αθλητισμός, sport

Γροθιές και σοσιαλισμός: ένα ταξίδι στην κουβανική πυγμαχία

Stampa

Pugni e socialismo: un viaggio nella boxe cubana

Felix Savon, ο πιο νικηφόρος κουβανός πυγμάχος της ιστορίας.

 

“Η κυριαρχία του ρίνγκ είναι η έννοια της δέσμευσης, η έννοια των χορδών, η έννοια του χώρου, ποια είναι η θέση μου, ποια είναι η θέση σου, τι πρέπει να κάνω εγώ, τι πρέπει να κάνεις εσύ, ποια είναι η τακτική σου, ποια θέλω να ακολουθήσεις εσύ, και ποια τακτική αποφασίζω εγώ, και όποιος κάνει αυτό κερδίζει.”

Guillermo Vinent, καθηγητής του karate του Eide στο Santiago de Cuba.

 

Πολύ συχνά ο αθλητισμός, η λογοτεχνία και η πολιτική έχουν ανακατευτεί στην παραγωγή καλλιτεχνικών και πολιτιστικών αριστουργημάτων, πολλές φορές αυτό συνέβη στο πλαίσιο του Κέντρου και του Νότου της αμερικανικής ηπείρου, δημιουργώντας αξέχαστες σελίδες ικανές να δώσουν πίσω στον αθλητισμό την αρχική του ουσία, εκείνη την ονειρική και μαγική που βρίσκεται μέσα σε κάθε μορφή τέχνης και που στη σημερινή εποχή δυστυχώς βιάζεται μέσα στην λατρεία του χρήματος, στην εμπορευματοποίησή της. Ο πρόσφατα αποθανών Eduardo Galeano εξέφραζε τον εαυτό του με αυτό τον τρόπο σχετικά με το Παγκόσμιο Κύπελλο του 1998 στη Γαλλία: «ένα άθλημα που μετατρέπεται σε πρόταση συλλογικής αλλοτρίωσης σε πλανητική κλίμακα, βασισμένης στην αντίθεση μεταξύ Βορρά και Νότου του κόσμου, μεταξύ Χωρών που εισάγουν παίκτες και άλλων που τους εξάγουν. »

Στο βιβλίο του «Ομορφιές και μιζέριες του παιχνιδιού του ποδοσφαίρου», ο Galeano αντιθέτως σκιτσάρει ένα διαφορετικό είδος ποδοσφαίρου, μέσα από ιστορίες που φέρνουν πίσω την ομορφιά του παιχνιδιού για το παιχνίδι, αρνούμενος, απορρίπτοντας το γεγονός μια τέχνη να γίνεται βιομηχανία και σχεδιάζει, παραδείγματος χάριν σελίδες όπως εκείνες που αφορούν το Παγκόσμιο Κύπελλο του 1978, που παίχτηκαν στη στρατιωτική δικτατορία της Αργεντινής, όπου μέσα στις θάλασσες λίγα χιλιόμετρα μακριά από τις αθλητικές εγκαταστάσεις ρίχνονταν τα σώματα των εξαφανισμένων, των desaparecidos.

Ο Galeano ήταν ουρουγουανός, όπου το futbol είναι το εθνικό σπόρ. Στην Κούβα, σε μία από τις σημαντικότερες, αν όχι την πιο σημαντική χώρα της πρόσφατης αμερικανικής πολιτικής ιστορίας, είναι ένα άλλο άθλημα που κυριαρχεί και εμπνέει πολυάριθμα έργα, ντοκιμαντέρ, σκέψεις και προβληματισμούς μεταξύ του ρίνγκ και των δρόμων: η πυγμαχία. Και είναι ακριβώς για την κουβανική πυγμαχία που μας μιλάει το βιβλίο «Pugni e Socialismo, Γροθιές και σοσιαλισμός – Λαϊκή ιστορία του μποξ στην Κούβα, Storia popolare della boxe a Cuba», κείμενο που γράφτηκε από τους Giuni Ligabue και Chiara Gregoris, εκδόθηκε από την RedStar Press και συνοδεύεται από το «Gancho Swing», ένα docufilm αφιερωμένο στην πρακτική του μποξ στην Κούβα.

Η αθλητική δραστηριότητα στην Κούβα είναι εγγυημένη σε όλους, και είναι ελεύθερη, δωρεάν, όπως η εκπαίδευση και η υγεία, όπως στο ντοκιμαντέρ μας υπενθυμίζει ο τρεις φορές ολυμπιονίκης Felix Savon ο οποίος, με γνώμονα τις διδασκαλίες άλλων πρωταθλητών της Κούβας που προηγήθηκαν όπως ο Teofilo Stevenson και ο Alcide Sagarra, έβαλε μπροστά την αγάπη για τη χώρα του, τον λαό του και την επανάσταση στην επιτυχία και τα χρήματα που του προσφέρθηκαν επανειλημμένα από τις Ηνωμένες Πολιτείες στη διαβόητη, πρόστυχη αντι-κομμουνιστική δραστηριότητα της «αγοράς» των κουβανών πυγμάχων .

Αν είχαμε γεννηθεί στην Κούβα, όπως εξηγούν οι συγγραφείς μας, ακόμα κι αν δεν μας άρεσε η πυγμαχία, θα μπορούσαμε να μιλήσουμε γι ‘αυτή και να την συζητήσουμε με τον οποιονδήποτε. Στην πραγματικότητα, όλοι και όλες οι κάτοικοι του νησιού γνωρίζουν τις δόξες της κουβανικής πυγμαχίας, και όλες και όλοι γνωρίζουν πού να βρουν το γυμναστήριο της γειτονιάς. Το ντοκιμαντέρ των Chiara και Giuni μας κάνει να γνωρίσουμε έναν διαφορετικό κόσμο του αθλητισμού, στον οποίο αντιλαμβανόμαστε ότι δεν είμαστε συνηθισμένοι: φτιαγμένο όχι από ανταγωνισμό, χρήματα, επιθυμία για ταπείνωση και καταστροφή του αντιπάλου, αλλά πάθος, χαμόγελα και κοινότητα.

Στη χώρα μας μόνο τα τελευταία χρόνια ο κόσμος της πυγμαχίας ανακτά το χώρο του κάτω από τους προβολείς και στις καρδιές των ανθρώπων: θα προτιμούσαμε να το κάνει αυτό μέσω της γέννησης και της ανάπτυξης των λαϊκών γυμναστηρίων, παρά με τις συναντήσεις εκατομμυρίων που προβάλλονται στο ItaliaUno. Θα προτιμούσαμε «την κουβανέζικη σχολή» της πυγμαχίας από ένα ακόμη μέσο μαζικής αποσπάσεως της προσοχής που θα ήθελαν να μας προτείνουν οι ηγέτες μας της μοναδικής σκέψης, της φιλελεύθερης-καπιταλιστικής σκέψης. Στο βιβλίο και στο docufilm περιγράφεται η κοινωνική σημασία της πυγμαχίας, με την έννοια όχι της πυγμαχίας προς την κοινωνία, αλλά της κοινωνίας προς την πυγμαχία: δηλαδή μαθαίνουμε το πόσο η πυγμαχία και ο αθλητισμός εν γένει στην Κούβα είναι ένα απαραίτητο τούβλο της ατομικής και συλλογικής πορείας ζωής των κουβανών, δίπλα και εντελώς συνυφασμένο με την εκπαίδευση.

Οι αθλητές παρακολουθούνται από υπερ-εκπαιδευμένους τεχνικούς από πολύ νεαρή ηλικία, τόσο αθλητικά όσο και ψυχολογικά και σχολαστικά, κάθε δάσκαλος γνωρίζει και μελετά τόσο τα φυσικά όσο και τα σχεσιακά χαρακτηριστικά, όπως ο χαρακτήρας, η οικογενειακή και οικονομική κατάσταση κάθε αθλητή του. Επιπλέον, ο δάσκαλος ανησυχεί για την σχολική και ακαδημαϊκή του επίδοση, επειδή στην Κούβα μπορείς να έχεις όσο ταλέντο θέλεις αλλά δεν θα ανέβεις εκείνη που οι κουβανοί αποκαλούν «πυραμίδα», δηλαδή πρώτα το μονοπάτι της διδασκαλίας και στη συνέχεια της προπόνησης των κουβανών αστεριών, αν δεν έχεις αποδεκτά αποτελέσματα στο σχολείο.

Στην προσέγγιση αυτή γίνεται ορατό, στον αθλητισμό, το χέρι της κουβανικής Επανάστασης, που θέλησε να είναι η αθλητική δραστηριότητα μια διαδρομή βελτίωσης για όλα τα άτομα, το έπραξε για παράδειγμα μέσω της έννοιας της «προστασίας του αθλητή» που εκφράζεται, στην πυγμαχία, στην επιλογή της ερασιτεχνικής δραστηριότητας, κυρίως, παρά σε εκείνη την επαγγελματική. Αυτή η τελευταία στην πραγματικότητα θέτει σε κίνδυνο την υγεία των πυγμάχων σε αγώνες με εξαντλητικούς γύρους και χωρίς προστασία του κεφαλιού, και αποτελεί έκφραση του καπιταλιστικού αθλητισμού και συνδέεται αποκλειστικά με την αξία και το κέρδος.

Η «κουβανική σχολή» επικεντρώνει όλη τη διδασκαλία στην τεχνική και στην τακτική, σε ίσια και μακρά χτυπήματα, όχι στη δύναμη και το σκοπό της βλάβης του αντιπάλου. Δεν ανεβαίνει ο αθλητής στο ρινγκ μέχρι να μάθει να χτυπάει ευθεία, gancho και swing (uppercut και crochet) με μια καλή τεχνική.

Ενώ παρακολουθούμε το «Gancho Swing» αισθανόμαστε φωτισμένοι από τη διαφορετική προσέγγιση στο άθλημα που περιγράφουν οι μαθητές, οι δάσκαλοι, οι νέοι και οι παλιοί πρωταθλητές, αλλά και άνθρωποι που δεν το ασκούν αλλά το καθιστούν θέμα προβληματισμού και κουβέντας της καθημερινής ζωής. Εντυπωσιασμένοι από τις εικόνες που απεικονίζουν προπονήσεις και sparring, εικόνες που απλώνονται για να μοιραστούμε απλά πλάνα στα οποία οι αθλητές ζουν άλλες στιγμές που δεν σχετίζονται με την πυγμαχία ή μιλούν για στιγμές ζωής των «χαρακτήρων» που δεν πρωταγωνιστούν στο ρινγκ, όπως των οικογενειών των αθλητών, των οπαδών, κοινών ανθρώπων που είναι σε θέση να δώσουν μια βαθιά συμβολή στην περιγραφή αυτής της πραγματικότητας.

Σε αυτό το σημείο φαίνεται λογικό να αναρωτηθούμε γιατί στο στερέωμα του αθλητισμού γνωρίζουμε τους αμερικανούς μπασκετμπολίστες, τους ποδοσφαιριστές της Βραζιλίας, αλλά κανέναν από τους Κουβανούς πυγμάχους. Θα είναι ένα είδος αντικομουνιστικής λογοκρισίας ακόμη και στον τομέα του αθλητισμού; Ίσως επειδή είναι μέρος ενός μη επαγγελματικού κυκλώματος και επομένως λιγότερο «επιρρεπείς στο κέρδος»; Το γεγονός είναι ότι οι κουβανοί πυγμάχοι είναι εκείνοι που έχουν κερδίσει περισσότερο στον κόσμο και, τόσο για όσους γνωρίζουν ήδη τις πράξεις τους, όσο για εκείνους που αγνοούν, που βρίσκονται στο σκοτάδι, σίγουρα δεν είναι σπαταλημένος χρόνος εκείνος που προορίζεται στην ανάγνωση του «Pugni e Socialismo, Γροθιές και Σοσιαλισμός «και στην προβολή του» Gancho Swing, Άπερκατ Κροσέ «!

θεωρία, teoria

Χρόνια πολλά, Buon compleanno, Marx!

Στις 5 μαΐου του 1818 γεννιόταν ο Καρλ Μαρξ, έχουν περάσει δύο αιώνες και σήμερα είναι πιο επίκαιρος από ποτέ. Είναι σίγουρα πιο επίκαιρος σήμερα από ό, τι τα προηγούμενα χρόνια κατά τα οποία την μισή Ευρώπη κυβερνούσαν σοσιαλιστικά κράτη και την άλλη μισή ο συμβιβασμός μεταξύ κεφαλαίου και εργασίας, που είχε προκαλέσει το κοινωνικό κράτος. Ο μαρξισμός ήταν η ηγεμονική κουλτούρα μιας μεγάλης διαδικασίας χειραφέτησης των λαών σε όλο τον κόσμο, της απελευθέρωσης από την αποικιοκρατία, της οικοδόμησης ανεξάρτητων κοινωνιών και σε σύγκρουση σχετικά με τα κέντρα εξουσίας του παγκόσμιου καπιταλισμού.

Παραδόξως, αυτή η πολιτική και πολιτισμική δύναμη του μαρξισμού παραμελούσε τον θεμελιώδη πυρήνα της, εκείνον της εκμετάλλευσης της εργασίας ως βασική υποχρέωση και χαρακτηριστικό της καπιταλιστικής κοινωνίας. Μόνο ριζοσπαστικές μειονότητες, οι οποίες αργότερα απέκτησαν μεγάλη επιρροή στο παγκόσμιο κίνημα του 1968, είχαν επικεντρώσει το ενδιαφέρον τους στην αλλοτρίωση και στη συνεχιζόμενη απαλλοτρίωση που από την ίδια του την φύση ο καπιταλισμός παράγει προς την εργασία. Ωστόσο, ακόμη και αυτοί που επικεντρώθηκαν περισσότερο στον πυρήνα της σκέψης του Μαρξ παραμελούσαν ένα εξίσου σημαντικό κομμάτι αυτής. Ο καπιταλισμός, λόγω της φύσης του, έχει ανάγκη να αυξάνει συνεχώς την εκμετάλλευση της εργασίας και να την υποβάλλει ολοένα και περισσότερο στην παραγωγική του οργάνωση, και πρέπει να το κάνει σε παγκόσμια κλίμακα.

Ιδού, αυτό το σημείο που σήμερα εμείς ονομάζουμε παγκοσμιοποίηση, τότε στη στιγμή της μέγιστης πολιτιστικής ηγεμονίας του μαρξισμού, δεν κατανοήθηκε. Οι λόγοι ήταν προφανώς πολιτικοί ιστορικοί, η σοβιετική επανάσταση και η παγκόσμια ήττα του φασισμού είχαν σταματήσει την επέκταση του καπιταλισμού σε παγκόσμια κλίμακα. Ομοίως, η χειραφέτηση του αποικιακού κόσμου. Και μετά οι εργατικοί και κοινωνικοί αγώνες στις πιο ανεπτυγμένες χώρες είχαν θέσει όρια, μετά ειπώθηκε πως ήταν δίχτυα που παγίδεψαν, στη δύναμη της καπιταλιστικής αγοράς. Έτσι, ο Μαρξ που περιγράφει τον μηχανισμό της εκμετάλλευσης ως ένα είδος ιού που δεν μπορεί παρά να εξαπλωθεί σε ολόκληρο τον κόσμο, λοιπόν εκείνος ο Μαρξ θεωρήθηκε ουσιαστικά σχεδόν εξ ολοκλήρου ξεπερασμένος, από μια πραγματικότητα όπου αντιθέτως εκείνος ο ιός έμοιαζε πεπερασμένος, σίγουρα ακόμα ισχυρός και επικίνδυνος, αλλά στη διαδικασία της οριοθέτησης, ακόμη και της εξάλειψης.

“Η ανάγκη για όλο και πιο εκτεταμένες διεξόδους για τα προϊόντα της ωθεί την αστική τάξη, την μπουρζουαζία σε όλη την χερσαία σφαίρα. Αυτή πρέπει να φυτευτεί παντού, παντού να εδραιωθεί, να ενισχύσει, να σφίξει παντού σχέσεις.

Με την εκμετάλλευση της παγκόσμιας αγοράς, η μπουρζουαζία έχει καταστήσει την παραγωγή και την κατανάλωση όλων των χωρών κοσμοπολίτικη ..”

Με αυτά τα λόγια το 1848, και εδώ υπάρχει μια επέτειος, στο Κομμουνιστικό Μανιφέστο, ο Μαρξ και ο Ένγκελς ανακοίνωναν τον κόσμο του σήμερα. Πριν από 170 χρόνια, ο καπιταλισμός είχε εγκατασταθεί μόνο σε λίγες ευρωπαϊκές περιφέρειες και στις Ηνωμένες Πολιτείες, η εργατική τάξη απαρτίζονταν από μερικές δεκάδες εκατομμύρια ανθρώπων σε έναν πληθυσμό του οποίου η μεγάλη πλειοψηφία, και στην Ευρώπη, ήταν αφιερωμένη στη γεωργία. Ωστόσο, η ιδιοφυΐα του Μαρξ και του Ένγκελς ήταν ικανή να συλλάβει από την σχολαστική ανάλυση αυτών των ακόμα σχετικά μικρών μερών των κοινωνιών εκείνης της εποχής το πεπρωμένο ολόκληρου του πλανήτη: de te fabula narratur, ‘είναι για σένα που μιλάμε σε αυτό το παραμύθι’ προσέθεσαν στη συνέχεια σε εκείνους που τους κατηγόρησαν για υπερβολή με τα οράματα τους.

Μέχρι τη δεκαετία του ’70 του περασμένου αιώνα, ο καπιταλισμός έμοιαζε σε υποχώρηση ή, σε κάθε περίπτωση, κάτω από αυξανόμενη πίεση, περιορισμό, ο κόσμος φαίνονταν να κινείται προς μια αυξανόμενη χαλιναγώγηση των ζωικών διαθέσεων της αγοράς, το έκανε και πάνω απ ‘όλα χάρη σε όλα όσα είχε προωθήσει και εκθέσει ο μαρξισμός, διαψεύδοντας έτσι τις προβλέψεις του Μαρξ. Αλλά τότε υπήρξε η αντίδραση.

Το 1973 το άγριο πραξικόπημα στη Χιλή που υλοποίησε ο Pinochet με την υποστήριξη των Ηνωμένων Πολιτειών, σηματοδότησε μια καμπή στις παγκόσμιες κοινωνικές και οικονομικές σχέσεις. Η χιλιανή δικτατορία ήταν η πρώτη παγκόσμια περίπτωση της επιστροφής στον αδίστακτο και άγριο καπιταλισμό που ανέλυσε ο Μαρξ. Μέσα στη θάλασσα αίματος των μαρξιστών, ακριβώς έτσι αποκαλούνταν οι υποστηρικτές της σοσιαλιστικής κυβέρνησης του Allende, επάνω στoν αφανισμό του εργατικού κινήματος, το πρώτο φιλελεύθερο πείραμα χτίστηκε. Στη συνέχεια, με τον Ρέιγκαν στις Ηνωμένες Πολιτείες και με την Θάτσερ στη Βρετανία, ο φιλελεύθερος καπιταλισμός εξαπλώθηκε στις πρωτεύουσες του δυτικού κόσμου και επιτέθηκε σε όλους τους αντιπάλους του: τις εργατικές τάξεις, τις χώρες με σοσιαλιστικό σύστημα, στις πρώην αποικιακές. Τους επιτέθηκε, τους προσέβαλε και κέρδισε. Σε αντίθεση με όσα φαίνονταν, με όσα πίστευαν πριν από πενήντα χρόνια, ο καπιταλισμός που θριάμβευε δεν ήταν αυτός ο Κεϋνσιανός, του κοινωνικού συμβιβασμού, τότε τον αποκαλούσαν νεοκαπιταλισμό. Όχι, ήταν ο πιο άγριος veterocapitalism που ανελάμβανε την κυριαρχία του κόσμου, o παλιός, ο ξεπερασμένος.

«Πως επέστρεψε καυχιέσαι και να προχωρήσει ζητάς, Del ritornar ti vanti e procedere il chiami». Έτσι, ο Giacomo Leopardi στην La Ginestra κατηγορεί τον «θαυμάσιο και ανόητο» αιώνα του, δηλαδή την αποκατάσταση των αρχών του δέκατου ένατου αιώνα μετά τη γαλλική επανάσταση. Τότε, όπως σήμερα μια γιγαντιαία τεχνολογική διαδικασία συνοδεύονταν από μια βαθιά οπισθοδρόμηση σε πολιτικό και πολιτιστικό επίπεδο. Η καπιταλιστική αποκατάσταση που υποφέρουμε σήμερα επέβαλε μια επιστροφή στο κοινωνικό-οικονομικό σύστημα παγκόσμιας εκμετάλλευσης που αναλύθηκε και πολεμήθηκε από τον Μαρξ.

Αυτή η παγκόσμια αποκατάσταση σε παγκόσμια κλίμακα του καπιταλισμού του 19ου αιώνα δεν πραγματοποιήθηκε μέσα από τις αυθόρμητες δυνάμεις της αγοράς, όπως μπορεί αντιθέτως να υπερηφανεύεται η προπαγάνδα του. Ήταν η δράση της πολιτικής, η παρέμβαση των κρατών και οι θεσμικές κατασκευές που ελευθέρωσαν τον καπιταλισμό από τους περιορισμούς, τα φρένα που του είχαν επιβληθεί από εκατό χρόνια αγώνων και επαναστάσεων. Είναι η χρήση του κράτους υπέρ της αγοράς, που θεωρητικοποιήθηκε από τον Von Hayek, η ιδιωτικοποίηση του κοινού, του δημόσιου, που διέταξαν την επιστροφή στον άγριο και φιλελεύθερο καπιταλισμό, αυτόν που ονομάστηκε ordoliberismo. Και γραφειοκρατικοί και αυταρχικοί θεσμοί όπως η Ευρωπαϊκή Ένωση έχουν χρησιμοποιηθεί για να εξουδετερώσουν τα κοινωνικά επιτεύγματα και κατακτήσεις στις χώρες που ανήκουν σε αυτήν. Και κάτω από την εντολή, την διοίκηση της ΕΕ η Ελλάδα έχει γίνει το νέο ινδικό χοιρίδιο για τα πιο άγρια κοινωνικά πειράματα.

Το κράτος, τα θεσμικά όργανα και η πολιτική έχουν κάνει το βρώμικο έργο της καπιταλιστικής αποκατάστασης, παρέχοντας σε αυτήν τα υλικά εργαλεία και την ιδεολογική κάλυψη. Η ενιαία και μοναδική φιλελεύθερη σκέψη έχει γίνει η κοινή λογική των κοινωνιών που καταστράφηκαν από την αποκατάσταση της πιο άγριας εκμετάλλευσης. Και οι κυβερνήσεις επέστρεψαν να είναι εκείνες οι «αστικές εμπορικές επιτροπές» του Μανιφέστο του 1848.

Η δικτατορία της αγοράς και του κέρδους φαίνεται να έχει θριαμβεύσει. Δεν υπάρχουν εναλλακτικές λύσεις, μας εξηγoύν καθημερινά από τα massmedia εδώ και σαράντα χρόνια. Αλλά στον κόσμο που σήμερα σέβεται, λατρεύει και προσκυνά το χειρότερο της φιλοσοφίας του Αdam Smith, πρέπει να θυμόμαστε ότι ο Καρλ Μαρξ ήρθε μετά από τον ανώτατο θεωρητικό της ελεύθερης αγοράς, και αποσυναρμολόγησε το ιδεολογικό και πολιτικό οικοδόμημα του κομμάτι προς κομμάτι. Ακριβώς η αποκατάσταση του καπιταλισμού του Σμιθ καθιστά σήμερα τον Μαρξ πιο επίκαιρο από ποτέ.

Η ήττα του σοσιαλισμού, σε όλες τις εκδοχές του, τον τελευταίο αιώνα ήταν αποκλειστικά πολιτική, καθορίστηκε από τη μεγαλύτερη δύναμη και βία του καπιταλισμού. Ήταν ο παγκόσμιος ταξικός αγώνας που σημάδεψε τη νίκη της μπουρζουαζίας. Προς το παρόν, επειδή η ανθρώπινη ιστορία διδάσκει ότι αυτό που η πολιτική, δηλαδή η ανθρώπινη δράση, καταστρέφει, η ίδια η πολιτική μπορεί να ανοικοδομήσει. Μετά από δεκαετίες καπιταλιστικής αποκατάστασης, είναι η ίδια η επιμονή και επιδείνωση της παγκόσμιας κρίσης που προετοιμάζουν την επιστροφή μιας πολιτικής απέναντι από εκείνη και αντίθετη αυτής που μέχρι τώρα έχει θριαμβεύσει. Τα πράγματα μπορούν και πρέπει να αλλάξουν επειδή οι νόμοι της αγοράς κρύβουν στην πραγματικότητα σχέσεις μεταξύ ανθρώπων, και όταν οι άνθρωποι το συνειδητοποιούν, τότε λοιπόν το καθεστώς του κέρδους και της εκμετάλλευσης αποκαλύπτει ότι όλα τα τερατώδη του πρέπει να κατεδαφιστούν.

Στην αναγκαιότητα της επιστροφής μιας πολιτικής που στρέφεται κατά της κυριαρχίας της αγοράς, υπάρχει όλη η ισχύς και η επικαιρότητα του Μαρξ. Χρόνια πολλά στον Μαρξ, η σκέψη του είναι νεότατη.

 – © Αναπαραγωγή εφικτή κατόπιν ρητής συναίνεσης της σύνταξης του CONTROPIANO

Τελευταία μετατροπή: STAMPA

ανατρεπτική τέχνη, arte ribelle

Πορτραίτο του νεαρού επαναστάτη – Ritratto del rivoluzionario da giovane

Stampa

 

40517

Στις αίθουσες από τις 5 απριλίου, σε σκηνοθεσία του Raoul Peck, The Young Karl Marx, Ο Νεαρός Κάρλ Μάρξ, πολιτική-πνευματική βιογραφία σε εικόνες του γερμανού επαναστάτη και φιλόσοφου.

Ritratto del rivoluzionario da giovane Πορτραίτο του επαναστάτη όταν ήταν νεαρός

Πρώτη ακολουθία: η ταινία ανοίγει σε ένα παρθένο δάσος. Μετά από μερικά πλάνα αναδύονται χέρια, μετά σώματα και πρόσωπα ανθρώπων που μαζεύουν ξύλα. Το πλάνο του χεριού που αρπάζει το ξύλο φαίνεται να κινηματογραφεί την αυγή του είδους αλλά είναι πράγματι η αυγή της καπιταλιστικής νεωτερικότητας. Η φωνή αποκαλύπτει αποσπάσματα από τα πρώτα κείμενα που δημοσίευσε ο νεαρός Μαρξ, εκείνο σχετικά με τον νόμο κατά της κλοπής ξύλου. Είναι τα πρώτα βήματα της κριτικής του αστικού δικαίου.

-stacco-

Δεύτερη ακολουθία: πλάνα από τις στέγες που καπνίζουν μιας πολύ μοντέρνας (για την εποχή, βρισκόμαστε στο μισό του 19ου αιώνα) βιομηχανικής πόλης. Μια επισκόπηση που πηγαίνει προς τα κάτω δείχνει τον κόσμο που συνωστίζεται και κινείται κάτω από αυτές τις στέγες: το σημερινό βιομηχανικό προλεταριάτο. Στη συνέχεια αναλαμβάνει δράση το κυρίως πιάτο: οι μηχανές είναι σταματημένες, βρίσκεται σε εξέλιξη μια απεργία επειδή μια εργάτρια τραυματίστηκε στην ώρα της δουλειάς. Μπροστά στα πρώτα σημάδια της συλλογικής εξέγερσης το αφεντικό διαιρεί και τιμωρεί. Η εξέγερση έχει δαμαστεί, γι αυτή τη φορά …

Σίγουρα, η νέα ταινία του Raoul Peck (γόνιμος σκηνοθέτης αφρο-καραϊβικής καταγωγής, του οποίου θυμόμαστε το ντοκιμαντέρ / πολιτικό δοκίμιο για τον αφρο-αμερικανό συγγραφέα James Baldwin “I’m not your Negro”, «Δεν είμαι ο νέγρος σου») δεν είναι μια biopic όπως οποιαδήποτε άλλη. Οι πρώτες κουβέντες δεν προορίζονται να παρουσιάσουν τους χαρακτήρες μιας ιστορίας, και βασικά ούτε καν το πλαίσιο αυτής, αλλά δύο ιδανικές τυπικές στιγμές της ταξικής πάλης. 1) το φράξιμο των commons, των κοινών και 2) την εδραίωση του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής στην συγκεκριμένη ιστορική μορφή του μεγάλου εργοστασίου στο Μάντσεστερ.

Πιστή στο κείμενο των μάρξ και ένγκελς, η ανάγνωση της εικόνας ήδη υποδηλώνει μια ιστορική και πολιτική ερμηνεία των δυνατοτήτων της επανάστασης που έρχεται: στον προ-καπιταλιστικό κόσμο οι κυριαρχούμενοι έχουν ελάχιστες πιθανότητες να κερδίσουν τους καταπιεστές τους, στην καπιταλιστική και τη βιομηχανική κοινωνία, αν και υποβάλλονται στις χειρότερες συνθήκες εργασίας και ζωής, αυτοί βρίσκονται στο επίκεντρο, στην καρδιά της παραγωγικής διαδικασίας και μπορούν να την νικήσουν με την απόρριψη.

Schermata del 2018 04 04 13 53 45

 

Όπως δήλωσε ο σκηνοθέτης σε μια συνέντευξη – και όπως πολύ καλά εμφανίζεται στη διάρκεια της ταινίας – εάν η έμφαση δίνεται αμέσως από τον τίτλο ακριβώς στην ιστορική, πνευματική και πολιτική εικόνα του Μαρξ, η πολιτική μετάφραση θα προκύψει από τη συνάντηση με τον ανυπόφορο γιο της θριαμβευτικής βιομηχανικής μπουρζουαζίας Friedrich Engels. Εάν το μεγαλείο και η φιλοσοφική συνοχή είναι όλα του Μαρξ, η συμβολή της υλικής γνώσης στις συνθήκες εργασίας της εργατικής τάξης θα προέλθει από τον Ένγκελς. Ο Μαρξ φέρνει τη μέθοδο, ο Ένγκελς, την υλική γνώση των δύο πόλων στους οποίους χωρίζεται η κοινωνία: η μεγάλη βιομηχανική αστική τάξη και το προλεταριάτο που της αντιτίθεται. Ο Marx είναι η φιλοσοφία, ο Engels η έρευνα. Αν και ο τίτλος επικεντρώνεται στον Moro του Treviri, [o Mελαχρινός απ’ το Treviri της Γερμανίας] η φιγούρα του Engels είναι εξίσου κεντρική: σημαντική επιλογή αφήγησης, η οποία απομακρύνει, ελευθερώνει την εικόνα του συγγραφέα σημαντικών βιβλίων όπως Η κατάσταση της εργατικής τάξης στην Αγγλία ή αυτού που έρχεται αργότερα Η προέλευση της οικογένειας , της ιδιωτικής ιδιοκτησίας και του Κράτους από την ξεχασμένη κατάσταση στην οποία την παρέδωσε μια κάποια, μια συγκεκριμένη σύγχρονη ανάγνωση. Όπου το σημαντικό δεν είναι να δώσουμε πάλι στον Ένγκελς αυτό που είναι του Ένγκελς όσο το να υπογραμμίσουμε τη δύναμη μιας συνάντησης, καθώς και των πολλών άλλων που υπενθυμίζονται εκ νέου στην ταινία.

Schermata 2018 04 04 alle 17.38.50

Συναντήσεις … και συγκρούσεις! Η ιστορία της προέλευσης του κομμουνιστικού κινήματος είναι επίσης μια ιστορία διαιρέσεων, τραυματισμών και απομακρύνσεων. Μία από τις πιο επιτυχημένες ακολουθίες της ταινίας είναι εκείνη στην οποία γίνεται λόγος για την ρήξη ανάμεσα στους Μαρξ, Ένγκελς και των ακολούθων τους με την παλιά φρουρά της Ένωσης των Δικαίων, που μετονομάστηκε από αυτούς, με ένα αποφασιστικό χτύπημα σαν πραξικόπημα, σε League of Communists, Ένωση των Κομουνιστών. Η δεξιότητα και η απλότητα με την οποία η ιστορία τίθεται σε εικόνες δεν μπορεί να μην εντυπωσιάσει όποιον είχε την καλή τύχη να συμμετάσχει σε ένα κίνημα ή έναν αγώνα κάποιας σημασίας, έχοντας πάρει μέρος σε αυτό. Μέσα σε λίγα πλάνα ο Peck δείχνει την ένταση που διαπερνά και διασχίζει το ακροατήριο, τις ματιές συμφωνίας μεταξύ εκείνων που θέλουν να αλλάξουν έναν τρόπο δράσης που επαναλαμβάνεται, αναπαράγεται πάντα ο ίδιος και να επιταχύνουν τις διαδικασίες, τα σφυρίγματα περιφρόνησης και τις κραυγές υποστήριξης.  Εδώ η σκηνή αναλαμβάνει ένα μπρεχτικό άγγιγμα. Ο θεατής είναι από την αρχή ταυτισμένος με τους ήρωες της ιστορίας αλλά καλείται ως θεατής της συζήτησης, δίπλα στους συμμετέχοντες στη συνέλευση. Ένας εκπρόσωπος της παλιάς φρουράς σηκώνεται όρθιος και φωνάζει στο σκάνδαλο «είναι ένα πραξικόπημα!» αλλά οι νεαροί επαναστάτες έχουν το πάνω χέρι και δίνουν ότι καλύτερο έχουν παραδίδοντας στο παρελθόν τον αναποτελεσματικό τρόπο δράσης των ουτοπικών σοσιαλιστών. Μια νέα ιστορία αρχίζει από μια αυθεντική ρήξη και από ένα κείμενο που θα δώσει φωνή στις νέες απαιτήσεις, το Μανιφέστο του κομουνιστικού Κόμματος.

Η όλη ταινία επικεντρώνεται ρητά στις στιγμές που δημιουργούνται ρήξεις και νέες εξελίξεις. Στο φόντο των χρόνων ’40 του 19ου αιώνα – τα οποία σύντομα θα ανθίσουν στο ευρωπαϊκό ’48 (η ταινία μας θυμίζει ότι οι κινήσεις θα εκραγούν ακριβώς ένα μήνα μετά τη δημοσίευση του Μανιφέστου) – ακολουθούμε όλες τις κριτικές περιπέτειες του νεαρού Μαρξ: κατά των νεαρών χεγκελιανών που έχουν σταματήσει στην κριτική-κριτική, εναντίον του φιλόσοφου της φτώχειας Προυντόν, ενάντια σε μια Ένωση των δίκαιων που εξακολουθεί να πιστεύει, ασυγχώρητη αφέλεια, ότι όλοι οι άνθρωποι είναι αδέλφια. Ο Μαρξ που απεικονίζεται εδώ είναι ένας Μαρξ μακριά από τον μνημειαλισμό, την μνημειοποίηση, monumentalismo, όπου μια συγκεκριμένη ιστορία τον έχει βαλσαμώσει. Η αφήγηση του Peck μας δείχνει τα πρώτα βήματα ενός νεαρού, ανήσυχου, υπερ-σύγχρονου, που δεν σέβεται την εξουσία, τις αρχές (ακόμη και εκείνη των ευγενών πατέρων του κινήματος), ο οποίος επικρίνει τις βεβαιότητες που αποκτήθηκαν και τις αφηρημένες θεωρίες.  

Schermata del 2018 04 04 16 28 44

Ιδιαίτερη προσοχή αφιερώνεται στην φυσιογνωμία των χαρακτήρων, με τις ιδιορρυθμίες τους, τις γλωσσικές ιδιαιτερότητες (η ταινία είναι πιο αξιόλογη στη γλώσσα του πρωτοτύπου, διότι επιστρέφει τον πλούτο στους τόνους και την αυθεντικά κοσμοπολίτικη διάσταση των επαναστατών της εποχής). Η εκπροσώπηση του Προυντόν, για παράδειγμα, είναι άκρως αποτελεσματική, και όχι μόνο επειδή είναι πολύ κοντά στις παραστάσεις που έχουμε γι αυτόν (σε ένα πλάνο παρατηρούμε ακόμη και τον ζωγράφο Courbet – εκείνον που θα καταδικαστεί πως υποκίνησε τους εξεγερμένους ανθρώπους της Κομούνας να ρίξουν κάτω την Colonna Vendôme – να φτιάχνει ζωντανά το πορτρέτο του), αλλά και για τους επαρχιώτικους τρόπους και για την λαϊκίστικη ρητορική. Πολλά πλάνα της ταινίας δείχνουν την αμηχανία και την κρυάδα στο βλέμμα του νεαρού Μαρξ να παρατηρεί με απόσπαση και ειρωνεία την πομπώδη ρητορική των συνοδοιπόρων του από τους οποίους είναι έτοιμος να διαχωριστεί. Είναι η τελική απόφαση-κρίση του νεαρού κομμουνισμού, ( «επιστημονικού», όπως υπενθυμίζεται αργότερα, αλλά θα μπορούσε να είναι πιο σκόπιμο να τον επαναπροσδιορίσουμε σήμερα ως πολιτικό), επί της παλιάς ουτοπικής και ανθρωπιστικής προέλευσης.

Η όλη ταινία μπορεί επίσης να ειδωθεί ως ένα ακριβές και πλούσιο οπτικό δοκίμιο για την ιστορία και τον πολιτισμό: εάν με την πρώτη ματιά, επιφανειακή, μπορεί να μην φαίνεται πολύ διαφορετική από τις πολλές βιογραφικές και ιστορικές ταινίες που γεμίζουν με κανονικότητα τις οθόνες, η διαφορά είναι εδώ στην λεπτομέρεια και στην ποικιλία των πηγών από τις οποίες καρπώνεται η εικόνα: η ρεαλιστική ζωγραφική (όχι μόνο από τον Courbet, αλλά και από ορισμένους καλλιτέχνες του βόρειου τοπίου, όπως στην τελική συζήτηση μεταξύ των δύο πρωταγωνιστών), η εκκολαπτόμενη φωτογραφία που τα χρόνια αυτά άρχισε να τεκμηριώνει τις συνθήκες ζωής του προλεταριάτου των μεγάλων αστικών κέντρων (καθώς και εκείνες της αστικής μπουρζουαζίας), η γερμανική ζωγραφική των Dürer και των Brugel (δείτε την αρχική σκηνή του αριστοκρατικού κυνηγιού σε αυτούς που μαζεύουν ξυλεία).

Schermata 2018 04 04 alle 17.53.26

Μια σημείωση της αξίας πηγαίνει επίσης στη φροντίδα του σεναρίου και των διαλόγων. Αν είναι αλήθεια ότι μια ταινία είναι κατά κύριο λόγο ευθύνη του σκηνοθέτη, είναι επίσης αλήθεια ότι υπάρχουν συμβολές που ακούγονται, που γίνονται αισθητές. Σε αυτή την περίπτωση δεν μπορούμε να παραλείψουμε να αναφέρουμε τη συμβολή στους διαλόγους και τη δραματουργική γραφή του Pascal Bonitzer, όχι μόνο σκηνοθέτη αλλά και σεναριογράφου μερικών από τους σημαντικότερους γάλλους σκηνοθέτες των τελευταίων σαράντα ετών. Ήταν πάνω απ ‘όλα ένας από τους πιο οξυδερκείς θεωρητικούς, μέσα στη μανία της δεκαετίας του ’70, των βασανιστικών και προβληματικών σχέσεων μεταξύ Τεχνικής και Ιδεολογίας, δηλαδή των ιδεολογικών και υλικών προσδιορισμών που προεδρεύουν της οργάνωσης, του στησίματος και της κινηματογραφικής γραφής. Μια πολιτική συνειδητοποίηση της και επί της κινηματογραφικής τέχνης που είναι εμφανής σε αυτή την ταινία.

Μία τελευταία πτυχή που αξίζει να αναφερθεί για την κεντρική θέση που έχει στην διήγηση είναι αυτή που θα μπορούσαμε να ορίσουμε την πνευματική εργασία σαν επάγγελμα (επισφαλές). Πολλές σκηνές της ταινίας είναι αφιερωμένες να δείξουν τις οικονομικές δυσκολίες μέσα στις οποίες η οικογένεια Μαρξ αναγκάστηκε να κάνει τις δικές της επιλογές ζωής και στράτευσης. Εν ολίγοις, είμαστε μακριά από τις βιογραφίες που μας μιλούν για ηρωικές χειρονομίες θέλησης και σκέψης. Βλέπουμε τον Μαρξ και τη σύζυγό του που είναι ταραγμένοι, οι οποίοι κινδυνεύουν να εκδιωχθούν από το σπίτι, να τους γίνει έξωση, που έχουν λίγα για να φάνε, που κινδυνεύουν να αρρωστήσουν. Ο νεαρός Μαρξ πρέπει συχνά να αναβάλει το θεωρητικό έργο που αγαπάει τόσο πολύ για να κερδίσει το ψωμί του και να ζήσει την οικογένεια. (Και εδώ μετράται η απόσταση του από τους ουτοπιστές). Η δημιουργική διαδικασία της πολιτικής γραφής εμφανίζεται στις διάφορες φάσεις: συζήτηση, συγγραφή, συζήτηση, εκ νέου γράψιμο, εκτύπωση. Συλλογική εργασία που κλέβει τον ύπνο της νύχτας και καταναλώνει τα κεριά.

Schermata 2018 04 04 alle 17.31.37

Η μόνη κριτική που μπορεί να γίνει στην ταινία είναι ίσως η επιλογή της τελικής ακολουθίας, όπου ο σκηνοθέτης παίζει τη σίγουρη κάρτα του κλισέ, αλλά με πιο προσεκτικό έλεγχο η επιλογή αυτού που δείχνει είναι λιγότερο μπανάλ από ό, τι θα είχε την διάθεση να μας υπενθυμίσει. Όμως μας κάνει εντύπωση κυρίως η προτελευταία σκηνή, όπου το βλέμμα στην κάμερα μικρών αγοριών και κοριτσιών, ανδρών και γυναικών, ενσαρκώνει το γίγνεσθαι υποκείμενο του προλεταριάτου, ενώ η φωνή off αρθρώνει τα λόγια ενός incipit, μιας εναρκτήριας φράσης, γνωστής και όσο ποτέ άλλοτε τρέχουσας, σημερινής:

 

30122605 1462869690489532 300588097 o

 

Ένα φάντασμα πλανιέται στην Ευρώπη: το φάντασμα του κομμουνισμού.

Όλες οι δυνάμεις της γερασμένης Ευρώπης ενώθηκαν σε μια ιερή συμμαχία για να κυνηγήσουν αυτό το φάντασμα:

ο πάπας και ο τσάρος, ο Μέτερνιχ κι ο Γκιζό, γάλλοι ριζοσπάστες και γερμανοί αστυνομικοί.

Είναι καιρός πια οι κομμουνιστές να εκθέσουν ανοιχτά μπροστά σ’ όλο τον κόσμο τις αντιλήψεις τους, τους σκοπούς τους, τις επιδιώξεις τους

και ν’ αντιπαραθέσουν στο παραμύθι του κομμουνιστικού φαντάσματος

ένα μανιφέστο του ίδιου του κόμματος.

Η ιστορία κάθε κοινωνίας που υπήρξε μέχρι τώρα, είναι ιστορία των ταξικών αγώνων.

Όλη η κοινωνία ολοένα και περισσότερο χωρίζεται σε δύο μεγάλα εχθρικά στρατόπεδα,σε δύο μεγάλες τάξεις που αντιτίθενται άμεσα μεταξύ τους: την αστική τάξη και το προλεταριάτο.

 

Uno spettro s’aggira per l’Europa – lo spettro del comunismo.

Tutte le potenze della vecchia Europa si sono alleate

in una santa battuta di caccia contro questo spettro:

papa e zar, Metternich e Guizot,

radicali francesi e poliziotti tedeschi.

E` ormai tempo che i comunisti espongano apertamente

in faccia a tutto il mondo

il loro modo di vedere, i loro fini, le loro tendenze,

e che contrappongano alla favola dello spettro del comunismo

un manifesto del partito stesso

La storia di ogni società esistita fino a questo momento, è storia di lotte di classi.

L’intera società si va scindendo sempre più in due grandi campi nemici,

in due grandi classi direttamente contrapposte l’una all’altra: borghesia e proletariato.

 

8d61a233734660576744f8a3cb1cb1bae44fdc9f.1000

 

 https://www.infoaut.org/culture/ritratto-del-rivoluzionario-da-giovane
σύγχρονη σκέψη, pensiero di oggi

Scalzone, «Το μέλλον δεν υπάρχει, το μέλλον είναι η αφήγηση των κυρίαρχων – Il futuro non esiste, il futuro è la narrazione dei dominanti»

Δύο ημερομηνίες που συλλέχθηκαν σε μια περίοδο 10 ετών: 16 μαρτίου 1968, 16 μαρτίου 1978. Στο μεταξύ υπάρχουν όλα. Ο Scalzone επιστρέφει στους τόπους και μιλά για το πρωινό των συγκρούσεων στα σκαλιά της αρχιτεκτονικής σχολής στη Ρώμη, ένας topos του ’68. Οι φασίστες που απέτυχαν στην προσπάθεια να διεισδύσουν στο κίνημα, ο αρχηγός τους, Almirante που κινδύνεψε λιντσαρίσματος, ο Παζολίνι ο οποίος δεν είχε καταλάβει τίποτα από αυτή την εξέγερση, ο Μουσολίνι και η πραγματική ουσία του ιταλικού φασισμού, «ο πόλεμος ενάντια στις οργανώσεις των εργατών, από τις πιο ρεφορμιστικές στις πιο ανατρεπτικές, όχι στην εργατική τάξη ως τέτοια που μπορεί να επιλεγεί από τις corporationς», τον σημερινό ρατσισμό. Δέκα χρόνια αργότερα, η συνέλευση που συγκαλέστηκε στο piazzale della Minerva, της Sapienza, αμέσως μετά την είδηση της απαγωγής του Άλντο Μόρο, «Εκείνη τη ημέρα – εξηγεί – έζησα μια ρήξη, μια πληγή, ένιωθα ξένος προς την »καταδίκη» που εκφράστηκε από τους Αυτόνομους και σκέφτηκα να παρέμβω με τις Br πριν ωθηθούν στον αναμενόμενο επίλογο και όπως ορίζεται σε μια ετυμηγορία ». Μετά ήρθε η συνωμοσιολογία, η οποία έγινε η μεγάλη πολιτιστική τραγωδία της αριστεράς. Παραμένει η γνώση, η μοίρα που μας διακρίνει από άλλα είδη και εκείνο το μέλλον που δεν υπάρχει, που έγινε «το αφήγημα των κυρίαρχων» στο οποίο θα πρέπει να αντιπαραθέσουμε το παρόν, βιωμένο ολοκληρωτικά

 

Daniele Zaccaria, Il Dubbio 23 μαρτίου 2018, H Aμφιβολία

Η συνομιλία με τον Oreste Scalzone είναι μια εμπειρία Proustian και Futurist την ίδια στιγμή. Η ροή της μνήμης ρέει σαν χείμαρρος, αλλά δεν είναι πάντα μια ήσυχη πορεία, μέσα στα νερά οι στροβιλισμοί αναδύονται ξαφνικά, και η δίνη των αναμνήσεων προχωράει αναστατωμένη από έναν περιπλανώμενο δαίμονα, με το βλέμμα που καρφώνεται σταθερά στον ορίζοντα σε ένα είδος αιώνιου παρόντος. «Είμαι ένας υπερμνησιακός (η υπερβολική εξέλιξη της μνήμης R. R.), ακόμη και αν μερικές φορές, όπως έλεγε ο Φρόιντ και όπως συνέβαινε στον Rashomon του Kurosawa, μπορώ να ζήσω κάποια ψευδαίσθηση της μνήμης».
Πριν από πενήντα χρόνια, όταν η δυτική κοινωνία συγκλονίστηκε από την επανάσταση του ’68, ο Scalzone ήταν νεαρός ηγέτης του φοιτητικού κινήματος. Σε αυτές τις μέρες μουσιακών εορτασμών που κάνουν εκείνη την φοβερή χρονιά ένα είδος παραμελημένης Αναγέννησης, ο Scalzone συμφωνεί να επιστρέψει στον «τόπο του εγκλήματος» για να σκιαγραφήσει εκείνο που ονομάζει με σεμνότητα έναν «αντι-εορτασμό», μια «αντι-τελετή», . Αλλά πριν επιστρέψει σε εκείνες τις μέρες του μαρτίου ’68 θέλει να βγάλει ένα βότσαλο από το παπούτσι του: «Αυτή η ιστορία των φασιστών που θα είχαν επαφή με το φοιτητικό κίνημα για να οργανώσουν τις συγκρούσεις της Valle Giulia είναι μια συνολική ψεύτικη μνήμη που βασίζεται αποκλειστικά σε δηλώσεις του Delle Chiaie Stefano, γνωστού ως «caccola, μύξα». 
 Τον Della Chiaie μισούσαν καταρχάς οι λεγόμενοι «καθαροί» φασίστες, που τον ήθελαν ως άνθρωπο των μυστικών υπηρεσιών. Το κίνημα δεν γνώριζε εκείνες τις δυναμικές, είναι πιθανό ότι υπήρξαν προσπάθειες διείσδυσης αλλά όμως απέτυχαν. Οι φασίστες ήταν ταμπουρωμένοι στη νομική σχολή και η επιτροπή αναβρασμού του Πανεπιστημίου είχε αποφασίσει απλώς να τους αγνοήσει, σαν να ήταν ένας νεκρός καρκίνος, δεν τους βλέπαμε και γύρω τους υπήρχε ένα είδος υγειονομικής ζώνης. Τα πράγματα άλλαξαν κατά τη διάρκεια της νύχτας μεταξύ 15 και 16 μαρτίου, όταν ομάδες τραμπούκων του φασιστικού κόμματος Msi μπήκαν στην La Sapienza και επιτέθηκαν στους εξωκοινοβουλευτικούς τους εκκενώνοντας στρατιωτικά και επιτέθηκαν στην περιφρούρηση του κινήματος στη σχολή Γραμμάτων τραυματίζοντας κάποιους συντρόφους ».

Τι θυμάσαι από εκείνο το πρωινό;

Έφτασα στο πανεπιστήμιο σε εύθετο χρόνο, εκείνοι του MSI είχαν ήδη ταμπουρωθεί μέσα στη νομική με τους αξιότιμους Almirante και Caradonna. Σε αυτό το σημείο ξεκινήσαμε μια επίθεση, αλόγιστη, γενναιόδωρη αλλά αλόγιστη, έτσι ώστε προχωρώντας λιγάκι μπορούσαμε να μετρούμε τους τραυματίες, από την άλλη μας έριχναν τα πάντα, σιδερένιες μπίλιες, τζάμια, αντικείμενα όλων των ειδών, τότε ακούω κάτι να συντρίβεται, ο πάγκος που πέταξαν από πάνω χτυπά στραβά μια καρέκλα με την οποία προσπαθούσα να καλυφτώ κακήν κακώς …, το χτύπημα θα μου συντρίψει δύο σπονδύλους, με τραβούν μακριά, με πηγαίνουν στο νοσοκομείο, ενώ η μάχη συνεχίζεται. Κάποιοι σύντροφοι ανακαλύπτουν μια δευτερεύουσα πόρτα και καταφέρνουν να μπουν μέσα, είναι μια δωδεκαριά και βρίσκουν μπροστά τους μοναχό τον Almirante, [ ο αντίστοιχος Μιχαλολιάκος εδώ και σήμερα], θα μπορούσαν να τον λιντσάρουν, αλλά όπως αντιλαμβάνεστε διστάζουν και η στιγμή περνά, χάνεται, ευτυχώς δεν είχαν την στόφα του λιντσαρίσματος … Στο σημείο αυτό μπαίνει με όλες τις δυνάμεις η αστυνομία. Τώρα, για εκείνους που υποστηρίζουν ότι υπήρχε συνεννόηση μεταξύ του κινήματος και της ακροδεξιάς, παραθέτω τον Δρ Paolo Mieli και τον καθηγητή Agostino Giovagnoli, τι θα έπρεπε να είχαμε πράξει; Να λιντσάρουμε τον Almirante για να δείξουμε το αντίθετο; Επιπλέον για εκείνες τις μέρες συνεχίζουν να γράφονται και να λέγονται τεράστιες ανοησίες. Πολλές από αυτές εμπνέονται από έναν άθλιο «παζολινισμό» επιστροφής.

Τι εννοείς?

Μιλώ για αυτή την τεχνητή διαίρεση μεταξύ των αστυνομικών γιων του προλεταριάτου που αποστέλλονται στις πόλεις για να αρπάξουν ξύλο από τα παιδιά της μπουρζουαζίας. Σίγουρα ο Paolo Mieli ήταν γιος της μπουρζουαζίας, εγώ πηγαινοερχόμουν απλά από το Terni, μα για τι πράγμα μιλάμε; Στην La Sapienza υπήρχαν περισσότεροι από 70 χιλιάδες εγγεγραμμένοι, το πανεπιστήμιο ήταν ήδη ένας μαζικός τόπος και στο κίνημα υπήρχαν τα πάντα, συμπεριλαμβανομένων των παιδιών των «cafoni, αγροίκων» του νότου, οι γιοι των εργατών που στέλλονταν για σπουδές στη μεγάλη πόλη για να γίνουν μηχανικοί. Φυσικά, η πλειοψηφία των ηγετών προερχόταν από μορφωμένες οικογένειες αλλά μόνο επειδή, όπως έλεγε ο Don Milani, κατείχαν τον απαραίτητο λόγο για να γίνουν οι ηγέτες, στις σχολές και στις πλατείες, αλλά ο πρωταγωνιστής ήταν άλλος, έτσι δεν είναι;  

Ο Pasolini είχε άδικο λοιπόν;

Σίγουρα έκανε λάθος όσον αφορά την κοινωνική σύνθεση του φοιτητικού κινήματος και να πούμε ότι θα ήταν αρκετό να έχει ακούσει μια μισή ομιλία του Franco Piperno, δεν λέω να είχε διαβάσει τον Μαρξ. Ήταν επίσης λάθος στην ποιητική μυθολογία της εργατικής τάξης που γι ‘αυτόν ήταν ενσάρκωση μονάχα από τους εργάτες με τη φόρμα και τα «επαγγελματικά» χέρια με τους κάλους, όταν πλέον τότε η κεντρική φιγούρα ήταν οι εργάτες της αλυσίδας, κυρίως μετανάστες από το Νότο, εκείνοι για τους οποίους μιλά το βιβλίο Vogliamo tutto! του Balestrini, Tα θέλουμε όλα. Επιπλέον ήδη από τότε πήγαινε μπροστά η επισφάλεια, οι επισφαλείς των νεότερων γενιών. Ήταν επίσης λάθος και για τη φύση του ΚΚΙ, PCI, σε αυτό συμφωνώ με τον ιστορικό Giovanni De Luna, ο Pasolini λέει στους νέους να πάνε προς το PCI, το να πιστεύει ότι το κίνημα εκείνο θα μπορούσε να μεταβεί προς στο κομμουνιστικό Κόμμα ήταν μια ανοησία. Ούτε καν ο γραμματέας Luigi Longo είχε το θάρρος να πει κάτι τέτοιο. Τελικά έκανε λάθος για τους αστυνομικούς, γι αυτόν ήταν «άσχημοι αθώοι» επειδή τους θεωρούσε ανεύθυνα ζωάκια «έτσι τους έχουν καταντήσει». Και σε αυτή την περίπτωση πρόκειται για μια απλοϊκή ανάγνωση, λίγη ψυχανάλυση θα έφτανε, σκέφτομαι τον Willelm Reich: υπάρχει ένα περιθώριο ευθύνης σε εκείνους που διαπράττουν βίαιες και σαδιστικές πράξεις, είναι η ψυχοπαθολογία του τελευταίου των σταυροφόρων που στήνεται στη γραμμή πίσω από τον Πέτρο τον Ερημίτη για να φτιάξει τον «αιώνιο συρφετό» ενώ στην Ιερουσαλήμ, γράφουν οι ιστορικοί, «το αίμα έφτανε στα γόνατα». Ο ίδιος όχλος που περιγράφηκε από τον Varlam Salamov στις Ιστορίες της Kolymache στην περίπτωση εκείνη ήταν οι Cechists, αλλά θα μπορούσαμε επίσης να μιλήσουμε για τους Κόκκινους Φρουρούς, γι αυτούς που πήγαιναν να ευαγγελίσουν, να κηρύξουν ευαγγέλιο, αυτούς που πήγαιναν να εξισλαμίσουν, αυτούς που πήγαιναν να αποικίσουν.

Μία θανατηφόρα και μιμητική σχέση εκείνη της επαναστατικής και ελευθεριακής αριστεράς με την καθιερωμένη, καθεστηκυία εξουσία και βία  

Εμπνευσμένος από τον Foucault της Μικροφυσικής της εξουσίας, όταν συστήνεται ένα δικαστήριο του λαού ή του προλεταριάτου, μια καθιερωμένη δικαιοσύνη, η μετάλλαξη έχει ήδη γίνει, η επανάσταση έχει ήδη γίνει αντι-επανάσταση. Το πέρασμα από την «συστατική εξουσία, ιδρυτική» σε «καθεστηκυία», όπως λέει ο Agamben, υπήρξε η τραγωδία όλων των «Επαναστάσεων» που «ανέλαβαν, πήραν την εξουσία». Αυτό, μικροφυσικά, είναι πάντα μια ενέδρα και για μας. Στις ημέρες της απαγωγής του Moro, ήμουν πεπεισμένος ότι το κίνημα έπρεπε να «παρέμβει» με τις Ερυθρές Ταξιαρχίες προκειμένου να αποφευχθεί ο κίνδυνος να αφεθούν να ωθηθούν σε έναν ανακοινωμένο επίλογο, αναμενόμενο και με τον τρόπο που προέβλεπε την θανατική ποινή.

Έχετε επανειλημμένα επικρίνει την αριστερά και τον φυλετικό αντιφασισμό της, τι εννοείτε;

Τα γεγονότα της Acca Larentia έρχονται στο μυαλό μου (καθώς και ο Sergio Ramelli): αν ένα κομάντο της άκρας αριστεράς ανοίγει πυρ σε μια μικρή ομάδα φασιστών σκοτώνοντας δύο και στη συνέχεια εκείνοι βγαίνουν [στους δρόμους] με αίματα στα μάτια και η αστυνομία σκοτώνει άλλον ένα, εγώ αισθάνομαι πολύ άβολα όπως είπα τότε στον Giorgio Bocca ο οποίος μου πήρε συνέντευξη για την εφημερίδα Repubblica. Οι φασίστες δεν μπορούν να αντιμετωπίζονται ως «διαφορετικοί», αυτή είναι μια εθνοτική, φυλετική προσέγγιση στην πολιτική σύγκρουση και ο αντιφασισμός κινδυνεύει να γίνει ένα περαιτέρω μέσο του καθεστώτος. Την εποχή εκείνη επικρίθηκα πολύ για τη θέση μου αυτή, στην προκειμένη περίπτωση σαν τον Che Guevara, ο οποίος ήταν επίσης ένας σκληρός άνθρωπος: «Πρέπει να είμαστε αμείλικτοι στη μάχη και ελεήμονες, ευσπλαχνικοί στη νίκη».  

Ο «φασισμός» αναφέρεται συνεχώς σαν να ήταν το συνώνυμο, το γενικό ισοδύναμο, του απόλυτου κακού 

Θα μπορούσα να απαντήσω ότι τα λόγια είναι σημαντικά, και ότι η αντιστοιχία-ισοδυναμία φασισμός-απόλυτο κακό είναι αντιφατική γιατί δύο ολοκληρωτισμοί δεν μπορούν να συνυπάρξουν. Αντ ‘αυτού, θα ξεκινούσα από τον ιστορικό φασισμό, του οποίου δημιουργός ήταν ο Μπενίτο Μουσολίνι, φιγούρα μιας αμφισημίας αντάξιας του μεταμοντερνισμού. Ο Μουσολίνι είχε σίγουρα διαβάσει το κομμουνιστικό Μανιφέστο, αλλά αγνοούσε το πρώτο βιβλίο του Κεφαλαίου. Με αναρχικό πατέρα και μητέρα δασκάλα με κόκκινο στυλό, έγινε σε πολύ νεαρή ηλικία η κορυφαία φιγούρα της ιταλικής μαξιμαλιστικής αριστεράς όπως έγραψε ο ίδιος ο Λένιν.  Ένας κοινωνικά μπερδεμένος χαρακτήρας, αλλά ακόμα και αυτό δεν είναι κατ ‘ανάγκην σφάλμα, ακόμη και ο φίλος μου Pannella θα μπορούσε να μοιάζει με ένα φιλελεύθερο-φιλελευθεριακό Cagliostro που ανακάτευε τα πάντα. Soreliano, [Σορέλ] σοσιαλιστής, πρώτα ειρηνιστής που φώναζε «πόλεμος κατά του πολέμου», στη συνέχεια η διαμετακόμιση για τον δημοκρατικό παρεμβατισμό του Salvemini ενός χώρου από τον οποίον πέρασαν επίσης οι Gramsci και Togliatti. Μετά αλλάζει ξανά, φτάνει στον αλυτρωτισμό, στον μεγαλοϊδεατισμό, ως τυχοδιώκτης εκμεταλλεύεται τον αναγωγισμό [1] των [2, 3] «terroni di trincea» που έρχoνται σε σύγκρουση με τους εργάτες των εργοστασίων του βορρά, θεωρούμενοι ως εργατική αριστοκρατία των Συμβουλίων που συμμετείχαν στην πολεμική παραγωγή. Σαν ταλαντούχος τυχοδιώκτης ο Μουσολίνι καταφέρνει να αναμειγνύει πολλά στοιχεία, κλέβει το όνομα των Fasci της Σικελίας, παίρνει το μαύρο πουκάμισο των αναρχικών, παίρνει μαζί του επαναστάτες συνδικαλιστές όπως ο De Ambris και ο Corridoni, παίρνει τον ιταλικό σουπρεματιστικό φουτουρισμό, αλλά και τον ρωσικό και δημιουργεί ένα παράξενο μείγμα, σχεδόν ένα μεταμοντέρνο kitsch.

Ο αντισημιτισμός ήταν εγγενής στο καθεστώς;

Όχι, ο Μουσολίνι δεν ήταν αντισημίτης. Το 1932, απαντώντας σε μια ερώτηση σχετικά με το εβραϊκό ζήτημα που του έθεσε ο γερμανός βιογράφος Emil Ludwig, δήλωσε ξερά: «Αυτό είναι δικό σας θέμα. Θέματα ξανθών, για γερμανούς. » Οι διαδοχικές στροφές του καθεστώτος λήφθηκαν από οπορτουνισμό και όχι από ιδεολογική πεποίθηση. Όμως σε όλο αυτό το ατέλειωτο κιτς παραμένει ένα ουσιαστικό και συνεκτικό στοιχείο που μπορεί να καθορίσει τον φασισμό: ο πόλεμος εναντίον των εργατικών οργανώσεων, όχι στην εργατική τάξη ως τέτοια που μπορεί να εννοηθεί από τις corporations, αλλά στις οργανώσεις της, από τις πιο μεταρρυθμιστικές μέχρι τις πιο ανατρεπτικές. Αυτός είναι ο εχθρός, η επίμονη εμμονή του, όπως ο αντισημιτισμός ήταν η ψυχωτική εμμονή των ναζί. Εδώ υπάρχει ένα κοινό νήμα που οδηγεί κατευθείαν στη συνωμοσιολογία, ένα απειλητικό παράδειγμα, το οποίο μπορεί επίσης να καθοδηγήσει εκείνους που ανεμίζουν τις κόκκινες σημαίες και οποιουδήποτε χρώματος. Έχοντας πει όλα αυτά, θα ήθελα όμως να διευκρινίσω ένα σημείο. 

Παρακαλώ

Οι όροι μετρούν επίσης ως αυτοπροσδιορισμοί, ο «τρόμος» γεννιέται σαν αυτοπροσδιορισμός του Saint Just και του Roberspierre, ο «ολοκληρωτισμός» δεν είναι μια λέξη που εφευρέθηκε από τη Hannah Arendt αλλά από τον Μουσολίνι Μπενίτο ακριβώς για να καθορίσει το καθεστώς του.

Υπάρχει πραγματικός κίνδυνος σήμερα στην Ευρώπη ότι ακρο δεξιά κινήματα ή καθεστώτα, ρατσιστικά και αυταρχικά να κερδίσουν το πάνω χέρι;

Πάρτε την υπόθεση Τραίνι, τον νεο-ναζιστή ψυχοπαθητικό και ultras leghista [λέγκα του βορρά] της Macerata που ήθελε να σφαγιάσει μετανάστες, σε αυτό το σημείο σκέφτομαι όπως ο Felix Guattari: ο Traini είναι ασφαλώς ένας ψυχοπαθής αλλά εάν δέκα ψυχοπαθείς βάλουν μια στολή των Sa δεν γίνεται να καθαρίσουμε με το θέμα λέγοντας πως είναι εγκεφαλικά ασθενείς, καθίστανται εχ-θροί. Και εδώ δημιουργείται ένα μεγάλο πρόβλημα. Σε αυτό συμφωνώ με την ανάλυση του Bifo που μιλά για «διαταραγμένο ασυνείδητο του έθνους».

Ποιος είναι ο πιο μεγάλος εχθρός της αριστεράς;

Είναι ένας εσωτερικός εχθρός και ονομάζεται συνωμοσιολογία, μια πραγματική πολιτισμική τραγωδία, μια δαιμονική και συνωμοτική σκέψη που γίνεται υπεύθυνη για τη μετάλλαξη εκείνη για την οποία μίλησα, τη μετάβαση από τη συστατική εξουσία στη συγκροτημένη δύναμη, την συντεταγμένη εξουσία, μου αρέσει να παραθέτω τον Agamben και την επιτυχημένη του φόρμουλα [ σπινοζικής απήχησης) «εκθρονισμένη ισχύς». Για τη συνωμοσιολογία κάθε χειρονομία εξέγερσης, από τον Camus του Homme revolté μέχρι την αυτοκτονία του Jan Palach, είναι πάντα μια χειραγωγημένη χειρονομία, heterodirect, ετεροκαθοδηγούμενη, αλλά η συνωμοσιολογία ζει από ψεύδη, αναλήθειες, αντι-ρεβιζιονισμούς και γενικεύσεις, ποτέ δεν αγγίζει δόντι σε όσους αποκαλεί χειραγωγούς, είναι αβλαβής, ακίνδυνη για την εξουσία αλλά θανατηφόρα για εκείνους που πολεμούν την εξουσία. 

Είναι η μοίρα των ανθρώπων η εξέγερση; 

To να μην ασκείται η εξαγωγή συμπερασμάτων για το ανθρώπινο είδος το θέτει κάτω από τα άλλα είδη, το είδος μας κλίνει πέρα από το είναι για να επιδιώξει τη γνώση, την τέχνη, την πολιτική. Σε αντίθεση με τους γυρίνους και τα πουλάρια εμείς γεννιόμαστε πρόωρα, ανώριμοι, αρχίζουμε να περπατάμε ενάμισι χρόνο μετά ενώ το πουλάρι περπατά ήδη λίγες ώρες μετά τη γέννηση. Το λιοντάρι είναι θηρευτής και κυνηγάει τη γαζέλα που σαν θύμα προσπαθεί να δραπετεύσει, κανένας από αυτούς τους δυο είναι ευτυχισμένος ή δυστυχισμένος. Αντιθέτως, εμείς χρειαζόμαστε την πρόθεση της γνώσης για να συνειδητοποιήσουμε τους εαυτούς μας, για να πραγματωθούμε Το δέντρο της αμαρτίας με αυτή την έννοια είναι ακριβώς μια πολύ όμορφη μεταφορά της μοίρας μας.  

Και το μέλλον;

Το μέλλον δεν υπάρχει, το μέλλον είναι η αφήγηση των ηγεμόνων.  

Scalzone, «Il futuro non esiste, il futuro è la narrazione dei dominanti»

  1. αναγωγισμός s. μ. [Der. του βετεράνου]. – Η στάση και η συμπεριφορά των ομάδων βετεράνων πολέμου που απαιτούν ειδικά οφέλη, οφέλη και πλεονεκτήματα, ιδίως οικονομικά και καριέρα, σε αντάλλαγμα για τα πλεονεκτήματα, μερικές φορές τεκμαιρόμενα ή υπερβολικά, που αποκτήθηκαν ως μαχητές, στον πόλεμο: η επανάληψη του φαινομένου του r. μετά από κάθε πόλεμο.

2. Ο όρος terrone είναι ένας όρος της ιταλικής γλώσσας που υποδεικνύει την προέλευση στις δουλοπρεπείς τάξεις, που είναι «συνδεδεμένες με τη γη». [1] Από τα μέσα του εικοστού αιώνα, χρησιμοποιείται από τους Ιταλούς του βορρά σε ένα υποτιμητικό τόνο για να χαρακτηρίσει τους κατοίκους της νότιας Ιταλίας, σε μια περίοδο μεγάλων μεταναστεύσεων των τελευταίων προς τα αστικά κέντρα του βορρά

3. trincea: χαρακώματα

Scalzone, «Il futuro non esiste, il futuro è la narrazione dei dominanti»

ιστορία, storia

Aldo Moro και η ξεχασμένη δεκαετία – e il decennio dimenticato

 

Γνωρίζουμε λεπτομερώς το σενάριο για την απαγωγή του Aldo Moro, αλλά ποτέ όπως στην παρούσα επέτειο δεν αναγνωρίζουμε πλέον την αλήθεια. Εξαφανίστηκε, εκμηδενίστηκε από πνεύμα εκδίκησης ή ίσως, απλούστερα, από πολιτική άγνοια, η ιστορία. Χωρίς το πλαίσιο, την συγκυρία, δεν υπάρχει τίποτε άλλο παρά η μυθοπλασία: πινακίδες και αυτοκίνητα, μεταστροφές και τοπωνυμίες, αναμνήσεις πρώιμα ορφανών ανηψιών και συνωμοσίες κάθε τάξης. Την θέση της γοητείας του καθολικισμού-κομουνισμού ανέλαβε η απογοήτευση που ανατρέχει στις θέσεις του πρώην υπουργού εσωτερικών και προέδρου Κοσσίγκα, για να επιστρέψουμε στη μεταμοντέρνα παρεξήγηση, παρανόηση, αλλά το πρώτο θύμα παραμένει η κατανόηση των γεγονότων. Υπάρχει ένα κόκκινο νήμα που συνδέει την αναμνησιολογία των ημερών αυτών: η αναγκαστική αφαίρεση κάθε έννοιας και σημασίας από ένα γεγονός που μετασχηματίζεται σε ένα event, μια εκδήλωση, και αποσυνδέεται από οποιαδήποτε διαδικασία. Ο Aldo Moro δεν είναι η κορυφή – ένδοξη ή τραγική, ανάλογα με τις απόψεις – μιας δεκαετίας της ταξικής αντιπαράθεσης, σύγκρουσης. Είναι ένα Rai fiction μπολιασμένο στην ιταλική πολιτική. Είναι μια μεταφρασμένη μορφή εγκληματικού μυθιστορήματος που εφαρμόζεται στις σχέσεις της πολιτικής. Υπάρχει η συμμορία των δολοφόνων και το αθώο θύμα. Ιδιωτικά γεγονότα λοιπόν: τι σχέση έχουν »οι ιταλοί» (καλοί άνθρωποι …); Το σημαντικό είναι να εκτονώσουμε τη σχέση μεταξύ του ’68 και του ’78 και, μέσα στη μακρά δεκαετία της κοινωνικής σύγκρουσης, να διαχωρίσουμε την εξτρεμιστική μειονότητα από τη συντριπτική πλειοψηφία της «πραγματικής χώρας». Η ιστορία διαβάζεται μέσα από τους φακούς της ομαδικής ψυχολογίας. Το αντίθετο σημείο αντιπροσωπεύεται από τους τελευταίους αμετανόητους οπαδούς των απόψεων του Κοσσίγκα, όπως προείπαμε: Giuliano Ferrara, για παράδειγμα.

Αντίθετα, είναι δυνατό να κατανοήσουμε τον Aldo Moro μόνο με την εισαγωγή του στην ιστορική διαδικασία. Το 1968 ελευθερώνει, αποσυνθέτοντας τες για να τις επανασυνδέσει, κοινωνικές ενέργειες που από καιρό εκκολάπτονταν στην επιγενόμενη κοινωνία της ευημερίας. Μια κοινωνία που πλούτισε ταχέως και την εποχή εκείνη σημαδεύεται με κοινωνικές εκρηκτικές αντιφάσεις: νέα ευημερία και τραγική φτώχεια, μητροπολιτικές φαντασμαγορίες και πολιτιστικούς ξεριζωμούς. Ένας κόσμος σε μετασχηματισμό που εκφράζονταν μέσα από πολιτικά παραδείγματα μιας εποχής πρώιμα γερασμένης. Μια νέα γενιά ανατινάζει το καπάκι που ανάγκαζε πολλές αντιφάσεις μέσα σε σχήματα που δεν είναι πλέον εφικτά: η συνάντηση ανάμεσα στον κομμουνισμό και τον καθολικισμό προχωρούσε παράλληλα με την κρίση του κομμουνισμού και του καθολικισμού, αφήνοντας μόνο στις πολιτικές ή πολιτιστικές ελίτ μια συζήτηση που δεν έβρισκε πλέον ριζώματα στην κοινωνία. Αφού απελευθερωθεί, όπως είναι γνωστό, η οδοντόπαστα δεν επιστρέφει στον σωλήνα της. Με τον ίδιο τρόπο, μόλις απελευθερωθούν, εκείνες οι γενετικές ενέργειες παίρνουν γρήγορα τη μορφή της πολιτικής: αδύνατο να τις επαναφέρεις στο νεανικό φολκλόρ. Οι ομάδες μπολιάζονται μέσα σε μια πραγματική ταξική πάλη που βρίσκει ακτή στο εργατικό σώμα του PCI. Δεν υπάρχει αλληλεπικάλυψη στους κομμουνιστές ηγέτες, αλλά υπάρχει μεγάλη στην κοιλιά της φάλαινας: οι πρωτοπορίες επικρίνονται αλλά αναγνωρίζονται. Το νέο προλεταριάτο και η εργατική ακτή πολλαπλασιάζουν τις επιπτώσεις σε ένα επίπεδο της γενικής πολιτικής σε αποσύνθεση, που έχει σκληρυνθεί από ένα Cln [Επιτροπή εθνικής απελευθέρωσης] που προτείνεται ξανά ύστερα από το μέγιστο χρονικό διάστημα. Αυτό είναι το πλαίσιο, η συγκυρία, μέσα στο οποίο αναπτύσσονται οι ταξικές μάχες, οι εξωκοινοβουλευτικές αριστερές ομάδες, η πολύ ταχεία οργανωτική και πολιτική κρίση τους, η τεράστια έκταση της εργατικής αυτονομίας και η απορριπτική της άρνηση ως ελάχιστο και μέγιστο πρόγραμμα ταυτόχρονα, που ενισχύει, αντί να επιλύει, εκείνη την κρίση της πολιτικής της οποίας η ίδια η Αυτονομία είναι θύμα και δημιουργός. Πολιτικές ενέργειες και κρίση της πολιτικής δεν θα μπορούσαν παρά να οδηγήσουν στον ένοπλο αγώνα, παρόντα σε όλες τις χώρες που διασχίστηκαν από την απότομη διακοπή της «ένδοξης τριακονταετίας». Η ιταλική ανωμαλία δεν βρίσκεται λοιπόν στον ένοπλο αγώνα, αλλά στη διάρκεια του, στην διάρθρωση και την έκταση του, στους αριθμούς του, στην ταξική του σύνθεση. Ο Aldo Moro βρίσκεται σε αυτό το πλαίσιο, στο οποίο συμπεριλαμβάνονται και οι Carrero Blanco, Hanns-Martin Schleyer, Alexander Meigs Haig, René Audran και οι πολλές άλλες ανθρώπινες ηγετικές μορφές του καπιταλιστικού συστήματος που χτυπήθηκαν από τους ένοπλους αγώνες στην Ευρώπη.

Ο Aldo Moro είναι συνεπώς το αποτέλεσμα αυτής της συνέργειας μεταξύ ισχυρών ταξικών αγώνων και αδύναμης Κατάστασης, Κράτους να τους αγκαλιάσει, να τους κατανοήσει, να τους ενσωματώσει. Η Ιταλία δεν είναι η Γαλλία. Ταυτόχρονα, ο θάνατος του Aldo Moro είναι το αποτέλεσμα της διασταύρωσης δύο Κρατικών προτεραιοτήτων. Της ατλαντικής χριστιανοδημοκρατικής, προσεκτικής να μην καταλήξει στον κολασμένο κύκλο των χωρών με περιορισμένη κυριαρχία, και της κομμουνιστικής, ακόμα πιο τρομαγμένης από τον κίνδυνο να χάσει τον έλεγχο των εργοστασίων. Διότι το στοίχημα, η διαμάχη με τα γεγονότα μέσα στο κομμουνιστικό στρατόπεδο, ήταν αυτό.  Παίχτηκε άσχημα από την επαναστατική αριστερά, αλλά παίχτηκε μέχρι τέλους. Η ταξιαρχίτικη προσπάθεια συγκρούονταν με όλο το βάρος μιας παράδοσης μεγαλύτερης του αιώνα ακραίου κομμουνιστικού ρεαλισμού. Η Ιταλία ήταν ένα αδύναμο Κράτος, αλλά το ΚΚΙ, PCI ήταν ένας ισχυρός θεσμός, πολύ ισχυρότερος από την επαναστατική ανυπομονησία. Ο Aldo Moro δεν εκπροσωπούσε κανένα υποκειμενικό γάγγλιο μεγάλης αξίας, όπως σύντομα θα ανακαλύψουν οι Br: μπορούσε να θυσιαστεί, επομένως, ακόμη και για τον Berlinguer, ο οποίος δεν ήταν πλέον ο Togliatti και οι καιροί του.

Το 1978 ολοκληρώνει την ταξική σύγκρουση στην Ιταλία. Έχοντας φτάσει στο αποκορύφωμα, χωρίς πλέον ακτές ούτε συμπάθειες, χωρίς μια επαναστατική Πολιτική ικανή να μεταμορφωθεί για να εγκατασταθεί σε ένα υψηλό σημείο της μάχης, η καταστροφή είναι αναπόφευκτα γρήγορη και χωρίς έλεος. Βρισκόμαστε ακόμα μέσα σε αυτό το ερείπιο. Αυτά τα ανόητα χρόνια που ζούμε σήμερα δεν έχουν καμία σχέση με τη δεκαετία εκείνη. Και γι ‘αυτό έχουν κάτι να κάνουν με αυτό, πρέπει.

2138 letture totali, συνολικές αναγνώσεις – 196 letture oggi σήμερα

2 comments to Aldo Moro e il decennio dimenticato

  • dziga vertov

    άψογη ανάλυση, αξίζει επίσης να διερευνηθεί η φύση και οι στόχοι της κρατικής προτεραιότητας του PCI που δεν ήταν μόνο εκείνη η άμεση, και σε κάθε περίπτωση από ηγεμονική θέση, του ελέγχου των εργοστασίων. Η «γραμμή σταθερότητας», που διεξήχθη με τον κυνικότερο οπορτουνισμό από τους ηγέτες του κόμματος, είχε τον εξωτερικό στόχο των διαπιστευτηρίων, της έγκρισης στο επίπεδο του Ατλαντικού και εσωτερικά να ενεργοποιήσει εκείνη τη διαδικασία επανατοποθέτησης, από την εργατική τάξη στις μεσαίες τάξεις, που επιδιώχτηκε τις επόμενες δεκαετίες από τον beringuer και τους επιγόνους του. Για την διαβόητη «αίσθηση, νόημα του κράτους», στη θέση της «ταξικής πάλης», το ΚΚΙ άρχισε να μιλάει στη δεκαετία του 70 και στην απαγωγή του Μόρο βρίσκει τη μέγιστη πολιτική και επικοινωνιακή έκθεση. Και την ιδεολογία, με τα νομιμοποιητικά παράγωγα της (τιμιότητα, διαφάνεια, ποικιλομορφία)  θα καλύψει ο συμβιβασμός πρώτα, η διαβούλευση της δεκαετίας του ’90 και του 2000 αργότερα.

  • Gino

    Υπάρχει πάντοτε τόσο μεγάλο μέρος με το οποίο θα συμφωνήσουμε σε αυτές τις «αναλύσεις» που αφηγούνται την ιστορία, τις οποίες είναι σχεδόν αδύνατο να αμφισβητήσουμε.
    Επισημαίνω ότι δεν είμαι ένας νοσταλγικός του PCI, αλλά μερικές φορές το να μειώνουμε, να βάζουμε σε δεύτερη μοίρα τις ευθύνες του είναι σχεδόν un endorsement, και δεν θέλω να με παρεξηγήσετε, τα λάθη και οι πουτανιές που έκαναν ήταν τόσα πολλά που ούτε καν ο δικηγόρος του διαβόλου θα μπορούσε να τους βγάλει από την καταδίκη, αλλά πρέπει να επικαλεστούμε την πραγματική κατάσταση στο πεδίο της εποχής. Μιλώ με όρους γενεών, το να βρίσκεσαι στη μέση των γεγονότων, μέσα αυτά που νιώθεις στο πετσί σου.
    Βρισκόμασταν στη μέση του πολέμου, που ξεκίνησε την ίδια ημέρα της πτώσης του Ράιχσταγκ, που προκάλεσε η δυσαρέσκεια που έδειξε ο Στάλιν σε αυτό το γεγονός, και κάθε αριστερή κίνηση καταπνίγονταν στο αίμα στην υφήλιο … εκτός από την ΕΣΣΔ, χάρη στη διαθέσιμη στρατιωτική δύναμη. Αυτό που συνέβη στην Ελλάδα στο τέλος του παγκόσμιου πολέμου, με την ενεργοποίηση του εμφυλίου πολέμου, δεν νομίζω ότι είχε περάσει απαρατήρητο … ήμασταν πολύ κοντά και ήταν μια προειδοποίηση σε εκείνους που είχαν την πρόθεση να αντισταθούν, και ακολούθησε το καθεστώς των συνταγματαρχών. Πέρα απ’ τον ωκεανό Αργεντινή και Χιλή, Καμπότζη, Κορέα, Βιετνάμ και ούτω καθεξής. Σε όλες τις περιπτώσεις ήταν ένα λουτρό αίματος.
    Αναρωτιέμαι αν ακόμα και εδώ ίσως να μπορούσαμε να ζήσουμε αυτό το λουτρό αίματος, αν όχι και χειρότερο.
    Τούτου λεχθέντος, αναρωτιέμαι επίσης αν μπορούσε ένα κομμουνιστικό κόμμα να μην χορηγήσει αμνηστία στους φασίστες στη μεταπολεμική περίοδο ή να συγκρουστεί με το υπόλοιπο σύμπαν για την υπόθεση Moro.
    Θα ήθελα να χρησιμοποιήσω για τις θέσεις μου τα λόγια σας, εαν τα έχω ερμηνεύσει σωστά και αν μου το επιτρέπετε:
    «το βάρος μιας μεγαλύτερης από αιώνα παράδοσης ακραίου κομμουνιστικού ρεαλισμού»

    http://www.militant-blog.org/?p=15213#more-15213

ένοπλη πάλη, lotta armata

Η ένοπλη πάλη, η αριστερά και το Εννιακόσια – La lotta armata, le sinistre e il Novecento

το ευέλικτο και ρευστό εργοστάσιο. Cybernetics, η κυβερνητική και ο προηγμένος τριτογενής τομέας. Μια επανάσταση. Που για να μην περάσει χρειάζονταν μια ήττα των εργατών, μια αριθμητική και πολιτική μείωση των εργαζομένων, και των πρωτοποριών τους, ιστορικής σημασίας

Εισαγωγή του επιμελητή

Ποιος είναι ο Sergio Segio λέγεται σύντομα: μεγάλωσε στο Sesto San Giovanni, στα βόρεια προάστια του Μιλάνο, κατά τη διάρκεια των σπουδών του στη φιλοσοφία στο Πανεπιστήμιο Statale ξεκινά να ασχολείται με την πολιτική για να ενταχθεί στην Lotta Continua. Το 1976 ιδρύει την ένοπλη οργάνωση Prima Linea. Στις 29 ιανουαρίου 1979 είναι ο εκτελεστής της δολοφονίας του δικαστή Emilio Alessandrini, στις 19 μαρτίου 1980 σκοτώνει έναν άλλο δικαστή, Guido Galli. Στις 3 Ιανουαρίου 1982, κατάφερε με επιτυχία μια επιχείρηση για να αποδράσουν τέσσερις κρατούμενες από τη φυλακή του Rovigo, συμπεριλαμβανομένης της συντρόφου του Susanna Ronconi (απεικονίζεται στα δεξιά με τον Segio). Συνελήφθη στο Μιλάνο στις 13 ιανουαρίου 1983, σε ηλικία είκοσι επτά ετών. Το Ανώτατο Δικαστήριο τον καταδικάζει σε ισόβια κάθειρξη, στη συνέχεια μετατρέπεται σε φυλάκιση τριάντα ετών σύμφωνα με το νόμο Gozzini. Βγαίνει από τη φυλακή το 2004, στην ηλικία των 49 ετών, τελευταίο μέλος της Prima Linea που θα ανακτήσει την ελευθερία. Το 2005 έγραψε τη Miccia corta. Μια ιστορία της Prima Linea, της Πρώτης Γραμμής (που δημοσιεύτηκε από τον οίκο DeriveApprodi) και το επόμενο έτος για τον Rizzoli. Πέρυσι η βιογραφία του ήταν το θέμα μιας ταινίας του Renato De Maria, της La Prima Linea.

Σήμερα, ο Segio ασχολείται με ζητήματα που σχετίζονται με το σωφρονιστικό σύστημα και τη δικαιοσύνη, τα ναρκωτικά και την τοξικομανία, τον εθελοντισμό και τα νέα κινήματα, συνεργαζόμενος μεταξύ άλλων με τον Όμιλο Abel και τον Don Luigi Ciotti, με το συνδικάτο CGIL, με το πολιτιστικό κέντρο San Fedele του Μιλάνο και με τον πρώην χρηματοδότη Sergio Cusani (πηγή: wikipedia).

Δεν τον γνώρισα προσωπικά, απλά του έστειλα τις ερωτήσεις με mail και αυτός με ευγένεια – ύστερα από λίγη αναμονή, δεδομένου του εύρους των θεμάτων που του απηύθυνα» – μου απάντησε. Μέχρι πρόσφατα ήταν ένα από τα πολλά ονόματα που ανέφεραν οι ιστορικοί σχετικά με τα διάφορα κινήματα του ένοπλου αγώνα, και μια μέρα, επιστρέφοντας στο σπίτι από τη μητέρα μου, βρίσκω ένα βιβλίο στο κομοδίνο της: Μια ζωή στην Πρώτη Γραμμή, Una vita in Prima Linea. Μια αποφασιστικά ασυνήθιστη ανάγνωση. Παραξενεύτηκα και ενδιαφέρθηκα. Απαντά ότι το δοκίμιο γράφτηκε από τον Sergio Segio, έναν συμμαθητή της κατά τη διάρκεια του γυμνασίου στο Sesto, ενώ ο παππούς μου μοχθούσε στο εργοστάσιο Falck και η γιαγιά μου φρόντιζε το οικογενειακό μπαρ στη Viale Casiraghi. Και ότι εκείνος ο Segio, όταν μεγάλωσε, έγινε επικίνδυνος τρομοκράτης. Η περίεργη και ελαφριά αλληλεπίδραση ανάμεσα στην ήσυχη ιστορία της οικογένειάς μου και στην Ιστορία που διάβασα στα βιβλία του Ίντρο Μοντανέλι, του Indro Montanelli, του Giorgio Galli και του Mario Calabresi μου άναβε φωτιές. Καταβροχθίζω το βιβλίο μέσα σε λίγες μέρες. Μετά, συμπτωματικά, μερικές εβδομάδες αργότερα βγαίνει στον αέρα και η ταινία με πρωταγωνιστή τον Riccardo Scamarcio. Τα γεγονότα που αναφέρθηκαν, τόσο στο βιβλίο όσο και στην ταινία, είναι οι θεμελιώδεις και αντιφατικές στήλες της πιο πρόσφατης ιστορίας της Ιταλίας, έχοντας ωριμάσει με τον πιο αποτελεσματικό λογοτεχνικό τόπο: την άμεση μαρτυρία. Σκέφτηκα ότι θα ήταν χρήσιμο να εμβαθύνω περισσότερο το ζήτημα.

Ελπίζω ότι αυτή η σύντομη συνέντευξη θα επιτύχει, μέσα στα όριά της, να παραδώσει στον αναγνώστη μια επαρκώς χαρακτηριστική εικόνα του ποιος ήταν ο Sergio Segio, ποια υπήρξε η αριστερή τρομοκρατία, οι ευθύνες και τα πλεονεκτήματα ή τα μειονεκτήματα της πολιτικής και ποια από τα χιλιάδες πρόσωπα της Ιταλίας της δεκαετίας του ’70 κοσμούσαν τα μάτια των πολιτών. Χωρίς ποτέ να ξεχνάμε, ούτε για μια στιγμή, τα θύματα της τρομοκρατίας. Και τους ανθρώπους που τους αγαπούσαν.

Milano, 23 ιανουαρίου 2010

M.A.B.

1. Πριν από λίγο καιρό υπήρξε η τεσσαρακοστή επέτειος της σφαγής της Piazza Fontana, που θεωρήθηκε ομόφωνα η αρχή των χρόνων του Μολυβιού. Σύμφωνα με τους ιστορικούς,δύο κύματα αριστερής τρομοκρατίας είναι αναγνωρίσιμα: το πρώτο άμεσο γέννημα του κλίματος που επικράτησε μετά την Πλατεία Φοντάνα, η οποία βρίσκει την ενσάρκωση της στις ενέργειες των Ερυθρών Ταξιαρχιών των Curcio, Franceschini και Cagol, το δεύτερο κύμα μπορεί να τοποθετηθεί μεταξύ του 1976 και του 1977, με τη σύλληψη του Curcio και την έλευση του Moretti στην κεφαλή των BR, η γέννηση της Prima Linea και οι αναταραχές στα πανεπιστήμια που ξεκίνησαν τον φεβρουάριο του ’77. Ποια κίνητρα και ποιες αιτίες οδήγησαν τη γενιά σου, ήσουν μόνο ένας έφηβος στην εποχή της Piazza Fontana, δέκα χρόνια μετά το πρώτο κύμα να αναλάβεις, να ξεκινήσεις τον ένοπλο αγώνα;

Δεν πιστεύω ότι υπήρξαν δύο ξεχωριστές και διαχωρίσιμες φάσεις του ένοπλου αγώνα: υπήρξε μια φάση επώασης, θεωρητικοποίησης, πειραματισμού, προπαγάνδας και στη συνέχεια, με μια φυσική εξέλιξη, μια φάση ανάπτυξης. Φάσεις που ακολούθησαν, αν και με τρόπο κλιμακωτό χρονικά, τις δυναμικές και τις καμπύλες ανάπτυξης και κρίσης του κινήματος και των εργατικών αγώνων εκείνων των ετών.
Εάν η ανατολή του ένοπλου αγώνα μπορεί να βρεθεί στην υψηλή φάση των αγώνων, η επεκτατική φάση αντιστοιχούσε αντ ‘αυτού στην φάση της αναδίπλωσης του κινήματος, ιδιαίτερα εκείνου του 77, του οποίου η παρακμή και η εξάντληση παρήγαγαν ένα κύμα στρατολόγησης εντός των μαχόμενων οργανώσεων.
Κατά τον ίδιο τρόπο, η προηγούμενη φάση είδε τη γέννηση των πρώτων οργανώσεων μάχης σε μια σχέση αιτίας-αποτελέσματος με την εξάντληση των εξωκοινοβουλευτικών ομάδων που είχαν διαδραματίσει σημαντικό ρόλο και ήταν μεγάλες σε μέγεθος, στα τέλη της δεκαετίας του Εξήντα και στις αρχές της δεκαετίας του ’70. Οι δύο μεγάλες δεξαμενές της Prima Linea – η οποία γεννιέται επίσημα το 1976, αλλά το σχέδιο της οποίας λειτουργούσε από το 1974, έτσι όπως οι αγωνιστές της, οι μαχητές της ήταν ενεργοί ήδη από αρκετό χρόνο, συχνά αποτελώντας μέρος των δομών της περιφρούρησης, που ήταν και οπλισμένες, των εξωκοινοβουλευτικών ομάδων – ήταν ο χώρος της εργατικής Εξουσίας, Potere operaio, οργάνωση που διαλύθηκε ήδη από το 1973 και, κυρίως, οι προοδευτικές ρήξεις και διαρροές από τη Lotta Continua, η οποία όμως θα διαλυθεί μόνο το 1976.
Αυτό σημαίνει επίσης ότι η ανάπτυξη του ένοπλου αγώνα στην Ιταλία θα πρέπει να θεωρηθεί ως μια ακολουθία συνέχειας και ρήξεων μέσα σε μια επαναστατική υπόθεση και ένα έντονα πολιτικοποιημένο και συγκρουσιακό πλαίσιο και συγκυρία, όχι σαν μια «ώρα x» ή ως μια απόφαση που πάρθηκε στο τραπέζι. Μερικοί συγγραφείς, σχετικά με εκείνα τα πρώτα χρόνια, μίλησαν για έναν «υφέρποντα εμφύλιο πόλεμο», για ένα μακρύ κύμα της ιταλικής μεταπολεμικής περιόδου.
Ο Karl von Clausewitz έγραψε ότι ο πόλεμος είναι συνέχεια της πολιτικής με άλλα μέσα. Στην πραγματικότητα, πιο σωστά, είναι ένας εκφυλισμός της πολιτικής, και εκείνα τα «άλλα μέσα» είναι οι βαρβαρότητες των σφαγών και του αίματος, της δολοφονίας ανθρώπων που θεωρούνται εχθροί, και ως εκ τούτου αποανθρωπισμένοι.
Αυτό ισχύει για τον πόλεμο, αλλά ισχύει και για την τρομοκρατία. Και είχε επίσης ισχύ, σε μικρότερο βαθμό και για εμάς, πριν από 30 χρόνια. Όταν, όπως συνηθίζαμε να λέμε τότε, αποφασίσαμε να περάσουμε από τη δύναμη της λογικής στους λόγους,στη συλλογιστική της βίας. Και στην πραγματικότητα, ο πολιτικός διάλογος στην Lotta Continua, στην οποία πολλοί από εμάς ήταν στρατευμένοι – ξεκίνησε το 1972 και τελείωσε το 1974 με την έξοδο πολλών από εμάς, συμπεριλαμβανομένου και εμού, ονομάστηκε ακριβώς έτσι: «ζήτημα της δύναμης, της ισχύος».

Έτσι, τουλάχιστον για μένα και για εκατοντάδες άλλους συντρόφους, άρχισε η πορεία του ένοπλου αγώνα. Μια τροχιά που γεννήθηκε από ένα μείγμα ατομικών επιλογών και εξαναγκασμών και ένα πολύ ιδιαίτερο πλαίσιο,συγκυρία, όπως ήταν η ιταλική στις αρχές της δεκαετίας του Εβδομήντα. Ένα πλαίσιο , μια συγκυρία – λέξη σήμερα που έχει εξαλειφθεί από το λεξιλόγιο όσον αφορά τον ιστορικό προβληματισμό για εκείνα τα χρόνια, αλλά απαραίτητη αν θέλουμε να προσπαθήσουμε να διαβάσουμε τα φαινόμενα και όχι μόνο να τα εξορκίσουμε και να τα δαιμονοποιήσουμε – που χαρακτηρίζεται συνοπτικά::
– από ένα πολύ ευρύ εργατικό και φοιτητικό κίνημα, το οποίο αποτελούσε το μακρύ κύμα του 68-69, μια ιταλική ανωμαλία, σε σύγκριση με τις άλλες χώρες που γνώρισαν επίσης τις αναταραχές του ’68,
– από τη ριζοσπαστικότητα που εκφράζεται αυτό, δηλαδή από την ισχυρή ιδεολογικοποίηση του και από μια συνεχή πρακτική αντιφασισμού και βίας και στους δρόμους και τις πλατείες, η οποία έγινε ακόμη πιο ριζοσπαστική και μαζική στο 77,
– από την παρουσία μιας δεξιάς σφαγών, από ισχυρές νεοφασιστικές ομάδες και νεοναζί που οργανώνονται στρατιωτικά, καλύπτονται και χρησιμοποιούνται από ιταλικούς κρατικούς τομείς και υποστηρίζονται από ξένες χώρες υπό δικτατορικό καθεστώς, κυρίως την Ελλάδα: στις πορείες στη Ρώμη ή στο Μιλάνο η λεγόμενη «σιωπηλή πλειοψηφία» και οι νεοφασίστες φώναζαν: » Άγκυρα, Αθήνα, τώρα έρχεται η Ρώμη «, ενώ στην πρωτεύουσα διαδήλωναν εκείνοι που αποκαλούνταν» Φίλοι των ενόπλων δυνάμεων «, υπό την ηγεσία του στρατηγού των καραμπινιέρων, στη συνέχεια επικεφαλή των μυστικών υπηρεσιών, Giovanni De Lorenzo, φωνάζοντας «Αρκετά με τα μπουρδέλα, θέλουμε τους συνταγματάρχες»,
– από μια συνεχή και βίαιη καταστολή από τις δυνάμεις της τάξης, η οποία συχνά προκάλεσε θανάτους κατά τη διάρκεια των διαδηλώσεων, θανάτους που παρέμειναν κανονικά ατιμώρητοι
– από κομμάτια θεσμών που εκτρέπονταν και συνέπαιζαν με νεοφασιστικές ομάδες – από τομείς των πολιτικών δυνάμεων, και ειδικότερα από τη χριστιανοδημοκρατία DC, εξίσου προσανατολισμένους να καλύπτουν και να χρησιμοποιούν τόσο τις αποκλίσεις-εκτροπές της αστυνομίας όσο και τις φασιστικές και παραστρατιωτικές οργανώσεις,
– από το μακρύ κύμα της κληρονομιάς της Γιάλτας και τον διαχωρισμό του κόσμου σε μπλοκ και από παραστρατιωτικές δομές και πολιτισμούς ιδεολογικής αντιπαράθεσης που και στην Ιταλία, είχαν προκύψει
– από τη συμφόρηση, την δυσχέρεια των αγώνων και κάθε χώρου κριτικής και ριζοσπαστικής πολιτικής ευκινησίας αποτέλεσμα της θεωρητικοποίησης και στη συνέχεια της πρακτικής του ιστορικού συμβιβασμού από πλευράς του κομουνιστικού κόμματος PCI, μετά το πραξικόπημα του 1973 στη Χιλή.

Σήμερα έχει αφαιρεθεί από τη συλλογική μνήμη, από τις εφημερίδες και τα βιβλία, αλλά εκείνο ήταν το κλίμα, αυτά ήταν τα θεσμικά όργανα. Εν ολίγοις, υπήρξε ένας πυροκροτητής αποτελούμενος από ένα αναπόσπαστο μείγμα παραγόντων, εκτός από εκείνους τους προσωπικούς και συναισθηματικούς παράγοντες: και εδώ ένας ισχυρός αλλά αποφασιστικός ρόλος υπήρξε στην πραγματικότητα η μητέρα όλων των σφαγών, εκείνη της Piazza Fontana.
Στην τρέχουσα ρεβιζιονιστική μανία, που αποσκοπεί στο να αποδίδει στην αριστερά κάθε ενοχή και να απαλλάσσει τη δεξιά, ακόμη και την ριζοσπαστική και ρητά φασιστική, και γενικότερα το πολιτικό σύστημα της Πρώτης Δημοκρατίας και των δύο οδηγών πυλώνων της, DC και PCI, ορισμένοι λένε ότι δεν είναι αλήθεια ότι η σφαγή εκείνη οδήγησε στο να «χάσει την αθωότητα» της μια γενιά, ότι δεν είναι αλήθεια ότι εκείνο είναι το σημείο ενεργοποίησης των ένοπλων και βίαιων αποτελεσμάτων, συνεπειών, γιατί σε κάθε περίπτωση, ακόμη και πριν, υπήρχαν βίαιες θεωρητικοποιήσεις και πρακτικές στα αριστερά. Και εδώ αρκεί να εξετάσουμε τις στατιστικές, οι οποίες δείχνουν ότι από το 1969 έως το 1973 το 95% των επιθέσεων και των πράξεων πολιτικής βίας που πραγματοποιήθηκαν ήταν το έργο της φασιστικής δεξιάς, καθώς και το 85% το 1974 και το 78% το 1975.

Πιστεύω αντ ‘αυτού ότι ένα σημαντικό μερίδιο αυτής της γενιάς είδε, αντιλήφθηκε και επεξεργάστηκε τη σφαγή της Piazza Fontana σαν ένα πραγματικό σημείο μη επιστροφής και ως απόδειξη ότι, πέρα από ένα ορισμένο όριο, οι ειρηνικοί αγώνες δεν μπορούσαν να οδηγήσουν πουθενά, παρά στην καταστολή , ότι σε αυτό το είδος τρομοκρατίας έπρεπε να απαντήσουν διαφορετικά και όχι μόνο με μαζικές διαδηλώσεις.
Εκείνη την εποχή, πολλοί από εμάς αποκτήσαμε συνείδηση μιας βαθιάς ανομίας, αδικίας που αποτέλεσε την πρωταρχική, συχνά αποφασιστική, αναγκαιότητα και κίνητρο για την εξτρεμιστική και μετά ένοπλη πολιτική πολιτοφυλακή. Αυτή η κατάσταση της ανομίας μας φαίνονταν άμεση συνέπεια της ατιμωρησίας που είχε πάντα ο Κρατικός μηχανισμός και ορισμένοι τομείς του νεοφασισμού που συνδέονταν με τον πρώτο, και, γενικότερα, της έλλειψης ή της ανεπαρκούς αναπαραγωγής στο πολιτικο-θεσμικό επίπεδο των συλλογικών απαιτήσεων, των ριζοσπαστικών διεκδικήσεων, των αιτημάτων για μετασχηματισμό που εξέφρασαν τα μαζικά εργατικά και τα φοιτητικά κινήματα το 68-69.
Κατάσταση ατιμωρησίας και έλλειψη αναπαραγωγής-προσαρμογής παρήγαγαν σε εμάς μια έντονη τάση προς την υποκατάσταση, την αναπλήρωση, και αυτή εκφράστηκε στην προσπάθεια να υλοποιήσουμε και να διαχειριστούμε μια «εναλλακτική δικαιοσύνη», επαναστατική, μέσω της επιβεβαίωσης, της κήρυξης ενός ουσιαστικού δικαίου, αληθινού, αντιτιθέμενου σε ένα τυπικό μη εκπληρούμενο, ασυνεπές δίκαιο.

2. Πώς θεωρούσατε την πολιτική του Ιταλικού Κομμουνιστικού Κόμματος σε αυτή την ιστορική περίοδο;

Συμβιβαστική και ηττοπαθή και, τουλάχιστον μετά το 1973, επικίνδυνη, διότι μέσω της στρατηγικής επιλογής του ιστορικού συμβιβασμού καθιστούσε ανήμπορα, αβοήθητα και παρέδιδε στην ήττα τα κινήματα, τους εργατικούς και τους κοινωνικούς αγώνες. Το στρατιωτικό πραξικόπημα στη Χιλή της 11ης σεπτεμβρίου 1973, που ήθελαν και υποστήριξαν οι ΗΠΑ, το οποίο είχε ανατρέψει την κυβέρνηση της Unidad Popular υπό την ηγεσία του σοσιαλιστή Salvador Allende, δημοκρατικά εκλεγμένου, η επακόλουθη ήττα της χιλιανής αριστεράς και ο θάνατος του Allende καθιστούσαν στα μάτια μας εμφανή τα όρια και τους κινδύνους του εκλογικού και «ειρηνικού δρόμου» προς τον σοσιαλισμό και για την Ιταλία.

Όπως η σφαγή της Piazza Fontana, έτσι και τα γεγονότα αυτά ανέλαβαν τα περιγράμματα ενός κομβικού σημείου, μετά το οποίο τίποτα δεν μπορούσε και δεν έπρεπε να παραμείνει όπως πριν. Από την άλλη πλευρά, το PCI του Enrico Berlinguer αντέδρασε στην σοβαρή εσωτερική και διεθνή κατάσταση αποκηρύσσοντας την αντιπολίτευση. Υποστηρίζοντας την πρότασή του για έναν ιστορικό συμβιβασμό με την DC, ο Berlinguer έφτασε στο σημείο να υποστηρίζει ότι ακόμη και στην περίπτωση της εκλογικής νίκης του, ακόμη και αν έφτανε στο 51% των ψήφων, η κυβέρνηση της αριστεράς δεν θα μπορούσε να είναι εγγυημένη στην Ιταλία. Εκ νέου, για εμάς αυτό φάνηκε να λέει – και πράγματι έλεγε – ότι η δημοκρατία ήταν καθαρή μυθοπλασία, ότι δεν ήταν αρκετό να κερδίσεις τις εκλογές για να μπορείς να κυβερνήσεις, ότι η Ιταλία ήταν μια χώρα με περιορισμένη κυριαρχία. Αυτή ήταν η θεωρητικοποίηση που έγινε και η οποία μπροστά και αντιμέτωπη με τους αυταρχικούς και πραξικοπηματικούς κινδύνους, που αναγνωρίστηκαν όχι μόνο πραγματικοί και συγκεκριμένοι, αλλά εντελώς τρέχοντες και «πάντα διαφαινόμενοι και επικείμενοι» από το ίδιο το PCI, τις παρεμβάσεις και την επιρροή των ΗΠΑ και της ατλαντικής συμμαχίας, το κόμμα αυτό αντί να πληροφορήσει, να καταγγείλει,να αντιδράσει και να κινητοποιήσει τον κόσμο, έπρεπε να συμφωνήσει με τις δυνάμεις που απειλούσαν τη δημοκρατία, με τη DC που κάλυπτε και χρησιμοποιούσε τους συνομωτικούς μηχανισμούς, την απάτη και την εξαπάτηση.
Στα μάτια μας και στις σκέψεις της κριτικής αριστεράς, τα αιτήματα του Μπερλινγκουέρ αποτελούσαν το φυσικό σημείο άφιξης της μακράς πορείας ενός ρεφορμισμού ανίκανου για μεταρρυθμίσεις και πραγματική αλλαγή. Αυτό βοήθησε στην ριζοσπαστικοποίηση των απόψεών μας και των πρακτικών μας και, αφετέρου, η συμμαχία ΚΚΙ-DC, η απόρριψη της αντιπολίτευσης, καθόρισε το προοδευτικό κλείσιμο των χώρων και της πολιτικής ευκινησίας για τους αγώνες και τα κινήματα και μια μεγαλύτερη ελευθερία στην καταστολή από το κράτος.

Η επίδειξη και η τραγική έκβαση αυτού θα γίνουν εμφανή το 77, όταν στη Μπολόνια οι καραμπινιέροι σκότωσαν έναν νεαρό αγωνιστή της Lotta Continua, τον Francesco Lorusso, που πυροβολήθηκε στην πλάτη κατά τη διάρκεια μιας διαδήλωσης. Το PCI, αντί να καταδικάζει τη δολοφονία του φοιτητή, επιτέθηκε «στον ρόλο εκφοβισμού και προβοκάτσιας των neosquadristici ομάδων».  [squadrismo είναι η οργάνωση των φασιστικών ομάδων σε τάγματα εφόδου. Εκείνο το διάστημα το ΚΚΙ συνέκρινε τους φασίστες με τους συντρόφους, αποκαλώντας τους εδώ νεοφασίστες!]
Έτσι λοιπόν η κόκκινη Μπολόνια έγινε το γυμναστήριο μιας νέας φάσης και ενός μη αναστρέψιμου ανταγωνισμού μεταξύ της παλιάς κομμουνιστικής αριστεράς και των νέων κινημάτων. Από τη μια πλευρά, υπήρξε ένα ολοένα και πιο βίαιο και ριζοσπαστικό κίνημα, από την άλλη, η πρακτική συμμαχία στην κατασταλτική λειτουργία μεταξύ της DC του Francesco Cossiga και του PCI του Ugo Pecchioli, με τα τανκς που αναπτύσσονται στους δρόμους.
Ειλικρινά, τα τελευταία χρόνια, ο Cossiga παραδέχθηκε: «Υπήρξαμε υπεύθυνοι για τη χειραγώγηση της γλώσσας: όταν συνειδητοποιήσαμε ότι οι ανατρεπτικοί είχαν πέραση στους εργάτες, τους εντυπωσίαζαν θετικά, αρχίσαμε να τους αποκαλούμε εγκληματίες. (…). Αποστέλλοντας στη Μπολόνια, μετά το θάνατο του Λορούσο, τα θωρακισμένα των καραμπινιέρων με τα πολυβόλα, που τα υποδέχτηκαν με χειροκροτήματα οι μπολονιέζοι κομμουνιστές (…) πολλοί μετακινήθηκαν προς τις Ερυθρές Ταξιαρχίες και την Πρώτη Γραμμή »  Και πάλι: «Εξάλλου ήμουν εγώ και ένα μέλος του κόμματος του Napolitano, ο Ugo Pecchioli που οργανώσαμε μια επιχείρηση ψυχολογικού πολέμου για να μετατρέψουμε τους κόκκινους τρομοκράτες σε κοινούς εγκληματίες. Ο Pecchioli, ένας πολύ σοβαρός άνθρωπος, οργανωτής της Gladio Rossa, ασχολήθηκε πολύ με αυτά τα πράγματα. Μας είχε παραδώσει τα ονόματα εκείνων που δεν είχαν ανανεώσει την κάρτα μέλους του PCI (πιθανούς νεοσύλλεκτους [στην ένοπλη πάλη]). Και χάρη σε αυτόν, διεισδύσαμε νεαρούς του ΚΚΙ στην αυτονομία που έκαναν τότε για εμάς τους κατασκόπους ».

Μέχρι σήμερα, από το πρώην κομμουνιστικό κόμμα δεν υπήρξε καμία ένδειξη μετάνοιας σε σχέση με εκείνη την περίοδο. Φυσικά, à la guerre comme à la guerre. Μπροστά στην εμβάθυνση και την επέκταση της βίας, από την δική του οπτική, το PCI θεμιτά πίστευε ότι ο πρωταρχικός εχθρός που θα έπρεπε να νικήσει. με οποιοδήποτε μέσο, ήταν εκείνο το ανώμαλο κίνημα του 77, ο πολλαπλασιασμός των ένοπλων και παράνομων ομάδων .  Αλλά στη βάση αυτού του εκφυλισμού και εκείνης της ανάπτυξης υπήρχαν και τα σφάλματα και οι πολιτικές μυωπίες του ΚΚI, και γενικά μια ιδέα της αυταρχικής και με πολιτική αποκλεισμού δημοκρατίας, που επίσης θεωρητικοποιήθηκε από το ίδιο κόμμα με τις παρεμβάσεις του Asor Rosa σχετικά με τις »δύο κοινωνίες», που στην Μπολόνια ήρθαν αντιμέτωπες: η« οργανωμένη εργατική τάξη », οι εγγυημένοι, αφενός, και οι νεαροί προλετάριοι, οι επισφαλείς, οι άνεργοι, τα νέα κινήματα, αφετέρου.

3. Ο Ίντρο Μοντανέλι, Indro Montanelli γράφει – στην δική του Ιστορία της Ιταλίας – στην προσπάθεια να βρεθεί ένας λόγος για τη δολοφονία που εντυπωσίασε περισσότερο την κοινή γνώμη, εκείνη του δικαστή Emilio Alessandrini: «Και πάλι διαβασμένες με τη μεγαλύτερη δυνατή προθυμία να καταλάβουμε, αν όχι να δικαιολογήσουμε, οι εξηγήσεις που έδωσαν οι δολοφόνοι που οδηγούσε ο Marco Donat Cattin για την εκτέλεση του Alessandrini παραμένουν βασανιστικές, στα όρια του παραληρήματος (…). Φυσικά, υπήρχαν εκείνοι που προσπάθησαν να ερμηνεύσουν (…) τις έννοιες που ενέπνευσαν τους τρομοκράτες. Και είπαν ότι αυτοί υπάκουαν σε έναν κανόνα που πάντα σεβάστηκε ο αριστερός εξτρεμισμός: εκείνον του να θεωρούνται οι ρεφορμιστές, μεταρρυθμιστές, περισσότερο επικίνδυνοι των συντηρητικών, οι «κλειστοί» εχθροί πιο ύπουλοι των «ανοικτών», ο Moro χειρότερος από τον Scalfaro, ο Alessandrini χειρότερος από τον Sossi. Αυτός ο ίδιος συλλογισμός εφαρμόστηκε στη συνέχεια στην «εκτέλεση» του Walter Tobagi ». Πόση αλήθεια υπάρχει στην ερμηνεία του δημοσιογράφου του Fucecchio;

Σίγουρα ο Montanelli έγραψε οξεία λόγια, πέρα από τα επίθετα. Συγκεκριμένα, αναφερόμενος στο γεγονός ότι η σύγκρουση ανάμεσα στους μαξιμαλιστές και τους μεταρρυθμιστές είναι μια ιστορική σταθερά. Σίγουρα αυτό δεν εφευρέθηκε από την Πρώτη Γραμμή. Δοσμένη από το 1921 του κομμουνιστικού συνεδρίου του Λιβόρνο, από τη ρωσική επανάσταση και ακόμη νωρίτερα από τις κινητοποιήσεις του 19ου αιώνα και από την ίδια την γαλλική επανάσταση. Μια συχνά αιματηρή σύγκρουση, με θύματα όχι μόνο στη μία πλευρά, υπενθυμίζουμε για παράδειγμα τη δολοφονία της Rosa Luxembourg και του Karl Liebknecht και την σκληρή καταστολή των σπαρτακιστών από τη σοσιαλδημοκρατική κυβέρνηση στη Γερμανία των πρώτων δεκαετιών του Εικοστού αιώνα.
Αυτό, φυσικά, δεν δικαιολογεί τίποτα. Μα είναι η πολιτική ανθρωποκτονία ως τέτοια που είναι αποκλίνουσα μορφή πάλης. Μερικές φορές, ωστόσο, στην επακόλουθη ανάγνωση εκείνων των ετών, θα μπορούσαν κατά κάποιο τρόπο να υπάρχουν κάποιες κατανοητές δολοφονίες και άλλες τρελές και παράφρονες, ειδικά αυτές που αντιμετώπισαν οι ρεφορμιστές, ειδικότερα ο Alessandrini και ο Tobagi.
Όσο για όλα τα άλλα, και από αυτή την οπτική, εμείς οδηγήσαμε στις πιο ακραίες, τραγικές και ανεπανόρθωτες συνέπειες μια σκέψη που είχαμε κληρονομήσει από τους πατέρες μας, δηλαδή από τα κομμουνιστικά κινήματα του Εικοστού αιώνα. Σύμφωνα με την οποία ο πιο ύπουλος και θανατηφόρος εχθρός κάθε επανάστασης είναι, ακριβώς, ο ρεφορμισμός. Από την άλλη, συμμετρικά και πολύ πριν από την ίδια την ύπαρξή μας, για το PCI, ο προνομιούχος εχθρός υπήρξε πάντα εκείνος στα αριστερά του: οι αναρχικοί και το POUM στον ισπανικό εμφύλιο πόλεμο, ο Bordigismο και οι Τροτσκιστές της κόκκινης Σημαίας κατά τη διάρκεια της Αντίστασης, η ομάδα του «il manifesto» το ’68, η εξωκοινοβουλευτική αριστερά, η αυτόνομη αριστερά και τέλος η ένοπλη αριστερά στη δεκαετία του ’70.

Εκείνη τη στιγμή ο Αλεσσαντρίνι αντιπροσώπευε για εμάς το Κράτος, τη δικαιοσύνη που διαχειριζόταν τους νόμους έκτακτης ανάγκης, που είχε αποδεχθεί την «εκπροσώπηση» από την πολιτική για να αντιταχθεί στα κινήματα και να νικήσει τις ένοπλες οργανώσεις. Μια λειτουργία στην οποία η ιδεολογία του Κράτους ανακτήθηκε επίσης από την αριστερά ως αξία που έπρεπε να την υπερασπιστεί και όχι ως έκφραση της ισορροπίας δυνάμεων, της κυριαρχίας μιας πολιτικής πλευράς και μιας τάξης επί των άλλων.
Για την αριστερά στην κυβέρνηση, μετά την επιλογή του ιστορικού συμβιβασμού, το Κράτος των σφαγών είχε γίνει ένα φετίχ που έπρεπε να υιοθετηθεί, και όχι πλέον να ξεσκεπαστεί και να ανατραπεί. Οι δημοκρατικοί δικαστές, μερικοί από τους οποίους μέχρι πριν λίγο θεωρούνταν «πέμπτος πυλώνας και πέμπτη φάλαγγα» της επανάστασης μέσα στα θεσμικά όργανα, τώρα στα ίδια θεσμικά όργανα μέσα έθεταν υποψηφιότητα να γίνουν επιστύλια, ένα προηγμένο τμήμα που εξασφάλιζε νέα αξιοπιστία και αποτελεσματικότητα σε έναν μηχανισμό αυταρχικής εξουσίας , από πάντα αφιερωμένο στην υπεράσπιση των προνομίων της αστικής τάξης, για να εγγυάται την ατιμωρησία στην αστυνομία και τους μηχανισμούς που προήγαγαν και διαχειρίζονταν τη «στρατηγική της έντασης». Και εξασφάλιζαν τη γνώση των κινημάτων, κατέχοντας τους πολιτιστικούς «κώδικες» αυτών.
Σήμερα πιστεύω ότι η ανάλυση μας εκείνων των χρόνων ήταν λάθος, αλλά δεν ξέρω αν ήταν «στα πρόθυρα του παραληρήματος», όπως έγραψε ο Montanelli. Φυσικά ήταν ανάλογη με εκείνη πολλών άλλων κομματιών του αριστερού χώρου εκείνης της εποχής, ακόμη και τομέων της Magistratura Democratica, δηλαδή του ίδιου ρεύματος στο οποίο ανήκε ο Alessandrini.

Όντος, μια κρίση ανησυχίας σχετικά με τον νέο και αυξανόμενο ρόλο του δικαστικού σώματος, την ευθυγράμμισή του στο χτύπημα των αγώνων και του κινήματος πίσω από την ομπρέλα της έκτακτης ανάγκης και της υπεράσπισης της τάξης, την πολιτισμική μετατόπιση της αριστεράς που την οδήγησε να »γίνεται Κράτος», δεν ήταν μόνο δική μας. Δική μας και αδικαιολόγητη υπήρξε η μετάφραση μιας πολιτικής αξιολόγησης σε μια απάνθρωπη πρακτική, όπως είναι – πάντα – εκείνη της πολιτικής ανθρωποκτονίας. Αλλά η δική μας ήταν μια ανάγνωση και μια πολιτική καταγγελία παρόμοιες, για παράδειγμα, με εκείνη που είχαν ξεκινήσει είκοσι δικαστές της Magistratura Democratica, του Δημοκρατικού Δικαστικού Σώματος, με ένα έγγραφο με την ευκαιρία της διάσκεψης κατά της καταστολής της Μπολόνια το 1977: «Για άλλη μια φορά είναι στην επικαιρότητα το ζήτημα της καταστολής και της συμπεριφοράς του Κράτους. Μια απάντηση στα ερωτηματικά που είχαν προτείνει για το θέμα αυτό δεν μπορεί παρά να ξεκινήσει από την βαθιά πολιτική αλλαγή που είχε επικυρώσει επίσημα η συμφωνία των έξι μερών [τον ιούλιο του 1977 τα κόμματα DC, PCI, PSI, PSDI, PLI και PRI είχαν εγκρίνει μια πρόταση κατεύθυνσης για το κυβερνητικό πρόγραμμα, · μετά την κυβέρνηση της «μη εμπιστοσύνης» και την προεδρία της Camera που ανατέθηκε στον κομμουνιστή Pietro Ingrao, ως εκ τούτου η συμμετοχή του PCI στον τομέα της κυβέρνησης αυξάνονταν, σημείωση δική μου]. Με αυτόν τον τρόπο παράγεται μια βαθιά διαδικασία φτωχοποίησης εκείνων των ιδεολογικών εργαλείων που στο παρελθόν είχαν επιτρέψει στην εργατική τάξη να εμποδίσει τις πιο μαζικές επιθέσεις εναντίον της αυτά τα χρόνια. Για παράδειγμα, χθες προσδιορίζονταν με σαφήνεια το ακριβές ταξικό σημάδι στη διαχείριση της στρατηγικής έντασης. Σήμερα, τα επεισόδια εκείνης της ίδιας στρατηγικής που συνεχίζουν να τροφοδοτούνται, αποδίδονται γενικά στη δράση ενός σκοτεινού εχθρού όλων των τάξεων ή στην ύφανση συνομωσιών που εισάγονται από το εξωτερικό, παραβλέποντας να προσδιορίσουν την πολιτική μήτρα τους.  Την καταγγελία του ρόλου που έπαιξαν οι διάφοροι μηχανισμοί του κράτους στην επίθεση επικάλυψε η μη κριτική έννοια θεσμών των οποίων το σημάδι είναι έτσι κι αλλιώς δημοκρατικό ακόμα και όταν η εσωτερική δομή, οι μέθοδοι διαχείρισης, η αδυναμία ανοίγματος σε έναν λαϊκό έλεγχο παρέμειναν ουσιαστικά αμετάβλητες ». Κατηγορηματικά λόγια, αδιαμφισβήτητα, όχι αντίθετα από τα δικά μας.

4. Τι σκεφτήκατε όταν στις 16 μαρτίου 1978 οι Ερυθρές Ταξιαρχίες απήγαγαν τον Aldo Moro;

Σε αντίθεση με άλλους, δεν γοητεύτηκα από τη «ισχύ». Επίσης επειδή, για λογαριασμό της PL, είχα σχέσεις με τα ηγετικά στελέχη των BR και μια σχετική γνώση των ορίων τους. Αλλά οι επιφυλάξεις μου ήταν πάνω από όλα πολιτικές. Εκείνη η δράση, με όλο το ειδικό βάρος της, ταρακούνησε με δύναμη το κίνημα, το έθετε μπροστά σε μια αναγκαστική επιλογή: να αποδεχτεί το νέο επίπεδο σύγκρουσης, τρομερά υψηλό, ή να κάνει πίσω, ν’ αδειάσει. Από την ταξιαρχίτικη άποψη, εκείνη ήταν μια συνεπής επιχείρηση, γραμμική με την αντίληψη που είχαν για τον εαυτό τους και την ανάπτυξη της επαναστατικής διαδικασίας: εκείνη ενός κομμουνιστικού κόμματος, συγκεντρωτικού και εξωτερικού των κινημάτων, που καθοδηγεί τις μάζες και αποφασίζει χρόνους και στρατηγικές, στην περίπτωση εκείνη, ένα άλμα από την ένοπλη προπαγάνδα που μέχρι τότε ασκούσε στη νέα φάση της επίθεσης στην «καρδιά του Κράτους». Από τη δική μας σκοπιά, ήταν ένα στρατηγικό λάθος, ένα άλμα στο σκοτάδι και το κενό. Σίγουρα δεν θα μπορούσε ποτέ να περάσει απ’ το κεφάλι μας να απαγάγουμε τον Μόρο. Όχι τόσο για τη στρατιωτική δυσκολία και όχι μόνο για την κάθετη ανύψωση του επιπέδου της σύγκρουσης και των επακόλουθων δυσκολιών που αυτό συνεπαγόταν για τα κινήματα. Ένας από τους μεγάλους αρχιτέκτονες της απαγωγής Moro, και ένας από τους λίγους ταξιαρχίτες που αντιτάχθηκαν στη εκτέλεση του, ο Morucci, το αναγνώρισε, ο οποίος σε ένα από τα βιβλία του έγραψε: «Αν οι BR χρησιμοποιούσαν την τρομοκρατία για πολιτικούς σκοπούς, η Prima Linea την χρησιμοποιούσε πιστεύοντας ότι με εκείνη άνοιγε χώρους, αφαιρώντας εμπόδια στην ανάπτυξη της κοινωνικής σύγκρουσης […]. Εκείνη της Prima Linea ήταν μια τρομοκρατία σε αρμονία με τα φαινόμενα απόγνωσης εκείνων των ετών, σε αντίθεση με εκείνη των BR, η οποία έλκυε την αρχική ώθηση της από τις μούμιες του Κρεμλίνου. Και μόνο σε εκείνες έριχναν ματιές για να έχουν την βουβή επιδοκιμασία τους. Εκείνοι της Prima Linea, οι οποίοι επίσης σκότωναν οπουδήποτε, το να απαγάγουν τον Moro και να εισέλθουν με αυτό τον τρόπο στην ιστορία, δεν θα το είχαν σκεφτεί ποτέ ούτε κατά διάνοια ».
Στην πραγματικότητα, σε αντίθεση με ό, τι λέει ο Morucci, η PL τότε δεν είχε αρχίσει ακόμη να «σκοτώνει παντού». Θα αρχίσει να το πράττει αργότερα, σύντομα στη συνέχεια, και αυτό θα γίνεται σε μικρότερο βαθμό από τις BR, επειδή παρασύρθηκε από το επίπεδο της σύγκρουσης που προκάλεσαν αυτές με την απαγωγή και τη δολοφονία του Moro. Ωστόσο, παραμένει αλήθεια ότι μια τέτοια δράση αποκλείονταν πλήρως από τα σχέδιά μας και από την οπτική μας, ας πούμε δηλαδή «οριζόντια» και όχι κάθετη οπτική της σύγκρουσης [που δεν προέρχονταν δηλαδή από τα επάνω, από την κορυφή, την ηγεσία] , που αποσκοπούσε να αναμετρηθεί με την διακλάδωση του αντιτιθέμενου κοινωνικού μπλοκ και όχι με μια ανύπαρκτη » καρδιά του Κράτους «, με τις διάχυτες εξουσίες, όχι με ένα μονολιθικό και εξίσου εξωπραγματικό και παρωχημένο χειμερινό Ανάκτορο. Που ήθελε να διεκδικήσει και να διακηρύξει απελευθερωμένους χώρους, αντιεξουσίας, όχι να αναλάβει την εξουσία.

5. Ποιοι είναι οι λόγοι, αν υπάρχουν, που έφεραν την αποτυχία, την ήττα της αριστερής τρομοκρατίας;

Είναι πολλοί και αλληλένδετοι. Αυτοί είναι κατά το μάλλον ή ήττον οι ίδιοι που οδήγησαν στην κρίση της αριστεράς στο σύνολό της, στις άπειρες παραλλαγές της, και στην εκκένωση του ρόλου της εργατικής τάξης και εκείνου που αποκαλούσαμε κοινωνικό εργάτη. Υπήρξαν διάφοροι τρόποι και οι τόποι, θέσεις, με διαφορετικές ευθύνες. Αλλά οι χρόνοι, οι αρχές της δεκαετίας του ’80, ήταν σχετικά κοινοί, με τη συμβολική, ισχυρή, που άφησε εποχή ήττα των εργατών της FIAT τον οκτώβριο του 1980
Εκείνη ήταν η αναπαράσταση του τέλους, όπως πάντα η ιστορία είναι διαδικαστική, μα  δύναται να συμπιεσθεί σε συγκεκριμένες ημερομηνίες. Αλλά η ιστορία, πράγματι, είχε προχωρήσει χωρίς μας. Μας είχε εκτοπίσει και μπερδέψει και τελικά μας παρέδωσε σε μια σκληρή ήττα. Αυτό ισχύει για εμάς, όπως και για ολόκληρη την αριστερά και για την ταξική σύνθεση που είχε λάβει χώρα κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του 60 και της δεκαετίας του ’70.
Η εργατική τάξη και η συνδικαλιστική οργάνωση δεν χτυπήθηκαν, δεν νικήθηκαν χάρη στους τρομοκράτες, όπως υποστήριζε το ΚΚI, αλλά από την αναδιάρθρωση που είχε ξεκινήσει από καιρό. Με την αυτοματοποίηση της παραγωγής και με την υπέρβαση των γραμμών παραγωγής και της γραμμής συναρμολόγησης, ισχυρό όργανο πειθαρχίας και διοίκησης, αλλά ταυτόχρονα ένα ευάλωτο σημείο της παραγωγής, όπως είχαν τονίσει οι αγώνες. Τώρα θα υπήρχαν τα παραγωγικά νησιά, το ευέλικτο και ρευστό εργοστάσιο. Cybernetics, η κυβερνητική και ο προηγμένος τριτογενής τομέας. Μια επανάσταση. Που για να περάσει χρειάστηκε μια εργατική ήττα, μια αριθμητική και πολιτική μείωση των εργαζομένων και των πρωτοποριών τους, ιστορικής σημασίας.
Στο σύνολο της ομάδας FIAT, οι 212.000 εργάτες το 1980 μειώθηκαν σχεδόν κατά το ήμισυ, φτάνοντας τους 129.000 το 1986. Η αιμορραγία των εργαζομένων στον τομέα των αυτοκινήτων ήταν εξίσου δραστική: από τους 102.508 εργαζόμενους και υπαλλήλους που το 1979 αποτελούσαν το εργατικό δυναμικό της FIAT Auto στο Πιεμόντε το 1984 μόνο 55.398 παρέμειναν. Ο κύκλος εργασιών διπλασιάστηκε, η παραγωγικότητα αυξήθηκε, η σύγκρουση πέθανε, το συνδικάτο επέστρεψε σχεδόν στην εποχή του Valletta: το 1985 μόνο κάτι περισσότερο από έναν εργαζόμενο στους δέκα καταγράφηκε εγγεγραμμένος. Και είναι η ιστορία του σήμερα.

6. Δεν βρίσκατε περίεργο ότι εκείνη τη στιγμή, δίπλα στα παιδιά των λιγότερο ευνοημένων κοινωνικών τάξεων, παιδιά της πιο εξέχουσας «αστικής τάξης» όπως ο Marco Donat Cattin ή ο Paolo Morandini εισήλθαν στις τρομοκρατικές οργανώσεις;

Φαίνεται αδύνατο, ο Τσε Γκεβάρα δεν ήταν ένας υπο-προλετάριος. Θα έλεγα ότι σε κάθε εποχή και χώρα σχεδόν πάντα οι ανταρτοπόλεμοι και οι επαναστατικές προσπάθειες είδαν ως προεξέχοντες ανθρώπους από τις εύπορες κοινωνικές τάξεις, το οποίο είναι κατανοητό, καθώς οι πιο μορφωμένοι και λιγότερο επηρεάσιμοι από τον οικονομικό εκβιασμό έχουν προφανώς μεγαλύτερες δυνατότητες να αναπτύξουν ριζοσπαστικές ρήξεις και κριτική νοημοσύνη, έχοντας μεγαλύτερο πολιτιστικό σχηματισμό και εκπαίδευση. Σε αποτυχημένες επαναστάσεις και ανταρτοπόλεμους, είναι προφανώς και κατά μέσο όρο και εκείνοι που έχουν μια ακόμη ευκαιρία ζωής. Αλλά αυτό είναι ένα άλλο θέμα, το οποίο αν μη τι άλλο μαρτυρεί επίσης την ανάγκη για ριζική αλλαγή με την έννοια μιας μεγαλύτερης κοινωνικής ισότητας.
Τούτου λεχθέντος, μου φαίνεται χυδαία η δημοσιογραφική εικόνα των «τρομοκρατών παιδιών του μπαμπά». Τα στατιστικά στοιχεία για τις οργανώσεις αυτές δίνουν μια ουσιαστικά διαφορετική εικόνα. Για την PL, δικάστηκαν 923 μαχητές (συμπεριλαμβανομένων 201 γυναικών, το 65% ηλικίας μεταξύ 20 και 30 χρόνων, 83 με λιγότερα από 20 χρόνια). Το 21,3% είχε μεσαία μόρφωση, 25,6% υψηλότερη, το 21,7% είχε πανεπιστημιακές σπουδές. Οι πιο αντιπροσωπευτικές κατηγορίες ήταν οι εργάτες (18,1%), οι φοιτητές (18,3%), οι υπάλληλοι (6,7%), οι άνεργοι (6,1%), οι εκπαιδευτικοί (4,3% ] οι εργαζόμενοι στις υπηρεσίες (4,4%). Οι επαγγελματίες ήταν μόνο το 2,6%. Ο εργατικός χαρακτήρας των BR είναι ακόμη πιο έντονος. Από τους 911 μαχητές στους οποίους απαγγέλθηκαν κατηγορίες σε αυτή την οργάνωση, το 23,5% ήταν εργάτες, το 8,9% υπάλληλοι, το 12,2% φοιτητές, το 5,8% εργαζόμενοι στις υπηρεσίες, το 3,9% εκπαιδευτικοί, το 2,9% άνεργοι και μόνο το 3,8% επαγγελματίες.

7. Ποια είναι η εντύπωση που έχετε, ειδικά υπό το πρίσμα της προσωπικής του ιστορίας, να βλέπετε ανθρώπους όπως ο Marco Barbone (ο εκτελεστής του Walter Tobagi, εκδ.) – και όπως αυτού και πολλών άλλων – που χάρη στον νόμο για τη μετάνοια έχουν αποκατασταθεί κοινωνικά χωρίς να εκτίσουν στην πραγματικότητα οποιαδήποτε ποινή;

Πάντα έκρινα αρνητικά την επιλογή της δικαστικής συνεργασίας, η οποία εξευγενίστηκε με το όνομα της «μετάνοιας» από τους δικαστές και τα μέσα μαζικής ενημέρωσης. Όχι μόνο εξ αιτίας ενός ηθικού προβλήματος, ως ρήξη των ανθρώπινων και συναισθηματικών δεσμών, πριν από τα οργανωτικά, και έκφραση της «κανιβαλιστικής» λογικής του mors tua vita mea, ο θάνατος σου η ζωή μου. Αλλά και επειδή η επιλογή αυτή, η οποία εξερράγη στις αρχές της δεκαετίας του ’80, ανταποκρίνονταν σε μια λογική που ήταν ακόμα και παράδοξα «στρατιωτική» και απλώς κατασταλτική, με αποτέλεσμα να αναβάλει την αντίθετη της, εκείνη που επέλεγε να συνεχίσουν οι μαχητές να κρατούν τα όπλα ακόμη και παρά την προφανή ήττα. Και ενώ θα ήταν ένα είδος «πολιτικής λύσης» ο δρόμος που θα μπορούσε να σταματήσει για πάντα και ολοκληρωτικά τα όπλα. Τα πιο διαυγή στελέχη της τότε κριτικής αριστεράς, όπως η Rossana Rossanda, το κατάλαβαν τέλεια, η οποία έγραψε: «Οι πιο ευάλωτοι υποστηρικτές παρέμειναν στην οπτική του »πολέμου», μετακομίζοντας προς την άλλη πλευρά, ως ενεργοί μετανοούμενοι, συνεργάτες της αστυνομίας, ως τέτοιοι βοήθησαν στην ανακάλυψη γιαφκών και διοικήσεων, οδήγησαν επίσης σε απαράδεκτες επιχειρήσεις όπως αυτές της οδού Fracchia. Αλλά αυτή η μετάβασή τους στη προδοσία, στην καταγγελία, θα είχε αντιθέτως ανασυγκροτήσει τις μαχόμενες οργανώσεις (…) αν αυτές δεν είχαν πλέον αποδυναμωθεί από την πολιτική κρίση του σχεδίου τους ».
Ή μορφές υψηλού ηθικού και πνευματικού προφίλ, όπως ο πατέρας David Turoldo: «Τι να πούμε για ένα κράτος που βασίζει την ασφάλειά του στην καταγγελία και την προδοσία και δεν λαμβάνει επαρκώς υπόψη τον διαχωρισμό, ο οποίος αντιθέτως σημαίνει ακριβώς νέα συνείδηση και συνεργασία για» κατανόηση «; Στην πραγματικότητα, ο μετανιωμένος δεν λέει γιατί το έκανε, λέει μόνο ποιος ήταν εκεί. Αντίθετα, ο διαχωρισμένος δεν λέει ποιος ήταν εκεί, αλλά λέει γιατί το έκανε. Και αυτό είναι ακόμη σημαντικότερο για ένα κράτος που σέβεται τον εαυτό του. Φυσικά αν θέλει να «καταλάβει» και να επωφεληθεί από αυτό, και ίσως να αλλάξει ».

Αυτό είναι το σημείο: τότε το κράτος, και ακόμη αργότερα, απλώς ήθελε να κερδίσει, θάβοντας μερικές χιλιάδες ανθρώπους στη φυλακή. Δεν τον ενδιέφερε να πείσει, ως εκ τούτου «να καταλάβει» τα γιατί και να επεξεργαστεί πραγματικά και να ξεπεράσει εκείνη την πληγή. Για το λόγο αυτό, αν και σε μικρότερη κλίμακα, τις επόμενες δεκαετίες, έγιναν νέες προσπάθειες για την οργάνωση του ένοπλου αγώνα. Όλες οι πληγές που δεν γιατρεύτηκαν προορίζονται να μολυνθούν.

Φυσικά, και εδώ, όπως και σε όλες τις «κατηγορίες» μεταξύ των λεγόμενων «μετανιωμένων», μπορεί να υπήρχαν άνθρωποι με καλή την πίστη, που συνεργάστηκαν με την αγνή πρόθεση να περιορίσουν τους νεκρούς, και άλλοι αντιθέτως που ευνόησαν μόνο τη δική τους άνεση και ατιμωρησία, όπως ο Ρομπέρτο Σάνταλο, Roberto Sandalο ο οποίος συνέχισε να δρα μέχρι σήμερα με παράνομο τρόπο, με έναν ρόλο προβοκάτσιας στην πιθανή υπηρεσία κάποιου υπόκοσμου της αστυνομίας ή μυστικής υπηρεσίας.
Άλλοι, όπως ο Barbone ή ο ίδιος ο Donat Cattin, παρά την ατιμωρησία που εξασφάλισαν, έλαβαν αντ ‘αυτού από τη ζωή ένα περιπαικτικό και οδυνηρό πεπρωμένο.

Ωστόσο, δεν νομίζω ότι η μόνη ποινή και αντιστάθμιση που μπορεί να υπάρξει είναι αυτές της φυλακής. Παρόλο που εγώ εξέτισα την πολύ μεγαλύτερη ποινή απ’ όλους τους συντρόφους μου της PL, παρά το ότι ευθύνονταν και καταδικάστηκαν για τα ίδια αδικήματα, δεν έχω καμία δυσαρέσκεια προς κανέναν, συμπεριλαμβανομένων των «pentiti, μετανιωμένων». Είχα την εμπειρία και την ευκαιρία να καταλάβω ότι η φυλακή δεν είναι φάρμακο, μάλλον είναι συχνά η ασθένεια και ότι οι άνθρωποι συχνά αλλάζουν και βελτιώνονται όχι χάρη στην κράτηση, αλλά παρά το γεγονός αυτό. Έτσι κι αλλιώς δεν την εύχομαι πραγματικά σε κανέναν.

8. Στην Ιταλία υπάρχει μια συγκεκριμένη περιοχή αμφισβητητών της δεκαετίας του 70, περισσότερο ή λιγότερο επιθετικών,οι οποίοι σήμερα κάθονται άνετα στις έδρες της εξουσίας. Για να αναφέρουμε μόνο λίγους: οι Marco Boato, Luigi Manconi, Paolo Cento και Marco Rizzo είναι και υπήρξαν επί μακρόν βουλευτές, ο Gianfranco Miccichè είναι επί του παρόντος υφυπουργός, ο Paolo Liguori, ο Giampiero Mughini και ο Toni Capuozzo υψηλόβαθμα στελέχη της Mediaset, για να μην μιλήσουμε για τον Adriano Sofri, ο οποίος από εκλεπτυσμένος πολιτικός επιστήμονας πέρασε στο σημείο να κατηγορείται ως αποστολέας δολοφονίας. Και αυτά τα ονόματα είναι μόνο μέρος του χώρου της Lotta Continua. Είναι πιθανό να υπάρχει ένα λόμπι, ίσως βασισμένο στον εκβιασμό, που ενώνει αυτούς τους ανθρώπους ακόμα και σήμερα;

Αυτοί οι άνθρωποι, όσο γνωστοί και αντιπροσωπευτικοί κι αν είναι, είναι ένα απειροελάχιστο μέρος των κινημάτων της εποχής. Δεν πιστεύω ότι είναι ένα λόμπι, παρόλο που πολλοί από αυτούς επέλεξαν να αφαιρέσουν αυτό το είδος μνήμης και εμπειρίας από το νου τους και να αρνούνται την εγγύτητα και συνάφεια. Άλλοι, όπως ο Luigi Manconi, το έχουν διερευνήσει, ακόμη και αυτοκριτικά, μέσω βιβλίων και μαρτυριών. Φυσικά, εμείς οι μαχητές τώρα είμαστε και μας παρουσιάζουν ως παιδιά κανενός, όταν αντιθέτως PL γεννιέται ουσιαστικά στα γραφεία της LC και οι BR σε εκείνα του PCI, για να χωρίσουν αμέσως οι δρόμοι τους στη συνέχεια .  Ή μάλιστα οι χθεσινοί εξτρεμιστές να ισχυρίζονται ότι μια λειτουργία συγκράτησης της μιλιταριστικής τάσης να οφείλεται σε αυτούς την στιγμή που αυτή ήταν έργο δικό μας. Εδώ μου φαίνεται πιο ειλικρινής για μένα η λογική του Erri De Luca, επίσης της Lotta Continua: «Ο ένοπλος αγώνας, σε σύγκριση με αυτόν που κάναμε εμείς, ήταν διαφορετικός μόνο επειδή οι άλλοι έκαναν εκείνη τη δραστηριότητα μόνη μορφή πολιτικής έκφρασης. Για εμάς εκείνο ήταν απλά ένα καταραμένο αξεσουάρ του μεγάλου δημόσιου πολιτικού αγώνα ». Και η ανάμνηση του για τα όπλα που βρίσκονταν στην κατοχή της Lotta Continua: «Απ’ ότι ξέρω εκείνοι που τα είχαν τα πέρασαν στις μαχόμενες ομάδες. Εάν κλείσεις μια εφημερίδα την τυπογραφία την περνάς σε εκείνους που θέλουν να φτιάξουν μιαν άλλη. Τα όπλα τα περνάς σε εκείνους που θέλουν να πυροβολούν.».

https://www.micciacorta.it/2015/09/le-interviste-del-buon-caffe-sergio-segio/

ιστορία, storia

“Ήμασταν αντάρτες, όχι τρομοκράτες»: συνέντευξη στον Sergio Segio

Μια συνέντευξη του »Ελεύθερου Προμηθέα», “Prometeo Libero” στον Segio, μια ευκαιρία να εμβαθύνουμε μια εποχή της ιστορίας μας από μια οπτική που δεν δημοσιεύεται πλατιά, συχνά γνωστή με επιφανειακό τρόπο και όχι από τη φωνή των πρωταγωνιστών της

 

Είναι ένας άνδρας που ξεχωρίζει, έχει κάτι παραπάνω από εξήντα χρόνια και ασχολείται με τα ανθρώπινα δικαιώματα και τις κοινωνικές ανισότητες. Αν ένα 15χρονο αγόρι τον ακούσει να μιλάει, θα πίστευε ότι ο Sergio Segio είναι μακροχρόνιος πανεπιστημιακός καθηγητής. Δεν θα μπορούσε ποτέ να φανταστεί ότι ο Segio πέρασε το μεγαλύτερο μέρος της ζωής του στη φυλακή και ήταν ο στρατιωτικός διοικητής μιας ακρο αριστερής ένοπλης οργάνωσης: Prima Linea. Μια ομάδα πρωταγωνίστρια στα « χρόνια του Μολυβιού» της βίας και των ανθρωποκτονιών εναντίον πανεπιστημιακών καθηγητών, δικαστών και αστυνομικών. Μετά από περισσότερα από 20 χρόνια φυλάκισης, ο Segio είναι ελεύθερος από το 2004 και εκτός από την εθελοντική εργασία έχει συνεργαστεί με διάφορες εθνικές εφημερίδες και εδώ και κάποιο χρόνο διευθύνει το περιοδικό Global Rights. Αυτή η συνέντευξη – την οποία μας παραχώρησε ευγενικά ο Σέτζιο και η οποία έλαβε χώρα έμμεσα, με την υποβολή γραπτών ερωτήσεων και τη γραπτή παρουσίαση των απαντήσεων – δεν γεννήθηκε ως απολογία για τον ένοπλο αγώνα ή ως αποκατάσταση της εικόνας ενός αμφιλεγόμενου προσώπου. Αλλά ως πρόσχημα για να εμβαθύνει μια εποχή της ιστορίας μας από μια άποψη που δεν κυκλοφορεί συχνά, συχνά γνωστή επιφανειακά και όχι από τη φωνή των πρωταγωνιστών της.

 

unnamed
Ο Sergio Segio απεικονίζεται από τον Livio Patriarca για το Prometeo Libero

 

Segio, η τρομοκρατική ομάδα που ιδρύσατε, η Prima Linea, σε έξι χρόνια (1976-1983) πραγματοποίησε 23 φόνους. Μεταξύ των διαφόρων αιτιών για τύψεις, ποια είναι τα πράγματα που σας έκαναν να μετανιώσετε περισσότερο;

“Στην εισαγωγή, μου φαίνεται αναγκαίο να επισημάνω ότι η Prima Linea ήταν αριστερή οργάνωση μάχης. Η τρομοκρατία είναι ιστορικά, αλλά και «τεχνικά», ένα άλλο πράγμα. Στην ιταλική περίπτωση, τρομοκρατικές ήταν οι πολυάριθμες, ατιμώρητες, σφαγές που έχουν εκτρέψει την ιστορία της χώρας. Καταλαβαίνω ότι έχει εισέλθει στην κοινή γλώσσα, αλλά αυτό δεν είναι μόνο μια απλούστευση: είναι μια πραγματική σημασιολογική απάτη. Και κοιτάξτε πως δεν το λέω εγώ: στη συνέχεια, το αναγνώρισε ένας από τους κυριότερους και πιο αποφασισμένους αντιπάλους που είχαμε εκείνα τα χρόνια, ο Francesco Cossiga, τότε υπουργός Εσωτερικών και αργότερα τον Αρχηγός του Κράτους. Στα τέλη της δεκαετίας του ’90, δήλωσε «Είμαστε υπεύθυνοι για τη χειραγώγηση της γλώσσας: όταν συνειδητοποιήσαμε ότι οι ανατρεπτικοί είχαν πέραση, επηρέαζαν τους εργάτες θετικά, αρχίσαμε να τους αποκαλούμε εγκληματίες». Και πάλι: «Ξαναδιαβάζοντας τους τώρα, με δεδομένο ότι υπήρξαν έξι με επτά χιλιάδες άνθρωποι που κατέληξαν στη φυλακή για μικρότερες ή μεγαλύτερες περιόδους, πρέπει να θυμόμαστε ότι ο Μόρο είχε δίκιο: αντιμετωπίζαμε, βρισκόμασταν μπροστά σε μια μεγάλη έκρηξη ανατρεπτική, μπροστά σε μια μεγάλη εξέγερση. Όχι τρομοκρατίας. Η τρομοκρατία έχει μιαν αναρχική μήτρα που επικεντρώνεται στην αξία επίδειξης μιας επίθεσης ή μιας σφαγής. Η αριστερή εξέγερση δεν έκανε ποτέ σφαγές. Ήμασταν αντιμέτωποι με μια κατάσταση ανατρεπτική, με μιαν εξέγερση. Σε ένα πολιτικό φαινόμενο. Σε ένα κεφάλαιο της πολιτικής ιστορίας της Χώρας».

Όσον αφορά την ουσία του ερωτήματος, είναι πάντοτε δύσκολο, ειδικά για μένα, να μεταφράσω την περίοδο εκείνη σε λογιστική καταγραφή των θυμάτων, η οποία είναι πιθανόν να καταστεί στείρα. Όμως, μιας και με ρωτάτε, μου φαίνεται απαραίτητο να εξηγήσω ότι οι δραματικοί αριθμοί εκείνων των ετών, καθώς και ολόκληρης της υπόλοιπης ιστορικής περιόδου, πρέπει να ενθυμούνται και να αναλύονται με μια πληρότητα των πληροφοριών, η οποία δεν πρέπει να είναι απούσα όπως αντιθέτως συχνά συμβαίνει. 128 άνθρωποι σκοτώθηκαν από τις αριστερές ένοπλες οργανώσεις, εκ των οποίων 74 από τις BR (58%), 20 από την PL (15,6%), οι υπόλοιποι 34 από 19 διαφορετικά ακρωνύμια. Εάν στα θύματα που αποδίδονται άμεσα στην Πρώτη Γραμμή προστεθούν αυτά των ομάδων που συνδέονται με αυτήν, φθάνουμε όντως συνολικά στα 23. Από αυτούς τους θανάτους, 11 δεν είναι προμελετημένοι, δηλαδή συνέβησαν ατυχώς κατά κύριο λόγο στη διάρκεια ανταλλαγής πυροβολισμών με τις δυνάμεις επιβολής του νόμου, συγκρούσεις στη διάρκεια των οποίων σκοτώθηκαν και 5 μαχητές. Συνολικά οι μαχητές των διαφόρων ένοπλων οργανώσεων που σκοτώθηκαν από τις δυνάμεις της τάξης υπήρξαν 36. Ίσως οι τυχαίοι θάνατοι είναι αυτοί που βαραίνουν και στοιχίζουν περισσότερο, λόγω της τρομερής, αλλά όχι λιγότερο υπεύθυνης, τυχαιότητας. Γι αυτό σήμερα είμαι βαθιά πεπεισμένος για τα λόγια του ποιητή John Donne: «Ο θάνατος οποιουδήποτε ανθρώπου με μειώνει, επειδή εγώ είμαι μέρος της ανθρωπότητας». Οποιουδήποτε ανθρώπου, ανεξάρτητα από το επάγγελμά του, την ιδεολογία, την κοινωνική κατάσταση. Ο κόσμος στον οποίο ζούμε και το σύστημα που τον κυβερνά καθημερινά μας θέτουν μπροστά, αντιθέτως, με μια συνεχή σφαγή που αγανακτεί λίγους και για την οποία κανείς δεν αισθάνεται υπεύθυνος. Μόνο ένα παράδειγμα φθάνει, από τa πολλά πιθανά: από το 2000 μέχρι σήμερα είναι τουλάχιστον 60.000 οι άνδρες, οι γυναίκες και παιδιά που πέθαναν, ως επί το πλείστον πνίγηκαν στη Μεσόγειο, σε μια προσπάθεια να ξεφύγουν από τον πόλεμο, την πείνα και τις διώξεις. Κανείς δεν αισθάνεται υπεύθυνος, ούτε καν κατηγορείται ούτε διώκεται για αυτόν τον πραγματικό πόλεμο, κι όμως αυτός προκαλείται σε μεγάλο βαθμό από πολιτικές και οικονομικές επιλογές που λαμβάνονται από κυβερνήσεις και μεμονωμένους ανθρώπους και όχι από θεία θέληση.

Αλλά για να παραμείνουμε στη δεκαετία του Εβδομήντα, ίσως θα ήταν απαραίτητο να συνοδεύσουμε τον αριθμό που αναφέρατε, με άλλους που κανείς δεν αναφέρει ποτέ. Για παράδειγμα, εκείνους που λένε ότι το 95% των επιθέσεων και των πράξεων πολιτικής βίας από το 1969 έως το 1973 ήταν έργο της φασιστικής δεξιάς, καθώς και το 85% το 1974 και το 78% το 1975. Ή ότι ο μεγαλύτερος αριθμός θυμάτων ήταν αποτέλεσμα των σφαγών, των οποίων η ευθύνη είναι ιστορικά αλλά και δικαστικά επιβεβαιωμένη πως ανήκε στις φασιστικές οργανώσεις που καλύπτονταν και υποστηρίζονταν από κρατικούς μηχανισμούς. Από το 1969 έως το 1984, η Ιταλία αιματοκυλίστηκε από οκτώ σφαγές που είχαν ως αποτέλεσμα 149 θανάτους, 688 τραυματίες. Ή, ακόμη, κανείς δεν θυμάται ούτε καν αγανακτεί με το γεγονός ότι υπήρξαν αρκετές εκατοντάδες θύματα από τις δυνάμεις επιβολής της τάξης, σε μεγάλο βαθμό επρόκειτο για ανυπεράσπιστους διαδηλωτές, εργάτες σε απεργία, φοιτητές σε αγώνα, απλούς περαστικούς. Για παράδειγμα, ο Νόμος Reale για τη δημόσια τάξη του 1975, επικεφαλής ολόκληρης της νομοθεσίας έκτακτης ανάγκης, που αύξησε τους όρους της προληπτικής κράτησης, επέτρεπε στην αστυνομία να κρατεί για 96 ώρες χωρίς την επικύρωση από δικαστή και επέτρεπε τη χρήση πυροβόλων όπλων από τις δυνάμεις της τάξης, όχι μόνο με την παρουσία βίας ή αντίστασης, αυτός ο νόμος είχε ως αποτέλεσμα τουλάχιστον 254 νεκρούς και 371 τραυματίες: συχνά απλούς περαστικούς και πολίτες χτυπημένους κατά τη διάρκεια αστυνομικών ελέγχων ή σε σημεία ελέγχου.

Μόνο κατά το δεύτερο ήμισυ της δεκαετίας του εβδομήντα ξεκινά σταδιακά μια οργανωμένη βία εκ μέρους των αριστερών ομάδων. Φυσικά αυτό δεν δικαιολογεί τίποτα ή κανέναν: η άσκηση βίας, και ακόμη περισσότερο αν είναι ανεπανόρθωτη, όπως η αφαίρεση της ζωής ενός άλλου ανθρώπου, είναι επίσης μια υποκειμενική επιλογή, η οποία συνεπώς συνεπάγεται ευθύνη. Ωστόσο, η Ιστορία έχει έναν διαδικαστικό χαρακτήρα και δυναμικές αλληλεπίδρασης: εάν διαγράψετε το πριν, θα έχετε ένα μετά δυσνόητο και αντικειμενικά παραποιημένο.

Μιλώντας για αυτά τα επώδυνα γεγονότα σε απόσταση σαράντα ετών έχει νόημα μόνο αν η πρόθεση είναι ακριβώς να προσπαθήσουμε να κατανοήσουμε, να ξανακτίσουμε με ειλικρίνεια και πληρότητα, με τιμιότητα, όχι μόνο να στιγματίζουμε, και επί πλέον σε μονή κατεύθυνση, όπως αντιθέτως γίνεται επί το πλείστον.”

Ποιες ιδεολογικές μάχες, που διεξήχθησαν στη δεκαετία του ’70, εξακολουθείτε να διεκδικείτε ακόμη και σήμερα Sergio Segio, στις αρχές του 2018;

“Εγώ και οι περισσότεροι από τους συντρόφους μου της εποχής δεν γεννηθήκαμε με τα πιστόλια στο χέρι, ούτε με προσωπική τάση να ασκούμε βία. Αν μη τι άλλο, το αντίθετο, δεδομένου ότι ως νεαρός φοιτητής μου συνέβη πολλές φορές, όπως σε χιλιάδες άλλους, να με σταματήσουν κατά τη διάρκεια διαδηλώσεων, να με οδηγήσουν στο στρατόπεδο ή στο αστυνομικό τμήμα και να πέσω θύμα ξυλοδαρμών και βιαιοτήτων. Μεγαλώσαμε μέσα στους πολιτικούς και κοινωνικούς αγώνες της εποχής. Στα εργοστάσια, στα σχολεία, στα γραφεία, στις γειτονιές. Στους αγώνες για το σπίτι, για τη βελτίωση της εργατικής κατάστασης, που ήταν υποδουλωμένη στη γραμμή συναρμολόγησης, ή για να εναντιωθούμε σε ένα σχολείο που θεωρείτο ταξικό, λειτουργικό για να διαιωνίζει την κοινωνική διαίρεση. Στους αγώνες ενάντια στον αναζωπυρωμένο φασισμό και τον αυταρχισμό της κρατικής μηχανής, που εκείνη την εποχή εμπλέκονταν αρκετές φορές σε προσπάθειες πραξικοπήματος, σε συνωμοσίες για την εγκαθίδρυση στην Ιταλία στρατιωτικής δικτατορίας, όπως είχε συμβεί στην Ελλάδα και όπως ήταν εκείνη την εποχή στην Ισπανία και τη Πορτογαλία.

Και εδώ, αν η προσπάθεια είναι εκείνη να κατανοήσουμε, πρέπει να θυμόμαστε ότι ακόμη στην ιταλική δεκαετία του ’60 και του ’70, 62 από τους 64 νομάρχες πρώτης τάξης προέρχονταν από τις τάξεις της διαχείρισης του Κράτους στο καθεστώς του Μουσολίνι όπως επίσης όλοι οι 241 αντινομάρχες, οι 135 κομισάριοι της αστυνομίας και οι 139 αναπληρωτές κομισάριοι. Ή να θυμάστε ότι ο στρατηγός των καραμπινιέρων Giovanni De Lorenzo, ο οποίος κατά τη δεκαετία του ’60 ήταν επικεφαλής της στρατιωτικής μυστικής υπηρεσίας και μετά Αρχηγός του γενικού επιτελείου του Ιταλικού Στρατού, οδηγούσε εκείνα τα χρόνια διαδηλώσεις της λεγόμενης «σιωπηλής πλειοψηφίας», που αποτελείτο κυρίως από μοναρχικούς και φασίστες, όπου φώναζαν: «Άγκυρα, Αθήνα, τώρα έρχεται η Ρώμη», ή «Αρκετά με τους οίκους ανοχής, θέλουμε τους συνταγματάρχες». Ή να πάμε να ξαναδιαβάσουμε τις εκτιμήσεις του Giovanni Pellegrino, ο οποίος για πολλά χρόνια προήδρευσε μια κοινοβουλευτική εξεταστική Επιτροπή για την τρομοκρατία και τις σφαγές στην Ιταλία: «Κατά την περίοδο του 68 -74 τομείς του πολιτικού κόσμου, θεσμικοί μηχανισμοί, ομάδες και κινήματα της ριζοσπαστικής δεξιάς επεξεργάστηκαν και έθεσαν σε εφαρμογή μια στρατηγική έντασης (…) · σε αυτή τη στρατηγική αποδόθηκαν απόπειρες πραξικοπήματος (…) τρεις μεγάλες σφαγές ατιμώρητες κατά την περίοδο 69-74 (…) · οι υπηρεσίες πληροφοριών και ασφάλειας, ακόμα και μετά το 1974, υπήρξαν δράστες δραστηριοτήτων οδήγησης προς εσφαλμένη κατεύθυνση και κάλυψης όσον αφορά στοιχεία της ριζοσπαστικής δεξιάς που προσδιορίστηκαν ως πιθανοί δράστες γεγονότων σφαγής».

Πριν να γίνουν οργανωμένη και ένοπλη βία, τέλος πάντων, οι αγώνες μου και οι αγώνες μας υπήρξαν αγώνες για κοινωνική δικαιοσύνη, για τα δικαιώματα των εργαζομένων, για πραγματική δημοκρατία, ενάντια σε μια αυταρχική και καταπιεστική κοινωνία και ενάντια στους κινδύνους στρατιωτικού πραξικοπήματος και φασιστικού. Αξίες και πρακτικές που δεν είχαν μόνο ιδεολογικό περιεχόμενο, αλλά αν μη τι άλλο ιδανικών και κοινωνικό και ακόμη και σήμερα, υπό συνθήκες και χρόνους που έχουν αλλάξει, αισθάνομαι σαν δικές μου.

Εκ των υστέρων, η εκτίμηση είναι ότι η στρατηγική της έντασης και οι σφαγές που πραγματοποιήθηκαν από Κρατικούς τομείς εργάστηκαν, εκτροχιάζοντας ένα μέρος των μεγάλων κινημάτων εκείνων των ετών (εγώ ήμουν μέλος της εξωκοινοβουλευτικής ομάδας της Lotta Continua) κατά μήκος της ολισθηρής πλαγιάς των όπλων. Μια στρατηγική που αποσκοπούσε στην αποσταθεροποίηση για την αποσταθεροποίηση και, πάνω απ ‘όλα, να νικήσει το ισχυρό εργατικό κίνημα εκείνων των αρχών της δεκαετίας του ’70, το οποίο αμφισβήτησε όχι μόνο την εκμετάλλευση στο εργοστάσιο, αλλά και το ίδιο το σύστημα της εξουσίας. Για να καταλάβουμε το κλίμα της εποχής, το οποίο εμείς αντιλαμβανόμασταν ως προ-επαναστατικό, πρέπει να θυμόμαστε, για παράδειγμα, την κατάληψη της FIAT το 1973.  Ή το κίνημα του ’77, του οποίου πιο άμεσα ήταν μέρος η Prima Linea, όταν δεκάδες χιλιάδες άνθρωποι εξέφραζαν έναν ριζοσπαστικό ανταγωνισμό και γενικευμένη διαθεσιμότητα για αντιπαράθεση, για σύγκρουση, σε μαζικές διαδηλώσεις συχνά οπλισμένες.

Πολλοί, ειδικά σήμερα, θα μπορούσαν να σκεφτούν ότι βλέπαμε τις πυγολαμπίδες για φανάρια, ότι η παρόρμηση για επανάσταση ήταν απλώς τρέλα μας, λαχτάρα, παραφροσύνη. Αλλά θα ήταν αρκετό να διαβάσετε αυτό που γράφτηκε από μια πηγή σίγουρα μη ύποπτη για συμπάθεια προς τον εξτρεμισμό, όπως ο πρώην πρεσβευτής Sergio Romano, όταν σχετικά με τις ΗΠΑ, μίλησε ρητά για μια κατάσταση προ-επαναστατική : «Μεταξύ του δεύτερου μισού της δεκαετίας του 60 και της αρχής της δεκαετία του ’70 η Αμερική βρίσκονταν από πολλές απόψεις σε μια προ-επαναστατική κατάσταση. Ο πόλεμος του Βιετνάμ είχε προκαλέσει πολυάριθμες εξεγέρσεις της νεολαίας. Οι πανεπιστημιουπόλεις είχαν γίνει φυτώρια διαμαρτυρίας και εξέγερσης. Η Ουάσινγκτον διασχίζονταν από πορείες διαδηλωτών. Η αμερικανική σημαία και οι κάρτες κλήσης στα όπλα καίγονταν στον δημόσιο χώρο, σε κοινή θέα. Τα μαύρα γκέτο των μεγάλων πόλεων ήταν το σκηνικό εξεγέρσεων και λεηλασιών. Οι τρομοκρατικές επιθέσεις και οι βίαιες διαδηλώσεις ήταν στην ημερήσια διάταξη «. Επίσης, τα ίδια «συστατικά» ήταν παρόντα εκείνα τα χρόνια στην Ιταλία, εμπλέκοντας και πείθοντας δεκάδες χιλιάδες νέους. Ένας τεράστιος χώρος τον οποίον το επόμενο πέρασμα στον ένοπλο αγώνα δεν αποστράγγισε, εάν είναι αληθινοί οι αριθμοί που υποδεικνύει η αμερικανική CIA σε ένα έγγραφο του απριλίου 1982, στον οποίο οι συμπαθούντες του ένοπλου αγώνα στην Ιταλία υπολογίζονταν σε ένα εκατομμύριο, με μια δεξαμενή υποστήριξης και πιθανής στρατολόγησης που υπολογίζονταν στο 2% των εργατών σε εθνική βάση και μεταξύ των δέκα χιλιάδων στρατευμένων στο κίνημα της εργατικής Αυτονομίας.

Το λάθος της αξιολόγησής μας, αν μη τι άλλο, ήταν ότι παρερμηνεύσαμε θεωρώντας ένα ηλιοβασίλεμα για την αυγή, δηλαδή δεν κατανοήσαμε επαρκώς τον εξελισσόμενο μετασχηματισμό των καιρών, τη μετάβαση από τον φορντισμό στον μεταφορντισμό, και επομένως την ήττα της προηγούμενης ταξικής σύνθεσης , η οποία έγινε εμφανής σε όλους μόνο το 1980, με τη συμβολική πορεία των «σαράντα χιλιάδων» στη FIAT και το τέλος ενός ιστορικού κύκλου. Ένα σοβαρό λάθος, το οποίο προκάλεσε σοβαρές συνέπειες. Όμως, πρέπει να ειπωθεί, δεν ήταν μόνο δικό μας, αλλά αφορούσε ολόκληρη την αριστερά αυτής της χώρας, συμπεριλαμβανομένης της κοινοβουλευτικής, σε όλες τις συνιστώσες και τις πτυχές, τις όψεις της.”

Μείνατε στη φυλακή για 24 χρόνια και για άλλα τόσα ασχοληθήκατε με την υπεράσπιση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Η πορεία αποκατάστασης σε εσάς φαίνεται να έχει δουλέψει. Αλλά δεν φαίνεται να λειτουργεί πάντοτε, αντιθέτως. Γιατί;

“Το λέω πολύ απλά αλλά με πεποίθηση, σιγουριά και σαφήνεια: διότι παρά το ότι εγώ και όσοι έχουν ζήσει τη δική μου εμπειρία έχουμε διαπράξει αδικήματα, ακόμη και πολύ σοβαρά, δεν ήμασταν παρακινημένοι από εγκληματική ενέργεια, διάθεση. Μάλλον, όπως έχω προσπαθήσει να εξηγήσω εδώ, από μια ώθηση – ή αν προτιμάτε μια επαναστατική ψευδαίσθηση -. Με τον τερματισμό αυτής η επανένταξη στην κοινωνία και στους κανόνες της ήταν ένα φυσικό γεγονός. Η φυλακή, και ειδικά η βίαιη με τις ειδικές ενότητες στις οποίες είχαμε εγκλειστεί επί μακρόν, έχει κάπως επιβραδύνει και μερικές φορές παρεμποδίσει αυτό το μονοπάτι. Η αποκατάσταση, αν αυτός είναι ο κατάλληλος όρος, συνέβη συχνά παρά τη φυλάκιση, όχι εξ αιτίας αυτής.

Σήμερα η φυλακή είναι γεμάτη από πολύ διαφορετικές φιγούρες, κυρίως ανθρώπους με προβλήματα ναρκωτικών, ξένους, άρρωστους. Θυμάμαι τα λόγια ενός δικαστή που, όταν κλήθηκε σε κορυφαίες θέσεις της σωφρονιστικής διοίκησης, πριν καιρό είπε: «Έφθασα νομίζοντας πως θα βρω την φυλακή γεμάτη εγκληματίες, ανακάλυψα πως είναι γεμάτη από φτωχούς».

Εδώ και καιρό, με το τέλος της προωθητικής ώθησης της μεταρρύθμισης Gozzini και της πολιτικής κουλτούρας που στέκονταν πίσω από αυτή και την είχαν καταστήσει δυνατή, η φυλακή φαίνεται να έχει εγκαταλείψει όλες τις φιλοδοξίες επανένταξης και τους σκοπούς αυτής, περιοριζόμενη να περιέχει αυξανόμενους αριθμούς αποκλεισμένων ατόμων, να ασκεί υποκατάστατα καθήκοντα και λειτουργίες σε σχέση με την απουσία κοινωνικών πολιτικών έξω από αυτήν αφενός, και αφετέρου, να σηματοδοθείται ως μια πραγματική κοινωνική εκδίκηση, ως απάντηση στην οργή που είναι διαδεδομένη στην κοινωνία όχι μόνο προς εκείνους που εγκληματούν αλλά προς τους αποκλεισμένους και τους φτωχούς γενικότερα.”

Πρέπει το 4bis να καταργηθεί ή έχει κάποιο λόγο να υπάρχει;

“Το 4bis είναι η νομική τυποποίηση της απόρριψης των επανενταξιακών λειτουργιών που αποδίδει το Σύνταγμα στην ποινή εγκλεισμού σε σχέση με ορισμένες κατηγορίες αδικημάτων και συνεπώς κρατουμένων. Επομένως, θα πρέπει να καταργηθεί, όπως και το 41bis και η ισόβια ποινή που λέγεται πως αποτελεί εμπόδιο, που συνιστούν τίποτα άλλο παρά μια νομιμοποιημένη μορφή βασανιστηρίων. Και οι δύο κανόνες είναι αποτέλεσμα της ίδιας λογικής έκτακτης ανάγκης που διέκρινε τη δικαστική και σωφρονιστική απάντηση στα ένοπλα φαινόμενα της δεκαετίας του ’70. Τότε υπήρξε η αδιάκριτη και εκτεταμένη χρήση των αδικημάτων που αναφέρονταν σε ενώσεις-οργανώσεις, της «ηθικής συνέργειας, συνενοχής», η δίχως φραγμούς χρήση των αποκαλούμενων μετανιωμένων, τα βασανιστήρια των συλληφθέντων, οι ειδικές φυλακές και το άρθρο 90. Σήμερα οι κανόνες έκτακτης ανάγκης έχουν ονόματα και στόχους διαφορετικούς, αλλά είναι ίδιο το τραύμα που παράγουν στο κράτος δικαίου και τη συνολική σκλήρυνση του σωφρονιστικού συστήματος.”

Σε ένα πρόσφατο συνέδριο αναφέρατε μια παλιά έρευνα της Rai για τις φυλακές, στην οποία ο απεσταλμένος – παρατηρώντας το εσωτερικό των φυλακών – δεν διαπίστωνε μεγάλο αριθμό εγκληματιών αλλά μεγάλο αριθμό φτωχών ανθρώπων. Από ποια ξένα συστήματα φυλακών μπορεί να εμπνευστεί η Ιταλία για να αποτρέψει οι φυλακές να παραμείνουν κοινωνικές χωματερές;

“Ναι, ο υπεύθυνος αυτής της έρευνας, αφού επισκέφθηκε μεγάλο αριθμό φυλακών, είχε καταλήξει στο ίδιο συμπέρασμα με εκείνο τον δικαστή που ανέφερα προηγουμένως. Ισχυρίστηκε ότι ο κρατούμενος πληθυσμός έμοιαζε με μια «αυλή των θαυμάτων», ότι τα πρόσωπα που συναντιόνταν εκεί «είναι τα ίδια με εκείνα των αθλίων του Βίκτωρα Ουγκό, των θαμμένων ζωντανών του Ντοστογιέφσκι». Ένας πληθυσμός που αποτελείτο από άτομα με χαμηλή εκπαίδευση, χωρίς εργασία, κυρίως από νότια προέλευση. Μια φωτογραφία που τραβήχτηκε πριν από περίπου μισό αιώνα, αλλά εξαιρετικά, και ανησυχητικά, παρόμοια με την τρέχουσα. Σήμερα πρέπει να προστεθούν οι αλλοδαποί, οι οποίοι έφτασαν το 34% των κρατουμένων, αλλά ο κύριος λόγος για τον οποίο καταλήγουν στη φυλακή παραμένουν τα αδικήματα κατά της περιουσίας και η επικρατούσα κοινωνικοοικονομική σύνθεση παραμένει εκείνη της περιθωριοποίησης, του αποκλεισμού.

Υπάρχουν χώρες των οποίων τα σωφρονιστικά συστήματα έχουν κάνει και κέρδισαν μεταρρυθμιστικά στοιχήματα, όπως η Ισλανδία. Αλλά επίσης και μερικές μεγαλύτερες χώρες, ίσως με αντιφάσεις, έχουν πολιτικές μεγαλύτερης ανοικτότητας και μεγαλύτερης προσοχής στα δικαιώματα των φυλακισμένων, νομίζω, για παράδειγμα, εκείνο που έχει να κάνει με την τρυφερότητα, τις προσωπικές σχέσεις ή την κατάργηση της αέναης τιμωρίας.

Μπορεί κάποιος να αντιτάξει ότι η Ιταλία έχει ποινικές ιδιαιτερότητες, όπως αυτές των μαφιών. Νομίζω όμως ότι αυτό είναι ένα αδύναμο και απατηλό επιχείρημα, μια δικαιολογία, διότι, όπως είπε ο Leonardo Sciascia, ο οποίος γνώριζε καλά το φαινόμενο, οι μαφίες μάχονται με το κράτος δικαίου, όχι με τις τρομερές τιμωρίες. Η ισόβια κάθειρξη, όπως η θανατική ποινή, δεν αποτελεί πραγματικό αποτρεπτικό παράγοντα. Η σκληρή φυλακή οδηγεί σε μια βίαιη σπείρα όχι σε μια πραγματική κυβέρνηση των φυλακών.

Πριν από τα μοντέλα που πρέπει να ακολουθηθούν, και υπάρχουν, όμως χρειαζόμαστε μια διαφορετική κουλτούρα της τιμωρίας και της λειτουργίας της. Για να το θέσω όπως ο καρδινάλιος Martini, «πρέπει να προσπαθήσουμε να φανταστούμε και να δοκιμάσουμε εναλλακτικές λύσεις στην τιμωρία, όχι μόνο εναλλακτικές ποινές». Ενώ περιμένουμε τον Godot, δηλαδή μέχρι η πολιτική τάξη (δεξιά, κεντρώα και αριστερή) να βρει αυτό το θάρρος και αυτό το όραμα, θα μπορούσαμε και θα έπρεπε να αρχίσουμε τουλάχιστον να καθιστούμε την ποινή εγκλεισμού ακραία λύση, παρά προτιμώμενη συντόμευση για κάθε είδος αδικήματος και αποκλίσεως, πράγμα που συμβαίνει τώρα.”

Ας μιλήσουμε λίγο για την πολιτική. Εάν ο Sergio Segio ήταν 20 ετών, τι είδους πολιτική δέσμευση θα είχε σήμερα; Θα ψηφίζατε για κάποιο συγκεκριμένο κόμμα;

“Κοιτάξτε, εγώ είχα ένα αριστερό imprinting, αποτύπωμα και συναισθηματική εκπαίδευση αριστερή και παραμένω πεπεισμένος ότι η κοινωνική δικαιοσύνη και η ισότητα είναι αξίες και στόχοι που είναι ουσιώδεις, απαραίτητοι, επιτακτικοί. Ποτέ δεν στρατεύτηκα ούτε ψήφισα κόμματα, αλλά κυρίως σε εξωκοινοβουλευτικά κινήματα και ομάδες. Είχα ενεργές συμπάθειες για το τελευταίο μεγάλο κίνημα που εκφράστηκε στα τέλη της δεκαετίας του ’90 σε ολόκληρο τον κόσμο και το οποίο καταστάλθηκε αιματηρά στη Γένοβα το 2001. Ένα κίνημα εναλλακτικό προς την παγκοσμιοποίηση που έπεται το τέλος του εικοστού αιώνα, το οποίο είχε τη φιλοδοξία να προσπαθήσει να αλλάξει τον κόσμο χωρίς να πάρει την εξουσία και το οποίο είχε σημαντικές και ακόμα τρέχουσες ιδέες γνώσεις και απόψεις. Αν και το κίνημα αυτό έχει διαλυθεί, οι λογικές του και η σοφία του είναι περισσότερο από ποτέ έγκυρες και εμφανείς και οι αναλύσεις του εξακολουθούν να αποτελούν μια δεξαμενή προτάσεων, οι οποίες στις Ηνωμένες Πολιτείες καταφέρνουν να μολύνουν θετικά το πρόγραμμα ενός υποψηφίου προέδρου όπως ο Bernie Sanders και στην Ισπανία εκείνο των Podemos, αλλά γενικότερα δεν κατάφεραν να αλλάξουν την πολιτική και να επηρεάσουν τις μεγάλες παγκόσμιες επιλογές. Αυτό δεν υπονομεύει τη σημασία του γεγονότος ότι οι ομάδες αυτές είχαν δίκιο, τα συνδικάτα αυτά, εκείνα τα τμήματα της κοινωνίας των πολιτών που προειδοποιούσαν τότε για τους κινδύνους της χρηματιστικοποίησης της οικονομίας, για τους κινδύνους που συνδέονται με τη μεταβίβαση εξουσιών και προνομίων από τις κυβερνήσεις και τα κοινοβούλια υπέρ οργανισμών χωρίς δημοκρατική αντιπροσωπευτικότητα όπως το ΔΝΤ, η Παγκόσμια Τράπεζα και ο ΠΟΕ. Που αντιτάχθηκαν πρώτα στον ίδιο τον Παγκόσμιο Οργανισμό Εμπορίου και στη συνέχεια στη στρατιωτική παρέμβαση στο Ιράκ. Που κατήγγειλαν τα ιδιωτικά συμφέροντα των Τζορτζ Μπους, των Ντικ Τσένι και των Ντόναλντ Ράμσφελντ και τη συνενοχή του Τόνι Μπλερ στην εισβολή του Ιράκ, δημιουργώντας ψευδή στοιχεία για να μπορέσουν να το πράξουν, και που προκάλεσαν και θεωρητικοποίησαν έναν «ατελείωτο πόλεμο », του οποίου οι συνέπειες συνεχίζουν σήμερα να καταστρέφουν τη Μέση Ανατολή και να αποσταθεροποιούν ολόκληρες γεωγραφικές περιοχές και έμμεσα την ίδια Ευρώπη, τον κύριο αποδέκτη των ροών μεταναστών που ξεφεύγουν από τους βομβαρδισμούς και τις σφαγές. Μόνο ο πόλεμος στη Συρία, που βρίσκεται σε εξέλιξη από το 2011, έχει μέχρι στιγμής παράξει σχεδόν μισό εκατομμύριο νεκρούς, δύο εκατομμύρια τραυματίες, 12 εκατομμύρια πρόσφυγες. Η νεοαποικιοκρατία, τα στρατηγικά ενεργειακά συμφέροντα και οι δυτικές βιομηχανίες του πολέμου ευθύνονται για τα εκατομμύρια των θανάτων και τις δεκάδες εκατομμύρια προσφύγων που σημάδεψαν την αρχή του νέου αιώνα και συνεχίζουν χωρίς περιορισμούς ή επανεξέταση. Και χωρίς ακόμη περισσότερο εκείνο το παγκόσμιο κίνημα που είχε τη δύναμη και τη σαφήνεια να την καταγγείλει. Σήμερα μόνο η φωνή του Πάπα Φραγκίσκου παραμένει, με κύρος αλλά χωρίς πραγματικές συνέπειες στις πολιτικές επιλογές.

Παραμένω πεπεισμένος ότι, ειδικά σε αυτή την εποχή της παγκοσμιοποίησης και της τεχνοκρατικής διακυβέρνησης, τα κοινοβούλια αποφασίζουν ελάχιστα. Μαζί με την ανάπτυξη της εξουσίας της χρηματοδότησης και των μεγάλων πολυεθνικών ομάδων, οι θεσμοί της νομοθετικής εξουσίας και της ίδιας της δημοκρατίας έχουν αδειάσει. Οι μεγάλες παγκόσμιες αποφάσεις λαμβάνονται στα διοικητικά συμβούλια αυτών των εταιρειών, corporationς και επηρεάζουν τη ζωή μας πολύ περισσότερο από οποιοδήποτε κοινοβούλιο. Επιπλέον, αν πολλές πολυεθνικές και τράπεζες έχουν υψηλότερους προϋπολογισμούς από το ΑΕΠ των Κρατών, δεν είναι δύσκολο να καταλάβουμε ποιος διοικεί στον κόσμο. Το αμερικανικό γιγαντιαίο σούπερ μάρκετ Walmart απασχολεί 2,2 εκατομμύρια ανθρώπους και έχει κύκλο εργασιών άνω των 485 δισεκατομμυρίων δολαρίων, όπως ολόκληρο το ΑΕΠ της Αργεντινής. Ο προϋπολογισμός της τράπεζας BNP-Paribas, σχεδόν 2.000 δισεκατομμύρια ευρώ, είναι ισοδύναμος με το ΑΕΠ της χώρας στην οποία βρίσκεται, έχει έδρα, τη Γαλλία, την έκτη μεγαλύτερη οικονομία, κι όμως η BNP είναι «μόνο» η όγδοη τράπεζα στον κόσμο. Η κεφαλαιοποίηση γιγάντων όπως η Google και η Apple υπερβαίνουν το ΑΕΠ της Σουηδίας, της Πολωνίας ή της Νιγηρίας, που είναι η πολυπληθέστερη χώρα στην Αφρική, με 180 εκατομμύρια κατοίκους. Ολόκληροι τομείς ζωτικής σημασίας για την ανθρωπότητα, όπως εκείνος των τροφίμων και η αγροχημεία είναι στα χέρια και στην εξουσία λίγων εταιρειών. Τα τρία τέταρτα της αγοράς σπόρων ανήκουν μόνο σε δέκα πολυεθνικές εταιρείες, η αμερικανική Monsanto, από μόνη της, έχει πάνω από το ένα τέταρτο της παγκόσμιας αγοράς. Όλα αυτά συμβάλλουν να κενωθούν οι ρόλοι και οι δυνατότητες των πολιτικών κομμάτων, και το βλέπουμε ως συνέπεια του αυξανόμενου λαϊκισμού και της όλο και πιο απειλητικής αύξησης των εθνικισμών.

Σε κάθε περίπτωση, για όσους προέρχονται από την ιστορία μου μετά την λήξη της ποινής φυλάκισης, συνεχίζεται μια άλλη ατελείωτη, ένα είδος κοινωνικής ισόβιας φυλάκισης και λόγου. Μεταξύ των πολιτικών δικαιωμάτων τα οποία στερούμαστε, υπάρχουν και πολιτικά, συνεπώς, ακόμη και αν ήθελα, δεν θα μπορούσα να ψηφίσω ούτε να με ψηφίσουν.

Το μόνο κόμμα στο οποίο έχω εγγραφεί ποτέ και με το οποίο διατηρώ σχέσεις και συμπάθεια είναι το ριζοσπαστικό κόμμα. Πρώτα απ ‘όλα σε αναγνώριση, δεδομένου ότι στη δεκαετία του Εβδομήντα και τη δεκαετία του Ογδόντα οι ριζοσπάστες ήταν από τους λίγους που κατήγγειλαν τα συχνότατα επεισόδια βασανιστηρίων κατά των συλληφθέντων μαχητών και τις συνθήκες κράτησης στις ειδικές φυλακές. Μια ευγνωμοσύνη όχι μόνο γενικά, αλλά και για την υποστήριξη και την εγγύτητα που μου εξέφρασαν με την ευκαιρία μιας μακράς απεργίας πείνας που είχαμε μαζί με την Susanna Ronconi για να διαμαρτυρηθούμε ενάντια σε απόφαση του προέδρου του δικαστηρίου επιτήρησης του Τορίνο. Μια απόφαση που άνοιξε μια σύγκρουση, και νομική, μεταξύ αυτού του δικαστή και της σωφρονιστικής διοίκησης, η οποία είχε κανονίσει και την δική μας πρόσβαση στην εργασία εκτός όπως ήδη είχε συμβεί για όλους τους άλλους πολιτικούς κρατούμενους του τμήματος μας, αλλά την οποία ο δικαστής μας απέρριπτε. Το γεγονός είναι ότι σε κάποια στιγμή η Susanna και εγώ αποφασίσαμε να προχωρήσουμε σε μια απεργία πείνας ενάντια σε μια αντικειμενικά αδικαιολόγητη διάκριση εναντίον μας (άποψη, κατά τα άλλα, από κοινού και υπογεγραμμένη από σημαντικές πολιτικές και νομικές προσωπικότητες, όπως ο πρώην δικαστής και στη συνέχεια πρόεδρος της Κάμερας Luciano Violante, ο μελλοντικός υπουργός Δικαιοσύνης Piero Fassino, ο γερουσιαστής Mario Gozzini, ο νομικός Neppi Modona και πολλοί άλλοι). Μια ολοκληρωτική και αποφασιστική απεργία, έτσι ώστε μετά από μόλις μία εβδομάδα είχαμε εισέλθει στο τμήμα bunker του νοσοκομείου Molinette στο Τορίνο. Μια απεργία την οποία δεν θέλαμε ως εκβιασμό αλλά ως μάχη που, αν και ξεκινώντας από την κατάστασή μας, έθετε ένα γενικότερο ζήτημα δικαίου. Ήταν μια αποφασιστικά απελπιστική κατάσταση. Ήμασταν πραγματικά αποφασισμένοι να κατακτήσουμε να μας αντιμετωπίζουν όπως τους άλλους, ή διαφορετικά να πεθάνουμε. Λοιπόν, και για να το κάνουμε σύντομο, ανάμεσα στους πολύ λίγους που μας υποστήριξαν σε αυτήν τη μάχη ζωής και θανάτου υπήρξε ολόκληρο το Ριζοσπαστικό Κόμμα και όλοι οι κοινοβουλευτικοί του, ο Marco Pannella επικεφαλής. Μέχρις ότου παρενέβη ο τότε υπουργός Giuliano Vassalli, ο δικαστής αναγκάστηκε να συμφωνήσει να επιτρέψει την εξωτερική εργασίας πρώτα για τη Susanna και κάποια στιγμή αργότερα και για μένα, αν και υπό την εποπτεία και τη συνεχή επαγρύπνηση των σωφρονιστικών αστυνομικών: εξωτερική εργασία υπό συνοδεία που απετέλεσε ένα περισσότερο μοναδικό γεγονός παρά σπάνιο στην ιταλική ιστορία των φυλακών.

Αλλά πέρα από τα προσωπικά γεγονότα και την ευγνωμοσύνη, στη συνέχεια και μαζί, υπάρχει για μένα η θεώρηση μιας βαθιάς συνέπειας τους και επίσης της θετικής τους ανωμαλίας, δεδομένου ότι είναι ένα «μη κόμμα» κόμμα, δεδομένου ότι έχει εδώ και καιρό επιλέξει να μην παρουσιάζεται στις εκλογές και να χαρακτηρίζεται από ένα διεθνικό σχέδιο. Πράγμα που εξισορροπεί την αποφασιστική απόσταση που νιώθω για τις νεοφιλελεύθερες θέσεις τους στα οικονομικά. Τέλος, αλλά εξίσου σημαντικό, διότι τα τελευταία χρόνια παρέμειναν η μόνη πολιτική δύναμη στρατευμένη στην υπεράσπιση του κράτους δικαίου και ενός προστατευτισμού που δεν είναι εναλλασσόμενο ρεύμα, καθώς και ενάντια στην ισόβια φυλάκιση και τη σκληρή φυλακή του 41bis.”

Εάν έπρεπε να ορίσετε με ένα επίθετο τους Renzi, Bersani, Berlusconi, Grillo και Salvini, ποιο θα χρησιμοποιούσατε για καθέναν από αυτούς;

“Πιστεύω ότι από τα όσα είπα μέχρι τώρα είναι σαφές ότι δεν έχω καμία εγγύτητα με καμία από τις πολιτικές δυνάμεις που εκπροσωπούνται από τα κόμματα, αν και για ορισμένα, που χαρακτηρίζονται από μια κουλτούρα μισαλλοδοξίας, κοινωνικού εγωισμού και ξενοφοβικών συμπεριφορών, αισθάνομαι μεγαλύτερη απόσταση. Τους μεμονωμένους ανθρώπους έχω συνηθίσει να μην εκφράζω κρίσεις, μιας και πολύ συχνά έχω κριθεί εγώ, για να μην πω πως έχω κριθεί με προκατάληψη ή με γελοιοποίησαν και με αντιμετώπισαν με περιφρόνηση δημόσια. Οι καιροί που ζούμε, δείχνουν ευκολία στις ομιλίες μίσους, προσβολής, σε κρίσεις λασπώδεις και λακωνικές στις οποίες νομίζω ότι πρέπει να αντιταχθούμε, σε όλα τα επίπεδα και απέναντι σε όλους.”

Ποια είναι τα πάθη του Segio – ακόμα και αυτά που σας δεσμεύουν λιγότερο – που κανείς δεν γνωρίζει στο μουσικό, κινηματογραφικό, αθλητικό μέτωπο ..;

“Νομίζω ότι αυτό ισχύει για πολλούς, αλλά αισθάνομαι και στην πραγματικότητα ανταγωνίζομαι συχνά με το χρόνο, ένα αγαθό που γίνεται όλο και πιο σπάνιο, δεδομένων των μορφών που επιτεύχθηκαν από την κοινωνική οργάνωση. Οι δραστηριότητές μου και η κοινωνική μου δέσμευση μου επιτρέπουν επομένως πολύ λίγα περιθώρια για να αφιερωθώ σε κάτι άλλο. Τον χρόνο που μπορώ να κερδίσω τον επενδύω στην ανάγνωση, ακούω αρκετή μουσική, στο βάθος, σιγανά ακόμα και όταν δουλεύω ή γράφω, δυστυχώς πηγαίνω πολύ σπάνια στον κινηματογράφο. Τα λογοτεχνικά, μουσικά και κινηματογραφικά μου γούστα παρέμειναν αρκετά πίσω στον περασμένο αιώνα. Ποτέ δεν έχω ενδιαφερθεί για τον αθλητισμό, πόσο μάλλον για το ποδόσφαιρο, το οποίο εξακολουθώ να θεωρώ ένα όπλο μαζικής απόσπασης της προσοχής, καθώς και πλέον μια επιχείρηση και όχι ένα παιχνίδι. Αλλά εδώ και μερικά χρόνια ασκώ τις κούρσες, συμμετέχοντας σε μαραθώνιους. Τούτου λεχθέντος, το κύριο πάθος μου παραμένει η πολιτική, με την έννοια που ελπίζω ότι μέχρι στιγμής έχω περιγράψει επαρκώς: δηλαδή, στην κοινωνική στράτευση και συμμετοχή.”

Πριν από λίγο καιρό, σε μια συνάντηση στην έδρα του Ριζοσπαστικού Κόμματος, ο Βαλέριο Φιοραβάντι, Valerio Fioravanti, καθόταν ακριβώς πίσω της. Τον χαιρετίσατε;

“Όχι, αλλά απλά επειδή δεν τον είδα. Σε εκείνη την περίπτωση χαιρέτισα την Francesca Mambro, με την οποία συμμερίζομαι την στράτευση και τις μάχες κατά της θανατικής ποινής και για τα ανθρώπινα δικαιώματα στην ένωση Nessuno Tocchi Caino, στην οποία είμαι μέλος της διοίκησης και με την οποία επίσης συνεργάζεται ο Valerio και η Francesca.

Μια μεγάλη και ευγενής φιγούρα, δυστυχώς έφυγε τον αύγουστο του 2016, η οποία υπήρξε επί μακρόν εποπτική δικαστής και για πολύ μικρό χρονικό διάστημα επικεφαλής της σωφρονιστικής διοίκησης, ο Sandro Margara, έγραψε κάποτε ότι «η φυλακή δημιουργεί αθωότητα, μετατρέποντας και τον ένοχο σε θύμα «, μια βαθιά αλήθεια την οποίαν πάρα πολλοί δεν θέλουν να ακούσουν, ειδικά σε αυτούς τους καιρούς που έχουν γίνει κακοί . Νομίζω ότι η φυλακή δημιουργεί φυσικά συναισθήματα αμοιβαίας αλληλεγγύης μεταξύ εκείνων που ζουν στην ίδια κατάσταση και ότι, ως εκ τούτου, ωθεί να ξεπεραστούν αποστάσεις και προλήψεις, προφυλάξεις ακόμη και μεταξύ «πρώην εχθρών”.”

Πηγή: GIACOMO DI STEFANO, PROMETEO LIBERO