τα βιβλία του μιχάλη, i libri di michele

στη χώρα του ποτέ…η 20

Area – Luglio, agosto, settembre (nero)/La mela di Odessa – Ιούλιος, αύγουστος, σεπτέμβρης [μαύρος]/Το μήλο της Οδησσού

L’editore

Ο εκδότης

Ένας νεαρός σκηνοθέτης, ένας καθηγητής πανεπιστημίου, ένας βιβλιοπώλης και μια δημοσιογράφος συναντώνται στη διάρκεια ενός week-end στο  βουνό για να συζητήσουν την πιθανότητα να πραγματοποιήσουν ένα σενάριο ταινίας για την υπόθεση του Giangiacomo Feltrinelli, του εκδότη του ομώνυμου εκδοτικού οίκου που σκοτώθηκε εξ αιτίας μιας έκρηξης που στις προθέσεις του θα έπρεπε να γκρεμίσει έναν πυλώνα υψηλής τάσης στις Segrate, στις πόρτες του Milano.
Η ιστορία εκείνου του δράματος ξεδιπλώνεται μέσα από τη χρήση διαφόρων ηχογραφημένων αφηγήσεων (η ψυχρή επιστημονική γλώσσα των πρακτικών της αυτοψίας στο πτώμα, οι ειδήσεις και η ειδησεογραφική κάλυψη γεμάτη περιττά στερεότυπα, η προφορική διήγηση του κάθε μέλους του κουαρτέτου των »σεναριογράφων» που είχαν γνωρίσει από κοντά και σε βάθος τον πρωταγωνιστή του μυθιστορήματος)
Μέσα από μια εξαιρετική μέθοδο μοντάζ-συναρμολόγησης αυτών των διαφορετικών εγγραφών ο Balestrini καταφέρνει να τοποθετήσει το γεγονός του θανάτου του Feltrinelli στο πυρακτωμένο σκηνικό των κοινωνικών αγώνων των ετών μετά το ’68 απονέμοντας μια δίκαιη αξιοπρέπεια σε μια προσωπικότητα που για μεγάλο χρονικό διάστημα δυσφημίστηκε και μειώθηκε στη βαθμίδα ενός ρομαντικού ονειροπόλου μιας επαναστατικής ελπίδας ανέφικτης απατηλής και επικίνδυνης για το πεπρωμένο της δημοκρατίας.

http://www.deriveapprodi.org/2006/01/leditore/

Ο εκδότης – απόσπασμα από την όγδοη Σκηνή

….. το γεγονός είναι πως βρισκόμαστε εδώ τώρα να συζητάμε για εκείνη την ιστορία και να προσπαθούμε όπως λέγαμε πριν να της δώσουμε μια σημασία ένα νόημα μιαν αξία που σύμφωνα μ’ εμένα είναι σημαντική για να καταλάβουμε τις ιστορίες εκείνων των χρόνων

υπάρχουν οι δύο μεγάλες στιγμές της μετάβασης οι δύο στιγμές καμπή, οι δυο στιγμές ορόσημο που είναι ο θάνατος του εκδότη και στη συνέχεια, η απαγωγή Μόρο η πρώτη που παρήγαγε μια νέα συνείδηση το άνοιγμα μιας διαδικασίας μέσα από μια ρήξη με τις επαναστατικές παραδόσεις που πλέον ανήκουν στο παρελθόν όπως εκείνη της αντίστασης των παρτιζάνων και εκείνη της παλιάς εργατικής τάξης ενώ ανοίγεται ένας άλλος τρελός ιστορικός κύκλος, απίστευτος, που είναι η βαθιά τροποποίηση της εργασίας τίθεται σε κίνηση η κατασκευή μιας προσωπικής και συλλογικής υποκειμενικότητας που έχει αντιστραφεί πλήρως δηλαδή από μια ιστορία σε μιαν άλλη ιστορία από μια υποκειμενικότητα σε μιαν άλλη και τελειώνει η ταξική συνείδηση γεννιέται η αποκεντρωμένη συλλογικότητα τουλάχιστον έτσι λέγαμε κάποτε

η άλλη στιγμή μετάβασης είναι η απαγωγή Μόρο που είναι το βάναυσο τέλος αυτής της διαδικασίας η διαδικασία έχει πλέον επιβληθεί έχει μετατρέψει την κοινωνία έχει μετατρέψει τον κόσμο τον τρόπο ζωής των ανθρώπων τον τρόπο που σκέφτονται αγαπούν τις επιθυμίες και τις συμπεριφορές και αυτό κυρίως χάρη στον φεμινισμό λέει αυτός ευχαριστώ πολύ λέει εκείνη μετέτρεψε και τις λέξεις, ακόμη και το πώς διηγούνται οι ιστορίες και αυτό είναι μια μη αναστρέψιμη μετάλλαξη που σηματοδοτεί επίσης την επόμενη γενιά εκείνη των χρόνων της άμπωτης αυτά τα χρόνια 80 σάπια πλέον τώρα στο τέλος, άθλια, αν και κάνουν τα πάντα για να αποβλακώσουν τελείως αυτές τις νέες γενιές με την τηλεόραση με τα ναρκωτικά ενώ οι εφημερίδες τους εξηγούν πως αυτοί θέλουν μόνο την καριέρα και οικογένεια και ίσως τον θεό

οπότε λέει ο ξανθός αυτός ο θάνατος η ιστορία εκείνου του θανάτου θα μπορούσε να γίνει μια ιστορία που αφηγείται άλλες ιστορίες την ιστορία του ανθρώπου μας την δική μας ιστορία και την ιστορία τόσων πολλών άλλων ανθρώπων την ιστορία εκείνων των τόσο μακρινών χρόνων που είναι όμως τόσο κοντινοί μας διότι ακόμη και σήμερα εμείς είμαστε όλοι φτιαγμένοι από εκείνα τα χρόνια αυτής της ιστορίας και συνεπώς σε εκείνη την ιστορία υπάρχει επίσης η ιστορία αυτών των χρόνων αλλά είναι μια ιστορία που μιλά για τόσες πολλές ιστορίες που δεν θα βρεθούμε ποτέ σε θέση να γράψουμε θα μας έφτανε να καταφέρουμε να κόψουμε ένα μικρό κομμάτι το οποίο να μπορέσει λιγάκι να δώσει τουλάχιστον την αίσθηση εκείνης της ιστορίας

εγώ θυμάμαι είπε ο βιβλιοπώλης τις συζητήσεις εκείνων των ημερών που υπήρξαν μια σημαντική στιγμή διότι το διακύβευμα ήταν να δώσουμε την εικόνα εκείνου τον οποίον όλοι ήθελαν να ξεχάσουν έτσι όπως ήταν υπήρχαν αυτοί που είχαν μια τάση ευσεβίστικη, αυτοί που μιλούσαν για εμπλοκή της Cia όλοι ήθελαν να συγκαλύψουν να τον μεταμφιέσουν δεν ήθελαν να τον δουν σαν μια φιγούρα μέσα σε ένα πλαίσιο και μια συγκυρία που ήταν η κατάσταση εκείνων των χρόνων αυτός ο θάνατος συνέπεσε αμέσως με μιαν ακύρωση και έναν εμπαιγμό αυτής της προσωπικότητας αυτού του χαρακτήρα ακύρωση εμπαιγμό εκτοπισμό τροποποίηση όλα δηλαδή παρά να μιλήσουν για το ίδιο το πράγμα, για αυτό καθεαυτό φθάνει να κοιτάξετε τις εφημερίδες εκείνων των ημερών και καταλαβαίνεις άριστα την ανάγκη να μασκαρέψουν να εκτοπίσουν αυτό τον τόσο άβολο χαρακτήρα

σίγουρα του αναγνώριζαν το γεγονός πως είχε στήσει ένα απ’ τα καλύτερα στον κόσμο ινστιτούτα έρευνας και σπουδών επάνω στο εργατικό κίνημα του αναγνώριζαν τον διάσημο και αναγνωρισμένου κύρους εκδοτικό οίκο υπό το πρίσμα όμως της παρέκκλισης που του συνέβη και της αλλαγής που εκπληρώνει κάποια συγκεκριμένη στιγμή με το ξελόγιασμα του για τον Fidel που τα είδαν όλα αυτά γενικότερα σαν μια διανοητική του σύγχυση ενώ όλοι γνωρίζουμε πως οι αναφορές που γίνονταν τότε στον Φιντέλ και σε όλα τα διάφορα απελευθερωτικά κινήματα δεν ήταν εμμονές και ξελογιάσματα μα ήταν οι πραγματικότητες μέσα στις οποίες κινούμασταν ήταν το τοπίο η συγκυρία το πλαίσιο μέσα στο οποίο και τα πράγματα που γίνονταν στην Ιταλία είχαν τη θέση τους την ένταξη και την αίσθηση τους, το νόημα τους

αυτός τυπώνει τα γραπτά του Fidel και του Che νωρίτερα όμως τύπωσε βιβλία επάνω στην αλγερινή επανάσταση και η εφημερίδα Il Giorno του Italo Pietra καταπιάνονταν με την Algeria μα ήταν η εφημερίδα του Mattei συνεπώς υπήρχε οικονομικό ενδιαφέρον και συμφέρον με την έννοια πως στην μέση υπήρχε το πετρέλαιο της Σαχάρα ήταν μια έξυπνη στρατηγική του Mattei που έλεγε εμείς υποστηρίζουμε τον αλγερινό ανταρτοπόλεμο και όταν αυτός νικήσει με την Γαλλία εμείς θα έχουμε το πετρέλαιο της Σαχάρα μετά ο Mattei πεθαίνει πέφτοντας μυστηριωδώς με το αεροπλάνο του και ένα μήνα αργότερα θυμάμαι σαν περίεργο γεγονός σε όλη την Ιταλία ανοίγουν πρατήρια διανομής Total η γαλλική βενζίνη η οποία όσο ο Mattei βρίσκονταν στη ζωή στην Ιταλία δεν υπήρχε

εκείνη όμως του εκδότη ήταν μια περίπτωση στράτευσης παρείχε εργαλεία στο ιταλικό κίνημα κι αυτός όχι μόνο τύπωνε τα ντοκουμέντα του αλγερινού αντάρτικου μα ήταν επίσης μέσα σε πρώτο πρόσωπο στο reseau Jeanson [1] και είναι εκεί που τον γνώρισα αυτός παρενέβαινε στα πράγματα άμεσα σαν αγωνιστής υπήρχε ίσως και λιγάκι αφέλεια στο πάθος του στην εξέγερση του ενάντια στην καταπίεση και την αδικία που τον έσπρωχναν να κάψει τους χρόνους και να υπερπηδήσει τις διαμεσολαβήσεις σίγουρα στη δράση του υπήρξαν λάθη και αυτοσχεδιασμοί πιθανότατα διέπραξε λόγω γενναιοδωρίας μοιραία λάθη απερισκεψίας που ίσως του κόστισαν τη ζωή

ναι λέει ο ξανθός μα τώρα εγώ νομίζω πως πρέπει να μιλήσουμε και για μια άλλη μεγάλη αποσιώπηση το γεγονός πως όλη η κοινωνία εκείνων των καιρών δεν θέλει να δώσει νομιμοποίηση στον σκληρό εργατικό αγώνα που ξεχύθηκε δυναμικά με το θερμό φθινόπωρο του 69 είναι σαν ολόκληρη η ιταλική κοινωνία να θέλει να τον εξορκίσει και βρίσκει τους λόγους της απόρριψης της στα στοιχεία της αναπόφευκτης βίας μέσα στον σκληρό αγώνα αυτής της νέας εργατικής τάξης που είναι θυμωμένη που κάνει αυτά τα πράγματα και που μέσα στην κοινωνική σύγκρουση συνδέεται με την ριζοσπαστικότητα των νέων οπότε ενάντια σε αυτούς χρησιμοποιείται η βία για να τους καταστρέψουν και ταυτόχρονα τους κατηγορούν για βιαιότητα για απόπειρα και επίθεση ενάντια στους κανόνες της δημοκρατίας ή της δημοκρατικής νομιμότητας όπως λεν οι κομουνιστές κι αυτή είναι η βρώμικη δουλειά των μέσων μαζικής ενημέρωσης και των διανοούμενων της εποχής

η οπτική του Pci και των προοδευτικών δημοκρατών ήταν εκείνη του εργάτη φορέα υγιών αξιών των ηθικών αξιών του σοσιαλισμού της κοινωνίας της εργασίας στην οποίαν αντιπαρατίθεται η ιδέα αυτού που ονομάσαμε η απόρριψη της εργασίας  δηλαδή της τάξης που έχει αρνηθεί ως μοίρα αυτή του εργάτη αυτή είναι η θεμελιώδης σύγκρουση των χρόνων 70 μια πολιτιστική σύγκρουση βασισμένη στην αδυναμία τους να αντιληφθούν τις νέες πολιτιστικές αξίες της ζωής της ύπαρξης και που δημιουργεί μια αγιάτρευτη διάσπαση διότι αυτοί παρότι συνδικαλίζονται και ανήκουν στο Κκι δεν μπορούν να ανεχθούν πως εγώ παιδί εργάτου κάνω τους αγώνες για να αρνηθώ τον εαυτό μου ως εργάτη αλλά όπως εσύ τους αγώνες πρέπει να τους κάνεις για τις μισθολογικές αυξήσεις  ναι όμως συμβατές με το γεγονός πως πρέπει να παραγάγεις περισσότερο μα σκατά λέω εγώ τους αγώνες τους κάνω για να μην είμαι πλέον εργάτης ποτέ πια

είναι εδώ που λαμβάνει χώρα το πέρασμα από μια μορφή αντίστασης σε σχέση με την αντεπανάσταση σχετικά με το πραξικόπημα που είναι μια μορφή η οποία για τους νέους για το κίνημα δεν αρκεί πλέον περνούμε στο γεγονός πως θέλουμε να μετατρέψουμε ριζικά και βίαια την κοινωνία δηλαδή η επανάσταση να λοιπόν όλο αυτό μετά τον θάνατο του εκδότη κάτω από τον πυλώνα έρχεται δραματικά να αποκαλυφθεί όχι μόνο σαν θεωρία και σαν σχεδιασμός αλλά επίσης και σαν καθημερινή πρακτική και τότε ξεσπά εξαπλώνεται ανεξέλεγκτα αυτή η πολυπλοκότητα αυτό το σύμφυρμα, questo mélange, αυτό το κοκτέιλ μολότοφ εμπειριών που στοχεύουν όλες σε μια επαναστατική αλλαγή

έτσι ήταν λέει αυτός και το εμβληματικό ραντεβού του θανάτου του εκδότη αντιπροσωπεύει αυτά τα μονοπάτια τα αντιπροσωπεύει αντικειμενικά αυτά τα βήματα δεν μπορούσε να βρίσκεται σε αυτόν μια οπτική και μια πρόβλεψη διαυγής και ξεκάθαρη όπως δεν μπορούσε να υπάρχει σε κανέναν από εμάς  σε μια περίοδο τόσο αντιφατική και ταραχώδη αυτός είναι το άθροισμα όλων των αντιφάσεων όπου το παλιό και το νέο δεν επιλύονται αλλά αθροίζονται συγκρούονται επικαλύπτονται αναμιγνύονται αλλά αυτός όλων αυτών των πραγμάτων είναι πάντοτε ένας μάρτυρας παθιασμένος τίμιος  βαθιά πληγωμένος που είναι πάντα σε αναζήτηση αυτών των πραγμάτων και έχει κατακλυστεί από αυτά τα πράγματα διεγείρει αυτά τα πράγματα κλείνει-τείνει προς τον κόσμο που αλλάζει μέχρι το σημείο να μεταβάλει την σχέση του με τη δουλειά του με την πολιτιστική του συνθήκη με την τάξη του με την κληρονομιά του και με την οικογένεια του

1 – Le réseau Jeanson était un groupe de militants français, agissant sous les directives de Francis Jeanson, qui opéra en tant que groupe de soutien du FLN durant la guerre d’Algérie, principalement en collectant et en transportant fonds et faux papiers.                   Το δίκτυο Jeanson ήταν μια ομάδα Γάλλων αγωνιστών, που ενεργούσε υπό την καθοδήγηση του Francis Jeanson, η οποία λειτουργεί ως ομάδα υποστήριξης του FLN κατά τη διάρκεια του πολέμου στην Αλγερία, κυρίως με τη συλλογή και τη μεταφορά πόρων και πλαστών εγγράφων.

http://www.nannibalestrini.info/libri/narrativa/editore/editore8/

 

συνεχίζεται

τα βιβλία του μιχάλη, i libri di michele

ΕΕ. στη χώρα του ποτέ…ή 7

 

  • Με ημερομηνία 30/07/’80, ζητώ μέσω του δικηγόρου που με είχε υπερασπιστεί στην Ιταλία φωτοτυπίες επικυρωμένες της απόφασης δίκης [που είχε στηθεί σχεδόν με το ζόρι από την αστυνομία] που έλαβε χώρα στο Δικαστήριο της Φλωρεντίας την πρώτη εβδομάδα του ’78, όπου είχα αθωωθεί πανηγυρικά.
    Οι κατηγορίες ήταν: διακοπή μαθημάτων και καταστροφή ξένης περιουσίας.
    Την παρουσιάζουμε και αυτήν στην απολογία μας σαν ενισχυτική της προσπάθειας κατασκευής ενόχου από τις ιταλικές αρχές. Μεταφέρω τα κυριότερα σημεία, αυτά που ενδιαφέρουν :

‘O Μαυρόπουλος Μιχαήλ, κληθείς είς έκτακτον δίκην ίνα απαντήσει διά τα προαναφερόμενα αδικήματα, απέρριψε αμφότερες τις κατηγορίες αναφέροντας ότι : είχε παρουσιαστεί εις την αίθουσαν της Σχολής Πολιτικών Επιστημών όπου διεξήγαγε τις εξετάσεις ο Καθηγητής Λουίτζι Λόττι, με σκοπόν να προσκαλέση τους παρόντες να μεταφερθούν εις το Δικαστήριον, εις ένδειξιν συμπαραστάσεως προς τους συμφοιτητάς οι οποίοι το πρωϊνό εκείνο εδικάζοντο διά γεγονότα συμβάντα τον περασμένο χρόνο εις το φοιτητικό εστιατόριο. Λαμβάνοντας την απάντησιν ότι οι εξετάσεις θα εσυνεχίζοντο και ότι εν τούτοις ο καθένας ήταν ελεύθερος να πράξη όπως ήθελε, εξήλθε αμέσως και άρχισε να μοιράζη προκηρύξεις εις όσους ευρίσκοντο εις τον διάδρομον. Εισήλθεν εκ νέου εις την αίθουσαν όπου άρχισε να κάνη το ίδιο προς τους φοιτητάς που παρακολουθούσαν τας εξετάσεις. Ο καθηγητής, ο οποίος τον εγνώριζε προσωπικώς και τον εκάλεσε με το όνομά του,τον παρότρυνε να μην δημιουργήσει υπερβολικήν σύγχισιν.

Έτσι, όσον αφορά το αδίκημα, δεν μπορεί να θεωρηθή πραγματοποιημένη η διακοπή των εξετάσεων στο συντομότατο χρονικό διάστημα στο οποίο ο Μιχάλης εισήλθε εις την αίθουσα, ζήτησε από τον καθηγητή να διακόψει τας εξετάσεις, έλαβε γνώσιν της αντίθετης επιθυμίας του και εν συνεχεία βγήκε, έχοντας όλα συμβεί σε λίγες στιγμές, σε ένα διάστημα τελείως αμελητέο.Υπήρξε μια προσωρινή παύσις της διδακτικής δραστηριότητας ολίγων λεπτών, τέσσερα με πέντε, αλλά αυτό εξαρτήθηκε από την αυθόρμητη πρωτοβουλία του καθηγητού, ο οποίος θέλησε να βγει στον διάδρομο έχοντας ακούσει φασαρία, για να μάθη τι συνέβαινε. Εις αυτό το διάστημα ο Μαυρόπουλος επωφελήθηκε για να μοιράσει εις την αίθουσα μερικές προκηρύξεις, με την συγκατάθεση του ίδιου του κ. Λόττι. Όταν του ζητήθηκε,βγήκε ήρεμα από την αίθουσα και οι εξετάσεις συνεχίστηκαν.

Όλα επιβεβαιώθηκαν από τον κ. Λόττι.
Ο καθηγητής κ.Τζιοβανίνι από την πλευρά του επιβεβαίωσε την συνάντησιν με τον Μαυρόπουλο εις τον δεύτερον όροφον, ‘εις τον διάδρομον όπου είναι οι σκάλες’, προσδιορίζοντας πως ο Μιχάλης δεν είχε καλυμμένο το πρόσωπο, εις αντίθεσιν με πολλούς άλλους οι οποίοι κυκλοφορούσαν πάνω και κάτω εις τους ορόφους, και καθώς συνομιλούσε με αυτόν άκουσε να τον ζητά η τεχνικός του Ινστιτούτου, η οποία τον πληροφόρησε ότι είχαν δημιουργηθεί επεισόδια εκείνην την ώρα εις τον κάτω όροφον, ‘ακούγοντας κραυγές και θορύβους υαλοπινάκων που έσπαγαν’.
Αφού αποχαιρέτησε τον καθηγητή Τζιοβανίνι ο Μαυρόπουλος απεμακρύνθη βιαστικώς από το κτίριο διά να πάη εις το Δικαστήριον.
Κληθέντες και οι δύο μάρτυρες υπεράσπισης του μαθητού τους επιβεβαίωσαν την μή ανάμιξην του εις οποιανδήποτε βίαιην πράξιν προκαλώντας ουσιαστικά την πλήρη απαλλλαγήν του από οποιανδήποτε κατηγορίαν και την οριστικήν του αθώωση και για τις δύο κατηγορίες’

Ούτε δράστης ,ούτε υποκινητής.

  • Ξεκινάει τελικά η δίκη στο Πενταμελές Εφετείο Κομοτηνής. Θα σας γράψω αμέσως για το κατηγορητήριο. Αυτό που δεν θυμάμαι είναι εάν στηρίζεται μοναχά στις κατηγορίες του Σαβέριο ή σε μέρος αυτών, στις αρχικές, και μέρος αυτών των άλλων τριών κατηγόρων για τους οποίους θα σας μιλήσω στην συνέχεια. Βλέποντας τα αποκόμματα των εφημερίδων της εποχής συναντώ την Ροσσάνα να λέει στην αρχή στους δημοσιογράφους που την ρωτούν πως όλα στηρίζονται στον Κάντζι. Αργότερα, σε αίθουσα του Αρείου Πάγου αναφέρεται στον ‘γνωστό τοξικομανή’ που την εμπλέκει στις ιστορίες του. Το πιο πιθανό λοιπόν σενάριο μου φαίνεται αυτό,του να έχουν στείλει οι ιταλικές αρχές τις πρώτες απολογίες και των τριών. Οι υπόλοιπες πρέπει να ήρθαν πολύ αργότερα, στην προσπάθεια να στηριχθεί η δεύτερη απόπειρα καταδίκης μου. Λίγη σημασία έχει πλέον το πως ακριβώς διεξήχθησαν τα πράγματα.

Τελικά με κατηγορούν για –συμμετοχή σε ένοπλη ομάδα που δρούσε χρησιμοποιώντας τα ονόματα :
‘προλεταριακές περιπολίες’
‘κομμουνιστικές μαχητικές προλεταριακές ομάδες’
‘προλεταριακές ομάδες μάχης’
‘πρώτη γραμμή’.
-Και ανατρεπτική οργάνωση με τα παραπάνω ονόματα.
-Για το κάψιμο δύο αυτοκινήτων ιδιωτικών αστυνομικών.
-Για το κάψιμο άλλων τριών αυτοκινήτων ιδιωτικών αστυνομικών.
Ληστεία εις βάρος τεσσάρων ατόμων, υπαλλήλων κτηματικής εταιρείας στην οποίαν εισέβαλα, και αρπαγή των ταυτοτήτων τους.
-Έφερα όπλα σε δημόσιο χώρο με σκοπό τα ανωτέρω εγκλήματα.
-Όπως φυσικά και την κατασκευή και μεταφορά των εμπρηστικών μηχανισμών με τους οποίους δόθηκε η φωτιά στα ανωτέρω οχήματα.

Οι δικαστές με αθώωσαν, δεν γίνονταν διαφορετικά.
Στην Ιταλία έφαγα μπόλικα χρονάκια, δεν θυμάμαι πλέον ακριβώς πόσα, πάνω από είκοσι.
Πρέπει να καθυστέρησε αρκετά, για άγνωστο λόγο να γίνει η δίκη, σίγουρα ενσωματώθηκαν εκεί όλες οι απολογίες-κατηγορίες, μου αποδόθηκε και αρχηγία ομάδας, και κατ’ επέκτασιν η συμμετοχή μου σε όλες τις ενέργειες της οργάνωσης, σαν στέλεχος της διοίκησης των ομάδων αυτής. Μούριξαν λοιπόν στ’ αυτιά με το σκεπτικό της συλλογικής ευθύνης, για ότι διεκδικήθηκε στην Φλωρεντία με τις ανωτέρω ονομασίες!!

Real wild child, Iggy Pop.

  • οι ερυθρές Ταξιαρχίες, Le Brigate rosse 16
Δημοσιεύτηκε στις 11 Ιαν 2015

Ανέβηκε στις 23 Μαρ 2011
η δίκη στο Τορίνο στον ιστορικό πυρήνα των BR , οι φωτογραφίες είναι από την ταινία-ντοκυμαντέρ των Alessandro Melano και Marino Bronzino: «Avvocato !»

  • Πιστεύω πάντως πως καταφέραμε να σας δώσουμε μια γεύση του κλίματος μες το οποίο κύλησαν εκείνα τα απίστευτα χρόνια. Έχουμε κι άλλο δρόμο να διανύσουμε, θα συνεχίσουμε στο ίδιο τέμπο.
    Για Τριλογία μιλάμε στο κάτω-κάτω, σας έχω δείξει ήδη τόσα πολλά, απ’ όποια πλευρά και να το εξετάσεις, κοινωνική – προσωπική – πολιτιστική κλπ.

Fire, Kasabian.

  • Ανοίγω ξανά παρένθεση, είναι το αγαπημένο μου χόμπυ. Ξεκουράζει.
    Γράφω πάντα στο χέρι, μόλις τελειώσω αρχίζει η πληκτρολόγηση. Όλο αυτό το διάστημα σημείωνα σε ατζέντες που είχα από την δουλειά μου, αχρησιμοποίητες ή μισογεμάτες, με κενές σελίδες.
    Αυτή, πάνω στην οποία δουλεύω τώρα είναι του 2002. Στη σελίδα με ημερομηνία 12 Ιανουαρίου, βρήκα ένα κείμενο μια σταλιά, δυο λόγια που είχα σημειώσει για άγνωστη αιτία Σου το παραθέτω, είναι το ξεγύμνωμα μου :

‘Από μικρός αγαπούσα τους ήρωες. Στη ζωή, μου αρέσει η νίκη, δεν είναι όμως αυτοσκοπός.
Ήθελα πάντα να είμαι μπροστά, στην κόψη του κύματος.
Μου αρέσουν πρόσωπα σαν αυτά του Αλέξανδρου, του Τσέ, του Λεωνίδα, του Αχιλλέα.
Να καλπάζω, στο κυνήγι του ονείρου που είναι η ελευθερία. Μακριά απ’ τα δεσμά της συνήθειας, του βολέματος, της πολυθρόνας. Δεν με χαλάει η μοναχικότητα του ηγέτη, με μαγεύει το σπάσιμο των δεσμών, το τίναγμα των φτερών στον ανοιξιάτικο αγέρα. Η ευωδιά του δαφνοστεφανωμένου μετώπου, του ιδρωμένου κορμιού, του ματιού που λάμπει, που γυαλίζει αποφασισμένο να νικήσει, που κέρδισε γιατί ένιωσε ελεύθερα. Έπραξε ελεύθερα! έζησε ελεύθερα. Αυτός είναι ο ήρωας μου! ΑΥΤΌΣ ΘΈΛΩ ΝΑ ΕΊΝΑΙ Ο ΕΑΥΤΌς ΜΟΥ!! Ο πολεμιστής του φωτός, ο πολεμιστής της ζωής!!’

Ξυλούρης, ‘που πας παλικάρι’

Εδώ θέλω να σημειώσω πως ο δικός μου Λεωνίδας δεν έχει καμία σχέση με αυτόν των φασιστών. Που κάνουν άπειρες συγχύσεις και απίστευτες τρίπλες για να ιδιοποιηθούν ήρωες και παραδείγματα ανθρώπων που με αυτούς δεν έχουν ουδεμία απολύτως σχέση, με την καφρίλα και την ψυχική τους ερημιά. Είναι μία τεράστια συζήτηση, θα χρειάζονταν ένα αυτόνομο πόνημα για να εξηγήσω πως τα παιδικά μου ινδάλματα δεν τα χαρίζω ούτε με σφαίρες σ’ εσάς, ξεφτίλες ‘πατριώτες’ που από υπερηφάνεια τιμή και ανδρεία δεν έχετε καμία,μα καμία σχέση!
Πρώτοι μεταξύ ίσων! οι ήρωες μου είναι! Κουράδες του γλυκού νερού είστε και φαίνεστε, καθίκια!

Πατρίδα,…Στίχοιμα.

Ο γιος μου μαθαίνει κιθάρα, η Βίκυ μπάσο. Με ρωτούν πώς έγινε και δεν έμαθα να παίζω μουσική.
Θυμάμαι πως μικρός είχα ζητήσει απ’ τον πατέρα μου να πάω σε δάσκαλο και δεν με άφησε γιατί ‘μουσική παίζουν οι αλήτες’. Έτσι έλεγαν οι συμβάσεις στην μικρή μας πολιτεία εκείνα τα χρόνια. Ναι φίλοι μου.
Αυτή ήταν η πικρή πραγματικότητα.
Πήγαινα σχολείο και δεν με άφησαν να γραφτώ σε ομάδα, να τελειοποιήσω το ποδόσφαιρο που έπαιζα στις αλάνες και αγαπούσα πολύ. Γιατί και ‘μπάλα έπαιζαν οι αλήτες!’
Ζούμε ένα κλίμα νοσηρό. Να φανταστείτε πως φώναξαν τη μάνα μου στο σχολείο, να της κάνουν παρατήρηση, να μη με αφήνει να φοράω κόκκινα ρούχα! δεν κάνω πλάκα. ΈΧΟΥΜΕ ΧΟΎΝΤΑ ΚΑΙ ΌΤΙ ΘΥΜΊΖΕΙ ‘ΣΥΜΜΟΡΊΤΕΣ’ ΕΊΝΑΙ ΑΠΑΓΟΡΕΥΜΈΝΟ, ακόμη και το χρώμα!

‘Το παιδί είναι Ολυμπιακός! αφήστε τον ήσυχο!’ Τους βάζει στη θέση τους η μάνα μου.
Λίγους μήνες μετά,τα ίδια. Την ξαναφωνάζουν. Αυτή τη φορά της κάνουν παρατήρηση γιατί λέει ‘κάνω πολλές παρέες με κορίτσια’! Ετοιμόλογη αυτή τους απαντά πως αφύσικο θα ήταν ‘να κάνω πολλές παρέες με αγόρια’!
Για τέτοια κατάσταση μιλάμε. Αρρωστημένη!
Αγάπησα πολύ τον Μπέστ, τον είχα σαν ίνδαλμα, και τον Γιώργο Δεληκάρη. Ερωτεύτηκα τον Ζαιρζίνιο και τον μεγάλο Κρόιφ, αργότερα τον Σόκρατες, τον Καντονά τον Ζίκο και τον Αντονιόνι. Πώς να ξεχάσω τον τεράστιο Λεβ Γιασίν;

Πανηγύρισα με τον απίθανο Μπορζώφ που καθάρισε τους Αμερικανούς κι ας ήμουν φιλικός με τους Κινέζους,εκείνο τον καιρό.
Αγάπησα τον Άλι, παραδέχτηκα τον Μαραντόνα, που τον γιάτρεψαν οι Κουβανοί. Με τον Τσάβες δεν τα κατάφεραν.
Όταν ο αγαπημένος μας Χουαντορένα ταπείνωσε ξανά τους δυτικούς, στη Μυροβόλο πανηγυρίζαμε σαν τα παιδιά, νιώθαμε πως παίρναμε τη ρεβάνς, απ’ τους αμερικανούς, της ήττας στον εμφύλιο.
Και θα μου μείνει αξέχαστος ο Ύβ ο Τριαντάφυλλος. Τότε δεν ήταν που ακούγαμε ‘Γαρύφαλλο’ απ’ τους ‘Πελόμα Μποκιού’ ;
Τον Πελέ δεν τον χώνεψα ποτέ!

Όσο για τον Γιώργο Κούδα, ας κάνει ένα παγωμένο μπάνιο στα βρώμικα νερά του Θερμαϊκού. Που δεν είχε τ’ αρχίδια ν’ ακολουθήσει τα όνειρά του όταν ο Μαντζαβελάκης [αν θυμάμαι καλά ] τον κατέβασε στην Αθήνα. Κι έκανε άνω κάτω την Ελλάδα, χωρίς λόγο. Κι ας λέει πως φοράει παντελόνια. Φούστα φορούσε η Μαρί Μπονέ αλλά αυτή είπε την αλήθεια.
Όχι, δεν είμαι σεξιστής. Μιλάω έτσι για ν’ ανάψουν τα αίματα
η αλήθεια πονάει.
Πως να ξεχάσω τον Μποτίνο, τον Αϊδινίου ;

Την αγία τριάδα του καβαλιώτικου ποδοσφαίρου των χρόνων που ήμουν νεαρός ; Μήτσος Παρίδης, Παύλος Κοψαχείλης και Κώστας Λιόλιος !
Και κάτι ζευγάρια φωτιά : Μητρόπουλος-Ναθαναήλ, και Κωνσταντίνου – Καραγιάννη.
Μια άλλη Ελλάδα. Του Λαμπράκη, του Πέτρουλα, του Μπελογιάννη! Του Πλουμπίδη!
Του Τσαρούχη και των εξαίρετων ποιητών, ζωγράφων και μουσικών μας!
Όσο κι αν ψάχνετε φασίστες να ωραιοποιήσετε την ιστορία σας, παραχαράσσοντας την αληθινή, έναν ήρωα δεν θα βρείτε στις σειρές σας.Έναν άνθρωπο!

Έναν Λόρκα, έναν Βίκτορ Χάρα, μια Βιολέτα Πάρα.
Ξέφυγα.
Προσπάθησα λοιπόν στα δεκαοκτώ μου να μάθω να παίζω κιθάρα.
Είμαι φρέσκος στην Φλωρεντία, γλυκούλης. όμορφα αγόρια όμως χιλιάδες. Μου αρέσει να βρίσκομαι στο επίκεντρο του ενδιαφέροντος του θηλυκού κόσμου. Αυτοί που όμως τραβούν σαν μαγνήτες τα κορίτσια είναι εκείνοι που γρατζουνάν τις κιθάρες,
μόλις σβήνουν τα πικ-απ και η ώρα είναι περασμένη.
Είμαι τρελαμένος, αρπάζω μια μέρα μέσα απ’ τα χέρια του φίλου μου το μαγικό ξύλο και τον βάζω να μου δείξει τις θαυμαστές κινήσεις.
Ακόμα και το σπίτι θυμάμαι στο οποίο βρισκόμαστε, λίγο πιο πίσω απ’ την πιατσέτα του Σαν Πιερίνο.
Μου μαθαίνει το ξεκίνημα του Σμόουκ ον δε Γουώτερ. Μου βγήκε η ψυχή όμως, τα παράτησα αν και το κατάφερα.

Είχα πολύ ενέργεια για να κάθομαι ακίνητος τόση ώρα να προσπαθώ με τα δάχτυλα να κάνω το όργανο να παίξει. Η ψυχή δεν ηρεμούσε, δεν ακολούθησε.
Δεν ανεχόμουν να παλουκωθώ με τίποτα, υπομονή στα κόκκινα, τα βρόντηξα.
Τους έκανα όμως να με προσέξουν αλλιώς!!!

Lucky man, Emerson Lake and Palmer.

  • Ξαναγυρνώντας στο σήμερα:
    Σαν γνήσιος ‘μπλαουγκράνα’ στήθηκα προχθές να παρακολουθήσω την επική ανατροπή της αγαπημένης μου ομάδας, [δεν έγινα ‘Μπάρτσα’ τα τελευταία χρόνια που είναι της μοδός, αλλά από τότε που τους ξαναέφερε στα χείλη το χαμόγελο της Αξιοπρέπειας ο μεγάλος Γιόχαν Κρόιφ. Αργότερα, όταν κατάλαβα και τις πολιτικές προεκτάσεις της υπόθεσης, το γλυκό έδεσε].
    Αντ’ αυτού παρακολούθησα μια νέα συντριβή.
    Εκείνο όμως που μου έκανε χείριστη εντύπωση ήταν η ανεκδιήγητη συμπεριφορά του σπορτκάστερ, ο οποίος δυστυχώς αντιπροσωπεύει το δείγμα πολιτιστικής,και όχι μόνο, συμπεριφοράς του μέσου Έλληνα ραγιά.

Έπλεκε διθύραμβους για τους Γερμανούς, απ’ την αρχή μέχρι το τέλος,
και μπαλαδορικά ίσως έκανε και καλά.
Έχω ερωτευτεί Γερμανίδες, έχω περάσει υπέροχα,
με στήριξαν οικονομικά οι Γερμανοί τουρίστες όταν δούλευα στην παραλία, αλλά μέχρι εδώ.
Είναι τεράστιος λαός οι Γερμανοί.
Η συλλογική μνήμη όμως δεν ξεχνάει ακόμα φίλε, δεν μπορώ να πω πως σαν λαό τους πολυσυμπαθώ τους Γερμανούς.
Από παιδάκι, γερμανική ομάδα δεν υποστήριξα ποτέ, όπως δεν θα υποστηρίξω Παναθηναϊκό, με οποιονδήποτε αντίπαλο και αν αγωνιστεί.
Ξέρω πως η ειλικρίνεια σπάει κόκαλα!
Τους αποκαλείτε ‘πάντσερ’ και προσβάλλετε τη μνήμη εκατομμυρίων ανθρώπων. Εβραίων, συμπατριωτών μου, ρομά, κομμουνιστών, αναρχικών και κάθε λογής άλλου που τόλμησε να σκεφτεί διαφορετικά εκείνα τα χρόνια και έσβησε στα στρατόπεδα και τα κρεματόρια
Έφτασε ο λεχρίτης παρουσιαστής στο σημείο να προτείνει στο τεράστιο κλάμπ, σε αυτή τη μεγάλη λαϊκή κατάσταση που είναι κάτι περισσότερο από μια ομάδα, έναν κατά τα άλλα συμπαθέστατο άνθρωπο και ικανότατο προπονητή, προσβάλλοντας έναν άντρα που έδωσε όλη τη χρονιά μια μεγάλη μάχη με τον καρκίνο, βγαίνοντας νικητής, τον Τίτο Βιλλανόβα.

Μέσα στη χώρα όπου τα ερείπια της Γκερνίκα θα ορθώνονται πάντα στις καρδιές μας να θυμίζουν τι εστί βερύκκοκο, με άλλα λόγια γερμανικός φονταμενταλισμός, ολοκληρωτισμός ή όπως αλλιώς θέλετε να ονομάσετε αυτό το απαίσιο μικρόβιο του ναζισμού.
Θα μου πείτε πως και ο Σούστερ πήγε στη Ρεάλ. Στα τέτοια μου! Στη Ρεάλ του Φράνκο πήγε και του παντοτινού Ισπανικού κατεστημένου.
Και όλα αυτά ξεχνώντας πως η ομάδα έτρεχε σαν τραίνο μέχρι την ημέρα που ο Τίτο Βιλανόβα, αυτό το γλυκύτατο παλικάρι με το Πι κεφαλαίο ξεκίνησε την περιπέτειά του στα Νοσοκομεία για να απαλλαγεί από την αρρώστια.
Σέβεσαι τον άνθρωπο που παλεύει με τον θάνατο και το βουλώνεις,
που θα την βρει όμως την ευαισθησία ο …….
Δεν θα θυμίσω τον Αμπιντάλ!
Δεν ξέρω με ποια κριτήρια επιλέγουν οι εταιρείες τα στελέχη τους, είπαμε όμως, αυτή είναι μία εικόνα από κάποια Ελλάδα του σήμερα.
Προτείνω στην ΕΡΤ να στείλει τον συγκεκριμένο ρεπόρτερ στην Ογκολογική Κλινικήοποιουδήποτε Νοσοκομείου ΝΑ ΠΆΡΕΙ ΜΑΘΉΜΑΤΑ ΑΝΘΡΏΠΙΝΗΣ ΑΞΙΟΠΡΈΠΕΙΑΣ και αγωνιστικότητας. Να καθίσει εκεί υποχρεωτικά για πέντε-έξι μήνες να μάθει πως παλεύει ο άνθρωπος καθημερινά με τον εαυτό του και την αρρώστια.

Αν καταλάβει κάτι και ξαναπάρει το μικρόφωνο στα χέρια, είμαι σίγουρος πως θα σταματήσει να υβρίζει τον άνθρωπο που βγήκε από τα σπλάχνα της ομάδας και την έκανε να ξεφύγει καμιά δεκαπενταριά βαθμούς από την ‘μισητή’ Ρεάλ μέσα σε δύο μήνες,
μέχρι να πέσει στα χέρια του χάροντα, να τον παλέψει, και να βγει νικητής και σ’ αυτή τη μάχη. Λιγάκι κουρασμένος φυσικά!
Ξέρω από πρώτο χέρι τι θα πει χημειοθεραπεία.
Δεν χρειάζεται να προσθέσω τίποτα περισσότερο.
Ανάθεμα σε όλους αυτούς που κατάντησαν τον Έλληνα αυτό που δείχνει αυτή τη στιγμή, δημόσια τουλάχιστον, γιατί,αυτό που συμβαίνει στο κάθε σπίτι δεν το γνωρίζουμε.

Toy soldiers, Eminem.

Είμαι περήφανος για τον μπασκετικό γαύρο! σαν ολυμπιακός και τίποτα παραπάνω. ΤΟΥΣ ΓΑΎΡΟΥΣ ΕΚΠΡΟΣΩΠΕΊ Η ΟΜΆΔΑ ΜΑΣ ΚΑΙ ΚΑΝΈΝΑΝ ΆΛΛΟΝ!
Έχει πανηγυρίσει μεγάλες στιγμές ο βάζελος, δεν ένιωσα ποτέ μα ποτέ, απολύτως τίποτα.
Σταματήστε λοιπόν τις υποκρισίες. Ο Μέσι και η παρέα του ολόκληρη, μες το αεροπλάνο πανηγυρίζουν τη νίκη μας επί της Ρεάλ, φωνάζοντας ‘Ολυμπιακός-Ολυμπιακός! αφήστε αυτά που ξέρετε.
Σιχάθηκα το κυπελάκι που σήκωσε ο Μαρινάκης μπροστά στις άδειες κερκίδες του κόκκινου ΟΑΚΑ. Μπορεί να το βάλει εκεί που ξέρει, εμείς οι γνήσιοι Ολυμπιακοί τον έχουμε χεσμένο,και αυτόν και τους χρυσαυγίτες φίλους του, όπως και όλους τους σκατόψυχους φασίστες της 7. Τέτοια κυπελάκια δεν τα θέλουμε. Παλικαρίσια, θα έπρεπε να το γυρίσουν πίσω!

Ξέρω επίσης πως αυτοί που φωνάζουν για ‘κάθαρση’, χαλίφηδες στη θέση του χαλίφη θέλουν να γίνουν, ποτέ δεν θέλησαν δικαιοσύνη. Διαφορετικά θα το είχαν δείξει στο δρόμο, στην πιάτσα,στους αγώνες τους καθημερινούς. Δεν τους έχουμε δει πουθενά! την μαρμίτα θέλουν, αυτή που μονοπωλεί άλλος.
Αν το μάτι του μέσου Έλληνα γυαλίσει όπως των γαύρων παιχτών και προπονητών του μπάσκετ αυτού του τριημέρου, άλλη μέρα θα ξημερώσει!

Antifa hooligans, los fastidios.

Και μετά ξύπνησα!!!

Υπάρχει μία συνολικά διεφθαρμένη κατάσταση που αγκαλιάζει όλες τις οργανωμένες εκφάνσεις της ελληνικής κοινωνίας, μία αρρωστημένη νοοτροπία που έχει σφίξει σαν τανάλια ένα μεγάλο κομμάτι ελλήνων και κάνει μπαμ στον αθλητισμό, σε όλα του τα σκαλοπάτια, κυρίως δε στους δημοσιογράφους τους φιλάθλους και τους παράγοντες. Δεν είναι η αλλαγή ή εναλλαγή προσώπων που θα λύσει το πρόβλημα. Ριζική αλλαγή νοοτροπίας όλων αυτών των ελλήνων που έχουν βουτηχτεί, χρόνια τώρα, στη μισαλλοδοξία, την έλλειψη αλληλεγγύης και στο μίσος προς την διαφορετικότητα. Τον ‘κρυπτοφασίστα’ που έχει ο καθένας μέσα του πρέπει να αποβάλλουμε πρώτ’ απ’ όλα!

‘ο κόσμος είναι επικίνδυνος όχι εξαιτίας αυτών που κάνουν κακό, αλλά εξαιτίας αυτών που τους κοιτάζουν χωρίς να κάνουν τίποτα’.
A. Einstein.

Σχετική εικόνα

Κάνω ένα διάλειμμα και επιστρέφω.

Άσε που πέρασε η ώρα, βράδιασε, αύριο πάλι.

ωχρά σπειροχαίτη, κούφιοι άνθρωποι

Κάποιος θυμήθηκε τον Ρεχάγκελ. Και γι αυτόν θα σου πω πως δεν τον χώνεψα απ’ την πρώτη στιγμή, για τις δηλώσεις που έκανε για τον Ολυμπιακό,μόλις πάτησε το πόδι του στην χώρα. Την αλήθεια λέω, δεν θέλω να γίνομαι ευχάριστος με το ζόρι, την εθνική του δεν την έβλεπα γιατί είχε μέσα αμέτρητους παναθηναϊκούς, το αίμα νερό δεν γίνεται,
εγώ που αλλάζω το κανάλι μόλις ντύνεται πράσινο και να μου δείχνεις τις ίδιες μουτσούνες στυλ Καραγκούνη, ντυμένες στο γαλάζιο, και να χαίρομαι
δεν είμαι σχιζοφρενής.
Αυτά τα αφήνω σ’ αυτούς που είναι υπεράνω, και κατά βάθος ανέραστοι, χλιαροί.
Γιατί, δεν μπορείς να είσαι παθιάρης και να την βρίσκεις με όσους σου στέκονται στο στομάχι, μόνο και μόνο επειδή αλλάζουν φανελάκι! Να γλείφεις εκεί που φτύνεις
Ας βάλουν λοιπόν εκεί που ξέρουν και τον Όττο και τους λεγεωνάριους του, εγώ είμαι γαύρος πρώτα, και πάνω απ’ όλα
όσους βάζελους κι αν ντύσουν με άλλα χρώματα, εγώ πράσινους τους βλέπω.

Πως λοιπόν εσύ καταφέρνεις ν’ αγαπάς αυτό που όλη την βδομάδα απεχθάνεσαι, δεν το καταλαβαίνω. Με το συμπάθιο δηλαδή!
Και μην αρχίσετε να μου μιλάτε για έθνος και φυλή γιατί δεν τα χάφτω, εθνική με δέκα παναθηναϊκούς δεν την θέλω, τελεία και παύλα. Εσείς μπορεί να την αγαπάτε, εγώ αδυνατώ. Ούτε να σας πείσω θέλω, ούτε να με πείσετε. Κουβέντα κάνουμε και όλα είναι αποδεχτά!
Να λέμε όμως τα σύκα με το όνομά τους!
Βαράτε όσο θέλετε τους πισινούς σας στο πάτωμα, έχω το θάρρος της γνώμης μου και την διατυπώνω. Δεν θα σε χαϊδέψω, ‘λευκέ γαλάζιε ποντικέ μου’.
Κι εκείνη την μπάλα, γραμμή μαζινό, να μη φάμε γκολ κι ότι γίνει, δεν την κατάπια ποτέ.
Και στον δρόμο δεν βγήκα!

Όπως δεν πανηγύρισα το κυπελάκι του Μαρινάκη, αγάμητε, κομπλεξικέ δημοσιογραφίσκο!
Γιατί, αν κρατάς γραφίδα στο χέρι, πρέπει να κάνεις τη δουλειά σου! κι όχι να βγάζεις στο χαρτί που θα διαβάσει το κοινό τα κόμπλεξ τα στερητικά σου.
Γράψε ένα βιβλίο και πες την άποψή σου.
Στην εφημερίδα που υπηρετείς, θα απαριθμήσεις τους αναρίθμητους τίτλους που με τσαμπουκά η ερυθρόλευκη ομάδα κατακτά με το σπαθί της σε όλα τα ομαδικά αθλήματα, ανδρών και γυναικών, στην χώρα και την Ευρώπη,
με το σπαθί της επαναλαμβάνω!

Και επειδή τους ακούω να μου λένε πως ‘για ένα παιχνίδι πρόκειται’, θα τους απαντήσω πως ‘ακριβώς, επειδή πρόκειται για παιχνίδι, του δίνω την σοβαρότητα που του αξίζει’!
Και ο Δεληκάρης έφυγε από το λιμάνι, και ο Μητρόπουλος, στην καρδιά μας παρέμειναν αγαπητοί, είναι η χημεία βρε αδελφέ!
μη μου μιλήσεις όμως για Ριβάλντο ή Αποστολάκη γιατί την έβαψες.
Όσες συγνώμες κι αν ζήτησε ο Βραζιλιάνος στην καρδιά μας δεν χώρεσε άλλο!
Και ο Λεμονής άλλαξε ομάδα, και τον Αντώνη τον αγαπήσαμε. Είναι κάτι στη συμπεριφορά που σε κερδίζει.

ανοίγω παρένθεση :

Η λογική της νίκης με κάθε τρόπο δεν είναι η δική μας επιλογή

kerkida

Ένα από τα τραγούδια που ακούγονταν στο παλιό αλλά και στο νέο γήπεδο Καραΐσκάκηπριν από τους αγώνες της ομάδας μου, του Ολυμπιακού, ξεκινούσε έτσι: “‘Ελα στου Καραΐσκάκη και αυτή την Κυριακή, να χαρούμε πανηγύρι και ολυμπιακή ψυχή”.

Σε όσα αληθινά περιγράφει θα προσθέσω και εγώ τη λαϊκή γιορτή, την κοινωνικοποίηση και την ελευθεριότητα που έχει μια γηπεδική κερκίδα. Από τα μέσα των 80’s όταν παιδάκι με πρωτοπήγαινε ο πατέρας μου στο γήπεδο, τα πέταλα και οι κερκίδες ήταν ένα σχολείο συναισθημάτων και ταξικότητας.

Στο παλιό Καραΐσκάκη με τα φιλόξενα, στους τζαμπατζήδες, τουρνικέ (τα περιστρεφόμενα κάγκελα)  έβλεπες τους πάντες, Λούμπεν άτομα, λαϊκοί τύποι, μικροαστοί όπως εμείς. Ο κατάλογος ατελείωτος.  Όλη αυτή η ανάμειξη αλλά και ανεκτικότητα (με τους περισσότερους δεν θα έκανες ποτέ παρέα έξω από το γήπεδο) είχε πλάκα αλλά και ουσία.

Το ταξικό σχολείο που λεγόταν κερκίδα (χωρίς τις θέσεις των ακριβών εισιτηρίων βέβαια) σε μάθαινε στο συγχρωτισμό, την αλληλεγγύη ακόμα και τη συνεννόηση, αν θες, με τους ανθρώπους της τάξης σου. Πράγματα πολύ σημαντικά σε μια εποχή (τότε αλλά και τώρα) απονοηματοδότησης της κοινωνικής συλλογικοποίησης αλλά και αποπολιτικοποίησης.

Τη ίδια περίοδο στο εξωτερικό, με αφορμή το χουλιγκανισμό και στη λογική του “πονάει κεφάλι, κόψει κεφάλι” το ποδόσφαιρο αρχίζει να γίνεται “κυριλέ”, όπως τον εννοεί η εξουσία, φυσικά, τον όρο. Τα εισιτήρια αρχίζουν να ακριβαίνουν σημαντικά οδηγώντας τις λαϊκές μάζες, τη συντριπτική πλειοψηφία του ποδοσφαιρικού κοινού δηλαδή,  έξω από τα γήπεδα. Το ποδόσφαιρο μετατρέπεται σταδιακά σε θέαμα για λιγότερους, αλλά χειροκροτητές, που πάνε στο γήπεδο για να διασκεδάσουν και σίγουρα όχι για να αναμιχθούν.  Η τωρινή, αηδιαστική, εικόνα των μεγάλων γηπέδων ανά τον κόσμο μας δείχνει το τέλος (?) αυτής της πορείας.

Φτάνοντας στα 90’s  ενώ οι αλλαγές αυτές δεν έχουν ακόμα φτάσει στην Ελλάδα, συντελείται μια τεράστια κοινωνική αλλαγή. Η εισροή μεγάλων μαζών φτωχών μεταναστών από τα Βαλκάνια. Μέσα σε πολύ μικρό χρονικό διάστημα όλοι εκείνοι που μέχρι τότε ήταν οι από κάτω (εργάτες, μικροαστοί, υπάλληλοι, αγρότες) είχαν τη δυνατότητα να γίνουν μικροαφεντικά, να αποσπάσουν οι ίδιοι πλέον υπεραξία εκμεταλλευόμενοι, με τη σειρά τους, άλλους φτωχότερους.

Μέσα σε αυτό το ιστορικό και κοινωνικό πλαίσιο τοποθετώ ως άμεσα επηρεαζόμενο τον κόσμο που μαζικά πήγαινε στα γήπεδα. Όλοι όσοι, ως τότε, γνώριζαν την αδικία μπορούσαν πλέον να αδικούν και να τους περνάει. Προσπαθώντας να αποφύγω τις ισοπεδωτικές γενικεύσεις, θεωρώ το γεγονός αυτό κομβικό για την αλλαγή νοοτροπίας του κόσμο της ομάδας μου.

Και ενώ μεγάλη μερίδα της κοινωνίας μπολιαζόταν με τη εξουσία του μικροαφεντικού, κάποια χρόνια μετά συνέβη μια δεύτερη αποφασιστική αλλαγή, μια αλλαγή που μόνο ο Ολυμπιακός ως τώρα από τις μεγάλες ομάδες έχει βιώσει. Το παλιό του γήπεδο έδωσε τη θέση του σε ένα νέο, σύγχρονο και κυριλέ γήπεδο. Ας ειν’ καλά οι Ολυμπιακοί Αγώνες. Εν έτη 2004 το ποδόσφαιρο και στην Ελλάδα έχει μπει στη λογική προσέλκυσης πελατείας. Ένα νέο και πιο λουσάτο “μαγαζί” θα προσελκύσει νέο, υψηλότερης αγοραστικής δύναμης, κόσμο απωθώντας, ενσυνείδητα ή όχι δεν έχει σημασία, το παλιότερο και συνάμα φτωχότερο κοινό του.  Το βιώσαμε αυτό, έντονα πιστεύω, στα παιχνίδια του Ολυμπιακού  από το 2004 και μετά.

Η αλλαγή στη σύνθεση του κόσμου στην κερκίδα έφερε και την αντίστοιχη αλλαγή νοοτροπίας που ανέφερα και πρότερα. Η νίκη με κάθε τρόπο ήταν και είναι, πλέον, προτεραιότητα. Όποιος έχει μάθει να νταλαβερίζεται με αυτό τον τρόπο στις κοινωνικές και επαγγελματικές του σχέσεις, το ίδιο θα απαιτήσει και από την ομάδα του. Οι αντίπαλοι είναι πάντα αυτοί που θέλουν να μας αδικήσουν, εμείς πρέπει να τους την κάνουμε πρώτοι. Μεταφορά του κοινωνικού κανιβαλισμού στα γήπεδα.  Αφεντικό στη ζωή (με ότι αυτό συνεπάγεται ), αφεντικό και στο γήπεδο. Καθόλου σεξιστικά, μα απολύτως ταξικά. Η κοινωνία της συνδιαλλαγής, της ανάθεσης και του ατομικού συμφέροντος αναμενόμενα μεταφέρθηκε στις απαιτήσεις της κερκίδας.

Αυτές τις απαιτήσεις καλοδέχτηκε και υποδαύλισε η εκάστοτε διοίκηση της ομάδας. Πέρα από την πελατειακή λογική που ήδη αναφέραμε, η πολιτική σκοπιμότητα της δημιουργίας στρατού που θα μπακάρει τις εκάστοτε επιλογές του μεγαλομετόχου σε άλλα πεδία προϋποθέτει αυτός ο κόσμος να μένει ευχαριστημένος. Ο πιο εύκολος τρόπος ήταν και είναι οι νίκες.

Βέβαια, το λούμπεν, το πιο νεανικό και περισσότερο προλεταριακό κομμάτι του κόσμου δεν εξαφανίστηκε από τις κερκίδες. Περιορίστηκε κυρίως στα πέταλα των οργανωμένων της ομάδας. Εκεί, όμως, η πολυποίκιλη έκφραση δεν μπορεί εύκολα να βγει προς τα έξω μια και κυριαρχεί (όπως παντού και πάντα) η δύναμη της οργανωμένης φωνής που λέγεται Θύρα 7. Αυτό δεν είναι αρνητικό σε ότι αφορά την έκφραση αγάπης στην ομάδα, την ένταση και το πάθος στην ατμόσφαιρα του γηπέδου. Είναι, όμως, στην περίπτωση που συζητάμε.

Πλέον, στο σήμερα, είναι επίσημη θέση του Ολυμπιακού, όπως εκφράζεται μέσα από τους ανθρώπους του, (και,φυσικά, τη βλέπουμε και σε άλλες ομάδες)  πώς “όλοι είναι εναντίον μας”, άρα εμείς συσπειρωνόμαστε και παλεύουμε για τη νίκη με κάθε μέσο. Γνωστή και όχι νέα στρατηγική πολέμου για ένα χώρο, όμως που δεν του αναλογεί κάτι τέτοιο.

Είναι απόλυτα σαφές πως εμάς τους από κάτω που γουστάρουμε τη μπάλα δεν θα έπρεπε να μας αγγίζουν αυτές οι λογικές. Εμείς πάμε στο γήπεδο για τη φανέλα, την ιστορία, τις χαρές και τις λύπες, τα γέλια και τις πίκρες, την κοινωνικοποίηση. Αν έρθει η νίκη μια χαρά, αν όχι γουστάρουμε την προσπάθεια και τον τσαμπουκά.

Αυτές οι λογικές (όπως και ο φασισμός με το ρατσισμό) δεν έχουν σχέση με την ταξική μας αξιοπρέπεια. Και πέρα από τσιτάτα τύπου “ενάντια στο μοντέρνο ποδόσφαιρο¨που υπονοούν και την απομάκρυνση, η μάχη πρέπει να δοθεί μέσα στα γήπεδα και στις κερκίδες. Για ‘μας που γουστάρουμε την ατμόσφαιρα του γηπέδου αλλά και το δαφνοστεφανωμένο, το τριφύλλι, το δικέφαλο αετό και βάλε ότι άλλο θες. Μην τους χαρίσουμε το ποδόσφαιρο, το ωραιότερο των αθλημάτων.

Άντε γεια.

ο κουλτουριάρης (έπαιζα και αμυντικό χαφ)

@koultouranafigo

Υ.Γ. 1. Όλα τα παραπάνω αφορούν όσα συνέβησαν στην κερκίδα του Ολυμπιακού για την οποίο μπορώ να γράψω λόγω καλύτερης γνώσης του αντικειμένου. Με διάφορες παραλλαγές, πιστεύω, τα συναντάς και στο πολυπληθές κοινό των άλλων μεγάλων ομάδων του ελληνικού ποδοσφαίρου. Βέβαια, ο κόσμος των οργανωμένων είναι κάτι αρκετά διαφορετικό γι’ αυτό και αναφέρθηκα ελάχιστα.

Υ.Γ. 2.  Το ζήτημα είναι ασφαλώς πιο σύνθετο. Δεν διεκδικώ το αλάθητο, οπότε όποιος έχει γνώμη ας τη στείλει στο mail του provo.

Μη μου πείτε δε να μη μπλέκω την πολιτική με τα σπορ και τον αθλητισμό. Θυμάμαι ολόκληρες Ολυμπιάδες να μποϋκοτάρονται για πολιτικούς λόγους, μαύρους αθλητές να υψώνουν σφιγμένες γροθιές σε αυτή την βαμμένη με αίμα αναρίθμητων φοιτητών στο Μεξικό, τότε που οι Αμερικανοί βομβάρδιζαν τους Βιετναμέζους.
Διαβάστε δε για την απαγωγή του Κρόιφ και της γυναικός του από Βιντελικούς Αργεντίνους φασίστες παρακρατικούς για να τον εμποδίσουν να παίξει με την εθνική ομάδα της χώρας του στο μουντιάλ που κέρδισε στον τελικό την μεγάλη ‘οράνιε’ σχολή η ομάδα της νοτιομερικάνικης Ηπείρου, του Μάριο Κέμπες και του Αρντίλες.

Είχα την τύχη να βρεθώ στο Χάϊμπουρι,στις αρχές του ’70. Άρσεναλ εναντίον Μπενφίκα για το κύπελλο πρωταθλητριών Ευρώπης. Δεκαεξάχρονος,βρέθηκα στο Λονδίνο, κατάφερα να βρω εισιτήριο, πήγα στην σκεπαστή, στα όρθια, μέσα σ’ ένα αληθινό κάστρο με τα όλα του. Εκεί που το τραγούδι δεν σταματά ποτέ.
Απ’ την μία ο Τσάρλι Τζόρτζ, μαλλιάς, ψηλός, ξανθός και παιχταράς.
Απ’ την άλλη ένα μελαχρινό θηρίο απ’ τις πορτογαλικές αποικίες,
η δικτατορία ζει και βασιλεύει ακόμη στην Πορτογαλία, θα την γκρεμίσει χρόνια αργότερα ο τεράστιος Οτέλλο ντε Καρβάλιο.
Σας έλεγα λοιπόν για τον μεγάλο Εουσέμπιο.
Ντυμένο στα κόκκινα το γήπεδο, θριάμβευσε στο τέλος η αγγλική αρμάδα, νομίζω 4-0.
Αυτά γίνονται Τετάρτη.

Κάθισα καμιά σαρανταριά μέρες στην Αγγλία, μια αξέχαστη εμπειρία. Εκεί είδα για πρώτη φορά τη φάτσα του Γκεβάρα, ζωγραφισμένη παντού. Πιο δημοφιλής κι απ’ τα ‘σκαθάρια’ και τις ‘πέτρες’. Έμαθα αργότερα ποιος είναι.

http://video-morfwsh.blogspot.gr/search/label/Ernesto%20Che%20Guevara

CHE – Η ΤΑΙΝΙΑ (1 Τσε ο Αργεντινός – The Argentine)

CHE – Η ΤΑΙΝΙΑ (Τσε ο Αργεντινός – The Argentine)

Η ταινία “Che”, παραγωγής του 2008, είναι μια κινηματογραφική περιήγηση στη ζωή του Τσε Γκεβάρα.

Στο πρώτο μέρος παρουσιάζεται η επαφή του Γκεβάρα με τον Κάστρο και τους κουβανούς αντάρτες στο Μεξικό, ο ανταρτοπόλεμος στη Σιέρρα Μαέστρα, πτυχές απ’ την επανάσταση στην Κούβα αλλά μέρος των διπλωματικών καθηκόντων του Τσε (ομιλία στον ΟΗΕ το 1964).

πρώτο μέρος
(Τσε ο Αργεντινός – The Argentine)

CHE – Η ΤΑΙΝΙΑ (2 Guerilla)

CHE – Η ΤΑΙΝΙΑ (Guerilla)

Η ταινία “Che”, παραγωγής του 2008, είναι μια κινηματογραφική περιήγηση στη ζωή του Τσε Γκεβάρα.

Στο δεύτερο μέρος παρουσιάζεται κυρίως η απόπειρα του Γκεβάρα να οργανώσει το αντάρτικο στη Βολιβία όπου συλλαμβάνεται και δολοφονείται από τις αμερικανικές μυστικές υπηρεσίες και το βολιβιανό στρατό.

δεύτερο μέρος  (Guerilla)

  • Ένα Σάββατο λοιπόν κατηφορίζω για Γουάϊτ Χάρτ Λέϊν, το φρούριο της Τόττεναμ. Πάλι στο πέταλο των φανατικών, ξεσκέπαστο αυτή την φορά. Θέλω να δω από κοντά το μεγάλο μου ίνδαλμα, το παλικάρι που μάγευε την μπάλα και τα πλήθη, κέρδισε όποιον τόλμησε να σταθεί απέναντί του, κι έχασε τη μάχη απ’ το αλκοόλ. Τον απίστευτο Τζόρτζ Μπέστ.
    Δίπλα του άλλος τεράστιος, ο Μπόμπι Τσάρλτον. Κι απέναντι ο Μπόμπυ Μούρ. Μεγάλες προσωπικότητες, όλοι τους
    εκείνο που έμεινε ανεξίτηλα χαραγμένο στη μνήμη μου ήταν η φανταστική ατμόσφαιρα που δημιουργούσαν στα δύο γήπεδα που βρέθηκα οι φίλαθλοι των ομάδων. Ειδικά στα πέταλα,
    κάτι ανεπανάληπτο.

Έτρεχαν πάνω κάτω, κυριολεκτικά, άδειαζε κάποια στιγμή η κερκίδα, μαζεύονταν όλοι κάτω-κάτω. Κι αμέσως μετά, βουρ τρεχαλητό, όλοι πίσω!χόρευαν και τραγουδούσαν ασταμάτητα όση ώρα βρίσκονταν σ’ εκείνα τα υπέροχα μεσαιωνικά κτίσματα, χτισμένα μες τη γη, αγόρια και κορίτσια, απίστευτα πολλά κορίτσια,
ένα θέαμα μοναδικό. Μία αυθόρμητη πολύχρωμη χορογραφία, όμορφη, γεμάτη ένταση και πάθος.
Έρωτας και πόλεμος μαζί.
Αυτά τα ολίγα

Sunshine of your love, Cream.

  • Επανέρχομαι στην Ελλάδα
    και ενθυμούμενος πως τον Γιώργο Κούδα τον αποκάλεσαν Μεγαλέξανδρο του ελληνικού ποδοσφαίρου θα τους θυμίσω πως ο Αληθινός έφτασε μέχρι την άκρη του κόσμου με τους Μακεδόνες και τον πολυπολιτισμικό στρατό του την ώρα που ο ιμιτασιόν δεν κατάφερε να περάσει τα φυσικά σύνορα του Φαληρικού Δέλτα!
    Μάλιστα
    Αντιλαμβάνομαι πως βγάζω κακίες, θέλω όμως να είμαι απόλυτα ειλικρινής με τον εαυτό μου και αληθινός, δεν θέλω να χαϊδέψω αυτιά

βαράνε τύμπανα πολέμου, Ήρωας.

και μούρχεται στο μυαλό ο μέγας Ντράγκαν Τζάιτς, ο τεράστιος Άιρτον Σένα, ο ανεπανάληπτος Τεόφιλο Στίβενσον,
ο οποίος ναι, αρνήθηκε τα αμερικανικά δολάρια για να υπηρετήσει την Κουβανική Επανάσταση,
και ο άλλος μεγάλος, ο Σούγκαρ ρει Λέοναρντ με το απίθανο στυλ στα ρίγκ, που ήταν χορός περισσότερο παρά ξύλο,
ο Αμπέμπε Μπικίλα που έτρεξε ξυπόλητος στον Ρωμαϊκό μαραθώνιο, ήμουν μικρό παιδάκι τότε
και οι Γκρανάτα της μεγάλης Τορίνο που έσβησαν στη Βασιλική της Σουπέργκα, στο λόφο έξω από την Ιταλική βιομηχανική πρωτεύουσα, επιστρέφοντας με το αεροπλάνο απ’ την Πορτογαλία.

Αυτά για σήμερα.Αύριο πάλι, Μέγα Σάββατο.

[το διάλειμμα του κόκκινου τριήμερου στο Λονδίνο γράφτηκε αργότερα, όταν είχα πλέον ξεκινήσει να πληκτρολογώ τις γραμμένες στο χέρι σελίδες μου].

Να ακούσουμε και ένα τραγούδι απ’ τον Ψαραντώνη. Είναι οι Χαίνηδες, στίχους και μουσική έχει γράψει το 2000 ο Δημήτρης Αποστολάκης

Έχω μια τίγρη μέσα μου, άγρια λιμασμένη
π’ όλο με περιμένει
κι όλο την καρτερώ, την μισώ και με μισεί, θέλει να με σκοτώσει,
μα ελπίζω να φιλιώσει
καιρό με τον καιρό.
Έχει τα δόντια στην καρδιά, τα νύχια στο μυαλό μου
κι εγώ για το καλό μου
για κείνη πολεμώ
κι όλου του κόσμου τα καλά με κάνει να μισήσω,
για να της τραγουδήσω τον πιό βαρύ καημό.
Όρη, λαγκάδια και γκρεμνά με σπρώχνει να περάσω,
για να την αγκαλιάσω
στον πιό τρελλό χορό,
κι όταν τις κρύες τις βραδιές θυμάται τα κλουβιά της,
μου δίνει την προβιά της
για να τηνε φορώ.
Καμιά φορά απ’ το πιοτό πέφτομε μεθυσμένοι,
σχεδόν αγαπημένοι,
καθείς να κοιμηθεί
και μοιάζει ετούτη η σιωπή με λίγο πριν την μπόρα,
σαν την στερνή την ώρα
που θα επιτεθεί.

DSC02230

καποέϊρα

μια τέχνη που πάντα ήθελα να μάθω, όμως ποτέ δεν βρήκα κάποιον να μου την διδάξει!

και μου έμεινε το απωθημένο!

κάτι που έμαθα όμως αρκετά καλά :

WIN_20150422_132135

σχολική εκδρομή στα λιβάδια της Ξάνθης, στα τέλη των χρόνων ’60..

συνεχίζεται

τα βιβλία του μιχάλη, i libri di michele

ΒΒ. χόρεψες πάνω στο φτερό του καρχαρία – 4

Πόσες φορές θα επαναλάβουμε πως ο πλούτος που υπάρχει επαρκεί και περισσεύει για πολλές γενιές μετά από μας. ‘Φτάνει λοιπόν,’ φωνάζει ,‘σας τον χαρίζω τον πολιτισμό σας, δεν θα πάρω. Να τον χαίρεστε.’
Ο άνθρωπος ήρθε σε αυτόν εδώ τον θαυμαστό κόσμο για να ζήσει με άλλους, να κάνει παρέες, αρμονικά.
Βιάσαμε τη φύση, βιάζουμε τα παιδιά μας οι αχαίρευτοι, καταδικάζοντας τα σε ένα αβέβαιο αύριο. Παλεύουμε να αναρριχηθούμε σε μια μοναχική σκάλα αδιαφορώντας για τις συνέπειες.

Πανηγύριζαν πριν λίγες μέρες στη Καβάλα γιατί λέει παρέλυσε η πόλη τη μέρα της διαμαρτυρίας ενάντια στον λιθάνθρακα, επειδή κατέβηκαν στο δρόμο δέκα χιλιάδες άνθρωποι. Μα περισσότεροι από τους μισούς και βάλε ήταν οι μαθητές και οι φοιτητές. Που ήταν ο λαός; Αν αδιαφορεί ο λαός για τη ζωή του την ίδια χέσε μέσα.
Και μας υποχρεώνουν μετά να υποστούμε τις αποφάσεις και τις επιλογές τους. Από εδώ βγαίνουν οι ‘κοινοβουλευτικές’ πλειοψηφίες. Σας τις επιστρέφουμε.

Κάνει ένα διάλειμμα, πίνουμε λίγο νεράκι και συνεχίζει.

  • Προσπάθησαν τότε στην Ιταλία να με απελάσουν γιατί ανακατευόμουν ‘εκεί που δεν με έσπερναν’, λες και το να ασχολείσαι με τα κοινά είναι έγκλημα, οι κινητοποιήσεις το απέτρεψαν.

Με συνέλαβε η αστυνομία στο σπίτι της κοπέλας μου ένα πρωινό για φθορές στη σχολή στο τέλος διαμαρτυρίας που είχε προηγηθεί και εμπόδιο στην ομαλή λειτουργία των μαθημάτων και των εξετάσεων. Βέβαια δεν υπολόγισαν πως την ώρα των επεισοδίων μαζί με άλλους φοιτητές έχοντας την συγκατάθεση καθηγητών και του κοσμήτορα της σχολής καλούμε τους φοιτητές να αποχωρήσουν από την σχολή και να παραβρεθούν στα δικαστήρια της πόλης συμπαραστεκόμενοι σε συντρόφους μας που δικάζονται για επεισόδια που έχουν δημιουργηθεί στο φοιτητικό εστιατόριο την προηγούμενη χρονιά. Δεν διακόψαμε τίποτα, απλά ενημερώσαμε, μοιράσαμε φυλλάδια και ζητήσαμε συμπαράσταση σε άλλο όροφο από αυτόν στον οποίο γίνονται τα επεισόδια. Όλοι αυτοί οι δάσκαλοι σύσσωμοι κατέθεσαν μάρτυρες υπεράσπισης. Γίνεται αντιληπτό πως η σύλληψη έγινε αυτεπάγγελτα, δίχως μαρτυρικές καταθέσεις, αναπάντεχα.

Έμεινα στις Murate δέκα μέρες, η δίκη έγινε πολύ γρήγορα, με απάλλαξαν. Ήρθαν να τσιμπήσουν εμένα διότι σε περίπτωση καταδίκης θα ήταν πολύ εύκολο να με εκδώσουν αμέσως, ατύχησαν. Χίλιοι σύντροφοι κοντά με σήκωσαν στην αγκαλιά τους και τραγούδησαν στην αίθουσα του δικαστηρίου ενθουσιασμένοι.
Μuro στα Ιταλικά σημαίνει τοίχος. Άγρια φυλακή, κτίσμα μεσαιωνικό, στην καρδιά της ιστορικής, λαϊκής και αριστερής συνοικίας του Άγιου Σταυρού, Santa croce. Ήταν φοβερά εκεί μέσα, πρώτη φορά εγκλεισμός. Μου συμπαραστάθηκαν αφάνταστα. Είχε ήδη κάποιους πολιτικούς κρατούμενους, αν θυμάμαι καλά πρέπει να ήταν σύντροφοι των Οπλισμένων Προλεταριακών Κυττάρων, NAP, που είχαν συλληφθεί καιρό πριν κατά τη διάρκεια ένοπλης ληστείας στην οποία έχασαν και ένα compagno όταν ανταλλάχτηκαν πυρά με την αστυνομία.

  • Μου λέει πως τον είχαν όλη μέρα υπό την προστασία τους.

Στο κελί βρίσκονταν με ποινικούς. Υπήρχε γενικά ταξική αλληλεγγύη και οι άγραφοι κανόνες εναντίον βιαστών και ρουφιάνων. Μάλιστα την πρώτη μέρα κιόλας έπεσε πάνω στην τιμωρία ενός από αυτούς, αμέσως με την άφιξή του, πριν ακόμη προλάβει να εγκλιματιστεί. Τα νέα βλέπετε ταξιδεύουν γρηγορότερα. Τον στρίμωξαν σε μια από τις γέφυρες που ένωναν τον δεύτερο όροφο και τον έκαναν τόπι στο ξύλο καμιά εικοσαριά πριν καταφέρεις να πεις κύμινο. Έγιναν όλα τόσο γρήγορα που καλά-καλά ούτε ο ίδιος δεν κατάλαβε τι έγινε. Σωριάστηκε λιπόθυμος για να τον περιμαζέψουν οι δεσμοφύλακες.

Στην τεράστια πλατεία με το όνομα της πανέμορφης αχανούς εκκλησίας του Αγίου Σταυρού, που για πολλά χρόνια απετέλεσε το στέκι μας, περάσαμε ατέλειωτα απογευματόβραδα παρέα με κρασάκι και κουβέντα, στα σκαλιά καθισμένοι της εκκλησίας. Συχνά καταφεύγαμε στη ζεστούλα της pizzeria, στην αριστερή πλευρά της πλατείας, το χειμώνα κυρίως όταν το κρύο γίνονταν τσουχτερό. Στην ανοιχτωσιά της δώσαμε πολλά ποδοσφαιρικά ντέρμπι τα καλοκαιρινά βράδια. Και μια μεγάλη κατάληψη για να κοιμίζουμε συντρόφους και να βρισκόμαστε γενικότερα, να στεγάζουμε τις εκδηλώσεις μας, και διάφορες ομάδες, πολιτιστικές και άλλες έλαβε χώρα σε έναν τεράστιο χώρο από χρόνια παρατημένο αλλά σε καλή κατάσταση στην πίσω πλευρά του κτιρίου στο ισόγειο του οποίου στεγάζονταν η πιτσερία. Borgo la Croce.Ένα δρομάκι πιο πίσω ο Άρνο, το όμορφο ποτάμι της πόλης με τις πανέμορφες γέφυρες. Πολύ κοντά η σπουδαιότερη και ωραιότερη, η Γριά Γέφυρα, Ponte Vecchio, που ένωνε το παλάτι των Μεδίκων με τα Κάστρα ψηλά στους λόφους, την Fortezza. Η οροφή και όλη η γέφυρα γενικά ήταν κτισμένη για να κρύβει από τα μάτια του λαού το πήγαινε έλα των ευγενών που στα δύσκολα έβρισκαν καταφύγιο από τα παλάτια στα οχυρωμένα υψώματα χωρίς να χρειάζεται να διασχίσουν τους δρόμους και ανοχύρωτα περάσματα. Η κτισμένη λοιπόν γέφυρα είναι πλέον γεμάτη μαγαζιά λαϊκής τέχνης αλλά κυρίως χρυσοχοεία, γεμάτα τουρίστες όλες τις εποχές του χρόνου, όπως και όλη η πόλη γενικότερα.

Εξασφαλίζονταν λοιπόν τα περασμένα χρόνια από αυτήν ακριβώς την πανέμορφη γέφυρα η διαφυγή των αρχόντων σε περίπτωση κινδύνου, μακριά από τα ξίφη ή τα πυροβόλα των ανεπιθύμητων και των εχθρών τους.
Το σπίτι που έζησα μου λέει τις τελευταίες περίοδες της Φλωρεντινής μου ζωής ήταν εκεί κοντά, πίσω ακριβώς από το κυβερνείο της πόλης, τα πάλαι ποτέ ανάκτορα των Μεδίκων, και την Βιβλιοθήκη Πινακοθήκη, Μουσείο της πόλης. Στην Οδό λοιπόν της ‘Ταβέρνας του Γαντιού’ όπως ονομάζεται ο δρόμος ‘Via Osteria del Guanto.’ Γάντι εννοούν το προφυλακτικό. Ήταν λοιπόν ο δρόμος με τα μπουρδέλα παλαιότερα, στα παλιά χρόνια.
Το μοιράστηκα με εξαιρετικούς συντρόφους, όλοι φυλακίστηκαν την περίοδο των διωγμών για πολλά χρόνια. Υπήρξε μια εξαιρετική σχέση ανάμεσά μας, αλληλοεκτίμησης, αφοσίωσης και αγάπης. Χαθήκαμε τελείως πλέον, και αυτό σίγουρα με θλίβει. Αναντικατάστατοι. Τους σκέφτομαι συχνά και πάντα με τον καλύτερο τρόπο.
Κάτι γίνεται πλέον με το facebook, να δείτε που θα ξαναβρεθούν τα ίχνη μας.

Σχετική εικόνα

Το κίνημα ζούσε την καθημερινότητά του, αποφάσιζε συλλογικά διαδρομές και στόχους, σύμφωνα με τις ανάγκες, αυτόνομα. Δρούσε κοινωνικά. Οι οργανώσεις έπραξαν πιο πολιτικά θα λέγαμε, υπήρχε ιεραρχία και διαχωρισμός δραστηριοτήτων, και για λόγους ασφαλείας στεγανοποίηση, όχι όμως διαχωρισμός του πολιτικού από το στρατιωτικό. Οι οργανώσεις με λίγα λόγια ήταν κλειστές ομάδες, ο καταμερισμός ευθυνών και υποχρεώσεων ήταν συγκεκριμένος. Στις ομαδοποιήσεις του κινήματος τα πράγματα ήταν πιο ελεύθερα αν και εκεί υπήρχε μεγάλη προφύλαξη, πάντως πιο ευχάριστα. Αυτή η μεγαλύτερη ανεκτικότητα όμως ήταν και το ευάλωτο σημείο στη διάρκεια των χρόνων που χρειάστηκε η σκληρή και απόλυτη αμυντική στάση. Στα πέτρινα χρόνια της καταστολήςδεν άντεξαν όλοι. Δεν υπήρξε ποτέ η ανάλογη ψυχολογική προετοιμασία και υποδομή των συντρόφων, των συνελεύσεων, των ομάδων και των περιπόλων, σχετικά με τις συνθήκες που διαμορφώνονταν, συνθήκες παρανομίας για πολλούς και ημιπαρανομίας για τους περισσότερους από εμάς. Και αυτό, για να υποστηριχτούν ενέργειες και πράξεις που μόλις λίγο καιρό νωρίτερα θεωρούντο κοινά αποδεκτές από μεγάλα κομμάτια λαού, φαινόμενο κοινό, καθημερινότητα θα λέγαμε, μαζικά διαδεδομένες και λαϊκές.

Ονομάστηκε εκείνη η περίοδος ‘τα χρόνια του μολυβιού’, ‘gli anni del piombo’. Εγώ, μου λέει, θα τα ονόμαζα ‘τα χρόνια της αμφισβήτησης στην πράξη’, η ουτοπία έγινε πράξη για κάποιο διάστημα, και πιστεύω ακράδαντα, επιμένει, πως μια μέρα θα γίνει μόνιμη. Αν μη τι άλλο, είμαι ευτυχής που το προσπάθησα. Γι αυτούς που επηρέασαν ριζικά και αμετάκλητα την πραγματικότητα ήταν σίγουρα χρόνια μολυβιού. Ανέβασαν το επίπεδο μάχης τόσο όσο δεν αντέχονταν.
Φτάνει πια με την μίρλα, ξεσπά. Δεν θέλει να επεκταθεί άλλο, τα έχει όλα εξηγήσει με σαφήνεια. Οι σύντροφοι, η κοινωνία θα λέγαμε μάλλον, δεν άντεχε τόσο πολύ πόλεμο, έτσι απλά.
Η κοινωνία δεν το άντεξε, κατ’ επέκταση και οι σύντροφοι, που ήταν κομμάτι αυτής της κοινωνίας.
‘Υπήρξαν ‘κομμάτια’ ελευθερίας που προφανώς αρκούσαν για το παρόν. Σίγουρα ήταν ‘νησίδες ελευθερίας’, και προφανώς ήταν αρκετές. Οι συνθήκες επέτρεπαν αυτές τις νησίδες. Είναι βέβαια πολύ εύκολο να το λες τόσα χρόνια μετά, όμως πολλοί το υποστηρίζαμε ήδη από τότε. Δεν εισακουστήκαμε, μάταιο να το συζητάμε τώρα. Δεν χρειάζεται να κουβεντιάζουμε περισσότερο πάνω στο θέμα’, γρυλίζει. Κάνει μπαμ πως τον πονά πολύ η όλη κατάσταση.

Έπρεπε να χαμηλώσουν οι τόνοι ξαναλέει, υποχώρηση για όσο χρειαστεί, ανασύνταξη. Στην αναμέτρηση με ένα αντίπαλο άριστα εξοπλισμένο, και το κυριότερο, που είχε τον τρόπο και τα μέσα να δημιουργεί συναίνεση, έπρεπε να αναθεωρήσουμε τακτικές και στρατηγική, να αντιτάξουμε την εξυπνάδα και την πονηριά μας, τονίζει. Τελεία και παύλα.
Ηττήθηκαν στη μάχη, έχασαν τον αγώνα.
Εγκατάλειψη!
‘Δεν έχω ακούσει τίποτα για τότε, από τότε και από κανένα, και για κανένα μου λέει’.
Νιώθει δύσκολα, φαίνεται.

‘Πιστέψαμε’, παίρνει ξανά τ’ απάνω του, ‘πιστέψαμε πως θα καταφέρναμε ν’ αλλάξουμε τα πράγματα, τη ζωή στην Ιταλία. Ο εαυτός μας ήταν αρκετά αμόλυντος ακόμη, δεν ίσχυε σε κανένα μας αυτό που βλέπουμε σήμερα σε μεγάλα κομμάτια της νεολαίας και του λαού, η σχεδόν ολοκληρωτική αλλοτρίωση‘.

Ρενάτο Κούρτσιο!

Τώρα που καθαρογράφουμε αυτά τα γραπτά, και έχουν περάσει τέσσερα χρόνια από όταν ξεκινήσαμε, είναι πια 2012, συμπληρώνει : Διάβασα κάπου ένα σύνθημα που έλεγε ‘η ευτυχία θα σας συντρίψει’. Ε λοιπόν, ακριβώς, έτσι αποτυπώνεται αυτό που εννοήσαμε’,
Σήμερα η δυσαρέσκεια είναι διάχυτη παντού, και το άγχος και η αγωνία , γιατί η ζωή είναι άδεια και κανείς δεν την ευχαριστιέται πραγματικά. Φυτοζωούμε, ας μη κρυβόμαστε. Τρέχουμε πίσω από την κατανάλωση, καταναλώνουμε, αυτό είναι όλο.
Τότε τρέχαμε πίσω από τα όνειρά μας. Και τα κάναμε πραγματικότητα.
Στα οδοφράγματα είσαι ελεύθερος, όχι στα καφέ !
Εκεί καταναλώνεις. Κι άμα έχεις 2 ευρώ !
Ο αρπαγμένος από την υπεραγορά καφές είναι λεύτερος. Όποια δικαιολογία και να βρείτε για να αντικρούσετε, λέει, δεν θα πείσετε κανέναν, ούτε το νήπιο που σας κοιτάζει με τα μάτια γουρλωμένα.
Δεν είναι κακό να δειλιάζεις καμιά φορά, αυτό δεν κάνω κι εγώ τόσα χρόνια πια; με κοιτάζει βαθιά στην ψυχή και με κάνει να ανατριχιάζω. Έκανα παιδιά, άραξα. Αρρώστησα, καταπονήθηκα, ταλαιπωρήθηκα. Δικαιολογίες μπορώ να σου απαριθμήσω και άλλες. Κατά βάθος όμως ξέρω πως δεν έχω πια τα κότσια, δεν βαστάω, το παραδέχομαι και ΤΟ ΒΟΥΛΩΝΩ. ΚΑΙ ΔΕΝ ΒΓΑΙΝΩ ΝΑ ΚΑΝΩ ΚΡΙΤΙΚΗ ΣΕ ΑΥΤΟΥΣ ΠΟΥ ΈΧΟΥΝ .

Ξέρω πως πηγαίνοντας κόντρα στις συμβάσεις ήμουν ελεύθερος. Δεν μπορώ να πω ψέματα στον εαυτό μου, μου επαναλαμβάνει, θα γυρίσει να με χαστουκίσει. Όσο και πικρή να είναι η αλήθεια, αυτή είναι.
Η απληστία σκοτώνει, φωνάζει, όχι τα όνειρα των εραστών, όχι η απαλλοτρίωση αυτών που μας κλέβουν από τη μέρα που γεννιόμαστε, όχι η επίθεση στα καταφύγια τους, ούτε το να εμποδίσεις την πορεία της ερπύστριας που είναι έτοιμη να σε πλακώσει.
ΝΑ ΖΕΙΣ ΝΑ ΑΓΑΠΑΣ ΚΑΙ ΝΑ ΜΑΘΑΙΝΕΙΣ
Κοίταξε μου λέει, και η κακή διάθεση εξαφανίζεται δια μαγείας, την ώρα που κάποιος τρέχει στο κλαμπάκι, κάποιος άλλος τρέχει ν’ αδειάσει το ρεζερβουάρ απ’ τη βενζίνη για να μαζέψει τη φωτιά, αν μ’ εννοείς. Είναι ζήτημα προτεραιοτήτων, και θα γίνεται πάντα, μην αμφιβάλεις. Αυτή την ώρα που εμείς οι δυο τα λέμε φιλικά κάπου εκεί έξω κάποιοι ετοιμάζουν τα ρολόγια!

Στη ριζοσπαστικοποίηση εκείνων των χρόνων έπαιξαν πολλοί παράγοντες ρόλο. Ερχόμασταν τρέχοντας από τον Μάη, πολεμάμε στην Κούβα νικηφόρα, Αλγερία και στο Βιετνάμ επίσης. ΑΝΤΆΡΤΙΚΑ ΠΑΝΤΟΎ, σε Νότια και Κεντρική Αμερική και Αφρική. Αντάρτικα επίσης σε Γερμανία, Ισπανία, Ιρλανδία, επανάσταση των λουλουδιασμένων τουφεκιών στην Πορτογαλία, Λίβανος, Παλαιστίνη, χαμός παντού. Κόκκινος άνεμος σαρώνει τα πάντα.
Δίπλα στο ‘όχι στη μισθωτή σκλαβιά’ αντηχεί το ‘δέκα, εκατό , χίλια Βιετνάμ’Η φαντασία στην εξουσία γίνεται πράξη λοιπόν. Άμα φωνάζεις βγαίνεις και το πράττεις. Τα θα, και θα, είναι για τον Παπανδρέου, λίγα χρόνια αργότερα όπως πολύ ωραία το απέδωσε ο Χάρρυ Κλυνν

Αγαπημένα κείμενα οι ανταποκρίσεις από το εκτεταμένο αντάρτικο που κατέληξε σε ανοιχτή αντιπαράθεση των Βιετναμέζων μαχητών με τον θρυλικό στρατηγό Γκιαπ και τους Αμερικάνους, Κείμενα του Χο Τσι Μινχ, οι ανταποκρίσεις του Ρεζί Ντεμπρέ από τα αντάρτικα στη Λατινική Αμερική και οι αναμνήσεις του από την Κούβα και τον Γκεβάρα, του οποίου οι λόγοι στα Ηνωμένα Έθνη και τα ημερολόγια των συγκρούσεων των πολεμιστών του εξιτάρουν την φαντασία .
Κείμενα των Ουρουγουανών Τουπαμάρος, του βραζιλιάνου Κάρλος Μαριγκέλα, που έγραψε το πιο γνωστό εγχειρίδιο για το αντάρτικο πόλης, όπως και κείμενα των Χιλιανών συντρόφων του MIR, των Ισπανών της ΕΤΑ και των GRAPO, και των ιρλανδών του IRA.
‘Άλλο Τουπαμάρος και άλλο το μουνί της Μάρως΄, όπως πολύ εύστοχα ανέφερε ο αγαπημένος φίλος, ο Παύλος ο Φιλίδης πολλά χρόνια αργότερα λοιδορώντας ‘επαναστατικές’ κορώνες διάφορων τηλεοπτικών μαϊντανών.

Επιστρέφοντας λοιπόν στα αντάρτικα μου μιλάει για το πώς ο αγώνας μεταφέρονταν σιγά σιγά από τις ζούγκλες του άλλου κόσμου στις καρδιές των σύγχρονων μητροπόλεων που αποτελούσαν πλέον απελευθερωμένς ζώνες, τις ζούγκλες των ανταρτών της πόλης. Για τις θεωρίες που γράφτηκαν στο θέμα και πώς η μητρόπολη μεταβάλλεται σε απελευθερωμένη ζώνη για τους μαχητές, απάτητη.
Θα θυμάστε όλοι τον Διονύση να τραγουδά ‘Φο Μι Τσίν γιε γιε, αναπνέεις με καλάμι’, από το ‘φορτηγό’ του, ’ήλιος κόκκινος ζεστός’, και λίγο πιο κάτω την ωδή στον σύγχρονο Καραϊσκάκη, τον Ερνέστο Γκεβάρα. Κοσμούσαν αυτές οι μουσικές τις δισκοθήκες των νέων της εποχής, που αποθέωναν τον Σαββόπουλο στις παραστάσεις του εκείνα τα χρόνια.

http://video-morfwsh.blogspot.gr/#/page/1

 

  • Πετάγεται πάνω, και αλλάζει για λίγο θέμα. Αναφέρει τώρα κάτι άλλο που τον είχε εντυπωσιάσει ευθύς μόλις πάτησε το πόδι του σε εκείνη την πανέμορφη πόλη. Την τεράστια διαφορά με την οποία αντιμετώπισαν οι κάτοικοί της την πολιτιστική τους κληρονομιά και ιστορία. Όποιος έχει περπατήσει μια Ιταλική πόλη έστω και για λίγο θα καταλάβει αμέσως τι εννοώ. Θα βρει το ιστορικό κέντρο της καθεμιάς από αυτές, και όλες τις τοποθεσίες, μέχρι και το μικρότερο χωριουδάκι, κυριολεκτικά άθικτα, δίχως να έχουν πειραχτεί. Δίχως παρεμβάσεις. Ότι νεότερο κτίστηκε έγινε με σεβασμό στον περιβάλλοντα χώρο, και πάντα γύρω από το κέντρο. Βλέπεις όλα όπως ήταν, αναπαλαιωμένα. Μέσα, φυσικά, τα κτίρια ξανακτισμένα εκεί που χρειάζεται, μοντέρνα. Φυσιολογικά. Παρουσιάζεται η εξέλιξη της ιστορίας, αντιλαμβάνεσαι τα χρόνια που περνούν, ότι μεσολάβησε. Όλη η ιστορία του τόπου αναπαραγμένη.
    Εδώ, με ελάχιστες εξαιρέσεις, καταστράφηκε η φυσική ροή, οι περίοδες. Με τον νόμο για την αντιπαροχή του ‘60 τέλειωσαν όλα, ισοπεδώθηκε η χώρα Έτσι που δεν είχε κάνει ο μεγάλος πόλεμος. Στο βωμό του εύκολου, πρόσκαιρου κέρδους που άφησε πίσω του ασχήμια. Η σύγχρονη ελληνική γύμνια από το παρελθόν της.

Έχουμε ονομάσει ‘εθνάρχη’ τον άνθρωπο που θα έπρεπε να καταδικάσουμε για έγκλημα κατά της ανθρωπότητας. Να είναι φυσικά ελαφρύ το χώμα που τον σκεπάζει. Το σωστό όμως να λέγεται. Για να μη μιλήσουμε φυσικά για τις εκλογές ‘βίας και νοθείας’.
Εδώ κάποιοι άλλοι, και γελάμε όλοι μαζί, έδωσαν το Νόμπελ ειρήνης στον θεωρητικό των άμεσων επεμβάσεων από τους αμερικάνους εκεί που απειλούνται τα συμφέροντά τους, Χένρυ Κίσινγκερ, τον εγκληματία των ‘απείθαρχων’ λαών !
Δεν θα κουραστεί να φωνάζει πως κάθε λαός έχει τους ηγέτες που του αξίζουν, και πως οι λαοί γράφουν την ιστορία που τους αρμόζει.
Τα παπαγαλάκια κατηγόρησαν το κόσμο για τα συνθήματα του στην πρώτη μεγαλειώδη μεταπολιτευτική πορεία για το Πολυτεχνείο. Τότε μεγάλα κομμάτια από το πλήθος φώναζαν πως ο λαός θα έπρεπε να ντρέπεται για την επιλογή του να ψηφίσει ξανά για πρωθυπουργό της χώρας τον Κ. Καραμανλή τον πρεσβύτερο.

Πόσα συγχωροχάρτια έχουν χαρίσει στον ‘αρχιερέα της διαπλοκής’ Κ. Μητσοτάκη, τον μεγαλύτερο κωλοτούμπα της σύγχρονης ελληνικής ιστορίας, πολιτικό ντριμπλέρ εφάμιλλο του Δεληκάρη. Αυτός ήταν, προσθέτει, ο υπεύθυνος για την ‘αποστασία’ τα χρόνια που προετοιμάζονταν η έλευση της στρατιωτικής χούντας, ‘64 με ‘65, αν φυσικά θυμάται καλά, τότε μετά τα Ιουλιανά. Κλπ. Αυτοαναγορεύτηκε αθώος τώρα που οι αντίπαλοί του έφυγαν στον άλλο κόσμο και δεν μπορούν να τον αντικρούσουν. Μαθαίνω πάντως λέει πως τον αθωώνει πλήρως άλλο μεγάλο νούμερο, άλλος κασκαντέρ, ο Λεωνίδας Κύρκος.

http://video-morfwsh.blogspot.gr/search/label/%27%CE%A4%CF%81%CE%BF%CE%BC%CE%BF%CE%BA%CF%81%CE%B1%CF%84%CE%AF%CE%B1%27-%CE%A6%CF%85%CE%BB%CE%B1%CE%BA%CE%AE#/page/1

φυλακισμένος κόσμος

  • Λίγες μέρες αργότερα που ξανασυναντιόμαστε περιγράφει την καθημερινότητά τους.
    Πολύ γεμάτη η μέρα, στο χώρο του ο καθένας τα πρωινά, ο φίλος μας στη σχολή, μαθήματα, σεμινάρια, συζητήσεις με τους συντρόφους, τις ομάδες, συντονισμός δράσεων, κουβέντες με τους συμφοιτητές και άλλα τέτοια.

Τα βράδια στα σπίτια ή στην πλατεία, πολύ μουσική, ροκ κυρίως αλλά και ιταλική λαϊκή μουσική, ξέρετε, ταραντέλες ας πούμε. Ξαφνικά έγινε η εισβολή της ρέγγε με τον ήρωα και άγιο των Τζαμαϊκανών τον Μπόμπ Μάρλεϊ. Και μιας και υπήρχαν πάντα πολλοί ξένοι φοιτητές από τις τέσσερις γωνιές του πλανήτη ακούγονταν και έθνικ μουσικές, προερχόμενες από τις πατρίδες των γνωστών τους. Μπαράκια και τέτοια δεν συνηθίζονταν, άσε που δεν υπήρχαν με τη μορφή που γνωρίζουμε σήμερα. Δύο ντίσκο όλες κι όλες είχε η πόλη, ζήτημα να πάτησε δύο φορές το πόδι του εκεί μέσα. Στα σπίτια λοιπόν και τις πλατείες, κυρίως Santa Croce και San Marco με τη σχολή Καλών Τεχνών, μπόλικο πράσινο και άλλες σχολές εκεί τριγύρω. Piazza Reppublica και Piazza Signoria με το Δημαρχείο ήταν πιο τουριστικές όπως και η Duomo με τον φανταστικό Καθεδρικό Ναό και το πανύψηλο καμπαναριό από την κορυφή του οποίου η θέα από εκεί πάνω στην πόλη είναι μαγευτική. Στα καφέ, όπου είναι ζήτημα να υπάρχει ένα τραπεζάκι, έτσι για μόστρα, μιας κι ο Ιταλός πίνει μονορούφι τον καφέ του, στα όρθια, για να ξαναγυρίσει αμέσως στις ασχολίες του, αφού έχει ανταλλάξει δυο κουβέντες. Τα ζαχαροπλαστεία βγάζουν τραπεζάκια έξω, γεμίζουν τουρίστες, εκεί βλέπεις καθισμένους ανθρώπους. Συνήθως είναι ακριβούτσικα, όπου βλέπεις τουρίστες είναι ακριβά, ο καφές όμως πολύ φθηνός. Είναι κούκλα η πόλη περιτριγυρισμένη από λόφους με υπέροχα κτίσματα, άφθονο πράσινο και το ποτάμι να την διασχίζει.

Και να μη ξεχάσω να σας πω για το Vivoli, πασίγνωστο σε όλο τον κόσμο με το ξακουστό παγωτό του, που ήταν και τόπος συνεύρεσης σε κάθε εποχή. Από το απόγευμα κυρίως και μετά ως αργά το βράδυ που έκλεινε, ήταν ασφυκτικά γεμάτο, από νέους κυρίως κάθε φυλής στους οποίους άρεσε, όταν επέστρεφαν στις πατρίδες τους να δημοσιεύουν άρθρα και φωτογραφίες στο Τύπο και μετά να τα στέλνουν στη διεύθυνση. Έτσι έβλεπες αποκόμματα εφημερίδων σε όλες τις γλώσσες που εγκωμίαζαν το μαγαζί, το παγωτό και την πόλη !

vivoli_gelato_florence1

Βλέπαμε συνεχίζει πολύ κινηματογράφο, κυρίως τις ανεξάρτητες παραγωγές και πάντα δεύτερη ή τρίτη προβολή για φθηνότερα. Άσε που καμιά φορά νόμιζες πως είχαμε σύναξη, εάν η ταινία ήταν ιδιαίτερη, μέχρι και συνθήματα δονούσαν αυθόρμητα την αίθουσα στις κρίσιμες στιγμές.
Αγαπημένο στέκι ο κινηματογράφος ‘Ουνιβερσάλε’.
Δεν χρειάζονταν ραντεβού για να συναντήσεις τον φίλο και τον σύντροφο, οι διαδρομές ήταν συγκεκριμένες, δεν χρειάζονταν κινητά.

Σχετική εικόνα

Μας άρεσαν τα υπέροχα σπαγγέτι γουέστερν με τις πολλές κοινωνικές και πολιτικές αναφορές, την απίθανη μουσική και την εξαιρετική σκηνοθεσίαΣέρτζιο Λεόνε, Ένιο Μορικόνε και ξερό ψωμί!

Να σας πω για τρεις ταινίες που χάραξαν βαθιά την ψυχή μας, αποδομώντας όλο το στήσιμο της αμερικανικής πολιτιστικής και ιστορικής βορειοαμερικανικής προπαγάνδας των Ηνωμένων Πολιτειών και το »Αμερικανικό όνειρο» :

‘το μικρό μεγάλο ανθρωπάκι’, εδώ αποδομείται ο πολιτισμός των λευκών, το σκοτάδι στο οποίο έχει περιπέσει, σε αντίθεση με τη φωτεινότητα της φιλοσοφίας ζωής των Ανθρώπων, των ινδιάνων της κουλτούρας που τόσο πολύ αγαπήσαμε!

»ο καουμπόι του μεσονυκτίου» και ‘ο πρωτάρης’,

και στις τρεις ο φανταστικός Ντάστιν Χόφμαν, νεαρότατος και γλυκύτατος.

»Ο άνθρωπος που τον έλεγαν άλογο», φοβερό φιλμ, η ινδιάνικη κουλτούρα ενάντια στην αποικιοκρατική και πολιτιστική επιβολή των λευκών κατακτητών!

Και κάτι που συνηθίζαμε πολύ, ειδικά τότε που η παρέα συνεχίζονταν μέχρι αργά τη νύχτα, να βγαίνουμε στην αναζήτηση του κοντινότερου στο σπίτι εργαστηρίου για ολόφρεσκα κρουασάν που μόλις έβγαιναν από τους φούρνους για να εφοδιαστεί νωρίς το πρωί η αγορά, μια και η παραγωγή ξεκινούσε με το καληνύχτα και έβρισκες τα πρώτα αχνιστά βουτήγματα γύρω στις τρεις το πρωί. Ήταν και αυτό ένα άτυπο ραντεβού για τη νεολαία.

Παίζανε και ναρκωτικά, ελαφριά και με μέτρο. Ο αγώνας σε χρειάζονταν γερό και νηφάλιο. Κυνηγήσαμε τα σκληρά που έπεσαν μαζεμένα ξαφνικά και κόντεψαν να διαλύσουν τα πάντα, όταν εκατοντάδες νεαροί σε κάθε πόλη έπεσαν με τα μούτρα, χιλιάδες. Είχε βλέπετε τρομάξει το κατεστημένο με τη δυναμική της επίθεσης που δέχονταν, έριξε στη πιάτσα ότι όπλο βρήκε στη φαρέτρα του. Στις πλατείες και στους χώρους μας η παρουσία εμπόρων και χρηστών κυνηγήθηκε.

Μου διέφυγε να σου πω πως για πολλά χρόνια κέντρο στις κινητοποιήσεις και τον αγώνα ήταν η Αρχιτεκτονική σχολή, με την μεγάλη πράσινη αυλή της όπου οι φοιτητές, και όχι μόνο, μιας και οι σχολές ήταν ανοιχτές σε όλους και κέντρα αγώνα, μάζευαν τον ήλιο καθισμένοι στο χορτάρι και σχεδίαζαν τις κινήσεις τους. Εκεί στο γρασίδι λιάζονταν,διάβαζαν και συζητούσαν με τις ώρες οι νεολαίοι σχεδιάζοντας το μέλλον, δημιουργώντας το παρόν. Και μόνο τις πολύ κρύες μέρες έβρισκαν καταφύγιο στις αίθουσες,  μιας και το κρύο ήταν τσουχτερό.

Τα μεσημέρια φαγητό στο φοιτητικό εστιατόριο, εστία αγώνα και αυτό, που βρίσκονταν λίγο πιο πέρα, επειδή όμως οι ουρές ήταν τεράστιες πολλές φορές προτιμούσαμε τα κρασάδικα, μικροί χώροι όπου έβρισκες ποικιλίες τυριών και αλλαντικών εξαιρετικά, με Τοσκάνικο κρασί και ψωμί, άντε και καμιά σαλάτα. Απλά, φτηνά και πολύ χορταστικά. Δίπλα στις σχολές και κοντά στα σπίτια μας. Γιατί πρέπει να σας πω πως όλη η καθημερινότητα βιώνονταν στο κέντρο της πόλης, όλα κινούνταν εκεί, όλα συμβαίνουν στο κέντρο.
Το ΚΚ έκανε και κάτι καλό, ήξερε και μπορούσε και οργάνωνε εξαιρετικές συναυλίες, κυρίως το καλοκαίρι, και σχεδόν πάντα την περίοδο του φεστιβάλ του, αρχές φθινοπώρου στο τεράστιο πάρκο delle Cascine, δίπλα στο ποτάμι, στην αριστερή πλευρά της πόλης όταν κοιτάζεις από την Φορτέτσα, Fortezza. Συναυλίες επίσης οργανώνονταν και στην πισίνα της πόλης, στην άλλη της πλευρά, στη συνοικία της οποίας το όνομα αυτή την στιγμή μου διαφεύγει, [campo di Marte λέγεται, θυμήθηκα]  και βρίσκονταν κοντά στο Coverciano, εκεί όπου είναι το γνωστό αθλητικό κέντρο της χώρας στο οποίο γυμνάζονται οι εθνικές της ομάδες. Φυσικά εξαιρετικά κοντσέρτα έγιναν και στις υπέροχες πλατείες του ιστορικού κέντρου. Στην περιοχή για την οποία μιλήσαμε νωρίτερα βρίσκονταν και το Communale, το Δημοτικό γήπεδο, έδρα της Φιορεντίνα, κτισμένο στους πρόποδες της συνοικίας Fiesole, με τα όμορφα κτίσματα στους λόφους.
Όλα τα ονόματα της διεθνούς τζαζ σκηνής όπως φυσικά και της Ιταλικής,  αντιστασιακά γκρουπ, κυρίως Λατινοαμερικάνικα πέρασαν εκείνα τα χρόνια από το Πάρκο.
Στο γήπεδο δεν πηγαίναμε συχνά, υπήρχε όμως ο αυτόνομος σύνδεσμος viola, βιολετί τα χρώματα της ομάδας, η θέση τους στο πέταλο ακριβώς κάτω από τους λόφους, curva Fiesole. Απαρτίζονταν κυρίως από μαθητές και φοιτητές, η ομάδα έπαιζε εκείνο το διάστημα θαυμάσιο ποδόσφαιρο. Με φυσικό της ηγέτη τον περίφημο Giancarlo Antonioni στις γραμμές της.

Το μυαλό μας ήταν αλλού. Τα χρήματά μας προτιμούσαμε να τα κάνουμε εκδρομές, ρεφενέ τα έξοδα αυτοκίνητο τραίνο ή auto stop. Sleeping bags, κανένα σκοινάκι και δρόμο. Είναι πανέμορφη χώρα, δεν ξέρεις που να πρωτοπάς. Αμολιόμασταν στην ύπαιθρο και στα υπέροχα μεσαιωνικά χωριά της. Παραλιακά τα καλοκαίρια, στα εσώτερα τον χειμώνα. Δυσκολεύεσαι να διαλέξεις αυτό που θα επισκεφτείς κάθε φορά. Φυσικά και στις μεγάλες πόλεις πήγαμε, κυρίως όταν συνέβαιναν πράγματα και events ή όταν έτρεχαν τα γεγονότα. Πορείες τεράστιες.

»Στην εκπαίδευση είχαμε καταφέρει να επιβάλλουμε την κατάργηση της ατομικής εξέτασης και της ‘παπαγαλίας’, αμφισβητώντας την ‘αυθεντία’ του καθηγητικού προσωπικού», λέει. »Όλα γίνονταν με σεμινάρια. Διαλέγαμε από κοινού ένα θέμα που ενδιέφερε όλους, το εξετάζαμε στη διάρκεια της χρονιάς σε όλες του τις ‘αποχρώσεις’, εξονυχιστικά. Θέματα που αναφέρονταν στις σύγχρονες συνθήκες και περιστάσεις. Προετοιμάζαμε όλοι μαζί την εργασία και την παρουσιάζαμε στο τέλος της χρονιάς από κοινού, εξασφαλίζονταν ομαδική επιτυχία. Έτσι κατέρρευσε ο παραδοσιακός αρχαϊκός τρόπος διδασκαλίας και εξέτασης και βαθμολόγησης, όλα συλλογικά και με μεράκι». Και δεν θυμάται εάν μας έχει αναφέρει πως σπούδαζε Πολιτικές Επιστήμες στο πεδίο της Κοινωνιολογίας.

  • Όταν γύρισε πίσω βρήκε μια κατάσταση ‘κάπως’. Καμία σχέση! Του θύμισε την στροφή του στοίχου στον Ύμνο ,‘άκρα του τάφου σιωπή στον κάμπο βασιλεύει’.
    Για να λέμε βέβαια τα πράγματα με το όνομά τους, υπήρχε μία σχετική κινητικότητα, η οποία και οδήγησε λίγο διάστημα μετά στην ‘αλλαγή’ του Ανδρέα Παπανδρέου, αυτού του εξαιρετικού ρήτορα με την τεράστια ικανότητα επικοινωνίας με το πλήθος, που την χρησιμοποίησε σχεδόν τέλεια για να παραμυθιάσει την μάζα και να καταφέρει να εγκαταστήσει τον σοσιαλφασισμό στην ελληνική εκδοχή του. ‘Ο λαοπλάνος’.

Έπεσε με τα μούτρα στα σπορ για να ξεδίνει την ενέργειά του. Ασχολήθηκε και με το ερασιτεχνικό θέατρο, μιας και η πόλη με το Εργαστήρι της έχει παράδοση στον πολιτισμό.
Γράφτηκε στον Ορειβατικό και γύρισε τα βουνά της μισής Ελλάδας, με τον Αλέκο τον Τσιλογιώργη και τ’ άλλα παιδιά.
Έγινε εκπαιδευτής θαλάσσιων σπορ και μάθαινε σε Έλληνες και τουρίστες να γλιστράνε με τα πέδιλα στο νερό, τους τραβούσε δεμένους στο σκάφος με αλεξίπτωτο έλξης. Είχε περάσει από σεμινάριο της Γραμματείας Αθλητισμού για να έχει την άδεια.
Έμαθε να κατεβαίνει τα χιόνια με snow board και να σκίζει τα νερά με wind surfing και wave board. Μαθήτευσε στις σχολές του Σίμου του Ζαχόπουλου και του Σωκράτη του Καραίτη σε καράτε και kick boxing για κάποια χρόνια.
Πήδηξε από τον γερανό δεμένος με το ελαστικό σκοινί, και κολυμπούσε μικρός στον Ναυτικό όμιλο, του έδωσε και κατάλαβε στις ακτές της Καβάλας.

Έπαιξε τένις και επιτραπέζια αντισφαίριση, ποδόσφαιρο και βόλεϋ στην αμμουδιά, και δεν είναι σίγουρος μήπως ξέχασε κάτι άλλο που προσπάθησε για να διοχετεύσει την ενεργητικότητά του όλα αυτά τα χρόνια, πριν τον επισκεφτούν νέες ‘εμπειρίες’, ‘διαφορετικού τύπου’, δυσάρεστες.
Και θυμάται πως κατέβηκε αρκετές φορές τον Αγγίτη ράφτινγκ με τον Βασάκη οδηγό τον Άκη, και άλλους φίλους από Θεσσαλονίκη, όπως και τον Νέστο με οδηγό τον Αλτικουλάκη τον Μιχάλη.

Ασχολήθηκε για λίγο με τα κοινά στο πρώτο αυτόνομο στέκι μαζί με τους εναλλακτικούς οικολόγους, τον Μακρή και άλλα παιδιά, την Κατερίνα Γεροστεργίου, τον Γιώργο Πασχαλίδη, τον Θοδωρή τον Μπόδο. Τον Χρήστο Γεωργιάδη, τον Ιορδάνη τον Καλία, τον Θοδωρή τον Σαραϊδάρη. Πήρε ενεργό μέρος στην κατάληψη της Μεγάλης Λέσχης, τον πρώτο καιρό της θητείας του Λευτέρη του Αθανασιάδη.

‘Τότε με τα παιδιά του στεκιού οργανώσαμε’, μου λέει, ‘την πρώτη προσπάθεια ανακύκλωσης στην Καβάλα, με δικά μας τελείως έξοδα και χωρίς καμία υποστήριξη! Πόσο μπροστά ήμασταν, να φανταστείς πως ο Δήμος στην πόλη ξεκίνησε την πρώτη εκστρατεία τουλάχιστον είκοσι με εικοσιπέντε χρόνια αργότερα!’

  • Στη ψυχή του υπήρχε πικρία για την μεγάλη οπισθοδρόμηση των κινημάτων στην Ευρώπη από το ‘80 και μετά, για το πισωγύρισμα της ιστορίας.

»Τα κανάλια, σαν παραμορφωτικοί καθρέπτες, παρουσιάζουν την πραγματικότητα των Ελλήνων μαϊντανών, για να χρησιμοποιήσει έκφραση αρεστή στον Μένιο Κουτσόγιωργα. Χαμογελάνε όλη μέρα και ασχολούνται με μια πραγματικότητα που αρέσει μόνο σε ρηχούς και σε αργόσχολους. Στα ατέλειωτα σήριαλ αντιμετωπίζεις όλη την ψυχοπλακωτική μετριότητα των φελλών, μικροαστών ή μεγαλοαστών, λες και ο κόσμος της εργασίας της έρευνας και της ανησυχίας δεν υφίσταται. Η πραγματικότητα γέρνει μονόπλευρα προς το απόλυτο κενό. Η Ελλάδα ζει στην τηλεόραση, μονίμως σε λειτουργία σε κάθε σπίτι. Αυτό που απουσιάζει είναι η πραγματικότητα. Αυτοί που συνωστίζονται καθημερινά στο γυαλί ζουν κυριολεκτικά αλλού».

  • Έκανε όλες τις δουλειές σε μπαράκια, έκανε τον ραδιοφωνικό παραγωγό. Από την παραλία, τόσα χρόνια έχει τις καλύτερες αναμνήσεις, απέκτησε πολλές εμπειρίες. Ο Θόδωρος ο Γιαννακούδης τον δίδαξε ιστιοπλοία ανοικτής θαλάσσης.

Θυμάται πάντα τους παλιούς του συντρόφους με τον καλύτερο τρόπο. Γνώρισε εξαιρετικούς ανθρώπους και το θεωρεί τιμή του. Και δεν ξεχνά ούτε και τον dottor Fasano, τον αστυνομικό διευθυντή της Φλωρεντίας, αντίπαλό του, πανύψηλο, με το αρχοντικό παρουσιαστικό του.

  • Ξανασυναντιόμαστε λίγες μέρες αργότερα, συνεχίζει, ’77η χρονιά ορόσημο, μια χρονιά σαν μία στιγμή, δίχως σταματημό, ‘μία συνεχής ροή γεγονότων θα έλεγα’, μια διαρκής ένταση. Η Ιταλία βρίσκεται σε αναβρασμό, καταλήψεις στις σχολές, οδοφράγματα παντού, για μέρες πολλές τα αστικά κέντρα βρίσκονται υπό κατάληψη. Οι δυνάμεις καταστολής αδυνατούν να ελέγξουν την κατάσταση, πυροβολούν, σκοτώνουν στη Bologna, Francesco lo Russo πρέπει να έλεγαν το παλικάρι, οι φασίστες σκοτώνουν στη Ρώμη. Οι σύντροφοι οργανώνονται, υποκλέπτουν τις οδηγίες από τις συχνότητες της αστυνομίας στους ασυρμάτους, καθοδηγούνται από ερασιτεχνικούς ραδιοφωνικούς σταθμούς που ανθίζουν εκείνη την περίοδο αντιμετωπίζοντας αποτελεσματικά τις αστυνομικές επιθέσεις, απαντώντας στα πυρά με πυρά. Κινήματα συμπαράστασης μεταφέρουν τρόφιμα στους καταληψίες. Τότε ήταν που κυκλοφόρησε στον τύπο εκείνη η υπέροχη φωτογραφία με τον νεαρό που παίζει πιάνο στη μέση των συγκρούσεων, ανάμεσα στους καπνούς και τα οδοφράγματα, γύρω χαμός, και στην ουρά του πιάνου ξεκουράζεται ακουμπισμένο το πιστόλιΜαντήλι κόκκινο να κρύβει το πρόσωπο. Στις μάχες της Βοlogna. Τρεις μέρες έκανε η αστυνομία να ανακαταλάβει τους χώρους γύρω από το Πανεπιστήμιο της πόλης. Οι φοιτητές ήταν όλοι μια γροθιά, η αυτονομία στα καλύτερά της και το κατεστημένο άκρως θορυβημένο.

Σήμερα λέγεται πως η νεολαία πάσχει από κατάθλιψη. Λέξεις όπως άγχος, στα χρόνια της δικής του νεότητας ήταν άγνωστες. Υπήρχε όραμα και ξεσπούσαν επάνω στην καταπίεση. Αλληλεγγύη. Σήμερα επικρατεί ο νόμος της ζούγκλας. Ένας εναντίον όλων, με κάθε μέσο, και αθέμιτο να’ ναι.

  • Το καλοκαίρι του ‘78 επεδίωξαν σύντροφοι μαχητές της Πρώτης Γραμμής να ελευθερώσουν δύο συντρόφους τους που ήταν κλεισμένοι στα μπουντρούμια της Φλωρεντίας. Δυστυχώς έγιναν αντιληπτοί κατά το πολύ τελευταίο στάδιο της επιχείρησης, λίγα μόνο μέτρα πριν την ελευθερία. Στην υποχώρηση έπεσε χειροβομβίδα και ανταλλάχθηκαν πυροβολισμοί με αποτέλεσμα ένας αστυνομικός να καταλήξει νεκρός. Στη δικογραφία εναντίον όλων όσων δικάστηκαν για συμμετοχή στην οργάνωση και τις επιθέσεις της κατηγορήθηκα και εγώ, μαζί με τα άλλα και για συμμετοχή στη συγκεκριμένη απόπειρα απόδρασης κρατουμένων  της ομάδας, μου λέει.

Αναφέρεται στην υποκρισία με την οποία αντιμετωπίζεται το θέμα της βίας από τους συστημικούς και τα παπαγαλάκια, τον τύπο και τα μέσα . ‘Στον πόλεμο λεν πως υπάρχουν θύματα. Η επανάσταση είναι ταξικός πόλεμος. Οι αστυνομικοί είναι ταξικά όργανα. Τους χιλιάδες άμαχους που καθαρίζουν στους ιμπεριαλιστικούς πολέμους τους ονομάζουν ‘παράπλευρες απώλειες’. Και αυτοί οι πόλεμοι ταξικοί είναι, για την κονόμα και τον έλεγχό της γίνονται. Ας θεωρήσουμε λοιπόν το θάνατο του αστυνομικού Dionisi παράπλευρη απώλεια, την οποία μάλιστα αυτός ο ίδιος επιδίωξε’.

για τον Fabrizio τον Valerio και δυστυχώς για πολλούς, πολλούς, άλλους, για όλους, χθες και σήμερα!

  • ‘Την πρώτη μου κατάληψη δεν θα την ξεχάσω ποτέ σαν εμπειρία’, αλλάζει θέμα. Ήταν κάτι πρωτόγνωρο για μένα, μοναδικό. Όλα έγιναν αυθόρμητα, δεν υπήρχαν οργανώσεις στη σχολή κατάσταση σχετικά παρθένα, είχαμε στήσει την αυτόνομη κολεκτίβα λίγο καιρό πριν. Πάρθηκε η απόφαση μέσα σε μια ενθουσιώδη γενική συνέλευση που για πρώτη φορά συσπείρωνε τόσο πολύ κόσμο στα χρονικά’. Επαναλαμβάνει πως η κατάσταση ήταν πολύ ‘ξεσηκωτική’ σε όλη τη χώρα, συνέπαιρνε τους νέους. Δεν υπήρχαν καθοδηγητές, πολύ σημαντικό εκείνη τη στιγμή, συνέβαινε αυτό που ο Καστοριάδης ονόμασε δημοκρατία, την αληθινή και άμεση. Γέμισαν τους τοίχους συνθήματα, δεν το κουνούσαν ρούπι από εκεί μέσα, τα έκαναν όλα μαζί, κουβέντα, φαγητό, ύπνο, έρωτα. Δίχως ντροπή, δίπλα- δίπλα, δεν υπήρχε κάτι για να ντρέπεσαι. Ανήθικος είναι ο διαχωρισμός. Μοιράζονταν τον έρωτα την παρέα τη φιλία τα αγαθά. Αυτός είναι ο πλούτος μας λέει, το μοίρασμα.

Έγιναν και κάποιες καταστροφές στην αρχή, όταν κάποιοι ένιωθαν ακόμη ‘ξένοι’ εκεί μέσα. Όταν ένιωσαν τον τόπο ολοκληρωτικά ‘δικό τους’ σταμάτησαν, τονίζει.
Οι καθηγητές φέρθηκαν σαν δάσκαλοι. Το θυμάται πολύ καλά πως συμπεριφέρθηκαν ανοιχτόμυαλα. Τους επέτρεπαν λοιπόν να πηγαινοέρχονται κάποιες φορές. Στα γραφεία τους. Συζήτησαν, άκουσαν, πρότειναν, υπήρχε κατανόηση, αποδέχτηκαν, θυμάται, τα πάντα, όσα ενδιέφεραν τους φοιτητές, τα σπουδαία Έχουμε ξαναπεί πως η αλήθεια είναι διάσπαρτη παντού. Είναι σαν το παζλ και ο καθένας κρατά ένα κομματάκι. Όταν ο διάλογος γίνεται και είναι καλοπροαίρετος τότε άκρη βρίσκεται. Μάτια και αυτιά ανοιχτά προς όλες τις κατευθύνσεις. Με όρθιες και καθαρές από προκαταλήψεις και συντηρητισμούς τις κεραίες. Και βρέθηκε η χρυσή τομή, και ήμασταν όλοι χαρούμενοι και ευχαριστημένοι καταλήγει.

  • Η ζωή είναι γέννα. Νιώθεις πλήρης και ήρεμος και ευτυχισμένος όταν γεννάς το καινούριο. Κοιλοπονάς, ζορίζεσαι και η καινούρια ζωή σκάει μύτη και ηρεμείς και χαλαρώνεις. Έτσι είναι και οι αγώνες.
    Εσύ και οι άλλοι, από την ατομικότητα στο σύνολο.

‘Βία στη βία της εξουσίας’ είναι το σύνθημα που χρόνια τώρα δονεί τις εκδηλώσεις της νεολαίας. Και μιλάμε για νέους ανθρώπους διότι φαίνεται πως οι μεγαλύτεροι έχουν αράξει στα τόσα ευρώπουλα τους και αρνούνται να ρισκάρουν. Δεν είναι αυτοσκοπός η βία, ίσως να είναι η μοναδική απάντηση που καταλαβαίνουν αυτοί οι ανέραστοι οι οποίοι έχουν καταλάβει τις θέσεις κλειδιά και μας βομβαρδίζουν με ότι πιο ευτελές κατεβάζουν τα αρρωστημένα μυαλά τους.

Θα ήταν ποτέ δυνατόν Βγενόπουλοι να απειλούν να φιμώσουν τους πολιτικούς τους αντιπάλους με τόση αναίδεια μόνο και μόνο για να μη ξεστομίζουν τα αυτονόητα. Εάν υπήρχαν οι ταξικοί τους τιμωροί ;
ΜΕ ΤΌΣΗ ΒΊΑ Μας ΈΧΟΥΝ ΠΕΡΙΚΥΚΛΏΣΕΙ, με ότι πιο βρώμικο και βρωμερό, κενά μυαλά με φουσκωμένες τσέπες και χοντρά στομάχια. Φαλακροί ή με κούρεμα αμερικάνου μαρίν και πανάκριβα κουστούμια μ’ αστραφτερές γραβάτες, χαρτογιακάδες μανατζαρέοι που ξεπουλάν την περιουσία που δεν τους ανήκει, που άλλοι έστησαν με κόπο χρόνια ολόκληρα, λαοί κουρασμένοι. Που ξεπουλάν για την προμήθεια και μόνο, παραδεχόμενοι ανοικτά πως είναι άχρηστοι να διοικήσουν με επιτυχία, και ξεπουλάν για να οικονομήσουν. Τόσο πολύ έχει απαξιωθεί η πολιτική σήμερα, αναστενάζει. Που θα έπρεπε να είναι λειτούργημα στην υπηρεσία των αδυνάτων [μέχρι να ‘καταργηθούν οι αδύνατοι’].
Τους οποίους καθιστούν κάθε χρόνο αδυνατότερους χωρίς ίχνος ντροπής. Ποια ντροπή όμως όταν δεν ντρέπονται αυτοί που υφίστανται αυτή την κοροϊδία .

Γι αυτό συμβαίνουν όλα αυτά, γι αυτό χρειάζεται η ένοπλη πρωτοπορία. Μόνο ο φόβος της τιμωρίας, εδώ που είναι τα πράγματα, της απάντησης με τα ίδια μέσα μπορεί να μπλοκάρει αυτούς που με τόση αναίδεια μας σπρώχνουν σιγά σιγά στον γκρεμό. Με αυτούς που μας κλέψανε το χαμόγελο, τη χαρά του να ζούμε ανέμελα. Πλούτος υπάρχει πολύς, μέσα ακόμη περισσότερα. Θέληση δεν υπάρχει, από εδώ και από εκεί. Από εκεί λόγω βαρέματος, λόγω βολέματος. Από εδώ κονόμα μεγάλη, από εκεί χαμηλό βλέμμα, προς τα κατώτερα. Από την άλλη ξεσάλωμα, από εδώ φόβος. Ο φόβος πρέπει να περάσει ξανά προς τα εκεί. Προς τους δυνατούς! Μάλλον, μόνο έτσι θα ξεμπλοκάρουν τα πράγματα.
Δεν θα είναι η γενιά μου που θα το κάνει, αυτό είναι το μόνο σίγουρο. Αυτή η γενιά, η προηγούμενη και η επόμενη είναι η μεγάλη υπεύθυνη της κατρακύλας που ακολούθησε τη γενιά του 114, τη χούντα και τη μεταπολίτευση. Αυτές είναι οι γενιές του βολέματος και του ξεπουλήματος. Στην ψυχή των νέων ελπίζουμε.

Λέει πως θέλει πολλά κότσια να είσαι ειρηνικός μέσα σου και μαχητής στην κοινωνία. Να προσπαθείς, όσο μπορείς, να ζεις σε αρμονία με τους νόμους της φύσης και του σύμπαντος, να συγχωρείς τον εαυτό σου και τους άλλους και συγχρόνως να είσαι δίκαιος κοινωνικά. Θέλει μεγάλη ισορροπία, καθαρό μυαλό, διαρκή παρατήρηση, να ζεις το σήμερα και να αγωνίζεσαι γι αυτό διαρκώς.

  • Είπε κάποιος που αγαπώ πολύ, τονίζει, ‘δεν ελπίζω τίποτα, δεν πιστεύω τίποτα, είμαι λεύτερος.’ Μεγάλη κουβέντα, ναι! Δεν παλεύουμε γιατί ελπίζουμε πως μια μέρα…, παλεύουμε για τον αγώνα, γιατί μας αρέσει! Φοβάμαι όμως πως άνοιξε τον δρόμο στην απάθεια και την παραίτηση.  Πόσο ελεύθεροι μπορούμε να είμαστε, μπορούμε να γίνουμε όταν έχουν καθίσει στο σβέρκο μας απ’ όλες τις μπάντες; Και μας ρίχνουν σφαλιάρες με χίλια χέρια; Να είμαστε ελεύθεροι μέσα μας, ναι, αλλά να αγωνιζόμαστε και για την ελευθερία της κοινωνίας ταυτόχρονα, από την καταπίεση της κυριαρχίας!
    Θέλει τεράστιες δυνάμεις να κρατήσουμε τον εαυτό μας ανέπαφο, τον χαρακτήρα μας ανέγγιχτο, τις αξίες μας αναλλοίωτες. Άξιος μοναχικός αγώνας γι αυτούς που ζουν σε μοναστήρι. Εμείς όμως ζούμε σε κοινωνία. Και η ελευθερία μας καταπατιέται δέκα φορές το δευτερόλεπτο. Η ποιότητα ζωής μας. Μέχρι με ορυκτέλαιο μας τάισαν. Θέλουν ξύλο με δέκα βρεγμένα σανίδια ο καθένας. Βιάζουν τα παιδιά μας. Εμπορεύονται τα παιδιά μας καθημερινά. Με τον ‘πολιτισμό’ τους. Τους έχω βαρεθεί, τους έχω σιχαθεί. Αγωνίζομαι να μη τους μισήσω και όμως τους μισώ, αγωνίζομαι ν’ αποτινάξω τον ζυγό, όχι για να χτίσω καινούργιο, ομορφότερο, αλλά για να μην υπάρχουν ζυγοί μέσα μου και γύρω μας, αν ποτές αυτό γίνει εφικτό.

1975 ΠΟΛΙΤΙΚΑ ΤΡΑΓΟΥΔΙΑ, ΘΑΝΟΣ ΜΙΚΡΟΥΤΣΙΚΟΣ. ΜΑΡΙΑ ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗ
Τις κρύες γυναίκες που με χαϊδεύουν τους ψευτο φίλους που με κολακεύουν,
που από τους άλλους θεν παλικαριά και οι ίδιοι όλο λερώνουν τα βρακιά
σ’ αυτήν την πόλη που στα δυο έχει σκιστεί
τους έχω βαρεθεί
Και πέστε μου αξίζει μια πεντάρα
των γραφειοκρατών η φάρα
στήνει με ζήλο περισσό στο σβέρκο του λαού χορό
στης ιστορίας τον χοντρό τον κινητή, τους έχω βαρεθεί
Και τι θα χάναμε χωρίς αυτούς όλους τους ευρωπαίους τους προφεσόρους
που καλύτερα θα ξέρανε πολλά αν δεν γεμίζαν ολοένα την κοιλιά
υπαλληλίσκοι φοβιτσιάρηδες ,δούλοι παχιοί, τους έχω βαρεθεί
Κι ο παροιμιώδης μέσος ανθρωπάκος κέρδος ποτέ μα από παθήματα γεμάτος
που συνηθίζει στην κάθε βρωμιά αρκεί να έχει γεμάτο τον ντορβά
κι επαναστάσεις στα όνειρά του αναζητεί , τον έχω βαρεθεί
Κι οι δάσκαλοι της νεολαίας νταντάδες κόβουν στα μέτρα τους ,τους μαθητάδες
κάθε σημαίας πλαισιώνουν τους ιστούς με ιδεώδεις υποτακτικούς
που είναι στο μυαλό νωθροί μα υπακοή έχουν περισσή, τους έχω βαρεθεί
Κι οι ποιητές με χέρι υγρό υμνούνε της πατρίδας τον χαμό
κάνουν με θέρμη τα στοιχειά στιχάκια
με τους σοφούς του κράτους τα χουνε πλακάκια, σαν χέλια γλοιώδικα έχουν πουληθεί
τους έχω σιχαθεί
ΔΗΜΟΣΘΕΝΗΣ ΚΟΥΡΤΟΒΙΚ WOLF BIERMAN.

 

17/8/09

«Ο Λύκος της Στέπας» του Herman Esse (γεν.1877 Καλβ, Βυρτεμβέργης – 1962 Ελβετία)

Το απόφθεγμά του: «Μπορεί κανείς να μεταδώσει τη γνώση αλλά όχι τη σοφία. Τη σοφία μπορεί κανείς να τη βρει, να τη ζήσει, να ενισχυθεί απ’ αυτή, να κάνει μ’ αυτή θαύματα, αλλά δεν μπορεί να την πει και να τη διδάξει.»

Ένα από τα αριστουργηματικά του έργα είναι «ο Λύκος της Στέπας», που ξαναδιαβάζοντάς το, ήταν σαν να το έπιανα στα χέρια μου για πρώτη φορά, γιατί όπως λεει και ο ίδιος η σοφία δεν διδάσκεται, όμως πιστεύω ότι μπορεί κανείς διαβάζοντας ή ακούγοντας τους σοφούς να πηγαίνει ένα βήμα παρά πέρα.

Τα νοήματα μέσα από τη μαγεία της μυθιστορίας υψηλά, αληθινά, λόγια ψυχής, λόγια πόνου μιας προσωπικότητας καταπιεσμένης, μοναχικής ανάμεσα σε σύνολο ατόμων που συμβιώνουν σε κοινωνία ακατανοησίας, μη ομαδοποιημένης, μη αδελφωμένης, που βασίζεται σε θεωρίες ατομοκρατίας και βαδίζει με ταχύτητα φωτός στο «τίποτα» και στη «δυστυχία.»

Ένας έξυπνος, πνευματικός άνθρωπος είναι ο ήρωας της ιστορίας, με το όνομα Χάρυ Χάλερ, όμως η καταγγελτική του στάση σ’ ένα σύστημα αστικό με βάση την αλαζονεία και τον διαχωρισμό ανθρώπων σε κατηγορίες όπως οι ονομαστοί- κάποιοι και ο συρφετός, τον κάνει ένα μοναχικό ον που παλεύει με δυνάμεις εσώτερες όπως το πνεύμα του καλού με το δαιμονικό της ύπαρξής του, όπου το τελευταίο είναι αυτό που τον οδηγεί στην εξιλέωση και δεν είναι τίποτα άλλο παρά ο θάνατος όπως αυτός πιστεύει, και επιθυμεί να επέλθει από το δικό του χέρι με μια γερή ξυραφιά στο λαιμό του.

Ο παράφορος εαυτός μοναχικός, οργισμένος, αποκλεισμένος στο περιθώριο, το διαφορετικό σ’ ένα σύστημα ατομισμού, απάτης, όπου το ερώτημα είναι είμαστε άραγε ίδιοι; είμαστε διαφορετικοί; μπορούμε να ζούμε σ’ ένα ψεύτικο κόσμο; καλύτερα μόνοι; ή με ένα σωρό γλείφτες ολόγυρά μας; Όπως «ο λύκος της στέπας» που τρίζει δόντια και βγάζει φωτιές από τα μάτια έτοιμος να ξεσκίσει σάρκες για την ικανοποίηση της αχορταγιάς του, έτσι κι ο ήρωάς μας βασανίζεται από τον εσώτερό του «λύκο» που αδυνατεί να τιθασεύσει μέχρι που, η θεατρική μαγεία τον ξεκουνάει δείχνοντας ένα δρόμο γέλιου, χορού, μουσικής, φιλικής και ερωτικής συντροφιάς, και τον δικάζει για την μανία της καταστροφής έναντι της ζωής, για τη μανία του πόνου, έναντι της χαράς και τον καταδικάζει με τιμωρία την αιώνια ζωή.

Έτσι ο ήρωάς μας στο τέλος θέλει να τα δοκιμάσει όλα όπως σκοτωμούς, βάσανα, χαρές, πόνους, έρωτες, ζήλιες που μέσα από το αίμα της αρχέγονης μήτρας γεννήθηκαν και απαρτίζουν τη ζωή.

Μερικά απανθίσματα του βιβλίου:
(σελ.12) Στις πνευματικές υποθέσεις είχε εκείνη τη σχεδόν ψυχρή αντικειμενικότητα, εκείνη τη βέβαιη γνώση και το σίγουρο στοχασμό, όπως ακριβώς έχουν μόνο οι πραγματικά πνευματικοί άνθρωποι, όπου απουσιάζει κάθε φιλοδοξία, κάθε προσπάθεια για να προκαλέσουν το θαυμασμό ή να πείσουν τους άλλους ή να διεκδικήσουν με κάθε τρόπο την επιβολή της γνώμης τους.

(σελ.33).. αν αυτή η μουσική στα μπαρ, αυτές οι μαζικές ικανοποιήσεις μέσα στα πλήθη κι αυτός ο αμερικάνικος τρόπος ζωής είναι πράγματα δικαιωμένα, τότε εγώ έχω το άδικο, είμαι τρελός, πραγματικά ένας λύκος της στέπας, όπως συχνά ονόμαζα τον εαυτό μου. είμαι οπωσδήποτε ένα περιπλανώμενο θηρίο, μέσα σ’ έναν ξένο κι ακατανόητο κόσμο, που δεν μπορεί πια να βρει την πατρίδα του, την τροφή και τον αέρα του.

(σελ.118) … συχνά (τα θηρία) είναι τόσο φοβερά, αλά πολύ πιο σωστά από τους ανθρώπους… δεν θέλουν να σε κολακέψουν ούτε να σε εντυπωσιάσουν. Δεν παίζουν θέατρο. Είναι όπως είναι, σα φυτά και λουλούδια ή σαν αστέρια στον ουρανό.. πολλές φορές τα ζώα είναι λυπημένα κι όταν ένας άνθρωπος είναι λυπημένος, όχι γιατί έχει πονόδοντο ή γιατί έχει χάσει χρήματα, αλλά γιατί, για μια στιγμή αισθάνεται τα πάντα, ολόκληρη τη ζωή, τότε είναι λυπημένος και τότε μοιάζει με ένα ζώο. Είναι λυπημένος, αλλά η λύπη του είναι σωστή και ωραία.΄

(σελ. 194). Είστε ο Πάμπλο; ρώτησα. Δεν είμαι κανένας εξήγησε φιλικά. Εδώ δεν έχουμε κανένα όνομα, εδώ δεν έχουμε πρόσωπα…

Ένα απάνθισμα όλο το βιβλίο!

Ευγενία Μακαριάδη.

Συνεχίζεται

τα βιβλία του μιχάλη, i libri di michele

Ε. εκενώστε τους δρόμους από τα όνειρα – 3

Μας αρέσει να κάνουμε καλοκαιρινές διακοπές στην Ελλάδα. Στα πανέμορφα Ιόνια νησιά και παράλια, που είναι κοντά στην πατρίδα μας, κυρίως. Με σκηνάκια και υπνόσακους. Βουτάμε όλη μέρα στα καθάρια, γαλαζοπράσινα νερά και λιαζόμαστε με τις ώρες.
Λευκάδα, Παξοί, τώρα τελευταία Πάργα και Σύβοτα. Εκεί γνωρίζουμε τον Σάντρο που συζεί στη Ρώμη με την Αντρέα, γερμανίδα φοιτήτρια που έχει τελειώσει ιταλική φιλολογία, αλλά παραμένει στην χώρα με τον φίλο της και τον ακολουθεί στις διακοπές του. Ταξιδεύουν με ένα Φόρντ Τράνσιτ που χρησιμοποιεί στη δουλειά του ο Σάντρο, είναι έμπορος δερμάτινων ρούχων.

Γίναμε μια μεγάλη παρέα λοιπόν, περνάμε θαυμάσια. Γυρίζουμε όλη την περιοχή, Μέτσοβο, Βίκο, Ζαγοροχώρια και Πάργα, την περιοχή της Πρέβεζας, φτάσαμε μέχρι τον Αχέροντα και επισκεφτήκαμε την είσοδο του κάτω κόσμου. Περνούμε κοντά δέκα μέρες μαζί. Χωρίζουμε όταν οι καινούριοι μας φίλοι κατηφόρισαν προς Κρήτη. Μάλιστα εγώ, μαζί με την φιλενάδα μου την Ρέα τους ακολουθήσαμε ίσαμε τον Πειραιά, μιας και θέλουμε να επισκεφτούμε την Ακρόπολη, και με την ευκαιρία να γνωρίσουμε την Αθήνα. Πρέπει να σας αποκαλύψω πως ο πατέρας της Ρέα είχε πολεμήσει στην Ελλάδα, μιλούσε πάντα για την χώρα και τους κατοίκους της με τα καλύτερα λόγια. Ήταν θερμός φιλέλληνας και το είχε μεταδώσει και στα παιδιά του. Γνώριζε τα πάντα για τον αρχαίο Ελληνικό πολιτισμό και αγαπούσε πολύ το τσίπουρο και την ρετσίνα.
Θυμάμαι μάλιστα πως στο πλοίο με το οποίο περάσαμε από την Στερεά στην Πελοπόννησο σήκωσα λιγάκι πυρετό. Μέχρι όμως να φτάσουμε στον Πειραιά, μου είχε περάσει.

Επιστρέψαμε στην Ιταλία, auto stop και καράβι, και στον δρόμο μας προς τον βορρά κάναμε μια διήμερη στάση στην Ρώμη για να επισκεφτούμε τους φίλους μας. Βρήκαμε μοναχά τον Σάντρο, διαπιστώσαμε λοιπόν με λύπη πως τα παιδιά είχαν χωρίσει στον δρόμο προς Κρήτη, είχαν ένα φοβερό καυγά στο καράβι και με την αποβίβαση στο νησί πήραν διαφορετικούς δρόμους. Τα ίχνη της Αντρέα χάθηκαν στην Ελλάδα.

Το χαμόγελο της Τζοκόντα, Μάνος Χατζιδάκης.

  • Αυτά όλα λοιπόν μου έρχονται στον νου όσο διάστημα προσπαθώ να ηρεμήσω, ξεφεύγοντας λιγάκι από τα πολεμικά καθέκαστα του παρόντος.
    Κάθε τόσο κοιτώ το γλυκό προσωπάκι που ακουμπά στο στήθος μου γαληνεμένο. Ήσυχο πλέον μετά το κυνηγητό που έχει προηγηθεί. Τη διαδήλωση, τις φασαρίες, το εμπόλεμο κλίμα.
    Προσπάθησα να ελέγξω την αναπνοή μου μέχρι που τα κατάφερα, ηρέμησα. Τότε πρέπει να με πήρε λιγάκι ο ύπνος κι εμένα, ταρακουνήθηκα με το φρενάρισμα του τραίνου και ξύπνησα στην αποβάθρα, νωρίς το πρωί. Περπατούμε, χάραμα στην πόλη, παίρνουμε πρωινό σε ένα μπαράκι που μόλις άνοιξε, φάγαμε ολόφρεσκες μπριός, πίνουμε φρέσκο χυμό που μας στίβει το συμπαθητικό παλικάρι που κρατά το μαγαζί και βουρ για ύπνο.
    Αυτό είναι λοιπόν, πίσω ξανά στην καθημερινότητα. Αν μπορούμε να ονομάσουμε έτσι την ένταση με την οποία γεμίζουμε αυτή την καθημερινή μας βιοτή.

Το πως αποτυπώνει ο Τύπος την μέρα που πέρασε με τα συμβάντα θα το διαβάσω αργότερα, τώρα δεν έχω όρεξη να αναμείξω τις θύμησες, που είναι ακόμη τόσο έντονα παρούσες, με τις μικροαστικές παπαρολογίες.
Βάζουμε στη ζωή μας πολύ ρίσκο, βάζουμε ένταση, η ομαλότητα μπορώ να πω πως είναι εχθρός μας. Ο νόμος φτιάχτηκε από άλλους και για άλλους. Εμείς όλοι έχουμε πολλά που μας χωρίζουν από την σύμβασηΣκεφτόμαστε αυτόνομα. Το κατεστημένο και την τάξη της πολεμάμε. Δρούμε αυτόνομα. Η άποψη των μπουρζουάδων θα είναι αποτυπωμένη στις φυλλάδες. Θα παρουσιάζουν με τον τρόπο τους τα συμβάντα, όπως τους συμφέρει.
Ο πολύς λαός όμως ακόμη δεν μασάει.
Ποιος είναι ο λαός ;
Οι από κάτω, αυτοί που θέλουν να ζουν ελεύθερα, να σκέφτονται ελεύθερα, ανεξάρτητα, να δρουν ελεύθερα, αυτόνομα. Και είναι ακόμη πάρα πολλοί.

Αυτό τρομάζει! Δια τούτο οι φυλλάδες παρουσιάζουν τα γεγονότα, που συμβαίνουν καθημερινά πλέον, την επίθεση στους θεσμούς και την καταπίεση, μέσα από παραμορφωτικούς φακούς. Προσπαθούν να αποπροσανατολίσουν. Δείχνουν μία συναίνεση στις επιλογές του κεφαλαίου ψεύτικη, δεν υπάρχει τέτοια στα λαϊκά στρώματα. Στον κόσμο της εργασίας. Του κοινωνικού εργάτη που στενάζει στις γειτονιές και τους δρόμους της Μητρόπολης.
Εμείς λοιπόν την μετατρέπουμε σε ζούγκλα. Είναι το δάσος μας, απελευθερωμένη ζώνη, είναι οι κοινωνικές σχέσεις που δημιουργούμε καθημερινά, μέσα στους μικρούς και μεγαλύτερους αγώνες, η κάσμπα.
‘Κρυβόμαστε’ εκεί μέσα και επιχειρούμε με σχέδιο. Έχουμε οργανώσει τις ομάδες μας, τον στρατό μας, ελευθερώνουμε ζώνες. Είμαστε παντού, στην καθημερινότητα του καθένα δίπλα. Φτιάχνουμε την αντιεξουσία μας. Εκεί, και όποτε μας παίρνει φυσικά. Στιγμές, ώρες, μέρες ελεύθερης ζωής. Χρόνια.

Η καθημερινότητά μας είναι γεμάτη ένταση, ρίσκο και απρόοπτα. Σχεδιασμό και προετοιμασία.
Ζούμε το σήμερα, την στιγμή.
Σίγουρα μας νοιάζει και το αύριο. Να φέρουμε και άλλους κοντά μας.
Θέλουμε το αύριο δικαιότερο. Με ελευθερία και ισότητα για όλους. Ίσες ευκαιρίες, πραγματικά.
Περνάμε από το σφυροδρέπανο στο αστέρι. Είναι μια φυσιολογική κατάληξη. Μιας πορείας που έρχεται τρέχοντας από το ’68. Από την κριτική του υπαρκτού σοσιαλισμού στην πλήρη καταδίκη του. Στο ξεπέρασμα του Μαρξισμού και του Λενινισμού, στο ξεπέρασμα της πρωτοκαθεδρίας του κόμματος. Στην ανάδειξη των συμβουλίων και των κοινοτήτων. Στην ανάγκη δημιουργίας του επαναστατικού λαϊκού στρατού.

Υπάρχουν και οι άλλοι, που πιστεύουν ακόμη στο κόμμα, το ένοπλο, που το προτείνουν και εργάζονται για να το δημιουργήσουν. Και είναι πολύ δυνατοί.
Εμείς θέλουμε να ενεργοποιήσουμε τον λαό, την κοινωνία.
Δικός της είναι ο αγώνας και ο πόλεμος.
Δεν τον αναθέτει σε τρίτους, σε κανέναν, τον ιδιοποιείται.
Τον διεξάγει η ίδια.
Η ίδια διαλύει το κράτος, διαλύει το υπάρχον, τους θεσμούς τους κυρίαρχους. Θα δημιουργήσει νέους, θα τους επινοήσει, τους γεύεται ήδη στις συναναστροφές της,  έχουν γεύση αλλιώτικη.
Δεν θα της κάνει άλλος την δουλειά, δεν θα το κάνει άλλος γι αυτήν.
Η κοινωνία οργανώνει την αυτοάμυνα της, οργανώνει και τις επιθέσεις της. Αυτόνομα.
Διαλέγει τον χώρο και τον χρόνο, μετράει τις δυνάμεις της και δρα
Πράττει ήδη, ζει ήδη το καινούριο
Δεν περιμένει
Εξερευνά, ανακαλύπτει, χαρτογραφεί.

Φτιάχνουν τον στρατό τους, η καταστολή δεν τους τρομάζει, πολεμούν το κατεστημένο κάθε μέρα, όχι μόνο στα λόγια. Οι επαναστατημένοι.
Ελευθερώνουν τις περιοχές τους, πολεμούν τις συμβάσεις, ζούνε έξω από τα όρια, μακριά, γεννούν το έμβρυο το καινούριο.
Η ελευθερία είναι εδώ, στις καθημερινές μάχες. Η αυτονομία.
Χτυπάνε τα πλοκάμια του κατεστημένου, της εξουσίας, οι άλλοι την καρδιά του.
Μια μέρα θα νικήσουν.
Η αλλοτρίωση του ανθρώπου είναι στο στόχαστρο, η απαλλοτρίωση των ζωών τους ο στόχος.
Η απελευθέρωσή της ζωής το όραμα!

  • Από ένα φυλλάδιο μας :
    ‘επιδίωξή μας είναι ο άνθρωπος να διακόψει μια και καλή τον αυτοϋποβιβασμό του σε παραγωγό καταναλωτή, να αφυπνίσει τη δημιουργικότητά του και να διεκδικήσει την ατομική και κοινωνική απελευθέρωση.

BORGHESIA CLAUDIO LOLLI ΜΠΟΥΡΖΟΥΑΖΙΑ

Γριά μικροαστική τάξη όσο μικρή κι αν είσαι
δεν ξέρω να πω αν μας κάνεις κυρίως να θυμώνουμε, να λυπούμαστε, να μελαγχολούμε ή αν σε σιχαινόμαστε κυρίως
ευχαριστιέσαι όταν ένας κλέφτης πεθαίνει ή όταν συλλαμβάνουν μια πουτάνα,
αν η ενορία της Ιερής Καρδιάς αποκτήσει μια νέα καμπάνα
Είσαι ικανοποιημένη με τα βάσανα και τις  ζημιές των άλλων κρατώντας σφιχτά τα χρήματα σου

Τόσο επίκαιρο που φέρνει ανατριχίλα!

  • Χθες, μετά την επίθεση στο Πρωτοδικείο, κάποια στιγμή στο δρόμο του, μπροστά σε ένα ταξιδιωτικό γραφείο ακούει δύο νεαρούς να συζητούν ελληνικά, σχολιάζοντας μία αφίσα, ένα υπέροχο αγόρι λαξευμένο στο μάρμαρο, κολλημένη στα τζάμια ταξιδιωτικού πρακτορείου. Ο νους του πετάει πάλι στα Σύβοτα, θα ήθελε πολύ να ξαναβρεθεί εκεί, σκέφτηκε.
    Μέρος πανέμορφο και τελείως παρθένο, στην Ήπειρο. Τριάντα χιλιόμετρα πάνω κάτω από την Ηγουμενίτσα, προς νότο. Φτάνεις στο ψαροχώρι από χωματόδρομο. Είκοσι, τριάντα σπίτια όλα κι όλα, ένα παντοπωλείο που εκτελεί και χρέη γραφείου τηλεπικοινωνιών, μία ταβέρνα καφενείο. Φυσικό λιμάνι με πολλά νησάκια γύρω γύρω και έρημες αμμουδιές. Κάθε καλοκαίρι ο κόλπος γεμίζει ιστιοπλοϊκά σκάφη που βρίσκουν εκεί ευχάριστη προστασία και ασφάλεια.

Όπως παντού όπου τριγυρνούν τα καλοκαίρια, μια χρονιά στη Λευκάδα, μια στη Σκόπελο και αλλού, βρίσκουν και στήνουν τις σκηνές τους και τους υπνόσακους κοντά σε μέρος που αναβλύζει γλυκό νερό από την γη σε κάποια γωνίτσα. Για να μπορούν να ξεπλένονται, όλη μέρα το αλάτι δεν αντέχετε στο κορμί, είναι ενοχλητικό.
Συχνά μαγειρεύουν στην παραλία, πάντα υπάρχει παχύς ίσκιος στα μέρη που διαλέγουν να κατασκηνώσουν, πεύκα ή ελιές συνήθως. Αρμυρίκια επίσης κατεβαίνουν σχεδόν να γλείψουν το νερό. Όλη μέρα στον ήλιο είναι απελπισία, τις μεσημεριανές ιδίως ώρες ζεματάει.
Τα βραδάκια κατεβαίνουν στο χωριό, η ταβέρνα είναι πολύ φιλόξενη, τους ανοίγει με ευχαρίστηση την αγκαλιά. Κάνουν τις επαφές τους με τους ντόπιους, τους αρέσει να έχουν ζωντανή την αίσθηση του τόπου που τους φιλοξενεί, τους γεμίζει τις μπαταρίες αυτό το όλον. Άνθρωποι είναι, όχι περαστικοί. Επιθυμούν να δίνονται και να παίρνουν.

Εκεί, στα Σύβοτα μάλιστα, ο ταβερνιάρης θυμίζει αφάνταστα τον Τζούλιο Αντρεότι, στη φάτσα και στην καμπούρα. Τα πειράγματα πηγαίνουν σύννεφο. Είναι δημοκράτες γενικότερα. Ενδιαφέρονται τρομερά να μάθουν γι αυτή την περίφημη ‘στροφή’ των κομμουνιστών στην Ιταλία, με τον ‘ιστορικό συμβιβασμό’, λες και ο συμβιβασμός είναι κάτι καινούριο για τους ιταλούς ρεβιζιονιστές. Και άντε ένας τακτικός συμβιβασμός. Εδώ μιλάμε για στρατηγική στροφή τους λέμε. Την συνδιαχείριση του υπάρχοντος προτείνουν στο κεφάλαιο και τους λακέδες του οι ρεφορμιστές. Και μιλούν για μεταρρυθμίσεις που το σύστημα το καπιταλιστικό θα αναζωογονήσουν. Άμα περισσέψει κάτι θα πάρουν και οι προλετάριοι.
Ακουμπάμε λοιπόν στην γενναιοδωρία τους ; Εκεί ελπίζουμε ;
Εμείς λοιπόν, τους λέμε, οι νέοι, δεν επιθυμούμε τα ψίχουλα. Απαιτούμε το δίκιο, που λέει πως ο πλούτος ανήκει ισόποσα σε όλους. Πως απαιτούμε μιαν άλλη ποιότητα ζωής. Τα θέλουμε όλα και αμέσως. Ο πλούτος πρέπει να μοιραστεί στην κοινωνία. Άλλες αξίες να επικρατήσουν.

Ρωτούν συνεχώς, θέλουν να καταλάβουν. Και αυτό τους τιμά. Τους κάνει στα μάτια μας ακόμη πιο συμπαθείς. Μιλάμε σε μια διάλεκτο που περιλαμβάνει λίγα ελληνικά, σπαστά ιταλικά και κάποια εγγλέζικα! Όλα μαζί μισκούλιο!
Και όσο περνάει η ώρα και το κέφι ανεβαίνει η κατάσταση γίνεται πιο χαλαρή, κυριαρχεί πλέον ο άνθρωπος και αφήνει στην άκρη τον πολίτη, επικρατεί λοιπόν το καλαμπούρι και οι μεγάλοι ξαναγίνονται παιδιά.
Τους δείχνουν οι ντόπιοι να χορεύουν ακολουθώντας το ρυθμό της μουσικής που παίζει στο πικ απ. Όλοι μαζί αγκαλιασμένοι πρώτα, κείνους τους γρήγορους ρυθμούς, σε κύκλο. Και να φωνάζουν ώπα!
Και τους άλλους, τους ερωτικούς, που κουνούν την κοιλιά και τους γοφούς αναστενάζοντας. Και τα χέρια ψηλά. Αχ και βαχ, και η λίμπιντο ανεβαίνει στον ουρανό..

Ο άνθρωπος, λένε, εν κατακλείδι, είναι φτιαγμένος για να χαίρεται τη ζωή, όχι να ταλαιπωρείται. Αν λοιπόν κάποιοι πρέπει να ευτυχούν, ας είναι όλοι. Να μην τους χωρίζει το εισόδημα, η καταγωγή, το χρώμα και η φυλή ή οι ευκαιρίες.
Είναι τόσο όμορφο να είσαι χαμένος μέσα στη φύση της Μεσογείου, ηρεμιστικό και χαλαρωτικό.
Ανάμεσα σε τόσες αποχρώσεις του πράσινου του μπλε και του γαλάζιου.
Ο αέρας ευωδιαστός, το τραγούδι του ανέμου αισθησιακό, το τιτίβισμα των πουλιών χαρούμενο, η πτήση και το κράξιμο του γλάρου απελευθερωτικό.
Δεν χρειάζονται αντικαταθλιπτικά, έχεις την εξοχή, τη θάλασσα και το βουνό.

  • Αγαπάμε πολύ τη ζωή, τα χρώματα και τη γαλήνη της φύσης. Μας αρέσουν και οι εναλλαγές του καιρού, από την ηρεμία στην καταιγίδα, τα ξεσπάσματα και η επιστροφή στη νηνεμία.
    Τρεις πεταλούδες τρέχουνε στη φθινοπωρινή ομορφιά, κυνηγιούνται πετώντας σε υπέροχα σχήματα.
    Πολύχρωμες, χρώματα φανταστικά, λουσμένες στον ήλιο, όλα καθάρισαν από τη βροχή, λαμποκοπούν.
    Λιάζονται σε ανάπαυση, τις αναστατώσαμε όταν καθίσαμε να ξεκουραστούμε κι εμείς κοντά τους.

San Francisco – Scott McKenzie

ένας ακόμη »εθνικός ύμνος» , της πρώιμης νιότης μας!

  • Ξαναγυρίζοντας όμως στο χωριό, κάνουμε πολύ χάζι με το τηλέφωνο και την περιπέτεια του να καλέσεις στο σπίτι, τους δικούς σου! Όταν χρειάζεται για να ανταλλάξουμε νέα. Ακούστε λοιπόν.
    Η γυναίκα του μπακάλη, για να το ενεργοποιήσει, γυρίζει με ταχύτητα μια μανιβέλα, μέχρι να ανοίξει η γραμμή και να συνδεθούν με το κέντρο. Το οποίο μετά από κάποιο τέταρτο της ώρας επιτρέπει την επικοινωνία με την πατρίδα, σε ένα θάλαμο μικρό που χωρούν με τα ζόρι δύο άτομα. Ένα βαρύ μαύρο ακουστικό στ’ αυτιά για να ακούμε την άλλη πλευρά. Και έτσι που λέτε μιλάμε με τους δικούς μας. Μπορεί δε να φτάσεις τελευταίος και να μιλήσεις πρώτος. Ρώσικη ρουλέτα.
    Φοβερά πράγματα.
  • Να σου μιλήσω και για μια πολύ δυνατή μέρα, από αυτές που δεν ξεχνιούνται.

Αποφασίζουμε να κατεβούμε στο χωριό για τηλέφωνα, όλοι μαζί. Θα περιμένουμε που θα περιμένουμε, ας το κάνουμε παρέα.
Ξυπνάμε νωρίς διότι θέλουμε να χάσουμε όσο λιγότερο από το χρόνο μας. ‘κάνουμε κατάληψη’ στο παντοπωλείο και ξεκινάμε τις κλήσεις την ώρα που καταφτάνουν καινούριες προμήθειες σε τοπική ρακί. Από κάποιον γνωστό του μαγαζάτορα. Κάνει να δοκιμάσει, μας ρίχνει μια ματιά και μας προσφέρει τρία σφηνάκια για να πάρει τη γνώμη μας.
Δεν είναι δέκα το πρωί ακόμη, είμαστε νηστικοί αλλά κατεβάζουμε μονορούφι τη ρακί.
Αυτό ήταν. Ανοίγουμε κάτι κονσέρβες λαδερά, κάτι παστά και τέτοια διάφορα και στήνουμε κανονικό πανηγύρι. Σε μία ώρα είμαστε όλοι ντίρλα, μαζεύουμε εκεί έξω και άλλους αλλοεθνείς νεαρούς, γίνεται χαμός!
Καταφέρνουμε να μιλήσουμε και με την πατρίδα, μες την καλή χαρά, πρωινιάτικα σουρωμένοι, έχουμε γίνει μια πολύ μεγάλη παρέα όταν πέφτει σύρμα για μια φανταστική παραλία από την άλλη μεριά του βουνού!
Θα πάμε να βουτήξουμε εκεί όλοι μαζί, έτσι όπως είμαστε. Ok.
Μπαίνουμε στα αυτοκίνητα και ξεκινάμε. Αληθινή βαβέλ σου λέω. Ακούς όλων των ειδών τις γλώσσες, με άλλες τόσες προφορές!

Έχουμε σηκώσει όλο το μαγαζί προμήθειες, στη μέση της διαδρομής, στην κορφή της ανεβασιάς, στο σημείο που βλέπεις τη θάλασσα σταματάμε. Αφήνουμε τα αυτοκίνητα στην άκρη, καταλαμβάνουμε όλο το κατάστρωμα και στήνουμε χορό. Στη μέση του δρόμου. Μουσική παίζουν τα αυτοκίνητα. Άλλο κομμάτι από εδώ, άλλο από εκεί.
Πανδαιμόνιο στη μέση του πουθενά. Και ούτε έχει μεσημεριάσει!
Η κυκλοφορία φυσικά έχει σταματήσει και από τις δυο κατευθύνσεις, τα θυμάμαι και ανατριχιάζω, ενώνονται μαζί μας άλλοι τόσοι, χορεύουμε αγκαλιασμένοι, άνθρωποι που συναντιούνται για πρώτη και τελευταία φορά μεταξύ τους, άγνωστοι παντελώς. Τόσο κοντά όμως! Δεν θέλει πολλά! Μοναχά ψυχή βαθιά.

Πόση ώρα μείναμε εκεί δεν μπορώ να σου πω. Ούτε πως βρεθήκαμε κάτω στα νερά. Πως γυρίσαμε πίσω το απόγευμα άγνωστο. Και πόσοι από εμάς. Ένα ξέρω μόνο. Είναι πολύ όμορφη η ζωή όταν την ρουφάς απ’ το μεδούλι. Και πολύ απλή!

Like a rolling stone, Bob Dylan.

Κάτι ακόμη που μας κάνει εντύπωση, αρνητική αυτή την φορά. Μια άσχημη παρένθεση σε μια χώρα που την νιώθουμε δεύτερη πατρίδα μας, και την επισκεπτόμαστε συστηματικά κάθε καλοκαίρι.
Στην αμμουδιά δεν έχει ποτέ κόσμο, καθόλου φασαρία, σε καθημερινή βάση. Μοναχά την Κυριακή εμφανίζονται επισκέπτες, από τα ορεινά ή την πόλη. Είμαστε πάντα μοναχοί, σπανίζουν οι τρίτοι. Με τους ντόπιους γνωριζόμαστε πλέον καλά. Το χωριό απέχει γύρω στα τρία με τέσσερα χιλιόμετρα από την παραλία μας. Τη νιώθουμε δική μας, είμαστε πλέον ‘παλιοί’ σε κείνη την γωνιά.

Σκάνε μύτη που λέτε μια μέρα μια μεγάλη παρέα, δυο τρεις οικογένειες με τα παιδιά τους. Παρκάρουν τα αυτοκίνητα στον ίσκιο των δέντρων, στην αντίθετη πλευρά από εμάς και κατεβαίνουν στην αμμουδιά με τα τζιμπράγκαλα τους, ακριβώς απέναντι. Η απόσταση που μας χωρίζει είναι περίπου εκατό μέτρα. Σε λιγάκι όλα τα βλέμματα είναι καρφωμένα επάνω μας. Των μεγάλων δηλαδή.
Τι το πιο φυσικό από το να κάνεις γυμνισμό σε μια παραλία όπου συνήθως, εκτός από εσένα και δυο τρεις ακόμη ‘πεταμένους’, η μόνη παρουσία είναι αυτή των γλάρων. Οι επισκέπτες μας λοιπόν πρέπει να έχουν, τι να πω, ενοχληθεί ;
Κοιτάζουν επίμονα προς την πλευρά μας και μας κάνουν να αναρωτηθούμε για την συνέχεια. Ώσπου το παίρνουν απόφαση και στέλνουν αντιπρόσωπο να μας πει πως ζητούν από τα αγόρια να φορέσουν τα μαγιό τους διότι, λέει, ενοχλούνται τα παιδιά!
Για τα κορίτσια ούτε συζήτηση, μπορούν να παραμείνουν όπως τα γέννησε η μαμά τους! Οποία υποκρισία! με όλο της το μεγαλείο. Το πρόβλημα δηλαδή έχει με τις δικές μας μαλαπέρδες που λεύτερες κι αυτές λιάζονται ξένοιαστες!

  • Άσε που μου συνέβη και το άλλο, διηγείται ο Μάριος στη συνέχεια.

Σε παλιότερη επίσκεψη στην περιοχή, ένα ή δυο καλοκαίρια νωρίτερα.
Έφτασα μόνος ένα απογευματάκι, αποφάσισα να περιμένω τους υπόλοιπους στην Ηγουμενίτσα. Ήταν αργούτσικα και η κίνηση ελάχιστη στον δρόμο για να επιχειρήσω να φτάσω στο χωριό. Πεινάω σαν λύκος και κάνω μια αναγνωριστική βόλτα στην παραλία για να διαλέξω την ταβερνούλα μου και να ξαποστάσω. Και να την τηλώσω. Διασταυρώνομαι στο δρόμο με δύο κορίτσια, πέφτουν κάποια χαμόγελα. Ακούω πως μιλούν γερμανικά, η μια ψιλόλιγνη και εμφανώς ομορφούλα, η άλλη χοντρούλα μα πολύ συμπαθητική.
Κάθομαι σε μια χαριτωμένη ‘γωνιά’ λίγο πιο κάτω και παραγγέλνω κρασάκι να ξεδιψάσω. Για μεζέδες βλέπουμε αργότερα. Σουβλάκια που αρέσουν σε όλους και ελληνική σαλάτα, ‘χωριάτικη’ όπως την ονομάζετε.

Σε πέντε με δέκα λεπτά επιστρέφουν προς τα πίσω τα κορίτσια και αποφασίζουν να καθίσουν και αυτά για φαγητό. Τα προσκαλώ αμέσως στο τραπέζι μου, αποδέχονται με χαρά και σύντομα συζητάμε σαν να είμαστε φιλαράκια από τα παλιά, γινόμαστε μια όμορφη παρέα. Τα αγγλικά μας είναι αρκετά για να επικοινωνούμε αξιοπρεπώς και ερχόμαστε γρήγορα στο κέφι.
Έπεσε για τα καλά η νύχτα, είπαμε να πάμε απέναντι στο συμπαθητικό λιμανάκι με τα σκαφάκια, το τεράστιο εμπορικό είναι πιο πέρα. Πίνουμε ένα τσιγαράκι και μου λεν πως έχουν κατασκηνώσει στο κάμπινγκ. Μιας και έχουν αυτοκίνητο, τους προτείνω να τους δείξω τα δικά μας μέρη, την τοποθεσία όπου τις επόμενες μέρες περιμένω να με προσεγγίσουν οι φίλοι, την αμμουδιά μας, το συμπαθέστατο ψαροχώρι και όλα όσα με λίγα λόγια γνωρίζετε ήδη.
Προθυμοποιήθηκαν ενθουσιασμένες. Με χαρά λοιπόν ξεκινάμε για Σύβοτα και λίγο αργότερα την πέφτουμε στην φεγγαράδα της έρημης γωνιάς μας. Μαγεία. Η αμμουδιά είναι λουσμένη στο φως.
Η διαδρομή στάθηκε εκρηκτική, έχουμε και τα ίδια γούστα στη μουσική, φτάσαμε στην παραλία χωρίς να το πάρουμε χαμπάρι. Η νύχτα προμηνύεται μακριά και θερμή.

Κάνουμε μπάνιο στη θάλασσα που είναι λάδι, σε τραβάει σαν μαγνήτης, λαμποκοπάει. Ανάβουμε φωτιά μπροστά στο νερό, εκεί, δίπλα στα βράχια που μας προστατεύουν, δίπλα στη λιμνούλα με το στυφό νερό που χρησιμοποιούμε για να διώχνουμε το αλάτι. Πέφτει για λίγο σιωπή. Εκείνη η σιωπή που μιλάει.
Τις αγκαλιάζω και τις δύο, δεν δέχομαι να τις χωρίσω, είναι αφύσικο σε εκείνη την κατάσταση, τόσες ώρες οι τρεις μας μοιραζόμαστε τα πάντα.
Κάτω από άλλες συνθήκες θα συνέβαινε το αυτονόητο, εδώ όμως δεν βγαίνει, δεν πάει, δεν το σηκώνει η ίδια η στιγμή, η φάση, το momentum.
Δεν μου πηγαίνει να διαλέξω, αρνούμαι.

Η ομορφονιά ταράζεται. Θυμώνει. Τσαντίζεται. Τα βροντάει όλα, παίρνει τη φιλενάδα της και άρον άρον, όπου φύγει φύγει, τρέχοντας σχεδόν. Αφήνοντάς με σίξιλο, παγωτό που λέμε, στα κρύα του λουτρού.
Δεν μου έχει τύχει κάτι παρόμοιο στη ζωή, φαίνεται απολύτως φυσικό όμως, έτσι όπως έχουν καθίσει οι συνθήκες, τι να κάνω;   Μας συγχωρείς φιλενάδα, πάμε εμείς λίγο παραπέρα, κάθισε εσύ εδώ να απολαύσεις …..τη μοναξιά σου ;
Δεν μου κάθεται τίμιο. Σίγουρα μου αρέσει πολύ περισσότερο το ένα κορίτσι. Εκεί και όπως έχουν έρθει τα πράγματα, δεν καταφέρνω να σκεφτώ εγωιστικά, ναι!
Τόσα χρόνια μετά, πιστεύω πως και σήμερα, τηρουμένων των αναλογιών, το ίδιο θα έκανα.
Από τις στιγμές που μένουν βαθιά χαραγμένες στην ψυχή και στις θύμησες.
Μου έλαχε να το ζήσω και αυτό. Εγωισμός υπάρχει σε όλα τα μήκη και τα πλάτη του κόσμου. Ο εγωισμός είναι η πληγή του σύγχρονου κόσμου, η πληγή της ανθρωπότητας.

Laurie Anderson, Lost Art of Conversation

 

  • Φτάνω στη σχολή και ανεβαίνω τα σκαλιά τρέχοντας μέχρι τους επάνω ορόφους όπου βρίσκονται οι αίθουσες. Ακόμη τα νέα δεν έχουν μαθευτεί, δεν γνωρίζει ουδείς για την επίθεση.
    Είναι ότι πιο δυνατό έχουμε κάνει μέχρι εκείνη τη μέρα στην πόλη.
    Έτσι αναμιγνύομαι στις συζητήσεις που γίνονταν για τρέχοντα ζητήματα ακούγοντας με προσοχή τους διαλόγους.
    Τα παιδιά συζητούν για το επαναστατικό υποκείμενο, το ρόλο του εργάτη σαν κεντρική φιγούρα στο δρόμο προς την επαναστατική αλλαγή στις κοινωνικές σχέσεις. Λέγονταν πως στη σκηνή των αγώνων έχουν θορυβωδώς εισέλθει και άλλες φιγούρες που διεκδικούν το μερίδιό τους στα πράγματα και τις αποφάσεις που παίρνονται πάνω στα σημαντικά θέματα που αφορούν τη ζωή και τις σχέσεις τις κοινωνικοπολιτικές, τις σχέσεις τις καθημερινές. Φιγούρες που απαιτούν να πάρουν μέρος στις διαδικασίες από την εμπροσθοφυλακή, που θέλουν να παίξουν κεντρικό ρόλο στη διαμόρφωση μιας επαναστατικής πλατφόρμας. Που θα οδηγήσει τον άνθρωπο στην απελευθέρωσή του από τα δεσμά της εργασίας και του κέρδους. Που θα φρενάρει την εμπορευματοποίηση του ατόμου και των σχέσεων.
    Φτάνει με την εκμετάλλευση λένε.
    Άνεργοι, επισφαλώς εργαζόμενοι, γυναίκες.
    Εργασία στο σπίτι.

‘Εμείς οι φοιτητές’, φωνάζει κάποιος.
‘Οι εργασίες μας καταλήγουν σε επιχειρηματικά γραφεία και αξιοποιούνται από τα μεγάλα αφεντικά, που τις εντάσσουν στο σχεδιασμό και στα πλάνα τους.’
‘Δουλεύουμε δωρεάν για το κεφάλαιο το μεγάλο, που αντλεί κέρδη από τον κόπο μας’.
‘και στα σχολεία, στις μεγάλες τάξεις, το ίδιο δεν γίνεται ;’
Άλλοι συμφωνούν, άλλοι όχι.
Από κάποιους κατηγορούνται οι φοιτητές για μικροαστισμό, τους φωνάζουν και αριστεριστές.
Εγώ απαντώ πως η επαναστατικότητα πλέον είναι θέμα συνείδησης και όχι απλά ταξικό. Ότι η κυριαρχία έχει εισέλθει σε όλες τις σχέσεις και τις στιγμές της καθημερινότητας. Βλέπε κτητικότητα στις διαπροσωπικές, στον έρωτα, στην οικογένεια.
Και πως αυτός που νιώθει, και θέλει, αγωνίζεται για την υπέρβαση, για την ανατροπή του υπάρχοντος καθεστώτος στις σχέσεις ανάμεσα στους ανθρώπους, σχέσεις εκμετάλλευσης. Αυτός που οραματίζεται λοιπόν και κινείται σε χνάρια καινούρια, και ψάχνει νέα μονοπάτια, αυτόνομα, και τα διαβαίνει.
Αυτός δικαιούται να ονομάζεται επαναστάτης και να χαρακτηρίζεται έτσι.

Όταν η συζήτηση γυρνά στα μέσα που δικαιούται ο επαναστάτης να επιστρατεύσει στον αγώνα του, οι τόνοι ανεβαίνουν. Κι εδώ οι απόψεις διίστανται.
Υπέρ και κατά της επαναστατικής βίας, της χρήσης των όπλων, στους δρόμους, στο εργοστάσιο, στις γειτονιές στις σχολές. Λίγες μέρες νωρίτερα έχουν πυρποληθεί τη νύχτα αυτοκίνητα καθηγητών πολύ αντιδραστικών, άλλης σχολής. Άλλοι επικροτούν με επιχειρήματα, άλλοι όχι, καταδικάζουν. Πολλοί κρατούν ουδέτερη στάση, κάποιοι μιλούν για σύγχρονους Ρομπέν των μοντέρνων καιρών, κάποιοι απλώς χαμογελούν.

μια ιστορία του εννιακόσια 4 Prospero Gallinari

Παλιότερα θα είχα και εγώ αναμειχθεί. Τον τελευταίο καιρό κρατώ στάση λιγάκι αποστασιοποιημένη. Είμαι περισσότερο προσεχτικός. Έτσι κι αλλιώς υπάρχουν τόσα άλλα παιδιά που μπορούν άριστα να υποστηρίξουν τις θέσεις της πράξης και του ανταρτοπόλεμου, πως οι συνθήκες δεν ωριμάζουν από μόνες τους, πως από τα σήμερα πρέπει να δημιουργηθούν μονάδες του δικού μας στρατού, να εκπαιδευτεί στις επιθέσεις επί του εχθρού που την βία την έχει ψωμοτύρι, που κάνει ντοκτορά επί καθημερινής βάσης στην καταστολή, που σπάζει κόκαλα, που επιτίθεται με αγριότητα σε όσους διεκδικούν, που χτυπά αγώνες. Σύντροφοι που είναι ακόμη στην περιφέρεια της μάχης, που συμπαθούν τους μαχητές.
Πράξεις χρειάζονται, καλά και τα λόγια, χρειάζεται δράση. Όλες οι μορφές αγώνα πρέπει να μπουν στο παιχνίδι.
Θα ετοιμαστούν αρκετοί από αυτούς τους συντρόφους, σιγά σιγά. Προσεκτικά. Τη θέση τους θα πάρουν άλλοι. Βήμα βήμα. Υπάρχει μεγάλη συμπάθεια. Αναπτύσσεται σε όλους τους χώρους. Στις συνελεύσεις, στα πηγαδάκια, στις επιτροπές και τις κοινότητες. Άσε που τα φυλλάδια των αυτόνομων ομάδων και των αντάρτικων οργανώσεων εμφανίζονται ως δια μαγείας σε κάθε γωνιά. Αφίσες, αυτοκόλλητα, παντού. Υπάρχει ρεύμα.
Όλα είναι θεμιτά.

Θέλεις να ζήσεις ελεύθερος, αυτόνομα, και χρησιμοποιείς ότι όπλο χωρά στην φαρέτρα σου, κάποια από αυτά έστω. Λόγο, δολιοφθορά, ενέδρα, κινηματική διαδικασίαΑυτό που σου ταιριάζει. Όλα χρειάζονται, δεν αποκλείεται τίποτα, όλα είναι καλοδεχούμενα. Δεν υπάρχει διαχωρισμός, καλύτερο ή χειρότερο, όλα είναι αναγκαία

Brothers in Arms, Dire Straits.

  • Μου αρέσει πολύ να βρίσκομαι στην εξοχή, τα αρώματα και τα χρώματα στη φύση με τρελαίνουν. Το περιβάλλον γαληνεύει την ψυχή μου, ξεχνώ τα πάντα, σαν να γίνομαι αλλιώς. Άλλος. Ειρήνη.
  • Πέντε με δέκα λεπτά από το κέντρο είναι κτισμένα, ανηφορικά στους καταπράσινους λόφους, πανέμορφα, τα παλάτια των Μεδίκων και των άλλων ευγενών που κυβέρνησαν την πόλη. Με τεράστια πάρκα, πολλά από τα οποία είναι σήμερα ανοιχτά στον κόσμο, κήποι, λουλούδια, συντριβάνια, σωστά δάση σε κάποια σημεία τους, απίστευτη ομορφιά, ατέλειωτη.

Όταν λοιπόν έχω χρόνο, στην πλάτη το σακίδιο με μέσα το τόπι, διασχίζω το ποτάμι και ανηφορίζω στο πάρκο. Συνηθίζω να παίζω με την μπάλα, από το ένα πόδι στο άλλο ίσαμε να γίνω μούσκεμα. Λίγο χαλάρωση και μετά τριγυρίζω τους κήπους χαζεύοντας τις ομορφιές. Πανέμορφα τα κτίρια, ζεις στον Μεσαίωνα εκεί μέσα, μακριά απ’ τους θορύβους και τη βιασύνη.
Πόσα παιδιά γνώρισα εκεί !!
Έχω και έναν φίλο που σπουδάζει Γυμναστική Ακαδημία. Αυτός λοιπόν μου έδειξε ασκήσεις και κινήσεις του μποξ, με γοητεύει το χορευτικό τους, έχουν και χρησιμότητα στον δρόμο. Συχνά λοιπόν τις εξασκώ εκεί. Μάλιστα, που και που με ακολουθεί και ο Πιέρο, τότε έχουμε την ευκαιρία να γυμναστούμε παρέα, να κάνουμε και λίγη πρακτική, άμεσα.

Δεν έχουν όμως πολλοί την τρέλα μου, τις περισσότερες φορές είμαι μόνος, σου είπα, κάνω γνωριμίες καινούριες.
Η καλύτερή μου είναι όταν η κολεκτίβα της σχολής ή της mensa-του φοιτητικού εστιατορίου αποφασίζει να κάνει εξάσκηση στη ρίψη μπουκαλιών. Αυτό συνήθως γίνεται στο δάσος, κοντά έξω από την πόλη. Γίνεται κανονική εκδρομή, αγόρια και κορίτσια ετοιμάζουν σαντουϊτσάκια, φορτώνονται σακίδια και μπυρόνια, κάποιο λεωφορείο θα μας φέρει κοντά στην αρχή της τοποθεσίας που έχουμε επιλέξει, χωνόμαστε στο δάσος, βρίσκουμε το ξέφωτο που μας ταιριάζει και το κολατσιό ξεκινά, με χωρατά και μουσικούλα, χαλαρά.
Και όταν έρχεται η ώρα, γεμίζουμε ένα μπουκάλι με νερό, κάνουμε έναν μεγάλο κύκλο και το πετάμε ο ένας στον άλλο που πρέπει να το αρπάξει στον αέρα, δεν θα γεμίσουμε τον τόπο γυαλιά. Από απόσταση. Υπάρχει κέφι αλλά και σοβαρότητα. Το τερπνόν μετά του ωφελίμου. Αγαπημένοι και αποφασισμένοι. Σιγά σιγά γίναμε ατσίδες στο σημάδι και τη ρίψη.

Την Άνοιξη όλα είναι φανταστικά, μαγευτικά. Απίθανοι χρωματισμοί. Η εξοχή της Τοσκάνης είναι υπέροχη.
Και όταν ο καιρός έχει ζεστάνει για τα καλά, έχουμε ανακαλύψει κάτι ζούλες με τρεχούμενα νερά και μέρη με βαθέματα όπου μπορούμε και βουτάμε κανονικά. Εδώ δεν υπάρχει κάτι να μας τρομάξει. Θα καταλάβεις αμέσως τι εννοώ.
Κάποια χρόνια αργότερα κάνω ταξίδι με την κοπελιά μου στην Κεντρική Αμερική, να ‘χαθούμε’ για κάποιο διάστημα, τώρα που τα πράγματα πάνε να χαλάσουν για τα καλά, και εκτός από ένα καλό ξελαμπικάρισμα, [χρειάζεται να καθαρίσει το μυαλό μας, να αφουγκραστούμε καθαρότερα τις νέες συνθήκες], χρειάζεται να σβήσουμε τα ίχνη μας.

Βρεθήκαμε σε κάποιο άγριο οροπέδιο που είναι λίμνη, κρατήρας ανενεργού ηφαιστείου. Βλάστηση απίθανη, ζούγκλα κανονική, δεν υπάρχει ηλεκτρισμός. Δυο ώρες χρειάζονται να διασχίσεις με σκάφος το νερό. Ανακαλύπτουμε λοιπόν στην όχθη, απέναντι από εκεί που καταλήγει ο δρόμος, πάνω στα βράχια και τρία λεπτά απόσταση από το χωριό, μια ταβέρνα καφέ μπαράκι, όλα μαζί, τα έχει στήσει μια πανέξυπνη Ιταλίδα που περνά από εδώ τέσσερα χρόνια πριν, μαγεύεται και μένει για πάντα να εξυπηρετεί τους τουρίστες. Και κανένα ντόπιο που και που.
Φτιάχνει λιχουδιές θαυμάσιες, έχει να προσφέρει και ένα σωρό κρασιά.

Ζέστη πολύ, κλίμα τροπικό κι ας είμαστε ψηλά. Θέλουμε πολύ να κολυμπήσουμε στην πεντακάθαρη λίμνη με την πλούσια βλάστηση και τα ήρεμα νερά. Άγρια παραισθησιογόνα μανιτάρια παντού στα υψώματα, μέχρι και στις σαλάτες τα χώνουν εάν το ζητήσεις προσεκτικά.
Ζούμε ένα παραμύθι.
Έλα όμως που ξετρυπώνουν ιγκουάνα μεγάλα ίσαμε μισό χέρι, με πολύχρωμο δέρμα που φωσφορίζει, και βουτάνε στα νερά με μεγαλοπρέπεια. Μας λένε πως δεν πειράζουν, ποιος όμως ακούει, τα βλέπεις και σου σηκώνεται η τρίχα. Μοιάζουν απειλητικά χωρίς να είναι. Βουτάς εσύ στο νερό; Εμείς πάντως όχι. Άλλη φορά, σε άλλο μέρος θα κολυμπήσουμε.
Κοιτάμε το νερό αναστενάζοντας και ανανεώνουμε το ραντεβού μας για αργότερα. Δεν το διακινδυνεύουμε με τίποτα.

Αρχαίοι ινδιάνοι οι ντόπιοι που έχουν ασπαστεί τον χριστιανισμό από τους Ισπανούς κατακτητές αλλά κρατούν σφιχτά ήθη και έθιμα. Τις παραδόσεις, τη γλώσσα τους. Ντυμένοι με πανέμορφες πολύχρωμες φορεσιές, σφάζουν μπροστά στα αγάλματα της Παναγίας και των Αγίων τους κοκόρια κυρίως, μέσα κι έξω από τεράστιους ναούς, σε χωριά χωρίς άσφαλτο και ηλεκτρισμό πολλές φορές, πνιγμένα στη σκόνη, στη λάσπη όταν έχει βρέξει.
Παθητικότητα κυριαρχεί, στα δικά μας μάτια τουλάχιστον.
Τα πανηγύρια τους είναι φανταστικά, η αποθέωση της πολυχρωμίας.
Έχουμε ξεκινήσει δυο από την Ευρώπη και έχουμε γίνει πολλοί με το που πατήσαμε το πόδι στη νέα ήπειρο. Πληθαίνουμε όσο προχωρούμε, ο καθένας μεταφέρει και προσθέτει εμπειρίες. Όλοι αλάνια και αντισυμβατικοί. Χίπιδες, αυτόνομοι, παραβατικοί και ότι καρυδιάς καρύδι μπορείς να φανταστείς.

White Rabbit, Jefferson Airplane.

  • Κάτι που ταιριάζει γάντι : ‘όταν ήρθαν οι ιεραπόστολοι, οι Αφρικανοί είχαν τη γη και οι ιεραπόστολοι κρατούσαν τη βίβλο. Μας έμαθαν να προσευχόμαστε με τα μάτια κλειστά. Όταν τα ανοίξαμε, εκείνοι είχαν την γη κι εμείς κρατούσαμε τη Βίβλο’, έγραψε ο Γιομο Κενυάτα.

Στην χώρα των Αζτέκων, στην χώρα των Μάγια, το ίδιο, οι Ινδιάνοι στον κόσμο τους. Ίσως να ετοιμάζονται !

  • Στο νησί, στα νότια, Isla Mujeres, γνωρίζω δύο φανταστικούς μαροκίνους-γάλλους, καθηγητές στην Μασσαλία. Κάνουν ταξίδι εκπαιδευτικό και αναψυχής μαζί με νέους από ‘ειδικό’ σχολείο που βρίσκονται σε πρόγραμμα κοινωνικής επανένταξης. Ο ένας από τους δύο ερωτεύεται κεραυνοβόλα ένα κορίτσι από την παρέα. Μπαίνει λοιπόν κάθε πρωί στο νερό το καταπράσινο, η θάλασσα είναι ρηχή για πολλά μέτρα απόσταση από την ακτή, βοηθάει αυτό γιατί κρατά μακριά τα σκυλόψαρα. Από τα βαθιά λοιπόν το παλικάρι της τραγουδά με τις ώρες τραγούδια ερωτικά της πατρίδας του με φωνή παραπονιάρικη, στη μητρική του γλώσσα. Όνειρο να τον ακούς με κείνο τον παθιάρικο τρόπο να τραγουδά ανατολίτικους αμανέδες στην καρδιά της αμερικανικής ηπείρου. Όλα αυτά γίνονται πρωί, μόλις μεσημεριάσει και ανέβει ο ήλιος ψηλά, η ζέστη γίνεται ανυπόφορη στην παραλία, άντε να κάτσεις μέσα στο νερό, θα την φας τη σφαλιάρα κατακούτελα από τον Ηλία.

Έχουμε στήσει τη σκηνή μας σε ένα υποτυπώδες κάμπινγκ όπου μπορείς να νοικιάσεις αιώρα με την μέρα, σε στρατιωτικά παραπήγματα που αερίζονται από σίτες, για τον φόβο των κουνουπιών που κάνουν θραύση παντού εκεί πέρα, από την ώρα της δύσης και μετά. Η καλύτερή σου το βραδάκι είναι να κλειστείς στη ντίσκο του χωριού, έχει κλιματισμό που σπάει λιγάκι την υγρασία. Νιώθεις βέβαια λιγάκι σαν ποντικός στη φάκα κλεισμένος σε τέσσερις τοίχους χωρίς παράθυρα σε τέτοιο περιβάλλον, αλλά τουλάχιστον μπορείς να αναπνεύσεις λίγο καλύτερα. Αυτή είναι η αίσθηση που έχεις.
Έτσι μαθαίνουμε πως η χειμωνιάτικη θερμοκρασία σε εκείνους τους τόπους είναι ακριβώς αυτή του κλιματισμού στους εσωτερικούς χώρους. Και πως βρέχει ασταμάτητα για ένα με δύο μήνες. Απελπισία.
Βέβαια, ο άνθρωπος συνηθίζει στις συνθήκες που βιώνει.

Έχουμε λοιπόν, για να επιστρέψουμε στη διήγηση μας, τη σκηνή μας απέναντι σε αυτή ενός ζευγαριού από την Γαλλία, νεαρά και αυτά παιδιά. Η κοπέλα είναι ίσως το ωραιότερο πλάσμα που έχω δει ποτέ στη ζωή μου.
Όπως έχεις καταλάβει, ο τόπος είναι γεμάτος Γάλλους.
Συνηθίζω να ξυπνώ νωρίς το πρωί για να θαυμάσω ένα φαινόμενο που αντιλήφθηκα τυχαία και θα σου μιλήσω γι αυτό αμέσως. Κάποια συγκεκριμένη ώρα, κάθε νύχτα, ένας στρατός από καβούρια μεγέθους παλάμης χεριού, και λίγο μεγαλύτερα, ανηφορίζουν την αμμουδιά και χάνονται στο βάθος, πίσω από τις σκηνές μας. Επιστρέφουν λίγα λεπτά πριν την ανατολή, για να χαθούν στον ωκεανό.
Κοιμόμαστε με τα κεφάλια προς την ανοιχτή πόρτα, για να μπορούμε να πάρουμε ανάσες, όποιος γνωρίζει τι σημαίνει τροπικό κλίμα καταλαβαίνει τι εννοώ.

Έχει πάρει χαμπάρι το σκηνικό και το κορίτσι και ξυπνά και αυτή μαζί μου για να το θαυμάσει επίσης. Σιγά σιγά λοιπόν αρχίζουμε να ξυπνάμε και ο ένας για τον άλλον. Μου αρέσει πολύ να την κοιτάζω, δεν χρειάζεται να μιλάμε.
Δεν αργούμε να γνωριστούμε και να γίνουμε κολλητοί. Δεν τόλμησα ποτέ να κάνω τον παραμικρό υπαινιγμό.
Είναι χρόνια πολύ ελευθεριακά. Ο έρωτας είναι αναζήτηση, παιχνίδι που συνεπαίρνει, τα ταμπού και οι συμβάσεις έχουν καταρριφθεί από τον ίδιο τον φεμινισμό.
Φτιάχνουμε μια όμορφη παρέα, και αυτό αρκεί. Θα μπορούσαν να χαλάσουν όλα με μια βιαστική κίνηση. Δεν χρειάζονταν, κανείς δεν το επιθυμεί. Περνάμε καλά και έτσι, μας φτάνει. Η συμπάθεια είναι αμοιβαία. Χορεύουμε ασταμάτητα στο γνωστό μαγαζάκι, μια τρύπα είναι. Γινόμαστε στουπί στη τεκίλα σε παρτάκι στην αμμουδιά που οργανώνει  παρέα αμερικάνων, ξερνάμε ο ένας στον ώμο της άλλης και το αντίθετο.
Δεν της δίνω όμως ούτε ένα φιλί.

Είναι προορισμός Γάλλων το νησί, τα τσάρτερς προσγειώνονται στην ακτή απέναντι, στο Κανκούν σαν τις μύγες. Βλέπεις, το νησί έχει μήκος ενάμισυ χιλιόμετρο, πλάτος γύρω στα διακόσια μέτρα στο φαρδύτερο σημείο, και το ύψωμα που υπάρχει σε κάποιο σημείο δεν ξεπερνά τα είκοσι! Από εκεί πάνω τα βλέπεις όλα γύρω γύρω.
Το Νησί των Γυναικών. Στον κόλπο του Μεξικού, δυο ώρες δρόμο με το καίκι από την ακτή.
Από την άλλη μεριά, απέναντι, βρίσκετε η Κούβα, μας λένε.
Κι όντως, μια νύχτα που ψωνίζουμε κάποια πράγματα στο μοναδικό μάρκετ που υπάρχει, από το ραδιόφωνο που έχουν ανοικτό ακούγεται δυνατά, μέσα σε χαμό, ομιλία του Φιντέλ. Μέρα γιορτής για τους Κουβανούς και ο μεγάλος ηγέτης απευθύνεται στον λαό του.

Ακούω την αγάπη, Τρύπες.

νεκ, πάμε Τζαμάικα

ΓΟΥΡΟΥΝΙΑ ΜΕ ΦΤΕΡΑ

Μήτε μυθιστόρημα, μήτε δοκίμιο, μήτε λίβελος απελευθερωτικής προπαγάνδας, τα ΓΟΥΡΟΥΝΙΑ ΜΕ ΦΤΕΡΑ είναι μια προβληματική πάνω στο ζευγάρι, τη σεξουαλικότητα, την ομοφυλοφιλία, την πολιτική, την οικογένεια, από τη σκοπιά δυο εφήβων, του Ρόκκο και της Αντόνια: δυο κατοίκων της Ρώμης, μικροαστών, εξωκοινοβουλευτικών.
Ο φόβος, η περιέργεια, ο έρωτας, η μοναξιά, οι φαντασιώσεις, όλα αυτά αξεδιάλυτα μπλεγμένα με φόντο τον κάπως αλλοτριωτικό χώρο του φοιτητικού κόσμου της αριστεράς. Οι σκέψεις του Ρόκκο εκφράζονται με τη φωνή ενός άντρα και της Αντόνια με τη φωνή μιας γυναίκας. Έτσι έχουμε σαν αποτέλεσμα μια συνεχή εναλλαγή διαφορών, τόσον όσον αφορά το στυλ του γραψίματος όσο και τα περιεχόμενα – κι αυτό αποτελεί και το μεγαλύτερο προτέρημα του βιβλίου. (Από την παρουσίαση στο οπισθόφυλλο του βιβλίου)

συνεχίζεται

DSC02199

αυτονομία, autonomia

ΟΙ GAP ΚΑΙ Ο FELTRINELLI.

Σχετική εικόνα
Μεταξύ του τέλους του 1970 και των αρχών του ’71 υπήρξε μια σειρά βίαιων ενεργειών από παράνομες ομάδες που συχνά αναφέρονται στις BR. Υπάρχουν περισσότερο σκοτεινά ή προκλητικά επεισόδια που οι φασίστες και η αστυνομία προσπαθούν να τους αποδώσουν. Γενικότερα πρόκειται για επιθέσεις με «πλαστικό» που συνοδεύονται από φυλλάδια που εκθειάζουν τις BR. Αυτές όμως αποκηρύσσουν τη χρήση εκρηκτικών, όπως μπορούμε να υποθέσουμε από ένα έγγραφο τους: «είναι εύκολο να δούμε πώς η χρήση δυναμίτη γενικότερα έχει ως αποτέλεσμα να τρομάζει τις μάζες αδιακρίτως, όχι μόνο τον εχθρό, και προσφέρεται στις πιο διαφορετικές ερμηνείες από αριστερά και δεξιά, λαμβάνοντας επίσης υπόψη την ευρεία χρήση του που έχει κάνει η αντίδραση ». Σχετικά με το θέμα των επιθέσεων με «πλαστικό» οι B.R. εκδίδουν ένα μεγάλο ανακοινωθέν στο οποίο η πρακτική αυτή ορίζεται ως σαφές φασιστικό αποτύπωμα και έμπνευση από την αστυνομία. Στο ίδιο ανακοινωθέν αναφέρεται η λογική των ενεργειών και των στόχων που ασκούνται: «Χτυπήσαμε στα εργοστάσια τις αποθήκες, τους υπηρέτες των αφεντικών, τους πιο μισούμενους από την εργατική τάξη όταν αυτό κρίθηκε απαραίτητο επειδή είχαν πληγεί σύντροφοι. »Χτυπήσαμε «φασίστες» διότι αυτοί είναι ο ένοπλος στρατός που σήμερα χρησιμοποιεί το κεφάλαιο ενάντια στους αγώνες των εργατών και την προλεταριακή απαίτηση για εξουσία. «Χτυπάμε πάντα » εχθρούς του λαού «και τους χτυπάμε πάντα μέσα σε τεράστια κινήματα αγώνα.» Αν από τη μία πλευρά είμαστε πεπεισμένοι ότι κανένας σύντροφος δεν θα πέσει στην παγίδα που θέτουν αυτές οι φασιστικές πράξεις, «υπογεγραμμένες» με τα αρχικά μας, από την άλλη πλευρά δίνουμε μια προειδοποίηση στις δυνάμεις της αντίδρασης: ΑΥΤΟΣ ΠΟΥ ΠΑΙΖΕΙ ΜΕ ΤΗ ΦΩΤΙΑ ΚΑΙΕΙ ΤΑ ΔΑΧΤΥΛΑ ΤΟΥ … ΤΙΠΟΤΑ ΔΕΝ ΘΑ ΜΕΙΝΕΙ ΑΤΙΜΩΡΗΤΟ! «Στους αστυνομικούς και τους φασίστες λέμε κάτι ξεκάθαρο: Δεν θα υπάρξει κανένα έλεος προς εσάς, η γροθιά της προλεταριακής δικαιοσύνης θα πέσει με τρομακτική δύναμη επάνω στον καθένα που σχεδιάζει, υφαίνει συνωμοσίες,δρα και εργάζεται ενάντια στα συμφέροντα εμάς των προλετάριων. ΝΑ ΔΙΑΒΑΣΟΥΜΕ, ΝΑ ΚΥΚΛΟΦΟΡΗΣΟΥΜΕ, ΝΑ ΠΕΡΑΣΟΥΜΕ ΣΤΗ ΔΡΑΣΗ. ΕΝΩΜΕΝΟ ΚΟΜΑΝΤΟ ΤΩΝ ΕΡΥΘΡΩΝ ΤΑΞΙΑΡΧΙΩΝ» (18). Άλλες δράσεις υπογεγραμμένες B.R. αντιθέτως γίνονται αποδεκτές. Είναι η περίπτωση μιας ομάδας που γεννήθηκε στη Ρώμη και που η εφημερίδα «Nuova Resistenza» θα ονομάσει «οι Β.R. της Ρώμης».
Αποτέλεσμα εικόνας για brigate rosse
Τα κύρια επεισόδια και οι ενέργειες αυτής της ομάδας, η οποία λειτουργεί μέχρι τα μέσα του 1971, συνδέονται όλες με επιθέσεις ενάντια στους φασίστες ή τα φασιστικά αρχηγεία (ιδιαίτερης σημασίας εκείνη ενάντια στον Junio Valerio Borghese που θα συμμετάσχει σε μια κάπως αλλόκοτη προσπάθεια »πραξικοπήματος «) και επίσης οι ισχυρισμοί τονίζονται έντονα από το πρόβλημα της αντιφασιστικής μάχης. Ακόμα και μέσα στην διαφορετικότητα των θέσεων, οι B.R. αποδέχονται επίσης τις δράσεις των Gap. Οι Gap εμφανίζονται πανηγυρικά στις 16 απριλίου 1970, μόλις τέσσερις μήνες μετά τη «σφαγή του κράτους», ενώ η χώρα κλονίζεται από τη διαμάχη και τις πολεμικές και οι φασιστικοί σχηματισμοί που «καλύπτονται» διαρκώς από την αστυνομία γίνονται όλο και πιο αλαζονικοί. Είναι 20,33 όταν μια φωνή παρεμβάλεται στο τηλεοπτικό κανάλι που μεταδίδει τις ειδήσεις. Στη Γένοβα, όπου θα λάβει χώρα η παρεμβολή, η εντύπωση είναι τεράστια. Στη συνέχεια θα υπάρξουν και άλλες »εκπομπές του λαού» και σε άλλες περιοχές (για παράδειγμα στο Τρέντο και το Μιλάνο). Οι ανακοινώσεις του Radio Gap δημοσιεύονται τόσο στο «Potere Operaio» (το οποίο εκδίδει επίσης εκείνες των BR) όσο και στη «NuovaResistenza» ». Η διαφορετική πολιτική προσέγγιση μεταξύ B.R. και Gap διευκρινίζεται σε αυτή την εφημερίδα. Οι Gap, πράγματι, ανάμεσα στα διάφορα ακρωνύμια που εμφανίζονται στην περίοδο αυτή, είναι το μόνο σχήμα, μαζί με τις B.R., μιας ορισμένης συνέπειας και πυκνότητας. Ξέρουν πώς να ξεφεύγουν από τις αστυνομικές έρευνες, προφανώς έχουν οικονομικά μέσα και πιέζουν και παροτρύνουν τόσο με τις ενέργειες τους όσο και με τις «πειρατικές» μεταδόσεις τον πολιτικό διάλογο (και η «Lotta Continua» δίδει πάντα μεγαλύτερη έμφαση στις πράξεις τους).Εκτός από τις μεταδόσεις, η δραστηριότητα των GAP συνίσταται κυρίως σε μια σειρά επιθέσεων σε κάποια κέντρα αστικής εξουσίας (αμερικανικά προξενεία, έδρα του P.S.U., εργοστάσια, αποθήκες Ignis, διυλιστήριο Garrone κ.λπ.). Από τις ανακοινώσεις τους μπορούμε να δούμε ότι η προσέγγισή τους είναι ουσιαστικά αμυντική και ακολουθεί τα πρότυπα του παρτιζάνικου αγώνα κατά τη διάρκεια της Αντίστασης: δεν είναι ένα αστικό αντάρτικο εκείνο που βλέπουν σε προοπτική, αλλά ένας κουβανέζικου τύπου ανταρτοπόλεμος σε ορεινές περιοχές, όπου μπορεί κανείς να υπερασπιστεί τον εαυτό του καλύτερα και επί μακρόν. Για τους Gap ο μεγαλύτερος κίνδυνος είναι η υπόθεση ενός πραξικοπήματος της δεξιάς.
Αποτέλεσμα εικόνας για gap giangiacomo feltrinelli
Στους αγωνιστές των Gap κάνει μεγάλη εντύπωση το επεισόδιο του επιχειρούμενου «πραξικοπήματος» της 7ης δεκεμβρίου 1970. Με την ευκαιρία αυτή, ο Junio Valerio Borghese (πρίγκιπας και πρώην φασίστας διοικητής της διαβόητης Decima MAS), επικεφαλής μιας ομάδας φασιστών συνωμoτών εισχώρησαν μέσα στο υπουργείο εσωτερικών για να το καταλάβουν. Έπρεπε να είναι η έναρξη για το πραξικόπημα. Αντ ‘αυτού, ξαφνικά, οι συνωμότες έλαβαν μια αντίθετη διαταγή. Κάτι σε υψηλό επίπεδο δεν έπρεπε να έχει λειτουργήσει. Σε μεταγενέστερες έρευνες, η «απόπειρα πραξικοπήματος» διασταυρώνεται με μια άλλη «συνωμοσία» της δεξιάς με το όνομα «Rosa dei venti», »Tριαντάφυλλο των ανέμων», η οποία περιλαμβάνει μερικούς σημαντικούς αξιωματικούς του στρατού και οδηγεί στη σύλληψη του στρατηγού Vito Miceli, ο οποίος υπήρξε ήδη επικεφαλής για τρία χρόνια του «Uspa, του Γραφείου ασφαλείας του ατλαντικού συμφώνου, και για τέσσερα χρόνια του Sid (της σημαντικότερης εθνικής μυστικής υπηρεσίας). Ιδιαίτερα σε αυτό το επεισόδιο επισημαίνονται οι διαφορές μεταξύ B.R. και Gap. Για τις B.R. το στρατιωτικό πραξικόπημα δεν θεωρείται άμεσος κίνδυνος και ο Βαλέριο Μποργκέζε θεωρείται ως το «δυάρι στην [χαρτοπαίγνιο] briscola». «Αυτό που αντιθέτως είναι πολύ σημαντικό, όμως, είναι η χρήση αυτών των ονείρων που έχουν σκοπό να κάνουν η κυβέρνηση και οι ρεβιζιονιστές: Η εργατική τάξη βρίσκεται πάντα στην επίθεση εδώ και τρία χρόνια. Η εξουσία έχει καταληφθεί από ανεπίλυτες δυσκολίες, και πρέπει να κρύβει στα μάτια των μαζών τη λέπρα που την αποδυναμώνει, την κατατρώει καθημερινά όλο και βαθύτερα, εφευρίσκει την όμορφη ιστορία του «μαύρου πρίγκιπα» (πραξικοπηματία) που πρέπει να πουλήσει στην κοινή γνώμη » (19). Για τις B.R., επιπλέον, οι ρεβιζιονιστές (P.C.I. και συνδικάτα) το χρησιμοποιούν για να ωθήσουν τις πρωτοπορίες της τάξης να αποδεχθούν το κοινοβουλευτικό παιχνίδι και να περιορίσουν τη θέλησή τους να πολεμήσουν. Η αξιολόγηση των GAP είναι διαφορετική: «Το πραξικόπημα είναι επικείμενο». Σε ένα έγγραφο που δημοσιεύεται από την «Potere operaio» και την «Lotta Continua» τονίζεται «ο αυξανόμενος ρόλος των στρατιωτικών δυνάμεων του κράτους και των φασιστικών παραστρατιωτικών δυνάμεων [ …] μόνο μια διαρροή ειδήσεων επέτρεψε την τελευταία στιγμή να ματαιωθεί ένα προκαθορισμένο με σχολαστική φροντίδα πραξικόπημα […] από εκατοντάδες αξιωματικούς των ενόπλων δυνάμεων, από τις ανώτερες και περιφερειακές διοικήσεις των καραμπινιέρων, από τους εκπροσώπους της οικονομίας και της ιταλικής καπιταλιστικής βιομηχανίας, καθώς και από εκπροσώπους του αμερικάνικου ιμπεριαλισμού «(20).
Σχετική εικόνα
Ακόμη και στην κρίση που πρέπει να δοθεί, ως λογική συνέπεια, στους ρεβιζιονιστές οι δύο οργανώσεις διαφέρουν. Σύμφωνα με τους GAP «και η παραδοσιακή αριστερά που εκπροσωπείται από το ΚΚΙ […] βλέπει καθημερινά με ανησυχία το πεδίο δράσης της ολοένα να στενεύει». Ως εκ τούτου, η έκκληση προς τους αγωνιστές του ΚΚΙ: «Η εργατική τάξη, οι εργαζόμενοι όλοι αξιώνουν και απαιτούν μια πολιτική εκτενούς μετώπου εναντίον του φασισμού, κατά της καπιταλιστικής κυριαρχίας και κατά του ιμπεριαλισμού. […] Θέλουν οι σύντροφοι που είναι εγγεγραμμένοι στο P.C.I. να είναι μέρος αυτού του επαναστατικού και αντιφασιστικού μετώπου;» (21). Μέσα σε αυτό το σύντομο απόσπασμα αντηχούν ιστορικά θέματα του οργανωμένου εργατικού κινήματος: από τη στρατηγική του «ευρύτερου μετώπου» που διαμεσολαβείται από την Τρίτη Διεθνή, στην εγγενή αναγκαιότητα χρήσης του για την υπεράσπιση της δημοκρατίας όπως κατά τη διάρκεια της παρτιζάνικης Αντίστασης. Οι διαφορές με τις B.R. είναι βαθιές και αντικατοπτρίζουν επίσης την προσωπικότητα αυτού που αργότερα θα αποκαλυφθεί να είναι η κύρια ψυχή των Gap: Giangiacomo Feltrinelli. Ο Feltrinelli υπήρξε πρωταγωνιστής της πολιτιστικής συζήτησης από τα τέλη της δεκαετίας του ’50. Ο εκδοτικός οίκος του, τα βιβλιοπωλεία, ήταν ένα μεγάλο παράδειγμα πολιτιστικής και πολιτικής ανανέωσης της ιταλικής κοινωνίας. Από το 1950 ίδρυσε το Ινστιτούτο Feltrinelli για την ιστορία του εργατικού κινήματος: ένα γεγονός μεγάλης σημασίας που κάλυπτε ένα σοβαρό κενό στην κουλτούρα της μαρξιστικής αριστεράς. Εγγεγραμμένος στο PCI, ο Φελτρινέλλι απομακρύνθηκε προοδευτικά για να στρέψει την προσοχή του στους επαναστατικούς αγώνες του Τρίτου κόσμου. Τα «φυλλάδια των βιβλιοπωλείων Feltrinelli, οι μπροσούρες» ενημέρωναν για τους απελευθερωτικούς αγώνες με εξαιρετική επικαιρότητα, έγκαιρα, καθώς και για τους αγώνες των σπουδαστών που βρίσκονταν σε εξέλιξη. Ο Feltrinelli προσέγγιζε όλο και περισσότερο την επαναστατική αριστερά. Υποστήριξε τη διάσπαση του «Δρεπανιού σφυριού» (μια ομάδα 1500 μελών του PCI της περιοχής Sesto San Giovanni που θα έδινε στη συνέχεια ζωή στην Ένωση ιταλών κομουνιστών μαρξιστών-λενινιστών που αργότερα έγιναν Servire il popolo), αλλά κυρίως προσπάθησε να εντοπίσει στην ιστορία του PCI εκείνο το επαναστατικό αντιστασιακό σκέλος που ποτέ δεν έπαψε να σκέφτεται την κατάληψη της εξουσίας.
Αποτέλεσμα εικόνας για gap giangiacomo feltrinelli
Και μάλλον σε αυτό το μονοπάτι είναι που διασταυρώνεται με κάποια περιβάλλοντα πρώην παρτιζάνων, ειδικά στη Λιγουρία, όπου μπορούμε να υποθέσουμε ότι χτίστηκαν οι πρώτες βάσεις των Gap. Κατά τη διάρκεια του ’68, ο Feltrinelli εντατικοποίησε τα ταξίδια του στη Λατινική Αμερική για λόγους εκδοτικούς (είχε δημοσιεύσει τα έργα του Che Guevara και πολλών μεγάλων λατινοαμερικανών μυθιστοριογράφων), αλλά και να μεταφέρει συγκεκριμένη στήριξη, πραγματική, στα αντάρτικα που βρίσκονται σε εξέλιξη. Συνελήφθη στην Βολίβια και σε εκείνη την περίπτωση ακόμη και η προεδρία της δημοκρατίας κινείται για να επιτύχει την απελευθέρωσή του. Φίλος του Castro και του Régis Debray (ο οποίος ήταν με τον  Che στην Bolivia), ολοένα και περισσότερο πείθεται ότι η ιταλική αστική τάξη δεν είναι σε θέση να αντέξει την τρέχουσα κοινωνική σύγκρουση και ότι θα υποχρεωθεί (και εξαιτίας της τοποθέτησης της στο δυτικό στρατιωτικό στρατόπεδο) να καταφύγει σε αυταρχικές λύσεις: Είναι για τον Feltrinelli η φάση του »πραξικοπήματος και αντάρτικου πολέμου», παρουσιάζει τις ιδέες του σε μια σειρά εντύπων:« Ιταλία 1968: πολιτικός ανταρτοπόλεμος ». «Συνεχίζεται η απειλή ενός πραξικοπήματος», «Καλοκαίρι 1969″. Δημοσιεύει επίσης το «Αίμα των λιονταριών» του Edoard Marcel Simbu σχετικά με τον ανταρτοπόλεμο στο Κονγκό, το οποίο περιέχει στο παράρτημα ένα αποτελεσματικό εγχειρίδιο αστικού ανταρτοπόλεμου, και το οποίο θα γίνει ένα είδος «cult book» του κινήματος.
Αποτέλεσμα εικόνας για Edouard Marcel Sumbu, Sangue dei leoni
Αυτή η συνεχής αναταραχή και προπαγάνδα σε επαναστατικά ζητήματα και πρακτικές τοποθετεί τον Feltrinelli στο στόχαστρο του συντηρητικού τύπου, ο οποίος δεν αφήνει την ευκαιρία να υπονοεί τη συνενοχή του με οτιδήποτε συμβαίνει. Επίσης, η αστυνομία και το δικαστικό σώμα αυξάνουν προοδευτικά τις έρευνες και τις ανακρίσεις εναντίον του. Από τις αρχές της δεκαετίας του 1970, ο Feltrinelli βρίσκεται όλο και περισσότερο στο εξωτερικό από ό, τι στην Ιταλία.
Σχετική εικόνα
Από διαφορετικά μέρη δίνει συνεντεύξεις και έγγραφα σε ιταλικά περιοδικά, στα οποία γνωστοποιεί τις επιλογές του. Στο περιοδικό «Compagni» εκθέτει μερικές από τις πολιτικές του σκέψεις: «Η αντιδραστική επίθεση μπορεί να σταματήσει μόνο με έναν αγώνα στον οποίο θα κατέβουν οι πρωτοπορίες του προλεταριάτου. Ενώ στο παρελθόν η παρέμβασή μου στην πολιτική ανέκαθεν διαμεσολαβούνταν από εκδοτική δραστηριότητα, από τώρα δεσμεύομαι για μια πιο άμεση παρέμβαση στην πορεία και την εξέλιξη των γεγονότων »(22). Το 1971 ο Feltrinelli ήταν ύποπτος συνέργειας στη δολοφονία του βολιβιανού προξένου στο Αμβούργο Roberto Quintanilla.
Quintanilla è il primo a sinistra
ο πρώτος από αριστερά
Ο πρώην επικεφαλής της μυστικής αστυνομίας της Βολιβίας (ένας από τους υπεύθυνους για τη δολοφονία του Τσε) πυροβολήθηκε και σκοτώθηκε από μια γυναίκα που εγκατέλειψε το όπλο, ένα Colt Cobra 38, το οποίο αποδεικνύεται ότι ήταν ιδιοκτησία του Feltrinelli, ο οποίος ισχυρίζεται ότι το είχε χάσει.
monika ertl
Monica Ertl
Στις 15 mαρτίου 1972 το πτώμα του Giangiacomo Feltrinelli βρέθηκε από έναν αγρότη κάτω από έναν στήλο υψηλής τάσης της Segrate, στα περίχωρα του Μιλάνο, με μερικά εκρηκτικά που δεν είχαν ακόμη πυροδοτηθεί δίπλα του. Ο θάνατος του Feltrinelli και οι εικασίες που τον συνοδεύουν σημαδεύουν ένα κρίσιμο επεισόδιο της συζήτηση εκείνων των χρόνων. Ξεκινάει να σπάει ο ιστός συνεργασίας μεταξύ των δημοκρατών και των κινηματικών, γεννιέται η παράνοια του «εσωτερικού εχθρού». Σε μια πρώτη φάση, οι «δημοκράτες» ερμηνεύουν το θάνατο του Feltrinelli ως ένα ακόμη επεισόδιο της «στρατηγικής της έντασης», σαν μια «δολοφονία του κράτους». Ανθίζουν οι υποθέσεις και οι αντιέρευνες. Ο δημοκρατικός χώρος και οι ίδιες οι εξωκοινοβουλευτικές ομάδες δεν αμφιβάλλουν ότι πρόκειται για προβοκάτσια. Η Potere operaio σπάει πρώτη τον πάγο των υποθέσεων και σε ένα νούμερο της εφημερίδας αποκαλύπτει την ένταξη του Feltrinelli στους Gap με το όνομα μάχης «διοικητής Osvaldo».Στους σχηματισμούς της εξωκοινοβουλευτικής αριστεράς, ο θάνατος του Feltrinelli ανάβει ξανά τη συζήτηση για τους παράνομους σχηματισμούς, και αν η Lotta continua υποστηρίζει από τις επιθέσεις την εργατική Εξουσία, η Avanguardia operaia βγαίνει, μαζί με άλλους δημοκρατικούς χώρους από την »εθνική Επιτροπή αγώνα κατά της κρατικής σφαγής», κατηγορώντας το Potere operaio και την Lotta continua ότι κάνουν μια »τρελή ανάλυση της ιταλικής κατάστασης και των καθηκόντων του κινήματος που τους οδηγεί να αντιμετωπίζουν σαν συντρόφους αυτούς των Gap και των BR ». Έξω από αυτές τις αντιπαραθέσεις, ο ιστός της συνεργασίας μεταξύ των δημοκρατών και των κινηματικών σπάει οριστικά, και ακόμη και μεταξύ των εξωκοινοβουλευτικών σχηματισμών γίνεται κομμάτια η αλληλεγγύη στη βάση που γεννήθηκε για να αποκαλύψει τα «μυστήρια του κράτους» μετά την Piazza Fontana. Οι αντιδράσεις μεταξύ των συντρόφων είναι δύο τύπων: η μία, της οργάνωσης, είναι εκείνη που θέλει να επιτείνει τις δημοκρατικές διατυπώσεις (συμμετοχή σε εκλογές, δημοψήφισμα κλπ.), η άλλη ατομική, αλλά πολύ εκτεταμένη, είναι εκείνη να κλείνονται οι αγωνιστές στον εαυτό τους ή να επιστρέφουν στα παραδοσιακά κόμματα, αρνούμενοι το παρελθόν τους στη μία ή την άλλη των περιπτώσεων.
Αποτέλεσμα εικόνας για gap giangiacomo feltrinelli

Υπάρχουν όμως και εκείνοι που παρότι παραμένουν στις οργανώσεις ή τοποθετούνται στα περιθώρια αυτών, που τονίζουν ολοένα και περισσότερο την προσοχή προς τις παράνομες ένοπλες ομάδες, προκαλώντας έναν τεράστιο και υπόγειο διάλογο σχετικά με την εμφάνιση της ανάγκης για «ένοπλο αγώνα» που θα διαρκέσει πολύ καιρό, θρυμματίζοντας ολόκληρα τμήματα στη βάση των εξωκοινοβουλευτικών οργανώσεων.

 

Giangiacomo Feltrinelli: «ESTATE ’69» (ESTRATTO).

Είναι σκόπιμο να εξετασθούν – έστω και εν συντομία – οι λόγοι και τα κίνητρα που οδηγούν τις δεξιές δυνάμεις (μεγάλες ιταλικές επιχειρήσεις, στρατιωτικές και διεθνείς δυνάμεις) να επιβάλλουν μια δεξιά εξουσιαστική αλλαγή με μια κοινή πολιτική και στρατιωτική επιχείρηση. Ειλικρινά οι λόγοι που σπρώχνουν τις αντιδραστικές ομάδες σε αυτές τις επιλογές συμπίπτουν, εν μέρει, με την κριτική των υπερδομών του συστήματος που γίνεται από την αριστερά: η ριζοσπαστική αντιπολίτευση έγκειται στους επιδιωκόμενους σκοπούς αντίστοιχα. Οι δεξιές δυνάμεις, όταν επικρίνουν τις υπερδομές του συστήματος τείνουν να τις τροποποιούν για να τις καθιστούν πιο κατάλληλες στις δικές τους ανάγκες για εκμετάλλευση και αδιαμφισβήτητη κυριαρχία των δημόσιων και ιδιωτικών πραγμάτων. Αντιθέτως εμείς επιδιώκουμε να μεταφέρουμε την κριτική από την υπερδομή στην ίδια τη δομή, εμπλέκοντας ολόκληρο το καπιταλιστικό σύστημα και προτρέποντας την ανατροπή και την κατάργησή του. Από την πλευρά των μεγάλων βιομηχανικών, πολιτικών και στρατιωτικών ομάδων, ιταλικών και διεθνών, οι λόγοι που στρατεύονται υπέρ του πραξικοπήματος είναι                     a) η λειτουργία του κρατικού μηχανισμού, της κυβέρνησης και της ιταλικής κομματικής οργάνωσης, κομματοκρατίας – η οποία εξακολουθεί να βασίζεται στο παλιό πελατειακό σύστημα – λειτουργία που έρχεται σε αντίθεση με τις ανάγκες μιας σύγχρονης ιταλικής και διεθνούς καπιταλιστικής βιομηχανίας. Μιλούν επομένως από πολλά μέρη – και ρητά αναφέρεται αυτό από τους συντάκτες του Progetto 80 του υπουργείου προϋπολογισμού – για απαξίωση των θεσμών (στο Σχέδιο 80, αφού εντοπίστηκε το θεμελιώδες εμπόδιο που αυτή αντιπροσωπεύει για την περαιτέρω καπιταλιστική ανάπτυξη, προχωρούν ωστόσο στην εκπόνηση μιας φανταστικής υπόθεσης καπιταλιστικής ανάπτυξης χωρίς να στέκονται να μας πουν για το πώς σκοπεύουν να ξεπεράσουν το εμπόδιο της «απαξίωσης» του κρατικού και κυβερνητικού μηχανισμού. Μήπως αυτό σημαίνει ότι το πραξικόπημα θεωρείται δεδομένο;)

Σχετική εικόνα

Και αυτή η απαξίωση του διοικητικού, νομικού και πολιτικού μηχανισμού του κράτους και του συστήματος διακυβέρνησης είναι ακόμη πιο σοβαρή λόγω του γεγονότος ότι όχι μόνο πραγματώνεται μέσα σε μια εξωφρενική βραδύτητα της νομοθετικής διαδικασίας, ακριβώς σε μια στιγμή κατά την οποίαν η ταχύτητα της νομοθετικής παρέμβασης είναι απαραίτητη προϋπόθεση για τη λειτουργία του ίδιου του συστήματος, αλλά και μέσα σε μια προοδευτική πολιτική και οικονομική παράλυση του κράτους και των δημόσιων φορέων λόγω της επιπλοκής και της βραδύτητας της γραφειοκρατικής διαδικασίας, παράλυση που βαρύνει σοβαρά επί της κανονικής οικονομικής ανάπτυξης των επιχειρήσεων, είτε είναι ιδιωτικές ή δημόσιες. Τέλος, πρέπει να υπολογίσουμε πως υπάρχει έντονη δυσαρέσκεια στις υψηλές στρατιωτικές σφαίρες λόγω της αβεβαιότητας της στρατιωτικής πολιτικής της ιταλικής κυβέρνησης και της ανεπάρκειας των πιστώσεων του υπουργείου άμυνας. Είναι αδιαμφισβήτητο ότι, σύμφωνα με την αριστερά, αυτή η «απαξίωση» δεν μπορεί και δεν πρέπει να αποφευχθεί με τη δημιουργία μιας νέας, σύγχρονης και διεθνούς μορφής φασισμού στην Ιταλία: αυτή είναι μάλλον εγγενής στο σύστημα και ως εκ τούτου μπορεί να λυθεί μόνο με την εξάλειψη του κακού στη ρίζα του. Σήμερα για τη μεγάλη βιομηχανία και για τον διεθνή ιμπεριαλισμό, το σημερινό πολιτικό σύστημα, ανεξάρτητα από την κακή διαχείριση που έχει κάνει η χριστιανοδημοκρατία- DC, και από τα όρια, που ουσιαστικά είναι ταξικά, του Συντάγματος επί του οποίου βασίζεται, αποτελεί έναν στόχο εμπόδιο στην ανάπτυξη του καπιταλισμού με αποικιοκρατικό στυλ που αναμένεται στην Ιταλία τα επόμενα χρόνια.      b) Η διαφαινόμενη – σε διεθνή κλίμακα – σοβαρή οικονομική κρίση που προκλήθηκε από τη συνύπαρξη δύο φαινομένων στις Ηνωμένες Πολιτείες. Από ένα προοδευτικό και γρήγορο πληθωρισμό και, ταυτόχρονα, από την εφαρμογή αντιπληθωριστικών μέτρων που καθορίζουν μια σχετική παράλυση και την ανακοπή της εξέλιξης της παραγωγικής διαδικασίας. Τα συμπτώματα αυτής της κρίσης είναι ήδη εμφανή στη διεθνή χρηματοπιστωτική αγορά που κυριαρχείται από την κρίση του δολαρίου. Μέσα σε αυτή την κατάσταση, η βιομηχανία δεν θέλει, προφανώς, να βρεθεί ανάμεσα στον άκμονα (δηλαδή, την ορμητική και γενικευμένη ανάπτυξη των εργατικών διεκδικήσεων που ανά πάσα στιγμή θα μπορούσαν να υπερπηδήσουν το καθαρά συνδικαλιστικό όριο για να αναλάβουν έναν πιο ξεκάθαρο πολιτικό χαρακτηρισμό) και την σφύρα που αντιπροσωπεύει, για μια χώρα που εξάγει το 25% του ακαθάριστου εθνικού της προϊόντος, μια οικονομική κρίση των Ηνωμένων Πολιτειών και των συνακόλουθων συνεπειών που θα είχε αυτή στο διεθνές εμπόριο.        c) Η αναζήτηση ενός τμήματος της D.C. και των σοσιαλιστών P.S.I. μιας νέας «πλειοψηφίας» που να περιλαμβάνει, άμεσα ή έμμεσα, το PCI, παραβιάζει συγκεκριμένες διεθνείς δεσμεύσεις που έχουν αναληφθεί στο πλαίσιο του ατλαντικού Συμφώνου και του ΝΑΤΟ, οπότε απαιτείται (όπως συνέβη στην Ελλάδα) ένα προληπτικό πραξικόπημα ή μια αυταρχική δεξιά στροφή.

Σχετική εικόνα
d) Τέλος, η αδυναμία να συγκρατηθούν με τις δυνάμεις και τους νόμους που είναι επί του παρόντος διαθέσιμες οι εργατικές, αγροτικές και φοιτητικές αξιώσεις και η δράση των πολιτικών ομάδων της άκρας αριστεράς. Αυτές οι αξιώσεις και οι αναταραχές όχι μόνο τείνουν να αλλάζουν την κατανομή του εισοδήματος μέσω των μισθολογικών αυξήσεων αλλά επηρεάζουν την ίδια την παραγωγικότητα των εργοστασίων τη στιγμή που ζητείται η αποδέσμευση των μισθών από την παραγωγικότητα, η μείωση των σφαγιαστικών ρυθμών εργασίας και η εβδομάδα των 40 ωρών. Υπό την έννοια αυτή, συμπτωματική είναι η άρνηση της Fiat να διαπραγματευτεί αυτά τα προβλήματα, η αδυναμία, παρά τη συνενοχή των ηγεσιών των συνδικάτων, να συγκρατηθούν αυτές οι διεκδικήσεις, και η συνεπακόλουθη στροφή προς τα δεξιά του μεγάλου μονοπωλίου του Τορίνο. Σε όσους αναρωτιούνται τι συμφέρον θα είχαν οι μεγάλες ιταλικές μονοπωλιακές ομάδες για μιαν αυταρχική στροφή προς τα δεξιά, απλά να θυμίσουμε τη φύση των εργατικών διεκδικήσεων που, επηρεάζοντας την παραγωγικότητα, «χτυπούν ακριβώς τις εταιρείες με υψηλότερο πάγιο κεφάλαιο«.                      
Συμπερασματικά: σε μια εποχή όπως η παρούσα που αντιμετωπίζει το φάσμα και την απειλή μιας διεθνούς χρηματοπιστωτικής και οικονομικής κρίσης, η ιταλική καπιταλιστική ανάπτυξη βρίσκει ένα εμπόδιο στην ανάπτυξή της τόσο στις υπερδομές του συστήματος όσο και στις διεκδικήσεις των εργατών. Η προσφυγή στο πραξικόπημα ή μια αυταρχική στροφή στα δεξιά θα ήταν συνεπώς εντελώς σύμφωνη με τις ανάγκες του συστήματος και την ανάγκη του να λύσει, για δικό του όφελος έστω και προσωρινά, τις πιο οξείες αντιφάσεις της στιγμής. Ευνοεί αυτό το σχέδιο και αυτές τις φιλοδοξίες η κολακευτική προοπτική να επιτευχθεί μια σημαντική επιτυχία.Αυτή η ελπίδα των δεξιών δυνάμεων υποστηρίζεται από την έλλειψη μιας επαναστατικής στρατηγικής στις καταπιεζόμενες και εκμεταλλευόμενες τάξεις, και στην ίδια την πολιτική του PCI, το οποίο έχει στρατευτεί στην αναζήτηση μιας «νέας (εφήμερης) πλειοψηφίας» και είναι διατεθειμένο, προκειμένου να επιτύχει αυτό τον στόχο, να αγνοήσει όχι μόνο την ουσιαστική αδυναμία της τρέχουσας ή της μελλοντικής κυβερνητικής δομής, αλλά ακόμη και τις ήδη προφανείς ύποπτες μανούβρες, τις συνωμοσίες και τους ελιγμούς εκείνων που προετοιμάζουν την δεξιά στροφή. Το PCI, προς το οποίο οι μάζες συχνά κοιτούν κάτω από την ώθηση μιας επαναστατικής παράδοσης ως ασφαλή οδηγό, εξακολουθεί να παραμελεί, και δεν έχει σημασία αν σκόπιμα ή όχι, να δημιουργήσει μια σωστή ανάλυση της κατάστασης και να αποκομίσει τα συνεπή συμπεράσματα.
Αποτέλεσμα εικόνας για gap giangiacomo feltrinelli
Η ιστορία μας διδάσκει ότι δεν είναι με την συγκατάθεση ή αποφεύγοντας έναν αγώνα, που μοιάζει πλέον αναπόφευκτος, που αποτρέπουμε την αντιπαράθεση, την σύγκρουση: το μόνο αποτέλεσμα είναι ότι φθάνουμε εκεί απροετοίμαστοι. Μετά υπάρχουν και άλλα γενικά συμπτώματα της προσέγγισης ενός πραξικοπήματος ή μιας αυταρχικής ριζικής στροφής προς τα δεξιά. Συγκρίνοντας τις εμπειρίες των χωρών στις οποίες υπήρξαν πρόσφατα πραξικοπήματα ή αντιδραστικοί κλυδωνισμοί, ανατροπές, σημειώνουμε, γενικά, τις ακόλουθες «σταθερές»: 1) το σφυροκόπημα καταγγελιών περί αναρχίας στην οποία θα έπεφτε η χώρα και η βιομηχανική παραγωγή εξαιτίας της αναταραχής και των απαιτήσεων της εργασίας · 2) η γενικευμένη, εκτεταμένη καταγγελία της κρατικής κρίσης της ανεπάρκειας των κομμάτων, και της αχαλίνωτης διαφθοράς σε όλους τους τομείς της δημόσιας ζωής · 3) το ξέσπασμα ενός σκανδάλου που περιβάλει έναν βουλευτή του δημοκρατικού κέντρου ή ανώτερους υπαλλήλους του κρατικού μηχανισμού · 4) τη σύλληψη προσωπικοτήτων από τον κόσμο του πολιτισμού και της αριστερής εκδοτικής δραστηριότητας (δημοσιογράφοι, εκδότες) · 5) η ταυτόχρονη καταδίκη και σύλληψη εκατοντάδων ανθρώπων που κατά τη διάρκεια των προηγούμενων αναταραχών που σημειώθηκαν σε διαφορετικές εποχές, διακρίθηκαν για πολιτική μαχητικότητα. 6) η σύλληψη εκπροσώπων συνδικαλιστικών οργανώσεων, 7) η εντατικοποίηση των επιθέσεων εκ μέρους ακροδεξιών ομάδων εναντίον αριστερών οργανώσεων και προσωπικοτήτων 8) η διάλυση του κοινοβουλίου, αφού ορισμένοι τομείς του κοινοβουλευτικού κόσμου αρνήθηκαν να σεβαστούν την επίσημη κοινοβουλευτική εντολή. »Θα πρέπει να σημειωθεί, εν τω μεταξύ, ότι σήμερα στην Ιταλία αυτών των συμπτωμάτων, αυτών των γεγονότων, πολλά έχουν ήδη εμφανιστεί ή είναι σε πλήρη εκδήλωση, ενώ άλλα, και συγκεκριμένα η διάλυση του κοινοβουλίου, επαναλαμβάνονται ρητά στις συζητήσεις και στις φήμες που κυκλοφορούν στους επίσημους κύκλους«.
Αποτέλεσμα εικόνας για gap giangiacomo feltrinelli
σκόρπιες σκέψεις...

μα ποιος είπε πως δεν υπάρχει…η έφοδος στον ουρανό

Την έμφυτη ανάγκη που έχουν για ελευθερία. Τη δίψα που έχουν για την ανάληψη πρωτοβουλίας και δράσης. Για τη βαθύτατη απόγνωση που βασανίζει τη καρδιά τους και τον αγώνα δρόμου που κάνουν για να επαναπροσδιορίσουν το είναι τους.

Αποτέλεσμα εικόνας για i volsci autonomia operaia

 

Το περίφημο ’68 που στην Ιταλία εξαπλώθηκε κυρίως το ’69-70′, όταν αξιολογείται εκ των υστέρων, μαζί με τις άλλες αλλαγές δημιούργησε και μια κυριότερη, με ιστορικούς όρους, απ’ όλες τις άλλες μαζί : την ντε φάκτο απελευθέρωση των γυναικών από την πατριαρχική υποταγή που διαρκούσε από αιώνες. Η οικογένεια εκρήγνυται : οι νέες και οι νέοι εικοσάρηδες φεύγουν από τα σπίτια για να μη ξαναγυρίσουν, και πολύ λίγα αποκαλύπτουν στους γονείς από τα πολλά που κάνουν. Το σχολείο, που μέχρι στιγμής αποτελεί έναν από τους πυλώνες του πατριαρχίας, δομημένο για να έχει τρία είδη παραγώγων – πρόβατα, πρόβατα λιγάκι καλλιεργημένα, μαϊμούδες που ομιλούν και κυριαρχούν – καταρρέει στη διάρκεια ενός χρόνου, αδειάζοντας από εξουσία τους δασκάλους και καθηγητές, από τους οποίους οι πιο τυραννικοί εκ των πραγμάτων εκδιώκονται από τα κτίρια. Στα θερμά συνελευσιακά κινήματα ήταν ξεκάθαρο πως οι γυναίκες μπορούσαν να είναι ότι και οι άνδρες σε νούμερα και θέληση. Στα εργοστάσια συμβαίνει το ίδιο πράγμα : οι μυριάδες γυναικών που ήδη εργάζονταν σε κάθε βιομηχανία, βλέπε το αβαντάζ των επιχειρηματιών που πληρώνουν χαμηλότερους μισθούς, μεταμορφώνει την οικονομική σε υπαρξιακή αυτονομία.

Αποτέλεσμα εικόνας για femminismo in italia anni 60

Η κληρονομιά εκείνης της εποχής περιέχει λοιπόν κάποιες θετικές πλευρές που έχουν καθιερωθεί, και άλλες που με τα χρόνια περιέπεσαν σε λανθάνουσα κατάσταση, ή που σήμερα δέχονται σκληρή κριτική. Παρόλα αυτά, εκείνοι που σήμερα ασκούν κριτική σε εκείνη την ιστορική περίοδο ωφελήθηκαν ακριβώς από την συνολική κατάσταση που εκείνα τα χρόνια είχε δημιουργηθεί, από το γεγονός πως ένα πλήθος ανθρώπων με καινούργιες ιδέες έδιωξε θέσεις που μέχρι εκείνη τη στιγμή έμοιαζαν αμετακίνητες.
Ο σεισμός ξεκίνησε από τα σπίτια, απ’ τα σχολειά και τα εργοστάσια, κατακλύζει ολόκληρη την Ιταλία και θέτει υπό αμφισβήτηση κάθε κοινωνική πλευρά : οι επίσημες εξουσίες εξαφανίζονται γιατί απορρίπτονται ή ηττώνται, και στο κενό που έχει δημιουργηθεί αναδύεται και έχει κάποια διάρκεια η συνελευσιακή εξουσία, στης οποίας το κύκλωμα έρχονται να ανακατευτούν μεγάλα στρώματα νεαρών με αυτά λιγότερο νέων, για να αντλήσουν εμπειρία, για να ενωθούν και διαχωριστούν ξανά ανάλογα με τα πολιτικά θέματα δεξιάς και αριστεράς, άντρες και γυναίκες συναντώνται, όλο και περισσότερο ισότιμα.

Και η κουλτούρα καταγράφει βήματα μπροστά επίσης. Γίνεται μαζική, γεννά σε μια τάξη μέχρι στιγμής περιορισμένη, το προλεταριάτο, νέες και πιο εξελιγμένες ανάγκες : οικιστική αυτονομία, αυτονομία στις μετακινήσεις, ταξίδια και διακοπές, ελεύθερο χρόνο και αναγνώσεις, μουσική

Αποτέλεσμα εικόνας για rivoluzione cubana

Το ξεκίνημα της αλλαγής τοποθετείται μια δεκαετία νωρίτερα : το 1959, εξ αιτίας μιας επανάστασης, το μεγάλο νησί της Κούβας γίνεται Κράτος σοσιαλιστικό ή κομουνιστικό εάν προτιμάτε, κάτω από την διεύθυνση προσωπικοτήτων όπως ο Φιντέλ Κάστρο και ο Ερνέστο Τσε Γκεβάρα, που αποπνέουν νεανική εικόνα, λαϊκή και πολύ ρομαντική, σε μια εποχή που έχει ξεκινήσει ήδη η μεγάλη μαζική επικοινωνία με ήχο και εικόνα. Για το φαντασιακό η Κούβα αντιπροσωπεύει τον Δαβίδ που στέκεται ορθός απέναντι στον Γολιάθ και τον κρατά απ’ τα ….κι ας είναι και με τη βοήθεια της ρωσικής αρκούδας. Για τις ηνωμένες πολιτείες είναι αγκάθι στον κόρφο της, πραγματικά και όχι μεταφορικά, μιας και η απόσταση που χωρίζει το νησί από την ήπειρο είναι ελάχιστη. Για τους σοβιετικούς αντιπροσωπεύει ένα τεράστιο κτύπημα της τύχης, διότι φέρνει την ηγεμονία τους σε απόσταση αναπνοής απ’ τον μεγάλο αντίπαλο, για τους κομουνιστές των μη κομουνιστικών κρατών αντιπροσωπεύει γεγονός πολύ ενδιαφέρον που ανοίγει νέους ορίζοντες, για πρώτη φορά μια νικηφόρα επανάσταση καθαρά κομουνιστική και προλετάρια συμβαίνει όχι σε περίοδο πολέμου, μα σε καιρό ειρήνης, αποδεικνύοντας πως μια αληθινή επανάσταση είναι δυνατή.

Αποτέλεσμα εικόνας για Εισβολή στον Κόλπο των Χοίρων

Δέκα μέρες πριν τη κρίση των πυραύλων βγαίνει στο Λονδίνο ο πρώτος δίσκος των Μπήτλς, που με τους Ρόλλινγκ Στόουνς δίνουν έναρξη στην βρεταννική εισβολή, εννοώντας την ροή της νέας μουσικής ροκ από την Αγγλία προς την Αμερική πρώτα και στον υπόλοιπο κόσμο στη συνέχεια. Μουσική έκφραση που είναι το μεγαλύτερο καλλιτεχνικό γεγονός του αιώνα, ρίχνει τα εμπόδια και τα τείχη, και είναι ο πρόδρομος της καλής παγκοσμιοποίησης, γίνεται επίσης το σάουντρακ μεγάλου μέρους των κινημάτων απελευθέρωσης και της αριστεράς. Στο φως της μεγαλύτερης ισότητας που υπάρχει στον βορρά, μαζί με την καινούργια μουσική έρχεται η εξέλιξη στις σεξουαλικές συνήθειες και τα ήθη όπως και στους αισθητικούς κανόνες, και για πρώτη φορά, χάρη στην εμπορική εξάπλωση και στις προσιτές τιμές, η καλλιτεχνική πρωτοπορία είναι πλέον στις πόρτες όλων.

Μια δυνατή ώθηση προς τις επαναστατικές ιδέες έρχεται από την Νότιο Αμερική, την κακότυχη ήπειρο όπου έχουν πέσει επάνω της με τον πιο άγριο τρόπο ο αμερικανικός καπιταλισμός και ιμπεριαλισμός. Από το 1968 οι απαντήσεις έρχονται κυρίως από το αντάρτικο κίνημα των Τουπαμάρος στην Ουρουγουάη και από την Χιλή του σοσιαλιστή Αλλιέντε. Τα πραξικοπήματα που έχουν οργανωθεί για να εξολοθρεύσουν φορά τη φορά τον κίνδυνο εξάπλωσης της δημοκρατίας και του σοσιαλισμού στην ήπειρο παρήγαγαν σύγκρουση ιδιαίτερα σκληρή κι από τα δύο μέρη. Ήδη το 1967 μια προσπάθεια επαναστατική στην Βολιβία τελειώνει με την εκτέλεση του θρυλικού διοικητή Τσε Γκεβάρα, που αρνήθηκε τις κολακείες της εξουσίας στη νικηφόρα Κούβα για να επιστρέψει στον αγώνα, και που πεθαίνοντας με εκείνο τον τρόπο καθίσταται έμπνευση και αναφορά πολιτικό-στρατιωτική σε όλο τον κόσμο. Η μορφή του ζωγραφισμένη είναι ίσως το πολιτικό σύμβολο που έχει τοποθετηθεί στις περισσότερες σημαίες.

Αποτέλεσμα εικόνας για autonomia operaia padova

Αποτέλεσμα εικόνας για movimento studentesco milano, mario capanna

Το καλοκαίρι του 1964 ξεκινά η απ ευθείας ανάμειξη των αμερικανών στον πόλεμο στο Βιετνάμ που θα κρατήσει εννέα από τα έντεκα χρόνια εκείνης της σύγκρουσης. Απορροφά όλο και περισσότερους αμερικανούς στρατιώτες, με πολλές απώλειες σε ανθρώπινες ζωές, γενικεύοντας τη μεγαλύτερη λαϊκή δυσαρέσκεια που είδαμε ποτέ στις ηνωμένες πολιτείες, αναγκάζοντας την κυβέρνηση να αποσύρει τα στρατεύματα, υπό την πίεση μυριάδων διαδηλώσεων και αγώνων, η είδηση από τους οποίους μόνο εν μέρει έγινε γνωστή πέρα απ’ τον ωκεανό. Η πρώτη φοιτητική εξέγερση ξεσπά στο Μπέρκλεϋ, στην Καλιφόρνια, την άνοιξη του ’64, στο όνομα του δικαιώματος των φοιτητών να μπορούν να ομιλούν ελεύθερα ενάντια στην κυβέρνηση και τον πόλεμο μέσα στις σχολές. Ανάμεσα στα διάφορα κινήματα που αναπτύχθησαν τα επόμενα χρόνια, εκτός απ’ τους ειρηνιστές, θυμούμαστε τους Black Power, τους Black Panther, το κίνημα για την απελευθέρωση της γυναίκας, το κίνημα των gay, τους hippie, τους freak. Το 1968 αυτές και άλλες συνιστώσες θα έρθουν στη δημοσιότητα στο Σικάγο όπου θα προκληθούν σοβαρά επεισόδια στη διάρκεια του συνεδρίου του Δημοκρατικού κόμματος. Εκείνο το διάστημα ήδη έχουμε και την Άνοιξη της Πράγας και τον γαλλικό Μάη.

O Μάριο Σάβιο μιλάει σε συγκέντρωση του κινήματος για την Ελευθερία του Λόγου

Από μια άλλη ήπειρο φτάνουν τα νέα της πολιτιστικής επανάστασης στην Κίνα, της οποίας οι αρχές, συγκεντρωμένες στο εύχρηστο κόκκινο βιβλιαράκι των σκέψεων του Μάο Τσε Τούνγκ, ανεμίζουν στις διαδηλώσεις στην θέση των σημαιών. Στα κομουνιστικά κόμματα της δύσης και στις οργανώσεις με αυτά συνδεδεμένες, όπως τα συνδικάτα, μέρος της εσωτερικής αντιπολίτευσης τείνει να απαγκιστρωθεί από την σοβιετική ορθοδοξία, που αποκαλείται ρεβιζιονιστική διότι αρνείται την παγκόσμια επανάσταση, και δέχεται πως η κόκκινη σημαία γλιστράει προς την Κίνα.

Αποτέλεσμα εικόνας για libretto rosso mao

 

Το 1968 σημειώνεται η διεθνής κορύφωση, με εξεγέρσεις φοιτητικές στην Ευρώπη και την Αμερική. Σύμβολο των καιρών παραμένει ο γαλλικός Μάης, όπου κωδικοποιούνται συμπεριφορές, σκοποί και τακτικές, δυναμικές και αισθητικές αξίες, γραφικά σημάδια και σχέδια, συνθήματα, έτσι όπως στη συνέχεια θα τα βλέπαμε και ακούγαμε παντού όπου υπήρχε συνελευσιακό καθεστώς, ομάδες περιφρούρησης, πορείες και διαδηλώσεις, κατάληψη ή οδοφράγματα. Το κίνημα των γάλλων φοιτητών, για να ριζώσει, έψαξε τη σύνδεση δίχως να τα καταφέρει, σε σταθερή βάση, με την εργατική τάξη, κι έτσι, παρά το ότι παρήγαγε ένα πολιτικό σπουδαίο γεγονός όπως η προσωπική απομάκρυνση του στρατηγού Ντε Γκώλ, τελειώνει μόλις μετά από ένα μήνα. Στην Ιταλία, η φοιτητική διαμαρτυρία ξεκινά αργότερα αλλά βρίσκει, εν μέρει τουλάχιστον, ανταπόκριση και σύνδεση με την εργατική τάξη. Γι αυτόν ακριβώς τον λόγο στην Γαλλία ο Μάης διαρκεί ένα μήνα ενώ στην Ιταλία δέκα χρόνια, δεκαπέντε, είκοσι!

Σχετική εικόνα

Αυτές οι γραμμές δεν μπορούν παρά να είναι μια φτωχή περίληψη αυτών που συνέβησαν μέχρι τη στιγμή που πυροδότησε την συνέχεια : η βόμβα στην
Banca nazionale dell’agricoltura, στην πιάτσα Φοντάνα, στο Μιλάνο, με δεκαεπτά νεκρούς. Το κυνήγι στους αναρχικούς, ο θάνατος του Giuseppe Pinelli, που πέφτει απ’ το παράθυρο της ασφάλειας. Η γέννηση της στρατηγικής της έντασης.
Η αριστερά ξεσηκώνεται σε όλη την Ιταλία, σε μια εκπληκτική προσπάθεια να απελευθερωθεί από μια ψεύτικη κατηγορία που προπαγανδίζεται από εφημερίδες και τηλεειδήσεις. Τίποτα περισσότερο από το ξεμασκάρεμα της στρατηγικής της έντασης αξίζει για να μεγαλώσει τις γραμμές της μαχητικής αριστεράς, και μια αυθεντική αλληλεγγύη προς το αναρχικό κίνημα αδίκως κατηγορούμενο μετατρέπεται στο πέρασμα πολλών από το γενικότερο δημοκρατικό χώρο, προοδευτικό, λαϊκό ή καθολικό σε εκείνο το μαρξιστικό ή κομουνιστικό, μεγαλώνοντας και δυναμώνοντας για μια δεκαετία εκείνες τις εξωκοινοβουλευτικές οργανώσεις που έφτασαν να έχουν δεκάδες χιλιάδες αγωνιστές κινητοποιήσιμους. Οργανώσεις που θεωρούν πως η καθεμιά τους είναι ο πυρήνας του μελλοντικού επαναστατικού κόμματος ή κινήματος. Που πίστευαν πως η επανάσταση αργά ή γρήγορα θα έρχονταν. Εν τω μεταξύ, αρκούνταν στη χρήση της βίας στην πλατεία, που ήταν αναγκαία αντίθεση στο Κράτος, και στον αγώνα ενάντια στις φασιστικές ομάδες, έχοντας αντιληφθεί πως αυτές αποτελούν τη δεξαμενή από την οποία το Κράτος αντλούσε για τις σκοτεινές του μανούβρες.

Αποτέλεσμα εικόνας για piazza fontana massacre

Τέλος, συμβιβαστική, ηττοπαθής και, τουλάχιστον μετά το 1973, επικίνδυνη η πολιτική του Κκι, διότι μέσω της στρατηγικής επιλογής του ιστορικού συμβιβασμού καθιστούσε ανήμπορα, αβοήθητα και παρέδιδε στην ήττα τα κινήματα, τους εργατικούς και τους κοινωνικούς αγώνες. Το στρατιωτικό πραξικόπημα στη Χιλή της 11ης σεπτεμβρίου 1973, που ήθελαν και υποστήριξαν οι ΗΠΑ, το οποίο είχε ανατρέψει την κυβέρνηση της Unidad Popular υπό την ηγεσία του σοσιαλιστή Salvador Allende, δημοκρατικά εκλεγμένου, η επακόλουθη ήττα της χιλιανής αριστεράς και ο θάνατος του Allende καθιστούσαν στα μάτια μας εμφανή τα όρια και τους κινδύνους του εκλογικού και «ειρηνικού δρόμου» προς τον σοσιαλισμό και για την Ιταλία.

Αποτέλεσμα εικόνας για Cile, Allende

 

Η ιστορία ενός κινήματος πολιτιστικού και πολιτικού που ηττήθηκε από την στρατιωτική και δικαστική αντίδραση του κράτους.

Ήταν λοιπόν η Αυτονομία, η οποία γεννιέται στη συνέχεια,  ένα κίνημα πολύ πλατύ, οδοντωτό, που λίγοι αναγνωρίζονταν στις οργανωμένες του ομάδες, και που περιείχε όλο εκείνο το ανατρεπτικό και εξεγερτικό που μπορούσες να βρεις στις πλατείες του μιλάνο και της ιταλίας, οποιοσδήποτε είχε μέσα του λίγη κοινωνική εξεγερτικότητα στην καρδιά, βρίσκονταν στην εργατική Αυτονομία. Στο εσωτερικό της βρίσκονταν αμέτρητες συλλογικότητες και ολόκληρα κινήματα, όπως εκείνο των φεμινιστριών, των ομοφυλόφιλων, δίπλα στους φοιτητές και σε πολλούς εργάτες. Σίγουρα η Αυτονομία δεν εκπροσωπούσε όλο τον εργατικό κόσμο, είναι όμως αναμφισβήτητο πως οι οργανωμένες της μορφές, δηλαδή οι αυτόνομες συνελεύσεις ή οι εργατικές Επιτροπές ή οι εργατικές Κολλεκτίβες, που αναφέρονταν στον Scalzone, τον Piperno, την Tenza Tregua ή στο Rosso, ήταν σε θέση να επηρεάζουν δυνατά τις εργατικές συνελεύσεις και τον έλεγχο των εργοστασίων, και ακριβώς γι αυτό προκαλούσαν τεράστιες ανησυχίες στο συνδικάτο πάνω απ’ όλα και μετά, φυσικά, στο Κράτος. Διότι τα πρόσωπα που έπαιρναν μέρος ήταν βαθιά ριζωμένα στις παραγωγικές πραγματικότητες και στις γειτονιές, στις περιοχές, και ήταν σε θέση, κάποιες στιγμές, να καταφέρνουν να ψηφίζουν ολόκληρα εργοστάσια ενάντια στη συνδικαλιστική γραμμή. Θυμάμαι, για παράδειγμα, μια συνέλευση στην Sit-Siemens στην οποία ο Trentin, τότε γραμματέας της Fiom, [το πανίσχυρο συνδικάτο των μεταλ-μηχανικών], βρέθηκε στη μειοψηφία από μια ομάδα εργατών που μπόρεσε να πείσει όλους τους υπόλοιπους πάνω στο θέμα της ισοπολιτείας και της αυτόματης υπερπήδησης κατηγορίας.

Αποτέλεσμα εικόνας για autonomia operaia padova

Η Αυτονομία όμως δεν ήταν μοναχά αγώνας μες το εργοστάσιο. Ήταν ένα κίνημα που δεν άφηνε για αργότερα, που τα ‘ήθελε όλα και αμέσως’, και αυτό σήμαινε απαλλοτρίωση των υπεραγορών, δωρεάν είσοδο στις συναυλίες και στον κινηματογράφο, δωρεάν χρήση των δημόσιων μέσων, όλη εκείνη την πρακτική που ονομάζονταν απαλλοτρίωση και αυτομείωση.

Σχετική εικόνα

Για να κάνει όλ’ αυτά το κίνημα έπρεπε να αυτοπροστατεύεται. Εάν εξαιρέσουμε κάποιες περιπτώσεις, οι πρώτες μορφές βίας γεννιόνται ακριβώς για αυτοπροστασία : εάν θέλαμε να μπούμε σε ένα σούπερ μάρκετ, να κάνουμε τα ψώνια και μετά να φύγουμε δίχως να πληρώσουμε και δίχως να βρούμε απ’ έξω την αστυνομία έτοιμη να μας συλλάβει όλους, χρειάζονταν να προστατευτούμε. Τοοθετούμασταν λοιπόν στους δρόμους πρόσβασης και εάν έφταναν τα μπατσικά, τραβούσαμε έξω τα μπουκάλια.

Αποτέλεσμα εικόνας για autonomia operaia padova

Υπήρχε πάνω απ’ όλα κάτι καλό, θαυμάσιο σε αυτό το κίνημα : για πρώτη φορά τέθηκε το θέμα του τι ήταν αυτό που θέλαμε να ζήσουμε με τρόπο διαφορετικό από το παραδοσιακό σύστημα, για πρώτη φορά τίθετο το θέμα πως δεν μπορούσαμε να περιμένουμε ‘τους δύο χρόνους’, όπως στην κλασική κομουνιστική παράδοση : πρώτα κάνουμε την επανάσταση και μετά σκεφτόμαστε τη σχέση άνδρας-γυναίκα, στην οικογένεια, κλπ. Γι αυτό πολύ συχνά οι κομουνιστές, ανατρεπτικοί από πολιτική σκοπιά, ήταν οι πιο δεξιοί, με εισαγωγικά, στον χειρισμό των ανθρώπινων σχέσεων : ο κλασικός κομουνιστής ήταν γκρίζος, ήταν ο κομουνιστής της 3ης Διεθνούς. Το κίνημα του ’77 έδειξε πως δεν ήταν πια τόσο αδύνατο να καταφέρουμε να κάνουμε κάποια πράγματα. Σίγουρα η δυσκολία βρίσκονταν στο να σιγουρέψουμε τη συνέχεια, και όχι μόνο δεν το καταφέραμε αλλά με τις δράσεις μας ξεσηκώσαμε, σαν ‘απάντηση’ από την μεριά του Κράτους την ολοκληρωτική καταστολή. Εκείνο που δεν καταλάβαμε τότε, ή το καταλάβαμε καθυστερημένα, ήταν πως δεν θα φτάναμε πουθενά συνεχίζοντας να κατεβαίνουμε κάθε Σάββατο απόγευμα στο κέντρο της πόλης να κάνουμε απαλλοτριώσεις και αυτομειώσεις. Δεν αναρωτηθήκαμε ποτέ : και μετά ; Σκεφτόμασταν απλώς πως θα γεννιόταν και θα μας ακολουθούσε ένα κίνημα αυθόρμητο.Ήμασταν πολλοί, είναι αλήθεια, πιστεύαμε όμως πως είμαστε περισσότεροι απ’ ότι στην πραγματικότητα, ακόμα και η πλειοψηφία της χώρας, και όντως δεν ήμασταν, ήταν ξεκάθαρο. Πιστεύαμε πως η επανάσταση θα έρχονταν με μια διαδικασία συσσώρευσης, τόσες υπεραγορές απαλλοτριωμένες, τόσες συναυλίες σπασμένες, τόσα εισιτήρια απλήρωτα, μέχρι τη γενική αναστάτωση, και ως εκ τούτου, όλα τα ερωτήματα αναβάλλονταν για αργότερα.

Αποτέλεσμα εικόνας για autonomia operaia

Αυτή ήταν η Αυτονομία, και ακριβώς η οριζόντια και δικτυωτή της εξάπλωση, όχι δομημένη, το να είναι ένα τεράστιο καζάνι μέσα στο οποίο έβραζε οτιδήποτε ήταν αντι-Κρατικό, αντι-αφεντικό, αντι-συστημικό, ήταν το ίδιο της το όριο. Ήταν ένα κίνημα ανατρεπτικό, με την έννοια πως ήθελε να ανατρέψει τα πάντα, να αναποδογυρίσει όλες τις κοινωνικές σχέσεις, και τις προσωπικές – άντρας/γυναίκα, την παραδοσιακή οικογένεια – και , πολύ πιθανό, τα ανέτρεψε σε μεγάλο βαθμό μέχρι να ανατρέψει τελικά τον εαυτό του.

Αποτέλεσμα εικόνας για autonomia operaia padova

Θυμάμαι πως λέγαμε : μα εάν κάνουμε την επανάσταση και κερδίσουμε, ποιος είναι αυτός που κάποια στιγμή, μετά μια βδομάδα από χορούς, θα πει : τώρα χρειάζεται να πάμε για δουλειά ; Και είχαμε διαλέξει γι αυτό το καθήκον έναν εργάτη ο οποίος, σύμφωνα μ’ εμάς, και για την εικόνα που εξέπεμπε – τον βλέπαμε σοβαρό, λίγο θλιμμένο, λιγότερο ελευθεριακό από εμάς – ήταν ο μοναδικός που μπορούσε ν’ ανέβει σε ένα πάλκο, σε μια μεγάλη συγκέντρωση στην πόλη, μια βδομάδα μετά την επανάσταση, και να πει : εντάξει, είναι πλέον δικά μας τα εργοστάσια, είναι δικά μας και τα σχολεία, τώρα όμως πρέπει να ξεκινήσουμε να κυβερνούμε την χώρα!

Όταν βρίσκεσαι μέσα σε ένα φαινόμενο είναι δύσκολο να το καταλάβεις και να είσαι ικανός να το κατευθύνεις. Κάποια κομμάτια του κινήματος ξεκίνησαν να δοκιμάζουν τον δρόμο της ένοπλης πάλης, απλής και καθαρής, που πήγαινε πέρα από τον απλό εξοπλισμό στο ίδιο το κίνημα για τις διαδηλώσεις ή για τις εισόδους στα μάρκετς. Γεννήθηκαν εκείνοι που ονομάστηκαν ένοπλοι σχηματισμοί. Ενώ οι ερυθρές Ταξιαρχίες υπήρχαν από πριν, από την Αυτονομία γεννιέται το ένοπλο κίνημα της πρώτης Γραμμής, που θεωρεί ανώφελο και χάσιμο χρόνου να συνεχιστεί ο μηχανισμός της διάχυτης βίας και πιστεύει πως η επίθεση στην καρδιά του Κράτους πρέπει να γενικευτεί : ενέδρες σε αστυνομικούς και όχι μόνο.

Αποτέλεσμα εικόνας για prima linea organizzazione terroristica

Το ’78 οι Ταξιαρχίες απαγάγουν τον Aldo Moro και αυτή η δράση σημειώνει κατα κάποιο τρόπο το υψηλότερο σημείο όπου μπορεί να φτάσει η ανατροπή, αντιπροσωπεύει όμως επίσης και το μέγιστο της πτήσης προς τα μπρος : διότι όταν απαγάγεις τον Μόρο, μετά τι κάνεις ; Ή είσαι ικανός να το διαχειριστείς, και εκείνη η στιγμή γίνεται η έναρξη μιας γενικής επανάστασης της χώρας, ή διαφορετικά τελειώνει όπως τελείωσε : την κατάσταση διαχειρίζεται το Κράτος που εξαπολύει στη συνέχεια μια ολοκληρωτική κατασταλτική κίνηση. Αυτό είναι εκείνο που συνέβη.

Αποτέλεσμα εικόνας για aldo moro

ένα απόσπασμα από το συντακτικό κείμενο περιοδικού της Αυτονομίας στη μέση του κινήματος του ’77 :

‘Είναι γι αυτό που οι αυτόνομοι κερδίζουν : όχι επειδή έχουν το Ρ38 αλλά διότι είναι πιο έξυπνοι και προετοιμασμένοι, ιστορικά περισσότερο ριζωμένοι, ξένοι σε όλη τη σοσιαλδημοκρατική σαπίλα. Όχι, δεν είναι περιθωριοποιημένοι, οι αυτόνομοι νικούν, διότι είναι η αναδυόμενη κορυφή της νέας σύνθεσης της εργατικής προλεταριακής τάξης, οι αντιπρόσωποι, σε πρώτο πρόσωπο, όλης της εκμεταλλευόμενης κοινωνικής εργασίας, όχι, όπως το κομουνιστικό Κόμμα, αντιπρόσωποι εργατικών αριστοκρατιών, κλαδικών γραφείου, μαφίες καταστηματαρχών. Οι αυτόνομοι είναι η αντιπροσώπευση του κομουνισμού του παγκόσμιου προλεταριάτου. Γι αυτό είναι αλαζόνες και βίαιοι : διότι εκφράζουν, είναι, ερμηνεύουν την πραγματικότητα του ταξικού αγώνα στον αιώνα μας. Γι αυτό επιτρέπουν στον εαυτό τους να αγωνίζονται με σκληρότητα αυξανόμενη : γιατί είναι ανίκητοι, όπως ήταν πάντα οι εκπρόσωποι μιας νέας παραγωγικής βάσης’.

Αποτέλεσμα εικόνας για movimento 77

Την ημέρα της 7 απριλίου 1979, μια μνημειώδης δικαστική πρωτοβουλία καταλόγισε σε δεκάδες αυτόνομους ηγέτες και αγωνιστές πως ήταν επί κεφαλής σε όλες τις ένοπλες οργανώσεις που δραστηριοποιούνταν στην Ιταλία και οργανωτικός εγκέφαλος ενός «σχεδίου ένοπλης εξέγερσης ενάντια στις εξουσίες του Κράτους». Η κατηγορία, που αποδεικνύεται με την πάροδο του χρόνου αβάσιμη, χρησίμευσε ως αρχική υποστήριξη για περαιτέρω μαζικές συλλήψεις, προληπτικές κρατήσεις στις ειδικές φυλακές, δίκες που διήρκησαν χρόνια και καταδίκες σε μακρές ποινές.

Αποτέλεσμα εικόνας για autonomia operaia padova

Συνθέτουμε : οι αυτόνομοι είναι αλαζόνες και βίαιοι διότι είναι εξυπνότεροι και πιο προετοιμασμένοι. Αυτό έλεγαν για τους εαυτούς τους οι αυτόνομοι το 1977. Κάτι διαφορετικό λέει ένας από αυτούς, από τους κυριότερους θεωρητικούς, είκοσι χρόνια αργότερα :  ‘Κάναμε λάθος να σκεφτούμε πως η πολιτική ωρίμανση του νέου υποκείμενου θα έρχονταν τόσο γρήγορα, και σε κάθε περίπτωση με μια δυναμική τέτοια ώστε να εξουδετερώσει, να αντισταθεί και να ξεπεράσει τη κατασταλτική αντεπίθεση που η καπιταλιστική τάξη και οι προδότες του επίσημου εργατικού κινήματος είχαν εξαπολύσει. Για να το πούμε όπως το λέγαμε και τότε : »υπερεκτιμήσαμε τις δυνάμεις μας». […] Συχνά τονίσαμε αυτό το λάθος μας, γενόμενοι πιο εξτρεμιστές όσο περισσότερο κουφή και αποφασισμένη γίνονταν η δράση της εξουσίας εναντίον μας. Μετά από ένα τέτοιο κρεσέντο δεν γινόταν παρά να ενισχυθεί η Κρατική βία. Έτσι έγινε. Και ηττηθήκαμε’.

η άρνηση της εργασίας, φωτογραφία:

 

 

σκόρπιες σκέψεις...

Η επανάσταση δεν συλλαμβάνεται! Ιταλία: για έναν Μάη που δεν ήθελε να σβήσει!

Κάναμε τα πάντα,
για να γίνουμε καλύτεροι από εκείνο που ήμασταν.
Αυτό μπορούμε να το πούμε για μεγάλο μέρος
της γενιάς μας, σε μιαν εποχή
στην οποία θέλαμε, και φαίνονταν πως ήταν δυνατό,
να αλλάξουμε τα πράγματα και τον κόσμο. 

Ο Lorenzo Bortoli θα πεθάνει αυτοκτονώντας στη φυλακή την 19 ιουνίου 1979. LORENZO BORTOLI 1952-1979

  • ποιος είπε πως δεν υπάρχει!

Μέρος Α……   ‘βρίσκεται στο όνειρο που πραγματοποιείται, βρίσκεται στο γυαλισμένο πολυβόλο. Στη χαρά και στο θυμό, στο να καταστρέφεις το κλουβί. Στο θάνατο του σχολείου, στην άρνηση της εργασίας. Στο έρημο εργοστάσιο, στο σπίτι δίχως πόρτα. Βρίσκεται στη φαντασία, στη μουσική πάνω στο χορτάρι, βρίσκεται στην πρόκληση, στη δουλειά του τυφλοπόντικα, στην ιστορία του μέλλοντος, στο παρόν δίχως ιστορία, στις στιγμές του μεθυσιού, στις στιγμές της μνήμης. Βρίσκεται στο μαύρο του δέρματος, στη συλλογική γιορτή, στο ν’ αρπάζουμε τα εμπορεύματα, στο να πιανόμαστε απ’ το χέρι, να πετάμε πέτρες, στην πυρκαγιά στο Μιλάνο, στις σιδερόβεργες στους φασίστες και στις πέτρες ενάντια στα τζιπ. Βρίσκεται στα όνειρα που κάνουν οι αλήτες και στα παιχνίδια των μωρών, στο να μαθαίνουμε το σώμα, στον οργασμό του μυαλού, στην πιο ολοκληρωτική επιθυμία, στη διάφανη κουβέντα. Μα ποιος είπε πως δεν υπάρχει. Βρίσκεται στο βάθος των ματιών σου. Στην άκρη των χειλιών. Μα ποιος είπε πως δεν υπάρχει. Βρίσκεται στο γυαλισμένο πολυβόλο. Στο τέλος του Κράτους. Υπάρχει, ναι, υπάρχει. Μα ποιος είπε πως δεν υπάρχει’.


Gianfranco Manfredi 1976


  • Και νόμιζαν ότι θα γλιτώσουν κατηγορώντας την ιστορία για ένοπλη συμμορία…
  • Τα θέλουμε όλα και τα θέλουμε Τώρα! η έφοδος στον ουρανό
  • Την έμφυτη ανάγκη που έχουν για ελευθερία. Τη δίψα που έχουν για την ανάληψη πρωτοβουλίας και δράσης. Για τη βαθύτατη απόγνωση που βασανίζει τη καρδιά τους και τον αγώνα δρόμου που κάνουν για να επαναπροσδιορίσουν το είναι τους.
  • Το περίφημο ’68 που στην Ιταλία εξαπλώθηκε κυρίως το ’69-70′, όταν αξιολογείται εκ των υστέρων, μαζί με τις άλλες αλλαγές δημιούργησε, με ιστορικούς όρους, και μια κυριότερη, απ’ όλες τις άλλες μαζί: την ντε φάκτο απελευθέρωση των γυναικών από την πατριαρχική υποταγή που διαρκούσε αιώνες. Η οικογένεια εκρήγνυται : οι νέες και οι νέοι εικοσάρηδες φεύγουν από τα σπίτια για να μη ξαναγυρίσουν, και πολύ λίγα αποκαλύπτουν στους γονείς από τα πολλά που κάνουν. Το σχολείο, που μέχρι στιγμής αποτελεί έναν από τους πυλώνες του πατριαρχίας, δομημένο για να έχει τρία είδη παραγώγων – πρόβατα, πρόβατα λιγάκι καλλιεργημένα, μαϊμούδες που ομιλούν και κυριαρχούν – καταρρέει στη διάρκεια ενός χρόνου, αδειάζοντας από εξουσία τους δασκάλους και καθηγητές, από τους οποίους οι πιο τυραννικοί εκ των πραγμάτων εκδιώκονται από τα κτίρια. Στα θερμά συνελευσιακά κινήματα ήταν ξεκάθαρο πως οι γυναίκες μπορούσαν να είναι ότι και οι άνδρες σε νούμερα και θέληση. Στα εργοστάσια συμβαίνει το ίδιο πράγμα: οι μυριάδες γυναικών που ήδη εργάζονταν σε κάθε βιομηχανία, βλέπε το αβαντάζ των επιχειρηματιών που πληρώνουν χαμηλότερους μισθούς, μεταμορφώνει την οικονομική σε υπαρξιακή αυτονομία.

Η κληρονομιά εκείνης της εποχής περιέχει λοιπόν κάποιες θετικές πλευρές που έχουν καθιερωθεί, και άλλες που με τα χρόνια περιέπεσαν σε λανθάνουσα κατάσταση, ή που σήμερα δέχονται σκληρή κριτική. Παρόλα αυτά, εκείνοι που σήμερα ασκούν κριτική σε εκείνη την ιστορική περίοδο ωφελήθηκαν ακριβώς από την συνολική κατάσταση που εκείνα τα χρόνια είχε δημιουργηθεί, από το γεγονός πως ένα πλήθος ανθρώπων με καινούργιες ιδέες έδιωξε θέσεις που μέχρι εκείνη τη στιγμή έμοιαζαν αμετακίνητες.
Ο σεισμός ξεκίνησε από τα σπίτια, απ’ τα σχολειά και τα εργοστάσια, κατακλύζει ολόκληρη την Ιταλία και θέτει υπό αμφισβήτηση κάθε κοινωνική πλευρά: οι επίσημες εξουσίες εξαφανίζονται γιατί απορρίπτονται ή ηττώνται, και στο κενό που έχει δημιουργηθεί αναδύεται και έχει κάποια διάρκεια η συνελευσιακή εξουσία, στης οποίας το κύκλωμα έρχονται να ανακατευτούν μεγάλα στρώματα νεαρών με αυτά λιγότερο νέων, για να αντλήσουν εμπειρία, για να ενωθούν και να διαχωριστούν ξανά ανάλογα με τα πολιτικά θέματα δεξιάς και αριστεράς, άντρες και γυναίκες συναντώνται, όλο και περισσότερο ισότιμα.

Και η κουλτούρα επίσης καταγράφει βήματα προς τα εμπρός. Γίνεται μαζική, γεννά σε μια τάξη μέχρι στιγμής περιορισμένη, το προλεταριάτο, νέες και πιο εξελιγμένες ανάγκες: οικιστική αυτονομία, αυτονομία στις μετακινήσεις, ταξίδια και διακοπές, ελεύθερο χρόνο και αναγνώσεις, μουσική

Το ξεκίνημα της αλλαγής τοποθετείται μια δεκαετία νωρίτερα: το 1959, εξ αιτίας μιας επανάστασης, το μεγάλο νησί της Κούβας γίνεται Κράτος σοσιαλιστικό ή κομουνιστικό εάν προτιμάτε, κάτω από την διεύθυνση προσωπικοτήτων όπως ο Φιντέλ Κάστρο και ο Ερνέστο Τσε Γκεβάρα, που αποπνέουν νεανική εικόνα, λαϊκή και πολύ ρομαντική, σε μια εποχή που έχει ξεκινήσει ήδη η μεγάλη μαζική επικοινωνία με ήχο και εικόνα. Για το φαντασιακό η Κούβα αντιπροσωπεύει τον Δαβίδ που στέκεται ορθός απέναντι στον Γολιάθ και τον κρατά απ’ τα  αρχίδια κι ας είναι με τη βοήθεια της ρωσικής αρκούδας. Για τις ηνωμένες πολιτείες είναι αγκάθι στον κόρφο της, πραγματικά και όχι μεταφορικά, μιας και η απόσταση που χωρίζει το νησί από την ήπειρο είναι ελάχιστη. Για τους σοβιετικούς αντιπροσωπεύει ένα τεράστιο κτύπημα της τύχης, διότι φέρνει την ηγεμονία τους σε απόσταση αναπνοής απ’ τον μεγάλο αντίπαλο, για τους κομουνιστές των μη κομουνιστικών κρατών αντιπροσωπεύει γεγονός πολύ ενδιαφέρον που ανοίγει νέους ορίζοντες, για πρώτη φορά μια νικηφόρα επανάσταση καθαρά κομουνιστική και προλετάρια συμβαίνει όχι σε περίοδο πολέμου, μα σε καιρό ειρήνης, αποδεικνύοντας πως μια αληθινή επανάσταση είναι δυνατή.

Δέκα μέρες πριν τη κρίση των πυραύλων βγαίνει στο Λονδίνο ο πρώτος δίσκος των Μπήτλς, που με τους Ρόλλινγκ Στόουνς δίνουν έναρξη στην βρεταννική εισβολή, εννοώντας την ροή της νέας μουσικής ροκ από την Αγγλία προς την Αμερική πρώτα και στον υπόλοιπο κόσμο στη συνέχεια. Μουσική έκφραση που είναι το μεγαλύτερο καλλιτεχνικό γεγονός του αιώνα, ρίχνει τα εμπόδια και τα τείχη, και είναι ο πρόδρομος της καλής παγκοσμιοποίησης, γίνεται επίσης το σάουντρακ μεγάλου μέρους των κινημάτων απελευθέρωσης και της αριστεράς. Στο φως της μεγαλύτερης ισότητας που υπάρχει στον βορρά, μαζί με την καινούργια μουσική έρχεται η εξέλιξη στις σεξουαλικές συνήθειες και τα ήθη όπως και στους αισθητικούς κανόνες, και για πρώτη φορά, χάρη στην εμπορική εξάπλωση και στις προσιτές τιμές, η καλλιτεχνική πρωτοπορία είναι πλέον στις πόρτες όλων.

Μια δυνατή ώθηση προς τις επαναστατικές ιδέες έρχεται από την Νότιο Αμερική, την κακότυχη ήπειρο όπου έχουν πέσει επάνω της με τον πιο άγριο τρόπο ο αμερικανικός καπιταλισμός και ιμπεριαλισμός. Από το 1968 οι απαντήσεις έρχονται κυρίως από το αντάρτικο κίνημα των Τουπαμάρος στην Ουρουγουάη και από την Χιλή του σοσιαλιστή Αλλιέντε. Τα πραξικοπήματα που έχουν οργανωθεί για να εξολοθρεύσουν φορά τη φορά τον κίνδυνο εξάπλωσης της δημοκρατίας και του σοσιαλισμού στην ήπειρο παρήγαγαν σύγκρουση ιδιαίτερα σκληρή κι από τα δύο μέρη. Ήδη το 1967 μια προσπάθεια επαναστατική στην Βολιβία τελειώνει με την εκτέλεση του θρυλικού διοικητή Τσε Γκεβάρα, που αρνήθηκε τις κολακείες της εξουσίας στη νικηφόρα Κούβα για να επιστρέψει στον αγώνα, και που πεθαίνοντας με εκείνο τον τρόπο καθίσταται έμπνευση και αναφορά πολιτικό-στρατιωτική σε όλο τον κόσμο. Η μορφή του ζωγραφισμένη είναι ίσως το πολιτικό σύμβολο που έχει τοποθετηθεί στις περισσότερες σημαίες.

Το καλοκαίρι του 1964 ξεκινά η απ ευθείας ανάμειξη των αμερικανών στον πόλεμο στο Βιετνάμ που θα κρατήσει εννέα από τα έντεκα χρόνια εκείνης της σύγκρουσης. Απορροφά όλο και περισσότερους αμερικανούς στρατιώτες, με πολλές απώλειες σε ανθρώπινες ζωές, γενικεύοντας τη μεγαλύτερη λαϊκή δυσαρέσκεια που είδαμε ποτέ στις ηνωμένες πολιτείες, αναγκάζοντας την κυβέρνηση να αποσύρει τα στρατεύματα, υπό την πίεση μυριάδων διαδηλώσεων και αγώνων, η είδηση από τους οποίους μόνο εν μέρει έγινε γνωστή πέρα απ’ τον ωκεανό. Η πρώτη φοιτητική εξέγερση ξεσπά στο Μπέρκλεϋ, στην Καλιφόρνια, την άνοιξη του ’64, στο όνομα του δικαιώματος των φοιτητών να μπορούν να ομιλούν ελεύθερα ενάντια στην κυβέρνηση και τον πόλεμο μέσα στις σχολές. Ανάμεσα στα διάφορα κινήματα που αναπτύχθησαν τα επόμενα χρόνια, εκτός απ’ τους ειρηνιστές, θυμούμαστε τους Black Power, τους Black Panther, το κίνημα για την απελευθέρωση της γυναίκας, το κίνημα των gay, τους hippie, τους freak. Το 1968 αυτές και άλλες συνιστώσες θα έρθουν στη δημοσιότητα στο Σικάγο όπου θα προκληθούν σοβαρά επεισόδια στη διάρκεια του συνεδρίου του Δημοκρατικού κόμματος. Εκείνο το διάστημα ήδη έχουμε και την Άνοιξη της Πράγας και τον γαλλικό Μάη.

Από μια άλλη ήπειρο φτάνουν τα νέα της πολιτιστικής επανάστασης στην Κίνα, της οποίας οι αρχές, συγκεντρωμένες στο εύχρηστο κόκκινο βιβλιαράκι των σκέψεων του Μάο Τσε Τούνγκ, ανεμίζουν στις διαδηλώσεις στην θέση των σημαιών. Στα κομουνιστικά κόμματα της δύσης και στις οργανώσεις με αυτά συνδεδεμένες, όπως τα συνδικάτα, μέρος της εσωτερικής αντιπολίτευσης τείνει να απαγκιστρωθεί από την σοβιετική ορθοδοξία, που αποκαλείται ρεβιζιονιστική διότι αρνείται την παγκόσμια επανάσταση, και δέχεται πως η κόκκινη σημαία γλιστράει προς την Κίνα.

Το 1968 σημειώνεται η διεθνής κορύφωση, με εξεγέρσεις φοιτητικές στην Ευρώπη και την Αμερική. Σύμβολο των καιρών παραμένει ο γαλλικός Μάης, όπου κωδικοποιούνται συμπεριφορές, σκοποί και τακτικές, δυναμικές και αισθητικές αξίες, γραφικά σημάδια και σχέδια, συνθήματα, έτσι όπως στη συνέχεια θα τα βλέπαμε και ακούμε παντού όπου υπήρχε συνελευσιακό καθεστώςομάδες περιφρούρησης, πορείες και διαδηλώσεις, κατάληψη ή οδοφράγματα. Το κίνημα των γάλλων φοιτητών, για να ριζώσει, έψαξε τη σύνδεση δίχως να τα καταφέρει, σε σταθερή βάση, με την εργατική τάξη, κι έτσι, παρά το ότι παρήγαγε ένα πολιτικό σπουδαίο γεγονός όπως η προσωπική απομάκρυνση του στρατηγού Ντε Γκώλ, τελειώνει μόλις μετά από ένα μήνα. Στην Ιταλία, η φοιτητική διαμαρτυρία ξεκινά αργότερα αλλά βρίσκει, εν μέρει τουλάχιστον, ανταπόκριση και σύνδεση με την εργατική τάξη. Γι αυτόν ακριβώς τον λόγο στην Γαλλία ο Μάης διαρκεί ένα μήνα ενώ στην Ιταλία δέκα χρόνια, δεκαπέντε!

Αυτές οι γραμμές δεν μπορούν παρά να είναι μια φτωχή περίληψη αυτών που συνέβησαν μέχρι τη στιγμή που πυροδότησε την συνέχεια : τη βόμβα στην
Banca nazionale dell’agricoltura, στην πιάτσα Φοντάνα, στο Μιλάνο, με δεκαεπτά νεκρούς. Το κυνήγι στους αναρχικούς, ο θάνατος του Giuseppe Pinelli, που πέφτει απ’ το παράθυρο της ασφάλειας. Η γέννηση της στρατηγικής της έντασης.
Η αριστερά ξεσηκώνεται σε όλη την Ιταλία, σε μια εκπληκτική προσπάθεια να απελευθερωθεί από μια ψεύτικη κατηγορία που προπαγανδίζεται από εφημερίδες και τηλεειδήσεις. Τίποτα περισσότερο από το ξεμασκάρεμα της στρατηγικής της έντασης αξίζει για να μεγαλώσει τις γραμμές της μαχητικής αριστεράς, και μια αυθεντική αλληλεγγύη προς το αναρχικό κίνημα αδίκως κατηγορούμενο μετατρέπεται στο πέρασμα πολλών από το γενικότερο δημοκρατικό χώρο, προοδευτικό, λαϊκό ή καθολικό σε εκείνο το μαρξιστικό ή κομουνιστικό, μεγαλώνοντας και δυναμώνοντας για μια δεκαετία εκείνες τις εξωκοινοβουλευτικές οργανώσεις που έφτασαν να έχουν δεκάδες χιλιάδες αγωνιστές κινητοποιήσιμους. Οργανώσεις που θεωρούν πως η καθεμιά τους είναι ο πυρήνας του μελλοντικού επαναστατικού κόμματος ή κινήματος. Που πίστευαν πως η επανάσταση αργά ή γρήγορα θα έρχονταν. Εν τω μεταξύ, αρκούνταν στη χρήση της βίας στην πλατεία και τους δρόμους, που ήταν αναγκαία αντίθεση στο Κράτος, και στον αγώνα ενάντια στις φασιστικές ομάδες, έχοντας αντιληφθεί πως αυτές αποτελούν τη δεξαμενή από την οποία το Κράτος αντλούσε για τις σκοτεινές του μανούβρες.

Τέλος, συμβιβαστική, ηττοπαθής και, τουλάχιστον μετά το 1973, επικίνδυνη η πολιτική του Κκι, διότι μέσω της στρατηγικής επιλογής του ιστορικού συμβιβασμού καθιστούσε ανήμπορα, αβοήθητα και παρέδιδε στην ήττα τα κινήματα, τους εργατικούς και τους κοινωνικούς αγώνες. Το στρατιωτικό πραξικόπημα στη Χιλή της 11ης σεπτεμβρίου 1973, που ήθελαν και υποστήριξαν οι ΗΠΑ, το οποίο είχε ανατρέψει την κυβέρνηση της Unidad Popular υπό την ηγεσία του σοσιαλιστή Salvador Allende, δημοκρατικά εκλεγμένου, η επακόλουθη ήττα της χιλιανής αριστεράς και ο θάνατος του Allende καθιστούσαν στα μάτια μας εμφανή τα όρια και τους κινδύνους του εκλογικού και «ειρηνικού δρόμου» προς τον σοσιαλισμό και για την Ιταλία.

 

  • Η ιστορία ενός κινήματος πολιτιστικού και πολιτικού που ηττήθηκε από την στρατιωτική και δικαστική αντίδραση του κράτους.

Ήταν λοιπόν η Αυτονομία, η οποία γεννιέται στη συνέχεια,  ένα κίνημα πολύ πλατύ, οδοντωτό, που λίγοι αναγνωρίζονταν στις οργανωμένες του ομάδες, και που περιείχε όλο εκείνο το ανατρεπτικό και εξεγερτικό που μπορούσες να βρεις στις πλατείες των πόλεων της ιταλίας, οποιοσδήποτε είχε μέσα του λίγη κοινωνική εξεγερτικότητα στην καρδιά, βρίσκονταν στην εργατική Αυτονομία. Στο εσωτερικό της υπήρχαν αμέτρητες συλλογικότητες και ολόκληρα κινήματα, όπως εκείνο των φεμινιστριώντων ομοφυλόφιλων, δίπλα στους φοιτητές και σε πολλούς εργάτες. Σίγουρα η Αυτονομία δεν εκπροσωπούσε όλο τον εργατικό κόσμο, είναι όμως αναμφισβήτητο πως οι οργανωμένες της μορφές, δηλαδή οι αυτόνομες συνελεύσεις ή οι εργατικές Επιτροπές ή οι εργατικές Κολλεκτίβες, που αναφέρονταν στον Scalzone, τον Piperno, την Tenza Tregua ή στο Rosso, ήταν σε θέση να επηρεάζουν δυνατά τις εργατικές συνελεύσεις και τον έλεγχο των εργοστασίων, και ακριβώς γι αυτό προκαλούσαν τεράστιες ανησυχίες στο συνδικάτο πάνω απ’ όλα, και μετά, φυσικά, στο Κράτος. Διότι τα πρόσωπα που έπαιρναν μέρος ήταν βαθιά ριζωμένα στις παραγωγικές πραγματικότητες και στις γειτονιές, και ήταν σε θέση, κάποιες στιγμές, να καταφέρνουν να ψηφίζουν ολόκληρα εργοστάσια ενάντια στη συνδικαλιστική γραμμή. Θυμάμαι, για παράδειγμα, μια συνέλευση στην Sit-Siemens στην οποία ο Trentin, τότε γραμματέας της Fiom, [το πανίσχυρο συνδικάτο των μεταλ-μηχανικών], βρέθηκε στη μειοψηφία από μια ομάδα εργατών που μπόρεσε να πείσει όλους τους υπόλοιπους πάνω στο θέμα της ισοπολιτείας και της αυτόματης υπερπήδησης κατηγορίας.

Η Αυτονομία όμως δεν ήταν μοναχά αγώνας μες το εργοστάσιο. Ήταν ένα κίνημα που δεν άφηνε τίποτα για αργότερα, που τα ‘ήθελε όλα και αμέσως’, και αυτό σήμαινε απαλλοτρίωση των υπεραγορών, δωρεάν είσοδο στις συναυλίες και στον κινηματογράφο, δωρεάν χρήση των δημόσιων μέσων, όλη εκείνη την πρακτική που ονομάζονταν οικειοποίηση και αυτομείωση.

Για να κάνει όλ’ αυτά το κίνημα έπρεπε να αυτοπροστατεύεται. Εάν εξαιρέσουμε κάποιες περιπτώσεις, οι πρώτες μορφές βίας γεννιούνται ακριβώς για αυτοπροστασία: εάν θέλαμε να μπούμε σε ένα σούπερ μάρκετ, να κάνουμε τα ψώνια και μετά να φύγουμε δίχως να πληρώσουμε και δίχως να βρούμε απ’ έξω την αστυνομία έτοιμη να μας συλλάβει όλους, χρειάζονταν να προστατευτούμε. Τοποθετούμασταν λοιπόν στους δρόμους πρόσβασης και εάν έφταναν τα μπατσικά, τραβούσαμε έξω τα μπουκάλια.

Υπήρχε πάνω απ’ όλα κάτι καλό, θαυμάσιο σε αυτό το κίνημα : για πρώτη φορά τέθηκε το θέμα του τι ήταν αυτό που θέλαμε να ζήσουμε με τρόπο διαφορετικό από το παραδοσιακό σύστημα, εδώ και τώρα, σήμερα, για πρώτη φορά τίθετο το θέμα πως δεν μπορούσαμε να περιμένουμε ‘τους δύο χρόνους’, όπως στην κλασική κομουνιστική παράδοση : πρώτα κάνουμε την επανάσταση και μετά σκεφτόμαστε τη σχέση άνδρας-γυναίκα, την οικογένεια, κλπ. Γι αυτό πολύ συχνά οι κομουνιστές, ανατρεπτικοί από πολιτική σκοπιά, ήταν οι πιο δεξιοί, με εισαγωγικά, στον χειρισμό των ανθρώπινων σχέσεων: ο κλασικός κομουνιστής ήταν γκρίζος, ήταν ο κομουνιστής της 3ης Διεθνούς. Το κίνημα του ’77 έδειξε πως δεν ήταν πια τόσο αδύνατο να καταφέρουμε να κάνουμε κάποια πράγματα, ζούσαμε το αύριο σήμερα. Σίγουρα η δυσκολία βρίσκονταν στο να σιγουρέψουμε τη συνέχεια, και όχι μόνο δεν το καταφέραμε αλλά με τις δράσεις μας ξεσηκώσαμε, σαν ‘απάντηση’ από την μεριά του Κράτους την ολοκληρωτική καταστολή. Εκείνο που δεν καταλάβαμε τότε, ή το καταλάβαμε καθυστερημένα, ήταν πως δεν θα φτάναμε πουθενά συνεχίζοντας να κατεβαίνουμε κάθε Σάββατο απόγευμα στο κέντρο της πόλης να κάνουμε απαλλοτριώσεις και αυτομειώσεις. Δεν αναρωτηθήκαμε ποτέ: και μετά ; Σκεφτόμασταν απλώς πως θα γεννιόταν και θα μας ακολουθούσε ένα κίνημα αυθόρμητο.Ήμασταν πολλοί, είναι αλήθεια, πιστεύαμε όμως πως είμαστε περισσότεροι απ’ ότι στην πραγματικότητα, ακόμα και η πλειοψηφία της χώρας, και όντως δεν ήμασταν, ήταν ξεκάθαρο. Πιστεύαμε πως η ολοκληρωτική επανάσταση θα έρχονταν με μια διαδικασία συσσώρευσης, τόσες υπεραγορές απαλλοτριωμένες, τόσες συναυλίες σπασμένες, τόσα εισιτήρια απλήρωτα, μέχρι τη γενική αναταραχή, και ως εκ τούτου, όλα τα ερωτήματα αναβάλλονταν για αργότερα.

Αυτή ήταν η Αυτονομία, και ακριβώς η οριζόντια και δικτυωτή της εξάπλωση, όχι δομημένη, το να είναι ένα τεράστιο καζάνι μέσα στο οποίο έβραζε οτιδήποτε αντι-Κρατικό, αντι-αφεντικό, αντι-συστημικό, ήταν το ίδιο της το όριο. Ήταν ένα κίνημα ανατρεπτικό, με την έννοια πως ήθελε να ανατρέψει τα πάντα, να αναποδογυρίσει όλες τις κοινωνικές σχέσεις, και τις προσωπικές – άντρας/γυναίκα, την παραδοσιακή οικογένεια – και , μάλλον, τα ανέτρεψε σε μεγάλο βαθμό μέχρι να ανατρέψει τελικά τον εαυτό του.

Θυμάμαι πως λέγαμε : μα εάν κάνουμε την επανάσταση και κερδίσουμε, ποιος είναι αυτός που κάποια στιγμή, μετά μια βδομάδα από χορούς, θα πει : τώρα χρειάζεται να πάμε για δουλειά; Και είχαμε διαλέξει γι αυτό το καθήκον έναν εργάτη ο οποίος, σύμφωνα μ’ εμάς, και για την εικόνα που εξέπεμπε – τον βλέπαμε σοβαρό, λίγο θλιμμένο, λιγότερο ελευθεριακό από εμάς – ήταν ο μοναδικός που μπορούσε ν’ ανέβει σε ένα πάλκο, σε μια μεγάλη συγκέντρωση στην πόλη, μια βδομάδα μετά την επανάσταση, και να πει : εντάξει, είναι πλέον δικά μας τα εργοστάσια, είναι δικά μας και τα σχολεία, τώρα όμως πρέπει να ξεκινήσουμε να κυβερνούμε την χώρα!

Όταν βρίσκεσαι μέσα σε ένα φαινόμενο είναι δύσκολο να το καταλάβεις και να είσαι ικανός να το κατευθύνεις. Κάποια κομμάτια του κινήματος ξεκίνησαν να δοκιμάζουν τον δρόμο της ένοπλης πάλης, απλής και καθαρής, που πήγαινε πέρα από τον απλό εξοπλισμό στο ίδιο το κίνημα για τις διαδηλώσεις ή για τις εισβολές στα μάρκετς. Γεννήθηκαν εκείνοι που ονομάστηκαν ένοπλοι σχηματισμοί. Ενώ οι Gap του Feltrinelli, οι ερυθρές Ταξιαρχίες υπήρχαν από πριν, από την Αυτονομία γεννιέται το ένοπλο κίνημα της πρώτης Γραμμής, που μετά από κάποια στιγμή θεωρεί ανώφελο και χάσιμο χρόνου να συνεχιστεί ο μηχανισμός της διάχυτης βίας και πιστεύει πως η επίθεση στην καρδιά του Κράτους πρέπει να γενικευτεί : ενέδρες σε αστυνομικούς και όχι μόνο.

Το ’78 οι Ταξιαρχίες απαγάγουν τον Aldo Moro και αυτή η δράση σημειώνει κατά κάποιο τρόπο το υψηλότερο σημείο όπου μπορεί να φτάσει η ανατροπή, αντιπροσωπεύει όμως επίσης και το μέγιστο της πτήσης προς τα μπρος : διότι όταν απαγάγεις τον Μόρο, μετά τι κάνεις; Ή είσαι ικανός να το διαχειριστείς, και εκείνη η στιγμή γίνεται η έναρξη μιας γενικής επανάστασης της χώρας, ή διαφορετικά τελειώνει όπως τελείωσε : την κατάσταση διαχειρίζεται το Κράτος που εξαπολύει στη συνέχεια μια ολοκληρωτική κατασταλτική κίνηση. Αυτό είναι εκείνο που συνέβη.

 

ένα απόσπασμα από το συντακτικό κείμενο περιοδικού της Αυτονομίας στη μέση του κινήματος του ’77 :

‘Είναι γι αυτό που οι αυτόνομοι κερδίζουν : όχι επειδή έχουν το πιστόλι Ρ38 αλλά διότι είναι πιο έξυπνοι και προετοιμασμένοι, ιστορικά περισσότερο ριζωμένοι, ξένοι σε όλη τη σοσιαλδημοκρατική σαπίλα. Όχι, δεν είναι περιθωριοποιημένοι, οι αυτόνομοι νικούν, διότι είναι η αναδυόμενη κορυφή της νέας σύνθεσης της εργατικής προλεταριακής τάξης, οι αντιπρόσωποι, σε πρώτο πρόσωπο, όλης της εκμεταλλευόμενης κοινωνικής εργασίας, όχι, όπως το κομουνιστικό Κόμμα, αντιπρόσωποι εργατικών αριστοκρατιών, κλαδικών γραφείου, μαφίες καταστηματαρχών. Οι αυτόνομοι είναι η αντιπροσώπευση του κομουνισμού του παγκόσμιου προλεταριάτου. Γι αυτό είναι αλαζόνες και βίαιοι : διότι εκφράζουν, είναι, ερμηνεύουν την πραγματικότητα του ταξικού αγώνα στον αιώνα μας. Γι αυτό επιτρέπουν στον εαυτό τους να αγωνίζονται με σκληρότητα αυξανόμενη: γιατί είναι ανίκητοι, όπως ήταν πάντα οι εκπρόσωποι μιας νέας παραγωγικής βάσης’.

  • Την ημέρα της 7 απριλίου 1979, μια μνημειώδης δικαστική πρωτοβουλία καταλόγισε σε δεκάδες αυτόνομους ηγέτες και αγωνιστές πως ήταν επί κεφαλής σε όλες τις ένοπλες οργανώσεις που δραστηριοποιούνταν στην Ιταλία και οργανωτικός εγκέφαλος ενός «σχεδίου ένοπλης εξέγερσης ενάντια στις εξουσίες του Κράτους». Η κατηγορία, που αποδεικνύεται με την πάροδο του χρόνου αβάσιμη, χρησίμευσε ως αρχική υποστήριξη για περαιτέρω μαζικές συλλήψεις, προληπτικές κρατήσεις στις ειδικές φυλακές, δίκες που διήρκησαν χρόνια και καταδίκες σε μακρές ποινές.

Συνθέτουμε : οι αυτόνομοι είναι αλαζόνες και βίαιοι διότι είναι εξυπνότεροι και πιο προετοιμασμένοι. Αυτό έλεγαν για τους εαυτούς τους οι αυτόνομοι το 1977. Κάτι διαφορετικό λέει ένας από αυτούς, από τους κυριότερους θεωρητικούς, είκοσι χρόνια αργότερα :  ‘Κάναμε λάθος να σκεφτούμε πως η πολιτική ωρίμανση του νέου υποκείμενου θα έρχονταν τόσο γρήγορα, και σε κάθε περίπτωση με μια δυναμική τέτοια ώστε να εξουδετερώσει, να αντισταθεί και να ξεπεράσει τη κατασταλτική αντεπίθεση που η καπιταλιστική τάξη και οι προδότες του επίσημου εργατικού κινήματος είχαν εξαπολύσει. Για να το πούμε όπως το λέγαμε και τότε : »υπερεκτιμήσαμε τις δυνάμεις μας». […] Συχνά τονίσαμε αυτό το λάθος μας, γενόμενοι πιο εξτρεμιστές όσο περισσότερο κουφή και αποφασισμένη γίνονταν η δράση της εξουσίας εναντίον μας. Μετά από ένα τέτοιο κρεσέντο δεν γινόταν παρά να ενισχυθεί η Κρατική βία. Έτσι έγινε. Και ηττηθήκαμε’.

 

  • Η άρνηση της εργασίας: Ο τεϊλορισμός και η εισαγωγή αυτοματοποιημένων τεχνικών, η γραμμή συναρμολόγησης, η τυποποίηση των ρυθμών και τα ωράρια εργασίας, όλα αυτά είχαν κάνει το εργοστάσιο έναν απολύτως μη κοινωνικό χώρο μέσα στον οποίον οι επικοινωνίες μεταξύ ενός εργάτη και ενός άλλου ήταν σχεδόν αδύνατες λόγω της απόστασης, του θορύβου, του σωματικού διαχωρισμού, και στον οποίο ο χώρος εργασίας ήταν αποπροσωποποιημένος και διαρθρωμένος με δεσποτικό, επαναλαμβανόμενο τρόπο, σχεδιασμένο να επιβάλλει χρόνους, κινήσεις, χειρονομίες, αντιδράσεις σε έναν όλο και λιγότερο ανθρώπινο χειριστή, όλο και πιο μηχανικά. Η ταξική ανασύνθεση των εργατών των γραμμών συναρμολόγησης ξεκινά ακριβώς από αυτή την απανθρωποποίηση, την αποκτήνωση.Η εξέγερση του εργάτη μάζα είναι η εξέγερση του μηχανοποιημένου ανθρώπου που παίρνει τη μηχανοποίησή του κατά γράμμα και λέει: τότε, αν πρέπει να είμαι απόλυτα αποκτηνωμένος, αν δεν πρέπει να έχω ψυχή, σκέψη, ατομικότητα, θα είμαι έτσι μέχρι τέλους, σίγουρα, απεριόριστα, χωρίς ντροπή. Δεν θα συμμετέχω πλέον με το μυαλό στην εργασιακή διαδικασία, θα είμαι ξένος, κρύος, αποσπασμένος. Θα είμαι άγριος, βίαιος, απάνθρωπος όπως θέλησε να είμαι το αφεντικό. Αλλά θα είμαι τέτοιος μέχρι το σημείο να μην παραχωρώ πλέον ούτε ένα χιλιοστόγραμμο της νοημοσύνης μου, της διαθεσιμότητάς μου, της διαίσθησής μου στην εργασία, στην παραγωγή.

Αυτή που οι φιλόσοφοι είχαν περιγράψει ως αλλοτρίωση που υπέστη ο εργάτης μετατρέπεται εδώ στη συνέχεια σε μια σκόπιμη, οργανωμένη, εσκεμμένη, δημιουργική αδιαφορία. Η αδιαφορία σημαίνει: ούτε καν μια ουγγιά ανθρωπιάς στην παραγωγή. Όλη η ανθρωπιά στον αγώνα. Καμία επικοινωνία και κοινωνικότητα για την παραγωγή Δεν υπάρχει διαθεσιμότητα για την πειθαρχία. Όλη η διαθεσιμότητα για την συλλογική απελευθέρωση. Ανασύνθεση της τάξης, λοιπόν, ήθελε να πει, απλά και κατά συνέπεια: σαμποτάζ, αποκλεισμός, καταστροφή των εμπορευμάτων και των εγκαταστάσεων, βία κατά των ελεγκτών των ωραρίων δουλείας. Η εργατική νοημοσύνη αρνήθηκε να είναι παραγωγική νοημοσύνη, και εκφράστηκε εξ ολοκλήρου σε δολιοφθορά, στην κατασκευή χώρων αντιπαραγωγικής ελευθερίας.

Η ζωή άρχισε να ανθίζει ξανά ακριβώς εκεί που είχε ριζικά εξαλειφθεί και σβήστηκε, μεταξύ των γραμμών, στα τμήματα, στις τουαλέτες, όπου οι νεαροί προλετάριοι άρχισαν να πίνουν μπάφους, να κάνουν έρωτα, να περιμένουν τους επιστάτες καθάρματα για να τους ρίξουν μπουλόνια κατακέφαλα και ούτω καθεξής. Το εργοστάσιο θεωρήθηκε σαν ένα απάνθρωπο lager, και άρχισε να γίνεται τόπος μελέτης, συζήτησης ελευθερίας και αγάπης. Αυτή ήταν η άρνηση της εργασίας. Αυτή ήταν η ανασύνθεση της τάξης.

Στα τέλη της δεκαετίας του εξήντα ο αγώνας των εργατών είχε κάνει εντελώς άνω κάτω το πειθαρχικό σύστημα του κοινωνικού εργοστασίου, και το οικονομικό σύστημα του κέρδους- μέσα σε αυτό το σεισμό, ακριβώς εκείνα τα χρόνια, τα μεγάλα αφεντικά, οι οικονομολόγοι, ο οργανωτικός εγκέφαλος του κεφαλαίου προσπαθούσαν να επανενεργοποιήσουν μερικές από τις θεμελιώδεις λειτουργίες της καπιταλιστικής αναπαραγωγής. Πάνω απ’ όλα έπρεπε να επανενεργοποιηθεί η παραγωγικότητα – που είχε δραματικά τεθεί σε κρίση από την ανυποταξία, από την απουσία των εργατών από την δουλειά/assenteismo – και η πειθαρχία, η οποία είχε τεθεί δραστικά σε κρίση από την εργατική αλληλεγγύη από την ισονομία και το αντι-αυταρχικό κλίμα.]     απόσπασμα από την »χρυσή ορδή»

 

 

  • Μέρος Β      ‘Ολόκληρος ο κόσμος εκρήγνυται από την Αγκόλα στην Παλαιστίνη Η Λατινική Αμερική μάχεται με τον ένοπλο αγώνα κερδίζει στην Ινδοκίνα σε όλο τον κόσμο οι λαοί αποκτούν συνείδηση και στις πλατείες κατεβαίνουν με τη δίκαιη βία και έτσι Τι θέλεις περισσότερο σύντροφε για να καταλάβεις ότι ήχησε η ώρα του τουφεκιού; Η Αμερική των Νixon των Agnew και MacNamara στις ζούγκλες του Βιετνάμ παίρνει ένα μάθημα ο πολιτισμός των ναπάλμ δεν αρέσει στους λαούς όσο υπάρχουν αφεντικά δεν θα υπάρξει ποτέ ειρήνη η ειρήνη των αφεντικών βολεύει τα αφεντικά η συνύπαρξη είναι απάτη για να μας κάνουν να στεκόμαστε φρόνιμα οπότε Τι άλλο θέλεις σύντροφε …Στην Ισπανία και την Πολωνία οι εργάτες μας διδάσκουν ότι ο αγώνας δεν σταμάτησε ποτέ ενάντια στα αφεντικά ενωμένοι εναντίον του καπιταλισμού ακόμη και αν είναι καμουφλαρισμένος σε έναν ψεύτικο σοσιαλισμό οι πολωνοί εργάτες που βγήκαν σε απεργία φώναζαν στην πορεία αστυνομία-γκεστάπο φώναζαν Gomulka θα τελειώσεις άσχημα προχωρούσαν τραγουδώντας τη Διεθνή συνεπώς Τι θέλεις περισσότερο σύντροφε …Οι μάζες και στην Ευρώπη δεν στέκονται πλέον να κοιτούν ο αγώνας εκρήγνυται παντού και δεν μπορούν να τον σταματήσουν παντού οδοφράγματα από το Burgos στο Stettino και επίσης εδώ ανάμεσα μας από την Avola στο Τορίνο από το Orgosolo στη Marghera από την Battipaglia έως το Reggio η σκληρή πάλη προχωρά τα αφεντικά την έχουν άσχημα και ως εκ τούτου Τι θέλεις περισσότερο σύντροφε …’

«Η ώρα του τουφεκιού» (Pino Masi και Piero Nissim). 1969


  • »Πετάχτηκε από το κρεβάτι σαν ελατήριο, δεν χρειάστηκε τελικά ξυπνητήρι. Όταν την επόμενη μέρα έχει κάτι σημαντικό να κάνει, κάτι διαφορετικό έστω, ο ύπνος του είναι ελαφρύς και λιγάκι ανήσυχος, έτσι κι αλλιώς. Άλλωστε δεν του πολυαρέσει να χουζουρεύει. Και ξυπνά συνήθως νωρίτερα από τους φίλους και τους συντρόφους του. Συνηθίζει να είναι από νωρίς στο πόδι.
    Ετοιμάστηκε χαλαρά, δεν βιάζονταν, είχε μπόλικο χρόνο μπροστά του. Φόρεσε ρούχα απλά, που δεν χτυπούν στο μάτι, ‘ουδέτερα’, που χρησιμοποιούσε σπάνια,και.… κατηφόρισε. Το στενό δεν έχει κίνηση ακόμη, γρήγορα βρέθηκε στον κεντρικό επιταχύνοντας το βήμα του. Η καρδιά ανεβάζει ταχύτητα, είναι σε υπερένταση. Το σπίτι που θα χρησιμοποιήσουν σαν βάση δεν είναι μακριά, δεν θα χρειαστεί συγκοινωνία. Βρίσκεται σύντομα εκεί
    Διαβαίνει την είσοδο και ανεβαίνει σχεδόν τρέχοντας τις σκάλες, η αδρεναλίνη βρίσκεται πλέον στα ύψη.

Μέχρι και εκείνη την μέρα δεν έχει νιώσει τον φόβο ούτε μια φορά. Δεν του πέρασε ούτε στιγμή η σκέψη πως είναι δυνατόν κάτι να στραβώσει. Η σιγουριά ξεχυλίζει σε όλους, δεν υπάρχουν αμφιβολίες. Είναι ενωμένοι σαν γροθιά.
Διαφορές πολλές, στον χαρακτήρα, στην ιδιοσυγκρασία, στη θεώρηση επίσης, στις συνήθειες. Αλλά η πίστη και η βεβαιότητα πως ο δρόμος που χαράζουν μέρα με τη μέρα είναι ο σωστός είναι περισσότερο από εμφανής. Δεν υπάρχουν esitazioni,δισταγμοί, μονάχα αποφασιστικότητα.
Αυτό τον κάνει να νιώθει ασφαλής.
Με αυτές τις σκέψεις να περνούν σαν αστραπή από το μυαλό χτύπησε το κουδούνι, συνθηματικά.
Η πόρτα άνοιξε γρήγορα. Ήταν η Αλεσσάντρα, τον αγκάλιασε σφιχτά και τον φίλησε χαμογελώντας. Προχώρησαν πιασμένοι από το χέρι και βρέθηκαν στο μεγάλο δωμάτιο μαζί με τους άλλους. Είναι ήδη όλοι εκεί, δοκιμάζοντας περούκες, πανωφόρια, γυαλιά, και διάφορα άλλα αξεσουάρ που αλλάζουν το σουλούπι και την εμφάνιση. Γίνονται αγνώριστοι. Φλυαρούν, ένα μικρό μελίσσι που ετοιμάζονταν μες το βουητό του, κάνοντας αστεία και χωρατά, με θεατρικές φιγούρες για να χαλαρώσουν την ένταση. Που είναι φυσικά μεγάλη.
Όλη αυτή η σκηνή τον ηρέμησε ακόμη περισσότερο. Ξεκίνησε και αυτός να προβάρει το καινούριο σκηνικό του. Άλλαξε τελείως εικόνα, κάνουν γρήγορα φυσικά ακολουθώντας τους δείκτες του ρολογιού, ο συγχρονισμός με τις υπόλοιπες ομάδες πρέπει να είναι άψογος.
Το ραντεβού με την ιστορία είναι φιξαρισμένο με ακρίβεια δευτερολέπτου.

Η συνάντηση είναι ορισμένη στις δέκα ακριβώς μέσα και γύρω από το κτίριο. Γι αυτούς στο εσωτερικό, στην μεγάλη αίθουσα υποδοχής, στο ισόγειο.
Ομάδες των τριών θα καταλάβουν τους δύο ορόφους, μία με τρεις θα φρουρεί το ισόγειο την ώρα που πέντε άλλοι σύντροφοι,διασκορπισμένοι στα στενά που κυκλώνουν το κτίριο θα διασφαλίζουν την έξοδο και την ομαλή αποχώρηση.
Φθάνουν στην προκαθορισμένη ώρα από διαφορετικές κατευθύνσεις και βάσεις, διασκορπισμένες στην πόλη.
Στον δρόμο προχωρούν αμίλητοι, σταθεροί. Ο δικός μου μάλιστα, καβατζάροντας μια γωνία, πέφτει κυριολεκτικά επάνω σε ένα κολλητό του, ζήτησε συγνώμη με αλλοιωμένη φωνή και προχώρησε βιαστικά, λιγάκι ταραγμένος. Ο άλλος φυσικά δεν τον αναγνώρισε, το μακιγιάζ από την Αλεσσάντρα έχει πιάσει τόπο. Γέλασε ευχαριστημένος μέσα του, ανακουφισμένος. Τι ζητάει ο Γκρεγκόριο τέτοια ώρα στον δρόμο; Γνωστός ξενύχτης, έπρεπε να βρίσκεται στο κρεβάτι. Και το σπίτι του, μίλια μακριά.

Στρίβουν ακόμη μια γωνία, λίγα μέτρα ακόμη, και να, η μεγάλη πόρτα, ανοιχτή στο κοινό, τους κατάπιε ακριβώς την ώρα που η καμπάνα της κοντινής εκκλησίας σήμαινε δέκα. Ανταλλάζουν ματιές με τους υπόλοιπους που φτάνουν την ώρα εκείνη ή βρίσκονταν ήδη εκεί και προχωρούν,αποφασισμένοι, στον στόχο τους.
Έχουν σχεδιάσει τα πάντα, παρακολουθώντας το κτίριο και την περιοχή, μήνες τώρα. Γνωρίζουν απέξω και ανακατωτά τι πρέπει να κάνει ο καθένας, τα έχουν οργανώσει λεπτομερώς, και έχουν εκτελέσει εικονικά το σχέδιο άπειρες φορές, η κάθε ομάδα ξεχωριστά, τις προηγούμενες μέρες.
Η επίθεση θα ολοκληρωθεί μέσα σε λίγα λεπτά.
Εξουδετερώνουν τον φύλακα, τον αφοπλίζουν πριν ακόμη καταλάβει τι συμβαίνει. Τον φιμώνουν και τον δένουν σφιχτά με κολλητική ταινία, τον κλειδώνουν στην τουαλέτα, στο ισόγειο, εκεί που τον βρήκαν. Κατεβάζουν τον γενικό, εξουδετερώνοντας τα τηλέφωνα και υποχρεώνουν δικαστές και προσωπικό, όπως και τους πολίτες που βρέθηκαν εκεί για τις υποθέσεις τους να μαζευτούν όλοι σε μια αίθουσα, σε κάθε όροφο, δείχνοντας απλά πως είναι οπλισμένοι. Τους κλείδωσαν και αυτούς.
Όλα αυτά χωρίς φωνές και φασαρία. Ήρεμα και σταθερά.

Σκορπίζουν χαρτούρα και της βάζουν φωτιά, μακριά πάντα από εκεί που κρατούν τους ανθρώπους, ελαχιστοποιούν τον κίνδυνο. Γεμίζουν συνθήματα τους τοίχους, και αποχωρώντας ενεργοποιούν βραδύφλεκτους,μικρούς εκρηκτικούς μηχανισμούς, πάντοτε μακριά από τους κλειδωμένους.
Φεύγουν προς διαφορετικές κατευθύνσεις, χωρίς βιασύνη και σπασμωδικές κινήσεις.
Επιστρέφοντας από τον γνωστό δρόμο, στο ύψος της προηγούμενης τυχαίας συνάντησης με τον γνωστό του, ο φίλος μου ακούει τις εκρήξεις. Προχωρούν σταθερά, αμέριμνοι αλλά γκαζωμένοι μέσα τους οι φίλοι, μες την χαρά. Νιώθουν να πετούν. Από το μεσημέρι και μετά, στα δελτία και τα νέα, τα φώτα θα πέφτουν στο γεγονός της επίθεσης. Η ενέργεια αυτή θα κάνει θόρυβο μεγάλο, πάταγο θα έλεγα, με πολιτικά οφέλη άφθονα. Ένοπλη προπαγάνδα, σαμποτάζ στις υποθέσεις της εκμετάλλευσης, δολιοφθορά. Όλοι θα μιλούν γι αυτούς. Οι αδικημένοι θα πανηγυρίζουν. Και ο κρατικός μηχανισμός στα πρόθυρα νευρικής κρίσης.
Ένας άλλος δρόμος είναι εφικτός.

Περιουσίες αλλάζουν χέρια εκεί μέσα, και η ζυγαριά μονίμως να γέρνει προς την πλευρά των ισχυρών. Μονόπατα. Προς τα εκεί που στέκονταν οι δυνατοί. Οι λίγοι. Με τα μέσα και την εύνοια ενός συστήματος μονόπλευρου. Και η ενέργεια των φίλων μας θα προκαλέσει έμφραγμα, για μεγάλο διάστημα. Δεν υπάρχει ακόμη ηλεκτρονικό σύστημα αρχειοθέτησης στοιχείων, υπολογιστές.
Όλες οι δικογραφίες θα πρέπει να στηθούν ξανά από την αρχή. Φαύλος κύκλος. Θα περάσει πολύς καιρός μέχρι να ξαναπάρει μπροστά ο μηχανισμός, να μπορέσει να ξαναλειτουργήσει. Και εν τω μεταξύ όλοι θα μιλούν για τους μαχητές. Που έχουν όνομα και επίθετο και χτυπούν το σύστημα στα πλοκάμια του.
Την ώρα που ακούστηκε το μπαμ, σύντροφος καλεί από δημόσιο τηλέφωνο τοπική και εθνική εφημερίδα,για να αναλάβει την ευθύνη της επίθεσης, την πατρότητα,στο όνομα των επαναστατημένων μαχητών. Θα ακολουθήσει φυσικά το κείμενο που θα βρεθεί σε άλλο σημείο της πόλης και αναφέρεται στο τηλεφώνημα.
Μέχρι να γίνουν όλα αυτά ο φίλος μου βρίσκεται κιόλας στο σπίτι του, έχει παραδώσει το όπλο του και την περούκα καθ’ οδόν, μέσα στην είσοδο της πολυκατοικίας απ’ όπου ξεκίνησαν, που είναι εντελώς έρημη από κίνηση. Έχει γίνει άλλος άνθρωπος τώρα. Αλλάζει ρούχα στα γρήγορα, είναι ενθουσιασμένος, εκστασιασμένος. Ταχτοποιεί αυτά που πρέπει να επιστρέψει την επομένη,και τον έκαναν αγνώριστο, φοράει το αγαπημένο του τζην. Αφήνει τα μαλλιά του να ξεχυθούν ελεύθερα και ορμάει για την σχολή.

Η καρδιά του χτυπάει πολύ δυνατά, θέλει να τσιρίξει, την παρακολουθεί να καλπάζει ξετρελαμένη. Τώρα δεν τον νοιάζει τίποτα, αφήνει την αδρεναλίνη να ξεχυθεί με ορμή.
Δεν καταφέρνει να περπατά, τρέχει, μοιάζει του Μπορζώφ. Βλέπει ξανά και ξανά, σαν σε ταινία το φιλμ της κατάληψης, κάθε στιγμή από εκείνα τα λεπτά,που έμοιαζαν αιώνας αλλά τέλειωσαν τόσο γρήγορα. Τα σαστισμένα βλέμματα, το έκπληκτο ύφος των ακινητοποιημένων δικαστών, την αποφασιστικότητα των συντρόφων και την ψυχραιμία. ‘Την ενέργεια που βγάλαμε’, μου λέει χρόνια αργότερα και θα σας εξηγήσω παρακάτω, ‘το ζω σαν να ‘ταν χθες’. ‘Την απέραντη ευτυχία που αντικρίζω στα βλέμματα των συντρόφων μου όταν όλα τελειώνουν και περπατάμε ασφαλείς, μακραίνοντας από την περιοχή, λίγο πριν χωρίσουμε, ήσυχα, ήσυχα στα στενά’.     

»Η μέρα είναι συννεφιασμένη αλλά η καρδιά του λαμποκοπά. Η ψυχή του πανηγυρίζει. Βλέπει με την φαντασία του καρέ, καρέ τη στιγμή που σπρώχνουν τους δικαστές στην αίθουσα της ολιγόωρης ‘φυλακής’ τους αλλά τόσο σημαδιακής. Εκείνους που νιώθουν άτρωτοι και αγέρωχοι όταν δικάζουν ‘ανθρωπάκια’, και καταδικάζουν ανάλογα με τη δύναμη της τσέπης, οι περισσότεροι τουλάχιστον. Που κρίνουν ανάλογα με το φούσκωμα στο κομπόδεμα.
Τώρα τρέμουν σαν τα ψάρια κι εκλιπαρούν τους τιμωρούς τους. Για λίγο ο φόβος περνάει στην απέναντι όχθη, η ταπείνωση. Είναι μεγάλη στιγμή για όλους τους αδύναμους σήμερα.
Τους έχουν δείξει πως όλα γίνονται όταν οι άνθρωποι θέλουν. Τους έχουν δώσει το παράδειγμα. Αυτή είναι η προλεταριακή αντιεξουσία. Όταν ο λαός θέλει όλα τα μπορεί!Χορεύει όλο του το είναι! Νιώθει το μεγαλείο της δικαιοσύνης, που για ένα μικρό έστω διάστημα γύρισε πλευρά. Αυτή είναι η ευτυχία, όταν ο άνθρωπος είναι ελεύθερος, όταν θριαμβεύει επί του φόβου. Η δύναμη της προσφοράς. Αυτές οι στιγμές αξίζουν πολύ, πάρα πολύ. Σχεδόν σαν μια ολόκληρη ζωή. Είναι στιγμές ελευθερίας σε μια γκρίζα καθημερινότητα, που όσο κι αν την πασπαλίσεις με μυρωδικά δεν παύει να παραμένει καταπιεστική, εν πολλοίς.
Αυτή είναι η αντίθεση. Μια λουλουδιασμένη καρδιά, μια ψυχή και μια φάτσα που λάμπουν κι ένας μαύρος ουρανός έτοιμος να κλάψει απ’ την στεναχώρια του. Ίσως επειδή δεν είναι η κάθε μέρα σαν την σημερινή.
Αυτή η μέρα ανήκει στους αγωνιστές.
Στο δρόμο του για την σχολή περνά από την πλατειούλα που βρίσκεται το σπίτι της κοπελιάς του, κοντά στο Ταχυδρομείο, και σταματά στο καφέ του Πιέτρο για να πιει ένα σφηνάκι γκράπα, ας είναι ακόμη πρωί, είναι ξαναμμένος. Το ράδιο αρχίζει να μεταδίδει αποσπασματικά τα πρώτα νέα. Του ‘ρχεται να ουρλιάξει, να φωνάξει: ‘είμαστε εδώ, ο λαός είναι εδώ’, ‘η επανάσταση συμβαίνει, κάθε μέρα’, ‘εμείς δεν συνεργαζόμαστε, δεν συμβιβαζόμαστε’, ‘εμείς δεν θέλουμε να διαχειριστούμε την μιζέρια σας’.
‘Και η μιζέρια δεν είναι μόνο στην τσέπη αλλά σε όλα όσα συμβαίνουν σε μια καθημερινότητα κενή από οποιοδήποτε νόημα έξω από το κέρδος’
‘Που για να το αποκτήσετε είστε διατεθειμένοι να πουλήσετε και την μητέρα σας’. ‘Είμαστε εμείς που ζούμε επικίνδυνα. Γιατί η πλήξη και η σήψη κάνουν κακό. Όπως και η παθητικότητα μπροστά σε αποφάσεις που άλλοι παίρνουν για εμάς χωρίς να ερωτούν’.
‘Ζούμε στο ρίσκο γιατί έτσι μας αρέσει. Δεν μας ικανοποιούν τα πρότυπα που χτίζετε εσείς όλοι που αγαπάτε μόνο το χρήμα, που το θέλετε όλο δικό σας κι όλους εμάς να σας κυνηγάμε μπας και ξεκλέψουμε δεκάρες. Που μας βομβαρδίζετε όλη μέρα με εικόνες κατ ομοίωσή σας, ανέραστοι και κούφιοι’.
‘Ζούμε λοιπόν με ρίσκο και ζητάμε κι από εσάς το ίδιο. Λίγο ρίσκο βάλτε στη ζωή σας, είναι απελευθερωτικό!’

Δεν κρατιέται άλλο. Πληρώνει και φεύγει. Τρέχει, θέλει να δει τους φίλους,τους συντρόφους και τους συμφοιτητές του, στη σχολή. Να ακούσει γνώμες και απόψεις, να αφουγκραστεί συναισθήματα. Να νιώσει από πρώτο χέρι τις αντιδράσεις που προκάλεσαν. Το καφέ ήταν άδειο, δεν είχε σφυγμό. Θέλει να τον πιάσει. Να τον νιώσει. Τρέχει εκεί που θα βρει κοινό. Τέτοια ώρα η σχολή θα είναι γεμάτη, θα σφύζει από ζωή. Θα το έχουν μάθει άραγε» ;         

Φτάνω στη σχολή και ανεβαίνω τα σκαλιά τρέχοντας μέχρι τους επάνω ορόφους όπου βρίσκονται οι αίθουσες. Ακόμη τα νέα δεν έχουν μαθευτεί, δεν γνωρίζει κανείς τίποτα για την επίθεση.
Είναι ότι πιο δυνατό έχουμε κάνει μέχρι σήμερα στην πόλη.
Έτσι αναμιγνύομαι στις συζητήσεις που γίνονταν για τρέχοντα ζητήματα ακούγοντας με προσοχή τους διαλόγους.
Τα παιδιά συζητούν για το επαναστατικό υποκείμενο, το ρόλο του εργάτη σαν κεντρική μορφή στο δρόμο προς την επαναστατική αλλαγή στις κοινωνικές σχέσεις. Λέγονταν πως στη σκηνή των αγώνων έχουν θορυβωδώς εισέλθει και άλλες φιγούρες που διεκδικούν το μερίδιό τους στα πράγματα και τις αποφάσεις που παίρνονται πάνω στα σημαντικά θέματα που αφορούν τη ζωή και τις σχέσεις τις κοινωνικοπολιτικές, τις σχέσεις τις καθημερινές. Φιγούρες που απαιτούν να πάρουν μέρος στις διαδικασίες από την εμπροσθοφυλακή, που θέλουν να παίξουν κεντρικό ρόλο στη διαμόρφωση μιας επαναστατικής πλατφόρμας. Που θα οδηγήσει τον άνθρωπο στην απελευθέρωσή του από τα δεσμά της μισθωτής εργασίας και του κέρδους. Που θα φρενάρει την εμπορευματοποίηση του.
Φτάνει με την εκμετάλλευση λένε.
Άνεργοι, επισφαλώς εργαζόμενοι, γυναίκες.
Εργασία στο σπίτι.

‘Εμείς οι φοιτητές’, φωνάζει κάποιος.
‘Οι εργασίες μας καταλήγουν σε επιχειρηματικά γραφεία και αξιοποιούνται από τα μεγάλα αφεντικά, που τις εντάσσουν στο σχεδιασμό και στα πλάνα τους.’
‘Δουλεύουμε δωρεάν για το κεφάλαιο το μεγάλο, που αντλεί κέρδη από τον κόπο μας’.
‘και στα σχολεία, στις μεγάλες τάξεις, το ίδιο δεν γίνεται ;’
Άλλοι συμφωνούν, άλλοι όχι.
Από κάποιους κατηγορούνται οι φοιτητές για μικροαστισμό, τους φωνάζουν και αριστεριστές.
Εγώ απαντώ πως η επαναστατικότητα πλέον είναι θέμα συνείδησης και όχι απλά ταξικό. Ότι η κυριαρχία έχει εισέλθει σε όλες τις σχέσεις και τις στιγμές της καθημερινότητας. Βλέπε κτητικότητα στις διαπροσωπικές, στον έρωτα, στην οικογένεια.
Και πως αυτός που νιώθει, και θέλει, και αγωνίζεται για την υπέρβαση, για την ανατροπή του υπάρχοντος καθεστώτος στις σχέσεις ανάμεσα στους ανθρώπους, σχέσεις εκμετάλλευσης. Αυτός που οραματίζεται λοιπόν και κινείται σε χνάρια καινούρια, και ψάχνει νέα μονοπάτια, αυτόνομα, και τα διαβαίνει.
Αυτός δικαιούται να ονομάζεται επαναστάτης και να χαρακτηρίζεται έτσι.

Όταν η συζήτηση γυρνά στα μέσα που δικαιούται ο αγωνιστής να επιστρατεύσει στον αγώνα του, οι τόνοι ανεβαίνουν. Κι εδώ οι απόψεις διίστανται.
Υπέρ και κατά της επαναστατικής βίας, στη χρήση των όπλων, στους δρόμους, στο εργοστάσιο, στις γειτονιές στις σχολές. Λίγες μέρες νωρίτερα έχουν πυρποληθεί τη νύχτα αυτοκίνητα καθηγητών πολύ αντιδραστικών, άλλης σχολής. Άλλοι επικροτούν με επιχειρήματα, άλλοι όχι, καταδικάζουν. Πολλοί κρατούν ουδέτερη στάση, κάποιοι μιλούν για σύγχρονους Ρομπέν των μοντέρνων καιρών, κάποιοι απλώς χαμογελούν.

Παλιότερα θα είχα και εγώ αναμειχθεί. Τον τελευταίο καιρό κρατώ στάση λιγάκι αποστασιοποιημένη. Είμαι περισσότερο προσεχτικός. Έτσι κι αλλιώς υπάρχουν τόσα άλλα παιδιά που μπορούν άριστα να υποστηρίξουν τις θέσεις της πράξης και του αντάρτικου, πως οι συνθήκες δεν ωριμάζουν από μόνες τους, πως από τα σήμερα πρέπει να δημιουργηθούν μονάδες του δικού μας στρατού, να εκπαιδευτεί στις επιθέσεις επί του εχθρού που την βία την έχει ψωμοτύρι, που κάνει ντοκτορά επί καθημερινής βάσης στην καταστολή, που σπάζει κόκαλα, που επιτίθεται με αγριότητα σε όσους διεκδικούν, που χτυπά αγώνες. Σύντροφοι που είναι ακόμη στην περιφέρεια της μάχης, που συμπαθούν τους μαχητές.
Πράξεις χρειάζονται, καλά και τα λόγια, χρειάζεται δράση. Όλες οι μορφές αγώνα πρέπει να μπουν στο παιχνίδι.
Θα ετοιμαστούν αρκετοί από αυτούς τους συντρόφους, σιγά σιγά. Προσεκτικά. Τη θέση τους θα πάρουν άλλοι. Βήμα βήμα. Υπάρχει μεγάλη συμπάθεια. Αναπτύσσεται σε όλους τους χώρους. Στις συνελεύσεις,στα πηγαδάκια, στις επιτροπές και τις κοινότητες. Άσε που τα φυλλάδια των οργανώσεων εμφανίζονται ως δια μαγείας σε κάθε γωνιά. Αφίσες, αυτοκόλλητα, παντού. Υπάρχει ρεύμα.
Όλα είναι θεμιτά.

Θέλεις να ζήσεις ελεύθερος, αυτόνομα, και χρησιμοποιείς ότι όπλο χωρά στην φαρέτρα σου, κάποια από αυτά έστω. Λόγο, σαμποτάζ, ενέδρα, κινηματική διαδικασία. Αυτό που σου ταιριάζει. Όλα χρειάζονται, δεν αποκλείεται τίποτα, όλα είναι καλοδεχούμενα. Δεν υπάρχει διαχωρισμός, καλύτερο ή χειρότερο, όλα είναι αναγκαία

 από : εκενώστε τους δρόμους από τα όνειρα 1,2,3

 

  • απόσπασμα από μιαν επιστολή του Oreste Scalzone, τον εκτιμώ απεριόριστα, προς τον γιο του Giangiacomo Feltrinelli στο περιοδικό Frigidaire του οκτωβρίου 1988

»Βρέθηκα, τον αύγουστο που μας πέρασε, μέσα στη στενάχωρη θέση της ανάγκης να πράξω το σχεδόν αδύνατο, »να τετραγωνίσω τον κύκλο»: να υποστηρίξω πως ήταν εκ των πραγμάτων αδύνατο να είναι η οργάνωση της Lotta Continua υπεύθυνη για τον θάνατο του κομισάριου Calabresiγια να υποστηρίξω την συγκεκριμένη αθωότητα των
Bompressi, Pietrostefani και Sofri και την ίδια στιγμή να υποστηρίξω την πολιτική αληθοφάνεια εκείνης της ευθύνης, ώστε να εμποδίσω η υπεράσπιση τους να συνεχίσει να είναι ένα έργο ‘δολοφονίας’ της αλήθειας και περαιτέρω απο-νομιμοποίησης και ποινικοποίησης των μαχητών των χρόνων ’70.                                                                              ΕΥΓΕΝΕΙΣ ΚΑΙ ΦΑΡΙΣΑΙΟΙ                                                                                                                    Βλέπεις, Carlo, οι »διανοούμενοι της αριστεράς» υπερασπίστηκαν τον Sofri με τον πιο σκανδαλώδη και βρώμικο τρόπο που θα μπορούσαν να διαλέξουν, μη λέγοντας λέξη ενάντια στο νόμο για τους »μετανιωμένους», και όλα τα υπόλοιπα, αντιπαραθέτοντας στον »τύπο του δράστη» έναν »τύπο μη δράστη», λέγοντας ουσιαστικά »δεν μπορεί να ήταν αυτός διότι είναι ένας από εμάς, ένας σαν κι εμάς…» – αφήνοντας να υπονοηθεί πως οι άλλοι που είναι διαφορετικοί μπορούν να σαπίσουν στη φυλακή.
Μπροστά σε αυτή την τανάλια έκανα την επιλογή να κηρύξω τον εαυτό μου έναν από τους τουλάχιστον διακόσιες χιλιάδες πολιτικούς και ηθικούς »αυτουργούς» εκείνης της εκτέλεσης, και πήρα την απόφαση να αποκαλύψω έναν κόκκο αλήθειας επάνω σε εκείνα τα χρόνια. Δηλαδή πρώτα απ’ όλα πως, τότε, δεκάδες μικρές ή μεγαλύτερες ομάδες αυτοπροτείνονταν να μεταφράσουν σε πρακτική εκείνη την »τρομερή επιθυμία» που ζούσε μέσα στο κοινωνικό φαντασιακό, εκτελώντας την ετυμηγορία που το κίνημα είχε εκδώσει ενάντια στον κομισάριο Calabresi.
Σήμερα, βλέπεις, εγώ είμαι ένας ελευθεριακός κομουνιστής, και φρικάρω μπροστά σε όλα τα δικαστήρια, ξεκινώντας από εκείνα »του λαού». Αλλά πρέπει ίσως να υποκριθούμε πως ξεχνούμε [ή, χειρότερα, να ξεχνούμε πραγματικά] πως όλοι τότε φωνάζαμε για »προλεταριακή δικαιοσύνη»; Εάν ο σενατόρε Bòato θέλει να διαγράψει αυτό το πράγμα, μπορεί να το κάνει [ εγώ βρίσκω, εκτός των άλλων, χαζό να ελπίζει πως θα κερδίσει τη δίκη καταφέρνοντας να κάνει να ξεχαστεί εκείνος ο τίτλος στην εφημερίδα που μιλούσε για »Μια πράξη δικαιοσύνης» αντί να επιτίθεται στην διαστροφή του νόμου για τους μετανιωμένους και στους άλλους ειδικούς νόμους], και να εκμεταλλευτεί την ευκαιρία για να ανοίξει επιτέλους μια μεγάλη απελευθερωτική αυθεντική συζήτηση επάνω στα χρόνια ’70, την ριζοσπαστικότητα του κινήματος, την θέληση για ισχύ και το αρχέτυπο της κατάκτησης της εξουσίας, το όνειρο της απελευθέρωσης και το στενό πουκάμισο της ‘πολιτικής’, τις ανάγκες και τις επιθυμίες, την αντιεξουσία και τη βία, την πολιτική αιχμαλώτιση και την αμνηστία, την αιχμαλωσίa ‘ούτως ή άλλως’ ‘και την κίνηση προς κατάργηση άδικων νόμων».

 

  • Μέρος Γ   Ήμαστε λοιπόν η «γενιά της υπαρξιακής εξέγερσης» για να ανιχνεύσουμε ξανά και να ανακτήσουμε τις ρίζες όλων των «Εξήντα οκτώ»: από τα αμερικανικά beat στους χίπις, στους μαύρους πάνθηρες, από την εξέγερση ενάντια στη «μορφή κόμμα» και την άρνηση της «ανάθεσης», στην οριζόντια πολιτική αυτοοργάνωση, από τη βαθιά ανάγκη της «αυτονομίας του υποκειμένου» στην απόρριψη της καταναλωτικής κοινωνίας που παράγει τον «μονοδιάστατο άνθρωπο», από την ανάγκη / προϋπόθεση να επινοήσουμε, να δημιουργήσουμε μια «υλική συγκρότηση της τάξης» μέσα στην κριτική διένεξη-διαμάχη, βίαιη συχνά, της τυπικής δημοκρατίας και των «τυπικών συνταγμάτων». Θεμελιώδες ήταν να κάνουμε κατανοητή την «παγκοσμιοποίηση» των νέων διαδικασιών της υπαρξιακής και πολιτικής αυτοδιάθεσης που ξεκινώντας από τη ριζοσπαστική κριτική της πυρηνικής οικογένειας επεκτείνονταν στο σχολείο, τον κόσμο της εργασίας, το κόμμα, τους «συνολικούς θεσμούς» και το κράτος για να εισρεύσει στην παγκόσμια αντιπολίτευση ενάντια στη μέγιστη μορφή κυριαρχίας που είναι ο ιμπεριαλισμός. Με μια εκπληκτική αρμονία πραγματοποιούνταν με αυτό τον τρόπο και, ξεκινώντας από την καθημερινή ζωή του καθενός, η συγκόλληση-η σύνδεση ανάμεσα στην «απελευθέρωση του εαυτού μας ως απαραίτητη προϋπόθεση για την απελευθέρωση όλων», και η τοποθέτηση μας πλάι στους αγώνες απελευθέρωσης όλου του Νότου του κόσμου. Σε αυτή την πορεία η «παγκόσμια διαμαρτυρία» έβρισκε την ενοποίησή της σε διεθνές επίπεδο’.

απόσπασμα από το βιβλίο: Nanni Balestrini, Primo Moroni – L’orda d’oro, η χρυσή ορδή, το μεγάλο επαναστατικό και δημιουργικό, πολιτικό και υπαρξιακό κύμα

 

  • Η ζωή έχει καταντήσει σκέτη καταπίεση, μονοτονία, πλήξη. Όλα προκαθορισμένα, για μια ζωή, από τα πριν και από άλλους. Γεννιέσαι για να δουλεύεις και να απολαμβάνουν αυτοί. Πετώντας ξεροκόμματα. Στην δουλειά και τον πολιτισμό. Έχοντας προγραμματίσει μέχρι και την τελευταία λεπτομέρεια της μέρας. Δεν επιτρέπονται οι παρεκκλίσεις. Να μη βρίσκεις χρόνο να σκεφτείς, τι σου αρέσει,και αν σου αρέσει!
    Η καθημερινότητα της πλήξης.
    Πολύ μιζέρια για το τίποτα! Και πολύ κουβέντα για ελάχιστα.
    Αυτοί όμως διαλέγουν έναν άλλο δρόμο, με πολλά μονοπάτια.
    Είναι αυτόνομοι.
    ‘εμείς όμως είμαστε αλλιώς, θέλουμε άλλα πράγματα, διαφορετικά, και τα θέλουμε τώρα’, λέει ο Μάριος.
    ‘Πρώτα, πρώτα, ξέρουμε πολύ καλά τι δεν μας αρέσει, και θέλουμε να το εξαφανίσουμε, να το διαλύσουμε’.
    ‘Και ζώντα , αναπνέοντας μαζί, δημιουργικά, θα φτιάξουμε σιγά σιγά το καινούριο. Μυρίζει όμορφα εκεί έξω, περιμένει να χαρτογραφήσουμε τα καινούρια εδάφη. Θα το ανακαλύψουμε, θα το εξερευνήσουμε. Είναι αυτό που θέλει να ξεπηδήσει από μέσα μας,που το πνίγει ο ασφυκτικός περίγυρος, η σήψη της Μητρόπολης, η πλήξη του καθωσπρεπισμού. Ασφυκτιεί το μωρό μέσα μας και επιθυμεί να ξετιναχτεί σε περιβάλλον ελευθερίας. Πνίγεται από την επανάληψη.
    Όχι λοιπόν στην επανάληψη μιας καθημερινότητας που πνίγει!’

Προχθές πήγαν στον κινηματογράφο και είδαν το ‘Μπούτς Κάσιντυ και Σάντανς Κίντ’. Με τους Ρόμπερτ Ρέντφορντ, Κάθριν Ρός και Πώλ Νιούμαν. Ο κινηματογράφος ήταν πίτα στους νέους που αποθεώνουν τους πρωταγωνιστές.
Ναι !! Έτσι θέλουν να ζήσουν και αυτοί! Ληστές. Φίλοι καρδιακοί. Χίλιες φορές καλύτερα στην παρανομία, αρπάζοντας το χρήμα από τις τράπεζες και τους λεφτάδες. Που έτσι κι αλλιώς δεν ιδρώνουν υπερβολικά μιας και έχουν άλλα τόσα και ακόμα περισσότερα. Που όσο κι αν δουλέψεις, κάνοντας το ίδιο και το ίδιο για ώρες, μέρες, χρόνια, λέγοντας τα ίδια λόγια, μια ζωή, δεν θα γευτείς ποτές !
Την ώρα που οι ληστές τρέχουν με το ποδήλατο μες τα λουλούδια, εκεί στο πράσινο, μες την ομορφιά, στα χρώματα και τα αρώματα! είναι αλλιώς να τα απολαμβάνεις ελεύθερος, μακριά από την εκμετάλλευση. Τότε απολαμβάνεις!
Το να παρακολουθήσεις την ταινία είναι επίτευγμα, γίνεται ένας χαμός, δύσκολο να συγκεντρωθείς. Τραγούδια ακολουθώντας τη μουσική της ταινίας, συνθήματα. Νομίζεις πως βρίσκεσαι στο αμφιθέατρο. Στη συνέλευση. Σχόλια, θέσεις, αποφάσεις.

Την άλλη φορά, στο τέλος της ταινίας ‘Μπόνυ και Κλάϊντ’, με την Φαίη Ντάναγουεη και τον Γουώρεν Μπήτυ, τα παιδιά βγαίνουνε από τον κινηματογράφο και ξεχύνονται στην πόλη σε πορεία, βραδινή, στο κέντρο. Και υπάρχει οργή ανάμικτη με ενθουσιασμό. Και αποφασιστικότητα. Γιατί το πλήθος νιώθει την δύναμή του. Και οι μπάτσοι μένουν μακριά. Γιατί κατάλαβαν ότι δεν τους παίρνει..
Είναι τέτοια η ορμή και η θέληση των παιδιών που τους έδωσαν να καταλάβουν πως σήμερα το βράδυ δεν θα έχουν τύχη, τους έπιασαν στα πράσα, δεν τους περίμεναν, δεν υπήρξε ραντεβού. Και πως αν προσπαθήσουν κάποια επιθετική κίνηση τα πράγματα θα πάρουν άσχημη τροπή.  Από: εκενώστε τους δρόμους από τα όνειρα 2

 

  • ‘Μια φάση χωρίς προοδευτικές ιδεολογίες ούτε εμπιστοσύνη στον σοσιαλισμό, χωρίς καμία αγάπη για το δημοκρατικό σύστημα, αλλά και χωρίς σεβασμό στους μύθους της προλεταριακής επανάστασης, έδειχνε τις προοπτικές της.Ήταν μέσα σε αυτή την αλλαγή σκηνικού που πήρε μορφή το νέο πολιτικό-πολιτιστικό φαινόμενο της εργατικής αυτονομίας. Autonomia operaia ήταν μια έκφραση που χρησιμοποιούνταν ευρέως στη γλώσσα της συνδικαλιστικής οργάνωσης και των ομάδων. Ήταν μια διατύπωση που αναφέρεται σε εκείνη της συνδικαλιστικής αυτονομίας, η ανεξαρτησία της οργάνωσης του συνδικάτου από το παιχνίδι των πολιτικών κομμάτων ήταν μια σημαντική αρχή κατά τη δεκαετία του εξήντα, αλλά περιελάμβανε στοιχεία ασάφειας, εξάρτησης σε συμβασιακές διαπραγματεύσεις, αποπολιτικοποίησης του αγώνα των εργατών. Εργατική αυτονομία ήθελε να πει κάτι περισσότερο: αυτό σήμαινε την αυτοοργάνωση των αγώνων έξω από τη διαχείριση των συνδικάτων και τις πολιτικές λογικές. Αλλά από το 1973 η έκφραση «εργατική αυτονομία» άρχισε να σημαίνει κάτι νέο, κάτι πολύ ριζοσπαστικό, ότι η εργατική ύπαρξη, η προλεταριακή αλληλέγγυα κοινότητα μπορεί να οργανώσει κοινωνικές συνθήκες ανταλλαγής, παραγωγής και συνύπαρξης αυτόνομες από την αστική νομιμότητα. Αυτόνομες από το νόμο της ανταλλαγής, από το νόμο της παροχής χρόνου, από το νόμο της ιδιωτικής ιδιοκτησίας. Η αρχή της αυτονομίας έλαβε το πλήρες ετυμολογικό της νόημα: η προλεταριακή κοινωνικότητα ορίζει τους δικούς της νόμους και ασκεί την πρακτική τους στο έδαφος που έχει καταληφθεί στρατιωτικά από την μπουρζουαζία. [απόσπασμα από την »χρυσή ορδή»]

 

Μέρος Δ   ‘η Anna είναι δεκαοκτώ χρονών κι αισθάνεται πολύ μόνη έχει θλιμμένο πρόσωπο και δεν βγάζει μιλιά έτσι κι αλλιώς είναι σίγουρη πως κανείς δεν θα την καταλάβαινε κι ακόμη και αν καταλάβει σίγουρα θα την προδώσει. Και το βράδυ στο δωμάτιο πριν κοιμηθεί διαβάζει για αγάπες και όλες τις περιπέτειες μέσα στα βιβλία που κάποιος άλλος γράφει που ονειρεύεται το βράδυ, αλλά την μέρα όμως δεν ζει Και ακούει το αγαπημένο της ραδιόφωνο για να νιώσει ένα κομματάκι κοινής λογικής και φωνές γεμάτες θέρμη και τους χαύνους στίχους όλων εκείνων των τραγουδιστών με παιδικά πρόσωπα και τις σπασμένες καρδιές τους Μα εδώ και λίγο καιρό είναι δύσκολο να ξεφύγεις, υπάρχει κάτι στον αέρα που δεν μπορεί να αγνοηθεί είναι γλυκό, μα δυνατό και δεν σ’ αφήνει ποτέ είναι ένα κύμα που μεγαλώνει και σε ακολουθεί όπου κι αν πας Είναι η μουσική, η εξεγερμένη, η αντάρτισσα μουσική που δονείται στα οστά σου και μπαίνει μες το δέρμα σου που σου λέει να βγεις που σου ουρλιάζει να αλλάξεις να παρατήσεις τις βλακείες και την πλήξη και να μπεις στον αγώνα
ο Marco από δίσκους κάνει συλλογή και γνωρίζει από μνήμης κάθε γκρουπ και εν τω μεταξύ ονειρεύεται να πάει στην Καλιφόρνια ή στις πόρτες του κόσμου που βρίσκονται επάνω στην Γερμανία Και λέει: »Εδώ σε μας, κατά βάθος, η μουσική δεν είναι άσχημη, εκείνο που δεν αντέχω είναι μόνο τα λόγια». Αλλά μετά τα ξαναβρίσκει αυτά τα λόγια κάθε φορά που βγαίνει έξω μέσα στις αφίσες ή γραμμένα πάνω στους τοίχους Είναι η μουσική, η εξεγερμένη, η αντάρτισσα μουσική που δονείται στα οστά σου και μπαίνει μες το δέρμα σου που σου λέει να βγεις που σου ουρλιάζει να αλλάξεις να παρατήσεις τις βλακείες και την πλήξη και να μπεις στον αγώνα’

Eugenio Finardi Musica ribelle 1976

 

  • »Μας αρέσει να κάνουμε καλοκαιρινές διακοπές στην Ελλάδα. Στα πανέμορφα Ιόνια νησιά, και παράλια, που είναι κοντά στην πατρίδα μας, κυρίως. Με σκηνάκια και υπνόσακους. Βουτάμε όλη μέρα στα καθάρια, γαλαζοπράσινα νερά και λιαζόμαστε με τις ώρες.
    Λευκάδα,Παξοί, τώρα τελευταία Πάργα και Σύβοτα. Εκεί γνωρίζουμε τον Σάντρο που συζεί στη Ρώμη με την Αντρέα, Γερμανίδα φοιτήτρια που έχει τελειώσει Ιταλική φιλολογία, αλλά παραμένει στην χώρα με τον φίλο της και τον ακολουθεί στις διακοπές του. Ταξιδεύουν με ένα Φόρντ Τράνσιτ που χρησιμοποιεί στη δουλειά του ο Σάντρο, είναι έμπορος δερμάτινων ρούχων.

Γίναμε μια μεγάλη παρέα λοιπόν, περνάμε θαυμάσια. Γυρίζουμε όλη την περιοχή, Μέτσοβο, Βίκο, Ζαγοροχώρια και Πάργα, την περιοχή της Πρέβεζας, φτάσαμε μέχρι τον Αχέροντα και επισκεφτήκαμε την είσοδο του κάτω κόσμου. Περνούμε κοντά δέκα μέρες μαζί. Χωρίζουμε όταν οι καινούριοι μας φίλοι κατηφόρισαν προς Κρήτη.

Χθες, μετά την επίθεση στο Πρωτοδικείο, κάποια στιγμή στο δρόμο,μπροστά σε ένα ταξιδιωτικό γραφείο ακούω δύο νεαρούς να συζητούν ελληνικά,σχολιάζοντας μία αφίσα,ένα υπέροχο αγόρι λαξευμένο στο μάρμαρο, κολλημένη στα τζάμια ταξιδιωτικού γραφείου. Ο νους μου πετάει πάλι στα Σύβοτα, θα ήθελα πολύ να ξαναβρεθώ εκεί, σκέφτηκα.
Μέρος πανέμορφο και τελείως παρθένο, στην Ήπειρο. Τριάντα χιλιόμετρα,πάνω κάτω από την Ηγουμενίτσα, προς νότο. Φτάνεις στο ψαροχώρι από χωματόδρομο. Είκοσι, τριάντα σπίτια όλα κι όλα, ένα παντοπωλείο που εκτελεί και χρέη γραφείου τηλεπικοινωνιών, μία ταβέρνα -καφενείο. Φυσικό λιμάνι με πολλά νησάκια γύρω -γύρω και έρημες αμμουδιές. Κάθε καλοκαίρι ο κόλπος γεμίζει ιστιοπλοϊκά σκάφη που βρίσκουν εκεί ευχάριστη προστασία και ασφάλεια.

Όπως παντού όπου τριγυρνούμε τα καλοκαίρια, μια χρονιά στη Λευκάδα, μια στη Σκόπελο και αλλού, βρίσκουμε και στήνουμε τις σκηνές μας και τους υπνόσακους κοντά σε μέρος που αναβλύζει γλυκό νερό μέσα από την γη,σε κάποια γωνιά. Για να μπορούμε να ξεπλενόμαστε, όλη μέρα το αλάτι δεν αντέχετε στο κορμί, είναι ενοχλητικό.
Συχνά μαγειρεύουμε στην παραλία, πάντα υπάρχει παχύς ίσκιος στα μέρη που διαλέγουμε να κατασκηνώσουμε, πεύκα ή ελιές συνήθως. Αρμυρίκια επίσης κατεβαίνουν σχεδόν να γλύψουν το νερό. Όλη μέρα στον ήλιο είναι απελπισία, τις μεσημεριανές ιδίως ώρες ζεματάει.
Τα βραδάκια κατεβαίνουμε στο χωριό, η ταβέρνα είναι πολύ φιλόξενη, μας ανοίγει με ευχαρίστηση την αγκαλιά. Κάνουμε τις επαφές τους με τους ντόπιους, μας αρέσει να έχουμε ζωντανή την αίσθηση του τόπου που μας φιλοξενεί, γεμίζει τις μπαταρίες αυτό το όλον. Άνθρωποι είμαστε, όχι περαστικοί. Επιθυμούμε να δοθούμε και να πάρουμε.

Εκεί, στα Σύβοτα μάλιστα, ο ταβερνιάρης θυμίζει αφάνταστα τον Τζούλιο Αντρεότι, στη φάτσα και στην καμπούρα. Τα πειράγματα πηγαίνουν σύννεφο. Είναι δημοκράτες γενικότερα. Ενδιαφέρονται τρομερά να μάθουν γι αυτή την περίφημη ‘στροφή’ των κομμουνιστών στην Ιταλία, με τον ‘ιστορικό συμβιβασμό’, λες και ο συμβιβασμός είναι κάτι καινούριο για τους ιταλούς ρεβιζιονιστές. Και άντε ένας τακτικός συμβιβασμός. Εδώ μιλάμε για στρατηγική στροφή,τους λέμε. Την συν διαχείριση του υπάρχοντος προτείνουν στο κεφάλαιο και τους λακέδες του οι ρεφορμιστές. Και μιλούν για μεταρρυθμίσεις που το σύστημα το καπιταλιστικό θα αναζωογονήσουν. Άμα περισσέψει κάτι θα πάρουν και οι υπόλοιποι.
Ακουμπάμε λοιπόν στην γενναιοδωρία τους; Εκεί ελπίζουμε;
Εμείς λοιπόν, τους λέμε, οι νέοι, δεν επιθυμούμε τα ψίχουλα. Απαιτούμε το δίκιο, που λέει πως σε όλους πρέπει να μοιραστεί ο πλούτος. Πως απαιτούμε μιαν άλλη ποιότητα ζωής. Τα πάντα σε όλους. Ο πλούτος πρέπει να μοιραστεί στην κοινωνία. Άλλες αξίες να επικρατήσουν.

Ρωτούν συνεχώς, θέλουν να καταλάβουν. Και αυτό τους τιμά. Τους κάνει στα μάτια μας ακόμη πιο συμπαθείς. Μιλάμε σε μια διάλεκτο που περιλαμβάνει λίγα ελληνικά, σπαστά ιταλικά και κάποια εγγλέζικα! Όλα μαζί μισκούλιο!
Και όσο περνάει η ώρα και το κέφι ανεβαίνει η κατάσταση γίνεται λιγότερο σοβαρή, κυριαρχεί πλέον ο άνθρωπος που αφήνει στην άκρη τον πολίτη, επικρατεί λοιπόν το καλαμπούρι και οι μεγάλοι ξαναγίνονται παιδιά.
Τους δείχνουν να χορεύουν ακολουθώντας το ρυθμό της μουσικής που παίζει στο πικ απ. Όλοι μαζί αγκαλιασμένοι πρώτα, κείνους τους γρήγορους ρυθμούς, σε κύκλο. Και να φωνάζουν ωπα!
Και τους άλλους, τους ερωτικούς, που κουνούν την κοιλιά και τους γοφούς αναστενάζοντας. Και τα χέρια ψηλά. Αχ και βαχ, και η λίμπιντο ανεβαίνει στον ουρανό..

Ο άνθρωπος,λένε, εν κατακλείδι, σαν συμπέρασμα, είναι φτιαγμένος για να χαίρεται τη ζωή, όχι να ταλαιπωρείται. Αν λοιπόν κάποιοι πρέπει να ευτυχούν, ας είναι όλοι. Να μην τους χωρίζει το εισόδημα, η καταγωγή, το χρώμα και η φυλή ή οι ευκαιρίες.
Είναι τόσο όμορφο να είσαι χαμένος μέσα στη φύση της Μεσογείου, ηρεμιστικό και χαλαρωτικό.
Ανάμεσα σε τόσες αποχρώσεις του πράσινου του μπλε και του γαλάζιου.
Ο αέρας ευωδιαστός, το τραγούδι του ανέμου αισθησιακό, το τιτίβισμα των πουλιών χαρούμενο, η πτήση και το κράξιμο του γλάρου απελευθερωτικό.
Δεν χρειάζονται αντικαταθλιπτικά, έχεις την εξοχή, τη θάλασσα και το βουνό.

Αγαπάμε πολύ τη ζωή, τα χρώματα και τη γαλήνη της φύσης. Μας αρέσουν και οι εναλλαγές του καιρού, από την ηρεμία στην καταιγίδα, τα ξεσπάσματα και η επιστροφή στη νηνεμία.
Τρεις πεταλούδες τρέχουνε στη φθινοπωρινή ομορφιά, κυνηγιούνται πετώντας σε υπέροχα σχήματα.
Πολύχρωμες, χρώματα φανταστικά, λουσμένες στον ήλιο, όλα καθάρισαν από τη βροχή, λαμποκοπούν.
Λιάζονται σε ανάπαυση, τις αναστατώσαμε όταν καθίσαμε να ξεκουραστούμε κι εμείς κοντά τους.

Ξαναγυρίζοντας όμως στο χωριό, κάνουμε πολύ χάζι με το τηλέφωνο και την περιπέτεια του να καλέσεις στο σπίτι, τους δικούς σου! Όταν χρειάζεται για να ανταλλάξουμε νέα. Ακούστε λοιπόν.
Η γυναίκα του μπακάλη, για να το ενεργοποιήσει, γυρίζει με ταχύτητα μια μανιβέλα, μέχρι να ανοίξει η γραμμή και να συνδεθούν με το κέντρο. Το οποίο μετά από κάποιο τέταρτο της ώρας επιτρέπει την επικοινωνία με την πατρίδα, σε ένα θάλαμο μικρό που χωρούν με τα ζόρι δύο άτομα. Ένα βαρύ μαύρο ακουστικό στ’ αυτιά για να ακούμε την άλλη πλευρά. Και έτσι που λέτε μιλάμε με τους δικούς μας. Μπορεί δε να φτάσεις τελευταίος και να μιλήσεις πρώτος. Ρώσικη ρουλέτα.
Φοβερά πράγματα.
Να σου μιλήσω και για μια πολύ δυνατή μέρα, από αυτές που δεν ξεχνιούνται.

Αποφασίζουμε να κατεβούμε στο χωριό για τηλέφωνα, όλοι μαζί. Θα περιμένουμε που θα περιμένουμε, ας το κάνουμε παρέα.
Ξυπνάμε νωρίς διότι θέλουμε να χάσουμε όσο λιγότερο από το χρόνο μας. ‘Καταλαμβάνουμε’ το παντοπωλείο και ξεκινάμε τις κλήσεις την ώρα που καταφτάνουν καινούριες προμήθειες σε τοπική ρακί. Από κάποιον γνωστό του μαγαζάτορα. Κάνει να δοκιμάσει, μας ρίχνει μια ματιά και μας προσφέρει τρία σφηνάκια για να πάρει τη γνώμη μας.
Δεν είναι δέκα το πρωί ακόμη, είμαστε νηστικοί αλλά κατεβάζουμε μονορούφι τη ρακί.
Αυτό ήταν. Ανοίγουμε κάτι κονσέρβες λαδερά,κάτι παστά και τέτοια διάφορα και στήνουμε κανονικό πανηγύρι. Σε μία ώρα είμαστε όλοι ντίρλα, μαζεύουμε εκεί έξω και άλλους αλλοεθνείς νεαρούς, γίνεται χαμός!
Καταφέρνουμε να μιλήσουμε και με την πατρίδα, μες την καλή χαρά,πρωινιάτικα σουρωμένοι, έχουμε γίνει μια πολύ μεγάλη παρέα όταν πέφτει σύρμα για μια φανταστική παραλία από την άλλη μεριά του βουνού!
Θα πάμε να βουτήξουμε εκεί όλοι μαζί, έτσι όπως είμαστε. Ok.
Μπαίνουμε στα αυτοκίνητα και ξεκινάμε. Αληθινή βαβέλ σου λέω. Ακούς όλων των ειδών τις γλώσσες,με άλλες τόσες προφορές!

Έχουμε σηκώσει όλο το μαγαζί προμήθειες, στη μέση της διαδρομής, στην κορφή της ανεβασιάς, στο σημείο που βλέπεις τη θάλασσα και από τις δύο μεριές, σταματάμε. Αφήνουμε τα αυτοκίνητα στην άκρη, καταλαμβάνουμε όλο το κατάστρωμα και στήνουμε χορό. Στη μέση του δρόμου. Μουσική παίζουν τα αυτοκίνητα. Άλλο κομμάτι από εδώ, άλλο από εκεί.
Πανδαιμόνιο στη μέση του πουθενά. Και ούτε έχει μεσημεριάσει!
Η κυκλοφορία φυσικά έχει σταματήσει και από τις δυο κατευθύνσεις, τα θυμάμαι και ανατριχιάζω, ενώνονται μαζί μας άλλοι τόσοι, χορεύουμε αγκαλιασμένοι, άνθρωποι που συναντιούνται για πρώτη και τελευταία φορά μεταξύ τους, άγνωστοι παντελώς. Τόσο κοντά όμως βρίσκονται! Δεν θέλει πολλά! Μοναχά ψυχή βαθιά.

Πόση ώρα μείναμε εκεί δεν μπορώ να σου πω. Ούτε πως βρεθήκαμε κάτω στα νερά. Πως γυρίσαμε πίσω το απόγευμα άγνωστο. Και πόσοι από εμάς. Ένα ξέρω μόνο. Είναι πολύ όμορφη η ζωή όταν την ρουφάς απ’ το μεδούλι. Και πολύ απλή!»

Από: εκενώστε τους δρόμους από τα όνειρα 3

 

  • »Δυο κόσμοι στέκονται αντιμέτωποι ο ένας απέναντι στον άλλον, η κοινωνία των εγγυημένων από το σύστημα εξουσίας, και αυτή των μη εγγυημένων, των αποκλεισμένων από την καθεστηκυία τάξη. Οι πρώτοι κοντά ή μέσα στα κέντρα όπου λαμβάνονται οι αποφάσεις, στο σύστημα μέχρι τα μπούνια – οι δεύτεροι, αυτόνομοι στις συμπεριφορές, εφορμούν να ανατρέψουν το κατεστημένο που τους πιέζει ασφυκτικά σαν βράχος ασήκωτος, ανυπόφορος. Ο θάνατος σου η ζωή μου! Σαν δύο παλαιστές που στέκονται στο ρινγκ, κοιτάζονται στα μάτια λίγο πριν εφορμήσουν ο ένας καταπάνω στον άλλον με ένταση αμείλικτη, κραυγάζουν και χύνονται στη μάχη!

Βάζουμε στη ζωή μας πολύ ρίσκο, βάζουμε ένταση, η ομαλότητα μπορώ να πω πως είναι εχθρός μας. Ο νόμος φτιάχτηκε από άλλους και για άλλους. Εμείς όλοι έχουμε πολλά που μας χωρίζουν από την σύμβαση. Σκεφτόμαστε αυτόνομα. Το κατεστημένο και την τάξη του πολεμάμε. Δρούμε αυτόνομα. Η άποψη αυτών θα είναι αποτυπωμένη στις φυλλάδες. Θα παρουσιάζουν με τον τρόπο τους τα συμβάντα, όπως τους συμφέρει.
Ο πολύς λαός όμως ακόμη δεν μασάει.
Ποιος είναι ο λαός ;
Οι από κάτω, αυτοί μάλλον που θέλουν να ζουν ελεύθερα, να σκέφτονται ελεύθερα, αυτόνομα, να δρουν ελεύθερα, αυτόνομα. Και είναι ακόμη πάρα πολλοί.

Αυτό τρομάζει! Δια τούτο οι φυλλάδες παρουσιάζουν τα γεγονότα, που συμβαίνουν καθημερινά πλέον, την επίθεση στους θεσμούς και την καταπίεση, μέσα από παραμορφωτικούς φακούς. Προσπαθούν να αποπροσανατολίσουν. Δείχνουν μία συναίνεση στις επιλογές του κεφαλαίου ψεύτικη, δεν υπάρχει τέτοια στα λαϊκά στρώματα. Στον κόσμο της εργασίας. Του κοινωνικού εργάτη που στενάζει στις γειτονιές και τους δρόμους της Μητρόπολης.
Εμείς λοιπόν την μετατρέπουμε σε ζούγκλα. Το δάσος μας,το βουνό, είναι οι κοινωνικές σχέσεις που δημιουργούμε καθημερινά , στους μικρούς και μεγαλύτερους αγώνες, ο κοινωνικός εργάτης, η κάσμπα.
‘Κρυβόμαστε’ εκεί μέσα και επιχειρούμε με σχέδιο. Έχουμε οργανώσει τις ομάδες μας, τον στρατό μας ,ελευθερώνουμε ζώνες. Είμαστε παντού, στην καθημερινότητα του καθένα δίπλα. Φτιάχνουμε την αντιεξουσία μας. Εκεί, και όποτε μας παίρνει φυσικά. Στιγμές, ώρες, μέρες ελεύθερης ζωής. Χρόνια.

Η καθημερινότητά μας είναι γεμάτη ένταση, ρίσκο και απρόοπτα. Σχεδιασμό και προετοιμασία.
Ζούμε το σήμερα, την στιγμή.
Σίγουρα μας νοιάζει και το αύριο. Να φέρουμε και άλλους κοντά μας.
Θέλουμε το αύριο δικαιότερο. Με ελευθερία και ισότητα για όλους. Ίσες ευκαιρίες, πραγματικά.
Περνάμε από το σφυροδρέπανο στο αστέρι. Είναι μια φυσιολογική κατάληξη. Μιας πορείας που έρχεται τρέχοντας από το ’68. Από την κριτική του υπαρκτού σοσιαλισμού στην πλήρη καταδίκη του. Στο ξεπέρασμα του Μαρξισμού και του Λενινισμού, στο ξεπέρασμα της πρωτοκαθεδρίας του κόμματος. Στην ανάδειξη των συμβουλίων και των κοινοτήτων. Στην ανάγκη δημιουργίας του επαναστατικού λαϊκού στρατού.

Υπάρχουν και οι άλλοι, που πιστεύουν ακόμη στο κόμμα, το ένοπλο, που το προτείνουν και εργάζονται για να το δημιουργήσουν. Και είναι πολύ δυνατοί.
Εμείς θέλουμε να ενεργοποιήσουμε τον λαό, την κοινωνία.
Δικός της είναι ο αγώνας και ο πόλεμος.
Δεν τον αναθέτει σε τρίτους, σε κανέναν, τον ιδιοποιείται.
Τον διεξάγει η ίδια.
Η ίδια διαλύει το κράτος, διαλύει το υπάρχον, τους θεσμούς τους κυρίαρχους. Θα δημιουργήσει νέους, θα τους επινοήσει, τους γεύεται ήδη στις συναναστροφές της , που έχουν γεύση αλλιώτικη.
Δεν θα της κάνει άλλος την δουλειά, δεν θα το κάνει άλλος γι αυτήν.
Η κοινωνία οργανώνει την αυτοάμυνα της, οργανώνει και τις επιθέσεις της. Αυτόνομα.
Διαλέγει τον χώρο και τον χρόνο, μετράει τις δυνάμεις της και δρα
Πράττει ήδη, ζει ήδη το καινούριο
Δεν περιμένει
Εξερευνά, ανακαλύπτει, χαρτογραφεί.
Φτιάχνουν τον στρατό τους, η καταστολή δεν τους τρομάζει, πολεμούν το κατεστημένο κάθε μέρα, όχι μόνο στα λόγια. Οι επαναστατημένοι.
Ελευθερώνουν τις περιοχές τους, πολεμούνε τις συμβάσεις, ζούνε έξω από τις συμβάσεις, μακριά, γεννούν το έμβρυο το καινούριο.
Η ελευθερία είναι εδώ, στις καθημερινές μάχες. Η αυτονομία.
Αυτοί χτυπάνε τα πλοκάμια του κατεστημένου, της εξουσίας, οι άλλοι την καρδιά του.
Μια μέρα θα νικήσουν.
Η αλλοτρίωση του ανθρώπου είναι στο στόχαστρο, η απαλλοτρίωση των ζωών τους.
Η απελευθέρωσή της ζωής το όραμα!

Από ένα φυλλάδιο μας :
‘επιδίωξή μας είναι ο άνθρωπος να διακόψει μια και καλή τον αυτοϋποβιβασμό του σε παραγωγό καταναλωτή, να αφυπνίσει τη δημιουργικότητά του και να διεκδικήσει την ατομική και κοινωνική απελευθέρωση».

»Μια μέρα, οι κολεκτίβες Mensa [του φοιτητικού εστιατορίου δηλαδή] και Αρχιτεκτονικής αποφασίζουν να ‘επισκεφτούν’ το μεγάλο πολυκατάστημα που βρίσκεται κοντά στο Ταχυδρομείο. Ζητούν λοιπόν από τους περισσότερο έμπειρους να οργανώσουν τη φάση, τους παλιότερους δηλαδή.
Θα πάρουμε μέρος καμιά τριανταριά σύντροφοι, αγόρια και κορίτσια. Σχεδόν μοιρασμένοι, ίσως και περισσότεροι από τριάντα. Σχεδιάζουμε το πλάνο εξονυχιστικά. Θα αποκλείσουμε όλο το τετράγωνο και θα εμποδίσουμε τη μηχανοκίνητη πρόσβαση γεμίζοντας τον δρόμο σπασμένα μπουκάλια, αν χρειαστεί, ώστε να προκαλέσουμε κυκλοφοριακό μποτιλιάρισμα και κομφούζιο. Ουρές αυτοκινήτων, εμπόδια. Ως συνήθως, θα εξουδετερώσουμε τα τηλέφωνα και τρεις από εμάς, με το καλό, θα ακινητοποιήσουμε τον φρουρό. Αυτά θα γίνουν ταυτόχρονα. Θα γεμίσουμε τις τσάντες μας και θα καλέσουμε τον κόσμο να κάνει το ίδιο. Προλεταριακή απαλλοτρίωση. Φυσικά θα σκορπίσουμε φυλλάδια, μέσα στο κατάστημα και σε όλη την γειτονιά, κατά την αποχώρησή μας. Εξηγώντας τα κίνητρα της ενέργειας για την επανοικειοποίηση του πλούτου που παράγουμε και καρπώνεται το αφεντικό. Θα χαθούμε τραγουδώντας στα στενά.

Φτάνουμε σε ομαδούλες, την καθορισμένη ώρα είμαστε όλοι εκεί. Όταν οι πρώτοι δημιουργούν το φράξιμο στις συγκοινωνίες οι υπόλοιποι, μέσα σε συνθήματα και παροτρύνσεις ξεκινάμε τα ψώνια μας. Τα τηλέφωνα έχουν σιγήσει και ο φύλακας ξεκουράζεται στο γραφείο μαζί με τον διευθυντή, κλειδωμένοι. Όλα κυλούν ομαλά. Οι πελάτες κάνουν τις αγορές τους ενθουσιασμένοι, τα ταμεία έχουν εγκαταλειφθεί από τους υπαλλήλους μετά από τις ευγενικές μας πιέσεις. Όλα τέλεια.
Ξεχυνόμαστε προς το κέντρο της συνοικίας Santa Croce τραγουδώντας. Αρκετοί χειροκροτούν από τα μπαλκόνια, το νέο έχει διαδοθεί με ταχύτητα αστραπής, ο κόσμος ανταποκρίνεται με χαρά, επιτέλους ψωνίζουν δωρεάν.
Περπατούμε λοιπόν ενωμένοι περί τα τριακόσια μέτρα και μετά διασκορπιζόμαστε στα στενά για να χαθούν τα ίχνη μας. 

Να μας ξανάρθετε φωνάζουν από τα μπαλκόνια αρκετοί. Ανατριχιάζω. Γείτονες και περαστικοί. Είμαστε βέβαια στην καρδιά κόκκινης συνοικίας.
Μπορεί το κόμμα να συνεργάζεται πλέον με την δεξιά, να συνομιλεί για συνδιαχείριση του μοντέλου,και άλλα παρόμοια, αλλά ο λαός δεν μασάει, δεν τα έχει ακόμα ‘παίξει’. Η βάση έχει μεγάλη ιστορία ταξικών, σκληρών αγώνων στην πλάτη της.
Εννοώ πως, όταν καταλαβαίνεις πως σε εκμεταλλεύονται,δεν έχει σημασία ποια είναι η δουλειά σου, εάν έχεις δουλειά, ή πόσα καταφέρνεις να εξοικονομήσεις από τ’ αφεντικά. Στο κάτω κάτω δεν έχει σημασία ούτε τι ψηφίζεις, εάν ψηφίζεις.
Τα αφεντικά είναι πάντα ίδια, ότι χρώμα κι αν φοράνε.
Ο κόσμος είναι μαζί μας. Για πολλά πολλά χρόνια.
Τώρα που πέρασε η μπόρα, που καταλάγιασε η σκόνη, νιώθω, επίτρεψέ μου να σου πω πως τα μάτια τα βγάλαμε λιγάκι κι από μόνοι μας! Τώρα που καταστάλαξαν τα πράγματα,γίνεται πολύ εμφανές.
Διότι, εκεί που όλοι συμπαθούσαν αυτόνομους και αντάρτες γινόμαστε ξαφνικά υπέρ το δέον ….άγριοι και …..αντιπαθητικοί. Ας το παραδεχτούμε.

Ίσως όχι όλοι, τώρα πια πολύ λίγη σημασία έχει.
Κάποιες μεγάλες θεαματικές ενέργειες απελευθέρωσαν πολύ βία,και αυτό τρόμαξε. Δεν την σήκωσε το στομάχι του κόσμου. Δεν μπόρεσε να την απορροφήσει η κοινωνία, ούτε εμείς οι ίδιοι καλά καλά.
Και έκαναν πίσω οι άνθρωπο , γύρισε εναντίον μας αυτή η κατάσταση.
Θυμάμαι τα χαμόγελα του κόσμου, όχι τόσο όταν άρπαζε το απαραίτητο, όσο το απαγορευμένο. Μας λέγανε πως ξανάβρισκαν μαζί μας την χαμένη τους αξιοπρέπεια.
Ιδιοποιούνται το απρόσιτο. Αυτό που φτιάχνεται για λίγους.
Γιατί, και θυμάμαι τα λόγια ενός τραγουδιού που μας μετέφρασες Μιχάλη κάποια στιγμή, λέει πως ‘εμείς δεν τραγουδάμε για να ξεχωρίσουμε αδελφέ μου απ’ τον κόσμο. Εμείς τραγουδάμε για να σμίξουμε τον κόσμο’!

Για να μπορούμε να απολαμβάνουμε όλοι μαζί ελεύθερα τη ζωή. Χωρίς διακρίσεις. Δίχως εξαιρέσεις.
Ο Πίνο αρπάζει αυτό, η Πάολα εκείνο και η νοικοκυρά λίγο πιο πέρα, μαζί με το γάλα του μικρού και ένα μπουκάλι από εκείνο το καλό κρασί,το απαγορευμένο για τα οικονομικά της, που εδώ και τόσες μέρες χαλβαδιάζει. Αυτό που πίνουν με τον άντρα της μια φορά τον χρόνο, στην γιορτή της.
Όταν στην άλλη γειτονιά, με τους κήπους και τους ιδιωτικούς φύλακες, η γυναίκα του τάδε επώνυμου, που γεννήθηκε με γαλάζιο αντί για κόκκινα αίμα, το πίνει κάθε μέρα.
Γυμνή γεννήθηκε και η μια, γυμνή και η άλλη. Και έτσι θα φύγουν. Σαν την Εύα. Προς τι οι διακρίσεις και οι ανισότητες;
‘Η ζωή είναι ωραία, αλλά τα έχει με άλλον’, λένε στην ταβέρνα οι μεγαλύτεροι.
Εμείς δεν το δεχόμαστε αυτό. Παίρνουμε πίσω αυτό που είναι δικό σου και δικό μας.
Τα φτιάχνουμε κι εμείς μαζί της, είναι πράγματι πολύ όμορφη, κουκλάρα η ζωή!
Παίρνουμε πίσω αυτό που μας ανήκει.
Παροτρύνουμε όλους να το κάνουν!

Το δείχνουμε με το παράδειγμά μας. Γίνεται. Εύκολο είναι. Φτάνει να θέλεις.
‘άντε θύμα, άντε ψώνιο, άντε σύμβολο αιώνιο’ δεν λέει το τραγούδι σας Μιχάλη;
‘αν ξυπνήσεις μονομιάς, θα ρθει ανάποδα ο ντουνιάς’, δεν λέει;
Εσύ μας τα έπαιζες αυτά, το ξεχνάς ;
Τίποτα δεν είναι αδύνατο. Όλα είναι εφικτά. Η ιστορία δεν έχει τέλος!
Ο άνθρωπος θέλει να ορίζει μόνος την τύχη του.
Δεν χρειάζεται μεσάζοντες. Δεν χρειάζονται νταβατζήδες.

Δες τι γίνεται με το φαγητό μας, θυμάσαι, πες τα να ξαλαφρώσω.
Χρησιμοποιούμε γενικά το φοιτητικό εστιατόριο. Είναι καλούτσικο το φαγητό. Επιβλητικό το κτίριο. Πανέμορφο. Ένα σωρό νεολαίοι εδώ μέσα, μας αρέσει πολύ να βρισκόμαστε εκεί.
Η Μensa.
Στο κέντρο, λίγα λεπτά από τον υπέροχο Καθεδρικό Ναό, την Μητρόπολη της πόλης. Δύο λεπτά από τις σχολές και την αγαπημένη Πλατεία του Αγίου Μάρκου. Κέντρο αγώνα, κέντρο συνεύρεσης. Πήχτρα στους νέους.
Φτηνό φαγητό, τρώγεται. Το σερβίρουν όμως μοναχά συγκεκριμένες ώρες και γίνεται το αδιαχώρητο.
Πρέπει να περιμένεις στην ουρά, μέσο όρο, μιάμιση ώρα.
Στην αρχή δεν δίνεις σημασία. Κουβεντιάζεις, φλερτάρεις με τα κορίτσια, κάνεις γνωριμίες.
Σιγά σιγά κουράζεσαι στο πόδι τόση ώρα, δίχως στην πραγματικότητα να υπάρχει λόγος.
Υπάρχει ανεργία. Ζητούν δουλειά εκατοντάδες άνθρωποι στην πόλη. Με ακόμη μια βάρδια, το πρόβλημα λύνεται. Θα είναι ανοιχτά όλη μέρα και θα τρως με την ησυχία σου, νωρίτερα ή αργότερα.
Δοκιμάστε, τους λέμε.
Τίποτα. Μας έχουν όρθιους με τις ώρες. Σκέτη ταλαιπωρία.

Να μην υπήρχαν λεφτά, να κάνω όσες θυσίες θέλεις. Με τον πλούτο που υπάρχει διάσπαρτος, σε συγκεκριμένες τσέπες, όχι, δεν θα πάρω.
Δυο φορές τη μέρα μας θέλουν στρατιωτάκια, εν δυο- εν δυο.
Δεν θα πάρουν.
Η τεράστια αυτή ουρά που ξετυλίγονταν στις αίθουσες, μέσα και έξω, αυτού του θαυμάσιου κτιρίου, εξελίσσεται σε αυθόρμητη γενική συνέλευση αρκετές φορές, δημιουργεί αιτήματα, τα παρουσιάζει, πάπαλα. Παίρνει σαν απάντηση τον τρίτο τον μακρύτερο.
Φτιάχνουμε την αυτόνομη ομάδα μας, την επιτροπή μας.
Αποφασίζει λοιπόν την κατάληψη, την πραγματοποιεί και κερδίζει καλύτερες συνθήκες. Δηλαδή το εστιατόριο ανοικτό όλη μέρα και φαγητό δίχως αναμονή, ορθοστασία και ουρές.
Έλα μου όμως πως προσωπικό δεν προσλαμβάνεται, με αποτέλεσμα να βγαίνει η ψυχή των νυν εργαζομένων.
Αυτό δεν το θέλουμε. Χειροτερεύουν οι συνθήκες εργασίας για να τρώμε εμείς με άνεση. Δεν είναι αυτό που επιθυμούμε.

Αλλάζουμε λοιπόν τακτική.
Αρχίζουμε και σνομπάρουμε την Μένσα, οργανωνόμαστε σε ομάδες των τριάντα και επισκεπτόμαστε με την σειρά τα εστιατόρια του κέντρου, που τρίβουν τα χέρια τους γιατί δεν ξέρουν τι τους περιμένει.
Τρώμε παρέα όλοι μαζί, την καθορισμένη, στο περίπου βέβαια ώρα, και για αντίτιμο αφήνουμε το πολύ χαμηλό που πληρώνουμε σαν φοιτητές!
Και για τα παράπονα στέλνουμε τους ιδιοκτήτες στην διοίκηση του Πανεπιστημίου.
Μια, δυο, τρεις, σκάνε. Υποχωρούν.

Κλείνουν λοιπόν σύμβαση με δυο-τρία μεγάλα εστιατόρια κι έτσι το φοιτητικό αποσυμφορίζεται, και εμείς διασκορπιζόμαστε στην πόλη με φυσικό επακόλουθο να τρώμε σαν άνθρωποι.
Θέλει αρετή και τόλμη η ελευθερία.
Αλλάζει το οργανωτικό πλάνο, διευκολύνονται οι πάντες. Δεν είναι καθόλου δύσκολο να βρίσκεις λύση στα προβλήματα. Φτάνει να θέλεις.
Θέλει ν’ αρπάζεις τη ζωή απ’ τα κέρατα.
Εσείς δεν είστε που λέτε πως όποιος δεν ακούει με τα λόγια θα ακούσει με το ραβδί; Το χρησιμοποιούμε, μεταφορικά, και όχι μόνο, για να σας κάνουμε να ακούσετε.
Πάλι αιφνιδιασμός.
Που να μας περιμένουν, κάθε μέρα, πρωί βράδυ; Τι να πρωτοφυλάξουν;
Περιπολίες και αυτές, σε δράση. Γεμάτη η πόλη φυλλάδια. Δημιουργούμε συναίνεση. Και όταν προσπαθούν να μας φέρουν ενάντια στους εργαζόμενους, δεν μασάμε.
Γενικά, δεν μασάμε εκείνο τον καιρό.

Με τις τιμές στους οργανισμούς κοινωνικής ωφέλειας, το ίδιο. Ζητάμε συμβολικό τιμολόγιο. Οργανώνουμε αυτομειώσεις στα δελτία τηλεφώνου και ρεύματος. Ανά διαστήματα.
Οι αυξήσεις είναι αδικαιολόγητες. Μόνος γνώμονας το κέρδος.
Λέμε πως είναι άδικο να ψάχνεις το κέρδος σε αυτά που είναι κοινωνικά αγαθά πρώτης ανάγκης. Κατοικία, νερό, ρεύμα,τροφή, μεταφορές, παιδεία. 
Πρέπει να είναι εγγυημένα σε όλους, σε τιμές συμβολικές, εξασφαλισμένες από την κοινότητα. Αυτή είναι εμείς οι ίδιοι. Όχι ευκαιρία για να προσκομίζουν κάποιοι κέρδος.
Κερδίζουμε, χάνουμε μάχες. Δεν σταματάμε μέρα να ανακινούμε αυτά τα ζητήματα.
Και όταν δεν μας δίνουν σημασία ξεκινούμε τα σαμποτάζ. Και τις δολιοφθορές. Όχι στην τύχη. Με σχέδιο. Εκεί που ο αντίπαλος πονά. Όταν ατονούν τα κινήματα και οι μαζικές διαδικασίες. Όταν ατονεί η συμμετοχή. Όταν το κράτος καταστέλλει.
Στις μεταφορές δεν σταματάμε ποτές. Όταν χρησιμοποιούμαι τα δημόσια μέσα, το κάνουμε πάντα αρκετοί μαζί, όταν είναι εφικτό φυσικά. Δεν πληρώνουμε ποτέ. Έτσι και οι οδηγοί συμμαχούν. Οι ελεγκτές κάνουν τα στραβά μάτια».     από: εκενώστε τους δρόμους από τα όνειρα 6

 

  • Μέρος Ε     » Σε αντίθεση με άλλους προηγούμενους εργατισμούς (όπως η συμβουλιακή ιδεολογία) ή σύγχρονους (όπως της χριστιανικής ή λαϊκιστικής προέλευσης), ο ιταλικός πολιτικός εργατισμός δεν αγαπούσε τους εργάτες και τους προλετάριους: στοιχημάτιζε την πιθανότητα εκεί να υπάρχει μια δύναμη ενάντια στον εαυτό της, όχι για να επεκτείνει αλλά για να εξαλείψει την κατάστασή της. Ήταν επομένως ένας εργατισμός εναντίον της εργασίας, για την απόρριψη ενός υποκειμενικού χαρακτήρα, μιας υποκειμενικής φύσης επιβεβλημένης από τη σχέση του κεφαλαίου. Υπήρξε ένας εργατισμός βασισμένος στην μη αναστρέψιμη μεροληψία της άποψης, μιας αυτόνομης πλευράς που θα χτιστεί. Προσοχή, όχι των εκμεταλλευόμενων, αλλά αυτών που αγωνίζονται ενάντια στην εργασία για να ζήσουν με ελεύθερο τρόπο. Όχι εκείνων που ζουν από την εργασία τους, αλλά εκείνων που αγωνίζονται κατά της εργασίας για να ζήσουν ελεύθερα. Όχι των φτωχών και των καταραμένων-των κολασμένων της γης, αλλά της εργατικής τάξης που αγωνίζεται για την κατάργησή της (το γεγονός πως η εργατική τάξη είναι ζήτημα ποιοτικής πρωτοποριακής δύναμης και όχι χεριών με κάλους και φόρμες λερωμένες με γράσο, πρέπει να σπαταλήσουμε κι άλλο χρόνο για να το προσδιορίσουμε;)»….και: »Η υποκειμενικότητα για την οποία μιλάμε, στο κέντρο του εργατισμού και του ορισμού της ταξικής σύνθεσης είναι κάτι ριζικά διαφορετικό. Η υποκειμενικότητα είναι ένα πεδίο μάχης. Όταν σήμερα, σε ένα πλαίσιο σχέσεων δύναμης, [ισορροπίας δυνάμεων] υπέρ του κεφαλαίου, μιλάμε για «προλεταριακή υποκειμενικότητα»  μιλάμε για μια υποκειμενικότητα σφυρηλατημένη, πλασμένη κυρίως από την καπιταλιστική κυριαρχία. Το να μιλάμε για αντι-υποκειμενικότητα σημαίνει λοιπόν να μιλάμε για μια υποκειμενικότητα όχι μόνο εναντίον του κεφαλαίου, αλλά και κατά του κεφαλαίου που μεταφέρουμε μέσα μας. Ναι, διότι εμείς στο μέτρο στο οποίο μισούμε τα αφεντικά πρέπει να φθάσουμε να μισούμε τον εαυτό μας, εκείνο τον καρκίνο που κάθε μέρα μας τρώει και μας θέτει στην υπηρεσία αυτών που μας εκμεταλλεύονται».  Πέρα από τον εργατισμό και τον λεγόμενο μετα-εργατισμό, Gigi Roggero

 

[O τεχνολογικός εκσυγχρονισμός είναι ουσιαστικά ένα κύριο εύρημα των αφεντικών που προσπαθεί να εξαλείψει ένα κομμάτι της ζωντανής εργασίας, έναν χειριστή, ένα ολόκληρο τμήμα, μια απασχόληση, μια αρμοδιότητα, έναν ρόλο. Εν ολίγοις, η τεχνολογική καινοτομία είναι η απαραίτητη μορφή για την εξοικονόμηση εργασίας, είναι η κύρια απάντηση των αφεντικών στην άρνηση της εργασίας. Αλλά τότε: η αναδιάρθρωση, η καινοτομία, ο εκσυγχρονισμός, το τεχνολογικό άλμα πρέπει πραγματικά να θεωρηθεί εχθρός; Μήπως δεν υπάρχει στην αναδιάρθρωση η προϋπόθεση της ελευθερίας η συνθήκη για τη μείωση της εξάρτησης της ζωής από την εργασία; Το ερώτημα πρέπει να εξεταστεί σε όλη του την πολυπλοκότητα.Στην πραγματικότητα η πρόθεση του αφεντικού, όταν μετασχηματίζει ένα εργαστήριο ή αυτοματοποιεί ένα τμήμα εργασίας, είναι εκείνη να μεγιστοποιήσει το συνολικό κέρδος, να εξαλείψει τους θύλακες της ανυπακοής, να επιτύχει έναν πιο στενό μηχανικό έλεγχο στην ανθρώπινη εργασία.

Η καπιταλιστική χρήση της τεχνολογίας – και η αναδιάρθρωση ως καπιταλιστική επανάσταση των μηχανημάτων, του τεχνολογικού συστήματος – διαπερνά τις ίδιες δομές, τη μορφή και τη λειτουργία των αντικειμένων, και εμμέσως διαπερνά τα μυαλά, τις κοινωνικές σχέσεις, τον παραγωγικό κόσμο. Η σκέψη και η πρακτική του επαναστατικού εργατισμού πολύ σύντομα έρχεται αντιμέτωπη με μια αντίφαση, και σε κάποιο βαθμό θα παραμείνει αιχμάλωτη αυτής.Η έντονη τεχνολογική επανάσταση που ξεδιπλώνεται κατά τη δεκαετία του εβδομήντα, και η οποία ωριμάζει στα τέλη αυτής της δεκαετίας και εκδηλώνεται με αληθινά, πραγματικά κύματα μαζικών απολύσεων, είναι η αιτία της κρίσης της εργατικής αυτονομίας, αλλά στην πραγματικότητα είναι και η αιτία της τάσης διάλυσης της εργατικής τάξης του εργοστασίου και της βιομηχανίας ως κυρίαρχο σύστημα παραγωγής. Η αναδιάρθρωση, η τεχνολογική καινοτομία και ο εκσυγχρονισμός είναι η απάντηση στην άρνηση της εργασίας, αλλά και η εκπλήρωση της. Μέσα από την αναδιάρθρωση, όντως, ο εργατικός στόχος επιτυγχάνεται για να μειώσει την απαραίτητη εργασία, αλλά οι κοινωνικές και πολιτικές συνθήκες μέσα στις οποίες καθορίζεται αυτή η μετατόπιση κυριαρχούνται από το καπιταλιστικό συμφέρον, αποσκοπούν στην κυριαρχία και το κέρδος, όχι στην κοινωνική χρησιμότητα. Και να λοιπόν που το αποτέλεσμα της αναδιάρθρωσης είναι μια μεγαλύτερη εκμετάλλευση, μια μεγαλύτερη εξάρτηση, μια πολιτική διαίρεση, ένας πολιτικός διαχωρισμός μεταξύ απασχολουμένων και ανέργων.

Αλλά αυτό εμφανίζεται, κατά τη δεκαετία του εβδομήντα, επειδή το επαναστατικό κίνημα δεν καταφέρνει να εκτελέσει μέχρι τέλους το πρόγραμμά του εργατικής κατεύθυνσης επί όλης της διαδικασίας παραγωγικής μεταμόρφωσης, διότι στο σημείο αυτό η συνδικαλιστική διαμεσολάβηση και ο εξτρεμισμός έρχονται αντιμέτωποι χωρίς να μπορούν να βρουν το σημείο διεξόδου: τη γενικευμένη μείωση του χρόνου εργασίας, την κοινωνική ανακατανομή του κοινωνικά απαιτούμενου χρόνου εργασίας. Εν ολίγοις, την εργατική εξουσία επάνω στις συνθήκες της μεταβιομηχανικής μετάβασης, επάνω στις συνθήκες της αποβιομηχανοποίησης και του μετασχηματισμού ολόκληρου του κόσμου της παραγωγής.]    απόσπασμα από την »χρυσή ορδή»

 

  • »Δεν θέλουμε να ζούμε κάτω από ζυγούς, όπως και αν τους ονομάσουν οι άρχοντες. Οργανώνουμε λοιπόν μια εθνική διαδήλωση στη Ρώμη, τον Μάρτιο του ‘77, στις 12 του μήνα, ενάντια στην καταπίεση.
    Έχουν καταστείλει με άγριο τρόπο,το προηγούμενο διάστημα, την εξέγερση των φοιτητών στη Μπολόνια.
    Μαχαιρώνουν οι φασίστες στη Ρώμη.
    Όλη η αυτονομία κατεβαίνει στην πρωτεύουσα.

Σηκωθήκαμε πρωί πρωί. Το ραντεβού είναι στον σιδηροδρομικά σταθμό, αφηγείται ο Μάριο. Με οργή σιωπηλή συγκεντρωνόμαστε, μαζευόμαστε για κάποιο μισάωρο. Και μόλις εμφανίστηκε το τραίνο για Ρώμη του κάνουμε αμέσως κατάληψη, μαζί με τους άλλους ταξιδιώτες. Σήμερα δεν πληρώνει κανένας εισιτήριο.
Πρέπει να είμαστε πάνω από χίλιοι. Δεν μπορούν να μας αγγίξουν. Ξέρουμε πως θα ταξιδέψουμε. Και μόλις το τραίνο αρχίζει να κινείται, με εκείνο το αρχικό του τίναγμα ο κόσμος ξεσπάει. Συνθήματα και τραγούδια σπάνε την ησυχία, από τα ανοιχτά παράθυρα, όλοι αψηφούν την παγωνιά. Βράζουμε από ενθουσιασμό και ενέργεια. Και χιλιάδες υψωμένες γροθιές διέσχισαν την πόλη το εικοσάλεπτο που χρειάζεται το τραίνο για να την προσπεράσει. Είναι ένα θέαμα μοναδικό, κόκκινες σημαίες με αστέρια, με σφυροδρέπανα, και σφιγμένες γροθιές υψωμένες στον ουρανό της πόλης που χαιρετάει τα παιδιά της, που την αφήνουν να κυλάει πίσω τους.
Το θηρίο γεμάτο ασφυκτικά κι εμείς κολλημένοι ο ένας πάνω στον άλλο.

Φτάσαμε στην αιώνια πόλη και δεν μας αφήνουν να μπούμε στον σταθμό, είναι τέτοια η κίνηση, έχουν φρακάρει τα πάντα. Μένουμε έτσι αρκετή ώρα, και μόλις ξεκινούν οι κουβέντες για να αποφασίσουμε εάν αποβιβαστούμε εκεί έξω και να προσεγγίσουμε τον σταθμό με τα πόδια το τραίνο ξεκινά αργά αργά. Ο ενθουσιασμός είναι τεράστιος. Τόση ώρα έχουμε απέναντι, καμιά πενηνταριά μέτρα μακριά,άλλο τραίνο, γεμάτο και αυτό συντρόφους από τον Νότο, μιλάμε με συνθήματα, υπάρχει υπερένταση, υπάρχει και θυμός. Γιατί στη διάρκεια του ταξιδιού μαθαίνουμε πως οι μπάτσοι, την προηγούμενη, σκότωσαν χτυπώντας πισώπλατα, την ώρα οπισθοχώρησης, σύντροφό μας, στις συγκρούσεις της Μπολόνια, στο χώρο του Πανεπιστήμιου που είναι υπό κατάληψη. Η ατμόσφαιρα είναι τεταμένη, μυρίζει μπαρούτι, προμηνύεται καταιγίδα, θα έρθει πυρκαγιά.

Έχει γράψει ο Κλάουντιο Λόλλι ένα πολύ όμορφο τραγούδι για εκείνες τις μέρες των συγκρούσεων στο κέντρο της πόλης, στην Bologna, όλη η περιοχή γύρω από τις σχολές είναι στα χέρια των φοιτητών, τρεις μέρες χρειάστηκαν οι δυνάμεις καταστολής να τους την πάρουν! ‘I giornali di Marzo’. ‘Οι εφημερίδες του Μαρτίου’.
Και ακουμπάμε επιτέλους στις αποβάθρες,σιγά σιγά. Ενωνόμαστε με συντρόφους που ξεπηδούν απ’ όλες τις πλευρές. Έρχονται από κάθε γωνιά της χώρας. Φτάνουμε όλοι μαζί και αυτό δημιουργεί τεράστια χαρά, ευτυχία, παραλήρημα. Έξω από τον τεράστιο σταθμό το αδιαχώρητο, η ένταση απογειώνεται. Πανζουρλισμός. Χιλιάδες σύντροφοι είναι συγκεντρωμένοι εκεί, μιας και η πλατεία Ezedra, όπου έχει οριστεί το ραντεβού μας, έχει ξεχειλίσει, για να βαδίσουμε όλοι μαζί, σε πορεία, προς την Piazza del Popolo, την Πλατεία του Λαού, όπου αργά το απόγευμα θα κλείσει το ραντεβού.
Όλα μοιάζουν μαγικά, είναι μαγικά.

Υπάρχει ενέργεια, μοιάζει χειροπιαστή, λες και θα ανοίξεις τη χούφτα σου και θα την πιάσεις, θα μαζέψεις μπόλικη. Μπορείς να την αγγίξεις, για τέτοια κατάσταση σου μιλάω.
Τραγούδια, συνθήματα, φασαρία, ένα βουητό που σκεπάζει τα πάντα, που απλώνεται σε όλη την πόλη και την κυριεύει.
Είμαστε πολλοί, είμαστε δυνατοί, είμαστε αποφασισμένοι, είμαστε εμείς, ‘οι άλλοι’, ‘η άλλη κοινωνία’.
Δεν περπατάμε, θαρρείς πετάμε.

Il contropotere proletario. Η προλεταριακή αντεξουσία. Η αυτονομία στην πράξη.

Να ανοίξω μια μικρή παρένθεση: »Να το πω κι αλλιώς: είναι αμέτρητη η χαρά που νιώθεις κάθε φορά που τινάζεις στον αέρα ένα κάτι, σύμβολο του εχθρού, και αυτή η χαρά σε ακολουθεί για ημέρες δίχως τελειωμό, όσο μιλάει ο κόσμος γι αυτήν και βάλε! κάθε φορά που εισβάλλεις σε σφηκοφωλιά του αντιπάλου και την κάνεις δικιά σου, έστω και για λίγο έχεις οικειοποιηθεί τον ζωτικό χώρο του εχθρού, η μητρόπολη είναι εκεί δικιά σου, η χαρά δεν προσμετράται, όσα χρήματα κι αν έχει στον λογαριασμό του ο ενάντιος δεν μετρούν μπροστά στη δύναμη που έχεις εκείνη την ώρα, και την ευτυχία που νιώθεις στην καρδιά σου!

Όταν περνάς αμέριμνος μπροστά απ’ τα μπλόκα του εχθρού, τις κλούβες και τα περιπολικά, χτυπά δυνατά η καρδιά και τραγουδά, γελάς που τρέχουν και δεν φτάνουν ψάχνοντας ψύλλους στ’ άχυρα. Ο αιφνιδιασμός ήταν δικός σου, ασ’ τους να τρέχουν!

Θα στο πω φίλε μου και έτσι: Τον λαό δεν καταφέραμε να τον ξεσηκώσουμε σε μόνιμη βάση, να επαναστατήσει ώστε να διώξει μια για πάντα την καταπίεση του καταναλωτισμού και των αγορών, όμως εκείνη τη χαρά που νιώθαμε κάθε φορά που κομματιάζαμε τα άφθονα μέτρα ελέγχου και καταστολής της ελευθερίας μας δεν την αλλάζω με τίποτα. Δεν χωρά στο ζύγι, όσο κι αν κοστίζει το άλλο που στοίβαξες απέναντι! Τζούφιο είν’ το βάρος του». Κλείνει παρένθεση

  • Τότε βλέπω και τους Ινδιάνους τους Μητροπολιτάνους. Είχα ξαναβρεθεί στην πόλη για εθνική διάσκεψη, πρώτη φορά όμως τους βλέπω ντυμένους στα χρώματα του πολέμου. Και τόσους πολλούς. Παρατεταγμένοι με τις πολύχρωμες φορεσιές τους έξω από το κτίριο, λες και μας περίμεναν, να τους δούμε και τους θαυμάσουμε.
    Ξεκινούν στην κεφαλή του μέρους της πορείας που βρίσκεται μπροστά μας, και όλοι εμείς από πίσω. Λίγες μέρες νωρίτερα έχουν πετάξει έξω από τις σχολές, στο Πανεπιστήμιο La Sapienza, τον γραμματέα του ελεγχόμενου από το ΚΚ συνδικάτου, τον μισητό Λάμα,με τους εκατοντάδες ψευτοκομμουνιστές μπράβους του. Δοκίμασαν να μιλήσουν στην γενική συνέλευση στην πλατεία, έφαγαν γιούχα, ξύλο και άπειρα φτυσίματα. Οι υποκριτές.
    Διασχίζουμε την πόλη τραγουδώντας. Άλλοτε περπατάμε σιγά, άλλοτε τρέχουμε. Αλλού κοντοστεκόμαστε. Γεμίζουμε τους τοίχους συνθήματα και κόκκινη μπογιά. Τα μαντήλια στο λαιμό.
    Κάποιοι από εμάς αφήνουν για λίγο τους υπόλοιπους και πηγαίνουν προς Via dei Volschi, εκεί που χτυπά η καρδιά της ρωμαϊκής αυτονομίας, να μάθουν τα τελευταία νέα. Να δουν εάν χρειάζονταν κάτι, μήπως είναι απαραίτητη η βοήθειά τους.
    Εμείς οι υπόλοιποι συνεχίζουμε
    Φτάνουμε στην πλατεία αργά το μεσημέρι.
    Την περιφρούρηση έχουν αναλάβει οι Ρωμαίοι σύντροφοι, και όχι μόνο, οι σύντροφοι επίσης των ομάδων περιφρούρησης από τις μαζικότερες συλλογικότητες της χώρας, απ’ τον Βορρά κυρίως, Πάντοβα, Μιλάνο…

Είναι ακόμη μέρα. Έχουν περάσει χρόνια, δεν θυμάμαι και πολλά. Μοναχά τον ενθουσιασμό ανακατεμένο με οργή. Το κύμα που πάλλονταν στη πλατεία κάθε φορά που ξεσπούσε το σύνθημα. τα τραγούδια. Το είναι μου σε μόνιμη κατάσταση έκστασης, ανατριχίλα που διασχίζει το κορμί μου, από την κορυφή μέχρι τα νύχια.
Κι όταν ξεχύνεται το ανθρώπινο ποτάμι,με βουητό που σκεπάζει τους λόφους που περιτριγυρίζουν την πόλη η ένταση εκρήγνυται και αρχίζουν ατέλειωτες συγκρούσεις.
Δεν νοιάζει κανέναν ποιος θα είναι αυτός που θα κάνει την αρχή, όλοι περιμένουμε το αναπόφευκτο, όλοι επιθυμούμε να δοθεί ένα μάθημα στις δυνάμεις καταστολής και στους εντολείς τους.
Αρχίζουν οι πυρπολήσεις, εναντίον κυρίως καταστημάτων πολυτελείας, απλησίαστων στους πολλούς, που στέκονταν εκεί προκλητικά με τις στολισμένες τους βιτρίνες να φωνάζουν ‘πάρε με’!
Εναντίον,επίσης, κομματικών γραφείων. Εναντίον κυβερνητικών και πολιτικών στόχων, αστυνομικών τμημάτων.

Οι σύντροφοι των ομάδων περιφρούρησης κάνουν το καλύτερο δυνατό για να κρατήσουν τις συγκρούσεις μακριά από το κυρίως σώμα της πορείας. Εν πολλοίς τα καταφέρνουν, για το μεγαλύτερο διάστημα τουλάχιστον της ημέρας, τις περισσότερες φορές.
Οι καπνοί, οι φωτιές και η αποπνικτική ατμόσφαιρα που δημιουργούν τα δακρυγόνα οδηγούν κατευθείαν στην καρδιά των γεγονότων.
Έτσι λοιπόν ο Μάριος ξεκόβει κάποια στιγμή από τους συντρόφους του, τον τρώει η περιέργεια να βρίσκεται εκεί που παίζεται άμεσα η μπάλα!
Ξεγλιστρά από τα κορδόνια, που κρατιούνται όσο πιο σφιχτά γίνεται, και τρέχει προς τους καπνούς και τους κρότους.

Δεν νιώθει ανησυχία, νιώθει προστατευμένος, έχει εμπιστοσύνη.
Σε ανύποπτο χρόνο, έχει μια πολύ ενδιαφέρουσα συνομιλία με κύριο που σέβεται πολύ. Γνωρίζει πως τον παρακολουθεί και τον περιεργάζεται, κατοικούν απέναντι, καθηγητής στο λύκειο ο κύριος Αντόνιο. Του έχει κάνει ξεκάθαρο λοιπόν πως,προς στιγμήν τουλάχιστον, δεν έχει την αίσθηση του θείου. Έτσι ο δάσκαλος τον προτρέπει να επικαλείται την νεκρή μητέρα του κάθε φορά που χρειάζονταν στήριξη, βοήθεια έξωθεν. Την έχει χάσει από μικρούλης, από την κακιά αρρώστια. Έχει αποκτήσει λοιπόν ένα τυχερό αστέρι που τον νοιάζεται και τον προσέχει!

Τρέχει προς την φωτιά, ακούει τις σειρήνες που ουρλιάζουν, είναι η Πυροσβεστική,που μόλις φτάνει, την ώρα που οι σύντροφοι έχουν απομακρυνθεί. Η τεράστια, πολυόροφη έκθεση πολυτελών αυτοκινήτων έχει γίνει παρανάλωμα πυρός, ένα φοβερό θέαμα, δεν μπορείς να ξεκολλήσεις τα μάτια σου από τις πύρινες γλώσσες που καταβροχθίζουν τα πάντα στο πέρασμά τους. Το κτίριο περιτριγυρίζεται από γραφεία, είναι όλα κλειστά, είναι Σάββατο, δεν κινδυνεύουν ζωές, μοναχά αυτοκίνητα που φλέγονται, παραδομένα στη φλόγα. Μια έκταση απλωμένη σε πέντε ορόφους λαμπαδιασμένη. Πρώτη φορά στη ζωή του αντικρίζει ένα τέτοιο θέαμα, στέκεται σαν χάνος εκεί μπροστά να θαυμάζει τις γλώσσες που σφυρίζουν στον αέρα που καίει, τους πυκνούς καπνούς που μαυρίζουν τον ουρανό,που ήδη έχει σκοτεινιάσει.

Χρόνια αργότερα αισθάνθηκε την ίδια δύναμη να τον τραβά και να τον αιχμαλωτίζει, παρόμοιο δέος αντικρίζοντας την πύρινη δύναμη να κατακαίει, αυτή τη φορά, τα δάση της πατρίδας του, σε θέρετρο όπου βρέθηκε για διακοπές. Μεγάλη όμως η αντίθεση στα συναισθήματα. Είναι λυτρωτική η χαρά του να βλέπεις τη βιτρίνα του καπιταλισμού να φλέγεται. Η επίθεση στην καταναλωτική μανία ελευθερώνει, στη μεγαλομανία των σύγχρονων αστών, που μετράνε τις αξίες από το μέγεθος και μόνο του πλούτου που κατέχουν. Πλούτο, που στο κάτω- κάτω άλλοι έχουνε παράξει, και δεν θα γευτούν ποτές. Γι ανταμοιβή έχουνε μια μούντζα. Καλά να πάθουν.
Σπαρακτική όμως η στεναχώρια όταν γίνεσαι μάρτυρας της καταστροφής της ίδιας της ζωής.
Εδώ πεθαίνει η μάνα Γη, η ανάσα μας,η αληθινή ομορφιά. Το γάλα που πίνουμε και μας θρέφει, μας αναπτύσσει, μας μεγαλώνει. Μας αντρώνει και μας κάνει ανθρώπους άξιους να ονομαζόμαστε τέτοιοι.
Εδώ η φωτιά καίει τη ζωή.
Εκεί η φωτιά καίει την απάτη.

Οι σύντροφοι λοιπόν δεν είναι άλλο εδώ, πρέπει να ψάξει να τους βρει. Προς το παρόν,ας επιστρέψει στο ανθρώπινο ποτάμι που κυλάει ακάθεκτο στους δρόμους της όμορφης πόλης.
Στριμώχνουν και στριμώχνονται οι νέοι, που συνεχίζουν να βαδίζουν, να τρέχουν και να τραγουδούν.
Πλησιάζουν μια armeria, ένα οπλοπωλείο. Δίπλα στο ποτάμι,που πορεύονται, στον Τίβερη. Στο λεπτό κατεβαίνουν οι σιδεριές, ορμούν στο κατάστημα και το αδειάζουν, σε ένα λεπτό, κυριολεκτώ, από όλον τον ελαφρύ οπλισμό. Για να χωρά στο παντελόνι. Και ντουφέκια, πολλά….Βλέπετε,εδώ και πολύ ώρα η αστυνομία βάλει πλέον κανονικά.Ήδη σκοτώνει από καιρό, εκτελεί.
Εχθές τον σύντροφό μας τον χτύπησαν πισώπλατα.
No mercy!
Δεν υπάρχει έλεος σήμερα!

Οι σύντροφοι πυροβολούν απέναντι, την φυλακή, Regina Coeli, μιας και είναι αδύνατο να πλησιάσουν, έχουν αποκλείσει την πρόσβαση από τις γέφυρες οι δυνάμεις της αστυνομίας και οι καραμπινιέροι, για να αποτρέψουν ομαδική απελευθέρωση των κρατουμένων συντρόφων μας εκεί μέσα, πέρα απ’ το ποτάμι.

Οι μπάτσοι, που παρακολουθούν το κορτέο,πορευόμενοι παράλληλα, από τους πιο πέρα δρόμους και κάποια απόσταση, αντιλαμβανόμενοι τα συμβάντα, πνίγουν την πορεία στα χημικά. Πυροβολούν συνεχώς.Πανικός.
Οι νεαροί δεν διαλύονται. Συνεχίζουν. Κλάμα και λεμόνι, συνθήματα, μηνύματα.
Προχωρούν τρέχοντας όσο γρηγορότερα γίνεται για να απομακρυνθούν από τη μολυσμένη περιοχή.
Με τους πιο πίσω όμως τι θα γίνει ;
Προχωρούν έτσι κι αλλιώς, κι άλλη φορά τους διέσπασαν, κάποια στιγμή θα ενωθούν με τους υπόλοιπους πιο κάτω. Η αποφασιστικότητα δεν νικιέται σήμερα. Αυτά που λέμε θα γίνουν!
Η ανθρώπινη πλημμύρα συνεχίζει το δρόμο της. Ξετυλίγεται το κουβάρι μες την πόλη,αφήνοντας το ποτάμι πίσω του. Εισέρχεται σε μια αχανή πλατεία, μισοσκότεινη,μιας και όλοι οι λαμπτήρες έχουν γίνει κομμάτια. Εκεί αντικρίζω την πιο σουρεαλιστική σκηνή σε όλη μου τη ζωή, σκηνή από ταινία του κινηματογράφου περιπέτειας. Αυτά δεν γίνονται!
Στην απέναντι ακριβώς πλευρά, γονατισμένοι σε σειρά καμιά εικοσαριά σύντροφοι, με τα μαντήλια ανεβασμένα, πυροβολούν σε ομοβροντία, όλοι μαζί ταυτόχρονα, προς ένα επιβλητικό κτίριο που δεσπόζει μπροστά τους και κλείνει την πλατεία από εκείνη την πλευρά. Κι από πίσω τους, τρέχοντας σε τόξο, σε ημικύκλιο, περίπου πενήντα παιδιά εξαπολύουν βροχή από μπουκάλια στα σπασμένα, θρυμματισμένα τζάμια, στα παράθυρα του κτιρίου, το οποίο οι αστυνομικές δυνάμεις έχουν αφήσει έρμαιο, αφύλακτο, από τη σφοδρότητα της επίθεσης! Σπέρνουν φωτιά.
Είναι κάτι μοναδικό, δεν ξεχνιέται, όσα χρόνια κι αν περάσουν!
Ότι και να έχεις κάνει, πει, ακούσει από άλλους, τέτοια φάση δεν γίνεται, δεν επαναλαμβάνεται!
Η καταστολή εξαφανισμένη.
Αργότερα έμαθα πως εκείνο το κτίριο είναι το Υπουργείο Δικαιοσύνης που εδρεύει στην πρωτεύουσα,  λέει ο Μάριος, ανατριχιάζοντας στη θύμηση.

Έγραψαν οι εφημερίδες την άλλη μέρα πολλά, αυτό το γεγονός αποσιωπήθηκε τελείως, άκρα του τάφου σιωπή, όπως βέβαια και η προσπάθεια να περάσουν οι σύντροφοι το ποτάμι για να επιτεθούν στα γραφεία του ΚΚΙ, κάποια στιγμή, και στις φυλακές κάποιαν άλλη!

Όπως καταλαβαίνετε, η κατάσταση έχει ξεφύγει τελείως, έχει εκτραχυνθεί. Η αστυνομία αποφασίζει πως πρέπει να απαντήσει και επιτίθεται από όλες τις πλευρές, με ότι μέσο διαθέτει. Ξεκινάει ανταλλαγή πυρών κι από τις δύο πλευρές. Εδώ πλέον ο σώζων εαυτόν σωθήτω. Δεν είναι δυνατόν πια να κρατήσεις γραμμές, να περιφρουρήσεις τη διαδήλωση, δεν πρόκειται πλέον για πορεία. Και οι περιφρουρήσεις που βαστούν ακόμη  καλύπτουν τα νώτα της υποχώρησης προς την piazza del popolo, όπου θα καταλήξει η πορεία έτσι κι αλλιώς, και όπου οι υπόλοιποι σύντροφοι, αυτοί από τους οποίους είχαμε αποκοπεί, μαθαίνουμε πως βρίσκονται ήδη εκεί.

Πανζουρλισμός όταν φτάνουμε εκεί, και ανακούφιση μαζί, πάλι όλοι together, και νιώθεις πως το ότι δεν κατάφεραν να μας διαλύσουν είναι μια τεράστια νίκη. Μαθαίνουμε για δεκάδες άλλους στόχους που χτυπήθηκαν, κομματικά γραφεία, η χιλιανή πρεσβεία – εκδίκηση πήραμε για τους δολοφονημένους μας εκεί συντρόφους – αστυνομικά τμήματα και κάνα δυο στρατόπεδα καραμπινιέρων….

Σύντροφοι μιλούν με πύρινα λόγια για τους σκοτωμένους μας συντρόφους. Ακούμε, χειροκροτούμε, συνθήματα, φωνές. Αλλά κυρίως η αναμετάδοση, στόμα με στόμα, όλης αυτής της φωτιάς που ρίξαμε επάνω στους εχθρούς μας αυτή την αξέχαστη για πάντα ημέρα, στο όνομα αυτών που έπεσαν, και θα συνεχίσουν να πέφτουν μέχρι να ανατραπεί αυτό το βρώμικο καθεστώς.

Νύχτα πλέον εδώ και ώρες όταν ξεκινάμε για τον σταθμό, για την επιστροφή, δεκάδες μικρές πορείες μέσα σε μια πόλη που βρωμάει χημικά, ανάμεσα σε ενέδρες των δυνάμεων καταστολής, που ξεπερνάμε ευκολότερα ή δυσκολότερα.

Μπορώ να πω πως επικρατεί μια ατμόσφαιρα χαοτική. Περπατάς ή τρέχεις μονάχα σκυφτός, πίσω από τα παρκαρισμένα αυτοκίνητα, μέσα από στενά και λεωφόρους. Γίνεται κυριολεκτικά χαμός. Δεν ξέρω να έχει συμβεί κάπου αλλού κάτι παρόμοιο. Εμπόλεμη κατάσταση.
Κάποια στιγμή καταφέρνω να φτάσω στο σταθμό. Έχω χαθεί με όλους, είμαι εδώ και ώρα ολομόναχος.
Άντε να μπεις μέσα, τώρα. Το κτίριο είναι περικυκλωμένο από την αστυνομία και τους καραμπινιέρους. Κάνω ένα ντου εκεί που είναι συγκεντρωμένοι οι λιγότεροι, τρώω πολλές, στα πλευρά κυρίως και την πλάτη, προστατεύω με τα χέρια το κεφάλι μου, τρυπώνω μέσα. Ψάχνω στις αναχωρήσεις και φτάνω τρέχοντας αλαφιασμένος στο τρένο λίγο πριν κλείσουν οι πόρτες. Για κάποιον ανεξήγητο λόγο που δεν καταλάβαμε ποτέ οι μπάτσοι, ακριβώς εκείνη τη στιγμή, έχουν ξεκινήσει μαζική επίθεση στους συρμούς, εξαπολύοντας εκ νέου δακρυγόνα. Ακούγονται και κάποιοι πυροβολισμοί. Ο οδηγός ξεκινά το θηρίο άρον’ άρον και η τρομάρα παίρνει τέλος.
Για τους περισσότερους, όχι για όλους.

Και ότι σου έχω διηγηθεί Μιχάλη είναι αληθές, δίχως ίχνος υπερβολής. Συμφωνούν και οι υπόλοιποι, ήταν εκεί, γνωρίζουν από πρώτο χέρι.Ήσουν κι εσύ, γνωρίζεις από πρώτο χέρι.
Συνεχίζω λοιπόν. Μια κοπελιά τρομοκρατημένη, η Μαρίνα, κουρνιάζει στην αγκαλιά μου όλο το βράδυ, χωρίς να ξεκολλήσει δευτερόλεπτο. Την πήρε ο ύπνος γρήγορα και ξύπνησε μόνο σαν φτάσαμε στο σταθμό της Φλωρεντίας, με το φρενάρισμα του τραίνου. Φυσικά και με ακολούθησε σπίτι μου, κοιμηθήκαμε αγκαλίτσα. Με φιλοξενούν εκείνο το διάστημα σε ένα στούντιο, ένα λεπτό απόσταση από την Πλατεία του Αγίου Σταυρού, Santa Croce, δύο μέτρα απόσταση από το φημισμένο Vivoli, το πασίγνωστο ζαχαροπλαστείο με τα υπέροχα παγωτά, γνωστό στις τέσσερις γωνιές του πλανήτη.
Ένα πολύ χαριτωμένο διαμέρισμα, ενδιάμεσο δύο ορόφων ενός μεσαιωνικού κτίσματος, ανακαινισμένου στο εσωτερικό του. Χωρίς παράθυρα αλλά με μπόλικο γούστο, ζεστό πολύ, ένας ενιαίος χώρος τεράστιος και στο βάθος δύο υπνοδωμάτιa με κουζινίτσα και μπάνιο, επιπλωμένο πολύ μοντέρνα. Στέκεσαι όρθιος άνετα, για να περάσεις όμως από την πόρτα εισόδου πρέπει να σκύψεις αρκετά, σε υπόκλιση κανονική. Απίθανο, πανέμορφο, μια μεγάλη φωλιά στο κατάκεντρο της πόλης.

Ξυπνήσαμε αργά το μεσημέρι μιας και ….την πέσαμε χαράματα. Τράβηξε ο καθένας τον δρόμο του. Δεν ξανασυναντηθήκαμε ποτέ, τώρα που το θυμάμαι μου κάνει πολύ εντύπωση, δεν έτυχε ούτε μια φορά.Δεν προλάβαμε, μάλλον δεν σκεφτήκαμε να ανταλλάξουμε τηλέφωνα. Δεν την ξέχασα όμως ποτέ, ήταν η πιο γλυκιά στιγμή μιας τόσο μοναδικής και άγριας ημέρας.
Δεν μπόρεσα να κλείσω μάτι σε όλη την διάρκεια του ταξιδιού της επιστροφής. Από την υπερένταση. Παρατηρώ για ώρα τα άλλα παιδιά, και από το παράθυρο, όταν υπάρχει ορατότητα, την ύπαιθρο και το τοπίο, κάθε φορά που κάνει την εμφάνισή του το φεγγάρι και φωτίζει. Τα χωριά που διασχίζουμε. Μου ήρθε τότε στο μυαλό πως στη Ρώμη ξαναβρέθηκα το καλοκαίρι που μας πέρασε, για να επισκεφτώ τον Σάντρο, νεαρό γύρω στα τριάντα που γνωρίσαμε με την παρέα στα Σύβοτα».

από: εκενώστε τους δρόμους από τα όνειρα 2

LA CANTATA ROSSA PER TALL EL ZAATAR – GAETANO LIGUORI / GIULIO STOCCHI / DEMETRIO STRATOS

‘Μα κανείς κανείς λέω να μη κλάψει! Ούτε ένα δάκρυ από τα μυστικά χώματα του πόνου μας ούτε ένα δάκρυ! Γιατί όρθιοι όρθιοι πέθαναν Κανείς να μη κλάψει! Όρθιοι δίπλα στο πηγάδι και στις ρίζες του ψωμιού Κανείς να μη κλάψει! Όρθιοι ανάμεσα στις πεισματάρικες εποχές της δουλειάς τους Κανείς να μη κλάψει! Στη θέση τους φορώντας τα παπούτσια και με τουφέκια Κανείς να μη κλάψει! Όρθιοι από οδοφράγματα μιλώντας στ’ αστέρια Κανείς να μη κλάψει! Όρθιοι με τα μάτια καρφωμένα στα ποτάμια της Παλαιστίνης Κανείς να μη κλάψει! Όρθιοι χαράζοντας απέραντους δρόμους προς την επιστροφή Κανείς να μην κλάψει! Όρθιοι με δώρα ελπίδας στα μωρά του μέλλοντος Κανείς να μη κλάψει! Όρθιοι στέκονται Ahmed Fathma Ibrahim όρθιοι Mervath Abeth Leila όρθιοι στέκονται Youssef ο παππούς και ο μικρός Fadh που ήταν τριών χρόνων όρθιοι στέκονται καθένας από τις τριάντα χιλιάδες του Tall el Zaatar κανένας κανένας λέω κανένας να μη κλάψει! Ούτε ένα δάκρυ! Γιατί βλέπετε; Τους έδιωξαν από τη γη τους και από το όνειρο τους τους διασκόρπισαν τους έκλεισαν στα στρατόπεδα τους έδωσαν ένα νούμερο αποκαλώντας τους πρόσφυγες τους πούλησαν σε όλα τα παζάρια κι όταν πήραν το τουφέκι »Ληστές» φώναξαν και τους σκότωσαν βασάνισαν σφαγίασαν τους διαίρεσαν και του είπαν »Εσύ δεν θα έχεις πατρίδα!» κι αυτοί όρθιοι στα πόδια τους με το ανάστημα τους κατοικούν τον κόσμο κατοικούν τον κόσμο κατοικούν τον κόσμο’

 

  • Μέρος Ζ

Γράφει ένας νεαρός που βρέθηκε στο πανεπιστήμιο Sapienza, στη Ρώμη, τις μέρες του μαρτίου, μαρτυρία στην χρυσή ορδήΣτο πανεπιστήμιο, κατά τη διάρκεια της κατάληψης, κανείς δεν ήθελε να επιβεβαιώσει τη θέλησή του επάνω στους άλλους, να επιβάλλει τις θέσεις του, διότι όλοι συζητούσαν μεταξύ τους, όχι μόνο στις συνελεύσεις, αλλά γράφοντας και στους τοίχους και σε αφίσες και κανείς δεν έλεγε πως η θέση του εδώ είναι ηγεμονική, αντιθέτως το πρώτο πράγμα που έκανε το κίνημα ήταν να επιβεβαιώσει με μεγάλη σαφήνεια και αποφασιστικότητα ότι κανείς δεν ήθελε κόμματα οδηγούς ή απόπειρες ηγεμονίας από οποιονδήποτε, είτε από άτομα είτε από ομάδες. Αντίθετα, ο Λάμα έρχεται εκεί και αυτό που κάνει είναι να πει: εγώ έρχομαι εδώ, παίρνω ένα μεγάλο μεγάφωνο σαν αυτό και κάνω την ομιλία μου που πρέπει να καλύψει, πρέπει να ακυρώσει όλες τις άλλες ομιλίες, γιατί αυτός δεν ήρθε εκεί για να συζητήσει με το κίνημα και να ανταλλάξει απόψεις, ήρθε εκεί για να επιβάλει τον εαυτό του, ήρθε για να επιβληθεί’.          Θυμάμαι ότι ο Λάμα σε ένα σημείο της ομιλίας του είπε κάτι σαν «οι εργάτες το ’43 έσωσαν τα εργοστάσια από τους γερμανούς και τώρα εσείς πρέπει να σώσετε τα πανεπιστήμια επειδή είναι τα εργοστάσιά σας». Είναι σαφές ότι αυτό που έλεγε δεν είχε καμία σχέση με αυτό που συνέβαινε. Έτσι σκέφτηκα, ο καθένας σκέφτηκε, όλοι μας: μα γιατί πρέπει να έρθεις εδώ και πρέπει να μας πεις αυτά τα πράγματα που με εμάς, που με αυτό το κίνημα δεν έχουν καμία σχέση; Επειδή η αλήθεια είναι ότι δεν καταλαβαίνεις πλέον τίποτα και έχεις την απαίτηση να μας θέσεις το τελεσίγραφο: ή είσαι μαζί μου είτε είσαι εναντίον μου. Εκείνο το πρωί είχα φτάσει στο πανεπιστήμιο πολύ νωρίς και υπήρχαν ήδη εκείνοι της ομάδας περιφρούρησης του P.C.I. και του συνδικάτου με τα κόκκινα καρτελάκια καρφωμένα στο πέτο στο σακάκι σβήνοντας τα γραπτά που είχαμε κάνει στα εξωτερικά τοιχώματα των σχολών.

 

  • Μιλά για την διαδήλωση του Μάρτη του ’77 στην Ρώμη, ‘για να αναδειχθεί ο εθνικός χαρακτήρας της κίνησης.’
    Εκεί πήγαν δύο ξεχωριστές ομάδες. ‘Μία των ΄κομμουνιστικών επιτροπών’ για τις οποίες μίλησα και η άλλη του ‘συλλόγου Σάντα Κρότσε’. Εγώ είμαι σε αυτή την τελευταία ομάδα’,λέει.
    ‘Περνάμε από τα γραφεία των ‘Βόλσι’, όπου βρίσκονται καμιά εκατοστή άτομα, οι τριάντα οπλισμένοι για παν αμυντικό ενδεχόμενο.
    Σε μας δόθηκαν μπαστούνια και μολότοφ’. Ονοματίζει μία κοπέλα που τους παρέλαβε από τον σταθμό.
    ‘Ξεκινά η πορεία χιλιάδων ατόμων.
    Αρχίζουν οι συγκρούσεις με την αστυνομία.Κάποιοι από τους διαδηλωτές -όχι Φλωρεντίνοι- πυροβολούν.
    Χάος, δακρυγόνα και άλλα.’
    ‘Κοντά στο ποτάμι σπάζεται ένα κατάστημα αθλητικών με όπλα που φορτώνονται σε ένα αυτοκίνητο.’
    ‘Εμείς πανικοβληθήκαμε αλλά άλλοι προσεγγίζουν διαφορετικό οπλοπωλείο, υπήρχε αλυσίδα που τους εμπόδισε να πλησιάσουν. Πάρθηκαν τα όπλα που χρειάζονταν και τότε επέτρεψαν στους υπόλοιπους να πάρουν ότι ήθελαν.’ ‘Διαδόθηκε η φωνή ότι εκείνοι που είχαν ενεργήσει ανήκαν στις Ερυθρές Ταξιαρχίες. Κάποια από τα όπλα κατέληξαν στο ποτάμι. Το αμάξι το φορτωμένο απομακρύνθηκε πρίν φτάσει η Άμεση Δράση’.‘Συνεχίζοντας πλησιάσαμε ένα Αστυνομικό Τμήμα και εκείνοι πυροβόλησαν, νόμισα πως χτυπήθηκα και έπεσα κάτω. Χτυπήθηκα στον αστράγαλο και το μπουφάν μου ήταν τρυπημένο από σφαίρα. Βρήκα διαμονή σε σπίτι προλεταριακής συνοικίας. Το άλλο πρωί γύρισα πίσω’.
    ‘Εκτίμησα αρνητικά τα γεγονότα σε πρώτη φάση μετά όμως από τις ειδήσεις που έφτασαν διά μέσω του Τύπου φάνηκε πως ο απολογισμός δεν ήταν καθόλου αρνητικός και πως ανάλογα γεγονότα είχαν διαπιστωθεί και σε Μπολόνια, Μιλάνο και το γεγονός παίρνει διάσταση μιάς αληθινής και πραγματικής Επανάστασης,
    μιάς μέρας Επαναστατικής’.      Απόσπασμα από τις καταθέσεις  στην δικογραφία εναντίον μου

 

  • Γράφει μια νεαρή κοπέλα, μέλος της νεολαίας του ΚΚΙ, μαρτυρία στην χρυσή ορδή:   ‘Μέσα στο P.C.I. πιστεύαμε στη διάκριση ανάμεσα στην εργατική αυτονομία ως συγκεκριμένη συνιστώσα ομάδων λιγότερο ή περισσότερο οργανωμένων και του υπόλοιπου κινήματος. Αυτό είναι κάτι που καταλάβαμε αργότερα, και ήταν ένα σοβαρό λάθος επειδή αυτή η παρεξήγηση επέτρεψε να χαρίσουμε σχεδόν ολόκληρο το κίνημα στις συνιστώσες της αυτονομίας. Θυμάμαι την τεράστια διαδήλωση της 12ης μαρτίου που εμείς του κόμματος είδαμε από τα πεζοδρόμια: ήταν ένα εντυπωσιακό πράγμα, ήταν μια τεράστια πορεία, ήταν πραγματικά πάρα πολλοί. Οι διαδηλώσεις του κινήματος, ανεξάρτητα από εκείνο που λέγονταν στα γραφεία, με ενέπνεαν πολύ διότι έβλεπα όλους εκείνους τους νέους σαν εμένα, μόνο ιδεολογικά διαφορετικούς που πορεύονταν χιλιάδες και χιλιάδες φωνάζοντας όμορφα συνθήματα, πετυχημένα, γεμάτα ενέργεια, γεμάτα φόρτιση’.  Όλα αυτά σoυ έκαναν μεγάλη εντύπωση. Στα γραφεία του κόμματος που σύχναζα μιλούσαμε για το κίνημα, αλλά δεν υπήρχαν πολλοί νέοι εκεί, οι περισσότεροι ήταν υπάλληλοι ή δάσκαλοι, μερικοί εργάτες, αλλά δεν ήταν νέοι, ήταν άνθρωποι με παιδιά, παντρεμένοι, με κανονική δουλειά , με μια κανονική ζωή.Στις συζητήσεις έπρεπε να φροντίσουμε για την υπεράσπιση μιας ιστορικής κληρονομιάς που το κίνημα εκείνη την εποχή επιτίθονταν εναντίον της, έτσι δεν μπορούσαμε παρά να ζούμε εκείνη τη σχέση με όρους σύγκρουσης, αυτοί ήταν ο εχθρός μας και υπήρχε μίσος, αλλά φυσικά και από τις δύο πλευρές. Υπήρχε μέσα στο κόμμα μια συνεχής επανάληψη της ανευθυνότητας του κινήματος.

και μια ακόμη μαρτυρία:

»Στην Piazza Αrgentina εγείρονται οδοφράγματα και από αυτή την στιγμή οι συγκρούσεις και η ανταλλαγή πυροβολισμών αλληλοδιαδέχονται σε όλο το κέντρο για ώρες και ώρες. Το κύριο σώμα της πορείας περνά μπροστά από το Υπουργείο Δικαιοσύνης. Φεύγουν άλλες μολότοφ και ανταλλαγές πυροβολισμών με αστυνομικούς που είχαν ταμπουρωθεί στο εσωτερικό. Κατά μήκος του ποταμού Τίβερη τα δύο τμήματα της πορείας επανενώνονται και στην διαδρομή προς την Piazza del Popolo συνέβησαν τα πάντα. Δεν παρέμεινε ουσιαστικά ούτε μια βιτρίνα στα πόδια της, δύο αστυνομικά τμήματα δέχθηκαν επίθεση, η χιλιανή πρεσβεία στο Βατικανό, η σύνταξη της εφημερίδας »il popolo», η έδρα της Gulf, ένας απροσδιόριστος αριθμός τραπεζών, μια αντιπροσωπεία της Fiat. Η αστυνομία στέκονταν στην άλλη πλευρά του Τίβερη, ανησυχούσε πάνω απ ‘όλα για την φύλαξη της φυλακής της Regina Coeli. Ήταν ήδη σκοτάδι και ενάντια στη φυλακή έφυγαν πολλοί πυροβολισμοί. Ακριβώς σε αυτό το σημείο υπήρξε μια επίθεση σε ένα οπλοπωλείο, οι σύντροφοι πήραν μαζί τους τα όπλα, τουφέκια και πιστόλια. Βλέπω την εικόνα ενός συντρόφου που βγαίνει από το οπλοπωλείο με ένα ντουφέκι, το οπλίζει, διασχίζει τον δρόμο, ακουμπά στον τοίχο του τοιχίου την κάνη και αδειάζει το όπλο ενάντια στη φυλακή που βρίσκονταν στην άλλη πλευρά του Τίβερη, εκεί μπροστά».        από την αέναη κίνηση

 

  • »Στη στιγμή κατά την οποίαν, για δεύτερη φορά, η διάσκεψη Ανατολής-Δύσης πραγματοποιείται στο Βελιγράδι, θέλουμε να επιστήσουμε την προσοχή στα σοβαρά γεγονότα που συμβαίνουν την παρούσα στιγμή στην Ιταλία και, ειδικότερα, στην καταστολή που πέφτει επάνω στους στρατευμένους εργάτες και διανοούμενους σε αγώνα ενάντια στον ιστορικό συμβιβασμό. Υπό αυτές τις συνθήκες, τι σημαίνει σήμερα, στην Ιταλία, «ιστορικός συμβιβασμός»; Ο «σοσιαλισμός με ανθρώπινο πρόσωπο» αποκάλυψε την πραγματική του όψη τους τελευταίους μήνες: από την μια πλευρά ανάπτυξη ενός συστήματος καταπιεστικού-κατασταλτικού ελέγχου σε μια εργατική τάξη και ένα νεανικό προλεταριάτο που αρνούνται να πληρώσουν το τίμημα της κρίσης, από την άλλη σχεδιασμός κατανομής του κράτους με την DC (τράπεζες και στρατό στην Χ. Δ., αστυνομία, κοινωνικός και εδαφικός έλεγχος στο Κ.Κ.Ι.) μέσω ενός πραγματικού «μοναδικού» κόμματος, είναι ενάντια σε αυτή την ντε φάκτο κατάσταση που εξεγέρθηκαν οι νεαροί προλετάριοι και οι διαφωνούντες διανοούμενοι τους τελευταίους μήνες.Πώς φτάσαμε σε αυτήν την κατάσταση; Τι συνέβη ακριβώς; Από τον μήνα φεβρουάριο η Ιταλία κλονίζεται από την εξέγερση των νέων προλετάριων, των ανέργων και των φοιτητών, των ξεχασμένων από τον ιστορικό συμβιβασμό και από το θεσμικό παιχνίδι. Στην πολιτική λιτότητας και θυσιών αυτοί απάντησαν με την κατάληψη των πανεπιστημίων, τις μαζικές διαδηλώσεις, τον αγώνα ενάντια στη μαύρη δουλειά, τις άγριες απεργίες, το σαμποτάζ και την απουσία στα εργοστάσια, χρησιμοποιώντας όλη την άγρια ειρωνεία και την δημιουργικότητα εκείνων που, αποκλεισμένοι από την εξουσία, δεν έχουν τίποτα περισσότερο να χάσουν». απόσπασμα από την έκκληση των γάλλων διανοουμένων που διαβάστηκε στο συνέδριο της Μπολόνια, τον σεπτέμβρη ’77,     από την χρυσή ορδή

 

  • Η σχέση με την Αυτονομία ήταν μια σχέση ερωτική. Τώρα νιώθουμε πως ζούμε, ολοκληρωτικά, δεν ήταν μια αυτοματοποιημένη αλληλουχία πράξεων, ήταν βίωμα, βιοτή, όχι ρουτίνα και επανάληψη, όπως η ζωή στην φάμπρικα ή στην καθημερινή συνήθεια της επανάληψης. Μια διαρκής αναζήτηση, περιπέτεια. Ήμασταν ενθουσιασμένοι, γεμάτοι. Ολοκληρωμένοι!

Σε ανοιχτή αντίθεση και αντιπαράθεση με την λογική του παραδοσιακού κομουνισμού όπως επίσης και με εκείνη των Br, που μεταθέτουν στον «ήλιο του μέλλοντος», σε ένα μέλλον μακρινό και στις επόμενες γενιές, το ζήτημα του να ζήσουμε τον κομουνισμό, αυτοί αγωνίζονται για να τον χτίσουν, εμείς πλέον τον ζούμε. Και είμαστε σε σύγκρουση με το Κκι, και το αριστερό συνδικάτο Cgil του Lama, που εκείνο το διάστημα προωθούσαν την γραμμή της πολιτικής των θυσιών, εκείνο το κίνημα, προκαλώντας, μιλούσε αντιθέτως για το δικαίωμα στο lusso, στην πολυτέλεια. Και ο φεμινισμός επίσης ήταν, από αυτή την οπτική γωνία, μια πολιτιστική επανάσταση, που δεν δέχονταν να εξαρτάται από μιαν μελλοντική και μακρινή κοινωνία η ριζοσπαστική μετατροπή των προσωπικών σχέσεων και φύλου, δεν δέχονταν δηλαδή να αναβάλουν για αργότερα αυτή την μετατροπή. Τότε αντιμετωπίζαμε τα όπλα σαν εργαλείο και δυνατότητα απελευθέρωσης, συνεπώς ευτυχίας. Την ώρα που οι εΤ επιτίθενται στην »καρδιά του κράτους», η Πγ χτυπά τις διάχυτες μορφές της κυριαρχίας στην μητρόπολη με τις ομάδες της!

 

  • »Σε αυτή την περίοδο υπήρχαν ήδη πράξεις που διεκδικούνταν απ’ τις Ομάδες και φαινόταν καθαρά ότι ο Μίκης ήταν μέσα σε μία δομή καλά καθορισμένη που διαρθρωνόταν μέσα στις ομάδες.
    Μία παραπέρα προσπάθεια ανάμιξης ήταν ο προγραμματισμός μιας απαλλοτρίωσης στην οποία και η ομάδα μας θα έπρεπε να συμμετάσχει. Οι στόχοι μου υποδείχθηκαν από τον Μίκη και τον Νάκη, σε συνάντηση που είχαμε στον πρώτο όροφο της αρχιτεκτονικής σχολής. Δύο καταστήματα ρούχων και παπουτσιών στην οδό τάδε. Αυτοί θέλανε να σηκώσουμε πράγματα και χρήματα, εγώ έλεγα να αφήσουμε συμβολικό αντίτιμο.

Άλλη διαφορά. Αυτοί σκεφτόντουσαν να μπούνε μέσα λίγα άτομα, πολύ αποφασισμένα, που έπρεπε ν’ ακινητοποιήσουν υπαλλήλους και πελάτες με κολλητική ταινία. Εγώ έλεγα να γίνει μαζική είσοδος και να γίνει αυθαίρετη μείωση.
Κατέληξαν στη θέση μου γιατί διαφορετικά τους είπα πως δεν θα συμμετείχαμε.
Τα γκρούπ ήταν του Συσσιτίου, της Αρχιτεκτονικής και ένα επονομαζόμενο ‘Επιτροπή Νέων’.
Του Φοιτητικού Εστιατορίου είχε επικεφαλής τον Μίκη, εκείνο της Αρχιτεκτονικής τον Νάκη.
Άλλα γκρούπ με 70 έως 80 άτομα θα φρουρούσαν τις παρακείμενες περιοχές ώστε να δώσουν αφορμή για συμπλοκές πεζοδρομίου όπου θα επενέβαινε η αστυνομία.

Είμαστε επί τόπου με στόχο το κατάστημα ρούχων όταν ακούστηκε η φωνή πως οι άλλοι που δρούσαν στο μαγαζί με τα παπούτσια θα έκαναν απαλλοτρίωση με όλη την σημασία της λέξης και πως υπήρχαν και οπλισμένοι.
Αυτό προκάλεσε τη διακοπή της επιχείρησης.
Σε εκείνη την περίπτωση ο Μίκης και ο Νάκης είχαν κάνει λόγο για ομάδα ένοπλης κάλυψης, είπαν ότι σε περίπτωση ανάγκης θα ήταν σε θέση να σηκώσουν το επίπεδο της σύγκρουσης. 
‘Αυτά συμβαίνουν τον Νοέμβρη του ’77.
Επιδεινώθηκαν οι σχέσεις μας». Ξανά απόσπασμα από την δικογραφία εναντίον μου

 

  • »Το ’77 είναι ένα έτος γεμάτο νόημα για τις κουλτούρες της νεολαίας σε ολόκληρη τη Δύση: είναι ο χρόνος που το πανκ εκρήγνυται στο Λονδίνο, και οι Sex Pistols προκαλούν την αστυνομία και τη μοναρχία με τις προβοκατόρικες συναυλίες τους, την ημέρα των εορτασμών για τη βασίλισσα.Και είναι το έτος κατά το οποίο συμβαίνουν οι πρώτες σημαντικές αντιπυρηνικές διαδηλώσεις, στην Malville και Brokdorf….είναι μετά το ’77 που οι στρατιωτικές επενδύσεις αυξάνονται τρομακτικά και το κλίμα του ψυχρού Πολέμου ξαναρχίζει σε συνδυασμό με τη νίκη του Ρέιγκαν, είναι μετά το ’77 που ένα κύμα απολύσεων πέφτει επάνω στους εργάτες σε ολόκληρη τη βιομηχανική Δύση, και οι νέες τεχνολογίες εξαλείφουν εκατομμύρια θέσεις εργασίας, καθιστώντας την ανεργία των νέων ένα ανεκρίζωτο διαρθρωτικό δομικό γεγονός.Το μέλλον φαίνεται ξηρό και έρημο, και μάλιστα είναι από εκείνη τη στιγμή που η ηρωίνη εμφανίζεται μαζικά στην αγορά ναρκωτικών, και είναι επίσης η στιγμή κατά την οποίαν, αναγκασμένοι να βρουν ένα χώρο στον κόσμο της «απορρύθμισης-deregulation» και της αδίστακτης επιθετικότητας μεταξύ ανέργων, κάνουν την επανεμφάνιση τους ατομικισμός και ανταγωνισμός, προκαλώντας μια βαθιά κρίση των μορφών αλληλέγγυων κοινοτήτων των προηγούμενων ετών.Εν ολίγοις, είναι εκείνη τη στιγμή που το σενάριο αλλάζει: αλλά αυτό αλλάζει κυρίως μέσα στο σύστημα προσδοκιών και των πιθανών φαντασιακών του μέλλοντος. Αλλάζει, δηλαδή, μέσα στην κοινωνική σκέψη, στην πολιτισμική αντίληψη, μέχρι να σφραγιστεί ζοφερά μέσα στην κομφορμιστική και αναισθητοποιητική ομολογία της δεκαετίας του ’80 που ξεδιπλώθηκε».                     απόσπασμα από την χρυσή ορδή

 

»ήμασταν χαρούμενοι γιατί ήμασταν μαζί, και η παρέα έγινε οργάνωση, και η οργάνωση μεγάλωσε και οπλίστηκε, ο οπλισμός υπήρξε αναγκαιότητα γιατί μας σκότωναν φασίστες κι αστυνομικοί ενωμένοι, και καραμπινιέροι μαζί – και να τους αρπάξουμε την εξουσία μες απ’ τα  χέρια αναγκαιότητα επίσης – γιατί ασφυκτιούσαμε κάτω από την μπότα του συστήματος που είχαν στήσει μπουρζουάδες και ρεβιζιονιστές ενωμένοι, και η εργατική τάξη στον δρόμο μας παράτησε, δεν μπορέσαμε κι εμείς να κάνουμε την μεγάλη μανούβρα την κατάλληλη στιγμή και να στρέψουμε το καράβι προς την πορεία στρατηγικής υποχώρησης όταν τα πράγματα είχαν αρχίσει να στραβώνουν και ο κόσμος έδειχνε την αποστροφή του προς τον μιλιταρισμό που είχαν διαλέξει οι οι πιο ‘εξτρεμιστές’ απ’ τους συντρόφους μας, και τα πράγματα πήγαν κατά διαόλου με λίγα λόγια’’

από την χώρα του ποτέ 10

 

  • (20 χιλιάδες αγωνιστές διερευνήθηκαν για ένοπλο αγώνα, γύρω στους 6000 οι φυλακισμένοι, πάνω από 3000 με ποινές που ξεπερνούν τα 10 χρόνια, εκατοντάδες τα ισόβια, 200 από αυτούς βρίσκονται ακόμη κρατούμενοι, συνολικά 50.000 χρόνια φυλακής)

ΠΡΟΛΟΓΟΣ ΣΤΗΝ ΠΡΩΤΗ ΕΚΔΟΣΗ του βιβλίου »η χρυσή ορδή»

Χρόνια του μολυβιού, διαχωρισμένα Σώματα, κρατικές Σφαγές, Αποσταθεροποίηση, Καταστολή, Τρομοκρατία, Κατάσταση έκτακτης ανάγκης … ή αντίθετα: Τα ωραιότερα χρόνια της ζωής μας, ριζική Μεταμόρφωση της καθημερινής ζωής, Ουτοπία, Ανάγκη για κομουνισμό Σεξουαλική επανάσταση, Ένοπλος αγώνας κλπ. Και ξανά: Κόσμος Beat, Hippies, Καταστασιακοί, Movimento studentesco, Potere operaio, Lotta continua, Μαοϊκοί, Consiliari, Αναρχικοί, Αυτόνομοι …Πίσω απ ‘όλους αυτούς τους ορισμούς, οι ζωές χιλιάδων, εκατοντάδων χιλιάδων ατόμων μέσα σε δύο δεκαετίες, οι οποίοι έσκαψαν μέχρι τα θεμέλια τους φαινομενικά αμετάβλητους πυλώνες της ιταλικής κοινωνίας. Μετά από αυτή την τεράστια και βαθιά συλλογική εμπειρία, τίποτα πλέον δεν μπορεί να θεωρηθεί ίδιο με πριν. Για να υποβαθμιστεί, να περιοριστεί και να συρρικνωθούν οι διαστάσεις αυτού του μεγάλου επαναστατικού και δημιουργικού, πολιτικού και υπαρξιακού κύματος, χρειάστηκε (και για πρώτη φορά στη μεταπολεμική ιστορία) η μεγάλη συμμαχία ολόκληρου του συστήματος των κομμάτων, η χρήση όλων των στρατιωτικών σωμάτων, μια ριζική μετατροπή του «κράτους δικαίου», η μετατροπή του δικαστικού σώματος σε τακτικό βραχίονα της πολιτικής εξουσίας και των συμφερόντων της βιομηχανικής μπουρζουαζίας (και μη). Προς στήριξη της συναίνεσης, ολόκληρη η καμάρα των μέσων μαζικής ενημέρωσης, η οποία αναβίωσε την παράδοση του «δημοσιογράφου-αστυνομικού» των αρχών του αιώνα. Έχοντες όλοι την πρόθεση να δείξουν πως, έτσι ώστε τίποτα να μην αλλάξει, επρόκειτο για την «εξάλειψη» μιας ασήμαντης μειοψηφίας παραληρηματικών ανεύθυνων φανατικών, διαχωρισμένων από την πραγματικότητα που τους καθοδηγούσαν σκοτεινές δυνάμεις. Προς υπεράσπιση της αλήθειας και των δικαιωμάτων, μια εξαιρετική περίπολος έξυπνων και μάλλον ανεπανάληπτων δικηγόρων, μια μικρή ομάδα «εγγυητών», τα γενναιόδωρα λείψανα των πολιτικών κινημάτων .. Σαράντα χιλιάδες καταγγέλθηκαν, δεκαπέντε χιλιάδες «πέρασαν» από τις φυλακές, έξι χιλιάδες καταδικάστηκαν, σχεδόν πάντα χωρίς καμιά εγγύηση του δικαιώματος υπεράσπισης. Αυτά είναι τα άγονα τελικά και λογιστικά νούμερα της λαμπρής επιχείρησης υπεράσπισης της «δημοκρατίας». Πίσω από τα νούμερα, οι «ειδικές φυλακές», τα βασανιστήρια, η απομόνωση, το καλύτερο μέρος των δύο γενεών που οδηγήθηκε στη σιωπή, αναγκάστηκε να εξοριστεί ή «αποδόθηκε» στην κοινωνία αφού είχε ταπεινωθεί στην ταυτότητά του. Πως να μιλήσεις για όλο αυτό δίχως να κολλήσεις ετικέτες και ορισμούς, χωρίς να πέσεις στην παγίδα της ιδεολογίας, χωρίς να δώσεις χαρά στον παντοτινό αντίπαλο με την ανακατασκευή χαρτών και των γεωμετριών; Ίσως μέσα από θραύσματα και διαδρομές, μέσα στα εφήμερα μονοπάτια της μνήμης και αφήνοντας τις διαφορές να μιλήσουν. Όχι μια ιστορία λοιπόν, αλλά μια διαδρομή για να προσελκύσει στοχασμούς, προβληματισμούς, να τονίσει, να υπογραμμίσει την ευτυχία, τον πλούτο, να βοηθήσει να βρεθεί η προέλευση, οι απαρχές μιας μακράς άνοιξης.

  • ΑΠΟΣΠΆΣΜΑΤΑ ΑΠΌ ΤΟ ΒΙΒΛΊΟ ‘ΚΟΝΤΌ ΦΥΤΊΛΙ’ του ΣΕΡΤΖΙΟ ΣΈΤΖΙΟ.

‘Θυμάμαι τη σφαγή στην πλατεία Φοντάνα του Μιλάνου το 1969 που γέμισε πολλούς αγανάκτηση και διάθεση εξέγερσης, την ιδέα πως πρέπει να αντιδράσουν.
Στην καταστολή της αστυνομίας, στις βόμβες των φασιστών, στις απόπειρες πραξικοπήματος. Στην καπιταλιστική εκμετάλλευση επίσης.
Θυμάμαι τους συντρόφους σκοτωμένους στις πλατείες, τις συγκρούσεις με την αστυνομία, τους ξυλοδαρμούς των συλληφθέντων. Κι έπειτα, την οργάνωση των ομάδων περιφρούρησης, τον μαχητικό αντιφασισμό, την παραπληροφόρηση, τα πυρπολημένα γραφεία, τα πυρπολημένα αυτοκίνητα. Τέλος το πέρασμα στην ένοπλη πάλη.
Σκληρύναμε λοιπόν δίχως να καταφέρουμε να διατηρήσουμε την τρυφερότητα μας. Υπερίσχυσε τελικά η προοδευτική μας αναισθητοποίηση.

Η λογική των όπλων άρπαξε, αιχμαλώτισε, υπερίσχυσε όχι μοναχά στα χέρια μας αλλά και στην λογική και την καρδιά μας.
Μέσα σε λίγα χρόνια, τα κινήματα συνεθλίβησαν με αγριότητα. Εκτροχιάστηκαν πιεσμένα ανάμεσα στο ένοπλο κόμμα, την καταστολή,την ηρωίνη που εξαπλώθηκε και την ιδιώτευση που αναδύθηκε.
Δεκάδες χιλιάδες σύντροφοι οργάνωσαν αυτόνομους αγώνες, απεργίες αυθόρμητες, μαζικές διαδηλώσεις και πρωτοποριακές ενέργειες. Οπλίστηκαν και μπήκαν στη μάχη.
Τώρα χιλιάδες είναι φυλακισμένοι, δεκάδες έχασαν τη ζωή τους. Γι αυτό είμαστε εδώ,να λαδώσουμε τα όπλα μας, να οπλίσουμε μιας και σε λιγάκι θα τα χρησιμοποιήσουμε. Σήμερα τουλάχιστον θ’ ανοίξουμε μια χαραμάδα στο τυφλό μονοπάτι για το οποίο συζητάμε.

Η πολιτική ήττα είναι πλέον εμφανής, το όνειρο κατέρρευσε, ανάμικτο με αίμα δικό μας και των θυμάτων μας, στην αγριότητα των Κρατικών φυλακών. Μα προσβάλλοντας σήμερα αυτή τη φυλακή, θα πάρουμε πίσω την ελευθερία των συντρόφων μας.’
Και :
‘Η ιστορία της Πρώτης Γραμμής δεν γράφτηκε ποτέ, ίσως τα γεγονότα τότε να ήταν πολύ κοντά. Τώρα πλέον είναι πολύ μακρινά.
Ίσως αυτό το ‘Κοντό Φυτίλι’ πυροδοτήσει επιτέλους μια επόμενη εργασία πιο πλατιά και συλλογική. Είναι προστιθέμενη αξία που εύχομαι να παραδώσουν αυτές οι σελίδες.

Που κυκλοφορούν σε μια περίοδο πιθανότατα από τις χειρότερες των τελευταίων χρόνων. Μάλλον των δεκαετιών. Στιγμή κατά την οποία αυξάνεται το πνεύμα μνησικακίας και περαιτέρω εκδικητικότητας σε ότι αφορά εκείνα τα γεγονότα των χρόνων του ‘70. Πνεύμα που παραδόξως μεγεθύνθηκε και σαφώς γιγαντώθηκε στην διάρκεια του χρόνου εξ αιτίας εκείνων των γεγονότων και των πληγών που δημιούργησαν.
Θα έπρεπε οι αριθμοί να είναι αρκετοί για να αποκαλύψουν ότι επρόκειτο για ένα φαινόμενο πλατιάς κοινωνικής ριζοσπαστικοποίησης :

Σύμφωνα λοιπόν με υπολογισμούς, ή μάλλον κάτω από τους υπολογισμούς, υπολογίζονται σε 20000 οι έρευνες για πράξεις ένοπλης πάλης και τουλάχιστον 4200 κλείστηκαν στην φυλακή συνέπεια κατηγοριών ένοπλης ομάδας η ανατρεπτικής οργάνωσης. 300 καταδικάστηκαν σε ποινή κάτω των 10 χρόνων, πάνω από 3100 σε ποινή ανώτερη των 10 χρόνων, σχεδόν 600 σε ποινή ανώτερη των 15 χρόνων. Εκατοντάδες τα ισόβια. Πάνω από 50000 χρόνια φυλάκισης έχουν ήδη εκτισθεί. Από τους χιλιάδες αρχικά φυλακισμένους, σχεδόν διακόσιοι βρίσκονται ακόμη έγκλειστοι, μερικά ή ολικά. Μεταξύ αυτών 77 ισοβίτες. Ανάλογη και η λίστα με αυτούς που βρήκαν καταφύγιο στο εξωτερικό.
Έχει παραμείνει ο πόνος αυτών που χτυπήθηκαν, των συγγενών τους, όπως επίσης των χαμένων μαχητών και των επί μακρόν φυλακισμένων.
Παρέμεινε επίσης η αιώνια μανία εις βάρος των ηττημένων.’

Sergio Segio, ο κομαντάντε Σίριο, υπήρξε ένας από τους ιδρυτές της Πρώτης Γραμμής, Prima Linea, της ένοπλης οργάνωσης που αριθμούσε χίλιους μαχητές και δεκάδες χιλιάδες συμπαθούντες. Σε αυτό το βιβλίο, Miccia Corta, παρουσιάζει μια από τις πιο συγκλονιστικές και τολμηρές ενέργειες της ένοπλης πάλης στην Ιταλία. Την επίθεση στις φυλακές του Ροβίγκο με την οποία ελευθέρωσε την συντρόφισσα του και δύο ακόμη πολιτικές κρατούμενες. Στις 3 Ιανουαρίου του 1982. Στο περιθώριο παρουσιάζονται εικόνες από τους αγώνες και τα κινήματα των χρόνων του ‘70.

 

  • ‘Γράφτηκε λοιπόν αυτή η ιστορία με τα λόγια παιδιών που πλησίασαν, που θέλησαν να γευτούν την ομορφιά του ονείρου αλλά η γεύση τους τρόμαξε, η θωριά τους σάστισε, τα έχασαν, έκαναν πίσω.
    Ξεθώριασε μέσα τους η εικόνα, παραπάτησαν και έπεσαν. Δεν θέλησαν να ξανασηκωθούν, δεν τα κατάφερναν, μόνο οι ίδιοι γνωρίζουν.
    Ίσως μας πουν μια μέρα.
    Το όνειρο είναι πάντα εδώ, τα όνειρα δεν χάνονται.
    Κανείς και ποτέ δεν δύναται να τα εξαφανίσει.
    Ο άνθρωπος γεννιέται κι ερωτεύεται, ονειρεύεται, παλεύει.
    Έρωτας για ζωή μας κίνησε, για ζωή πραγματική. Όχι μονότονη επανάληψη, μονότονων σκέψεων, κινήσεων, συνηθειών, πράξεων.
    Όσο θα υπάρχουν άνθρωποι που αντί να συνεργάζονται μαλώνουν, τις περισσότερες φορές για ευτελή αντικείμενα, το όνειρο θα είναι πάντα εκεί, θα περιμένει στην γωνία, θα συντροφεύει τους ευαίσθητους, θα αποφεύγει τα παχύδερμα.
    Θα περιμένει αυτόν που θα σκαλίσει’. 
    Από την χώρα του ποτέ 12                        
  • Μέρος Η    Το 2013 ξεκίνησα την αέναη κίνηση, μετέφερα εκεί όλα όσα είχα γράψει τα προηγούμενα χρόνια, τις αναμνήσεις μου συμπυκνωμένες σε 3 πονήματαχόρεψες πάνω στο φτερό του καρχαρία – εκενώστε τους δρόμους από τα όνειρα – στη χώρα του ποτέ…ή ce n’ est qu’ un debut, continouons le combat 1 τις κυριότερες αναμνήσεις μου. Κείμενα και νέα από το σήμερα επίσης. Μετέφρασα και μεταφράζω κείμενα ιταλών, βίντεο επίσης, κάποια αποσπάσματα ήδη τα ακούσατε, σας μεταφέρω ένα ακόμη:

βίντεο, μιλάει ένας ‘μετανοημένος’  , ερυθρές ταξιαρχίες 6

»ο απαίσιος άνθρωπος, στην απαίσια παρουσία ενός καημένου εαυτού,
αυτοί ήταν οι μετανιωμένοι, αυτοί που διαχώρισαν την θέση τους, ή όπως αλλιώς ονόμασαν την σχιζοφρένειά τους.
παρακολουθήστε τον, αν αντέχετε, εγώ ένιωσα την υποχρέωση να υπομένω το μαρτύριο της μετάφρασης του ανθρώπου που αρνήθηκε τον εαυτό του τον ίδιο, προκειμένου να την σκαπουλάρει μιαν ώρα νωρίτερα.
δεν υπήρξα ποτέ ταξιαρχίτης, διαφώνησα σκληρά πολλές φορές μαζί τους.
είχα φίλους πολλούς που ‘διαχώρισαν’ την θέση τους
δεν συμφώνησα, είχαν όμως άποψη και βέβαια σιώπησαν, ταπεινά.
δεν κάνω τον έξυπνο, εκ των υστέρων.
είχα διαφωνήσει με την στρατηγική των εΤ από την ελευθερία ακόμη
πάντα όμως τους σεβόμουν και τους υποστήριξα ηθικά
ο ανωτέρω όμως δεν αξίζει ούτε την σφαλιάρα μου, ντροπιάζει όλη εκείνη την γενιά, που, από διαφορετικούς δρόμους, προσπάθησε την κομουνιστική επανάσταση.
ντροπή του! λίγη αξιοπρέπεια δεν θα έβλαπτε!

συνεχίζω λοιπόν την αφήγηση:

  • Νομίζω λοιπόν πως έφτασε η ώρα να ασχοληθούμε με την δικογραφία. Δικάστηκα με στοιχεία βασισμένα στις πολύμηνες καταθέσεις ενός μοναδικού ατόμου που θα ονομάσω Σαβέριο. Γεμάτη αντιθέσεις κατέρρευσε αμέσως και αθωώθηκα με απόφαση και των πέντε δικαστών. Αυτό εμπόδισε τον εισαγγελέα να την προσβάλλει.
    Αργότερα, προστέθηκαν οι μαρτυρίες τριών ακόμη ανθρώπων, ο ένας γνωστός τοξικομανής της Φλωρεντίας, ο δεύτερος περίπου. Εδώ οι αντιφάσεις δεν είναι τόσο έντονες, κραυγαλέες όπως στην πρώτη περίπτωση, αδυνατίζει την κατάσταση όμως η συχνή παραδοχή τους πως είναι χρήστες πριν, κατά τη διάρκεια και μετά τη γνωριμία μας.

Το ίδιο φυσικά έγινε στην Ιταλία. Βέβαια αυτοί έκαναν το λάθος, για τα διεθνή δεδομένα, να με δικάσουν και εκεί τη στιγμή που νωρίτερα έχουν ζητήσει την εδώ εκδίκαση της υπόθεσης, με τις ίδιες κατηγορίες και τους αυτούς μάρτυρες. Διεθνώς έχει ισχύ λοιπόν η απόφαση που εκδίδεται πρώτη. Δεν μπορείς να δικάσεις κάποιον για τα ίδια πράγματα δύο φορές.
Ίσως να έγινε και εσκεμμένα, αυτό δεν το γνωρίζω. Το σίγουρο πάντως είναι πως αυτή η λεπτομέρεια με έσωσε στην διάρκεια της σύλληψής μου στην Γερμανία, κάποια χρόνια αργότερα. Τότε που με κράτησαν στο Σταμνχάιμ μέχρι να εκδικαστεί το καινούριο αίτημα των Ιταλών για έκδοση στη χώρα τους. Ξοδέψαμε μια τούμπα λεφτά σε μία ομάδα εξαιρετικών νομικών που απέδειξαν με τον καλύτερο τρόπο πως οι Γερμανοί έπρεπε να με ελευθερώσουν μια και για τα εγκλήματα που με κατηγορούν οι Ιταλοί έχω δικαστεί δύο φορές στην Ελλάδα, πριν ακόμη με καταδικάσουν οριστικά εκείνοι στη χώρα τους, και αθωωθεί πανηγυρικά.

Θα μιλήσουμε λοιπόν για την δικογραφία και συχνά θα σου έρθει να βάλεις το γέλια.
Θα καταλάβετε πώς συμβαίνει συχνά να καταδικάζουν με το έτσι θέλω αγωνιστές. Πώς κατασκευάζεται ένα κατηγορητήριο. Πώς γίνεται να υποχρεώνουν αγωνιστές σε χρόνια κάθειρξης απλά και μόνον επειδή δηλώνουν πολιτικοί αντίπαλοι. Το ίδιο που έγινε εδώ στη δίκη των αγωνιστών του Επαναστατικού Αγώνα 35 χρόνια αργότερα.
Ένας λόγος που μ’ έκανε να φτιάξω αυτό το τρίτο πόνημα είναι ακριβώς αυτός. Ένας άλλος για να σας δώσω μία ακόμη εικόνα του τι συμβαίνει εκείνα τα χρόνια στη γείτονα,
δεν έχει αναφερθεί κανένας άλλος σε αυτό.
Μέσα από τις αφηγήσεις αυτών των παιδιών θα παρακολουθήσετε μία ταινία βγαλμένη απ’ τα παλιά που ζωγραφίζει τη ζωή στη γειτονιά μας. Μια ταινία από το παρελθόν που μιλάει για το χθες το σήμερα και το αύριο του πολυμέτωπου αγώνα που δίνουν οι καταπιεσμένοι για να σπάσουν τα δεσμά που τους δένουν στο άσχημο άρμα του καπιταλισμού.

Εδώ με αθώωσαν δύο φορές.
Εκεί μου ρίξανε πολλά χρόνια.
Χαλάλι τους. Με έκλεισαν στην Ελλάδα, για την Ιντερπολ είμαι κυνηγημένος.
Στάθηκα τυχερός στην ατυχία μου
όλοι μου οι σύντροφοι έφαγαν καμπάνες, εξέτισαν μεγάλο μέρος από αυτές. Έκατσαν μέσα δηλαδή για πολλά-πολλά χρόνια, το διάστημα που εγώ αλώνιζα στις παραλίες της Ηρακλίτσας και του Μπάτη.
Έζησαν ένα μέρος από τα καλύτερα χρόνια τους στη φυλακή, μέσα σε κλίμα ρεβανσισμού, ήττας του κινήματος της αυτονομίας, ήττας του ανταρτοπόλεμου και εκδικητικότητας απέναντι στους μαχητές και τους αγωνιστές.
Εγώ την έβγαλα στον αφρό.

Με βάρεσαν αλύπητα αργότερα οι ασθένειες. Λες και μ’ έτρωγε μια πίκρα που την γλίτωσα με αμυχές και έπρεπε να δοκιμαστώ σκληρά.
Ποιος ξέρει ; Η ζωή παίζει περίεργα παιχνίδια μερικές φορές, σκαρώνει φάρσες απίστευτες.
Τέλος καλό όμως, όλα καλά!
Ότι θα ακολουθήσει είναι ένα μέρος της ιστορίας,
η ιστορία των νέων που αψήφησαν τη σύμβαση, που αψήφησαν την πεπατημένη και δοκίμασαν να φτάσουν στην Χώρα του Ποτέ με όλες τους τις δυνάμεις, χρησιμοποιώντας δύναμη και φαντασία, ευρηματικότητα και ένταση, ρήξη και ανατροπή του σεναρίου!

Θα σας μιλήσω μέσα από τις μαρτυρίες αυτών των ανθρώπων για να δείτε το σκάλωμα που έφαγαν.
Πρέπει όμως να δείτε την ταινία σιωπηλά. Δίχως προκαταλήψεις.Με τις κεραίες ανοιχτές κι ανεβασμένες,όρθιες.
Οι δύο δεύτεροι μπορεί να πέρασαν και στερητικό σύνδρομο, σίγουρα είναι ευάλωτοι στον εκβιασμό. Φαίνεται βέβαιο, κι ας μη το αναφέρουν. Ο ένας κάνει μάλιστα την πάπια, αποφεύγει ν’ αναφερθεί σε αυτό που και οι πέτρες της Φλωρεντίας γνωρίζουν. Ο άλλος το παραδέχεται συχνά.
Ο πρώτος είναι ταχυδαχτυλουργός, κασκαντέρ.
Απολαύστε τους.
Να προσθέσω ένα ελαφρυντικό. Σίγουρα είμαι το εύκολο θύμα, βρίσκομαι χιλιόμετρα μακριά.

Ναι, είμαι μέλος των μαχητικών προλεταριακών ομάδων, από την πρώτη μέρα που ξεκίνησε η κουβέντα μέσα στους κόλπους της αυτονομίας για αναβάθμιση του αγώνα.
Ναι, οι ομάδες είναι κομμάτι της Πρώτης Γραμμής. Ναι, και προσπαθήσαμε να υπάρξει διαχωρισμός, πράγμα που δεν καταφέραμε, εκ του αποτελέσματος.
Ναι, μέσα σε μια εκατοστή συντρόφους, τέσσερις δεν άντεξαν, κατέρρευσαν [ ο τέταρτος προσχώρησε αργότερα στην οργάνωση, είχαν ήδη δημιουργηθεί καλύτερα στεγανά, δεν ενέπλεξε πολλούς, δεν γνώρισε τίποτα περισσότερο απ’ τον τομέα του].

Έχουμε βγει όλοι μέσα από το κίνημα, χρόνια στους δρόμους και τα αμφιθέατρα, στις πικετοφορίες στα εργοστάσια και τις καταλήψεις.
Επιτροπές στο φοιτητικό εστιατόριο, στις σχολές, στις γειτονιές. Μέχρι να το πάρουμε χαμπάρι το επίπεδο ανεβαίνει διαρκώς, τρέχοντας.
Μέχρι να φτιαχτούν τα πρώτα στεγανά στην κουβέντα έχουν εμπλακεί δεκάδες δεκάδων σύντροφοι. Όλοι,πολλοί αντιλαμβάνονται, ψυχανεμίζονται αυτό που συμβαίνει, αυτό που γεννιέται από τα σπάργανα, απ’ το μηδέν. Κύκλοι, και άλλοι κύκλοι, όλο και κάτι παραπάνω, κάτι καινούριο, περισσότερο προχωρημένο. Ένα τεράστιο πείραμα που σήκωσε τον τόπο. Σαν σεισμός!

Βγαίνουν προκηρύξεις, γίνονται κουβέντες, δημόσια, στα στέκια. Γίνονται και υπόγεια. Όλα μαζί, σταδιακά, ταυτόχρονα. Νομίζεις πως ο χρόνος σε προσπερνά, τρέχει γρηγορότερα. Δεν προλαβαίνεις να σκεφτείς συχνά. Δρας αυτόματα.
Για χρόνια, το επαναλαμβάνω.
Όποιος έχει πάρει μέρος από το ξεκίνημα σε αυτή την διαδικασία, από κάποιο σημείο και μετά καταλαβαίνει περισσότερα απ’ ότι νομίζεις.
Αυτό έκανε ο Σαβέριο. Μόνος του παραδέχεται αμέτρητες φορές πως βρέθηκε σε κάποια ομάδα για λίγους μήνες, ελάχιστους!
Όλες του οι πληροφορίες,σχεδόν όλες, προέρχονται απ’ τις ‘εκμυστηρεύσεις’ της αγαπημένης του, κοριτσιού που και μ’ αυτό, πάντα κατά τον ίδιο, έχει σχέση για λίγους μόνο μήνες!
Πάντα κατά τον ίδιο, πήρε μέρος σε μια και μοναδική επίθεση, μέχρι να το βάλει τελικά στα πόδια.

Παραδέχεται πολλές φορές, περισσότερες από μία, πως ‘κάποια πράγματα δεν λέγονται και δεν τα ρωτάμε, απλά δεν λέγονται’. Και θέλει να μας πείσει πως ένα κορίτσι και κάποιοι φίλοι απ’ τα παλιά, που μάλιστα γνωρίζουν πως απ’ την οργάνωση την έχει κάνει με ελαφρά πηδηματάκια, συνεχίζουν να του εκμυστηρεύονται τα πάντα, τον στέλνουν να συζητήσει, να οργανώσει άλλους κλπ.
Ο Σαβέριο ναι, αντιλήφθηκε κάποια εξέλιξη προς την μαζική παρανομία.
Ίσως, και για λόγους εγωισμού, προσπάθησε να ενταχθεί σε κάποια ομάδα μα δεν τα κατάφερε. Λάκισε.
Κι όταν τον τσίμπησαν, γιατί για κάποιο διάστημα μάζευαν με τον σωρό, όποιον τους είχε στο παρελθόν απασχολήσει, τον ‘φώναξαν’ για ‘φιλική’ κουβεντούλα, έκανε τον ‘μετανοημένο’, μεταμελήθηκε.
Για να γλιτώσει οποιαδήποτε υποτιθέμενη συνέπεια. Κανείς δεν ξέρει, εγώ τουλάχιστον δεν έμαθα μέχρι σήμερα τι παίζονταν σ’ εκείνα τα δωμάτια, σε εκείνες τις ‘κουβεντούλες’. Τις πιέσεις, τους εκβιασμούς.

Για κάποιους, και η ελαφρύτερη συνέπεια φαντάζει ασήκωτη.
Σίγουρα γνώριζε τα σπίτια μας, πολλούς από εμάς, συνήθειες κλπ. Μας έβλεπε μαζί, κολλητούς κι αγαπημένους για πολλά χρόνια. Να ενταχθεί δεν τα κατάφερε, δεν του πήγαινε στο κάτω-κάτω. Μπορεί και να ζήλεψε κάποια στιγμή.
Τον Αριστείδη τον εξοστράκισαν οι Αθηναίοι γιατί δεν άντεχαν να τον βλέπουν ευτυχισμένο, παραήταν δίκαιος για τα μέτρα τους!
Ότι κάποιες κινήσεις έπεφταν στην αντίληψή του, όσο διάστημα τριγυρνούσε στους χώρους, είναι αδιαμφισβήτητο. Ότι για κάποιο διάστημα παρατηρούσε επίσης.
Γνωρίζει τα μέρη μας, τις παρέες, τους κολλητούς, συμπεραίνει πολλά, σε κάποια πέφτει μέσα.
Κάποιους πρόλαβε να τους γνωρίσει μαχητές, για τους υπόλοιπους……. ας το πάρει το ποτάμι.

Έτσι κι αλλιώς, όλοι είναι μαχητές, ότι πει η αντιτρομοκρατική.
Το σενάριο φτιάχνεται πλέον, τόσες επιθέσεις θα παραμείνουν ανεξιχνίαστες;
Γι αυτό ανακαλεί πολλές φορές, δεν ταιριάζουν οι υποθέσεις, δεν στέκουν τα λεγόμενα, και οι αντιφάσεις έχουν τα όριά τους.

Επί μήνες συνεχίζει να δημιουργεί δύο ξεχωριστά άτομα, με δύο ξεχωριστά ονόματα, που τα υποδεικνύει μάλιστα στις φωτογραφίες που του δείχνουν. Μα τα δυο άτομα είναι ένα και το αυτό, με όνομα και παρατσούκλι! Δυο κορμιά, ένα άτομο. Και αυτός τους συναντά και τους δύο, άλλοτε μαζί και άλλοτε ξεχωριστά. Και δείχνει δυο φωτογραφίες ξεχωριστών προσώπων. Είναι το αποκορύφωμά του, η μεγαλύτερη στιγμή του, η αποθέωση του κοινού στη σκηνή του παραλόγου!

Ο ένας στην Ομόνοια, ο άλλος στο Σύνταγμα και ο Σαβέριο απ’ το Μοναστηράκι προχωρά, αμέριμνος για τις συνέπειες, να τους συναντήσει και να παίξουνε πινγκ πονγκ κάτω απ’ το δέντρο που αυτοκτόνησε-δολοφονήθηκε εκείνος ο εξαιρετικός κύριος, ο φαρμακοποιός της πλατείας των εξεγερμένων!
Αυτά!
Υπάρχει όμως και μια δεύτερη, τεράστια αντίφαση που γυμνώνει την διχασμένη του προσωπικότητα και τη σύγχυση στην οποία ευρίσκεται. Παρουσιάζει την εαυτό του σαν αρχηγό ομάδας που συσκέπτεται, συζητά και αποφασίζει μαζί με άλλους,
τελείως διαφορετικούς από αυτούς που πάντα σύμφωνα με τα δικά του λεγόμενα αποτελούν τους αρχηγούς των υπολοίπων ομάδων.
Πρέπει να προμηθεύσουν τις ομάδες εκρηκτικά μιας και καμία ομάδα από μόνη της, λέει,δεν έχει την επιχειρησιακή δυνατότητα να το κάνει, αυτόνομα.
Ποιοι είναι τελικά αυτοί οι περίφημοι αρχηγοί ;
Μια έτσι, μια αλλιώς.

Ο Σαβέριο δεν ξέρει τι του γίνεται. Φτιάχνει το σενάριο και το διασκεδάζει.

Θυμάμαι στην Κομοτηνή, κάποια στιγμή που κουβεντιάζαμε πάνω σε αυτά τα θέματα ο καλός μου φίλος ο Νίνο με ρωτά τι θα έκανα εάν μια μέρα τον συναντούσα στο δρόμο, ελεύθερος πλέον. Του απαντώ χωρίς κανένα δισταγμό πως ούτε να τον φτύσω δεν έκανα κέφι!

Ας στρωθούμε όμως στη δουλειά μετά τη μεσημεριανή σιέστα:
Δηλώνει ξανά και ξανά πως στις ομάδες να μπει του πρότεινα εγώ, μετά την έξοδό του από την φυλακή εξ αιτίας προηγούμενων γεγονότων.
Πάμε όμως να τον ακούσουμε να μας παρουσιάζεται:

‘Η πρώτη μου πολιτική επαφή έγινε την περίοδο της κατάληψης της Αρχιτεκτονικής σχολής Φλωρεντίας και συγκεκριμένα συναντήθηκα με τον Κάρλο που έπαιρνε μέρος, με καθήκοντα προέχουσας καθοδήγησης στην Προλεταριακή Επιτροπή του Πανεπιστημιακού Εστιατορίου. Άρχισα μια πρακτική παρανομίας με τις μορφές που τότε ασκούνταν σε επίπεδο κινήματος, και δηλαδή διαδηλώσεις πεζοδρομίου, επανιδιοποίηση των μέσων αντικείμενο των αναγκών του προλεταριάτου, πορείες με προσαρτημένες ‘αυτοϋπερασπιζόμενες’ ομάδες περιφρούρησης, οπλισμό με βόμβες μολότοφ. Αυτό αποτελούσε εκείνη την εποχή το σημείο σύνθεσης της πολιτικής πρακτικής που προωθούνταν από την Εργατική Αυτονομία και που είχε σαν το πιο προωθημένο της τμήμα αυτούς οι οποίοι αναλάμβαναν την ευθύνη να εφοδιάζουν την ένοπλη κάλυψη σ’ αυτούς που συμμετείχαν σαν μάζα στη μεμονωμένη διαδήλωση. Με άλλα λόγια, όχι μόνο προετοιμάζονταν οι μολότοφ για την άμυνα της πορείας, αλλά προβλεπόταν και να μοιράζονται σε μεμονωμένους συμμετέχοντες, ανεξάρτητα, έκαναν την αγωνιστική χρήση τους τη στιγμή που θα χρειαζόταν.

Σε μία από αυτές τις διαδηλώσεις συνελήφθην μαζί με άλλους δύο. Έπρεπε σε κάποια στιγμή να εισχωρήσουμε με τις τσάντες με τις μολότοφ που έπρεπε να διανεμηθούν στα μέλη της επιτροπής, και συγκεκριμένα στον Κάρλο, τον Μπίκο, τον Εκτορα, την Φιόνα, τον Λουκά. Σ’ εκείνη την περίπτωση είχαμε σαν κάλυψη πίσω μας τον Λουκά και την Φιόνα που απαγκιστρώθηκαν ακριβώς καθώς εμείς συλλαμβανόμασταν πριν ακόμη εισχωρήσουμε.
Οι μποτίλιες θα έπρεπε να έχουν μια αμυντική χρήση στην υπόθεση κατά την οποία, όταν φτάναμε στα γραφεία του Συνδικάτου των Μεταλλουργών θα γινόταν σύγκρουση, και έπειτα για μια επιχείρηση κατά της Γραμματείας του Πανεπιστημίου την στιγμή κατά την οποία η πορεία θα τελείωνε στην Πλατεία του Αγίου Μάρκου. Τα μπουκάλια είχαν αποσυρθεί από το σπίτι της οδού ντει Κόντι όπου κατοικούσε η Φιόνα και ο Κώστας.

Κατά την διάρκεια και μετά από την κράτησή μου γι αυτά τα γεγονότα, εγώ πλησίασα παραπέρα σε μία αντίληψη της σύγκρουσης πιο υψηλής ποιότητας μπαίνοντας πρακτικά για να πάρω μέρος στην ουσία της οργάνωσης. Πράγματι εκείνη την περίοδο ήλθαν να μας βρουν στη φυλακή του Νουόρο, όπου εμείς είχαμε αναλάβει χρέη ‘Πολιτικών Κρατουμένων’, ο Κώστας και η Φιόνα που μου ξεκαθάρισε ότι έπρεπε να θεωρηθώ ως μέλος της οργάνωσης Πρώτη Γραμμή, εξ αιτίας του παρελθόντος μου ως αγωνιστή.
Κατά την αποφυλάκισή μου ο Κώστας με διαβεβαίωσε ότι θα με έβαζε σε μια σχηματισμένη ‘Επιτροπή φυλακών’, πράγμα που δεν συνέβη. Άλλωστε λίγο μετά ο Κώστας μου είπε ότι έπρεπε να θεωρώ τον εαυτό μου μέλος μιας ομάδας πάλης της οποίας γνώρισα όλα τα άλλα μέλη για τα οποία κάνω αναφορά στις προηγούμενες ανακρίσεις μου’.

Αυτά λέγονται στις 04-07-80. Και είναι πολύ ξεκάθαρα. Αναφορά σ’ εμένα καμία. Έχει μιλήσει νωρίτερα βέβαια, ξεκίνησα ανάποδα για να πάρουμε τα πράγματα με την σειρά, την πολιτική που έχουν συμβεί. Όσο περνά η ώρα θα καταλαβαίνεις καλύτερα τη σκοπιμότητα.

Στις 05 του Ιουλίου επανέρχεται λέγοντας πως το φθινόπωρο του ’77 έγινε μια συνεδρίαση με τους Κώστα, Φιόνα και Ντίνο κατά την διάρκεια της οποίας του δόθηκε η αποστολή ν’ αρχίσει μια πολιτική δουλειά στο εσωτερικό του χώρου της ‘Επιτροπής Πανεπιστημιακού Εστιατορίου’, από την οποία έχει αποσπαστεί ο Κάρλο, γιατί είναι φυγόδικος και ο Κώστας γιατί είναι πλέον πολύ γνωστός. ‘Σε αυτή τη δουλειά κινούνταν γύρω μου και συνεργάζονταν σ’ αυτό το έργο οι Μπίκο, Ανδρέας και ο Μίκης. Ήταν μια φάση κατά την οποία ετοιμαζόταν η οργάνωση για την μαζική σύγκρουση στην πρόβλεψη της διάρθρωσης διαδεδομένων ένοπλων σχηματισμών, Ομάδων, που θα δρούσαν στη φλωρεντινή πραγματικότητα. Ήταν η περίοδος που αγωνιστήκαμε για την εξάλειψη του θεσμού των ταυτοτήτων ελέγχου για να μπει κανείς στο φοιτητικό εστιατόριο.’Έγινε πρώτα μια κίνηση περιφρούρησης, επισημάνθηκαν και δικάστηκαν δύο σύντροφοι, ο Ινιάτσιο και η Στέλλα. Ακολούθως μπήκε σε εφαρμογή η επίθεση στο κέντρο έκδοσης ταυτοτήτων. Απασχολήθηκε μία ‘Ομάδα Πάλης’ με πολιτικό σλόγκαν ‘Να οπλίσουμε και να οργανώσουμε τις προλεταριακές ανάγκες’ με σκοπό να υποκινήσουμε παραπέρα μαζικές συσπειρώσεις. Αυτή η επιχείρηση καθοδηγήθηκε από την ομάδα μου. Συμμετείχαμε εγώ, η Ροσσάνα, η Τιάρα και ο Μίκης.’

‘Εκείνη τη χρονική στιγμή γινόντουσαν συνεδριάσεις για το πέρασμά μου στην οργάνωση, με τον Κώστα και την Φιόνα, στο σπίτι του Κώστα, στην οδό Φιεζολάνα, σε μία μόνο και με τον Ντίνο. Στην οδό Φιεζολάνα [ το σπίτι του Λουκά όπου έμενε και η Λέλα, αυτοί δεν συμμετείχαν στην συνεδρίαση]. Την άνοιξη του 78 γνωρίζω την Σάρα που θέλει πλέον να ζει μαζί μου.Πληροφορούμαι πως ανήκει στην οργάνωση.’

Βλέπετε λοιπόν, μέχρι στιγμής,για πολλοστή φορά. Άλλος του δίνει εντολές, άλλος αποστολές, άλλος έρχεται σε επαφή μαζί του.Θα αποφασίσει επιτέλους ;
Γνωρίζει λοιπόν το κορίτσι, τα φτιάχνει μαζί της και σε όλη τη διάρκεια των απολογιών του,που ξεκίνησαν τον Γενάρη του ’80 και κράτησαν μέχρι τον Ιούλη αυτή η καϋμένη γνωρίζει τα πάντα, για όλους και για όλα, και του τα διηγείται με το νι και με το σίγμα. Κι ας τα έχουνε χαλάσει, κι ας γνωρίζει πως αυτός έχει μάλιστα αποχωρίσει. Συνεχίζει απτόητη και του εξιστορεί αυτά που συμβαίνουν και μαθαίνει, άγνωστο όμως με ποιον τρόπο!
Είναι απίστευτος, ανεκδιήγητος.

ΣΥΝΕΧΊΖΕΙ. Τον στέλνει ο Κώστας, Χριστούγεννα του ’77 στη Σαρδηνία, στο Σάσσαρι, για να κάνει επαφές και να δημιουργήσει ομάδα πυρός!
Πάπαλα.
Παίρνει μαζί του ένα κορίτσι για να τον φιλοξενήσει στο σπίτι της. ‘Βρίσκεται στο σκοτάδι η κοπέλα, εάν γνώριζε πράγματα για την οργάνωση ο Κώστας θα του το είχε πει!!!’
‘Συναντήθηκα με τους προαναφερόμενους δύο με το καθήκον να επιθεωρήσω τι τύπο δομών διέθεταν [όπλα, βάσεις], όμως αντιλήφθηκα ότι αυτοί δεν είχαν καμία διαθεσιμότητα κανενός είδους. Ανέφερα την περίπτωση στον Κώστα που αποφάσισε να μην γίνει τίποτα.’
‘Απ’ ότι καταλαβαίνω, το κορίτσι, η Νένα πρέπει να μπήκε στις ομάδες στη συνέχεια, κατά την περίοδο που εγώ απομακρύνθηκα από την Ομάδα Πάλης, και πιθανά μετά την γνωριμία με τον Ανδρέα’.

Αναφέρει πως την άνοιξη του ’78 έχει ήδη αποχωρήσει από ‘την ομάδα πάλης’. Παρ’ όλα αυτά μαθαίνει για καινούρια μέλη, ποιοι εισχωρούν στις ομάδες. Βλέπεις, του λένε τα πάντα κι ας μη συμφωνεί με την οργάνωση,
του λένε στρατηγικές,ενέργειες επιθέσεις.
‘Ο Κώστας έκανε γνωστή την απαίτηση αυτονομίας καθεμιάς των ομάδων’.
‘Στην ανάγκη θα μπορούσε να πάρει μέρος στις επιχειρήσεις και η Ρένα, αλλά αυτό μόνο σε περίπτωση έσχατης ανάγκης για τον λόγο ότι ήταν απροετοίμαστη στρατιωτικά.’

Συζητά με την Σάρα και τον Ανδρέα για τις επιχειρήσεις! Με τον Κώστα για την αναγκαιότητα ‘αυτοχρηματοδότησης’ των ομάδων! Τους επισημαίνει μάλιστα τα ιππικά πρακτορεία! ή αυτά λαχείων! Ξέρει πως ο Ανδρέας συντάσσει σχεδιαγράμματα και του τα δείχνει μάλιστα! Τελικά όμως αποφασίζει πως δεν είναι και τόσο σίγουρος εάν τα σχεδίασε αυτός! Το βέβαιο όμως είναι πως του τα έδωσε! Και πως κατασχέθηκαν στο σπίτι του, στην Οδό Όρτι Οριτσελλάρι, μετά από την εισβολή στη Ντάτα Μάνατζμεντ και τις έρευνες της αστυνομίας! Δεν χρειάζεται να σας επαναλάβω πως όλα αυτά συμβαίνουν σε διάστημα που πλέον παραδέχεται πως απ’ την οργάνωση έχει αποχωρήσει!!!

Άντε, να πιστέψουμε πως η κοπελιά του, που δεν είναι πια κοπελιά του, του εκμυστηρεύεται πράγματα.
Αλλά και τα άτομα τα προσκείμενα στην κεντρική διοίκηση, σύμφωνα πάντα με τα δικά του λεγόμενα ;
Το άλλο,με τον Τοτό το ξέρετε;
Εγώ τον έμπασα, τον έκανα και καθοδηγητή, και αρχηγό ή όπως αλλιώς τον ονομάσετε! Αι σιχτίρ! Θα αποφασίσει επιτέλους ;
Άβυσσος η ψυχή του ανθρώπου.

ΛΈΕΙ : ‘Θέλω να ξεκαθαρίσω ότι αντίθετα από όσα ειπώθηκαν από εμένα σε προηγούμενες ανακρίσεις το απόγευμα της ημέρας της εισβολής στη Ντάτα Μάνατζμεντ δεν έμεινα στο σπίτι αλλά πήγα σε μια συνεδρίαση των ‘Ομάδων’ στην οδό ντει Μπάρντι, στο σπίτι που έμενε η Ροσσάνα και η Αντρέα, συνεδρίαση στην οποία πήραν μέρος τα μέλη της Ομάδας και συγκεκριμένα ο Μίκης, η Ροσσάνα, ο Ανδρέας,ο Λουκάς, η Άννα, εγώ και ο Μπίκο για να οργανώσουμε το τέλος της εκστρατείας κατά των κτηματικών εταιρειών. Θα κάναμε μια τελευταία εισβολή στην οδό ντελλα Βίνια Νουόβα. Την εισβολή έκαναν ο Μίκης, ο Ανδρέας, η Ροσσάνα και ο Λουκάς. ‘Εγώ θα έπρεπε να κάνω την επί τόπου επιθεώρηση, πράγμα που δεν μπόρεσα γιατί την επομένη από την συνεδρίαση μεταφέρθηκα στη Διοίκηση της Αστυνομίας στη διάρκεια των επαληθεύσεων που ακολούθησαν την εισβολή στη Ντάτα. Ξέρω όμως ότι στην θέση μου τις επί τόπου επιθεωρήσεις τις έκανε η Άννα!’
Γνήσιος Βαρώνος ΜΥΝΧΆΟΥΖΕΝ!

ΈΧΕΤΕ ΑΝΤΙΛΗΦΘΕΊ ΤΟ ΜΈΓΕΘΟΣ ΤΗΣ ΑΠΑΤΕΩΝΙΆΣ ;»

από την χώρα του ποτέ 3

και:              »Δεν ξεχνάμε.
Ταξιδεύουμε από το σήμερα στο χθες και ξαναεπιστρέφουμε στο σήμερα. Μέσα από τις διηγήσεις και τα κείμενα αγωνιστών που διαλέγουν διάφορα μονοπάτια για να κτυπήσουν την καπιταλιστική ασχήμια.
Όλοι χωρούν στις καρδιές μας. Κανείς δεν περισσεύει. Τα μονοπάτια είναι πολλά και διαφορετικά, ο καθείς διαλέγει ανάλογα με τον χαρακτήρα του, προς τα εκεί που τον τραβά η καρδιά του αρμενίζει.
Κι εγώ δεν είμαι ίδιος με το χθες. Χρόνια προστέθηκαν στην πλάτη μου, φοβίες συσσωρεύτηκαν, συντήρηση δημιουργήθηκε.
Οι συμπάθειες όμως δεν κρύβονται .

Δεν μπορείς να έχεις την απαίτηση από ένα νέο είκοσι χρονών να σκέφτεται όπως ένας πενηντάρης ή εξηντάρης.
Ας αφήσουμε όλα τα λουλούδια να ανθίσουν, όλα τα δέντρα να καρπίσουν.
Δεν υπάρχει αυτός που κρατά το κλειδί του Παραδείσου.
Κλειδιά υπάρχουν δεκάδες.
Όλα χρειάζονται.
Δεν υπάρχει πράξη αγωνιστική πιο σπουδαία από την άλλη.
Η σπορά μετράει.
Ότι σπέρνεται σήμερα αύριο θα καρπίσει.
Ας σταματήσουν λοιπόν οι σεχταρισμοί και οι καταδίκες των άλλων, των διαφορετικών, των απλησίαστων.
Αυτοί που θέλουν να αγωνιστούν θα βρουν αυτό που τους ταιριάζει και θα το πλαισιώσουν.
Ας αφήσουν τους υπόλοιπους στην ησυχία τους, να χαρτογραφήσουν, ν’ αυτοσχεδιάσουν.
Σταματείστε ν’ ασχολείστε με τους διαφορετικούς.
Ας κοιτάξει ο καθένας την καμπούρα του!»

Από το εκενώστε τους δρόμους από τα όνειρα 13

 

  • Μέρος Θ   επειδή αυτοί εδώ κάτω, και πολλοί άλλοι, δεν σκοτώθηκαν χωρίς λόγο, αφιερώνω τα παραπάνω σε αυτούς:

13/04/2015
MATTEO CAGGEGI
BARBARA AZZARONI
Στις 6 μαρτίου ’79 μια βλοσυρή σιωπή τσακίζει το κέντρο της Bologna. Σημαίες, λουλούδια, ένα στεφάνι: Η Barbara ήταν μια από εμάς, μια κομουνίστρια. Barbara Azzaroni, είκοσι εννέα χρόνων. Στρατευμένη στην Prima linea σκοτώθηκε μαζί με τον Matteo Caggegi, είκοσι χρόνων, εργάτη στην Fiat. Δυο χιλιάδες άνθρωποι συμμετέχουν στην κηδεία, προκαλώντας τους ελέγχους. Από ένα πεντακοσαράκι το μεγάφωνο μεταδίδει τον ύμνο του Potere operaio, και τα λόγια μιας μπροσούρας, με υπογραφή Il Movimento, το Κίνημα.

‘Το κίνημα του ανταρτοπόλεμου είναι μια συνιστώσα του επαναστατικού κινήματος. […] Για εμάς, συντρόφους της Bologna, η Barbara δεν ήταν με τίποτα μια παράνομη. Την γνωρίζαμε και την εκτιμούσαμε όλοι’.

Ένας φωτογράφος αποθανατίζει τους συμμετέχοντες. Η εντολή είναι του κομουνιστικού Κόμματος. Ζωγραφισμένοι κύκλοι γύρω από τα πρόσωπα. Βέλη.

Στα είκοσι χρόνια της η Barbara έχει ήδη ένα παιδάκι. Το ’70 συναντά τον Maurice. Στρατεύονται στο Potere operaio, συχνάζουν στα στέκια της Αυτονομίας. Τον μάρτη του Εβδομήντα επτά είναι μέσα στο κίνημα, αλλά και στις Brigate comuniste, κομουνιστικές Ταξιαρχίες, τον παράνομο χώρο του περιοδικού «Rosso».

Το απόγευμα της 11 μαρτίου η Bologna είναι ένα πεδίο μάχης. Ένας καραμπινιέρος σκότωσε τον Francesco Lorusso, αγωνιστή της Lotta continua. Ο ξεσηκωμός συνεχίζεται για δυο ημέρες. Η Barbara βρίσκεται στο πανεπιστήμιο που προστατεύεται από τα οδοφράγματα. Τον σεπτέμβρη παίρνει μέρος στο συνέδριο ενάντια στην καταστολή σαν αγωνίστρια των Formazioni comuniste combattenti, κομουνιστικών μαχόμενων Σχηματισμών..

Μέχρι το Εβδομήντα οκτώ είναι δασκάλα σε έναν παιδικό σταθμό, παίρνει μέρος στους αγώνες των εργαζομένων, στο κίνημα. Μπαίνει στην παρανομία έγκαιρα για να αποφύγει ένα ένταλμα σύλληψης. Στρατεύεται στην Prima linea και συμμετέχει σε διάφορες ενέργειες.

Torino είναι κομουνιστική πόλη. Η Prima linea είναι ριζωμένη στα εργοστάσια. Όπως οι ερυθρές Ταξιαρχίες, le Brigate rosse. Για το Κκι αυτό είναι μη αποδεκτό. Τον φεβρουάριο του ’79 μοιράζει ένα ερωτηματολόγιο αντιτρομοκρατίας. Έξι ερωτήσεις. Η πέμπτη προσκαλεί να καταγγείλουν ανώνυμα τον γείτονα, τον σύντροφο στην δουλειά, στη βάση μιας υποψίας. Εκατό χιλιάδες τυπωμένα αντίτυπα. Τριάντα πέντε απαντήσεις στην πέμπτη ερώτηση. Η Prima linea αποφασίζει να επιτεθεί σε έναν από τους υπεύθυνους της πρωτοβουλίας.

Η Barbara και ο Matteo βρίσκονται σε ένα bar όταν εισβάλλει η αστυνομία. Αυτή πέφτει αμέσως, τραυματισμένη θανάσιμα. Αυτός ξεκινά μια μάχη σώμα με σώμα μέχρι που σωριάζεται χτυπημένος από έξι σφαίρες.

Barbara Azzaroni – Carla
Rimini, 2 φεβρουαρίου 1950 – Torino, 28 φεβρουαρίου 1979
Mαχήτρια της Prima linea (Pl) σκοτώθηκε από την αστυνομία σε ένα μπαρ μαζί με ένα σύντροφο
Το σώμα της Barbara Azzaroni στο μπαρ εστιατόριο dell’Angelo, βορά στους δημοσιογράφους
28 φεβρουαρίου 1979
Εστιατόριο μπαρ “dell’Angelo”, Via Paolo Veronese 340, Torino
Barbara Azzaroni και Matteo Caggegi, μαχητές της Prima Linea, μετά από ειδοποίηση ανώνυμη, αιφνιδιάζονται και σκοτώνονται από την αστυνομία.
Μαρτυρία που δόθηκε το 1980 από έναν μετανιωμένο αγωνιστή της PL:

«Εγώ και η Barbara βρισκόμασταν σε ένα bar, περιμέναμε τον ‘στόχο’ μας. Εγώ βγήκα διότι ήταν η σειρά μου να εξακριβώσω την άφιξη του στόχου. Μπήκε ο Matteo που ήθελε να πάρει πρωινό και να μείνει λιγάκι με την Barbara, για την οποία είχε ένα υψηλό επίπεδο προσωπικής συμπάθειας. Ο Matteo στη συνέχεια μάλωσε με τον ιδιοκτήτη του bar, ο οποίος τον κατηγόρησε πως είχε πάρει τον τηλεφωνικό οδηγό δίχως να ζητήσει την άδεια. Ήταν μια βίαιη διαμάχη, εκείνος κάλεσε την αστυνομία. Όμως ο Matteo παρέμεινε ήσυχος, καθισμένος, να μιλά με την Barbara. Έφτασαν τρία περιπολικά, της αστυνομίας, ενώ ο Matteo και η Barbara στέκονταν ακόμη στον πάγκο, για να πληρώσουν.
Ένας αστυνομικός σημάδεψε με το πιστόλι την Barbara, ο άλλος στον Matteo, που όμως άρχισε να παλεύει μαζί του. Ήρθαν και οι άλλοι αστυνομικοί που έριξαν ριπές με τα αυτόματα ενάντια στην τζαμαρία. Χτυπήθηκε η Barbara και έπεσε αμέσως, ο Matteo σκοτώθηκε από τον αστυνομικό με τον οποίο μάλωνε που τον πυροβόλησε έξι φορές στον θώρακα. Από στρατιωτική άποψη μιλάμε για μια πραγματική εκτέλεση. Παρακολούθησα την σκηνή προσωπικά μέχρι το τέλος. Οι αστυνομικοί έμοιαζαν μαστουρωμένοι, ίσως λόγω του φόβου ή της έντασης, εγώ στην πράξη βρισκόμουν εκεί στη μέση όλων, αλλά ήταν τόσο μεγάλη η αναστάτωση που κυριολεκτικά δεν μ’ έβλεπαν κι ας είχα τα χαρακτηριστικά τραβηγμένα και δάκρυα στα μάτια οπότε θα έπρεπε να είχαν καταλάβει ποιος ήμουν…».

Την πρώτη μαρτίου του 1979, μετά από τηλεφώνημα στην Gazzetta del Popolo, σε έναν τηλεφωνικό θάλαμο της πλατείας Solferino, βρίσκεται μια μπροσούρα της PL:
«Εχθές 28 φεβρουαρίου, έπεσαν από τα χέρια των μπάτσων της Digos, η σύντροφος Barbara Azzaroni – Carla, και ο σύντροφος Matteo Caggegi – Charlie. Είναι μαχόμενοι σύντροφοι της Prima Linea. Έπεσαν κατά τη διάρκεια μάχης σαν κομουνιστές, απαντώντας στα πυρά των σαράντα αστυνομικών που έφτασαν στο σημείο αποφασισμένοι να σκοτώσουν…».

Σάββατο 3 μαρτίου 1979, στο Orbassano, στην κηδεία του Matteo Caggegi, που πήραν μέρος πολλοί νεαροί, οι φίλοι του διανέμουν μια μπροσούρα με υπογραφή “Οι σύντροφοι του Orbassano”:
«Θα υπάρξουν αυτοί που θα πουν πως ήταν ένας παράνομος, κάποιος θα τον αποκαλέσει assenteista, ή αυτοί που θα σύρουν στο χορό την μαφία εξ αιτίας του πατέρα (καταδικασμένου σε ισόβια για φόνο): για εμάς, γι αυτούς που τον γνώρισαν και πάλεψαν μαζί του, ήταν ένας σύντροφος. Η επιλογή του, εκείνη της ένοπλης πάλης ενάντια στα αφεντικά, σίγουρα δεν επηρεάζει τον πόνο μας και τον θυμό μας για τον θάνατο του: δεν έχουμε σκοπό να κρυφτούμε, όπως κάνουν σήμερα πολλοί σύντροφοι, πίσω απ’ την σιωπή, επειδή σήμερα πέθανε με το πιστόλι στο χέρι αντί να θανατωθεί απ’ τους φασίστες…».

Στις 6 μαρτίου 1979, η κηδεία της Barbara Azzaroni, στην Bologna, μετατρέπεται σε μια μεγάλη πορεία συγγενών, φεμινιστριών, αγωνιστών της επαναστατικής αριστεράς, συγγενών πολιτικών κρατουμένων που παρελαύνει στους δρόμους του κέντρου. Παρόντες επίσης πολλοί πράκτορες της Digos και της αντιτρομοκρατικής των καραμπινιέρων.
Με την ευκαιρία διανέμεται ένα φυλλάδιο, υπογεγραμμένο “Il Movimento”, »Το Κίνημα», όπου μεταξύ άλλων διαβάζουμε:
«Το κίνημα του ανταρτοπόλεμου είναι μια συνιστώσα του επαναστατικού κινήματος στην Ιταλία, ακραία δύσκολο και διαρθρωμένο κίνημα, που έχει όμως μια δικιά του πραγματική ενότητα και όχι πλασματική στον εντοπισμό ενός κοινού εχθρού: αυτού του Κράτους».

Κηδεία της Barbara Azzaroni. Οι φωτογραφίες έχουν τραβηχτεί από ψηλά, απ’ το Palazzo Re Enzo για να καταγραφούν οι συμμετέχοντες. Η εντολή είναι του Κομουνιστικού Κόμματος. Ζωγραφισμένοι κύκλοι γύρω από τα πρόσωπα. Βελάκια. Γραμμένα ονόματα δίπλα στις φιγούρες ή από πίσω.

Τέλος Μιχάλης

  • Θα κλείσω οριστικά με ένα τραγούδι, με τους στίχους του Claydio Lolli από το Incubo numero zero, αριθμός Εφιάλτη μηδέν σε ελεύθερη μετάφραση

»Η μέρα συνήθως ξεκινά βρώμικη Όπως το μελάνι της εφημερίδας μας Γραμμένο στους λευκούς τοίχους των φυλακών της Ομοσπονδιακής δημοκρατίας Μέρα με την μέρα προχωρώντας ήσυχος Βρίσκομαι σχεδόν μπροστά στο παράθυρο σου Mε μια πορεία από σπινθήρες και τα ταμπούρλα η μπάντα Η ορχήστρα. Σβήστε το φως σκεφτόταν η Ουλρίκε το σκοτεινότερο δάσος είναι κοντά, Μα σήμερα η σελήνη έχει το πρόσωπο μάγισσας Και ο ήλιος άφησε τις ακτίνες του στο υπόγειο. Σβήστε το φως σκεφτόταν η Ουλρίκε Το πιο μαύρο δάσος είναι κοντά, Αλλά ένα jumbojet γράφει »ζήτω η εργασία» Με αίμα, στον ουρανό αυτού του πρωινού.

Με ένα μεγάφωνο επάνω σε ένα κόκκινο λεωφορείο Ένας Χριστός βγαλμένος από το Circo Togni Ξεκινά έναν λόγο με αυτά τα λόγια »ελευθερώστε τους δρόμους, από τα όνειρα Είναι ενοχλητικά, άχρηστα, ζωντανά Και τα ποντίκια και τα σκουπίδια συνελήφθησαν Θα αποκεντρώσουμε το τυρί και τα αρχεία. Ελευθερώστε τους δρόμους από τα όνειρα, για να τα κρατήσουμε σε έναν καλύτερο τρόπο, Μπορούμε να σας παρέχουμε φωτοκόπιες επιταγών, Ένα ψεύτικο δίπλωμα, ένα πορτοφόλι, έναν χαρτοφύλακα. Ελευθερώστε τους δρόμους από τα όνειρα, Και καταταγείτε στην αστυνομία, Θα χρειαστεί να πάρετε μέρος Και αυτός είναι ο τρόπος Στο δικό μας σχέδιο δημοκρατίας. Ελευθερώστε τους δρόμους από τα όνειρα Και συνεχίστε να πληρώνετε το νοίκι Και κάθε ρεμάλι που έχει άλλες ανάγκες Από την απέραντη καλοσύνη μου να τρυπηθεί. Από σήμερα απαγορεύεται ο αυνανισμός Lambro e lambrusco ντυμένοι στα μαύρα Θα ανοίξουν τις λίστες της ανεργίας Επηρεάζοντας στη συνέχεια αυτές του νεκροταφείου, Και μετά, και μετά, Μετά θα χτίσουμε μεγάλα νοσοκομεία, Οι καραμπινιέροι θα είναι καλύτεροι, Η πρόνοια ίσως να είναι δωρεάν εφ όρου ζωής Και καλύτερο φαί στις φυλακές μας. Ελευθερώστε τους δρόμους από τα όνειρα Και χαρίστε μας τα λόγια σας, Να μην σας πιάσουμε κρυμμένους να κάνετε έρωτα Οι εγκληματίες να φωτίζονται από τον ήλιο. Ελευθερώστε τους δρόμους από τα όνειρα, Ελευθερώστε, ελευθερώστε. Ελευθερώστε τους δρόμους από τα όνειρα, Ελευθερώστε, ελευθερώστε. Ελευθερώστε τους δρόμους από τα όνειρα, Ελευθερώστε, ελευθερώστε. Ελευθερώστε τους δρόμους από τα όνειρα, Ελευθερώστε…»

Σε αυτό το σημείο φτάνει ένα τρομπόνι Βαδίζει με τον κώλο όμως μοιάζει ψηλό Και απαγγέλλει μουσικά ένα παράξενο τραγούδι ο Χριστός το τραγουδά και μ’ ένα σάλτο, βρίσκεται επάνω μου. »Ελευθερώστε τους δρόμους από τα όνειρα Δεν θα υπάρξει χώρος για την φαντασία Στον καθάριο παράδεισο που απαιτεί πολύ εργασία Της δικής μας νέας [σοσιαλ] δημοκρατίας»

Σε αυτό το σημείο πηδώ από τον ουρανό πηδώ απ’ το κρεβάτι Και δίνω ένα φιλί στο στόμα σ’ ένα φρικτό τέρας Και γλύφω το μελάνι, γλείφω το μελάνι, γλύφω το μελάνι της εφημερίδας μας.

Είναι αλήθεια πως η ημέρα ήταν βρώμικη Είναι αλήθεια πως η ημέρα ήταν βρώμικη Είναι αλήθεια πως η ημέρα ήταν βρώμικη Είναι αλήθεια πως η ημέρα ήταν βρώμικη»

 

Αλλά επίσης, σε στίχους αφιερωμένους σε έναν φίλο, που και αυτός είναι επίσης, με τον δικό του τρόπο, ένας ποιητής ( είναι ποιητής αυτός που ζει ως ποιητής, και ξέρει πώς να βρίσκει τον θεό μετουσιωμένο σε ένα καμπάρι σόδα, λέγει): Η επανάσταση σου δεν υπήρξε αλλά θα υπάρξει, διότι το μέλλον είναι μακρύ.

 

και για να το πούμε ελληνικά κι από το σήμερα:    Δεν βγήκαμε στην θάλασσα Ένα βουνό ανεβαίνουμε Καράβια έξω απ’ το νερό Στα σύννεφα θα δένουμε Δεν ήρθαν άλλοι από αλλού Μονάχοι μας πηγαίνουμε Τώρα θα γίνουμε εμείς Αυτό που περιμένουμε

  • Εν κατακλείδι: πόσο μοιάζει το σήμερα με το χθες, πάντα δολοφονική η σοσιαλδημοκρατία! Τότες οι ψευτοκομουνιστές του ΚΚΙ,  παρακαλούσαν τους μπουρζουάδες να συγκυβερνήσουν, επιβάλλοντας μέσω των συνδικάτων στις υποτελείς τάξεις την πολιτική των θυσιών και της λιτότητας, με τον ιστορικό συμβιβασμό, την συνδιαχείριση της εξουσίας με την δεξιά δηλαδή, για την ανάπτυξη της οικονομίας υπέρ των αφεντικών. Το ίδιο δεν γίνεται και σήμερα με τους σύγχρονους ψευτοκομουνιστές του ΣΥΡΙΖΑ; απλά, εδώ κυβερνούν ήδη, και δεν χρειάζονται τα κόμματα των μπουρζουάδων για να επιβάλλουν την πολιτική τους, γίναν μπουρζουάδες οι ίδιοι!

 

Εμείς; ποιοι ήμαστε εμείς; Θα χρησιμοποιήσω τα λόγια του Ρενάτο Κούρτσιο από το μακρινό 1982: »Φετίχ αλλά και εξεγερμένος, εμπόρευμα αλλά και καταστροφέας του εμπορεύματος, εν δυνάμει αυτόχειρας αλλά και φονιάς – να λοιπόν που »εμφανίζεται ένας νέος στρατιώτης»: ο σχιζομητροπολιτάνος προλετάριος. Στρατιώτης που εκρήγνυται στη μαζική βία και στις φωτιές είτε του νεοϋορκέζικου Blackout, είτε στο Μπρίξτον ή τη Νάπολη, αλλά που παρ’ όλα αυτά παραμένει δούλος της αγοράς. Αφήνεται στην περιπέτεια του ένοπλου μετασχηματισμού των συνθηκών της ζωής του, αλλά στην πρώτη ευκαιρία αλλάζει σελίδα και »μετανιώνει». Αγωνίζεται για την κλεμμένη ανθρωπιά του, όμως μετά από λίγο δε θυμάται για τι ακριβώς πρόκειται. Για να γίνει »για τον εαυτό του» πρέπει να δώσει λυσσώδεις μάχες και ενάντια στον εαυτό του, κι από αυτή την αντίφαση σχίσμα]δεν μπορεί να ξεφύγει παρά μόνο αν προσπαθήσει να επικοινωνήσει μ’ όλες τις δυνατές γλώσσες των συνθηκών της ζωής του. Όμως ούτε κι αυτό είναι εύκολο, γιατί κι αυτές οι ίδιες οι γλώσσες της υπερβατικής επικοινωνίας του, απ’ τη μουσική επένδυση ως τα μαλλιά του που υψώνονται προς την εξέγερση, ενδιαφέρουν εξίσου και το κεφάλαιο σαν πηγές κέρδους και σαν μέσα μιας πιθανής επαν-ενσωμάτωσης».

  • ‘και την ιστορία την πουτάνα έτσι την γράφουνε, και οι αστοί και οι κομμουνιστές : οριζόντια, επίπεδη. Μιλάνε για λαούς, μιλάνε για μάζες, κανένας απ’ αυτούς δεν μπόρεσε ποτέ να νιώσει την ένταση, το πάθος, την κορύφωση και την πτώση κόσμων ολόκληρων σε ένα μονάχα 24ωρο από τη ζωή του επαναστάτη. Ξέρουν γράμματα, διαβάζουν, γράφουν και δεν κατάλαβαν ποτέ πως ο κάθε άνθρωπος είναι ένας κόσμος ολόκληρος, είναι μια ολόκληρη ιστορία….

Δεν ξέρω, αλλά νομίζω πως όταν ο άνθρωπος ξανακατακτήσει την ανθρωπιά του, όταν ξαναρχίσει να δημιουργεί ανθρώπινο πολιτισμό, να γράφει πια την ιστορία του κάθετα, όχι για λαούς και μάζες, αλλά για τον Παύλο, για την Ρηνιώ, για την Ελένη, για τον μαστρο-Στέφανο…… Τότε μονάχα οι άνθρωποι θα ξέρουν τι κοστίζει η συμμετοχή, τι θα πει η φράση ‘εκατό χιλιάδες νεκροί’ ή ‘βασανίζεται ένας άνθρωπος σε κάποια ασφάλεια’.
ΧΡΟΝΗΣ ΜΙΣΣΙΟΣ.

Τέλος οριστικό και αμετάκλητο!