σύγχρονη σκέψη, pensiero di oggi

Η ΚΑΤΑΛΛΗΛΗ ΑΠΑΝΤΗΣΗ – LA RISPOSTA ADEGUATA

3 σεπτεμβριου 2017

Δεν υπάρχει η κατάλληλη απάντηση για όλους.
Υπάρχει μια για τα αφεντικά και μια για το προλεταριάτο.
Τα αφεντικά προσπαθούν να δώσουν μια απάντηση κατάλληλη στην δική τους κρίση,
το προλεταριάτο την πληρώνει μέσα στην σιωπή.
Η ΚΑΤΑΛΛΗΛΗ ΑΠΑΝΤΗΣΗ LA RISPOSTA ADEGUATA
να ερευνήσουμε σε βάθος τις μάζες στη αναζήτηση του χαμένου επαναστάτη

Συνθήματα και πορείες ποτέ δεν ήταν αρκετά.
Αυτή τη στιγμή, ακόμη λιγότερο.
Τουλάχιστον κάποτε τα συνθήματα και οι πορείες αρκούσαν, μιας και ήταν μαζικές,
μετατόπιζαν τμήματα της κοινής γνώμης.
Σήμερα πέφτουν στο κενό, φιμωμένες από τα μέσα μαζικής ενημέρωσης που είναι υποταγμένα στην εξουσία,
ή μειώνονται σε ημερολογιακά ραντεβού που συχνά αποφασίζονται από άλλους.

Παρελάσεις και συνθήματα δεν άλλαξαν ποτέ τον κόσμο.
Κάποτε, οργανωτικά εργαλεία πρόδρομοι στην χρήση της δύναμης, της βίας, εξυπηρετούσαν τα ταξικά κινήματα και τις κοινωνικές επαναστάσεις.
Σήμερα, μοιάζουν αυτοσκοπός, αποδεικνύονται έωλα και συχνά τελετουργικά, εν τούτοις αναποτελεσματικά.

Για παράδειγμα την κρίση, και τις κρίσεις, την πρόσφατη και εκείνες του παρελθόντος, παρά τις καλές προθέσεις να “μη θέλουμε να την πληρώσουμε”,
εμείς την πληρώνουμε, και με το παραπάνω.
Ολόκληρη την πληρώνουμε, και την πληρώνουμε ακριβά!

Τις μορφές, όπως τα εργαλεία των ταξικών αγώνων,
συμπεριλαμβανομένου του συμπλέγματος προπαγάνδας διέγερσης και δράσης,
δεν τα αποφασίζουμε εμείς, αλλά ο ιστορικός κύκλος μέσα στον οποίο έρχονται για να δοθούν.
Εμείς μπορούμε μοναχά να τα προσαρμόσουμε σε αυτόν σταματώντας να κοιτάζουμε τον καινούργιο κόσμο με παλιά γυαλιά, γέρικα, τερματίζοντας τις άχρηστες ιεροτελεστίες της φάσης εξέλιξης σε στάδια του σοσιαλ εκδημοκρατισμού, πειραματιζόμενοι στον  “πόλεμο του κινήματος” της ιμπεριαλιστικής δημοκρατίας.

Εάν η μεθοδολογία της έρευνας, αφαίρεσης και υλιστικής κριτικής παραμένει αμετάβλητη, δεν μπορεί να είναι το ίδιο για την εργαλειοθήκη για την συγκεκριμένη δράση στην συγκεκριμένη πραγματικότητα.
Πρέπει να την εξοπλίσουμε με εργαλεία που παρακάμπτουν την κοινωνία του απολύτου ελέγχου και που, αποφεύγοντας όσο το δυνατόν περισσότερες ζημιές, χτυπούν με δύναμη.
Λιγότερο ορατοί, λιγότερο μαζικοί, ίσως, μα πιο γρήγοροι,
λιγότερο αναπαραγώγιμοι και μη ανιχνεύσιμοι από την καθεστηκυία τάξη.

Για άλλη μια φορά, εάν η πολιτική είναι η τέχνη του εφικτού,
η επανάσταση είναι η τέχνη του αδύνατου, δηλαδή αυτού που δεν επιτρέπεται,
αυτού που δεν είναι εγγυημένο, αυτού που δεν είναι συμφωνημένο.

Γι αυτό το επαναστατικό κίνημα είναι ενάντιο στην πολιτική,
γιατί είναι ασυμβίβαστο, έρχεται σε αντίθεση με αυτήν και με την κοινωνία που αυτή συνεπάγεται, που αυτή προϋποθέτει και υπονοεί.

Ένα σύγχρονο επαναστατικό κίνημα,
αναδιαμορφώνοντας τα σχήματα τις μορφές και το χρονοδιάγραμμα των οργάνων και της ταξικής δράσης, παραμένοντας με πιστό τρόπο υλιστικά αμετάβλητο,
μπορεί να ανασηκώσει το βλέμμα και να παρουσιαστεί επαρκές στους καιρούς της επανάστασης .

πληρώνουμε ακριβά, πληρώνουμε τα πάντα!

Ενώ για τον καπιταλιστικό κύκλο αναγγέλλεται η ανάκαμψη (αν και αργή ή και διαφοροποιημένη γεωπολιτικά ) οι εκμεταλλευόμενοι, αφού πρώτα πλήρωσαν την κρίση, θα πληρώσουν τώρα και την υπέρβαση της.
Πέρα από συνθήματα ουτοπιστικά και επιθυμητά, η σκληρή πραγματικότητα των ταξικών σχέσεων επιβάλλεται.
Τα γεγονότα έχουν σκληρή την κεφαλή, και τα νούμερα, επιβεβαιώνουν!

Εξάλλου οι κρίσεις που έχουν πληρώσει αυτοί που τους έχουν εκμεταλλευτεί είναι ιστορία της τελευταίας πεντηκονταετίας  (μετά τον κύκλο των συνδικαλιστικών αγώνων των χρόνων ’60): ανάμεσα στο 1970 και στο 2014 το μερίδιο του εισοδήματος που πήγε στην εργασία έπεσε από το 53,6% στο 50, 8% (στοιχεία δ.ν.τ. –  f.m.i.).
Το στοιχείο αφορά το 60% των ανεπτυγμένων καπιταλιστικών οικονομιών: ανάμεσα στο 1991 και το 2014 το μερίδιο του εισοδήματος που κατέληξε στην εργασία έπεσε σε 30 από τις 50 μεγαλύτερες παγκόσμιες οικονομίες και σε 7 στους 10 πιο σημαντικούς τομείς παραγωγής.
Στην Ιταλία, την ίδια περίοδο, το ποσοστό εισοδήματος που χάθηκε από την εργασία υπήρξε 0,2 σημεία ανά δεκαετία.
Ειδικότερα, η δεκαετία της μακράς κρίσης (2008-2017) έριξε το κατακεφαλή ιταλικό εισόδημα στα επίπεδα είκοσι ετών νωρίτερα, και θα χρειαστούν δέκα χρόνια για να ανακτηθεί ξανά η χαμένη οικονομική αξία.
Ουσιαστικά μπορούμε να πούμε πως τις περασμένες δεκαετίες οι εργαζόμενοι, πάνω απ’ όλα εκείνοι με τα λιγότερα προσόντα, έχουν χάσει μισθούς και εξουσία, βλέποντας επίσης να μειώνονται οι συμβατικές τους ικανότητες απέναντι στο κεφάλαιο.

μορφές χρόνοι και εργαλεία για ένα νέο επαναστατικό κίνημα

Οι μορφές οργάνωσης και αγώνα δεν επιλέγονται.
Αυτές καθορίζονται από τον ιστορικό-πολιτικό κύκλο που διασχίζουν .
Εξαρτάται από την επιλογή, την δέσμευση και την προσωπική στράτευση να τις καταστήσουμε κατάλληλες.

Η κατάλληλη απάντηση στην διάρκεια των ταξικών αγώνων είναι η συνειδητοποιημένη απάντηση του αληθινού γενικού κινήματος, της κατάστασης που βρίσκεται η ισορροπία δυνάμεων ανάμεσα στις τάξεις, εκείνη που αναλύει την οικονομική αποφασιστικότητα αλλά και τις πολιτικούς, ιδεολογικούς και ψυχολογικούς προβληματισμούς και στοχασμούς της.
Μόνο έχοντας μια γενική εικόνα και ένα ολοκληρωμένο όραμα μέσα στο οποίο να αναγκάσουμε την επαναστατική στρατηγική μπορούμε να ήμαστε αυτόνομοι θεωρητικά, πολιτικά και οργανωτικά, αντιθέτως, αν παραμείνουμε αιχμάλωτοι τοπικισμών και συγκρητισμών θα μας χρησιμοποιήσουν για συμφέροντα και πολιτικές μάχες που δεν θα είναι δικές μας παραμένοντας έτσι κι αλλιώς στο πουθενά.

Πάντα έτσι γίνονταν, έτσι γίνεται και τώρα.
Φτάνει να αναλύσουμε τον τρόπο με τον οποίον εκμεταλλεύονται και αξιοποιούν κυβερνητικά, εκλογικά, θρησκευτικά και εργασιακά επάνω στο δέρμα του μεταναστευτικού προλεταριάτου, επάνω στο οποίο όλοι κερδοσκοπούν και κερδίζουν χρήματα και ψήφους, ενώ συμβαίνει ακριβώς το αντίθετο ανάμεσα στα ίδια τα ταξικά αδέλφια που συχνά δεν αναγνωρίζονται σαν τέτοια και αντιθέτως εισέρχονται σε ανταγωνισμό.
Ένα κοινωνικό κίνημα με βαθιές ρίζες που θα μπορούσε να επιστρατευτεί με την διεθνιστική έννοια και που αντιθέτως, στην καλύτερη περίπτωση, παράγει το συμφεροντολογικό έλεος του βατικανού ή κάποια μορφή  “μητροπολιτικού συνδικαλισμού”.
Αυτό συμβαίνει διότι συχνά παρεμβαίνουμε, τρανταχτά μάλιστα, επάνω στα αποτελέσματα και όχι επάνω στις αιτίες ενός φαινομένου ιστορικά καθορισμένου και αδιαπέρατου όπως είναι οι εσωτερικές και διηπειρωτικές μεταναστεύσεις, τρέχοντας πίσω από την καθολική εκκλησία στο πεδίο την υποδοχής και της ενσωμάτωσης αντί να εστιάσουμε σε εκείνο της μόλυνσης και του ταξικού αγώνα.

Η κατάλληλη απάντηση σήμερα είναι η ασυμβίβαστη, που δεν διασπείρει ψευδαισθήσεις σχετικά με ενδεχόμενες “κατακτήσεις” ή βαθμιαίες βελτιώσεις της ζωής, μα που προετοιμάζει και εξοπλίζει τον άνθρωπο, συσσωρεύοντας δυνάμεις, για την αποφασιστική μάχη.
Μα ποια είναι η κατάσταση της πραγματικότητας σήμερα , και ποιες είναι οι μορφές, οι χρόνοι και τα εργαλεία για μιαν απάντηση κατάλληλη του ταξικού κινήματος στην τελική επίθεση που δρομολόγησε η αστική τάξη σε αυτή την  “συνεχιζόμενη” post-crisi;
Αφού πλήρωσαν τον λογαριασμό της κρίσης οι εκμεταλλευόμενοι, ετοιμάζει τώρα η μπουρζουαζία τον λογαριασμό και της ανάκαμψης πάλι για τους ίδιους.
Πληρώνει το προλεταριάτο, και πληρώνει για όλους, πάντα, διότι οι ισορροπίες δυνάμεων είναι δυσμενείς γι αυτό, καρπός και αποτέλεσμα της μακράς εργατικής παθητικότητας κόρης της καπιταλιστικής αναδιάρθρωσης των τελευταίων δεκαετιών.
Μέσα σε αυτό το μακρύ κύκλο προλεταριακής αναισθησίας δικαιώματα ελευθερία και δύναμη συρρικνώθηκαν συστηματικά από την μπουρζουαζία, από τα κράτη και τις κυβερνήσεις της, παρέχοντας μας μια κατάσταση ατομικοποίησης των εργαζομένων που, αν δεν ήταν για εκείνη την ένεση αξιοπρέπειας θέρμης και αγώνων ωστόσο απομονωμένων και ασυντόνιστων των μεταναστών, θα φαίνονταν πως έχουν εξαφανιστεί.

Ουσιαστικά, ενώ τα αφεντικά και το προσωπικό αγωνίζονται για να περισώσουν το σύστημα τους και να το βγάλουν από την κρίση χρεώνοντας τις τιμές στους εκμεταλλευόμενους, αυτοί οι τελευταίοι δεν παράγουν κανένα πραγματικό μαζικό αμυντικό κίνημα , συχνά υποβιβάζοντας τους εαυτούς τους σε προσπάθειες αντίδρασης προσωπικού escamotage [καταφεύγουν σε προσωπικά τεχνάσματα] ή επίσης καταφεύγουν στον ατομικό αυτοτραυματισμό.
Βέβαια, προς την αντίθετη κατεύθυνση, ευτυχώς, επεισόδια έντονων οικονομικών αγώνων παράγονται επίσης από μετανάστες εργαζόμενους, παραμένοντας όμως σε πλαίσια αποκλειστικά συνδικαλιστικά που χαρακτηρίζονται από έντονο ποσοστό κατακερματισμού και χρονικότητας-προσωρινότητας.
Είναι μια δύσκολη πραγματικότητα, απελπιστική κάποιες φορές, που δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί ανταλλάσσοντας πυγολαμπίδες για φανάρια ή προτείνοντας ξανά καλές συνταγές για άλλες όμως ιστορικές στιγμές.
Δεν μπορούμε να συνεχίσουμε επαναλαμβάνοντας κινηματίστικα ρεφρέν ελλείψη κινημάτων, ή να ελπίζουμε σε κάποιον πυροκροτητή με την ασφάλεια απενεργοποιημένη εγκαίρως.
Τελικά, δεν μπορούμε να δίνουμε παλιά γυαλιά για να παρέμβουμε σε καινούργιες πραγματικότητες.

Και η νέα πραγματικότητα δεν προβλέπει, σε σύντομο χρονικό διάστημα και ίσως μεσοπρόθεσμα, μαζικά κινήματα.
Οπότε, ίσως, αντί να ξεκινήσουμε να κινούμε τις μάζες, θα χρειάζονταν ένα εργαλείο συνειδητοποιημένο σε θέση να διερευνήσει σε βάθος μάζες σε μεγάλο βαθμό άμορφες αναζητώντας νέους αγωνιστές και στρατεύσιμους για το μέλλον, όταν εκατομμύρια ανθρώπων θα μπουν εκ νέου σε κίνηση.
Να, η ορθή, η κατάλληλη κίνηση, συνειδητή, ψυχρή και απαλλαγμένη από μύθους και τελετουργικά είναι αυτή: ένα ευρύτατο οργανωτικό όργανο με μεγάλη πολιτική ανάσα, με συνολικό στρατηγικό όραμα με τάση προς την ασυμβατότητα, ασυμβατότητα προς αυτό το σύστημα φυσικά, και μια τεχνική λεπτομέρεια επιχειρησιακή μειοψηφική, πρωτοπορίας, με στόχο την »οργανική» παρέμβαση ανάμεσα στις μάζες.
Μια συνειδητή σφήνα μέσα στο κοινωνικό σώμα, σχηματισμένη από τις υπάρχουσες εκατοντάδες γυναικών και ανδρών που δεν απέκλεισαν την επιλογή του επαναστατικού πεδίου, χώρου, πρώτου άτυπου αλλά αντικειμενικού πυρήνα της νέας ταξικής απάντησης.
Τα γεγονότα έχουν σκληρό κεφάλι, και με αυτά πρέπει να σχετιστούμε.
Είναι αυτοί οι καιροί που συσσωρεύουμε δυνάμεις, οι καιροί της πολιτικής ομοιογένειας τους, της επιλογής τους με την έννοια της προσκόλλησης στις αρχές του διεθνισμού, του αντιθεσμισμού, της αποχής.
Σε αυτούς που πιστεύουν πως πρόκειται για “επιταχύνσεις” απαντά η σοβαρή ταξική καθυστέρηση που έχουμε πληρώσει, μέχρι στιγμής, όσον αφορά την εκμετάλλευση και την καταστολή.
Θέλουμε να περιμένουμε πολέμους, θανάτους, αίμα και καταστροφές για να μιλήσουμε γι αυτά;

θεωρία, teoria

»Eγκώμιο της στράτευσης», Εισαγωγή – “Elogio della militanza” – Introduzione

on 01 Φεβρουαρίου 2016.

του GIGI ROGGERO

Elogio della militanza

0. Η σκέψη και η γραφή είναι εργαλεία. Αν έχουμε να ξεχαρβαλώσουμε μια πόρτα χρειαζόμαστε ένα λοστό, αν έχουμε να επιτεθούμε στη φύση ενός λόγου χρειαζόμαστε έννοιες. Δεν πρέπει να εξιδανικεύουμε την πρώτη ούτε να φετιχοποιούμε τα δεύτερα: ο λοστός δίχως έννοιες γυρνά στο κενό, οι έννοιες χωρίς λοστό είναι άοπλες. Μας φαίνεται σημαντικό να το διευκρινίσουμε αμέσως, για να αποφύγουμε τις παρεξηγήσεις. Στην πραγματικότητα, ζούμε σε μια περίοδο, που χαρακτηρίζεται από την όξυνση της κρίσης, στην οποία η θεωρία και η πρακτική κινδυνεύουν όλο και περισσότερο να διαχωριστούν και ανεξαρτηκοποιηθούν. Με καταστροφικές συνέπειες, και στις δύο πλευρές. Μια πρακτική στράτευσης χωρίς θεωρία στράτευσης έχει μικρή αναπνοή και κινδυνεύει να καταντήσει αυτοαναφορικότητα . Μια θεωρία στράτευσης δίχως αγωνιστική πρακτική είναι καλή για την ακαδημία, δηλαδή καλή για το τίποτα.

Ο Αλτουσέρ τράβηξε προς τα έξω αυτούς τους δύο όρους: θεωρητική πρακτική και πολιτική πρακτική. Αντί να επιλύσουν το πρόβλημα, το έχουν καταστήσει χρόνιο. Γιατί εννοούσαν την αυτονομία της θεωρίας από τη μία πλευρά, την αυτονομία του πολιτικού από την άλλη. Η ταξική πάλη στη φιλοσοφία δεν θα μπορούσε να επιτευχθεί παρά μόνο φέρνοντας τη φιλοσοφία εκεί όπου ήταν η ταξική πάλη, από το κανονικό σχολείο στα εργοστάσια, και στη συνέχεια στα εργοστάσια της γνώσης. Σε εκείνο το σημείο σταματούσε να είναι φιλοσοφία, και είναι εδώ που ο διανοούμενος σταματά και διαχωρίζεται: γιατί πρέπει να πάψει να είναι διανοούμενος, αρνούμενος  status και εισόδημα που προέρχονται από αυτή την κατάσταση. Η φυσική θέση συχνά εξηγεί πολύ περισσότερα απ’ ότι οι φιλοσοφικοί λαβύρινθοι.

Ο πολιτικός αγωνιστής, ο στρατευμένος, έγραφε ο Tronti, έχει ως αντικείμενο της ανάλυσης του τον καπιταλισμό, δηλαδή την πραγματικότητα που πρέπει να πολεμήσει. Πρέπει να μελετήσει αυτό που πρέπει να καταστρέψει. Αυτός που ερωτεύεται το αντικείμενο της ανάλυσης του, προκειμένου να αναπαράξει τους ρόλους που αποκτήθηκαν στην καπιταλιστική κοινωνία, εγκαταλείπει την αγωνιστικότητα και την στράτευση και περνά στο στρατόπεδο του εχθρού. Δεν αξίζει τον κόπο να βγάλει προς τα έξω την προδοσία, είναι απλούστατα ανικανότητα να διαρρήξει τον διαχωρισμό της κατάστασής του. Στον μαχητή-αγωνιστή χρειάζεται μίσος για να παράξει γνώση. Πολύ μίσος, να μελετήσει προσεκτικά αυτό που μισεί περισσότερο. Η αγωνιστική δημιουργικότητα είναι κατά κύριο λόγο επιστήμη της καταστροφής. Έτσι, η πολιτική πρακτική κυοφορεί, είναι γεμάτη από θεωρία, ή δεν είναι τέτοια. Θα πρέπει να μελετήσουμε προκειμένου να ενεργήσουμε, πρέπει να δράσουμε για να σπουδάσουμε, να μελετήσουμε. Και θα τα κάνουμε και τα δύο μαζί. Τώρα, περισσότερο από ποτέ, αυτό είναι το πολιτικό καθήκον.

Για να ξεκινήσουμε ένα βιβλίο και πριν μπούμε στην ουσία του περιεχομένου πρέπει, πρώτα απ ‘όλα, να πούμε τουλάχιστον τι δεν θέλουμε και σε ποιον απευθυνόμαστε. Δεν θέλουμε να γράψουμε για όλους, για τον καθένα. Αντίθετα, δυσπιστούμε ανοικτά γι αυτούς των οποίων η γραφή και οι σκέψεις τους εκτιμώνται από όλους, γιατί αυτό σημαίνει ότι δεν λένε τίποτα. Αν θέλουμε να μιλήσουμε για ένα εργαλείο επίθεσης και όχι μια διανοητική συνήθεια. Aυτός που γράφει για όλους ουσιαστικά γράφει μόνο για τον εαυτό του. Απευθυνόμαστε στους πολιτικούς αγωνιστές, ιδίως σε εκείνους που κινούνται γύρω από αυτό που ο Alquati ονόμαζε μεσαίο βεληνεκές. Είναι εκείνο το ενδιάμεσο επίπεδο μεταξύ του υψηλού και του χαμηλού, μεταξύ θεωρίας και πράξης, μεταξύ της συγκεκριμένης αφαίρεσης της εντολής και της αφηρημένης αποφασιστικότητας της καθημερινής ζωής. Στο μεσαίο βεληνεκές, ο στρατευμένος αγωνιστής μεταφράζει την πολιτική γραμμή προς τα κάτω και την διορθώνει προς τα πάνω. Το mid-range, το μέσο βεληνεκές είναι το βασικό επίπεδο της πολιτικής δράσης.

 

1.Ποιος είναι ο στόχος αυτού του βιβλίου; Να αντιμετωπίσει προβλήματα, να τα στρώσει επάνω στο χαλί, να συνθέσει ξανά τη γενεαλογία τους, να προσπαθήσει να τα βάλει σε μια σειρά, να τα ταξινομήσει, να χτίσει μια ιεραρχία. Κατά τη γνώμη μας, ειδικότερα, υπάρχει ένα πρόβλημα το οποίο περιέχει όλα τα άλλα: εκείνο της ταξικής σύνθεσης. Δεν μπορούμε να το αντιμετωπίσουμε ως τέτοιο, πρέπει να προχωρήσουμε δια της αποσύνθεσης για να μπορέσουμε στη συνέχεια να ανασυνθέσουμε, να αποσυσκευάσουμε και να επανασυναρμολογήσουμε σε μια ριζικά διαφορετική κατεύθυνση. Αν το προσεγγίσουμε ως τέτοιο ή αν το αποσυνθέσουμε δίχως να ανασυνθέσουμε εκ νέου, στην πραγματικότητα, είναι πιθανό να παραμείνουμε παγιδευμένοι στα πλέγματα των διαρθρώσεων και του διαχωρισμού, του καταμερισμού της εργατικής δύναμης έτσι όπως έχει παραχθεί από το κεφάλαιο. Μια φωτογραφία χωρίς διασικασία και χωρίς δυνατότητα ανατροπής, αδύναμη κοινωνιολογία. Αν περιδιαβούμε θεωρητικά εκεί μέσα, με ένα άλμα της θέλησης χωρίς υλική βάση, εκείνο το πρόβλημα εμφανίζεται ξανά και ξανά, ωθώντας την συζήτηση στον ιδεαλισμό και στην αυτοαναφορικότητα. Μια τάση που στερείται πραγματικότητας, φιλοσοφία αδύναμη. Σε αυτό το βιβλίο θα κάνουμε μόνο εν μέρει αυτή την επιχείρηση αποσύνθεσης και ανασύνθεσης, πηγαίνει πέρα από τις ικανότητες και τις δυνατότητές μας. Αλλά θα προσπαθήσουμε να οικοδομήσουμε τις προϋποθέσεις για να εκπληρώσουμε συλλογικά αυτή την επιχείρηση, η οποία είναι πάνω από όλα ένα συλλογικό σχέδιο αγωνιστικής έρευνας.

Για αρχή, θα πρέπει να διευκρινιστεί το σημείο εκκίνησης. Μπορούμε να ξεκινήσουμε από μια απόσταση για να φθάσουμε πολύ κοντά: η μετάβαση από τον εργάτη μάζα στον κοινωνικό εργάτη παραμένει για εμάς ένα άλυτο πέρασμα. Το έλυσε το κεφάλαιο, θέτοντας σε αξία τον κοινωνικό και μητροπολιτικό χώρο, ξεπερνώντας την μορφή- εργοστάσιο και κατακερματίζοντας τον ανταγωνιστή του. Δεν το επιλύσαμε εμείς, οι οποίοι μέσα στις νέες συντεταγμένες χώρο-χρόνου των διαδικασιών συσσώρευσης δεν έχουμε ακόμη καταφέρει να βρούμε τα λειτουργικά ισοδύναμα της απεργίας και του σαμποτάζ, δηλαδή την ικανότητα να βλάψουμε το αφεντικό και να επηρεάσουμε τις σχέσεις παραγωγής, την ισορροπία δυνάμεων και τις εξουσιαστικές σχέσεις. Στο στάδιο αυτό, το κεφάλαιο δεν έφτασε λόγω ενός εσωτερικού ορθολογισμού, αλλά επειδή αναγκάστηκε από το επίπεδο που επιτεύχθηκε λόγω της ταξικής πάλης. Αν μπορούσαν να συνεχίσουν να κυβερνούν και να συσσωρεύουν όπως έκαναν και πριν, θα το είχαν κάνει. Σύντομα συνειδητοποίησαν πως δεν ήταν έτσι. Μέσα στη φωτιά των αγώνων, μπροστά στην αδυναμία να διευθύνουν, να κυβερνήσουν τα εργοστάσια και τις μητροπόλεις, η Τριμερής το είπε ξεκάθαρα το ’73: η επέκταση των συγκρούσεων, των αναγκών και των διαδικασιών της υποκειμενικοποίησης που γεννήθηκαν μέσα και ενάντια στο ταιϋλοριστικό εργοστάσιο και την φορντική κοινωνία πρέπει να αποκλειστεί , να μπλοκαριστεί, στην αντίθετη περίπτωση η ικανότητα να διατηρηθούν τα ηνία της διοίκησης θα τιναχτεί στον αέρα. Δεν έφτανε πλέον, δεν αρκούσε η καταστολή: το κεφάλαιο ή ανανεώνονταν ή καταστρέφονταν. Κατάφερε να καινοτομήσει, να ανανεωθεί, εμείς δεν ήμασταν σε θέση να το καταστρέψουμε. Είναι επάνω στην καινοτομία και την ανανέωση που κέρδισαν τη μάχη.

Υπάρχουν δύο πρόσφατες διατριβές σχετικά με αυτό το μακρύ πέρασμα, το οποίο φτάνει μέχρι τις μέρες μας: προέρχονται από δύο γνωστές και διαφορετικές φιγούρες, μοιάζουν να είναι σε θέση να φωτίσουν καλά το παρόν και τη γενεαλογία του, προσφέροντας μας μερικά από τα ζητήματα που πρέπει να αντιμετωπιστούν και να εμβαθυνθούν. Η πρώτη είναι του Tronti, περισσότερο ή λιγότερο πηγαίνει κάπως έτσι: για να διαλύσουν την εργατική τάξη χρειάστηκε να διαλύσουν τον βιομηχανικό καπιταλισμό. Η άλλη είναι του Marazzi, ο οποίος στρέφεται σε εκείνο το βήμα-πέρασμα για να καταλάβει την χρηματιστικοποίηση: από τη στιγμή που απελευθερώνεται από την ουσία για να καταστρέψει την εργατική τάξη, δηλαδή την τάξη που του αντιτίθεται, το κεφάλαιο δεν είχε πλέον ανάπαυλα. Το κεφάλαιο λοιπόν λογαριάζεται και τα βάζει με την »ιστορική του νέμεση» : για να καταστρέψει μια συγκεκριμένη ταξική σύνθεση, τον εργάτη μάζα, κατέστρεψε επίσης τη δυναμική ανάπτυξης που συνδέεται με την κοινωνική σχέση, αυτό που του επέτρεπε να μεγαλώνει και να αναπτύσσεται μέσα στη σύγκρουση. «Από όλα τα μέσα παραγωγής, η μεγαλύτερη παραγωγική δύναμη είναι η ίδια η εργατική τάξη», έγραφε ο Μαρξ κατά του Προυντόν στο Η αθλιότητα της φιλοσοφίας. Για να επιτεθεί στην εργατική αυτονομία, ως εκ τούτου, το κεφάλαιο με τη σειρά του – εν μέρει – αυτονομείται, αλλά με αυτό τον τρόπο δεν είναι σε θέση πλέον να προκαλέσει νέους κύκλους ανάπτυξης. Γιατί η εργατική τάξη μπορεί να είναι αυτόνομη, το κεφάλαιο όχι: δομικά εξαρτάται από τον εχθρό του. Η κρίση είναι ακριβώς αυτή η ιστορική νέμεση.

Όλα καλά, λοιπόν; Εμείς απλά πρέπει να περιμένουμε το κεφάλαιο να σκάσει μες τις δικές του αντιφάσεις; Ούτε για όνειρο. Η κρίση δεν είναι ένα προοίμιο για την κατάρρευση, όπως θα έπρεπε να έχουμε καταλάβει εδώ και αρκετό καιρό, τουλάχιστον από τότε που οι θεωρίες crolliste, της κατάρρευσης των χρόνων του Είκοσι του περασμένου αιώνα έφεραν αρκετά κακά. Εάν δεν υπάρχει ένα συλλογικό υποκείμενο σε θέση να την διασπάσει, να τη νικήσει, εκείνη η κοινωνική σχέση δεν θα διαρραγεί από μόνη της. Το κεφάλαιο μπορεί να κυβερνά και να αναπαράγεται επ ‘αόριστον μέσα στην κρίση, αν δεν συναντήσει μια ανταγωνιστική κοινωνική δύναμη που να μπορεί να διαταράξει και να καταστρέψει αυτή την αναπαραγωγή. Πράγματι, η σημερινή κρίση παίρνει νέα χαρακτηριστικά σε σχέση με το παρελθόν: γίνεται μόνιμη μορφή συσσώρευσης και πολιτικής εντολής, διοίκησης. Σε βραχυπρόθεσμο επίπεδο, φαίνεται να μετατρέπεται όλη την ώρα, και να τα αλλάζει όλα, μεσοπρόθεσμα δεν αλλάζει τίποτα όσον αφορά το κεντρικό στοιχείο: τη διοίκηση, στην πραγματικότητα.

Στην αυτοαναφορικότητα του κεφαλαίου, υπάρχει ο κίνδυνος να καθρεπτιστεί η αυτοαναφορικότητα του μαχητικού λόγου. Αυτό είναι καλό για τον εχθρό μας, κακό για εμάς. Στην δυσκολία να στηριχθεί στη νέα ουσία της τάξης, ο μαχητικός λόγος τρέχει συχνά στα περιθωριακά νησιά των ομοίων του ψάχνοντας για επιβεβαίωση των βεβαιοτήτων του. Η ιδέα παίρνει τη θέση της σάρκας. Έτσι η έκταση του λόγου παύει να είναι η υλικότητα των διαδικασιών του αγώνα, της οργάνωσης και της ισορροπίας δυνάμεων, για να γίνει η μαχητική κοινότητα. Την ουσία της τάξης αντικαθιστά η ανακολουθία του ιδεολογικού λόγου, σε μια επιχείρηση φανταστικής αναπαράστασης με καταστροφικά αποτελέσματα που συχνά είναι τραγελαφικά.

 

Σχηματικά, μέσα σε αυτό το πλαίσιο έχουμε δύο κυρίαρχες τάσεις: μια νοσταλγία για την ουσία και μια αδιαφορία στην ουσία. Για να χρησιμοποιήσουμε όρους που θα κάνουμε σαφέστερους κατά τη διάρκεια της ανάγνωσης, υπάρχει αφενός μια μυθολογική ταξική σύνθεση χωρίς εργατισμό, από την άλλη ένας μυθολογικός εργατισμός δίχως ταξική σύνθεση. Οι μεν προστρέχουν με την φαντασία τους στην Κίνα ή στις αναδυόμενες χώρες, ονειρευόμενοι να βρουν εκεί αυτό που εδώ πλέον δεν υπάρχει. Αν είχαν πάει πραγματικά, θα έμεναν βαθύτατα απογοητευμένοι. Ο άλλοι φεύγουν με τη φαντασία προς ένα μέλλον που είναι άμεσα δεδομένο, χωρίς να συνειδητοποιούν ότι η τάση είναι πάντα ένα ζήτημα αγώνων και σχέσεων εξουσίας, ισορροπίας δυνάμεων. Ποια είναι η καλύτερη μεταξύ των δύο επιλογών; Και οι δύο είναι χειρότερες. Η μια ενισχύει την άλλη, σε μια στείρα καυστική διαφωνία που δεν αφορά άλλους έξω από τους στενούς κύκλους αυτών που τις μεταφέρουν. Χρειάζεται λοιπόν μια προκαταρκτική επιχείρηση για να καθαρίσει το πεδίο, ο αγωνιστικός χώρος, και να τεθούν τα προβλήματα επάνω σε ένα έδαφος απελευθερωμένο από φακούς που θολώνουν την άποψη και από σχήματα που δεν εξυπηρετεί πλέον η ανάγνωση τους.

 

2. Ας το πούμε κι έτσι, είναι σαφές : ο λεγόμενος μετα-εργατισμός είναι τελειωμένος. Ο ορισμός γεννήθηκε στα αγγλοσαξονικά και αμερικανικά πανεπιστήμια, σαν μια προσπάθεια να αιχμαλωτιστεί η δύναμη του εργατισμού, να τον αποπολιτικοποιήσουν και να τον αφαιρέσουν από την σύγκρουση και την ταξική σύνθεση. Για να τον καταστήσουν δηλαδή, καλό για την ακαδημία και την πολιτική οικονομία της εξοικείωσης. Τώρα έχει γίνει «Ιταλική θεωρία», για να ολοκληρωθεί η διαδρομή περίφραξης και αξιοποίησης μιας σκέψης που σκόπιμα έχει αδειάσει από περιεχόμενο και είναι αφοπλισμένη. Δεν είναι αυτό που μας ενδιαφέρει εδώ, και με το οποίο ασχολούμαστε. Αντίθετα με τον ξεχαρβαλωμένο ορισμό του μετα-εργατισμού εννοούμε εκείνο τον κοινό χώρο, ακόμη και αν έχει διαφοροποιηθεί, που γεννήθηκε στα τέλη της δεκαετίας του Ογδόντα του εικοστού αιώνα για να αναλύσει τις μορφές της παραγωγής και της εργασίας που προέκυψαν από τις στάχτες του περάσματος που αναφέρθηκε νωρίτερα, στην διάρκεια της προσπάθειας να ανατραπούν, να αντιστραφούν οι εκμηδενιστικές εικόνες του τέλους της ιστορίας και της μοναδικής σκέψης. Ο επίμαχος στόχος ήταν και παραμένει ορθός, η συγκεκριμένη ανάπτυξη δεν είναι πάντα στο ύψος των περιστάσεων. Έτσι γεννήθηκαν οι θεωριτικοποιήσεις για τον λεγόμενο»μετα-φορντισμό», και στη συνέχεια σταδιακά οι προσπάθειες να εντοπιστούν νέα υποκείμενα της σύγκρουσης που να ενσωματώνουν επάνω τους γνώσεις και κοινωνική συνεργασία. Ορισμένες από αυτές τις προσπάθειες ήταν προβληματικές από την αρχή, άλλες υπήρξαν εξαιρετικά παραγωγικές και μπορούν ακόμα να είναι, υπό την προϋπόθεση ότι έχουν επανεξεταστεί στο πλαίσιο των αλλαγών που συνέβησαν μέσα στην κρίση και την εξάντληση ενός συνολικού μοντέλου.

Εδώ, το θέμα είναι αυτό: το να μην ξεκινήσουμε από την αρχή σε αυτή την περίπτωση σημαίνει πραγματικά πως γυρνάμε πίσω. Σημαίνει, με άλλα λόγια, πως διατρέχουμε τον κίνδυνο να αποστεώσουμε τις κατηγορίες, να τις μεταμορφώσουμε σε δόγματα, να κάνουμε τον εργατισμό κάτι που ποτέ δεν υπήρξε: ένα σχολείο και όχι ένα κίνημα της σκέψης. Αυτό σημαίνει, επικουρικώς, να δώσουμε χώρο σε ενοχλητικές πράξεις μνησίκακης επίθεσης σε ένα ολόκληρο επαναστατικό θεωρητικό δημιούργημα. Είναι άνευ σημασίας πράξεις, φυσικά, αλλά διατρέχουν τον κίνδυνο να μετακινήσουν τη συζήτηση γύρω από την υπεράσπιση των εννοιών και όχι για τη χρησιμότητά τους στους αγώνες. Ως εκ τούτου, ενδέχεται και κινδυνεύουν να σύρουν τα πάντα στην πολιτική περιθωριοποίηση.

Μετά το τέλος του μετα-εργατισμού, τι έχει απομείνει; Μένουν οι εργατιστές, καθώς επίσης και οι λεγόμενοι μετα-εργατιστές. Εξακολουθούν να υπάρχουν πολλοί αγωνιστές, έτσι ώστε εκείνη η επαναστατική μέθοδος είναι μια οπτική μέσα και ενάντια στην πραγματικότητα, μια σάντα μπάρμπαρα, μια πυριτιδαποθήκη για να την ανατινάξουν. Εμείς πρέπει τώρα να προσπαθήσουμε να κάνουμε εκείνη την αυθεντική κίνηση που υπήρξε κτήμα του εργατισμού σε σχέση με τον Μαρξ: την μακιαβελική επιστροφή προς τις αρχές, δηλαδή, προς τον Μαρξ, ενάντια στον μαρξισμό. Τώρα το καθήκον είναι να επιστρέψουμε στον εργατισμό, σίγουρα όχι ενάντια αλλά σίγουρα με κριτικό τρόπο σε σχέση με όλα αυτά τα οποία δεν λειτουργούν πλέον από τον μετά-εργατισμό, ή που ποτέ δεν λειτούργησαν.

Αυτός που έχει το φόβο ή χαίρεται με το ξεπούλημα μιας θεωρητικής κληρονομιάς, πιθανότατα ακολούθησε λάθος δρόμο, σίγουρα λάθεψε βιβλίο. Μας φαίνεται πως εκείνοι που έχουν συμβάλλει στο ξεπούλημα εκείνης της κληρονομιάς είναι εκείνοι που απολαμβάνουν κατηγορίες που δεν εξυπηρετούν πλέον τον αγώνα, ακόμα κι αν – ή ακριβώς επειδή – εξυπηρετούν την συμμετοχή σε διεθνή συνέδρια. Εμείς, αντίθετα, ενδιαφερόμαστε να χρησιμοποιήσουμε την κληρονομιά, δεν μας ενδιαφέρουν οι έριδες για την διαθήκη. Οπότε, για να χρησιμοποιήσουμε εκείνη την εξαιρετική κληρονομιά πρέπει να την περάσουμε από το κοφτερό νήμα της κριτικής, να πετάξουμε αυτά που δεν είναι απαραίτητα, να επανεξετάσουμε προς τα εμπρός ότι περιστρέφεται στο κενό. Το να μη το κάνουμε είναι ο αληθινός τρόπος για να προδώσουμε εκείνη την κληρονομιά.

 

3. Να συνοψίσουμε. Ο εργατισμός σαν επαναστατική θεωρητική πρακτική ιστορικά προκαθορισμένη τελειώνει παραδίδοντας μας ένα πρόβλημα: την μετάβαση από τον εργάτη μάζα στον κοινωνικό εργάτη. Η ανάλυση επάνω στον «μετα-φορντισμό» εν μέρει το αποσαφηνίζει και εν μέρει το απομακρύνει , στο βαθμό που αναγιγνώσκει την τεχνική σύνθεση σαν πολιτική σύνθεση, ήτοι εκτρέποντας το βλέμμα από τον καπιταλιστικό σχηματισμό της υποκειμενικότητας και από την υπακοή στους μετασχηματισμούς εργασίας. Εκεί, εξακολουθεί να υπάρχει το πρόβλημα, το οποίο είναι εξ ολοκλήρου πολιτικό. Επειδή εκείνη του κοινωνικού εργάτη ήταν μία πολιτική φιγούρα, αλλά κατέστη και μειώθηκε σε τεχνική φιγούρα. Επιπλέον, από τον κοινωνικό εργάτη στον γνωστικό εργαζόμενο το υποκείμενο ενσαρκώνεται τεχνικά, αποσαρκώνεται πολιτικά. Ξεκινώντας και πάλι από αυτό το πρόβλημα δεν σημαίνει να επιστρέψουμε στον εργάτη μάζα, που δεν υπάρχει πλέον πουθενά, αλλά να αναζητήσουμε μια νέα ουσία. Ποια είναι; Πώς παράγεται; Πώς μπορούμε να την οργανώσουμε; Για να κάνουμε υποθέσεις σχετικά με αυτά τα ζητήματα, θα πρέπει να διασχίσουμε ξανά με γενεαλογικό τρόπο την έννοια της ταξικής σύνθεσης. Αυτό είναι το στοίχημα.

Προσοχή, στην περίπτωση που χρειάζεται να το κάνουμε, διευκρινίζουμε ότι  εκείνο μέσα στο οποίο βυθιστήκαμε είναι ένα πλαίσιο καθόλου ειρηνευμένο, δεν έχει επιλυθεί μια για πάντα υπέρ του εχθρού μας: η ανανεωμένη κοινωνία του κεφαλαίου εγκυμονεί πολλές ταξικές αναφορές, και συγκρούσεων . Είναι εκεί, σαν συγκεκριμένες δυνατότητες και μερικές φορές σαν κύτταρα εν υπνώσει, σαν πιθανότητες και αναλαμπές από πραγματικότητες νέων αγώνων. Δεν είναι λίγο, λέμε ενάντια σε όλους εκείνους που βλέπουν το κεφάλαιο ως το μοναδικό υποκείμενο της ιστορίας. Δεν είναι αρκετό, λέμε ενάντια σε όσους έχουν ξεχάσει την ύπαρξη του κεφαλαίου για να φαντάζονται μια ήδη ελεύθερη σχέση παραγωγής.

 

4. Μια σύντομη προειδοποίηση, τέλος, για τον αγωνιστή, για τον στρατευμένο αναγνώστη. Αυτό το βιβλίο δεν έχει την απαίτηση, δεν ισχυρίζεται ότι έχει την ικανότητα και πάνω απ ‘όλα τη θέληση να απολογηθεί για όλα αυτά που είναι γραμμένα γύρω από τα θέματα που καλύφθηκαν. Κάνουμε επιλογές, προχωρούμε μερικώς , προχωρούμε με πηδήματα και διακοπές. Έτσι προχωρά η ιστορία, έτσι προχωρεί η πραγματικότητα. Σχετικά με τα θέματα που ασχοληθήκαμε, μερικές φορές παραπέμπουμε σε διεργασίες μας του παρελθόντος, παλαιότερου και πιο πρόσφατου: δεν το κάνουμε για την αξία που έχουν, αλλά για να μην επαναλαμβανόμαστε πέρα από το απαραίτητο, και ιδιαίτερα για να δώσουμε σε εκείνους που είναι πρόθυμοι τη δυνατότητα να συγκρίνουν τις γραμμές της συνέχειας και απαραίτητης ασυνέχειας της αγωνιστικής μας έρευνας.

Σε διάφορα μέρη του κειμένου μεταφέρονται μεγάλα αποσπάσματα από κείμενα που ελήφθησαν από στρατευμένους μαχητές στοχαστές με τους οποίους ανταλλάσουμε απόψεις. Από τη μία πλευρά, η επιλογή δεν προτίθεται να εξαντλήσει εκτενώς τη συζήτηση με όλους εκείνους οι οποίοι έχουν εκφραστεί σε μεγάλο βαθμό, σημαντικά, γύρω από τα θέματα που αναλύονται εδώ , αλλά να δράσει με ένταση ξεκινώντας από μια επιλογή σημείων αναφοράς. Kαλύτερα μια κουραστική βόλτα προς τα υψηλά παρά δέκα βολικά πλάγια βήματα. Από την άλλη πλευρά, τα αναφερόμενα χωρία που μερικές φορές μεταφέρονται εν αφθονία δεν θέλουν να παραχωρήσουν τίποτα στο ακαδημαϊκό βίτσιο της απαγγελίας, του εγκώμιου, αντίθετα επιδιώκουν να προσφέρουν την ευκαιρία στον αναγνώστη – τον στρατευμένο κυρίως – να ασχοληθεί άμεσα και να αντιπαρατεθεί με τις πηγές και ως εκ τούτου να μη βασιστεί αποκλειστικά στην ανάλυση που έγινε από τον συγγραφέα αυτών των σελίδων, ή τουλάχιστον να την εμβαθύνει περαιτέρω και έτσι να κρατήσει ανοιχτό το πεδίο της έρευνας. Αναζήτηση των εννοιών που θα χρησιμοποιηθούν σαν λοστοί, και το αντίστροφο.

 

 

* Εισαγωγή στο βιβλίο “Elogio della militanza. Note su soggettività e composizione di classe” (DeriveApprodi, 2016).

http://www.commonware.org/index.php/gallery/653-elogio-della-militanza-introduzione

http://www.deriveapprodi.org/2016/01/elogio-della-militanza/

διεθνισμός, internazionalismo

Έθνος Αμερική – America Nazione

Τετάρτη 09 Noεμβρίου 2016 14:07

tratto da imgrum.net

Πριν από μερικά χρόνια σε αυτές τις σελίδες – σε ένα σχόλιο που δημοσιεύθηκε στον απόηχο της χρηματοπιστωτικής κρίσης του 2008, την παραμονή των μαζικών παγκόσμιων αναταραχών του 2011 και σε πλήρη «γκλάσνοστ» Wikileaksed in piena «glasnost» Wikileaks– σκιαγραφούσαμε μια έμμεση σύγκριση ανάμεσα στον ρόλο του Ομπάμα και εκείνον του Γκορμπατσόφ . Και ο τότε νεοπρόεδρος των ΗΠΑ είχε κληθεί να επαναπροσδιορίσει ένα στρατηγικό όραμα για τη χώρα του, διαχειριζόμενος μια άνευ προηγουμένου συστημική κρίση νομιμοποποίησης και ηγεμονίας των δύο κυριοτέρων μορφών της ταξικής καπιταλιστικής κυριαρχίας – της τηλεματικής χρηματοπιστωτικής αγοράς και της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας.

Στη νίκη του Donald Trump της 9/11 ( επέτειο της 18ης Μπρυμαίρ του Ναπολέοντα Βοναπάρτη, όπως μας θυμίζει στο Radio24 ένας Ferruccio de Bortoli περισσότερο σε αναζήτηση σημείων αναφοράς μέσα στο συστημικό χάος παρά λάτρης της καμπάλα) φαίνεται να βλέπουμετη συνέχιση αυτής της ιστορικής πορείας .

Αν το 1991 ο διεθνιστικός σχεδιασμός της Σοβιετικής Ένωσης, με όλες τις αδυναμίες και τα όριά του, διαλύονταν υπέρ των διαφόρων κρατικών μορφών μεταξύ των οποίων ξεχώριζε η Ρωσία «έθνικ» του Γιέλτσιν, 25 χρόνια μετά η υπερ-φιλελεύθερη ιδεολογία μιας Αμερικής απέραντης και ηγεμονικής καταρρέει σε ένα περιφραγμένο έθνος και μνησίκακο. Χάρη σε μια σειρά πλεονεκτικών θέσεων τεχνολογικής και στρατιωτικής φύσεως θα παραμείνει στο επίκεντρο των διεθνών ισορροπιών και θα επαναδρομολογήσει με λαϊκιστικό τρόπο τομείς της αυτόχθονης οικονομίας. Αλλά δίχως πλέον την πνοή και την ανάσα και την πρόθεση να θέσει τον εαυτό της με τους ίδιους όρους και στον ίδιο προωθητικό ρόλο μέσα σε αυτή την παγκόσμια τάξη.

Η λαϊκή ετυμηγορία, της οποίας ο Trump έχει γίνει ο αντιδραστικός ερμηνευτής, εκφράστηκε με σαφήνεια και με τρόπο που δεν είναι ούτε καν παράδοξος: διαψεύδοντας, και αναιρώντας σημαντικές αρχές που χαρακτήρισαν το «αμερικανικό όνειρο», έτσι όπως αυτό ορίστηκε τον περασμένο αιώνα, για τους σκοπούς που απορρέουν από αυτό, για όλους αυτούς που αγωνίζονταν για την επίτευξη αυτού .

Ψηφίζουν τον self-made man, τον αυτοδημιούργητο άνθρωπο απορρίπτοντας την οικονομική μαφία της Wall Street, τον οικονομικό φιλελευθερισμό των συνθηκών TTIP και TPP και το υψηλό κοινωνικό κόστος που καταβάλλεται σε αυτόν, ελπίζοντας να επιστρέψουν στις αυξανόμενες προσδοκίες κατανάλωσης σε μια νέα οικονομική φάση. Παρεμπιπτόντως είχε ήδη συμβεί κατά τη διάρκεια του κεϋνσιανισμού του Ρούζβελτ ή του προστατευτισμού του Ρίγκαν – αλλά λόγω ιστορικής δικαιοσύνης, ma per nemesi storica, είναι τώρα οι μπλε φόρμες του Ουισκόνσιν, οι εργάτες δηλαδή, που παίζουν τον ρόλο της σιωπηλής πλειοψηφίας του 1980. Και μεταξύ άλλων, στη χρηματιστηριακή αγορά είναι η εισηγμένη Fiat-FCA που πληρώνει – ένα προειδοποιητικό σημάδι για εκείνους που σε αυτά τα γεωγραφικά πλάτη με πουλόβερ και λευκό πουκάμισο συνεχίζουν να λειτουργούν για την πλήρη εξομάλυνση του κόσμου της εργασίας, από την πορεία των 40000, [1], έως τον μηχανισμό κουπόνια, ai voucher.

Si vota un presidente neofita, Ψηφίζουν ένα νεοφώτιστο πρόεδρο για να αποχωρήσει από μια διεθνή τάξη που την αντιλαμβάνονται και θεωρείται ως δυσλειτουργική για την κοινωνική ευημερία, όχι έναν έμπειρο γνώστη και θεματοφύλακα αυτής. Και για την αλλαγή μιας εξωτερικής πολιτικής που – μέσα στο «δημιουργικό της χάος» πρέπει να κρατά σε απόσταση τους γεωπολιτικούς αντιπάλους και να υπερασπίζεται τα κέρδη της πολεμικής βιομηχανίας – έχει επεκτίνει και πολλαπλασιάσει τα μέτωπα τoυ ήδη απροσδιόριστου παγκόσμιου πολέμου του Μπους Τζούνιορ καθιστώντας τον κόσμο όλο και περισσότερο απρόβλεπτο και ανασφαλή. Δεν είναι σύμπτωση το γεγονός πως πολεμοχαρείς σχολιαστές όπως ο Panebianco τάχθηκαν, και σε αυτό, υπέρ της Κλίντον.

Υπάρχουν προφανώς πιο ολισθηρά εδάφη. Όπως το κλείσιμο του καλύμματος του «melting pot», »του χωνευτηρίου», με την πανοπλία του εκλογικού σώματος WASP σε σχέση με την ουσιαστική μεταβολή των κοινωνικών και πολιτιστικών ισορροπιών που έχουν παραχθεί, ακόμα και στο πλαίσιο των ΗΠΑ, από μεταναστεύσεις και αναταραχές από τα κάτω. Μια απομάκρυνση-αποστασιοποίηση συμβολικά πολύ σημαντική από την προοπτική της»γης των ευκαιριών», η οποία μπορεί να αναγνωστεί και ως θάνατος της υπόθεσης ενός Τρίτου Δρόμου, μιας νεοφιλελεύθερης παγκοσμιοποίησης «θετικής» σαν αυτή του Μπιλ Κλίντον, του Blair, ή του Ντ ‘Αλέμα. Ένας τρίτος τρόπος-δρόμος με τον οποίον οι νικητές είναι λίγοι και χάνουν σχεδόν όλοι, συμπεριλαμβανομένων των περισσότερων από τον αμερικανικό λαό που αυτή τη φορά φαίνεται να το έχουν καταλάβει πραγματικά, μιας και ο Trump δύσκολα θα τηρήσει τις υποσχέσεις του, δεδομένου ότι είναι ο πρώτος που θα κερδίσει από το περιβάλον και τις συμφωνίες που τόσο πολέμησε στην προεκλογική εκστρατεία.

Την παραμονή των εκλογών υπογραμμίζαμε πως δύσκολα ο Trump θα μπορούσε να κερδίσει χωρίς την ψήφο των γυναικών και των μειονοτήτων: [ Alla vigilia sottolineavamo come difficilmente Trump avrebbe potuto vincere senza il voto di donne e minoranze], συνέβη αντιθέτως πως η δυναμική της προοπτικής ρήξης της σταθερότητας, όσο προβληματική και σκοτεινή κι αν είναι, ξεπέρασε τους φόβους που δημιούργησαν αυτά που εκτομίζει ο Trump, τα οποία ίσως έχουν αντιμετωπιστεί με πολύ λιγότερη σοβαρότητα, έχουν κριθεί πολύ λιγότερο αξιόπιστα σε σχέση με τον φόβο που προκάλεσαν οι πολιτικές που προωθούνται από την Κλίντον με την υποστήριξη του μεγάλου χρηματιστικού κεφαλαίου.

 

immagine tratta da theworldfromstrugglestreet

Και όμως όχι. Τελικά οι ισπανόφωνοι λιποτάκτησαν σε μεγάλο βαθμό από την κάλπη, για να συμβολίσουν με αυτό τον τρόπο την έλλειψη εμπιστοσύνης στην συνέχεια του θεσμικού συστήματος που ενσαρκώνεται από την φιγούρα της Χίλαρι. Και, ίσως, αφού είδαν την συμπεριφορά απέναντι στους μαύρους του κινήματος Black Lives Matter από τον «δικό τους» πρόεδρο, ούτε καν οι «blacks» υποστήριξαν τον »λιγότερο κακό υποψήφιο. Για να μην μιλήσουμε περί της ψήφου των γυναικών, η οποία έχει σε μεγάλο βαθμό ανταμοίψει τον Trump με απίστευτο τρόπο να τονίσει, να υπογραμμίσει το γεγονός πως η Κλίντον, περισσότερο απ’ ότι γυναίκα, αντιμετωπίστηκε σαν μια έκφραση του establishment, του κατεστημένου.

Στην καταμέτρηση των νεκρών και των τραυματιών, πρέπει να συμπεριληφθεί η και »ριζοσπαστική διανόηση». Αυτή που εδώ στα μέρη μας ήδη από τη δεκαετία του ’80 απεχθάνονταν τους μεσαίους όπως η τηλεόραση, Quella che da noi fin dagli anni ’80 aborriva medium come la televisione ,και τα φτωχοποιημένα κοινωνικά στρώματα που θα έπρεπε να είχαν παρεμποδιστεί, και αντ ‘αυτού αφέθηκαν στο έλεος του φενόμενου Μπερλουσκόνι. Όπως και η αγγλοσαξονική, η οποία μετά την εμφάνιση των δυνάμεων της Λίγκα του Βορρά δεν μπορούσαν »να καταλάβουνν την Ιταλία», που αντιθέτως θα έπρεπε να ξεκινήσουν να μελετούν. Η οποία και αποδείχτηκε πως απέχει πολύ μακριά από εκείνους που αντιθέτως ήθελαν «να ξεβρωμίσουν την Ουάσιγκτον».

Όπως στο γεγονός του Brexit αμφότερες δεν δίστασαν, με το που τέλειωσε η παρτίδα, να επιτεθούν εναντίον των άσχημων ανθρώπων, του χείριστου λαού, κακού και κυρίως αγράμματου, άξεστου, όλων αυτών των πολλών που εξέφρασαν πραγματικά την αντί-κατεστημένη επιλογή, την πιο άμεση, βαθιά και αποδιοργανωτική που είχαν στη διάθεση τους (και αντιλαμβάνονταν ως τέτοια). Μια θέση που δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή και πρέπει να καταπολεμηθεί από όλους αυτούς που ακολουθούν και επιζητούν μιαν απελευθερωτική αλλαγή, χωρίς αποκλεισμούς και από τα κάτω.

Τα πάντα είναι συνδεδεμένα με την τελευταία και πιο επιφανή πτώση των προεδρικών εκλογών των ΗΠΑ του 2016, και των ιδεολογιών της εποχής της πληροφορίας, της πληροφόρησης: μιλάμε για το αλάθητο του λεγόμενων μεγάλων δεδομένων, big data, και για την σωτηριώδη τους δυνατότητα, κληρονόμο της Twitter Επανάστασης του 2011.

Παρά το γεγονός ότι αυτή τη στιγμή ο Assange έχει κάτι για να χαίρεται, το προγνωστικοφιλελεύθερο σύστημα των μέσων ενημέρωσης – δημιουργός και αιχμάλωτος της ομόφυλης φούσκας της «κοινής γνώμης», την οποία το ίδιο είχε δημιουργήσει – μπορεί να αφηγηθεί και αναγνώσει μόνο επιφανειακά, δεν μπορεί να βουτήξει στα βαθιά της πραγματικής χώρας και των παγιωμένων και εδραιωμένων ιζημάτων που έχουν στεριώσει σαν τσιμέντο στις αντίθετες πλευρές από το Tea Party και το κίνημα των Occupy Wall Street.

Οι νέοι μηχανισμοί του σχηματισμού της κοινής γνώμης, μοριακοί, μέσα στις φούσκες του Facebook στο οποίο όλοι μας έχουμε εισαχθεί, δείχνουν όλο και περισσότερο την απόρριψη της σταθερότητας, το μίσος για όλους αυτούς που την συγκεκριμένη στιγμή θεωρούνται ως «η δύναμη, η εξουσία» , τον κυνισμό που καταφεύγει στη μόνη εύκολη προοπτική έκφρασης της διαφωνίας, δηλαδή στην κάλπη,   ovvero l’urna elettorale.

Ο Trump, είτε μας αρέσει είτε όχι, υπήρξε μια απάντηση του αμερικανικού εκλογικού σώματος στην αλαζονεία που επέδειξε το κατεστημένο των ΗΠΑ στο να επιβάλει την Κλίντον ως το λιγότερο κακό, και την μοναδική σωτήρια λύση της Αμερικής. Εκείνη την ίδια Αμερική που κατέστη αναίσθητη από την πραγματικότητα της φτωχοποίησης, την πείνα και από τον θυμό απέναντι στις paillette, στα φορέματα των σταρ της διασκέδασης που συγκεντρώθηκαν από την Κλίντον, αποφάσισε κατ’ αυτό τον τρόπο να σηματοδοτήσει μια ιστορική αλλαγή, αρνούμενο ίσως με τρόπο οριστικό, μετά την απόφαση για το Brexit, την κοροϊδία της χρήσιμης ψήφου δείχνοντας, αποδεικνύοντας ότι η εμπιστοσύνη σε αυτό το ιστορικό μοντέλο της δημοκρατίας έχει οριστικά παρέλθει, dimostrando che la fiducia in questo modello storico di democrazia è definitivamente terminata.

Η τελευταία παρατήρηση είναι αφιερωμένη συνοπτικά στον Renzi. Το να ποντάρει τα πάντα – σχετικά με το οριστικό κλείσιμο μιας ιστορικής φάσης και όχι το άνοιγμα μιας νέας δεν είναι μια μεγάλη κίνηση, δεν είναι κάτι σπουδαίο – ούτε ηγετική ούτε επικοινωνιακά . Και μετά τις 4 Δεκεμβρίου, το εορταστικό δείπνο στην Ουάσιγκτον μπορεί και πρέπει να είναι το τελευταίο γι ‘αυτόν.

 

[1] δείτε: https://aenaikinisi.wordpress.com/2016/09/26/%CE%BC%CE%B5-%CF%8C%CE%BB%CE%BF%CF%85%CF%82-%CE%BA%CE%B1%CE%B9-%CE%BC%CE%B5-%CE%BA%CE%B1%CE%BD%CE%AD%CE%BD%CE%B1%CE%BD-a-priori/

θεωρία, teoria

Το μέλλον του καπιταλισμού έχει ήδη περάσει – Il futuro del capitalismo è già passato

http://francosenia.blogspot.gr/2016/10/il-futuro-del-capitalismo-e-gia-passato.html

streeck

Κυριακή 16 OΚΤΩΒΡΙΟΥ 2016

Το μέλλον του καπιταλισμού έχει ήδη περάσει, Il futuro del capitalismo è già passato

Αρκετοί συγγραφείς αναρωτιούνται, από διαφορετικές προοπτικές, για το μέλλον του καπιταλισμού. Ανάμεσα σε αυτούς που διατηρούν μια επιφυλακτική θέση σχετικά με πιθανή επιβίωση του πέρα από τον 21ο αιώνα – ή ακόμα και για τα επόμενα 30 ή 40 χρόνια – δεν μπορούμε να ξεχάσουμε τους István Mészáros, Immanuel Wallerstein και Robert Kurz.
Ωστόσο, το post αυτό θέλει να συστήσει την ανάγνωση του Wolfgang Streeck, ενός ενδιαφέροντα γερμανού κοινωνιολόγου, ο οποίος σκέφτεται ξεκινώντας από τον Καρλ Μαρξ, αλλά, πάνω απ ‘όλα, από τον Karl Polanyi. Η κεντρική θέση του είναι ότι ο νεοφιλελευθερισμός, στην προώθηση του ανταγωνισμού ως τρόπου ζωής, μετατρέποντας το άτομο σε επιχειρηματία του εαυτού του, στην εμπορευματοποίηση όλων των σφαιρών της κοινωνικής ζωής, υπονομεύει αδυσώπητα τα ηθικά και κοινωνικά θεμέλια της ολοκλήρωσης της ανθρώπινης ύπαρξης  μέσα στην κοινωνία. Δεδομένου ότι , από την στιγμή κατά την οποίαν η ύπαρξη του καπιταλισμού εξαρτάται από τέτοιες βάσεις – κληρονομημένες από τις προηγούμενες γενιές, αλλά τώρα βίαια λεηλατημένες – η προσπάθεια να τον σώσουν μέσα από την νεοφιλελεύθερη εντατικοποίηση, θα οδηγήσει, σύμφωνα με τον ίδιο, στην σταδιακή προοδευτική αποσύνθεση του. Και αυτή η διάλυση μπορεί ενδεχομένως να συνοδεύεται από την κατάρρευση, το τέλος της ίδιας της ανθρωπότητας. Θέλουμε εδώ να παρέχουμε την μετάφραση ενός κειμένου που συνοψίζει μια παρέμβαση του Streeck, το 2010, στην ετήσια συνάντηση της «Κοινωνίας για την Πρόοδο στα κοινωνικο-οικονομικά» “Society for Advancement of Socio-economics” (SASE), κατά την οποία αρκετοί συγγραφείς συζήτησαν γύρω από το βασικό ερώτημα, το ερώτημα κλειδί: «ο καπιταλισμός έχει μέλλον;»

To σκοτεινό μέλλον του καπιταλισμού, Il cupo futuro del capitalismo
– του Wolfgang Streeck[*1]

Η αφίσα, το μανιφέστο είναι προσαρτημένο στον τοίχο και βρίσκεται εκεί ήδη εδώ και πολύ καιρό, είμαστε εμείς που πρέπει να ξέρουμε τον τρόπο για να το διαβάζουμε. Εδώ είναι το μήνυμά του, νάτο: ο καπιταλισμός είναι ένας ιστορικός κοινωνικός σχηματισμός, δεν έχει μόνο μια αρχή, αλλά και ένα τέλος [* 2]. Υπάρχουν τρεις τάσεις που έχουν αναπτυχθεί παράλληλα σε όλες τις πλούσιες καπιταλιστικές δημοκρατίες από τη δεκαετία του 1970: μείωση της ανάπτυξης, αυξανόμενη ανισότητα εισοδήματος και πλούτου, καθώς και επέκταση του δημόσιου χρέους, ιδιωτικού και συνολικού. Σήμερα, φαίνεται ότι αυτές οι τρεις τάσεις ενισχύουν η μια την άλλη : η χαμηλή ανάπτυξη συμβάλλει στην ανισότητα μέσα από την ενίσχυση της διανεμητικής σύγκρουσης, η ανισότητα μειώνει, αμβλύνει την ανάπτυξη, δεδομένου ότι μειώνει την πραγματική ζήτηση, τα υψηλά επίπεδα του υφιστάμενου χρέους δημιουργούν φραγμούς στις πιστωτικές αγορές, αυξάνοντας έτσι τον κίνδυνο χρηματοπιστωτικών κρίσεων, ένας χρηματοπιστωτικός τομέας φουσκωμένος τόσο πολύ συμβάλλει στην οικονομική ανισότητα, κλπ …
Τώρα πλέον ο τελευταίος κύκλος ανάπτυξης, εκείνος που έλαβε χώρα πριν από το 2008,  φαίνεται πως υπήρξε περισσότερο ψευδής παρά πραγματικός [* 3], επίσης, η ανάκαμψη που επήλθε μετά το 2008 συνεχίζεται με τρόπο αναιμικό, στην καλύτερη περίπτωση. Να που το Κεϋνσιανό ερέθισμα, νομισματικό ή δημοσιονομικό, σταμάτησε να εργάζεται μπροστά στην άνευ προηγουμένου ποσότητα των συσσωρευμένων χρεών. Σημειώστε ότι μιλάμε για τις μακροπρόθεσμες τάσεις και όχι απλά για μιαν ενδεχόμενη λοξοδρόμηση, απόκλιση προσωρινή , στην πραγματικότητα βρισκόμαστε αντιμέτωποι παγκόσμιων τάσεων που, ως τέτοιες, επηρεάζουν το καπιταλιστικό σύστημα στο σύνολό του. Δεν φαίνεται τίποτα που να μπορεί να μοιάζει αρκετά ισχυρό ώστε να αντιμετωπίσει αυτές τις τρεις τάσεις, οι οποίες έχουν θέσει βαθιές ρίζες στην οικονομία και είναι στενά συνυφασμένες μεταξύ τους, διαπλέκονται στενά, είναι αλληλένδετες.
Επίσης, όταν κοιτάξουμε πίσω, βλέπουμε μια σειρά από πολιτικές και οικονομικές κρίσεις, οι οποίες ξεκίνησαν με τον πληθωρισμό στην δεκαετία του 1970, αυτή ακολουθήθηκε από μια έκρηξη του δημόσιου χρέους στα 1980 και μιαν ταχεία αύξηση του ιδιωτικού χρέους κατά την επόμενη δεκαετία, η οποία είχε ως αποτέλεσμα την κατάρρευση των χρηματοπιστωτικών αγορών, το 2008. Θα πρέπει να σημειωθεί ότι αυτή η ακολουθία επαναλαμβάνεται σχεδόν με τον ίδιο τρόπο για όλες τις μεγάλες καπιταλιστικές χώρες των οποίων οι οικονομίες, επίσης, ποτέ πραγματικά δεν έχουν εξισορροπηθεί μετά τη λήξη της περιόδου της μεγάλης μεταπολεμικής ανάπτυξης.

Και οι τρεις κρίσεις ξεκίνησαν και τελείωσαν με την ίδια μορφή, δηλαδή, με τη βοήθεια πληθωριστικών διεργασιών: αν το δημόσιο χρέος και αυτό του ιδιωτικού τομέα αρχικά υπηρέτησαν ως μια βολική πολιτική λύση για τις διανεμητικές συγκρούσεις μεταξύ κεφαλαίου και εργασίας (και μερικές φορές, επίσης, από άλλες πλευρές, όπως για παράδειγμα σε χώρες που παράγουν πρώτες ύλες), στην συνέχεια κατέληξαν με το να καταστούν επίσης προβλήματα: πληθωρισμός των τιμών στις αρχές της δεκαετίας του 1980, πληθωρισμός του δημόσιου χρέους σε πρώτη φάση της εδραίωσης στη δεκαετία του 1990 και πληθωρισμός του ιδιωτικού χρέους, μετά το 2008 [* 4]. Επί του παρόντος, η διορθωτική οικονομική πολιτική αποκαλείται «χαλάρωση της νομισματικής πολιτικής» [5], συνίσταται, κατ ‘ουσίαν, στην έκδοση χρήματος από τα δημόσια ταμεία και τις κεντρικές τράπεζες, με στόχο να διατηρηθούν χαμηλά τα επιτόκια. Είναι με αυτόν τον τρόπο που προσπαθούν να διατηρήσουν βιώσιμο το χρέος που συσσωρεύτηκε στο παρελθόν, αποφεύγοντας επίσης η υποτονική οικονομία να πέσει σε αποπληθωρισμό. Αυτή η διόρθωση έχει, ωστόσο, μια τιμή: δημιουργεί περισσότερες ανισότητες, Επίσης, καθιστά πιο πιθανό το γεγονός ότι μπορούν να γεννηθούν νέες φούσκες στις αγορές περιουσιακών στοιχείων, τα οποία μπορεί, στην αποφασιστική στιγμή, να καταρρεύσουν.
Η θεμελιώδης φύση της κρίσης παρατηρήθηκε όταν οι εγκέφαλοι ηγέτες του καπιταλισμού δεν ήξεραν τι να κάνουν. Τώρα περιορίζονται πλέον στο να ψάχνουν για προσωρινές λύσεις μέχρι να εμφανιστεί η επόμενη δυσάρεστη έκπληξη. Οι μάγοι της αγοράς έχουν χάσει τη σοφία τους. Για πόσο καιρό η χαλάρωση της νομισματικής πολιτικής μπορεί να συνεχίζεται ακόμη; Το πρόβλημα είναι ο αποπληθωρισμός ή ο πληθωρισμός; Σε ποιο βαθμό είναι δυνατόν να προσδιοριστεί μια φούσκα, προτού να εκραγεί; Η ανάπτυξη αποκαθίσταται μέσω της δαπάνης ή μέσω μείωσης των δαπανών; Ένας αυστηρότερος δημοσιονομικός κανονισμός είναι ευνοϊκός ή επιζήμιος για την ανάπτυξη; [* 6]  Μέχρι τα μέσα της δεκαετίας του 1970, η ανάπτυξη ήταν το αποτέλεσμα της αναδιανομής των εισοδημάτων από πάνω προς τα κάτω, στη συνέχεια, ο κεϋνσιανισμός αντικαταστάθηκε από τον hayekenismo, και το αντίθετο έγινε η αλήθεια και, ως εκ τούτου, οι αγορές ήταν ελεύθερες να αναδιανέμουν από κάτω προς τα πάνω. Τώρα, επτά χρόνια μετά την καταστροφή του 2008, δεν έχει ακόμη προκύψει μια νέα φόρμουλα για την ανάπτυξη, η σύγχυση διέπει και κυβερνά τις απόψεις. Ο καπιταλισμός που τον διαχειρίζεται το κράτος έχει αποτύχει, δηλαδή, έχει απορριφθεί από τους ιδιοκτήτες του κεφαλαίου, γιατί τους φάνηκε πάρα πολύ ακριβός, αντικαταστάθηκε από έναν καπιταλισμό της ελεύθερης αγοράς, αλλά ακόμη και αυτός απέτυχε. Εν τω μεταξύ, οι κεντρικές τράπεζες ενεργούν ρυθμιστικά εν αναμονή μιας νέας κατεύθυνσης της κυβέρνησης. Αλλά ποια θα μπορούσε να είναι; Με την ευκαιρία, ποια θα ήταν η συνταγή σε θέση να δώσει στήριξη στις καπιταλιστικές επιχειρήσεις ως σύνολο;

Προτείνω ότι ο καπιταλισμός, ύστερα από 200 χρόνια και βάλε, έχει καταστεί μη βιώσιμος, αστήρικτος, μιας και έχει γίνει μη κυβερνήσιμος. Πίσω από αυτή τη διαταραχή υπάρχει αυτό που συνοπτικά ονομάζεται διαταραχή της «παγκοσμιοποίησης»: η επέκταση των καπιταλιστικών σχέσεων της αγοράς πέρα από την προσιτότητα των κυβερνήσεων έχει ενοποιήσει τον καπιταλισμό, αλλά έχει κατακερματίσει τη συλλογική πολιτική δράση. Αυτό μπορεί να ακούγεται, να φαίνεται σαν τελική νίκη του καπιταλισμού, πράγμα που μέχρι ένα ορισμένο σημείο είναι αλήθεια, αλλά την ίδια στιγμή φτάνει στο σημείο να είναι επίσης η προαναγγελία του θανάτου του. Σε αντίθεση με ό, τι ο Mandeville έχει δηλώσει στο έργο του «Παραμύθι των Μελισσών» (1714) και ο Adam Smith πρότεινε με την λιγότερο προκλητική μεταφορά του στο «αόρατο χέρι» (1776), η καπιταλιστική μετατροπή των ιδιωτικών βίτσιων σε δημόσιες αρετές υποστηρίζει μια σταθερή κοινωνία μόνο εάν αυτό λειτουργεί εκεί όπου υπάρχουν ισχυροί τυπικοί και άτυποι θεσμοί που περιορίζουν »την διάταξη του εγωισμού» έμφυτη της αγοράς (Dunn, 2005), με την επιβολή της κοινωνικής πειθαρχίας. Mε το να υποκαταστήσει τις συλλογικές δυνατότητες που θα μπορούσαν να τον κυβερνήσουν, ο καπιταλισμός κατακτά μια Πύρρειο νίκη.

Το γεγονός ότι σήμερα δεν υπάρχει εναλλακτική λύση σε αυτόν, καμιά αντικαπιταλιστική δύναμη ενοποιημένη σε παγκόσμιο επίπεδο, για τον καπιταλισμό είναι τόσο ευλογία όσο και δίλημμα. Να σημειώσουμε πως σε κρίσιμες στιγμές στην ιστορία του καπιταλισμού, ήταν η αντιπολίτευση σε αυτόν που τον σταθεροποίησε ως κοινωνία: περιφερειακά κινήματα ,εθνικά ή θρησκευτικά διατήρησαν την κοινωνική συνοχή και, με τον τρόπο αυτό, την σχετικά δίκαιη συνεργασία και ανταλλαγή , τα σοσιαλδημοκρατικά Κράτη της ευημερίας και οι συνδικαλιστικές οργανώσεις που προστατεύονταν εξασφάλιζαν μια επαρκή ζήτηση στον οικονομικό τομέα, καθώς και μια ήσυχη κοινωνική αναπαραγωγή στη σφαίρα του κόσμου της ζωής και της πολιτικής.
Η ταυτόχρονη παρακμή της κυβέρνησης που πραγματικά κυβερνά, καθώς και της επακόλουθης αντιπολίτευσης, στον σύγχρονο καπιταλισμό παράγει μια αυξανόμενη ρωγμή στο σύστημα ενσωμάτωσης, το οποίο, με τη σειρά του, δημιουργεί μια ταχεία μετατροπή της κοινωνικής ενοποίησης (Lockwood, 1964) . Η παγκόσμια ακυβερνησία προκάλεσε μια βαθιά διάβρωση των κοινωνικών συστημάτων στο σημείο μετωπικής συνάντησης των καπιταλιστικών αγορών, σε αυτό που ο Karl Polanyi αποκάλεσε τα τρία »πλασματικά εμπορεύματα», την εργασία, την γη και το χρήμα. Εάν η καπιταλιστική ανάπτυξη, σύμφωνα με τον Polanyi, έχει ως απώτερο στόχο να εμπορευματοποιήσει τα πάντα, όμως, μπορεί να συνεχίσει να το κάνει μόνο όταν εμποδίζεται από την κοινωνία να υποβάλει στη λογική του εκείνο που μπορεί να εμπορευματοποιηθεί μόνο εις βάρος του. Η προστασία της εργασίας, της γης και του χρήματος από την δυναμική καπιταλιστικής ανάπτυξης απαιτεί μια κυβέρνηση σε θέση να ενεργεί με τρόπο αποφασιστικό, μια απλή «διακυβέρνηση» υποβοηθητική των αγορών δεν αρκεί (Offe, 2008) για να αποτρέψει τον καπιταλισμό από το να προχωρήσει πολύ μακριά και, με αυτό τον τρόπο, να θέτει σε κίνδυνο τον εαυτό του.
Η αδυναμία των σημερινών κυβερνήσεων είναι εμφανής όσον αφορά τη φύση, δεδομένου ότι οι κατακερματισμένες πολιτικές του παγκόσμιου καπιταλισμού έχουν αποδειχθεί ανίκανες να περιορίσουν την κατανάλωση και την καταστροφή του φυσικού περιβάλλοντος. Παρομοίως, η ανταγωνιστική παραγωγή χρήματος από τις κυβερνήσεις, κεντρικές τράπεζες και τα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα έχει γίνει μια ισχυρή πηγή αβεβαιότητας και μια μόνιμη απειλή για τη συστημική σταθερότητα. Στον τομέα της εργασίας, τα παραδοσιακά προγράμματα απασχόλησης μετά τον πόλεμο, που σχεδιάστηκαν με σκοπό την προστασία των εργαζομένων και των οικογενειών τους από την υπερβολική πίεση της αγοράς, εξαφανίζονται στις προηγμένες καπιταλιστικές χώρες. Ανοίγει όλο και περισσότερο ο δρόμος για την επισφαλή απασχόληση, σε συμβάσεις με μηδέν ώρες, σε εργασίες «freelance» και «σε κατάσταση αναμονής» σε παγκόσμιες εταιρείες όπως h Uber – ένα σύστημα υπαγωγής που λειτουργεί σχεδόν εξ ολοκλήρου χωρίς τους κανονικούς περιορισμούς απασχόλησης [* 7]. Οι επαγγελματικοί κίνδυνοι ιδιωτικοποιούνται και εξατομικεύονται, η ζωή και η εργασία θεμελιώνονται και γίνονται αδιάκριτες η μια από την άλλην. Τα συνδικάτα καθίστανται άνευ σημασίας ή  παύουν να υπάρχουν σε πολλές βιομηχανίες , ακόμη και σε ορισμένες χώρες.  Κατ αυτό τον τρόπο, δεν υπάρχει τίποτα που να μπορεί να μετριάσει τις επιπτώσεις των τεχνολογικών αλλαγών που προχωρούν πιο γρήγορα από ποτέ για την αναδιοργάνωση της εργασίας – ή για να την αποδιοργανώσουν. Η τεχνητή νοημοσύνη, για παράδειγμα, γίνεται πλεονάζουσα σε μια μεγάλη κατηγορία ενδιάμεσων επαγγελμάτων, κάτι που ποτέ δεν παύει να καταστρέφει κάθε είδους ζωή μεσαίας τάξης [* 8].
Σε ένα προηγούμενο άρθρο (Streeck, 2014), έχω εντοπίσει πέντε παθολογίες του σύγχρονου καπιταλισμού, και προϋποθέτω πως δεν είναι δυνατόν να γιατρευτούν, κάθε μια από αυτές ανταποκρίνεται σε μια διαφορετική πτυχή της διαδικασίας αποσύνθεσης σε εξέλιξη: την κοσμική στασιμότητα, η οποία αποτελεί το αποκορύφωμα μιας μακράς υποχώρησης και παρακμής του ρυθμού ανάπτυξης [* 9], την νεο-φεουδαρχική ολιγαρχία που συνδυάζει την πολιτική εξουσία με την οικονομική δύναμη και που δεν υπάρχει σήμερα μόνο στη Ρωσία, την Ουκρανία και την Κίνα, αλλά και στη Δύση, ιδιαίτερα στις Ηνωμένες Πολιτείες [* 10] – μια διαδικασία που διαχωρίζει την τύχη των πλουσίων από την μοίρα των φτωχών, την λεηλασία της δημόσιας οικονομίας μέσω της δημοσιονομικής εξυγίανσης και της ιδιωτικοποίησης των δημόσιων υπηρεσιών, που ήταν τόσο πολύ ένα απαραίτητο αντίβαρο στον καπιταλισμό όσο και μια υποδομή υποστήριξης (Bowman, 2014),την συστημική εξαχρείωση, και την διεθνή αναρχία. Επειδή μας λείπει ο χώρος, θα ήθελα εδώ να συζητήσουμε μόνο αυτές τις δύο τελευταίες ασθένειες, παθολογίες [* 11].

Μιλώ πρώτα για την συστημική εξαχρείωση. Σε αντίθεση με ό, τι συμβαίνει στους μύθους του Mandeville , κάτω από τον χρηματοπιστωτικοποιημένο καπιταλισμό , τα ιδιωτικά βίτσια καθίστανται και δημόσια βίτσια, πάθη, ελαττώματα. Και αυτό καταλήγει στο να στερεί τον καπιταλισμό από την βασική του μορφή – συνεπειοκρατική – ηθικής δικαιολόγησης. Και είναι έτσι, ακόμα κι αν οι ιδιοκτήτες και οι διαχειριστές ιδιωτικών κεφαλαίων παρουσιάζουν τώρα τους εαυτούς τους ως διαχειριστές δημόσιων αγαθών, σαν ευεργέτες των εταιρειών που ασκούν – πάντα με πολύ καλή δημοσιότητα – φιλανθρωπικές δραστηριότητες. Και να που ένας γενικευμένος κυνισμός τώρα βρίσκεται να είναι βαθιά ριζωμένος στη συλλογική κοινή λογική, αντιλαμβανόμαστε τον καπιταλισμό που βρίσκεται σε εξέλιξη σαν μια δομή, σαν ένα μηχανισμό ευκαιριών επειδή οι πολύ πλούσιοι που είναι καλά ενσωματωμένοι στο σύστημα γίνονται ακόμη πλουσιότεροι. Το να εξαπατούμε στην αναζήτηση για το κέρδος θεωρείται φυσιολογικό, κάτι που δεν προκαλεί πλέον καμία ηθική αγανάκτηση. Αυτό ισχύει ιδιαίτερα στον κόσμο της χρηματοδότησης, όπου τα μεγαλύτερα κέρδη πραγματοποιούνται μέσω της φοροδιαφυγής ή παραβιάζοντας όλους τους κανόνες δικαίου, όλους τους νομικούς κανόνες, καταφέρνοντας την λήψη εμπιστευτικών πληροφοριών, την παροχή ανεξόφλητων ενυπόθηκων δανείων ή με οποιοδήποτε άλλο τέχνασμα [* 12].

Μέχρι τον Ιούνιο του 2015, μόνο στις ΗΠΑ, μέσω συμφωνιών εκτός του νομικού συστήματος, συμφωνήθηκε να πληρωθούν περίπου εκατό δισεκατομμύρια δολάρια σε φόρους για τα νομικά αδικήματα που σχετίζονται με την οικονομική κρίση του 2008 [* 13]. Σε καμία από τις περιπτώσεις αυτές δεν φθάσαμε στην κρίση σε δικαστήριο και κανείς μέχρι τώρα έχει πάει στη φυλακή. Τώρα, αυτό δείχνει ότι υπάρχει μια βαθιά ενσυναίσθηση μεταξύ του νομικού συστήματος και των αναγκών των χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων να παραβιάζουν το νόμο, για να κατακτούν κέρδη [* 14]. Στην πραγματικότητα, για να πάρετε μια ιδέα για το ύψος των προστίμων που θα έπρεπε να έχουν συλλεχθεί, χάρη σε μια δίκαιη καταδίκη σε μια νομική διαδικασία και δίκη, θα έπρεπε να προσθέσετε τις αμοιβές των δικηγόρων στα τέλη εκκαθάρισης. Ένα σημαντικό μέρος των πληρωμών αυτών, ωστόσο, έχει δηλωθεί για φορολογικούς σκοπούς, ως δαπάνη των επιχειρήσεων [* 15].

Δεύτερον, ιστορικά, ο καπιταλισμός έχει απαιτήσει την ύπαρξη μιας σταθερής διεθνούς τάξης, που να διατηρείται από μια ηγεμονική δύναμη. Ο ρόλος αυτός έχει ασκηθεί για πρώτη φορά από τη Φλωρεντία, περνώντας αργότερα από τις Κάτω Χώρες, το Ηνωμένο Βασίλειο και, αργότερα, μετά τον πόλεμο, από τις Ηνωμένες Πολιτείες. Όταν η ηγεμονική θέση αμφισβητήθηκε ή έγινε ασαφής, όπως συνέβη κατά το πρώτο μισό του 20ού αιώνα, η σύγκρουση ήταν ανεξέλεγκτη, και συνοδεύτηκε από σοβαρή οικονομική αναστάτωση. Από το 1970, οι Ηνωμένες Πολιτείες αποδείχθηκαν πάντα όλο και λιγότερο ικανές και ακόμη λιγότερο πρόθυμες να προσφέρουν εκείνα τα κοινά αγαθά που αναμένονταν από μια ηγεμονική καπιταλιστική χώρα, αντ ‘αυτού, έχουν γίνει παράσιτα στην παγκόσμια οικονομία. Μια λύση συνεργασίας, διεθνούς τάξεως, του προβλήματος, για παράδειγμα μέσω του μοιράσματος της εξουσίας μεταξύ των ΗΠΑ και της Κίνας δεν φαίνεται στον ορίζοντα. Στην περιφέρεια του παγκόσμιου καπιταλιστικού συστήματος, οι Ηνωμένες Πολιτείες έχουν στη συνέχεια χάσει αρκετούς πολέμους, η δημοκρατική-καπιταλιστική ανάπτυξη, δηλαδή, η »εθνική κατασκευή», έχει αποτύχει σε πολλά μέρη του κόσμου. Αντί του μεταπολεμικού σχεδιασμού ενός παγκόσμιου συστήματος κυρίαρχων Κρατών, που θα είχαν αγκαλιάσει ολόκληρο τον κόσμο, μεγάλες και αυξανόμενες περιοχές καθίστανται «δίχως Κράτος». Σε πολλές από αυτές τις περιοχές, φονταμενταλιστικά θρησκευτικά κινήματα έχουν πάρει τον έλεγχο, απορρίπτοντας τον μοντερνισμό και το διεθνές δίκαιο, αναζητούν μια εναλλακτική λύση στον καταναλωτισμό του σύγχρονου καπιταλισμού, από τον οποίον δεν μπορούν πλέον να ελπίζουν ότι θα αποκομίσουν κάποιο όφελος για τις χώρες τους. Όλο και συχνότερα, ορισμένα από αυτά τα κινήματα βρίσκουν συμμάχους στον παγκόσμιο Βορρά, ιδίως μεταξύ των μεταναστών του Νότου που είναι κάτοικοι εκεί, οι οποίοι αντιδρούν στον κοινωνικό και οικονομικό τους αποκλεισμό φέρνοντας τον πόλεμο από τα περίχωρα, από τις περιφέρειες προς το κέντρο.

Πώς μπορεί να τελειώσει ο καπιταλισμός χωρίς να υπάρχει ήδη μια νέα κοινωνία έτοιμη να πάρει τη θέση του; Για να το καταλάβουμε αυτό, πρέπει να εγκαταλείψουμε την ιδέα της ομαλής διαδοχής των κοινωνικών σχηματισμών, δηλαδή, την ιστορική-υλιστική προσδοκία σύμφωνα με την οποίαν μια κοινωνία πεθαίνει φέρνοντας στο φως μια πιο νέα και προηγμένη κοινωνία, συμπεριλαμβάνοντας σε αυτό το σφάλμα την θέση των μπολσεβίκων σύμφωνα με την οποίαν μια κοινωνική τάξη τελειώνει μόνο όταν μια διαφορετική και ξεχωριστή κοινωνική τάξη αναλαμβάνει τα ηνία κατόπιν εντολής  την της κεντρικής επιτροπής ενός νικηφόρου επαναστατικού κόμματος.
Ταυτόχρονα, πρέπει επίσης να είμαστε προσεκτικοί ώστε να μην γίνουμε θύματα ενός σύγχρονου ισοδύναμου αυτής που θα μπορούσε να ονομαστεί «η ψευδαίσθηση της Ραβέννα»: της βαθιάς πεποίθησης των κυρίαρχων τάξεων της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας τον πέμπτο αιώνα, σχετικά με την προκαθορισμένη αθανασία του πολιτισμού τους. Συνέχισαν να την θεωρούν ως ακλόνητη ακόμη και όταν τα εδάφη στα οποία υπολόγιζαν τότε μειώθηκαν στην μικρή πόλη της Ραβέννα, στην Αδριατική. Από την στιγμή που αυτή η πόλη περιβαλλόταν από βάλτους, αυτό της επέτρεψε την αναβολή της τελικής κατάρρευσης, ενώ οι γερμανικές ορδές κατέλαβαν και λεηλατούσαν τη Ρώμη, μαζί με όλες τις επαρχίες της Δυτικής Αυτοκρατορίας. Πεπεισμένες για το γεγονός ότι η ζωή θα μπορούσε ενδεχομένως να γυρίσει πίσω για να είναι αυτή που ήταν πάντα, οι οικογένειες των ηγεμόνων της Ρώμης, στο καταφύγιο τους στη Ραβέννα, συνέχισαν να ασχολούνται με τις ίντριγκες τις σχετικές με την διαδοχή στην Αυτοκρατορία [* 16]. ..

Από αυτό το παράδειγμα, πρέπει να μάθουμε ότι μερικές φορές η αισιοδοξία γεννιέται μόνο από την έλλειψη φαντασίας. Πρέπει να εξετάσουμε την πιθανότητα κατά την οποίαν μια κοινωνική τάξη θα μπορούσε να οδηγηθεί, όχι σε μια άλλη τάξη, αλλά σε μιαν διαρκή διαταραχή, αταξία – δηλαδή, σε μιαν ιστορική εποχή αβέβαιης διάρκειας κατά την οποία, σύμφωνα με τα λόγια του Αντόνιο Γκράμσι, »το γέρικο πεθαίνει, αλλά το νέο δεν μπορεί ακόμη να γεννηθεί «[* 17].

Πώς μπορεί να είναι η ζωή σε μια τέτοια περίοδο, σε μια τέτοια εποχή; Σύμφωνα με τον Γκράμσι, η κατάρρευση μιας κοινωνικής τάξης μέσα στην απουσία διαδόχου μπορεί να οδηγήσει σε»ένα μεσοδιάστημα στο οποίο ξεκινούν να υπάρχουν παθολογικά φαινόμενα όλων των ειδών» [* 18] – με άλλα λόγια, πέφτουμε σε μια κοινωνία μέσα στην οποίαν υπάρχει έλλειψη θεσμών συνεκτικών, με συνέπεια, να μην υπάρχουν θεσμοί που να είναι σε θέση να εξομαλύνουν τις ζωές των μελών της, προστατεύοντας τους από ατυχήματα και ανωμαλίες κάθε είδους. Σε ένα τέτοιο μεσοδιάστημα, η ζωή χαρακτηρίζεται από την απουσία δομικού προσδιορισμού, δομικής αποφασιστικότητας [* 19] και όπου, ως εκ τούτου, όλα γίνονται απρόβλεπτα.
Μία τέτοια κοινωνία αδυνατεί να παρέχει στα μέλη της αξιόπιστους κανόνες με τους οποίους να μπορούν να οργανωθούν: αντιστρόφως, απαιτεί συνεχή αυτοσχεδιασμό, προκαλώντας τα άτομα να αντικαταστήσουν μια δομημένη συμπεριφορά με μια καθαρά στρατηγική συμπεριφορά – μια κατάσταση που παρέχει ευκαιρίες εξαιρετικές, διότι οι ολιγάρχες και οι πολέμαρχοι όλων των ειδών θα αναγκάσουν την πλειοψηφία να ζει σε μια κατάσταση ανασφάλειας, αβεβαιότητας και ανομίας. Δημιουργείται, έτσι, μια πολύ παρόμοια κατάσταση με εκείνη του μεγάλου μεσοδιαστήματος που ξεκίνησε τον πέμπτο αιώνα, και τώρα ονομάζεται Μεσαίωνας.

Στον σύγχρονο καπιταλισμό, το σύστημα ολοκλήρωσης-ενσωμάτωσης βρίσκεται σε μια ασταθή κατάσταση αλλαγής, η οποία δεν φαίνεται να οδηγεί σε μια νέα σταθερή τάξη. Αναταράξεις και ακινησία, στασιμότητα και δυναμική είναι όλο και περισσότερο στενά συνδεδεμένες. Αυτό το είδος κοινωνικής δομής τροφοδοτεί ένα είδος κοινωνικού ατόμου (Gerth και Mills, 1953): το ατομικιστικό άτομο, σκόπιμα αυτάρκες, desocialized-αποκοινωνικοποιημένο, το οποίο στηρίζεται μόνο στην αυτο-εποπτευόμενη νεοφιλελεύθερη κυβερνησιμότητα (Foucault, 2008) για να αντισταθμίσει την απουσία κυβέρνησης και την αδύναμη διακυβέρνηση-governance. Σε αυτό τον κοινωνικό κόσμο τον απροσδιόριστο αναδύεται μια ανώμαλη κοινωνική δομή, ή καλύτερα, εκείνη που υπάρχει αντικαθίσταται από ένα δίκτυο ιδιοτελών ατόμων που αυτοσχεδιάζουν, που κινούνται μέσα σε δίκτυα τα οποία σχηματίζονται από ευκαιριακές σχέσεις, οπορτουνιστικές. Πρόκειται, ως εκ τούτου, για μια κοινωνία υποκατάστασης (Ersatz), ανταλλακτική, χρηστών, στη θέση μιας κοινωνίας που σχηματίζεται από ολοκληρωμένα μέλη, ενσωματωμένα. Χτισμένη εν μέρει από τα κάτω, φαίνεται να έχει κατασκευαστεί με βάση μια ελευθεριακή πληθώρα εναλλακτικών λύσεων, οι οποίες πωλούνται ιδεολογικά σαν να επρόκειτο για ένα μεγάλο λούνα παρκ. Αλλά, στην πραγματικότητα, αυτή αντανακλά μόνο την καταστροφική απουσία κοινωνικής τάξης.

H διασπασμένη κοινωνία που κυριαρχεί στο μετα-καπιταλιστικό μεσοδιάστημα δεν έχει κανονιστική νομιμοποίηση – μεταμόρφωσε την ευθύνη ως αυτοσκοπό στις ορθολογικές επιλογές των μελών της ως άτομα, αφήνοντάς τους δίχως οδηγίες χρήσεις, δίχως να τους εκπαιδεύσει στο πως να κάνουν καλές επιλογές. Αν και αυτό μπορεί , και έτσι είναι, να παρουσιάζεται ως απελευθέρωση, στην πραγματικότητα του μετα-καπιταλισμού, ο χώρος των κανόνων και των κοινωνικών θεσμών καταλαμβάνεται από την απληστία και τον φόβο. Και αυτά τα δυο συναισθήματα στη συνέχεια λειτουργούν σαν τελικοί μηχανισμοί κοινωνικού ελέγχου. Μαζί, τροφοδοτούν την»αυτο-εξοικονόμηση» και «αυτο-εμπορευματοποίηση» των ίδιων των ατόμων που αγωνίζονται να διατηρηθούν προσαρμόσιμοι στις απρόβλεπτες μορφές της μεταβολής-εξέλιξης των συνθηκών. Επιδιώκουν, ως εκ τούτου, την αμείλικτη ανταγωνιστική επένδυση της «ευελιξίας» τους και του δικού τους «ανθρώπινου κεφαλαίου».

Θέλουν να μεγιστοποιήσουν την στάση τους απέναντι στην αξιοκρατία που φαντάζονται πως έχει η «ελεύθερη» αγορά – η οποία είναι, στην πραγματικότητα, ένας κόσμος όπου εκρήγνυνται οι ανισότητες. Η αυτάρκεια μπαίνει στην ημερήσια διάταξη, αν και – και ακριβώς επειδή – μερικοί πιστεύουν πολύ περισσότερο στον «εαυτό» τους, από ό, τι κάποιοι άλλοι. Στον μετα-καπιταλισμό, η απόκτηση του ιδιωτικού κέρδους θα συνεχιστεί, ακόμα και κάτω από τη σκιά της αβεβαιότητας που θα ευδοκιμήσει σε μια κοινωνία που θα σημαδεύεται από την ανομία, με παρακμιακούς θεσμούς, με χαμηλή συνεκτικότητα, με διαδοχικές κρίσεις, που διασχίζεται από συγκρούσεις και τοπικές διαφορές λιγότερο ή περισσότερο εκτεταμένες.

Η μαζική συνεργασία, σε συνδυασμό με τη συσσώρευση του κεφαλαίου, θα λάβουν ώθηση από μια κουλτούρα ανταγωνιστικής κατανάλωσης. Σε μεγάλο μέρος της Ασίας, η συνεργασία αυτή φαίνεται τώρα να βασίζεται σε έναν βαθύ συλλογικό κομφορμισμό. Ωστόσο, θα χρειαστεί επίβλεψη για να προστατευτεί από την ανατροπή της μετα-υλιστικής αλλαγής της αξίας, λόγω της μείωσης της αγοραστικής δύναμης. Οι ζωές των ατόμων σε αυτό το μετα-καπιταλιστικό μεσοδιάστημα στο οποίο θα κυριαρχίσει το»ο σώζων εαυτόν σωθήτω» θα ακολουθήσει τις προδιαγραφές συμπεριφοράς του νεοφιλελεύθερου δόγματος (Dardot και Laval, 2013). Και αυτό σημαίνει ότι θα χρειαστεί να καούν στη ρίζα οι βασικές αρχές μιας οικονομίας και μιας επιτυχημένης κοινωνίας.

Όπως γνωρίζετε, η κοινωνική ζωή δεν μπορεί να περιοριστεί στην οικονομική ζωή και η οικονομική ζωή δεν είναι δυνατή έξω από μια κοινωνία που την τρέφει. Εδώ ισχύει η δωδέκατη πρόταση του βιβλίου «Η ηθική διάσταση» του Amitai Etzioni (1988, σελ 257.): «Όσο περισσότερο οι άνθρωποι αποδέχονται το νεοκλασικό παράδειγμα ως οδηγό για τη δική τους συμπεριφορά [και όχι απλώς ως μια βολική απολογία του οικονομικού συστήματος της σχέσης του κεφαλαίου], τόσο περισσότερο θα υπονομεύεται η συλλογική ικανότητα να διατηρείται μια οικονομία της αγοράς. » Το μέλλον του καπιταλισμού φαίνεται ζοφερό.

Wolfgang Streeck – 2014 –

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ:

[*1] – Ερευνητής στο Istituto Max-Planck per lo Studio delle Società, Ινστιτούτο για την Μελέτη των Κοινωνιών, με έδρα την Colonia, στην Germania. E-mail: streeck@mpifg.de

[*2] – Αυτό που ακολουθεί είναι μια συμπυκνωμένη και ενημερωμένη έκδοση του πολύ μεγαλύτερου άρθρου που δημοσιεύθηκε στο παρελθόν, το 2014. Δείτε επίσης το επόμενο βιβλίο: «Πώς θα τελειώσει ο καπιταλισμός;», που δημοσιεύθηκε από το Verso το Σεπτέμβριο το 2016, «How will capitalism end?».

[*3] -Ο Lawrence «Larry» Summers, επικεφαλής των τεχνικών της βορειοαμερικανικής μηχανής συσσώρευσης κεφαλαίου, στο οικονομικό Φόρουμ του ΔΝΤ το νοέμβριο του 2013 δήλωσε τα εξής: «Αν πάμε πίσω για να μελετήσουμε την οικονομία στα προηγούμενα της κρίσης χρόνια, βλέπουμε κάτι λίγο παράξενο. Πολλοί άνθρωποι πιστεύουν ότι η οικονομική πολιτική που τότε ασκούνταν ήταν πολύ ανεκτική. Όλοι συμφωνούν στο γεγονός ότι χρειάζονταν ένας μεγάλος όγκος απερίσκεπτου δανεισμού. Σχεδόν όλοι συμφωνούν ότι ο πλούτος, έτσι όπως τον είχαν ζήσει οι οικογένειες, φαίνονταν μεγαλύτερος από αυτό που πραγματικά ήταν. Πολύ εύκολο χρήμα, πάρα πολλά δάνεια, πολύς πλούτος. Φαίνονταν να υπάρχει μια μεγάλη έκρηξη εκεί! Δεν υπήρχε μεγάλη πίεση προκειμένου να αξιοποιηθούν οι μονάδες, τα επίπεδα ανεργίας δεν ήταν σε εξαιρετικά χαμηλό επίπεδο, ο πληθωρισμός φαίνονταν να είναι εντελώς ήσυχος, κατά κάποιο τρόπο, ακόμη και μια μεγάλη φούσκα δεν έμοιαζε αρκετή για να παράξει κάποια υπέρβαση της συνολικής ζήτησης». Κείμενο διαθέσιμο στο Facebook. https://m.facebook.com/notes/randy-fellmy/transcript-of-larry-summers-speechat-theimf-economic-forum-nov-8-2013/585630634864563

[*4] -Από τότε, το συνολικό χρέος συνέχισε να αυξάνεται. Δείτε την έκθεση του McKinsey Global Institute (2015). Πολύ κεϋνσιανή ρητορική ρίχτηκε στη θάλασσα, προκειμένου να μειωθούν οι κίνδυνοι που συνδέονται με αυτή την ανάπτυξη, ακόμη και αν το χρέος δεν είναι ακριβώς κεϋνσιανού τύπου, όπως έχει συσσωρευτεί εδώ και δεκαετίες.

[*5] – Στα αγγλικά: “quantitative easing”.

[*6] -Ο Paul Krugman, ο ιδεολόγος που προτιμάται από τον κεϋνσιανισμό της κεντροαριστεράς, είναι μια ενδιαφέρουσα περίπτωση. Σχολιάζοντας στην εφημερίδα New York Times (16/11/2013) τα »λόγια» του Summers για την « κοσμική στασιμότητα » (βλέπε σημείωση [* 2]), αρχίζει παραφράζοντας τον Keynes. Εδώ είναι τι είπε:»Όλη η δαπάνη είναι καλή, στη συνέχεια, αν η δαπάνη είναι παραγωγική, είναι ακόμα καλύτερα, αλλά μια μη παραγωγική δαπάνη είναι καλύτερη από το τίποτα». Από τα ανωτέρω προκύπτει η δήλωση σύμφωνα με την οποία»οι ιδιωτικές δαπάνες, ακόμη και αν είναι εν μέρει ή εντελώς μια σπατάλη,» ακόμα κι έτσι μπορεί να είναι «κάτι καλό». Για να τονίσει αυτή τη δήλωση, ο Krugman πρόσθεσε,»ας υποθέσουμε ότι οι αμερικανικές εταιρείες, που σήμερα κάθονται επάνω σε ένα τεράστιο βουνό από χρήματα, έχουν κατά κάποιο τρόπο την πεποίθηση ότι θα ήταν μια εξαιρετική ιδέα να μετατρέψουν όλους τους υπαλλήλους τους σε cyborgs, εξοπλισμένους με Google Glass και έξυπνα ρολόγια. Ας υποθέσουμε, επίσης, ότι τρία χρόνια αργότερα έρχονται να συνειδητοποιήσουν ότι στην πραγματικότητα δεν θα κερδίσουν κανένα ουσιαστικό κέρδος από όλες αυτές τις δαπάνες. Παρ ‘όλα αυτά, η έκρηξη των επενδύσεων που θα έχει παραχθεί, θα έχει δώσει αρκετά χρόνια αυξημένης απασχόλησης, χωρίς πραγματική σπατάλη, δεδομένου ότι οι πόροι που θα έχουν χρησιμοποιηθεί , σε αντίθετη περίπτωση, θα είχαν μείνει αχρησιμοποίητοι».
Όσον αφορά τις φούσκες, λέει: «Τώρα ξέρουμε ότι η οικονομική ανάπτυξη που έλαβε χώρα μεταξύ του 2003 και του 2007 οδηγήθηκε, σπρώχθηκε από μια φούσκα. Μπορούμε, επίσης, να πούμε το ίδιο και για την τελευταία περίοδο ανάπτυξης της δεκαετίας του 1990, μπορούμε επίσης να πούμε πραγματικά το ίδιο για τα τελευταία χρόνια της ανάπτυξης Ρήγκαν, που παράχθηκε από μια απόδραση από τα ινστιτούτα των ταμιευτηρίων, και δημιούργησε μια μεγάλη φούσκα στον τομέα των εμπορικών ακινήτων … ».
Όλα αυτά, σύμφωνα με τον Κρούγκμαν, έχουν «μερικές ριζικές επιπτώσεις», ανάμεσα στις οποίες, σύμφωνα  επίσης με τον Summers, συμπεριλαμβάνεται η εξής:»πολλά από αυτά που θα μπορούσαν να έχουν γίνει για να αποφευχθεί μια μελλοντική κρίση θα ήταν αντιπαραγωγικά» μπροστά στις νέες συνθήκες. Μία άλλη επίπτωση θα ήταν η εξής: «ακόμα και μια βελτίωση του δημοσιονομικού κανονισμού δεν θα είναι απαραιτήτως ένα καλό πράγμα», δεδομένου ότι «θα μπορούσε να αποθαρρύνει τα ανεύθυνα δάνεια, τα οποία δικαιολογούνται όταν κάποιος μεγαλύτερος όγκος δαπανών γίνεται καλός για την οικονομία. » Επιπλέον, θα μπορούσε να είναι ενδιαφέρον «για την ανοικοδόμηση του νομισματικού μας συστήματος στο σύνολό του – ας πούμε, με την εξάλειψη των χαρτονομισμάτων και πληρώνοντας αρνητικά επιτόκια για τις καταθέσεις», κλπ ..
Κείμενο διαθέσιμο εδώ: http://krugman.blogs.nytimes.com/2013/11/16/secular-stagnation-coalminesbubbles-and-larry-summers/?_r=0

[*7] – Ο Uber προσφέρει ένα καλό παράδειγμα της εξέλιξης των συνθηκών απασχόλησης. Βλέπε, για παράδειγμα, το άρθρο «»Rising Economic Insecurity Tied to Decades – Long Trend in Employment Practices», στην The New York Times της 12ης Ιουλίου 2015. Σύμφωνα με την αναφερόμενη έκθεση, πάνω από 160.000 άνθρωποι στις ΗΠΑ εξαρτώνται μόνο από την ber με σκοπό την ύπαρξής τους, από αυτούς, μόνο 4.000 ήταν τακτικοί υπάλληλοι.
http://www.nytimes.com/2015/07/13/business/rising-economic-insecurity-tied-todecades-long-trend-in-employment-practices.html?smid=li-share&_r=0

[*8] – Randall Collins, The end of middle-class work: no more escapes, p. 37-69. In: Wallerstein et al, 2013.

[*9] – Ένα θεωρητικό τέχνασμα που χρησιμοποιείται συχνά για να ελαχιστοποιηθεί το μέγεθος της κρίσης της ανάπτυξης, ιδιαίτερα εκείνης που ακολούθησε την οικονομική κατάρρευση του 2008, συνίσταται στο να υποδεικνύουμε τους λεγόμενους BRICS (μια ένωση που σχηματίζεται από τη Βραζιλία, Ρωσία, Ινδία, Κίνα και Νότια Αφρική), σαν τα μελλοντικά κέντρα ανάπτυξης του παγκόσμιου καπιταλισμού. Θα πρέπει να υπενθυμίσουμε, ωστόσο, ότι η ετικέτα BRICS εφευρέθηκε από έναν πωλητή τίτλων της Goldman Sachs, στις αρχές του 2000, σαν ένα εμπορικό σήμα για ένα νέο ταμείο επενδύσεων. Εν τω μεταξύ, όμως, αυτές οι πέντε αυτές χώρες έχουν αποτύχει να συμβάλουν στον συνολικό συντονισμό της καπιταλιστικής οικονομίας, δεν ήταν σε θέση να αρχίσουν να αναλαμβάνουν τις ευθύνες των ΗΠΑ – ηγεμονική χώρα σε φθίνουσα πορεία που έδρασε όλο και πιο ανεύθυνα. Και αυτές οι χώρες, παρεμπιπτόντως, μπήκαν σε κρίση, ακόμη και η Κίνα έχει βιώσει δυσκολίες δεδομένου ότι οι ρυθμοί ανάπτυξης μειώνονται, οι τιμές των μετοχών πέφτουν, το χρέος αυξάνεται με ταχείς ρυθμούς και υπάρχει μια αύξηση της συστημικής διαφθοράς.

[*10] -Σύμφωνα με τους New York Times, «λιγότερες από 400 οικογένειες» ήταν «υπεύθυνες για σχεδόν το ήμισυ των χρημάτων που συγκεντρώθηκαν στην προεκλογική εκστρατεία του 2016, μια συγκέντρωση πολιτικών δωρητών που δεν έχει προηγούμενο τα τελευταία χρόνια.» Στο τέλος του ιουλίου του προεκλογικού χρόνου 2015, οι συνολικές συνεισφορές της εκστρατείας ανήλθαν σε 388 εκατομμύρια $. Δείτε το άρθρο «Μικρή πισίνα με πλούσιους δωρητές κυριαρχεί στις εκλογικές παροχές», The New York Times 1 Αυγούστου, 2015, «Small pool of rich donors dominates election giving».
http://www.nytimes.com/2015/08/02/us/small-pool-of-rich-donors-dominateselection-giving.html?_r=0

[*11] – Αξίζει να σημειωθεί ότι η στασιμότητα είναι μια ασθένεια τουλάχιστον εξίσου σοβαρή όσο και οι άλλες που αναφέρονται. Σε πολιτικό επίπεδο, αυτό σημαίνει ότι το αυξανόμενο πλεόνασμα του πληθυσμού στις πλούσιες καπιταλιστικές χώρες, συμπεριλαμβανομένων των μεταναστών δεύτερης και τρίτης γενιάς, δεν θα έχουν την ευκαιρία να καλύψουν τη διαφορά για το φθίνον – σύνολο – από εκείνους οι οποίοι βρίσκονται σε καλή κατάσταση. Το ίδιο ισχύει και για την χαμένη γενιά και για εκείνους που φιλοδοξούν να γίνουν μέλη των μεσαίων τάξεων στα εδάφη, στις περιοχές που βρίσκονται σε ανάπτυξη και κυβερνώνται – ή δεν κυβερνώνται – από Κράτη σε κατάσταση πτώχευσης. Ο καπιταλισμός, όπως ξέρουμε, βασίζεται κυρίως στην ελπίδα για μια καλύτερη ζωή στο μέλλον. Έχει αυτό από κοινού με τον χριστιανισμό. Η πίστη στον καπιταλισμό και στο χρηματοπιστωτικό του σύστημα εξαρτάται, επίσης, πέρα από την «ατελείωτη ανάπτυξη», και από άλλες υποσχέσεις όπως οι αβλαβείς εξωτερικές επιδράσεις, οι παγκόσμιες αρμοδιότητες, οι συνεχείς αυξήσεις της παραγωγικότητας, η ανεξάντλητη ζήτηση, η ακόρεστη κατανάλωση .. . και η βιωσιμότητα των βουνών του χρέους. Καμία από αυτές τις υποσχέσεις πραγματοποιείται στον πραγματικό κόσμο.
http://uklife.org/2015/01/15/promises/

[*12] – Για τους μισθούς των διευθυντών, συμβουλευτείτε Neckel (2014), θα πρέπει επίσης να εξεταστεί ο επαγγελματικός αθλητισμός, μια δραστηριότητα που κατά τις τελευταίες δεκαετίες έχει γίνει μια μεγάλη παγκόσμια βιομηχανία και χρηματοδοτείται κατά κύριο λόγο από τις διαφημίσεις για τα καταναλωτικά αγαθά. Μπορεί να υποτεθεί με κάποια βεβαιότητα ότι μεταξύ των κύριων δραστηριοτήτων της, όπως είναι το κολύμπι και ο κλασικός αθλητισμός, αλλά και η ποδηλασία, οι κύριοι ανταγωνιστές συνήθως χρησιμοποιούν υπηρεσίες από ειδικούς στον τομέα των υπερ-αποδόσεων, που χρησιμοποιούν παράνομες μεθόδους.

[*13] – Frankfurter Allgemeine Zeitung, 29 de junho, 2015.

[*14] – Ο Eric Holder, για να ασκήσει την εντολή του ως γενικός εισαγγελέας στις Ηνωμένες Πολιτείες, μεταξύ 2008 και 2014, προσωρινά απομακρύνθηκε από ένα δικηγορικό γραφείο που συνήθιζε να εκπροσωπεί τις επιχειρήσεις της Wall Street. Πριν από την ανάληψη αυτής της θέσης, κέρδιζε περίπου $ 2.5 εκατομμύρια το χρόνο. Το 2015, επέστρεψε στη θέση του στο ίδιο δικηγορικό γραφείο. Δείτε: «Eric Holder, Wall Street Double Agent, comes in from de cold» , στο «Rolling Stone», 8 Ιουλίου 2015.
http://www.rollingstone.com/politics/news/eric-holder-wall-street-double-agentcomes-in-from-the-cold-20150708
Είναι προφανές ότι ο Πρόεδρος Ομπάμα που διόρισε τον Holder, έλαβε το εν τρίτο, ίσως και τα μισά των εισφορών για την προεκλογική εκστρατεία του για την προεδρία των Ηνωμένων Πολιτειών από την χρηματοπιστωτική βιομηχανία.

[*15] – Για να καταλάβουμε το μέγεθος, θα πρέπει να θυμόμαστε τη νομική δράση των εισαγγελέων των ΗΠΑ εναντίον της FIFA, η οποία, με τεράστια δημοσιότητα, δικάστηκε στις αρχές του 2015 για διαφθορά. Τα έσοδα της FIFA στα έξι χρόνια του θέματος που μας απασχολεί ήταν περίπου 5 δισεκατομμύρια $, εκ των οποίων ίσως ένα δισεκατομμύριο είχε χρησιμοποιηθεί παράνομα (αν και ακόμα το ακριβές ποσό της διαφθοράς δεν είναι γνωστό). Το ποσό αυτό είναι ίσο με το 1% της αξίας που καταβλήθηκε από τις τράπεζες των ΗΠΑ για να απελευθερωθούν από την ποινική δίωξη.

[*16] – Gibbon (1993 [1776]), volume 3, σ. 218.

[*17] – Όπως λέει ο ίδιος στο έργο του «Prison Notebooks, Τετράδια από την φυλακή»: «Η κρίση συνίσταται στο γεγονός ότι το παλιό πεθαίνει και το νέο δεν μπορεί να γεννηθεί.»

[*18] – Λέει: «… Σε αυτό το μεσοδιάστημα, θα συμβούν τα πιο ποικίλα νοσηρά φαινόμενα.»

[19] – Ομοίως, να δούμε αυτό που γράφει ο Calhoun στο άρθρο του για το εξαιρετικό βιβλίο του Wallerstein και άλλων (2013).

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΊΑ-ΠΑΡΑΠΟΜΠΈΣ:

Bowman, A., Erturk, I., Froud, J., Johal, S., Law, J., Leaver, A., Moran, M. and Williams, K. – The End of the Experiment. Manchester: Manchester University Press, 2014.
Dardot, P. and Laval, C. – The New Way of the World: On Neo-Liberal Society. London and NY: Verso, 2013.
Dunn, J. – Setting the People Free: The Story of Democracy. London: Atlantik Books, 2005.
Etzioni, A. – The Moral Dimension: Toward a New Economics. New York: The Free Press, 1988.
Foucault, M. – The birth of biopolitics: lectures at the College de France, 1978–1979. London: Palgrave Macmillan, 2008.
Gerth, H. and Mills, C. W. – Character and social structure: the psychology of social institutions. New York: Harcourt, Brace, 1953.
Gibbon, E. – The decline and fall of the Roman Empire. Three Volumes. New York: Alfred A. Knopf, 1993 [1776].
Lockwood, D. – Social integration and system Integration. In: Zollschan, G. K. and Hirsch, W. (eds) Explorations in Social Change. London: Houghton Mifflin, 1964, pp. 244– 257.
Mandeville, B. – The fable of the bees: or, Private Vices, Public Benefits. Indianapolis: Liberty Fund, 1988 [1714].
McKinsey Global Institute – Debt and (Not Much) Deleveraging. London, San Francisco, Shanghai: McKinsey & Company, 2015.
Neckel, S. – Oligarchische Ungleichheit. Winner-take-all-Positionen in der (obersten)
Oberschicht. WestEnd. In: Neue Zeitschrift für Sozialforschung, 20, 2014, p. 51–63.
Offe, Claus – Governance: “Empty Signifier” oder sozialwissenschaftliches Forschungsprogramm? In: Schuppert, G. F. and Zürn, M. (eds) Governance in
einer sich wandelnden Welt. Politische Vierteljahresschrift, Sonderheft, Bd. 41, 2008, p. 61–76.
Smith, A. – An inquiry into the nature and causes of the wealth of nations. Oxford and New York: Oxford University Press, (1993 [1776]).
Streeck, W. – How Will Capitalism End? New Left Review, vol. 87, 2014, p. 35–64.
Wallerstein, I., Collins, R., Mann, M., Derluguian, G. and Calhoun, C. – Does Capitalism Have a Future? Oxford: Oxford University Press, 2013

πηγή: Economia e Complexidade

Uncategorized

Η παγανιστική ανταρσία – La ribellione pagana

on 23 Σεπτεμβρίου 2016.

Κείμενο του Gigi Roggero με βάση το μυθιστόρημα του Joseph Roth

Υπάρχουν εποχές και υπάρχουν απλές ιστορικές περίοδοι. Τι είναι μια εποχή; Μια φάση στην οποία όλα γίνονται δυνατά. Τι διακρίνει την εποχή; Πρώτα ένα πράγμα: η κρίση, στην ισχυρή αίσθηση, βαθιά, περιεκτική, συστηματική. Εκείνη στην οποίαν σκέφτεται και δρα ο Joseph Roth είναι αναμφίβολα μια εποχή, η μεγάλη εποχή του εικοστού αιώνα: αυτή που εκρήγνυται στον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο, που φέρει στην μήτρα της την επανάσταση, η οποία ανοίγει την ιστορία σε εντελώς διαφορετικές κατευθύνσεις, και μέχρι πρόσφατα αδιανόητες. Και για άλλη μια φορά, εποχή και κρίση είναι ένα. Ο Roth δεν είναι το ντετερμινιστικό προϊόν της εποχής, φυσικά. Ωστόσο, είναι εξίσου βέβαιο, χωρίς εκείνη την μεγάλη εποχή θα είχαν αλλάξει οι όροι-συνθήκες της δυνατότητας ώστε ένας Roth να παραχθεί.

Και ο Roth υπήρξε ένας μεγάλος, τεράστιος όχι μόνο συγγραφέας, αλλά ένας ερμηνευτής των υποκειμενικών και των συλλογικών μετασχηματισμών της εποχής εκείνης. Λίγο μας ενδιαφέρει αν Roth υπήρξε σοσιαλιστής ή μοναρχικός, αν ήταν στην πραγματικότητα «ο κόκκινος», όπως ο ίδιος υπέγραφε κάποια από τα άρθρα του, ή legitimist και λίγο νοσταλγικός. Για εμάς ο Roth είναι ένα ορυχείο χρυσού, και ίσως ακριβώς εκείνο το μάτι του μεγάλου δίχως αυταπάτες συντηρητικού, συγκλονισμένου από τη διάλυση της αυτοκρατορίας των Αψβούργων και όλων αυτών που ήταν σταθερά, σαν τον Musil, τον καθιστά ακόμη πιο πολύτιμο και ικανό να κατανοήσει αυτό που οι αριστεροί δεν είναι σε θέση να κατανοήσουν. Καλύτερα ένας μεγάλος αντιδραστικός παρά ένας μικρός μικρή επαναστάτης, λέγαμε κάποτε. Έτσι είναι ακόμη.

Παράδειγμα αυτού του μεγέθους είναι η ανταρσία, η εξέγερση, γραμμένο το 1924. Η ιστορία ξεκινά στην καρδιά του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου, και δεν θα μπορούσε να είναι διαφορετικά. Ο Ανδρέας Pum είναι ένας στρατιώτης, περήφανος που έχει αγωνιστεί για τη χώρα τους και για την τάξη, έτσι ώστε να τους έχουν χαρίσει ένα πόδι του για πάντα. Ήταν ικανοποιημένος με τον τρόπο που τα πράγματα πήγαιναν, είχε λάβει μια τιμητική διάκριση σε αντάλλαγμα του ακρωτηριασμένου του άκρου, ήταν ευχαριστημένος όταν έβλεπε ότι εκείνοι που ήταν κοντά σε αυτόν υπέφεραν. Πίστευε σε έναν δίκαιο Θεό, ο οποίος μοίραζε σφαίρες και ακρωτηριασμούς, αλλά όμως και μετάλλια σε εκείνους που το άξιζαν. Πίστευε στην κυβέρνηση, διότι «η κυβέρνηση είναι ένα πράγμα που στέκεται πάνω από τους ανθρώπους, έτσι όπως και ο ουρανός στέκεται πάνω από τη γη.» Αυτό που έρχεται από εκείνη την υψηλότερη οντότητα μπορεί να είναι ένα καλό ή κακό, δεν έχει σημασία, επειδή εξακολουθεί να είναι «ένα μεγάλο πράγμα, πολύ ισχυρό, ανεξερεύνητο και ανεξιχνίαστο.» Ο Ανδρέας περιφρονεί τους συναδέλφους στρατιώτες που βρίζουν εναντίον της κυβέρνησης, άνδρες χωρίς Θεό, χωρίς Αυτοκράτορα, χωρίς Πατρίδα », »με λίγα λόγια, ειδωλολάτρες.» Ο Ανδρέας ήταν ευχαριστημένος με αυτόν τον όρο: είναι ειδωλολάτρες εκείνοι που βρίσκονται στη φυλακή και σκοτώνουν, που κλέβουν και λιποτακτούν, είναι ειδωλολάτρες οι αντάρτες και οι μπολσεβίκοι.

Για τον ίδιο, σε αντίθεση με τους αλαζόνες ειδωλολάτρες, η κυβέρνηση σίγουρα έδειχνε ενδιαφέρον. Θα του έδινε μια μικρή δυνατότητα μεταπώλησης γραμματοσήμων, ή τουλάχιστον θα ανταπέδιδε την πίστη του στην καθεστηκυία τάξη με μια υπόσχεση ασφάλειας, ίσως θα έβρισκε γυναίκα του, στη συνέχεια, την εγγυημένη σύνταξη. Ο Ανδρέας σπρώχνει πέρα τους συναδέλφους στρατιωτες, περνάει πάνω από τυφλούς, κουτσούς και άνδρες χτυπημένους στην σπονδυλική στήλη, τρώει τα πάντα στο στρατιωτικό εστιατόριο, δεν παραπονιέται για τίποτα. Είναι ευγνώμων προς την κυβέρνηση, είναι ευγνώμων στο Θεό, είναι ευγνώμων προς την καθεστηκυία τάξη. Όποιος διαμαρτύρεται είναι ένας ειδωλολάτρης που δεν αξίζει τίποτα. Και ο Ανδρέας κατορθώνει πραγματικά να επιστρέψει στο σπίτι. Χωρίς το πόδι, προφανώς, και για να τα πούμε με ειλικρίνεια, ούτε και με την άδεια μεταπώλησης γραμματοσήμων που είχε ονειρευτεί, αλλά τουλάχιστον με ένα οργανάκι, με το οποίο μπορεί να γυρνά για να μαζεύει λίγα χρήματα. Και κυρίως με την βεβαίωση, που πιστοποιεί ότι αυτός, ο Ανδρέας Pum, είναι ένας ακρωτηριασμένος στον πόλεμο, ο οποίος αγωνίστηκε για τη χώρα και την τάξη, ο οποίος είναι άξιος σεβασμού και θαυμασμού από την κυβέρνηση.

Ο πρωταγωνιστής βρίσκει επίσης μια γυναίκα, τη χήρα ενός ανθρώπου που δεν έχει επιστρέψει από τον πόλεμο. Αυτή τον παντρεύτηκε από συμφέρον, τον ξεφορτώνεται για τον ίδιο λόγο. Αλλά δεν σταματούν εδώ οι κακοτυχίες του Ανδρέα: μία ημέρα σκοντάφτει μες το τραμ επάνω στην οργή ενός ισχυρού επιχειρηματία, που επιστρέψει από το γραφείο του δικηγόρου του που τον υπερασπίστηκε για κακοποίηση της γραμματέας του. Ο πλούσιος αξιοσέβαστος άνθρωπος χαρακτηρίζει τον Ανδρέα απατεώνα και ψεύτικο ανάπηρο, ακόμα χειρότερα, τον κατηγορεί ότι είναι ένας μπολσεβίκος. Εκείνος, ο Ανδρέας Pum, άγριος εχθρός των ειδωλολατρών, κατηγορείται ότι είναι ειδωλολάτρης. Ο Ανδρέας αντιδρά, επιτίθεται σε τον, ο εισπράκτορας και οι επιβάτες τον πετούν έξω από το τραμ, ένας αστυνομικός τον σταματά και του κατάσχει την άδεια.

Από εδώ ξεκινά μια νέα ιστορία για τον Ανδρέα Pum, ο οποίος ρίχνεται στη φυλακή χωρίς καν δίκη. Αλλά πάνω απ ‘όλα, εδώ αρχίζει να καταρρέει εκείνη η υπόσχεση που είχε πάρει το σχήμα μιας μικρής επιχείρησης γραμματοσήμων, μετά ενός οργάνου, τέλος πάντων, της ευγνωμοσύνη της κυβέρνησης. Ο Ανδρέας πλέον δεν πιστεύει στο Θεό, δεν πιστεύει πλέον στην Πατρίδα, δεν πιστεύει πλέον στην Κυβέρνηση. Ο Ανδρέας γίνεται ένας αντάρτης, επαναστάτης, ένας ειδωλολάτρης. Καταλήγει, μέσα στον σφιχτό εναγκαλισμό του θανάτου, να φαντάζεται ένα δικαστήριο μέσα στο οποίο αντιστρέφει τους ρόλους: καθισμένος στο εδώλιο του κατηγορουμένου εξεγείρεται ενάντια στην δικαιοσύνη της εξουσίας, δεν την αναγνωρίζει, κατηγορώντας τον Θεό και τους μπράβους του: «Από την πιο αφοσιωμένη πίστη αφυπνίστηκα στην πρόκληση, κόκκινη και επαναστατική. Θεέ μου, εάν ήμουν ζωντανός και όχι εδώ ενώπιον Σου, θα ήθελα να σε απαρνηθώ. Αλλά μιας και σε βλέπω με τα μάτια μου και Σε ακούω με τα ίδια μου τα αυτιά, θα κάνω χειρότερα από το να Σε αρνηθώ: θα Σε υβρίσω «!. Ο δικαστής σηκώνει το χέρι του και παρεμβαίνει, προσφέρει στον Ανδρέα μια θέση σε ένα μουσείο ή να κάνει τον φύλακα σε ένα πάρκο, ή αν προτιμά εκείνη του πωλητή σε αυτό που κάποτε ήταν ένα γωνιακό κατάστημα καπνού σε μια γωνιά του δρόμου. «Θέλω να πάω στην κόλαση!», είναι η απάντηση του Ανδρέα. Η πίστη στην καθεστηκυία τάξη έχει γκρεμιστεί για πάντα: εδώ ανοίγει η επαναστατική δυνατότητα, εδώ τελειώνει το μυθιστόρημα, μαζί με τη ζωή του πρωταγωνιστή.

Μια φορά, εκείνη την εποχή στην οποία ζει, σκέφτεται και γράφει ο Roth, η επανάσταση έγινε μετατρέποντας τον ιμπεριαλιστικό πολέμου σε εμφύλιο πόλεμο. Τώρα, όταν ο πόλεμος κατά κάποιο τρόπο φαίνεται να είναι παντού, αλλά μοιάζει να μην βρίσκεται πουθενά, εκείνη η ένδειξη και η αναφορά αυτή δεν μπορεί να συγκεκριμενοποιηθεί με τους ίδιους όρους. Ωστόσο, παραμένει η μέθοδος: να μετατρέψουμε κάτι σε κάτι άλλο. Αυτό το κάτι είναι η αποδοχή, εκείνο το κάτι άλλο είναι η σύγκρουση. Η κρίση, αυτή η σύγχρονη, έχει θέσει σε κίνηση μια κοινωνική σύνθεση εξαιρετικά διευρυμένη, οδοντωτή, αντιφατική. Επειδή η κρίση είναι πάντα και μια κρίση της καθιερωμένης ταυτότητας και της υποκειμενικότητας, που σχηματίζεται στην καπιταλιστική κοινωνική σχέση. Αυτή η κίνηση μπορεί να πάρει διαφορετικές κατευθύνσεις και αντίθετες, έτσι όπως έγινε πριν από έναν αιώνα. Το πρόβλημά μας, τότε όπως και τώρα, είναι πώς θα ενεργήσουμε για τον μετασχηματισμό εντός της εν λόγω σύνθεσης, με ποιον τρόπο δηλαδή θα σταθούμε σχεδιαστικά στο εσωτερικό της, μέσα στην κρίση, προς ποιαν κατεύθυνση θα δράσουμε. Ο Ανδρέας Pum μας δίνει ένα μάθημα: αυτοί που είναι πιστοί στην καθεστυκηία τάξη είναι διότι από αυτή την τάξη θα κερδίσουν, ή νομίζουν ότι θα κερδίσουν. Τη στιγμή που η τάξη αυτή δεν τους συμφέρει πλέον, ή ακόμα γίνεται αντιληπτή ως πηγή της επίθεσης στις συνθήκες διαβίωσής τους, γίνεται εχθρική, καθίσταται ο εχθρός τους.

Η διάρρηξη της σχέσης εμπιστοσύνης μπορεί συνεπώς, σε εξαιρετικά ταχείς χρόνους, να ανατρέψει την τυφλή πίστη σε μίσος για τα θεσμικά όργανα. Και πάλι: η υποκειμενικότητα των στοιχείων που αρχίζουν να αγωνίζονται για έναν περιορισμένο στόχο, αντιφατικό ή ακόμα και ενάντιο σε εμάς, υποβάλλεται σε μια διαδικασία μετασχηματισμού, όταν ο στόχος αυτός αποδεικνύεται ανέφικτος. Όταν η μεταπώληση των γραμματοσήμων είναι απραγματοποίητη, όταν ακόμα και η ευγνωμοσύνη της κυβέρνησης αποδεικνύεται ανόητη, δυνητικά ανοίγεται ένας τελείως διαφορετικός δρόμος, αυτός που πηγαίνει – συνειδητά ή ασυνείδητα – στη ρίζα των πραγμάτων, να την χτυπήσει. Ας έρθουμε ξανά στο παρόν: τι συμβαίνει με τη μεσαία τάξη που αγωνίζεται να αποκαταστήσει την μορφή της παρελθούσας ζωής της, την στιγμή κατά την οποίαν συνειδητοποιεί ότι αυτή η μορφή ζωής δεν επανορθώνεται πλέον, πως η καθεστηκυία τάξη δεν μπορεί πλέον να τηρήσει τις υποσχέσεις με τις οποίες συνήθιζε να ανταμείβει την υπακοή; Ο αγώνας, στην πραγματικότητα, είναι μια διαδικασία κατά την οποία αλλάζουν ριζικά οι υποκειμενικότητες, ανατρέπονται και αναποδογυρίζουν, μπορούν να καταστρέψουν την προηγούμενη ταυτότητα για να δημιουργήσουν μια νέα. Πόσους Ανδρέας Pum έχουμε δει τα τελευταία χρόνια, μέσα στην κίνηση των forconi, μεταξύ εκείνων που ψήφισαν για το Brexit, μεταξύ αυτών που αντιτίθενται στην διάσωση των τραπεζών. Είναι εκεί όπου πρέπει να δράσουμε, μέσα στη σάρκα και στο αίμα της κρίσης, ζωντανά, στη μέση της τελλουρικής της δύναμης, εκεί μέσα είναι όπου παίζεται ένα καθοριστικό παιχνίδι.

Αυτοί που πιστεύουν ότι οι διάφοροι Ανδρέας Pum είναι οντολογικά αντιδραστικοί, δεν καταλαβαίνουν τίποτα για την κρίση, δεν καταλαβαίνουν τίποτα για τον αγώνα. Ή πιο απλά, απολαμβάνουν ή ακόμα και σκέφτονται να απολαύσουν κάποιες από τις ευκολίες της καθεστηκυίας τάξης, ίσως ως συνεπείς κριτικοί ως προς αυτήν ή οριακά σαν νησιά αβλαβούς διαφωνίας. Θα πεθάνουν επιτέλους με την αριστερά . Ας τους αφήσουμε να απολαύσουν με τους εαυτούς τους τα καλά συναισθήματα και τις άϋλες, εξωπραγματικές ιδεολογίες, ενώ εμείς ας ξαναδιαβάσουμε μαζί με τον Roth τις μυστηριώδεις υποκειμενικές καμπύλες της γραμμής, της ευθείας. Έτσι θα καταλάβουμε ότι ο χρόνος και η εποχή δεν είναι χαραγμένη στην αντικειμενικότητα της ιστορικής εξέλιξης, στους σπασμούς του κεφαλαίου, στις εσωτερικές αντιφάσεις του. Η εποχή ανήκει στην ικανότητα να μετατρέπουμε τις ασάφειες σε πεδίο δράσης , σε κίνηση και κίνημα ρήξης, σε διαδικασία ανατροπής,σε ανατρεπτική δράση. Η εποχή δεν μας παραδίδονται από την ιστορία. Πρέπει να την κατακτήσουμε.

 

http://www.commonware.org/index.php/gallery/721-la-ribellione-pagana

σύγχρονη σκέψη, pensiero di oggi

Από το ηλιοβασίλεμα στην αυγή – Dal tramonto all’alba

183 visualizzazioni

roulette-russa

«Είμαστε στα πρόθυρα μιας εκδήλωσης, ενός γεγονότος που θα σηματοδοτήσει το τέλος της Δύσης (υπό αμερικανική ηγεσία)». Αυτός που λέγει αυτά δεν είναι ένας στρατευμένος αντί-ιμπεριαλιστής ούτε ένας protocampista . Είναι ο Martin Wolf, ένα από τους μεγαλύτερους editorialists των Financial Times σε άρθρο που δημοσιεύθηκε την Τετάρτη. Ο Wolf πιστώνει στην πιθανότητα νίκης του Trump στις προεδρικές εκλογές των ΗΠΑ την κατάσταση γεγονότος εκρηκτικού. «Το απρόβλεπτο είναι το brand name, το σήμα κατατεθέν του Trump εργοστασίου και της διακρατικής προσέγγισης του … θα ήταν μια αλλαγή του καθεστώτος για όλο τον κόσμο … η προεδρία του δεν θα κάνει την Αμερική μεγάλη, αντίθετα, θα μπορούσε να συντρίψει τον πλανήτη, να τον κάνει κομμάτι», γράφει ο Wolf .

Μεταξύ των γραμμών του συντακτικού του άρθρου, όμως, διαβάζουμε κάτι πολύ βαρύτερο από μια απλή endorsement, υποστήριξη για την Χίλαρι Κλίντον ή ακόμα μια έκκληση να σταματήσουν οι παρανοϊκής μεταβλητές στις ηγεσίες της Δύσης (μετά από όλα, ο Μπερλουσκόνι υπήρξε σχεδόν ένας πρόδρομος).

Για τον Wolf – και όχι μόνο γι ‘αυτόν – είναι όλη η αρχιτεκτονική, η ιδεολογική και παγκόσμια ψυχολογική υπερκατασκευή, που απειλούν να τιναχθούν στον αέρα εάν οι ΗΠΑ δεν θα έχουν πλέον μια ουσιαστικά παρόμοια ηγεσία με όλες εκείνες που έχουν προηγηθεί. «Πολλοί έχουν πάντα κοιτάξει λοξά στα αμερικανικά κίνητρα, όμως, νόμιζαν ότι ήξεραν πώς  διαχειρίζεται ένα καπιταλιστικό σύστημα: η κρίση έχει συντρίψει αυτή την εμπιστοσύνη».

Ο εικοστός πρώτος αιώνας, ως εκ τούτου, δεν θα είναι πλέον ο «American Century», ο αμερικανικός Αιώνας; Περί αυτού πείθονται και ανησυχούν πολλοί, ειδικά στο εχθρικό στρατόπεδο. Αλλά είναι μια ερώτηση που πρέπει να γίνει με αυστηρότητα (και όχι με στάση οπαδική), ακόμη και από αυτούς που όλη τους τη ζωή αντιτέθηκαν στον κορυφαίο ιμπεριαλιστικό πόλο στον κόσμο, επειδή σκιαγραφεί ένα πέρασμα που σημαδεύει σε κάθε περίπτωση μια αλλαγή της ιστορικής φάσης. Εξίσου βαρυσήμαντο της παράδοσης της παγκόσμιας ηγεσίας από τη Βρετανία προς τις Ηνωμένες Πολιτείες ή της «Πτώσης του Τείχους» (η οποία έχει πλέον πάνω από ένα τέταρτο του αιώνα που συνέβη …).

Τουλάχιστον τρεις γενιές έχουν μεγαλώσει και διαμορφώθηκαν στο όνομα της υποταγής ή του αγώνα ενάντια στο πρότυπο των ΗΠΑ στο οικονομικό, ιδεολογικό και στρατιωτικό πεδίο. Μια ηγεμονία που αντιμετωπίστηκε μέχρι το 1991 από την ύπαρξη εκείνου που αποκαλέστηκε «υπαρκτός σοσιαλισμός» σε ένα μέρος του κόσμου και από αντι-αποικιακά απελευθερωτικά κινήματα, νικηφόρα μέχρι το 1979. Με τη βίαιη αντεπίθεση που εξαπέλυσαν στη δεκαετία του ’80 σε όλα τα επίπεδα , οι Ηνωμένες Πολιτείες είχαν παίξει όλα τα χαρτιά τους: από τα πιο βίαια, εκείνα των στρατιωτικών επεμβάσεων μέχρι τα ιδεολογικά της άρρηκτης σχέσης μεταξύ της επικράτησης της ιδιωτικής ιδιοκτησίας, του ατομικισμού, της κατανάλωσης και της δημοκρατίας μέχρι το τοτέμ της «προοδευτικής» δύναμης μιας οικονομικής παγκοσμιοποίησης υπό την ηγεσία των ΗΠΑ με την οποίαν ελέγχθηκε και ευθυγραμμίστηκε ολόκληρη η ανθρώπινη κοινότητα στον πλανήτη.

Η διάλυση της ΕΣΣΔ το 1991 έκανε τον πολιτολόγο από τις ηνωμένες πολιτείες Francis Fukuyama να πει ότι «η ιστορία είχε τελειώσει» και ότι ο πραγματικός καπιταλισμός υπό την ηγεσία των ΗΠΑ μπορούσε να θεωρηθεί η υψηλότερη σύνθεση της ανθρώπινης ανάπτυξης σε όλες τις μορφές της. Δεν ήταν η πρώτη φορά που ένας προσωρινός νικητής κοίταζε στον καθρέφτη τον εαυτό του και φαντάζονταν πως θα καθιστούσε αιώνια εκείνη την στιγμή της δόξας, ξεχνώντας ότι στην Ιστορία κάθε άφιξη είναι μόνο ένα σημείο εκκίνησης.

Ωστόσο, τον συναγερμό για την ευθραυστότητα αυτού του σεναρίου τον είχαν παίξει ακριβώς οι νεοσυντηρητικοί στις ΗΠΑ, με ένα εμπιστευτικό έγγραφο που δημοσιεύθηκε το 1992 στην Washington Post, το οποίο προέβλεπε τα θέματα, τις φιλοδοξίες και τις ανησυχίες που θα συστηματοποιηθούν ξανά οκτώ χρόνια αργότερα από τους πιο αντιδραστικούς διανοητές στο PNAC (το Σχέδιο για ένα Νέο Αμερικανικό Αιώνα), που υποστήριξε ιδεολογικά την εξαπόλυση του ατελείωτου πολέμου στο Αφγανιστάν, το Ιράκ, τη Μέση Ανατολή και τη Λιβύη.

Οι νεοσυντηρητικοί των ΗΠΑ, παρά την ιστορική νίκη της δεκαετίας του Ενενήντα, διαισθάνονταν τον κίνδυνο της παρακμής ΗΠΑ και ο φοβούνταν σαν την πανούκλα «την εμφάνιση αντίπαλων δυνάμεων που θα μπορούσαν να θέσουν υπό αμφισβήτηση την υπεροχή των ΗΠΑ στον κόσμο.» Υπό το πρίσμα αυτού που βλέπουμε, μπορούμε να πούμε ότι είχαν μαντέψει σωστά, αλλά οι πόλεμοι που εξαπολύθηκαν από τις διοικήσεις των ΗΠΑ από το 1991 και μετά δεν χρησίμευσαν στο να σταματήσουν αυτή την κάμψη, ούτε να δώσουν έναυσμα σε μια αντίθετη τάση διαρκείας.

Στις αρχές Σεπτεμβρίου ήταν ο έμπειρος στρατηγικός αναλυτής της Corriere della Sera, ο Φράνκο Venturini, που σχεδίασε ένα αποθαρρυντικό σενάριο της συνόδου κορυφής των G20 στο Huangzou, στην Κίνα. Έναν Ομπάμα που κινδυνεύει να μείνει στην ιστορία ως «ο πρόεδρος ο οποίος έχασε τη Μέση Ανατολή, η Τουρκία του Ερντογάν να αναδύεται ισχυρότερη μετά το αποτυχημένο πραξικόπημα που υποκινήθηκε από » αδελφούς μαχαίρια» μέσα στο ΝΑΤΟ, μια Ρωσία που έχει επιστρέψει πρωταγωνίστρια στην διεθνή σκηνή με την παρέμβαση στην Συρία, η οποία έχει σταματήσει τις φιλοδοξίες των εχθρών της κυβέρνησης Άσαντ, με την επαναπροσέγγιση με την Τουρκία και την πολιτική των τετελεσμένων γεγονότων στην Κριμαία, μια Κίνα που δεν έχει καταρρεύσει οικονομικά, όπως εικάζουν (και ελπίζουν) πολλοί διεθνείς παρατηρητές. Ο Venturini ελπίζει ότι το σενάριο τα επόμενα χρόνια να μην ταιριάξει με αυτές τις τάσεις. «Η Αμερική είναι απαραίτητη, και ο Robert Kaplan έχει δίκιο όταν λέει ότι μια αμερικανική παρακμή θα είναι πάντα σχετική. Η Ευρώπη πρέπει να σωθεί, επιτρεπόντων των ψηφοφόρων και των μεταναστών. Η Ρωσία και η Κίνα θα πρέπει να είναι αρκετά ισχυρές ώστε να δεχθούν και άβολους συμβιβασμούς », γράφει ο αρθρογράφος της Corriere » πρέπει να γεννηθεί, σε τελική ανάλυση, μια πολυπολική τάξη ικανή να διαχειριστεί τις εντάσεις μιας μετά-Τείχους εποχής που υπήρξε μέχρι τώρα συνώνυμη με σφαγές και ανικανότητες. Συμπεριλαμβανομένων εκείνων των G20».

Την Τετάρτη, τέλος, σε μια συνέντευξη στην Corriere della Sera, ήταν ο Carlo De Benedetti να δηλώνει ότι «Είμαστε στις παραμονές μιας νέας, σοβαρής οικονομικής κρίσης. Που θα επιδεινώσει τον κίνδυνο για το τέλος των δημοκρατιών, έτσι όπως τις έχουμε γνωρίσει «(δείτε τη συνέντευξη και τα σχόλια του δικού μας Dante Barontini στο Contropiano της Τετάρτης). Επίσης και ο κύριος De Benedetti βλέπει ως μια δυστυχία την ενδεχόμενη νίκη του Trump στις εκλογές των ΗΠΑ , αλλά τονίζει ότι πάνω απ ‘όλα ότι «Σήμερα ακριβώς η προοδευτική καταστροφή της μεσαίας τάξης θέτει σε κίνδυνο τη δημοκρατία, χωρίς να έχει λυθεί το πρόβλημα της στασιμότητας. Έχοντας επιδεινωθεί από την τρελή ευρωπαϊκή επιλογή της λιτότητας σε μια περίοδο πλήρους αποπληθωρισμού, η οποία είναι ισοδύναμη με τη θεραπεία ενός ασθενούς που πάσχει από πνευμονία θέτοντας τον σε δίαιτα «.

Με λίγα λόγια, τρεις «καταστροφικές» αναλύσεις μέσα σε λίγες ημέρες, από πλευράς σημαντικών αξιωματούχων του establishment και των κύριων εργαλείων προσανατολισμού τους, είναι κάτι περισσότερο από «τρεις ενδείξεις που δημιουργούν μια απόδειξη.» Προκύπτει μάλλον η επίγνωση (εκτός από το φόβο) ότι ο μικρός παλιός κόσμος τελειώνει, ακόμη και για τους καπιταλιστές, που τώρα πλέον έχουν συνηθίσει να κινούνται, να αποφασίζουν και να ενεργούν σε ένα σύστημα συμμαχιών, αξιών και οικονομικών/ιδεολογικών παραμέτρων κυρίαρχο διότι αποτελεσματικό και δίχως πλέον αντιπάλους στο ύψος των περιστάσεων . Τα αφεντικά δεν ελέγχουν πλέον τον κόσμο όπως πριν, «προσποιήσου πως γνωρίζεις», έλεγε ένα τραγούδι.

Ξανά ο Martin Wolff μας θυμίζει ότι το μερίδιο του πλούτου που παράγεται από τις δυτικές χώρες, στο συνολικό παγκόσμιο ΑΕΠ, θα μειωθεί από το 64% του 1990 σε 39% το 2020. Μια διαδικασία που δεν συμβαίνει λόγω αναδιανομής του πλούτου σε ταξική βάση, αλλά μέσα νέες ισορροπίες και σχέσεις οικονομικές, πολιτικές και δύναμης στον κόσμο που βλέπουν πτωτικές τις ΗΠΑ, σε παρακμή, όπως και τους ιστορικούς της συμμάχους. Τα Ευρωπαϊκά κράτη, ιδιαίτερα.

Το πρόβλημα είναι ότι κανένας κυρίαρχος ιμπεριαλισμός δεν συμφώνησε να παρακμάσει χωρίς να καταφεύγει σε όλα τα μέσα για να το αποφύγει. Σε αυτά τα 25 χρόνια μαίνονταν και πολέμησαν ενάντια στους μισθούς και τους εργαζόμενους για να γδάρουν περιθώρια κέρδους όλο και λεπτότερα. Αφιερώθηκαν στην συστηματική λεηλασία των πόρων των ασθενέστερων χωρών και έχουν γεμίσει τον κόσμο με τα απορρίμματα χαρτιού με την πομπώδη ονομασία «χρηματοπιστωτικά προϊόντα». Τώρα, επίσης, άρχισαν την εκκαθάριση της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας που υποτίθεται ότι εκπροσωπεί την «προστιθέμενη αξία» εγγενή της οικονομίας της αγοράς, το έμβλημα που νομιμοποίησε κάθε τους βρωμιά.

Το παιχνίδι που ανοίγετε δεν είναι και δεν θα είναι μια μάχη των απόψεων, αλλά ο αγώνας για την επιβίωση και τον μετασχηματισμό ως μια αναγκαιότητα για την επιβίωση. Η λύση των οποίων, όπως εξήγησε ο Μαρξ, δεν μπορεί παρά να είναι μόνο «ένας επαναστατικός μετασχηματισμός ολόκληρης της κοινωνίας ή η κοινή καταστροφή των τάξεων που αγωνίζονται μεταξύ τους».

Δεν κοροϊδευόμαστε πλέον, αν αστειευτήκαμε ποτές. Ο ήλιος πηγαίνει προς τα κάτω, έχει αρχίσει να δύει, αλλά η αυγή δεν θα έρθει από μόνη της …

 

30 σεπτεμβρίου 2016 – © Δυνατή η αναπαραγωγή ΥΣΤΕΡΑ ΑΠΟ ΡΗΤΗ ΣΥΓΚΑΤΑΘΕΣΗ της ΣΥΝΤΑΞΗΣ του CONTROPIANO

Τελευταία τροποποίηση: 30 σεπτεμβρίου 2016, ώρα 11:13STAMPA

 http://contropiano.org/editoriale/2016/09/30/dal-tramonto-allalba-084149
σύγχρονη σκέψη, pensiero di oggi

Δόγμα, Προσηλυτισμοί, Προσαρτήσεις και Βουβές Απώλειες

Posted on 14 Σεπτεμβρίου 2016

0

 

Δόγμα, Προσηλυτισμοί, Προσαρτήσεις και Βουβές Απώλειες

 

Οι Ιρλανδοί έχασαν τη γλώσσα τους. Εμείς χάσαμε τη θρησκεία μας. Αυτή που βγήκε από τον τόπο μας. Άλλοι λαοί έχασαν τα πάντα- όπως οι Βορειοαμερικάνοι  και οι Αυστραλοί γηγενείς και κατέληξαν αλκοολικοί. Οι Εβραίοι έχασαν τη γη τους και για δεκαετίες τώρα προσπαθούν να ανασυστήσουν έδαφος. Σε κάθε περίπτωση μια αναπηρία. Απόδειξη η σημερινή Ελλάδα που με μια θρησκεία σχεδιασμένη για να στηρίζει μια Αυτοκρατορία και ένα πολιτικό σύστημα ξένο (κοινοβουλευτισμός, κομματοκρατία, συγκεντρωτικό Κράτος) βαδίζει με πατερίτσες και σε κάθε βήμα της σκοντάφτει.

    Ηττημένη εδώ και αιώνες, αναγκάστηκε να εισάγει και να υιοθετήσει μια θρησκεία από αλλού που όσο κι αν “την έφερε στα μέτρα της”  δεν παύει να είναι μια θρησκεία που ξεπήδησε απ’ την έρημο κι έγινε παγκόσμια στο βαθμό που έγινε αυτοκρατορική.

    Κοιτάξτε το εσωτερικό μιας εκκλησίας, τα χρυσοποίκιλτα τέμπλα το θρόνο του δεσπότη (ή μήπως του αυτοκράτορα?) και τα άμφια και τις ράβδους των επισκόπων! Τίποτα το δημοκρατικό, τα πάντα παραπέμπουν στην αυτοκρατορία. Κι όλα αυτά στο όνομα ενός λαού που έχει χούι τη δημοκρατία και ένας τέτοιος κορσές τον οδήγησε στη στρέβλωση. Και πρέπει να φτάσει κανείς σε μακρινό ξωκκλήσι ώστε  μες το ανθρώπινο μέγεθος και την απλότητα να νοιώσει την κατάνυξη!

    Κι έγινε ο Έλληνας ρωμιός και βαυκαλίστηκε με ελληνορωμαϊκούς πολιτισμούς. Λες και ήταν ξεβράκωτος Φράγκος! Αλλά άλλο Ρώμη κι άλλο Ελλάδα. Κι αυτό που τις συνδέει είναι μια κατάκτηση. Κι αυτό που τις χωρίζει? Η αντίληψη για τον κόσμο! Οι  Έλληνες ποτέ δεν ξεπέρασαν το ανθρώπινο μέγεθος. Κοιτάξτε την ελληνική προτομή και κοιτάξτε τις κεφάλες που έφτιαχναν οι Ρωμαίοι! Και κεφάλες ναι είχανε πολλές, δημοκρατία δεν είχανε! Κι ας σταματήσουμε να χρυσώνουμε το χάπι, ότι κατακτήσαμε δια του πνεύματος αυτούς που μας κατέκτησαν με τα όπλα. Διοίκηση ασκούσε η Ρώμη, διοίκηση και κολακεία. Πάνω απ’ όλα το Imperium. Οι Ρωμαίοι ήταν κυβερνήτες λαών!

    Η Ρώμη στη παρακμή της κατάλαβε το απλούστερο: μια αυτοκρατορία δεν μπορεί να θρησκεύεται όπως μερικές δεκάδες δημοκρατικές πόλεις. Ένα κράτος παγκόσμιο, ένα κέντρο, ένας μονάρχης χρειάζονται ένα και μοναδικό Θεό που ενοποιεί αυτό που είναι πραγματικό και στη σφαίρα της φαντασίας. Ένα το κράτος, ένας ο Καίσαρας, ένας ο Θεός. Είχε έρθει η στιγμή του Παύλου!

    Εβραίος αυτός αλλά Ρωμαίος πολίτης εκτός από δεινός πολιτικός υπήρξε και μεγάλος συγγραφέας. Τι θα ήτανε ο χριστιανισμός χωρίς τον Παύλο? Ίσως μια από τις εκατοντάδες εβραϊκές αιρέσεις. Αυτός μοντάρισε μια διδασκαλία σε μια συνεκτική θρησκεία.  Επομένως δικαιούμαστε να μιλάμε για Παυλισμό. Και η διδαχή που έδινε αξία σε κάθε άνθρωπο εναγκαλίστηκε με μια εξουσία σε κρίση που ήταν σε αναζήτηση μιας νέας ιδεολογίας.

    Και σήκωσε ο Κωνσταντίνος την πρωτεύουσά του και την έφερε στα ανατολικά. Κι έκαναν την Νέα Ρώμη. Ανατολική Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία. Που τώρα όμως χρειαζόταν να είναι χριστιανική- Imperium με τα όλα του κι αυτό! Ιππόδρομο είχε, Αγορά δεν είχε! Νόγαγε όμως ο Κωνσταντίνος από πολιτική. Είχε μελετήσει και τον μεγάλο Φλωρεντίνο: αν θέλεις να κρατήσεις μια χώρα με ανώτερο πολιτισμό απ’ τον δικό σου ή ολοσχερώς να την καταστρέψεις πρέπει ή να μεταφέρεις την πρωτεύουσά σου εκεί πέρα, έλεγε ο Μακιαβέλης. Εδώ ήτανε τα κέντρα, εδώ θα γινόταν το παιχνίδι εφεξής. Ή ίσως και αντίστροφα  μπορεί να γίνανε τα πράγματα: τον πολιτικό να μελέτησε ο Μακιαβέλι για να γράψει θεωρία.

    Και το Βυζάντιο, άξιος διάδοχος της Ρώμης,  άσκησε πολιτική που πρέπει να διδάσκεται. Επιλεκτική αφομοίωσηλέγεται και μεταστροφή. Και φυτεύτηκε σε κάθε τόπο της προγενέστερης λατρείας μια χριστιανική εκκλησία. Και οι μέντορες της νέας πίστης, σπουδασμένοι στην Αθήνα, στράφηκαν ενάντια στην ουσία αυτού που διδάχτηκαν. Ό,τι μπορεί να μας φανεί χρήσιμο το αφομοιώνουμε μεταγλωττίζοντάς το. Τα υπόλοιπα τα ξεθεμελιώνουμε. Αντιστάθηκαν εδώ, αλλά οι ανατολικές επαρχίες μαθημένες στον δεσποτισμό, προσχωρούσαν στη νέα θρησκεία κατά μάζες. Η ελληνιστική εποχή τους είχε μάθει ελληνικά αλλά όχι και δημοκρατία. Επαρχία η Ελλάδα έμπαζε μέσα από την αυτοκρατορία από παντού. Αλλά,  όσο να πεις, είχανε μείνει κάποια συνήθεια. Έτσι τον Αλάριχο και τους Γότθους που έφτασαν ως την Πελοπόνησο τους ακολουθούσαν οι ξετρελλαμένοι παρατρεχάμενοι. Το 70% του Αρχαίου κόσμου έγινε ερείπια. Οι φιλοσοφικές σχολές έπρεπε κι αυτές να κλείσουν. Αν και παρακμασμένες ξυπνούσαν φόβο. Ας αφήσουμε λοιπόν τους Ταλιμπάν στο έργο τους κι αυτοί για την επιβολή ενός Δόγματος γκρεμίζουν. Είχε ήδη πάρει ο Έλληνας τον δρόμο του, νικημένος, στα γόνατα πεσμένος και επαρχιώτης έγινε προσήλυτος. Αυτός που σωστά ονομαζότανε Εθνικός σιγά-σιγά γινότανε ρωμιός, πράγμα που σημαίνει ότι η μεταμόρφωση είχε συντελεσθεί. Η λήθη μπορούσε να επέλθει.

    Η Εθνική θρησκεία όμως έπρεπε να διασυρθεί. Όσοι απέμειναν σε κάποιες παρυφές και δυσπρόσιτα μέρη ονομάστηκαν παγάνοι. Ειδωλολατρεία, που τα πιστεύω της ήταν παραμύθια για παιδιά. Και απεκρύβει ότι η Ορθοδοξία στήθηκε πάνω στην αρχαία θρησκεία και εγκολπώθηκε τελετουργίες, μορφές, τυπικά και παραδόσεις αφού όλα αυτά της λείπανε. Κι ότι για όσο τη φοβόταν την έπαιρνε πολύ στα σοβαρά. Ναι, ο Συγκεντρωτισμός μελέτησε καλά τα βήματά του! Αλλά ο Παύλος δεν ήταν ο μόνος. Εκατοντάδες σοφοί μετά απ’ αυτόν, αναλαμβάνοντας έργο νομικών και νομοθετών, κι ας ονομάζονταν θεολόγοι, εργάστηκαν για το μεγαλείο. Υπό την σκέπη αυτοκρατόρων. Οι οποίοι για να διευθετήσουν τα γήινα κανόνιζαν, μαζί με τους Πατριάρχες, μες τις Οικουμενικές και τα του Ουρανού.    

     Κι όταν το μεγαλείο αυτό άρχισε με τη σειρά του να γερνάει ξεπετάχτηκε στα νοτιοανατολικά του σύνορα μια ακόμα νιότη. Το Ισλάμ! Ένα βαρύ δυσλειτουργικό Βυζάντιο με μια επιθετική φορολογική πολιτική είχε γεννήσει τον εχθρό του. Το Ισλάμ ήταν η αριστερά του Βυζαντίου! Όχι όμως πριν η έρημος γεννήσει άλλον ένα μεγάλο πολιτικό και συγγραφέα, τον Μωάμεθ.

     Εν τω μεταξύ, στη Δύση οι Πάππες άπλωναν την κυριαρχία τους από την Ιταλία ως τον Ειρηνικό. Ένας κόσμος φτιαγμένος από τους Λατίνους. Εκατομμύρια σκουρόχρωμες σκυφτές  ψυχές τέθηκαν υπό το Βατικανό για να σωθούν και αμύθητα πλούτη εισέρευσαν στην Santa Españia.  Ήταν φυσικό οι όλο και πιο δυναμικοί Βόρειοι να“διαμαρτυρηθούν” δια στόματος Λουθήρου και Καλβίνου. Ολόκληρη η Ευρώπη πια σηκώθηκε στα πανιά για την κατάκτηση του κόσμου. Πίσω τους οι εκκλησίες έπνεαν ούριο άνεμο. Μια ιστορία Προσάρτησης δια μέσω του Δόγματος και του Προσηλυτισμού. Όχι μόνο στην Ελλάδα λοιπόν αλλά παντού έγιναν τα ίδια, μόνο που οι Έλληνες είχανε περισσότερα να χάσουν!  

    Είναι όμως πολύ πιο παλιά η ιστορία κι αρχίζει με τον Μωυσή. Ολιγογράφος αυτός αλλά περιεκτικότατος σαν γνήσιο τέκνο της άμμου. Λόγω δε έλλειψης γραφικής ύλης ό,τι είχε να πει το σκάλισε σε πέτρινες πλάκες. Ήταν εξαιρετικό το σκηνοθετικό εύρημα, γιατί ασκεί την γοητεία και την επιρροή που ασκεί το αρχέγονο. Περνώντας δε, μερικές φυλές μέσα από την έρημο και δίνοντάς τους ένα Νόμο έφτιαξε ένα λαό. Αυτό κι αν είναι επίτευγμα! Και ακόμα παραπέρα, ο Νόμος του παρουσιάστηκε σαν θεόπνευστος.  Και αυτή ακριβώς είναι διαφορά  του με το ελληνικό πνεύμα όπου τους νόμους του έδιναν οι ίδιοι στους εαυτούς τους και τους άλλαζαν όταν έκριναν σωστό κι αυτό το σωστό έπρεπε να σταθμίζεται διαρκώς. Οι θεοί εδώ δεν όριζαν πλήρως τα ανθρώπινα αφού είχαν αδυναμίες θνητών και συχνάκις ήταν και οι ίδιοι ηθικά διαβλητοί. Ούτε υπήρχε ιερατείο. Ούτε Ιερά Κείμενα. Κι έτσι εμφανίστηκε ο Ένας και Αληθινός Θεός, που παρεμπιπτόντως ήταν και Ενοχοποιός, κι  αρχίζει η δραματική πορεία του Μονοθεϊσμού μες την Ιστορία. Δραματική όχι επειδή είναι ματοβαμμένη -η ανθρωπότητα ποτέ δεν έπαψε να σφάζεται – αλλά επειδή μ’ αυτόν αλυσσοδέθηκε η ανθρώπινη ελευθερία.

   

    Η Ιστορία του Δυτικού πολιτισμού είναι η σύγκρουση και ο συγκερασμός του ελληνικού και εβραϊκού πνεύματος. Δημοκρατία και Δόγμα. Η Δημοκρατία προωθεί την Ισηγορία προς χάριν της Ελευθερίας, το Δόγμα προωθεί την Ενότητα μες από τον έλεγχο των συνειδήσεων και τον φόβο της αίρεσης.

    Η Αναγέννηση ήταν η αναγέννηση του Ελληνικού πνεύματος στη Δύση όπως το εξέλαβαν οι Δυτικοί, κυρίως όπως το γνώρισαν μέσα από τη μάννα τους τη Ρώμη. Και μέσα  από δύο αιώνες επαναστάσεων φόρεσαν άλλοτε το ρούχο της Ρώμης και κάποτε της Αθήνας.

    Ο Σοσιαλισμός υπήρξε η σύγχρονη Ουτοπία. Ο Μαρξ, από τους επιφανέστερους προφήτες του, θέλησε να προωθήσει την Ισότητα μέσα στην Ενότητα αλλά παραγνώρισε την ανάγκη για Ελευθερία. Εβραίος κι αυτός, τον φαντάστηκε σαν μια πορεία του περιούσιου λαού, που είναι το προλεταριάτο, μέσα από την έρημο του καπιταλισμού με κατεύθυνση μια γη της Επαγγελίας που είναι ο κομμουνισμός. Δεν ξέφυγε δηλαδή από την παράδοση της καταγωγής του ακόμα κι αν, σαν υλιστής, ήταν μη πιστός. Μια θεολογία χωρίς θεό.

    Από κει και πέρα ο ίδιος μαζί με τους θεμελιωτές, τον Λένιν και τον Στάλιν, παιγνιωδώς, βρίσκουν εύκολα τις αντιστοιχίες τους στον Παύλο και τον Κωνσταντίνο. Όλοι τους πολιτικοί πρώτου μεγάθους. Αλλά συζητιέται αν, ύστερα από τη σύγχρονη εμπειρία αθεΐας  που έχουμε, μπορεί να στηθεί κοινωνία χωρίς Θεό.

   

.    Όταν οι ελληνικές δημοκρατίες κατελύθησαν από τους Ρωμαίους, θα μπορούσε κανείς να επαναλάβει τα λόγια του Ομήρου: «ο άνθρωπος που ρίχνεται στη δουλεία χάνει τη μισή του ψυχή». Όμως ο θάνατος ενός έθνους μοιάζει με τον θάνατο ενός ανθρώπου και γίνεται αντιληπτός με τον ίδιο τρόπο. Η ζωή εγκαταλείπει τον άνθρωπο

όταν η ψυχή εγκαταλείπει το σώμα του: ψυχή, για ένα έθνος είναι η θρησκεία του.  Ένα έθνος που απαρνήθηκε τους Θεούς του είναι ένα έθνος νεκρό. Αυτό συνέβη στην Ελλάδα κατά την επικράτηση του Χριστιανισμού.

     Αν και βασικά σωστή, βρίσκω την άποψη τού Λουίς Μενάρντ λίγο υπερβολική. Απ’ ό,τι φαίνεται οι λαοί έχουν πολύ μεγάλες δυνάμεις επιβίωσης. Αν ένας λαός χάσει τη γη του ή τη γλώσσα του ή τη θρησκεία του μπορεί να τα καταφέρει. Η απώλεια και των τριών όμως είναι μάλλον συντριπτική (εκτός πια αν μιλάμε για τους τσιγγάνους). Όμως υπάρχει κι ένας ακόμα πυλώνας – ήθη, έθιμα και θεσμοί. Το να ζήσει βέβαια καλά ένας λαός είναι κάτι άλλο από απλή επιβίωση.

    Αναγκασμένος να εκχριστιανιστεί, ο Ελληνισμός, έκανε ό,τι μπορούσε για να φιλτράρει και να εξελληνίσει το Δόγμα. Όμως ο χριστιανισμός τού έδωσε μια ταυτότητα που άφηνε βασικά κομμάτια του χαρακτήρα του απ’ έξω. Σαν να ποδέθηκε ένα στενό παπούτσι. Ήταν μια ταυτότητα λειψή. Καλή για υπηκόους αλλά όχι για ελεύθερους πολίτες.

    Η Ελληνική επανάσταση σωστά ονομάστηκε παλιγγενεσία. Αλλά ανέχθηκε τους κοτσαμπάσηδες και απέτυχε να τιθασσεύσει τη δύναμη της Εκκλησίας. Επιπλέον εισήγαγε το Ευρωπαϊκό πολιτικό σύστημα που ήταν ξένο προς τον χαρακτήρα του λαού. Γιατί στην Ελλάδα το κράτος ήταν εισαγόμενο εμπόρευμα. Κι αυτό ήταν το άλλο στενό παπούτσι.

    Ηττήθηκε μέσα από τη νίκη της και η παλιγγενεσία έμεινε λειψή. 200 χρόνια μετά, οι αποτυχίες της δεν μας αφήνουν να πάρουμε ανάσα.      

    Η σημερινή επονομαζόμενη κρίση είναι η στιγμή που η χώρα βρίσκεται μπρος σε μια απόφαση για ζωή ή για μια ύπαρξη στα όρια της επιβίωσης. Η ερώτηση που πρέπει να απαντήσει ο λαός της δεν είναι μέσα ή έξω απ’ το κοινό νόμισμα, μέσα ή έξω απ’ την Ευρώπη και τις αγορές της αλλά καπιταλισμός ή όχι. Κράτος και ανάθεση ή συμμετοχή. Δημοκρατία ή ολοκληρωτισμός.  Και το θεμελιακό πρόβλημα που έχει να λύσει είναι το θρησκευτικό. Με μια φράση, ν’ αποφασίσει σε τι Θεό πιστεύει. Είναι νανουριστές αυτοί που ασχολούνται αποκλειστικά με την οικονομία της.

    Όποιος δεν πιστεύει σε Θεό εύκολα καταλήγει να πιστεύει στο χρήμα. Η λαϊκή ρήση που το αποκαλεί σύγχρονο Θεό δεν κάνει λάθος. Έχει με το μέρος της το ένστικτο. Ο αδύναμος οικονομικά, που είναι υποταγμένος στο χρήμα παίζει στο γήπεδο του αντιπάλου. Του οικονομικά ισχυρού. Οι Ισλαμιστές χτύπησαν φλέβα! Εξ ου και ο φόβος και το μίσος που συγκεντρώνουν.

     Ο κατά πεποίθηση άθεος σήμερα, από την δυναμική των πραγμάτων, κάλλιστα μπορεί (και εν αγνοία του) να είναι ένας πιστός. Επομένως για αυτούς που θέλουν να πολεμήσουν για τον εαυτό τους και τον κόσμο απαιτείται μια αντίληψη που υπερβαίνει την ιστορική διάσταση μεταξύ υλισμού και ιερού. Η συζήτηση πρέπει να να ξαναρχίσει και να κατεβούμε ως τη ρίζα.

    Κουτσά στραβά ο Ελληνισμός, επιβίωσε για 2000 χρόνια  μέσα κι έξω από τον εαυτό του και το οφείλει ίσως σ’ ένα γερό κύτταρο. Αλλά ως εδώ ήτανε! Αν θέλει τώρα να ζήσει πρέπει να ανασυστήσει το Ιερό. Η αρχαία θρησκεία μοιάζει απόμακρη, και ο χριστιανισμός του δεν είναι επαρκής.

   

    Γη, γλώσσα, θρησκεία, πολιτισμός.  Αυτές είναι απώλειες που αν παραμείνουν βουβές, δεν περάσουν στην περιοχή του συνειδητού, δεν αφεθούν στη θλίψη, δεν διατυπωθούν με λόγο και δεν βρουν διέξοδο σε Tελετουργίες και στην Τέχνη οδηγούν σε τερατογενέσεις.

    Από κει και πέρα η αναδιατύπωση του Ιερού σε μια καινούργια γλώσσα είναι σήμερα, ανάγκη κάθε λαού κι όχι μόνο του ελληνικού. Αλλά γιαυτό θα χρειαζόταν ένας μεγάλος Μύστης.

    Προσφάτως ξανατέθηκε το ερώτημα αν το Βυζάντιο ήταν ελληνικό. Ο Στήβεν Ράνσιμαν έχει απαντήσει πως το Βυζάντιο ανήκει σ’αυτούς που τό ’κλαψαν. Αυτή η απάντηση όμως δεν μας λέει, τι  έκλαψαν σ’ αυτό? Γιατί το Βυζάντιο, εξελληνισμένο ιδιαίτερα προς το τέλος του όσο συρρικνωνόταν μέσα στην ελληνική χερσόνησο, απετέλεσε την αναφορά και την αναπλήρωση για τους Έλληνες υπόδουλους των Οθωμανών: μια μυθική ελληνική αυτοκρατορική Πορφύρα ενάντια στο Σουλτανικό σαρίκι. Τι μπορεί όμως να σημαίνει για εμάς που ψάχνουμε την ένθεη δημοκρατία, το κλειδί όλων των σύγχρονων αινιγμάτων? Μήπως πρέπει να πάρουμε το φιλοσοφικό καλαθάκι μας και, αναζητώντας έμπνευση και διδάγματα (παθήματα-μαθήματα), να διατρέξουμε προς τα πίσω την ιστορική μας διαδρομή και να επιμείνουμε εκεί, στη μακρινή μας νιότη και αρχή όπου όπως πάντα κρύβονται όλα?  

    Κι εγώ, ο πολιτικά δολοφονημένος, κάτοικος ενός κόσμου Σκιών, ονειρεύομαι να ξαναζήσω! Εγώ, ένα τίποτα, ονειρεύομαι να ξαναγίνω πολίτης!

    Οι Ιρλανδοί έχασαν τη γλώσσα τους. Παρ’ όλα αυτά μια γενιά  Ιρλανδών ποιητών και συγγραφέων που έγραψαν στα αγγλικά, ορκίστηκαν να κάνουν την υπόλοιπη αγγλόφωνη λογοτεχνία να μοιάζει επαρχιώτικη. Και για μια ολόκληρη περίοδο το πέτυχαν. Όμως η ουλή είναι ακόμα εκεί – και πονάει.

   

    Εμείς,εδώ, σε μια χώρα ποιητών, γνωρίζουμε καλύτερα την Παλαιά Διαθήκη και τους βίους των Αγίων από τους μεγάλους Τραγικούς μας ποιητές. Όπως …ευγενώς μας παραχωρήθηκε το ιερό βιβλίο ενός άλλου λαού για να το διδάσκουμε στα παιδιά, ευγενώς και μείς παραχωρήσαμε τους Τραγικούς στους ελληνιστές φιλόλογους ώστε να γίνουν παγκόσμιο κτήμα και να απαλλαγούμε απ’ αυτούς. Και να σκεφτεί κανείς ότι ίσως η πραγματική θρησκεία των Ελλήνων, πέρα από τα Ελευσίνεια και τις Μυστικές λατρείες, να ήταν η Τραγωδία και οι Ολύμπιοι Θεοί η μυθολογία τους! Αυτή άλλωστε δεν ήταν που ενοποιούσε την πόλη μέσα από τις τελετουργίες της και κατεδείκνυε τους Δαίμονές της?

                                                                                                                     Β.Η

Υ.Γ  Καταλαβαίνω ότι μ’ αυτό το κείμενο θα στενοχωρήσω κάποιους ανθρώπους καλής θέλησης, που έχουν εσωτερικότητα, που είναι χριστιανοί, που αγαπούν την Μεσαιωνική περίοδο του Ελληνισμού και που μες το Βυζάντιο βρίσκουν μια θαλπωρή. Που όπως κι εγώ, φτάνουν σ’ ένα ξωκκλήσι ή βρίσκουν λίγη πολυπόθητη ησυχία στο μισόφωτο ενός ναού, από τα σπάνια μέρη μες την πόλη που μπορείς να βρείς τη σιωπή.

   Μιλώ για πράγματα πολύ παλιά, είναι σαν να μην υπάρχει χρόνος. Όμως όλοι οι χαμένοι, όλοι οι νικημένοι της Ιστορίας πρέπει να μιλήσουν. Τώρα που σαρώνονται με τη σειρά τους από την πλημμυρίδα του χρήματος και της τεχνολογίας και σιγά –σιγά περνούν κι αυτοί στα «αζήτητα» της Ιστορίας, ίσως μπορέσουν να καταλάβουν και τον δικό μου πόνο.

    Στους δύσκολους καιρούς που περνάμε σαν κοινωνία, μια ειλικρινής και χωρίς περιστροφές αναγνώριση των όσων έγιναν κάποτε είναι νομίζω αναγκαία.

πηγή:

http://pyravlosypogeiwn.blogspot.gr/2015/06/blog-post_7.html

Δημοσιεύτηκε just now από τον χρήστη selana