σύγχρονη σκέψη, pensiero di oggi · Uncategorized

Κυοφορούνται θύελλες… Στη μνήμη του Θάνου Μικρούτσικου

02/01/2020 10:31

ANADOLU AGENCY VIA GETTY IMAGES
Παρίσι 28 Δεκεμβρίου 2019

Πάντες ἄνθρωποι τοῦ εἰδέναι ὀρέγονται φύσει έγραψε ο Αριστοτέλης· και πολύ σωστά: όλοι θέλουμε να διακρίνουμε αυτό που έρχεται. Όμως βασική προϋπόθεση γι’ αυτό είναι η όσο το δυνατόν σφαιρικότερη κατανόηση του παρόντος, της χρονιάς που μας εγκαταλείπει και που, χωρίς καμιά υπερβολή, θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ως «η χρονιά των εξεγέρσεων» ‒ένα σημείο-σταθμός στη ροή του πρόσφατου ιστορικού χρόνου. Μέσα στο μιντιακό ορυμαγδό των ημερών, το στοιχείο αυτό υποβολιμαία παραγνωρίζεται και αποσιωπάται, αλλά είναι το μείζον: η διάσταση απ’ την οποία πρέπει κανείς να ξεκινήσει προκειμένου να επιχειρηθεί προσέγγιση των επερχόμενων εξελίξεων και της αλληλουχίας που τις διέπει.

Ποια ήταν, λοιπόν, η ταυτότητα και τα χαρακτηριστικά του συγκρουσιακού κύματος που αγκάλιασε τον πλανήτη το 2019; Καμιά συνοπτική επισκόπηση δεν είναι βέβαια δυνατόν να είναι εξαντλητική· είναι όμως αυτό το ερώτημα που πρώτο οφείλει να μας απασχολήσει ‒όχι μόνο ως πραγματολογική πρώτη ύλη, αλλά και ως εφαλτήριο για να αναλογιστούμε τις αιτίες. Διότι παρά τη δεδομένη ιδιαιτερότητα της κάθε μιας κινηματικής έκρηξης, υπάρχουν στοιχεία που καθιστούν το φαινόμενο δυνάμει ενιαίο (Ι). Η διερεύνηση της όψης αυτής διαμορφώνει και το έδαφος για να τεθεί το ερώτημα που όλες και όλους απασχολεί: τι επωάζεται ‒όχι μόνο‒ για το 2020, αλλά και για το βραχυπρόθεσμο και μεσοπρόθεσμο μέλλον (ΙΙ);

Ι

Ίσως κανείς δεν θα μπορούσε, ένα χρόνο πριν, να φανταστεί τι έφερνε μαζί του το 2019. H χρονιά μπήκε με εξεγέρσεις στο Σουδάν και την Αλγερία που επέτυχαν να ανατρέψουν δικτατορίες δεκαετιών ‒εξέλιξη που, ενώ σε πρώτο χρόνο μάλλον υποτιμήθηκε, δεν θα μπορούσε να περάσει απαρατήρητη καθώς απηχούσε τον ποιοτικά νέο συγκρουσιακό αναβρασμό που είχε ήδη κάνει την εμφάνισή του στα τέλη του 2018 με τα γαλλικά «κίτρινα γιλέκα» και τη δυναμική επανεμφάνιση του κινήματος ενάντια στην κλιματική αλλαγή.

Σε κάθε περίπτωση, πριν τα διεθνή μέσα προλάβουν καλά-καλά να προβούν σε αποτιμήσεις, ξέσπασε το εξαιρετικά μαχητικό κίνημα στο Χονγκ Κονγκ, ένα κίνημα εκατομμυρίων (που διαρκεί μέχρι και σήμερα με διαρκώς ανανεούμενες μορφές δράσης και άδηλες ακόμα προεκτάσεις) ενάντια στην πιο απάνθρωπη και σκληρή δικτατορία του κόσμου, την Κινεζική. Ο επόμενος εξεγερτικός σπασμός εμφανίστηκε στην άλλη πλευρά του πλανήτη, πρώτα σε μικρές χώρες της Λατινικής Αμερικής, στην Αϊτή και στο Πουέρτο Ρίκο, όπου εκδηλώθηκαν εξεγέρσεις ενάντια στο νεποτισμό και την κρατική διαφθορά. Επρόκειτο για προάγγελους όσων επρόκειτο να επακολουθήσουν στην ήπειρο αυτή: στη Βραζιλία, με κινητοποιήσεις που κατάφεραν να φρενάρουν (όχι όμως και να ανατρέψουν) την αντιδραστική ατζέντα του Μπολσονάρου, στην Αργεντινή με την πολιτική αλλαγή που επήλθε στις εκλογές του Οκτωβρίου, και πάνω απ’ όλα στη Χιλή των συγκλονιστικών ‒δυνάμει επαναστατικών‒ κινητοποιήσεων, της τεράστιας καταστολής (με κατάφορες παραβιάσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων), αλλά και της συμβολικής νίκης που σηματοδοτεί η έναρξη διαδικασιών για συνταγματική αναθεώρηση με πρώτο σταθμό τη διεξαγωγή δημοψηφίσματος τον Απρίλιο του 2020 για το αν η υπό σχηματισμό συντακτική συνέλευση θα αποτελείται από πολιτικούς ή άμεσα εκλεγμένους λαϊκούς αντιπροσώπους ‒προοπτική που πριν τις κινητοποιήσεις θεωρούνταν αδιανόητη (όπως άλλωστε και η ίδια η συνταγματική αναθεώρηση), και που, σύμφωνα με πρόσφατες δημοσκοπήσεις, είναι συντριπτικά πλειοψηφική.

Αυτός ο διεκδικητικός πυρετός του δεύτερου κυρίως μισού του χρόνου περιλάμβανε ακόμη τεράστιες μαζικές δράσεις για το εθνικό ζήτημα στην Καταλονία, το σθεναρό νεολαιίστικο κίνημα για την προστασία του περιβάλλοντος (με δράσεις εκατομμυρίων το Μάρτιο, το Μάιο και το Σεπτέμβριο), καθώς και ενάντια στηβία κατά των γυναικών το Νοέμβριο

Οι συστημικοί σχολιαστές που, ανέξοδα ηθικολογώντας, φαντασιώνονται «κανονικότητες» δεν μπορούσαν να το πιστέψουν, όμως το φαινόμενο ήταν πρωτοφανές: χωρίς οι προηγούμενες «εστίες έντασης» να σβήνουν, προστίθονταν καθημερινά νέες ‒όπως οι εξεγέρσεις σε Ιράκ (με τις εκατοντάδες νεκρούς) και Λίβανο (όπου είχαμε ανατροπή της κυβέρνησης), καθώς και το νέο απεργιακό κύμα που εδώ και τέσσερις εβδομάδες συγκλονίζει τη Γαλλία ενάντια στην αντιμεταρρύθμιση του συνταξιοδοτικού, που φέρνει και πάλι στο προσκήνιο τις αγωνιστικές παραδόσεις του εργατικού κινήματος. Παρότι τα περισσότερα ‒και πάντως τα συστημικά‒ ΜΜΕ τηρούν σιγήν ιχθύος, πρόκειται για τη μεγαλύτερη απεργία των τελευταίων δεκαετιών (με συλλαλητήρια και διαδηλώσεις εκατοντάδων χιλιάδων σε πάνω από 200 πόλεις) που διαρκεί και κατά την εορταστική περίοδο (η απεργία των σιδηροδρομικών και των εργαζομένων στο μετρό δεν ανεστάλη), με νέο προσδοκώμενο σημείο κορύφωσης την 9η Ιανουαρίου 2020, οπότε έχει προγραμματιστεί νέα πανεθνική κινητοποίηση που καλούν οι συνομοσπονδίες CGT, FO (Εργατική Δύναμη) και Solidaire, καθώς και οργανώσεις της νεολαίας φοιτητών-μαθητών. Οι 40 απεργοί-μπαλαρίνες που παρουσίασαν τη «Λίμνη των Κύκνων» έξω από την Όπερα την παραμονή των Χριστουγέννων αποκάλυψαν με το δικό τους ποιοτικά προεικαστικό τρόπο τον πάνδημο χαρακτήρα της κραυγής «φτάνει πια».

Επισημάνθηκε και πριν πως δεν είναι δυνατόν να αποτυπωθεί εδώ ικανοποιητικά ολόκληρη η έκταση και η πολυμορφία των μαχητικών αυτών συλλογικών δράσεων. Δεσπόζουν όμως μερικά στοιχεία που, σε μεγάλο βαθμό, είναι κοινά ‒διαπίστωση που άλλωστε προκύπτει και από την απλή θέαση του γεωγραφικού εύρους των κινητοποιήσεων. Εκτιμώ πως τρία είναι τα πιο εντυπωσιακά.

Το πρώτο συνίσταται στην ηχηρή απάντηση που η μαζικότητα (και η ιλιγγιώδης ταχύτητα εξάπλωσης) των κινημάτων αυτών δίνει σε όσους ‒με τον έναν ή άλλο τρόπο‒ διατείνονται πως οι κοινωνίες της ούτω αποκαλούμενης «μετα-βιομηχανικής» εποχής είναι κατακερματισμένες και παθητικές. Πρόκειται για ρεύμα σκέψης που κάθε τόσο κάνει την εμφάνισή του για να διακηρύξει πότε το «τέλος των ιδεολογιών», πότε το «τέλος των τάξεων», πότε το «τέλος της ίδιας της ιστορίας», μόνο και μόνο για να διαψευστεί οικτρά στον επόμενο χρόνο της εκφοράς του. Ανακύπτει τότε το ‒ιδεολογικά ομογενές‒ ρεύμα της δήθεν άδολης ανησυχίας για την «πολιτική βία» και τη «ριζοσπαστικοποίηση» ‒διαβήματα που, με πρόσχημα το ενδιαφέρον για την «ανοιχτή κοινωνία», επιδιώκουν να δυσφημίσουν τη μόνη ελπίδα που έχει ο πλανήτης ενάντια στον καπιταλισμό της καταστροφής, τη λαϊκή κινητοποίηση, την ενεργοποίηση του Δήμου. Με όσα μέσα διαθέτουν και διαρκώς υπερβάλλοντάς τα, οι κοινωνίες λοιπόν αντιστέκονται και θα συνεχίσουν να αντιστέκονται όσο βάρβαρη και αν γίνεται η κρατική καταστολή.

Ένα δεύτερο, εξίσου σημαντικό κοινό στοιχείο των κινημάτων του 2019 ‒απόρροια και τεκμήριο της τεράστιας ισχύος τους‒ είναι η διάρκεια και η αντοχή τους: παρότι κατά κανόνα επέτυχαν μερική ικανοποίηση των αρχικών τους αιτημάτων, οι δρώντες παρέμειναν στο δρόμο βαθαίνοντας και επεκτείνοντας τις κινητοποιήσεις του. Βρίσκονται εδώ αποτυπωμένα ‒ασφαλώς με τρόπο άνισο και μερικό‒ συμπεράσματα που προέκυψαν και από τον προηγούμενο συγκρουσιακό κύκλο, της περιόδου 2008-2012. Δεν υπάρχει καμία εμπιστοσύνη στις κυβερνήσεις που υπόσχονται, δεν υπάρχει όμως εμπιστοσύνη ούτε και στις υπάρχουσες πολιτικές εκπροσωπήσεις. Όμως από αυτό δεν πρέπει να συναγάγει κανείς κάποιο συμπέρασμα «περιορισμένης πολιτικοποίησης» ‒ίσα-ίσα. Αυτό που τα κινήματα εναγωνίως αναζητούν είναι νέους πολιτικούς οργανισμούς και θεσμούς λογοδοσίας ικανούς να τα προστατέψουν από το δηλητήριο της γραφειοκρατικοποίησης.

Το τρίτο κοινό στοιχείο, που παραπέμπει άμεσα και στις αιτίες των εξεγερτικών δράσεων, αφορά στο γεγονός πως σχεδόν όλες ξεκίνησαν από φαινομενικά ασήμαντες αφορμές: μια διακοπή επιδότησης, μια μικρή αύξηση στην τιμή των εισιτηρίων του μετρό, μια φορολόγηση κλίσεων μέσω ίντερνετ. Η έκταση, το βάθος, η αποφασιστικότητά τους όμως δείχνουν καθαρά πως δεν επρόκειτο παρά ακριβώς γι’ αυτό, για αφορμές (σύμφωνα και με το πάνδημο πλέον Χιλιανό σύνθημα «δεν είναι για τα 30 πέσος, είναι για τα 30 χρόνια»), για τις σταγόνες που ξεχείλισαν το ποτήρι. Το κρίσιμο ερώτημα είναι τι το είχε γεμίσει ‒και η απάντηση δεν είναι διόλου δύσκολη: οι ιστορικά ανεπανάληπτες και καθημερινά διογκούμενες κοινωνικές ανισότητες (σύμφωνα με πρόσφατα στοιχεία της Oxfam, 8 άτομα κατέχουν περιουσία ίση με το φτωχότερο 50% του πλανήτη), η κλιματική καταστροφή, η συρρίκνωση της δημοκρατίας, η παραθεσμική γιγάντωση εκτελεστικών μηχανισμών χωρίς την παραμικρή λογοδοσία, η συνεπακόλουθη διαφθορά στα πιο υψηλά κλιμάκια της εξουσίας, η κρατική καταστολή, η εθνική καταπίεση, οι έμφυλες ανισότητες. Όπως το αποτυπώνει και το πάνδημο πλέον Χιλιανό σύνθημα «δεν είναι για τα 30 πέσος, είναι για τα 30 χρόνια».) Όμως αυτά δεν είναι μεταξύ τους ασύνδετα. Αποτελούν, συνδυαστικά, τον ορισμό του σύγχρονου καπιταλισμού ‒είναι αναγκαία, αναπόφευκτα απότοκα της σύγχρονης λειτουργίας του.

RODRIGO GARRIDO / REUTERS
Chile December 30, 2019. 

 

ΙΙ

Στα πρόθυρα μιας νέας ύφεσης (την οποία όλοι οι αναλυτές προβλέπουν) το κύριο ερώτημα που τίθεται είναι αν ο καπιταλισμός είναι σε θέση να αντιμετωπίσει αυτές τις πολλαπλές εστίες προβλημάτων. Η απάντηση είναι απερίφραστα αρνητική και οι λόγοι γι’ αυτό είναι βασικά τρεις.

Ο πρώτος είναι ο ίδιος ο τρόπος με τον οποίο το σύστημα αντιμετώπισε την προηγούμενη κρίση, αυτή που ξέσπασε το 2008: μέσω της ιστορικά ανεπανάληπτης εισροής ρευστού στην οικονομία (ποσοτική χαλάρωση, αρνητικά επιτόκια) και με νέο δανεισμό. Καθώς ο τελευταίος είναι πλέον στην περιοχή του 100% του παγκόσμιου ΑΕΠ, ένας νέος δανεισμός από το μέλλον δεν συγκαταλέγεται πλέον στις στρατηγικές που μπορούν εύκολα και πάλι να υιοθετηθούν: πόσο παραπάνω ποσοτική χαλάρωση, πόσο πιο αρνητικά επιτόκια; Επιπλέον, παρότι αυτού του είδους η διαχείριση κατάφερε να αντιμετωπίσει τις χειρότερες επιπτώσεις της προηγούμενης κρίσης, δεν επέτυχε (ούτε και θα ήταν δυνατόν να επιτύχει) αντιμετώπιση της πηγής του προβλήματος: του γεγονότος ότι, καθώς οι κοινωνίες αδυνατούν να καταναλώσουν αυτό που παράγουν (σύμφωνα με ετήσια έκθεση του ΟΗΕ για την «ανθρώπινη ανάπτυξη», μεταξύ 1980 και 2016, το πλουσιότερο 1% του παγκόσμιου πληθυσμού έλαβε το 27% του πλούτου που παράχθηκε, ενώ το φτωχότερο 50% του παγκόσμιου πληθυσμού έλαβε μόλις το 12%), το σύστημα βρίσκεται παγιδευμένο σε μιαν αέναη συνθήκη υπερσυσσώρευσης. Οι πλούσιοι γίνονται πλουσιότεροι (πάντα σύμφωνα με την ίδια έκθεση του ΟΗΕ, στην Ελλάδα της κρίσης, λ.χ., το πλουσιότερο 1% αύξησε τον πλούτο του κατά 5,9% ενώ το φτωχότερο 40% έχασε το 43,8% του εισοδήματός του), όμως οι οικονομίες σέρνονται (οι ρυθμοί ανάπτυξης της τελευταίας περιόδου υπήρξαν χαρακτηριστικά χαμηλοί) και το σύστημα προσπαθεί να εξισορροπηθεί δημιουργώντας νέες φούσκες που, όπως και οι προηγούμενες, είναι δεδομένο πως κάποια στιγμή θα σκάσουν. Πρόκειται βέβαια για κατάσταση πραγμάτων που εύλογα δημιουργεί πανικό σε όλους τους σοβαρούς συστημικούς αναλυτές. Είναι πρώτη φορά στην ιστορία που, σε καιρό ακόμα ‒έστω χαμηλής‒ ανάπτυξης εκφράζεται τέτοιος πανικός για την επερχόμενη κρίση. Τα ερωτήματα τίθενται, όμως συστημικές απαντήσεις απλώς δεν υπάρχουν.

Δεύτερος σημαντικός παράγοντας της τρέχουσας συγκυρίας (που αναπόφευκτα θα χαρακτηρίζει το 2020) είναι κάτι που, ενώ στην προηγούμενη κρίση δεν υπήρχε, είναι εντούτοις σύμφυτο με την ίδια τη λειτουργία του καπιταλισμού: οι εμπορικοί πόλεμοι ‒κυρίως αυτός ανάμεσα στις ΗΠΑ και την Κίνα. Προσπάθειες, βέβαια, για να αντιμετωπιστεί το πρόβλημα γίνονται. Όμως τα αποτελέσματά τους είναι άκρως απογοητευτικά (παρά τις φευγαλέες τυμπανοκρουσίες), και αυτό δεν είναι διόλου παράξενο. Δεν πρέπει να ξεχνούμε πως οι ανταγωνισμοί των μεγάλων οικονομιών είχαν στο παρελθόν οδηγήσει σε δυο παγκόσμιους πολέμους και σήμερα αναμφίβολα θα οδηγούσαν σε έναν τρίτο αν δεν υπήρχε, λόγω πυρηνικών, η βεβαιότητα της καταστροφής του πλανήτη. Και έτσι όμως, οι ανταγωνισμοί για διεύρυνση των «σφαιρών επιρροής» μαίνονται ‒το βλέπουμε γλαφυρά στις λυσσώδεις, άκρως ιμπεριαλιστικές προσπάθειες των πιο ισχυρών αστικών τάξεων να κερδίσουν «ζωτικό χώρο» τροφοδοτώντας συρράξεις που καταστρέφουν ολόκληρους πληθυσμούς, δημιουργώντας και συντηρώντας το προσφυγικό δράμα. Ούτε αυτοί οι ανταγωνισμοί είναι δυνατόν να πάψουν ‒όσο έντονα και αν ακούγονται οι περί του αντιθέτου διαβεβαιώσεις.

Υπάρχει, τέλος, και ένα τρίτος παράγοντας αποσταθεροποίησης: το γεγονός ότι η Κίνα, χώρα που το προηγούμενο διάστημα γνώριζε μεγάλους ρυθμούς ανάπτυξης και είχε δαπανήσει τεράστια ποσά (που, εκ των πραγμάτων, είχαν λειτουργήσει σαν παγκόσμιο οικονομικό «μαξιλάρι» απορροφώντας τις εξαγωγές των χωρών της Δύσης) δεν είναι πλέον σε θέση να το επαναλάβει. Οι ρυθμοί ανάπτυξής της έχουν πέσει στο μισό ενώ, όπως ήδη επισημάνθηκε, μαίνεται ο εμπορικός της ανταγωνισμός με τις ΗΠΑ. Στην προοπτική μιας νέας ύφεσης, το σύστημα βρίσκεται παγιδευμένο στη δίνη ενός ισχυρού καθοδικού σπιράλ που θα καταστήσει μια νέα εξισορρόπηση ιδιαίτερα δύσκολη και, σε κάθε περίπτωση, προβληματική.

Όλα τα παραπάνω δείχνουν περίτρανα ότι το σύστημα δεν μπορεί να βρει λύση στα δομικά προβλήματα που αντιμετωπίζει. Όμως αυτό καθόλου δεν συνεπάγεται και μιαν αυτόματη επίλυση στα προβλήματα που αντιμετωπίζουν οι κοινωνίες ‒η αποτίμηση των συστημικών αδιεξόδων ούτε απελευθερωτική εσχατολογία υποκρύπτει, ούτε και ενέχει κάποια προδιαγεγραμμένη νομοτέλεια. Με δεδομένο ότι οι κοινωνίες αντιστέκονται (κάτι που, υπό το φως των εντεινόμενων προβλημάτων, είναι βέβαιο πως θα συνεχιστεί), προϋπόθεση για να διαρρήξουν το αντιδραστικό κέλυφος της κυριαρχίας είναι να επιλύσουν το μείζον αίτημα της εποχής: τη συγκρότηση μιας γνήσια μετασχηματιστικής πολιτικής εκπροσώπησης. Τα μεγάλα κινήματα της προηγούμενης περιόδου δεν κατάφεραν να αντιμετωπίσουν το πρόβλημα της πολιτικής ανεπάρκειας και της συνεπακόλουθης γραφειοκρατικοποίησης των φορέων που ανέλαβαν να τα εκπροσωπήσουν· και το έλλειμμα παραμένει ως τις μέρες μας. Η συνειδητοποίησή του από τους σημερινούς κινηματικούς δρώντες βρίσκει αντανάκλαση στη μεγάλη καχυποψία με την οποία αντιμετωπίζονται κόμματα και πολιτικές οργανώσεις· όμως χωρίς εύρωστη πολιτική ‒μια πολιτική στρατηγικά προετοιμασμένη για τις έλλογες ρήξεις καθ’ οδόν προς τη συγκρότηση του μέλλοντος‒ τα κινήματα δεν είναι δυνατόν να επιτύχουν στις στοχεύσεις τους όσον ηρωισμό και αν επιδείξουν. Μεγάλη παρακαταθήκη του τελευταίου συγκρουσιακού κύκλου είναι η κατανόηση ότι πρόβλημα δεν είναι η πολιτικοποίηση καθαυτή, αλλά ο ελλιπής και στρεβλός τρόπος με τον οποίο επιχειρείται. Από τους τρόπους με τους οποίους θα αντιμετωπιστεί η κορυφαία αυτή πρόκληση της εποχής θα εξαρτηθεί και η πορεία του πλανήτη για το επόμενο διάστημα.

 

Ο Σεραφείμ Ι. Σεφεριάδης είναι Αναπληρωτής Καθηγητής Πολιτικής Επιστήμης στο Πάντειο Πανεπιστήμιο, Διευθυντής του Εργαστηρίου Συγκρουσιακής Πολιτικής και Life Member στο Πανεπιστήμιο του Cambridge

μεγαλείο χαρακτήρα!, grandezza carattere !

Τα τελευταία λόγια του Enrico

Πριν από ένα μήνα ο σύντροφος Enrico αυτοκτόνησε, πέφτοντας από το παράθυρο του σπιτιού όπου ζούσε στο Παρίσι. Ο Enrico, σύντροφος και αγαπητός φίλος, βρισκόταν στο Παρίσι για περισσότερο από τριάντα χρόνια εξόριστος και πρόσφυγας, μαζί με δεκάδες άλλους συντρόφους και συντρόφισσες που είχαν δραπετεύσει από τον μπαλτά του δήμιου, αυτόν που καταδιώκει αμείλικτα, δίχως ανακωχή εκείνους που επαναστατούν και εξεγείρονται. σε αυτό προστέθηκε η επιθετικότητα ενός όγκου: βλ. το προηγούμενο ποστ    https://aenaikinisi.wordpress.com/2019/10/09/%ce%ad%cf%86%cf%85%ce%b3%ce%b5-%ce%bf-enrico-se-ne-e-andato-via       post precedente
Παρακάτω ένα έγγραφο του γραμμένο λίγες μέρες πριν πεθάνει σχετικά με τον ταξικό αγώνα στη Γαλλία, μέσα από μια συζήτηση για τα «κίτρινα γιλέκα» που μας ήρθε μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου.
αυτό ακολουθείται από την αποχαιρετιστήρια επιστολή, που άφησε ο Enrico στον υπολογιστή, όπου μιλά για τους λόγους που τον ώθησαν σε αυτήν.
=*=*=*=*=*=*=

Είναι εδώ και λίγος καιρός που προσπαθώ να γράψω κάτι για να «κάνω τις αξιολογήσεις μου γνωστές» (όπως εσύ λες ευγενικά) αλλά οι μεταβλητές που πρέπει να ληφθούν υπόψη είναι τόσο πολυάριθμες και η κατάσταση τόσο περίπλοκη που χρειάζομαι πολύ περισσότερο χρόνο από αυτόν που είχα υπολογίσει στην αρχή, και επιπλέον είμαι μόνος. Εάν δεν θέλουμε να κάνουμε μια ανάλυση που να είναι υπερβολικά απλοϊκή και να δέχεται εύκολα επίθεση/κριτική, θα πρέπει να επικεντρωθούμε λίγο περισσότερο και να απλωθούμε (χάνοντας κατά συνέπεια στη σύνθεση). Ποτέ δεν ήμουν καλός συγγραφέας, ούτε καλός ομιλητής (είναι τα όριά μου), αλλά πάντα η διαίσθηση μου λειτουργούσε καλά, όμως δεν μπορώ να την επικοινωνήσω-μεταφέρω σωστά στους άλλους, γι αυτό χρειάζομαι χώρο και χρόνο.

Προσπαθώ να σκιτσάρω μερικά σημεία, ένα είδος σχεδίου (αλλά πάντα εσύ ήσουν ο επαγγελματίας των σκαριφημάτων … hihihi!).

Μπορώ να σου πω για ποιο λόγο το άρθρο της Le Figaro μου έκανε εντύπωση πραγματικά και με εξέπληξε (με εκπλήσσει λόγω του βήματος από το οποίο προέρχεται) και μου έδωσε μερικές ιδέες προβληματισμού.

Το άρθρο συνοπτικά λέει ότι μόνο ο μισθός που πληρώνει το «αφεντικό» δεν επαρκεί πλέον για την αναπαραγωγή του εργατικού δυναμικού, επομένως το Κράτος με τις βοήθειες του συμμετέχει άμεσα (πληρώνοντας με την ανακατανομή) στην αναπαραγωγή του εργατικού δυναμικού ή τουλάχιστον, το μέρος που οφείλεται στο Κράτος είναι υπό αύξηση. Σε αυτό το πλαίσιο εγγράφεται και η ευρύτερη συζήτηση για το «εισόδημα ιθαγένειας»..

Η φράση του Macron, φράση που εμφανίζεται επίσης στο άρθρο με τίτλο «Πόσοι γάλλοι μπορούν να ζήσουν χωρίς κρατική ενίσχυση;» [Ο τίτλος τα λέει όλα], είναι σαφής στην ανάλυση που της κάνει: «Θέλουμε μια Γαλλία στην οποία να μπορεί κανείς να ζει αξιοπρεπώς από την εργασία του», συνεπώς θέλει να πει ότι παρά το γεγονός ότι κάποιος έχει έναν πλήρη μισθό και μόνιμη δουλειά ζει δίχως αξιοπρέπεια.

Αυτό σχετίζεται με το κίνημα των «κίτρινων γιλέκων».

Ένα από τα χαρακτηριστικά αυτού του αυθεντικού κινήματος είναι ότι ΑΜΕΣΩΣ (από την αρχή, από το νοέμβριο) δεν απαιτεί πλέον μισθό από τον «κύριο» του, αλλά απαιτεί περισσότερα χρήματα από το Κράτος. Δεν ζητά πλέον άμεσο μισθό (στο pay slip, στο πακέτο αποδοχών), αλλά απαιτεί περισσότερο έμμεσο μισθό (περισσότερο από βοήθεια). [Σχεδόν σαν να είχαν κατανοήσει ότι δεν μπορούν να έχουν αύξηση μισθού, δεν μπορούν να αυξήσουν το κόστος των αγαθών σε μια παγκοσμιοποιημένη και υπερ-ανταγωνιστική αγορά]. Δεν αναζητά επιχειρηματίες ως συνομιλητές, αλλά απευθύνεται απευθείας στο Κράτος ζητώντας μια διαφορετική ανακατανομή του εθνικού πλούτου, και σπρώχνει το Κράτος να αναζητήσει τη χρηματοδότηση κάνοντας να πληρώσουν οι GAFA και οι πλουσιότεροι που αποφεύγουν τους φόρους..

Τοποθετημένος στο επίπεδο του κράτους, ο αγώνας αυτός γίνεται αμέσως ταξικός, και επομένως πολιτικός λόγω του επιλεγμένου συνομιλητή. Με αυτό δεν θέλω να πω ότι ένας μισθολογικός αγώνας στο εργοστάσιο δεν είναι πολιτικός (όλα είναι πολιτικά συνηθίζαμε να λέμε πριν από μερικά χρόνια … hihihihi!). Αλλά υπερπηδώντας ευθύς αμέσως την κλασική/παραδοσιακή σχέση κεφαλαίου/ εργασίας και τιθέμενο ενάντια στο Κράτος, το περιεχόμενο είναι διαφορετικό.

Απαιτώντας συνεπώς περισσότερο από την εθνική αλληλεγγύη περισσότερο «σοσιαλισμό». Από την αρχή της θητείας του, το οικονομικό σχέδιο του Macron ήταν πάντα να ευνοεί το μεγάλο και μεσαίο κεφάλαιο (χρηματιστικό και άλλο, για παράδειγμα κατάργηση των φόρων επί της περιουσίας, μείωση μισθολογικών παραχωρήσεων που βαρύνουν τα αφεντικά) εις βάρος του προλεταριάτου (μέχρι στιγμής τίποτα νέο, μια δεξιά πολιτική). Το σχέδιο αυτό υλοποιούνταν για εξοικονόμηση 60 δισ. ευρώ σε δύο χρόνια :

μείωση της βοήθειας (κοινωνική δαπάνη), μείωση των προϋπολογισμών των δημοσίων δαπανών (υγεία, εκπαίδευση, μεταφορές, μείωση της μισθολογικής μάζας στους κρατικούς θεσμούς, συμπεριλαμβανομένης της αστυνομίας κ.λπ. … ο κατάλογος είναι μεγάλος) και μετατοπίζοντας την φορολογική επιβάρυνση από το άμεσο (φόροι επί του εισοδήματος, [πρόσεξε καλά, το 45% των γαλλικών οικογενειών, εκείνων που λαμβάνουν τα χαμηλότερα εισοδήματα, είναι ήδη απαλλαγμένο από τον φόρο εισοδήματος, εάν θα έπρεπε να καταβάλλουν επί πλέον και τους φόρους επί του εισοδήματος, το εργατικό δυναμικό δεν θα μπορούσε πλέον να αναπαράγεται) σε εκείνο το έμμεσο (ΦΠΑ, ειδικοί φόροι κατανάλωσης καυσίμων, καπνός, rachet προστίμων, cotizzazioni εις βάρος μισθωτών και συνταξιούχων κ.λπ.).

Αλλά το κίνημα των «κίτρινων γιλέκων» ξαφνικά (κανείς δεν το είχε δει να έρχεται) με τον ριζοσπαστισμό του και με τα περιεχόμενα του αλλάξει εντελώς την κατάσταση. Οι άνθρωποι δεν μπορούν να φτάσουν στο τέλος του μήνα και το Κράτος τους ζητά να συμμετάσχουν στον αγώνα ενάντια στο τέλος του κόσμου πληρώνοντας πιο ακριβή τη βενζίνη. Το σύνθημα είναι πολύ σαφές «Το πρόβλημά μου είναι το τέλος του μήνα, όχι το τέλος του κόσμου» απαντά ο πληθυσμός.

Τον δεκέμβριο, όλα αποκρυσταλλώνονται αυθόρμητα, βρισκόμαστε σε μια προ-εξεγερτική φάση (κάποιος μιλάει μάλιστα για μια καθαρά εξεγερτική φάση). Οι πιο ριζοσπάστες στο κίνημα δεν καταλαμβάνουν τα εργοστάσια, δεν επιτίθενται στην Ένωση Βιομηχάνων, δεν παραλύουν τις αποθήκες καυσίμων αλλά επιτίθενται στις τράπεζες, τα καταστήματα πολυτελείας, τα καταστήματα που ανήκουν στις πολυεθνικές (εκείνους που δεν πληρώνουν τους φόρους και επομένως δεν συμμετέχουν σε μια δυνητική ανακατανομή) μάλιστα και σε μια νομαρχία και την έδρα ενός υπουργείου.

Ορισμένα συνθήματα του κινήματος εκφράζουν/δηλώνουν «να εφορμήσουμε στο χειμερινό ανάκτορο» (η περιοχή του προεδρικού μεγάρου καθίσταται κόκκινη ζώνη, κανείς δεν μπορεί να πλησιάσει σε αυτήν) και το κίνημα συγκεντρώνει τη συναίνεση της πλειοψηφίας των γάλλων [φτάσαμε στο 80% της συγκατάθεσης), σχεδόν όλοι οι γάλλοι λένε ότι τα «κίτρινα γιλέκα» έχουν δίκιο.

Λίγα λόγια σχετικά με την κοινωνιολογική σύνθεση του κινήματος των «κίτρινων γιλέκων»: η πλειοψηφία προέρχεται από τον τριτογενή τομέα (υπηρεσίες κ.λπ.), περισσότερο από το 50% προέρχεται από αγροτικές περιοχές (επαρχία), πολύ λίγοι άνεργοι, σχεδόν πλήρης απουσία υποπρολεταριάτου, και λίγοι εργάτες, μα πάρα πολλοί επισφαλείς, φοιτητές και μη, τεχνίτες, μικροί έμποροι, μικροί αγρότες που στραγγαλίστηκαν από την κρίση, συνταξιούχοι και πολλές διαζευγμένες γυναίκες με παιδιά. Οι αγρότες περιφρουρούν 24/24 τις οδικές διασταυρώσεις στην επαρχία, έρχονται τα σάββατα στις μεγάλες πόλεις για να διαδηλώσουν, αλλά μετά τη διαδήλωση επιστρέφουν σε περιοχές με χαμηλή πυκνότητα κατοίκων. Μέσα στο κίνημα δεν υπάρχουν ούτε τα συνδικάτα ούτε τα κόμματα (η άκρα δεξιά διεισδύει στο κίνημα, αλλά επίσημα δεν συμμετέχει), και κανείς δεν τα θέλει. Για αυτούς τους ανθρώπους, ο όρος «πολιτική» είναι ήδη συνώνυμος της διαμάχης-της διάθεσης για σύγκρουση [με αυτό αναφέρομαι στην Piazza Statuto και στις τρεις κατηγορίες του Accornero συγκρουσιμότητα-ανταγωνισμός-επανάσταση], της διαμεσολάβησης, συνεπώς ΔΕΝ θέλουν ένα πολιτικό κίνημα, αλλά είναι ήδη » πολιτικοί», δεν θέλουν να ανακτηθούν από την «παραδοσιακή» πολιτική οπότε να προδοθούν, δεν θέλουν ούτε μια δική τους πολιτική κατεύθυνση-διεύθυνση, θέλουν περισσότερα, είναι ήδη τουλάχιστον ανταγωνιστές-ανταγωνιστικοί.

Ιστορικά οι γάλλοι προλετάριοι τείνουν να «αναρχοφέρνουν» πολύ περισσότερο από τους ιταλούς. Ως αναρχικοί, απορρίπτουν όλες τις μορφές κρατικής οργάνωσης και όχι μόνο (ακόμη και τη δική τους οργάνωση), μια συγκεντροποίηση των αποφάσεων είναι ήδη συνώνυμη με την έμμεση δημοκρατία, την διαμεσολάβηση και τη διαφθορά των αξιών. Θέλουν μια άμεση δημοκρατία (όχι τυχαία ένας από τους στόχους είναι το δημοψήφισμα για την ιθαγένεια.

Ξέρουν τι ΔΕΝ θέλουν (για παράδειγμα την αντιπροσωπευτική δημοκρατία), χωρίς να γνωρίζουν τι θέλουν, εκτός από το να ζουν καλύτερα και να παράγουν διαφορετικά, είναι σιωπηρά και αντικειμενικά ήδη αντικαπιταλιστές. Μέσα στο κίνημα υπάρχουν όλες οι πιθανές πολιτικές θέσεις που μπορείς να φανταστείς (η κλασική δεξιά και αριστερή βάση, αναρχικοί, ακραία αριστερά, ακραία δεξιά), αλλά και πολλοί άνθρωποι χωρίς πολιτική ιδεολογία και που ποτέ δεν συμμετείχαν σε κανέναν αγώνα ούτε πολιτικό, ούτε μισθολογικό. Οι δικαστές που έχουν κληθεί να κρίνουν τους συλληφθέντες αντιμετωπίζουν ανθρώπους με καθαρό ποινικό μητρώο (γυναίκες και άνδρες), χωρίς πολιτικά προγενέστερα, με μέσο όρο ηλικίας 40-45 χρόνια (άνθρωποι που μιας και δεν έχουν ποτέ συμμετάσχει σε κάποιον αγώνα δεν γνωρίζουν καν τους κανόνες και πιάνονται με ευκολία). Με λίγα λόγια, «κανονικοί» άνθρωποι (οι εφημερίδες αναφέρονται σε «λαό», έτσι μιλούν για λαϊκιστές).

Ο Macron κυριολεκτικά χέζεται πάνω του, γιατί συγκεντρώνοντας την εξουσία στο πρόσωπο του (δεν έχει ένα «κλασικό» κόμμα, δεν έχει ένα συνδικάτο, οι βουλευτές του προέρχονται από την κοινωνία, δεν έχει χωροταξικά γραφεία, δεν έχει τοπικούς πολιτικούς εκπροσώπους, δεν έχει στρατευμένους, ΕΙΝΑΙ ΠΡΑΚΤΙΚΑ ΜΟΝΟΣ, συνεπώς είναι και ο στόχος) είναι αυτός ο εχθρός που πρέπει να ρίξουν.

Αν εξαφανιστεί ο Macron, εξαφανίζεται και ο μακρονισμός, είναι αυτός που ενσαρκώνει το πολιτικό πρόγραμμα. Έτσι, μέσα σε βιασύνη και μανία, το επίπεδο καταστολής αυξάνεται, αλλά ταυτόχρονα, τον δεκέμβριο, παραχωρεί 10 δισεκατομμύρια ευρώ στο κίνημα (δεν αυξάνει τον νόμιμο ελάχιστο μισθό, επειδή ο «παραδοσιακός μισθός» καταβάλλεται από το «αφεντικό», αλλά αυξάνει το μέρος που αναλογεί στο κράτος, «καλώντας [hihihihi !] τις εταιρείες να καταβάλουν πριμοδότηση παραγωγής». Και τον απρίλιο (μετά την εθνική συζήτηση) προσθέτει άλλα 7 δισεκατομμύρια ευρώ (κάποιος λέει 8). Προσέξτε συνολικά 17 δισεκατομμύρια, πολύ περισσότερα από εκείνα που έχουν επιτύχει οι συνδικαλιστικοί και κοινωνικοί αγώνες κατά τα προηγούμενα 5-10 χρόνια κοινωνικών συγκρούσεων.

Πως είναι δυνατόν;

Ήθελε να εξοικονομήσει 60 δισεκατομμύρια ευρώ και αντίθετα επέλεξε (υποχρεωμένος ή όχι) να δώσει 17;

Πώς γίνεται να μειώνει τις κρατικές δαπάνες και να αυξάνει την ανακατανομή του πλούτου; Πώς μπορεί να είναι περισσότερο «σοσιαλιστής» (το λέει και το άρθρο του Le Figaro «… γενόμενος περισσότερο καπιταλιστής κοινωνικοποιώντας όλο περισσότερο τους καρπούς της ανάπτυξής του …) μέσα σε ένα παγκοσμιοποιημένο και hyper-φιλελεύθερο καπιταλιστικό σύστημα;

Και δεν έχει τελειώσει εδώ. Οι λόγοι για τους οποίους γεννήθηκε το κίνημα εξακολουθούν να είναι παρόντες, ακόμη και με 100 ευρώ περισσότερα, το τέλος του μήνα παραμένει ακόμη πολύ μακριά. Τα 17 δισεκατομμύρια που παραχώρησε η κυβέρνηση είναι μόνο μια σταγόνα νερού σε σχέση με αυτό που αναμένει το κίνημα. Αν και έχει μαλακώσει από τη μακρά διαμάχη και ποινικοποιήθηκε (είναι αγώνας 6 μηνών με μια συχνότητα μιας διαδήλωσης κάθε σάββατο), το κίνημα μπορεί να ξεκινήσει ξανά αυθόρμητα ανά πάσα στιγμή (αλλά ισχύει και το αντίθετο ) και η κυβέρνηση έχει πολύ σφιχτά περιθώρια ελιγμών.

Ο Macron παραμένει σε κατάσταση ακραίας ευθραυστότητας, αυτός δεν έχει μια πραγματική σταθερή εκλογική βάση για να στηρίζεται, αυτοί που τον ψηφίζουν διαρκώς αλλάζουν, η πτέρυγα της συντηρητικής αριστεράς που κατάφερε να συνεταιριστεί ήδη τον εγκαταλείπει και είναι σε θέση να ψαρεύει μόνο στα δεξιά του. Οι οικολόγοι ενισχύονται τόσο από δεξιά (η αριστερά των μακρονιστών) όσο και από αριστερά (σοσιαλιστικό, κομμουνιστικό, κόμμα, insoumis). Ιστορικά το γαλλικό οικολογικό κίνημα έχει αριστερή βάση, βλέπε και ακροαριστερή (μιλάω για τη βάση, οι ηγέτες του οικολογικού κινήματος έχουν πιο ποικίλες θέσεις, υπάρχει επίσης ένας οικολογισμός της δεξιάς, για παράδειγμα οι κυνηγοί).

Το συνδικάτο CGT και τα κόμματα της «gauche», αριστεράς, προσπαθούν μόνο να καβαλήσουν το κίνημα (μιλώ για τα «gilets jaunes») με έναν τρόπο συμφεροντολογικό για να μπορέσουν να ενισχυθούν, επειδή κανείς πλέον δεν πιστεύει στην παλιά αριστερά και οι κάρτες μέλους μειώνονται κάθε μήνα. Δεν τους καταλαβαίνουν και ούτε καν προσπαθούν να τους καταλάβουν και το κίνημα δεν θέλει καν να τους ακούσει να μιλούν, ούτε να ακούσει να μιλούν γι αυτούς. Την 1η μαΐου (ημέρα των εργατών), η CGT δεν κατάφερε καν να πάρει την κεφαλή της πορείας, επικεφαλής μπήκαν τα ‘κίτρινα γιλέκα’-«gilets jaunes» και τα «μαύρα μπλοκ»-i «black-blocs».

Εκλογική παρέκκλιση ευρωπαϊκή ψηφοφορία. Το PCF δεν θα έχει κανένα βουλευτή στο Στρασβούργο, επειδή το ελάχιστο ήταν 5% των ψήφων, και αυτοί είναι στο 3,2%. Οι σοσιαλιστές και οι insoumis έχουν το 6% των ψήφων έκαστος, ενώ οι οικολόγοι έχουν πάνω από 13% (σοσιαλιστές + insoumis έχουν μαζί λιγότερες ψήφους απ ‘ότι οι οικολογιστές από μόνοι τους), η παλιά κλασική δεξιά καταρρέει από 20% σε 8%, σε μια συμμετοχή του 50% των ψηφοφόρων. Το κίνημα των «κίτρινων γιλέκων» δεν πήγε καν να ψηφίσει, παρά την ύπαρξη αρκετών ανεξάρτητων καταλόγων που δηλώνουν ότι είναι η έκφρασή τους και πως θέλουν να μεταφέρουν τα περιεχόμενα τους.

Δεν είμαστε ακόμη στο τέλος του κύκλου, για πολλούς παρατηρητές, είμαστε μόνο στην αρχή αυτού του κινήματος των «κίτρινων γιλέκων». Και μεταξύ άλλων, τίποτα δεν θα είναι το ίδιο όπως πριν, τα περιεχόμενα που εκφράζονται είναι ένα σημείο μη επιστροφής. Κανένας άλλος αγώνας δεν θα μπορεί να αρχίσει χωρίς να ξεκινήσει από εκεί που έφθασαν τα «κίτρινα γιλέκα».

Οι εκτιμήσεις μου δεν είναι καθόλου ολοκληρωμένες, με αυτές τις γραμμές αναπτύσσω μερικές μόνο από αυτές. Συνεχίζω να αισθάνομαι μαρξιστής, στο «Κεφάλαιο» όλα αυτά τα πράγματα είναι ήδη εκεί (μπροστά σε όσους λένε ότι ο μαρξισμός είναι νεκρός).

Ο ταξικός αγώνας είναι πάντα υπαρκτός, μόνο οι κεντρικές φιγούρες «ίσως» είναι διαφορετικές. Η ευγένεια σου μου επιτρέπει να είμαι και λίγο ανακριβής, γνωρίζω πολύ καλά ότι ξέρεις να διαβάζεις μεταξύ των γραμμών και θα καταλάβεις το νόημα και το βάθος των πραγμάτων που λέω εις βάρος της φόρμας. Όπως βλέπεις, δεν είμαι εξοπλισμένος «συνοπτικά» και οι μεταβλητές είναι πολλές, οι παλιές κατηγορίες δεν είναι πλέον χρησιμοποιήσιμες, αλλά οι νέες δεν υπάρχουν ακόμα. Πώς να εξηγήσω τα πράγματα όταν οι λέξεις έχουν διαφορετικό νόημα από ότι στο παρελθόν; Θα μπορούσα και θα ήθελα να μιλήσω για ώρες.

Κράτησε αυτές τις «εκτιμήσεις» απλά ως τροφή για σκέψη.

…κι αυτή είναι η επιστολή που ανακτήσαμε από το computer του: una lettera d’ addio-μια επιστολή αποχαιρετισμού!

Ο καρκίνος με καταστρέφει κυρίως σωματικά. Δεν μπορώ να αντέξω να βλέπω τον εαυτό μου να μαραίνεται μέρα με τη μέρα. Αυτή η ασθένεια είναι ανίατη στην περίπτωσή μου, όσο ο συμβιβασμός μέσα στα πλεονεκτήματα και τα μειονεκτήματα μου επέτρεπε να έχω μικρές ικανοποιήσεις τις αποδεχόμουν, αλλά αυτή η περίοδος πέρασε, έτσι ώστε να «περιμένω» τον θάνατο χωρίς άλλη εναλλακτική λύση. Η ζωή δεν έχει πλέον νόημα για μένα.
Δεν μπορώ να αποδεχτώ να επιβιώνω χωρίς κανένα σκοπό και χωρίς καμία ελπίδα.
Όπως και στο τραγούδι της Nina Simone “My Way” (https://www.youtube.com/watch?v=E5slKnOULnU), έζησα με τον τρόπο μου με τη μεγαλύτερη δυνατή ειλικρίνεια, αλλά δεν ήμουν πάντα ο κατά το δυνατόν πιο τίμιος με όλους.
Υπάρχουν κάποιες πράξεις που έχω διαπράξει που με βαραίνουν σε όλη μου τη ζωή, πάντα ντρεπόμουν γι αυτό, μέχρι σημείου να τρέμω από αηδία και θυμό προς τον εαυτό μου. Σε εκείνες τις στιγμές με σιχαινόμουν, γιατί είχα υποκύψει στον οπορτουνισμό ο οποίος μου προκαλεί φρίκη. Αλλά στο σύνολο δεν ντρέπομαι για τη διαδρομή μου. Ποτέ δεν ήμουν υποκριτής, υπερασπίστηκα πάντα αυτό που πίστευα χωρίς να λαμβάνω υπόψη τα πλεονεκτήματα ή τα μειονεκτήματα που αυτό θα μου προκαλούσε. Σε σημείο να βάζω τη ζωή μου την ίδια σε κίνδυνο, αλλά με τον τρόμο πως εάν είχα επιλέξει το πρωταρχικό συμφέρον μου ενάντια σε αυτό στο οποίο πίστευα, δεν θα μπορούσα να κοιτάξω τον εαυτό μου μπροστά στον καθρέφτη. Να με εκτιμώ ήταν πάντα η στολή μου. Τα κατάφερα; Πραγματικά δεν ξέρω, αλλά το σημαντικό είναι ότι έκανα ότι μπορούσα για να αποφύγω να με απογοητεύω, το μόνο κριτήριο που πάντα μετρούσε για μένα. Θα μπορούσα να γίνω ένας μικροαστός και να σκέφτομαι το συμφέρον μου χωρίς να λαμβάνω υπόψη τους άλλους, αλλά ο ανθρωπισμός μου δεν μπορούσε να παραλείψει να λαμβάνει υπόψη την ευτυχία των άλλων. Μπορούσα να είμαι χαρούμενος αν και οι άνθρωποι που αγαπούσα θα μπορούσαν να επωφεληθούν από τη ευτυχία μου, ακόμα και εκείνοι που δεν γνωρίζω, ο Άνθρωπος με το Α κεφαλαίο.
Προφανώς έκανα επίσης πολλά λάθη, προσπαθώντας να τα αναγνωρίσω και να τα διορθώσω όταν μπορούσα, ακόμα και εκεί έκανα τα πάντα, ότι καλύτερο μπορούσα, με κάθε ειλικρίνεια και τιμιότητα.
Αφαιρώ τη ζωή μου με απλότητα, χωρίς κάποιος να με έχει σπρώξει ή να με επηρεάσει.
Είναι η επιλογή μου.
Αγάπησα, θαύμασα πολλούς ανθρώπους και κάποιοι με αγάπησαν, ευχαριστώ αυτούς τους τελευταίους, δεν κατάλαβα ποτέ γιατί με αγαπούσαν, αλλά συνέβη και αυτοί οι άνθρωποι ήταν πολύ σημαντικοί για μένα. Αδελφική αγάπη, σωματική αγάπη, γυναίκες και άνδρες μεταξύ των οποίων πρώτοι απ ‘όλους οι σύντροφοι μου στον αγώνα, συντρόφισσες και σύντροφοι που θα αναγνωρίσουν τους εαυτούς τους γιατί συχνά τους το έλεγα. Salvo, Barbara, Picchio, Mario, Prospero, Bertolazzi, Giovanni, Maurizio, Roberta, Marina ed ect, θα ξέρουν να αναγνωρίσουν τους εαυτούς τους.
Μα και πρόσωπα όπως Mimi, André, Danièle, Remo, Irene Villa (με βοήθησε πολύ οικονομικά), Irene Terrel, Lucia, Erika, Judith, Gigi Bergamin, Mai, Liana, η αδελφή μου παρόλο που μαζί της οι αντιθέσεις υπήρξαν όμορφες και πολύ άσχημες, κάνοντάς μας να περάσουμε αξέχαστες στιγμές και πολύ κακές στιγμές. Με έκανε ευτυχισμένο και δυσαρεστημένο με την ίδια ένταση, αλλά δεν το θέλω, όλοι προσπαθούν να κάνουν το καλύτερο τους. Κι εγώ δεν είμαι κάποιος να μπορώ να κρίνω τους άλλους. Πάντα πίστευα ότι οι γυναίκες είναι το καλύτερο κομμάτι της ανθρωπότητας και μερικές από αυτές που συνάντησα με αγάπησαν (δεν ξέρω πώς να τις ευχαριστήσω). Όλα αυτά τα λόγια μπορεί να φαίνονται μακρινά και κρύα, αλλά εγγυώμαι ότι τα αισθάνομαι μέχρι βαθιά στην καρδιά μου. Όλοι αυτοί οι άνθρωποι με βοήθησαν να ζήσω, και είναι ακριβώς στο να με δεχτούν που επικεντρώθηκαν οι προσπάθειές μου.
Κατάπια 4 κουτιά Fentanyl (30 χαπάκια, ίσως λίγο λιγότερα), όπως και Oxynorme, j’ai ajouté de la vodka et tout ce que pouvais – αλλά και βότκα, και για να μην αποτύχω στην αυτοκτονία μου. Ακόμη και αν αποτύχει αυτή η προσπάθεια: Δηλώνω:
Δεν θέλω να ζήσω πια, θέλω απολύτως να διακοπεί κάθε θεραπεία, να μείνω ζωντανός σαν ένα φυτό δεν με νοιάζει, και ως υλιστής και ορθολογιστής δεν πιστεύω στη ζωή του πέρα. Είμαι ένα θηλαστικό και μετά το θάνατό μου δεν πιστεύω ότι υπάρχει τίποτα άλλο παρά αποσύνθεση της ύλης που συμμετέχει στον κύκλο της φύσης.
MY WAY, Nina simone το αγαπημένο μου τραγούδι, θα ήθελα να χρησιμοποιηθεί την ημέρα X.

=*=*=*=*=*=
αυτά είναι τα λόγια του τραγουδιού που αγαπούσε ο Enrico:
Και τώρα, που το τέλος πλησιάζει
Κι αντιμετωπίζω την αυλαία
Φίλοι μου, θα το πω ξεκάθαρα
Θα εκθέσω τα επιχειρήματά μου, για τα οποία είμαι σίγουρος
Έχω ζήσει μια ζωή που είναι πλήρης
Ταξίδεψα κάθε και όποιο μεγάλο δρόμο
Μα κυρίως και πάνω απ’ όλα, ότι έκανα το έκανα με το δικό μου τρόπο
Μετανιώνω, για λίγα
Αλλά και πάλι, πολύ λίγα για να τ’ αναφέρω
Έκανα αυτό που έπρεπε να κάνω και εμβάθυνα χωρίς εξαιρέσεις
Προγραμμάτισα κάθε πορεία που χαράσσεται, κάθε μου προσεκτικό βήμα σε δρομάκι
Μα κυρίως και πάνω απ’ όλα, ότι έκανα το έκανα με το δικό μου τρόπο
Ναι, υπήρξαν στιγμές, είμαι βέβαιος ότι το γνωρίζατε
Ότι “κατάπινα” περισσότερα απ’ όσα μπορούσα ν’ αντέξω
Αλλά πάνω απ’ όλα όταν υπήρχε αμφιβολία
Τα “έτρωγα” μετά τα “έφτυνα”
Αντιμετώπισα τα πάντα και παρέμεινα στο ύψος μου
και το έκανα με τον τρόπο μου
Αγάπησα, γέλασα και έκλαψα
Συμπληρώθηκα και ένιωσα την απώλεια
Και τώρα καθώς τα δάκρυα υποχωρούν
Θεωρώ πως είναι όλα τόσο διασκεδαστικά
Και σκεφτείτε πως έκανα όλα αυτά
και επιτρέψτε μου να πω δίχως ντροπή
«Ω, όχι, Ω, όχι, όχι εγώ, Το έκανε με τον τρόπο μου»
Στο κάτω κάτω τι είναι άνθρωπος; Τι έχει;
Αν δεν έχει τον εαυτό του, τότε έχει το τίποτα
Για να λέει τα πράγματα που αισθάνεται πραγματικά
Και όχι τα λόγια κάποιου που γονατίζει
Το αποτέλεσμα δείχνει πως δέχθηκα πλήγματα
Και το έκανα με το δικό μου τρόπο.
Ναι … με το δικό μου τρόπο.

Γεια σου σύντροφε Enrico υπήρξε όμορφο που περπατήσαμε για το ίδιο μονοπάτι!

 

Le ultime parole di Enrico

μεγαλείο χαρακτήρα!, grandezza carattere !

Ένας ήρωας του καιρού μας – Un eroe del nostro tempo

Δημοσιεύτηκε στις 30 Οκτωβρίου 2019

Abdullah Öcalan, Ειρήνη και πόλεμος στο Κουρδιστάν, σελ. 40. δημοκρατικός Συνομοσπονδισμός, σελ. 40. Να ελευθερώσουμε τη ζωή – Η επανάσταση των γυναικών, σελ. 56. Το δημοκρατικό έθνος, σελ. 64. Ανατυπώθηκε, αναθεωρήθηκε και διορθώθηκε από τις Εκδόσεις Tabor και UIKI Onlus. Κάθε pamphlet πωλείται στη τιμή των 2 ευρώ και μπορείτε να το ζητήσετε από τις εκδόσεις TABOR – http://www.edizionitabor.ittabor@autistici.org ή από το Γραφείο Πληροφοριών Κουρδιστάν Ιταλία– Ufficio Informazioni Kurdistan Italia  – info.uikionlus@gmail.com

[Αύριο, 1η νοεμβρίου θα πραγματοποιηθεί στη Ρώμη μια εθνική διαδήλωση για την υπεράσπιση και την υποστήριξη του αγώνα και του πολιτικού πειράματος του δημοκρατικού συνομοσπονδισμού που οι γυναίκες και οι άντρες της Ροζάβα προωθούν εδώ και χρόνια, και ειδικότερα, αυτές τις μέρες σε μια προσπάθεια να αντιταχθούν στην τουρκική και διεθνή στρατιωτική και διπλωματική δράση με στόχο την εξόντωση αυτής της πολύ σημαντικής εμπειρίας αυτο-οργάνωσης, πρακτικής στράτευσης και ισότητας των φύλων.                                                                                                                                          Εντούτοις, μέσα στο πλαίσιο αυτό, θα ήταν απαραίτητο να αποφευχθεί ο κίνδυνος, σε επίπεδο μαζικής πληροφόρησης, να επισκιαστεί και να μπει σε δεύτερο πλάνο η φιγούρα του πολιτικού ηγέτη ο οποίος βρίσκεται στη βάση της αναθεώρησης μιας πολιτικής σκέψης και πρακτικής, εκείνης του PKK (Partîya Karkerén Kurdıstan – Κόμμα των Εργαζομένων του Κουρδιστάν) που, γεννημένο αρχικά με βάση τις θεωρίες του μαρξισμού-λενινισμού, έχει προοδευτικά απελευθερωθεί από τα εθνικιστικά σκουπίδια και του κομματικού συγκεντρωτισμού σταλινικής έμπνευσης που το χαρακτήριζαν προηγουμένως.

O Abdullah Öcalan, ο οποίος κρατείται στη φυλακή Imrali για περισσότερα από είκοσι χρόνια πλέον, είχε ήδη αρχίσει μια πορεία θεωρητικού προβληματισμού-στοχασμού από τη δεκαετία του ’90 του περασμένου αιώνα που τον οδήγησε να προβλέψει την ιστορική παρακμή του συστήματος των Κρατών-έθνους που επιβλήθηκε στη Μέση Ανατολή από την αποικιακή κληρονομιά. Στην ανάλυσή του η κατάρρευση αυτού του συστήματος θα είχε προκαλέσει ένα σενάριο πολέμων και κρίσεων: ένα χάος γεμάτο με δυνατότητες απελευθέρωσης εάν οι δημοκρατικές και επαναστατικές δυνάμεις είχαν καταφέρει, ήταν σε θέση να κατέβουν στον αγωνιστικό χώρο για να δημιουργήσουν μια εναλλακτική λύση. Ακριβώς αυτό που συμβαίνει σήμερα στη Μέση Ανατολή. Ο πλούτος της σκέψης του Οτσαλάν, εκτός από τη σαφήνεια των προβλέψεων, έγκειται ακριβώς στο γεγονός ότι η σκέψη του δεν έχει ποτέ διαχωριστεί από τις πολιτικές και στρατιωτικές προσπάθειες να την εφαρμόσει, τόσο ώστε το κίνημα που αυτός ίδρυσε αποτέλεσε και αποτελεί το υπόβαθρο (θεωρητικό, οργανωτικό, στρατιωτικό) επάνω στο οποίο μπόρεσε να χτιστεί το επαναστατικό μονοπάτι που βρίσκεται σε εξέλιξη σήμερα στη Rojava.                                      Τα τέσσερα πρόσφατα αναδημοσιευμένα έντυπα, με την ευκαιρία της διεθνούς Διάσκεψης που πραγματοποιήθηκε στη Ρώμη στις 4, 5 και 6 οκτωβρίου του τρέχοντος έτους, θα επιτρέψουν σε όλους τους αναγνώστες όχι μόνο να ανακαλύψουν ή να ξαναβρούν, αλλά και να αναμετρηθούν με μια εξαιρετική πολιτική σκέψη και πρόταση που τονώνει και προορίζεται να επηρεάσει αποφασιστικά και τη σκέψη και τη δράση εκείνων που βρίσκονται σήμερα να δρουν κατά του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής και του στρατιωτικού, εξορυκτικού και οικονομικού ιμπεριαλισμού σε κάθε άλλη γωνιά του κόσμου, συμπεριλαμβανομένης της Δύσης.

Ακόμη περισσότερο απ ‘ότι για την στρατευμένη πρακτική και τη θαρραλέα αντίσταση στην κράτηση που ο Abdullah Öcalan αντιπαρέθεσε σε ένα σύστημα που σκόπευε και σκοπεύει να τον καταστρέψει και να τον στείλει, μαζί με τον αγώνα του κουρδικού λαού, στη λήθη, ο μαχητής και ηγέτης του PKK κατέστη σύγχρονος ήρωας ακριβώς λόγω της βούλησης, της ικανότητας και του θάρρους να αμφισβητήσει εκείνες τις θεωρητικές υποθέσεις στις οποίες επάνω φαίνεται να επιθυμούν να αναπαυτούν πάρα πολλά κινήματα ακόμη και τώρα, καταδικάζοντας τον εαυτό τους, αυτά τα τελευταία, στην αδυναμία αλληλεπίδρασης με έναν προορατικό και νικηφόρο τρόπο με τις αντιφάσεις του παρόντος.                                                                                                                                                Παρακάτω δημοσιεύουμε ένα απόσπασμα από ένα από τα τέσσερα έντυπα, ακριβώς προς μαρτυρία της προληπτική καινοτομίας των στοχασμών του κούρδου αγωνιστή, να μη το ξεχάσουμε ποτέ, συλληφθέντα και φυλακισμένο χάρη και στην προδοσία της ιταλικής κυβέρνησης το 1999, της οποίας ηγείτο τότε ο Massimo D’Alema. S.M.]

Η απαγωγή μου υπήρξε σίγουρα ένα σκληρό πλήγμα για το ΡΚΚ, αλλά δεν ήταν η αιτία της ιδεολογικής και πολιτικής αλλαγής του. Το PKK είχε σχεδιαστεί ως ένα κόμμα με ιεραρχική δομή κρατικού τύπου, παρόμοια με εκείνη άλλων κομμάτων. Μια δομή που ήταν, ωστόσο, σε διαλεκτική αντίθεση με τις αρχές της δημοκρατίας, της ελευθερίας και της ισότητας, μια αντίφαση αρχής για κάθε κόμμα, ανεξάρτητα από τη φιλοσοφία του. Παρόλο που το PKK είχε ένα όραμα προσανατολισμένο στην ελευθερία, δεν είχαμε σταθεί ικανοί να απελευθερώσουμε τη σκέψη μας από τις ιεραρχικές δομές-μηχανισμούς.

Μια άλλη από τις κύριες αντιθέσεις βρίσκονταν στην αναζήτηση, από πλευράς PKK, της θεσμικής πολιτικής εξουσίας, επάνω στην οποία το κόμμα είχε διαμορφωθεί και ευθυγραμμιστεί. Μια δομή στοχευμένη στη θεσμική εξουσία ήταν όμως σε διαμάχη με εκείνη του εκδημοκρατισμού της κοινωνίας την οποία το PKK δήλωνε ανοιχτά ότι επιδιώκει. Οι ακτιβιστές οποιουδήποτε κόμματος αυτού του είδους τείνουν να κατευθύνονται από τους ανωτέρους τους παρά από την κοινωνία, ή να σκαρφαλώνουν την ιεραρχία για να ανεβαίνουν θέση. Και τα τρία μεγάλα ιδεολογικά ρεύματα που βασίζονται σε μια αντίληψη χειραφέτησης της κοινωνίας βρέθηκαν αντιμέτωπα με αυτή την αντίφαση. Όταν ο υπαρκτός σοσιαλισμός και η κοινωνική δημοκρατία, όπως και τα εθνικά απελευθερωτικά κινήματα, επιδίωκαν να διατυπώνουν έννοιες της κοινωνίας που να πήγαιναν πέρα από τον καπιταλισμό, απέτυχαν να απελευθερωθούν από τους ιδεολογικούς δεσμούς του καπιταλιστικού συστήματος. Σύντομα έγιναν τα ίδια πυλώνες του καπιταλιστικού συστήματος, απλώς επειδή αναζητούσαν την θεσμική πολιτική εξουσία, αντί να εστιάζουν την προσοχή τους στον εκδημοκρατισμό της κοινωνίας.              Μια άλλη μεγάλη αντίφαση ήταν η αξία που δόθηκε στον πόλεμο μέσα στην ιδεολογική και πολιτική σκέψη του PKK. Πόλεμος που νοείται ως συνέχεια της πολιτικής, αν και με διαφορετικά μέσα, και ως στρατηγικό εργαλείο.                                                                              Αυτό ήταν ανοιχτά σε αντίθεση με την αντίληψη ημών των ιδίων ως ένα κίνημα που μάχεται για την απελευθέρωση της κοινωνίας, στη βάση της οποίας η χρήση ένοπλης δύναμης δικαιολογείται μόνο για σκοπούς αυτοάμυνας. Αυτό όλο ξεπερνά και ανοιχτά έρχεται σε αντίθεση με την κοινωνική προσέγγιση χειραφετικού τύπου που διακηρύσσει το PKK, δεδομένου ότι όλα τα καταπιεστικά καθεστώτα της ιστορίας είχαν ιδρυθεί-βασιστεί στον πόλεμο ή είχαν δομήσει τα θεσμικά τους όργανα σύμφωνα με μια πολεμική λογική. Το ΡΚΚ πίστευε ότι ο ένοπλος αγώνας ήταν αρκετός για να κατακτήσει εκείνα τα δικαιώματα που είχαν αρνηθεί στους κούρδους. Μια τέτοια ντετερμινιστική αντίληψη για τον πόλεμο δεν είναι ούτε σοσιαλιστική, ούτε δημοκρατική, αν και το PKK θεωρούσε τον εαυτό του δημοκρατικό κόμμα. Ένα πραγματικά σοσιαλιστικό κόμμα δεν εμπνέεται από κρατικού τύπου δομές ή ιεραρχίες, ούτε φιλοδοξεί στην θεσμική πολιτική εξουσία, η οποία βασίζεται στην προστασία των δικών της συμφερόντων και της δικής της εξουσίας μέσω της προσφυγής στον πόλεμο.                                                                                                                Η υποτιθέμενη ήττα του PKK, την οποία οι τουρκικές αρχές πίστευαν ότι είχαν επιτύχει με την εκτόπιση μου στην Τουρκία, έγινε μάλλον η ευκαιρία να επανεξετάσουμε κριτικά και ανοιχτά τους λόγους που είχαν εμποδίσει το απελευθερωτικό κίνημά μας να σημειώσει περαιτέρω προόδους. Η ιδεολογική και πολιτική ρήξη που έζησε το PKK μεταμόρφωσε την εικαζόμενη ήττα σε ένα σημείο διέλευσης προς νέους ορίζοντες.

1 A. Öcalan, Pace e guerra in Kurdistan, pp. 25-27

TAGGED WITH → Abdullah Öcalan • Confederalismo democratico • guerra • Kurdistan • lotta armata • Massimo D’Alema • PKK • Rojava • Turchia

 

Un eroe del nostro tempo

ιστορία, storia

Η μπολσεβικοποίηση και το τέλος της ρωσικής επανάστασης – La bolscevizzazione e la fine della rivoluzione russa

του Sandro Moiso

Antonio Senta (με την επιμέλεια του), Οι αναρχικοί και η ρωσική επανάσταση – Gli anarchici e la Rivoluzione russa (1917-1922), Mimesis εκδόσεις, Milano-Udine 2019, σελ. 166, 16,00 euro

Τα δέκα δοκίμια που συνθέτουν το κείμενο που επιμελήθηκε ο Antonio Senta σχετικά με τη σχέση αναρχικών και ρωσικής Επανάστασης εξερευνούν ένα θέμα που συχνά έχει αντιμετωπίσει η ιστοριογραφία, όχι μόνο η αναρχική.
Σε αυτό το έργο, ωστόσο, οι συνεισφορές που συντάχθηκαν από τους Alexander Shubin, Marcello Flores, Giuseppe Aiello, Mikhail Tsovma, Selva Varengo, Pietro Adamo, Roberto Carocci, Lorenzo Pezzica, Davide Bernardini, Massimo Ortalli και από τον ίδιο τον επιμελητή, επανεξετάζουν το ζήτημα από όλες τις πιθανές γωνίες προσφέροντας έτσι μια πλούσια εικόνα της αναρχικής άποψης για τις διάφορες πτυχές της Επανάστασης από το 1917 μέχρι τα αμέσως επόμενα χρόνια.

Τα κείμενα αποτελούν έγγραφα που συντάχθηκαν με την ευκαιρία ενός σεμιναρίου που προωθήθηκε από τη βιβλιοθήκη Panizzi και από το Αρχείο Famiglia Berneri-Aurelio Chessa, που πραγματοποιήθηκε στις 1 και 2 δεκεμβρίου 2017 στο Πανεπιστήμιο της Modena και Reggio Emilia και μας φάνηκε ιδιαίτερα αποτελεσματική η σύνθεση των ιδίων που επεξεργάστηκε ο επιμελητής στην Εισαγωγή του, της οποίας εκθέτουμε μερικά αποσπάσματα παρακάτω.

Βασική για την κατανόηση αυτού του έργου είναι η διάκριση μεταξύ της ρωσικής επανάστασης και της μπολσεβίκικης επανάστασης. Δυστυχώς η άποψη πως η ρωσική επανάσταση συμπίπτει με τη μπολσεβίκικη, ή του οκτωβρίου, εξακολουθεί να είναι ευρέως διαδεδομένη. Αυτή η αναγνώριση συνεπάγεται την κρίση σύμφωνα με την οποία ο Λένιν θα ήταν ο μέγιστος πρωταγωνιστής ολόκληρης της επαναστατικής διαδικασίας που κορυφώθηκε με την εξέγερση του φθινοπώρου του 1917 και με την ίδρυση της σοβιετικής κυβέρνησης.
Η ρωσική επανάσταση είναι στην πραγματικότητα κάτι πολύ μακρύτερο και πιο περίπλοκο: ξεκίνησε το 1905 με την «αιματηρή κυριακή» και εξαπλώθηκε μέχρι το 1907, για να ηρεμήσει μέχρι τον φεβρουάριο του 1917, όταν ξέσπασε πάλι, βροντώντας μέχρι τα μέσα του 1921. Η περίοδος που εξετάζεται από αυτό το κείμενο είναι εκείνη που πηγαίνει από τις αρχές του 1917 έως το 1921-1922, με κάποιες αναφορές και excursus-παρενθέσεις σε προηγούμενα και επόμενα χρόνια. Εντός αυτής της περιόδου συμβαίνουν διάφορες φάσεις: η επανάσταση, κοινωνική και πολιτική μαζί, φιλελεύθερη και πληβειακή, του 1905-1907, εκείνη εκ των πραγμάτων αυθόρμητη του φεβρουαρίου 1917, ακολουθούμενη από την ανάπτυξη του επαναστατικού κινήματος υπό την προσωρινή κυβέρνηση, η εξέγερση του οκτωβρίου – η οποία σηματοδοτεί τον θρίαμβο της πολιτικής ως πράξη της βούλησης μιας μειοψηφίας που καταφέρνει να αλλάξει την πορεία της ιστορίας -, ο εμφύλιος πόλεμος του 1918-1920, οι προσπάθειες να δημιουργηθεί μια τρίτη επανάσταση, κοινωνική και σοβιετική, που συνετρίβησαν στο αίμα από το μπολσεβίκικο Κόμμα που έγινε Κράτος.

[…] Μια συνεισφορά, εκείνη του κειμένου που έχετε στα χέρια σας, που σκοπεύει να συμβάλει στον εμπλουτισμό του ιστοριογραφικού προβληματισμού επάνω στον αναρχισμό, έναν τομέα ο οποίος κατά τις τελευταίες δεκαετίες είχε μια ποσοτική και ποιοτική εξέλιξη από την οποία προέκυψε ένας προσωρινός απολογισμός. 1.
Προστίθεται στις διάφορες ειδικές εκδόσεις, στα συνέδρια και τις πρωτοβουλίες που πραγματοποιήθηκαν με την ευκαιρία της εκατονταετηρίδας. Οι πιο οξείς μεταξύ των υποστηρικτών του ρωσικού οκτώβρη αναρωτιούνται και προβληματίζονται σήμερα για να κατανοήσουν εάν – παραθέτω από την αναμνηστική-εορταστική ομιλία στην Γερουσία του Mario Tronti στις 26 οκτωβρίου 2017 – «το πραγματικά καταστροφικό σημείο του συνολικού σχεδίου» ήταν πως τα σοβιέτ »μετατράπηκαν σε κόμμα». Καθυστερημένος στοχασμός, σίγουρα, αλλά που θα μπορούσε να είναι σημαντικός […]

Επομένως, στην εκατονταετηρίδα είναι απαραίτητο να τονίσουμε το αναρχικό όραμα και την προβλεπτική κριτική του για τα αυταρχικά χαρακτηριστικά της μπολσεβίκικης επανάστασης και τα αποτελέσματά της, ως συγκεκριμένη περίπτωση μιας επανάστασης που γίνεται Κράτος. Αυτή η κριτική εμφανίζεται ήδη από το 1918-1919 και γίνεται κοινή κληρονομιά του κινήματος το 1921, μετά τη βίαιη καταστολή του μαχνοβίτικου κινήματος και της κομμούνας της Κροστάνδης-Kronstadt. Με τον θάνατο του Λένιν, το 1924, ο Errico Malatesta γράφει στη «Σκέψη και Θέληση» – “Pensiero e Volontà”: «αυτός, ακόμη και με τις καλύτερες προθέσεις, ήταν ένας τύραννος, κατέπνιξε την ρωσική Επανάσταση – και εμείς που δεν μπορέσαμε να τον αγαπήσουμε ζωντανό, δεν μπορούμε να τον θρηνήσουμε νεκρό. Ο Λένιν είναι νεκρός. Ζήτω η ελευθερία! »
Σε απόσταση εκατό χρόνων το ελευθεριακό όραμα των ρωσικών γεγονότων αναδύεται με τον πλούτο και τη διορατικότητα, την οξυδέρκεια του. Σκοπεύει να κάνει να επιζήσει η επανάσταση επί του μπολσεβικισμού, ή μάλλον να δώσει ζωή στην επανάσταση χωρίς τους δύο πυλώνες επάνω στους οποίους στηρίζεται ο μπολσεβικισμός: το κόμμα και τη μυστική αστυνομία. Με αυτόν τον τρόπο οι αναρχικοί προσπαθούν επίσης να θέσουν σε κίνηση διαδικασίες, αν και κατακερματισμένες λαϊκής αυτοκυβέρνησης, υποστηρίζοντας τα πιο ριζοσπαστικά σοβιέτ, όπως εκείνο της Κροστάνδης, ή την αυτοδιαχείριση της υπαίθρου όπως στις περιοχές που επηρεάζονται από τον μαχνοβισμό.
Αποτυγχάνουν, συντρίβονται από τον μπολσεβικισμό, από τις αντιδραστικές δυνάμεις και από ανεπαρκή ικανότητα αυτόνομης δράσης εκ μέρους των μαζών, αφήνοντας επίσης ασαφή τη προβληματική φύση της σχέσης μεταξύ της επανάστασης και της ανάγκης για την στρατιωτική της άμυνα, ήτοι μεταξύ της επανάστασης και του εμφυλίου πολέμου. Μια ριζοσπαστική αναταραχή φέρνει μαζί της έναν αναπόφευκτο βαθμό στρατιωτικού αγώνα, όπως και συνέπειες αποκτήνωσης: θα έπρεπε λοιπόν να εγκαταλείψουμε και να είμαστε ικανοποιημένοι με έναν ρεφορμιστικό γκραντουαλισμό [σταδιακές αλλαγές] ανίκανο να επηρεάσει τις κοινωνικές σχέσεις στη ρίζα τους; Υποθέτω όχι. Ωστόσο αυτά και άλλα ζητήματα που προκύπτουν από τη ρωσική επανάσταση στην αναπόσπαστη αλληλεπίδρασή τους μεταξύ της έντασης προς τη χειραφέτηση και την οδυνηρή απώλεια της ελευθερίας εξακολουθούν να φαίνονται σήμερα ανεπίλυτα.


  1. G. Berti, C. De Maria, L’anarchismo italiano. Storia e storiografia, Ο ιταλικός αναρχισμός. Ιστορία και ιστοριογραφία, Biblion Milano 2016  
TAGGED WITH →  •  •  •  •  •  •  •  •  •  • 
ένοπλη πάλη, lotta armata

ΑΝΑΛΗΨΗ ΕΥΘΥΝΗΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΗΣ ΕΝΑΝΤΙΑ ΣΤΟΝ LANDO CONTI

BRIGATE ROSSE – PCC

Στις 10 Φεβρουαρίου 1986 ένας ένοπλος πυρήνας της Οργάνωσης μας εκτέλεσε τον Lando Conti, επικεφαλής της SMA και στενό συνεργάτη του υπουργού πολέμου, του σιωνιστή γουρουνιού Spadolini.
Ο Lando Conti ήταν μέρος εκείνης της πολιτικής-επιχειρηματικής κλάσης που είναι η σπονδυλική στήλη της Ιμπεριαλιστικής Μπουρζουαζίας στα σχέδια της αυτής της συγκυρίας. Πολιτική τάξη που παντρεύει άμεσα τα οικονομικά συμφέροντα που συνδέονται με τον πολεμικό τομέα με τις γενικές επιλογές του δυτικού ιμπεριαλισμού.
Πράγματι, υπήρξε ένας ακούραστος υποστηριχτής πολιτικών πιέσεων για μια πιο άμεση συμμετοχή της Ιταλίας, και με την στρατιωτική έννοια, στην ατλαντική συμμαχία..
Τον βρίσκουμε συνεχώς δίπλα στον εν λόγω υπουργό πολέμου να δραστηριοποιείται στην προώθηση και ανοιχτή υποστήριξη της αμερικανικής θέσης στη Μεσόγειο.
Η SMA (θαλάσσια και εναέρια σηματοδότηση-segnalamento marittimo ed aereo), μια μικρή και ευέλικτη εταιρεία από αυτοπροσδιορισμό, συμμετέχει στα σημαντικότερα συστήματα όπλων και κυρίως στο αμερικανικό πρόγραμμα SDI Star Wars-πολέμου των άστρων, μέσω της ιταλικής κοινοπραξίας στρατηγικών τεχνολογιών (CITES) που προωθεί η Agusta. Αυτή αποτελεί μέρος του «κλαμπ Melara», ενός κύκλου που περιέχει ότι καλύτερο της ιταλικής πολεμικής παραγωγής, ελέγχει αρκετές εταιρείες του κλάδου με υποκαταστήματα και στο εξωτερικό, η παραγωγή της κυμαίνεται από συστήματα ραντάρ μέχρι ηλεκτρονικά εξαρτήματα για πυραύλους. Ποιοτικές παραγωγές που σε μια αναπτυσσόμενη αγορά προκάλεσαν το ενδιαφέρον της Fiat σε μια σημαντική μετοχική συμμετοχή.
Η επέκταση της παραγωγής της SMA και στις παγκόσμιες αγορές αποδεικνύεται από τις εξαγωγές της σε όλα τα μέρη του κόσμου, χωρίς να ξεχνάμε μεταξύ άλλων τους ισραηλινούς σιωνιστές, τους πραξικοπηματίες ΝΑΤΟ της Τουρκίας, το καθεστώς απαρτχάιντ της Νότιας Αφρικής, το καθεστώς των Φιλιππίνων του δικτάτορα Marcos και τα διάφορα καθεστώτα της Νότιας Αμερικής για να αναφέρουμε μόνο λίγα.
Ο ρόλος που διαδραμάτισε ο Lando Conti τόσο στο διοικητικό συμβούλιο της SMA, όσο ως εξέχον μέλος του ρεπουμπλικανικού κόμματος PRI, όπως επίσης και στο πανόραμα της τοπικής πολιτικής εξουσίας είναι ενδεικτικός για να κατανοήσουμε πλήρως τις διασυνδέσεις πολιτικού-οικονομικού-στρατιωτικού ενδιαφέροντος που αναλήφθηκαν σήμερα από τον πολεμικό κλάδο.
Εάν ξεφυλλίσουμε ένα οποιοδήποτε εγχειρίδιο σχετικό με τα προβλήματα του πολέμου, θα βρούμε να αναφέρεται η αρχή σύμφωνα με την οποίαν το μέγιστο άμυνας είναι σε άμεση αναλογία της προσβλητικής ικανότητας. Ένας γενικός νόμος του πολέμου που δεν μπορούν να ακυρώσουν, όχι ένα, αλλά ούτε χίλια τζάκια της Γενεύης.
Η αποκαλούμενη «Στρατηγική Αμυντική Πρωτοβουλία»-SDI που προωθείται από τις ΗΠΑ καθορίζει αναγκαστικά μια κούρσα για τον επανεξοπλισμό, μια κούρσα που δεν αφορά μόνο το διάστημα, προσβάλλοντας σε μεγάλο βαθμό την τεχνολογική-επιθετική αναπροσαρμογή των συστημάτων συμβατικών όπλων, μέσα στο αυλάκι της ιδέας οδηγού της »αστρικής ασπίδας» που συνίσταται στην πραγματοποίηση των προϋποθέσεων για να καταστεί εφικτή η χρήση του πυρηνικού οπλοστασίου (διατρέχοντας έναν αποδεκτό κίνδυνο). Ωστόσο, θα ήταν απλοϊκό να παρουσιάσουμε την SDI αποκλειστικά ως ένα γιγαντιαίο στρατιωτικό όργανο, θα ήταν σαν να ήμασταν τυφλοί μπροστά στα κίνητρα οικονομικού χαρακτήρα. Κίνητρα που αποτελούν τη βάση της άμεσης συμμετοχής στο πρόγραμμα τεράστιων τομέων της οικονομίας δημιουργώντας μια στενή σχέση μεταξύ του πολιτικού, του στρατιωτικού, του βιομηχανικού και του ακαδημαϊκού επιστημονικού.

Το SDI είναι το πιλοτικό πρόγραμμα που προτίθεται να υιοθετήσει η Αυτοκρατορική Μπουρζουαζία για να ανταποκριθεί στις δικές της ανάγκες που συνίστανται στον επανασχεδιασμό ενός νέου διεθνούς καταμερισμού της εργασίας με την ρήξη των σημερινών ενδοϊμπεριαλιστικών σχέσεων δύναμης, ως απαραίτητη προϋπόθεση για μιαν επαρκή αξιοποίηση των χρησιμοποιηθέντων κεφαλαίων.
Είκοσι έξι δισεκατομμύρια δολάρια επενδύθηκαν μόνο στον τομέα της έρευνας, μια εκτίμηση των 1500-2000 δισεκατομμυρίων δολαρίων δαπάνης για την πραγματοποίηση της σημαίνει έναν πολλαπλασιαστικό κύκλο εργασιών που ανοίγει την όρεξη στους καπιταλιστές-τους διεγείρει μεγάλη επιθυμία, άσχημα κρυμμένη με τις υποκριτικές πολιτικές αμηχανίες που εκφράστηκαν από τις διάφορες ευρωπαϊκές κυβερνήσεις.
Η έναρξη του ευρωπαϊκού καρτέλ Eureka, αν και δεν έχει τη δυναμικότητα να ανταγωνιστεί το Πρόγραμμα USA, ενισχύει τις ευρωπαϊκές θέσεις στην απόκτηση αμερικανικών παραγγελιών σε ποσότητα και ποιότητα, ενώ παράλληλα προσπαθεί να αποκρύψει, πίσω από τη δημαγωγία μιας «αυτόνομης Ευρώπης», την πολεμική επιλογή που έχει ως αποτέλεσμα να τίθεται στο κάρο της SDI. Αυτή η μάζα κεφαλαίων προηγμένης τεχνολογίας, είναι μια νόστιμη μπουκιά για την ανεξάντλητη πείνα κερδών των βιομηχανιών πολέμου και όχι μόνο.
Για το πολυεθνικό κεφάλαιο ΗΠΑ η προώθηση και ανάπτυξη αυτού του προγράμματος αντιπροσωπεύει την επανεκκίνηση και την ενίσχυση της υπεροχής του στον κόσμο, διατηρώντας υπό την ηγεσία του τον επαναπροσδιορισμό του διεθνούς καταμερισμού εργασίας. Από τη μια πλευρά η περαιτέρω τσιμεντοποίηση των ιεραρχικών σχέσεων εντός της δυτικής ιμπεριαλιστικής αλυσίδας. από την άλλη το σχέδιο να επιβάλει στην ΕΣΣΔ την αιμορραγία μιας κούρσας για όλο και πιο εξελιγμένα όπλα, επιδιώκοντας έτσι τον στόχο της συρρίκνωσης της μπροστά και στην μη παρουσία ενός πραγματικού άμεσου πολέμου, αναγκάζοντας την σε μια σαφή πολιτική υποταγή.
Μια μανία να κερδίσει τον πόλεμο χωρίς να ρίξει έναν πυροβολισμό που δεν έχει καμία πιθανότητα επιτυχίας δεδομένων και των υποχρεωτικών στρατιωτικών αντιμέτρων που προετοιμάζονται στην Ανατολή. Αυτή που βιώνουμε είναι μια ιστορική δημιουργούμενη κρίση του Τρόπου της Καπιταλιστικής Παραγωγής που έχει τις ρίζες της στις εσωτερικές της αντιφάσεις. Αυτή δημιουργήθηκε από την απόλυτη υπερπαραγωγή κεφαλαίων, όχι λόγω περίσσιου πλούτου, αλλά από την υπερβολική παραγωγή μέσων εργασίας και διαβίωσης σε σχέση με τη δυνατότητα μιας χρήσης τους στην εκμετάλλευση της τάξης σε συνθήκες κέρδους που να επιτρέπουν την ενίσχυση της παραγωγικής βάσης, την εκτεταμένη συσσώρευση και αναπαραγωγή.
Η πολυεθνική δομή είναι μια απαραίτητη προϋπόθεση για τον σύγχρονο πολυπαραγωγικό μονοπωλιακό καπιταλισμό για να αρπάξει τα περιθώρια κέρδους που είναι ακόμα δυνατά.
Μόνο αυτή είναι σε θέση να αντιμετωπίσει με τεράστιες τεχνολογικές-οικονομικές δυνατότητες τις συνεχείς δεσμεύσεις που έχουν αναληφθεί στον τομέα των παραγωγικών αναδιαρθρώσεων. Τα με διαφορετικό τρόπο δομημένα κεφάλαια συνεχίζουν να υφίστανται αλλά μέσα σε μια σαφή εξάρτηση, και προορίζονται εντούτοις να ενσωματωθούν.
Ο ανταγωνισμός μεταξύ κεφαλαίων εξελίσσεται σε μια διακρατική διάσταση και βλέπει τις οικονομικές δομές κάθε μεμονωμένης Χώρας βαθιά νευρωμένες σε όλα τα επίπεδα με κεφάλαια που έχουν τον κύριο πόλο σε άλλες χώρες της περιοχής.
Η ουσία των συγκεκριμένων αντιθέσεων του κεφαλαίου δεν έχει παραμορφωθεί, αλλά η μορφή με την οποία εκδηλώνονται σήμερα έχει αλλάξει. Όλα αυτά συνεπάγονται μια πολύπλοκη ολοκλήρωση και μια ιεραρχική αλληλεξάρτηση που έχει προφανείς συνέπειες στις πολιτικές κάθε Κράτους, το οποίο σίγουρα δεν είναι ένα ξένο εργαλείο που λειτουργεί για λογαριασμό ενός απρόσωπου κεφαλαίου που ακυρώνει κάθε εθνικό του χαρακτήρα, αντιθέτως, κάθε Εκτελεστικό εκτελεί μια ευαίσθητη λειτουργία διαμόρφωσης των πολιτικών που ταιριάζουν καλύτερα στις ανάγκες των κεφαλαίων, λαμβάνοντας υπόψη τα χαρακτηριστικά του συγκεκριμένου υφιστάμενου Κοινωνικού Οικονομικού Σχηματισμού, όλα αυτά σύμφωνα με τις γενικές ή ειδικές ενδείξεις, οι οποίες με όλο και πιο δεσμευτικό τρόπο περνούν σε διεθνές επίπεδο, στων οποίων την εκπόνηση κάθε μεμονωμένη κυβέρνηση, καθώς και κάθε κεφάλαιο, συμμετέχει σε σχέση με τη δική της συνολική δύναμη.
ΔΝΤ, εκτελεστική επιτροπή της ΕΟΚ, SME, ευρωπαϊκή τράπεζα επενδύσεων, εκτελούν μια δραστηριότητα άκαμπτης διεύθυνσης που συνεπάγεται έντονες επιπτώσεις ειδικότερα για τα ασθενέστερα κράτη. Το ΔΝΤ είναι το προνομιούχο μέσο με το οποίο οι ΗΠΑ ασκούν την υπεροχή τους σε παγκόσμιο επίπεδο, μανουβράροντας την έκδοση χρηματοδότησης υπό όρους για την υιοθέτηση ευπρόσδεκτων πολιτικών, είτε αντιπληθωριστικών είτε εκείνων που αποσκοπούν στη διαιώνιση της κατάστασης πλήρους εξάρτησης μεγάλου μέρους του κόσμου, προσπαθώντας να ελέγξουν άμεσα τις αντιθέσεις που παρουσιάζονται με στρεβλωτικά αποτελέσματα, όπως στην περίπτωση του τεράστιου χρέους που έχει συσσωρευτεί από τις εξαρτημένες Χώρες, μια αυθεντική κινούμενη νάρκη που περιπλανιέται σε ολόκληρο τον καπιταλιστικό κόσμο, που βλέπει μεταξύ των μέγιστων υπεύθυνων για την απειλητική παρουσία της τους ίδιους τους «πυροτεχνουργούς».
Συγκεκριμένα στην Ευρώπη, οι οργανισμοί της ΕΟΚ καθορίζουν από τα όρια των διακυμάνσεων των νομισμάτων στις ποσοστώσεις της παραγωγής σε διάφορους παραγωγικούς τομείς.
Όσον αφορά την ιταλική κατάσταση, οι αποφάσεις αυτές είχαν σαν αποτέλεσμα, για παράδειγμα στη βιομηχανία σιδήρου και χάλυβα, τον παροπλισμό σημαντικών εγκαταστάσεων, καθώς και όρια που τέθηκαν στον γεωργικό τομέα. Προφανώς τα μέτρα αυτά προκαλούν αντιδράσεις και συγκρούσεις, όπως δείχνει η οδυνηρή ιστορία αυτών των οργανισμών, κανείς δεν είναι πρόθυμος να εφαρμόσει με αδιαφορία τέτοιους περιορισμούς, αλλά είναι επαληθεύσιμη μια ουσιαστική ευθυγράμμιση σε αυτούς με τη συνείδηση του γενικού πλαισίου της κρίσης, των ορίων ισχύος, μέσα στην έλλειψη πραγματοποιήσιμων εναλλακτικών λύσεων.
Δεν είναι μια ειρηνική αδελφοποίηση μεταξύ κεφαλαίων και Κρατών, αλλά ούτε και μια επίπεδη αναπαραγωγή πολιτικών και οικονομικών πλαισίων που έχουμε ξαναδεί, προσελκύοντας τις διαφορές μεταξύ ποσότητας και ποιότητας και το σημείο όπου μπορεί η μια να μετατραπεί στην άλλη.
Είναι ξεκινώντας από αυτή την κατάσταση που μπορούμε να βρούμε τις πραγματικές βάσεις που στη συνέχεια οδηγούν στις πολιτικές των ιμπεριαλιστικών Κρατών, τόσο σε σχέση με τις συνθήκες ζωής του προλεταριάτου, που του επιτίθενται συνεχώς μεμονωμένες κυβερνήσεις, όσο και στην κατάσταση της ολοένα αυξανόμενης αντίθεσης-συγκρουσιακής διάθεσης μεταξύ των δύο συνασπισμών. Μέσα σε αυτό το ηφαιστειακό χωνευτήρι ζουν τα θεμέλια μιας όλο και πιο έντονης τάσης για πόλεμο.
Η ιστορία μας διδάσκει ότι άλλες σοβαρές κρίσεις έχουν κλονίσει την MPC και ότι αυτές έχουν ξεπεραστεί με το ξέσπασμα των δια-ιμπεριαλιστικών πολέμων που με τις τεράστιες καταστροφές μέσων παραγωγής, εργατικού δυναμικού, εμπορευμάτων επιτρέπουν στη συνέχεια την επεκτατική ανάκαμψη του οικονομικού κύκλου, μια διαφορετική κατανομή των περιοχών εξάρτησης στον κόσμο.
Στην ανάγκη επέκτασης του κεφαλαίου που αναπτύχθηκε περισσότερο πρέπει να τοποθετηθούν όλες οι επιθέσεις που η διοίκηση USA απευθύνει ενάντια στις συμφωνίες της Γιάλτα, επειδή αυτές αντιπροσωπεύουν την κύρωση ισορροπιών μεταξύ των δύο μπλοκ που δεν είναι πλέον αποδεκτές σήμερα.
Υποδεικνύουμε τις ΗΠΑ και τους ευρωπαίους συμμάχους της σαν τους κύριους υπεύθυνους για την τρέχουσα τάση στον πόλεμο, όχι λόγω μιας αξιολόγησης θετικού ιδεολογικού τύπου σε σχέση με το μπλοκ κυριαρχίας ΕΣΣΔ, δηλώνουμε αντιθέτως ότι και σε αυτή την περίπτωση βρισκόμαστε μπροστά σε μια καπιταλιστική Χώρα όπου η κρατική ιδιοκτησία των μέσων παραγωγής δεν σημαίνει αυτόματα σοσιαλισμό.
Δεν πρόκειται λοιπόν περί αυτού αλλά για την αξιολόγηση του διαφορετικού τύπου ανάπτυξης του κεφαλαίου και των αντιθέσεων που το διαπερνούν, οι οποίες κατά συνέπεια το οδηγούν σε διαφορετικές πολιτικές-οικονομικές επιλογές, οπότε μπορούμε να πούμε ότι σε αυτή τη φάση η κούρσα για επανεξοπλισμό, γενικά, δεν διαδραματίζει έναν θετικό οικονομικό ρόλο στη Σοβιετική Ένωση, δεδομένης της ανάγκης να επενδυθούν κεφάλαια σε τομείς όπου εγγράφονται χρόνιες ελλείψεις, παρά την αποφασιστικότητα να διατηρήσει την περιοχή επιρροής της.
Όσον αφορά το δυτικό στρατόπεδο υπάρχουν διάφορα παραδείγματα της σχέσης μεταξύ της οικονομικής κρίσης και του πολέμου.
Σε απάντηση στην κρίση του ’29, η αστική τάξη υιοθετεί τις Kεϋνσιανές πολιτικές που οδηγούν την αμερικανική «Νέα Συμφωνία»- “New Deal” που συνίσταται στη μαζική παρέμβαση του Κράτους ως παραγωγού πρόσθετης ζήτησης, μέσω κατάλληλων μέτρων για τον καθορισμό του επιτοκίου, των φορολογικών αρχών, ελέγχου της συνολικής μάζας των επενδύσεων. Αλλά μέσα στο σύντομο χρονικό διάστημα από την θέσπιση τους μέχρι την παραμονή του β ‘παγκοσμίου πολέμου, αυτή η αντικυκλική απάντηση καταδεικνύει όλους τους περιορισμούς και τις αντιφάσεις της: μια ομοσπονδιακή δαπάνη που σχεδόν διπλασιάζεται παρουσία μιας ταυτόχρονης καθαρής πτώσης του Ακαθάριστου Εγχώριου Προϊόντος και ενός εξαπλασιασμού της ανεργίας.

Η έξοδος από τη σοβαρή κρίση αντιθέτως θα ξεκινήσει με το ξέσπασμα της σύγκρουσης, με τις στρατιωτικές προμήθειες στις Συμμαχικές Χώρες και την επακόλουθη άμεση παρέμβαση που θα προκαλέσουν την επιτάχυνση της παραγωγής με την επακόλουθη σχεδόν εξαφάνιση της ανεργίας. Την ίδια εποχή και η Γερμανία επιδιώκει να βγει από την κρίση με τις πολιτικές σχεδιασμού του ναζιστικού Κράτους, με σκοπό να επιλύσει με τη βία την πτώση της κεφαλαιακής εκτίμησης. Βασίστηκαν στην ανάπτυξη της πολεμικής παραγωγής χρηματοδοτούμενης από το Κράτος, με τον έλεγχο του εξωτερικού εμπορίου της αγοράς συναλλάγματος, των τιμών και, φυσικά, των μισθών.
Η παραγωγή ξεκίνησε εκ νέου σε πλήρες καθεστώς το 1937. Σε σύγκριση με το 1928, ο δείκτης παραγωγής συνδεδεμένος με τον πόλεμο ήταν 37,2% υψηλότερος απέναντι, την ίδια περίοδο, μιας αύξησης κατά 4,5% στις βιομηχανίες παραγωγής αγαθών προοριζόμενων για μαζική κατανάλωση. Σε παρουσία μιας μείωσης των μισθών το συνολικό ύψος των κερδών αυξήθηκε πάνω από το 100%. Μια κατάσταση που δεν μπορούσε να μην προκαλέσει ανεξέλεγκτα αποτελέσματα με την πάροδο του χρόνου, αλλά στην πραγματικότητα αυτός ο χρόνος δεν θα είχε ωριμάσει δεδομένης της προγραμματισμένης πρόθεσης να ξεφορτωθούν οι αντιθέσεις αυτές προς τα έξω.
Κατά την έκρηξη του Κορεατικού πολέμου, σε φάση στασιμότητας της οικονομίας, η πολεμική δαπάνη εξακολουθεί να διαδραματίζει έναν ρόλο ατμομηχανής με τα αποτελέσματα της να δημιουργούν νέες επενδύσεις, όπως κατά τη διάρκεια του πολέμου της Ινδοκίνας με το 80% της αύξησης των ομοσπονδιακών αγορών που σχετίζονται με στρατιωτικές δαπάνες που οδήγησαν σε μία από τις μακρύτερες προόδους της οικονομίας ΗΠΑ. με λίγα λόγια, η σχέση μεταξύ του «Κράτους Πρόνοιας» και του Κράτους Πολέμου – “Welfare State” και Warfare State εμφανίζεται και πάλι. Στα γεγονότα αυτά προστίθεται στη συνέχεια η πραγματικότητα που είναι πάντοτε ενεργή του εμπορίου όπλων μεταξύ των ΗΠΑ και της Ευρώπης και μεταξύ αυτών και του «Τρίτου Κόσμου», με διαφορετικά ύψη ανάλογα με το αν πρόκειται για Χώρες με δυνατότητα άμεσης πληρωμής (σε μετρητά ή πρώτες ύλες) ή όχι. Σε αυτές τις πωλήσεις αυστηρά πολιτικά κριτήρια εφαρμόζονται προφανώς που έχουν σχέση με τον βαθμό αξιοπιστίας και την στρατηγική σημασία κάθε Χώρας. Περιττό να πούμε ότι το συνολικό ύψος της πολεμικής τούρτας εξαγωγών καταβροχθίζεται κατά 3/4 από τον δυτικό ιμπεριαλισμό.                                                              Ας δούμε, τώρα τα ειδικότερα χαρακτηριστικά της πολεμικής παραγωγής … μπαίνουμε στην κοιλιά του θηρίου.                                                                                                                    Αν είναι πάντοτε λανθασμένο να τραβήξουμε μια σαφή διαχωριστική γραμμή μεταξύ της παραγωγής εμπορευμάτων και του πολιτικού πλαισίου αυτό είναι ακόμα πιο παράλογο στην περίπτωση του εμπορεύματος-όπλου διότι αυτό περιέχει μέσα του τον μέγιστο πολιτικό χαρακτήρα. Εν τω μεταξύ πολιτικός κατ ‘εξοχήν είναι ο αγοραστής, δηλαδή τα Κράτη, με ξεκάθαρα πολιτική επακόλουθη χρήση, που απευθύνεται αφενός στο εσωτερικό και αφετέρου στοχεύει προς το εξωτερικό. Στο εσωτερικό η κατοχή του αντιπροσωπεύει ένα είδος ασφάλισης επί της ζωής, η καλύτερη επένδυση για να διαιωνιστεί η ταξική κυριαρχία του. οι μάζες που με το έργο τους σφυρηλατούν τα εργαλεία που προορίζονται να διατηρήσουν τη θέση τους των καταπιεσμένων και που, μέσω της φορολογικής ληστείας αναγκάζονται να χρηματοδοτήσουν την αγορά του!
Στο εξωτερικό ως εργαλείο ισχύος για την προστασία των συμφερόντων του και για την αντιμετώπιση του αντίπαλου μπλοκ προσπαθώντας να κατακτήσει νέους χώρους για τα πολυεθνικά κεφάλαια που αποτελούν πλεόνασμα στη γεωπολιτική περιοχή στην οποία λειτουργούν ήδη με αυτοκρατορική ή υπο-αυτοκρατορική λογική ανάλογα με τις περιπτώσεις.
Το γεγονός ότι ο πελάτης είναι ένα Κράτος αντιπροσωπεύει έναν εξαιρετικά θετικό παράγοντα για τις πολεμικές βιομηχανίες επειδή εγγυάται τη σταθερότητα της ζήτησης με αντίστοιχη σταθερότητα, προς τα πάνω, των τιμών.
Η παρουσία μιας συνεχούς κούρσας προς την τεχνολογική προσαρμογή, σε συνδυασμό με τη δυνατότητα επεξεργασίας μακροπρόθεσμων προγραμμάτων, δεδομένης της εγγύησης αυτής της σταθερότητας, επιτρέπει την ανάπτυξη πάγιων στοιχείων ενεργητικού κεφαλαίων μεγαλύτερη από τις υπόλοιπες παραγωγές. Για όλα αυτά μπορούμε να πούμε ότι ο τομέας αυτός είναι ο πιο ελκυστικός για το χρηματοοικονομικό κεφάλαιο, δεδομένης της ουσιαστικής απουσίας κινδύνου.
Πράγματι σε χρόνια κρίσης υπάρχει μια διαφορετική τάση στο κέρδος μεταξύ άλλων εμπορευμάτων και του πολεμικού υπέρ αυτού
του τελευταίου.
Στο επίκεντρο αυτού του κολοσσιαίου deal βρίσκεται ο ιμπεριαλισμός USA, στο εσωτερικό του οποίου λειτουργεί από καιρό, ως αποτέλεσμα των προαναφερθέντων ιστορικών γεγονότων, ένα ενισχυμένο πολιτικό-βιομηχανικό-στρατιωτικό-επιστημονικό σύμπλεγμα ικανό να επηρεάσει όλους τους θεσμικούς τομείς και να επεκτείνει την επιρροή του σε όλο το δυτικό στρατόπεδο, υλοποιημένο και σε μια ανταλλαγή πολεμικού υλικού με τους ευρωπαίους Συμμάχους, το οποίο κατατάσσεται υπέρ των ΗΠΑ σε αναλογία 10 προς 1, αυτό ως πρακτική συνέπεια του δεύτερου παγκόσμιου πολέμου που σηματοδότησε τη γενική πολιτική εξάρτηση που εξακολουθεί να λειτουργεί.
Στον συγκεκριμένο πολεμικό τομέα η αμερικανική πολιτική αρχικά διατυπώθηκε με μια απλή και καθαρή μαζική παροχή όπλων στην ευρωπαϊκή σκακιέρα, για να απαντήσει στις ανάγκες άμεσης απειλής προς την ΕΣΣΔ και στη συνέχεια αναπτύχθηκε παρουσία των διαφόρων ευρωπαϊκών βιομηχανιών πολέμου, από την μια μανουβράροντας παραγγελίες και άδειες – συναίνεση, συμμετέχοντας άμεσα με την μετοχική παρουσία και τη διαχειριστική, από την άλλη προσπαθώντας να περιορίσει τη δραστηριότητά τους σε τεχνολογικά μεσαίου επιπέδου παραγωγικούς τομείς, διατηρώντας για τον εαυτό της την ικανότητα να σχεδιάζει και να παράγει τα νέα οπλικά συστήματα.
Μέσα σε αυτό το πανόραμα καταλαβαίνουμε καλά το σχέδιο να ομογενοποιήσουν τα οπλικά συστήματα όλο και περισσότερο, με τελευταία αυτά τα διαστημικά, μιας και αυτό, πέρα από τα καθαρά στρατιωτικά τεχνικά προβλήματα, επιτρέπει τη διαιώνιση του ελέγχου USA στη στιγμή του σχεδιασμού και της παραγωγής της τεχνολογικής»καρδιάς» πηγαίνοντας στη συνέχεια κατά προτίμηση σε διμερείς συμφωνίες με κάθε μεμονωμένο partner. Αυτή η πολιτική δεν μπορούσε να μην αντιμετωπίσει αντιστάσεις στην Ευρώπη, αυτές εφαρμόστηκαν ιδιαίτερα από τη Γαλλία, ενώ αντιθέτως όσον αφορά την Ιταλία, πάντα κυριάρχησε η αποστροφή προς την εγκαθίδρυση μιας παραγωγικής αυτονομίας, τόσο λόγω της καθολικής πολιτικής υποδούλωσης στις ενδείξεις της Ουάσιγκτον, όσο επειδή μια τέτοια υπόθεση θα την έβλεπε σε κάθε περίπτωση περιθωριοποιημένη δεδομένου του προβλέψιμου σχηματισμού μιας άγγλο-γαλλο-γερμανικής ηγεμονίας, παγκοσμίως καλύτερα εξοπλισμένων.
Ένα βασικό χαρακτηριστικό της ιταλικής βιομηχανίας του πολέμου είναι η εξειδίκευση των προμηθειών στις Xώρες του «Τρίτου Κόσμου» με μια εξέλιξη εντυπωσιακού κύκλου εργασιών: περάσαμε τα τελευταία χρόνια σε αυξήσεις ακόμη και δέκα φορές μεγαλύτερες σε σχέση με τα τέλη της δεκαετίας του ’60, με καταστροφικές συνέπειες για τις συνθήκες διαβίωσης (ή θανάτου) εκείνων των λαών των οποίων οι κυβερνήτες οπλίζονται όλο και περισσότερο για να κατακτήσουν την ηγεμονία στις δικές τους περιοχές με μια λογική υποαυτοκρατορίας, προσπαθώντας να χαρακτηριστούν ως καταλληλότεροι για τη διατήρηση της «ηρεμίας» στις διαδρομές-οδούς εφοδιασμού των καπιταλιστικών Χωρών που τους προμηθεύουν. Στα ιστορικά προβλήματα που έχουν συσσωρευτεί σε αυτές τις Χώρες, ως συνέπεια της παλιάς και νέας αποικιοκρατίας, ληστείας του φυσικού πλούτου, άγριας εκμετάλλευσης του εργατικού δυναμικού, ανεπάρκειας τροφίμων που προκαλείται από την επιβολή της μονοκαλλιέργειας, χρέους προς ξένες χώρες, πολιτικής εξάρτησης που πραγματοποιείται από τις ντόπιες μπουρζουαζίες, προστίθεται η αιμορραγία για την αγορά πολεμικού υλικού που αντιπροσωπεύει το ένα τρίτο των εισαγωγών προηγμένης τεχνολογίας, απορροφώντας τεράστιους πλούτους που αποτελούν μια υποθήκη για τις δυνατότητες μιας μελλοντικής ανάπτυξης, δεδομένης και της συνέχισης περαιτέρω δαπανών που οφείλονται στη συντήρηση, στην επιχειρησιακή ενημέρωση που πραγματοποιείται συχνά από προσωπικό που προέρχεται από την προμηθεύτρια Χώρα λόγω της αναντιστοιχίας που υπάρχει μεταξύ της υψηλής τεχνολογίας που ενσωματώνεται στα οπλικά συστήματα και της τοπικής υπανάπτυξης.
Στον ιταλικό πόλο είναι επεξηγηματικός ο ρόλος που διαδραματίζει η μεγαλύτερη ιδιωτική ομάδα κεφαλαίων, η FIAT, που έχει μια πολύ ζωντανή ιστορική μνήμη σχετική με την σημασία της πολεμικής βιομηχανίας και του ίδιου του πολέμου. Όντως την παραμονή του πρώτου παγκοσμίου πολέμου βρίσκονταν στην τριακοστή θέση στην Ιταλία όσον αφορά το βιομηχανικό μέγεθος, στο τέλος αυτού την βρίσκουμε στην τρίτη θέση, με ένα κοινωνικό κεφάλαιο επτά φορές μεγαλύτερο και με 40.000 εργαζόμενους αντί των 4.000 και δεδηλωμένα κέρδη ίσα με το 80% του επενδεδυμένου κεφαλαίου.
Η δημιουργία ενός χάρτη της παρουσίας της στον πόλεμο σημαίνει κάλυψη ολόκληρης της τομεακής πανοραμικής: από το διάστημα μέχρι την αεροναυτική, από τον μηχανικό έως το ναυτικό έως τον ηλεκτρονικό. Εκείνο που είναι ενδιαφέρον και πρέπει να αξιολογηθεί είναι η συνεχώς αυξανόμενη δέσμευση της αυτή την τελευταία περίοδο (ιδιαίτερα στην SNIA μεγάλη παραγωγό πυραυλικών καυσίμων) ακριβώς ενόψει της SDI, εξάλλου ο Agnelli είναι ξεκάθαρος, δεδομένου ότι όσον αφορά πιθανές συμφωνίες με βιομηχανίες της αμερικανικής αυτοκινητοβιομηχανίας, θέτει ως κεντρικό θέμα την επιθυμία της FIAT να χρησιμοποιήσει τέτοιες σχέσεις προκειμένου να εισαχθεί καλύτερα στα επόμενα αμερικανικά σχέδια του Πενταγώνου.

Στον χώρο της ιταλικής πολεμικής παραγωγής – έχοντας υπόψη ότι το ιταλική είναι σχετικό, δεδομένου ότι το ξένο τεχνολογικό στοιχείο, ιδιαίτερα των ΗΠΑ, δεν αντιπροσωπεύει ποτέ λιγότερο από το ένα τέταρτο της συνολικής αξίας – είναι κατανεμημένη κατά το ήμισυ μεταξύ του δημόσιου και ιδιωτικού κλάδου και μπορούμε να εντοπίσουμε ότι ο πρώτος κυριαρχεί σε εκείνους τους τομείς όπου είναι υψηλότερα τα επενδυτικά κόστη που πρέπει να υποστηρίξει το Κράτος λόγω της στρατηγικής σημασίας που αυτά καλύπτουν. Όπως ο αεροναυπηγικός (2/3) εξαιρετικά ανεπτυγμένος τεχνολογικά και ο ναυτικός (3/4) για μεγάλο χρονικό διάστημα σε κρίση, σχετικά με τον οποίον αξίζει να θυμόμαστε ότι ακριβώς λόγω της ανάγκης επέκτασης του γεννήθηκε η κρατική βιομηχανία σιδήρου και χάλυβα με κρατική παρέμβαση.
Μέσα στον δημόσιο τομέα υπάρχει μια διάκριση μεταξύ IRI και EFIM που συχνά οδηγεί σε αλληλεπικαλύψεις και συγκρούσεις για τον έλεγχο των διαφόρων κλάδων, που σε αυτή την πολιτική συγκυρία χαρακτηρίζονται ως ένα από τα εδάφη μάχης μεταξύ χριστιανοδημοκρατίας-DC και σοσιαλιστών-PSI.
Διακυβεύεται η καθοδήγηση ενός τομέα, ο οποίος ακριβώς λόγω αυτής της σχέσης μεταξύ της πολεμικής βιομηχανίας και της πολιτικής εξουσίας, παρουσιάζεται ως ένα νευραλγικό σημείο για την ενίσχυση του πολιτικού-οικονομικού-στρατιωτικού συμπλέγματος επάνω στο παράδειγμα του αμερικανικού.
Είναι επομένως μέσα σε αυτή τη συγκυρία και στην προοπτική του ενδοϊμπεριαλιστικού πολέμου, που η παραγωγή του πολεμικού τομέα διαδραματίζει έναν κινητήριο ρόλο, οδηγώντας την οικονομία. Δεν είναι τυχαίο ότι η προηγμένη τεχνολογία, η βασική έρευνα, η εφαρμογή ευέλικτων συστημάτων, η ενισχυμένη αυτοματοποίηση και οι υπολογιστές πέμπτης γενιάς βρίσκουν στον «στρατιωτικό» τομέα το δικό τους φυσικό έδαφος επέκτασης. Ακριβώς αυτός ο προωθητικός ρόλος του πολεμικού τομέα έχει τέτοιες συνέπειες για τις οικονομικές πολιτικές των διαφόρων Κρατών ώστε να τα εμπλέκει άμεσα στον ανηλεή ανταγωνισμό σε εξέλιξη μεταξύ των ισχυρότερων πολυεθνικών προκειμένου να καπαρώσουν αυτή την αγορά.
Η περίπτωση Westland απεικονίζει τα τεράστια συμφέροντα που περιστρέφονται γύρω από αυτό τον συγκεκριμένο τομέα. Η Westland, που συνδέεται στενά με το αμερικανικό πρόγραμμα αστρικών πολέμων-Star Wars, τράβηξε γύρω από τη «διάσωση» της τις ισχυρότερες οικονομικές-χρηματιστικές συγκεντρώσεις (Fiat-Sikorsky από την μια και «european consortium» από την άλλη), υποστηριζόμενες κατάφωρα από τα Κράτη που με αυτά τα λόμπι έχουν περισσότερα συμφέροντα. Μια πικρή σύγκρουση, ακριβώς λόγω αυτής της συμμετοχής, μπορεί να έχει επιπτώσεις, αυτή είναι η περίπτωση που συμβαίνει, στις δομές και την πολιτική ισορροπία μεταξύ των διαφόρων φατριών της ιμπεριαλιστικής Μπουρζουαζίας.
Η πραγματοποίηση της μεγαλύτερης δέσμευσης του Κράτους στην στρατιωτική δαπάνη δεν είναι ήδη άμεσα κοινωνικά ανώδυνη. Αυτό που συμβαίνει στην πραγματικότητα είναι μια αντικατάσταση αυτής έναντι των άλλων εξόδων, ιδιαίτερα εκείνων που αποδίδονται στις κατακτήσεις που επιτεύχθηκαν από τους προλεταριακούς αγώνες. Το πολιτικό γεγονός που προκύπτει είναι συνεπώς ότι τα στρατιωτικά-πολιτικά προγράμματα που έχουν αναπτυχθεί θα είναι σε θέση να επιτύχουν τη μέγιστη ανάπτυξή τους εάν συμβεί μια ιστορική ήττα της τάξης. Στόχος που η αστική τάξη σκοπεύει να ακολουθήσει μέχρι τέλους, ακόμα και διότι μέσα σε αυτά τα τελευταία χρόνια πραγματοποιήθηκαν κάποιες ευνοϊκές σχέσεις δύναμης υπέρ αυτής, παιδιά μιας γενικής επίθεσης που αναπτύχθηκε από το οικονομικό έδαφος, στο πολιτικό, στο στρατιωτικό.
Η επίθεση στις συνθήκες ζωής της τάξης είχε το σημείο καμπής της στη δεκαετία του ’80 στη Fiat. η επιτυχία που επιτεύχθηκε εδώ από την αστική τάξη με την εκδίωξη χιλιάδων εργαζομένων και τον αποκεφαλισμό των πρωτοποριών σημάδεψε το ελεύθερο στην επιτυχία σε ολόκληρη τη Χώρα των παραγωγικών αναδιαρθρώσεων. Στο βωμό του Κεφαλαίου θυσιάστηκαν εκατοντάδες χιλιάδες θέσεις εργασίας οι οποίες αύξησαν την ήδη εξολοθρευμένη στρατιά των ανέργων και αυτών της part-time εργασίας. όλα μέσα σε ένα πλαίσιο επαναπροσδιορισμού ολόκληρης της αγοράς εργασίας, με την αποκατάσταση των ονομαστικών προσκλήσεων, την εκμετάλλευση της μαύρης εργασίας ή της μερικής απασχόλησης, την προοπτική να χρειαστεί να πηδήξουμε από μια υποεργασία στην άλλη για να εξασφαλίσουμε την επιβίωση, με μια κατάσταση για τους «τυχερούς» που παρέμειναν στα εργοστάσια φτιαγμένη από υπερεκμετάλλευση, μέσα σε ένα κλίμα όπου η απλή ασθένεια συλλαμβάνεται ως πράξη απειθαρχίας, ανυπακοής. Έτσι ώστε ο κ. Romiti μπόρεσε να δηλώσει με ικανοποίηση ότι »το υγιές ψυχολογικό στοιχείο του φόβου» εισήλθε στο εργοστάσιο.
Μια γενική κατάσταση που βλέπει το Εκτελεστικό ως τον πρωταγωνιστή δύο γύρων τριγωνικών διαπραγματεύσεων με την Confindustria και τα συνδικάτα σχετικά με το μονοπάτι ενός νεοκορπορατιβιστικού μοντέλου για το οποίο η Οργάνωση μας εκφράστηκε χτυπώντας τον Giugni και τον Tarantelli υπεύθυνους στα υψηλότερα επίπεδα της υλοποίησης της προσπάθειας για κοινωνικό σύμφωνο.
Είναι ολόκληρη η θεσμική σφαίρα που επικαλύπτεται από εκείνη που αποκαλείται η «Μεγάλη Θεσμική Μεταρρύθμιση», το δυνατό χαρτί των ‘σοσιαλιστών’ του Craxi που ακριβώς επάνω σε αυτό το προγραμματικό πεδίο κέρδισε την ηγεσία του Εκτελεστικού. Ακριβώς λόγω της έκτασης της αναδιάρθρωσης, λόγω των επιπτώσεων και των μεταβολών γενικού χαρακτήρα που την συνόδευσαν, αυτή αλλάζει όλες τις πτυχές της πολιτικής και θεσμικής διαμεσολάβησης μεταξύ των διαφόρων παρεμβάσεων του Κράτους στη σχέση τους με την τάξη. Στο γενικό επίπεδο της σύγκρουσης τάξης-Κράτους, η ίδια η ουσία της προληπτικής αντεπανάστασης, βρίσκει την προσαρμογή της στο επίπεδο των σχέσεων δύναμης που έχουν καθιερωθεί. σε ένα πολύπλοκο πεδίο διαμεσολάβησης, ρεφορμισμού και εξόντωσης, θέτοντας σε εφαρμογή μέσω όλων των «δημοκρατικών θεσμών» την προσπάθεια να καταστούν συμβατές και να συγκρατηθούν οι πιο ανταγωνιστικές ωθήσεις της ταξικής πάλης: αν και το οριακό κίνημα των σπουδαστών έχει απλοποιήσει αυτή τη λειτουργία μόνιμης παρέμβασης όπου ο δημαγωγικός ρεφορμισμός του κράτους συνοδεύεται στενά από την καταστολή της αστυνομίας προκειμένου να το μετατρέψει σε ένα αντιδραστικό μαζικό κίνημα πιστό προς τις αντιπρολεταριακές πολιτικές του Κράτους.
Στην επιτυχία αυτής της πρώτης φάσης ανάπτυξης του επαναπροσδιορισμού με αντιδραστική έννοια ολόκληρου του Κοινωνικού και Οικονομικού Σχηματισμού δεν είναι ξένη η ήττα που αυτά τα τελευταία χρόνια υπέστη η κομμουνιστική μαχόμενη πρωτοπορία, καθορίζοντας την αδυναμία μιας απαραίτητης πολιτικής ηγεσίας-κατεύθυνσης της τάξης.
Έτσι όπως είμαστε ξεκάθαροι στο να υποστηρίζουμε χωρίς άχρηστα διαστρεβλωτικά πέπλα, ότι η αστική τάξη έχει καταφέρει σημαντικές νίκες και ότι η τάξη μας υπέστη τις σχετικές αποδιοργανωτικές επιπτώσεις, είμαστε εξίσου αποφασιστικοί να σημειώσουμε ότι οι κύκλοι αγώνα που ακολούθησαν τις συμφωνίες της 22/1/83 και 14/2 / 84 εξέφρασαν μια σημαντική πολιτική αυτονομία από τις συνδικαλιστικές και ρεβιζιονιστικές διαστρεβλώσεις και μια μαζική κατανόηση της πολιτικής ουσίας που υπήρχε μέσα στις συμφωνίες αυτές, στρέφοντας τον αγώνα της εναντίον της κυβέρνησης, ξεπερνώντας την οικονομική διεκδίκηση. Αυτοί οι αγώνες είχαν μια κυκλική εξέλιξη-τάση, έχοντας εκραγεί σε σύμπτωση με τις πιο σημαντικές επιθέσεις που οδηγούνταν ενάντια στην τάξη, και έπειτα επανέρχονται σε καταστάσεις φαινομενικής στάσης διαρρηγμένες από επεισόδια αγώνα σε μεμονωμένες καταστάσεις, με μια επανάληψη της ηγεμονίας των συνδικάτων που βασίζεται περισσότερο στην έλλειψη μιας σοβαρής πολιτικής-οργανωτικής εναλλακτικής λύσης, η οποία υποχρεώνει την τάξη σε μια κατάσταση αναμονής, όχι σε κάποια μορφή συγκατάθεσης σε μια προσέγγιση που δεν θέλει να προστατεύσει ούτε καν τις απλές οικονομικές ανάγκες, αφού πρότεινε να κινηθεί σύμφωνα με όλες τις αυστηρές συμβατότητα που προέκυψαν από την αναδιάρθρωση και αυτό επίσης ως άμεσοι επεξεργαστές αυτών.
Χρόνια αγώνων ισονομίας περιγράφονται ως «απάνθρωπη ισοπέδωση» που πρέπει να εξαλειφθεί, με αποτέλεσμα να γεννιούνται έτσι οι συμβασιακές πλατφόρμες που βασίζονται σε πολύ διαφοροποιημένες αυξήσεις από τη μία κατηγορία στην άλλη, η διαφοροποίηση του ενιαίου σημείου συγκυρίας – σε πέντε ζώνες στην συνδικαλιστική πρόταση -, η ελαχιστοποίηση των αυτόματων αυξήσεων και ο επαναπροσδιορισμός εκείνων που συνδέονται με την «αξία» στο πλαίσιο της γενικής μεταρρύθμισης της μισθολογικής δομής. Να υπογραμμιστεί ο «υπόγειος» χαρακτήρας που ανέλαβε ο τελευταίος γύρος διαβουλεύσεων, υλοποιώντας, ακόμη και σε επίσημο επίπεδο, τον αντιδραστικό χαρακτήρα του νεοκορπορατίστικου κοινωνικού συμφώνου.
Η τάξη με τις αξίες της, τα επιτεύγματά της, τις κατακτήσεις της, υπόκειται σε μια σειρά ομόκεντρων επιθέσεων. Επάνω στο πολιτικό της πτώμα οι εχθροί της παίζουν τη δυνατότητα να βρίσκονται μέσα σε ευνοϊκές συγκυριακά συνθήκες που παρουσιάζονται σε παγκόσμιο επίπεδο. στιγμές που σίγουρα δεν έχουν δυναμικές επίλυσης σε σχέση με τις επείγουσες ανάγκες του μεγάλου κεφαλαίου, του οποίου οι δυσκολίες, για να παραμείνουμε στην ιταλική κατάσταση έγκεινται κυρίως στην προσπάθεια που πρέπει να διατηρεί για να συμβαδίζει με τα πιο προχωρημένα σημεία της παγκόσμιας παραγωγής, λόγω των διαρθρωτικών ελλείψεων της Χώρας μας και του πώς τοποθετείται μέσα στον διεθνή καταμερισμό της εργασίας, πάντα έτοιμη να εξισορροπεί ανάμεσα στο να είναι ενεργό μέρος του ιμπεριαλιστικού κέντρου και να αποκλείεται από τις σημαντικότερες αποφάσεις που λαμβάνονται διεθνώς από την ομάδα των ισχυρότερων Χωρών.
Στο σχέδιο καθορισμού του πολιτικού βάρους της τάξης, εξακολουθεί να διαδραματίζει θανατηφόρο ρόλο το PCI-ΚΚΙ, το οποίο στην αναζήτηση μιας θέσης σε κυβερνητικό πλαίσιο, μαζί με τις αστικές δυνάμεις, βρίσκεται μέσα σε μια σοβαρή πολιτική κρίση που παίζεται στην αναζήτηση των γιατί αυτής της αποτυχημένης πρόσβασης. Οι προτεινόμενες θεραπείες ποικίλουν, μερικές φορές τόσο αστείες όπως εκείνη της αλλαγής μητρώου, αλλά όλες αποφεύγουν να λένε την αλήθεια που τους είναι άριστα γνωστή: το PCI διατηρείται στην αντιπολίτευση γιατί από εκεί πρέπει να διαδραματίζει το ρόλο του της θεσμικής συγκράτησης της ταξικής αντίθεσης εφαρμόζοντας έτσι την αντιπρολεταριακή λειτουργία του που εκτιμάται τόσο πολύ από την μπουρζουαζία. Ένας ρόλος δηλητηριώδης, μια βλαβερή λειτουργία η οποία εξάλλου αναγνωρίζεται ολοένα και περισσότερο στο επίπεδο της μάζας όπως φαίνεται από τα ίδια τα στοιχεία για τη μείωση των εγγεγραμμένων, κυρίως στις μητροπολιτικές βιομηχανικές περιοχές όπου η απωθητική πλοκή εκφράζεται συχνότερα.
Και στο αντιπολεμικό κίνημα το PCI προσπαθεί να περάσει στο επίπεδο των μαζών την πιο εξημερωμένη θέση που έδωσε ο διαταξικός πασιφισμός ο οποίος ποτέ δεν κατάφερε να εμποδίσει μια σύγκρουση, ενώ στα πολιτικά έδρανα υποστηρίζει τα χειρότερα ιμπεριαλιστικά σχέδια, από το Σινά στη Βηρυτό, την έγκριση της χρηματοδότησης της βιομηχανίας όπλων (AMX), αντιτιθέμενο στα λαϊκά κινήματα όπως εκείνο που στη Maddalena θέλει την απομάκρυνση της βάσης για τα πυρηνικά υποβρύχια ή εγκρίνοντας στο Ευρωπαϊκό κοινοβούλιο την έκθεση του χριστιανοδημοκράτη Egon Klepsch που υποστηρίζει τη δημιουργία ενός ευρωπαϊκού οργανισμού για την προμήθεια όπλων σε αντίθεση ακόμη και με την κοινοβουλευτική ομάδα του γαλλικού κομουνιστικού κόμματος PCF, γραμμή η οποία επιβεβαιώθηκε από την ανοικτή υποστήριξη που δόθηκε στο έργο Eureka που παρουσίασαν οι ρεβιζιονιστές στο δελτίο «Europe Italy» ως «επανάληψη της έρευνας και των προηγμένων τεχνολογιών» , μοναδικός πραγματικά επιτάφιος ύμνος για ένα πρόγραμμα που βασίζεται στην εξελιγμένη ανάπτυξη των εξοπλισμών! Ίσως οι ενδιαφερόμενοι λαοί θα πρέπει να ενθουσιαστούν με την προοπτική της αυτοπαραγώμενης καταστροφής; Μετά τα μεγαλεία του «Ευρωκομμουνισμού» που έχουν πλέον ξεθωριάσει, πρέπει να είμαστε μάρτυρες της έναρξης του «Ευρωθανάτου»;

ΝΑ ΕΠΙΤΕΘΟΥΜΕ ΣΤΟ ΝΕΟΚΟΡΠΟΡΑΤΙΚΟ ΑΝΤΙΔΡΑΣΤΙΚΟ ΚΟΙΝΩΝΙΚΟ ΣΥΜΦΩΝΟ! ΝΑ ΑΠΟΡΡΙΨΟΥΜΕ ΤΟΝ ΡΕΒΙΖΙΟΝΙΣΤΙΚΟ ΣΑΜΑΤΑ!

Οι κύκλοι αγώνα που αναπτύχθηκαν από το προλεταριάτο έχουν τονίσει το όριο τους που συνίσταται ακριβώς στο να είναι ένα κίνημα αντίστασης. παραμένοντας στο έδαφος αυτό δεν μπορούν παρά να υποχωρήσουν λιγότερο ή περισσότερο γρήγορα κάτω από τα χτυπήματα που, με συνέπεια και όλο πιο έντονα πολιτικά άλματα, στρέφονται προς αυτό από την αστική τάξη και τους πολιτικούς της εκπροσώπους. Να δώσουμε μια διαφορετική προοπτική σε αυτή την κατάσταση σημαίνει να αντιμετωπίσουμε προβλήματα τα οποία δεν μπορούν να επιλυθούν αυθόρμητα από ένα μαζικό κίνημα όσο ώριμο μπορεί να είναι και το οποίο ακριβώς στις πιο γενικές του πτυχές θέτει στόχους που συγκρούονται με το όλο και πιο στενό πλέγμα οικονομικών συμβατοτήτων που υπαγορεύονται από σχετικές κρίσεις και αναδιαρθρώσεις.
Αν και δεν υποστηρίζουμε το αναπόφευκτο του μετασχηματισμού του οικονομικού αγώνα – ο οποίος προφανώς συνεχίζει να υπάρχει – σε πολιτικό αγώνα δεν υπάρχει αμφιβολία ότι οι διάφορες κινητοποιήσεις έρχονται σε άμεση σύγκρουση με οικονομικές πολιτικές που είδαν την κεντρικότητα του ρόλου της κυβέρνησης, καθιστώντας ακόμη πιο εμφανή την αναγκαιότητα μιας επαναστατικής πολιτικής εκπροσώπησης των γενικών συμφερόντων της τάξης που να την οδηγεί στην σύγκρουση. Η ιστορική νομιμοποίηση της Οργάνωσης μας έγκειται ακριβώς στο ότι γνωρίζει τον τρόπο απόκρισης σε αυτή την ανάγκη και από αυτήν την οπτική εξηγείται η ικανότητα της να αντιδράσει σε σκληρές ήττες, που οφείλονται τόσο στα πολιτικά μας λάθη όσο και ταυτόχρονα από τα χτυπήματα της αντεπανάστασης. Δεν μιλάμε συνεπώς για μια γενικού τύπου «ανυποχωρησία» ή για ένα απλό θέμα καλύτερης υλικής προετοιμασίας από άλλες εμπειρίες που έχουν πλέον διαλυθεί. αλλά είναι ένα ζωντανό κομμάτι της γενικής σύγκρουσης μεταξύ των τάξεων τη στιγμή κατά την οποίαν ανταποκρίνεται στην ανάγκη να δοθεί στρατηγική προοπτική στο έδαφος της άμεσης αντιπαράθεσης εναντίον του Κράτους. Η εκπλήρωση σε αυτό τον απαραίτητο ρόλο είναι ο καλύτερος τρόπος για να ανοίξει ο δρόμος για την ταξική επίθεση.
Η απόρριψη της προσέγγισης σύμφωνα με την οποία για να εξασφαλίσουν συναίνεση οι κομμουνιστές θα έπρεπε να δράσουν με μαχόμενες ενέργειες για να εγγυηθούν επιμέρους αποτελέσματα στον τομέα του οικονομικού αγώνα, σε μια λογική ένοπλου βραχίονα ή ως εργαλείο για την εκπαίδευση των μαζών στην αναγκαιότητα της βίαιης επανάστασης, μια κομμουνιστική οργάνωση που στοχεύει να γίνει το κόμμα οδηγός του μητροπολιτικού προλεταριάτου, πρέπει να είναι σε θέση να αναπτύξει την πολιτική-στρατιωτική παρέμβαση της επιτιθέμενη στις συγκυριακές πολιτικές που θέτει στον αγωνιστικό χώρο η αστική τάξη επάνω στα κεντρικά σημεία που κυριαρχούν στη σύγκρουση μεταξύ των τάξεων, εντοπίζοντας την κεντρική πολιτική αντίφαση.
Όταν μιλάμε για συγκεκριμένες νίκες που πρέπει να επιτύχουμε πρέπει να εννοούμε όχι την κατάκτηση με δόσεις του κομμουνισμού, αλλά την ικανότητα να νικήσουμε την αστική τάξη στα συγκυριακά της σχέδια, καταφέρνοντας κατά συνέπεια την τάξη να προχωρήσει σε πιο ευνοϊκές πολιτικές θέσεις για τις επόμενες φάσεις της σύγκρουσης.
Μεταφρασμένο στην πράξη αυτό σήμαινε την δράση Tarantelli, δηλαδή την ικανότητα να διεξάγουμε επαναστατική τακτική. Επιλογή του στόχου που βασίζεται στην κυρίαρχη πολιτική αντιπαράθεση – το νεοκορπορατικό κοινωνικό σύμφωνο – χτυπώντας στην ευνοϊκότερη στιγμή της συγκυρίας που έβλεπε αφενός τις επιπτώσεις στην τάξη της κυβερνητικής οικονομικής πολιτικής, και αφετέρου την έκρηξη αντιθέσεων μεταξύ δυνάμεων πολιτικών και συνδικαλιστικών δυνάμεων. Οι επιπτώσεις που επιτεύχθηκαν ήταν η αποδυνάμωση της αστικής παράταξης και η ενίσχυση της προλεταριακής, μιας αναπόφευκτης σε αυτό το σημείο επιτυχίας της πολιτικής της Οργάνωσης σε μαζικό επίπεδο και πρωτοπορίας που επαληθεύτηκε ξεκάθαρα με λόγια και πράξεις. Ένα εξαιρετικά σημαντικό στοιχείο αυτό το τελευταίο, αλλά του οποίου την άμεση παρουσία δεν πρέπει να δούμε ως απαραίτητη προϋπόθεση δεσμευτική για την επαναστατική πρωτοβουλία, αυτό διότι η δραστηριότητα μιας OCC-Κομουνιστικής Μαχόμενης Οργάνωσης δεν πρέπει να δεσμεύεται άκαμπτα στον μέσο βαθμό πολιτικής συνείδησης που εκφράζεται στο μαζικό κίνημα, αν συνέβαινε αυτό η δραστηριότητα της θα μειωνόταν σε μια γελοία πολεμική επέκταση, χάνοντας από τα μάτια το κεντρικό στοιχείο που δίδεται από την ιστορική αναγκαιότητα ενός Κόμματος που να οδηγεί το προλεταριάτο στον αγώνα ενάντια στο Κράτος. Αντιπροσωπεύοντας τα ταξικά συμφέροντα, το Κόμμα είναι εσωτερικό σε αυτό το κίνημα, αλλά ως οργάνωση κομμουνιστών αναπτύσσει τη δική του ξεχωριστή δραστηριότητα η οποία, λαμβάνοντας, σίγουρα, υπόψη τον γενικό βαθμό συγκρουσιμότητας που αναπτύσσεται στην διαμάχη Μπουρζουαζίας-Προλεταριάτου, δεν δεσμεύει την δραστηριότητα του στην άμεση κατανόηση εκατομμυρίων προλετάριων ταυτόχρονα. Η επαναστατική πολιτική συνείδηση δεν γεννιέται αυθόρμητα από αυτά τα ανταγωνιστικά κινήματα, τα οποία δεν κατέχουν τη γενική επιστημονική γνώση όλων των πτυχών της πραγματικότητας, η οποία εκφράζεται ακριβώς στην υποκειμενική δραστηριότητα του Κόμματος, μέσω των γενικών συγκυριακών προγραμμάτων του σε αυστηρή διαλεκτική με τον στρατηγικό στόχο αυτού του σταδίου, την κατάκτηση της πολιτικής εξουσίας και την εγκαθίδρυση της Δικτατορίας του Προλεταριάτου. Στην ικανότητα να εφαρμόζει αυτή την αληθινή επιστήμη της κατεύθυνσης του επαναστατικού αγώνα του προλεταριάτου εκπληρούνται ή όχι οι λόγοι που, με υποκειμενική επιλογή, οδήγησαν στη γέννηση της Οργάνωσης μας. Άλλο πράγμα είναι να σκεφτόμαστε ότι μπορούμε να οργανώσουμε στις τρέχουσες συνθήκες τους μαζικούς αγώνες που ακολουθούν, διότι αυτό, εκτός από το ότι είναι εξωπραγματικό, θα σήμαινε προσαρμογή σε πολιτικές συνθήκες που έρχονται σε αντίθεση με τους στρατηγικούς μας στόχους..
Στα διάφορα μαζικά κινήματα υπάρχουν επίπεδα συνείδησης που συνυπάρχουν και ένας διαφορετικός τρόπος να σχετίζεσαι πρέπει ως εκ τούτου να υιοθετηθεί από εμάς σε σχέση με την ανταγωνιστική κοινωνική μάζα χαρακτηρίζοντας μας με τα σημεία του δικού μας προγράμματος συγκυρίας να επικρατούν πάνω στο σύνολο των διαφορετικών προθέσεων που σε αυτήν ανακινούνται. Στην περίπτωση αντιθέτως των πρωτοποριών που έχουν σπάσει τους δεσμούς της ρεβιζιονιστικής ή νεορεβιζινιστικής προστασίας, χωρίς να πέσουν στην αγύρτικη παγίδα τους, τότε δίχως καθυστέρηση η σχέση πρέπει να εξελιχθεί προς την κατεύθυνση που δείχνει η αντικρατική πολιτική-στρατιωτική στρατηγική.
Αναπόσπαστη κατάκτηση της επαναστατικής δραστηριότητας αυτών των χρόνων είναι η συνειδητοποίηση ότι ο Ένοπλος Αγώνας για τον Κομμουνισμό δεν είναι ένα όργανο της κομμουνιστικής πολιτικής, αλλά μια πολιτική-στρατιωτική στρατηγική που το οργανωμένο προλεταριάτο που καθοδηγείται από το Κόμμα πρέπει να υιοθετεί, στην προοπτική του μακροπρόθεσμου ταξικού πολέμου για να ανατρέψει το Κράτος και να κερδίσει την πολιτική εξουσία.
Αυτό γνωρίζοντας ότι ακολουθούμε ένα μονοπάτι που διαφοροποιείται από εκείνα που ακολούθησαν άλλα Κόμματα σε άλλες ιστορικές εποχές, αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι εφάρμοσαν στρατηγικές και τακτικές που ταίριαζαν καλύτερα στις συνθήκες τις οποίες επρόκειτο να επηρεάσουν και που, γενικότερα έβλεπαν τη στιγμή της ένοπλης δράσης να επικεντρώνεται στη φάση της εξέγερσης. Στρατηγική και τακτική των κομμουνιστών καθορίζονται ιστορικά και ποικίλλουν ανάλογα με τη συγκεκριμένη κατάσταση. Το καθήκον των κομμουνιστών είναι να υιοθετήσουν τις καταλληλότερες με βάση τη μαρξιστική-λενινιστική ανάλυση, αξιοποιώντας τις εμπειρίες του διεθνούς κομμουνιστικού κινήματος.
Σε εκείνες τις ιστορικές στιγμές ήταν σωστό να συμμετάσχουν στα αστικά κοινοβούλια και εξτρεμιστικό να μην το πράξουν, σήμερα μια τέτοια πράξη θα ήταν μια αντεπαναστατική πράξη. το Κόμμα εξοπλίζονταν με συνδικάτα και άλλες μαζικές νόμιμες δομές, σήμερα αυτό θα ήταν εγκληματικό επειδή θα έστελνε στη σφαγή εκείνους τους προλετάριους που αναγνωρίζουν τους εαυτούς τους στο δικό μας σχεδιασμό.
Οι ιστορικοί μετασχηματισμοί του τρόπου με τον οποίο ασκείται η κυριαρχία της αστικής τάξης στην ταξική σύγκρουση, η πιο ώριμη διάρθρωση των θεσμικών μορφών της σε διαλεκτική με τις μεταμορφώσεις που σημειώθηκαν στον Καπιταλιστικό Τρόπο Παραγωγής και στη γενικότερη Κοινωνική Οικονομική Διαμόρφωση στο σημερινό διεθνές πλαίσιο οδήγησαν από την αρχή της δραστηριότητάς μας στην επιλογή της υιοθέτησης της στρατηγικής της Ένοπλης Πάλης, που δεν εννοείται ως σύγκρουση μεταξύ μηχανισμών που διαιωνίζεται με γραμμικό τρόπο αγνοώντας τις συγκεκριμένες συνθήκες της ταξικής σύγκρουσης, αλλά σε διαλεκτική με αυτήν, σε κάθε περίπτωση μέσα στη συνείδηση πως λειτουργεί μέσα σε μια γενική μη επαναστατική κατάσταση που σίγουρα δεν βλέπει μια κυριαρχία της στρατιωτικής πλευράς, αλλά γνωρίζοντας ότι η υποκειμενική παρέμβαση των κομμουνιστών αποτελεί αναπόσπαστο μέρος στον καθορισμό των αντικειμενικών υλικών συνθηκών αυτής της σύγκρουσης.

ΝΑ ΕΠΙΤΕΘΟΥΜΕ ΣΤΑ ΚΥΡΙΑΡΧΑ ΣΧΕΔΙΑ ΤΗΣ ΜΠΟΥΡΖΟΥΑΖΙΑΣ ΝΑ ΧΤΙΣΟΥΜΕ ΤΟ ΚΟΜΟΥΝΙΣΤΙΚΟ ΜΑΧΟΜΕΝΟ ΚΟΜΜΑ.

Η χάραξη της εικόνας της επιθετικής δραστηριότητας του ιμπεριαλισμού αυτά τα τελευταία χρόνια σημαίνει να αγκαλιάσουμε όλες τις περιοχές του κόσμου.
Αν θέλουμε να περιοριστούμε στα πιο σημαντικά γεγονότα, μπορούμε να αναφέρουμε την τοποθέτηση των πυραύλων «Pershing 2» και «Cruise» στην Ευρώπη, το σχέδιο που βρίσκεται ήδη στη φάση των δοκιμών για τους αστρικούς πολέμους όπως επίσης και τις αληθινές αιματηρές στρατιωτικές επιχειρήσεις: την εισβολή στη Γρενάδα που πραγματοποιήθηκε ανοιχτά διότι δεν ήταν αρεστή η εσωτερική και εξωτερική πολιτική της. την αποστολή στον Λίβανο για την καταστολή των λιβανέζων και παλαιστινίων πατριωτών. την κατάρριψη των αεροσκαφών της λιβυκής Jamahirya και την τρέχουσα τρομοκρατική εκστρατεία του ιμπεριαλισμού – στο πλαίσιο του διαβόητου «αγώνα κατά της τρομοκρατίας» – την πρόσφατη επιδρομή στη Μεσόγειο και στην Ιταλία ιδίως με την αεροπειρατεία του αιγυπτιακού αεροπλάνου, που αργότερα μιμήθηκαν οι σιωνιστές υπηρέτες τους με το αεροπλάνο της Λιβύης. τη συνεχή υποστήριξη με άνδρες και μέσα στους μισθοφόρους που μάχονται εναντίον του λαού της Νικαράγουα, σε μια περιοχή της Κεντρικής Αμερικής που ολοένα και περισσότερο θεωρείται μια «αυλή του σπιτιού τους» από τους yankee.
Όλες οι χώρες της ιμπεριαλιστικής αλυσίδας έχουν όλο και περισσότερο δεσμευτεί σε μια επιθετική πολιτική, όπως και ενάντια στην ΕΣΣΔ, και προς τους λαούς όλου του κόσμου. Ο επαναβεβαιωθείς αυτοκρατορικός ρόλος της «σοσιαλιστικής» Γαλλίας στην Αφρική, στην καταστολή του αγώνα των υπέρμαχων της ανεξαρτησίας στη Νέα Καληδονία, στο αποκρουστικό θέαμα των υποκριτικών οικονομικών-στρατιωτικών μέτρων κατά της Νότιας Αφρικής που με την έκρηξη της εξέγερσης στα γκέτο βλέπει να αναδεικνύεται ο ρόλος της χωροφυλάκου του πολύ σημαντικού αυτού χώρου, τόσο για τη γεωγραφική θέση του – πέρασμα μεταξύ του Ατλαντικού και του Ινδικού Ωκεανού -, όσο και για τον πλούτο πρώτων υλών στρατηγικής σημασίας που κατέχει, διαδραματίζει έναν υποαυτοκρατορικό ρόλο με τον έλεγχο που ασκεί στη Namibia, Lesotho, Botswana, Swaziland, με συνεχείς επιθέσεις σε πρώην αποικιακές Χώρες: Αγκόλα, Μοζαμβίκη, Ζιμπάμπουε.
Στην ανατολή η Ιαπωνία αποφασιστικά, με αμερικανική ώθηση, έχει αναλάβει τον δρόμο του επανεξοπλισμού, ο οποίος, χάρη στην υψηλή οικονομική της δυναμική, είναι σε θέση να διατρέχει μέσα από αναγκαστικά στάδια. ο ρόλος της είναι να ελέγχει εκείνες τις θάλασσες και να αντιπροσωπεύει ένα επικίνδυνο αγκάθι στην ανατολική πλευρά της ΕΣΣΔ.
Στην περιγραφόμενη κατάσταση ο ρόλος της Ιταλίας δεν είναι ούτε αμελητέος ούτε απλής υπηρετικής εκτέλεσης. Η πολιτική της υπήρξε πρώτης γραμμής στην Ευρώπη, τόσο στην εγκατάσταση των νέων πυραύλων, όσο και στην συμμετοχή στο πρόγραμμα αστρικών πολέμων ξεπερνώντας τις δημαγωγικές προφυλάξεις που εκδηλώνει τώρα, ο ανάδοχος αυτών στον κόσμο, με την χορηγία σε ολόκληρο τον κόσμο, ο υπουργός Πολέμου, το σιωνιστικό γουρούνι Spadolini, έφτασε μάλιστα στο σημείο να τους προτείνει στην Αργεντινή …
Ένα σημαντικός ρόλο διαδραματίζει η Ιταλία στη Μεσόγειο και στη Μέση Ανατολή, όπου αναπτύσσει μια πολύπλοκη πολιτική-διπλωματική πρωτοβουλία με εναλλασσόμενες τύχες, από την επιθυμία για ένα προτεκτοράτο στη Μάλτα, στα ταξίδια του Craxi στο Κέρας της Αφρικής – στα εδάφη του τόπου στον ήλιο -, σε προνομιακές σχέσεις με την Αίγυπτο και τα άλλα Αραβικά Κράτη που προδίδουν την παλαιστινιακή υπόθεση. Το Πανόραμα συμπληρώνεται με τεράστιες στρατιωτικές προμήθειες (όταν ο Μουμπάρακ προειδοποιήθηκε για την πειρατεία του «Lauro» παρακολουθούσε μια επίδειξη εκτόξευσης ιταλικών πολεμικών πυραύλων), όλα με την πρόθεση να καταστεί συμβατή η προστασία των τεράστιων οικονομικών συμφερόντων, με την αναγνώριση του απαραίτητου στρατηγικού ρόλου του Ισραήλ. Μια ισορροπία που δεν είναι πάντοτε εύκολη όπως αποδεικνύεται από την πολιτική σύγκρουση που γεννήθηκε επάνω στην υπόθεση «Achille Lauro», τις εντάσεις με τις ΗΠΑ και την επακόλουθη κρίση της κυβέρνησης από το σιωνιστικό γουρούνι.
Όλα γεγονότα που δεν πρέπει να μας κάνουν να παραβλέψουμε την πραγματικότητα μιας επιχειρησιακής συνεννόησης με τον υπόλοιπο δυτικό ιμπεριαλισμό επάνω στις μεγάλες πολιτικές-στρατιωτικές επιλογές στην περιοχή, όπως δείχνουν οι αποστολές στον Λίβανο και η ένοπλη προστασία – με τους στρατιώτες που στέλνονται στο Sinai – των συμφωνιών του Camp David. Αυτά είναι τα γεγονότα που χαρακτηρίζουν όλο και περισσότερο την Ιταλία ως προπύργιο για την προστασία της Μεσογείου, δεδομένου του ουσιαστικού οράματος των γραμμών ανάπτυξης που ακολουθούνται στον επαναπροσδιορισμό των καθηκόντων που πρέπει να επιτελέσουν οι Ένοπλες Δυνάμεις. Το υπουργείο Πολέμου με τις διαχειρίσεις Lagorio-Spadolini έχει σημειώσει σημαντικά άλματα προς τα εμπρός σε ποσότητα και ποιότητα. Περιοριζόμενοι στα επίσημα στοιχεία βλέπουμε ότι ο λογαριασμός του κυμαίνεται από 5,780 δισεκατομμύρια των χρόνων ’80 στα 11,890 το ’83, με μια αύξηση ίση με 105,7%, με μια πρόβλεψη – πάντα επίσημη – για το ’85 της τάξεως των 16,512 δισεκατομμυρίων, 20% μεγαλύτερη από το προηγούμενο έτος. Από αυτά τα έστω και πλυμένα επίσημα στοιχεία προκύπτει ότι οι στρατιωτικές δαπάνες στην Ιταλία αυξάνονται περισσότερο από αυτές που αποφασίστηκαν στο ΝΑΤΟ, με μια εξέλιξη που είναι η υψηλότερη μεταξύ των Χωρών της Δυτικοευρωπαϊκής Ένωσης.
Ακόμη πιο ενδιαφέρουσες είναι οι ποιοτικές αλλαγές που προκύπτουν από τα νέα οπλικά συστήματα, αλλά και από μια σημαντική εσωτερική αναδιοργάνωση για την αναπροσαρμογή στα νέα καθήκοντα που πρέπει να εκτελεστούν. Από τον αυξανόμενο αριθμό των μισθοφόρων σε σχέση με αυτόν των στρατιωτών που υπηρετούν τη θητεία τους, σε ένα πλαίσιο που βλέπει τη σχέση στρατιώτου-οπλισμού τροποποιημένη υπέρ αυτού του τελευταίου. στην διαφορετική ανάπτυξη των βάσεων ΗΠΑ και ΝΑΤΟ με μια προοδευτική στροφή προς το νότο.
Η παλαιά άποψη πως στην Ιταλία με τις βάσεις της έχει ανατεθεί το καθήκον της υπεράσπισης της νότιας πλευράς του ΝΑΤΟ είναι ολοένα και πιο λανθασμένη. Η υιοθέτηση του αεροπλανοφόρου «Garibaldi» με επιθετικά καταδιωκτικά επί του σκάφους προικίζει το Πολεμικό Ναυτικό με τη δική του αεροπορική δύναμη επιτρέποντας του να λειτουργεί με το στρατιωτικό μοντέλο του σώματος των Marines. η ύπαρξη μιας δύναμης έκτακτης παρέμβασης (FOPI), καθώς και η ίδρυση της δύναμης ταχείας επέμβασης (FIR), αποτελούμενες από τους πιο προικισμένους καταδρομείς των διαφόρων όπλων καθιστούν σαφές τον ευρύτατο επιθετικό ρόλο που παίζουν οι ιταλικές Ένοπλες Δυνάμεις στη Μεσόγειο, με τα νότια σύνορα της συμμαχίας που μετακινείται ολοένα και περισσότερο «από το Κέρας της Αφρικής προς τις Αζόρες» για τον Spadolini, «από το Cape Horn (!) έως την περιοχή του Κόλπου» σύμφωνα με τον Lagorio. Επιπλέον, η τοποθέτηση στο Comiso ενός τμήματος των ευρωπυραύλων αποτελεί σαφή ένδειξη αυτής της επιθετικής λειτουργίας που απευθύνεται προς τις χώρες της Βόρειας Αφρικής και της Μέσης Ανατολής, επιβεβαιωμένη από τη στρατιωτικοποίηση στο ίδιο το νησί 22.000 εκταρίων στα βουνά Nebrodi. Η σημασία του αεροδρομίου της Sigonella επιβεβαιώθηκε πρόσφατα από το αμερικανικό ενδιαφέρον να εγκατασταθεί εκεί μόνιμα η Delta Force. επίσης τα νέα στρατιωτικά αεροδρόμια στη Λαμπεντούζα και στην Παντελερία. η μετατόπιση ενός σμήνους MRCA TORNADO στη Gioia del Colle της Puglia, ενός επιθετικού βομβαρδιστικού καταδιωκτικού σχεδιασμένου να φέρει εξελιγμένες ατομικές βόμβες στην καρδιά του εχθρικού εδάφους. ακόμα σε αυτή την περιοχή, στη Birgi, υπάρχει η βάση των αμερικανικών AWCS. ενώ στο Maddaloni (CE) ξεκινούν οι εργασίες κατασκευής του Εθνικού Κέντρου Αεροδιαστημικής, γεγονός στρατηγικής σημασίας που είναι ακόμα ανυπολόγιστο. Η διεθνοποίηση της παραγωγής και των κεφαλαίων, καθορίζει τις συνθήκες παρομοίωσης των πολιτικών αναδιάρθρωσης που κάθε μεμονωμένο Κράτος της δυτικής ιμπεριαλιστικής αλυσίδας προσαρμόζει σε σχέση με τις δικές του ιδιαίτερες συνθήκες, αναπτύσσοντας πολιτικές προληπτικής αντεπανάστασης σε οικονομικό-πολιτικό-θεσμικό επίπεδο ενάντια στην τάξη. Αυτές οι πολιτικές, σε σχέση ακριβώς με τον βαθμό πολιτικής-οικονομικής-στρατιωτικής συνάθροισης που επιτυγχάνεται, βρίσκουν στιγμές έντονης διαβούλευσης μεταξύ των Κρατών σε σχέση με την πολιτική-στρατιωτική δραστηριότητα του ανταρτοπόλεμου. διαβούλευση η οποία, παρά τις διαφορές, επιδιώκεται επίσης στις πολιτικές επιθετικότητας εναντίον των λαών που μάχονται για τη χειραφέτηση τους.
Όλο αυτό μέσα στο γενικότερο πλαίσιο της κρίσης, που αφενός ενισχύει αυτές τις τάσεις, αφετέρου διαταράσσει τις διεθνείς ισορροπίες καθιστώντας τες ακόμη πιο επισφαλείς. Αυτή η εικόνα της αστάθειας και της πόλωσης σε διεθνές επίπεδο επηρεάζει άμεσα τα εθνικά τοπία, ένα γεγονός που καθιστά εξωπραγματική την πιθανότητα αποσύνδεσης ενός σημαντικού κρίκου στην ιμπεριαλιστική αλυσίδα, χωρίς την πολιτική-στρατιωτική αποδυνάμωση του δυτικού ιμπεριαλισμού.
Η ανάπτυξη της επαναστατικής διαδικασίας στη Χώρα μας, για την επίτευξη του πρώτου σταδίου, κινείται μέσα και ενάντια στις ισορροπίες αυτής της γενικής κατάστασης και δεν μπορεί να μην λάβει υπόψιν, για την εξέλιξη της, την αποδυνάμωση του δυτικού ιμπεριαλισμού στην περιοχή. αυτό το τελευταίο στοιχείο είναι κοινό σε όλες τις επαναστατικές δυνάμεις που αγωνίζονται εναντίον του, ανεξάρτητα από τους στρατηγικούς στόχους που αυτές επιδιώκουν.
Ο δυτικός ιμπεριαλισμός, με τις ΗΠΑ επικεφαλής, είναι ο κύριος και δηλωμένος εχθρός του διεθνούς προλεταριάτου και των προοδευτικών λαών που μάχονται για τη χειραφέτησή τους.
Αυτό, αντικειμενικά, καθορίζει ένα τεράστιο και ποικίλο – τόσο σε μορφή όσο και σε στόχους – μέτωπο αγώνα ενάντια στον ιμπεριαλισμό, μέσα στο οποίο σχετιζόμαστε σύμφωνα με τις αρχές του προλεταριακού διεθνισμού, που συνίστανται στην μαχητική αλληλεγγύη και κυρίως στο να κάνουμε την επανάσταση στην χώρα μας.
Είναι από αυτό το σύμπλεγμα παραγόντων που βρίσκει προώθηση η πρόταση της υποκειμενικής εδραίωσης του Αντιιμπεριαλιστικού Μετώπου Αγώνα στον χώρο, που δρομολογούμε ως στόχο που πρέπει να επιτευχθεί σε αυτή τη διεθνή συγκυρία.
Μέτωπο που ενεργεί ενάντια στον κύριο εχθρό, τον δυτικό ιμπεριαλισμό, χωρίς απαραίτητα να στέκεται στο πλευρό του αντίπαλου μπλοκ. Προκειμένου να επιτευχθεί αυτός ο στόχος είναι απαραίτητο να εμβαθυνθεί μια αποτελεσματική αντιπαράθεση με όλες τις επαναστατικές δυνάμεις που μάχονται τον δυτικό ιμπεριαλισμό, πέρα από κάθε ιδεολογικό σεκταρισμό, αλλά με τη διαφύλαξη των αρχών που καθοδηγούν κάθε επαναστατική δύναμη. Συζήτηση μέσω της οποίας θα προσδιοριστούν τα σημεία πολιτικής συμμαχίας ενάντια στον κοινό εχθρό, βρίσκοντας τα αναγκαία επίπεδα συνεργασίας με σεβασμό των ιδιαιτεροτήτων και των διαφορών που χαρακτηρίζουν αυτές τις δυνάμεις. Μέσα σε αυτή τη διαλεκτική είναι δυνατόν να επιδιωχθεί η υπέρβαση της αντίφασης μεταξύ μορφής και περιεχομένου που χαρακτηρίζει μερικές φορές την επίθεση κατά του ιμπεριαλισμού.
Οι Ερυθρές Ταξιαρχίες για το ΜΚΚ τοποθετούν τον αντιιμπεριαλισμό ως αναπόσπαστο μέρος του μακρόχρονου ταξικού πολέμου για την κατάκτηση της πολιτικής εξουσίας, όπως καταδεικνύει η σύλληψη του στρατηγού Dozier, η εκτέλεση του επικεφαλής του FMO στο Σινά, εγγυητή των συμφωνιών του Camp David, Leamon Hunt και την εκτέλεση του διευθυντή της SMA, Lando Conti.
Οι Κόκκινες Ταξιαρχίες για το Κ.Μ.Κ., εργάζονται για την διαλεκτική ενότητα μεταξύ της «επίθεσης στην καρδιά του Κράτους» και του Μετώπου Αντιιμπεριαλιστικού Αγώνα.
Είναι στον γεωπολιτικό μας χώρο Ευρώπη-Μεσογειακή λεκάνη-Μέση Ανατολή, που οι αντιθέσεις του δυτικού ιμπεριαλισμού καθίστανται οξύτερες τόσο από τους αγώνες του ευρωπαϊκού προλεταριάτου ενάντια στις πολιτικές αναδιάρθρωσης και του αυξανόμενου επανεξοπλισμού, όσο των πολιτικών-στρατιωτικών πρωτοβουλιών του ανταρτοπόλεμου στην Ευρώπη και των Απελευθερωτικών Αγώνων και χειραφέτησης των εξαρτημένων Χωρών.
Αυτό γεννά από την μια τη σχετική πολιτική αδυναμία του ιμπεριαλισμού, από την άλλη την αντικειμενική τάση για μια σύγκλιση μεταξύ των συμφερόντων του ευρωπαϊκού προλεταριάτου με εκείνα των προοδευτικών λαών της περιοχής.
Η συνάντηση και διασταύρωση των διαφορετικών επιπέδων αντιθέσεων σχηματίζουν ένα πλήθος αντιτιθέμενων συμφερόντων και επισφαλών ισορροπιών, που καθιστούν την περιοχή αυτή τη στιγμή, το σημείο της μέγιστης κρίσης στον κόσμο. Πράγματι η Ευρώπη, ως ιμπεριαλιστικό κέντρο, συγκεντρώνει τις αντιφάσεις του MPC-μαχόμενου προλεταριακού κινήματος. ως διαχωριστική γραμμή των ισορροπιών που προέκυψαν από τον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο, συγκεντρώνει τις αντιθέσεις μεταξύ των δύο μπλοκ. ως σημείο επαφής μεταξύ των Χωρών της βιομηχανοποιημένης δύσης και των εξαρτημένων Χωρών διαπερνάται άμεσα από τις συγκρούσεις που παράγει ο δυτικός ιμπεριαλισμός σε αυτές τις περιοχές – που επιδεινώνονται κυρίως από το παλαιστινιακό ζήτημα, που είναι πάντα εδώ λόγω του ηρωικού αγώνα αυτού του λαού, παρά την γραμμή παραίτησης που καταδεικνύεται με τις συμφωνίες του Amman, από την αστική ηγεσία της ΟΑΠ-OLP -. Αυτές οι αντιφάσεις καθιστούν την προσπάθεια επιβολής του αμερικάνικου ιμπεριαλισμού πιο επίμονη, με σκοπό να επιβεβαιώσει προς τους συμμάχους – πρωτίστως τους ευρωπαίους – μια όλο και πιο έντονη ώθηση προς την κατεύθυνση της πολεμοχαρούς γραμμής τους. γραμμή που κρύβεται πίσω από τον διαβόητο «πόλεμο κατά της διεθνούς τρομοκρατίας», πραγματικός στόχος, αντίθετα, η διατήρηση και η διεύρυνση του ελέγχου στην περιοχή.
Από την αμερικανική παρέμβαση στη Sigonella προκύπτει ότι υπήρξε μια σειρά από πραγματικές πράξεις τρομοκρατίας, μέχρι την ωρίμανση της αποκαλούμενης «λιβυκής κρίσης». αυτές έχουν προκαλέσει μια επιτάχυνση των παραγόντων κρίσης, έτσι ώστε να αλλάξουν ουσιαστικά την εικόνα των σχέσεων στη Μεσόγειο.
Αυτές οι τροποποιήσεις περνούν και μέσα από την ανοιχτή διεκδίκηση των ΗΠΑ και του πιστού φρουρού τους, των σιωνιστών χασάπηδων, της Κρατικής τρομοκρατίας ως μεθόδου παρέμβασης σαν επικύρωση των πράξεων τους.
Οι πράξεις αυτές τείνουν να αναδιατυπώσουν τη θέση των ευρωπαίων Συμμάχων τόσο σε πολιτικό όσο και σε διπλωματικό επίπεδο, τόσο σε σχέση με τις ΗΠΑ όσο και με τις Χώρες της περιοχής, φέρνοντας τις πίσω ουσιαστικά σε μια στενότερη Ατλαντική πίστη.
Όσον αφορά την ιταλική θέση, έχει συμμορφώσει τον ακτιβισμό της τόσο εντός της συμμαχίας όσο και στις σχέσεις με τις αραβικές Χώρες. σε αυτή την εναλλαγή, όχι τελευταία η αξιολύπητη απόπειρα του δίδυμου Craxi-Gonzales να ανταλλάσσουν τη γεωγραφική-στρατηγική θέση τους με οικονομικά πλεονεκτήματα.
Αυτές οι επισπεύσεις θέτουν το καθήκον στις επαναστατικές δυνάμεις να αναζητήσουν τις απαραίτητες και δυνατές πολιτικές συμμαχίες και, να συνεισφέρουν συνεπώς στην ενίσχυση του Μετώπου Αντιιμπεριαλιστικού Αγώνα.
Επομένως δεν είναι επιμονή κομμουνιστών ανυποχώρητων να επιδιώκουν το στόχο της αποσύνδεσης αυτών των κρίκων της ιμπεριαλιστικής αλυσίδας όπου οι συνθήκες το καθιστούν εφικτό. όπως δεν είναι στείρος ρεαλισμός να αναζητούμε μια σχέση μεγαλύτερης συμμαχίας με τις ευρωπαϊκές επαναστατικές δυνάμεις και με όλες τις επαναστατικές δυνάμεις του χώρου. στόχοι αυτοί που βρίσκουν δύναμη και πιθανή λύση στις αυξανόμενες δυσκολίες που βρίσκει ο ιμπεριαλισμός στην επίλυση της βαθιάς κρίσης του.
Επάνω στην προγραμματική αυτή κατεύθυνση σκοπεύουμε να εργαστούμε για την ενίσχυση του Αντιιμπεριαλιστικού Μετώπου Αγώνα, επιδιώκοντας μέσα του τον απαράβατο στόχο της διεθνούς ενότητας των κομμουνιστών.
Με βάση τις μαρξιστικές-λενινιστικές αρχές, το καθήκον των κομμουνιστών σε διεθνές επίπεδο, είναι να χτίσουν συγκεκριμένα την εναλλακτική λύση στα δύο κυρίαρχα μπλοκ στον κόσμο και να εργαστούν χωρίς καθυστέρηση, μέσα στον επαναστατικό αγώνα, στα απαραίτητα επίπεδα ενότητας και συμμαχίας εναντίον του ιμπεριαλισμού. Ενότητα των κομμουνιστών που σίγουρα δεν πρέπει να αναζητηθεί μέσα στην δογματική καθαρότητα των αιώνιων «μ.λ.» κομματιδίων, των δίχως καμία επιρροή μέσα στις κοινωνικές δυναμικές.
Η ενότητα πρέπει να αναζητηθεί στο πλαίσιο συγκεκριμένης δράσης των μαρξιστικών επαναστατικών δυνάμεων που ασκούν πολιτική-στρατιωτική πρακτική, εκπροσωπώντας τα γενικά συμφέροντα του προλεταριάτου μέσα στη ζωντάνια της σύγκρουσης μεταξύ των τάξεων της Χώρας τους.
Ενότητα με όλους τους συνεπείς κομμουνιστές που, παρά την ποικιλομορφία συγκεκριμένων καταστάσεων, επιδιώκουν τον στρατηγικό σκοπό της κατάκτησης της πολιτικής εξουσίας και της εγκαθίδρυσης της Δικτατορίας του Προλεταριάτου.
Η στρατηγική πρόταση του Ένοπλου Αγώνα για τον Κομμουνισμό στο προλεταριάτο της Χώρας τους, είναι η βάση της γενικότερης πολιτικής και οργανωτικής ενοποίησης των κομμουνιστών σε διεθνές επίπεδο, ζωτικής σημασίας για μια αποτελεσματική διεθνιστική πολιτική.
Σήμερα όπως πάντα οι μαρξιστικές επαναστατικές δυνάμεις αντιπροσωπεύουν το πιο προηγμένο σημείο στον αγώνα ενάντια στον ιμπεριαλισμό. είναι μέσα στην πραγματική σχέση με την αποδυνάμωση αυτού του τελευταίου που πρέπει να αναζητηθεί μέσα στο Μέτωπο μια προνομιακή σχέση με αυτές, χωρίς ωστόσο να μειώνεται ο ρόλος που παίζουν σήμερα οι άλλες επαναστατικές δυνάμεις.

ΠΟΛΕΜΟΣ ΣΤΟΝ ΠΟΛΕΜΟ! ΠΟΛΕΜΟΣ ΣΤΟ NATO!
ΝΑ ΕΔΡΑΙΩΣΟΥΜΕ ΤΟ ΜΕΤΩΠΟ ΑΝΤΙΙΜΠΕΡΙΑΛΙΣΤΙΚΟΥ ΑΓΩΝΑ !
ΔΙΕΘΝΗΣ ΕΝΟΤΗΤΑ ΤΩΝ ΚΟΜΟΥΝΙΣΤΩΝ!
ΝΑ ΜΕΤΑΤΡΕΨΟΥΜΕ ΤΟΝ ΙΜΠΕΡΙΑΛΙΣΤΙΚΟ ΠΟΛΕΜΟ ΣΕ ΤΑΞΙΚΟ ΠΟΛΕΜΟ ΓΙΑ ΤΗΝ ΚΑΤΑΚΤΗΣΗ ΤΗΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ ΕΞΟΥΣΙΑΣ ΚΑΙ ΤΗΝ ΔΙΚΤΑΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΠΡΟΛΕΤΑΡΙΑΤΟΥ!

Φεβρουάριος 1986
για τον κομουνισμό
BRIGATE ROSSE
για το χτίσιμο του Μαχόμενου Κομουνιστικού Κόμματος – PCC

 

http://www.sebbenchesiamodonne.it/860/

Σχετική εικόναΣχετική εικόναΣχετική εικόνα

Αποτέλεσμα εικόνας για lando conti, br

Σχετική εικόνα

ανατρεπτική τέχνη, arte ribelle

Ο δικός μας, νεαρός, Marx

του Salvatore Prinzi

Μόλις έγινε 200 χρόνων, αλλά για κάποιους είναι ακόμα νέος. Σίγουρα για τον Raoul Peck, του οποίου η ταινία για τον νεαρό Καρλ Μαρξ ξεχωρίζει αυτή τη στιγμή, μέσα στην πλημμύρα των άρθρων της σειράς και ακαδημαϊκών διασκέψεων, ως το καλύτερο αφιέρωμα στον γερμανό φιλόσοφο και επαναστάτη. Λέω «το καλύτερο», γιατί η ταινία όχι μόνο μας επιτρέπει να διαδώσουμε την φιγούρα και το έργο, αλλά και να παθιαστούμε, να βρούμε ξανά έναν πιο δικό μας Μαρξ, να οδηγηθούμε σε κάποια σκέψη γενικότερου χαρακτήρα, να πάρουμε κουράγιο και να δράσουμε. Δεν είναι λίγο, αυτούς τους καιρούς. Αλλά ας δούμε καλύτερα.

Η ιδέα και η πραγματοποίηση

Παραδέχομαι ότι η είδηση μιας ταινίας για τον Μαρξ μου έφερε τρεμούλα. Ο Μάρξ δεν είναι Γκεβάρα και ούτε καν Λένιν, δεν πυροβολεί και δεν αγορεύει ξεσηκώνοντας τα πλήθη από ένα τεθωρακισμένο, είναι δύσκολο να μεταφερθούν οι ιδέες του από κινηματογραφική άποψη, η περιπέτεια της ζωής του, περισσότερο συνδεδεμένη με διανοητικές διαμάχες παρά με επικές στιγμές. Δύο δυνατότητες: είτε ένα σύννεφο από σκόνη θέσεων, υπερδιδακτικό και βαρετό, ή κάποια μεταμοντέρνα εύρεση-έμπνευση για να μετατραπεί σε κάτι εμπορικά ευχάριστο. Από την άλλη πλευρά, έλεγα στον εαυτό μου, δεν είναι τυχαίο ότι μέσα σε εκατό χρόνια ιστορίας κινηματογράφου δεν υπήρξε ποτέ μια ταινία για ένα τόσο διάσημο υποκείμενο: δεν λειτουργεί. Ο Peck επιλύει επιδέξια το πρόβλημα με επίκεντρο τον νεαρό Μαρξ, ο οποίος μόλις μέσα σε πέντε χρόνια αλλάζει τέσσερις χώρες, δραπετεύει από άλλες τόσες αστυνομικές δυνάμεις, συναντά όλους τους πιο τρελούς επαναστάτες της εποχής, περνά από μια ευκατάστατη ζωή στη μιζέρια, φέρνει στον κόσμο ποικίλες κόρες, ιδρύει ένα »κόμμα» … με λίγα λόγια, η περιπέτεια δεν λείπει. Και ενώ οι σκηνές ακολουθούν η μία την άλλη η έκπληξη γίνεται: πώς είναι δυνατόν κανείς να μην έχει φτιάξει πριν, την ταινία; Να, όταν ένας δημιουργός κάνει να φαίνεται φυσικό κάτι που φαινόταν αδύνατο, κάνει να φαίνεται απαραίτητο κάτι που έλειπε μέχρι εκείνη την στιγμή, σημαίνει ότι η επιχείρηση επέτυχε.

Αλλά, πέρα από την ιδέα, υπάρχει η τεχνική πραγματοποίηση. Που είναι θεμελιώδης, γιατί οι σχέσεις μας με τις ιδέες είναι επίσης σχέσεις με τις ιστορίες, τις εικόνες, τα συναισθήματα που μας εμπνέουν. Και μια ταινία για τον Μαρξ που είναι χάλια είναι πιο ανησυχητική από μια ταινία που είναι απλώς χάλια. Ο Peck είχε ξεχωρίσει πριν από δύο χρόνια για ένα όμορφο ντοκιμαντέρ για τον James Baldwin, δεν είμαι ο νέγρος σας,  I’m not your negro, πολύ έγκυρο και άξιο από πολιτική άποψη, στην επιλογή των συνεντεύξεων, στην επιμέλεια και το μοντάζ, στο soundtrack, αλλά ακριβώς: ένα ντοκιμαντέρ. Μια ταινία είναι ένα άλλο πράγμα, αν είναι και «ιστορική» απαιτεί μεγάλη παραγωγή. Και εδώ δεν υπάρχουν αμερικανοί. Αντίθετα, μια άλλη έκπληξη: τα περιποιημένα κοστούμια και οι εσωτερικοί χώροι, οι πολύ καλές σκηνογραφίες, οι καλλιεργημένες εικονογραφικές παραπομπές, η φωτογραφία που καταφέρνει να δώσει τον σωστό τόνο σε κάθε εννοιολογική διασταύρωση. Φυσικά, δεν είναι μια colossal, καμία μαζική σκηνή, τα γυρίσματα, οι λήψεις παραμένουν σφιχτές, αλλά οι οικονομίες δεν παρατηρούνται, επειδή το μοντάζ είναι δυναμικό, οι ηθοποιοί εκφραστικοί, το σενάριο επίμονο, έχει ρυθμό, πιέζει. Ναι, το σενάριο: γράφτηκε από τον Pascal Bonitzer, πτυχιούχο της φιλοσοφίας, ιστορικό συνεργάτη των Cahiers du cinéma, σίγουρα δεν είναι ο τελευταίος αφιχθείς λόγω της γνώσης του θέματος και του υποκειμένου. Και όντως η ιστορία δεν ψεύδεται, ούτε στην βιογραφία του Μαρξ ούτε στις έννοιές του, που εισήχθησαν κυρίως μέσα στους διάλογους με τους άλλους επαναστάτες. Αλλά πάνω απ ‘όλα, παρά το λίγα διδακτικά περάσματα, κρατά το ρυθμό, και θέλεις να μάθεις πώς τελειώνει ακόμα κι αν ήδη το γνωρίζεις. Δεν είναι εύκολο να ενθουσιάσεις χωρίς να μπορείς να παίξεις το τελευταίο σου χαρτί έχοντας αποτέλεσμα!

Ο Μαρξ που προκύπτει απ’ την ταινία και η επίδραση στο κοινό

Ο ρυθμός δίνεται επίσης από την αναγνώριση, την ταυτοποίηση, από την συμφωνία των χαρακτήρων με τον κόσμο του θεατή. Ο Μαρξ που τέθηκε στην οθόνη δεν είναι το μνημείο, ο γενειοφόρος άρχοντας της κλασσικής εικονογραφίας: είναι ένας νέος, ανήσυχος, αντικομφορμιστής, που γυρνά σε όλη την Ευρώπη, κάνει σεξ, υποβάλλεται σε συνεντεύξεις εργασίας, πληρώνεται καθυστερημένα, χαίρεται για ένα καλό γεύμα . Είναι ένας Μαρξ ανθρώπινος, ακατάστατος και λαμπρός, που δεν σέβεται την εξουσία, τις αρχές, ακόμη και εκείνη των ευγενών πατέρων του σοσιαλιστικού κινήματος, που κινείται σε έναν 19ο αιώνα τόσο παρόμοιο με την εποχή μας, εκείνον της επισφαλούς εργασίας, των συνοριακών ελέγχων, της ιδεολογικής σύγχυσης . Μια φιγούρα και ένας κόσμος, εν συντομία, όπου το κοινό μπορεί να αναγνωρίσει τον εαυτό του – με όλα αυτά που μπορούν να επακολουθήσουν …

Εδώ θα πρέπει να αναφερθεί και η πολυγλωσσία της ταινίας: στο αρχικό κείμενο οι πρωταγωνιστές περνούν συνεχώς από τα γερμανικά στα γαλλικά στα αγγλικά, ανάλογα με τους τόπους όπου βρίσκονται, ανάλογα με τις αποχρώσεις του νοήματος που θέλουν να επικοινωνήσουν. Δεν είναι απλώς ένα τέχνασμα για να γίνει η σκηνογραφία πιο λαμπρή, ούτε υπάρχει η βούληση να ξαναχτιστεί φιλολογικά η ζωή του Μαρξ και του περιβάλλοντός του, del suo entourage, αλλά ένα στρατήγημα για να αγγιχτούν κάποιες χορδές στη γενιά Erasmus, η οποία μεγάλωσε κατά κάποιο τρόπο με μια συνείδηση ευρωπαϊκή, η οποία σε αυτά τα είκοσι χρόνια έχει πηδήξει από χώρα σε χώρα, αναμιγνύοντας τις γλώσσες, προσαρμόζοντάς τες στον εκφραστικό σκοπό. Ο Μαρξ, ο Ένγκελς και σύντροφοι και συνεργάτες, είναι οι ήρωες της πρώτης παγκοσμιοποίησης – και όχι συμπτωματικά ο Peck αναφέρει τις πρώτες σελίδες του Μανιφέστο για την παγκόσμια αγορά – που μιλούν στα παιδιά της τελευταίας παγκοσμιοποίησης χωρίς μεσάζοντες, μιλούν σαν κι αυτούς. Tο πλέγμα των γλωσσών γίνεται έτσι μια αναφορά, μια παραπομπή στον προλεταριακό διεθνισμό, ακόμη πιο αναγκαίο σήμερα.

Υπάρχουν όμως και άλλα δύο στοιχεία που λειτουργούν ως γέφυρα μεταξύ του κόσμου της ταινίας και του δικού μας. Το πρώτο: η προσοχή του Peck προς το ρόλο των γυναικών. Η φιγούρα της Jenny von Westphalen, της συζύγου του Μαρξ, καθώς και εκείνη της Mary Burns, συντρόφου του Engels, επιστρέφονται με όλη τους την ιστορική σημασία. Jenny και Mary είναι γυναίκες που επιλέγουν να χειραφετηθούν από την μοίρα που προβλέπεται για αυτές: η πρώτη τα σπάζει με την αριστοκρατική οικογένεια της, στρατεύεται, εργάζεται στο πλευρό των Μαρξ και Ένγκελς στη σύνταξη του Μανιφέστο, η Μαry αγωνίζεται στο εργοστάσιο, συνοδεύει τον Ένγκελς στις περιοχές της εργατικής τάξης για να καταρτίσει την πρώτη έρευνα σχετικά με τις κοινωνικές τάξεις, απορρίπτει το γάμο ως αστική σύμβαση. Οι φιγούρες τους αντιτίθενται με εκείνη της συζύγου του Arnold Ruge, που αντιθέτως υπηρετεί προσεκτικά το σύζυγό της και τον φιλοξενούμενο, συζητά όπως θα περίμενε κανείς, σύμφωνα με τις συμβάσεις, εκφράζοντας την αλήθεια της μπουρζουάδικης ύπαρξης τους, εκείνη την αλήθεια που ο Ruge κρύβει πίσω από μεγάλες και ασαφείς- άσκοπες διακηρύξεις υπέρ του σοσιαλισμού. Εάν η κατάσταση της γυναίκας είναι ο δείκτης επάνω στον οποίο θα μετρηθεί η πρόοδος μιας κοινωνίας πέρα από αυτό που λέει για τον εαυτό της, η Jenny και η Mary είναι η αλήθεια του Karl και του Friedrich, της προσπάθειάς τους να ξεσηκώσουν πραγματικά, να επαναστατήσουν τον κόσμο και τον εαυτό τους.

Ο κόσμος και αυτοί οι ίδιοι: αυτό είναι ένα άλλο στοιχείο που λειτουργεί ως γέφυρα μεταξύ των νέων στην οθόνη και των νέων στο ακροατήριο, στην πλατεία. Ο Peck μας δείχνει τον Μαρξ θύμα της αστυνομικής αλαζονείας- θρασύτητας, έναν κουρασμένο και πεινασμένο Μαρξ, με τους πιστωτές στην πόρτα, τον Μαρξ που τα έσπασε με τον καθωσπρέπει κόσμο, στον οποίο, με το ταλέντο του και την κατάρτιση του, θα μπορούσε άνετα να τακτοποιηθεί. Ο Peck μας υπενθυμίζει, δηλαδή, πως το να κάνεις πολιτική από την πλευρά της εκμεταλλευόμενων είναι μια ηθική επιλογή, η οποία καλύπτει όλη την συμπεριφορά και τον άνθρωπο, που μπορεί μια μέρα να πληρώσεις γι αυτήν, να έχεις συνέπειες, ακόμη και σκληρές, δεν μπαίνεις στα καλά σαλόνια με αυτήν, αλλά εκδιώκεσαι, λόγω αυτής μπορεί να μην γίνεις αγαπητός, αλλά περιφρονημένος και χλευασμένος από εκείνους τους λίγους που όμως κρατούν τα κλειδιά της γενικής άποψης και γνώμης. Το να είσαι κομμουνιστής δεν είναι μια ευχάριστη βόλτα, δεν είναι κάτι που στέκεται δίπλα σε άλλες επιλογές, μια προτίμηση, είναι μια επιλογή ζωής. Και εδώ ο δέκατος ένατος αιώνας πέφτει μέσα στο σήμερα δίχως διαμεσολαβήσεις: μετά από μια μακρά παρένθεση κατά την οποία το να είσαι κομμουνιστής δεν απαιτούσε να τροποποιήσεις, να μεταβάλλεις την ύπαρξη, αντιθέτως μπορούσε και να ανοίξει κάποιες πόρτες, να διευκολύνει μια καριέρα, έχουμε επιστρέψει στο έτος μηδέν, στον στιγματισμό, στο κυνήγι του εξτρεμιστή. Σαν να ήθελε να μας προειδοποιήσει η ταινία: αν ξεκινήσεις σήμερα, μην περιμένεις κάτι διαφορετικό από αυτό. Αλλά, ακριβώς για αυτό, επέλεξε να ξεκινήσεις.

Τους προβληματισμούς, τους στοχασμούς που μας επιτρέπει

Φτάνουμε εδώ στο πολιτικό ζουμί της ταινίας και στις πιθανές θεωρητικές και πρακτικές της καταβυθίσεις-στοχασμούς. Εδώ πιστεύω ότι η αξία του Peck δεν είναι τόσο να προσφέρει ένα είδος καινοτόμου ερμηνείας του Μαρξ, αλλά το ότι ανακτά τη δύναμη της πρωτότυπης-αυθεντικής του συμπεριφοράς-κίνησης την ώρα που ελευθερώνει κάποια κατακάθια που παρεμποδίζουν σήμερα τη δράση. Όπως και στην αρχαιολογία, όταν ξεθάβεις το αρχαίο οδηγείς σε μια νέα ανακάλυψη.

Ποια ανακάλυψη, για παράδειγμα; Αυτή πως το προλεταριάτο είναι με δυσκολία μια τάξη, πως είναι μάλλον μια διασπασμένη μάζα που αποτελείται από εκβιασμένους ανθρώπους, γεμάτους άγνοια, ζήλιες, όχι πιο ηρωική από άλλες. Η ταινία ανοίγει ακριβώς επάνω στη βία των αρχουσών τάξεων: η επίθεση της αστυνομίας σε ένα δάσος όπου άθλιοι συλλέκτες ξύλου «κλέβουν» τα ξηρά κλαδιά. Η δυστυχισμένοι το σκαν, ποδοπατούν ο ένας στον άλλο, δεν αρπάζουν τις πέτρες, δεν αντιστέκονται. Σφαγιάζονται. Ίδιο σκηνικό στη σύγχρονη Μάντσεστερ: οι εργάτριες διαμαρτύρονται επειδή μια από αυτές έχει χάσει δύο δάχτυλα στα μηχανήματα, η Μαry μπαίνει μπροστά και καταγγέλει τις συνθήκες εργασίας, ο πατέρας του Ένγκελς την απολύει: κανείς δεν την υπερασπίζεται, όλες σκύβουν το κεφάλι. Πού είναι η σημασία αυτών των σκηνών; Κατ ‘αρχάς στο ότι μας υπενθυμίζει, σε εμάς που σήμερα έχουμε την τάση να σκεφτόμαστε «μια φορά ναι οι άνθρωποι αγωνίζονταν, σήμερα αντιθέτως …», και ως εκ τούτου θλιβόμαστε, είναι καταθλιπτικό, νιώθουμε ότι ζούμε σαν κατώτεροι σε σύγκριση με ένα μυθικό παρελθόν, και ως εκ τούτου μας συμβαίνει να αποδεχόμαστε το άθλιο παρόν, που όχι, δεν είναι αλήθεια, κάποτε ήταν όπως τώρα, οι άνθρωποι χαμήλωναν το κεφάλι, και μόνο με αντίτιμο θυσίες, αγώνες, επίπονη συσσώρευση εμπειριών και ιστορίας, το προλεταριάτο κατάφερε να γίνει μια τάξη ικανή για χειρονομίες αυτές ναι ηρωικές όπως η Κομμούνα ή οι εργατικές εξεγέρσεις της κόκκινης διετίας.

Ο Peck αφαιρεί αμέσως κάθε ψευδαίσθηση σχετικά με τη φυσική καλοσύνη ή ελευθερία του ανθρώπου – ο κομμουνισμός δεν είναι ένας ιδεαλισμός, είναι ένας υλισμός: η καλοσύνη και η ελευθερία είναι ιστορικά κατασκευασμένες έννοιες και κοινωνικά παραγόμενες πρακτικές. Οι άνθρωποι συμπεριφέρονται καλά αν τεθούν σε θέση να το πράξουν, οι εργαζόμενοι αγωνίζονται εάν τεθούν ή τίθενται στη κατάσταση να το πράξουν. Ποια είναι αυτή η θέση, η κατάσταση, αυτή η προϋπόθεση; Η ενότητα, ως εκ τούτου η συνείδηση της συμμετοχής σε μιαν ίδια τάξη, και η οργάνωση, που συμπληρώνει το ένστικτο, εκείνο το ένστικτο που στην ταινία οδηγεί τις εργάτριες να σαμποτάρουν τα μηχανήματα ή τους οικοδόμους να βοηθήσουν τον Καρλ και τον Φρίντριχ στη διαφυγή τους από την αστυνομία , αλλά αυτό από μόνο του δεν αρκεί για να γίνει μια πραγματική δύναμη.

Σύγκρουση και οργάνωση: αυτό είναι το θεωρητικό νήμα που ακολουθεί ο Peck από την αρχή της ταινίας μέχρι την κορυφαία σκηνή. Εκείνη στην οποία ο Μαρξ και ο Ένγκελς κυριαρχούν- επιβάλλονται στο Κογκρέσο της Ένωσης των Δικαίων, και αλλάζοντας το όνομά της σε Ένωση των Κομμουνιστών και αλλάζοντας το σύνθημά της, που περνάει από ένα γενικό «Όλοι οι άνθρωποι είναι αδέλφια» στο διάσημο «Προλετάριοι όλου του κόσμου ενωθείτε ». Σε αυτή την κίνηση ο Peck αναγνωρίζει το γεγονός της γέννησης της σύγχρονης αριστεράς: από δίκαιοι σε κομμουνιστές, από ένα ηθικό στοιχείο-δεδομένο, ατομικό, σε ένα δεδομένο υλικό, συλλογικό, που σχετίζεται με τις σχέσεις παραγωγής. Από μια δήλωση αρχής, από την επίκληση της καλοσύνης-ευγένειας, σε μια ρεαλιστική ένδειξη λειτουργικού χαρακτήρα, που πρώτα απ’ όλα διαιρεί το κοινωνικό πεδίο – διότι οι «προλετάριοι» δεν είναι οι «όλοι» – και στη συνέχεια το επανασυνδέει στο «ενωθείτε»! …

Είναι σαφές ότι ο Peck τονίζει τη σκηνή για να αντιπαραθέσει εκείνη τη χειρονομία προς τη σημερινή αριστερά. Που όντως, εδώ και τριάντα χρόνια σε αυτά τα μέρη, έχει εγκαταλείψει ένα ταξικό όραμα-μια ταξική οπτική και δεν θέλησε ή δεν ήξερε πώς να σχεδιάσει μια γραμμή διάκρισης μεταξύ φίλων και εχθρών, υποχωρώντας σε θέσεις προηγούμενες του 1848, στις ανθρωπιστικές αφαιρέσεις, στον διανοουμενισμό ενός Bauer , στις ουτοπίες ενός Proydhon, στον μηδενισμό ενός Μπακούνιν. Έχει χάσει μια οργανική σχέση με τη ζωή της τάξης, και από εδώ προέρχονται οπορτουνισμός και σεκταρισμός, απoλύτως καταχρηστικοί. Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο το γεγονός, η δράση, η συμπεριφορά που αποθανατίζει ο Peck στην ταινία πρέπει σήμερα να επαναληφθεί ξανά.

Πώς; Με τρία πράγματα, φαίνεται να προτείνει η ταινία. Πρώτα απ ‘όλα με τη θεωρία. Απέναντι στον Wilhelm Weitling, ο οποίος μέσα στον επαναστατικό μυστικισμό του πιστεύει ότι αρκεί να κάνει έκκληση στο πνεύμα, στη διάθεση, ο Μαρξ φωνάζει ενάντια στην άγνοια. Οι εκμεταλλευόμενοι άνθρωποι χρειάζονται μια επιστημονική θεωρία, δεν χρειάζονται φλυαρία. Μια θεωρία λογικά σταθερή, που αναγνωρίζει την ιστορική δυναμική και επιτρέπει να καταγράψουμε τις ενέργειές μας μέσα σε αυτήν. Αλλά που να έχει – και εδώ η σημασία της έρευνας, της συμμετοχής στις εργατικές συναντήσεις, της παρουσίας των αγωνιστών στα εργοστάσια και στις γειτονιές – ένα εμφύτευμα στην πραγματικότητα. Ισχυρές κατηγορίες, σταθερές, συγκεκριμένη ανάλυση αλλά και σταθερή παρουσία μέσα στην τάξη, συναισθηματική και ζωτική σχέση-σύνδεση: αυτά είναι τα δύο παλαιά στοιχεία που σήμερα εμφανίζονται ολοκαίνουργια, όλα αυτά πρέπει να κατακτηθούν.

Αλλά η λεπτότητα του Peck φαίνεται να προτείνει επίσης ένα τρίτο στοιχείο: τη συνοχή της ηγετικής ομάδας. Οι Karl, Friedrich, Jenny, Mary, και οι σύντροφοι που περιστρέφονται γύρω τους δεν είναι επαγγελματίες πολιτικοί, αλλά νεαροί που κινούνται και εμπνέονται από μια επιθυμία αλλαγής και γι ‘αυτό μοιράζονται τα πάντα, δεν κρατούν κάτι για τον εαυτό τους. Επιτυγχάνουν στην αιφνιδιαστική επίθεση στην Lega των Δικαίων επειδή είναι ενωμένοι συμπαγείς, επειδή αγαπιούνται. Ο Peck συλλαμβάνει μια κίνηση που ενώνει αυτήν την περιπέτεια με άλλες ανάλογες: την ομάδα της Νέας Τάξης που θα ιδρύσει το PCI, τους κουβανούς barbudos, τους μαύρους πάνθηρες … Εμπειρίες δημιουργίας οργάνωσης που βασίζονται όχι μόνο σε μια θεωρία ή σε μια εσωτερικότητα στο υποκείμενο αναφοράς, αλλά και στη δύναμη των δεσμών, σε μια κοινή ζωή, σε μια φιλία με την υψηλή έννοια. Με έναν χαρακτήρα φιλοδοξίας χωρίς την οποία κάθε λειτουργία-επιχείρηση οργανωτικής κατασκευής παραμένει κρύα, αποστειρωμένη.

Ο Gramsci είχε μαντέψει, είχε νιώσει κάτι παρόμοιο στο Il nostro Marx, ο δικός μας Μάρξ, ένα άρθρο που έγραψε το 1918, με την ευκαιρία της πρώτης εκατονταετηρίδας του φιλόσοφου. Σύμφωνα με τον Γκράμσι, μέσα από τον Μαρξ, μπορούμε να γνωριστούμε καλύτερα και να συνειδητοποιήσουμε πόσο αξίζει η δική μας «ατομική βούληση, και πώς αυτή μπορεί να καταστεί ισχυρή από το γεγονός ότι, υπακούοντας, πειθαρχώντας στην ανάγκη, καταλήγει να κυριαρχεί επί της ίδιας της ανάγκης.» Αν ο Μαρξ ξεκαθαρίζει τις υλικές δυναμικές, επιμένει στην αντικειμενικότητα, δεν είναι για να υποδουλωθεί σε αυτήν, αλλά για να μας επιτρέψει να κυριαρχήσουμε επί αυτής και να είμαστε σε θέση να παράξουμε, με την συμπαγή ενέργεια -δράση μας, κάτι που φαινόταν αδύνατο. Επομένως, είναι λάθος να θεωρηθεί ως κάτι καθαρά αυθαίρετο να έχεις φιλοδοξίες: «Θέληση, μαρξιστική, σημαίνει συνειδητοποίηση του σκοπού, που με τη σειρά του σημαίνει ακριβής έννοια και αντίληψη της δύναμης σου και των μέσων για να την εκφράσεις σε δράση. Ως εκ τούτου, σημαίνει σε πρώτη φάση διάκριση, αναγνώριση της τάξης, ανεξάρτητη πολιτική ζωή από εκείνη της άλλης τάξης, συμπαγή οργάνωση και πειθαρχημένη για τους ιδιαίτερους σκοπούς και στόχους της, χωρίς παρακάμψεις και δισταγμούς. Σημαίνει ευθεία ώθηση, παλμό προς το μέγιστο αποτέλεσμα, δίχως βόλτες στα πράσινα λιβάδια της εγκάρδιας αδελφοσύνης, έχοντας μαλακώσει από τα πράσινα χορταράκια και από τις μαλακές δηλώσεις εκτίμησης και αγάπης …».

Απόρριψη μιας αφηρημένης αδελφοσύνης, ταξική γραμμή, σημασία μιας ταιριαστής οργάνωσης και αποφασισμένης, μέσα στην οποίαν όλοι θα αισθάνονται κοντά ο ένας με τον άλλον, συναίσθημα – τελικά – μιας ισχύος: δεν ξέρω αν ο Peck είχε διαβάσει αυτό το κείμενο του Gramsci, εκείνο που είναι βέβαιο είναι ότι στην ταινία του παίζονται ακριβώς αυτά τα σημεία. Που είναι κεντρικά, θεμελιώδη και για εμάς. Μόνο σε ένα πράγμα είναι νόμιμο να διαφωνούμε με τον Gramsci. Στο τέλος του άρθρου του, απεικονίζει τον Μαρξ ως έναν «απέραντο και γαλήνιο σκεπτόμενο εγκέφαλο», μια «ατομική στιγμή» ενός «πνεύματος» που αγωνίζεται εδώ και αιώνες για να εκδηλωθεί, αλλά που τελικά φαίνεται να έχει βρει τον δρόμο του. Από την άλλη πλευρά, ο Gramsci έγραφε την επομένη της επανάστασης του Οκτώβρη, ενώ ο σοσιαλισμός μεγάλωνε – λίγους μήνες αργότερα θα είχε συγκεντρώσει το 32% στις γενικές εκλογές – με την πεποίθηση ότι το μέλλον θα έπρεπε »μονάχα» να επιταχυνθεί …

Αυτός ο χεγκελισμός σε εμάς δεν επιτρέπεται. Η ηρεμία δεν γνωρίζουμε καλά τι είναι. Το μέλλον δεν ξέρουμε αν έλθει. Ο δικός μας Μαρξ είναι νέος, ενεργεί oρμητικά, αυθόρμητα, είναι ακόμη στην αναζήτηση ενός δρόμου. Για μας ακόμη όλα πρέπει να γίνουν. Η ιστορία είναι, και πάλι, στην εκκολαπτόμενη-αναδυόμενη κατάσταση.https://www.carmillaonline.com/2018/06/17/il-nostro-giovane-marx/

σύγχρονα κινήματα, movimenti di oggi

Μέση γη

Stampa

 

18

Ανασκόπηση από τον Sandro Moiso στον τόμο της συλλογικότητας «Mauvaise Troupe», CONTRADE. Ιστορίες του ZAD και του NOTAV, Εκδόσεις Tabor από Carmilla on line

Terre di mezzo

 

Παίρνοντας στα χέρια το κείμενο που μόλις δημοσίευσαν οι εκδόσεις Τabor και μεταφράστηκε από τα γαλλικά με τη βοήθεια τόσο ιταλών συντρόφων όσο και των ίδιων των συγγραφέων της κολλεκτίβας Mauvaise Troupe, σκέφτηκα ξανά τη συνάντηση που πραγματοποιήθηκε στις 12 ιουνίου 2016 στο Venaus μεταξύ των εκπροσώπων του κινήματος NoTav valsusino , των γάλλων συντρόφων της Notre Dame des Landes και των εκπροσώπων πολλών αυτοδιαχειριζόμενων εργοστασίων στην Αργεντινή, τη Γαλλία και την Ιταλία. Εκείνες τις ημέρες στην Val di Susa, κατά τη διάρκεια των τριών ημερών του «Βουνού των βιβλίων στην κοιλάδα που αντιστέκεται, Montagna di libri nella valle che resiste», οι εκπρόσωποι των διαφόρων ανταγωνιστικών κινημάτων προς την παρούσα κατάσταση των πραγμάτων είχαν προσπαθήσει να κάνουν μια πρώτη εκτίμηση μεταξύ των διαφορετικών και συχνά μακρινών μεταξύ τους εμπειριών.

Ακριβώς με την ευκαιρία εκείνη παρουσιάστηκε, το κείμενο για το οποίο στη συνέχεια θα μιλήσουμε, στη γαλλική έκδοση του, το οποίο έχει τις ρίζες του στις κοινές και ταυτόχρονα διαφορετικές εμπειρίες που η ιστορία των μαχών του κινήματος NoTav και των συντρόφων της ZAD ( που είναι σήμερα νικητές απέναντι στο γαλλικό Κράτος μετά την ανακοίνωση της παραίτησης από το σχέδιο για την κατασκευή του δεύτερου αεροδρομίου της Νάντης που κυκλοφόρησε στα μέσα ιανουαρίου από τον πρόεδρο Macron) οδήγησαν όλα αυτά τα χρόνια. Η τρέχουσα έκδοση καθιστά διαθέσιμο για το ιταλόφωνο κοινό το ιστορικό που διασταυρώνεται δύο εμπειριών που μπορούν να χρησιμεύσουν ως σύμβολο και μοντέλο (απλά σκεφτείτε το πώς επεκτείνεται και οργανώνεται τη μάχη του κινήματος NoTap σε εθνική κλίμακα) για τους αγώνες που έρχονται και για την απομάκρυνση από το μοντέλο εικοστού αιώνα που βρισκόταν στο επίκεντρο μιας από τις συζητήσεις που διεξήχθησαν εκείνες τις ίδιες ημέρες, όπου συζητήθηκε ο θάνατος του ‘900 και των ιδεολογιών του.contrade.jpg

Δεν φοβάμαι να τo επιβεβαιώσω: είναι σίγουρα το καλύτερο έργο που έχει γίνει μέχρι τώρα για την εμπειρία NoTav και την παράλληλη εμπειρία του ZAD. Είναι πράγματι κάποιοι αγωνιστές του ZAD, συγκεντρωμένοι στη συλλογικότητα Mauvaise Troupe, που συγκεντρώνουν τις φωνές των άλλων αγωνιστών και δίνουν φωνή σε εκείνους της μάχης NoTav. Μια άμεση επαφή μεταξύ παράλληλων και πολύ παρόμοιων καταστάσεων αγώνων στους στόχους και τις μεθόδους διεξαγωγής του αγώνα. Δεν απαιτείται καμιά διαμεσολάβηση (πολιτιστική, κοινωνιολογική, ανθρωπολογική ή άλλη). Οι δύο πραγματικότητες μιλούν μεταξύ τους και αφηγούνται με φυσικότητα. Συγκρίνονται. Ορίζουν στόχους. Διατηρούν και υπερασπίζονται τις ιδιαιτερότητές τους.

Αυτό είναι το είδος του διαλόγου και της έρευνας που μπορούν να εξυπηρετήσουν τους αγώνες του σήμερα και του αύριο. Δεν είναι οι ιδεολογίες που μιλούν και αντιμετωπίζουν η μια την άλλη: είναι οι άνθρωποι, τα γεγονότα και οι επιλογές που απορρέουν από αυτούς. Ένα είδος λαϊκής συναθροίσεως-συνέλευσης από απόσταση στην οποία ο αναγνώστης βυθίζεται, ενώ παράλληλα μπορεί να διατρέξει, να ανιχνεύσει εκ νέου τα γεγονότα των δεκαετιών που βρίσκονται αυτή τη στιγμή στην βάση, και όχι πλέον στις πλάτες, των δυο αγώνων.

Οι αγώνες αυτοί πρώτα απ’ όλα αυτοπροσδιορίζονται στο έδαφος όπου τελούνται και από το έδαφος καθορίζονται: το bocage1 για τους γάλλους ή το βουνό για τους valsusini. Εδάφη που φέρουν μέσα τους τα σημάδια της σχέσης με τον Άνθρωπο, αλλά με τη σειρά τους έχουν σημαδέψει έντονα τον τύπο της κοινότητας που τα κατοικεί. Στην οποία, δεν πρέπει κανείς να το αγνοεί, τόσο στη μια περίπτωση όσο και στην άλλη η έννοια της κοινότητας, η αίσθηση του κοινού και της ένταξης προέρχεται επίσης από μια ισχυρή ικανότητα αυτόνομης, ατομικής και συλλογικής δράσης, στη βάση της οποίας βρίσκονται (ιδίως στη γαλλική περίπτωση) οι μορφές σχέσεις ιδιοκτησίας και εργασίας και οι προκύπτουσες συγκρούσεις.

Εδάφη που χαρακτηρίζονται όχι μόνο από το πρόσφατο ιστορικό, αλλά και από το παρελθόν. Στο οποίο η αυτονομία των κοινοτήτων (κυρίως εκείνων των αλπικών και των οξιτανικών) χαρακτήρισε τα τοπικά συμβάντα και στις σχέσεις με τα βασίλεια, τα κράτη και τους εισβολείς που από καιρό σε καιρό προσπάθησαν να τις υποτάξουν στους νόμους και στα συμφέροντά τους. Εδάφη και κοινότητες στις οποίες η μακρόχρονη ιστορία συναντά και διασταυρώνεται με εκείνη των γεγονότων που είναι πιο κοντά μας. Συνολικά ακόμη σήμερα, αλλά χωρίς τη ρητορική, »το μεγαλείο» και οι κάλπικες αφηγήσεις που συχνά χαρακτηρίζουν τους κρατικούς εθνικισμούς, αποσκοπούν αποκλειστικά στην δικαιολόγηση της οικονομικής ανάπτυξης. Με κάθε κόστος και σαν τέτοια ορίζεται «πρόοδος» και συμπίπτει από καιρό σε καιρό με την τσιμεντοποίηση και την καταστροφή της επικράτειας και του περιβάλλοντος, με την κατασκευή ενός νέου αεροδρομίου ή μιας σιδηροδρομικής γραμμής υψηλής ταχύτητας, ίσως εκεί όπου οι μετακινούμενοι εργαζόμενοι αναγκάζονται να συσσωρεύονται και να πεθαίνουν επάνω σε τρένα και κατά μήκος ανεπαρκών γραμμών που όλο και λιγότερο υπόκεινται σε μια αποτελεσματική συντήρηση.

Για όσους δεν γνωρίζουν, όπως διευκρινίζουν, οι συγγραφείς και οι έχοντες την επιμέλεια:

“«ZAD» είναι μια «Zone d’Aménagement Différé», (Zona di sistemazione differita) – Ζώνη διαμονής που πηγαίνει πίσω στον χρόνο, που αναβάλλεται – μια διοικητική διάταξη που παρέχει σε τοπικές αρχές ή σε δημόσιες επιχειρήσεις το δικαίωμα προαίρεσης σε γη προς πώληση σε μια συγκεκριμένη περιοχή. Το ακρωνύμιο μεταστράφηκε από τους αντιπάλους του αεροδρομίου της Notre-Dame-des-Landes σε «Zone a défendre» (Περιοχή για να την υπερασπιστούμε). Το ακρωνύμιο έχει πλέον εισέλθει σε κοινή χρήση και χρησιμοποιείται επίσης και για άλλους αγώνες για την υπεράσπιση των απειλούμενων περιοχών.”

zad-no-aeroporto-300x174.jpg

Μια αντίσταση που έχει βαθιά τις ρίζες της στα τέλη της δεκαετίας του εξήντα και στην εμπειρία του κινήματος Paysans Travailleurs, που συγκέντρωσε την εμπειρία της σύγκλισης μεταξύ εργατών και εργαζομένων της Loire-Atlantique κατά την περίοδο γύρω στο Μάιο του 1968 και έφερε μια επαναστατική αναταραχή στον τοπικό συντηρητισμό.

“Στη συνέχεια θα γεννηθεί από την εμπειρία αυτή η Confederation paysanne. Σε έναν κόσμο αγροτών και αγροτών και κολίγων, η πρόσβαση στη γη και η προτεραιότητα που πρέπει να δοθεί στη χρήση σε σχέση με την ιδιωτική ιδιοκτησία αποτελούν αιτίες για έντονη αντίθεση. Τα μέσα δράσης βρίσκονται στο ύψος των φιλοδοξιών: κατάληψη αγρών και αγροκτημάτων, μπλοκάρισμα δρόμων και σιδηροδρόμων … Αυτές οι συγκρούσεις, με τις εκτοξεύσεις τους, σημαδεύουν βαθιά την πόλη της Notre-Dame-des-Landes και τροφοδοτούν αυτή τη φάση αντίστασης στο αεροδρόμιο, όπως αποδεικνύεται από το γεγονός ότι εξακολουθούν να καλλιεργούνται τα εδάφη της ZAD.” (σελ. 37)

Η ADECA (Associazione di difesa dei coltivatori interessati dall’aeroporto, Ένωση υπεράσπισης των καλλιεργητών που ενδιαφέρονται από το αεροδρόμιο) ιδρύθηκε το 1972, ξεκινώντας από μια ρήξη μεταξύ των τοπικών συνδικάτων αγροτών και του Γεωργικού Επιμελητηρίου, το οποίο δεσμεύτηκε να προωθήσει το αεροδρόμιο αγκαζέ με τη νομαρχία. Ακολούθησαν 46 χρόνια αγώνων που, τον ιανουάριο του τρέχοντος έτους, όπως είπαμε παραπάνω, έχουν φτάσει σε μία, ίσως, οριστική νίκη.

Αλλά εδώ περισσότερο από την ιστορία και την ανασυγκρότηση εκείνων των γεγονότων, τα οποία αφηγείται λεπτομερώς στο βιβλίο μια πραγματική χορωδία φωνών, αυτό που ίσως είναι ακόμη πιο σημαντικό να αναγνωριστεί σε εκείνη την εμπειρία, όπως και σε αυτή του Κινήματος NoTav της Val di Susa , είναι οι μορφές της ομαδοποίησης και της άμεσης οργάνωσης και από κάτω που του έδωσαν τα πόδια επάνω στα οποία να πορευτεί. Μια αυθεντική άμεση δημοκρατία που καταλήγει επίσης να αποτελεί μια νέα μορφή κοινωνικοπολιτικής οργάνωσης και ένα μοντέλο ζωής πιο ανθρώπινης και περισσότερο σε αρμονία με το περιβάλλον.

hippy.jpg

Είναι σε αυτό το σημείο που δεν μπορώ να κάνω άλλο από το να θυμηθώ μια φράση που συχνά επαναλαμβάνεται από έναν αγαπητό φίλο μου, ο οποίος εδώ και χρόνια δηλώνει ότι «οι χίπις ήταν 500 χρόνια μπροστά από τους μπορντιγκιστές». Προσέξτε, αυτή η δήλωση δεν θα πρέπει να γίνει κατανοητή υποτιμητικά για τον Amadeo Bordiga, αλλά για τις σέχτες και τις παρακομμουνιστικές κλίκες που από εκείνη την εμπειρία, πάρα πολύ συχνά ατυχώς ξεπήδησαν. Όχι προς αγάπη άλλων σεχτών, -ισμών ή κομματιδίων και γκρουπούσκουλων, αλλά απλώς ως απόρριψη όλης της σοβαροφάνειας, της σοβαρότητας, του ηγεμονισμού και των λαθών, μερικές φορές κωμικών και πάρα πολλών άλλων τραγικών, που συνόδευσαν στην πάροδο του χρόνου την προσπάθεια ανανέωσης της μπολσεβίκικης εμπειρίας μαϊμουδίζοντας τις συμπεριφορές της, τις οργανωτικές μεθόδους και τα συνθήματα και κατακτώντας, ως μοναδικό αποτέλεσμα, εκείνο της διάσπασης των πραγματικών κινημάτων με βάση υποτιθέμενες και άχρηστες πολιτικές ταυτότητες.

Αυτές οι αξιώσεις ταυτότητας, οι οποίες τίθονταν άμεσα έξω από τα κινήματα με την απαίτηση να τεθούν όμως ως ηγετικές δυνάμεις των ιδίων, έκαναν δυνατό στη συνέχεια οι αγώνες εκείνοι (οικονομικοί, κοινωνικοί, περιβαλλοντικοί, φύλου και όλοι οι άλλοι που προέκυψαν μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο και ιδιαίτερα από τα τέλη της δεκαετίας του εξήντα) να ωθηθούν ξανά προς τα πίσω, μέσα σε εκείνους τους φράκτες, τις περιφράξεις εκείνες απ’ όπου μόλις είχαν δραπετεύσει. Το κράτος Έθνος συνέχιζε να αποτελεί την πραγματική αναφορά για οποιαδήποτε διαπραγμάτευση ή οποιαδήποτε εξεγερσιακή διαδικασία. Αναζητούνταν «η καρδιά» μιας αδίστακτης και άκαρδης μηχανής. Ήταν απαραίτητο να χτυπηθεί η μηχανή και στη συνέχεια να επανοικειοποιηθεί και να ξαναχτιστεί ή, πολύ συχνότερα, γίνονταν προσπάθεια να τροποποιηθεί με μεταρρυθμίσεις που προτείνονταν από κάτω (πόσο κάτω; μου έρχεται να αναρωτηθώ σήμερα).

Ή την υπερασπίζονταν, tout-cour, από τις  φασιστικές συνωμοσίες, πραξικοπηματικές, ανατρεπτικές δεξιόστροφες, για να σώσουν, τουλάχιστον, το δημοκρατικό καθεστώς, καθιστώντας έτσι ένα Σύνταγμα βασισμένο πλατιά στον συμβιβασμό ένα ανίκητο πρότυπο δικαίου και δημοκρατίας. Η αυτονομία της ταξικής δράσης κατέληγε να διαλύεται μέσα σε έναν ωκεανό συνταγών, δηλώσεων, διατυπώσεων και ισχυρισμών πολύ συχνά αδιαμφισβήτητων και αυτοαναφορικών. Συχνά μετασχηματίζοντας τις συνελεύσεις σε κοινοβούλια, από τα οποία η μόνη απουσία φωνής ήταν ακριβώς, όπως στα πραγματικά κοινοβούλια, εκείνη αυτών που έδιναν στους αγώνες τα πόδια επάνω στα οποία να περπατήσουν.

Το ταξικό Κόμμα που κατά το πρώτο μέρος του 20ού αιώνα αποτελούσε σημείο άφιξης για την ενοποίηση μιας εργατικής τάξης συγκεντρωμένης σε μεγάλους βιομηχανικούς αστικούς οικισμούς και σε μεγάλες εγκαταστάσεις τεϊλοριστικής οργάνωσης που είχε επεκταθεί από το Ντιτρόιτ στην Πετρούπολη και στη συνέχεια περνώντας στα τορινέζικα εργοστάσια της Mirafiori, ήταν επίσης προϊόν ενός πολιτικού φανταστικού, του οποίου η εργοστασιακή οργάνωση, με τον διαχωρισμό των καθηκόντων και μεταξύ σχεδιασμού και παραγωγής, διαδραμάτισε έναν θεμελιώδη ρόλο. Είναι δύσκολο να πιστέψουμε ότι το Κόμμα που φαντάστηκε ο Μαρξ αντιστοιχούσε ακριβώς σε εκείνο το θεωρημένο από τον Λένιν ή, ακόμα χειρότερα, από τον επόμενο μαρξισμό-λενινισμό.

Σε ένα είδος λαμαρκιανής ερμηνείας της εξέλιξης των ταξικών συγκρούσεων και της οργάνωσής τους, το κόμμα πρόγραμμα της Πρώτης Διεθνούς μετατράπηκε στο Machine Party, στο Κόμμα μηχανή, κατά τα φαινόμενα καλό για οποιαδήποτε χρήση σαν ένας τόρνος ή μια φρέζα ή γραμμή συναρμολόγησης, με το οποίο να επιτευχθεί μια ορισμένη «επαναστατική» παραγωγική ικανότητα. Αγώνες, πραγματικές εμπειρίες, αυτο-οργάνωση έπρεπε να αναθεωρηθούν υπό το πρίσμα του σκοπού της παραγωγής και να αναδιαμορφωθούν ως πρώτες ύλες στις οποίες οι «εργαζόμενοι» μέσω του οργάνου τους θα είχαν δώσει τη «σωστή μορφή».

Ας ρίξουμε μια καλή ματιά σε εκείνο το Κόμμα: οι ασχολούμενοι με τον σχεδιασμό ανέπτυσαν και σκιαγραφούσαν το έργο, οι εργάτες το έθεταν σε εκτέλεση χρησιμοποιώντας τα εργαλεία που συνιστούσε και διέθετε η Διοίκηση για να επιτύχουν στη συνέχεια το επιθυμητό αποτέλεσμα. Το ότι το αποτέλεσμα ήταν πολύ συχνά, και ειδικά από τα χρόνια που ακολούθησαν την μπολσεβίκικη Επανάσταση, απογοητευτικό, υποβαθμισμένο, περιορισμένο ή ακόμα και έχοντας ανατραπεί σε σχέση με τις προσδοκίες δεν φαινόταν να έχει σημασία. Το σημαντικό ήταν η συλλογική προσπάθεια, η ατομική θυσία, ο πολιτικός σταχανοβισμός του μοιράσματος φυλλαδίων ή η δράση με κάθε κόστος. Όπου να θριαμβεύει πάντα είναι η aurea mediocritas, ο μέσος όρος, το ιδεώδες της μετριοπάθειας, η μητέρα όλων των κοινωνικών και θεσμικών γραφειοκρατιών, η μητέρα κάθε θεσμικής και κοινωνικής γραφειοκρατικοποίησης: το πρότυπο της προσαρμογής στον κανόνα και στο υπάρχον, ακόμη και όταν προσποιείται ότι θέλει να το αλλάξει. Από τους γραφειοκράτες των κομμάτων που γεννήθηκαν από τον σταλινικό μπολσεβικισμό στον Αδόλφο Άιχμαν, ακριβώς για να είμαστε σαφείς, και όπως μας θύμισε, ίσως η μεγαλύτερη ερμηνεύτρια της πολιτικής του ‘900: η Hannah Arendt.

Για πολύ καιρό το φανταστικό και το πολιτικό θεωρούνταν χωριστά πεδία της ανθρώπινης γνώσης και δράσης, ενώ στην πραγματικότητα το «πολιτικό» είναι μόνο ένα από τα εδάφη του φανταστικού. Με αυτή τη δήλωση δεν σκοπεύω με τίποτα να επιστρέψω στον ιδεαλισμό ή στην επιβεβαίωση της υπεροχής του νου και της ιδέας στις υλικές συνθήκες. Αντίθετα, θα ήθελα να επαναλάβω με μεγαλύτερη δύναμη ότι το φανταστικό δεν μπορεί να υπάρξει χωρίς να βυθίσει βαθιά τις ρίζες του στη συγκεκριμένη υλική πραγματικότητα της οποίας είναι μία από τις εκφράσεις. Δεν μπορούμε να φανταστούμε τίποτα που δεν υπάρχει ήδη ή χωρίς να ξεκινάμε από την ερμηνεία των σημάτων που μας στέλνει ήδη ο γύρω κόσμος.

Ακριβώς γι ‘αυτό το λόγο κάθε πολιτική πράξη και κάθε θεωρητικοποίησή της είναι το αποτέλεσμα μιας ερμηνείας των σημάτων που μεταδίδει η ανθρώπινη κοινωνία σε εμάς και των πιθανών σκοπών που προσπαθεί να επιδιώξει το είδος και οι τάξεις στις οποίες εξακολουθεί να διαιρείται. Γνωρίζουμε καλά ότι το πολιτισμικό, πολιτικό, οικονομικό και ηθικό φανταστικό κυριαρχείται γενικά από το όραμα που οι κυρίαρχες τάξεις σκοπεύουν να μεταδώσουν στις τάξεις που έχουν απολέσει τη δυνατότητα να αποφασίζουν και να οργανώνουν την κοινωνικοοικονομική δομή, αλλά γι ‘αυτό ακριβώς είναι σημαντικό να αποσυνδεθεί η συνείδηση και η γνώση των εκμεταλλευόμενων τάξεων από εκείνη που παράγεται από εκείνες που βρίσκονται στην εξουσία.

Πρόκειται για ένα παλιό πρόβλημα του εργατικού κινήματος και του ταξικού ανταγωνισμού εκείνο για την καταπολέμηση της ψεύτικης συνείδησης, αποκαλύπτοντας τα περιεχόμενα, τις μεθόδους και τους σκοπούς. Αλλά πολύ συχνά αυτός ο προβληματισμός και η κριτική δράση έχει σταματήσει στην επιφάνεια της αναπαράστασης του κόσμου, μη πηγαίνοντας να επηρεάσει την πραγματική παραγωγή του κόσμου και των κοινωνικών σχέσεων που τον θεμελιώνουν. Πρέπει να εγκαταλείψουμε την ιδέα μιας θεωρητικής μάχης που προορίζεται να υπονομεύσει την αστική σκέψη ενώ περιμένει μια μεταγενέστερη [μεταθανάτια, post-mortem;] μεταμόρφωση της κοινωνίας ως αποτέλεσμα μιας ρεφορμιστικής ή επαναστατικής βελτίωσης. Και δεν αρκεί ούτε να παρακάμψουμε τα σύμβολα και τις εικόνες όπως πρότειναν κάποτε οι καταστασιακοί: σήμερα η διαφήμιση το κάνει καθημερινά, κάνοντας το détournement να χάσει μεγάλο μέρος του πλεονεκτήματος που είχε αποκτήσει νωρίτερα.

Αυτή η συμπεριφορά συνέβαλε, αθέλητα (ίσως), στη διατήρηση και ενίσχυση των σημερινών σχέσεων παραγωγής, δεδομένου ότι το να θεωρούνται αυτονόητες και αναπόφευκτες, μέχρις ότου φτάσουν σε ένα ακτινοβόλο μέλλον, συνέβαλε στη διατήρηση και ενίσχυση των υλικών βάσεων των κυρίαρχων ιδεολογιών. Η αποδοχή των σημερινών σχέσεων συνεπάγεται την αποδοχή, όσο κριτική κι αν είναι, τόσο του νόμου της αξίας όσο και της απόσπασης της υπεραξίας από το ζωντανό κορμί της εργασίας, της εργατικής δύναμης. Από εδώ, και , οι θεωρίες του σοσιαλισμού σε μια μόνο χώρα και της δυνατότητας, που συζητήθηκε στα χρόνια είκοσι, μιας σοσιαλιστικής συσσώρευσης. Αναμένοντας το ακτινοβόλο μέλλον, σύμφωνα με αυτή την ερμηνεία, αυτό που χρειάζεται είναι να αλλάξει η κατεύθυνση-διεύθυνση της μηχανής, όχι η ίδια η μηχανή. Αυτός που αναφέραμε προηγουμένως, ο Μπορντίγκα ήταν ίσως ο μόνος που αντιλήφθηκε την εσωτερική αντίφαση, όχι μόνο θεωρητική, σε αυτή τη διατύπωση της κοινωνικής ανάπτυξης στα σκαριά, αλλά κι αυτός συνέχισε να βασίζεται στην ιδέα του Κόμματος που σώζει τα πάντα.

Οι χίπις, αλλά μαζί με αυτούς πολλοί κοινοτιστές που είχαν προηγηθεί από αυτούς κατά τη διάρκεια του ‘900 και του δέκατου ένατου αιώνα, πίεσαν προς αυτή την έννοια, προς αυτή την κατεύθυνση: η κοινωνία έπρεπε να αλλάξει εδώ, τώρα και αμέσως. Οι κοινότητες, η απόρριψη της μισθωτής εργασίας και της εκμετάλλευσης, ένας εναλλακτικός τρόπος ζωής που βασίζεται περισσότερο στη βραδύτητα και την απραξία απ ‘ό, τι στην παραγωγικότητα και στην βασανιστική αναζήτηση του κέρδους πήγαιναν προς την κατεύθυνση να διαρρήξουν, να σπάσουν την εκπροσώπηση που δημιουργούσε η κοινωνία για τον εαυτό της και των «αναγκαίων» νόμων της. Η ερώτηση που τέθηκε ήταν πολύ απλή: μέχρι πότε; 2

Το φανταστικό γίνεται τότε ο προνομιούχος χώρος στον οποίο τα σήματα, ερμηνευμένα με διαφορετικό τρόπο από τον ατομικό νου ή τον συλλογικό, μεταφράζονται σε σύμβολα, που προορίζονται να αποτελέσουν τη βάση κάθε λόγου-συζήτησης (πολιτικού, φιλοσοφικού, επιστημονικού, λογοτεχνικού, πολιτιστικού και οτιδήποτε άλλο είναι αυτός). Να αλλάξει, να αλλάξουν τα σημάδια και τα σύμβολά του, σημαίνει να αντιστρέψουμε όχι μόνο τη σειρά του λόγου- της συζήτησης- αλλά τους νόμους του, τις προϋποθέσεις του, τις παραδοχές του, της γενικότερης έννοιας και σημασίας της αφήγησης που κτίστηκε γύρω από αυτόν-αυτήν. Τέλος, η αντιστροφή ή η ριζική μεταβολή των όρων της ομιλίας-του λόγου-της συζήτησης είναι το μόνο μέσο που επιτρέπει να φτάσουμε στη διαμόρφωση ενός νέου παραδείγματος, που είναι απαραίτητο για τον ορισμό νέων πεδίων της γνώσης και της ανθρώπινης δράσης.3

Έτσι, το να μοιραστούμε τις συμβολικές σημασίες του καθίσταται ένας τρόπος για να μοιραστούμε την ανάγκη αλλαγής και ανατροπής που ήδη εμφανίζεται στη δράση της ανθρώπινης κοινότητας, ανακινώντας τα όνειρα και τις επιθυμίες της, βοηθώντας στον καθορισμό νέων στόχων και σκοπών, ενώ η κοινή χρήση των συμβόλων που συνδέονται με την δοθείσα κοινωνικοοικονομική και πολιτιστική τάξη καταλήγει να συμβάλλει στη διατήρηση αυτού που, ουσιαστικά, είναι ήδη νεκρό.

Ναι, επειδή έως ότου είμαστε πεπεισμένοι ότι ζούμε σε ένα καθεστώς ανάγκης, δεν καταφέρνουμε να ερμηνεύσουμε τα σήματα, τα σημάδια, που παράγονται από την πραγματική ιστορία και την υλική κοινωνία, που μας δείχνουν ότι αυτή η κατάσταση «ανάγκης» είναι μόνο ένα από τα πιθανά σενάρια. Η κωμωδία λειτουργεί μέχρις ότου όχι μόνο ο σκηνοθέτης και οι σεναριογράφοι κρατούν την κόπια, την γραφή στα χέρια τους, αλλά και κυρίως επειδή όλοι οι ηθοποιοί και όλοι οι κομπάρσοι δεσμεύονται να την απαγγείλουν καλά. Να την καταστήσουν πειστική. Εάν παραφωνήσουν ή απαγγείλουν λάθος τον ρόλο τους μόνον ένας ή λίγοι κομπάρσοι, είναι σαφές ότι θα είναι βολικό γι αυτόν που εμπλέκεται στο casting να τους αντικαταστήσει.

Και μετά γνωρίζουμε, οι ηθοποιοί δένονται συναισθηματικά με τους χαρακτήρες, τις προσωπικότητες που υποδύονται, αναγνωρίζουν σε αυτούς τον εαυτό τους και πιστεύουν σε αυτούς. Αρκεί να αναφέρουμε τον φτωχό Bela Lugosi, ο οποίος, αφού πρωταγωνίστησε δεκάδες ταινίες στις οποίες ερμήνευσε τον Dracula ή άλλα βαμπίρ, κατέληξε να ζει τα τελευταία χρόνια πιστεύοντας ότι είναι παιδί της νύχτας και να κοιμάται σε ένα φέρετρο.

zad-contre-300x187.jpg

Επιστρέφοντας στο βιβλίο, μπορώ να πω ότι εδώ δεν είναι δυνατόν, και ακόμη λιγότερο χρήσιμο, να επαναλάβουμε τα παράλληλα γεγονότα των δύο αγώνων, και για να μην αφαιρέσουμε την ευχαρίστηση και το ξάφνιασμα στον αναγνώστη ώστε να τα βρει στη ζωντανή και συναρπαστική αφήγηση των φωνών των αγωνιστών, γάλλων και ιταλών, οι οποίοι ερωτήθηκαν και απάντησαν και που καμία άλλη πένα ή γραπτές δεξιότητες επαγγελματιών της αφήγησης μπορεί να διηγηθεί ή να συνθέσει με καλύτερο τρόπο.

Σχετικά με τη γαλλική έκδοση του 2016 το έργο της «Κακιά παρέας, Cattiva compagnia» που μεταφράστηκε στα ιταλικά δεν παρουσιάζει τη χρονολογία των δύο αγώνων, τον κατάλογο των χαρακτήρων που αναφέρονται και τον τελικό αναλυτικό δείκτη, πιθανότατα για να μην επιβαρυνθεί ένα κείμενο ήδη αρκετά γεμάτο από μόνο του, αλλά αποτελεί ένα κείμενο που θα μπορούσε να γίνει σημείο αναφοράς όχι μόνο για όσους επιθυμούν να μάθουν περισσότερα για τους δύο αγώνες αλλά και για εκείνους που θέλουν να απελευθερωθούν από τους κανόνες της πολιτικής δράσης του εικοστού αιώνα που είναι περισσότερο πολιτικαντισμός και όχι ταξική δράση / προβληματισμός για να αντιμετωπίσουν πιο αποτελεσματικά, αμέσως, τα μελλοντικά καθήκοντα που σχετίζονται με την υπερνίκηση του σημερινού τρόπου παραγωγής και μιας κοινωνίας διαχωρισμένης σε τάξεις.zad-combat-300x217.jpg

Σε αυτό το σημείο εγείρεται η υποψία ότι η κατασταλτική λύσσα εναντίον των δύο κοινοτήτων που έχει τεθεί σε εφαρμογή από τα Κράτη και τους αστυνομικούς τους μηχανισμούς4 δεν οφείλεται τόσο στο γεγονός πως αντιπαρατέθηκαν στην πραγματοποίηση δύο από τα μεγάλα άχρηστα έργα στα οποία μας έχει συνηθίσει ο σημερινός καπιταλισμός κάθε περίοδο επενδυτικής κρίσης, αλλά ακριβώς λόγω της ικανότητας που οι δύο αγώνες κατάφεραν να επιδείξουν όσον αφορά την κριτική και την αναδιοργάνωση του υπάρχοντος και, πάνω απ ‘όλα, επειδή ήταν σε θέση να επανασχεδιάσουν το φαντασιακό των τάξεων και των κοινωνικών στρωμάτων σε αγώνα. Αποφεύγοντας κάθε αναφορά στο μοντέλο ανάπτυξης που δόθηκε ως δεδομένο από τα μέσα μαζικής ενημέρωσης, από τις κυβερνήσεις και, πολύ συχνά, ακόμη και από τις υποτελείς τάξεις.

Να λοιπόν, που και ο όρος λαοί, ο οποίος εμφανίζεται μέσα στη λογική και τα σκεπτικά του βιβλίου και των δύο κινημάτων, παίρνει μια αξία και μια έννοια εντελώς διαφορετική από εκείνη του «λαού» που σήμερα, συγχωρέστε το παιχνίδι με τις λέξεις, ερημώνει τόσο στα δεξιά όσο και στα αριστερά. Στη δεύτερη περίπτωση, η έννοια βασίζεται πάντοτε σε ουσιαστικά εθνοτική, γλωσσική και εθνική (οπότε κρατική) βάση καθώς και διαταξική και αποκλειστική, ενώ στην πρώτη περίπτωση η έννοια χρησιμεύει στον προσδιορισμό εκείνων που αγωνίζονται μαζί για ένα στόχο που ξεπερνά τα όρια της εδαφικότητας για να τεθεί ως μέσο ατομικής και συλλογικής απελευθέρωσης ταυτόχρονα. Ένας όρος που γίνεται περιεκτικός έτσι όπως έγιναν οι δύο κοινότητες σε σχέση με όλους εκείνους που συντάχτηκαν μαζί τους στον αγώνα, ζήτησαν τη βοήθεια τους ή έφτασαν σε αυτές στην κοινή συνύπαρξη.

Ένα πρότυπο ενσωμάτωσης μέσω της κοινής χρήσης των στόχων και της συμμετοχής σε κοινές μάχες, που δεν μπορεί να μην παραπέμψει και στο κομουναλιστικό πείραμα της Rojava, το οποίο, με τη σειρά του, έλαβε συχνά την υποστήριξη των δύο πραγματικοτήτων που αναφέρθηκαν παραπάνω.

Ο αναγνώστης έχει τώρα το καθήκον της ανάγνωσης, της περιήγησης, της άντλησης έμπνευσης από τις σελίδες του βιβλίου και της συλλογής φωτογραφιών και χαρτών που το συνοδεύουν.

zad-est-partout-300x183.jpg

Ποτέ δεν έχω αγαπήσει πολύ τον Τοlkien και τον άρχοντα των δαχτυλιδιών, αλλά η έννοια της μέσης γης μου φαίνεται πολύ κατάλληλη για να καθορίσω την εμπειρία ενός κόσμου που δεν είναι πλέον και, ταυτόχρονα, δεν είναι ακόμα. Ίσως οι χίπις και οι σύντροφοι των πιο ριζοσπαστικών παλαιών αγώνων έζησαν στα ίδια εδάφη του φαντασιακού και του πραγματικού. Τώρα, μαζί με τους συντρόφους του ZAD και του NoTav, είναι η σειρά μας: Θα είναι σκληρά, αλλά θα κερδίσουμε! A sarà düra, ma vinceremo!

Όρος ο οποίος δεν μεταφράζεται στα ιταλικά που χρησιμεύει για τον ορισμό μιας ιδιαίτερης εδαφικής διαμόρφωσης αποτελούμενης από μικρά χωράφια και οικόπεδα που χωρίζονται από δεντροστοιχίες τα οποία στην περιοχή της Notre-Dame-des-Landes έχουν επιβιώσει από την εξάπλωση της μονοκουλτούρας. Για να κατανοήσουμε πλήρως το πνεύμα που ενθάρρυνε, που έδωσε ζωή στις πρωτοβουλίες κοινοτήτων των δεκαετιών του εξήντα και του εβδομήντα, στη θέση των συνηθισμένων ταινιών ή ντοκιμαντέρ και κειμένων «εναλλακτικών», συνιστώ να δείτε το ντοκιμαντέρ Valley Uprising των Peter Mortimer και Nick Rosen (2014), που τώρα είναι διαθέσιμο στην ιταλική έκδοση, με τον ίδιο τίτλο, σε dvd στη σειρά Ο μεγάλος αλπινισμός ως η τέταρτη έκδοση της σειράς. Πρόκειται για μια προσεκτική ανακατασκευή των καινοτομιών που έγιναν στην παραδοσιακή ορειβασία με τεχνικές αναρρίχησης που αναπτύχθηκαν στην Καλιφόρνια, στην κοιλάδα Yosemite, ξεκινώντας από τη δεκαετία του ’50, όπου η συνεχής αναζήτηση για διαφυγή από το νόμο των πτώσεων, που ακολούθησαν αμερικανοί αναρριχητές του περίφημου Camp 4, αποτελεί μια υπέροχη μεταφορά της απελευθέρωσης του ανθρώπινου είδους από τις αλυσίδες της εργασίας, της οικογένειας και του Κράτους. Ισχύει για όλους η επανάσταση που έφερε στην ανθρώπινη σκέψη και έρευνα η διατύπωση του Γαλιλαίου, που περιέχεται στον Saggiatore, όπου δηλώνει: «Η φιλοσοφία είναι γραμμένη σε αυτό το σπουδαίο βιβλίο που είναι συνεχώς ανοιχτό μπροστά στα μάτια μας (λέω το σύμπαν), αλλά δεν μπορούμε να καταλάβουμε αν δεν μάθουμε πρώτα να κατανοούμε τη γλώσσα, και να γνωρίζουμε τους χαρακτήρες στους οποίους είναι γραμμένο. Είναι γραμμένο αυτό σε μαθηματική γλώσσα, και οι χαρακτήρες είναι τρίγωνα, κύκλοι και άλλες γεωμετρικές μορφές, χωρίς αυτά τα μέσα είναι αδύνατο να κατανοήσουμε ανθρώπινα λέξη, χωρίς αυτούς είναι μια μάταιη περιπλάνηση μέσα από ένα σκοτεινό λαβύρινθο“. Θέτοντας εκ των πραγμάτων τα θεμέλια, το 1623, του σύγχρονου επιστημονικού παραδείγματος. Αρκεί να σκεφτούμε ότι ο πρόεδρος Macron, την ίδια στιγμή που έπρεπε να αναγνωρίσει την ήττα του σχεδίου του νέου αεροδρομίου, εκτόξευσε την απειλή πως θέλει έτσι κι αλλιώς να εκδιώξει τους καταληψίες από τα εδάφη του ZAD.