ανατρεπτική τέχνη, arte ribelle

«Οι Λεηλάτες του Μεσημεριού»

«Για χρόνια, νύχτες ολόκληρες κυριεύουν τη σκέψη μου οι άνθρωποι που κρατούν όπλο στο χέρι, οι άνθρωποι που τριγυρνούν τις νύχτες στις πόλεις με στουπί και βενζίνη και πυρπολούν τα κέντρα της εξουσίας και του χρήματος. Κι αυτοί οι άλλοι οι δάσκαλοι, που φορούν μακριούς χιτώνες, σανδάλια στα πόδια τους κι έχουν άδεια χέρια, το μόνο όπλο τους είναι ο λόγος τους». Συνάντηση με την Αθηνά Τσάκαλου, μια γυναίκα, μια συγγραφέα, μια μάνα που η φυλάκισή της, της άφησε μια περίεργη συγκίνηση γιατί περπάτησε τους διαδρόμους που περπάτησαν και τα παιδιά της, το γράψιμο έγινε ένας διάλογος με τον εαυτό της και τις επιλογές των παιδιών της και μια αναζήτηση προς την ομορφιά και το όνειρο.

Συνέντευξη στον Γιώργο Μουργή και την Τζένη Τσιροπούλου

Κείμενο: Τζένη Τσιροπούλου

Η Αθηνά ζει σε ένα ελληνικό νησί και το μπαλκόνι της είναι σαν να αρμενίζει στη θάλασσα. Συντροφιά της μονάκριβη είναι τα σκυλιά της, οι γάτες της και ο κήπος της με τη ροδιά, τις φιστικιές, τη βερικοκιά, τις ελιές και τα τριαντάφυλλα. Γεννήθηκε το 1955 στο βλαχοχώρι Τρυγώνα στην ορεινή Θεσσαλία και σπούδασε φιλολογία. Νεαρή κοπέλα, στα 19 της, γνώρισε τον συγγραφέα και στιχουργό, Γεράσιμο Τσάκαλο. Μελοποιημένος από τον Βασίλη Τσιτσάνη, πολλά από τα τραγούδια του έχουν συντροφεύσει στιγμές μας. Χάρη στον Γεράσιμο, η Αθηνά αγάπησε τη λογοτεχνία. Τους διαλόγους των ηρώων της τους πλάθει στο μυαλό της όταν κάνει βόλτα στο βουνό, πριν να τους ακουμπήσει στο χαρτί. Έγνοια της δεν είναι η πραγματικότητα, αλλά το πώς θα φτάσουμε στο όνειρο και τις ουτοπίες μας, πώς δε θα συμφιλιωθούμε με το λίγο, με τα λίγα.

Η Αθηνά Τσάκαλου είναι η μητέρα του Χρήστου και του Μάκη (Γεράσιμου) Τσάκαλου που βρίσκονται στη φυλακή εδώ και μερικά χρόνια ως μέλη της Συνωμοσίας των Πυρήνων της Φωτιάς. Το 2015 συνελήφθη και η ίδια, κατηγορούμενη για υπόθαλψη εγκληματία και συμμετοχή σε τρομοκρατική οργάνωση. Δε μεμψιμοιρεί και ακόμα και μέσα από ένα τέτοιο τραχύ βίωμα, κρατάει μόνο τα καλά που μένουν.

Μια ηλιόλουστη μέρα του Απριλίου μάς φιλοξένησε στο σπίτι της, ένα σπίτι που μοιάζει σαν να κουρνιάζουν μέσα του οι ήρωες από το πρώτο της μυθιστόρημα «Οι Λεηλάτες του Μεσημεριού», το οποίο κυκλοφόρησε τον Μάρτιο από τις Εκδόσεις των Συναδέλφων. Η πρωταγωνίστριά της, η Λένη, είναι μία φοιτήτρια από ένα χωριό με βουνά και πηγές. Μία μαλακή ύπαρξη, που πολλά από τα γνωρίσματα τού χαρακτήρα της «οπισθοχωρούν, μαγκώνονται» για να αφήσει χώρο σε ανθρώπους «που ακόμα κι ο αέρας που τους περιβάλλει αποκτά κάτι από τον πυρετό τους και το γέλιο τους αφήνει αντίλαλο στο δωμάτιο». Ο αδερφός της Λένης, ο Σταύρος, είναι αναρχικός και σκοτώνεται μετά από συμπλοκή με αστυνομικούς, σαν άλλος Ίκαρος που το όνειρό του έβαλε φωτιά στα φτερά του. Η Αθηνά Τσάκαλου αφηγείται την ιστορία του μέσα από τα μάτια της μάνας, του πατέρα μετανάστη και κυρίως της αδελφής τού νεαρού αναρχικού. Από τους ήρωες που έπλασε, ο αγαπημένος της είναι ο μοναχός Δανιήλ που ζει παρέα με κιτρινισμένα βιβλία τα οποία μιλάνε για την επανάσταση.

«Οι Λεηλάτες του Μεσημεριού» μού άφησαν μία μελαγχολία και μία πίστη για τον κόσμο, μία ανάγκη να βρω τους δικούς μου ανθρώπους και μία γεύση από μήλο, κυδώνι και καρύδια, που έκρυβε η Λένη στις τσέπες της.

Βάλαμε καφέ στις κούπες και συζητήσαμε ώρες για τα βιβλία, τη ζωή της, τα παιδιά της, το πώς περνάει τις μέρες της στο νησί το οποίο δε θα εγκατέλειπε με τίποτα για την Αθήνα, τα τραγούδια του άντρα της, τη μάνα της, τα λόγια που γίνονται «εφαλτήριο για να πάνε λίγο πιο μακριά οι πράξεις» και για εκείνους τους ανθρώπους που «τους κυριεύει ένας αλλόκοτος ενθουσιασμός, μια έπαρση σχεδόν θεϊκή».

«Οι Λεηλάτες του Μεσημεριού». Πώς επέλεξες αυτόν τον τίτλο; 

Κοίτα, για μένα υπάρχουν κάποια βιβλία στα οποία πάντα επανέρχομαι, δεν τα βάζω ποτέ σε ράφι βιβλιοθήκης. Είναι κάτι σαν τον Νίτσε που τον ανοίγω όταν απελπίζομαι από την αδυναμία μου, σαν τις ερωτευμένες γυναίκες του Λώρενς όταν θέλω να θυμηθώ τα χρώματα του ρομαντισμού, του υπερβολικού ρομαντισμού, ή σαν τη Βίβλο που συνήθως την διαβάζω για να στηρίζω σθεναρά τις αντιρρήσεις μου. Κάποια κείμενα με γοητεύουν με την ομορφιά τους και κάποια άλλα με συγκινούν με το πένθος τους. Έτσι λοιπόν, τον χειμώνα του 2010, όταν εγώ βίωνα την αρχή μιας δύσκολης ιστορίας -είχαν συλλάβει τον γιο μου τον Μάκη ως μέλος της επαναστατικής οργάνωσης Συνωμοσία των Πυρήνων της Φωτιάς- βρήκα ένα εδάφιο του Ιερεμία που περιείχε όλον τον θρήνο μου: «Ουαί εις εμέ μήτερ μου διότι εγέννησες εμέ άνδρα έριδος και άνδρα φιλονικείας μεθ’ όλης της γης…». Και λίγο παραπάνω λέει: «Έφερα επί τας μητέρας των νέων, λεηλάτην εν μεσημβρία. Επέφερα επ’ αυτάς εξαίφνης ταραχάς και τρόμους». Από αυτούς τους στίχους πήρα τον τίτλο του μυθιστορήματος.

Ποιες ήταν οι πρώτες σου σκέψεις, Αθηνά, όταν πρωτοέμαθες για τη σύλληψη του γιου σου; Και ποιες υπήρξαν τότε οι διέξοδοί σου από αυτή την ταραχή και τον τρόμο; 

Σε τέτοια γεγονότα ξαφνικά όλα ανατρέπονται. Νιώθεις μετέωρος και μέχρι να βρεις ξανά τις ισορροπίες σου χρειάζεσαι χρόνο. Όσο για τις διεξόδους, το γράψιμο υπήρξε μια τέτοια διέξοδος, ένα είδος διαλόγου με τον εαυτό μου και τις επιλογές των παιδιών μου.

Και δεν άργησε και μια άλλη περιπέτεια, όπως την περιγράφεις και στο βιογραφικό σου σημείωμα στο βιβλίο: «Μου έρχεται στον νου η γνωστή φράση του Αντόρνο: “Μετά το Άουσβιτς, είναι βαρβαρότητα να γράφει κανείς ποίηση». Ήταν πριν επτά χρόνια όταν συνέλαβαν τα παιδιά μου για συμμετοχή στην επαναστατική αναρχική οργάνωση Συνωμοσία Πυρήνων της Φωτιάς και ήταν επίσης πριν δύο χρόνια όταν βρέθηκα κι εγώ στη φυλακή για υπόθαλψη εγκληματία (φιλοξένησα μια καταζητούμενη φίλη τους στο σπίτι μου) αλλά κατηγορήθηκα και για μέλος τρομοκρατικής οργάνωσης και υπήρξα ένα χρόνο εξόριστη στη Σαλαμίνα περιμένοντας τη δίκη. Μέσα σε όλα αυτά τα γεγονότα είπα λοιπόν πως οποιαδήποτε ενασχόληση με τη λογοτεχνία θα ήταν τουλάχιστον ακραία κενοδοξία από μέρους μου». 

Γιατί αποφάσισες τελικά να γράψεις και να μας αφηγηθείς αυτή την ιστορία; 

Η αλήθεια είναι πως σε χρόνια ήσυχα, τότε που ακόμα δεν είχε συμβεί τίποτα με τα παιδιά μου, είχα βάλει ένα στοίχημα με τον εαυτό μου: αν θα κατάφερνα να γράψω ένα μυθιστόρημα. Κι αυτό βέβαια δεν προέκυψε έτσι τυχαία. Από τα 19 μου, τότε που γνώρισα τον σύντροφό μου τον Γεράσιμο Τσάκαλο, έναν από τους καλύτερους Έλληνες συγγραφείς που δεν κρύβω ότι θαυμάζω πάντα το έργο του, μαθήτευσα κοντά του στο θέμα της λογοτεχνίας. Μερικά χρόνια μετά τον θάνατό του, έβαλα λοιπόν αυτό το στοίχημα. Κατά παράξενο τρόπο, σαν ένα προμήνυμα για το μέλλον -να σου πω ότι επιτρέπω στον εαυτό μου να μιλώ έτσι γιατί έχω μια βαθιά επιθυμία για τα παράξενα, τα ανεξήγητα που δεν συμβαίνουν συχνά- είχα διαλέξει ήδη πολλά χρόνια νωρίτερα για θέμα, αυτούς για τους οποίους λέω σε κάποιο σημείο του βιβλίου μου: «Για χρόνια, νύχτες ολόκληρες κυριεύουν τη σκέψη μου οι άνθρωποι που κρατούν όπλο στο χέρι, οι άνθρωποι που τριγυρνούν τις νύχτες στις πόλεις με στουπί και βενζίνη και πυρπολούν τα κέντρα της εξουσίας και του χρήματος. Κι αυτοί οι άλλοι οι δάσκαλοι, που φορούν μακριούς χιτώνες, σανδάλια στα πόδια τους κι έχουν άδεια χέρια, το μόνο όπλο τους είναι ο λόγος τους».

Σε μια συνέντευξη σου έχεις πει, μάλιστα, ότι το πρόσωπο του νεκρού αναρχικού Χρήστου Τσουτσουβή, μέσα από την εικόνα που διακινούνταν στην τηλεόραση ώστε αυτός να αναγνωριστεί, ήταν αυτή που σε ενέπνευσε.

Η εικόνα που μου έδωσε την ιδέα για το μυθιστόρημα, ήταν πράγματι μια εικόνα από την δεκαετία του ‘80. Ήταν αυτή η εικόνα του νεκρού Χρήστου Τσουτσουβή στις οθόνες των τηλεοράσεων, όταν σκοτώθηκε σε μια συμπλοκή με αστυνομικούς και επειδή δεν είχε στοιχεία ταυτοποίησης πάνω του, πρόβαλλαν την εικόνα του συνέχεια για να αναγνωριστεί.

«Πόσες φορές θυμόμουνα αυτό το τραγούδι της μάνας μου, όχι το τραγούδι, αυτή τη δειλή και ψιλή φωνή της κι ήταν αυτή η θύμηση, ένα χρυσό σχοινί που με κρατούσε από τα ριψοκίνδυνα μονοπάτια, ήταν δεσμός και χειροπέδη και δεν με άφηνε να τρέξω στους επικίνδυνους, γοητευτικούς ή απλώς άγνωστους δρόμους της ελευθερίας και της παραβατικότητας» λέει η πρωταγωνίστρια, η Λένη σου. 

Η οικογένεια μπορεί να είναι βάρος; Αυτή η αγάπη είναι παράγοντας ανελευθερίας; 

Είναι αυτό ακριβώς που λέει, ένα χρυσό σχοινί, μια χειροπέδη που κάποιους τους κρατάει και δεν τους αφήνει ελεύθερους. Όχι πως αυτοί που τολμούν να περπατήσουν σ’αυτούς τους άλλους δρόμους δεν αγαπούν, αλλά τους κυριεύει ένας αλλόκοτος ενθουσιασμός, μια έπαρση σχεδόν θεϊκή. Νιώθουν καθαροί, λαμπεροί, διεκδικώντας τα πάντα. «Δεν έχουμε τίποτα να φοβηθούμε», λένε σε κάποιο σημείο του βιβλίου, «γιατί στην πραγματικότητα όλοι και εσείς οι απ’ έξω ξέρετε πως η ομορφιά είναι με το μέρος μας».

Και σε ένα άλλο σημείο γράφεις: «Και θα ζήσουν πάλι οι άνθρωποι ήχους εξέγερσης και θα δουν πρόσωπα νεανικά ανδρών και νέων γυναικών να ενσαρκώνουν τους κρυφούς τους πόθους […] αυτοί ορμούν στον κόσμο όχι ως σωτήρες αλλά ως νέοι προμηθείς κρατώντας αναμμένους πυρσούς για να φωτίσουν τις νύχτες του κόσμου και να φωνάξουν: “δεν είναι η μοίρα σας να ζείτε σαν τρυφερά και άβουλα μυρμήγκια”. Και τότε γεμίζουν τα κελιά με Κρατούμενους που επιμένουν να πιστεύουν πως μπορούν οι άνθρωποι να είναι υπέροχοι και μετατρέπουν τις φυλακές στα πιο φωτεινά σημεία του κόσμου ετούτου». 

Αφουγκράζεσαι και εξανθρωπίζεις έναν πολιτικό χώρο, τον αναρχικό χώρο, ο οποίος είναι πεισματικά δαιμονοποιημένος από πολλούς. 

Δεν με φοβίζει ο ηρωικός τόνος που δίνω κάποια στιγμή στην ιστορία μου, δεν με φοβίζει το ότι κάποιες φορές ομορφαίνω ίσως με υπερβολή κάποιες πλευρές αυτών των ανθρώπων. Δεν με φοβίζει γιατί στόχος μου δεν είναι αυτό που λέμε πραγματικότητα, αλλά η επιθυμία, το όνειρο. Και τι είναι πραγματικότητα. Άραγε υπάρχει μόνο μία ανάγνωση της πραγματικότητας;

Αλλά, όχι, δεν εντοπίζω το θέμα ούτε στην αναρχία, ούτε σε κάποια άλλη ιδεολογία. Εκείνο που με απασχολεί είναι γενικά ο επαναστατημένος άνθρωπος.

Ο Χρήστος και ο Μάκης το διάβασαν το βιβλίο; Πώς τους φάνηκε;

Στα παιδιά μου είχα δώσει τα χειρόγραφα. Με ενδιέφερε πολύ η γνώμη τους. Επειδή μιλούσα για πράγματα που τους άγγιξαν περισσότερο, ήθελα να ακούσω πώς έβλεπαν τη δική μου προσέγγιση. Αυτό που κράτησα από την ανάγνωσή τους ήταν ότι μου είπαν πως τους συγκίνησε.

Ποιες ήταν οι δύσκολες στιγμές κατά τη συγγραφή των «Λεηλατών»; 

Θα έλεγα ότι δεν υπήρξαν δύσκολες στιγμές.

Μια φιγούρα αμφίσημη για εμένα ήταν ο μοναχός Δανιήλ. Πιστεύει στην επανάσταση, διαβάζει επαναστατικά βιβλία και ταυτόχρονα ενδύεται τον χιτώνα του μοναχού και ζει στο μοναστήρι. Αναρχία και θρησκεία ακούγεται ένας παράδοξος εναγκαλισμός, σαν δύο αντίθετοι πόλοι -αν και ιστορικά ήρθαν κοντά αυτοί οι δύο χώροι, αλλά σε μας είναι πάντα χωριστοί. Γιατί θέλησες να τα συμφιλιώσεις; 

Ο άνθρωπος ο επαναστατημένος κινείται στα άκρα, ο άνθρωπος που αναζητά, ή καλύτερα θέλει να αναμετρηθεί με τον θεό, να τον κρίνει ή ακόμα και να τον απορρίψει, κι αυτός κινείται στα άκρα. Τους διαπερνά μια κοινή ιερή τρέλα. Θέλουν και οι δύο μιαν άλλη ζωή μέσα από διαφορετικούς δρόμους. Κάτι άλλο που με κάνει να ασχολούμαι με τη θρησκεία είναι η διαπίστωση ότι εδώ στην επαρχία, η εκκλησία είναι τόπος συνάντησης των ανθρώπων και κυρίως των γυναικών που αυτές κυρίως επηρεάζουν, διαπαιδαγωγούν και ανατρέφουν τους νέους ανθρώπους -τους ανταγωνίζεται βέβαια η τηλεόραση αλλά ακόμα έχουν δύναμη στα χέρια τους. Πριν λίγες μέρες παρακολούθησα -ομολογώ πως το έκανα από περιέργεια και μόνο- μία τελετή κουράς ενός μοναχού. Ε, ναι! Ξέρουν να στήνουν τελετές, είπα στον εαυτό μου. Ήταν μια τελετή μεσαιωνικού ύφους, κι εκείνο που πρόσεξα ήταν η ευχαρίστηση και το ρίγος που ένιωσαν οι γυναίκες -και μη νομίσετε τίποτα γυναίκες γριές. Ήταν πολύ νεότερες από μένα, εγώ ίσως ήμουν από τις μεγάλες. Μας αρέσουν τα παραμύθια, οι τελετουργίες, υποκύπτουμε πρόθυμα και γλυκά στην παραπλάνηση, όχι μόνο της θρησκείας, αλλά και του διαδικτύου. Μου φαίνεται πως για να αλλάξει ο κόσμος πρέπει να δοθεί μεγάλη βαρύτητα στους μύθους, να φτιαχτούν καινούργιοι μύθοι. Άλλωστε δεν είναι καθόλου τυχαίο ότι από παιδιά αγαπάμε τα παραμύθια.

Πώς περνάς αλήθεια τις ώρες και τις μέρες σου στο νησί; Διαβάζεις πολύ; 

Το πρώτο που μπορώ να πω είναι πως είμαι αγρότισσα, ίσως ερασιτέχνης ως προς την παραγωγή σοδειάς, αλλά κανονική ως προς τις εργασίες. Οργώνω, κλαδεύω, κόβω τα χορτάρια της άνοιξης -αν και τώρα τελευταία αμφισβητώ την ειρηνικότητα των γεωργικών εργασιών, καθώς η φόρμα που φορώ γεμίζει με το πράσινο αίμα των φυτών που κόβω, με τις κομμένες μέλισσες και τα μαδημένα φτερά των πεταλούδων. Το διάβασμα είναι επίσης μία από τις αγαπημένες μου συνήθειες. Διαβάζω κάθε μέρα αλλά καθώς περνούν τα χρόνια όλο και πιο δύσκολα διαβάζω κανονικά. Συνήθως ξεφυλλίζω και σταματώ κάπου-κάπου και διαβάζω. Ναι, ακούγεται κάπως αυτό, αλλά είναι η αλήθεια.

Αυτές τις μέρες, διαδραματίζονται γεγονότα όπως η απεργία πείνας του κρατούμενου Βασίλη Δημάκη που αγωνίζεται για να σπουδάσει μέσα από τη φυλακή, η ιστορία των νεαρών παιδιών που αθωώθηκαν για συμμετοχή σε τρομοκρατική οργάνωση αλλά καταδικάστηκαν ως «ατομικοί τρομοκράτες», η ιστορία της Ηριάννας, του Περικλή, του Τάσου Θεοφίλου. Με την πείρα της ζωής σου, τη δική σου φυλάκιση, την εμπειρία με τα παιδιά σου, γιατί το κράτος πιστεύεις ότι στοχοποιεί και τιμωρεί δυσανάλογα αυτό το κομμάτι της κοινωνίας του; Εσύ μάλιστα, είχες γράψει στην επιστολή σου από τις φυλακές: «Θα είμαι πάντα υπόλογη απέναντι σ’ αυτή τη νέα γενιά των ανθρώπων γιατί κι εγώ, όπως όλες οι μάνες και οι πατέρες της ηλικίας μου, δεν καταφέραμε να παραδώσουμε στους γιους μας και στις κόρες μας έναν κόσμο καλύτερο».

Γιατί τους στοχοποιεί και τους τιμωρεί δυσανάλογα; Με τα λίγα που ξέρω -έτσι θα το πω γιατί έτσι το νιώθω, δεν είμαι ειδικός και μπορεί να κάνω και λάθος- η παραβατικότητα των πολλών ανθρώπων ξεκινά από προσωπικό όφελος, έτσι όπως ο καθένας μπορεί να το σκεφτεί αυτό, και τελειώνει πάλι με σκοπό το προσωπικό όφελος. Όχι πως στους επαναστατημένους ανθρώπους δεν υπάρχει προσωπικό όφελος, όμως εδώ ο στόχος είναι μια άλλη ποιότητα ζωής και αυτό αφορά ουσιαστικά και όλους τους άλλους. Και είναι ένας λόγος που αν γίνει αντιληπτός από τους πολλούς ενέχει πάντα έναν κίνδυνο εξέγερσης.

Είναι αλήθεια πως νιώθω υπόλογη ως άνθρωπος που τώρα μπαίνει σιγά-σιγά στη σειρά των αναχωρούντων, και κυρίως με καταλαμβάνει ένας φόβος και θυμός γιατί όλο και περισσότερο συνειδητοποιώ τον τρομερό ρόλο των ΜΜΕ. Δεν υπήρξε ποτέ άλλοτε στον κόσμο αυτή η εφιαλτική δυνατότητα ελέγχου και χειραγώγησης των ανθρώπων. Είναι ο πόλεμος που διεξάγεται καθημερινά στους χώρους των σπιτιών μας, ο πόλεμος των μικρών ειδήσεων που κρατά απασχολημένο το μυαλό μας, ο πόλεμος της παραπληροφόρησης που ποτέ δεν μπορείς να ξέρεις ποια είναι αλήθεια, κι όταν δεν ξέρεις την αλήθεια αποδυναμώνεσαι, γίνεσαι άβουλος, ζωντανός νεκρός, προσηλωμένος στις οθόνες της τηλεόρασης, των τάμπλετ, των κινητών τηλεφώνων… Όλα αυτά που λες, η απεργία πείνας του Δημάκη, οι «ατομικοί τρομοκράτες», η Ηριάννα, ο Περικλής, ο Τάσος Θεοφίλου, μπορούν και τα περνούν σε τρίτο και τέταρτο επίπεδο ή ακόμα και τα αποσιωπούν. Και θα πει κανείς, δεν υπάρχει ελπίδα; Αν κάτι μου δίνει ελπίδα στον κόσμο είναι η δυνατότητα δραστικής παρέμβασης που έχουν οι άνθρωποι στην ιστορία, είναι τα «γιατί» που μπορούν και θέτουν οι άνθρωποι σε μορφές καταπίεσης και αδικίας, είναι οι καινούργιες δυνατότητες παρέμβασης που δίνει το διαδίκτυο.

Για να σε προλάβω, αν σκέφτεσαι ότι μιλάω αγνοώντας αυτά που έδειξε η ιστορία, θα σου πω πως η ιστορία δεν τελείωσε. Ναι, είναι αλήθεια πως υπάρχει τεράστιο χάσμα ανάμεσα στα λόγια των φιλοσοφιών, των ποιημάτων, των ουτοπιών και των πράξεων των ανθρώπων που επιθυμούν την αλλαγή. Αλλά λέω πως είναι φυσικό και αναγκαίο αυτό το χάσμα, γιατί οι λέξεις λειτουργούν πάντα ως εφαλτήριο για να πάνε λίγο πιο μακριά οι πράξεις.

Πώς ήταν το να βρίσκεσαι ξαφνικά στη φυλακή λόγω και της ποινικοποίησης της συγγενικής σου σχέσης με τα παιδιά σου;

Αυτό που μου άφησε η φυλάκισή μου, ήταν μια περίεργη συγκίνηση γιατί περπάτησα τους διαδρόμους που περπάτησαν τα παιδιά μου και όχι μόνο. Γιατί κοιμήθηκα σ’ εκείνο το μικρό ασφυκτικό κελί στη ΓΑΔΑ, γιατί διέτρεξα τους δρόμους της πόλης με τα χέρια δεμένα στις πλάτες όπως εκείνοι, και κατάλαβα την τρελή χαρά των οδηγών της αντιτρομοκρατικής όταν με τον ήχο των σειρήνων τρέχουν ως νικητές, τρομοκρατώντας τους άλλους οδηγούς. Είναι η ώρα τους βλέπεις.

Διηγήματα που έγραφες στο Facebook, συλλέχθηκαν και έγιναν το πρώτο σου βιβλίο «Το γέλιο του νερού», τα έσοδα από το οποίο πήγαν στους πολιτικούς κρατούμενους. Εκεί, όπως και στους «Λεηλάτες του Μεσημεριού», η μάνα κατέχει ιδιαίτερη θέση. Ποια ανάγκη σε κάνει να την τοποθετείς στο προσκήνιο τόσο έντονα;

Αυτό είναι αλήθεια και συμβαίνει γιατί εγώ λειτουργώ κυρίως ως μάνα. Αλλά ακόμα, πηγή έμπνευσης για τις ιστορίες του χωριού ήταν η δική μου μάνα, που τα τελευταία χρόνια, τους χειμώνες, όταν καθόμασταν μαζί κοντά στο τζάκι, μου μιλούσε συνέχεια για ιστορίες από τη νεανική της ζωή. Ήταν πολύ καλή αφηγήτρια. Και είναι αλήθεια παράξενο το πόσο επίμονα, όταν περάσουμε ακόμα και τα 80, επιστρέφουμε στους τόπους της πρώτης μας νιότης, επιστρέφουμε στα παιδικά μας χρόνια σαν να συμβαίνει μια παράλογη διαγραφή των ενδιάμεσων χρόνων.

«Δε δέχομαι κανένα στρίμωγμα, καμιά πειθαρχία, ούτε τις εποχιακές τους ηθικές, που είναι σαν τις φράουλες την άνοιξη και σαν τα παγωτά το καλοκαίρι. Δεν αξίζει κανένας κόπος για να ζήσεις ανάμεσα σε τούτον τον κόσμο. Εκείνο που έχει αξία είναι να μπορείς να γίνεσαι ένα ζώο που να τα καταλαβαίνει όλα και να επιμένεις να είσαι ζώο, κι όταν οι άλλοι, για να μπουν στα σπίτια τους, καθαρίζουν τα παπούτσια τους στα ποδόμακτρα, εσύ, που θα έρχεσαι από τους βάλτους, να μπαίνεις με τις λασπωμένες αρβύλες σου στα σαλόνια τους με τα παχιά χαλιά και να αφήνεις αποτυπώματα, κόκκινα αποτυπώματα σαν αίμα. Σε όλα, σε κάθε σου κίνηση να υπάρχει η ηρεμία, η αδιαφορία, το νωχελικό περπάτημα του λιονταριού».

Ένα μικρό κομμάτι από το βιβλίο του Γεράσιμου Τσάκαλου «Τζοτζό θέλω να με λένε», που το έγραψε λίγο πριν φύγει από τη ζωή. Κάποιοι λένε ότι η στάση του πρωταγωνιστή ήταν στάση ζωής και για τον ίδιο τον Γεράσιμο. Θεωρείς ότι ήταν σαν να άφησε μια παρακαταθήκη για τα δυο σας αγόρια, τον Μάκη και τον Χρήστο;

Δύσκολα θα το έλεγα παρακαταθήκη γιατί είναι μια πολύ ακραία στάση ζωής. Σίγουρα όμως είναι μια προτροπή να περιφρονεί κανείς το λούστρο των πραγμάτων και των ανθρωπίνων σχέσεων και να μην διστάσει να γίνει ταξιδευτής και ψαράς που θα ρίχνει σε βαθιές θάλασσες το χρυσό αγκίστρι για να ψαρέψει το καινούργιο και το σπουδαίο.

Πριν σε αποχαιρετήσουμε Αθηνά, «Τι σήμερα, τι αύριο, τι τώρα»: ένα πολύ αγαπημένο μας τραγούδι που μελοποίησε ο Βασίλης Τσιτσάνης, σε στίχους του άντρα σου, Γεράσιμου Τσάκαλου. Έτυχε ποτέ να του το τραγουδήσεις;

Ήταν ένα τραγούδι που το έγραψε πριν γνωριστούμε, και όταν οι άνθρωποι συναντιούνται, όταν ερωτεύονται, ποτέ δεν μιλούν για το παρελθόν. Μιλούν για τα παιδικά τους χρόνια, για τα όνειρά τους, τα σχέδιά τους, αλλά φροντίζουν με πολύ πάθος να μην φανούν στον ορίζοντα περίεργες ζυγαριές και συγκρίσεις.

https://www.thepressproject.gr/article/127081/Oi-Leilates-tou-Mesimeriou

 

τα βιβλία του μιχάλη, i libri di michele

ΩΩγ. στη χώρα του ποτέ…ή 16

 

24.02.1974   Firenze, Φλωρεντία. Στη διάρκεια μιας εξέγερσης στις φυλακές Murate ένας σωφρονιστικός υπάλληλος ρίχνει μια ριπή με το αυτόματο ενάντια στην ομάδα που είχε σκαρφαλώσει στην οροφή. Ο Giancarlo Del Padrone, είκοσι χρόνων, σκοτώνεται επί τόπου. Άλλοι τέσσερις κρατούμενοι τραυματίζονται, ένας σοβαρά. Η διαδήλωση διαμαρτυρίας είχε οργανωθεί από τους κρατουμένους ενάντια στις καθυστερήσεις της μεταρρύθμισης των φυλακών.

1 4.03.1974    Firenze. Κάποια επεισόδια διαδραματίζονται μπροστά στις φυλακές delle Murate ανάμεσα σε αγωνιστές της εξωκοινοβουλευτικής αριστεράς που εμφανίζονται αλληλέγγυοι με τους κρατουμένους που βρίσκονται σε εξέγερση και τις δυνάμεις της τάξης. Αρκετοί οι ελαφρά τραυματισμένοι.

1 7.04. 1 976    Calenzano (Φλωρεντία). Τέσσερις μολότοφ ρίχνονται ενάντια στα γραφεία της εταιρείας La Pasquale. Την ευθύνη της επίθεσης αναλαμβάνει η »Lotta armata per il comunismo», »Ένοπλος αγώνας για τον κομουνισμό» που διαμαρτύρεται ενάντια στην μαύρη εργασία.                                                                                                                         Firenze. Κάποιες μολότοφ ρίχνονται ενάντια στο ισπανικό Προξενείο στην piazza Saltarelli.

31.05.1976
Firenze. Σοβαρά επεισόδια συμβαίνουν μπροστά στο Palazzo Strozzi στο τέλος ενός συλλαλητηρίου του φασίστα Ahnirante που αποδοκιμάζεται από αγωνιστές της αριστεράς. Η αστυνομία επεμβαίνει. Είκοσι συλλήψεις και δεκάδες προσαγωγές.

14. 1 2. 1 976
Φλωρεντία. Έξι βομβιστικές επιθέσεις πραγματοποιούνται στη διάρκεια της νύχτας εις βάρος των μεγαλύτερων κτηματομεσιτικών γραφείων. Την ευθύνη των επιθέσεων αναλαμβάνουν οι
«Reparti comunisti combattenti contro la speculazione immobiliare»,  »μαχόμενα κομουνιστικά Τμήματα ενάντια στην κερδοσκοπία των ακινήτων».

1 8. 12. 1 976      Firenze. Στην διάρκεια μιας σοβαρής εξέγερσης στις φυλακές delle Murate οι κρατούμενοι παίρνουν ομήρους έξι φύλακες και έναν υπαξιωματικό. Σοβαρές οι υλικές ζημιές στις εγκαταστάσεις της φυλακής.

24.03.1977  Φλωρεντία. Δυο ένοπλα commando εισβάλλουν στην Firenze στα γραφεία της Ένωσης μικρών βιομηχάνων της τοσκάνης,  παίρνοντας στην κατοχή τους διάφορα έγγραφα, και στο Prato στα γραφεία μιας εταιρείας έρευνας για τον τομέα της κλωστοϋφαντουργίας, όπου καταστρέφουν εξοπλισμό, βάζουν φωτιά σε έντυπα και αφαιρούν χρήματα από τους παρόντες. Οι δυο ενέργειες υπογράφονται από τις »Unità combattenti comuniste», »μαχόμενες κομουνιστικές Μονάδες».

29.03.1977                                                                                                                                                 Φλωρεντία, Firenze. Έξι επιθέσεις ενάντια σε άλλα τόσα γραφεία της χριστιανοδημοκρατίας DC στην Φλωρεντίa. Οι έξι εκρήξεις προκαλούν ζημιές στις αντίστοιχες εισόδους, σε έπιπλα και παντζούρια. Για τις επιθέσεις την ευθύνη αναλαμβάνουν με τηλεφώνημα στην ραδιοτηλεόραση Rai-TV τα «Reparti comunisti di combattimento», »κομουνιστικά μαχόμενα Τμήματα».

20.06.1977
Prato (Firenze). Μια εμπρηστική επίθεση εις βάρος μιας εγκατάστασης αποθήκευσης αυτοκινήτων της Fiat λαμβάνει χώρα στη διάρκεια της νύχτας από την Prima linea. Σημαντικές οι ζημιές.

21.07.1977
Φλωρεντία. Τρεις επιθέσεις με εμπρηστικούς μηχανισμούς ενάντια σε κατοικίες και επαγγελματικά στούντιο τριών καθηγητών του Πανεπιστημίου της Firenze. Ένας από τους καθηγητές είναι μέρος της ομάδας καθηγητών που αντιτέθηκε στα αιτήματα των φοιτητών για εξετάσεις με πολιτική ψήφο, στην πολιτική βαθμολογία δηλαδή. Η διεκδίκηση των επιθέσεων έγινε με μπροσούρα υπογεγραμμένη «Organizzare a armare i bisogni proletari comunisti», »να Οργανώσουμε και να οπλίσουμε τις κομουνιστικές προλεταριακές ανάγκες».

28.09.1977
Firenze. Τρία κτηματομεσιτικά γραφεία δέχονται επίθεση, ληστεύονται και πυρπολούνται δικασαπό τρεις ομάδες νεαρών. Την ευθύνη αναλαμβάνουν με φυλλάδιο υπογεγραμμένο οι «Squadre proletarie di combattimento», »προλεταριακές Ομάδες μάχης».

1 9. 1 0. 1977
Φλωρεντία. Ένα commando της Prima linea, Πρώτης γραμμής, τρεις νεαροί και μια κοπέλα οπλισμένοι, εισβάλλουν στο συνδικάτο της τοσκάνης των διοικητών βιομηχανικών εταιρειών. Οι δράστες της επίθεσης παίρνουν μαζί τους τις καρτέλες των μελών, συγκεντρώνουν αρχεία και φακέλλους σε ένα δωμάτια και τα παραδίδουν στη φωτιά. Πριν διαφύγουν γράφουν στους τοίχους: ‘Να κλείσουμε τα κέντρα της εχθρικής διοίκησης, Chiudiamo i centri del comando nemico’

25.11. 1977
Prato (Firenze). Μια βομβιστική επίθεση προκαλεί ζημιές στα γραφεία της DC στη via Pozzi.
Σοβαρές οι ζημιές. Λίγο αργότερα δέχεται επίθεση και η έδρα της DC στην via San Domenico.

20.01. 1 978
Φλωρεντία. Δυο άνδρες και μια γυναίκα οπλισμένοι εισέρχονται στο σπίτι ενός συνταγματάρχη της φρουράς της φυλακής le Murate, που βρίσκεται δίπλα στην είσοδο της φυλακής, στην προσπάθεια να επιτύχουν την απόδραση κάποιων κρατουμένων, μεταξύ των οποίων ο Renato Bandoli, ένας φοιτητής που είχε συλληφθεί τον απρίλη του ’77 σε ένα διαμέρισμα όπου βρέθηκε υλικό των »μαχόμενων κομουνιστικών Μονάδων», «Unità combattenti comuniste» και για τον οποίον υπήρχαν υποψίες διασυνδέσεων με την τρομοκρατική ομάδα επαναστατική Δράση, Azione rivoluzionaria. Τρεις αστυνομικοί που έφτασαν τυχαία στον τόπο με αυτοκίνητο, συγκρούονται με άλλα δυο μέλη του commando που επιβλέπουν από έξω,κρατώντας τσίλιες. Στην διάρκεια της ανταλλαγής πυρών σκοτώνεται ο αστυνομικός Fausto Dionisi και τραυματίζεται ο συνάδελφος του Dario Atzetù. Οι πέντε συμμετέχοντες στο commando καταφέρνουν να διαφύγουν.

28.06. 1978
Firenze. Ένα commando των «Reparti comunisti combattenti, μαχόμενων κομουνιστικών τμημάτων» εισβάλλει στα γραφεία των τροχονόμων και αφού ακινητοποιεί τους παρόντες ληστεύει χρήματα και οπλισμό.

01.07.1978                                                                                                                                                 Φλωρεντία. Ένα commando των «μαχόμενων προλεταριακών Ομάδων, Squadre proletarie combattenti» εισέρχεται στα γραφεία της Pretura, του Περιφερειακού Δικαστηρίου και αφού ακινητοποιεί τους παρόντες τα  καταστρέφει

14.11. 1978                                                                                                                                                Prato (Firenze). Μια βομβιστική επίθεση πραγματοποιείται ενάντια σε ένα γραφείο του δήμου. Ανάλογες επιθέσεις στην Pisa εναντίον δυο γραφείων του δημοσίου, για όλες την ευθύνη αναλαμβάνουν οι «μαχόμενες κομουνιστικές Μονάδες, Unità
Combattenti Comuniste». Ένας εκρηκτικός μηχανισμός προκαλεί ζημιές στην κατοικία του δημοτικού συμβούλου Vestri.                                                                                         Φλωρεντία. Έξι επιθέσεις βομβιστικές, κάποιες αποτυχημένες, πραγματοποιούνται σε δημόσια κτίρια και ενάντια σε ένα στρατόπεδο καραμπινιέρων. Ιδιαίτερα ισχυρή η έκρηξη που καταστρέφει τα επαρχιακά γραφεία του υπουργείου Οικονομικών στην via Masaccio. Για τις επιθέσεις την ευθύνη αναλαμβάνουν οι «προλεταριακές Ομάδες μάχης, Squadre proletarie di combattimento» και οι «Κομουνιστικές Μαχόμενες Μονάδες, Unità Combattenti Comuniste».

21.12.1978                                                                                                                                                 Firenze. Εκρηκτικός μηχανισμός και ριπές αυτομάτου ενάντια στο στρατόπεδο των καραμπινιέρων του Rifredi. Την ευθύνη της επίθεσης αναλαμβάνει η Prima linea.                Φλωρεντία. Εισβολή τριών ενόπλων προσώπων, δυο ανδρών και μιας γυναίκας, στα γραφεία της διαφημιστικής εταιρείας Manzoni. Την ώρα που η γυναίκα γράφει στους τοίχους με spray, οι άλλοι δυο παραδίδουν μια ανακοίνωση στον διευθυντή της εταιρείας που ακινητοποιήθηκε μαζί με την γραμματέα. Η ανακοίνωση που υπογράφεται από την Prima linea ξεκινά με το slogan » Να επιτεθούμε στα κέντρα της συνεργασίας και του αντεπαναστατικού ψυχολογικού πολέμου» και συνεχίζει κηρύττοντας πόλεμο στις εφημερίδες.

06.02.1979
Firenze. το αυτοκίνητο του προέδρου της Υπηρεσίας Πανεπιστημιακής Αρωγής, dell’Opera Universitaria, του Guido Clemente, πυρπολείται και καταστρέφεται. Την ευθύνη αναλαμβάνουν οι «προλεταριακές Περιπολίες, Ronde proletarie».

15.02. 1979
Φλωρεντία. Τέσσερις οπλισμένοι άνδρες εισβάλλουν στην έδρα του Ιταλικού Ινστιτούτου Ακινήτων, dell’Istituto Mobiliare Italiano και τοποθετούν εκρηκτικά που προκαλούν σοβαρές ζημίες. Την ευθύνη της επίθεσης αναλαμβάνει η Πρώτη Γραμμή,
Prima linea.

17.03. 1979
Firenze. Μια βομβιστική επίθεση λαμβάνει χώρα ενάντια στο κέντρο τηλεπικοινωνιών της αστυνομίας, il centro di telecomunicazioni della PS στην οδό del Tiratoio. Την ευθύνη αναλαμβάνει η Πρώτη γραμμή, Prima linea. Μια ανάλογη επίθεση πραγματοποιείται λίγο αργότερα ενάντια σε ένα κέντρο αυτοκινήτων της αστυνομίας στην via Baracca, την ευθύνη αναλαμβάνουν οι «Squadre
proletarie di combattimento», »προλεταριακές Ομάδες μάχης».

28.03.1979                                                                                                                                 Φλωρεντία. Επίθεση της  Prima linea ενάντια στο Commissariato di PS, στο αστυνομικό τμήμα του Rifredi-Peretola. Η επίθεση αποτυγχάνει διότι ένας περαστικός παρατήρησε τον εκρηκτικό μηχανισμό, τον οποίον οι πυροτεχνουργοί πυροδότησαν στη μέση του δρόμου.

12.04.1979                                                                                                                                                 Firenze. Τρεις νεαροί αντάρτες εισέρχονται στο ηλεκτρονικό κέντρο, centro elettronico του CNR και, αφού φιμώνουν και δένουν τους υπαλλήλους, τοποθετούν εκρηκτικό μηχανισμό που καταστρέφει ολόκληρο τον ηλεκτρονικό μηχανισμό. Για την επίθεση την ευθύνη αναλαμβάνει η Πρώτη γραμμή, Prima linea.

1 9.05.1979                                                                                                                                 Φλωρεντία. Έντεκα εντάλματα σύλληψης ενάντια σε φερόμενα μέλη της Πρώτης γραμμής, Prima Linea. Οκτώ πρόσωπα βρίσκονται ήδη στην φυλακή: Salvatore Palmieri, Doriana Donati, Gabriella Argentierο, Corrado
Marcetti, Giuliana Ciani, Sergio d’Elia, Pia Sacchi, Luisa Malacarne.

http://www.memoria.san.beniculturali.it/c/document_library/get_file?uuid=56605269-e5c6-4452-8955-92ad8d078638&groupId=11601

http://www.memoria.san.beniculturali.it/c/document_library/get_file?uuid=04c76755-04c0-4814-966d-60f4fa5479e9&groupId=11601

 

 

αλληλεγγύη

ANGELIC UPSTARTS – Solidarity

https://aenaikinisi.wordpress.com/2015/07/23/%CE%B3%CE%B9%CE%B1-%CE%BD%CE%B1-%CE%BF%CF%81%CE%B3%CE%B1%CE%BD%CF%89%CE%B8%CE%BF%CF%8D%CE%BC%CE%B5/

συνέντευξη Franco Bonisoli, BR μέρος 1

αριστεροι τουρκοι 2

εικόνα από το σήμερα : Τουρκία, μάρτης ’15

κι όπως τραγουδά ένας πολύ αγαπημένος:

Τα σύνορα που πέρασα δεν είχανε φρουρό
μόνο λίγα γεράκια διψασμένα
στα γόνατά μου αράξανε ζητώντας μου νερό
και πώς να τα χορτάσω τα καημένα

Σε πολιτεία βρέθηκα που ‘ψαχνα για καιρό
στου ονείρου μου τον χάρτη τον κρυμμένο
πάω να την ψηλαφίσω τρέχω να τη χαρώ
κι αυτή με προσπερνάει με βλέμμα ξένο

Στην αγορά ζωήλατα και ξωτικά πουλιά
και κράχτες που σωσίβια διαλαλούνε
αγόρασα από ένα σε δυο γυμνά παιδιά
κι εκείνα ζαρωμένα μ’ απαντούνε:

«Οι δοκιμές μας γέρασαν νωρίς στον κόσμο αυτό
κι αν τόσο θες να κάνεις μια αβαρία
δώσε μας λίγο πράσινο Κιφ Μαροκινό
και θα στο ξεπληρώσει η Ιστορία».

Στο πάρκο ένας μπατίρης μου ζάλιζε τ’ αυτιά
πως ήσουν τράπουλα σημαδεμένη
στους τέσσερις ανέμους σκορπίσαν τα χαρτιά
πού να σε ψάξω χώρα μου χαμένη

Στον ώμο το δισάκι μου σε σας ξαναγυρνώ
φωτιά νερό αέρα μου και χώμα
δε βγαίνουνε τα όνειρα σε πλειστηριασμό
δεν παίχτηκε η παρτίδα μας ακόμα

KIF Dimitris Mitropanos – YouTube

συνεχίζεται
τα βιβλία του μιχάλη, i libri di michele

ΩΩα. χόρεψες πάνω στο φτερό του καρχαρία – 19

Φτάνοντας λοιπόν στο τέλος του ταξιδιού μας θα ήθελα πρώτα να ευχαριστήσω όλους εσάς που μου κρατήσατε τόσο όμορφη παρέα. Να ευχαριστήσω αυτούς που βοήθησαν να φτάσω στο σήμερα, αυτούς όλους που με ανέχτηκαν και φυσικά όλους αυτούς τους πολλούς που έβαλαν ένα λιθαράκι στη διαμόρφωση του Μιχάλη. Και δεν θα μπορούσα παρά να κλείσω με μουσική, Γιατί διάλεξα το Μανιφέστο, άγνωστο. Σίγουρα κάτι θα σημαίνει, ας αφήσουμε τον καθένα να ψυχανεμίζεται αυτό που του βγαίνει μιας κι εγώ αδυνατώ. Από τα Μωρά στη Φωτιά λοιπόν και το μακρινό ‘87 :
»Γεννιόμαστε σαν λύκοι και πεθαίνουμε σαν τα σκυλιά
κι η ζωή είναι εφιάλτης, σταματάει μόνο όταν ξυπνάς
έχω δει οργή, και πόνο και αμαρτία
μα μπορείς ν’ ανακαλύψεις μόνος σου τον κόσμο.
ταξιδεύουμε για νέα εποχή
και θα ψάχνουμε για πάντα
κάτι που δεν βρίσκεται ποτέ
Μανιφέστο.
Γεννιέσαι μεγαλώνεις και μετά πεθαίνεις
και μοιάζει να’ ναι αδύνατο μα εγώ πιστεύω
παρόλα αυτά που ξέρω κάτι μας ενώνει
οι λύκοι που γλιτώσανε το κυνήγι
και κατεβαίνουνε στην πόλη λυσσασμένοι.
στείλτε αυτό το μήνυμα στο δύο χιλιάδες
μη φοβάστε για ότι θα ‘ρθει
χόρεψε και κοίτα ίσια μπροστά.
Μανιφέστο».

Αυτό λοιπόν ήταν το ημερολόγιο καταστρώματος,στο ταξίδι της ζωής. Φυσικό ήταν να μιλήσουμε και για αυτούς που συντρόφευσαν αυτά τα πανέμορφα και γεμάτα χρόνια. Θέλω να μνημονεύσω και κάποιους ακόμη που μου διέφυγαν, που ήταν εκεί κοντά με τον ένα ή άλλο τρόπο. Και όσους ή όσες ξεχάσω να με συγχωρέσουν. Είναι λοιπόν ο Δημήτρης με τη Δέσποινα και η Άννα με τον Βαγγέλη που μαζί με τα άλλα παιδιά ήταν δίπλα μου όλα τα φοβερά χρόνια της παραλίας και με βοήθησαν αφάνταστα. Φυσικά ο Γιάννης ο Μανιός με την Τασούλα, την αδελφή του, και τ’ αδέλφια Βασάκηδες, [για τον Άκη μιλήσαμε και νωρίτερα, η Εφη, το ‘άγαλμα’, μαζί με τ’ άλλα κορίτσια ομόρφαιναν την αμμουδιά].Ο Μίκης και η Μαρία, ο Σάκης ο Κελέκης και ο Σάκης ο Μανάφης, η Καίτη, ο Ντίνος ο ‘εύσωμος’ και ο Παναγιώτης ο Βαλάσης.Ο Ηλίας και ο Νίκος ο Αφεντάκης. Ο Νίκος Καρυάτης και ο Γιάννης ο Μουράτης. Ο Νίκος ο ΄καπάκης’. Ο Χρήστος ο Μπεκρής, ο Στράτος και ο Γιώργος Καμπουρίδης. Δημήτρης Παπαθεοδώρου και τα αδέλφια Κανλή από Θεσσαλονίκη. Ο Γιώργος ο Αμερικάνος που ήρθε ένα καλοκαίρι για διακοπές τον ιούλιο, ενθουσιάστηκε, και γύρισε πίσω στην Νέα Υόρκη μετά τα Χριστούγεννα ! Ο Στέφαν ο ‘Ούγγρος’ και ο Μένιος ο Κούνδουρος με τη Ρενάτε, [με την ευκαιρία, ας θυμηθούμε εκείνη την ανεπανάληπτη μέρα,την απίστευτη φάση, όταν μετά τη διαφωνία μας με τον ιδιοκτήτη του χώρου στο Ξενοδοχείο Αιγαίο,όπου έχουμε ‘στρατοπεδεύσει,’ χρειάστηκε να μεταφερθεί ένα ολόκληρο μαγαζί από τους θαμώνες του, μέρα μεσημέρι, στα χέρια και στις πλάτες, περπατώντας στην αμμουδιά της Ηρακλίτσας, ακόμη και με θαλάσσια ποδήλατα και με κανό ! Έτσι λοιπόν, το είδαμε και αυτό!]. Ο Χρήστος ο Βούρος, ο Αργύρης ο Νίκος Δεληκάρης και ο Τάσος Κελαϊδίτης, που μαζί με τον Μανώλη έδωσαν πολλά ’χέρια’ όταν τους χρειάστηκα. [Με την ευκαιρία να πω πως με όλα τα αδέρφια Κελαϊδίτηδες, αρσενικά και θηλυκά η σχέση μου ήταν από τις καλύτερες]. Η Ελένη η Δαίδου στη Θεσσαλονίκη στάθηκε δίπλα μου βράχος, ο Δημήτρης Θεοδωρίδης, ο Γιώργος όπως και κάποια άλλα παιδιά που για ανεξήγητο λόγο ξεχνώ τα ονόματά τους]. Και δεν θα μπορούσα φυσικά να ξεχάσω και τους αγαπητούς μου καλλιτέχνες, τον Κώστα με την Ειρήνη και τον φίλτατο μου Θέμη και την Τασούλα. Και φυσικά σταθερή αξία όλα αυτά τα χρόνια ο Δημήτρης ο Μεσσήνης από τη Δράμα, για κάποια χρόνια συμφοιτητής μου όπως ο άλλος ο Δημήτρης ο Μητσήνης με τη Δόμνα που γνωριζόμαστε από παιδιά, τη Θώμη τη Νικολή επίσης και την Έλσα νωρίτερα, της οποίας όπως και τόσων άλλων το επίθετο ξεχνώ, [Νικολάου είναι, το θυμήθηκα]. Και Αλέκος Μοσχοβέλης, η Μαρία, η Νίτσα η Βραχνίδου. Φάγαμε ψωμί κι αλάτι από μικροί όπως και με τα αδέλφια Παπάζογλου, τη Ντόνα και τον Γιάννη. Την Έλπη Νοταρά. Τη Μαριάννα τη Μαυρίδου. Τον Σταμάτη τον δικηγόρο, που αυτός πραγματικά έχει νησί και μου θυμίζει για την »αιώνια διαμάχη ανάμεσα στην ύλη και το πνεύμα» που κινεί την ζωή των ανθρώπων. Τον Θεόφιλο και τους Καριάτηδες.

Την Αλέκα, την Χριστίνα και τον Σάββα τον ‘περιπατητή’. Τη Μπουμπού Κορακιανίτη, την Ντόνα και τον Γιάννη τον αδελφό της, τον Βασίλη τον Παγώνη και τη Δήμητρα την Χατζηϊωάννου. Ακόμη πιο πίσω η Δανάη η Κατσιγιάννη και φυσικά η Δάφνη η Αστεριάδου. Χρόνια γεμάτα εικόνες και αρώματα όπως και αργότερα με Ίνα και Αγοραστό και Πάνο, Γιώργο Νεοφώτιστο [‘Καρέκα’] και Ευανθία από την Ανδριανή. Ο Πέτρος ο Μόδης, ο Σωτήρης Αλεξανδρίδης και οι αδελφοί Καλεάδη που με συντρόφευσαν σε διαφορετικές περιόδους της ζωής μας. Και μία μνεία στον Μιχάλη τον Αλτικουλάκη που πέρασε μεγάλο ζόρι,άντεξε και επανέρχεται. Σιδερένιος. Να χαιρετίσω τον Σάββα που ‘έφυγε’ κι αυτός.

Και να πω με την ευκαιρία πως με τον Πρόδρομο μαζί κάναμε ένα πήδημα και μας έμαθαν να σκαρφαλώνουμε στον τοίχο ο Γιώτης ο Χατζησάββας, ο Κώστας ο Σπέκ με τον Θανάση τον Χτενά που τους πολύ ευχαριστούμε!

Πριν αποχωριστούμε θέλω μονάχα να σας μεταφέρω λίγα λόγια του Ζίγκμουντ Μπάουμαν, καθηγητού κοινωνιολογίας, σημαντικότατου μελετητή της σύγχρονης κοινωνίας, λόγια με τα οποία κλείνει συνέντευξη στην ιταλική επιθεώρηση ‘Vita e Pensiero’ :

‘Ας ανοίξουν τα φτερά της πεταλούδας’
‘Νομίζω ότι αν ο 20ος αιώνας υπήρξε η εποχή κατά την οποία οι άνθρωποι αναρωτιούνταν ‘τι’ πρέπει να κάνουν, ο 21ος αιώνας θα είναι όλο και περισσότερο η εποχή κατά την οποία οι άνθρωποι θα θέτουν το ερώτημα για το ‘ποιος θα κάνει αυτό που πρέπει να γίνει. …’

‘τα προβλήματά μας είναι αληθινά παγκόσμια, αλλά διαθέτουμε μόνον τα τοπικά μέσα για να τα αντιμετωπίσουμε. Και αυτά τα μέσα είναι εντελώς ανεπαρκή γι αυτό το καθήκον. Γι αυτό το ερώτημα που υποδεικνύω θα είναι πιθανότατα ζήτημα ζωής ή θανάτου για τον 21ο αιώνα : ποιος θα αναλάβει αυτό το καθήκον; Αυτό θα είναι το ερώτημα. Δεν έχω την απάντηση σε αυτό το ερώτημα.
Μπορώ μόνο να προτείνω μερικά λόγια ενθάρρυνσης. Είναι αρκετά γνωστός ο Εντουαρντ Λόρεντς, με την τρομερή ανακάλυψή του ότι ακόμα και τα πιο μικρά και ασήμαντα γεγονότα θα μπορούσαν να εξελιχθούν σε πελώριες και συγκλονιστικές καταστροφές. Η ανακάλυψη του Λόρεντς είναι γνωστή με την αλληγορία μιας πεταλούδας στο Πεκίνο, η οποία κουνούσε τα φτερά της και άλλαζε τη διαδρομή των κυκλώνων στον Κόλπο του Μεξικού έξι μήνες αργότερα. Αυτή η ιδέα έγινε δεκτή με τρόμο, επειδή ανέτρεπε την πεποίθησή μας ότι μπορούμε να έχουμε πλήρη γνώση αυτών που θα συμβούν στο εγγύς μέλλον.Ανέτρεπε την πεποίθησή μας ότι μπορούμε να γνωρίζουμε ,να προβλέπουμε, ακόμα και να δημιουργούμε αν χρειαστεί, με την τεχνολογία μας, τον κόσμο. Θυμίζω ότι σε αυτή την ανακάλυψη του Λόρεντς υπήρχε και ένα αμυδρό φως ελπίδας και είναι πολύ σημαντικό. Ας σκεφτούμε τι μπορεί να κάνει μια πεταλούδα : πάρα πολλά πράγματα. Ας μη παραγνωρίζουμε τα μικρά κινήματα, τις μειοψηφικές πρωτοβουλίες, τις τοπικές και περιθωριακές εξελίξεις..

Η φαντασία μας προχωράει μακριά, πέρα από την ικανότητά μας να κάνουμε και να καταστρέφουμε πράγματα. Στην ανθρώπινη ιστορία μας έχουμε έναν σημαντικό αριθμό θαρραλέων ανθρώπων οι οποίοι, σαν τις πεταλούδες, άλλαξαν την ιστορία με τρόπο ριζικό και θετικό. Η μοναδική συμβουλή που μπορώ επομένως να δώσω είναι : Ας κοιτάξουμε τις πεταλούδες, έχουν διάφορα χρώματα, είναι ευτυχώς πάρα πολλές. Ας τις βοηθήσουμε να τινάξουν τα φτερά τους’.

παράδεισος

Και αφού είναι τόσο δύσκολο να απομακρυνθώ, ύστερα από τόσο καιρό παρέα, ας ακούσουμε ένα ακόμα τραγούδι. Αυτή τη φορά από τον Παύλο τον Σιδηρόπουλο και το μακρινό 1987, σε μουσική Γιάννη Μαρκόπουλου. Τους στοίχους έγραψαν, το πρώτο μέρος ο Μήτσος Κασόλας. Το δεύτερο είναι
αποσπάσματα από το ποίημα του Δημήτρη Βάρου ‘Θηρασία’’. Ας το ευχαριστηθούμε αποχαιρετούμενοι οριστικά !

»Κι εκείνος που σωπαίνει θα χαθεί.
Διώξτε ,λιώστε,πατήστε τις λέξεις,
Μάνα,πατέρα,αδελφός ,αδελφή, σύντροφος,φίλος,τιμή,μουσική ,
Το μανιτάρι θα ‘ρθει,η διαταγή να πεθάνει η γη.
Μόνο ένα παγωμένο αγέρι ξαγρυπνά στους δρόμους, προσμένοντας καρτερικά την ήλιο.
Ως και τα ελεγεία ξεχάσαμε που τραγουδούσαν τα τσακάλια.
Μείνε σε παρακαλώ ξάγρυπνη για λίγο ακόμα ,
Με τον όμορφο παλμό στα στήθια σου που μεταγγίζει κουράγιο στο κορμί μου .
Πάω να φτιάξω άλλον ένα καφέ .
Μείνε λίγο ξάγρυπνη ακόμα κρατώντας τούτη τη γραμμή ανοιχτή .
Τη γραμμή που χτίζει κάστρα γύρω απ’ τα όνειρά μου.
Τη γραμμή που ρίχνει σωσίβια κάθε που ναυαγώ στο φόβο .
Κράτα τη γραμμή ανοιχτή !
Το αίμα θα ξαναγίνει κρασί στη Κανά σου λέω !
Θ’ ακούσουμε ξανά τραγούδια στη θάλασσα σου λέω !
Θ’ ακούσουμε ξανά παιδιάστικα γέλια σου λέω !
Θα πιούμε ξανά από ανοιξιάτικο ρυάκι σου λέω !
Θα κάνουμε ξανά έρωτα στα χωράφια !
Κράτα μόνο τη γραμμή ανοιχτή !
Κράτα τη γραμμή ανοιχτή !
Κράτα, κράτα, κράτα».

  • Μιας και σας έχω συνηθίσει στα διαλείμματα, πριν κλείσω την σελίδα θα κάνω ένα ακόμη εδώ, μου ήρθε στο μυαλό ένα περιστατικό για το οποίο ίσως σας έχω μιλήσει και άλλη φορά, όμως εδώ θα αναφερθούμε σε κάποιες λεπτομέρειες σίγουρα άγνωστες που αξίζει τον κόπο να σημειώσουμε, έχουν μεγάλο ενδιαφέρον, στα δικά μου μάτια τουλάχιστον. Ακούστε λοιπόν.

Ο φίλος μου ο Γιάννης ο Καραβάς που αγαπούσε πολύ την ιστιοπλοία, με τα πρώτα του χρήματα σαν οδοντογιατρός, στις αρχές των χρόνων ογδόντα αγοράζει το πρώτο του σκάφος, άσπρο γαλάζιο εξίμισι μέτρων, από τον Πειραιά. Το ανέβασε στην πόλη μας σε τρία Παρασκευοσαββατοκύριακα με την κοπέλα του και έναν ακόμη φίλο, μόνη τους προηγούμενη εμπειρία η ενασχόληση τους με την ιστιοπλοία ολυμπιακού τριγώνου, για όσους γνωρίζουν το άθλημα. Βοήθησα κι εγώ στην δεύτερη προσπάθεια, από το λιμάνι της Ερέτριας μέχρι τον Πτελεό του Βόλου, στην Μαγνησία, έχοντας γνώσεις μιας και είχα την σχολή wind surfing στην παραλία της Νέας Ηρακλίτσας στον κόλπο της Καβάλας.

Μπαρκάρουμε λοιπόν απ’ το λιμάνι της Ερέτριας όπου φθάσαμε με το λεωφορείο από την Λάρισα,  εκεί είχαμε αφήσει το αυτοκίνητο του Γιάννη, ένα citroen dcv αν θυμούμαι καλά, περνούμε το άλλο πρωί απ’ τα στενά του Ευρίπου – στην Χαλκίδα αναγκαστήκαμε να κατεβάσουμε το ιστίο διότι εάν περιμέναμε να ανοίξουν την γέφυρα θα αργούσαμε πολύ – και μιας και θα διανυκτερεύσουμε κάπου στην περιοχή της Εύβοιας, μας έχει πιάσει η νύχτα κοντά στην περιοχή της Αιδηψού, παρουσιαζόμαστε στο Λιμεναρχείο του χωριού για να τους δείξουμε τα χαρτιά μας, να πάρουμε το ok και να αγοράσουμε τις απαραίτητες προμήθειες. Μα έλα που έλειπαν από τον φάκελλο κάποια απαραίτητα ντοκουμέντα, περνούν τον Γιάννη για κλέφτη της βάρκας και μας ετοιμάζουν για το μπουντρούμι!

Τώρα;

Μου έρχεται η φαεινή ιδέα. Τους διηγούμαι λοιπόν την ιστορία μου και τους παρακαλώ να τηλεφωνήσουν στους συναδέλφους τους στην Καβάλα ζητώντας πληροφορίες για το άτομο μου, λέγοντας τους πως είναι αδύνατον ένας άνθρωπος που κάθε χρόνο ανανεώνει την άδεια εκτέλεσης πλόων να κάνει παρέα με κλέφτες σκαφών, πως βεβαιώνω ότι μόλις επιστρέψουμε στην βάση μας ο Γιάννης που είναι ένας εξαίρετος ιατρός αμέσως με φαξ θα τους στείλει τα χαρτιά που λείπουν, και μπλα μπλα, κλπ, ελπίζοντας πως ο συνάδελφος βάρδιας στο λιμεναρχείο στην πόλη μας θα είναι κάποιος γνωστός, μικρή η πόλη,

τέλος πάντων, με τα πολλά τους πείθουμε, και καλούν, και απαντούν από την άλλη γραμμή, και πάνε όλα καλά, και σύντομα μας αφήνουν!

Λίγο πιο πέρα απ’ όπου σταματήσαμε είναι το club med της Εύβοιας, ρίξαμε άγκυρα στα ανοικτά, στα εκατό μέτρα, και κοιμηθήκαμε υπό τους ήχους της μουσικής που έπαιζαν τη νύχτα στο κλαμπ.

Με το πρώτο φως του ήλιου είχαμε κιόλας ξεκινήσει το τελευταίο στάδιο του ταξιδιού, έξω από την Γλύφα παραλίγο να μας τσακίσει ένα παπόρο που μας αρνήθηκε την προτεραιότητα που δικαιούμασταν και μας ανάγκασε σε μανούβρες και χειρισμούς εκτάκτου ανάγκης την τελευταία κυριολεκτικά στιγμή για να γλιτώσουμε τον βέβαιο πνιγμό!

Νωρίς το απόγευμα βρισκόμασταν στον προορισμό μας και με την δύση του ηλίου είχαμε ήδη ετοιμάσει το σκάφος για το επόμενο ταξίδι του. Θα περίμενε μια βδομάδα στην Φτελιά το πλήρωμα που θα το ανέβαζε στην Μακεδονία στη συνέχεια. Εμείς ξεκινούσαμε χαρούμενοι για την Λάρισα όπου μας περίμενε το αυτοκίνητο του Γιάννη για να επιστρέψουμε χαράματα στη βάση μας. Αξέχαστο ταξίδι γιατί η χημεία που μας έδεσε απίστευτη.

Κάτι άλλο που με εντυπωσίασε θέλω ακόμη να σας πω. Έτσι όπως ανεβαίναμε τα στενά, δεξιά μας η Εύβοια, αριστερά μας η Στερεά, ένα βουνό τεράστιο χώνονταν στη θάλασσα απότομο στο δεξί μας χέρι, γκρεμός ατέλειωτος όλος κατήφορος τρομακτικός έχασκε κάτω στα νερά και χάνονταν πάνω απ’ τα κεφάλια μας μες τα σύννεφα ψηλά στον ουρανό, δεν θυμάμαι τ’ όνομα του, χρόνια πολλά περάσαν, ήταν στα νότια του νησιού ήταν στη μέση ή στα βόρεια ποιος ξέρει, μου διαφεύγει, θέαμα φοβερό πάντως δεν το ξεχνώ ποτές!

Έκανα και άλλα ταξίδια με αυτό το παλικάρι στη συνέχεια, Θάσο, Καβάλα, Ηρακλίτσα, έμαθα πολλά κοντά του, εξαιρετικός χαρακτήρας, ήρεμο παιδί, άξιος, αξέχαστος

  • Πολλά και πολλούς ξέχασα. Μου ‘ρχονται διαρκώς πρόσωπα και φάσεις στο μυαλό. Μου ζεσταίνουν την ψυχή. Ο Σάββας και η Λίσα, ο Γιώργος ο Στεφανίδης και ο Τάσος ο ‘Παραγωγικότητας’. Ο Γιάννης ο Μουράτης και ο Παναγιώτης ο ‘μπλάκ’ με την Φωτεινή. Ο Κώστας ο Ανδριανάκης, ο Ρούλης,που ‘μας άφησε’, και ο φιλάρας ο Αρτούρο. Οι διάφοροι Ανανιάδηδες και οι Σαμερκαίοι, οι Παπαφιλίππου και οι Μαυρίδηδες. Ο,σαν άλλος πατέρας, Δημήτρης Χελιδονίδης, για τους πολλούς ‘Τοτός’. Η Λουίζα, η Σίσσυ και όλες οι Κατερίνες των φίλων μου. Η Μαίρη η Μαργαρίτη, ο Μιχάλης Σοφιανός και οι δικοί του, ο Θόδωρος ο Χαραλαμπίδης. Οι Σταθώρηδες και ο Λάμπης, ο Δημήτρης Σοφιανός.
    Ναι, η ζωή σαν ημερολόγιο.

Πως να ξεχάσω τις τόσες φορές που κατέληξα για ράμματα, γύψους ή με διάσειση στα Νοσοκομεία. Με ποδήλατο, στην ‘τρελή’ κατηφόρα στην ταβέρνα,στο τέλος του Παλιού, να προσγειώνομαι ανάμεσα στα τραπέζια των θαμώνων μετά από απίστευτη πτήση; Στα χρόνια του γυμνασίου. Κατάγματα στον ένα αγκώνα και στον άλλο καρπό.
Τράκο στην Φλωρεντία με το πεντακοσαράκι της φίλης μου. Ξύπνησα την ώρα που μου έκαναν τα ράμματα στο Νοσοκομείο.
Πέσιμο σε στροφή με μηχανάκι,πάλι στη Φλωρεντία. Συνήλθα με διάσειση στο Νοσοκομείο. Οι γιατροί απαγόρευσαν να δεχτώ ‘καρπαζιά’ για τουλάχιστον εξάμηνο!
Τράκο με μηχανή στον Άγιο Σίλλα. Εδώ την γλίτωσα με μώλωπες και ξάπλα δύο ημερών.
Τράκο με μηχανή μέσα στο ‘Εστέλλα’. Πάλι πρηξίματα και ξάπλα, μια μέρα γιατί η δουλειά ‘έτρεχε’. Με περιέθαλψε Γερμανίδα νοσοκόμα-τουρίστρια.

Και που κόλλησα ανεμοβλογιά από την Μαριλένα κοντά στα σαράντα μου, τι σας λέει; Κόντεψα να τρελαθώ δυο μέρες. Ήταν ανυπόφορο. Πρέπει να συνέβη μόλις έχω επιστρέψει από Γερμανία.

Δυο λόγια τώρα για τις φωτογραφίες που παρέδωσα στον εκδότη.
Στη μία διασχίζω τη Βενιζέλου,με την Τενερέ, στο ύψος του Δημαρχείου, στον Κήπο. Είναι γύρω στο ‘88, τότε που είχαμε το ‘Πικ Νικ’ με τον Ηρακλή και τον Γιάννη. Θυμάμαι πως κατέβηκα στην συναυλία της Διεθνούς Αμνηστίας στην Αθήνα καβάλα της. Τότε που κερδίσαμε το Ευρωμπάσκετ,με ήρωά μου τον ανεπανάληπτο Αργύρη Καμπούρη, [η Ελλάδα ολόκληρη ένιωσε αστέρι τον Νικ, για ευνόητους λόγους εγώ ‘κράτησα’ στην καρδιά μου τον οικοδόμο του Θρύλου!]
Την επόμενη χρονιά συνεργάζομαι στο ‘Απαραίτητο’ με τον Σάββα τον Σιμιτσή, απ’ όπου και η φωτογραφία μαζί με τον Παναγιώτη τον ‘μπλακ’.

Σε άλλη φώτο,στο ‘32’, μαζί με τον Σάκη τον Ασβεστά, τον Μανώλη Κελαϊδίτη και τον στρατιωτικό και συναθλητή μου στη σχολή της Περάμου του Σωκράτη του Καραίτη, Δημήτρη Βασιλειάδη. Μαζί μας και ο Θανάσης ο Μακρής.
Σε άλλη στιγμή απονέμω βραβείο σε αθλητή αγώνων που διεξήχθησαν στη σχολή.
Η ‘μασκαρεμένη’ στιγμή αποθανατίζει μαζί μου σίγουρα τον Γιάννη το Μουράτη, μάλλον τον Σάκη, ξανά, τον Αρβανίτη,και ίσως τον Θωμά Γοργόνη. Τόσα χρόνια μετά, είναι τραβηγμένη στο ‘Νησί’ της Κομνηνών, στα μέσα του ‘80, οι θύμησες αραιώνουν. Μας ‘περιποιήθηκε’,μακιγιάροντάς μας η Γιολάντα στο σπίτι της, λίγο πιο πάνω από το μπαράκι, η μαμά της Ίνας, ζούσαν εκείνο το διάστημα στην Καβάλα. Αν θυμάμαι καλά πρέπει να εμφανίζεται και ο Κουτσογιαννάκης.
Τέλος στη φώτο στον Αγγίτη αναγνωρίζω, μαζί με τον Άκη τον Βασάκη, και τον φίλο και διευθυντή πωλήσεων στην εταιρεία εισαγωγής κλιματισμού, στην οποία δουλεύω στην Θεσσαλονίκη εκείνο το καιρό, τον Κώστα τον Δήμου. Στα χιόνια, στην Αστράκα είμαι με τον Θοδωρή τον Φιλλιπίδη, ‘λουκουμά’. Στις σκηνές, στο Εστέλλα ψήνουμε πάλι με τον Αρβανίτη και τον Γιώργο τον Γερούδη, ‘αραχτό’.

Και να μην ξεχάσω και την ταβέρνα του ‘Φίλιππα’, όπου περάσαμε αμέτρητα παρείστικα βράδια, και άλλα τόσα ίσως μεσημέρια κάτω από την υπέροχη κληματαριά, και όχι μόνο. Στα Ποταμούδια.

Όπως επίσης να σας αναφέρω για τα πολυαγαπημένα μου βιβλία που με συντρόφευσαν στα παιδικά μου χρόνια, την Ιλιάδα και την Οδύσσεια. Αθάνατος Όμηρος.Επίσης τα έργα της Πηνελόπης Δέλτα. Ήρωας μου διαχρονικός και πρότυπο ζωής ο αιώνιος Αχιλλέας, ο έρωτας για το κάλλος, τη γενναιότητα,τον ηρωϊσμό την ανδρεία και την φιλία. Το πάθος για την αθανασία. Η ανάγκη για την αθανασία. Η αγάπη του έρωτα και ο έρωτας της αγάπης στον Μιχαήλ του Βουλγαροκτόνου. Πρότυπο ζωής ο Αλέξανδρος στα τείχη της Κανταχάρ, στην έρημο Γεδρωσία. Το να αναλαμβάνεις τις ευθύνες για της πράξεις σου άνθρωπε! όποιες και αν είναι αυτές, ακόμη και οι αποτρόπαιες και οι αισχρές [καημένε Κλείτο!]. Να μη ξεχάσω και τον Κάρλος Καστανέντα.

Κάθε σχέση είναι μία αμφίδρομη κατάσταση που αφήνει τα σημάδια της σε όλους τους εμπλεκόμενους. Σε κάποιους εντονότερα. Ανάλογα με το χρόνο και την ένταση ή το βάθος που βιώθηκε. Γι αυτό και ένιωσα την ανάγκη και την υποχρέωση να αναφέρω όλους αυτούς τους ανθρώπους και τις περιστάσεις,με τους οποίους μοιράστηκα πράγματα, στιγμές, χρόνια, αγωνίες χαρές και στεναχώριες, προβληματισμούς, αλληλοϋποστήριξη, κλπ, κλπ…..

Να στείλω τα φιλιά μου και στους Guido, Gianni και Duilia, Rossana

υστερόγραφο:

‘όταν ρωτήθηκε γιατί οι πιο άξιοι άνθρωποι προτιμούν τον ένδοξο θάνατο από την άδοξη ζωή, απάντησε : επειδή το ένα είναι χαρακτηριστικό της φύσης, ενώ το άλλο το θεωρούν δικό τους’.
ΠΛΟΎΤΑΡΧΟΣ, Αποφθέγματα Λακωνικά, Λεωνίδας, 14.

‘την κακία μπορείς να την αποκτήσεις άφθονη και εύκολα, ο δρόμος είναι ομαλός και περνάει πολύ κοντά σου. Αλλά μπροστά στην αρετή οι αθάνατοι θεοί ιδρώτα έβαλαν, ο δρόμος προς αυτήν είναι μακρύς και ανηφορικός’.
ΗΣΊΟΔΟΣ.

‘επιτρεπόταν ακόμα σε άνδρα έντιμο, αν του άρεσε κάποια συνετή γυναίκα, μάνα ωραίων παιδιών, παντρεμένη με κάποιον άλλον, να πείσει τον άνδρα της και να συνευρεθεί μαζί της, ως να φυτεύει σε εύφορη γη, γεννώντας καλά παιδιά… Κι αυτά γίνονταν έτσι τότε με φυσικό τρόπο και κοινωνική συνείδηση…που η μοιχεία σε ‘κείνους ήταν κάτι το αδιανόητο’.
ΠΛΟΎΤΑΡΧΟς, Βίοι Παράλληλοι, Λυκούργος, 15.

Αυτά λοιπόν. Θα προσθέσω πως το παρόν λέγεται MUSE! Σας προτρέπω να τους ακούσετε αμέσως όσοι δεν τους γνωρίζετε.

Μιας και έγινε τόση κουβέντα για τον φόβο θα σας μεταφέρω ένα χρονογράφημα του Πέτρου Μανταίου από την Εφημερίδα των Συντακτών της 15ης Απριλίου του ’13. Σχόλιο φυσικά αχρείαστο, με άγγιξε αφάνταστα και είναι λογικό. Και προσωπικό :

Στους περίφημους Αφορισμούς, τα σωζόμενα γνωμικά, του Ηράκλειτου, είναι και το ‘Χρόνος παις πεσεύων. Παιδός εστί η βασιλίη’, ο χρόνος είναι ένα παιδί που παίζει ζάρια. Όμως αυτό το παιδί είναι ο βασιλιάς [του παιχνιδιού’]. Από τη χαραυγή κιόλας της φιλοσοφίας, οι έννοιες : έρωτας – χρόνος – θάνατος, ξεχωριστά η καθεμιά είτε στις μεταξύ τους συνάψεις, αλλά και ως αδιαίρετο σύνολο, απασχόλησαν, εκ θεμελίων την ανθρώπινη σκέψη, στην μεγάλη περιπέτεια να ερμηνεύσει τον κόσμο και τη θέση του ανθρώπου σ’ αυτόν.

Αυτά, εφόσον ο άνθρωπος στοχάζεται απερίσπαστος από προσωπικές οδύνες. Όταν δεν έχει ακόμα αγγίξει τον ίδιο είτε οικεία πρόσωπα σκιά θανάτου. Όταν όμως ‘μία νόσος με θανάσιμο σήμα χτυπά την πόρτα, ο χρόνος μοιάζει να παγώνει’ παρατηρεί ο ογκολόγος Αλέξανδρος Αρδαβάνης, που προσθέτει : Στο συλλογικό Συνειδητό η λέξη καρκίνος παραμένει κάτι άλλο [εκτός από θανάσιμο σήμα], μια βαριά ετυμηγορία, η είσοδος στην Επικράτεια του Φόβου’. Τότε ‘σωματοποιείς’ τον χρόνο, ‘μαθαίνεις να τον ακούς’.
Αυτή η ‘συνομιλία’ με τον θάνατο – αγώνας, απαντοχή, ελπίδα, αυτογνωσία – αποτυπώνεται με ενάργεια και παρρησία [ούτε μια φορά δεν ακούγεται η λέξη ‘επάρατος’! ], στην ταινία-ντοκυμαντέρ του Σταύρου Ψυλλάκη ‘Μεταξά, ακούγοντας τον χρόνο’, που προβάλλεται στην Ταινιοθήκη της Ελλάδος, Ιερά Οδός 48, στάση μετρό Κεραμεικός. Συντελεστές – κάτι που, νομίζω, γίνεται πρώτη φορά! -γιατροί και νοσηλευτές του νοσοκομείου Μεταξά, που πάσχουν οι ίδιοι από καρκίνο [θεραπευτές, συγχρόνως, άλλων ασθενών και του εαυτού τους, δάσκαλοι μαζί και μαθητές!], αλλά και ολιγάριθμοι άλλοι ασθενείς, ανάμεσά τους και ο αξέχαστος φίλος, Αλέκος Ζούκας, που πέθανε πέρσι, Κυριακή των Βαίων, αισθαντικός και δριμύς ώς το τέλος, με το περίφημο ‘Περισσότερα χρωστάμε στην Ποίηση παρά στην Εφορία’!
Όσοι ευτυχήσουν να δουν την ταινία του Ψυλλάκη, θα νιώσουν τι εννοεί ο Εμπειρίκος με τους Έλληνες που ‘έκαμαν οίστρο της ζωής τον φόβο του θανάτου’!

Και θα σας αφήσω οριστικά χρησιμοποιώντας έναν θαυμάσιο μονοπάτι, μια εξαιρετική γέφυρα για να περάσουμε μαζί από το ‘Χόρεψες πάνω στο φτερό του καρχαρία’ στο ‘εκενώστε τους δρόμους απ’ τα όνειρα’, που γράφτηκε αμέσως μετά και αποτελεί την συνέχεια της αφήγησης.

Στέκεται πέρασμα λοιπόν αυτό το απόσπασμα του Μαξ Βέμπερ, που ακολουθεί, από την καταληκτική παράγραφο του βιβλίου του ‘Πολιτική ως επάγγελμα’, που αλίευσα από άρθρο του Κωνσταντίνου Πουλή στο ‘The Press Project’ , στα μισά του Απρίλη 2013. Γράφει λοιπόν ο Βέμπερ :

‘η πολιτική είναι έν ΔΥΝΑΤΌ ΚΑΙ ΑΡΓΌ ΤΡΎΠΗΜΑ ΣΕ ΣΚΛΗΡΈς ΣΑΝΊΔΕς, ΜΕ ΠΆΘΟς ΚΑΙ ΣΥΓΧΡΌΝΩς ΜΕ ΠΡΟΟΠΤΙΚΉ. εΊΝΑΙ ΑΠΌΛΥΤΑ ΣΩΣΤΌ [ΚΑΙ ΌΛΗ Η ΙΣΤΟΡΙΚΉ ΠΕΊΡΑ ΤΟ ΕΠΙΚΥΡΏΝΕΙ ], ότι ο άνθρωπος δεν θα πετύχαινε το εφικτό, αν δεν πάσχιζε να πραγματοποιήσει το ανέφικτο. Αλλά για να το κάνει αυτό ένας άνθρωπος, πρέπει να είναι ηγέτης, αλλά και ήρωας, με την ακριβή έννοια της λέξης και ακόμη εκείνοι που δεν είναι ούτε ηγέτες ούτε ήρωες πρέπει να οπλιστούν με τέτοια ψυχική στερεότητα, που ν’ αψηφούν ακόμη και το θρυμμάτισμα όλων των ελπίδων τους. Χωρίς αυτή την ψυχική στερεότητα δεν θα μπορούν να κατορθώσουν ούτε αυτό που είναι σήμερα δυνατό’.

Σας φιλώ. Μιχάλης.

‘Θα `ρθεί μια μέρα που θ’ αφήσω αυτό το φόβο πίσω μου
Θα γίνει δέντρο και θα παίζουν από κάτω τα παιδιά
Θα είναι χαρτί που στροβιλίζει ο αέρας μακριά

Και θα ξυπνήσω απ’ το βαθύ, απ’ το μεγάλο λήθαργο
που με κρατάει μακρυά σου παγωμένο και βουβό
Θα είναι μια μέρα γιορτινή όταν θα έρθω να σε βρω

Κάτω απ’ του χρόνου τις σκουριές βρήκαν τα μονοπάτια σου
μα το χρυσάφι τα παιδιά το `χουνε κρύψει από καιρό
σε μια θαλασσινή σπηλιά σ’ ένα απότομο γκρεμό

Θα `ρθεί μια μέρα που θ’ αφήσω αυτό το φόβο πίσω μου
Θα γίνει δέντρο και θα παίζουν από κάτω τα παιδιά
Θα είναι ο καπνός από ένα τρένο που σφυρίζει μακριά’

Παύλος Παυλίδης & B-Movies – Θα ρθει μια μέρα

  • Και ένα μικρό παράρτημα, γραμμένο στις 19 Απριλίου του 2014, μιας και πολλά ήρθανε εις γνώση μου την τελευταία στιγμή :

Η ιδεολογία της μετάνοιας

Posted on 10/03/2014 by kleovis
Τα χρόνια εκείνα τα οποία κατέχουν μεγάλο χώρο στο μπλογκ μας, και αναπαριστάνουμε, ξέσπασε μεγάλη μπόρα.
Το μέτωπο έσπασε.
Πρώτη ρωγμή αποτέλεσε η συμπεριφορά συντρόφων που δεν άντεχαν στη σκέψη της ‘Μαύρης Τρύπας’ που έχασκε μπροστά τους και συνεργάστηκαν ανοιχτά με τις δυνάμεις του αντιπάλου καταδίδοντας συντρόφους και γνώση πεπραγμένων.

Το δεύτερο χτύπημα ήρθε λίγο αργότερα και ήταν ακόμη πιο σκληρό. Εδώ η συνεργασία υπήρξε έμμεση αλλά όχι λιγότερο αιμοβόρα. Ύπουλη σίγουρα, ραγίζει οριστικά το μέτωπο και παραδίδει μαζί με τα όπλα και τη συνείδηση.
Και αν η πρώτη ονομάστηκε ωραιοποιημένη ‘μετάνοια’-»μεταμέλεια», η δεύτερη ονομάστηκε ‘διάσταση’ για να γλυκάνει το χάπι στο στόμα αυτών που αποφάσισαν τη συνεργασία.
Αυτή η στάση επέφερε διαφοροποιημένη, μαλακότερη συνθήκη κράτησης για τους υπογράφοντες κρατούμενους και ριζική μείωση ποινής.
Σαν αντάλλαγμα αυτοί οι σύντροφοι αποκηρύττουν την χρήση επαναστατικής βίας από μέρους του σύγχρονου προλεταριάτου επιτρέποντας τη μονοπώληση αυτής από τους καπιταλιστές επί των ταξικών τους εχθρών.

Με αυτό τον ύπουλο, επαναλαμβάνω, τρόπο αποκηρύττουν και όλο τους το ριζοσπαστικό παρελθόν καθιστώντας την επανάσταση αποκριάτικο χορό, γκαλά, μασκέ πάρτι.
Δυστυχώς, στο έντυπο με το οποίο επικυρώνεται αυτή η συμφωνία βλέπω αυτές τις μέρες και τι υπογραφές πολλών πρώην φίλων και συντρόφων μου.
Και εάν είναι αλήθεια πως η συζήτηση γύρω από το αδιέξοδο που είχε δημιουργηθεί γύρω από τη συνέχιση της στρατιωτικής μεθοδικής σύγκρουσης με το κράτος και τις δομές του είχε ξεκινήσει ήδη από καιρό στις τάξεις μας και η πιθανότητα να υπάρξει κάποιο είδος ‘απόσυρσης’ των δυνάμεων μέσα στη μητροπολιτική ‘ζούγκλα’, δεν θα μπορούσαμε να τους αποδώσουμε μομφή αν τη διάσταση από τη συνέχιση του αγώνα την είχαν εκφράσει νωρίτερα, σε κατάσταση ελευθερίας από οποιονδήποτε εκβιασμό που θα προέρχονταν από την κατάσταση ομηρίας.

Από την στιγμή που έχουν καταλήξει αιχμάλωτοι, να διαχωρίσουν τη θέση τους από το ίδιο τους το παρελθόν είναι σχιζοφρενικό και δημιουργεί παράνοια, αρρώστια.
Αυτά τα λίγα.
Άλλο πράγμα είναι να διακηρύξεις πως μια ιστορική περίοδος λαμβάνει τέλος και άλλο να εξαργυρώνεις τη σιωπή για το παρόν και το μέλλον, αρνούμενοι το παρελθόν με ανταλλάγματα που κάνουν κακό σε άλλους συντρόφους που επωμίζονται σε βεβαρημένη μορφή τα αντίποινα του εξαγριωμένου αντίπαλου! παραμένοντες σταθεροί στις απόψεις τους!

Εγώ στάθηκα τυχερός στην ατυχία μου. Βρέθηκα σε ευχάριστη εξορία, συνειδητοποιώντας σιγά-σιγά πως το μέλλον μου πλέον βρίσκεται στα μέρη της πρώτης-δεύτερης πατρίδας μου, ελεύθερος σε σχέση με όλους εκείνους που βρέθηκαν αναγκαστικά στην ξενιτιά, και φυσικά σε σχέση με τους φυλακισμένους.
Και σήμερα, χρόνια μετά, ευρισκόμενος στη δύσκολη θέση να επιθυμώ να πάρω θέση λέω πως οι σύντροφοι που αμετακίνητοι στις πεποιθήσεις τους πληρώσανε και πληρώνουν το τίμημα της επιλογής τους, εκφραζόμενοι ενάντια στη διάσταση είναι αυτοί που νιώθω κοντύτερα, που νιώθω μάλιστα δικαιωμένους από την ιστορία την ίδια.
Δεν παύω βέβαια ν’αγαπώ όπως πάντα τους παλιούς μου συντρόφους, άσχετα από το τεράστιο πολιτικό και ηθικό τους σφάλμα.

Μαρία Δημητριάδη Μικρόκοσμος !

Ανέβηκε στις 27 Αυγ 2009

ΜΙΚΡΟΚΟΣΜΟΣ (Απόσπασμα από επικό ποίημα του Ναζίμ Χικμέτ) αφιερωμένο σε όλους αυτούς που θέλουν να φιμώνουν τις ελεύθερες φωνές.

τέλος

μιχαλης 268

κλείνοντας οριστικά να χαιρετήσω τον Νικόλα τον Σολιμάνο που δίνει έναν ακόμη δύσκολο αγώνα, και την Σόνια, που έφυγε νωρίς

συνεχίζουμε στο εκενώστε τους δρόμους από τα όνειρα 

τα βιβλία του μιχάλη, i libri di michele

ΛΛ. στη χώρα του ποτέ…ή 11

»Σε αυτή την περίοδο υπήρχαν ήδη πράξεις που διεκδικούνταν απ’ τις Ομάδες και φαινόταν καθαρά ότι ο Μίκης ήταν μέσα σε μία δομή καλά καθορισμένη που διαρθρωνόταν μέσα στις ομάδες.
Μία παραπέρα προσπάθεια ανάμιξης ήταν ο προγραμματισμός μιας απαλλοτρίωσης στην οποία και η ομάδα μας θα έπρεπε να συμμετάσχει. Οι στόχοι μου υποδείχθηκαν από τον Μίκη και τον Νάκη, σε συνάντηση που είχαμε στον πρώτο όροφο της αρχιτεκτονικής σχολής. Δύο καταστήματα ρούχων και παπουτσιών στην οδό τάδε. Αυτοί θέλανε να σηκώσουμε πράγματα και χρήματα, εγώ έλεγα να αφήσουμε συμβολικό αντίτιμο.

Άλλη διαφορά. Αυτοί σκεφτόντουσαν να μπούνε μέσα λίγα άτομα, πολύ αποφασισμένα, που έπρεπε ν’ ακινητοποιήσουν υπαλλήλους και πελάτες με κολλητική ταινία. Εγώ έλεγα να γίνει μαζική είσοδος και να γίνει αυθαίρετη μείωση.
Κατέληξαν στη θέση μου γιατί διαφορετικά τους είπα πως δεν θα συμμετείχαμε.
Τα γκρούπ ήταν του Συσσιτίου, της Αρχιτεκτονικής και ένα επονομαζόμενο ‘Επιτροπή Νέων’.
Του Φοιτητικού Εστιατορίου είχε επικεφαλής τον Μίκη, εκείνο της Αρχιτεκτονικής τον Νάκη.
Άλλα γκρούπ με 70 έως 80 άτομα θα φρουρούσαν τις παρακείμενες περιοχές ώστε να δώσουν αφορμή για συμπλοκές πεζοδρομίου όπου θα επενέβαινε η αστυνομία.

Είμαστε επί τόπου με στόχο το κατάστημα ρούχων όταν ακούστηκε η φωνή πως οι άλλοι που δρούσαν στο μαγαζί με τα παπούτσια θα έκαναν απαλλοτρίωση με όλη την σημασία της λέξης και πως υπήρχαν και οπλισμένοι.
Αυτό προκάλεσε τη διακοπή της επιχείρησης.
Σε εκείνη την περίπτωση ο Μίκης και ο Νάκης είχαν κάνει λόγο για ομάδα ένοπλης κάλυψης, είπαν ότι σε περίπτωση ανάγκης θα ήταν σε θέση να σηκώσουν το επίπεδο της σύγκρουσης. Είδα στο Μπόργκο Αλμπίτσι για πρώτη φορά αυτόν που στη συνέχεια έμαθα ότι ονομαζόταν Κώστας, θυμάμαι έκανε βόλτες με ένα κορίτσι.»
‘Αυτά συμβαίνουν τον Νοέμβρη του ’77.
Επιδεινώθηκαν οι σχέσεις μας.

Έγιναν συζητήσεις και βγήκε προς τα έξω ότι στην ουσία τα γκρούπ στα οποία ήταν επικεφαλής ο Μίκης έδιναν πίστη για δυνατότητες της ομάδας μου οι οποίες στην πραγματικότητα δεν υπήρχαν.
Πίστευαν δηλαδή πως ακόμη από την εποχή του Συνεχή Αγώνα είχαμε κρατήσει όπλα, εκρηκτικά,ντοκουμέντα αντιπληροφόρησης που παλαιότερα ανήκαν σε αυτόν και έμειναν σε εμάς μετά την διάλυσή του, όπως και μία ικανότητα στρατιωτικού τύπου [χρήση όπλων και εκρηκτικών.]
Όπως και το ότι είχαμε ικανότητα συσπείρωσης προσωπικοτήτων που ανήκαν στο κίνημα.
Η αλήθεια ήταν πως τίποτα από τα δύο δεν ίσχυε.
Γεννήθηκαν λοιπόν οι διαφωνίες και οι δυό τους πρότειναν να κρατούν επαφές όχι μόνο μ’ εμένα αλλά και με τους άλλους της ομάδας.
Οι άλλοι δεν συμφώνησαν.’

‘Μου ανέφεραν για την διοίκηση των ομάδων, εδαφική δομή που δρούσε σε όλη την πόλη. Έμαθα πως κάθε ομάδα έκφραζε έναν εκπρόσωπο στο εσωτερικό της διοίκησης. Ποτέ δεν έμαθα πόσες είναι οι ομάδες, ήξερα όμως πως η επιτροπή συσσιτίου έκφραζε δύο ομάδες και άλλες δύο η αρχιτεκτονική. Καθεμιά ομάδα αποτελούνταν από πέντε έως επτά άτομα. Πιστεύω πως μία ομάδα εκφραζόταν από την επιτροπή νέων. Μία ομάδα θεωρούνταν η δική μας,από την οποία ζητούσαν κάποιος να μπει στην διοίκηση των ομάδων, σύντροφος με πολιτική πείρα επαρκή, και προσωπικότητα με παρελθόν που να μην τον εξέθετε στην προσοχή των οργάνων της αστυνομίας.
Στην πραγματικότητα λοιπόν κανείς από εμάς δεν πήρε μέρος σε συγκέντρωση της διοίκησης γιατί είμαστε αρκετοί που είμαστε γνωστοί στην αστυνομία, μιας και οι λιγότερο γνωστοί δεν είχαν αρκετή πολιτική πείρα.

Βρήκαμε λοιπόν ένα σύστημα για να προωθηθεί η μέγιστη ομοιογένεια κατεύθυνσης ανάμεσα στην ομάδα μας και τις υπόλοιπες. Την μέρα που συγκεντρωνόταν η Διοίκηση εγώ φρόντιζα να μαζεύω το δικό μου γκρούπ. Έτσι ο Μίκης, ο Νάκης ή και οι δύο με συναντούσαν μόλις η συνάντησή τους τελείωνε, μου εξέθεταν τα θέματα που είχαν κουβεντιάσει και τις αποφάσεις που είχαν παρθεί, μου μετέφεραν τους προσανατολισμούς που πρόβαλαν μέσα στη Διοίκηση και στο εσωτερικό του γκρούπ μου, συζήτηση που συχνά έφερνε στο φως διαφορές δεμένες κατ’ ουσίαν με τον διαφορετικό τρόπο προεικόνισης των μεθόδων επίτευξης των στόχων.

Εγώ μετά εξέθετα στους συντρόφους μου τις λύσεις που είχαν υιοθετηθεί από την Διοίκηση, κι εμείς, παρόλο που εξασφαλίζαμε ένα επίπεδο αυτονομίας προσπαθούσαμε να γίνουμε όσο περισσότερο ομοιογενείς με τις κατευθύνσεις της διοίκησης.
Ο Νάκης μου είπε πως έπαιρνε μέρος στη Διοίκηση.
Ο Μίκης δεν μου το είπε ποτέ
αλλά ήταν φανερό ότι έπαιρνε μέρος κι αυτός γιατί αν μη τι άλλο ήταν πάντα σε θέση να μου διηγηθεί εκείνο που είχε συμβεί στις συναντήσεις της Διοίκησης, άσε που οι θέσεις του ενός και του άλλου ταυτίζονταν.
Οι συναντήσεις διεξήγοντο στις βάσεις των ομάδων αλλά ποτέ δεν γνώρισα καμιά από αυτές καθ’ όσον θα έπρεπε να μείνουν μυστικές σ’ όποιον δεν είχε μακριά αγωνιστική θητεία στις πιο σπουδαίες δομές των ομάδων.

Συναντούσα τον Μίκη κι τον Νάκη κάτω από τις καμάρες στην πλατεία ντέλλα Λιμπερτά και κάποια στιγμή με συνόδεψαν με το κόκκινο αυτοκίνητο του Μίκη που είχαν παρκαρισμένο στην οδό Πίππο Σπάνο.’
‘Τα γεγονότα για τα οποία μιλάμε φτάνουν λίγο πριν το τέλος του ’77.’

Μορούτσι, 1

‘Τότε άρχισαν να με προμηθεύουν με ντοκουμέντα που πολυγραφούντο στο Τορίνο με υπογραφή ‘Προλεταριακές Ομάδες Μάχης.’
‘Ιδιαίτερα θυμάμαι ένα που πραγματευόταν την δομή της ομάδας. Οι βασικές αρχές ήταν πως καθεμιά έπρεπε να είναι αυτάρκης και να διαθέτει τρεις βασικούς τομείς :
-έναν τεχνικό,επιμελητειακό
-έναν αντιπληροφοριακό και
-έναν επιχειρησιακό.
Ο πρώτος αφορούσε τον εξοπλισμό, την φύλαξη και την συσσώρευση των όπλων, των εκρηκτικών κλπ. Έπρεπε λοιπόν κάποιος να ειδικευτεί σε αυτά τα θέματα σε ένα κύκλο μαθημάτων. Εδώ επίσης είχε ανατεθεί και η μελέτη των συστημάτων παρακώλυσης των επικοινωνιών της αστυνομίας.

Ο δεύτερος τομέας έπρεπε να αποκτάει πληροφορίες για τις δυνάμεις της καταπίεσης και όχι μόνο, γινόταν αναφορά στο ‘κοινωνικό μπλόκ’, καταστηματάρχες ας πούμε που οπλίζονταν πχ.
Ο τρίτος προοριζόταν για την υλική εκτέλεση των επιχειρήσεων.
Η βάση φυλασσόταν από ένα μόνο άτομο και κάθε ομάδα διέθετε περισσότερες βάσεις. Άτομο πλατιά διαθέσιμο και πολιτικά έμπιστο.
Αναφέρονταν στους υποστηριχτές επαγγελματίες όπως γιατροί, δικηγόροι και παρόμοιοι
και προλετάριοι που κατοικούσαν στις λαϊκές συνοικίες.
Ένιωθαν τις προλεταριακές συνοικίες σαν απελευθερωμένα εδάφη
και φυσικά άλλο βάση εννοούμενη σαν αποθήκη υλικού και άλλο η βάση που το γκρούπ έκανε τις συναντήσεις του.
Η ομάδα μας ποτέ δεν κατάφερε να κάνει μια παρόμοια διάρθρωση’.
‘Υπήρξε ανάμεσά μας ένας χωρισμός καθηκόντων, σε θεωρητικό επίπεδο. Σε μένα ανατέθηκε εκείνο της αντιπληροφόρησης και το τεχνικο-επιμελητειακό, στον Φαίδωνα το επιχειρησιακό.’

Μιλά μετά για την έννοια διπολικότητας στην οποία αναφέρθηκε εκφράζοντας την σχέση ανάμεσα στην οργάνωση Πρώτη Γραμμή και των Προλεταριακών Ομάδων Μάχης.
Η πρώτη λειτουργεί στο ένοπλο κόμμα
οι δεύτερες στην επέκταση της πάλης των μαζών.
‘Προσθέτω ότι στην διοίκηση των ομάδων και σε κάθε μία ομάδα μπορούσαν να υπάρχουν μέλη της Π.Γ. με την διαφορά ότι αυτή τους η ιδιότητα παρέμενε άγνωστη στα άλλα μέλη της Διοίκησης ή της ομάδας’.
‘Πάντα από τον Μίκη και τον Νάκη πήρα το καθήκον να μελετήσω ένα οπλοπωλείο ή ένα μεγάλο συλλέκτη για να βρούμε όπλα αλλά μετά έφτασε εντολή που ακύρωσε την πρώτη γιατί όπλα είχαν πλέον αγοραστεί’.

‘Μετά μου ειπώθηκε από αυτούς τους δύο για μιά εκστρατεία που έπρεπε να πραγματοποιηθεί κατά της Χριστιανικής Δημοκρατίας και μου ανατέθηκε και στο γκρούπ μας να μελετήσουμε μία έδρα.
Με δύο τρόπους δρούσαμε
ή ταυτόχρονα σε πολλούς στόχους μιας ορισμένης κατηγορίας
ή κλιμακώνοντας τα σε διαφορετικές μέρες με μία τελική διεκδίκηση.
Αυτός ο δεύτερος ήταν περισσότερο λειτουργικός διότι εάν κάποιος συλλαμβάνονταν δεν θα γίνονταν η διεκδίκηση ώστε το γεγονός να φαίνεται πως μοιάζει με ατομική πρωτοβουλία και όχι από ομάδα. Άσε που ξεγελιόνταν έτσι και οι δυνάμεις της αστυνομίας που δεν θα περίμεναν περαιτέρω επεισόδια την επομένη κλπ.’
‘Δεν κάναμε τίποτα τελικά διότι μας φάνηκε σαν ντιρεκτίβα αυτή η εκστρατεία που δεν προήλθε από συζήτηση.’

την επομένη συνεχίζει:
αναφέροντας πως το κόκκινο αυτοκίνητο δεν ήταν δικό μου, αλλά του Νάκη.
‘Είμαστε στα τέλη του ’77, αρχές του ’78, η ομάδα μας βρίσκεται σε κατάσταση σύγχυσης, κάποιοι απομακρύνονται κι εγώ συλλαμβάνομαι για εξύβριση τροχονόμου, μαζί με τον Πέτρο.Έμεινα στις Μουράτε για μία εβδομάδα,όπου ήταν και ο Ντίνος και δυο- τρείς ακόμη, ο ένας είχε συλληφθεί κατά τη διάρκεια ένοπλης συμπλοκής και λέγονταν Νότης, οι άλλοι Παύλος και Ερμής. Αυτά τα άτομα, αν και με κατηγορούσαν ότι έπεσα στα χέρια της αστυνομίας για ένα κοινό επεισόδιο, μου συμπαραστάθηκαν να ξεπεράσω τις δυσκολίες της φυλακής, δίνοντάς μου για παράδειγμα τρόφιμα.

Γίνονταν συζητήσεις πολιτικού χαρακτήρα αλλά ο Ερμής μιλούσε περισσότερο για θέματα που αφορούσαν την μάχη, αναφερόμενος μεταξύ άλλων στην ανάγκη να βγάλουμε συντρόφους από την φυλακή. Θυμάμαι ότι μιλούσε για την αναγκαιότητα απελευθέρωσης του κρατούμενου προλεταριάτου
΄όπως επίσης στην αναγκαιότητα να εναντιωθούν στις υπερφυλακές που ξεκινούσαν να κτίζονται έξω από την πόλη.’
‘Είχαν χρηματική άνεση, έδωσαν χρήματα σε ένα μικροκλέφτη όταν βγήκε από την φυλακή. Μου έδωσαν να καταλάβω πως υπήρχαν στενές επαφές μεταξύ εξωτερικού και εσωτερικού περιβάλλοντος. Είχαν ένα ραδιοκασσετόφωνο στο κελί του Νότη και του Παύλου και δεν άλλαζαν ποτέ σταθμό, ούτε καν το ακουμπούσαν.
Κρατούσαν αρνητική στάση προς συγκεκριμένους.
Λίγες μέρες μετά βγήκα όπως και ο Πέτρος που φαινόταν πολύ αποπροσανατολισμένος.’

‘Τότε έγινε το επεισόδιο – προσπάθεια απελευθέρωσης κρατουμένων και πιαστήκαμε από τους καραμπινιέρους που νόμισαν πως είχαμε κάποια ανάμιξη. Μας άφησαν όμως γρήγορα, μάλιστα μου είχαν βρει στην τσέπη ένα γραμμάριο χασίς’.

‘Ξανάρχισαν οι επαφές με τους δύο και μου είπαν πως έπρεπε να ξεκινήσει μία καμπάνια ενάντια στις αστυνομικές δυνάμεις, κρατικές και ιδιωτικές. Εγώ προσπάθησα να ξαναστήσω την ομάδα μου στα πόδια της’.
Αναφέρεται λοιπόν,ύστερα από υπόδειξη του Νάκη, στους σταθμούς Τροχονόμων και Αστυνομίας στις Κούρε, για τους οποίους μιλήσαμε. Λέει για κάποιες επιχειρησιακές λεπτομέρειες, πως προτάθηκε ένας χώρος στάθμευσης αυτοκινήτων αστυνομίας ή καραμπινιέρων προς την Περέτολα, και πως ο Νάκης τον διαβεβαίωσε πως θα του έδινε έναν οπλισμένο άνδρα για προκάλυψη.Θα χρησιμοποιούσαν δυναμίτες που θα τους δίναμε εμείς, σε μάτσα των πέντε, και θα τους πετούσαν πάνω από τον τοίχο της περίφραξης, τοποθετούμενοι σε ένα υπερύψωμα, περνώντας από τα γειτονικά κτίρια.

‘Με εφοδίασε με σκόνη, φυτίλι και εκπυρσοκροτητές,μαζί με οδηγίες.’ Η παράδοση έγινε όταν συνάντησα στο μπάρ Σαν Γκάλλο τον Νάκη που μου είπε ότι θα έβρισκα το υλικό κοντά στο αμάξι μου. Πράγματι, το βρήκα και το έκρυψα κάτω από την γέφυρα του σιδηροδρόμου στις Κούρε.’
Χρησιμοποίησαν τα υλικά και έφτιαξαν τις βόμβες, ονοματίζει τους συνεργάτες του,Φαίδωνα, Σπανό, Λάκη και Ανδρέα.
και λέει ,’όσο κι αν του στοιχίζει ακριβά’, πως η διεκδίκηση έγινε από την γυναίκα του.
Συνεχίζει επαφές με τον Ντίνο ‘που όταν έμαθε πως ήμουν παντρεμένος με ρώτησε εάν έχω ανάγκη από χρήματα, διέθεσε κι ένα δωμάτιο του σπιτιού του σε δύο συντρόφους της ομάδας μας που ξέμειναν, τον Σπανό και τον Πέτρο, στην πλατεία Τζιορτζίνι.’

Πήγαν να κάνουν αυτοψία σε ένα αστυνομικό σταθμό στην Περέτολα, τέσσερις, μεταξύ των οποίων ο ένας θα μπορούσε να ήμουν εγώ. Μπήκαν σε μονόδρομο και τους σταμάτησαν ζητώντας στοιχεία. Ο Φαίδων και ο Σπανός ήταν οι άλλοι δύο.’Πήραμε την οδό Νόβολι και μετά μπήκαμε στην οδό Μπαράκκα από τον μονόδρομο’.
‘Η ομάδα μας δεν τα πήγαινε καλά, μας ενοχλούσε ο τρόπος που γίνονταν όλα αυτά, έτσι η απόπειρα δεν είχε το προβλεπόμενο αποτέλεσμα.’

‘Τότε ο Σπανός άρχισε να έχει επαφές με τον Μίκη και ήταν συχνά μαζί του η Ροσσάνα. Εγώ σταμάτησα να τον βλέπω και τον αντικατέστησε ο Κώστας που μου συστήθηκε από τον Νάκη σαν μέλος των Ομάδων.
Αυτός λοιπόν μου έλεγε πως καλές και σπουδαίες οι ομάδες, τουλάχιστον εννοούμενες σαν έκφραση της παρανομίας των μαζών, αλλά περισσότερο είχε σημασία το οπλισμένο κόμμα, του οποίου οι ομάδες είναι μία στρατηγική στιγμή. Έλεγε πως οι ομάδες δεν είναι το πάν,μιάς και η καταπίεση-καταστολή αυξάνονταν. Έπρεπε λοιπόν να ενισχυθεί το οπλισμένο κόμμα.
Εγώ είχα παθητική συμπεριφορά που πιθανώς να την εξέλαβε σαν συγκατάθεση.’

‘Τούπα πως ήμουν πολύ γνωστός στην αστυνομία, εάν σκεφτόταν κάτι συγκεκριμένο για το άτομό μου και μου πρότεινε να με φέρει σε επαφή με μία κοπέλα, όπως και έκανε, που μου μίλησε για την σπουδαιότητα τομέων αντιπληροφόρησης και επιμελητείας, και πως χρειάζονταν κάποιον σαν κι εμένα, και πως θα πληρωνόμουν.’
‘Το ραντεβού με τον Κώστα είχε γίνει στους κήπους που είναι απέναντι από το μπάρ ‘Αμίτσι Μιέι’. Με την κοπέλα η συνάντηση έγινε στους κήπους της ‘Πόρτα Σαν Νικολό’, σε δύο μέρες ξαναβρεθήκαμε, αυτή την φορά στους κήπους της ‘Ορτικολτούρα’, στην ‘Κόκκινη Γέφυρα’, ήταν εκεί και ο Ντίνος. Χρησιμοποιούσαμε ψευδώνυμα, την κοπέλα την έλεγαν Φιόνα. Θα έρχονταν και κάποιος Μάριο ο οποίος όμως δεν εμφανίστηκε μιάς κι εγώ δεν έδινα συγκατάθεση’.

‘Γίνανε και άλλες συναντήσεις, γνώρισα και έναν Ρένο, καταζητούμενο στο Τορίνο. Την φορά που συναντήθηκα με αυτόν σε ένα μπάρ πίσω από την Στάντα της οδού Τσερετάνι, με έφερε στο οπλοπωλείο του ‘Πόντε αλ Πίνο’, πήγαμε με λεωφορείο και μου ζήτησε να εξετάσω τον μηχανισμό με τον οποίο κλείνει η πόρτα, αφού μπω στο εσωτερικό’.
Περιγράφει τον τύπο,που έπρεπε να μένει στην οδό Μόρο.
‘Γνωστοποίησα πως δεν ήθελα να ανακατευτώ στην οργάνωση εκθέτοντας και την οικογενειακή μου κατάσταση και μου εγγυήθηκαν οικονομική βοήθεια. Κατάλαβα εν τω μεταξύ πως η κοπέλα για την οποία σας μίλησα ήταν η εγγύηση για τις διασυνδέσεις μεταξύ συντρόφων άλλων πόλεων’.

‘Κατάλαβα πως κάποιες φορές μάλιστα στην πόλη δρούσαν σύντροφοι από άλλες περιοχές’ και παρουσιάζει ένα περιστατικό στο οποίο βρέθηκε τυχαία και του έδωσε αυτή την εντύπωση,σε δημόσιο χώρο, να μη σας κουράζω με λεπτομέρειες.
Τον ρωτούν για κάποιους άλλους και αναφέρει αυτά που γνωρίζει.
Του ζήτησαν να μεριμνήσει για την ανεύρεση σπιτιών, δωματίων στην περιοχή του Σέστο.’Μου μίλησαν και για λατομεία που έπρεπε να βρίσκονται στην Γκαρφανιάνα. Δεν έκανα ποτέ αυτά που μου ζητούσαν.’
‘Φτάσαμε σε αποφασιστική αντίθεση και είπα στην κοπέλα πως δεν συμμεριζόμουν καμιά απ’ τις μεθόδους τους’.
‘Είχα ξαναρχίσει να χρησιμοποιώ ναρκωτικά,όπως και ο Πέτρος.’
‘ο καθένας μας ήταν στον κόσμο του, άλλος έφυγε για την Ινδία, ο Ανδρέας, άλλος είχε προσωπικά θέματα, ο Λάκης, άλλος αφιερωνόταν στους συναισθηματισμούς ,ο Φαίδων, και στην πραγματικότητα, ομάδα δεν υπάρχει πλέον, από την αρχή του καλοκαιριού του ’78.’

Μορούτσι 2

Τον Μάρτη τον ξαναφωνάζουν για διευκρινήσεις. Αντιγράφω :
‘σκεπτόμενος καλύτερα δεν είμαι σε θέση να πω, με απόλυτη σιγουριά εάν ο Μίκης ή ο Νάκης είναι αυτός που μου έδωσε το εκρηκτικό. Προς στιγμήν σκεφτόμουν τον Νάκη, μου φαίνεται πιο πιθανό να μου έδωσε το εκρηκτικό ο Μίκης. Βλέποντας τις σχέσεις ανάμεσα στους δύο είχα την εντύπωση ότι ο Μίκης είχε ένα βαθμό μεγαλύτερο του Νάκη μέσα στην οργάνωση!!!’
‘Είμαι απόλυτα σίγουρος ότι ήταν μέλος της Διοίκησης. Για τον Νάκη αυτή την σιγουριά δεν την έχω, απλά μου ανέφερε ότι και ο Μίκης,κι έτσι συμπεραίνω πως ήταν και αυτός’.

Αναγνωρίζει καμιά εικοσαριά συντρόφους από φωτογραφίες,είναι οι ήδη γνωστοί μας και από τις περιγραφές των προηγούμενων, συν δυο-τρία καινούρια ονόματα
Κάποιους έβλεπε μαζί με άλλους, κάποιος ήταν το αγόρι της Άννας και ‘ήταν στην μέση αυτών των πραγμάτων’, κάποιος΄’ήταν πάντα μαζί με τον Κώστα και τον Ντίνο’, κάποια την γνωρίζει γιατί έμενε με την άλλη, κάποιον τον έβλεπε συχνά αλλά δεν είχε σχέση μαζί του, τον άλλο τον γνώριζε σαν άτομο που κάπνιζε χασίς,και ούτω καθ’ εξής.

‘Μπορώ να πω ότι είναι δυο χρόνια που δεν συχνάζω πια σ’ αυτά τα άτομα’

Τον Απρίλη τον ξαναφωνάζουν και τον ρωτούν για τον Ρούλη, για την δραστηριότητα που ανέπτυξε στην κατάληψη στην Μπόργκο λα Κρότσε.
Τους απαντά πως ο Ρούλης συμμετείχε πιό δραστήρια στην κατάληψη της οδού Καλτσαιουόλι και ερχόταν κατά διαστήματα στην Μπόργκο λα Κρότσε.
‘Δεν μπορώ να επιβεβαιώσω,αλλά ούτε να αποκλείσω ότι τις προκηρύξεις της Πρώτης Γραμμής που βρέθηκαν στο καταλυμένο κτίριο τις έφερε ο Ρούλης. Δεν ξεκαθαρίστηκε ποτέ ποιος τις έφερε.Με αυτόν έλαβα μέρος σε μία διανομή προκηρύξεων μπροστά στο Σούπερ-Μάρκετ του ‘Ολτράρνο’, κατά την διάρκεια της οποίας επενέβη η αστυνομία και πήρε τα στοιχεία της Λέλας, της κοπέλας του Κώστα, και άλλων. Θυμάμαι ότι το θέμα των προκηρύξεων ήταν εκείνο για την ακρίβεια της ζωής και δεν ήταν μονογραμμένο από τις ‘Περιπολίες’, ήταν υπογραμμένο με την λέξη ‘Αυτονομία’.
‘Πρίν την διάλυσή της, που έγινε στα μέσα του ’75, ο Συνεχής Αγώνας πρότεινε την ιδέα της αυτομείωσης των αποδείξεων του ΟΤΕ και της ΔΕΗ. Εγώ όμως δεν έλαβα μέρος σ’ αυτή τη φάση του αγώνα γιατί είχα αρχίσει να χρησιμοποιώ ναρκωτικά.’

‘Στην επιτροπή για την αυτομείωση, του ‘Σέστο Φιορεντίνο’, πήγαινα καμιά φορά μετά από πρόσκληση του Τσέκου που προσπαθούσε να με ξαναφέρει στην πολιτική’. Δεν βρήκα εκεί κανέναν ‘από τους μεγάλους’, δηλαδή τον Ντίνο ή τον Κώστα, που μετά με πλησίασαν για επαφές, όπως είπα στις προηγούμενες ανακρίσεις’.
‘Ξαναδιαβάζοντας όσα δήλωσα την 13η Ιανουαρίου 1980 επ’ ευκαιρία της εκστρατείας ενάντια στις δυνάμεις της αστυνομίας, θέλω να κάνω περισσότερο ακριβές ότι ο Νάκης ήταν το άτομο που μου μιλούσε,μετά από μία συνέλευση,νομίζω, της Διοίκησης, αφού συναντηθήκαμε στο συνηθισμένο μπάρ, στην πλατεία Ελευθερίας. Ενώ, όσον αφορά την πλευρά της δράσης, παράδοση της σκόνης με το χαρτί με τις οδηγίες, υπόσχεση προκάλυψης με οπλισμένο άνδρα, ενδιαφέρθηκε ο Μίκης και όχι ο Νάκης, που λανθασμένα προηγουμένως επιβεβαιώθηκε από μένα.

Ομολογεί ξανά πως έκανε λάθος και τα λέει ανάποδα. Και αυτό γιατί θυμάται πως πήγα μαζί τους να κάνουμε αναγνώριση.
Βέβαια, στο τέλος δεν έγινε τίποτα μιας και δεν μπορούσαν ν’ αποφασίσουν τι θέλουν να κάνουν, ή αν θέλουν πραγματικά να κάνουν κάτι, μια και διαφωνούν συνεχώς με τα πάντα και για όλα.
Και όλοι αυτοί που τους εμπλέκει στην υπόθεση είναι τόσο μαλάκες ώστε να τον πιλατεύουν επί μήνες να αναλάβει κάποια πρωτοβουλία, αυτός ή η ομάδα του!

‘Σε μένα ο Φαίδωνας δεν είπε ποτέ ότι έχει κάνει απόπειρα εμπρησμού της Χ.Δ. του Γκαλλούτσο και στο αυτοκίνητο του καθηγητή τάδε’. Άσχετο.

‘Αναφέρω ότι μετά από τις δηλώσεις που έκανα, έλαβα απειλές’.
Έλαβε απειλητικά γράμματα στο σπίτι του που τα διάβασε η γυναίκα του. Του ζητούν να ανακαλέσει όπως έχουν κάνει και οι υπόλοιποι. Του ανέφεραν ότι ο Ντένης θα ανακαλούσε και ότι ο μοναδικός που δεν ανακάλεσε ήταν αυτός.
Επαναλαμβάνει πως η συμπεριφορά των συντρόφων που είχε γνωρίσει στη φυλακή από τον Ντίνο έμοιαζε με ατόμων που ετοιμάζονταν να δραπετεύσουν, διευκρινίζοντας πως αυτό το σκέφτηκε μετά, όταν συσχέτισε την συμπεριφορά τους με αυτά που έγιναν αργότερα.

‘Μετά την απόπειρα στην Τροχαία της Βιλλαμάνια, η ομάδα, της οποίας ήμουν αρχηγός, διέλυσε.. Ήμουν σ’ αυτό το σημείο, που στην προσπάθεια να ξαναφτιαχτεί, επενέβη ο Κώστας και άρχισε επαφές κατ’ ευθείαν μ’ εμένα, ενώ ο Μίκης συνέχιζε τις σχέσεις του με τον Σπανό.’
‘Ο Κώστας έλεγε ότι κάθε ομάδα θα έπρεπε να είναι εξ ολοκλήρου αυτοδύναμη από την πλευρά της τεχνικοεπιμελητείας, της αντιπληροφόρησης και της δράσης’.

Του παρουσίασαν ένα νέο, που τον αναγνωρίζει σε φωτογραφία, ειδικό στον ηλεκτρονικό τομέα, που θα έπρεπε να τους μάθει να συντονίζουν τα ράδια στα μήκη κύματος της αστυνομίας. Αυτό έγινε στην πλατεία του Αγίου Μάρκου, παρόντος και του Φαίδωνα.
Επιστρέφει στην συνάντηση στο σπίτι της οδού Μπάρντι, μας μίλησε και ο Σπανός γι αυτή, την καλοκαιρινή περίοδο του ’78, όπου βρισκόμουν εγώ, ο Νάκης,ο Σάσσα, ο Κώστας και άλλοι.Περιγράφει το σπίτι.Εκεί του παρουσίασαν τον ‘μεγάλο ειδικό στα όπλα, και τον αναγνωρίζει. Είναι ο Σαμάνος.

Θυμάται πως μιλούσε με τα καλύτερα λόγια για την 9άρα Μπερέττα, ‘έλυσε το όπλο μπροστά μας για να μας το δείξει.’ Μίλησε για πιστόλια, κοντόκανα τουφέκια, τα χαρακτηριστικά τους και πού και πώς χρησιμοποιούνταν. Ανέφερε και το δίκαννο με σπαστή κάνη, και τουφέκια, λέγοντας πως το καλύτερο ήταν εκείνο που έχει η αστυνομία, το Μ12.’
‘Μίλησε επίσης και για την ψυχολογική επίδραση που προξενεί το πέταγμα μιάς χειροβομβίδας’. ‘Θυμάμαι ότι με την ευκαιρία, μίλησε για ένα επεισόδιο που έγινε σ’ εκείνη την εποχή, εις βάρος κάποιου Στρατοπέδου, εγκρίνοντάς το, αφού με παρόμοιες ενέργειες επιτυγχάνουμε έναν διπλό σκοπό σαν εκείνο του να αφοπλιστεί ο εχθρός και ν’ αποκτήσουμε σύγχρονα όπλα’.

Μιας και έχουν μιλήσει για την αναγκαιότητα της τεχνικο-επιμελητείας να εφοδιαστούν με ράδια θυμάται πως ο Σπανός έκλεψε δύο από κατάστημα ναυτικών ειδών.
Λέει πως δεν θυμάται το ψευδώνυμο του Σπανού, αναφέρει για τον εαυτό του ψευδώνυμο διαφορετικό από αυτό που έδωσε προηγούμενη φορά.
Θυμάται ότι την εποχή των Ομάδων, τέλη του ’77, του δόθηκε ραντεβού μπροστά σ’ ένα σπίτι της οδού Βίνια Νουόβα, όπου τον περίμενα εγώ, και μας άνοιξε ο Κώστας. Ήταν και ο Νάκης εκεί και άλλα άτομα από την Εμίλια. Υπήρχε ανάγκη να μεταφερθούν μηχανήματα που παραποιούν έγγραφα και είχαν οι Εμιλιάνοι, σε μία τοποθεσία.
‘Συζητήθηκε η αναγκαιότητα να βγεί μια εφημερίδα που να δείχνει τις δύο περιοχές με ενωτικό τρόπο, πράγμα που έγινε ένα μήνα μετά. Ο τίτλος της ήταν ‘Αντιεξουσία’, σε μαύρο χρώμα. ‘Είδα μερικές εφημερίδες στην οδό Οστερία ντελ Γκουάντο.’Η διανομή γίνονταν στα μέρη που σύχναζε η κίνηση. Τα μέρη που αφορούσαν την Φλωρεντία τα επιμελήθηκε ο Κώστας. Είδα ένα νούμερο του οποίου η κεντρική σελίδα είχε ένα κατάλογο με τις απόπειρες που επαληθεύτηκαν στην Τοσκάνα.’

‘Νομίζω ότι Γάκης αμοιβόταν απ’ την οργάνωση, αυτό το συμπεραίνω από το γεγονός ότι δεν εργαζόταν, είχε πρόβλημα στο να εξηγήσει στο σπίτι του πώς ζούσε χωρίς να εργάζεται.
Σε κάποια στιγμή είχε και αυτοκίνητο. Ξέρω, γιατί μου το είπε ο Σπανός, ότι έλαβε μέρος σε μία εισβολή σε εταιρεία ακινήτων, το ’78, εισβολή που δεν πραγματοποιήθηκε μέχρι τέλους γιατί μιά κοπέλλα που βρίσκονταν μέσα άρχισε να ουρλιάζει, και τότε όλοι, δηλαδή και ο Σπανός που είχε μπει πρώτος ,και όσοι ήταν μαζί του, έφυγαν’.

‘Ξέρω ότι ο Φαίδων, έλαβε μέρος σε μία εισβολή στη Φλωρεντία σε βάρος μιας κτηματικής μαζί με τον Κώστα. Γράψανε στους τοίχους. Απ’ όσα μου είπε, βρισκόταν όλη την ώρα δίπλα του και ότι αυτή η εμπειρία τον είχε ταράξει πολύ. Είχε μείνει άναυδος.’
‘Τον χρησιμοποίησαν γιατί ήθελαν να τον δέσουν με την οργάνωση, όπως προσπαθούσαν να κάνουν και μ’ εμένα.’ ‘Πρέπει να πήρε μέρος και ο Σάσσα.’

‘Με καλείτε να δείξω τις διάφορες ομάδες. Σε μία ήταν αρχηγός ο Κώστας, σε μία ο Νάκης, σε μία ο Μίκης και σε μία ο Λουκάς. Ο Κώστας,ο Νάκης, ο Σάσσα και ο Λουκάς αποτελούσαν μία Ομάδα Φωτιάς της οργάνωσης. Ο Ντίνος ήταν επικεφαλής σε περισσότερες από μία περιοχές. Η Φιόνα είχε την αποστολή να φροντίζει τα άτομα που έρχονταν έξω από την Φλωρεντία. Επί πλέον, αναζητούσε τις καινούργιες βάσεις.’
Αυθορμήτως λέει: ‘και ο Έκτορας ήταν αρχηγός ομάδας.’ ‘Αυτό το ξέρω, όμως δεν μου έρχονται οι λεπτομέρειες στο μυαλό. Θυμάμαι μόνο ότι τον έβλεπα συχνά με τους άλλους, μπορώ να προσθέσω ότι του μίλησα όπως μιλάνε σε αρχηγό, δηλαδή μιλώντας του για πράγματα που σε άλλον δεν θα είχα πει’.

‘Με ερωτάτε να εξηγήσω από πού πήρα τα στοιχεία βάση των οποίων βεβαιώνω ότι τα ονόματα που ανέφερα ήταν μέρος της διοίκησης των ομάδων, ή ότι ήταν αρχηγοί των ομάδων, με ιδιαίτερη αναφορά στον Έκτορα, στον Λουκά και στον Μίκη’.
‘Έχω ήδη μιλήσει για τις συγκεντρώσεις που γινόντουσαν στην Οδό Πίππο Σπάνο, στις οποίες δεν συμμετείχα ποτέ. Διαψεύδω τις δηλώσεις που έγιναν σε αυτό το σημείο από τον Σπανό που λέει ότι έγιναν δύο συναντήσεις στις οποίες έλαβα μέρος με αυτόν συναντώντας τον Ντίνο και την Φιόνα με παρόντα τον Βαγγέλη. Εγώ δεν έλαβα ποτέ μέρος. Όχι μόνο στις αρχές του ’79 ήμουν έξω από τον γύρο, αλλά σε αυτό το διαμέρισμα πήγα με τον Σπανό μία φορά να πάρουμε τον Κώστα. ‘

‘Γυρίζοντας στις συγκεντρώσεις, θυμάμαι ότι κάποτε είδα τον Νάκη και τον Μίκη αλλά και άλλα άτομα μπροστά στο κτίριο της οδού Πίππο Σπάνο, όπου εγώ περίμενα μέσα στο αυτοκίνητο. Μία φορά μπόρεσα να δω καλά αυτά τα άτομα που έβγαιναν από την συγκέντρωση, όλους αυτούς για τους οποίους με ρωτάτε, και δεν ξέρω αν και άλλους. Μια άλλη φορά είδα κάποιους που είχαν φύγει από την συγκέντρωση και σταμάτησαν στο μπάρ’!

Δεν χρειάζεται να σχολιάσω, έτσι δεν είναι; Τα έχει κάνει πλέον θάλασσα!
‘Οι αρχηγοί βγαίνουνε πάντοτε μαζί! ‘

‘με ρωτάτε για την Άννα, εγώ δεν έμαθα ποτέ ότι είχε σχέση με τις ομάδες ή την οργάνωση. Πήγα με αυτή και άλλους μια φορά στο σπίτι του Φαίδωνα για να καπνίσουμε.’ Έβγαλα το συμπέρασμα πως δεν είχε σχέση, δεν μίλησαν για θέματα αφορώντα τις ομάδες και την οργάνωση’.

Λίγο νωρίτερα τον έχουν ρωτήσει ξανά επί πλέον λεπτομέρειες αναφορικά με την συγκέντρωση στην οδό ντει Μπάρντι στην διάρκεια της οποίας δόθηκαν οδηγίες διαφόρου είδους από την Σαμάνο.
‘Πράγματι είναι αλήθεια ότι πήραν μέρος και ο Σπανός με τον Φαίδωνα. Δεν το είχα πει την άλλη φορά για να μην τους μπλέξω’.
‘Όμως δεν είναι αλήθεια ότι σ’ εκείνη την συγκέντρωση ήλθε μετά από μένα ο Σπανός γιατί ήταν παρέα μου πριν απ’ την συγκέντρωση. Αυτός ήλθε μόνος του, ενώ είναι αλήθεια ότι ο Φαίδων ήλθε μαζί μου, μια που και οι δύο,εξαιτίας της σημαντικής θέσης στην ομάδα που καθοδηγούνταν από εμένα, είχαμε κληθεί.’

Τους μίλησε ο Σαμάνος για τα όπλα και τις επιχειρήσεις που γίνονται με αυτά. Μίλησε για εισβολές και χτυπήματα στα πόδια εξηγώντας τις διαφορές των όπλων που χρησιμοποιούνται σε κάθε περίπτωση, όπως επίσης και τη σημασία του όπλου με ταμπούρο,που δεν σκορπίζει κάλυκες, σε αντίθεση με το αυτόματο. Θα έπρεπε να γίνουν και άλλες συναντήσεις αυτού του τύπου και συζήτηση και κατανόηση άλλων μορφών στρατιωτικού τύπου, τις οποίες θ’ ακολουθούσαν πρακτικές ασκήσεις.
Δεν κλήθηκε άλλο γιατί η ομάδα τους είχε αρχίσει να διαλύεται.
Ο Γιώργος ο Σπανός είχε υιοθετήσει έναν αυτόνομο ρόλο, βλέπει από μόνος του εμένα.

Μιλά για κλοπές αυτοκινήτων και πως δεν ήθελε να βοηθήσει, να πάρει μέρος γιατί είναι ‘εκτεθειμένος’, όταν του ζήτησε ο Σπανός να συνεργαστεί μαζί του. ‘Μάλιστα του παρατήρησα πως εκτεθειμένος είναι και ο ίδιος.’ Αργότερα έμαθε για ένα περιστατικό από αυτόν, μία τρέλα όπως την αποκάλεσε όταν του είπε πως θα είχε ένοπλη κάλυψη. Τον κάλεσαν σε συνάντηση,στο πάρκο της πλατείας, στην οποία συμμετείχαν η Φιόνα και ο Ντίνος, ο οποίος οργισμένος δήλωσε »πως μία εντολή σε μία οργάνωση ‘στρατιωτικού τύπου’ δεν αμφισβητείται, δεν συζητιέται. Εγώ έκανα την συνήθη κριτική μου και αυτός με άφησε να καταλάβω πως οι επιπλοκές που προέκυψαν από την αντίθεσή μου είχαν τινάξει στον αέρα κάτι. Το γεγονός συνέβη το ’78,σίγουρα πριν το καλοκαίρι, διότι τότε εγώ είχα ξαναρχίσει την χρήση ηρωίνης, από τον Ιούνη και μετά».

‘Είχαν όλοι πλέον καταλάβει τί παίζει και δεν μου ζητούσαν πλέον τίποτα, μάλιστα με συνάντησε μιά μέρα στην πλατεία του Άγιου Πιερίνου ο Κώστας με το κορίτσι του και μου έκανε επίπληξη, επειδή κατάλαβε πως βρισκόμουν στην περιοχή επειδή έψαχνα ναρκωτικά’. ‘Θυμάμαι ότι εκείνη την εποχή σύχναζε, μάλλον κατοικούσε από όσο ξέρω, στην οδό Φιεζολάνα, πηγαίνοντας προς την οδό ντέλι Αλφάνι, στο σπίτι ενός φοιτητή, του οποίου κι εγώ είχα κάνει γνωριμία, και τον έβλεπα συχνά παρέα με τον Κώστα.’
‘Αναγνωρίζω στο άλμπουμ τον Λουκά’.
Του δείχνουν και τον Σαμάνο και τον αναγνωρίζει.

‘Ο Μίκης με τον Νάκη διαμαρτύρονταν για την αδράνειά μας [μιλά για το προηγούμενο διάστημα] και αποφασίσαμε να πάρουμε ενεργητικό μέρος στην καμπάνια-εκστρατεία ενάντια στην Χριστιανοδημοκρατία.’ ‘Είχαν γίνει διάφορες απόπειρες, εξάλλου, δίχως την συμμετοχή μας’.
‘Αποφασίσαμε να κάνουμε κάτι κι εμείς, δύο επιχειρήσεις, δύο ομάδες. Αντόνιο, Λάκης, Φαίδων, Ανδρέας, Σπανός και Μπάμπης, ευρισκόμενοι συγκεντρωμένοι μπροστά στο Τεχνικό Ινστιτούτο Γκαλιλέϊ.’

‘Χωριστήκαμε σε δύο ομάδες, πήγαμε να βάλουμε φωτιά στο παράθυρο του τμήματος της οδού Φαεντίνα, εγώ με τον Σπανό και τον Λάκη. Οι άλλοι ασχολήθηκαν με το τμήμα του Γκαλούτσο.Την διεκδίκηση πρέπει να έκαναν ο Φαίδων με τον Λάκης με τηλεφώνημα από την καμπίνα της πλατείας ντελλα Ρεπούμπλικα.’

Τον ρωτούν για άλλες απόπειρες εναντίων εδρών της Χρ. Δημοκρατίας της οδού Βέργκα, του Βιάλε Μανφρέντο Φάντι και του Βιάλε Γκουϊντόνι, απόπειρες που έγιναν όλες με εμπρηστικές φιάλες και λέει πως δεν γνωρίζει. Το σύστημα με το οποίο έγιναν του θυμίζει όμως και του φέρνει στο νού εκείνο που χρησιμοποιήθηκε για το ‘Μπάρ Τορίνο’, στο λάργκο που πάει από την πλατεία Ντονατέλλο στην πλατεία ντέλλα Λιμπερτά, μπάρ που είχε υποστεί επίθεση σε εποχή πρόσφατη. Αυτό το σύστημα χρησιμοποίησε μία ‘ομαδούλα’ επονομαζόμενη ‘ομάδα επέμβασης νέων’ που είχε σχηματιστεί για να επεμβαίνει στο νεανικό προλεταριάτο, στην οποία έπρεπε να παίρνουν μέρος τρία,τέσσερα παιδιά με επικεφαλής τον Γάκη που μένει στο Βιάλε ντει Μίλλε, μπροστά από την εκκλησία ντει Σέττε Σάντι, ο Μίρκος, ο Ντένης και ο Βαγγέλης.’
‘Αυτή η ομάδα, όμως, από όσο μου προκύπτει, διαλύθηκε πρίν από την δική μας’.

Του δείχνουν τη φωτογραφία του Γάκη και τον αναγνωρίζει, σαν ένα από τους νέους που σύχναζαν στην πλατεία Σαν Μάρκο και τον συνάντησε μια μέρα σε μία συνάντηση στον κήπο Ορτικολτούρα, στους κήπους του Πόντε Ρόσσο με την Φιόνα, ‘μία από τις συναντήσεις όπου η κοπέλα συζητούσε μ’ εμένα και τον Σπανό τα θέματα του επονομαζόμενου ‘Επιτελειακού-Τεχνικού’ τομέα. Από τα πράγματα που είπε μου έδωσε την εντύπωση ότι είχε μπεί στην οργάνωση, είχε σχέση πολύ άνετη με την Φιόνα και τον Ντίνο, και δεν φαίνονταν όπως εκείνος που ορισμένα πράγματα τα μάθαινε ή τα άκουγε για πρώτη φορά.’

‘Μιά φορά μας ανατέθηκε το καθήκον να πάμε να κοιτάξουμε για ενδεχόμενη ληστεία στο παράρτημα του Μόντε ντει Πάσκι του Βιάλε ντει Μίλλε. Το κόλπο έπρεπε να μελετηθεί για την στιγμή της επιστροφής των υπαλλήλων, μετά την παύση για το γεύμα. Κάναμε μισής ώρας βάρδιες ο καθένας. Στο τέλος τον συνόδεψα στο σπίτι του κι έτσι έμαθα που μένει. Μου συστήθηκε με άλλο όνομα, αργότερα έμαθα το βαπτιστικό του.’
‘Πρίν ξεκινήσουν οι συναντήσεις του Ε.Τ. Τομέα αποκαλούσαμε ο ένας τον άλλο με τα πραγματικά μας ονόματα, αργότερα υιοθετήσαμε ψευδώνυμα. Μπερδευόμουν καμιά φορά κι εκεί που έπρεπε ν’ αποκαλώ κάποιον με το ψευδώνυμό του τον καλούσα με το κανονικό του ή το αντίθετο. Δημιουργείτο εκνευρισμός’.

Τον ξαναφωνάζουν τον Σεπτέμβρη και τον ρωτούν γιατί δεν παρουσιάστηκε στην αντιπαράσταση με τον Σπανό, όπως είχε συμφωνηθεί.
‘Η κατάσταση είναι πως στην Φλωρεντία κυκλοφορεί η φήμη πως ο μόνος που έχει μιλήσει είμαι εγώ. Μάλιστα έγινε και μία εκπομπή στον ελεύθερο ραδιοφωνικό σταθμό Ράδιο Τσέντο Φιόρι που βεβαιώνει ότι οι ανακριτές κατηγόρησαν 90 άτομα,χωρίς καμία απόδειξη, αλλά μοναχά στη βάση βεβαιώσεων ενός ή δύο τοξικομανών, που τους έχει στο χέρι η αστυνομία, και από αυτή την εκπομπή εγώ υποδείχθηκα στον κύκλο των γνωριμιών μου.’

‘Μας ζητήσατε τρείς φορές, εμένα και τον Σπανό να έρθουμε σε αντιπαράσταση. Και τις τρείς, το προηγούμενο βράδυ, ήρθε στο σπίτι μου και μου ζήτησε να δώσω μία εκδοχή συμφωνημένη για τα γεγονότα που ήταν γι αυτόν δυσμενή.
Είπε πως γνώριζε που υπάρχουν αντιθέσεις. Εγώ ούτε βεβαίωσα ούτε αρνήθηκα ότι έκανα στον ανακριτή τις εν λόγω βεβαιώσεις.
Δεν ήθελα να γεννηθούν μεγάλες διαφορές ανάμεσά μας, αυτό και αναφορικά με την σχέση φιλίας μεταξύ των οικογενειών μας’.

‘Σε σχέση με την πρώτη αντίθεση επικαλούμαι όσα έχω δηλώσει, ότι δηλαδή,μετά την διάλυση της ομάδας μας που έγινε λόγω της σύλληψης του Πέτρου για το γνωστό περιστατικό της κλεπταποδοχής των διαβατηρίων, που έγινε πάνω κάτω το καλοκαίρι του ’78, όσον αφορά τις συναντήσεις με εκείνους της Πρώτης Γραμμής στην οδό Πίππο Σπάνο πήραμε με τον Σπανό μέρος σαν οργανικοί της Πρώτης Γραμμής και όχι πιά σαν τα μέλη των ομάδων, με αυτή την ιδιότητα συμμετείχε σε αυτές τις συναντήσεις και ο Φαίδων’.

‘Αναφορικά με την διήγηση του Σπανού σχετική με μία εισβολή στην Πίζα σε Κτηματικό Γραφείο στην διάρκεια της οποίας μία γυναίκα ξεφώνισε, επιμένω ότι ήταν αυτός ο ίδιος που έκανε αυτή την εξιστόρηση.Η εισβολή έγινε 17-2-79. Καταλαβαίνω γιατί αρνείται. Σημαίνει ότι εκείνη την εποχή ήταν ακόμη στην οργάνωση ενώ εγώ είχα βγει προγενέστερα.’
‘Μέχρι που υπήρχε η ομάδα μας, στις συνεδριάσεις της διοίκησης πηγαίναμε εγώ και ο Φαίδων. Σε μία μόνο πήρε μέρος κρυφά ο Σπανός, ενώ μετά που διαλύθηκε η ομάδα, αρχές καλοκαιριού του ’78, ο Σπανός όπως εγώ συμμετείχε σε συνεδρίαση της Πρώτης Γραμμής σαν οργανικός στον τεχνικοεπιμελητειακό τομέα’.

‘Με ρωτάτε για την κλοπή του χρυσαφιού Γκόλφ που έκλεψε ο Σπανός, σε σχέση με τον ‘τσακωμό’ που έγινε με τον Ντίνο για την άρνηση της ένοπλης κάλυψης, αυτοκίνητο που έπρεπε να κλαπεί το πρωί και εκλάπη μετά τις έξι το απόγευμα,καταστρέφοντας έτσι την επιχείρηση για την οποία προορίζονταν. Μπορεί ο Σπανός να έκανε την κλοπή με τον Βαγγέλη.’
‘Είναι αλήθεια ότι οικειοποιήθηκα ένα ποσόν χρημάτων, κέρδος πλασαρίσματος ελαφρών ναρκωτικών, είναι αλήθεια ότι αυτό προκάλεσε μία ψυχρότητα μεταξύ μας, ενώ ήδη από καιρό είχα κλείσει τις σχέσεις σε πολιτικό επίπεδο’.
‘Δεν ξέρω τίποτα σχετικά με το μάζεμα χρημάτων που ο Σπανός μαζί με άλλους είχε κάνει πιθανόν για να διευκολύνει την φυγοδικία του Γάκη. Δεν είχα σχέσεις φιλίας με αυτόν’.

  • Έτσι, δικάστηκα την πρώτη φορά, το ’81 για ληστεία, εμπρησμό εκ προθέσεως, έκρηξη, διακεκριμένη φθορά, συμμορία και παράβαση περί των εκρηκτικών υλών, όπως και παράβαση των νόμων περί όπλων για την καταστολή της τρομοκρατίας
    την δεύτερη το 1985 για ανθρωποκτονία εκ προθέσεως κατά συναυτουργία, για ληστεία κατά συρροή εν συναυτουργία, για έκρηξη κατά συρροή εν συναυτουργία, αγορά εισαγωγή προμήθεια κατοχή μεταφορά όπλων, πυρομαχικών, εκρηκτικών εν συναυτουργία κατ’ εξακολούθηση.

http://video-morfwsh.blogspot.gr/search/label/%27%CE%A4%CF%81%CE%BF%CE%BC%CE%BF%CE%BA%CF%81%CE%B1%CF%84%CE%AF%CE%B1%27-%CE%A6%CF%85%CE%BB%CE%B1%CE%BA%CE%AE#/page/1

τρομοκρατία, φυλακή

  • Βίοι παράλληλοι :
    ‘Η ιστορία των ΝΑΡ, Ένοπλοι Προλεταριακοί Πυρήνες, έχει κι ένα κεφάλαιο που παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον,
    [γράφει ο Κώστας Καλφόπουλος στο διαδίκτυο για την ιστορία των ΝΑΡ]
    και για τις δικές μας εξελίξεις στην υπόθεση της ελληνικής τρομοκρατίας.’
    [εγώ εδώ θα πω πως υπάρχει αντάρτικο,στην Ελλάδα και τον κόσμο, τρομοκράτες είναι οι φασίστες και οι φονταμενταλιστές που επιτίθενται τυφλά, στο πλήθος].

‘Στις 11 Μαρτίου του ’75, μετά από έκρηξη βόμβας στην οδό Κονσάλβο της Νάπολης, σκοτώνεται ο Βιταλίνο Πρίντσιπε και τραυματίζεται βαριά ο Αλφρέντο Παπάλε. Στο νοσοκομείο όπου νοσηλεύεται, μόλις βγήκε από το χειρουργείο, ο ανακριτής τον υπέβαλε σε δεκατετράωρη ανάκριση. Αρκεί το σχόλιο της δικηγόρου, κυρίας Λομπάρντι, που υπερασπίζεται τον Παπάλε :
‘Δεν βασανίζουν έτσι κάποιον που έχει χάσει το ένα του μάτι και του οποίου το σώμα είναι γεμάτο θραύσματα. Όμως δεν περιορίστηκαν σε αυτό. Οι ανακριτικές αρχές προσπάθησαν να εκφοβίσουν τον κατηγορούμενο επισείοντάς του την ποινή των ισοβίων.’

Εικοσιεπτά χρόνια μετά ακριβώς το ίδιο σκηνικό, με τις ίδιες πρακτικές θα επαναληφθεί στην Ελλάδα, με τον Σάββα Ξηρό, το πρώτο ταυτοποιημένο μέλος ένοπλης οργάνωσης που συλλαμβάνεται μετά την έκρηξη στον Πειραιά.’

Τσε, Βασίλης

  • Δευτέρα του Πάσχα σήμερα που ολοκληρώνω το ταξίδι μας στη Χώρα του Ποτέ τριάντα πέντε χρόνια μετά
    κατά την Μεγάλη Εβδομάδα του ’13, παρέα με την λοίμωξη μου.
    Ασυναίσθητα λοιπόν και αυτονόητα μου έρχεται ν’ αναφερθώ στο μεγάλο θέμα που απασχολεί όλους,
    το αναπόφευκτο του θανάτου, η αναζήτηση του μετά, η πίστη και η θρησκεία.
    Δεν γνωρίζω εάν υπάρχει Θεός
    σίγουρα θα μου άρεσε να μη τελειώνουν όλα εδώ και τώρα, να υπάρχει συνέχεια.
    Αυτό δεν σημαίνει τίποτα περισσότερο από αυτό που ακούγεται, από αυτό που λέμε.

Σημαίνει πως για το μετά δεν γνωρίζουμε τίποτα.
‘Κάνε το καλό και ρίξτο στο γιαλό’ λέει ο σοφός λαός.
‘Άνθρωπε αγάπα’ τραγουδά ο ποιητής
μη περιμένεις ανταπόδοση!
δεν χρειάζεται να προσμένεις ανταμοιβή.
Αγαπάς γιατί σ’ αρέσει, γεμίζεις όταν προσφέρεις, μεθάς όταν μοιράζεσαι,
νιώθεις ολοκληρωμένος με το άλλο σου μισό στην αγκαλιά.
Ο άνθρωπος χρειάζεται να νιώθει ασφαλής, αυτή την ασφάλεια ψάχνει,μέσα του, και την αποκαλεί Θεό.

Εγώ νιώθω ασφαλής όταν συνεργάζομαι με άλλους. Νιώθω ασφαλής όταν η συνείδησή μου είναι ήσυχη, όταν νιώθω καθαρός, τίμιος, δίκαιος, πως να το πω καλύτερα; δεν ξέρω
Τις Βίβλους δεν τις θέλω πια. Αυτές οι βεβαιότητες έχουν προκαλέσει μύρια δεινά στην ανθρωπότητα, που άλλο δεν παίρνει!
και σίγουρα ευτυχία και ασφάλεια δεν έφεραν στους λαούς.
Άσε που τις θρησκείες χρησιμοποίησαν οι δυνατοί για να εξασφαλίσουν την κατοχή τους, διαχρονικά.
Οι άνθρωποι δεν χρειάζονται διαχωρισμούς. Ενότητα και συνεργασία χρειάζονται. Ισότητα και αυτονομία.
Ούτε κατοχή χρειάζονται.

Η Γη, ο πλούτος, τα αγαθά είναι για όλους. Για να μοιράζονται σε όλους, σύμφωνα με τις ανάγκες τους.
Δεν θα κοροϊδέψω ποτέ κανέναν για την πίστη, το χρώμα ή την ιδεολογία του.
Αυτός είναι. Ας πρόσεχε.
Δείχνεις με το παράδειγμά σου.
Αλληλεγγύη χρειαζόμαστε, να οργανωθούμε σε παρέες, στις γειτονιές, παντού.
Και να διευθύνουμε εμείς τις ζωές μας από κοινού, αυτόνομα.
Φτάνει πια με τους σωτήρες!

Είμαστε εμείς άγιοι και δαίμονες μαζί. Ισορροπία χρειαζόμαστε.
Ας είναι όπως θέλει νάναι
σήμερα είναι ώρα για δράση
σήμερα είναι η ώρα για καλύτερη ζωή
αυτήν έχουμε, αυτή γνωρίζουμε
δίκαιη, όμορφη. Γιατί ωραία η γη μας
γεμάτη ομορφιές που περιμένουν να τις ψαχουλεύσουμε, να τις εξερευνήσουμε. Όλοι
ΑΦΉΣΤΕ ΝΑ ΤΟ ΚΆΝΟΥΜΕ!

Let love in, Nic Cave.

ευχαριστώ τα κορίτσια που με ανέχτηκαν, τους φίλους που με υπέμειναν
η Βίκυ στάθηκε ήρωας, με γνώρισε στην δυσκολότερη περίοδο της ζωής μου και δεν λάκισε. Βράχος. Την ευγνωμονώ
έχω τρία υπέροχα παιδιά, πέρασαν κι αυτά μέσα από Συμπληγάδες.
Τους ευχαριστώ όλους που υπάρχουν, που μου στέκονται
την αδελφή μου, τον άντρα της,τ’ ανίψια μου, τα ξαδέλφια και τις οικογένειές τους, τα υπέροχα πεθερικά μου.
Είναι όλοι τους θαυμάσιοι
στα μεγάλα μαρτύρια δεν με άφησαν, ο καθένας με τον τρόπο του, νιώθω πολύ τυχερός.
Τους ευχαριστώ θερμά για μια ακόμη φορά!

Δικαίωμα στο όνειρο ΛΆΚΗΣ ΠΑΠΑΔΌΠΟΥΛΟΣ 1985

Μιά σιωπή καταλυτική
Η πόρτα κλειδωμένη
Το στίγμα σου ξεμακραίνει,
κι η νύχτα απορρυπαντική
Βλέμμα γυάλινο, χλωμό
Σ’ ένα παιχνίδι χαμένο
ψάχνεις για κερδισμένο
κι εγώ πάλι στο βυθό
Όμως με τίποτα δεν μπορείς
να μου στερήσεις το όνειρο
Δικαίωμα στο όνειρο,
δικαίωμα στο τίποτα
Φυγάς σε δίκη που εκκρεμεί,
που τίποτα δεν περιμένει
παρά απόφαση καταδικαστική
Μέσα σε γυάλινο κελί
η τύχη σου δοσμένη
Το μέλλον ξεμακραίνει
Η όψη σου αποθαρρυντική
Όμως με τίποτα, με τίποτα, με τίποτα, με τίποτα
δεν μπορείς
να μου στερήσεις το όνειρο.

  • Αυτή είναι η ιστορία των παιδιών που ονειρεύτηκαν την χώρα του Ποτέ και είπαν να ψάξουν να την βρούνε. Δοκίμασαν. Το τόλμησαν.
    Δεν φοβήθηκαν το ταξίδι, δεν δείλιασαν στο άγνωστο, δεν τρόμαξαν να ρισκάρουν, αψήφησαν τους κινδύνους, εμπιστεύτηκαν το όνειρο, τράβηξαν αντίθετα στο ποτάμι, από κάποια στιγμή τουλάχιστον και μετά.
    Δεν δικαιώθηκαν, την ιστορία την γράφουν οι νικητές.
    Το στίγμα όμως που αφήνουν οι νικημένοι δεν εξαφανίζεται. Είναι εκεί δυνατό και όμορφο, μια παρακαταθήκη που βγαίνει από ψυχές άδολες, σαν το αγαπημένο, γαλλικό σύνθημα που φωνάζαμε στις πορείες μας τα χρόνια της φωτιάς : ‘δεν είναι παρά μόνο η αρχή, θα συνεχίσουμε να μαχόμαστε’ !

Sunday morning, Velvet Underground.

Richie Havens, Freedom, (Woodstock)

DSC02215

Η Μπαλάντα Του Μαουτχάουζεν

https://aenaikinisi.wordpress.com/2015/03/07/%CE%B7-%CE%BC%CF%80%CE%B1%CE%BB%CE%AC%CE%BD%CF%84%CE%B1-%CF%84%CE%BF%CF%85-%CE%BC%CE%B1%CE%BF%CF%85%CF%84%CF%87%CE%AC%CE%BF%CF%85%CE%B6%CE%B5%CE%BD/

 

συνεχίζεται

τα βιβλία του μιχάλη, i libri di michele

Φ. στη χώρα του ποτέ …ή 3

ΔΕΝ ΘΥΜΆΜΑΙ ΝΑ ΣΑΣ ΠΩ ΚΆΤΙ ΑΞΙΌΛΟΓΟ.

Πολύ μίζερη κατάσταση και πολύ ρουφιανιά. Μέχρι και τον αδελφό ή ξάδελφο του αρχιφύλακα που βρέθηκε μέσα για λίγες μέρες, νομίζω για κάτι χρέη, τον κάρφωσαν στον συγγενή του γιατί έβαλε λίγο κρασάκι μια μέρα στο κελί του, κάποιος φύλακας έκανε τα στραβά μάτια στο επισκεπτήριο με τη γυναίκα του. Οι έχοντες τα μέσα το έκαναν στο γραφείο της φυλακής, οι πολλοί πίσω απ’ το συρμάτινο δίχτυ, που μας χώριζε από τους αγαπημένους μας, στο επισκεπτήριο.

Υπάρχει ένα παλικάρι, μάγκας, το παίζει και είναι αρχηγός. Ο μόνος που στέκομαι παράμερα είμαι εγώ, δεν ζητώ χάρες δηλαδή. Τον ενοχλεί που τον ψιλοαποφεύγω. Μια μέρα βρίσκει μια ασήμαντη αφορμή για να διαφωνήσουμε, μου τραβάει μια ξεγυρισμένη και με ξαπλώνει καταγής. Γίνεται φασαρία, πηδάω απάνω πριν προλάβουν να μπουκάρουν οι φύλακες στο θάλαμο, οι πόρτες είναι ανοιχτές. Έχουνε πλακώσει και οι συγκρατούμενοι, η κατάσταση είναι τεταμένη. Ρωτούν οι ανθρωποφύλακες τι έγινε και με μεγάλη φυσικότητα τους απαντώ πως γλίστρησα στην άκρη του κρεβατιού και έπεσα και πως το παλικάρι, ακούγοντας να φωνάζω απ’ την τρομάρα μου έτρεξε να με σηκώσει, όπως και οι υπόλοιποι, φοβούμενοι πως χτύπησα το κεφάλι μου. Γι αυτό και η κινητικότητα και η φασαρία.

Από εκείνη την ημέρα το παλικαράκι έγινε πολύ καλός μου φίλος και ‘προστάτης’ μου. Όχι ότι θα με πείραζε ποτέ κανένας, με σέβονταν όλοι, κι ας ήμουν πιτσιρικάς, μόνο και μόνο γιατί ήμουν μέσα για λόγους πολιτικούς, τέλος πάντων.
Δεν είχαμε και να χωρίσουμε τίποτα, με τους ξένους είχα τα πολλά νταλαβέρια, γράφανε που και που και οι εφημερίδες, με είχαν κιόλας συμπαθήσει εξ αιτίας της φάσης με το κορίτσι που έγινε θέμα πανελλήνιο.

Αλλάξαμε τηλέφωνα με τον νεαρό και ελεύθεροι κάποια στιγμή ήρθε και με επισκέφτηκε περαστικός από την Καβάλα. Σαλονικιός ήταν. Ήπιαμε κρασάκι στην ‘Μπαλάντα’, απογευματάκι, μιας και την νύχτα έπρεπε να ταξιδέψει. Ούτε αυτόν τον ξαναείδα, ούτε το όνομά του θυμάμαι.
Και με κάποιον Παπαδόπουλο από την Δράμα είχα καλές σχέσεις Είναι μέσα γιατί έχει φιλενάδα μια 16άρα.
Άμα βλέπατε φωτογραφίες της! πιο χυμώδης απ’ την Σοφία Λώρεν, μελαχρινές και οι δύο. Μας διάβαζε τα γράμματα που του έστελνε και ο ερωτισμός ξεχείλιζε από παντού. Και η μάνα της τον είχε κατηγορήσει για βιασμό ανήλικης! Βλέπετε, ήταν παντρεμένος, αυτό το κρίμα του. Αν είναι δυνατόν, τον κράτησαν μέσα μέχρι να τον δικάσουν. Τι έγινε δεν θυμάμαι.
Πήγαμε με τον Λουίτζι και τον επισκεφτήκαμε στην Δράμα, τον καιρό που ήταν εδώ με την κόρη του. Ελεύθεροι πλέον. Περάσαμε θαυμάσια.

Την άλλη μέρα φύγαμε οι τρεις μας και αράξαμε στις Αλυκές.Κολυμπούσαμε στα αρχαία. Έφυγαν δυο μέρες μετά για να επιστρέψει με το κορίτσι του όπως προείπα και να πάρει πίσω το αυτοκίνητο που του είχαν κατάσχει στο σύνορα τη στιγμή της σύλληψης, το κάμπριο για το οποίο σου μίλησα νωρίτερα.
Και με άλλον ένα δραμινό είχα πάρε δώσε, μεγάλο ‘πότη’. Γι αυτόν δεν θυμάμαι σχεδόν τίποτα άλλο, αμυδρά έχω την εντύπωση πως αναγκάστηκε κάποια στιγμή να καρφώσει για να εξασφαλίσει ‘νταλαβέρι’ και ασυλία και αργότερα έφυγε στο Όρος για κάποια χρόνια. Μάθαινα νέα από κοινούς γνωστούς και όλη την τιτάνια προσπάθεια που έκανε για να ξεκόψει. Έχασα κι αυτουνού τα ίχνη.
Τον Καναδό τον έστειλαν στο Επταπύργιο μετά τη δίκη, αλληλογραφούσαμε για πολύ καιρό ακόμη, μετά χαθήκαμε.’Μάτια που δεν βλέπονται εύκολα ξεχνιούνται’. Ελεύθερος πήγα στη Κομοτηνή δυο τρεις φορές να συναντήσω και να ενθαρρύνω τους παλιούς γνώριμους. Τύχαινε μάλιστα να έχω και ένα πολύ καλό φίλο, τον συγχωρεμένο τον Παντελή που δούλευε διευθυντής στο Ξενοδοχείο της πόλης που είναι στην κεντρική πλατεία και μας έκανε πολύ καλές τιμές. Μάλιστα μια φορά είχαμε ‘τσιμπίσει’ το αυτοκίνητο του μπαμπά της Λίνας ένα διήμερο που έλειπε από την πόλη και στο ξεκίνημα για τον γυρισμό πρέπει να έχασα το κλειδί ή κάτι παρόμοιο. Ήταν Κυριακή πρωί, αλλά ο ‘από μηχανής Θεός’ Παντελής καθάρισε! Μας έστειλε ένα κολλητό του κλειδαρά κι έτσι προλάβαμε την τελευταία στιγμή να παρκάρουμε το αυτοκίνητο, γεμάτο βενζίνη, στο μέρος απ’ το οποίο το είχαμε ‘σηκώσει’. Οι κωλόφαρδοι!

Τέλος, είχα σχέση και με κάποιον Σταυράκη από την Χρυσούπολη, μηχανόβιο.Είχε συνεργείο. Αυτόν τον συνάντησα μπόλικες φορές, εδώ ή εκεί, ελεύθεροι. Μέχρι στο ’32’ έφτασε, όταν το είχαμε με τον Νικόλα, ώσπου χαθήκαμε οριστικά. Βλέπεις, τον συνάντησα μια μέρα τυχαία ένα πρωινό στην είσοδο του Επιμελητηρίου και είχε τα κακά του χάλια. Πρέπει να ‘έπεσε’ στα βαριά τελευταία. Έκτοτε αγνοείται η τύχη του.
Ο πιo κολλητός μου όμως ήταν πάντα ο Λιβανέζος, ήμασταν κοντά απ’ όλες τις απόψεις. Και σαν χαρακτήρες, και πολιτικά,
ο μόνος που εξέφραζε άποψη, και μάλιστα πολύ κοντά στη δική μου. Καταλαβαινόμασταν απόλυτα. Μου μιλούσε με τις ώρες για την χώρα με τους κέδρους και με έκανε να την ερωτευτώ,
για τους αγώνες των Παλαιστινίων και των φενταγίν.

Και ο ‘παππούς’, ο Λίνο που με είχε σαν γιο του και κάποια νωρίτερη στιγμή, σε άλλο μας βιβλίο, πρέπει να σας έχω πει για το χουνέρι που μου σκάρωσε ένα βράδυ.
Το χειμώνα προσπαθούμε να ζεσταθούμε μ’ εκείνη τη ξυλόσομπα, μικρότερη από αυτή που έχω τώρα στο σπίτι μου για να ζεσταίνουμε κοντά 50 τετραγωνικά τη στιγμή που ζούμε σε ένα ‘κοιτώνα’ διακοσίων.
Έχουμε στο θάλαμο μια μικρή τούρκικη τουαλέτα μ’ ένα λάστιχο για να την καθαρίζουμε. Με αυτό κάνω μέρα παρά μέρα ένα ντουζάκι παγωμένο το βραδάκι, μόλις μας κλειδώνουν. Το καλοκαίρι κάθε μέρα,
οι άλλοι με κοιτάζουν σαν χαζό, φαινόμενο!

ερυθρές ταξιαρχίες 6

μια μικρή παράκαμψη

  • ο απαίσιος άνθρωπος, στην απαίσια παρουσία ενός καημένου εαυτού,
    αυτοί ήταν οι μετανιωμένοι, αυτοί που διαχώρισαν την θέση τους, ή όπως αλλιώς ονόμασαν την σχιζοφρένειά τους.
    παρακολουθήστε τον, αν αντέχετε, εγώ ένιωσα την υποχρέωση να υπομένω το μαρτύριο της μετάφρασης του ανθρώπου που αρνήθηκε τον εαυτό του τον ίδιο, προκειμένου να την σκαπουλάρει μιαν ώρα νωρίτερα
    δεν υπήρξα ποτέ ταξιαρχίτης, διαφώνησα σκληρά πολλές φορές μαζί τους
    γνώρισα και παιδιά, είχα φίλους πολλούς που ‘διαχώρισαν’ την θέση τους
    δεν συμφώνησα, είχαν όμως άποψη. και βέβαια σιώπησαν, ταπεινά.
    ούτε κάνω τον έξυπνο, εκ των υστέρων
    είχα διαφωνήσει με την στρατηγική των εΤ από την ελευθερία ακόμη
    πάντα όμως τους σεβόμουν και τους υποστήριξα ηθικά
    ο ανωτέρω όμως δεν αξίζει ούτε το φτύσιμό μου, ντροπιάζει όλη εκείνη την γενιά, που, από διαφορετικούς δρόμους, προσπάθησε την κομουνιστική επανάσταση.
    ντροπή του! λίγη αξιοπρέπεια δεν θα έβλαπτε!

συνεχίζω λοιπόν την αφήγηση:

  • Η Ρόσσα συνεχίζει και μου γράφει, τώρα μπορούμε να μιλάμε στο τηλέφωνο κάθε τόσο. Αφού δεν έχουν πρόβλημα οι Ιταλοί, που έχουν και το ζόρι, οι δικοί μας δεν λένε τίποτα.Τόσο καιρό που ήμασταν και οι δύο στην ίδια χώρα,την οργάνωση απόδρασης φοβόντουσαν. Τώρα έχουν χαλαρώσει αρκετά, κάνουν και υπόγεια δουλειά οι δικηγόροι που δημιουργούν σιγά-σιγά την ατμόσφαιρα ενός ερωτευμένου νέου που παραστράτησε για λίγο χάριν της αγάπης του αλλά είναι ξανά πλέον στον ‘ίσιο δρόμο’. Αυτά τα καταλαβαίνω τόσο από τα ρεπορτάζ των εφημερίδων, όσο κι από την υπερασπιστική γραμμή που υιοθετούν, ιδιαίτερα την περίοδο της δίκης.

All you zombies, The Hooters.

Νομίζω λοιπόν πως έφτασε η ώρα να ασχοληθούμε με την δικογραφία. Θα συνεχίσω όμως να σας μιλώ αργότερα γιατί νιώθω κουρασμένος.

Δικάστηκα με στοιχεία βασισμένα στις πολύμηνες καταθέσεις ενός μοναδικού ατόμου που θα ονομάζω Σαβέριο. Γεμάτη αντιθέσεις κατέρρευσε αμέσως και αθωώθηκα με απόφαση και των πέντε δικαστών. Αυτό εμπόδισε τον εισαγγελέα να την προσβάλλει.
Αργότερα, προστέθηκαν οι μαρτυρίες δύο ακόμη ανθρώπων, ο ένας γνωστός τοξικομανής της Φλωρεντίας, ο δεύτερος περίπου. Εδώ οι αντιφάσεις δεν είναι τόσο έντονες, κραυγαλέες όπως στην πρώτη περίπτωση, αδυνατίζει την κατάσταση όμως η συχνή παραδοχή τους πως είναι χρήστες πριν, κατά τη διάρκεια και μετά τη γνωριμία μας.

Το ίδιο φυσικά έγινε στην Ιταλία. Βέβαια αυτοί έκαναν το λάθος, για τα διεθνή δεδομένα, να με δικάσουν και εκεί τη στιγμή που νωρίτερα έχουν ζητήσει την εδώ εκδίκαση της υπόθεσης, με τις ίδιες κατηγορίες και τους αυτούς μάρτυρες. Διεθνώς έχει ισχύ λοιπόν η απόφαση που εκδίδεται πρώτη. Δεν μπορείς να δικάσεις κάποιον για τα ίδια πράγματα δύο φορές.
Ίσως να έγινε και εσκεμμένα, αυτό δεν το γνωρίζω. Το σίγουρο πάντως είναι πως αυτή η λεπτομέρεια με έσωσε στην διάρκεια της σύλληψής μου στην Γερμανία, κάποια χρόνια αργότερα. Τότε που με κράτησαν στο Σταμνχάιμ μέχρι να εκδικαστεί το καινούριο αίτημα των Ιταλών για έκδοση στη χώρα τους. Ξοδέψαμε μια τούμπα λεφτά σε μία ομάδα εξαιρετικών νομικών που απέδειξαν με τον καλύτερο τρόπο πως οι Γερμανοί έπρεπε να με ελευθερώσουν μια και για τα εγκλήματα που με κατηγορούν οι Ιταλοί έχω δικαστεί δύο φορές στην Ελλάδα, πριν ακόμη με καταδικάσουν οριστικά εκείνοι στη χώρα τους, και αθωωθεί πανηγυρικά.

Θα μιλήσουμε λοιπόν για την δικογραφία και συχνά θα σου έρθει να βάλεις το γέλια.
Θα καταλάβετε πώς συμβαίνει συχνά να καταδικάζουν με το έτσι θέλω αγωνιστές. Πώς κατασκευάζεται ένα κατηγορητήριο. Πώς γίνεται να υποχρεώνουν αγωνιστές σε χρόνια κάθειρξης απλά και μόνον επειδή δηλώνουν πολιτικοί αντίπαλοι. Το ίδιο που έγινε εδώ στη δίκη των αγωνιστών του Επαναστατικού Αγώνα 35 χρόνια αργότερα.
Ένας λόγος που μ’ έκανε να φτιάξω αυτό το τρίτο πόνημα είναι ακριβώς αυτός. Ένας άλλος για να σας δώσω μία ακόμη εικόνα του τι συμβαίνει εκείνα τα χρόνια στη γείτονα,
δεν έχει αναφερθεί κανένας άλλος σε αυτό.
Μέσα από τις αφηγήσεις αυτών των παιδιών θα παρακολουθήσετε μία ταινία βγαλμένη απ’ τα παλιά που ζωγραφίζει τη ζωή στη γειτονιά μας. Μια ταινία από το παρελθόν που μιλάει για το χθες το σήμερα και το αύριο του πολυμέτωπου αγώνα που δίνουν οι καταπιεσμένοι για να σπάσουν τα δεσμά που τους δένουν στο άσχημο άρμα του καπιταλισμού.

Εδώ με αθώωσαν δύο φορές γιατί είχαν το θάρρος να εξετάσουν τα στοιχεία.
Εκεί μου ρίξανε πολλά χρόνια.
Χαλάλι τους. Με έκλεισαν στην Ελλάδα, για την Ιντερπολ είμαι κυνηγημένος.
Στάθηκα τυχερός στην ατυχία μου
όλοι μου οι σύντροφοι έφαγαν καμπάνες, εξέτισαν μεγάλο μέρος από αυτές. Έκατσαν μέσα δηλαδή για πολλά-πολλά χρόνια, το διάστημα που εγώ αλώνιζα στις παραλίες της Ηρακλίτσας και του Μπάτη.
Έζησαν ένα μέρος από τα καλύτερα χρόνια τους στη φυλακή, μέσα σε κλίμα ρεβανσισμού, ήττας του κινήματος της αυτονομίας, ήττας του αντάρτικου στις πόλεις και εκδικητικότητας απέναντι στους μαχητές και τους αγωνιστές.
Εγώ την έβγαλα στον αφρό.

Με βάρεσαν αλύπητα αργότερα οι ασθένειες. Λες και μ’ έτρωγε μια πίκρα που την γλίτωσα με αμυχές και έπρεπε να δοκιμαστώ σκληρά.
Ποιος ξέρει ; Η ζωή παίζει περίεργα παιχνίδια μερικές φορές, σκαρώνει φάρσες απίστευτες.
Τέλος καλό όμως, όλα καλά!
Ότι θα ακολουθήσει είναι ένα μέρος της ιστορίας,
η ιστορία των νέων που αψήφησαν τη σύμβαση, που αψήφησαν την πεπατημένη και δοκίμασαν να φτάσουν στην Χώρα του Ποτέ με όλες τους τις δυνάμεις, χρησιμοποιώντας δύναμη και φαντασία, ευρηματικότητα και ένταση, ρήξη και ανατροπή του σεναρίου!

Θα σας μιλήσω μέσα από τις μαρτυρίες αυτών των ανθρώπων για να δείτε το σκάλωμα που έφαγαν.
Πρέπει όμως να δείτε την ταινία σιωπηλά. Δίχως προκαταλήψεις.Με τις κεραίες ανοιχτές κι ανεβασμένες,όρθιες.
Οι δύο δεύτεροι μπορεί να πέρασαν και στερητικό σύνδρομο. Είναι σίγουρο, κι ας μη το αναφέρουν. Ο ένας κάνει μάλιστα την πάπια, αποφεύγει ν’ αναφέρει αυτό που και οι πέτρες της Φλωρεντίας γνωρίζουν. Ο άλλος το παραδέχεται συχνά.
Ο πρώτος είναι ταχυδαχτυλουργός, κασκαντέρ.                                                                              Υπάρχει και ένας τέταρτος, αυτόν δεν τον θυμάμαι κυριολεκτικά καθόλου, δεν ήταν εξάλλου από την Φλωρεντία, αν τον συνάντησα αυτό έγινε μια φορά στη ζωή μου, αν!
Απολαύστε τους.
Να προσθέσω ένα ελαφρυντικό. Σίγουρα είμαι το εύκολο θύμα, βρίσκομαι χιλιόμετρα μακριά.

Ναι, είμαι μέλος των μαχητικών προλεταριακών ομάδων, από την πρώτη μέρα που ξεκίνησε η κουβέντα μέσα στους κόλπους της αυτονομίας για αναβάθμιση του αγώνα.
Ναι, οι ομάδες είναι κομμάτι της Πρώτης Γραμμής. Ναι, και προσπαθήσαμε να υπάρξει διαχωρισμός, πράγμα που δεν καταφέραμε, εκ του αποτελέσματος.
Ναι, μέσα σε μια εκατοστή συντρόφους, τέσσερις δεν άντεξαν, κατέρρευσαν [ ο τέταρτος προσχώρησε αργότερα, είχαν ήδη δημιουργηθεί καλύτερα στεγανά, δεν ενέπλεξε πολλούς, δεν γνώριζε τίποτα περισσότερο απ’ τον τομέα του, εμένα με είχε συναντήσει μοναχά μια φορά, δεν με ανέφερε ποτέ στις καταθέσεις του].

Έχουμε βγει όλοι μέσα από το κίνημα, χρόνια στους δρόμους και τα αμφιθέατρα, στις πικετοφορίες στα εργοστάσια και τις καταλήψεις.
Επιτροπές στο φοιτητικό εστιατόριο, στις σχολές, στις γειτονιές. Μέχρι να το πάρουμε χαμπάρι το επίπεδο ανεβαίνει διαρκώς, τρέχοντας.
Μέχρι να φτιαχτούν τα πρώτα στεγανά στην κουβέντα έχουν εμπλακεί δεκάδες δεκάδων σύντροφοι. Όλοι,πολλοί αντιλαμβάνονται, ψυχανεμίζονται αυτό που συμβαίνει, αυτό που γεννιέται από τα σπάργανα, απ’ το μηδέν. Κύκλοι, και άλλοι κύκλοι, όλο και κάτι παραπάνω, κάτι καινούριο, περισσότερο προχωρημένο. Ένα τεράστιο πείραμα που σήκωσε τον τόπο. Σαν σεισμός!

Parco Lambro ’76 : γυμνοί προς την τρέλα

Βγαίνουν προκηρύξεις, γίνονται κουβέντες, δημόσια, στα στέκια. Γίνονται και υπόγεια. Όλα μαζί, σταδιακά, ταυτόχρονα. Νομίζεις πως ο χρόνος σε προσπερνά, τρέχει γρηγορότερα. Δεν προλαβαίνεις να σκεφτείς συχνά. Δρας αυτόματα, αυθόρμητα.
Για χρόνια, το επαναλαμβάνω.
Όποιος έχει πάρει μέρος από το ξεκίνημα σε αυτή την διαδικασία, από κάποιο σημείο και μετά καταλαβαίνει περισσότερα απ’ ότι νομίζεις.
Αυτό έκανε ο Σαβέριο.Μόνος του παραδέχεται αμέτρητες φορές πως βρέθηκε σε κάποια ομάδα για λίγους μήνες, ελάχιστους!
Όλες του οι πληροφορίες,σχεδόν όλες, προέρχονται απ’ τις ‘εκμυστηρεύσεις’ της αγαπημένης του, κοριτσιού που και μ’ αυτό, πάντα κατά τον ίδιο, έχει σχέση για λίγους μόνο μήνες!
Πάντα κατά τον ίδιο, πήρε μέρος σε μια και μοναδική επίθεση, μέχρι να το βάλει τελικά στα πόδια.

Παραδέχεται πολλές φορές, περισσότερες από μία, πως ‘κάποια πράγματα δεν λέγονται και δεν τα ρωτάμε, απλά δεν λέγονται’. Και θέλει να μας πείσει πως ένα κορίτσι και κάποιοι φίλοι απ’ τα παλιά, που μάλιστα γνωρίζουν πως απ’ την οργάνωση την έχει κάνει με ελαφρά πηδηματάκια, συνεχίζουν να του εκμυστηρεύονται τα πάντα, τον στέλνουν να συζητήσει, να οργανώσει άλλους κλπ.
Ο Σαβέριο ναι, αντιλήφθηκε κάποια εξέλιξη προς την μαζική παρανομία.
Ίσως, και για λόγους εγωισμού, προσπάθησε να ενταχθεί σε κάποια ομάδα μα δεν τα κατάφερε. Λάκισε.
Κι όταν τον τσίμπησαν, γιατί για κάποιο διάστημα μάζευαν με τον σωρό, όποιον τους είχε στο παρελθόν απασχολήσει, τον ‘φώναξαν’ για ‘φιλική’ κουβεντούλα, έκανε τον ‘μετανοημένο’, μεταμελήθηκε.
Για να γλιτώσει οποιαδήποτε υποτιθέμενη συνέπεια. Κανείς δεν ξέρει, εγώ τουλάχιστον δεν έμαθα μέχρι σήμερα τι παίζονταν σ’ εκείνα τα δωμάτια, σε εκείνες τις ‘κουβεντούλες’. Τις πιέσεις, τους εκβιασμούς.

Για κάποιους, και η ελαφρύτερη συνέπεια φαντάζει ασήκωτη.
Σίγουρα γνώριζε τα σπίτια μας, πολλούς από εμάς, συνήθειες κλπ. Μας έβλεπε μαζί, κολλητούς κι αγαπημένους για πολλά χρόνια. Να ενταχθεί δεν τα κατάφερε, δεν του πήγαινε στο κάτω-κάτω. Μπορεί και να ζήλεψε κάποια στιγμή.
Τον Αριστείδη τον εξοστράκισαν οι Αθηναίοι γιατί δεν άντεχαν να τον βλέπουν ευτυχισμένο, παραήταν δίκαιος για τα μέτρα τους!
Ότι κάποιες κινήσεις έπεφταν στην αντίληψή του, όσο διάστημα τριγυρνούσε στους χώρους, είναι αδιαμφισβήτητο. Ότι για κάποιο διάστημα παρατηρούσε επίσης.
Γνωρίζει τους χώρους μας, τις παρέες, τους κολλητούς, συμπεραίνει πολλά, σε κάποια πέφτει μέσα.
Κάποιους πρόλαβε να τους γνωρίσει μαχητές, για τους υπόλοιπους……. ας το πάρει το ποτάμι.

Extreme ways, Moby.

Έτσι κι αλλιώς, όλοι είναι μαχητές, ότι πει η αντιτρομοκρατική.
Το σενάριο φτιάχνεται πλέον, τόσες επιθέσεις θα παραμείνουν ανεξιχνίαστες ;
Γι αυτό ανακαλεί πολλές φορές, δεν ταιριάζουν οι υποθέσεις, δεν στέκουν τα λεγόμενα, και οι αντιφάσεις έχουν τα όριά τους.

Επί μήνες συνεχίζει να δημιουργεί δύο ξεχωριστά άτομα, με δύο ξεχωριστά ονόματα, που τα υποδεικνύει μάλιστα στις φωτογραφίες που του δείχνουν. Μα τα δυο άτομα είναι ένα και το αυτό, με όνομα και παρατσούκλι! Δυο κορμιά, ένα άτομο. Και αυτός τους συναντά και τους δύο, άλλοτε μαζί και άλλοτε ξεχωριστά. Και δείχνει δυο φωτογραφίες ξεχωριστών προσώπων. Είναι το αποκορύφωμά του, η μεγαλύτερη στιγμή του, η αποθέωση του κοινού στη σκηνή του παραλόγου!

Ο ένας στην Ομόνοια, ο άλλος στο Σύνταγμα και ο Σαβέριο απ’ το Μοναστηράκι προχωρά, αμέριμνος για τις συνέπειες, να τους συναντήσει και να παίξουνε πινγκ πονγκ κάτω απ’ το δέντρο που αυτοκτόνησε-δολοφονήθηκε εκείνος ο εξαιρετικός κύριος, ο φαρμακοποιός της πλατείας των εξεγερμένων!
Αυτά!
Υπάρχει όμως και μια δεύτερη, τεράστια αντίφαση που γυμνώνει την διχασμένη του προσωπικότητα και τη σύγχυση στην οποία ευρίσκεται. Παρουσιάζει την εαυτό του σαν αρχηγό ομάδας που συσκέπτεται, συζητά και αποφασίζει μαζί με άλλους,
τελείως διαφορετικούς από αυτούς που πάντα σύμφωνα με τα δικά του λεγόμενα αποτελούν τους αρχηγούς των υπολοίπων ομάδων.
Πρέπει να προμηθεύσουν τις ομάδες εκρηκτικά μιας και καμία ομάδα από μόνη της, λέει,δεν έχει την επιχειρησιακή δυνατότητα να το κάνει, αυτόνομα.
Ποιοι είναι τελικά αυτοί οι περίφημοι αρχηγοί ;
Μια έτσι, μια αλλιώς.

Ο Σαβέριο δεν ξέρει τι του γίνεται. Φτιάχνει το σενάριο και το διασκεδάζει.

Θυμάμαι στην Κομοτηνή, κάποια στιγμή που κουβεντιάζαμε πάνω σε αυτά τα θέματα ο καλός μου φίλος ο Νίνο με ρωτά τι θα έκανα εάν μια μέρα τον συναντούσα στο δρόμο, ελεύθερος πλέον. Του απαντώ χωρίς κανένα δισταγμό πως ούτε να τον φτύσω δεν έκανα κέφι!

Ας στρωθούμε όμως στη δουλειά μετά τη μεσημεριανή σιέστα:
Δηλώνει ξανά και ξανά πως στις ομάδες να μπει του πρότεινα εγώ, μετά την έξοδό του από την φυλακή εξ αιτίας προηγούμενων γεγονότων.
Πάμε όμως να τον ακούσουμε να μας παρουσιάζεται:

‘Η πρώτη μου πολιτική επαφή έγινε την περίοδο της κατάληψης της Αρχιτεκτονικής σχολής Φλωρεντίας και συγκεκριμένα συναντήθηκα με τον Κάρλο που έπαιρνε μέρος, με καθήκοντα προέχουσας καθοδήγησης στην Προλεταριακή Επιτροπή του Πανεπιστημιακού Εστιατορίου. Άρχισα μια πρακτική παρανομίας με τις μορφές που τότε ασκούνταν σε επίπεδο κινήματος, και δηλαδή διαδηλώσεις πεζοδρομίου, επανιδιοποίηση των μέσων αντικείμενο των αναγκών του προλεταριάτου, πορείες με προσαρτημένες ‘αυτοϋπερασπιζόμενες’ ομάδες περιφρούρησης, οπλισμό με βόμβες μολότοφ. Αυτό αποτελούσε εκείνη την εποχή το σημείο σύνθεσης της πολιτικής πρακτικής που προωθούνταν από την Εργατική Αυτονομία και που είχε σαν το πιο προωθημένο της τμήμα αυτούς οι οποίοι αναλάμβαναν την ευθύνη να εφοδιάζουν την ένοπλη κάλυψη σ’ αυτούς που συμμετείχαν σαν μάζα στη μεμονωμένη διαδήλωση. Με άλλα λόγια, όχι μόνο προετοιμάζονταν οι μολότοφ για την άμυνα της πορείας, αλλά προβλεπόταν και να μοιράζονται σε μεμονωμένους συμμετέχοντες, ανεξάρτητα, έκαναν την αγωνιστική χρήση τους τη στιγμή που θα χρειαζόταν.

Σε μία από αυτές τις διαδηλώσεις συνελήφθην μαζί με άλλους δύο. Έπρεπε σε κάποια στιγμή να εισχωρήσουμε με τις τσάντες με τις μολότοφ που έπρεπε να διανεμηθούν στα μέλη της επιτροπής, και συγκεκριμένα στον Κάρλο, τον Μπίκο, τον Εκτορα, την Φιόνα, τον Λουκά. Σ’ εκείνη την περίπτωση είχαμε σαν κάλυψη πίσω μας τον Λουκά και την Φιόνα που απαγκιστρώθηκαν ακριβώς καθώς εμείς συλλαμβανόμασταν πριν ακόμη εισχωρήσουμε.
Οι μποτίλιες θα έπρεπε να έχουν μια αμυντική χρήση στην υπόθεση κατά την οποία, όταν φτάναμε στα γραφεία του Συνδικάτου των Μεταλλουργών θα γινόταν σύγκρουση, και έπειτα για μια επιχείρηση κατά της Γραμματείας του Πανεπιστημίου την στιγμή κατά την οποία η πορεία θα τελείωνε στην Πλατεία του Αγίου Μάρκου. Τα μπουκάλια είχαν αποσυρθεί από το σπίτι της οδού ντει Κόντι όπου κατοικούσε η Φιόνα και ο Κώστας.

Κατά την διάρκεια και μετά από την κράτησή μου γι αυτά τα γεγονότα, εγώ πλησίασα παραπέρα σε μία αντίληψη της σύγκρουσης πιο υψηλής ποιότητας μπαίνοντας πρακτικά για να πάρω μέρος στην ουσία της οργάνωσης. Πράγματι εκείνη την περίοδο ήλθαν να μας βρουν στη φυλακή του Νουόρο, όπου εμείς είχαμε αναλάβει χρέη ‘Πολιτικών Κρατουμένων’, ο Κώστας και η Φιόνα που μου ξεκαθάρισε ότι έπρεπε να θεωρηθώ ως μέλος της οργάνωσης Πρώτη Γραμμή, εξ αιτίας του παρελθόντος μου ως αγωνιστή.
Κατά την αποφυλάκισή μου ο Κώστας με διαβεβαίωσε ότι θα με έβαζε σε μια σχηματισμένη ‘Επιτροπή φυλακών’, πράγμα που δεν συνέβη. Άλλωστε λίγο μετά ο Κώστας μου είπε ότι έπρεπε να θεωρώ τον εαυτό μου μέλος μιας ομάδας πάλης της οποίας γνώρισα όλα τα άλλα μέλη για τα οποία κάνω αναφορά στις προηγούμενες ανακρίσεις μου’.

Αυτά λέγονται στις 04-07-80. Και είναι πολύ ξεκάθαρα. Αναφορά σ’ εμένα καμία. Έχει μιλήσει νωρίτερα βέβαια, ξεκίνησα ανάποδα για να πάρουμε τα πράγματα με την σειρά, την πολιτική που έχουν συμβεί. Όσο περνά η ώρα θα καταλαβαίνεις καλύτερα τη σκοπιμότητα.

Στις 05 του Ιουλίου επανέρχεται λέγοντας πως το φθινόπωρο του ’77 έγινε μια συνεδρίαση με τους Κώστα, Φιόνα και Ντίνο κατά την διάρκεια της οποίας του δόθηκε η αποστολή ν’ αρχίσει μια πολιτική δουλειά στο εσωτερικό του χώρου της ‘Επιτροπής Πανεπιστημιακού Εστιατορίου’, από την οποία έχει αποσπαστεί ο Κάρλο, γιατί είναι φυγόδικος και ο Κώστας γιατί είναι πλέον πολύ γνωστός. ‘Σε αυτή τη δουλειά κινούνταν γύρω μου και συνεργάζονταν σ’ αυτό το έργο οι Μπίκο, Ανδρέας και ο Μαυρόπουλος Μίκης. Ήταν μια φάση κατά την οποία ετοιμαζόταν η οργάνωση για την μαζική σύγκρουση στην πρόβλεψη της διάρθρωσης διαδεδομένων ένοπλων σχηματισμών, Ομάδων, που θα δρούσαν στη φλωρεντινή πραγματικότητα. Ήταν η περίοδος που αγωνιστήκαμε για την εξάλειψη του θεσμού των ταυτοτήτων ελέγχου για να μπει κανείς στο φοιτητικό εστιατόριο.’Έγινε πρώτα μια κίνηση περιφρούρησης, επισημάνθηκαν και δικάστηκαν δύο σύντροφοι, ο Ινιάτσιο και η Στέλλα. Ακολούθως μπήκε σε εφαρμογή η επίθεση στο κέντρο έκδοσης ταυτοτήτων. Απασχολήθηκε μία ‘Ομάδα Πάλης’ με πολιτικό σλόγκαν ‘Να οπλίσουμε και να οργανώσουμε τις προλεταριακές ανάγκες’ με σκοπό να υποκινήσουμε παραπέρα μαζικές συσπειρώσεις. Αυτή η επιχείρηση καθοδηγήθηκε από την ομάδα μου. Συμμετείχαμε εγώ, η Ροσσάνα, η Τιάρα και ο Μίκης.’

‘Εκείνη τη χρονική στιγμή γινόντουσαν συνεδριάσεις για το πέρασμά μου στην οργάνωση, με τον Κώστα και την Φιόνα, στο σπίτι του Κώστα, στην οδό Φιεζολάνα, σε μία μόνο και με τον Ντίνο. Στην οδό Φιεζολάνα [ το σπίτι του Λουκά όπου έμενε και η Λέλα, αυτοί δεν συμμετείχαν στην συνεδρίαση]. Την άνοιξη του 78 γνωρίζω την Σάρα που θέλει πλέον να ζει μαζί μου.Πληροφορούμαι πως ανήκει στην οργάνωση.’

Βλέπετε λοιπόν, μέχρι στιγμής,για πολλοστή φορά. Άλλος του δίνει εντολές, άλλος αποστολές, άλλος έρχεται σε επαφή μαζί του.Θα αποφασίσει επιτέλους ;
Γνωρίζει λοιπόν το κορίτσι, τα φτιάχνει μαζί της και σε όλη τη διάρκεια των απολογιών του,που ξεκίνησαν τον Γενάρη του ’80 και κράτησαν μέχρι τον Ιούλη αυτή η καϋμένη γνωρίζει τα πάντα, για όλους και για όλα, και του τα διηγείται με το νι και με το σίγμα! Κι ας τα έχουνε χαλάσει, κι ας γνωρίζει πως αυτός έχει μάλιστα αποχωρίσει. Συνεχίζει απτόητη και του εξιστορεί αυτά που συμβαίνουν και μαθαίνει, άγνωστο όμως με ποιον τρόπο!
Είναι απίστευτος, ανεκδιήγητος.

ερυθρές ταξιαρχίες 7

ΣΥΝΕΧΊΖΕΙ. Τον στέλνει ο Κώστας, Χριστούγεννα του ’77 στη Σαρδηνία, στο Σάσσαρι, για να κάνει επαφές και να δημιουργήσει ομάδα πυρός!
Πάπαλα.
Παίρνει μαζί του ένα κορίτσι για να τον φιλοξενήσει στο σπίτι της. ‘Βρίσκεται στο σκοτάδι η κοπέλα, εάν γνώριζε πράγματα για την οργάνωση ο Κώστας θα του το είχε πει!!!’
‘Συναντήθηκα με τους προαναφερόμενους δύο με το καθήκον να επιθεωρήσω τι τύπο δομών διέθεταν [όπλα, βάσεις], όμως αντιλήφθηκα ότι αυτοί δεν είχαν καμία διαθεσιμότητα κανενός είδους. Ανέφερα την περίπτωση στον Κώστα που αποφάσισε να μην γίνει τίποτα.’
‘Απ’ ότι καταλαβαίνω, το κορίτσι, η Νένα πρέπει να μπήκε στις ομάδες στη συνέχεια, κατά την περίοδο που εγώ απομακρύνθηκα από την Ομάδα Πάλης, και πιθανά μετά την γνωριμία με τον Ανδρέα’.

Αναφέρει πως την άνοιξη του ’78 έχει ήδη αποχωρήσει από ‘την ομάδα πάλης’. Παρ’ όλα αυτά μαθαίνει για καινούρια μέλη, ποιοι εισχωρούν στις ομάδες. Βλέπεις, του λένε τα πάντα κι ας μη συμφωνεί με την οργάνωση,
του λένε στρατηγικές ,ενέργειες επιθέσεις.
‘Ο Κώστας έκανε γνωστή την απαίτηση αυτονομίας καθεμιάς των ομάδων’.
‘Στην ανάγκη θα μπορούσε να πάρει μέρος στις επιχειρήσεις και η Ρένα, αλλά αυτό μόνο σε περίπτωση έσχατης ανάγκης για τον λόγο ότι ήταν απροετοίμαστη στρατιωτικά.’

Συζητά με την Σάρα και τον Ανδρέα για τις επιχειρήσεις! Με τον Κώστα για την αναγκαιότητα ‘αυτοχρηματοδότησης’ των ομάδων! Τους επισημαίνει μάλιστα τα ιππικά πρακτορεία! ή αυτά λαχείων! Ξέρει πως ο Ανδρέας συντάσσει σχεδιαγράμματα και του τα δείχνει μάλιστα! Τελικά όμως αποφασίζει πως δεν είναι και τόσο σίγουρος εάν τα σχεδίασε ο Ανδρέας! Το βέβαιο όμως είναι πως του τα έδωσε! Και πως κατασχέθηκαν στο σπίτι του, στην Οδό Όρτι Οριτσελλάρι, μετά από την εισβολή στη Ντάτα Μάνατζμεντ και τις έρευνες της αστυνομίας! Δεν χρειάζεται να σας επαναλάβω πως όλα αυτά συμβαίνουν σε διάστημα που πλέον παραδέχεται πως απ’ την οργάνωση έχει αποχωρήσει!!!

Άντε, να πιστέψουμε πως η κοπελιά του, που δεν είναι πια κοπελιά του, του εκμυστηρεύεται πράγματα.
Αλλά και τα άτομα τα προσκείμενα στην κεντρική διοίκηση, σύμφωνα πάντα με τα δικά του λεγόμενα ;
Και το άλλο, με τον Τοτό ; το ξέρετε;
Εγώ τον έμπασα, τον έκανα και καθοδηγητή, και αρχηγό ή όπως αλλιώς τον ονομάσετε! Αι σιχτίρ! Θα αποφασίσει επιτέλους ;
Άβυσσος η ψυχή του ανθρώπου.

ΛΈΕΙ : ‘Θέλω να ξεκαθαρίσω ότι αντίθετα από όσα ειπώθηκαν από εμένα σε προηγούμενες ανακρίσεις το απόγευμα της ημέρας της εισβολής στη Ντάτα Μάνατζμεντ δεν έμεινα στο σπίτι αλλά πήγα σε μια συνεδρίαση των ‘Ομάδων’ στην οδό ντει Μπάρντι, στο σπίτι που έμενε η Ροσσάνα και η Αντρέα, συνεδρίαση στην οποία πήραν μέρος τα μέλη της Ομάδας και συγκεκριμένα ο Μίκης, η Ροσσάνα, ο Ανδρέας,ο Λουκάς, η Άννα, εγώ και ο Μπίκο για να οργανώσουμε το τέλος της εκστρατείας κατά των κτηματικών εταιρειών. Θα κάναμε μια τελευταία εισβολή στην οδό ντελλα Βίνια Νουόβα. Την εισβολή έκαναν ο Μαυρόπουλος, ο Ανδρέας, η Ροσσάνα και ο Λουκάς. ‘Εγώ θα έπρεπε να κάνω την επί τόπου επιθεώρηση, πράγμα που δεν μπόρεσα γιατί την επομένη από την συνεδρίαση μεταφέρθηκα στη Διοίκηση της Αστυνομίας στη διάρκεια των επαληθεύσεων που ακολούθησαν την εισβολή στη Ντάτα. Ξέρω όμως ότι στην θέση μου τις επί τόπου επιθεωρήσεις τις έκανε η Άννα!’
Γνήσιος Βαρώνος ΜΥΝΧΆΟΥΖΕΝ!

ΈΧΕΤΕ ΑΝΤΙΛΗΦΘΕΊ ΤΟ ΜΈΓΕΘΟΣ ΤΗΣ ΑΠΑΤΕΩΝΙΆΣ ;

συνεχίζεται

DSC02243

στη φωλιά του κούκου

τα βιβλία του μιχάλη, i libri di michele

Λ. εκενώστε τους δρόμους από τα όνειρα – 10

Με το τέλος της χρονιάς οργανώνεται νέα εθνική διαδήλωση, στο Μιλάνο αυτή τη φορά.
Όλοι οι αυτόνομοι θα είμαστε πάλι εκεί.
Καταλαμβάνουμε ξανά το τρένο και ξεκινάμε. Η ατμόσφαιρα είναι τεταμένη όσο ποτέ. Έχουν αγριέψει πλέον για τα καλά τα πράγματα.
Απειλούν πως θα μας κατεβάσουν με τη βία αν δεν πληρώσουμε εισιτήριο. Αρνούμαστε. Ο σταθμός που ακολουθεί είναι γεμάτος αστυνομικούς παρατεταγμένους για μάχη. Φτιάχνουμε αλυσίδες στους διαδρόμους και περιμένουμε. Η κατάσταση είναι για άλλη μια φορά εκρηκτική. Μυρίζει μπαρούτι. Στιγμές μιας ησυχίας επικίνδυνης. Σιγή που μοιάζει αιώνας.
Το τρένο σφυρίζει και φεύγει μέσα σε αντεκλήσεις.

Ξεσπούμε σε ζητωκραυγές και συνθήματα. Η ένταση εξαφανίζεται, τα πρόσωπα χαλαρώνουν. Μέσα σου προετοιμάζεσαι για τα χειρότερα όταν βλέπεις τους αστυνομικούς να κατεβάζουν τη μάσκα του κράνους. Κραδαίνεις το στάλιν, τη σημαιούλα, και περιμένεις. Και όταν το θηρίο κινείται αργά μουγκρίζοντας καταλαβαίνεις πως ο κίνδυνος πέρασε προς το παρόν. Στεναγμός ανακούφισης.
Κανένα δεν τον γέννησε η μάνα του βίαιο. Ζούμε για να μάθουμε να αγαπάμε.
Φτάνουμε στην πρωτεύουσα της Λομβαρδίας και ξεχυνόμαστε στην πόλη. Υπάρχει διάχυτη ένταση. Δεν είναι όπως παλιότερα. Υπάρχει τώρα και ανησυχία. Γνωρίζουμε όλοι πως πολλές ομάδες μιλούν για εκδίκηση. Το κλίμα όμως δεν είναι πια εκείνο κάποιων μηνών νωρίτερα, της Ρώμης ας πούμε.

Έχουν ετοιμαστεί επιθέσεις, υπάρχει πολύς οπλισμός. Αν ξεσπάσουν μάχες θα γίνει της Πόπης!
Το θέλουμε ;
Ποιος αποφασίζει ;
Νιώθουμε πως θέλουν να μας σπρώξουν κάπου. Όχι προς τα εκεί που θέλουμε να πάμε εμείς. Ξέρουμε πως στην ανοιχτή αντιπαράθεση που μας οδηγούν είμαστε χαμένοι.
Επαναλαμβάνω, υπάρχει πολύς οπλισμός στη γύρα, και από τις δύο πλευρές. Μυρίζει μακελειό!
Η πορεία ξεκινά. Η διαδρομή αλλάζει μια δυο φορές. Συσκέψεις ανάμεσα στους διοργανωτές, διαφωνίες. Επικρατεί σύνεση και ψυχραιμία. Τα χειρότερα αποτρέπονται.
Πρέπει να καταλάβεις πως αποφασιστικότητα και τάσεις αυτοκτονίας δεν ταιριάζουν. Αυτό τα λέει όλα.
Γυρνάμε πίσω σώοι.

Κάτι όμως έχει αλλάξει οριστικά. Δεν εξηγείται πάντα λεκτικά.
Ο ορίζοντας έχει ….θολώσει. Δεν είναι πια καθαρός. Υπάρχει ομίχλη.
Υπάρχει διχογνωμία.
Η σιγουριά με την οποία αντιμετωπίζαμε το παρόν και το μέλλον, την όλη κατάσταση, έχει μεταβληθεί σε σκεπτικισμό.
Δεν είναι ξάστερος ο ουρανός όπως νωρίτερα.
Νιώθουμε λιγάκι μπερδεμένοι, ποιος έχει την πρωτοβουλία ;
Μήπως στη διάρκεια του άλματος που χρειάζεται να κάνουμε, στη ρότα που πρέπει να αλλάξουμε, χάνουμε λιγάκι την επαφή με την πραγματικότητα;
Άλλο τι βλέπεις και άλλο αυτό που θα ήθελες να δεις!
Έχουν αρχίσει λοιπόν να μας ζώνουνε φίδια. Σε κάποιους από εμάς. Όχι σε όλους.
Δεν είναι τόσο εμφανές. Είναι μια αίσθηση. Κάτι που αιωρείται στην ατμόσφαιρα και το νιώθεις βαθιά μέσα σου.
Είναι η ανησυχία που εκδηλώνεται πλέον.
Το μενού που σερβίρεται δεν μυρίζει υπέροχα, η γεύση έχει κάτι από καμένο.

Η επόμενη χρονιά θα είναι καταλυτική. Τι συμβαίνει ;
Τι τρέχει ;
Η επανάσταση, μέχρι στιγμής, είναι υπόθεση της κοινωνίας. Με τον χρόνο όμως που κυλά αρχίζει να γίνεται υπόθεση όλο και λιγότερων. Αυτό συμβαίνει με απλά λόγια.
Από κοινωνική απαίτηση και ανάγκη μετατρέπεται σιγά σιγά σε μάχη παρατάξεων, και από εκεί σε μάχη μηχανισμών. Από ανάγκη απελευθερωτική, ανάγκη επιβίωσης ομάδων.
Φτιάχνουμε ένα στρατό για να πάρει η κοινωνία την κατάσταση στα χέρια της μέσα στις σάρκες της, στους ιστούς της. Η κοινωνία αγωνίζεται, παίρνει μέρος στον αγώνα. Ακολουθεί, συμπαθεί, συμπάσχει.
Οι άλλοι πιστεύουν στο κόμμα, στους μηχανισμούς.

Εμείς ενεργοποιούμε την κοινωνία. Δικός της είναι ο αγώνας, ο πόλεμος. Δεν τον αναθέτει σε κανέναν. Τον διεξάγει η ίδια. Αυτή διαλύει το κράτος, τους υπάρχοντες θεσμούς. Σκέφτεται αυτόνομα.
Εφευρίσκει νέες σχέσεις. Δεν το κάνει άλλος γι αυτήν.
Ο λαός οργανώνει την αυτοάμυνα του, οργανώνει και τις επιθέσεις του. Αντίσταση και επίθεση.
Διαλέγει τον χώρο και τον χρόνο, μετρά τις δυνάμεις του και δρα, πράττει ήδη, ζει, δεν περιμένει. Εξερευνά, ανακαλύπτει. Κινείται.
Με τον καιρό όμως εμείς ξεφεύγουμε μπροστά, αφήνοντας τους υπόλοιπους να παρακολουθούν. Αδυνατούν ν’ ακολουθήσουν. Αυτό συμβαίνει ουσιαστικά. Το νιώθουμε.
Ακολουθούν όλο και λιγότεροι. Αυτό βλέπουμε.

Η αντεπανάσταση ξέρει, αντιλαμβάνεται τη σοβαρότητα της κατάστασης. Το παιχνίδι γνωρίζει να το παίζει καλά, είναι μαέστρος, καταλαβαίνει άριστα τι πρέπει να κάνει σε ένα πεδίο δικό της πλέον εξ ολοκλήρου. Χρησιμοποιεί όλα της τα όπλα με πολύ βαρβαρότητα. Άγρια.
Εκτελεί εν ψυχρώ εδώ και καιρό. Η προπαγάνδα αφηνιάζει.
Βασανίζει. Δημιουργεί εκνευρισμό στους συντρόφους, τάσεις εκδίκησης. Θολώνει ο νους.  Στήνει ενέδρεςδολοφονεί συντρόφους, μαζικά.
Ποινικοποιεί ένα ολόκληρο κίνημα και διχάζει τους συντρόφους με το νόμο για τους ‘μετανιωμένους’ που έγινε η αποθέωση της ρουφιανιάς, με οποιοδήποτε κόστος.
Περνά με λίγα λόγια τον εκνευρισμό, τη δυσπιστία και το φόβο στη μεριά της επανάστασης, στο στρατόπεδο των εξεγερμένων.
Τη διχάζει. Μας μπερδεύει. Μας κάνει να αντιδρούμε σπασμωδικά.
Αρχίζουμε να λαθεύουμε και στους στόχους.
Κάποια στιγμή ξεκόβουμε και από την κοινωνία, όλο και περισσότερο, ίσως εντελώς.
Μέχρι την τελική ήττα

Κάποιοι συνθηκολόγησαν, κάποιοι χάθηκαν στο εξωτερικό. Άλλοι στον μικρόκοσμό τους, στην απογοήτευση.
Κάνουν και τα ναρκωτικά τη δουλειά τους, κυρίως στην περιφέρεια, στον άμεσο ή έμμεσο περίγυρο.
Η μητροπολιτική ζούγκλα εξαφανίζεται. Η κάσμπα μακραίνει, στενεύει.
Χωρίς περίγυρο, δίχως δικά σου εδάφη είσαι χαμένος, η συνέχιση καθίσταται αδύνατη.
Για πρώτη φορά χρησιμοποιείται, με επιτυχία, και η τεχνολογία ενάντια στους επαναστάτες.
Μέχρι πρότινος η καταστολή χρησιμοποιεί τους παραδοσιακούς μηχανισμούς. Διείσδυση, χαφιέδες και μαφιόζους ενάντια στους μαχητές.

Ρίχνει στην μάχη και το ΚΚ τον μηχανισμό του ενάντια σε αυτούς που δεν μπορεί να χειραγωγήσει, να ελέγξει. Πρέπει να ξαναβρεί την ηγεμονία του στις λαϊκές μάζες, που έχει χάσει από καιρό.
Διχάζει, αποπροσανατολίζει, χαφιεδίζει ανοιχτά, κυνηγά.
Ότι κινείται, εκτελείται.
Τα Μέσα, η μαύρη προπαγάνδα. Όλα στη μάχη για την σωτηρία του συστήματος. Του κεφαλαίου.
Ο φόβος λοιπόν περνάει από την εδώ μεριά. Αρχίζουν οι σύντροφοι να δυσπιστούν για τον σύντροφο, για τον διπλανό τους. Διαρρηγνύεται ο ιστός. Το κύτταρο αρρωσταίνει. Ένα θλιβερό θέαμα με τα χρόνια. Όλο και χειρότερο.
Διαμάχες μες τις οργανώσεις, στα κύτταρα, στις δομές.
Και η κοινωνία σφραγίζει τα μάτια και τ’ αυτιά, αρνείται να παρακολουθήσει. Ναρκώνεται. Παγώνουν οι αισθήσεις και οι αισθητήρες.
Θα επανέλθουμε.

Το πρώτο καμπανάκι το νιώσαμε τότες, εκείνη τη μέρα για πρώτη φορά, τη μέρα για την οποία σου μίλησα λίγο νωρίτερα. Έρχεται τρέχοντας το ‘78, εκείνη η τρομερή χρονιά με την επίθεση στην καρδιά του κράτους.
Σηκώνεται πολύ ψηλά ο πήχης για να μπορέσει η κοινωνία να τον ξεπεράσει. Ο Φόσμπερι είναι ακόμη μωρό, ίσως να μην έχει γεννηθεί κιόλας. Ας αποφορτίσουμε λιγάκι.
Δεν δύναται να ακολουθήσει, προφανώς.

Ο χαμένος τα παίρνει όλα, Γιάννης Αγγελάκας.

Ας σταματήσουμε για λίγο τη διήγηση των γεγονότων για να ακούσουμε έναν άλλον από τους πρωταγωνιστές. Θα επανέλθουμε σε λίγο. Ας ακούσουμε :

ΑΠΟΣΠΆΣΜΑΤΑ ΑΠΌ ΤΟ ΒΙΒΛΊΟ ‘ΚΟΝΤΌ ΦΥΤΊΛΙ’ του ΣΕΡΤΖΙΟ ΣΈΤΖΙΟ.

‘Θυμάμαι τη σφαγή στην πλατεία Φοντάνα του Μιλάνο το 1969 που γέμισε πολλούς αγανάκτηση και διάθεση εξέγερσης, την ιδέα πως πρέπει να αντιδράσουν.
Στην καταστολή της αστυνομίας, στις βόμβες των φασιστών, στις απόπειρες πραξικοπήματος. Στην καπιταλιστική εκμετάλλευση επίσης.
Θυμάμαι τους συντρόφους σκοτωμένους στις πλατείες, τις συγκρούσεις με την αστυνομία, τους ξυλοδαρμούς των συλληφθέντων. Κι έπειτα, την οργάνωση των ομάδων περιφρούρησης, τον μαχητικό αντιφασισμό, την παραπληροφόρηση, τα πυρπολημένα γραφεία, τα πυρπολημένα αυτοκίνητα. Τέλος το πέρασμα στην ένοπλη πάλη.
Σκληρύναμε λοιπόν δίχως να καταφέρουμε να διατηρήσουμε την τρυφερότητα μας. Υπερίσχυσε τελικά η προοδευτική μας αναισθητοποίηση.

Η λογική των όπλων άρπαξε, αιχμαλώτισε, υπερίσχυσε όχι μοναχά στα χέρια μας αλλά και στην λογική και την καρδιά μας.
Μέσα σε λίγα χρόνια, τα κινήματα συνεθλίβησαν με αγριότητα. Εκτροχιάστηκαν πιεσμένα ανάμεσα στο ένοπλο κόμμα, την καταστολή, την ηρωίνη που εξαπλώθηκε και την ιδιώτευση που αναδύθηκε.
Δεκάδες χιλιάδες σύντροφοι οργάνωσαν αυτόνομους αγώνες, απεργίες αυθόρμητες, μαζικές διαδηλώσεις και πρωτοποριακές ενέργειες. Οπλίστηκαν και μπήκαν στη μάχη.
Τώρα χιλιάδες είναι φυλακισμένοι, δεκάδες έχασαν τη ζωή τους. Γι αυτό είμαστε εδώ, να λαδώσουμε τα όπλα μας, να οπλίσουμε μιας και σε λιγάκι θα τα χρησιμοποιήσουμε. Σήμερα τουλάχιστον θ’ ανοίξουμε μια χαραμάδα στο τυφλό μονοπάτι για το οποίο συζητάμε.

Η πολιτική ήττα είναι πλέον εμφανής, το όνειρο κατέρρευσε, ανάμικτο με αίμα δικό μας και των θυμάτων μας, στην αγριότητα των Κρατικών φυλακών. Μα προσβάλλοντας σήμερα αυτή τη φυλακή, θα πάρουμε πίσω την ελευθερία των συντρόφων μας.’
Και :
‘Η ιστορία της Πρώτης Γραμμής δεν γράφτηκε ποτέ, ίσως τα γεγονότα τότε να ήταν πολύ κοντά. Τώρα πλέον είναι πολύ μακρινά.
Ίσως αυτό το ‘Κοντό Φυτίλι’ πυροδοτήσει επιτέλους μια επόμενη εργασία πιο πλατιά και συλλογική. Είναι προστιθέμενη αξία που εύχομαι να παραδώσουν αυτές οι σελίδες.

Που κυκλοφορούν σε μια περίοδο πιθανότατα από τις χειρότερες των τελευταίων χρόνων. Μάλλον των δεκαετιών. Στιγμή κατά την οποία αυξάνεται το πνεύμα μνησικακίας και περαιτέρω εκδικητικότητας σε ότι αφορά εκείνα τα γεγονότα των χρόνων του ‘70. Πνεύμα που παραδόξως μεγεθύνθηκε και σαφώς γιγαντώθηκε στην διάρκεια του χρόνου εξ αιτίας εκείνων των γεγονότων και των πληγών που δημιούργησαν.
Θα έπρεπε οι αριθμοί να είναι αρκετοί για να αποκαλύψουν ότι επρόκειτο για ένα φαινόμενο πλατιάς κοινωνικής ριζοσπαστικοποίησης :

Σύμφωνα λοιπόν με υπολογισμούς, ή μάλλον κάτω από τους υπολογισμούς, υπολογίζονται σε 20000 οι έρευνες για πράξεις ένοπλης πάλης και τουλάχιστον 4200 κλείστηκαν στην φυλακή συνέπεια κατηγοριών ένοπλης ομάδας η ανατρεπτικής οργάνωσης. 300 καταδικάστηκαν σε ποινή κάτω των 10 χρόνων, πάνω από 3100 σε ποινή ανώτερη των 10 χρόνων, σχεδόν 600 σε ποινή ανώτερη των 15 χρόνων. Εκατοντάδες τα ισόβια. Πάνω από 50000 χρόνια φυλάκισης έχουν ήδη εκτισθεί. Από τους χιλιάδες αρχικά φυλακισμένους, σχεδόν διακόσιοι βρίσκονται ακόμη εγκλεισμένοι, μερικά ή ολικά. Μεταξύ αυτών 77 ισοβίτες. Ανάλογη και η λίστα με αυτούς που βρήκαν καταφύγιο στο εξωτερικό.
Έχει παραμείνει ο πόνος αυτών που χτυπήθηκαν, των συγγενών τους, όπως επίσης των χαμένων μαχητών και των επί μακρόν φυλακισμένων.
Παρέμεινε επίσης η αιώνια μανία εις βάρος των ηττημένων.’

Sergio Segio, ο κομαντάντε Σίριο, υπήρξε ένας από τους ιδρυτές της Πρώτης Γραμμής, Prima Linea, της ένοπλης οργάνωσης που αριθμούσε χίλιους μαχητές και δεκάδες χιλιάδες συμπαθούντες. Σε αυτό το βιβλίο, Miccia Corta, παρουσιάζει μια από τις πιο συγκλονιστικές και τολμηρές ενέργειες της ένοπλης πάλης στην Ιταλία. Την επίθεση στις φυλακές του Ροβίγκο με την οποία ελευθέρωσε την συντρόφισσα του και δύο ακόμη πολιτικές κρατούμενες. Στις 3 Ιανουαρίου του 1982. Στο περιθώριο παρουσιάζονται εικόνες από τους αγώνες και τα κινήματα των χρόνων του ‘70.

This is the End, The Doors.

  • Αυτά λοιπόν και συνεχίζουμε από εκεί που αφήσαμε την αφήγηση του Μάριο με την πένα του Μιχάλη.

Λέγαμε λοιπόν πως η κοινωνία δεν παρακολουθεί πλέον, δεν μπορεί να ακολουθήσει το ριζοσπαστικότερο κομμάτι της. Μοιάζει να έχει σπάσει ο ομφάλιος λώρος.
Κουράζεται, ατονεί;
Μάλλον. Αυτό δείχνει.
Έτσι τουλάχιστον φαίνεται με το πέρασμα του χρόνου.
Εμείς διαχέουμε το αντάρτικο. Το ένοπλο κόμμα το επικεντρώνει, επιτίθεται στην »καρδιά».Ο καθένας σύμφωνα με τις αναλύσεις του. Είναι όλα γραμμένα, αποτυπώνονται στο χαρτί και στις πράξεις.
Η δύναμη πυρός αυξάνεται τρομερά, όμως. Η επιχειρησιακή ετοιμότητα κάνει άλματα. Η ικανότητα. Οι δεξιότητες.
Τρομάζει αυτό, δεν παρηγορεί τελικά.

Μοιάζει πλέον η επανάσταση, ο αγώνας, μάχη ανάμεσα σε μηχανισμούς που χρησιμοποιούν όλα τα μέσα που έχουν στη διάθεσή τους, θεμιτά και αθέμιτα. Ο κόσμος στην απ’ έξω.
Για την καταστολή δεν το συζητώ, το κάνει σχεδόν από την πρώτη μέρα, για να τρομοκρατήσει. Βλέπε Μάρα Καγκόλ, αιχμάλωτη, εκτελεσμένη εν ψυχρώ, ακινητοποιημένη.
Το ΚΚ απ’ την άλλη, μας μισεί πραγματικά. Ειδικά από την μέρα που έδιωξε το κίνημα τον Λάμα, με ολόκληρο τον μηχανισμό που κουβάλησε μαζί του, για να κάνει επίδειξη δύναμης στο Πανεπιστήμιο της Ρώμης, όπως έχουμε επαναλάβει νωρίτερα. Μας επιτίθεται διαρκώς, απροκάλυπτα και αδιάλειπτα. Επιστρατεύοντας ότι ψεύδος μπορείς να φανταστείς, χρησιμοποιώντας παραμορφωτικούς φακούς αλλοιώνοντας την αλήθεια.

Μέχρι και απεργίες και κινητοποιήσεις προσπαθεί να οργανώσει ενάντια σε κίνημα και μαχητές. Αποτυγχάνει οικτρά στην αρχή. Από την εκτέλεση του Μόρο και μετά, κάτι καταφέρνει, όχι όμως αυτό που προσδοκεί.
Χαφιεδολογεί ανοιχτά, δίχως καν να του το ζητήσουν.
Και μουλαρώνει κυριολεκτικά κάθε φορά που αντάρτες διαπραγματεύονται με την εξουσία.
Φέρεται σαν κράτος χωρίς να είναι.
Και ανοίγει διάπλατα τον δρόμο στον μπερλουσκονισμό ο οποίος προσφέρει αφειδώς στο πόπολο βυζιά με σιλικόνη και τουρλωμένους κώλους. Ξεβράκωτες.

Δεν αξίζει στον ιταλικό λαό τέτοια κατάντια. Στην Ελλάδα διαλύουν τον κοινωνικό ιστό ανάμεσα στα ‘40 και ‘50. Σε εμάς αυτό συμβαίνει από το ‘80 και μετά, χοντρά χοντρά. Ίσως να ξεκινά και λίγο νωρίτερα η διαδικασία αυτή.
Και ζήσανε αυτοί καλά κι εμείς χειρότερα.
Οι συνασπισμένοι παγκόσμιοι κεφαλαιοκράτες.

http://video-morfwsh.blogspot.gr/search/label/%27%CE%A4%CF%81%CE%BF%CE%BC%CE%BF%CE%BA%CF%81%CE%B1%CF%84%CE%AF%CE%B1%27-%CE%A6%CF%85%CE%BB%CE%B1%CE%BA%CE%AE#/page/1

τρομοκρατία, φυλακή

Child in Time, Deep Purple.

Και μιας και αναφερθήκαμε στο ΚΚ, θα σου μιλήσω τώρα και για μια από τις άμεσες εμπειρίες που έχω με αυτούς.
Διοργανώνουν συναυλία, στην διάρκεια της ετήσιας γιορτής του κόμματος, με γνωστό τραγουδιστή προσκαλεσμένο. Μετά από τόσα χρόνια απόσταση αδυνατώ να θυμηθώ λεπτομέρειες. Σε προάστιο της πόλης, αποκεντρώνουν τις γιορτές τους. Σεπτέμβρη μήνα ως είθισται.
Στο γήπεδο της περιοχής έχουν στήσει ολόκληρο χωριό με περίπτερα, εστιατόρια, χώρους προβολών και εκθέσεις. Και αντιπροσωπείες φίλιων κομμάτων από το εξωτερικό. Στην διοργάνωση πολιτιστικών δρώμενων είναι μανούλες.

Ένας ολόκληρος μηχανισμός κινητοποιημένος.
Οι κερκίδες γεμάτες, πίτα και ο μισός αγωνιστικός χώρος. Οι μουσικοί είναι από τους δημοφιλέστερους. Οι πιο ενθουσιώδεις από τους θεατές, ως συνήθως, καταλαμβάνουν τον χώρο μπροστά στην εξέδρα, στο πάλκο.
Αποφασίζω να πάω κι εγώ, δεν με ακολουθεί κανείς από γνωστούς και φίλους, παραδόξως. Δεν με νοιάζει και μόνος, όλα καλά.
Παρακολουθώ την συναυλία, πολύ ζεστή ατμόσφαιρα. Νέοι ενθουσιώδεις και όχι μόνο κομμουνιστές, μοιρασμένες οι προτιμήσεις. Έχουν όμως κατεβάσει όλες τις ομάδες περιφρούρησης της πόλης οι κομματικοί, για τον φόβο επεισοδίων. Κάτι ξέρουν οι μαλάκες, γενικά είναι προκλητικοί με όσων τις φάτσες δεν γουστάρουν. Ξέρεις. Οι γραφειοκράτες κάνουν μπαμ από μακριά. Βολεμένοι, δήθεν κλπ. Και ότι διαφορετικό τους ξενίζει, το φοβούνται. Είναι συντηρητικούρες και το δείχνουν με κάθε πρόφαση, σε κάθε ευκαιρία.

Κάνουν δέκα λεπτά διάλειμμα οι μουσικοί και κάποιος μεγαλόσχημος παίρνει το μικρόφωνο, αποφασίζει να αρχίσει τις αρλούμπες και τις αοριστολογίες. Και χωρίς να υπάρχει κανένας λόγος εξαπολύει λεκτική επίθεση στον χώρο της αυτονομίας.
Ξεκινούν τα ξεφωνητά. Στην αρχή αραιά, σκόρπια. Στη συνέχεια εντονότερα. Ώσπου ξεσπούν οι αντεγκλήσεις, τα σπρωξίματα, οι ψιλές και το γενικευμένο ξύλο.
Την είχανε στημένη. Φαίνονταν από την αρχή. Μεγάλη η κινητοποίηση. Το κακό είναι πως δεν έδωσα σημασία. Έμεινα σε κάποια γωνιά απομονωμένος, ανάμεσα σε άγνωστους.
Τα υπόλοιπα παιδιά, οργανωμένα ή όχι δεν έχει σημασία, ήτανε όλα μαζεμένα και αποχώρησαν συντεταγμένα δίχως απώλειες, σπρωγμένα προς την έξοδο.

Μας έχουν παγιδέψει μέσα στο γήπεδο, με τις εξόδους να τις ελέγχουν οι μπράβοι τους, μας βρίζουν από τα μικρόφωνα. Έχει ξεσπάσει πανδαιμόνιο, μέσα σε όλη αυτή τη φασαρία κάποιος με αναγνωρίζει και με υποδεικνύει, σου έχω ξαναπεί, άσε που το γνωρίζεις Μιχάλη είμαι γνωστός και αναγνωρίσιμος, πολύ κοινωνικός, σε όλους τους πολιτικούς κύκλους και χώρους.
Αρχίζουν λοιπόν να με κυνηγούν για να με λιντσάρουν.
Τους ξεφεύγω διαρκώς. Δεν τρέχω εγώ, δεν είμαι εγώ που ελίσσεται ανάμεσά τους. Κάποιος άλλος το κάνει. Κάποιος με φτερά. Κάποιος μου δίνει φτερά. Δεν υπάρχει Ρεντ Μπούλ ακόμη, κάποιος άλλος το κάνει.

Καταφέρνω με τα πολλά και σκαρφαλώνω ένα τοίχο και πηδώ έξω. Οι πούστηδες πηδούν και αυτοί, τρεις τον αριθμό, με κυνηγούν πλέον στα στενά. Χώνομαι σε ένα σκοτεινό ιδιωτικό υπόγειο πάρκινγκ αυτοκινήτων καβατζάροντας μια στροφή και με χάνουν. Κουρνιάζω κυριολεκτικά κάτω από ένα αυτοκίνητο. Ακούω την καρδιά μου και νομίζω πως είναι έτοιμη να εκραγεί. Φοβάμαι πως κάνει τόση φασαρία που θα με προδώσει, τι θόρυβο που κάνει! θα με ανακαλύψουν!
Τη γλιτώνω.
Αφήνω να περάσει κανένα εικοσάλεπτο, να ηρεμήσω κανονικά και να συνέλθω. Όλο εκείνο το κυνηγητό στάθηκε εξουθενωτικό, να χάσουν οριστικά τα ίχνη μου οι διώκτες. Η αλήθεια όμως είναι πως εάν θέλω να προλάβω το τελευταίο λεωφορείο πρέπει ν’ αρχίσω να ξεκουνιέμαι, η ώρα είναι περασμένη, αρχίζω να βιάζομαι. Πρέπει να του δίνω. Η συγκοινωνία σε λίγο σταματά.

Βγαίνω λοιπόν από το καταφύγιό μου και προχωρώ σταθερά, πρέπει υποχρεωτικά να περάσω μπροστά από το γήπεδο, αγχώνομαι λιγάκι, παίρνω βαθιές αναπνοές και συνεχίζω .
Για καλή μου τύχη, οι μικροπωλητές δεν έχουν ακόμη αποχωρήσει, μαζεύουν αυτή την ώρα την πραμάτεια τους σκορπισμένοι στους γύρω χώρους. Βρίσκω την ευκαιρία λοιπόν ν’ αγοράσω ένα καπελάκι για να αλλάξω λιγάκι το σουλούπι μου, ρίχνω και μια κόκκινη σημαία στις πλάτες μου σαν μανδύα και περνώ ήσυχος μπροστά από την πόρτα όπου πλέον η κίνηση έχει σταθερά μειωθεί, έχουν σχεδόν αποχωρήσει και οι τελευταίοι.

ελεύθεροι πολιορκημένοι

Είμαι πλέον αγνώριστος και άνετος, φτάνω στο πούλμαν το οποίο ξεκινά μετά από ελάχιστο χρόνο. Είμαι πλέον ασφαλής. Σε ένα μισάωρο έφτασα στο κέντρο, έχει πλέον περάσει δύο τη νύχτα όταν φτάνω στο σπίτι φίλης μου, πέρα από το ποτάμι. Δεν θέλω να μείνω μόνος. Που στοίχισε πολύ αυτή η έκρηξη κακίας και μίσους, θέλω να με κανακέψουν.
Ένας ακόμη λόγος για να ευχαριστήσω το καλό μου αστέρι σήμερα.
Σε αυτή την γειτονιά που εκτυλίχθηκε η αποψινή ιστορία κάποια χρόνια πριν γίνεται η γνωριμία μας Μιχάλη. Σε σπίτι φίλου που μας κάλεσε για τσιμπούσι. Μας έβαλες θυμάμαι ν’ ακούσουμε τους ‘Μετανάστες’ του Μαρκόπουλου. Τραγούδια για τους έλληνες που ξενιτεύονται στην Γερμανία. Είναι ο πρώτος σου χρόνος στο εξωτερικό, νιώθεις κι εσύ την νοσταλγία. Θυμάμαι πως δακρύζεις σιγοτραγουδώντας εκείνα τα υπέροχα τραγούδια.

Γιάννης Μαρκόπουλος Γιώργος Σκούρτης Λάκης Χαλκιάς 1974 Μετανάστες

Εδώ στην ξένη χώρα αχ τι στεναχώρια, τι θα φάω τι θα πιω τι θα στείλω στο χωριό
οι γυναίκες είναι χύμα, καίγομαι σαν τις κοιτώ δεν με θέλουν κι είναι κρίμα.
Εδώ στην ξένη χώρα αχ τι στεναχώρια, κάθε βράδυ στο σταθμό τριγυρίζω για να πω μια κουβέντα σ’ ένα φίλο
κι αν μια νύχτα δεν τον βρω μοιάζω με χαμένο σκύλο.
Εδώ στην ξένη χώρα αχ τι στεναχώρια. Θα γυρίσω στο χωριό, δεν αντέχω δεν βαστώ
τι κορμί βασανισμένο, ψάχνω να βρω αδερφό κι όλοι με φωνάζουν ξένο.

Και :
Μιλώ για τα παιδιά μου και ιδρώνω
έχω ένα χρόνο να τα δω και λιώνω
μου γράφει η γιαγιά τους πως ρωτάνε
τα τρένα που ‘ναι στο σταθμό που πάνε.
Αδύνατος μου γράφει ο Στελάκης΄
έχει ανάγκη θάλασσας ο Τάκης
αρχίζει το σχολείο η Μαρίνα
θέλει να γίνει κάποτε γιατρίνα.
Αγόρασα λαχείο στ’ όνομά τους
αχ! Να κερδίσω να σταθώ σιμά τους.

Από τη Βίκυ Μοσχολιού.

‘Μες την κοιλάδα των Τεμπών’, Θανάσης Παπακωνσταντίνου.

Η πόλη είναι γεμάτη νέους από κάθε γωνιά της γης. Κατοικούν διασκορπισμένοι στις γειτονιές της,τα σπίτια τους γίνονται στέκια μας. Έχουμε λοιπόν την ευκαιρία να γνωρίσουμε κάθε σπιθαμή του αστικού τοπίου με τις ομορφιές και τα μυστικά του. Έχουμε φίλους και γνωστούς παντού που μας καλούν καθημερινά. Κεράσματα, κουβεντούλα και γιορτούλες. Έχουμε φιλοξενηθεί, για ώρες ή για μέρες όπου μπορείς να φανταστείς, σε κάθε λογής σπιτικό, όπου το βάζει ο νους σου.

Γίνεται σιγά σιγά η Κάσμπα μας [βλέπε ‘Μάχη του Αλγερίου’, Τζίλο Ποντεκόρβο, 1966, ταινία που μιλά για τους αγώνες του Εθνικού Απελευθερωτικού Μετώπου στην ιστορική συνοικία -ακρόπολη των μουσουλμάνων στην πόλη του Αλγερίου για την ανεξαρτησία τους από τους Γάλλους το 1954. Αυτά για τους άβγαλτους].
Κάσμπα προς το παρόν φιλική η πόλη, με απελευθερωμένες ζώνες όπου φασίστες, άλλοι δεξιοί και μπάτσοι φυσικά αποφεύγουν να πλησιάσουν!

«Η Μάχη του Αλγερίου» (La Battaglia Di Algeri, 1966)

 la-battaglia-di-algeri-photos-6

Όποιος αποικιοκράτης/κατακτητής βρίσκεται στη γη κάποιου άλλου εφαρμόζοντας κάτω από τον έλεγχο του στρατού το ειδικό νομικό καθεστώς γνωστό και ως «Κώδικας των Ιθαγενών» (Code d’ Indigénat), που μεταβάλλει τους πολίτες σε υπηκόους λεηλατώντας τον πλούτο, τα δικαιώματα, τη γλώσσα, την κουλτούρα και την ιστορία μέσω διώξεων, φυλακίσεων, μαζικών δολοφονιών και πογκρόμ, μπορεί να ρίξει μια ματιά στη «Μάχη του Αλγερίου» για να δει τι τον περιμένει…

Αυτό ακριβώς είναι η «Μάχη του Αλγερίου», μια ταινία με άμεση τη σχέση μεταξύ τέχνης και πολιτικής, ένα αριστουργηματικό αντιαποικιοκρατικό ασπρόμαυρο φιλμ (ιταλοαλγερινής παραγωγής) για την αλγερινή επανάσταση, του ιταλού κινηματογραφιστή Τζίλο Ποντεκόρβο και του φωτογράφου Μαρτσέλο Γκάτι.

Η ταινία είναι γυρισμένη στα πραγματικά πεδία των μαχών (στα σοκάκια και τις συγκοινωνούσες ταράτσες του Καζμπάχ) και βασισμένη στο βιβλίο του Σααντί Γιασίφ «Αναμνήσεις από τη Μάχη του Αλγερίου». Ο Γιασίφ είχε συλληφθεί το 1957 και καταδικαστεί σε θάνατο, αλλά η ποινή δεν πρόλαβε να εκτελεστεί. Αμέσως μετά την απελευθέρωση (1962) έγινε μέλος της πρώτης μεταπελευθερωτικής κυβέρνησης, η οποία και αποφάσισε να γυριστεί μια ταινία με το θέμα του βιβλίου. Ο Ποντεκόρβο βρήκε στήριξη και χρηματοδότηση από τον πρώτο πρόεδρο της ανεξάρτητης πια Αλγερίας, Μπεν Μπελά, ο οποίος όμως είχε αρχικά εκφράσει επιφυλάξεις: «Στην αρχή θεώρησα ότι μια τέτοια ταινία θα ήταν σπατάλη, μιας και ήμασταν φτωχή χώρα. Ο Γιασίφ ωστόσο μού είπε ότι ο αγώνας μας δεν ανήκει μόνο στον αλγερίνικο λαό, ανήκει σε όλους τους καταπιεσμένους του κόσμου, και δεν μπορούσαμε να τους προδώσουμε. Έτσι, καταφέραμε και βρήκαμε τα λεφτά για την ταινία».

Μόνο και μόνο για τη ρεαλιστικότατη και αληθοφανέστατη αναπαράσταση του συγκλονιστικού ανταρτοπόλεμου των εξεγερθέντων Αλγερινών, η «Μάχη» θεωρείται (και δικαίως) ένα από τα σημαντικότερα φιλμ του 20ού αιώνα. Ένας ανταρτοπόλεμος που ξεκινά την 1η Νοέμβρη του 1954 με την προκήρυξη-κάλεσμα του FLN (Απευθερωτικό Μέτωπο Αλγερίου) για ανεξαρτησία. Όταν το FLN σκοτώνει μερικούς αστυνομικούς, ο αρχηγός της αστυνομίας σε μια πράξη ωμής αντεκδίκησης τοποθετεί βόμβα σε μια αραβική συνοικία, με συνέπεια να χαθούν πολλοί άμαχοι. Ο χορός της απροκάλυπτης βίας έχει ήδη αρχίσει. Το FLN απαντά με τρεις γυναίκες καμικάζι να επιτίθενται σε δύο καφέ και στα γραφεία της Έιρ Φρανς, στην ευρωπαϊκή συνοικία του Αλγερίου. Ένα ειδικό σώμα περίπου οκτώ χιλιάδων επίλεκτων ανδρών και γυναικών «χωρίς θεό και δίχως νόμο» βρίσκεται αντιμέτωπο με διακόσιες χιλιάδες γάλλους στρατιώτες, που επί εννέα ολόκληρους μήνες απαντούν με αιματοκύλισμα των φτωχογειτονιών της Κάσμπα (το «κάστρο» του FLN, στην πρωτεύουσα Αλγέρι) και προχωρούν σε θηριώδεις αιματοχυσίες, συλλήψεις, βασανισμούς, δολοφονίες και ισοπέδωση ολόκληρων συνοικιών. Και όλα αυτά στο όνομα της «καταπολέμησης της τρομοκρατίας».

Με την απόφασή του να επιλέξει ερασιτέχνες άραβες ηθοποιούς και με την προσθήκη γυναικών (μιας και ήταν ζωτική και ουσιώδης η προσφορά τους στην ανεξαρτησία), αλλά και με ένα μόνο επαγγελματία ηθοποιό (κυρίως θεατρικό), τον Ζαν Μαρτίν (ενσάρκωσε τον συνταγματάρχη Mathieu), ο Ποντεκόρβο συνδυάζει εκπληκτικά δύο διαφορετικά είδη κινηματογράφου: το ντοκιμαντέρ και το κλασσικό σινεμά.
(Χαρακτηριστικό, μα και συνάμα οξύμωρο, είναι το σημείο της ταινίας όπου ο γάλλος συνταγματάρχης Ζαν Μαρτίν κραυγάζει προς την αντίπαλη πλευρά: «Πώς μπορείτε να μας αποκαλείτε “φασίστες”; Ήμασταν μέλη της αντίστασης, πολεμήσαμε το ναζισμό!..» μη μπορώντας να αντιληφθεί τι του καταμαρτυρεί η άλλη πλευρά, καθόσον οι μνήμες του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου ήταν ακόμη νωπές…)

 Η καταιγιστική, θυελλώδης δυναμικότητα της ταινίας, με πλήρη εστίαση στην απροκάλυπτη ωμότητα της βίας και της καταστολής των γαλλικών στρατευμάτων, ενόχλησε τις γαλλικές κυβερνήσεις, οι οποίες και την είχαν απαγορεύσει ώς το 1971, ενώ η γαλλική κοινή γνώμη βρέθηκε μοιρασμένη στα δύο. Η πρώτη προβολή της στο Παρίσι (μια λογοκριμένη έκδοση που κατέβηκε αμέσως) σημαδεύτηκε από συγκρούσεις και διαδηλώσεις από ακροδεξιούς της OAS – Algerie (Οργάνωση Μυστικού Στρατού Αλγερίας) με την αστυνομία. Χαρακτηριστικό, δε, είναι ότι το φιλμ προβλήθηκε στη γαλλική τηλεόραση μόλις το 2004! Η ταινία δεν άφησε όμως «ασυγκίνητο» και το αμερικάνικο υπουργείο Εξωτερικών, καθώς το 2003 το Πεντάγωνο την πρόβαλε με αφορμή την εισβολή του αμερικανικού στρατού στο Ιράκ σε αξιωματικούς του Στρατού και ειδικούς επί πολεμικών θεμάτων υπό τον… ηχηρότατο τίτλο «Πώς να κερδίσετε τη μάχη κατά της τρομοκρατίας και να χάσετε τον πόλεμο των ιδεών», αναφέρουν οι «New York Times».

Τη μουσική της ταινίας έχει επιμεληθεί ο εκπληκτικός ιταλός συνθέτης Έννιο Μορικόνε. Ο Μορικόνε, συνδυάζοντας τον Μπαχ, τη μουσική των Βεδουίνων, τα εμβατήρια αλλά και την τζαζ του ’50, μεγαλουργεί συνθέτοντας ένα απο τα εξαιρετικότερα σάουντρακ ταινιών. Ακόμη και οι κραυγές των γυναικών, οι θρήνοι, οι ήχοι των πυρών και οι εκρήξεις των βομβών γίνονται μουσική, μια ριζοσπαστική μουσική. «Όλα ξεκίνησαν, όταν ο Gillo μού ζήτησε να γράψω τη μουσική για τη “Μάχη του Αλγερίου”» αναφέρει ο ίδιος. «Με εξέπληξε διότι ήμουν ακόμα νέος στο χώρο. Γνώριζα την προηγούμενη ταινία του, το “Kapo”, και το θεωρούσα εκπληκτικό φιλμ. Τον ρώτησα ωστόσο γιατί διάλεξε εμένα. Με εξέπληξε για ακόμα μια φορά, διότι μου είπε πως είχε δει το “Για Μια Χούφτα Δολάρια ”, το δεύτερο γουέστερν του Λεόνε, του άρεσε πολύ η μουσική και έτσι αποφάσισε να μου προτείνει το σάουντρακ της “Μάχης”. Δέχτηκα, μιας και ήμουν σίγουρος πως θα γινόταν ένα καταπληκτικό φιλμ, αλλά και πως θα έκανα πολύ καλή δουλειά». «Και πράγματι» συνεχίζει «ήμουν πολύ περήφανος εκείνο τον καιρό — κι ακόμα είμαι. Από τη μια δεν ήθελα ο σκηνοθέτης να έχει να κάνει με τη μουσική της ταινίας, αλλά ο Gillo ήξερε, διαισθητικά, τη μορφή της μουσικής που χρειαζόταν η ταινία. Η φαντασία και οι γνώσεις του πάνω στη μουσική με βοήθησαν πολύ και στη “Μάχη” αλλά και σε όλα τα υπόλοιπα φιλμ που κάναμε μαζί. Οι τέσσερις νότες που είχε στο μυαλό του για το βασικό μοτίβο ήταν πολύ απλές. Ήταν η βάση για όλη τη μουσική που συνέθεσα για την ταινία. Το σημαντικό είναι ότι αυτό το μικρό θέμα ήταν σε απόλυτη αρμονία με το προφίλ του αλγερινού λαού και, αν και ήταν μια δυτικής μορφής σύνθεση, είχε τις βάσεις της στην τοπική μουσική παράδοση. Στη σκηνή της σφαγής η μουσική είναι κατεξοχήν δική μου. Σ’ αυτό το σημείο δεν ήθελα ο Gillo να έχει καμία ανάμειξη. Ήθελα η μουσική να μην επηρεαστεί ούτε στο ελάχιστο από εκείνον. Είναι η ίδια μουσική που υπάρχει και στη σκηνή της σφαγής στην Κάσμπα αλλά και σε εκείνη της βομβιστικής επίθεσης στο μπαρ. Η πρώτη είναι μεγαλύτερης διάρκειας, αλλά το ίδιο συγκινητική. Ο Gillo έκλαψε όταν την ηχογραφούσαμε».

Στην ταινία απονεμήθηκε το «Χρυσό Λιοντάρι» και το Βραβείο των Κριτικών στο Φεστιβάλ Βενετίας του 1966, ενώ ήταν υποψήφια και για τρία Οσκαρ: Καλύτερης Σκηνοθεσίας, Καλύτερου Σεναρίου και Καλύτερης Ξένης Ταινίας.

Σκηνοθεσία :Τζίλο Ποντεκόρβο Διεύθυνση Φωτογραφίας : Μαρτσέλο Γκάτι.

Παίζουν: Μπραχίμ Χατζιάγκ, Ζαν Μαρτέν, Γιασέφ Σααντί Παραγωγή: ΑΛΓΕΡΙΑ/ΙΤΑΛΙΑ (1966)

Το εγκώμιο όμως για την εκπληκτική δυναμική της «Μάχης» έπλεξε και μία από τις σημαντικότερες εγχώριες μορφές στον χώρο της κριτικής κινηματογράφου, ο Βασίλης Ραφαηλίδης, γράφοντας στην εφημερίδα «Το Βήμα» της 15ης Απριλίου 1975 τα εξής:

«Ένας διπλός θρύλος συνοδεύει τούτη την ταινία, γυρισμένη το 1965 στο Αλγέρι την περίοδο που ο Μπουμεντιέν ανέτρεπε τον Μπεν Μπέλα χρησιμοποιώντας, μεταξύ άλλων, τα άρματα και τους στρατιώτες που είχαν παραχωρηθεί στον Ποντεκόρβο για τις ανάγκες του γυρίσματος, έτσι ώστε, για πρώτη φορά ίσως, ο κινηματογράφος να πάρει μέρος στο «φτιάξιμο» της ιστορίας περνώντας από τη φιξιόν κατευθείαν στην πράξη, προκαλώντας μ’ αυτόν τον τρόπο μια πολύ χαρακτηριστική σύγχυση στους κατοίκους που προς στιγμήν μπέρδεψαν το σινεμά με την πραγματικότητα: 1) Ο Τζίλο Ποντεκόρβο είναι γιος του διάσημου ατομικού επιστήμονα που κατέφυγε στη Σοβιετική Ένωση αμέσως μετά τον πόλεμο, συναποκομίζοντας κάποια μυστικά. Ήταν φυσικό ο θρύλος του πατέρα να συνοδεύει και το γιο, πολύ περισσότερο όταν κι αυτός, όπως ο πατέρας, δεν έκρυβε τη μαρξιστική του τοποθέτηση. Ο Ποντεκόρβο, άνθρωπος κολοσσιαίας κουλτούρας, χρησιμοποιεί τον κινηματογράφο κατά κάποιον τρόπο σαν χόμπι ή μάλλον όταν νομίζει πως έχει να πει κάτι το πολύ σημαντικό. Όντας μαθητής και φίλος του Γιόρις Ίβενς γύρισε πολλά ντοκιμαντέρ — και μόνον τέσσερις ταινίες μεγάλου μήκους από τις οποίες το Καπό (1960) τον έκανε διεθνώς γνωστό. 2) Η μάχη, του Αλγερίου απέχει απ’ τα πραγματικά περιστατικά (στα οποία αναφέρεται) ελάχιστα χρόνια, γυρίστηκε εξ ολοκλήρου στον τόπο όπου αναφέρεται η ιστορία, και χρησιμοποιεί ως κομπάρσους τους ανθρώπους που στον απελευθερωτικό πόλεμο του Αλγερίου ήταν οι πραγματικοί πρωταγωνιστές της Ιστορίας.Αυτοί οι δύο παράγοντες (ο ένας υποκειμενικός και ο άλλος αντικειμενικός) σίγουρα έπαιξαν το ρόλο τους στη φήμη της ταινίας.

Όμως, τούτη η φήμη δεν είναι αποκύημα της μυθοποιητικής φαντασίας μόνο: ο Ποντεκόρβο, ένας μανιακός περφεξιονίστας που δουλεύει χρόνια πάνω σ’ ένα σενάριο, είναι ένας δημιουργός με στιλ απολύτως προσωπικό. Αρνούμενος κατηγορηματικά τις ευκολίες του στούντιο, γυρίζει πάντα σε φυσικούς χώρους, στους οποίους, όμως, κάνει τόσες επεμβάσεις ώστε αυτοί να μεταλλάσσουν σ’ ένα πελώριο ντεκόρ. Έτσι, ο Ποντεκόρβο — ντοκιμαντερίστας βρίσκεται πάντα στο οικείο του περιβάλλον ελέγχοντας και την τελευταία του λεπτομέρεια, σαν να επρόκειτο για ένα στημένο ντεκόρ λίγων τετραγωνικών μέτρων.
Απ’ την άποψη της διευθέτησης ταυ φυσικού χώρου Η μάχη του Αλγερίου είναι ένας σωστός άθλος: η πόλη του Αλγερίου μοιάζει να ‘χει αδειάσει από τους κατοίκους της και να ‘χει ξαναγεμίσει από τους ιδίους, αλλά αυτή τη φορά υπό την ιδιότητα των κομπάρσων που κινούνται στον φυσικό τους χώρο, ο οποίος έπαψε να ‘ναι “φυσικός” καθώς βάφτηκε, ανακαινίστηκε, ξηλώθηκε, γκρεμίστηκε και —προπαντός— φωτίστηκε σαν να ‘ταν μια κολοσσιαία σκηνή θεάτρου.Μέσα σ’ αυτόν το “ρετουσαρισμένο” πραγματικό χώρο τοποθετείται μια “ρετουσαριομένη” πραγματική ιστορία. Η ιστορία τής Κάσμπα (της παλιάς μουσουλμανικής συνοικίας της πόλης), που υπήρξε (κυριολεκτικά) η ακρόπολη της αλγερίνικης επανάστασης.

Όπως και το ντεκόρ, η ιστορία είναι πραγματική αλλά ανασυνθεμένη απ’ τον γόνιμο σεναρίστα του Ποντεκόρβο, τον Φράνκο Σολίνας, με τρόπο ώστε το “ρετούς” να υπηρετεί τις ανάγκες του Ποντεκόρβο και όχι την αντικειμενικότητα της Ιστορίας — μια αντικειμενικότητα που δεν χάνεται, βέβαια, ως αίτημα αλλά και που δεν μπαίνει τροχοπέδη στην άποψη του Ποντεκόρβο γι’ αυτή την Ιστορία, που δεν είναι καθόλου επική.
Εν πάση περιπτώσει, πρόθεση του δεν είναι να κάνει ένα ιστορικό φρέσκο ή ένα έπος σε στιλ “Θωρηκτό Ποτέμκιν” ή ένα ανασυνθεμένο ντοκιμαντέρ, αλλά να ερμηνεύσει τη διαδικασία της γέννησης ενός ιδιόρρυθμου αντάρτικου, το οποίο ως τρόπος δράσης και ως νοοτροπία βρίσκονταν πάρα πολύ κοντά στις απόψεις του Φραντς Φανόν για το επαναστατικό δυναμικό των λούμπεν. (Άλλωστε, ο Φανόν έγραψε το “Της γης οι κολασμένοι” με βάση τις εμπειρίες του απ’ την αλγερίνικη επανάσταση, της οποίας υπήρξε ο θεωρητικός.)

Ένα τέτοιο αντάρτικο δε στηρίζεται στη “διαφώτιση” και συνεπώς στη “λογική” ένταξη, αλλά στην ενεργοποίηση των ενστίκτων του μίσους και της επιθετικότητας του καταπιεσμένου που εκρήγνυται κατά κύματα, άτακτα, αλλά με μια δύναμη σαρωτική. Είναι προφανές ότι μια τέτοια νοοτροπία θα ήταν εντελώς ακατάλληλη να υπαγορεύσει ένα επικό στιλ στον τομέα της αισθητικής, πράγμα που το γνώριζε άριστα ο Ποντεκόρβο. Γι’ αυτό, κοίταξε την Ιστορία μέσα απ’ τα μάτια εντελώς εξατομικευμένων ηρώων που μοιάζουν να βγαίνουν απ’ τη μάζα των κομπάρσων, να παίζουν το ρόλο τους και να ξαναχάνονται στην ίδια μάζα. Έτσι, η ατομική περίπτωση (π.χ. του κεντρικού ήρωα Αλή) παραπέμπει αυτόματα στη γενική που τη συμβολοποιεί και τη συγκεκριμενοποιεί.

Αυτή η σχέση του ήρωα με τη μάζα στην οποία οργανικά ανήκει, γίνεται φανερή και κατά την αντίστροφη φορά: οι κομπάρσοι χάνουν την ανωνυμία και το διακοσμητικό τους χαρακτήρα καθώς αποτελούν την «πηγή» από την οποία ξεκινάει και στην οποία καταλήγει ο εξατομικευόμενος ήρωας. Γι’ αυτό ακριβώς ο θεατής έχει την εντύπωση πως τα πλάνα που περιγράφουν τη δράση ενός συγκεκριμένου ήρωα είναι ΥΠΟΚΕΙΜΕΝΙΚΑ μιας μάζας νοούμενης σαν ένα πολυκέφαλο πρόσωπο. Είναι φανερό, λοιπόν, πως οι κομπάρσοι αποτελούν ένα είδος χορού που άλλοτε σχολιάζει και παρακινεί σε δράση και άλλοτε δρα —ανάλογα με τις γρήγορες μεταπτώσεις— απ’ το γενικό στο ειδικό και αντίστροφα.
Τούτες οι μεταπτώσεις, υπαγορευμένες απ’ την «ψυχολογική» ιδιομορφία της αλγερινής επανάστασης, δικαιολογούν τόσο τα απότομα ξεκινήματα και σταματήματα της δράσης όσο και την εκπληκτική τελευταία σκηνή στην οποία περιγράφεται το απροσδόκητο και εντελώς ξαφνικό (φαινομενικά) χύσιμο στους δρόμους ενός πλήθους έτοιμου να σαρώσει τους πάντες και τα πάντα ύστερα από δύο ολόκληρα χρόνια σχεδόν απόλυτης αδράνειας.

Η ταινία του Ποντεκόρβο δεν είναι μόνον η περιγραφή του πρώτου αντάρτικου των πόλεων. Είναι συγχρόνως και μια σοφή μαρξιστική μελέτη πάνω στο υποκείμενο της Ιστορίας, που είναι ταυτόχρονα και το αντικείμενο της: ο λαός φτιάχνει την Ιστορία για τον εαυτό του και όχι για τους αφεντάδες, τη φτιάχνει μόνος του και όχι διά εντολοδόχων. Βέβαια, έτσι γινόταν πάντα και ο Ποντεκόρβο δεν κομίζει γλαύκα εις Αθήνας. Όμως, γνωρίζετε πολλούς κινηματογραφιστές που κατάφεραν να χρησιμοποιήσουν ταυτόχρονα το υποκείμενο της ιστορίας και ως αντικείμενο της; Ο Ποντεκόρβο δεν απλοποιεί τη διαλεκτική για λόγους σκοπιμότητας και κατανοητότητας. Προτιμάει τη χεγκελιανή φόρμουλα “ταυτότητα της ταυτότητας και τη μη ταυτότητας” παρά την υπεραπλουστευμένη της μορφή “θέση-αντίθεση-σύνθεση” που προκάλεσε τόσες συγχύσεις και τόσες παρανοήσεις με την έννοια της χρονικής διαδοχής που προϋποθέτει. Στο χεγκελιανό σχήμα, κάτι “είναι και ταυτόχρονα παύει να είναι” την ίδια στιγμή, η κατάφαση εμπεριέχει την άρνηση της. Στο εκλαϊκευτικό σχήμα, η άρνηση έπεται χρονικά της κατάφασης και σ’ ένα τρίτο χρονικό στάδιο δημιουργεί μια νέα κατάφαση.

Ο Ποντεκόρβο είναι ένας πολύ μεγάλος διαλεκτικός, και η φήμη του κάθε άλλο παρά μύθος είναι. Ο Γαβράς και οι όμοιοι του, αν τον πρόσεχαν λιγάκι (και αν έπιαναν και κανένα βιβλίο στο χέρι τους), θα ντρέπονταν για ταινίες σαν την “Κατάσταση πολιορκίας” π.χ., με την οποία ο θεατής, αν βρει κάποιες ομοιότητες, θα πρέπει να τις θεωρήσει εντελώς τυχαίες».

 Από την – Arte Povera –

η μάχη του Αλγερίου

Μοναχά οι οργανωμένοι κομουνιστές [που νομίζουν πως είναι τέτοιοι, στην πραγματικότητα δεν είναι άλλο παρά βολεμένα γρανάζια στην ασφάλεια, την θαλπωρή ενός γραφειοκρατικού μηχανισμού-τέρατος που με τον κοινοτισμό έχει τόση σχέση όση εγώ με έναν αστροναύτη της ΝΑΣΑ ]. Αυτοί λοιπόν και η αστυνομία μοναχά μας αντιμετωπίζουν εχθρικά. Με τους πρώτους να καταρρίπτουν όλα τα ρεκόρ μιας και τους χαλούμε το παιχνίδι, ξεσκεπάζοντας καθημερινά στα μάτια του κόσμου την άθλια τους παράσταση.

Rock the casbah, The Clash.

Γνωρίζω ένα πρωινό, στο σιδηροδρομικό σταθμό τρεις αμερικάνους νεαρούς, μια κοπέλα και δύο αγόρια. Τους προσκαλώ στο σπίτι, τους φιλεύω και τους φιλοξενώ τη νύχτα, το χρειάζονταν. Την άλλη μέρα θα φύγουν για Μόντε Κάρλο στη Γαλλία, έτσι λέει το πρόγραμμά τους. Τα σακίδια στις πλάτες τραβούν την προσοχή μου μιας και νιώθω αιώνιος περιπλανώμενος ταξιδευτής.
Βγάζω με χαρά εισιτήριο και φεύγω μαζί τους. Μένουμε στο Πριγκιπάτο δυο μέρες και μια νύχτα και οι δρόμοι μας χωρίζουν. Εκείνοι συνεχίζουν στη Γαλλία κι εγώ επιστρέφω. Είναι όλα υπέροχα, η τσέπη όμως δεν αντέχει, η ζωή κοστίζει πανάκριβα εκεί. Το περπατήσαμε ολόκληρο, κρίμα που δεν πέσαμε σε περίοδο του γκράν πρι για να απολαύσουμε το θέαμα, αν και πιστεύω πως τότε οι τιμές θα τινάζονται στα ύψη.

Δεν σκέφτηκα ποτέ δεύτερη φορά πριν πάρω κάποια απόφαση, εννοώ πως δεν κοντοστάθηκα ποτέ, έδρασα αυθόρμητα, με την καρδιά περισσότερο παρά το μυαλό. Γι αυτό πιθανόν και να μου κάθισαν οι καταστάσεις. Για πολλά χρόνια συμβαίνει αυτό, μόλις μπαίνει στη μέση η αμφιβολία όλα χαλούν. Ίσως αυτό να είναι το αστέρι!
Εάν δεν κομπιάζεις, εάν δεν φοβάσαι το λάθος, τότε όλα πάνε καλύτερα. Τα προβλήματα ξεκινούν με την αμφισβήτηση των αποφάσεών σου, τη διστακτικότητα.
Εμπιστοσύνη. Αυτή είναι η μαγική λέξη που ανοίγει την πόρτα της ζωής διάπλατα.

Απαγορεύεται αυστηρά η γκρίνια.
Εμπιστοσύνη στον εαυτό σου και στο σύμπαν. Στην αρμονία που υπάρχει σε αυτό.
Ας σκεφτόμαστε αυτόνομα, ας δρούμε αυτόνομα, με εμπιστοσύνη και υπομονή. Κάθε στιγμή είναι μαγική, αυτή υπάρχει, ανεξάρτητη από το πριν και το μετά. Να τη ζήσουμε.
Να ακούμε. Να βλέπουμε. Να κοιτάζουμε με προσοχή. Κι αν χρειαστεί να περιμένουμε ένα λεπτό…. Ας το κάνουμε. Θα ακούσουμε. Ας δείξουμε εμπιστοσύνη. Θα δούμε.
Βλέπουμε!

DSC02236

Ματωμένη Κυριακή

Για μένα τραγουδώ – Βασίλης Παπακωνσταντίνου

Συνεχίζεται

αυτονομία, autonomia

Lucia Martini e Oreste Scalzone: ΦΑΙΝΟΜΕΝΑ ΕΝΟΠΛΗΣ ΠΑΛΗΣ ΠΛΑΙ ΚΑΙ ΜΕΣΑ ΣΤΟ ΚΙΝΗΜΑ

Το «Εξήντα οκτώ των εργατών» είναι ο θρίαμβος της μη αναγώγιμης ζωής στην οικονομία, στους κανόνες της συμβατότητας. Είναι εκεί που ξεκινά η εμφάνιση μιας απαίτησης για κοινωνικό μετασχηματισμό σε πολύ υψηλό επίπεδο, χωρίς να δίνεται διέξοδος. Τότε, οι κουλτούρες του κινήματος «θέλουμε τα πάντα» ήταν το αίτημα όλης της εξουσίας, της εξουσίας και της δύναμης να μετασχηματιστεί ριζικά η ζωή της κοινωνίας και των ατόμων.

Σχετική εικόνα

Σήμερα ίσως μπορούμε να πούμε ότι ο αγώνας για την εξουσία είναι μια παγίδα που οδηγεί στον σοσιαλισμό, δηλαδή σε έναν τρόπο κρατικής παραγωγής (καπιταλιστικό κρατικό), που αρνείται την απαίτηση για κομμουνιστική απελευθέρωση που υπάρχει μέσα στους αγώνες.Σήμερα ίσως μπορούμε να πούμε ότι το μέγιστο της επανάστασης που είναι ιστορικά δυνατή ήταν εκείνη, εκείνη η υπέροχη αταξία κάτω από τον ουρανό, εκείνη η εργατική και προλεταριακή εξουσία σαν δύναμη άρνησης και απόρριψης. Αλλά τότε ψάχναμε το σημείο μη επιστροφής, ζητούσαμε την διέξοδο μιας εξουσίας ακόμη και εξωτερικής, τυπικής.

Σχετική εικόνα

Καμιά μεταρρυθμιστική πολιτική μετάφραση ελάχιστα επαρκής όλου αυτού υπήρξε.Ο «ένοπλοςαγώνας» ήταν επομένως η επιδίωξη, η συνέχιση – παρεξηγημένη – αυτής της τροχιάς. Όχι πως ήθελαν όλοι τον εμφύλιο πόλεμο, αλλά «όλοι» προκαθόρισαν τις πολιτιστικές και πραγματικές του προϋποθέσεις. Και κάποιοι – όχι λίγοι – υπέστησαν τις συνέπειες. Και επάνω σε αυτό το πρόβλημα της «διεξόδου» έχει το αποτελείωμα της η εξωκοινοβουλευτική εμπειρία. Σε κάποιο σημείο, υπήρχαν είτε το P.C.I. και το συνδικάτο, ή οι ερυθρές Ταξιαρχίες. Στη μέση, η κρίση, που βιώθηκε με διαύγεια, της εργατικής Εξουσίας, di Potere operaio, ή η ανεύθυνη λεκτική δημαγωγία των άλλων ομάδων. Κ.Κ.Ι. και συνδικάτο πήγαν στην κρίσιμη καμπή του Eur, στην κυβέρνηση εθνικής ενότητας, δηλαδή στο «να γίνουν κράτος». Σε πολλούς, δεν έμεινε παρά η πολιτική διαμαρτυρία του «ένοπλουαγώνα» . Παρανοημένη διέξοδος, γιατί; Επειδή η ριζοσπαστική κριτική της πολιτικής δεν είχε καταναλωθεί, Της πολιτικής ακόμη και στη μορφή της «επαναστατικής έκτακτης ανάγκης». Της πολιτικής και σαν θεωρίας των σταδίων μετάβασης.

Σχετική εικόνα

Της πολιτικής και σαν μια θεωρία του ημικράτους. Της πολιτικής και σαν ακολουθία: ρήξη της μηχανής του κράτους / εγκαθίδρυση της δικτατορίας του προλεταριάτου / μετάβαση στο σοσιαλισμό / σοσιαλιστική μετάβαση.Μετά την πετρελαϊκή κρίση και τον καπιταλιστικό ελιγμό που επάνω σε αυτήν νευρώνεται, ξεκινά η αντεπανάσταση. Μια επανάσταση από τα πάνω που, στα σημεία κλειδιά, όπως η Fiat, θα θέσει επικεφαλής το μετατεϊλοριστικό εργοστάσιο της αυτοματοποίησης. Ο εργατικός εξτρεμισμός εμπλέκεται σε έναν αγώνα για να αντισταθεί μέχρι θανάτου ενάντια στην αναδιάρθρωση. Θεωρούμε ότι ο αγώνας αυτός είναι στρατηγικά υπολειμματικός και χάνει, οδηγείται στον φετιχισμό των ριζοσπαστικών μορφών δράσης, αλλά στείρου αμυντικού περιεχομένου. Παρόλα αυτά, υπάρχει η σκέψη ότι εκεί μπορεί να διαμορφωθεί μια επαναστατική εργατική τάξη η οποία στη συνέχεια θα μπορέσει να επανακαταρτίσει ποιοτικά τα περιεχόμενα της. Το πολικό αστέρι αυτής της διαδικασίας οργάνωσής μας – οι κομμουνιστικές Επιτροπές για την εργατική εξουσία – είναι η Magneti Marelli του Sesto San Giovanni. Αξίζει να διηγηθούμε κάποιες στιγμές ιστορίας.

Το 1976, μετά έναν σκληρό αγώνα ενάντια στην αναδιάρθρωση που είδε την εισβολή των γραφείων της διοίκησης, τέσσερα μέλη της Επιτροπής απολύονται από την εταιρεία. Ξεκινά ένας αγώνας αντοχής μεταξύ των εργατών και της διοίκησης.Κάθε πρωί, οι τέσσερις απολυμένοι σύντροφοι μεταφέρονται μέσα, στο εργοστάσιο, από μια πορεία που σχηματίζεται στην είσοδο.Ταυτόχρονα, υπάρχει η συζήτηση για τη διαφορά στο δικαστήριο εργασίας. Σε κάθε βαθμό κρίσης, η ετυμηγορία αλλάζει: διατάγματα επαναπρόσληψης και επιβεβαιώσεις της απόλυσης αλληλοδιαδέχονται.Οι τέσσερις σύντροφοι, ωστόσο, συνεχίζουν να εισέρχονται κάθε μέρα μεταφερόμενοι από την πορεία. Σε μια συγκεκριμένη στιγμή, οι τέσσερις σύντροφοι συλλαμβάνονται στη Valgrande ενώ ασκούνται στα όπλα. Η Επιτροπή «διαχειρίζεται» τη συζήτηση για τη σύλληψή τους, διανέμοντας ένα φυλλάδιο σε ένα συλλαλητήριο του Trentin στην Piazza Castello στο Μιλάνο. Λέει, το φυλλάδιο, πως τα στρώματα της μικρής και μεσαίας εμπορικής μπουρζουαζίας οπλίζονται, ότι τα αφεντικά διαθέτουν τα δικά τους ιδιωτικά ένοπλα σώματα, και ότι ως εκ τούτου είναι νόμιμο να κάνουν το ίδιο οι εργάτες. Κατά τη συζήτηση για την υπόθεση της εργασίας, το δικαστήριο δέχεται κανονική εισβολή από εργατικές πορείες. Υπάρχουν συγκρούσεις με τους καραμπινιέρους στο εσωτερικό του δικαστηρίου, ενώ στην ποινική διαδικασία για την υπόθεση με τα όπλα η αίθουσα είναι γεμάτη από συντρόφους που φωνάζουν συνθήματα αλληλεγγύης. Λίγο μετά τη δίκη πραγματοποιούνται στο εργοστάσιο οι εκλογές για το συμβούλιο των εκπροσώπων. Ο Enrico Baglioni, ένας από τους απολυμένους και συνελήφθησαν στην Valgrande είναι μεταξύ των πρώτων εκλεγμένων.

Αποτέλεσμα εικόνας για Enrico Baglioni, anni 70

Η διαμάχη για τις απολύσεις θα συνεχιστεί, και μετά την απελευθέρωση των συντρόφων, έως ότου η εταιρεία πληρώσει για να αποδεχτούν την απόλυση – που είχε ήδη δηλωθεί εκτελεστική από την τελευταίo βαθμό του εργατικού Δικαστηρίου – 25 εκατομμύρια στον καθένα, τα οποία θα δωρηθούν για την κατασκευή ενός νηπιαγωγείου για τα παιδιά των εργατριών. Μέσα στην περίπτωση αυτή υπάρχει μια ολόκληρη κοινωνική, πολιτιστική και πολιτική εμπειρία. Ήταν ο λόγος, η συζήτηση επάνω στα «εργατικά διατάγματα», επάνω στην ικανότητα ενός δικτύου επαναστατικών ταξικών πρωτοποριών να εκφράσουν την αντιεξουσία τους στην επικράτεια, σε ολόκληρη την κοινωνική οργάνωση. Η μείωση του χρόνου εργασίας και ο κοινωνικός μισθός, το εγγυημένο εισόδημα για όλους όπως και το δικαίωμα στη ζωή: με δεδομένους αυτούς τους δύο άξονες αξιώσεων το ζήτημα ήταν να γίνουν μέρος στις μορφές του αγώνα. Αγώνας ενάντια στον τρόπο με τον οποίον διοικούνταν η επιχείρηση, ενάντια στην πειθαρχία του εργοστασίου, την αύξηση της παραγωγικότητας, ενάντια στις αυξήσεις των τιμών, των τιμολογίων, των ενοικίων.

Αποτέλεσμα εικόνας για autonomia operaia organizzata

Είναι κάτι διαφορετικό, πιο σκληρό και πιο πικρό από το «τα θέλουμε όλα» του ’69: πρόκειται για την επιβεβαίωση ενός είδους νέας «citoyenneté», μιας νέας ‘ιθαγένειας’, η εισαγωγή μη αναστρέψιμων τροποποιήσεων στην κοινωνική κατάσταση των πραγμάτων. Όταν, το ’76, μια ένοπλη ομάδα επιδράμει στην είσοδο του εργοστασίου και πυροβολεί στα πόδια τον αρχηγό των «φρουρών», Matteo Palmieri, η Επιτροπή μποϊκοτάρει την ώρα απεργίας για διαμαρτυρία που καλέστηκε από τα συνδικάτα. «Ούτε ένα δάκρυ, ούτε ένα λεπτό απεργίας για τον επικεφαλής των φρουρών», γράφει το φυλλάδιο της Επιτροπής.

Αλλά η Magneti είναι η αιχμή ενός πολύ μεγαλύτερου και βαθύτερου παγόβουνου.Tο Μιλάνο τοy 1977 του νεαρού προλεταριάτου της επισφαλούς πνευματικής εργασίας και της ανεργίας προκαταβλήθηκε από τους Κύκλους του νεανικού προλεταριάτου, από τις καταλήψεις των σπιτιών, από τις ελεύθερες εισόδους στον κινηματογράφο, από τα «riots» στα σούπερ μάρκετ. Το μιλανέζικο ’77 θα είναι μάλλον η στιγμή έκφρασης και έκρηξης μιας «σπαρτακιστικής» εργατικής αριστεράς. Με την ευκαιρία της γενικής απεργίας της 18ης μαρτίου, μια εργατική πορεία παρελαύνει στην πλευρά της πλατείας Duomo και στη συνέχεια ξεδιπλώνει την «πολεμική διαδρομή» της που θα πλήξει πολλούς «στόχους», από το κτίριο της διοίκησης της Marelli στα γραφεία μιας επιχείρησης (της Bassani Ticino) που εκμεταλλεύεται το χαμηλόμισθο έργο των κρατουμένων της φυλακής San Vittore. Είναι στα τέλη του ’77, που αρχίζει την έξοδος από το εργοστάσιο.

Μας έρχεται να σκεφτούμε τους αμερικανούς επαναστατικούς συνδικαλιστές που περιγράφονται στον «Δυναμίτη», in»Dynamite» του Adamich. Ευρισκόμενοι σε αναστολή από την εργασία, απολυμένοι, σε cassa integrazione [α], τα εργατικά »στελέχη» αρχίζουν να εγκαταλείπουν το εργοστάσιο. Ξεκινούν οι αυτοαπολύσεις. Εμφανίζεται μια εξαιρετική όσμωση μεταξύ αυτών των υποκειμένων και των άλλων στρωμάτων που αποτελούν την πολυμορφική και πρωτεϊκή μορφή του κοινωνικού εργάτη. Και οι τυπικές οργανώσεις διαλύονται. Δίπλα στου πολλούς αγωνιστές που συγκεντρώνονται μέσα στην Πρώτη γραμμή- in Prima linea, στις Ερυθρές Ταξιαρχίες ή σε άλλες ομάδες μάχης, δίπλα σε εκείνους που αγωνίζονται στα Συντονιστικά της εργατικής αντίθεσης, nei Coordinamenti dell’opposizione operaia ή στις επαναστατικές κομμουνιστικές Επιτροπές,Comitati comunisti rivoluzionari ή στις εργατικές πολιτικές Κολεκτίβες,nei Collettivi politici operai – οργανωμένη Αυτονομία – υπάρχουν πολλοί που δίνουν ζωή σε μικρές συγγενείς συσσωματώσεις. Δημιουργούνται μικρές ομάδες «μαχόμενης αυτοσυνείδησης». Η απώλεια της συλλογικής πολιτικής διάστασης σπρώχνει σε μια πρακτική άμεσης αυτοαξιολόγησης.

image

Δεν υπάρχει διαδικασία «ποινικοποίησης» αυτών των ανθρώπων, αλλά μια ακύρωση, μια αδυναμία διάκρισης των συνόρων μεταξύ επαναστατικής πολιτικής δράσης και παραβατικής δράσης, εκτός νόμου, ατομικής ή μικρής ομαδικής δράσης. Λιγάκι σαν τους αναρχικούςτης ομάδας Bonnot, σαν τους wobbly επιζήσαντες μετά την Κρίση, σαν τους αμερικανούς επαναστάτες συνδικαλιστές στην δεκαετία του 1930, οι ομάδες αυτές πιστεύουν ότι θα εκμηδενίσουν τη διάκριση ανάμεσα στην «απαλλοτρίωση» και τη «ληστεία». Το νεφέλωμα αυτών των συγγενών μικροοργανισμών θα κρατήσει τη σκηνή μέχρι τα τέλη της δεκαετίας του ’70.

image

a] cassa integrazione  το ταμείο παροχών ανεργίας είναι ένας από τους κύριους κοινωνικούς απορροφητές κραδασμών που προβλέπει το νομικό σύστημα και συνίσταται, σε γενικές γραμμές, στην καταβολή από το INPS χρηματικού ποσού υπέρ των εργαζομένων των οποίων ο εργοδότης έχει μειώσει την αμοιβή τους ως αποτέλεσμα μιας μείωσης (ή μια ριζικής αναστολής) της εργασίας λόγω πολλαπλών αιτιών