ανατρεπτική τέχνη, arte ribelle

“Ένα λουλούδι άνθισε, Un fiore è sbocciato”

του Fiorenzo Angoscini

Davide Steccanella, Le indomabili. Storie di donne rivoluzionarie, Οι αδάμαστες. Ιστορίες επαναστατριών. Εκδόσεις, Edizioni Pagina Uno, Vedano al Lambro (Mb) σελ. 224, φεβρουαρίου 2017, € 15,00

Η τελευταία εργασία του Davide Steccanella, μαζί με εκείνη που πραγματοποίησε ο Milton Danilo Fernàndez (“Donne, pazze, sognatrici, rivoluzionarie…”, »τρελές Γυναίκες, ονειροπόλες, επαναστάτριες…» Rayuela Edizioni, Milano, 2015), μπορεί να θεωρηθεί το μοναδικό βιβλίο που γράφτηκε από έναν άνδρα, έχοντας στο κέντρο μόνο και όλες γυναίκες εξεγερμένες, που αξίζει να εξεταστεί. Είπαμε γυναίκες: αντικομφορμίστριες, αντάρτισσες, ανεξάρτητες, δίχως προκαταλήψεις. Και όμορφες, έξω και πάνω από τους φυσικούς και αισθητικούς κανόνες που κυριαρχούν αυτή τη στιγμή.

Ο Steccanella, συνοδεύει την επαγγελματική του δραστηριότητα, με την αγάπη και το πάθος του για ορισμένα ζητήματα και θέματα συγκεκριμένα που, συχνά, ολοκληρώνει σε γραπτά και δημοσιεύσεις. Έτσι, η αγάπη του για την όπερα πήρε τη μορφή ενός βιβλίου με θέμα την »απόλυτη τελευταία σοπράνο», Μονσεράτ Καμπαγιέ, Montserrat Caballè, και με μια σειρά σημειώσεων για την ακρόαση της λυρικής μουσικής. Ο Steccanella είναι επίσης ένας παθιασμένος γνώστης της μουσικής rock και φανατικός οπαδός του ποδοσφαίρου (Interista-λενινιστής) της Internazionale, της μαυρομπλέ Ίντερ του Μιλάνο. Στο ποδόσφαιρο έχει αφιερώσει το «ο ξένος δεν θα περάσει, Non passa lo straniero (Ήτοι, όταν το ποδόσφαιρο ήταν αυταρχικό)».

Τα τελευταία χρόνια έχει αναλύσει ιδιαίτερα και έχει μελετήσει-ερευνήσει τις επαναστατικές εμπειρίες και της ένοπλης πάλης. Καρπός αυτών των εμβαθύνσεων κάποιες δημοσιεύσεις, από το προσχέδιο 1 εκείνου που θα γίνει Τα χρόνια του ένοπλου αγώνα. Χρονολογία μιας χαμένης επανάστασης,  Gli anni della lotta armata. Cronologia di una rivoluzione mancata  μέχρι την »Επαναστάτρια. 2017 Ατζέντα 12 μηνών, “Rivoluzionaria. 2017 Agenda 12 mesi”3 στην οποίαν, για κάθε ημέρα του χρόνου, θυμάται ένα γεγονός ή ένα ιδιαίτερα σημαντικό συμβάν: τον θρίαμβο της Κουβανικής Επανάστασης την δολοφονία του Ernesto Che Guevara, την απαγωγή του Mario Sossi, την απόδραση από την φυλακή του Pozzuoli (Na) των Franca Salerno και Maria Pia Vianale, τη νίκη του Όχι στο δημοψήφισμα για την κατάργηση της απαγόρευσης του διαζυγίου.

Επάνω στην στρατευμένη και επαναστατική εμπειρία των γυναικών άλλα αφιερώματα και συνεισφορές, αποκλειστικά θηλυκές, έχουν μια ιδιαίτερη σημασία και αξία.
Από τον πρώτο φόρο τιμής της Ida Farè στην Margherita Cagol4 μέχρι το τελευταίο (με χρονολογική σειρά δημοσίευσης) της Paola Staccioli5 του οποίου πραγματοποιήθηκαν πολλές νέες εκτυπώσεις. Δίχως να ξεχνάμε την άλλη συνεισφορά της Paola Staccioli, που γράφτηκε με τέσσερα χέρια μαζί με την Haidi Gaggio Giuliani με πρόλογο της Silvia Baraldini.6 Ενώ σε ένα άλλο επίπεδο, και σε μιαν οπτική, τελείως διαφορετική, τοποθετείται το “Donne oltre le armi, Γυναίκες πέρα από τα όπλα”.7

Ο συγγραφέας, αφού αφιέρωσε τον πρόσφατο κόπο του στις Maria Elena, Paola και Valentina ξεκινά τον ιστορικό-πολιτικό καλπασμό του ξεκινώντας από τα μέσα του ‘800. Από τα πρώτα  ‘femmine ribelli-εξεγερμένα θηλυκά’ θυμάται την Louise Michel (1830-1905) μαχόμενη στη διάρκεια των ημερών της Κομούνας. Για τον αδάμαστο και πολεμιστή χαρακτήρα της, από τον καθώς πρέπει τύπο χαρακτηρίστηκε ‘θηρίο που διψούσε για αίμα- La belva assetata di sangue’ και ο Paul Verlaine της αφιέρωσε ένα ποίημα , “Lei ama il povero, Αυτή αγαπά τον φτωχό”.

Nel suo ‘excursus’, Στην διάρκεια του ταξιδιού του περνά στη συνέχεια από την Rosa Rossa Luxemburg, την Κόκκινη Ρόζα, και φθάνει στην πρώτη (νοέμβριος 1910) ‘επανάσταση’ του XX° αιώνα , την μεξικάνικη, μαζί με την κύρια θηλυκή πρωταγωνίστρια της: Petra Herrera που αποκαλούνταν Pedro η οποία “…πήγαινε στην έφοδο με τόση ζέση ώστε να παρασέρνει με το παράδειγμα της άνδρες και γυναίκες  μαζί”. Για να εισχωρήσει στη συνέχεια στην πιο σημαντική Επανάσταση, αυτή με την μεγαλύτερη σημασία, συμβολική που χαρακτήρισε ον περασμένο αιώνα, εκείνη των Μπολσεβίκων του οκτώβρη (1917).

Μιλώντας γι αυτήν, διατρέχει το  προφίλ κάποιων πρωταγωνιστών αυτής: Aleksandra Michajlovna Kollontaj, ‘Commissaria del Popolo per l’Assistenza sociale, Επίτροπος Λαϊκής κοινωνικής Βοήθειας’, για την οποίαν ο Steccanella τονίζει πως “…ήταν η πρώτη γυναίκα στον κόσμο που υπήρξε υπουργός μιας κυβέρνησης”, προαγωγέας, μαζί με πολλές άλλες Σοβιετικές γυναίκες, των νόμων για την έκτρωση και το διαζύγιο (1920). Στην πατρίδα των Σοβιέτ οι γυναίκες απολάμβαναν ήδη του δικαιώματος στην ψήφο και στην εκπαίδευση, να εκλέγονται, και να λαμβάνουν μισθό ίσο με εκείνο των ανδρών. Η Kollontaj, στην διάρκεια της θητείας της, διέταξε την διανομή στους αγρότες των γαιών που ανήκαν στα μοναστήρια, , την ίδρυση κρατικών παιδικών σταθμών και την φροντίδα της μητρότητας.

Μια άλλη ‘Bolscevica’ (“Μπολσεβίκα ενθουσιώδη και ευφυή” l θα την χαρακτηρίσει ο Λένιν) είναι η Inessa Armand, γεννημένη Elise Stèphanne, που καθιέρωσε σχέσεις και εδραίωσε συμφωνίες πολιτικές με τους ρώσους επαναστάτες μέχρι την ολοκλήρωση και τη σύσταση της κυβέρνησης των εργατών και αγροτών. Όταν (16 ιουλίου 1914) “Το Γραφείο της Σοσιαλιστικής Διεθνούς συγκαλεί, στις Βρυξέλλες, ένα συνέδριο για να συζητήσουν εκ νέου για την επανένωση όλων των ρευμάτων των ρώσων σοσιαλδημοκρατών” ο Lenin, μυρίστηκε την παγίδα με την οποίαν γίνονταν προσπάθεια να εγκριθεί, από την Διεθνή, μια ευνοϊκή πρόταση στην ενοποίηση, έχοντας επίγνωση των ικανοτήτων και των ταλέντων της ‘συντρόφισσας’, ζήτησε από την Inessa να τον εκπροσωπήσει, πυροδοτώντας την οργή των Kautsky, Luxemburg, Trockij, Plechanov και Marlov. Στο διφορούμενο ψήφισμα αντέταξε μια πρόταση που καλούσε όλους τους σοσιαλδημοκράτες να ενωθούν με το πρόγραμμα των μπολσεβίκων. Παρότι το δικό του αντί-ψήφισμα απορρίφθηκε, ο Λένιν ήταν περισσότερο από ικανοποιημένος: “Οδήγησες την υπόθεση πολύ καλύτερα απ’ ότι θα μπορούσα να είχα κάνει εγώ. Εγώ θα είχα εκραγεί. Δεν θα είχα κατορθώσει να ανεχθώ εκείνη την κωμωδία και θα τους είχα αντιμετωπίσει σαν αχρείους”.
Καλή πιανίστρια, εκτέλεσε την La Patetica, την σονάτα που προτιμούσε ο Vladimir Ilic Ulianov (Lenin) και στις κηδείες του Paul Lafargue και της Laura Marx (Παρίσι, 3 δεκεμβρίου 1911) ο επικήδειος λόγος που διαβάστηκε από τον Λένιν μεταφράστηκε στα γαλλικά από την Inessa η οποία, εκτός από την μητέρα γαλλική γλώσσαo, ήταν εξαιρετική γνώστης άλλων ξένων γλωσσών.

Μετά το Μεξικό και τον ‘Ottobre- Οκτώβρη’, Έρχεται η Ισπανία!.
Στις 17 ιουλίου 1936 οι πραξικοπηματίες, με επικεφαλής τον Franco, διακηρύττουν τον ‘ξεσηκωμό’, την ένοπλη φασιστική επίθεση στην ισπανική Repubblica. Ανάμεσα στις κυριότερες φιγούρες του αγώνα στον φρανκισμό, ξεχωρίζει εκείνη της Πασιονάρια, della Pasionaria, της Dolores Ibàrruri από την χώρα των βάσκων, προσωπική φίλη του Stalin και, όπως αυτοαποκαλείται, μια γυναίκα  “di pura razza mineraria, από καθαρή ράτσα μετάλλου”. Στο αυτοβιογραφικό της βιβλίο που αναλαμβάνει, στον τίτλο, την ομιλία που εκφώνησε σε υπεράσπιση της Δημοκρατίας στο όνομα του Ισπανικού Κομουνιστικού Κόμματος στις 19 Ιουλίου 1936, “No pasaràn!-Αναμνήσεις μιας επαναστάτριας” 8   επαναλαμβάνει το πως κατάφερε να μετατρέψει τον “απεγνωσμένο της θυμό και το αίσθημα ανταρσίας και εξέγερσης σε πολιτική και ιδεολογική συνείδηση, για εκείνη την μεταμόρφωση μιας απλής γυναίκας του λαού σε μια επαναστάτρια μαχόμενη, σε μια Κομουνίστρια”.

Μετά την Ισπανία, το βουνό…
Πραγματικά πολλές, και με ρόλους πρώτης γραμμής, οι μαχόμενες ιταλίδες για την ελευθερία. Ο Steccanella θυμάται την μεγάλη εκπροσώπησηricorda : “70.000 oργανωμένες στις Ομάδες υπεράσπισης της γυναίκας, 35.000 μαχόμενες παρτιζάνες, 20.000 με λειτουργίες υποστήριξης, 4.563 συλληφθείσες, βασανισμένες και καταδικασμένες από τα φασιστικά Δικαστήρια, 2.900 έπεσαν ή σκοτώθηκαν σε μάχη 2.750 μεταφέρθηκαν στη Γερμανία στα ναζιστικά lager, 1.700 τραυματίστηκαν, 623 εκτελέστηκαν, 512 Επίτροποι πολέμου, 19 χρυσά μετάλλια και 17 αργυρά”.
Κάποια ονόματα, Alcuni nomi, διάσημα ή λιγότερο γνωστά, για όλες: Irma Bandiera, Carla Capponi, Iris Versari, Joyce Lussu, Vandina Saltini, και πολλές άλλες ‘Stelle Rosse, Κόκκινα Αστέρια’.

Άλλες σημαντικές παρουσίες, είναι εκείνες των πρωταγωνιστών γυναικών στον αγώνα για τα δικαιώματα των αφροαμερικανών, για την χειραφέτηση των ‘τελευταίων’ και για την κοινωνική λύτρωση, της βορείου Αμερικής: Rosa Louise Parks, η Μαύρη Πάνθηρας Kathleen Claver μετά, όταν τα σπάει με το κόμμα των μαύρων πανθήρων BPP, στρατευμένη στο ‘Revolutionary People’s Communication Network’, και το πιο γνωστό σύμβολο της εξέγερσης των μαύρων της Αμερικής: Angela Davis. Στον τόμο υπενθυμίζεται ο ορισμός που η Davis μας παρέχει για την λέξη ‘ριζοσπάστης’: “Ριζοσπάστης απλούστατα σημαίνει να αντιλαμβάνεσαι τα πράγματα από τις ρίζες τους”.
Ίσως, σε αυτή την ενότητα, θα έπρεπε να γίνει λόγος και για την Εθελ Ρόζενμπεργκ, Ethel Rosenberg, αποδιοπομπαίο τράγο του αχαλίνωτου μακαρθισμού.

Άμεσα ή έμμεσα, η Λατινική Αμερική σφυρηλατεί πολλές αντάρτισσες γυναίκες. Να θυμίσουμε την Tania Haydèe Tamara Bunke Bider,9 που σκοτώθηκε στα εικοσιεννιά της στο Puerto Mauricio ακολουθώντας την βολιβιανή του Che. Μια άλλη τευτονικηλατίνη, teutonico-latina είναι η Monika Ertl Imilla,10 που την 1 απριλίου 1967, στο Αμβούργο,οπλισμένη από τον Feltrinelli, εκδικείται τον Comandante Che, εκτελώντας τον δήμιο του: Roberto Quintanilla.
Παραμένοντας στον χώρο του νησιού της Καραϊβικής, ο Steccanella θυμίζει πως στην Κούβα, μαζί με άλλες γυναίκες που ιδεολογικά και στρατιωτικά διαμορφώθηκαν στο ευτυχισμένο νησί, βρήκε πολιτικό άσυλο και συνεχίζει να ζει η αφρο-τζαμαϊκανή επαναστάτρια, αγωνίστρια του Black Liberation Army, Assata Shakur, που ονομάζονταν όταν ήταν δούλη JoAnne Chesimard, στης οποίας την απελευθέρωση (όχι απόδραση, όπως η ίδια διευκρινίζει) πήρε μέρος, στην τελική της φάση, και η Silvia Baraldini.11

Ο συγγραφέας αφιερώνει προσοχή και στις γυναίκες που πήραν μέρος στους αγώνες ανεξαρτησίας στην Ευρώπη τον αιώνα που μας πέρασε: Βόρεια Ιρλανδία και Euskadi.
Στην βόρειο Ιρλανδική σύγκρουση πολέμησαν οι Bernadette Devlin, Mairead Farrell που σκοτώθηκε στο Γιβραλτάρ, στις 6 μαρτίου 1988, από μια ‘ομάδα θανάτου’ του αγγλικού στρατού.
Ένα από τα μεγαλύτερα ‘σύμβολα’, λόγω του κύρους και της σημασίας, του αγώνα του βασκικού λαού, δίχως άλλο είναι η Eva Forest, πρωτομάστορας του ‘Σχεδίου Ogro’ (εξολόθρευση του Luis Carrero Blanco, ‘ηγέτη’ της κυβέρνησης του Franco). Τον τίναξαν στον αέρα με το αυτοκίνητο του στην Μαδρίτη στις 20 δεκεμρίου 1973. Στο βιβλίο της “Επιχείρηση Ogro. Πως και γιατί σκοτώσαμε τον Carrero Blanco” 12 ξεκινά την διήγηση της με αυτό τον τρόπο: “Ο Carrero Blanco είχε ένα όνειρο: να πετάξει. Μια ημέρα η Eta έκανε το όνειρο του μια μεγάλη πραγματικότητα”.

Στην μεγάλη έκθεση των σχεδόν σαράντα προφίλ επαναστατριών (αν και θα μας είχε αρέσει να μας μιλούσε επίσης και για την Olga Benario, κομουνίστρια και εβραία, απεσταλμένη της Κομουνιστικής Διεθνούς στην Βραζιλία, δολοφονημένη στο lager di Bernburg-Euthanasia Centre στις 23 απριλίου 1942;13 την comandante Celia Sànchez της κουβανικής επανάστασης: “εκείνη που έπαιρνε τις κυριότερες αποφάσεις”; 14 Genoeffa Cocconi, μητέρα των αδελφών Cervi και την Carla Verbano.15 ) Ο Steccanella καλλιεργεί δυο ιδιαίτερα ‘κόκκινα λουλούδια’ : την Margherita Mara Cagol (ιδρύτρια των Brigate Rosse, ‘που εκτελέστηκε’, σύμφωνα με την μαρτυρία ενός μαχητού παρόντος στην ανταλλαγή πυροβολισμών που είχε προηγηθεί, με έναν πυροβολισμό από πιστόλι στον αυχένα, ενώ ήταν γονατισμένη έχοντας παραδοθεί, στις 5 ιουνίου 1975 στην Cascina Spiotta,στο αγρόκτημα στην περιοχή Arzello di Melazzo (Al). Οι Σύντροφοι της στην ανακοίνωση χαιρετισμού δηλώνουν: “Mara, ένα λουλούδι άνθισε, και αυτό το λουλούδι ελευθερίας οι Ερυθρές Ταξιαρχίες θα συνεχίσουν να το καλλιεργούν μέχρι τη νίκη! Ένοπλη πάλη για τον κομουνισμό!”) και την Ulrike Meinhof, δημοσιογράφο και αγωνίστρια της Rote Armee Fraktion, που πέθανε  ‘μυστηριωδώς’ στην φυλακή του Stammheim το βράδυ μεταξύ 8 και 9 μαίου 1976. Ένα μανιφέστο της Κόκκινης Βοήθειας, del Soccorso Rosso την θυμάται με αυτό τον τρόπο: “Ένα λουλούδι άνθισε. Θα το καλλιεργούν οι επαναστάτες όλου του κόσμου. Θα το καλλιεργούν μέχρι τη νίκη”.16

Λόγω της μαχητικής αλληλεγγύης, σεβασμού και εκτίμησης, οι τελευταίες δύο γυναίκες που αναφέρονται στο βιβλίο είναι η »Γιαγιά Μάο», “Nonna Mao”-Cesarina Carletti, πρώην παρτιζάνα , βιβλιοπώλης μεταχειρισμένου στην αγορά της Porta Palazzo στο Torino, που συνελήφθη στις 15 ιουλίου 1975 ως ύποπτη ταξιαρχίτισσα: “είναι να γελάς, ’με αυτή την τελευταία είναι είκοσι μία φορές που μπήκα φυλακή. Και δεν θα είχα ποτέ φανταστεί πως θα μου καταλόγιζαν ξανά τις ίδιες κατηγορίες με αυτές τριάντα τριών χρόνων νωρίτερα, όταν ήμουν παρτιζάνα: συμμετοχή σε ένοπλη μπάντα”.

Η Caterina Rina Picasso, κατηγορία 1908, ‘η γιαγιούλα των BR’, αναφέρεται με αυτό τον τρόπο από τον Prospero Gallinari όταν την θυμάται: “ η Caterina Picasso είναι ένα κομμάτι του παρελθόντος μας. Ένα πρόσωπο της βαθιάς πόλης, της αντιφασιστικής και κομουνιστικής έντασης της ιστορίας της Τζένοβα”. Στην ηλικία των 72 χρόνων “καταδικάστηκε σε πρώτο βαθμό σε τρία χρόνια και τέσσερις μήνες , που στο εφετείο αυξήθηκαν σε τέσσερα χρόνια, Έξω απ’ το κελί της εκθέτει μια στοιχειώδη κόκκινη σημαία ραμμένη με διάφορα κομμάτια από ύφασμα”.

Τέλος, αλλά απολύτως όχι τελευταία, αναφέρεται μια, την θυμάται με τον τρόπο του, ‘μαχήτρια’ με ένα τρόπο που καμιά καμιά ανθολογία, βιβλίο αυτοβιογραφιών ή έκθεση γυναικών αναφέρει: Anna Magnani. Όταν πλέον την είχαν σημαδέψει οι ‘φθορές του χρόνου’, αγνοώντας την αισθητική : “LΑφήστε μου όλες τις ρυτίδες, μην μου αφαιρέσετε ούτε μια. Χρειάστηκε μια ολόκληρη ζωή για να τις φτιάξω
Μια πρόσληψη μιας πολύ διαφορετικής συνειδητοποίησης από τα τρέχοντα αισθητικά και καλλιτεχνικά στερεότυπα, όχι μόνο γυναικεία.


  1. Davide Steccanella, Le Brigate Rosse e la lotta armata in Italia. Cronologia degli eventi che hanno contrassegnato 15 anni del nostro paese- Οι Ερυθρές Ταξιαρχίες και η ένοπλη πάλη στην Ιταλία. Χρονολογία των γεγονότων που σημάδεψαν 15 χρόνια στη χώρα μας, Simplicissimus, Loreto (An)-Catania, 2012  
  2. επαναλάμβανεDavide Steccanella, Gli anni della lotta armata. Cronologia di una rivoluzione mancata- Τα χρόνια του ένοπλου αγώνα. Χρονολογία μια χαμένης επανάστασης, Bietti, Milano, 2013  
  3. Davide Steccanella, Rivoluzionaria- Επαναστάτρια, 2017 Ημερολόγιο 12 μηνών, Agenda 12 mesi, Mimesis, Sesto San Giovanni (Mi), 2016  
  4. Ida Farè-Franca Spirito, Mara e le altre. Le donne e la lotta armata: storie interviste riflessioni- Η Μάρα και οι άλλες. Οι γυναίκες και η ένοπλη πάλη: ιστορίες συνεντεύξεις στοχασμοί, Feltrinelli, Milano, 1979  
  5. Paola Staccioli, Sebben che siamo donne. Storie di rivoluzionarie Κι ας ήμαστε γυναίκες. Ιστορίες επαναστατριών, DeriveApprodi, Roma, 2015  
  6. Haidi Gaggio Giuliani-Paola Staccioli, Non per odio ma per amore. Storie di donne internazionaliste- Όχι από μίσος αλλά λόγω τη αγάπης. Ιστορίες διεθνιστών γυναικών, DeriveApprodi, Roma, 2012  
  7. Rosella Simone, Donne oltre le armi. Tredici storie di sovversione e genere- Γυναίκες πέρα από τα όπλα. Δεκατρείς ιστορίες ανατρεπτικής δραστηριότητας και φύλου, Milieu Edizioni, Milano 2017  
  8. Dolores Ibàrruri, Memorie di una rivoluzionaria- Αναμνήσεις μιας επαναστάτριας,  Editori Riuniti, Roma, 1963  
  9. Marta Rojas-Mirta Rodriguez Caldiron, a cura di- Tania la guerrigliera, Τάνια η αντάρτισσα, Feltrinelli, Milano, 1971  
  10. Jurgen Schreiber, La ragazza che vendicò Che Guevara. Storia di Monika Ertl- Η κοπέλα που εκδικήθηκε τον Τσε Γκεβάρα. Ιστορία της Μόνικα Έρτλ,  casa editrice Nutrimenti, Roma, 2011  
  11. Assata Shakur, Assata, un’autobiografia, Ασσάτα, μια αυτοβιογραφία, εισαγωγή με επιμέλεια του Giovanni Senzani, introduzione e cura di Giovanni Senzani, CONTROInformazione internazionale, Erre emme Edizioni, Roma, dicembre 1992  
  12. Marco Laurenzano, a cura di, Eva Forest, Operazione Ogro. Come e perchè abbiamo ucciso Carrero Blanco- Επιχείρηση Ogro. Πως και γιατί σκοτώσαμε τον Καρρέρο Μπλάνκο,  Red Star Press, Roma, dicembre 2013  
  13. Ruth Wener, Olga Benario. Una vita per la rivoluzione. La storia di una vita coraggiosa- Όλγα Μπενάριο. Μια ζωή για την επανάσταση. Η ιστορία μιας θαρραλέας ζωής, Zambon Editore, Francoforte, 2012  
  14. Dieci donne rivoluzionarie…che non appaiono nei libri di storia- Δέκα επαναστάτριες γυναίκες…που δεν εμφανίζονται στα βιβλία της ιστορίας,  Kathleen Harris, 2014 https://www.bibliotecapleyades.net/sociopolitica/sociopol_globalupraising81.htm  
  15. Carla Verbano με την Alessandra Capponi, Sia folgorante la fine- Να είναι εκθαμβωτικό το τέλος,  Rizzoli, Milano, 2010  
  16. La morte di Ulrike Meinhof, Rapporto della Commissione Internazionale d’inchiesta- Ο θάνατος της Ουλρίκε Μάϊνχοφ, Αναφορά της Διεθνούς Επιτροπής έρευνας, μετάφραση της Petra Krause και Elisa D’Ambrosio, Tullio Pironti Editore, Napoli, settembre 1979 – Ulrike Meinhof, Bambule. Rieducazione, ma per chi?- BambuleΑναμόρφωση, αλλά για ποιον; Edizioni della battaglia, Palermo, gennaio 1998  

Share

αυτονομία, autonomia

H ρωμαϊκή εργατική αυτονομία – L’autonomia operaia romana

του Giovanni Iozzoli

G. Marco D’ubaldo, Giorgio Ferrari, Gli autonomiVolume IV. L’Autonomia operaia romana, DeriveApprodi, Roma, 2017, 224 p., € 18.00  Οι αυτόνομοι – τέταρτος τόμος. Η ρωμαϊκή εργατική αυτονομία

Ο εκδοτικός οίκος Derive Approdi έχει εκδώσει τον τέταρτο τόμο της σειράς Gli autonomi Οι αυτόνομοι. Πρόθεση είναι να εμβαθύνει την αφήγηση μιας πολιτικής εποχής, εστιάζοντας με πιο σφιχτό τρόπο στην επικράτεια – ξεκινώντας από την ρωμαϊκή. Οι επιμελητές του τόμου είναι οι Giorgio Ferrari και G.Marco D’Ubaldo, ιστορικοί που αναφέρονται σε δυο πραγματικότητες καίριας σημασία της ρωμαϊκής πλατείας και πραγματικότητας: i Comitati Autonomi Operai e il Comitato dell’Alberone, τις Αυτόνομες Εργατικές Επιτροπές και την Επιτροπή των κατοίκων του Alberone .

Η απόφαση για τη διερεύνηση της «εδαφικότητας» των εμπειριών της αυτονομίας, είναι αναμφίβολα επαρκής, κατάλληλη. Δεν υπάρχει ανακατασκευή ή πολιτικό επιχείρημα για τις «αυτονομίες», που μπορεί να αγνοήσει αυτή την διάσταση – και αυτό, εκτός από την αντικειμενικότητα των ιστορικών γεγονότων, ακόμη και για μια θεωρητική προσέγγιση ευρύτερα αποδεκτή εκείνα τα χρόνια: έδαφος-επικράτεια σήμαινε ανάγνωση της ταξικής σύνθεσης, χτίσιμο των στοιχείων του προγράμματος, προσαρμογές των επιπέδων της οργάνωσης και πάλι επιστροφή στο έδαφος, στην επικράτεια. «Έδαφος» σημαίνει τη γη-το επίπεδο της συνεχούς επαλήθευσης των αρχικών υποθέσεων. Και δεν μιλάμε για την ιδεολογική πρόταση του «να ξαναπάρουμε πίσω την πόλη»: ήταν μάλλον κοπιώδες και εκρηκτικό καθημερινό χτίσιμο διαμάχης-καβγά-διενέξεων (εδαφικών, ακριβώς, στην επικράτεια), που έδωσαν στην συζήτηση για την αυτονομία, κοινωνικό βηματισμό, ρίζωμα, κοινωνικά σκέλη.

Ο τόνος του βιβλίου απομακρύνεται από κάθε amarcord ευχαρίστησης [ευτυχισμένες αναμνήσεις σε ελεύθερη μετάφραση]: διαβάζετε την ιστορία ξεκινώντας από το παρόν και οι συγγραφείς, πέρα από τα προσωπικά βιογραφικά γεγονότα, αισθάνονται ενεργά εμπλεκόμενοι μιας πολιτικής υπόθεσης που δεν έχει κλείσει, αλλά μάλλον έχει μετατοπιστεί και αναποδογυρίσει επί των ημερών μας.

Πρωτεύουσα Ρώμη, Roma πολιτικό επίκεντρο, για καλό ή για κακό. Σωστό το να ξεκινήσουμε από τον αυτόνομο χώρο της: γιατί στην ρωμαϊκή αρένα οι συλλογισμοί επί της μητρόπολης ως απόκλιση της νέας ταξικής σύνθεσης, βρήκαν το έδαφος της πιο προχωρημένης πρακτικής. Για να γίνει αυτό κατανοητό, φτάνει να έχετε στα χέρια κάποιο από τα δικαστικά έγγραφα που σχετίζονται με τις πολλές αγωγές εναντίον της ρωμαϊκής εργατικής αυτονομίας: στα δικαστικά έγγραφα – πολύτιμα εργαλεία πολιτικής μνήμης, φθάνει να γνωρίζει κάποιος να τα διαβάζει – σχολαστικά αναφέρονταν από τους δικαστές δεκάδες και δεκάδες αυτόνομων οργανισμών με τα αρχικά τους, την κοινωνική τους διαστρωμάτωση και τα στέκια τους, τα υποτιθέμενα οργανογράμματα τους, και ήδη μόνο εκείνοι οι δικαστικοί χάρτες θα σας έκαναν να συνειδητοποιήσετε το πόσο μεγάλος ήταν ο επαναστατικό πλούτος για τον οποίον μιλάμε.

Οι συντάκτες του τόμου ανακατασκευάζουν αποτελεσματικά την ιστορική εικόνα της Ιταλίας – και της πρωτεύουσας της – στις αρχές της δεκαετίας 70. Στο πλαίσιο αυτό και μέσα σε αυτή την συγκυρία ωριμάζουν κάποιες συγκεκριμένες προϋποθέσεις, οι οποίες θα αποτελέσουν το θεμέλιο της ανάπτυξης της αυτονομίας στη Ρώμη:
– σε υποκειμενικό επίπεδο η καθίζηση της σύντομης περιόδου των ομάδων, που απελευθερώνει ενέργειες χιλιάδων αγωνιστών,
– ο αγώνας για το σπίτι, πάντα ζωτικής σημασίας σε μια περιοχή που πλήττεται μετά τον πόλεμο από μια σταθερή δημογραφική πίεση και μια ταχεία ανάπτυξη του κύκλου κατασκευών,
– ο αγώνας στην δημόσια υγεία και στον τομέα της ηλεκτρικής ενέργειας, με το πολύτιμο δέσιμο ανάμεσα στην εργατική κινητοποίηση και τα δικαιώματα των χρηστών,
– η παρουσία των κεντρικών οργάνων του ΚΚΙ- PCI και του αριστερού συνδικάτου CGIL, στο μέγιστο της ηγεμονίας τους, που όμως ήδη κινούνται πτωτικά, στην φθορά της εποχής των θυσιών και της καταστολής των κινημάτων,
– ο αντιφασισμός, σε μια πόλη όπου η μνήμη και η φασιστική παρουσία, τριάντα χρόνια μετά το τέλος του πολέμου είναι ακόμα πολύ ζωντανή (απλά διαβάστε την αυτοβιογραφία του Giulio Salierno, για να πάρετε μια αίσθηση εκείνης της καρκινικής επιμονής στην πρωτεύουσα).

Είναι μέσα από αυτά τα εδάφη, διασχίζοντας αυτά τα εδάφη – στο εσωτερικό συγκεκριμένων διαδρομών, όλων να παίζονται σε μαζική διάσταση – που αναπτύσσεται ο σχηματισμός των ρωμαϊκών αυτόνομων οργανισμών: εμπειρίες που από τον σχηματισμό τους φέρουν μέσα τους την επίμονη προσπάθεια για την ανασύνθεση της πολιτικής δράσης όπως και της συνδικαλιστικής, των οποίων ο διαχωρισμός, ειδικά στην προοδευτική επεξεργασία κυρίως των Volsci, κρίνεται ως εμπόδιο στην ανάπτυξη μιας σύγχρονης επαναστατικής προοπτικής.

Μέσα σε λίγα χρόνια, συλλογικότητες και επιτροπές γειτονιάς – δείτε την εμβληματική περίπτωση του Alberone – συνθέτουν ένα ζωντανότατο και μαγματικό δίκτυο που διασχίζει όλες τις διαστάσεις της μητροπολιτικής σύγκρουσης: η οργάνωση των αγώνων ενθαρρύνει τον αυθορμητισμό της προλεταριακής εφευρετικότητας, η οποία με τη σειρά της οργανώνεται και επανεκκινεί τη διαδικασία.

 

Τη νύχτα δεν ήταν και τόσο δύσκολο να πέσουμε επάνω σε μια μικρή ομάδα ανθρώπων που τραβούσαν αντικείμενα οικιακής χρήσης σε κάποιο άδειο κτίριο, μερικές φορές δεν ήταν καν τελειωμένο, προσπαθώντας να μην γίνουν αντιληπτοί από την αστυνομία. Το φαινόμενο ήταν τόσο μεγάλο και μοναδικό για μια μεγάλη πόλη, που κατέληξε μάλιστα και σε ένα άρθρο του εβδομαδιαίου Time (σ.85)

Και αυτό σημαίνει ότι, πέρα από τις εκστρατείες και τους μεγάλους αγώνες που διοργανώνονταν από την εξωκοινοβουλευτική αριστερά, επικρατούσε στις γειτονιές και στο κοινωνικό προλεταριακό σώμα μια εκτεταμένη μαζική παρανομία, της οποίας η ζήτηση για οργάνωση ήταν ακριβώς ο λόγος ύπαρξης της αυτονομίας.

Η ρωμαϊκή εργατική αυτονομία γεννιέται και περπατά επάνω στα πόδια της κοινωνικής πρακτικής: εργασία και επικράτεια, lavoro e territorio. Η πολιτική οργάνωση των Volsci, ειδικότερα, είναι άμεση έκφραση πραγματικοτήτων που προέρχονταν από τον κόσμο της μισθωτής εργασίας:

Με εξαίρεση κάποιους φοιτητές ιατρικής που δρούσαν μέσα στην Κολεκτίβα της Πολυκλινικής, del Collettivo Policlinico (και που έπαιξαν σημαντικό ρόλο στην ανάπτυξη των αγώνων) εκείνοι οι οργανισμοί αποτελούνταν αποκλειστικά από εργαζομένους: υπαλλήλους, διοικητικούς τεχνικούς, εργάτες. Έτσι ακριβώς: εργάτες, που φορούσαν την ποδιά των νοσοκόμων, την στολή του αχθοφόρου ή την φόρμα της Enel [ενέργεια] ήταν εργατικό δυναμικό που το εκμεταλλεύονταν όπως τους άλλους που βρίσκονταν στο εργοστάσιο, αν και δεν είχαν τa «στίγματα» των ροζιασμένων χεριών. Ήταν ένα ιδιαίτερο χαρακτηριστικό των Volsci να επιβάλουν στην προσοχή του κινήματος εκείνες τις φιγούρες που σνομπάρονταν από τους ερμηνευτές της εργατικής τάξης, σαν να ήταν αντιπαραγωγικές ή παρασιτικές, που εξακολουθούσαν να θεωρούνται περιθωριακές σε σχέση με την ερμηνεία της σύγκρουσης κεφαλαίου εργασίας (σελ. 59)

Συνεπώς: φυσική απόκτηση του κοινωνικά εξελιγμένου χαρακτήρα της καπιταλιστικής εκμετάλλευσης, φυσική θεώρηση του »εργατικού» χαρακτήρα αυτής της κοινωνικής εργασίας.

Εργασία και επικράτεια, λέγαμε, κατά τη διάρκεια των ρωμαϊκών χρόνων 70, ορισμένες γειτονιές, δείτε Centocelle ή San Basilio, απελευθερώνουν το πλήρες δυναμικό τους, σε ένα είδος καρστικής συνέχειας της σύγκρουσης, η οποία εξακολουθεί να υφίσταται μετά τον πόλεμο – καταλήψεις, αυτομειώσεις, διεκδικήσεις στις μεταφορές , στις υπηρεσίες, εναλλακτική κοινωνικότητα.

Για να μπει σε δίκτυο αυτός ο πολλαπλασιασμός δεν είναι απλό: εφευρίσκουν νέα εργαλεία – όπως η Συνέλευση πόλης των εργατικών επιτροπών και γειτονιάς – όλα επίπονα πειράματα, που ζουν με ενότητα, ρήξεις, ανασυνθέσεις, που υφαίνονται καθημερινά με το νήμα των αγώνων και των διεκδικήσεων, της διαμάχης.
Η μέθοδος της ρωμαϊκής αυτονομίας, μπροστά σε αυτό τον κοινωνικό πλούτο, είναι πάντα η ίδια: από τις μάζες στις μάζες, γιατί αυτονομία θα πει πρώτα απ’ όλα ρήξη της κακιάς διαλεκτικής μεταξύ υποτιθέμενων »εξωτερικών πρωτοποριών» και τάξης.

Συνέβαινε πράγματι εκείνα τα χρόνια μια πρωτοπορία καλλιεργημένη και ηδονιστική να επιβάλλει από τα άνω την δική της κοσμοθεωρία, la sua Weltanschauung στην πραγματική ιστορία μιας αποτυχημένης χώρας … Οι αντιλήψεις που αρνούνται αρχικά μια ανεξάρτητη διαδικασία προλεταριακής χειραφέτησης και τη δυνατότητα των μαζών να ορίσουν τη δική τους αυτόνομη οργάνωση, ήταν σε μεγάλο βαθμό διαδεδομένες μεταξύ των πρωτοποριών του τότε (σελ.47)

Η Αυτονομία γεννιόταν ως αντιστροφή αυτών των αντιλήψεων, που ήταν κληρονομιά όχι μόνο από το ρεβιζιονισμό, αλλά και της πολιτικής τάξης του 68.

ο Giorgio Ferrari περιγράφει τους Volsci σαν ένα εργαστήριο της κοινωνικής ορθής πράξης, όπου όμως βασίλευε η γεύση της θεωρητικής ετεροδοξίας:

Στην εποχή του μετα-κομμουνισμού αισθάνομαι ακόμα μαρξιστής και αυτόνομος: γιαυτό, όταν στις αρχές της δεκαετίας του ’70 γνωρίστηκα με τους συντρόφους του Γενικού Νοσοκομείου-Policlinico και της Enel, που είχαν αφήσει το Μανιφέστο, για μένα ήταν μια ανακούφιση. Επιτέλους, θα μπορούσα να εκφράσω τις αμφιβολίες μου επάνω στην κομμουνιστική εμπειρία χωρίς να αντιμετωπίζομαι με καχυποψία, επιτέλους έκανα μαζί με άλλους πολιτικούς προβληματισμούς και στοχασμούς από τους οποίους οι επαναστάτες δεν πρέπει ποτέ να διαφεύγουν (σελ.20

 

Η κρίση του κομμουνιστικού παραδείγματος, στην ωριμότητα της ανάπτυξης και της καπιταλιστικής κρίσης της δεκαετίας του ’70, είναι ήδη σαφής, για όσους θέλουν να το δουν, παρά τις πλατείες που γεμίζουν και τις κλειστές γροθιές: η εργατική αυτονομία ήταν επίσης η γη επάνω στην οποία αυτή η συζήτηση μπορούσε να απελευθερωθεί με μεγαλύτερη ειλικρίνεια.
Το ακριβώς αντίθετο από εκείνες τις ομαδίστικες συνιστώσες όπου βασίλευε η πιο κομφορμιστική ορθοδοξία, η οποίες, κατά τα χρόνια της ήττας, πέρασαν από την μια νύχτα στο πρωινό, από την μια μέρα στην άλλη δηλαδή, στην άλλη πλευρά του οδοφράγματος, αφήνοντας πίσω τις δογματικές βεβαιότητες τους, όπως ένα φίδι το παλιό δέρμα του – και ίσως συνεχίζοντας να κηρύττουν με την ίδια αυταρέσκεια, τα υπέροχα και προοδευτικά πεπρωμένο του ρεφορμισμού των χρόνων 80 …

Το πρώτο μισό της δεκαετίας του ’70, βλέπει την ρωμαϊκή αυτονομία στην πρώτη γραμμή της προσπάθειας για τη σταθεροποίηση της υπόθεσης εθνικής πολιτικής. Δεν είναι εύκολο, επειδή ακριβώς ορισμένες εμπειρίες βρίσκονται σε ισχυρό πολιτικό-ιδεολογικό χαρακτηρισμό, ενώ άλλες ζουν μια θεμελιώδη κοινωνική διάσταση – και δεν είναι δεδομένο να μοιράζονται λεξιλόγιο και εκστρατείες.

Η σχέση που οι Αυτόνομες Εργατικές Επιτροπές, i Comitati Autonomi Operai προσπαθούν να εδραιώσουν είναι στον άξονα του Μιλάνου με το Κόκκινο, con Rosso,το οποίο για ένα διάστημα γίνεται και εθνικό περιοδικό (με την Via dei Volsci ρωμαϊκή σύνταξη). Αλλά η εποχή της αυτονομίας του Μιλάνο είναι μια φλόγα που γεννιέται αργότερα και καταναλώνεται πριν, σε σχέση με την σταθερότητα της ρωμαϊκής εμπειρίας. Ριζοσπαστικές διαφορές πολιτικού έργου, γίνονται εμπόδια για την κατασκευή μιας εθνικής άποψη: Το Rosso, υπό την καθοδήγηση του Negri, πιέζει πολύ προς τη ρητορική του κοινωνικού εργάτη και σε μια προοδευτική συγκεντροποίηση της δομής, των λειτουργιών και της πολιτικής ηγεσίας.

Για τους Volsci, η επίτευξη του κοινωνικού χαρακτήρα της καπιταλιστικής εκμετάλλευσης είναι μια συνειδητοποίηση καθημερινή που δεν έχει ανάγκη επιβεβαιώσεων ή εξαναγκασμών – ούτε θεωρητικών ούτε με όρους χτισίματος του κόμματος. Στην Ρώμη ακόμη και στις υψηλότερες στιγμές της σύγκρουσης, προτιμούν να οργανώνουν την διάχυτη διαμάχη της κοινωνικής εργασίας στην περιοχή, θεωρώντας πως δεν είναι ώριμη καμιά αξιόπιστη “δυαδικότητα των εξουσιών”. Στις αναμνήσεις των επιμελητών αντηχεί ξανά η πολεμική της ρωμαϊκής πλευράς προς μια διανοουμενίστικη στρέβλωση, ιδεολογική και υποκειμενιστική, που θα σημαδέψει βαριά το μιλανέζικο εργαστήρι και την κατάρρευση του.
Ο διάλογος ανάμεσα στις διαφορετικές εθνικές ψυχές θα καταστεί ρήξη. Mα πλέον βρισκόμαστε στο κατώφλι των τριών βασικών βημάτων, βαθμίδων κλειδιά, που θα καθορίσουν το νόημα εκείνης της εποχής και της παρακμής της : η φλόγα του 77, η απαγωγή Moro και το μεγάλο κατασταλτικό κύμα που ξεκινά στις 7 Aπριλίου 79 και θα συνεχιστεί μέχρι και πέρα από τα μισά των χρόνων 80.

Μέσα σε αυτή την ισχυρή ιστορία χειραφέτησης και εξέγερσης, ρέουν οι ανθρώπινες υποθέσεις μιας γενιάς αγωνιστών: οι επαναλαμβανόμενες συλλήψεις των Pifano, Miliucci και δεκάδων άλλων ηγετικών στελεχών, το κλείσιμο των γραφείων του ραδιοφωνικού σταθμού Onda Rossa και των Volsci από πλευράς  υπουργού εσωτερικών Cossiga, οι αγώνες των οργανωμένων ανέργων του νόμου 285, χιλιάδες κατειλημμένων σπιτιών, η παρέμβαση στην Irpinia που είχε υποστεί τον σεισμό, οι κύκλοι των αυτομειώσεων, οι αγώνες για τις υπηρεσίες και μια συνεχής πίεση στα δημόσια έξοδα, που καλλιεργήθηκε αποτελεσματικά στην διάσταση της του κοινωνικού μισθού.

Η εποχή της διαχείρισης των πολιτικών δικών και του διαχωρισμού, θα διαιρέσει περαιτέρω τις τύχες των διαφόρων οργανωμένων συνιστωσών: μπροστά από το κατασταλτικό τσουνάμι οι Αυτόνομες Εργατικές Επιτροπές θα εκφράσουν μια ανθεκτική ικανότητα, που άλλοι δεν μπόρεσαν να σημαδέψουν, να δείξουν. Το Rosso και όλες οι εμπειρίες της αυτονομίας του Μιλάνο θα εξαφανιστούν στο τέλος της δεκαετίας του 70 συνθλιβόμενες από την καταστολή και την μετακίνηση προς την παρανομία. Η πολιτική αυτόνομη- πνευματική τάξη θα κατακερματιστεί σε επιλογές και εναλλακτικές που δεν είναι πάντα αξιοπρεπείς, ανάμεσα στην διάσταση, θεσμικές μετατροπές, τραβηγμένους απ’ τα μαλλιά αθωοτισμούς (περιέργως το βιβλίο δεν θυμάται την οργισμένη διαμαρτυρία της ρωμαϊκής πλατείας στο «ριζοσπαστικό» συλλαλητήριο του Toni Negri: ένα μικρότερο επεισόδιο, το οποίο ωστόσο, δίνει το μέτρο του πόσο πολύ είχαν αλλάξει οι όροι του πολιτικού διαλόγου στο εσωτερικό της επαναστατικής αριστεράς, σε σύντομο χρονικό διάστημα μέσα σε λίγα χρόνια …).

Στην πραγματικότητα, στις αρχές της δεκαετίας του ’80, οι μόνες αυτόνομες υποκειμενικότητες που επέζησαν από τη θύελλα της 7ης απριλίου και την ταξική ήττα, είναι ο ρωμαϊκός χώρος και ο ενετικός πόλος: δύο πραγματικότητες που θα συγκατοικήσουν για μια δεκαετία στο εθνικό αντι-ιμπεριαλιστικό αντι-πυρηνικό Συντονιστικό, σε μια πεισματική διαλεκτική (ενότητας και ανταγωνισμού …), που θα σημαδέψει θετικά επίσης τις μεγάλες εκστρατείες εκείνων των χρόνων ενάντια στις ειδικές φυλακές και τα βασανιστήρια, την αντίθεση στο Εθνικό σχέδιο Ενέργειας, τους διεθνιστικούς αγώνες, από τη Λατινική Αμερική στην Παλαιστίνη.

 

Οι Comitati Autonomi Operai, για όλη την δεκαετία 80, θα είναι το σημείο αναφοράς στο κοπιαστικό έργο ανακατασκευής  ενός εθνικού ιστού, κυρίως για τις νεαρές ομάδες του κέντρου νότου.

δεν θα μπορούσαμε να έχουμε αντέξει τις επιπτώσεις της καταστολής αυτών των σκοτεινών χρόνων χωρίς την πεποίθηση χιλιάδων αγωνιστών και την αλληλεγγύη από τις προλεταριακές γειτονιές … και αυτή δεν προέρχονταν από ένα υπερώο σκεπτόμενων κεφαλών, αλλά επειδή ήμασταν ριζωμένοι στην περιοχή, κάτι που ήταν πρωτοφανές και δεν είχε προηγούμενα και όπου οι αγώνες αποτελούσαν το καλύτερο σχολείο για στελέχη που θα μπορούσαμε να έχουμε φανταστεί (σ.125)

Πάρα πολλά όμως πράγματα άλλαζαν με ταχύτητα: το να επαναλαμβάνουν τους εαυτούς τους και τις μορφές τους δεν είναι κάτι που υπάρχει στο αυτόνομο DNA, η αυτονομία δεν γνωρίζει και δεν μπορεί να δώσει τον εαυτό της σαν κρυσταλλοποίηση, σαν διατήρηση της μνήμης – είναι μια διαδικασία σε κίνηση που επιβάλλει να βρίσκεσαι ένα βήμα μπροστά, να ανακαλύπτεις και να εφευρίσκεις νέα παραδείγματα, να καις πάντα τις γέφυρες στις πλάτες σου. Και επί της Via dei Volsci και της ρωμαϊκής πλατείας, βαραίνουν τα χρόνια 90: η Δεύτερη repubblica πιέζει, το σύστημα των κομμάτων καταρρέει, οι παραδοσιακές κοινωνικές δυνάμεις διαλύονται, ο ιταλικός καπιταλισμός γίνεται έδαφος πολυεθνικής επιδρομής, όλο και πιο περιθωριοποιημένο στον διεθνή καταμερισμό της εργασίας και των κεφαλαίων. Αλλά αυτή είναι πλέον η ιστορία του σήμερα.

Στην διαφοροποιημένη πολιτική και κοινωνική κατάσταση, οι αυτόνομες εργατικές επιτροπές πηγαίνουν δίχως δράματα και φωνές προς την αυτοδιάλυση: το 1992, στην διάρκεια μιας δημόσια και συλλογικής συζήτησης, το μεγαλύτερο μέρος των ρωμαίων αυτόνομων επιλέγει να θεωρήσει λήξασα την λειτουργία της οργάνωσης των αυτόνομων Επιτροπών («είκοσι χρόνια πραγματικά ήταν πολλάv», λέει ο Ferrari).
Ο ορίζοντας είναι μια νέα καταβύθιση στις δυο υποθέσεις εργασίας που είχαν καθιζάνει στη διάρκεια των χρόνων 80: το χτίσιμο των Cobas και οι αυτοδιαχειριζόμενες καταλήψεις, σαν στοιχείο εκ νέοι ριζώματος στον κόσμο της εργασίας και στην επικράτεια.

Ιστορία ανοιχτή, εκείνη της αυτονομίας.
Ιστορία που έχει ανασταλεί, ίσως – για ό, τι δεν κατάφεραν να κάνουν και για εκείνο που δεν είναι ακόμη σε θέση να πουν, που δεν έχουν καταφέρει να μας πουν.

τι να κάνουμε τις ζωές μας δεν μας φαίνεται καθόλου προφανές. Δεν νομίζουμε ότι για να λυθεί το πρόβλημα είναι αρκετό να προετοιμάσουμε ένα κοινό πρόγραμμα – που ήδη η προσπάθεια να το συντάξουμε θα σήμαινε να έχουμε θέσει σε σύγκριση ανάλυση και προοπτικές – αν δεν καταστήσουμε σαφή την αδιαλλαξία μας με αυτό το παρόν, χωρίς να κρύβουμε από τους εαυτούς μας τις δυσκολίες και χωρίς δισταγμό στο να πούμε πώς σκεφτόμαστε. Και αυτό είναι το χαρακτηριστικό γνώρισμα, το σήμα κατατεθέν που εδώ και πολλά χρόνια, μας έκανε να αναγνωρίσουμε τον έναν στον άλλον πριν ακόμη συναντηθούμε. Η αδιαλλαξία με την παρούσα κατάσταση, με το παρόν, μας έφερε μαζί, μας έκανε να συναντηθούμε, η θέληση να το αλλάξουμε μας έκανε να αναγνωριστούμε σύντροφοι στη ζωή και στον αγώνα. Χωρίς αυτό τον ανθρώπινο και πολιτικό δεσμό, δίχως αυτή την συνενοχή να ζούμε μαζί μιαν ακραία περιπέτεια μέχρι του σημείου να βάλουμε τη ζωή μας στα χέρια του άλλου, θα είχαμε υπάρξει κάτι άλλο (σελ. 194)

Che fare delle nostre vite, non ci sembra affatto scontato, Τι να κάνουμε με τις ζωές μας, δεν μας φαίνεται καθόλου προφανές. Μια δήλωση που ακούγεται καθόλου υπαρξιακή και ατομικιστική, ένα ερώτημα με νόημα που αναπηδά από γενιά σε γενιά, αναποδογυρίζεται στο παρόν, αμφισβητεί και ανακρίνει το μέλλον. Μια πολύ «αυτόνομη» τάση να αναζητάς νέους δρόμους της επαναστατικής προοπτικής.

Share

ανατρεπτική τέχνη, arte ribelle

Η φυγή προς τα εμπρός -La fuga in avanti

του Manolo Morlacchi

Morlacchi-LaFugaInAvanti.jpgManolo Morlacchi, La fuga in avanti. La rivoluzione è un fiore che non muore, ed. Agenzia X, pp. 216, € 15,00. Η φυγή προς τα εμπρός. Η επανάσταση είναι ένα λουλούδι που δεν πεθαίνει

La fuga in avanti Η φυγή προς τα εμπρός βγήκε στα βιβλιοπωλεία εδώ και λίγες ημέρες και υπάρχουν κάποιες παρατηρήσεις, προκλήσεις, ερωτήσεις, που εμφανίζονται κατ’ επανάληψη στις παρουσιάσεις  όπου συμμετέχω και στις κριτικές που μέχρι τώρα μπόρεσα να διαβάσω, ειδικότερα η αναφορά του Wu Ming 1 στην Nandropausa. Οπότε βεβαιώθηκα για την ανάγκη εμβάθυνσης κάποιων ζητημάτων γύρω απ’ το βιβλίο μου.

Κατά μήκος των σελίδων του La fuga in avanti περιγράφω αρκετές φορές με μεγάλη έμφαση και νοσταλγία το κλίμα μέσα στο οποίο πέρασα τα χρόνια της παιδικής μου ηλικίας και ενηλικίωσης, πάνω κάτω από το 1975 στο 1985. Αυτή η περιγραφή μπορεί να ξεσηκώσει κάποια ενόχληση ή αμηχανία μεταξύ εκείνων που έζησαν στην πρώτη σειρά εκείνη την πολιτική περίοδο και πλήρωσαν τις συνέπειες σκληρά. Αλλά η ανάγνωση μου είναι σκόπιμα προκλητική. Είναι η προσπάθεια να συσχετίσω τα ανθρώπινα και κοινωνικά χαρακτηριστικά αυτών που αποφάσισαν να οδηγηθούν στην σύγκρουση με το Κράτος, με τα ανθρώπινα και κοινωνικά προφίλ με τα οποία είμαστε συνηθισμένοι να ζούμε σήμερα. Είναι η προσπάθεια να δείξω πως, στο τέλος, αυτά τα ονόματα και επίθετα είναι τα ίδια όπως και τότε, πως δεν πρόκειται για προσωπικές βιογραφίες, αλλά συλλογικά γεγονότα, πολιτικές και επαναστατικές ευκαιρίες, πολύ υλικά ζητήματα. Είναι η προσπάθεια να παρέμβω επάνω στις κοινοτοπίες, τα κοινά στερεότυπα, σύμφωνα με τα οποία τα χρόνια ’70 υπήρξαν ένας σύγχρονος μεσαίωνας, μολυβένιος και σημαδεμένος από την ultraιδεολογία.
Oι αναμνήσεις μου περιγράφουν μια διαφορετική πραγματικότητα. Στην γειτονιά μου, το Giambellino, στα χρόνια ’70, οι προλετάριοι ήταν με την μεριά των Ερυθρών Ταξιαρχιών, erano dalla parte delle Brigate Rosse. Είναι πολλές οι σχετικές μαρτυρίες. Όλοι γνώριζαν ποιοι ήταν οι παράνομοι, τύχαινε αυτούς τους παρανόμους να τους συναντάς να τρων και να πίνουν στις ταβέρνες και στους τόπους συνάντησης του Giambellino, στην Bersagliera ή στην Cooperativa, δίχως κανείς να έχει κάτι να πει  (και δεν επρόκειτο για φόβο). Στην Piazza Tirana οι BR πραγματοποίησαν κάποιες δημόσιες συγκεντρώσεις δίχως να παρέμβει η αστυνομία. Σε οροφές λαϊκών κατοικιών εμφανίζονταν συχνά κόκκινες σημαίες με το πεντάκτινο αστέρι. Οι ίδιοι οι στρατευμένοι στο PCI γνώριζαν ποιοι κρύβονταν πίσω από τις Brigate Rosse, αλλά στην χειρότερη των περιπτώσεων ζούσαν μαζί. Ο πατέρας μου ήταν τόσο δεμένος με την ιστορία του στο κόμμα ώστε, τα τελευταία χρόνια της ζωής του, γράφτηκε στην Rifondazione Comunista, στην Κομουνιστική Επανίδρυση δηλαδή, και γιόρτασε την πρώτη νίκη του Prodi επί του Berlusconi!
Δεν έχω σίγουρα σκοπό να ξεχωρίσω την ιστορία των ρομαντικών ερυθρών Ταξιαρχιών της περιπέτειας, σε σχέση με την ιστορία  των αιματηρών μιλιταριστικών ερυθρών Ταξιαρχιών. Υπάρχει μια μοναδική ιστορία της ένοπλης πάλης στην Italia και ο πατέρας μου υπήρξε απόλυτα μέρος της από το 1970 μέχρι που βγήκε από την φυλακή το 1986.   Παρέμεινε αδιαπέραστος-αμετακίνητος σε κάθε προσπάθεια να ελαφρύνει την θέση του ως κρατούμενος, χωρίς να αναζητεί τις συντομεύσεις του διαχωρισμού ή την ατιμία της μετάνοιας. Τις κριτικές του και τις αμφιβολίες σχετικά με την Οργάνωση πάντα τις διατηρούσε για τους συντρόφους με τους οποίους μοιράζονταν την ίδια άκαμπτη αποστροφή για το αστικό σύστημα.
Αυτό που κίνησε εκείνα τα πρόσωπα του Giambellino και τους πολλούς που τα ακολούθησαν, ήταν μια ώθηση πολύ υλική που προέρχονταν από μακριά και δεν αντιπροσώπευε τον καρπό μιας επεξεργασίας πανεπιστημιακού σαλονιού. Σε αυτούς συνοψίζονταν πολλοί αγώνες : η Αντίσταση στον ναζιφασιμό, η πείνα που υπέφεραν στην διάρκεια και μετά τον πόλεμο, οι εργατικοί αγώνες στα εργοστάσια των χρόνων ’50, η ρήξη με το PCI και η υποστήριξη στην Κίνα, στο Βιετνάμ, στην Κούβα, στους αφρικανικούς αγώνες ενάντια στην αποικιοκρατία. Τέλος, το 1968 και η δύσκολη διαλεκτική με τους φοιτητές, “τους μελλοντικούς ηγέτες της Χώρας που είχαν την πρόθεση να οδηγούν τις πορείες”.
Ήταν αυτή η πρακτική τους συνέπεια, ακόμη και πριν από την πνευματική / ιδεολογική, που έκανε ιδιαίτερους εκείνους τους συντρόφους και συναρπαστική την παιδική μου ηλικία. Ήξερες ποιος βρισκόταν μπροστά σου. Ήξερες ότι εκείνους τους ανθρώπους τους έβρισκες να παίζουν ζάρια με τον υπόκοσμο στον σιδηροδρομικό σταθμό του San Cristoforo στην πλατεία Τirana, αλλά όταν χρειάζονταν περισσότερα επάνω σε αυτούς μπορούσες να στηριχθείς χωρίς αμφιβολία.
Αυτά τα συναισθήματα προσπάθησα να τα μεταφέρω μέσα από τις σελίδες του βιβλίου, προσπαθώντας να αποφύγω κάθε επιφύλαξη. Το La fuga in avanti είναι ένα βιβλίο παρτιζάνικο που προτίθεται να βάλει μέσα στο αυλάκι των επαναστατικών αγώνων του περασμένου αιώνα την εμπειρία του ένοπλου αγώνα στην Ιταλία. Το βιβλίο μου δεν έχει καμία ειρηνευτική πρόθεση. Είναι η προσπάθεια να κατανοήσουμε τα λάθη και τα επιτεύγματα αυτής της εμπειρίας ώστε τα συμπεράσματα να χρησιμοποιηθούν από όσους εξακολουθούν να πιστεύουν ότι η κοινωνία του κέρδους είναι ένα βδέλυγμα ενάντια του οποίου πρέπει να αγωνιζόμαστε.

Μια άλλη πτυχή που συχνά εμφανίζεται στις συζητήσεις γύρω από τη δεκαετία του ’70, είναι το θέμα της ειδικής νομοθεσίας και, γενικότερα, οι μορφές που η καταστολή ανέλαβε για να νικήσει τον ένοπλο αγώνα: επαναφορά των σωματικών και ψυχολογικών βασανιστηρίων των κρατουμένων και των οικογενειών τους, υπόγεια χρήση της θανατικής ποινής και ούτω καθεξής. Είναι συνήθεια μεγάλου μέρους της λιγότερο ή περισσότερο θεσμικής αριστεράς, να αντιμετωπίζει εκείνα τα γεγονότα και περιστατικά σαν να ήταν το αποτέλεσμα μιας συλλογικής τρέλας που μεγάλωσε μέσα στην μήτρα των δημοκρατικών θεσμών.
Σαν εκείνες οι κατασταλτικές επιλογές να ήταν ένα τέρας που ξέφυγε από το χέρι κάποιου και όχι το συγκεκριμένο προϊόν των μεθόδων με τις οποίες οι μηχανισμοί του Κράτους, οποιουδήποτε Κράτους, παρεμβαίνουν όταν η διαφωνία γίνεται επικίνδυνη. Σαν, σε σύγκριση με εκείνα τα χρόνια, να υπήρχαν σήμερα κατασταλτικές δυνατότητες λιγότερο κακές από ό, τι ήταν τότε. Θα έφτανε να διαβάσετε το θαυμάσιο βιβλίο του Emilio Quadrelli Απόδραση και εξεγέρσεις, Evasione e rivolte για να συνειδητοποιήσετε πόσο αυτό το είδος της ανάγνωσης, στην καλύτερη περίπτωση, είναι αφελές, απλοϊκό.
Εκείνοι που πολεμούν τον ιμπεριαλισμό με τα όπλα στο χέρι, χθες όπως και τώρα, γνωρίζουν τα εργαλεία με τα οποία η αστική τάξη είναι εξοπλισμένη για να υπερασπίζεται τα συμφέροντά της. Είναι βελτιωμένα εργαλεία επάνω στο δέρμα εκείνων που πολέμησαν τον καπιταλισμό στην διάρκεια των επαναστατικών κύκλων τα τελευταία 150 χρόνια. Θεωρητικές εργασίες που βγήκαν από τα κεντρικά του τρόμου των ηνωμένων πολιτειών, του ισραήλ, της γαλλίας, βρετανίας, ιταλίας και που βρήκαν πρακτική εφαρμογή στα λατινοαμερικανικά σενάρια, μεσανατολικά, αφρικανικά, ινδοκινέζικα, στον αγώνα ενάντια στις μαχόμενες ευρωπαϊκές οργανώσεις και όλου του κόσμου. Σήμερα αυτά τα εγχειρίδια καταστολής βρίσκουν την πλανητική τους καθαγίαση και την σωστή ευελιξία για να ανταποκριθούν σε κάθε ποιοτική και ποσοτική αναγκαιότητα. Έτσι έχουμε την περίπτωση του Ιράκ, όπου contractor/πατριώτες ιταλοί φεύγουν για να υπερασπιστούν τα συμφέροντα του κεφαλαίου βιάζοντας γυναίκες και παιδάκια, και έχουμε αντιθέτως την περίπτωση της Γένοβας το 2001 όπου η αστυνομία μας περιορίζεται να δώσει τα διαπιστευτήρια της σε όσους πίστευαν ότι η μπουρζουαζία μιας δημοκρατικής χώρας χρησιμοποιεί διαφορετικά εργαλεία σε σχέση με αυτά που προορίζει για τις περιφέρειες του κόσμου. Να προσπαθούμε να τετραγωνίσουμε τον κύκλο επάνω σε αυτά τα θέματα γύρω από ένα τραπέζι και με την έγκριση των θεσμικών οργάνων είναι, για να χρησιμοποιήσουμε μια ευγενική έκφραση, αδύνατο. Εκτός αν νομίζετε ότι υπάρχει μια διχοτομία μεταξύ των θεσμικών οργάνων και των συμφερόντων του κεφαλαίου.

Στο βιβλίο μου έχει επίσης επικριθεί το γεγονός πως δεν σέβεται τον πόνο των θυμάτων εκείνων των χρόνων. Αυτό δεν είναι αλήθεια. Σέβομαι αυτό τον πόνο, αποφεύγοντας να μιλήσω γι ‘αυτόν. Δεν είναι ένα απλό escamotage, τέχνασμα, αλλά η βαθιά πεποίθηση ότι δεν μπορώ σε καμία περίπτωση να εισέλθω σε έναν πόνο που δεν είναι δικός μου. Νομίζω ότι ο σεβασμός είναι μια κατηγορία που μερικές φορές προκαλείται από τους νικητές, όταν οι ηττημένοι δεν ζητούν «συγνώμη». Όλοι θρηνούν τους νεκρούς τους όπως το επιθυμούν. Έχω μεγάλο σεβασμό για τον ανθρώπινο πόνο που προκαλείται από τη βία, είτε επαναστατική είτε κατασταλτική. Πολύ πιο σημαντικό είναι να πούμε ότι αυτό το σεβασμό τον είχε ο πατέρας μου, η μητέρα μου και οι πολλοί σύντροφοι τους. Ανέφερα σκόπιμα στις σελίδες της Φυγής προς τα εμπρός- La fuga in avanti ένα βήμα από το Δίχως ανακωχή-Senza tregua, όταν ο διοικητής Visone βρίσκεται μπροστά στους νεκρούς του Piazzale Loreto και παρατηρεί τα πρόσωπα ευτυχισμένα και χαμογελαστά των φασιστών: «Συνειδητοποίησα εκείνη τη στιγμή πόσο μεγάλη ήταν η απόσταση που με χώριζε από τους εχθρούς μου. Εγώ δεν θα μπορούσα ποτέ να γελάσω μπροστά στα πτώμα του εχθρού μου. Πολύ μεγάλο ήταν το βάρος που κουβαλούσα στους ώμους μου για αυτούς τους θανάτους «.

Θέλησα να διηγηθώ μια ιστορία των Ερυθρών Ταξιαρχιών χωρίς να θαφτώ στις πτυχώσεις της Επίσημης Ιστορίας. Δεν ενδιαφέρθηκα για τα διάφορα στάδια και τις διαφορετικές ψυχές του ένοπλου αγώνα: ένοπλη προπαγάνδα, μιλιταριστική πτέρυγα, κινηματική πτέρυγα, πρώτη και δεύτερη θέση, pg, pcc, ucc κλπ . Όχι γιατί είναι ασήμαντα θέματα, αλλά επειδή δεν χρειάζονται για να περιγράψουν όλη την ιστορία της πιο σημαντικής ιταλικής ένοπλης οργάνωσης.
Έτσι όπως είναι άχρηστο να προσπαθήσουμε να την χρωματίσουμε (εκτός αν πρόκειται για μια εκ νέου ανάγνωση συμφεροντολογική) εξιστορώντας τις ασχήμιες και τις εκτροπές που συνέβησαν κυρίως από τα τέλη της δεκαετίας του ’70 έως τις αρχές της δεκαετίας του ’80. Οι στραγγαλισμοί στην φυλακή αγωνιστών οι οποίοι είχαν κάνει ομολογίες κάτω από βασανιστήρια, οι δολοφονίες για να διαδοθεί ένα φυλλάδιο, κ.λπ. κ.λπ. Η κατηγορία της βίας, σε ανάγνωση με απόλυτους όρους, κατά παρεκβολή και με ακραίο τρόπο, θα περιέγραφε το εσφαλμένο της ένοπλης επιλογής. Παίρνει τη μορφή ενός πνευματικού τεχνάσματος ώστε να κάνει όλους να συμφωνήσουν. Μα που βρίσκονταν η βία εκείνα τα χρόνια στην Ιταλία; Ήταν το προϊόν μιας ομάδας τρελών που το είχαν σκάσει από κάποιο ψυχιατρείο, ή ήταν το αποτέλεσμα της κοινωνικής σύγκρουσης που βρίσκονταν σε εξέλιξη;  Εάν θέταμε σε ανταγωνισμό την επαναστατική βία με εκείνην της καταπίεσης,  ε λοιπόν θα κέρδιζε με μεγάλη απόσπαση εκείνη που προκλήθηκε από τις σφαγές του Κράτους, από τα νομιμοποιημένα βασανιστήρια, από τις δολοφονίες που πραγματοποιήθηκαν στους δρόμους και τις πλατείες, στις φυλακές, από τους σφαγιασμούς που διαπράχθηκαν από τον ιμπεριαλισμό σε όλο τον κόσμο. Αλλά είναι άχρηστη αυτή η επιχείρηση, εκτός εάν, επαναλαμβάνω, αυτή είναι μια πολιτική επιχείρηση. Αλλά τότε μπαίνουμε σε έναν άλλο χώρο. Είναι όπως όταν σήμερα μας κάνουν να βλέπουμε παντού τους δολοφόνους της Αλ Κάιντα, αλλά προσέχουν πολύ από το να δημοσιεύουν τα “ηρωικά κατορθώματα” των στρατιωτών και των μισθοφόρων μας στους οίκους ανοχής της Καμπούλ, στα χωριά του Κοσσυφοπεδίου, κατά μήκος των δρόμων του Ιράκ.
Ο πατέρας και η μητέρα μου στάθηκαν πάντα κριτικοί και μακρινοί σε σχέση με ορισμένες εκτροπές που συνδέονται με την ήττα που διαφαίνονταν επί της οργάνωσης, όπως επίσης αφηγούμαι με μαρτυρίες στο βιβλίο μου. Αλλά όλα αυτά λίγη σημασία έχουν στη συνολική αξιολόγηση. Σήμερα οι BR δεν υπάρχουν πια. Αλλά η βία η καταπίεση και η καταστολή αυξάνουν γεωμετρικά. Είναι από αυτή την παραδοχή, από ότι συμβαίνει σήμερα, που πρέπει να αρχίσουμε να ξαναδιαβάζουμε εκείνα τα επεισόδια.
Βιβλία για τις ΕΤ έχουμε δεκάδες. Η βία, διαβασμένη με μονόπλευρο τρόπο, παραμένει το κύριο εργαλείο για να περιγραφεί εκείνη η εμπειρία. Ασυνάρτητη, ανιστόρητη, διανοουμενίστικη, είναι μια ανάγνωση που χρησιμεύει μόνο για να πιστοποιήσει την ιστορία που έγραψαν οι νικητές. Εγώ αντιθέτως προσπάθησα να την γράψω από την οπτική των ηττημένων, ηττημένων, που όμως δεν παραδόθηκαν, δεν το έβαλαν κάτω, δεν τα παράτησαν – sconfitti, ma non arresi.

https://www.carmillaonline.com/2008/01/03/la-fuga-in-avanti/

διεθνισμός, internazionalismo

Συνέντευξη στον Emory Douglas: τέχνη, Black Panthers και ζαπατισμός

των Martino Sacchi και Alessandro Peregalli

zapantera-neraΣήμερα, 15 oκτωβρίου 2016, είναι η επέτειος των 50 χρόνων από την γέννηση, στο Oakland, California, του Κόμματος των Μαύρων Πανθήρων, del Partito delle Pantere Nere.

Τον Δεκέμβρη του 2013 είχαμε συναντήσει στο San Cristobal de las Casas, Chiapas, τον Emory Douglas, Υπουργό Πολιτισμού του Black Panther Party μέχρι την διάλυση του κινήματος. Όπως κι εμείς, ο Douglas ήταν ένας από τους πέντε χιλιάδες φοιτητές που θα είχαν πάρει μέρος στο ζαπατιστικό σχολείο, στην escuelita zapatista: στιγμή κατά την οποίαν οι ζαπατιστικές κοινότητες του νοτιοανατολικού Μεξικού άνοιξαν τα σπίτια τους για να φιλοξενήσουν ακτιβίστριες και ακτιβιστές απ’ όλο τον κόσμο και να παρουσιάσουν τις διαδρομές αυτονομίας που προωθούσαν μέσα στα πάνω από είκοσι χρόνια αγώνα. Λίγους μήνες αργότερα είχαμε την δυνατότητα να τον συναντήσουμε εκ νέου στο σπίτι του στην περιφέρεια του San Francisco, και του κάναμε αυτή την συνέντευξη, που υπήρξε κυρίως μια κουβεντούλα γύρω από την βιογραφία του σαν αγωνιστή, καλλιτέχνη, διεθνιστή. Σαν καλός σύντροφος, αφροαμερικανός, κληρονόμος μιας παράδοσης αγώνα που περισσότερο από ποτέ είχε αναπτυχθεί μέσα από γραμμές μετακινήσεων και φευγιού, μετατοπίσεις, εκτοπίσεις και εξόδους (από το μεσαίο πέρασμα του Ατλαντικού, dal middle passage atlantico στις εμπειρίες ενάντια στην δουλεία της ξενοφοβίας ), δεν μας εξέπληξε η φυσική ικανότητά του να συσχετίσει διαφορετικές αντιστάσεις και αγώνες σε διαφορετικά θέματα και συγκυρίες όπως του Όκλαντ στη δεκαετία του ’60 και του ’70, και τα βουνά και το αυτόχθονο δάσος του νοτιοανατολικού Μεξικού σήμερα. Από τις άμεσες περιγραφές ενός καλλιτέχνη του δρόμου όπως ο Emory Douglas, μπορούμε να εντοπίσουμε εκείνα τα επαναστατικά πολιτικά κυκλώματα που συνέδεσαν τους Μαύρους Πάνθηρες στην Κίνα του Μάο, τις σελίδες του Φανόν και τα απελευθερωτικά κινήματα στην Αγκόλα. Στην τέχνη του Douglas τέμνονται αυτές οι διεθνικές τροχιές, από την τέχνη της Πολιτιστικής Επανάστασης, στις αφίσες για τη Διάσκεψη Tricontinental της Κούβας το 1966, μέχρι το έργο «Zapantera Negra» που ξεκίνησε το 2012 για τη στήριξη του αγώνα στην Τσιάπας.

Mάϊος 2014, San Francisco: Είσαι πρώτα απ ‘όλα ένας καλλιτέχνης όσο και ένας πολιτικός ακτιβιστής. Κανένα από αυτά τα συστατικά μπορεί να θεωρηθεί ως χωριστό από τα άλλα. Ξεκινώντας από την προσωπική σου πορεία μέσα από τα κοινωνικά κινήματα της δεκαετίας του ’60 και του ’70, με τι τρόπο αυτές οι δύο όψεις της τέχνης και του πολιτικού ακτιβισμού διασταυρώθηκαν;

Αυτές οι δυο συνιστώσες συναντήθηκαν στην συμμετοχή μου στο Black Arts Movement, πριν από τους Μαύρους Πάνθηρες. Ήταν ένα ευρύτατο κίνημα στην Δυτική Ακτή, nella West Coast, στην Ανατολική Ακτή και λιγάκι στο Νότο, όπου συνάντησα τον Amiri Baraka (LeRoi Jones) κι άρχισα να κάνω τον υποβολέα για τα θεατρικά έργα του ενώ παρακολουθούσα το San Francisco Community College. Την ίδια περίοδο – ήταν ο ιανουάριος του 1967 – κάποιοι νεαροί ακτιβιστές οργάνωναν μια συνάντηση με ευκαιρία την άφιξη του Malcom X στην Bay Area: αυτοί ήξεραν πως ήμουν μέρος του Black Arts Movement και μου ζήτησαν να κάνω τα γραφικά για την πρωτοβουλία. Όταν στη συνέχεια βρέθηκα στην συνάντηση μου είπαν πως κάποιοι αδελφοί έφταναν για να οργανώσουν μια συνέλευση γύρω από την αυτοάμυνα και την ασφάλεια. Πήγα εκεί και βρέθηκα για πρώτη φορά με τον Bobby Seale; αυτό λοιπόν συνέβη πολύ πριν αυτός μου ζητήσει να ενωθώ στο Black Panther Party. Έβαλε στο χέρι μου ένα εισιτήριο λεωφορείου – δεν είχα αυτοκίνητο – και με προσκάλεσε σπίτι του όπου πολύς κόσμος ζούσε σε κοινότητα. Τέλος πάντων η γραφική εργασία για τον Malcom X υπήρξε η πρώτη μου πολιτική συμμετοχή σαν καλλιτέχνης. Τον Μάϊο πάντα του ’67 έκανα το πρώτο εξώφυλλο ενός tabloid, εργαζόμενος πολύ επάνω στα γραφικά για τα περιοδικά. Ήταν μια περίοδος  κατά την οποίαν η τέχνη άρχιζε να γίνεται αντιληπτή σαν μια αντανάκλαση της πολιτικής, μα ήταν επίσης και κάτι ξεχωριστό από το Black Panther Party. Πρακτικά σε εκείνη την δουλειά τοποθέτησα μια σειρά από τεχνικές που απέκτησα όταν βρισκόμουν στο City College βασισμένες στο εμπορικό στυλ που συνήθως χρησιμοποιείται για τους χαρτοφύλακες, εκείνους που χρησιμοποιείς όταν ψάχνεις δουλειά. Όταν μετά μπήκα στους Μαύρους Πάνθηρες ανέπτυξα ένα πιο ελεύθερο στυλ, εμπνευσμένο από τα Δέκα Σημεία του προγράμματος και απ’ την γραμμή μας, και οι Bobby Seale και Huey Newton μου άφησαν πλήρη αυτονομία. Ήταν εκεί που η τέχνη έγινε για εμένα μια αντανάκλαση αυτού που συνέβαινε στον κόσμο σε ένα επίπεδο τοπικό, εθνικό και διεθνές.

Ποιες καλλιτεχνικές και πολιτικές εμπειρίες έχουν συμβάλει στην ανάπτυξη αυτού του νέου στυλ για το οποίο μιλάς;

Μεγάλο μέρος από τις πολιτικές επιρροές προέρχονταν από την Κούβα. Οι OSPAAAL [Organization of Solidarity for People of Asia, Africa and Latin America], παρήγαγαν πάρα πολλά poster σε αλληλεγγύη με τους παγκόσμιους αγώνες. Μπορείτε να τα βρείτε online σήμερα, είναι χιλιάδες poster, και βρίσκονταν στη ρίζα μέρους της καλλιτεχνικής δουλειάς που έφτιαξα. Στην συνέχεια επηρεάστηκα πολύ από την τέχνη που έρχονταν από το Vietnam, από την κινεζική και ρωσική κάθε τόσο, έτσι όπως και από τις δουλειές που προήλθαν από το κίνημα ενάντια στον πόλεμο του Βιετνάμ εδώ, στις Ηνωμένες Πολιτείες.

Ποιος ήταν ο ρόλος σου μέσα στο Black Panther Party; Πως συνδέονταν οι καλλιτεχνικές στρατηγικές με την μαχητική στράτευση στο κόμμα;

Αρχικά μου δόθηκε ο τίτλος του “revolutionary artist” κι εργαζόμουν κυρίως στην εφημερίδα. Χέρι χέρι που το κόμμα άρχισε να μεγαλώνει προικίστηκε με μια δομή για να συγκεντρώσει τα άτομα που ενώνονταν και ήθελαν να συνεισφέρουν. Έτσι σχηματίστηκαν τα υπουργεία κι εγώ έγινα Υπουργός πολιτισμού, με το καθήκον να συντονίζω όλες τις πρωτοβουλίες που έλκονταν γύρω από αυτό τον τομέα, από πανό και αφίσες, στις επαφές για την συγκέντρωση κεφαλαίων. ο Santana για παράδειγμα ήταν ο πρώτος που συμμετείχε, πολύ πριν γίνει γνωστός, μετά οι Jerry Garcia, The Greatful Dead, John Lee Hooker, άνθρωποι όλων των ειδών στη διάρκεια των χρόνων. Να, εκείνα ήταν μέρος των ευθυνών μας. Ήταν ουσιαστικά να διδάξουμε πράγματα ο ένας στον άλλον, να μοιραστούμε ικανότητες, να υποδεχθούμε νέα μέλη. Στο πλαίσιο αυτό, υπήρχαν και μαθήματα πολιτικών επιστημών, πολιτικής έρευνας όσο εξελισσόμασταν σε διάφορες συλλογικότητες και κολεκτίβες.

Εκτός από αυτά υπήρχε η πολιτική καθημερινή δουλειά: να πουλάμε εφημερίδες, να συμμετέχουμε επαγρυπνώντας για την αστυνομία (copwatching) με τις ομάδες αυτοάμυνας στις γειτονιές, και πάει λέγοντας.

Υπό το φως μιας εμπειρίας όπως εκείνη της αυτονομίας Zapatista, στην οποίαν πλησίασες πρόσφατα, μπορείς να μας περιγράψεις τα κύρια χαρακτηριστικά της πολιτικής πρακτικής του Κόμματος των Μαύρων Πανθήρων;

Υπάρχουν σίγουρα δυνατές διαφορές σε επίπεδο πλαισίου, σε επίπεδο συγκυρίας. Oakland είναι μια πόλη στην οποίαν προσπαθούσαμε να αμυνθούμε και να οδηγήσουμε έναν αγώνα αυτοδιάθεσης. Στο δάσος είναι όλα διαφορετικά, ένα άλλο πράγμα, είναι ένα έδαφος, ένα διαφορετικό επίπεδο.

Σε ιδεολογικό επίπεδο το Black Panther Party εμπνέονταν από τον μαρξισμό και τον λενινισμό, αν και επεξεργαστήκαμε μια δική μας ιδεολογία, ψάχνοντας αυθεντικούς τρόπους σύνδεσης με τους παγκόσμιους αγώνες. Βέβαια διαβάζαμε τα πάντα, μας είχε ζητηθεί, και κάποιοι στο κόμμα ήταν μαρξιστές, μα άλλοι, όπως εγώ για παράδειγμα, δεν είχαμε απολύτως καμία ιδέα για οτιδήποτε όταν μπήκαμε. Οπότε δεν ήταν τόσο απαραίτητο να αντιμετωπίσουμε θέματα πνευματικά, διανοητικής φύσεως, αλλά να τα αποσυνθέσουμε, να τα διασπάσουμε σε μια κοινή γλώσσα. Αυτή ήταν η ιδιοφυία των Μαύρων Πανθήρων, ειδικότερα του Bobby Seale που ήταν ο πιο διανοούμενος, ένας μεγάλος επικοινωνιακός, ενώ ο Eldridge Cleaver ήταν περισσότερο επικεντρωμένος στην καθημερινή στράτευση, αν και ήταν και οι δυο πολύ σεβαστοί, ήταν ικανοί να επικοινωνούν και μέσα στο ίδιο το κόμμα. Πολλοί Πάνθηρες ήταν νεότατοι, εγώ μπήκα στα 21 μου χρόνια αλλά υπήρχαν στελέχη ανάμεσα στα 16 και τα 19 χρόνια. ο Bobby Seale ήταν 30 χρονών και θεωρούνταν μεγάλος, γέρος. Ο Fred Hampton ήταν 21 χρόνων, αλλά δραστηριοποιούνταν ήδη στους youngster πριν εισέλθει στις Pantere Nere. Σκοτώθηκε το 1969 όταν η καταστολή έγινε βαρύτερη κι όταν άλλοι δυο πάνθηρες, ο Bunchy Carter και ο John Huggins, δολοφονήθηκαν στο campus του πανεπιστημίου του Los Angeles. Λίγο μετά την δολοφονία του Fred Hampton υπήρξε μια ανταλλαγή πυροβολισμών επί πολλές ώρες μεταξύ της αστυνομίας και της ενότητας του Los Angeles του Black Panther Party. Άρχισαν να διεισδύουν πράκτορες προβοκάτορες στις Pantere Nere, πραγματικές παραστρατιωτικές επιθέσεις, όπως περίπου κάνουν σήμερα με τους ζαπατίστας. Το COINTELPRO [programma di controspionaggio, πρόγραμμα αντικατασκοπίας του FBI] διέδιδε και κυκλοφορούσε ψευδείς δηλώσεις για να θέσει τους μεν ενάντια στους άλλους, για να μαλώνουμε μεταξύ μας δηλαδή.

Όσον αφορά την πολιτική πρακτική, προωθούσαμε την αυτοοργάνωση ξεκινώντας από τις πρωταρχικές ανάγκες, όπως η ιατρική φροντίδα ή το breakfast program: δείχναμε τις αντιθέσεις σχετικά με όσα η κυβέρνηση δεν έκανε. Το πρώτο breakfast program έγινε στην εκκλησία του West Oakland και σύντομα το σχέδιο διαδόθηκε σε πολλές πόλεις των Ηνωμένων Πολιτειών: Πάνθηρες που σηκώνονταν στις 4 το πρωί για να ετοιμάσουν το πρωινό στα παιδάκια της συνοικίας πριν πάνε στο σχολείο. Γύρω από εμάς υπήρχε αλληλεγγύη για παράδειγμα από πλευράς πολλών καταστηματαρχών, αλλά και μεγάλος εκφοβισμός και διάφορες υποσχέσεις διευκολύνσεων σε όσους δεν συνεργάζονταν μαζί μας. Μια φορά, για παράδειγμα, η αστυνομία έστειλε ένα ψεύτικο γράμμα απειλητικό, που φαινομενικά υπογράφονταν από τον Huey Newton, σε έναν επιχειρηματία που χρηματοδοτούσε το σχέδιο.

Είσαι ανάμεσα στους πρωταγωνιστές αυτής της μακράς πολιτικής αφροαμερικανικής διαδρομής και πιο πρόσφατα πήρες μέρος στα δίκτυα αλληλεγγύης με το ζαπατιστικό μεξικάνικο κίνημα. Ποια πολιτική και βιογραφική σύνδεση υπάρχει ανάμεσα σε αυτές τις δυο  εμπειρίες;

Εμείς πάντοτε υπήρξαμε διεθνιστές. Είχαμε συντρόφους στο βόρειο Βιετνάμ. Είχαμε συντρόφους στην Βόρεια Κορέα, συντρόφους που βρήκαν άσυλο στην Αλγερία το 1969. Ήμασταν καλεσμένοι να μιλήσουμε σε ολόκληρο τον κόσμο σε υποστήριξη των κινημάτων αλληλεγγύης και αντίστασης ενάντια στους πολέμους. Ο Bobby Seale και οι άλλοι Πάνθηρες ταξίδευαν πολύ. Κι εδώ στις USA βρισκόμασταν σε επαφή με διάφορους αγώνες επάνω στην ράτσα: υπήρχαν οι Young Lords πορτορικάνοι, οι ασιάτες Red Guards, τα κινήματα τσικάνος. Ήμασταν σε επαφή με τους συνεχείς αγώνες στην Λατινική Αμερική, θυμηθείτε την Ολυμπιάδα της Πόλης του Μεξικού του 1968 όταν υπήρξε η σφαγή των φοιτητών στο Tlatelolco. Γι αυτό όταν ο Caleb Duarte, ένας νεαρός καλλιτέχνης που είχα συναντήσει πέντε ή έξι χρόνια νωρίτερα και είχε ανοίξει ένα καλλιτεχνικό κέντρο στο San Cristobal, στα Chiapas, μου ζήτησε να πάω στα νότια του Μεξικού σαν artist in residency, ανταποκρίθηκα, η ιδέα ήταν να δείξει πως οι αισθητικές στρατηγικές είχαν εμπνεύσει τις διαδρομές αυτοδιάθεσης αμφοτέρων των κινημάτων, ζαπατιστικού και αφροαμερικανικού. Έτσι γεννήθηκε ο σχεδιασμός του έργου Zapantera Negra, που δρα ακόμη και σήμερα. Ο Caleb γνώριζε διάφορους ζαπατίστας και είχε επαφές στα Caracoles και κατάφερε να οργανώσει την συνεισφορά μας στις κοινότητες υπό μορφήν murales, τοιχογραφιών και ζωγραφικής. Ήταν πολύ όμορφο, πολλοί νέοι από την περιοχή πήραν μέρος δραστικά, εγώ δυστυχώς δεν μιλώ ισπανικά αλλά μπορούσα να αισθανθώ τις δονήσεις και τον ενθουσιασμό. Στην αρχή πρόθεση μας ήταν να πάμε εκεί κάτω να συναντήσουμε ανθρώπους, και κατά  μια έννοια ήταν να κάνουμε κάτι του οποίου πάντοτε ήμουν κομμάτι, δηλαδή να μεταφέρουμε αλληλεγγύη. Το 2012 μου ζήτησαν να κάνω μια παρουσίαση του τόμου μου με τους Μαύρους Πάνθηρες, και ήταν παρούσες ομάδες αλληλέγγυες απ’ όλο τον κόσμο. Έμεινα εκεί ένα μήνα, ήταν τιμή μου να πάω εκεί να γνωρίσω εκείνη την πραγματικότητα με τα μάτια μου. Από την Bay Area πολύς κόσμος κατέβηκε στα Chiapas στην διάρκεια των χρόνων, μα εκείνη την περίοδο έξω από κάποιες επιτροπές αλληλεγγύης λίγοι άνθρωποι ακολουθούσαν αυτό που συνέβαινε στο Μεξικό. Και τέλος επέστρεψα αυτή την χρονιά [Δεκέμβρης 2013] για την ζαπατιστική Escuelita, το ζαπατιστικό Σχολείο όταν και συναντηθήκαμε.

Μίλησε μας για την εμπειρία σου στην escuelita…

Εγώ βρισκόμουν στο Caracol της Morelia. Ο votàn μου [φύλακας, προσωπικός οδηγός του καθενός μαθητού ή μαθήτριας της escuelita στην διάρκεια της παραμονής στις κοινότητες] ήταν ένας νεαρός zapatista δεκατριών ετών. Εγώ δεν μιλούσα ισπανικά κι αυτός δεν μιλούσε αγγλικά, αλλά μας είπαν πως θα τα καταφέρναμε. Φθάσαμε στο Caracol ύστερα από 7 ώρες στο πούλμαν κι όλοι οι ζαπατίστες ήταν εκεί για να μας υποδεχτούν. Η συλλογικότητα όπου βρισκόμασταν εμείς απείχε μισή ώρα δρόμου από το Caracol και ήταν μικτή, κάποιο ήταν ζαπατίστες και άλλοι όχι. Εμείς δουλεύαμε κάθε μέρα στα κοινά εδάφη. Ήταν κάτι απλό, με το χωμάτινο πάτωμα και το ντους έξω, στην πλευρά του κοντινού βουνού κι όπου μεγάλωνε τμήμα του σιταριού. Το νους σχηματίζονταν από ένα σωλήνα που αντλούσε νερό και πλενόσουν μες τη λάσπη, έξω [γελά], με ένα πλαστικό φύλλο τεντωμένο μεταξύ των δένδρων. Και όταν έπρεπε να πας στο μπάνιο έπρεπε να κάνεις τον γύρο του λόφου προσέχοντας να μην γλιστρήσεις στη λάσπη. Τρώγαμε κυρίως φασόλια και ρύζι κι εκείνο το ποτό από καλαμπόκι ζεσταμένο [αυτό που στο Μεξικό ονομάζουν pozole]. Βροχή τη νύχτα και ήλιος την μέρα, αυτοί βάδιζαν ήσυχα, εγώ θα έπεσα έξι φορές [γελάride] ή για να υπερπηδήσω ένα ποταμάκι έπρεπε να συγκεντρωθώ πάρα πολύ [γελά]. Oh… είναι ένας κόσμος διαφορετικός, φιλικός.

https://www.carmillaonline.com/2016/10/15/intervista-emory-douglas-arte-black-panthers-zapatismo/

ιστορία, storia

15 φεβρουαρίου 1966: πεθαίνει ο Camillo Torres

alt

Στις 15 Φεβρουαρίου 1966 πεθαίνει στο Patio de Cemento, στο Dipartimento di Santander, ο Camillo Torres Restrepo, πρώην ιερέας και leader του Ejercito de Liberacion Nacional, Στρατού για την Εθνική Απελευθέρωση μαχόμενος με τα όπλα στα χέρια ενάντια στον κολομβιανό στρατό.Ο Camillo Torres (γεννημένος στην Bogotà στις 3 φεβρουαρίου 1929) είχε ενωθεί με τις αντάρτικες δυνάμεις του ELN στις αρχές του 1963.

Αρκετά χρόνια νωρίτερα είχε αποφασίσει να εγκαταλείψει την ιεροσύνη: «Δεν θα λειτουργήσω ξανά μέχρι να αποδοθεί δικαιοσύνη στην πατρίδα μου». Προηγουμένως ο Camillo Torres υπήρξε εκπρόσωπος του Καρδιναλίου στο διοικητικό Συμβούλιο του Ινστιτούτου της Κολομβίας για την Αγροτική Μεταρρύθμιση και είχε λάβει γνώση, είχε συνειδητοποιήσει τις συνθήκες ζωής ενός μεγάλου μέρους του πληθυσμού της Κολομβίας και του γεγονότος πώς η ενίσχυση που χορηγούνταν από την κυβέρνηση και την Εκκλησία είχε χρησιμεύσει μόνο για να διατηρήσει τον λαό σε κατάσταση δουλείας. Ως φοιτητής της Νομικής στο Εθνικό Πανεπιστήμιο της Κολομβίας είχε στη συνέχεια ιδρύσει μια εφημερίδα: Fronte Unido, Ενωτικό Μέτωπο, καταγγελίας και πάλης, και προσπάθησε να δημιουργήσει ένα συνδικάτο των λούστρων. Γι ‘αυτές τις θέσεις του, συμπεριλαμβανομένης της απαίτησης για την απαλλοτρίωση της περιουσίας της Εκκλησίας, είχε απολυθεί από τη θέση του και είχε καθαιρεθεί από την εκκλησιαστική ιεραρχία, συνεπώς είχε καταστεί λαϊκός.

 

Το 1963 είχε ξεκινήσει α ταξιδεύει στη Χώρα, περνώντας από χωριό σε χωριό κηρύττοντας τη Επανάσταση και ξεσκεπάζοντας την ματαιότητα τω εκλογών :

 

«»Ποτέ δεν είδα το πρόσωπο του Ιησού Χριστού, παρατηρώντας τα χαρακτηριστικά της μειονότητας που κρατά τους φτωχούς της χώρας μου υπό έλεγχο. Τους κοιτάζω αντ ‘αυτού, κάθε μέρα, στη μέση του πλήθους των στερημένων (…) Είμαι ένας επαναστάτης, σαν κολομβιανός , σαν κοινωνιολόγος, σαν χριστιανός και ως ιερέας. Σαν κολομβιανός, γιατί δεν μπορώ να αποξενωθώ από τους αγώνες του λαού μου. Ως κοινωνιολόγος, γιατί, χάρη στην επιστημονική μου γνώση της πραγματικότητας, έφτασα στην πεποίθηση ότι αποτελεσματικές λύσεις δεν μπορεί να επιτευχθούν χωρίς μια επανάσταση. Σαν χριστιανός, διότι η ουσία του χριστιανισμού είναι η αγάπη προς τον πλησίον, και μόνο μέσα από μια επανάσταση μπορούμε να κατακτήσουμε το όφελος της πλειοψηφίας. Ως ιερέας, επειδή το να αφιερώνω τον εαυτό μου στους άλλους, καθώς η επανάσταση απαιτεί, είναι απαραίτητη προϋπόθεση της αδελφικής αγάπης απαραίτητης για να γιορτάσουμε την Ευχαριστία «
 
Σύντομα στον λόγο αποφασίζει να πλαισιώσει το τουφέκι και ανεβαίνει στο βουνό για να ενωθεί στο αντάρτικο του ELN:

 

«»ένας καθολικός, ένας καθολικός ιερέας, δεν μπορεί να είναι αδρανής θεατής σε ένα κοινωνικό σύστημα που αρνείται στην πλειοψηφία την ευκαιρία να φάει, να ντυθεί, να έχει ένα σπίτι. Ακριβώς επειδή είμαι κολομβιανός, καθολικός ιερέας, δεν μπορώ να είναι επαναστάτης. Αν θα με σκοτώσουν στα βουνά, ο θάνατος μου θα δείξει ένα δρόμο «

Ο Camillo Torres πεθαίνει στις 15 φεβρουαρίου του 1966 μαζί με άλλους δυο αγωνιστές του ELN. Το σώμα του δεν βρέθηκε ποτέ, ο τόπος ταφής του ακόμη και σήμερα διατηρείται κρυφός διότι αποτελεί «στρατιωτικό μυστικό».

Αυτά είναι τα λόγια του Camillo Torres που διέδωσε ο ELN για τον θάνατο του:

Για την ανάληψη της εξουσίας από τα λαϊκά στρώματα, μέχρι το θάνατο, μπήκα στον ένοπλο αγώνα. Από τα βουνά της Κολομβίας σκέφτομαι να τον συνεχίσω μέχρι να καταλάβουμε την εξουσία για το λαό. Στρατολογήθηκα στο Στρατό της Απελευθέρωσης. Εκεί βρήκα την υλοποίηση του σε μια μονάδα, σε αγροτική βάση, χωρίς διαφορές, ούτε θρησκευτικές, ούτε κομματικές. Χωρίς «caudilli», ‘αρχηγούς’.. Θα προσπαθήσουμε να ελευθερώσουμε τον λαό από την εκμετάλλευση, από τις οικονομικές ολιγαρχίες και από τον ιμπεριαλισμό «

 εδώ και πολλά χρόνια οι φτωχοί της πατρίδας μας,

 εδώ και πολλά χρόνια περιμένουν την κραυγή της μάχης,

 την κραυγή για να ριχτούν στη τελική μάχη

 ενάντια στην ολιγαρχία κι ενάντια στο κεφάλαιο.

 ενάντια στην ολιγαρχία κι ενάντια στο κεφάλαιο.

 Σε αυτό το σημείο ο λαός δεν πιστεύει σε αυτούς που έχουν την εξουσία

 σε αυτό το σημείο ο λαός δεν πιστεύει στις εκλογές,

 δεν υπάρχει πλέον νόμιμη οδός την οποίαν θα μπορούσαμε ν’ ακολουθήσουμε,

 άλλο δεν απομένει στον λαό από την ένοπλη πάλη.»

 Ο λαός είναι αποφασισμένος να προσφέρει τη ζωή του

 για να δώσει στα παιδιά του μια σκεπή και φαγητό,

 πάνω απ’ όλα για να δώσει σε αυτούς που θα έρθουν αύριο

 την πατρίδα όχι πια δούλη στους βορειοαμερικανούς.»

 Και πρέπει να πω στον λαό πως εγώ δεν τον πρόδωσα,

 δεν βρέθηκα στις πλατείες κάθε πόλης και χωριού

 καλώντας αυτούς που δουλεύουν στους αγρούς και στα ορυχεία

 να ενωθούν και οργανωθούν για να πάρουν την εξουσία.»

 Όποιος είναι πατριώτης να σταθεί στο μονοπάτι του πολέμου

 μέχρις ότου αναδυθούν οι αντάρτες αρχηγοί,

 πρέπει να είμαστε σε εγρήγορση, να ανταλλάσσουμε απόψεις,

 να συγκεντρώσουμε τις προμήθειες σε όπλα και πυρομαχικά.»

 

 Ο αγώνας είναι μακρύς και τα χτυπήματα στον καταπιεστή

 ας είναι μικρά, εάν είναι απαραίτητο, φτάνει να είναι σίγουρα,

 ας δοκιμάσουμε τι αξίζουν μπροστά στους αντιπάλους

 αυτοί που αποκαλούνται επαναστάτες.»

 Αγωνίσου δίχως σταματημό, μα αγωνίσου με υπομονή,

 ο πόλεμος θα είναι μακρύς κι ο καθείς θα πρέπει να δράσει,

 σημασία έχει η επανάσταση

 στην κατάλληλη στιγμή να μας βρει εν δράσει»

 Ξεκινήσαμε γιατί ο δρόμος είναι μακρύς,

 όμως αυτός είναι ο δρόμος για την επανάσταση:

 μαζί μας μέχρι το θάνατο να ενώνουμε και οργανώνουμε.

 μαζί σας μέχρι θανάτου, την λαϊκή τάξη.»

 

 μαζί μας μέχρι θανάτου γιατί είμαστε αποφασισμένοι,

 μαζί σας στο θάνατο, να πάμε μέχρι τέλους:

 η κατάκτηση της εξουσίας τώρα πια δεν είναι απατηλή,

 θα πολεμήσουμε μέχρι θανάτου έως τη νίκη

Αυτό το τραγούδι από τον Fausto Amodei, «Διακήρυξη του Camillo Torres,» είναι μια παράφραση πολύ πιστή από την τελευταία ομιλία του Camillo Torres στον κολομβιανό λαό «Από τα βουνά, ιανουάριος 1966», θεωρείται η πνευματική του διαθήκη.

 

μα τι χαρακτήρας!, grandezza carattere !

Αβάνα: το Λιοντάρι πέθανε. Ας χορεύουν τα τσακάλια, αυτός πάντα θα είναι Λιοντάρι κι αυτοί πάντα τσακάλια – L’Avana, 25 novembre 2016: Il Leone è morto. Danzino pure gli sciacalli, lui sarà per sempre Leone e loro sempre sciacalli

Δημοσιεύτηκε, Pubblicato: 11/27/2016 in Politica Internazionale, Storia
Tag:, ,

fidel-castro-glassesHASTA SIEMPRE FIDEL!(Cellula PCL Michelin, Κύτταρο του PCL της Michelin )

Δεν έφτασαν 638 απόπειρες για να σκοτώσουν τον Φιντέλ Κάστρο Ρους, τον lider maximo, comandante, διοικητή της Κουβανικής Επανάστασης, ο οποίος έσβησε σήμερα (στα μούτρα τους), στην ηλικία των 90 χρόνων στο κρεβάτι του, περιτριγυρισμένος από τους ανθρώπους του στο νησί του. Δικοί του όχι λόγω ιδιοκτησίας, δικοί του γιατί πάντα ήταν ένα μαζί τους, κι όλοι εκείνοι πάντα σ’ αυτόν αναγνωρίζονταν.

Non sono serviti 638 attentati per uccidere Fidel Castro Ruz, il lider maximo, comandante in capo della Rivoluzione Cubana, si è spento oggi (alla faccia loro), a 90 anni nel suo letto, circondato dalla sua gente nella sua isola.
Sue non perché di proprietà, sue perché ne ha sempre fatto parte, ed esse in lui si sono sempre riconosciute.

Ο Φιντέλ ήταν ο τελευταίος μεγάλος επαναστάτης, όχι μάρτυρας αλλά πρωταγωνιστής της αντιιμπεριαλιστικής επανάστασης, αυτής που ακόμη και σήμερα δημιουργεί έναν τεράστιο φόβο σε όλο τον κόσμο του καπιταλισμού, σε όλο τον παγκόσμιο καπιταλισμό, ο οποίος σε όλα αυτά τα χρόνια έχει κάνει ό, τι είναι δυνατόν, τα πάντα, για να την περιορίσει και να την καταστρέψει. Ο Φιντέλ πέθανε με το αυτοκρατορικό εμπάργκο ακόμα στη θέση του, αυτός είναι ο πραγματικός δολοφόνος του λαού της Κούβας, ο killer, αλλά που παρουσιάζεται με το πρόσωπο της πιο όμορφης δημοκρατίας στον κόσμο. Ο Φιντέλ είναι νεκρός, δίχως να σκύψει ποτέ το κεφάλι, αφού έχουν περάσει 10 πρόεδροι yankee που δεν ονειρεύτηκαν ποτέ να χαλαρώσουν την τανάλια σε αυτό το μικρό νησί που αντιστέκεται, αντίθετα μάλιστα έχτισαν ακόμη και την πιο διαβόητη φυλακή της ιστορίας, το Γκουαντάναμο, για να καμαρώνουν και να επιδεικνύουν τις πεποιθήσεις τους.

Fidel era l’ultimo grande rivoluzionario, non testimone ma protagonista della rivoluzione anti imperialista, quella che ancora oggi fa una paura tremenda a tutto il capitalismo mondiale, che in tutti questi anni ha fatto di tutto per confinarla e distruggerla.
Fidel è morto con l’embargo imperiale ancora in atto, il vero killer del popolo cubano, ma presentato con il volto della democrazia più bella del mondo.
Fidel è morto, senza chinare mai la testa, dopo che sono passati 10 presidenti yankee che non si sono mai sognati di allentare la morsa su quella piccola isola che resiste, anzi ci hanno persino costruito la prigione più infame della storia, Guantanamo, per ostentare il proprio credo.

Τώρα δεν είναι η ώρα για να ξεψαχνίσουμε τον Φιντέλ και την Κούβα, δεν είναι πραγματικά η ώρα, θα έρθουν καταλληλότερες ημέρες. Σήμερα γιορτάζουμε τον επαναστάτη, εκείνο τονν πραγματική, εκείνον που έφτιαξε η ίδια η ιστορία και έχει ήδη απαλλάξει, επειδή είναι μέρος αυτής, σε αντίθεση με τους δημοσιογράφους όπως ο Σαβιάνο οι οποίοι πλέον γράφουν ένα βιβλίο, σαν να ήταν ένα cinepanettone των Boldi και Ντε Σίκα. Αλλά ξέρετε: όταν ένα Λιοντάρι πεθαίνει πάντα τα τσακάλια πάνε για να γλεντήσουν επάνω στο πτώμα του. Αλλά αυτός παραμένει ένα Λιοντάρι και αυτού παραμένουν τα τσακάλια.

Ora non è il tempo di fare le pulci a Fidel e a Cuba, non è proprio il momento, verranno giorni più adatti. Oggi va celebrato il rivoluzionario, quello vero, quello che la storia ha già assolto, perché ne fa parte, a differenza dei giornalisti come Saviano che ormai scrivono un libro come se fosse il cinepanettone di Boldi e De Sica. Ma si sa: quando un Leone muore gli sciacalli vanno sempre a banchettare sul suo cadavere. Ma lui resta un Leone e loro restano degli sciacalli.

Troviamo adatte le parole di Eduardo Galeano per parlare oggi di Fidel, per salutarlo con tutto l’onore e il rispetto che merita, con quel motto che ha fatto battere e che continua a far battere milioni di cuori all’unisono, alzando un pugno chiuso al cielo: Hasta Siempre Comandate!

Βρίσκουμε κατάλληλα τα λόγια του Εντουάρντο Γκαλεάνο για να μιλήσουμε σήμερα για τον Φιντέλ, για να τον χαιρετήσουμε με όλη την τιμή και τον σεβασμό που του αξίζει, με εκείνο το σύνθημα που έχει κάνει να χτυπούν και που συνεχίζει να κάνει εκατομμύρια καρδιές να χτυπούν από κοινού με έναν ήχο, ενωμένες, ανεβάζοντας μια γροθιά στον ουρανό: Hasta Siempre Comandante!

Εντουάρντο Γκαλεάνο “Καθρέφτες”.

Οι εχθροί του λένε ότι ήταν ένας μη εστεμμένος βασιλιάς που μπέρδευε την ενότητα με την ομοφωνία. Και σ’ αυτό οι εχθροί του έχουν δίκιο.

Οι εχθροί του λένε πως εάν ο Ναπολέων είχε μια εφημερίδα όπως η Granma, κανένας Γάλλος δεν θα είχε μάθει την καταστροφή στο Βατερλό. Και σ’ αυτό οι εχθροί του έχουν δίκιο.

Οι εχθροί του λένε ότι άσκησε την εξουσία μιλώντας πολύ και ακούγοντας λίγο, γιατί είχε μάθε να ακούει περισσότερο ήχους παρά φωνές. Και σ’ αυτό οι εχθροί του έχουν δίκιο.

Αλλά υπάρχουν κάποια πράγματα που δεν τα λένε οι εχθροί του

ότι δεν έβαλε ποτέ στα βιβλία της ιστορίας το γεγονός ότι πρόταξε στο στήθος του στις σφαίρες των εισβολέων,

ότι αντιμετώπισε τυφώνες ως ίσος προς ίσο, τυφώνας προς τυφώνα,

ότι επέζησε από 637 απόπειρες κατά της ζωής του,

ότι η μεταδοτική ενέργειά του ήταν καθοριστική στο να βγει η χώρα του από το καθεστώς της αποικίας,

και δεν ήταν από την κατάρα του Εωσφόρου ή θαύμα του Θεού ότι η νέα χώρα κατάφερε να επιζήσει από δέκα Αμερικανούς προέδρους, οι οποίοι είχαν φορέσει ήδη την πετσέτα στο λαιμό και ήταν έτοιμοι να τον φάνε με το μαχαιροπήρουνο.

Και οι εχθροί του δεν αναφέρουν ποτέ ότι η Κούβα είναι μια σπάνια χώρα που δεν ανταγωνίζεται μαζί τους για το Παγκόσμιο Κύπελλο Doormat.

Και δεν λένε ότι η επανάσταση, η οποία τιμωρείται για το έγκλημα της αξιοπρέπειας, είναι αυτό που κατάφερε να είναι και όχι αυτό που ευχόταν να γίνει. Ούτε λένε ότι το τείχος που χωρίζει την επιθυμία από την πραγματικότητα έγινε ψηλότερο και πιο φαρδύ εξαιτίας του ιμπεριαλιστικού εμπάργκο, το οποίο πνίγει τη δημοκρατία κουβανέζικου στιλ- μια στρατιωτικοποιημένη κοινωνία- και γέννησε τη γραφειοκρατία, πάντα έτοιμη με ένα πρόβλημα για κάθε λύση, δίνοντάς της τα άλλοθι που απαιτούνται για να δικαιολογεί και να διαιωνίζει τον εαυτό της.

Και δεν λένε ότι παρά όλη τη θλίψη, παρά την εξωτερική επιθετικότητα και την εσωτερική αυθαιρεσία, αυτό το λυπημένο και πεισματάρικο νησί έχει γεννήσει τη λιγότερο άδικη κοινωνία στη Λατινική Αμερική.

Και οι εχθροί του δεν λένε ότι αυτό το κατόρθωμα ήταν το αποτέλεσμα της θυσίας του λαού της, καθώς επίσης και της πεισματάρικης θέλησης και της παλιομοδίτικης αίσθησης της τιμής του ιππότη που πάντα πολέμησε στο πλευρό των ηττημένων, όπως ο διάσημος συνάδελφός του στα πεδία της Καστίλης.

Eduardo Galeano,”Specchi”

I suoi nemici dicono che è stato un re senza corona e che ha confuso l’unità con l’unanimità.E in questo i suoi nemici hanno ragione.
I suoi nemici dicono che se Napoleone avesse avuto un giornale come il “Gramma”, nessun francese sarebbe stato messo al corrente del disastro di Waterloo.
E in questo i suoi nemici hanno ragionen
I suoi nemici dicono che esercitò il potere parlando molto e ascoltando poco, perchè era più abituato agli echi che alle voci.
E in questo i suoi nemici hanno ragione.
Però i suoi nemici non dicono che non fu per posare davanti alla Storia che mise il petto di fronte ai proiettili quando venne l’invasione,
che affrontò gli uragani da uguale a uguale, da uragano a uragano, che sopravvisse a seicento trentasette attentati, che la sua contagiosa energia fu decisiva per convertire una colonia in una patria e che non fu nè per un artificio del Demonio nè per un miracolo di Dio che questa nuova patria ha potuto sopravvivere a dieci presidenti degli Stati Uniti, che avevano il tovagliolo al collo per mangiarla con coltello e forchetta.
E i suoi nemici non dicono che Cuba è uno dei pochi paesi che non compete per la Coppa del Mondo dello Zerbino.
E non dicono che questa rivoluzione, cresciuta nel castigo, è quello che ha potuto essere e non quello che avrebbe voluto essere. Nè dicono che in gran parte il muro tra il desiderio e la realtà si fece sempre più alto e più largo grazie al blocco imperiale, che affogò lo sviluppo della democrazia cubana, obbligò la militarizzazione della società e concesse la burocrazia, che per ogni soluzione tiene un problema, l’alibi per giustificarsi e perpetuarsi.
E non dicono che considerando tutte le afflizioni, considerando le aggressioni esterne e l’arbitrarietà interna, questa isola rassegnata però testardamente allegra ha generato la società latino-americana meno ingiusta.
E i suoi nemici non dicono che questa impresa fu opera del sacrificio del suo popolo, però anche fu opera dell’ostinata volontà e dell’antiquato senso dell’onore di questo cavaliere che sempre combattè per i vinti, come quel suo famoso collega dei campi di Castilla.

https://maddalenarobinblog.wordpress.com/2016/11/27/lavana-25-novembre-2016-il-leone-e-morto-danzino-pure-gli-sciacalli-lui-sara-per-sempre-leone-e-loro-sempre-sciacalli/

σύγχρονη σκέψη, pensiero di oggi

Πέρα απ’ τον ήρωα: η επαναστατική »διαδικασία» – Oltre l’eroe: il “processo” rivoluzionario

του Fabio Ciabatti

«Η πράξη της απελευθέρωσης δεν είναι σολιπσιστική, που πραγματοποιείται από μια μοναδική ευφυή οντότητα : τον ηγέτη … Είναι πάντα μια πράξη διυποκειμενική, συλλογική, κοινή συναινέσει … Πρόκειται για μια δράση « οπισθοφυλακής » από τον ίδιο τον λαό» .1 Όσο κι αν συμφωνούμε, αυτή η δήλωση από τον Enrique Dussel εμφανίζεται σε αντίθεση με το γεγονός πως κάθε επανάσταση φαίνεται να έχει τον ήρωά της από τον οποίον, τουλάχιστον σε κάποιο βαθμό, εξαρτώνται οι τύχες της: από τον Ροβεσπιέρο στον Toussaint Louverture, από τον Λένιν στο Μάο, για να τελειώσουμε με τους Μοράλες και Τσάβες . Για αυτό πρέπει να αποδομήσουμε την εικόνα, την φιγούρα του ήρωα, όχι για να αρνηθούμε την ύπαρξη ή τη σημασία της, αλλά να προσπαθήσουμε να την τοποθετήσουμε στο πραγματικό της μέγεθος, στην πραγματική της διάσταση.

l43-venezuela-hugo-chavez-130110162034_bigΕν προκειμένω, η σύγχρονη Νότια Αμερική αντιπροσωπεύει ένα ενδιαφέρον εργαστήριο και στο πλαίσιο αυτό μου φαίνεται χρήσιμο να ξεκινήσω από την εικόνα του Τσάβες μέσα από ένα πρόσφατο βιβλίο: Δημιουργήσαμε τον Chavez, We Created Chavez .2 Σύμφωνα με τον συγγραφέα, τον George Ciccariello-Maher, για να κατανοήσουμε τον πραγματικό ρόλο που επιτέλεσε ο ηγέτης της Βενεζουέλα, θα πρέπει να ξαναγράψουμε την ιστορία από τα κάτω και αυτό σημαίνει να αλλάξουμε το χρονικό τόξο, την χρονική περίοδο αναφοράς: η ιστορία από τα επάνω εστιάζει στο 1992 (το αποτυχημένο πραξικόπημα του Τσάβες ενάντια σε μια κυβέρνηση ένοχη αιματηρής καταστολής κατά του λαού) και στο 1998 ( πρώτη εκλογική νίκη του Τσάβες), δηλαδή στο προσωπικό έργο, στην κατάληψη του κράτους, της καθεστηκυίας τάξης. Η ιστορία από τα κάτω αντιθέτως επικεντρώνεται στο 1989 (η λαϊκή εξέγερση που πέρασε μέσα από τα πρωτοσέλιδα ως Caracazo, εκείνη που δίνει το έναυσμα στην δράση του Τσάβες) και στο 2002 (η νικηφόρα λαϊκή αντίσταση στο πραξικόπημα κατά του Τσάβες), αναγνωρίζοντας ότι το προσωπικό έργο κλίνει και ακουμπά επάνω σε μια μαζική βάση, στην συντακτική εξουσία.

Το 1989, ο πρόεδρος Pérez εγκαινιάζει ένα άγριο πακέτο νεοφιλελεύθερων μεταρρυθμίσεων. Η λαϊκή εξέγερση είναι αυθόρμητη και μαζική. Eμφανίζεται ένας μεγάλος συντονισμός μεταξύ των μεμονωμένων πραγματικοτήτων και μια γρήγορη πολιτικοποίηση της λεηλασίας. Η κυβέρνηση διακηρύττει την κατάσταση πολιορκίας: 300 είναι επίσημα οι νεκροί, πολλοί σκοτώθηκαν στα σπίτια τους. Οι τεράστιες αυξήσεις της βενζίνης στην χώρα διαρρηγνύουν το κοινωνικό σύμφωνο που βλέπει τα προϊόντα του υπεδάφους ως κοινή περιουσία. To Caracazo σπάει την ψευδαίσθηση της κοινωνικής αρμονίας και ιδιαιτερότητας της Βενεζουέλα, και τελικά οδηγεί σε μια διαίρεση στο στρατό.
Το 2002 γινόμαστε μάρτυρες μιας άνευ προηγουμένου συμμαχίας μεταξύ της καθιερωμένης εξουσίας και της συντακτικής εξουσίας: οι υπουργοί της έκπτωτης κυβέρνησης Τσάβες τίθενται υπό την προστασία των κοινωνικών κινημάτων – ιδιαίτερα των ένοπλων πολιτοφυλακών του Barrio 23 de Enero – την ώρα που αυτές βγαίνουν στους δρόμους για να αποκαταστήσουν την συνταγματική τάξη. Εκατομμύρια φτωχοί βεμνεζουελάνοι κατεβαίνουν στους δρόμους με τρόπο φαινομενικά αυθόρμητο από τους λόφους που περιτριγυρίζουν το Καράκας, μπλοκάροντας κάθε δρόμο, που συγκλίνουν προς το κέντρο. Η καταστολή των πραξικοπηματιών ήταν ταχεία και αυστηρή. Ο στρατός πιστός στον Τσάβες κινείται, αλλά μόνο υπό την πίεση του λαού.

Η αυθόρμητη μαζική αντίδραση που λαμβάνει χώρα και στις δύο περιπτώσεις, δεν πρέπει να μας κάνει να ξεχνάμε ότι ο αυθορμητισμός είναι το αποτέλεσμα οργανωτικών προσπαθειών που διήρκησαν δεκαετίες, ιδίως στο αστικό υποπρολεταριάτο, την πιο σταθερή βάση της τσαβισμού. Η μαζική αστικοποίηση, ταχεία και ανεξέλεγκτη, οδηγεί τους κατοίκους των μπάριος να αντιμετωπίζουν τόσο την έλλειψη των πιο βασικών υπηρεσιών, όσο και την αστυνομική βία. Έτσι αρχίζουν δυναμικές αυτοκυβέρνησης στις γειτονιές, στα μπάριος δηλαδή, με ένοπλες πολιτοφυλακές θεμελιωδώς με αμυντικούς σκοπούς. Η πολιτική πράξη, της οποίας πρωταγωνιστές είναι οι ίδιοι οι κάτοικοι των barrios, βρίσκεται μεταξύ νομιμότητας και παρανομίας, και οδηγεί σε μια έντονη κοινωνική παρέμβαση. Ενοποιητικό καθήκον είναι η εκδίωξη των εμπόρων ναρκωτικών. Σε αυτήν την περίοδο οι ταξικές απαιτήσεις έχουν αποκτήσει έτσι μια εδαφική χροιά δημιουργώντας ένα είδος συνείδησης ή κουλτούρας του barrio, τόπου όπου οι παραδόσεις της αγροτικής κοινότητας ταυτόχρονα αναπαράγονται και μεταμορφώνονται (π.χ. η συνήθεια να μαγειρεύουν και να πίνουν συλλογικά σε εξωτερικούς χώρους), δημιουργώντας κοινότητες γειτονιάς. Η συγκέντρωση των σωμάτων στις φαβέλες, σαν προϋπόθεση πολιτικής συνάθροισης, αντικαθιστά εκείνη την εμπειρία που ασκήθηκε νωρίτερα στους χώρους εργασίας. Αυτός είναι ο μηχανισμός που έχει υποστηρίξει τις πρώτες λαϊκές συνελεύσεις που άνθισαν κατά την περίοδο πριν από το Caracazo, και, στην αμέσως επόμενη περίοδο, τα πατριωτικά στέκια και τα μπολιβαριανά στέκια, μέχρι τα πιο πρόσφατα δημοτικά συμβούλια.

Ο ρόλος της άτυπης εργασίας ήταν απόρροια στρατηγικής θέσης της: το κατώτερο προλεταριάτο, που εργάζεται ως μέρος της κυκλοφορίας και την αναπαραγωγής, με την υψηλή κινητικότητα του και την καθημερινή του παρουσία στους γεμάτους ζωή δρόμους της πόλης, συντονίζει και συνδέει την πόλη. Αλλά υπάρχουν και άλλα. Είναι μια πολύ μεγάλη κοινωνική συνιστώσα (από 35% το 1980 σε 53% το 1989) που χαρακτηρίζεται από άμεσα πολιτικά αιτήματα, μιας και δεν έχει συνδικαλιστικούς διαύλους μέσω των οποίων να εκφραστεί.

Η ιστορία του αποτυχημένου πραξικοπήματος δείχνει ότι η δύναμη του Τσάβες έχει εξαρτηθεί, τελικά, από τη λαϊκή και ένοπλη κινητοποίηση, και από τις οργανώσεις είχε προς τα αριστερά του, αν και αυτές είχαν μερικές φορές δεχτεί σκληρή επίθεση από τον πρόεδρο της Βενεζουέλας. Οι τομείς αυτοί δεν είχαν σχέση με το πρόσωπο του Τσάβες, αλλά με αυτό που αντιπροσώπευε, με αυτό που ονομάζεται «διαδικασία». Είναι στήριξη υπό όρους. Έτσι ο Τσάβες ήταν, τουλάχιστον εν μέρει, έκφραση μιας δύναμης εναλλακτικής από τα κάτω που δεν κατάκτησε την κρατική εξουσία, αλλά έχει τοποθετήσει ένα πρόσωπο σε μια στρατηγική θέση εντός του κράτους. Ή, για να το πούμε καλύτερα, ο ίδιος ο Τσάβες αποτέλεσε το αντικείμενο ενός αγώνα για την ηγεμονία. Φυσικά, κατά τη διάρκεια αυτού του αγώνα, ο πρόεδρος της Βενεζουέλας σταδιακά ριζοσπαστικοποιείται και κατά συνέπεια παρεμβαίνει αρκετές φορές από την κορυφή για να διευκολύνει την ανάπτυξη της επαναστατικής δύναμης από τα κάτω, για παράδειγμα μέσω του νόμου περί δημοτικών συμβουλίων. Πρόκειται ουσιαστικά για μια δυναμική δυαδικής εξουσίας, δηλαδή, για έναν αστερισμό εκ φύσεως ασταθή δυνάμεων που, ως εκ τούτου, δεν μπορούν να ενοποιηθούν, αλλά πρέπει να επεκτείνονται, να εξαπλώνονται ή να αποσύρονται. Η κατάληψη της εξουσίας γίνεται η ίδια μια διαδικασία, που οδηγείται και, τουλάχιστον κατά καιρούς, ηγεμονεύεται από κάτω, από χαμηλά.

Αυτή η ώθηση από τα κάτω αποκτά την αποφασιστική της δύναμη μετά από μια περίοδο διασποράς των λαϊκών δυνάμεων, που ήταν αποτέλεσμα της ήττας του ανταρτοπόλεμου. Μια πολλαπλότητα κινημάτων και αγώνων, που γεννήθηκαν και αναπτύχθηκαν ανεξάρτητα, βρήκαν μια επανένωση στην αλυσίδα των γεγονότων που ξεκινά από το Caracazo και φτάνει στην εκλογή του Τσάβες. Tο πρόβλημα που πρέπει να επιλυθεί σε αυτό το σημείο είναι το εξής: πώς δημιουργήθηκε αυτή η διαδικασία ενοποίησης γύρω από την φιγούρα του Τσάβες; Ή, με άλλα λόγια, είναι ο Τσάβες ο οποίος δημιουργεί αυτή την ενοποίηση ή είναι η διαδικασία ενοποίησης που δημιουργεί την φιγούρα του Τσάβες; Σύμφωνα με τον Ciccarello-Maher, η δυναμική στο ερώτημα μπορεί να νοηθεί με δύο τρόπους: αφενός με την έννοια του σημαίνοντος κενού του Laclau, από την άλλη, μέσα από αυτό που ο Dussel (ακολουθώντας τον Boaventura de Sousa) ονομάζει «διάλογο και μετάφραση» μεταξύ των συνιστωσών του μπλόκ των οπαδών του Τσάβες.

Θα είναι χρήσιμο να επαναλάβουμε στο σημείο αυτό ότι αυτά που λέμε εδώ δεν στοχεύουν στο να αρνηθούμε τη σημασία προσωπικοτήτων όπως ο Τσάβες. Ένας από τους ανθρώπους που ερωτήθηκαν στο βιβλίο που έχουμε αναλύσει μέχρι αυτό το σημείο, ο Valentin Santana, ηγέτης του Barrio la Piedrita, υποστήριξε ότι ο πρόεδρος της Βενεζουέλα ήταν η μόνος σε θέση να αποτρέψει η κοινωνική σύγκρουση στη χώρα της Νότιας Αμερικής να μετατραπεί σε εμφύλιο πόλεμο. Ως εκ τούτου, ο Τσάβες ήταν ένα σημείο ισορροπίας μεταξύ των δυνάμεων στον αγωνιστικό χώρο και, ταυτόχρονα, το πρόσωπο που μπορούσε να έχει μια σημαντική συμβολή, από πάνω, για να προωθήσει τη «διαδικασία». Στην πραγματικότητα, μετά το θάνατο του Τσάβες και την διαδοχή του από τον Maduro, leader σίγουρα λιγότερο χαρισματικό από τον προκάτοχό του, ο εμφύλιος πόλεμος είναι μια από τις πιθανότερες εκβάσεις στην υπόθεση της Βενεζουέλα. Σε κάθε περίπτωση, οι πιθανότητες να προστατευτούν οι κατακτήσεις της μπολιβαριανής επανάστασης που βρίσκεται κάτω από βαριά επίθεση πρακτικά θα ήταν σχεδόν μηδενικές, αν εξαρτιόταν εξ ολοκλήρου ή σε μεγάλο βαθμό από τη δράση του αείμνηστου ηγέτη. Η ελπίδα θα ήταν ακόμα ζωντανή, αν αντιθέτως αυτά τα επιτεύγματα και αυτές οι κατακτήσεις ήταν το αποτέλεσμα μιας πράξης συλλογικής απελευθέρωσης.

 


  1. Enrique Dussel, 20 tesi di politica, Asterios, 2008, p. 137. ↩
  2. George Ciccariello-Maher, We Created Chavez. A People History of Venezuelan Revolution, Duke University Press, 2013. ↩

Oltre l’eroe: il “processo” rivoluzionario