αθλητισμός, sport

Γροθιές και σοσιαλισμός: ένα ταξίδι στην κουβανική πυγμαχία

Stampa

Pugni e socialismo: un viaggio nella boxe cubana

Felix Savon, ο πιο νικηφόρος κουβανός πυγμάχος της ιστορίας.

 

“Η κυριαρχία του ρίνγκ είναι η έννοια της δέσμευσης, η έννοια των χορδών, η έννοια του χώρου, ποια είναι η θέση μου, ποια είναι η θέση σου, τι πρέπει να κάνω εγώ, τι πρέπει να κάνεις εσύ, ποια είναι η τακτική σου, ποια θέλω να ακολουθήσεις εσύ, και ποια τακτική αποφασίζω εγώ, και όποιος κάνει αυτό κερδίζει.”

Guillermo Vinent, καθηγητής του karate του Eide στο Santiago de Cuba.

 

Πολύ συχνά ο αθλητισμός, η λογοτεχνία και η πολιτική έχουν ανακατευτεί στην παραγωγή καλλιτεχνικών και πολιτιστικών αριστουργημάτων, πολλές φορές αυτό συνέβη στο πλαίσιο του Κέντρου και του Νότου της αμερικανικής ηπείρου, δημιουργώντας αξέχαστες σελίδες ικανές να δώσουν πίσω στον αθλητισμό την αρχική του ουσία, εκείνη την ονειρική και μαγική που βρίσκεται μέσα σε κάθε μορφή τέχνης και που στη σημερινή εποχή δυστυχώς βιάζεται μέσα στην λατρεία του χρήματος, στην εμπορευματοποίησή της. Ο πρόσφατα αποθανών Eduardo Galeano εξέφραζε τον εαυτό του με αυτό τον τρόπο σχετικά με το Παγκόσμιο Κύπελλο του 1998 στη Γαλλία: «ένα άθλημα που μετατρέπεται σε πρόταση συλλογικής αλλοτρίωσης σε πλανητική κλίμακα, βασισμένης στην αντίθεση μεταξύ Βορρά και Νότου του κόσμου, μεταξύ Χωρών που εισάγουν παίκτες και άλλων που τους εξάγουν. »

Στο βιβλίο του «Ομορφιές και μιζέριες του παιχνιδιού του ποδοσφαίρου», ο Galeano αντιθέτως σκιτσάρει ένα διαφορετικό είδος ποδοσφαίρου, μέσα από ιστορίες που φέρνουν πίσω την ομορφιά του παιχνιδιού για το παιχνίδι, αρνούμενος, απορρίπτοντας το γεγονός μια τέχνη να γίνεται βιομηχανία και σχεδιάζει, παραδείγματος χάριν σελίδες όπως εκείνες που αφορούν το Παγκόσμιο Κύπελλο του 1978, που παίχτηκαν στη στρατιωτική δικτατορία της Αργεντινής, όπου μέσα στις θάλασσες λίγα χιλιόμετρα μακριά από τις αθλητικές εγκαταστάσεις ρίχνονταν τα σώματα των εξαφανισμένων, των desaparecidos.

Ο Galeano ήταν ουρουγουανός, όπου το futbol είναι το εθνικό σπόρ. Στην Κούβα, σε μία από τις σημαντικότερες, αν όχι την πιο σημαντική χώρα της πρόσφατης αμερικανικής πολιτικής ιστορίας, είναι ένα άλλο άθλημα που κυριαρχεί και εμπνέει πολυάριθμα έργα, ντοκιμαντέρ, σκέψεις και προβληματισμούς μεταξύ του ρίνγκ και των δρόμων: η πυγμαχία. Και είναι ακριβώς για την κουβανική πυγμαχία που μας μιλάει το βιβλίο «Pugni e Socialismo, Γροθιές και σοσιαλισμός – Λαϊκή ιστορία του μποξ στην Κούβα, Storia popolare della boxe a Cuba», κείμενο που γράφτηκε από τους Giuni Ligabue και Chiara Gregoris, εκδόθηκε από την RedStar Press και συνοδεύεται από το «Gancho Swing», ένα docufilm αφιερωμένο στην πρακτική του μποξ στην Κούβα.

Η αθλητική δραστηριότητα στην Κούβα είναι εγγυημένη σε όλους, και είναι ελεύθερη, δωρεάν, όπως η εκπαίδευση και η υγεία, όπως στο ντοκιμαντέρ μας υπενθυμίζει ο τρεις φορές ολυμπιονίκης Felix Savon ο οποίος, με γνώμονα τις διδασκαλίες άλλων πρωταθλητών της Κούβας που προηγήθηκαν όπως ο Teofilo Stevenson και ο Alcide Sagarra, έβαλε μπροστά την αγάπη για τη χώρα του, τον λαό του και την επανάσταση στην επιτυχία και τα χρήματα που του προσφέρθηκαν επανειλημμένα από τις Ηνωμένες Πολιτείες στη διαβόητη, πρόστυχη αντι-κομμουνιστική δραστηριότητα της «αγοράς» των κουβανών πυγμάχων .

Αν είχαμε γεννηθεί στην Κούβα, όπως εξηγούν οι συγγραφείς μας, ακόμα κι αν δεν μας άρεσε η πυγμαχία, θα μπορούσαμε να μιλήσουμε γι ‘αυτή και να την συζητήσουμε με τον οποιονδήποτε. Στην πραγματικότητα, όλοι και όλες οι κάτοικοι του νησιού γνωρίζουν τις δόξες της κουβανικής πυγμαχίας, και όλες και όλοι γνωρίζουν πού να βρουν το γυμναστήριο της γειτονιάς. Το ντοκιμαντέρ των Chiara και Giuni μας κάνει να γνωρίσουμε έναν διαφορετικό κόσμο του αθλητισμού, στον οποίο αντιλαμβανόμαστε ότι δεν είμαστε συνηθισμένοι: φτιαγμένο όχι από ανταγωνισμό, χρήματα, επιθυμία για ταπείνωση και καταστροφή του αντιπάλου, αλλά πάθος, χαμόγελα και κοινότητα.

Στη χώρα μας μόνο τα τελευταία χρόνια ο κόσμος της πυγμαχίας ανακτά το χώρο του κάτω από τους προβολείς και στις καρδιές των ανθρώπων: θα προτιμούσαμε να το κάνει αυτό μέσω της γέννησης και της ανάπτυξης των λαϊκών γυμναστηρίων, παρά με τις συναντήσεις εκατομμυρίων που προβάλλονται στο ItaliaUno. Θα προτιμούσαμε «την κουβανέζικη σχολή» της πυγμαχίας από ένα ακόμη μέσο μαζικής αποσπάσεως της προσοχής που θα ήθελαν να μας προτείνουν οι ηγέτες μας της μοναδικής σκέψης, της φιλελεύθερης-καπιταλιστικής σκέψης. Στο βιβλίο και στο docufilm περιγράφεται η κοινωνική σημασία της πυγμαχίας, με την έννοια όχι της πυγμαχίας προς την κοινωνία, αλλά της κοινωνίας προς την πυγμαχία: δηλαδή μαθαίνουμε το πόσο η πυγμαχία και ο αθλητισμός εν γένει στην Κούβα είναι ένα απαραίτητο τούβλο της ατομικής και συλλογικής πορείας ζωής των κουβανών, δίπλα και εντελώς συνυφασμένο με την εκπαίδευση.

Οι αθλητές παρακολουθούνται από υπερ-εκπαιδευμένους τεχνικούς από πολύ νεαρή ηλικία, τόσο αθλητικά όσο και ψυχολογικά και σχολαστικά, κάθε δάσκαλος γνωρίζει και μελετά τόσο τα φυσικά όσο και τα σχεσιακά χαρακτηριστικά, όπως ο χαρακτήρας, η οικογενειακή και οικονομική κατάσταση κάθε αθλητή του. Επιπλέον, ο δάσκαλος ανησυχεί για την σχολική και ακαδημαϊκή του επίδοση, επειδή στην Κούβα μπορείς να έχεις όσο ταλέντο θέλεις αλλά δεν θα ανέβεις εκείνη που οι κουβανοί αποκαλούν «πυραμίδα», δηλαδή πρώτα το μονοπάτι της διδασκαλίας και στη συνέχεια της προπόνησης των κουβανών αστεριών, αν δεν έχεις αποδεκτά αποτελέσματα στο σχολείο.

Στην προσέγγιση αυτή γίνεται ορατό, στον αθλητισμό, το χέρι της κουβανικής Επανάστασης, που θέλησε να είναι η αθλητική δραστηριότητα μια διαδρομή βελτίωσης για όλα τα άτομα, το έπραξε για παράδειγμα μέσω της έννοιας της «προστασίας του αθλητή» που εκφράζεται, στην πυγμαχία, στην επιλογή της ερασιτεχνικής δραστηριότητας, κυρίως, παρά σε εκείνη την επαγγελματική. Αυτή η τελευταία στην πραγματικότητα θέτει σε κίνδυνο την υγεία των πυγμάχων σε αγώνες με εξαντλητικούς γύρους και χωρίς προστασία του κεφαλιού, και αποτελεί έκφραση του καπιταλιστικού αθλητισμού και συνδέεται αποκλειστικά με την αξία και το κέρδος.

Η «κουβανική σχολή» επικεντρώνει όλη τη διδασκαλία στην τεχνική και στην τακτική, σε ίσια και μακρά χτυπήματα, όχι στη δύναμη και το σκοπό της βλάβης του αντιπάλου. Δεν ανεβαίνει ο αθλητής στο ρινγκ μέχρι να μάθει να χτυπάει ευθεία, gancho και swing (uppercut και crochet) με μια καλή τεχνική.

Ενώ παρακολουθούμε το «Gancho Swing» αισθανόμαστε φωτισμένοι από τη διαφορετική προσέγγιση στο άθλημα που περιγράφουν οι μαθητές, οι δάσκαλοι, οι νέοι και οι παλιοί πρωταθλητές, αλλά και άνθρωποι που δεν το ασκούν αλλά το καθιστούν θέμα προβληματισμού και κουβέντας της καθημερινής ζωής. Εντυπωσιασμένοι από τις εικόνες που απεικονίζουν προπονήσεις και sparring, εικόνες που απλώνονται για να μοιραστούμε απλά πλάνα στα οποία οι αθλητές ζουν άλλες στιγμές που δεν σχετίζονται με την πυγμαχία ή μιλούν για στιγμές ζωής των «χαρακτήρων» που δεν πρωταγωνιστούν στο ρινγκ, όπως των οικογενειών των αθλητών, των οπαδών, κοινών ανθρώπων που είναι σε θέση να δώσουν μια βαθιά συμβολή στην περιγραφή αυτής της πραγματικότητας.

Σε αυτό το σημείο φαίνεται λογικό να αναρωτηθούμε γιατί στο στερέωμα του αθλητισμού γνωρίζουμε τους αμερικανούς μπασκετμπολίστες, τους ποδοσφαιριστές της Βραζιλίας, αλλά κανέναν από τους Κουβανούς πυγμάχους. Θα είναι ένα είδος αντικομουνιστικής λογοκρισίας ακόμη και στον τομέα του αθλητισμού; Ίσως επειδή είναι μέρος ενός μη επαγγελματικού κυκλώματος και επομένως λιγότερο «επιρρεπείς στο κέρδος»; Το γεγονός είναι ότι οι κουβανοί πυγμάχοι είναι εκείνοι που έχουν κερδίσει περισσότερο στον κόσμο και, τόσο για όσους γνωρίζουν ήδη τις πράξεις τους, όσο για εκείνους που αγνοούν, που βρίσκονται στο σκοτάδι, σίγουρα δεν είναι σπαταλημένος χρόνος εκείνος που προορίζεται στην ανάγνωση του «Pugni e Socialismo, Γροθιές και Σοσιαλισμός «και στην προβολή του» Gancho Swing, Άπερκατ Κροσέ «!

ιστορία, storia

Παρίσι, 17 oκτωβρίου 1961: πάνω από εκατό οι σφαγιασθέντες αλγερινοί από την αστυνομία – oltre cento algerini massacrati dalla polizia

Dημοσιεύτηκε: 10/17/2016 in Crimini dell’imperialismoMemoriaRepressione
Tag:

17octobre61matraque-6fdf4-96780Κατά τη δεκαετία του εβδομήντα και την δεκαετία του ογδόντα η μνήμη της 17ης οκτωβρίου 1961 τυλίχτηκε σε μια πυκνή σιωπή. Ποιος θυμόταν πως μια μέρα του φθινοπώρου άνδρες, γυναίκες και παιδιά που άοπλοι διαδήλωναν στους δρόμους του Παρισιού σκοτώθηκαν από την αστυνομία με χτυπήματα από μπαστούνια, ρίχτηκαν ζωντανοί στο Σηκουάνα, βρέθηκαν να κρέμονται νεκροί στα δάση; «Από τον δέκατο ένατο αιώνα είναι μια από τις λίγες φορές που η αστυνομία πυροβόλησε εργάτες στο Παρίσι», σημειώνει ο ιστορικός Benjamin Stora. Τις επόμενες εβδομάδες αλιεύτηκαν στο Σηκουάνα δεκάδες πτώματα αλγερινών με πρησμένο πρόσωπο. Ο Stora εκτιμά ότι η καταστολή είχε κάνει εκατό θανάτους, ο βρετανός ιστορικός Jim House μιλά για «τουλάχιστον» 120-130 άτομα, ενώ για τον Jean-Luc Einaudi, συγγραφέα του La bataille de Paris, Η μάχη του Παρισιού, θα ήταν πάνω από 150.
Την ημέρα εκείνη οι «γάλλοι μουσουλμάνοι της Αλγερίας» διαδήλωναν, κατόπιν αιτήματος της γαλλικής ομοσπονδίας του Fln, Μετώπου εθνικής απελευθέρωσης, ενάντια στην απαγόρευση της κυκλοφορίας που επέβαλε ο νομάρχης του Παρισιού Maurice Papon. Περισσότεροι από 20 χιλιάδες άνθρωποι πορεύονταν ειρηνικά στους δρόμους της λατινικής συνοικίας, στις Grands Boulevards, κοντά στα Ηλύσια Πεδία. Η αντίδραση της αστυνομίας ήταν χωρίς προηγούμενο βίαιη. Οι αστυνομικοί τους περίμεναν στην έξοδο του μετρό και στο δρόμο για να τους χτυπήσουν και να τους προσβάλουν. «Οι πιο αδύναμοι χτυπήθηκαν μέχρι θανάτου, το είδα με τα μάτια μου», δήλωσε ο Saad Ouazen το 1997. Αν και δεν είχαν αντισταθεί καθόλου, δεκάδες διαδηλωτές σκοτώθηκαν από πυρά, άλλοι πνίγηκαν στην Senna. Συνολικά, περισσότεροι από 11 χιλιάδες αλγερινοί συνελήφθησαν και μεταφέρθηκαν στο αθλητικό παλάτι-γυμναστήριο ή στο στάδιο Pierre de Coubertin.

mattanza-14d51

Toυς είχαν συγκεντρώσει τον έναν πάνω στον άλλον για αρκετές ημέρες σε τρομακτικές συνθήκες υγιεινής και χτυπήθηκαν από αστυνομικούς, που τους αποκαλούσαν «βρώμικους άραβες». Στο αθλητικό παλάτι, οι τρομοκρατημένοι κρατούμενοι δεν τολμούσαν να πάνε ούτε στο μπάνιο, επειδή οι περισσότεροι από εκείνους που το έκαναν σκοτώθηκαν. Την επόμενη ημέρα η νομαρχία μέτρησε επίσημα τρεις θανάτους, δύο αλγερινούς και έναν γάλλο. Το ψέμα έγινε επίσημο και σύντομα καλύφθηκε από την σιωπή. Μια σιωπή που θα διαρκέσει για περισσότερα από είκοσι χρόνια.
Αυτή η μακρά αναγκαστική απομάκρυνση από την μνήμη της σφαγής της 17 οκτωβρίου δεν προκαλεί έκπληξη στον Στόρα. «Σε εκείνα τα χρόνια υπήρχε μια τεράστια άγνοια για αυτό που ονομάζονταν ιθαγενής ή μετανάστης, δηλαδή αυτός ο άλλος. Όταν κάποιος έχει αυτή την αντίληψη για τον κόσμο, πώς μπορεί ο οποιοσδήποτε να ενδιαφέρεται για τους μετανάστες που ζουν στις bidonville της περιοχής του Παρισιού; Οι αλγερινοί ήταν οι «αόρατοι» της γαλλικής κοινωνίας ».
Σε αυτή την αδιαφορία της κοινής γνώμης προστέθηκε τους επόμενους μήνες το έργο της συγκάλυψης που πραγματοποίησαν οι δημόσιες αρχές. Οι μαρτυρίες που θέτουν υπό αμφισβήτηση την επίσημη εκδοχή είναι λογοκριμένες. Η αμνηστία που συνοδεύει την ανεξαρτησία της Αλγερίας το 1962 θέτει οριστικά τέλος στην υπόθεση στη γαλλική κοινωνία. Όλες οι καταγγελίες μπαίνουν στο αρχείο.
Αλλά παρά τη σιωπή, η μνήμη της 17ης οκτωβρίου επιβιώνει, κατακερματισμένη, διαιρεμένη, υπόγεια. Μια μνήμη που, βέβαια, παραμένει ζωντανή στους αλγερινούς μετανάστες της περιοχής του Παρισιού. «Αυτοί οι άνθρωποι μιλούσαν μεταξύ τους, αλλά λίγοι έχουν μεταδώσει τη μνήμη εκείνου του γεγονότος στα παιδιά τους», εξηγεί ο άγγλος ιστορικός Jim House. «Στη δεκαετία του ογδόντα γνώριζαν ότι τα παιδιά τους θα παραμείνουν στη Γαλλία και φοβούνται να υπονομεύσουν το μέλλον τους διηγούμενοι τη βία που υπέστησαν από την αστυνομία».
Θα πρέπει να φθάσουμε στην ενήλικη δεύτερη γενιά της αλγερινής μετανάστευσης για να δούμε αυτή την κατάσταση να αλλάζει. Αυτά τα παιδιά έχουν παρακολουθήσει τα δημόσια σχολεία, είναι γάλλοι ψηφοφόροι και πολίτες, αλλά έχουν τη διαίσθηση ότι οι προκαταλήψεις και τα βλέμματα περιφρόνησης των οποίων είναι θύματα συνδέονται με τον πόλεμο της Αλγερίας.
Σιγά σιγά η μνήμη ξυπνά. Στα χρόνια ογδόντα ο Jean-Luc Einaudi ξεκινά ένα τεράστιο ερευνητικό έργο. Όταν βγαίνει το βιβλίο του, την τριακοστή επέτειο της 17ης οκτωβρίου, είναι ένα τραύμα. La Bataille de Paris, Η Μάχη του Παρισιού, η οποία αναλαμβάνει τώρα να μιλήσει για τα γεγονότα και τη σιωπή που ακολούθησε, πυροδότησε μια έντονη συζήτηση για την καταστολή των Αλγερινών.
Με αυτό το βιβλίο και με άλλα, η μνήμη της 17ης οκτωβρίου 1961 αρχίζει να έχει τη θέση της στον δημόσιο χώρο. Δύο ντοκιμαντέρ αργότερα τροφοδότησαν αυτή τη μνήμη: το Le silence du fleuve, από τους Agnès Denis και Mehdi Lallaoui το 1991, και το Une journée portée disparue από τον Philip Brooks και τον Alan Hayling. Ωστόσο, οι αρχές συνέχισαν να παραμένουν πιστές στην επίσημη έκδοση.
Μετά από τους ιστορικούς και τους μαχητές της μνήμης, έρχεται η ώρα της δικαιοσύνης: κατά τη διάρκεια της δίκης στον Maurice Papon το 1997, οι δικαστές στάθηκαν για πολύ καιρό στα γεγονότα της 17 οκτωβρίου 1961. Σε μια συνάντηση με τον Jean-Luc Einaudi, ο πρώην νομάρχης παραδέχτηκε «15-20 νεκροί» κατά τη διάρκεια αυτής της «θλιβερής βραδιάς», αλλά τους απέδωσε σε ταχτοποίηση λογαριασμών μεταξύ αλγερινών. Για πρώτη φορά, η εξουσία κάνει μια χειρονομία: ο πρωθυπουργός Lionel Jospin ανοίγει τα αρχεία. Με βάση μόνο το μητρώο εισόδου του ιατρο-νομικού Ινστιτούτου – το μεγαλύτερο μέρος των αρχείων της νομαρχίας και της ταξιαρχίας fluviale, της ποτάμιας ταξιαρχίας εξαφανίστηκαν μυστηριωδώς – το 1998 ο ιστορικός φτάνει να μετρήσει τουλάχιστον 32 επιβεβαιωμένους θανάτους.
Δύο χρόνια αργότερα ο Παπόν καταγγέλει τον Einaudi για δυσφήμηση. Αυτή τη φορά ο Παπόν παραδέχεται περίπου τριάντα θανάτους, αλλά το δικαστήριο του δίνει άδικο. Αποδίδοντας φόρο τιμής στον «σοβαρό, συναφή και πλήρη» χαρακτήρα του έργου του Einaudi, οι δικαστές σημειώνουν ότι «πολυάριθμα μέλη της αστυνομικής δύναμης ενήργησαν με ακραίες βιαιοπραγίες, στο έλεος μιας επιθυμίας για αντίποινα».
Η επίσημη εκδοχή της 17ης οκτωβρίου πλέον κάνει νερά από όλες τις πλευρές, και έρχεται η ώρα του αναμνηστικού εορτασμού. Με την ευκαιρία της 40ης επετείου, το 2001, ο δήμαρχος του Παρισιού Bertrand Delanoë κατέθεσε μια πλάκα στη γέφυρα του Saint-Michel «στη μνήμη των πολλών Αλγερινών που σκοτώθηκαν κατά τη διάρκεια της αιματηρής καταστολής της ειρηνικής

"Qui si annegano algerini", Parigi, Quai de Conti, lungo la Senna, 1961

διαδήλωσης της 17ης οκτωβρίου 1961 «. Στην περιοχή του Παρισιού περίπου είκοσι πλάκες ή αναμνηστικοί στύλοι έχουν εισάγει αυτές τις μέρες του φθινοπώρου στη συλλογική μνήμη το συμβάν. Το παζλ της συλλογικής μνήμης έχει έρθει τελικά να ανασυντεθεί, αλλά για πολλούς λείπει ακόμη μια βασική κάρτα: η αναγνώριση του κράτους.

Μόνο στις 18 οκτωβρίου 2011, ο François Hollande αναγνωρίζει για πρώτη φορά τα γεγονότα που έλαβαν χώρα 51 χρόνια νωρίτερα με αυτή τη δήλωση: «Στις 17 οκτωβρίου 1961, οι Αλγερινοί που διαδήλωναν για το δικαίωμα στην ανεξαρτησία σκοτώθηκαν σε μια αιματηρή καταστολή. Η Δημοκρατία αναγνωρίζει με διαύγεια αυτά τα γεγονότα. 51 χρόνια μετά από αυτή την τραγωδία, αποτίω φόρο τιμής στη μνήμη των θυμάτων ».
Η σύντομη ανακοίνωση του Hollande αποφεύγει τη «μετάνοια», αλλά δεν αναφέρεται επίσης στον αριθμό των νεκρών ή αποφεύγει επίσης να αναφέρει τους υπεύθυνους της «αιματηρής καταστολής». Αλλά για την αντιπολίτευση είναι ήδη πάρα πολύ. Ο πρόεδρος της Ομάδας Ump στη Συνέλευση, κ. Christian Jacob, επιβεβαιώνει ότι «είναι απαράδεκτο να αμφισβητηθεί η ρεπουμπλικανική αστυνομία και, μέσω αυτής, ολόκληρη η Δημοκρατία». Διαμαρτυρίες επίσης από πλευράς ενώσεων επαναπατριζόμενων (οι «pieds noirs»). Η Αλγερία, από την άλλη πλευρά, εξέφρασε την ικανοποίησή της για τη θέση του Hollande, θεωρώντας την ένα βήμα προς τα εμπρός στην αναγνώριση των εγκλημάτων που διαπράχθηκαν κατά τη διάρκεια του πολέμου της Αλγερίας. Μέχρι πριν από λίγα χρόνια, η Γαλλία δεν μιλούσε για «πόλεμο», αλλά μόνο για «γεγονότα της Αλγερίας».

Η σφαγή του Παρισιού της 17ης οκτωβρίου 1961 περιμένει ακόμα την αλήθεια και τη δικαιοσύνη. Μια φρικτή ιστορία θαμμένη και ξεχασμένη, ένας λεκές αποξηραμένου αίματος στα παντελόνια αποικιακού στυλ που ίσως να μην έχουν εγκαταλειφθεί εντελώς (Λιβύη, Ακτή Ελεφαντοστού … Συρία;) από τη Γαλλία. Επισήμως, το κακό είναι και παραμένει μόνο ο ναζιφασισμός. Τα αποικιακά εγκλήματα δεν περιλαμβάνονται στην ημερήσια διάταξη της γαλλικής δικαιοσύνης ούτε στην ευρωπαϊκή … και ίσως δεν θα περιλαμβάνονται ποτέ.

Ariane Chemin, http://www.voxeurop.eu/

Per approfondire:http://www.monde-diplomatique.it/ για εμβάθυνση

http://17octobre1961.free.fr/

Le foto inedite: http://www.lemonde.fr/ οι ανέκδοτες φωτογραφίες

https://maddalenarobinblog.wordpress.com/2016/10/17/parigi-17-ottobre-1961-oltre-cento-algerini-massacrati-dalla-polizia/

DAL BLOG "LA RESISTENZA TRADITA" από το blog ''Η ΠΡΟΔΟΜΕΝΗ ΑΝΤιΣΤΑΣΗ''


σύγχρονη σκέψη, pensiero di oggi

Πως κατασκευάζεται επικοινωνιακά το »τέρας»: το γεγονός – Come si costruisce mediaticamente il “mostro”: il fatto.

Ο Εισαγγελέας της Φλωρεντίας έχει ανοίξει φάκελο σχετικά με τη Barbara Balzerani, η οποία κρίνεται ένοχη βαριάς προσβολής των θυμάτων. Ένα σμήνος από όρνεα αυτές τις μέρες απολαμβάνει να ανταγωνίζεται σε αγανάκτηση.

Πριν από 40 χρόνια, η Barbara Balzerani συμμετείχε, μαζί με εννέα άλλους ταξιαρχίτες, στην απαγωγή του Aldo Moro, στα χρόνια κατά τα οποία στην Ιταλία, σύμφωνα με υπουργικά στοιχεία, στα τέλη του 1979 επιχειρούσαν 269 οπλισμένα ακρωνύμια, 36.000 πολίτες ερευνήθηκαν για ένοπλη συμμορία 6.000 καταδικάστηκαν σε δεκαετίες φυλάκισης, και καταγράφηκαν 7.866 επιθέσεις σε πράγματα και 4.290 σε ανθρώπους. Συνελήφθη και καταδικάστηκε, εξέτισε ολόκληρη την ποινή της, όπως και πολλοί άλλοι που συμμετείχαν σε εκείνο το εξεγερτικό φαινόμενο. Στα επόμενα χρόνια δημοσίευσε έξι βιβλία, μερικά από τα οποία μεταφράστηκαν στη Γαλλία και την Ισπανία, και οι παρουσιάσεις τους ήταν οι μοναδικές της «δημόσιες» εμφανίσεις, έχοντας πάντα αποφύγει να παραχωρεί συνεντεύξεις για το παρελθόν της ως ταξιαρχίτισσα, με εξαίρεση ένα ντοκιμαντέρ πριν από πολλά χρόνια που επιμελήθηκε από την Loredana Bianconi επάνω σε ορισμένες γυναίκες που κατά την περίοδο εκείνη έλαβαν μέρος στον ένοπλο αγώνα.

Ως συνέπεια αυτού απέφυγε, όπως και άλλοι, και παρά το γεγονός ότι σαφώς της ζητήθηκε από πολλές πλευρές, να δώσει συνεντεύξεις ή οτιδήποτε άλλο για να γεμίσει τα μεγάλα μαζικά μέσα ενημέρωσης σχετικά με την 40η επέτειο της σφαγής στην via Fani και την απαγωγή του Moro.

Ένα post που δημοσιεύθηκε στις 9 ιανουαρίου στο δικό της κοινωνικό πίνακα μηνυμάτων FB, και το οποίο επιβεβαίωνε ουσιαστικά την επιθυμία να μην συμμετάσχει στις διάφορες εκδηλώσεις που θα είχαν αφιερωθεί σε ένα γεγονός το οποίο, σύμφωνα με τις ιταλικές συνήθειες, το θυμούνται αποκλειστικά με την ευκαιρία επετείων [ για να περιπέσει στη συνέχεια στην πιο απόλυτη λήθη), παρόλα αυτά έστρεψε ξαφνικά επάνω της τα φώτα, την ξεχασμένη προσοχή των μέσων μαζικής ενημέρωσης, που ενδιαφέρθηκαν από μια πολύ πολεμική επιστολή που στάλθηκε σε μια γνωστή εφημερίδα από έναν πρώην ταξιαρχίτη που της εύχονταν να συναντηθούν στην κόλαση. Το ενοχοποιημένο post απήγγειλε την ακόλουθη φράση «Ποιος με φιλοξενεί πέρα από τα σύνορα για τις ένδοξες μέρες, τα μεγαλεία της τεσσαρακοστής επετείου;».

Από εκείνη τη στιγμή η Barbara Balzerani κατέστη ξαφνικά για όλους τους κύριους σχολιαστές της πιο διαφορετικής προέλευσης το έμβλημα της άγριας δολοφόνου που κοροϊδεύει τα θύματα των εγκλημάτων της, ζητώντας να «πάει στην Καραϊβική» (sic!) ενώ οι συγγενείς των θυμάτων κλαιν τους νεκρούς τους. Αν και το νόημα εκείνου του post ήταν πολύ διαφορετικό, όπως θα έπρεπε να είναι προφανές στον οποιονδήποτε, υπερίσχυσε η επιθυμία να αναδημιουργήσουν ξανά μετά από 40 χρόνια το «τέρας» και η Balzerani απέφυγε περαιτέρω σχόλια, ξαναρχίζοντας να γυρίζει την Ιταλία για να παρουσιάζει το τελευταίο της μυθιστόρημα, το οποίο όμως, σε αντίθεση με άλλα, ασχολείται με ένα θέμα που δεν έχει καμία σχέση με την προηγούμενη εμπειρία της σαν brigatista, ταξιαρχίτισσα. Με την προσέγγιση της 16ης μαρτίου, πυροδοτείται ο εορτασμός των μέσων ενημέρωσης για την τεσσαρακοστή επέτειο, στον οποίο, όπως και άλλοι, αποφεύγει να συμμετάσχει ή να πει τα δικά της.

Την Κυριακή 11 μαρτίου ο δημοσιογράφος Purgatori νικώντας όλους στον χρόνο εκπέμποντας στο La 7 ένα αφιέρωμα σε δύο επεισόδια που πραγματικά αναπαράγει πλήρως τις συνεντεύξεις που δόθηκαν πριν από αρκετά χρόνια για ένα γαλλικό ντοκιμαντέρ από τέσσερις πρώην ταξιαρχίτες που συμμετείχαν στην απαγωγή του Μόρο, ένας εκ των οποίων, μεταξύ άλλων, είχε πεθάνει 5 χρόνια πριν. Το πρόγραμμα εξαπολύει τη γενική οργή ορισμένων συγγενών των θυμάτων, αλλά όχι μόνο, για τους ταξιαρχίτες που πηγαίνουν στην τηλεόραση με την ευκαιρία της τεσσαρακοστής επετείου, αν και σε κανένα από τους τέσσερις δεν είχε ζητηθεί η άδεια να χρησιμοποιηθούν εκείνες οι παλιές συνεντεύξεις που είχαν παραχωρήσει σε μια τελείως διαφορετική περίπτωση. Αντιθέτως ένας από αυτούς, που κλήθηκε ρητά να παραχωρήσει μια καινούργια από άλλον σημαντικό δημοσιογράφο αρνήθηκε ευγενικά την πρόσκληση, ακριβώς για να αποφύγει να προκαλέσει τις προβλέψιμες και συνηθισμένες διαμάχες, πολεμικές.

Ταυτόχρονα, και από πολλές πλευρές, οι πρώην ταξιαρχίτες ωστόσο επιπλήττονταν , όχι χωρίς μια κάποια εμφανή επιχειρηματολογική ασυνέπεια, πως είναι επιφυλακτικοί μάλιστα ακόμη και συνωμοτικοί με μαφιόζικο τρόπο.

Και πάλι, η Balzerani, όπως και άλλοι, αποφεύγει να εκφράσει κάποια δημόσια γνώμη για το θέμα, αλλά όταν το κοινωνικό κέντρο CPA της Φλωρεντίας την προσκαλεί να παρουσιάσει, όπως συμβαίνει κάθε χρόνο, το βιβλίο της στις 16 Μαρτίου, ημερομηνία που προφανώς δεν την επέλεξε, ξεσπά μια διαμάχη και πολεμικές μόνο και μόνο επειδή προσκαλείται να παρουσιάσει, presentare, ένα βιβλίο που μιλά για κάτι άλλο, για τελείως διαφορετικά πράγματα.

Τα μέσα μαζικής ενημέρωσης παραμονεύουν με κρυφά μικρόφωνα και κάμερες αποκαλύπτοντας στα τηλεοπτικά πλάνα και στο τέλος της παρουσίασης του βιβλίου κάποιον που της ζητά να εκφραστεί σχετικά με την πολεμική που διεξάγεται από τα θύματα σχετικά με το δικαίωμα λόγου και στους πρώην ταξιαρχίες.

Στην ερώτηση απαντά ότι, χωρίς να θίγεται το δικαίωμα των θυμάτων να εκφράζουν τις σκέψεις τους, η αφήγηση μιας συλλογικής ιστορίας δεν μπορεί να είναι μονοπώλιο ούτε γι αυτούς, και για να εκφράσει μια έννοια, για την αξία της οποίας θα έλεγα ότι κανείς δεν μπορεί να αντιταχθεί σε τίποτα, χρησιμοποιεί μια έκφραση που εξαπολύει ακόμη περισσότερο τη συλλογική αγανάκτηση απέναντι της. «Υπάρχει μια φιγούρα, το θύμα, που έχει γίνει ένα επάγγελμα, αυτή η περίεργη φιγούρα σύμφωνα με την οποία το θύμα έχει το μονοπώλιο του λόγου. Δεν λέω ότι δεν έχουν το δικαίωμα να λένε τη δική τους γνώμη, πόσο μάλλον, αλλά δεν έχεις μόνο εσύ το δικαίωμα, δεν είναι ότι την ιστορία μπορείς μόνο εσύ να την φτιάξεις «.

Από εκείνη τη στιγμή διαβάζουμε εναντίον της τα πάντα κι ακόμη περισσότερα, στα οποία ωστόσο η ενδιαφερόμενη δεν απαντά με κανένα τρόπο, της αφιερώνονται σελίδες ολόκληρες στην εφημερίδα Corriere και επεισόδια του Matrix και είναι αυτής της ώρας η είδηση ότι η Εισαγγελία της Φλωρεντίας θα έχει » ανοίξει ένα φάκελο » εναντίον της αν και, διευκρινίζουν, ελλείψει εγκλήματος, και πως ο Δήμος της Φλωρεντίας αποφάσισε να εκκενώσει το κοινωνικό κέντρο που την φιλοξένησε και ότι ο γιος του πρώην δημάρχου Conti ανακοίνωσε αγωγή εναντίον της για δυσφήμηση .

Αυτά είναι τα γεγονότα, τις κρίσεις όπως πάντα μπορεί ο καθένας να τις κάνει από μόνος του σύμφωνα με τις διαφορετικές προθέσεις του.

Davide Steccanella

από το facebook

**********************

Σχετικά με τα μεγαλεία και σχετικά με την εξουσία των θυμάτων – Sui fasti e sul potere vittimario

Το θύμα είναι ο ήρωας της εποχής μας. Το να είσαι θύμα δίνει κύρος, επιβάλλει ακρόαση, υπόσχεται και προωθεί αναγνώριση, ενεργοποιεί μια ισχυρή γεννήτρια ταυτότητας, δικαίου, αυτοεκτίμησης. Ανοσοποιεί από κάθε κριτική, εγγυάται την αθωότητα πέρα από κάθε εύλογη αμφιβολία. Πώς θα μπορούσε το θύμα να είναι ένοχο και αντίθετα υπεύθυνο για κάτι; Δεν το έκανε, του έγινε, το υπέστη. Δεν δρα, πάσχει. Στο θύμα διατυπώνονται έλλειψη και διεκδίκηση, αδυναμία και αξίωση, επιθυμία να έχει και επιθυμία να είναι. Δεν είμαστε αυτό που κάνουμε, αλλά αυτό που έχουμε υποφέρει, υποστεί, αυτό που μπορούμε να χάσουμε, αυτό που μας πήραν «. (Daniele Giglioli, Κριτική του θύματος )

Απόλυτοι δήμιοι και απόλυτα θύματα ενορχηστρωμένα από ένα επικοινωνιακό σύστημα στο οποίο έχει ανατεθεί η διεύθυνση της ρητορικής της κοινής μνήμης, που δοκιμάστηκε για τουλάχιστον μια δεκαετία μέσα από την «τηλεόραση του πόνου», όπως την έχει ορίσει πολύ σωστά η De Luna, και μέσα στο πλαίσιο μιας διαδεδομένης κοινής λογικής που κυριαρχείται από τον ποινικό λαϊκισμό που διασχίζει την κοινωνία αγγίζοντας αριστερά και δεξιά χωρίς πλέον διάκριση. Σε αυτό το πλαίσιο μνημονεύονται και τιμώνται, σύμφωνα με τους μηχανισμούς του παραδείγματος, του προτύπου του θύματος, και της συνωμοσίας, στενού της συγγενή, τα σαράντα χρόνια του θανάτου του Μόρο και της συνοδείας του, με όχι αδιάφορες επιπτώσεις στον ιστοριογραφικό τομέα, αλλά κυρίως στην κατασκευή της δημόσιας μνήμης, δηλαδή της χρήσης του παρελθόντος στην κατασκευή του παρόντος. Μεγαλεία – εορτασμοί – που σίγουρα δεν βοηθούν στην κατανόηση του παρελθόντος, που αντικαθιστούν τη μνήμη στην Ιστορία και που κατά βάθος φαίνονται να μην σέβονται αυτούς τους ίδιους που τα θεσμικά όργανα θα ήθελαν να γιορτάσουν, να τιμήσουν.

Η ιστορία διαβασμένη ολοένα και περισσότερο μέσα σε μια δικαστική οπτική – όπου οι ηθοποιοί ενσαρκώνουν τους ρόλους των δημίων και των θυμάτων – και συνωμοσιολογική – όπου λίγοι κουκλοπαίκτες κρατούν στα χέρια τους τη μοίρα του κόσμου μηχανοραφώντας εναντίον ανυποψίαστων και αθώων μαζών – δεν είναι ένα φαινόμενο μοναχά ιταλικό. Η άνοδος του παραδείγματος-προτύπου θυματοποίησης αντιστοιχεί στην επιβεβαίωση, την επικράτηση και την παγίωση του νεοφιλελευθερισμού και του μεταμοντέρνου, αποτελεί την ιδεολογική του βάση, εξαλείφοντας προοδευτικά από τον σύγχρονο πολιτικό ορίζοντα και από την Ιστορία, την έννοια της αντιπαλότητας, της σύγκρουσης και της διαμάχης, αποπολιτικοποιώντας και παθητικοποιώντας την. Αν και δεν είναι μοναχά ένα ιταλικό φαινόμενο, η Ιταλία έχει, με κάποιον τρόπο, προτρέξει τους χρόνους και τα στάδια, αναπτύσσοντας το ακριβώς με εκείνες τις δύο δεκαετίες παρελθόντος που πηγαίνουν από τα μέσα της δεκαετίας του ’60 έως τα μέσα της δεκαετίας του 1980, που δεν καταφέρνει να ιστοριοποιήσει, και ιδίως με τον ένοπλο αγώνα, το πραγματικό αντικείμενο των μόνιμων εξορκισμών.

Να αφηγηθεί, μια μνήμη, κυρίαρχη πάνω σε όλες τις άλλες. Μια μνήμη που μετασχηματίστηκε ακατάλληλα αλλά όχι τυχαία σε συνώνυμο της Ιστορίας και αντικαταστάθηκε σε αυτήν. Μέχρι να την ακυρώσει, να την διαλύσει σε ιδιωτικό πόνο, στην εσωτερική και οικογενειακή διάσταση, που καταλαμβάνει το σκηνικό και ηγεμονεύει τον δημόσιο χώρο, αποκρύπτοντας τις μεγάλες πολιτικές και κοινωνικές διαδικασίες, και μαζί τους τις συγκρούσεις που τις κινούν, οι οποίες αποτελούν το συστατικό μέρος της Ιστορίας .

Θύμα και οικογένεια του θύματος, συγγενείς, αγιοποιημένοι στο επίσημο τελετουργικό της ημέρας μνήμης, θεσμοποιημένοι από τον δημόσιο λόγο, θεαματικοποιημένοι επικοινωνιακά, έφτασαν να ενσωματώσουν μια υψηλότερη ηθική. Ο λόγος τους, ανεξάρτητα από το αν είναι σωστός σε σχέση με τα γεγονότα ή τους ανθρώπους για τους οποίους μιλάει, και η θέση τους που εκφράζει απόλυτη ταλαιπωρία, πόνο, καθίσταται απρόσβλητος, ακαταμάχητος, η κριτική καθίσταται προσβολή, βρισιά.  Αρκεί κάτι πολύ λιγότερο από την κριτική, αρκεί απλώς να αρθρώσουμε έναν άλλο λόγο που να ξεφεύγει από τη ρητορική του πόνου ώστε να εξαπολυθεί η λογοκρισία και η δημόσια επίπληξη που προκαλείται επικοινωνιακά, που δίνει το έναυσμα να ξεκινήσει η διαδικασία τερατοποίησης των κυνικών δημίων. Ο λόγος τους καθίσταται απόλυτη αξία, και απόλυτη δύναμη βέτο επί των άλλων φωνών.   Είναι κατανοητό, ανθρώπινο κυρίως, από εκείνους που έχουν υποστεί απώλεια, πένθος ή προσωπικές ταλαιπωρίες και πόνους, μια αντίδραση αγανάκτησης και διαμαρτυρίας μπροστά στον υπεύθυνο για το θάνατο ενός μέλους της οικογένειας, ενός συγγενούς. Η έκφραση μίσους, εκδίκησης, πικρίας είναι κατανοητές και έχουν το λόγο ύπαρξης ως προσωπικές και ιδιωτικές εκδηλώσεις του πόνου καθενός.

Διαφορετικής φύσης και διαφορετικού νοήματος, όμως, και αντιθέτως, είναι η επιχείρηση, που λαμβάνει χώρα κάτω από τα μάτια μας σήμερα, η οποία στο θεσμικό επίπεδο και στα μέσα μαζικής ενημέρωσης κατέστησε κεντρικό το ρόλο μιας τυπολογίας θύματος ειδικότερα, εκείνη του ένοπλου αγώνα των χρόνων 70-80 , τοποθετημένης σαν κεντρική φιγούρα για την ερμηνεία της κοινωνικής και πολιτικής σύγκρουσης εκείνης της περιόδου, καταλήγοντας να ενσωματώνει το νόημά της και να γίνεται το βασικό της αφηγηματικό και αναγνωστικό κλειδί, οικοδομώντας και κρυσταλλοποιώντας γύρω από την ταυτότητά της την κρατική μνήμη, γεμίζοντας με την ιδιωτική θλίψη το κενό της θεσμικής πολιτικής – άκαμπτων και ακλόνητων και γυψοποιημένων άρχουσων τάξεων, χθες όπως σήμερα – τοποθετώντας την στο κέντρο του δημόσιου χώρου, αποδίδοντάς της το μονοπώλιο του λόγου επί της Ιστορίας.

Δεν είναι όλα τα θύματα ίσα, και προέρχονται από πολιτικές σχέσεις εξουσίας, από κοινωνικούς ρόλους, από το ποιοι κέρδισαν και ποιοι έχασαν, που εξαρτάται από τη διαφοροποίηση μεταξύ αδύναμων θυμάτων και ισχυρών θυμάτων, και κατά συνέπεια από αδύναμες αναμνήσεις και ισχυρές αναμνήσεις. Από τη σκοπιά που υποθέτουμε μπορεί να αποτελέσει δύσκολο να ξεχάσουμε, στην ιδιαιτερότητα της συζήτησης που μας ενδιαφέρει εδώ, για παράδειγμα, τις πολυάριθμες σφαγές προλετάριων με τις οποίες είναι κατάσπαρτη η ρεπουμπλικάνικη ιστορία ( τους πάνω από δυο κιλά κάλλυκες που ρίχτηκαν μέσα σε λίγα λεπτά, στις 2 δεκεμβρίου 1968, ενάντια στους εργάτες της γης της Avola, οι οποίοι ζητούσαν αύξηση μισθού και οι οποίοι πυροβολισμοί κόστισαν τη ζωή δύο ανθρώπων, για να δώσουμε μόνο ένα παράδειγμα, ποιοι τους θυμούνται; Και τους 17 νεκρούς και 88 τραυματισμένους στην Piazza Fontana μόλις ένα χρόνο αργότερα, για να εγκαινιάσουν την εποχή των σφαγών εναντίον ενός ταξικού κινήματος σε άνοδο; Πώς μπορούμε να ξεχνάμε ότι το Κράτος καταδίκασε τα μέλη των οικογενειών εκείνων των θυμάτων να πληρώσουν τα δικαστικά έξοδα χωρίς ούτε καν να τους δώσει μια δικαστική αλήθεια;)

Το βάρος, η ορατότητα και ο σεβασμός που οφείλονται στα θύματα που έπεσαν σε μια κοινωνική σύγκρουση που διήρκησε περίπου δύο δεκαετίες εξαρτάται από τη θέση που αυτά κατέλαβαν σε εκείνη τη σύγκρουση, από το βάρος και την ερμηνεία που αποδίδεται στη συνολική ιστορία εκείνων των χρόνων.

Από την άλλη πλευρά, τα ισχυρά θύματα, που κατέχουν εξέχουσες θέσεις στον πολιτικό και δημοσιογραφικό κόσμο, που έχουν στη διάθεση τους ενώσεις, που έπαιξαν και παίζουν πρωταγωνιστικό ρόλο στην κατασκευή της αφήγησης των «χρόνων του μολυβιού», ακριβώς λόγω της ταυτότητάς τους ως θυμάτων. Σε αυτά τα χρόνια σχεδόν καθημερινά εμφανίζονταν συνεντεύξεις, δηλώσεις, τοποθετήσεις από τις σελίδες των μεγαλύτερων εφημερίδων εναντίον πρώην μαχητών του ένοπλου αγώνα, κάθε φορά που παρουσίαζαν βιβλία, ταινίες, για να διαμαρτυρηθούν εναντίον της παρουσίας τους σε συνέδρια σπουδών ή άλλες δημόσιες πρωτοβουλίες, και εναντίον όσων απλώς πρότειναν διαφορετικά κλειδιά ανάγνωσης σε σχέση με την μόνη εγκεκριμένη ομιλία, τον μόνο εγκεκριμένο λόγο για το θέμα. Περιέργως μιλούν από τα κύρια μέσα μαζικής ενημέρωσης, και ταυτόχρονα επαναλαμβάνουν την τελετουργική φόρμουλα «μόνο οι τρομοκράτες μιλούν, για εμάς η σιωπή».

Πόσο είναι παρόντας και δυνατός ο επηρεασμός και η εξάρτηση των «ισχυρών» θυμάτων και πόσο είναι απαραίτητη η κουλτούρα της δημόσιας μετανοίας σε σχέση με το παρελθόν και αναγκαία για να μπορείς να βλέπεις να σου αναγνωρίζεται και να νομιμοποιείται το δικαίωμα του λόγου στο παρόν, το δείχνει με σαφή τρόπο η δημόσια αποκήρυξη που ζητήθηκε και αμέσως επιτεύχθηκε , από ένα μεγάλο μέρος της πολυάριθμης ομάδας των τότε υπογραφόντων του μανιφέστου εναντίον του αστυνόμου Calabresi της 13ης ιουνίου 1971, οι οποίοι εν τω μεταξύ έγιναν αναπόσπαστα μέλη του establishment και της διανόησης. Ένα καλό παράδειγμα της λειτουργίας του θυματοποιημένου υποδείγματος και των επιπτώσεών του στη συγγραφή της ιστορίας και στην κατασκευή της δημόσιας μνήμης.

Αυτές τις μέρες, με έναν εντελώς παράδοξο τρόπο, τα επιχειρήματα που χρησιμοποιούνται για δεκαετίες σχετικά με το δικαίωμα στον λόγο ή μη των πρώην μαχητών των BR έχουν επαναπροωθηθεί, προτάθηκαν ξανά. Η υποχρέωση στη σιωπή των «δημίων» μεταφέρθηκε από τα μέσα ενημέρωσης ως μάντρα: οι μη-μετανοούμενοι και αυτοί που δεν διαχώρισαν τη θέση τους τρομοκράτες πρέπει να σιωπήσουν. Το παράδοξο έγκειται στο γεγονός ότι δημιουργήθηκε μια αντιπαράθεση και μια πολεμική για ένα γεγονός που δεν συνέβη, δηλαδή την παρουσία στην τηλεόραση πρώην μη-μετανιωμένων και μη διαχωρισμένων ταξιαρχιτών. Προσκαλεσμένοι από όλα τα μέσα μαζικής ενημέρωσης, κανένας από αυτούς δεν έδωσε συνεντεύξεις ούτε αποδέχτηκε να συμμετάσχει στα πολυάριθμα τηλεοπτικά προγράμματα, τόσο ώστε να έχει χρησιμοποιηθεί υλικό από ντοκυμαντέρ που έχουν ήδη δημοσιευθεί εδώ και πολύ καιρό και όχι ιταλικά για να εκθέσει την παρουσία τους. Ωστόσο ξεσπούν κραυγές ενάντια στον πρωταγωνιστικό τους ρόλο. Προσπαθούν να τους κάνουν να μιλήσουν, τους ψάχνουν, και στη συνέχεια να φωνάξουν για το γεγονός ότι μιλούν. Μεταξύ άλλων, αυτοί που εφορμούν ενάντια στους μη-μετανιωμένους και μη διαχωρισμένους, παραλείπουν να λένε ότι αναφέρονται σε εκείνους που εξέτισαν πολλά χρόνια στη φυλακή (και κάποιοι, περίπου είκοσι άτομα, εξακολουθούν να εκτίουν ποινές).

Εκείνοι που θα ήθελαν να σιωπήσουν τους μη μετανιωμένους ή μη διαχωρίσαντες τη θέση τους, πράγματι, ασφαλώς γνωρίζουν ότι αυτές οι δύο κατηγορίες, πέραν του θρησκευτικο-ηθικού φορτίου που οι όροι αυτοί προκαλούν και θυμίζουν για την κοινή λογική, είναι πρωτίστως νομικές κατηγορίες, από τις οποίες πάντα νομικά ακολουθεί μια τρίτη, εκείνη των αμετακίνητων – η οποία συλλέγει, πέρα από τις διάφορες θέσεις που λήφθηκαν τότε από τον καθένα, όλους εκείνους που δεν εμπίπτουν στις δύο πρώτες – με τις οποίες το ιταλικό Κράτος μέσα από τη νομοθεσία της εξαίρεσης [έκτακτης ανάγκης] έχει επιλύσει, στο δικαστικό επίπεδο, την κοινωνική σύγκρουση της δεκαετίας του 70 διανέμοντας ποινές, παρέχοντας εκπτώσεις και αθωώσεις σύμφωνα με το βαθμό συνεργασίας. Εκείνοι που δεν μετάνιωσαν και όσοι δεν διαχώρισαν τη θέση τους είναι επομένως αυτοί που δεν έχουν επωφεληθεί από τα οφέλη που παρέχονται από τους νόμους για τη μετάνοια και τη διάσταση, τον διαχωρισμό.

Εκείνοι δηλαδή που έχουν πληρώσει χωρίς έκπτωση! Θα πρέπει να το γνωρίζουν οι εξτρεμιστές που ζητούν αυστηρή δικαιοσύνη και θα επιθυμούσαν την εφαρμογή ενός είδους πολιτικής και κοινωνικής ισόβιας ποινής, τον μόνιμο αποκλεισμό τους από τους δημόσιους χώρους. Σε κάθε περίπτωση, τα θύματα των BR δεν μπορούν να πουν ότι δεν έχει αποδοθεί δικαιοσύνη. Δεν μπορεί να λεχθεί το ίδιο για τα άλλα θύματα εκείνης της εποχής, πρώτα απ ‘όλα για εκείνα των σφαγών, φαινόμενο που από τη φύση και την προέλευση του δεν είναι συγκρίσιμο με τον ένοπλο αγώνα αλλά το οποίο συνδέεται αδιανόητα, αδιακρίτως με αυτόν, σαν να επρόκειτο για το ίδιο πράγμα, φαινόμενο το οποίο στοίχισε αδιακρίτως εκατοντάδες νεκρούς οι οποίοι παρέμειναν χωρίς υπεύθυνους. Θα ήταν αρκετή, δεδομένου του χρόνου που έχει περάσει , αν όχι μια δικαστική αλήθεια, τουλάχιστον λιγάκι ιστορική αλήθεια, αλλά φαίνεται πως τα θεσμικά όργανα που έχουν εξαγριωθεί εναντίον των πρώην BR δεν νιώθουν καμία πίεση γι αυτήν.

Μένει να αναρωτηθούμε, αφού οι λογαριασμοί με τη δικαιοσύνη έχουν διευθετηθεί, και τα θύματα, στην προκειμένη περίπτωση οι νικητές, δικαιώθηκαν, προς τι η θεσμοθετημένη μνησικακία; Από πού προέρχεται και ποια είναι η λειτουργία της μνησικακίας των νικητών που παρουσιάζονται, ή τους παρουσιάζουν, με το ένδυμα των θυμάτων; Το πρότυπο θυματοποίησης και η κοινή μνήμη που με αυτό θα ήθελαν να περάσουν, αντιπροσωπεύουν την πιο πρόσφατη φόρμουλα για να απελευθερωθούν από το στενάχωρο βάρος μιας ιστορίας που τους φέρνει σε δύσκολη θέση, μιας ιστορίας που ποτέ δεν έχει αφομοιωθεί, δεν την κατάπιαν ποτέ, την οποία επιδιώκουν να ρευστοποιήσουν ως ανθρωποκτονική και ιδεολογική τρέλα, εκθιάζοντας και δοξολογώντας την απόλυτη αθωότητα από τη μια πλευρά και το απόλυτο κακό από την άλλη, σε ένα είδος infantilization, απλοποίησης της Ιστορίας, [μιλάμε για παιδισμό] και που έχει ανάγκη τη συνωμοσιολογία ώστε να διατηρηθεί χρονικό, αφήγηση, καταγραφή.

Όπως έγραψε ο Agamben πριν από 20 χρόνια, η αναγνώριση που δεν έγινε του  πραγματικά πολιτικού χαρακτήρα της σύγκρουσης εκείνων των χρόνων από τις κυρίαρχες τάξεις της εποχής και τις τρέχουσες, αφήνει την περίοδο εκείνη ως ανοιχτό πρόβλημα, το οποίο δεν μπορεί να γίνει παρελθόν. Αυτός είναι ο πραγματικός πυρήνας του θέματος. Οι συγγενείς των θυμάτων, ορισμένων θυμάτων, δεν κατέχουν το μονοπώλιο της Ιστορίας, δεν μπορούν να ενεργήσουν, όπως αποτελεσματικά συνοψίζει ο Giglioli, ως «Ακυρωτικό Δικαστήριο της Ιστορίας». Δεν μπορούν να σιωπήσουν εκείνους που ήταν μέρος της ιστορίας, επιβάλλοντας τους μια πρόσθετη ποινή εκτός από εκείνη που έχουν εκτίσει. Γιατί μαζί με αυτούς σιωπούν και όσους εκείνη την ιστορία προσπαθούν να την κατανοήσουν και να της δώσουν διαφορετικές αναγνώσεις από εκείνη που τίθεται από την κοινή μνήμη, έχοντας κάθε δικαίωμα να το πράξουν.

Silvia De Bernardinis

https://favacarpendiem.wordpress.com/2018/03/23/come-si-costruisce-mediaticamente-il-mostro-il-fatto/

libertà di espressione e di stampa, ελευθερία σκέψης και του τύπου

Η λογοκρισία του fb στην διεθνιστική αλληλεγγύη στην Βόρεια Συρία – La censura di facebook sulla solidarietà internazionalista alla Siria del Nord

Stampa

 

552

Στις 17 φεβρουαρίου μια πορεία με μεγάλη συμμετοχή και παλμό διέσχισε τους δρόμους της Ρώμης για να ζητήσει την απελευθέρωση του Öcalan και να εκφράσει την αλληλεγγύη σε όλους τους λαούς της βόρειας Συρίας. Εδώ και περίπου 30 μέρες η Αφρίν είναι στην πραγματικότητα αντικείμενο της τουρκικής εισβολής, η οποία ανενδοίαστα ονομάστηκε «Κλάδος ελιάς», πλαισιωμένη από την υποστήριξη των τζιχαντιστικών πολιτοφυλακών και των συμμοριών που συνδέονται με την Al-Nusra.

H Σελίδα σου δεν δημοσιεύεται πλέον
Η Σελίδα σου κρύφτηκε γιατί δημοσίευσες περιεχόμενα που υποκινούν στη βία, συνεπώς, δεν σέβεται τα Standard της κοινότητας του Fecebook. Aυτά τα standard μας επιτρέπουν να προστατέψουμε την ασφάλεια της κοινότητας μας και να διατηρήσουμε μια συμπεριφορά σεβαστή. Αν και επιτρέπουμε στα πρόσωπα να εκφράζονται ελεύθερα στο Facebook, υιοθετούμε μέτρα εκεί που υπάρχουν αναφορές λεκτικής κατάχρησης προς τα πρόσωπα. Εάν θεωρείς πως η Σελίδα σου κρύφθηκε λαθεμένα, μπορείς να αμφισβητήσεις την απόφαση, την οποίαν θα ελέγξουμε εκ νέου.
Αμφισβήτησες αυτή την απόφαση, την προσέβαλες

 

Οι χιλιάδες άνθρωποι που διέσχισαν τους δρόμους της πρωτεύουσας διαδήλωσαν για το τέλος των στρατιωτικών επιχειρήσεων και την αναγνώριση της δημοκρατικής Αυτονομίας της Βόρειας Συρίας, το μόνο πολιτικό σχέδιο μέχρι σήμερα που μπορεί να εγγυηθεί την ειρήνη στη Μέση Ανατολή.

Κατά τη διάρκεια της διαδήλωσης στη σελίδα Facebook του Κοινωνικού Κέντρου Dordoni στην Κρεμόνα μεταφορτώθηκαν πλάνα της πορείας.

Μετά από μερικές ώρες εμφανίστηκε ένα πρώτο μήνυμα στους διαχειριστές οι οποίοι ενημερώθηκαν για την κατάργηση ενός περιεχομένου της σελίδας λόγω «μη συμμόρφωσης με τους κανόνες του κοινωνικού δικτύου, del social network”.

Το εν λόγω περιεχόμενο αφορούσε τις εικόνες της πορείας που συνοδεύονταν από την περιγραφή που παρουσιάζονταν σε foto.

hlhl

Aφαιρέσαμε ένα περιεχόμενο που δημοσίευσες                                                                         Ένα περιεχόμενο που δημοσίευσες μπορεί να μην σέβεται τα Standard της κοινότητας μας                                                                                                                                      Η μεγάλη πορεία στη Ρώμη φθάνει στο τέλος της. Ανάμεσα στις πολλές παρεμβάσεις και εκείνη της μητέρας του Jacopo, ενός τορινέζου συντρόφου που βρίσκεται στην Αφρίν, και εκείνη του θείου ενός ιταλού μαχητή των Ypg. Save Afrin Defend Afrin Free Ocalan

Λίγες ώρες μετά την αφαίρεση, η σελίδα μπλοκαρίστηκε και έγινε αόρατη λόγω αυτής της υποτιθέμενης ασέβειας των κανόνων. Ναι, για το Facebook να ζητάς την ελευθερία του κούρδου ηγέτη Öcalan και να αναφέρεις την παρουσία στην πορεία ορισμένων συγγενών ιταλών μαχητών των YPG σημαίνει υποκίνηση στο μίσος.

Σε μια εκλογική εκστρατεία στην οποία η ρατσιστική ρητορική και ο λόγος υπερεκφράζονται μέσα από τα Μέσα στα οποία η φασιστική προπαγάνδα και της Lega Nord όπλισε το χέρι ενός τρομοκράτη όπως ο Luca Traini, το πρόβλημα για το social που χρησιμοποιείται περισσότερο από όλα παγκοσμίως εκφράζεται από τις Ypg, από τον Οτσαλάν και από την αλληλεγγύη που εκφράζεται από ένα σχέδιο ισονομίας, φεμινιστικό και δημοκρατικό στη Μέση Ανατολή.

Αυτό μας δίνει το μέτρο για το πώς τα κοινωνικά δίκτυα και άλλα μέσα κοινωνικο-ψηφιακής συνάθροισης δεν είναι ουδέτερα, πράγματι, αντιθέτως εκτελούν μια πολύ συγκεκριμένη λειτουργία, που σχεδιάζεται και υποστηρίζεται από εκείνους που ελέγχουν αυτά τα μέσα, κατευθύνοντας έτσι τις τροχιές χρήσης αυτών, μέσα από τους κανονισμούς, τις προειδοποιήσεις, την προτροπή, την κάμψη και την τιμωρία των ενεργειών των χρηστών.

Η σελίδα facebook του CSA Dordoni παραμένει ακόμη μπλοκαρισμένη.

https://www.infoaut.org/conflitti-globali/la-censura-di-facebook-sulla-solidarieta-internazionalista-alla-siria-del-nord

σύγχρονη σκέψη, pensiero di oggi

Ο έλεγχος της μνήμης ή η ενεργητική λογοκρισία σαν πολεμική στρατηγική, [Α]

Στην ιμπεριαλιστική μητρόπολη, όπου κυριαρχούν εντελώς »έκτακτες» συνθήκες, η λογοκρισία δεν λειτουργεί σαν ανοικτή και βάναυση »κοπή» του λόγου.

Εδώ γίνεται κάτι παραπάνω, κάτι χειρότερο από την χοντροκομμένη καταστροφή των αγωνιστικών κειμένων ή ένα black out, κάτι περίπλοκο από την »παλιά ρίψη στην πυρά». Πράγματι, καταρχήν πρόκειται για την παραχάραξη της ιστορικής εμπειρίας, την παραγωγή υποκατάστατων αναμνήσεων, την δόλια κωδικοποίηση.

Η λογοκρισία είναι μια δραστηριότητα, όχι η άρνηση μιας δραστηριότητας. Δεν είναι η προσπάθεια »να μη γίνει κοινό κάτι διαφορετικό από αυτό που συνήθως ονομάζουμε κοινο-ποιώ. Η λογοκρισία είναι τελικά παραγωγή γνώσης». Μιας άλλης γνώσης, είναι η παραποίηση του γεγονότος, η μετατόπιση και η αντικατάσταση του.

Στην ιμπεριαλιστική μητρόπολη μιλούν για το παραβατικό γεγονός, αλλά μόνο και μόνο για να το καταστήσουν στοιχείο νομιμοποίησης της εξουσίας να το εμφανίσει σαν τέτοιο. Έτσι το γεγονός αποσιωπά το περιεχόμενο του και το μήνυμα του και »μιλά» μόνο για να δικαιολογήσει την καταστολή του.

Αυτή η στρατηγική ενεργητική λογοκρισία, στη θέση του παλιού »να μη μαθευτεί», επιλέγει αυτό που πιθανά νομιμοποιεί τον λογοκριτή και που τελικά λειτουργεί σαν επιβεβαίωση του δικαιώματος και της εξουσίας αυτού που την ασκεί.

Η λογοκρισία είναι κυρίως στρατηγική κοινωνικού ελέγχου, πολεμική στρατηγική. Η παραγωγή παραχαράξεων και ιδεολογικών σημάτων, τα οποία παραποιούν τα κοινωνικά γεγονότα, προτείνοντας μια ψεύτικη μοντελοποίηση τους, είναι κυριολεκτικά πολεμική παραγωγή, με την σύγχρονη σημασία του όρου……

Πως μπορούμε να χαρακτηρίσουμε περίεργο το γεγονός ότι, μέσα στις υπάρχουσες ανταγωνιστικές κοινωνικές σχέσεις, που έφτασαν πλέον σε μια εξαιρετική ένταση και όξυνση, ακριβώς εξ αιτίας της κρίσης του καπιταλιστικού κοινωνικού σχηματισμού, και αυτό το δίκτυο της κοινωνικής επικοινωνίας έχει με τη σειρά του μετατραπεί σε πεδίο μάχης;

Ως πεδίο διεκδίκησης, η ταξική μνήμη είναι πράγματι κάτι εξαιρετικά αποφασιστικό.

Καμία έκπληξη λοιπόν αν μέσα στο δίκτυο της καθημερινής επικοινωνίας διεξάγεται ένας σκληρός σημειολογικός ανταρτοπόλεμος για τη μνήμη και την ταυτότητα.

Η ιμπεριαλιστική αστική τάξη εκδηλώνει την επιδρομή της με στρατηγικές ενεργητικής λογοκρισίας και παραποίησης, με σκοπό, μέσα από την δηλητηρίαση και τη γενοκτονία της προλεταριακής μνήμης, να πετύχει τον προληπτικό έλεγχο των εν δυνάμει ανταγωνιστικών συμπεριφορών…….

Η συλλογική μνήμη που η ιμπεριαλιστική τάξη επιδιώκει να δημιουργήσει είναι τραγικά κενή μέλλοντος, υπάρχει μέσα στο χρόνο, αλλά οι μελλοντικές προγραμματικές συμπεριφορές που προβλέπει είναι καθηλωμένες στην ατέρμονη επανάληψη του παρόντος, της αμετάβλητης και αέναης ποιότητας του. Αυτή λοιπόν η μνήμη αποτελεί για το προλεταριάτο μια σημειολογική αλυσίδα, που εμποδίζει την αυθόρμητη αναπαραγωγή εκείνων των πρακτικών, που γεννούν οι κοινωνικές σχέσεις, οι οποίες ορίζουν την εκμετάλλευση του και την παρούσα δυστυχία του.

Είναι μνήμη του υπάρχοντος τρόπου παραγωγής κι όχι επαναστατικής υπέρβασής του, η οποία έχει για σημαία της το σύνθημα το »αδύνατο γι αυτό το σύστημα είναι η δική μας δυνατότητα».

Η δική μας δυνατότητα πάνω απ’ όλα είναι η απελευθέρωση των μικρών διαβόλων.

Είναι μνήμη αποκεντρωμένη και παράδοξη, όχι απλά προσανατολισμένη στο μέλλον, αλλά μνήμη μελλοντικών γεγονότων.

Αν η σημειολογική αντεπανάσταση της ιμπεριαλιστικής αστικής τάξης χρησιμοποιεί σαν μέσα την απαγόρευση των αναμνήσεων, την καταστροφή της μνήμης και την παραχάραξη της, με σκοπό να ελέγξει την συνείδηση και τις συμπεριφορές του μητροπολιτικού προλεταριάτου, αυτό το τελευταίο δεν μπορεί παρά ν’ αρχίσει σκληρό πόλεμο ενάντια στον αλλοτριωτικό και φετιχιστικό χαρακτήρα της τυποποιημένης μνήμης του, με σκοπό να δημιουργήσει συνειδητά κοινωνική συνείδηση της επαναστατικής του ταυτότητας. Πράγμα που σημαίνει να ελευθερώσουμε τους μικρούς διαβόλους που έχουν εγκλωβιστεί στις σημειολογικές αλυσίδες της αστικής τάξης. Ν’ ανοίξουμε διάπλατα όλες τις πόρτες της κοινωνικής επικοινωνίας. Σημαίνει επίσης να κατακτήσουμε μια αυτόνομη και συλλογική συνείδηση της επαναστατικής παραβατικότητας, έτσι όπως αυτή εκδηλώθηκε μέχρι σήμερα από τα χιλιάδες κινήματα του μητροπολιτικού προλεταριάτου.

Ο πόλεμος ενάντια στο γραπτό και οπτικοακουστικό εργοστάσιο της μνήμης, ενάντια στις κοινωνικές σχέσεις αναπαραγωγής και κυκλοφορίας για μια »άλλη μνήμη», είναι υπόθεση εξαιρετικά αποφασιστική.

Το αποτέλεσμα της κοινωνικής επανάστασης στην καρδιά των μητροπόλεων εξαρτάται από τη λύση και αυτού του ζητήματος.

»Άλλη μνήμη» σημαίνει παραγωγή νέων δυνατοτήτων, νέων νοημάτων και γεγονότων. Σημαίνει ότι θυμόμαστε για να μετασχηματίσουμε, κι όχι για να συντηρήσουμε. Θυμόμαστε για να επιταχύνουμε και να μαζικοποιήσουμε τη μετάβαση στον κομουνισμό.

Μ’ αυτή την έννοια αυτή η παραγωγή είναι παραγωγή κειμένων, μια παραγωγή όμως όχι αδιαφοροποίητη, αλλά προσαρμοσμένη στις τεχνικές και τις γλώσσες των εσωτερικών διαστρωματώσεων του μητροπολιτικού προλεταριάτου, σύμφωνα με τις ιδεολογικές αναφορές του και την υποκειμενικότητα του.

Αυτό εξηγεί γιατί η προλεταριακή μνήμη είναι απαραίτητα σύνθετη, με αντιφατικές αναφορές: είναι μνήμη μαρξιστικο-λενινιστική, μνήμη εργατίστικη,μνήμη αναρχική κλπ. Κατόπιν, μέσα από αυτές τις κεντρικές αρτηρίες, ξεπηδούν διάχυτες ειδικές μνήμες, περισσότερο ή λιγότερο συγκροτημένες, περισσότερο ή λιγότερο αποσπασματικές. Εν ολίγοις, αυτή η μνήμη δεν είναι »ενιαία», »συνεχής» ή »επίπεδη», αλλά τρέφεται και εξαπλώνεται μέσα από αντιθέσεις. Δεν είναι μια μνήμη νεκροταφείο.

Αντίθετα με την επίσημη μνήμη της άρχουσας τάξης, που είναι »μνήμη αυτοαναπαραγώμενη», μουσειακή αναπαραγωγή του παρελθόντος, τούτη η μνήμη δεν χτίζει ξόανα προς δόξαν και δικαίωση της. Και σ’ αυτό συνίσταται ο δημιουργικός χαρακτήρας της.

Η προλεταριακή και επαναστατική μνήμη δε φοβάται τις αντιθέσεις, δεν ανέχεται τη σιωπή, δεν υποφέρει τις περιχαρακώσεις, δεν κατασκευάζει αναθέματα, αφορισμούς, αιρέσεις.Δε φοβάται την πολλαπλότητα των γλωσσών ούτε την αντιφατική αναπαραγωγή τους, αλλά την απουσία των αντιθέσεων, το διωγμό τους…..

συνεχίζεται..

 

 

libertà di espressione e di stampa, ελευθερία σκέψης και του τύπου

Φίμωτρα παντού: Έκοψαν το ρεύμα στο Αυτοδιαχειριζόμενο Θέατρο «Εμπρός»

Φίμωτρα παντού: Έκοψαν το ρεύμα στο Αυτοδιαχειριζόμενο Θέατρο «Εμπρός»

Ο φασισμός δείχνει τα δόντια του και στην τέχνη. Επείγον κάλεσμα σχετικά με την αποψινή παράσταση. Διαδώστε το!

Σήμερα νωρίς το πρωί συνεργείο της ΔΕΗ με αστυνομική συνοδεία κατόπιν εντολής του Τ.Α.Ι.ΠΕ.Δ. (Αυτού του οξύμωρου σχήματος:Ταμείο Αξιοποίησης Ιδιωτικής Περιουσίας του Δημοσίου!!!!!!!!!!!) κατέφθασε στο Ελεύθερο Αυτοδιαχειριζόμενο Θέατρο Εμπρός και έκοψε το ηλεκτρικό ρεύμα. Έσκαψαν το πεζοδρόμιο και έκοψαν την κεντρική παροχή και παραβιάζοντας τις πόρτες αφαίρεσαν κι από μέσα το ρολόι κι έκοψαν τα καλώδια.

Μετά από την ιστορία με την «Ισορροπία του Νας» στην πειραματική του Εθνικού, τους κουκλοπαίχτες στην Ισπανία που διώκονται ως τρομεροί εγκληματίες, τώρα προστίθεται κι αυτό το περιστατικό για να επιβεβαιώσει ότι σε τέτοιους καιρούς… η Τέχνη είναι «η πρώτη απώλεια», είτε για «οικονομικούς» είτε για πολιτικούς λόγους.

Το Ελεύθερο Αυτοδιαχειριζόμενο Θέατρο Εμπρός είναι ακριβώς αυτό που λέει το όνομά του και θα συνεχίσει να είναι εις πείσμα όσων θέλουν να το δουν να «κλείνει».

Με τη στήριξη της γειτονιάς και των αλληλέγγυων η παράσταση που ήταν προγραμματισμένη για απόψε θα γίνει κανονικά στις 9:00 μ.μ..

Καλούμε όλες και όλους σε στήριξη του χώρου και του εγχειρήματος του Εμπρός σήμερα από τις 6:00 μ.μ.

Στο υποτιθέμενο ενδιαφέρον του ΤΑΙΠΕΔ για την ανάδειξη της ιστορικής αξίας του κτιρίου, εμείς απαντάμε εδώ και τέσσερα χρόνια με δράσεις, που προωθούν την καλλιτεχνική δημιουργία και τον πειραματισμό, παράλληλα με την κοινωνικοπολιτική παρέμβαση στο πλαίσιο μιας δομής αντιιεραρχικής και αντιεμπορευματικής.

αναδημοσίευση από εμπρος

ιστορία

Η αστυνομία ενάντια στον Pasolini, ο Pasolini ενάντια στην αστυνομία

Pier Paolo Pasolini

1. “Εκείνος ο μπάσταρδος είναι νεκρός”

ο Elisei Marcello,  19 χρόνων, πεθαίνει στις 3 το βράδυ, μόνος σαν σκύλος στην αλυσίδα σε εγκαταλειμμένο σπίτι. Πεθαίνει μετά από μιαν ημέρα και μια νύχτα ουρλιαχτών, ικεσιών, βογκητών, παρατημένος δίχως φαγητό ούτε νερό, δεμένος από τους καρπούς και τους αστραγάλους σε ένα τραπέζι ενός κελιού της φυλακής Regina Coeli. Έχει βρογχοπνευμονία, βρίσκεται σε κατάσταση σοκ, το κελί είναι παγωμένο. Τα δεσμά μπλοκάρουν την κυκλοφορία του αίματος. Από ένα κοντινό κελί ένας άλλος κρατούμενος, ο νεοφασίστας Paolo Signorelli, ακούει το αγόρι να φωνάζει επί μακρόν, μετά να λαχανιάζει, να ζητά νερό, τέλος η σιωπή. Τι πρωί ζητά να μάθει τι έγινε.  “Εκείνος ο μπάσταρδος πέθανε”, τον διακόπτει ένας ανθρωποφύλακας. Είναι η 29η νοεμβρίου 1959.

ο Marcello Elisei έκτιε μια ποινή τεσσάρων χρόνων και επτά μηνών για κλοπή λάστιχων αυτοκινήτου. Είχε δώσει σημάδια ψυχικών διαταραχών. Ξεκάθαρα σημάδια: είχε καταπιεί καρφιά, που βγήκαν με πλύση στομάχου; την προηγούμενη μέρα είχε χτυπήσει πολλές φορές το κεφάλι ενάντια σε τοίχο, προσπαθώντας να αυτοκτονήσει. Οι γιατροί της φυλακής τον είχαν κατηγορήσει πως  “προσποιούνταν”. Οι ανθρωποφύλακες τον είχαν απομακρύνει με το ζόρι σέρνοντάς τον και τον είχαν δέσει στο παλιοτράπεζο.

Στις 15 δεκεμβρίου παραιτείται ο διευθυντής της φυλακής dicembre Carmelo Scalia, επίσημα για λόγους υγείας. Πέρα από αυτό, για τον θάνατο του Elisei δεν θα πληρώσει κανένας. Έρευνες και δίκες θα απαλλάξουν όλους τους ύποπτους.

Διαβάζοντας για την υπόθεση, ο Pier Paolo Pasolini σοκαρίστηκε. “Δεν ξέρω πως θα μπορούσα να γράψω ένα άρθρο γι αυτό τον φοβερό θάνατο”, δηλώνει στο περιοδικό Noi donne στις 27 δεκεμβρίου 1959. “Όμως σίγουρα είναι ένα επεισόδιο που θα θέσω μέσα σε μια από τις διηγήσεις που έχω στο μυαλό μου, ή ίσως στο μυθιστόρημα »το τρέμουλο του σιταριού»,  Il rio della grana”. Ένα μυθιστόρημα που έμεινε ανολοκλήρωτο, και στην συνέχεια συμπεριλήφθηκε στα υλικά της συλλογής »ο Αλί με τα γαλάζια μάτια»,  Alì dagli occhi azzurri (1965). Εάν θα έπρεπε να γράψω μια έρευνα, προσθέτει, “θα ήμουν απολύτως ανηλεής με τους υπεύθυνους: από τους φύλακες μέχρι τον διευθυντή της φυλακής. Και δεν θα παρέβλεπα να υποδηλώσω την ευθύνη των κυβερνούντων”.

Σήμερα είναι δύσκολο, σχεδόν αδύνατον να αντιληφθούμε και να συλλέξουμε το μέγεθος του διωγμού που υπέστη κάθε μέρα ο Pasolini μέσα σε 15 χρόνια

Η αγωνία και ο θάνατος στην μοναξιά του Marcello Elisei θα σκάψουν βαθιά μέσα στον Pasolini, μέχρι να εμπνεύσουν το φινάλε στην ταινία Mamma Roma (1962). Μα στα 1959 ο Pasolini δεν είναι ακόμη ένας σκηνοθέτης. Είναι 37 χρονών, είναι συγγραφέας συλλογών ποιητικών, σεναρίων και δυο μυθιστορημάτων που έκαναν εντύπωση: Ragazzi di vita και Una vita violenta – Τα παιδιά της ζωής και  »Μια βίαιη ζωή». Έχει ήδη υποστεί προσαγωγή από την αστυνομία, μηνύσεις, δίκες. Για να λογοκριθεί το Ragazzi di vita κινήθηκε άμεσα η πρωθυπουργία. Κι όμως, μπροστά στο φασιστικό stalking, στο αστυνομικό-δικαστικό mobbing και στο λιντσάρισμα από την πλευρά των μέσων επικοινωνίας που ο άνδρας πρόκειται να υποστεί, αυτό ακόμη δεν είναι τίποτα.

Στο συλλογικό βιβλίο Pasolini: cronaca giudiziaria, persecuzione, morte (Garzanti, 1977) – Παζολίνι: δικαστική αναφορά, διωγμός, θάνατος –  ο Stefano Rodotà συμπυκνώνει το ζήτημα σε μια φράση: “ο Pasolini παρέμεινε ακατάπαυστα στα χέρια των δικαστών από το 1960 στο 1975”. Και επίσης, πρέπει να πούμε: Post mortem. Μετά θάνατον. ο Rodotà μιλά για  “μια μόνο δίκη”, μακριά αλυσίδα διερευνήσεων και ακροαματικών διαδικασιών που παρέσυρε τον Pasolini δεκάδες δεκάδων φορές στις αίθουσες του δικαστηρίου, κάποιες φορές περισσότερες από μια την ημέρα, ανάμεσα σε εξευτελισμούς και παρενοχλήσεις, ενώ έξω ο Τύπος τον προσέβαλε, τον έβριζε, τον λιντσάριζε.

2. Η ελεύθερη δημοσιογραφία

“Είμαστε σίγουρα σύμφωνοι ενάντια στον θεσμό της αστυνομίας”.

Ο άνδρας ο οποίος τον ιούνιο του 1968 γράφει αυτά τα λόγια έχει ήδη στις πλάτες του τέσσερις συλλήψεις, 16 μηνύσεις και ένδεκα δίκες σαν κατηγορούμενος, εκτός από τρεις επιθέσεις που δέχτηκε από νεοφασίστες  (όλες τέθηκαν στο αρχείο από την εισαγγελία) και μια έρευνα στο διαμέρισμά του από πλευράς αστυνομίας που έψαχνε όπλα. “Μόλις θα έχω λίγο χρόνο στην διάθεσή μου”, γράφει σε μιαν ανέκδοτη σημείωση, “θα δημοσιεύσω ένα λευκό βιβλίο με μια δωδεκαριά αποφάσεις που αποδόθηκαν εναντίον μου: δίχως σχόλια. Θα είναι ένα από τα πλέον κωμικά βιβλία που δημοσιεύτηκαν στην Ιταλία. Όμως τώρα τα πράγματα δεν είναι πλέον κωμικά. Είναι τραγικά, διότι δεν αφορούν πλέον τον διωγμό ενός αποδιοπομπαίου τράγου […]: πρόκειται τώρα για ένα πλατύ, βαθιά υπολογισμένο έργο καταπίεσης και καταστολής, στην οποίαν έχει αφιερωθεί η πιο οπισθοδρομική και καθυστερημένη πλευρά του Δικαστικού Σώματος με ζήλο…”. Και ακόμη: “Έχω ξοδέψει σχεδόν δεκαπέντε εκατομμύρια σε δικηγόρους, για να με υπερασπίζονται σε δίκες παράλογες και ξεκάθαρα πολιτικές”.

Σήμερα είναι δύσκολο, σχεδόν αδύνατο να αντιληφθούμε το μέγεθος της δίωξης που κάθε μέρα υπέφερε ο Pasolini για 15 χρόνια. Η έκθεση  Una strategia del linciaggio e delle mistificazioni, »Μια στρατηγική λιντσαρίσματος και παραπληροφόρησης», που εγκαινιάστηκε το 2005 και εδώ και λίγο οργανώθηκε ξανά στην sala Borsa της Bologna, επιστρέφει χαλαρούς απόηχους. Δεν μπορεί παρά να είναι έτσι, για να καταλάβουμε θα έπρεπε να πέσουμε μέσα στην άβυσσο  όπως έκανε ο Franco Grattarola, συγγραφέας του Pasolini. Una vita violentata (Coniglio, 2005), Παζολίνι. Μια βιασμένη ζωή – και να διατρέξουμε την πληθώρα των χτυπημάτων διαμέσου του Τύπου. Να αγγίξουμε με το δάχτυλο μιαν ομοφοβία που σε λερώνει μόνο να την φαντάζεσαι. Να ζυγίσεις όλο το βρεγμένο σώμα άρθρων, πυκνό σαν μια μεγάλη μπάλα με κοπριά και σκουλήκια.

Ανάμεσα στις εφημερίδες διαπιστώνεται κυρίως η Il Tempo, όμως είναι ο περιοδικός τύπος της δεξιάς που βασανίζει τον Pasolini με τρόπο αλήτικο, χουλιγκανισμού, ασταμάτητο. Περιοδικά όπως Lo Specchio και Il Borghese αφιερώνονται στην αποστολή με ενθουσιασμό, με reporter και γραφιάδες αποσπασμένους να καταδιώκουν το θύμα, να το προκαλούν, να το χτυπούν με κάθε ευκαιρία, με τίτλους όπως  “O κώλος χτυπά αριστερά” και του αδιαμφισβήτητου στυλ που σήμερα κληρονομήθηκε από το Libero – για να αναφέρουμε ένα μόνο όνομα.

Στις σελίδες του Borghese ξεχωρίζουν στο killeraggio, στο δολοφονικό σχέδιο θα λέγαμε, ο μουσικός κριτικός  Piero Buscaroli και ο μελλοντικός συγγραφέας και τηλεοπτικός σκηνοθέτης Pier Francesco Pingitore, που ίδρυσε το Bagaglino. Άλλες κατηγορίες και επιθέσεις καταφτάνουν από τον συγγραφέα Giovannino Guareschi και, σε μιαν ευκαιρία, από τον κινηματογραφικό κριτικό  Gian Luigi Rondi, μα η βασίλισσα του antipasolinismo δίχως αμφιβολία είναι η Gianna Preda, ψευδώνυμο της Maria Giovanna Pazzagli Predassi (1922-1981), που συνίδρυσε στην συνέχεια – μαντέψτε – το Bagaglino.

Εορτάζεται ακόμη και σήμερα σε ένα blog της δεξιάς σαν “η κυρία της ελεύθερης δημοσιογραφίας”, “έξω από τον χορό”, “ποτέ ηθικίστρια και μακριά από τον σκοταδισμό” και πάει λέγοντας, η Preda καλλιεργεί εις βάρος του Pasolini μια αυθεντική ομοφοβική εμμονή, σεξοφοβική και – ça va sans dire – ιδεολογική. Συχνά αναφέρεται στον συγγραφέα/σκηνοθέτη αποκαλώντας τον »η Παζολίνα»,  “la Pasolina”. Για τους ομοφυλόφιλους, που περιγράφονται σαν δημιουργοί σκιερών συνωμοσιών, επινοεί τον όρο “pasolinidi”. Προχωρά για χρόνια – συνεχίζοντας και μετά τον θάνατο του PPP – να γράφει πράγματα αυτού του είδους:

[Pasolini] μπόρεσε, με αμετάβλητη άνεση, να συνεχίσει να μπερδεύει τα ζητήματα της κάτω ράχης με εκείνα του αντιφασισμού […] Μια μυστική συμμαχία […] κάνει τους ‘αναποδογυρισμένους’ το πιο πολυάριθμο και στέρεο κόμμα της Ιταλίας; ένα κόμμα που, διαμέσου των διακεκριμένων μελών του, φτάνει στο σημείο να έχει επικεφαλής ή να αποδίδει υπηρεσίες στο Κκι, al Pci […] Ο ‘τοιούτος’ νιώθει, με την μύτη, εκείνο που τον συμφέρει και που πρέπει να ακουμπήσει, εάν δεν θέλει να δώσει λογαριασμό στην κοινή γνώμη για εκείνο που αυτή θεωρεί ακόμη ένα βίτσιο […] Έτσι γεννιέται ένας νέος μύθος… [Να τον γιορτάσουν] αναλαμβάνουν στην συνέχεια οι εφημερίδες της αριστεράς, που καταφέρνουν να καμουφλάρουν με ηρωισμό τον μυστικό φόβο εκείνου ή του άλλου παράνομου ‘capovolto’. Λαμπρές θα είναι οι τύχες των pasolinidi της Ιταλίας. Ήδη αισθανόμαστε τα σημάδια από τις τύχες εκείνων που ανακάλυψαν πολύ αργά την τύχη να είναι  pasolinidi […] Εάν θα έχουμε, λοιπόν, νέες συγκρούσεις με τους μαρξιστές […] πριν σκεφτούμε να προφυλάξουμε το στήθος μας, να ανησυχήσουμε να να κοιτάξουμε να προφυλάξουμε τα νώτα μας…

Η “μέθοδος Boffo” έρχεται από μακριά. Όπως επίσης και οι συνομωσιολογίες γύρω από την κακιά »θεωρία των φύλων»,  “teoria del gender”.

Το αντίστοιχο της  Gianna Preda στο Specchio είναι ο πρώην ρεπουμπλικάνος Giose Rimanelli, κρυμμένος πίσω από το ψευδώνυμο, nom de plume A. G. Solari. Όπως είναι προφανές, παράφρονες επιθέσεις στον Pasolini φτάνουν επίσης από την Secolo d’Italia, μα μια πιο λεπτή επεξεργασία και με επιρροή δολοφονικού χαρακτήρα, di character assassination βρίσκει χώρο στον εθνικοσυντηρητικό λαϊκό τύπο, αυτό περιοδικών όπως το Oggi και Gente.

Πάμε πολύ μακριά, δυστυχώς. ο Pasolini μοιάζει να είναι η λυδία λίθος του χειρότερου. Το 1968 ο σκηνοθέτης Σέρτζιο Λεόνε, που ερωτήθηκε από το Borghese, νιώθει πως επείγεται να σχολιάσει έτσι τις πολεμικές για την ταινία Θεώρημα, sul filmTeorema: “Είμαι βέβαιος πως πολλά φιλμ για την ομοφυλοφιλία έχουν καταφέρει να κάνουν τελείως κανονική και θεμιτή αυτή την μορφή ανώμαλης σχέσης”. Μέχρι και στο manifesto βρίσκονται ομοφοβικά αστεία: “Η θέση [του Pasolini] απλοποιημένη είναι ξεκάθαρη …” (21 ιανουαρίου 1975). Όπως έγραψε ο Tullio De Mauro:

Οι μαύροι χείμαρροι φτάνουν σε σημείο να ρυπάνουν και νερά σχετικά απομακρυσμένα. Η λεκτική γλώσσα δεν είναι μόνο ζήτημα αυτού που λέμε ή ακούμε. Είναι ζήτημα επίσης αυτού που, στην συλλογική μνήμη, περιτριγυρίζει και alona αυτό που είπαμε και ακούσαμε. Αυτό που δεν είπαμε βαρύνει δίπλα σε αυτό που είπαμε, προσανατολίζει την εκτίμησή του και την κατανόησή του. Αυτός που διαβάζει στην Espresso στις 18 φεβρουαρίου  1968 το κομμάτι »ο Παζολίνι ευλογεί τους γυμνιστές»,  Pasolini benedice i nudisti , με φωτογραφίες νεαρού γυμνού να καβαλάει ένα βιολοντσέλο, επηρεάζεται από τις συνέπειες του μαύρου κύματος φασιστικής προέλευσης, αρέσει δεν αρέσει ,έστω και παρά την θέλησή τους, στους συντάκτες του ριζοσπαστικού-σοσιαλιστικού περιοδικού.

Πρόκειται για μιαν πλατιά εκστρατεία για την βοήθεια, ή καλύτερα, για να υποκινήσει όχι μόνο τις αστυνομικές και δικαστικές δράσεις, αλλά και τις φυσικές επιθέσεις από πλευράς φασιστών. Φασιστών που η δικαιοσύνη δεν άγγιξε ποτέ, και που θα καταλήξουν σε διάφορες έρευνες γύρω από την στρατηγική της έντασης, όπως οι Serafino Di Luia, Flavio Campo και Paolo Pecoriello.

Στις 13 φεβρουαρίου 1964, davanti alla Casa dello studente di Roma, μπροστά στην φοιτητική Εστία της Ρώμης, ένα Fiat 600 προσπαθεί να παρασύρει μιαν ομάδα φίλων του Pasolini που υπερασπίζονται αυτό τον τελευταίο από μιαν φασιστική ενέδρα. Οδηγεί το αυτοκίνητο ο Adriano Romualdi, οπαδός του Julius Evola και γυιός  του Pino, βουλευτή και προέδρου του φασιστικού κόμματος ιταλικό κοινωνικό Κίνημα,  Movimento sociale italiano (Msi). Το επεισόδιο αναφέρεται με λεπτομέρειες και τις πηγές τους σε όλες τις βιογραφίες του Pasolini, ενώ παραλείπεται στην Wikipedia στην αναφορά της για τον Romualdi.

ο Pasolini δεν προχωρεί σε καταγγελία, ούτε για τις δυσφημίσεις διαμέσου του Τύπου ούτε για τις φυσικές επιθέσεις που δέχεται. Είναι μια επιλογή προσεγμένη: δεν θέλει να πέσει στο επίπεδο αυτών που τον κυνηγούν και τον κατατρέχουν. Επίσης, εάν προχωρούσε σε καταγγελία δεν θα κατάφερνε άλλο από το να μεγαλώσει την ήδη τεράστια ποσότητα χρόνου που δαπανά στο δικαστήριο.

3. Πως κι έτσι?

Γιατί ένας τέτοιος κατατρεγμός? Γιατί ήταν ομοφυλόφιλος? Μεταξύ των καλλιτεχνών και των συγγραφέων σίγουρα δεν ήταν ο μοναδικός. Διότι ήταν ομοφυλόφιλος και κομουνιστής? Ναι, αλλά δεν φτάνει από μόνο του ούτε αυτό. Διότι ήταν ομοφυλόφιλος, κομουνιστής και εκφράζονταν δίχως καμιά αναστολή ενάντια στην αστική τάξη, την κυβέρνηση, την χριστιανική Δημοκρατία, τους φασίστες, στην εισαγγελία και την αστυνομία? Ναι, αυτό φτάνει. Θα είχε αρκέσει, έτσι κι αλλιώς, για την Ιταλία μιλάμε και εκείνη την συγκεκριμένη Ιταλία.

Pier Paolo Pasolini a Roma, nel 1967. - Franco Vitale, Reporters Associati & Archivi/Mondadori Portfolio
Pier Paolo Pasolini στην Roma, το 1967. (Franco Vitale, Reporters Associati & Archivi/Mondadori Portfolio)

ο Pasolini, έγραψε ο Alberto Moravia, σκανδάλιζε εκείνη “την ιταλική αστική τάξη που μέσα σε τέσσερις αιώνες δημιούργησε τα δυο σημαντικότερα συντηρητικά κινήματα της Ευρώπης, δηλαδή την αντιμεταρρύθμιση και τον φασισμό”.

Η ιταλική αστική τάξη εκδικήθηκε και, με τρόπους πιο πλάγιους, συνεχίζει να εκδικείται. Η φενάκη πως “ο Pasolini βρίσκονταν με την πλευρά της αστυνομίας”, που επαναλαμβάνεται από τους φασίστες, από τους καθώς πρέπει και τους ψεύτικους αντικονφορμιστές του σήμερα, συνεχίζει την  révanche των φασιτών, των καθωσπρεπιστών και των ψευτο αντικονφορμιστών του χθες.

Όπως επίσης η μεταφανάτια απολογία ενός απλοποιημένου Pasolini, γυαλισμένου,  πεπλατυσμένου και αγιοποιημένου από την révanche.

4. “Δεν θα μπορούν να ψεύδονται αιώνια”

Τον μάρτιο του 1960 ο Fernando Tambroni, ήδη υπουργός εσωτερικών και στην συνέχεια οικονομικών, γίνεται αρχηγός μιας κυβέρνησης ενός χρώματος,  Dc. Το εκτελεστικό σχηματίζεται χάρη στις ψήφους των φασιστών. Μόλις δεκαπέντε χρόνια μετά την απελευθέρωση, μια νεοφασιστική δύναμη πλησιάζει στην περιοχή της κυβέρνησης. Διαμαρτυρίες και επεισόδια εκρήγνυνται σε όλη την χώρα. Στις 30 ιουνίου, δεκάδες χιλιάδων διαδηλωτών συγκρούονται με την αστυνομία στην Genova, πόλη εργατική και αντιστασιακή που επιλέχθηκε από το φασιστικό’Msi για το συνέδριό του. Στις 7 ιουλίου, στην Reggio Emilia, αστυνομία και καραμπινιέροι πυροβολούν ενάντια σε συνδικαλιστική διαδήλωση σκοτώνοντας πέντε ανθρώπους. Στις 19 ιουλίου, ο Tambroni παραιτείται.

Το περιοδικό Vie nuove – στο οποίο ο Pasolini κρατά μια στήλη όπου συζητά με τους αναγνώστες – φτιάχνει αμέσως έναν δίσκο για την σφαγή της Reggio Emilia. Πρόκειται για την ηχογράφηση των πυροβολισμών. Στο περιοδικό Vie nuove νούμερο 33, έτος XV, της 20 αυγούστου 1960, ο Pasolini σχολιάζει: “Εκείνο που μας χτυπά, που κάνει εντύπωση […] είναι η οργανωμένη και μηχανική ψυχράδα με την οποίαν η αστυνομία άνοιξε πυρè : οι πυροβολισμοί επαναλαμβάνονται ο ένας μετά τον άλλον, οι ριπές με τις ριπές, δίχως τίποτα να μπορεί να τις σταματήσει, σαν ένα παιχνίδι, σχεδόν με την φιληδονία μια διασκέδασης”.

Είναι οι ημέρες της δίκης του ναζιστή εγκληματία  Eichmann, και ο Pasolini συνδέει τις δυο ιστορίες:

Έτσι σκότωνε αυτός, με εκείνη την κρύα αποστασιοποίηση, με εκείνη την τρελή διάσταση.  Είναι προβλέψιμο πως οι δικαιολογίες των αστυνομικών […] θα είναι καθ’ όλα παρόμοιες με εκείνες  ήδη γνωστότατες… Θα μιλήσουν κι αυτοί για διαταγές, για καθήκον κλπ. […] Η ιταλική αστυνομία… σχεδόν χαρακτηρίζεται σαν στράτευμα ξένης δύναμης, τοποθετημένη στην καρδιά της Ιταλίας. Πως να πολεμήσουμε ενάντια σε αυτή την δύναμη και το στράτευμά της? […] Εμείς έχουμε ένα ισχυρό μέσο αγώνα: την δύναμη του λόγου και της αιτίας, του δίκιου, με την φυσική και ηθική συνοχή και αντίσταση που αυτό δίνει. Με αυτήν είναι που πρέπει να παλέψουμε, δίχως να χάσουμε χτύπημα, δίχως ποτέ να απ;exoyme. Oι αντίπαλοί μας είναι, κριτικά και ορθολογικά, τόσο αδύναμοι όσο αστυνομικά δυνατοί: δεν θα μπορούν να ψεύδονται αιωνίως.

Το 1961 ο Pasolini γυρνά την πρώτη του ταινία, Ακκαττόνε, Accattone. Σε ένα χωριό όπου διαβάζουν ελάχιστα, το σινεμά είναι δυνητικά πιο επικίνδυνο από την λογοτεχνία.
Η αστική αποδοκιμασία, η λογοκρισία και η καταστολή που ξέσπασαν από τις ταινίες του Pasolini (όλα, ουδενός εξαιρουμένου) θα είναι αφάνταστα μεγαλύτερες από εκείνες που ξέσπασαν από τα βιβλία και από τα άρθρα. Εάν μετά σε ένα φιλμ εμφανίζεται ξανά η ιστορία του πως πέθανε Marcello Elisei…

Στα 1962, το τέλος της ταινίας Mamma Roma – film που προκαλεί φασιστικές βιαιότητες και αμέσως απαγορεύεται από την λογοκρισία – δείχνει τον νεαρό Ettore που πεθαίνει στην φυλακή, βογκώντας, μες τον πυρετό και επικαλούμενος την μητέρα του, δεμένος με τα εσώρουχά του δεμένος σε ένα κρεβάτι. “Βοήθεια, βοήθεια, γιατί με βάλατε εδώ?… Δεν μπορώ άλλο, ορκίζομαι, δεν μπορώ άλλο… Είμαι καλός, τώρα… Mamma, πεθαίνω απ’ το κρύο… Είμαι χάλια… Mamma!… Mamma, πεθαίνω’… Είναι όλη νύχτα που βρίσκομαι εδώ πέρα… Δεν μπορώ άλλο…”.

Στις 31 αυγούστου 1962 ο αντισυνταγματάρχης Giulio Fabi, διοικητής της ομάδας καραμπινιέρων της Venezia, μηνύει την Mamma Roma για αισχρότητα και βιάζεται να προσθέσει: “Κάνουμε γνωστό πως ο δημιουργός και σκηνοθέτης Pasolini και ένας από τους ερμηνευτές, ο Citti, θα έπρεπε να έχουν νομικά προηγούμενα παρά του δικαστηρίου της Roma”. Ανάμεσα σε αυτούς που ακολουθούν και εκτιμούν τον Pasolini τριγυρνά η υπόθεση πως είναι η τελική φάση του έργου που ερέθισε το όπλο.

Aπό εδώ κι εμπρός, τον Pasolini θα κατακλύσει ένα ωστικό κύμα λογοκρισίας και καταστολής που δεν έχει αντίστοιχο στην καριέρα των άλλων ιταλών καλλιτεχνών.

5. “Να καταστρέψουμε την εξουσία”

Να το νόημα του επιρρήματος “προφανώς”, που χρησιμοποιήθηκε από τον Pasolini για να ενδυναμώσει μια προϋπόθεση που θεωρεί σημαντική. Είναι τελείως προφανές πως ο PPP είναι ενάντια στον θεσμό της αστυνομίας.

Aκόμη προφανέστερη η αποστροφή που ακολουθεί: “Προσπαθήστε όμως να τα βάλετε με την εισαγγελία, και θα δείτε!”. Εκείνη την εισαγγελία που τόσο κυνήγησε, συνεχίζει και θα συνεχίζει να κατατρέχει τον Pasolini, και μετά τον θάνατό του.

Ξεκινώντας από αυτή την θέση είναι που ο δημιουργός του ποιήματος  »Το Κκι προς τους νέους», Il Pci ai giovani εμπιστεύεται σε έναν σωρό από “άσχημους στίχους” – δικός του ο ορισμός – έναν στοχασμό μπερδεμένο, που αμέσως εκτροχιάζεται και γίνεται ένα ξέσπασμα, μια ευρηματική αντιαστική εκτόνωση. Όπως θα γράψει λίγο μετά: “Με τραυμάτισε πολύ η αστική τάξη, και το μίσος μου προς αυτήν είναι πλέον παθολογικό”.

Μα όμως όσο κι αν αυτό το ευρηματικό του ξέσπασμα μπορεί να είναι τυπικά άσχημο και να του λείπει και focus στα περιεχόμενα, αφού διαβάστηκε ολόκληρο (ολόκληρο, όχι μόνον 4-5 στίχοι αποσπασματικά να κραδαίνονται σαν μπαστούνια από αυτό ή εκείνο το πρωτοπαλίκαρο) είναι δύσκολο να καταλήξει κάποιος πως ο “Pasolini ήταν με την αστυνομία”.

ο Pasolini περιγράφει τους αστυνομικούς που συγκρούστηκαν με τους φοιτητές στην Valle Giulia σαν “ταπεινωμένους από την απώλεια της ποιότητας τους ανθρώπου / για εκείνη του αστυνομικού”. Ο θεσμός της αστυνομίας είναι απάνθρωπος. Γι αυτό οι φοιτητές – “εκείνοι οι χίλιοι ή δυο χιλιάδες αδελφοί μου / που δρουν στο Trento ή στο Torino, / στην Pavia ή στην Pisa, / στην Firenze και λίγο και στην Roma” – είναι πάντως “απ’ την μεριά του δίκιου” και η αστυνομία “απ’ την μεριά του λάθους, της αδικίας”. Εάν δεν γίνεται αυτό αντιληπτό, δεν κατανοούμαι το παράδοξο της πρόθεσης του Pasolini. Η παραδοξότητα του χρειάζεται για να συγκεκριμενοποιήσει πως την αληθινή επανάσταση δεν θα την κάνουν ποτέ οι φοιτητές, διότι είναι παιδιά των αστών. Το πολύ θα μπορέσουν να κάνουν έναν “εμφύλιο πόλεμο”, γενεαλογικό σε αυτή την περίπτωση, μέσα στην αγκαλιά της μπουρζουαζίας. Την επανάσταση, λέει ο Pasolini, μπορούν να την κάνουν όνο οι εργάτες, στους οποίους ο μεγάλος αστικός Τύπος δεν θα γλείψει ποτέ τον κώλο, όπως αντίθετα – στην υπερβολή του Παζολίνι  – κάνει με τους φοιτητές. Είναι οι εργάτες ο αληθινός κίνδυνος για την καπιταλιστική εξουσία, οπότε θα είναι αυτοί που θα υποστούν την πιο σκληρή αστυνομική καταστολή: “Η αστυνομία θα περιοριστεί να αρπάξει λίγες γροθιές μέσα σε κατειλημμένο εργοστάσιο?”, ρητορικά αναρωτιέται ο συγγραφέας. Οπότε, εκεί είναι ακριβώς που πρέπει να βρεθούν οι φοιτητές, εάν θέλουν να είναι επαναστάτες: ανάμεσα στους εργάτες. “Οι Δάσκαλοι γίνονται καταλαμβάνοντας τα Εργοστάσια / όχι τα πανεπιστήμια”. Αλλά πάνω απ’ όλα, οι φοιτητές πρέπει να ξαναπάρουν στα χέρια “το μοναδικό πραγματικά επικίνδυνο εργαλείο / για να πολεμήσουν ενάντια στους πατεράδες [τους] : / δηλαδή τον κομουνισμό”. ο Pasolini τους καλεί να κάνουν δικό τους  Pci, κόμμα που έχει “τον θεωρητικό στόχο” να “καταστρέψει την Εξουσία” (εκείνη την εξάλειψη του κράτους που ο Marx θέτει σαν τελικό στόχο του ταξικού αγώνα και του σοσιαλισμού) μα που κατέληξε σε ανάξια χέρια, τα χέρια  μέτριων καλοντυμένων κυρίων”, “αστών σαν τους ηλίθιους πατεράδες σας”. Καταλάβετε τα γραφεία του Κκι, λέει ο Pasolini, αυτό θα βοηθούσε το κόμμα να  “καταστρέψει, εν τω μεταξύ, ότι αστικό έχει μέσα του”.

Αυτή η προτροπή καταλαμβάνει όλο το δεύτερο μέρος του κειμένου, μα – για δες – δεν αναφέρεται ποτέ.

Το ξέρω, ζαλίστηκες. Σου είχαν πει πως »το Κκι προς τους νέους» μιλούσε καλά για την αστυνομική καταστολή. Είχες ακούσει αποστροφές αυτού του ποιήματος να παρατίθενται από δημόσιους κατήγορους την ώρα που ζητούσαν βαρύτατες ποινές για τους  No Tav. Τις άκουσες από τα χείλια του Belpietro. Τις διάβασες στις ανακοινώσεις του Sap και του Coisp…

6. Ένα πρόστυχο μάντρα

το Il Pci ai giovani δέχτηκε αμέσως επίθεση, και όχι μόνο από τους φοιτητές στους οποίους ασκούσε κριτική. ο Franco Fortini γέμισε τον Pasolini προσβολές. Κάτω από την σώρευση εκείνων των προσβολών, οι κριτικές ήταν δίκαιες. ο Pasolini προσπάθησε να εξηγηθεί, προσπαθώντας να μην καταπιεί το παράδοξό του. Εκείνοι οι στίχοι ήταν “άσχημοι” διότι δεν κατάφεραν  “από μόνοι τους να εξηγήσουν εκείνο που ο δημιουργός [ήθελε] να εκφράσει”. Ήταν στίχοι “’με διπλή σημασία’, ειρωνικοί δηλαδή, αυτοσαρκαστικοί. Όλα ειπώθηκαν μέσα σε εισαγωγικά”. Μίλησε για “boutade”, »ανέκδοτα», di “captatio malevolantiae”, πως, μελίγα λόγια, θέλησε [ο Παζολίνι] να κάνει κακιά εντύπωση, όμως δεν έκανε πίσω ποτέ από το σημείο που είχε διαλέξει και αποφασίσει να υπερασπισθεί: την πρόσκληση στους φοιτητές να  “να κάνουν την τελευταία επιλογή που ήταν ακόμη δυνατή […] υπέρ αυτού που δεν ήταν αστικό”.

Όμως πλέον η φωτιά είχε ήδη ανάψει και θα παρέμενε να αιωρείται στον αέρα η κάπνα από τα αποκαίδια για τα επόμενα πενήντα και βάλε χρόνια που πέρασαν, προς χαράν των “μεταφασιστών”, ciellini, κίτρινων συνδικάτων, αυτών που προσκαλούνται στα talk-show, συγγραφέων που είναι μέσα σε όλα, τα ξέρουν όλα και λένε πολλά,  Παβλοβιανοί σχολιαστές.

Κάθε φορά που εμφανίζεται η κοινωνική σύγκρουση και η αστυνομία επεμβαίνει για να την καταστείλει ξεκινά εκ νέου, όπως το αποκάλεσε ένας κακός δάσκαλος, “το πρόστυχο μάντρα” για το Pasolini που υποστήριζε την αστυνομία και τα γκλομπ της. Με εκείνο το μάντρα δικαιολογήθηκε κάθε προσφυγή στην βία από πλευράς των δυνάμεων της τάξης. Ξύλο, δακρυγόνα που ρίχνονται στο πρόσωπο, τοξικά αέρια, η δολοφονία του Carlo Giuliani, η εισβολή στην σχολή Diaz στην Genova, η αλληλεγγύη του σώματος [της αστυνομίας] στους δολοφόνους του Federico Aldrovandi κλπ. Κατά περιόδους, φράσεις που απομονώνονται από το πλαίσιο μέσα στο οποίο χρησιμοποιούνται για τους διαδηλωτές  “παιδιά των μπαμπάδων τους” και τους προλετάριους αστυνομικούς χρησιμοποιούνται ενάντια στους επισφαλείς, αυτούς που τους κάνουν έξωση από τα σπίτια τους ή πληθυσμούς που αντιστέκονται στην καταστροφή των περιοχών τους.

Υποψιάζομαι όμως πως το μάντρα επιβλήθηκε μόνο αρχίζοντας από τα χρόνια εννενήντα, μαζί με συγκεκριμένες  “οικειοποιήσεις” της σκέψης του Pasolini. Σίγουρα, την περίοδο 1968-75 ουδείς κάτοχος της εξουσίας, κανένα μέλος του μπλοκ της εξουσίας διάβασε εκείνα τα εδάφια σαν πραγματικά απολογητικά της καταπίεσης και της καταστολής. Φτάνει να δούμε το πως εξελίχθησαν οι σχέσεις μεταξύ Pasolini, της αστυνομίας και της εισαγγελίας, και πως αναπτύχθησαν εκείνες ανάμεσα στον Pasolini, το φοιτητικό κίνημα και τις εξωκοινοβουλευτικές αριστερές.

7. “Αντεθνική προπαγάνδα”

Τον αύγουστο του 1968, δυο μήνες μετά την πολεμική για το Il Pci ai giovani, »το Κκι στους νέους», ο Pasolini παίρνει μέρος στην διαμαρτυρία ενάντια στο Φεστιβάλ κινηματογραφικής τέχνης της Βενετίας, καταλαμβάνει το κτίριο του κινηματογράφου στο Lido, υφίσταται την αστυνομική εκδίωξη και δέχεται μιαν ακόμη καταγγελία. Θ α δικαστεί μαζί με άλλους σκηνοθέτες, με την κατηγορία πως  “διατάραξε την ειρηνική κατοχή ακινήτων πραγμάτων άλλου”. Θα απαλλαχθεί τον οκτώβρη του 1969.

Στο περιοδικό Tempo νούμερο 39, έτος XXX, της 21 σεπτεμβρίου 1968, η ρουμπρίκα  Il Caos που κρατά ο Pasolini περιέχει ένα »Γράμμα στον Πρόεδρο της Κυβερνήσεως»,  “Lettera al Presidente del Consiglio”, που αυτές τις ημέρες είναι ο Giovanni Leone, όχι ακόμη “ενθρονισμένος” né impeached. Ο συγγραφέας κατηγορεί τον ηγέτη της κυβέρνησης για την καταστολή στην Venezia. Όσοι πιστεύουν πως ο Pasolini υπήρξε ενάντια στο ‘68 θα αλλάξουν άποψη διαβάζοντας αυτό το απόσπασμα  (corsivo mio):

Το ’44-’45 και το ’68, αν και μερικώς, ο ιταλικός λαός γνώρισε τι θα πει – ίσως μόνο σε ρεαλιστικό επίπεδο – τι είναι η αυτοδιαχείριση και η αποκέντρωση, κι έζησε, με βια, μιαν απαίτηση, αν και απροσδιόριστη, πραγματικής, άμεσης δημοκρατίας. Η Αντίσταση και το Φοιτητικό Κίνημα είναι οι δυο μοναδικές δημοκρατικές-επαναστατικές εμπειρίες του ιταλικού λαού. Γύρω τους υπάρχει σιωπή και ερημιά : η αδιαφορία, η κρατικίστικη εκφύλιση, οι φριχτές παραδόσεις της Σαβοϊας, των Βουρβώνων, του Παπισμoύ.

ο Leone απαντά με περιφράσεις, ο Pasolini συνεχίζει να στοχεύει απευθείας και στο νούμερο 41 της 5 oκτωβρίου 1968 επιβεβαιώνει: “Εγώ ήμουν παρόν, εκείνο το βράδυ. Και είδα με τα μάτια μου τις βιαιότητες της αστυνομίας”.

Για να ζητήσουν – και τις περισσότερες φορές να κερδίσουν  – την κατάσχεση των έργων του Pasolini ενεργούν σε πρώτο πρόσωπο μέλη των δυνάμεων της τάξης

Δυο μήνες μετά, στο νούμερο 52 της 21 δεκεμβρίου 1968, ο Pasolini σχολιάζει μιαν ακόμη σφαγή από αστυνομικό χέρι  – δυο εργάτες της γης διάτρητοι από σφαίρες στην Avola, στην Sicilia – και υποστηρίζει την πρόταση, που έγινε από ένα Κκι ακόμη μακριά από την υποστήριξη των ειδικών νόμων, για αφοπλισμό της αστυνομίας:

Ο αφοπλισμός της αστυνομίας όντως σημαίνει δημιουργία των αντικειμενικών συνθηκών για μιαν άμεση αλλαγή της ψυχολογίας του αστυνομικού. Ένας αστυνομικός άοπλος είναι ένας άλλος αστυνομικός. Θα κατέρρεε μονομιάς, σε αυτόν, το θεμέλιο της  ‘ψεύτικης ιδέας που έχει για τον εαυτό του’ που η Εξουσία του έχει δώσει, εκπαιδεύοντάς τον σαν ένα αυτόματο.

Σε ένα επεισόδιο της ρουμπρίκας που παρέμεινε αδημοσίευτη και βρήκε ο Gian Carlo Ferretti, ο Pasolini απαντά σε μιαν αναγνώστρια της δεξιάς, κάποιαν  Romana Grandi, πως της έστειλε ένα φυλλάδιο του φασιστικού Msi-Dn pieno γεμάτο προσβολές προς αυτόν και άλλους διανοούμενους: “Μια μικρή προσπάθεια θα μπορούσατε να την κάνετε, μιας και μου γράφετε και ξαναγράφετε πως είστε μια εργαζόμενη: δεν αντιληφθήκατε πως εκείνοι που χτυπήθηκαν από την αστυνομία είναι οι εργαζόμενοι (και οι φοιτητές που αγωνίζονται δίπλα στους εργαζόμενους)?”.

Pier Paolo Pasolini a Roma, nel 1967. - Franco Vitale, Reporters Associati & Archivi/Mondadori Portfolio
Pier Paolo Pasolini στην Roma, το 1967. (Franco Vitale, Reporters Associati & Archivi/Mondadori Portfolio)

Το φθινόπωρο του ’69 – που αποκαλέστηκε θερμό φθινόπωρο – είναι μια περίοδος μεγάλων αγώνων και εργατικών νικών. Στις 12 δεκεμβρίου, σαν απάντηση, εκρήγνυται η βόμβα στην piazza Fontana. Στην συνέχεια, ξεκινά η μασκαράτα για να χτυπηθούν οι αναρχικοί, οι αριστερές και το εργατικό κίνημα. Στις 15 δεκεμβρίου πεθαίνει ο Giuseppe Pinelli. Στις 16 δεκεμβρίου, ο απεσταλμένος της τηλεόρασης για το δελτίο ειδήσεων Tg1 Bruno Vespa κοινωνεί σε εκατομμύρια ανθρώπους πως ο “Pietro Valpreda είναι ο ένοχος, ένας από τους υπεύθυνους για την σφαγή του Milano”. Ο αναρχικός Valpreda καθίσταται το τέρας.

ο Pasolini, Moravia, Maraini, Asor Rosa και άλλοι διανοούμενοι υπογράφουν μιαν έκκληση “ενάντια στην κατασταλτική πλημμυρίδα”. Στην εφημερίδα Borghese της 28 δεκεμβρίου 1969, ο Alberto Giovannini αρπάζει την ευκαιρία και γράφει:

Ανάμεσα στους συλληφθέντες, εκτός απ’ τον Valpreda, που συνηθίζει να γυρνά την πλάτη του όχι μόνο στην μισητή μπουρζουαζία μα και στους αγαπημένους νεανίες, υπάρχουν πολλοί  ‘τραβεστί’ και  ‘αδελφές’; γεγονός που δεν μπορεί να αφήσει αδιάφορο τον P. P. Pasolini, που για όλους τους αναποδογυρισμένους της Ιταλίας είναι, σίγουρα, ο πνευματικός πατέρας, μιας και η αχάριστη φύση […] δεν του έδωσε την ευκαιρία να είναι η μητέρα τους.

Στο νούμερο 2, έτος XXXII, της εφημερίδας Tempo, της 10 ιανουαρίου 1970, ο Pasolini απευθύνεται στον σοσιαλδημοκράτη βουλευτή Mauro Ferri και γράφει:

Ο εξτρεμισμός των εξωκοινοβουλευτικών ομάδων της αριστεράς δεν οδήγησε με κανέναν τρόπο (είναι πρόστυχο μόνο και να το σκεφτόμαστε) στην σφαγή της Piazza Fontana: αυτός οδήγησε στην τεράστια νίκη των εργατών του μετάλλου. Πριν την δράση του Potere operaio και των άλλων ομάδων έξω από τα κόμματα, τα συνδικάτα κοιμούνταν.

Από την 1 μαρτίου 1971, για δυο μήνες, ο Pasolini εκτελεί χρέη διευθυντή υπεύθυνου της εφημερίδας Lotta Continua, αποδεχόμενος τον κίνδυνο να διερευνηθεί , να του απαγγελθούν κατηγορίες και να δικαστεί για τα περιεχόμενα της εφημερίδας. Όπως και γίνεται στις  18 oκτωβρίου του ίδιου χρόνου, επειδή  “υποκίνησε στρατιωτικούς να μην υπακούσουν τους νόμους […], επιτέλεσε αντεθνική προπαγάνδα και για την ανατροπή των οικονομικών και κοινωνικών κανονισμών που έχουν θεσμισθεί από το Κράτος [και] δημόσια υποκίνησε την διάπραξη εγκλημάτων”. Από τον κώδικα το ανώτερο ποινής προβλεπόμενης: 15 χρόνια κάθειρξης. Μάρτυρες κατηγορίας: αξιωματικοί, υπαξιωματικοί και αστυνομικοί της δημόσιας ασφάλειας και των καραμπινιέρων.

Μετά από αυτή την κλήση σε δίκη, περιφρονώντας οποιοδήποτε τεκμήριο αθωότητας, η τηλεόραση Rai μπλοκάρει την μετάδοση του προγράμματος του  Enzo Biagi Terza B: facciamo l’appello. Σήμερα είναι μια από τις πιο διάσημες τηλεοπτικές εμφανίσεις του Pasolini, μα πολλοί όμως δεν γνωρίζουν πως είχε λογοκριθεί και μεταδόθηκε μόνο μετά τον θάνατό του, πέντε χρόνια μετά που καταγράφηκε.

Εν τω μεταξύ, για να ζητηθεί – και να επιτευχθεί τις περισσότερες φορές – η κατάσχεση των έργων του Pasolini επιχειρούν άμεσα στελέχη των δυνάμεων της τάξης. Στο Bari, η επιθεωρήτρια της αστυνομίας Santoro σημειώνει την “τρομακτική” αισχρότητα της ταινίας Decameron. Στην Ancona, ενάντια στο ίδιο φιλμ εμφανίζεται καταγγελία του επιθεωρητού της δασικής υπηρεσίας Lorenzo Mannozzi Torini, ο οποίος σύμφωνα με την Wikipedia είναι ένας “πιονιέρος της καλλιέργειας του μανιταριού τρούφα”.

Σίγουρα δοκιμάστηκε όμως δεν πτοήθηκε καθόλου, ο  Pasolini χρηματοδοτεί και γυρίζει μαζί με την κινηματογραφική κολεκτίβα της Lotta continua (Lc) ένα ντοκιμαντέρ-έρευνα γύρω από τα γεγονότα της piazza Fontana και για την κατάσταση των αγώνων στην Italia. Με το σενάριο του Giovanni Bonfanti και του Goffredo Fofi, το ντοκιμαντέρ βγαίνει στα 1972 με  τον τίτλο ’12 δεκεμβρίου’ , 12 dicembre και την διατύπωση “Από μια ιδέα του Pier Paolo Pasolini”.

Aκόμη τον νοέμβρη 1973, όταν η σχέση με την Lc είναι τεταμένη και στα πρόθυρα της ρήξης, ο Pasolini δηλώνει: “Τα παιδιά της Lotta συνεχίζουν να είναι εξτρεμιστές, σύμφωνοι, ίσως φανατικοί και πεισματικά τραχείς από πλευράς κουλτούρας, αλλά τραβούν το σκοινί και, γι αυτό ακριβώς, πρέπει να υποστηριχθούν, το αξίζουν. Πρέπει να θέλεις το πολύ για να κατακτήσεις το λίγο”.

8. “Οι παλιές μας γνωριμίες”

Η τελευταία περίοδος, εκείνη η “κουρσάρικη” και “λουθηρανική”, σημαδεύτηκε από την επαναλαμβανόμενη, αμείλικτη απαίτηση μιας μεγάλης δίκης στην χριστιανική Δημοκρατία, Democrazia cristiana, στα υψηλά της στελέχη, τους ιθύνοντες και τους προύχοντες, στους συνεργούς των πολιτικών της.

Μετά ‘το Κκι στους νέους’ ,Il Pci ai giovani, είναι κάποιες φόρμουλες-shock του Pasolini 1974-’75 που κρατούν τα πρωτεία των αναγνώσεων αυτού με τρόπο προβοκατόριο, χειραγωγημένο.

Για παράδειγμα, απομονώνονται παράδοξα όπως “ο φασισμός των αντιφασιστών” για να υποστηριχθούν οι συγκεντρώσεις της άκρας δεξιάς, αποφεύγοντας να πουν πως ο Pasolini χρησιμοποιούσε την έκφραση για να επιτεθεί στην υποκρισία του  θεσμικού τόξου, το σύνολο των κομμάτων της εξουσίας, εκείνα που – λέει σε μια συνέντευξη τον ιούνιο του 1975 – “θα συνεχίζουν να οργανώνουν άλλες δολοφονίες και άλλες σφαγές, και ως εκ τούτου να εφευρίσκουν τους φασίστες δολοφόνους; δημιουργώντας έτσι μια αντιφασιστική ένταση για να ενδυθούν μιαν αντιφασιστική παρθενιά, και για να κλέψουν από τους κλέφτες τις ψήφους τους; μα, την ίδια στιγμή, διατηρώντας την ασυλία των φασιστικών ομάδων που αυτοί, εάν το επιθυμούσαν, θα τις εξολόθρευαν σε μιαν ημέρα”.

Δίχως το πλαίσιο, το περιβάλλον τι απομένει? Μια χούφτα από εικόνες – οι πυγολαμπίδες, το τέλος του αγροτικού κόσμου, τα αναγνωρίσιμα σώματα των μακρυμάληδων – που έχουν μειωθεί σε cliché και καταστεί αβλαβείς. Παραμένει ο » φτιαχτός μύθος” ενός ψευτοPasolini light και lactose-free, που πίνει στην υγειά της ίδιας κυρίαρχης κουλτούρας που τον κυνηγά, που πίνει μαζί με τους δημοσιογράφους κληρονόμους αυτών που τον συκοφαντούσαν και τους πολιτικούς κληρονόμους αυτών που του επιτίθονταν στον δρόμο.

Στις 8 oκτωβρίου 1975, στην εφημερίδα  Corriere della Sera, ο Pasolini σχολιάζειτην αναμετάδοση του Accattone από πλευράς της τηλεόρασης Rai. Σην ταινία του μετην οποίαν πρωτοεμφανίζεται, γράφει, μετέφερε στην επιφάνεια δυο φαινόμενα συνέχειας ανάμεσα σε φασιστικό καθεστώς και καθεστώς χριστιανοδημοκρατίας: “Πρώτον, o διαχωρισμός του υποπρολεταριάτου σε μιαν περιθωριοποίηση όπου όλα ήταν διαφορετικά; δεύτερον, η αδίστακτη, εγκληματική, αδιαφιλονίκητη βία της αστυνομίας”.

Στην φασιστική αστυνομία της Madrid και Barcellona, γράφει ο Pasolini, βλέπουμε την δική μας αστυνομία

Όσον αφορά το πρώτο φαινόμενο, γράφει ο Pasolini, η κοινωνία της κατανάλωσης  “ενσωμάτωσε” και ομολογοποίησε και τους υποπρολετάριους επίσης, τις συνήθειές τους, τα σώματά τους. Όθεν, ο κόσμος που παρουσιάζεται στο Accattone τέλειωσε για πάντα.

Πέρασε λίγος χρόνος, εκείνα όμως τα μέρη της Ρώμης άλλαξαν. ο Pasolini τα διασχίζει και πίσω από κάθε σταυροδρόμι, πίσω από κάθε κτίριο, πίσω από κάθε μάζωξη νέων βλέπει – σε μιαν αλληλεπικάλυψη θολή ελαφρά – πως ήταν το σταυροδρόμι, το κτίριο κι εκείνοι οι νεαροί πριν λίγο καιρό. Όλα φαινομενικά μοιάζουν, όμως ο συναισθηματικός τόνος άλλαξε, η βαθιά νότα είναι αγνώριστη.  Για μιαν δυναμική ψυχογεωγραφική καταγραφή επάνω σε αυτό το “διπλό παιχνίδι” σας παραπέμπω στην βόλτα του Merda στο Petrolio, Σημειώσεις 71-74a.

Mα τι λέει ο  Pasolini για το δεύτερο φαινόμενο συνέχειας ανάμεσα στο φασιστικό καθεστώς και εκείνο το χριστιανοδημοκρατικό? “Σε αυτό επάνω το σημείο όλοι αμέσως καταλαβαινόμαστε”, γράφει, και ξέρει πως προκαλεί. Μιλά στους αναγνώστες του Corsera, που δεν μπορούν να αποδεχθούν αυτόν και όλους εκείνους που συμφωνούν θεωρώντας “αδίστακτη ” και  “εγκληματική” της αστυνομική βία.

Ma l’autore è adamantino: “È inutile spendere parole. Parte della polizia è ancora così”. Ακολουθεί μια αναφορά στην ισπανική αστυνομία, την guardia civil του φρανκικού καθεστώτος. Αναφορά αδιανόητη σήμερα, γι αυτούς που δεν γνωρίζουν τις συνέβαινε στην Ισπανία εκείνες τις μέρες.   Να ένας τίτλος από την l’Unità της 5 oκτωβρίου 1975: “Βασανιστήρια στην  Madrid. / Χρησιμοποιήθηκε από την φρανκική αστυνομία με συστηματικό τρόπο ενάντια σε τουλάχιστον 250 βάσκους. – Τα συμπεράσματα μιας έρευνας της Amnesty International – Μαρτυρίες ανατριχιαστικές”.

Το πέρασμα είναι ταχύτατο, αλλά όχι ρηχό, επιφανειακό. Μας δείχνει έναν άλλο “διπλό κόσμο” εκτός φάσης. Στην φασιστική αστυνομία της Μαδρίτης και Βαρκελώνης, γράφει ο Παζολίνι, βλέπουμε ξανά την δική μας αστυνομία, “τις δικές μας παλιές γνωριμίες σε όλη την απαίσια λαμπρότητά τους”.

9. Ο άνθρωπος που χαμογελά

Τρεις εβδομάδες αργότερα, την νύχτα μεταξύ 1 και 2 νοεμβρίου, το σώμα του Pasolini κείτεται στην λάσπη της Ostia, σφαγιασμένο, έχοντας καταστεί ένα μοναδικό κουρέλι ποτισμένο με αίμα.

Τώρα, για να κλείνουμε, δανείζομαι τα λόγια του Roberto Chiesi:

Εάν κοιτάξετε ανάμεσα σε εκείνες τις φοβερές φωτογραφίες με την εύρεση του πτώματος του Pasolini, υπάρχει μια, ίσως η φοβερότερη, που δείχνει το αναποδογυρισμένο σώμα κακοποιημένο, με γύρω του κάποιους ερευνητές και αστυνομικούς που κάθονται στα γόνατά τους. Ειδικότερα υπάρχει ένας αστυνομικός καθισμένος πλάι στο πτώμα του Pasolini, που χαμογελά. Η φωτογραφία τον δείχνει με τρόπο κατηγορηματικό: είναι ένα χαμόγελο εμπαιγμού, περιφρόνησης. Αυτή η εικόνα είναι σαν ένα δείγμα της χειρότερης Ιταλίας, αυτής που αρνούμαστε, συμπυκνωμένης σε εκείνη την ασπρόμαυρη εικόνα, που εμφανίστηκε στις πρώτες σελίδες πολλών εφημερίδων της εποχής.

ο Pasolini συνέχιζε να είναι ενάντια στην αστυνομία, η αστυνομία συνέχιζε να είναι ενάντια  Pasolini.

http://www.micciacorta.it/sezione/novita/libri/