αυτονομία, autonomia

Η εργατική Αυτονομία και η κοινότητα αγώνα vicentina

Ένα ωραίο βιβλίο αυτό: L’Autonomia operaia vicentina. Dalla rivolta di Valdagno alla repressione di Thiene, Η εργατική Αυτονομία vicentina. Από την εξέγερση του Valdagno στην καταστολή της Thiene, πέμπτος τόμος της συλλογής »Οι Αυτόνομοι» – «Gli Autonomi» (DeriveApprodi, pp.256, euro 19). Συγγραφέας είναι ο Donato Tagliapietra.

Πρόκειται για ένα αληθινό βιβλίο, από ορισμένες απόψεις εξαιρετικό, και μιλάει για την μοναδική ιστορία ενός από εκείνα τα εκατό αυτόνομα κέντρα κομμουνιστικής πρωτοβουλίας που στα χρόνια ’70 ενήργησαν στα εργοστάσια και τα ιταλικά εδάφη, επιβεβαιώνοντας εργατική αντιεξουσία και κερδίζοντας μισθούς και δικαιώματα.

ΚΑΘΕΝΑ ΑΠΟ ΑΥΤΆ ΤΑ ΚΕΝΤΡΑ είναι μια μοναδική εμπειρία, το σύνολο ενός επαναστατικού επεισοδίου. Η διήγηση, των εργατών και των αγωνιστών της Βιτσέντζα, δείχνει την συμβολή ενός κοινωνικού κινήματος που ξέσπασε από το ’68 και μιας γενεαλογικής κοινότητας λόγων και συναισθημάτων πολιτικών, που υποδηλώνει με υποδειγματικό τρόπο την ανεπανάληπτη ποιότητα της άσκησης της πολιτικής της Αυτονομίας εκείνων των χρόνων. Αυτό τον κόσμο μπορούμε συνεπώς να τον κοιτάξουμε από δύο πλευρές, εκείνη του ταξικού αγώνα και τη γενεαλογική, αλλά αυτές οι δύο πλευρές δεν διαχωρίζονται ποτέ. Κάθε σελίδα μπορεί να διαβαστεί ως μια διήγηση για τον τρόπο με τον οποίον μια ηλικιακή ομάδα εργατών και φοιτητών βρέθηκε να αμφισβητεί, ριζικά, τo εργοστασιακό και κοινωνικό σύστημα και τον τρόπο με τον οποίο κάθε ομάδα συντρόφων ήθελε να να ζήσει αυτή τη ρήξη και να ορίσει τον δικό της δρόμο για να την χτίσει.
«Πεπρωμένο και ελευθερία», θα μπορούσαμε να πούμε φιλοσοφικά. Αλλά ειπωμένο στην διάλεκτο του βένετο, με μια έμφαση και μια αποφασιστικότητα τόσο σκληρές όσο ήταν τότε ο καταναγκασμός στην μισθωτή εργασία ενάντια σε μια γενιά νέων, που ήδη αποκαλούνταν ως μάζα διανοούμενων υπό δημιουργία.Το βιβλίο χτίζεται σχεδόν αποκλειστικά από έγγραφα που παρήγαγε η οργάνωση – οι Βενετικές Πολιτικές Κολεκτίβες, i Collettivi Politici Veneti της περιοχής του alto vicentino – και από συνεντεύξεις με τους στρατευμένους εκείνης της εποχής. Και ακολουθεί την εξαιρετική επέκταση των αγώνων, που ενθαρρύνονται και / ή οργανώνονται από τις συλλογικότητες των χωριών, από την εξέγερση του εργοστασίου Marzotto του Valdagno τον απρίλιο του 1968 μέχρι την καταστολή των αρχών της δεκαετίας του 1980. Από την αρχή μέχρι το τέλος αυτής της περιόδου παράγεται μια όλο και πιο διαδεδομένη οργανωτική συγκέντρωση στην περιοχή και γίνεται όλο και πιο διεισδυτική, αιχμηρή.

Η ΚΟΙΝΌΤΗΤΑ ΑΓΩΝΑ είναι επίσης μια κοινότητα ζωής: αυτή η αλήθεια ξεχειλίζει από την διήγηση. Να απελευθερωθούν από τη δυστυχία-την μιζέρια της μισθωτής εργασίας, να πουλήσουν την εργατική τους δύναμη ακριβά αποτέλεσε έναν τρόπο οικοδόμησης μιας διαφορετικής ζωής. Οι απεργίες στο εργοστάσιο και οι περιπολίες κατά της μαύρης εργασίας πήγαιναν μαζί με την κατάκτηση δωρεάν συναυλιών, με τον αγώνα ενάντια στα υψηλά ενοίκια και την κατάληψη σπιτιών και την γενναιόδωρη απαλλοτρίωση αγαθών στα σούπερ μάρκετ. Μαζική παρανομία, ναι, αλλά και επινόηση ενός τρόπου ζωής που απέρριπτε τη φτώχεια των σωμάτων και τη μιζέρια του πνεύματος. Μια γενιά νέων πρότεινε, με μεγάλη ωριμότητα, το σχέδιο μιας ελεύθερης ζωής.

ΠΟΣΟ ΕΙΝΑΙ ΔΥΣΚΟΛΟ να το αφηγούμαστε σήμερα σε εκείνους που προσποιούνται ότι είναι ελεύθεροι. Ωστόσο η ανάγνωση αυτής της ιστορίας ξυπνά στα βάθη κάθε ψυχής εκείνη την ατελή συνειδητοποίηση του ψεύδους και της ανελευθερίας που προκαλεί η χυδαιότητα της ζωής κάτω από αφεντικό: δεν δίνεται στον καθένα η δυνατότητα να μετασχηματίζει αυτή την αφύπνιση σε μια πράξη ρήξης. Επειδή είμαστε μόνοι. Από την άλλη πλευρά, εκείνα τα παιδιά από την Thiene και τα γύρω χωριά, μέχρι τη Schio, μέχρι το Bassano, μέχρι τη Vicenza είχαν διαρρήξει κάθε πεπρωμένο μοναξιάς: ήταν μαζί, αισθάνονταν δυνατοί, έδωσαν ένα παράδειγμα αξιοπρέπειας. Μαζί, όλοι μαζί.
Η σύγκρουση με την εξουσία ήταν εξαιρετικά βίαιη. Όπως και στο σύνολο του Veneto, εξάλλου, όπου μεταξύ της δεκαετίας του 1960 και της δεκαετίας του 1970 δόθηκαν μερικές από τις σημαντικότερες μαζικές εμπειρίες αντάρτικης οργάνωσης, πρώτα στα μεγάλα εργοστάσιο και στη συνέχεια στο διάχυτο εργοστάσιο, και συγχρόνως στα σχολεία και τα πανεπιστήμια. Γιατί ο ταξικός αγώνας έγινε τόσο σκληρός στην περιοχή του Βένετο; Επειδή – όπως δείχνει αυτό το βιβλίο – η εξέγερση δεν συνέβη μόνο εναντίον του κυρίου-του αφεντικού, αλλά, δεδομένης της καθυστέρησης της κοινωνικής πειθαρχίας εκμετάλλευσης, ήταν μια σύγκρουση επάνω στη ζωή συνολικά: ήταν ένα άλμα στο νέο και μια ανακάλυψη της κοινότητας, ένας ριζοσπαστικός τρόπος συνεύρεσης μέσα στον αγώνα και η βούληση να οικοδομήσουν μια νέα κοινωνία.

ΠΟΛΥ ΣΚΛΗΡΗ ΑΚΡΙΒΏΣ ΥΠΗΡΞΕ η σύγκρουση με την καταστολή. Ωστόσο ακόμη και στα επεισόδια ένοπλου αγώνα ως απάντηση στην καταστολή, η γραμμή των Κολεκτίβων ήταν πάντα η διατήρηση των εδαφών του «κοινωνικού εργάτη» και δεν ήταν ποτέ δολοφονική, αλλά αποσκοπούσε στο χτίσιμο ελεύθερων κοινοτήτων. Δεν ήταν τυχαίο ότι δεν υπήρξαν ούτε καταδότες ή μετανιωμένοι όταν η καταστολή κέρδισε. Όταν μετά την τραγωδία της 11ης απριλίου του 1979, όταν πέθαναν τρεις σύντροφοι ενώ προετοιμάζονταν να απαντήσουν στο blitz της 7ης απριλίου, και όταν δολοφονήθηκε ένας τέταρτος σύντροφος στη φυλακή, το μαύρο έργο των καταστολέων του Calogero και του Dalla Chiesa, υπήρξε άγριο. Στα επόμενα χρόνια, στην φυλάκιση για πολλούς, προστέθηκε η ηρωίνη για ακόμη περισσότερους.
Το βιβλίο αυτό είναι αφιερωμένο στους Antonietta Berna, Lorenzo Bortoli, Angelo Dal Santo και Alberto Graziani, στους τέσσερις πεσόντες εκείνου του καταραμένου απρίλη, με πικρό τρόπο, όχι πένθιμο ωστόσο, αλλά με υπερηφάνεια αναφωνώντας πόσο εκείνη η ζωή των ελεύθερων ανθρώπων που δολοφονήθηκαν ήταν αληθινή και υποδειγματική.

* Πηγή: Toni Negri, IL MANIFESTO

 

L’Autonomia operaia e la comunità di lotta vicentina

μα τι χαρακτήρας!

Ποιοι ήμασταν

……μπορεί να ειπωθεί και να λεχθεί ότι οι Ερυθρές Ταξιαρχίες γεννήθηκαν στα γραφεία του ΚΚΙ του Reggio Emilia και του Giambellino στο Μιλάνο (όπως προσπάθησε να κάνει η ταινία ο ήλιος του μέλλοντος, των Giovanni Fasanella και Gianfranco Pannone, δεχόμενη κατ’ αυτό τον τρόπο κακόβουλες επιθέσεις) και ότι η Πρώτη γραμμή είχε τις ρίζες της στα εργοστάσια και τα σχολεία της Sesto San Giovanni, το Στάλινγκραντ της Ιταλίας. Ούτε μπορούμε να μην πούμε ότι, σε ορισμένες φάσεις, ο ένοπλος αγώνας υπήρξε μια πολιτική πρόταση που είδε μια ευρύτατη συναίνεση και τον ακολούθησαν με δεκάδες χιλιάδες αγωνιστές και συμπαθούντες, δεν ήταν ένας εγκληματικός μικρόκοσμος…..

….ο πατέρας μας είναι ευρέως ανιχνεύσιμος στις προσωπικές βιογραφίες και στις εποχικές, κοινωνικές και πολιτικές συγκυρίες και πλαίσια, μέσα στα οποία γεννηθήκαμε και μεγαλώσαμε: καλείται κίνημα του ’77, και αυτό, ωστόσο, ευτελισμένο, ποινικοποιημένο και παρεξηγημένο, και ακόμη και πριν, για τους περισσότερους από αυτούς που γέννησαν την Πρώτη γραμμή, στην στράτευση στις εξωκοινοβουλευτικές ομάδες, ιδίως στη Lotta continua και την Potere operaio.
Η μητέρα μας, από την άλλη πλευρά, έρχονταν από μια παλαιότερη οικογένεια, η οποία είχε τρέξει και ήταν πολύ καρποφόρος καθ ‘όλη τη διάρκεια του εικοστού αιώνα: ονομαζόταν επαναστατική ρήξη.Μια πραγματική ουτοπία που είχε ξεκινήσει από το σοβιετικό ’19, αλλά που είχε βαθιές και ισχυρές τις ρίζες της από την πρόσφατη γαλλική αναταραχή του 18ου αιώνα και στις κινήσεις και την αναρχική κουλτούρα, προλεταριακή και σοσιαλιστική του δέκατου ένατου αιώνα, στις προσδοκίες για ελευθερία, για ισότητα, αδελφοσύνη και κοινωνική δικαιοσύνη.                                                                                            Αυτής της ουτοπίας, πεισματικά οργανωμένης σε όλο τον κόσμο σε αντιαποικιοκρατική και αντικαπιταλιστική βάση, εμείς είμαστε οι καθυστερημένοι και συνεπείς επίγονοι, σίγουρα όχι οι πρωτεργάτες. Την πεποίθηση ότι η επαναστατική βία ήταν η μαμή της ιστορίας, επώδυνη αλλά απαραίτητη συμβολή στη γέννηση του νέου και του σωστού, την έχουμε απλά κληρονομήσει από τους παππούδες μας, τους γονείς μας, τα κομμουνιστικά κόμματα, τα εξωκοινοβουλευτικά κινήματα στα τέλη της δεκαετίας του 1960, από τις ομάδες και από τους εργατικούς αγώνες, κοινωνικούς και φοιτητικούς των αρχών της δεκαετίας του Εβδομήντα.                                                                                                                    Τίποτα το πρωτότυπο, επομένως. Μόνο ο ριζοσπαστισμός, πολύ αποφασισμένος και πιθανώς λιγάκι μπερδεμένος, να προσπαθήσουμε να πάμε μέχρι τέλους. Να τα σπάσουμε, στο επίπεδο της γλώσσας και των συμπεριφορών – και των προσωπικών, επειδή το προσωπικό είναι πολιτικό, μας είχε διδάξει η φεμινιστική σκέψη…..

….si può dire e raccontare che le Brigate rosse sono nate nelle sezioni
del PCI di Reggio Emilia e del Giambellino a Milano (come ha provato a fare il film
Il sol dell’avvenire, di Giovanni Fasanella e Gianfranco Pannone, ricavandone perciò
risentiti attacchi) e che Prima linea ha avuto le sue radici nelle fabbriche e nelle
scuole di Sesto San Giovanni, la Stalingrado d’Italia. Neppure si può dire e
raccontare che, in certe fasi, la lotta armata è stata una proposta politica che ha visto
un consenso allargato e un seguito consistente con decine di migliaia di militanti e di
simpatizzanti, non un microcosmo criminale…..

…..nostro padre è ampiamente rintracciabile nelle biografie individuali e nei
contesti, temporali, sociali e politici, nei quali siamo nati e cresciuti: si chiama
movimento del 77, anch’egli, peraltro, banalizzato, criminalizzato e misconosciuto; e
prima ancora, per la gran parte di quanti diedero vita a Prima linea, nella militanza
nei gruppi extraparlamentari, in particolare Lotta continua e Potere operaio.
Nostra madre veniva invece da un casato più antico, che aveva avuto corso ed era
stata assai feconda lungo tutto il Novecento: si chiamava rottura rivoluzionaria.
Un’utopia concreta che aveva preso le mosse dal ’19 sovietico, ma che affondava le
robuste radici sin nel rivolgimento francese di fine Settecento e nei moti e nella
cultura anarchica, proletaria e socialista dell’Ottocento, nelle aspirazioni alla libertà,
all’eguaglianza, alla fraternità e alla giustizia sociale.
Di quell’utopia, pervicacemente organizzata in tutto il mondo in chiave
anticolonialista e anticapitalista, noi siamo stati i tardivi e coerenti epigoni, non certo
i promotori. La convinzione che la violenza rivoluzionaria fosse levatrice della storia,
doloroso ma necessario contributo alla nascita del nuovo e del giusto, noi l’abbiamo
semplicemente ereditata dai nostri nonni, dai nostri genitori, dai partiti comunisti, dai
movimenti extraparlamentari della fine degli anni Sessanta, dai gruppi e dalle lotte
operaie, sociali e studentesche dei primi anni Settanta.
Nulla di originale, dunque. Solo la radicalità, assai determinata e probabilmente un
po’ ottusa, di provare ad andare sino in fondo. Di rompere, sul piano del linguaggio e
dei comportamenti – anche personali, perché il personale è politico, ci aveva
insegnato il pensiero femminista…..

 

https://www.micciacorta.it/wp-content/uploads/2015/03/Segio-introduzione-miccia-corta-2a.pdf

αυτονομία, autonomia

Όταν ο κοινωνικός εργάτης έγινε κρέας

on .

Ο Gigi Roggero εξετάζει και αξιολογεί το βιβλίο Η εργατική Αυτονομία vicentina του Donato Tagliapietra

Η Thiene είναι ένα χωριό του vicentino, περίπου δέκα χιλιόμετρα από την Schio, το μικρό Μάντσεστερ του βένετο. Στη δεκαετία του 70 έχει μια ευημερούσα εμπορική δραστηριότητα, φημισμένες βιοτεχνίες επίπλων και έναν εξειδικευμένο βιομηχανικό τομέα. Η περιοχή δεν κυριαρχείται από μεγάλα εργοστάσια, όπως στην κοντινή Schio, είναι αντιθέτως ένα παράδειγμα του διάχυτου εργοστασίου, μέσα στο οποίο σχηματίζεται μια νέα ταξική σύνθεση: νεαρή, μαχητική, έτοιμη να κάνει τα πάντα για να μην αλυσοδεθεί από την μισθωτή εργασία. Είναι ένα ανοιξιάτικο απόγευμα στη Thiene, όταν μια τρομερή έκρηξη διαλύει τις ζωές τριών νεαρών συντρόφων: Angelo, Alberto, Maria Antonietta, στους οποίους ο Lorenzo θα προστεθεί μερικούς μήνες αργότερα, αυτοκτόνησε στη φυλακή εξ αιτίας της εκδικητικότητας του Κράτους, που συμβολίζεται από την 7η απριλίου και από το pcista πρόσωπο του Calogero.

“Υπάρχει ένα πριν κι ένα μετά την 11η απριλίου 1979”, μας λέει ο Donato Tagliapietra στο βιβλίο του Η εργατική Αυτονομία vicentina. Από την εξέγερση του Valdagno στην καταστολή της Thiene (πρόσφατα τυπωμένο από τον DeriveApprodi, πέμπτο τόμο αφιερωμένο από τον εκδοτικό οίκο στους Αυτόνομους). Δεν υπάρχει ποτέ σε αυτές τις σελίδες, ακόμα και σε εκείνες που αγγίζουν πιο άμεσα τα ξεσκέπαστα νεύρα της υποκειμενικής εμπειρίας, κάποιος χώρος για την θυματοποίηση, ή για τη ρομαντική λατρεία των μαρτύρων. Στο βιβλίο του Donato πράγματι, όπως υπογραμμίζεται από την όμορφη εισαγωγή της Elisabetta Michielin, δικαίως δηλώνεται πόλεμος στον ναρκισσισμό που συχνά, πολύ συχνά, ακυρώνει τις αφηγήσεις των πρωταγωνιστών αυτής της εξαιρετικής φάσης αγώνα, με αποτέλεσμα μια κουραστική απομνημονευματολογία στραμμένη στο παρελθόν. Στον τόμο αυτό, όπως πάντα πρέπει να κάνει ένας στρατευμένος, η ενέργεια επικεντρώνεται στην παροχή όπλων πολιτικού προβληματισμού για το παρόν. Αυτό που αναλύεται στο βιβλίο είναι μια εντελώς συλλογική ιστορία, στην οποία έλαβαν μέρος οι Donato, Angelo, Alberto, Maria Antonietta, Lorenzo και αρκετές δεκάδες χιλιάδες σύντροφοι στο Βένετο και σε ολόκληρη την Ιταλία. Ακόμα και όταν μιλά για προσωπικές εμπειρίες, πάντα αναπνέουμε το αίσθημα του ανήκειν σε μια συλλογική, μαζική και οργανωμένη διαδικασία. Το άτομο εξαφανίζεται ή, ακόμα καλύτερα γίνεται ακριβώς κοινωνικό και πολιτικό στο βαθμό που τα σπάει με τον εαυτό του, δηλαδή με τη θέση και τον ρόλο που του παρέδωσε το κυρίαρχο σύστημα.

Η συλλογική ιστορία που αναλύεται από τον Donato είναι εκείνη των πολιτικών Κολεκτίβων του Βένετο και, μέσα σε αυτό, αλλά με την ιδιαιτερότητά της, της εδαφικής πραγματικότητας vicentina, ιδίως σε εκείνο το τμήμα του διάχυτου εργοστασίου ακριβώς μεταξύ Valdagno, Schio, Chiuppano, Marano και Thiene. Όχι, δεν πρόκειται για μικρές περιπέτειες της πικαρέσκο λογοτεχνίας νεαρών εξεγερμένων, αλλά για ένα σημαντικό πολιτικό εργαστήριο πειραματισμού των πρακτικών αγώνα και οργάνωσης του κοινωνικού εργάτη. Ο αριθμός αυτός ενσωματώνεται κάτω από τα μάτια του αναγνώστη στην υλικότητα των συμπεριφορών και μορφών αντιπαράθεσης, στη διαφυγή από το εργοστάσιο και σε εμπειρίες ζωής που – από τη μουσική στα ταξίδια στην καθημερινή κοινωνικοποίηση – ποτέ δεν καταναλώνονται ατομικά, αλλά αποτελούν μέρος των διαδρομών μιας ομογενοποιημένης μειοψηφίας, δηλαδή ισχυρής και μη μειοψηφικής. Επομένως γράφει ο Donato: “Το στυλ της στράτευσης έρχεται να αλλάξει υπό το φως των νέων υποκειμένων στον χώρο και της σύγκρουσής τους με τους νέους παραγωγικούς μηχανισμούς. Η μετάβαση πραγματοποιείται επάνω σε ένα κοινωνικό σώμα πολύ νεαρών ανθρώπων, που συμπεριλαμβάνονται σε μια ηλικιακή ομάδα από τα 17-18 έως 24-25 χρόνια, έντονα μορφωμένη, προορισμένη στην παραγωγή αγαθών και υπηρεσιών, αλλά που θα αποκαλύψει μια πολύ έντονη ένταση για την οικοδόμηση μιας κοινής καθημερινότητας μισώντας τον εξαναγκασμό στην υπό εντολή εργασία”. Να λοιπόν που, προχωρώντας στην ανάγνωση, μας περιγράφεται τι είναι και πώς σχηματίζεται ένας αγωνιστής, δηλαδή μια μορφή ζωής που επιλέγει να τα σπάσει με το δικό της πεπρωμένο: Εκείνο που ιστορικά είναι το σκαλάκι με τις μεγαλύτερες εντάσεις στη ζωή ενός ανθρώπου – την έναρξη της παραγωγής μέσα στην ζωντανή εργασία – υπερπηδάται, για πρώτη φορά, αντί να υποβληθεί σε αυτήν, μια γενιά οργανώνεται, ακόμη και με τα όπλα, για να την αποφύγει, σαμποτάροντάς την. Αποφασίζοντας ότι η απελευθέρωση από την εργασία ή είναι για όλους ή δεν μπορεί να είναι για κανέναν. Δεν τίθεται θέμα για το γεγονός ότι δεν θα ακολουθούσαμε τη μοίρα των πατέρων μας, αναγκασμένων σε οκτώ ώρες από την εξαιρετικά βίαιη ακαμψία εκείνης που ονομάζεται με φανφάρες μεταπολεμική ανασυγκρότηση. Και αυτό ως «ευχαριστίες» επειδή μπόρεσαν να νικήσουν φασισμό και ναζισμό. Για εμάς αυτό που ήταν να δώσουν το έδωσαν οι πατεράδες μας! «. Η απόρριψη της εργασίας, συμπεριφορά μαζική και πρακτική γίνεται μορφή στράτευσης.

Αυτή η νέα υποκειμενική σύνθεση φέρνει όντως μαζί της, μαζί με συγκεκριμένες ανάγκες και επιθυμίες, νέα ζητήματα πρακτικής και οργάνωσης. Είναι σύντομα προφανές ότι τα προηγούμενα σχήματα δεν λειτουργούν πλέον. Όχι μόνο εκείνα που συνδέονται πιο άμεσα με την κεντρική θέση του εργοστασίου και του εργάτη μάζα, τώρα πλέον σε μια φάση πολιτικής κάμψης (χωρίς να χρειάζεται να υπογραμμίσουμε ότι το PCI-ΚΚΙ, αφού τον εξοστράκισε στην κορυφή των δυνατοτήτων του, όταν είναι πλέον πολιτικά νικημένος, τον κάνει μια άδεια εικόνα να χρησιμοποιηθεί κατά των αυτόνομων κινημάτων). Έχουν φθαρεί επίσης και τα σχήματα πλατείας, δεν βλάπτουν πλέον τον εχθρό, καταλήγουν μόνο να χαρίζουν στο άλλο μέρος συντρόφους που συλλαμβάνονται και, ακόμη περισσότερο, το πλεονέκτημα της προβλεψιμότητας. Από αυτή την συνειδητοποίηση γεννιέται η πρακτική του εδαφικού ελέγχου, για να παραβιάσει το τελετουργικό των προγραμματισμένων προθεσμιών και να υπαγορεύσει αυτόνομα χρόνους, τόπους και μεθόδους της χρήσης δύναμης. Το βάπτισμα του πυρός είναι η 9η Ιουνίου 1976: περίπου διακόσιοι ένοπλοι σύντροφοι από την Πάντοβα και το Βένετο καταλαμβάνουν μια συνοικία της πόλης, την Arcella, ενώ μια περιπολία ασκεί τους στόχους (από την απαλλοτρίωση των σούπερ μάρκετ μέχρι τον εμπρησμό των γραφείων των φασιστών).

Είναι μέσα σε αυτό το πέρασμα, από τον μαζικό εργάτη στον κοινωνικό εργάτη, από ένα οργανωτικό σχέδιο που επικεντρώνεται στο εργοστάσιο σε ένα που βασίζεται στο διάχυτο εργοστάσιο, που τοποθετείται η γέννηση των ενετικών πολιτικών Κολεκτίβων: «Η πρόταση υιοθετείται από όλες τις συμμετέχουσες πραγματικότητες: Rovigo, Vicenza Pordenone και Mestre / Βενετία. Και γίνεται διατηρώντας, μάλλον ενισχύοντας, δίδοντας μεγαλύτερη αξία στην δική τους εδαφική ιδιαιτερότητα, δεδομένου ότι η οργανωτική πρόταση προβλέπει μια πλήρη αυτονομία των επιμέρους επαρχιών. Στην πράξη μοιάζει πολύ με ένα ομοσπονδιακό σύμφωνο. Δεν μας λένε κομμουνιστικές πολιτικές Κολεκτίβες, ή επαναστατικές ή προλεταριακές. Όχι, ονομαζόμαστε πολιτικές βενετικές κολεκτίβες (Cpv). Είναι ένα μοναδικό παράδειγμα στο εθνικό πανόραμα «.

Η ιστορία των CPV καλύπτεται εδώ για πρώτη φορά, από την οπτική γωνία της ανάπτυξης της Αυτονομίας vicentina. Ο πιεστικός ρυθμός της αφήγησης ανιχνεύει τον δίχως ανακωχή ρυθμό της κατασκευής μιας συλλογικής δύναμης, στην οποία οι περιπολίες έχουν ένα καθοριστικό βάρος. Περιπολίες ενάντια στις υπερωρίες, αλλά θα ήταν πιο σωστό να τις ονομάζουμε περιπολίες ενάντια στη δουλική εργασία, εργασία sans phrase. Για να το θέσω με τα λόγια του Ντονάτο, στην πραγματικότητα, «ήδη η συνηθισμένη δουλειά είναι αφόρητη, πόσο μάλλον πρέπει να είναι εκείνη η έκτακτη». Σε αυτή την ιστορία το Εβδομήντα επτά είναι προφανώς ένα σημαντικό πέρασμα, αλλά μόνο αν τοποθετηθεί μέσα σε μια διαδικασία που έχει τις ρίζες της στο πριν και πηγαίνει πολύ πέρα. Πράγματι, σε αυτά τα εδάφη δεν είναι η κορυφή της σύγκρουσης. Η συνέχεια της οργανωτικής διαδικασίας είναι πιο σημαντική από την καταβύθιση στο γεγονός.

Παίρνουν μέρος σε αυτή την διαδικασία διάφορα υποκείμενα, τα οποία σχεδιάζουν συνολικά την φιγούρα του κοινωνικού εργάτη – ο οποίος, όπως επανειλημμένα τονίσαμε, δεν πρέπει ποτέ να περιοριστεί σε μια απλή επαγγελματική ή κοινωνιολογική τοποθέτηση, αλλά δείχνει τη δυνατότητα μιας ανασυνθετικής τάσης. Εργάτες, φοιτητές, άνεργοι και όσοι αργότερα θα ονομάζονταν επισφαλείς. Μια παράγραφος του βιβλίου είναι αφιερωμένη στον αγώνα για το σπίτι. Διαβάζοντας το, μπορούμε να αντλήσουμε πολύτιμες ενδείξεις και για το παρόν. Πράγματι, εκείνος ο αγώνας, παράγει μαχητική υποκειμενικότητα και εδαφική αντιεξουσία. Η σύγχρονη μεταμόρφωσή του σε μια λογική παροχής βοήθειας και παροχής υπηρεσιών, η οποία είναι κατά τα άλλα φτωχή και ατυχής, δεν εξαρτάται μόνο από την αντιστροφή που συνέβη στις ισορροπίες δυνάμεων υπέρ του εχθρού μας: περιγράφει την ανατροπή του αγωνιστή σε ακτιβιστή, της αναζήτησης της σύγκρουσης στην αναζήτηση της συναίνεσης, της αντιεξουσίας στην παραίτηση από την άσκηση της δύναμης.

Όταν μιλάμε για μια πληθώρα κοινωνικών υποκειμένων πρέπει να διευκρινίσουμε. Σήμερα νομίζουμε ότι το πρόβλημα είναι απλώς να προσθέσουμε μια πληθώρα τομέων και ταυτοτήτων, αυτή είναι με λίγα λόγια η αποκαλούμενη διατομεακότητα [ αλληλεπικάλυψη (ή «διασταύρωση») διαφορετικών κοινωνικών ταυτοτήτων] που από τις αμερικανικές ακαδημίες έχει διεισδύσει στις ακαδημίες του »κινήματος». Η αυτονομία, από την άλλη πλευρά, δεν είναι ποτέ το αλγεβρικό άθροισμα των αυτονομιών, διότι ανασύνθεση σημαίνει να αναλαμβάνεις εξ ολοκλήρου τις αντιφάσεις και τις συγκρούσεις εντός της τάξης, δηλαδή να θέτεις στον εαυτό σου το πρόβλημα της μη αποδοχής των υποκειμένων έτσι όπως είναι, όπως δίνονται δηλαδή στην καπιταλιστική ιεραρχία, αλλά προοδευτικά να τα μετατρέπεις, να τα ανατρέπεις, να τα υπονομεύεις. Δημιουργώντας ένα υποκείμενο που δεν υπάρχει ακόμη, που δεν μπορεί παρά να είναι ενάντιο σε αυτό που είμαστε σήμερα. Ο Donato το εξηγεί με ακρίβεια: «Δεν μας ενδιέφερε ποτέ να ακολουθήσουμε τις χιλιάδες αυτονομίες, γυναίκες, σπουδαστές κλπ. όπως δεν μας ενδιαφέρει να οργανώσουμε έναν τομέα μετά τον άλλο, πιστεύουμε ότι η μόνη δυνατότητα να ζήσουμε τον κομμουνισμό στην καθημερινή ζωή είναι η ανασυνθετική δύναμη του προγράμματος που μπορεί μόνο να ενοποιήσει τα χίλια κοινωνικά στρώματα επάνω στις κοινές ανάγκες και πρακτικές ».Συνεπώς, μπορεί να καταλήξει υποστηρίζοντας ότι «η Αυτονομία δεν ήταν ποτέ ένας άκαμπτος και κλειστός οργανωτικός χώρος, αλλά μάλλον μια μέθοδος που επιτρέπει να διασχίσουμε με την ταξική σύγκρουση τις αντιφάσεις που φέρνει μαζί της η ανάπτυξη του κεφαλαίου καθημερινά”.

Το εύρωστο τελικό προσάρτημα του βιβλίου είναι πολύτιμο, διότι επιτρέπει την άμεση σύγκριση με κείμενα, έγγραφα και φυλλάδια που παράγονται στην εξαιρετική εμπειρία που αναλύει το βιβλίο. Εδώ, όπως και στον υπόλοιπο τόμο, μπορούμε να βρούμε τη θεμελιώδη διαφορά σε σχέση με τις ανακατασκευές της δεκαετίας του 1970 που έγιναν από τους αγωνιστές των μαχόμενων σχηματισμών, στους οποίους η εργατική και προλεταριακή υποκειμενικότητα τείνει να εξαφανίζεται, ή να γίνεται ένα ιδεολογικό φετίχ του οποίου τα νήματα τραβιούνται από τον ηρωισμό διαχωρισμένων πρωτοποριών. Προσοχή, το θέμα δεν είναι καθόλου το ζήτημα των όπλων ή της χρήσης της δύναμης (ο Donato υπενθυμίζει ότι «μεταξύ του 1976 και του 1980 περισσότερες από πεντακόσιες πράξεις «προσεγμένης χρήσης της δύναμης» καταγράφονται στο Βένετο»). Το θέμα είναι ότι, σε μια πλήρη ανατροπή των πρακτικών των Μαρξ και Λένιν, στον μαρξισμό-λενινισμό των παράνομων οργανώσεων ο ένοπλος αγώνας γίνεται η στρατηγική. Για τους αυτόνομους από την άλλη πλευρά, η χρήση της δύναμης, η οποία χαμηλώνει στο επίπεδο της μαζικής παρανομίας, είναι πάντα ένα εργαλείο για την κατασκευή και την άσκηση της αντιεξουσίας. Ο εργατισμός ενσωματώνεται εδώ στις συμπεριφορές του κοινωνικού εργάτη: η τακτική στο κόμμα, η στρατηγική στην τάξη. Η αυτονομία είναι πραγματικά, σε αυτές τις σελίδες και σε αυτήν την ιστορία, η οργάνωση που αντικατοπτρίζει στον δικό της αυθορμητισμό, και ο αυθορμητισμός που αντανακλά στην οργάνωσή του.

Τέλος, πρέπει να ειπωθεί ότι εκείνη η εμπειρία δεν υπήρξε χωρίς όρια, δίχως τα οποία δεν θα μπορούσαμε να καταλάβουμε εκείνη που μπορούμε να αποκαλέσουμε – με δύο προειδοποιήσεις – μια ήττα. Πρώτη προειδοποίηση: είναι κουραστικό να πιστεύουμε ότι τα πολιτικά σχέδια απλά ηττώνται με την καταστολή, όπως δυστυχώς συνηθίζεται να γίνεται στις ανοικοδομήσεις της πολιτικής αυτοδικαιολόγησης. Δεύτερη προειδοποίηση: ήττα σημαίνει πάντα, για τους αγωνιστές και γι αυτούς -όπως και ο Donato- που δεν έχουν περιορίσει την στράτευση σε μια νεανική φάση της ζωής τους, να κάνουν θησαυρό των ορίων στις μεμονωμένες μάχες για να επανενταχθούν μέσα στον πόλεμο. Η ήττα είναι μια τόσο σημαντική κληρονομιά που αποτελείται από τον πλούτο, τις προωθήσεις, τις μερικές νίκες. Για να μπορέσω να επιβεβαιώσω μαζί με τον Donato, χωρίς τις φαντασιώσεις του ουτοπικού και με την ήρεμη αδιαλλαξία του αγωνιστή: «Θα νικήσουμε».

 

http://commonware.org/index.php/gallery/877-quando-l-operaio-sociale-si-e-fatto-carne

αυτονομία, autonomia

Η εργατική αυτονομία vicentina. Από την εξέγερση του Valdagno στην καταστολή της Thiene. Του Donato Tagliapietra

Lorenzo Bortoli (1952-1979), La fabbrica, Το εργοστάσιο, λάδι σε καμβά, 50×60, 1967.
Το εργοστάσιο είναι η πρώτη γνωστή ζωγραφιά του Lorenzo. Το γεγονός ότι ένα 15χρονο αγόρι ζωγραφίζει αυτό το θέμα μας βοηθά να κατανοήσουμε το βάρος του εργοστασίου που έχει στην πόλη του Marano Vicentino. Αλλά αυτό που μας ενδιαφέρει είναι εκείνο που βλέπει στο εργοστάσιο, γιατί αυτό είναι που βλέπουμε όλοι: ένα θλιβερό μέρος, χωρίς φως και ζωή, ένα σκοτεινό κτίριο που συνθλίβεται από ένα μολυβένιο ουρανό με μια ενιαία ζωντανή παρουσία, το σπίτι σε πρώτο πλάνο [το σπίτι του;) όπου, λόγω του φωτός που φιλτράρεται μέσα από τα παράθυρα, γνωρίζουμε ότι υπάρχει ανθρωπιά.Όχι τόσο στο εργοστάσιο, νεκρό μέρος για την σκέψη και τα όνειρα και, πάνω απ ‘όλα, για την ευαισθησία ενός δεκαπεντάχρονου που εμφανίζεται στον κόσμο. Είναι μια αποκαλυπτική ζωγραφιά.”

Ο Lorenzo Bortoli, αφέθηκε (μετά από δύο απόπειρες) να αυτοκτονήσει στη φυλακή της Βερόνα λίγους μήνες μετά τη σύλληψη στο πλαίσιο της έρευνας για τις Πολιτικές Κολεκτίβες του Βένετο που συνδέονταν με την έκρηξη όπου πεθαίνουν η συντρόφισσα Maria Antonietta Berna, ο εργάτης Angelo Dal Santo και ο φοιτητής Alberto Graziani. Οι τρεις σύντροφοι έφτιαχναν έναν αυτοσχέδιο εκρηκτικό μηχανισμό. Εδώ μια βιογραφία / ανάμνηση του,  Qui una sua biografia/ricordo από την οποία λαμβάνεται ο τελευταίος αποχαιρετισμός του Bortoli.

Φύλλο αίτησης, Φυλακή της Verona 18-6-79
Στον κύριο διευθυντή του σωφρονιστικού ιδρύματος της Verona.
Θα ήμουν πολύ ευγνώμων αν μπορούσατε να στείλετε το ακόλουθο τηλεγράφημα στην οικογένειά μου: «Έφτασα στην Antonia. Παρακαλώ να θαφτώ μαζί της. Σας διαβεβαιώνω ότι είμαι καλά έτσι. Μια αγκαλιά. Πείτε στη Vanna να μην κλαίει, αλλά να θυμάται πόσο ευτυχισμένοι ήμασταν όπως τώρα που είμαστε και πάλι μαζί. Lorenzo»
Σας παρακαλώ να στείλετε και την ομάδα φωτογραφιών, υπολογίζοντας τα έξοδα από τον προσωπικό μου λογαριασμό. Σας ευχαριστώ πολύ.


Δημοσιεύουμε την εισαγωγή της Elisabetta Michielin στον πέμπτο τόμο που ο εκδοτικός οίκος Derive Approdi αφιέρωσε στην ανακατασκευή της ιστορίας της ιταλικής εργατικής Αυτονομίας. Ειδικότερα, το βιβλίο του Donato Tagliapietra, ανασυγκροτεί την ιστορία των πολιτικών Κολεκτίβων vicentini μέσω πολιτικών εγγράφων, φυλλαδίων και μαρτυριών εκείνων που ήταν πρωταγωνιστές αυτών των γεγονότων και της περιοχής εκείνης.

Τι όμορφο βιβλίο έγραψε ο Donato ο «κόκκινος». Κόκκινος στα μαλλιά και στην πλευρά που διάλεξε! Το λέμε αμέσως. Ένα απαραίτητο βιβλίο γιατί ανασυνθέτει με πλούτο και πάθος μια κρίσιμη περίοδο στην ιστορία των επαναστατικών προσπαθειών της χώρας μας και της βορειοανατολικής επικράτειας. Μια άσκηση γραφής και προβληματισμού που τραβά μια διαγραμμένη μνήμη έξω από το σκοτάδι, που παραδόθηκε στις αίθουσες της δικαιοσύνης ή στη μνήμη εκείνων που την ξανακτίζουν μόνο για να την δυσφημίσουν ή να αποτρέψουν την πιθανή επαναπρόταση της.

Ο Donato ανασυνθέτει την περίοδο που τον είδε μεταξύ των πρωταγωνιστών των βενετικών πολιτικών κολεκτίβων στην περιοχή του άνω vicentino χρησιμοποιώντας σχεδόν αποκλειστικά τα έγγραφα που παρήγαγε η ίδια η οργάνωση και τις συνεντεύξεις με τους αγωνιστές εκείνης της εποχής.

Μια ιστορία που ποτέ δεν καταφεύγει στον μεμονωμένο βιογραφισμό και στις ναρκισσιστικές του αποκλίσεις επειδή είναι πάντα αγκυροβολημένη σε ένα κίνημα που έχει συμπεριλάβει δεκάδες και δεκάδες αγωνιστές και που διατηρεί πάντα μαζί την υποκειμενικότητα και την περιοχή όπου γεννήθηκε αυτή η υποκειμενικότητα, αναπτύχθηκε, απέκτησε νόημα και επηρέασε με συγκεκριμένο τρόπο τις σχέσεις εξουσίας και τις ταξικές σχέσεις, ακόμη και στο ζωντανό σώμα των εργατικών οργανώσεων.

Στον Donato αναγνωρίζουμε την αξία της επιτυχίας στο να την περιγράφει με απλότητα, χωρίς έμφαση. Σε σελίδες από τις πιο ζωντανές και εθιστικές του βιβλίου, την βλέπουμε στο έργο επάνω σε συγκεκριμένες διαμάχες σχετικά με το ωράριο εργασίας και την επιβολή της επαναπρόσληψης απολυμένων εργατών, στις εκστρατείες «εργασία για όλους λιγότερη εργασία» με τις περιπολίες και τις πικετοφορίες ενάντια στην μαύρη εργασία και τη χρήση υπερωριών ή σε εκείνες που αφορούν το δικαίωμα στέγασης και την επιβολή πολιτικών τιμών για τα αγαθά βασικών αναγκών.

Νάτοι λοιπόν οι αυτόνομοι στο έργο, πολύ νεαρά κορίτσια και αγόρια που χωρίς καμία αίσθηση κατωτερότητας ή υποταγής, αρχίζουν να ανοίγουν τις πρώτες ρωγμές στις άκαμπτες δομές του συνδικάτου, που από όλη αυτή την ιστορία βγαίνει με σπασμένα τα κόκαλα. Η CISL ειδικότερα, με τα αλαζονικά και αξιολύπητα στελέχη της. Αλλά είναι με τις περιπολίες, τις πικετοφορίες και τις συνελεύσεις που αρπάζονται με μια άσκηση δημόσιας εξουσίας από το αφεντικό και το συνδικάτο που το βλέμμα του Donato γίνεται πιο προσεκτικό και άγρυπνο. Είναι μέσα στα ατομικά γεγονότα, αλλά και στο περιθώριο, σκόπιμα, και το αποτέλεσμα για τον αναγνώστη είναι απορίας: μα αυτά τα πράγματα συνέβαιναν πραγματικά; Ναι, συνέβαιναν χάρη σε αυτούς τους τύπους που εκτός από το ψωμί απαιτούσαν τριαντάφυλλα: να μπαίνουν δωρεάν στις συναυλίες, να τρώνε δωρεάν στα φοιτητικά εστιατόρια και τα εστιατόρια, καταλαμβάνουν χώρους για κοινωνικοποίηση, πολεμούν την ηρωίνη που κάθε τόσο σαρώνει την χώρα. Παιδιά που ήθελαν να αλλάξουν τον κόσμο αλλά και να ικανοποιήσουν άμεσα τις ανάγκες και την επιθυμία για μια νέα κοινωνικότητα, άλλη, διαφορετική.

Μια πλούσια ιστορία αλλά και αντιφατική και με ένα ίχνος τραγωδιών όπως ο θάνατος των Antonietta, Angelo, Alberto, Lorenzo, αλλά μόνο το μεταθανάτιο μάτι του νικητή είναι που του επιτρέπει να δημιουργήσει τους δικούς του καθαρισμένους μύθους ενώ βλέπει τις ιστορίες να διακόπτονται ως μια απλή σειρά εγκληματικών και βίαιων συμπεριφορών.

Μπορούμε λοιπόν να εισέλθουμε στο πολιτικό εργαστήρι της Συλλογικότητας η οποία υπήρξε επίσης τόπος βαθιάς φιλίας, βλέποντας τη δημιουργία αυτής της οργάνωσης, τη διαμόρφωσή της μέσω κειμένων, φυλλαδίων, πολιτικών εγγράφων, τους προβληματισμούς εκείνης της πλευράς χωρίς την πρόσβαση, αν όχι οριακή, σε άλλες πηγές: δημοσιογραφικές, συνδικαλιστικές, του ΚΚΙ-PCI ή ποινικές.Εάν η επιλογή αυτή μπορεί να φανεί περιοριστική από ιστορική άποψη – γιατί πιστεύουμε ότι η ιστορία πρέπει να ανακατασκευαστεί συνθέτοντας και φωτίζοντας την εξεταζόμενη περίοδο μέσα από την αναμέτρηση και αντιπαραβολή διαφορετικών απόψεων – σε αυτό το βιβλίο αντιθέτως είμαστε περήφανα αγκυροβολημένοι στο να διαλέγουμε πλευρά, στην ιδέα ότι μια ουδέτερη ή ειρηνοποιημένη ιστορία δεν υπάρχει και δεν μπορεί να υπάρξει, δεδομένου ότι, ακόμη και με άλλες μορφές, εξακολουθούμε να ήμαστε βυθισμένοι σε εκείνη την κοινωνική σχέση και σε εκείνο το δίλημμα που δεν καταφέραμε να μηδενίσουμε. Απ’ τη στιγμή που πρόκειται για μια κοινωνική και εξουσιαστική σχέση, η αλήθεια μπορεί να θεωρηθεί μόνο από την οπτική γωνία του εκμεταλλευόμενου που μπορεί να της επιτεθεί από τη θέση του, προσπαθώντας να την διαρρήξει επιλύοντας προς όφελός του. «Σκεπτόμενοι με τα χέρια» θα έπρεπε να είναι ο τίτλος του βιβλίου.

Αλλά γιατί ο Donato, αντίθετα από άλλους μάρτυρες και αγωνιστές της εποχής, μπορεί να επιτρέψει στον εαυτό του να σταματήσει, σε απόσταση 40 ετών, σε αυτή τη «γωνία» χωρίς να μοιάζει ή να είναι ένας νοσταλγικός; Νομίζουμε ότι μπορεί να το κάνει γιατί η εμπειρία των Πολιτικών Κολεκτίβων του Βένετο έχει πολλά να διδάξει και να παραδώσει στην εποχή μας. Πρόκειται για μια ιστορία που από πολλές απόψεις έχει προκαταλάβει τη δική μας. Σκεφτείτε την επικράτεια. Οι Collettivi Politici Veneti σκέφτηκαν το έδαφος-την επικράτεια όχι μόνο ως τόπο όπου δημιουργείται και ενισχύεται το κεφάλαιο – και αυτό συμβαίνει σήμερα – αλλά το έχουν επινοήσει κυριολεκτικά ως τόπο της σύγκρουσης και της παραγωγής ανταγωνιστικής υποκειμενικότητας. Και όντως μόνο επειδή συνδέονταν με την επικράτεια αυτά τα αυτόνομα άτομα μπορούσαν να ασκήσουν ένα στυλ αγωνιστικότητας-μαχητικότητας που περιελάμβανε μια μέση χρήση της βίας: δεν την απέκλειες εκ των προτέρων, αλλά δεν έκανες αυτής ούτε ένα φετίχ εξυψώνοντας την ως το υψηλότερο επίπεδο της επαναστατικής υποκειμενικότητας. Το πρόγραμμα παρέμβασης στην επικράτεια την εξέταζε μέσα στην εμπειρία της μαζικής παρανομίας και μέσα σε μια πραγματική άσκηση αντιεξουσίας, με λίγα λόγια, έπρεπε να έχει ρίζες μέσα στις δομές που κατάφερνες να δημιουργήσεις σε απελευθερωμένους χώρους όπου δημιουργούσες πραγματική αυτοαξιοποίηση και ενίσχυση.

Ένα καλό παράδειγμα ιστορικής ανασυγκρότησης, λέγαμε. Είναι αλήθεια, επειδή η άλλη ενδιαφέρουσα πτυχή αυτής της εργασίας είναι ότι, περισσότερο από μια άσκηση μετά προβληματισμού – είτε πρόκειται για κριτική είτε για αξίωση – έχει αντιθέτως την φρεσκάδα της ιστορίας που χτίζεται στιγμή προς στιγμή. Στην ουσία η παλιά παροιμία «πρώτα οι αγώνες, μετά η θεωρία» ισχύει και στην περίπτωση του Collettivo vicentino. Με την ανάγνωση αυτών των εγγράφων και αυτής της ανασυγκρότησης βυθιζόμαστε στο συγκεκριμένο των αποφάσεων και των συμπεριφορών που δίδονταν στιγμή προς στιγμή τόσο σε σχέση με τον τόπο όπου ζούσες και με την παρέμβαση που μέρα με την μέρα έκαμες, όσο σε σχέση με αυτό που συνέβαινε στην Ιταλία εκείνη την εποχή, δηλαδή τα τρέχοντα κινήματα αναδιάρθρωσης, τις προσπάθειες να τραβηχτείς έξω από την καπιταλιστική κυριαρχία και το έργο μεγάλων τμημάτων του προλεταριάτου, τη σκληρή και έγκαιρη αντιπαράθεση με τις άλλες οργανώσεις τόσο από την πλευρά του ένοπλου αγώνα όσο και από εκείνη των άλλων οργανώσεων της Autonomia operaia.

Ξαφνικά, μας λέει ο Ντονάτο, αυτά τα παιδιά – μερικά από αυτά νεότατα – δεν στέκονται πλέον στην πειθαρχία. Έτσι οι δύο μεγάλοι οργανισμοί ομαλοποίησης και κοινωνικής αναπαραγωγής, το σχολείο και το εργοστάσιο, αρχίζουν να αδειάζουν και να ανατρέπονται. Αυτά τα παιδιά δεν είναι πλέον διαθέσιμα να μπουν στο εργοστάσιο όπως οι πατεράδες τους που είχαν αγωνιστεί μέσα στο εργοστάσιο και εναντίον του εργοστασίου, παρά την ύπαρξη σχέσης με τους πατεράδες τους. Ο Donato ανοικοδομεί πολύ καλά την ιστορία που προηγήθηκε της γέννησης των Collettivi, την παρουσία της Lotta Continua, την μεγάλη αγκαλιά των συνδικάτων, επιστρέφοντας πίσω μέχρι τις κληρονομιές της Αντίστασης.

Έτσι, χάρη στους «αυτόνομους», η περιοχή του alto vicentino παύει να είναι ο κοιτώνας στη σκιά των εκκλησιών του παραδοσιακού Βένετο.Ο τόπος αλλάζει εικόνα και γίνεται ένας χώρος όπου γεννιούνται επιθυμίες και ασκείται μια διαφορετική πρακτική-ζωή, γνωρίζουν ο ένας τον άλλον και δημιουργούνται δεσμοί αλληλεγγύης που θα αντισταθούν στη συνέχεια και σε μια σκληρή καταστολή.

Εδώ γεννιούνται οι «κοινωνικές Ομάδες», όπου η στράτευση είναι φιλία και η φιλία είναι μαχητικότητα-στράτευση. Δεν γίνεται να δουλεύεις οκτώ ώρες στο εργοστάσιο, να κοιμάσαι για άλλες οκτώ και για το χρόνο που σου απομένει να μένεις με την οικογένειά σου ή να κάνεις τον αγωνιστή. Για όλες τις 24 ώρες της ημέρας σου είσαι ένας αγωνιστής, και όχι από καθήκον, αντίθετα, επειδή καμιά στιγμή στη ζωή σου δεν μπορεί να είναι δίχως νόημα, διότι σε ολόκληρη τη ζωή σου χτίζεις νέες και κομμουνιστικές σχέσεις. Υπάρχει πολλή θυμωμένη χαρά ή πολλή χαρούμενη οργή στη ζωή αυτών των νεαρών παιδιών, σε αυτές τις περιφέρειες που αντί να είναι ο τόπος της αναπαραγωγής μιας ζωής πουλημένης στο εργοστάσιο, έχουν γίνει τόποι επανα-γνωριμίας, όπου παίρνουν εκείνο που θέλουν, για να έχουν μια ζωή που αξίζει να την ζουν. Είναι η πρώτη γενιά που επέλεξε όλα τα μέσα για να αποφύγει την δουλειά στο εργοστάσιο στην οποία είχαν αλυσοδεθεί οι πατεράδες τους, η πρώτη που έδειξε ότι ήταν κομμουνίστρια χωρίς να περάσει από το εργοστάσιο.

Ο Tinto Brass, ο σκηνοθέτης που στη συνέχεια θα οικοδομήσει την καριέρα του σε ερωτικές ταινίες – την πιο αναλώσιμη μορφή της επιθυμίας – γυρνά μια νόστιμη ταινία το 1963 – Αυτός που εργάζεται είναι χαμένος – που καταγράφει πλήρως την αύρα του καιρού εκείνου. Ο Bonifacio, ο νεαρός πρωταγωνιστής, πρόκειται να προσληφθεί στο εργοστάσιο, περιπλανιέται με την φαντασία του στη Βενετία επειδή δεν έχει καμία όρεξη να ξεκινήσει. Δεν είναι όπως οι φίλοι του στο PCI που πιστεύουν περισσότερο στις θαυματουργικές αρετές της εργασίας, γι αυτόν το να δουλεύει είναι απλώς μια εναλλακτική λύση στη φυλακή ή σε ένα ψυχιατρικό ίδρυμα: μια δουλειά όχι για την δουλειά αλλά για πενταροδεκάρες. Αξίζει περισσότερο να «ληστεύει τις τράπεζες, τουλάχιστον αυτά είναι χρήματα για τα χρήματα». Από την άλλη πλευρά και στην πύλη του Άουσβιτς ήταν γραμμένο πως η εργασία καθιστά ελεύθερους!

Τα ίδια πράγματα θα πει και ο Felice Maniero στον οποίο πρέπει επίσης να αναγνωρίσουμε την ειλικρίνεια της αυτο-αφήγησης: γιατί έγινες ένας ληστής; Επειδή πήγα στην τρίτη των μεσαίων τάξεων και δεν ήθελα να κάνω 40 χρόνια στο εργοστάσιο.

Αυτοί οι χαλαροί νεαροί και γεμάτοι επιθυμία, όπως χιλιάδες και χιλιάδες άλλοι νέοι σε όλη την Ιταλία, αρνήθηκαν συλλογικά την εργοστασιακή εργασία. Καλύτερα να πιάσουν το τουφέκι, σκεπτόμενοι και προσπαθώντας με αυτό τον τρόπο να κάνουν πραγματική την απόσπαση τους από την εργασία. Κατά βάθος το νόημα αυτής της ιστορίας είναι ακριβώς αυτό. Αλλά υπάρχει μια άλλη πτυχή της που αξίζει προσοχή, η οποία μπορεί να εξηγηθεί μόνο από την κεντρική θέση που ανέλαβε η περιοχή-il territorio στην πολιτική πρακτική του vicentino τμήματος των Collettivi veneti: καμία μιλιταριστική απόκλιση και καμία μάστιγα μετάνοιας-μεταμέλειας.

Επειδή τα σύνορα της «στενής πόρτας» της πολιτικής δολοφονίας δεν τα πέρασαν, αλλά κυρίως επειδή το ρίζωμα στο χώρο- στην περιοχή, οι φιλικές σχέσεις, μια στράτευση- μαχητικότητα που διαμορφώθηκε μέσα στη βαθιά γνώση των τόπων του αγώνα επέτρεψαν μια νοημοσύνη και εξυπνάδα της πολιτικής δράσης – μοναδική περίπτωση – η οποία στη συνέχεια κατάφερε να διασχίσει τον αιώνα φέρνοντας μαζί της την επιθυμία να συνεχίσει να αγωνίζεται παρά ένας μηχανισμός ελέγχου και πραγματικής πρόβλεψης του βενετσιάνικου μοντέλου που έχει γεμίσει τόσο πολύ τα πολιτικά και βιομηχανικά χρονικά.

Το ότι είδαν σωστά, έχοντας εξετάσει το έδαφος-την περιοχή ωστόσο δημιουργεί ένα πρόβλημα. Πώς μπόρεσε να συμβεί το ίδιο έδαφος, η ίδια περιοχή, η ίδια άρνηση της εργασίας, οδήγησαν σε μια απρόσμενη αλλαγή σημείου στον ριζοσπαστισμό της; Με λίγα λόγια, πώς και γιατί παρήχθη ο άνθρωπος της λίγκας; Αυτοί οι τύποι που, αντί να μπαίνουν στο εργοστάσιο αποφάσισαν να πάρουν τα όπλα, πώς έγιναν οι εκμεταλλευτές των εαυτών τους στις μυριάδες των μικρών βιοτεχνιών που έκαναν το θαύμα στα βορειοανατολικά στα τέλη του περασμένου αιώνα; Πώς υπήρξε δυνατό τα ίδια εδάφη που διασχίστηκαν από τις περιπολίες νέων ανθρώπων που δεν ήταν διαθέσιμοι και ήταν ενοχλητικοί, έγιναν οι τόποι της ταυτότητας της λίγκας; Και ακόμη: πως εκείνη η παραγωγή της υποκειμενικότητας, ένας πολλαπλασιαστής της ελευθερίας και της επινόησης, έχει γεννήσει το τέρας της αυτοαναφορικότητας και του αποκλεισμού, με μια λέξη την απόλυτη εχθρότητα απέναντι στον άλλο και την πλήρη ταυτοποίηση με την εργασία;

Προφανώς η απάντηση δεν μπορεί να είναι αυτή που θα μπορούσε να προτείνει το τέλος της παρτίδας, έστω και αθόρυβα. Είναι αλήθεια, τα παιδιά μας την είδαν άσχημα μετά την 11η απριλίου 1979. Ο Ντονάτο μας μιλά για την αστυνομική και δικαστική καταστολή που συντονίστηκε από τον στρατηγό του καραμπινιέρων Dalla Chiesa και από τον εισαγγελέα Rende. Μια διήγηση, και εδώ, χωρίς μουτζούρες. Σαν να λέμε: είμαστε σε πόλεμο και είναι λογικό να απαντήσει ο εχθρός. Οι έρευνες στο σπίτι, τα σημεία ελέγχου, οι αυθαίρετες κρατήσεις, οι συλλήψεις και οι καταδίκες ήταν μέρος του παιχνιδιού και εμείς το λάβαμε υπόψη και με αυτή τη λογική και ο μικρός ανθρωπάκος που κατουρά, ο Calogero, αποκτά μια δική του αξιοπρέπεια, ένα νόημα.

Αλλά τότε φτάνουν οι νεκροί, με τον πιο απροσδόκητο και σκληρό τρόπο και ούτε καν από τα χέρια του Κράτους, τουλάχιστον άμεσα. Αλλά σε αυτό το σημείο η διήγηση τελειώνει. Ο Ντονάτο καταθέτει το ρόλο του ιστορικού για να φορέσει εκείνο του συντρόφου και του τραυματισμένου φίλου στα βαθύτερα συναισθήματα. Μας υπενθύμισε το πρόσωπο του ελληνικού χορού που συχνά έκρυβε ένα μυστικό στην καρδιά του. Η αποκάλυψή του, καθιστούσε δυνατή τη λύση της τραγωδίας. Υπό το πρίσμα εκείνων των θανάτων, η ιστορία του Collettivo vicentino μας φαίνεται επίσης τραγική: ένα είδος διαδρομής από την αθωότητα στην ενοχή «στην οποία η τραγωδία εμφανίζεται ως η ενοχή του δικαίου [και] η κωμωδία ως η δικαίωση του ενόχου[1]. Ναι, η κωμωδία. Ακριβώς αυτή που ξεκίνησε στην Ιταλία από τη νεοφιλελεύθερη αντεπανάσταση, προάγγελος η 7η απριλίου του Calogero και η 8η σεπτεμβρίου του Cesare Romiti. Μέσα εκεί θα πρέπει να αναζητήσουμε τις απαντήσεις στις ερωτήσεις μας. Αλλά αυτή είναι αληθινά μια άλλη ιστορία.

[1] G. Agamben, Categorie italiane. Studi di poetica, Marsilio, Venezia 1996, p. 12.

ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ

Donato Tagliapietra
Gli autonomi
L’autonomia operaia vicentina.
Dalla rivolta di Valdagno alla repressione

pp 256
2019
€ 19,00
Derive Approdi

 

 

Ο ΣΥΓΓΡΑΦΕΑΣ

DONATO TAGLIAPIETRA

(1954) εμπορεύεται αντίκες. Στο δεύτερο μισό της δεκαετίας του 1970 ήταν μέλος των Πολιτικών Συλλογικοτήτων του Βένετο. Το 1980, μετά από ένα χρόνο και μισό στην παρανομία, [φυγόδικος] συνελήφθη και εξέτισε τρία χρόνια φυλάκισης. Το 2007 συνέβαλε στο χτίσιμο του κινήματος «No Dal Molin», ενάντια στη νέα αμερικανική στρατιωτική βάση. Στα επόμενα χρόνια συνθέτει εκ νέου το αρχείο των στρατευμένων υλικών που είχαν διασπαρεί από την καταστολή και εργάζεται για την γραφή αυτού του βιβλίου.

αυτονομία, autonomia

Daddo και Paolo Το ξεκίνημα της μεγάλης εξέγερσης. Ρώμη, piazza Indipendenza, 2 φεβρουαρίου 1977

Aa. Vv.

Daddo e Paolo

«Μια φωτογραφία “risolta”, που αφήνει σε αυτόν που την κοιτά ένα χώρο για την σκέψη».

Antonello Frongia
Την 1η φεβρουαρίου 1977 μια ομάδα νεοφασιστών εισβάλει στο πανεπιστήμιο της Ρώμης, πυροβολώντας. Ένας φοιτητής παραμένει σοβαρά τραυματισμένος. Το πανεπιστήμιο καταλαμβάνεται. Την επόμενη ημέρα, κατά τη διάρκεια μιας πορείας, η έδρα των νεαρών νεοφασιστών της οδού Sommacampagna πυρπολείται. Λίγο μετά, στην piazza Indipendenza, οι ειδικές αστυνομικές ομάδες παρεμβαίνουν και διασκορπίζουν την πορεία με ριπές αυτομάτων. Ο Paolo Tommasini και ο Leonardo (Daddo) Fortuna πέφτουν τραυματίες στο έδαφος, οι οποίοι, οπλισμένοι, είχαν απαντήσει στο πυρ θεωρώντας ότι επρόκειτο για νεοφασίστες. Ο πρώτος που πέφτει, χτυπημένος στα πόδια, είναι ο Paolo. Ο Daddo γυρνά πίσω και προσπαθεί να τον βοηθήσει απομακρύνοντας τον αλλά τραυματίζεται κι αυτός.

Αυτό το δραματικό γεγονός – το οποίο σηματοδότησε την έναρξη της μεγάλης εξέγερσης του Κινήματος του 77 – αποθανατίστηκε από τον φωτογράφο Tano D’Amico ο οποίος τις φύλαξε για τα επόμενα είκοσι χρόνια. Αυτά τα πλάνα (ένα ιδιαίτερα) απεικονίζουν μια χειρονομία εξαιρετικής γενναιοδωρίας, την ίδια που διέσχισε και τροφοδότησε τα συναισθήματα και τις συμπεριφορές όλων εκείνων που συμμετείχαν σε αυτό το Κίνημα. Εκ των πραγμάτων, η εικόνα εκείνη αντιπροσωπεύει το ακριβές αντίστροφο αυτής που τραβήχτηκε με την ευκαιρία μιας άλλης ανταλλαγής πυρών μεταξύ διαδηλωτών και αστυνομίας: εκείνη της Via De Amicis στο Μιλάνο, στις 14 μαΐου του ίδιου έτους. Μια εικόνα στο κέντρο ενός άλλου βιβλίου που εκδόθηκε από τον εκδοτικό μας οίκο (Ιστορία μιας φωτογραφίας. Η κατασκευή της εικόνας αναπαράστασης των χρόνων του μολυβιού – Storia di una foto. La costruzione dell’immagine icona degli anni di piombo).
Και αυτό το βιβλίο περιέχει επίσης μια πλούσια εικονογραφική τεκμηρίωση πολλών συγγραφέων, κείμενα που προέρχονται από δικαστικά έγγραφα, πολιτικά ντοκουμέντα της εποχής, δοκίμια από επιστήμονες της επικοινωνίας, μαρτυρίες ορισμένων πρωταγωνιστών.
Ο Leonardo Fortuna (Daddo), που έφυγε την περασμένη άνοιξη, εργάστηκε πολλά χρόνια για την εφημερίδα «il manifesto» και υπήρξε μεταξύ των πρωταγωνιστών του εκδοτικού σπιτιού μας.

Un assaggio…Μια  γεύση

Θα πληρώσετε ακριβά, θα πληρώσετε για όλα στις 2 φεβρουαρίου 1977 στη Ρώμη, κατά τη διάρκεια μιας διαδήλωσης κατά της φασιστικής επίθεσης της προηγούμενης ημέρας στο πανεπιστήμιο κατά την οποίαν τραυματίστηκε ένας φοιτητής, ο Guido Bellachioma, που χτυπήθηκε από μια σφαίρα στο κεφάλι, στην Piazza Indipendenza λαμβάνει χώρα μια ανταλλαγή πυροβολισμών. Δύο αγωνιστές της αριστεράς, πέφτουν στη γη, τραυματισμένοι – ο Leonardo (Daddo) Fortuna και ο Paolo Tomassini – και ένας αστυνομικός, ο Domenico Arboletti. Κανείς δεν είδε ακριβώς τι συνέβη, κανείς δεν ξέρει ακριβώς πώς συνέβησαν τα γεγονότα. Υπάρχει αίμα στην άσφαλτο, και οι τραυματίες βρίσκονται σε σοβαρή κατάσταση. Υπάρχουν κάποιες εικόνες από τις στιγμές πριν από την μάχη, της επίθεσης στα γραφεία των τραμπούκων του Msi της οδού Sommacampagna, η οποία καταστράφηκε και παραδόθηκε στη φωτιά σε αντίποινα για τον τραυματισμό του Bellachioma, στην οποία συμμετείχαν πολλοί αγωνιστές, και υπάρχουν εικόνες των στιγμών μετά τη μάχη – οι δυο στρατευμένοι, έχοντας τις αισθήσεις τους, που χάνουν αίμα, από τα πόδια, από τον ώμο, και ο αστυνομικός δίχως αισθήσεις, χτυπημένος στο κεφάλι. Αυτά τα πράγματα φαίνονται, είναι γνωστά. Και σχεδόν αμέσως γίνεται λόγος γι αυτά, δημοσιεύονται. Αλλά κανείς δεν είδε πώς συνέβησαν. Κανείς δεν έχει ακριβή γνώση της ακολουθίας των γεγονότων στην πλατεία, κανείς δεν μπορεί να μιλήσει λεπτομερώς για τη στιγμή των πυροβολισμών. Οι διαδηλωτές δεν το γνωρίζουν, οι αστυνομικοί δεν το γνωρίζουν, δεν ξέρουν τίποτα εκείνοι που βρίσκονται «από πάνω» στην διαδήλωση, απολαμβάνοντας μια προνομιακή θέση, κρεμάμενοι από τα παράθυρα της νέας εφημερίδας του Eugenio Scafari, «la Repubblica». Σαν σε ένα film του Kurosawa, ο καθένας μπορεί να πει τη δική του αλήθεια χωρίς να διαψευσθεί, ο καθένας μπορεί να πει αυτό που είδε χωρίς να είναι ακριβώς αυτό που είδε κάποιος άλλος. Μόνο αυτή η φωτογραφία, αυτές οι δύο φωτογραφίες, με τον Daddo να επιστρέφει για να πάρει μαζί του τον ήδη χτυπημένο στα πόδια σύντροφο του, μαζεύει το όπλο του Paolo και προσπαθεί να ξεφύγει από αυτή την κόλαση, θα μπορούσαν να ρίξουν φως. Θα μπορούσαν να εξηγήσουν αναμφισβήτητα. Αλλά αυτές οι εικόνες εξαφανίζονται. Εξαφανίζονται όχι για να κρύψουν την αλήθεια, αλλά να επιτρέψουν την αλήθεια. Η αλήθεια του πολιτικού κινήματος εκείνη την εποχή είναι αυτή: δύο νέοι αριστεροί αγωνιστές τραυματίστηκαν από αστυνομικούς που ίσως φαινόταν σαν φασίστες, που είχαν ανοίξει πυρ, και του οποίου πυρός αμύνθηκαν. Είναι αθώοι και αντιφασίστες. Είναι αθώοι επειδή είναι αντιφασίστες. Αυτή είναι η αλήθεια του κινήματος, το οποίο επιτρέπει μια άμεση υπεράσπιση και μια ανάληψη ευθύνης των Paolo και Daddo. Χωρίς εάν και δίχως αλλά, το κίνημα αντιδρά άμεσα αναπτύσσοντας ακόμη περισσότερο την διαμαρτυρία: δεν ανεχόμαστε πλέον τους φασίστες να πυροβολούν ατιμώρητα, δεν ανεχόμαστε πλέον τους συγκαλυμμένους αστυνομικούς να μας κυνηγούν στις πλατείες με ατιμωρησία. Και τα δύο αυτά είναι αληθινά – όσο αληθινό είναι το καμουφλάρισμα των αστυνομικών στην πλατεία, θα γίνει δημόσιο σκάνδαλο κατά την ημέρα του φόνου της Giorgiana Masi και των φωτογραφιών των αστυνομικών του Cossiga μεταμφιεσμένων σε διαδηλωτές με το όπλο στα χέρια – και η δημοκρατική άποψη δεν μπορεί παρά να τοποθετηθεί με την αλήθεια του κινήματος. Η διαδήλωση είναι γεμάτη αγανάκτηση και εξαπλώνεται: στη διαδήλωση για να ζητήσουν την ελευθερία του Paolo και του Daddo θα είναι τριάντα χιλιάδες. Γιατί η απόκρυψη αυτής της φωτογραφίας, αυτών των φωτογραφιών επιτρέπουν αυτή την αλήθεια, αυτή την αγανάκτηση, αυτή την αντίδραση-την απάντηση του κινήματος; Επειδή εκεί θα γίνονταν σαφές ότι ο Paolo και ο Daddo στην πλατεία πήγαν οπλισμένοι. Και δεν είναι ότι κάποιος πηγαίνει οπλισμένος στην Piazza Indipendenza για να πυροβολήσει τα ψαρόνια, τα οποία έτσι κι αλλιώς γίνονται ενοχλητικά. Όμως, το κίνημα εκείνων των ημερών – πόσο μάλλον η δημοκρατική κοινή γνώμη – δεν μπορεί να νομιμοποιήσει πολιτικά με την υποστήριξή του, δημόσια με την υπεράσπισή του στην πλατεία ο κόσμος να πηγαίνει οπλισμένος. Δεν υπάρχει ακόμη η πολιτική νομιμοποίηση των όπλων στους δρόμους – και από την άλλη δεν θα υπάρξει ποτέ μια πειστική και ανοιχτή υποστήριξη, εκτός από τις πραγματικές εξεγερσιακές στιγμές όπως της 11ης μαρτίου στη Μπολόνια και η 12ης μαρτίου στη Ρώμη. Μερικές φορές θα βιωθεί ως ένα καπέλωμα, μερικές φορές ως ευλογία. Αλλά αυτό υπήρξε, ήταν και θα είναι πάντα η καταραμένη σχέση μεταξύ υποκειμενικών πρωτοβουλιών ομάδων και συλλογικής εξυπνάδας και σοφίας, γενικότερα. Το κίνημα όταν θα διασπαστεί, όταν θα λυγίσει και θα υποχωρήσει δεν θα είναι σίγουρα λόγω του ζητήματος των όπλων ή της βίας. Εκείνος που λέει αυτό λέει ένα απροκάλυπτο ψεύδος: το επίπεδο της σύγκρουσης, η επιβίωση της ίδιας της σύγκρουσης, περιλάμβανε τα όπλα. Είτε λόγω του επείγοντος χαρακτήρα της εξέγερσης είτε της μακράς πορείας της επανάστασης, λόγω του επαναστατικού ανταρτοπόλεμου ή του λαϊκού στρατού, ήταν κοινή συνείδηση που την μοιράζονταν όλοι, ότι όποιο κι αν ήταν το πέρασμα, η διαδρομή θα ήταν βίαιη, οπλισμένη. Το Κράτος και οι ένοπλες συμμορίες του, με στολή ή παράνομες, δεν θα είχαν παραμείνει με τα χέρια τους ακίνητα, είχαν πιάσει ήδη δουλειά, χωρίς έλεος. Τα όπλα είναι εκεί, και τριγυρίζουν μες το κίνημα. Αντιθέτως, το να οπλιστείς είναι ακριβώς ένα χαρακτηριστικό που σε διακρίνει, η άρση της ασάφειας περί του λόγου για την ταξική βία και για να το οδηγήσει στην στην πραγματικότητά του, την συγκεκριμενοποίηση του. Μεταξύ του 1972 και του 1976 δεν έγινε τίποτα άλλο παρά να συσσωρεύονται όπλα και να αποκρύπτονται, ληστεύοντας οπλοπωλεία, αρπάζοντας τα από τους vigilantes, ή από τα σπίτια όπου γνώριζαν ότι υπήρχαν, αγοράζοντας τα στη μαύρη αγορά. Χρησιμοποιούνται για τον αντιφασισμό, χρησιμοποιούνται για να τιμωρήσουν τα μικρά κεφάλια στα εργοστάσια, για να καλυφθούν κατά τη διάρκεια κάποιας πράξης προπαγάνδας κατά της Κρατικής μηχανής ή των καπιταλιστικών εκπροσωπήσεων, θα χρησιμοποιηθούν για την επανάσταση και τον κομμουνισμό, ποιος ξέρει. Ο Paolo και ο Daddo είναι μεταξύ εκείνων που τα όπλα τα έχουν. Και τα παίρνουν μαζί τους στην πλατεία. Από την άλλη πλευρά, όμως, το να οπλίζεσαι δεν είναι τα πάντα, τα όπλα δεν είναι τα πάντα, αυτό του να θεωρείται ως κύριο ζήτημα το να οπλίζεσαι, είναι ο ταξιαρχίτικος λόγος. Και αν σε ολόκληρη την Ιταλία παράνομοι ταξιαρχίτες υπάρχουν ίσως κάποιες δεκάδες, στη Ρώμη δεν υπάρχει ίχνος από αυτούς. Στη Ρώμη δεν μπορείς να είσαι ταξιαρχίτης, δεν έχει νόημα με εκείνο το κίνημα που υπάρχει. Οι αγώνες για το δικαίωμα στη στέγαση, για μια όλο και πιο προσιτή υπηρεσία υγείας, για την αυτομείωση των λογαριασμών, για τη συνεχώς αυξανόμενη σχολική και πανεπιστημιακή εκπαίδευση, έχουν ριζώσει μια τεράστια προλεταριακή δύναμη και συνείδηση. Ο κομμουνισμός – ή εκείνο που είναι το δικαίωμα να βλέπεις να ικανοποιούνται οι δικές σου ανάγκες, να παίρνεις τα πράγματα σύμφωνα με τις επιθυμίες σου – δεν είναι πράγμα του μέλλοντος, είναι εδώ και τώρα. Είναι το κίνημα του Εβδομήντα επτά που στην πραγματικότητα δεν υπάρχει ακόμα. Σε ολόκληρη την Ιταλία ξεκίνησε η διαμαρτυρία κατά της μεταρρύθμισης του Malfatti στα Πανεπιστήμια, που βλέπει φοιτητές και ερευνητές μαζί, αλλά δεν υπάρχει η σπίθα που θα πυρπολήσει το λιβάδι. Το κίνημα στην πραγματικότητα εξακολουθεί να αποτελείται κυρίως από δομές οργανωμένες στην επικράτεια, από πυρήνες της πρώην εξωκοινοβουλευτικής αριστεράς που διασχίζεται από τη δική της κρίση και απελευθερώνει δυνάμεις. Μόνο αυτές οι δομές γνωρίζουν ακριβώς – ή έχουν όλα τα εργαλεία για να ανοικοδομήσουν το επεισόδιο – τι συνέβη. Αλλά δεν το ανεμίζουν στους τέσσερις ανέμους, δεν το κάνουν τη γραμμή της διάκρισης, της αξίωσης, της διεκδίκησης. Η μόνη κόκκινη γραμμή που μπορεί να επιτρέψει μια αυθόρμητη αμυντική αντίδραση, ένα κάλεσμα ύπαρξης είναι ο αντιφασισμός. Υπήρξε το επεισόδιο της επίθεσης στη Sapienza, με μια ομάδα φασιστών που πυροβόλησαν μέσα στο πανεπιστήμιο τραυματίζοντας έναν σπουδαστή. Πρόκειται για ένα μη φυσιολογικό πράγμα, άνευ προηγουμένου, απειλητικό πράγμα, που δεν μπορεί να ληφθεί υπ όψιν σαν να είναι μια σύγκρουση μεταξύ συμμοριών, και φέρνει στη μνήμη ένα τρομερό παρελθόν, έναν φοβερό χουλιγκανισμό, τραμπουκισμό. Αν είχε περάσει ατιμώρητα, θα επρόκειτο για ένα σημείο μη επιστροφής. Αυτή είναι η υπεράσπιση που κάνει το κίνημα του Paolo και Daddo. Δύο παράλληλες ιστορίες τρέχουν δίπλα δίπλα: δύο νέοι αντιφασίστες, έχουν δεχτεί επίθεση, αθώοι, δύο ένοπλοι προβοκάτορες στην πλατεία. Στη μέση, αυτή η εικόνα. […]

Οι φίλοι του Daddo: Claudio, Giancarlo, Lanfranco, Turi.

RASSEGNA STAMPA

«Daddo e Paolo. L’inizio della grande rivolta» από Sololibri.net

Ανασκόπηση του Mario Bonanno στο «Daddo και Paolo. Η έναρξη της μεγάλης εξέγερσης. L’inizio della grande rivolta» – από Sololibri.net, 31 μαρτίου 2012

Vai all’articolo Πήγαινε στο άρθρο


Video παρέμβαση του Paolo Virno επάνω στο «Daddo e Paolo»

Video παρέμβαση του Paolo Virno επάνω στα χρόνια Εβδομήντα και για το «Daddo e Paolo. L’inizio della grande rivolta» – από το Youtube, 28 μαρτίου 2012

Vai al video πήγαινε στο βίντεο


Video παρέμβαση του Lanfranco Caminiti στο «Daddo e Paolo»

Video παρέμβαση του Lanfranco Caminiti στα χρόνια Εβδομήντα και στο «Daddo e Paolo. Η αρχή της μεγάλης εξέγερσης. L’inizio della grande rivolta» – από το Youtube, 28 μαρτίου 2012

Vai al video Πήγαινε στο βίντεο

Militant

λαμβάνουμε από τους συντρόφους του DeriveApprodi ένα κομμάτι του Lanfranco Caminiti στη μνήμη του Daddo .. το δημοσιεύουμε με χαρά, έστω και με μερικές μέρες καθυστέρησης..

Στον Daddo

Lanfranco Caminiti

Ένας μονομάχος έπεσε. Vale. Αντίο.
Το δυνατό του σώμα, οι πλατιοί ώμοι του, το φαρδύ στήθος του, βρίσκονται τώρα στη σκόνη.
Αγωνίστηκε, έχασε. Το θηρίο ήταν πολύ άγριο. Ή αυτός ήταν πολύ κουρασμένος.
«Δεν μου πάει να ζήσω σαν άρρωστος για να πεθάνω σαν υγιής». Μου μίλησε έτσι, ο Daddo, λέγοντας μου για τον καρκίνο που του είχε επιτεθεί και για τις φροντίδες, σχολαστικές, ηττοπαθείς και γεμάτες θυσίες, στις οποίες θα έπρεπε να υποβληθεί για μιαν ελπίδα να βαστήξει λίγο ακόμη. Για θεραπεία, πιστεύω, ποτέ δεν έγινε λόγος πραγματικά, αφότου το θηρίο παρουσιάστηκε με όλη του την αγριότητα.
Ήθελε να τα βάλει μαζί του, να τον αμφισβητήσει ανοιχτά, τον καρκίνο, να τον διώξει και να τον πολεμήσει στην αρένα, να τον δαγκώσει αν αυτό χρειάζονταν. Ο ίδιος, ωστόσο, δεν υποχωρούσε ένα χιλιοστό. Έτσι πολεμούσε, ο Daddo, απoφασισμένος. Ήξερε τι έκανε. Έπαιρνε τα μέτρα του. Ήξερε τα μέσα του, γνώριζε τον εχθρό. Οργανώνονταν. Ήταν διαυγής, πάντα.
Μπορούσες να προσπαθήσεις να εξηγήσεις, να αιτιολογήσεις, να βρεις κάποια γραμμή διαμεσολάβησης. Δεν ήταν έτσι, δεν ήταν ο δρόμος του Daddo, ο τρόπος του. Ο εχθρός ήταν άνανδρος. Η μάχη ύπουλη, αλλά αυτός θα την τιμούσε με τον τρόπο του. Διαυγής και ριψοκίνδυνος.
Θα πεθάνεις όπως έζησες, με τις πέτρες και τις σκέψεις στην τσέπη, ή αφηρημένος, πονηρός, μαλακισμένα, δίχως σοβαρότητα, φοβισμένος, ψευτοφιλοσοφώντας, μες την ποίηση ή τις μάχες. Έτσι πάει.                                                                                                        Τον Daddo τον γνώρισα δίχως να τον γνωρίζω. 1977, το τρομερό έτος – annus terribilis. Οι αυτόνομοι. «εργατική Αυτονομία, οργάνωση, ένοπλος αγώνας για την επανάσταση», αυτά τα πράγματα. P38, κουκούλα, αυτά τα πράγματα. Τον συνάντησα όταν ήμασταν σε ένα σπίτι στο Trastevere – και ίσως εκείνη την στιγμή δεν ήταν το μόνο μέσα στο οποίο συζητούσαν γι αυτά τα πράγματα – μου μίλησαν για το πώς θα μπορούσαμε να τον τραβήξουμε έξω από τη φυλακή, από την Regina Coeli, όπου νοσηλεύονταν στο αναρρωτήριο λόγω των τραυμάτων μετά τους πυροβολισμούς της piazza Indipendenza.
Μια απόδραση. Τα φρεάτια για να μπούμε στους υπονόμους, οι αυλές να σκαρφαλώσουμε, το ιατρείο να καταλάβουμε, δεν θυμάμαι καλά. Αλλά το σχέδιο ήταν εκεί, υπήρχε. Ή σε μας φαινόταν σαν ένα σχέδιο. Τότε, έτσι σκεφτόμασταν τα πράγματα, δίχως να δίνουμε μεγάλη σημασία στις λεπτομέρειες. Ποιος θα μπορούσε να μας σταματήσει;

Ήταν αυτός που αντιτάχθηκε. Που έκανε πίσω.                                                          Ευχαριστώ, όχι. Διαυγής. Με την απόδραση, θα είχε καταδικαστεί από μόνος του σε μια παράνομη ζωή. Και αυτός ήταν ένας μονομάχος, όχι ένας παράνομος.
Και το κίνημα ήταν δυνατό, ισχυρό όπως ποτέ δεν ήταν, όπως δεν υπήρξε ποτέ πλέον.  Και φόβισε όπως ποτέ προηγουμένως.
«Paolo και Daddo λεύτεροι», φώναξε και αξίωσε. Για μήνες. Γράφτηκε στους τοίχους της Ρώμης: πριν από κάποιον χρόνο, το υπενθύμιζε μια επιγραφή ξεθωριασμένη στα μέρη της Piazza Navona. Ένα γκράφιτι γδαρμένο απ’ τον καιρό, ένα αρχαιολογικό εύρημα πλέον, σχεδόν ένα αυτοκρατορικό ανάγλυφο ή ένα τραπεζάκι απ’τα χρόνια τα παλιά, ρεπουμπλικάνικης εποχής. Ή εκείνες οι μικρές λαξευμένες επιτύμβιες πλάκες του δέκατου όγδοου αιώνα οι οποίες εξακολουθούν να βρίσκονται στρωμένες εδώ και εκεί και προσκαλούν να μην λερώνουμε τους δρόμους, ανήκουστες για αιώνες. Επειδή τα Εβδομήντα επτά είναι χρόνια που υπήρξαν, είναι ιστορία. Ανήκουστη.
Η επανάσταση που έρχεται, τιτλοφορήσαμε στον DeriveApprodi το πρώτο βιβλίο για τα Εβδομήντα επτά, είκοσι χρόνια αργότερα. Μετά γράφτηκαν βιβλία από άλλους, ξεθωριασμενα. Στο εξώφυλλο υπήρχε η φώτο του Tano D’Amico με τον Daddo και τον Paolo. Και τι άλλο θα μπορούσε να υπάρξει; Και τι άλλο θα πρέπει να βρισκόταν εκεί; Ένα εύρημα αρχαιολογικό, σίγουρα. Αλλά εμείς οι ίδιοι ήμαστε πλέον αρχαιολογικά ευρήματα, σύγχρονη τέχνη για συλλέκτες, τι μπορείτε να κάνετε; Όμως, να, το βιβλίο μιλούσε για εκείνο το υπέροχο κίνημα που είχε θέσει όλα τα ερωτήματα που παρέμειναν, για πάντα: οι μεταμορφώσεις της εργασίας μετά το φορντικό εργοστάσιο, η κρίση της δημοκρατίας, οι μορφές με τις οποίες εμφανίζονταν το ζήτημα της εξουσίας που έθεταν νέα μη αντιπροσωπευόμενα κοινωνικά υποκείμενα , η συνταγματική δύναμη ενός κύματος κοινωνικής διαμαρτυρίας, η αναγκαιότητα για νέους θεσμούς. Τα ερωτήματα που είναι ακόμα εδώ και τώρα, επίκαιρα. Ίσως εκείνο το κίνημα εντυπωσίασε με την έπαρση και την υπεροψία των χειρονομιών του – συχνά παρεξηγημένων – αλλά είναι βέβαιο ότι μπορεί ακόμα να εντυπωσιάσει με την ακρίβεια της συλλογικής νοημοσύνης του. Αντίθετα, είμαι πεπεισμένος ότι από πολλές απόψεις οι θεωρητικές διαισθήσεις που υπογράμμιζε το κίνημα ήταν πληθωρικές σε σχέση με τις χειρονομίες, τις απλοποιήσεις του. Όλα μπλεγμένα, ένα μπλέξιμο από πράγματα. Ω, να τα πάρουμε από την αρχή. Σε εκείνο το μπλέξιμο πραγμάτων βρίσκονταν αυτή η εικόνα. Υπήρχε ο Daddo ο οποίος έτρεχε οπλισμένος στην piazza Indipendenza προσπαθώντας να σηκώσει τον Paolo από το έδαφος.
Όμως η δύναμη βρισκόταν σε αυτό, στο να διεκδικεί στον εαυτό του εκείνους τους τραυματισμένους συντρόφους. Εκείνους τους οπλισμένους συντρόφους στην πλατεία. Στο να τους νιώθει μέρος ενός ταξιδιού, μιας διαδρομής, ενός δικού του μονοπατιού. Στη συνέχεια ήρθε η κατάληψη της La Sapienza, η αποπομπή του Λάμα, η 12η μαρτίου – σχεδόν μια εξέγερση -, η Giorgiana Masi και όλα τα υπόλοιπα. Να γλιστρά. Να λυγίζει. Να πέφτει.

Στην αρχή έγιναν αυτά: την πρώτη του φεβρουαρίου οι φασίστες είχαν πυροβολήσει μέσα στο πανεπιστήμιο, τραυματίζοντας έναν φοιτητή στο κεφάλι, και την επομένη η διαδήλωση στην piazza Indipendenza, oι προκλήσεις, oι αστυνομικοί με τα αυτόματα στα χέρια, οι δικοί μας που απαντούν, ο Paolo τραυματίζεται, ο Daddo προσπαθώντας να τον πάρει μακριά μαζεύοντας τα όπλα, τραυματίζεται και αυτός. Απερίσκεπτος. Αλλά τους τραυματίες συντρόφους δεν μπορείς να τους αφήσεις πίσω. Όπως οι πεζοναύτες. Μια σύγκρουση. Με πυρά.
Μετά έγιναν όλα τα υπόλοιπα. Που ήταν εκεί.
Είναι δικοί μας, είπε. Χωρίς εάν, αλλά, και ίσως. Χωρίς υποκρισίες: η χρήση των όπλων και της βίας ήταν μέσα στο κίνημα και ταυτόχρονα δεν ήταν ο πρωταρχικός χαρακτήρας του, αντιθέτως προκαλούσε συνεχείς υπεκφυγές, συνεχείς κατηγορίες, συνεχή επανένωση. Είναι σίγουρα ένα τεράστιο δεδομένο, αλλά είναι τεράστιο μόνο και μόνο επειδή φαινόταν φυσιολογικό. Είναι τεράστιο λόγω της εξαιρετικής κανονικότητάς του. Η χρήση όπλων ήταν ένα χαρακτηριστικό γνώρισμα εκείνου του κινήματος αλλά όχι το διακριτικό του. Και δεν ήταν ο λόγος για την ήττα του. Η ήττα ήταν όλη μέσα στο μπέρδεμα στο οποίο είχαμε εμπλακεί. Ήταν όλη μέσα στη σύγκρουση με τους κομμουνιστές του Berlinguer. Εκείνους του ιστορικού συμβιβασμού, της λιτότητας, των δύο κοινωνιών, της παρελθοντολογίας που έπρεπε να εξαλειφθεί. Αυτά τα πράγματα. Μια ανοησία, ξαναδιαβάζοντας τα σήμερα. Αλλά είχαν εξουσία και την χρησιμοποίησαν ολόκληρη για να καταστείλουν, για να μας βγάλουν έξω απ’ το παιχνίδι.
Αυτή είναι η ιστορία. Αυτά ήταν τα πράγματα. Ο κόσμος έχει αλλάξει, ο κόσμος αλλάζει πάντα. Οι εξεγέρσεις, οι ταραχές έχουν αλλάξει, οι εξεγέρσεις και οι ταραχές πάντα αλλάζουν. Δεν μας αρέσει, και δεν θα κλάψουμε. Πληρώσαμε για το εισιτήριο. Είμαστε ένα εύρημα. Ο Daddo δεν ευχαριστήθηκε ποτέ. Ποτέ δεν έκλαψε επάνω σε αυτό.
Ο Daddo εκπλήσσονταν πάντα με τα θαύματα που τύχαινε να διαβάσει, εδώ και εκεί, ή όταν ανακάλυπτε, ευτυχής, εκείνη την εξαιρετική έξυπνη μηχανή, για να καταλάβει, για να σκεφτεί ότι ήταν αυτός ο ίδιος, ότι είμαστε εμείς οι ίδιοι, ότι είναι το πιο βιολογικό μας χαρακτηριστικό που μας κάνει να επιθυμούμε τα πράγματα, το πιο ανθρώπινο μας χαρακτηριστικό.
Μαζί με τον Sergio και την Ilaria και άλλους επινοήσαμε τον εκδοτικό οίκο DeriveApprodi στη δεκαετία του 1990. Ο Daddo ήταν εκεί από την αρχή, ορμητικά, διακριτικά. Nα εκτυπώνει βιβλία. Από περιέργεια, επειδή αισθάνονταν στενά αυτό που έκανε – να τακτοποιεί τους λογαριασμούς του στο «manifesto» – πάντα είχε μείνει προσκολλημένο μέσα του ένα νήμα βιογραφίας, ευαισθησίας.
Μετά, με αυτόν και με τον Giancarlo και τον Giorgio και τον Giorgio επινοήσαμε το περιοδικό «accattone – cronache romane» στη δεκαετία του 2000. Ο Daddo ήταν εκεί από την αρχή, ορμητικά, διακριτικά. Να επεξεργάζεται ένα περιοδικό. Από περιέργεια, επειδή αισθάνονταν στενά αυτό έκανε – φέρνοντας τα βόλτα σε μια γραφική εταιρεία όπου δούλευε – και πάντα ήταν προσκολλημένος σε ένα νήμα βιογραφίας, και ευαισθησίας.
Όταν άρχισαν να έρχονται οι πρώτοι συγγραφείς, αυτός διάλεξε όλα τα βιβλία τους που έβρισκε, της Elena, του Emanuele, του Christian, του Nicola. Τους ξεψάχνιζε. Κάποιο του Carola, το διάβαζε και στη Νίνα, την κόρη του.
Επειδή έτσι είναι οι μονομάχοι. Στον χρόνο που τους μένει ελεύθερος, μεταξύ ενός αγώνα και ενός άλλου, διαβάζουν ή τα φτιάχνουν τα βιβλία.
Νανουρίζουν τα παιδιά τους.
Μοιάζουν σαν όλους εμάς.
Αγαπούν τις γυναίκες τους χωρίς επιφύλαξη.
Για τη Francesca, την σύζυγο του, μου εξηγούσε – με μεγάλη λεπτομέρεια – πόσο υπέροχη είναι η Σικελία. Πόσο πρέπει να την αγαπάμε. Γεμάτος θαυμασμό για να με εκπλήσσει. Για να με πείθει, πάνω απ ‘όλα. Εμένα, Σικελό. Ένα πράγμα – είναι αυτονόητο – δίχως νόημα.
Vale Daddo. Addio.

Roma, 18 φεβρουαρίου 2011


«Il fotografo non è un educatore-» από Alfabeta2 »Ο φωτογράφος δεν είναι ένας εκπαιδευτής»

Ανασκόπηση του Antonello Frongia στο «Daddo e Paolo. L’inizio della grande rivolta» – από Alfabeta2, μάϊος 2012

Vai all’articolo Πήγαινε στο άρθρο


«Due fotogrammi sospesi nel tempo» »Δυο καρέ σταματημένα στο χρόνο»από το Manifesto

Ανασκόπηση του Marco Guarella στο «Daddo e Paolo. L’inizio della grande rivolta» – από το Manifesto, 19 απριλίου  2012

Vai all’articolo πήγαινε στο άρθρο


Libri & Conflitti. Recensione a «Daddo e Paolo»

Ανασκόπηση της Isabella Borghese στο «Daddo e Paolo. L’inizio della grande rivolta» – από Controlacrisi.org, 16 ιουνίου 2012

Vai all’articolo εδώ το άρθρο


«Le pistole e il 77″ »τα πιστόλια και το ’77»

Ανασκόπηση της Maria Simonetti στο «Daddo e Paolo. L’inizio della grande rivolta» – από  L’Espresso Online, 22 ιουνίου 2012

Vai all’articolo το άρθρο εδώ


σύγχρονη σκέψη, pensiero di oggi

Μεταξύ πολιτικής τακτικής και επαναστατικής ηθικής

του Alessandro Barile

Στοχασμοί ξεκινώντας από  το δοκίμιο Τρόμος και τρομοκρατία Terrore e terrorismo του Francesco Benigno

«Η δικαιοσύνη του λαού είναι τρομερή»

[Ανάμεσα στο πλήθος του Παρισιού, 10 αυγούστου 1793]

«Ο επαναστάτης είναι ένας άνθρωπος χαμένος»

[Sergej Nečaev, 1869]

«Μόνο χάρη στους απελπισμένους μας δίδεται ελπίδα»

[Walter Benjamin, Angelus Novus]

Σε αυτό το «ιστορικό δοκίμιο επάνω στην πολιτική βία», όπως ορίζεται στον υπότιτλο «Τρόμος και Τρομοκρατία, Einaudi 2018, σελ. 370, 32,00 ευρώ», o ιστορικός Francesco Benigno ωθείται να αποκαλύψει δύο χαρακτήρες ξεχασμένους από τις ερμηνείες σχετικά με την τρομοκρατία [ θα χρησιμοποιήσουμε αυτό τον όρο με την έννοια που προτείνεται από τον συντάκτη, δηλαδή σαν αναγκαστικά συνώνυμο της «πολιτικής βίας»): που αυτό είναι ένα ευρωπαϊκό προϊόν και όχι «βάρβαρο», που είναι ένα πολιτικό και όχι (αυστηρά) θρησκευτικό γεγονός. Δύο απαραίτητες προειδοποιήσεις, δεδομένου του έκτακτου και έμφυτου χαρακτηριστικού των προβληματισμών σχετικά με το θέμα. Κανένας από τους εκατοντάδες διαθέσιμους ορισμούς (το 1988, ο συγγραφέας μας υπενθυμίζει, μια έρευνα που διεξήχθη από τους μελετητές του φαινομένου οδήγησε σε έναν κατάλογο 109 ορισμών) έρχεται πραγματικά να αντλήσει την ουσία του φαινομένου, λόγος για τον οποίο εκχωρείται στην τρομοκρατία από καιρό σε καιρό μια τυχαία και δημοσιογραφική απόδοση.

Επιπλέον, ακολουθώντας πάντοτε το νήμα της εισαγωγικής ομιλίας που πρότεινε ο συγγραφέας, η τρομοκρατία είναι από μόνη της ένας αξιολογητικός και κατά συνέπεια ένας υποτιμητικός όρος. Δεν βρισκόμαστε με την παρουσία ενός ουδέτερου λεξικού. Αντίθετα, ο όρος περιέχει μια αξία κρίσης, που μεταφράζεται σε ηθική κατηγορία: μέσω ενός ορισμού που παρουσιάζεται ως τεχνικός προχωράμε στο στίγμα που διακρίνει όχι τόσο το γεγονός από μόνο του όσο το υποκείμενο που το φέρει εις πέρας. Τίποτα δεν απαγορεύει, βέβαια, να προχωρήσουμε με την ανάλυση και ταυτόχρονα να μαχόμαστε ιδανικά το αντικείμενο της μελέτης. Συμπεριφερόμαστε μαζί του ως ασθένεια, το κατανοούμε και το αντιμετωπίζουμε χωρίς λύση συνέχειας. Αλλά όταν η επιστήμη και η πολιτική προχωρούν με τη σύγχυση των ρόλων τους (η μια λυγίζει στην δικαιολόγηση της άλλης), η στρέβλωση που καθιστά στείρα την ασυνήθιστη ποσότητα ερευνών αυτών των καιρών γίνεται εμφανής. Στο τέλος των εκατοντάδων αντιφατικών μεταξύ τους ορισμών, ο μόνος κοινός παρονομαστής είναι το εμπειρικό γεγονός: τρομοκρατία είναι αυτό που κάνει ο τρομοκράτης. «Αυτό θα συνίστατο συνεπώς σε εκείνο που εμπειρικά και με διαισθητικό τρόπο θα φαίνονταν να είναι κάτω από τα μάτια όλων, μια άσκοπη βία, δίχως νόημα», λέει ο Benigno. Ο καθορισμός της τρομοκρατίας μέσω των πρακτικών της δεν μπορεί παρά να οδηγήσει στην αθεράπευτη αντίφαση: εάν η πρακτική είναι αυτή της «άσκοπης βίας», μεγάλο μέρος της πολιτικής δραστηριότητας φέρει μαζί της, τουλάχιστον εν υπνώσει, τα χαρακτηριστικά της τρομοκρατίας. Ένας βομβαρδισμός κατά αμάχων, για παράδειγμα (είναι οι ΗΠΑ τρομοκρατικό κράτος;), μια αντάρτικη δράση (είναι η αντίσταση στο ισλαμικό Κράτος τρομοκρατία;), είναι ο θάνατος του «τυράννου» μια πράξη από μόνη της τρομοκρατική ή απελευθερωτική; Και ούτω καθεξής, κλειδώνουμε τον εαυτό μας στην δημοσιογραφική ή απλώς αστυνομική περίφραξη: όχι η βία ως τέτοια, αλλά η βία των «κακών» ενάντια στους «καλούς» είναι η μόνη που πρέπει να χαρακτηρίζεται από τον εν λόγω όρο. Αλλά, και εδώ, ποιοι είναι οι καλοί και ποιοι οι κακοί, αν όχι ιδιαίτεροι ιστορικοί προσδιορισμοί που, από καιρό σε καιρό, ορίζουν ποιος θεωρείται καλός και ποιος κακός;

Εάν πρόκειται για επιστημονικό ορισμό, η έννοια της τρομοκρατίας θα πρέπει να ισχύει τόσο για τους μεν όσο και για τους άλλους «διεκδικητές» στον αγωνιστικό χώρο, εάν αντιθέτως ενεργεί σε συζητητικό και πολεμικό επίπεδο, βοηθά στον στιγματισμό του εχθρού αλλά χάνει την επιστημονική χροιά, την παγκοσμίως αποδεκτή, με την οποίαν θα ήθελε να εξοπλισθεί. Εν ολίγοις, το πράγμα δεν βγαίνει. Το μόνο δυνατό εργαλείο είναι μια προσεκτική ιστορική αναγνώριση-εξερεύνηση του φαινομένου που να μπορεί να οδηγήσει σε μια (μερική) παρέκταση των καθοριστικών χαρακτηριστικών. Αυτή είναι η προσπάθεια του Francesco Benigno μέσω του τελευταίου έργου του. Ένα απαραίτητο και απαιτητικό έργο. Απαραίτητο για όλα αυτά που λέγαμε: χαμένη στο δρόμο η παρατήρηση της ιστορικής του τροχιάς, δεν μας μένει παρά μια διαταραγμένη και αναποτελεσματική ποσότητα οριστικού άγχους που βασίζεται στην ενδεχόμενη τρομοκρατική πρακτική, απαιτητική και εξεζητημένη διότι η μόνη ιστορική έρευνα αποκαλύπτει (και πανηγυρικά) τα σημερινά όρια αλλά δεν αρκεί για τη συνολική αξιολόγηση του φαινομένου. Στο τέλος, από άλλους δρόμους, βγαίνουμε έτσι κι αλλιώς σε ένα τυφλό σοκάκι, πιο προχωρημένο από την αντίστοιχη δημοσιογραφική μανία αλλά ακόμα μέσα στο λαβύρινθο.

Εάν η τρομοκρατία ορίζεται με βάση τη συμπεριφορά του τρομοκράτη, θα είναι αναπόφευκτο να επικεντρωθεί η προσοχή -όπως πράγματι γίνεται και από τη σχετική βιβλιογραφία- στην ψυχολογία του υποκείμενου. Όπως καταλήγει ο Benigno, «η επιστημονική βιβλιογραφία έχει προσπαθήσει επί μακρόν να εντοπίσει μια» τρομοκρατική προσωπικότητα «, ένα αποτύπωμα ικανό να λογοδοτεί για άτομα τόσο διαφορετικά πολιτισμικά και ιδεολογικά, ορίζοντας έτσι με οριστικό τρόπο την ουσία ενός τρομοκράτη». Με αυτό το ρυθμό, θα είναι εξίσου αναπόφευκτη η αντιμετώπιση αυτής της ψυχολογικής έρευνας από την άποψη της εγκληματικής παθολογίας. Ο τρομοκράτης είναι έκφραση μιας απόκλισης από την κανονική και αποδεκτή ανθρώπινη συμπεριφορά. Με άλλα λόγια, από το νόμο: νομικό ή ηθικό, δεν έχει σημασία. Όμως αυτό έρχεται σε σύγκρουση με μια ιστορική έρευνα που δεν είναι παρά στοιχειώδης, πρωτόγονη. Ποια ψυχολογική κατάσταση ενώνει-συνδέει τον Sante Caserio με τον Giangiacomo Feltrinelli, τον Vera Figner στον Rosario Bentivegna, τον George Habbash στον Mario Moretti, και αυτούς με κάποιο μαχητή του Isis;

Δεν είναι απλό να απαντήσουμε σε αυτό το ερώτημα, διότι στην πραγματικότητα υπάρχει πράγματι μια κοινή ψυχολογική κατάσταση, που όμως μπορεί να γίνει αντιληπτή μόνο ξεκινώντας από έξω, από τις υλικές αιτίες που έφεραν συγκεκριμένους ανθρώπους σε συγκεκριμένες επιλογές. Το διακριτικό γνώρισμα και, αν θέλουμε, ψυχολογικό, που συνδέει ιδανικά τις πιο ποικίλες τρομοκρατικές εμπειρίες έγκειται σε αυτό: ο κάθε μαχητής διαπνέεται από αυτό που ο Franco Venturi, με βάση μια ρωσική ορολογία που αναφέρεται στον λαϊκισμό του δεύτερου μισού του δέκατου ένατου αιώνα, θα αποκαλέσει »συνεπακόλουθο πνεύμα», την πλήρη και αναπόφευκτη αφοσίωση σε μια αιτία, σε έναν σκοπό που ξεκινά από συγκεκριμένες προϋποθέσεις. Την πεποίθηση, ηθική πριν ακόμη από πολιτική, πως μόλις φτάσουμε στην αλήθεια μετά δεν μπορούμε παρά να συμπεριφερθούμε αναλόγως. Οι προϋποθέσεις επομένως.

Η τρομοκρατία δεν γεννιέται από μια ηθική απουσία, όσο και αν θέλει να έχει εξαναγκαστεί μέσα στα πλέγματα του υπαρξιακού νιχιλισμού, αλλά από έναν ηθικά υπερκείμενο αυτο-προβληματισμό που εμποδίζει το υποκείμενο να συμπεριφέρεται σαν να μην υπήρχαν οι συγκεκριμένες προϋποθέσεις για τις οποίες μιλήσαμε πιο πάνω. Ο τρομοκράτης γνωρίζει καλά το αδιέξοδο μέσα στο οποίο αποφασίζει εθελοντικά να τοποθετηθεί. Δεν υπάρχει καμιά ηθική δικαιολογία που μπορεί να τεθεί μπροστά στο πρόβλημα του να «δώσει τον θάνατο», κι όμως ο τρομοκράτης αποφασίζει να δράσει ούτως ή άλλως. Από μια συνεπή μηδενιστική άποψη δεν θα υπήρχε αντίφαση ούτε τραγωδία: το δίλημμα θα είχε εύκολη λύση ελλείψει δεοντολογικών αρχών που μοιράζονται με το θύμα. Ποιο είναι τότε το αποφασιστικό κίνητρο; Το κριτήριο δεν είναι άλλο από αυτό της θυσίας. Προκειμένου η απλή ανταρσία να μετατραπεί σε επανάσταση, έτσι ώστε να μπορεί να κερδίσει η εξέγερση, ο επαναστάτης αναγκάζεται να αποκηρύξει προσωπικά εκείνες τις αξίες για τις οποίες αγωνίζεται συλλογικά. Υπάρχει μια στιγμή κλειδί, εκείνη στην οποία όλη η πραγματικότητα μειώνεται στη σύγκρουση μεταξύ επανάστασης και αντεπανάστασης. Είναι ένας χρόνος που έχει σταματήσει όπου είναι αναγκασμένος να κάνει μια υποχρεωτική επιλογή. Το σχήμα υιοθετήθηκε από τον Albert Camus στο δικό του Homme révolté: «Στην πραγματικότητα, αν η ιστορία, έξω από κάθε αρχή, συνίσταται μόνο σε μια πάλη μεταξύ επανάστασης και αντεπανάστασης, η μόνη διέξοδος είναι να ενταχθείς πλήρως σε μία από αυτές τις δύο αξίες, για να πεθάνεις ή να αναστηθείς εκεί». Κατά συνέπεια, «όταν η επανάσταση είναι η μόνη αξία, δεν υπάρχουν πλέον δικαιώματα, υπάρχουν μόνο καθήκοντα».

Προσφέρεται συνεπώς όχι [μόνο] η δική του ζωή, αλλά η δική του ψυχή, η δική του επαναστατική καθαρότητα, σε μια ιδέα που κρίνεται ανώτερη από την προσωπική ταλαιπωρία που καθορίζεται από την τρομοκρατική επιλογή. Στο γνωστό μυθιστόρημα του Boris Sàvinkov, Cavallo pallido χλωμό Άλογο (1909), στον ορθολογισμό του τρομοκρατικού αινίγματος (το να σκοτώσει δεν είναι επιτρεπτό) υπάρχει το αντιστάθμισμα της ηθικής του επαναστάτη (πρέπει να γίνει ούτως ή άλλως). Πρέπει να σκοτώσει έτσι ώστε κάποια στιγμή να σταματήσουν οι σκοτωμοί. Είναι η επανάσταση που επεξηγεί τη θυσία, και αυτό καθιερώνει μια ηθική που αναστέλλει στιγμιαία (και τραγικά, γιατί δεν υπάρχει διέξοδος) τους καθιερωμένους κανόνες για τους ανθρώπους, πριν από όλους την μη διαθεσιμότητα της ζωής άλλων. Όπως πράγματι θα πει ο Sergej Kravčinskij στο δικό του The Career of a Nihilist, «Αν πρέπει να υποφέρουμε, τόσο το καλύτερο! Τα βάσανα μας θα είναι ένα νέο όπλο μας. Αφήστε τους να μας κρεμάσουν, αφήστε τους να μας πυροβολήσουν, αφήστε τους να μας σκοτώσουν στα υπόγεια τους κελιά. Όσο πιο άγρια μας συμπεριφερθούν, τόσο περισσότεροι θα μας ακολουθήσουν, τόσο μεγαλύτερη θα είναι η συνέχεια μας». Το κίνητρο της θυσίας, δηλαδή της οριστικής απώλεια της αθωότητας, βρίσκεται επίσης στο επίκεντρο του διάσημου ποιήματος του Brecht A coloro che verranno Σε αυτούς που θα έρθουν (1939): «και το μίσος ενάντια στην προστυχιά στρεβλώνει το πρόσωπο. Και η οργή για την αδικία κάνει τη φωνή βραχνή. Ω, εμείς που θελήσαμε να προετοιμάσουμε το έδαφος για την καλοσύνη, την ευγένεια, δεν μπορέσαμε να είμαστε ευγενικοί». Η εποχή της καλοσύνης, ήτοι της ολοκληρωμένης ανθρωπιάς, θα εγκαινιαστεί από εκείνους που δεν μπόρεσαν να είναι ανθρώπινοι. Το βραβείο θα είναι μοναχά μεταθανάτιο: «Αλλά εσείς, όταν θα έρθει η ώρα που στον άνθρωπο μια βοήθεια θα είναι ο άνθρωπος, σκεφτείτε μας με επιείκεια». Εξάλλου, πάλι με τον Καμύ, «η επανάσταση συνίσταται στο να αγαπάς έναν άνθρωπο που δεν υπάρχει ακόμη». Όλα αυτά έχουν μια σαφή θρησκευτική αναφορά. Για να ολοκληρώσουμε με τα λόγια του Friedrich Hebbel τα οποία αναφέρει ο Lukács στο δικό του Tattica e etica Τακτική και ηθική(1919), «Και αν ο Θεός είχε τοποθετήσει την αμαρτία μεταξύ εμού και της δράσης που μου επιβλήθηκε, ποιος είμαι εγώ ώστε να μπορέσω να ξεφύγω από αυτό;». Εάν λοιπόν «δεν υπάρχει τρομοκρατία χωρίς σκοπούς και μάλλον, χωρίς έναν Σκοπό», όπως δικαίως τονίζει ο Benigno, αυτό εξηγεί εκείνο τον «χώρο της δυνατότητας» που ο συγγραφέας αποδίδει σωστά στην τρομοκρατία ως όργανο-εργαλείο της πολιτικής, που εκμεταλλεύτηκαν ιστορικά όλα τα υποκείμενα στον αγωνιστικό χώρο (μακριά συνεπώς από τις απλές ηθικολογίες εκείνων που στιγμιαία κρατούν τα ηνία του πολιτικού λόγου).

Το πρώτο μέρος του δοκιμίου του Benigno μιλά για αυτή την επικαιρότητα της επανάστασης. Είτε πρόκειται για αναρχική, αναγεννησιακή, λαϊκίστικη ρωσική, αντιαποικιακή ή – τέλος – κομμουνιστική, ήταν εντός αυτής της ιδέας- δύναμης που διαλύονταν ο άρρηκτος κόμπος της σχέσης μεταξύ της βαθιάς ανθρωπιάς της επαναστατικής ιδέας και της άλλο τόσο δραστικής απάνθρωπης συμπεριφοράς της τρομοκρατικής πρακτικής (δεν υπάρχει πρόβλημα στην αναγνώρισή του: η τρομοκρατία, stricto sensu, είναι απάνθρωπη πρακτική). Κι όμως έξω από την επανάσταση η βία της τρομοκρατίας συνέχισε να καρπώνεται τα θύματά της. Στα είκοσι χρόνια που μόλις διανύσαμε ο θρησκευτικός ριζοσπαστισμός ήταν η πηγή νομιμοποίησης της πολιτικής βίας. Στην πραγματικότητα ο θρησκευτικός λόγος γέμισε περισσότερο το χάσμα παρά αντικατέστησε εκείνο τον πολιτικό. Βλέποντας καλύτερα οι στόχοι της ισλαμικής τρομοκρατίας παραμένουν αυστηρά πολιτικοί, αν και είναι ντυμένοι με ομολογιακά ενδύματα. Η ιδέα της επανάστασης εξαλείφεται, αυτός δεν είναι λόγος για να ελαττωθεί η ιδέα ενός ιστορικού χρόνου tempo storico για τον οποίον αξίζει κάποιος να αγωνιστεί, αντιτιθέμενος στον παρόντα χρόνο tempo presente του οποίου συνεχίζουν να είναι θύματα οι μάζες (νεο)αποικισμένες που τίθενται έξω από τον δυτικό λόγο, την κουβέντα στη δύση. Ο ρόλος του ριζοσπαστικού Ισλάμ, αρέσει δεν αρέσει στους σχολιαστές του ατλαντικού, μετα-μορφώνει με άλλα λόγια και με άλλες ιδέες (δεν είναι πολύ χρήσιμο να τα χαρακτηρίσουμε ως «αντιδραστικά» σε αυτή την περίπτωση) τις ανησυχίες απελευθέρωσης από την εκμετάλλευση, την καταπίεση, την εξωτερική παρεμβολή, την υποταγή, που ένα μέρος του κόσμου συνεχίζει να αισθάνεται συγκεκριμένα επάνω στο πετσί του. Όπως ακριβώς η επανάσταση, ο θρησκευτικός ριζοσπαστισμός ικανοποιεί τόσο τις άμεσες ανάγκες, την κοινοτική άμυνα από τη φτώχεια που επιβάλλουν οι ιμπεριαλιστικές πολιτικές, όσο και τις ιδανικές, άϋλες, υπερβατικές ανάγκες αυτών των ίδιων μαζών (γίνονται πρωταγωνιστές και όχι μόνο θύματα της ιστορίας). Το Islam – si parva licet: esattamente come il comunismo ακριβώς όπως ο κομουνισμός– οικοδομεί το ιδεολογικό-υλικό πλαίσιο μιας κοινότητας του πεπρωμένου εντός του οποίου βρίσκουν απαντήσεις (είναι αυτονόητο, χειραγωγημένες-πλαστογραφημένες: είναι πραγματικά ανάγκη να το θυμίσουμε;) οι βασικές ανάγκες του ανθρώπου, εκείνες οι πολιτικές ανάγκες που την ίδια στιγμή που επιλύουν το πρόβλημα του ψωμιού λένε επίσης: μαχόμαστε για ένα μέλλον στο οποίο δεν θα υπάρχει πλέον αγώνας για το ψωμί. Είναι μέσα σε αυτό το πολιτικο-εσχατολογικό σενάριο που επανα-δραστηριοποιείται η διαλεκτική μεταξύ της πολιτικής τακτικής και της επαναστατικής ηθικής, στην οποία βρίσκει νόημα, για τον τρομοκράτη, να «δώσει τον θάνατο» και να πεθάνει ταυτόχρονα, θυσιάζοντας τον εαυτό του για ένα μέλλον του οποίου δεν θα απολαύσει κάποιον καρπό. Όλα αυτά, φυσικά, ευνοούνται από τη διεξοδικά θρησκευτική διάσταση που χτίζει έναν ορίζοντα νοήματος και για τα «πέρα από εδώ», εκεί όπου για τον επαναστάτη μαχητή υπήρχε μόνο ένα «από την πλευρά αυτή» που καθόριζε τον αξεπέραστο χαρακτήρα της θυσίας του. Ο πράκτορας της επανάστασης γνωρίζει ότι αγωνίζεται για κάτι εξωτερικό και ανέφικτο, και παρόλα αυτά αποφασίζει να κάνει το καθήκον τουΚάτι που συνέλαβε επίσης ο φιλελεύθερος- δημοκρατικός Turgenev, και όμως τόσο λεπτά «συνένοχος» με εκείνους τους επαναστάτες που μαρκάρισε, δεύτερος ορισμός που προοριζόταν να αποτυπωθεί μέσα στο χρόνο, σαν nihilists,νιχιλιστές. Στο ποίημα Στο κατώφλι Sulla soglia (1878) αυτό θα κάνει την πρωταγωνίστρια να λέει (διαμορφώθηκε στη μορφή της Vera Zasulič, που θα υπογράψει, ακριβώς το ’78, την πρώτη «τρομοκρατική» δράση του ρωσικού λαϊκισμού επιτιθέμενη στη ζωή του στρατηγού Trepov): «Είσαι έτοιμη στη θυσία; – Ναι. – Σε ανώνυμη θυσία; Θα αφανιστείς και κανείς…κανένας θα ξέρει ούτε καν ποιανού τη μνήμη να τιμήσει! – Δεν έχω ανάγκη ούτε για αναγνώριση, ούτε για συμπόνια. Δεν έχω ανάγκη ενός ονόματος».

Η θυσία ως συνέπεια μιας κατάστασης που δεν είναι πλέον σε θέση να υποφέρουν. Όλα αυτά, προφανώς, θεωρούνται μέσα σε μια συλλογική διαδικασία ωρίμανσης πολιτικο-υπαρξιακών επιλογών αλλιώς αδύνατο να υποστηριχτούν (και να κατανοηθούν). Αυτός είναι ο λόγος πίσω από την τρομοκρατική επιλογή. Μια επιλογή η οποία σήμερα είναι δικαίως δυσανάγνωστη. Μόλις εξαφανιστεί το πλαίσιο, σβηστεί η σχέση με τις υλικές αιτίες που τίθενται στη ρίζα μιας επιλογής ζωής, η τρομοκρατική επιλογή, τουλάχιστον ειδωμένη με τα δυτικά μάτια, αποτελεί μέρος της ψυχιατρικής παθολογίας που πρέπει να εξαλειφθεί με την θεραπεία και με το νόμο. Εξ ου και η πορεία της λύτρωσης (ένα άλλο θρησκευτικό κίνητρο) για όσους συνεργάζονται και αιώνιας τιμωρίας για εκείνους που εμμένουν στην «αμετακινησία» τους. Εάν, αντιθέτως, θέλαμε να κατανοήσουμε τους λόγους πίσω από μια επιλογή τόσο μακριά από τις ήσυχες υπάρξεις μας, αυτό που πρέπει να κάνουμε είναι να μιλήσουμε για κάτι άλλο. Για την αδικία και την δυστυχία, την αποστέρηση και την υποτέλεια. Από εδώ μέχρι την ιστορική κατανόηση της τρομοκρατίας το πέρασμα θα είναι σύντομο.

αθλητισμός, sport

Αθλητισμός και το περιβάλλον του – Επεισόδια μιας συζήτησης για την μπάλα, τον καλύτερο ιδεολογικό μηχανισμό στην υπηρεσία του κεφαλαίου

του Gioacchino Toni

Luca Pisapia, Uccidi Paul Breitner. Frammenti di un discorso sul pallone, Σκότωσε τον Paul Breitner. Επεισόδια μιας κουβέντας για την μπάλα. Edizioni Alegre, Roma, 2018, pp. 285, € 16,00

«[Στην Ιταλία της δεκαετίας του εβδομήντα] ενώ η πολιτική στράτευση από τα κάτω αρχίζει να καταλαμβάνει τις κερκίδες των σταδίων, η ακραία πνευματική αριστερά, πέρα από πολύ σπάνιες εξαιρέσεις, δεν κατανοεί τη στιγμή για να εισέλθει στους μηχανισμούς εκείνης που είναι ήδη η σημαντικότερη πολιτιστική βιομηχανία της χώρας, αφήνοντάς την στα χέρια των αφεντικών που μπορούν, μέσω αυτής, να παράγουν τον κυρίαρχο λόγο. Ακριβώς όταν γεννιέται η στρατευμένη κριτική στον κινηματογράφο, και η εκ νέου γκραμσική ανακάλυψη επιτρέπει να εντοπίζουμε στην τέχνη και τον πολιτισμό ένα ισχυρό ιδεολογικό όπλο ικανό να επηρεάσει και να καταπνίξει την επιθυμία, κανείς δεν κάνει τον κόπο να αποικοδομήσει τη βιομηχανία της μπάλας που γεννιέται, η οποία προορίζεται μέσα σε λίγα χρόνια να υποκαταστήσει τον κινηματογράφο λόγω ευκολίας παραγωγής και κατανάλωσης. […] Κανείς δεν ασχολείται να γκρεμίσει τον τέταρτο τοίχο μεταξύ της ποδοσφαιρικής σκηνής και του θεατή, με τον τρόπο του Bertold Brecht, και η μπάλα παραμένει η πιο ισχυρή ιδεολογική συσκευή στα χέρια του κεφαλαίου: το μεγαλειώδες εργοστάσιο της αλλοτρίωσης»

Αυτό δεν είναι το βιβλίο τους, να το πούμε αμέσως σε όλους τους παθιασμένους του ποδοσφαίρου που έχουν γίνει θηράματα εκείνου του είδους νοσταλγίας της μπάλας για ένα άθλημα που μοιάζει να έχει εξαφανιστεί μαζί με την παιδική τους ηλικία, νοσταλγίας με την οποίαν, και κατά τρόπο απίστευτο, θεωρούν πως έχουν συμβληθεί και πολλοί ανήκοντες σε γενιές που εκείνου του ποδοσφαίρου έχουν μοναχά ακούσει τόσο αξιόπιστες ιστορίες όσο οι καλοκαιρινές περιπέτειες για τις οποίες γίνεται λόγος σε ένα κουρείο του παρελθόντος. Στα Επεισόδια μιας κουβέντας για την μπάλα του Luca Pisapia αυτός που αισθάνεται ορφανός ενός ποδοσφαίρου προηγούμενου του σύγχρονου δεν θα βρει κανένα ίχνος νοσταλγίας σχετικά με ένα άθλημα που ασκείται απ’ όταν οι μύλοι ήταν ακόμα λευκοί, όταν παίζονταν με γυμνά πόδια στα λιβάδια των πολλών via Gluck πριν το χόρτο μετατραπεί σε πόλη, ή όταν ακόμη τις ώρες των ντέρμπι δεν τις αποφάσιζαν οι pay tv. Κατά κάποιον τρόπο το βιβλίο αυτό μας θυμίζει ότι οι εκείνοι οι μύλοι ήταν κάθε άλλο παρά λευκοί, πως σε αυτά τα προαστιακά λιβάδια στην πραγματικότητα σπάζαμε την πλάτη χωρίς πολλή ποιητικότητα και πως στα παιχνίδια που βλέπαμε ασπρόμαυρα με μια Brionvega Algol 11 ιντσών φορητή με απόκλιση ενενήντα βαθμούς γερμένη για να διευκολύνεται η ορατότητα δεν κρύβονταν ρομαντικά ανάμεσα στα τρανζίστορ ένα ποδόσφαιρο και ένας κόσμος πολύ καλύτεροι από εκείνους που είναι κρυμμένοι μεταξύ των επεξεργαστών των σημερινών εκατό ιντσών υψηλής ευκρίνειας έξυπνων τηλεοράσεων.

Πεπεισμένος για την τρέχουσα αδυναμία ενός οργανικού λόγου για την μπάλα, είναι μέσω μιας σειράς επεισοδίων επάνω στην κουβέντα που ο Pisapia προσπαθεί να αποκαταστήσει την πολυπλοκότητά της περιορίζοντας ταυτόχρονα οποιαδήποτε πρόθεση συστηματοποίησης με ένα βιβλίο προικισμένο με αφηγηματική δομή στην οποία οι πραγματικοί και φανταστικοί χαρακτήρες είναι αλληλένδετοι, μυθοπλασία και τεκμηριωμένα γεγονότα, ποδόσφαιρο και πολιτική, οικονομία και μέσα ενημέρωσης. Προσπαθώντας να καταστήσει εύλογο το αληθινό και το αντίστροφο ο συγγραφέας σκοπεύει να εκφράσει την παρουσία του μακρού χεριού του κεφαλαίου στο άθλημα που ακολουθείται περισσότερο στον κόσμο, χέρι που κινεί τα νήματα των μεγάλων θεαματικών γεγονότων σε παγκόσμια θέαση για τον διπλό σκοπό να δημιουργήσει κέρδος και να πλαστογραφήσει φαντασιακά καθιστώντας αυτά που υπάρχουν πίσω από τα παρασκήνια απρόσωπα, μη παρουσιάσιμα.

Το άνοιγμα ανήκει στο αργεντίνικο Mundial του 1978, εκείνο που παίχτηκε στο δέρμα εκείνων των εξαφανισμένων-desaparecidos που βασανίστηκαν και δολοφονήθηκαν κατά τη διάρκεια του Proceso de Reorganización Nacional που τέθηκε σε εφαρμογή από το διαβόητο στρατιωτικό καθεστώς του Jorge Rafael Videla και κρατήθηκαν στο σκοτάδι από τα διεθνή μέσα ενημέρωσης καθ όλη τη διάρκεια των αναμετρήσεων εν μέρη στο όνομα μιας αξιολύπητης ουδετερότητας του αθλητισμού και εν μέρει στο όνομα του κέρδους. Στην Ιταλία της πτωτικής πορείας των κινημάτων και της εθνικής αλληλεγγύης δεν είναι λίγα τα όργανα πληροφόρησης που εμφανίζονται όχι πολύ εχθρικά προς το αργεντίνικο καθεστώς και γενναιόδωρα στην τέχνη της ελαχιστοποίησης της άγριας καταστολής που διεξάγεται στη χώρα. Σε αυτό το μερίδιο του λέοντος ανήκει στην «Corriere della sera» που έχει έναν ιδιοκτήτη της εκδοτικής ομάδας και έναν διευθύνοντα σύμβουλο οι οποίοι είναι εγγεγραμμένοι στην P2 μασονική Στοά, την ίδια στην οποία ανήκουν αρκετοί εξέχοντες στρατιωτικοί της Αργεντινής, όπως ο στρατηγός Suárez Mason και ο ναύαρχος Massera, που δεν φείδεται, αυτός ο τελευταίος, να υποστηρίζει την ομάδα της οδού Solferino στην απόκτηση σε τιμές ευκαιρίας εγκαταστάσεων του μεγαλύτερου εκδοτικού οίκου της Αργεντινής που απαλλοτριώθηκε από το καθεστώς.

«Ενώ η καταστολή το 1978 φθάνει στο αποκορύφωμα της απέχθειας, στο Estadio Monumental του Μπουένος Άιρες οι Ολλανδοί και η Αργεντινή παίζουν τον τελικό του Παγκοσμίου Κυπέλλου. Ο στόχος του καθεστώτος είναι το μεγάλο γεγονός να αποσπάσει την προσοχή από το λουτρό αίματος στο οποίο βυθίζεται η Χώρα. Μάταια προσπαθεί να εξαφανίσει ακόμα και τον Arcadio Lopez, μια μυστηριώδη φιγούρα που αναγκάζεται μέσα σε ένα bunker να παρακολουθεί τον τελικό από μια μικρή τηλεόραση, υποφέροντας από σπαραξικάρδιες κραυγές και εσωτερικές φωνές».

Νάμαστε σε εκείνη την 25η ιουλίου 1978, εκείνη την κυριακή το απόγευμα, που μεταδίδεται παγκοσμίως, στην οποία παίζεται ο τελικός του Παγκοσμίου Κυπέλλου μεταξύ Αργεντινής και Ολλανδίας. Και πάλι ένας τελικός για την Ολλανδία, μετά από αυτόν που έπαιξε το 1974 εναντίον της Δυτικής Γερμανίας όπου, παρά την ήττα, έδειξε στον κόσμο την ουσία του «ολοκληρωτικού ποδοσφαίρου», δηλαδή, για να χρησιμοποιήσουμε τα λόγια του Sandro Modeo, «ένα στυλ παιχνιδιού που βασίζεται στη συνεργασία και τη συλλογική σκέψη, ένα στυλ του οποίου ο ρυθμός βασισμένος στην προσοχή στο χρόνο και το χώρο προσανατολίζει την ομάδα ανεξάρτητα από τον αντίπαλο».

Αυτή του 1974 είναι η Ολλανδία που καθοδηγείται από τον Rinus Michels που έχει πειραματιστεί με τον Ajax ένα συλλογικό ποδόσφαιρο με γεωμετρική ακρίβεια και που στην διήγηση προσδιορίζεται με την «depilastrizzazione που στη δεκαετία του Eξήντα έδωσε τη θέση της στην κατεδάφιση των ιερών πυλώνων στους οποίους ήταν κάθετα χωρισμένη η ολλανδική κοινωνία στο όνομα μιας πιο δυναμικής και λειτουργικής κοινωνικής συνοχής», στις γεωμετρικές τοπικές καλλιέργειες και στον πολεοδομικό σχεδιασμό του Άμστερνταμ »όπου τα εξπρεσιονιστικά κτίρια με τις επικλινείς στέγες και τις εκκεντρικές προσόψεις συνδιαλέγονται με τον λειτουργικό πολεοδομικό σχεδιασμό της κυψέλης, συμβάλλοντας στην κατασκευή μονάδων πολλαπλών χρήσεων όπου κάθε στοιχείο είναι πλήρες μόνο σε σχέση με τα στοιχεία που το περιβάλλουν». Ο Michels, που μοιάζει πραγματικά να ενσαρκώνει την προτεσταντική-καπιταλιστική ηθική, επιβάλλει στις ομάδες του μια σιδερένια πειθαρχία και εξαντλητικές προπονητικές πρακτικές, τόσο πολύ ώστε να αποκαλείται «ο Στρατηγός» από τους παίκτες του. «Όπως ο Ėjzenštejn, έτσι και αυτός σχεδιάζει σκίτσα αμιγούς αφαίρεσης σε λευκά φύλλα, δυναμικές γραμμές που στοχεύουν στην κατάληψη κάθε πιθανού χώρου», πυκνούς ιστούς περασμάτων που επιτίθενται στον χώρο και τον μειώνουν σε ενότητες.

Στα ίδια χρόνια κατά τα οποία η Ολλανδία αφιερώνεται στο totaalvoetbal, στο γήπεδο της Liverpool επιβάλλεται το passing game του William “Bill” Shankly: το ποδόσφαιρο δύο αγγιγμάτων, συλλογική εργασία και τρέξιμο, με την μπάλα που πρέπει να εξημερωθεί και να διανεμηθεί γρήγορα. «Είναι το loop της γραμμής συναρμολόγησης και της εξόρυξης. Είναι η κομμουνιστική πειθαρχία, ο μυστικισμός της μηχανικής […], όπως στο ορυχείο έτσι και στο γήπεδο ποδοσφαίρου παίζουν μαζί, ο καθένας πρέπει να είναι σε θέση να εκπληρώσει το καθήκον του καθενός, να δώσει εκείνο που είναι σε θέση να δώσει για να λάβει αυτό που χρειάζεται να λάβει».

Οι Michels και Shankly, όπως λέει στο βιβλίο, μπορούν να θεωρηθούν ως απόγονοι του ούγγρου Béla Guttmann, «όνομα πολλών συστατικών και λειτουργικών στοιχείων ενός μύστη της μηχανικής που υπάρχει από και για πάντα, το οντολογικό έμφυτο σχέδιο στο οποίο βρίσκουν οι Rinus Michels και Bill Shankly έμπνευση για να θέσουν τα θεμέλια του ολοκληρωτικού ποδοσφαίρου ». Είναι ακριβώς ο Guttmann, μετά τον πόλεμο, που θέτει στη σκηνή ένα παιχνίδι στο οποίο η πειθαρχία και η φαντασία αναμειγνύονται, η νεωτερικότητα και η παρακμή, με βάση το «δώσε την μπάλα-ξαναδώστην και σούταρε», όπου ενώνονται η προσωπική και αντάρτικη έλλειψη δυναμισμού ενός καλλιεργημένου και χαμένου γιου μιας παρηκμασμένης αυτοκρατορίας και η αυστηρότητα του κομμουνιστικού ποδοσφαίρου του Gusztáv Sebes που κάνει μεγάλη την Aranycsapat, την “ομάδα από χρυσάφι”», της Ουγγαρίας των χρόνων Πενήντα.

Ο Ajax του Michels και η Liveroppol του Shankly συναντώνται στο Champions Cup γύρω στα μέσα της δεκαετίας του ’60 που σηματοδοτήθηκε από μια ευρεία επιθυμία συλλογικής χειραφέτησης. «Στα οδοφράγματα που σηκώθηκαν στους δρόμους, στις πορείες που πλημμύριζαν τις πλατείες, στις καταλήψεις που ξαναγράφουν την καθημερινή λειτουργία των τόπων μελέτης και εργασίας και διασκέδασης, οι άνεμοι των ελευθεριακών περιστάσεων πνέουν στην ήπειρο από διαφορετικές κατευθύνσεις. Έτσι και στο ποδόσφαιρο. Το ολοκληρωτικό ποδόσφαιρο του Rinus Michels είναι η καπιταλιστική σοσιαλδημοκρατία κόρη του καλβινισμού. Το ολοκληρωτικό ποδόσφαιρο του Bill Shankly είναι η αμοιβαία κομμουνιστική συνεργασία κόρη των αγώνων των εργατών. Και οι δύο είναι τέτοιες σαν αποτέλεσμα αλλαγής των σχέσεων παραγωγής σε μια δεδομένη ιστορική εποχή και σε ένα δεδομένο γεωγραφικό πλαίσιο, όπως φαίνεται από έναν από τους σημαντικότερους επιγόνους τους: τον ρώσο συνταγματάρχη Valerij Lobanovs’kvj […] την υψηλότερη έκφραση της ακαμψίας του επιστημονικού σοσιαλισμού που εφαρμόζεται στο ποδόσφαιρο […] Απόφοιτος της μηχανολογίας και πιστός στη γραμμή του κόμματος, ο Valerij Lobanovs’kvj γνωρίζει ότι πρέπει να μεταφράσει τη νέα κυβερνητική πορεία του υπαρκτού σοσιαλισμού στα γήπεδα ποδοσφαίρου». Και εδώ ανοίγει μια άλλη ιστορία, όλη να την διαβάσουμε.

Επιστρέφοντας σε εκείνη την 25 ιουλίου του 1978 με εκείνη τη θλιβερή φιγούρα του Arcadio Lopez που αρχίσαμε να γνωρίζουμε στις πρώτες σελίδες του βιβλίου προσπαθώντας να βουλώσει τα αυτιά του μάταια για να μην ακούει τις φωνές που βουίζουν στο κεφάλι του και «τις ελπιδοφόρες διεκδικήσεις για έναν καλύτερο κόσμο να υπόκεινται σε ηλεκτρικές εκκενώσεις που παραμορφώνουν τα γυμνά σώματα που με δυσκολία τις ανέχονται»με τις οποίες βρίσκεται να μοιράζεται το bunker των βασανιστηρίων, εκείνη είναι η ημέρα που η Ολλανδία, προπονούμενη αυτή τη φορά από τον Ernst Happel, βγαίνει ξανά νικημένη από έναν τελικό του Κυπέλλου του κόσμου. Κάτω από τα μάτια του Videla στο Estadio Monumental του Μπουένος Άιρες και των πολλών Arcadio Lopez μπροστά στις τηλεοράσεις, η Αργεντινή που προπονείται από τον σοσιαλιστή César Luis Menotti ο οποίος επιμένει να μας λέει ότι έχει οδηγήσει την ομάδα για τον λαό και όχι για το καθεστώς, γιορτάζει, και μαζί της η στρατιωτική δικτατορία. Σε κάποιους ιταλούς δημοσιογράφους απεσταλμένους στην Αργεντινή δεν απομένει παρά να επιμείνουν στην οργανωτική αποτελεσματικότητα, την ευγένεια των οδηγών ταξί και την νοστιμιά που έχουν οι μπριζόλες που σερβίρονται στο Μπουένος Άιρες. Ούτε οι επίμονες μητέρες της Plaza de Mayo καταστρέφουν την όρεξη και την παράσταση σε μεγάλο μέρος από τους φημισμένους γραφιάδες της δημοσιογραφίας μας (αθλητικής και όχι).

Στο δεύτερο μέρος του βιβλίου η ιστορία μετακινείται στη Βραζιλία, σχεδόν σαράντα χρόνια μετά το Mundial της ντροπής του 1978. Αργεντίνικη ντροπή, φυσικά, αλλά και του υπόλοιπου εκείνου κόσμου που σκέφτηκε, στην καλύτερη περίπτωση, να αναστείλει για τη διάρκεια της παράστασης την κρίση και να εστιάσει την προσοχή μόνο στα πράσινα ορθογώνια που προβάλλονται από τις καθοδικές λυχνίες, σεβόμενος αυστηρά τον κανόνα του θεατή που λέει πως πρέπει να προσποιούμαστε ότι δεν υπάρχει τίποτα έξω από τον αγωνιστικό χώρο, αποφεύγοντας έτσι να σκεφτεί τι απομένει έξω από τα ορθογώνια του παιχνιδιού, έξω από τα τηλεοπτικά πλάνα και από τις διηγήσεις των περισσότερων απεσταλμένων.

Περνάμε λοιπόν σε εκείνα τα Παγκόσμια Κύπελλα του 2014 όπου «τα μέσα μαζικής ενημέρωσης επικεντρώνουν τα φώτα τους στα γήπεδα ποδοσφαίρου της Βραζιλίας, αφήνοντας στη σκιά τις διαμαρτυρίες ενάντια στις σπατάλες και τις βάρβαρες επιχειρήσεις « ευπρεπισμού» της κυβέρνησης. Εδώ συναντάμε, μεταξύ των υψηλότερων κτιρίων στο Ρίο ντε Τζανέιρο τον »κ. Μ., έναν βρώμικο σούπερ αστυνομικό που σκοπεύει να καλύψει τις ίντριγκες της FIFA.» Τα βραζιλιάνικα γεγονότα διασχίζονται από επεισόδια που προέρχονται από την εποχή των σφιγμένων γροθιών στον αθλητισμό: από εκείνες που υψώνονται στον ουρανό από τους αφροαμερικανούς Tommie Smith και John Carlos στους ολυμπιακούς αγώνες του Μεξικού του 1968, που γνωρίζουν καλά πώς να ανάψουν φωτιές και να μείνουν στην ιστορία, σε εκείνες ικανές να προκαλέσουν μοναχά μια σπίθα του Paolo Sollier, του ιταλού ποδοσφαιριστή της Avanguardia operaia που καταγγέλλει δημοσίως τις παραμορφώσεις και υποκρισίες εκείνου του ποδοσφαιρικού κόσμου που θέλει να μείνει έξω από οτιδήποτε άλλο.

Έπειτα, υπάρχει χώρος για την αλληλοσύνδεση του αθλητισμού και της πολιτικής σε εκείνη τη Χιλή η οποία ανακηρύσσει τον στρατηγό Pinochet με κανονιές στις 11 σεπτεμβρίου 1973 με την μη ασήμαντη βοήθεια με αστέρια και ρίγες. Στη συνέχεια πέφτουμε επάνω στην άρνηση της σοβιετικής Ένωσης να παίξει στη Χιλή ένα παιχνίδι για τα προκριματικά του παγκοσμίου κυπέλλου του 1974 στη Γερμανία, άρνηση που αναγκάζει τη χιλιανή στρατιωτική χούντα να υπερβεί τα όρια του γελοίου παρουσιάζοντας την ομάδα της στον αγωνιστικό χώρο απουσία του αντιπάλου και σκοράροντας με τον αρχηγό Francisco Valdés το γκολ της πρόκρισης. Εάν η ΕΣΣΔ διατηρεί την ίδια αδιαλλαξία προς τη χιλιανή δικτατορία και το 1976, όταν αρνείται να αντιμετωπίσει την ομάδα του τένις στον ημιτελικό του Κυπέλλου Davis, αντιθέτως χωρίς πολλούς ενδοιασμούς συμμετέχει κανονικά στο παγκόσμιο κύπελλο ποδοσφαίρου του 1978 στην Αργεντινή των στρατιωτικών.

Άλλα επεισόδια της κουβέντας για την μπάλα είναι αφιερωμένα στον ποδοσφαιριστή Rachid Mekhloufi που εγκαταλείπει τη φανέλα της εθνικής ομάδας της Γαλλίας για να φορέσει εκείνη του αλγερινού Front de Libération nationale, πεπεισμένος ότι αυτό που έχει καταφέρει να κάνει για τους κολασμένους της γης, το έκανε με την μπάλα ανάμεσα στα πόδια, παίζοντας για την επανάσταση. Με ένα άλμα στο Αμβούργο το βιβλίο εστιάζει στον Volker Ippig, τερματοφύλακα της St. Pauli που ζει μεταξύ των καταληψιών της γειτονιάς και που γύρω από τα μέσα της δεκαετίας του Ογδόντα αποφασίζει να μετακινηθεί προς τη Νικαράγουα για έξι μήνες για να διδάξει το ποδόσφαιρο στα παιδιά στα σχολεία του Frente Sandinista de Liberación Nacional, για να επιστρέψει κατόπιν στο Αμβούργο να υπερασπιστεί ξανά την εστία της St. Pauli μέχρι το τέλος της αγωνιστικής δραστηριότητας όταν, μη μπορώντας να ανακυκλωθεί μέσα στον κόσμο του ποδοσφαίρου, τελικά βρίσκει εργασία στο λιμάνι. Σχετικά με τη γερμανική πόλη της Βόρειας Θάλασσας, κάποιες σελίδες του βιβλίου δεν μπορούσαν παρά να είναι αφιερωμένες στην διαπλοκή αθλητισμού- πολιτικής που χαρακτηρίζει την περιοχή μεταξύ της Hafenstrasse και του Millerntor-Stadion της St. Pauli.

Επιστρέφοντας στο Παγκόσμιο Κύπελλο Βραζιλίας του 2014, σε αυτούς η ιταλική εθνική ομάδα φτάνει μετά την κάκιστη φιγούρα τέσσερα χρόνια νωρίτερα στη Νότια Αφρική. Σε εκείνη την περίπτωση ζητήθηκαν οι αιτιολογίες της καταστροφής στην αποβολή του Marchisio, «του μέσου της Γιουβέντους ο οποίος στην πατρίδα απολαμβάνει της ασυλίας που κατοχυρώνεται στους bianconeri από το πρώτο άρθρο του ποδοσφαιρικού Συντάγματος». Ο αποδιοπομπαίος τράγος, φθάνει να μην παραδεχτούν την ήττα ολόκληρου του έθνους, πρέπει να βρεθεί. «Γι αυτό αθλητικοί δημοσιογράφοι, ειδικοί της επικοινωνίας των πρακτορείων μάρκετινγκ που χρησιμοποιεί η ιταλική ομοσπονδία ποδοσφαίρου, πρώην πολιτιστικοί αντάρτες κατά τη διάρκεια του πανεπιστημίου που κεραυνοβολήθηκαν επάνω στην οδό της εξουσίας, θέτουν ήδη σε κίνηση το εργοστάσιο συναίνεσης. Το θύμα, προκειμένου να επαναληφθεί η απόλυτη αθωότητά του, χρειάζεται έναν αποδιοπομπαίο τράγο καταδικασμένο να περιπλανιέται στην έρημο κουβαλώντας επάνω του τις αμαρτίες του έθνους. Για τη Βραζιλία του 2014 επιλέχθηκε ο Mario Balotelli: ο νέγρος».

Το Επεισόδια… Frammenti di un discorso sul pallone μεταφέρει αυτούς που διαβάζουν στο Παγκόσμιο Κύπελλο των ΗΠΑ το 1994, «όταν το ποδόσφαιρο υπέστη την οριστική μετατροπή σε ένα τηλεοπτικό προϊόν, το οποίο παρακολουθούμε μέσα από τα μάτια ενός παιδιού που κοιτάζει μια οθόνη μέσα σε ένα τεράστιο εμπορικό κέντρο με δυστοπική και ballardiana ατμόσφαιρα».

Υποστηρίζει ένας χαρακτήρας στο βιβλίο ότι εάν και το ποδόσφαιρο γνωρίζει την πρώτη βιομηχανική επανάσταση στο τέλος του δέκατου ένατου αιώνα με την κωδικοποίησή του σε «πολιτιστική βιομηχανία που μπορεί να εισαχθεί σε μια καπιταλιστική οικονομία οικογενειακής μήτρας, όπως ο τομέας της κλωστοϋφαντουργίας ή της μεταποίησης», η δεύτερη βιομηχανική επανάσταση θα ξεκινούσε με την έλευση της τηλεόρασης στο ποδόσφαιρο μέσα στη δεκαετία του Εξήντα για να φτάσει στη συνέχεια στο αποκορύφωμά της τις μέρες μας. Η τρίτη επανάσταση αντιθέτως θα έπρεπε να έχει σχέση με τη δυνατότητα που προσφέρεται στο χρήστη από τις νέες τεχνολογίες για την «εξαγωγή εξατομικευμένων προγραμμάτων κατανάλωσης». Πέρα από τους μελλοντικούς μετασχηματισμούς, σίγουρα η εμφάνιση της τηλεόρασης, και όχι μόνο στο ποδόσφαιρο, αποτέλεσε ένα σημαντικό σημείο καμπής, και όταν υπάρχουν στη μέση οι τηλεοράσεις η λέξη κλειδί είναι «the show must go on – η παράσταση πρέπει να συνεχιστεί», και λίγες ιστορίες, και από αυτή την άποψη ούτε οι νεκροί μπορούν να σταματήσουν την μηχανή του θεάματος και των επιχειρηματικών υποθέσεων.

Η επανάσταση της τηλεόρασης έχει συνδυαστεί με εκείνη των «ατομικών καθισμάτων» στα στάδια, δομές που, χάρη στις ολοένα και υψηλότερες τιμές, πρέπει να γίνουν μέρη προσβάσιμα σε περιορισμένο αριθμό θεατών που βρίσκονται υπό έλεγχο ενώ οι άλλοι θα πρέπει να προσφύγουν στη συνδρομητική τηλεόραση. Οι τραγωδίες του Haysel στις Βρυξέλλες στις 29 μαΐου 1985 και του Hillsborough στο Σέφιλντ στις 15 απριλίου 1989, αποδείχτηκαν από αυτή την άποψη ευκαιρίες που δεν πρέπει να χαθούν για να πιεστεί περαιτέρω ο επιταχυντής του μετασχηματισμού που βρίσκεται σε εξέλιξη.

Για να τα πούμε όλα, στην περίπτωση του Σέφιλντ η κυβέρνηση της Μάργκαρετ Θάτσερ προσπαθεί με κάθε τρόπο να αποκρύψει τις οργανωτικές ευθύνες που σχετίζονται με τους χώρους που έχουν δεσμευτεί για τους οπαδούς και την λανθασμένη συμπεριφορά των αστυνομικών δυνάμεων που, μαζί με την ισχυρή περίφραξη ενάντια στις εισβολές που εισήγαγε η κυβέρνηση μετά την τραγωδία του Heysel, βοήθησαν να παγιδευτούν οι παρόντες σε ένα πολύ μικρό χώρο. Η κυβέρνηση της Σιδηρής Κυρίας έφτασε μάλιστα στο σημείο να εκμεταλλευτεί τον εξυπηρετικό προς αυτήν Τύπο για να διαδώσει ψευδείς και παρεκκλίνουσες έρευνες σχετικά με τις ευθύνες για το περιστατικό. “The show must go on”, σίγουρα, και μαζί με το θέαμα πρέπει να γίνουν τα πάντα ώστε να προωθηθεί κάθε προσπάθεια να καταστεί ακόμα πιο κερδοφόρο, με οποιοδήποτε απαραίτητο μέσο. Αλίμονο, ο κόσμος των επιχειρήσεων δεν διστάζει, δεν αμφιταλαντεύεται ποτέ μπροστά στους νεκρούς.

Μερικά αποσπάσματα μπαλαδορικής κουβέντας είναι επίσης αφιερωμένα στον Éric Cantona, έναν μαρσεγιέζο στον οποίο ο ρόλος του απλού ποδοσφαιριστή, αν και εξαιρετικού, του ήταν πάντα σφιχτός και που, πάνω απ ‘όλα, ποτέ δεν απέφυγε να λέει και να κάνει εκείνο που περνούσε απ’ το κεφάλι του: από το πάθος για την ζωγραφική στο να δηλώνει ότι προσελκύεται από την άρνηση της εξουσίας που ασκούσαν οι γάλλοι ληστές της δεκαετίας του ’70 Mesrine και Spaggiari, από τις εκστρατείες για να καταρρεύσει το τραπεζικό σύστημα στο να προσφέρεται για τη διαφήμιση μεγάλων εμπορικών σημάτων, από τη στάση του εναντίον γάλλων πολιτικών στη μόδα μέχρι τις κινηματογραφικές του συμμετοχές.

Αφού άνοιξε με το Παγκόσμιο Κύπελλο του 1978 στην Αργεντινή, το βιβλίο κλείνει με μια ιστορία επικεντρωμένη σε εκείνο τον Paul Breitner που βρίσκουμε στον τίτλο του τόμου, εκείνου του γερμανού ποδοσφαιριστή που συνήθιζε να παρουσιάζεται στις προπονήσεις της Μπάγερν Μονάχου με το Μικρό Κόκκινο Βιβλίο του Μάο πεπεισμένου πως μπορούσε να συμβιώνει τον κομμουνιστικό του λόγο με τα χρήματα που κέρδιζε στην Ρεάλ Μαδρίτης, την ομάδα του Φρανσίσκο Φράνκο, και που γι αυτές του τις αντιφάσεις καταλήγει, σε αυτές τις σελίδες, στόχος ορισμένων μελών της Rote Armee Fraction.

«Ποια σχολή παιχνιδιού, σημαία ή αντίληψη της μπάλας κατάφερε να ξεφύγει από τις λογικές του κεφαλαίου; Όλες, καμία. Επειδή το παιχνίδι της μπάλας γεννιέται ήδη σύγχρονο. Είναι ένα εμπόρευμα, μια συσκευή του θεάματος και ένας μηχανισμός εξουσίας ». Ο Luca Pisapia καταπίνεται βαριά. Οι παθιασμένοι του ποδοσφαίρου αιχμάλωτοι της ρομαντικής νοσταλγίας για το ποδόσφαιρο των αναμνήσεων προειδοποιήθηκαν στην αρχή: το Uccidi Paul Breitner. Frammenti di un discorso sul pallone πραγματικά δεν είναι το βιβλίο τους.

 

https://www.carmillaonline.com/2019/01/22/sport-e-dintorni-frammenti-di-un-discorso-sul-pallone-il-miglior-apparato-ideologico-al-servizio-del-capitale/