μεγαλείο χαρακτήρα!, grandezza carattere !

μιλά ο Salvatore Ricciardi στην κατάληψη Terra Incognita

Per Comp greci για τους έλληνες Συντρόφους

= ΜΕΤΑ ΤΟΝ ΠΟΛΕΜΟ –

Γεννήθηκα και μεγάλωσα στις γειτονιές της Ρώμης που εκείνη την εποχή ήταν πολύ πολιτικοποιημένες και αριστερές: Garbatella και Testaccio, έγιναν σήμερα γειτονιές μικρής- μεσαίας αστικής τάξης και ψυχαγωγίας. Η γέννησή μου συνέπεσε με την αρχή εκείνης της σφαγής στην οποία το καθεστώς έριξε τη χώρα, τον 2ο παγκόσμιο πόλεμο. Ένας πόλεμος, πέρα από μια μεγάλη σφαγή, είναι επίσης μια θύελλα κοινωνικής κινητικότητας. Φτωχοποιεί κάποιους και πλουτίζει άλλους. Όσοι πλουτίζουν είναι οι πιο έξυπνοι, εκείνοι που δεν έχουν ενδοιασμούς, αυτοί που είναι διατεθειμένοι να κλέψουν από τους νεκρούς, να εκμεταλλευτούν την πείνα και τη δυστυχία των άλλων. Μετά από κάθε πόλεμο εμφανίζονται τα χειρότερα στοιχεία της ανθρωπότητας, εκείνοι που γίνονται η νέα άρχουσα τάξη χρήσιμη στην διατήρηση της καπιταλιστικής τάξης.

Στις γειτονιές ήταν συνεχείς οι βίαιες επιθέσεις από ιδιοκτήτες κτιρίων (επιχειρηματίες εργολάβοι) οι οποίοι, σε συνεργασία με τους διοικητικούς διαχειριστές της πόλης, έκλεβαν εκείνο τον λίγο πράσινο και ελεύθερο χώρο που υπήρχε.

Η παραμορφωμένη ανάπτυξη της δεύτερης μεταπολεμικής περιόδου προκάλεσε μια μαζική μετανάστευση στη δεκαετία του ’51 -61: ο Νότος παρουσίαζε ένα αρνητικό δημογραφικό ισοζύγιο 1.700.000 μονάδων. Ο πληθυσμός στο νότο μειώνονταν. Ταυτόχρονα, η πόλη του Τορίνο αύξανε τον πληθυσμό της κατά 50% και η Fiat πολλαπλασίαζε τους υπαλλήλους της από 50.000 στη δεκαετία του ’50 σε 128.000 το 1968, σε 140.000 το ’69. Στη δεκαετία μεταξύ του ’52 και του ’62, περίπου 15.000.000 ιταλοί, περίπου το ένα τρίτο του πληθυσμού, άλλαξαν διαμονή. Ποτέ δεν υπήρξε, μια τόσο μεγάλη κινητικότητα, στη χώρα.

= ΞΑΝΑΡΧΙΖΕΙ Η ΑΝΤΑΓΩΝΙΣΤΙΚΗ ΣΥΓΚΡΟΥΣΗ –

Η δεκαετία του ’50 υπήρξαν χρόνια σκληρής κυβερνητικής καταπίεσης και από τους εργοδότες, η κυβέρνηση ήθελε να εξαλείψει την ταξική σύγκρουση, χτυπώντας τα αριστερά συνδικάτα (Cgil), τo KKI- PCI και το ΣΚΙ-PSI με κάθε δυνατό τρόπο.

Η πρώτη διαδήλωση στην οποία πήρα μέρος τους πρώτους μήνες των χρόνων Εξήντα ήταν κατά της κυβέρνησης Tambroni, όταν οι Χριστιανοδημοκράτες (DC) προσπάθησαν να «ανοιχτούν προς τα δεξιά», τους φασίστες και τους μοναρχικούς.

Πιθανότατα αυτά ήταν τα χαρτιά που έριχνε στο τραπέζι η DC για να πείσει τους σοσιαλιστές να εισέλθουν στον κυβερνητικό χώρο (κεντροαριστερή υπόθεση) τηρώντας ορισμένες προϋποθέσεις: βοήθεια στις επιχειρήσεις, πολιτικές στενότητας για τους προλετάριους και πίστη στον ατλαντισμό, διαφορετικά ήταν έτοιμη η συμμαχία με τους φασίστες και τους μοναρχικούς. Ίσως υπήρχε και το χεράκι του Βατικανού και του Λευκού Οίκου.

Ο Tambroni παρουσιάζεται στην βουλή για να εγκαταστήσει μια μειοψηφική κυβέρνηση με μόνη την DC, αλλά αποκτά τις ψήφους του Msi (κατά γενική ομολογία πρώην φασίστες). Ένταση στη χώρα, και οι φασίστες θέλουν να την καβαλήσουν διοργανώνοντας το συνέδριο του κόμματος στη Γένοβα, χρυσό μετάλλιο της αντίστασης, κόκκινη και εργατική πόλη. Το εργατικό Κέντρο καλεί σε απεργία και πορεία στις 30 ιουνίου η οποία ολοκληρώνεται με συγκρούσεις μεταξύ διαδηλωτών και αστυνομίας, με αυτή την τελευταία να τα βρίσκει σκούρα και τον διοικητή των ομάδων ταχείας επέμβασης-celere (ομάδες αστυνομικών που εκπαιδεύονται να εφορμούν στις διαδηλώσεις) να καταλήγει, heheheh, μέσα στα νερά του συντριβανιού της Piazza De Ferrari. Το Msi αναγκάζεται να ακυρώσει το συνέδριο.

Οι συγκρούσεις συνεχίζονται σε ολόκληρη τη χώρα ενάντια στην κυβέρνηση Tambroni. Στις 6 ιουλίου στη Ρώμη συγκρούσεις μεταξύ διαδηλωτών και αστυνομίας η οποία μάλιστα επιτίθεται στην κεφαλή της πορείας που σχηματίστηκε από παρασημοφορημένους παρτιζάνους, την προηγούμενη ημέρα, στις 5 ιουλίου, η αστυνομία πυροβολεί στην Licata (Σικελία) και σκοτώνει τον Vincenzo Napoli, 25 χρόνων, τραυματίζοντας σοβαρά άλλους είκοσι τέσσερις διαδηλωτές. Στις 7 Ιουλίου, στο Reggio Emilia, η αστυνομία πυροβολεί και σκοτώνει 5 διαδηλωτές: τον Afro Tondelli (35χρονο εργάτη παρτιζάνο της 76° Sap), τον Lauro Farioli, 22 χρόνων, τον Marino Serri, 41 χρόνων [παρτιζάνο της 76ης Ταξιαρχίας], τον Ovidio Franchi (έναν 19χρονο εργάτη), τον Emilio Reverberi (39 ετών, εργάτη, είχε απολυθεί επειδή ήταν κομμουνιστής το 1951 από τις Officine Meccaniche Reggiane, παρτιζάνος στην 144η Ταξιαρχία).

Στο Palermo η αστυνομία πυροβολεί και σκοτώνει 4 άτομα, 40 τραυματίστηκαν, 300 προσήχθησαν: τον Francesco Vella (42 ετών, μάστορα οικοδόμο και οργανωτή των οικοδομικών συνδικάτων την ώρα που βοηθούσε ένα νεαρό), τον Giuseppe Malleo (16 ετών, οικοδόμο μαθητευόμενο, στρατευμένο στην κομμουνιστική νεολαία, πέθανε στις 29 δεκεμβρίου. Σκοτώνεται επίσης ο Andrea Gangitano, άνεργος 18χρονος χειρωνάκτης. Την Rosa Barbera 53 χρόνων βρίσκει μια σφαίρα την ώρα που έκλεινε τα παραθυρόφυλλα. Οι τραυματίες από πυροβόλα όπλα είναι 40. Στην Catania, ο Salvatore Novembre, 19 χρόνων, άνεργος, σφαγιάζεται από χτυπήματα γκλομπ στην πλατεία Stesicoro. Καταρρέει αιμόφυρτος στη γη. Ενώ χάνει τις αισθήσεις του ένας αστυνομικός τον πυροβολεί επανειλημμένα, σκόπιμα. Ένα, δύο, τρία χτυπήματα τον μακελεύουν, μέχρι το σημείο να καταστεί αγνώριστος. Η αστυνομία εμποδίζει, με τα αυτόματα στα χέρια, όλους εκείνους που θέλουν να βοηθήσουν τον νεαρό ο οποίος, καθώς το αίμα απλώνεται επάνω στο πεζοδρόμιο, σβήνει αργά.

Κόστισε 11 νεκρούς, δεκάδες και δεκάδες τραυματιών, εκατοντάδες συλλήψεων αυτή η μανούβρα της Dc.

= PIAZZA STATUTO 1962  –

Τα υψηλότερα σημεία της επανάληψης της ταξικής σύγκρουσης έλαβαν χώρα στο Τορίνο τον ιούνιο του 1962 με 24ωρη εθνική απεργία που κήρυξαν τα τρία συνδικάτα Fiom, Fim, Uilm. Μετά από σχεδόν εννέα χρόνια εκφοβισμού του Valletta (προέδρου Fiat), οι εργάτες της Fiat «έσπασαν τον πάγο», όπως λένε εδώ, και κατέβηκαν σε απεργία με όλους τους άλλους μεταλλουργούς. Μεταρρυθμίζεται το εργατικό μέτωπο; Μεταρρυθμίζεται η εργατική ενότητα; Είναι μοναχά ανταρσία ή είναι και συνειδητοποίηση; Ο Valletta κλείνει τη Fiat για 48 ώρες στις 25 ιουνίου. Πρόκειται για ένα  lockout. O Valletta έχει καταλάβει ότι πρέπει να διακόψει την εργατική ανάκαμψη, πρέπει να ηρεμήσει την κατάσταση. Το κατάλαβε αυτό νωρίτερα και καλύτερα από το PCI και την Cgil. 26 ιουνίου, τώρα τα νέα είναι σαφέστερα: η Fiat έχει κλείσει και θα πληρώσει μόνο το έκτακτο των 27.000 λιρετών σε όλους. «Οι Agnelli και Valletta αποδρούν μπροστά στον αγώνα των εργατών», γράφει ένα άρθρο της «Unita». 27 ιουνίου, μια άλλη ημέρα απεργίας και πικετοφοριών μπροστά στη Fiat, στα μεσαία και μικρά εργοστάσια.

Στις 7 ιουλίου, η Fiom και η Fim κηρύττουν απεργία όλων των μεταλλουργών του Τορίνο. Έξω από το Mirafiori και τα άλλα εργοστάσια σημειώθηκαν βίαιες συγκρούσεις μετά τις πικετοφορίες, οι εργάτες μπλοκάρουν τις εισόδους, αναποδογύρισαν αυτοκίνητα και χτύπησαν μερικά ηγετικά στελέχη της διοίκησης χωρίς η αστυνομία να καταφέρει να ελέγξει την κατάσταση. Στη διάρκεια του πρωινού υπήρξε η φήμη ότι η Uil και η Sida, το «κίτρινο» εργοδοτικό συνδικάτο, είχαν φτάσει σε ξεχωριστή συμφωνία με τη διοίκηση της Fiat. Μετά από αυτό 7000 εργάτες, σε απόγνωση από αυτήν την είδηση, συγκεντρώθηκαν το απόγευμα στην πλατεία Statuto μπροστά στην έδρα της Uil. Για δύο ημέρες εκείνη η πλατεία υπήρξε θέατρο μιας εκπληκτικής σειράς συγκρούσεων μεταξύ διαδηλωτών και αστυνομίας: η πρώτοι, οπλισμένοι με σφεντόνες, ραβδιά και αλυσίδες. Βιτρίνες και παράθυρα σπασμένα, στοιχειώδη οδοφράγματα, τα κορδόνια της αστυνομίας δέχονται επανειλημμένες επιθέσεις, οι αστυνομικοί απαντούν εφορμώντας στα πλήθη με τα τζιπ, πνίγοντας την πλατεία με δακρυγόνα και χτυπώντας τους διαδηλωτές με τα κοντάκια των τουφεκιών. Οι συγκρούσεις παρατείνονται μέχρι αργά το βράδυ τόσο σάββατο 7 όσο δευτέρα 9 ιουλίου 1962. Χίλιοι διαδηλωτές συλλαμβάνονται από την αστυνομία και πολλοί μηνύονται.Οι εφημερίδες και ιδιαίτερα η «La Stampa» (εφημερίδα του Τορίνο) ξεσπούν ενάντια στους διαδηλωτές.

Τα συνδικάτα, το Psi και τo Pci, όλοι συμφώνησαν ότι οι συγκρούσεις υπήρξαν το αποτέλεσμα της δράσης «προβοκατόρων». Ο Diego Novelli, ο μελλοντικός κομμουνιστής δήμαρχος του Τορίνο, δήλωσε ότι πολλοί νεαροί είχαν λάβει 1500 λιρέτες και τσιγάρα για να δημιουργήσουν ταραχές στην πλατεία. Ωστόσο, όταν έφτασε η ημέρα της δίκης, ήταν δύσκολη η αποφυγή της ανησυχητικής αλήθειας: η συντριπτική πλειοψηφία όσων συμμετείχαν στις ταραχές της piazza Statuto ήταν νεαροί εργάτες, εκ των οποίων τουλάχιστον οι μισοί ήταν νότιοι.       [Dario Lanzardo, La rivolta di Piazza Statuto- η εξέγερση της Πλατείας Statuto, 1979]

*Τα παιδιά του ιουλίου ’60 έφεραν το θυμό τους μέχρι μέσα στις θέσεις εργασίας τους, τώρα, το ’62, η ίδια γενιά έφερνε τον θυμό από το εργοστάσιο στους δρόμους. Ένα χρόνο αργότερα, τον οκτώβριο του ’63, η τάξη και η παραγωγή της Fiat ανατράπηκε από τις απεργίες των «αγριόγατων» – a «gatto selvaggio».

 

= Το πολιτικό σημείο αναφοράς μου υπήρξε η ομάδα και το περιοδικό «Quaderni Rossi» (Q.R.). που ιδρύθηκε το 1961, σύντροφοι και συντρόφισσες προερχόμενες από πολλές οργανώσεις (Cgil, Psi, Pci) και διάφορους άλλους χώρους προσχώρησαν σε αυτήν. Το ενδιαφέρον που τους ένωνε αφορούσε την ανάλυση της ταξικής πάλης στο εργοστάσιο και της καπιταλιστικής οργάνωσης της εργασίας, καθώς και ο επείγον χαρακτήρας του προβληματισμού σχετικά με τα κρίσιμα ζητήματα του μαρξισμού, τα οποία μέχρι τότε παρέμεναν βαλσαμωμένα από τις μοσχοβίτικες προσεγγίσεις που έδιδαν προτεραιότητα στη βιομηχανική πρόοδο και την τεχνολογική ανάπτυξη. Αλλά η εργατική ανάκαμψη με τους αγώνες των αρχών της δεκαετίας του ’60 έδειχνε την δυσανεξία των εργαζομένων σε αυτά τα δόγματα. Ήταν ζήτημα διερεύνησης των μορφών καπιταλιστικής κυριαρχίας επί του εργατικού δυναμικού (ο Panzieri, ο κορυφαίος θεωρητικός του Q.R. την χαρακτηρίζει: » δεσποτισμό του κεφαλαίου»). Οι αναλύσεις παράγουν μεγαλύτερη σαφήνεια για το στάδιο της καπιταλιστικής ανάπτυξης: το κεφάλαιο υποβάλλει την «τεχνολογική ορθολογικότητα» στα δικά του συμφέροντα για να ενισχύσει την κυριαρχία του σε βάρος της εργατικής δύναμης που μειώνεται όλο και περισσότερο σε δουλεία. Από εδώ, ξεκινά η προσπάθεια συνάντησης με την εργατική υποκειμενικότητα. Η εργατική έρευνα είναι το χρήσιμο εργαλείο για αυτή τη συνάντηση, σκοπός της οποίας είναι να εξακριβωθεί το πραγματικό επίπεδο συνείδησης των εργαζομένων. Συνεπώς, πρέπει να διεξάγεται με την ενεργό συμμετοχή των εργαζομένων ( συνέρευνα-conricerca) για τον προσδιορισμό των στόχων της πολιτικής παρέμβασης. Ο στόχος είναι να επιτευχθεί ο εργατικός έλεγχος στο σύνολο της παραγωγικής διαδικασίας, είναι επομένως απαραίτητο να δημιουργηθούν τα εργατικά εργαλεία για την άσκηση αυτού του ελέγχου και είναι αμέσως σαφές ότι το συνδικάτο δεν είναι κατάλληλο για το έργο αυτό. Από την γέννηση του το συνδικάτο θεωρεί τη δομή του πάγιου κεφαλαίου ως «αντικειμενική» και «ορθολογική», αφιερώνεται να διορθώσει τις στρεβλώσεις και τις αδυναμίες του κεφαλαίου, πιέζοντας την κυβέρνηση να κατευθύνει τις επενδύσεις για να ανταμείψει τα υψηλότερα επίπεδα καπιταλιστικής ορθολογικότητας.

= Για τον Panzieri το καθήκον της επαναστατικής οργάνωσης είναι να επεξεργαστεί τη σοσιαλιστική στρατηγική, προϋπόθεση της οποίας είναι η εργατική απόρριψη της μισθωτής εργασίας την οποίαν αρχίζουν να ασκούν πρακτικά τομείς της εργατικής τάξης, επινοώντας νέες μορφές αγώνα. Το καθήκον της οργάνωσης είναι να υποδείξει τις νέες κομμουνιστικές αξίες για τη μετατροπή της εργατικής συνείδησης. Μια διαδικασία μετασχηματισμού που δεν μπορεί να οριστεί εκ των προτέρων από την οργάνωση αλλά καθορίζεται από το επίπεδο του κεφαλαίου και της εργατικής τάξης.

“Το επίπεδο της τάξης εκφράζεται όχι ως πρόοδος αλλά ως ρήξη, όχι ως «αποκάλυψη» της μασκαρεμένης ορθολογικότητας που είναι εγγενής στην παραγωγική διαδικασία, αλλά ως χτίσιμο μιας ριζικά νέας ορθολογικότητας και αντίθετης προς την ορθολογικότητα που ασκείται από τον καπιταλισμό”.

[Raniero Panzieri, Sull’uso capitalistico delle macchine – Περί της καπιταλιστικής χρήσης των μηχανών 1961]

 

«Οι συνδικαλιστικές μάχες του ’62 και τα γεγονότα στην piazza Statuto έδειξαν ότι τα όνειρα μιας αρμονικής κοινωνικής ανάπτυξης που παράγεται από το «οικονομικό θαύμα» ήταν λαθεμένα. Αν από τη μία πλευρά η «έκρηξη» (επιταχυνόμενη καπιταλιστική ανάπτυξη) ευνοούσε έναν μεγαλύτερο ατομικισμό και διευκόλυνε την αφομοίωση από πλευράς του προλεταριάτου των κυρίαρχων αστικών αξιών, από την άλλη ήταν η αιτία της συνάντησης των νότιων νεαρών με τους βόρειους εργάτες και την παράδοση της Αντίστασης. Αυτή η συνάντηση είχε εκρηκτικές συνέπειες, και έδειξε πως οι ανατρεπτικές παρορμήσεις των ιταλικών λαϊκών τάξεων ήταν μακράν από το να έχουν εξαφανιστεί». [Paul Ginsborg, Storia d’Italia dal dopoguerra a oggi – Ιστορία της Ιταλίας από μετά τον πόλεμο μέχρι σήμερα 2006]

 

= Η πρόσβαση-προσέγγιση των αναλύσεων εκείνης της περιόδου θα εξαπλωθεί παντού και θα αφορά σημαντικά ζητήματα όπως τη ΜΗ ΟΥΔΕΤΕΡΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΤΕΧΝΙΚΗΣ ΚΑΙ ΤΗΣ ΕΠΙΣΤΗΜΗΣ – στην πράξη αυτό σήμαινε ότι δεν ήταν δυνατόν να πάρουμε τα καπιταλιστικά εργοστάσια και, γενικότερα, την παραγωγή έτσι όπως είναι, και να κάνουμε όλο αυτό εργαλείο για την ευημερία όλων και για ένα άλλο κοινωνικό μοντέλο. Το εργοστάσιο, η τεχνολογία, οι μηχανές, η επιστήμη είναι λειτουργικές για να παράγουν κέρδη και εξουσία για τους κυρίους-τα αφεντικά και εργατική δουλεία. ΄Έτσι και το σχολείο και η έρευνα. Όλα θα πρέπει να μετατραπούν ριζικά.

Μια ανάλυση που θέτει στο κέντρο της ταξικής σύγκρουσης την παραγωγή που πρέπει να μετασχηματιστεί, δηλαδή την καρδιά του καπιταλισμού, πολύ περισσότερο από τη διανομή. Δεν έχει κανένα νόημα να συνεχίζουμε να παράγουμε όπλα, δηλητήρια και εργαλεία θανάτου και καταστροφής και στη συνέχεια να κατανείμουμε τα κέρδη πιο ομοιόμορφα μεταξύ των τάξεων. Αυτό σημαίνει αποδοχή υποταγής στο κεφάλαιο. Αυτή ήταν η λογική των ρεφορμιστικών κομμάτων.

 

= Η άλλη προσέγγιση είναι η ΚΡΙΤΙΚΗ ΣΤΟ ΣΥΝΔΙΚΑΤΟ μιας και αυτό θεωρεί την καπιταλιστική δομή ένα αντικειμενικό γεγονός, μέσα στο οποίο θα πρέπει να επιτύχει έναν καλύτερο ρόλο, μια καλύτερη κατάσταση εργασίας. Και επίσης κριτική για την ακινησία των συνδικάτων και την λήψη αποφάσεων από την κορυφή προς τα κάτω. Οι εσωτερικές Επιτροπές, οι οποίες κατέστησαν «parlamentini-πολιτικοί οργανισμοί μειωμένης σημασίας» των διαφόρων συνδικαλιστικών οργανώσεων, κρίνονταν ανεπαρκείς. Προτείναμε φιγούρες αντιπροσώπων παρόμοιες με τον «shop-stewart», τον «εκπρόσωπο της μονάδας» των αγγλικών εργοστασίων, αλλά με ευρύτερες, πιο πολιτικές εξουσίες. Ένας «εκπρόσωπος της μονάδας»- «delegato di reparto» που εκλέγεται απευθείας από τους εγγεγραμμένους και μη εγγεγραμμένους εργαζόμενους, «όλοι ψηφοφόροι και όλοι επιλέξιμοι», ο οποίος γίνονταν κομιστής των απαιτήσεων της βάσης όχι μόνο για τα προβλήματα της μονάδας, αλλά για όλα εκείνα του εργοστασίου, της κατηγορίας της εταιρείας και της κοινωνίας ως σύνολο, τόσο σε εσωτερικό όσο και σε διεθνές επίπεδο. Σε πολλά εργοστάσια οι αντιπρόσωποι εξαπλώθηκαν και οδήγησαν σε μια μεγάλη στράτευση-δέσμευση τομέων της τάξης και για την υποστήριξη στους αντιιμπεριαλιστικούς αγώνες.

 

*Εγώ μόλις τελείωσα τα 5 χρόνια στο βιομηχανικό τεχνικό Ινστιτούτο βρήκα εργασία σε ένα εργοτάξιο μιας μεγάλης εταιρείας που έχτιζε βιομηχανικά κτίρια. Εκείνα τα χρόνια, μόλις τελειώναμε το σχολείο πηγαίναμε αμέσως να δουλέψουμε. Στις εργοτάξιο εργαζόμασταν από δευτέρα έως σάββατο, και επίσης την κυριακή το πρωί. Έμεινα εκεί λίγο παραπάνω από δύο χρόνια και εκεί γνωρίστηκα με τις πρώτες μορφές εργατικού αγώνα, την απεργία και την πικετοφορία. Άφησα το εργοτάξιο για να πάω να δουλέψω στους Σιδηροδρόμους του κράτους, ένα πολύ πολιτικοποιημένο περιβάλλον συντρόφων και εκεί ασκούσα συνδικαλιστική και πολιτική δραστηριότητα. Το καλοκαίρι του ’71, με την αριστερή πτέρυγα της Cgil, πραγματοποιήσαμε συνελεύσεις σιδηροδρομικών για να ξεκινήσουμε μια μάχη σχετικά με το ωράριο εργασίας και την ασφάλεια στο χώρο εργασίας. Το συνδικάτο στάθηκε αντίθετο, έτσι δημιουργήσαμε την Cub [επιτροπή βάσης] των σιδηροδρομικών της Roma Termini, η οποία επεκτάθηκε αμέσως στις άλλες σιδηροδρομικές εγκαταστάσεις της Ρώμης και έγινε η Cub των σιδηροδρομικών της Ρώμης, αποκτώντας σημασία και χώρο στις εφημερίδες λόγω της απεργίας 48 ωρών που καλέστηκε από την Cub ξεκινώντας από τις 9 μ.μ. της 7ης αυγούστου. Η απεργία πέτυχε παρά την, αποτυχημένη, προσπάθεια να οργανωθεί απεργοσπαστισμός από τα λεγόμενα ενωσιακά συνδικάτα. Η γέννηση ενός σώματος «αυτοοργανωμένου» όπως η Cub, διεγείρει στην ρωμαϊκή πραγματικότητα τον σχηματισμό οργανισμών «αυτοοργανωμένων» σε εργατικές δομές όπως Νοσοκομειακών (Policlicico Umberto I), Enel [ενέργεια], Sip (τηλέφωνο), ρωμαϊκά Αεροδρόμια και πολλές άλλες ακόμη και στις γειτονιές.

= ΔΙΕΘΝΙΣΜΟΣ – Η δεκαετία του 1960 ήταν γεμάτη αντιαποικιακούς αγώνες για εθνική απελευθέρωση – Κούβα 1958 – Αλγερία το 1962 και μεγάλο μέρος της Αφρικής, της Ασίας και της Λατινικής Αμερικής.

Εκείνα τα χρόνια, οι εκμεταλλευόμενοι στις βιομηχανικές χώρες και οι καταπιεσμένοι από τις αποικισμένες περιοχές, οι τελευταίοι της γης, ξεκινούσαν μια ισχυρή πίεση, σε έκταση και βάθος μεταξύ των σημαντικότερων της σύγχρονης εποχής. Είχαν σταματήσει να υπομένουν στη σιωπή και, όπως προέτρεπαν τα πρώτα λόγια του ύμνου της Διεθνούς: «debout les damnés de la terre»- »ξεσηκωθείτε κολασμένοι της γης’‘, σηκώθηκαν στα πόδια τους, με χιλιάδες προβλήματα και αντιφάσεις, αλλά ήθελαν να οδηγηθούν προς την απελευθέρωσή τους, και μεγάλο μέρος των νέων γενεών των ευρωπαϊκών χωρών επιθυμούσε να σταθεί στο πλάι τους, όχι μόνο με την αλληλεγγύη.

 

* Εμείς οι νέοι εκείνων των χρόνων ζούσαμε τα ζητήματα της εργασίας και τα διεθνή με τρόπο αλληλένδετο. Ένα σύνθημα που εξαπλώθηκε εκείνες τις μέρες ήταν το εξής: «Agnelli (ή ένας άλλος ιδιοκτήτης εταιρείας) έχεις το Βιετνάμ μες το συνεργείο «. Με αυτή την έννοια είχαμε αποδεχτεί το μήνυμα του «Τσε» «Crear dos, tres muchos Vietnam, es la consigna-Να δημιουργήσουμε δυο, τρία πολλά Βιετνάμ, αυτό είναι το σύνθημα!”

 

= Ο “Τσε”     Τι μπορούμε να προσθέσουμε που δεν έχει ήδη γραφτεί για τον Che;

Οι επιλογές της ζωής του μας σημάδεψαν όπως τα πολιτικά του μονοπάτια. Η δύναμη του Τσε ήταν ότι σφράγισε άρρηκτα τις επιλογές της ζωής με τα επαναστατικά του ιδανικά. Η συνέπεια υπήρξε το πιο συναρπαστικό στοιχείο της διδασκαλίας του, εκείνη που αγνοήθηκε περισσότερο από το πολιτικό περιβάλλον και της αριστεράς. Μπορούσαμε να ενθουσιαστούμε για μια περιπετειώδη ζωή, αλλά δεν μπορούσαμε να προσποιηθούμε πως αγνοούσαμε ότι εκείνη τη ζωή ο Τσε την είχε αφιερώσει σε ένα συγκεκριμένο σχέδιο που είχε εξηγήσει χίλιες φορές με χιλιάδες τρόπους, τα λόγια του δεν επέτρεπαν παρερμηνείες, δισταγμό, αναποφασιστικότητα:

Η αλληλεγγύη του προοδευτικού κόσμου με τον λαό του Βιετνάμ έχει την ίδια γεύση της πικρής ειρωνείας που είχε για τους μονομάχους του τσίρκου η προτροπή της πλέμπας, δεν μιλάμε να ευχόμαστε τη νίκη στο θύμα, αλλά να μοιραζόμαστε τη μοίρα του: να πάμε μαζί του στο θάνατο ή στη νίκη. […] Και οι αγώνες δεν θα είναι απλές μάχες στο δρόμο, πέτρες ενάντια σε δακρυγόνα, ούτε γενικές ειρηνικές απεργίες, ούτε θα είναι ο αγώνας ενός εξοργισμένου λαού που καταστρέφει τον κατασταλτικό μηχανισμό μέσα σε δύο ή τρεις μέρες, θα είναι ένας μακρύς, αιματηρός αγώνας […] Και ημών εκμεταλλευόμενων του κόσμου, ποια είναι η θέση μας, ποιο είναι το καθήκον μας; Τι πρέπει να κάνουμε; Να επιτεθούμε σκληρά, αδιάκοπα σε κάθε σημείο της αντιπαράθεσης, πρέπει να είναι η γενική τακτική των λαών. […] Από την άλλη οι αυτόχθονες μπουρζουαζίες έχουν χάσει κάθε ικανότητα να αντιταχθούν στον ιμπεριαλισμό – εάν ποτέ την είχαν  – […] Δεν υπάρχουν άλλες αλλαγές να γίνουν: ή σοσιαλιστική επανάσταση ή μια καρικατούρα επανάστασης.

Η διαφορά μεταξύ της πρότασης του Τσε και της σκέψης που μας έρχονταν από το Κκι και τη Μόσχα ήταν τεράστια: ο Che παρότρυνε να έχουμε πάντα μια διεθνή ματιά, να εκτιμούμε ότι η σύγκρουση μεταξύ του ιμπεριαλισμού και των λαών σε μάχη ήταν ήδη σε εξέλιξη, ήταν πολύπλοκη και παγκόσμια. Ως εκ τούτου, για να συμμετάσχουμε στον αγώνα για την αλλαγή στις τύχες του κόσμου ήταν απαραίτητο να ανοίξουμε ένα αντάρτικο μέτωπο οπουδήποτε κι αν βρισκόμασταν, ακόμα κι αν οι συνθήκες για τη νίκη δεν ήταν βέβαιες-σίγουρες.

Ο Τσε πρότεινε ένα είδος αντάρτικης διεθνούς, όχι ένα συγκεντρωτικό κόμμα όπως η Τρίτη Διεθνής, αλλά μια διαφοροποιημένη και ισχυρά αλληλέγγυα περιοχή. Η Tricontinental θα έπρεπε να είναι ο πυρήνας εκείνου του είδους αντάρτικης διεθνούς, η οποία ξεκίνησε το ταξίδι της με το ραντεβού της Αβάνας από τις 3 έως τις 15 ιανουαρίου ’66, »τη Διάσκεψη Αλληλεγγύης των Λαών της Αφρικής, της Ασίας και της Λατινικής Αμερικής», και ξεκινούσε την Ospaaal (Οργάνωση Αλληλεγγύης των λαών της Αφρικής, της Ασίας και της Λατινικής Αμερικής). Το μήνυμα του Τσε προς την Tricontinental: «Crear dos, tres muchos Vietnam, es la consigna!» δημοσιεύονταν στις 16 απριλίου του ’67. Εμφανίστηκε στο πρώτο τεύχος του περιοδικού ‘Tricontinental’ τον ιούλιο-αύγουστο του ’67 και έγινε, μετά από τη δολοφονία του δύο μήνες αργότερα, στις 9 οκτωβρίου, η πολιτική του διαθήκη.

Για λίγα χρόνια το περιοδικό, που εκδόθηκε στην Αβάνα σε τέσσερις γλώσσες: ισπανικά, αγγλικά, γαλλικά και ιταλικά (διανεμήθηκε στην Ευρώπη από τις εκδόσεις Maspero του Παρισιού και από το βιβλιοπωλείο Feltrinelli στο Μιλάνο), διαδραμάτισε αναντικατάστατο ρόλο πληροφόρησης για τους επαναστατικούς αγώνες και απελευθέρωσης στις τρεις ηπείρους, καθώς και καταγγελίας της στρατιωτικής επιθετικότητας και της πολιτικής, οικονομικής και πολιτιστικής παρέμβασης του αμερικάνικου ιμπεριαλισμού και της Δυτικής Ευρώπης ενάντια στον Τρίτο κόσμο. Το μίσος ως παράγοντας πάλης, το αδιάλλακτο μίσος για τον εχθρό, που ωθεί τον άνθρωπο πέρα από τα φυσικά όρια και τον μετατρέπει σε μια αποτελεσματική, βίαιη, επιλεκτική και ψυχρή μηχανή για να σκοτώσει. Οι στρατιώτες μας πρέπει να είναι έτσι, ένας λαός χωρίς μίσος δεν μπορεί να θριαμβεύσει επί ενός βίαιου εχθρού. [Τσε, δημιουργήστε δύο, τρία, πολλά Βιετνάμ]

 

* Πολύ δημοφιλές τραγούδι ανάμεσα στους συντρόφους και τις συντρόφισσες εκείνη την εποχή:

-Όλος ο κόσμος εκρήγνυται από την Αγκόλα στην Παλαιστίνη, / η Λατινική Αμερική μάχεται, / ο ένοπλος αγώνας κερδίζει στην Ινδοκίνα, / όλοι οι λαοί στον κόσμο αποκτούν συνείδηση / και στις πλατείες κατεβαίνουν με τη σωστή βία. Συνεπώς: τι θέλεις περισσότερο σύντροφε, για να καταλάβεις / ότι σήμανε η ώρα του τουφεκιού; [Pino Masi, L’ora del fucile, η ώρα του τουφεκιού 1971]

 

= το 1968-   «Δεν είναι δυνατόν, σε μια ιστορική κρίση μας, να διαχωρίζουμε αυστηρά το τι συνέβη το 1969 από όλα όσα συνέβησαν το 1968, δηλαδή από το κλίμα συλλογικής κινητοποίησης και μιας ισχυρής αναβίωσης της κοινωνικής σύγκρουσης (και εργατικής) που είχε εκραγεί εκείνο το έτος. Όχι μόνο επειδή το ’68 ήταν πράγματι διάσπαρτο από σημαντικούς αγώνες στο εργοστάσιο (από την Pirelli του Μιλάνο μέχρι το χημικό κόμβο του Porto Marghera, για να αναφέρουμε μόνο τους πιο σημαντικούς), αλλά διότι υπήρξε μια συνεχής, σταθερή κυκλικότητα εμπειριών μεταξύ σπουδαστών και εργατών, με το σχηματισμό μεταξύ άλλων συλλογικοτήτων και επιτροπών βάσης με μικτή συμμετοχή (λίγο στο παράδειγμα των γαλλικών «comités d’action»).

[Marco Scavino, L’anno degli operai, το έτος των εργατών 2001]

= Το κίνημα του 68, του 69 και των επόμενων ετών είναι ποικίλo και πολύμορφο. Μέσα σε αυτό το κίνημα γεννιούνται οι οργανώσεις: Potere Operaio, Lotta Continua, Il Manifesto, Avanguardia Operaia και άλλες. Στο Μιλάνο η Μητροπολιτική Πολιτική Κολεκτίβα (CPM) γεννιέται στις 8 σεπτεμβρίου 1969, προωθούμενη από την CUB Pirelli, από την GdS (ομάδα μελέτης) Sit-Siemens, από την GdS IBM, από κάποιες κολεκτίβες εργατών- φοιτητών, από ομάδες συντρόφων της Alfa Romeo, της Marelli, των Κρατικών τηλεφώνων, της οργάνωσης φοιτητικό Κίνημα-del Movimento studentesco, καθώς και από αγωνιστές χωρίς οργάνωση. Το CPM θα είναι ακριβώς ο αρχικός πυρήνας από τον οποίο, μέσω διαφόρων μετασχηματισμών, οι BR-ΕΤ θα γεννηθούν και θα αναπτυχθούν.

* Και στη Ρώμη με άλλους συντρόφους/ισσες, μετά την επίθεση καταστολής κατά τα έτη ’73 και ’74, όχι μόνο προς τις οργανωμένες ομάδες των συντρόφων/ισσών αλλά και προς τους αγώνες εργοστασίων και γειτονιών, σκεφτήκαμε ότι έφτασε η στιγμή να σχετιστούμε με την άνοδο του ύψους της σύγκρουσης που αποφασίστηκε από το κράτος, έτσι δημιουργούμε επαφές με τις Br. Η ρωμαϊκή φάλαγγα των Br σχηματίζεται το 1976, αναπτύσσοντας τον ένοπλο αγώνα στις βιομηχανικές δραστηριότητες των «υπηρεσιών» (σιδηρόδρομοι, ηλεκτρισμός, τηλέφωνα, νοσοκομεία) και στις γειτονιές της μητρόπολης.

 

= Στα χρόνια του Εβδομήντα και Ογδόντα περισσότερες από 250 ένοπλες ονομασίες-ομάδες ήταν ενεργές, 36.000 πολίτες διερευνήθηκαν για ένοπλη μπάντα και 6.000 από αυτούς καταδικάστηκαν σε δεκαετίες φυλάκισης, και 7.866 επιθέσεις καταγράφηκαν σε πράγματα και 4.290 σε ανθρώπους.

 

 

=Καταγωγή του ένοπλου Αγώνα, μερικές θέσεις που παρήχθησαν από τις εν τη γενέσει Κόκκινες Ταξιαρχίες:

Τον αγώνα στο εργοστάσιο πρέπει να τον δούμε «μέσα στο ευρύτερο κίνημα της ταξικής πάλης σε παγκόσμιο επίπεδο, και στις ευρωπαϊκές της διαρθρώσεις».
Όσον αφορά το έδαφος του αγώνα καταλήγουμε στο συμπέρασμα πως «πάνω απ ‘όλα στον μητροπολιτικό χώρο ο ταξικός αγώνας τίθεται με επαναστατικούς όρους των οποίων η διέξοδος αντιπροσωπεύεται από την ΕΝΟΠΛΗ ΛΑΙΚΗ ΠΑΛΗ».

«Εμείς βλέπουμε στην προλεταριακή αυτονομία το ενοποιητικό περιεχόμενο των αγώνων των φοιτητών, των εργατών και των τεχνικών που επέτρεψαν το ποιοτικό άλμα 1968-69. Η αυτονομία δεν είναι ένα φάντασμα ή μια κενή φόρμουλα στην οποία σήμερα, μπροστά στην αντεπίθεση του συστήματος, οι νοσταλγοί των περασμένων αγώνων προσκολλώνται. Η αυτονομία είναι το κίνημα απελευθέρωσης του προλεταριάτου από τη συνολική ηγεμονία της μπουρζουαζίας, και συμπίπτει με την επαναστατική διαδικασία. Από αυτή την άποψη η αυτονομία δεν είναι σίγουρα κάτι νέο, μια εφεύρεση της τελευταίας ώρας, αλλά μια πολιτική κατηγορία του επαναστατικού μαρξισμού, υπό το φως της οποίας θα αξιολογηθεί η συνοχή και η κατεύθυνση ενός μαζικού κινήματος.

Αυτονομία από: αστικούς πολιτικούς θεσμούς (κράτος, κόμματα, συνδικάτα, νομικά θεσμικά όργανα κ.λπ.), οικονομικά ιδρύματα (στο σύνολο του τον καπιταλιστικό μηχανισμό παραγωγής- διανομής), πολιτιστικά ιδρύματα (την κυρίαρχη ιδεολογία σε όλες τις διαρθρώσεις της) κανονιστικούς οργανισμούς, την αστική «ηθική».
Αυτονομία για: την κατεδάφιση του παγκόσμιου συστήματος εκμετάλλευσης και την οικοδόμηση μιας εναλλακτικής κοινωνικής οργάνωσης ».

«Οι Κόκκινες Ταξιαρχίες δεν ήταν ένα απομονωμένο φαινόμενο που ξεπήδησε σαν ένα μανιτάρι στις αρχές της δεκαετίας του ’70. Η πολιτική διαφωνία που βρίσκεται στη βάση της γέννησης και της ανάπτυξης των ενόπλων σχηματισμών αυτού του τύπου προέρχεται από την πεποίθηση, εκ μέρους των εργατών, των φοιτητών, των εργαζομένων, ότι είχαν προδοθεί από την πολιτική διεύθυνση. (σημείο καμπής, η μεταστροφή του Σαλέρνο του 1944, η αντιπολίτευση σε αυτή που θεωρείται μια στάση παραίτησης είναι παρούσα και εκφράζεται στις πιο ποικίλες μορφές. Επιβεβλημένη από την ΕΣΣΔ στο PCI, στο πλαίσιο μιας διαδικασίας διαίρεσης του κόσμου σε σφαίρες επιρροής, που βλέπουμε στα συνέδρια της Γιάλτα και της Τεχεράνης. Στην διοίκηση του Κομμουνιστικού Κόμματος υπέστησαν την επιλογή αυτή, ανεπιθύμητη, και δεν θα υπάρξουν αντίθετες θέσεις, ενώ στη βάση υπήρξαν πολυάριθμες εξεγέρσεις και «επιστροφή στα βουνά» εναντίον διαχειριστών εταιρειών και δημόσιων αξιωματούχων πρώην φασιστών που ανακυκλώθηκαν μέσα στη δημοκρατία (Ragusa, Catania, Bologna, Modena, Reggio Emilia και Milano στη Breda).

Τον φεβρουάριο του 1949 ανεβαίνει στο προσκήνιο η Κόκκινη Φτερωτή- la Volante Rossa, ένας σχηματισμός που δραστηριοποιούνταν εδώ και δύο χρόνια στην περιοχή του Μιλάνο, και συγκεκριμένα στην γειτονιά Sesto San Giovanni.). Η ανάγκη για κομμουνισμό και ισότητα παρέμεινε ζωντανή στη βάση που ένιωθε απογοητευμένη. Το φαινόμενο, που ονομάστηκε «εξτρεμισμός» ή «μαξιμαλισμός» ή «τυχοδιωκτισμός», αξίζει μια σημαντική θέση στην ιστορική παράδοση του ιταλικού εργατικού κινήματος, μιας και είναι μια σταθερά, μερικές φορές ακόμη και πλειοψηφική, με διάφορες μορφές. Επομένως, είναι αδύνατο να μιλήσουμε για τις BR ή για άλλους ανάλογους σχηματισμούς, προηγούμενους ή ταυτόχρονους, χωρίς να επιστρέψουμε σε εκείνους που είναι οι ιστορικές τους ρίζες)».

[από την ‘κόκκινη βοήθεια‘- “soccorso rosso”  Brigate Rosse]

 

= Η ΣΥΓΚΡΟΥΣΗ ΚΛΙΜΑΚΩΝΕΤΑΙ –

Αλλά οι ιμπεριαλιστικές δυνάμεις δεν στέκονταν να παρακολουθούν, κατά τη δεκαετία του Πενήντα είχαν συντρίψει εν τη γενέσει κάθε προσπάθεια δημοκρατικής αλλαγής που διεξάγονταν στις χώρες που κυριαρχούσαν οι συμμαχικές δικτατορίες της Ουάσινγκτον. Το 1953 στο Ιράν η Cia και οι πολυεθνικές του πετρελαίου είχαν βοηθήσει τον δικτάτορα Reza Palhevi, τον αιμοδιψή Σάχη, να ανακτήσει την εξουσία με το πνίξιμο στο αίμα της δημοκρατικής αλλαγής του Mossadeq, υποστηριζόμενης από τα αριστερά κόμματα, που ήθελε να αποτρέψει τη ληστεία του ιρανικού πετρελαίου από τις πολυεθνικές.

Μετά το πραξικόπημα, ο χασάπης Reza Palhevi τριγυρνά για να ευχαριστήσει τις ευρωπαϊκές κυβερνήσεις συνένοχους για το αιματηρό πραξικόπημα. Στο Βερολίνο, στις 2 ιουνίου του ’67, στην ευαίσθητη γερμανική νεολαία δεν άρεσε εκείνη την άθλια παρέλαση και μπλόκαρε την πόλη με μεγάλες διαδηλώσεις. Η γερμανική αστυνομία, προς υπεράσπιση του Σάχη, δολοφόνησε τον εικοσιεπτάχρονο φοιτητή Benno Ohnesorg. Από εκείνη την εγκληματική δολοφονία του Κράτους στο δυτικογερμανικό νεανικό κίνημα ωρίμασε μια άνοδος της ριζοσπαστικότητας, περισσότερο από ποτέ αναγκαία για να καταγγείλει την «επιστροφή των φιλοναζιστών» στην κορυφή της ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας. Η ημερομηνία εκείνη, 2 ιουνίου, έγινε το σύμβολο ενός κινήματος ένοπλων αγώνων στη δυτική Γερμανία στο πλευρό της RAF και άλλων σχηματισμών.

Και στην Κεντρική Αμερική η συμμαχία μεταξύ ιμπεριαλισμού Usa και πλούσιων τάξεων δεν ανέχεται ούτε καν φιλελεύθερες εναλλακτικές λύσεις όπως στη Γουατεμάλα και σε άλλες χώρες. Στην Ευρώπη τα υπέργηρα φασιστικά καθεστώτα όπως η Ισπανία και η Πορτογαλία, καθώς και τα νέα όπως η Ελλάδα, απολάμβαναν την πλήρη υποστήριξη των ΗΠΑ. Και στην Αφρική αιματηρές σφαγές, πραγματικές γενοκτονίες, συνέβησαν στο Κονγκό στη δεκαετία του 1960 και στην Ινδονησία το ’65, με σχεδόν ένα εκατομμύριο ανθρώπους που σκοτώθηκαν επειδή ήταν ύποπτοι να είναι κομμουνιστές – σηματοδότησαν την παρουσία του δολοφονικού πέλματος του Λευκού Οίκου και των ευρωπαϊκών καγκελαριών.

Στο Κονγκό, οι Βέλγοι βασιλεύοντες ευλογημένοι από την Εκκλησία που υποστηρίχθηκαν από τη Γαλλία, ενορχήστρωσαν την απόσχιση της Katanga, της πλουσιότερης περιοχής της χώρας. Το Κογκό είχε επιτέλους κατακτήσει την ανεξαρτησία, με επικεφαλής τον Patrice Lumumba. Δεν ήταν κομμουνιστής, αλλά δεν άρεσε στην βελγική αυλή, ούτε στις πολυεθνικές. Ο Lumumba ήθελε να φέρει ισότητα σε εκείνες τις περιοχές που καταστράφηκαν από τη φτώχεια και την πείνα που προκάλεσε η αποικιοκρατική εκμετάλλευση, ήταν επομένως ύποπτος ότι μπορούσε να γίνει κομμουνιστής. Ακολούθησε εμφύλιος πόλεμος, με τεράστιες σφαγές κάτω από το αδιάφορο βλέμμα του ΟΗΕ.

Η προσβολή της σιωπής έπεσε επάνω σε εκείνες τις σφαγές. Έκτοτε συνειδητοποιήσαμε ότι το χειρότερο έγκλημα μπροστά στις σφαγές είναι να απέχουμε από μια απάντηση, ακόμη και αν πρέπει να είναι βίαιη. Η σιωπή και η συγκατάθεση είναι το πραγματικό έγκλημα κατά της ανθρωπότητας.

Το ’67 το πραξικόπημα των συνταγματαρχών στην Ελλάδα προκάλεσε πολλή συζήτηση. Αλλά πώς; έλεγαν κάποιοι, μια χώρα όπου γεννήθηκε η δημοκρατία, η χώρα του Περικλή; Το δολοφονικό χέρι των ΗΠΑ έφτανε στη Μεσόγειο.

Πέσαμε με τα μούτρα στις ακόμα ενοποιημένες πλατείες, με τους αγωνιστές του PCI οι εντάσεις ήταν ακόμη μόνο λεκτικές, οι συγκρούσεις ήρθαν αργότερα. Υπήρχαν ακόμα ορισμένα κοινά συνθήματα κατά των συνταγματαρχών.

Αυτά για το Βιετνάμ αποκλίνουν: «Βιετνάμ ελεύθερο αυτοί», «κόκκινο Βιετνάμ» εμείς, ακολουθούμενο από «το Βιετνάμ κερδίζει γιατί πυροβολεί», και πάλι «Πόλεμος όχι! Guerrilla ναι-ναι στον ανταρτοπόλεμο ».

 

* 1973 – ΚΑΤΑΣΤΟΛΗ ΚΑΙ ΕΠΙΛΟΓΕΣ ΤΟΥ ΚΙΝΗΜΑΤΟΣ:

αντιμέτωποι με την εντατικοποίηση της Καταστολής, οι ομάδες διαλύονται, το κίνημα υποφέρει ταρακούνημα. Δύο προτάσεις παραμένουν ζωντανές αποδεχόμενες τη σύγκρουση χωρίς να κάνουν βήματα προς τα πίσω: ο ένοπλος αγώνας και η οργανωμένη αυτονομία.

Εν τω μεταξύ, στις μεγάλες πόλεις: Milano, Roma, Torino, Napoli, Palermo κ.λ.π. διαχέονται συνθήματα και πρακτικές: »PRENDIAMO I TRASPORTI-ΝΑ ΠΑΡΟΥΜΕ ΤΙΣ ΜΕΤΑΦΟΡΕΣ», «IL TRASPORTO SI PRENDE L’ABBONAMENTO NON SI PAGA-ΠΑΙΡΝΟΥΜΕ ΤΙΣ ΜΕΤΑΦΟΡΕΣ ΔΕΝ ΠΛΗΡΩΝΟΥΜΕ ΤΗΝ ΣΥΝΔΡΟΜΗ ,»   LA CASA SI PRENDE L’AFFITTO NON SI PAGA-ΠΑΙΡΝΟΥΜΕ ΤΑ ΣΠΙΤΙΑ ΔΕΝ ΠΛΗΡΩΝΟΥΜΕ ΤΟ ΝΟΙΚΙ

 

= ΘΕΣΕΙΣ BR  “Το πραγματικό μας πρόβλημα δεν είναι επομένως τόσο η ποσοτική οριζόντια επέκταση της σύγκρουσης (από τον αγώνα του εργοστασίου για μεγαλύτερο μισθό στον κοινωνικό αγώνα για την υπεράσπιση των μισθών), αλλά ένα πολιτικό άλμα του αγώνα, – που ταυτόχρονα να υπερασπίζεται και να επεκτείνει το επίπεδο της αυτονομίας που με κόπο κατέκτησε σε αυτά τα τελευταία χρόνια του αγώνα. Να επεκτείνουμε τον συνεχή αγώνα από τα παραγωγικά κέντρα στην κοινωνία, από τις διαδηλώσεις της άμεσης εκμετάλλευσης στις συνολικές διαδηλώσεις της εκμετάλλευσης, να πραγματοποιήσουμε αυτή την επέκταση κατανοώντας όλους τους όρους, τους περιορισμούς και τα προβλήματα που θέτει η νέα κοινωνική σφαίρα του αγώνα στην αυτονομία είναι η προϋπόθεση ώστε η ανάγκη που εκφράζεται από τους αγώνες, ανάγκη για επαναστατική οργάνωση, να μεταφραστεί σε πραγματικότητα ενεργή”.

… η πόλη είναι σήμερα η καρδιά του συστήματος, το οργανωτικό κέντρο της οικονομικοπολιτικής εκμετάλλευσης, η βιτρίνα όπου εκτίθεται το «υψηλότερο σημείο», το μοντέλο που θα έπρεπε να συνιστά την προλεταριακή ολοκλήρωση. Αλλά είναι και το πιο αδύναμο σημείο του συστήματος: όπου οι αντιφάσεις εμφανίζονται πιο οξείς, όπου το οργανωμένο χάος που χαρακτηρίζει την ύστερη καπιταλιστική κοινωνία εμφανίζεται πιο ξεκάθαρο…
Είναι εδώ, στην καρδιά του, που το σύστημα πρέπει να χτυπηθεί
”. [«Il Collettivo, Η Κολεκτίβα» ν. μοναδικό, ιανουάριος 1970, ντοκουμέντα του «Collettivo,» Κοινωνικός αγώνας και οργάνωση στην μητρόπολη]. Αναφέρεται στο CPM, collettivo politico metropolitano.

Οι πρώτες ενέργειες των BR αναπτύχθηκαν, βέβαια, μέσα στα εργοστάσια όπου η μητρική οργάνωση, το CPM, αργότερα Προλεταριακή Αριστερά) ήταν ισχυρότερη: Sit-Siemens και Pirelli. Η πυρπόληση ενός αυτοκινήτου διοικητικού στελέχους της Sit-Siemens, υπογεγραμμένη με το σύμβολο του πεντάκτινου αστεριού και της γραφής Brigate Rosse (17 σεπτεμβρίου 1970). Καθώς η αναδιάρθρωση του πολιτικού μηχανισμού προχωρούσε για να διαχειριστεί την καπιταλιστική κρίση και να οδηγήσει την καταστολή του επαναστατικού κινήματος, προσδιορίζεται η στρατηγική επίθεσης στην καρδιά του κράτους στον «ιστορικό συμβιβασμό» δηλαδή στο αγκάλιασμα της Dc με το Pci, παρότι το Κκι στις εκλογές του ’75 και του ’76 σχεδόν έφτανε και ξεπερνούσε την DC, αλλά ακριβώς από αυτό το αποτέλεσμα το Pci αποκαλύπτει τα χαρτιά του, υποκείμενου της καπιταλιστικής τάξης

 

Θέμα: ψήφισμα Στρατηγικής Διεύθυνσης των Br, Απρίλιος 1975

Ο ιμπεριαλισμός είναι ένα σύστημα παγκόσμιας κυριαρχίας στο κέντρο του οποίου βρίσκονται οι Ηνωμένες Πολιτείες, στο κέντρο των οποίων βρίσκονται οι μεγάλες πολυεθνικές εταιρείες και τα συμφέροντά τους. Με το πέρασμα των χρόνων το σύστημα αυτό έχει διαρθρωθεί και διαστρωματιστεί από λειτουργικές περιοχές παραγωγής και κατανάλωσης που είναι συγχρόνως πολιτικές και στρατιωτικές περιοχές.
Οι χώρες της «Γηραιάς Ηπείρου» αποτελούν ένα σημαντικό οικονομικό, πολιτικό και στρατιωτικό χώρο του ιμπεριαλισμού. Η περιοχή αυτή, από μια ουσιαστικά ομοιογενή καπιταλιστική άποψη, ορίζεται στρατηγικά ως το «δυτικό δημοκρατικό σύστημα ”.

Σήμερα εμφανίζει μια ΚΡΙΣΗ λόγω της αστάθειας ορισμένων υποκείμενων καθεστώτων, λόγω του εργατικού και προλεταριακού αγώνα, λόγω των εξεγέρσεων των καταπιεσμένων τάξεων τόσο στις ΗΠΑ όσο και στην Ευρώπη. μια κρίση που έχει στρατιωτικές πτυχές λόγω της αποσύνδεσης ορισμένων σημαντικών χωρών από το ΝΑΤΟ · λόγω των αγώνων των καταπιεσμένων λαών που αντιστέκονται στις πλανητικές ηγεμονικές απαιτήσεις.

Το να λέμε ότι η Ιταλία είναι ο αδύναμος κρίκος του «δυτικού δημοκρατικού συστήματος» συνεπάγεται ότι είναι η χώρα όπου η αντεπανάσταση θα ξεσπάσει πιο δυνατά και ολόκληρο το ιμπεριαλιστικό σύστημα θα αναλάβει την ευθύνη αυτής της διαδικασίας. Το ιταλικό προλεταριάτο με την εντατικοποίηση του ταξικού πολέμου στη χώρα, δεν θα βρεθεί να «λογαριάζεται» μόνο με τον εσωτερικό εχθρό του, αλλά με ολόκληρη την οικονομική, πολιτική και στρατιωτική οργάνωση του ιμπεριαλισμού.
Ο επαναστατικός ταξικός πόλεμος στις ευρωπαϊκές μητροπόλεις είναι άμεσα ένας αντιιμπεριαλιστικός πόλεμος απελευθέρωσης, επειδή η χειραφέτηση ενός λαού μέσα σε ένα ιμπεριαλιστικό περιβάλλον πρέπει να λογαριαστεί με την ιμπεριαλιστική καταπίεση-καταστολή.

Η «στρατηγική» του Ιστορικού Συμβιβασμού έχει τις προϋποθέσεις της σε δύο αποφασιστικές παρεξηγήσεις: τον πολεμοκάπηλο χαρακτήρα του ιμπεριαλισμού, και τον αντιδραστικό και ιμπεριαλιστικό χαρακτήρα της χριστιανοδημοκρατίας-DC.

= Το κύριο καθήκον της επαναστατικής δράσης σε αυτή τη φάση είναι επομένως η μέγιστη δυνατή πολιτική αποδιάρθρωση τόσο του καθεστώτος όσο και του Κράτους. Και αυτή είναι η μέγιστη δυνατή ανάπτυξη αντιφάσεων μεταξύ των θεσμών και, μέσα σε κάθε έναν από αυτούς, μεταξύ των διαφόρων τακτικών σχεδίων για την επίλυση της κρίσης και μέσα σε κάθε ένα από αυτά.

 

 Μερικές θεματικές των BR σχετικά με τον ιμπεριαλισμό (Ψήφισμα Στρατηγικής Διεύθυνσης Φεβρουάριος 1978)

= Με τον ΙΜΠΕΡΙΑΛΙΣΜΟ ΤΩΝ ΠΟΛΥΕΘΝΙΚΩΝ εννοούμε τη φάση του ιμπεριαλισμού στην οποία δεσπόζει το πολυεθνικό μονοπώλιο κεφάλαιο.
Το πολυπαραγωγικό πολυεθνικό μονοπώλιο, δηλαδή μεγάλα trust, με εταιρείες σε διάφορες χώρες και επενδύσεις σε διάφορους τομείς, αποτελεί σήμερα το κυρίαρχο δομικό στοιχείο και τη θεμελιώδη βάση των κινήσεων του κεφαλαίου, επομένως δεν είναι πλέον η εθνική περιοχή, αλλά η καπιταλιστική περιοχή ως σύνολο.
Εάν το θεμελιώδες συστατικό στοιχείο του ιμπεριαλισμού υπήρξε το μονοπωλιακό κεφάλαιο ευθύς από την γέννηση του, όμως είναι μόνο με τον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο που εδραιώνεται οριστικά σε ολόκληρο τον καπιταλιστικό χώρο το πολυεθνικό μονοπωλιακό κεφάλαιο. Οι μεγάλες μονοπωλιακές ομάδες μπορούν τώρα να ξεπεράσουν οριστικά τα εθνικά τους σύνορα ώστε να κυκλοφορούν ελεύθερα σε ολόκληρο τον χώρο και η πολυεθνική δομή καθίσταται απαραίτητος και αναπόσπαστος παράγοντας για κάθε περαιτέρω ανάπτυξη. Είναι στην πραγματικότητα χάρη σε αυτήν που μπορεί κανείς να εκμεταλλευτεί πλήρως τα διάφορα ποσοστά κέρδους που υπάρχουν στο χώρο και έτσι να πραγματοποιήσει εκείνα τα τεράστια πλεονάσματα τα οποία είναι τα χαρακτηριστικά στοιχεία της συσσώρευσης στην ιμπεριαλιστική φάση. Η «Πολυεθνικότητα» δεν είναι απλώς διεθνοποίηση της καπιταλιστικής αγοράς, αλλά διεθνοποίηση του κεφαλαίου στο σύνολό του! δομές παραγωγής, αγορές, σχέσεις ιδιοκτησίας κ.λ.π.
Αυτή η διεργασία διεθνοποίησης του κεφαλαίου καθορίζει την κυριαρχία της ΙΜΠΕΡΙΑΛΙΣΤΙΚΗΣ ΜΠΟΥΡΖΟΥΑΖΙΑΣ μέσα στο αστικό μέτωπο, ταξική έκφραση πολυεθνικού μονοπωλιακού κεφαλαίου και παράλληλα με την επικράτηση του εδραιώνονται και τα θεσμικά μέσα διαμεσολάβησης και κυριαρχίας (Τριμερής, Ιμπεριαλιστικό Κράτος των Πολυεθνικών), ΝΑΤΟ, ΔΝΤ, ΕΟΚ, …).

= Με αυτό δεν αρνούμαστε την ύπαρξη και αντιθέσεων μεταξύ των διαφόρων καπιταλιστικών «εθνών» ή μεταξύ μονοπωλιακού κεφαλαίου και μη μονοπωλιακού κεφαλαίου, αλλά πιστεύουμε ότι αυτές οι αντιφάσεις είναι ουσιαστικά η αντανάκλαση πολύ βαθύτερων αντιθέσεων μεταξύ πολυεθνικών ομάδων.

= Οι διάφορες εθνικές περιοχές επιβιώνουν τώρα ως μια ενδοχώρα για τις πολυεθνικές: για κάθε πολυεθνική, η εθνική περιοχή στην οποία γεννήθηκε και αναπτύχθηκε γίνεται το «ισχυρό σημείο» της, η ζώνη στην οποία απολαμβάνει ένα σχεδόν αδιαφιλονίκητο μονοπώλιο. Όταν μιλάμε για πολυεθνικές υπονοούμε πράγματι «πολυεθνικές με εθνικό πόλο» και γι ‘αυτό χρησιμοποιούμε τις εκφράσεις, εκ πρώτης όψεως αντιφατικές, «αμερικανικές, γερμανικές πολυεθνικές, κλπ.».
Το μη μονοπωλιακό κεφάλαιο, που εξαρτάται οργανικά από το μονοπωλιακό, σίγουρα ζει μαζί του σε μια αντιφατική ενότητα, αλλά προφανώς δεν μπορεί να έχει τη δυνατότητα και την υλική δύναμη να οδηγήσει σε μια πολιτική έκφραση αυτών των αντιφάσεων με τη μορφή διάρρηξης του ιμπεριαλιστικού μετώπου. Ο ιμπεριαλισμός των πολυεθνικών παρουσιάζεται επομένως ως ένα σύστημα παγκόσμιας κυριαρχίας στο οποίο οι διάφοροι «εθνικοί καπιταλισμοί» είναι απλά οργανικές του διαρθρώσεις, και οι διαφορετικές «εθνικές περιοχές» υφίστανται ως γεωγραφική έκφραση του διεθνούς καταμερισμού της εργασίας που καθορίζεται από αυτόν.
Επομένως μπορούμε να συνάγουμε μια πρώτη εκτίμηση. Σε κάθε εθνική περιοχή το προλεταριάτο δεν βρίσκεται στη θέση να λογαριάζεται με την «εθνική μπουρζουαζία» του αλλά με την τοπική διάρθρωση της ιμπεριαλιστικής μπουρζουαζίας. Αυτό προσδίδει, και, στις μητροπόλεις, στον ταξικό αγώνα του προλεταριάτου τον χαρακτήρα αντιιμπεριαλιστικού αγώνα και επομένως, γενικότερα, ΤΑΞΙΚΟΥ ΕΠΑΝΑΣΤΑΤΙΚΟΥ ΠΟΛΕΜΟΥ. Στις μητροπόλεις είναι αμέσως και ΠΟΛΕΜΟΣ ΑΝΤΙΙΜΠΕΡΙΑΛΙΣΤΙΚΗΣ ΑΠΕΛΕΥΘΕΡΩΣΗΣ, ΠΟΛΕΜΟΣ ΜΑΚΡΑΣ ΔΙΑΡΚΕΙΑΣ.
Ωστόσο η ιμπεριαλιστική αλυσίδα παραμένει, όπως είδαμε, χαρακτηριζόμενη από την ανομοιογενή εξέλιξή της, η οποία εκδηλώνεται σε κάθε δαχτυλίδι της μέσω της ιδιαιτερότητας του οικονομικού και κοινωνικού του σχηματισμού (σχέσης μεταξύ του κυρίαρχου πολυεθνικού κεφαλαίου και πολυεθνικού κεφαλαίου του «πόλου», μεταξύ μονοπωλιακού και μη μονοπωλιακού κεφαλαίου, ανάμεσα στην «εσωτερική» ιμπεριαλιστική αστική τάξη και το προλεταριάτο) οπότε ο ταξικός αγώνας, ακόμα και σε αυτή τη στρατηγική ομοιογένεια περιεχομένου και προοπτικής, εξακολουθεί να παρουσιάζεται με ευεργετικές μορφές και δικούς του χρόνους ανάλογα με τις διάφορες εθνικές περιοχές.
= Οι διάφορες ιμπεριαλιστικές δυνάμεις δεν μπορούν να κάνουν μεταξύ τους πόλεμο εάν δεν έχουν το δικό τους υπόβαθρο «ειρηνευμένο και υποστηρικτικό» για να μπορούν έτσι να υπομένουν τη σκληρότητα της σύγκρουσης. Θα μπορούσαμε να δώσουμε πολλά παραδείγματα ενδοϊμπεριαλιστικών πολέμων που έληξαν μόλις παρουσιάστηκε και μόνο ο κίνδυνος της κομμουνιστικής επανάστασης και των διαφόρων ιμπεριαλισμών, οι οποίοι πρώτα παρουσιάζονταν εντόνως εχθρικοί, ενώθηκαν ενάντια στο προλεταριάτο που ξεσηκώθηκε στα όπλα. Δύο είναι αρκετά: η Κομμούνα του Παρισιού και η Οκτωβριανή Επανάσταση.
Να το μάθημα που ο Μαρξ αντλεί από την Κομμούνα:

» … Ότι μετά τον πιο συγκλονιστικό πόλεμο της σύγχρονης εποχής, ο ηττημένος και ο νικητής αδελφοποιούνται για να σφαγιάσουν από κοινού το προλεταριάτο, αυτό το πρωτοφανές γεγονός αποδεικνύει, όχι όπως νομίζει ο Bismarck την οριστική συντριβή μιας νέας κοινωνίας στην ανάδυση της, αλλά την πλήρη αποσύνθεση της παλιάς αστικής κοινωνίας. Το μεγαλύτερo άλμα ηρωισμού του οποίου εξακολουθεί να είναι ικανή η παλιά κοινωνία είναι ο εθνικός πόλεμος: και τώρα αποδεικνύεται ότι πρόκειται για μια απλή μυθοποίηση, μια απάτη των διαφόρων κυβερνήσεων, η οποία τείνει να καθυστερήσει και να θάψει τον ταξικό αγώνα και παραμερίζεται αμέσως μόλις αυτή η ταξική πάλη φουντώσει σε εμφύλιο πόλεμο».

a – «Είναι απαραίτητο πρώτα απ ‘όλα να καθορίσουμε ορισμένα μεθοδολογικά κριτήρια τα οποία βρίσκονται στη βάση του προσδιορισμού της έννοιας του Ιμπεριαλιστικού Κράτους.
Επομένως, αρχίζουμε λέγοντας ότι δεν πιστεύουμε ότι η ουσία του καπιταλισμού, δηλαδή οι συγκεκριμένες αντιφάσεις του, έχει αλλάξει κατά τη διάρκεια αυτού του αιώνα. Αντιθέτως έχει αλλάξει η μορφή και αυτός είναι ο τρόπος με τον οποίο, αυτές οι αντιφάσεις τείνουν να εκδηλώνονται ιστορικά.
b – Το Ιμπεριαλιστικό Κράτος των Πολυεθνικών είναι η «εθνική» θεσμική υπερκατασκευή που αντιστοιχεί στη φάση του ιμπεριαλισμού των πολυεθνικών. Τα ουσιώδη χαρακτηριστικά του είναι: ο σχηματισμός ενός ιμπεριαλιστικού πολιτικού προσωπικού. αυστηρή συγκέντρωση των κρατικών δομών υπό τον έλεγχο της Εκτελεστικής Εξουσίας · ρεφορμισμός και εξόντωση ως ολοκληρωμένες-ενσωματωμένες μορφές της ίδιας λειτουργίας: της προληπτικής αντεπανάστασης.
= Ονομάζουμε «εσωτερική» ιμπεριαλιστική μπουρζουαζία εκείνο το τμήμα της αστικής τάξης ενσωματωμένης στο παγκόσμιο ιμπεριαλιστικό σύστημα, έκφραση του πολυεθνικού μονοπωλιακού κεφαλαίου και κινητήρια δύναμη της διαδικασίας της ιμπεριαλιστικής αναδιάρθρωσης του οικονομικού μας χώρου και των σχετικών πολιτικών και θεσμικών υπερδομών.

Την ίδια περίοδο τα υπερεθνικά θεσμικά όργανα (ΔΝΤ, ΕΟΚ, ΝΑΤΟ), μέσω των οποίων η ιμπεριαλιστική αστική τάξη θέλει να επιβάλει την παγκόσμια στρατηγική της, αποκτούν δύναμη και αναλαμβάνουν ένα βαθμό εξουσίας τέτοιο ώστε να υποτάσσουν και να καθιστούν λειτουργικά σε αυτά τα «εθνικά κράτη» που μέσα σε αυτή τη διαδικασία αναγκάζονται να επαναπροσδιοριστούν στις εσωτερικές τους δομές.
Με την αναδιάρθρωση τους, τα Κράτη αυτά προετοιμάζονται να διαδραματίσουν δύο βασικούς ρόλους:
– Ζώνη μεταβίβασης εντολών των παγκόσμιων οικονομικών-στρατηγικών συμφερόντων του κυρίαρχου ιμπεριαλισμού,
– «Κανονικοποίηση της περιοχής», δηλαδή οργάνωση της προληπτικής αντεπανάστασης προκειμένου να εξαλείψουν κάθε επαναστατική «φιλοδοξία».
«Το Κράτος-έθνος γίνεται ζώνη μεταβίβασης εντολών για το διεθνές κεφάλαιο που οργανώνεται εναντίον του λαού. Το αστικό συνταγματικό-Κράτος, κατά τη διαδικασία της αντιφατικής εξέλιξης του ανάμεσα στην κοινωνικοποίηση της παραγωγής και της διεθνούς συγκέντρωσης του κεφαλαίου πρέπει να διαλυθεί και να αντικατασταθεί από το ισχυρό Κράτος ή την ένοπλη δημοκρατία». (Croissant)

= Η επιβεβαίωση των συνολικών συμφερόντων του ιμπεριαλισμού περνά επομένως από μια μεταβατική φάση στην οποία οι διάφορες αστικές δυνάμεις συγκρούονται και συνυπάρχουν, αντιπροσωπεύοντας ένα εσωτερικό στοιχείο της κρίσης του Κράτους. Και όμως, αυτή η κρίση, που βασανίζει το κράτος, δεν σπρώχνει προς την αποσύνθεση του, αλλά στην αναδιάρθρωσή του: Αυτή η τάση κρίση-αναδιάρθρωση, δείχνει ότι η κύρια αντίφαση του επαναστατικού κινήματος είναι εκείνη που το θέτει άμεσα ενάντια στο ιμπεριαλιστικό σύστημα εξουσίας σε παγκόσμια κλίμακα.
Το να αντιμετωπίσουμε αυτή την αντίφαση συνεπάγεται επομένως να κινηθούμε στο έδαφος ενός μακρόχρονου ταξικού πολέμου.

=
Ως εκ τούτου το αλφάδι όλης της πολύπλοκης επιχείρησης είναι η εξωτερική πολιτική των ΗΠΑ, της Ομοσπονδιακής Γερμανίας και των θεμελιωδών κινητήριων μηχανών του ιμπεριαλισμού (ΔΝΤ, ΕΟΚ, ΝΑΤΟ …) με την έννοια ότι η «εσωτερική» πολιτική της οποίας η Χριστιανοδημοκρατία- DC πρέπει να καταστεί υποκινητής δεν μπορεί παρά να είναι μια άμεση λειτουργία της «εξωτερικής» πολιτικής εκείνων των χωρών και εκείνων των κέντρων.
Επιπλέον δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι και το Κεφάλαιο γνωρίζει τον όχι πλέον κυκλικό χαρακτήρα των αντιφάσεών του. πως σκοπός του είναι να επιβιώσει μέσα σε αυτό το στάδιο της ανάπτυξης του. Οι θεωρίες σχετικά με την «μηδενική ανάπτυξη» έχουν ανακαλυφθεί από την αστική επιστήμη εδώ και καιρό. Το ανεπίλυτο των αντιφάσεων στην οικονομική σφαίρα οδηγεί στην αναζήτηση μιας «ανεξαρτησίας» της πολιτικής-κοινωνικής δομής μέσω της ενίσχυσης του μηχανισμού κυριαρχίας που διαμορφώνεται ως αντεπαναστατικός «προληπτικός πόλεμος». Δηλαδή: το κράτος καθίσταται «υποκείμενο της πολιτικής», όπως δηλώνουν οι σύντροφοι της RAF. Αλλά, σε αυτό δεν πρέπει να βλέπουμε την προσπάθεια εξομάλυνσης των κοινωνικών αντιφάσεων σύμφωνα με τον μηχανισμό καταστολή – μετάβαση σε μια νέα φάση ανάπτυξης, αλλά τη συγκράτηση τους μέσα από την εξόντωση κάθε σχεδίου ανασύνθεσης της ταξικής σύγκρουσης επάνω σε ένα ανταγωνιστικό πρόγραμμα.

= Kαι ο ένοπλος αγώνας, μέσα σε αυτό το περιβάλλον, θα έπρεπε να γκετοποιηθεί, περιορισμένος, σαν ενδημικό φαινόμενο, αυθόρμητη έκφραση της περιθωριοποίησης, για παράδειγμα, ένας αγώνας που να μην βλέπει, πέρα από τους εθνικούς πολιτικούς μηχανισμούς (παραγωγικούς, διοικητικούς, θεσμικά κόμματα), εκείνους του προληπτικού ιμπεριαλιστικού πολέμου.

= Καθώς με τον σχηματισμό του ιμπεριαλιστικού Κράτους αποκαλύπτεται εις βάθος ο ανταγωνιστικός χαρακτήρας της ταξικής αντιφάσεως, ενισχυμένος περαιτέρω από την αντίθεση μεταξύ του παγκόσμιου συμφέροντος του ιμπεριαλισμού και των ιδιαίτερων συμφερόντων της περιοχής (ενδοϊμπεριαλιστική αντίφαση), οι μορφές και τα εργαλεία της κυριαρχίας πρέπει απαραίτητα να ενισχυθούν και να τελειοποιηθούν στον μέγιστο βαθμό. Εκπαιδευόμενο από τους σύγχρονους και παλαιούς αγώνες των λαών σε πλανητική κλίμακα, έχοντας επίγνωση της στρατηγικής του αδυναμίας και της τακτικής δυνάμεως που του παρέχει ο τεράστιος μηχανισμός, ο ιμπεριαλισμός των πολυεθνικών στοχεύει στο μοναδικό στόχο που μπορεί να παρατείνει την επιβίωσή του: να προλάβει να αποτρέψει και να εξολοθρεύσει την επανάσταση πριν αυτή μπορέσει να ξεδιπλωθεί με όλη της την δύναμη και να κινητοποιήσει όλες τις δυνάμεις του στο ζωτικό στρατηγικό έργο: την προληπτική αντεπανάσταση.
Με τον ρεφορμισμό, τις μικρές παραχωρήσεις προς τις μητροπολιτικές «αριστοκρατίες», προσπαθεί να εμποδίσει τον προλεταριακό αγώνα πριν φτάσει σε επίπεδα συναγερμού, για να τον περιορίσει, και στη συνέχεια να τον κλείσει στο εσωτερικό της «ανάπτυξης» του. την ίδια στιγμή, με ειρηνοποιημένα τα μετόπισθεν, περνά στην εξόντωση εκείνου του τμήματος του προλεταριάτου που δεν μπορεί να «εξαγοράσει» ή να κλειδώσει ξανά μέσα στην ανάπτυξή του.
Ο ρεφορμισμός δεν είναι ποτέ αποκομμένος από την εξόντωση. Δεν είναι κάτι άλλο. Ο ρεφορμισμός δεν είναι μια πολιτική της εργατικής τάξης, αλλά μια πολιτική του ιμπεριαλιστικού κράτους ενάντια στο μητροπολιτικό προλεταριάτο.
Επομένως το ιμπεριαλιστικό Κράτος των πολυεθνικών παρουσιάζεται ως μια ιδιαίτερα ολοκληρωμένη και συγκεντρωτική ρεφορμιστική-κατασταλτική δομή. Από τη μία πλευρά έχουμε τα ειρηνικά μέσα σκοπός των οποίων είναι η εξασφάλιση της συναίνεσης των μαζών: θεσμικά κόμματα, συνδικάτα, μέσα μαζικής ενημέρωσης-mass-media. Από την άλλη μεριά τα στρατιωτικά εργαλεία με σκοπό την εξόντωση: ειδικοί πυρήνες, ειδικά δικαστήρια, ειδικές φυλακές, δηλαδή δυνάμεις για την γενικευμένη καταστολή-καταπίεση. Όλες συνυπάρχουν και είναι λειτουργικά μέρη της ίδιας πολιτικής. Όλες είναι μορφές της ίδιας κατάστασης, του ίδιου Κράτους.
Αυτή η συνύπαρξη των ρεφορμιστικών-κατασταλτικών λειτουργιών υφίσταται, ανάλογα με τις φάσεις του οικονομικού κύκλου, ποιοτικές τροποποιήσεις μιας κάποιας σημασίας, αλλά όχι τέτοιες ώστε να επηρεάζουν την ουσία του ιμπεριαλιστικού Κράτους.
Έτσι, στη φάση της οικονομικής επέκτασης, το ιμπεριαλιστικό Κράτος εμφανίζει πάνω απ’ όλα το ανθρώπινο και ειρηνικό πρόσωπο του ρεφορμισμού το οποίο όμως κρύβει χαλύβδινα δόντια. Η ειρήνη βασιλεύει σε αυτή τη φάση, αλλά πρόκειται για μια «ένοπλη ειρήνη». Αντίθετα, στη φάση της οικονομικής κρίσης εμφανίζονται πρωτίστως τα όπλα και η σχέση μεταξύ κοινωνίας και Κράτους ολοένα να στρατιωτικοποιούνται περισσότερο. Αυτό δεν σημαίνει ότι το ιμπεριαλιστικό Κράτος παραιτείται από τη χρήση του ρεφορμισμού. Μόνο που τώρα αυτό, έχοντας χάσει την υλική του βάση μετατρέπεται σε «καθαρή ιδεολογία» και τείνει να αναλάβει τη λειτουργία να «ελέγχει τις μάζες»,  «αντιπρολεταριακή αστυνομία».
Σε αυτή τη φάση, η σύγκρουση μεταξύ επανάστασης και αντεπανάστασης γίνεται ολοένα και πιο γενικευμένη και μπαίνουμε έτσι σε μια νέα φάση: τον πόλεμο!
Η διαδικασία της προληπτικής αντεπανάστασης που χαρακτηρίζει το κίνημα της ιμπεριαλιστικής μπουρζουαζίας σε αυτή τη φάση επιβάλλει στις επαναστατικές δυνάμεις μια νέα επεξεργασία της στρατηγικής για την κατάληψη της εξουσίας και ως εκ τούτου και των οργανωτικών αρχών και μορφών.
Αφού δεν υπάρχει πλέον μια πολιτική φάση ξεχωριστή από τη στρατιωτική διότι μεταρρύθμιση και εξόντωση συνυπάρχουν και είναι λειτουργικές στο ιμπεριαλιστικό Κράτος, η μόνη δυνατότητα άσκησης του πολιτικού εδάφους της σύγκρουσης δίδεται με το όπλο στο χέρι.
Η εξεγερσιακή στρατηγική που προέρχεται από την ιστορία της τρίτης διεθνούς βγαίνει από την ιστορία και εισέρχεται ο ανταρτοπόλεμος, ο μακροχρόνιος ταξικός πόλεμος.
Στη φάση που ορίσαμε ως «ένοπλη ειρήνη» (δηλαδή στη φάση της επέκτασης του κύκλου στον οποίο επικρατεί η χρήση των ρεφορμιστικών μέσων έναντι εκείνων καταφανώς πιο κατασταλτικών) από την πλευρά των επαναστατικών δυνάμεων κυριαρχεί η τακτική ένοπλης προπαγάνδας ενώ στη φάση του «πολέμου» (δηλαδή στη φάση της κρίσης του κύκλου στον οποίο τα όργανα καταστολής και εξάλειψης των ανταγωνιστικών συμπεριφορών της τάξης δεσπόζουν) από την πλευρά των επαναστατικών δυνάμεων κυριαρχεί η πρακτική του επαναστατικού εμφυλίου πολέμου.

 

= Κατά τη μετάβαση από την ένοπλη ειρήνη στον πόλεμο η σύγκρουση μεταξύ επανάστασης και αντεπανάστασης γίνεται όλο και πιο άμεση και γενικευμένη, αλλά δεν υπάρχει, όπως ισχυρίζονται ορισμένοι, μια μεταμόρφωση του δημοκρατικού Κράτους σε φασιστικό Κράτος. Αντιθέτως βρισκόμαστε πάντοτε με την παρουσία ενός Κράτους το οποίο, με την αναδιάρθρωση, υπέστη αλλαγές στο ειδικό βάρος των θεμελιωδών στοιχείων του · πρώτα τα ειρηνικά-μεταρρυθμιστικά εργαλεία κυριαρχούσαν πάνω στα στρατιωτικά-κατασταλτικά, αλλά τώρα η εξόντωση υπερισχύει και υποτάσσει στον εαυτό της την μεταρρυθμιστική λειτουργία.
Φασισμός και σοσιαλδημοκρατία υπήρξαν πολιτικές μορφές που κινούνται περιοδικά τις οποίες ανέλαβε η εξουσία της αστικής τάξης στη φάση του εθνικού μονοπωλιακού καπιταλισμού. Μπορούμε να προσθέσουμε περαιτέρω, απλουστεύοντας στο μέγιστο, ότι φασισμός και σοσιαλδημοκρατία έχουν αμοιβαία αποκλειστεί ο ένας από την άλλη στην ιστορία. Στο ιμπεριαλιστικό κράτος αντιθέτως συνυπάρχει η ουσία αυτών των πολιτικών μορφών, δίδοντας τόπο σε ένα πρωτότυπο «καθεστώς» που όμως δεν είναι ούτε φασιστικό ούτε σοσιαλδημοκρατικό, αλλά αντιπροσωπεύει μια διαλεκτική υπερνίκηση αμφοτέρων.

= Άλλοι σε αυτή τη μεταβατική φάση πιστεύουν ότι ξεχωρίζουν μια τάση προς την μεταμόρφωση του Κράτους με μια σοσιαλδημοκρατική έννοια και αναρωτιούνται εάν η σοσιαλδημοκρατία αντιπροσωπεύει ή όχι τη διέξοδο από την ιμπεριαλιστική κρίση και, πιο συγκεκριμένα, εάν το ΚΚΙ ετοιμάζεται να κάνει ή όχι την είσοδό του στον χώρο της εξουσίας. Αυτό το ερώτημα περιέχει μέσα του ένα άλλο, δηλαδή το αν το PCI είναι ένα σοσιαλδημοκρατικό κόμμα ή όχι.
Οι διαφορές μεταξύ της σοσιαλδημοκρατίας και του σύγχρονου ρεφορμισμού είναι πολυάριθμες και ορισμένες είναι θεμελιώδεις Η σοσιαλδημοκρατία είναι ένα τυπικό φαινόμενο εκείνων των φάσεων της καπιταλιστικής ανάπτυξης κατά τις οποίες οι κρίσεις εξακολουθούν να ακολουθούν μια κυκλική τάση: βγαίνοντας από περιόδους ύφεσης, ο καπιταλισμός μπορεί, καταφεύγοντας σε μια μεταρρυθμιστική πολιτική, να «διαφθείρει τα στρώματα της εργατικής αριστοκρατίας» που αποτελούν τη βάση μάζα της ιστορικής σοσιαλδημοκρατίας.
Με άλλα λόγια, η δυνατότητα μιας παραγωγικής ανάκαμψης επιτρέπει στην αστική τάξη ένα περιθώριο πραγματικής διαπραγμάτευσης με την «εργατική δεξιά»: αυτό προκαλεί, μεταξύ άλλων επιπτώσεων, την ενσωμάτωση των ηγετικών ομάδων των ρεφορμιστικών κομμάτων μέσα στο κοινωνικό μπλοκ που κατέχει την ισχύ-την εξουσία. Η συμμαχία ανάμεσα στην αστική τάξη και τον ρεφορμισμό είναι συνεπώς κοινωνικής και πολιτικής φύσης: οι σοσιαλδημοκράτες και οι «επαγγελματίες εργάτες» στέκονται δίπλα στο αφεντικό επειδή μαζί του έχουν πραγματικά κοινά συμφέροντα (την ανάκαμψη της συσσώρευσης και την παραγωγική αναδιάρθρωση) και επειδή φιλοδοξούν να γίνουν αυτοί οι ίδιοι αφεντικά με βάσιμες πιθανότητες να το καταφέρουν. Επιπλέον, τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του Κράτους σε αυτό το στάδιο της ιστορίας του καπιταλισμού διευκολύνουν την είσοδο της σοσιαλδημοκρατίας σε εκείνη την κυβέρνηση που είναι από πάντα ο προθάλαμος της εξουσίας: το Κράτος ακόμη σχετικά αυτόνομο από την οικονομία, αιτιολογεί σε κάποιο βαθμό την ψευδαίσθηση ότι η κατάκτηση και η χρήση του από την εργατική τάξη είναι δυνατή.
Αυτά τα δεδομένα δεν ισχύουν πλέον σήμερα. Η κρίση του ιμπεριαλιστικού συστήματος δεν είναι προβλέψιμο να έχει ως αποτέλεσμα την ανάκαμψη της συσσώρευσης, τόσο επειδή η οικονομία έχει εισέλθει σε μια φάση στασιμότητας η οποία θα επιλυθεί μόνο με τον πόλεμο για μια διαφορετική διαίρεση-μοίρασμα των αγορών, όσο και διότι οι υιοθετηθείσες από τα κράτη οικονομικές πολιτικές τείνουν να περιορίζουν, παρά να επεκτείνουν, την παραγωγική βάση. Συνεπώς λείπουν, τόσο οι δομικές βάσεις (φύση και πορεία της κρίσης) όσο και οι υποκειμενικές (πολιτικές κυβερνήσεων και κρατών) ώστε να επιτρέψουν την ενσωμάτωση των ρεβιζιονιστών σε ένα κοινωνικό μπλοκ που να επιδιώκει και να ακολουθεί μια μεταρρυθμιστική πολιτική. Ή καλύτερα, είναι ακόμα πιθανό οι ρεβιζιονιστές (η ηγετική ομάδα τους) να φιλοξενηθούν προσωρινά εντός της Κυβέρνησης, αλλά αποκλείεται ότι υπάρχουν οι προϋποθέσεις για την ενσωμάτωση στρωμάτων της αριστοκρατίας της εργατικής τάξης ή των μεσαίων τάξεων μέσα σε ένα μπλοκ εξουσίας που του έχει ανατεθεί να διαχειριστεί ένα είδος ανάπτυξης που δεν μπορεί πλέον να δοθεί, δεδομένου του ιμπεριαλιστικού και πολυεθνικού χαρακτήρα του καπιταλισμού της εποχής μας. Τι πράγμα, όντως, οι καπιταλιστές μπορούν να χορηγήσουν στον επαγγελματία εργάτη σε αντάλλαγμα για τη συνεργασία του αν όχι το ταμείο ανεργίας, τις απολύσεις, την αύξηση της εκμετάλλευσης και την προοδευτική αλλά σταθερή μείωση της αγοραστικής δύναμης των μισθών; Και ούτως ή άλλως, πέραν των υλικών ανταλλαγμάτων, μέσα σε ποια υπόθεση ανάπτυξης μπορούν να εμπλακούν, ακόμη και μοναχά ιδεολογικά, εκείνα τα στρώματα εργατικών αριστοκρατιών που έχουν πλέον εξαντλήσει το προοδευτικό δυναμικό τους από την οπτική του κεφαλαίου;
Η απουσία διαρθρωτικών συνθηκών για το σχηματισμό ενός νέου κοινωνικoύ μπλοκ εξουσίας δεν αποκλείει όλα τα χαρακτηριστικά αυτής της σχέσης που, από την άλλη πλευρά, εξαρτώνται από την ταξική κατάσταση, καθώς και από το επίπεδο των παραγωγικών δυνάμεων.
Εάν να πληρώσουν το αντίτιμο της ανόδου στην εξουσία της ιστορικής σοσιαλδημοκρατίας υπήρξαν πριν απ’ όλα οι αγρότες, από την στιγμή που η επανάληψη της συσσώρευσης πραγματοποιούνταν εις βάρος της υπαίθρου, σήμερα η προτιμησιακή σχέση της ιμπεριαλιστικής μπουρζουαζίας με τους ρεβιζιονιστές βασίζεται στον εντοπισμό του «περιθωριοποιημένου προλεταριάτου» ως μεταβλητή η κατοχή του ελέγχου της οποίας είναι απαραίτητη.
Με άλλα λόγια, ο επαγγελματίας εργάτης «θα έπρεπε να γίνει ταυτόχρονα, ένας πραγματικός στρατιώτης της παραγωγής και να λειτουργεί ως αστυνομικός τόσο προς τους συναδέλφους του, όσο και κυρίως απέναντι στη μάζα των περιθωριοποιημένων προλετάριων της μεγάλης μητρόπολης».
Για όλους αυτούς τους λόγους είναι αναπόφευκτο ότι η ρεβιζιονιστική πολιτική θα χάσει σταδιακά όλα τα ρεφορμιστικά της χαρακτηριστικά για να αναλάβει απόλυτα κατασταλτικά: από προοδευτική, η λειτουργία του PCI γίνεται έτσι, εκ των πραγμάτων και ανεξάρτητα από τη βούληση των αγωνιστών του, συντηρητική, με σκοπό να ασκεί άκαμπτο έλεγχο επί της αγοράς εργασίας και να οργανώνει τη συναίνεση γύρω από ένα σχέδιο οικονομικής και κοινωνικής ανάπτυξης που λόγω της φύσης του ιμπεριαλισμού, όντος ανίκανου να κινητοποιήσει και να εμπλέξει τις μάζες (όπως είχε καταφέρει να το κάνει ο φασισμός για παράδειγμα ), θα αναγκάσει όλο και περισσότερο τους ρεβιζιονιστές να καταφεύγουν σε καταναγκαστικά εργαλεία και να επιβάλουν συναίνεση με το ζόρι, αντί να την ζητούν και να την ερμηνεύουν.
Αυτό θα συμβεί διότι, εάν ο ιμπεριαλισμός είναι καπιταλισμός που σαπίζει δεν υπάρχει περαιτέρω ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων χωρίς να διαταραχθούν οι αντίστοιχες παραγωγικές σχέσεις, αυτό σημαίνει ότι η ανάγκη να παραμείνουν αμετάβλητες θα πρέπει να συγκρουστεί με τη βούληση να τις τροποποιήσει και πως τα μεταρρυθμιστικά κόμματα εργατικής παράδοσης, από εργαλεία κοινωνικής ειρήνης θα μετατραπούν σε άλλα τόσα εργαλεία για τον εμφύλιο πόλεμο.
Με αυτή την έννοια είναι δυνατόν να υποστηρίξουμε ότι οι ρεβιζιονιστές βρίσκονται στην υπηρεσία του ιμπεριαλιστικού Κράτους των πολυεθνικών και ότι η αντίθεση με τον σύγχρονο ρεβιζιονισμό, πέραν του να είναι ανταγωνιστική, πρέπει να αντιμετωπιστεί και στο στρατιωτικό επίπεδο. Ήδη σήμερα χάρη στη διαμεσολάβηση των ρεβιζιονιστών, η στρατιωτικοποίηση επεκτείνεται από το εργοστάσιο στην γειτονιά, στις διαπροσωπικές σχέσεις, στις οικογένειες, σε μια αλυσίδα ιεραρχικών και βίαιων κοινωνικών σχέσεων, που κυριαρχούνται από τους νόμους μιας καταπιεστικής κοινωνίας που ο ιμπεριαλισμός θα επιθυμούσε όλο και περισσότερο όμοια με ένα lager εκατομμυρίων παραγωγών.
Θα πρέπει επίσης να ληφθεί υπόψη ότι, ένας από τους λόγους για τους οποίους η συμμαχία με τον σύγχρονο ρεβιζιονισμό είναι επιθυμητή για την αστική τάξη, συνίσταται στη δυνατότητα να διεισδύσει με μεγαλύτερη ευκολία στις αγορές της Ανατολικής ευρώπης.

= Στο εσωτερικό του ρεβιζιονιστικού κόμματος ζει επομένως μια αμφισημία μεταξύ δύο τάσεων, μία που θα μπορούσαμε να ορίσουμε εσφαλμένα ως «την αριστερή πτέρυγα της σοσιαλδημοκρατίας» η οποία έκανε δικό της και το δυτικό σύστημα αξιών με την αποδοχή του ΝΑΤΟ, η άλλη που εμπνέεται από τον «Κρατικό καπιταλισμό» και που βλέπει τον «συμβιβασμό» ως το πρώτο τακτικό βήμα προς αυτή την κατεύθυνση. Αυτό συνεπάγεται πως η σχέση μεταξύ του ρεβιζιονιστικού κόμματος και του σοβιετικού σοσιαλιμπεριαλισμού εξαρτάται από τη θέση μεγαλύτερης ισχύος της δεύτερης τάσης, σε σχέση με την πρώτη.
Σε ευρωπαϊκό επίπεδο ο ultraρεβιζιονισμός επιδιώκει να λειτουργήσει ως αυτόνομη δύναμη, ηγεμονική δύναμη σε σχέση με έναν πολιτικό χώρο που βλέπει ενωμένους σκυλιά και γουρούνια της αριστεράς της σοσιαλδημοκρατίας, περνώντας μέσα από τους «διάφορους ευρωκομμουνισμούς», για να φτάσουμε στις ψεύτικες λενινιστικές παροτρύνσεις τύπου Πορτογαλίας. Αντιμετωπίζει τον ιμπεριαλισμό ως μια εσωτερική-εξωτερική δύναμη, και γι ‘αυτό εμπνέει υποψία στον Κάρτερ και στους ευρωπαίους υποτελείς του, οι οποίοι και θα έμπαιναν στον πειρασμό να τον χρησιμοποιήσουν, φιλόδοξα, ως καταλύτη της «διαφωνίας» στις ανατολικές χώρες, αλλά προς το παρόν παραμένει ένα όπλο δίκοπο.

= ΑΠΑΓΩΓΗ DOZIER – 17 δεκεμβρίου 1981 ήταν δεύτερος επικεφαλής του προσωπικού της Διοίκησης Δυνάμεων Εδάφους του ΝΑΤΟ στη Νότια Ευρώπη (FTASE). Η απαγωγή πραγματοποιήθηκε στο διαμέρισμα του, περίπου στις 6:00 μ.μ. Μετά από 42 ημέρες, στην Πάντοβα σε μια βάση Br, η ειδική αστυνομική μονάδα Nocs (λειτουργικός Πυρήνας κεντρικής ασφάλειας της Αστυνομίας του Κράτους) – εξαιρετικά εκπαιδευμένες δυνάμεις, ιδιαίτερα στη χρήση των όπλων, όπως οι Gis (ομάδα ειδικών παρεμβάσεων των Καραμπινιέρων), εισβάλλουν συλλαμβάνοντας 4 συντρόφ * και απελευθερώνοντας τον στρατηγό. Με την απαγωγή Dozier οι Br δηλώνουν τη γέννηση του σχηματισμού Br-Partito Comunista Combattente/εΤ-Κομουνιστικό Μαχόμενο Κόμμα (Br-Pcc) μετά τις διασπάσεις που έλαβαν χώρα (Κόμμα Guerrilla και φάλαγγα Walter Alasia). Στη συνέχεια διαχέεται ένα νέο «στρατηγικό ψήφισμα» με τίτλο «Δύο χρόνια πάλης» στο οποίο πέρα από την εξήγηση των περιπετειών της διάσπασης, αποφασίζονταν να δοθεί έμφαση της δραστηριότητας τους ενάντια στο ΝΑΤΟ που αντιπροσώπευε τον στρατιωτικό βιομηχανικό μηχανισμό των πολυεθνικών.

«Μέσα από σένα δικάζουμε τη στρατιωτική κατοχική δομή, το ΝΑΤΟ, και την ιμπεριαλιστική πολιτική της Αμερικής προς το ιταλικό προλεταριάτο. Αυτή η πολιτική εξαπλώθηκε από το 1945 μέχρι σήμερα. Έδωσε τη δυνατότητα στις ΗΠΑ, υπό τον εκβιασμό των όπλων, πρώτα με τον ιταλικό στρατό κατοχής, στη συνέχεια με τον ενσωματωμένο στρατό του ΝΑΤΟ, να χτιστεί μια πολιτικο-στρατιωτική τάξη πλήρως υποταγμένη στα συμφέροντα των πολυεθνικών ΗΠΑ. Η ιστορία αυτών των κυβερνήσεων είναι η ιστορία της Κρατικής τρομοκρατίας, που χτίστηκε από τη CIA. Από το Σχέδιο Μάρσαλ μέχρι την υποδούλωση στην πολιτική Ρέιγκαν με τους πυραύλους του Comiso, σημαίνει τον σχεδιασμό της ιστορίας της υποταγής των ιταλικών κεφαλαίων και μιας πολιτικής τάξης που παρά την αποδεδειγμένη πολιτική και κοινωνική απονομιμοποίηση, παραμένει όρθια μόνο χάρη στον τρόμο των ειδικών μονάδων εκπαιδευμένων από τους αμερικανούς και την οικονομική πολιτική των πολυεθνικών USA».

= Στις 15 φεβρουαρίου 1984, στις 6.45 μ.μ., οι Br-Pcc μαζί με τη Ένοπλη Λιβανέζικη Επαναστατική Φράξια (FARL) πλήττουν τον Leamon Hunt, πρεσβευτή και πρώην διευθυντή της Πολυεθνικής Δύναμης και Παρατηρητών (MFO) και υπεύθυνο διαχείρισης της Πολυεθνικής Δύναμης του Σινά.

(ντοκουμέντα): Οι εκστρατείες εναντίον του ΝΑΤΟ αποτελούν ένα σημείο του θεμελιώδους προγράμματος για την ιταλική επαναστατική διαδικασία, δεδομένου ότι τοποθετούν τις Br δίπλα σε όλες τις άλλες αντιιμπεριαλιστικές δυνάμεις προς το γενικό συμφέρον του ευρωπαϊκού προλεταριάτου.

Δυστυχώς η απαγωγή του Dozier κατέληξε σε μια ήττα, και επειδή η προετοιμασία δεν πραγματοποιήθηκε σύμφωνα με τα συνήθη κριτήρια (οι βάσεις ήταν γνωστές σε ακτιβιστές του κινήματος, και από εκεί έφτασαν οι δυνάμεις της καταστολής). Το κράτος χρειάστηκε να χρησιμοποιήσει βασανιστήρια για να αποσπάσει απαραίτητες πληροφορίες από συντρόφους του κινήματος για να φτάσει στη βάση όπου φυλάσσονταν ο Dozier. Πάντα με τα βασανιστήρια αποσπάστηκαν πληροφορίες από ορισμένους συντρόφους εσωτερικούς στη δράση που επέτρεψαν στην καταστολή να δώσει ένα αποφασιστικό πλήγμα στις Br.

Ακόμα στις 10 φεβρουαρίου 1986 οι Br-CCS έπληξαν σκοτώνοντας τον Lando Conti, πρώην δήμαρχο της Φλωρεντίας, με την κατηγορία πως συνεργάστηκε για μια μεγαλύτερη ενσωμάτωση της Ιταλίας στο ΝΑΤΟ και στο λεγόμενο σχέδιο των πολέμων των άστρων που προώθησε η αμερικανική κυβέρνηση με επικεφαλής τον Ronald Regan, μέσω της ιταλικής Κοινοπραξίας για τις στρατηγικές τεχνολογίες (Cites).

 

* Με συνέλαβαν τον μάιο του 1980, ειδικές φυλακές και πολύ σκληρή μεταχείριση. Μαζί με άλλους διοργάνωσα την εξέγερση στην ειδική φυλακή του Trani (δεκέμβριος 1980), μια εξέγερση που κατεστάλει με τη χρήση ελικοπτέρων και πυροβόλων όπλων και σφαγή των εξεγερμένων. Μεταφορά στη Σαρδηνία στην τιμωρητική φυλακή του Nuoro και στη συνέχεια Cuneo, ξανά Trani, Novara και μετά από 15 χρόνια περιπλάνησης τελικά στη Ρώμη-Rebibbia. Το 1999 κατακτώ τη δυνατότητα να δουλεύω εξωτερικά (semilibertà-ημιελευθερία) και τελειώνω τη φυλάκιση τον δεκέμβριο του 2010. Επιστρέφω στο κίνημα και συμμετέχω στους αγώνες των εργαζομένων στον τομέα της εφοδιαστικής (φόρτωση, εκφόρτωση και μεταφορά εμπορευμάτων), οι περισσότεροι από αυτούς τους εργαζόμενους είναι μετανάστες [εδώ στη Ρώμη ως επί το πλείστον ερυθραίοι, ρουμάνοι, από την Γκάνα, κλπ.), με ένα τρομερό επίπεδο εκμετάλλευσης. Έχουν σημειωθεί πολλά βήματα προς τα εμπρός, ιδίως στην πολιτική ανάπτυξη πολλών εργαζομένων και σε ορισμένες από τις αξιώσεις που έχουν κερδηθεί. Το ταξίδι είναι πολύ μακρύ, και διότι δεν υπάρχουν πολλοί άλλοι αγώνες με τους οποίους να συνδεθούμε.

 

 

 

 

 

ιστορία, storia

Ζώο του βουνού. Harry Villegas, όνομα μάχης “Pombo”


Συχνά αυτό που παραδίδεται στη μνήμη ως το τέλος μιας περίπτωσης είναι μια πνευματική κατασκευή, μια έννοια. Η πραγματικότητα μοιάζει περισσότερο με μια διαδικασία παρά μια συλλογή γεγονότων. Δύσκολο, σχεδόν αυθαίρετο να καθορίσουμε την αρχή και το τέλος. Θα ήταν ίσως πιο σωστό να μιλάμε για άνοδο και πτώση, εκδήλωση και εξάντληση. Αυτό που είναι βέβαιο είναι ότι στα γεγονότα που χτίζουν την ιστορία των ανθρώπων θα ήταν δύσκολο να προσανατολιστούμε χωρίς να ορίζουμε συντεταγμένες. Χωρίς μια ιδέα για το τέλος και την αρχή, είναι αδύνατο να εφαρμοστούν οι ηθικές έννοιες. Συχνά το Τέλος είναι υποδειγματικό.
Ας πάρουμε την περίπτωση του Ερνέστο Γκεβάρα στη Βολιβία. Ο Τσε και οι δικοί του, ο ανταρτοπόλεμος. Η σύλληψη. Η δολοφονία. Το τραγικό τέλος, που καθορίζει την ανάδυση της χριστολογικής εικόνας. Όλοι συμφωνούμε ότι το τέλος του Τσε είναι η αρχή του θρύλου του. Αυτή η δυναμική – τέλος που είναι επίσης αρχή σε ένα άλλο επίπεδο – είναι γνωστή σε εμάς, την αντιλαμβανόμαστε ως προφανή, είναι σχεδόν κοινός τόπος.
Αλλά στην ιστορία του Ερνέστο Γκεβάρα και των δικών του υπάρχει κάτι συγκεκριμένο, ζωντανό, που ξεφεύγει από το θάνατο, εκείνη η έννοια που θεωρούμε πως είναι ένα γεγονός και αυτό για εμάς είναι το κατεξοχήν τέλος. Κάτι, ή καλύτερα, κάποιος: Pombo, Benigno, Urbano.
Ονόματα μάχης, κουβανοί διεθνιστές αντάρτες. Διέσχισαν ένα γεγονός που κατέληξε στην ιστορία ως ένα τέλος. Επέζησαν για να συναντήσουν άλλα γεγονότα παρόμοιου σημαδιού. Στην περίπτωση του Pombo, ο αγώνας στην Αγκόλα εναντίον των πορτογάλων αποικιοκρατών και των ρατσιστών της Νότιας Αφρικής, ο αγώνας στη Νικαράγουα μαζί με τους Sandinistas.

Ο Pombo είναι σήμερα στο κατώφλι των εβδομήντα ετών, και στη χώρα του είναι ένας ήρωας.
Ο Harry Antonio Villegas Tamayo γεννήθηκε σε μια φτωχή αγροτική οικογένεια αφροκουβανών. Από την ηλικία των δεκατεσσάρων ετών ασκεί δραστηριότητες εναντίον της δικτατορίας του Fulgencio Batista. Στα δεκαοκτώ του χρόνια καταφτάνει στον ανταρτοπόλεμο στη Sierra Maestra, αλλά ο Τσε τον στέλνει πίσω στις πεδιάδες επειδή τα όπλα με τα οποία παρουσιάστηκε είναι μικρού διαμετρήματος και δεν μπορεί να αντιμετωπίσει τον στρατό με αυτά. Μετά από λίγο καιρό, ο Χάρι επιστρέφει με τα σωστά όπλα.  
Η καριέρα του σαν αντάρτης αρχίζει εδώ. Σε μια πρόσφατη συνέντευξη δηλώνει:

«ο αντάρτικος πόλεμος είναι μια από τις πιο πολύπλοκες και δύσκολες μορφές Επαναστατικού Πολέμου. Απαιτεί μεγάλη ικανότητα για θυσίες και μεγάλη αντοχή. Υπάρχει μια στιγμή που απαιτείται από εσένα να παραιτηθείς από όλες τις αστικές ανέσεις. Σε μετατρέπει σε ένα ορεινό ζώο, και αυτό απαιτεί πολύ βαθιές πεποιθήσεις. Για το λόγο αυτό ο Τσε έλεγε ότι ο ανταρτοπόλεμος επιτρέπει να φτάσεις στο υψηλότερο επίπεδο του ανθρώπινου είδους.»

Στην ίδια συνέντευξη καταλαβαίνουμε καλύτερα τα κίνητρα που τον οδήγησαν σε αυτή την επιλογή. Έναν πνευματικό σχηματισμό, το άνοιγμα μιας προοπτικής για τον κόσμο: όλα τα πράγματα που σε έναν κουβανό αγρότη, εκείνη την εποχή, ήταν αποκλεισμένα. Και εξακολουθούν να αποκλείονται από τους αγρότες πολλών χωρών του πλανήτη ακόμη και σήμερα. Παράθυρα στο πιθανό, στη δυνατότητα, η οποία δεν πρέπει απαραίτητα να είναι ταυτόσημη με την ήδη υπάρχουσα. Πρωτογενείς ανάγκες, όπως το ψωμί, το νερό και ο ρουχισμός.
Μετά την κατάληψη της εξουσίας, ο Che έγινε υπουργός βιομηχανίας και επιφυλάσσει σημαντικά καθήκοντα στον Villegas. Αλλά τώρα πλέον και οι δύο έχουν μετατραπεί σε ζώα του βουνού, που η πεποίθηση και η πίστη σε ένα ιδανικό μετατρέπουν σε παραδείγματα ανθρωπιάς για την ανθρωπότητα.                                                                  Προς τα μέσα της δεκαετίας γίνεται αισθητή η έκκληση του διεθνιστικού αγώνα. Ο Villegas θα ήθελε να φτάσει στο βόρειο τμήμα της Αργεντινής, όπου γίνεται προσπάθεια να ανάψει μια επαναστατική φωτιά, αλλά το χρώμα του δέρματός του θα τον εμπόδιζε πάρα πολύ. Χρώμα που όμως τον καθιστά ιδανικό για τον ανταρτοπόλεμο στο Κονγκό. Αλλά η αποστολή στην τεράστια χώρα της Κεντρικής Αφρικής είναι όλα παρά μια επιτυχία. Το κίνημα των Simba, εμπνευσμένο από τον μαρξισμό, πρέπει να αντιμετωπίσει εσωτερικούς και εξωτερικούς εχθρούς. Βρετανούς και νοτιοαφρικανούς μισθοφόρους, εκτοπισμένους κουβανούς αντικαστρικούς: η αποστολή του Che στοχεύεται από ενέδρες, συστηματικά οι επικοινωνίες κατασκοπεύονται ή εκτρέπονται, αποκόπτονται οι γραμμές ανεφοδιασμού. Ο Villegas αγωνίζεται με αξία, πάντα στο πλευρό του Τσε. Είναι εδώ που κερδίζει το όνομα της μάχης, Pombo («λέμφος» στη Σουαχίλη). Μετά από επτά μήνες χωρίς σημαντικές επιτυχίες, ο Τσε πείθεται να εγκαταλείψει το πεδίο της μάχης από τους άνδρες του και από δύο απεσταλμένους του Φιντέλ Κάστρο.
Τα κίνητρα που ωθούν έναν μαχητή όπως ο Pombo μπερδεύονται συχνά, από μια εποχή που φοράει τα γυαλιά του προσωπικού κέρδους με κάθε κόστος, με μια μορφή φανατισμού. Η κατηγορία, με πιο προσεκτική ματιά, περιλαμβάνει όλα αυτά που ταιριάζουν άσχημα με ένα όραμα για τον κόσμο όπως το δικό μας. Αλλά ανάμεσα στον «φανατισμό» του Pombo και των δικών του και σε αυτό που αναδύεται πάνω σε μια βάση ταυτότητας, πολιτιστική, που επανεφευρίσκει ή εφευρίσκει στο σύνολο τους όρια, «παραδόσεις» και σύνορα υπάρχει μια ηθική άβυσσος. Ο Pombo είναι διεθνιστής μαχητής. Στα λόγια του: «αλληλεγγύη δεν είναι να διανέμεις αυτό που περισσεύει, αλλά να μοιράζεσαι αυτό που έχεις».
Οι αντίλαλοι από μια εποχή που αγωνίζονταν για το ανθρώπινο είδος, για όλους τους ανθρώπους, που αναζητούσε στον αγνό χρόνο της εξέγερσης, για να τα πούμε μαζί με τον Jean-Paul Sartre, την υλοποίηση του ανθρώπου στον άνθρωπο.
Μετά το τελευταίο κεφάλαιο, η Βολιβία. Είναι το 1967. Η φάλαγγα των ανταρτών του Guevara μετρά περίπου πενήντα άντρες. Το ELN (Ejército de Liberación Nacional de Bolivia, Εθνικός Απελευθερωτικός Στρατός της Βολιβίας) είναι καλά εξοπλισμένο και αρχικά επιτυγχάνει καλά αποτελέσματα κατά των βολιβιανών δυνάμεων. Το έδαφος του αγώνα είναι εκείνο το δύσκολο και ορεινό τοπίο της περιοχής Camiri. Ωστόσο, τον Σεπτέμβριο ο βολιβιανός στρατός καταφέρνει ένα πολύ σκληρό πλήγμα. Εξολοθρεύει δύο ομάδες ανταρτών, σκοτώνοντας έναν από τους αρχηγούς.
Ένας αγρότης δείχνει στον Στρατό τον τόπο όπου οι αντάρτες θα διασχίσουν τον ποταμό Guapay. Ένα μέρος της επαναστατικής φάλαγγας αναγκάζεται να πολεμήσει. Αργότερα, ο Τσε περικυκλώνεται, τραυματίζεται και αιχμαλωτίζεται. Μετά θα τον σκοτώσουν με την ησυχία τους. Θα ακρωτηριάσουν το σώμα, θα το θάψουν με μεγάλη μυστικότητα.
Για εκείνους που διέφυγαν από την περικύκλωση, πρώτα η απόδραση στη Χιλή ( καθοριστικός για τον επαναπατρισμό στην Κούβα ήταν ο Σαλβαδόρ Αλλιέντε, φίλος του Τσε από πολλά χρόνια) και στη συνέχεια – στην περίπτωση του Pombo – ξανά ο αγώνας, στην Αγκόλα, στη Νικαράγουα.
Ο Pombo παραμένει πιστός στο μάθημα που έμαθε στη Σιέρα, όπου γνώρισε τον Τσε και τη δυνατότητα προσωπικής και συλλογικής χειραφέτησης, πλέον πολλά χρόνια πριν.
Όταν το ιδανικό για το οποίο πολεμάς είναι σωστό, να γίνεις ένα ορεινό ζώο είναι ένας παράδοξος τρόπος να επιτύχεις την υψηλότερη ανθρωπιά.

Articolo uscito sul mensile GQ – edizione italiana, novembre 2010

.
[Υπάρχει ένα ιταλικό βιβλίο εντελώς αφιερωμένο στον Harry Villegas, που έγραψε ο δημοσιογράφος Roberto Borroni. Τιτλοφορείται PomboDalla Sierra Maestra a La Higuera: Dieci anni con Che Guevara,  εκδόσεις Negretto, Mantova 2009.]

ιστορία, storia

8 απριλίου 1964: ο Malcom X παρεμβαίνει στο Militant Labour Forum

Stampa

Στις 8 απριλίου 1964 ο Malcolm X, ιστορικός επαναστάτης Αφροαμερικανός ηγέτης, μίλησε στο meeting του Militant Labour Party,

8 aprile 1964: Malcom X interviene al Militant Labour Forum

Το 1964, για τον Malcolm, ήταν ένα κρίσιμο έτος. Εκείνη τη χρονιά έφτασε όντως σε μια μεγαλύτερη ωριμότητα της πολιτικής του σκέψης που τον ώθησε να κάνει ταξίδι στην Αφρική το οποίο τον άλλαξε πολύ, και ήταν επίσης το έτος κατά το οποίο απομακρύνθηκε σχεδόν εντελώς από τον ισλαμικό σεκταρισμό, για να χτίσει μια διαδικασία επαναστατική για την απελευθέρωση των μαύρων και για τα ανθρώπινα δικαιώματα ευρύτερη και πιο δομημένη.

Μίλησε στο labur φόρουμ αρκετές φορές κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου της ζωής του, και η εφημερίδα που συνδέεται με αυτό η «Militant», του έδωσε άφθονο χώρο για δημοσίευση και ήταν ένας από τους λίγους χώρους που μετά την απομάκρυνση του από το ισλαμικό έθνος συνέχισαν να τον υποστηρίζουν ανοιχτά.

Κατά τη διάρκεια της συζήτησης, του τέθηκε μια ερώτηση που έθεσε το ερώτημα σχετικά με το αν ήταν δυνατόν οι μαύροι (τόσο οι αφροαμερικανοί όσο και οι αφρικανοί) να απελευθερωθούν χωρίς τη βοήθεια λευκών ριζοσπαστών, οι οποίοι είχαν συσσωρεύσει περισσότερη εμπειρία πάλης με την πάροδο του χρόνου. Αυτή η ερώτηση, σίγουρα προκλητική, αναφέρονταν στο πρόσφατο πραξικόπημα κατά του Lumumba στο Κονγκό, και στην διαμαρτυρία των μη βίαιων φοιτητών (λευκών) κάτω από την έδρα του ΟΗΕ στη Νέα Υόρκη, για να ζητήσουν την παρέμβαση για την υπεράσπιση των μαύρων στις ΗΠΑ. Απάντησε με το να σπάσει την απάντηση στα δύο: αφενός μίλησε για την υπόθεση Lumumba, και αφετέρου για τις μεθόδους που χρησιμοποιούσαν οι προοδευτικοί και φιλελεύθεροι λευκοί για να κάνουν αλληλεγγύη με τους μαύρους. Ο Lumumba ήταν επικεφαλής του απελευθερωτικού κινήματος του Κονγκό και έγινε πρωθυπουργός στα τέλη της δεκαετίας του 1950. Δολοφονήθηκε μετά από πραξικόπημα που είχε φέρει εις πέρας ο συνταγματάρχης Mobutu το 1960. Κατά τη διάρκεια της συζήτησης, ο Malcolm επανέλαβε ότι η πραξικοπηματική επέμβαση διεξήχθη και υποστηρίχθηκε από τις Ηνωμένες Πολιτείες και ότι αυτό που χαρακτηρίστηκε ως αποτυχία της αφρικανικής αυτοδιάθεσης, στην πραγματικότητα δεν ήταν τίποτα άλλο παρά η επίμονη, μια ακόμη ιμπεριαλιστική παρέμβαση των λευκών στην Αφρική.

Όσον αφορά το δεύτερο μέρος της ερώτησης, θα είναι πολύ πιο διεξοδικό να παράσχουμε άμεσα ένα απόσπασμα από την απάντηση που έδωσε ο μαύρος ηγέτης: «Όταν πρόκειται για την ελευθερία των μαύρων, ο λευκός κάνει τον freedom rider και διάφορα sit-in, είναι μη βίαιος και τραγουδά We Shall Overcome και τέτοιου είδους πράγματα. Όμως όταν η ιδιοκτησία του λευκού απειλείται ή η ελευθερία του λευκού απειλείται, τότε ο λευκός δεν είναι πλέον μη βίαιος … Επομένως, αν σε αυτό τον αγώνα είναι ειλικρινείς, οι λευκοί θα δείξουν στον μαύρο πώς να επιβάλουν ή να χρησιμοποιήσουν τακτικές καλύτερες, τακτικές που δίνουν αποτελέσματα, άμεσα και όχι μετά από εκατό χρόνια Αν αυτό είναι το σπίτι της ελευθερίας, της δικαιοσύνης, της ισότητας για όλους (αναφερόμενος στα κεντρικά γραφεία του labur forum) αν είναι πραγματικά όλα αυτά, τότε ας πάρουμε αυτά τα πράγματα. Kαι αν δεν μπορούμε όλοι εμείς να τα έχουμε, κανένας δεν θα τα έχει.

ιστορία, storia

8 απριλίου 1964: ο Malcom X παρεμβαίνει στο Militant Labour Forum

Στις 8 Απριλίου 1964 ο Malcolm X, ιστορικός Αφροαμερικανός επαναστατικός ηγέτης, εκφώνησε μια ομιλία στη συνεδρίαση του Μαχητικού Εργατικού Κόμματος, Militant Labour Party, οργάνωση που διαμορφώνεται κυρίως από λευκούς και σοσιαλιστικής έμπνευσης. Αυτή η συζήτηση έγινε σημαντική επειδή, μετά την ομιλία του Malcolm, τέθηκαν από το κοινό πολλές ερωτήσεις που άγγιζαν τα βασικά ζητήματα τόσο της γενικότερης σκέψης του Malcolm X, αλλά κυρίως για το θέμα της απελευθέρωσης των μαύρων αφροαμερικανών και των αφρικανών από την λευκή αποικιοκρατία.

8 aprile

Το 1964 για τον Malcolm, ήταν μια κρίσιμη χρονιά. Σε αυτή την χρονιά, όντως, ήρθε σε μια μεγαλύτερη ωριμότητα της πολιτικής σκέψης του, που τον ώθησε να κάνει ένα ταξίδι στην Αφρική, που τον άλλαξε πολύ, και ήταν επίσης το έτος κατά το οποίο απαλλάχθηκε με τρόπο σχεδόν ολοκληρωμένο από τον ισλαμικό σεχταρισμό, για να οικοδομήσει μια επαναστατική διαδικασία απελευθέρωσης των μαύρων και για τα ανθρώπινα δικαιώματα ευρύτερη και περισσότερο δομημένη.

Μίλησε αρκετές φορές στο laubor forum κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου της ζωής του, και η εφημερίδα που συνδέονταν με αυτό, η «Militant», του έδωσε αρκετό χώρο για δημοσίευση και ήταν από τους λίγους που μετά την απομάκρυνση του από το ισλαμικό έθνος συνέχισε να τον υποστηρίζει ανοιχτά.

Κατά τη διάρκεια της συζήτησης του τέθηκε μια ερώτηση που του ζητούσε εάν ήταν δυνατόν οι μαύροι (τόσο οι αφροαμερικάνοι όσο και οι αφρικάνοι) θα μπορούσαν να απελευθερωθούν χωρίς τη βοήθεια των λευκών ριζοσπαστών, οι οποίοι είχαν συσσωρεύσει με την πάροδο του χρόνου περισσότερες εμπειρίες πάλης. Το ερώτημα αυτό, σίγουρα προκλητικό, αναφέρονταν στο πρόσφατο πραξικόπημα κατά του Λουμούμπα στο Κονγκό, και την συγκέντρωση των μη-βίαιων φοιτητών (λευκών) στην έδρα του ΟΗΕ στη Νέα Υόρκη, ζητώντας την παρέμβαση για την υπεράσπιση των μαύρων στις ΗΠΑ. Αυτός αποκρίθηκε, σπάζοντας στα δύο την απάντηση του: από τη μια πλευρά αναφέρθηκε εκτενώς στην υπόθεση Λουμούμπα, και από την άλλη για τις μεθόδους που οι λευκοί προοδευτικοί και φιλελεύθεροι χρησιμοποιούσαν για να δείξουν την αλληλεγγύη τους στους μαύρους.

Ο Λουμούμπα βρίσκονταν στην ηγεσία του κινήματος απελευθέρωσης του Κονγκό και έγινε πρωθυπουργός στα τέλη της δεκαετίας του ’50. Δολοφονήθηκε μετά από ένα πραξικόπημα που πραγματοποιήθηκε από τον συνταγματάρχη Μομπούτου το 1960. Ο Malcolm κατά τη διάρκεια της συζήτησης επανέλαβε και επιβεβαίωσε πως η πραξικοπηματική παρέμβαση τροφοδοτήθηκε και υποστηρίχθηκε από τις Ηνωμένες Πολιτείες, και ότι αυτό που προπαγανδίζονταν ως μια αφρικανική αποτυχία αυτοδιάθεσης, στην πραγματικότητα δεν ήταν τίποτα περισσότερο από μια ακόμα ιμπεριαλιστική επέμβαση από την πλευρά των λευκών στην Αφρική.

Όσον αφορά το δεύτερο σκέλος της ερώτησης είναι πολύ πιο διεξοδικό να σας παρέχουμε ένα απόσπασμα από την απάντηση που έδωσε ο μαύρος ηγέτης: «Όταν πρόκειται για την ελευθερία των μαύρων, ο λευκός κάνει τον αναβάτη ελευθερίας και καθιστικές διαμαρτυρίες, il freedom rider e il sit-in, δεν είναι βίαιος και τραγουδά We Shall Overcome και πράγματα αυτού του είδους. Αλλά όταν η ιδιοκτησία του λευκού απειλείται ή η ελευθερία του λευκού απειλείται, τότε ο λευκός δεν είναι πλέον μη βίαιος … Έτσι, αν σε αυτόν τον αγώνα είναι ειλικρινείς, οι λευκοί θα δείξουν στον μαύρο πως να χρησιμοποιεί καλύτερες τακτικές, τακτικές που να αποφέρουν αποτελέσματα, και όχι σε εκατό χρόνια. Αν αυτό είναι το σπίτι της ελευθερίας , της δικαιοσύνης, της ισότητα για όλους (αναφερόμενος στην έδρα του labur forum) αν είναι πραγματικά όλα αυτά, τότε ας πάρουμε αυτά τα πράγματα. Και αν όλοι εμείς δεν μπορούμε να τα έχουμε, κανείς δεν θα τα έχει.

 

Pubblicato in STORIA di CLASSE Δημοσιεύτηκε στην ΤΑΞΙΚΉ ΙΣΤΟΡΊΑ

ιστορία, storia

O Tσε είναι ζωντανός! Συνέντευξη – “Che” è vivo! Intervista con Harry Antonio Villegas Tamayo (“Pombo”)

Παραδοχή, πρόλογος. Δεν έχω καμία πρόθεση να περιμένω την 50η επέτειο για να θυμηθώ και να εορτάσω την φιγούρα του «CHE». Πρώτον, γιατί «ποτέ δεν ξέρεις» … και, στη συνέχεια, γιατί ειλικρινά μου θυμίζει πάρα πολύ την ηλικία, πλέον σχεδόν σεβάσμια, του υπογράφοντος.

Μεταξύ άλλων (συγχρονική σύμπτωση;) Την 8η Οκτωβρίου 1967 , ημέρα της σύλληψης του Τσε, επίσης αντιπροσωπεύει το «βάπτισμα του πυρός», μου, να το πω έτσι. Εκείνη την ημέρα, στην πραγματικότητα, δεκαπεντάχρονος, πήρα μέρος (ίσως η αρχική πρόθεση ήταν μόνο να παρακολουθήσω, από περιέργεια) στην πρώτη μουδιαδήλωση με επιθέσεις, πολύ σκληρές, από την Celere 2 [αστυνομικοί] της Πάδοβα. Η εικόνα κάποιων κοριτσιών πεταμένων στη γη ξυλοκοπημένων με τα κλομπ (δεν μπορώ να θυμηθώ αν αυτά συνέβησαν στον ανισόπεδο κόμβο του Αγίου Πίου Χ ή ακόμα και στο στάδιο , λίγα χιλιόμετρα από την αμερικανική βάση) παρέμεινε στη μνήμη μου, ανεξίτηλη. Ήταν μόνο η αρχή … αλλά ήταν πολλά υποσχόμενη.

Για τον Ερνέστο Γκεβάρα είχα ήδη διαβάσει ένα μικρό βιβλίο που εκδόθηκε από μιαν μ-λ ομάδα («Να φτιάξουμε δύο, τρία, πολλά Βιετνάμ … κόκκινο κάλυμμα, το κόστος, θυμάμαι, 50 λιρέτες), γι ‘αυτό δεν μου ήταν εντελώς άγνωστος. Αλλά σίγουρα δεν θα μπορούσα να φανταστώ ότι ενώ τρέχαμε μέσα από τους περιφερειακούς δρόμους της Vicenza φωνάζοντας εναντίον του ιμπεριαλισμού ΗΠΑ, χιλιάδες χιλιόμετρα μακριά, στη Βολιβία, αυτός ο ίδιος ιμπεριαλισμός έβρισκε τον στόχο σε ένα από τα πιο καλά επιλεγμένα πλάνα του: επιτέλους να σωπάσει επιτέλους μια έγκυρη φωνή που μιλούσε εξ ονόματος των κολασμένων της γης (με την έννοια της αποκλεισμένων, αυτών που εξαιρούνται, φυσικά).

Είχα συναντήσει τον Harry Antonio Villegas Ταμάγιο (nom de guerre, όνομα μάχης «Pombo») στη δεκαετία του ενενήντα κατά τη διάρκεια μιας περιοδείας διαλέξεων που οργανώθηκαν, νομίζω, από τον εκδότη Roberto Μασάρι. Το όνομα του Pombo, ενός από τους λίγους επιζήσαντες της βολιβιανής πανωλεθρίας, αναφέρεται συχνά στο «Ημερολόγιο του Τσε στη Βολιβία», ειδικά όταν πληγώθηκε στη μάχη στις 26 ιουνίου του 1967.

Γεννήθηκε το 1940 στη Yara (Sierra Maestra) από μια οικογένεια φτωχών αγροτών, συνάντησε τον Τσε και εισήλθε στον κουβανικό ανταρτοπόλεμο σε ηλικία 14 ετών. Από τότε ποτέ δεν σταμάτησε να παλεύει. Ακολούθησε τον Γκεβάρα στο Κονγκό στο πλευρό του Mulele (ήδη υπουργό του Λουμούμπα, ο οποίος δολοφονήθηκε μετά από απαίτηση της αποικιοκρατίας), και ακόμη και ενός νεαρότατου Λοράν Ντεζιρέ Καμπιλά (για τον οποίον ο Τσε λίγο δυσπιστούσε …), σε πιο πρόσφατα χρόνια στην κεφαλή της αφρικανικής χώρας (μετά την ήττα του δικτάτορα Μομπούτου) και αργότερα πέθανε σε ένα όχι πολύ καθαρό περιστατικό ατυχήματος.

Ο Pombo συμμετείχε στην προσπάθεια της Βολιβίας και, μετά το θάνατο του Τσε πήγε να πολεμήσει στην Αγκόλα κατά της πορτογαλικής αποικιοκρατίας. Στη συνέχεια, στη Ναμίμπια εναντίον του στρατού της Νότιας Αφρικής. Έναν αγώνα αυτόν που, μιας και ήταν αφρο-κουβανικός, αισθάνονταν ιδιαίτερα μιας και η Πρετόρια είχε επίσης εισαγάγει το απαρτχάιντ στη Ναμίμπια.

Ερώτηση: Τι γνώμη έχετε για το γεγονός ότι σε όλα αυτά τα χρόνια (η συνέντευξη χρονολογείται στα χρόνια ενενήντα) η μνήμη του Τσε εξακολουθεί να είναι ζωντανή »στα μυαλά και τις καρδιές» πολλών ανθρώπων, όχι μόνο στη Λατινική Αμερική;

Pombo: Για εμάς του Λατινοαμερικανούς η ανθεκτικότητα της μνήμης του Τσε τόσα χρόνια μετά το θάνατό του δεν αποτελεί αιτία για έκπληξη, δεδομένου ότι οι λόγοι για τους οποίους ο Γκεβάρα πολέμησε εξακολουθούν να είναι οι ίδιοι ως προς την ουσία. Στη Λατινική Αμερική, παρά το ότι πληρώνουμε το εξωτερικό χρέος, η φτώχεια δεν μειώνεται αλλά αυξάνεται. Οι νέες στρατηγικές που υιοθετούν οι κυβερνήσεις συνίστανται στο να μεταφερθούν στα ταμεία των πολυεθνικών την κληρονομιά, τους πόρους των λαών της Λατινικής Αμερικής.

Ερώτηση: Κατά τη γνώμη σας, έχουν υπάρξει συγκεκριμένες ευθύνες εκ μέρους ορισμένων πλευρών της αριστεράς της Λατινικής Αμερικής για τον θάνατο και την ήττα του Τσε (αναφέρομαι ειδικότερα στο ρόλο του Κομμουνιστικού Κόμματος της Βολιβίας του Mario Monje);

 

http://srv.juiceadv.com/banner_iframe.asp?user=4407&tipo=10

Pombo: Φυσικά δεν μπορεί να κατηγορηθεί για ευθύνη η αριστερά γενικότερα. Προσωπικά δεν έχω ακριβή στοιχεία που να εξηγούν τους λόγους για τους οποίους ο Mario Monje, γραμματέας του κομμουνιστικού κόμματος της Βολιβίας, δεν ήταν συνεπής με τις δεσμεύσεις τους. Η απόφασή του να μην συμμετάσχει στον ανταρτοπόλεμο είχε καταστροφικές συνέπειες. Σύμφωνα με τις συμφωνίες θα έπρεπε να ενταχθούν στον αγώνα των ανταρτών πάνω από τριάντα χιλιάδες άνδρες (αγωνιστές του βολιβιανού κομμουνιστικού κόμματος ) και αυτό θα είχε δημιουργήσει τις προϋποθέσεις για να μπορεί πραγματικά να γίνουν οι Άνδεις η νέα Σιέρα Μαέστρα, όπως σκέφτονταν οΤσε. Στη συνέχεια τα πράγματα, όπως ξέρετε πολύ καλά, πήγαν διαφορετικά.

Ερώτηση: Πώς καταφέρατε να σωθείτε από την τραγωδία της 8ης Οκτωβρίου, ’67;

Pombo: Μόνο πέντε από την ομάδα του Guevara καταφέραμε να απεμπλακούμε και, αν και τραυματισμένοι, να ξεφύγουμε από τους ρέιντζερς (επί του παρόντος μόνο τρεις ήταν ακόμη εν ζωή). Έμεινα με το πολυβόλο στην κορυφή της ρεματιάς για να απασχολώ τους στρατιωτικούς, ώστε οι υπόλοιποι να μπορέσουν να ξεφύγουν. Όταν προσπάθησα να ενωθώ ξανά με την ομάδα είχαν ήδη σκοτωθεί ή συλληφθεί. Πριν καταφέρουμε να φτάσουμε στη Χιλή είχαμε αναγκαστεί να υποστηρίξουμε τουλάχιστον πενήντα συγκρούσεις με τον βολιβιανό στρατό. Τέλος, παραδοθήκαμε στους χιλιανούς στρατιώτες σε συνοριακό σταθμό. Θα μπορούσαν να μας είχαν τουφεκίσει επί τόπου ή ακόμα και να μας παραδώσουν στους βολιβιανούς, που σχεδόν σίγουρα θα μας εκτελούσαν όπως έκαναν με τους άλλους συντρόφους μας που είχαν συλλάβει. Ευτυχώς για εμάς εκείνη την εποχή υπήρχαν τριβές μεταξύ της Χιλής και της Βολιβίας και ο υπολοχαγός που διοικούσε τον συνοριακό σταθμό αποφάσισε να παραδώσει εκείνους τους πέντε απεγνωσμένους στις χιλιανές αρχές. Μας οδήγησαν στο Σαντιάγο και, αργότερα, με ένα αεροπλάνο στην Ταϊτή, στη συνέχεια, στο Παρίσι και μετά στην Κούβα …

Ερώτηση: Εκείνο που ειλικρινά μας εκπλήσσει είναι η σκέψη ότι, μετά από όλες αυτές τις δοκιμασίες, επέστρεψες πίσω να πολεμήσεις στην Αφρική …

Pombo: Προσωπικά, είμαι ευτυχής να έχω συμβάλει στον αντιαποικιακό απελευθερωτικό αγώνα του λαού της Αγκόλα, είναι για μένα μια πηγή υπερηφάνειας ότι σήμερα η Αγκόλα είναι ένα ανεξάρτητη, διεθνώς αναγνωρισμένων συνόρων . Το ίδιο ισχύει και για τη Ναμίμπια, που μπόρεσε να αποτινάξει το ζυγό της Νότιας Αφρικής και του απαρτχάιντ.

 

* Στις 8 Οκτωβρίου, θα καθιερωθεί στην συνέχεια η «Ημέρα του ηρωικού Guerrilla, αντάρτη» με την σκέψη, λανθασμένα, ότι εκείνη την ημέρα ο Τσε είχε σκοτωθεί στη μάχη (ή λόγω του τραυματισμού του). Μόνο μετά από κάποιο χρονικό διάστημα έγινε γνωστό με βεβαιότητα ότι, στις 8 είχε συλληφθεί ζωντανός, και είχε δολοφονηθεί την επόμενη ημέρα, 9 Οκτωβρίου. 

** Στον κουβανικό στρατό, ο Pombo έφτασε στον βαθμό του Ταξίαρχου , και επίσης τιμήθηκε σαν «Ήρωας της επανάστασης, Heroe de la Revolucion». Τα απομνημονεύματά του («Pombo, un hombre dela guerilla del Che») δημοσιεύθηκαν το 1996.

του Gianni Sartori

πηγή: La Bottega del Barbieri

ιστορία, storia

Το κεφάλι του Frantz Omar Fanon

Το κεφάλι του Frantz Omar Fanon/ 5.5.2014

Το κεφάλι του Frantz Omar Fanon/ 5.5.2014

 

Ένα γλυκό ζεστό απόγευμα του Ιουνη του 1940, μια μοίρα του γαλλικού πολεμικού ναυτικού, κατέπλευσε στο πόρτο Fort-de-France, στο νησί της Μαρτινίκας. Ο πόλεμος στην Ευρώπη έπνεε τα λοίσθια πριν καν αρχίσει. Ο Άξονας είχε κυριαρχήσει στην Ευρώπη και η κατάρρευση της τρίτης Γαλλικής Δημοκρατίας ήταν το επιστέγασμα προς μια ναζιστική γερμανική Ευρώπη.

Το αεράκι της Καραϊβικής μπορεί να γίνει ξαφνικά καταστρεπτικός τυφώνας, αλλά οι ντόπιοι ξέρουν από αυτά, φυλάγονται όταν το βαρόμετρο πέσει απότομα χαμηλά.

Ντόπιοι! Ποιοι είναι αυτοί οι Μαρτινικέζοι? Κρεολοί, μιγάδες και νέγροι, απόγονοι σκλάβων, επίσης μια χούφτα νυσταλέοι δημόσιοι υπάλληλοι της τελειωμένης δημοκρατίας – πρώην αυτοκρατορίας – και άλλη μια χούφτα λευκοί, συχνά λευκοντυμένοι κτηματίες και έμποροι, ευρωπαίοι. Δηλαδή δυο χούφτες άσπροι και ένα πανέρι μαύροι, αυτοί είναι οι «ντόπιοι» του νησιού.

Ψέματα όμως. Οι πραγματικοί ντόπιοι λείπουν, δεν υπάρχουν! Εξαφανίστηκαν αιώνες πριν, αφανίστηκαν από τις αρρώστιες, εξαντλήθηκαν από το κνούτο των λευκών. Μόνο ιστορικοί και ανθρωπολόγοι ασχολούνται με τους ειρηνικούς αυτόχθονες* που συνάντησε ο Κολόμβος τον Οκτώβρη το 1493 όταν πάτησε στο νησί. Αλλά αυτά είναι μια άλλη ιστορία…

Ναι, τον Ιούνιο του 1940 ο Χίτλερ είχε νικήσει, ο Παλιός Κόσμος ήταν σχεδόν δικός του (οι άγγλοι στο νησί τους αμύνονταν, αλλά δατς ολ!). Ο Νέος θα ακολουθούσε σύντομα, έτσι γίνεται πάντα. Όχι?

Στη Γαλλία ο στρατάρχης Παπάγος, μπαρδόν Πεταίν, αποφάσισε ότι η Γαλλία έπρεπε να υπάρχει ακόμη και ξεβράκωτη, ακόμη και με τα οπίσθια χεσμένα. Δημοκρατία του Βισύ, την είπαν. Και οι αξιωματικοί του ναυτικού που άραξαν εκείνο το γλυκό μαρτινικέζικο απόγευμα αναθάρρησαν. Ναι, είπαν, Γαλλία υπάρχει!

Κατέλαβαν το νησάκι στο όνομα της δημοκρατίας των δοσίλογων. Βέβαια στις δυο χούφτες άσπρους ευρωπαίους – που ανάσαιναν με ανακούφιση θα υποθέταμε κακόβουλα? – και στο μαυρόσκουρο πληθυσμό – που απλά ανάσαινε καθώς δεν είχε στην κατοχή του παρά μόνο την αναπνοή του- δεν έπεφτε λόγος.

 

Λίγες μέρες μετά την έναρξη της κατοχής του νησιού από τους δοσίλογους, ένας δεκαεξάχρονος μαθητής λυκείου περπατούσε στο παράδρομο παράλληλα με το ποτάμι  Rivière Madame. Κλωτσούσε τα χόρτα και τις πέτρες, με κατεβασμένο το κεφάλι, συγχυσμένος και αν κάποιος  διασταυρώνονταν από απέναντι θα έβλεπε ότι τα μάτια του άστραφταν από θυμό.

Μόλις πριν λίγο είχε δει γάλλους ναύτες να ξυλοκοπούν αλύπητα δυο κρεολούς ένα νέο και έναν ηλικιωμένο. Το παράπτωμα τους ήταν ότι τα έβαλαν με κάποιους από τους ναύτες που άρπαξαν μια γυναίκα και την πήγαν κάτω στις μαούνες. Οι δυο άντρες που ξυλοκοπιόνταν δημόσια ήταν ο άντρας της γυναίκας και ο πατέρας του.

Ο μαθητής λυκείου Frantz Omar Fanon έγινε γρήγορα άντρας εκείνο το καλοκαίρι του 1940, όταν οι λευκοί άφησαν κατά μέρος την πατούρα του διαφωτισμού και έδειξαν το αληθινό τους εαυτό. Το μίσος. Την περιφρόνηση. Την υπεροψία. Την κενότητα του λευκού αφέντη. Αυτό που ήταν πάντα! Παρ` όλα τα λύκεια, τα ωδεία και τα σωστά γαλλικά. Την χριστιανική αγωγή και τα καθαρά πουκάμισα. Το αστικό δίκαιο και τα βερνικωμένα μποτάκια. Το ηλεκτρικό και τα μυδραλιοβόλα Hotchkiss.

Ο μαύρος**, μαθητής λυκείου Frantz Omar Fanon  θύμωσε, μετά σκέφτηκε και θύμωσε πιο πολύ. Έψαξε μέσα του τα λόγια του δάσκαλου του Aime F. Cesaireen  (γιατί πάντα υπάρχει ένας δάσκαλος!), ξανασκέφτηκε και θύμωσε τόσο, που έγινε άντρας. Το 1940. Όταν γάλλοι φασίστες έκαναν αίσχη ανενόχλητοι σε ένα νησί στο στερνό χείλι του τόξου της Καραϊβικής, εκεί όπου αρχίζει το βαθιά σοβαρό μπλε του Ατλαντικού…

Η ιστορία του νεαρού μαθητή ξετυλίχτηκε γρήγορα, πιο γρήγορα από όσο μπορούν να διαβαστούν αυτές οι λέξεις και με πιο πολύ πόνο και πείσμα  από όσο μπορεί να αφήσει λίγο μελάνι πάνω στο χαρτί ή την οθόνη.

Ο μαθητής μεγάλωσε και έφυγε στα δεκαοκτώ του να συναντήσει τους Ελεύθερους Γάλλους του στρατηγού Ντε Γκολ. Τον βρίσκουμε στη Καζαμπλάνκα όταν οι σύμμαχοι αποβιβάζονται, ύστερα  μάχεται στις μάχες που μαίνονται στην Αλσατία, στην Κολμάρ τραυματίζεται και για αυτό παρασημοφορείται, πολεμά γενναία, οι σύντροφοι του τον αγαπούν, οι αξιωματικοί του τον σέβονται.  1944. Είναι είκοσι χρόνων και από τους πρώτους γάλλους που πάτησαν τα γεφύρια του Ρήνου, μπήκαν στη φλεγόμενη Ρηνανία. Μια μεγάλη στιγμή για την πρόσφατα ταπεινωμένη Γαλλία, για την αιμάσσουσα Ευρώπη. Κάμερες και δημοσιογράφοι αποθανάτισαν το πρώτο γαλλικό τάγμα να περνά πάνω από το Ρήνο.

Στα επίκαιρα που έστειλε το γαλλικό επιτελείο, πίσω σπίτι, έλλειπαν οι μαύροι Ελεύθεροι Γάλλοι. Όλοι οι φαντάροι ήταν λευκοί οι μαύροι είχαν … χαθεί.

Bleaching.  Αυτός είναι ο αγγλοσαξονικός όρος έως σήμερα. Είναι οι πρώτοι διδάξαντες στη καθαριότητα και την καθαρότητα (προτεστάντες γαρ). Λεύκανση! Ένας όρος καθαριστήριου που εννοεί την λεύκανση των ρούχων με χλωρίνη. Λεύκανση στη πληροφόρηση, την εποχή των εικόνων! Η  Γαλλία, η Ευρώπη, του γενναίου στρατηγού ντε Γκολ μπορεί να είχε άσπρο πισινό, άντε και κόκκινο εφόσον (φευ!) οι μπολσεβίκοι ήταν σύμμαχοι, αλλά ποτέ μαύρο!

Ποτέ ο κώλος της Ευρώπης μαύρος! Ο παρασημοφορημένος Φ. Φανόν έπιασε το μήνυμα αμέσως. Σκέφτηκε και θύμωσε τόσο όσο να καταλάβει τι σημαίνει λεύκανση για τον Μαύρο, για κάθε μαύρο ακόμα και αν είναι άσπρος. Και μετά σπούδασε.

Ψυχιατρική και λογοεχνία,θεατρο,φιλοσοφία (Merleau-Ponty). Ήταν τόσο καλός σπουδαστής όσο και στρατιώτης στη Αλσατία. Έγινε ψυχίατρος,  άρχισε να διαπρέπει και ως (αριστερός, φίλο μαρξιστής) διανοούμενος

Το 1953, ως ψυχίατρος βρίσκεται στο γαλλικό Αλγέρι, παραμονές του μεγάλου αντί αποικιακού αγώνα  που ξεσπούσε πια παντού.

Ο Φ. Φανόν τάχτηκε με την οπλισμένη (National_Liberation_Front) πλευρά αυτού του αγώνα. Σαν επιστήμονας έθεσε τη τέχνη του στην διάθεση αυτού του αγώνα, σαν διανοούμενος έγραψε*** για χειραφέτηση και  ελευθερία με τρόπο που έγινε σημείο αναφοράς για επόμενους ριζοσπάστες επαναστάτες.  Πρόκρινε τη βία στην ένοπλη ιμπεριαλιστική βία όχι κάποιου εθνικού η υπερεθνικού εχθρού αλλά απέναντι σε ένα ταξικό εχθρό.

Πέθανε από λευχαιμία το 1961 σε ηλικία 36 χρονών.

 

Τυχαία ψαχουλεύοντας στο νετ έπεσα πάνω στο Φ. Φανόν, στη Μαρτινίκα και τους αντι αποικιοκράτες επαναστάτες. Όχι δεν με τράβηξε η ιστορία, οι επαναστάσεις, ο ρατσισμός κλπ, ούτε οι αναπόφευκτοι συνειρμοί με τον κυκεώνα του σήμερα.

Με μαγνήτισε η φωτογραφία ενός όμορφου, μαύρου άντρα. Με αδρά αλλά αρμονικά χαρακτηριστικά και ονειροπόλο πρόσωπο. Ένα ωραίο δυνατό κεφάλι. Είπα, είναι το κεφάλι ενός ανθρώπου που «όταν τον εμποδίσουνε να βαδίσει, όταν τον αλυσοδένουνε» αυτός αντιστέκεται. Ανταποδίδει το χτύπημα, χωρίς μίσος για τον δήμιο με τη δύναμη του γνωστικού και γι` αυτό πάντα ελεύθερου μαχητή.

Ένα ελεύθερο κεφάλι σκέφτηκα και άρχισα να διαβάζω, να ψάχνω για αυτόν και την εποχή του…

 

Πόλεμος της Αλγερίας, του Βιετνάμ, του Κονγκό. Μπούρμα, Σουέζ, Κύπρος, Κούβα, Νικαράγουα. Τόσα … O πλανήτης του ψυχρού πολέμου, των δυο υπερδυνάμεων, η Ευρώπη με το καρφί του τοίχους στο μέτωπο της. Όλα μοιάζουν τόσο  μακριά σαν ασπρόμαυρο  newsreel των 40s .

Ποιος μνημονεύει τον Πατρίς Λουμούμπα, ποιος ξέρει τον Αμίλκαρ Καμπράλ, ή τον Μάλκολμ Χ. Τρομοκράτες! Και σήμερα πάλι τρομοκράτες θα τους έλεγαν οι Φιγκαρό και οι Γκάρντιαν.  Όλοι οι Φ.Φάνον δεν ήταν κάποιοι σκέτοι, αντί αποικιοκράτες δημοκράτες. Ήταν αυτοί που είδαν, κατάλαβαν και πολέμησαν έχοντας την ιδέα ότι είναι χαζό και επικίνδυνο να ανταλλάξεις τον αποικιακό, αυτοκρατορικό δυνάστη με ένα ντόπιο εθνικό αφεντικό. Εδώ που τα λέμε, τα αυτοκρατορικά μαστίγια υπερτερούσαν, όσο υπήρχαν, σε πόρους (δηλ. άρτο) και στυλ (θεάματα), από τους εκαστοτε εθνικούς λιγούρηδες μαφιόζους.

Ο Φ.Φανόν και άλλοι οπως ο Τσε Γκεβαρα, Στιβε  Μπίκο κλπ συντάχτηκαν με το ριζοσπαστικό πρόταγμα που απαντά στη βία με τη βία δηλ. την επανάσταση. Επιπλέον είχαν και το θράσος να είναι και μαυριδεροί! Όλα αυτά και αυτοί πρέπει να ξεχαστούν. Ο Φ.Φανόν, δεν θα έπαιρνε ποτέ κανένα νόμπελ αλά Μαντέλα και αν του το έδιναν θα το πετούσε στα ασπρουλιάρικα μούτρα τους. Ναι! Όταν μας δείχνουν τον Νέλσον Μαντέλα, βλέπουμε ένα χαμογελαστό παππού, ένα πατερούλη που έγινε τι-σερτ, όταν μας έδειχναν τον Αραφάτ βλέπαμε ένα κακέκτυπο με μαντήλα που έγινε μόδα, τι και αν ήταν ηγέτες ένοπλων επαναστάσεων? Αυτό είναι μια μουντζούρα, μια ανωμαλία της ιστορίας που πολύ κοπιάζουν οι μιντιακές ολιγαρχίες να μας κάνουν να ξεχάσουμε!

 

Για προφανέστατους λόγους εδώ (και τώρα), στο δυτικό άκρο της Πρώην Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, όπου κάποτε, κάποιοι ραγιάδες δεν κάθισαν στα αυγά τους όπως πρόσταζαν οι «ντόπιοι» ραβδούχοι, παπάδες και προεστοί, ιστορίες με μαύρους που σήκωσαν κεφάλι, όπως ο Frantz Omar Fanon μπορεί να γίνουν της μόδας. Ξαφνικά. Γιατί οι ομοιότητες με τους ναύτες που πέταξαν τις μάσκες της δημοκρατίας και ρίχτηκαν στο πλιάτσικο παρά είναι  ανατριχιαστικά πολλές…

 

Κ.Β.  4.5.2014
ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

*Οι Αραουάκοι είναι μία από τις φυλές των ιθαγενών λαών των Δυτικών Ινδιών. ήταν οι ιθαγενείς τους οποίους συνάντησε ο Χριστόφορος Κολόμβος το 1492, όταν έφτασε για πρώτη φορά στην Αμερική. Οι Ισπανοί τους περιέγραψαν ως ειρηνικούς, πρωτόγονους ανθρώπους.(Ελλην.wikipedia)

** Από πατέρα μαύρο, απόγονο σκλάβων από την Αφρική, και μάνα μιγάδα, νόθο παιδί λευκού από το Στρασβούργο της Αλσατίας,η οικογένεια Fanon ανήκε στη μεσαία τάξη και έτσι μπορούσε να πληρώνει τα δίδακτρα στο Λύκειο Schoelcher, το πιο διάσημο τότε γυμνάσιο της Μαρτινίκα, όπου ο συγγραφέας και μέντορας του Aimé Césaire (Αιμέ Σεζαίρ), ήταν ένας από τους δασκάλους του.(wikipedia)

*** Μεταφρασμένο στα Ελληνικά ειναι μόνο το ΤΗΣ ΓΗΣ ΟΙ ΚΟΛΑΣΜΕΝΟΙ, Γραμμένο το 1961 και προλογισμένο από τον ΖΑΝ-ΠΩΛ ΣΑΤΡ, ένα πρόλογο που δέχτηκε κριτική αργότερα, είναι το πιο γνωστό και «πολιτικό» έργο του Φ. Φανόν.

Σερφάροντας και διαβάζοντας για τον συγγραφέα, μου φαίνεται πιο ενδιαφέρον, προσωπικό και άμεσο το αμετάφραστο στα ελληνικά το Black Skin, White Masks γραμμένο στα 1952 ενόσω ακόμα ο Φ.Φ. ήταν στη Γαλλία απηχεί τη διαδικασία αποξένωσης και ταυτόχρονα χειραφέτησης του μαύρου που από «ζώο» μετατρέπεται σε «άνθρωπο» και μάλιστα επαναστατημένο.

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ ΕΔΩ ΟΠΟΥ ΚΑΙ ΕΙΝΑΙ ΜΕΤΑΦΡΑΣΜΕΝΟ ΚΑΙ ΟΛΟΚΛΗΡΟ ΤΟ ΛΗΜΑ ΤΗΣ ΑΓΓΛΙΚΗΣ WIKIPEDIA ΓΙΑ ΤΟΝ Φ.Φ.

ΕΠΙΣΗΣ ΣΥΜΠΛΗΡΩΜΑΤΙΚΑ ΚΑΙ ΕΔΩ ΚΑΙ ΕΔΩ.

 

 

Διαβάστε περισσότερα: http://www.telospanton.com/products/%CF%84%CE%BF-%CE%BA%CE%B5%CF%86%CE%AC%CE%BB%CE%B9-%CF%84%CE%BF%CF%85-frantz-omar-fanon-5-5-2014/

σύγχρονη σκέψη, pensiero di oggi

Perché ci odiano? Γιατί μας μισούν ;

 

Μετά τις επιθέσεις στο Παρίσι του περασμένου νοεμβρίου στις 13 από πολλές πλευρές αναρωτήθηκαν: γιατί μας μισούν? Αυτή την φορά οι απαντήσεις, τουλάχιστον εκείνες που εμφανίστηκαν στην πληροφόρηση που γενικεύει – που είναι όμως αυτή που διαμορφώνει την κοινή γνώμη και κατά συνέπεια τις πολιτικές απαντήσεις που με την σειρά τους σχηματίζουν την κοινή γνώμη σε μια  loop δίχως τέλος – προσπάθησαν να παίξουν το ψυχολογικό χαρτί. Οι τρομοκράτες δεν θα ήταν άλλο από  “κοινωνικά απόβλητα” με “ένα επίπεδο μεσαίο-χαμηλό κουλτούρας, μια οικογένεια πολύ ενωμένη και σταθερή στις πλάτες και την επικίνδυνη τάση στον θρησκευτικό φανατισμό. Σε όλους τους τρομοκράτες πάντοτε παρατηρήθηκε πως όσο περισσότερο κλείνονταν και απομονώνονταν σε σχέση με την κοινωνία τόσο ελαχιστοποιούνταν η αίσθησή τους για την πραγματικότητα, δίνοντας έτσι τροφή σε δηλώσεις όλο και πιο ασυνάρτητες και παραληρηματικές ούτως ώστε να καθιστούν κάθε δικό τους “delirio” σαν σωστό και δυνατό. Σε όλους τους τρομοκράτες παρατηρήθηκε επίσης πως το ελατήριο που τους έσπρωξε να δράσουν είναι πάντα το μίσος”  (qui). Η τρομοκρατική επιλογή θα ήταν το αποτέλεσμα μιας ύπαρξης αποξενωμένης και περιθωριοποιημένης που βρίσκει στη δυνατή ιδέα του ισλαμικού ριζοσπαστισμού μια προοπτική που δεν θα ήταν δυνατή με άλλον τρόπο και με το internet το εργαλείο της σχέσης με την παθολογία της. Απ’ όλες τις απαντήσεις που οι δυτικοί  policy makers μπορούσαν να επινοήσουν αυτή είναι πραγματικά η πιο απίστευτη. Όχι ότι την πιστεύουν αυτοί οι ίδιοι (εάν ο καπιταλισμός ήταν τόσο ηλίθιος θα είχε θαφτεί εδώ και καιρό μέσα στις παραδοξότητες της ιστορία), όμως όντας η πιο μεταδιδόμενη γίνεται εκείνη η περισσότερο αποδεκτή κοινωνικά, δίδοντας ζωή σε μιαν διαδικασία συνολικής αν-ευθυνότητας των δυτικών κοινωνιών. Φυσική συνέπεια στην ψυχολογική απάντηση είναι το αίτημα μιας »ψυχολογίας της αντιτρομοκρατίας» , è la richiesta di una “psicologia dell’antiterrorismo”, που στοχεύει στον να προλάβει ψυχιατρικά και να αποτρέψει την παθολογία του τρομοκράτη. Δυστυχώς, σε αυτά τα πράγματα η κοινή γνώμη πιστεύει πραγματικά, l’opinione pubblica ci crede davvero.

Όσον αφορά εμάς, εδώ και αμνήμονα καιρό προχωρούμε λέγοντας πως η πρόσφατη μεσανατολική αταξία είναι το φρούτο της προσπάθειας να τακτοποιηθούν κάποιες περιοχές του κόσμου που είναι ακόμη αποκλεισμένες από τον κερδοσκοπικό χαρακτήρα των φιλελεύθερων πολιτικών; πως η “τρομοκρατία” είναι ένα φαινόμενο που δημιουργήθηκε άμεσα από τις δυτικές πολιτικές στην Μέση Ανατολή; πως το Ισλαμικό Κράτος κι αυτή ακόμη την στιγμή εξοπλίζεται, χρηματοδοτείται και καλύπτεται από συγκεκριμένα και προσδιορισμένα δυτικά κρατικά υποκείμενα που έχουν τους δικούς τους τοπικούς αναφερόμενους.  Παρά την αντικειμενική του γέννηση, πρέπει επίσης να ειπωθεί πως υπάρχει μια μάζα ανθρώπων που στο μήνυμα του ισλαμικού ριζοσπαστισμού πιστεύει με καλή πίστη.  Πάνω απ’ όλα, πιστεύουν εκείνες οι χιλιάδες foreign fighters που από τις ευρωπαϊκές περιφέρειες και τα προάστια αποφασίζουν να παν να πολεμήσουν στην Μέση Ανατολή. Εάν στην μεσανατολική περιοχή η απάντηση στην ερώτηση   “γιατί μας μισούν” βρίσκεται στην αντικειμενική ερμήνευση ιστορικών κοσμικών γεγονότων που προκάλεσαν αυτό το μίσος, στην ευρωπαϊκή μητρόπολη είναι προφανές πως διασχίζεται ένας άλλος δρόμος. Εδώ θέλουμε να δώσουμε δυο κατευθυντήριες γραμμές σχετικά με την ερμηνεία αυτή, ή εάν θέλουμε δυο παραδείγματα, που μπορούν να ισχύουν για μια γενικότερη συζήτηση σε θέση να απαντήσει στην ερώτηση που ταρακουνά την δυσπιστία του καλού ευρωπαίου.

Στις 23 φεβρουαρίου 2005 η γαλλική κυβέρνηση, με την σύμφωνη γνώμη όλων των μεγάλων δυνάμεων της κεντροδεξιάς και της κεντροαριστεράς, ψήφιζε τον νόμο, la legge n.158-2005 που αναγνώριζε τον θετικό ρόλο της γαλλικής αποικιοκρατίας στις γαίες Πέρα από την θάλασσα και ειδικότερα στην Αφρική του βορρά και στην Ινδοκίνα. Αυτό είναι το άρθρο 1:

La Nation exprime sa reconnaissance aux femmes et aux hommes qui ont participé à l’oeuvre accomplie par la France dans les anciens départements français d’Algérie, au Maroc, en Tunisie et en Indochine ainsi que dans les territoires placés antérieurement sous la souveraineté française”.

Εδώ αντιθέτως το άρθρο 4, που στην συνέχεια ακυρώθηκε μετά από μιαν μακρά κοινοβουλευτική διαδικασία που θέσπισε  “την ακαταλληλότητά του” διότι έμοιαζε να αντιπροσωπεύει  “μια παρεμβολή στην αποικιακή γαλλική ιστορία”:

Les programmes scolaires reconnaissent en particulier le rôle positif de la présence française outre-mer, notamment en Afrique du Nord et accordent à l’histoire et aux sacrifices des combattants de l’armée française issus de ces territoires la place éminente à laquelle ils ont droit” (qui).

Αυτός ο νόμος, που βρίσκεται ακόμη σε ισχύ, ακολουθούσε την ανακήρυξη της »Ημέρας εθνικής ευχαριστίας»,  “Giornata della riconoscenza nazionale” που συστάθηκε από την κυβέρνηση του Jacques Chirac και  που εγκρίθηκε από όλες τις μεγάλες πολιτικές δυνάμεις της κεντοδεξιάς και κεντροαριστεράς, ημέρα που βλέπει τον εορτασμό της στις 25 σεπτεμβρίου. Σε ποιον απευθύνονταν η “αναγνώριση, η ευγνωμοσύνη” της Πέμπτης γαλλικής Δημοκρατίας, della Quinta Repubblica francese? Στους Harkis, αραβικός όρος που δείχνει τους αλγερινούς μουσουλμάνους που συνεργάζονταν με την γαλλική αποικιοκρατία της Αλγερίας στην διάρκεια του μακρού απελευθερωτικού πολέμου του Fln. Ακόμη, στις 14 απριλίου 2012, ο Nicolas Sarkozy αναγνώρισε την ιστορική ευθύνη της Γαλλίας “στην εγκατάλειψη των βετεράνων Harkis στους χρόνους του πολέμου”, που εν τω μεταξύ για προφανείς λόγους είχαν αποβιβαστεί εκατομμύρια στην Γαλλία μετά την απελευθέρωση της αραβικής χώρας, πολλοί από τους οποίους σχετίζονταν με την Oas, molti dei quali in rapporti con l’Oas και στην συνέχεια υποστηριχτές του Εθνικού Μετώπου του πατέρα Λε Πεν.  sostenitori del Front National di Le Pen (padre). Ακόμη και σήμερα, na po;yme, e;inaiAncora ogνα πούμε, είναι  800.000 οι Harkis που ζουν σε γαλλικό έδαφος. Το 2006 ένας σοσιαλιστής βουλευτής, ο Georges Freche, λόγω του ότι αποκάλεσε τους άραβες συνεργάτες “υπανθρώπους”, εκδιώχτηκε από το  κόμμα.

Το 2005 ως εκ τούτου, εξήντα χρόνια μετά το τέλος του Δεύτερου παγκόσμιου πόλεμου και σαράντα τρία μετά την Απελευθέρωση της Αλγερίας, η Γαλλία επιβεβαίωνε την αποικιακή της προδιάθεση, όχι μονάχα προχωρώντας στην δημόσια αναγνώριση των αράβων συνεργατών της  (υποδαυλίζοντας εκτων πραγμάτων το μίσος των γάλλων αράβων που δεν αφομοιώθηκαν στην αποικιακή κουλτούρα), μα επικυρώνοντας δια νόμου, ma sancendo per legge il ruolo positivo del proprio colonialismo τον θετικό ρόλο της αποικιοκρατίας της σαν παράγοντα ανάπτυξης και προόδου για τις ενδοτικές περιοχές. Δεν είναι λοιπόν οι δυτικές πολιτικές του XIX αιώνα, ούτε ο αποικιακός καταμερισμός της οθωμανικής αυτοκρατορίας με υπογραφή Sykes-Picot το 1916, που δημιούργησαν το τρέχον μίσος των αραβικών μαζών στην Μέση Ανατολή και στην Ευρώπη, αλλά ο διαρκής ισχυρισμός του δικαίου εκείνων των πολιτικών ακόμη και σήμερα, όπως και η επαναλαμβανόμενη θέληση να τις αναπαράξουν σε διαφορετική σκάλα και με εργαλεία πιο εκλεπτυσμένα.  Οι αραβικοί πληθυσμοί δεν παραμένουν θύματα της ιστορικής αυτολύπησής τους που στέκεται ανίκανη να τους αφήσει να εξελιχθούν αυτόνομα, μα είναι ο δυτικός καπιταλισμός, ανίκανος να σκεφτεί τον εαυτό του έξω από τις αποικιακές και ιμπεριαλιστικές δυναμικές, που αναγεννά ένα μίσος που είναι όλο πολιτικό και με τίποτα ψυχολογικό, κι εκεί ακόμη που βρίσκει μορφές έκφρασης κατά τα φαινόμενα απολιτικές ή μέχρι και ψυχοαναλύσιμες.  Είναι η αποτυχία ρήξης με τον αποικιακό κόσμο, η αιώνια αξίωση της ηθικής και πολιτιστικής ανωτερότητας της Δύσης, η δουλική επανάληψη συμπεριφορών και πολιτικών, που δημιουργούν το μίσος. Όχι η Γαλλία του περασμένου αιώνα, αλλά η συνέχεια ανάμεσα στην Γαλλία του τότε και εκείνη του σήμερα, συνέχεια που αξιώνεται δημόσια δια νόμου.  Και επίσης η αιωνόβια πολιτική ομοιογένεια σε σχέση με τις θέσεις για την αποικιοκρατία, που βρίσκει πάντα συμπαγείς κεντροδεξιά και κεντροαριστερά του σήμερα έτσι όπως ήταν και τα Unr και Pcf στους καιρούς τους, καθιστά δύσκολο – αν όχι αδύνατο – να γίνει μια επιλογή στην γαλλική πολιτική. Για τον άραβα οι διαιρέσεις της γαλλικής πολιτικής εξαφανίζονται όταν πρόκειται για την αποκατάσταση της πρωτοκαθεδρίας της επί των αποικισμένων λαών, επικαλούμενοι την εξίσωση  “γάλλος=αποικιοκράτης” που θα έπρεπε να είναι λυπηρό αλλά που είναι απόλυτα κατανοητό από την αραβική σκοπιά. 

Η αποικιοκρατική πολιτιστική διάσταση και αφομοίωσης των δυτικών Κρατών και του γαλλικού ειδικότερα δεν είναι όμως η μοναδική αιτία ικανή να δημιουργήσει μίσος, όχι ένα μίσος γενικού χαρακτήρα, αλλά το πρόσφατο, συνειδητοποιημένο και πολιτικό μίσος προς τις δυτικές πολιτικές  (πολιτικό, επιβεβαιώνουμε, ακόμη και όταν λαμβάνει μορφές μη πολιτικές, θρησκευτικές, πολιτιστικές, αλλοτριωμένες). Υπάρχει ένας άλλος παράγων, άμεσα συνδεδεμένος στην διαδικασία οικονομικής γκετοποίησης πως μάζες νέων απόκληρων ζουν στο κορμί τους στην Ευρώπη της κρίσης.  Το Βέλγιο, από αυτή την άποψη, μας δίνει το πιο εντυπωσιακό παράδειγμα. Το Belgio είναι το Κράτος από το οποίο φεύγουν, σε σχέση με τον πληθυσμό του, το μεγαλύτερο μέρος των Foreign fighters όλης της Europa. Κάποιοι από τους τρομοκράτες που χτύπησαν το Parigi την νύχτα της 13 νοεμβρίου προέρχονταν από το Βέλγιο, ειδικότερα από μια συνοικία στην περιφέρεια, Molenbeek. Γιατί ; Στην γειτονιά κατοικούν 95 χιλιάδες άνθρωποι; από αυτούς, 65 χιλιάδες(!) είναι άνεργοι ή δίχως δραστηριότητα. Το 70% του πληθυσμού της συνοικίας της “πρωτεύουσας ” της ευρωπαϊκής Ένωσης στο πλούσιο Belgio της πλουσιότατης βορείου Ευρώπης ζει σε κατάσταση φτώχειας και έλλειψης προοπτικών δίχως προηγούμενο. Όμως το Βέλγιο έχει ένα κοινωνικό κράτος εξαιρετικά δομημένο, είναι η χώρα όπου οι πολιτικές υποστήριξης των εισοδημάτων είναι από τις πιο ανεπτυγμένες, τόσο ώστε να λέγεται επί χρόνια πως αποτελεί το επί χρόνια »έδαφος πειραματισμού του εισοδήματος ιθαγένειας», terreno di sperimentazione del reddito di cittadinanza. Υπ’ αυτή την έννοια θα πρέπει να μεταφέρουμε ένα μεγάλο απόσπασμα από το τελευταίο νούμερο του Limes, “La strategia della paura”, »η στρατηγική του φόβου»:

Για να προσπαθήσουμε να καταλάβουμε πως γίνεται η πρώτη χώρα της ηπειρωτικής Ευρώπης που γνώρισε την βιομηχανική επανάσταση είναι η πρώτη κατά κεφαλή εξαγωγέας τζιχαντιστών – έτσι ώστε να έχει κατακτήσει το προσωνύμιο  “Belgikistan” – είναι χρήσιμο να κάνουμε ένα βήμα πίσω. Μετά τους παγκόσμιους πολέμους η βιομηχανία προσέλκυσε μια εμφανή μετανάστευση από την Νότια Ευρώπη και από την Βόρεια Αφρική, ειδικότερα από το Marocco και την Algeria (εκτός από την Turchia και από το Congo, πρώην αποικία). Εργατικό δυναμικό χαμηλού κόστους για τα ορυχεία, τις βιομηχανίες και τα χυτήρια της χώρας, ανάμεσα στα οποία εκείνο της  Molenbeek. Με ξεκίνημα τα τέλη των χρόνων Εβδομήντα του Εννιακόσια, η οικονομική ενίσχυση όπως και της απασχόλησης του βιομηχανικού τομέα άρχισε έφτασε στο σημείο να εξαντληθεί.Ενώ η  Bruxelles σταθεροποιείτο στον ρόλο πρωτεύουσας της Ευρώπης, αυτοί που δεν μιλούσαν τουλάχιστον δυο γλώσσες, υψηλής ειδίκευσης ή τοποθετήσιμος στην δημόσια διοίκηση σταδιακά αποβλήθηκε από την αγορά εργασίας. Στους μετανάστες από το Μαγκρέμπ  που είχαν εργαστεί στην κατασκευή δρόμων και υπόγειων σιδηροδρόμων προσφέρθηκε η βελγική εθνικότητα και μια θέση στις εταιρείες μεταφορών, ενώ τα παιδιά τους έμειναν δίχως απασχόληση και άρχισαν να εξαρτώνται από τις κρατικές επιδοτήσεις.  Σε αυτά τα νεαρά παιδιά μεταναστών κατευθύνθηκαν τα κηρύγματα των σαλαφιτών ιμάμηδων,  imam salafiti, κατηχημένους από την Σαουδική Αραβία,  που στάλθηκαν από το Belgio των χρόνων Εβδομήντα για να έχει την εύνοια (οικονομική) του Riyad” (pag.284).

Η άμεση συνέπεια της από-βιομηχανοποίησης, η έλλειψη πολιτικών απασχόλησης και εργασίας που αντικαταστάθηκαν από υποστήριξη στο εισόδημα, δεν γέννησαν μορφές οικονομικής αναδιανομής και κοινωνικής ολοκλήρωσης και ενσωμάτωσης, περισσότερο δημιούργησαν χώρους κοινωνικής περιθωριοποίησης, πολιτιστικής και πολιτικής που παρήγαγαν σε πρώτη φάση χώρους γκέτο της μη-εργασίας, μετά εθισμό σε μιαν ζωή δίχως προοπτικές λύτρωσης, και τέλος την γοητεία του θρησκευτικού μηνύματος, που αν μη τι άλλο  παρείχε σε αυτούς τους απόβλητους από την δυτική μητρόπολη μια άγκυρα σωτηρίας συλλογικής κι έναν σκοπό για τον οποίον να αγωνίζονται. Δεν είναι τυχαίο πως , στην  Corriere della Sera της πέμπτης  24 δεκεμβρίου, ο leader του Κινήματος 5 Αστέρια  Movimento 5 Stelle Gianroberto Casaleggio δήλωνε: “Το εισόδημα ιθαγένειας είναι το πρώτο σημείο του προγράμματός μας για τις πολιτικές εκλογές, είναι δυο χρόνια που προσπαθούμε να το κάνουμε να εγκριθεί, μα με κάθε τρόπο εμποδιζόμαστε. Υπάρχει σε όλες τις ευρωπαϊκές χώρες εκτός από την Ελλάδα και την Ιταλία, η ίδια η ΕΕ ζήτησε την εισαγωγή στην χώρα μας”. Όντως στοχεύεται ένα σημείο με μεγάλη σημασία: παρότι ο Casaleggio (και πολλοί άλλοι οπαδοί του κινήματος) το παρουσιάζει σαν νόρμα επαναστατική, το “εισόδημα ιθαγένειας” (ή όπως αλλιώς θελήσουμε να το ονομάσουμε), όχι μόνο βρίσκεται παρόν σε σχεδόν όλα τα άλλα ευρωπαϊκά Κράτη, αλλά το ζητά η ίδια η ευρωπαϊκή Ένωση, διότι στην νεοφιλελεύθερη αναδιάρθρωση οι πολιτικές εισοδήματος αντικαθιστούν τις πολιτικές εργασίας. Ή καλύτερα, η ανταλλαγή που συνέβη αυτά τα χρόνια πάντα υπήρξε του ίδιου τύπου: από την μια απορυθμίζονταν εν γνώσει οι μισθολογικές κατακτήσεις και απασχόλησης των χρόνων Εβδομήντα ενώ από την άλλη παραχωρούνταν υποστήριξη στο εισόδημα όλο και πιο γενικευμένη. Το άθροισμα αυτής της ανταλλαγής όμως δεν είναι ισοδύναμο. Ενώ η εργασία αποφέρει ανεξαρτησία, οικονομική αυτονομία και συνεπώς πολιτική, ένταξη και ενσωμάτωση καταμετρώντας τα παρεχόμενα δικαιώματα στην ιθαγένεια, το εγγυημένο εισόδημα παράγει εξάρτηση από το Κράτος πρόνοιας, περιορίζει τις δυνατότητες ενεργών πολιτικών εργασίας, δεν επηρεάζει τις  κοινωνικές ανισότητες, καταλήγοντας να χτίσει εκείνα τα φυσικά και κοινωνικά γκέτο από την αδύνατη χειραφέτηση. Δεν είναι τυχαίο λοιπόν πως το Βέλγιο είναι αναλογικά το πρώτο ευρωπαϊκό Κράτος για ξένους μαχητές παρόντες στην Συρία. Και η απάντηση πρέπει να αναζητηθεί στην διάλυση των βιομηχανικών πολιτικών και της εργασίας, που μαζί με τον νεοαποικιακό παράγοντα αποτελούν μια σημαντική πλευρά του μωσαϊκού των λόγων διαχυτικότητας του ριζοσπαστικού θρησκευτικού μηνύματος μεταξύ χιλιάδων ευρωπαίων πολιτών. Και σε αυτή την περίπτωση, η απάντηση είναι πολιτική, αν και παίρνει την αλλοτριωμένη μορφή της θρησκευτικής θυσίας.

Αυτά τα δυο παραδείγματα, ανάμεσα στα πολλά που θα μπορούσαμε να κάνουμε αλλά που πιθανότατα κάνουν μεγαλύτερη εντύπωση από άλλα για την εμφαντική  σχέση ανάμεσα στο μίσος και τις αντικειμενικές αιτίες του, ξεκαθαρίζουν πως για όλα μπορούμε να μιλήσουμε εκτός από πρόβλημα ψυχολογικό ή περιορισμένο στον θρησκευτικό ορίζοντα, που βέβαια υπάρχει αλλά γίνεται άλλο τόσο εργαλείο έκφρασης ενός μίσους που έχει ξεκάθαρη προέλευση. Θα είναι αδύνατον, για την αριστερά, να έχει έναν ρόλο σε αυτή την κοσμοϊστορική υπόθεση εάν δεν αντιληφθεί τους λόγους ενός μίσους ιερού και που είναι, σε κάθε του μορφή, γνήσια πολιτικό και σαν τέτοιο πρέπει να αντιμετωπιστεί, ελευθερώνοντάς το από το θρησκευτικό υπόβαθρο που λαμβάνει.

http://www.militant-blog.org/?p=12688#more-12688

πάλι ο φίλος Τζανάκος μας λέει:

Collapse Under the Empire – Dragonfly