγκειται σε αυτό: ο κάθε μαχητής διαπνέεται από αυτό που ο Franco Venturi, με βάση μια ρωσική ορολογία που αναφέρεται στον λαϊκισμό του δεύτερου μισού του δέκατου ένατου αιώνα, θα αποκαλέσει »συνεπακόλουθο πνεύμα», την πλήρη και αναπόφευκτη αφοσίωση σε μια αιτία, σε έναν σκοπό που ξεκινά από συγκεκριμένες προϋποθέσεις. Την πεποίθηση, ηθική πριν ακόμη από πολιτική, πως μόλις φτάσουμε στην αλήθεια μετά δεν μπορούμε παρά να συμπεριφερθούμε αναλόγως. Οι προϋποθέσεις επομένως.

Η τρομοκρατία δεν γεννιέται από μια ηθική απουσία, όσο και αν θέλει να έχει εξαναγκαστεί μέσα στα πλέγματα του υπαρξιακού νιχιλισμού, αλλά από έναν ηθικά υπερκείμενο αυτο-προβληματισμό που εμποδίζει το υποκείμενο να συμπεριφέρεται σαν να μην υπήρχαν οι συγκεκριμένες προϋποθέσεις για τις οποίες μιλήσαμε πιο πάνω. Ο τρομοκράτης γνωρίζει καλά το αδιέξοδο μέσα στο οποίο αποφασίζει εθελοντικά να τοποθετηθεί. Δεν υπάρχει καμιά ηθική δικαιολογία που μπορεί να τεθεί μπροστά στο πρόβλημα του να «δώσει τον θάνατο», κι όμως ο τρομοκράτης αποφασίζει να δράσει ούτως ή άλλως. Από μια συνεπή μηδενιστική άποψη δεν θα υπήρχε αντίφαση ούτε τραγωδία: το δίλημμα θα είχε εύκολη λύση ελλείψει δεοντολογικών αρχών που μοιράζονται με το θύμα. Ποιο είναι τότε το αποφασιστικό κίνητρο; Το κριτήριο δεν είναι άλλο από αυτό της θυσίας. Προκειμένου η απλή ανταρσία να μετατραπεί σε επανάσταση, έτσι ώστε να μπορεί να κερδίσει η εξέγερση, ο επαναστάτης αναγκάζεται να αποκηρύξει προσωπικά εκείνες τις αξίες για τις οποίες αγωνίζεται συλλογικά. Υπάρχει μια στιγμή κλειδί, εκείνη στην οποία όλη η πραγματικότητα μειώνεται στη σύγκρουση μεταξύ επανάστασης και αντεπανάστασης. Είναι ένας χρόνος που έχει σταματήσει όπου είναι αναγκασμένος να κάνει μια υποχρεωτική επιλογή. Το σχήμα υιοθετήθηκε από τον Albert Camus στο δικό του Homme révolté: «Στην πραγματικότητα, αν η ιστορία, έξω από κάθε αρχή, συνίσταται μόνο σε μια πάλη μεταξύ επανάστασης και αντεπανάστασης, η μόνη διέξοδος είναι να ενταχθείς πλήρως σε μία από αυτές τις δύο αξίες, για να πεθάνεις ή να αναστηθείς εκεί». Κατά συνέπεια, «όταν η επανάσταση είναι η μόνη αξία, δεν υπάρχουν πλέον δικαιώματα, υπάρχουν μόνο καθήκοντα».

Προσφέρεται συνεπώς όχι [μόνο] η δική του ζωή, αλλά η δική του ψυχή, η δική του επαναστατική καθαρότητα, σε μια ιδέα που κρίνεται ανώτερη από την προσωπική ταλαιπωρία που καθορίζεται από την τρομοκρατική επιλογή. Στο γνωστό μυθιστόρημα του Boris Sàvinkov, Cavallo pallido χλωμό Άλογο (1909), στον ορθολογισμό του τρομοκρατικού αινίγματος (το να σκοτώσει δεν είναι επιτρεπτό) υπάρχει το αντιστάθμισμα της ηθικής του επαναστάτη (πρέπει να γίνει ούτως ή άλλως). Πρέπει να σκοτώσει έτσι ώστε κάποια στιγμή να σταματήσουν οι σκοτωμοί. Είναι η επανάσταση που επεξηγεί τη θυσία, και αυτό καθιερώνει μια ηθική που αναστέλλει στιγμιαία (και τραγικά, γιατί δεν υπάρχει διέξοδος) τους καθιερωμένους κανόνες για τους ανθρώπους, πριν από όλους την μη διαθεσιμότητα της ζωής άλλων. Όπως πράγματι θα πει ο Sergej Kravčinskij στο δικό του The Career of a Nihilist, «Αν πρέπει να υποφέρουμε, τόσο το καλύτερο! Τα βάσανα μας θα είναι ένα νέο όπλο μας. Αφήστε τους να μας κρεμάσουν, αφήστε τους να μας πυροβολήσουν, αφήστε τους να μας σκοτώσουν στα υπόγεια τους κελιά. Όσο πιο άγρια μας συμπεριφερθούν, τόσο περισσότεροι θα μας ακολουθήσουν, τόσο μεγαλύτερη θα είναι η συνέχεια μας». Το κίνητρο της θυσίας, δηλαδή της οριστικής απώλεια της αθωότητας, βρίσκεται επίσης στο επίκεντρο του διάσημου ποιήματος του Brecht A coloro che verranno Σε αυτούς που θα έρθουν (1939): «και το μίσος ενάντια στην προστυχιά στρεβλώνει το πρόσωπο. Και η οργή για την αδικία κάνει τη φωνή βραχνή. Ω, εμείς που θελήσαμε να προετοιμάσουμε το έδαφος για την καλοσύνη, την ευγένεια, δεν μπορέσαμε να είμαστε ευγενικοί». Η εποχή της καλοσύνης, ήτοι της ολοκληρωμένης ανθρωπιάς, θα εγκαινιαστεί από εκείνους που δεν μπόρεσαν να είναι ανθρώπινοι. Το βραβείο θα είναι μοναχά μεταθανάτιο: «Αλλά εσείς, όταν θα έρθει η ώρα που στον άνθρωπο μια βοήθεια θα είναι ο άνθρωπος, σκεφτείτε μας με επιείκεια». Εξάλλου, πάλι με τον Καμύ, «η επανάσταση συνίσταται στο να αγαπάς έναν άνθρωπο που δεν υπάρχει ακόμη». Όλα αυτά έχουν μια σαφή θρησκευτική αναφορά. Για να ολοκληρώσουμε με τα λόγια του Friedrich Hebbel τα οποία αναφέρει ο Lukács στο δικό του Tattica e etica Τακτική και ηθική(1919), «Και αν ο Θεός είχε τοποθετήσει την αμαρτία μεταξύ εμού και της δράσης που μου επιβλήθηκε, ποιος είμαι εγώ ώστε να μπορέσω να ξεφύγω από αυτό;». Εάν λοιπόν «δεν υπάρχει τρομοκρατία χωρίς σκοπούς και μάλλον, χωρίς έναν Σκοπό», όπως δικαίως τονίζει ο Benigno, αυτό εξηγεί εκείνο τον «χώρο της δυνατότητας» που ο συγγραφέας αποδίδει σωστά στην τρομοκρατία ως όργανο-εργαλείο της πολιτικής, που εκμεταλλεύτηκαν ιστορικά όλα τα υποκείμενα στον αγωνιστικό χώρο (μακριά συνεπώς από τις απλές ηθικολογίες εκείνων που στιγμιαία κρατούν τα ηνία του πολιτικού λόγου).

Το πρώτο μέρος του δοκιμίου του Benigno μιλά για αυτή την επικαιρότητα της επανάστασης. Είτε πρόκειται για αναρχική, αναγεννησιακή, λαϊκίστικη ρωσική, αντιαποικιακή ή – τέλος – κομμουνιστική, ήταν εντός αυτής της ιδέας- δύναμης που διαλύονταν ο άρρηκτος κόμπος της σχέσης μεταξύ της βαθιάς ανθρωπιάς της επαναστατικής ιδέας και της άλλο τόσο δραστικής απάνθρωπης συμπεριφοράς της τρομοκρατικής πρακτικής (δεν υπάρχει πρόβλημα στην αναγνώρισή του: η τρομοκρατία, stricto sensu, είναι απάνθρωπη πρακτική). Κι όμως έξω από την επανάσταση η βία της τρομοκρατίας συνέχισε να καρπώνεται τα θύματά της. Στα είκοσι χρόνια που μόλις διανύσαμε ο θρησκευτικός ριζοσπαστισμός ήταν η πηγή νομιμοποίησης της πολιτικής βίας. Στην πραγματικότητα ο θρησκευτικός λόγος γέμισε περισσότερο το χάσμα παρά αντικατέστησε εκείνο τον πολιτικό. Βλέποντας καλύτερα οι στόχοι της ισλαμικής τρομοκρατίας παραμένουν αυστηρά πολιτικοί, αν και είναι ντυμένοι με ομολογιακά ενδύματα. Η ιδέα της επανάστασης εξαλείφεται, αυτός δεν είναι λόγος για να ελαττωθεί η ιδέα ενός ιστορικού χρόνου tempo storico για τον οποίον αξίζει κάποιος να αγωνιστεί, αντιτιθέμενος στον παρόντα χρόνο tempo presente του οποίου συνεχίζουν να είναι θύματα οι μάζες (νεο)αποικισμένες που τίθενται έξω από τον δυτικό λόγο, την κουβέντα στη δύση. Ο ρόλος του ριζοσπαστικού Ισλάμ, αρέσει δεν αρέσει στους σχολιαστές του ατλαντικού, μετα-μορφώνει με άλλα λόγια και με άλλες ιδέες (δεν είναι πολύ χρήσιμο να τα χαρακτηρίσουμε ως «αντιδραστικά» σε αυτή την περίπτωση) τις ανησυχίες απελευθέρωσης από την εκμετάλλευση, την καταπίεση, την εξωτερική παρεμβολή, την υποταγή, που ένα μέρος του κόσμου συνεχίζει να αισθάνεται συγκεκριμένα επάνω στο πετσί του. Όπως ακριβώς η επανάσταση, ο θρησκευτικός ριζοσπαστισμός ικανοποιεί τόσο τις άμεσες ανάγκες, την κοινοτική άμυνα από τη φτώχεια που επιβάλλουν οι ιμπεριαλιστικές πολιτικές, όσο και τις ιδανικές, άϋλες, υπερβατικές ανάγκες αυτών των ίδιων μαζών (γίνονται πρωταγωνιστές και όχι μόνο θύματα της ιστορίας). Το Islam – si parva licet: esattamente come il comunismo ακριβώς όπως ο κομουνισμός– οικοδομεί το ιδεολογικό-υλικό πλαίσιο μιας κοινότητας του πεπρωμένου εντός του οποίου βρίσκουν απαντήσεις (είναι αυτονόητο, χειραγωγημένες-πλαστογραφημένες: είναι πραγματικά ανάγκη να το θυμίσουμε;) οι βασικές ανάγκες του ανθρώπου, εκείνες οι πολιτικές ανάγκες που την ίδια στιγμή που επιλύουν το πρόβλημα του ψωμιού λένε επίσης: μαχόμαστε για ένα μέλλον στο οποίο δεν θα υπάρχει πλέον αγώνας για το ψωμί. Είναι μέσα σε αυτό το πολιτικο-εσχατολογικό σενάριο που επανα-δραστηριοποιείται η διαλεκτική μεταξύ της πολιτικής τακτικής και της επαναστατικής ηθικής, στην οποία βρίσκει νόημα, για τον τρομοκράτη, να «δώσει τον θάνατο» και να πεθάνει ταυτόχρονα, θυσιάζοντας τον εαυτό του για ένα μέλλον του οποίου δεν θα απολαύσει κάποιον καρπό. Όλα αυτά, φυσικά, ευνοούνται από τη διεξοδικά θρησκευτική διάσταση που χτίζει έναν ορίζοντα νοήματος και για τα «πέρα από εδώ», εκεί όπου για τον επαναστάτη μαχητή υπήρχε μόνο ένα «από την πλευρά αυτή» που καθόριζε τον αξεπέραστο χαρακτήρα της θυσίας του. Ο πράκτορας της επανάστασης γνωρίζει ότι αγωνίζεται για κάτι εξωτερικό και ανέφικτο, και παρόλα αυτά αποφασίζει να κάνει το καθήκον τουΚάτι που συνέλαβε επίσης ο φιλελεύθερος- δημοκρατικός Turgenev, και όμως τόσο λεπτά «συνένοχος» με εκείνους τους επαναστάτες που μαρκάρισε, δεύτερος ορισμός που προοριζόταν να αποτυπωθεί μέσα στο χρόνο, σαν nihilists,νιχιλιστές. Στο ποίημα Στο κατώφλι Sulla soglia (1878) αυτό θα κάνει την πρωταγωνίστρια να λέει (διαμορφώθηκε στη μορφή της Vera Zasulič, που θα υπογράψει, ακριβώς το ’78, την πρώτη «τρομοκρατική» δράση του ρωσικού λαϊκισμού επιτιθέμενη στη ζωή του στρατηγού Trepov): «Είσαι έτοιμη στη θυσία; – Ναι. – Σε ανώνυμη θυσία; Θα αφανιστείς και κανείς…κανένας θα ξέρει ούτε καν ποιανού τη μνήμη να τιμήσει! – Δεν έχω ανάγκη ούτε για αναγνώριση, ούτε για συμπόνια. Δεν έχω ανάγκη ενός ονόματος».

Η θυσία ως συνέπεια μιας κατάστασης που δεν είναι πλέον σε θέση να υποφέρουν. Όλα αυτά, προφανώς, θεωρούνται μέσα σε μια συλλογική διαδικασία ωρίμανσης πολιτικο-υπαρξιακών επιλογών αλλιώς αδύνατο να υποστηριχτούν (και να κατανοηθούν). Αυτός είναι ο λόγος πίσω από την τρομοκρατική επιλογή. Μια επιλογή η οποία σήμερα είναι δικαίως δυσανάγνωστη. Μόλις εξαφανιστεί το πλαίσιο, σβηστεί η σχέση με τις υλικές αιτίες που τίθενται στη ρίζα μιας επιλογής ζωής, η τρομοκρατική επιλογή, τουλάχιστον ειδωμένη με τα δυτικά μάτια, αποτελεί μέρος της ψυχιατρικής παθολογίας που πρέπει να εξαλειφθεί με την θεραπεία και με το νόμο. Εξ ου και η πορεία της λύτρωσης (ένα άλλο θρησκευτικό κίνητρο) για όσους συνεργάζονται και αιώνιας τιμωρίας για εκείνους που εμμένουν στην «αμετακινησία» τους. Εάν, αντιθέτως, θέλαμε να κατανοήσουμε τους λόγους πίσω από μια επιλογή τόσο μακριά από τις ήσυχες υπάρξεις μας, αυτό που πρέπει να κάνουμε είναι να μιλήσουμε για κάτι άλλο. Για την αδικία και την δυστυχία, την αποστέρηση και την υποτέλεια. Από εδώ μέχρι την ιστορική κατανόηση της τρομοκρατίας το πέρασμα θα είναι σύντομο.

αθλητισμός, sport

Αθλητισμός και το περιβάλλον του – Επεισόδια μιας συζήτησης για την μπάλα, τον καλύτερο ιδεολογικό μηχανισμό στην υπηρεσία του κεφαλαίου

του Gioacchino Toni

Luca Pisapia, Uccidi Paul Breitner. Frammenti di un discorso sul pallone, Σκότωσε τον Paul Breitner. Επεισόδια μιας κουβέντας για την μπάλα. Edizioni Alegre, Roma, 2018, pp. 285, € 16,00

«[Στην Ιταλία της δεκαετίας του εβδομήντα] ενώ η πολιτική στράτευση από τα κάτω αρχίζει να καταλαμβάνει τις κερκίδες των σταδίων, η ακραία πνευματική αριστερά, πέρα από πολύ σπάνιες εξαιρέσεις, δεν κατανοεί τη στιγμή για να εισέλθει στους μηχανισμούς εκείνης που είναι ήδη η σημαντικότερη πολιτιστική βιομηχανία της χώρας, αφήνοντάς την στα χέρια των αφεντικών που μπορούν, μέσω αυτής, να παράγουν τον κυρίαρχο λόγο. Ακριβώς όταν γεννιέται η στρατευμένη κριτική στον κινηματογράφο, και η εκ νέου γκραμσική ανακάλυψη επιτρέπει να εντοπίζουμε στην τέχνη και τον πολιτισμό ένα ισχυρό ιδεολογικό όπλο ικανό να επηρεάσει και να καταπνίξει την επιθυμία, κανείς δεν κάνει τον κόπο να αποικοδομήσει τη βιομηχανία της μπάλας που γεννιέται, η οποία προορίζεται μέσα σε λίγα χρόνια να υποκαταστήσει τον κινηματογράφο λόγω ευκολίας παραγωγής και κατανάλωσης. […] Κανείς δεν ασχολείται να γκρεμίσει τον τέταρτο τοίχο μεταξύ της ποδοσφαιρικής σκηνής και του θεατή, με τον τρόπο του Bertold Brecht, και η μπάλα παραμένει η πιο ισχυρή ιδεολογική συσκευή στα χέρια του κεφαλαίου: το μεγαλειώδες εργοστάσιο της αλλοτρίωσης»

Αυτό δεν είναι το βιβλίο τους, να το πούμε αμέσως σε όλους τους παθιασμένους του ποδοσφαίρου που έχουν γίνει θηράματα εκείνου του είδους νοσταλγίας της μπάλας για ένα άθλημα που μοιάζει να έχει εξαφανιστεί μαζί με την παιδική τους ηλικία, νοσταλγίας με την οποίαν, και κατά τρόπο απίστευτο, θεωρούν πως έχουν συμβληθεί και πολλοί ανήκοντες σε γενιές που εκείνου του ποδοσφαίρου έχουν μοναχά ακούσει τόσο αξιόπιστες ιστορίες όσο οι καλοκαιρινές περιπέτειες για τις οποίες γίνεται λόγος σε ένα κουρείο του παρελθόντος. Στα Επεισόδια μιας κουβέντας για την μπάλα του Luca Pisapia αυτός που αισθάνεται ορφανός ενός ποδοσφαίρου προηγούμενου του σύγχρονου δεν θα βρει κανένα ίχνος νοσταλγίας σχετικά με ένα άθλημα που ασκείται απ’ όταν οι μύλοι ήταν ακόμα λευκοί, όταν παίζονταν με γυμνά πόδια στα λιβάδια των πολλών via Gluck πριν το χόρτο μετατραπεί σε πόλη, ή όταν ακόμη τις ώρες των ντέρμπι δεν τις αποφάσιζαν οι pay tv. Κατά κάποιον τρόπο το βιβλίο αυτό μας θυμίζει ότι οι εκείνοι οι μύλοι ήταν κάθε άλλο παρά λευκοί, πως σε αυτά τα προαστιακά λιβάδια στην πραγματικότητα σπάζαμε την πλάτη χωρίς πολλή ποιητικότητα και πως στα παιχνίδια που βλέπαμε ασπρόμαυρα με μια Brionvega Algol 11 ιντσών φορητή με απόκλιση ενενήντα βαθμούς γερμένη για να διευκολύνεται η ορατότητα δεν κρύβονταν ρομαντικά ανάμεσα στα τρανζίστορ ένα ποδόσφαιρο και ένας κόσμος πολύ καλύτεροι από εκείνους που είναι κρυμμένοι μεταξύ των επεξεργαστών των σημερινών εκατό ιντσών υψηλής ευκρίνειας έξυπνων τηλεοράσεων.

Πεπεισμένος για την τρέχουσα αδυναμία ενός οργανικού λόγου για την μπάλα, είναι μέσω μιας σειράς επεισοδίων επάνω στην κουβέντα που ο Pisapia προσπαθεί να αποκαταστήσει την πολυπλοκότητά της περιορίζοντας ταυτόχρονα οποιαδήποτε πρόθεση συστηματοποίησης με ένα βιβλίο προικισμένο με αφηγηματική δομή στην οποία οι πραγματικοί και φανταστικοί χαρακτήρες είναι αλληλένδετοι, μυθοπλασία και τεκμηριωμένα γεγονότα, ποδόσφαιρο και πολιτική, οικονομία και μέσα ενημέρωσης. Προσπαθώντας να καταστήσει εύλογο το αληθινό και το αντίστροφο ο συγγραφέας σκοπεύει να εκφράσει την παρουσία του μακρού χεριού του κεφαλαίου στο άθλημα που ακολουθείται περισσότερο στον κόσμο, χέρι που κινεί τα νήματα των μεγάλων θεαματικών γεγονότων σε παγκόσμια θέαση για τον διπλό σκοπό να δημιουργήσει κέρδος και να πλαστογραφήσει φαντασιακά καθιστώντας αυτά που υπάρχουν πίσω από τα παρασκήνια απρόσωπα, μη παρουσιάσιμα.

Το άνοιγμα ανήκει στο αργεντίνικο Mundial του 1978, εκείνο που παίχτηκε στο δέρμα εκείνων των εξαφανισμένων-desaparecidos που βασανίστηκαν και δολοφονήθηκαν κατά τη διάρκεια του Proceso de Reorganización Nacional που τέθηκε σε εφαρμογή από το διαβόητο στρατιωτικό καθεστώς του Jorge Rafael Videla και κρατήθηκαν στο σκοτάδι από τα διεθνή μέσα ενημέρωσης καθ όλη τη διάρκεια των αναμετρήσεων εν μέρη στο όνομα μιας αξιολύπητης ουδετερότητας του αθλητισμού και εν μέρει στο όνομα του κέρδους. Στην Ιταλία της πτωτικής πορείας των κινημάτων και της εθνικής αλληλεγγύης δεν είναι λίγα τα όργανα πληροφόρησης που εμφανίζονται όχι πολύ εχθρικά προς το αργεντίνικο καθεστώς και γενναιόδωρα στην τέχνη της ελαχιστοποίησης της άγριας καταστολής που διεξάγεται στη χώρα. Σε αυτό το μερίδιο του λέοντος ανήκει στην «Corriere della sera» που έχει έναν ιδιοκτήτη της εκδοτικής ομάδας και έναν διευθύνοντα σύμβουλο οι οποίοι είναι εγγεγραμμένοι στην P2 μασονική Στοά, την ίδια στην οποία ανήκουν αρκετοί εξέχοντες στρατιωτικοί της Αργεντινής, όπως ο στρατηγός Suárez Mason και ο ναύαρχος Massera, που δεν φείδεται, αυτός ο τελευταίος, να υποστηρίζει την ομάδα της οδού Solferino στην απόκτηση σε τιμές ευκαιρίας εγκαταστάσεων του μεγαλύτερου εκδοτικού οίκου της Αργεντινής που απαλλοτριώθηκε από το καθεστώς.

«Ενώ η καταστολή το 1978 φθάνει στο αποκορύφωμα της απέχθειας, στο Estadio Monumental του Μπουένος Άιρες οι Ολλανδοί και η Αργεντινή παίζουν τον τελικό του Παγκοσμίου Κυπέλλου. Ο στόχος του καθεστώτος είναι το μεγάλο γεγονός να αποσπάσει την προσοχή από το λουτρό αίματος στο οποίο βυθίζεται η Χώρα. Μάταια προσπαθεί να εξαφανίσει ακόμα και τον Arcadio Lopez, μια μυστηριώδη φιγούρα που αναγκάζεται μέσα σε ένα bunker να παρακολουθεί τον τελικό από μια μικρή τηλεόραση, υποφέροντας από σπαραξικάρδιες κραυγές και εσωτερικές φωνές».

Νάμαστε σε εκείνη την 25η ιουλίου 1978, εκείνη την κυριακή το απόγευμα, που μεταδίδεται παγκοσμίως, στην οποία παίζεται ο τελικός του Παγκοσμίου Κυπέλλου μεταξύ Αργεντινής και Ολλανδίας. Και πάλι ένας τελικός για την Ολλανδία, μετά από αυτόν που έπαιξε το 1974 εναντίον της Δυτικής Γερμανίας όπου, παρά την ήττα, έδειξε στον κόσμο την ουσία του «ολοκληρωτικού ποδοσφαίρου», δηλαδή, για να χρησιμοποιήσουμε τα λόγια του Sandro Modeo, «ένα στυλ παιχνιδιού που βασίζεται στη συνεργασία και τη συλλογική σκέψη, ένα στυλ του οποίου ο ρυθμός βασισμένος στην προσοχή στο χρόνο και το χώρο προσανατολίζει την ομάδα ανεξάρτητα από τον αντίπαλο».

Αυτή του 1974 είναι η Ολλανδία που καθοδηγείται από τον Rinus Michels που έχει πειραματιστεί με τον Ajax ένα συλλογικό ποδόσφαιρο με γεωμετρική ακρίβεια και που στην διήγηση προσδιορίζεται με την «depilastrizzazione που στη δεκαετία του Eξήντα έδωσε τη θέση της στην κατεδάφιση των ιερών πυλώνων στους οποίους ήταν κάθετα χωρισμένη η ολλανδική κοινωνία στο όνομα μιας πιο δυναμικής και λειτουργικής κοινωνικής συνοχής», στις γεωμετρικές τοπικές καλλιέργειες και στον πολεοδομικό σχεδιασμό του Άμστερνταμ »όπου τα εξπρεσιονιστικά κτίρια με τις επικλινείς στέγες και τις εκκεντρικές προσόψεις συνδιαλέγονται με τον λειτουργικό πολεοδομικό σχεδιασμό της κυψέλης, συμβάλλοντας στην κατασκευή μονάδων πολλαπλών χρήσεων όπου κάθε στοιχείο είναι πλήρες μόνο σε σχέση με τα στοιχεία που το περιβάλλουν». Ο Michels, που μοιάζει πραγματικά να ενσαρκώνει την προτεσταντική-καπιταλιστική ηθική, επιβάλλει στις ομάδες του μια σιδερένια πειθαρχία και εξαντλητικές προπονητικές πρακτικές, τόσο πολύ ώστε να αποκαλείται «ο Στρατηγός» από τους παίκτες του. «Όπως ο Ėjzenštejn, έτσι και αυτός σχεδιάζει σκίτσα αμιγούς αφαίρεσης σε λευκά φύλλα, δυναμικές γραμμές που στοχεύουν στην κατάληψη κάθε πιθανού χώρου», πυκνούς ιστούς περασμάτων που επιτίθενται στον χώρο και τον μειώνουν σε ενότητες.

Στα ίδια χρόνια κατά τα οποία η Ολλανδία αφιερώνεται στο totaalvoetbal, στο γήπεδο της Liverpool επιβάλλεται το passing game του William “Bill” Shankly: το ποδόσφαιρο δύο αγγιγμάτων, συλλογική εργασία και τρέξιμο, με την μπάλα που πρέπει να εξημερωθεί και να διανεμηθεί γρήγορα. «Είναι το loop της γραμμής συναρμολόγησης και της εξόρυξης. Είναι η κομμουνιστική πειθαρχία, ο μυστικισμός της μηχανικής […], όπως στο ορυχείο έτσι και στο γήπεδο ποδοσφαίρου παίζουν μαζί, ο καθένας πρέπει να είναι σε θέση να εκπληρώσει το καθήκον του καθενός, να δώσει εκείνο που είναι σε θέση να δώσει για να λάβει αυτό που χρειάζεται να λάβει».

Οι Michels και Shankly, όπως λέει στο βιβλίο, μπορούν να θεωρηθούν ως απόγονοι του ούγγρου Béla Guttmann, «όνομα πολλών συστατικών και λειτουργικών στοιχείων ενός μύστη της μηχανικής που υπάρχει από και για πάντα, το οντολογικό έμφυτο σχέδιο στο οποίο βρίσκουν οι Rinus Michels και Bill Shankly έμπνευση για να θέσουν τα θεμέλια του ολοκληρωτικού ποδοσφαίρου ». Είναι ακριβώς ο Guttmann, μετά τον πόλεμο, που θέτει στη σκηνή ένα παιχνίδι στο οποίο η πειθαρχία και η φαντασία αναμειγνύονται, η νεωτερικότητα και η παρακμή, με βάση το «δώσε την μπάλα-ξαναδώστην και σούταρε», όπου ενώνονται η προσωπική και αντάρτικη έλλειψη δυναμισμού ενός καλλιεργημένου και χαμένου γιου μιας παρηκμασμένης αυτοκρατορίας και η αυστηρότητα του κομμουνιστικού ποδοσφαίρου του Gusztáv Sebes που κάνει μεγάλη την Aranycsapat, την “ομάδα από χρυσάφι”», της Ουγγαρίας των χρόνων Πενήντα.

Ο Ajax του Michels και η Liveroppol του Shankly συναντώνται στο Champions Cup γύρω στα μέσα της δεκαετίας του ’60 που σηματοδοτήθηκε από μια ευρεία επιθυμία συλλογικής χειραφέτησης. «Στα οδοφράγματα που σηκώθηκαν στους δρόμους, στις πορείες που πλημμύριζαν τις πλατείες, στις καταλήψεις που ξαναγράφουν την καθημερινή λειτουργία των τόπων μελέτης και εργασίας και διασκέδασης, οι άνεμοι των ελευθεριακών περιστάσεων πνέουν στην ήπειρο από διαφορετικές κατευθύνσεις. Έτσι και στο ποδόσφαιρο. Το ολοκληρωτικό ποδόσφαιρο του Rinus Michels είναι η καπιταλιστική σοσιαλδημοκρατία κόρη του καλβινισμού. Το ολοκληρωτικό ποδόσφαιρο του Bill Shankly είναι η αμοιβαία κομμουνιστική συνεργασία κόρη των αγώνων των εργατών. Και οι δύο είναι τέτοιες σαν αποτέλεσμα αλλαγής των σχέσεων παραγωγής σε μια δεδομένη ιστορική εποχή και σε ένα δεδομένο γεωγραφικό πλαίσιο, όπως φαίνεται από έναν από τους σημαντικότερους επιγόνους τους: τον ρώσο συνταγματάρχη Valerij Lobanovs’kvj […] την υψηλότερη έκφραση της ακαμψίας του επιστημονικού σοσιαλισμού που εφαρμόζεται στο ποδόσφαιρο […] Απόφοιτος της μηχανολογίας και πιστός στη γραμμή του κόμματος, ο Valerij Lobanovs’kvj γνωρίζει ότι πρέπει να μεταφράσει τη νέα κυβερνητική πορεία του υπαρκτού σοσιαλισμού στα γήπεδα ποδοσφαίρου». Και εδώ ανοίγει μια άλλη ιστορία, όλη να την διαβάσουμε.

Επιστρέφοντας σε εκείνη την 25 ιουλίου του 1978 με εκείνη τη θλιβερή φιγούρα του Arcadio Lopez που αρχίσαμε να γνωρίζουμε στις πρώτες σελίδες του βιβλίου προσπαθώντας να βουλώσει τα αυτιά του μάταια για να μην ακούει τις φωνές που βουίζουν στο κεφάλι του και «τις ελπιδοφόρες διεκδικήσεις για έναν καλύτερο κόσμο να υπόκεινται σε ηλεκτρικές εκκενώσεις που παραμορφώνουν τα γυμνά σώματα που με δυσκολία τις ανέχονται»με τις οποίες βρίσκεται να μοιράζεται το bunker των βασανιστηρίων, εκείνη είναι η ημέρα που η Ολλανδία, προπονούμενη αυτή τη φορά από τον Ernst Happel, βγαίνει ξανά νικημένη από έναν τελικό του Κυπέλλου του κόσμου. Κάτω από τα μάτια του Videla στο Estadio Monumental του Μπουένος Άιρες και των πολλών Arcadio Lopez μπροστά στις τηλεοράσεις, η Αργεντινή που προπονείται από τον σοσιαλιστή César Luis Menotti ο οποίος επιμένει να μας λέει ότι έχει οδηγήσει την ομάδα για τον λαό και όχι για το καθεστώς, γιορτάζει, και μαζί της η στρατιωτική δικτατορία. Σε κάποιους ιταλούς δημοσιογράφους απεσταλμένους στην Αργεντινή δεν απομένει παρά να επιμείνουν στην οργανωτική αποτελεσματικότητα, την ευγένεια των οδηγών ταξί και την νοστιμιά που έχουν οι μπριζόλες που σερβίρονται στο Μπουένος Άιρες. Ούτε οι επίμονες μητέρες της Plaza de Mayo καταστρέφουν την όρεξη και την παράσταση σε μεγάλο μέρος από τους φημισμένους γραφιάδες της δημοσιογραφίας μας (αθλητικής και όχι).

Στο δεύτερο μέρος του βιβλίου η ιστορία μετακινείται στη Βραζιλία, σχεδόν σαράντα χρόνια μετά το Mundial της ντροπής του 1978. Αργεντίνικη ντροπή, φυσικά, αλλά και του υπόλοιπου εκείνου κόσμου που σκέφτηκε, στην καλύτερη περίπτωση, να αναστείλει για τη διάρκεια της παράστασης την κρίση και να εστιάσει την προσοχή μόνο στα πράσινα ορθογώνια που προβάλλονται από τις καθοδικές λυχνίες, σεβόμενος αυστηρά τον κανόνα του θεατή που λέει πως πρέπει να προσποιούμαστε ότι δεν υπάρχει τίποτα έξω από τον αγωνιστικό χώρο, αποφεύγοντας έτσι να σκεφτεί τι απομένει έξω από τα ορθογώνια του παιχνιδιού, έξω από τα τηλεοπτικά πλάνα και από τις διηγήσεις των περισσότερων απεσταλμένων.

Περνάμε λοιπόν σε εκείνα τα Παγκόσμια Κύπελλα του 2014 όπου «τα μέσα μαζικής ενημέρωσης επικεντρώνουν τα φώτα τους στα γήπεδα ποδοσφαίρου της Βραζιλίας, αφήνοντας στη σκιά τις διαμαρτυρίες ενάντια στις σπατάλες και τις βάρβαρες επιχειρήσεις « ευπρεπισμού» της κυβέρνησης. Εδώ συναντάμε, μεταξύ των υψηλότερων κτιρίων στο Ρίο ντε Τζανέιρο τον »κ. Μ., έναν βρώμικο σούπερ αστυνομικό που σκοπεύει να καλύψει τις ίντριγκες της FIFA.» Τα βραζιλιάνικα γεγονότα διασχίζονται από επεισόδια που προέρχονται από την εποχή των σφιγμένων γροθιών στον αθλητισμό: από εκείνες που υψώνονται στον ουρανό από τους αφροαμερικανούς Tommie Smith και John Carlos στους ολυμπιακούς αγώνες του Μεξικού του 1968, που γνωρίζουν καλά πώς να ανάψουν φωτιές και να μείνουν στην ιστορία, σε εκείνες ικανές να προκαλέσουν μοναχά μια σπίθα του Paolo Sollier, του ιταλού ποδοσφαιριστή της Avanguardia operaia που καταγγέλλει δημοσίως τις παραμορφώσεις και υποκρισίες εκείνου του ποδοσφαιρικού κόσμου που θέλει να μείνει έξω από οτιδήποτε άλλο.

Έπειτα, υπάρχει χώρος για την αλληλοσύνδεση του αθλητισμού και της πολιτικής σε εκείνη τη Χιλή η οποία ανακηρύσσει τον στρατηγό Pinochet με κανονιές στις 11 σεπτεμβρίου 1973 με την μη ασήμαντη βοήθεια με αστέρια και ρίγες. Στη συνέχεια πέφτουμε επάνω στην άρνηση της σοβιετικής Ένωσης να παίξει στη Χιλή ένα παιχνίδι για τα προκριματικά του παγκοσμίου κυπέλλου του 1974 στη Γερμανία, άρνηση που αναγκάζει τη χιλιανή στρατιωτική χούντα να υπερβεί τα όρια του γελοίου παρουσιάζοντας την ομάδα της στον αγωνιστικό χώρο απουσία του αντιπάλου και σκοράροντας με τον αρχηγό Francisco Valdés το γκολ της πρόκρισης. Εάν η ΕΣΣΔ διατηρεί την ίδια αδιαλλαξία προς τη χιλιανή δικτατορία και το 1976, όταν αρνείται να αντιμετωπίσει την ομάδα του τένις στον ημιτελικό του Κυπέλλου Davis, αντιθέτως χωρίς πολλούς ενδοιασμούς συμμετέχει κανονικά στο παγκόσμιο κύπελλο ποδοσφαίρου του 1978 στην Αργεντινή των στρατιωτικών.

Άλλα επεισόδια της κουβέντας για την μπάλα είναι αφιερωμένα στον ποδοσφαιριστή Rachid Mekhloufi που εγκαταλείπει τη φανέλα της εθνικής ομάδας της Γαλλίας για να φορέσει εκείνη του αλγερινού Front de Libération nationale, πεπεισμένος ότι αυτό που έχει καταφέρει να κάνει για τους κολασμένους της γης, το έκανε με την μπάλα ανάμεσα στα πόδια, παίζοντας για την επανάσταση. Με ένα άλμα στο Αμβούργο το βιβλίο εστιάζει στον Volker Ippig, τερματοφύλακα της St. Pauli που ζει μεταξύ των καταληψιών της γειτονιάς και που γύρω από τα μέσα της δεκαετίας του Ογδόντα αποφασίζει να μετακινηθεί προς τη Νικαράγουα για έξι μήνες για να διδάξει το ποδόσφαιρο στα παιδιά στα σχολεία του Frente Sandinista de Liberación Nacional, για να επιστρέψει κατόπιν στο Αμβούργο να υπερασπιστεί ξανά την εστία της St. Pauli μέχρι το τέλος της αγωνιστικής δραστηριότητας όταν, μη μπορώντας να ανακυκλωθεί μέσα στον κόσμο του ποδοσφαίρου, τελικά βρίσκει εργασία στο λιμάνι. Σχετικά με τη γερμανική πόλη της Βόρειας Θάλασσας, κάποιες σελίδες του βιβλίου δεν μπορούσαν παρά να είναι αφιερωμένες στην διαπλοκή αθλητισμού- πολιτικής που χαρακτηρίζει την περιοχή μεταξύ της Hafenstrasse και του Millerntor-Stadion της St. Pauli.

Επιστρέφοντας στο Παγκόσμιο Κύπελλο Βραζιλίας του 2014, σε αυτούς η ιταλική εθνική ομάδα φτάνει μετά την κάκιστη φιγούρα τέσσερα χρόνια νωρίτερα στη Νότια Αφρική. Σε εκείνη την περίπτωση ζητήθηκαν οι αιτιολογίες της καταστροφής στην αποβολή του Marchisio, «του μέσου της Γιουβέντους ο οποίος στην πατρίδα απολαμβάνει της ασυλίας που κατοχυρώνεται στους bianconeri από το πρώτο άρθρο του ποδοσφαιρικού Συντάγματος». Ο αποδιοπομπαίος τράγος, φθάνει να μην παραδεχτούν την ήττα ολόκληρου του έθνους, πρέπει να βρεθεί. «Γι αυτό αθλητικοί δημοσιογράφοι, ειδικοί της επικοινωνίας των πρακτορείων μάρκετινγκ που χρησιμοποιεί η ιταλική ομοσπονδία ποδοσφαίρου, πρώην πολιτιστικοί αντάρτες κατά τη διάρκεια του πανεπιστημίου που κεραυνοβολήθηκαν επάνω στην οδό της εξουσίας, θέτουν ήδη σε κίνηση το εργοστάσιο συναίνεσης. Το θύμα, προκειμένου να επαναληφθεί η απόλυτη αθωότητά του, χρειάζεται έναν αποδιοπομπαίο τράγο καταδικασμένο να περιπλανιέται στην έρημο κουβαλώντας επάνω του τις αμαρτίες του έθνους. Για τη Βραζιλία του 2014 επιλέχθηκε ο Mario Balotelli: ο νέγρος».

Το Επεισόδια… Frammenti di un discorso sul pallone μεταφέρει αυτούς που διαβάζουν στο Παγκόσμιο Κύπελλο των ΗΠΑ το 1994, «όταν το ποδόσφαιρο υπέστη την οριστική μετατροπή σε ένα τηλεοπτικό προϊόν, το οποίο παρακολουθούμε μέσα από τα μάτια ενός παιδιού που κοιτάζει μια οθόνη μέσα σε ένα τεράστιο εμπορικό κέντρο με δυστοπική και ballardiana ατμόσφαιρα».

Υποστηρίζει ένας χαρακτήρας στο βιβλίο ότι εάν και το ποδόσφαιρο γνωρίζει την πρώτη βιομηχανική επανάσταση στο τέλος του δέκατου ένατου αιώνα με την κωδικοποίησή του σε «πολιτιστική βιομηχανία που μπορεί να εισαχθεί σε μια καπιταλιστική οικονομία οικογενειακής μήτρας, όπως ο τομέας της κλωστοϋφαντουργίας ή της μεταποίησης», η δεύτερη βιομηχανική επανάσταση θα ξεκινούσε με την έλευση της τηλεόρασης στο ποδόσφαιρο μέσα στη δεκαετία του Εξήντα για να φτάσει στη συνέχεια στο αποκορύφωμά της τις μέρες μας. Η τρίτη επανάσταση αντιθέτως θα έπρεπε να έχει σχέση με τη δυνατότητα που προσφέρεται στο χρήστη από τις νέες τεχνολογίες για την «εξαγωγή εξατομικευμένων προγραμμάτων κατανάλωσης». Πέρα από τους μελλοντικούς μετασχηματισμούς, σίγουρα η εμφάνιση της τηλεόρασης, και όχι μόνο στο ποδόσφαιρο, αποτέλεσε ένα σημαντικό σημείο καμπής, και όταν υπάρχουν στη μέση οι τηλεοράσεις η λέξη κλειδί είναι «the show must go on – η παράσταση πρέπει να συνεχιστεί», και λίγες ιστορίες, και από αυτή την άποψη ούτε οι νεκροί μπορούν να σταματήσουν την μηχανή του θεάματος και των επιχειρηματικών υποθέσεων.

Η επανάσταση της τηλεόρασης έχει συνδυαστεί με εκείνη των «ατομικών καθισμάτων» στα στάδια, δομές που, χάρη στις ολοένα και υψηλότερες τιμές, πρέπει να γίνουν μέρη προσβάσιμα σε περιορισμένο αριθμό θεατών που βρίσκονται υπό έλεγχο ενώ οι άλλοι θα πρέπει να προσφύγουν στη συνδρομητική τηλεόραση. Οι τραγωδίες του Haysel στις Βρυξέλλες στις 29 μαΐου 1985 και του Hillsborough στο Σέφιλντ στις 15 απριλίου 1989, αποδείχτηκαν από αυτή την άποψη ευκαιρίες που δεν πρέπει να χαθούν για να πιεστεί περαιτέρω ο επιταχυντής του μετασχηματισμού που βρίσκεται σε εξέλιξη.

Για να τα πούμε όλα, στην περίπτωση του Σέφιλντ η κυβέρνηση της Μάργκαρετ Θάτσερ προσπαθεί με κάθε τρόπο να αποκρύψει τις οργανωτικές ευθύνες που σχετίζονται με τους χώρους που έχουν δεσμευτεί για τους οπαδούς και την λανθασμένη συμπεριφορά των αστυνομικών δυνάμεων που, μαζί με την ισχυρή περίφραξη ενάντια στις εισβολές που εισήγαγε η κυβέρνηση μετά την τραγωδία του Heysel, βοήθησαν να παγιδευτούν οι παρόντες σε ένα πολύ μικρό χώρο. Η κυβέρνηση της Σιδηρής Κυρίας έφτασε μάλιστα στο σημείο να εκμεταλλευτεί τον εξυπηρετικό προς αυτήν Τύπο για να διαδώσει ψευδείς και παρεκκλίνουσες έρευνες σχετικά με τις ευθύνες για το περιστατικό. “The show must go on”, σίγουρα, και μαζί με το θέαμα πρέπει να γίνουν τα πάντα ώστε να προωθηθεί κάθε προσπάθεια να καταστεί ακόμα πιο κερδοφόρο, με οποιοδήποτε απαραίτητο μέσο. Αλίμονο, ο κόσμος των επιχειρήσεων δεν διστάζει, δεν αμφιταλαντεύεται ποτέ μπροστά στους νεκρούς.

Μερικά αποσπάσματα μπαλαδορικής κουβέντας είναι επίσης αφιερωμένα στον Éric Cantona, έναν μαρσεγιέζο στον οποίο ο ρόλος του απλού ποδοσφαιριστή, αν και εξαιρετικού, του ήταν πάντα σφιχτός και που, πάνω απ ‘όλα, ποτέ δεν απέφυγε να λέει και να κάνει εκείνο που περνούσε απ’ το κεφάλι του: από το πάθος για την ζωγραφική στο να δηλώνει ότι προσελκύεται από την άρνηση της εξουσίας που ασκούσαν οι γάλλοι ληστές της δεκαετίας του ’70 Mesrine και Spaggiari, από τις εκστρατείες για να καταρρεύσει το τραπεζικό σύστημα στο να προσφέρεται για τη διαφήμιση μεγάλων εμπορικών σημάτων, από τη στάση του εναντίον γάλλων πολιτικών στη μόδα μέχρι τις κινηματογραφικές του συμμετοχές.

Αφού άνοιξε με το Παγκόσμιο Κύπελλο του 1978 στην Αργεντινή, το βιβλίο κλείνει με μια ιστορία επικεντρωμένη σε εκείνο τον Paul Breitner που βρίσκουμε στον τίτλο του τόμου, εκείνου του γερμανού ποδοσφαιριστή που συνήθιζε να παρουσιάζεται στις προπονήσεις της Μπάγερν Μονάχου με το Μικρό Κόκκινο Βιβλίο του Μάο πεπεισμένου πως μπορούσε να συμβιώνει τον κομμουνιστικό του λόγο με τα χρήματα που κέρδιζε στην Ρεάλ Μαδρίτης, την ομάδα του Φρανσίσκο Φράνκο, και που γι αυτές του τις αντιφάσεις καταλήγει, σε αυτές τις σελίδες, στόχος ορισμένων μελών της Rote Armee Fraction.

«Ποια σχολή παιχνιδιού, σημαία ή αντίληψη της μπάλας κατάφερε να ξεφύγει από τις λογικές του κεφαλαίου; Όλες, καμία. Επειδή το παιχνίδι της μπάλας γεννιέται ήδη σύγχρονο. Είναι ένα εμπόρευμα, μια συσκευή του θεάματος και ένας μηχανισμός εξουσίας ». Ο Luca Pisapia καταπίνεται βαριά. Οι παθιασμένοι του ποδοσφαίρου αιχμάλωτοι της ρομαντικής νοσταλγίας για το ποδόσφαιρο των αναμνήσεων προειδοποιήθηκαν στην αρχή: το Uccidi Paul Breitner. Frammenti di un discorso sul pallone πραγματικά δεν είναι το βιβλίο τους.

 

https://www.carmillaonline.com/2019/01/22/sport-e-dintorni-frammenti-di-un-discorso-sul-pallone-il-miglior-apparato-ideologico-al-servizio-del-capitale/

ένοπλη πάλη, lotta armata

Ένας μακάβριος χορός απελπισμένων για να εξορκίσουν το φόβο

«Νάτος! Τελικά τον πιάσαμε τον κομμουνιστή εγκληματία! Στη φυλακή για να εκτίσει την ισόβια κάθειρξη! Ο Cesare Battisti, το σύμβολο της ιταλικής τρομοκρατίας κατά τη διάρκεια των ετών του μολυβιού, έχει παραδοθεί στις αρχές μας. Η δικαιοσύνη αποδόθηκε!».
Ας το παραδεχτούμε: μια κοινωνική τάξη που σκυλιάζει γύρω από ένα φάντασμα του παρελθόντος δείχνει πως δεν έχει μέλλον, προσπαθεί να καταναλώσει τους τελευταίους αναπνευστικούς πόρους για να εξορκίσει τον φόβο, τον φόβο εκείνο που προκύπτει από τα βάθη μιας κρίσης ενός κοινωνικού συστήματος που κράτησε πάρα πολύ και που έχει περπατήσει επάνω στους νεκρούς, στις καθημερινές σφαγές για να αποσπάσει υπεραξία και να επιταχύνει συνεχώς τη συσσώρευση κεφαλαίου και την καπιταλιστική ανάπτυξη.
Το άτομο δεν είναι τίποτα μπροστά στις ιστορικές διαδικασίες και όλοι μας της δεκαετίας του εβδομήντα του περασμένου αιώνα – ούτως ή άλλως παρατεταγμένοι στα αριστερά – ήμασταν τίποτα μπροστά στην ψευδαίσθηση πως στεκόμασταν ένα βήμα μακριά από τον κομμουνισμό. Παρασυρθήκαμε από το πάθος να είμαστε στη σωστή πλευρά, εκείνη του αγώνα των καταπιεσμένων και εκμεταλλευόμενων. Ήμασταν επίσης απλοϊκοί όταν θεωρήσαμε την υποστήριξη μαζικών τομέων της κοινωνίας προς τους μαχόμενους σχηματισμούς ως διαθεσιμότητα στην κινητοποίηση για την υποστήριξη του «σκοπού» τους. Ο Cesare Battisti; Ένας από τους πολλούς, μόνο οι φανατικοί του ομφαλού τους ασκούνται στις διαφοροποιήσεις. Πληρώσαμε όλοι ένα αντίτιμο, με διάφορους τίτλους και με διάφορους τρόπους, συμπεριλαμβανομένων των πολλών που εξαγοράστηκαν από μια εξουσία που έπαιξε μια φάρσα των ιδανικών μας. Φτύσαμε επάνω στον προδότη και τον μετανιωμένο, υπερεκτιμώντας έτσι τον αγορασμένο και υποτιμώντας τον αγοραστή
Ναι, επιδιώξαμε ένα ιδανικό, εκείνο του κομμουνισμού, μιας πιο ορθολογικής, πιο δίκαιης, ειλικρινέστερης και τιμιότερης, πιο αρμονικής κοινωνίας, μιας κοινωνίας με μεγαλύτερο συναίσθημα, πιο ισότιμης και εξισωτικής. Ήμασταν λάθος, εξαπατήσαμε τους εαυτούς μας. Ο λαός, στη Δύση με έναν συγκεκριμένο τρόπο, δεν ήθελε την κομμουνιστική επανάσταση και όλοι εμείς πολεμήσαμε ενάντια στον άνεμο, είχαμε αντιταχθεί στην ίδια λαϊκή βούληση που δεν κατανοούσε πως την εκμεταλλεύονταν και την καταπίεζαν ή το καταλάβαινε και εφησύχαζε, συμμορφώνονταν. Ένας λαός που υπομένει 1432 θανάτους στην εργασία τον χρόνο για δεκάδες χρόνια, τι να λέμε τώρα για θανάτους της τρομοκρατίας.
Στη συνέχεια η ιστορία, η πραγματική, ξέρει πώς να βάλει σωστά τα διάφορα κομμάτια του μωσαϊκού στο ίδιο καζάνι και σήμερα εκείνος ο λαός που κάποτε εφησύχασε, που μεγάλωσε μέσα σε ένα βάρβαρο και σκληρό σύστημα, στρέφεται εναντίον της. Όλοι εμείς, οι οποίοι ήμασταν μέρος εκείνου του περίεργου μάγματος της άκρας αριστεράς, υπήρξαμε ασυνείδητα πρόδρομοι αντικειμενικών αναγκαιοτήτων που σήμερα διαμορφώνονται περισσότερο από ότι στο παρελθόν. Κύριοι; δεν θέλετε να τις ονομάσετε κομμουνισμό; Αποκαλέστε τες όπως θέλετε, αλλά εκείνοι οι ίδιοι νόμοι που σας έχουν υποστηρίξει για μισή χιλιετία θα σας θάψουν.
Η Ρόζα Λούξεμπουργκ απάντησε σε μια φίλη της όταν της έγραψε στη φυλακή και την ρώτησε αν άξιζε να βρίσκεται εκεί μέσα: «Δεν υπάρχει τίποτα πιο μεταβλητό από την ανθρώπινη ψυχολογία. Ειδικά δεδομένου ότι η ψυχή των ανθρώπων κρύβει όπως η θάλαττα, η αιώνια θάλασσα, όλες τις λανθάνουσες δυνατότητες: θανατηφόρα ηρεμία και  καταιγίδα που βρυχάται, την χαμηλότερη δειλία και τον πιο άγριο ηρωισμό. Η μάζα είναι πάντοτε αυτό που πρέπει να είναι σύμφωνα με τις συνθήκες της στιγμής και είναι πάντα στα πρόθυρα να γίνει κάτι εντελώς διαφορετικό από εκείνο που φαίνεται. Τι θαυμάσιος καπετάνιος θα ήταν εκείνος που θα πιλοτάριζε το πλοίο σύμφωνα με το πως παρουσιάζεται η επιφάνεια των νερών εκείνη τη στιγμή και δεν θα μπορούσε να προβλέψει την καταιγίδα που έρχεται από τα σημάδια του ουρανού και της θάλασσας! »
Ιδού, εμείς δεν υπήρξαμε καλοί καπετάνιοι, μπερδέψαμε τη δύναμη του λόγου και της σκέψης, την δύναμη της υπόθεσης, του σκοπού μας με το λόγο της δύναμης, και υπήρξαν και εκείνοι που μπέρδεψαν το όπλο της κριτικής με την κριτική των όπλων. Ενώ σήμερα η ιστορία παρουσιάζει το λογαριασμό όχι σε εμάς  «φτωχούς παραπλανημένους εκείνων των χρόνων»  αλλά σε σας που τρομοκρατημένοι από μια κρίση χωρίς διέξοδο χορεύετε με μακάβριο τρόπο γύρω από ένα άτομο για να εξορκίσετε τον φόβο και να αποθαρρύνετε τις μάζες από το να ξεκινήσουν »επικίνδυνους δρόμους εμπιστευόμενες υποκείμενα και άτομα που προορίζονται αργά ή γρήγορα στις εγχώριες φυλακές και στην δημόσια γελοιοποίηση».
Στην Ευρώπη, την γριά Ευρώπη, αυτή που έδωσε ζωή στο μεγαλύτερο ιστορικό κίνημα του ανθρώπου με τα μέσα παραγωγής, ίπταται το φάντασμα του χάους. Ο κομμουνισμός είναι νεκρός; Αυτή τη φορά η ψευδαίσθηση είναι δική σας αγαπητοί κύριοι. Η ιστορία στρέφεται εναντίον σας και δεν θα μπορέσετε να κάνετε τίποτα γι αυτό. Οι θεραπείες σας που επικεντρώνονται στην εθνικιστική κυριαρχία, δηλαδή στον ανταγωνισμό των εμπορευμάτων που ανυψώνονται σε νιοστή δύναμη, θα γίνουν φάρσα του συστήματος που επιμένετε να υπερασπίζεστε. Σας εξαγρίωνε το κόκκινο χρώμα σαν τον ταύρο στην αρένα; Ξεπετάγεται το κίτρινο όχι σαν τα συνδικάτα των εργοδοτών, αλλά ως νέο χρώμα, της ανατολής ενός νέου κινήματος των καταπιεσμένων και εκμεταλλευόμενων. Δεν υπάρχει πλέον το δρεπάνι και το σφυρί στα θυμωμένα μάτια σας; Να το σύμβολο των νέων διεκδικήσεων των μαζών που καταπιέζονται από τον τρόπο παραγωγής σας: μια νέα στολή, ένα απλό γιλέκο που φοριέται σαν εργαλείο ταυτοποίησης ενός κόσμου σε εξέγερση, μαζών ανθρώπων που εξοντώνονται από τον τρόπο παραγωγής, τον οποίο εσείς επιμένετε να υπερασπίζεστε, και που δεν θα μπορεί πλέον να ενσωματώνει και να τους κάνει εφησυχασμένους, να συμμορφωθούν.

Michele Castaldo

 

https://favacarpendiem.wordpress.com/2019/01/17/una-macabra-danza-di-disperati-per-esorcizzare-la-paura/

ανατρεπτική τέχνη, arte ribelle

Ένα ταξίδι για τους φίλους: #Hevalen πάνω κάτω στο στιβάλι. Για τι πράγμα μιλάμε όταν μιλάμε για την Συρία;

Stampa

του Davide Grasso *

Un viaggio per gli amici: #Hevalen su e giù per lo Stivale. Di cosa parliamo quando parliamo di #Siria?

Παρουσίαση του Hevalen στο Πανεπιστήμιο L’Orientale της Napoli, 21 μαρτίου 2018.

Στα τέλη νοεμβρίου του 2017 προσγειωνόμουν για δεύτερη φορά σε ένα ευρωπαϊκό αεροδρόμιο αφού βρέθηκα στη Συρία. Αυτή τη φορά είχα αφήσει δύο φίλους πίσω μου: η Eddi και ο Jacopo παρέμειναν για να υπερασπιστούν και να συνεχίσουν την επανάσταση του βορρά. Θα είχα φθάσει στο Τορίνο το βράδυ και, το επόμενο βράδυ, θα είχα προσεγγίσει στην πλατεία Santa Giulia, όπου θα είχα παρατηρήσει – για άλλη μια φορά – τη νυχτερινή ζωή μιας μεγάλης πόλης έχοντας μια ζώνη πολέμου στα μάτια μου. Όχι ότι η βόρεια Συρία – ή η Ροζάβα – είναι απλά μια ζώνη πολέμου. Είναι ο τόπος όπου σήμερα, μέσα στο πρώτο τέταρτο του εικοστού πρώτου αιώνα, αναπτύσσεται το μεγαλύτερο επαναστατικό κίνημα της γης, σε έναν κόσμο χωρίς επαναστάσεις. Ακόμη μια φορά, μετά από δύο μήνες μεσοποταμιακών διαδρομών, συνελεύσεων, συναντήσεων και σεμιναρίων που υποστηρίχτηκαν με πολεμικούς ρυθμούς – σαν να ήμασταν ζωντανοί, σαν να προσπαθούσαμε να αλλάξουμε τον κόσμο – δεν μπορούσα παρά να κοιτάζω με αμηχανία την αντανάκλαση του εαυτού μου σε όλα τα κοκτέιλ και τα χαμόγελα εκείνης της νυχτερινής Παρασκευής. Γιατί δεν οργανώναμε κάτι μεγάλο κι εδώ, αντί να ουρλιάζουμε άσκοπα με μερικές μπύρες στο χέρι;

Τότε, εννέα μήνες πριν, δεν ήμουν ακόμη σε θέση να αγγίξω ένα αντίγραφο του βιβλίου που είχα γράψει μερικούς μήνες νωρίτερα, εκείνο στο οποίο διηγούμουν για το χάσμα μεταξύ Ευρώπης και Μέσης ανατολής, και για τον λόγο για τον οποίον είχα πάει για να πολεμήσω το Isis, ή το Daesh. Μετά το βράδυ στην Piazza Santa Giulia δεν περίμενα πολύ να επιστρέψω στο ταξίδι. Αυτή τη φορά ήταν η Ιταλία που είχα σκοπό να διασχίσω, με το βιβλίο που είχα γράψει. Όπως είναι γνωστό, τα τουφέκια απέχουν πολύ από το να είναι το μοναδικό όπλο που θα χρησιμοποιηθεί σε αυτόν τον κόσμο, και, όπως εξήγησα στους φίλους μου στη Συρία, το Hevalen είναι μια πολιτική δράση: γραμμένο διαφορετικά από το πώς θα το είχαν εκδώσει οι μεγάλοι εκδοτικοί οίκοι, ίσως ακόμη και διαφορετικά από το πώς οι αναγνώστες θα το είχαν θελήσει, το σκέφτηκα με τρόπο τέτοιο ώστε να προσπαθεί να μεταδώσει – όσο μπορεί να γίνει δυνατή η μετάδοση – αυτό που είναι πιο οδυνηρό εκεί όπου πονάει περισσότερο: δηλαδή ότι δεν υπάρχει κανένας τρόπος μέσα στον οποίο εσείς και εγώ μπορούμε να είμαστε ειλικρινείς και τίμιοι με τους εαυτούς μας, ζωντανοί, σε έναν τέτοιο κόσμο.

Από τότε, μέχρι την τελευταία παρουσίαση στο festival Υψηλή Ευτυχία-Alta Felicità, στην Val Susa, στις 27 ιουλίου που μόλις πέρασε  [Audio στο κάτω μέρος σε αυτό το post, N.d.R.], γύρισα την Ιταλία να φέρω σε πέρας πενήντα οκτώ παρουσιάσεις σε άλλες τόσες δημόσιες αίθουσες, κύκλους, ταβέρνες, πανεπιστήμια, σχολεία, κοινωνικά κέντρα, σπίτια του λαού, συνδικαλιστικά γραφεία, σε χωριά των 600 κατοίκων όπως και σε μητροπόλεις εκατομμυρίων ανθρώπων, από τους Δολομίτες μέχρι το Παλέρμο, από την Αδριατική μέχρι τις δυτικές γωνιές της Σαρδηνίας. Είδα ξανά φίλους, συνάντησα διαφορετικά πρόσωπα και ανθρώπους, άκουγα διαλέκτους, κλίσεις και αδυναμίες, έθιμα φιλοξενίας και πολύ διαφορετικούς τρόπους έκφρασης των αμφιβολιών ή των ιδεών τους. Μερικές φορές με περίμενε η ερώτηση: πώς είσαι; Πώς είναι εκεί κάτω; Υπάρχει ελπίδα; Μερικές φορές φαίνονταν να θέλουν να εννοήσουν πως, αν υπάρχει, μπορεί να υπάρχει και εδώ. Άλλες φορές φαίνονταν ότι το υπόβαθρο της ερώτησης ήταν περισσότερο απογοητευμένο. «Μιας κι εδώ απ’ ότι φαίνεται ελπίδα δεν υπάρχει… θα μας πεις για εκείνους τους μακρινούς τόπους;»

Γιατί να μιλήσουμε γι αυτό που είναι μακριά; Σε κάποιους η αίσθηση, η έννοια αυτής της δραστηριότητας μου διαφεύγει, αλλά πρέπει να πάμε μακριά, μερικές φορές, για να βρούμε κοντινές απαντήσεις, ειδικά όταν, στη γύρω περιοχή, φαίνεται να βρίσκουμε μόνο τοίχους για να χτυπήσουμε το κεφάλι.

Στην Bologna, σε έναν από τους πρώτους σταθμούς, συνάντησα τον Wu Ming 1, που με είχε ακολουθήσει στη συγγραφή του βιβλίου. Η παρέμβαση του ενώπιον των φοιτητών με ταρακούνησε. Πάντα πίστευα ότι αν κάποιος είχε διαβάσει, εκτός από το Hevalen, το μοναδικό άλλο βιβλίο που είχα γράψει (τέσσερα χρόνια νωρίτερα, όταν είχα επιστρέψει από μια περίοδο σπουδών στις States, και η Συρία δεν καταλάμβανε ούτε κατά διάνοια τις σκέψεις μου), δεν θα μπορούσε να πιστέψει πως ο συγγραφέας ήταν ο ίδιος. Εγώ πρώτος δυσκολεύομαι να το πιστέψω. New York Regina Underground  ήταν αυτοβιογραφικός απολογισμός για τις μητροπολιτικές τρέλες, γιορτές και παράδοξα της ευχαρίστησης και, κατά κάποιο τρόπο, και για το βίτσιο. Το Hevalen ονομάζει γεγονότα στα οποία, ως επί το πλείστον, θα ήθελα να καταφέρω να μην σκέφτομαι πλέον, αν μη τι άλλο επειδή δεν δημιουργούν μόνο εμμονές, αλλά κάστρα από εμμονές. Ωστόσο όχι μόνο είμαι ο ίδιος συγγραφέας, είπε ο Wu Ming 1, αλλά μάλιστα θα έπρεπε να διαβάσετε το Νέα Υόρκη Regina Underground πριν διαβάσετε το Hevalen.

Με την πρώτη ματιά θα μπορούσε να εμφανιστεί σχεδόν σαν μια προσέγγιση όχι και τόσο διακριτική, και είναι εύκολο, μπροστά στον πόλεμο, να λείπει ακούσια ο σεβασμός. Δεν ήταν έτσι: ο Wu Ming 1 είχε καταλάβει πόσο βαθιά είναι απαραίτητο να κατανοήσουμε την αρχή του Hevalen για να απαντήσουμε στην ερώτηση που γράφτηκε στο εξώφυλλο. Δεν ήταν ίσως τα χαμόγελα του Bataclan και τα cocktails της Rue de Charonne, που κάποτε πνίγηκαν στο αίμα στις 13 νοεμβρίου του 2015, που με ώθησαν να πάρω ένα όπλο για πρώτη φορά στη ζωή μου, να αντιμετωπίσω τους υπεύθυνους για εκείνη τη σφαγή με τα ίδια μέσα που είχαν χρησιμοποιήσει για να την φέρουν σε πέρας; Και δεν ήταν, εκείνα τα κοκτέιλ και τα χαμόγελα εκείνα, τα ίδια που ήταν οι πρωταγωνιστές του πρώτου μου πραγματικού ταξιδιού έξω από την Ευρώπη – προς τα δυτικά – και συνεπώς του πρώτου βιβλίου; σίγουρα: μια παρόμοια αγάπη για τη δική μου νυκτερινή αντανάκλαση, και για τη διάθλασή της σε εκατομμύρια άλλων σε χίλιες άλλες νύχτες, μπορεί να ενοχλήσει. Παρ ‘όλα αυτά, ακριβώς επειδή είναι αλήθεια δεν κάνει τίποτα για να ευχαριστήσει.

Όταν ένα μπλουζάκι του God Save The Queen των Sex Pistols έχει τα ίδια χρώματα της σημαίας των YPG. Κοινωνικό κέντρο Cartella, Reggio Calabria, 10 ιουλίου 2018.

Και άλλοι διεθνείς μαχητές γνώριζαν επίσης κάτι για την αγάπη αυτή, στην Rojava, καθένας με διαφορετικό τρόπο. Κατά τη διάρκεια των παρουσιάσεων του βιβλίου συναντήθηκα με άλλα παιδιά που είχαν πολεμήσει στις YPG μετά από μένα. Τους παρατήρησα: μικροκαμωμένοι, παιδιά, μερικές φορές με παιδικά πρόσωπα, μπλουζάκια που κρέμονται σε μικροσκοπικούς ώμους ή ένα χαρτάκι για να στρίβουν τον καπνό στο χέρι τους. Αυτοί; Μαχητές; Μαχητές στη Συρία; ενάντια στο Isis; Είναι μια ολοκληρωτικά κατανοητή δυσπιστία, που πολλοί δεν μπορούν παρά να έχουν και για λογαριασμό μου. Είναι ότι το έχουμε ξεχάσει, με όλους αυτούς τους Rambo και αυτούς τους Terminator που περνούν στις εφημερίδες και στην τηλεόραση, με αυτούς τους επαγγελματίες στρατιώτες οι οποίοι, ψηλοί και φουσκωμένοι, πομπώδεις, επηρμένοι, περιπολούν τους σταθμούς και τους δρόμους της νύχτας, ξεχάσαμε λοιπόν πως πάντοτε τον πραγματικό πόλεμο εμείς τον κάναμε: φτωχοί και losers, με τους πατέρες και τα παιδιά μας. Τον κάνουν τα αγόρια της Manbij και του Deir El Zor με τα πολύ μακριά τους πόδια ή πολύ στραβά, με τις κυρτές τους μύτες και το βλέμμα τους χαμένο ποιος ξέρει που, κρατώντας το τουφέκι σαν να μην θέλουν να είναι στον κόσμο με αυτό το πράγμα, και οι δύο στην ίδια στιγμή! Ξύπνα! Μας έχει απομείνει λιγάκι μνήμη; Πώς ήταν οι νεκροί μας του Caporetto, οι νεκροί της Grappa; Πώς ήταν οι νεαροί που μαχαιρώθηκαν στις πλάτες στη Γαλλία, της υποχώρησης της Ρωσίας, της Balmafol; Πάντα δικοί μας είναι οι νεκροί, αλλά και οι μαχόμενοι: πρέπει να θυμόμαστε.

Συμβαίνει λοιπόν, για αυτούς τους ανθρώπους, πως οι μητέρες, οι ελιές, τα χαμόγελα ή οι προσευχές να είναι σημαντικές. Είμαι υπερήφανος που αγωνίστηκα, που πολέμησα με τον ήχο των χορδών των Dire Straits στο μυαλό, δίπλα σε νέους ανθρώπους που τα πρόσωπα τους έλαμπαν εάν, σε ένα σπίτι που μόλις κατέλαβαν κατά τη διάρκεια των μαχών, έβρισκαν ένα αντίγραφο του Κορανίου. Επειδή για εμάς τους κοινούς θνητούς, πιστούς ή όχι, η συνύπαρξη μέσα στη διαφορά – και η συνεργασία μέσα στη διαφορά – είναι μια αναγκαιότητα.

Στην Φλωρεντία ήταν ο Wu Ming 4 που παρουσίασε το Hevalen. Με είχε ήδη βοηθήσει να καταλάβω καλύτερα γιατί πήγα στη Συρία χάρη σε ένα αξιόλογο κριτικό δοκίμιο που έγραψε αυτός και το οποίο διάβασα κατόπιν σύστασής του στην επιστροφή, L’eroe imperfetto, Ο ατελής ήρωας. Είχε μιλήσει στους σπουδαστές για μια φλασιά που είχε στο Λονδίνο, νομίζω στο Hyde Park. Ο γιος του έπαιζε με άλλα παιδάκια και, όπως συχνά συμβαίνει σε εκείνη την πόλη, οι οικογένειες που βρίσκονταν γύρω ήταν: ένα πολύ ξανθό ζευγάρι, ίσως ουαλοί, μια κυρία που φορούσε το hijab με τον σύζυγό της, ίσως αιγύπτια, και άτομα με ινδοκινεζικά χαρακτηριστικά, ή αφρικανοί. Κοιτάζοντας εκείνη τη σκηνή συνειδητοποίησε ότι εκείνο «ήταν όλο αυτό για το οποίο είχα και για το οποίο θα είχα θελήσει να πολεμήσω», και ήταν το ίδιο, συνειδητοποιούσε τώρα, για το οποίο αγωνίζονταν οι σύριοι, οι άραβες, οι κούρδοι, οι ιρανοί, οι μεσοανατολίτες και οι δυτικοί του Hevalen. Στο Hevalen, είπε στη Φλωρεντία, γίνεται λόγος για ένα «τρόπο, για ένα στυλ ζωής»: δεν είναι όμως ο «τρόπος ζωής» του Emmanuel Macron ή της Theresa May, που βλέπει στον καταναγκασμό της επανάληψης του εστιατορίου και του dehor, της βιτρίνας ως τη μόνη δυνατή ταυτότητα, την νιχιλιστική επιτακτική ανάγκη της κατανάλωσης, χωρίς δονήσεις και χωρίς ζωή. Είναι το στυλ ζωής εκατομμυρίων νέων προλετάριων του παγκόσμιου melting pot, χωνευτηρίου – που κάνουν εκατομμύρια νύχτες να είναι ζωντανές και δονητικές, και στη μουσική, και στη νυχτερινή ζωή.

Είναι σαφές ότι δεν μπορούμε να είμαστε ικανοποιημένοι με ένα τέτοιο σενάριο ή, ακόμα λιγότερο, με την περισυλλογή επί αυτού. Ο κόσμος είναι αμφίθυμος, αντιμαχόμενος. Οι μόνες ψευδείς σημαίες είναι εκείνες που πιστεύουν ότι κυματίζουν στον άνεμο που φυσά μόνο από μία κατεύθυνση. Πίσω από τα ουράνια τόξα που πρέπει να υπερασπιστούμε υπάρχουν οι καταιγίδες του αβυσσαλέου χάσματος που προκαλείται από την αδικία. Προσπάθησα να διευκρινίσω κατά μήκος της μπότας ότι το βιβλίο μου είναι ένα βιβλίο επάνω στην αδικία – μέχρι τις ακραίες συνέπειες. Αντιμετώπισα, κατόπιν παρότρυνσης του Christian Raimo, στη Ρώμη, την αφιέρωση στην αρχή του κειμένου, που λόγω ενός ταρακουνήματος υλισμού – χειρονομία εξέγερσης της οποίας ο αναγνώστης βρίσκει στη συνέχεια την εξήγηση – δεν περιλαμβάνει τους πεσόντες. Οι πεσόντες είναι οι πρωταγωνιστές του βιβλίου, αλλά το βιβλίο δεν είναι αφιερωμένο σε αυτούς. Πρέπει να αισθανόμαστε την απουσία τους για να τους είμαστε πιστοί. Πρέπει να καταλάβουμε ότι δεν υπάρχουν πλέον. Δεν μπορούν να μας ακούνε.

Παρουσίαση του Hevalen στο Barrio Campagnola του Bergamo, 7 μαρτίου 2018.

Με τα παιδιά του κοινωνικού κέντρου Dordoni και με τον βιβλιοπώλη από την Κρεμόνα Mario Feraboli συζήτησα για αυτό το διάκενο μεταξύ του «εμείς» που (επι)βιώνουμε και «αυτών», που πεθαίνουν. Δεν είναι εύκολο. Χωρίς επιφυλακτικότητα ή αξιολύπητες πόζες, με απόλυτη ειλικρίνεια. Το καταφέραμε στην Cremona. Εξ αιτίας όσων ήταν εκεί εκείνο το βράδυ, αλλά και κατά πρώτο λόγο λόγω εκείνων που δεν ήταν εκεί. Των παιδιών που αγωνίζονται στη Συρία και που με άλλαξαν, καθιστώντας ένα ελάχιστο, ένα απειροελάχιστο λιγότερο διαστρεβλωμένη και εγωκεντρική την προσωπικότητά μου, των πεσόντων, που με καρφώνουν στις ευθύνες μου μπροστά σε οποιονδήποτε. Των πεσόντων σχετικά με τους οποίους μπόρεσα για τελευταία φορά να αντιμετωπίσω τον φίλο Peppino, αγωνιστή του Boccaccio της Monza, που λίγο αργότερα μας άφησε. Υπάρχει ένας αξιοπρεπής και σεβαστός τρόπος με τον οποίο μπορούμε να εκφράσουμε τις αναφορές μας στην καταραμένη αναγκαιότητα της βίας; Αυτός γνώριζε τις συνέπειες αυτής της αναγκαιότητας, εξαιτίας του φίλου του για τον οποίον μου είχε μιλήσει, που είχε βοηθήσει τους Ypg και έπειτα αφαίρεσε την ζωή του, για αυτό που υπήρξε αναγκαίο. Αναγκαίο; Για ποιον; Για αυτούς, για μας; Για μένα; Στο Παλέρμο, η φιλόσοφος Serena Marcenò μου υπενθύμισε ότι, γι αυτή την αναγκαιότητα, ακόμα και μετά την ανάγνωση του βιβλίου μου, κάποιος μπορεί να παραμείνει κάθε άλλο παρά πεπεισμένος.

Όταν προσγειώθηκα στην piazza Santa Giulia, πριν από εννέα μήνες, η Raqqa μόλις είχε απελευθερωθεί και η εκστρατεία κατά του Daesh στην ανατολική έρημο είχε ξεκινήσει. Η ειρήνη φαίνονταν κοντινή. Το συριακό καθεστώς έσπρωχνε τον εχθρό από το νότο, χωρίς να περιφρονεί να βομβαρδίζει και τους συντρόφους μας. Ένας δύσκολος αλλά αναγκαίος συμβιβασμός μεταξύ δύο αντιτιθέμενων δυνάμεων – ένα σοσιαλιστικό και ελευθεριακό κίνημα από την μία πλευρά, ένα αυταρχικό και φασιστικό κράτος από την άλλη – ενωμένων από το κοινό συμφέρον για να εμποδιστεί η γέννηση μιας θεοκρατικής Συρίας, φαίνονταν να επιτυγχάνεται χάρη στη φυσική διαμεσολάβηση της Ρωσίας, στρατιωτικού συμμάχου και των δύο. Αντιθέτως δύο μήνες αργότερα το σενάριο αυτό θάφτηκε από τον Πούτιν, ο οποίος προτιμούσε να ευνοήσει την τουρκική περιφερειακή δύναμη, κάποτε εχθρική σε αυτόν, παραδίδοντας της την Αφρίν, προπύργιο της επανάστασης.

Γυρνώντας την Ιταλία με το Hevalen στο χέρι προσπάθησα να ενημερώσω για τις φάσεις του αγώνα και της μάχης, μοιράστηκα τα βίντεο που έστειλαν οι Jacopo, Eddi, Gelhat, Dilsoz – όλοι ιταλοί στρατευμένοι και μαχόμενοι – ενώ κινούμουν από το Βένετο στην Ούμπρια, από Λάτσιο έως Λομβαρδία και στις Marche, στην περιοχή της Emilia Romagna. Δρομολόγησα ξανά τα συνθήματα αντίστασης από τις πορείες του Τορίνο και του Μιλάνο. Με βρίσκουν στο Φεστιβάλ παλαιστινιακού κινηματογράφου στο Κάλιαρι όταν όμως η Αφρίν, ξαφνικά, μεταξύ 17 και 18 μαρτίου, έπεσε, εκκενώθηκε από τις επαναστατικές δυνάμεις. Από την σφαγή του πληθυσμού, ο οποίος παρέμεινε ως επί το πλείστον στην πόλη, είχε προτιμηθεί ο ανταρτοπόλεμος, η αντίσταση σε καθεστώς παρανομίας που εξακολουθεί να διαρκεί. Σε εκείνη την τρομερή φάση το να δέχομαι βροντερά χειροκροτήματα για την προηγούμενη στρατιωτική μου στράτευση, όπως συνέβη στην αρχή της παρέμβασής μου στο Δημαρχείο της Πάντοβα, υπήρξε ευκαιρία να μην κάνω τον αδιάφορο, αλλά να αντιμετωπίσω το κρυφό πρόβλημα που σε εκείνα τα χειροκροτήματα ήταν κρυμμένο.

Η πρόθεση στα χειροκροτήματα, στα σφιξίματα στα χέρια και στην απόδοση εκτίμησης απέναντι μου, και απέναντι στους άλλους ιταλούς των YPG, είναι σαφής, ξεκάθαρη και καλή, αλλά είναι το αποτέλεσμα, η συνέπεια για εκείνους που έχουν πάρει τα όπλα σε έναν πόλεμο, ακόμα σε εξέλιξη, που είναι αντιφατική. Με αυτή την ευκαιρία χρειάστηκα δύο λεπτά για να εξηγήσω ότι τα χειροκροτήματα και τα συγχαρητήρια είναι κατανοητά και αποδεκτά σύμφωνα με την ιταλική οπτική, που εκείνοι που πολέμησαν στη Συρία κατέχουν πλέον μόνο εν μέρει. Από τη συριακή οπτική, από την επαναστατική άποψη, το να έχουμε διαθέσει το σώμα μας για πέντε μήνες, όπως έκανα εγώ, δεν είναι τίποτα. Αυτή είναι η αλήθεια. Κάποιος με ρώτησε: πώς μπορείς να γυρνάς όλη την ώρα, χωρίς ποτέ να σταματάς; Δεν είσαι κουρασμένος; Είναι τίποτα. Εκεί οι άνθρωποι αγωνίζονται και μάχονται μια ζωή. Οι νεαροί μάχονται και εξακολουθούν να αγωνίζονται, να μάχονται, μέχρι το νέο χωριό και τη νέα επιχείρηση, μέχρι το θάνατο, και είναι νέοι που χαμογελούν σαν εμένα και σαν εσάς, που κλαίνε σαν εσάς, που έχουν θάρρος και φόβο σαν κι εσάς. Ποιο δικαίωμα έχουμε για να δεχόμαστε επαίνους λαϊκούς;

A και V στον πίνακα. Λύκειο Walther von der Vogelweide, Bozen/Bolzano, 20 απριλίου 2018.

Είναι σωστό ότι η παρουσίαση του Hevalen χρησίμευσε επίσης για να επεξηγήσει αυτό: επειδή αυτό είναι γραμμένο στο βιβλίο. Είναι γραμμένο ότι αυτά τα παιδιά μας φωνάζουν πως το να ελπίζει κανείς, ή να προσποιείται πως ελπίζει, δεν εξυπηρετεί, πρέπει να αγωνιστούμε – ακόμη και στο έδαφος της ειρήνης γιατί, αν όχι ο πόλεμος, είναι ο αγώνας που είναι παγκόσμιος. Τις ημέρες των λεηλασιών της Afrin, προσγειώθηκα στη Νάπολη. Μια ομάδα παράξενων σπουδαστών έκανε να βρεθεί μια τρίχρωμη σημαία με τρία αστέρια ευθυγραμμισμένα πάνω από την πύλη της Orientale: την σημαία του λεγόμενου Ελεύθερου Συριακού Στρατού, ο οποίος – παράδοξο – δεν ήταν ποτέ ελεύθερος και ποτέ δεν υπήρξε συριακός (και ποτέ δεν υπήρξε ένας στρατός ). Είναι η ίδια σημαία που είχαν κρεμάσει δυο μέρες πριν οι αλήτες που κατέλαβαν την Αφρίν σε ένα παρόμοιο μπαλκόνι, εκείνο του δημαρχείου της, δίπλα στην τουρκική σημαία. Εκείνο το έμβλημα θανάτου και κλοπής, παντού όπως στην πόλη εκείνη προοίμιο της αναγκαστικής μεταλλαγής των μειονοτήτων, των συστηματικών βασανιστηρίων των αντιφρονούντων, της εθνοκάθαρσης, της απομόνωσης και των διακρίσεων των γυναικών, κυμάτιζε στους τοίχους ενός από τα ευγενέστερα ιταλικά πανεπιστήμια. Είπα στους σπουδαστές που με είχαν καλέσει πως θα απομάκρυνα τη σημαία εγώ ο ίδιος, εάν δεν το έκαναν αυτοί. Σε λίγα λεπτά εξαφανίστηκε.

Μόλις κάθισα, άρχισα να καταγράφω τα εγκλήματα και τις φρικαλεότητες που διαπράττονται στη Συρία πίσω από αυτό το έμβλημα από τους τζιχαντιστές που οι τελεειδήσεις μας, λόγω της πρόστυχης ιταλικής εξωτερικής πολιτικής, αποκαλούν «αντάρτες». Ένα κορίτσι με τα μαλλιά να καλύπτονται από το hijab, στην τρίτη σειρά, προσπάθησε να με διακόψει. Δεν με ενδιέφεραν τα παράπονά της. Το ντύσιμο της μπορούσε να την κατατάξει ως πρώην αποικισμένη, ή μετανάστρια. Πρέπει να ευχαριστήσω τη Συρία που με έκανε απρόσβλητο – τουλάχιστον το ελπίζω – από εκείνο τον συγκεκριμένο ρατσισμό, της «αριστεράς» αυτή τη φορά, που χαρακτηρίζεται ως αφόρητος πατερναλισμός, αλόγιστος κατευνασμός σε οποιαδήποτε συμπεριφορά που προέρχεται, για παράδειγμα, από ανθρώπους που θεωρούνται ως μουσουλμάνοι, λες και ο σεβασμός προς τον άλλον δεν εκφράζεται πρώτα απ’ όλα ακριβώς στο να δίνεις στον καθένα την αξιοπρέπεια να είναι πραγματικός συνομιλητής και όχι μόνο τυπικά, όχι είδος ανήλικου διαταραγμένου μειωμένης ικανότητας να αντιπαρατεθεί, αν χρειαστεί έντονα, στα ίσα και να δεχτεί, εάν χρειαστεί, κριτικές. Μία νοοτροπία που θα με είχε ωθήσει να υποκύψω στις πιέσεις αυτού του κοριτσιού, μόνο και μόνο για το πέπλο που φορούσε. Αντιθέτως συνέχισα. Τους είπα – για τα θύματα, για τους μάρτυρες. Το κορίτσι άρχισε να κλαίει. Συνέχισα. Αυτή όπως και όλοι έπρεπε να ακούσει την αλήθεια των αποκεφαλισμένων παιδιών, των γυναικών που βιάστηκαν, των οικογενειών που ήταν κλειδωμένες στα κλουβιά. Όταν τελείωσα, ζήτησε συγγνώμη για τη συμπεριφορά της και είπε ότι γνώριζε από καιρό ότι δεν μπoρούσε πλέον να ανεμίζει εκείνη τη σημαία, πως έπρεπε να την κρατά «κλειδωμένη στο συρτάρι, εξαιτίας εκείνων που πρόδωσαν τα αρχικά ιδανικά». Μέσα στον κοινό σεβασμό για τις απαρχές της συριακής επανάστασης σφίξαμε τα χέρια στο τέλος της συζήτησης. Ανακάλυψα ότι ήταν ιταλίδα, που είχε ασπαστεί το Ισλάμ.

Το ταξίδι μέσα στην Ιταλία καθιστά δυνατή την κατανόηση πως η πραγματικά κακή πίστη δεν κατοικεί, συχνά, μέσα στους πρώτους ύποπτους, αλλά τους πολίτες πάνω από κάθε υποψία. Κατά τη διάρκεια της παρουσίασης της Περούτζια γνώρισα μια ομάδα τοπικών οπαδών που τους απέκλεισαν από κάθε αθλητική διοργάνωση επειδή άνοιξαν, κατά τη διάρκεια ενός αγώνα, ένα πανό με την επιγραφή «Defend Afrin, terrorist Erdogan, Να υπερασπιστούμε την Αφρίν, Ερντογάν τρομοκράτη». Ο διοικητής της αστυνομίας δικαιολόγησε τη διάταξη σύμφωνα με την οποία το πανό προσέβαλε στην τιμή ενός αρχηγού ξένου κράτους. Επωφελήθηκα από την παρέμβασή μου για να προσκαλέσω τον διοικητή της Περούτζια να μετακομίσει με την οικογένειά του στη νέα Αφρίν του Ερντογάν, για να νιώσει τι ζουν κάτω από μια θεοκρατική εξουσία που διοικείται από κακοποιούς, ανάμεσα σε αντιφρονούντες που κρέμονται από στύλους και αποκεφαλισμούς στην πλατεία με την κραυγή «Allah Akhbar, ο Θεός είναι Μεγάλος !». Στην Πίζα οι σπουδαστές που με υποδέχτηκαν είχαν μόλις φτιάξει μια τοιχογραφία για την Αφρίν, αλλά είχε σβηστεί από το πανεπιστήμιο. Αν μόνο ο πρύτανης της Πίζα έπρεπε να αγκαλιάσει κάποιον που αιμορραγεί για την υπεράσπιση της πόλης του, ή για την ίδια την δυνατότητα να υπάρχουν τα πανεπιστήμια, θα καταλάβαινε πως ορισμένες χειρονομίες είναι αποδεκτές μόνο από μια ιταλική οπτική, εκείνη που εμείς έχουμε εν μέρει χάσει.

Στη μνήμη του Francesco Viviani, καθηγητού αντιφασισμού στο Liceo Ariosto της Ferrara, στη συνέχεια διοικητικού στελέχους του βερονέζικου CLN, που πέθανε στο  Buchenwald.

Ήταν κουραστικό, αλλά και όμορφο, να βλέπω τη χώρα μου, την οποία αγαπώ. Στο Appennino παρενέβην στις Casematte της Aquila, όπου χιλιάδες άνθρωποι βρήκαν καταφύγιο κατά τη διάρκεια του σεισμού, στη Φερράρα. Συζήτησα με αξιολάτρευτους φοιτητές – μερικοί ιταλοί, άλλοι παλαιστίνιοι (το Hevalen είναι επίσης ένα βιβλίο για την Παλαιστίνη) – στο Λύκειο Αριόστο. Στους τοίχους του σχολείου μια πλάκα με έκανε να ανακαλύψω ότι ένας από τους καθηγητές λατινικών και ελληνικών πέθανε από το ναζιστικό-φασιστικό χέρι. Το να διασχίζεις την Ιταλία είναι να διασχίζεις αναμνήσεις αντίστασης: φθάνει να σταματήσεις για μια στιγμή και να μην προχωρήσεις περισσότερο, να δώσεις στον εαυτό σου χρόνο. Ένας φίλος με μετέφερε με ένα φορτηγό από το Carpi στο Reggio Emilia, δείχνοντάς μου την ατέλειωτη ροή των μνημάτων των καταδικασθέντων και το στρατόπεδο συγκέντρωσης του Fossoli, σε εκείνο το τρίγωνο του θανάτου όπου ο απαραίτητος αγώνας ενάντια στον φασισμό υπήρξε τόσο σκληρός. Μεταξύ των υψηλών και επιβλητικών βουνών της Val Belluna, όπου είχαν ενεργήσει άλλες μονάδες παρτιζάνων, συνάντησα και πάλι τον μαχητή δίχως όπλα Fabio Vettorel, ο οποίος αντιστάθηκε με σαφήνεια και συνέπεια στις γερμανικές φυλακές μετά τη σύνοδο των G20 στο Αμβούργο.

Στο Bozen / Bolzano συνάντησα μια γερμανόφωνη σχολική ομάδα με τους οποίους συζήτησα τη σημασία της γλωσσικής προστασίας, της άρνησης της αφομοίωσης και του συστήματος των δημοκρατικών αυτονομιών στη βόρεια Συρία ως πρότυπο που θα μπορούσαμε να προωθήσουμε και στην Ευρώπη. Πολλοί, εκεί και αλλού, με ρώτησαν: είναι πιθανό μερικές από τις κατακτήσεις της Rojava να βρουν επιβεβαίωση στα μέρη μας; Τίποτα δεν μπορεί να εξαχθεί σαν ένα δέμα πατάτες, στην πολιτική, αλλά οι σύριοι ή οι κούρδοι έχουν δύο πόδια και δύο χέρια σαν κι εμάς, έτσι ώστε να έχουν δημιουργήσει μια κοινωνία που βασίζεται στις κοινότητες, η ιδέα της οποίας προέρχεται από την ευρωπαϊκή επαναστατική ιστορία, και οι κοινότητες διήρκεσαν στην Ροζάβα περισσότερο από ό, τι στο Παρίσι, σίγουρα δεν κόστισαν λιγότερο αίμα απ’ ότι εδώ σε εμάς. Υπάρχουν πηγές έμπνευσης σε όλες τις επαναστάσεις, και εκείνη της βόρειας Συρίας δεν αποκλείεται, ακόμα περισσότερο επειδή δίπλα στους πρακτικούς μετασχηματισμούς βρίσκονται σε διεργασία εκεί κάτω βαθιές και χρήσιμες θεωρητικές σκέψεις και προβληματισμοί επάνω στην ιστορία του σοσιαλισμού, του κομμουνισμού και της αποικιοκρατίας, και επάνω στην αυτοκριτική που πρέπει να εμβαθύνουν οι επαναστάτες αυτού του αιώνα (της οποίας ένα από τα πιο πολύτιμα χαρακτηριστικά είναι, τελικά και επιτέλους, να κατανοήσουν κριτικά το 1989).

Παλαιστίνη και PKK. Padova, Δημαρχείο, 1 ιουνίου 2018.

Σίγουρα, λίγο χρησιμεύει να αντλήσουμε έμπνευση από τις κοινότητες και τα συνέδρια των γυναικών, ή από τους συνεταιρισμούς ισονομίας της Ροζάβα, εάν δεν θέσουμε στους εαυτούς μας το πρόβλημα του πώς άρχισαν όλα και πώς μπορεί να υπάρξει συνέχεια: μιας και όλοι όσοι έχουν διασχίσει αυτή τη διαδικασία αλλαγής ξέρουν πόσο καθοριστικός είναι ο ρόλος ενός ισχυρού και οργανωμένου κινήματος, του επαναστατικού υποκειμένου και των αγωνιστών του. Η αλήθεια είναι αυτή: ούτε μια κοινότητα δεν θα είχε αναδυθεί χωρίς τη δράση ερεθίσματος, ώθησης, κατάρτισης και οργάνωσης που ασκείται από το κόμμα, ακόμη και πριν από τις αναταραχές του 2011, όταν κάτω από τo τακούνι του Assad ενεργούσαν στην παρανομία, και το πιο παράδοξο είναι ότι για μερικούς, στη Συρία όπως στην Ιταλία, αυτό καταλήγει να είναι θεμέλιο σκεπτικισμού, και όχι προβληματισμού ξεκινώντας από τις δικές τους αποτυχίες, οι οποίες με αυτό το θέμα δύσκολα μπορεί να μην σχετίζονται. Σήμερα το έργο και η νοοτροπία των συνομοσπονδιακών μαχητών είναι το πιο πολύτιμο κληροδότημα για τους νέους που αναζητούν ένα παράδειγμα αφοσίωσης, θάρρους, οράματος, πραγματισμού και πειθαρχίας στην Ευρώπη.

Άλλοι με ρώτησαν: πώς μπορούμε να βοηθήσουμε, από εδώ; Πάντα απάντησα ότι είναι απαραίτητο να βρούμε το θάρρος να ταξιδέψουμε, παρόλο που αυτά τα ταξίδια δεν μπορούν και δεν πρέπει να αναληφθούν με επιπολαιότητα, ούτε να τα κάνουμε μόνοι. Το ταξίδι είναι σημαντικό όχι για να πολεμήσουμε, αλλά για να δείξουμε ότι είμαστε πρόθυμοι να κάνουμε διαφορετικά τις διαδρομές που κάνουν άλλοι για να βρουν μια καλύτερη ζωή ή να σωθούν, και για να αποδείξουμε εκ των πραγμάτων ότι δεν είναι όλοι οι «δυτικοί» ίδιοι, αν υπάρχει ακόμη και εκείνος που είναι πρόθυμος, τουλάχιστον σε ένα μικρό βαθμό, να γίνει μετανάστης απ’ την ανάποδη. Μπορούμε επίσης να πληροφορηθούμε και να ενημερώσουμε, πάντα είπα, και να δωρίσουμε στην Ερυθρά Ημισέληνο Κουρδιστάν Ιταλία Onlus για να υποστηρίξουμε τους τραυματίες και τους πρόσφυγες.

Ήμουν έτοιμος να φύγω για το τελευταίο μέρος του ταξιδιού μου, τον ιούνιο προς νότο, όταν η Eddi και ο Jacopo, που είχα αφήσει στη Συρία το νοέμβριο, ξαφνικά, επέστρεψαν. Χωρίς να σκεφτούν δύο φορές, δίχως να πάρουν αναπνοή, ενώθηκαν το ταξίδι μου, ως πραγματικοί hevalen και μαζί βρεθήκαμε στο Pigantaro, στη Sparanise, στο Venaus και στην Cosenza, αυτή η τελευταία μια βραδιά που για μένα θα παραμείνει ξεχωριστή, διότι προστέθηκε εκεί σχεδόν κατά τύχη η μαρτυρία και του Dilsoz, ενός Ιταλού μαχητή Ypg που επέστρεψε πριν πολύ λίγο από την Afrin, όπως και αυτοί.

Η απώλεια της Afrin στάθηκε τρομερή για όλους. Ακόμη και για μένα που, σε αντίθεση με αυτούς, δεν βρέθηκα ποτέ εκεί. Οι hevalen αντιστέκονται, επιτίθενται στον εχθρό όποτε μπορούν, βρίσκοντας καταφύγιο στις αγροικίες, στις εγκαταλελειμμένες γειτονιές και χωριά, σε macchie, στην ύπαιθρο. Είναι πεπεισμένοι ότι μια μέρα η πόλη θα επιστρέψει ελεύθερη, όπως μόνο αυτοί που πιστεύουν και αγωνίζονται μπορούν να είναι πεπεισμένοι. Η «Οργή των ελαιόδεντρων» (έτσι αποκάλεσαν την αντίσταση) χτυπά επίσης στην καρδιά των ισλαμιστικών γαιών που έχουν καταληφθεί από την Τουρκία, στην Idlib, στο Azaz, και ο αγώνας ενάντια στο ISIS δεν έχει με τίποτα τελειώσει, στο Deir El Zor.

Ο Dilsoz, μια φορά, ενώ ανταλλάσσαμε χαμόγελα και πίναμε κοκτέιλ, ξαφνικά σταμάτησε. Μου έδειξε την φωτογραφία ενός αγοριού. Ήταν ένα παιδί άραβας ακριβώς από την Deir El Zor, το οποίο είχε γνωρίσει. Είχε πεθάνει προσπαθώντας να απελευθερώσει το χωριό του από το Isis.

Προσεύχονταν πέντε φορές την μέρα, μου είπε.

Γι αυτούς τους φίλους πρέπει να κάνουμε ότι είναι δυνατόν.

Να γράψουμε βιβλία, αν είναι απαραίτητο, και ακόμη πολλά άλλα.

*Ο Davide Grasso έχει δημοσιεύσει ανεξάρτητα ρεπορτάζ από τις Ηνωμένες Πολιτείες και τη Μέση ανατολή και αρκετά άρθρα σχετικά με τη φιλοσοφία της τέχνης και τη θεωρία της κοινωνικής πραγματικότητας. Το 2013 δημοσίευσε New York Regina Underground. Racconti dalla Grande Mela για τον Stilo Editrice. Από το 2015 δραστηριοποιείται μεταξύ Ευρώπης και Συρίας σε υποστήριξη της δημοκρατικής Ομοσπονδίας της Βόρειας Συρίας. Το 2016 ενώθηκε στις συριακές Δυνάμεις για να πολεμήσει το Daesh. Την εμπειρία του διηγείται στο βιβλίο Hevalen. Perché sono andato a combattere l’Isis in Siria, που βγήκε για τις Edizioni Alegre στην συλλογή Quinto Tipo σε επίβλεψη από το Wu Ming 1.

από wumingfoundation.com

logoinfoaut

ιστορία, storia

Ο ‘οικοδόμος’ της ταξικής πάλης

του Fiorenzo Angoscini

Ottone Ovidi, Salvatore Ricciardi, Bordeaux, Roma, μάϊος 2018, σελ. 118, € 12,00

Αυτή η ευέλικτη έκδοση είναι μια περιορισμένη βιογραφία  (1960-1980) που πραγματοποιήθηκε υπό μορφή συνέντευξης, με ερωτήματα και απαντήσεις, που έλαβε χώρα από τον Ottone Ovidi, ρωμαίο συντάκτη του περιοδικού «Zapruder-Storie in Movimento-Ιστορίες σε Κίνηση» και συγγραφέα μια κοινωνικής-ιστορικής-πολιτικής πρότασης εκείνης της περιόδου, στον Salvatore Ricciardi, προλετάριο-πολιτικό αγωνιστή της λαϊκής  borgata της Garbatella.

Ήδη εγγεγραμμένος στo Psiup (Partito Socialista di Unità Proletaria-Σοσιαλιστικό Κόμμα Προλεταριακής Ενότητας), που γεννήθηκε από μια διάσπαση στα αριστερά του Psi, διαλύθηκε επειδή δεν έπιασε το quorum, το όριο στις πολιτικές εκλογές του 1972 και του οποίου τα ηγετικά στελέχη, μετά από αυτή την debacle, πανωλεθρία, συγκλίνουν μαζικά στο Κκι, Pci. Μεταξύ των πιο εμφανών: Lucio Libertini, Dario Valori, Tullio Vecchietti, από την borgata. Παρά το δίπλωμα βιομηχανικού Εμπειρογνώμονα, αρχίζει την εργατική και πολιτική δραστηριότητα μεταξύ των εργατών στις κατασκευές, με τους οποίους συμμετέχει στους ενεργητικούς αγώνες του 1961-1963 που θα κορυφωθούν με τις συγκρούσεις (130 συνελήφθησαν) της Piazza Santi Apostoli στη Ρώμη. Αφού κέρδισε έναν μοιραίο διαγωνισμό, μπαίνει στον μηχανισμό Κρατικών Σιδηροδρόμων: τεχνικό γραφείο. Αρχικά εντάσσεται στο συνδικάτο Sfi-Cgil, στη συνέχεια αποσπάται [εκδιώκεται, μαζί με άλλους, όταν έχουν ήδη αποχωρήσει] και, το 1971, ιδρύει τον αυτόνομο οργανισμό Cub-Ferrovieri της Ρώμης, ο οποίος «οργάνωνε» (συγκέντρωνε) 1500 εργαζόμενους. Στη συνέχεια, η συνάντηση με τους σπουδαστές:

“Όταν ξεκίνησαν τα πρώτα σημάδια του 1968 από τα μέρη του σταθμού Termini όπου υπάρχουν πολλά σχολεία και γυμνάσια στα οποία άρχισαν να κάνουν συνελεύσεις, οι φασίστες που έρχονταν από την περιοχή του Corso Italia τους επιτίθενται. Εμείς πηγαίναμε με το ελεύθερο από το συνδικάτο, συχνά μαζί με εκείνους του PCI και βρεθήκαμε δίπλα-δίπλα αποκρούοντας αυτές τις φασιστικές επιθέσεις”.

Σχεδόν ταυτόχρονα (1969-1970) οι πρώτες επαφές με τους Συντρόφους του Collettivo Politico Metropolitano του Μιλάνο (ένας από τους οργανισμούς που θα δώσουν ζωή στις BR).Η πορεία πολιτικής εξέλιξής του (χωρίς καμία απολογητική πρόθεση) κορυφώνεται (1976) με το πέρασμα του στις Ερυθρές Ταξιαρχίες. Ο γέρος (γεννημένος τον σεπτέμβριο του 1940, χωρίς καμιά επιθετική πρόθεση, αλλά για να τονίσουμε τη σημαντική διαφορά στην ηλικία με εκείνη την μέση του αγωνιστικού σώματος. Μόνο ο Renato Curcio – έτος γέννησης 1941 – μπορεί να θεωρηθεί «σύγχρονος» του. Ο Prospero Gallinari ήταν 11 ετών νεότερος, ένας άλλος από το Reggio, συνιδρυτής των Br και, αργότερα, του Αντάρτικου Κόμματος, Partito Guerriglia, «ακατανόμαστος» για πολλούς πρώην συντρόφους, είχε 7 λιγότερα, ο Ario Pizzarelli είχε 14 λιγότερες ‘ανοίξεις’ στην πλάτη του. Ο Walter Alasia, μάλιστα, βρίσκονταν 16 χρόνια σε απόσταση), όπως ονομάζονταν από τους συναγωνιστές του στην Κομμουνιστική Μαχόμενη Οργάνωση, λόγω της δραστηριότητά του στο «ένοπλο Κόμμα» συλλέγει 30 χρόνια φυλάκισης:

Ε.: «Θυμάσαι την πρώτη ενέργεια που έγινε στη Ρώμη;»                                                      Α.: «Ένας δικαστής που υπέγραφε τις εντολές έξωσης και τις εκκενώσεις, ακριβώς λόγω του ότι αυτή η ενέργεια γέννησε τη ρωμαϊκή φάλαγγα, ο οποίος χτυπήθηκε, τραυματίστηκε. Μια άλλη δράση εκείνης της περιόδου, η οποία μας έδωσε μεγάλη δημοσιότητα επειδή αφορούσε έναν χαρακτήρα ιδιαίτερα μισητό από το ρωμαϊκό προλεταριάτο, ήταν η δολοφονία ενός εργολάβου, με το παρατσούκλι «Jack the harness, ο εκμεταλλευτής», πολύ δραστήριος στις εξώσεις και στο να καλεί την δημόσια δύναμη ενάντια στους παραβάτες ένοικους, οι οποίοι ήταν όλοι λαϊκές οικογένειες σε προαστιακές γειτονιές».1

Από αυτά τα 30 χρόνια, ο Ricciardi περνά τα «20 έγκλειστος και 10 σε ημιελευθερία και υπό όρους ελευθερία».2
Σε αυτό το βιβλίο, όχι στη γραπτή συνέντευξη, πολύ λιγότερο στη σύντομη αυτοβιογραφία, ο Ricciardi δεν θυμάται τη σοβαρότητα της κατάστασης υγείας του. Από σεβασμό για το πρόσωπο και τη θέλησή του, δεν θα το είχαμε κάνει ούτε εμείς, αλλά μας φαίνεται μια συμπεριφορά αξιοπρεπούς συνέπειας που αξίζει να τονιστεί.
Μετά τα χρόνια της φυλακής, ο Ricciardi, ξαναμπαίνει στα πολιτικά φόρουμ (;), ενδιαφέρεται και ασχολείται με την φυλακή, τους κρατούμενους και τα δικαιώματα. Το βιβλίο, στο οποίο προηγείται ένα post scriptum από τον Ottoni, επικεντρώνεται στην ιστορική μεθοδολογία, κλείνει με την παρέμβασή του σε αυτό το τελευταίο θέμα.

Χωρίς vis polemica, μόνο μερικές σημειώσεις σχετικά με παραλείψεις και λάθη.Ο Giangiacomo Feltrinelli δεν πεθαίνει το 1971 (σελ. 43) αλλά στις 14 μαρτίου 1972. Και πάλι, σχετικά με το θέμα του Luigi Longo, πρώην γραμματέα του PCI από το 1964 έως το 1972, υποστηρίζει:

“Μεταξύ άλλων στο κόμμα υπήρξε μια μετάλλαξη, για την οποίαν «κατά πρώτο λόγο» μίλησε ο Luigi Longo το 1975-1976 … που προειδοποίησε την υπόλοιπη ηγεσία για την απώλεια μελών εργατικής προέλευσης υπέρ των μεσαίων τάξεων. Και είναι για μένα το αποτέλεσμα πολιτικής δράσης στοχευμένης να ευνοήσει αυτά τα στρώματα και όχι άλλα”.

Αλλά ήδη ο Παλμίρο Τολλιάττι, εθνικός γενικός γραμματέας του κόμματος, στις 24 σεπτεμβρίου 1946, στο δημοτικό θέατρο του Reggio Emilia, ανέπτυξε μια συλλογιστική υπό την έννοια αυτή, με τίτλο: μεσαία τάξη και Emilia Rossa, Κόκκινη Εμίλια.                        Επίσης, η «L’Unità» (πρώτη σελίδα της 25ης σεπτεμβρίου) ανέφερε το νέο: «Οι μεσαίες τάξεις έχουν κοινά συμφέροντα με εκείνα των εργαζόμενων» 3. Λίγες μέρες αργότερα, κυριολεκτικά, δημοσιεύτηκε μια μπροσούρα με τον ίδιο τίτλο της διάσκεψης.4              Ήταν μεγάλο το ενδιαφέρον να πιέσουν αυτό το κουμπί.

Ο Ricciardi έχει κάνει κάποιες εκδόσεις με δική του υπογραφή: Cos’è il carcere. Vademecum di resistenza, Τι είναι η φυλακή; Εγχειρίδιο αντίστασης5 και Maelstrom. Scene di rivolta ed autorganizzazione di classe in Italia dal 1960 al 1980, Σκηνές εξέγερσης και ταξικής αυτοοργάνωσης στην Ιταλία από το 1960 στο 1980  6.
Τον ιανουάριο του 2013, μαζί με πολλούς άλλους Συντρόφους, και όχι μόνον πρώην μαχητές των Brigate Rosse, συμμετέχει στην κηδεία του ρετζιάνου Κομουνιστή, Comunista reggiano, Prospero Gallinari7 και γι αυτό, μαζί με τον Sante Notarnicola, έναν από τους πρώτους πολιτικούς κρατούμενους που κατοίκησαν τις πατρικές φυλακές, τον Loris Tonino Paroli, πρώην στρατευμένο της οργάνωσης και τον Davide Mattioli, ακτιβιστή No-Tav του Reggio Emilia, viene indagato, διερευνήθηκε για υποκίνηση σε διάπραξη εγκλήματος.
Στη συνέχεια το όλον θα κλείσει με μιαν αρχειοθέτηση.

Στην Lidia
Αυτό είναι το πρώτο γραπτό που ‘προσπαθώ’ να επεξεργαστώ αφού, με άφησες για πάντα, στις 20 ιανουαρίου.
Δυστυχώς, δεν μπόρεσα να σε κάνω να το διαβάσεις, όπως συνήθως, πριν το διαδώσω.
Δεν κατάφερα καν να ευεργετηθώ των πολύτιμων συμβουλών και προτάσεων σου, των κριτικών σου.
Μου λείπεις πολύ.
Μου λείπεις και γι αυτό.

(Fiorenzo, 30 ιουνίου 2018)


  1. pag. 46  
  2. pag. 47  
  3. L’Unità, pag. 1, 25 settembre 1946  
  4. Palmiro Togliatti, Ceto medio ed Emilia Rossa, Tipografia popolare, Reggio Emilia, 1946  
  5. Salvatore Ricciardi, Cos’è il carcere. Vademecum di resistenza. Prefazione di Erri De Luca, DeriveApprodi, Roma, 2015, pag, 128  
  6. Salvatore Ricciardi, Maelstrom. Scene di rivolta ed autorganizzazione di classe in Italia dal 1960 al 1980, DeriveApprodi, Roma, 2011, pag. 400  
  7. 1 gennaio 1951-14 gennaio 2013  
τα βιβλία του μιχάλη, i libri di michele

στη χώρα του ποτέ…ή 18

MATTEO CAGGEGI    

BARBARA AZZARONI

02Barbara_Azzaroni_Carla Στις 6 μαρτίου ’79 μια βλοσυρή σιωπή τσακίζει το κέντρο της Bologna. Σημαίες, λουλούδια, ένα στεφάνι: Barbara era una di noi, una comunista. Η Barbara ήταν μια από εμάς, μια κομουνίστρια. Barbara Azzaroni, είκοσι εννέα χρόνων. Στρατευμένη στην Prima linea, Πρώτη γραμμή σκοτώθηκε μαζί με τον Matteo Caggegi, είκοσι χρόνων, εργάτη στην Fiat. Δυο χιλιάδες άνθρωποι συμμετέχουν στην κηδεία, προκαλώντας τους ελέγχους. Από ένα πεντακοσαράκι το μεγάφωνο μεταδίδει τον ύμνο του Potere operaio, εργατικής Εξουσίας, και τα λόγια μιας μπροσούρας, με υπογραφή Il Movimento, το Κίνημα.

Το κίνημα του ανταρτοπόλεμου είναι μια συνιστώσα του επαναστατικού κινήματος. […] Για εμάς, συντρόφους της Bologna, η Barbara δεν ήταν με τίποτα μια παράνομη. Την γνωρίζαμε και την εκτιμούσαμε όλοι.

Ένας φωτογράφος αποθανατίζει τους συμμετέχοντες. Η εντολή είναι του κομουνιστικού Κόμματος. Ζωγραφισμένοι κύκλοι γύρω από τα πρόσωπα. Βέλη.

Στα είκοσι χρόνια της η Barbara έχει ήδη ένα παιδάκι. Το ’70 συναντά τον Maurice. Στρατεύονται στο Potere operaio, συχνάζουν στα στέκια της Αυτονομίας, frequentano le sedi dell’Autonomia. Τον μάρτη του Εβδομήντα επτά είναι μέσα στο κίνημα, αλλά και στις Brigate comuniste, κομουνιστικές Ταξιαρχίες, τον παράνομο χώρο του περιοδικού «Rosso».

Το απόγευμα της 11 μαρτίου η Bologna είναι ένα πεδίο μάχης. Ένας καραμπινιέρος σκότωσε τον Francesco Lorusso, αγωνιστή της Lotta continua. Ο ξεσηκωμός συνεχίζεται για δυο  ημέρες. Η Barbara βρίσκεται στο πανεπιστήμιο που προστατεύεται από τα οδοφράγματα. Τον σεπτέμβρη παίρνει μέρος στο συνέδριο ενάντια στην καταστολή σαν αγωνίστρια των Formazioni comuniste combattenti, κομουνιστικών μαχόμενων Σχηματισμών..

Μέχρι το Εβδομήντα οκτώ είναι δασκάλα σε έναν παιδικό σταθμό, παίρνει μέρος τους αγώνες των εργαζομένων, στο κίνημα. Μπαίνει στην παρανομία έγκαιρα για να αποφύγει ένα ένταλμα σύλληψης. Στρατεύεται στην Prima linea και συμμετέχει σε διάφορες ενέργειες.

Torino είναι κομουνιστική πόλη. Η Prima linea είναι ριζωμένη στα εργοστάσια. Όπως οι ερυθρές Ταξιαρχίες, le Brigate rosse. Για το Κκι αυτό είναι μη αποδεκτό. Τον φεβρουάριο του ’79 μοιράζει ένα ερωτηματολόγιο αντιτρομοκρατίας. Έξι ερωτήσεις. Η πέμπτη προσκαλεί να καταγγείλουν ανώνυμα τον γείτονα, τον σύντροφο στην δουλειά στη βάση μιας υποψίας. Εκατό χιλιάδες τυπωμένα αντίτυπα. Τριάντα πέντε απαντήσεις στην πέμπτη ερώτηση. Η Prima linea αποφασίζει να επιτεθεί σε έναν από τους υπεύθυνους της πρωτοβουλίας.

Η Barbara και ο Matteo βρίσκονται σε ένα bar όταν εισβάλλει η αστυνομία. Αυτή πέφτει αμέσως, τραυματισμένη θανάσιμα. Αυτός ξεκινά μια μάχη σώμα με σώμα μέχρι που σωριάζεται χτυπημένος από έξι σφαίρες.

Barbara Azzaroni  Carla
Rimini, 2 φεβρουαρίου 1950 – Torino, 28 φεβρουαρίου 1979
Mαχήτρια της Prima linea (Pl) σκοτώθηκε από την αστυνομία σε ένα μπαρ μαζί με ένα σύντροφο

 

L8_80_01_06_b

 

 

Muse – Aftermath

συνεχίζεται

τα βιβλία του μιχάλη, i libri di michele

ΩΩγ. στη χώρα του ποτέ…ή 16

 

24.02.1974   Firenze, Φλωρεντία. Στη διάρκεια μιας εξέγερσης στις φυλακές Murate ένας σωφρονιστικός υπάλληλος ρίχνει μια ριπή με το αυτόματο ενάντια στην ομάδα που είχε σκαρφαλώσει στην οροφή. Ο Giancarlo Del Padrone, είκοσι χρόνων, σκοτώνεται επί τόπου. Άλλοι τέσσερις κρατούμενοι τραυματίζονται, ένας σοβαρά. Η διαδήλωση διαμαρτυρίας είχε οργανωθεί από τους κρατουμένους ενάντια στις καθυστερήσεις της μεταρρύθμισης των φυλακών.

1 4.03.1974    Firenze. Κάποια επεισόδια διαδραματίζονται μπροστά στις φυλακές delle Murate ανάμεσα σε αγωνιστές της εξωκοινοβουλευτικής αριστεράς που εμφανίζονται αλληλέγγυοι με τους κρατουμένους που βρίσκονται σε εξέγερση και τις δυνάμεις της τάξης. Αρκετοί οι ελαφρά τραυματισμένοι.

1 7.04. 1 976    Calenzano (Φλωρεντία). Τέσσερις μολότοφ ρίχνονται ενάντια στα γραφεία της εταιρείας La Pasquale. Την ευθύνη της επίθεσης αναλαμβάνει η »Lotta armata per il comunismo», »Ένοπλος αγώνας για τον κομουνισμό» που διαμαρτύρεται ενάντια στην μαύρη εργασία.                                                                                                                         Firenze. Κάποιες μολότοφ ρίχνονται ενάντια στο ισπανικό Προξενείο στην piazza Saltarelli.

31.05.1976
Firenze. Σοβαρά επεισόδια συμβαίνουν μπροστά στο Palazzo Strozzi στο τέλος ενός συλλαλητηρίου του φασίστα Ahnirante που αποδοκιμάζεται από αγωνιστές της αριστεράς. Η αστυνομία επεμβαίνει. Είκοσι συλλήψεις και δεκάδες προσαγωγές.

14. 1 2. 1 976
Φλωρεντία. Έξι βομβιστικές επιθέσεις πραγματοποιούνται στη διάρκεια της νύχτας εις βάρος των μεγαλύτερων κτηματομεσιτικών γραφείων. Την ευθύνη των επιθέσεων αναλαμβάνουν οι
«Reparti comunisti combattenti contro la speculazione immobiliare»,  »μαχόμενα κομουνιστικά Τμήματα ενάντια στην κερδοσκοπία των ακινήτων».

1 8. 12. 1 976      Firenze. Στην διάρκεια μιας σοβαρής εξέγερσης στις φυλακές delle Murate οι κρατούμενοι παίρνουν ομήρους έξι φύλακες και έναν υπαξιωματικό. Σοβαρές οι υλικές ζημιές στις εγκαταστάσεις της φυλακής.

24.03.1977  Φλωρεντία. Δυο ένοπλα commando εισβάλλουν στην Firenze στα γραφεία της Ένωσης μικρών βιομηχάνων της τοσκάνης,  παίρνοντας στην κατοχή τους διάφορα έγγραφα, και στο Prato στα γραφεία μιας εταιρείας έρευνας για τον τομέα της κλωστοϋφαντουργίας, όπου καταστρέφουν εξοπλισμό, βάζουν φωτιά σε έντυπα και αφαιρούν χρήματα από τους παρόντες. Οι δυο ενέργειες υπογράφονται από τις »Unità combattenti comuniste», »μαχόμενες κομουνιστικές Μονάδες».

29.03.1977                                                                                                                                                 Φλωρεντία, Firenze. Έξι επιθέσεις ενάντια σε άλλα τόσα γραφεία της χριστιανοδημοκρατίας DC στην Φλωρεντίa. Οι έξι εκρήξεις προκαλούν ζημιές στις αντίστοιχες εισόδους, σε έπιπλα και παντζούρια. Για τις επιθέσεις την ευθύνη αναλαμβάνουν με τηλεφώνημα στην ραδιοτηλεόραση Rai-TV τα «Reparti comunisti di combattimento», »κομουνιστικά μαχόμενα Τμήματα».

20.06.1977
Prato (Firenze). Μια εμπρηστική επίθεση εις βάρος μιας εγκατάστασης αποθήκευσης αυτοκινήτων της Fiat λαμβάνει χώρα στη διάρκεια της νύχτας από την Prima linea. Σημαντικές οι ζημιές.

21.07.1977
Φλωρεντία. Τρεις επιθέσεις με εμπρηστικούς μηχανισμούς ενάντια σε κατοικίες και επαγγελματικά στούντιο τριών καθηγητών του Πανεπιστημίου της Firenze. Ένας από τους καθηγητές είναι μέρος της ομάδας καθηγητών που αντιτέθηκε στα αιτήματα των φοιτητών για εξετάσεις με πολιτική ψήφο, στην πολιτική βαθμολογία δηλαδή. Η διεκδίκηση των επιθέσεων έγινε με μπροσούρα υπογεγραμμένη «Organizzare a armare i bisogni proletari comunisti», »να Οργανώσουμε και να οπλίσουμε τις κομουνιστικές προλεταριακές ανάγκες».

28.09.1977
Firenze. Τρία κτηματομεσιτικά γραφεία δέχονται επίθεση, ληστεύονται και πυρπολούνται δικασαπό τρεις ομάδες νεαρών. Την ευθύνη αναλαμβάνουν με φυλλάδιο υπογεγραμμένο οι «Squadre proletarie di combattimento», »προλεταριακές Ομάδες μάχης».

1 9. 1 0. 1977
Φλωρεντία. Ένα commando της Prima linea, Πρώτης γραμμής, τρεις νεαροί και μια κοπέλα οπλισμένοι, εισβάλλουν στο συνδικάτο της τοσκάνης των διοικητών βιομηχανικών εταιρειών. Οι δράστες της επίθεσης παίρνουν μαζί τους τις καρτέλες των μελών, συγκεντρώνουν αρχεία και φακέλλους σε ένα δωμάτια και τα παραδίδουν στη φωτιά. Πριν διαφύγουν γράφουν στους τοίχους: ‘Να κλείσουμε τα κέντρα της εχθρικής διοίκησης, Chiudiamo i centri del comando nemico’

25.11. 1977
Prato (Firenze). Μια βομβιστική επίθεση προκαλεί ζημιές στα γραφεία της DC στη via Pozzi.
Σοβαρές οι ζημιές. Λίγο αργότερα δέχεται επίθεση και η έδρα της DC στην via San Domenico.

20.01. 1 978
Φλωρεντία. Δυο άνδρες και μια γυναίκα οπλισμένοι εισέρχονται στο σπίτι ενός συνταγματάρχη της φρουράς της φυλακής le Murate, που βρίσκεται δίπλα στην είσοδο της φυλακής, στην προσπάθεια να επιτύχουν την απόδραση κάποιων κρατουμένων, μεταξύ των οποίων ο Renato Bandoli, ένας φοιτητής που είχε συλληφθεί τον απρίλη του ’77 σε ένα διαμέρισμα όπου βρέθηκε υλικό των »μαχόμενων κομουνιστικών Μονάδων», «Unità combattenti comuniste» και για τον οποίον υπήρχαν υποψίες διασυνδέσεων με την τρομοκρατική ομάδα επαναστατική Δράση, Azione rivoluzionaria. Τρεις αστυνομικοί που έφτασαν τυχαία στον τόπο με αυτοκίνητο, συγκρούονται με άλλα δυο μέλη του commando που επιβλέπουν από έξω,κρατώντας τσίλιες. Στην διάρκεια της ανταλλαγής πυρών σκοτώνεται ο αστυνομικός Fausto Dionisi και τραυματίζεται ο συνάδελφος του Dario Atzetù. Οι πέντε συμμετέχοντες στο commando καταφέρνουν να διαφύγουν.

28.06. 1978
Firenze. Ένα commando των «Reparti comunisti combattenti, μαχόμενων κομουνιστικών τμημάτων» εισβάλλει στα γραφεία των τροχονόμων και αφού ακινητοποιεί τους παρόντες ληστεύει χρήματα και οπλισμό.

01.07.1978                                                                                                                                                 Φλωρεντία. Ένα commando των «μαχόμενων προλεταριακών Ομάδων, Squadre proletarie combattenti» εισέρχεται στα γραφεία της Pretura, του Περιφερειακού Δικαστηρίου και αφού ακινητοποιεί τους παρόντες τα  καταστρέφει

14.11. 1978                                                                                                                                                Prato (Firenze). Μια βομβιστική επίθεση πραγματοποιείται ενάντια σε ένα γραφείο του δήμου. Ανάλογες επιθέσεις στην Pisa εναντίον δυο γραφείων του δημοσίου, για όλες την ευθύνη αναλαμβάνουν οι «μαχόμενες κομουνιστικές Μονάδες, Unità
Combattenti Comuniste». Ένας εκρηκτικός μηχανισμός προκαλεί ζημιές στην κατοικία του δημοτικού συμβούλου Vestri.                                                                                         Φλωρεντία. Έξι επιθέσεις βομβιστικές, κάποιες αποτυχημένες, πραγματοποιούνται σε δημόσια κτίρια και ενάντια σε ένα στρατόπεδο καραμπινιέρων. Ιδιαίτερα ισχυρή η έκρηξη που καταστρέφει τα επαρχιακά γραφεία του υπουργείου Οικονομικών στην via Masaccio. Για τις επιθέσεις την ευθύνη αναλαμβάνουν οι «προλεταριακές Ομάδες μάχης, Squadre proletarie di combattimento» και οι «Κομουνιστικές Μαχόμενες Μονάδες, Unità Combattenti Comuniste».

21.12.1978                                                                                                                                                 Firenze. Εκρηκτικός μηχανισμός και ριπές αυτομάτου ενάντια στο στρατόπεδο των καραμπινιέρων του Rifredi. Την ευθύνη της επίθεσης αναλαμβάνει η Prima linea.                Φλωρεντία. Εισβολή τριών ενόπλων προσώπων, δυο ανδρών και μιας γυναίκας, στα γραφεία της διαφημιστικής εταιρείας Manzoni. Την ώρα που η γυναίκα γράφει στους τοίχους με spray, οι άλλοι δυο παραδίδουν μια ανακοίνωση στον διευθυντή της εταιρείας που ακινητοποιήθηκε μαζί με την γραμματέα. Η ανακοίνωση που υπογράφεται από την Prima linea ξεκινά με το slogan » Να επιτεθούμε στα κέντρα της συνεργασίας και του αντεπαναστατικού ψυχολογικού πολέμου» και συνεχίζει κηρύττοντας πόλεμο στις εφημερίδες.

06.02.1979
Firenze. το αυτοκίνητο του προέδρου της Υπηρεσίας Πανεπιστημιακής Αρωγής, dell’Opera Universitaria, του Guido Clemente, πυρπολείται και καταστρέφεται. Την ευθύνη αναλαμβάνουν οι «προλεταριακές Περιπολίες, Ronde proletarie».

15.02. 1979
Φλωρεντία. Τέσσερις οπλισμένοι άνδρες εισβάλλουν στην έδρα του Ιταλικού Ινστιτούτου Ακινήτων, dell’Istituto Mobiliare Italiano και τοποθετούν εκρηκτικά που προκαλούν σοβαρές ζημίες. Την ευθύνη της επίθεσης αναλαμβάνει η Πρώτη Γραμμή,
Prima linea.

17.03. 1979
Firenze. Μια βομβιστική επίθεση λαμβάνει χώρα ενάντια στο κέντρο τηλεπικοινωνιών της αστυνομίας, il centro di telecomunicazioni della PS στην οδό del Tiratoio. Την ευθύνη αναλαμβάνει η Πρώτη γραμμή, Prima linea. Μια ανάλογη επίθεση πραγματοποιείται λίγο αργότερα ενάντια σε ένα κέντρο αυτοκινήτων της αστυνομίας στην via Baracca, την ευθύνη αναλαμβάνουν οι «Squadre
proletarie di combattimento», »προλεταριακές Ομάδες μάχης».

28.03.1979                                                                                                                                 Φλωρεντία. Επίθεση της  Prima linea ενάντια στο Commissariato di PS, στο αστυνομικό τμήμα του Rifredi-Peretola. Η επίθεση αποτυγχάνει διότι ένας περαστικός παρατήρησε τον εκρηκτικό μηχανισμό, τον οποίον οι πυροτεχνουργοί πυροδότησαν στη μέση του δρόμου.

12.04.1979                                                                                                                                                 Firenze. Τρεις νεαροί αντάρτες εισέρχονται στο ηλεκτρονικό κέντρο, centro elettronico του CNR και, αφού φιμώνουν και δένουν τους υπαλλήλους, τοποθετούν εκρηκτικό μηχανισμό που καταστρέφει ολόκληρο τον ηλεκτρονικό μηχανισμό. Για την επίθεση την ευθύνη αναλαμβάνει η Πρώτη γραμμή, Prima linea.

1 9.05.1979                                                                                                                                 Φλωρεντία. Έντεκα εντάλματα σύλληψης ενάντια σε φερόμενα μέλη της Πρώτης γραμμής, Prima Linea. Οκτώ πρόσωπα βρίσκονται ήδη στην φυλακή: Salvatore Palmieri, Doriana Donati, Gabriella Argentierο, Corrado
Marcetti, Giuliana Ciani, Sergio d’Elia, Pia Sacchi, Luisa Malacarne.

http://www.memoria.san.beniculturali.it/c/document_library/get_file?uuid=56605269-e5c6-4452-8955-92ad8d078638&groupId=11601

http://www.memoria.san.beniculturali.it/c/document_library/get_file?uuid=04c76755-04c0-4814-966d-60f4fa5479e9&groupId=11601

 

 

αλληλεγγύη

ANGELIC UPSTARTS – Solidarity

https://aenaikinisi.wordpress.com/2015/07/23/%CE%B3%CE%B9%CE%B1-%CE%BD%CE%B1-%CE%BF%CF%81%CE%B3%CE%B1%CE%BD%CF%89%CE%B8%CE%BF%CF%8D%CE%BC%CE%B5/

συνέντευξη Franco Bonisoli, BR μέρος 1

αριστεροι τουρκοι 2

εικόνα από το σήμερα : Τουρκία, μάρτης ’15

κι όπως τραγουδά ένας πολύ αγαπημένος:

Τα σύνορα που πέρασα δεν είχανε φρουρό
μόνο λίγα γεράκια διψασμένα
στα γόνατά μου αράξανε ζητώντας μου νερό
και πώς να τα χορτάσω τα καημένα

Σε πολιτεία βρέθηκα που ‘ψαχνα για καιρό
στου ονείρου μου τον χάρτη τον κρυμμένο
πάω να την ψηλαφίσω τρέχω να τη χαρώ
κι αυτή με προσπερνάει με βλέμμα ξένο

Στην αγορά ζωήλατα και ξωτικά πουλιά
και κράχτες που σωσίβια διαλαλούνε
αγόρασα από ένα σε δυο γυμνά παιδιά
κι εκείνα ζαρωμένα μ’ απαντούνε:

«Οι δοκιμές μας γέρασαν νωρίς στον κόσμο αυτό
κι αν τόσο θες να κάνεις μια αβαρία
δώσε μας λίγο πράσινο Κιφ Μαροκινό
και θα στο ξεπληρώσει η Ιστορία».

Στο πάρκο ένας μπατίρης μου ζάλιζε τ’ αυτιά
πως ήσουν τράπουλα σημαδεμένη
στους τέσσερις ανέμους σκορπίσαν τα χαρτιά
πού να σε ψάξω χώρα μου χαμένη

Στον ώμο το δισάκι μου σε σας ξαναγυρνώ
φωτιά νερό αέρα μου και χώμα
δε βγαίνουνε τα όνειρα σε πλειστηριασμό
δεν παίχτηκε η παρτίδα μας ακόμα

KIF Dimitris Mitropanos – YouTube

συνεχίζεται