σύγχρονη σκέψη, pensiero di oggi

Αόρατη Επιτροπή: A NOS AMIS-ΣΤΟΥΣ ΦΙΛΟΥΣ ΜΑΣ

της Cristina Rosati

ANosAmisΑόρατη Επιτροπή-Στους φίλους μας – Comité Invisible, A nos amis, La Fabrique éditions, Paris, 2014, pp. 250, € 10,00

Επτά χρόνια μετά την δημοσίευση του « Η εξέγερση που έρχεται» και μετά την έκρηξη στη Γαλλία της υπόθεσης Tarnac, με την οποία η Carmilla ασχολήθηκε εδώ qui, η αόρατη Επιτροπή, Comitato invisibile επέστρεψε με ένα νέο κείμενο, ένα πολιτικό, φιλοσοφικό και σχεδόν ποιητικό έγγραφο, με τον απλό τίτλο «À nos amis»-»Στους φίλους μας» που εκδόθηκε από τον διάσημο εκδοτικό οίκο La fabrique στα τέλη οκτωβρίου του περασμένου έτους.

«Δεν υπάρχουν άλλοι κόσμοι. Υπάρχει απλώς ένας άλλος τρόπος να ζούμε». Το απόσπασμα που εκλάπη από εκείνον που έκανε ένα επάγγελμα την κλοπή, τον Jacques Mesrine, στην αρχή του κειμένου, μας εισάγει ήδη σε μια κουβέντα που ποτέ δεν θα θεωρηθεί δεδομένη και έχει ως στόχο να ρίξει φως στο ιστορικό και κοινωνικό μας παρόν χωρίς προσκόλληση σε παλιά και ξεπερασμένα δόγματα, παρωχημένα. Η Επιτροπή δεν αφήνει έξω κανέναν, από τον Προυντόν στους κομμουνιστές, από τους αναρχικούς στις Ερυθρές Ταξιαρχίες, από τους πασιφιστές μέχρι τον άθλιο- «misérable Beppe Grillo».

Το κόκκινο νήμα του κειμένου είναι η ερμηνεία του τι σημαίνει σήμερα «κρίση», εκείνη η κρίση που είναι οικονομική, παγκόσμια, κοινωνική κρίση και για την οποία δικαιολογούνται όλα, ακόμα και τα χειρότερα εγκλήματα. Η Επιτροπή αντιστρέφει την οπτική: δεν βιώνουμε σήμερα την κρίση του κεφαλαίου, αλλά τον θρίαμβο του καπιταλισμού της κρίσης. Οικειοποιούμενο την διαχείριση της κρίσης σαν κυβερνητική τεχνική, το κεφάλαιο αξιώνει το δικαίωμα να κατέχει τη στρατηγική νοημοσύνη του παρόντος και το πράττει ακολουθώντας ένα διπλό λόγο. Η κρίση εξυπηρετεί το κεφάλαιο: ένα, ως δημιουργική δύναμη νέων επιχειρήσεων, δύο, ως μέθοδος διαχείρισης των πληθυσμών, αποσταθεροποιεί για να σταθεροποιηθεί.

Για να αποσαφηνίσει αυτή τη φιλοσοφική άποψη και να την τοποθετήσει μέσα στην πραγματικότητα, η Επιτροπή αναλύει τις τεχνικές ή, καλύτερα, τον θρίαμβο της τεχνολογίας στην καθημερινή ζωή. Η εξουσία δεν βρίσκεται πλέον στους θεσμούς, και οι πολιτικοί είναι κάτι με το οποίο οι άνθρωποι απλά «αποσπούνται από την πραγματικότητα». Τι απεικονίζεται στα χαρτονομίσματα του ευρώ; Άνδρες ή γυναίκες που άλλαξαν την ιστορία; Όχι. Υπάρχουν οι υποδομές. Στην Ιταλία τεχνικές κυβερνήσεις ακολουθούν η μια την άλλη εδώ και χρόνια. Οι πολίτες σε όλα αυτά δεν είναι υποτελείς, αντίθετα, είναι οι έξυπνοι άνθρωποι, smart people, δέκτες και γεννήτριες ιδεών, υπηρεσιών και λύσεων. Το «εγώ» βρίσκεται στο επίκεντρο όλων, μοιράζεται τον γεωγραφικό προσδιορισμό του- geolocation, τη διάθεσή του, τη γνώμη του. Μη γνωρίζοντας ότι κάνουν πραγματικά κάτι, οι έξυπνοι άνθρωποι παράγουν την πραγματικότητα, αποθηκεύουν πληροφορίες, βελτιώνουν τον αλγόριθμο, αισθάνονται ελεύθεροι επειδή είναι διασυνδεδεμένοι. Η Επιτροπή μας μεταφέρει στην αρχαία Ρώμη, όπου η αυτοκρατορία ανθούσε ακριβώς διαμέσου των «ελεύθερων». Η ατομική ελευθερία του «κάνω ότι θέλω» είναι ένα ανέκδοτο, είναι γελοία.

Αν από την μια πλευρά υπάρχουν οι smart people που ζουν στις smart city, από την άλλη υπάρχουν οι περιφέρειες-τα προάστια που εγκαταλείφθηκαν στους εαυτούς τους, αηδιαστικά, όπου ζουν αποκλεισμένοι εκείνοι οι πολίτες παρίες επειδή δεν είναι λειτουργικοί σε αυτό το σύστημα, “inemployables”, «άνεργοι», σε αντίθεση με την άλλη τάξη, δημιουργό και δημιουργική.

Αν αυτή είναι, συνοπτικά, μια ανάγνωση των θεωρητικών προϋποθέσεων της ανάλυσης που βρίσκουμε στο κείμενο, δεν λείπει η προσπάθεια να δοθεί ένα νόημα και μια ένδειξη στο περίφημο «τι να κάνουμε;» Όπως πριν από επτά χρόνια με την «Εξέγερση που έρχεται» η Επιτροπή είχε προβλέψει επαναστατικές εστίες που πραγματικά εξαπλώθηκαν αν και δεν γέννησαν τα επιθυμητά αποτελέσματα, και σήμερα το ενδιαφέρον πηγαίνει στις επαναστατικές πρακτικές που δεν κρίνονται στο δικό τους περιεχόμενο, αλλά για τις αλυσιδωτές επιδράσεις που θα μπορούσαν να δημιουργήσουν.

Μια επανάσταση, διαβάζουμε »Στους φίλους μας»-  “À nos amis”, σίγουρα δεν μπορεί να ικανοποιηθεί με τοπικούς και της στιγμής αγώνες, αλλά πρέπει να συγκεντρωθεί. Το πρόβλημα όμως είναι ακριβώς η φύση αυτής της ενοποίησης η οποία πρέπει να λειτουργεί εγκάρσια, μέσω της πολλαπλότητας, χωρίς να συνθλίβει τις επιθυμίες. Η Επιτροπή μας υπενθυμίζει το παράδειγμα του Καΐρου το 2010. Το πράγμα που είχε περισσότερο αποπροσανατολίσει την αστυνομία ήταν η έλλειψη ενός ηγέτη, μια επανάσταση που επεκτάθηκε επειδή ήταν σε θέση να αλλάξει, σαν ένα είδος ιού. Το κείμενο ολοκληρώνεται με τους πιο ποιητικούς και πανηγυρικούς τόνους, αποδίδοντας σε ένα ασαφές «εμείς» τον ρόλο να οργανώσει την συνάντηση, την κυκλοφορία και την συνωμοσία μεταξύ τοπικών πράξεων και ιδεών. Το έργο του «επαναστάτη» γίνεται αυτό της μετάφρασης, γνωρίζοντας τώρα πλέον ότι δεν υπάρχει μια εσπεράντο της εξέγερσης. «Δεν είναι οι αντάρτες που πρέπει να μάθουν να μιλάνε για αναρχία – διαβάζουμε προς το τέλος του κειμένου – αλλά είναι οι αναρχικοί που πρέπει να γίνουν πολύγλωσσοι».

 

 

Comitato Invisibile: A NOS AMIS

σύγχρονα κινήματα, movimenti di oggi

Όταν ο εργατισμός έγινε πολιτικό σχέδιο: η ιστορία του Potere Operaio – του Alberto Pantaloni

ο Alberto Pantaloni σε ανασκόπηση για την Effimera του βιβλίου εργατική Εξουσία. Η ιστορία. Η θεωρία [τόμος 1]Potere operaio. La storia. La teoria (volume I), του Marco Scavino, DeriveApprodi, Roma 2018, σελ. 185.

****

Μεταξύ των διαφόρων χώρων της εξωκοινοβουλευτικής ή επαναστατικής Αριστεράς που έδρασαν μέσα στην πολιτική και κοινωνική σύγκρουση της Ιταλίας κατά τη Δεκαετία του ’70, η εργατιστική είναι ίσως η πιο μελετημένη μέχρι στιγμής και πρέπει να ευχαριστήσουμε ουσιαστικά τους τύπους του DeriveApprodi. Είναι αδύνατο εδώ να αναφερθώ σε όλη την τεράστια παραγωγή ανατυπώσεων, νέων ερευνών, απομνημονευμάτων του εκδοτικού οίκου της Ρώμης για το θέμα αυτό. Εδώ θα περιοριστώ να θυμίσω τον γιγάντιο τόμο που επιμελήθηκαν οι Fabio Milana και Marco Trotta (L’operaismo degli anni sessanta. Da «Quaderni Rossi» a classe operaia, 2008-Ο εργατισμός των χρόνων εξήντα. Από τα »κόκκινα Τετράδια» στην εργατική τάξη), εκείνο που επιμελήθηκαν οι Francesca Pozzi και Guido Borio (Gli operaisti, 2005-Οι εργατιστές) και τους τέσσερις τόμους για την Αυτονομία-Autonomia (Gli autonomi, Le storie, le lotte, le teorie, voll. I-II-III, 2007-2008, Οι αυτόνομοι,οι ιστορίες οι αγώνες, οι θεωρίες, που επιμελήθηκαν οι Sergio Bianchi και Lanfranco Caminiti, και Οι αυτόνομοι. Η ρωμαϊκή εργατική αυτονομία Gli autonomi. L’autonomia operaia romana, vol, IV, 2017, που επιμελήθηκαν οι Giorgio Ferrari και G. Marco D’Ubaldo). Ωστόσο, εξακολουθεί να υπάρχει έλλειψη μιας εμπεριστατωμένης και συστηματοποιημένης έρευνας σχετικά με την οργάνωση που περισσότερο από όλες διεκδίκησε τη θεωρητική κληρονομιά του ιταλικού εργατισμού, δηλαδή την Potere Operaio. Μέχρι τώρα η δευτερεύουσα βιβλιογραφία στη διάθεση μας ήταν επικεντρωμένη στα δύο βιβλία που έγραψε ο δημοσιογράφος Aldo Grandi (Η γενιά των χαμένων χρόνων. Ιστορίες Εργατικής ΕξουσίαςLa generazione degli anni perduti. Storie di Potere Operaio, Einaudi, 2003, Insurrezione armata, ένοπλη Εξέγερση Rizzoli, 2005) με βάση αστυνομικές-δικαστικές πηγές και συνεντεύξεις με τους πρωταγωνιστές, και πιο πρόσφατα σχετικά με απομνημονεύματα (όπως οι δύο αυτοβιογραφικοί τόμοι του Toni Negri, που επιμελήθηκε ο Girolamo De Michele, Ιστορία ενός κομουνιστή Storia di un comunista και  Φυλακή και εξορία Galera ed esilio, Ponte alle Grazie, 2015 και 2018).

Ιδιαίτερα σημαντικό είναι λοιπόν το έργο έρευνας και ανασυγκρότησης που πραγματοποίησε ο Marco Scavino επί του θέματος, του οποίου ο πρώτος τόμος βρίσκεται στα βιβλιοπωλεία εδώ και μερικές εβδομάδες, ενώ ο δεύτερος είναι προγραμματισμένος να κυκλοφορήσει τον ιανουάριο του 2019. Ένα δύσκολο έργο λόγω του διπλού ρόλου του συγγραφέα, εκείνου του μελετητή και εκείνου του πρωταγωνιστή και του άμεσου μάρτυρα, από τον οποίο όμως ο Scavino εξέρχεται με τον καλύτερο τρόπο. Απόδειξη είναι η όχι κοινότοπη επιλογή, στον πρώτο τόμο, των πηγών που διερευνήθηκαν στην έρευνα: σχεδόν καθόλου οι αστυνομικοί και δικαστικοί φάκελλοι (αν όχι μερικοί από εκείνους που ήδη χρησιμοποίησε άφθονα ο Grandi στους δύο τόμους του), πολύ λίγες συνεντεύξεις, σχεδόν όλα τα έγγραφα που αναλύονται αντιπροσωπεύονται από αυτό που επεξεργάστηκε και έγραψε η εργατική Εξουσία. Δεν αποτελεί έκπληξη το γεγονός ότι ο σημαντικός αριθμός σημειώσεων και η έκθεσή τους προδίδουν τον ενθουσιασμό του ιστορικού για τη μελέτη αυτών των ντοκουμέντων, έναν ενθουσιασμό που αντισταθμίζει την απαραίτητη απόσπαση που χρησιμοποιείται στην αφήγηση των γεγονότων. Και η περιοδολόγηση που χρησιμοποιείται στην ανασυγκρότηση της ιστορίας του Potere Operaio υπογραμμίζει την πρόθεση να διεξαχθεί ένα σχολαστικό έργο, το οποίο χαράζει με ακρίβεια τη γενεαλογία, την ανάπτυξη, και στη συνέχεια την κατάρρευση αυτής της οργάνωσης: αυτός ο πρώτος τόμος, όντως κινήθηκε από την ανακατασκευή του πνευματικού κλίματος του εργατισμού στις αρχές της δεκαετίας του Εξήντα (δηλαδή αρκετά χρόνια πριν από τη γέννηση της ΕΕ) και τελειώνει με την αποτυχία της διαδικασίας ενοποίησης με την ομάδα Μανιφέστο στις αρχές του 1971, ενώ ο δεύτερος τόμος θα τελειώσει με το μοναδικό νούμερο του περιοδικού «Linea di condotta-Γραμμή μεθόδου, συμπεριφοράς», συνεπώς (1975) πολύ πέρα του περίφημου συνεδρίου της Rosolina του 1973, που θεωρήθηκε, λαθεμένα σύμφωνα με τον συντάκτη, η στιγμή που η οργάνωση διαλύθηκε.

Η κύρια θέση που υποστηρίζεται από τον Scavino είναι ότι η θεωρητική επεξεργασία του εργατισμού, που γεννήθηκε στις αρχές της δεκαετίας του ’60 και συνεχίστηκε καθ ‘όλη τη διάρκεια της δεκαετίας, έχει προκαλέσει αρκετές προσπάθειες να δώσει επαναστατική οργάνωση και προοπτική στους εργατικούς αγώνες της εποχής και ότι το Potere Operaio ήταν η πιο γνήσια, και πιο συνεπής σε πολιτικό επίπεδο. Ταυτόχρονα, ακριβώς η εξάντληση του πολιτικού σχεδίου της ΕΕ αντιπροσωπεύει σύμφωνα με τον συγγραφέα, την απόδειξη της αποτυχίας αυτών των προσπαθειών (επίλογος που εξισώνει την Εργατική Εξουσία σε άλλες «δίδυμες» ομάδες, ακόμα και αν είναι ιδεολογικά όχι τόσο αυθεντικές, όπως για παράδειγμα η Lotta Continua ).

Ο πρώτος τόμος χωρίζεται σε δύο μέρη. Στον πρώτο αναλύεται αρχικά το θεωρητικό υπόβαθρο της ΕΕ, μέσω της επεξεργασίας και της εμπειρίας των περιοδικών του εργατισμού που ακολούθησαν το ένα μετά το άλλο: από τα »Κόκκινα Τετράδια- «Quaderni Rossi» (από το 1961 μέχρι την εσωτερική διάσπαση τους το 1963), περνώντας μετά στην »Εργατική Τάξη»- «Classe Operaia» (1964-1967) και την εφήμερη εμπειρία του »Contropiano»- »Αντισχέδιου» (που γεννήθηκε το 1968 από τις στάχτες της «Classe Operaia»), αλλά ήδη τον ίδιο χρόνο και μετά από δύο μόνο νούμερα ένας από τους ιδρυτές του αποχώρησε, ο Toni Negri, για εσωτερικές διαφωνίες ). Ο συγγραφέας συνεχίζει να ανασυνθέτει το σχηματισμό αυτού που αντικειμενικά θα γίνει ο κεντρικός πυρήνας, il central core του Potere Operaio, δηλαδή η ομάδα του Marghera, που αποτελείται από ορισμένους πολιτικούς αγωνιστές που συνδέονται αρχικά με το PSI (Negri, Bianchini, Tolin κλπ.) και από πολλούς αγωνιστές των συνδικάτων και εργοστασιακές πρωτοπορίες (μεταξύ των οποίων ξεχωρίζει η προσωπικότητα του Italo Sbrogiò). Επρόκειτο για μια ομάδα που, πρώτα μέσα από την σοσιαλιστική εφημερίδα «Progresso Veneto» και στη συνέχεια, ξεκινώντας από την 1η Μαΐου 1967, με το «Potere Operaio» της Marghera, είχε δημιουργήσει μια πραγματική πολιτική παρέμβαση μέσα στις κινητοποιήσεις των εργατών της περιοχής, αποκτώντας σταδιακά μια ορισμένη οργανωτική συνοχή και βγαίνοντας από μια αποκλειστική διάσταση ομάδας διανοουμένων, μολονότι στρατευμένων. Το πρώτο μέρος του βιβλίου τελειώνει με την έκρηξη του Εξήντα οκτώ και τη συνάντηση της ομάδας του Marghera με το φοιτητικό κίνημα, τόσο το ενετικό, όσο και ιδιαίτερα το ρωμαϊκό (μέσα από τις φιγούρες των Piperno και Scalzone). Το δεύτερο μέρος αφορά την περίοδο κατά την οποία η ομάδα προσπαθεί να επιταχύνει την πολιτική οργάνωση, πρώτα με τη γέννηση της εφημερίδας «La Classe»- »Η Τάξη», στη συνέχεια με την συμμετοχή στους αυτόνομους αγώνες που εξερράγησαν στη Fiat την άνοιξη του ’69, μετά με την εμπειρία της συνέλευσης εργατών-φοιτητών στο Τορίνο το καλοκαίρι-φθινόπωρο του ’69, τέλος με τις αντιφάσεις που προέκυψαν μέσα της με τον άλλο πολιτικό χώρο που διαμορφωνόταν εκείνη τη στιγμή, που συνδέεται με το τορινέζικο φοιτητικό κίνημα όπως και αυτό στο Τρεντίνο και με την τοσκάνικη Εργατική Εξουσία, και που αργότερα έδωσε ζωή στη Lotta Continua. Ήταν ανάμεσα σε αυτά τα γεγονότα που αποφασίστηκε να στηθεί ένα νέο εβδομαδιαίο, αυτή τη φορά εθνικό και όχι μόνο βενετικό, το οποίο θα αντικαθιστούσε το «La Classe»: ήταν το»Potere Operaio». Ο τόμος ολοκληρώνεται με την αποτυχημένη εμπειρία της συγχώνευσης με το Μανιφέστο (εργατικό συνέδριο στο Μιλάνο, 1971), η οποία πέρα από τα αρνητικά αποτελέσματα (για πολλούς λόγους επίσης προβλέψιμη, δεδομένων των βαθέων διαφορών στη θεωρητική και οραματική στρατηγική προσέγγιση) δίνει μια περιγραφή του πώς τα ζητήματα του χτισίματος ενός αληθινά μαζικού πολιτικού και αγωνιστικού κινήματος για την «εξουσία» είχαν καταστεί κεντρικά για την ΕΕ.

Η πολιτιστική επιχείρηση που πραγματοποίησε ο Marco Scavino επάνω σε αυτή την πρώτη φάση της ζωής της Εργατικής Εξουσίας δεν είναι μόνο χρονολογική, ο συγγραφέας δεν περιορίζεται αποκλειστικά σε μια εποχική ανακατασκευή των γεγονότων, αν και προφανώς μας θυμίζει ότι αυτή αντιπροσωπεύει τη γραμμή στην οποία το βιβλίο κινείται. Κατά τη γνώμη μου, μέσα στην χρονοϊστορία των γεγονότων υπάρχει η προσπάθεια να τονιστούν κάποιες ιστορικές-πολιτικές λογικές. Έχουμε ήδη δει κάποιες από αυτές (τη σχέση με τη θεωρητική κληρονομιά του εργατισμού και τη μετάφρασή της στην πολιτική, σε στρατηγική πρόταση και σε τακτική διάρθρωση. Αλλά προφανώς δεν μπορεί να λείπει η σχέση με τη βία. Για δεκαετίες η ιστορία του Potere Operaio έχει μειωθεί σε «εγκληματική ιστορία» και επιπλέον ελαφρώς μυθιστορηματική. Τα ομήλικα γεγονότα και τα επόμενα της λεγόμενης «δίκης 7 απρίλη», όταν ουσιαστικά σχεδόν όλη εκείνη που ήταν η ηγετική ομάδα της Εργατικής Εξουσίας συνελήφθη με την κατηγορία (που αποκαλύφθηκε στη συνέχεια στερημένη βάσης), πως είχε προωθήσει και κατευθύνει το ποικιλόμορφο κίνημα του ένοπλου αγώνα στα αριστερά, καθόρισαν, το θυμάται και το θυμίζει ο συγγραφέας, μια στερεοτυπική οπτική αυτής της οργάνωσης. Αυτός ο πρώτος τόμος συμβάλλει σημαντικά στην αποκατάσταση μιας συνολικής εικόνας και από κάποια άποψη πολύ διαφορετικής από αυτή που δημιούργησε ο δικαστής Calogero και οι συνάδελφοί του από άλλες ιταλικές εισαγγελίες. Αυτό δεν μεταβάλλει το γεγονός πως μέσα στην ΕΕ συζητήθηκε ο ένοπλος αγώνας και ότι και επάνω σε αυτό καταναλώθηκε η κρίση της το 1973. Αλλά αυτό θα αποτελέσει το αντικείμενο του δεύτερου τόμου.

 

Print Friendly, PDF & Email
σύγχρονα κινήματα, movimenti di oggi

Τα γιλέκα των άλλων είναι όλο και πιο κίτρινα

on .

editorial

Η εμφάνιση, o ξεσηκωμός των κίτρινων γιλέκων στη Γαλλία έχει επιτύχει σημαντική τμηματική νίκη, λυγίζοντας την κυβέρνηση και αναγκάζοντάς την να αποσύρει την αύξηση της βενζίνης και των ειδικών φόρων κατανάλωσης. Το αποτέλεσμα δεν επιτεύχθηκε μέσα από τα κανάλια της δημοκρατικής εκπροσώπησης ή μέσα από τη δύναμη του λόγου, αλλά μέσα από εβδομάδες συγκρούσεων με την αστυνομία, οδοφράγματα, αποκλεισμούς της κυκλοφορίας και καταστροφή πολλών και διαφορετικών στόχων, όχι απαραίτητα συνεκτικών μεταξύ τους, όπως δεν είναι καθόλου συνεκτική η χαοτική -ταξική- σύνθεση που έχει κινητοποιηθεί. Μόνο οι επόμενες μέρες θα μπορέσουν να μας πουν εάν αυτή η νίκη εξαντλεί την ανοιχτή κοινωνική σύγκρουση, ή αν αντιθέτως συνιστά μια βάση από την οποία θα τιναχτεί ξανά προς τα εμπρός.

Στη συνηθισμένη ερώτηση, ποιοι είναι τα κίτρινα gilets, δεν θα σταθούμε για δύο λόγους. Πρώτον, επειδή το έχουν ήδη παρουσιάσει αρκετές αναλύσεις, ξεκινώντας από εκείνη των συντρόφων της συλλογικότητας compagni di Rouen Dans la Rue. Μια ανάλυση, ας προσέξουμε καλά, καμωμένη με ικανότητα πρόβλεψης σχετικά με την έκρηξη της ανάδυσης του κινήματος, του ξεσηκωμού. Που έγινε πράγματι, όταν πολλοί από εκείνους που πηδούν στο βαγόνι των νικητών σήμερα κατηγορούσαν τα gilets jaunes πως είναι φασίστες και αντιδραστικοί. Και εδώ βρισκόμαστε στον δεύτερο λόγο που μας επιτρέπει να δώσουμε την απάντηση ως βάσιμη, δεδομένη. Εδώ και χρόνια υποστηρίζουμε – από την οπτική της ανάλυσης, της στρατευμένης έρευνας και των στοιχημάτων πολιτικής παρέμβασης – την πολιτική κεντρική θέση της κρίσης της μεσαίας τάξης, δηλαδή της διαδικασίας εκείνης αποκλεισμού και υλικής φτωχοποίησης, κατακερματισμού και πόλωσης μιας φιγούρας που δεν ήταν ποτέ ομοιογενής, προδοσίας μια υπόσχεσης επικεντρωμένης στην ανταλλαγή μεταξύ status και υπακοής, μεταξύ της εγγύησης μιας μορφής ζωής και του ρόλου κοινωνικής σταθεροποίησης, ανάμεσα στην αναγνώριση των προνομίων και την επιμελή αναπαραγωγή του υπάρχοντος. Σε μια εποχή, την στιγμή κατά την οποία η μεσαία τάξη εισέρχεται σε μια κρίση διαμεσολάβησης, επαναλάβαμε επανειλημμένα, ανοίγεται ένας εξαιρετικός χώρος συγκρούσεων που είναι ανοικτός σε κατευθύνσεις που δεν είναι μόνο διαφορετικές αλλά αναπόφευκτα αντιτιθέμενες. Πράγματι, στην πόλωση μέσα στη διαδικασία κατακερματισμού της μεσαίας τάξης αντιστοιχεί μια πόλωση της σύγκρουσης: λόγω της ανάγκης εκθετικής απλούστευσης λέμε ότι μπορεί να προχωρήσει σε αντιδραστική ή επαναστατική κατεύθυνση, ριζοσπαστικά εγωιστική ή ριζικά ανασυνθετική. Σίγουρα, τουλάχιστον βραχυπρόθεσμα και μεσοπρόθεσμα, δεν υπάρχουν επιλογές ρεφορμιστικής και δημοκρατικής μετριοπάθειας, αριστερής ή δεξιάς. Σίγουρα, ας το δηλώσουμε ακόμη πιο ρητά, η παραδοσιακή διαλεκτική ανάμεσα στην αριστερά και την δεξιά δεν έχει πλέον χώρο. Ακριβώς στη Γαλλία, όπου αυτή η διαλεκτική γεννήθηκε παίρνοντας το όνομα αριστερά και δεξιά από τις θέσεις που καταλαμβάνουν στο ημικύκλιο της κοινοβουλευτικής αίθουσας, κάμει την ανάλωση της ακόμη πιο σαφή.

Στους δρόμους και τις πλατείες πέρα από τις Άλπεις τις τελευταίες εβδομάδες δεν υπήρχαν μόνο οι φιγούρες αυτής της φτωχοποιημένης μεσαίας τάξης και της κρίσης της διαμεσολάβησης. Από καιρό σε καιρό, σύμφωνα με τις πόλεις και τις αστικές περιοχές της σύγκρουσης, υπήρχαν διαφορετικές προλεταριακές και υποπρολεταριοποιημένες κατηγορίες, στρωματοποιημένες και ούσες σε ένταση από γενεαλογική και φυλετική άποψη. Ακριβώς η ανασύνθεση μεταξύ της μεσαίας τάξης σε κρίση διαμεσολάβησης και ενός ιδιωτικού προλεταριάτου του μέλλοντος είναι, όπως ήδη είπαμε πριν από αρκετά χρόνια, το καθοριστικό πολιτικό σημείο των κινημάτων στην κρίση. Σε αυτό παρέπεμπε ο κύκλος του κινήματος occupy, χωρίς ωστόσο να μπορεί να την ασκήσει. Ήταν εκείνες οι πλατείες πολύ ομοιογενείς για να είναι ανασυνθετικές, πολύ καθαρές για να ασκήσουν τη ρήξη, πολύ αριστερές για να είναι επαναστατικές. Έτσι, ήδη αρχίζοντας από το 2012, χάρη στους συντρόφους του Παλέρμο ξεκινήσαμε να εικάζουμε πως έφτανε ο »καιρός των forconi‘ grazie ai compagni di Palermo abbiamo cominciato a ipotizzare che stesse arrivando il “tempo dei forconi”, δηλαδή πως τα υποκειμενικά και κοινωνικά χαρακτηριστικά που είδαμε έντονα εκείνο τον χρόνο στη Σικελία και τον δεκέμβριο του επόμενου έτους ειδικότερα στο Τορίνο, προμήνυαν και προκαταλάμβαναν παραδειγματικά χαρακτηριστικά των μελλοντικών κινημάτων, που έρχονταν.

Προσοχή, να είμαστε σαφείς. Δεν λέμε καθόλου ότι οι εξεγέρσεις όπως αυτές των κίτρινων gilets έχουν επιτύχει και επιλύσει το κομβικό σημείο της ανασύνθεσης. Λέμε απλώς ότι μέσα σε αυτό το έδαφος έχουν τεθεί υλικά και αυθόρμητα.

Το να υποστηρίζουμε αυτό, ωστόσο, σημαίνει να κάνουμε μια καθαρή σάρωση του φετίχ της καθαρότητας. Όταν δίδεται ένα έδαφος δυνητικής ανασύνθεσης, αυτό είναι αναγκαστικά αντιφατικό, γεμάτο με βρωμιά και σκατά. Δεν το λέμε γιατί μας αρέσει, το λέμε γιατί είναι μέσα στα πράγματα. Πώς είναι δυνατόν από τα τριάντα χρόνια καπιταλιστικής αναδιάρθρωσης και από τα δέκα χρόνια καταστροφικής κρίσης, να αναδύονται με μαγικό τρόπο όμορφες και αρωματισμένες υποκειμενικότητες; Το γεγονός ότι υπάρχουν μέσα σε αυτή την κινητοποίηση φιγούρες οι οποίες συμβαδίζουν με τις υποσχέσεις των αντιδραστικών που ισχυρίζονται ότι είναι αντι-establishment (χρηστικά, φυσικά, πρέπει να το επαναλάβουμε εδώ;) είναι για εμάς αυτό που την καθιστά τρομερά και αναθεματισμένα σημαντική. Σήμερα, αντιθέτως, είμαστε επιφυλακτικοί σχετικά με τις καθαρές και ομοιογενείς «κινητοποιήσεις», επειδή είναι αυτο-απεικονίσεις. Και στην αυτο-απεικόνιση δεν τίθεται ποτέ το κομβικό σημείο της ανασύνθεσης, εκτός αν με αυτόν τον όρο ψευδώς εννοείται το σύνολο και η συμμαχία των ομάδων που αυτοαποκαλούνται εκπρόσωποι κοινωνικών τομέων. Η ανασύνθεση σημαίνει πάντοτε αντίφαση και εσωτερική σύγκρουση, ρήξη όχι μόνο με τoν ίδιον αντίπαλο αλλά και μέσα στην αρχική κοινωνική σύνθεση, εκείνη που σχηματίζεται από το κεφάλαιο και τις διαδικασίες υποκειμενικοποίησης του.

Με λίγα λόγια, τα κίτρινα gilets δεν είναι αγανακτισμένα: είναι εξοργισμένα σαν θηρία. Ξέρουν μπερδεμένα εναντίον ποιων αγωνίζονται, δεν ξέρουν ακόμη με ποιον να αγωνιστούν. Ποια κατεύθυνση θα πάρουν αυτός ο τύπος των κινητοποιήσεων και εξεγέρσεων εξαρτάται και από «εμάς», από την ικανότητά μας να παραμείνουμε μέσα και κατά: μέσα και εναντίον της κοινωνικής σύνθεσης, μέσα και κατά των κινημάτων (εκείνων των πραγματικών, εννοούμε, όχι της αυτοδιορισμένης εκπροσώπηση τους). Για να προσπαθήσουμε πρέπει σίγουρα να απαλλαγούμε από μια ενστικτώδη στάση: την αναζήτηση διαβεβαιώσεων. Πολλές αναλύσεις μοιάζουν να ξεκινούν από μια ορθή παραδοχή στην ανάγνωση της σύνθεσης των πλατειών (στην οποία βασικά σημειώνεται με ενοχική καθυστέρηση αυτό που μαζί με μειονότητες συντρόφων και συντροφισσών λέμε εδώ και αρκετά χρόνια, χωρίς να δίνουμε βάση στις ετικέτες και τους αφορισμούς που λάβαμε από τις μικρούλες ενορίες του «κινήματος»), για να καταλήξουν σε συμπεράσματα για άλλη μια φορά λανθασμένα, υπαγορευμένα από κακή συνείδηση και οπορτουνισμό. Έτσι, για να καθησυχαστούν μπροστά στο τερατώδες πρόσωπο των κίτρινων gilets, ψάχνουν τους όμοιους τους: και τότε ναι είναι ωραία επειδή υπάρχει το CGT, υπάρχουν οι ομάδες των φίλων μας, υπάρχει μια πλατφόρμα στο όνομα κανείς δεν ξέρει ποιου όπου εκφράζουμε τους εαυτούς μας στις γλώσσες ‘μας’. Εν ολίγοις, όλα καλά επειδή υπάρχει η αριστερά. Ακριβώς αυτό που, στα μάτια μας προς τη συνεχή αναζήτηση για δυνατότητες ρήξης, αποτελεί το καπάκι που πρέπει να ανατιναχθεί. Η προσπάθεια να εξημερωθεί το θηρίο μετριάζει τη δύναμή του.

(Εδώ μπορεί να είναι χρήσιμο να προσδιορίσουμε ένα σημείο. Δεν υποτιμούμε με τίποτα τη χρήση που κάνουν οι εργαζόμενοι για το επίσημο συνδικάτο, πράγμα που εδώ και πολύ καιρό αποτελεί σημαντικό χαρακτηριστικό της ανάπτυξης των αγώνων στη Γαλλία. Ωστόσο, η συνδικαλιστική διαμεσολάβηση δεν είναι σημαντική, αλλά η αυτόνομη και ανεπηρέαστη χρήση δομών από τμήματα της ταξικής σύνθεσης. Μας φαίνεται όντως ότι μέσα σε αυτά τα κομμάτια υπάρχουν οι ίδιες αμφιβολίες και αμφισημίες από τις οποίες οι ομάδες του κινήματος ξεφεύγουν φοβισμένες.)

Αγαπητές συντρόφισσες και αγαπητοί σύντροφοι, αφήστε τους εαυτούς σας να εκτοπιστούν από τον ταξικό αγώνα. Εγκαταλείψτε την ιδεολογία, ξεπλύνετε τις τετριμμένες κατηγορίες σας στο Καθαρτικό Ναρκωτικό της κοινωνικής σύγκρουσης, προσπαθήστε να καταλάβετε δίχως ωραιοποιήσεις το ανησυχητικό και διφορούμενο πρόσωπο του τέρατος, γιατί είναι ακριβώς το ότι είναι ενοχλητικό και διφορούμενο που το καθιστά δυνητικά ενοχλητικό για τις συντεταγμένες σχέσεις δύναμης και εξουσίας. Να θυμάστε πάντα ότι εκεί όπου υπάρχει μάζα δεν υπάρχει καθαρότητα. Και αυτός που επιδιώκει την αγνότητα, θέλει την αυτοαναφορά και ασκεί την υποκρισία.

Έτσι, αντί να λέτε ότι η Γαλλία δεν είναι η Ιταλία (merci monsieur de La Palisse!), γιατί να μην θέσετε το πρόβλημα να κάνετε όπως τα κίτρινα γιλέκα. Ούτε να μιμιθείτε ούτε να νομίζετε ότι το θέμα είναι η πολύχρωμη αναπαραγωγή των φαινομένων, απλώς μάθετε από τους αγώνες και προσπαθήστε να εξαπλώσετε το μικρόβιο της πανώλης. Πρόσφατα σκεφτήκαμε γύρω από την αναγκαιότητα να δράσουμε σχετικά με τις υποσχέσεις αυτής της κυβέρνησης Recentemente abbiamo ragionato sulla necessità di agire sulle promesse di questo governo (σε εμάς ορκισμένος εχθρός, και αυτό πρέπει να το προσθέσουμε;), να την οδηγήσουμε στις ακραίες συνέπειες και ως εκ τούτου να τις αντιστρέψουμε εναντίον εκείνων που τις διαμόρφωσαν. Αναλαμβάνοντας δύο προϋποθέσεις, τις οποίες θεωρούμε ακόμα πιο έγκυρες σήμερα μετά το γαλλικό μάθημα. Το πρώτο είναι ότι ο κίτρινο-πράσινος συνασπισμός, στην βαθιά εσωτερική ετερογένεια του, σχετίζεται με κομμάτια κοινωνικής σύνθεσης που προς το παρόν δεν αποτελούν κοινωνικά σύνολα συναίνεσης πολιτικά σταθεροποιημένα. Αντιθέτως, είναι εξαιρετικά ρευστά και άστατα, γεγονός που αποτελεί την ίδια στιγμή ένα πρόβλημα και μια δυνατότητα. Η δεύτερη προϋπόθεση είναι ότι η σημερινή κυβέρνηση (με σημαντικά κοινά χαρακτηριστικά σε σχέση με ορισμένες διεθνείς τάσεις) κινητοποιεί τις προσδοκίες που δεν μπορούν να επιτευχθούν δομικά μέσα στις διαρθρώσεις του σύγχρονου καπιταλισμού και ασυμβίβαστες με αυτές του συνασπισμού. Αυτές οι προσδοκίες, είναι επομένως ευκαιρίες για σύγκρουση που πιθανότατα θα πάρουν χαρακτηριστικά παρόμοια με αυτά που έχουμε δει στη Γαλλία. Οι ρητοί στόχοι αυτών των κινητοποιήσεων αντιβαίνουν, ως εκ τούτου, με την πιθανότητα να πραγματοποιηθούν: για παράδειγμα, η μεσαία τάξη που αγωνίζεται για να αποκαταστήσει την κατάσταση και τη μορφή της ζωής συγκρούεται με την αδυναμία μιας επιστροφής στο παρελθόν. Είναι ακριβώς αυτή η αδυναμία να νικήσει διαρθρωτικά αυτό που ζωγραφίζει τον δικό μας χώρο δυνατότητας, ή μάλλον να αντιστρέψει αυτές τις κινητοποιήσεις σε μια διαφορετική και αντίθετη κατεύθυνση. Επειδή, όταν κάποιος αρχίζει να αγωνίζεται, ο ίδιος ο αγώνας γίνεται ένας στόχος και μια μορφή ζωής που μπορεί να παράγει μια ετερογένεση των σκοπών.

Επομένως, η αποστολή μας είναι να κινηθούμε μέσα στην αμφισημία με μονόπλευρη ματιά. Μην δοξάζουμε τους αγώνες των άλλων για να βρούμε όλα αυτά που η ακροβατική μας ρητορική μας επιτρέπει να φανταστούμε, αλλά να τους χρησιμοποιήσουμε ως μέσο πρόβλεψης, παρέμβασης, στοιχήματος, ήτοι χτισίματος διαδικασιών ρήξης και αντίθετης υποκειμενικοποίησης. Μην ανησυχείτε, αγαπητές συντρόφισσες και αγαπητοί σύντροφοι, δεν απευθυνόμαστε στην ανάγκη να βρωμίσουμε τα χέρια μας. Για το απλό γεγονός ότι, αντίθετα με τις όμορφες ψυχές του αποκαλούμενου «κινήματος», είμαστε πεπεισμένοι ότι οι επαναστάτες και οι επαναστάτριες τα χέρια δεν τα έχουν καθαρίσει ποτέ.

http://commonware.org/index.php/framing/868-i-gilets-degli-altri-sono-sempre-piu-gialli

ένοπλη πάλη, lotta armata

Ένας μακάβριος χορός απελπισμένων για να εξορκίσουν το φόβο

«Νάτος! Τελικά τον πιάσαμε τον κομμουνιστή εγκληματία! Στη φυλακή για να εκτίσει την ισόβια κάθειρξη! Ο Cesare Battisti, το σύμβολο της ιταλικής τρομοκρατίας κατά τη διάρκεια των ετών του μολυβιού, έχει παραδοθεί στις αρχές μας. Η δικαιοσύνη αποδόθηκε!».
Ας το παραδεχτούμε: μια κοινωνική τάξη που σκυλιάζει γύρω από ένα φάντασμα του παρελθόντος δείχνει πως δεν έχει μέλλον, προσπαθεί να καταναλώσει τους τελευταίους αναπνευστικούς πόρους για να εξορκίσει τον φόβο, τον φόβο εκείνο που προκύπτει από τα βάθη μιας κρίσης ενός κοινωνικού συστήματος που κράτησε πάρα πολύ και που έχει περπατήσει επάνω στους νεκρούς, στις καθημερινές σφαγές για να αποσπάσει υπεραξία και να επιταχύνει συνεχώς τη συσσώρευση κεφαλαίου και την καπιταλιστική ανάπτυξη.
Το άτομο δεν είναι τίποτα μπροστά στις ιστορικές διαδικασίες και όλοι μας της δεκαετίας του εβδομήντα του περασμένου αιώνα – ούτως ή άλλως παρατεταγμένοι στα αριστερά – ήμασταν τίποτα μπροστά στην ψευδαίσθηση πως στεκόμασταν ένα βήμα μακριά από τον κομμουνισμό. Παρασυρθήκαμε από το πάθος να είμαστε στη σωστή πλευρά, εκείνη του αγώνα των καταπιεσμένων και εκμεταλλευόμενων. Ήμασταν επίσης απλοϊκοί όταν θεωρήσαμε την υποστήριξη μαζικών τομέων της κοινωνίας προς τους μαχόμενους σχηματισμούς ως διαθεσιμότητα στην κινητοποίηση για την υποστήριξη του «σκοπού» τους. Ο Cesare Battisti; Ένας από τους πολλούς, μόνο οι φανατικοί του ομφαλού τους ασκούνται στις διαφοροποιήσεις. Πληρώσαμε όλοι ένα αντίτιμο, με διάφορους τίτλους και με διάφορους τρόπους, συμπεριλαμβανομένων των πολλών που εξαγοράστηκαν από μια εξουσία που έπαιξε μια φάρσα των ιδανικών μας. Φτύσαμε επάνω στον προδότη και τον μετανιωμένο, υπερεκτιμώντας έτσι τον αγορασμένο και υποτιμώντας τον αγοραστή
Ναι, επιδιώξαμε ένα ιδανικό, εκείνο του κομμουνισμού, μιας πιο ορθολογικής, πιο δίκαιης, ειλικρινέστερης και τιμιότερης, πιο αρμονικής κοινωνίας, μιας κοινωνίας με μεγαλύτερο συναίσθημα, πιο ισότιμης και εξισωτικής. Ήμασταν λάθος, εξαπατήσαμε τους εαυτούς μας. Ο λαός, στη Δύση με έναν συγκεκριμένο τρόπο, δεν ήθελε την κομμουνιστική επανάσταση και όλοι εμείς πολεμήσαμε ενάντια στον άνεμο, είχαμε αντιταχθεί στην ίδια λαϊκή βούληση που δεν κατανοούσε πως την εκμεταλλεύονταν και την καταπίεζαν ή το καταλάβαινε και εφησύχαζε, συμμορφώνονταν. Ένας λαός που υπομένει 1432 θανάτους στην εργασία τον χρόνο για δεκάδες χρόνια, τι να λέμε τώρα για θανάτους της τρομοκρατίας.
Στη συνέχεια η ιστορία, η πραγματική, ξέρει πώς να βάλει σωστά τα διάφορα κομμάτια του μωσαϊκού στο ίδιο καζάνι και σήμερα εκείνος ο λαός που κάποτε εφησύχασε, που μεγάλωσε μέσα σε ένα βάρβαρο και σκληρό σύστημα, στρέφεται εναντίον της. Όλοι εμείς, οι οποίοι ήμασταν μέρος εκείνου του περίεργου μάγματος της άκρας αριστεράς, υπήρξαμε ασυνείδητα πρόδρομοι αντικειμενικών αναγκαιοτήτων που σήμερα διαμορφώνονται περισσότερο από ότι στο παρελθόν. Κύριοι; δεν θέλετε να τις ονομάσετε κομμουνισμό; Αποκαλέστε τες όπως θέλετε, αλλά εκείνοι οι ίδιοι νόμοι που σας έχουν υποστηρίξει για μισή χιλιετία θα σας θάψουν.
Η Ρόζα Λούξεμπουργκ απάντησε σε μια φίλη της όταν της έγραψε στη φυλακή και την ρώτησε αν άξιζε να βρίσκεται εκεί μέσα: «Δεν υπάρχει τίποτα πιο μεταβλητό από την ανθρώπινη ψυχολογία. Ειδικά δεδομένου ότι η ψυχή των ανθρώπων κρύβει όπως η θάλαττα, η αιώνια θάλασσα, όλες τις λανθάνουσες δυνατότητες: θανατηφόρα ηρεμία και  καταιγίδα που βρυχάται, την χαμηλότερη δειλία και τον πιο άγριο ηρωισμό. Η μάζα είναι πάντοτε αυτό που πρέπει να είναι σύμφωνα με τις συνθήκες της στιγμής και είναι πάντα στα πρόθυρα να γίνει κάτι εντελώς διαφορετικό από εκείνο που φαίνεται. Τι θαυμάσιος καπετάνιος θα ήταν εκείνος που θα πιλοτάριζε το πλοίο σύμφωνα με το πως παρουσιάζεται η επιφάνεια των νερών εκείνη τη στιγμή και δεν θα μπορούσε να προβλέψει την καταιγίδα που έρχεται από τα σημάδια του ουρανού και της θάλασσας! »
Ιδού, εμείς δεν υπήρξαμε καλοί καπετάνιοι, μπερδέψαμε τη δύναμη του λόγου και της σκέψης, την δύναμη της υπόθεσης, του σκοπού μας με το λόγο της δύναμης, και υπήρξαν και εκείνοι που μπέρδεψαν το όπλο της κριτικής με την κριτική των όπλων. Ενώ σήμερα η ιστορία παρουσιάζει το λογαριασμό όχι σε εμάς  «φτωχούς παραπλανημένους εκείνων των χρόνων»  αλλά σε σας που τρομοκρατημένοι από μια κρίση χωρίς διέξοδο χορεύετε με μακάβριο τρόπο γύρω από ένα άτομο για να εξορκίσετε τον φόβο και να αποθαρρύνετε τις μάζες από το να ξεκινήσουν »επικίνδυνους δρόμους εμπιστευόμενες υποκείμενα και άτομα που προορίζονται αργά ή γρήγορα στις εγχώριες φυλακές και στην δημόσια γελοιοποίηση».
Στην Ευρώπη, την γριά Ευρώπη, αυτή που έδωσε ζωή στο μεγαλύτερο ιστορικό κίνημα του ανθρώπου με τα μέσα παραγωγής, ίπταται το φάντασμα του χάους. Ο κομμουνισμός είναι νεκρός; Αυτή τη φορά η ψευδαίσθηση είναι δική σας αγαπητοί κύριοι. Η ιστορία στρέφεται εναντίον σας και δεν θα μπορέσετε να κάνετε τίποτα γι αυτό. Οι θεραπείες σας που επικεντρώνονται στην εθνικιστική κυριαρχία, δηλαδή στον ανταγωνισμό των εμπορευμάτων που ανυψώνονται σε νιοστή δύναμη, θα γίνουν φάρσα του συστήματος που επιμένετε να υπερασπίζεστε. Σας εξαγρίωνε το κόκκινο χρώμα σαν τον ταύρο στην αρένα; Ξεπετάγεται το κίτρινο όχι σαν τα συνδικάτα των εργοδοτών, αλλά ως νέο χρώμα, της ανατολής ενός νέου κινήματος των καταπιεσμένων και εκμεταλλευόμενων. Δεν υπάρχει πλέον το δρεπάνι και το σφυρί στα θυμωμένα μάτια σας; Να το σύμβολο των νέων διεκδικήσεων των μαζών που καταπιέζονται από τον τρόπο παραγωγής σας: μια νέα στολή, ένα απλό γιλέκο που φοριέται σαν εργαλείο ταυτοποίησης ενός κόσμου σε εξέγερση, μαζών ανθρώπων που εξοντώνονται από τον τρόπο παραγωγής, τον οποίο εσείς επιμένετε να υπερασπίζεστε, και που δεν θα μπορεί πλέον να ενσωματώνει και να τους κάνει εφησυχασμένους, να συμμορφωθούν.

Michele Castaldo

 

https://favacarpendiem.wordpress.com/2019/01/17/una-macabra-danza-di-disperati-per-esorcizzare-la-paura/

τα βιβλία του μιχάλη, i libri di michele

ΔΔ. χόρεψες πάνω στο φτερό του καρχαρία – 6

Και η επιστροφή στην κανονικότητα είναι γεγονός, όχι όμως για όλους, διαβάζουμε πως:
‘Άρχισαν τα όργανα, στα Εξάρχεια την προηγούμενη εβδομάδα ‘ομάδα νεαρών κουκουλοφόρων’ άδειασε τα ράφια σούπερ μάρκετ και μοίρασε τα τρόφιμα στον κόσμο που βρίσκονταν εκεί κοντά, ο οποίος ενθουσιασμένος πανηγύρισε’ και φυσικά κανένας από τους μεγαλοδημοσιογράφους δεν βρήκε το κουράγιο να κατηγορήσει κανένα. Η ακρίβεια καλπάζει λόγω της αισχροκέρδειας που επιβάλλουν τα καρτέλ των τροφίμων.

Και λίγες μέρες μετά οι ‘Ρομπέν των σούπερ μάρκετς’ ξαναχτυπάνε,για να μοιράσουν αμέσως μετά τη λεία τους στις λαϊκές,στους πένητες και ηλικιωμένους. Και ξανά, για Τρίτη φορά στον ίδιο μήνα αντιεξουσιαστές αδειάζουν καταστήματα αλυσίδων σούπερ μάρκετ και μοιράζουν τα τρόφιμα σε κοντινές λαϊκές, στον κόσμο.’
‘αμηχανία και προβληματισμός στην αστυνομία’, ανομολόγητη ενόχληση στους ιδιοκτήτες σούπερ μάρκετ, αυτές τις αντιδράσεις γράφει ο τύπος,έχουν προκαλέσει οι επιθέσεις των αναρχικών ‘Ρομπέν των Αθηνών’ στα υποκαταστήματα μερικών από τις μεγαλύτερες αλυσίδες υπεραγορών της πρωτεύουσας, που ήδη έφτασαν τις τέσσερις από τέλος Μαίου. Και μιλά για τις ανώνυμες αντιδράσεις ανθρώπων που παραβρέθηκαν την ώρα των δράσεων και μιλούν με θετικότατο τρόπο,να μην επεκταθώ μου λέει και μου δείχνει τα αποκόμματα των εφημερίδων με τα αντίστοιχα άρθρα.

Βάζει ένα δισκάκι να παίζει:
‘Τα χείλη μου ξερά και διψασμένα γυρεύουνε στην άσφαλτο νερό, περνάνε δίπλα μου τα τροχοφόρα,
Και συ μου λες μας περιμένει μπόρα και με τραβάς σε καμπαρέ υγρό.
Βαδίζουμε μαζί στον ίδιο δρόμο και τα κελιά μας είναι χωριστά,σε πολιτεία μαγική γυρνάμε, δεν θέλω πια να μάθω τι ζητάμε, φτάνει να μου χαρίσεις δυο φιλιά.
Με παίζεις στη ρουλέτα και με χάνεις σε ένα παραμύθι εφιαλτικό, φωνή εντόμου τώρα είν η φωνή μου,
Φυτό αναρριχώμενο η ζωή μου, με κόβεις και με ρίχνεις στο κενό.
Πως η ανάγκη γίνεται ιστορία, πως η ιστορία γίνεται σιωπή
Τι με κοιτάζεις Ρόζα μουδιασμένο, συγχώρα με που δεν καταλαβαίνω,
Τι λένε τα κομπιούτερς κι αριθμοί.
Αγάπη μου από κάρβουνο και θειάφι, πώς σ’ έχει αλλάξει έτσι ο καιρός, περνάνε πάνω μας τα τροχοφόρα, και γω μες την ομίχλη και την μπόρα, κοιμάμαι στο πλευρό σου νηστικός.’
Από τον μεγάλο Δημήτρη Μητροπάνο, σε μουσική Θάνου Μικρούτσικου.

 

  • Τα παιδιά του ’77

I ragazzi del ’77. Una storia condivisa su Facebook

Όλα ξεκίνησαν στις 5 Φεβρουαρίου του τρέχοντος έτους, όταν ο Enrico Scuro, ο φωτογράφος εκείνου του κινήματος τώρα μακρινού, δημοσίευσε στο προφίλ του στο Facebook την εικόνα του θεατρικού έργου του Ντάριο Φο, με το οποίο κατέληξε το συνέδριο ενάντια στην καταστολή τον Σεπτέμβρη του 1977. Έκλεινε, εκείνη η Ευρωπαϊκή εκδήλωση-διαδήλωση, την χρονιά που ξεκίνησε με τις καταλήψεις των πανεπιστημίων, με αποκορύφωμα τη δραματική δολοφονία από έναν καραμπινιέρο τον φοιτητή Francesco LORUSSO στην Via Mascarella στη Μπολόνια και με την έφοδο ενάντια στα οδοφράγματα της πανεπιστημιούπολης με θωρακισμένα αυτοκίνητα που απέστειλε ο υπουργός εσωτερικών Kossiga την ώρα που ένα πιάνο έπαιζε το τραγούδι Chicago.

Ο Ντάριο Φο απήγγειλε μπροστά σε μια θάλασσα από ανθρώπους, των οποίων τα πρόσωπα μετά βίας ξεχώριζαν στη φωτογραφία. Ωστόσο, πολλοί αρχίζουν να βλέπουν τους εαυτούς τους στην εικόνα. Να λεν: εγώ ήμουν εκεί. Και ο Σκούρο σκέφτεται πραγματικά να ανοίξει τα αρχεία. Δημοσιεύει, πάντα στο Facebook, σε μια-δυο εβδομάδες, τρία άλμπουμ φωτογραφιών. Εξαπολύονται μια σειρά από σχόλια, συζητήσεις, τα «θυμάμαι» αλλά επίσης και οι προσπάθειες ιστορικοποίησης ή να αναγνωρίσουν τα πρόσωπα για να ξαναβρεθούν ύστερα από τόσον καιρό. Προσδιορίζονται ονόματα στα πρόσωπα, ανακατασκευάζονται τα επίθετα και οι προελεύσεις έντονων συναντήσεων, που συχνά διήρκησαν μόνο μια χρονιά. Γίνεται προσπάθεια να μεταφερθούν νεανικά πρόσωπα γενειοφόρα ή σγουρομάλλικα, λουλουδιαστές φούστες που θροίζουν πάνω από τσόκαρα σε άτομα που έχουν μεγαλώσει, που ίσως σήμερα να ζουν μακριά ή να έχουν πεθάνει. Ανακαλύπτεται ότι εκείνος ο Mario Chessa ο οποίος κυματίζει μια κόκκινη σημαία στον άνεμο έγινε ο Dom Ildefonso των Βενεδικτίνων πατέρων της Βασιλικής του Αγίου Στεφάνου. Βρίσκονται ξανά φίλοι χαμένοι, άνθρωποι που φύγαν από την Μπολόνια για χρόνια. Ανακατασκευάζονται μονοπάτια.

Το παιχνίδι συνεχίζεται. Από τα συρτάρια αυτής της εικονικής κοινότητας που συναντιέται ξανά αρχίζουν να φθάνουν περισσότερες φωτογραφίες, που εντάσσουν σε ένα πλαίσιο τις πιο δημόσιες στιγμές με αναλαμπές της ιδιωτικής ζωής των χρόνων, τότε που φωνάζαμε στους δρόμους: « Το προσωπικό είναι πολιτικό».

Σήμερα στο προφίλ profilo του Σκούρο θα βρείτε δεκατρία παραρτήματα. Σχηματίστηκε αμέσως, ήδη από εκείνον τον Φεβρουάριο, μια ομάδα που ονομάζεται «Τα παιδιά του ’77», με την πρόθεση να γράψει ένα βιβλίο που θα δώσει μια συνέχεια στο έργο της μνήμης. Και τώρα αυτό το μυθιστόρημα «Facebook» έφτασε στα βιβλιοπωλεία, χάρη σε δύο μικρούς εκδοτικούς οίκους της Μπολόνια, Baskerville και Sonic Press, που ιδρύθηκαν αντίστοιχα από τους Maurizio Marinelli και Oderso Rubini, δυο από αυτούς που εκείνη την χρονιά βρίσκονταν εκεί. Είναι ένας ορθογώνιος τόμος μεγάλου μεγέθους που συγκεντρώνει πολλά από τα πλάνα που δημοσιεύθηκαν online. Το κείμενο είναι φτιαγμένο με τα σχόλια που εμφανίστηκαν κάτω από τις φωτογραφίες, ύστερα από τις έντονες συζητήσεις που προκλήθηκαν στο διαδίκτυο. Δεν γίνεται κατανοητό, με την πρώτη ματιά, αν αφηγείται την επική ιστορία μιας πραγματικής κοινότητας, του παρελθόντος, η οποία συναντιόνταν όλες τις ημέρες στο πανεπιστήμιο, στα σπίτια, στις διαδηλώσεις, στην πλατεία, παίζοντας μουσική, συζητώντας, κάνοντας έρωτα, ονειρευόμενη (αυτήν που περιγράφει ο Enrico Palandri στην Boccalone και εκείνη για την οποίαν έγινε λόγος στο συλλογικό βιβλίο Μπολόνια Μάρτιος ’77 … δικιά μας υπόθεση), ή αν είναι η λυδία λίθος μιας εικονικής κοινότητας του σήμερα, που κοιτάζει προς το παρελθόν με ανάμεικτα συναισθήματα.

Νοσταλγία υπάρχει, χωρίς αμφιβολία, για τα χρόνια της νιότης, για ιδανικά που τα χρόνια που πέρασαν φαίνεται να έχουν αμαυρώσει, ανατρέψει, ιδανικά που παραγνωρίστηκαν. Υπάρχει αυταρέσκεια, για το «τι όμορφοι που ήμασταν», για το «τι όμορφα που ήταν τα κορίτσια» («Κοιτάζοντας πίσω τώρα, είναι αλήθεια ότι ήμασταν όλοι και όλες πολύ όμορφοι και ίσως αυτό ήταν που μας έκανε τέτοιους – δεν είμαι σίγουρη, αλλά μου αρέσει να σκέφτομαι έτσι – είναι ακριβώς αυτό που είχαμε στο κεφάλι «, γράφει η Gianna Curti Clech, το πρόσωπο που ξεκινά την κουβέντα).

Είναι σαν μια παρενέργεια, σαν το αποτέλεσμα μιας καταβύθισης, σύμφωνα με την οποίαν πολύ λίγα λέγονται για όλα εκείνα που αυτά τα χρόνια έχουν δημιουργήσει, τι υπήρξαμε μετά (Κάποια ομολογεί: «Δεν έχω μιλήσει με τις κόρες μου γι αυτό που ήμουν, γι αυτά που σκεφτόμουν: νομίζω ότι το έχω περάσει μέσα από τον τρόπο που ζω, που είμαι «). Έχουμε την τάση να θυμόμαστε, να βρίσκουμε κομμάτια και πρόσωπα του παρελθόντος μας. Στη συνέχεια, σταδιακά, από την ανασυγκρότηση περνάμε στο να αναρωτιόμαστε για όλα αυτά με τα οποία τα σπάσαμε, διαρρήξαμε, στην διάρκεια  αυτής της εμπειρίας, για το ποιοι είμαστε σήμερα, πηδώντας επάνω από όλα τα χρόνια που υπήρξαν ενδιάμεσα, για την ιστορία της ήττας της δεκαετίας του ’80, για όλες τις μεταβολές που συνέβησαν στον κόσμο.

Φυσικά, θυμόμαστε τις αρχές της κοινωνικής δικαιοσύνης και της ελευθερίας που οδηγούσαν εκείνο το κίνημα. Διατρέχουμε την επανάσταση των ελεύθερων ραδιοφώνων, που στη Μπολόνια είχε εκείνο το τρομερό εργαστήρι που ήταν το Radio Aliceπείραμα οριζόντιας επικοινωνίας, λόγων και μουσικής σε ελευθερία, ιδεών και πρακτικών που αποπλανούσαν, που ερμήνευαν τις διαθέσεις. Θυμόμαστε μια κλήση από έναν ακροατή, ο οποίος έλεγε: «Είμαι υποχρεωμένος να βγω από το σπίτι, γιατί αν είμαι στο σπίτι ανοίγω το ραδιόφωνο, και μετά δεν μπορώ πια να μελετήσω ..». Γράφει η Marzia Bisognin, η οποία συνελήφθη όταν η αστυνομία έκλεισε το ραδιόφωνο, μετά τις συγκρούσεις: «… δεν αναγνώριζα καμία άλλη από εκείνες τις φωνές. Άκουγα πάντα τον σταθμό, μέρα και νύχτα, την Αλίκη … Και καθώς εκείνες οι φωνές σιγά σιγά έγιναν άνθρωποι που γνώρισα, έγινε όλο και περισσότερο ένας οικείος χώρος της ζωής μου, οικείος και τεράστιος ταυτόχρονα … λίγο σαν το facebook!, σήμερα»

Στα σχόλια επαναλαμβάνεται η παλιά διαμάχη μεταξύ ριζωματικού μετασχηματισμού, ο οποίος αναπτύσσεται μέσω της μετάδοσης, για μικρές ομάδες, μέσω εσωτερικής βλάστησης, ή οργανωμένου πολιτικού αγώνα και ίσως γίνει και σκληρός. Θυμόμαστε το τέλος όλων αυτών, όταν η σύγκρουση με το κράτος την ένοπλη πάλη έκλεισε όλους τους χώρους, όταν επάνω στην αναζήτηση της ελευθερίας και των ατομικών εμπειριών, των «παραδείσων», έσκασε σαν μια βόμβα η ηρωίνη.

Αλλά πάνω απ’ όλα στο βιβλίο μπορείτε να δείτε πρόσωπα, νέους, άλλων καιρών, δωμάτια φοιτητών επιπλωμένα με φαντασία μέσα από έπιπλα αντίκες, ενδυμασίες που αποκτήθηκαν στα παζάρια, εφευρέσεις απίθανων επαγγελμάτων προκειμένου να προστατευτεί η ελευθερία και η αυτονομία των νεαρών, σπίτια, σαν θεατράκια της ψυχής, σαν σύνολο από αυτο-αναπαραστάσεις στις οποίες κάποιος φαίνεται δανδής, εξωτερικεύοντας τις πολιτιστικές φιλοδοξίες, συχνά μακρινές από τις κοινωνικές συνθήκες «που δεν είναι εγγυημένες.»

Τρέχουν μπροστά μας γεγονότα πολιτικά και συλλογικά μαζί με ιδιωτικές στιγμές, οι διαδηλώσεις, τα οδοφράγματα μετά τη δολοφονία του LORUSSO, οι φυλακίσεις, αλλά και το θέατρο δρόμου, οι κλόουν που πραγματοποιούν έφοδο στο κτίριο του Δημαρχείου της πόλης, οι τοιχογραφίες, το συγκρότημα που ανοίγει παρελάσεις και γιορτές, που πήγε και στη Γερμανία. Αφηγούνται τα ταξίδια, Umbria Jazz και η Ινδία, οι αγάπες, η εκ νέου ανακάλυψη του σώματος και της τρυφερότητας μετά από χρόνια άκαμπτου πολιτικού ακτιβισμού, ο φεμινισμός, τα κόμικς του Scozzari και του Pazienza, η μουσική των Gaznevada και των Skiantos. Τρέχει αυτό που ονομάστηκε «Καρναβάλι της Μπολόνια», που αναφέρεται στο Καρναβάλι ως χωνευτήρι και κοινωνική αναστροφή για τα οποία εκείνα τα χρόνια μιλούσαν οι Camporesi, Scabia, Celati, επάνω στα χνάρια του Μπαχτίν, Bachtin. Μέχρι τα χρόνια του μολυβιού. Ίσως μέχρι την ολοκλήρωση των σπουδών και την είσοδο στις αναγκαιότητες της ενήλικης ζωής.

Λέγεται από κάποιαν, την Annarosa, η οποία μετακόμισε στη Ρώμη πριν από εκείνο το 1977 και στη συνέχεια επέστρεψε αρκετές φορές στην Μπολόνια, για την πανέμορφη πολυτεχνίτη οδηγό των Gaznevada («μια ομορφιά φτιαγμένη από αυθεντικότητα», διαβάζουμε σε ένα σχόλιο), για το ανοικτό σπίτι του Μπίφο, του ηγέτη, και για άλλα, διάσπαρτα σε όλη την πόλη, στη Via San Vitale, στην οδό Castiglione, την οδό Fondazza. Για εκείνο στο Santo Stefano, όπου είχε ζήσει, με τον Giovanni Lindo Ferretti και άλλους από το Reggio Emilia, ο Αlceste Campanile, ο οποίος θα δολοφονηθεί το 1975. Για πολλά άλλα. Κάποιος γράφει: «Ήταν μια μοναδική περίοδος. Στη συνέχεια, η απόλυτη ομίχλη. »

Στο παιχνίδι της αναπαραγωγής που γίνεται απ’ όλους μαζί, η Μαρίζα Di Mario αναρωτιέται: «Μα εκείνη δεν είμαι εγώ;», Και ο Giuli Idini απαντά: «Θα μπορούσα να είμαι εγώ … αν και δεν βρισκόμουν στην Μπολόνια! Το ωραίο με αυτές τις φωτογραφίες είναι ακριβώς αυτό: όσοι έζησαν εκείνα τα χρόνια αναγνωρίζονται σε κάθε πλάνο, ακόμα κι αν πραγματικά δεν βρίσκεται σ’ αυτό!».

Βλέπουμε δύο νεότατους Enrico Palandri και Claudio Piersanti, οι οποίοι επρόκειτο να γίνουν συγγραφείς. Οι φίλοι από το Κάλιαρι Tognolini ( σήμερα καθιερωμένος συγγραφέας για παιδιά) και Cabiddu (σκηνοθέτης). Οι Scozzari, Pazienza, Maurizio Torrealta (s;hmera δημοσιογράφος για την κρατική τηλεόραση RAI News 24, δίχως πλέον γένια και με λίγα μαλλιά ), όλοι εκείνοι του ραδιοφώνου Alice που σηκώνουν ψηλά μια συμβολική κεραία σε ανθρώπινη πυραμίδα στην Piazza Maggiore, γιορτές, μωρά που είναι τώρα τριάντα χρόνων, όπως η Amaranta, η κόρη του Luciano (που ζει στην Κεντρική Αμερική) και η Marzia. Και στην συνέχεια τα ΜΑΤ, αναποδογυρισμένα αυτοκίνητα, τα χέρια σηκωμένα ψηλά ειρωνικά στο σχήμα της παράδοσης στην εκδήλωση του Κομμουνιστικού Κόμματος κατά της βίας που ακολούθησε τη δολοφονία του LORUSSO, η κηδεία του φοιτητή …

Φαίνεται μερικές φορές, το λέει κάποιος σε ένα ποστάρισμα, να γίνονται αισθητά ακόμα και τα αρώματα εκείνης της περιόδου, εκείνο το διεισδυτικό και γλυκό του πατσουλί, αλλά και εκείνο του ιδρώτα ή του «χόρτου». Και μερικές φορές, στο παιχνίδι των αναγνωρίσεων, πέφτει η πέτρα: αυτή, η Cinzia, πέθανε, το 1991. Η Chiara σκοτώθηκε. Αυτόν το πήρε μαζί του το AIDS.

Κάποιος που παρεμβαίνει και που αυτά τα χρόνια δεν τα έζησε: «Ίσως θα μπορούσα να πω εγώ, γεννημένος το ’79, από ποιες πηγές έμαθα τα λίγα που ξέρω για τα παιδιά του ’77», γράφει ο Ντιέγκο Pipi, και απαριθμεί μουσικά γκρουπ, τους Area, τους Stormy Six , τους Gaznevada, το Confusional Κουαρτέτο, παλιά νούμερα του περιοδικού «Frigidaire», ταινίες διαθέσιμες στο YouTube, συμπεριλαμβανομένου του ντοκιμαντέρ Γυμνοί προς την τρέλα,   Nudi verso la folliaτου Angelo Rastelli, από εικόνες του Alberto Grifi. Και καταλήγει: «H δική μου είναι μια άποψη που προέρχεται από τις όχι πολλές πληροφορίες σε εμένα διαθέσιμες, αλλά νομίζω ότι είναι ενδιαφέρουσα όχι μόνο για να καταλάβουμε« ποιοι ήσασταν », αλλά και για να κατανοήσουμε πώς σας βλέπουν τα παιδιά σας».

Ένα κεφάλαιο είναι αφιερωμένο στα παιδιά, καθώς και στις ταβέρνες όπου βρισκόμασταν, Trebbi, Picci, την Vigna … (Οι επαναστάσεις πνίγονται στο φαγητό της κατσαρόλας), στις μακριές φούστες, στα ταξίδια, στην Μπολόνια ροκ, στην ποιητική συνεύρεση του Castelporziano, στη συναυλία της Patti Smith, στην ομοφυλόφιλη υπερηφάνεια. Ό, τι συνέβη σε εκείνη την κοινότητα των μετακινούμενων συνόρων, μεταξύ του 1976, όταν γεννιέται το Radio Alice, και το 1978 τεκμηριώνεται, μαζί με τα ονόματα όσων έφεραν φωτογραφίες ή μνήμες, και αυτός ο τελευταίος κατάλογος γεμίζει τέσσερις σελίδες γεμάτες.

Θα μπορούσαμε να πούμε ότι το κλειδί για αυτό τον τόμο είναι η ο γενεαλογικός ναρκισσισμός, η εκ νέου ανακάλυψη σήμερα μιας αυξημένης αξιολόγηση του εαυτού του που είχε αποθαρρυνθεί από την κατάρρευση των υποσχέσεων, των ονείρων, της σε βάθος αυτοεκτίμησης. Αυτός του ’77 ήταν ένας από τους τελευταίους γύρους των baby boomers, ήδη στο χείλος της αβύσσου: υπήρξε η πρώτη πετρελαϊκή κρίση και κάποιοι άρχισαν να μιλούν για «τους μη εγγυημένους», di “non garantiti”, δεν φαντάζονταν πόσο βαθιά και καταστροφική θα γίνονταν η επισφάλεια κατά τα επόμενα έτη. Αυτά τα «παιδιά του ’77« πίστευαν (πιστεύαμε, μιας και αυτός που γράφει ήταν από εκείνες τις φυλές) πως θα άλλαζαν τον κόσμο και πίστευαν πως ήταν ο ομφαλός εκείνου του κόσμου. Ή τουλάχιστον ήθελαν να γίνουν, ένα κάποιο κέντρο, στην περιοχή τους, στον χώρο τους, στον τομέα τους.

Με το ’77 αρχίζει να κλονίζεται η εμπιστοσύνη στις προοδευτικές τύχες κτήμα του εικοστού αιώνα (ακόμα και οι βεβαιότητες του σοσιαλισμού, με την ρήξη της καλής του μπολονιέζικης βιτρίνας): οι καταρρεύσεις είναι ακόμα μακριά, αλλά πίσω από τη γωνία. Ξεκινά, ακριβώς ανάμεσα τους νεαρούς πρωταγωνιστές αυτού του βιβλίου, η σύγκρουση μεταξύ της πολιτικής μαχητικότητας και στράτευσης η οποία προβάλλεται προς ένα μελλοντικό σχεδιασμό και της φροντίδα του εαυτού και της ομάδας αυτών που βρίσκονται κοντά, η οποία θα ονομαστεί, λίγα χρόνια αργότερα, με κάποια διαφοροποίηση και σε άλλα πλαίσια και συγκυρίες, «ηδονισμός «. Αρχίζει η δική μας μετανεωτερικότητα.

Στο βιβλίο όλα αυτά επανεμφανίζονται, ακόμη και λόγω της προέλευσης των γραπτών (των posts), στο Facebook, δεν είναι δυνατόν να φτάσουμε σε μια πλήρη εμβάθυνση. Είναι σαφής η επιθυμία των ανθρώπων που έχουν ήδη περάσει τις απογοητεύσεις των χρόνων να επανασυνδέσουν τα νήματα. «Βρεθήκαμε ξανά στην πλατεία, να το πω έτσι, για να συνδέσουμε εκ νέου, συλλογικά, στην μνήμη μας τα γεγονότα, γράφει η Bisognin Marzia, η οποία μαζί με τον Paolo Ricci βοήθησε τον Σκούρο να συνθέσουν το βιβλίο. Και η πλατεία στην οποία αναφέρεται δεν είναι πλέον εκείνη των διαδηλώσεων, των συγκρούσεων, της ειρωνείας, των παραστάσεων, των συναντήσεων και της εκτεταμένης τρυφερότητας χρόνων που είναι πλέον πολύ μακρινοί, αλλά μια νέα, εικονική, μέσα στην οποίαν όλοι εμείς ταξιδεύουμε, όπου μπορούμε να περάσουμε μιαν λαθραία εικόνα του εαυτού μας με μια φωτογραφία παλιά τριάντα χρόνια. Εκεί, με το Facebook, προσπαθούν να ανακτήσουν ιστορίες χαμένες, παίζοντας, ειρωνικά, με τη νοσταλγία. Ακόμη και με αυτόν τον τίτλο, που θυμίζει «Τα αγόρια του ’99», οι βετεράνοι νικηφόροι αυτοί, εκείνοι του ’77 με λίγες νίκες να γιορτάσουν. Αδίστακτη ειρωνεία, απατεώνισσα!

Διακρίνεται νοσταλγία, βεβαίως, αλλά και η επιθυμία να αναρωτηθούμε: «Πόσοι ήμασταν τότε! Γιατί ήμασταν εκεί; Τι μας κινούσε; Πού βρισκόμαστε σήμερα; «. Ποστάρει, στις πρώτες σελίδες, ο Dom Ildefonso Chessa: «Ήμασταν σίγουρα (δεν υπάρχουν αρνήσεις) νέοι, εφήβοι και γεμάτοι φαντασία, επιθυμία να κάνουμε πράγματα. Η επανάσταση κοίταξε μας φαίνονταν πίσω από τη γωνία, ακόμη και πίσω από κάθε εμπόδιο που συναντούσαμε. Ήμασταν, αλλά ο χρόνος έχει προχωρήσει και έχει παρουσιάσει και αποκάλυψε. Υπήρξαμε, όμως τώρα είμαστε. Ήμασταν, όμως τώρα είμαστε το αποτέλεσμα εκείνου που ήμασταν, το άθροισμα των συναισθημάτων μας, των ονείρων μας, των βεβαιοτήτων μας. Δεν αγαπώ τη νοσταλγία! Θα μπορούσε να γίνει μια κακή φυλακή. » Και ο Paolo Ricci, στο τελευταίο κεφάλαιο, σφραγίζει: «Νομίζω ότι η δουλειά αυτή τη στιγμή είναι απλά να προσπαθήσουμε να καταλάβουμε εκείνο που από την εμπειρία μας εκείνων των χρόνων ήταν πράγματι καλό, ζουμερό, ζωτικής σημασίας, να το ξεχωρίσουμε από τα λάθη και από την φρίκη, και να το φέρουμε και πάλι στο φως. »

Ξεκινάμε από αυτό το ιστορικό και ανθρωπολογικό ντοκουμέντο του τότε που η Μπολόνια, η υποτιθέμενη πρωτεύουσα του δημοκρατικού κομμουνισμού, ήταν το επίκεντρο ενός πολιτικού και υπαρξιακού πειράματος ζωτικής σημασίας και αμφιλεγόμενo. Ξεκινάμε εκ νέου από αυτό το μυθιστόρημα – Facebook, άτλαντα των προσώπων, των κοστουμιών και των συνηθειών, των θυμών, των σχεδίων ενός παρελθόντος που σβήστηκε από την ιστορία με πολύ μεγάλη βιασύνη, από τις ρυτίδες στο πρόσωπο, από τις απογοητεύσεις της καρδιάς.

 


  • τα παιδιά του ’77

Roberto Sassi για την αυτόνομη μαχητικότητα και στράτευση

  • Και τελειώνει το πρώτο μέρος της εξιστόρησής μας : ‘κοιτάζοντας στις οθόνες τα καμένα βουνά της Αττικής,όλης της Ελλάδας, αυτή η αίσθηση του πένθους, του πόνου και της απελπισίας. Αν και νομίζω δεν πενθούμε πια για τα καμένα δένδρα, τα απανθρακωμένα ζώα, τα κυνηγημένα πουλιά, τα πνευμόνια ζωής που ξεφουσκώνουν, τα νέα μαύρα τοπία. Φαίνεται ‘ότι τα συνηθίσαμε όλα αυτά, τα παρακολουθούμε σαν επαναπροβαλλόμενη ταινία, αποδεχόμενοι την εθνική μας μιζέρια. Δεν διδαχτήκαμε τίποτα από τις φονικές πυρκαγιές του ’07. Έτσι μας έχουν κάνει, να ξεχνάμε. Να θυμόμαστε ότι τους βολεύει, την ώρα που τους βολεύει. Σε αυτή τη χώρα όπου οι Χριστοφοράκοι μας βγάζουν κοροϊδευτικά τη γλώσσα τους από την Ευρώπη, και οι ατελεύτητα προφυλακισμένοι, όπως ο Θοδωρής ο Ηλιόπουλος, από τους εξεγερμένους του περσινού Δεκέμβρη με αφορμή τη δολοφονία του Αλέξη, να πρέπει να φτάσουν στο κατώφλι του θανάτου για να τους αντιμετωπίσουν σαν ανθρώπινα όντα.’
    ‘Υπερασπίσου το παιδί, άμα γλιτώσει το παιδί, υπάρχει ελπίδα.’ Παύλος Σιδηρόπουλος.

‘Τα κατάφεραν λοιπόν, δεν άφησαν τίποτα όρθιο, όλα τα αφάνισαν. Φαίνεται πια πως η μαυρίλα είναι αναπόσπαστο κομμάτι της ζωής μας. Αποδεχτήκαμε την καταστροφή της Πάρνηθας και του Υμηττού,κατάπιαμε την τραγωδία με την εκατόμβη των νεκρών της Ηλείας, ξεχάσαμε και την ολοκληρωτική καταστροφή της Αττικής. Κάνουμε ότι περνά από το χέρι μας για να δικαιώσουμε τον Σαββόπουλο, που εδώ και χρόνια φωνάζει ότι ήμαστε ‘κράτος ασυστόλων κώλων, κωλο έλληνες’.

  • Έχει στα χέρια του μια παλαιότερη συνέντευξη του πρώην διευθυντή της Μόντ Ντιπλοματίκ , Ινιάσιο Ραμονέ. Μου διαβάζει αποσπάσματα:
    ‘Στα σαράντα λεπτά που θα κρατήσει η ομιλία μου να θυμάστε πως θα πεθάνουν 40 γυναίκες στη διάρκεια τοκετού, 400 παιδιά από μολυσμένο νερό, ενώ συνολικά 840 παιδιά κάτω των πέντε χρόνων από θεραπεύσιμες ασθένειες. Όλοι αυτοί θα πεθάνουν λόγω της φτώχειας τους.’
    Αυτή θεωρεί τη μεγαλύτερη γεωπολιτική πραγματικότητα και πρόκληση μιας και σήμερα η ανθρωπότητα έχει 1000 φορές μεγαλύτερο πλούτο απ’ ότι χρειάζεται για να ζήσει καλά.
    Ένας στους 4 ανθρώπους στον πλανήτη επιβιώνει με λιγότερα από 2 δολάρια ημερησίως. Μόνο στην ΕΕ κάθε αγελάδα λαμβάνει επιδότηση 4 ευρώ τη μέρα. Σκανδαλώδες.

Περιέγραψε την οικονομική παγκοσμιοποίηση ως μια ολοκληρωτική αγορά που επεκτείνετε σε βάρος κάθε έννοιας δημόσιου συμφέροντος σε υγεία, παιδεία, μεταφορές κλπ. Ένα σύστημα στο οποίο αποθεώνεται ο ατομισμός εις βάρος του συνόλου, ο εγωισμός στρέφεται κατά της αλληλεγγύης, και τα κέρδη είναι αυστηρώς ιδιωτικά. Ενώ καταφέρνει να κοινωνικοποιεί τις ζημιές, όπως φάνηκε και στην τελευταία κρίση του τραπεζικού συστήματος.
Ιεράρχησε τις εξουσίες με πρώτη τη χρηματοπιστωτική αγορά, δεύτερη αυτή των ΜΜΕ, ως ιδεολογική μηχανή της παγκοσμιοποίησης, και τρίτη την πολιτική εξουσία.’

  • Ξαναπιάνω το μολύβι μέσα στην κάψα του καλοκαιριού του 12. Στην αρχή σκόρπιες σκέψεις από εδώ κι από εκεί, κάποια στιγμή έχασα και τη σειρά! Μετά το πράγμα διορθώθηκε, άρχισε το κείμενο να τρέχει καλύτερα,να ρολάρει. .Θα το παρουσιάσω όσο πιο ‘ανθρώπινο’ γίνεται:

συνεχίζεται

Βάστα

PARA TODOS TODO

para todos todo
η σκέψη μου είναι πάντα κοντά τους….

μιχαλης 288

τα βιβλία του μιχάλη, i libri di michele

Δ. χόρεψες πάνω στο φτερό του καρχαρία – 2

Μεγάλη Παρασκευή σήμερα, τον συναντώ και σημειώνει για τον τεράστιο ρόλο που έχει παίξει ο Χριστός ιστορικά, και άλλοι μαζί που έθεσαν το θέμα της εσωτερικότητας, της πάλης του πνεύματος με το εγώ, της ταπείνωσης με την αλαζονεία, Της ΘΥΣΙΑΣ ΜΕ ΤΟ ΕΦΗΜΕΡΟ, του συνόλου με το μέρος. Τον σέβεται και τον αγαπά χωρίς να τον νοιάζει τα περί Θεότητας, διότι έθεσε επί τάπητος το θέμα της αγάπης και την ανακήρυξε υπέρτατο αγαθό και αξία, τρόπο ζωής, θυσιάζοντας τη ζωή του την ίδια. Τζάμπα μάγκες αυτοί που στη συνέχεια κυβέρνησαν ή διοίκησαν στο όνομά του. Τρόπος ζωής θα έπρεπε να είναι ο χριστιανισμός όχι θρησκεία.

Η χειραφέτηση του ανθρώπου από τα πάθη του, από τα χειρότερα τουλάχιστον, είναι μεγάλο πράγμα. Είναι θαυμάσια η ζωή να την ζεις με αγάπη και συμπόνια, προς τον εαυτό σου και τον διπλανό. Άσε που δεν θα ήταν και άσχημα να υπάρχει και ζωή μετά τον θάνατο. ‘Είναι όμορφη πολύ. Να σεβαστούμε και να χαϊδέψουμε, να δημιουργήσουμε, να παίξουμε, να χορέψουμε, μαζί με άλλους, όλοι ίδιοι είμαστε, τα ίδια ερωτήματα μας απασχολούν και τις απαντήσεις ψάχνουμε όλοι, διαφορετικοί είμαστε, τους ίδιους καημούς έχουμε, χαρές και βάσανα. Ίδιες αγωνίες ίδιες ανησυχίες.

Να γεννηθώ και να ξαναγεννηθώ μου λέει,

να ερωτευθούμε να παίξουμε να κολυμπήσουμε, να ακούσουμε ξανά το τιτίβισμα των πουλιών, να κάνουμε παιδιά, να τα μεγαλώσουμε με αξίες, να δημιουργήσουμε πολιτισμούς και να γνωρίσουμε άλλους. Κοντά με άλλους. Μόνος δεν έχει γούστο να ζεις, όταν οι γύρω δεν είναι καλά δεν είμαστε κι εμείς καλά. Γι αυτά πολέμησε και ο Γκεβάρα. τα είχε όλα αλλά πονούσε που δεν τα είχαν όλοι, είχε την εξουσία, απόλυτος άρχοντας, αυτός, οι φίλοι του, ο λαός του. Και τα άφησε για να πάει να ξεσηκώσει αλλού, να πάει κοντά σε αυτούς που πολεμούσαν για τα ίδια ιδανικά. Δεν του έφτανε η δική του ευτυχία, πλάνταζε που υπήρχαν ακόμη καταπιεσμένοι, έπρεπε να ελευθερώσει και αυτούς. Κι εμείς επιτρέπουμε εδώ οι νέοι, τα παιδιά μας ρε γαμώτο, να ζουν με 700 ευρώ το μήνα, και ένας άνθρωπος να κερδίζει με μία κίνηση διακόσια μύρια, πουλώντας κάτι που δεν είναι δικό του, κάτι που φτιάχτηκε με ιδρώτα χρόνων χιλιάδων λαού.

Ή πουλώντας αέρα κοπανιστό.

βέβαια να συμπληρώσω πως αρνητικότατος ο ρόλος της εκκλησίας, πρωτοστάτης στην χειροπέδηση, τον ευνουχισμό του ανθρώπου

Καθημερινά ερχόμαστε σε επαφή με εκατοντάδες ανθρώπους. Στα τραίνα, στους δρόμους, στη δουλειά και στα θέατρα, συναντάμε συνεχώς τυχαίους περαστικούς που διαμορφώνουν την πραγματικότητά μας, αλληλοεπιδρώντας μαζί μας, με χιλιάδες και φαινομενικά άσχετους μεταξύ τους τρόπους.

Η φιλία, ο έρωτας και η αγάπη, όπως επίσης το μίσος, ο φθόνος και η μοχθηρία γεννιούνται μέσα σε αυτή τη τυχαία τριβή. Το τυχαίο και η μοίρα διαδραματίζουν σημαντικό ρόλο στη ζωή μας, η οποία σε πλείστες περιπτώσεις γίνεται υποχείριο του αναπόφευκτου.

Πορευόμαστε στο προσωπικό μας μονοπάτι, αλυσοδεμένοι και με βαρίδια στις πλάτες, ως άλλα έρμαια του πεπρωμένου, θύματα του προκαθορισμένου. Αναπνέουμε μηχανικά, χωρίς να συμμετέχουμε με όλη την ενάργεια του είναι μας στη «μαγική» διαδικασία που ονομάζουμε ζωή, καθώς θεωρούμε εσφαλμένα ότι κάποιος άλλος θα το πράξει για εμάς.

Κάποιος αγγελικός, θεόσταλτος προστάτης που είναι προγραμματισμένος να μας προστατεύει εφ’ όρου ζωής, απαλλάσσοντάς μας από το κοπιαστικό καθήκον που έχουμε να δρούμε σύμφωνα με τις δυνάμεις μας για να πετύχουμε το καλύτερο που μπορούμε.

Εναποθέτουμε τις ελπίδες μας στον Θεό και αποποιούμαστε των ευθυνών μας, λες και περιμένουμε κάποια άγνωστη οντότητα να σηκώσει για χατίρι μας τα βάρη των αμαρτιών μας.

Επινοούμε διαρκώς δικαιολογίες για μεταφυσικά στοιχειά που ξεπερνούν τις δυνατότητές μας και απορρίπτουμε τον ρόλο μας που δεν είναι άλλος από το να κρατάμε στα χέρια μας τα ηνία της ζωής που μας προσφέρεται απλόχερα.

Η τύχη, η μοίρα και το πεπρωμένο εξακολουθούν να αποτελούν προσφιλή θέματα διαπληκτισμού στα φιλοσοφικά καφενεία. Ίσως όντως η θεά Μοίρα να υπάρχει και να υφαίνει στον αργαλειό της όλες τις λεπτομέρειες που δίνουν πνοή στην καθημερινότητά μας.

Ίσως πάλι, τα μοναχικά βράδια μας κρατάει συντροφιά ψιθυρίζοντας στο αυτί μας τις αποφάσεις που πρέπει να παρθούν και τις ενέργειες που χρειάζεται να ακολουθήσουμε την επόμενη μέρα.

Είναι πιθανό ο «μακρόκοσμος» στον οποίο ενδημούμε, να λειτουργεί πανομοιότυπα με το κβαντικό, εκεί όπου τα μυστηριώδη στοιχειώδη σωματίδια, οι θεμέλιοι λίθοι των πάντων, συγκρούονται διαρκώς αναμεταξύ τους και χωρίς κάποιο προφανή λόγο, δημιουργώντας το «παραμύθι» της αχαλίνωτης πραγματικότητας, αυτό που ονομάζουμε ζωή.

Ακόμη λοιπόν και αν είμαστε απότοκα τυχαίων συγκρούσεων και το πεπρωμένο, ο μοναδικός αληθινός θεός μας, δεν παύουμε να κρατάμε στα χέρια μας την ευθύνη για τη ρότα που θα χαράξουμε.

Χαράσσουμε την πορεία μας με τις αποφάσεις και τις επιλογές μας, ενώ ακολουθώντας το δύσβατο μονοπάτι της συντροφικότητας, της αλληλεγγύης και της διάθεσης για επανάσταση, διαμορφώνουμε συνειδητά τον κόσμο γύρω μας.

Δημιουργούμε μαζί με τους συντρόφους μας τις συνθήκες εκείνες που απαιτούνται έτσι ώστε η ευτυχία να είναι ο μοναδικός λόγος για τον οποίο θα αναπνέουμε.

Η μοίρα στην τελική είμαστε εμείς οι ίδιοι. Και ας το λησμονούμε ενίοτε

Πάμε πάλι. Επιτρέπουμε στους κυβερνήτες δολοφόνους μας να υπάρχουν όταν η Θεσ/νίκη είναι η πιο ρυπογόνος πόλη στην Ευρώπη και η Αθήνα η τρίτη. Πέντε εκατομμύρια λαού ζουν σε αυτές τις δύο πόλεις, φύλλο δεν κουνιέται. Το βράδυ θα κοιμηθούμε ήσυχοι στα κρεβάτια μας και αύριο θα τρέξουμε στην αγορά να κάνουμε το καθήκον μας, να γεμίσουμε τις τσάντες μας με μολυσμένα από όλων των ειδών τους ρύπους υπερτιμημένα προϊόντα. Ρύπους με τους οποίους γεμίζουμε τη γη και τα νερά μας αδιαφορώντας για μας και τα παιδιά μας. Δολοφόνοι κυβερνούν δολοφόνους, αυτοί είμαστε, μη κρυβόμαστε, ας τα πούμε έξω από τα δόντια. Φαντάζεστε πως οι αγρότες δεν γνωρίζουν με τι ψεκάζουν, τι δηλητήρια χρησιμοποιούν για ζιζανιοκτόνα. Πυρηνικά εργοστάσια και άλλα αμολούν απόβλητα καθημερινά στον αέρα. Η ΒΦΛ είναι αθώα ; Τα ποτάμια τα έχουμε ρημάξει, εμείς και οι γύρω μας. Αυτό το έχουμε ονομάσει πολιτισμό. Και το πολίτευμα δημοκρατία. Εδώ μια φλόγα δεν μπορούν να μεταφέρουν, κάθε δέκα μέτρα μία διαμαρτυρία, σε κάθε γωνιά του πλανήτη. Την κρύβουν τη φλόγα, τρέχουν αρματωμένοι και χτυπούν τον κόσμο που φωνάζει, για το αυτονόητο, ‘οι δημοκράτες’. Οι άλλοι είναι οι αλήτες , οι τρομοκράτες, οι αντάρτες, οι αναρχικοί. Θα είμαι πάντα μαζί τους, μου λέει. Διότι έχουν δίκιο, αυτή είναι η αλήθεια. Υποχρέωση του καθένα μας να είναι με το σωστό. Δηλαδή τι παράδειγμα δίνει αυτός ο εκλεγμένος ‘κύριος’, ταγμένος δήθεν στην ‘υπηρεσία’ των συνανθρώπων του; Παρανομεί με τις υπηρεσίες για το σπίτι του, ψεύδεται όταν τον ανακαλύπτουν και κουκουλώνει παρανομώντας, παρανομεί με τους ρύπους και παραποιεί, έναντι της πατρίδας του και του κόσμου όλου και συνεχίζει τα ψέματα, και τα βάζει με τους φίλους του όταν ανακοινώνουν το αυτονόητο. Εξαιρετικός. Μας σκοτώνει ‘δημοκρατικά’ και με το νόμο και ζητάει και τα ρέστα. Εμείς δεν τον βάλαμε εκεί πάνω; Εμείς δεν ανεχόμαστε να μας δολοφονούν; Και με σφραγίδα. Χειροκροτούμε και από πάνω. Για μια χάρη, μια θεσούλα. Για λίγες ψήφους, μια θετική για μας υπογραφή. Αυτοί καταντήσαμε. Βγαίνουμε από την εκκλησία έχοντας ‘λατρέψει ένα και μοναδικό θεό’ και λίγο πιο κάτω, λίγα λεπτά μετά λατρεύουμε άλλους δώδεκα παρακαλώντας τους να ανάψουν τη φλόγα, δέρνουμε κιόλας αυτόν που δεν συμφωνεί. Παράνοια. Βλέπετε είμαστε ‘δημοκράτες’.

Του Ξηρού η ανάκριση ξεκίνησε στην εντατική, λίγα λεπτά μετά τον σοβαρότατο τραυματισμό του στον Πειραιά. Τον Ζαχόπουλο τον περίμεναν 3 μήνες μήπως και πάθει ψυχικό τραλαλά εάν του θύμιζαν το πρόβλημά του. Η καλή μας δημοκρατία, έτοιμη κατά τα άλλα να διώξει δικαστές και εισαγγελείς όταν λένε τα αυτονόητα δημόσια. Σας την χαρίζω αυτή τη δημοκρατία, φτιαγμένη κατ’ εικόνα και ομοίωση σας αγαπητοί ‘δημοκράτες’, να την χαίρεστε. Ο καθένας έχει αυτό που του αξίζει, θερίζουμε αυτό που σπείραμε. Ας ετοιμαζόμαστε λοιπόν για τις θύελλες που έρχονται. Γι αυτό χρειάζεται στράτευση, σε ομάδες σε κινήματα, λέει, αγώνες κοινωνικούς, αυτόνομα από τα κόμματα-διαχειριστές αυτής της διεφθαρμένης εξουσίας. Κι αγώνες προσωπικοί, πνευματικοί αγώνες κόντρα στον ατομικισμό και τη ζήλια, για συλλογικότητες με αξιοπρέπεια και ανθρωπιά. Αλληλέγγυοι, ταπεινοί. Περήφανοι όμως για την δόξα της δικαιοσύνης και της αγάπης. Από τον άνθρωπο για τον άνθρωπο. Χριστός και Γκεβάρα, Άρης και Λεωνίδας. Για την επανάσταση της κάθε μέρας, τις συνεχείς ανατροπές στη καθημερινή διεργασία, έξω και μέσα, όλοι μαζί. Υπάρχουν μικρές σταυρώσεις καθημερινά που χάνονται στο χάος της ημέρας. Να μη μπορείς να προσφέρεις σύμφωνα με τις δυνατότητές σου, να μη μπορείς να πάρεις σύμφωνα με τις ανάγκες σου. Η ευπρόσδεκτη απολιτικοποίηση με τη συνακόλουθη λαϊκή αποχαύνωση αποτελεί την εγγυήτρια δύναμη αποτροπής οποιασδήποτε αταξίας, στο όνομα της πολιτικής σταθερότητας. Ευλογία η άγνοια, και η παγκοσμιοποίηση συγκροτεί κοινωνία ευλογημένων λαών, που αρκούνται πειθήνια σε ότι τους δίνουν. Πόσο όμως ακόμη θα ανέχονται οι νέοι παγκοσμίως, στον πλανήτη που αφυπνίζεται, αυτή την απειλή οικολογικής καταστροφής, ή τον αφανισμό από πείνα και δίψα; Προκαλείται επισιτιστική κρίση από το παιχνίδι των κερδοσκόπων, που δεν παίζουν μόνο με τις τιμές του πετρελαίου αλλά και των τροφίμων όπως και των αγροτικών προϊόντων από τα οποία παράγονται βιοκαύσιμα. Γεμίζουμε τα ρεζερβουάρ με πανάκριβα καύσιμα και μένουν άδεια τα στομάχια εκατομμυρίων ανθρώπων.

Για πρώτη φορά στην Ελλάδα, εδώ και πολλά χρόνια, η ζωή δυσκολεύει για πολλούς, μα πάρα πολλούς ανθρώπους. Προσδοκία βελτίωσης καμιά. Όσο υπάρχει δυστυχία δεν μπορούμε να σταματήσουμε να μιλάμε για εξέγερση και ανατροπή. Πρώτη στη διασπορά θανάτου από τα φουγάρα της η ΔΕΗ, τζάμπα θα την αγοράσουν οι Γερμανοί, που διώχτηκαν από εκεί γιατί βρωμίζουν τα πάντα. Σίγουρη επιχείρηση με ελάχιστο κόστος συντήρησης. Από κοντά τα διυλιστήρια, η δική μας ΒΦΛ και τα τσιμεντάδικα. Έχουμε και το ‘εμπόριο ρύπων’ Συνθήκη του Κιότο, συντελεστής ρύπων. Έχεις υψηλό συντελεστή, πουλάς ποσοστό ρύπων σε αυτόν που έχει χαμηλό και ξεμπερδεύεις. Βρε ούστ. Και βέβαια πουλώντας δεν σημαίνει πως οι κάτοικοι που ζουν στις βεβαρημένες περιοχές θα σταματήσουν να πεθαίνουν από τους ρύπους. Εμείς οι καβαλιώτες ας πούμε χεστήκαμε εάν πουλήσει ρύπους η ΒΦΛ, ίσα βάρκα ίσα πανιά. Τα εργοστάσια θα συνεχίσουν να ρυπαίνουν, οι άνθρωποι θα συνεχίσουν να πεθαίνουν, η χώρα που θα αγοράζει ρύπους θα είναι βρώμικη στα χαρτιά μα καθαρή στην πραγματικότητα και η συνθήκη του Κιότο θα θριαμβεύει κι αυτή. Καθαρότερος πλανήτης μιας και οι δυνατοί εξαγοράζουν με χρήμα τον κοινό θάνατο.

Αλλάζει θέμα: ρώτα τον καθένα να σου πει τι ωραιότερο θυμάται στη ζωή του; Θα απαντήσει: τα φοιτητικά του χρόνια. Είναι τα χρόνια της μάθησης, τότε που ο νέος ξεδιψά την ψυχή του. Ερωτεύεται και παλεύει για τα ιδανικά του. Τουλάχιστον έτσι ήταν στα χρόνια τα δικά του. Οι κανόνες που τροχοπεδούν τη ζωή δεν τους αγγίζουν. Συζητά, ρωτά μαθαίνει, ανταλλάσσει απόψεις, αστράφτει και βροντά. Η αγωνία για τα κοινά τον συνεπαίρνει. Αυτή είναι η γενιά μου, λέει

  • Πολιτικοποιήθηκε αμέσως, άκουγε πρώτη φορά για ταξική πάλη, για συσχετισμούς δυνάμεων, για καταστολή και επανάσταση. Για την ανάγκη ανατροπής της γενιάς των ανέραστων. Τον άγγιξαν τα λόγια των Ρηγάδων, βρέθηκε αμέσως κοντά τους. Θυμάται καλά τον Ιορδάνη τον Ανθόπουλο.  Κουκουέδες και μαοϊκοί μάλωναν διαρκώς για το ποιος θα οικοδομήσει καλύτερα τον σοσιαλισμό, εάν της Κίνας το μοντέλο ήταν ανώτερο αυτού της Σοβιετικής Ένωσης και άλλα τέτοια που του την έσπαγαν. Στην Ευρώπη ο αέρας του Μάη φυσούσε δυνατά και μυρωμένα, Σεπτέμβρη του 73 βρίσκεται στη Φλωρεντία, λίγους μήνες πριν το Πολυτεχνείο. Έπεσε με τα μούτρα στο διάβασμα για να ξεστραβωθεί. Μάρξ, Ένγκελς, Λένιν, Λούξεμπουργκ, Γκεβάρα, Τρότσκι, Μάο, Βιετκόνγκ, Αλιέντε, Τουπαμάρος, Μαριγκέλα, Αλγερία, Παλαιστίνη, αντάρτικα παντού.

theme of Ali, η μάχη της Αλγερίας

Τον ξένισε που οι δικοί μας ζητούσαν ντε και καλά την νομιμοποίηση. Του έκανε εντύπωση η αναντιστοιχία ανάμεσα στο λόγο και την πράξη, Γιατί τόση πρεμούρα να παίξουν μπάλα εκτός έδρας οι Έλληνες κομμουνιστές. Ποιος ορίζει τους κανόνες του παιχνιδιού; Δεν είναι πλέον στημένο; Δεν είμαστε άλλο κομμουνιστές λοιπόν, τι θέλουμε τελικά, ρεφορμιστές γίναμε, σοσιαλδημοκράτες, στο δρόμο χάθηκε η εξέγερση; Που πήγε η επαναστατικότητα; Πήγε να σκάσει, απομακρύνθηκε.

Πλησίασε τους Ιταλούς, άρχισε να καταλαβαίνει και τη γλώσσα, εδώ τα πράγματα ήταν πιο ξεκάθαρα. Του φάνηκαν πραγματιστές. Πίστευαν πως το χταπόδι της γραφειοκρατίας με τα χίλια πλοκάμια που αγκαλιάζουν σφιχτά κάθε γωνιά της καθημερινότητας για να ρουφήξουν υπεραξία και να πνίξουν κάθε απόπειρα χειραφέτησης του λαού, αυτό το χταπόδι λοιπόν έπρεπε να θανατωθεί, μιας και αυτοί που το δημιούργησαν θα αντιστέκονταν σκληρά. Χρειάζονταν αυτά τα πλοκάμια να κοπούν από τη ρίζα όπως ο Αλέξανδρος τσάκισε τον Γόρδιο δεσμό, δημιουργώντας τις συνθήκες για να γίνει τούτο εφικτό. Μερίδιο στην τούρτα ζητάτε, έλεγε στους παλαιούς συντρόφους του, το παλαιωμένο ρούχο το πετάμε από πάνω μας, δεν το ξανά βάφουμε να μοιάσει καινούριο. »Δύο κόσμοι αντίθετοι μεταξύ τους, διάλεξα τον δεύτερο» μου λέει Επιθετική δράση ενάντια στις τρέχουσες αξίες σε όλους τους τομείς της καθημερινότητας, αυτή ήταν η πρακτική των νέων μου συντρόφων. Δεν φτάνει να καταγγέλεις και να φωνάζεις την αποστροφή σου στο υπάρχον. Ποιος θα σε πάρει στα σοβαρά; Ζούσαν σχεδόν κοινοβιακάμοιράζονταν τα πάντα, δεν υπήρχε δικό μου και δικό σου, ο καθένας στον κορβανά ανάλογα με αυτά που είχε. Νέοι, κορίτσια στον αγώνα για την χειραφέτηση. Για την αυτονομία. Ενάντια στην εμπορευματοποίηση των σεξουαλικών σχέσεων, ενάντια στην πατριαρχία και τις ιεραρχίες, ο έρωτας κοινωνικό αγαθό, κόντρα στη μοναχικότητα. Ο φόβος της μοναξιάς κλείνει τον άνθρωπο στο καβούκι του, δημιουργεί ατομικότητες και εγωισμούς, εκεί πάνω σκοντάφτει η συλλογικότητα. Όταν αγωνίζεσαι ενάντια στην ιδιοκτησία σαν μέσο πλουτισμού ή αυτοπροβολής ή κατοχής εξουσίας δεν γίνεται να είσαι κτητικός στον έρωτα ή στο σπίτι γενικότερα, στις σχέσεις. Δεν κατέχεις κανέναν και τίποτα. Ούτε καν τον εαυτό σου, ίσως, ανήκεις στους φίλους, τους συντρόφους, τη συλλογικότητα, στην κοινωνία, την ίδια, τον Δήμο, στην κοινότητα . Αυτό προσπαθήσαμε να στήσουμε ξανά αγόρια και κορίτσια, την κοινότητα. Δεν υπάρχει εξουσία ανάμεσα σε όμοιους, ελεύθερους ανθρώπους, αυτόνομους, όπου η διαφορετικότητα είναι η ποικιλία, το αλάτι σε μια υπέροχη σαλάτα.

  • ΓΥΡΊΣΑΜΕ ΤΗ ΧΏΡΑ, λέει, επισκεφτήκαμε φίλους, ανταλλάξαμε απόψεις, κουράγιο. Ένα μπουκάλι κρασί λίγα χρήματα, ένας το κάρο κι ένας τη βενζίνη. Πάντα υπήρχε κάποιο σπίτι με ανοιχτές τις πόρτες, σύντροφοι περίμεναν, η μακαρονάδα ήταν ζεστή, και στις εκδρομές γεμάτο υπνόσακους το αυτοκίνητο ή ωτοστόπ αν δεν υπήρχε. Έβρισκαν δε κι ένα άδειο σπίτι όταν ο καιρός δεν επέτρεπε ύπαιθρο, τα ξύλα και η τροφή είναι για όλους, δεν πείραξαν ποτέ τίποτα άλλο, Πόρτες ανοιχτές, καρδιές ανοιχτές, η νέα κοινωνία είναι ήδη εδώ, στα σπάργανα, χρειάζονται ακόμα πολλά να γίνουν, πολλά να κατακτηθούν. Οπλίζονταν σιγά σιγά γιατί ο αντίπαλος πάνοπλος νιώθει τα κεκτημένα να γλιστρούν κάτω από τα πόδια, ο φόβος να ξεθωριάζει, απειλεί, σκοτώνει, ονειρεύεται πραξικόπημα, οργανώνει εντάσεις δημιουργεί συνθήκες αναμέτρησης. Σφάζει. Και οι επαναστάτες, οι σύντροφοι δεν κάνουν πίσω.

Κι έχουν για πάντα στην καρδιά τους χαραγμένα τα λόγια του Μάο: »Η πολιτική δύναμη πηγάζει από την κάνη του τουφεκιού».

MM80110.jpg

φορτίνο σαμάνο

Σε ένα καθεστώς που χρησιμοποιεί την βία σε όλες τις δυνατές μορφές, που σου έχει καθίσει στο σβέρκο με το ζόρι, όπου η ψυχολογική, με το στανιό, καθημερινή πλύση εγκεφάλου δημιουργεί συναίνεση, όλο αυτό το ‘παιχνίδι’ των μέσων που χρησιμοποιεί τα αόρατα εργαλεία του για να τσακίσει τον άνθρωπο, δεν μας επέτρεψε να παρατηρούμε αμέτοχοι, σαν να μη συμβαίνει τίποτα. Στα γκλομπ αντιτάξαμε τα στάλιν, [τα παλούκια με τις σημαιούλες] και τα αγγλικά κλειδιά, και στα όπλα τους τα δικά μας. Η αναμέτρηση ήταν ανοικτή πλέον. Στο πυροβόλο που είναι εκεί, σε κάθε γωνία, έτοιμο να επιβάλει τη θέληση του κατόχου του, της εξουσίας, δεν αντιπαραβάλεις άλλο τα ωραία λόγια. Αρκετά πια. Χρειάζονται και αυτά μόνο που κάποιες στιγμές ξεπερνιούνται, πρέπει να απαντήσεις, να περάσεις εσύ στην επίθεση, οι συσχετισμοί αποφασίζουν το πότε και το πού. Το αυτόνομο κίνημα ένιωθε, και ήταν για κάμποσο καιρό, τεράστιο και δυνατό. Το παρακράτος αγωνιούσε, έσπερνε βόμβες και τσαμπουκά. Οπλίστηκαν και οι σύντροφοι. Πατήρ όλων ο πόλεμος είπε ο Ηράκλειτος. Σε εμπόλεμη κατάσταση είναι πλέον το παλαιό με το καινούριο, το νέο. Για χρόνια.

Σήμερα αυτά ακούγονται απίστευτα μακρινά. Όλα αυτά. Δεν κουνιέται τίποτα. Δεν υπάρχει συλλογικότητα. Κάποιοι μοναχικοί αντάρτες, ή έτσι μου φαίνεται μονολογεί. Διάφορα στέκια διάσπαρτα στη χώρα, καταλήψεις, συλλογικότητες. Μετά το ’80 η συντήρηση κατάφερε και έκλεισε τον κόσμο στο σπίτι, τους νέους ανθρώπους που κινούν την ιστορία. Να ακούς την λέξη επανάσταση και να βάζεις τα γέλια, ‘ένα αστείο’. Αποδυνάμωσε μέσα στον καθένα τη διάθεση για ρήξη. Μοιάζει πανίσχυρη, είναι;

Στην αναγκαιότητα της επιστροφής μιας πολιτικής που στρέφεται κατά της κυριαρχίας της αγοράς, υπάρχει όλη η ισχύς και η επικαιρότητα του Μαρξ. Γεια και χαρά σου Μαρξ, η σκέψη σου είναι νεότατη.

  • Μια μικρή παρένθεση: Οικονομική κρίση, κρίση, κρίση, χρόνια τώρα το ίδιο παραμύθι, όχι πως δεν υπάρχει, είναι όμως εγγενής του συστήματος, αυτή το τρέφει. Ήταν τότε, το μακρινό ’73 που άκουσε στην Ιταλία για την πετρελαϊκή κρίση που αναστάτωσε ολόκληρο το οικοδόμημα του δυτικού συστήματος που μέχρι τότε είχε βασιστεί στην αέναη, συνεχή και δίχως όρια εκμετάλλευση των πλουτοπαραγωγικών δυνάμεων του τρίτου κόσμου. Και η ιταλική κυβέρνηση αποφάσισε το πρώτο σαββατοκύριακο μετά την ψυχρολουσία να απαγορεύσει την κίνηση των οχημάτων στην επικράτεια. Κάτι πρωτόγνωρο, στις πόλεις δεν κουνιόταν φύλλο, απίστευτη ομορφιά την οποίαν όμως δεν κατάφερε να γευτεί πλήρως, ήταν πολύ νέος ακόμη για να αντιληφθεί πόσο όμορφη ήταν η πόλη δίχως την κίνηση των ρυπογόνων οχημάτων!

 

  • Ας συνεχίσουμε όμως από εκεί που σταματήσαμε: Φάνηκε πως το κίνημα είχε το πάνω χέρι. Ένιωσε πλειοψηφικό μέσα στην κοινωνία. Στα εργοστάσια, στις σχολές, στις γειτονιές, στις υπηρεσίες ανέπνεες φρέσκο αέρα, αέρα λευτεριάς. Το θέμα της αντιεξουσίας ήταν χρόνια στην ατζέντα, το είχε ήδη διατυπώσει η εργατική αυτονομία με τις κολεκτίβες της. Σταθήκαμε ανυπόμονοι; Βιαστήκαμε; Μάλλον. Σηκώθηκε απότομα ο πήχυς της αντιπαράθεσης ανάμεσα στα δύο κομμάτια της κοινωνίας που συγκρούονταν για το ποιο θα επικρατήσει. Με καταστροφικά αποτελέσματα για όλους.

Οι ‘δύο κοινωνίες’ δεν πρόλαβαν να γίνουν μία, τους πήρε όλους ο διάολος που λέμε. Οι σύντροφοι βρέθηκαν απομονωμένοι και εξοντώθηκαν. Αυτό ήταν, that’s it.

ΘΑΝΟΣ ΜΙΚΡΟΥΤΣΙΚΟΣ 1976 ΓΙΑΝΝΗΣ ΡΙΤΣΟΣ ΜΑΡΙΑ ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗ Κάθε τόσο μας έρχονται καινούριες καραβιές γερόντοι απ’ τον Μοριά ,απ’ τη Ρούμελη και από πιο πάνω απ’ τα Τρίκαλα και τη Μακεδονία Λιγνοί γερόντοι ,χοντροκόκαλοι μ’ άσπρα μουστάκια και φλοκάτες μυρίζουν σβουνιά και χωράφι μέσα στα μάτια τους βελάζουν τα πρόβατα του απόβραδου στα τσουλούφια τους κρέμονται οι σκιές των πλατανόφυλλων Μιλάνε λίγο δεν μιλάνε καθόλου, ωστόσο πότε -πότε το βλέπεις πού χουν συμπεθεριάσει με τα έλατα μια στιγμή που σηκώνουν τα μάτια απ’ το χώμα και τηράνε πίσω από τους ώμους μας όταν γαλανίζει το βράδυ τις τέντες κι ο αγέρας μπλέκει τα μουστάκια του στο θυμάρι όταν ο ουρανός κατεβαίνει απ’ τα βράχια Δρασκελώντας τη θύμηση με τις προκαδούρες των άστρων κι ο θάνατος κόβει βόλτες αμίλητος έξω απ’ το συρματόπλεγμα, τότες τους βλέπουμε που συνάζονται τρείς- τρεις, πέντε -πέντε σα στα παλιά τα χρόνια στις μπαρουταποθήκες του Μεσολογγιού Και τότες πια δεν ξέρεις, έτσι συναγμένοι στον αυλόγυρο της βραδιάς αξούριστοι , άλαλοι, δεν ξέρεις πια ,σαν ανάβουν τα τσακμάκια τους αν είναι ν’ ανάψουν το τσιγάρο τους ή αν είναι ν’ ανάψουν το φιτίλι του δυναμίτη Τούτοι οι γερόντοι δεν μιλάνε τα παιδιά τους βγήκαν στο κλαρί ετούτοι χώσαν τη καρδιά τους στο βουνό σαν ένα βαρέλι με μπαρούτι Δίπλα στα μάτια τους έχουν ένα δενδράκι καλοσύνη, ανάμεσα στα φρύδια τους ένα γεράκι δύναμη, κι ένα μουλάρι από θυμό μες την καρδιά τους που δεν σηκώνει τ’ άδικο Και τώρα κάθονται εδώ στην Μακρόνησο στο άνοιγμα του τσαντιριού, αγνάντια στη θάλασσα σαν πέτρινα λιοντάρια στη μπασιά της νύχτας με τα νύχια μπηγμένα στην πέτρα δεν μιλάνε κοιτάνε πέρα την αντιφεγγιά της Αθήνας κοιτάνε τον ποταμό του Ιορδάνη σφίγγοντας μια πέτρα στη χωματένια φούχτα τους σφίγγοντας μες τα μάτια τους τα σκάγια των άστρων σφίγγοντας μες’ το φυλλοκάρδι τους μια δυνατή σιωπή εκείνη τη σιωπή που γίνεται πριν από το αστροπελέκι ΚΑΝΤΑΔΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΜΑΚΡΟΝΗΣΟ

»Αυτών των γερόντων εγγόνια και παιδιά είπαμε να γίνουμε κι εμείς φίλε μου» λέει ακούγοντας να τραγουδά η σπουδαία ερμηνεύτρια, »είπαμε να τους μοιάσουμε λιγάκι, αυτούς τους ήρωες που γέννησε η ζωή κι η ιστορία».

Η επίθεση στην καρδιά του κράτους απέτυχε, ο Μόρο εκτελέστηκε μιας και κανένας σύντροφος δεν ελευθερώθηκε, αμέτρητες διώξεις διέλυσαν τα πάντα. Αυτά με λίγα λόγια. Ζωντανός ο φυσικός ηγέτης της συντήρησης στην Ιταλία θα ήταν κινούμενη ανασφάλιστη βόμβα στα θεμέλια του συστήματος, νεκρός δεν κόστισε τίποτα στην πολιτική σκακιέρα, διέλυσε ολοκληρωτικά ένα αυτόνομο κίνημα που στο κάτω-κάτω δεν ήταν αυτό που πήρε την απόφαση. Αντίθετα, με όλους τους δυνατούς τρόπους είχε εκφραστεί υπέρ της απελευθέρωσης του κρατούμενου. Σφάλμα και στα μάτια του φίλου μου η εκτέλεσή του. Ο σταλινισμός είχε επικρατήσει της ευαισθησίας στις γραμμές των Ταξιαρχιτών. Διέσπασε το κίνημα, διέλυσε και την αλληλεγγύη μεγάλων κομματιών της κοινωνίας προς τη ριζοσπαστική της πλευρά. Την αλληλεγγύη προς τις πρωτοποριακές πρακτικές της οργανωμένης αυτονομίας και των αντάρτικων οργανώσεων.

Προείπαμε πως η επανάσταση διαφέρει της συντήρησης στις αξίες. Είχε μέχρι εκείνη τη στιγμή φερθεί η επαναστατημένη κοινωνία άψογα στον κρατούμενο που υπερασπίστηκε τον εαυτό του με τον καλύτερο τρόπο διαμορφώνοντας κλίμα συμπάθειας σε όλους τους χώρους. Η επανάσταση δεν συμπεριφέρεται εκδικητικά, η ζωή του κρατούμενου είναι ιερή. Η κοινωνία δεν άντεξε το νεκρό σώμα του γραμματέα. Ο αιχμάλωτος είναι όμηρος στα χέρια του εχθρού του, του λαού. Οι άνθρωποι του, τον έχουν παρατήσει εντελώς με αξιοθαύμαστη εξαίρεση την οικογένειά του που κρατά στάση αξιοπρεπέστατη. Οι πολιτικοί του φίλοι και σύντροφοι σε όλες τις λοβιτούρες τον έχουν εγκαταλείψει ξεκρέμαστο, μόνο και ανυπεράσπιστο δείχνοντας όλη την ασχήμια της εξουσίας, το αποκρουστικότερο της πρόσωπο. Εδώ οι σύντροφοι αυτό δεν κατάφεραν να το αναδείξουν, έχασαν κάθε πλεονέκτημα που μέχρι εκείνη τη στιγμή την τόσο άτυχη είχαν καταφέρει να δημιουργήσουν. Στην άρνηση διαπραγμάτευσης από την πλευρά των εξουσιαστών αντέτειναν την άρνηση της ζωής.

Και ηττηθήκαμε όλοι μαζί. Νομίζω, λέει, πως φαίνεσαι τεράστιος στα μάτια όλων, όταν σου αρνούνται και δεν εκδικείσαι, για μια τέτοια στιγμή τουλάχιστον μιλά και όχι γενικότερα περί εκδίκησης. Κακά το ψέματα, για όλους αυτούς που ονειρεύτηκαν και προσπάθησαν να πραγματώσουν το διαφορετικό, στα όρια του εφικτού πάντα, ζώντας ασφυκτικά περικυκλωμένοι από την αντεπανάσταση με όλα τα εργαλεία οπλισμένα, για όλους αυτούς που ζούσαν στο καινούριο, το νεκρό σώμα του ανθρώπου ήταν ένα μεγάλο χαστούκι. Και επιμένει στο θέμα διότι ξέρει από πρώτο χέρι πως από εκείνη τη μέρα και μετά κανένας τους δεν ήταν πια ο ίδιος. Μπερδεύτηκε ο κόσμος, μαζεύτηκε. Η επανάσταση έβαλε τρικλοποδιά στον εαυτό της. Και όσο εύκολο είναι να δημαγωγείς εκ των υστέρων άλλο τόσο αλήθεια είναι πως όλα αυτά ειπώθηκαν πριν ακόμη ληφθεί η απόφαση. Θυμάται επίσης ο φίλος μου πως με την απαγωγή του Μόρο, τον Μάρτη  του ’78, ο κόσμος πανηγύριζε, υπήρχε διάχυτη στην ατμόσφαιρα η ικανοποίηση, είμαστε κι εμείς εδώ έλεγε και ένιωθε ο κόσμος, οι μέρες της ατιμωρησίας σας τέλειωσαν, προς τους λακέδες της εξουσίας και τα τσιράκια της. Κι ας βομβαρδίζονταν ο τόπος από τις εικόνες της εξολοθρευμένης φρουράς του. Τεράστιο χαστούκι στην εικόνα, την αναλγησία της εξουσίας, στην αίσθηση παντοδυναμίας που ανέδιδε η συμπεριφορά της. Πενήντα μέρες μετά τον ενθουσιασμό αντικατέστησε η κατήφεια ο σκεπτικισμός και η ανησυχία.

Μαύροι σκυθρωποί όλοι προβληματισμένοι ένιωθαν την καταιγίδα να πλησιάζει. Η ζωή ξαφνικά είχε αγριέψει πολύ, τα χρόνια της ‘αθωότητας’ εξαφανισμένα, οι περισσότεροι δεν ήταν έτοιμοι, η παγίδα είχε στηθεί κι εμείς πιασμένοι στις δαγκάνες της. Έπεσε κι ο λαός στην παγίδα, γι’ αυτό, ή μάλλον, και γι’ αυτό η Ρώμη σήμερα [ που γράφονταν αυτό το κείμενο ] για πρώτη φορά στην ιστορία της έχει όχι ‘αριστερό’ ηγέτη αλλά φασίστα. Και για πρωθυπουργό τον Μπερλουσκόνι, που όλοι γνωρίζουν πως μπλέχτηκε με την πολιτική για την βουλευτική ασυλία, για να πνίξει τα σκάνδαλα στα οποία είναι μπλεγμένος. Για τον ίδιο λόγο που οι Γάλλοι έχουν Σαρκοζί και εμείς εδώ Καραμανλή. Στο κάτω, κάτω αυτοί είναι τίμιοι με τον εαυτό τους, λένε αυτό που είναι, κάνουν αυτό που πιστεύουν. Σε μια κοινωνία που τους μοιάζει. Μιας κι εμείς δεν καταφέρνουμε να δείξουμε πόσο πραγματικά διαφορετικοί είμαστε. Κλεισμένοι στους μικρόκοσμους και τους εγωισμούς μας. Η αλήθεια είναι διάσπαρτη παντού, δεν είναι κτήμα κανενός. Μόνο ενωμένη η αντί εξουσία, ζώντας διαφορετικά και αναδεικνύοντας το στην καθημερινότητα, χίλιοι καθημερινοί αγώνες, χίλιες καθημερινές κατακτήσεις, θα πέσουμε, θα φάμε και πολλά χαστούκια, και απογοητεύσεις, δεν πειράζει, όρθιοι ξανά, εκεί, στις μικρές και μεγάλες επάλξεις ,δίνουμε καθημερινές εξετάσεις. Για μας το κάνουμε στο κάτω κάτω. Κάτι θα γίνει τελικά. Ο ορίζοντας είναι γαλάζιος, είναι και μαύρο κόκκινος, γαλάζια η ομορφιά του ουρανού, κόκκινη και μαύρη η ομορφιά του καινούριου, της ανατροπής, της αυτονομίας.

  • Οι ομάδες μας, λέει, ήταν η κοινωνία σε κίνηση, οργανωμένη, στρατός και λαός μαζί, ένα, ζων οργανισμός, αυτόνομος, γεμάτος ζωντάνια, κύτταρο του νέου πολιτισμού. Χτυπούσε στόχους καθημερινούς, εύκολα κατανοητούς, αποδεχτούς σχεδόν από όλους. Εργατική αυτονομία, λαϊκή αυτονομία. Από αυτά που γνώριζε ο λαός μέχρι τότε, από αυτό που προ υπήρχε, και που επάνω του σκόνταφτε. Αυτοοργανωμένος ο κόσμος στη δουλειά, στη γειτονιά, στη σχολή. Παντού. Ήθελε, διεκδικούσε, κατακτούσε. Καθημερινά. Ζούσε και ανέπνεε μαζί, αλλιώς, διαφορετικά. Ο ένας για τον άλλο, για την άλλη. Μαζί. Αυτό το μαζί έκανε τη διαφορά. ΜΑΖΙ.

ΣΑΝ ΝΑ ΜΉΝ ΒΛΈΠΩ ΜΑΖΊ ,ΜΟΥ ΛΈΕΙ ΣΉΜΕΡΑ. Σαν να μην υπάρχει μαζί, με εξαιρέσεις φυσικά στέκια και καταλήψεις. Ο καθείς χωριστά, χάνεται. Απογοητευμένος, τρομαγμένος, αδύναμος. Ευάλωτος αρκείται μια φορά κάθε τόσο να ψηφίζει εναντίον αυτού που κατά βάθος δεν γουστάρει καθόλου.

Νίκος Δημητράτος, 1974,Σταύρος Ξαρχάκος, Νίκος Γκάτσος ΝΥΝ ΚΑΙ ΑΕΙ Εσείς που βάλατε την έγνοια προσκεφάλι, κι είχατε στρώμα της ζωής την ερημιά εσείς που χρόνια δεν σηκώσατε κεφάλι και καλοσύνη δεν σας άγγιξε καμιά Ήρθε ο καιρός πάνω στου κόσμου την πληγή ήρθε ο καιρός να ξαναχτίσετε τη γη .

Όλοι εμείς, συνεχίζει, που πήραμε μέρος τότε στον αγώνα για την ανατροπή, όλοι εμείς που βιώσαμε αυτή την περίοδο γνωρίζουμε πως ένα μεγάλο κομμάτι της νόησης και της ευαισθησίας μας προέρχεται από το γεγονός πως βουτήξαμε αυτόνομα, χωρίς να μας κατευθύνουν σε αυτές τις σπάνιες στιγμές, τις οποίες θεωρώ ως ένα δώρο της ιστορίας. Σήμερα ο κόσμος είναι πιο σκληρός, πιο οξύς, κατ’ εικόνα του χρήματος που προσκυνά, του χρήματος που δεν γνωρίζει σύνορα και που έχει γίνει η πραγματική διεθνής αξία και πατρίδα, η ανατροπή δεν μπορεί παρά να είναι παγκόσμια, εφευρετική, απαλλαγμένη από κάθε ιδεολογία η οποία θα σκότωνε οτιδήποτε ζωντανό σε κάθε αντιστασιακή δράση προς όφελος της εκάστοτε φατρίας. Είμαστε υπεύθυνοι για τους εαυτούς μας και ο καθένας οφείλει να διαφυλάξει το κομμάτι ζωής, ονείρου, παιδικότητας και επαναστατικότητας που τον καθιστά μοναδικό’.

ΕΊΜΑΣΤΕ ΑΡΙΣΤΟΚΡΑΤΕΣ. Έχουμε τα μάτια ανοιχτά και τη συνείδηση καθαρή ώστε να βλέπουμε κατάματα την πραγματικότητα. Είμαστε με αυτούς που συνθλίβονται γιατί μας συνθλίβουν κι εμάς, οικονομικά, πολιτιστικά, πολιτικά. Δεν είμαστε με αυτούς που πετούν τα τσιγάρα από το παράθυρο του αυτοκινήτου ή κορνάρουν με το παραμικρό τα μεσημέρια. Δεν είμαστε με αυτούς που τρέχουν στα πρωϊνάδικα, που διαμορφώνουν άποψη από την τηλεόραση. Δεν είμαστε με τη Γιουροβίζιον και το life style σαν πολιτιστικό γεγονός. Δεν είμαστε από αυτούς που βάζουν το προσωπικό ή το παραταξιακό συμφέρον πάνω από το κοινό. Θέλουμε να ανατρέψουμε αυτό που δεν μας αρέσει σήμερα, αυτό που υπάρχει χρόνια. Βαρέθηκα φωνάζει, να βλέπω τις ίδιες φάτσες χρόνια τώρα να μου μασουλάν τις ίδιες αηδίες. Το καινούριο θα γεννηθεί μέσα από την αβεβαιότητα, την αταξία, την φασαρία. Τα καλύτερα παιδιά κουράστηκαν και γύρισαν στο σπίτι. Τα χειρότερα ενσωματώθηκαν στο σύστημα γιατί δεν ήταν επαναστάτες στην ψυχή, καλή ώρα σαν τον Λαλιώτη και τη Δαμανάκη εδώ σε μας, τον Κον Μπεντίτ στη Γερμανία- τι απέγιναν οι δικοί του σύντροφοι δεν γνωρίζει. Δεν θέλουμε να αλλάξουμε το σύστημα, λέει, να το καταστρέψουμε θέλουμε, δεν αλλάζει, αποδεδειγμένα. Και το καινούριο θα γεννηθεί από τα χαλάσματα, αυτός είναι ο νόμος της φύσης. Και αυτοί που διοικούν θα εργάζονται κιόλας, συγχρόνως. Φτάνει πια με τους εργατοπατέρες, είναι η μόνη δικλείδα ασφαλείας. Μιλούν στο όνομα του λαού αυτοί που με το λαό δεν έχουν πιει ένα ποτήρι κρασί μαζί. Άνθρωποι που δεν έχουν νιώσει την αγωνία της καθημερινότητας και της επιβίωσης, μιλούν στο όνομα αυτών που δεν ξέρουν τι τους επιφυλάσσει το αύριο. Και κυβερνούν στο όνομά μας άνθρωποι που δεν θα μας γνωρίσουν ποτέ, δεν νιώθουν το χτύπο της καρδιάς μας, το άρωμα της σκέψης μας. Μιλούν για ελευθερία άνθρωποι που δεν διακινδύνευσαν ποτέ στη ζωή τους. Άνθρωποι που δεν είπαν ποτέ όχι σε ανώτερο διοικούν υπουργεία, στρατούς, θέσεις κλειδιά. Ποτέ δεν ρίσκαραν, δεν ριψοκινδύνεψαν ποτές. Η παραβατικότητα είναι πολύ γλυκιά θέλει αρετή και τόλμη όμως η ελευθερία, όπως έχουμε ξαναπεί Θέλει κότσια να πας αντίθετα στο ρεύμα, στον συντηρητισμό. Αυτός ευθύνεται για τα δεινά της σημερινής ζωής μας σε μία κοινωνία άγρια, ψυχρή και υπολογιστική. Είμαστε αριστοκράτες λοιπόν. Δεν παρκάρουμε στα ήδη κατειλημμένα πεζοδρόμια από μπαρ και ταβέρνες. Δεν βρωμίζουμε τις θάλασσες και τις ακρογιαλιές.

Κομπιάζει λιγάκι. Αν δεν έχεις μπει ποτέ στη φυλακή δεν καταλαβαίνεις τη σημασία της ελευθερίας, και την έννοια αυτής. Κι αν δεν έχεις νοσηλευθεί για σοβαρή αιτία την αξία και την έννοια της υγείας. Ξέρεις πως τα έχω για τα καλά γνωρίσει και τα δύο, και με το παραπάνω. Ήμουν ‘τυχερός’ που τα έζησα και τα δύο, επαναλαμβάνει γιατί ξέρω από πρώτο χέρι. Τρεις φορές φυλακίστηκα, πολλές νοσηλεύτηκα, εγχειρίστηκα, εντατική, χημειοθεραπείες, όλα τα καλούδια.

Δεν είχαμε κανένα συμφέρον, συνεχίζει, να είμαστε με τους ‘εκτός νόμου’. Στη ζωή μας όλα κυλούσαν φυσιολογικά. Είκοσι χρονών παιδιά στο άνθος της νιότης και της ενεργητικότητας ερωτευτήκαμε τους παράνομους, τους παραβατικούς, αυτούς που ρίσκαραν τα πάντα γιατί αγαπούσαν την ελευθερία και την αυτονομία, γιατί μίσησαν το ψέμα, την υποταγή, την διαφθορά, την απληστία, την ψευτοδημοκρατία στο κάτω κάτω. Εκλογές έκαναν και οι χουνταίοι, εκλογές και οι σημερινοί. Ποια όμως από τα κρίσιμα ζητήματα λύνονται στα κυνοβούλια πραγματικά. Μόνο τα μικρο ζητήματα. Εκεί επικυρώνονται οι αποφάσεις που παίρνονται στα γραφεία των μεγάλων εταιριών που στηρίζουν τα κόμματα και χρηματοδοτούν τις καμπάνιες και τα μεγαλοστελέχη τους. Σήμερα για να θέλεις να πολιτευτείς σημαίνει πως θέλεις να οικονομήσεις χωρίς να κουραστείς, άσε που όσο και να ιδρώσεις τα λεφτά με τρόπο νόμιμο είναι περιορισμένα. Μόνο οι ανατρεπτικοί είναι ειλικρινείς. Κι αν δεν υπάρχουν μαζικά σήμερα θα υπάρξουν σίγουρα αύριο. Η ζωή και η ιστορία κύκλους κάνει. Υπομονή αδέλφια. Και αυτά που τόσο ανατρεπτικά ακούγονται σήμερα, αιρετικά, θα είναι πλειοψηφικά αύριο. Θα ακούγονται από στόματα πολύ περισσοτέρων.

Ας κρεμάσουν δέκα παλικάρια τον υπουργό στα κάγκελα του Πολυτεχνείου, δεμένο, με μια πινακίδα στο λαιμό που θα μιλά για τα ‘κατορθώματά’ του, να κάτσει έτσι για μισή ωρίτσα μέχρι να τον κατεβάσουν, να νιώσει στη μούρη του την απέχθεια αυτών που δεν του μοιάζουν. Έτσι όπως έκαναν τότες οι ιταλιάνοι σύντροφοι! Να νιώσει τη βία που νιώθουμε κολλημένη σαν βδέλλα στο πετσί μας καθημερινά, όλοι μας όταν μασουλάμε το παραμύθι τους. Σας λέω πως εκατοντάδες χιλιάδες έλληνες θα πανηγυρίσουν, βγείτε έξω και ρωτήστε, χωρίς κάμερες και χαφιεδισμούς, θα σας πουν την αλήθεια.

Έβαζαν οι σύντροφοι στόχο τα γραφεία των μεγάλων κατασκευαστικών που κρατούσαν ανοίκιαστα εκατοντάδες διαμερίσματα για να σηκώσουν τις τιμές. Όλοι έλεγαν: καλά τους κάνετε. Απέκλειαν τετράγωνα με μέσα τους πολυκαταστήματα και αλυσίδες, εισέβαλαν και απαλλοτρίωναν τα αγαθά μαζί με τον κόσμο, που πανηγύριζε και έφευγε φορτωμένος, ή με αυτομείωση, κατέθεταν στα ταμεία συμβολική τιμή για τα προϊόντα πρώτης ανάγκης. Έκρηξη ενθουσιασμού και θαυμασμού στη γειτονιά. Στα ακριβά εστιατόρια το ίδιο, παντού λαϊκές τιμές, καταλήψεις για στέγαση και δημιουργία κέντρων συνάντησης και επιμόρφωσης, εισβολές στους κινηματογράφους και τα θέατρα για όσους αδυνατούσαν να καταβάλουν αντίτιμο, συμβολικές τιμές στα εισιτήρια για τους υπόλοιπους. Η αυτομείωση σε όλους τους λογαριασμούς κοινής ωφέλειας είχε γίνει φαινόμενο μαζικό. Τηλέφωνα, μεταφορές, νερό, ρεύμα. Ο λαός απαιτούσε, οργανώνονταν αυτόνομα, έπαιρνε αυτό που ήταν δικό του. Μαζικά.

autop, people have the power

Είναι ιερή η ζωή λέει, όμορφη, πανέμορφη. Και το έχει νιώσει μέχρι το μεδούλι γιατί κινδύνευσε να την χάσει. Γι αυτό ζήστε την με ένταση, με πάθος, με όλο σας το είναι. Είναι ιερή. Γι αυτό αισθάνονταν άβολα, κομπιάζει, όταν σύντροφοι, στον αγώνα, την αφαιρούσαν, από λαμόγια έστω.

‘Να ζήσουμε τη ζωή με τα όλα της’ ξαναλέει, ‘σε όλο της το μεγαλείο’. Να βουτήξουμε στα νερά της, ακόμη και στα παγωμένα καλό κάνει, και στα αφρισμένα, εκεί, κυρίως εκεί μαγειρεύονται πράγματα και καταστάσεις. Να δοκιμάσουμε τα αρώματα της δίχως φόβο. Να γνωρίσουμε τη φύση, να τη σεβαστούμε. Να τρέξουμε στα δάση, να ξαπλώσουμε στο χορτάρι να αναπνεύσουμε τη δημιουργία, να νιώσουμε την ελευθερία, την ευωδιά των λουλουδιών, να ακούσουμε τη μουσική που σκορπίζεται παντού, από τον άνεμο, τα δέντρα, τα πουλιά. Να πετάξουμε μαζί τους, εκεί βρίσκεται η καρδιά της ζωής, της δημιουργίας. Να αφουγκραστούμε το μήνυμα, μήνυμα αισιοδοξίας και ευτυχίας. Την ευλογία του όλου, του ολοκληρωμένου. Υπάρχει ολοκλήρωση στη φύση. Να ζήσουμε και να πεθάνουμε λεύτεροι. Εάν ήμασταν ολοκληρωμένα όντα δεν θα υπήρχαν πόλεμοι. Και μίσος για τη διαφορετικότητα. Δεν θα υπήρχαν τάξεις, ανισότητες και του κώλου τα εννιάμερα. Όλοι ήμαστε φτιαγμένοι από τα ίδια στοιχεία, ξεσπά, και την ίδια ενέργεια. Μοναδικοί στη διαφορετικότητά μας. Δεν αποτιμάται αυτή σε χρήμα. Δεν είναι γραμμένο πουθενά πως ο διπλανός είναι πιο ακριβός.

Προσελκύουμε αυτό που επιθυμούμε, αυτό που αντανακλάται από εμάς φεύγει και ξαναγυρίζει κουβαλώντας μαζί του αυτό που ζητήσαμε. Ας είναι αυτό η αγάπη και η ομόνοια, να ζήσουμε αλληλέγγυοι με τους γύρω. Ότι χρώμα κι αν έχουν, όπως κι αν ονομάζονται. Η εκτίμηση φέρνει εκτίμηση. Υπομονή λοιπόν, εκτίμηση και αγκαλιά στο γείτονα. Και κάπου εκεί γύρω υπάρχει και μια συλλογικότητα, μια αυτόνομη ομάδα. Ας την ψάξουμε, να τη βρούμε. Να την φτιάξουμε στο κάτω κάτω. Να τα απαιτήσουμε από όλους αυτά.

ΠΑΡΈΝΘΕΣΗ:

  • Ήπια καφεδάκι στο’Νικηφόρο’ του αγαπημένου παλιόφιλου, του Βασίλη του ‘Πελέ’. Λέει : ‘το μυστικό στη ζωή φίλε μου είναι να αγαπάς, αυτό ξέρω. Για να μπορείς όμως να αγαπάς χρειάζεσαι αυτογνωσία, να γνωρίζεις τα υπέρ και τα κατά σου, τα προτερήματα και τα ελαττώματα σου. Έτσι μοναχά θα μπορέσεις να αγαπήσεις τον συνάνθρωπο, την κοπέλα σου! διαφορετικά δεν γίνεται! όλα τα άλλα τα ακούω βερεσέ!’ ‘Πολύ ωραία τα λες φίλε’, του απαντάω. ‘Δεν τα λέω εγώ Μιχάλη’, συνεχίζει.’ Η ζωή το λέει, αυτήν επαναλαμβάνω’!

συνεχίζεται

James – Born Of Frustration (live)

απτική στέρηση

Deprivazione tattile
27 maggio 2008baruda
απτική στέρηση

“αφού του έχει αφαιρεθεί η κοινωνικότητα, το σώμα του έγκλειστου δεν έχει τρόπο να δεχτεί και να ψάξει αισθητήρια ερεθίσματα. Και, ανάμεσα σε όλες τις στερήσεις, εκείνη της αφής είναι ίσως η πιο σοβαρή και καταστροφική, τόσο καταστροφική που ένα παιδάκι μπορεί και να πεθάνει.

όταν στα τέλη του 800 η αμερικανική παιδική ιατρική φροντίδα εισήγαγε το »κρεβατάκι με τα κάγκελα», υποσκελίζοντας την παράδοση της κούνιας, ξεκίνησαν να παρουσιάζονται θάνατοι ανεξήγητοι μωρών σε απόλυτη υγεία. Το γεγονός πέρασε στην ιστορία σαν »θάνατος στο κρεβατάκι» ή ‘σύνδρομο αιφνίδιου βρεφικού θανάτου’. Η ανθρώπινη εμπειρία μας διδάσκει πως το λίκνισμα στην αγκαλιά είναι μια κίνηση χάδι σε όλο το σώμα σε όλη της την λειτουργία. αποτελεί απαραίτητη προϋπόθεση για την ευημερία και την ευεξία που αποκλείεται στο »μωρό ανάμεσα στα κάγκελα».

Αφού η στέρηση του αγγίγματος μπορεί να φέρει τον θάνατο, με τον ίδιο τρόπο αυτό μπορεί να προκαλέσει την αναγέννηση.Il con-tatto umano, η ανθρώπινη επ-αφή είναι όντως μια πιθανή φροντίδα-γιατρειά στην περίπτωση μη αναστρέψιμου κώματος ή σε πλάσματα με εγκεφαλικά τραύματα και ψυχοκινητικά handicap. Είναι η περίπτωση εκείνης της εκατοστής εθελοντών που, διαδοχικά, πήγαιναν στο σπίτι μιας μικρούλας για να μπορεί να έχει 24 ώρες στις 24 το μοναδικό φάρμακο ικανό να την κάνει να νιώθει καλύτερα : την ανθρώπινη επαφή : τη συνάντηση και το άγγιγμα ανθρώπων κάθε φύλλου, ηλικίας, επαγγέλματος, κουλτούρας, που την βοηθούσαν στις ασκήσεις αποκατάστασης. Η διέγερση είναι θαυματουργική. Η έλλειψη αγγίγματος, αντιθέτως, είναι επώδυνη.

βγάζω απ’ τα χέρια – κάτω από το δέρμα – κομμάτια από μαχαιροπίρουνα πλαστικά : τα μόνα που μπορούμε να χρησιμοποιήσουμε. σπασμένες άκρες από πλαστικά πιρούνια. Φτάνουν μικρά κοψίματα και αυτά τα κομμάτια μπαίνουν κάτω από το δέρμα. Από αυτά τα ίδια τα κοψίματα, σπρώχνοντας, βγάζω έξω τις άκρες από τα πιρούνια. Δεν υπάρχει αίμα, δεν υπάρχει ούτε μια σταγόνα αίμα ! όσο περισσότερο τραβώ προς τα έξω και περισσότερο, αγγίζοντας, αισθάνομαι! με μια αίσθηση ενόχλησης, με υπομονή όμως, στέκομαι εκεί να τραβώ προς τα έξω αυτό το πλαστικό. ξυπνώ με μια αίσθηση άγχους. Πόση αδρανή ύλη έχω απορροφήσει όλα αυτά τα χρόνια διαμέσου των πόρων του δέρματος;

σκέφτομαι το σίδερο, το τσιμέντο, το πλαστικό που αγγίζω, και στα απονευρωμένα σημάδια που με κατακλύζουν. Και δεν υπάρχει και αίμα! δίχως να το αντιληφθώ ο θάνατος μπήκε μέσα μου γενόμενος κύριος του αίματός μου. Γράφω ή διηγούμαι το όνειρο σε όποιον μπορώ, για να δρομολογήσω συναγερμό. Πρέπει να προειδοποιήσω, να βιαστώ, πριν η αδράνεια να μας κατακλύσει ολοκληρωτικά!”

το πήραμε από το “IL BOSCO DI BISTORCO”. Renato Curcio, Stefano Petrelli, Nicola Valentino. εκδόσεις Sensibili alle Foglie

αυτό το blog, αναπόφευκτα, θα μιλήσει συχνά για εγκλεισμό, για στέρηση, για απομόνωση.
θα μιλήσουμε για την φυλακή, για τους μηχανισμούς τιμωρίας, για φυσικό και ψυχικό βασανιστήριο, για ψυχιατρικά δικαστικά νοσοκομεία, για κέντρα προσωρινής κράτησης μεταναστών…απόβλητων. Εκείνων που για το κράτος πρέπει να σαπίσουν απόβλητοι.
για το δικαίωμα στην ελευθερία, για όλα αυτά που μπορούμε να διδαχτούμε από τα μάτια αυτού που είδε να του στερούνται τα πάντα.
με τον άνεμο αυτής της βραδιάς δεν μπορώ να μην σκέφτομαι σε αυτόν που είναι κλεισμένος σε ένα κελί…με αυτό το ελεύθερο φύσημα του αέρα, με αυτή την ευχαρίστηση του δέρματος που διασχίζεται από τόση δύναμη.

 ΕΝΆΝΤΙΑ ΣΕ ΚΆΘΕ ΦΥΛΑΚΉ
 ΜΈΡΑ ΜΕ ΤΗΝ ΜΈΡΑ!

http://baruda.net/

 

Σας ευχαριστώ για την υπομονή σας, συνεχίζεται

μιχαλης 296

αυτονομία, autonomia

Η ΕΚΚΛΗΣΗ ΤΩΝ ΓΑΛΛΩΝ ΔΙΑΝΟΟΥΜΕΝΩΝ (17).

Στη στιγμή κατά την οποίαν, για δεύτερη φορά, η διάσκεψη Ανατολής-Δύσης πραγματοποιείται στο Βελιγράδι, θέλουμε να επιστήσουμε την προσοχή στα σοβαρά γεγονότα που συμβαίνουν την παρούσα στιγμή στην Ιταλία και, ειδικότερα, στην καταστολή που επιπίπτει στους στρατευμένους εργάτες και διανοούμενους σε αγώνα ενάντια στον ιστορικό συμβιβασμό. Υπό αυτές τις συνθήκες, τι σημαίνει σήμερα, στην Ιταλία, «ιστορικός συμβιβασμός»; Ο «σοσιαλισμός με ανθρώπινο πρόσωπο» αποκάλυψε την πραγματική του όψη τους τελευταίους μήνες: από την μια πλευρά ανάπτυξη ενός συστήματος καταπιεστικού-κατασταλτικού ελέγχου σε μια εργατική τάξη και ένα νεανικό προλεταριάτο που αρνούνται να πληρώσουν το τίμημα της κρίσης, από την άλλη σχεδιασμός κατανομής του κράτους με την DC (τράπεζες και στρατό στην Χ. Δ., αστυνομία, κοινωνικός και εδαφικός έλεγχος στο Κ.Κ.Ι.) μέσω ενός πραγματικού «μοναδικού» κόμματος, είναι ενάντια σε αυτή την ντε φάκτο κατάσταση που εξεγέρθηκαν οι νεαροί προλετάριοι και οι διαφωνούντες διανοούμενοι τους τελευταίους μήνες.

Πώς φτάσαμε σε αυτήν την κατάσταση; Τι συνέβη ακριβώς; Από τον μήνα φεβρουάριο η Ιταλία κλονίζεται από την εξέγερση των νέων προλετάριων, των ανέργων και των φοιτητών, των ξεχασμένων από τον ιστορικό συμβιβασμό και από το θεσμικό παιχνίδι. Στην πολιτική λιτότητας και θυσιών αυτοί απάντησαν με την κατάληψη των πανεπιστημίων, τις μαζικές διαδηλώσεις, τον αγώνα ενάντια στη μαύρη δουλειά, τις άγριες απεργίες, το σαμποτάζ και την απουσία στα εργοστάσια, χρησιμοποιώντας όλη την άγρια ειρωνεία και την δημιουργικότητα εκείνων που, αποκλεισμένοι από την εξουσία, δεν έχουν τίποτα περισσότερο να χάσουν: «Θυσίες! Θυσίες!» «Lama,μαστίγωσε μας«, «Οι χριστιανοδημοκράτες κλέφτες είναι αθώοι, οι αληθινοί εγκληματίες ήμαστε εμείς!«, «Περισσότερες εκκλησίες, λιγότερα σπίτια!». Η απάντηση της αστυνομίας, της D.C. και του P.C.I. υπήρξε χωρίς σκιά αμφισημίας: απαγόρευση οποιασδήποτε διαδήλωσης στη Ρώμη, μόνιμη κατάσταση πολιορκίας στη Μπολόνια με τεθωρακισμένα στους δρόμους, πυροβολισμούς στο πλήθος. Και είναι εναντίον αυτής της μόνιμης πρόκλησης-προβοκάτσιας που το κίνημα έπρεπε να αμυνθεί. Σε εκείνους που τους κατηγορούν πως χρηματοδοτούνται από την Cia και από την K.G.B., οι αποκλεισμένοι από τον ιστορικό συμβιβασμό απαντούν: «Η συνωμοσία μας είναι η νοημοσύνη, η εξυπνάδα μας, η δική σας είναι αυτή που χρειάζεστε για να χρησιμοποιήσετε το εξεγερσιακό κίνημά μας για να ξεκινήσετε την κλιμάκωση του τρόμου».

Πρέπει να υπενθυμίσουμε πως: – Τρεις εκατοντάδες αγωνιστές, μεταξύ των οποίων πολλοί εργάτες, βρίσκονται αυτή την στιγμή στη φυλακή στην Ιταλία. – Οι υπερασπιστές τους συστηματικά διώκονται: σύλληψη των δικηγόρων Cappelli, Senese, Spazzali και εννέα άλλων αγωνιστών της κόκκινης Βοήθειας, της Red Relief, Soccorso rosso, μορφές καταστολής αυτές που εμπνέονται από τις μεθόδους που χρησιμοποιούνται στη Γερμανία. – Ποινικοποίηση των καθηγητών και φοιτητών του Ινστιτούτου πολιτικών επιστημών στην Πάντοβα, εκ των οποίων δώδεκα κατηγορούνται για «ανατρεπτική ένωση»:  Guido Bianchini,  Luciano Ferrari Bravo,  Antonio Negri κ.λπ. – Έρευνες σε εκδοτικούς οίκους: Area, Erba Voglio, Bertani, με τη σύλληψη αυτού του τελευταίου εκδότη. Γεγονός χωρίς προηγούμενο: η συλλογή αποδεικτικών στοιχείων προέρχεται από ένα βιβλίο για το κίνημα της Μπολόνια. Έρευνες στα σπίτια των συγγραφέων Nanni Balestrini και Elvio Fachinelli.Σύλληψη του Angelo Pasquini, συντάκτη του λογοτεχνικού περιοδικού «Zut». – Κλείσιμο του σταθμού Radio Alice στη Μπολόνια και κατάσχεση του υλικού, σύλληψη δώδεκα συντακτών του Radio Alice. – Εκστρατεία του τύπου με στόχο: ταύτιση της πάλης του κινήματος και των πολιτιστικών εκφράσεών του με μια συνωμοσία, υποκίνηση του κράτους να οργανώσει ένα πραγματικό «κυνήγι μαγισσών».

Οι υπογράφοντες ζητούν την άμεση απελευθέρωση όλων των συλληφθέντων αγωνιστών, το τέλος της δίωξης και της εκστρατείας δυσφήμισης ενάντια στο κίνημα και την πολιτιστική του δραστηριότητα, διακηρύσσοντας την αλληλεγγύη τους με όλους τους αντιφρονούντες που βρίσκονται υπό διερεύνηση.J.P. Sartre, M. Foucault, F. Guattari, G. Deleuze, R. Barthes, F.Vahl, P. Sollers, D. Roche, P. Gavi, M. A. Macciocchi, C. Guillerme e altri.

https://www.academia.edu/28083383/Nanni-Balestrini-Primo-Moroni-L-Orda-d-Oro-1968-1977-la-grande-ondata-rivoluzionaria-e-creativa-politica-ed-esistenziale.pdf