ανατρεπτική τέχνη, arte ribelle

Η μελαγχολία της αριστεράς. Μια κρυμμένη παράδοση. – Malinconia di sinistra. Una tradizione nascosta

Malinconia di sinistra. Una tradizione nascosta. Η μελαγχολία της αριστεράς. Μια κρυμμένη παράδοση είναι ένα βιβλίο του Enzo Traverso που βγήκε την προηγούμενη χρονιά για τoν Feltrinelli. Tη μελαγχολία πράγματι δεν πρέπει να την παραβλέπουμε ούτε και να την απομακρύνουμε, μας λέει ο συγγραφέας με ξεκάθαρη προοπτική που παραπέμπει στον Benjamin, οφείλεται δε με ρητό τρόπο στον Daniel Bensaïd. Η επαναστατική μελαγχολία όντως στρέφει το βλέμμα της προς τους χαμένους, όχι προς τα θύματα. Η διαφορά είναι ουσιαστική, σημαντική: οι πρώτοι πολέμησαν, αγωνίστηκαν, οι δεύτεροι αποκλειστικά υπέστησαν, στην σιωπηρή αποδοχή ενός πεπρωμένου που κρίθηκε αναπόφευκτο . Μέσα από αυτή την προοπτική γωνιά, αναδιατυπώνοντας τη σχέση ανάμεσα στην ιστορία και τη μνήμη, ο Traverso διατρέχει το παρελθόν για να προσφέρει τη συμβολή του σε μια ριζοσπαστική σκέψη στο ύψος του παρόντος. Pubblichiamo la recensione di Gigi RoggeroΔημοσιεύουμε την ανασκόπηση του Gigi Roggero

11 του Αυγούστου 2017.

ο Gigi Roggero επανεξετάζει την »Μελαγχολία της αριστεράς» – “Malinconia di sinistra” του Enzo Traverso

Η Carmen Castillo είναι μια κινηματογραφίστρια, ο άντρας της Miguel Enríquez ήταν ο leader του χιλιανού επαναστατικού κινήματος Mir, που δολοφονήθηκε τον οκτώβρη του 1974 από την αστυνομία του Pinochet. Τόπος όπου σκοτώθηκε ο Μιγκέλ είναι η Rue Santa Fe, που ήταν τότε η παράνομη βάση του Mir και το σπίτι όπου ζούσαν η Carmen, ο Miguel και άλλοι επαναστάτες μαχητές. Στην Rue Santa Fe είναι αφιερωμένο ένα film της Castillo, που βγήκε στις αίθουσες το 2007. Στο δεύτερο μέρος της ταινίας, αφού περιέγραψε την σημασία που αποκρυσταλλώθηκε σε εκείνο τον τόπο, η Castillo διηγείται την ιδέα της να αποκτήσει το σπίτι για να το κάνει μουσείο. Είναι κάποιοι νεαροί χιλιανοί αγωνιστές που την μεταπείθουν, που παραβιάζουν και διαρρηγνύουν εκείνη την μελαγχολική εικόνα που στερείται προοπτικής και επιστρέφει ένα πλαίσιο φαινομενικά ομαλοποιημένο, μέσα στο οποίο να κυριαρχούν ήταν η αλαζονεία των νικητών και η θλίψη των ηττημένων. “Κατάλαβα πως αυτοί οι νεαροί ήμαστε εμείς”, υποστηρίζει η Castillo; καταλαβαίνει δηλαδή πως η μνήμη πρέπει να καταστεί ζωντανή σάρκα για τον αγώνα στο παρόν και όχι μουσειοποίηση ενός παρελθόντος που δεν μπορεί πλέον να εξαργυρωθεί.

Αυτή είναι μια από τις ιστορίες που διηγείται ο Enzo Traverso στο βιβλίο η Μελαγχολία της αριστεράς – Malinconia di sinistra (Feltrinelli, 2016). Η αριστερά για την οποία μιλά ο Traverso χαρακτηρίζεται με όρους “ontologici,  οντολογικούς: τα κινήματα τα οποία, στην διάρκεια της ιστορίας, αγωνίστηκαν για να αλλάξουν την κοινωνία θέτοντας την αρχή της ισότητας ”. Η μνήμη του είναι “μια τεράστια ήπειρος, ένα πρίσμα μέσα στο οποίο διαθλώνται κατακτήσεις και ήττες, ενώ η μελαγχολία είναι ένα συναίσθημα, μια κατάσταση της ψυχής μια διάθεση και ένα μείγμα συναισθημάτων”. Πρόκειται λοιπόν να κάνουμε να αναδυθεί μια κρυμμένη παράδοση, όπως υποδύεται ο υπότιτλος. Μια παράδοση θαμμένη κάτω από τις ήττες της και, με τον ίδιο τρόπο κάτω από τα ερείπια των κατακτήσεων της. Το 1989, υποστηρίζει ο συγγραφέας, σφραγίζει την οριστική δημόσια υπαγωγή στον ολοκληρωτικό κανόνα ολόκληρης της ιστορίας του κομουνισμού, αυτό δημιούργησε κοινωνίες  έχουσες εμμονές με το παρελθόν, εύκολα θύματα του εθνικισμού, έρμαια αυτού.

Η μελαγχολία δεν πρέπει να παρακάμπτεται ή να αφαιρείται, μας λέει ο Traverso σε μια προοπτική καθαρά benjaminiana, ρητά την οφείλουμε στον Daniel Bensaïd. Η επαναστατική μελαγχολία στρέφει το βλέμμα της προς τους ηττημένους, όχι στα θύματα. Η διαφορά είναι ουσιαστική: οι πρώτοι πολέμησαν, οι δεύτεροι αποκλειστικά υπέστησαν μια μοίρα που θεώρησαν αναπόφευκτη. Ο Koselleck επιβεβαίωσε την επιστημολογική υπεροχή των ηττημένων στην ερμηνεία της ιστορίας, ενώ οι νικητές πέφτουν αναγκαστικά σε μια απολογητική ανασυγκρότηση του παρελθόντος. Και είναι γνωστό πως ο Schmitt χαρακτηρίζονταν, από την αντιδραστική πλευρά, ένας ηττημένος που γράφει την ιστορία. Δεν μιλάμε απλά πως πρέπει να τιμούμε τους ηττημένους , αλλά πως πρέπει επίσης να τους εκδικούμαστε και ως έχουμε καθήκον να ανακαλύψουμε ξανά εκείνη την ιστορία για την οποία αγωνίστηκαν, πολέμησαν.

Εξ άλλου ο τύπος της μελαγχολίας για τον οποίον γίνεται λόγος στο βιβλίο πάντα υπήρχε, σε μια πολύπλοκη και ευμετάβλητη σχέση μεταξύ ιστορίας και μνήμης. Η μαρξιστική μνήμη ήταν στρατηγική, προσανατολισμένη προς το μέλλον. Το τέλος του σοσιαλισμού είχε ως αποτέλεσμα μια κατάρρευση μεταξύ παρελθόντος και μέλλοντος σε ένα είδος αιώνιου παρόντος. Αυτό συνέπεσε με μια μετάβαση από την ουτοπία στη μνήμη. Την ίδια στιγμή, η εξαφάνιση του μέλλοντος οδήγησε τα κινήματα να επινοήσουν εκ νέου τους εαυτούς τους δίχως να εφεύρουν μια παράδοση, όπως αντιθέτως είχαν κάνει περασμένες γενιές αγωνιστών. Έτσι εξηγείται επίσης το γιατί αυτά τα κινήματα τείνουν συχνά σε  “identity politics”, να καταφεύγουν δηλαδή σε πολιτικές ταυτότητας, δηλαδή την πολιτική εκείνων των μικρών ομάδων που διεκδικούν περισσότερα δικαιώματα για τους ανήκοντες στην δική τους κοινωνική ομάδα ή στην μικροσκοπική κοινοτική ομάδα. Η μνήμη, ξεκαθαρίζει ακόμη ο συγγραφέας, δεν μπορεί να περιοριστεί στον εορτασμό του παρελθόντος, δεν μπορεί να είναι κάτι σαν μνημόσυνο του παρελθόντος: χρειάζεται αντιθέτως να την χρησιμοποιούμε στον αγώνα ενάντια στις αδικίες του σήμερα. Η έλλειψη αυτής, η απουσία της είναι συνεπώς ένα πρόβλημα καθαρά πολιτικό: οι αραβικές εξεγέρσεις, υποστηρίζει για παράδειγμα ο Traverso, δεν είχαν ένα μοντέλο του παρελθόντος και μια φαντασία, μια μυθοπλασία του μέλλοντος. Αυτό που ακολούθησε είναι το χρονικό των ημερών μας.

Όλες λοιπόν οι μνήμες δεν είναι ίδιες. Η μνήμη του Ολοκαυτώματος καταβρόχθισε και αφαίρεσε την μνήμη των αγώνων. Από την εκδίκηση των ηττημένων περάσαμε στον εορτασμό των θυμάτων. Η καθεστηκυία τάξη έχει έτσι επαναφέρει τα πράγματα στη θέση τους, σε τάξη. Ο Traverso υποδηλώνει επομένως την ανάγκη να ξανασκεφτούμε και να επανεφεύρουμε μια πολιτική βασισμένη σε μια διαφορετική συμμαχία ανάμεσα στην ιστορία και τη μνήμη. Για την επαναστατική δράση, μας λέει, χρειάζεται ένα στρατηγικό θεμέλιο έτσι όπως ένα συναισθηματικό θεμέλιο, των οποίων η μελαγχολία είναι μέρος. Υπάρχει μετά η μελαγχολία που κατακρημνίζει την δράση και εκείνη που συνοδεύει τον προβληματισμό, αυτές ανήκουν σε στιγμές και φάσεις διαφορετικές, μα είναι συνδεδεμένες μεταξύ τους. Δεν πρέπει να συγχέουμε καμία από τις δυο με την παραίτηση, και οι δυο έχουν ακυρωθεί από την κεντρικότητα που έχει αποδοθεί στα θύματα. Η επανάσταση δεν πρέπει να εορτάζεται, αλλά να υπενθυμίζεται, δηλαδή, για να επανενεργοποιήσουμε το παρελθόν πρέπει να αλλάξουμε το παρόν.

Για τον Traverso η μελαγχολία μπορεί συνεπώς να μετατραπεί σε μια διαδικασία ενεργή, είναι η προϋπόθεση για μια συλλογική επεξεργασία του πένθους που ανοίγει τον δρόμο για την σύγκρουση με το υπάρχον: “τα φαντάσματα που τριγυρνούν σήμερα στην Ευρώπη δεν είναι οι εξεγέρσεις του μέλλοντος, μα οι ηττημένες επαναστάσεις του παρελθόντος”. Στην 18η μπρυμαίρ ο Marx δηλώνει πως οι προλεταριακές επαναστάσεις, αντίθετα από αυτές τις αστικές, δεν προχωρούν από επιτυχία σε επιτυχία, αλλά “διακόπτουν κάθε στιγμή την πορεία τους, επιστρέφουν σε αυτό που ήδη φαίνονταν πως ήδη είχε επιτευχθεί για να ξεκινήσουν πάλι από την αρχή”. Είναι μέσα από την ήττα που η επαναστατική εμπειρία μεταδίδεται από την μια γενιά στην άλλη, διότι μέσα σε αυτή την διαδικασία αναπόλησης έχει αποκτηθεί επίγνωση των δυνατοτήτων του παρελθόντος, εκείνων που δεν εκφράστηκαν ή προδόθηκαν. Αυτή η διαδικασία υποδεικνύει την πίστη στις υποσχέσεις της επανάστασης, όχι στα αποτελέσματα της.

Η “διαλεκτική της ήττας”, ωστόσο, υπήρξε μέρος του μαρξιστικού ιστορικισμού, της ιδέας δηλαδή πως η ήττα προαναγγέλλει τη νίκη, την οδηγεί αντικειμενικά στην μήτρα της. Είναι ορατή στις ταινίες των κομουνιστών σκηνοθετών που αναλύονται στο κείμενο, για παράδειγμα στον Pontecorvo. Η μνήμη χρησιμεύει δηλαδή για το μέλλον, η διαλεκτική της ήττας γίνεται τελεολογία της αναγκαίας νίκης. Έτσι το τώρα μειώνεται σε διαλεκτικό πέρασμα μεταξύ ενός παρελθόντος ημιτελούς και ενός μέλλοντος ουτοπικού. Εδώ είναι που πρέπει να σπάσουμε την αλυσίδα της ιστορίας, να διακόψουμε την γραμμική αφήγηση των νικητών και εκείνη των θυμάτων, να ανοίξουμε ξανά το παρόν στην επαναστατική πιθανότητα-δυνατότητα.

Κατά κάποιο τρόπο ήδη ο Traverso αντιστρέφει την σχέση ανάμεσα στην μνήμη και την ιστορία που έχει θωρακιστεί στον μαρξισμό, σύμφωνα με την οποία η πρώτη είναι υποκειμενική συνεπώς αναξιόπιστη, η δεύτερη αντικειμενική οπότε επιστημονική. Εκείνη η μνήμη όμως δεν πρέπει να καταστεί ένας τόπος, ένα μουσείο μέσα στο οποίο θα αρχειοθετήσουμε ένα παρελθόν το οποίο θέλουμε να αφοπλίσουμε από την δυναμική του, από τις δυνατότητες που έχει για το παρόν. Να προσθέσουμε πως, μαζί με μιαν ριζική κριτική της τελεολογίας, θα έπρεπε άλλο τόσο ριζικά να ασκηθεί κριτική και στην ουτοπία, που έτσι κι αλλιώς είναι η άλλη της πλευρά, το άλλο της πρόσωπο. Δεν νιώθουμε καμιά νοσταλγία για το μέλλον, γιατί αυτό το μέλλον χρησιμοποιήθηκε σαν εργαλείο για να μπλοκαριστούν οι επαναστατικές δυνατότητες, θυσιάστηκαν στο βωμό ενός ήλιου που θα ανέτειλε, στον βωμό του μελλοντικού ήλιου που θα φώτιζε αναγκαστικά την πρόοδο της ιστορίας. Δεν πρέπει λοιπόν να υποπέσουμε στο λάθος να μετατρέψουμε την γενεαλογία σε παρελθόν, το παρόν σε presentismo, την προοπτική σε μέλλον. Μόνο έτσι θα μπορέσουμε να αποσπάσουμε την μνήμη από τον εορτασμό των θυμάτων, να την αντιστρέψουμε σε κατασκευή μιας ιστορίας της δικής μας πλευράς ενάντια στην ιστορία των νικητών. Διότι το τέλος βρίσκεται στην θέληση για αγώνα, όχι στο πεπρωμένο της ιστορίας.

Επομένως είναι απολύτως κατανοητή και μοιραζόμαστε μαζί τους την κριτική της πίστης στην πρόοδο και την πεφωτισμένη θρησκεία η οποία, συνεπής με την άποψη που αναφέρεται στον Benjamin διατρέχει όλο το βιβλίο. Ο Traverso μας θυμίζει για παράδειγμα πως, αντίθετα στις κυρίαρχες ερμηνείες, ο φασισμός δεν ήταν η βαρβαρότητα στην οποία αντιτάχθηκε ο πολιτισμός,  αλλά μάλλον ένα παιδί του πεφωτισμένου πολιτισμού, ένας αντιδραστικός μοντερνισμός, απλά σκεφτείτε την τυφλή λατρεία της σύγχρονης τεχνολογίας που τον χαρακτήριζε . Σε αυτό το σημείο μας έρχεται να αναρωτηθούμε γιατί ο συγγραφέας πεισματικά παραπέμπει τον εαυτό του κι εμάς, ακόμη κι από τον τίτλο, στην αριστερά, με την πίστη του στην πρόοδο και στον διαφωτιστικό ιστορικισμό, με την νοσταλγία του στην παθολογική έννοια του όρου, δηλαδή μια λατρεία των θυμάτων που τείνει να αποτρέπει την εκδίκηση των ηττημένων, με το να γίνεται ο εκπρόσωπος μιας ήττας και ενός πόνου  (των άλλων) που γι αυτήν πρέπει να παραμείνουν έτσι. Αυτή είναι η οντολογία του. Οπότε είναι μάταιο να αναζητούμε εκεί ένα καταφύγιο ταυτότητας, για να καθορίσουμε πως σε αυτό που είμαστε πάντοτε με αποφασιστικότητα αντιτέθηκε . Αντί αυτού θα άξιζε τον κόπο να ανακαλύψουμε ξανά τα νήματα της ιστορίας της δικιάς μας πλευράς ξεκινώντας να υποστηρίζουμε πως το αντίθετο της αριστεράς δεν είναι δεξιά, μα επανάσταση. Να λοιπόν πως ίσως η δική μας τίγρης μπορεί να επιστρέψει να πηδά κόντρα στην ιστορία των νικητών.

 

http://www.commonware.org/index.php/gallery/784-dimenticare-il-futuro

ανατρεπτική τέχνη, arte ribelle

Τα »σάπια» μήλα – Le mele “marce”

του Fiorenzo Angoscini

Giorgio Panizzari, L’albero del peccato, Το δέντρο της αμαρτίας, Colibrì edizioni, Paderno Dugnano (Mi), μάρτιος 2017, σελ. 208, € 14,00

Εκείνη η συμπεριφορά από τον συγγραφέα σε αυτή την εγκληματολογική, την οικονομική κοινωνική και πολιτική ανασυγκρότηση επάνω στο έξω από το νόμο και περιθωριακό προλεταριάτο, είναι μια έρευνα- συνεισφορά που πραγματοποιήθηκε από το εσωτερικό, ζωντανά, σε άμεση επαφή και σε πρώτο πρόσωπο. Για το σκοπό αυτό, είναι αναγκαίο να σταθούμε στο βιογραφικό του Panizzari και τη γένεση του έργου του.

Παιδί του δρόμου, δυνητικός ισοβίτης

Ο Giorgio Panizzari γεννιέται και μεγαλώνει σε μια από τις εργατικές και λαϊκές ‘barriere’, γειτονιές ‘φράγματα’ του Torino.  Νεαρός στη διάρκεια των χρόνων ’60, εκείνα του οικονομικού boom, του αυτοκινήτου εξακοσίων κυβικών, του πλυντηρίου, της τηλεόρασης αγορασμένης με ανταπόδοση που λειτουργούσε με την εισαγωγή εκατό λιρετών, όπως τα jukebox,  και όταν εξαντλούνταν ο χρόνος εισφοράς (κάποιες δεκάδες λεπτών) οι μεταδόσεις διακόπτονταν, η οθόνη γίνονταν μαύρη κι αν επιθυμούσες να συνεχίσεις να ‘απολαμβάνεις’ το θέαμα, έπρεπε να ρίξεις μέσα στην σχισμή άλλα νομίσματα. Της πλαστής ευημερίας είχαν επωφεληθεί επίσης και οι ζώνες μεσαίου-χαμηλού εισοδήματος του ιταλικού πληθυσμού. Μα όχι όλες.

Παρέμεναν αποκλεισμένοι οι συνήθεις, οι τελευταίοι από κάθε άποψη, οι δίχως εργασία, οι πρόσφατα άνεργοι, οι πολιτικά και κοινωνικά απόβλητοι. Ή ακόμη και εκείνοι που δεν ήθελαν να υποβληθούν στο ζυγό μιας εργασίας αλλοτριωτικής, επαναλαμβανόμενης που θεωρούσαν άχρηστη. Γεννήθηκαν και μεγάλωσαν οι συνοικιακές άτακτες μπάντες (batterie ή «batere») που αποτελούνταν κυρίως από νέους ανθρώπους που δεν ήταν ακόμα εγγυημένοι εργαζόμενοι, που δεν μπορούσαν πλέον να «εκπαιδευτούν» λόγω της άρνησής τους, αναρχικοί με την έννοια πως ήταν αντίθετοι σε κάθε μορφή συντεταγμένης εξουσίας, σκληροί αντάρτες σε κάθε νόμο. Μικρός υπόκοσμος που «εγκληματεί» για να επιβιώσει, κάποιοι από τους συμμετέχοντες και επειδή δεν ήθελαν , και δεν μπορούσαν να αντέξουν την ιδέα της εκτέλεσης μιας εργασίας σε συνθήκες αιχμαλωσίας. Ο Panizzari είναι ένας από αυτούς τους νέους περιθωριοποιημένους προλετάριους: ένας κακοποιός του δρόμου.

Κάνει ληστείες και κλοπές. Στα 15 του για πρώτη φορά περνά το κατώφλι ενός τιμωρητικού θεσμού: την φυλακή ανηλίκων Ferrante Aporti. Στη συνέχεια, το τμήμα «Παρατήρησης» δίπλα από τον Οίκο Αναμόρφωσης και, στη συνέχεια, φιλοξενείται στον Φιλανθρωπικό Οίκο για Παραμελημένους Νέους στην Pianezza, στην περιφερειακή ζώνη του Τορίνο. Από αυτό το ίδρυμα «φιλανθρωπίας» αποφασίζει να το σκάσει, έτσι, όταν τον αρπάζουν εκ νέου, χαρακτηρίζεται ως «κοινωνικά επικίνδυνος» και αποδίδεται, «για λόγους ασφαλείας» σε έναν Οίκο Αποκατάστασης: τον σωφρονιστικό του Bosco Marengo (Το), τον χειρότερο της βόρειας Ιταλίας.

Ανάμεσα σε αποφυλακίσεις, αποδράσεις και εκ νέου συλλήψεις, φθάνει στην ηλικία των 17 χρόνων (ιούνιος 1967), όταν τον συλλαμβάνουν εκ νέου, δένοντας τον με το άρθρο a 10: irrecuperabilità sociale, μη ανακτήσιμος κοινωνικά. Αποφεύγει με αυτό τον τρόπο τον εγκλεισμό του σε έναν Οίκο Ααμόρφωσης και τον στέλνουν πίσω στην «Ferrante Aporti». Αλλά η «οξυθυμία» του θεραπεύεται με την αποστολή του στο Κέντρο ψυχιατρικής Παρατήρησης των Φυλακών «Le Nuove».

Στο τορινέζικο σωφρονιστήριο γνωρίζει και συνδέεται με φιλία με τον Giuseppe Avattaneo, διοικητή ‘Caino‘ “πρώην Παρτιζάνο φόβητρο φυλάκων και κρατουμένων…Με το τέλος της Αντίστασης, ο ‘Caino’ την είχε συνεχίσει για λογαριασμό του, προσπαθώντας να ξεσκεπάσει συνεργάτες των φασιστών και των ναζί, κόσμο που είχε βασανίσει Παρτιζάνους στο διαβόητο στρατόπεδο της οδού Asti, και στην συνέχεια απέδιδε δικαιοσύνη ‘εκτελώντας’ τους με την βοήθεια κάποιου άλλου Παρτιζάνου”.1 Από τα 15 μέχρι τα 20 χρόνια του, παραμένει ελεύθερος όχι περισσότερο από δυο χρόνια.

Τον απρίλιο του ’69 είναι μεταξύ των πρωταγωνιστών της πρώτης μεγάλης διαμαρτυρίας στις φυλακές, εκείνη στο Torino- φυλακή Le Nuove. Μετά την εξέγερση έρχονται οι μαζικές μεταφορές σε άλλα ιδρύματα. Ο Panizzari ύστερα από κάποιες σύντομες στάσεις σε ‘απλές’ φυλακές, αποστέλλεται στο Ποινικό Ψυχιατρικό Άσυλο του Montelupo Fiorentino (Fi). Βγαίνει, αλλά το 1970, στα 21 του, παραδίδεται από μόνος του για να ξεκαθαρίσει πως δεν ήτα ο υπεύθυνος της ληστείας μετά φόνου ενός χρυσοχόου. “Eίναι αθώος, υποστηρίζει, και υπερασπίζεται τον εαυτό του σθεναρά. Όμως οι εφημερίδες τον μετέτρεψαν σε τέρας. Η αναμέτρηση είναι άνιση. Από τη μία πλευρά η ανάμνηση ενός εύπορου από το Κούνεο, από την άλλη η παρουσία ενός χουλιγκάνου, ενός κακοποιού που έτσι κι αλλιώς πρέπει να τεθεί σε θέση να μη μπορεί να κάνει ζημιά. Για τέσσερα χρόνια ο Panizzari αγωνίζεται, σπουδάζει νομικά, προγραμματίζει και στήνει τη υπεράσπιση του, συλλέγει μάρτυρες και μαρτυρίες, αποδέχεται α υποβληθεί σε ψυχολογικά τεστ, πάντα με την ελπίδα πως η κοινωνία θα μπορέσει με αυτό τον τρόπο να πειστεί για την αλήθεια του. Mα για την κοινωνία ένας κακοποιός και επί πλέον έξυπνος είναι ανυπόφορος, είναι μια απόδειξη ενοχής”.2 Η ποινή είναι: ισόβια! “…αφού είχα εθελοντικά παραδοθεί για να με αναγκάσουν να ‘ομολογήσω’ μια ληστεία και έναν φόνο που δεν είχα διαπράξει”.3

Στην έφεση στο Ανώτατο Δικαστήριο η ποινή επιβεβαιώνεται. Ο Panizzari ξεκινά τις περιοδείες του στις διάφορες φυλακές της ‘Όμορφης χώρας’, από βορά προς νότο και αντιθέτως, συμπεριλαμβανομένων των νησιών. Στην φυλακή συναντά τους Adriano Sofri, Guido Viale, Pio Baldelli (‘θύματα’ διαδηλώσεων στους δρόμους και τις πλατείες και ένοχοι τέλεσης αδικημάτων άποψης, σκέψης), τον Agrippino Costa (‘να ελευθερώσουμε τον σύντροφο Costa, έκλεβε πίνακες σαν πραγματικός καλλιτέχνης‘ ), τον Fiorentino Conti (υπεύθυνο της επιτροπής φυλακών της Lotta Continua). Στην Augusta (Sr) ‘πολιτικοποιεί’ τον εφημέριο της φυλακής, Πατέρα Giardina, “…έναν συμπαθέστατο τύπο που δέχονταν να σφυρίζει την ‘Bandiera Rossa‘ σε ανταλλαγή ενός λουκάνικου κι ενός ποτηριού με κρασί”.4

Ξεκινά σχέσεις με τις πρώτες κολεκτίβες φυλακισμένων: εσωτερικές (Le Pantere Rosa) και εξωτερικές (Της γης οι κολασμένοι, I dannati della terra της LC και με τους NAP). Στο Porto Azzurro συναντά τον τορινέζο Martino Zicchitella και γνωρίζει τον ‘τορινέζο’-μετανάστη Sante Notarnicola. Όταν βρίσκεται σε ‘θεραπεία’ (1974) στην Ψυχιατρική Ποινική Κλινική της Aversa (Cs) φθάνει σε αυτόν η θλιβερή είδηση του θανάτου δυο συντρόφων του στρατευμένων στους Ένοπλους Προλεταριακούς Πυρήνες,  Nuclei Armati Proletari, των Luca Mantini και Giuseppe ‘Sergio’ Romeo, που σκοτώθηκαν στη διάρκεια προσπάθειας απαλλοτρίωσης μιας τράπεζας στην Φλωρεντία που είχε σχεδιάσει η οργάνωση.5

Συμμετέχει σε εξεγέρσεις και απόπειρες αποδράσεων: αυτή που ήταν η  ‘πιθανότερη’, όμως απέτυχε, εκείνη της Viterbo (μάϊος 1975, όταν βρίσκονταν σε πλήρη εξέλιξη η απαγωγή Di Gennaro, που ήταν δικαστής του Ανωτάτου Δικαστηρίου, της γενικής διεύθυνσης των σωφρονιστικών ιδρυμάτων του Υπουργείου Δικαιοσύνης) μαζί με άλλους δυο ‘nappisti’, τους Martino Zicchitella και Pietro Sofia. Όταν, ιούλιος 1977, κατέστη πλέον επίσημο το κύκλωμα των ειδικών φυλακών, είναι ήδη κρατούμενος στο νησί της Asinara (Ss) όπου είχε φθάσει από την Poggioreale (Napoli), όπου βρίσκονταν για την δίκη στους NAP, που θα του κοστίσει την ποινή των 16 χρόνων και τεσσάρων μηνών επιπλέον κάθειρξης.

Μετά την απαγωγή Moro (16 μαρτίου 1978) είναι μεταξύ των αγωνιστών των Nap, με μόνο τους Pasquale Abatangelo και Domenico Delli Veneri, που εντάσσονται στις Ερυθρές Ταξιαρχίες, Brigate Rosse. Δεν περνάει ένας χρόνος και σχεδόν όλοι οι άλλοι μαχητές των Nap θα εισέλθουν στις BR. Μετά την Κόκκινη Εβδομάδα, la Settimana Rossa (19-26 αυγούστου 1978 και 21-23 σεπτεμβρίου 1978), στις 2 oκτωβρίου 1979 ξεκινάη ‘Μάχη της Αζινάρα’, la ‘Battaglia dell’Asinara’, “…μια μάχη την οποίαν ο τύπος και τα μέσα πληροφόρησης αγνόησαν με προσοχή ‘λόγω άνωθεν διαταγών’6 και όταν οι σχέσεις χειροτέρεψαν μέχρι, σχεδόν, τη ρήξη, ο Giorgio Panizzari αναγνωρίστηκε και «χρίστηκε» αντιπρόσωπος των κρατουμένων για να διεξάγει τις διαπραγματεύσεις με τις αρχές. Σε αυτό το πλαίσιο είναι σημαντική η εκδοχή του Pasquale Abatangelo;7…προσπαθήσαμε μια επανέναρξη της διαπραγμάτευσης, καταφέρνοντας να μιλήσουμε με τον εισαγγελέα του Sassari, που είχε φθάσει άρον άρον στο νησί. O Giovanni Mossa, έτσι ονομάζονταν ο δικαστικός, έκανε την κίνηση να αποδεχτεί την συνάντηση, την αντιπαραβολή, με τον όρο να συναντήσει έναν εκπρόσωπο μας. Στείλαμε τον Giorgio Panizzari, που είχε συνηθίσει στις αδύνατες αποστολές”.

Ξανά, πάντα από το »Έτρεχα σκεπτόμενος την Άννα»Ancora,  ‘Correvo pensando ad Anna‘, μιλώντας για τα διαφορετικά χαρακτηριστικά και τις προσωπικότητες των πολιτικών ή πολιτικοποιημένων κρατουμένων, γράφει “Δεν ξεχώριζαν διανοητικά, όπως ο Giorgio Panizzari, ο οποίος στο Palmi μπορούσε να κρατά σε απόσταση και να τα φέρνει βόλτα με ταξιαρχίτες ματαιόδοξους και γεμάτους έπαρση”.
Ο Panizzari, όπως αναγνωρίστηκε από τον Σύντροφο του, πρώτα στους Nap, και στην συνέχεια στις Brigate Rosse, ο κακοποιός, ο περιθωριακός και περιθωριοποιημένος, ήξερε να παντρεύει την ‘πρακτική με την γραμματική’, ήταν σε θέση να εκτελεί την ‘τόσο την διανοητική δουλειά όσο και την χειρονακτική’.

Ακριβώς στην καλαβρέζικη φυλακή, ο ‘ανόητος’ που προέρχονταν απ’ την τορινέζικη barriera, διασταυρώνεται με διανοούμενους και καθηγητάκους με τους οποίους πολλοί ήθελαν να τακτοποιήσουν τους λογαριασμούς: “Mα μπόρεσε να  ‘μην λάβει υπ όψιν, να μην κλείσει τους λογαριασμούς’, ούτε προς τον ανείπωτο Toni Negri, o oποίος στις πλάτες του κουβαλούσε ‘ιστοριούλες’ -και λογαριασμούς να ταχτοποιήσει-είχε ήδη αρκετούς και με πολλούς εκείνο τον καιρό”,8 αλλά τρυφερός δεν στάθηκε ούτε με τον ανταγωνιστή του παντοβάνου καθηγητή, Alberto Franceschini (που προέβλεπε για τον Negri το ίδιο τέλος με τον Horst Mahler, πρώην αγωνιστή της Raf που είχε φθάσει στο σημείο να συνεργαστεί με τον υπουργό Εσωτερικών…ή πως θα είχε αυτοκτονήσει, ανίκανος να αντιμετωπίσει το σκληρό βάρος της φυλακής) εκείνο τον καιρό Σύντροφο ‘του’: “εκ των υστέρων, θα μπορούσε κανείς να πει ότι o Θεϊκός Franceschini μιλούσε και για τον εαυτό του …” .9

Στη διάρκεια του 1981 οι Brigate Rosse διασπώνται σε Partito Guerriglia, Κόμμα του Ανταρτοπόλεμου και Partito Comunista Combattente, Μαχόμενο Κομουνιστικό Κόμμα μετά μια έντονη μάχη, άγρια, σκληρή, έξαλλη που ξέσπασε μέσα στην ‘ειδική’ του Palmi. Ο Panizzari δεν εντάχθηκε σε κανέναν από τους δυο κορμούς. “Η προσωπική μου θέση ήταν ήδη από καιρό εκείνη που στην συνέχεια προσελήφθη από την συνιστώσα ‘Partito Guerriglia’, αλλά δεν θεωρούσα πως η πραγματική κοινωνική-πολιτική δύναμη και αυτή η πολιτική-στρατιωτική της ομάδας που στην συνέχεια προχώρησε με εκείνο το όνομα ήταν σε θέση να πραγματοποιήσει στο ελάχιστο τις θέσεις και τα πολιτικά προγράμματα που είχε κάνει δικά της…Παραδόξως ήταν οι σύντροφοι της συνιστώσας PCC, κι ας ήταν σε επίγνωση των θέσεων  πολύ διαφορετικών απ’ τις δικές  τους, που μου ζήτησαν να παραμείνω μαζί τους κι από θέσεις μειοψηφίας, μα πάνω απ’ όλα-το ίδιο και από την πλευρά μου- έκαναν τα πάντα ώστε να μη μου λείψει μια σχέση αμετάβλητου σεβασμού και εκτίμησης, ακόμη και μέσα στην παρουσία της πιο έντονης πολιτικής απόκλισης”.10

Πλέον ο Panizzari, είναι ένας αδέσποτος σκύλος, ένας δίχως κόμμα. Ως τελική πράξη πολιτικής στράτευσης συνοψίζει τις απόψεις σε «έξι θέσεις» (Το δέντρο της αμαρτίας, L’albero del peccato εν συντομία;) που διανέμει μέσα και έξω από τη φυλακή. Στη συνέχεια επιστρέφει στην περιοχή της προσωπικής μοναξιάς, ξεκινά έναν αγώνα ενάντια σύστημα βασανίζοντας το σώμα του. Το 1983, ενώ φιλοξενούνταν στη φυλακή της Potenza, κόβει το κάτω μέρος της γλώσσας του που προκαλεί μόνιμη αναισθητοποίηση σε ένα μέρος αυτής. Πίσω στο Palmi, για να διαμαρτυρηθεί κατά των περιορισμών της κοινωνικής ζωής στους οποίους υποβάλλονταν (όπως και όλοι οι άλλοι κρατούμενοι), τον νοέμβριο του 1984 ράβει το στόμα και τα γεννητικά του όργανα.

 

Λόγω της δραματικότητας και σκληρότητας αυτής της πρωτοβουλίας θα χρησιμοποιηθεί η άμεση μαρτυρία του: “Προμηθεύτηκα μία βελόνα για χειρουργικά ράμματα και οργανικό νήμα, και ένα βράδυ έραψα το στόμα μου σε τέσσερα σημεία πάνω από τα χείλη, μετά έραψα το δέρμα του πέους στην κορυφή με άλλα τρία σημεία. Στη συνέχεια συνέχισα την κανονική ζωή μου … είχα ράψει το στόμα και το πουλί μου για να δοκιμάσω και να ελέγξω ένα πράγμα του οποίου ήμουν πεπεισμένος: ότι θα ήταν το ίδιο πράγμα!, Δεν θα εκτιμούσα οποιαδήποτε διαφορά μεταξύ ραμμένου και όχι ραμμένου σώματος … Πως το στόμα το είχα ράψει ως πηγή και κύριο όργανο της γλωσσικής επικοινωνίας, λογικής και ορθολογικής, και το πουλί σαν πηγή κύρια (αλλά όχι και μοναδική) μιας επικοινωνίας του σώματος, αυτών που ένιωθε, αυτών που επιθυμούσε … Αυτό υποστήριζα. Και σίγουρα όχι μόνο (και όχι κυρίως) λόγω των συνθηκών κράτησης στις φυλακές του Palmi”.11

Το 1993, μετά από 23 χρόνια συνεχούς φυλάκισης, κατακτά την ημιελευθερία και την εργασία σε ένα συνεταιρισμό υπολογιστών. Πάλι συλλαμβάνεται με την κατηγορία ότι έχει διαπράξει τρεις ληστείες τραπεζών στην ρωμαϊκή περιοχή, αθωώνεται στο Εφετείο, αλλά η ημιελευθερία έχει ανακληθεί, δεν του «επιστρέφεται» για να διαμαρτυρηθεί ξεκινά μιαν απεργία πείνας. Το 1998, ο πρόεδρος της Δημοκρατίας, Oscar Luigi Scalfaro, του χορηγεί μερική χάρη, που ζητήθηκε γι ‘αυτόν από άλλους.

Τον Δεκέμβριο του 2000 συνελήφθη ξανά για μια ληστεία στο υποκατάστημα της Todi (Pg) της τράπεζας Monte dei Paschi di Siena. Σήμερα βρίσκεται σε ημιελευθερία και επιστρέφει να «διανυκτερεύει» στην φυλακή Bollate (Μι).
Εκτός από το ‘Δέντρο της Αμαρτίας’,  “L’albero del peccato” έχει γράψει “La danza degli aghi” (1986), »Ο χορός των βελονών» “…γι αυτό είναι φτιαγμένη η φυλακή , για να επιτηρεί και να τιμωρεί εκείνο που δεν εξημερώνεται, εκείνο που δεν δαμάζεται σύμφωνα με τους κανόνες του χρόνου που μας έχει δοθεί να ζήσουμε” (Rosella Simone);12 την αυτοβιογραφία του, “Libero per interposto ergastolo”, »Ελεύθερος με ενδιάμεση ισόβια κάθειρξη»(1990), “Il sesso degli angeli. Nel labirinto della sessualità carceraria”, »Το φύλο των αγγέλων. Στον λαβύρινθο της σεξουαλικότητας στις φυλακές» (1991): “Δέκα αληθινές ιστορίες, μεταξύ μίμησης, ανάτασης και δράματος, συνηθισμένης τρέλας εγκλεισμού, έχοντας στο κέντρο την σοβαρή, τραχιά, βασανιστική σεξουαλική- συναισθηματική στέρηση των κρατουμένων. Λανθάνουσα ομοφυλοφιλία, αυνανισμός, αυτο-καταπίεση, αποξένωση και αλλοτρίωση: το σχιζοφρενικό προαύλιο της κολάσεως των «σωμάτων του εγκλήματος», καταδικασμένων επίσης και πάνω απ ‘όλα σε μια αδύνατη ετεροφυλοφιλία και σε μια ομοφυλοφιλία έτσι κι αλλιώς σε αναστολή και «απαγορευμένη». Στο παράρτημα, μια έρευνα, ένα γκάλοπ μεταξύ των κρατουμένων, και η δραματική ιστορία ενός τρανσέξουαλ κρατουμένου“. (Κέντρο Τεκμηρίωσης Μελετών και Έρευνας στον Λαϊκό Πολιτισμό, Centro di Documentazione Studi e Ricerca sulla Cultura Laica Piero Calamandrei).13

Το φυτό και οι απαγορευμένοι καρποί
Μια πρώτη έκδοση, μειωμένη και μερική σε σύγκριση με την τρέχουσα έκδοση, του « δέντρου της αμαρτίας», δόθηκε στη δημοσιότητα τον σεπτέμβριο του 1983 από την Κολεκτίβα Rebelles στο Παρίσι και τυπώθηκε στα ‘L’ateliers graphiques’ στις Βρυξέλλες. Η υπογραφή του συγγραφέα ήταν: Συλλογικότητα Κομμουνιστών Κρατουμένων των Ερυθρών Ταξιαρχιών. Ουσιαστικά σχεδόν όλων των μαχητών των BR κρατούμενων στις φυλακές του Palmi (Rc). Ένα «ιπτάμενο φύλο», εισηγμένο στο εσωτερικό του βιβλίου (σίγουρα μετά την εκτύπωση του ιδίου, σχεδόν σαν τροποποίηση, προληπτική ή με καθυστέρηση;) εξηγούσε τους λόγους, τη φύση και τόνιζε τους χρόνους υλοποίησης του γραπτού. «Αυτό το γραπτό βγαίνει στον τύπο τρία χρόνια μετά τη συγγραφή του (που χρονολογείται στον δεκέμβριο του ’80 / ιανουάριο ’81) και με πρωτοβουλία της κολεκτίβας Rebelles λόγω των δυσκολιών που δημιουργήθηκαν από την ιταλική κυβέρνηση στην δημοσίευσή του».

Διευκρίνιζε επίσης πως: “Από τον καιρό της εκπόνησης του »πολύ νερό κύλησε κάτω από τις γέφυρες» τόσο για το επαναστατικό κίνημα όσο και για την αντεπανάσταση. Το κέντρο της σύγκρουσης μέσα στο ιταλικό επαναστατικό κίνημα πρόσφατα μετακινήθηκε επάνω σε θέματα διαφορετικά από πολλές απόψεις σχετικά με εκείνα που επεξεργάστηκαν στο βιβλίο: η δημοσίευση του αυτούς τους μήνες θα μπορούσε ακόμη και να εννοηθεί, λανθασμένα, σαν μια θέση που έλαβε το ‘Collettivo Rebelles’ υπέρ των «υποκειμενιστικών» ρευμάτων που ακόμη εξακολουθούν να επιμένουν να θέσουν το φυλακισμένο προλεταριάτο σαν κεντρικό υποκείμενο του επαναστατικού κινήματος ή ακόμα και να χτίσουν μια εικόνα της μητροπολιτικής κοινωνίας καθ’ ομοίωσιν μιας μεγάλης φυλακής … Τίποτα δεν θα μπορούσε να είναι πιο ξένο σε εμάς από αυτό”.

Από αυτή την σχεδόν αποστασιοποίηση από το περιεχόμενο του βιβλίου, διαισθανόμαστε πως η πραγματοποίηση, δημοσίευση και διάδοση του «εμποδίστηκε, αντιμετωπίστηκε εχθρικά», και συνάντησε, κατά πάσα πιθανότητα, ισχυρή αντίθεση στον «επαναστατικό» χώρο. Όπως θυμίσαμε νωρίτερα, στην διάρκεια του 1981, οι ερυθρές Ταξιαρχίες, Brigate Rosse διασπώνται σε δυο κορμούς : Partito Guerriglia, του οποίου κυριότεροι εκφραστές και υποστηριχτές είναι οι Renato Curcio και Alberto Franceschini (σε αυτό το ‘ρεύμα’, όπως θυμάται ο Pasquale Abatangelo στο “Έτρεχα σκεπτόμενος την Άννα, Correvo pensando ad Anna”, εντάσσεται σχεδόν η ολότητα των κρατουμένων αγωνιστών); και Partito Comunista Combattente όπου σαν εγκυρότερα σημεία αναφοράς θα βρούμε, μεταξύ των άλλων, τους Prospero Gallinari, Francesco Piccioni, Bruno Seghetti. Στην συνέχεια, κάποιοι ‘guerriglieri’, ο Pasquale Abatangelo tμέσα σε αυτούς, εγκαταλείπουν την ομάδα και εντάσσονται στο PCC.

Επιστρέφοντας στις «δικαιολογίες» που συνοδεύουν από τους Rebelles το »Δέντρο», καταλήγουν ως εξής: «Θεωρούμε χρήσιμη τη δημοσίευση του ως εργαλείου για την υποστήριξη της συμμαχίας της εργατικής τάξης και των επαναστατικών οργανώσεων της με τις »περιθωριοποιημένες» προλεταριακές μάζες των ιμπεριαλιστικών μητροπόλεων και με τους καταπιεσμένους και εκμεταλλευόμενους λαούς του τρίτου Κόσμου’‘. Η δομή της δημοσίευσης χωρίζεται σε έξι κεφάλαια (διατριβές) σαφώς καθορισμένες και με επιχειρήματα: Ι) Η προέλευση και τα δομικά χαρακτηριστικά του εκτός νόμου προλεταριάτου, ΙΙ) Οι μορφές οργάνωσης, αγώνα και συνείδησης των εκτός νόμου III) Φυλακή και σωφρονιστική πολιτική, IV) Φυλακές και πολιτικό κίνημα του φυλακισμένου προλεταριάτου, V) Τέσσερις πολιτικές θέσεις, VI] Στοιχεία προγράμματος.

Γι αυτή την θεωρητική συνεισφορά μιλά και ο Pasquale Abatangelo:14

 

“Από την φυλακή του Palmi είχε βγει ένας τόμος με τίτλο ‘L’albero del peccato’, ‘Το δέντρο της αμαρτίας’, που συγκέντρωνε το υλικό μιας μεγάλης εργασίας που ξεκίνησε στην Asinara (πιθανότατα αναφέρεται στο λεγόμενο “Documentone” και σε εκείνο που θεωρείται η συνέχεια του και επέκταση: »Η μέλισσα και ο Κομουνιστής», “L’Ape e il Comunista “ n.d.a.)15στην οποίαν ο ιστορικός μετασχηματισμός των προσώπων της εγκληματικότητας προτείνονταν σαν επεξηγηματικό κλειδί της μοίρας του μητροπολιτικού προλεταριάτου”.

Μαζί με αυτές τις  επεξεργασίες υπάρχουν και άλλες δουλειές του χώρου, που νοείται ως Partito Guerriglia. Εκτός απ’ το πραγματικό ιδρυτικό μανιφέστο16  το δυνατό υποστηρικτικό κομμάτι υπογράφεται από εκείνους που θεωρούνται οι δυο πιο έγκυροι κρατούμενοι αγωνιστές: Renato Curcio και Alberto Franceschini. Ο τίτλος του είναι “Gocce di sole nella città degli spettri” »Σταγόνες ήλιου στη στοιχειωμένη πόλη», το οποίο, μετά  από ένα συντακτικό πρόλογο, έναν πρόλογο του Pio Baldelli, έχει μια σελίδα που τιτλοφορείται ‘Prima di tutto‘ , ‘Πρώτα απ’ όλα’ που μεταφέρει το απόσπασμα από τα λόγια του Marx: “…από τους χρόνους του Αδάμ το δέντρο της αμαρτίας είναι την ίδια στιγμή το δέντρο της γνώσης…17

Ο Pasquale Abatangelo το χαρακτηρίζει “Μια περαιτέρω ώθηση προς την «πολυπλοκοποίηση» του μαρξιστικού παραδείγματος προς την κατεύθυνση μιας πιο προσεκτικής εξέτασης των εποικοδοκητικών στοιχείων της ταξικής πάλης18. Μοναδικές φωνές έξω από τον χορό, σε σχέση με την πλειοψηφική τάση, Andrea Coi, Prospero Gallinari, Francesco Piccioni, Bruno Seghetti των Brigate Rosse-Partito Comunista Combattente οι οποίοι με τo Πολιτική και Επανάσταση, con Politica e Rivoluzione19 απευθύνουν “…μια οξεία κριτική, εμπνευσμένη από έναν σταθερό και  ‘παραδοσιακό’ μαρξισμό, των θέσεων που παρουσιάστηκαν από τους Curcio και Franceschini…” (P. Abatangelo, cit.).

Η έκδοση που δημοσιεύτηκε πρόσφατα του κειμένου του Panizzari, με πρωτοβουλία του Κέντρου Περιφερειακών Μελετών, Centro Studi Territoriali «Ddisa» του Lentini (Sr) και τη φροντίδα του Κέντρου Πρωτοβουλίας, Centro d’Iniziativa «Luca Rossi» του Μιλάνο, στη συντακτική εισαγωγή, θυμίζει πως »μια πρώτη εκδοχή του βιβλίου, αντιστοιχεί περίπου στα κεφάλαια III και IV του παρόντος τόμου «.
Ο συγγραφέας, στον πρόλογο (που συντάχθηκε το 2015, δυο χρόνια πριν τυπωθεί) τονίζει αυτά τα χαρακτηριστικά σχετικά με τις σκέψεις και τις έρευνες του, η επεξεργασία “κλείνει το 1989, μα η κυοφορία του είχε διαρκέσει μια  δεκαριά χρόνια μέσα σε τεράστιες δυσκολίες…το κείμενο που ακολουθεί έχει συνεπώς σε πρώτη φάση την αξία της μαρτυρίας…”. Αν και σταματά στο τέλος των χρόνων ογδόντα διατηρεί τα χαρακτηριστικά του, ενδιαφέροντος και ιδιαιτερότητας, πρωτοτυπίας και επικαιρότητας. Έτσι, δεν περιορίζει, δεν είναι ένα όριο, έστω και προσωρινό, αλλά η ένδειξη μιας περιόδου που καλύπτει την «χειρότερη» δεκαετία που μας έλαχε να διασχίσουμε.

Aντιμετωπίζει, εν επιγνώσει του σκοπού, τα χαρακτηριστικά του «εγκλήματος», έτσι όπως ξετυλίχτηκαν από τα μέσα του δέκατου ένατου αιώνα, τις τροποποιήσεις και την προσαρμογή στις μεταβολές των εποχών, καθώς και την εξέλιξή του. Συγκρίνει τις διάφορες σχολές σκέψης που αναπτύχθηκαν για την αντιμετώπιση του φαινομένου της εγκληματικότητας. Από τις πιο αμβλείς και αντιδραστικές μέχρι τις «πεφωτισμένες», τις σύγχρονες με την «άνοδο των σοσιαλιστικών ιδεών» που θεωρούσαν την εγκληματικότητα »… ένα υποπροϊόν των στρεβλώσεων της εκβιομηχάνισης και της υποβάθμισης που αυτές οι στρεβλώσεις προκαλούσαν σε ορισμένες κοινωνικές τάξεις … και πως ο εγκληματίας ήταν ένα θύμα της κοινωνίας «.

Εντοπίζει και σημειώνει, την «ταξική» ποικιλομορφία του εγκλήματος: «η πατενταρισμένη πορνεία, η άμεση υλική κλοπή, η κλοπή με διάρρηξη, ο φόνος και η ληστεία, η παραβατικότητα για τις κατώτερες τάξεις, ενώ η ειδικευμένη λεηλασία, η έμμεση και εκλεπτυσμένη κλοπή, η επιδέξια αξιοποίηση του ανθρώπινου κοπαδιού, η προδοσία υψηλής τακτικής, η υπερβατική πονηράδα, τέλος, όλα τα ελαττώματα και όλα τα «αληθινά προσοδοφόρα» εγκλήματα, κομψά, που ο νόμος είναι πολύ καλά εκπαιδευμένος για να αγγίξει, παραμένουν το μονοπώλιο των ανώτερων τάξεων»..20
Τα παραδείγματα και οι σκέψεις δεν αφορούν μονάχα στο ιταλικό έδαφος, αλλά αγκαλιάζουν επίσης γηραιά και νέα ήπειρο.

Έτσι όπως έρχονται στη μνήμη μας οι διαφορετικές προσεγγίσεις των εγκληματολόγων, ψυχολογικές και κοινωνιολογικές «πριν από την εποχή τους», ‘ante litteram’. Η ανάπτυξη του φαινομένου του περιθωριακού και παράνομου προλεταριάτου μπορεί να αποδοθεί σε κάποιους παράγοντες καπιταλιστικής υπερπαραγωγής: τους πολέμους,την αύξηση του πληθυσμού, την ανεργία, την υπό- εργασία, την επισφαλή και ακάλυπτη («Τρόποι παραγωγής της εγκληματικότητας»). Επιπλέον, «ο κλάδος της εκτός νόμου εργασίας, υπό την πίεση των ‘καταναλωτών χωρίς μισθό’ κατά τα τελευταία είκοσι πέντε χρόνια έχει εκτοξευτεί και πολυπλοκοποιήθηκε».

Ο Panizzari, αναλύοντας αυτές τις αλλαγές κοινωνικές-οικονομικές-πολιτικές χρησιμοποιεί τα κλασικά εργαλεία του μαρξισμού τα οποία συμπληρώνει με  “μια ειλικρινή αντιμετώπιση, άμεση, αυστηρή”. Όπως θα έλεγε μια συγκεκριμένη φιλολογική μεθοδολογία 21 μια έρευνα που πραγματοποιήθηκε άμεσα ‘επί τόπου’.
Έτσι, χειρίζεται τους Marx-Engels, Foucault, Marcuse, Lombroso και Beccaria όπως πολλούς άλλους ‘ειδικούς’, συγγραφείς, οικονομολόγους, και επιστήμονες του εγκλήματος. Mα, έμμεσα, συμβουλεύεται επίσης και τους  ‘συνεργούς’ πολλών επιδρομών. Και, το ‘-σώμα-corpus’ της έρευνας του επικεντρώνεται στον πιο αδύναμο και ευάλωτο του περιθωριακού προλεταριάτου, εκείνο που είναι φυλακισμένο.

Τα κεντρικά κεφάλαια, όχι μόνο τυπογραφικά, είναι αφιερωμένα στην ταυτοποίηση και ανάλυση του πως καθορίζονται αυτές οι ‘νέες’ κοινωνικές και οικονομικές φιγούρες: “Χρόνοι και μέθοδοι της εκτός νόμου εργασίας” (“…εκτός νόμου δεν είναι εκτός κοινωνίας, δεν σημαίνει ούτε καν ακοινωνικός: είναι προϊόν εξαιρετικά κοινωνικό”), καθώς και στην περιγραφή (που δεν έχει αποδυναμωθεί) από την μεγάλη μάζα των  ‘άμισθων’ (με την κλασική έννοια αυτού που, δευτερευόντως εργαζομένου, λαμβάνει ένα μισθό σε ανταλλαγή μιας παροχής,  ως επί το πλείστον χειρωνακτικής) έγκλειστης: “Το φυλακισμένο τμήμα του εκτός νόμου προλεταριάτου στην Italia και τα μακρά του χρόνια εβδομήντα”.

Αφού εξέτασε τα πιο πολιτικά πρόσφατα γεγονότα (εξεγέρσεις, αγώνες, απόπειρες απόδρασης, ιδεολογικές διασπάσεις και διαχωρισμούς, και ανθρώπινους, διαστάσεις-διαχωρισμούς και  ‘μεταμέλειες’) η τελευταία παράγραφος αυτής της πλευράς έχει τον τίτλο που σημαίνει πολλά “Και εξακολουθεί να είναι αγορά – Ed è ancora mercato”. Που ολοκληρώνεται με αυτό τον τρόπο: “…στις 31 μαρτίου 1988 το υπουργείο Δικαιοσύνης πληροφορούσε πως οι φυλακισμένοι σε κατάσταση πραγματικής κράτησης ανέρχονταν στον αριθμό των 36.179, ενώ το 1970 ήταν 35.000! Και υπενθυμίζει τα στοιχεία που συλλέχθηκαν από την Επιτροπή έρευνας της Πρωθυπουργίας, πως το 1987 σημειώνονταν 8,3 εκατομμύρια φτωχοί άνθρωποι …Προφανώς, κατά τη διάρκεια του «δεύτερου οικονομικού θαύματος», όχι όλοι οι πολίτες ως εκ θαύματος διασώθηκαν! Και καμιά σωφρονιστική πολιτική, πιστεύω, μπορεί να υποκαταστήσει τα θαύματα».

Μέσα στη δουλειά του, ο Panizzari, περιγράφει τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά των μεγάλων ιταλικών εγκληματικών οργανώσεων στο πεδίο δράσης του χώρου έξω από το νόμο, τις“…’τρεις αδελφές ’ ή, όπως αναφέρει η προφορική κουλτούρα τους, ‘τρεις ιππότες ενωμένοι από μια συμφωνία αίματος’”: Cosa Nostra, ‘Ndrangheta, Camorra- Κόζα Νόστρα, Ντρανγκέτα, Καμόρα. Έτσι όπως υπογραμμίζει την διαφορετικότητα της μεταμέλειας, σε σχέση με τους ‘πολιτικούς’, των συνεργατών σε αυτές τις ‘πολυεθνικές τους εγκλήματος’.

Η τρέχουσα έκδοση του “L’albero del peccato” ολοκληρώνεται με τον συγγραφέα που θυμάται μια ολόκληρη σειρά δυναμικών και  ‘αξιών’ ιδίων του εκτός νόμου για να τονίσει πως “Αυτός που μεγάλωσε μέσα στην ηθική του δρόμου, στην αργκό γλώσσα της νύχτας, στα τελετουργικά των αναμορφωτηρίων και των ανακρίσεων της αστυνομίας μπορεί πολύ σωστά να πει πως πραγματοποίησε μια πρώτη μυητική λειτουργία για την πλήρη ένταξη του σε ένα συγκεκριμένο ενήλικο κόσμο ”.


  1. Giorgio Panizzari, Libero per interposto ergastolo. Carcere minorile, riformatorio, manicomomio criminale, carcere speciale: dentro le gabbie della Repubblica, Ελεύθερος με ενδιάμεση ισόβια κάθειρξη. Φυλακές ανηλίκων, αναμορφωτήριο, ποινικό ψυχιατρείο, ειδικές φυλακές μέσα στα κλουβιά της Δημοκρατίας, Kaos Edizioni, Milano, gennaio 1990  
  2. Αρχείο, Archivio Franca Rame Dario Fo, Soccorso Rosso Κόκκινη Βοήθεια – 1969. Παρέμβαση της Franca Rame στην παρουσίαση του βιβλίου του Giorgio Panizzari “La danza degli aghi”, »Ο χορός των βελόνων», 22.11.1986  
  3. G. Panizzari, Libero per interposto ergastolo, cit.  
  4. G. Panizzari, Libero per interposto ergastolo, cit.  
  5. Βλέπε https://www.carmillaonline.com/2017/05/17/ribelle-sociale-militante-comunista-senza-perdere-la-tenerezza/  
  6. G: Panizzari, Libero per interposto ergastolo, cit.  
  7. Pasquale Abatangelo, Correvo pensando ad Anna, Έτρεχα σκεπτόμενος την Άννα, Εκδόσεις-Edizioni Dea, Firenze, marzo-μάρτιος 2017  
  8. G. Panizzari, Libero per interposto ergastolo, cit.  
  9. G. Panizzari, cit.  
  10. G. Panizzari, cit.  
  11. G. Panizzari, cit.  
  12. Giorgio Panizzari, La danza degli aghi, Ο χορός των βελόνων, Cooperativa Apache, Roma 1986 edκαι Εκδόσεις Edizioni Ddisa, Lentini (Sr) 2015  
  13. Giorgio Panizzari, Il sesso degli angeli. Nel labirinto della sessualità carceraria, Το φύλο των αγγέλων. Μέσα στον λαβύρινθο της φυλακισμένης σεξουαλικότητας, Kaos Edizioni, 1991  
  14. P. Abatangelo, Correvo pensando ad Anna, cit.  
  15. Κολεκτίβα Φυλακισμένων Κομουνιστών των Ερυθρών Ταξιαρχιών, Collettivo Prigionieri Comunisti delle Brigate Rosse, L’Ape e il Comunista, Η μέλισσα  και ο Κομουνιστής, Φυλακή-Carcere di Palmi 1980, Διεθνής Ανταπόκριση, Corrispondenza Internazionale, anno-έτος VI , nn. 16/17, Roma, dicembre-δεκέμβρης 1980  
  16. Brigate Rosse-Partito della Guerriglia, Tesi di fondazione del partito, Ερυθρές Ταξιαρχίες-Κόμμα του Ανταρτοπόλεμου, Θέσεις ίδρυσης του κόμματος, δεκέμβρης dicembre 1981, στο Σχέδιο Μνήμης, τα γραμμένα λόγια, Progetto Memoria, Le parole scritte, Roma, 1996  
  17. R. Curcio και A. Franceschini, Σταγόνες ήλιου στη στοιχειωμένη πόλη, Διεθνής Αλληλογραφία, Gocce di sole nella città degli spettri, Corrispondenza Internazionale, έτος anno VII, παράρτημα supplemento ai nn. 20/22, Roma, dicembreδεκέμβρης 1982  
  18. P. Abatangelo, cit. 
  19. A. Coi, P. Gallinari, F. Piccioni, B. Seghetti, Politica e Rivoluzione, Πολιτική και Επανάσταση, Giuseppe Maj ΕκδότηςEditore, Milano, dicembreδεκέμβρης 1983  
  20. dαπό το “La Phalange”, ΠαρίσιParigi, 10 δεκεμβρίουdicembre 1838  
  21. Η σύγχρονη φιλολογία χωρίζεται σε δύο κύριες κατευθύνσεις: από τη μία πλευρά υπάρχει η τάση να βρίσκει, να ανοικοδομεί και να ερμηνεύει κείμενα (μελέτη της προφορικής μαρτυρίας), και από την άλλη να αναδεικνύει και να ερμηνεύει γεγονότα κάθε είδους που βοηθούν στην κατανόηση των ίδιων των κειμένων: μελέτη των πραγμάτων  

Share

TAGGED WITH →

https://www.carmillaonline.com/2017/06/14/le-mele-marce/

αυτονομία, autonomia

Μετά τον Μάρξ απρίλης, 4 – χρονικό του Κινήματος ’77

ΕΜΕΙΣ ΔΕΝ ΘΕΛΟΥΜΕ ΝΑ ΚΑΘΙΣΟΥΜΕ ΣΤΙΣ ΠΟΛΥΘΡΟΝΕΣ ΣΑΣ, ΕΧΟΥΜΕ ΜΟΝΑΧΑ ΣΚΟΠΟ ΝΑ ΤΙΣ ΑΝΑΤΡΕΨΟΥΜΕ, ΝΑ ΤΙΣ ΑΝΑΠΟΔΟΓΥΡΙΣΟΥΜΕ               IX

«Όλοι μας πήγαμε στο Lambro ψάχνοντας στους άλλους και στην γιορτή κάτι απροσδιόριστο και καλύτερο που όμως ακόμη δεν μας ανήκει και βρεθήκαμε μπροστά στην πραγματικότητα έτσι όπως είναι. Συνειδητοποιήσαμε ότι το να μην νιώθουμε καλά, προσωπικά, είναι στην πραγματικότητα μια κατάσταση τραγικά συλλογική. Το πάρκο Lambro υπήρξε ο πραγματικός καθρέπτης της νεανικής ταξικής πραγματικότητας: μοναξιά, βία, υλική φτώχεια πολλαπλασιασμένη επί 100.000 νέων, αυτό κοινωνικοποίησε την γιορτή. Είχαμε να επικοινωνήσουμε μοναξιά και βία, και αυτό κοινοποιήθηκε». (AA.VV., Θα είναι ένα ριζότο που θα σας θάψει, Sarà un risotto che vi seppellirà, Milano, Squilibri, 1977; σελ. 71-72).

«Γύρω από το Parco Lambro είναι τρελό (όπως κάνει το »Rosso» συμπλ. ιουλίου) να θριαμβολογούμε: απαλλοτριώνονται τα περίπτερα των συντρόφων, αλλά μεταξύ των απαλλοτριωτών είναι αυτοί που καταστρέφουν τον πάγκο των γκέι του COM, αυτοί που επιτίθενται σε γυναίκες και κατά τη διάρκεια της νύχτας οργανώνουν ομάδες που ουρλιάζουν άνδρες του Lambro επίθεση! Η επιθετικότητα της ανικανότητα μετράται με την ανικανότητα αυτής της επιθετικότητας και όλες οι εντάσεις εκτονώνονται στο γκέτο, όπου η απαλλοτρίωση αντικαθίσταται από την επίδειξη της. Εν τω μεταξύ άλλοι κλείνονται σε σκηνή να καπνίζουν μπάφους διαμαρτυρόμενοι ότι αυτοί «έχουν έρθει εδώ για να αποκαταστήσουν την ενότητα της ψυχής με το σώμα, και όμως ακόμη και εδώ υπάρχει βία». Όλα τα σκατά, η μιζέρια, η απόγνωση χτίζει εδώ την ιδεολογία της, το κίνημα των διαχωρισμών καταλήγει στον διαχωρισμό της απομόνωσης ή στην εξαπόλυση της επιθετικότητας. Και ο υπόλοιπος κόσμος; Όλα αυτά που είναι έξω από το γκέτο; Οι νέοι ρεφορμιστές προσπάθησαν να μας παρουσιάσουν την σχέση αυτή με τη μορφή εκλογών με τα καλά αποτελέσματα που γνωρίζουμε, βοήθησαν την κατασκευή του φράχτη του γκέτο και έπνιξαν το κίνημα στον ολοκληρωτισμό της πολιτικής » (»Να ξαναπάρουμε τον Μάρξ στα χέρια μας ενάντια στην ιδεολογία…», «Riprendere Marx in mano contro l’ideologia…», A/TRAVERSO, Ιούλιος 1976, σελ. 2).

ΙΟΥΛΙΟΣ 1976. Porci con le ali Γουρούνια με φτερά «Εάν τα γουρούνια είχαν φτερά, σύμφωνα με το αγγλικό ρητό, οτιδήποτε θα μπορούσε να συμβεί. Καλά, ίσως τα γουρούνια έχουν μυστηριώδη αόρατα φτερά, και ίσως εμείς δεν τα βλέπουμε ΓΙΑΤΙ φοβόμαστε αυτό το“όλα μπορούν να συμβούν.” Σε αυτή την περίπτωση είμαστε γουρούνια με φτερά ή αόρατα ή υποτυπώδη. Μερικοί έχουν φτερά απλά αόρατα και μπορoούν να τα κάνουν να φαίνονται ανά πάσα στιγμή. Σε άλλους τα υποτυπώδη φτερά ποτέ δεν θα επιτρέψουν να υψωθούν και να πετάξουν, ούτε καν στα όνειρά τους »  (David Cooper, Ο θάνατος της οικογένειας – La morte della famiglia, Torino, Einaudi, 1977; σελ. 83). Είναι σε αυτό το κείμενο που αναφέρεται ο τίτλος του βιβλίου Γουρούνια με φτερά – Porci con le ali (Roma, Savelli, 1976), που έγραψε η Lidia Ravera και ο Marco Lombardo-Radice και δημοσιεύτηκε κάτω από το ψευδώνυμο “Rocco e Antonia” σε 6000 κόπιες (cfr. AA.VV., Ο τελευταίος άνθρωπος – L’ultimo uomo, Roma Savelli, 1977; σελ. 147-148).  «Ούτε μυθιστόρημα, ούτε δοκίμιο, ούτε λίβελλος ελευθεριακής προπαγάνδας, τα Γουρούνια με φτερά είναι ένας σταχασμός, ένας προβληματισμός για το ζευγάρι, για τη σεξουαλικότητα, την ομοφυλοφιλία, από την πλευρά και την οπτική δύο εφήβων, του Rocco και της Αntonia, ρωμαίων, μικροαστών, εξωκοινοβουλευτικών . Φόβος, περιέργεια, αγάπη, μοναξιά και φαντασιώσεις διαπλέκονται στο άτακτο φόντο, ζωντανό, εδώ κι εκεί λιγάκι αλλοτριωμένο της φοιτητικής αριστεράς. Στις σκέψεις του Rocco δίνει φωνή ένας άνδρας, σε εκείνες της Antonia μια γυναίκα: αυτό οδηγεί σε μια μη τυχαία ασυνέχεια, μια συνεχής πρόταση-προσφορά διαφορών τόσο στο ύφος όσο και στα περιεχόμενα που είναι, ίσως, η μεγαλύτερη αξία του βιβλίου» (από το πίσω κάλυμμα ). Οι πιο επιθετικές δασκάλες της κόκκινης γραφίδας βρίσκονται στ’ αριστερά: «Οι χοίροι με τα φτερά δεν μας άρεσε και πιστεύουμε ότι το βιβλίο είναι μεγάλο λάθος. Προσθέτουμε αμέσως ότι αυτό δεν σημαίνει πως το θεωρούμε άχρηστο. Αντιθέτως: είναι ένα πολύ χρήσιμο βιβλίο διότι επιτρέπει (…) μια επαφή και σύγκρουση με εκείνη την συζήτηση για την οικογένεια και τη σεξουαλικότητα που προχωρά με δυσκολία (…). Μας φαίνεται μάλιστα ασθενικός ο ψευδής τρόπος με τον οποίον παρουσιάζονται περιστατικά όπως εκείνα που αφορούν την ομοφυλοφιλική μύηση των δύο πρωταγωνιστών, πιστεύουμε ότι δεν υπάρχουν άνθρωποι στον κόσμο που αντιμετωπίζουν ένα πρόβλημα τόσο μεγάλης «πολυπλοκότητας» τόσο απρόσεκτα και με τέτοια ολύμπια αποστασιοποίηση. (…) Θεωρούμε πολύ απλοϊκή και μειωτική την απλή καταγραφή των γεγονότων της εφηβικής σεξουαλικότητας έτσι όπως είναι, στην μονομέρεια τους, στον εγωισμό τους, στη βία και την επιθετικότητα τους. Αυτό συμβάλλει, όχι λίγο, στο να κάνει τα Γουρούνια με φτερά ένα παράλογο βιβλίο. (…) Φαίνεται πως δεν υπάρχει το πρόβλημα μιας σχέσης με το παρελθόν και το μέλλον και το παρόν, και με τους άλλους. (…) Τι διαχωρίζει (και αντιπαραθέτει) τον παραδοσιακό εγωισμό της αδιαφορίας (για παράδειγμα, το «κοίτα την πάρτη σου» του δεκανέα στον στρατώνα) από την μείωση που το σύνθημα «το προσωπικό είναι πολιτικό» αναλαμβάνει στην συμπεριφορά των Rocco και Αntonia; Πού είναι η ιστορία; ο Rocco και η Αντωνία γαμούν πολύ περισσότερο από ό, τι κάνει ο Federico Moreau του Φλωμπέρ, εξαντλημένος ενατενίζοντας και αναπολώντας την Madame Arnoux, αλλά αν αυτό είναι ίσως προοδευτικό σίγουρα δεν σημαίνει ότι είναι ανατρεπτικό »  (Luigi Manconi και Marcello Sarno, στις »Κόκκινες Σκιές» –  «Ombre Rosse» n. 17, νοέμβριος 1976, σελ. 68/72).

ΘΕΛΩ ΝΑ ΜΙΛΗΣΩ ΜΑ ΔΕΝ ΤΑ ΚΑΤΑΦΕΡΝΩ, ΘΕΛΩ Ν’ ΑΓΑΠΗΣΩ ΜΑ ΔΕΝ ΤΑ ΚΑΤΑΦΕΡΝΩ, ΘΕΛΩ ΝΑ ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΗΣΩ ΜΑ ΔΕΝ ΤΑ ΚΑΤΑΦΕΡΝΩ, ΜΑΣ ΕΧΟΥΝ ΑΦΑΙΡΕΣΕΙ ΤΗ ΖΩΗ ΝΑ ΤΗΝ ΞΑΝΑΠΑΡΟΥΜΕ ΠΙΣΩ

https://aenaikinisi.files.wordpress.com/2017/04/dopo_marx_aprile.pdf

https://www.academia.edu/6711257/Dopo_Marx_aprile

ανατρεπτική τέχνη, arte ribelle

Τα χρόνια Εβδομήντα είναι ακόμη ένα δικό μας πρόβήμα – Gli anni Settanta sono ancora un nostro problema

ΤΑ ΠΑΙΔΙΆ ΠΟΥ ΘΈΛΑΝ ΝΑ ΚΆΝΟΥΝ ΤΗΝ ΕΠΑΝΆΣΤΑΣΗ

1968-1978 ΙΣΤΟΡΊΑ ΤΗΣ LOTTA CONTINUA

Από τους πολλούς τρόπους να θυμόμαστε την επέτειο του Εβδομήντα Επτά, ένας από τους πιο «πλάγιους» είναι εκείνος να προχωρήσουμε ξεκινώντας από ένα πολύ μικρότερο βιβλίο, δημοσιογραφικό, που αντιμετωπίζει την ιστορία μιας ομάδας της εξωκοινοβουλευτικής αριστεράς που ουσιαστικά διαλύθηκε το προηγούμενο έτος. Ωστόσο, αυτή η ιστορία της Lotta continua αντέχει στη δοκιμασία του χρόνου, ακριβώς διότι έγινε χωρίς καμία φιλοδοξία επαναδιατύπωσης ή καταδίκης. Ο Cazzullo σίγουρα δεν έχει τα πολιτιστικά εργαλεία για να ερμηνεύσει τα χρόνια Εβδομήντα, αλλά μέσα στην πραγματική ή φαινομενική αθωότητα-αφέλεια του αναπλάθει έναν κόσμο, χωρίς αποφασιστικές ιδεολογικές προκαταλήψεις, και ως εκ τούτου σε θέση να αντικατοπτρίσει την αγωνία εκείνων των χρόνων, εκείνης της γενιάς των επαναστατών. Το χρόνια Εβδομήντα, με αιχμή τους το ’77, σηματοδοτούν τον τελευταία κύκλο της επαναστατικής ταξικής πάλης στη χώρα μας. Πρόθεσή μας είναι, λέγοντας αυτά, και εννοούμε πως στο μεταίχμιο μεταξύ του ’77 και ’78 ολοκληρώνεται, για την ιταλική επαναστατική αριστερά, το ζήτημα της εξουσίας. Ό, τι γνώμη έχει κανείς για τις πολιτικές επιλογές της επαναστατικής αριστεράς αυτών των χρόνων, θα παραμείνει η εμπειρία που βρίσκεται πιο κοντά σε εμάς από την οποίαν πρέπει να προσπαθήσουμε να ξεκινήσουμε και πάλι. Γι ‘αυτό, παρά την απόσταση σε χρόνο και πολιτική, το ζήτημα που τέθηκε στην εν λόγω δεκαετία, εξακολουθεί να είναι ένα πρόβλημά μας, και το αίνιγμα που την περιβάλλει πρέπει ακόμη να αποκρυπτογραφηθεί.

Η Lotta Continua είναι μια ιδιαίτερα συμβολική ομάδα από εκείνα τα χρόνια. Είναι η περισσότερο διακλαδισμένη επαναστατική οργάνωση και με βαθιές ρίζες, εκείνη που διεσχίσθει περισσότερο από συγκρούσεις μεταξύ πολιτικών θέσεων. Είναι επίσης εκείνη που θα έχει την μεγαλύτερη υποστήριξη από εργαζόμενους, παρούσα σε εργοστάσια όπως η Fiat στο Τορίνο, το Om και η Pirelli στο Μιλάνο, τα Πετροχημικά, Petrolchimico της Marghera, και δεκάδες άλλα. Η Lc κατέχει μέσα της τη σύγχυση, την ανυπομονησία, τη γενναιοδωρία και τη συγκρουσιακή ικανότητα εκείνης της δεκαετίας. Λέγοντας αυτό δεν εννοούμε ότι οι θέσεις της Lc είναι σύμφωνες με εμάς, ότι η οργάνωσή της ήταν «η καλύτερη» μεταξύ των διαφόρων που υπήρχαν σε αυτά τα χρόνια, ότι σήμερα «θα χρειάζονταν» ένας νέος συνεχής Αγώνας, και τέτοια πράγματα. Δεν είναι μια νοσταλγική αναβίωση αυτό που προτείνουμε. Ας πούμε, πιο απλά και ίσως πιο ειλικρινά, ότι η Lc αντανακλά έναν κόσμο, και το να μιλήσουμε για την ιστορία της συμβάλλει στην κατανόηση αυτής της δεκαετίας, στη δύναμη και στις αντιφάσεις της.

Ο ακρογωνιαίος λίθος από τoν οποίον θα ξεινήσουμε για να κατανοήσουμε τα Εβδομήντα είναι η ρήξη με το Κομμουνιστικό Κόμμα, Pci. Μια ολόκληρη γενιά έχει ανακαλύψει πως είναι επαναστατική, αλλά δεν μπορεί να χρησιμοποιήσει εκείνα τα πολιτιστικά μέσα και εργαλεία που το εργατικό κίνημα μέχρι εκείνο το σημείο είχε αφομοιώσει στη μήτρα της, έχοντας τα κατά κάποιο τρόπο «θεσμοποιήσει». Το θέμα ήταν, με άλλα λόγια, να εφεύρουν ένα νέο κόσμο την ίδια στιγμή επαναστατικό και εναλλακτικό σε σχέση με εκείνο τον επίσημα κομμουνιστικό, λαμβάνοντας στην τύχη εκείνες τις θεωρητικές αναφορές που απαιτούνταν για την ανάπτυξη μιας πολιτικής γραμμής (από τους Τουπαμάρος στον Φανόν, από τους μαύρους Πάνθηρες στον Αντόρνο, από τον Φουκώ στον Μάο ). Πρέπει να πούμε ότι η αλχημεία σπάνια επετεύχθη. Αλλά μέσα στην θέρμη, στην σπουδή και την βιασύνη της επανάστασης, που πιθανότητα δεν ειδώθηκε με τα μάτια του σήμερα, αλλά όπως φαίνεται, ήταν προφανώς δυνατή για εκείνη την γενιά αγωνιστών, το κίνημα βρήκε ένα σημείο ισορροπίας που δόθηκε από μια συνεχή κινητοποίηση διαθέσιμη στην ριζοσπαστικοποίηση.

Στο βιβλίο προκύπτει αυτή η ανάγκη ρήξης, ακόμη και σε μορφές ειλικρινά φρικτές. Θυμίζει για παράδειγμα ο Peppino Ortoleva: «Δεν ήμασταν αντί-αμερικανικοί. Είχαμε μια στάση απέναντι στις ΗΠΑ τουλάχιστον περιέργειας. Δεν ήταν ο εχθρός, ο πραγματικός εχθρός ήταν η Σοβιετική Ένωση». Ο Adriano Sofri «Συγκινημένος από την αυτοκτονία του Ian Palach, έφτιαξα σχεδόν μόνος του ένα φυλλάδιο προς τιμήν της χειρονομίας του». Ο Paolo Brogi: «Πήγαμε στις πύλες με φυλλάδια για τον Palach.» Και έτσι συνεχίζοντας, παίρνει μορφή η επείγουσα ανάγκη επανοικειοποίησης της ιδέας της επανάστασης αποσπώντας την από τις επίσημες κομμουνιστικές οργανώσεις, και αυτή η καινοτομία, αυτή η ανανέωση περνούσε από την μετωπική αναμέτρηση με τον κομμουνιστικό κόσμο. Αυτή η απαραίτητη ρήξη παρέσυρε μαζί της μια μειοψηφική συμμετοχή εργατικής τάξης αλλά όχι περιθωριακή. Τα χρόνια Εβδομήντα δεν χαρακτηρίζονταν από την φοιτητική κεντρικότητα και τις επαγόμενες επιθυμίες και ελπίδες της (αυτές οι αφηγήσεις έχουν γίνει κλισέ εκ των υστέρων), αλλά από την εργατική συναίνεση που οι πολιτικές επιλογές της επαναστατικής αριστεράς (όλες, συμπεριλαμβανομένου του ένοπλου αγώνα) είχαν μέχρι το τέλος της δεκαετίας.

Αυτή η προσπάθεια να ανανεωθεί ένα πολιτικό σύμπαν φτιαγμένο από θεωρία, πολιτισμό και πρακτικές, γρήγορα συγκρούστηκε με μια παράδοση που πήγαινε πολύ πέρα από τα επίσημα κομμουνιστικά χαλινάρια. Η πλειοψηφία της εργατικής τάξης, του προλεταριάτου, παρέμεινε παρ ‘όλα αυτά μακριά από το επαναστατικό μάγμα. Είναι καλό να μας το λεν τέσσερις δεκαετίες αργότερα. Στο εθνικό συνέδριο το 1975, της Lc, προχώρησαν στην καταμέτρηση των εγγεγραμμένων: παρά την εκτεταμένη παρουσία σε 84 επαρχίες, οι αγωνιστές είναι οκτώ χιλιάδες. Η πιο μεγάλη και ριζωμένη ομάδα της ιταλικής επαναστατικής αριστεράς μετρά μέσα στην καρδιά της δεκαετίας του Εβδομήντα οκτώ χιλιάδες άτομα. Το γεγονός αυτό είναι ζωτικής σημασίας για την εξέλιξη του συνεχούς Αγώνα και της κρίσης του, επειδή είναι ακριβώς το νήμα, ο κόμβος, ο οποίος είναι ήδη εμφανής στους ηγέτες της οργάνωσης, της αναγκαιότητας να βρεθεί μια σχέση μεταξύ της ανανέωσης και της παράδοσης, μεταξύ υποκειμενικότητας των εργαζομένων με διάθεση στην ριζοσπαστικοποίηση (μια μειοψηφία, ωστόσο, ισχυρή) και μιας μάζας κομμουνιστής, αλλά όχι επαναστατικής, ακριβώς όπως και ο πολιτικός εκπρόσωπος της, το Pci.

Είναι και αυτό επίσης το δίλημμα που θα ωθήσει τον συνεχή Αγώνα στην τακτική υποστήριξη του κομμουνιστικού Κόμματος, στο “ενιαίο μέτωπο από τα κάτω” σε θέση να θεραπεύσει, να ανασυνθέσει τις διαφορές μέσα στην εργατική τάξη, που η Lc δικαίως ζούσε ως * πρόβλημα *, πιέζοντας το κόμμα να μετακινήσει τον άξονα προς τα αριστερά, παίρνοντας το μακριά από το θανάσιμο εναγκαλισμό των Χριστιανοδημοκρατών. Μια επιλογή που εξολοθρεύτηκε πολύ γρήγορα ως ασαφής, διφορούμενη ή μη ρεαλιστική, εξωπραγματική, αλλά σε εκείνη τη συγκυρία εκπλήρωνε μια πολιτική ανάγκη: να παρακολουθεί και να απαγάγει, να φέρει με το μέρος με το μέρος της εκείνη την πλειοψηφία του προλεταριάτου που, παρ ‘όλα αυτά, ήταν οργανικά συνδεδεμένη με το Κομμουνιστικό Κόμμα και το αριστερό συνδικάτο CGIL, αλλά ενάντια στους οποίους δεν ήταν δυνατό να σκέφτεται καμία επανάσταση. Με άλλα λόγια, ένα από τα άλυτα προβλήματα της επαναστατικής αριστεράς των χρόνων Εβδομήντα φαίνεται να είναι ακριβώς αυτό: πως είχε φανταστεί μιαν επανάσταση όχι μόνο ενάντια στο σύστημα εξουσίας που εκφράζονταν από τους Χριστιανοδημοκράτες, αλλά και κατά της πλειοψηφίας της τότε εργατικής τάξης, ενάντια στον κομμουνισμό κάτω από την ιδιότητα του που είχε εκφραστεί από το ρεφορμισμό, αλλά που ήταν ακόμα, στα μάτια της τάξης, κομμουνισμός.

Η τακτική της πίεσης από τα κάτω προς το κομμουνιστικό Κόμμα μπαίνει σε κρίση με τον ιστορικό συμβιβασμό. Σχεδιασμένος στο ’73, υλοποιείται το ’76 με την είσοδο του κόμματος στην »περιοχή της διακυβέρνησης», το κομμουνιστικό Κόμμα σταθεροποιεί τα συμφέροντά του με αυτά της αστικής τάξης και κλείνει τον πολιτικό χώρο σε οποιαδήποτε υπόθεση αστάθειας ή εναλλακτικής στο σύστημα. Αυτά είναι τα χρόνια κατά τα οποία η ρήξη με την Εσσδ έχει καταστεί σαφής (του ’76 είναι η περίφημη συνέντευξη στην οποία ο Berlinguer έλεγε ότι αισθάνονταν ασφαλέστερος κάτω από την ομπρέλα του Νατο και όχι με εκείνη του Συμφώνου της Βαρσοβίας). Αυτό το κλείσιμο στέλνει σε κρίση τις οργανώσεις που ήταν διαθέσιμες για τη σύγκλιση με το PCI (ή τουλάχιστον με τη βάση του), αλλά όχι μόνον αυτό. Ο ιστορικός συμβιβασμός καταστρέφει κάθε δυνατότητα εξέλιξης του ιταλικού πολιτικού συστήματος. Μέχρι το ’72 -’73, οι αγώνες των εργαζομένων έξω από το κομμουνιστικό Κόμμα μετακινούν προς τα εμπρός το πλαίσιο της ισορροπίας δυνάμεων για ολόκληρο το προλεταριάτο. Ο ιμάντας κίνησης, σε γενικές γραμμές, μετά από αμέτρητες αντιφάσεις, λειτουργεί. Μεταξύ των ταξικής σύγκρουσης και της γενικότητας των κοινωνικών σχέσεων διατηρείται μια σύνδεση, και παραμένει λόγω του ανοικτού ακόμη χαρακτήρα της αντιπαράθεσης και σύγκρουσης με τον επίσημο κομμουνισμό. Στη συνέχεια, το κλείσιμο του Κομμουνιστικού Κόμματος ακυρώνει αυτό το χώρο, που συμβολικά κλείνει με το νόμο Reale του 1975 με τον οποίο συνεργάζεται σιωπηρώς και το Κομμουνιστικό Κόμμα. Και θέτει τα θεμέλια του Εβδομήντα επτά, που νοείται ως προϊόν αυτού του κλεισίματος.

Το Εβδομήντα επτά είναι το κύκνειο άσμα της δεκαετίας του Εβδομήντα και, την ίδια στιγμή, είναι ένας κόσμος χώρια, φτιάχνει ιστορία από μόνο του. Αντιμέτωποι με το κλείσιμο του Κομμουνιστικού Κόμματος, ο συνεχής Αγώνας μπαίνει σε οριστική κρίση κρίση (μαζί με άλλες οργανώσεις, από το Μανιφέστο στην Εργατική Πρωτοπορία, dal Manifesto a Avanguardia Operaia, οι οποίες στη συνέχεια συγχωνεύθηκαν στην προλεταριακή Δημοκρατία που δεν θα καταφέρει ποτέ να υπερβεί το 1% στις εκλογές, στοιχείο ενδεικτικό).  Άλλες οργανώσεις θα έχουν τον τρόπο να δώσουν διέξοδο και ανάσα σε αυτή την απόρριψη: από την Αυτονομία στις Ερυθρές Ταξιαρχίες, η μάχη θα μετακινηθεί άμεσα σε ένα εξεγερτικό σχέδιο (ή ένοπλου αγώνα) σε θέση να ανταποκριθεί στις ανάγκες για επανάσταση εκείνης γενιάς, αλλά ανίκανες για μια πολιτική στρατηγική που να διαχωρίζεται από την στρατιωτική πτυχή της. Το Εβδομήντα επτά στερείται μιας παράδοσης (δηλαδή λείπει ο Μακιαβέλι, ο Γκράμσι, ο Χέγκελ, ο φιλόσοφος Μαρξ, συγγραφείς από το copyrigth του ικΚ που ως εκ τούτου αγνοούνται). Η καταστροφή της δεκαετίας του Ογδόντα εξακολουθεί να είναι εκεί για να μας θυμίζει αυτή τη σύνδεση που έλειψε μεταξύ της ανανέωσης και της κομμουνιστικής παράδοσης. Με τα χρόνια Εβδομήντα εξαφανίζεται στην Ιταλία ο κομμουνισμός, δηλαδή η δυνατότητα να οργανωθούν τους ταξικοί αγώνες για την εξουσία, την δύναμη και την ισχύ που περιέχουν, σίγουρα προς τις μορφές και τα νέα περιεχόμενα που απαιτεί και επιβάλλει η επικαιρότητα, μια πολιτική εναλλακτική λύση στον καπιταλισμό, και που να είναι σε θέση μέσα από αυτήν να καθιερώσει σχέσεις με την πλειοψηφία του ιταλικού προλεταριάτου. Αυτός που ήταν σε θέση να το κάνει (όπως το κίνημα που οδήγησε στην Γένοβα), το έκανε σε βάρος του ίδιου του κομμουνισμού, συρρικνώμενος σε έναν ριζοσπαστικό ρεφορμισμό α-κομμουνιστικό που αρκείται σε διεκδικήσεις. Εκείνοι αντιθέτως που παρέμειναν κομμουνιστές, δεν μπόρεσαν πλέον να διαπλέξουν την πολιτική τους εμπειρία με αυτήν της πλειοψηφίας (της συναίνεσης δηλαδή) του εθνικού προλεταριάτου, έχοντες περιέλθει στην κατάσταση της υπαρξιακής μειοψηφίας από την οποία δεν γνωρίζουν πώς να εξέλθουν (τόσο στις συγκρουσιακές εκδόσεις της όσο και σε εκείνες τις μικρο-κομματικές). Είναι ένα πρόβλημα που έχει τις ρίζες του στη δεκαετία του Εβδομήντα, ακόμα και σήμερα ένα αίνιγμα τυλιγμένο στο μυστήριο για την ταξική αριστερά.

 

http://www.militant-blog.org/?p=14206#more-14206

θεωρία, teoria

»Eγκώμιο της στράτευσης», Εισαγωγή – “Elogio della militanza” – Introduzione

on 01 Φεβρουαρίου 2016.

του GIGI ROGGERO

Elogio della militanza

0. Η σκέψη και η γραφή είναι εργαλεία. Αν έχουμε να ξεχαρβαλώσουμε μια πόρτα χρειαζόμαστε ένα λοστό, αν έχουμε να επιτεθούμε στη φύση ενός λόγου χρειαζόμαστε έννοιες. Δεν πρέπει να εξιδανικεύουμε την πρώτη ούτε να φετιχοποιούμε τα δεύτερα: ο λοστός δίχως έννοιες γυρνά στο κενό, οι έννοιες χωρίς λοστό είναι άοπλες. Μας φαίνεται σημαντικό να το διευκρινίσουμε αμέσως, για να αποφύγουμε τις παρεξηγήσεις. Στην πραγματικότητα, ζούμε σε μια περίοδο, που χαρακτηρίζεται από την όξυνση της κρίσης, στην οποία η θεωρία και η πρακτική κινδυνεύουν όλο και περισσότερο να διαχωριστούν και ανεξαρτηκοποιηθούν. Με καταστροφικές συνέπειες, και στις δύο πλευρές. Μια πρακτική στράτευσης χωρίς θεωρία στράτευσης έχει μικρή αναπνοή και κινδυνεύει να καταντήσει αυτοαναφορικότητα . Μια θεωρία στράτευσης δίχως αγωνιστική πρακτική είναι καλή για την ακαδημία, δηλαδή καλή για το τίποτα.

Ο Αλτουσέρ τράβηξε προς τα έξω αυτούς τους δύο όρους: θεωρητική πρακτική και πολιτική πρακτική. Αντί να επιλύσουν το πρόβλημα, το έχουν καταστήσει χρόνιο. Γιατί εννοούσαν την αυτονομία της θεωρίας από τη μία πλευρά, την αυτονομία του πολιτικού από την άλλη. Η ταξική πάλη στη φιλοσοφία δεν θα μπορούσε να επιτευχθεί παρά μόνο φέρνοντας τη φιλοσοφία εκεί όπου ήταν η ταξική πάλη, από το κανονικό σχολείο στα εργοστάσια, και στη συνέχεια στα εργοστάσια της γνώσης. Σε εκείνο το σημείο σταματούσε να είναι φιλοσοφία, και είναι εδώ που ο διανοούμενος σταματά και διαχωρίζεται: γιατί πρέπει να πάψει να είναι διανοούμενος, αρνούμενος  status και εισόδημα που προέρχονται από αυτή την κατάσταση. Η φυσική θέση συχνά εξηγεί πολύ περισσότερα απ’ ότι οι φιλοσοφικοί λαβύρινθοι.

Ο πολιτικός αγωνιστής, ο στρατευμένος, έγραφε ο Tronti, έχει ως αντικείμενο της ανάλυσης του τον καπιταλισμό, δηλαδή την πραγματικότητα που πρέπει να πολεμήσει. Πρέπει να μελετήσει αυτό που πρέπει να καταστρέψει. Αυτός που ερωτεύεται το αντικείμενο της ανάλυσης του, προκειμένου να αναπαράξει τους ρόλους που αποκτήθηκαν στην καπιταλιστική κοινωνία, εγκαταλείπει την αγωνιστικότητα και την στράτευση και περνά στο στρατόπεδο του εχθρού. Δεν αξίζει τον κόπο να βγάλει προς τα έξω την προδοσία, είναι απλούστατα ανικανότητα να διαρρήξει τον διαχωρισμό της κατάστασής του. Στον μαχητή-αγωνιστή χρειάζεται μίσος για να παράξει γνώση. Πολύ μίσος, να μελετήσει προσεκτικά αυτό που μισεί περισσότερο. Η αγωνιστική δημιουργικότητα είναι κατά κύριο λόγο επιστήμη της καταστροφής. Έτσι, η πολιτική πρακτική κυοφορεί, είναι γεμάτη από θεωρία, ή δεν είναι τέτοια. Θα πρέπει να μελετήσουμε προκειμένου να ενεργήσουμε, πρέπει να δράσουμε για να σπουδάσουμε, να μελετήσουμε. Και θα τα κάνουμε και τα δύο μαζί. Τώρα, περισσότερο από ποτέ, αυτό είναι το πολιτικό καθήκον.

Για να ξεκινήσουμε ένα βιβλίο και πριν μπούμε στην ουσία του περιεχομένου πρέπει, πρώτα απ ‘όλα, να πούμε τουλάχιστον τι δεν θέλουμε και σε ποιον απευθυνόμαστε. Δεν θέλουμε να γράψουμε για όλους, για τον καθένα. Αντίθετα, δυσπιστούμε ανοικτά γι αυτούς των οποίων η γραφή και οι σκέψεις τους εκτιμώνται από όλους, γιατί αυτό σημαίνει ότι δεν λένε τίποτα. Αν θέλουμε να μιλήσουμε για ένα εργαλείο επίθεσης και όχι μια διανοητική συνήθεια. Aυτός που γράφει για όλους ουσιαστικά γράφει μόνο για τον εαυτό του. Απευθυνόμαστε στους πολιτικούς αγωνιστές, ιδίως σε εκείνους που κινούνται γύρω από αυτό που ο Alquati ονόμαζε μεσαίο βεληνεκές. Είναι εκείνο το ενδιάμεσο επίπεδο μεταξύ του υψηλού και του χαμηλού, μεταξύ θεωρίας και πράξης, μεταξύ της συγκεκριμένης αφαίρεσης της εντολής και της αφηρημένης αποφασιστικότητας της καθημερινής ζωής. Στο μεσαίο βεληνεκές, ο στρατευμένος αγωνιστής μεταφράζει την πολιτική γραμμή προς τα κάτω και την διορθώνει προς τα πάνω. Το mid-range, το μέσο βεληνεκές είναι το βασικό επίπεδο της πολιτικής δράσης.

 

1.Ποιος είναι ο στόχος αυτού του βιβλίου; Να αντιμετωπίσει προβλήματα, να τα στρώσει επάνω στο χαλί, να συνθέσει ξανά τη γενεαλογία τους, να προσπαθήσει να τα βάλει σε μια σειρά, να τα ταξινομήσει, να χτίσει μια ιεραρχία. Κατά τη γνώμη μας, ειδικότερα, υπάρχει ένα πρόβλημα το οποίο περιέχει όλα τα άλλα: εκείνο της ταξικής σύνθεσης. Δεν μπορούμε να το αντιμετωπίσουμε ως τέτοιο, πρέπει να προχωρήσουμε δια της αποσύνθεσης για να μπορέσουμε στη συνέχεια να ανασυνθέσουμε, να αποσυσκευάσουμε και να επανασυναρμολογήσουμε σε μια ριζικά διαφορετική κατεύθυνση. Αν το προσεγγίσουμε ως τέτοιο ή αν το αποσυνθέσουμε δίχως να ανασυνθέσουμε εκ νέου, στην πραγματικότητα, είναι πιθανό να παραμείνουμε παγιδευμένοι στα πλέγματα των διαρθρώσεων και του διαχωρισμού, του καταμερισμού της εργατικής δύναμης έτσι όπως έχει παραχθεί από το κεφάλαιο. Μια φωτογραφία χωρίς διασικασία και χωρίς δυνατότητα ανατροπής, αδύναμη κοινωνιολογία. Αν περιδιαβούμε θεωρητικά εκεί μέσα, με ένα άλμα της θέλησης χωρίς υλική βάση, εκείνο το πρόβλημα εμφανίζεται ξανά και ξανά, ωθώντας την συζήτηση στον ιδεαλισμό και στην αυτοαναφορικότητα. Μια τάση που στερείται πραγματικότητας, φιλοσοφία αδύναμη. Σε αυτό το βιβλίο θα κάνουμε μόνο εν μέρει αυτή την επιχείρηση αποσύνθεσης και ανασύνθεσης, πηγαίνει πέρα από τις ικανότητες και τις δυνατότητές μας. Αλλά θα προσπαθήσουμε να οικοδομήσουμε τις προϋποθέσεις για να εκπληρώσουμε συλλογικά αυτή την επιχείρηση, η οποία είναι πάνω από όλα ένα συλλογικό σχέδιο αγωνιστικής έρευνας.

Για αρχή, θα πρέπει να διευκρινιστεί το σημείο εκκίνησης. Μπορούμε να ξεκινήσουμε από μια απόσταση για να φθάσουμε πολύ κοντά: η μετάβαση από τον εργάτη μάζα στον κοινωνικό εργάτη παραμένει για εμάς ένα άλυτο πέρασμα. Το έλυσε το κεφάλαιο, θέτοντας σε αξία τον κοινωνικό και μητροπολιτικό χώρο, ξεπερνώντας την μορφή- εργοστάσιο και κατακερματίζοντας τον ανταγωνιστή του. Δεν το επιλύσαμε εμείς, οι οποίοι μέσα στις νέες συντεταγμένες χώρο-χρόνου των διαδικασιών συσσώρευσης δεν έχουμε ακόμη καταφέρει να βρούμε τα λειτουργικά ισοδύναμα της απεργίας και του σαμποτάζ, δηλαδή την ικανότητα να βλάψουμε το αφεντικό και να επηρεάσουμε τις σχέσεις παραγωγής, την ισορροπία δυνάμεων και τις εξουσιαστικές σχέσεις. Στο στάδιο αυτό, το κεφάλαιο δεν έφτασε λόγω ενός εσωτερικού ορθολογισμού, αλλά επειδή αναγκάστηκε από το επίπεδο που επιτεύχθηκε λόγω της ταξικής πάλης. Αν μπορούσαν να συνεχίσουν να κυβερνούν και να συσσωρεύουν όπως έκαναν και πριν, θα το είχαν κάνει. Σύντομα συνειδητοποίησαν πως δεν ήταν έτσι. Μέσα στη φωτιά των αγώνων, μπροστά στην αδυναμία να διευθύνουν, να κυβερνήσουν τα εργοστάσια και τις μητροπόλεις, η Τριμερής το είπε ξεκάθαρα το ’73: η επέκταση των συγκρούσεων, των αναγκών και των διαδικασιών της υποκειμενικοποίησης που γεννήθηκαν μέσα και ενάντια στο ταιϋλοριστικό εργοστάσιο και την φορντική κοινωνία πρέπει να αποκλειστεί , να μπλοκαριστεί, στην αντίθετη περίπτωση η ικανότητα να διατηρηθούν τα ηνία της διοίκησης θα τιναχτεί στον αέρα. Δεν έφτανε πλέον, δεν αρκούσε η καταστολή: το κεφάλαιο ή ανανεώνονταν ή καταστρέφονταν. Κατάφερε να καινοτομήσει, να ανανεωθεί, εμείς δεν ήμασταν σε θέση να το καταστρέψουμε. Είναι επάνω στην καινοτομία και την ανανέωση που κέρδισαν τη μάχη.

Υπάρχουν δύο πρόσφατες διατριβές σχετικά με αυτό το μακρύ πέρασμα, το οποίο φτάνει μέχρι τις μέρες μας: προέρχονται από δύο γνωστές και διαφορετικές φιγούρες, μοιάζουν να είναι σε θέση να φωτίσουν καλά το παρόν και τη γενεαλογία του, προσφέροντας μας μερικά από τα ζητήματα που πρέπει να αντιμετωπιστούν και να εμβαθυνθούν. Η πρώτη είναι του Tronti, περισσότερο ή λιγότερο πηγαίνει κάπως έτσι: για να διαλύσουν την εργατική τάξη χρειάστηκε να διαλύσουν τον βιομηχανικό καπιταλισμό. Η άλλη είναι του Marazzi, ο οποίος στρέφεται σε εκείνο το βήμα-πέρασμα για να καταλάβει την χρηματιστικοποίηση: από τη στιγμή που απελευθερώνεται από την ουσία για να καταστρέψει την εργατική τάξη, δηλαδή την τάξη που του αντιτίθεται, το κεφάλαιο δεν είχε πλέον ανάπαυλα. Το κεφάλαιο λοιπόν λογαριάζεται και τα βάζει με την »ιστορική του νέμεση» : για να καταστρέψει μια συγκεκριμένη ταξική σύνθεση, τον εργάτη μάζα, κατέστρεψε επίσης τη δυναμική ανάπτυξης που συνδέεται με την κοινωνική σχέση, αυτό που του επέτρεπε να μεγαλώνει και να αναπτύσσεται μέσα στη σύγκρουση. «Από όλα τα μέσα παραγωγής, η μεγαλύτερη παραγωγική δύναμη είναι η ίδια η εργατική τάξη», έγραφε ο Μαρξ κατά του Προυντόν στο Η αθλιότητα της φιλοσοφίας. Για να επιτεθεί στην εργατική αυτονομία, ως εκ τούτου, το κεφάλαιο με τη σειρά του – εν μέρει – αυτονομείται, αλλά με αυτό τον τρόπο δεν είναι σε θέση πλέον να προκαλέσει νέους κύκλους ανάπτυξης. Γιατί η εργατική τάξη μπορεί να είναι αυτόνομη, το κεφάλαιο όχι: δομικά εξαρτάται από τον εχθρό του. Η κρίση είναι ακριβώς αυτή η ιστορική νέμεση.

Όλα καλά, λοιπόν; Εμείς απλά πρέπει να περιμένουμε το κεφάλαιο να σκάσει μες τις δικές του αντιφάσεις; Ούτε για όνειρο. Η κρίση δεν είναι ένα προοίμιο για την κατάρρευση, όπως θα έπρεπε να έχουμε καταλάβει εδώ και αρκετό καιρό, τουλάχιστον από τότε που οι θεωρίες crolliste, της κατάρρευσης των χρόνων του Είκοσι του περασμένου αιώνα έφεραν αρκετά κακά. Εάν δεν υπάρχει ένα συλλογικό υποκείμενο σε θέση να την διασπάσει, να τη νικήσει, εκείνη η κοινωνική σχέση δεν θα διαρραγεί από μόνη της. Το κεφάλαιο μπορεί να κυβερνά και να αναπαράγεται επ ‘αόριστον μέσα στην κρίση, αν δεν συναντήσει μια ανταγωνιστική κοινωνική δύναμη που να μπορεί να διαταράξει και να καταστρέψει αυτή την αναπαραγωγή. Πράγματι, η σημερινή κρίση παίρνει νέα χαρακτηριστικά σε σχέση με το παρελθόν: γίνεται μόνιμη μορφή συσσώρευσης και πολιτικής εντολής, διοίκησης. Σε βραχυπρόθεσμο επίπεδο, φαίνεται να μετατρέπεται όλη την ώρα, και να τα αλλάζει όλα, μεσοπρόθεσμα δεν αλλάζει τίποτα όσον αφορά το κεντρικό στοιχείο: τη διοίκηση, στην πραγματικότητα.

Στην αυτοαναφορικότητα του κεφαλαίου, υπάρχει ο κίνδυνος να καθρεπτιστεί η αυτοαναφορικότητα του μαχητικού λόγου. Αυτό είναι καλό για τον εχθρό μας, κακό για εμάς. Στην δυσκολία να στηριχθεί στη νέα ουσία της τάξης, ο μαχητικός λόγος τρέχει συχνά στα περιθωριακά νησιά των ομοίων του ψάχνοντας για επιβεβαίωση των βεβαιοτήτων του. Η ιδέα παίρνει τη θέση της σάρκας. Έτσι η έκταση του λόγου παύει να είναι η υλικότητα των διαδικασιών του αγώνα, της οργάνωσης και της ισορροπίας δυνάμεων, για να γίνει η μαχητική κοινότητα. Την ουσία της τάξης αντικαθιστά η ανακολουθία του ιδεολογικού λόγου, σε μια επιχείρηση φανταστικής αναπαράστασης με καταστροφικά αποτελέσματα που συχνά είναι τραγελαφικά.

 

Σχηματικά, μέσα σε αυτό το πλαίσιο έχουμε δύο κυρίαρχες τάσεις: μια νοσταλγία για την ουσία και μια αδιαφορία στην ουσία. Για να χρησιμοποιήσουμε όρους που θα κάνουμε σαφέστερους κατά τη διάρκεια της ανάγνωσης, υπάρχει αφενός μια μυθολογική ταξική σύνθεση χωρίς εργατισμό, από την άλλη ένας μυθολογικός εργατισμός δίχως ταξική σύνθεση. Οι μεν προστρέχουν με την φαντασία τους στην Κίνα ή στις αναδυόμενες χώρες, ονειρευόμενοι να βρουν εκεί αυτό που εδώ πλέον δεν υπάρχει. Αν είχαν πάει πραγματικά, θα έμεναν βαθύτατα απογοητευμένοι. Ο άλλοι φεύγουν με τη φαντασία προς ένα μέλλον που είναι άμεσα δεδομένο, χωρίς να συνειδητοποιούν ότι η τάση είναι πάντα ένα ζήτημα αγώνων και σχέσεων εξουσίας, ισορροπίας δυνάμεων. Ποια είναι η καλύτερη μεταξύ των δύο επιλογών; Και οι δύο είναι χειρότερες. Η μια ενισχύει την άλλη, σε μια στείρα καυστική διαφωνία που δεν αφορά άλλους έξω από τους στενούς κύκλους αυτών που τις μεταφέρουν. Χρειάζεται λοιπόν μια προκαταρκτική επιχείρηση για να καθαρίσει το πεδίο, ο αγωνιστικός χώρος, και να τεθούν τα προβλήματα επάνω σε ένα έδαφος απελευθερωμένο από φακούς που θολώνουν την άποψη και από σχήματα που δεν εξυπηρετεί πλέον η ανάγνωση τους.

 

2. Ας το πούμε κι έτσι, είναι σαφές : ο λεγόμενος μετα-εργατισμός είναι τελειωμένος. Ο ορισμός γεννήθηκε στα αγγλοσαξονικά και αμερικανικά πανεπιστήμια, σαν μια προσπάθεια να αιχμαλωτιστεί η δύναμη του εργατισμού, να τον αποπολιτικοποιήσουν και να τον αφαιρέσουν από την σύγκρουση και την ταξική σύνθεση. Για να τον καταστήσουν δηλαδή, καλό για την ακαδημία και την πολιτική οικονομία της εξοικείωσης. Τώρα έχει γίνει «Ιταλική θεωρία», για να ολοκληρωθεί η διαδρομή περίφραξης και αξιοποίησης μιας σκέψης που σκόπιμα έχει αδειάσει από περιεχόμενο και είναι αφοπλισμένη. Δεν είναι αυτό που μας ενδιαφέρει εδώ, και με το οποίο ασχολούμαστε. Αντίθετα με τον ξεχαρβαλωμένο ορισμό του μετα-εργατισμού εννοούμε εκείνο τον κοινό χώρο, ακόμη και αν έχει διαφοροποιηθεί, που γεννήθηκε στα τέλη της δεκαετίας του Ογδόντα του εικοστού αιώνα για να αναλύσει τις μορφές της παραγωγής και της εργασίας που προέκυψαν από τις στάχτες του περάσματος που αναφέρθηκε νωρίτερα, στην διάρκεια της προσπάθειας να ανατραπούν, να αντιστραφούν οι εκμηδενιστικές εικόνες του τέλους της ιστορίας και της μοναδικής σκέψης. Ο επίμαχος στόχος ήταν και παραμένει ορθός, η συγκεκριμένη ανάπτυξη δεν είναι πάντα στο ύψος των περιστάσεων. Έτσι γεννήθηκαν οι θεωριτικοποιήσεις για τον λεγόμενο»μετα-φορντισμό», και στη συνέχεια σταδιακά οι προσπάθειες να εντοπιστούν νέα υποκείμενα της σύγκρουσης που να ενσωματώνουν επάνω τους γνώσεις και κοινωνική συνεργασία. Ορισμένες από αυτές τις προσπάθειες ήταν προβληματικές από την αρχή, άλλες υπήρξαν εξαιρετικά παραγωγικές και μπορούν ακόμα να είναι, υπό την προϋπόθεση ότι έχουν επανεξεταστεί στο πλαίσιο των αλλαγών που συνέβησαν μέσα στην κρίση και την εξάντληση ενός συνολικού μοντέλου.

Εδώ, το θέμα είναι αυτό: το να μην ξεκινήσουμε από την αρχή σε αυτή την περίπτωση σημαίνει πραγματικά πως γυρνάμε πίσω. Σημαίνει, με άλλα λόγια, πως διατρέχουμε τον κίνδυνο να αποστεώσουμε τις κατηγορίες, να τις μεταμορφώσουμε σε δόγματα, να κάνουμε τον εργατισμό κάτι που ποτέ δεν υπήρξε: ένα σχολείο και όχι ένα κίνημα της σκέψης. Αυτό σημαίνει, επικουρικώς, να δώσουμε χώρο σε ενοχλητικές πράξεις μνησίκακης επίθεσης σε ένα ολόκληρο επαναστατικό θεωρητικό δημιούργημα. Είναι άνευ σημασίας πράξεις, φυσικά, αλλά διατρέχουν τον κίνδυνο να μετακινήσουν τη συζήτηση γύρω από την υπεράσπιση των εννοιών και όχι για τη χρησιμότητά τους στους αγώνες. Ως εκ τούτου, ενδέχεται και κινδυνεύουν να σύρουν τα πάντα στην πολιτική περιθωριοποίηση.

Μετά το τέλος του μετα-εργατισμού, τι έχει απομείνει; Μένουν οι εργατιστές, καθώς επίσης και οι λεγόμενοι μετα-εργατιστές. Εξακολουθούν να υπάρχουν πολλοί αγωνιστές, έτσι ώστε εκείνη η επαναστατική μέθοδος είναι μια οπτική μέσα και ενάντια στην πραγματικότητα, μια σάντα μπάρμπαρα, μια πυριτιδαποθήκη για να την ανατινάξουν. Εμείς πρέπει τώρα να προσπαθήσουμε να κάνουμε εκείνη την αυθεντική κίνηση που υπήρξε κτήμα του εργατισμού σε σχέση με τον Μαρξ: την μακιαβελική επιστροφή προς τις αρχές, δηλαδή, προς τον Μαρξ, ενάντια στον μαρξισμό. Τώρα το καθήκον είναι να επιστρέψουμε στον εργατισμό, σίγουρα όχι ενάντια αλλά σίγουρα με κριτικό τρόπο σε σχέση με όλα αυτά τα οποία δεν λειτουργούν πλέον από τον μετά-εργατισμό, ή που ποτέ δεν λειτούργησαν.

Αυτός που έχει το φόβο ή χαίρεται με το ξεπούλημα μιας θεωρητικής κληρονομιάς, πιθανότατα ακολούθησε λάθος δρόμο, σίγουρα λάθεψε βιβλίο. Μας φαίνεται πως εκείνοι που έχουν συμβάλλει στο ξεπούλημα εκείνης της κληρονομιάς είναι εκείνοι που απολαμβάνουν κατηγορίες που δεν εξυπηρετούν πλέον τον αγώνα, ακόμα κι αν – ή ακριβώς επειδή – εξυπηρετούν την συμμετοχή σε διεθνή συνέδρια. Εμείς, αντίθετα, ενδιαφερόμαστε να χρησιμοποιήσουμε την κληρονομιά, δεν μας ενδιαφέρουν οι έριδες για την διαθήκη. Οπότε, για να χρησιμοποιήσουμε εκείνη την εξαιρετική κληρονομιά πρέπει να την περάσουμε από το κοφτερό νήμα της κριτικής, να πετάξουμε αυτά που δεν είναι απαραίτητα, να επανεξετάσουμε προς τα εμπρός ότι περιστρέφεται στο κενό. Το να μη το κάνουμε είναι ο αληθινός τρόπος για να προδώσουμε εκείνη την κληρονομιά.

 

3. Να συνοψίσουμε. Ο εργατισμός σαν επαναστατική θεωρητική πρακτική ιστορικά προκαθορισμένη τελειώνει παραδίδοντας μας ένα πρόβλημα: την μετάβαση από τον εργάτη μάζα στον κοινωνικό εργάτη. Η ανάλυση επάνω στον «μετα-φορντισμό» εν μέρει το αποσαφηνίζει και εν μέρει το απομακρύνει , στο βαθμό που αναγιγνώσκει την τεχνική σύνθεση σαν πολιτική σύνθεση, ήτοι εκτρέποντας το βλέμμα από τον καπιταλιστικό σχηματισμό της υποκειμενικότητας και από την υπακοή στους μετασχηματισμούς εργασίας. Εκεί, εξακολουθεί να υπάρχει το πρόβλημα, το οποίο είναι εξ ολοκλήρου πολιτικό. Επειδή εκείνη του κοινωνικού εργάτη ήταν μία πολιτική φιγούρα, αλλά κατέστη και μειώθηκε σε τεχνική φιγούρα. Επιπλέον, από τον κοινωνικό εργάτη στον γνωστικό εργαζόμενο το υποκείμενο ενσαρκώνεται τεχνικά, αποσαρκώνεται πολιτικά. Ξεκινώντας και πάλι από αυτό το πρόβλημα δεν σημαίνει να επιστρέψουμε στον εργάτη μάζα, που δεν υπάρχει πλέον πουθενά, αλλά να αναζητήσουμε μια νέα ουσία. Ποια είναι; Πώς παράγεται; Πώς μπορούμε να την οργανώσουμε; Για να κάνουμε υποθέσεις σχετικά με αυτά τα ζητήματα, θα πρέπει να διασχίσουμε ξανά με γενεαλογικό τρόπο την έννοια της ταξικής σύνθεσης. Αυτό είναι το στοίχημα.

Προσοχή, στην περίπτωση που χρειάζεται να το κάνουμε, διευκρινίζουμε ότι  εκείνο μέσα στο οποίο βυθιστήκαμε είναι ένα πλαίσιο καθόλου ειρηνευμένο, δεν έχει επιλυθεί μια για πάντα υπέρ του εχθρού μας: η ανανεωμένη κοινωνία του κεφαλαίου εγκυμονεί πολλές ταξικές αναφορές, και συγκρούσεων . Είναι εκεί, σαν συγκεκριμένες δυνατότητες και μερικές φορές σαν κύτταρα εν υπνώσει, σαν πιθανότητες και αναλαμπές από πραγματικότητες νέων αγώνων. Δεν είναι λίγο, λέμε ενάντια σε όλους εκείνους που βλέπουν το κεφάλαιο ως το μοναδικό υποκείμενο της ιστορίας. Δεν είναι αρκετό, λέμε ενάντια σε όσους έχουν ξεχάσει την ύπαρξη του κεφαλαίου για να φαντάζονται μια ήδη ελεύθερη σχέση παραγωγής.

 

4. Μια σύντομη προειδοποίηση, τέλος, για τον αγωνιστή, για τον στρατευμένο αναγνώστη. Αυτό το βιβλίο δεν έχει την απαίτηση, δεν ισχυρίζεται ότι έχει την ικανότητα και πάνω απ ‘όλα τη θέληση να απολογηθεί για όλα αυτά που είναι γραμμένα γύρω από τα θέματα που καλύφθηκαν. Κάνουμε επιλογές, προχωρούμε μερικώς , προχωρούμε με πηδήματα και διακοπές. Έτσι προχωρά η ιστορία, έτσι προχωρεί η πραγματικότητα. Σχετικά με τα θέματα που ασχοληθήκαμε, μερικές φορές παραπέμπουμε σε διεργασίες μας του παρελθόντος, παλαιότερου και πιο πρόσφατου: δεν το κάνουμε για την αξία που έχουν, αλλά για να μην επαναλαμβανόμαστε πέρα από το απαραίτητο, και ιδιαίτερα για να δώσουμε σε εκείνους που είναι πρόθυμοι τη δυνατότητα να συγκρίνουν τις γραμμές της συνέχειας και απαραίτητης ασυνέχειας της αγωνιστικής μας έρευνας.

Σε διάφορα μέρη του κειμένου μεταφέρονται μεγάλα αποσπάσματα από κείμενα που ελήφθησαν από στρατευμένους μαχητές στοχαστές με τους οποίους ανταλλάσουμε απόψεις. Από τη μία πλευρά, η επιλογή δεν προτίθεται να εξαντλήσει εκτενώς τη συζήτηση με όλους εκείνους οι οποίοι έχουν εκφραστεί σε μεγάλο βαθμό, σημαντικά, γύρω από τα θέματα που αναλύονται εδώ , αλλά να δράσει με ένταση ξεκινώντας από μια επιλογή σημείων αναφοράς. Kαλύτερα μια κουραστική βόλτα προς τα υψηλά παρά δέκα βολικά πλάγια βήματα. Από την άλλη πλευρά, τα αναφερόμενα χωρία που μερικές φορές μεταφέρονται εν αφθονία δεν θέλουν να παραχωρήσουν τίποτα στο ακαδημαϊκό βίτσιο της απαγγελίας, του εγκώμιου, αντίθετα επιδιώκουν να προσφέρουν την ευκαιρία στον αναγνώστη – τον στρατευμένο κυρίως – να ασχοληθεί άμεσα και να αντιπαρατεθεί με τις πηγές και ως εκ τούτου να μη βασιστεί αποκλειστικά στην ανάλυση που έγινε από τον συγγραφέα αυτών των σελίδων, ή τουλάχιστον να την εμβαθύνει περαιτέρω και έτσι να κρατήσει ανοιχτό το πεδίο της έρευνας. Αναζήτηση των εννοιών που θα χρησιμοποιηθούν σαν λοστοί, και το αντίστροφο.

 

 

* Εισαγωγή στο βιβλίο “Elogio della militanza. Note su soggettività e composizione di classe” (DeriveApprodi, 2016).

http://www.commonware.org/index.php/gallery/653-elogio-della-militanza-introduzione

http://www.deriveapprodi.org/2016/01/elogio-della-militanza/

θεωρία, teoria

Εγκώμιο της στράτευσης, από τον Gigi Roggero: ELOGIO DELLA MILITANZA

του Alessandro Barile

ElogioDellaMilitanzaGigi Roggero, Elogio della militanza. Note su soggettività e composizione di classe, Έπαινος της μαχητικότητας, της στράτευσης. Σημειώσεις επάνω στην υποκειμενικότητα και την ταξική σύνθεση, Derive Approdi, 2016, pp. 213, € 13,00

Ο έπαινος της μαχητικότητας, το εγκώμιο της στράτευσης δηλαδή, είναι πρώτα απ ‘όλα ένας κατάλληλος τίτλος. Δεν είναι έπαινος του ακτιβιστή ή του εθελοντή ή κάποιοι άλλοι μετα-μοντέρνοι ορισμοί της πολιτικής συμμετοχής. Ο μαχητής – ο στρατευμένος, σύμφωνα με τα λόγια του συγγραφέα, είναι «αυτός ή αυτή που θέτει εξ ολοκλήρου σε κίνδυνο τη ζωή του», είναι «ένα υποκείμενο διηρημένο, συνεχώς παράγει το« εμείς » και το « αυτοί », παίρνει θέση και αναγκάζει τους άλλους να τοποθετηθούν. Διαχωρίζει για να ανασυνθέσει το ρόλο του, την θέση του ». Δεν είναι μια οποιαδήποτε φιγούρα, ειρηνευμένη, της φιλελεύθερης πολιτικής συμμετοχής, αλλά μια συγκεκριμένη φιγούρα ιστορικά προσδιορισμένη από τον πολιτικό αγώνα. Ο τίτλος είναι από μόνος του μια μορφή ρήξης που αναλαμβάνει την ευθύνη της πράξης της, μια απαραίτητη ρήξη, η οποία λαμβάνει χώρα όχι ενάντια στη φιλελεύθερη-δημοκρατική εξομάλυνση (πολύ εύκολο), αλλά μέσα στο πεδίο της ανταγωνιστικής αριστεράς, η οποία έχει από καιρό αποδεχθεί παθητικά τον σημασιολογικό μεταγραμματισμό ( αγγλοσαξονικής καταγωγής) του ακτιβιστή. «Όταν, με το γύρισμα της χιλιετίας άρχισε να αποκαλείται ακτιβιστής, αυτό δεν ήταν μια απλή γλωσσική παραχώρηση, αλλά μια διαρθρωτική αδυναμία, ήταν καθίζηση, υποχώρηση. Με αυτό τον τρόπο χάθηκε η ασυμμετρία του σε σχέση με άλλες φιγούρες, όπως εκείνη του εθελοντή. Εικόνα του δημοσίου συμφέροντος, ως εκ τούτου, της αναπαραγωγής του υπάρχοντος».

Ακτιβισμός και αγωνιστικότητα-στράτευση-μαχητικότητα δεν είναι συνώνυμες έννοιες ή αμφίσημες: προϋποθέτουν αντικρουόμενα οράματα, αντίθετες όψεις της πολιτικής και καθιζάνουν αντιθετικές συνειδήσεις του υπάρχοντος και εργαλείων για την καταπολέμησή του. Με άλλα λόγια, ο αγωνιστής, ο στρατευμένος, είναι φιγούρα πολιτική, λαμβάνει θέση και πλευρά, υποστηρίζει, τοποθετείται, η στάση του, μέσω της θυσίας και της πειθαρχίας κηρύσσει τον πόλεμο στο φιλελεύθερο υποκείμενο υπέρ του επαναστατικού γίγνεσθαι του κοινωνικού ατόμου,

ο ακτιβιστής είναι αντίθετα η αβλαβής φιγούρα του εθελοντή που προσπαθεί να ανακατασκευάσει αυτό που αντιθέτως θα έπρεπε να κομματιαστεί κοινωνικά για να ανασυσταθεί πολιτικά ενάντια και όχι στη θέση κάποιου. Θυσία και πειθαρχία: πόση απόσταση μεταξύ των δύο αυτών εννοιών και των τρεχουσών μορφών πολιτικής συμμετοχής;

Θυσία και πειθαρχία: ποια η απόσταση μεταξύ των δύο αυτών εννοιών και των τρεχουσών μορφών πολιτικής συμμετοχής; Απόσταση τόσο βαθιά που ακόμη και εκεί υπάρχουν – και είναι συνεχώς παρούσες στην καθημερινή αγωνιστικότητα – αποσιωπούνται, αμφισβητούνται, ωσάν το να υποβάλλεσαι σε μιαν θυσία ή να αναγκάζεις τον εαυτό σου σε μια συλλογική πειθαρχία παραπέμπει σε μορφές και μεθόδους ενός πολιτικού αγώνα από τον οποίον έχουν επιτέλους ληφθεί αποστάσεις . Ο αγωνιστής, ο δεσμευμένος, μας λέει ο Roggero, είναι η βασική φιγούρα της επαναστατικής πολιτικής. Μεταφράζει την πολιτική γραμμή προς τα κάτω και την διορθώνει προς τα πάνω. Είναι η σύνδεση, το φερμοάρ μεταξύ θεωρίας και πρακτικής, εκείνο το «μεσαίο δοκάρι», που αντιπροσωπεύει και είναι η καρδιά της πολιτικής δράσης. Είναι η φιγούρα που συνδυάζει συνεχώς την »μέγιστη στρατηγική αυστηρότητα» με την »μέγιστη τακτική ευελιξία », με άλλα λόγια, είναι η προσωποποίηση της λενινιστικής διαλεκτικής, αυτός που βρίσκεται μέσα στις αντιφάσεις και ενεργεί ως πυροκροτητής, πάντα να ισορροπεί μεταξύ δογματισμού και οπορτουνισμού, χωρίς ποτέ να γλιστρήσει σε ένα ή τον άλλο από τους πόλους της πολιτικής ακαμψίας της θεωρίας δίχως πρακτική μετάφραση και της πρακτικής χωρίς πολιτική στρατηγική.

Αν ο μαχητής είναι η φιγούρα για την οποίαν μιλά το τελευταίο βιβλίο του Roggero, το θέμα που αντιμετωπίστηκε στην πρόσφατα δημοσιευμένη έκθεση καθορίζεται στον υπότιτλο: σημειώσεις γύρω από την υποκειμενικότητα και την ταξική σύνθεση. Θέματα που επαναλαμβάνονται κατά κάποιο τρόπο σε αυτή την τελευταία δεκαετία, μια μακρά φάση «παρακμιακής μετάβασης» που ώθησε τις πιο συνειδητές πρωτοπορίες, ή απλά τις πιο περίεργες avant-garde, να επιδιώξουν μια απάντηση στην πολιτική κρίση της ριζοσπαστικής αριστεράς ξεκινώντας από τον προσδιορισμό των υποκειμένων που θα έπρεπε να οργανωθούν και από τις νέες οργανωτικές μορφές που προκύπτουν από αυτά [1]. Κατά την προετοιμασία μιας ομιλίας εξ ορισμού στα σκαριά, που συνεπώς κατ ‘ανάγκη δεν έχει ολοκληρωθεί και σε φάση προσαρμογής, ο συγγραφέας δείχνει μια σαφή πολιτική γραμμή: επιστροφή στον εργατισμό για την ρήξη με τον μετα-εργατισμό, δηλαδή με μιαν πολιτική »παράδοση» η οποία από τα χρόνια Ογδόντα έχει μονοπωλήσει το πολιτιστικό επίπεδο και της πολιτικής δράσης των ανταγωνιστικών κινημάτων στην Ιταλία.

Δεν έχει προδικασμένες θέσεις να υπερασπιστεί ο Roggero, και αυτό επιτρέπει μια ειλικρινή συζήτηση, αποτελεσματική, αν και ιστορικά και φιλοσοφικά καθορισμένη. «Ας το πούμε κατ’ αυτό τον τρόπο, ξεκάθαρα, είναι σαφές ότι: ο λεγόμενος μετα-εργατισμός τέλειωσε […] Τώρα ο στόχος και καθήκον είναι να επιστρέψουμε στον εργατισμό, βέβαια όχι ενάντια, αλλά σίγουρα κριτικά σε σχέση με ό, τι από τον μετα-εργατισμό δεν λειτουργεί πλέον, ή δεν λειτούργησε ποτέ».

Μια ρήξη που δεν είναι εύκολη για εκείνους που με κάποιο τρόπο έχουν μοιραστεί ένα μεγάλο μέρος αυτής της σκέψης στην πολιτική τους εκπαίδευση, και που ξεκινά από ακριβείς φιλοσοφικές προϋποθέσεις που πρέπει να διαβαστούν και να ερμηνευτούν με προσοχή. Λαμβάνοντας ξανά το μάθημα του εργατισμού, των απόψεων του Τρόντι κυρίως, ο Roggero θέτειει στο επίκεντρο της ανάλυσης του και επί του κεφαλαίου την σύγκρουση μεταξύ αυτού και της εργασίας στο εργοστάσιο. Δεν είναι το κεφάλαιο που ορίζει την εργατική τάξη, αλλά το αντίθετο: είναι το προλεταριάτο μέσα από τα μονοπάτια αντίστασης του αναγκάζει το κεφάλαιο να καινοτομεί και να ανανεώνεται με τη λήψη της παρούσας μορφής και σε συνεχή εξέλιξη. Η εργατική τάξη, με άλλα λόγια, είναι η κινητήρια δύναμη της ανάπτυξης, και οι αγώνες των εργαζομένων το όργανο μέσω του οποίου το κεφάλαιο ανανεώνει τον εαυτό του: «η σκέψη προκύπτει πάντα από την αντιπαράθεση […] Είναι οι αγώνες που καθορίζουν την ανάπτυξη, έρχεται πρώτη η τάξη, μετά το κεφάλαιο. Το να ερμηνεύσουμε το κεφάλαιο ξεκινώντας από το ίδιο είναι μια ιδεολογική προβολή». Ακολουθώντας αυτό τον καθορισμό, ο συγγραφέας καταλήγει στο συμπέρασμα πως η τάξη «δεν είναι ένα ζήτημα διαστρωμάτωσης, αλλά αντιπαράθεσης […] Η τάξη για τον Μαρξ και για εμάς, είναι μια εντελώς πολιτική έννοια. Class, τάξη σημαίνει ταξικό ανταγωνισμό. Και για να το πούμε με τον Tronti: δεν υπάρχει τάξη, χωρίς ταξική πάλη ».

Θα μπορούσαμε να συνεχίσουμε λαμβάνοντας άλλα τμήματα της συζήτησης, αλλά η αίσθηση σε αυτό το σημείο θα πρέπει να αποκαλυφθεί: ανακτώντας ριζικά την εργατιστική προσέγγιση, ο συγγραφέας μας λέει ότι η ανθρώπινη ανάπτυξη, η ίδια η φύση του ανθρώπου, είναι μια αντιθετική φύση, contrapositive, συγκρουσιακή, οντολογικά διαιρεμένη και διχαστική. Τα διάφορα στάδια της ανάπτυξης αντιστοιχούν στις διαφορετικές μορφές αντίστασης που τα υποδεέστερα υποκείμενα έχουν θέσει σε εφαρμογή εναντίον εκείνων των υποκειμένων που ηγεμονεύουν οικονομικά και πολιτικά. Τέλος, πως η καπιταλιστική οργανωτική καινοτομία και ανανέωση προέρχεται από την εργατική ακαμψία. Πρέπει να συνειδητοποιήσουμε ότι αυτή η προσέγγιση είναι φιλοσοφικής φύσεως και όχι περιστασιακή, και ότι λίγο έχει να κάνει με τη σκέψη του Μαρξ. Σύμφωνα με τον Μαρξ, στην πραγματικότητα, η προέλευση της ανθρώπινης ανάπτυξης, του ανθρώπου σαν κοινωνικού ζώου, είναι η συνεργασία, που δίδεται με μορφή αλλοτριωμένη για λόγους επαληθεύσιμους ιστορικά (και που ο Μαρξ στην πραγματικότητα εξακριβώνει στα έργα του, και ειδικά στο Κεφάλαιο), και που αποτελεί τη βάση, την προϋπόθεση και τον σκοπό της ταξικής πάλης: εκείνη της επανοικειοποίησης της συνεργατικής στιγμής με αδιαμεσολάβητη μορφή από το ιδιωτικό κέρδος. Το πρόβλημα όμως, δεν είναι απλώς και μόνον φιλοσοφικό.

Από οικονομική άποψη, ο Roggero διαβάζει τις συνεχείς εξελίξεις του κεφαλαίου ως απάντηση στην ακαμψία της εργασίας που από καιρό σε καιρό οργανώνει τις μορφές της αντίστασης της. Είναι το λιγότερο μια άποψη μερική της καπιταλιστικής ανάπτυξης. Ο καπιταλισμός στην πραγματικότητα δημιουργεί συνεχώς τις δικές του μορφές αναγέννησης – είναι μια κοινωνική διαδικασία σε συνεχή εξέλιξη – κυρίως λόγω των εσωτερικών χαρακτηριστικών του. Ο καπιταλισμός είναι στην πραγματικότητα ένα πεδίο αντιπαράθεσης μεταξύ ανταγωνιστικών κεφαλαίων, κεφαλαίων που βρίσκουν μια δική τους ενότητα μόνο σε περιόδους συγκρούσεων με τα υφιστάμενα υποκείμενα, αλλά που έξω ή παράλληλα από αυτά, έχουν φυσικά την προδιάθεση στον εσωτερικό ανταγωνισμό, ο οποίος είναι ένας βίαιος ανταγωνισμός για να εκδιώξουν από τις διαδικασίες αξιοποίησης τα ανταγωνιστικά κεφάλαια.

Είναι οι συνεχείς τεχνολογικές καινοτομίες των ανταγωνιστικών κεφαλαίων που επιβάλλουν στον καπιταλισμό στο σύνολό του μια σταθερή εξέλιξη, που δεν είναι σίγουρα ή αποκλειστικά προοδευτικού χαρακτήρα, αλλά διαρκώς μεταβάλλεται. Επιπλέον, οι συνεχείς τεχνολογικές καινοτομίες που αποτελούν τη βάση του συνεχούς επαναπροσδιορισμού της παραγωγής του καπιταλισμού, είναι η μη συντονισμένη απάντηση στο νόμο της πτωτικής τάσης του ποσοστού κέρδους. Και αυτή η πτωτική τάση, που παράγεται από τη σταθερή αύξηση της παραγωγικότητας της εργασίας (με την αύξηση της οργανικής σύνθεσης του κεφαλαίου) είναι αποσυνδεδεμένη από την αξιοποίηση του κεφαλαίου (αξιοποίηση που μειώνεται βαθμιαία ακριβώς λόγω της προοδευτικής αύξησης του σταθερού κεφαλαίου σε σχέση με το μεταβλητό), η οποία προκαλεί τις κυκλικές κρίσεις που αναγκάζουν τα ανταγωνιστικά κεφάλαια στον πόλεμο και τις αμοιβαίες προσπάθειες εξάλειψης. Μέσα σε αυτή την δυναμική τοποθετείται στη συνέχεια η συγκρουσιακή τάση και διάθεση της εργατικής τάξης, που είναι σίγουρα ένα στοιχείο που μπορεί να αλλάξει τα σχέδια του κεφαλαίου, αλλά σίγουρα  δεν είναι το μοναδικό, και ακόμη ίσως και όχι το σημαντικότερο. Είναι ένα στοιχείο που βρίσκεται παρόν στη ιστορικά καθορισμένη σύγκρουση μεταξύ παραγωγικών υποκειμένων και σχέσεων παραγωγής, αλλά αυτό από μόνο του δεν εξηγεί την εξελικτική φύση του καπιταλισμού.

Ο εργατισμός παραμένει κατά μία έννοια θύμα μιας δικής του προοπτικής ριζικά κοινωνιολογικής: θέτει στο κέντρο των πάντων την εργατική υποκειμενικότητα παραβλέποντας την αντικειμενική εικόνα των σχέσεων παραγωγής. Με τη εξαφάιση όλω των αντικειμενικών αναφορών, η φιλοσοφική ρήξη που επιτεύχθη από το Negri είναι ως εκ τούτου επακόλουθη. Σε εκείνο το σημείο ο υποκειμενισμός εκτόπισε τον μαρξιστικό αντικειμενισμό δημιουργώντας αντίθετα μια πολιτική θεωρία εκ των πραγμάτων διαταξική, επί της οποίας στην πραγματικότητα ασκείται κριτική με σωστό τρόπο στην συνέχεια του τόμου, του έργου για το οποίο μιλάμε δηλαδή, η οποία αποκαλύπτει τα ελαττώματα του μετά εργατισμού, με τέτοιο τρόπο που μόνο ένας επιδέξιος αγωνιστής διανοούμενος εκείνου του κόσμου θα μπορούσε να κάνει.

Τα πάντα, λοιπόν, έχουν λυθεί; Καθόλου. Ο εργατισμός είχε έναν αποφασιστικό πολιτικό ρόλο στην ταξική πάλη στη χώρα μας: έδωσε θεωρητική ουσία και πολιτική προοπτική σε ένα κομμάτι της τάξης που βρίσκονταν σε διαμάχη με την επίσημη εκπροσώπηση του Κομμουνιστικού Κόμματος. Ο εργατισμός σπάει το αδιέξοδο μέσα στο οποίο η εργατική εκπροσώπηση είχε κλειδωθεί: αφενός η απάτη της οικονομικής σύγκρουσης μέσα από την διαβούλευση των συνδικάτων, από την άλλη η πολιτική εκπροσώπηση στα αρμόδια θεσμικά όργανα μέσω του κόμματος σε μεταβατικό στάδιο. Στριμωγμένη ανάμεσα σε αυτά τα δύο καταστροφικά πολιτικά πλέγματα, εξαφανίζονταν στην Ιταλία κάθε υπόθεση ριζικής αλλαγής του υπάρχοντος η οποία δεν θα περνούσε μέσα από το μακρύ κύμα της ριζικά σοσιαλδημοκρατικής προοπτικής του Κομμουνιστικού Κόμματος.

Γι ‘αυτό δεν είναι αρκετό να ρευστοποιήσουμε έναν πλούτο, μια κληρονομιά ιδεών και εργατικής έρευνας που, έστω και με αμφίβολου χαρακτήρα φιλοσοφικό καθορισμό, έχει παίξει έναν πολιτικό ρόλο που εξακολουθεί να είναι σημαντικός. Το να τα σπάσουμε με τον μετα-εργατισμό θα μπορέσει να παράξει ένα γόνιμο βήμα προς τα εμπρός στις στρατηγικές της ανταγωνιστικής αριστεράς μόνο αν δεν ξαναπέσουμε στον ριζικό υποκειμενισμό όπου είχε τελειώσει η εμπειρία του εργατισμού. Στην κοινωνιολογική υποκειμενικότητα σύμφωνα με την οποία η τάξη δεν είναι ένα απλό αντικειμενικό -οικονομικό γεγονός και στοιχείο αλλά κυρίως πολιτική και συγκρουσιακή πραγματικότητα, πρέπει να προσθέσουμε και τη μελέτη των μοντέλων παραγωγής μέσα στην οποία βρίσκεται η εργατική σύγκρουση (όπου σαν εργατική, φυσικά, δεν θα πρέπει να εννοήσουμε εκείνη του εργάτη του μεγάλου φορντικού εργοστασίου, αλλά των νέων κοινωνικών υποκειμένων που είναι διατεθειμένοι για αγώνα, και κεντρικής σημασίας στην διαδικασία της καπιταλιστικής συσσώρευσης στις ώριμες καπιταλιστικές χώρες).

Η καρδιά του δοκιμίου, ωστόσο, δεν βρίσκεται στις φιλοσοφικές του υποθέσεις, αν και από το συγγραφέα έχουν τεθεί στη εισαγωγή του κειμένου, αλλά σε μια πιθανή, ή δυνητική μαχητική μετάφραση στο ύψος των καιρών και των καταστάσεων. Είναι εδώ που η συλλογιστική φτάνει στην κορύφωση της και γίνεται πιο πειστική σύμφωνα με την άποψη μας. Η κριτική ορισμένων κινηματίστικων εκφυλισμών είναι άγρια.

Βρίσκονται στο στόχαστρο όλα τα ιδεολογικά κλισέ μιας ορισμένης επικρατούσας σκέψης που βρήκαν υποδοχή ακόμη και εντός των αναγωνιστικών κινημάτων: η κοινωνική οικονομία και η συνεργασία που ανεμίζονται ενάντια στην δημόσια οικονομία, η οποία, μακριά από το «να αντιπροσωπεύει έναν τρίτο τομέα σε σχέση με το Κράτος και την αγορά, είναι μία από τις μορφές που η ιδιωτικοποίηση του δημοσίου έχει λάβει, «η διαδεδομένη αυτο-απασχόληση ή αυτοεπιχειρηματικότητα» των κοινωνικών κέντρων, »η οποία παράγει μέτρια αποτελέσματα από την οικονομική άποψη, αλλά βοήθησε να παραχθεί μια πολιτική υποκειμενικότητα που μεγάλωσε με την προοπτική του διαχειριστή και όχι του μαχητή, του αγωνιστή», η (αυτο) ταυτοποίηση μεταξύ στρατευμένου αγωνιστή και επισφαλούς, αποτέλεσμα μιας «βιαστικής αυτοέρευνας που υπήρξε θύμα μιας στρατηγικής αυτοαναφορικότητας»,

η οποία έχει παράξει την καταχρηστική αναγνώριση μεταξύ «στρατευμένου» (πλέον ακτιβιστή) και «τάξης», μια συγκεκριμένη άκριτη κεντρικότητα των αγώνων για τις βασικές ανάγκες, όπως αυτές για το σπίτι, η οποία σε ορισμένες περιπτώσεις «φετιχοποιεί την ανάγκη, χωρίς να καταφέρνει να πάει πέρα από την ικανοποίηση της, δημιουργώντας αστικές νήσους αυτο-διαχείρισης της περιθωριοποίησης και της φτώχειας, της δυστυχίας» , μια υποτιθέμενη αξίωση αυτοδιαχείρισης της «γνώσης» του λεγόμενου «cognitariatο, της διανοητικής εργατικής δύναμης», η οποία αντιθέτως είναι συνεχώς «modularized, amministrativizzato, managerializzato, budgetarizzato, banalizzato, επισφαλής, utentizzato», με άλλα λόγια εγκλωβισμένη στα δίχτυα του κέρδους για το κεφάλαιο τη στιγμή κατά την οποίαν έχει αφαιρεθεί τελείως απ’ τους παραγωγούς ο έλεγχός της,

και η ζωή συνεχίζεται.

Στην αποδυνάμωση της σκέψης – θα μπορούσαμε εμείς να προσθέσουμε: η έλλειψη εξύψωσης για την αδύναμη και συγκεκριμένη σκέψη, ιδεολογικά αντίθετη σε κάθε γενικό σχέδιο – δεν ακολουθήθηκε από μια αναβάθμιση, από μια ενδυνάμωση της πρακτικής. »Η ποικιλομορφία είναι πάνω από όλα, είναι τα πάντα, η ταξική σύνθεση τίποτα. Το σχολείο παρέμεινε χωρίς κίνημα, οι ακαδημαϊκοί κώδικες έχουν καταπιεί την ταξική σύγκρουση «.

Η σημερινή δύναμη του «λαϊκισμού», όρου που σίγουρα δεν είναι σε θέση να περιγράψει και να κάνει διάκριση μεταξύ των διαφορετικών πολιτικών φαινομένων που είναι διάσπαρτα σε όλη την Ευρώπη, ωστόσο, είναι στο ότι «δίνει πρόσωπο στον εχθρό», εκεί όπου μια κάποια ηγεμονική σκέψη των κινημάτων έχει εντελώς αποδομήσει και ΄μοριακοποιήσει’ τις καπιταλιστικές διαδικασίες που δεν έχουν πλέον πρόσωπο ούτε φυσική έδρα, εκ των πραγμάτων εξαφανισμένα από την ενδεχόμενη πολιτική πάλη, «σε μια συγκεκριμένη στιγμή έχει εξηγηθεί πως η εξουσία δεν συγκεντρώνεται μόνο και αποκλειστικά σε ένα σημείο, δηλαδή στο Κράτος, αλλά έχει εξαπλωθεί στις κοινωνικές σχέσεις. Εντάξει. Ξεκινώντας από την προϋπόθεση ότι είναι παντού, εξήχθη το συμπέρασμα ότι πλέον δεν υπάρχει, ή πως δεν επικεντρώνεται σύμφωνα με μιαν ιεραρχία. Bad. Κακώς. Το να εξαφανιστεί το πρόβλημα έχει γίνει ένα μάντρα εντός των κινημάτων:. Το Winter Palace, τα Χειμερινά Ανάκτορα έχουν εξαφανιστεί, θα πρέπει να αλλάξουμε τον κόσμο χωρίς να πάρουμε την εξουσία «. Η αγγλοσαξονική μόδα της λεγόμενης «μικρο-πολιτικής» έχει παράξει την μετάσταση της αυτάρκους μικροκοινότητας, »που δεν θέτει σε κίνδυνο τους πραγματικούς όρους της εξουσίας, αλλά είναι ευχαριστημένη να ζει ασκώντας στο εσωτερικό της ευχάριστες σχέσεις».

Η πρόκληση, σύμφωνα με τον συγγραφέα, έγκειται στην ικανότητα της νέας γενιάς των πολιτικών αγωνιστών στο να μπορέσουν να ερμηνεύσουν διαλεκτικά την πολιτική δράση. Όχι ανακαλύπτοντας εκ νέου καινούργιους δογματισμούς ή στρατηγικές ακαμψίες αποσυνδεδεμένες από αποτελεσματικές πρακτικές, να ξαναχτιστούν τα θεμέλια μιας νέας πολιτικής ικανής να επηρεάσει πραγματικά την ισορροπία δυνάμεων μεταξύ των τάξεων. «Δεν έρχεται αντιμέτωπος με την αντιφατικότητα και την βρωμιά του πραγματικού μόνο εκείνος που αισθάνεται αδύναμος»: ο μαχητής, ο αγωνιστής, δυνατός χάρη στη στρατηγική ακαμψία του και την ίδια στιγμή από την ακραία τακτική ευελιξία του, είναι αποτελεσματικός μόνο αν βρίσκεται εντός των πραγματικών αντιφάσεων, κάμπτοντας τες προς τα συμφέροντα της δικής του πλευράς, φαντάζεται πλαστές συμμαχίες, κοινωνικές ετερόδοξες συνθέσεις, εναλλακτικές διαδρομές σε αυτές τις σχολαστικές. Όλα προκειμένου να επιστρέψει να επηρεάζει πραγματικά μέσα στην κοινωνία και μέσα στις σχέσεις εξουσίας, με άλλα λόγια, επανοικειούμενοι έναν πλειοψηφικό ορίζοντα, μακριά από σεχταρισμούς, μειοψηφισμούς που δεν καταλήγουν πουθενά , δογματισμούς ή, αντίθετα, αυθορμητίστικες εξάρσεις υποκουλτούρας. Πραγματικά σπάνια, αυτές τις μέρες, αυτή η γενναιοδωρία πνεύματος στο να είμαστε σε θέση να ασκήσουμε κριτική στην εύκολη κατάσταση στην οποία έχουμε βρεθεί και μέσα στην οποία γίνεται η αναπαραγωγή μας, και στο να επιθυμούμε με κουράγιο και τόλμη να υποδείξουμε μια πορεία που πρέπει να ακολουθήσουμε η οποία να προβλέπει τη ρήξη με ορισμένες πνευματικές ανέσεις. Αν όλα αυτά δεν είναι αποδεκτή, η προτεινόμενη μέθοδος είναι αυτή που πρέπει να ακολουθηθεί: να ανοίξουμε μια συζήτηση και να δούμε τι βγαίνει μέσα από αυτήν, επιστρέφοντας για να κάνουμε έρευνα.

[1] Σαν παράδειγμα: Paolo Cassetta, Emilio Quadrelli, Noi saremo tutto – nuova composizione di classe, conflitto e organizzazione, Gwynplaine edizioni, Camerano (An) 2012; Clash City Workers, Dove sono i nostri – lavoro, classe e movimenti nell’Italia della crisi, La Casa Usher, Firenze 2014.

Gigi Roggero: ELOGIO DELLA MILITANZA

σύγχρονη σκέψη, pensiero di oggi

Δόγμα, Προσηλυτισμοί, Προσαρτήσεις και Βουβές Απώλειες

Posted on 14 Σεπτεμβρίου 2016

0

 

Δόγμα, Προσηλυτισμοί, Προσαρτήσεις και Βουβές Απώλειες

 

Οι Ιρλανδοί έχασαν τη γλώσσα τους. Εμείς χάσαμε τη θρησκεία μας. Αυτή που βγήκε από τον τόπο μας. Άλλοι λαοί έχασαν τα πάντα- όπως οι Βορειοαμερικάνοι  και οι Αυστραλοί γηγενείς και κατέληξαν αλκοολικοί. Οι Εβραίοι έχασαν τη γη τους και για δεκαετίες τώρα προσπαθούν να ανασυστήσουν έδαφος. Σε κάθε περίπτωση μια αναπηρία. Απόδειξη η σημερινή Ελλάδα που με μια θρησκεία σχεδιασμένη για να στηρίζει μια Αυτοκρατορία και ένα πολιτικό σύστημα ξένο (κοινοβουλευτισμός, κομματοκρατία, συγκεντρωτικό Κράτος) βαδίζει με πατερίτσες και σε κάθε βήμα της σκοντάφτει.

    Ηττημένη εδώ και αιώνες, αναγκάστηκε να εισάγει και να υιοθετήσει μια θρησκεία από αλλού που όσο κι αν “την έφερε στα μέτρα της”  δεν παύει να είναι μια θρησκεία που ξεπήδησε απ’ την έρημο κι έγινε παγκόσμια στο βαθμό που έγινε αυτοκρατορική.

    Κοιτάξτε το εσωτερικό μιας εκκλησίας, τα χρυσοποίκιλτα τέμπλα το θρόνο του δεσπότη (ή μήπως του αυτοκράτορα?) και τα άμφια και τις ράβδους των επισκόπων! Τίποτα το δημοκρατικό, τα πάντα παραπέμπουν στην αυτοκρατορία. Κι όλα αυτά στο όνομα ενός λαού που έχει χούι τη δημοκρατία και ένας τέτοιος κορσές τον οδήγησε στη στρέβλωση. Και πρέπει να φτάσει κανείς σε μακρινό ξωκκλήσι ώστε  μες το ανθρώπινο μέγεθος και την απλότητα να νοιώσει την κατάνυξη!

    Κι έγινε ο Έλληνας ρωμιός και βαυκαλίστηκε με ελληνορωμαϊκούς πολιτισμούς. Λες και ήταν ξεβράκωτος Φράγκος! Αλλά άλλο Ρώμη κι άλλο Ελλάδα. Κι αυτό που τις συνδέει είναι μια κατάκτηση. Κι αυτό που τις χωρίζει? Η αντίληψη για τον κόσμο! Οι  Έλληνες ποτέ δεν ξεπέρασαν το ανθρώπινο μέγεθος. Κοιτάξτε την ελληνική προτομή και κοιτάξτε τις κεφάλες που έφτιαχναν οι Ρωμαίοι! Και κεφάλες ναι είχανε πολλές, δημοκρατία δεν είχανε! Κι ας σταματήσουμε να χρυσώνουμε το χάπι, ότι κατακτήσαμε δια του πνεύματος αυτούς που μας κατέκτησαν με τα όπλα. Διοίκηση ασκούσε η Ρώμη, διοίκηση και κολακεία. Πάνω απ’ όλα το Imperium. Οι Ρωμαίοι ήταν κυβερνήτες λαών!

    Η Ρώμη στη παρακμή της κατάλαβε το απλούστερο: μια αυτοκρατορία δεν μπορεί να θρησκεύεται όπως μερικές δεκάδες δημοκρατικές πόλεις. Ένα κράτος παγκόσμιο, ένα κέντρο, ένας μονάρχης χρειάζονται ένα και μοναδικό Θεό που ενοποιεί αυτό που είναι πραγματικό και στη σφαίρα της φαντασίας. Ένα το κράτος, ένας ο Καίσαρας, ένας ο Θεός. Είχε έρθει η στιγμή του Παύλου!

    Εβραίος αυτός αλλά Ρωμαίος πολίτης εκτός από δεινός πολιτικός υπήρξε και μεγάλος συγγραφέας. Τι θα ήτανε ο χριστιανισμός χωρίς τον Παύλο? Ίσως μια από τις εκατοντάδες εβραϊκές αιρέσεις. Αυτός μοντάρισε μια διδασκαλία σε μια συνεκτική θρησκεία.  Επομένως δικαιούμαστε να μιλάμε για Παυλισμό. Και η διδαχή που έδινε αξία σε κάθε άνθρωπο εναγκαλίστηκε με μια εξουσία σε κρίση που ήταν σε αναζήτηση μιας νέας ιδεολογίας.

    Και σήκωσε ο Κωνσταντίνος την πρωτεύουσά του και την έφερε στα ανατολικά. Κι έκαναν την Νέα Ρώμη. Ανατολική Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία. Που τώρα όμως χρειαζόταν να είναι χριστιανική- Imperium με τα όλα του κι αυτό! Ιππόδρομο είχε, Αγορά δεν είχε! Νόγαγε όμως ο Κωνσταντίνος από πολιτική. Είχε μελετήσει και τον μεγάλο Φλωρεντίνο: αν θέλεις να κρατήσεις μια χώρα με ανώτερο πολιτισμό απ’ τον δικό σου ή ολοσχερώς να την καταστρέψεις πρέπει ή να μεταφέρεις την πρωτεύουσά σου εκεί πέρα, έλεγε ο Μακιαβέλης. Εδώ ήτανε τα κέντρα, εδώ θα γινόταν το παιχνίδι εφεξής. Ή ίσως και αντίστροφα  μπορεί να γίνανε τα πράγματα: τον πολιτικό να μελέτησε ο Μακιαβέλι για να γράψει θεωρία.

    Και το Βυζάντιο, άξιος διάδοχος της Ρώμης,  άσκησε πολιτική που πρέπει να διδάσκεται. Επιλεκτική αφομοίωσηλέγεται και μεταστροφή. Και φυτεύτηκε σε κάθε τόπο της προγενέστερης λατρείας μια χριστιανική εκκλησία. Και οι μέντορες της νέας πίστης, σπουδασμένοι στην Αθήνα, στράφηκαν ενάντια στην ουσία αυτού που διδάχτηκαν. Ό,τι μπορεί να μας φανεί χρήσιμο το αφομοιώνουμε μεταγλωττίζοντάς το. Τα υπόλοιπα τα ξεθεμελιώνουμε. Αντιστάθηκαν εδώ, αλλά οι ανατολικές επαρχίες μαθημένες στον δεσποτισμό, προσχωρούσαν στη νέα θρησκεία κατά μάζες. Η ελληνιστική εποχή τους είχε μάθει ελληνικά αλλά όχι και δημοκρατία. Επαρχία η Ελλάδα έμπαζε μέσα από την αυτοκρατορία από παντού. Αλλά,  όσο να πεις, είχανε μείνει κάποια συνήθεια. Έτσι τον Αλάριχο και τους Γότθους που έφτασαν ως την Πελοπόνησο τους ακολουθούσαν οι ξετρελλαμένοι παρατρεχάμενοι. Το 70% του Αρχαίου κόσμου έγινε ερείπια. Οι φιλοσοφικές σχολές έπρεπε κι αυτές να κλείσουν. Αν και παρακμασμένες ξυπνούσαν φόβο. Ας αφήσουμε λοιπόν τους Ταλιμπάν στο έργο τους κι αυτοί για την επιβολή ενός Δόγματος γκρεμίζουν. Είχε ήδη πάρει ο Έλληνας τον δρόμο του, νικημένος, στα γόνατα πεσμένος και επαρχιώτης έγινε προσήλυτος. Αυτός που σωστά ονομαζότανε Εθνικός σιγά-σιγά γινότανε ρωμιός, πράγμα που σημαίνει ότι η μεταμόρφωση είχε συντελεσθεί. Η λήθη μπορούσε να επέλθει.

    Η Εθνική θρησκεία όμως έπρεπε να διασυρθεί. Όσοι απέμειναν σε κάποιες παρυφές και δυσπρόσιτα μέρη ονομάστηκαν παγάνοι. Ειδωλολατρεία, που τα πιστεύω της ήταν παραμύθια για παιδιά. Και απεκρύβει ότι η Ορθοδοξία στήθηκε πάνω στην αρχαία θρησκεία και εγκολπώθηκε τελετουργίες, μορφές, τυπικά και παραδόσεις αφού όλα αυτά της λείπανε. Κι ότι για όσο τη φοβόταν την έπαιρνε πολύ στα σοβαρά. Ναι, ο Συγκεντρωτισμός μελέτησε καλά τα βήματά του! Αλλά ο Παύλος δεν ήταν ο μόνος. Εκατοντάδες σοφοί μετά απ’ αυτόν, αναλαμβάνοντας έργο νομικών και νομοθετών, κι ας ονομάζονταν θεολόγοι, εργάστηκαν για το μεγαλείο. Υπό την σκέπη αυτοκρατόρων. Οι οποίοι για να διευθετήσουν τα γήινα κανόνιζαν, μαζί με τους Πατριάρχες, μες τις Οικουμενικές και τα του Ουρανού.    

     Κι όταν το μεγαλείο αυτό άρχισε με τη σειρά του να γερνάει ξεπετάχτηκε στα νοτιοανατολικά του σύνορα μια ακόμα νιότη. Το Ισλάμ! Ένα βαρύ δυσλειτουργικό Βυζάντιο με μια επιθετική φορολογική πολιτική είχε γεννήσει τον εχθρό του. Το Ισλάμ ήταν η αριστερά του Βυζαντίου! Όχι όμως πριν η έρημος γεννήσει άλλον ένα μεγάλο πολιτικό και συγγραφέα, τον Μωάμεθ.

     Εν τω μεταξύ, στη Δύση οι Πάππες άπλωναν την κυριαρχία τους από την Ιταλία ως τον Ειρηνικό. Ένας κόσμος φτιαγμένος από τους Λατίνους. Εκατομμύρια σκουρόχρωμες σκυφτές  ψυχές τέθηκαν υπό το Βατικανό για να σωθούν και αμύθητα πλούτη εισέρευσαν στην Santa Españia.  Ήταν φυσικό οι όλο και πιο δυναμικοί Βόρειοι να“διαμαρτυρηθούν” δια στόματος Λουθήρου και Καλβίνου. Ολόκληρη η Ευρώπη πια σηκώθηκε στα πανιά για την κατάκτηση του κόσμου. Πίσω τους οι εκκλησίες έπνεαν ούριο άνεμο. Μια ιστορία Προσάρτησης δια μέσω του Δόγματος και του Προσηλυτισμού. Όχι μόνο στην Ελλάδα λοιπόν αλλά παντού έγιναν τα ίδια, μόνο που οι Έλληνες είχανε περισσότερα να χάσουν!  

    Είναι όμως πολύ πιο παλιά η ιστορία κι αρχίζει με τον Μωυσή. Ολιγογράφος αυτός αλλά περιεκτικότατος σαν γνήσιο τέκνο της άμμου. Λόγω δε έλλειψης γραφικής ύλης ό,τι είχε να πει το σκάλισε σε πέτρινες πλάκες. Ήταν εξαιρετικό το σκηνοθετικό εύρημα, γιατί ασκεί την γοητεία και την επιρροή που ασκεί το αρχέγονο. Περνώντας δε, μερικές φυλές μέσα από την έρημο και δίνοντάς τους ένα Νόμο έφτιαξε ένα λαό. Αυτό κι αν είναι επίτευγμα! Και ακόμα παραπέρα, ο Νόμος του παρουσιάστηκε σαν θεόπνευστος.  Και αυτή ακριβώς είναι διαφορά  του με το ελληνικό πνεύμα όπου τους νόμους του έδιναν οι ίδιοι στους εαυτούς τους και τους άλλαζαν όταν έκριναν σωστό κι αυτό το σωστό έπρεπε να σταθμίζεται διαρκώς. Οι θεοί εδώ δεν όριζαν πλήρως τα ανθρώπινα αφού είχαν αδυναμίες θνητών και συχνάκις ήταν και οι ίδιοι ηθικά διαβλητοί. Ούτε υπήρχε ιερατείο. Ούτε Ιερά Κείμενα. Κι έτσι εμφανίστηκε ο Ένας και Αληθινός Θεός, που παρεμπιπτόντως ήταν και Ενοχοποιός, κι  αρχίζει η δραματική πορεία του Μονοθεϊσμού μες την Ιστορία. Δραματική όχι επειδή είναι ματοβαμμένη -η ανθρωπότητα ποτέ δεν έπαψε να σφάζεται – αλλά επειδή μ’ αυτόν αλυσσοδέθηκε η ανθρώπινη ελευθερία.

   

    Η Ιστορία του Δυτικού πολιτισμού είναι η σύγκρουση και ο συγκερασμός του ελληνικού και εβραϊκού πνεύματος. Δημοκρατία και Δόγμα. Η Δημοκρατία προωθεί την Ισηγορία προς χάριν της Ελευθερίας, το Δόγμα προωθεί την Ενότητα μες από τον έλεγχο των συνειδήσεων και τον φόβο της αίρεσης.

    Η Αναγέννηση ήταν η αναγέννηση του Ελληνικού πνεύματος στη Δύση όπως το εξέλαβαν οι Δυτικοί, κυρίως όπως το γνώρισαν μέσα από τη μάννα τους τη Ρώμη. Και μέσα  από δύο αιώνες επαναστάσεων φόρεσαν άλλοτε το ρούχο της Ρώμης και κάποτε της Αθήνας.

    Ο Σοσιαλισμός υπήρξε η σύγχρονη Ουτοπία. Ο Μαρξ, από τους επιφανέστερους προφήτες του, θέλησε να προωθήσει την Ισότητα μέσα στην Ενότητα αλλά παραγνώρισε την ανάγκη για Ελευθερία. Εβραίος κι αυτός, τον φαντάστηκε σαν μια πορεία του περιούσιου λαού, που είναι το προλεταριάτο, μέσα από την έρημο του καπιταλισμού με κατεύθυνση μια γη της Επαγγελίας που είναι ο κομμουνισμός. Δεν ξέφυγε δηλαδή από την παράδοση της καταγωγής του ακόμα κι αν, σαν υλιστής, ήταν μη πιστός. Μια θεολογία χωρίς θεό.

    Από κει και πέρα ο ίδιος μαζί με τους θεμελιωτές, τον Λένιν και τον Στάλιν, παιγνιωδώς, βρίσκουν εύκολα τις αντιστοιχίες τους στον Παύλο και τον Κωνσταντίνο. Όλοι τους πολιτικοί πρώτου μεγάθους. Αλλά συζητιέται αν, ύστερα από τη σύγχρονη εμπειρία αθεΐας  που έχουμε, μπορεί να στηθεί κοινωνία χωρίς Θεό.

   

.    Όταν οι ελληνικές δημοκρατίες κατελύθησαν από τους Ρωμαίους, θα μπορούσε κανείς να επαναλάβει τα λόγια του Ομήρου: «ο άνθρωπος που ρίχνεται στη δουλεία χάνει τη μισή του ψυχή». Όμως ο θάνατος ενός έθνους μοιάζει με τον θάνατο ενός ανθρώπου και γίνεται αντιληπτός με τον ίδιο τρόπο. Η ζωή εγκαταλείπει τον άνθρωπο

όταν η ψυχή εγκαταλείπει το σώμα του: ψυχή, για ένα έθνος είναι η θρησκεία του.  Ένα έθνος που απαρνήθηκε τους Θεούς του είναι ένα έθνος νεκρό. Αυτό συνέβη στην Ελλάδα κατά την επικράτηση του Χριστιανισμού.

     Αν και βασικά σωστή, βρίσκω την άποψη τού Λουίς Μενάρντ λίγο υπερβολική. Απ’ ό,τι φαίνεται οι λαοί έχουν πολύ μεγάλες δυνάμεις επιβίωσης. Αν ένας λαός χάσει τη γη του ή τη γλώσσα του ή τη θρησκεία του μπορεί να τα καταφέρει. Η απώλεια και των τριών όμως είναι μάλλον συντριπτική (εκτός πια αν μιλάμε για τους τσιγγάνους). Όμως υπάρχει κι ένας ακόμα πυλώνας – ήθη, έθιμα και θεσμοί. Το να ζήσει βέβαια καλά ένας λαός είναι κάτι άλλο από απλή επιβίωση.

    Αναγκασμένος να εκχριστιανιστεί, ο Ελληνισμός, έκανε ό,τι μπορούσε για να φιλτράρει και να εξελληνίσει το Δόγμα. Όμως ο χριστιανισμός τού έδωσε μια ταυτότητα που άφηνε βασικά κομμάτια του χαρακτήρα του απ’ έξω. Σαν να ποδέθηκε ένα στενό παπούτσι. Ήταν μια ταυτότητα λειψή. Καλή για υπηκόους αλλά όχι για ελεύθερους πολίτες.

    Η Ελληνική επανάσταση σωστά ονομάστηκε παλιγγενεσία. Αλλά ανέχθηκε τους κοτσαμπάσηδες και απέτυχε να τιθασσεύσει τη δύναμη της Εκκλησίας. Επιπλέον εισήγαγε το Ευρωπαϊκό πολιτικό σύστημα που ήταν ξένο προς τον χαρακτήρα του λαού. Γιατί στην Ελλάδα το κράτος ήταν εισαγόμενο εμπόρευμα. Κι αυτό ήταν το άλλο στενό παπούτσι.

    Ηττήθηκε μέσα από τη νίκη της και η παλιγγενεσία έμεινε λειψή. 200 χρόνια μετά, οι αποτυχίες της δεν μας αφήνουν να πάρουμε ανάσα.      

    Η σημερινή επονομαζόμενη κρίση είναι η στιγμή που η χώρα βρίσκεται μπρος σε μια απόφαση για ζωή ή για μια ύπαρξη στα όρια της επιβίωσης. Η ερώτηση που πρέπει να απαντήσει ο λαός της δεν είναι μέσα ή έξω απ’ το κοινό νόμισμα, μέσα ή έξω απ’ την Ευρώπη και τις αγορές της αλλά καπιταλισμός ή όχι. Κράτος και ανάθεση ή συμμετοχή. Δημοκρατία ή ολοκληρωτισμός.  Και το θεμελιακό πρόβλημα που έχει να λύσει είναι το θρησκευτικό. Με μια φράση, ν’ αποφασίσει σε τι Θεό πιστεύει. Είναι νανουριστές αυτοί που ασχολούνται αποκλειστικά με την οικονομία της.

    Όποιος δεν πιστεύει σε Θεό εύκολα καταλήγει να πιστεύει στο χρήμα. Η λαϊκή ρήση που το αποκαλεί σύγχρονο Θεό δεν κάνει λάθος. Έχει με το μέρος της το ένστικτο. Ο αδύναμος οικονομικά, που είναι υποταγμένος στο χρήμα παίζει στο γήπεδο του αντιπάλου. Του οικονομικά ισχυρού. Οι Ισλαμιστές χτύπησαν φλέβα! Εξ ου και ο φόβος και το μίσος που συγκεντρώνουν.

     Ο κατά πεποίθηση άθεος σήμερα, από την δυναμική των πραγμάτων, κάλλιστα μπορεί (και εν αγνοία του) να είναι ένας πιστός. Επομένως για αυτούς που θέλουν να πολεμήσουν για τον εαυτό τους και τον κόσμο απαιτείται μια αντίληψη που υπερβαίνει την ιστορική διάσταση μεταξύ υλισμού και ιερού. Η συζήτηση πρέπει να να ξαναρχίσει και να κατεβούμε ως τη ρίζα.

    Κουτσά στραβά ο Ελληνισμός, επιβίωσε για 2000 χρόνια  μέσα κι έξω από τον εαυτό του και το οφείλει ίσως σ’ ένα γερό κύτταρο. Αλλά ως εδώ ήτανε! Αν θέλει τώρα να ζήσει πρέπει να ανασυστήσει το Ιερό. Η αρχαία θρησκεία μοιάζει απόμακρη, και ο χριστιανισμός του δεν είναι επαρκής.

   

    Γη, γλώσσα, θρησκεία, πολιτισμός.  Αυτές είναι απώλειες που αν παραμείνουν βουβές, δεν περάσουν στην περιοχή του συνειδητού, δεν αφεθούν στη θλίψη, δεν διατυπωθούν με λόγο και δεν βρουν διέξοδο σε Tελετουργίες και στην Τέχνη οδηγούν σε τερατογενέσεις.

    Από κει και πέρα η αναδιατύπωση του Ιερού σε μια καινούργια γλώσσα είναι σήμερα, ανάγκη κάθε λαού κι όχι μόνο του ελληνικού. Αλλά γιαυτό θα χρειαζόταν ένας μεγάλος Μύστης.

    Προσφάτως ξανατέθηκε το ερώτημα αν το Βυζάντιο ήταν ελληνικό. Ο Στήβεν Ράνσιμαν έχει απαντήσει πως το Βυζάντιο ανήκει σ’αυτούς που τό ’κλαψαν. Αυτή η απάντηση όμως δεν μας λέει, τι  έκλαψαν σ’ αυτό? Γιατί το Βυζάντιο, εξελληνισμένο ιδιαίτερα προς το τέλος του όσο συρρικνωνόταν μέσα στην ελληνική χερσόνησο, απετέλεσε την αναφορά και την αναπλήρωση για τους Έλληνες υπόδουλους των Οθωμανών: μια μυθική ελληνική αυτοκρατορική Πορφύρα ενάντια στο Σουλτανικό σαρίκι. Τι μπορεί όμως να σημαίνει για εμάς που ψάχνουμε την ένθεη δημοκρατία, το κλειδί όλων των σύγχρονων αινιγμάτων? Μήπως πρέπει να πάρουμε το φιλοσοφικό καλαθάκι μας και, αναζητώντας έμπνευση και διδάγματα (παθήματα-μαθήματα), να διατρέξουμε προς τα πίσω την ιστορική μας διαδρομή και να επιμείνουμε εκεί, στη μακρινή μας νιότη και αρχή όπου όπως πάντα κρύβονται όλα?  

    Κι εγώ, ο πολιτικά δολοφονημένος, κάτοικος ενός κόσμου Σκιών, ονειρεύομαι να ξαναζήσω! Εγώ, ένα τίποτα, ονειρεύομαι να ξαναγίνω πολίτης!

    Οι Ιρλανδοί έχασαν τη γλώσσα τους. Παρ’ όλα αυτά μια γενιά  Ιρλανδών ποιητών και συγγραφέων που έγραψαν στα αγγλικά, ορκίστηκαν να κάνουν την υπόλοιπη αγγλόφωνη λογοτεχνία να μοιάζει επαρχιώτικη. Και για μια ολόκληρη περίοδο το πέτυχαν. Όμως η ουλή είναι ακόμα εκεί – και πονάει.

   

    Εμείς,εδώ, σε μια χώρα ποιητών, γνωρίζουμε καλύτερα την Παλαιά Διαθήκη και τους βίους των Αγίων από τους μεγάλους Τραγικούς μας ποιητές. Όπως …ευγενώς μας παραχωρήθηκε το ιερό βιβλίο ενός άλλου λαού για να το διδάσκουμε στα παιδιά, ευγενώς και μείς παραχωρήσαμε τους Τραγικούς στους ελληνιστές φιλόλογους ώστε να γίνουν παγκόσμιο κτήμα και να απαλλαγούμε απ’ αυτούς. Και να σκεφτεί κανείς ότι ίσως η πραγματική θρησκεία των Ελλήνων, πέρα από τα Ελευσίνεια και τις Μυστικές λατρείες, να ήταν η Τραγωδία και οι Ολύμπιοι Θεοί η μυθολογία τους! Αυτή άλλωστε δεν ήταν που ενοποιούσε την πόλη μέσα από τις τελετουργίες της και κατεδείκνυε τους Δαίμονές της?

                                                                                                                     Β.Η

Υ.Γ  Καταλαβαίνω ότι μ’ αυτό το κείμενο θα στενοχωρήσω κάποιους ανθρώπους καλής θέλησης, που έχουν εσωτερικότητα, που είναι χριστιανοί, που αγαπούν την Μεσαιωνική περίοδο του Ελληνισμού και που μες το Βυζάντιο βρίσκουν μια θαλπωρή. Που όπως κι εγώ, φτάνουν σ’ ένα ξωκκλήσι ή βρίσκουν λίγη πολυπόθητη ησυχία στο μισόφωτο ενός ναού, από τα σπάνια μέρη μες την πόλη που μπορείς να βρείς τη σιωπή.

   Μιλώ για πράγματα πολύ παλιά, είναι σαν να μην υπάρχει χρόνος. Όμως όλοι οι χαμένοι, όλοι οι νικημένοι της Ιστορίας πρέπει να μιλήσουν. Τώρα που σαρώνονται με τη σειρά τους από την πλημμυρίδα του χρήματος και της τεχνολογίας και σιγά –σιγά περνούν κι αυτοί στα «αζήτητα» της Ιστορίας, ίσως μπορέσουν να καταλάβουν και τον δικό μου πόνο.

    Στους δύσκολους καιρούς που περνάμε σαν κοινωνία, μια ειλικρινής και χωρίς περιστροφές αναγνώριση των όσων έγιναν κάποτε είναι νομίζω αναγκαία.

πηγή:

http://pyravlosypogeiwn.blogspot.gr/2015/06/blog-post_7.html

Δημοσιεύτηκε just now από τον χρήστη selana