σύγχρονη σκέψη, pensiero di oggi

Στον καθένα το δικό του! – A ciascuno il suo!

fusaro

Εναρκτήριος ρήξη (σχετικά με τον Serge Latouche)
– των Anselm Jappe & Clément Homs

Eπί χρόνια κουβεντιάσαμε, σε δημόσιες και ιδιωτικές συζητήσεις, με τον Serge Latouche. Φαίνονταν πως υπήρχε ένα κοινό έδαφος συζήτησης, καθαρό από τις διαφορές και τις συγκλίσεις σε κάποια θέματα, και πως η κουβέντα μπορούσε να είναι εμπλουτισμός και για τις δυο πλευρές. Πρέπει να υπογραμμιστεί πως η κριτική της αξίας στην οποίαν απευθυνόμαστε, σε ένα επίπεδο πολύ γενικό, μοιράζεται με την αποανάπτυξη την πεποίθηση πως πρέπει να βγούμε από την οικονομική ανάπτυξη, αλλά και πως εμείς δεν μοιραζόμαστε καθ’ όλα τις συνταγές που προτείνει ο Latouche και οι άλλοι δημιουργοί της αποανάπτυξης: επιστροφή στα εθνικά ή συμπληρωματικά νομίσματα και στις εθνικές κυριαρχίες, επαναδρομολόγηση του κεϋνσιανισμού, «πολιτικές λύσεις» που προϋποθέτουν το Κράτος, επανατοποθέτηση της οικονομίας,  μείωση του χρόνου εργασίας, εναλλακτισμό, εθελοντική απλότητα, κλπ.. Η τελευταία σύνοψη όλων αυτών των συζητήσεων – μετά τα άρθρα «Decrescenti, ancora uno sforzo!» e «Critica del sostantivismo economico di Karl Polanyi», »Αποαναπτυγμένοι, ακόμη μια προσπάθεια» και »Κριτική του οικονομικού ουσιαστικισμού» – υπήρξε το βιβλίο »Να τελειώνουμε με την οικονομία»,  «Per farla finita con l’economia».

Σήμερα όμως πρέπει να σημειώσουμε πως η συνέχιση αυτού του είδους κουβέντας δεν έχει πλέον κανένα νόημα. ο Latouche, γι αυτό που τον αφορά, αντί να καλυτερεύει έχει ξεκινήσει μιαν διαδρομή σύμφωνα με την οποίαν δείχνει – είναι το ελάχιστο που μπορούμε να πούμε – μιαν έλλειψη ελέγχου σχετικά με την ανάκτηση της αποανάπτυξης που έχει αρχίσει να εφαρμόζεται από την «Nuova Destra», την »Νέα Δεξιά».  Φαίνεται πως ο Latouche έχει πρόθεση να  «κοσκινίσει όσο περισσότερο μπορεί, ότι είναι δυνατόν» και να χτίσει ένα είδος  »μετώπου αποανάπτυξης», «fronte decrescente», όπου όλοι να μπορούν να πάρουν μέρος, ανεξάρτητα από τις πολιτικές τους θέσεις σε σχέση με άλλα ζητήματα – μέχρι ακόμη και αυτός ο Alain De Benoist, στον οποίον αφέθηκε ξεκάθαρα ανοικτή η πόρτα στην διάρκεια μιας συνέντευξης τον Ιούλιο  2013 στο sito «Reporterre» [*1]. Ενώ στην Ιταλία δεν διστάζει να εμφανιστεί πλάι σε αυτόν τον ανεκδιήγητο Diego Fusaro – έναν μαθητή εκείνης της λέρας του Costanzo Preve – ο οποίος γευματίζει σε όλες τις τρώγλες των ιταλών φασιστών όταν δεν παραχωρεί κάποια συνέντευξη στην Γαλλία στο περιοδικό  Eléments του De Benoist του ιουλίου-σεπτεμβρίου 2015 (n°156).

Σε μιαν ιστορική στιγμή κατά την οποίαν ο νέος «εγκάρσιος λαϊκισμός» προωθείται παντού και προτείνεται σαν μια αληθινή ιδεολογική εξήγηση της κρίσης του καπιταλισμού, που προορίζεται να εκτρέψει την οργή των θυμάτων του, η άρνηση συμμετοχής, έστω και έμμεσα κι από μακριά, σε μιαν παρόμοια επιχείρηση »καστανοκόκκινη», «rossobruna» είναι η ελάχιστη συνθήκη και προϋπόθεση για να μπορεί να υπάρχει ένας διάλογος με εμάς.  Δεσμευόμαστε δημόσια να φτύσουμε στην φάτσα των διάφορων De Benoist, Soral, Onfray, Diego Fusaro, κλπ., μόλις αντιληφθούμε πως βρισκόμαστε εν τη παρουσία αυτών, και περιμένουμε την ίδια συμπεριφορά από πλευράς των συνεργατών και συνομιλητών μας. ο Latouche δεν θα καταφέρει ποτέ να στρατολογήσει την κριτική της αξίας στα βοηθητικά του στρατεύματα! Οι σπάνιες σύγχρονες προσεγγίσεις που παραμένουν πιστές στην ιδέα της κοινωνικής χειραφέτησης, προφανώς θα πολεμήσουν με όλες τους τις δυνάμεις τους καινούργιους αντιδραστικούς του διασταυρούμενου λαϊκισμού – μα δίχως να δώσουν δίκιο απαραίτητα στην αριστερά του νεωτερισμού.  Μάλλον, η κριτική της αξίας θα συνεχίσει να δείχνει πως αυτό που ενώνει αυτά τα δυο στρατόπεδα, πέρα απ’ τις διαφορές τους, είναι ο αντικαπιταλιστικός κορμός και η αναγωγή της κοινωνικής κριτικής σε μιαν κριτική του μόνου χρηματοπιστωτικού τομέα.

– Anselm Jappe & Clément Homs –

σημείωμα, NOTA:
[*1]
– ο Latouche γράφει: «πρέπει να απαγορεύσω στον Alain de Benoist να υποστηρίζει την αποανάπτυξη, με το πρόσχημα πως τοποθετείτε στην δεξιά? Πρέπει να τον καταδικάσουμε  ad vitam aeternam εφ όρου ζωής να παραμείνει αλυσοδεμένος σε αυτή την κατηγορία? Η θέση του πρέπει να αξιολογηθεί εκ νέου, να την συζητήσουμε ξανά» (δες, vedi: http://www.reporterre.net/La-decroissance-permet-de-s )

πηγή: Critique de la valeur-dissociation. Repenser une théorie critique du capitalisme

addì 16:24:00

και λίγη μουσική:

David Bowie – Space Oddity

Reazioni: Etichette: anselm Jappe, Clément Homs, critica del valore, de Benoist, Fusaro, Latouche, Wertkritik
σύγχρονη σκέψη, pensiero di oggi

Μιζέρια της αυτοδιαχείρισης και αυτοδιαχείριση της μιζέριας – Miseria dell’autogestione e autogestione della miseria

Τρίτη 5 Ιανουαρίου 2016

Miseria dell’autogestione e autogestione della miseria

Αυτοδιαχείριση, παγίδα για ανόητους?
– Η αυτοδιαχείριση της παραγωγής εμπορευμάτων σαν λογική αδυνατότητα –
του Clément Homs

Μπορούμε να πούμε δυο λόγια σχετικά με την αποτυχία της αυτοδιαχειριστικής προοπτικής. Εκείνο σύμφωνα με το οποίο η αιτία της αποτυχίας αφορά τις ιστορικές συνθήκες, κι εκείνο κατά το οποίο είναι οι αυτοδιαχειριστικές ιδέες οι ίδιες που έχουν δείξει την ανικανότητάς τους να αντιληφθούν πραγματικά εκείνο που βρίσκεται στην βάση της καπιταλιστικής κοινωνίας. Κι επάνω σε αυτή την δεύτερη άποψη είναι που, κι ας είναι σύντομος ο τρόπος, εδώ θα επικεντρωθούμε. [*1]

Η αποτυχία της αυτοδιαχειριστικής εμπειρίας στην διάρκεια του 20ου αιώνα και σε αυτό το ξεκίνημα του 21° (ειδικότερα, στην Argentina με το κίνημα των piqueteros), μας κάνει να ανατρέξουμε σε μιαν αποτυχία ακόμη βαθύτερη, εκείνη της στρατηγικής των εργατικών οργανώσεων που αρχίζοντας από τον 19° αιώνα βασίζονται στην αρχή πως η Εργασία αντιτίθεται στο Κεφάλαιο. Πράγμα που μας φέρνει να υπογραμμίσουμε την θεωρητική ανικανότητα, που είναι κοινή στον παραδοσιακό μαρξισμό και στις αρκετές τάσεις της αναρχίας, να αντιληφθούν ποιος πραγματικά είναι ο πυρήνας των κατηγορικών κοινωνικών μορφών του καπιταλισμού και της δυναμικής του μορφής.

Δεδομένο είναι πως η αυτοδιαχειριστική σκέψη πάντα κουβέντιαζε μοναχά γύρω από την συλλογική διαχείριση των μέσων παραγωγής και την διανομή των μισθών («εργαζόμαστε και πληρώνουμε»), που σημαίνει πως επικεντρώθηκε μονάχα στην αναδιανομή των αιώνιων καπιταλιστικών κοινωνικών κατηγοριών (εργασία, αξία, χρήμα και εμπόρευμα). Το επίκεντρο μιας τέτοιας συλλογιστικής συνίσταται στην προώθηση του ρόλου της δημοκρατίας στο εσωτερικό των εταιρειών μέσα στις οποίες στο τέλος παραμένουν οικονομικοί φορείς που πρέπει να παράξουν ακόμη εμπορεύματα μέσα στα οποία κρυσταλλώνεται η αξία. H αυτοδιαχειριστική πρακτική με αυτό τον τρόπο παραμένει αιχμάλωτη μιας νομιμοποίησης των καπιταλιστικών μορφών παραγωγής, λες και αυτές είναι κάτι που προέρχεται από την φύση, [αν θέλετε να το πούμε αλλιώς: τις πολιτογραφούν, τις δίνουν ιθαγένεια!], αυτών των τεσσάρων ιπποτών της καπιταλιστικής αποκάλυψης – εργασία, αξία, χρήμα και εμπόρευμα -, και συνεπώς, απαραίτητα, δεν μπορεί να αντιπροσωπεύει άλλο από μια αξίωση «εναλλακτική» που παραμένει εντοιχισμένη σε έναν δρόμο πλακόστρωτο από την αναπτυξιακή διαδικασία.

Ως εκ τούτου, η εργασία δεν είναι εκείνη η δραστηριότητα του ανθρώπου διαμέσου της οποίας, όπως πολύ συχνά γίνεται πιστευτό, αυτός ψάχνει να αναπαραχθεί , αλλά είναι εκείνη η συγκεκριμένη δραστηριότητα που έχει αγιοποιηθεί της παραγωγής εμπορευμάτων. Σαν τέτοια, είναι μια δραστηριότητα ειδικώς καπιταλιστική που έχει αναδυθεί στην διάρκεια των τριών τελευταίων αιώνων.  Κάθε εργασία έχει έναν διπλό χαρακτήρα, θέλουμε δηλαδή να πούμε δυο πρόσωπα που υπάρχουν πάντοτε μαζί, και ποτέ ξεχωριστά. Μια φάτσα συγκεκριμένη, μέσα στην οποίαν η εργασία είναι μια δραστηριότητα που μετατρέπει ένα υλικό σε  «κάτι χρήσιμο» – και είναι μοναχά αυτή η διάσταση που γίνεται αντικείμενο του εργατικού ελέγχου σε μιαν αυτοδιαχειριζόμενη επιχείρηση. Μια φάτσα, ένα πρόσωπο τέλος πάντων αφηρημένο, το οποίο αντιστοιχεί στον ρόλο της εργασίας στην καπιταλιστική κοινωνία, με την έννοια πως υπηρετεί, δομικά, και χρησιμοποιείται σαν κοινωνικός σύνδεσμος για τα άτομα τα οποία συσχετίζονται το ένα με το άλλο διαμέσου μιας ποσότητας εργασίας που επιτρέπει σε αυτά να λαμβάνουν ένα ποσό σε χρήμα, κλπ….. Αυτό το αφηρημένο πρόσωπο της εργασίας – ανεξάρτητα από εκείνο που μπορεί να αποφασιστεί μέσα σε μιαν εταιρεία αυτοδιαχειριζόμενη – διαμεσολαβεί μια νέα μορφή κοινωνικής αλληλεξάρτησης, μια μορφή κοινωνικής σύνθεσης ιδιαιτέρως καπιταλιστικής. Μιλάμε εδώ περί  «αφηρημένης εργασίας», αφού είναι δεδομένο πως ξεκινώντας από αυτόν τον χαρακτήρα κοινωνικής διαμεσολάβησης  που η εργασία γίνεται η αφαίρεση του συγκεκριμένου της προσώπου [*2].

Τώρα, αυτή η λειτουργία κοινωνικής διαμεσολάβησης κάθε εργασίας κάνει έτσι ώστε το υποκείμενο που την εκτελεί [*3] να είναι, και την ίδια στιγμή δεν είναι, η θέσις εργασίας του. Καθώς η εργασία που αυτό επιτελεί το επιστρέφει, διαμέσου του ρόλου κοινωνικής διαμεσολάβησης του συνόλου της εργασίας,  στην συνολική κοινωνικότητα που με αυτό τον τρόπο καθορίζεται, πολύ πέρα από εκείνο που στον τόπο της εργασίας μπορούν να αποφασίσουν τα αφεντικά, η διαχείριση, η θέληση αυτοδιάθεσης ή τα βιοτεχνικά ιδανικά του »ελέγχου» της δραστηριότητάς του.

Η εργασία που κοινωνικοποιεί τα άτομα και τα θέτει σε σχέση τα μεν με τα δε αποτελεί επίσης το αφηρημένο της πρόσωπο, μια μορφή κοινωνικού πλούτου ενδογενή σε αυτή την ενιαία μορφή καπιταλιστικής ζωής, έναν πλούτο που δεν είναι αισθητός αλλά μάλλον αφηρημένος, όχι παρατηρήσιμος εμπειρικά ούτε μετρήσιμος, η αξία, που φαινομενικά εκπροσωπείται σε ένα αμιγές ποσό χρήματος. Τα εμπορεύματα, ωσάν αποτέλεσμα μιας τέτοιας εργασίας, δεν αντιμετωπίζονται κοινωνικά σαν απλά αγαθά και δεν έχουν, με κανέναν τρόπο, σαν σκοπό την ικανοποίηση των αναγκών. Είναι μάλλον ένα είδος απαραίτητου κακού (υποστήριξης) για τέτοιον αφηρημένο καπιταλιστικό πλούτο, ο οποίος για να υπάρχει πρέπει να περάσει διαμέσου αυτών των υλικών δεξαμενών μέσα στους οποίους η αξία κρυσταλλώνεται σε παροδική μανιέρα. Σίγουρα, αυτή η υλική ευαίσθητη δεξαμενή θα έχει αρχικά την πραγματικότητα να είναι το δοχείο της  «ζελατίνας της αφηρημένης εργασίας» (Marx), με άλλα λόγια ένα σύμπλεγμα αξίας και υπεραξίας, που προσωρινά εγκαταστάθηκε στο εμπόρευμα, για να αναδυθεί καλύτερα υπό άλλη μορφή, την μορφή-χρήμα.

To συγκεκριμένο πρόσωπο της εργασίας (είτε πριονίζονται σανίδες στην ad Ambiances Bois στο οροπέδιο της  Millevaches, είτε φτιάχνεται ένα ζευγάρι jeans στην Lifeng Textile σε ένα προάστιο του Canton) θα υπάρχει πάντα μόνο σαν στήριξη της αφηρημένης πλευράς της εργασίας. Το πέρασμα στον εργατικό έλεγχο της διαδικασίας παραγωγής δεν εμποδίζει με κανέναν τρόπο στο νέο πρόσωπο, τώρα  «αυτοδιαχειριζόμενο», της συγκεκριμένης εργασίας να είναι μονάχα η απλή υποστήριξη της ταυτολογικής λογικής της αφηρημένης εργασίας.  Είναι πάντα η αφηρημένη εργασία (ένα από τα δυο πρόσωπα της εργασίας) που προσλαμβάνει διαφορετικές μορφές στην διάρκεια των κύκλων του κεφαλαίου, περνώντας από την ζωντανή εργασία στην αποκρυστάλλωσή της στο εμπόρευμα ωσάν μορφή-αξία, περνώντας στην συνέχεια στην μορφή-χρήμα  όταν αυτό το εμπόρευμα θα πωληθεί στην αγορά, για να επιστρέψει στην συνέχεια στην κεφάλαιο-χρήμα στο τέλος της αλυσίδας και στην συνέχεια να επανεπενδυθεί  στο εσωτερικό ενός νέου κύκλου περιστροφής του κεφαλαίου, διευρύνοντας την βάση της ζωντανής εργασίας που χρησιμοποιείται.

Το κεφάλαιο δεν είναι με τίποτα το αντίθετο της εργασίας, αλλά η συσσωρευμένη μορφή της; η ζωντανή εργασία και η νεκρή εργασία δεν είναι καθόλου δυο ανταγωνιστικές οντότητες, αλλά είναι δυο διαφορετικές «καταστάσεις συσσωμάτωσης» της ίδιας ουσίας της εργασίας. Για όσο διάστημα η εργασία θα αποτελεί την κοινωνική σχέση διαμέσου της οποίας συσχετιζόμαστε οι μεν με τους  δε – ανεξαρτήτως του γεγονότος πως η διαχείριση είναι των αφεντικών, των μαστόρων ή αυτοδιαχειριζόμενη – κάθε άτομο που εργάζεται θα είναι πάντα μια μονάδα τέτοιας αφηρημένης εργασίας απ’ όπου θα πρέπει να αποσπαστεί το μέγιστο (αυτό που ο Marx θα ονομάσει την εκμετάλλευση της υπεραξίας). Αυτό που αποτελεί την ουσία του κεφαλαίου δεν είναι το γεγονός πως το εργοστάσιο δεν βρίσκεται κάτω από τον εργατικό έλεγχο, όπως πιστεύει ο παραδοσιακός μαρξισμός, αλλά το γεγονός πως η δουλειά, στην διπλή της φύση (αφηρημένη και συγκεκριμένη) συνεχίζει να υπάρχει κοινωνικά. Σε αυτή την μεταφορική διαδικασία  – κατά την οποίαν η συσσώρευση της υπεραξίας είναι την ίδια στιγμή αποτέλεσμα και προϋπόθεση – τα άτομα και οι τάξεις δεν είναι άλλο από υπάλληλοι, αξιωματούχοι (τα στηρίγματα) αυτής της φετιχιστικής λογικής.

Οι καπιταλιστές ασκούν την εξουσία όχι σαν «πολιτικοί ή θεοκρατικοί κύριοι», μα διότι «προσωποποιούν την εργασία εμπρός στην εργασία» (Marx), αυτοί είναι οι «αξιωματούχοι του κεφαλαίου», μια «élite λειτουργίας» (Kurz) του φετιχιστικού συστήματος του εμπορεύματος, που δεν κυριαρχεί επ’ αυτού, αλλά αποτελεί την τάξη που αντλεί από αυτό κέρδος. Δεν είναι ποτέ η συγκεκριμένη κατανάλωση εργασία που αποκρυσταλλώνεται στην μορφή αξία ενός εμπορεύματος. Εξ αιτίας του χαρακτήρα του κοινωνικής διαμεσολάβησης,  είναι το standard της κοινωνικά μέσης παραγωγικότητας που προσδιορίζει  – έξω από την ιδιαιτερότητα εργασία και έξω από κάθε πιθανότητα αυτοδιαχείρισης των καθηκόντων μέσα σε έναν συγκεκριμένο συνεταιρισμό -την ποσότητα της αποκρυσταλλωμένης αξίας μέσα στο «εμπόρευμα που έχει παραχθεί σε καθεστώς αυτοδιαχείρισης».

Σε μιαν επιχείρηση αυτοδιαχειριζόμενη, οι εξωτερικές διατάξεις που εκδίδονται από την διπλή φύση της εργασίας – το κοινωνικό standard παραγωγικότητας και τότε η κοινωνική ολότητα η οποία συγκροτείται από την διαμεσολάβηση που με την σειρά της συνιστά αυτό που είναι η εργασία – έχουν αναδρομική ισχύ επάνω στους εργάτες που πρέπει να αποφασίσουν δημοκρατικά, εάν θέλουν να επιζήσουν επί της αγοράς μιας και είναι οικονομικές οντότητες, να αυτό- εκμεταλλευτούν , να αυτό-αντικατασταθούν με μηχανές ή να αυτό-απολυθούν [*4], μέσα στην αυτοδιαχειριστική χαρά δια ανατάσεως χειρών. Κάτω από τον δικό τους  «έλεγχο», οι εργάτες θα είναι αυτοί οι ίδιοι οι δικοι τους «αξιωματούχοι του κεφαλαίου». Και η αυτό-εκμετάλλευση δίχως αφεντικά δεν είναι καθόλου καλύτερη από την κανονική εκμετάλλευση.

Δίχως να πρέπει εδώ να θυμίσουμε τις δραματικές εμπειρίες αυτών των τελευταίων χρόνων στην Argentina, στην διάρκεια του 20° αιώνα είδαμε να αναδύονται ξανά στις αυτοδιαχειριστικές εμπειρίες οι ίδιες υποχρεωτικές διαδρομές, όπως στα αυτοδιαχειριζόμενα εργοστάσια της επαναστατικής Ισπανίας του  1936-37 όπου η μορφή-χρήμα εμφανίστηκε ξανά υπό μορφήν των «αγαθών της εργασίας» μιας και η εργασία σαν τέτοια δεν είχε ξεπεραστεί [*5]. Μα σε μια σκάλα μικρότερη, οι αναμνήσεις των εργατών της γαλλικής LIP, στις συνεντεύξεις τους, δείχνουν ξεκάθαρα την πικρία και το τέλος του αυτοδιαχειριστικού μύθου [*6]. Εκείνο που τώρα εμείς πρέπει να αποδώσουμε στην επανάσταση, είναι μια νέα ποιότητα, θέτοντας σε πράξη, εφαρμόζοντας δηλαδή την  «κατηγορηματική και οντολογική ρήξη» (Kurz): όχι πλέον ελευθερώνοντας την εργασία απ’ το κεφάλαιο, αλλά ελευθερώνοντας εμάς από την εργασία σαν τέτοια, να θέσουμε τέλος δηλαδή σε κάθε πιθανή μορφή οικονομίας.

Clément Homs – Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό  rivista L’An02 – Mάϊος 2015 –

σημειώσεις NOTE:

[*1] – Eν προκειμένω, στο σάϊτ,  «infokiosque», για να εμβαθύνετε μπορείτε να διαβάσετε την μπροσούρα »Ενάντια στον αυτοδιαχειριστικό μύθο»  «Contro il mito autogestionario»

[*2] – Moishe Postone, Tempo, lavoro e dominio sociale, Χρόνος, εργασία και κοινωνική κυριαρχία. Μια επανερμηνεία της κριτικής θεωρίας του Marx.

[*3] – Λίγο ενδιαφέρει εδώ εάν το συγκεκριμένο πρόσωπο αυτής της εργασίας διοικείται με τρόπο που αποφασίζουν τα αφεντικά ή είναι αυτοδιαχειριζόμενο, ή ακόμη και εάν μιλάμε για έναν luddista του 19° αιώνα ή για έναν μικρό γεωργό του 21° αιώνα που αντιτίθεται στην χρήση των microchip.

[*4] – Όλα αυτά έχουν άριστα εκφραστεί στο βιβλίο του Michel Lulek, «Ambiance Bois, l’aventure d’un collectif autogéré», Repas, 2003, που μιλά σχετικά με το πότε η «Ambiance Bois» χρειάστηκε να απολύσει.

[*5] – Michael Seidman, «Ouvriers contre le travail. Paris et Barcelone pendant les Fronts populaires«; Myrtille Gonzalbo, « L’anticapitalisme des anarchistes et des anarcho-syndicalistes espagnols des années trente », in Sortir de l’économie, n°4, 2012.

[*6] –  Joëlle Beurier, « La mémoire Lip ou la fin du mythe autogestionnaire ? », in Frank Georgi (dir.), L’autogestion, la dernière utopie, Presses de la Sorbonne, 2003, pp. 451-465.

πηγή: Critique de la valeur-dissociation. Repenser une théorie critique du capitalisme

addì 17:40:00

Reazioni: τι θυμήθηκα τώρα! δεν ξέρω γιατί : This is England – The Clash

 

σύγχρονη σκέψη

Συνέντευξη Intervista ad Anselm Jappe , δεύτερο μέρος

Hemmens: Με τα πρόσφατα ελληνικά συμβάντα ακόμη ζωντανά στο μυαλό του καθένα, είναι ξεκάθαρο πως η οικονομική κρίση  του 2008 είναι πολύ μακρυά απ’ το να θεωρηθεί μια απλή διαταραχή σε ένα καπιταλιστικό σώμα υγιές κατά τα άλλα. Διαφορετικά από αυτούς που αποδίδουν αυτή την κρίση στην κακή διαχείριση ή στην καπιταλιστική απληστία, πως μας βοηθά, η Κριτική της αξίας, να καταλάβουμε τι συμβαίνει δομικά πίσω από την εμφάνιση αυτών των καταρρεύσεων σχεδόν μοιραίων των οικονομικών συστημάτων και των εθνικών οικονομιών?

Jappe: Οι αστοί θεωρητικοί πάντα πίστευαν  «αιώνιο» τον καπιταλισμό διότι, ισχυρίζονται, βρίσκεται σε συμφωνία με την  «ανθρώπινη φύση. Γι αυτούς, όλες οι κρίσεις είναι μόνο κυκλικές και μεταβατικές: τις αντιλαμβάνονται σαν αποτέλεσμα των ανισορροπιών ανάμεσα σε ζήτηση και προσφορά φτάνουν στο σημείο να τις επαινούν σαν «δημιουργική καταστροφή». Για τους μαρξιστές, ο καπιταλισμός είναι παροδικός και είναι καταδικασμένος να ξεπεραστεί, μιαν ημέρα, μα η κατάργησή του περιμέναμε πάντα πως θα ήταν το αποτέλεσμα επαναστατικών δράσεων της εργαζόμενης τάξης ή κάποιου άλλου οργανωμένου αντιπάλου.  H πιθανότητα ο καπιταλισμός να έχει εσωτερικά όρια που θα μπορούσε να έχει αγγίξει, μετά τον θάνατο του  Marx σχεδόν ποτέ δεν λήφθηκε υπ’ όψιν.

Όταν ο παραδοσιακός μαρξισμός  προέβλεψε μια τελική κατάρρευση, πάντα θεωρούσε πως αυτό θα είχε την μορφή μιας πολιτικής επανάστασης που θα ήταν το αποτέλεσμα των ανυπόφορων συνθηκών που δημιουργεί η καπιταλιστική εκμετάλλευση. Υπάρχει, ωστόσο, ένας πολύ σημαντικός παράγοντας που δεν λαμβάνονταν υπ όψιν: η συρρίκνωση στην μακρά περίοδο της μάζας αξίας (και κέρδους) που ανέφερα νωρίτερα. Αυτό το πρόβλημα εμφανίστηκε μόνο με τρόπο περιορισμένο: την πτώση του ποσοστού κέρδους.

Μετά που ο καπιταλισμός μπόρεσε να ενσωματώσει μέσα του, με επιτυχία, τις έμφυτες κριτικές, κυρίως στην διάρκεια του boom keynesiano-fordista που ακολούθησε τον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο, πολλοί μαρξιστές πείστηκαν οριστικά πως ο καπιταλισμός δεν θα συναντούσε ποτέ ξανά μιαν άλλη οικονομική κρίση  και πως μονάχα η υποκειμενική δυσαρέσκεια θα μπορούσε να είχε οδηγήσει στην υπέρβασή του. Οι καταστασιακοί, έτσι όπως η Σχολή της Φρανκφούρτης,  αφέθηκαν τελείως σε αυτή την προοπτική. Με κάθε τρόπο, όπως προείπα, όλο αυτό άλλαξε τελείως μετά το 1970.

Η συσσώρευση του κεφαλαίου έφτασε τα όριά της διότι η βάση της, η εξαγωγή υπεραξίας από την ζωντανή εργασία, έγινε όλο και πιο μικρή σιγά σιγά όσο ξεθώριαζε συνεχώς η σημαντικότητα της ζωντανής εργασίας. Το αποτέλεσμα είναι πως ο καπιταλισμός τώρα είναι σε θέση να επιβιώνει μόνον διαμέσου της προσομοίωσης; που σημαίνει, προβλέποντας τα μελλοντικά κέρδη – που δεν θα έρθουνε ποτέ – διαμέσου του χρέους. Η Κριτική της αξίας λέει αυτό από το 1987. Στα χρόνια 1990, η εμπειρική απόδειξη φαίνονταν να οδεύει ενάντια σε αυτό το θέμα, αλλά μετά το 2008 όλοι ξεκίνησαν να λένε πόσο βαθιά ήταν η κρίση. Η πραγματικότητα είναι πως το 2008 υπήρξε η δόνηση που προειδοποιεί για τον σεισμό της κρίσης του καπιταλισμού, και με κανέναν τρόπο δεν ήταν μια πραγματική κατάρρευση. Και στην αριστερά και στην ριζοσπαστική αριστερά, ωστόσο, η πίστη στην αιωνιότητα του καπιταλισμού είναι εκπληκτικά δυνατή!

Είναι πολύ κοινό να βλέπεις να κατηγορούνται για την κρίση, οι οικονομικές αγορές που πνίγουν «την πραγματική οικονομία». Η αλήθεια είναι το ακριβώς αντίθετο: μόνον το χρέος επιτρέπει την συνεχιζόμενη προσομοίωση παραγωγής αξίας – που σημαίνει κέρδος – από την στιγμή που η πραγματική συσσώρευση έφτασε σε ένα σχετικά ολοκληρωτικό stop. Και η πυκνή εκμετάλλευση επίσης  των εργαζομένων στην συνεισέφερε πολύ λίγο στην παγκόσμια μάζα του κέρδους.

Το να αντικαθιστούμε την κριτική του καπιταλισμού με την κριτική των οικονομικών αγορών είναι καθαρός λαϊκισμός και σημαίνει απλά να αποφεύγουμε τα πραγματικά ζητήματα. Το πραγματικό δράμα είναι πως ο καθένας είναι ακόμη αναγκασμένος να δουλεύει για να μπορεί να ζει, ακόμη και όταν στην παραγωγή δεν χρειάζεται  πλέον η εργασία.  Το πρόβλημα δεν είναι η απληστία συγκεκριμένων προσώπων – αν και σίγουρα αυτή η απληστία υπάρχει – και δεν μπορεί να επιλυθεί σε βάσεις ηθικές. Οι τραπεζίτες και οι όμοιοί τους – οι οποίοι, δεν μπορούμε να το αρνηθούμε, είναι πολύ συχνά φιγούρες μισητές – απλά ακολουθούν τους τυφλούς νόμους ενός φετιχιστικού συστήματος που πρέπει να του ασκείται κριτική στο σύνολό του.

ο Kurz ονομάζει αυτή την διαδικασία   «desustanzializzazione του χρήματος», [sostanza σημαίνει ουσία, οπότε μεταφράζοντας ελεύθερα θα λέγαμε: πως από το χρήμα αφαιρείται η ουσία του]. Από την στιγμή πως μόνο η ζωντανή εργασία δημιουργεί αξία, μορφοποιεί την «ουσία» του. Δεν πρόκειται για μιαν διαδικασία φαντασιακή; ξοδεύεται πραγματικά ανθρώπινη ενέργεια κι αυτή υπάρχει σε μιαν συγκεκριμένη ποσότητα (αν και να την μετρήσουμε θα μπορούσε να είναι πολύ δύσκολο). Η αξία δεν μπορεί να δημιουργηθεί με διάταγμα, μα μόνο από μια πραγματική εργατική διαδικασία – και πρέπει να είναι «παραγωγική εργασία» με την καπιταλιστική έννοια (αυτό σημαίνει πως όχι μόνον καταναλώνει κεφάλαιο αλλά βοηθά επίσης να το αναπαράξει).

Με διάταγμα μπορεί να δημιουργηθεί το χρήμα – μα όταν δεν αντιστοιχεί στην πραγματική ποσότητα της εργασίας που υποτίθεται πως αυτό  «αντιπροσωπεύει», δεν έχει  «ουσία» και χάνει την αξία του μέσα από κάποια μορφή πληθωρισμού (αν και εάν για δεκαετίες η έκρηξη ενός μαζικού πληθωρισμού αναβλήθηκε για αργότερα παρκάροντας τεράστιες ποσότητες φετίχ κεφαλαίου στις αγορές μετοχών, στις αγορές ακινήτων, και πάει λέγοντας). Επάνω σε αυτό, η Κριτική της αξίας βρίσκεται σε έντονη αντίθεση με σχεδόν όλους τους οικονομολόγους της αριστεράς, που σε γενικές γραμμές είναι μόνον neo-keynesiani, νεο-Κεϋνσιανοί.

Hemmens: Αυτή την στιγμή εργάζεσαι επάνω σε ένα νέο βιβλίο, Οι περιπέτειες του μοντέρνου υποκείμενου, που συνδέεται με την πρωτότυπη έκθεσή σου της Κριτικής της αξίας, αλλά και που εξερευνά πιο λεπτομερειακά την  «υποκειμενική» πλευρά της καπιταλιστικής κοινωνικής κατάρτισης. Υποστηρίζεις πως η μορφή υποκείμενο, όπως η «εργασία», είναι ιστορικά περιγραφή του καπιταλισμού και πως και αυτή είναι καταστροφική. Στεκόμενοι στο έργο του αμερικάνου κοινωνικού κριτικού, Christopher Lasch, κι εσύ υποστηρίζεις πως η καπιταλιστική υποκειμενικότητα είναι μια μορφή ναρκισσισμού.  Θα μπορούσες να εξηγήσεις ποια είναι η σύνδεση ανάμεσα στην κριτική σου της εργασίας και την μορφή υποκείμενο? Πως επίσης η «υποκειμενικότητα» μπορεί να είναι ιστορικά καθορισμένη του καπιταλισμού? Γιατί αυτή η μορφή υποκείμενο είναι ναρκισσιστική και ποιον ρόλο έχει στην ανάπτυξη της διατριβής σου η κριτική (συντηρητική) του Lasch της μοντέρνας κοινωνίας?

Jappe: Η κριτική της έννοιας του «υποκείμενου» έγινε πολύ σύντομα μια πτυχή κλειδί της Κριτικής της αξίας.Στον παραδοσιακό μαρξισμό, όπως σχεδόν σε όλη την μοντέρνα φιλοσοφία από τον Καρτέσιο και μετά, το υποκείμενο είναι κάτι που πάντοτε υπήρξε. Είναι ένα γεγονός οντολογικό. Πολύ σύντομα οι μαρξιστές ταυτοποίησαν το υποκείμενο με την εργατική τάξη, η οποία μεσολαβεί ανάμεσα στον άνθρωπο και την φύση και που κάνει την ιστορία υπό την μορφή του «επαναστατικού υποκειμένου». Μέσα σε αυτή την προοπτική, «χειραφέτηση» (ή «επανάσταση») σημαίνει πως το υποκείμενο, που μέχρι αυτό το σημείο βρίσκονταν καταπιεσμένο, επιτέλους κατακτά όλα τα δικαιώματά του. Το παραδοσιακό  «φιλοσοφικό υποκείμενο» δέχτηκε σφοδρή επίθεση από τα χρόνια 1950, κυρίως στο όνομα του στρουκτουραλισμού, της γλωσσολογίας και της ψυχανάλυσης. Υπήρχαν πολλοί καλοί λόγοι γι αυτήν την  «αποδόμηση» του υποκειμένου.

Ωστόσο, δεν αποδομούνταν το υποκείμενο σαν κατηγορία ιστορική και αντιθέτως διακηρύσσονταν πως δεν υπήρξε ποτέ κανένα υποκείμενο, ούτε θα μπορούσε ποτέ να υπάρξει, και πως αυτό ήταν μονάχα ένα  «επιστημολογικό σφάλμα». Η κριτική της αξίας, αντιθέτως, επικεντρώθηκε στην έννοια του φετιχισμού των εμπορευμάτων του Marx: οι άνθρωποι φτιάχνουν την δική τους ιστορία αλλά την φτιάχνουν ασυνείδητα. Οι άνθρωποι δημιουργούν δομές («οικονομικούς νόμους», «τεχνολογικές προσταγές και αναγκαιότητες», και πάει λέγοντας) που καταλήγουν να τους κυριαρχούν, όπως συμβαίνει με την θρησκεία. Το μόνο πραγματικό υποκείμενο στην καπιταλιστική κοινωνία είναι η αξία, την οποίαν ο Μάρξ αποκαλεί «αυτόματο υποκείμενο»: η αξία χρησιμοποιεί την ανθρώπινη κοινωνία για να εξασφαλίσει πως η συσσώρευσή της δεν θα τελειώσει ποτέ. Οι άνθρωποι έγιναν οι υπηρέτες των αλλοτριωμένων δυνατοτήτων τους. Κι όμως αυτό είναι μέρος της ιστορικής διαδικασίας. Η ιστορία, όπως εξηγήθηκε μέχρι τώρα, μπορεί να περιγραφεί σαν μια διαδοχή διάφορων μορφών φετιχισμού και ασυνείδητου, αλλοτριωμένων μορφών κοινωνικής διαμεσολάβησης.   Αυτό δεν έχει καμία σχέση με μιαν «ανθρώπινη κατάσταση». Μπορεί να ξεπεραστεί, τουλάχιστον στην θεωρία.

Αυτή η υπέρβαση, ωστόσο, δεν  μπορεί να εννοηθεί σαν θρίαμβος ενός  «υποκειμένου» προϋπάρχοντος, που επέζησε κάτω από την στάχτη της καπιταλιστικής αλλοτρίωσης. Δεν μπορούμε πλέον να δηλώσουμε πως ο «λαός», οι «μάζες», οι «εργαζόμενοι» είναι, στην ουσία τους, όντως, αμόλυντοι από την λογική του εμπορεύματος (ανταγωνισμός, απληστία, καιροσκοπισμός, κλπ.). Αυτό μπορούσε να συμβαίνει στους τόπους όπου ο εκσυγχρονισμός είχε μόλις αρχίσει να αναδύεται, δεν είναι όμως πλέον εφαρμόσιμο. Εάν αποδέχονται το σύστημα, αυτό δεν είναι απλά το αποτέλεσμα της  «χειραγώγησης των μέσων επικοινωνίας», ή κάτι τέτοιο τέλος πάντων. Είναι αυτό, στο ίδιο μέτρο, το όριο όλων των λόγων που κάνουν έκκληση στον o  «εκδημοκρατισμό».

Το μοντέρνο υποκείμενο σχηματίζονταν διαμέσου της εσωτερικοποίησης των κοινωνικών περιορισμών που στις προηγούμενες κοινωνίες επιβάλλονταν από το εξωτερικό στα άτομα. Το Panopticon του Jeremy Bentham είναι το παράδειγμα της «ελευθερίας» του μοντέρνου υποκείμενου. Στον Διαφωτισμό, και στον Immanuel Kant ειδικότερα, πιστώνεται πως επινόησε την αυτονομία του μοντέρνου υποκείμενου. Ωστόσο, οι φιλόσοφοι του διαφωτισμού – ο Kant για μιαν ακόμη φορά είναι το καλύτερο παράδειγμα – δεν ταυτοποιούσαν το «υποκείμενο» με «την ανθρώπινη ύπαρξη» σαν τέτοια, αλλά μάλλον μόνο με εκείνους που είχαν δείξει πως είναι «υπεύθυνοι»: με άλλα λόγια, εκείνους που ήταν σε θέση να ελέγξουν τις αυθόρμητες ανθρώπινες ορμές τους και τις επιθυμίες τους.  Η πρώτη συνθήκη για να είναι ένα υποκείμενο ήταν εκείνη του να θέσει τον εαυτό του στην εργασία, να αντιλαμβάνεται τον εαυτό του σαν εργαζόμενο, και να αναπτύσσει όλες τις απαραίτητες ποιότητες για τον καπιταλιστικό ανταγωνισμό: έλλειψη συναισθημάτων, άρνηση των άμεσων ικανοποιήσεων, σκληρότητα της καρδιάς προς τον εαυτό τους και προς τους άλλους, και ούτω καθ’ εξής.

Στις γυναίκες και στους πληθυσμούς μη ευρωπαϊκούς δεν δίδονταν το καθεστώς του υποκειμένου. Φυσικά, αργότερα στην ιστορία, στάθηκαν σε θέση να το αποκτήσουν, μα μόνον μετά που είχαν προσπαθήσει να έχουν τις ίδιες ποιότητες  (αρνητικές) των λευκών αρσενικών, οι οποίοι ακόμη, εντούτοις,  θεωρούνταν σαν τα μόνα αληθινά υποκείμενα. Το  status του υποκείμενου είναι, λοιπόν, πλατιά συνδεδεμένο στην εργασία; και η υπέρβαση της μοντέρνας κοινωνίας – όπου τα πρόσωπα ορίζονται κυρίως ξεκινώντας από την συνεισφορά τους στην παραγωγή αφηρημένης αξίας μέσα από την εργασία – θα είναι επίσης το ξεπέρασμα εκείνου που ονομάζουμε το «υποκείμενο»; όχι για να το αντικαταστήσουμε με τυφλές δομές  «αντικειμενικές», αλλά μάλλον με την αληθινή ανθοφορία του ατόμου.

Προσπαθώ να αναπτύξω επιπλέον την κριτική του υποκείμενου, συνδέοντάς την με την αρχή του ναρκισσισμού, ιδιαίτερα διαμέσου των αναγνώσεών μου του έργου του Lasch. Ο ναρκισσισμός μπορεί να εννοηθεί όπως η ψυχολογική μορφή που αντιστοιχεί στον μεταμοντέρνο καπιταλισμό, με τον ίδιο τρόπο με τον οποίον οι κλασικές νευρώσεις που περιγράφονται από τον Freud αντιστοιχούν στον κλασικό καπιταλισμό. Ωστόσο, ναρκισσισμός δεν σημαίνει απλά υπερβολική αυτοεκτίμηση. Όπως έδειξε ο  Lasch, σημαίνει μια υπερβολική οπισθοδρόμηση σε μιαν μίξη αισθήματος ανικανότητας και παντοδυναμίας που χαρακτηρίζει πολύ την πρώιμη παιδική ηλικία. Η ανθρώπινη κουλτούρα είναι μια προσπάθεια συνεχής για να βοηθήσει το ανθρώπινο άτομο να ξεπεράσει αυτή την μορφή πρωτόγονη και νηπιακή.

Ο ύστερος καπιταλισμός, αντιθέτως, διεγείρει μια οπισθοδρόμηση σε αυτούς τους πρωτόγονους μηχανισμός, κυρίως μέσα από την καλλιέργεια της καταναλωτικής νοοτροπίας. Είναι για αυτόν τον λόγο που μπορούμε να πούμε με σημασία πως τα μεταμοντέρνα άτομα πολύ συχνά είναι ακραία ανώριμα, και να εξηγήσουμε γιατί κάποια από αυτά γίνονται εύκολα λεία βίαιων συμπεριφορών, μέχρι να φτάσουν σε σημείο να πυροβολούν στα σχολεία και σε άλλα παρόμοια φαινόμενα.  Σήμερα, η κοινωνία των εμπορευμάτων βασίζεται όχι τόσο  στην καταπίεση της επιθυμίας  (αν και αυτή η καταπίεση συνεχίζει να υπάρχει) όσο μάλλον στην δημιουργία της αίσθησης πως δεν υπάρχουν σύνορα και όρια. Η ψυχανάλυση είναι κυρίως χρήσιμη για να καταλάβουμε τον παθολογικό χαρακτήρα της σύγχρονης κοινωνίας, που δεν είναι απλά ένας τρόπος άδικος αλλά ορθολογικός εκμετάλλευσης των προσώπων προς όφελος άλλων προσώπων,  αλλά είναι επί του παρόντος, στο μεγαλύτερο μέρος, μια παράλογη κούρσα προς τα κάτω, καταστροφική και αυτοκαταστροφική.

Αυτό έγινε ιδιαίτερα προφανές με την καπιταλιστική κρίση των τελευταίων δεκαετιών. Παρόλα αυτά, δεν οφείλεται απλά αυτό στις «υπερβολές» του νεοφιλελευθερισμού. del neoliberismo. Αυτός ο ανορθολογισμός βρίσκεται κάτω από τον πυρήνα του μηχανισμού της αξίας και στην αδιαφορία της σε κάθε περιεχόμενο, σε κάθε ποιότητα, στον κόσμο. Μπορούμε να βρούμε ήδη στον Cartesio, στα 1637, όλη την ναρκισσιστική δομή ενός υποκειμένου που είναι τελείως σε αντίθεση με τον εξωτερικό κόσμο. Πρέπει να πάμε μακριά, πίσω στον χρόνο, όταν ψάχνουμε τις ρίζες αυτής της κοινωνίας των εμπορευμάτων φετιχιστικής και ναρκισσιστικής.

Hemmens: Στην συλλογή σου δοκιμίων του 2011, «Πίστωση μέχρι θανάτου», υποστηρίζεις πως ο νέος ρόλος που η τέχνη έχει αναλάβει με αρχή την περίοδο μετά τον πόλεμο, σημαδεύει και αυτός την ναρκισσιστική στροφή της καπιταλιστικής κοινωνίας. Εκεί όπου, στο παρελθόν, ήταν η τέχνη που προκαλούσε και έκρινε το κοινό της, σήμερα η τέχνη προσπαθεί να θέσει σε δεύτερη μοίρα την εμπειρία και την κρίση του κοινού της. Ωσάν μέρος αυτής της θεωρίας, υποστήριξες επίσης πως έχουμε ανάγκη να αντιδράσουμε με μιαν ιεραρχία πολιτιστικών αξιών. Νομίζεις, αντίθετα με τον Debord. πως η τέχνη αξίζει τον κόπο να διασωθεί ή πως αυτό το πράγμα είναι ακόμη δυνατό? Ποια ιεραρχία αξιών πιστεύεις πως μπορεί να πολεμήσει αυτή την δημοκρατικοποίηση, μεταμοντέρνα και ναρκισσιστική, της κουλτούρας? Γιατί θα έπρεπε να αντιμετωπίσουμε την αποσύνθεση της τέχνης με τρόπο διαφορετικό από την αποσύνθεση της εργασίας και του υποκειμένου?

Jappe: Μια από τις πιο σημαντικές πτυχές, και ίσως πιο σοκαριστικές, της καταστασιακής αναταραχής ήταν η καταδίκη τους της τέχνης σαν άλλη μορφή θεάματος και μορφή αλλοτρίωσης των ανθρωπίνων δυνατοτήτων γενικότερα. Για τον  Debord, η τέχνη, όπως η θρησκεία ή η πολιτική, ήταν μια από τις μορφές στις οποίες οι ανθρώπινες ικανότητες αναπτύσσονταν έξω από τον ανθρώπινο έλεγχο. Είχε φτάσει η στιγμή να αποδοθεί εκ νέου στην καθημερινή ζωή.  Αντιθέτως, η καταστασιακή αυτό-υπέρβαση της τέχνης  (με την Εγελιανή έννοια να την διαφυλάξουμε και να την καταργήσουμε την ίδια στιγμή) ήταν το τελευταίο σημείο μιας διαδικασίας στην οποίαν η τέχνη έθετε υπό αμφισβήτηση την ίδια την ύπαρξή της, ιδιαίτερα στην Γαλλία, όπου είχε φτάσει στο αποκορύφωμα με τους ντανταϊστές και τους σουρεαλιστές.  Οι καταστασιακοί ήθελαν να ολοκληρώσουν την αυτοκαταστροφή της τέχνης στο όνομα μιας πιο υψηλής  «τέχνης της καθημερινής ζωής», που θα είχε ενσωματώσει τα θετικά σημεία αυτού που είχε υπάρξει νωρίτερα η τέχνη.

Ωστόσο, αυτό το σχέδιο, το οποίο αρχικά ανακοινώθηκε στα χρόνια 1950 και 1960, είχε ακόμη ανάγκη μιας επανάστασης κοινωνικής για να μπορεί να πραγματοποιηθεί. Αυτό που αντιθέτως συνέβη μετά το 1968 ήταν η ανάδυση μιας νέας μορφής καπιταλισμού, το «τρίτο πνεύμα» του – όπως το ονόμασαν οι Luc Boltanski και Eve Chiapello – που αντήχησε βαριά στην καλλιτεχνική και bohémien παράδοση, ενσωματώνοντας την «καλλιτεχνική κριτική» σε νέες μορφές εργασίας που έρχονταν τώρα να παρουσιαστούν στο άτομο σαν μορφές αυτί-πραγματοποίησης.  Aυτό οδήγησε σε μιαν τεράστια εξάπλωση της βιομηχανίας του πολιτισμού που μετέτρεπε την κουλτούρα σε ένα εμπόρευμα και σε ένα εργαλείο για να πουλά εμπορεύματα.  Πράγματι, αυτό έκανε να υπάρξει μια εκ νέου ολοκλήρωση της τέχνης και της κουλτούρας στην καθημερινή ζωή, μόνο όμως με τρόπο διεστραμμένο. Σαν αποτέλεσμα, να πούμε πως η τέχνη θα μπορούσε, και θα έπρεπε, να προσπαθήσει να είναι εκείνο που στο καλύτερό της πάντα υπήρξε: μια αναπαράσταση εκείνου που θα μπορούσε να είναι, το όνειρο μιας ζωής που επιβραβεύει, ή, εξίσου, η καταδίκη ενός κόσμου ανυπόφορου.

Το πρόβλημα είναι πως φαίνεται πραγματικά δύσκολο να βρεθεί σήμερα μια τέχνη που να έχει την ικανότητα να μας ταρακουνήσει από τις πνευματικές μας συνήθειες, όπως οι πρωτοπορίες ή κάποιος που να μπορέσει να το κάνει όπως ήταν σε θέση ο  Edward Hopper.  erano in grado di fare. Είναι αυτονόητο πως η ανατροπή και η παραβατικότητα έγιναν απλούστατα σημεία πώλησης. Η τέχνη θα έπρεπε να μας δίνει ένα υπαρξιακό shock και να μας κάνει να αναρωτιόμαστε (και με εκθέσεις επίσης ομορφιάς – «σοκαριστικό» δεν πρέπει πάντα να σημαίνει  «άσχημο»), αντίθετα να δηλώνει απλά εκείνο που ήδη είμαστε. Αυτό σημαίνει πως μπορούμε να κρίνουμε έργα τέχνης από την ικανότητά τους να εισέρχονται σε έναν διάλογο εμπλουτισμού με τον θεατή (ή με τον αναγνώστη). Εάν κάνουμε κατ’ αυτόν τον τρόπο, σκέψου πως πιθανότατα θα ανακαλύψουμε πως ο Moby Dick δεν είναι στο ίδιο επίπεδο ενός manga. Και θα πρέπει να το πούμε δυνατά, αντί να κρυβόμαστε πίσω από την ισοπέδωση ψευτο-δημοκρατική κάθε ποιοτικής κρίσης. Η αξία είναι αδιάφορη στην ποιότητα και σε όλα τα περιεχόμενα, η κουλτούρα θα έπρεπε να τίθεται ενάντια σε αυτή την κατάργηση της διαφοράς.

Hemmens: Τέλος, με τι θα έπρεπε να ομοιάζει η ανάπτυξη και η μορφή ενός κινήματος χειραφέτησης ανθρώπινης στο καλύτερο δυνατό σενάριο? Με άλλα λόγια, τι θα έπρεπε να κάνει το ανθρώπινο ον μπροστά στην κρίση του καπιταλισμού?

Jappe: Το ερώτημα δεν είναι πλέον εάν μπορούμε να βγούμε από τον καπιταλισμό, μα πως θα γίνει αυτό, από την στιγμή που όλα γύρω από αυτή την κοινωνία ήδη καταρρέουν, αν και αυτό συμβαίνει με διαφορετικές ταχύτητες σε διάφορους τομείς και περιοχές του κόσμου.   Μια τεράστια μερίδα της ανθρωπότητας χαρακτηρίστηκε σαν  «σκουπίδια» και καταδικάστηκε να επιζεί, όπως καλύτερα μπορεί, στις χωματερές ή ανακυκλώνοντας σκουπίδια. Χρήμα, αξία, εργασία, και εμπόρευμα ξεπερνιούνται μα στην μορφή ενός εφιάλτη.  Στην παραγωγή δεν είναι πλέον απαραίτητη μια μεγάλη ποσότητα εργασίας αυτή την στιγμή υπάρχουσα, αλλά είμαστε όλοι αναγκασμένοι να εργαζόμαστε για να μπορούμε να ζούμε. Το χρήμα που βρίσκεται τώρα στην κυκλοφορία είναι κατά το πλείστον «δίχως ουσία», βασισμένο μονάχα στην πίστωση και την εμπιστοσύνη. Η παραγωγή αξίας μειώνεται. Το αληθινό ζήτημα τώρα είναι πως να χτίσουμε εναλλακτικές, κι αυτές μπορούν να υπάρξουν μόνο σε έναν κόσμο πέρα από την αγορά και το Κράτος.   Δεν υπάρχουν πια πολιτικές ή οικονομικά συστήματα, όσο κι αν είναι  «δικαιότερα» ή «εναλλακτικά», που μπορούν να λύσουν αυτό το πρόβλημα διότι είναι όλα βασισμένα στην συσσώρευση αφηρημένης εργασίας. Ο μοναδικός ρόλος που το Κράτουςμπορεί να επιτελέσει μέσα σε όλο αυτό, είναι το να είναι ο κατασταλτικός διαχειριστής της φτώχειας δημιουργημένης από την κρίση του καπιταλισμού. Κανένα κόμμα, καμία εκλογή, καμία κυβέρνηση  «επαναστατική», καμιά έφοδος στα Χειμερινά Ανάκτορα μπορεί να οδηγήσει σε κάτι το διαφορετικό από την συνεχή διαχείριση της κοινωνίας των εμπορευμάτων σε καταστάσεις και συνθήκες όλο και χειρότερες. Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίον όλες οι πολιτικές της αριστεράς απέτυχαν τελείως τις τελευταίες δεκαετίες.  Η αριστερά δεν στάθηκε ικανή ούτε να επιβάλλει οικονομικές πολιτικές κεϋνσιανού τύπου ούτε να επαναφέρει το κοινωνικό κράτος για να αντικαταστήσει τον νεοφιλελευθερισμό. Δεν είναι ζήτημα έλλειψης δύναμης της θέλησης. Οι «οικονομικοί νόμοι» δεν μπορεί να γίνουν «πιο ανθρώπινοι». Μπορούν μόνο να καταργηθούν για να επιστρέψουμε σε μια κοινωνία όπου η ικανοποίηση των αναγκών δεν βασίζεται σε μιαν «οικονομική σφαίρα» που θεμελιώνεται στην εργασία.

Αυτό του οποίου έχουμε ανάγκη, λοιπόν, θα μπορούσε να οριστεί σαν ένα είδος «λαϊκής επανάστασης» με ένα νέο νόημα, έτσι δεν θα φοβόμαστε την ανάγκη να αντιμετωπίσουμε εκείνους που υπερασπίζονται την κυρίαρχη τάξη, κυρίως όταν πρόκειται να οικειοποιηθούμε βασικά πράγματα – σπίτια, παραγωγή εξοπλισμών, πόρους – bypassando, προσπερνώντας την μεσολάβηση της εργασίας. Πρέπει να βάλουμε μαζί κοινωνικο-οικονομικούς αγώνες – ενάντια στις εξώσεις, για παράδειγμα, ή για την απαλλοτρίωση γης των μεγάλων εταιρειών – και αγώνες περιβαλλοντολογικούς και αντί-τεχνολογικούς – ενάντια στα ορυχεία, νέα αεροδρόμια, πυρηνική ενέργεια,  OGM, νανοτεχνολογία, επιτήρηση – και αγώνες για να αλλάξουμε τον τρόπο που σκέφτονται οι άνθρωποι – υπέρβαση της ψύχωσης του εμπορεύματος. Αυτό θα μπορούσε να σημαίνει μια πραγματική μετατροπή του πολιτισμού, πολύ μεγαλύτερου εύρους μιας απλής πολιτικής ή οικονομικής αλλαγής. Οι μετατροπές για τις οποίες μιλώ πηγαίνουν πολύ πέρα από το να λέμε απλά «εμείς είμαστε το 99%»: αυτή είναι μόνο μια μορφή λαϊκισμού που θέτει μια κάτισχνη μειοψηφία των αποκαλούμενων «παράσιτων» ενάντια σε «εμάς», τους τίμιους εργαζόμενους και αποταμιευτές. Είμαστε όλοι βαθιά ριζωμένοι σε αυτή την κοινωνία και πρέπει να δράσουμε μαζί σε όλα τα επίπεδα για να βγούμε από αυτήν. Η ανθρωπότητα βγήκε τελείως νικήτρια στον αγώνα της να καταστεί «αφεντικίνα της φύσης», όπως είπε ο Cartesio, μα είναι επίσης περισσότερο ανίσχυρη από ποτέ μπροστά στην κοινωνία που δημιούργησε.

– Αύγουστος 2015 – πηγή: The Brooklin Rail – Critical Perspectives on Arts, Politics, and Culture

http://francosenia.blogspot.gr/

σύγχρονη σκέψη

Συνέντευξη Intervista ad Anselm Jappe , Πρώτο μέρος

Πέμπτη 10 Σεπτεμβρίου 2015

Intervista ad Anselm Jappe – Agosto 2015

Dobbiamo uscire da questo posto Πρέπει να βγούμε από αυτό το μέρος
– ο Alastair Hemmens παίρνει συνέντευξη από τον Anselm Jappe

Alastair Hemmens: Ας αρχίσουμε να μιλούμε λίγο για την πνευματική σου ανάπτυξη σαν κριτικός θεωρητικός. Θα μπορούσες να μας πεις μερικά πράγματα για την ιστορική και πολιτιστική εμπειρία κατά την οποίαν, για πρώτη φορά, ανέπτυξες την προσέγγισή σου στην κριτική θεωρία? Μπορείς να εντοπίσεις μια ιδιαίτερη εμπειρία προσωπική που σε έσπρωξε, αρχικά, προς την ριζοσπαστική κριτική του καπιταλισμού?

Anselm Jappe: Μια από τις πιο δυνατές εκφράσεις της άποψης του κόσμου κοινή σε πολλούς νέους στα χρόνια εβδομήντα, είναι εκείνη για την οποίαν η Patti Smith τραγουδούσε «Έξω από την κοινωνία/να που θέλω να βρίσκομαι» (“Rock ’n’ Roll Nigger,” 1978). Αυτή είναι μια από τις καλύτερες συνθέσεις της αλλαγής που έλαβε χώρα από τότε. Σήμερα, μιλάμε αρκετά για «αποκλεισμό» από την κοινωνία, για «περιθωριοποίηση», για την ανάγκη να  «περιλάβουμε» στην κοινωνία όλα τα είδη των ανθρώπων. Το να είσαι «έξω από την κοινωνία», σήμερα το σκεφτόμαστε σαν το χειρότερο πράγμα που θα μπορούσε να σου συμβεί.

Αυτό δεν προκαλεί έκπληξη, μιας και σήμερα η μεγαλύτερη απειλή που η καπιταλιστική κοινωνία αντιπροσωπεύει για τον καθένα από εμάς βρίσκεται στο γεγονός πως είμαστε σχεδόν περιττοί, και εύκολα θα μπορούσαμε να γίνουμε και εκ των πραγμάτων. όμως στην διάρκεια της εφηβικής μου ηλικίας, που συμπίπτει με το δεύτερο μισό των χρόνων εβδομήντα, στην Γερμανία, στην πόλη της Κολωνίας, η ηχώ της εξέγερσης του  ’68 ήταν ακόμη πολύ δυνατή, και ανάμεσα επίσης στους πολύ νεαρούς. Και το τελευταίο πράγμα που εγώ και οι άλλοι νεαροί εξεγερμένοι  όπως εμένα ήθελαν ήταν να  «ενσωματωθούμε» σε μια κοινωνία που θεωρούσαμε ποταπή.

Σχολείο και οικογένεια, εργασία και Κράτος, κουλτούρα αστική και παραδοσιακή ηθική, όλα αυτά μας φαίνονταν πως ήθελαν να «μας αρπάξουν» και να μας αναγκάσουν να «προσαρμοστούμε». Για εμένα, όπως για πολλούς άλλους, η άρνηση να «προσαρμοστούμε» υπήρξε η πρόκληση της ζωής μας. Φυσικά, αποκαλύφθηκε πολύ πιο δύσκολο από όσο πιστεύαμε; μα τολμώ να πω πως τουλάχιστον προσπάθησα να παραμείνω πιστός στο πνεύμα της πρώτης μου νιότης, με δυο έννοιες: Πρώτη, με την προσπάθεια να καταλάβω και να ασκήσω κριτική στην καπιταλιστική κοινωνία, κυρίως διαμέσου αναγνώσεων και συζητήσεων – ας την ονομάσουμε την πολιτική πλευρά της εξέγερσης, την πλευρά που έρχεται απ’ το «κεφάλι». Δεύτερη, με την άρνηση εκείνων των μορφών της ζωής που οι αρχές μας επιβάλλουν – την «υπαρξιακή» πλευρά της ανταρσίας, που προέρχεται από τα «σπλάχνα».

Για μένα, η επιλογή ήταν ξεκάθαρη: ούτε θυσιαστική στράτευση, ούτε «αγάπη, ειρήνη και ευτυχία» (ούτε «σεξ, ναρκωτικά και rock ’n’ roll”, αυτή είναι μια άλλη εκδοχή). Μάλλον, για να παραθέσουμε ένα άλλο τραγούδι: “We gotta get out of this place [Εμείς πρέπει να βγούμε από αυτό το μέρος]” (Eric Burdon, 1965). Έτσι διάλεξα, σαν μοντέλα, τους Saint-Just και Bakunin. Λίγο αργότερα ξεκίνησα να διαβάζω Marx, Marcuse και Adorno, αλλά πάντοτε με τραβούσε εκείνη που αποκαλούνταν η «αντικουλτούρα», ιδιαίτερα στην μορφή της hippie. Πήρα μέρος σε κάποιον αριθμό di «collettivi» – έτσι όπως αποκαλούνταν, »κολεκτίβες» – από την αντίθεση στο αυταρχικό σχολείο μέχρι το αντί-πυρηνικό κίνημα. Όταν ήμουν δεκαπέντε χρόνων, έλαβε χώρα μια συγκεκριμένη συνέλευση καθηγητών για να συζητήσουν εάν έπρεπε να με διώξουν απ’ το σχολείο, σαν τιμωρία για τα άρθρα μου στην φοιτητική εφημερίδα. Δεν με έδιωξαν, όμως πλησίασα πολύ κοντά.

Οι πνευματικές μου επιλογές, ουσιαστικά, χρειάστηκαν για να εμβαθύνω το εξεγερτικό μου πνεύμα. Έχω την εντύπωση πως αυτό την σήμερον ημέρα είναι κάτι καθόλου κοινό. Σήμερα, για κάποιους ανθρώπους, μια κριτική αντίληψη της καπιταλιστικής κοινωνίας πηγαίνει χέρι χέρι με μια ήρεμη πανεπιστημιακή καριέρα (ή με την προσπάθεια να κάνει κάποιος μια) και δεν φαίνεται πως πρέπει να συνεπάγεται την άρνηση της αστικής ζωής και της ενσωμάτωσης στην κοινωνία. Από την άλλη, σήμερα η άρνηση η «υπαρξιακή» της αστικής ζωής συχνά δεν αρθρώνεται και εύκολα καθίσταται ένα εναλλακτικό είδος ζωής, που μπορεί να ανακτηθεί στην λογική του εμπορεύματος; η άλλη πιθανότητα είναι πως οδηγεί σε μιαν ολοκληρωτική αυτό-γκετοποίηση. Υπάρχει αρκετή δυσαρέσκεια, σήμερα, μα σχεδόν πάντα απευθύνεται σε κάποιο ειδικό πρόβλημα, από την οικολογική καταστροφή στον ρατσισμό, και πολύ σπάνια στην ολότητα της καπιταλιστικής κοινωνίας. O Mεταμοντερισμός έχει βαθιά επανασχεδιάσει και το ανταγωνιστικό πνεύμα.

Έτσι μεγάλωσα με τον μύθο της γαλλικής Επανάστασης, και το 1974-75 (όταν ήμουν μόνο 12 χρόνων) σκέφτηκα πως η πορτογαλική επανάσταση επαναλάμβανε την γαλλική Επανάσταση. Μπορείς βέβαια να γελάσεις με την αφέλειά μου, αλλά το προτιμώ από την συμπεριφορά εκείνων που, ήδη στην εφηβεία τους, προετοιμάζονταν να «να χάσουν την ζωή τους με το να κερδίζουν», όπως λέμε στα γαλλικά.Πάντα υπήρξα κάτι ανάμεσα στον αναρχισμό και τον ετερόδοξο μαρξισμό, και δεν είχα ποτέ συμπάθεια για τους σταλινικούς, τους μαοϊκούς, τους λενινιστές, ή για οποιανδήποτε άλλη αυταρχική αντίληψη της επανάστασης.  Πολύ σύντομα, ήρθα επίσης εις γνώση της σκοτεινής πλευράς της τεχνολογικής προόδου – ένα θέμα καινούργιο, τότε – και διάβασα συγγραφείς όπως οι Ivan Illich και Régine Pernoud. Μα δεν είχα ποτέ παρωπίδες ιδεολογικές: διάβασα επίσης Nietzsche με μεγάλο συναίσθημα.

Hemmens: Στον αγγλόφωνο κόσμο, είσαι ακόμη πιο γνωστός  για την εργασία σου επάνω στον  Guy Debord και στην Καταστασιακή Διεθνή. Ήθελα να σου πω πως το βιβλίο σου «Guy Debord» (1993) θεωρείται ακόμη, περισσότερο απ’ ότι ήταν είκοσι χρόνια πριν, όπως η οριστική εργασία επάνω σε εκείνο το υποκείμενο. Πως ανακάλυψες τον Debord? Τι επιρροή είχε, εάν είχε, στην κριτική σου σκέψη? Και γιατί νομίζεις πως η προσέγγισή σου στο έργο του έχει ακόμη αυτή την δυνατή αντήχηση?

Jappe: Γνώρισα τους καταστασιακούς μέσα στο πλαίσιο που μόλις σας περιέγραψα. Ένας φίλος μου, μεγαλύτερος από εμένα κάποιον χρόνο για γι εμένα ένα είδος μέντορα, ήταν ανάμεσα στα λίγα πρόσωπα που εκείνη την περίοδο, στην Γερμανία, γνώριζε τους καταστασιακούς. Όχι μόνο βρήκα πως οι ιδέες τους ήταν δύσκολα αντιληπτές, αλλά κυριολεκτικά έμεινα σοκαρισμένος: ήταν ενάντια σε όλον τον τρόπο στράτευσης της ριζοσπαστικής αριστεράς με την οποίαν αισθανόμουν να βρίσκομαι κοντά (αν και ήμουν υποψιασμένος, μου φαίνονταν αδύνατον πως θα μπορούσε να υπάρχει άλλο είδος συλλογικής δράσης). Από την μια, ένιωθα πως είχαν χτυπήσει κάποιες από τις πιο μύχιες βεβαιότητές μου; από την άλλη, ήμουν γοητευμένος από κάτι πολύ βαθύτερο, πιο ριζοσπαστικό και, την ίδια στιγμή, πιο ποιητικό από τα φυλλάδια που διανέμονταν από τις πολιτικές ομάδες που έβλεπα γύρω μου, οι οποίες συνήθως χρησιμοποιούσαν έναν τόνο αποφασιστικά ηθικιστικό.

Ήμουν επίσης αποπλανημένος από την έκκληση σε μιαν επανάσταση της καθημερινής ημέρας. Όμως υπήρξε μόνο κάποιον χρόνο αργότερα που διάβασα συστηματικά το έργο του  Debord και των άλλων καταστασιακών. Από την στιγμή που είχα διαλέξει τους καταστασιακούς σαν υποκείμενο της διπλωματικής μου εργασίας, μπορούσα να αφιερώσω ένα σωρό χρόνο για να τους διαβάσω. Εκείνη την περίοδο είχα μετακομίσει στην Ιταλία και σπούδαζα φιλοσοφία στην Ρώμη.  Είχα παρακολουθήσει ένα master με τον Mario Perniola, έναν καθηγητή αισθητικής που προσωπικά είχε γνωρίσει τον Debord και τους καταστασιακούς και βρέθηκε κοντά τους το 1968. Εν πάση περιπτώσει, επίσημα, η Καταστασιακή Διεθνής δεν υπήρχε στον ακαδημαϊκό κόσμο, ή στα Μέσα επικοινωνίας. (Δεν πρέπει να παραπονιούνται γι αυτό: η στρατηγική τους αντίσταση στην θεσμική και και θεαματική ανάκτηση λειτούργησε αρκετά καλά υπό αυτή την οπτική.) Όταν ο Perniola μου υπέδειξε να δημοσιεύσω σαν μονογραφία ένα μέρος της διατριβής μου για τον Debord, βγήκε προς τα έξω πως ήταν η πρώτη σε αυτόν αφιερωμένη.

Εάν αυτό το βιβλίο μεταφράστηκε σε πέντε ή έξι γλώσσες, κι αν διαβάζετε ακόμη και σήμερα από ένα ευρώ κοινό – ακόμη και μετά την  «ανακάλυψη» του Debord, μετά τον θάνατό του στα 1994 – και συνεχίζει να δημοσιεύεται, αυτό μπορεί να οφείλεται στο γεγονός πως προσπάθησα να υπογραμμίσω την σημασία του όχι μόνο σαν ριζοσπαστικού κριτικού της καπιταλιστικής κοινωνίας, τόσο στην θεωρία όσο και στην πράξη, αλλά και σαν κάποιον που κατάφερε να ζήσει όπως ήθελε να ζήσει: έξω από το θέαμα. Το μεγαλύτερο μέρος των επόμενων δημοσιεύσεων έχουν δώσει έμφαση – υπερβολικά, θα έλεγα – στην αισθητική πλευρά της δραστηριότητάς του, ή της βιογραφίας του, ή μείωσαν την κοινωνική κριτική του μονάχα σε μια μορφή θεωρίας των Μέσων. Έτσι, συνεισέφεραν, θέλοντας ή μη, στην ενσωμάτωση του Debord στην μεταμοντέρνα πολιτιστική βιομηχανία.

Δεν ήθελα όμως να προωθήσω την δημιουργία ενός θρύλου, ούτε ήθελα να γίνω ένας «ειδικός». Όντως, συνεχίζω να αναφέρομαι συχνά στις ιδέες μου, αλλά προσπαθώ επίσης όσο είναι δυνατό να αναπτύξω περισσότερο την κριτική της ολότητας του καπιταλιστικού συστήματος. Οπότε, δεν μπορώ να συμπαθήσω όλους εκείνους που αναπτύσσουν εφαρμογές, app «ψυχογεωγραφικές» για τα smartphone, ή τέτοιου είδους πράγματα! Ούτε τους ακαδημαϊκούς που επαινούν τον  Debord σαν «προφήτη της εποχής των μέσων επικοινωνίας» και που αγνοούν το γεγονός πως αυτός άρθρωσε μια ανελέητη κριτική όλων των «επιτρεπτών» μορφών ζωής, συμπεριλαμβανομένων πρακτικά και των μορφών αμφισβήτησης – την τέχνη κυρίως! Αυτή η  «πικρή νίκη του καταστασιασμού» πιθανότατα ήταν αναπόφευκτη. Eίναι ακόμα πιο αξιοσημείωτο το γεγονός πως ο πυρήνας της ανάλυσης του θεάματος του Debord αντιπροσωπεύει ακόμη ένα σημείο αναφοράς για την κοινωνική σκέψη και πως μπορεί ακόμη να είναι μια σημαντική πηγή έμπνευσης. Εξίσου, η ζωή του και η συμπεριφορά του μπορούν να είναι πηγή έμπνευσης – και δεν υπάρχουν πολλές φιγούρες του 20° αιώνα για τις οποίες θα μπορούσαμε να πούμε το ίδιο.

Hemmens: Δέκα χρόνια μετά το «Guy Debord», δημοσίευσες το «Οι περιπέτειες του εμπορεύματος» (2003), που υπήρξε μια προσπάθεια να προσφέρεις – για πρώτη φορά, σε ένα πλατύ κοινό – μια συστηματική παρουσίαση της κριτικής θεωρίας του καπιταλισμού που ανέπτυξε η γερμανική ομάδα της  «Κριτικής της αξίας», ειδικότερα όπως διατυπώθηκε από τον εκλιπόντα κριτικό θεωρητικό Robert Kurz. Πιθανότατα, από τότε, έγινες ο ποιο γνωστός υποστηριχτής της Κριτικής της αξίας στην Γαλλία. Τι είναι η Κριτική της αξίας? Πως συνέβη η συσχέτισή σου με αυτήν και γιατί έφτασε στο σημείο να ορίζεται με το έργο σου?

Jappe: Συνέλαβα το βιβλίο μου για τον Guy Debord, όχι σαν ενατένιση ενός κάποιου φαινομένου του παρελθόντος, μα σαν συνεισφορά στην επεξεργασία μιας νέας κατανόησης του ύστερου καπιταλισμού και της δυνατότητας να τον ξεπεράσουμε. Ήμουν λοιπόν στην αναζήτηση άλλων ριζοσπαστικών αναλύσεων της θλιβερής κατάστασης στην οποίαν βρίσκεται ο κόσμος.  Γύρω στο  1993, έπεσα επάνω στην Κριτική της αξίας και στο γερμανικό περιοδικό Krisis. Χτυπήθηκα ιδιαίτερα από τις αιτιάσεις και τα ζητήματα του Robert Kurz, γύρω από το γεγονός  πως η κατάρρευση της ΕΣΣΔ δεν σήμαινε πως ο καπιταλισμός θα είχε τελικά θριαμβεύσει, μα κυρίως πως είχε κάνει ένα ακόμη βήμα προς την τελική του κρίση. Η δήλωση της ομάδας  Krisis, σύμφωνα με την οποίαν είναι ο φετιχισμός των εμπορευμάτων, και όχι ο ταξικός αγώνας, που αποτελεί την καρδιά της καπιταλιστικής κοινωνίας, που συνιστά την καρδιά της καπιταλιστικής κοινωνίας,  με έπεισε, πολύ περισσότερο που η θεωρία του Debord είχε ήδη υπογραμμίσει την σημασία κατηγοριών όπως αλλοτρίωση, αποξένωση, φετιχισμός, εμπόρευμα, και αξία (μολονότι δίχως να εγκαταλείψει το παράδειγμα το παράδειγμα του ταξικού αγώνα).

Μια άλλη πτυχή που συνδέει τις καταστασιακές ιδέες στην Κριτική της αξίας, είναι η κριτική της εργασίας. ο  Debord μας έδωσε το slogan «Μην δουλέψετε ποτέ!» και διεκδίκησε «την εξάλειψη της αλλοτριωμένης εργασίας». Η Κριτική της αξίας δεν θεωρεί πλέον την εργασία σαν να βρίσκεται σε αντίθεση στο κεφάλαιο και σαν δράστη της υπέρβασής του (όπως στον παραδοσιακό μαρξισμό), αλλά μάλλον σαν μέρος της αύξησης-αξιοποίησης της αξίας διαμέσου της αφηρημένης εργασίας. Αφηρημένη εργασία σημαίνει εργασία δίχως ποιότητα, εργασία που θεωρείται σαν απλή δαπάνη ανθρώπινης ενέργειας που μετριέται από τον χρόνο, δίχως κανένα περιεχόμενο συγκεκριμένο.

Πρόκειται λοιπόν για μιαν καταστροφική μορφή  κοινωνικής παραγωγής, δεδομένου ότι δεν μπορεί να παρέμβει στο περιεχόμενό της και στις συνέπειές της. Γι την  Krisis, η ουσία της θεωρίας του Marx κατοικεί στην κριτική του άποψη επί της εργασίας και της αξίας, επί του εμπορεύματος και του χρήματος; δεν πρόκειται για φυσικές κατηγορίες, αλλά για ιστορικές κατηγορίες που χαρακτηρίζουν μόνον την καπιταλιστική κοινωνία, και δεν πρόκειται για ουδέτερες κατηγορίες τις οποίες οι δυνάμεις της χειραφέτησης μπορούν να αδράξουν, να κατάσχουν; αλλά, στην δομή τους μέσα βρίσκονται, μορφές αλλοτριωμένες της ανθρώπινης δραστηριότητας. Η παραγωγή αξιών χρήσης υπάρχει μόνον σαν ένα είδος συμπληρώματος της παραγωγής αξίας, η οποία συνίσταται στην μετατροπή ενός ποσού χρήματος σε ένα ποσό χρήματος ακόμη μεγαλύτερο – κι αυτό μπορεί να γίνει μόνο προσθέτοντας εργασία στην εργασία, δίχως καμία θεώρηση για την πραγματική της χρησιμότητα.

Ο ταξικός αγώνας είναι η μορφή που ανελήφθη από την ιστορική εξέλιξη της λογικής της αξίας. Το εργατικό κίνημα, στις διάφορες τάσεις και συνιστώσες του, ήταν κυρίως προσανατολισμένο να διενεργήσει έναν αγώνα για μιαν δικαιότερη διανομή των κατηγοριών βάσης που δεν θέτονταν πλέον σε αμφισβήτηση: χρήμα και αξία, εργασία και εμπορεύματα. Γι αυτό ήταν κατ’ ουσίαν μορφές έμφυτης κριτικής, συνδεδεμένης στην ανοδική φάση του καπιταλισμού, όταν ακόμη υπήρχε κάτι να διανεμηθεί.  Mα ευθύς εξ αρχής,υπήρχε σε ενέδρα μια μεγάλη αντίθεση στο εσωτερικό της διαδικασίας παραγωγής της αξίας : μόνο η ζωντανή εργασία – εργασία στην πράξη της εκτέλεσής της – δημιουργεί αξία. Η τεχνολογία δεν την δημιουργεί.

Παρόλα αυτά, ο ανταγωνισμός ανάμεσα στα διάφορα κεφάλαιο αναγκάζει επίσης τον κάθε ιδιοκτήτη κεφαλαίου να χρησιμοποιήσει την τεχνολογία όσο το δυνατόν περισσότερο για να αυξήσει την παραγωγικότητα των εργατών του. Αυτό του επιτρέπει να έχει μεγαλύτερα κέρδη σε μικρό διάστημα. Ωστόσο, και η αξία που περιέχεται σε κάθε ενιαίο εμπόρευμα ελαττώνεται. Μόνο μια αύξηση συνεχής της συνολικής μάζας των εμπορευμάτων μπορεί να αντισταθμίσει αυτή την μείωση σε κάθε εμπόρευμα, αλλά αυτός ο μηχανισμός παράγει τo πλήθος της παραγωγής για τους σκοπούς της ίδιας της παραγωγής, με όλες τις τρομερές οικολογικές συνέπειες  που τώρα γνωρίζουμε. Αυτός ο μηχανισμός αντιστάθμισης δεν μπορεί να διαρκέσει για πάντα και, από το  1970 και μετά, η μικροηλεκτρονική επανάσταση έχει οριστικά καταστρέψει πολύ περισσότερη εργασία από αυτήν που δημιούργησε. Από εκείνη την στιγμή  ο καπιταλισμός βρίσκεται σε μιαν κρίση δίχως τέλος. Αυτή η κρίση δεν είναι πλέον κυκλική ; μα προκαλείται από το γεγονός πως ο καπιταλισμός έχει φτάσει το εσωτερικό του όριο. Μόνο η μαζική εξάπλωση του χρέους και οι οικονομικές αγορές συνεχίζουν να κρύβουν την βαθιά εξάντληση της καπιταλιστικής παραγωγής.

Μπροστά σε αυτή τη νέα κατάσταση, το ζήτημα δεν είναι πλέον εκείνο του πως θα καλυτερεύσουν οι συνθήκες μέσα σε αυτό το σύστημα εμπορευμάτων, αλλά πως θα βγούμε τελείως από το σύστημα χρήματος και αξίας, εμπορευμάτων και εργασίας. Αυτό δεν είναι πλέον ένα ουτοπικό σχέδιο, αλλά πρόκειται μάλλον για την μοναδική δυνατή αντίδραση μπροστά στο πραγματικό τέλος του χρήματος και της αξίας, του εμπορεύματος και της εργασίας, που ήδη βρίσκεται σε εξέλιξη. Υπάρχει μόνο το ζήτημα να γνωρίζουμε εάν θα υπάρξει μια έξοδος χειραφετική ή μια γενική βαρβαροποίηση.

Είναι πάνω από είκοσι χρόνια που συνεισφέρω στην επεξεργασία και στην διάδοση της Κριτικής της αξίας, δεδομένου ότι αυτή η προσέγγιση είναι, τουλάχιστον στα μάτια μου, η μόνη που φθάνει στην καρδιά του καπιταλιστικού συστήματος, αντί να περιοριζόμαστε να περιγράφουμε να φαινόμενα μεμονωμένα. Ειδικά,  λαμβάνει υπ όψη το γεγονός πως σήμερα, σε παγκόσμιο επίπεδο, η παραγωγή  «περιττού πληθυσμού» είναι ένα πρόβλημα ακόμη μεγαλύτερο από την εκμετάλλευση. Είμαι βέβαιος πως αυτό το είδος κριτικής θεωρίας, και οι πρακτικές της συνέπειες, είναι η μόνη εναλλακτική στο αυξημένο κύμα λαϊκισμού, ο οποίος μειώνει την κριτική του στην αντίθεση στις τράπεζες, στην κερδοσκοπία και στην οικονομική σφαίρα, και πως θα μπορούσε να έχει σαν αποτέλεσμα ένα επικίνδυνο μείγμα παραδοσιακής αριστεράς και δεξιάς.

Hemmens: Ίσως, το ριζοσπαστικότερο θέμα και το πιο κεντρικό της Κριτικής της αξίας είναι εκείνο για το οποίο η εργασία είναι μια κοινωνική μορφή εξ ολοκλήρου αρνητική και καταστροφική και , εξάλλου, ιστορικά προσδιορίζει τον καπιταλισμό. Σε τι πράγμα η κριτική σας της εργασίας διαφέρει από την παραδοσιακή αυτόνομη ή αναρχική κριτική της εργασίας? Με τι τρόπο αυτή η κριτική της εργασίας κάνει διαφορετική την Κριτική της αξίας από άλλες  «μεγάλες θεωρίες» κοινωνικής χειραφέτησης?

Jappe: Πρακτικά, όλο το εργατικό κίνημα – συμπεριλαμβανομένης της αναρχικής του μορφής – ήταν μια υπεράσπιση της εργασίας και της οπτικής των εργαζομένων. Η εργασία θεωρούνταν σαν μια αρχή αιώνια, οντολογική, ίδια με την  «οργανική ανταλλαγή» του ανθρώπου με την φύση. Σαν τέτοιοι, οι εργαζόμενοι δοξάζονταν σαν ενσάρκωση αυτής της «καλής» αρχής, και οι εκμεταλλευτές που κατείχαν τα μέσα παραγωγής φαίνονταν απλά σαν παράσιτα. Το εμπόρευμα, η αξία, το χρήμα, και η αφηρημένη εργασία θεωρούνταν σαν τεχνική βάση κάθε πιθανούς μορφής παραγωγής; και η σοσιαλιστική κοινωνία, κομουνιστική, ή αναρχική του μέλλοντος έπρεπε να συνίσταται στην διαχείριση «ορθολογική» ή «προλεταριακή» ή δημοκρατική τέτοιων κατηγοριών. Στην καλύτερη των περιπτώσεων, υπήρχε η υπόσχεση πως θα καταργούνταν σε ένα πολύ μακρινό μέλλον. Πρέπει να πούμε πως ο ίδιος ο Marx ήταν συχνά μάλλον ασαφής γύρω από αυτό και κάποιες φορές έθετε υπό συζήτηση το υπέρ-ιστορικό status της εργασίας. Περιέγραφε την «διπλή φύση της εργασίας» – συγκεκριμένης και αφηρημένης – και όριζε αυτήν σαν την «πιο σημαντική του ανακάλυψη». Πάνω από εκατό χρόνια αργότερα, η Κριτική της αξίας ανακάλυψε εκ νέου αυτή την πτυχή της θεωρίας του Marx. Εκείνος που θα μπορούσαμε να ορίσουμε σαν »παραδοσιακό μαρξισμό», όμως, πήγε στην αντίθεση κατεύθυνση: η εργασία, ειδικά η βιομηχανική εργασία, θα παρέμενε για πάντα στην βάση κάθε κοινωνίας. Μολονότι οι αρχές του εργατικού κινήματος, στην μορφή των λουδιστών και των πρωτο-σοσιαλιστών γάλλων, χαρακτηρίζονταν από μια συγκεκριμένη απόρριψη της βιομηχανικής εργασίας, το κίνημα πολύ σύντομα παρέμεινε τελείως παγιδευμένο στην μυθολογία της προόδου και του ρόλου της εργασίας στην πραγματοποίησή της. Ο στόχος κατέστη λοιπόν  εκείνος του να ελευθερωθεί η εργασία, όχι να ελευθερωθούν οι άνθρωποι από την εργασία. Αυτή η προσέγγιση έφτασε στο αποκορύφωμά της στον θαυμασμό από πλευράς  Lenin και Gramsci για τον Henry Ford και για την Taylorization της εργασίας. Στην Σοβιετική Ένωση, στην Κίνα, και αλλού,  «επανάσταση των εργαζομένων» σημαίνει κυρίως να εργάζονται οι άνθρωποι περισσότερο και πιο σκληρά απ’ ότι συνέβαινε πριν, αλλά να τους λες, συγχρόνως, πως τώρα είναι οι ιδιοκτήτες των μέσων παραγωγής.

Η ριζοσπαστική αριστερά πάντα καταδίκαζε μόνο την τανάλια του γραφειοκρατικού μηχανισμού επί της σοσιαλιστικής κολεκτιβοποίησης της ιδιοκτησίας, όχι όμως τον ρόλο της ίδιας της εργασίας και του πως οργανώνονταν. Και οι αναρχικοί επίσης τείνουν να παίρνουν μέρος στο προσκύνημα του εργαζομένου. Ήταν μόνον ανάμεσα στους καλλιτέχνες, τους ποιητές και τους  bohémien – ειδικότερα, τους σουρεαλιστές – που μπορούσε να βρεθεί η άρνηση της εργασίας. Μετά το 1968, ξεκινά να αναδύεται μια άρνηση της εργασίας σε κάποιους τομείς της εργατικής τάξης, κυρίως στην Βόρεια Ιταλία, και ανάμεσα στους πολλούς νέους που δεν ταυτοποιούνταν πλέον με την ιδέα πως θα πρέπει να περάσουν την ζωή τους εργαζόμενοι. Από την μία, αυτό αποδείχθηκε σαν ένα είδος  εργαστηρίου για νέες μεταμοντέρνες μορφές, πιο  «ελαστικές», εργασίας, που απαιτούν να ξεπεράσουν τον διαχωρισμό ανάμεσα σε εργασία και ελεύθερο χρόνο. Από την άλλη, στις  «αυτόνομες» τάσεις και του «μετά-εργατισμού» μπορούμε να βρούμε μια ετερόνομη άρνηση της εργασίας.

Αυτή η άρνηση, όμως, έμεινε υποκειμενική, δίχως μια θεωρητική αντίληψη της διπλής μορφής της εργασίας, που οδήγησε σε αποτελέσματα συζητήσιμα: ή εγκωμιάζουν τις μηχανές που θα έπρεπε να δουλεύουν στην θέση μας, που μεταφράστηκε σε τεχνοφιλία και στην αποδοχή μας διαδικασία στην οποίαν τα ανθρώπινα όντα αντικαθιστώνται από την τεχνολογία, ή εορτάζοντας το freelance, το ελεύθερο επάγγελμα, στο οποίο πίστεψαν πως οι άνθρωποι διαχειρίζονται την εργασία τους και κατέχουν οι ίδιοι τα μέσα παραγωγής (για παράδειγμα, στον τομέα της επικοινωνίας και της πληροφόρησης), αν και παραμένουν τελείως εξαρτημένοι από τους μηχανισμούς της αγοράς. Γενικά, οι θεωρητικοί του μετά-εργατισμού μιλούν για «αυτό-ανάπτυξη» σαν έναν στόχο θετικό, αντί να θέσουν υπό αμφισβήτηση όλη την διαδικασία διαμέσου της οποίας η χρησιμότητα ενός προϊόντος υποβάλλεται στην «αξία» που του απονέμεται από την νεκρή εργασία που περιέχει.

H προσέγγιση της Κριτικής της αξίας είναι πολύ διαφορετική καθότι επιμένει στην «διπλή φύση» της εργασίας στην καπιταλιστική κοινωνία (και μόνο στην καπιταλιστική κοινωνία): η αξία χρήσης κάθε εμπορεύματος δεν έχει σημασία; είναι μόνο η ποσότητα αφηρημένης εργασίας που αυτή «περιέχει» (ή «αντιπροσωπεύει») που μετρά. Αυτή σημαίνει πως η εργασία, σαν τέτοια, μειώνεται στην απλή δαπάνη ανθρώπινης εργασίας. Είναι η αφηρημένη πλευρά, η πλευρά «αξία», στην εμφανή της μορφή του χρήματος, που κυριαρχεί την πραγματικότητα. Οι νόμοι της παραγωγής και της κυκλοφορίας της αξίας επιβάλλονται σε όλη την κοινωνία και δεν αφήνουν θέση σε αποφάσεις συνειδητές, υποκειμενικές, ούτε της «κυρίαρχης τάξης»: αυτό είναι που ο Marx ονομάζει «φετιχισμό των εμπορευμάτων». Δεν είναι φυσικό, μα είναι μάλλον μια αντιστροφή της φυσιολογικής σχέσης ανάμεσα σε αφηρημένο και συγκεκριμένο. Η παράλογη τυραννία της εργασίας στην μοντέρνα κοινωνία είναι η άμεση συνέπεια του δομικού ρόλου που έχει η αφηρημένη εργασία. Εάν δεν λαμβάνουμε υπ όψη αυτό, κάθε εξέγερση ενάντια στην ερgασία παραμένει ρηχή, επιδερμική, επιφανειακή.

– Αύγουστος 2015 – πηγή: The Brooklin Rail – Critical Perspectives on Arts, Politics, and Culture

http://francosenia.blogspot.gr/

σύγχρονη σκέψη

Διέξοδος Via d’uscita

Δ ευτέρα  11 Μαίου 2015

Via d’uscita διέξοδος

anti2

αντί-οικονομία και αντιπολιτική – 2Anti-economia ed antipolitica – 2 

– για την επαναδιατύπωση της κοινωνικής χειραφέτησης μετά το τέλος του »μαρξισμού» –
– Sulla riformulazione dell’emancipazione sociale dopo la fine del «marxismo» –
του Robert Kurz

  1.  η έννοια των παραγωγικών δυνάμεων και η μικροηλεκτρονική επανάσταση  Il concetto di forze produttive e la rivoluzione microelettronica

αντί να αφεθούμε να μας καταδιώκουν τα φαντάσματα του παρελθόντος, θα πρέπει να ψάξουμε να επεξεργαστούμε ορισμούς κοινωνικούς-οικονομικούς μιας εμβρυακής μορφής,  πέρα από την παραγωγή εμπορευμάτων, σε επίπεδο του παρόντος βαθμού κοινωνικοποίησης, δίχως να πέσουμε σε έναν ακατέργαστο  πραγματισμό.  δεν πρόκειται με τίποτα, λοιπόν, για άμεσες υποδείξεις δράσης  (που όντως μπορούν να αναπτυχθούν μόνο μέσα στο πλαίσιο ενός κοινωνικού κινήματος ), αλλά για στοχασμούς θεωρητικούς και αναλυτικούς με σκοπό να συγκεκριμενοποιήσουν την κριτική της αξίας.  το ζήτημα της εμβρυακής μορφής μιας αναπαραγωγής  χωρίς πλέον την μεσολάβηση από τις νομισματικές σχέσεις και αυτές της αγοράς πρέπει να αντιμετωπιστεί με ιστορικό τρόπο, αναλυτικό και θεωρητικό.

μπορούμε να ξεκινήσουμε από μια μαρξιστική προβληματική: από το ζήτημα των παραγωγικών δυνάμεων και από την σχέση τους με τις σχέσεις παραγωγής. δεν είναι καθόλου απαραίτητο, ωστόσο, να αποδεχτούμε μια ντετερμινιστική, αιτιοκρατική ακολουθία κοινωνικών σχηματισμών »όλο και προοδευτικότερων», των οποίων η στέψη να πρέπει να είναι, εν τέλει, ο »σοσιαλισμός». σε έναν ορισμένο τρόπο, μπορούμε να πούμε πως οι παραγωγικές δυνάμεις αναπτύσσονται πάντα, καθώς το ανθρώπινο πνεύμα  δεν αναπαύεται ποτέ ; μόνο που αυτή η ανάπτυξη, είναι προφανές, μπορεί να ακολουθήσει τελείως διαφορετικές κατευθύνσεις (και να απομακρυνθεί, για παράδειγμα, από την ίδια την παραγωγή, με την ακατέργαστη οικονομική ή υλική έννοια, όταν εννοούμε την κοινωνική αναπαραγωγή, και τις »δυνάμεις» της, σε μια συνολική εικόνα και, τότε, επίσης πολιτιστική).

η πορεία της διαδικασίας ανάπτυξης αποφασίζεται στην κοινωνική αντιπαράθεση.  γι αυτό το θέμα, μπορούμε να πούμε πως, στην διάρκεια του πρώιμου Μεσαίωνα, μετά την πανούκλα, δεν αποφασίστηκε καθόλου, και ούτε καθορίστηκε, πως »έφτανε η ώρα» του καπιταλισμού. εκείνο τον καιρό, ήταν ακόμη δυνατές κατευθύνσεις ανάπτυξης τελείως διαφορετικές, που δεν οδηγούσαν απαραίτητα στον καπιταλισμό (και ούτε, σίγουρα, στην άμεση χειραφέτηση των φετιχιστικών μορφών σχέσεων  ). είναι ένα ιστορικό ζήτημα που θα άξιζε τον κόπο να ερευνηθεί, γιατί δύναται να ας παρέχει ένα μέσο αντίθεσης της άκαμπτης ιστορικής νομοτέλειας του παλαιού μαρξισμού. με μια άλλη κατεύθυνση και μια άλλη μορφή ανάπτυξης, το ίδιο το ζήτημα της κοινωνικής χειραφέτησης θα διαμορφώνονταν, προφανώς, με διαφορετικούς όρους.

όμως μετά τα μέσα του  XIX αιώνα, ο καπιταλισμός επιβλήθηκε, με την συγκεκριμένη του μορφή ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων, το ζήτημα της κοινωνικής χειραφέτησης και της υπέρβασης μιας τυφλής κοινωνικότητας και ασυνείδητης μπόρεσε να διαμορφωθεί μόνο υπό την μορφή μιας υπέρβασης του ιδιαίτερα καπιταλιστικού φετιχισμού  και του τρόπου να κοινωνικοποιείται.  ωστόσο, από την άλλη, οι φετιχιστικές μορφές παραγωγής και συνείδησης, που έχουν εγκατασταθεί από το καπιταλιστικό εμπόρευμα, επικράτησαν στην μακρά του επιτυχή ιστορία, και έχουν καθορίσει την ίδια την σκέψη της κοινωνικής κριτικής  (ο μαρξισμός του εργατικού κινήματος παρέχει μια καθαρή μαρτυρία γι αυτό ).

αυτή η διατύπωση χειραφέτησης πρέπει, σε μια πρώτη στιγμή, να παραμείνει κρυμμένη στην μήτρα της ιστορίας και πρέπει να υποφέρει μια μακρά περίοδο επώασης. για μιαν ολόκληρη εποχή, μπορέσαμε μονάχα να ερευνήσουμε το ιστορικό κενό στο εσωτερικό του περιβλήματος του μοντέρνου συστήματος παραγωγού εμπορευμάτων, δηλαδή, το θέμα της χειραφέτησης μπόρεσε να τεθεί μόνο με μιαν έννοια μειωμένη και έμφυτη στην καπιταλιστική διαμόρφωση – έννοια, που είδε το φως σαν αστική χειραφέτηση της εργατικής τάξης,  δηλαδή με την ιδιότητα του πολίτη ή σαν κοινωνική μεταρρύθμιση, ή, ακόμη, σαν αστική χειραφέτηση ενός »καθυστερημένου εκσυγχρονισμού» σε κοινωνία της καπιταλιστικής περιφέρειας που ελήφθησαν ως ιστορικά καθυστερημένες.

αυτός ο αστερισμός, του οποίου την κληρονομιά σήμερα υποφέρουμε το βάρος, δεν οφείλεται με κανέναν τρόπο σε μια οντολογική προδιάθεση, αλλά αυτή είναι η ίδια το αποτέλεσμα μιας ιστορίας ανοιχτής από την αρχή και αμφιλεγόμενης. αφού το σύστημα παραγωγός εμπορευμάτων επιβλήθηκε βάναυσα, και κατέστη η γενική μορφή της συνείδησης, έγινε εκείνο που είχε πει ο Μάρξ, με γενικούς όρους,  όσον αφορά την κοινωνική διαδικασία  : την στιγμή που θα εγκατασταθεί ιστορικά ένα σύστημα, δεν μπορούμε να γυρίσουμε πίσω  – αυτό πρέπει, να το πω έτσι, να διατρέξει όλο τον ζωτικό του κύκλο, μέχρις ότου εξαντληθεί και φτάσει τα εσωτερικά του όρια. αυτά τα όρια επιτυγχάνονται όταν η ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων οδηγεί σε ένα σημείο στο οποίο οι ίδιες οι παραγωγικές δυνάμεις γίνονται  ασυμβίβαστες με τις σχέσεις παραγωγής.

το περίβλημα των αντικειμενικοποιημένων κοινωνικών μορφών που έχει πετρώσει, τότε σπάζει βάναυσα διαμέσου καταστροφικών εκρήξεων, κι έτσι μπορεί να διασχισθεί με τρόπο ώστε να φτάσει σε ανανεωμένες και ανώτερες μορφές κοινωνικότητας που να είναι συμβατές με τις νέες παραγωγικές δυνάμεις.

σε αυτό το σχήμα που έχει από »ιστορικό υλισμό», πρέπει να ασκήσουμε κριτική στο γεγονός πως αυτό γενικεύει απότομα, με μορφή υπέρ-ιστορική, εκείνο που ίσως να είναι έγκυρο μόνο για την ιδιαίτερη ιστορία του καπιταλισμού.  θεωρώντας όμως πως έχουμε ακόμη να κάνουμε με αυτόν, δεν μπορούμε να απορρίψουμε απλά το σύστημα του  Marx. στην πραγματικότητα, αυτό δεν είναι με κανέναν τρόπο »αντικειμενιστικό», όπως πάντα υπέθεταν οι ίδιοι οι κριτικοί της αριστεράς, αλλά μονάχα λαμβάνει υπόψη τις πραγματικές αντικειμενικότητες του φετιχισμού, που την ίδια στιγμή αναγνωρίζονται σαν ουσιαστικά δυνάμενες να ξεπεραστούν.

εάν αυτή η υπέρβαση παρουσιάζει ακόμη μια στιγμή ιστορικής προϋπόθεσης, αυτή είναι η απαραίτητη στιγμή ενός κινήματος που θα περάσει από τον καπιταλισμό στον μη-καπιταλισμό , από τον φετιχισμό στον μη-φετιχισμό. μια υπέρβαση άμεση της προϋπόθεσης θα ήταν αντιφατική. ο μαρξισμός του εργατικού κινήματος παρέμεινε στην οπτική της αστικής κοινωνίας, όχι διότι θα είχε αναγνωρίσει την στιγμή της προϋπόθεσης, αλλά διότι η ανάπτυξή του δεν στάθηκε ικανή να ξεπεράσει την φετιχιστική μορφή της αξίας.

το σύστημα του Marx για τον ρόλο των παραγωγικών δυνάμεων, κινητοποιήθηκε από τον ιστορικό μαρξισμό μόνο σε σχέση με την εσωτερική ιστορία του συστήματος παραγωγού εμπορευμάτων, αλλά όχι για εκείνο που αναφέρεται στην υπέρβαση αυτού του ίδιου του συστήματος. στην πραγματικότητα, η αντίθεση ανάμεσα στις παραγωγικές δυνάμεις και τις σχέσεις παραγωγής φέρνει μόνο στην απόλυτη κρίση, στο τέλος της συστημικής ιστορίας της ανάπτυξης και γέρνει στο κατώφλι της υπέρβασης. όμως ευθύς εξ αρχής αυτή η αντίθεση υπήρξε επίσης ο εσωτερικός κινητήρας της καπιταλιστικής ανάπτυξης, έφερε προς σχετικές κρίσεις  («κρίσεις επιβεβαίωσης») και ξεπέρασε τους ιστορικά παρωχημένος σχηματισμούς του παραγωγού συστήματος εμπορευμάτων, δίχως αυτό να νιώσει το άγγιγμα στην βασική του μορφή.

μόνο σε αυτήν την »αδύναμη» έκδοση, ο μαρξισμός υπήρξε ικανός να αντιληφθεί την έννοια μετασχηματισμού του  Marx, δηλαδή όταν ήταν αιχμάλωτος της ανολοκλήρωτης ιστορίας της ανάπτυξης της νεωτερικότητας. γι αυτό ο σοσιαλισμός, πήρε υπό την κατοχή του την κληρονομιά του φιλελευθερισμού,  έτσι όπως ο φιλελευθερισμός είχε πάρει υπό την κατοχή του της κληρονομιά της απολυταρχίας : προτεσταντική ή καλβινιστική μεταρρύθμιση και απόλυτος συγκεντρωτισμός, γαλλική και αμερικανική Επανάσταση, ρώσικη επανάσταση του οκτώβρη και εθνικά κινήματα όπως και αντί-αποικιακά απελευθέρωσης συνθέτουν ένα μοναδικό δίκτυο στην ιστορία της επικράτησης κοινωνικότητας διαμέσου  της μορφής εμπορεύματος,  στην οποίαν κάθε στιγμή χειραφέτησης σε σχέση με μια προηγούμενη κατάσταση αντιπροσώπευε έναν νέο σταθμό καταπίεσης και αποτροπής.

ο Κρατικός σοσιαλισμός της Ανατολής και ο απελευθερωτικός εθνικισμός του Νότου, βρίσκονται σήμερα  εκ θεμελίων ανυπόληπτοι, ωσάν παραδείγματα κοινωνικής χειραφέτησης, στα οποία μόνον βλάκες ιστορικοί μπορούν να προσκολληθούν, μαζί με τις »αδύναμες» έννοιες μετασχηματισμού που από αυτά μπορούν να προέλθουν. εάν αντιλαμβανόμαστε την κατάρρευση αυτών των παραδειγμάτων, σύμφωνα με την ιστορική τους ταξινόμηση, όχι σαν »νίκη» του δυτικού καπιταλισμού, αλλά σαν αρχή μιας απόλυτης κρίσης του συστήματος παραγωγού εμπορευμάτων,  στο οποίο τελικά θρυμματίζονται όλες οι ιστορικές εξελικτικές αλυσίδες της μορφής αξίας, να λοιπόν που εισέρχεται στην σκηνή η »ισχυρή» έκδοση του σχήματος μετασχηματισμού  Marx.  στο επίπεδο των παραγωγικών δυνάμεων, είναι δίχως αμφιβολία η μικροηλεκτρονική, σαν καθολική τεχνολογία εξορθολογισμού και επικοινωνίας, που έφερε στο κατώφλι ενός είδους μετασχηματισμού όχι πλέον εγγενούς στο σύστημα.

στον ίδιο βαθμό κατά τον οποίον η μικροηλεκτρονική επανάσταση καθίσταται δύναμη παραγωγής κρίσης για το σύστημα παραγωγού εμπορευμάτων, μπορεί λοιπόν αυτή επίσης να γίνει δύναμη παραγωγής χειραφέτησης κοινωνικής από τις φετιχιστικές μορφές της αξίας.

ήδη με αυτό παγιώνεται μια βασική διαφορά με τα εναλλακτικά κινήματα των χρόνων  70 και 80. από την στιγμή που οι παλαιές έννοιες μιας »μορφής ζωής και παραγωγής διαφορετικής» ήταν σε μεγάλο μέρος δεσμευμένες σε μια »αντιδραστική κριτική των παραγωγικών δυνάμεων». η μικροηλεκτρονική, οι υπολογιστές και η δυναμική αυτοματοποίησης στην βιομηχανική παραγωγή αφορίζονταν. αυτή η κριτική των παραγωγικών δυνάμεων δεν μπορούσε, ούτε ήθελε, να προσδέσει το ζήτημα της κοινωνικής χειραφέτησης στο ξεπέρασμα της »αφηρημένης εργασίας», αλλά, αντιθέτως, ήθελε να την δεσμεύσει στην επιστροφή ενός κατώτερου ιστορικού επιπέδου.

με αυτό τον τρόπο, το εναλλακτικό κίνημα διατηρούνταν αιχμάλωτο των »θέσεων εργασίας» – προσλάμβανε το κόμμα της »εργασίας»(να το τελειοποιήσει με τρόπο δήθεν εναλλακτικό και κοινωνικά ικανοποιητικό ) ενάντια στις παραγωγικές δυνάμεις που γεννούσε ο καπιταλισμός.  σε αυτή την μορφή, καθίστατο συμβατό μέχρι και με τις συντηρητικές ιδεολογίες και πολιτιστικά απαισιόδοξες, που από τα τέλη του  XVIII αιώνα  – για παράδειγμα, στην φιγούρα του λογοτεχνικού ρομαντισμού, πολιτικού και κοινωνικό-οικονομικού – έψαχναν να γυρίσουν προς τα πίσω τον τροχό της ιστορίας (αν και ο ρομαντισμός δεν εξαντλείται καθόλου σε αυτή την απλή ώθηση).

στην πλειοψηφία των περιπτώσεων, κάποια προηγούμενα στάδια της ανάπτυξης, μέσα στην ιστορία επικράτησης του καπιταλισμού, μεταμορφώνονταν φαντασμαγορικά και μετατρέπονταν σε μιαν ουτοπία »μαύρη» αντιδραστική. το εναλλακτικό κίνημα δεν ήταν ταυτόσημο με τον πολιτικό και πολιτιστικό συντηρητισμό, αλλά, στο μέτρο κατά το οποίο έψαχνε να επιλύσει το ζήτημα της κοινωνικής χειραφέτησης με όρους οπισθοδρομικούς, ενάντια στις παραγωγικές δυνάμεις, καθίστατο η είσοδος πρόσβασης για τις πολιτικά συντηρητικές ιδέες μέσα στα »νέα κοινωνικά κινήματα».

στο Πράσινο Κόμμα, Nel Partito Verde, εκείνο που παρέμεινε από την δημόσια συζήτηση γύρω από τις αρχές της δεκαετίας  1980 υπήρξε σχεδόν απόλυτα το φλέρτ του πολιτικού συνασπισμού με μια κλίκα, »συντηρητική όσον αφορά την αξία», όπως με την CDU (Unione Democratico-Cristiana),  Ένωση Δημοκρατική-Χριστιανική, το κόμμα της κυβέρνησης, il partito di governo.

σε αντίθεση με αυτό, πρέπει να επιστρέψουμε, σε αυτό το σημείο, στο ριζοσπαστικό κίνημα χειραφέτησης που πρότεινε ο  Marx, δηλαδή, στην »δυνατή» αίσθηση μετασχηματισμού, στην ανάληψη θέσης για τις μικροηλεκτρονικές δυνάμεις παραγωγής ενάντια στις σχέσεις παραγωγής του κεφαλαίου. αυτή όμως δεν μπορεί να είναι μια επέκταση του παλιού μαρξισμού και της φετιχοποίησής του των παραγωγικών δυνάμεων – επέκταση αυτή, ανελαστική και με μιαν απλή κριτική της αξίας, επιπόλαιη. αυτό συνεπάγεται  τόσο για την έννοια των παραγωγικών δυνάμεων όσο και για το ζήτημα της σημασίας τους σε μια εμβρυακή μορφή που μετατρέπει τις κοινωνικές σχέσεις δίχως να τις βυθίζει στην μορφή εμπόρευμα. θα πρέπει να γίνει, ως εκ τούτου, μια επιστροφή »κατακτητής» της έννοιας μετασχηματισμού στον Marx, και όχι μια απλή επανάληψη.

είναι ακριβώς αυτό το πρόβλημα που η πλειοψηφία των εκπροσώπων εκείνου που παρέμεινε από τον »ορθόδοξο» μαρξισμό και της κριτικής Θεωρίας δεν θέλουν ούτε δύνανται να αντιληφθούν.  φαντάζονται τους εαυτούς τους ικανούς να ανταπαντήσουν στην κριτική της παραγωγικής δύναμης του εναλλακτικού κινήματος, με μια απλή επανάληψη των μαρξιστικών βασικών θέσεων που αφορούν την σχέση ανάμεσα στις παραγωγικές δυνάμεις και σχέσεις παραγωγής. με αυτόν τον τρόπο, αυτοί αγνοούν μια αποφασιστική στιγμή, που πάντα καθόρισε το αδύναμο σημείο του μαρξισμού  : το γεγονός πως η κριτική στην φυσική επιστήμη, στην τεχνική και στον βιομηχανισμό δεν είναι μόνον αντιδραστικής και παράλογη, αλλά αυτή θέτει επίσης σε επιφυλακή, προειδοποιεί – και όχι άνευ αιτίας – γύρω από τον καταστροφικό χαρακτήρα και καταπιεστικό της καπιταλιστικής ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων.

ο μαρξισμός ήθελε να αθωώσει από την κατηγορία καταστολής την επιστημονική και τεχνολογική πλευρά του εκσυγχρονισμού και να κάνει, αυτής της καταπίεσης, μόνον ένα παράγωγο αποκλειστικό της ιδιοκτησίας και του καπιταλιστικού κέρδους (που κατάφερνε να αντιληφθεί μόνο σε μορφή κοινωνιολογικά και λογιστικά μειωμένη). επιστήμη φυσική, τεχνική και βιομηχανία έπρεπε να εξομοιωθούν στον »σοσιαλισμό», δίχως καμιάν μεταβολή, τροποποίηση.

τώρα, αυτό αντιστοιχεί, επακριβώς, στην »αδύναμη» εκδοχή ενός απλού μετασχηματισμού της εσωτερικής ιστορίας, στην οποίαν αναθέτει ακούσια στον μαρξισμό/σοσιαλισμό – για παράδειγμα, με τον κευνσιανό του ξάδελφο ακόμη πιο αδύναμο, σε μια συγκεκριμένη εποχή – το καθήκον να εκπροσωπήσει τις πιο προοδευτικές δυνάμεις παραγωγής [φορντικές] της στιγμής, με σκοπό ένα νέο κύμα ανάπτυξης του συστήματος παραγωγού εμπορευμάτων.  έτσι, η καταστρεπτική και καταπιεστική πλευρά της καπιταλιστικής αξίας χρήσης – στην παραγωγή και την κατανάλωση – ήταν άλλο τόσο ανεπίδεκτη της φετιχιστικής μορφής βάσης της αξίας, να συμπεριληφθεί στην κριτική.

προέκυπτε, απαραίτητα, μια διπλή συσχέτιση: μια κριτική περιορισμένη μόνο στην εσωτερική ιστορία των σταδίων ανάπτυξης που είχαν καταστεί άνευ αντικειμένου του συστήματος παραγωγής εμπορευμάτων που δεν είχε ακόμη εξαντληθεί, και μια τυφλή επικράτηση της τελευταίας, και νεότερης, τεχνικής-υλικής φιγούρας του κεφαλαίου, πήγαν να συνθέσουν μια ενότητα τόσο άρρηκτη όσο το ήταν, αντιστρόφως, εκείνη μεταξύ της ριζοσπαστικής κριτικής της μορφής βάσης της αξίας και η αντίστοιχη κριτική της τεχνικής δομής και της καπιταλιστικής αξίας χρήσης.

λόγω του ότι ο μαρξισμός δεν είχε την πρόθεση και ούτε μπορούσε να ασκήσει κριτική στο »πραγματικά αφηρημένο» της αξίας, ήταν μοιραίο πως του διέφευγε επίσης  η στενή σχέση λογική και ιστορική ανάμεσα στην ελευθερωμένη μορφή εμπόρευμα και τις επιστημονικές αφαιρέσεις. με αυτό τον τρόπο, μια πτυχή της κριτικής του καπιταλισμού παρέμεινε νεφελώδης (και στον ίδιο τον  Marx), το οποίο επέτρεψε την παράλογη υιοθέτησή της από πλευράς του αντιδραστικού ρομαντισμού, ο οποίος συνόδεψε σαν σκιά την προώθηση του εκσυγχρονισμού υπό την μορφή του εμπορεύματος.

ξεκινώντας απ’ τα χρόνια 1970, όταν γίνονταν όλο και πιο ξεκάθαρο πως η κρίση του φορντικού μοντέλου ανάπτυξης συνεπάγονταν επίσης μια οικολογική κρίση, και όταν ο καταστροφικός αφανισμός των φυσικών πόρων στις Χώρες του υπαρκτού σοσιαλισμού έγινε γνωστή, το εναλλακτικό κίνημα των Πράσινων,  διαδόχων της εξέγερσης του 1968, εγκατέλειψε σε μεγάλο μέρος τον μαρξισμό και άρχισε να κάνει χρήση των αντί-βιομηχανικών λόγων και αιτιάσεων και της κριτικής της επιστήμης.  η τότε ανοδική οικολογική κριτική της εμφατικής μαρξιστικής έννοιας  παραγωγικών δυνάμεων μπορεί να χαρακτηριστεί – με την έννοια της χεγκελιανής κριτικής της υπέρβασης – ως κατηγορηματική άρνηση.

αυτή η άρνηση ήταν διπλά ανεπαρκής : παρόμοια με τις καταστρεπτικές και καταπιεστικές στιγμές της ιστορίας εκσυγχρονισμού του, η ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων αμφισβητούνταν γενικότερα, δηλαδή πετιόνταν μακριά το μωρό μαζί με τα βρώμικα νερά. συνεπώς, αυτή η κριτική των παραγωγικών δυνάμεων έφερνε ακόμα λιγότερο σε μια κριτική της μορφής αξία και του φετιχισμού της, αλλά έφερνε μοναχά σε διαφορετικές ιδέες παραγωγής μικροαστικής εμπορευμάτων, για να επιστρέψει στην συνέχεια, στην »πράσινη οικονομική πολιτική», σε μοντέλα κεϋνσιανά. ο μαρξισμός του εργατικού κινήματος  και το οικολογικό του deficit, έλλειμμα δεν ξεπερνιόνταν,  με αυτόν τον τρόπο, αλλά μόνον καταστέλλονταν ιδεολογικά.

με τον ίδιο βαθμό που η απόλυτη κρίση του συστήματος παραγωγού εμπορευμάτων και, στην συνέχεια, ο »δυνατός» μετασχηματισμός εισέρχονταν στο πεδίο προβολής, καθίστατο απαραίτητη, στο θέμα των παραγωγικών δυνάμεων, η δεύτερη άρνηση, η »άρνηση της άρνησης», η οποία, όπως είναι γνωστό, δεν φέρνει στο αρχικό σημείο εκκίνησης, αλλά, αντιθέτως, υπερβαίνει τους αδιαμεσολάβητους ανταγωνισμούς.  πρόκειται, ως εκ τούτου, να διαλέξουν πλευρά οι μικροηλεκτρονικές παραγωγικές δυνάμεις, ενάντια στις καπιταλιστικές σχέσεις παραγωγής, αλλά, την ίδια στιγμή, αφορά την υπερνίκηση της καταστροφικής αξίας χρήσης του καπιταλιστικού μηχανισμού παραγωγής και κατανάλωσης.

αυτή η υπερβατική κριτική πρέπει να ξεχωρίζει ανάμεσα σε ουσία και εμφάνιση της μικροηλεκτρονικής επανάστασης. η ουσία αυτών των νέων παραγωγικών δυνάμεων είναι δυνητική, δηλαδή, μια δυνατότητα που ο καπιταλισμός δεν έχει παράξει προς δικό του όφελος, αλλά μόνο για τον αφηρημένο του αυτοσκοπό δημιουργίας αξίας. η φαινομενική πραγματικότητα αυτού του δυναμικού δεν μπορεί να πάψει να επηρεάζεται από ένα τέτοιο γεγονός.   σύμφωνα με την υλική του διαμόρφωση, η συγκεκριμένη μορφή των παραγωγικών μικροηλεκτρονικών δυνάμεων είναι επίσης καπιταλιστική, οπότε πρέπει να ξεπεραστεί μαζί με την κοινωνική της μορφή.

αυτή η άρνηση της άρνησης είναι πολύ πιο απαραίτητη όταν, ειρωνικώς, η μεταμοντέρνα αριστερά – σαν αδιαμεσολάβητη αντίδραση στην απλά ανεπαρκή άρνηση του μαρξισμού – σήμερα φαίνεται να επιστρέφει στον ακατέργαστο φετιχισμό του παλιού εργατικού κινήματος, διαμέσου της κριτικής της παραγωγικής δύναμης του πράσινου εναλλακτικού κινήματος. δίχως έναν κάποιο στοχασμό στο σύνολο (παγκόσμιο και διαρθρωτικό ) των συνθηκών αναπαραγωγής στην κοινωνική και οικολογική σφαίρα, »η τελευταία λέξη» της τεχνικής της καπιταλιστικής κατανάλωσης γίνεται ένα «must», δίχως ούτε καν να γίνουν κατανοητά τα όρια της ταλαιπωρίας, της ηλιθιότητας και του δημόσιου κινδύνου.

η ίδια φετιχιστική αντιστροφή ανάμεσα σε κοινωνική σχέση και υλική σχέση, που εμφανίζεται κάτω επίσης από την εμφάνιση της καπιταλιστικής αξίας χρήσης, αναγνωρίζεται σαν θετική όψη του μέλλοντος. κάτι παρόμοιο χλευάζει κάθε χειραφετική αξίωση. όχι τυχαία, αυτή η μεταμοντέρνα τάση πηγαίνει χέρι χέρι με μια αδιαφορία όσον αφορά τις μορφές διαμεσολάβησης, σιωπηρά παραδεκτές, του χρήματος, του οποίου η υπέρβαση δεν θα συνιστούσε ένα σοβαρό θέμα.

ο παλιός μαρξισμός του εργατικού κινήματος, η εναλλακτική κριτική των παραγωγικών δυνάμεων που προώθησε το Πράσινο Κόμμα και η μεταμοντέρνα αριστερά, αντιπροσωπεύουν μόνον μεταβλητές της ίδιας ανικανότητας  (e della stessa cattiva volontà) να ξεπεραστεί το σύστημα παραγωγός εμπορευμάτων. ενάντια σε όλο αυτό, πρέπει να επικαλεστούμε ένα ξεπέρασμα της φετιχιστικής μορφής αξίας, που να περιέχει σε μια υπερβατική άρνηση τόσο την φαινομενική μορφή της διαμεσολάβησης του χρήματος όσο την φαινομενική μορφή της καπιταλιστικής αξίας χρήσης, εκμεταλλευόμενοι τις δυνατότητες της μικροηλεκτρονικής επανάστασης ακριβώς χάρη στο γεγονός που επιτρέπει να διαλέξουμε με τρόπο κριτικό τα καπιταλιστικά εκθέματα, αντί να μας υποβάλει, δίχως καμιά κριτική, η καταπιεστική και κατασταλτική αξία χρήσης.

αυτή η κουβέντα χειροτερεύει σε σχέση με το ζήτημα της εμβρυακής μορφής. με τον φόβο να ξαναπέσουμε σε ένα χαμηλότερο επίπεδο σε σχέση με τις καπιταλιστικές παραγωγικές δυνάμεις, ο ίδιος ο κριτικός μαρξισμός, μαζί με μέρος της μεταμοντέρνας αριστεράς, επιμένει σε μια άμεση επανάσταση της κοινωνίας σαν σύνολο, αν και από την άλλη πλευρά  (τουλάχιστον εν μέρει), ασκεί κριτική στον κρατισμό και τον πολιτικισμό. εδώ αναδεικνύεται μια κάποια σκοτεινιά και έλλειψη συνοχής, καθώς η αποκήρυξη μιας εμβρυακής μορφής κοινωνικό-οικονομικής αναπαραγωγής που να πηγαίνει πέρα από την αξία είναι δεμένη, με το ζόρι, σε μια κρατικίστικη σύλληψη της επανάστασης που γίνεται »από ψηλά», δηλαδή, ξεκινώντας από ένα αρχιμήδειο σημείο στήριξης.

η αναφορά στα συμβούλια σαν όργανα κοινωνικής εκπροσώπησης παραμένει ανεπαρκής, καθώς τα συμβούλια πρέπει, μετά από όλα αυτά, να αντιπροσωπεύουν κάτι, δηλαδή, πρέπει να αποτελούνται από στοιχεία. η φτώχεια των ιστορικών κινημάτων των συμβουλίων συνίσταται ακριβώς στο γεγονός πως μπορούσε να αντιπροσωπεύει μόνον τις καπιταλιστικές μορφές της »εργασίας» (επιχειρήσεις ή εταιρείες που μεσολαβούσαν ανάμεσα στο σπίτι και την αγορά), όχι όμως τις εμβρυακές μορφές μιας ανεξάρτητης αναπαραγωγής από την κοινωνικοποίηση διαμέσου της πραγματικής αφαίρεσης της αξίας.

ακριβώς γι αυτό, η μορφή οργάνωσης των συμβουλίων κατέληξε ξανά στην αστική μορφή του πολιτικού κόμματος κρατικού προσανατολισμού, και υπήρξε από αυτό καθοδηγούμενη και απορροφήθηκε.

είναι ξεκάθαρο πως η φτώχεια έχει να κάνει κάτι με τον χαρακτήρα των παραγωγικών δυνάμεων που έχουν φτάσει στο σημείο κορυφής της καπιταλιστικής ανάπτυξης, με αυτό τον τρόπο, ο παλιός μαρξισμός του εργατικού κινήματος μπορούσε να προσκομίσει, προς όφελος της δικιάς του κρατικής και συγκεντρωτικής αντίληψης μετασχηματισμού, την ίδια κατάσταση των παραγωγικών δυνάμεων : από τους χρόνους τους ατμού και των σιδηροδρόμων μέχρι την άνοιξη των φορντικών βιομηχανιών, οι ομάδες δυνητικών τεχνο-επιστημονικών ήταν εκ των πραγμάτων εκπροσωπούμενοι μόνο διαμέσου ενός κοινωνικού μέτρου σχετικά μεγάλου.   αυτό εφαρμόζονταν, κατά γράμμα, στις μηχανές, στα κτίρια και στις τεχνικές εφοδιασμού ενέργειας.

μπροστά στα τερατώδη μηχανήματα, το άτομο ήταν μικρό. και »μεγάλο» αντιθέτως ήταν συνώνυμο της ανάπτυξης. από εδώ, επίσης το αποτέλεσμα, να το πω έτσι, μιας κάποιας μεγαλομανίας παιδαριώδους: επιχειρήσεις και έθνη διαγωνίζονταν με σκοπό να κατασκευάσουν την πιο μεγάλη τουρμπίνα του κόσμου, το υψηλότερο κτίριο του κόσμου, το μεγαλύτερο δεξαμενόπλοιο ή το πολεμικό πλοίο μεγαλύτερο στον κόσμο.

συνεπώς, ήταν μεγάλο επίσης το μέγεθος της οργάνωσης για να μπορέσει να πραγματοποιήσει και να κινητοποιήσει τέτοιες παραγωγικές δυνάμεις. αυτό συνιστούσε ήδη έναν παράγοντα αυθόρμητης δημιουργίας του καπιταλισμού. εκ των πραγμάτων, η πιο παλιά εμβρυακή μορφή της νεωτερικότητας, όσον αφορά τις παραγωγικές δυνάμεις, υπήρξε, στην πραγματικότητα, μια δύναμη καταστροφική : η καινοτομία των πυροβόλων όπλων. τα ισχυρά κανόνια στο ξεκίνημα της νέας μοντέρνας εποχής, και οι μεγαλομανείς οχυρώσεις συνδεδεμένες με αυτά τα κανόνια, δεν μπορούσαν πλέον να εκπροσωπούνται στην αποκεντρωμένη και αυτοκτονική μορφή των παλαιών αγροτικών κοινωνιών, αλλά χρειάζονταν την κινητοποίηση της βιομηχανίας των εξοπλισμών, των μόνιμων στρατιών, της νομισματικής οικονομίας και της κοινωνικής συγκεντροποίησης.

οι εμβρυακές μορφές καπιταλιστικού τρόπο παραγωγής μπορούσαν να αναπτυχθούν μόνον σε αυτή την βάση. και όλοι οι παρτιζάνοι άλλων εστιών ανάπτυξης του συστήματος παραγωγού εμπορευμάτων, συμπεριλαμβανομένου του σοσιαλισμού και των κομμάτων του, παρέμειναν αιχμάλωτοι της ιδέας μιας μορφής κοινωνικοποίησης υπέρ-συγκεντρωτικής και διαμορφωμένης υπό μορφή πυραμίδας. όχι μόνο οι δικτατορίες του »καθυστερημένου εκσυγχρονισμού», αλλά και οι πιο ανεπτυγμένες δυτικές δημοκρατίες είναι »Κράτη του Ήλιου» αρνητικά ουτοπικά και,  υπό όλες τις απόψεις, κατασκευαστές πυραμίδων. οι γραφειοκρατικοί μηχανισμοί και οι αγορές εθνικής εμβέλειας ή ηπειρωτικής αντιστοιχούν σε παραγωγικές δυνάμεις ή καταστροφικές, με αυτούς που ενσωματώνονται  σε αυτές να μπορούν να τεθούν σε κίνηση μόνον διαμέσου τεράστιων »στρατιών εργασίας» και διαμέσου του πολέμου.

σε σχέση με όλο αυτό, η μικροηλεκτρονική επανάσταση όχι μόνο σπρώχνει μέχρι το παράλογο την ζωντανή ουσία του κεφαλαίου, την αφηρημένη »εργασία», αλλά χαμηλώνει επίσης και την συγκεντροποίηση που προωθείται από τα Κράτη και τις αγορές σε μια αρχαϊκή μορφή και ανάρμοστη οργάνωσης, καθιστώντας γελοία την μεγαλομανία της νεωτερικότητας.  στον ίδιο βαθμό που ο καπιταλισμός τεχνολογικά σπρώχνεται σε έναν αγώνα για μικρογράφηση, διαμέσου των παραγωγικών δυνάμεων από αυτόν τον ίδιο δημιουργημένων, αποσυντίθεται όχι μόνο η ουσία του, αλλά επίσης η εξωτερική του μορφή. εάν, μέχρι πριν λίγες δεκαετίες, οι παλαιοί υπολογιστές καταλάμβαναν ακόμη ολόκληρες αίθουσες και χρειάζονταν την δύναμη του κεφαλαίου των μεγάλων επιχειρήσεων, σήμερα φορητές συσκευές κρύβουν δυνατότητες πολύ μεγαλύτερες και μπορούν να αποκτηθούν από τον μέσο άνθρωπο.

η κοινωνικοποίηση δεν κατοικεί πλέον στην μεγαλοσύνη, αλλά, αντιθέτως, στα μικρά πράγματα της τεχνολογίας. η πιο ανεπτυγμένη δύναμη των λειτουργούντων μηχανών, των τεχνολογιών ελέγχου και των μέσων επικοινωνίας μπορούν τώρα να κινητοποιηθούν σε μικρή σκάλα και δεν χρειάζονται πλέον καμία »στρατιά εργασίας» ή μια κοινωνική συγκεντροποίηση.  η αναπαραγωγή μπορεί να επιστρέψει σε μια αποκεντρωμένη μορφή, αλλά όχι στις μορφές της αποκεντρωμένης αναπαραγωγής και σχετικά απομονωμένες μεταξύ τους στην αγροτική κοινωνία, που ήταν συνδεδεμένες μόνο επιφανειακά διαμέσου μηχανισμών κυριαρχίας ; σε ανώτερα επίπεδα ανάπτυξης, θα πρέπει να εξελίξει μιαν αποκεντρωμένη δομή, συνδεδεμένη σε ένα επικοινωνιακό δίκτυο.

παρεπιπτόντως, αυτό δεν ισχύει μονάχα για την μικροηλεκτρονική, αλλά, τουλάχιστον σε προοπτική, ισχύει επίσης για την αντικατάσταση της ορυκτής ενέργειας από πλευράς της ηλιακής ενέργειας. εάν τα ενεργητικά συστήματα με ορυκτά καύσιμα χρειάζονται μεγάλες τεχνολογίες και οργανωτικές μορφές συγκεντρωτικές, η ηλιακή τεχνική, από πλευράς της, είναι τόσο αποκεντρωμένη και χρησιμοποιήσιμη σε μικρή σκάλα, όσο  το είναι η μικροηλεκτρονική.  ίσως οι εκπρόσωποι του κεφαλαίου έχουν τρομάξει από την αναγκαστική ανάπτυξη της ηλιακής ενέργειας, λόγω του γεγονότος πως διαισθάνονται ότι, με αυτήν, ο καπιταλισμός και οι συγκεντρωτικές μορφές κυριαρχίας θα μπορούσαν να πέσουν μέσα στην λεκάνη της τουαλέτας.

ο δεσμός ανάμεσα στην μικροηλεκτρονική και την ηλιακή ενέργεια ανοίγει για τον άνθρωπο την δυνατότητα να μπορέσει να το σκάσει , να ξεφύγει (εν μέρει, βήμα βήμα ) από τον καπιταλισμό, και να σπάσει την ολοκληρωτική του πρόφαση, το ολοκληρωτικό του πρόσχημα, πράγμα που, στο παρελθόν, ήταν δυνατό μονάχα με την μετανάστευση προς ανεξερεύνητες περιοχές από τον καπιταλισμό (της εποχή των πρωτοπόρων στις Ηνωμένες Πολιτείες, παραδείγματος χάριν, αυτό συνέβαινε με την έξοδο προς την μακρινή δύση, πράγμα που ήταν επίσης, συχνά, μια απόδραση από τις καπιταλιστικές απαιτήσεις).

μόνο που αυτή η δυνατότητα απόδρασης, σήμερα με τρόπο τελείως καινούργιο και διαφορετικό, κατοικεί στην ανάπτυξη των ίδιων των παραγωγικών δυνάμεων. ο χώρος απόδρασης δεν είναι πλέον εξωτερικός, εδαφικός, αλλά εσωτερικός και κοινωνικός. και ούτε πρόκειται για μιαν επιστροφή στην κοινωνικοποίηση σε πρωτόγονη κατάσταση, όπως προέβλεπε το εναλλακτικό κίνημα στα τέλη των χρόνων  70 και στις αρχές των χρόνων 80 – κίνημα που ασκούσε κριτική στις παραγωγικές δυνάμεις και ήταν, με τον χειρότερο δυνατό τρόπο, »ρομαντικό». αντιθέτως, στους πόρους και πάνω στα ερείπια της καπιταλιστικής κοινωνικοποίησης όλο και αρχαϊκότερης μπορούν να ανθίσουν οι εμβρυακές μορφές μιας αναπαραγωγής που δεν υπαγορεύεται πλέον από την μορφή εμπόρευμα, μια αναπαραγωγή που μπαίνει υπό αμφισβήτηση και εναλλαγή με το κεφάλαιο, δηλώνοντας το δικαίωμά της στην ύπαρξη και, τελικά, θα ξεπεράσει, ολοκληρωτικά, την καπιταλιστική αναπαραγωγή.

η ανάλυση της σχέσης ανάμεσα σε παραγωγικές δυνάμεις και σχέσεις παραγωγής υπό τις προϋποθέσεις της μικροηλεκτρονικής ξεκαθαρίζουν επίσης πως για την »ισχυρή» αναπαραγωγή  δεν υπάρχει πλέον ανάγκη ενός κεντρικού μοχλού, με την άμεση υποστήριξη στην κοινωνία που να θεωρείται σαν ένα σύνολο. αυτή η σκέψη πληρώνει επίσης ένα αντίτιμο στην παλιά σύλληψη του κόσμου των μοντέρνων προ-ηλεκτρονικών παραγωγικών δυνάμεων.  σήμερα, ο χαρακτήρας της κοινωνίας στο σύνολό της μοιάζει, κυρίως, σαν να διαμεσολαβείται στην προοπτική, σαν μορφή κινήματος, και όχι σαν κεντρικό γεγονός της επανάστασης.

κατά τον ίδιο τρόπο κατά τον οποίον οι βορειοαμερικανοί πρωτοπόροι αποδρούσαν πρόσκαιρα από τον καπιταλισμό, κι ας μετέφεραν μαζί τους εργαλεία,  (εκτός από τα είδη πρώτης ανάγκης) που είχαν παραχθεί από τον καπιταλισμό, σήμερα μπορούμε, σε ένα στάδιο πολύ υψηλότερο ανάπτυξης, να ξεφύγουμε από τις καπιταλιστικές απαιτήσεις ακόμη και στην μέση της καπιταλιστικής περιοχής, χρησιμοποιώντας την μικροηλεκτρονική και την ηλιακή ενέργεια προς όφελος μορφών αναπαραγωγής μη-καπιταλιστικής.

αυτό όμως σημαίνει επίσης πως μια εμβρυακή μορφή κοινωνικής αναπαραγωγής πέρα από την αξία δεν θα ξεκινά από την παραγωγή, αλλά με την χρήση των τσιπ,  chip. όντως, η παραγωγή του στοιχείου της βάσης της μικροηλεκτρονικής χρειάζεται μια εισαγωγή κεφαλαίου μεγαλύτερου των παλαιών φορντικών παραγωγικών δυνάμεων, μολονότι δεν χρειάζεται »στρατιές εργασίας». τα έξοδα συγκεντροποιούνται, κυρίως, στην πολυπλοκότητα των συνθηκών παραγωγής των  chip, που σήμερα φτάνουν μέχρι του σημείου να αναγκάζουν διεθνείς εταιρείες να υπογράφουν »στρατηγικές συμμαχίες»για την ανάπτυξη της μελλοντικής γενιάς των chip.

η Ανατολική Γερμανία, τουλάχιστον εν μέρη, κατεστράφη γιατί θέλησε, με κάθε κόστος, να αναπτύξει και παράξει το δικό της chip, πράγμα που κατανάλωσε πολλούς πόρους, αντί να το αγοράσει σε μετριότερη τιμή στην παγκόσμια αγορά. αυτό όμως το λάθος υπολογισμού δεν υπήρξε τυχαίο. προήλθε από την ριζωμένη συνείδηση του συγκεντρωτικού σοσιαλισμού, του οποίου τα μεταφυσικά υποκείμενα »κόμμα και τάξη» πρέπει να ασκήσουν, ευθύς εξ αρχής, τον απόλυτο έλεγχο επί όλης της παραγωγής, όπου καθίσταται αποφασιστική, για τόσο πολύ,  κυρίως η βασική βιομηχανία. γι αυτό η σοσιαλιστική προσοχή συγκεντρώθηκε, στην αρχή, στις επιχειρήσεις κάρβουνου, σιδήρου και χάλυβα, των οποίων οι απασχολούμενοι κατατάχθηκαν σαν »πυρήνας της τάξης».

ένα παρόμοιο σκεπτικό μεταφέρθηκε στις μικροηλεκτρονικές παραγωγικές δυνάμεις. το κίνημα υπέρβασης της μορφής αξίας θα θέσει υπό έλεγχο το σύστημα αναπαραγωγής από μια προοπτική τελείως αντίστροφη. οι βιομηχανίες και η παραγωγή βάσης της ίδιας της μικροηλεκτρονικής δεν θα είναι το δοκιμαστικό τεστ, αλλά το κλείσιμο του κύκλου αναπαραγωγής. δεν πρόκειται για κεντρικό έλεγχο, αλλά για δημιουργία και ανάπτυξη των κοινωνικών χώρων της χειραφέτησης.

με την χρήση της μικροηλεκτρονικής για χειραφετικούς σκοπούς συμβαίνει κάτι μιας διαφορετικής ολοκλήρωσης. εάν η τεχνολογία παραγωγής πρέπει να παραμείνει, για την ώρα, στα χέρια του κεφαλαίου, η χρήση, με την σειρά της, δεν πρέπει να αντιστοιχεί σε μοντέλα που υπαγορεύονται από τον καπιταλισμό. ακριβώς εδώ κατοικοεδρεύει το πρώτο σημείο εκκίνησης προς μια κριτική της καπιταλιστικής δομής της αξίας χρήσης.

οι εμφανείς μορφές χρήσης των μικροηλεκτρονικών παραγωγικών δυνάμεων είναι απολύτως προσανατολισμένες σε καπιταλιστικούς σκοπούς παραγωγής και κατανάλωσης, στους οποίους εμφανίζεται ο αυτοσκοπός της αξίας και η φετιχιστική υποστασιοποίηση του εμπορεύματος.
ενώ η μεταμοντέρνα αριστερά βλέπει με καλό μάτι τον πραγμοποιημένο κομουνισμό και, ως προς τις επιπτώσεις του, υψηλά καταστροφικό, αυτή θα εκτρέπεται προς την περιοχή καπιταλιστικής δράσης και θα εισάγεται στους κοινωνικό-ψυχολογικούς μηχανισμούς του καταναλωτικού  status και μέσα στους αυτό-καταφατικούς του ανταγωνισμού.

η αιτιολογία για την οποίαν η κριτική δυνατότητα αυτής της κοινωνίας πρέπει να καταργηθεί  (ή αποκλειστικά και μόνο ) για το γεγονός πως ο καπιταλισμός δεν είναι πλέον ικανός να υπερνικήσει τις ανάγκες που αυτός ο ίδιος δημιούργησε, είναι πολύ απλουστευτική. δεδομένου ότι η δομή των αναγκών είναι αποτέλεσμα της ιδιαίτερα καπιταλιστικής δομής αξίας χρήσης, αυτή γίνεται αναπόσπαστο μέρος της φετιχιστικής αφαίρεσης της αξίας και, ως εκ τούτου, της προστασίας των ανθρώπων από πλευράς των κοινωνικών μορφών δίχως υποκείμενο.

ως εκ τούτου, να προσφεύγουμε σε αυτές τις αναγκαιότητες, για τις οποίες δεν θα παραχθεί ποτέ μια επαρκής χρηματική απόδοση, δεν θα μας φέρει ποτέ σεένα χειραφετικό κίνημα. η αντίθεση ανάμεσα στον καπιταλισμό και τις δυνατότητες που αυτός ο ίδιος δημιούργησε βρίσκεται σε ένα επίπεδο τελείως διαφορετικό και δεν αφήνεται να κινητοποιηθεί έτσι απλά.

οι δυνατότητες της χρήσης μιας χειραφετικής μορφής εμβρυακής δεν βρίσκονται στα παιχνίδια του  Nintendo. εξάλλου, οι ίδιοι ειδικοί συζητούν για το εάν η μετάβαση από τον δίσκο βινυλίου στο CD, για παράδειγμα, αντιπροσώπευσε μια πρόοδο στον χώρο της αξίας χρήσης (αναφερόμενοι στην ποιότητα του ήχου). μια τέτοια ανάπτυξη είχε σαν στόχο μόνο εκείνο του να φτάσει σε νέα επίπεδα παραγωγής, με σκοπό να διατηρηθεί η  μηχανή της εργασίας σε κίνηση.

αυτό είναι μόνο ένα από τα πολλά παραδείγματα του γεγονότος πως ο αυτοσκοπός της ανάπτυξης σφίγγει σαν τανάλια τον μηχανισμό κατανάλωσης εδώ και καιρό. σε αντίθεση με αυτό, ένα κοινωνικό κίνημα ενάντια στο σύστημα παραγωγό εμπορευμάτων θα πρέπει να κατευθύνει το μικροηλεκτρονικό δυναμικό του προς έναν χειραφετικό σκοπό αναπαραγωγής.

εάν οι μικροηλεκτρονικές συσκευές αποτελούνται όλο και περισσότερο από ενότητες που διαφεύγουν της επίθεσης μετασχηματισμού των χρηστών ή ότι ακόμη εμποδίζουν την απλή επιδιόρθωση, αυτή η τάση δεν αναφέρεται μόνο σε οικονομικούς λόγους  («προγραμματισμένη φθορά»), αλλά στην προσπάθεια κοινωνικού ελέγχου: η σχέση των προσώπων με τα προϊόντα δεν μπορεί να είναι ουδέτερη, αλλά τα πρόσωπα πρέπει να συμμορφώνονται, σαν ηλίθιοι φετιχιστές στην κατανάλωση και την εργασίας, στον προκαθορισμένο μηχανισμό της καπιταλιστικής αξίας χρήσης.

ως εκ τούτου, η ίδια η χειραφετική χρήση της μικροηλεκτρονικής θα πρέπει εκ νέου να διατυπωθεί και να πειραματιστεί, δηλαδή, πρέπει να αναπτυχθεί ένας συνδυασμός που να κατέχει  hardware και software, που να καθορίζεται από στόχους που να μπορούν να οριστούν με σαφήνεια. γι αυτό υπάρχει ανάγκη, χωρίς αμφιβολία, της αντίστοιχης γνώσης και της συμμετοχής προσώπων ικανών να αντεπεξέλθουν στις δυνατότητες της μικροηλεκτρονικής.

τέλος, είναι απαραίτητη, μια συνειδητή επέκταση αυτής της γνώσης, όπως, για παράδειγμα, στην φιγούρα μιας »πολυτεχνικής εκπαίδευσης-κατάρτισης» στην μικροηλεκτρονική και στην ηλιακή ενέργεια, που να μπορεί τόσο να οργανωθεί για λογαριασμό της όσο και να διαμορφωθεί σαν ανάγκη του συστήματος εκπαίδευσης.

οι παλιές σοσιαλιστικές ιδέες, λοιπόν, ανακαινίζονται πλήρως σε μορφές ανάλογες και προσαρμοσμένες στα νέα καθήκοντα. ο στόχος της χειραφέτησης δεν μπορεί να είναι ο χαζός αυτοματοποιημένος στο εκατό τοις εκατό, αλλά το πρόσωπο το αυτό-στοχαστικό, που ρυθμίζει συνειδητά το πλαίσιο της ζωής του και δεν κυριαρχείται από τα νεκρά πράγματα. ένας τέτοιος στόχος πρέπει να εμφανίζεται στις εμβρυακές μορφές αναπαραγωγής, καθώς, διαφορετικά, αυτές δεν θα δικαιούνταν αυτό το όνομα.

Robert Kurzδημοσιεύτηκε στο περιοδικό KRISIS, nº 19, του 1997(2 από 5, συνεχίζεται …)

πηγή: EXIT!