ανατρεπτική τέχνη, arte ribelle

Tupamaros. La noche de los 12 años, η νύχτα 12 χρόνων, η ταινία για τον Pepe Mujica

 

Στον κινηματογράφο. Το film του Alvaro Brechner για τον πρώην πρόεδρο της Ουρουγουάης και των συντρόφων του Movimiento de liberación Nacional, με το οποίο φυλακίστηκε στα χρόνια της στρατιωτικής δικτατορίας στην Uruguay

Ήταν η χρονιά του Pepe Mujica φέτος στη έκθεση της Βενετίας: αφιερωμένες στον πρώην πρόεδρο της Ουρουγουάης που μείωσε τη φτώχεια της χώρας στο 9% είδαμε δύο ταινίες και η δική του παρουσία προκάλεσε προειδοποιήσεις σε σχέση με την ευθύνη όλης της δύσης όσον αφορά τη φτώχεια στον κόσμο, την ανάγκη δημιουργίας ενός «σχεδίου Marshall» για την Αφρική.

Ενώ ο Kusturica έκανε ένα ντοκιμαντέρ που φωτίζεται από τον πρόεδρο ο οποίος οδηγούσε το τρακτέρ και χάριζε το 70% του μισθού του στους φτωχούς, στο τμήμα Ορίζοντες, η ταινία έχει προγραμματιστεί τώρα στις αίθουσες, Una notte di 12 anni, (La noche de los 12 años, Η νύχτα των 12 χρόνων) από τον ουρουγουανό σκηνοθέτη και παραγωγό Alvaro Brechner, μια ταινία του είδους της φυλακής, η οποία όμως αποκαλύπτει ένα ελάχιστα γνωστό γεγονός, τα αυθεντικά συμβάντα εξαιρετικών χαρακτήρων, του Μουχίκα και των συντρόφων του Tupamaros που συνελήφθησαν κατά την περίοδο της στρατιωτικής δικτατορίας στην Ουρουγουάη (1973-1985). «Με έπιασαν – είπε ο Mujica – επειδή δεν ήμουν γρήγορος, δεν ήμουν αθλητικός, όχι επειδή ήθελα να κάνω τον ήρωα.»

Ο BRECHNER ανακατασκευάζει στην ταινία αφού συγκέντρωσε εδώ και χρόνια έρευνες και μαρτυρίες, την πραγματική ιστορία της κράτησης ενάντια σε οποιοδήποτε σεβασμό ανθρωπίνων δικαιωμάτων των τριών συντρόφων αγώνα του Movimiento de Liberación Nacional, του Pepe (μελλοντικού προέδρου Mujica), του Neto (Eleuterio Huidobro) που έγινε στη συνέχεια υπουργός άμυνας, του Ruso, του ποιητή Mauricio Rosencrof, τους οποίους έπαιξαν αντίστοιχα ο ισπανός ηθοποιός Antonio De La Torre, ο Alvaro Tort (ήταν στο Whiskey) και ο Chino Darín (γιος του μεγάλου αργεντίνου ηθοποιού Ricardo Darín). Στην ταινία ακολουθούμε μόνο τους τρεις ομήρους, στην πραγματικότητα η ιστορία βιώθηκε από εννέα αιχμαλώτους χωρισμένους σε τρεις ομάδες.

Να μιλήσουμε για είδος φυλάκισης είναι μειωτικό, δεδομένου ότι η κράτησή τους ήταν μάλλον μια πολύ μακρά μορφή βασανισμού, ήταν μέρος ενός πειράματος μηδενισμού της προσωπικότητας, με συγκεκριμένο στόχο να τους οδηγήσει στην τρέλα. Τα δώδεκα χρόνια αναφέρονται πράγματι στην φυλάκισή τους σε πλήρη απομόνωση σε πάντα διαφορετικά μέρη χωρίς να είναι σε θέση να επικοινωνούν, σχεδόν χωρίς φαγητό, φως, νερό, μέρη που να είναι όμοια με μεσαιωνικά μπουντρούμια.

ΑΠΟ ΤΟΝ ΜΑΚΡΥ ΑΓΩΝΑ για να μην τρελαθούν θα βγουν νικητές και η ταινία τους δείχνει σε ένα κρεσέντο μεγάλης ανθρωπιάς κατά τη διάρκεια αυτών των μακρών ετών απομόνωσης, σε φαινομενικά άδειες σκηνές που γεμίζουν με δεξιότητα, όπου η κύρια διδασκαλία είναι η ανάγκη να αντισταθούν με κάθε κόστος, εφευρίσκοντας συνεχώς διαφορετικούς τρόπους επικοινωνίας μέσα από χοντρούς τοίχους, βρίσκοντας τον τρόπο να παραμείνουν ανθρώπινα όντα. Και με τη σκέψη, αφού αποφυλακιστούν, να συνεχίσουν να αγωνίζονται για την κοινωνική δικαιοσύνη.

Ο σκηνοθέτης στις προηγούμενες ταινίες του έχει δείξει ότι επεξεργάζεται λογοτεχνικές αναφορές, όπως Onetti (Mal dìa para pescar, Κακή μέρα για ψάρεμα), εδώ κινείται στη σφαίρα του παράλογου, του παράδοξου χιούμορ, του συναισθήματος, παρότι παραμένει εμπλεκόμενος από τους κανόνες του είδους κατά κάποιον τρόπο, πέρα από της φυλακής, και της πολιτικής. Κατά βάθος πιθανότατα είναι αλήθεια ότι μια τέτοια εμπειρία δεν μπορεί να λεχθεί: ούτε ο Πέπε Μουχίκα στη Βενετία θέλησε να μιλήσει για την εποχή της κράτησης, υποδεικνύοντας εκείνες τις εμπειρίες βαθιές πληγές που πρέπει να γίνονται σεβαστές.

Αυτό που κάνει την ταινία σημαντική, εκτός από ολόκληρο το καλλιτεχνικό στήσιμο υψηλού επιπέδου, είναι ότι πρόκειται για μια διαδήλωση εργασίας επάνω στη μνήμη που εμπεριέχει εδώ και χρόνια ολόκληρη την λατινοαμερικανική ήπειρο, αλλά από την πλευρά μιας χώρας όπως η Ουρουγουάη όπου ακόμη δεν έχουν γίνει οι λογαριασμοί με το παρελθόν, σε αντίθεση με την Αργεντινή ή τη Χιλή και όπου το ζήτημα των desaparecidos, των εξαφανισμένων-αγνοουμένων παραμένει άλυτο και λείπουν οι δίκες στους στρατιωτικούς.

* Πηγή: Silvana Silvestri, IL MANIFESTO

σύγχρονα κινήματα, movimenti di oggi

Συνέντευξη σε δυο διεθνιστές γερμανούς στην Rojava

Stampa

 

344

Δημοσιεύουμε τη συνέντευξη ενός συντρόφου του Infoaut που βρίσκεται αυτή τη στιγμή στη Rojava σε δύο γερμανούς διεθνιστές. Καλή ανάγνωση.

Intervista a due internazionalisti tedeschi in Rojava

Σε αυτούς τους τρεις μήνες στην Ομοσπονδία της Βόρειας Συρίας, είχα τη χαρά να συναντήσω πολλούς ανθρώπους με τους οποίους αντάλλαξα ιδέες, αναλύσεις και σχέδια. Θέλω να μοιραστώ μια σύντομη, αλλά πολύ ενδιαφέρουσα συνέντευξη μεταξύ δύο φίλων του Radikal Linke / Berlin below.

Ποιοι είναι οι λόγοι που σας οδήγησαν να ξεκινήσετε αυτήν την εμπειρία στη Ομοσπονδία της Βόρειας Συρίας;

A: Η οργάνωση μας «Radical Linke / Berlin» από την ίδρυση της στάθηκε αλληλέγγυα με το ΡΚΚ και με όλα τα επαναστατικά κινήματα του Κουρδιστάν. Ακόμη και πριν από την αντίσταση της Kobane αρχίσαμε να συνδεόμαστε με το κουρδικό κίνημα στη Γερμανία σε μια πρακτική διάσταση. Για παράδειγμα, διοργανώσαμε διαδηλώσεις ή εκδηλώσεις μαζί και χτίσαμε σταθερούς πολιτικούς δεσμούς. Πέρυσι μερικοί σύντροφοι ήρθαν στη Ροζάβα και τώρα εμείς είμαστε εδώ για να μάθουμε, να βελτιώσουμε τους εαυτούς μας και να αναπτύξουμε τους αγώνες μας: εδώ διαβάσαμε επίσης περισσότερα για την ιδεολογία του Αμπντουλάχ Οτσαλάν και συζητήσαμε γι αυτήν. Πιστεύουμε ότι υπάρχουν διάφορες ιδέες που μπορούν να αποτελέσουν μεγάλη έμπνευση και αφετηρία για τις καθημερινές μας δράσεις, για την δραστηριότητα μας. Αναπτύσσουμε μια αρκετά ισχυρή κριτική του έργου των ομάδων της επαναστατικής αριστεράς στη Γερμανία των τελευταίων 20 χρόνων, αυτό περιλαμβάνει επίσης την ίδια την δική μας πρακτική σε διαφορετικές ομάδες στο παρελθόν αλλά και την τρέχουσα πρακτική μετά την ίδρυσή μας. Αυτές οι κριτικές αναφέρονται στην προσέγγιση με την κοινωνία, την κατανόηση του τι είναι μια επανάσταση, το ρόλο των επαναστατών και πολλά άλλα. Για τους λόγους αυτούς είναι αρκετά φυσικό εμείς, τώρα, να βρισκόμαστε εδώ και είμαστε βέβαιοι ότι άλλοι σύντροφοι τα επόμενα χρόνια θα έρθουν για να μάθουν και να υποστηρίξουν, ο καθένας με τις ικανότητές του, αλλά ένας άλλος λόγος που μας οδήγησε σε αυτή την επανάσταση είναι ότι βλέπουμε αυτόν τον τόπο ως μια πιθανότητα για την Ευρώπη για έναν νέο διεθνισμό. Πολλοί διεθνείς από όλο τον κόσμο, αλλά κυρίως ευρωπαίοι, κοιτάζουν με ενδιαφέρον σε αυτή την επανάσταση, έρχονται εδώ για να συμμετάσχουν και να βρουν απαντήσεις στα προβλήματα με τα οποία, στην Ευρώπη, όλοι πρέπει να αντιπαρατεθούμε ή από τα οποία βρίσκουμε έμπνευση. Έχουμε την ευκαιρία να συζητήσουμε και, ελπίζουμε, να βρούμε έναν κοινό τρόπο να συντονίσουμε τους αγώνες μας.

G: η οργάνωση μας είναι πραγματικά ετερογενής, υπάρχουν τόσο νεώτεροι σύντροφοι όσο μερικοί μεγαλύτεροι που έχουν ήδη συμμετάσχει σε άλλους διεθνιστικούς αγώνες, με τους οποίους έχουν βαθείς δεσμούς όπως για παράδειγμα στην Παλαιστίνη και τη Λατινική Αμερική. Σίγουρα η παρουσία μας στη Ροζάβα είναι και μια παράδοση διεθνισμού και ως εκ τούτου, στο τέλος, είναι επίσης το αποτέλεσμα του διεθνιστικού έργου του παρελθόντος.

7 copia

Ξεκινήσατε αυτή την εμπειρία με διαφορετικές προσδοκίες αφορούσες την οργάνωση σας αλλά και με την φιλοδοξία ενός συντονισμού των αγώνων στην Ευρώπη. Θέλω λοιπόν να σας ρωτήσω ποιες απαντήσεις, μέχρι τώρα, έχετε βρει σε αυτή την επανάσταση και ποιες είναι οι σημαντικότερες πτυχές που πρέπει να διερευνηθούν, να εμβαθυνθούν;

G: Ένα πράγμα που μπορεί να δεις ξεκάθαρα εδώ στη Rojava και παντού στο Κουρδιστάν είναι η σημασία της οργάνωσης. Αυτό σημαίνει να είναι οργανωμένοι σε όλες τις πλευρές της ζωής: η οργάνωση των γυναικών, της νεολαίας, της αυτοάμυνας, της εκπαίδευσης, ένα υψηλό επίπεδο οργάνωσης της κοινωνίας έχει επιτευχθεί σε όλες τις πτυχές της καθημερινής ζωής, αποτέλεσμα χρόνων και χρόνων πάλης που βασίζεται στο «kadro work» (έργο των αγωνιστών) και που επιτρέπει σε αυτή την επανάσταση να καθιερώσει ένα νέο δημοκρατικό σύστημα μέσα σε αυτήν την φεουδαρχική κοινωνία. Χωρίς αμφιβολία υπάρχει το ζήτημα της απελευθέρωσης των γυναικών που είναι μια από τις θεμελιώδεις βάσεις αυτής της επανάστασης, προσωπικά πιστεύω πως στην Ευρώπη δεν συνδέεται με τρόπο τόσο στενό και δυνατό με την κοινωνία, υπό την προϋπόθεση ότι υπάρχουν φεμινιστικές ομάδες οι οποίες, ωστόσο, αυτή την στιγμή δεν παίζουν ένα πρωτοποριακό ρόλο στους αγώνες όπως συμβαίνει εδώ. Ένας από τους πιο ενδιαφέροντες και σημαντικούς ρόλους διαδραματίζει η αυτόνομη δομή της νεολαίας, η οποία είναι σε θέση να πάρει τις δικές της αποφάσεις χωρίς να εξαρτάται από κάποιον άλλο και είναι το μέρος της γενικής δομής που επικεντρώνεται περισσότερο στην εξέγερση, η αλλαγή αφορά την ώθηση προς τα εμπρός της επαναστατικής γραμμής.

Όσον αφορά τις μεθόδους που βρήκαμε εκπληκτικά αποτελεσματικές, υπάρχει η χρήση που κάνει το κίνημα της ιδέας της κριτικής και αυτοκριτικής: αξιολογεί και αξιοποιεί τα πάντα μέσα στην κοινωνία σε υψηλότερο επίπεδο, διότι πραγματοποιείται παντού. Παρόλο που πρόκειται για μια kadro revolution (επανάσταση που διεξάγεται από τους πολιτικούς αγωνιστές), μπορώ να πω ότι η διαδικασία λήψης αποφάσεων προχωρά από κάτω προς τα πάνω, διότι η θέση των στελεχών δεν είναι υψηλότερη από αυτή των απλών ανθρώπων, αντιθέτως αυτοί αποτελούν ένα παράδειγμα απόλυτης απάρνησης των προσωπικών προοπτικών υπέρ αυτών της κοινωνίας. Ευρισκόμενος εδώ κατάλαβα ότι αν θέλεις να καταλάβεις βαθιά αυτή την επαναστατική διαδικασία δεν αρκεί να επικεντρωθείς μόνο στις θεωρητικές πτυχές, αλλά πρέπει να τη δεις για να την αισθανθείς, να τη νιώσεις. Όταν βλέπεις τα ερείπια της Kobane, όπου η τελευταία αμυντική γραμμή πολεμούσε το Daesh για τόσο πολύ καιρό, με μεγάλη προσπάθεια και με τόσους πολλούς Sehid (μάρτυρες), νιώθεις πως αυτή η σχέση, η σύνδεση με τη δική τους γη και την δική τους κοινωνία είναι η κινητήρια δύναμη αυτής της επανάστασης. Ο αγώνας και τα εξαιρετικά αποτελέσματα της γυναικείας επανάστασης εναντίον χιλιάδων ετών πατριαρχικής νοοτροπίας στη μέση ανατολή είναι κάτι που κανένα βιβλίο δεν μπορεί να σου εξηγήσει, ο βαθύς σεβασμός για τους Sehid που εξαλείφει κάθε αυταρέσκεια και περσοναλισμό είναι η βάση που ενώνει όλα τα μέλη της κοινωνίας και του μετασχηματισμού της.

A: Κατά τη διάρκεια του ταξιδιού μας στη Ροζάβα ήμασταν τυχεροί να μας φιλοξενούν διάφορες οικογένειες και, μιλώντας μαζί τους, μπορέσαμε να αντιληφθούμε την πραγματική σχέση και σύνδεση με την επανάσταση που αντανακλά τις αξίες της στην κοινωνία, για παράδειγμα εμείς βρισκόμασταν σε μια οικογένεια όπου η μητέρα μας είπε ότι ήμασταν τα παιδιά της, πως η μητέρα της ήταν και δική μας. Εγώ αντιλήφθηκα ότι αυτό δεν ήταν μια φόρμουλα ευγένειας, αλλά το κοινοτικό πνεύμα που διαπερνά αυτούς τους ανθρώπους τόσο πολύ ώστε, ακόμη και αν υπάρξουν στρατιωτικές ήττες, η κοινωνία είναι σίγουρα έτοιμη να μην κάνει ούτε ένα βήμα πίσω και να αγωνιστεί για αυτές τις αξίες μέχρι στο τέλος.

G: Προφανώς υπάρχουν λάθη, αντιφάσεις και δυσκολίες, αλλά ως διεθνιστές επαναστάτες δεν πρέπει να προσεγγίσουμε αυτή την επανάσταση ως κριτικοί θεατές, αλλά μάλλον να την αντιληφθούμε ως δική μας και να ασχοληθούμε με τις ικανότητές μας για να βοηθήσουμε στο χτίσιμο της. Εδώ καλούμαστε σαφώς από τους συντρόφους να επικρίνουμε εποικοδομητικά και να εργαστούμε μαζί για να ξεπεράσουμε αυτές τις δυσκολίες.

IMG 0240

Οπότε έχετε αποκτήσει πολλές γνώσεις από αυτή την εμπειρία, αλλά σύμφωνα με εσάς ποια είναι η προοπτική για το μέλλον των δικών σας αγώνων μόλις επιστρέψετε στο Βερολίνο;

A: σίγουρα θα επιστρέψουμε στο σπίτι με πολλές γνώσεις που σκοπεύουμε να υλοποιήσουμε.

Ως οργανωμένη πραγματικότητα έχουμε αναλάβει μια εργασία στις γειτονιές σε μια προσπάθεια να τις οργανώσουμε μέσα από μια κοινοτική μέθοδο: αυτό δίνει στους τοπικούς ανθρώπους την ευκαιρία να μπορούν να αποφασίσουν για το τι συμβαίνει στους χώρους και τους τόπους τους και να κατανοήσουν τον ρόλο της κοινότητας και να την βελτιώσουν. Για μια τέτοια προοπτική, η εμπειρία που βιώνουμε σε αυτά τα μέρη μας διδάσκει πολλά.

Αυτή η προσέγγιση δεν είναι κάτι που δεν υπήρξε ποτέ εδώ. Υπάρχει ήδη και υπάρχουν πολλά παραδείγματα αντίστασης στα οποία μπορούμε επίσης να εμπνεύσουμε. Αλλά πρέπει επίσης να παραδεχτούμε ότι θα πρέπει να δεσμευθούμε με μεγαλύτερη προσπάθεια και σοβαρότητα στην επαναστατική διαδικασία αν θέλουμε να μας λάβει σοβαρά υπόψη η κοινωνία. Νομίζω ότι η οικοδόμηση μιας ισχυρής επαναστατικής προοπτικής για τη Γερμανία, αλλά και για την Ευρώπη, είναι ο καλύτερος τρόπος να υποστηρίξουμε αυτή την επανάσταση, σίγουρα μπορούμε να έρθουμε εδώ και αυτός είναι ένας τρόπος, πιθανότατα μέχρι τώρα ο μόνος, να αποκτήσουμε αυτές τις γνώσεις, αλλά η γενική προσέγγιση πρέπει να είναι εκείνη να δώσουμε ζωή σε ένα επαναστατικό κίνημα στην Ευρώπη, διότι, τελικά, είναι οι ευρωπαϊκές βόμβες που ρίχνονται επάνω στην Ροζάβα και επάνω σε άλλες επαναστάσεις. Είναι τα ευρωπαϊκά και αμερικανικά όπλα που εδώ σκοτώνουν τους ανθρώπους που δεσμεύονται και στρατεύονται για να νικήσουν τον ιμπεριαλισμό και τον καπιταλισμό.

G: μια πολύ σημαντική πτυχή που πρέπει να αναπτύξουμε, εμπνευσμένη από το κουρδικό κίνημα, είναι η ιστορία μας. Ως ομάδα συμμετείχαμε σε κάποια αναμνηστικά γεγονότα και εκδηλώσεις αναμνηστικού χαρακτήρα, αλλά πρέπει να αναλύσουμε τις ιστορικές μας ρίζες για να κατανοήσουμε την σημερινή κοινωνία, θα πρέπει επίσης να αγωνιστούμε περισσότερο για την υπεράσπιση της ιστορίας μας, για τη μνήμη των δικών μας μαρτύρων της RAF, της Bewengun 2 Juni, της Revolution’re Zellen, και πάλι άλλων επαναστατημένων ανθρώπων και ομάδων και να ήμαστε προσεκτικοί να μην νομιμοποιήσουμε την ιστορία της μπουρζουαζίας και του κράτους. Εάν δεν γνωρίζουμε την ιστορία μας, την ιστορία της αντίστασης, των επαναστάσεων και των αγώνων, θα είναι δύσκολο να οικοδομήσουμε τη ίδια την δική μας ιστορία στο μέλλον. Μια άλλη εργασία που πρέπει να πάρουμε σοβαρά υπόψη μας είναι οι αλλαγές στην προσωπικότητά μας για να γίνουμε αγωνιστές. Μόνο επάνω στο δρόμο προς αυτή την αλλαγή θα μπορέσουμε να βρεθούμε στην θέση να απορρίψουμε κάθε καπιταλιστική επιρροή μέσα μας, αγωνιζόμενοι χωρίς αντιφάσεις. Εάν δεν αγωνιζόμαστε ενάντια στους εαυτούς μας ως άτομα που εξαρτώνται από ένα συλλογικό πλαίσιο θα είναι δύσκολο, ή πιθανότατα αδύνατο, να βρούμε έναν νέο τρόπο να ζούμε που να μπορεί να μας προσφέρει αξιοπιστία, που να μπορεί να είναι ένα παράδειγμα για να επηρεάσει την κοινωνία και να είναι σε θέση αυτοπροστατευθεί.

 

https://www.infoaut.org/approfondimenti/intervista-a-due-internazionalisti-tedeschi-in-rojava

τα βιβλία του μιχάλη, i libri di michele

ΦΦ. χόρεψες πάνω στο φτερό του καρχαρία – 16

ΤΡΙΤΟ ΜΕΡΟΣ
1995 Νίκος Παπάζογλου Λάζαρος Ανδρέου
»Εγώ δεν είμαι ποιητής, είμαι στιχάκι της στιγμής πάνω σε τοίχο φυλακής και σε παγκάκι.
Με τραγουδάνε οι τρελοί και οι αλήτες, καταραμένη είμαι φυλή με μια εξόριστη ψυχή, σ’ άλλους πλανήτες.
Εγώ δεν είμαι ποιητής, είμ’ ο λυγμός του. Είμαι ένας δείπνος μυστικός, δίπλα ο Ιούδας κλαίει σκυφτός
Κι ειμ’ αδερφός του».

Ντυλαν

Φτάνοντας λοιπόν προς το τέλος αυτής της κουβέντας, σκεπτόμενος πώς θα ήταν ωραίο να κλείσουμε την ‘εκπομπή’ μας ανακάλυψα ανάμεσα στα πράγματά μου ακόμη λίγα χειρόγραφα, ανακατεμένα. Αφού το σκέφτηκα αρκετά αποφάσισα να σας τα παραθέσω και αυτά, έτσι ακατάστατα και ανακατωμένα που τα βρήκα. Κρατάμε την αυθεντικότητα λοιπόν. Δεν πρόσθεσα ούτε διόρθωσα τίποτα, σωστή σειρά έτσι κι αλλιώς δεν μπόρεσα να δώσω. Υπάρχει όμως το γνήσιο, αυτό εξάλλου χρειαζόμαστε. Δεν είμαι συγγραφέας, σε όλη μου τη ζωή ζήτημα να είχα συντάξει 5 φυλλάδια, και αυτά όλα μαζί,κάποιο διάστημα αμέσως μετά την πλατεία Καπνεργάτη. Πάμε λοιπόν.

Αποκαλούν ήρωες και γεμίζουν παράσημα επαγγελματίες μισθοφόρους ιμπεριαλιστικών πολέμων, που, από την ασφάλεια χιλιάδων μέτρων πάνω από τη γη, κυριολεκτικά αόρατοι, βομβαρδίζουν με ‘έξυπνα’ όπλα ανθρώπους απροστάτευτους, πενιχρά εξοπλισμένους, και τις περισσότερες φορές άοπλους, και αμάχους. Αυτούς τους υπέρ ειδικευμένους και άριστα οπλισμένους, τους κατά βάθος ασφαλείς,που δεν θα συναντήσουν ποτέ να κοιτάξουν στα μάτια τα υποψήφια θύματά τους, που δεν γνωρίζουν τίποτα για τον υπέρ χιλιετή πολιτισμό τους, αυτούς τους δολοφόνους τους αποκαλούν ήρωες και τους τιμούν. Αντί να τους δικάσουν μαζί με τους εντολείς φυσικά για εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας.

Μέρκελ, Μπάμιας, Μπλέρ, Ρέηγκαν,Κλίντον μαζί με τους δικούς μας που ακολουθούν σαν τα σκυλάκια σε όποια γωνιά του κόσμου τους καλέσουν οι σφαγείς. Δεν βρέθηκε μέχρι σήμερα ένας ‘αδέκαστος’ εισαγγελέας ή δικαστής ή νομικός να τους παραπέμψει στη δικαιοσύνη. Για τα ατέλειωτα οικονομικά, στρατιωτικά, ή οικολογικά εγκλήματα που χάρη σ’ αυτούς έχει υποστεί χρόνια τώρα η ανθρωπότητα. Αυτεπάγγελτα θα έπρεπε να γίνει!
Σας λέει τίποτα το όνομα Κώστας Γουρνάς; Μήνες τώρα κατακεραυνώνει δικαστές, εισαγγελείς και πολιτικό προσωπικό διάφορων σοσιαλ φασιστικών κυβερνήσεων των χρόνων από τότε που ξεκίνησε τις επιθέσεις της η οργάνωση Επαναστατικός Αγώνας της οποίας μέλος παραδέχτηκε από την πρώτη μέρα της σύλληψής του πως είναι. Με μια δικογραφία εναντίον του κυριολεκτικά κατασκευασμένη στο πόδι, με μηδέν εις το πηλίκον στοιχεία,ο άνθρωπος αυτός κινδυνεύει, και είναι σίγουρος ότι θα καταδικαστεί σε δεκάδες χρόνια στα κάτεργα μόνο και μόνο λόγω της πολιτικής ευθύνης που έχει αναλάβει. Ακάθεκτος υπερασπίζεται στην πράξη την επαναστατική του άποψη για τις δράσεις της οργάνωσης τις θέσεις της οποίας εξηγεί. Θα τον καταδικάσουν διότι δεν μασά, δεν έχουν στοιχεία! επειδή δεν κραυγάζει : δεν φταίω σε τίποτα!
Αυτός λοιπόν είναι ήρωας!

Και για να τελειώνουμε μια και καλή με αυτή την τόσο υποκριτική ρητορική περί της χρήσης της βίας ή της καταδίκης της από όπου κι αν προέρχεται.
Επαναστατημένοι είναι οι ευαίσθητοι άνθρωποι, οι συναισθηματικοί. Σκεφτείτε πως οι προαναφερθέντες έχουν παιδιά. Τίποτα δεν συγκρίνεται με την αγάπη του γονιού για τα παιδιά του.
Σκεφτείτε λιγάκι πόσο πονά ο χωρισμός αυτών από τα παιδιά τους. Να μη μπορούν να χαρούν την καθημερινή τους ανάπτυξη, το μεγάλωμα, ειδικά τώρα που είναι μικρούλια.

Δεν θα ξεχάσω ποτέ το τηλεφώνημα στα μπουντρούμια της Γερμανίας από την μικρή μου κόρη! κατέρρευσα μόλις άκουσα τη φωνούλα της! ανήμπορος να την αγκαλιάσω! σκεφτείτε λοιπόν τι θυσιάζουν αυτοί οι άνθρωποι με την κοινωνική ευαισθησία που δείχνουν. Που είναι και προσωπική φυσικά.
Θυσιάζουν ότι περισσότερο ιερό έχουν κοντά τους.
Μακάρι οι έλληνες να αποφασίσουν να καταλάβουν τους δρόμους στις πόλεις τους και να τους εγκαταλείψουν μοναχά την μέρα που θα αποτινάξουν το ζυγό από πάνω τους. Δίχως να σπάσει δόντι.
Μέχρι τότε όμως ας αφήσουν από το στόμα τους τους έντιμους αγωνιστές!

Το ανατρεπτικό, επαναστατικό κίνημα είναι πολυσυλλεκτικό. Χωράει μέσα όλους όσους νιώθουν ότι βρίσκονται από την εδώ μεριά του οδοφράγματος. Ανάλογα με την ιδιοσυγκρασία του πράττει ο καθείς, έχει χώρο για όλους. Φτάνει να μη ζητά κάποιος την πρωτοκαθεδρία.
Η ομοφωνία είναι δύσκολο πράγμα. Όπως και ο ψυχισμός. Με κάποιους νιώθεις πιο κοντά σωματικά, με άλλους ταιριάζεις περισσότερο στην ψυχή. Δεν μπορείς ν’ αλλάζεις κάθε λίγο και λιγάκι παρέα. Άσε που και όταν το κάνεις δεν σημαίνει πως αρνείσαι αυτά που είπες και έκανες νωρίτερα.

Έχουμε ξαναπεί πως οι παρέες γράφουν την ιστορία. Ομοσπονδία χρειάζεται, όχι κράτος. Αυτονομία, όχι καταπίεση.
Ήμουν από παιδί κοινωνικός, είμαι ακόμη, κι ας ψάχνω πιο πολύ την ησυχία. Η κάθε γνωριμία, η κάθε παρέα είναι κατάθεση ψυχής. Και υπάρχει αστείρευτος πλούτος σε κάθε ψυχή. Σύνθεση χρειάζεται συχνά. Δεν υπάρχει το απόλυτο, η ‘μία’ αλήθεια. Αν υπάρχει αλήθεια, αποτελείται από πολλά κομμάτια και χιλιάδες ψυχές. Δώσε τους αυτονομία. Δώσε φωνή σε κάθε τραγούδι, άσε τις κραυγές να ξεσπάσουν, ν’ ακουστούν. Δώσε χώρο στον καθένα.
Με κάποιους ταιριάζεις περισσότερο, με άλλους λιγότερο, και πολύ συχνά δεν καταφέρνεις να εξηγήσεις το γιατί. Δεν το γνωρίζεις. Δεν πειράζει. Δώσε χώρο στην πολυφωνία. Άσε τη συζήτηση να φουντώσει. Κάποια συμπεράσματα θα βγουν.

Δεν είναι τόσο πολύπλοκη η ζωή. Πλούτος υπάρχει πολύς, για τον καθένα, για όλους. Και ομορφιά. Ας την να ξεσπάσει, να την δούμε ολόκληρη. Μη την κρύβεις πίσω από στεγανά, από εμπόδια, από ντουβάρια.
Για όλους έχει χάδι, τρυφερότητα. Δεν έχει χρώμα, φύλλο,ή τάξη. Κάθεται σε όλες τις αυλές. Όποιος έχει αυτιά ακούει το τραγούδι των σειρήνων. Οι Συμπληγάδες πέτρες φοβίζουν τους δειλούς. Θυμήσου τον Ανδρείο Διγενή. Δεν φυλάει σύνορα, τα σύνορα της καρδιάς κρατάει ανοιχτά.
Έχει και για τους δειλούς χώρο η καρδιά της Μάνας Γης, όχι όμως μόνο γι’ αυτούς.
Άνοιξε την καρδιά σου στην χαρά. ΣΚΈΨΟΥ ΑΥΤΌΝΟΜΑ.

‘Βάλε κι άλλο πιάτο στο τραπέζι, βγάλε από την πόρτα το κλειδί, το παιδί ξανάρχισε να παίζει, το κανάρι πάλι κελαηδεί.’
Άνοιξε το παράθυρο να μπει φως.
Σε κάθε άνθρωπο ενυπάρχουν όλα τα στοιχεία, δεν υπάρχει πιο άνθρωπος από τον άλλον. Στους δύσκολους καιρούς που τα πάντα οξύνονται τα στοιχεία αυτά ξεπηδούν εντονότερα.

Giorgio Lavagna εργατική αυτονομία 3

Έχουμε λοιπόν ανθρώπους που στην Κατοχή αντιστέκονται στους Γερμανούς, στον κατακτητή, σύμφωνα με τις δυνάμεις και τις περιστάσεις και την ιδιοσυγκρασία. Και άλλους που συνεργάζονται, που πλουτίζουν, σε βάρος συνανθρώπων τους. Υπολογίζεται πως χιλιάδες περιουσίες άλλαξαν χέρια τα δύσκολα εκείνα χρόνια.

Άνθρωποι πολεμάν τον κατακτητή και άλλοι φοράνε κουκούλες και καταδίδουν τους αγωνιστές, αυτούς που το επίσημο κράτος αποκαλεί αλήτες.
Σε κάθε εποχή αυτόν που αντιστέκεται έμπρακτα στη καθεστηκυία τάξη τον αποκαλούν αλήτη.
Άνθρωποι φτιάχνουν τον ΕΛΑΣ και σαμποτάρουν τους ναζί και ΈΛΛΗΝΕΣ ΦΤΙΆΧΝΟΥΝ ΤΑΓΜΑΤΑ ΑΣΦΑΛΕΙΑΣ ΤΟΥ ΚΑΘΕΣΤΩΤΟΣ ΚΑΙ ΚΥΝΗΓΑΝΕ ΤΟΥΣ ΕΛΛΗΝΕΣ ΠΟΥ ΠΟΛΕΜΑΝΕ.. Και όταν δεν τα καταφέρνουν φοράνε τις κουκούλες. Χίτες και κάθε είδους πληροφοριοδότες ανθίζουν,πλούσια τραπέζια στρώνονται την ώρα που ο διπλανός πεινάει και ο αντάρτης τρώει ξερό ψωμί στις σπηλιές. Αυτόν που το επίσημο κράτος και οι λακέδες του αποκαλούν ‘συμμορίτη’.

Η ποταπότητα σ’ αυτόν τον τόπο περισσεύει. Έχει πολλούς Ράλληδες, έχει όμως και άλλους τόσους Άρηδες.
Και για να έρθουμε στο σήμερα. Κασιδιάρηδες και ‘μπούληδες’ γεμάτος. Έχει όμως και Κουφοντίνες και Λάμπρους Φούντες και Ξηρούς. Και Μητσοτάκη και Μπακογιάννη και Μάριο Λώλο και Όλγα Οικονομίδου.Έχει και Βορίδη και μπουμπούκο και Μιχαλολιάκο. Έχει και Πολύκαρπο Γεωργιάδη που δεν αρνείται μια φιλία, ναι μια φιλία λέω, μια σχέση φιλική τίμημα για μια 15άρα χρόνια στη φυλακή,αν θυμάμαι καλά! Και αν τα ονόματα σας τρομάζουν και δεν συμφωνείται με τις πράξεις, δεν είναι υποχρεωτικό. Έχεις όμως υποχρέωση αν μη τι άλλο να υποκλιθείς στο λόγο, στην τιμή και στην ακεραιότητα με την οποία στηρίζουν τις πράξεις τους.
Και όχι σαν γνήσιοι χέστες.

Βλέπε όλους τους άλλους, από την άλλη μεριά του οδοφράγματος όπως ξαναείπαμε, που στο όνομα της καλοπέρασης τους έχουν αρνηθεί και ξανά αρνηθεί τον εαυτό τους τον ίδιο, την πραγματικότητα που τους έχει κατατάξει σύγχρονους νεκροθάφτες των ονείρων της προοδευτικής ελληνικής σκέψης ζωής και πραγματικότητας, στην Ελλάδα που αναστενάζει κάτω από την μπότα της σύγχρονης ολιγαρχίας.
Χέρι χέρι μ’ αυτούς που με μια γαλανόλευκη στη σκατοψυχή τους κυνηγάνε να μαχαιρώσουν σύγχρονους Αγιάννηδες που στοιβάζονται σαν τα σκουπίδια στις μητροπόλεις της ‘αναπτυγμένης’ κοινωνίας, τους αδύναμους και κατατρεγμένους, πάντα πολλοί εναντίον λίγων, και οπλισμένοι εναντίον άοπλων. Η συνείδηση της ιστορίας τους έχει καταδικάσει, για να καθαρίσει ο τόπος.

‘Πως θα σου φαινόταν λοιπόν φιλαράκο αν απόψε το βράδυ βγαίναμε όλοι μαζί
μια νυχτιάτικη βόλτα μες το κέντρο της πόλης στο ρυθμό που σκοτώνει όπως ξέρουν αυτοί

Πάμε!
Ήρθαμε απόψε από τόσο μακριά με τέρμα το γκάζι και βρώμικα μυαλά
φτερά στο κεφάλι, τα μάτια μας θολά, τα όπλα μας γεμάτα και κρυμμένα καλά στα φορτηγά,
στα φορτηγά.
Από τα προάστια κι απ’ τα γύρω χωριά, Άραβες και νέγροι Βεδουίνοι με σπαθιά
δεν είχαμε σκοπό να πάμε τόσο βαθιά,
μα κάποιος από μας στο δρόμο πέταξε τη λέξη φωτιά,
τη λέξη φωτιά.
Καλέστε τα πλήθη που με τρόμο κοιτάν το καρναβάλι μας ουρλιάζοντας πιο δυνατά.
Λα, λα,λα .
Πενήντα χρόνια περιμέναμε γι αυτή τη βραδιά, θα τραγουδάμε όλη νύχτα κι ούτε πόνος ούτε χαρά
οι εραστές έχουν ανάψει κι ορκιστήκανε να’ ναι πιστοί, πενήντα χρόνια περιμέναμε γι αυτή τη γιορτή.
Περπατάμε στην πόλη σαν μια μηχανή, και νιώθουμε σαν βόμβα έτοιμη να εκραγεί,
κάνουμε θόρυβο κι αυτό είναι γεγονός. Μιλάω για μια γενιά που δοκιμάζει την τύχη της αλλιώς.
Ο χρόνος είναι τώρα και ο τόπος είναι εδώ, ετοιμάζει να μπει στον καινούριο χορό,

είμαι πάνω, είμαι κάτω, είμαι κει είμαι εδώ!’
ΜΩΡΑ ΣΤΗ ΦΩΤΙΑ ΚΑΤΩ ΣΤΗΝ ΠΟΛΗ.

Με τη ζωή έρχεσαι σε επαφή με διαισθαντικό τρόπο,με τις αισθήσεις. Βλέπω τον κόσμο, από πάντα, και νιώθω πως πρέπει να τον ξεπεράσω. Δεν μου αρέσουν οι προσεγγίσεις του, θέλω να ψηλώσω, να πετάξω, αυτό είμαι από πάντα.
Συντηρητικός, κατσούφης και …. καθυστερημένος ο κόσμος. Δεν συμβαδίζει με τις αμφισβητήσεις των νέων, δεν είναι κάτι καινούριο. Φοβάται το βήμα μπροστά. Η συντήρηση φοβάται να προχωρήσει.
Διάβασα το Χρέος του Μίκη και ένιωσα πως έχω χρέος να πολεμήσω για το αύριο.
Συγχρόνως έβλεπα τα παιδιά στις συνελεύσεις,βλέμματα, λόγο, συμπεριφορές. Και με κέρδισε ο Ρήγας, ένιωσα πως είναι ο χώρος μου. Παρακολουθούσα και τους Ιταλούς από μακριά.
Οι νεολαίες των καθεστωτικών κομμάτων της αριστεράς μύριζαν γεροντίλα σε Ελλάδα και Ιταλία. Η δεξιά ανύπαρκτη, κυριολεκτικά, δεν το συζητάμε.

Διάλογοι εκκλησίας, ότι πιο συντηρητικό στα μάτια μου. Η εκκλησία ήταν πάντα με την συντήρηση, αν εξαιρέσεις το επαναστατικό λατινοαμερικάνικο κομμάτι της. Με ότι παραδοσιακό με την κακή έννοια. Αυτή του καφενείου, με την έννοια του ‘σκοτώνουμε την ώρα μας’, τον χρόνο. Ποτέ δεν τα είχα καλά με το καφενείο, ότι κι αν σημαίνει αυτό. Με το να περνάς την ώρα σου χαζολογώντας. Δεν έχω παίξει χαρτιά στη ζωή μου, δεν ξέρω να παίζω τάβλι. Το θεωρώ χάσιμο χρόνου. Μια ενδιαφέρουσα συζήτηση μ’ ενθουσιάζει. Ν’ ακούω μουσική,να χορέψω ή να παίξω. Από παιδί, δεν είναι κάτι καινούριο.
Χόρευα ασταμάτητα.
Τρελαίνομαι με τον κινηματογράφο, πάντοτε ταυτίζομαι με τον ήρωα, μ’ αρέσει να συζητώ γι’ αυτά που είδα ή άκουσα και αντιλήφθηκα, ν’ ακούω και τη γνώμη των άλλων. Έτσι γίνεται η σύνθεση. Να σας πω και κάτι που δεν άκουσα από κανέναν όταν μίλησαν ή έγραψαν για τον Νικόλα τον Σαλαβάτη μετά θάνατον. Συνήθιζε να παίζει ολόκληρο ένα δίσκο στο μπαράκι, μόλις τελείωνε η πρώτη πλευρά άνοιγε η κουβέντα γύρω από τις εντυπώσεις του καθένα, και έπαιζε η πίσω πλευρά όταν δεν είχε πια να ειπωθεί τίποτα. Έτσι περνούσαμε τα βράδια μας για κάποια χρόνια.

Και για να συνεχίσω από εκεί που σταμάτησα θα θυμίσω πως στις κουβέντες στους ελληνικούς συλλόγους τα θέματα αφορούσαν σχεδόν αποκλειστικά τις διαφορές ανάμεσα σε Ρωσία, Κίνα ή Αλβανία.
Οι ιταλιάνοι έκαναν περισσότερα, έμοιαζαν και πιο προχωρημένοι. Μιας και ζούσα στη χώρα τους θέλησα να τους γνωρίσω καλύτερα, να τους συναναστραφώ περισσότερο.
Ένιωσα αμέσως πολύ φιλόξενα, με κέρδισαν με τη συμπεριφορά τους, ένιωσα σπίτι μου. Το ‘όπου γης και πατρίς’ δεν ειπώθηκε άδικα.
Εδώ με αποπήραν συχνά γιατί δεν θα έπρεπε να είμαι με τους ‘άλλους’, λέει,ταξικά δεν ανήκα στην αριστερά. Μου την είπαν μπόλικες φορές. Πως δεν είμαι συνεπής ή ειλικρινής και τέτοια. Γιατί ο γιος γιατρών δεν χωρά ανάμεσα σε προλετάριους.
Ο κάθε άνθρωπος έχει υποχρέωση να πάρει θέση, άσχετα αν έχει χρήματα ή όχι, με ειλικρίνεια. Ο Κροπότκιν ήταν πρίγκιπας αλλά ονειρεύτηκε την επανάσταση, ο Φιντέλ γιος μεγαλοκτηματία, ο Ερνέστο γιατρός, ο Φελτρινέλλι μεγαλοαστός!
Μετανάστης λοιπόν για σπουδές. Με ακούσματα :

Οι οχτώ χωριάτες, Η μπαλάντα του μετανάστη, Η αντάρα το Ρενάκι κι η Ρηνιώ, Η φάμπρικα, Είπες Απρίλη πως θα ‘ρθεις, Μιλώ για τα παιδιά μου, Εδώ στην ξένη χώρα, Ο Ρόκο και οι άλλοι, Μη μου μιλήσεις πάλι για ταξίδια.
ΚΆΘΕ ΤΡΑΓΟΎΔΙ ΚΑΙ ΈΝΑ ΠΟΛΙΤΙΚΌ ΜΑΝΙΦΈΣΤΟ.
Για το σήμερα, το χθες και το αύριο της επανάστασης.

Το χρονικό αυτής της γιορτής;
1922. ο γίγαντας, στους χρόνους της καταστροφής, 1925. στη Νέα Σμύρνη μια γριά 1940. πόσα χρόνια δίσεκτα. 1944 ήταν ο τόπος μου. 46. ο γέρο δάσκαλος. 50. καφενείο η Ελλάς. Το λιονταρόπουλο και Πώς να τραγουδήσω.

Αυτή είναι η ιστορία της πατρίδας μου,του Μιχάλη και χιλιάδων σαν κι εμένα, ελεύθερων πολιορκημένων και απανταχού στην υφήλιο σκλαβωμένων!
Το σεργιάνι μου στον κόσμο ;
Ο Γιάγκος Νούλας, η μάνα του Αλέξανδρου, οι καπεταναίοι, ο Μαυρογένης και το πετρέλαιο,
Κι έπειτα :ο σκλάβος.
Για να συνεχίσουμε με : παραπονεμένα λόγια, της ορφάνιας γιός, αν ήταν άστρα τα φιλιά σου, ο άπονος αέρας , και να τελειώσουμε με :
Όλοι θα συναντηθούμε, όλα μοιάζουν μαγικά, χορεύουμε όλη νύχτα.
Αυτή είναι η χώρα μου, η Γη, για Όλους.
Ήλιος ο Πρώτος. Δεν ξέρω πια τη νύχτα, δίνω το χέρι στη δικαιοσύνη, ω, να σπάσουν οι πέτρες, ω, αμάραντο πέλαγος, κάτω στης μαργαρίτας τ’ αλωνάκι, παιδί με το γρατζουνισμένο γόνατο, πίνω νερό κόβω καρπό, μισοβουλιαγμένες βάρκες, ζωγραφιές ηράκλειες, πατριωτάκια του ήλιου.
Έτσι πλάστηκε ο Μιχάλης, έτσι όρισε τη ζωή του.

Αυτή και πολλές άλλες εξίσου όμορφες είναι οι ιστορίες του τόπου μου, οι ιστορίες του Μichele
Που έκανε και ένα κύκλο θεσσαλικό χορεύοντας μαζί με τους δερβίσηδες, κύκλο, γύρω -γύρω.
Ακούγοντας τον τελάλη, ροζαμούντα, σιδηρόδρομος, πάτερ γυμνάσιος, ο κλεφτοκοτάς, ο αρκουδιάρης, η βασίλω, η προξενήτρα, το παζάρι, αν είσαι άνδρας τσιφλικά, χορός καπαϊτανέϊκος, ο μαυρομίχος, να ‘βγαινα μάνα μ’ στο κλαρί, ο φτεροπόδαρος, νύχτα στον κάμπο, βγήκε ο ήλιος … και άλλα…
Είμαστε όλοι τρομοκράτες
Είμαστε όλοι Χεσμπολάχ, [δεν είμαστε, τέλος πάντων]
Είμαστε όλοι Παλαιστίνιοι
Είμαστε όλοι Ταλιμπάν, [δεν θα έλεγα!]
Πέρασαν χρόνια κι ακόμα η Μάνα μας εκεί δέρνει τα παιδιά της, ξανά και ξανά.
Λένγκω.
Αναγέννηση, εαρινή συμφωνία, όχι δεν πρέπει να συναντηθούμε, πρωϊνό στο Ναύπλιο, πέρα από τη θάλασσα, το τραγούδι του Αχιλλέα.
Αυτό είναι ένα μικρό κομμάτι από επιστροφή στις ρίζες. Αυτή η επιστροφή γίνεται από πολλούς δρόμους, δεν υπάρχει ο ένας. Όπως η Γης γυρίζει συνεχώς και δεν μπορεί να ορίσει που είναι το τέλος και που η αρχή της, έτσι και η επιστροφή δεν σημαίνει παρελθόν, όπως διάφοροι παρερμηνεύουν, αλλά μέλλον, όπως γράφει ο Γ. Νοταράς.

Αυτές είναι οι δικές μου ρίζες, θα σας πω και για άλλες,την άλλη φορά, να χει ποικιλία, ρίζες είναι η διαρκής επανάσταση, μέχρι την οριστική εξαφάνιση της εκμετάλλευσης, και την εμφάνιση της αταξικής κοινωνίας, στην Ελλάδα και παγκοσμίως.
Για τούτο πρέπει και γήπεδο ν’ αλλάξουμε, και κανονισμούς. Αυτοδιαχείρηση σε κοινότητες, ομοσπονδιακά, με κλήρωση και ανάκληση, βασισμένοι στην αποανάπτυξη και την χαριστικότητα, την ανταλλαγή και την αυτοθέσμιση.

http://www.tapaidiatisgalarias.org/wp-content/uploads/2009/11/12_13.pdf

συνέντευξη του Νάννι Μπαλεστρίνι : να τα πάρουμε όλα

συνεχίζεται

7b

τα βιβλία του μιχάλη, i libri di michele

Σ. εκενώστε τους δρόμους από τα όνειρα – 16

 

31 Αυγούστου του ’13 σήμερα, ξαναπιάνω μολύβι στα χέρια, ο λόγος που λέγει. Όχι πια, αποφάσισα επιτέλους να γράψω απευθείας στον υπολογιστή, ηλεκτρονικά.
Χθες πέρασα μια πολύ στενάχωρη μέρα. Κατάφερε να με ‘σηκώσει’ κάποια στιγμή η Βίκυ, με μουσική και χορό, και την ευγνωμονώ.
Μου μετέφερε κάποια στιγμή τα λόγια που τραγουδούσε ο ερμηνευτής, δεν τον θυμάμαι, δεν έχει και πολύ σημασία.
Μου άνοιξαν την καρδιά και το μυαλό. Όταν έρχεσαι αντιμέτωπος με την αλήθεια είναι αποκάλυψη,
ΉΤΑΝ ΜΙΑ ΔΙΚΉ ΜΟΥ ΑΠΟΚΆΛΥΨΗ, πρώτη φορά ήρθα τόσο απροκάλυπτα αντιμέτωπος με την αλήθεια,
έλεγε λοιπόν το παλικάρι λίγο πριν αυτοκτονήσει πως ‘ τα είδε όλα πολύ νέος και έκτοτε δεν υπήρχε κάτι καινούριο στη ζωή του’.
Αυτά τα λόγια μου έδειξαν πόσο κοντά βρίσκεται και η δική μου κατάσταση.
Μου θύμισαν επίσης πως η δική μου αντίσταση έγκειται ακριβώς σε αυτό. Στο ότι δηλαδή έχω υποχρέωση να την αντέξω αυτή την άοσμη και άχρωμη πραγματικότητα, την τόσο αποπνικτική και ανυπόφορη και να προχωρήσω.
Αυτά λοιπόν γίνονται τα αντικαταθλιπτικά μου, τα κείμενα, μιας και αποκομμένος από τα γύρω, τις συλλογικότητες, επικοινωνώ με τα κείμενα.
Πολλοί οι επαναστατημένοι και σήμερα. Άλλες ηλικίες όμως, άλλες συνήθειες.
Θυμάστε που σας έγραφα πως αυτό το τεράστιο που μας ένωνε εκείνα τα χρόνια τους αγωνιστές έντονα και δυνατά ήταν το ότι ήμασταν μαζί! και κάναμε πράγματα !

και αντιπαλευόμασταν την εργασία,

και επανοικειοποιούμασταν τον πλούτο που μας είχανε αρπάξει εν τω μεταξύ,
Είμαι μαζί με την μοναξιά μου σήμερα.
Σας στέλνω τα κείμενα λοιπόν.

placebo

Έχω τον φίλο μου και σύντροφο και συναγωνιστή στο σπίτι για καμιά εικοσαριά ημέρες.
Ύστερα από 35 χρόνια ξανασυναντηθήκαμε.
Μου μίλησε πολύ.
Για όλα.
Αυτό που κρατώ για εσάς, προς το παρόν τουλάχιστον, είναι εκείνο που αφορά το σήμερα.
Στην Ιταλία, όπως ακριβώς και στην Ελλάδα, το τώρα είναι ‘πεθαμένο, αν εξαιρέσουμε κάποια επιμέρους κινήματα, με συνέχεια και προοπτική.
Για τη συνέχεια δεν χρειάζεται να πούμε κάτι επιπλέον.
Για την προοπτική, πολλά.
Εδώ έχουμε το κίνημα στην Χαλκιδική, όπως νωρίτερα Κερατέα και Λευκίμμη.
Εκεί το κίνημα ενάντια στο TAV, στην Κοιλάδα της Σούζα, στο Πιεμόντε.
Κινήματα λοιπόν που αγκάλιασαν και αγκαλιάστηκαν από την συντριπτική πλειονότητα της κοινωνίας. Αυτής που πλήττεται από την καπιταλιστική επίθεση, και όχι μόνο.

Στο διάστημα αυτό βρέθηκα αντιμέτωπος με κάποια κείμενα που περιγράφουν απόλυτα σκέψεις που είναι και δικές μου. Θα σας τα μεταφέρω αυτούσια.
Τα πρώτα θα τα μεταφράσω, είναι ο απολογισμός των αγώνων που χρόνια τώρα διεξάγουν οι Ιταλοί πολίτες της περιοχής του Πιεμόντε ενάντια στην καταστροφή του τόπου τους και τον αυταρχισμό.
Το άλλο αφορά τις σκέψεις Ισπανού φιλοσόφου πάνω στο θέμα της επανάστασης.
ΔΕΝ ΧΡΕΙΆΖΟΝΤΑΙ ΠΕΡΙΣΣΌΤΕΡΑ, Ας ΠΡΟΧΩΡΉΣΟΥΜΕ ΛΟΙΠΌΝ, ας αφουγκραστούμε το μέσα μας.
Και μιας και έχουμε πολλάκις επαναλάβει πως μουσική και στίχος απελευθερώνουν, ας τραγουδήσουμε και χορέψουμε παρέα με τον τεράστιο Θανάση Παπακωνσταντίνου. Άκουσα την Ανδρομέδα του ξανά εχθές, για πολλοστή φορά. Για πρώτη όμως έδωσα βάση, με τόση ένταση, στους τελευταίους στίχους.
Ακόμη κι από το μνήμα μας λοιπόν ας γίνουμε απειλή φοβερή για τους απαίσιους δυνάστες μας!

Άιντε μες της γης το πυρωμένο κέντρο
άιντε δυό πουλιά φιλιούνται σ’ ένα δέντρο
άιντε πέφτει λάβα, λάβα απ’ τα φιλιά τους
άιντε και φτερά απολιθωμένα απ’ τα κορμιά τους.
Άιντε εκεί μακριά, μακριά στην Ανδρομέδα
άιντε πίνουν τσίπουρο και τρων λακέρδα
άιντε κάτι όντα περίεργα κι ωραία
άιντε που είναι μόνα και ψάχνουν για παρέα.
Άιντε εκεί ψηλά στην άκαρπη Μελούνα
άιντε φύτρωσε, φύτρωσε μια παπαρούνα
άιντε που ‘χει στόμα, στόμα και δαγκάνει
άιντε κι όλο λέει πως δεν το ξανακάνει.
Άιντε εκεί βαθιά, βαθιά στα σωθικά μου
άιντε κάτι γίνεται κυρά μου
άιντε χίλια άλογα τυφλά γυρίζουν
άιντε έξοδο ζητάν και μ’ αλωνίζουν.
Άιντε εδώ σιμά, κοντά δυο μέτρα βάθος
άιντε λεν πως φυλακίζουνε το πάθος
άιντε ρίχνουν χώμα με λουλούδια ραίνουν
άιντε και θαρρούν, θαρρούν πως ξεμπερδεύουν.

Ένα φανταστικό τραγούδι από μία μεγάλη καρδιά.

Εν τω μεταξύ έπεσε στα χέρια μου το HOT DOC του Κώστα Βαξεβάνη που μιλούσε για την εκτέλεση του Σ. Γκιόλια από την Σέχτα Επαναστατών. Δεν στέκομαι καθόλου στα συμπεράσματα του. Γνωρίζω ελάχιστα και δια τούτο προσπερνώ. Θέλω όμως να πω μοναχά δύο λόγια για τη νοοτροπία του ανθρώπου, που είναι η ίδια με αυτή εκατομμυρίων άλλων που μας τριγυρίζουν και είναι οι πυλώνες του συστήματος.
Το σύστημα, η καθεστηκυία τάξης, δεν είναι κάτι απρόσωπο. Αποτελείται από σάρκα και οστά παραγεμισμένα με κανόνες, συνήθειες, νόρμες. Ένας τρόπος να ζεις και να σκέφτεσαι γενικότερα.
Ο επαναστατημένος άνθρωπος αμφισβητεί στην πράξη αυτό το όλον.
Δεν του λείπουν υποχρεωτικά τα χρήματα.
Νιώθει πως το αξιακό σύστημα γενικότερα τον καταπιέζει, τον πνίγει.
Πλαντάζει μέσα σε μια κοινωνία χάλια, με λίγα λόγια, όσα κι αν έχει για να ξοδέψει, μπας και ελαφρύνει την βαρβαρότητα.
Βαρβαρότητα που ζέχνει καθημερινά από όλες τις μπάντες.
Αυτούς όλους τους ‘διανοούμενους’-δεκανίκια του καπιταλισμού [ γιατί αυτό είναι δυστυχώς στην πραγματικότητα] τίποτα δεν τους αγγίζει. ίσως ελάχιστα.
Περνούν καλά δηλαδή. Κριτικάρουν γιατί ξέρουν πως θα μπορούσαν να περνούν λίγο καλύτερα.
Δεν τους νοιάζει η πραγματική αλλαγή, τους τρομάζει αντίθετα, τους τρομάζει το διαφορετικό, αυτό που δεν ελέγχουν, η αλλαγή, το πραγματικά καινούριο τους τρομάζει.
δια τούτο βρίζουν και κατηγορούν ότι δεν αντιλαμβάνονται, αυτό που δεν κατανοούν.
Ένας επαναστατημένος, στην καθημερινότητά του, κάνει τα αδύνατα δυνατά να σπάσει λίγους από τους κανόνες, ότι καταφέρει, όποτε και με οποιονδήποτε τρόπο,
αποδρά από τα συνηθισμένα, τους κανόνες τις συνήθειες και τις ρέγουλες.
Παραβαίνει διάολε.
Νόρμες, αυτό που ονομάζεται νομιμότητα.
Η νομιμότητα είναι εχθρός διάολε.
Είναι εχθρός ακριβώς επειδή έτσι αρέσει, έτσι βολεύει στους κρατούντες.
Δεν αναγνωρίζει την νομιμότητα, περισσότερο ή λιγότερο.
Οι δεκάδες μικρές ή μεγαλύτερες παραβάσεις είναι γι αυτόν απελευθερωτικές.
Η ελευθερία είναι το ζητούμενο.
Και ποσώς τον ενδιαφέρει εάν ο κάθε Βαξεβάνης αυτή του την ορμή την ονομάζει επαναστατική γιόγκα ή όπως αλλιώς θέλει.
Όλοι τους, κομματικοί ή αντιπολιτευόμενοι είναι ίδιοι γιατί ακριβώς αγαπούν το σύστημα, την τάξη, την ομοιομορφία. Στις συμπεριφορές και τις αξίες.
όταν ο επαναστατημένος τις παραβαίνει, με όποιο όπλο καταφέρνει, [τα όπλα, λεν οι Ζαπατίστας είναι τα λόγια, οι σκέψεις και οι καρδιές τους. Είναι και αυτά που κουβαλούν στην πλάτη, σε αυτά όμως το κράτος είναι ισχυρότερο, ψάχνουν τις αδυναμίες του λοιπόν, κι εκεί εστιάζουν.]
Επαναστατημένος είναι αυτός που δεν έχει να σπουδάσει τα παιδιά του, με σφιγμένο το στομάχι χωρίς λόγο και το άγχος στα ύψη, κλεισμένος στο σπίτι γιατί η τσέπη άδεια, αναγκασμένος να τρώει στη μάπα τα χειρότερα σκουπίδια που του σερβίρουν για ψυχαγωγία. [εδώ γελάνε, μιλάμε για την ‘καλύτερη δυνατή’ αγωγή της ψυχής’].
Δίπλα του αυτός που έχει χρήματα να πάει διακοπές,                                                      κάποιος άλλος ύστερα από χρόνια, και αναγκάζεται να υπομένει κατειλημμένες παραλίες και νησιά από πλαστικό και κακογουστιά, καμμένα βουνά, καταπατημένα από μπάζα και σκουπίδια. Από ηχορύπανση και καταγέλαστα θεάματα.
Φτιάξανε τη ζωή σκουπίδι, την ξεπουλούν στους εργολάβους, μετατρέψανε την Γη σ’ ένα τεράστιο σκουπιδότοπο, ναρκοθετημένο.
Η καθημερινότητα μια διαρκής αγοραπωλησία, ο άνθρωπος πουλάει και αγοράζει, πουλιέται και αγοράζεται με εξαιρετική ευκολία, στην καλύτερη τιμή, με επιθετικότητα απεχθή.
Η ζωή συνεχής πλύση εγκεφάλου, καθαρή λοβοτομή.
Πορνό, σωματεμπορία, σκληρά ναρκωτικά το μέλλον της νεολαίας.
Δεν θα πάρουμε.
Κάντε παραβάσεις, είναι απελευθερωτικό.
Κάνετε παράβαση, κάνει καλό.
Κάνουμε παράβαση λοιπόν και γουστάρουμε, τότε γουστάρουμε, γιατί το υπόλοιπο είναι πλήξη και ανία, αυτή που σας συμφέρει να μας ρίχνετε, για να μας αποβλακώνετε.
Αυτά τα λίγα λοιπόν. Δεν θα ψοφήσουμε ποτέ κουφάλα νεκροθάφτη!
Αστοί καθωσπρέπει, είστε ερωτευμένοι με το καθώς πρέπει, μπορείτε να το βάλετε εκεί που ξέρετε!

1

 

ξένοιαστος καβαλάρης

πριν τελειώσω με αυτό το κομμάτι οριστικά, θέλω να κλείσω τους λογαριασμούς μου με όλους αυτούς που με βλέπουν σαν κόκκινο πανί! είτε για την συμπάθεια μου στους σπαρτιάτες, είτε γι αυτήν προς τον Αλέξανδρο και τον Λεωνίδα, τον Αχιλλέα και άλλους ήρωες, τον Διγενή και τον Παλαιολόγο ας πούμε τον τελευταίο, την συμπάθεια μου προς τον Χριστό τον Βούδα τον Μωάμεθ και άλλους! κλπ κλπ, καταλαβαίνω πως είμαι αιρετικός, αλλά και αυτή η μονολιθικότητα που έχει πέσει θυμίζει ΚΚΕ επί εποχής εμφυλίου πολέμου, τότε με τα συγχωροχάρτια και τις υπογραφές, καλά τους τα είπε ο Μίσσιος! τέλος πάντων, δεν θα μου ξεριζώσουν πράγματα που έχω μέσα στην ψυχή μου από παιδί επειδή θέλουν να σκέφτονται σήμερα, 2500 μετά από εκείνα τα συμβάντα με τον τρόπο που θέλουν αυτοί, για ανθρώπους που γεννιόντουσαν και πέθαιναν κάτω από τελείως διαφορετικές συνθήκες και μέσα σε κοσμοθεωρίες τελείως διαφορετικές από αυτές μέσα στις οποίες ζούμε σήμερα εμείς.

Ας τα πάρουμε όμως απ’ την αρχή:

Αλέξανδρος, ένας άνθρωπος που λατρεύω, και αυτό διότι αυτό που είμαι εγώ σήμερα το οφείλω και στον μεγάλο άνθρωπο,
βλέπεις, τον μήτσο και τον κάθε μήτσο ο οποίος γράφει απαξιωτικά για τον βολιώτη ήρωα δεν θα τον γνωρίσω ποτές, κι όσο κι αν σέβομαι τον άνθρωπο μήτσο, άλλο τόσο τον θεωρώ ανιστόρητο, και αυτό διότι θεωρώ απαράδεκτο να κρίνουμε ανθρώπους ή γεγονότα που συνέβησαν κοντά 3.000 χρόνια πριν με κριτήρια σημερινά!

Τότες θεωρούνταν αυτονόητα πράγματα που σήμερα, πολύ σωστά,  μας είναι απεχθή,
διαβάζω δεκάδες παπαριές στα μέσα καθημερινά για τον Αλέξανδρο, ο οποίος φυσικά δεν ήταν κανένας άγιος, άγιος δεν είμαι ούτε εγώ, με τους δαίμονες μας πολεμούμε καθημερινά, όπως κι αυτός, που ανατράφηκε βασιλιάς, είχε απ’ τον πατέρα του κληρονομήσει τον μεγάλο σκοπό να νικήσει τους Πέρσες, ο πόλεμος δεν είναι ποτές κάτι όμορφο, κάτι που γίνεται με όμορφα μέσα! Γαλουχημένος γιος του Δία από την μάνα του, ανακηρύχθηκε θεός στο μαντείο του Άμμωνα Δία στην Αίγυπτο, κλπ, κλπ. Κανείς ιστορικά δεν σκέφτηκε ποτέ να κατηγορήσει τον Οδυσσέα επειδή κατόρθωσε με το κόλπο του οι έλληνες να εισχωρήσουν και να καταστρέψουν την Τροία, αρπάζοντας ανθρώπους και αγαθά, πράγματα φυσικά για εκείνους τους χρόνους! Αλλά βλέπεις ο Αλέξανδρος ήταν καταστροφέας, ιμπεριαλιστής και πλιατσικολόγος! Βλέπεις δεν κατέστρεψαν οι αθηναίοι την Μήλο γιατί τόλμησε να σηκώσει κεφάλι, ούτε οι σπαρτιάτες την αττική, και πάει λέγοντας. Κανείς δεν σκέφτηκε ποτέ να κατηγορήσει τον Αγαμέμνονα που θυσίασε την κόρη του για να ξεκινήσουν οι αχαιοί το ταξίδι, ιμπεριαλιστές κι αυτοί για τον μήτσο και κάθε μήτσο που δεν ξέρουμε τι θα έκανε αν ήταν γιος του Μενέλαου, του Αχιλλέα ή του Αίαντα.
Φίλε μου αγαπητέ, υπήρξα παιδί και μεγάλωσα με αυτές τις ιστορίες, κι όταν ανδρώθηκα και άρχισα να καταλαβαίνω καλύτερα τα πράγματα, δεν πρόδωσα τους ήρωές μου, ούτε τους απαρνήθηκα. Διότι κι αυτοί δεν με πρόδωσαν ποτές, αν είμαι σήμερα κάποιος σε αυτούς το οφείλω, και σε όλα τα μεγάλα που με δίδαξαν, διότι σήμερα που μεγάλωσαν μπορώ να ξεδιαλύνω αυτά που πρέπει και χρειάζονται, από τα άλλα που δεν πρέπει,

έτσι προχωρά η ιστορία, δεν είναι στάσιμη, »καθαρότητα» δεν υπάρχει, κανείς δεν είναι τέλειος, μέσα στο άσπρο υπάρχει και το μαύρο, μαζί με τον θεό και ο διάβολος, ο λύκος της στέπας μεταξύ των αγαπημένων βιβλίων μαζί με τον Όμηρο και τα βιβλία για τον Αλέξανδρο, και τον Λεωνίδα και τον Αχιλλέα που μου έμαθαν την ανδρεία και το κάλλος, και πολλά πολλά άλλα!

αν ο μήτσος, και ο κάθε μήτσος θεωρεί τον εαυτό του τέλειο, σίγουρα στη ζωή του, πολύ φοβάμαι, δεν θα έχει πετάξει ποτές προς απάτητες κορφές, εκεί που το σωστό και το λάθος διαπλέκονται, γιατί αυτό που για σένα λάθος για τον άλλον σωστό και πάει λέγοντας. Χρέος του ανθρώπου να αγωνίζεται να ξεπεράσει τον εαυτό του και τα όρια, τα σύνορα, και είναι βέβαιο πως όλοι αυτοί το κατάφεραν, ο Αχιλλέας, ο »φασίστας» Λεωνίδας ή ο »ιμπεριαλιστής δολοφόνος» Αλέξανδρος!

Αγαπώ τους σπαρτιάτες. Θα ήθελα να τους μοιάσω σε αυτό που θεωρώ σπουδαίο: νίκη επί του φόβου, του φόβου του θανάτου, απ’ όπου ξεκινούν όλοι οι μετέπειτα φόβοι ταυτόχρονα με τις μεγάλες πράξεις! Φοβερό πράγμα. Από τα γενοφάσκια ακόμη. Μεγάλη υπόθεση. Ειδικότερα σήμερα που ο άνθρωπος ξερνάει χολή, μόνος κι έρημος, το άτομο, τώρα που τα κόμματα μόνο κακό κάνουν στην κοινωνία και ο άνθρωπος έχει κλειστεί στον εαυτό και τρέμει τον ίσκιο του.

Σήμερα που χρειάζεται να σταθούμε όρθιοι απέναντι στην επέλαση της κακίας και της απανθρωπιάς δίπλα στον φίλο και τον γείτονα, τον συνάνθρωπο στην παρέα,

το κύτταρο της δημιουργίας του σήμερα έγινε η παρέα, αυτή φτιάχνει το αύριο, εκεί μέσα γκαστρώνεται η ιστορία.

Έχω φοβηθεί πολύ στη ζωή μου, δυο τρεις φορές, την πρώτη με την οργάνωση, την δεύτερη με τις αρρώστιες – φυλακή, ασθένειες, μεγάλος ο γολγοθάς, πολύ θα ήθελα να γνωρίζω εκείνη τη μέθοδο νίκης του φόβου του θανάτου,

και εκείνοι ήταν μάστοροι σε αυτό τον αγώνα.

Συν το ότι από μικροί απογαλακτίζονταν σε κοινόβια μαθαίνοντας να ζουν όλοι μαζί, γυμνάζονταν δε μαζί με τα κορίτσια, μεγάλη υπόθεση και αυτή στις τότε ανδροκρατούμενες κοινωνίες.

Άσε που δεν αγαπούσαν καθόλου το χρήμα και το έδειχναν με όλους τους δυνατούς τρόπους, μέχρις βέβαια τους κερδίσει ο περσικός πακτωλός κι αυτούς!

Κρατάμε λοιπόν τα καλά, κι αυτά μέχρις κάποια εποχή φυσικά, γιατί από κάποια στιγμή και μετά τους πήρε η κάτω βόλτα.

Οι αθηναίοι; μα βέβαια και οι αθηναίοι! με τα ξύλινα τείχη τους! που ήταν η πολιτεία τους, σπίτια και πατρίδα τους αληθινή! αυτό που λέμε »όπου γης και πατρίς!» κυριολεκτικά! και ξέρετε τι εννοώ, καταλαβαίνετε νομίζω.

Αλέξανδρος; μα φυσικά! ο αγαπημένος όλων! γεννήθηκε από τη μάνα του και από τον Δία, έτσι ήξερε, κι εσείς μου λέτε πως πρέπει να ήταν νορμάλ όταν κατέκτησε όλο τον κόσμο! εσείς θα ήσασταν; δεν θυμάμαι ποιος ήταν που μου έμαθε, ένας απ’ τους δασκάλους μου, μικρότερος όταν ήμουν, Μιχάλη μου είπε, αν θέλεις να σκέφτεσαι καλά, όταν συλλογάσαι, θα μπαίνεις στου αλλουνού τη θέση για να καταλάβεις πως εκείνος σκέφτηκε ! άντε λοιπόν να κάνεις κουμάντο στου Αλέκου το μυαλό την ώρα που μάχεται πάνω στον Βουκεφάλα και ίπτανται ακόντια βέλη και καρφιά και μαίνονται τα ξίφη κι έρχονται αναφορές απ’ όλες τις πλευρές και πρέπει να δώσει διαταγές και συγχρόνως μάχεται για τη ζωή του στη μάχη του Υδάσπη, στα νερά του Γρανικού ή στην πόλη του Ερμπίλ, άντε λοιπόν εσύ καϋμένε αναρχικούλη θέλεις το παλικάρι που γεννήθηκε για να ενώσει όλο τον γνωστό τότε κόσμο κι έφτασε στα τριάντα για να μηδίσει και να πάρουν λιγάκι ή περισσότερο αέρα τα μυαλά του να σκέφτεται σαν νεαρός Εξαρχιώτης αφού πρώτα όμως κατάφερε να νικήσει πείνα και δίψα στην Γεδρωσία έρημο  αρνούμενος να πιει νεράκι το οποίο έχυσε μιας και δεν έφτανε για να πιουν και οι άνδρες του όλοι.

Θυμάσαι βέβαια πως εκεί ψηλά, στα τείχη της Κανταχάρ, όταν οι άνδρες του αρνήθηκαν να πολεμήσουν, πήδηξε μονάχος του πίσω από τα τείχη της πόλης αναγκάζοντας πρώτα την φρουρά του και στη συνέχεια το στράτευμα να τον ακολουθήσει βρίσκοντας τον κατατρυπημένο αλλά για μιαν ακόμη φορά νικητή γιατί ήθελε πάντα να είναι νικητής, τέτοιον άντρα θέλεις πάντα κοντά σου! να χύνει το νερό αν δεν έχει για τους συντρόφους του, που την ώρα του θανάτου να θυμάται ένα ένα τα ονόματα καθενός ξεχωριστά από αυτούς, γιατί κάθε μέρα ζούσε μαζί τους!  μοιράζονταν τα πάντα! πόνους χαρές λύπες!

Τέλος..η αγάπη! θα μιλήσουμε για την αγάπη, όλα για την αγάπη! έκλεισε η παράδεισος, γέμισε, δεν υπάρχουν πλέον κενές θέσεις, εσύ τι θα κάνεις; θα είσαι με την αγάπη έτσι κι αλλιώς; ή δεν σαι νοιάζει;

δεν υπάρχει ανταμοιβή! δεν υπάρχει αντάλλαγμα! Το είπε ο Χριστός, το είπε και ο Βούδας, το είπε και ο Μωάμεθ. Και οι τρεις μιλούν για την αγάπη και οι αναρχικοί βγάζουν σπυριά κι εγώ ξέρεις άρχισα να ξύνομαι στον πωπό μου ή αλλιώς κώλο μου

με λίγα λόγια τώρα τελευταία γνώρισα κάτι γιαλαντζί ντολμάδες, έφαγα στο μαγειρείο κλπ, άσε φίλε μου λοιπόν για να έχουμε καλό ρώτημα γράφω και λέω ότι θέλω κι επειδή με απείλησαν κιόλας λέω λοιπόν πως είμαι περήφανος που δεν υπήρξα ποτές ερυθρές Ταξιαρχίες και πως ήμουν αυτόνομος και Πρώτη Γραμμή και κάποτε αριστεριστής και γαύρος και ποτέ μετανιωμένος ούτε διαχώρισα τη θέση μου και άντε γεια!

κληρονόμησα τον ναρκισσισμό του Αχιλλέα, την τσατίλα του Ιουστινιάνη και το πείσμα των Ασσασίνων, τη θέρμη του Ρουμί, την καρτερία του Ακρίτα και βρέθηκα εδώ να υπομένω τις βλακείες του πρώην συνεργάτη ο οποίος, ναι, γιαλαντζί ο τύπος….

 

Αποτέλεσμα εικόνας

Και φτιάξαμε γεφύρι για να περάσουμε από την χώρα της Λατινικής Αμερικής και τους μύθους μας στην  στη χώρα του ποτέ…ή ce n’ est qu’ un debut, continouons le combat 

 

τα βιβλία του μιχάλη, i libri di michele

Ρ. εκενώστε τους δρόμους από τα όνειρα – 16

Αντί οριστικού επιλόγου λοιπόν θα σας διαβάσω κάποια μικρά αποσπάσματα από το βιβλίο της Κάρμεν Καστίγιο‘Μία νύχτα στο Σαντιάγο’.

Η Κάρμεν Καστίγιο έζησε από κοντά την ιστορία του MIR – Κινήματος της Επαναστατικής Αριστεράς – [όταν η λέξη αριστερά είχε ακόμη σημασία], τόσο πριν όσο και μετά τη δολοφονία του Σαλβαδόρ Αλλιέντε και την άνοδο του Πινοσέτ στην Χιλή.
Από τον πρόλογο λοιπόν του βιβλίου : ‘δεν είναι η στρατευμένη γυναίκα που μιλάει, είναι η γυναίκα. Μια γυναίκα όμως που ανακαλεί στρατευμένους’ τονίζει χαρακτηριστικά για το βιβλίο της το οποίο χαρακτηρίζει ’σπάνιο δημιούργημα’ ο Nouvelle Observateur, που είναι μεγάλη εκδοτική επιτυχία στη Γαλλία, όπου κυκλοφόρησε το 1979.
Διαβάζουμε λοιπόν :

‘Χιλή. Ο Μιγκέλ Ενρίκεζ, γενικός γραμματέας του Επαναστατικού Αριστερού Κινήματος, σκοτώθηκε στο Σαντιάγκο, κατά τη διάρκεια μιας σύγκρουσης με τον στρατό. Σκοτώθηκε το Σάββατο, 5 Οκτώβρη, κατά τη διάρκεια πολύωρης ανταλλαγής πυροβολισμών μεταξύ μελών του MIR που ήταν περικυκλωμένοι σ’ ένα σπίτι του Σαν- Μιγκέλ, λαϊκής συνοικίας του Σαντιάγκο, και ένοπλων δυνάμεων’.

Το σύντομο και λακωνικό επίσημο ανακοινωθέν, που αναγγέλλει το θάνατο του κυριότερου αρχηγού του ΕΑΚ δεν δίνει ούτε τον αριθμό ούτε τα ονόματα των άλλων θυμάτων, εκτός από την κόρη του πρώην πρύτανη του καθολικού Πανεπιστημίου του Σαντιάγκο, κα Κάρμεν Καστίγιο Ετσεβερρία, που αγωνίστηκε στο πλευρό του. Τραυματισμένη, έχει εισαχθεί σε νοσοκομείο.
Μια εφημερίδα του Σαντιάγκο, η Τercera, αναφέρει ότι ένας ανιψιός του τελευταίου προέδρου της Χιλής, ο Αντρές Πασκάλ Αλλιέντε, από τους ηγέτες του MIR, έχει επίσης τραυματιστεί κατά τη διάρκεια της συμπλοκής, αλλά η είδηση δεν επιβεβαιώθηκε επίσημα.
Μ’ αυτές τις λέξεις ανακοίνωσε η Monde της 8ης Οκτώβρη του ‘74 το επεισόδιο απ’ το οποίο αντλεί την καταγωγή του αυτό το βιβλίο. Η Κάρμεν Καστίγιο – που πιάστηκε και, αργότερα, εξορίστηκε στη Γαλλία – επιχειρεί εδώ μια πλατιά αναδρομή στις αναμνήσεις, προς εκείνη την 5η του Οκτώβρη.

Μας εκθέτει ένα ημερολόγιο με πολλές σκηνές : το γαλάζιο σπίτι της Σάντα Φε, όπου ένας άντρας, μια γυναίκα και τα παιδιά τους έζησαν την αντίσταση στη δικτατορία. Το σπίτι των βασανιστηρίων ‘Χοσέ Ντομίνγκο Κάνιας’, στην καρδιά του Σαντιάγκο, η Κούβα, όπου βρίσκονται όσοι επέζησαν, το Παρίσι.
Ένα πολυφωνικό ημερολόγιο, που αντηχεί και τον λόγο των άλλων. Της αδελφής του Αλλιέντε, του βασανιστή αξιωματικού, της μαχήτριας του ΕΑΚ, Της ΒΑΣΑΝΙΖΌΜΕΝΗς, ΤΟΥ ΑΔΕΛΦΟΎ, ΤΟΥ ΦΊΛΟΥ.
ΣΕΛΊΔΕΣ ΥΠΟΒΛΗΤΙΚΈΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΙΚΉ ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΌΤΗΤΑ Της ΚΑΤΑΠΊΕΣΗΣ. ΣΤΟ ΠΡΟΟΔΕΥΤΙΚΌ ΞΕΤΎΛΙΓΜΑ των εικόνων, που όλες τους συγκλίνουν προς εκείνη την ημέρα-τομή, η απελπισία συνυπάρχει με την ζωή, η προσμονή της ελευθερίας με την επιθυμία της εκδίκησης, το μίσος ,η αγάπη. Ανασυντίθεται, κομμάτι-κομμάτι, το παζλ, που αποκαλύπτει με τον καλύτερο τρόπο την Αντίσταση στη Χιλή, ρέει αβίαστα ο λόγος, που ομολογεί ότι κάθε αντίσταση δεν μπορεί να ξεπηδάει παρά μόνο από την αγάπη.

Jean-Claude Barreau.

Σελίδες 170-176:

Η Λάουρα Αλλιέντε, αδελφή του δολοφονημένου Προέδρου, γιαγιά της Καμίλ, βρίσκεται στο νοσοκομείο της Αβάνας βαριά άρρωστη. Εδώ και τρεις μέρες αναλαβαίνει από μια εγχείρηση, πονάει πολύ, πάρα πολύ. Ούτε ένα παράπονο, δεν μπορεί καν ν’ ανεχτεί την ιδέα ότι θα ενοχλήσει τους άλλους. Στην Κούβα, όπου η οικογένεια κρατάει τις βάρδιες στο νοσοκομείο, διαλέγω το βραδινό ωράριο.
Οι επισκέψεις αραιώνουν, μαζί με το σκοτάδι έρχεται κι η γαλήνη. Η Λαουρίτα είναι ξαπλωμένη σ’ ένα λευκό κρεβάτι, απ’ το μικρό παράθυρο φαίνονται μερικά αστέρια σ’ ένα κομμάτι ουρανού, σύννεφα που γλιστρούν γρήγορα, μαρτιάτικος άνεμος φυσάει στην Αβάνα.
Αισθανόμαστε όμορφα, μοναχές μας, και μετά από μια σιωπή, αρχίζουμε αβίαστα, χωρίς κανένα βολονταρισμό- η ερώτηση θαρρείς αναβλύζει.

Πες-μου Λαουρίτα, por favor, που ήσουν το Σάββατο, στις 5 Οκτώβρη ;
Με κοιτάζει, και μου κάνει μια ανεπαίσθητη κίνηση. Μετά δάκρυα- ένα, δύο, κι άλλα, κι άλλα. …και σιωπή.
Φαντάζομαι ότι αποκοιμήθηκε. Θα είναι κουρασμένη, σίγουρα, δεν μπορώ να επιμείνω.
Ξανανοίγει τα μάτια, εκείνα τα ωραία χρυσά μάτια της, πετάει αλλού, πολύ μακριά, κοντά στον Μιγκέλ. Το βλέμμα της καρφωμένο στο ταβάνι, και μετά μένει πάνω μου. Είμαι καθισμένη δίπλα στο κρεβάτι, έτοιμη να την ακούσω.
Γιατί, με ρωτάει, γιατί να βασανιζόμαστε έτσι ;
Δεν ξέρω. …η ανάγκη να μάθουμε περισσότερα, δεν ξεχνούμε – γιατί λοιπόν να σωπαίνουμε ; Κάθε άλλο, είναι καλό να μοιραζόμαστε, να ξαναζούμε τις αγάπες μας μαζί μ’ αυτούς που αγαπούμε. Ο καθένας, βέβαια, το βλέπει διαφορετικά, αν δεν μπορείς, αν δεν θέλεις. …αύριο, ή μεθαύριο. …έχουμε καιρό, δεν πρέπει να βιαζόμαστε.

Η Λαουρίτα αρχίζει να μιλάει, σιγά-σιγά, χωρίς να το καταλάβουμε, η λευκή γύμνια της κάμαρας σβήνει, σκιαγραφεί εικόνες που αρχίζουν να ζουν, το νοσοκομείο εξαφανίζεται, και ξαναβρισκόμαστε στο Σαντιάγκο.
Η νύχτα του Σαββάτου 5 Οκτώβρη : η ψυχρότητα μιας ραδιοφωνικής είδησης, λιγόλογης και αδυσώπητης.
Η Λαουρίτα αποφεύγει εκείνες τις λέξεις, της αναστάτωσης και της φρίκης. Δεν λέει πως ξεπέρασε το χτύπημα και τα πρώτα λεπτά της παγωμένης περισυλλογής. Προχωρεί, στα γρήγορα, σ’ εκείνην τη δύναμη που την έστησε και πάλι όρθια, που την ώθησε έξω, να πάει να βρει εκείνους που υποφέρουν όσο κανείς άλλος.

Η Λαουρίτα ξέρει ότι θα καταφέρει να τους δει, θέλει να πάει εκεί, να είναι με τους γονείς του Μιγκέλ το ίδιο εκείνο βράδυ. Κατευθύνεται, χωρίς δισταγμό, προς το σπίτι της λεωφόρου Προβιντέντσια.
Έχει περάσει μήνας, ίσως, από τότε που οι στρατιωτικοί είχαν μεταφέρει το Δον Εντγκάρντο Ενρίκεζ, υπουργό της λαϊκής κυβέρνησης, από το στρατόπεδο συγκέντρωσης του νησιού Ντάουζον, στο σπίτι του. Του απαγόρευαν κάθε μετακίνηση. Ήταν κρατούμενος, σπίτι του, κάτω από αυστηρή επιτήρηση.

Η Λαουρίτα δεν υπακούει στις διαταγές αυτού του συρφετού των δολοφόνων. Πηγαίνει στο πλευρό του δον Εντγκάρντο και της σενιόρα Ρακέλ, περνάει τα μπλόκα που κυκλώνουν το τετράγωνο.
Είχε πλημμυρίσει ο τόπος, οι δρόμοι και τα πεζοδρόμια, το πάρκο, απέναντι απ’ το κτίριο το πλάτωμα, βρίθουν από στρατιώτες. Άντρες με πολιτικά, οπλισμένοι, είναι μαζεμένοι στο χωλ, στην είσοδο, ακουμπάνε στους τοίχους, στη σκάλα και στους διαδρόμους.
Οι άνθρωποι με τα γκρι και τα μαύρα χαμηλώνουν τα βλέμματα, κολλούν στους τοίχους, εκμηδενίζονται στο πέρασμα αυτής της περήφανης γυναίκας. Φοβούνται και τις σκιές που την συνοδεύουν. Δεν ζητάει την άδεια, περνάει με το αγέρωχο βήμα της, χωρίς καν να τους κοιτάξει.

Η Λαουρίτα, η αριστοκρατικότητα αυτής της γυναίκας, η ομορφιά των λεπτών χαρακτηριστικών της, τα μελιά της μάτια, γεμάτα θέληση. Καταλαβαίνω γιατί δεν τόλμησαν να εμποδίσουν το σίγουρο βήμα της που ανεβαίνει τη σκάλα, προς το μέρος όπου απόθεσαν το σώμα του ‘τρομοκράτη’.
Της ανοίγει την πόρτα ο δον Εντγκάρντο. Είναι ακόμα πιο επιβλητικός απ’ ότι συνήθως, η ευγένεια της φυσιογνωμίας του εντονότερη μέσα στον πόνο του, μια απροσδόκητη λάμψη στο βλέμμα του. Ήταν μόνοι τους, νομίζω, η σενιόρα Ρακέλ κι ο δον Εντγκάρντο. Στη μεγάλη σάλα, το φέρετρο.

Δον Εντγκάρντο : δεν είναι ο υιός μου αυτός, Λαουρίτα, κοιτάξτε πως τον κατάντησαν.
Η Λαουρίτα αρνείται. Όχι, δεν θα τον δει. Ο Μιγκέλ δεν πέθανε. Είναι δυο βδομάδες μόλις που τον είχε συναντήσει. Ο Μιγκέλ γελούσε – δεν θα χαλάσει αυτή την εικόνα, τη λεπτότητα του χιούμορ του, την αλλόκοτη ταχύτητα των λέξεων του, που μπερδεύονται, το πάθος που κυριαρχεί – ο Μιγκέλ έχει τη χάρη, τη λάμψη του γέλιου και απότομα, τη δύναμη της σοβαρότητας. Όχι, η Λαουρίτα μένει στη διπλανή κάμαρα, ένας τοίχος την χωρίζει απ’ το φέρετρο, που δίπλα του ξαπλώνουν αργότερα ο δον Εντγκάρντο και η σενιόρα Ρακέλ, τις ατέλειωτες ώρες μιας νύχτας, της νύχτας του Σαββάτου 5 Οκτώβρη.
Η κηδεία, που μόνο η οικογένεια την ακολουθεί.

Η συνοδεία : δεκάδες στρατιωτικά τζιπ, φορτηγάκια κι άλλα αυτοκίνητα της D.I.N.A. ‘Αυτοί’ φοβόταν, τι όμως ; Στρατιωτικοί, με στολή και με πολιτικά, γεμίζουν τα πεζοδρόμια, τις διασταυρώσεις, τις όχθες του ποταμού Μαπότσο μέχρι την καρδιά της βορειανατολικής περιοχής της πόλης. Πλήθος στρατιωτών στις πόρτες του νεκροταφείου. Οι φάτσες τους, αυτή η επίδειξη δύναμης, δείχνουν καθαρά ότι, ακόμα και στο ζενίθ του θριάμβου τους, αισθάνονται κίνδυνο. Σαν να φοβούνται μήπως πέσει τίποτα στα κεφάλια τους, και πυκνώνουν τις γραμμές τους για να αντιμετωπίσουν αυτήν την εναγώνια, υπερκόσμια προαίσθηση, σαν κάτι να ‘πρεπε να συμβεί. Κι όμως. …ο Μιγκέλ ήταν μόνος, εκείνη την μέρα.

Ένας τάφος είναι σκαμμένος στην σκληρή γη.
Το θάρρος της μητέρας του, η δύναμη της περηφάνιας της : ‘δεν πέθανες, υιέ μου, ζεις στην καρδιά του λαού, ανάμεσά μας’. χρειάζονταν κουράγιο – αλλά και πόση αγάπη! Αυτά τα απλά λόγια ηχούν διαφορετικά, ανάμεσα στις στολές, το γκρίζο και το μαύρο. Μου είπαν ότι πάνω στον τάφο του υπάρχουν κόκκινα λουλούδια όλο τον χρόνο.

Τέλος, η Λαουρίτα φεύγει. Κάτω, στη σκάλα, την συγκρατεί μια ομάδα αντρών της DINA. Καρφώνει πάνω τους τα μάτια της και τους λέει : ‘έχετε άραγε ακόμη την ικανότητα να σκέφτεστε ; Μήπως δεν καταλαβαίνετε ; Σκοτώσατε ένα αγόρι, ένα αγόρι που έδωσε τη ζωή του για σας. Ναι. …δεν ήθελε άλλο, παρά δικαιοσύνη και ελευθερία. Θα έπρεπε να αισθάνεστε να σας πνίγει η ντροπή, ντροπή για την χυδαιότητα της δουλειάς που κάνετε εδώ’.
Μένουν άφωνοι, καρφωμένοι στο πάτωμα, ούτε μια λέξη δεν βγαίνει απ’ το στόμα τους. Η εξουσία τους καταρρέει, γιατί αυτή η γυναίκα δεν τους φοβάται.

Η Λαουρίτα τους αντιπαραθέτει τη σιγουριά της, τους φωνάζει την πίστη της. Ακόμα κι εγώ, σήμερα, είμαι αναστατωμένη. Ποιος θα τολμούσε να μιλήσει έτσι ; Η δύναμη της πίστης της κλονίζει τον εχθρό. Και μας ελέγχει.
Η Λάουρα Αλλιέντε ήταν βουλευτίνα των σοσιαλιστών, με απόλυτη πλειοψηφία στις τρεις ψηφοφορίες, στην περιφέρειά της. Η δημοτικότητά της ανάμεσα στους φτωχούς και τους άκληρους αναγνωρίζεται από φίλους και εχθρούς. Είναι εξήντα χρόνων, μητέρα τεσσάρων παιδιών. Ένα τους, ο Αντρές Πασκάλ Αλλιέντε, ανέλαβε τη διεύθυνση του MIR. έτσι έγραψαν οι εφημερίδες.

Και εμείς, στην Αβάνα, αναθυμόμαστε.
Ο Μιγκέλ λείπει, το ξέρω. Όμως αγαπούμε – και με τι παράξενο πάθος- κι αυτούς που δεν υπάρχουν πια.
Ο Μιγκέλ, είναι μια νίκη ενάντια στην βιαιότητα και την μνησικακία. Για πάντα.
Η Λαουρίτα συνεχίζει την αφήγησή της, ακολουθεί τα νήματα των αναμνήσεών της. Ξεχνάει την αρρώστια της, αυτή τη στιγμή γελάει, μ’ ένα από εκείνα τα ξεσπάσματα του Μιγκέλ, τον καιρό της πρώτης τους συνάντησης στην παρανομία. Ήταν τον Αύγουστο του ‘74, νομίζω, όταν ο Μιγκέλ τα κατάφερε να της στείλει το πρώτο μήνυμα. Μα αυτό το αίτημα, να συμμετάσχει σε μια συγκεκριμένη προσπάθεια, δεν ήταν η πρώτη πράξη της Λαουρίτα ενάντια στους στρατιωτικούς. Απ’ την επαύριο, κιόλας, του πραξικοπήματος, έκανε κάθε είδους διαβήματα, για να βοηθήσει τους ανθρώπους ν’ αντισταθούν στην πείνα και την καταπίεση. Βοηθούσε τους καταζητούμενους να γίνουν δεκτοί στις πρεσβείες, μάζευε χρήματα και τρόφιμα, που τα πήγαινε στις φυλακές και τις φτωχογειτονιές. Μια μέρα είδε το μικρό της διαμέρισμα, στα προάστια του Σαν Βοργία, γεμάτο μέχρι το ταβάνι αυγά, δωρεά, ‘δεν ήξερα τι να τα κάνω, κυριολεκτικά υπήρχαν παντού αυγά’. απ’ τις φυλακές στις φτωχογειτονιές, προλαβαίνοντας τους όλους, έτσι περνούσαν οι μέρες της Λαουρίτα στο Σαντιάγκο. Ένα πρωί κάποιος της έφερε ένα γράμμα του Μιγκέλ, σε κίτρινο χαρτί, από τσιγάρα.

Δεν μπορεί να ξεχάσει το πυκνό γράψιμο, μερικές φράσεις : ‘είναι ανάγκη να σας ζητήσουμε μια υπηρεσία, που μπορεί να σας δημιουργήσει προβλήματα. Δεν πιστεύω, ωστόσο, ότι θα τολμήσουν να σας αγγίξουν. Η υπόθεση είναι ότι πρέπει να συζητήσετε με τον Κόνιο Αγκιλάρ, τον ‘Ισπανό’ – τον ξέρετε – και τον Πελάο, τον ‘φαλακρό’, στην φυλακή της πολεμικής Ακαδημίας της Αεροπορίας, την A.G.A. είναι μια από τις προϋποθέσεις, που βάλαμε στον στρατηγό Σεμπάλλος, αρχηγό της S.I.F.A.[ της μυστικής υπηρεσίας του στρατού αέρος] και που εμπεριέχεται στο πνεύμα μιας υποτιθέμενης ‘διαπραγμάτευσης’ ανάμεσα σ’ αυτούς και σ’ εμάς : μας προτείνει την απελευθέρωση των φυλακισμένων, και αμνήστευση, έξω από τα σύνορα της χώρας – και σε αντάλλαγμα το οριστικό σταμάτημα του αγώνα του ΕΑΚ. ΕΊΝΑΙ ΜΆΛΛΟΝ ΠΕΡΙΤΤΌ ΝΑ Σας ΞΕΚΑΘΑΡΊΣΟΥΜΕ ΌΤΙ ΘΑ ΑΡΝΗΘΟΎΜΕ ΚΙ ΌΤΙ ΘΑ ΚΑΤΑΓΓΕΊΛΟΥΜΕ ΑΥΤΉΝ ΤΗΝ ΠΡΟΣΠΆΘΕΙΑ ΟΥΔΕΤΕΡΟΠΟΊΗΣΉΣ ΜΑΣ και διαίρεσης της αριστεράς. Πίσω απ’ τον Σεμπάλλος θα βρούμε σίγουρα τον στρατηγό Λέιθ – εφ όσον η έκταση της προσφοράς μας κάνει να πιστεύουμε ότι υπάρχει η συγκατάθεση της χούντας. Εν ολίγοις, θέλουμε να χρησιμοποιήσουμε αυτήν την ευκαιρία για να συναντήσουμε τα δύο μέλη του Πολιτικού Γραφείου, που είναι φυλακισμένοι. Αυτό είναι που σας ζητούμε να κάνετε. Ούτε που θα περάσει απ’ το μυαλό του Σεμπάλλος ότι σκεφτήκαμε εσάς.

…αλλά εσείς μας εμπνέετε την μεγαλύτερη εμπιστοσύνη, γι αυτή τη λεπτή υπόθεση. Δεν σας κρύβω ότι μπορεί να υπάρξει, στη συνέχεια, πιθανότητα εξορίας σας από την χώρα. Σας φιλώ. Μιγκέλ’.
Η απάντηση της Λαουρίτα στον Μιγκέλ : ‘ Σύμφωνοι, το μόνο που θέλω είναι να κάνω περισσότερα πράγματα. Είμαι ευτυχής που θα δουλέψω μαζί σου’.

Από την σελίδα 184 :

‘τα λόγια του Μιγκέλ αντηχούν στο δωμάτιο του νοσοκομείου στην Αβάνα, και η Λαουρίτα φέρνει κοντά-κοντά δύο ημερομηνίες, η απόστασή τους ενός χρόνου, σβήνεται για την Λαουρίτα εκείνη η μέρα, η 5η Οκτώβρη, μπερδεύεται, συμπλέκεται με τις 11 Σεπτέμβρη του 1973, τη μέρα του πραξικοπήματος. Τις δύο αυτές μέρες, τις κάνει ένα, κι απ’ την μια φτιάχνει δυο, από τη μια πάει στην άλλη, χωρίς ασυνέχεια, απροειδοποίητα. Βρίσκει περιττή κάθε διευκρίνηση, συνεχίζει, μια και μόνη αφήγηση.

Δεν πρέπει να παρέμβω. Εκείνη έχει τώρα τον λόγο.
Στις 9 Σεπτέμβρη του ‘73, δυο μέρες πριν το πραξικόπημα. Η Λαουρίτα αναλαμβάνει από μια εγχείρηση. Είναι η πρώτη της έξοδος. Πάει να συναντήσει τον Σαλβαδόρ Αλλιέντε, τον Τσίκο, όπως τον έλεγαν οι δικοί του, στο Τόμας Μόρο, την προεδρική κατοικία. Μετά το φαγητό κάνουν μια βόλτα στον κήπο.
Η Λαουρίτα σφίγγεται πάνω του, παίρνει το χέρι του, δάκρυα κυλούν στο πρόσωπό της. Ο Τσίκο την ρωτάει γιατί κλαίει. Του απαντάει ότι δεν ξέρει, ότι αισθάνεται μια καταθλιπτική αγωνία εδώ και λίγες μέρες. Ο Τσίκο, την σφίγγει πιο δυνατά πάνω του, σταματάει, την κοιτάζει στα μάτια, της λέει : ‘Κάναμε το καθήκον μας χωρίς να υποχωρήσουμε ούτε στιγμή. Έκανα ότι μου ήταν δυνατό. …Αν συμβεί και πεθάνω. …[σιωπή. Μετά :]. …έγινε, τι περισσότερο, δηλαδή, θα μπορούσα να κάνω ;’

Μια συνεδρίαση περιμένει τον Σαλβαδόρ Αλλιέντε. Η Λαουρίτα τον αφήνει, δεν θέλει να γυρίσει στο σπίτι της, θα πάει να επισκεφτεί την ανιψιά της. Αλλά μια ώρα αργότερα θα ξαναγυρίσει στο Τομάς Μόρο. Θέλει να ξαναδεί τον Σαλβαδόρ.
Ο Τσίκο είναι στο γραφείο του.
Έλα να σε πάω στο αεροδρόμιο.
Όχι, δεν θέλω. …η παραμικρότερη προσπάθεια με κουράζει, δεν αισθάνομαι καλά.
Τα δάκρυα κυλούν, χωρίς να μπορεί να τα καταπιεί.

Δεν έχει πολύ καιρό που πέθανε η Ινές, η μεγαλύτερη αδελφή του Αλλιέντε. Η Λαουρίτα, αρρώστησε κι εκείνη. Ενάμισι μήνα μακριά από τα πάντα, καμία επαφή με τα γεγονότα, απομακρυσμένη από την μάχη. Δεν ξέρει γιατί αυτή η καταθλιπτική αίσθηση, που απλώνει τα φτερά της πάνω από το Σαντιάγκο.
Ο Τσίκο : Τα πράγματα είναι πολύ άσχημα. …Η Χριστιανοδημοκρατία δεν θέλει να έρθουμε σε συμφωνία.

Θα της εξηγήσει τις διαφορετικές στάσεις των κομμάτων της αριστεράς απέναντι στην κρίση. Σωπαίνει για μια στιγμή, σκέφτεται, σίγουρα, και συνεχίζει : ‘Θέλω να σου πω κάτι, Λαουρίτα, όχι επειδή είσαι μάνα του Αντρές. Δεν έχω κανένα παράπονο απ’ το MIR. Όσες διαφωνίες είχαν μαζί μου, τις συζητούσαν, μου τις εξέθεταν ακόμη και εδώ. Πόσες φορές ήρθε ο Μιγκέλ σ’ αυτό το γραφείο ; Ποτέ δεν με χτύπησαν πισώπλατα, με προειδοποιούσαν όταν επρόκειτο να μου αντιπαρατεθούν δημόσια. Τους εκτιμώ πάρα πολύ’.
Και η Λαουρίτα θα ξαναφύγει. Αγκαλιάζει τον Τσίκο για τελευταία φορά.

Την Τρίτη 11 Σεπτέμβρη, η Λαουρίτα ξυπνάει πολύ νωρίς. Σκέφτεται να πάει πρώτα στη Βουλή και να περάσει μετά από την Μονέδα, να δει τον Αλλιέντε. Κατά τις οχτώ παρά τέταρτο της τηλεφωνεί ένας σύντροφος. Την ειδοποιεί ότι γίνονται κινήσεις στρατιωτικών μονάδων, ν’ ανοίξει το ραδιόφωνο. Είναι το πραξικόπημα. Το μόνο που σκέφτεται η Λαουρίτα είναι να πάει να βρει τον Τσίκο, τους μαχόμενους. Προσπαθεί να βάλει μπρος την 2CV. Αδύνατο. Ο γείτονας ανακαλύπτει ότι τα καλώδια του μοτέρ έχουν βγει απ’ τη θέση τους. Η Λαουρίτα σκέφτεται ότι θα πρέπει να είναι ο καραμπινιέρος που φύλαγε σκοπιά στο σπίτι της. Είχαν γίνει κιόλας πολλές απόπειρες της ακροδεξιάς στο σπίτι της. Την αυγή της 11ης, αυτός ο μπάτσος ολοκλήρωσε το χυδαίο του σαμποτάζ πριν πάει να πυκνώσει τις γραμμές των πραξικοπηματιών. Τέλος, η Λαουρίτα παίρνει τον δρόμο της, αυτόν που ακολουθεί την Κορδελλιέρα και τον ποταμό Ελ Μαπότσο. Οι μετακινήσεις των στρατιωτικών δυνάμεων την μπλοκάρουν πενήντα μέτρα μακριά απ’ την προεδρική κατοικία.

Η Λαουρίτα ξαναθυμάται εκείνη τη στιγμή τα λόγια του Τσίκο, την Κυριακή : ‘Αν συμβεί οτιδήποτε, μην έρθεις, σε παρακαλώ, στην Μονέδα’. Όταν η Λαουρίτα διαμαρτυρήθηκε, πρόσθεσε : ‘Αν δεν μπορείς να μείνεις σπίτι σου, πήγαινε στο σοσιαλιστικό κόμμα, εδώ δεν θα μπορέσεις να με βοηθήσεις, μόνο που θα με απασχολούσες’.
Τα άρματα βομβαρδίζουν την Μονέδα. Κατεβαίνει, αφήνει το αυτοκίνητο με ορθάνοιχτες τις πόρτες. Κάποιος στρατιώτης την απειλεί να την συλλάβει αν δεν πάρει το 2CV απ’ την μέση του δρόμου.

Η Λαουρίτα ξαναπιάνει το τιμόνι, αδύνατο να σταματήσει κάπου κοντά στο προεδρικό μέγαρο, κάτω απ’ το σφύριγμα των οβίδων, την μυρωδιά της σκόνης και τις εκρήξεις των βομβών. Κατευθύνεται προς τα βορινά γραφεία του σοσιαλιστικού κόμματος. Βρίσκει εκεί δύο χωρικούς έξω από την πόρτα, στο πεζοδρόμιο. Κανείς άλλος. Οι δυο άντρες περπάτησαν όλη τη νύχτα απ’ το χωριό τους, την Λάμπα, μέχρι το Σαντιάγκο. Ήρθαν μέχρι το κόμμα για να ειδοποιήσουν γι αυτά που είχαν δει εκεί πέρα, στην ύπαιθρο. Οι στρατιωτικοί είχαν καταλάβει την πυριτιδαποθήκη. Έχοντας φτάσει στην πρωτεύουσα στις έξι το πρωί, οι χωρικοί δεν βρήκαν κανέναν να του ανακοινώσουν το νέο. Και περίμεναν σιωπηλοί απ’ εκείνη την ώρα.

Η Λαουρίτα απογοητεύεται, ότι θα συναντήσει τους συντρόφους. Συνεχίζει να περιπλανιέται στους δρόμους. Προσπαθεί, τώρα, να βρει ένα τρόπο να διασχίσει το κέντρο, να πολεμήσει, κοντά στους pobladores. Ανεβαίνει ξανά προς τα πάνω, ξανακατεβαίνει, αλλά δεν μπορεί να περάσει την αρτηρία προς τα νότια, την λεωφόρο, οι δρόμοι ερημώνουν και μετά πλημμυρίζουν από στρατιωτικές μονάδες. Σε κάποια διασταύρωση βλέπει ένα νεαρό ζευγάρι, τους κάνει νόημα ν’ ανέβουν. Η γυναίκα της λέει ότι ο Πρόεδρος παραδόθηκε. Η Λαουρίτα της απαντάει, με σταθερή φωνή : ‘Ο πρόεδρος Αλλιέντε δεν θα παραδοθεί ποτέ’. ποτέ δεν έμαθαν ποια ήταν εκείνη η γυναίκα που αλώνιζε το Σαντιάγο, μόνη της, μέσα στο 2CV της.

Γύρο με τον γύρο, τα καταφέρνει να πλησιάσει το μέγαρο Τομάς Μόρο. Οι γλώσσες της φωτιάς φτάνουν μέχρι τον ουρανό. Ο βομβαρδισμός έκανε την δουλειά του.
Λαουρίτα : Αφήστε με να περάσω, είμαι η αδελφή του Προέδρου.
Ένας στρατιωτικός : Απαγορεύεται η είσοδος.
Ένας άλλος στρατιωτικός μουρμουρίζει : φύγετε, κυρία μου, δεν υπάρχει πια κανένας μέσα. θα σας πιάσουν άδικα, ούτε η γυναίκα του Προέδρου δεν είναι πια εκεί.
Ένας περαστικός : Λεηλάτησαν τα πάντα. …η πυρκαγιά προχωράει. Θα ήμουν ευτυχής, αν θέλατε να έρθετε σπίτι μου.

Εκεί, στο σπίτι ενός αγνώστου, μαθαίνει ότι ο Σαλβαδόρ Αλλιέντε σκοτώθηκε στη μάχη της Μονέδα. Η Λαουρίτα δεν κλαίει.
Κατά τις τρεις το απόγευμα, ακούει μια στρατιωτική ανακοίνωση : ‘Η Λαουρίτα Αλλιέντε οφείλει να παρουσιαστεί αμέσως στο Υπουργείο Αμύνης’. Αρνείται. Δεν θα πάει να παραδοθεί μόνη της.
Την επόμενη, ανεβαίνει τις σκάλες του Στρατιωτικού Νοσοκομείου. Την ειδοποίησαν ότι εκεί είναι το σώμα του Σαλβατόρ Αλλιέντε, ότι ένα ελικόπτερο θα το πάει στο νεκροταφείο Σάντα Ινές, στη Βίνια ντελ Μάρ. Αλλά μια ομάδα αξιωματικών, την εμποδίζει να μπει, πρέπει να τους δείξει την άδεια του Υπουργείου Αμύνης. Ε λοιπόν, ναι, θα πάει πρώτα εκεί πέρα. Διασχίζει το Σαντιάγκο, οι δρόμοι, στο κέντρο είναι έρημοι – τα ίχνη των μαχών, οι εκρήξεις των οβίδων στα κτίρια, το αίμα που ξερένεται στα πεζοδρόμια, οι γκρίζες στολές και τα κράνη, τα κρύα πολυβόλα στον κρόταφο, σε κάθε γωνία. Και, ακόμα, οι αντάρτες που έχουν καταφύγει στα τελευταία πατώματα του υπουργείου Δημοσίων Έργων και του Ταμιευτηρίου. Οι σφαίρες σφυρίζουν, σκόρπιες, στην αρχή, ύστερα κατά ριπές. Η Λαουρίτα συγκλονίζεται μ’ αυτούς, που αντιστέκονται ακλόνητοι. Ξέρουν ότι μπροστά τους, βρίσκεται ο θάνατος, κι όμως συνεχίζουν τη μάχη, το πρωί της 12ης Σεπτέμβρη.

Στρατιωτικό αεροδρόμιο. Το φέρετρο του Σαλβαδόρ Αλλιέντε. Η Λαουρίτα συναντάει την Τένσα, τη γυναίκα του Προέδρου – υπάρχει επίσης και η μονάδα εδάφους της στρατιωτικής αεροπορίας. Την αγκαλιάζει, τα μάτια υγραίνονται : ‘Λαουρίτα, ο Πρόεδρος ήταν εξαιρετικός άνθρωπος. …το κουράγιο του δεν ήξερε όρια’. η Τένσα ζητάει από έναν αξιωματικό ν’ ανοίξει το σκέπασμα του φέρετρου, ήθελε να δει τον Σαλβατόρ, το πρόσωπό του, για μια μόνο στιγμή. Απαγορεύεται.

Το κοιμητήριο της Βίνια ντελ Μάρ. Οι τέσσερις της οικογένειας και πολλοί ναυτικοί. Η Λαουρίτα κόβει ένα κίτρινο λουλουδάκι, ένα χρυσάνθεμο, ανάμεσα από τα χόρτα που τριγυρίζουν τον τάφο. Το αποθέτει πάνω στο φέρετρο. Το λουλούδι πέφτει στο βάθος του τάφου. Οι στρατιώτες χασκογελούν. Η Λαουρίτα ξεσπάει : ‘Θα έπρεπε να ντρέπεστε. …να ντρέπεστε που θάβετε έτσι τον Πρόεδρο της Χιλής’. Μετά από μια μικρή σιγή, ξαναλέει αργά : ‘Δεν έχει σημασία αυτό. …ότι και να κάνετε, ο λαός της Χιλής δεν τον ξέχασε, ούτε θα τον ξεχάσει’.

Δεν πρόλαβε να τελειώσει τα λόγια της και ο νεκροθάφτης πηδάει στην τρύπα, μαζεύει το λουλούδι και το ξανακουμπάει πάνω στο φέρετρο. Κανείς δεν κινήθηκε.
Μόλις γυρνούν στο Σαντιάγκο, η Τένσα πάει κατευθείαν στην πρεσβεία του Μεξικού, να δει τις κόρες της. Η Λαουρίτα της λέει το τελευταίο αντίο, την despendida : ‘Τένσα, πρέπει να φύγεις από την χώρα, να πας να καταγγείλεις σ’ όλον τον κόσμο αυτά που έγιναν στην Χιλή. Εγώ θα μείνω, αυτό είναι το καθήκον μου, έχω αναλάβει μια υποχρέωση απέναντι στους pobladores που με ψήφισαν βουλευτίνα. Η κάθε μια πρέπει να πάρει τον δρόμο της’.

Λίγες μέρες αργότερα της επιβάλλεται ‘κατ’ οίκον περιορισμός’. Εκείνη όμως κυκλοφορεί στους δρόμους. Κρυμμένη στα μαύρα. ‘Όσο θα βρίσκεστε εσείς στην εξουσία’, απαντάει στον στρατηγό Αρρελάνο Στάρκ, που την ρωτάει, ‘θα φορώ το πένθος της χώρας μου’.
Ανώνυμα χέρια, μες στα σκοτάδια κινηματογραφικών αιθουσών, στις ουρές μπροστά στις πόρτες των φυλακών, στις στάσεις των λεωφορείων, της σφίγγουν το χέρι και της ψιθυρίζουν : ‘Είμαστε εδώ, ο Πρόεδρος δεν σκοτώθηκε άδικα, θα τους νικήσουμε. …’ Η Λαουρίτα μετράει κάθε μέρα τη δύναμη που δίνει η παρουσία της στο Σαντιάγκο.

Οι στρατιωτικοί δεν ξέρουν τι να κάνουν μ’ αυτή τη γυναίκα. Μερικές φορές την πιάνουν. Ο Κοντρέρας την ανακρίνει αυτοπροσώπως, προσπαθεί να της πάρει με κάθε τρόπο πληροφορίες, για τον υιό της, τον Αντρές, το MIR. Δεν ξέρει τίποτα. Την απειλεί για το ότι κυκλοφορεί στην πόλη. Έχει πολλά να κάνει, δεν θα μείνει κλεισμένη στο σπίτι της. Δεν το ‘κανε ποτέ, γιατί να το κάνει τώρα ;

Ένας αστυνόμος της ψιθυρίζει στο αυτί : ‘Πόσο θάρρος είχε ο Πρόεδρος, Λαουρίτα’. Του απαντάει : ‘Έδρασε πάντα με θάρρος, για σας αγωνίστηκε, ενάντια στους πλούσιους και τ’ αφεντικά’.
Ένα χρόνο αργότερα, στα τέλη του Οκτώβρη του ‘74, η Λαουρίτα πιάστηκε από την DINA. ΉΤΑΝ Η ΜΆΝΑ ΤΟΥ ΑΝΘΡΏΠΟΥ, ΓΙΑ ΤΟΝ ΟΠΟΊΟ ΣΤΉΘΗΚΕ ΤΟ ΑΓΡΙΌΤΕΡΟ ΑΝΘΡΩΠΟΚΥΝΗΓΗΤΌ. ΉΘΕΛΑΝ ΝΑ ΤΟΥΣ ΔΏΣΕΙ ΚΆΠΟΙΑ ΠΛΗΡΟΦΟΡΊΑ ΓΙΑ ΤΟΝ ΑΝΤΡΈΣ ΚΑΙ ΤΗΝ ΜΑΙΡΥ-ΑΝ, όφειλε να πληρώσει και γι αυτό το λάθος και για άλλα. Θα την κακοποιήσουν, θα την απομονώσουν για μήνες ολόκληρους. Έμεινε αλύγιστη. Ακόμα και στην τραχεία ερημιά του στρατοπέδου συγκέντρωσης του Τρές Αλάμος, η Λάουρα Αλλιέντε στέκεται όρθια. Κανείς δεν μπορεί να την νικήσει.

Από σελίδα 193 :

Στις αρχές του φθινοπώρου το μήνυμα που περιμέναμε από πολλούς μήνες έφτασε. Μαζί με τις οδηγίες του Μανουέλ. Η συνάντηση επιτέλους θα γίνει.
Θα συναντήσει επιτέλους τον Αντρές. Είναι ζήτημα ζωής και θανάτου τώρα πια, και για κείνον και για τους άλλους. Είναι υποχρεωμένη να κάνει τον μηχανισμό να ξαναδουλέψει. Πρέπει να δικαιώσει την εμπιστοσύνη τους. Είναι υποχρεωμένη να συλλάβει κάθε απόχρωση. Ο κίνδυνος κρύβεται στις λέξεις που περιγράφουν την δράση. Να ξαναπάρουν τις θέσεις τους της μάχης οι σύντροφοι στη Χιλή – γι αυτό πρόκειται, και είναι ήδη πάρα πολύ.

Από σελίδα 209 :

Αρχίζω πάλι να συλλογιέμαι την τελευταία μου έμμονη ιδέα, χρησιμοποιώ ένα ύφος που επιζητά να είναι πειστικό, τι σκέφτεσαι κι εσύ ; Γιατί δεν μιλούμε ποτέ για την ζωή των επαναστατών ; Η μπουρζουαζία στέκεται πάντα στο θάνατο των μαχητών. Μερικές φορές πέφτουμε κι εμείς στην παγίδα, ιεράρχηση των θανάτων, οι ήρωες, οι κοινοί άνθρωποι, και οι αθάνατοι, αυτοί που πληθαίνουν το Πάνθεον. Οι καλοί και οι κακοί – μια γυναίκα που αυτοκτονεί, για παράδειγμα, μας ενοχλεί, δεν ξέρουμε που θα την τοποθετήσουμε, πως να την τιμήσουμε, την βγάζουμε λοιπόν ταχυδακτυλουργικά απ’ την μέση ή την αρνούμαστε, αλλά ο θάνατός της είναι μια πολιτική πράξη στην εξορία, μια τελευταία κραυγή εξέγερσης ενάντια στην απουσία του πολιτικού, μια τελευταία αγωνιστική φλόγα και ίσως-ίσως, η έσχατη απελπισία όπου οδηγεί αυτή η λατρεία του θανάτου. Δεν συμφωνώ να αυτοκτονούν οι άνθρωποι, η ζωή είναι που ενδιαφέρει. Θυμήσου την εμπειρία μας στην Αντίσταση : το να καταφέρεις να επιβιώσεις στην παρανομία, είναι ακριβώς να καταφέρνεις να ζεις.

Κάνουμε σαν να μη ξέρουμε ότι ο θάνατος είναι μια άμεση πραγματικότητα, επιλέγουμε τη ζωή, ακόμα κι αν το κάνουμε για να φτάσουμε στον θάνατο. Αυτό τ’ αλλάζει όλα. Η ευτυχία. …εμείς την είδαμε, την γνωρίσαμε, ήταν εκεί, μέσα στα κρησφύγετα και τις κρύπτες, δίπλα στις γυναίκες, τους άντρες, και τα παιδιά, σε κάθε χώρο, όπου υπήρχε ζωντανή αντίδραση. Περιττό να το κρύβουμε, μόνο η σύζευξη κάποιου με τον αγώνα φέρνει την ευτυχία, ακόμα κι αν αυτά δεν κρατήσουν περισσότερο απ’ όσο κρατήσει ένας στεναγμός.
Σιγά-σιγά φτάνεις να κάνεις μια ζωή κανονική, κοινή, με μερικές απαγορεύσεις. Δεν μπορείς να πας σινεμά, εκδρομή στη θάλασσα, βόλτες στον ζωολογικό κήπο, αλλά είναι μέρες με τον ίδιο ρυθμό, όπως όλου του κόσμου. Τα όπλα ;. …μα ζούμε μαζί τους στο σπίτι, γίνονται κομμάτι μας, προέκταση του χεριού μας. Χάνουν κάθε μυστήριο, ξαναπαίρνουν τις πραγματικές τους διαστάσεις, εντάσσονται στο καθημερινό σκηνικό. Τώρα ξέρω ότι ένα όπλο δεν χρησιμεύει σε τίποτα άλλο παρά για να το χρησιμοποιείς όταν αγωνίζεσαι. Συνηθίζεις τον ρυθμό της γειτονιάς, μέσα στην πείνα και τα πηγαινέλα των στρατιωτικών. Τίποτα το παράξενο, κι όμως αυτός ήταν ο μόνος τρόπος να αντέξεις επί πολύ. Και ν’ αντιστέκεσαι.

Ο Αντρές με ακούει, χαμογελάει με το πάθος μου, απορρίπτει μερικές λέξεις, επικροτεί άλλες, σκέφτεται σιωπηλός, καθησυχάζει την ανυπομονησία μου, ακολουθεί τις δικές του σκέψεις, μου μιλάει – ήρεμα : μας κατηγορούν για βολονταρισμό, που τον θεωρούν αυτοκτονία για το MIR, γι αυτήν την απόφασή μας να μείνουμε στην χώρα στα χρόνια της τρομοκρατίας, του άγριου κυνηγητού που έχει εξαπολύσει πάνω μας η δικτατορία. Αλλά το αύριο εγγράφεται ήδη στο χθες, δεν υπάρχει το ένα χωρίς το άλλο. Κανείς δεν σκέφτηκε να ζητήσει απ’ τον χιλιανό λαό να καταφύγει στις πρεσβείες, ούτε να φύγει μαζικά στο εξωτερικό αφήνοντας έρημα τα εργοστάσια και την ύπαιθρο. Ο Τσέ, ο Μιγκέλ, ο Σαντούτσο, κι όλοι οι άλλοι, γίνονται ζωντανή ιστορία στις μαύρες και κόκκινες σημαίες των Σαντινίστας, παράδειγμα και πάνω απ’ όλα, ενέργεια για το λαϊκό και δημοκρατικό κίνημα της Λατινικής Αμερικής. ‘Αφού μπορούμε, θα μείνουμε – εδώ υπάρχουν οι ανάγκες’, έλεγε ο Μιγκέλ : ‘για να αποφύγουμε τη διάλυση, να οργανώσουμε την υποχώρηση, να οργανώσουμε τον αντιστασιακό αγώνα, να εμποδίσουμε την οριστική σταθεροποίηση της δικτατορίας. Για να απαντήσουμε στο πραξικόπημα, στην στρατιωτική βία, στην ήττα, φτιάχνοντας χαρακώματα, υποχωρώντας μαχόμενοι. Αν ηττηθήκαμε για μια στιγμή, να σκορπιστούμε με τάξη, να ξαναγυρίσουμε απ’ τον ίδιο δρόμο, να υποχωρήσουμε, χωρίς να σταματήσουμε ούτε μια στιγμή την εξέγερση, αγωνιζόμενοι πάντα’, έλεγε στα γράμματά του, που έγραφε σε τσιγαρόχαρτα : ‘η έκταση της ήττας θα εξαρτηθεί από το πως αντιδρά και θα συμπεριφέρεται η αγωνιστική μας θέληση, απ’ το αν θαφτεί, θα ενδώσει, θα γίνει απαισιοδοξία – απ’ το αν θα υποχωρήσει, θα εξασθενήσει και θ’ αφεθεί να νικηθεί. Αν κρατήσει, αν ξεδιπλώσει την πρωτοβουλία και την πανουργία της, τότε θ’ αντέξει, θα διατηρηθεί ακέραια, ζωντανή, και θα εξαπλωθεί’. Είχε δίκιο ο Μιγκέλ : ακόμα και στις χειρότερες στιγμές, προσπαθήσαμε να δείξουμε ότι υπήρχαν κι άλλοι στην Χιλή, εκτός απ’ τους στρατιωτικούς και τ’ αφεντικά – ζωογονήσαμε μια υπόγεια, σιωπηλή αντίσταση. Οι παράνομοι ήταν αυτοί που εξασφάλιζαν την επιβίωση του αγώνα, τώρα αυτή η προσπάθεια αποδίδει καρπούς. Η δράση είχε μια συγκεκριμένη έννοια………

Η ζωή στο Σαντιάγκο είναι αλλιώτικη, πολλά πράγματα έχουν αλλάξει απ’ τη χρονιά 74-75. δεν βλέπεις πια εκείνα τα φοβισμένα, ταπεινωμένα βλέμματα, εκείνη στη σκιασμένη ντροπή που ανάγκαζε τους ανθρώπους να χαμηλώνουν τα μάτια μπροστά στους περαστικούς. Ο φόβος λιγόστεψε, μια απεργία πείνας ξεσπάει σε μια γειτονιά, ξεκινούν κι άλλες, τα συνδικάτα αναδιοργανώνονται, ‘η εργασία σε αργό ρυθμό’ εξαπλώνεται απ’ τα χαλκορυχεία στη σιδηρουργία, το εργοστάσιο ηλεκτρισμού του Κομπίνο παραλύει μετά από ένα σαμποτάζ, σ’ ένα τοπικό γραφείο της DINA γίνεται μια έκρηξη βόμβας και σκοτώνει ένα βασανιστή, η μαχητική ομάδα Manuel Rondriguez μοιράζει ένα φορτίο γάλα Νεστλέ σε μια φτωχογειτονιά, επιτροπές αντίστασης διακινούν την παράνομη προπαγάνδα, ένα βράδυ, μια διαδήλωση σπουδαστών σπάζει την σιωπή. Επιτέλους αναλαμπές, παντού από λίγο, οι άνθρωποι εκφράζουν τα αιτήματά τους, οργανώνονται ,μάχονται. Η κατάσταση αναταράζεται, μισανοίγουν πάλι οι πόρτες, αρχίζει η επίθεση – αλλά η παράνομη δουλειά παραμένει δύσκολη.

Είναι πάλι η ώρα της επιστροφής – αλλά οι περισσότεροι γυρνούν να στήσουν κάποια αντίσταση εκεί όπου δεν υπάρχει τίποτα. Δεν έχουν να τους προσφέρουν ούτε κρυψώνες, ούτε δίκτυα, ο καθένας ψάχνει τον τρόπο να επιβιώσει, τα εργαλεία της δουλειάς του. Η οικονομική στήριξη από το εξωτερικό είναι ανεπαρκής, χρειάζεται να ληστέψεις, καθένας εξασφαλίζει τα της ζωής του. Πηγαίνουν στην χώρα τους, σαν οικοδόμοι, και ξέρω ότι καταλαβαίνεις τις συνέπειες αυτού του γεγονότος. Είδαμε, τελικά, ότι υπάρχουν και ζωντανοί ήρωες, ότι, πρώτα απ’ όλα, χρειαζόμαστε μαχητές – εφ’ όρου ζωής.

  • Και για να έχουμε μια ολοκληρωμένη εικόνα, σας παραθέτω ένα μικρό κείμενο του ΕΝΤΟΥΆΡΝΤΟ ΓΚΑΛΕΆΝΟ. Από την ΟΥΡΟΥΓΟΥΆΗ, φιγουράρει ανάμεσα στους πιο γνωστούς σύγχρονους λατινοαμερικάνους συγγραφείς. Κατά καιρούς έχει υπάρξει δημοσιογράφος και ποιητής, αφηγητής και ιστορικός. Εδώ μας υπενθυμίζει ότι μια μικρή ιστορία έχει να πει μερικές φορές τόσα όσα μια μεγάλη ανάλυση. Το κείμενο αυτό, ΦΩΝΉ ΤΟΥ ΚΑΙΡΟΎ, ΕΊΝΑΙ ΑΠΌΣΠΑΣΜΑ ΑΠΌ ΤΟ ΤΕΛΕΥΤΑΊΟ ΤΟΥ ΈΡΓΟ ΚΑΙ ΜΕΤΑΦΡΆΣΤΗΚΕ ΣΤΑ Γαλλικά. Το πήραμε από το μπλόγκ JAQUOU VS L’ UTOPIE.
    MONTREAL 2011
    Μετάφραση από την LE MONDE DIPLOMATIQUE.
    Δεκέμβρης 2011.

ΚΑΤΑΣΚΕΥΈΣ.
Ήμασταν στο 1964 και η Λερναία Ύδρα του διεθνούς κομμουνισμού είχε ανοίξει διάπλατα τα επτά στόματα της για να καταβροχθίσει τη Χιλή.
Η κοινή γνώμη βομβαρδίζονταν από εικόνες φλεγομένων εκκλησιών, στρατοπέδων συγκέντρωσης, ρωσικών αρμάτων, ενός τείχους του Βερολίνου στη μέση του Σαντιάγο και γενειοφόρων ανταρτών που έκλεβαν τα παιδιά.
Έγιναν εκλογές.
Ο φόβος θριάμβευσε και ο Σαλβαδόρ Αλλιέντε νικήθηκε. Κατά τη διάρκεια αυτών των θλιβερών στιγμών, τον ρώτησα τι τον είχε πληγώσει.

Ο Αλλιέντε μου διηγήθηκε αυτό που συνέβη ακριβώς δίπλα, σε ένα σπίτι της γειτονιάς Προβιντέντσια. Μια γυναίκα που κοψομεσιάζονταν για να δουλεύει μαγείρισσα, να κάνει τις δουλειές του σπιτιού και να είναι και τροφός με αντάλλαγμα έναν ισχνό μισθό έβαλε όλα της τα ρούχα σε μια πλαστική σακούλα και τα έθαψε στον κήπο των αφεντικών της ώστε οι εχθροί της ατομικής ιδιοκτησίας να μην τα καταστρέψουν.

Κάντο Χενεράλ, Πάμπλο Νερούδα, Μίκης Θεοδωράκης.

Εν κατακλείδι λοιπόν. Παντού και πάντα ίδια τα αφεντικά. Φτιασιδώνουν τα καθεστώτα ανάλογα με τα συμφέροντα, τις συγκυρίες και τις αντιστάσεις των λαών. Σκληρά- σκληρότερα ή σκληρότατα. Πάντα για τον ένα και μοναδικό σκοπό, την απρόσκοπη συσσώρευση των κεφαλαίων και της εξουσίας στα ίδια, λιγοστά χέρια.
Την διαιώνιση του είδους των.
Μέχρι να τους μπλοκάρει και εξαφανίσει ο λαϊκός αγώνας, η εξέγερση και η επανάσταση.
Αμήν.

http://www.archivochile.com/Miguel_Enriquez/Doc_sobre_miguel/MEsobre0027.pdf

http://www.lahaine.org/internacional/historia/ultimodiaEnriquez.htm

The Song Remains the Same, Led Zeppelin.

  • Συζητάω με την κόρη μου για κινηματογράφο και της λέω για το πόσο μου άρεσε η ταινία ‘ο Δρόμος της Επανάστασης’, με τον Ντι Κάπριο και την Κέιτ Γουίνσλετ που ξαναείδα προχθές.
    Μου μίλησε για τον ‘Βασιλιά’ που παίζεται αυτές τις μέρες στον ‘Ζέφυρο’, την έψαξε και μου την έστειλε διαδικτυακά.
    Θα την δούμε σήμερα το βράδυ.

Πριν χωρίσουμε της ανέφερα πως
μιας και δεν μπορούμε να κάνουμε την κοινωνική επανάσταση αυτή τη στιγμή ας κάνουμε την προσωπική μας
που σημαίνει πως
έχουμε ιερή υποχρέωση, πάνω απ’ όλα,
ν’ αντέξουμε,
ψυχικά και σωματικά.
Να επιμείνουμε να υπάρχουμε
να μην παραδοθούμε.
Να τινάξουμε από πάνω μας τον αδηφάγο ατομικισμό.

Ν’ ανοιχτούμε στον σύντροφο
με μία τεράστια αγκαλιά,
στον διπλανό, στον κοντινό,
και στον ξένο ακόμη.
Με μπούσουλα την αγάπη, την αδελφοσύνη και την αλληλεγγύη
να προχωρήσουμε
μπροστά.
Ο καπιταλισμός έσβησε.
Δεν έχει πλέον να προσφέρει τίποτα στην ανάπτυξη του ανθρώπου και της κοινωνίας.
Η έχθρα και το μίσος ανάμεσα στους ανθρώπους και τις παρέες, επίσης,

η κηδεία του Πρόσπερο Γκαλλινάρι

DSC02244Είμαστε κοινωνία ανθρώπων
και όχι αγέλη άγριων ζώων που σκοτώνονται για το ποιο θα επικρατήσει.
Ας περιμένουμε λοιπόν με εμπιστοσύνη την μέρα εκείνη που η ιστορία θα μας ζητήσει
και θα μας δώσει την ευκαιρία
να κατασπαράξουμε το τέρας που λέγεται καπιταλισμός και τρώει αχόρταγο και ασταμάτητα τα παιδιά του.

Ευχαριστώ.

In the court of the crimson King, King Crimson.

η διεθνής στην κηδεία του Πρόσπερο

συνεχίζεται

αυτονομία, autonomia

ΟΙ GAP ΚΑΙ Ο FELTRINELLI.

Σχετική εικόνα
Μεταξύ του τέλους του 1970 και των αρχών του ’71 υπήρξε μια σειρά βίαιων ενεργειών από παράνομες ομάδες που συχνά αναφέρονται στις BR. Υπάρχουν περισσότερο σκοτεινά ή προκλητικά επεισόδια που οι φασίστες και η αστυνομία προσπαθούν να τους αποδώσουν. Γενικότερα πρόκειται για επιθέσεις με «πλαστικό» που συνοδεύονται από φυλλάδια που εκθειάζουν τις BR. Αυτές όμως αποκηρύσσουν τη χρήση εκρηκτικών, όπως μπορούμε να υποθέσουμε από ένα έγγραφο τους: «είναι εύκολο να δούμε πώς η χρήση δυναμίτη γενικότερα έχει ως αποτέλεσμα να τρομάζει τις μάζες αδιακρίτως, όχι μόνο τον εχθρό, και προσφέρεται στις πιο διαφορετικές ερμηνείες από αριστερά και δεξιά, λαμβάνοντας επίσης υπόψη την ευρεία χρήση του που έχει κάνει η αντίδραση ». Σχετικά με το θέμα των επιθέσεων με «πλαστικό» οι B.R. εκδίδουν ένα μεγάλο ανακοινωθέν στο οποίο η πρακτική αυτή ορίζεται ως σαφές φασιστικό αποτύπωμα και έμπνευση από την αστυνομία. Στο ίδιο ανακοινωθέν αναφέρεται η λογική των ενεργειών και των στόχων που ασκούνται: «Χτυπήσαμε στα εργοστάσια τις αποθήκες, τους υπηρέτες των αφεντικών, τους πιο μισούμενους από την εργατική τάξη όταν αυτό κρίθηκε απαραίτητο επειδή είχαν πληγεί σύντροφοι. »Χτυπήσαμε «φασίστες» διότι αυτοί είναι ο ένοπλος στρατός που σήμερα χρησιμοποιεί το κεφάλαιο ενάντια στους αγώνες των εργατών και την προλεταριακή απαίτηση για εξουσία. «Χτυπάμε πάντα » εχθρούς του λαού «και τους χτυπάμε πάντα μέσα σε τεράστια κινήματα αγώνα.» Αν από τη μία πλευρά είμαστε πεπεισμένοι ότι κανένας σύντροφος δεν θα πέσει στην παγίδα που θέτουν αυτές οι φασιστικές πράξεις, «υπογεγραμμένες» με τα αρχικά μας, από την άλλη πλευρά δίνουμε μια προειδοποίηση στις δυνάμεις της αντίδρασης: ΑΥΤΟΣ ΠΟΥ ΠΑΙΖΕΙ ΜΕ ΤΗ ΦΩΤΙΑ ΚΑΙΕΙ ΤΑ ΔΑΧΤΥΛΑ ΤΟΥ … ΤΙΠΟΤΑ ΔΕΝ ΘΑ ΜΕΙΝΕΙ ΑΤΙΜΩΡΗΤΟ! «Στους αστυνομικούς και τους φασίστες λέμε κάτι ξεκάθαρο: Δεν θα υπάρξει κανένα έλεος προς εσάς, η γροθιά της προλεταριακής δικαιοσύνης θα πέσει με τρομακτική δύναμη επάνω στον καθένα που σχεδιάζει, υφαίνει συνωμοσίες,δρα και εργάζεται ενάντια στα συμφέροντα εμάς των προλετάριων. ΝΑ ΔΙΑΒΑΣΟΥΜΕ, ΝΑ ΚΥΚΛΟΦΟΡΗΣΟΥΜΕ, ΝΑ ΠΕΡΑΣΟΥΜΕ ΣΤΗ ΔΡΑΣΗ. ΕΝΩΜΕΝΟ ΚΟΜΑΝΤΟ ΤΩΝ ΕΡΥΘΡΩΝ ΤΑΞΙΑΡΧΙΩΝ» (18). Άλλες δράσεις υπογεγραμμένες B.R. αντιθέτως γίνονται αποδεκτές. Είναι η περίπτωση μιας ομάδας που γεννήθηκε στη Ρώμη και που η εφημερίδα «Nuova Resistenza» θα ονομάσει «οι Β.R. της Ρώμης».
Αποτέλεσμα εικόνας για brigate rosse
Τα κύρια επεισόδια και οι ενέργειες αυτής της ομάδας, η οποία λειτουργεί μέχρι τα μέσα του 1971, συνδέονται όλες με επιθέσεις ενάντια στους φασίστες ή τα φασιστικά αρχηγεία (ιδιαίτερης σημασίας εκείνη ενάντια στον Junio Valerio Borghese που θα συμμετάσχει σε μια κάπως αλλόκοτη προσπάθεια »πραξικοπήματος «) και επίσης οι ισχυρισμοί τονίζονται έντονα από το πρόβλημα της αντιφασιστικής μάχης. Ακόμα και μέσα στην διαφορετικότητα των θέσεων, οι B.R. αποδέχονται επίσης τις δράσεις των Gap. Οι Gap εμφανίζονται πανηγυρικά στις 16 απριλίου 1970, μόλις τέσσερις μήνες μετά τη «σφαγή του κράτους», ενώ η χώρα κλονίζεται από τη διαμάχη και τις πολεμικές και οι φασιστικοί σχηματισμοί που «καλύπτονται» διαρκώς από την αστυνομία γίνονται όλο και πιο αλαζονικοί. Είναι 20,33 όταν μια φωνή παρεμβάλεται στο τηλεοπτικό κανάλι που μεταδίδει τις ειδήσεις. Στη Γένοβα, όπου θα λάβει χώρα η παρεμβολή, η εντύπωση είναι τεράστια. Στη συνέχεια θα υπάρξουν και άλλες »εκπομπές του λαού» και σε άλλες περιοχές (για παράδειγμα στο Τρέντο και το Μιλάνο). Οι ανακοινώσεις του Radio Gap δημοσιεύονται τόσο στο «Potere Operaio» (το οποίο εκδίδει επίσης εκείνες των BR) όσο και στη «NuovaResistenza» ». Η διαφορετική πολιτική προσέγγιση μεταξύ B.R. και Gap διευκρινίζεται σε αυτή την εφημερίδα. Οι Gap, πράγματι, ανάμεσα στα διάφορα ακρωνύμια που εμφανίζονται στην περίοδο αυτή, είναι το μόνο σχήμα, μαζί με τις B.R., μιας ορισμένης συνέπειας και πυκνότητας. Ξέρουν πώς να ξεφεύγουν από τις αστυνομικές έρευνες, προφανώς έχουν οικονομικά μέσα και πιέζουν και παροτρύνουν τόσο με τις ενέργειες τους όσο και με τις «πειρατικές» μεταδόσεις τον πολιτικό διάλογο (και η «Lotta Continua» δίδει πάντα μεγαλύτερη έμφαση στις πράξεις τους).Εκτός από τις μεταδόσεις, η δραστηριότητα των GAP συνίσταται κυρίως σε μια σειρά επιθέσεων σε κάποια κέντρα αστικής εξουσίας (αμερικανικά προξενεία, έδρα του P.S.U., εργοστάσια, αποθήκες Ignis, διυλιστήριο Garrone κ.λπ.). Από τις ανακοινώσεις τους μπορούμε να δούμε ότι η προσέγγισή τους είναι ουσιαστικά αμυντική και ακολουθεί τα πρότυπα του παρτιζάνικου αγώνα κατά τη διάρκεια της Αντίστασης: δεν είναι ένα αστικό αντάρτικο εκείνο που βλέπουν σε προοπτική, αλλά ένας κουβανέζικου τύπου ανταρτοπόλεμος σε ορεινές περιοχές, όπου μπορεί κανείς να υπερασπιστεί τον εαυτό του καλύτερα και επί μακρόν. Για τους Gap ο μεγαλύτερος κίνδυνος είναι η υπόθεση ενός πραξικοπήματος της δεξιάς.
Αποτέλεσμα εικόνας για gap giangiacomo feltrinelli
Στους αγωνιστές των Gap κάνει μεγάλη εντύπωση το επεισόδιο του επιχειρούμενου «πραξικοπήματος» της 7ης δεκεμβρίου 1970. Με την ευκαιρία αυτή, ο Junio Valerio Borghese (πρίγκιπας και πρώην φασίστας διοικητής της διαβόητης Decima MAS), επικεφαλής μιας ομάδας φασιστών συνωμoτών εισχώρησαν μέσα στο υπουργείο εσωτερικών για να το καταλάβουν. Έπρεπε να είναι η έναρξη για το πραξικόπημα. Αντ ‘αυτού, ξαφνικά, οι συνωμότες έλαβαν μια αντίθετη διαταγή. Κάτι σε υψηλό επίπεδο δεν έπρεπε να έχει λειτουργήσει. Σε μεταγενέστερες έρευνες, η «απόπειρα πραξικοπήματος» διασταυρώνεται με μια άλλη «συνωμοσία» της δεξιάς με το όνομα «Rosa dei venti», »Tριαντάφυλλο των ανέμων», η οποία περιλαμβάνει μερικούς σημαντικούς αξιωματικούς του στρατού και οδηγεί στη σύλληψη του στρατηγού Vito Miceli, ο οποίος υπήρξε ήδη επικεφαλής για τρία χρόνια του «Uspa, του Γραφείου ασφαλείας του ατλαντικού συμφώνου, και για τέσσερα χρόνια του Sid (της σημαντικότερης εθνικής μυστικής υπηρεσίας). Ιδιαίτερα σε αυτό το επεισόδιο επισημαίνονται οι διαφορές μεταξύ B.R. και Gap. Για τις B.R. το στρατιωτικό πραξικόπημα δεν θεωρείται άμεσος κίνδυνος και ο Βαλέριο Μποργκέζε θεωρείται ως το «δυάρι στην [χαρτοπαίγνιο] briscola». «Αυτό που αντιθέτως είναι πολύ σημαντικό, όμως, είναι η χρήση αυτών των ονείρων που έχουν σκοπό να κάνουν η κυβέρνηση και οι ρεβιζιονιστές: Η εργατική τάξη βρίσκεται πάντα στην επίθεση εδώ και τρία χρόνια. Η εξουσία έχει καταληφθεί από ανεπίλυτες δυσκολίες, και πρέπει να κρύβει στα μάτια των μαζών τη λέπρα που την αποδυναμώνει, την κατατρώει καθημερινά όλο και βαθύτερα, εφευρίσκει την όμορφη ιστορία του «μαύρου πρίγκιπα» (πραξικοπηματία) που πρέπει να πουλήσει στην κοινή γνώμη » (19). Για τις B.R., επιπλέον, οι ρεβιζιονιστές (P.C.I. και συνδικάτα) το χρησιμοποιούν για να ωθήσουν τις πρωτοπορίες της τάξης να αποδεχθούν το κοινοβουλευτικό παιχνίδι και να περιορίσουν τη θέλησή τους να πολεμήσουν. Η αξιολόγηση των GAP είναι διαφορετική: «Το πραξικόπημα είναι επικείμενο». Σε ένα έγγραφο που δημοσιεύεται από την «Potere operaio» και την «Lotta Continua» τονίζεται «ο αυξανόμενος ρόλος των στρατιωτικών δυνάμεων του κράτους και των φασιστικών παραστρατιωτικών δυνάμεων [ …] μόνο μια διαρροή ειδήσεων επέτρεψε την τελευταία στιγμή να ματαιωθεί ένα προκαθορισμένο με σχολαστική φροντίδα πραξικόπημα […] από εκατοντάδες αξιωματικούς των ενόπλων δυνάμεων, από τις ανώτερες και περιφερειακές διοικήσεις των καραμπινιέρων, από τους εκπροσώπους της οικονομίας και της ιταλικής καπιταλιστικής βιομηχανίας, καθώς και από εκπροσώπους του αμερικάνικου ιμπεριαλισμού «(20).
Σχετική εικόνα
Ακόμη και στην κρίση που πρέπει να δοθεί, ως λογική συνέπεια, στους ρεβιζιονιστές οι δύο οργανώσεις διαφέρουν. Σύμφωνα με τους GAP «και η παραδοσιακή αριστερά που εκπροσωπείται από το ΚΚΙ […] βλέπει καθημερινά με ανησυχία το πεδίο δράσης της ολοένα να στενεύει». Ως εκ τούτου, η έκκληση προς τους αγωνιστές του ΚΚΙ: «Η εργατική τάξη, οι εργαζόμενοι όλοι αξιώνουν και απαιτούν μια πολιτική εκτενούς μετώπου εναντίον του φασισμού, κατά της καπιταλιστικής κυριαρχίας και κατά του ιμπεριαλισμού. […] Θέλουν οι σύντροφοι που είναι εγγεγραμμένοι στο P.C.I. να είναι μέρος αυτού του επαναστατικού και αντιφασιστικού μετώπου;» (21). Μέσα σε αυτό το σύντομο απόσπασμα αντηχούν ιστορικά θέματα του οργανωμένου εργατικού κινήματος: από τη στρατηγική του «ευρύτερου μετώπου» που διαμεσολαβείται από την Τρίτη Διεθνή, στην εγγενή αναγκαιότητα χρήσης του για την υπεράσπιση της δημοκρατίας όπως κατά τη διάρκεια της παρτιζάνικης Αντίστασης. Οι διαφορές με τις B.R. είναι βαθιές και αντικατοπτρίζουν επίσης την προσωπικότητα αυτού που αργότερα θα αποκαλυφθεί να είναι η κύρια ψυχή των Gap: Giangiacomo Feltrinelli. Ο Feltrinelli υπήρξε πρωταγωνιστής της πολιτιστικής συζήτησης από τα τέλη της δεκαετίας του ’50. Ο εκδοτικός οίκος του, τα βιβλιοπωλεία, ήταν ένα μεγάλο παράδειγμα πολιτιστικής και πολιτικής ανανέωσης της ιταλικής κοινωνίας. Από το 1950 ίδρυσε το Ινστιτούτο Feltrinelli για την ιστορία του εργατικού κινήματος: ένα γεγονός μεγάλης σημασίας που κάλυπτε ένα σοβαρό κενό στην κουλτούρα της μαρξιστικής αριστεράς. Εγγεγραμμένος στο PCI, ο Φελτρινέλλι απομακρύνθηκε προοδευτικά για να στρέψει την προσοχή του στους επαναστατικούς αγώνες του Τρίτου κόσμου. Τα «φυλλάδια των βιβλιοπωλείων Feltrinelli, οι μπροσούρες» ενημέρωναν για τους απελευθερωτικούς αγώνες με εξαιρετική επικαιρότητα, έγκαιρα, καθώς και για τους αγώνες των σπουδαστών που βρίσκονταν σε εξέλιξη. Ο Feltrinelli προσέγγιζε όλο και περισσότερο την επαναστατική αριστερά. Υποστήριξε τη διάσπαση του «Δρεπανιού σφυριού» (μια ομάδα 1500 μελών του PCI της περιοχής Sesto San Giovanni που θα έδινε στη συνέχεια ζωή στην Ένωση ιταλών κομουνιστών μαρξιστών-λενινιστών που αργότερα έγιναν Servire il popolo), αλλά κυρίως προσπάθησε να εντοπίσει στην ιστορία του PCI εκείνο το επαναστατικό αντιστασιακό σκέλος που ποτέ δεν έπαψε να σκέφτεται την κατάληψη της εξουσίας.
Αποτέλεσμα εικόνας για gap giangiacomo feltrinelli
Και μάλλον σε αυτό το μονοπάτι είναι που διασταυρώνεται με κάποια περιβάλλοντα πρώην παρτιζάνων, ειδικά στη Λιγουρία, όπου μπορούμε να υποθέσουμε ότι χτίστηκαν οι πρώτες βάσεις των Gap. Κατά τη διάρκεια του ’68, ο Feltrinelli εντατικοποίησε τα ταξίδια του στη Λατινική Αμερική για λόγους εκδοτικούς (είχε δημοσιεύσει τα έργα του Che Guevara και πολλών μεγάλων λατινοαμερικανών μυθιστοριογράφων), αλλά και να μεταφέρει συγκεκριμένη στήριξη, πραγματική, στα αντάρτικα που βρίσκονται σε εξέλιξη. Συνελήφθη στην Βολίβια και σε εκείνη την περίπτωση ακόμη και η προεδρία της δημοκρατίας κινείται για να επιτύχει την απελευθέρωσή του. Φίλος του Castro και του Régis Debray (ο οποίος ήταν με τον  Che στην Bolivia), ολοένα και περισσότερο πείθεται ότι η ιταλική αστική τάξη δεν είναι σε θέση να αντέξει την τρέχουσα κοινωνική σύγκρουση και ότι θα υποχρεωθεί (και εξαιτίας της τοποθέτησης της στο δυτικό στρατιωτικό στρατόπεδο) να καταφύγει σε αυταρχικές λύσεις: Είναι για τον Feltrinelli η φάση του »πραξικοπήματος και αντάρτικου πολέμου», παρουσιάζει τις ιδέες του σε μια σειρά εντύπων:« Ιταλία 1968: πολιτικός ανταρτοπόλεμος ». «Συνεχίζεται η απειλή ενός πραξικοπήματος», «Καλοκαίρι 1969″. Δημοσιεύει επίσης το «Αίμα των λιονταριών» του Edoard Marcel Simbu σχετικά με τον ανταρτοπόλεμο στο Κονγκό, το οποίο περιέχει στο παράρτημα ένα αποτελεσματικό εγχειρίδιο αστικού ανταρτοπόλεμου, και το οποίο θα γίνει ένα είδος «cult book» του κινήματος.
Αποτέλεσμα εικόνας για Edouard Marcel Sumbu, Sangue dei leoni
Αυτή η συνεχής αναταραχή και προπαγάνδα σε επαναστατικά ζητήματα και πρακτικές τοποθετεί τον Feltrinelli στο στόχαστρο του συντηρητικού τύπου, ο οποίος δεν αφήνει την ευκαιρία να υπονοεί τη συνενοχή του με οτιδήποτε συμβαίνει. Επίσης, η αστυνομία και το δικαστικό σώμα αυξάνουν προοδευτικά τις έρευνες και τις ανακρίσεις εναντίον του. Από τις αρχές της δεκαετίας του 1970, ο Feltrinelli βρίσκεται όλο και περισσότερο στο εξωτερικό από ό, τι στην Ιταλία.
Σχετική εικόνα
Από διαφορετικά μέρη δίνει συνεντεύξεις και έγγραφα σε ιταλικά περιοδικά, στα οποία γνωστοποιεί τις επιλογές του. Στο περιοδικό «Compagni» εκθέτει μερικές από τις πολιτικές του σκέψεις: «Η αντιδραστική επίθεση μπορεί να σταματήσει μόνο με έναν αγώνα στον οποίο θα κατέβουν οι πρωτοπορίες του προλεταριάτου. Ενώ στο παρελθόν η παρέμβασή μου στην πολιτική ανέκαθεν διαμεσολαβούνταν από εκδοτική δραστηριότητα, από τώρα δεσμεύομαι για μια πιο άμεση παρέμβαση στην πορεία και την εξέλιξη των γεγονότων »(22). Το 1971 ο Feltrinelli ήταν ύποπτος συνέργειας στη δολοφονία του βολιβιανού προξένου στο Αμβούργο Roberto Quintanilla.
Quintanilla è il primo a sinistra
ο πρώτος από αριστερά
Ο πρώην επικεφαλής της μυστικής αστυνομίας της Βολιβίας (ένας από τους υπεύθυνους για τη δολοφονία του Τσε) πυροβολήθηκε και σκοτώθηκε από μια γυναίκα που εγκατέλειψε το όπλο, ένα Colt Cobra 38, το οποίο αποδεικνύεται ότι ήταν ιδιοκτησία του Feltrinelli, ο οποίος ισχυρίζεται ότι το είχε χάσει.
monika ertl
Monica Ertl
Στις 15 mαρτίου 1972 το πτώμα του Giangiacomo Feltrinelli βρέθηκε από έναν αγρότη κάτω από έναν στήλο υψηλής τάσης της Segrate, στα περίχωρα του Μιλάνο, με μερικά εκρηκτικά που δεν είχαν ακόμη πυροδοτηθεί δίπλα του. Ο θάνατος του Feltrinelli και οι εικασίες που τον συνοδεύουν σημαδεύουν ένα κρίσιμο επεισόδιο της συζήτηση εκείνων των χρόνων. Ξεκινάει να σπάει ο ιστός συνεργασίας μεταξύ των δημοκρατών και των κινηματικών, γεννιέται η παράνοια του «εσωτερικού εχθρού». Σε μια πρώτη φάση, οι «δημοκράτες» ερμηνεύουν το θάνατο του Feltrinelli ως ένα ακόμη επεισόδιο της «στρατηγικής της έντασης», σαν μια «δολοφονία του κράτους». Ανθίζουν οι υποθέσεις και οι αντιέρευνες. Ο δημοκρατικός χώρος και οι ίδιες οι εξωκοινοβουλευτικές ομάδες δεν αμφιβάλλουν ότι πρόκειται για προβοκάτσια. Η Potere operaio σπάει πρώτη τον πάγο των υποθέσεων και σε ένα νούμερο της εφημερίδας αποκαλύπτει την ένταξη του Feltrinelli στους Gap με το όνομα μάχης «διοικητής Osvaldo».Στους σχηματισμούς της εξωκοινοβουλευτικής αριστεράς, ο θάνατος του Feltrinelli ανάβει ξανά τη συζήτηση για τους παράνομους σχηματισμούς, και αν η Lotta continua υποστηρίζει από τις επιθέσεις την εργατική Εξουσία, η Avanguardia operaia βγαίνει, μαζί με άλλους δημοκρατικούς χώρους από την »εθνική Επιτροπή αγώνα κατά της κρατικής σφαγής», κατηγορώντας το Potere operaio και την Lotta continua ότι κάνουν μια »τρελή ανάλυση της ιταλικής κατάστασης και των καθηκόντων του κινήματος που τους οδηγεί να αντιμετωπίζουν σαν συντρόφους αυτούς των Gap και των BR ». Έξω από αυτές τις αντιπαραθέσεις, ο ιστός της συνεργασίας μεταξύ των δημοκρατών και των κινηματικών σπάει οριστικά, και ακόμη και μεταξύ των εξωκοινοβουλευτικών σχηματισμών γίνεται κομμάτια η αλληλεγγύη στη βάση που γεννήθηκε για να αποκαλύψει τα «μυστήρια του κράτους» μετά την Piazza Fontana. Οι αντιδράσεις μεταξύ των συντρόφων είναι δύο τύπων: η μία, της οργάνωσης, είναι εκείνη που θέλει να επιτείνει τις δημοκρατικές διατυπώσεις (συμμετοχή σε εκλογές, δημοψήφισμα κλπ.), η άλλη ατομική, αλλά πολύ εκτεταμένη, είναι εκείνη να κλείνονται οι αγωνιστές στον εαυτό τους ή να επιστρέφουν στα παραδοσιακά κόμματα, αρνούμενοι το παρελθόν τους στη μία ή την άλλη των περιπτώσεων.
Αποτέλεσμα εικόνας για gap giangiacomo feltrinelli

Υπάρχουν όμως και εκείνοι που παρότι παραμένουν στις οργανώσεις ή τοποθετούνται στα περιθώρια αυτών, που τονίζουν ολοένα και περισσότερο την προσοχή προς τις παράνομες ένοπλες ομάδες, προκαλώντας έναν τεράστιο και υπόγειο διάλογο σχετικά με την εμφάνιση της ανάγκης για «ένοπλο αγώνα» που θα διαρκέσει πολύ καιρό, θρυμματίζοντας ολόκληρα τμήματα στη βάση των εξωκοινοβουλευτικών οργανώσεων.

 

Giangiacomo Feltrinelli: «ESTATE ’69» (ESTRATTO).

Είναι σκόπιμο να εξετασθούν – έστω και εν συντομία – οι λόγοι και τα κίνητρα που οδηγούν τις δεξιές δυνάμεις (μεγάλες ιταλικές επιχειρήσεις, στρατιωτικές και διεθνείς δυνάμεις) να επιβάλλουν μια δεξιά εξουσιαστική αλλαγή με μια κοινή πολιτική και στρατιωτική επιχείρηση. Ειλικρινά οι λόγοι που σπρώχνουν τις αντιδραστικές ομάδες σε αυτές τις επιλογές συμπίπτουν, εν μέρει, με την κριτική των υπερδομών του συστήματος που γίνεται από την αριστερά: η ριζοσπαστική αντιπολίτευση έγκειται στους επιδιωκόμενους σκοπούς αντίστοιχα. Οι δεξιές δυνάμεις, όταν επικρίνουν τις υπερδομές του συστήματος τείνουν να τις τροποποιούν για να τις καθιστούν πιο κατάλληλες στις δικές τους ανάγκες για εκμετάλλευση και αδιαμφισβήτητη κυριαρχία των δημόσιων και ιδιωτικών πραγμάτων. Αντιθέτως εμείς επιδιώκουμε να μεταφέρουμε την κριτική από την υπερδομή στην ίδια τη δομή, εμπλέκοντας ολόκληρο το καπιταλιστικό σύστημα και προτρέποντας την ανατροπή και την κατάργησή του. Από την πλευρά των μεγάλων βιομηχανικών, πολιτικών και στρατιωτικών ομάδων, ιταλικών και διεθνών, οι λόγοι που στρατεύονται υπέρ του πραξικοπήματος είναι                     a) η λειτουργία του κρατικού μηχανισμού, της κυβέρνησης και της ιταλικής κομματικής οργάνωσης, κομματοκρατίας – η οποία εξακολουθεί να βασίζεται στο παλιό πελατειακό σύστημα – λειτουργία που έρχεται σε αντίθεση με τις ανάγκες μιας σύγχρονης ιταλικής και διεθνούς καπιταλιστικής βιομηχανίας. Μιλούν επομένως από πολλά μέρη – και ρητά αναφέρεται αυτό από τους συντάκτες του Progetto 80 του υπουργείου προϋπολογισμού – για απαξίωση των θεσμών (στο Σχέδιο 80, αφού εντοπίστηκε το θεμελιώδες εμπόδιο που αυτή αντιπροσωπεύει για την περαιτέρω καπιταλιστική ανάπτυξη, προχωρούν ωστόσο στην εκπόνηση μιας φανταστικής υπόθεσης καπιταλιστικής ανάπτυξης χωρίς να στέκονται να μας πουν για το πώς σκοπεύουν να ξεπεράσουν το εμπόδιο της «απαξίωσης» του κρατικού και κυβερνητικού μηχανισμού. Μήπως αυτό σημαίνει ότι το πραξικόπημα θεωρείται δεδομένο;)

Σχετική εικόνα

Και αυτή η απαξίωση του διοικητικού, νομικού και πολιτικού μηχανισμού του κράτους και του συστήματος διακυβέρνησης είναι ακόμη πιο σοβαρή λόγω του γεγονότος ότι όχι μόνο πραγματώνεται μέσα σε μια εξωφρενική βραδύτητα της νομοθετικής διαδικασίας, ακριβώς σε μια στιγμή κατά την οποίαν η ταχύτητα της νομοθετικής παρέμβασης είναι απαραίτητη προϋπόθεση για τη λειτουργία του ίδιου του συστήματος, αλλά και μέσα σε μια προοδευτική πολιτική και οικονομική παράλυση του κράτους και των δημόσιων φορέων λόγω της επιπλοκής και της βραδύτητας της γραφειοκρατικής διαδικασίας, παράλυση που βαρύνει σοβαρά επί της κανονικής οικονομικής ανάπτυξης των επιχειρήσεων, είτε είναι ιδιωτικές ή δημόσιες. Τέλος, πρέπει να υπολογίσουμε πως υπάρχει έντονη δυσαρέσκεια στις υψηλές στρατιωτικές σφαίρες λόγω της αβεβαιότητας της στρατιωτικής πολιτικής της ιταλικής κυβέρνησης και της ανεπάρκειας των πιστώσεων του υπουργείου άμυνας. Είναι αδιαμφισβήτητο ότι, σύμφωνα με την αριστερά, αυτή η «απαξίωση» δεν μπορεί και δεν πρέπει να αποφευχθεί με τη δημιουργία μιας νέας, σύγχρονης και διεθνούς μορφής φασισμού στην Ιταλία: αυτή είναι μάλλον εγγενής στο σύστημα και ως εκ τούτου μπορεί να λυθεί μόνο με την εξάλειψη του κακού στη ρίζα του. Σήμερα για τη μεγάλη βιομηχανία και για τον διεθνή ιμπεριαλισμό, το σημερινό πολιτικό σύστημα, ανεξάρτητα από την κακή διαχείριση που έχει κάνει η χριστιανοδημοκρατία- DC, και από τα όρια, που ουσιαστικά είναι ταξικά, του Συντάγματος επί του οποίου βασίζεται, αποτελεί έναν στόχο εμπόδιο στην ανάπτυξη του καπιταλισμού με αποικιοκρατικό στυλ που αναμένεται στην Ιταλία τα επόμενα χρόνια.      b) Η διαφαινόμενη – σε διεθνή κλίμακα – σοβαρή οικονομική κρίση που προκλήθηκε από τη συνύπαρξη δύο φαινομένων στις Ηνωμένες Πολιτείες. Από ένα προοδευτικό και γρήγορο πληθωρισμό και, ταυτόχρονα, από την εφαρμογή αντιπληθωριστικών μέτρων που καθορίζουν μια σχετική παράλυση και την ανακοπή της εξέλιξης της παραγωγικής διαδικασίας. Τα συμπτώματα αυτής της κρίσης είναι ήδη εμφανή στη διεθνή χρηματοπιστωτική αγορά που κυριαρχείται από την κρίση του δολαρίου. Μέσα σε αυτή την κατάσταση, η βιομηχανία δεν θέλει, προφανώς, να βρεθεί ανάμεσα στον άκμονα (δηλαδή, την ορμητική και γενικευμένη ανάπτυξη των εργατικών διεκδικήσεων που ανά πάσα στιγμή θα μπορούσαν να υπερπηδήσουν το καθαρά συνδικαλιστικό όριο για να αναλάβουν έναν πιο ξεκάθαρο πολιτικό χαρακτηρισμό) και την σφύρα που αντιπροσωπεύει, για μια χώρα που εξάγει το 25% του ακαθάριστου εθνικού της προϊόντος, μια οικονομική κρίση των Ηνωμένων Πολιτειών και των συνακόλουθων συνεπειών που θα είχε αυτή στο διεθνές εμπόριο.        c) Η αναζήτηση ενός τμήματος της D.C. και των σοσιαλιστών P.S.I. μιας νέας «πλειοψηφίας» που να περιλαμβάνει, άμεσα ή έμμεσα, το PCI, παραβιάζει συγκεκριμένες διεθνείς δεσμεύσεις που έχουν αναληφθεί στο πλαίσιο του ατλαντικού Συμφώνου και του ΝΑΤΟ, οπότε απαιτείται (όπως συνέβη στην Ελλάδα) ένα προληπτικό πραξικόπημα ή μια αυταρχική δεξιά στροφή.

Σχετική εικόνα
d) Τέλος, η αδυναμία να συγκρατηθούν με τις δυνάμεις και τους νόμους που είναι επί του παρόντος διαθέσιμες οι εργατικές, αγροτικές και φοιτητικές αξιώσεις και η δράση των πολιτικών ομάδων της άκρας αριστεράς. Αυτές οι αξιώσεις και οι αναταραχές όχι μόνο τείνουν να αλλάζουν την κατανομή του εισοδήματος μέσω των μισθολογικών αυξήσεων αλλά επηρεάζουν την ίδια την παραγωγικότητα των εργοστασίων τη στιγμή που ζητείται η αποδέσμευση των μισθών από την παραγωγικότητα, η μείωση των σφαγιαστικών ρυθμών εργασίας και η εβδομάδα των 40 ωρών. Υπό την έννοια αυτή, συμπτωματική είναι η άρνηση της Fiat να διαπραγματευτεί αυτά τα προβλήματα, η αδυναμία, παρά τη συνενοχή των ηγεσιών των συνδικάτων, να συγκρατηθούν αυτές οι διεκδικήσεις, και η συνεπακόλουθη στροφή προς τα δεξιά του μεγάλου μονοπωλίου του Τορίνο. Σε όσους αναρωτιούνται τι συμφέρον θα είχαν οι μεγάλες ιταλικές μονοπωλιακές ομάδες για μιαν αυταρχική στροφή προς τα δεξιά, απλά να θυμίσουμε τη φύση των εργατικών διεκδικήσεων που, επηρεάζοντας την παραγωγικότητα, «χτυπούν ακριβώς τις εταιρείες με υψηλότερο πάγιο κεφάλαιο«.                      
Συμπερασματικά: σε μια εποχή όπως η παρούσα που αντιμετωπίζει το φάσμα και την απειλή μιας διεθνούς χρηματοπιστωτικής και οικονομικής κρίσης, η ιταλική καπιταλιστική ανάπτυξη βρίσκει ένα εμπόδιο στην ανάπτυξή της τόσο στις υπερδομές του συστήματος όσο και στις διεκδικήσεις των εργατών. Η προσφυγή στο πραξικόπημα ή μια αυταρχική στροφή στα δεξιά θα ήταν συνεπώς εντελώς σύμφωνη με τις ανάγκες του συστήματος και την ανάγκη του να λύσει, για δικό του όφελος έστω και προσωρινά, τις πιο οξείες αντιφάσεις της στιγμής. Ευνοεί αυτό το σχέδιο και αυτές τις φιλοδοξίες η κολακευτική προοπτική να επιτευχθεί μια σημαντική επιτυχία.Αυτή η ελπίδα των δεξιών δυνάμεων υποστηρίζεται από την έλλειψη μιας επαναστατικής στρατηγικής στις καταπιεζόμενες και εκμεταλλευόμενες τάξεις, και στην ίδια την πολιτική του PCI, το οποίο έχει στρατευτεί στην αναζήτηση μιας «νέας (εφήμερης) πλειοψηφίας» και είναι διατεθειμένο, προκειμένου να επιτύχει αυτό τον στόχο, να αγνοήσει όχι μόνο την ουσιαστική αδυναμία της τρέχουσας ή της μελλοντικής κυβερνητικής δομής, αλλά ακόμη και τις ήδη προφανείς ύποπτες μανούβρες, τις συνωμοσίες και τους ελιγμούς εκείνων που προετοιμάζουν την δεξιά στροφή. Το PCI, προς το οποίο οι μάζες συχνά κοιτούν κάτω από την ώθηση μιας επαναστατικής παράδοσης ως ασφαλή οδηγό, εξακολουθεί να παραμελεί, και δεν έχει σημασία αν σκόπιμα ή όχι, να δημιουργήσει μια σωστή ανάλυση της κατάστασης και να αποκομίσει τα συνεπή συμπεράσματα.
Αποτέλεσμα εικόνας για gap giangiacomo feltrinelli
Η ιστορία μας διδάσκει ότι δεν είναι με την συγκατάθεση ή αποφεύγοντας έναν αγώνα, που μοιάζει πλέον αναπόφευκτος, που αποτρέπουμε την αντιπαράθεση, την σύγκρουση: το μόνο αποτέλεσμα είναι ότι φθάνουμε εκεί απροετοίμαστοι. Μετά υπάρχουν και άλλα γενικά συμπτώματα της προσέγγισης ενός πραξικοπήματος ή μιας αυταρχικής ριζικής στροφής προς τα δεξιά. Συγκρίνοντας τις εμπειρίες των χωρών στις οποίες υπήρξαν πρόσφατα πραξικοπήματα ή αντιδραστικοί κλυδωνισμοί, ανατροπές, σημειώνουμε, γενικά, τις ακόλουθες «σταθερές»: 1) το σφυροκόπημα καταγγελιών περί αναρχίας στην οποία θα έπεφτε η χώρα και η βιομηχανική παραγωγή εξαιτίας της αναταραχής και των απαιτήσεων της εργασίας · 2) η γενικευμένη, εκτεταμένη καταγγελία της κρατικής κρίσης της ανεπάρκειας των κομμάτων, και της αχαλίνωτης διαφθοράς σε όλους τους τομείς της δημόσιας ζωής · 3) το ξέσπασμα ενός σκανδάλου που περιβάλει έναν βουλευτή του δημοκρατικού κέντρου ή ανώτερους υπαλλήλους του κρατικού μηχανισμού · 4) τη σύλληψη προσωπικοτήτων από τον κόσμο του πολιτισμού και της αριστερής εκδοτικής δραστηριότητας (δημοσιογράφοι, εκδότες) · 5) η ταυτόχρονη καταδίκη και σύλληψη εκατοντάδων ανθρώπων που κατά τη διάρκεια των προηγούμενων αναταραχών που σημειώθηκαν σε διαφορετικές εποχές, διακρίθηκαν για πολιτική μαχητικότητα. 6) η σύλληψη εκπροσώπων συνδικαλιστικών οργανώσεων, 7) η εντατικοποίηση των επιθέσεων εκ μέρους ακροδεξιών ομάδων εναντίον αριστερών οργανώσεων και προσωπικοτήτων 8) η διάλυση του κοινοβουλίου, αφού ορισμένοι τομείς του κοινοβουλευτικού κόσμου αρνήθηκαν να σεβαστούν την επίσημη κοινοβουλευτική εντολή. »Θα πρέπει να σημειωθεί, εν τω μεταξύ, ότι σήμερα στην Ιταλία αυτών των συμπτωμάτων, αυτών των γεγονότων, πολλά έχουν ήδη εμφανιστεί ή είναι σε πλήρη εκδήλωση, ενώ άλλα, και συγκεκριμένα η διάλυση του κοινοβουλίου, επαναλαμβάνονται ρητά στις συζητήσεις και στις φήμες που κυκλοφορούν στους επίσημους κύκλους«.
Αποτέλεσμα εικόνας για gap giangiacomo feltrinelli
αυτονομία, autonomia

Κεφάλαιο 8. ΕΝΟΠΛΗ ΠΑΛΗ ΚΑΙ ΕΡΓΑΤΙΚΗ ΑΥΤΟΝΟΜΙΑ.

ΟΙ ΠΙΘΑΝΕΣ ΡΙΖΕΣ ΤΗΣ «ΕΝΟΠΛΗΣ ΤΑΣΗΣ».

Το 1976 έγραφε ένας άγνωστος συντάκτης στην «manchette» στο κάλυμμα του βιβλίου «ερυθρές Ταξιαρχίες»: «Έτσι η φρίκη για τις ερυθρές Ταξιαρχίες επικύρωσε την προσπάθεια να ποινικοποιηθεί η ριζοσπαστική διαφωνία, ευνόησε στην Ιταλία, επάνω στο γερμανικό παράδειγμα, να ξεκινήσει μια αυστηρή κατασταλτική νομοθεσία και να ακυρωθεί κάθε διάκριση μεταξύ πρόληψης και καταστολής […] » και επιπλέον:» Το βιβλίο της κόκκινης Βοήθειας είναι μια ειλικρινής απόπειρα (ανάγνωσης) προς αυτή την κατεύθυνση (για να ανοικοδομήσει μια υπόθεση μέσα στις πραγματικές της διαστάσεις]. Η δημοσίευση αυτού του βιβλίου, σε αυτή τη συγκεκριμένη χρονική στιγμή, θέλει ακριβώς να προσφέρει στο κοινό εκείνη την υπηρεσία που άλλοι δεν την έχουν παράσχει και που θα έπρεπε να είναι αντιθέτως χαρακτηριστική σε έναν σύγχρονο εκδότη  (1).

Σχετική εικόνα

Με ακόμη πιο ακριβή τρόπο, ο συντάκτης διευκρινίζει τις σκέψεις του στο εσωτερικό σημείωμα. Όλες οι κατηγορίες περί «προβοκατόρων και κατασκόπων» που απευθύνονται στις ερυθρές Ταξιαρχίες απορρίπτονται, αναγνωρίζοντας σε αυτούς πως αγωνίζονταν για «έναν σκοπό που στοίχειωσε ολόκληρες γενιές στρατευμένων αγωνιστών». Χτίζεται μια σύντομη ανάλυση (υποστηριζόμενη από τον Francesco Ciafaloni στα «Quaderni Piacentini») σχετικά με την προέλευση του προβλήματος:»κατά τα έτη 1969-72 (ακόμη και πέραν αυτών), ένα μη μειοψηφικό κομμάτι των νέων, πρωταγωνιστών των αγώνων στα εργοστάσια και στο σχολείο […] έθεσε τη ζωή του σε λειτουργία ριζικής μεταμόρφωσης βραχυπρόθεσμα […] «αλλά στη συνέχεια» […] δεν λειτούργησε μια συνειδητή, αιτιολογημένη, ορθολογική μετάβαση από την παλιά θέση στη νέα, η οποία θα επέτρεπε την συνεπή διατήρηση μέρους της ψυχολογικής και ιδεολογικής φόρτισης που ήταν παρούσα σε μαζικό επίπεδο. Οι περισσότεροι εγκατέλειψαν, επέστρεψαν στη κανονικότητα. Απλώς ανακάλυψαν ότι η πολιτική κοστίζει και συνειδητοποίησαν πως δεν είναι πρόθυμοι να πληρώσουν το τίμημα. Άλλοι αποδέχτηκαν την πρακτική της διπλής αλήθειας. Άλλοι αποφάσισαν να επιλέξουν τις ακραίες συνέπειες […]» (2).

Αποτέλεσμα εικόνας για lotta armata, italia, anni '70

Αυτά τα λόγια γράφονταν μέσα στην οξεία φάση της αποσύνθεσης των εξωκοινοβουλευτικών ομάδων, παρουσία μιας τεράστιας και αυταρχικής αναδιάρθρωσης στα εργοστάσια (cassa integrazione [οικονομική συνδρομή μέσω αμοιβής σε περίπτωση αναστολής ή μείωσης της εργατικής δραστηριότητας], «πολιτικές» απολύσεις κλπ.) και ενώ η κυβέρνηση και το κοινοβούλιο άρχιζαν να επεξεργάζονται εκείνη την νομοθετικά αυταρχική στροφή που θα είχε περάσει στην ιστορία με τον χαρακτηρισμό της «περιόδου έκτακτης ανάγκης». Το βιβλίο για τις Κόκκινες Ταξιαρχίες εξαντλήθηκε γρήγορα και δεν επανεκδόθηκε ποτέ. Παραμένει – μαζί με το «Ποτέ ξανά χωρίς τουφέκι, «Mai più senza fucile» του Alessandro Silj – μια από τις σπάνιες προσπάθειες μη παραποίησης, όταν δεν είναι δυσφημιστικές, να προχωρήσουμε στην προέλευση του φαινομένου του ένοπλου αγώνα στην Ιταλία. Το πρόβλημα των ερυθρών Ταξιαρχιών και των παράνομων ένοπλων και βίαιων ενεργειών κατά τα προηγούμενα χρόνια συνέχισε να αποτελεί αντικείμενο συζήτησης Το κλίμα προβοκάτσιας που προκάλεσε η «στρατηγική της έντασης» που διαχειρίστηκε το κράτος είχε δημιουργήσει τάξεις διετρολόγων-συνωμοσιολόγων όχι μόνο στον αστικό Τύπο, αλλά και σε εκείνον του κινήματος.

Το «B.C.D.» (Δελτίο δημοκρατικής αντιπληροφόρησης), που είχε ταχθεί δίπλα στο κίνημα, δεν είχε ποτέ παύσει να κατηγορεί τις ερυθρές Ταξιαρχίες ότι ήταν «προβοκάτορες πράκτορες» και η ίδια η εφημερίδα «il manifesto» είχε για χρόνια μεταφέρει τα νέα για τις BR αποκαλώντας τες «οι υποτιθέμενες» ή «οι αυτοαποκαλούμενες «, »oι λεγόμενες», υποστηρίζοντας εκ των πραγμάτων τη συνενοχή τους με σκοτεινές δυνάμεις του κράτους. Στην πραγματικότητα, όταν εμφανίστηκαν, οι ερυθρές Ταξιαρχίες ήταν πολύ λιγότερο «σκοτεινές» από ό, τι φαντάζονταν. Θα μπορούσε να ειπωθεί ότι κατά την εμφάνισή τους ήταν ένα απολύτως επιτυχημένο παράδειγμα της κινηματικής θεωρίας του «να είναι ξεκάθαρες για το κίνημα και ασαφείς για την εξουσία, σκοτεινές». Οι πρώτες ενέργειες των ερυθρών Ταξιαρχιών αναπτύσσονται μέσα στα εργοστάσια και ειδικότερα στην Sit-Siemens και στην Pirelli στο Μιλάνο. Δεν έχουν μεγάλη απήχηση στην αρχή, διότι μπερδεύονται με παρόμοιες ενέργειες που αναπτύσσονται από άλλες πολιτικές δυνάμεις ή από αυθόρμητες αντιδράσεις των εργατών. Πρέπει να τονιστεί ότι τόσο κατά τη διάρκεια του «Καυτού Φθινοπώρου» όσο και στη διάρκεια του επόμενου 1970 η πρακτική του σαμποτάζ, το ξυλοφόρτωμα των επιστατών, η καταστροφή των αυτοκινήτων των διαχειριστών και των αρχηγών, η χρήση μιας εσωτερικής αντιεξουσίας, έχουν πλέον γίνει διαδεδομένες και συνηθισμένες πρακτικές.

Αποτέλεσμα εικόνας για Autunno caldo, anni '60-'70

Έτσι έγραφε η δεκαπενθήμερη «Lotta Continua» μεταφέροντας το κλίμα των εργοστασίων: «Μετά από κάθε δράση, πορεία, αποκλεισμό εμπορευμάτων […] κάθε τμήμα μετατρέπεται σε προλεταριακό δικαστήριο: όσους μπορούσαν αλλά δεν είχαν συμμετάσχει (στις δράσεις) τους διώχνουν από το εργοστάσιο. Ένα σημαντικό παράδειγμα:σε ένα τομέα του εργοστασίου μάθαμε ότι 7 εργάστηκαν την κυριακή, 4 εργάτες και 3 επικεφαλής. Συζητάμε και οι «απεργοσπάστες» » παύονται» για 2 ημέρες (οι εργάτες) και για 3 ημέρες οι επικεφαλής, 3 ημέρες: επειδή είναι επικεφαλής και επειδή κατά τη διάρκεια της συζήτησης ένας από αυτούς δεν σεβάστηκε τους εργάτες λέγοντας ότι τους είχε γραμμένους […] Δεν είναι απλώς θέμα υπεράσπισης της ενότητας: οι εργάτες μαθαίνουν να ασκούν δύναμη-εξουσία και να απολαμβάνουν την ευχαρίστηση » (3).Και σε μια ατμόσφαιρα αυτού του τύπου τοποθετούνται οι πρώτες ενέργειες των ερυθρών Ταξιαρχιών Η πρώτη δράση που υπογράφηκε με το σύμβολο του πεντάκτινου αστεριού και την γραφή ερυθρές Ταξιαρχίες είναι της 17ης σεπτεμβρίου 1970 και συνίσταται στην πυρπόληση του αυτοκινήτου του leader της SitSiemens Leoni, δεν συνοδεύεται από φυλλάδιο, το βράδυ όμως αφήνεται γραπτό μήνυμα στον υαλοκαθαριστήρα της Ferrari του μηχανικού Giorgio Villa της Sit-Siemens.

Αποτέλεσμα εικόνας για brigate rosse, prime azioni

Ο τόνος είναι ανάμεσα στο ειρωνικό και το απειλητικό: «Πόσο καιρό θα διαρκέσει η Ferrarina! μέχρι να αποφασίσουμε εμείς ότι είναι καιρός να τελειώνουμε με τους teppisti, τους αλήτες. BRIGATE ROSSE» (4) Πριν από αυτές τις «παραδειγματικές» ενέργειες οι κόκκινες Ταξιαρχίες είχαν πραγματοποιήσει, μπροστά σε αμήχανους και περίεργους ακροατές, μια ιπτάμενη δημόσια ομιλία στη μιλανέζικη εργατική γειτονιά του Lorenteggio, και είχαν πετάξει φυλλάδια μπροστά από τη Sit-Siemens. Στις 20 οκτωβρίου 1970, σε ένα φύλλο αγώνα της «Sinistra Proletaria», »Προλεταριακής Αριστεράς» δίδεται η είδηση της εμφάνισης στην πολιτική σκηνή των ερυθρών Ταξιαρχιών με αυτό τον τρόπο: L’autunno rosso è già cominciato.»Το φθινόπωρο που έχουμε μπροστά μας παρουσιάζεται […] σαν μια ημερομηνία αποφασιστικού αγώνα μέσα στη σύγκρουση εξουσίας […] Ενάντια στα θεσμικά όργανα που διαχειρίζονται την εκμετάλλευσή μας, ενάντια στους νόμους και τη δικαιοσύνη των αφεντικών, η πιο αποφασισμένη και συνειδητή πλευρά του αγωνιζόμενου προλεταριάτου έχει ήδη αρχίσει να μάχεται για να οικοδομήσει μια νέα νομιμότητα, μια νέα εξουσία. Για να χτίσουμε την οργάνωσή του. Υπάρχουν παραδείγματα: η «απαγωγή» και η «δημόσια διαπόμπευση» που έθεσαν σε εφαρμογή στο Τρέντο οι εργάτες της Ignis εναντίον των προβοκατόρων φασιστών που είχαν προμελετημένα μαχαιρώσει δύο από αυτούς. «η κατάληψη και η υπεράσπιση κατειλημμένων κατοικιών», σαν μοναδικός τρόπος να έχουμε επιτέλους ένα σπίτι […], «Η εμφάνιση αυτόνομων εργατικών οργανώσεων (ερυθρές Ταξιαρχίες) που υποδεικνύουν τις πρώτες στιγμές προλεταριακής αυτοοργάνωσης για να πολεμήσουμε τα αφεντικά και τους υπηρέτες τους στο έδαφός τους »στα ίσα», με τα ίδια μέσα που χρησιμοποιούν εναντίον της εργατικής τάξης: άμεσα, επιλεκτικά, καλυμένοι όπως στη Siemens. ΝΑ ΟΡΓΑΝΩΣΟΥΜΕ ΤΗΝ ΑΝΤΙΣΤΑΣΗ ΤΩΝ ΛΑΙΚΩΝ ΜΑΖΩΝ …

Αποτέλεσμα εικόνας για sinistra proletaria anni 70

«Ήρθε η ώρα να οργανωθούμε στη γραμμή φωτιάς για να ριζώσουμε μέσα στους αγώνες τα περιεχόμενα της νέας επαναστατικής πρακτικής: τη στρατηγική του αντάρτικου του λαού. Είναι ο καιρός να προχωρήσουμε στη γενική σύγκρουση για: – να ριζώσουμε στις προλεταριακές μάζες σε αγώνα την αρχή «δεν έχουμε πολιτική εξουσία εάν δεν έχουμε στρατιωτική δύναμη-εξουσία» . – να εκπαιδεύσουμε μέσω της «παρτιζάνικης Δράσης» την προλεταριακή και επαναστατική αριστερά στην αντίσταση, στον ένοπλο αγώνα, – να αποκαλύψουμε την καταπιεστική και κατασταλτική δομή της εξουσίας και τους μηχανισμούς αποδιοργάνωσης της ενότητας της τάξης.» (5).

Αποτέλεσμα εικόνας για collettivo politico metropolitano

Αλλά τι είναι η «Προλεταριακή Αριστερά»; Πρόκειται για ένα περιοδικό του οποίου βγαίνουν δυο νούμερα κατά τη διάρκεια του 1970. Προηγουμένως, όμως, είχαν βγει διάφορα «Φύλλα αγώνα της προλεταριακής αριστεράς», τα οποία μετέφεραν τη διατύπωση «σε επεξεργασία του C.P.M. (πολιτική μητροπολιτική Κολεκτίβα)». Όπως έχουμε ήδη δει το C.P.M. ήταν το οργανωτικό αποτέλεσμα της συζήτησης που είχε επενδύσει τον χώρο των Cub (ενωτικές Επιτροπές βάσης, Comitati unitari di base) στο Μιλάνο στη διάρκεια του 1968 και του 1969. Ο οργανισμός γεννήθηκε για να επεκτείνει τη δράση του από το εργοστάσιο στο κοινωνικό, για να ξεπεράσει τις εγγενείς αντιφάσεις στον διαχωρισμό μεταξύ του κόσμου των εργοστασιακών αγώνων και εκείνου των κοινωνικών και φοιτητικών.Σε ένα έγγραφο του CPM (ιανουάριος 1970) συνοψίζεται με αυτό τον τρόπο η ανάγκη για νέες οργανωτικές μορφές:

Collettivo-documenti-collettivo-lotta-sociale-9332ddab-ac82-4175-86da-00a6c750cbe9

«Πρέπει σήμερα να θέσουμε το πρόβλημα συγκεκριμένα. Ποιο επίπεδο οργάνωσης είναι σήμερα δυνατό και απαραίτητο; […] »Cub, GDS, Φοιτητικά κινήματα της έδρας κλπ. είχαν μια λειτουργία: να είναι τα εργαλεία της αναγέννησης του αυτόνομου κινήματος του προλεταριάτου, μέσα από αυτοπροσδιοριζόμενους αγώνες και αυτοδιαχειριζόμενους. Η πολιτική σφαίρα αυτού του αγώνα τοποθετήθηκε θεμελιωδώς στο σχολείο και στο εργοστάσιο, δηλαδή εντός των θεσμών […] .Τη στιγμή κατά την οποία οι αγώνες γενικεύθηκαν, και στην οποία πολλά από τα πολιτικά περιεχόμενα της αυτονομίας είχαν κατοχυρωθεί […] το εσωτερικό τομεακό οργανωτικό εργαλείο δεν έχει πλέον μια πραγματική πολιτική λειτουργία και ορθώς έχει υπερκεραστεί από τους ίδιους αγώνες που έχει δημιουργήσει.

Σχετική εικόνα

«Η ανάπτυξη της προλεταριακής αυτονομίας σήμερα σημαίνει να ξεπεραστούν οι τομεακοί αγώνες και οι τομεακοί οργανισμοί. Η υπέρβαση αυτή μπορεί να επιτευχθεί μόνο μέσα από τον αγώνα ενάντια στις »συντηρητικές» τάσεις που υπάρχουν μέσα στο κίνημα, οι οποίες συγχέουν την αυτονομία, με το πρώτο επίπεδο της οργανωμένης έκφρασης της: ακριβώς τα Cub, GDS, MS » (6). Η διαμάχη που ξέσπασε μέσα στα Cub μεταξύ της «μαζικής γραμμής» και της «κομματικής γραμμής», ουσιαστικά μεταξύ της τάσης της βάσης και της προσπάθειας της Avanguardia operaia να φέρει εκ νέου τον ρόλο των Cub μέσα σε μια οργανωτική δομή κομματική, υπάρχει εδώ με συγκεκριμένο τρόπο και διευκρινίζεται ακόμη περισσότερο στη συνέχεια του εγγράφου:

Σχετική εικόνα

«Η κοινωνική διάσταση του αγώνα απαιτεί οργανισμούς βάσης σε κοινωνικό επίπεδο […] Δεν είναι λοιπόν το ότι πρέπει να κάνουμε ένα άλμα από μια οργάνωση βάσης σε μια οργάνωση κορυφής […] αλλά να οικοδομήσουμε οργανισμούς πολιτικά ομοιογενείς για να παρέμβουμε στον μητροπολιτικό κοινωνικό αγώνα.» Η υπερνίκηση του εργατισμού και του studentismo […] δεν μπορεί να επιτευχθεί μέσω της αυθόρμητης, σποραδικής και απολιτικής ένωσης των εργατών και των σπουδαστών […], αλλά μέσω της δημιουργίας οργανωτικών πυρήνων που να τεθούν σε επίπεδο των συνολικών κοινωνικών προβλημάτων» (7).
Το C.P.M. γρήγορα γίνεται – κυρίως στο Μιλάνο – ένας μαζικός οργανισμός που βρίσκεται σε δεκάδες εργοστάσια και σχολεία. Ειδικότερα τον βλέπουν με αυξανόμενη συμπάθεια και ενδιαφέρον από τον χώρο των αγωνιστών της εργατικής Εξουσίας που σε αυτόν, παρά τις διαφορές, εντοπίζουν ένα παράδειγμα πραγματοποίησης ενός οργανισμού της εργατικής αυτονομίας. Το έγγραφο που αναφέρθηκε είναι το προϊόν μιας διάσκεψης που το C.P.M. είχε οργανώσει στο Chiavari στα τέλη του 1969, μέσα στην ηχώ της κρατικής σφαγής. Στο επίκεντρο του συνεδρίου υπήρξαν τα θέματα της οργάνωσης, της πολιτικής γραμμής και της βίας. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι στην επεξεργασία και στις επιλογές είχαν τεράστια επίδραση τόσο το κλίμα της σκληρότατης κρατικής καταστολής που αναπτύχθηκε στη διάρκεια του 1969, όσο και η εντύπωση που προκάλεσε η αυθόρμητη και μαζική «βία» που άσκησαν οι εργάτες κατά τη διάρκεια του «καυτού Φθινοπώρου», όπως τέλος και η ανάλυση της στρατηγικής που είχαν εφαρμόσει οι δύο κύριες πολιτικές ομάδες (Lotta continua και Potere operaio) κατά τη διάρκεια των αγώνων.
Αποτέλεσμα εικόνας για lotta continua anni '70
Το CPM, το οποίο έχει μέσα του τον Renato Curcio και άλλους αγωνιστές που προέρχονται από την εμπειρία του αρνητικού Πανεπιστημίου του Trento, ενσωματώνει ένα μέρος της έννοιας της μακροχρόνιας πάλης που θεωρήθηκε ήδη στην εμπειρία του Trentino για να επικρίνει τις θέσεις της Συνεχούς πάλης και εργατικής Εξουσίας: «Στην ταξική πάλη διακρίνονται τρία στοιχεία: οι στόχοι, οι μορφές αγώνα, η οργάνωση. Η εργατική τάξη έχει ως καθήκον να ριζοσπαστικοποιεί τον αγώνα στους ενοποιημένους στόχους, αλλά η οργάνωση είναι το αποτέλεσμα των αγώνων […] «Ο αγώνας θεωρείται επομένως προχωρημένος ή καθυστερημένος στο βαθμό που εκφράζει ενοποιημένους στόχους και ριζοσπαστικές μορφές. Η οργάνωση αναδύεται αργότερα, ως απαίτηση να »διαφυλάξει» τα αποτελέσματα που επιτεύχθηκαν κατά τη διάρκεια του αγώνα, σε επίπεδο συνείδησης. […].
Σχετική εικόνα
«Η υπόθεση είναι λοιπόν εκείνη ενός μακροχρόνιου « πολέμου θέσεων », κατά τη διάρκεια του οποίου η εργατική τάξη ενισχύεται στο βαθμό κατά τον οποίον οργανώνεται». Οι αναλυόμενες θέσεις ανήκουν, αν και με διαφορετικό τρόπο, στον συνεχή Αγώνα και στην εργατική Εξουσία. . Και για τις δύο οργανώσεις η αυτονομία είναι η προϋπόθεση για τον ίδιο τον αγώνα. Η αυτονομία νοείται ως «ανεξαρτησία» από το συνδικάτο και το κόμμα […]. «Επομένως, η ανάπτυξη της αυτονομίας νοείται ως μια οργανωτική εξέλιξη που πρέπει να τεθεί ενάντια στις παραδοσιακές οργανώσεις. Θεωρούμε εμείς ότι αυτή η αντίληψη της αυτονομίας είναι περιοριστική και επιφανειακή, η οποία, με τον τρόπο αυτό, γίνεται μοναχά το μέσο και η προϋπόθεση για την ανάπτυξη των αγώνων […]. Στο εργατικό κίνημα μέσα υπάρχουν δύο θεμελιώδεις στάσεις και συμπεριφορές σε σχέση με τους αυτόνομους μαζικούς αγώνες του 1968-69: – εκείνων που δεν καταλαβαίνουν την πτυχή της ρήξης και προσπαθούν να ανακτήσουν και να αξιοποιήσουν τις δυνατότητες-δυναμικές τους με σκοπό ένα είδος «πολιτικής αποκατάστασης», – εκείνων οι οποίοι, παρόλο που προέρχεται από διάφορες καταγωγές και τάσεις, έχουν καταλάβει ότι η προλεταριακή αυτονομία είναι το κομβικό σημείο από το οποίο πρέπει να ξεκινήσουν για την μελλοντική πολιτική δουλειά[…].«Εμείς, που το πεδίο δράσης μας- ο σκοπός μας τοποθετείται σε αυτό το σημείο, πιστεύουμε ότι αυτή είναι η μοναδική καρποφόρος θέση, η μόνη ικανή να αναπτύξει τον επαναστατικό αγώνα στην ευρωπαϊκή μητρόπολη. «Διότι περί αυτού πρόκειται. Όχι τόσο να νικήσουμε αμέσως και να κατακτήσουμε τα πάντα ( τα ελαφριά συνθήματα των μαθητευομένων χειραγωγών), αλλά να αναπτυχθούμε μέσα σε μια μακρόχρονη πάλη, χρησιμοποιώντας τα ίδια ισχυρά εμπόδια που το κίνημα συναντά στο δρόμο του για να κάνουμε ένα άλμα από αυθόρμητο μαζικό κίνημα σε οργανωμένο επαναστατικό κίνημα» (8).
Αποτέλεσμα εικόνας για lotta continua anni '70
Το C.P.M. κατά τη διάρκεια του 1970 εξοπλίζεται με ένα εργαλείο πληροφόρησης και σύνδεσης μεταξύ αγώνων και καταστάσεων που ονομάζονταν «Sinistra Proletaria». Οδηγεί και στηρίζει με τα αρχικά αυτά πολλούς εργοστασιακούς αγώνες και μερικές μεγάλες καταλήψεις σπιτιών στην γειτονιά Gallaratese και στην οδό Mac Mahon στο Μιλάνο και αργότερα θα ξεκινήσει την εκστρατεία των αγώνων στα μέσα μεταφοράς με τα συνθήματα «να πάρουμε τις μεταφορές» ή «τη μεταφορά την παίρνουμε τη συνδρομή δεν την πληρώνουμε».
Αποτέλεσμα εικόνας για collettivo politico metropolitano
Στο μέτρο και στο νόημα αυτά τα συνθήματα επαναλαμβάνουν την εκστρατεία της Lotta continua – στην οποία ενώθηκε η «Sinistra Proletaria» – του «να πάρουμε την πόλη» ή «το σπίτι το παίρνουμε και το νοίκι δεν πληρώνουμε». Το C.P.M. εκτελεί επίσης μια συστηματική δράση παρέμβασης στην κατηγορία των τεχνικών και των φοιτητών που εργάζονται, προσδιορίζοντας έτσι ένα από τα πιο σημαντικά σκέλη για την κατανόηση της επέκτασης των αγώνων στο εργοστάσιο και στον κοινωνικό τομέα. Το ζήτημα των «τεχνικών» είχε ήδη τεθεί με δύναμη και εξυπνάδα από τους αγωνιστές και από τους διανοούμενους εργατιστές.
Στο Μιλάνο, τον νοέμβριο του 1968, πραγματοποιήθηκε μια μεγάλη εθνική διάσκεψη των τεχνικο-επιστημονικών πανεπιστημιακών σχολών που βρίσκονταν σε αγώνα, η οποία είχε παράξει σημαντικές αναλύσεις σχετικά με την τεχνολογική αναδιάρθρωση που βρίσκονταν σε εξέλιξη και για τα καθήκοντα που ο νεοκαπιταλισμός ανέθετε στους τεχνικούς, και στην κατάρτιση των τεχνικών από το σχολείο και το πανεπιστήμιο. Σε μια μακρά έκθεση που παρουσίασε ο Franco Piperno της εργατικής Εξουσίας, αναλύεται, μεταξύ άλλων, το πρόβλημα της σχέσης μεταξύ της πυρηνικής «σχάσης» και της «σύντηξης», προβλέποντας-προκαταβάλλοντας αναλύσεις που θα γίνουν «της μόδας» χρόνια και χρόνια αργότερα. Αλλά δεν είναι μόνο η επαναστατική τεχνικο-επιστημονική νοημοσύνη και ικανότητα που καθιστούν τη διαδρομή των τεχνικών σημαντική, είναι πάνω απ ‘όλα η θέση στην οποίαν τοποθετούνται μέσα στην τρέχουσα ταξική πάλη. Στο προαναφερθέν έγγραφο, μετά την ανάλυση της δυναμικής της τεχνολογικής καινοτομίας που εφαρμόζει ο νεο-καπιταλισμός στην Ιταλία στους τομείς της πετροχημικής, της πυρηνικής, της αυτοκινητοβιομηχανίας, της αεροναυτικής αεροδιαστημικής, της ηλεκτρονικής και του αυτοματισμού, ο Piperno αναλύει τη νέα λειτουργία του «τεχνικού» στην κοινωνία του ύστερου καπιταλισμού:
«Η θεμελίωση αυτού του κράτους ως κράτος προγραμματιστής συνεπάγεται μια τεράστια επέκταση εκείνων που είναι γενικές υπηρεσίες που εξασφαλίζουν και συντονίζουν τη χρήση των παραγωγικών παραγόντων (έρευνα, σχεδιασμός, μεταφορές, βοήθεια, σχολείο), και την πρόσληψή τους σε δημόσια χέρια ». Από την άλλη πλευρά, η ρύθμιση του κύκλου προϋποθέτει την θεσμική ικανότητα του κράτους να αποκαταστήσει στο επίπεδο της κοινωνικής βίας την ισορροπία δυνάμεων μεταξύ των τάξεων – δηλαδή την κρατική οργάνωση του κοινωνικού κεφαλαίου και ικανή να εκπροσωπείται ως απλά κατασταλτική μηχανή κάθε φορά που η εμφάνιση των εργατικών αγώνων, που επιλύεται σε μια πολιτική επίθεση στην παραγωγική σχέση, επιβάλλει την κρίση ως πεδίο μάχης.«Αυτό το χαρακτηριστικό του ύστερου καπιταλισμού απαιτεί στο επίπεδο της κοινωνικής οργάνωσης, την ενίσχυση και την επέκταση των μη παραγωγικών υπηρεσιών που χρησιμοποιούνται ειδικά για τον έλεγχο της συμπεριφοράς του εργατικού δυναμικού (μηχανισμοί επιτήρησης, καταστολή, χειραγώγηση κλπ.). Ήδη έχουμε παρατηρήσει το πως αυτές οι κινήσεις του κεφαλαίου, που εξετάζονται σχηματικά ανά τομέα, απαιτούν όλες βαθιές τεχνολογικές καινοτομίες μέσα στη διαδικασία εργασίας
Σχετική εικόνα
Από την άποψη της κοινωνικής διαστρωμάτωσης μπορούμε γενικά να πούμε ότι το ‘τεχνολογικό άλμα’ μεταβάλλει τη διανομή του ενεργού πληθυσμού, πυκνώνοντας την γύρω από τους τεχνικούς και υπαλληλικούς ρόλους και αραιώνοντας την γύρω από τις χειρωνακτικές γεωργικές εργασίες ». Επί πλέον: το είδος του καπιταλιστικού περάσματος που περιγράφεται παραπάνω προσελκύει επενδύσεις προς τομείς οι οποίοι διαρθρωτικά χρειάζονται τεχνική εργασία όχι μόνο κατά τη διαδικασία κατασκευής αυτής καθεαυτής, αλλά κατά κύριο λόγο «ανάντη» και «κατάντη» αυτής. «Αυτή είναι μια νέα περίσταση με καταστροφικές συνέπειες. Παραδοσιακά, πράγματι, η ανάπτυξη της ιταλικής βιομηχανίας έχει επικεντρωθεί σε μια τεχνολογία η οποία αν, από μια άποψη άφηνε μεγάλο χώρο στην δεξιότητα του μεμονωμένου χειριστή, στο επάγγελμα – και δηλαδή γενικότερα σε εμπειρικές διαδικασίες επεξεργασμένες άμεσα στην εργασιακή πρακτική (τυπικά παραδείγματα είναι οι σιδηρουργικές βιομηχανίες, κλωστοϋφαντουργικές, του δέρματος κ.λπ.) – από την άλλη πλευρά, παρουσίαζε χαρακτηριστικά μονοτονίας και επανάληψης τέτοια που να απαιτούν, επί πλέον, εργατικό δυναμικό με μια βασική εκπαίδευση και μια ταχεία εξωσχολική προετοιμασία κυρίως σε επαγγελματικά ιδρύματα (από την άποψη αυτή, μπορούμε να αναφερθούμε στην αυτοκινητοβιομηχανία και αυτή των ηλεκτρικών συσκευών].» Αντίστροφα, η καπιταλιστική μετάβαση στην οποία η ιταλική οικονομία αναγκάζεται σήμερα δεν μπορεί να λάβει χώρα χωρίς σημαντικές μακροπρόθεσμες επενδύσεις στην έρευνα, τη μελέτη, το σχεδιασμό και την ανάπτυξη νέου εξοπλισμού. […].» Η σχέση μεταξύ του εργάτη και του υλικού που πρόκειται να μετασχηματιστεί γίνεται ολοένα και περισσότερο με τη μεσολάβηση μιας σειράς επιστημονικών διαδικασιών που αντικειμενικοποιούνται στο αυτόματο μηχάνημα, ενώ παράλληλα η παρουσία των τεχνικών ως ένα επαγγελματικά καταρτισμένο στρώμα του εργατικού δυναμικού γίνεται ολοένα και πιο κυρίαρχη.»Έτσι, κοινωνικές φιγούρες στο περιθώριο της διαδικασίας αξιοποίησης ή ακόμα και με μη παραγωγικές λειτουργίες ελέγχου και πειθαρχίας επί της ζωντανής εργασίας προσελκύουν σήμερα στους εαυτούς τους νέες παραγωγικές σημασίες .Αν ο παραδοσιακός μηχανικός χαρακτηριζόταν από την ανάθεση ορισμένων από τις κύριες λειτουργίες των αφεντικών, ο μηχανικός της σύγχρονης αυτοματοποιημένης μονάδας παραγωγής διαδραματίζει κατά γενικό κανόνα έναν παραγωγικό ρόλο έρευνας, σχεδιασμού, συντονισμού της εργασίας, αν και συχνά εξακολουθεί να κατέχει ορισμένες πειθαρχικές εξουσίες επί του εργατικού δυναμικού με τα χαμηλότερα προσόντα.
Σχετική εικόνα
Προφανώς, αυτή η δήλωση οδηγεί στην εγκατάλειψη της παραδοσιακής και ημιμαρξιανής αναγνώρισης μεταξύ τροποποίησης του υλικού και παραγωγικής εργασίας, και θεμελιώνει, πέρα από τις χειραγωγιστικές διαφορές του εισοδήματος και της ιεραρχίας των προσόντων, μια ουσιαστική ταύτιση μεταξύ των διαφορετικών διαρθρώσεων της εργατικής τάξης. «Αν όντως θεωρήσουμε την παραγωγική δουλειά ως δραστηριότητα που επεξεργάζεται και μεταδίδει πληροφορίες στην πρώτη ύλη επειδή αυτό είναι ένα υλικό, αποθηκεύοντας το, μετατρέπεται σε ένα εμπόρευμα, είμαστε αναγκασμένοι να καταλήξουμε στο συμπέρασμα ότι η παραγωγική εργασία, εκτός από τη φάση της κατασκευής, εκφράζεται στην έρευνα και το σχεδιασμό καθώς και στο συντονισμό και τη διανομή.»Έχουμε λοιπόν το γεγονός πως από τον ορισμό της παραγωγικής εργασίας παραμένουν αποκλεισμένες μόνο οι εργασιακές δραστηριότητες που ασχολούνται αποκλειστικά με τον έλεγχο και την πειθάρχηση της συμπεριφοράς της εργατικής δύναμης.«Αλλά η κατάφαση που αναγνωρίζει τους τεχνικούς ως μια στιγμή στην πολιτική σύνθεση της εργατικής τάξης δεν μπορεί να επαληθευτεί οριστικά από μια ανάλυση της εργασιακής διαδικασίας ή από έναν νέο τρόπο να εξετάζουμε την διαδικασία της αξιοποίησης-επαναξιολόγησης. Η ενσωμάτωση των τεχνικών στην εργατική τάξη έχει σημασία στο βαθμό που είναι οι ίδιοι οι αγώνες που συντονίζονται και συγχωνεύονται.Για αυτό, στην πραγματικότητα, υποδεικνύοντας τους τεχνικούς ως παραγωγικούς εργάτες, διατυπώνουμε μια υπόθεση πολιτικής παρέμβασης που κατευθύνεται στη δυνατότητα να επικοινωνήσουμε σε αυτό το στρώμα ειδικευμένου εργατικού δυναμικού τους ρυθμούς και τους στόχους της εργατικής ανυποταξίας.«Θα δούμε όντως παρακάτω πως εάν οι κινήσεις του κεφαλαίου απαιτούν, για την πρακτική τους εφαρμογή, εκείνη την επιχείρηση της κοινωνικής βίας επί της ζωντανής εργασίας που ονομάζεται «σχολική μεταρρύθμιση», ο αγώνας ενάντια στο σχολείο, κατανοημένος σωστά, επιτυγχάνει στην προσπάθεια να εμπλέξει τους τεχνικούς στην ταξική σύγκρουση που προσεγγίζει τις ημερομηνίες έναρξης των συμβασιακών διαπραγματεύσεων 1969-70, επιτυγχάνοντας έτσι ένα πρώτο βήμα προς την κάθετη πολιτική επανένωση της εργατικής τάξης» (9).Μέρος αυτών των επεξεργασιών επαναλαμβάνονται από την μητροπολιτική πολιτική Κολεκτίβα, κυρίως μετά την εθνική απεργία των τεχνικών στις αρχές του ’69, και για την ισχυρή παρουσία τόσο στο Pirelli Cub όσο και στο G.D.S.Sit-Siemens τεχνικών και υπαλλήλων.
Αποτέλεσμα εικόνας για collettivo politico metropolitano
Είναι και από αυτή τη θεωρητική-πολιτική διαδρομή που σχηματίζεται και η Ομάδα μελέτης της IBM, σε μια εταιρεία η οποία μαζί με την Olivetti είναι ένα από τα πιο προχωρημένα σημεία της τεχνολογικής παραγωγής. Η CPM-Προλεταριακή Αριστερά στη στρατηγική της απόφαση να ενοποιήσει τους αγώνες του εργοστασίου με το κοινωνικό, διαλέγει εκτεταμένες συμμαχίες με την εργατική Εξουσία και με τον συνεχή Αγώνα στο πρόβλημα της στέγασης και των μεταφορών, και επιλέγει, ως δημιουργική συνέπεια της εμπειρίας των Cub – όπου οι φοιτητές έπαιξαν ρόλο σύνδεσης – να παρέμβει συστηματικά στο κύκλωμα των τεχνικών και επαγγελματικών ιδρυμάτων, όπου ο αριθμός των φοιτητών που εργάζονται είναι υψηλότερος και όπου το πρόβλημα της μελλοντικής εργασιακής απασχόλησης στον τομέα των τεχνικών είναι πιο αισθητό. Στο Μιλάνο υπάρχει η υψηλότερη συγκέντρωση εργαζομένων-φοιτητών στην Ιταλία (περίπου 80 χιλιάδες το 1970) .Για τον βιομηχανικό χαρακτήρα της πόλης, οι αναταραχές των φοιτητών-εργαζόμενων δημιουργούν μια φυσική γέφυρα μεταξύ των αγώνων στο σχολείο και εκείνων στο εργοστάσιο. Κατά τους πρώτους μήνες του 1970, το κίνημα και οι αγώνες των φοιτητών-εργαζόμενων κυριαρχούνται σχεδόν εξ ολοκλήρου από το CPM, το οποίο έχει επεξεργαστεί την πληρέστερη θεωρητική ανάλυση της λειτουργίας αυτής της κοινωνικής φιγούρας (10), οργανισμός στον οποίον εισρέουν αγωνιστές από άλλες εμπειρίες (στελέχη του Cub Pirelli, φοιτητές του Trento κ.λπ.) έχει το ισχυρό του σημείο στο τεχνικό ινστιτούτο Feltrinelli, στο οποίο λειτουργεί ηγεμονικά και ως σημείο αναφοράς για άλλες εμπειρίες.
Αποτέλεσμα εικόνας για movimento lavoratori studenti, anni '70
Στις αναλύσεις του C.P.M. που επεξεργάζονται μαζί με το M.L.S. (Κίνημα εργαζόμενοι φοιτητές) το νυχτερινό σχολείο ορίζεται ως εργοστάσιο: «Το νυχτερινό σχολείο είναι ένα από τα παραγωγικά ιδρύματα […] ο άνθρωπος παράγεται ως εμπόρευμα. Οι απορρίψεις, τα κοψίματα, οι αποσύρσεις, οι νευρικές εξαντλήσεις, η ασυνέχεια [.. .] πρέπει να θεωρηθούν ως συγκεκριμένοι τρόποι με τους οποίους το νυχτερινό εργοστάσιο αποφασίζει να αφαιρέσει ένα μεγάλο μέρος του υλικού του σε παραγωγή από την εργασία. Επομένως, η ‘επιλογή’ δεν είναι παρά ένας «ποιοτικός έλεγχος» του προϊόντος, ανάλογα με το αν χρειάζεται πολλούς ή λίγους υπαλλήλους, το σύστημα αναπτύσσει τα βραδινά σχολεία ή ξεκινά να θερίζει με τις απορρίψεις, τα κοψίματα. »Αλλά το νυχτερινό σχολείο έχει και μια ιδεολογική αποστολή, λειτουργία: ο ποιοτικός έλεγχος προϋποθέτει ότι η παραγωγή είναι «ομοιογενής» με το ίδιο το σύστημα, εξ ου και η ανάγκη από πλευράς των αφεντικών να οικοδομήσουν την «πολιτική και ιδεολογική συναίνεση των μαζών των προλεταρίων». Εν συντομία, η ‘εκμετάλλευση που στα εργοστάσια εκφράζεται ως η κυρίαρχη πτυχή της οικονομικο-δομικής μορφής, στο σχολείο, εκδηλώνεται κυρίως ως πολιτική-ιδεολογική καταπίεση’. »Για εμάς, η μελέτη είναι μια πραγματική δουλειά γιατί παράγει κάτι πολύ ακριβές και απτό: ένα εργατικό δυναμικό με αυξημένη παραγωγική ικανότητα. Το βραδινό σχολείο ισοδυναμεί με 4 ώρες υπερωριών. Μια ένσταση που προκύπτει είναι πως ο νόμος υποχρεώνει να πληρώνουμε φόρους. Μα ποιος νόμος; Όπως το σχολείο, και ο νόμος ανήκει στα αφεντικά. Ο ΑΓΩΝΑΣ ΕΙΝΑΙ Ο ΝΟΜΟΣ ΤΩΝ ΕΚΜΕΤΑΛΛΕΥΟΜΕΝΩΝ. Εμείς έχουμε μόνο ένα νόμο που πρέπει να τηρούμε και να ασκούμε: τον συνεχή αγώνα κατά της εκμετάλλευσης που οι νόμοι του αστικού κράτους προσπαθούν να καταστήσουν δίκαιη και επομένως νόμιμη.
Σχετική εικόνα
» Η ΓΕΝΝΗΣΗ ΤΩΝ ΕΡΥΘΡΩΝ ΤΑΞΙΑΡΧΙΩΝ, BRIGATE ROSSE.
Οι αγώνες του φθινοπώρου του 1969 και εκείνοι της άνοιξης του 1970 παράγουν, ως ένα σημαντικότερο αποτέλεσμα, μια πραγματική κρίση καθεστώτος. Τα αφεντικά και οι σκοτεινοί μηχανισμοί του κράτους, που είχαν σκεφτεί να περιορίσουν την εργατική και την κοινωνική σύγκρουση, τόσο με μια μεγαλύτερη νομιμοποίηση του συνδικάτου όσο με την «στρατηγική των βομβών» και με τη βίαιη καταστολή, αναγκάζονται να αναζητήσουν νέες διαμεσολαβήσεις. Ο Agnelli μάλιστα φτάνει μέχρι και του σημείου να ευχηθεί «τα συνδικάτα και οι επιχειρηματίες να καταλήξουν σε μια κοινή άμυνα ορισμένων στόχων, ίσως προς την ίδια πολιτική εξουσία-δύναμη […]». Η χορήγηση του Καταστατικού των εργαζομένων και των συμβουλίων των εργοστασίων είναι επίσης μια προσπάθεια να αιχμαλωτιστεί το κίνημα σε νέες μορφές εκπροσώπησης, μέσα σε νέους κανόνες του παιχνιδιού. Όμως, όλη η συμπεριφορά της εργατικής αυτονομίας εξακολουθεί να αγνοεί τους κανόνες του παιχνιδιού και χρησιμοποιεί επίσης και νέα αντιπροσωπευτικά όργανα σχεδόν πάντα με όρους αυτονομίας και ανεξαρτησίας από τα συνδικαλιστικά κέντρα. Μεταξύ των αγωνιστών της εργατικής Εξουσίας [Potere operaio], της Lotta continua και της CPM (η οποία έχει πλέον γίνει προλεταριακή Αριστερά), οι αναλύσεις γύρω από τις πιθανότητες μιας αντιδραστικής και αυταρχικής στροφής από τους κρατικούς μηχανισμούς καθίστανται όλο και πιο πιεστικές και ακριβείς. Η ανάγκη να εξοπλιστούν με αμυντικές δομές, πολιτικούς-στρατιωτικούς οργανισμούς όχι μόνο αμυντικής φύσεως, αλλά επιλεκτικά επιθετικούς, σχεδιασμένα, είναι όλο και περισσότερο αισθητή. Ο εκδότης Giangiacomo Feltrinelli δημοσιεύει το καλοκαίρι του ’69 ένα από τα γραπτά του στο οποίο γίνεται λόγος για τον φόβο περί των κινδύνων ενός «πραξικοπήματος».
Σχετική εικόνα
Το έντυπο με τίτλο: «ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ 1969. Η επικείμενη απειλή μιας ριζικής και αυταρχικής στροφής προς τα δεξιά, ενός πραξικοπήματος αλα ιταλικά» δημιούργησε μια μεγάλη εντύπωση, και γιατί στο προσάρτημα μετέφερε το γραπτό του έλληνα μυθιστοριογράφου Βασίλη Βασιλικού με τίτλο: «Και εμείς δεν πιστεύαμε πως στην Ελλάδα ήταν πιθανό», αναφερόμενος στο αιματηρό πραξικόπημα που στη χώρα του είχε συντρίψει τα κινήματα και έβαλε τους «συνταγματάρχες» στην εξουσία με τη συνενοχή των αμερικανικών μυστικών υπηρεσιών. Μα δεν ήταν απλώς, ή όχι μόνο, ο φόβος ενός πραξικοπήματος να ωθήσει το κίνημα να εξοπλιστεί με στρατιωτικές δομές. Με τη σφαγή του κράτους, η απόφαση της αστικής τάξης να θέσει τη σύγκρουση στο στρατιωτικό επίπεδο κυριαρχούσε σε πολλές αναλύσεις και ωθούσε σε ισχυρές θεωρητικές και ιδεολογικές επιταχύνσεις.
Estate 1969
Οι αναφορές στο μητροπολιτικό αντάρτικο της Λατινικής Αμερικής (κυρίως στους ουρουγουανούς tupamaros), στη μητρόπολη ως κέντρο ελέγχου και διοίκησης της καπιταλιστικής διαδικασίας, γίνονται ολοένα και συχνότερες. Στο έγγραφο του Chiavari, το C.P.M. έγραψε: «Η κοινωνική διάσταση του αγώνα είναι το υψηλότερο σημείο της ανάπτυξής του: ο αγώνας εναντίον της γενικευμένης καταπίεσης είναι ήδη μια επαναστατική στιγμή … Η μπουρζουαζία έχει ήδη επιλέξει την παρανομία. Η μακρά επαναστατική πορεία στη μητρόπολη είναι η μόνη κατάλληλη απάντηση. «Αυτή πρέπει να ξεκινήσει σήμερα και εδώ. […] «Δεν έχει ακόμη κατανοηθεί επαρκώς τι σημαίνει να αναπτυχθεί μια επαναστατική διαδικασία σε μια μητροπολιτική περιοχή με ύστερη καπιταλιστική ανάπτυξη. Τα επαναστατικά μοντέλα του παρελθόντος ή των περιφερειακών περιοχών είναι ανεφάρμοστα […].a) Στις μητροπολιτικές περιοχές της Βόρειας Αμερικής και της Ευρώπης υπάρχουν ήδη οι αντικειμενικές συνθήκες για τη μετάβαση στον κομμουνισμό: ο αγώνας αποσκοπεί ουσιαστικά στη δημιουργία των υποκειμενικών συνθηκών […], b) Η μεταβαλλόμενη σχέση μεταξύ δομής και υπερδομής, που τείνουν να συμπίπτουν όλο και περισσότερο, σημαίνει ότι σήμερα η επαναστατική διαδικασία παρουσιάζεται ως παγκόσμια, πολιτική και «πολιτιστική» ταυτόχρονα. Αυτό σημαίνει ότι οι σχέσεις μεταξύ μαζικού κινήματος και επαναστατικής οργάνωσης αλλάζουν ουσιαστικά, και συνεπώς οι αρχές της οργάνωσης μεταβάλλονται ριζικά.
Σχετική εικόνα
«Η πόλη είναι σήμερα η καρδιά του συστήματος, το οργανωτικό κέντρο της οικονομικο-πολιτικής εκμετάλλευσης, η βιτρίνα στην οποία εκτίθεται το «υψηλότερο σημείο», το μοντέλο που θα πρέπει να παρακινήσει την προλεταριακή ολοκλήρωση. Αλλά είναι και το πιο αδύναμο σημείο του συστήματος : όπου οι αντιφάσεις εμφανίζονται πιο έντονες, όπου το οργανωμένο χάος που χαρακτηρίζει την ύστερη καπιταλιστική κοινωνία εμφανίζεται πιο εμφανές.«Είναι εδώ, στην καρδιά του, που το σύστημα πρέπει να χτυπηθεί. «Η πόλη πρέπει να γίνει για τον αντίπαλο, για τους ανθρώπους που ασκούν σήμερα μια εξουσία όλο και πιο εχθρική και ξένη προς το συμφέρον των μαζών, ένα δόλιο έδαφος, κάθε χειρονομία τους και κάθε τους κίνηση μπορεί να ελεγχθεί, κάθε αυθαιρεσία να καταγγελθεί, κάθε συμπαιγνία μεταξύ της οικονομικής δύναμης-εξουσίας και εκείνης της πολιτικής να ξεσκεπάζεται» (12).Από την άλλη πλευρά, βλέποντας με τα μάτια γεμάτα ουτοπία, ο ένοπλος αγώνας φαίνεται να εξαπλώνεται παντού: σε ορισμένες καταστάσεις των ΗΠΑ, στις λατινοαμερικανικές μητροπόλεις, στον ολοένα σκληρότατο αγώνα των Παλαιστινίων και, κυρίως, στην καρδιά της Ευρώπης, στη Γερμανία, όπου ξεκίνησε να επιχειρεί με μεγάλη αποφασιστικότητα η Raf [Φράξια του κόκκινου στρατού]. Το τελευταίο τεύχος της «Sinistra Proletaria», το οποίο βγήκε τον οκτώβριο του 1970, γράφει: «Ο ανταρτοπόλεμος πλέον βγήκε από την αρχική του φάση […] δεν φαίνεται πλέον ως απλός πυροκροτητής […] αλλά έχει κατακτήσει το εύρος της μοναδικής στρατηγικής προοπτικής που μπορεί ιστορικά να ξεπεράσει εκείνη την εξεγερσιακή, η οποία είναι πλέον ανεπαρκής […] και εισέρχεται στις μητροπόλεις, συνδέοντας στενά το παγκόσμιο προλεταριάτο σε μια κοινή μορφή αγώνα και στρατηγικής. Το Κεφάλαιο ενώνει τον κόσμο στο σχέδιο του ένοπλης αντεπανάστασης, το προλεταριάτο ενώνεται στον ανταρτοπόλεμο παγκοσμίως. «Η ΙΤΑΛΙΑ ΚΑΙ Η ΕΥΡΩΠΗ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΙΣΤΟΡΙΚΕΣ ΕΞΑΙΡΕΣΕΙΣ«(13). Τον φεβρουάριο του 1971 τελειώνει η σύντομη ζωή της «Sinistra Proletaria», οι σύντροφοι που την προώθησαν καίνε μέσα σε λίγους μήνες αυτή τη νόμιμη εμπειρία, της οποίας η φυσική διέξοδος φαίνεται να είναι πλέον η παρανομία. Από την άλλη και οι αναλύσεις άλλων ομάδων φαίνεται να επιβεβαιώνουν πως είναι απαραίτητο να αυξηθεί, να σηκωθεί το επίπεδο της σύγκρουσης, ιδιαίτερα η Lotta continua, η οποία μαζί με την εργατική Εξουσία είναι μαζικά παρούσες στα εργοστάσια του Τορίνο, φαίνεται να ευνοεί την τάση γενικευμένης χρήσης μιας «προλεταριακής δικαιοσύνης» να αντιπαρατεθεί στην αστική, ενώ θέτει με έντονο τρόπο το πρόβλημα της εργατικής αντιεξουσίας.
Αποτέλεσμα εικόνας για giustizia proletaria anni 70
Σε αυτή την περίοδο αρχίζουν επίσης να γεννιούνται τα τραγούδια του αγώνα που τραγουδιούνται στις πορείες τόσο για να δώσουν ρυθμό στους διαδηλωτές όσο και για να συνοψίσουν το νόημα των αγώνων: «Η μπαλάντα της Fiat» (A. Bandelli).
‘Κύριε αφεντικό αυτή τη φορά για σένα σίγουρα τα πράγματα θα πάνε άσχημα κουραστήκαμε να περιμένουμε να μας σκοτώσεις Συνεχίζουμε να δουλεύουμε και τα συνδικάτα έρχονται να πουν ότι πρέπει να λογικευτούμε και για αγώνα δεν μιλούν ποτέ Κύριε αφεντικό ξυπνήσαμε και αυτή τη φορά θα δώσουμε μάχη και αυτή τη φορά το πώς θ’ αγωνιστούμε θα το αποφασίσουμε μόνοι μας. Βλέπεις τον απεργοσπάστη που το σκάει ακούς τη σιωπή στα εργαστήρια ίσως αύριο μόνο τον θόρυβο του πολυβόλου θα ακούς!Κύριε αφεντικό αυτή τη φορά σίγουρα τα πράγματα θα σου βγούνε σε κακό από τώρα και στο εξής αν θέλεις να διαπραγματευτείς πρέπει να συνειδητοποιήσεις ότι δεν μπορείς Και αυτή τη φορά δεν μας αγοράζεις με τις πέντε λιρέτες της αύξησης εάν προσφέρεις δέκα θέλουμε εκατό εάν προσφέρεις εκατό χίλιες θέλουμε εμείς Κύριε αφεντικό δεν μας εξαπατείς με τις εφευρέσεις με τους εκπροσώπους τα σχέδια σου είναι θολά και εμείς αγωνιζόμαστε εναντίον σου Και τα προσόντα τις κατηγορίες όλα θέλουμε να καταργηθούν οι διαιρέσεις τέλειωσαν στην αλυσίδα όλοι είμαστε ίσοι! Κύριε αφεντικό αυτή τη φορά έχουμε μάθει να αγωνιζόμαστε το δείξαμε στο Mirafiori θα το δείξουμε σε όλη την Ιταλία Και όταν κατεβήκαμε στην πλατεία εσύ περίμενες μια κηδεία αλλά τα πράγματα στράβωσαν γι αυτούς που ήθελαν να μας αποκοιμήσουν Έχουμε δει τόσα πολλά γκλομπ και ρωμαϊκές ασπίδες ωστόσο είδαμε επίσης πολλά χέρια που αρχίζουν να ψάχνουν πέτρες Όλη η Τορίνο προλετάρια στη βία της αστυνομίας τώρα αποκρίνεται χωρίς φόβο σκληρό αγώνα πρέπει να κάνουμε! Και όχι στους γραφειοκράτες και τα αφεντικά, τι θέλουμε; Θέλουμε τα πάντα! ο αγώνας συνεχίζεται στο Mirafiori και ο Κομμουνισμός θα θριαμβεύσει! Και όχι στους γραφειοκράτες στα αφεντικά τι θέλουμε; Θέλουμε τα πάντα! συνεχής αγώνας στο εργοστάσιο και έξω από αυτό και ο Κομμουνισμός θα θριαμβεύσει!’
Αποτέλεσμα εικόνας για mirafiori, anni '70
«Η ώρα του τουφεκιού» (Pino Masi και Piero Nissim).
‘Ολόκληρος ο κόσμος εκρήγνυται από την Αγκόλα στην Παλαιστίνη Η Λατινική Αμερική μάχεται με τον ένοπλο αγώνα κερδίζει στην Ινδοκίνα σε όλο τον κόσμο οι λαοί αποκτούν συνείδηση και στις πλατείες κατεβαίνουν με τη δίκαιη βία και έτσι Τι θέλεις περισσότερο σύντροφε για να καταλάβεις ότι ήχησε η ώρα του τουφεκιού; Η Αμερική των Νixon των Agnew και MacNamara στις ζούγκλες του Βιετνάμ παίρνει ένα μάθημα ο πολιτισμός των ναπάλμ δεν αρέσει στους λαούς όσο υπάρχουν αφεντικά δεν θα υπάρξει ποτέ ειρήνη η ειρήνη των αφεντικών βολεύει τα αφεντικά η συνύπαρξη είναι απάτη για να μας κάνουν να στεκόμαστε φρόνιμα οπότε Τι θέλεις παρά πάνω σύντροφε …Στην Ισπανία και την Πολωνία οι εργάτες μας διδάσκουν ότι ο αγώνας δεν σταμάτησε ποτέ ενάντια στα αφεντικά ενωμένοι εναντίον του καπιταλισμού ακόμη και αν είναι καμουφλαρισμένος σε έναν ψεύτικο σοσιαλισμό οι πολωνοί εργάτες που βγήκαν σε απεργία φώναζαν στην πορεία αστυνομία-γκεστάπο φώναζαν Gomulka θα τελειώσεις άσχημα προχωρούσαν τραγουδώντας τη Διεθνή συνεπώς Τι θέλεις περισσότερο σύντροφε …Οι μάζες και στην Ευρώπη δεν στέκονται πλέον να κοιτούν ο αγώνας εκρήγνυται παντού και δεν μπορούν να τον σταματήσουν παντού οδοφράγματα από το Burgos στο Stettino και επίσης εδώ ανάμεσα μας από την Avola στο Τορίνο από το Orgosolo στη Marghera από την Battipaglia έως το Reggio η σκληρή πάλη προχωρά τα αφεντικά την έχουν άσχημα και ως εκ τούτου Τι άλλο θέλεις σύντροφε …’
Σχετική εικόνα
Οι ερυθρές Ταξιαρχίες, οι οποίες άρχισαν να δρουν το φθινόπωρο του 1970, δεν έχουν ιδιαίτερη ανταπόκριση με τις πρώτες ενέργειες. Η προσοχή προς αυτούς θα αποκτήσει εθνικά χαρακτηριστικά με την πυρπόληση στην πίστα της Lainate τον ιανουάριο του 1971.«Την νύχτα της 25ης ιανουαρίου 1971, ένα κομάντο ενεργοποιεί 8 εμπρηστικές βόμβες κάτω από άλλα τόσα ρυμουλκούμενα φορτηγά που ήταν παρκαρισμένα στην πίστα (το εργοστάσιο χρησιμοποιείται για να δοκιμάσει τα ελαστικά της Pirelli). Τρία από αυτά καταστρέφονται ολοσχερώς, τα άλλα πέντε εξαιτίας κατασκευαστικού ελαττώματος των μηχανισμών και πάνω απ ‘όλα λόγω της υγρασίας, παραμένουν άθικτα. Αφήνεται ένα φύλλο χαρτιού, μπροστά από την είσοδο της πίστας, με την επιγραφή DELLA TORRE – ΣΥΜΒΑΣΗ ΜΕΙΩΣΗ ΜΙΣΘΩΝ – MACMAHON – BRIGATE ROSSE«.
Σχετική εικόνα
Το P.C.I. και «η Unità» που μέχρι τότε είχαν σιωπήσει στις προηγούμενες ενέργειες, ελαχιστοποιούν και καταδικάζουν σε ένα μικροσκοπικό άρθρο μιας στήλης: «Όποιος εκτέλεσε (την επίθεση), ενώ συγκαλύπτεται πίσω από ανώνυμα φυλλάδια με επαναστατική φρασεολογία, ενεργεί εξ ονόματος αυτών, όπως ο ίδιος ο Pirelli, που ενδιαφέρονται να εμφανίσουν τον υπεύθυνο αγώνα των εργαζομένων για την ανανέωση της σύμβασης στα μάτια του κοινού σαν μια σειρά βανδαλισμών, χουλιγκανισμών » (14).Secondo un comunicato del P.C.I. gli operai in prima persona devono sbarazzarsi di questi provocatori: «Όταν συμβαίνουν αυτές οι πράξεις, οι εργαζόμενοι πρέπει σε πρώτο χέρι να αναλάβουν την πρωτοβουλία να τους βγάλουν από τη μέση με τους «καταλληλότερους τρόπους που αντιστοιχούν στη φύση των πράξεων που διαπράχτηκαν» (corsivo nostro)» (15).Η πρόσκληση να γίνει ένα στοιχείο της τάξης με βίαιο τρόπο δεν θα μπορούσε να είναι πιο ξεκάθαρη, ειδικά μιας και συνδυάζεται με την προηγούμενη δήλωση των συνδικάτων που αποκαλούσαν τις Ε.Τ. «προκλητικά παράφρονες αυθεντικού φασιστικού στυλ», αλλά και η Lotta continua αντιδρά αρνητικά χαρακτηρίζοντας την δράση «παραδειγματική», όχι μαζική και αντικειμενικά προκλητική. Λέει στην ανακοίνωση της: «Ακριβώς επειδή οι προλεταριακές μάζες δεν χρειάζεται να καταλάβουν ότι απαιτείται η βία και ως εκ τούτου δεν είναι απαραίτητες οι παραδειγματικές ενέργειες. […] η στρατιωτική οργάνωση των μαζών δεν χτίζεται επειδή ορισμένες ομάδες αρχίζουν να εφαρμόζουν στρατιωτικές ενέργειες[…].Χτίζεται ξεκινώντας από τη δημιουργία σταθερών και αυτόνομων μαζικών πολιτικών οργανισμών» (16).
Αποτέλεσμα εικόνας για Gauche prolétarienne anni 60
Σε κάθε περίπτωση, οι ενέργειες των ερυθρών Ταξιαρχιών συνεχίζουν να πολλαπλασιάζονται, ειδικά στο Μιλάνο, ενώ μετά το τέλος της «Προλεταριακής Αριστεράς» η εφημερίδα που τις εκπροσωπεί περισσότερο και τις υπερασπίζεται καλύτερα είναι η «Νέα Αντίσταση». Η εφημερίδα παίρνει το όνομα και την έκφραση από ένα έγγραφο της Gauche prolétarienne, της πιο ριζοσπαστικής πολιτικής οργάνωσης που εξέφρασε ο γαλλικός Μάιος, η οποία είχε ασκήσει μορφές παράνομης πάλης πριν τεθεί εκτός νόμου.Στο προγραμματικό έγγραφο της προλεταριακής Gauche εντοπίστηκαν βαθιές συγγένειες με τη νέα πρακτική της προλεταριακής Αριστεράς: »η πολιτική μας έχει ένα όνομα ΝΕΑ ΑΝΤIΣΤΑΣΗ: ο βίαιος λαϊκός αγώνας των παρτιζάνων […] Η ώρα του αντάρτικου ήχησε «(17). H «Nuova Resistenza» βγαίνει το 1971.
Σχετική εικόνα
Κάτω από τον τίτλο, το σύνθημα «Προλετάριοι όλου του κόσμου ενωθείτε», με δίπλα το σύμβολο της «Sinistra Proletaria»: δρεπάνι, σφυρί και τουφέκι να διασταυρώνονται. Το περιοδικό, που χαρακτηρίζεται «κομμουνιστική εφημερίδα της νέας αντίστασης», προτρέπει από τον τίτλο ακόμη μια σειρά προτάσεων και σε περιβάλλοντα της βάσης του PCI. Πράγματι, όπως ήδη παρατηρήσαμε, ένα ολόκληρο πολιτικό ρεύμα πρώην παρτιζάνων και αγωνιστών δεν σταμάτησε ποτέ, τόσο στη δεκαετία του πενήντα, όσο και αργότερα, να καλλιεργεί μια πολύ κριτική πολιτική θέση σχετικά με τα αποτελέσματα της Αντίστασης, η οποία θα έπρεπε να συνεχιστεί με μια γενικευμένη σύγκρουση ταξική μέχρι την εγκαθίδρυση ενός σοσιαλιστικού κράτους. Σε συνάρτηση αυτών των στόχων, πολλοί παρτιζάνοι δεν είχαν επιστρέψει τα όπλα μετά το τέλος του φασισμού, και αστυνομικοί και καραμπινιέροι στη δεκαετία του 50 είχαν βρει (κυρίως σε ορεινές τοποθεσίες αλλά και στα υπόγεια ορισμένων εργοστασίων) εκατοντάδες τουφέκια, ολμοβόλα, περίστροφα. Φυσικά, αυτοί οι πρώην παρτιζάνοι είχαν καταστεί και λιγάκι μυθικοί και φανταστικοί, αλλά δεν υπάρχει καμία αμφιβολία ότι τουλάχιστον τον ιούλιο του ’60 είχε ξαναεμφανιστεί στην πλατεία οπλισμένοι.
Αποτέλεσμα εικόνας για collettivo politico metropolitano
Ο Danilo Montaldi, στο «οι πολιτικοί αγωνιστές της βάσης», χαρακτήριζε αυτή την τάση: «sottovoce», »χαμηλόφωνη», με ένα δημιουργικό παιχνίδι των λέξεων που αναφέρονταν σε ορισμένα λεξιλόγια των εργατών. «Sottovoce», »σιγανά» πράγματι ονομαζόταν το κλασικό «grappino» που οι εργάτες έπιναν το πρωί πριν φτάσουν στο εργοστάσιο και το οποίο απαγορεύονταν πριν από τις 8. Όπως είναι προφανές αυτό το φαντασιακό είχε γίνει κτήμα και στις νέες σειρές των αγωνιστών της βάσης, και αυτή η διαδικασία ευνοήθηκε σε μεγάλο βαθμό από την προοδευτική αποκάλυψη της γραμμής «συνεργασίας» που οι ηγέτες του ΚΚΙ εφάρμοζαν προς τον νεοκαπιταλισμό και με τις κεντροαριστερές κυβερνήσεις.Τα γεγονότα της κόκκινης Ιπτάμενης, Volante rossa, η οποία είχε δράσει στο Μιλάνο και τη Βόρεια Ιταλία ως παραστρατιωτική ομάδα στην αμέσως μεταπολεμική περίοδο παραδίδονταν προφορικά. Σε άλλα μέρη του Βορρά σημειώθηκαν φαινόμενα παρόμοια με εκείνα της Volante rossa, ειδικά σε εκείνες τις περιοχές με την ισχυρότερη κομμουνιστική παρτιζάνικη παράδοση, όπως η Λιγουρία και η Εμίλια, και ακριβώς είναι στο Reggio Emilia που θα λάβει χώρα μια διάσπαση από το PCI και από τη νεολαία του, την F.G.C.I. αγωνιστών που θα εισρεύσουν στις ερυθρές Ταξιαρχίες.
Αποτέλεσμα εικόνας για brigate rosseΣχετική εικόνα
Ανάμεσά τους είναι ο Alberto Franceschini (που βρίσκεται στην συντακτική ομάδα της «Sinistra Proletaria») ο οποίος ανήκει σε μία από τις ιστορικές οικογένειες της κομμουνιστικής παράδοσης του Reggio (η γιαγιά του ήταν capolega [ηγέτης σε μιαν ένωση], στα χρόνια ’22, ο παππούς του αντιφασίστας είχε περάσει το μεγαλύτερο μέρος της ζωής του σε «περιορισμό, απομόνωση», ο πατέρας του, αφού βρέθηκε στο Άουσβιτς και δραπέτευσε, πήρε μέρος στις Ομάδες παρτιζάνικης δράσης), καθώς και ο Fabrizio Pelli (που θα πεθάνει στη φυλακή) και ο Prospero Gallinari, άλλοι όπως ο Azzolini, ο Roberto Ognibene και ο Franco Bonisoli είναι μέλη της »Ομάδας του διαμερίσματος», όπου συναντώνται μετά την έξοδο τους από τις οργανώσεις της επίσημης αριστεράς. Η ομάδα έχει και το δικό της επίσημο όνομα («πολιτική Κολεκτίβα εργάτες φοιτητές») αλλά γρήγορα γίνεται γνωστή ως «Ομάδα του διαμερίσματος» επειδή δεν έχει επίσημη έδρα. Το 1970 η Ομάδα ενέτεινε τις σχέσεις της με τους Curcio και «Sinistra Proletaria» , μέχρις ότου συγχωνευτεί με την εμπειρία της ίδρυσης των ερυθρών Ταξιαρχών (αν και δεν κάνουν όλοι οι επισκέπτες της Ομάδας αυτή την επιλογή). Από παρόμοιες εμπειρίες μέσα στην κομμουνιστική παράδοση προέρχονται και άλλοι αγωνιστές από την περιοχή της Νοβάρα και, κυρίως, από τις εργατικές μιλανέζικες και τορινέζικες γειτονιές. Η «Nuova Resistenza» στη σύντομη ζωή της (δύο νούμερα σε τρεις μήνες) τείνει να ενεργεί ως ενισχυτής μεγάφωνο για όλες αυτές τις αυθόρμητες ομάδες ή παράνομες που αναγνωρίζουν την ανάγκη να αντιταχθούν με την βία στην ένοπλη αστική αντεπανάσταση. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο δημοσιεύονται οι ανακοινώσεις των Ε.Τ. καθώς και άλλων ομάδων και αρκτικόλεξων, μεταξύ των οποίων, από το πρώτο τεύχος ακόμη, εκείνες των Gap (Partisan Action Groups, Gruppi di azione partigiana).
Σχετική εικόνα