διανόηση

Πέθανε ο Domenico Losurdo, φιλόσοφος και μαρξιστής

Εδώ δημοσιεύουμε τη μνήμη του Δικτύου των Κομμουνιστών και του Stefano G. Azzarà, ο οποίος σπούδασε και εργάστηκε με τον Losurdo.

Ο θάνατος του λόγιου, του ακαδημαϊκού, του συντρόφου Domenico Losurdo, είναι μια απώλεια που βαραίνει. Ειδικά σε μια ιστορική φάση, όπως αυτή στην οποία ζούμε, όπου οι λόγοι και οι αιτίες για την εναλλακτική λύση, την κοινωνική λύτρωση και την απελευθέρωση από την μισθωτή εργασία φαίνονται θολές και χαμένες κάτω από το βάρος και την προφανή διάχυση της αστικής επίθεσης.

Ο Losurdo ήταν ένας κομμουνιστής διανοούμενος με τα όλα του. Ο Losurdo υπήρξε ένας επιστήμονας της θεωρίας ο οποίος – ως υλιστής και, επομένως, ως αυθεντικός μαρξιστής – δεν έβγαλε ποτέ το καπέλο του μπροστά στις κυρίαρχες ιδεολογίες και τις γιγαντιαίες μορφές άσκησης και εντολής τους, επιβολής τους. Ποτέ μπανάλ, ποτέ κοινότυπος, ποτέ συνηθισμένος, ποτέ δογματικός, ποτέ ιμπρεσιονιστικός απέναντι στο κοινωνικό θέμα που μελέτησε, ερμήνευσε και, όταν είναι απαραίτητο, με σοφία απομυθοποίησε. Στο πλαίσιο αυτό, ο Domenico Losurdo συνέβαλε σημαντικά στη γενικότερη διαδικασία της κριτικής του φιλελευθερισμού σε όλες τις ποικίλες παραστάσεις του και του καπιταλισμού. Από τη φιλοσοφική και την ιστορική πλευρά η μελέτη και η αυστηρή έρευνα του Losurdo συνέβαλαν στην διάλυση, στην αποδόμηση κάποιων (ισχυρών) καπιταλιστικών αφηγήσεων πάνω σε θέματα και κομβικά σημεία θεμελιώδους σημασίας όχι μόνο για να κομματιάσει, να αποσυνθέσει το ιδεολογικό σύστημα της κυρίαρχης σκέψης αλλά και για να διατηρήσει ανοικτό – επάνω σε όλο το τόξο των αντιθέσεων – τον δρόμο της κοινωνικής αλλαγής, της εναλλακτικής στο σύστημα και του σοσιαλισμού.

Στα κείμενά του, η προσπάθεια, η ώθηση για αλλαγή και στην ανάγκη για επαναστατική ρήξη είναι πάντα παρούσα χωρίς να ξεχνά ποτέ την ιστορία, την εποποιία, αλλά και την ανάγκη μια ισορροπίας του διεθνούς κομμουνιστικού κινήματος και μερικών από τους μεγάλους εκφραστές του που σημάδεψαν, σε κάθε περίπτωση, την σύγχρονη εποχή μας.

Τα έργα που έχει συντάξει και η μελέτη που συσσωρεύτηκε εδώ και δεκαετίες, είναι τεράστια, τόσο στην Ιταλία όσο και σε άλλες χώρες. Δεν είναι τυχαίο το γεγονός ότι ο Domenico Losurdo εκτιμήθηκε και από εκείνους που, αν και από θεωρητικές θέσεις μακρινές από τον μαρξισμό, αναγνώριζαν την ποιότητα και τη σοβαρότητα της ιδεολογικής και πνευματικής συμβολής του Domenico.

Τώρα είναι η στιγμή του πένθους και των συλλυπητηρίων αλλά θα επιστρέψουμε, με πιο συστηματικό τρόπο, στην συμβολή που επεξεργάστηκε ο Losurdo με την ελπίδα να διατηρηθεί ζωντανή η «μάχη των ιδεών» και ο σε βάθος αγώνας ενάντια σε κάθε προσπάθεια επιβεβαίωσης του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής ως «τέλος της ιστορίας».

Rete dei Comunisti Δίκτυο Κομουνιστών

*****

Από την συνέντευξη που κλείνει το βιβλίο μου “L”humanité commune: Dialectique hégélienne, critique du libéralisme et reconstruction du matérialisme historique chez Domenico Losurdo” (Delga, Paris 2012).

Ευχαριστώ για όλα.
_________________

Azzarà. Πώς αυτή η θεωρητική αδυναμία επάνω στο κράτος επηρεάζει την κατάσταση της σημερινής αριστεράς; Η Ευρώπη έρχεται αντιμέτωπη σήμερα με επιβλητικούς μετασχηματισμούς που αλλάζουν το πρόσωπο του κόσμου. Οι μετασχηματισμοί αυτοί αφορούν τις διεθνείς ισορροπίες δυνάμεων σε πολιτικό και οικονομικό επίπεδο, αλλά και την ισορροπία μεταξύ Κράτους και αγοράς, τη φύση της δημοκρατίας, τις μεγάλες μεταναστεύσεις. Η αριστερά δεν φαίνεται να έχει σήμερα ούτε ιδέες, ούτε πολιτικές προοπτικές.

Losurdo. Με την κρίση πρώτα και μετά με την κατάρρευση του «υπαρκτού σοσιαλισμού», στη Δύση και στην Ιταλία ειδικότερα, η αριστερά έχασε κάθε πραγματική αυτονομία. Σε ιστορικό επίπεδο ουσιαστικά συνήγαγε από τους νικητές την ιστορική αξιολόγηση του εικοστού αιώνα. Δύο είναι τα κεντρικά σημεία αυτής της εκτίμησης: για ένα μεγάλο μέρος της ιστορίας της, η σοβιετική Ρωσία είναι η χώρα της φρίκης και ακόμη και της εγκληματικής τρέλας. Όσον αφορά την Κίνα, η τεράστια οικονομική ανάπτυξη που σημειώθηκε από τα τέλη της δεκαετίας του ’70 δεν έχει καμία σχέση με τον σοσιαλισμό, αλλά μπορεί να εξηγηθεί μόνο από τη μετατροπή της μεγάλης ασιατικής χώρας στον καπιταλισμό. Ξεκινώντας από αυτούς τους δύο ακρογωνιαίους λίθους, κάθε προσπάθεια να οικοδομηθεί μια μετα-καπιταλιστική κοινωνία γίνεται αντικείμενο ολικής κατεδάφισης ή ακόμη και ποινικοποίησης, και η μοναδική πιθανή σωτηρία έγκειται στην υπεράσπιση ή την αποκατάσταση του καπιταλισμού. Είναι παράδοξο, αλλά ακόμη και με αποχρώσεις και μερικές φορές κρίσεις- αξιολογήσεις και απόψεις διαφορετικές, αυτή η εκτίμηση συχνά προσυπογράφεται από την αριστερά, συμπεριλαμβανομένης της «ριζοσπαστικής».
Ακόμη πιο σοβαρή είναι η υποτέλεια την οποία δείχνει η αριστερά πιο συγκεκριμένα σε θεωρητικό επίπεδο. Αναλύοντας τη μεγάλη ιστορική κρίση που αναπτύσσεται στον εικοστό αιώνα, η κυρίαρχη ιδεολογία προσεκτικά αποφεύγει να μιλάει για καπιταλισμό, σοσιαλισμό, αποικιοκρατία, ιμπεριαλισμό, μιλιταρισμό. Αυτές οι κατηγορίες θεωρούνται υπερβολικά χυδαίες. Οι τρομερές συγκρούσεις και οι τραγωδίες του Εικοστού αιώνα αντιθέτως ερμηνεύονται με την εμφάνιση «πολιτικών θρησκειών» («Voegelin»), «ιδεολογιών» και «ολοκληρωτικών μορφών σκέψης» (Bracher), «φιλοσοφικού absolutism» ήτοι «επιστημολογικού ολοκληρωτισμού» «(Kelsen), της αξίωσης του  »ολικού οράματος» και της « ολικής γνώσης » που ήδη στον Μαρξ παράγει τον  »φανατισμό της βεβαιότητας» (Jaspers), της « αξίωσης ολικής εγκυρότητας » που προωθήθηκε από τις ιδεολογίες του εικοστού αιώνα (Arendt).

Αν αυτή είναι η προέλευση της ασθένειας του εικοστού αιώνα, το φάρμακο είναι έτοιμο: αρκεί μια ένεση «αδύναμης σκέψης», «σχετικισμού» και «μηδενισμού» (σκέφτομαι τον Vattimo της δεκαετίας του 80). Με τον τρόπο αυτό, όχι μόνο η αριστερή συνεισφέρει σημαντικά στην κατάργηση των θεμελιωδών κεφαλαίων της ιστορίας: οι σφαγές και οι αποικιακές γενοκτονίες θεωρητικοποιήθηκαν ήσυχα και τέθηκαν σε εφαρμογή σε μια περίοδο που ο φιλελευθερισμός συνδυάστηκε συχνά με τον εμπειρισμό και την προβληματική, ακόμη και πριν από την έλευση της δυνατής σκέψης του δέκατου ένατου αιώνα, ο πρώτος παγκόσμιος πόλεμος επέβαλε με τον τρόμο σε ολόκληρο τον ενήλικο αρσενικό πληθυσμό την διαθεσιμότητα και την ετοιμότητα να σκοτώσει και να σκοτωθεί.

Επιπλέον, ο Nietzsche συχνά γιορτάζεται ως κατ ‘εξοχήν ιατρός της ασθένειας του εικοστού αιώνα, στον οποίον αποδίδεται ο έπαινος ότι είχε αντιταχθεί σε «ένα ψεύδος που διαρκεί εδώ και χιλιετίες» και προσθέτει: «Ανακάλυψα εγώ πρώτος την αλήθεια, ακριβώς επειδή αισθάνθηκα πρώτος το ψέμα ως ψέμα, το μυρίστηκα » (Ecce homo, Γιατί είμαι ένα πεπρωμένο, 1). Η ιδέα της αλήθειας είναι τόσο εμφατική, ώστε όσοι είναι απρόθυμοι να την δεχτούν πρέπει να θεωρηθούν παράφοροι, τρελοί: ναι, πρέπει να τελειώνουμε με τις «πνευματικές ασθένειες» και με το «ψυχιατρείο ολόκληρων χιλιετιών» (The Antichrist, § 38). Από την άλλη πλευρά, ο υποτιθέμενος πρωταθλητής της «αδύναμης σκέψης» και του «σχετικισμού» δεν διστάζει να ξεστομίζει συνθήματα τελεσίγραφα: υπεράσπιση της δουλείας ως αναπόφευκτη θεμελίωση του πολιτισμού, «εξόντωση εκατομμυρίων malriusciti, αποτυχημένων», «εξόντωση των παρακμιακών φυλών»! Η θεωρητική και πολιτική πλατφόρμα που πρότεινε στον καιρό του ο Vattimo – αλλά που ο ίδιος ο Vattimo φαίνεται να αμφισβητεί σήμερα – μου φαίνεται ανυπόστατη από κάθε άποψη.
Άλλα ρεύματα δεσπόζουσας σκέψης δείχνουν την θεραπεία για τις τραγωδίες του Εικοστού αιώνα, όχι πλέον στον σχετικισμό, αλλά, αντίθετα, στην ανάκτηση της σταθερότητας των ηθικών κανόνων, που θυσιάστηκαν από κομμουνιστές και ναζιστές στο βωμό του μακιαβελισμού και της Realpolitik (Aron και Bobbio) ήτοι της φιλοσοφίας της ιστορίας και της υποτιθέμενης ιστορικής αναγκαιότητας (Βerlin και Arendt).

Στην αριστερά και στην ίδια την ριζοσπαστική αριστερά (σκεφτείτε την «Αυτοκρατορία» των Hardt και Negri) έχει γίνει σημείο αναφοράς κυρίως η Arendt. Έχει αφαιρεθεί ή καταγράφεται η κατεδάφιση στην οποία αυτή προχωρά του Μαρξ και της γαλλικής επανάστασης με το εορτασμό που συνδέεται με την αμερικανική επανάσταση (και το συνακόλουθο έμμεσο φόρο τιμής στον γενεαλογικό μύθο που μεταμορφώνει τις ΗΠΑ ως «αυτοκρατορία για την ελευθερία», σύμφωνα με τον αγαπητό ορισμό του Jefferson , ο οποίος ήταν επίσης ιδιοκτήτης σκλάβων). Σε αυτή την περίπτωση, ακόμα πιο εκκωφαντική είναι η σιωπή της αποικιοκρατικής και ιμπεριαλιστικής παράδοσης πίσω από τις τραγωδίες του εικοστού αιώνα. Η Arendt καταδικάζει την ιδέα της ιστορικής αναγκαιότητας στη γαλλική επανάσταση και ιδιαίτερα στον Μαρξ και στο κομμουνιστικό κίνημα, αλλά ξεχνά ότι το κομμουνιστικό κίνημα δημιουργήθηκε κατά τη διάρκεια του αγώνα ενάντια στην θέση του αναπόφευκτου και θεόσταλτου χαρακτήρα της υποταγής και κάποιες φορές της εξόντωσης των «κατώτερων φυλών» από πλευράς Δύσης, δημιουργήθηκε κατά τη διάρκεια του αγώνα ενάντια στο » κόμμα του πεπρωμένου «, σύμφωνα με τον αγαπητό χαρακτηρισμό του Hobson, του άγγλου κριτικού του ιμπεριαλισμού, που διαβάστηκε και εκτιμήθηκε από τον Λένιν.

Η Arendt αντιπαραθέτει αρνητικά την γαλλική επανάσταση, που αναπτύχθηκε με την ιδέα της ιστορικής αναγκαιότητας, στην αμερικανική επανάσταση, η οποία θριαμβεύει κάτω από το έμβλημα της ιδέας της ελευθερίας. Στην πραγματικότητα, η ιδέα της ιστορικής αναγκαιότητας ενεργεί με διάφορους τρόπους και στις δύο επαναστάσεις: αν στη Γαλλία η χειραφέτηση των σκλάβων θεωρείται αναπόφευκτη, που είναι, η οποία στην πραγματικότητα επιβάλλεται από τη Σύμβαση των ιακωβίνων, στις ΗΠΑ το μότο του Manifest Destiny καθαγιάζει την κατάκτηση της Δύσης, ασταμάτητη, παρά την απροθυμία και την αντίσταση των ερυθρόδερμων, οι οποίοι ήδη στα μάτια του Φράνκλιν προορίζονται από την «Θεία Πρόνοια» να σαρωθούν.
Η Arendt πεθαίνει το 1975, όχι ακόμη εβδομήντα ετών. Σε αυτό το πρώιμο θάνατο υπάρχει ένα παράδοξο στοιχείο τύχης στο φιλοσοφικό επίπεδο. Μόνο αργότερα παρεμβαίνουν οι ιστορικές εξελίξεις που παραποιούν πλήρως τη θεωρητική πλατφόρμα της φιλόσοφου που έφυγε: αρχίζοντας από την προεδρία Ρήγκαν, είναι ακριβώς οι Ηνωμένες Πολιτείες που κραδαίνουν τη σημαία της φιλοσοφίας της ιστορίας εναντίον της ΕΣΣΔ και των χωρών που αναφέρονται στον κομμουνισμό, που προορίζονται να καταλήξουν στα «σκουπίδια της ιστορίας» και για να έρθουμε στις μέρες μας το διακηρύττουν ο Ομπάμα και η Χίλαρι Κλίντον «από την λάθος πλευρά της ιστορίας». Μακροχρόνιοι αλλά λιγότερο τυχεροί στο φιλοσοφικό επίπεδο είναι οι απόγονοι της Arendt, οι οποίοι συνεχίζουν να επαναλαμβάνουν το παλιό παιδικό τραγουδάκι, χωρίς να αντιληφθούν τη ριζική ανατροπή των θέσεων που συνέβησαν εν τω μεταξύ σε παγκόσμιο επίπεδο.
Υποταγμένη στο επίπεδο της ιστορικής αξιολόγησης καθώς και των φιλοσοφικών κατηγοριών, η αριστερά (συμπεριλαμβανομένης της ριζοσπαστικής) είναι προφανώς ανίκανη να προχωρήσει σε μια «συγκεκριμένη ανάλυση της συγκεκριμένης κατάστασης». Ακόμη περισσότερο, αν έχουμε κατά νου ότι στην θεωτητική-πολιτική καταστροφή συνέβαλε περαιτέρω μια άθλια κίνηση, αυτή που αντιπαραθέτει αρνητικά τον «ανατολικό μαρξισμό» στον «δυτικό μαρξισμό». Πίσω από αυτή την κίνηση δρα μια μακρά και δυσάρεστη παράδοση.

Στην Ιταλία, αμέσως μετά την επανάσταση του οκτωβρίου, ο Filippo Turati, ο οποίος συνεχίζει να επαγγέλεται τον μαρξισμό, δεν μπορεί να δει στα Σοβιέτ τίποτε άλλο παρά την πολιτική έκφραση μιας βαρβαρικής «ορδής» (ξένης και εχθρικής προς τη Δύση) ). Από τη δεκαετία ’70 του περασμένου αιώνα, η απόκλιση ανάμεσα στους ανατολικούς μαρξιστές και τους δυτικούς μαρξιστές είδε να αντιπαρατίθενται από την μια τους μαρξιστές που ασκούν την εξουσία και από την άλλη τους μαρξιστές που βρίσκονται στην αντιπολίτευση και οι οποίοι επικεντρώνονται όλο και περισσότερο στην «κριτική θεωρία», στην «αποδόμηση» ή μάλλον στην καταγγελία της εξουσίας και των σχέσεων εξουσίας ως τέτοιες, και που προοδευτικά στην απομάκρυνση τους από την εξουσία και από τον αγώνα για την εξουσία θεωρούν ότι αναγνωρίζουν την προνομιούχα προϋπόθεση για την ανακάλυψη του «αυθεντικού» μαρξισμού.

Είναι μια τάση που σήμερα φτάνει στο αποκορύφωμά της στη διατριβή-θέση που διατύπωσε ο Holloway, σύμφωνα με την οποία το πραγματικό πρόβλημα είναι «να αλλάξουμε τον κόσμο χωρίς να πάρουμε την εξουσία»! Ξεκινώντας από αυτές τις προϋποθέσεις, τι μπορεί κανείς να καταλάβει για ένα κόμμα όπως το κινεζικό κομμουνιστικό Κόμμα που, με τη διαχείριση της εξουσίας σε μια χώρα-ήπειρο, την απελευθερώνει από την οικονομική εξάρτηση (καθώς και από την πολιτική), από την υπανάπτυξη και τη μαζική δυστυχία- μιζέρια, κλείνει τον μακρύ ιστορικό κύκλο χαρακτηριζόμενο από την υποταγή και την εξόντωση των μη ευρωπαϊκών πολιτισμών από την αποικιοκρατική και ιμπεριαλιστική Δύση, δηλώνοντας ταυτόχρονα ότι όλο αυτό είναι μόνο το πρώτο βήμα σε μια μακρά διαδικασία οικοδόμησης μιας μετα-καπιταλιστικής κοινωνίας ;

* από το Facebook

 – © Αναπαραγωγή δυνατή κατόπιν ρητής συναίνεσης της σύνταξης του CONTROPIANO

Τελευταία μετατροπή: STAMPA

ανατρεπτική τέχνη, arte ribelle

Ο δικός μας, νεαρός, Marx

του Salvatore Prinzi

Μόλις έγινε 200 χρόνων, αλλά για κάποιους είναι ακόμα νέος. Σίγουρα για τον Raoul Peck, του οποίου η ταινία για τον νεαρό Καρλ Μαρξ ξεχωρίζει αυτή τη στιγμή, μέσα στην πλημμύρα των άρθρων της σειράς και ακαδημαϊκών διασκέψεων, ως το καλύτερο αφιέρωμα στον γερμανό φιλόσοφο και επαναστάτη. Λέω «το καλύτερο», γιατί η ταινία όχι μόνο μας επιτρέπει να διαδώσουμε την φιγούρα και το έργο, αλλά και να παθιαστούμε, να βρούμε ξανά έναν πιο δικό μας Μαρξ, να οδηγηθούμε σε κάποια σκέψη γενικότερου χαρακτήρα, να πάρουμε κουράγιο και να δράσουμε. Δεν είναι λίγο, αυτούς τους καιρούς. Αλλά ας δούμε καλύτερα.

Η ιδέα και η πραγματοποίηση

Παραδέχομαι ότι η είδηση μιας ταινίας για τον Μαρξ μου έφερε τρεμούλα. Ο Μάρξ δεν είναι Γκεβάρα και ούτε καν Λένιν, δεν πυροβολεί και δεν αγορεύει ξεσηκώνοντας τα πλήθη από ένα τεθωρακισμένο, είναι δύσκολο να μεταφερθούν οι ιδέες του από κινηματογραφική άποψη, η περιπέτεια της ζωής του, περισσότερο συνδεδεμένη με διανοητικές διαμάχες παρά με επικές στιγμές. Δύο δυνατότητες: είτε ένα σύννεφο από σκόνη θέσεων, υπερδιδακτικό και βαρετό, ή κάποια μεταμοντέρνα εύρεση-έμπνευση για να μετατραπεί σε κάτι εμπορικά ευχάριστο. Από την άλλη πλευρά, έλεγα στον εαυτό μου, δεν είναι τυχαίο ότι μέσα σε εκατό χρόνια ιστορίας κινηματογράφου δεν υπήρξε ποτέ μια ταινία για ένα τόσο διάσημο υποκείμενο: δεν λειτουργεί. Ο Peck επιλύει επιδέξια το πρόβλημα με επίκεντρο τον νεαρό Μαρξ, ο οποίος μόλις μέσα σε πέντε χρόνια αλλάζει τέσσερις χώρες, δραπετεύει από άλλες τόσες αστυνομικές δυνάμεις, συναντά όλους τους πιο τρελούς επαναστάτες της εποχής, περνά από μια ευκατάστατη ζωή στη μιζέρια, φέρνει στον κόσμο ποικίλες κόρες, ιδρύει ένα »κόμμα» … με λίγα λόγια, η περιπέτεια δεν λείπει. Και ενώ οι σκηνές ακολουθούν η μία την άλλη η έκπληξη γίνεται: πώς είναι δυνατόν κανείς να μην έχει φτιάξει πριν, την ταινία; Να, όταν ένας δημιουργός κάνει να φαίνεται φυσικό κάτι που φαινόταν αδύνατο, κάνει να φαίνεται απαραίτητο κάτι που έλειπε μέχρι εκείνη την στιγμή, σημαίνει ότι η επιχείρηση επέτυχε.

Αλλά, πέρα από την ιδέα, υπάρχει η τεχνική πραγματοποίηση. Που είναι θεμελιώδης, γιατί οι σχέσεις μας με τις ιδέες είναι επίσης σχέσεις με τις ιστορίες, τις εικόνες, τα συναισθήματα που μας εμπνέουν. Και μια ταινία για τον Μαρξ που είναι χάλια είναι πιο ανησυχητική από μια ταινία που είναι απλώς χάλια. Ο Peck είχε ξεχωρίσει πριν από δύο χρόνια για ένα όμορφο ντοκιμαντέρ για τον James Baldwin, δεν είμαι ο νέγρος σας,  I’m not your negro, πολύ έγκυρο και άξιο από πολιτική άποψη, στην επιλογή των συνεντεύξεων, στην επιμέλεια και το μοντάζ, στο soundtrack, αλλά ακριβώς: ένα ντοκιμαντέρ. Μια ταινία είναι ένα άλλο πράγμα, αν είναι και «ιστορική» απαιτεί μεγάλη παραγωγή. Και εδώ δεν υπάρχουν αμερικανοί. Αντίθετα, μια άλλη έκπληξη: τα περιποιημένα κοστούμια και οι εσωτερικοί χώροι, οι πολύ καλές σκηνογραφίες, οι καλλιεργημένες εικονογραφικές παραπομπές, η φωτογραφία που καταφέρνει να δώσει τον σωστό τόνο σε κάθε εννοιολογική διασταύρωση. Φυσικά, δεν είναι μια colossal, καμία μαζική σκηνή, τα γυρίσματα, οι λήψεις παραμένουν σφιχτές, αλλά οι οικονομίες δεν παρατηρούνται, επειδή το μοντάζ είναι δυναμικό, οι ηθοποιοί εκφραστικοί, το σενάριο επίμονο, έχει ρυθμό, πιέζει. Ναι, το σενάριο: γράφτηκε από τον Pascal Bonitzer, πτυχιούχο της φιλοσοφίας, ιστορικό συνεργάτη των Cahiers du cinéma, σίγουρα δεν είναι ο τελευταίος αφιχθείς λόγω της γνώσης του θέματος και του υποκειμένου. Και όντως η ιστορία δεν ψεύδεται, ούτε στην βιογραφία του Μαρξ ούτε στις έννοιές του, που εισήχθησαν κυρίως μέσα στους διάλογους με τους άλλους επαναστάτες. Αλλά πάνω απ ‘όλα, παρά το λίγα διδακτικά περάσματα, κρατά το ρυθμό, και θέλεις να μάθεις πώς τελειώνει ακόμα κι αν ήδη το γνωρίζεις. Δεν είναι εύκολο να ενθουσιάσεις χωρίς να μπορείς να παίξεις το τελευταίο σου χαρτί έχοντας αποτέλεσμα!

Ο Μαρξ που προκύπτει απ’ την ταινία και η επίδραση στο κοινό

Ο ρυθμός δίνεται επίσης από την αναγνώριση, την ταυτοποίηση, από την συμφωνία των χαρακτήρων με τον κόσμο του θεατή. Ο Μαρξ που τέθηκε στην οθόνη δεν είναι το μνημείο, ο γενειοφόρος άρχοντας της κλασσικής εικονογραφίας: είναι ένας νέος, ανήσυχος, αντικομφορμιστής, που γυρνά σε όλη την Ευρώπη, κάνει σεξ, υποβάλλεται σε συνεντεύξεις εργασίας, πληρώνεται καθυστερημένα, χαίρεται για ένα καλό γεύμα . Είναι ένας Μαρξ ανθρώπινος, ακατάστατος και λαμπρός, που δεν σέβεται την εξουσία, τις αρχές, ακόμη και εκείνη των ευγενών πατέρων του σοσιαλιστικού κινήματος, που κινείται σε έναν 19ο αιώνα τόσο παρόμοιο με την εποχή μας, εκείνον της επισφαλούς εργασίας, των συνοριακών ελέγχων, της ιδεολογικής σύγχυσης . Μια φιγούρα και ένας κόσμος, εν συντομία, όπου το κοινό μπορεί να αναγνωρίσει τον εαυτό του – με όλα αυτά που μπορούν να επακολουθήσουν …

Εδώ θα πρέπει να αναφερθεί και η πολυγλωσσία της ταινίας: στο αρχικό κείμενο οι πρωταγωνιστές περνούν συνεχώς από τα γερμανικά στα γαλλικά στα αγγλικά, ανάλογα με τους τόπους όπου βρίσκονται, ανάλογα με τις αποχρώσεις του νοήματος που θέλουν να επικοινωνήσουν. Δεν είναι απλώς ένα τέχνασμα για να γίνει η σκηνογραφία πιο λαμπρή, ούτε υπάρχει η βούληση να ξαναχτιστεί φιλολογικά η ζωή του Μαρξ και του περιβάλλοντός του, del suo entourage, αλλά ένα στρατήγημα για να αγγιχτούν κάποιες χορδές στη γενιά Erasmus, η οποία μεγάλωσε κατά κάποιο τρόπο με μια συνείδηση ευρωπαϊκή, η οποία σε αυτά τα είκοσι χρόνια έχει πηδήξει από χώρα σε χώρα, αναμιγνύοντας τις γλώσσες, προσαρμόζοντάς τες στον εκφραστικό σκοπό. Ο Μαρξ, ο Ένγκελς και σύντροφοι και συνεργάτες, είναι οι ήρωες της πρώτης παγκοσμιοποίησης – και όχι συμπτωματικά ο Peck αναφέρει τις πρώτες σελίδες του Μανιφέστο για την παγκόσμια αγορά – που μιλούν στα παιδιά της τελευταίας παγκοσμιοποίησης χωρίς μεσάζοντες, μιλούν σαν κι αυτούς. Tο πλέγμα των γλωσσών γίνεται έτσι μια αναφορά, μια παραπομπή στον προλεταριακό διεθνισμό, ακόμη πιο αναγκαίο σήμερα.

Υπάρχουν όμως και άλλα δύο στοιχεία που λειτουργούν ως γέφυρα μεταξύ του κόσμου της ταινίας και του δικού μας. Το πρώτο: η προσοχή του Peck προς το ρόλο των γυναικών. Η φιγούρα της Jenny von Westphalen, της συζύγου του Μαρξ, καθώς και εκείνη της Mary Burns, συντρόφου του Engels, επιστρέφονται με όλη τους την ιστορική σημασία. Jenny και Mary είναι γυναίκες που επιλέγουν να χειραφετηθούν από την μοίρα που προβλέπεται για αυτές: η πρώτη τα σπάζει με την αριστοκρατική οικογένεια της, στρατεύεται, εργάζεται στο πλευρό των Μαρξ και Ένγκελς στη σύνταξη του Μανιφέστο, η Μαry αγωνίζεται στο εργοστάσιο, συνοδεύει τον Ένγκελς στις περιοχές της εργατικής τάξης για να καταρτίσει την πρώτη έρευνα σχετικά με τις κοινωνικές τάξεις, απορρίπτει το γάμο ως αστική σύμβαση. Οι φιγούρες τους αντιτίθενται με εκείνη της συζύγου του Arnold Ruge, που αντιθέτως υπηρετεί προσεκτικά το σύζυγό της και τον φιλοξενούμενο, συζητά όπως θα περίμενε κανείς, σύμφωνα με τις συμβάσεις, εκφράζοντας την αλήθεια της μπουρζουάδικης ύπαρξης τους, εκείνη την αλήθεια που ο Ruge κρύβει πίσω από μεγάλες και ασαφείς- άσκοπες διακηρύξεις υπέρ του σοσιαλισμού. Εάν η κατάσταση της γυναίκας είναι ο δείκτης επάνω στον οποίο θα μετρηθεί η πρόοδος μιας κοινωνίας πέρα από αυτό που λέει για τον εαυτό της, η Jenny και η Mary είναι η αλήθεια του Karl και του Friedrich, της προσπάθειάς τους να ξεσηκώσουν πραγματικά, να επαναστατήσουν τον κόσμο και τον εαυτό τους.

Ο κόσμος και αυτοί οι ίδιοι: αυτό είναι ένα άλλο στοιχείο που λειτουργεί ως γέφυρα μεταξύ των νέων στην οθόνη και των νέων στο ακροατήριο, στην πλατεία. Ο Peck μας δείχνει τον Μαρξ θύμα της αστυνομικής αλαζονείας- θρασύτητας, έναν κουρασμένο και πεινασμένο Μαρξ, με τους πιστωτές στην πόρτα, τον Μαρξ που τα έσπασε με τον καθωσπρέπει κόσμο, στον οποίο, με το ταλέντο του και την κατάρτιση του, θα μπορούσε άνετα να τακτοποιηθεί. Ο Peck μας υπενθυμίζει, δηλαδή, πως το να κάνεις πολιτική από την πλευρά της εκμεταλλευόμενων είναι μια ηθική επιλογή, η οποία καλύπτει όλη την συμπεριφορά και τον άνθρωπο, που μπορεί μια μέρα να πληρώσεις γι αυτήν, να έχεις συνέπειες, ακόμη και σκληρές, δεν μπαίνεις στα καλά σαλόνια με αυτήν, αλλά εκδιώκεσαι, λόγω αυτής μπορεί να μην γίνεις αγαπητός, αλλά περιφρονημένος και χλευασμένος από εκείνους τους λίγους που όμως κρατούν τα κλειδιά της γενικής άποψης και γνώμης. Το να είσαι κομμουνιστής δεν είναι μια ευχάριστη βόλτα, δεν είναι κάτι που στέκεται δίπλα σε άλλες επιλογές, μια προτίμηση, είναι μια επιλογή ζωής. Και εδώ ο δέκατος ένατος αιώνας πέφτει μέσα στο σήμερα δίχως διαμεσολαβήσεις: μετά από μια μακρά παρένθεση κατά την οποία το να είσαι κομμουνιστής δεν απαιτούσε να τροποποιήσεις, να μεταβάλλεις την ύπαρξη, αντιθέτως μπορούσε και να ανοίξει κάποιες πόρτες, να διευκολύνει μια καριέρα, έχουμε επιστρέψει στο έτος μηδέν, στον στιγματισμό, στο κυνήγι του εξτρεμιστή. Σαν να ήθελε να μας προειδοποιήσει η ταινία: αν ξεκινήσεις σήμερα, μην περιμένεις κάτι διαφορετικό από αυτό. Αλλά, ακριβώς για αυτό, επέλεξε να ξεκινήσεις.

Τους προβληματισμούς, τους στοχασμούς που μας επιτρέπει

Φτάνουμε εδώ στο πολιτικό ζουμί της ταινίας και στις πιθανές θεωρητικές και πρακτικές της καταβυθίσεις-στοχασμούς. Εδώ πιστεύω ότι η αξία του Peck δεν είναι τόσο να προσφέρει ένα είδος καινοτόμου ερμηνείας του Μαρξ, αλλά το ότι ανακτά τη δύναμη της πρωτότυπης-αυθεντικής του συμπεριφοράς-κίνησης την ώρα που ελευθερώνει κάποια κατακάθια που παρεμποδίζουν σήμερα τη δράση. Όπως και στην αρχαιολογία, όταν ξεθάβεις το αρχαίο οδηγείς σε μια νέα ανακάλυψη.

Ποια ανακάλυψη, για παράδειγμα; Αυτή πως το προλεταριάτο είναι με δυσκολία μια τάξη, πως είναι μάλλον μια διασπασμένη μάζα που αποτελείται από εκβιασμένους ανθρώπους, γεμάτους άγνοια, ζήλιες, όχι πιο ηρωική από άλλες. Η ταινία ανοίγει ακριβώς επάνω στη βία των αρχουσών τάξεων: η επίθεση της αστυνομίας σε ένα δάσος όπου άθλιοι συλλέκτες ξύλου «κλέβουν» τα ξηρά κλαδιά. Η δυστυχισμένοι το σκαν, ποδοπατούν ο ένας στον άλλο, δεν αρπάζουν τις πέτρες, δεν αντιστέκονται. Σφαγιάζονται. Ίδιο σκηνικό στη σύγχρονη Μάντσεστερ: οι εργάτριες διαμαρτύρονται επειδή μια από αυτές έχει χάσει δύο δάχτυλα στα μηχανήματα, η Μαry μπαίνει μπροστά και καταγγέλει τις συνθήκες εργασίας, ο πατέρας του Ένγκελς την απολύει: κανείς δεν την υπερασπίζεται, όλες σκύβουν το κεφάλι. Πού είναι η σημασία αυτών των σκηνών; Κατ ‘αρχάς στο ότι μας υπενθυμίζει, σε εμάς που σήμερα έχουμε την τάση να σκεφτόμαστε «μια φορά ναι οι άνθρωποι αγωνίζονταν, σήμερα αντιθέτως …», και ως εκ τούτου θλιβόμαστε, είναι καταθλιπτικό, νιώθουμε ότι ζούμε σαν κατώτεροι σε σύγκριση με ένα μυθικό παρελθόν, και ως εκ τούτου μας συμβαίνει να αποδεχόμαστε το άθλιο παρόν, που όχι, δεν είναι αλήθεια, κάποτε ήταν όπως τώρα, οι άνθρωποι χαμήλωναν το κεφάλι, και μόνο με αντίτιμο θυσίες, αγώνες, επίπονη συσσώρευση εμπειριών και ιστορίας, το προλεταριάτο κατάφερε να γίνει μια τάξη ικανή για χειρονομίες αυτές ναι ηρωικές όπως η Κομμούνα ή οι εργατικές εξεγέρσεις της κόκκινης διετίας.

Ο Peck αφαιρεί αμέσως κάθε ψευδαίσθηση σχετικά με τη φυσική καλοσύνη ή ελευθερία του ανθρώπου – ο κομμουνισμός δεν είναι ένας ιδεαλισμός, είναι ένας υλισμός: η καλοσύνη και η ελευθερία είναι ιστορικά κατασκευασμένες έννοιες και κοινωνικά παραγόμενες πρακτικές. Οι άνθρωποι συμπεριφέρονται καλά αν τεθούν σε θέση να το πράξουν, οι εργαζόμενοι αγωνίζονται εάν τεθούν ή τίθενται στη κατάσταση να το πράξουν. Ποια είναι αυτή η θέση, η κατάσταση, αυτή η προϋπόθεση; Η ενότητα, ως εκ τούτου η συνείδηση της συμμετοχής σε μιαν ίδια τάξη, και η οργάνωση, που συμπληρώνει το ένστικτο, εκείνο το ένστικτο που στην ταινία οδηγεί τις εργάτριες να σαμποτάρουν τα μηχανήματα ή τους οικοδόμους να βοηθήσουν τον Καρλ και τον Φρίντριχ στη διαφυγή τους από την αστυνομία , αλλά αυτό από μόνο του δεν αρκεί για να γίνει μια πραγματική δύναμη.

Σύγκρουση και οργάνωση: αυτό είναι το θεωρητικό νήμα που ακολουθεί ο Peck από την αρχή της ταινίας μέχρι την κορυφαία σκηνή. Εκείνη στην οποία ο Μαρξ και ο Ένγκελς κυριαρχούν- επιβάλλονται στο Κογκρέσο της Ένωσης των Δικαίων, και αλλάζοντας το όνομά της σε Ένωση των Κομμουνιστών και αλλάζοντας το σύνθημά της, που περνάει από ένα γενικό «Όλοι οι άνθρωποι είναι αδέλφια» στο διάσημο «Προλετάριοι όλου του κόσμου ενωθείτε ». Σε αυτή την κίνηση ο Peck αναγνωρίζει το γεγονός της γέννησης της σύγχρονης αριστεράς: από δίκαιοι σε κομμουνιστές, από ένα ηθικό στοιχείο-δεδομένο, ατομικό, σε ένα δεδομένο υλικό, συλλογικό, που σχετίζεται με τις σχέσεις παραγωγής. Από μια δήλωση αρχής, από την επίκληση της καλοσύνης-ευγένειας, σε μια ρεαλιστική ένδειξη λειτουργικού χαρακτήρα, που πρώτα απ’ όλα διαιρεί το κοινωνικό πεδίο – διότι οι «προλετάριοι» δεν είναι οι «όλοι» – και στη συνέχεια το επανασυνδέει στο «ενωθείτε»! …

Είναι σαφές ότι ο Peck τονίζει τη σκηνή για να αντιπαραθέσει εκείνη τη χειρονομία προς τη σημερινή αριστερά. Που όντως, εδώ και τριάντα χρόνια σε αυτά τα μέρη, έχει εγκαταλείψει ένα ταξικό όραμα-μια ταξική οπτική και δεν θέλησε ή δεν ήξερε πώς να σχεδιάσει μια γραμμή διάκρισης μεταξύ φίλων και εχθρών, υποχωρώντας σε θέσεις προηγούμενες του 1848, στις ανθρωπιστικές αφαιρέσεις, στον διανοουμενισμό ενός Bauer , στις ουτοπίες ενός Proydhon, στον μηδενισμό ενός Μπακούνιν. Έχει χάσει μια οργανική σχέση με τη ζωή της τάξης, και από εδώ προέρχονται οπορτουνισμός και σεκταρισμός, απoλύτως καταχρηστικοί. Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο το γεγονός, η δράση, η συμπεριφορά που αποθανατίζει ο Peck στην ταινία πρέπει σήμερα να επαναληφθεί ξανά.

Πώς; Με τρία πράγματα, φαίνεται να προτείνει η ταινία. Πρώτα απ ‘όλα με τη θεωρία. Απέναντι στον Wilhelm Weitling, ο οποίος μέσα στον επαναστατικό μυστικισμό του πιστεύει ότι αρκεί να κάνει έκκληση στο πνεύμα, στη διάθεση, ο Μαρξ φωνάζει ενάντια στην άγνοια. Οι εκμεταλλευόμενοι άνθρωποι χρειάζονται μια επιστημονική θεωρία, δεν χρειάζονται φλυαρία. Μια θεωρία λογικά σταθερή, που αναγνωρίζει την ιστορική δυναμική και επιτρέπει να καταγράψουμε τις ενέργειές μας μέσα σε αυτήν. Αλλά που να έχει – και εδώ η σημασία της έρευνας, της συμμετοχής στις εργατικές συναντήσεις, της παρουσίας των αγωνιστών στα εργοστάσια και στις γειτονιές – ένα εμφύτευμα στην πραγματικότητα. Ισχυρές κατηγορίες, σταθερές, συγκεκριμένη ανάλυση αλλά και σταθερή παρουσία μέσα στην τάξη, συναισθηματική και ζωτική σχέση-σύνδεση: αυτά είναι τα δύο παλαιά στοιχεία που σήμερα εμφανίζονται ολοκαίνουργια, όλα αυτά πρέπει να κατακτηθούν.

Αλλά η λεπτότητα του Peck φαίνεται να προτείνει επίσης ένα τρίτο στοιχείο: τη συνοχή της ηγετικής ομάδας. Οι Karl, Friedrich, Jenny, Mary, και οι σύντροφοι που περιστρέφονται γύρω τους δεν είναι επαγγελματίες πολιτικοί, αλλά νεαροί που κινούνται και εμπνέονται από μια επιθυμία αλλαγής και γι ‘αυτό μοιράζονται τα πάντα, δεν κρατούν κάτι για τον εαυτό τους. Επιτυγχάνουν στην αιφνιδιαστική επίθεση στην Lega των Δικαίων επειδή είναι ενωμένοι συμπαγείς, επειδή αγαπιούνται. Ο Peck συλλαμβάνει μια κίνηση που ενώνει αυτήν την περιπέτεια με άλλες ανάλογες: την ομάδα της Νέας Τάξης που θα ιδρύσει το PCI, τους κουβανούς barbudos, τους μαύρους πάνθηρες … Εμπειρίες δημιουργίας οργάνωσης που βασίζονται όχι μόνο σε μια θεωρία ή σε μια εσωτερικότητα στο υποκείμενο αναφοράς, αλλά και στη δύναμη των δεσμών, σε μια κοινή ζωή, σε μια φιλία με την υψηλή έννοια. Με έναν χαρακτήρα φιλοδοξίας χωρίς την οποία κάθε λειτουργία-επιχείρηση οργανωτικής κατασκευής παραμένει κρύα, αποστειρωμένη.

Ο Gramsci είχε μαντέψει, είχε νιώσει κάτι παρόμοιο στο Il nostro Marx, ο δικός μας Μάρξ, ένα άρθρο που έγραψε το 1918, με την ευκαιρία της πρώτης εκατονταετηρίδας του φιλόσοφου. Σύμφωνα με τον Γκράμσι, μέσα από τον Μαρξ, μπορούμε να γνωριστούμε καλύτερα και να συνειδητοποιήσουμε πόσο αξίζει η δική μας «ατομική βούληση, και πώς αυτή μπορεί να καταστεί ισχυρή από το γεγονός ότι, υπακούοντας, πειθαρχώντας στην ανάγκη, καταλήγει να κυριαρχεί επί της ίδιας της ανάγκης.» Αν ο Μαρξ ξεκαθαρίζει τις υλικές δυναμικές, επιμένει στην αντικειμενικότητα, δεν είναι για να υποδουλωθεί σε αυτήν, αλλά για να μας επιτρέψει να κυριαρχήσουμε επί αυτής και να είμαστε σε θέση να παράξουμε, με την συμπαγή ενέργεια -δράση μας, κάτι που φαινόταν αδύνατο. Επομένως, είναι λάθος να θεωρηθεί ως κάτι καθαρά αυθαίρετο να έχεις φιλοδοξίες: «Θέληση, μαρξιστική, σημαίνει συνειδητοποίηση του σκοπού, που με τη σειρά του σημαίνει ακριβής έννοια και αντίληψη της δύναμης σου και των μέσων για να την εκφράσεις σε δράση. Ως εκ τούτου, σημαίνει σε πρώτη φάση διάκριση, αναγνώριση της τάξης, ανεξάρτητη πολιτική ζωή από εκείνη της άλλης τάξης, συμπαγή οργάνωση και πειθαρχημένη για τους ιδιαίτερους σκοπούς και στόχους της, χωρίς παρακάμψεις και δισταγμούς. Σημαίνει ευθεία ώθηση, παλμό προς το μέγιστο αποτέλεσμα, δίχως βόλτες στα πράσινα λιβάδια της εγκάρδιας αδελφοσύνης, έχοντας μαλακώσει από τα πράσινα χορταράκια και από τις μαλακές δηλώσεις εκτίμησης και αγάπης …».

Απόρριψη μιας αφηρημένης αδελφοσύνης, ταξική γραμμή, σημασία μιας ταιριαστής οργάνωσης και αποφασισμένης, μέσα στην οποίαν όλοι θα αισθάνονται κοντά ο ένας με τον άλλον, συναίσθημα – τελικά – μιας ισχύος: δεν ξέρω αν ο Peck είχε διαβάσει αυτό το κείμενο του Gramsci, εκείνο που είναι βέβαιο είναι ότι στην ταινία του παίζονται ακριβώς αυτά τα σημεία. Που είναι κεντρικά, θεμελιώδη και για εμάς. Μόνο σε ένα πράγμα είναι νόμιμο να διαφωνούμε με τον Gramsci. Στο τέλος του άρθρου του, απεικονίζει τον Μαρξ ως έναν «απέραντο και γαλήνιο σκεπτόμενο εγκέφαλο», μια «ατομική στιγμή» ενός «πνεύματος» που αγωνίζεται εδώ και αιώνες για να εκδηλωθεί, αλλά που τελικά φαίνεται να έχει βρει τον δρόμο του. Από την άλλη πλευρά, ο Gramsci έγραφε την επομένη της επανάστασης του Οκτώβρη, ενώ ο σοσιαλισμός μεγάλωνε – λίγους μήνες αργότερα θα είχε συγκεντρώσει το 32% στις γενικές εκλογές – με την πεποίθηση ότι το μέλλον θα έπρεπε »μονάχα» να επιταχυνθεί …

Αυτός ο χεγκελισμός σε εμάς δεν επιτρέπεται. Η ηρεμία δεν γνωρίζουμε καλά τι είναι. Το μέλλον δεν ξέρουμε αν έλθει. Ο δικός μας Μαρξ είναι νέος, ενεργεί oρμητικά, αυθόρμητα, είναι ακόμη στην αναζήτηση ενός δρόμου. Για μας ακόμη όλα πρέπει να γίνουν. Η ιστορία είναι, και πάλι, στην εκκολαπτόμενη-αναδυόμενη κατάσταση.https://www.carmillaonline.com/2018/06/17/il-nostro-giovane-marx/

σύγχρονη σκέψη, pensiero di oggi

Ο νέος ευρωπαϊκός εμφύλιος πόλεμος

του Sandro Moiso

Σήμερα, 3 μαΐου 2018, ενώ τα εθνικά μέσα ενημέρωσης που σέβονται μόνο τα κενά τελετουργικά της πολιτικής κοιτάζουν αυτό που θα συμβεί στην διοίκηση του PD, Δημοκρατικού Κόμματος, πέφτει η εικοστή πέμπτη μέρα της στρατιωτικής κατοχής της ZAD της Notre Dame des Landes από πλευράς των μισθοφόρων με στολή του γαλλικού Κράτους.

2500 αστυνομικοί που για είκοσι πέντε ημέρες, με οποιοδήποτε μέσο όχι απαραίτητο, παρά για να τραυματίσει σοβαρά τα σώματα ή να παραβιάσει και να βιάσει τα εδάφη που διατρέχονται από τεθωρακισμένα, μπουλντόζες και γερανούς και καταστρέφουν καλλιεργούμενα χωράφια, δάση και σπίτια, προσπαθούν να ακυρώσουν, να εξολοθρεύσουν, να διαγράψουν από το πρόσωπο της Γαλλίας, της Ευρώπης και της Γης κάθε ίχνος μιας από τις νέες μορφές πολιτισμού και ανθρώπινης κοινότητας που αναδύθηκε τις τελευταίες δεκαετίες στα εδάφη που η κοινωνία Da Vinci και τα συμφέροντα του κεφαλαίου θα ήθελαν να μετατρέψουν σε ένα δεύτερο και άχρηστο αεροδρόμιο στην πόλη της Νάντης.

Μια δράση που μέχρι στιγμής έχει αποκρουστεί από τους καταληψίες και από τις χιλιάδες άνδρες και γυναίκες κάθε ηλικίας και κοινωνικής προέλευσης που πήγαν εκεί με μοναδικό σκοπό να επιδείξουν την αλληλεγγύη τους με εκείνο το κοινοτικό πείραμα και να απορρίψουν για άλλη μια φορά, όπως το 2012 με τη επιχείρηση Cesar που θέλησε εκείνη την εποχή ο Hollande και απέτυχε, τους στόχους του οικονομικού επενδυτικού κεφαλαίου για το bocage και της αστυνομικής καταστολής ενάντια σε ένα πείραμα μιας κοινωνίας χωρίς Kράτος, χωρίς χρήμα, χωρίς αστυνομία, χωρίς πολιτική εκπροσώπηση αν όχι άμεση αυτών που την κατοικούν, που ζουν σε αυτήν.

Ενώ εδώ σε εμάς οι «νέοι» νάνοι της πολιτικής σκηνοθέτησαν το συνηθισμένο και αηδιαστικό θεατράκι, αποδεικνύοντας ότι δεν είναι τίποτα άλλο παρά νεογέννητοι αναστημένοι και άθλιοι γατόπαρδοι (ειδικοί στο να αλλάζουν τα πάντα έτσι ώστε να μη αλλάζει τίποτα) αποφασισμένοι να κάνουν οτιδήποτε για να προστατεύσουν με κάποιο τρόπο αυτό που οι ιταλοί ψηφοφόροι, με την πλειοψηφία που έδωσαν στα 5 Αστέρια και στην Λίγκα, είχαν την ψευδαίσθηση πως έδιωξαν οριστικά από τους εφιάλτες τους (PD, Renzi, Forza Italia και Berlusconi), εκεί η αλλαγή παίζεται άμεσα, πρόσωπο με πρόσωπο, ανάμεσα σε αυτούς που αυτόν τον πρόστυχο τρόπο παραγωγής θέλουν να συνεχίσουν να προστατεύουν και εκείνους που αντιθέτως θα ήθελαν θα τον θάψουν για πάντα.

Δεν είναι τυχαίο το γεγονός ότι η ZAD έχει χαρακτηριστεί εδώ και πολύ καιρό από τις ίδιες τις γαλλικές αρχές ως ζώνη «μη Κράτους» και όχι τυχαία ακριβώς το non marché, η μη αγορά, η περιοχή στην οποία ήταν δυνατόν να λάβει κάποιος ή να ανταλλάξει τα προϊόντα της τοπικής γεωργίας χωρίς προσφυγή σε χρήμα , ήταν η πρώτη περιοχή που καταστράφηκε, ξαναχτίστηκε σε λίγες μέρες και εκ νέου ισοπεδώθηκε από τις μπουλντόζες των δυνάμεων της α/ταξίας. Καθιστώντας έτσι σαφές ότι δεν επρόκειτο για την επαναφορά της δημοκρατικής τάξης σε μια έκταση περίπου 1700 εκταρίων που έχει ξεφύγει από τον έλεγχό της, αλλά για την αποκατάσταση των κανόνων της αστικής κοινωνίας της αγοράς, του κέρδος και της καπιταλιστικής εκμετάλλευσης του ανθρώπου πάνω στον άνθρωπο και το περιβάλλον.

Αλλά εδώ, στην αιώνια φασιστική και δημοκρατικο-κοινοβουλευτική την ίδια στιγμή Italietta, σε αυτή την μεγάλη μοναδική Brescello του Don Camillo και Peppone, ακόμη και οι δυνάμεις που θα ήθελαν να είναι «άλλες, αλλιώς» φαίνονται να ανησυχούν περισσότερο για τη συλλογή υπογραφών για τις επόμενες διοικητικές εκλογές ή για τις εσωτερικές ρήξεις που σχετίζονται με τους διάφορους ατομικούς κοιλόπονους και αυτούς της ομαδούλας ή, ξανά και απλούστατα, να οδηγήσουν ξανά το ποίμνιο των ανικανοποίητων μέσα στην περίμετρο του κοινοβουλίου, αντί να αναπτύσσουν στρατηγικές και πρωτοβουλίες προσαρμοσμένες στις αλλαγές που συμβαίνουν στη σημερινή κοινωνία. Αποδεικνύοντας με αυτό τον τρόπο για ακόμη μία φορά, εάν ήταν αναγκαίο, πως η εκλογολογία, η ψηφοθηρία είναι συνώνυμη μόνο με την άρνηση των αγώνων και την πραγματική απελευθέρωση από έναν μακρόχρονα νεκρό και του οποίου, για την ώρα, μοναχά οι κοινοβουλευτικές τελετές βουντού καταφέρνουν να κρατάν κρυμμένη την διαπίστωση της κατάληξης, του θανάτου.

Μιλώντας στο Στρασβούργο ενώπιον του ευρωπαϊκού κοινοβουλίου, στις 17 απριλίου του τρέχοντος έτους, ο Εμμανουέλ Μακρόν τόνισε τον κίνδυνο πως στην Ευρώπη μπορεί να ξεσπάσει ένας εμφύλιος πόλεμος. Για μια φορά ο νεαρός και ανεξέλεγκτος εκπρόσωπος του γαλλικού μεγαλείου, grandeur francese, δεν είπε ψέμματα. Δεν είπε ψέμματα ξέροντας πολύ καλά για τι πράγμα μιλούσε, μιας και είναι ο ίδιος ένας από τους υποστηρικτές αυτού. Έναν πόλεμο που, εδώ και χρόνια, το χρηματοοικονομικό κεφάλαιο οδηγεί κατά των πολιτών της Ευρώπης, κυρίως εκεί όπου αυτοί οι ίδιοι πολίτες δεν αφήνουν τους εαυτούς τους να παγιδευτούν από τις εθνικιστικές, λαϊκίστικες και ρατσιστικές λογικές (τις οποίες προωθεί το ίδιο χρηματοοικονομικό κεφάλαιο ενώ ταυτόχρονα προσποιείται ότι τις καταπολεμά).

Έτσι, ενώ επικαλούνται και χρησιμοποιούν στρατιωτική και αεροπορική δύναμη εναντίον της Συρίας του Assad λόγω της χρήσης αερίων και χημικών όπλων που αυτή θα είχε κάνει εναντίον του άμαχου πληθυσμού, ταυτόχρονα χρησιμοποιούνται σε ολόκληρη την ευρωπαϊκή επικράτεια τα αέρια CS, που απαγορεύτηκαν από τη Σύμβαση των Παρισίων (εδώ), για να δηλητηριάσουν τους διαδηλωτές από την Val di Susa σε όλη την Ευρώπη. Ή τα αέρια που παραλύουν ακινητοποιούν και απενεργοποιούν, μαζί με flashball και σφαίρες από καουτσούκ, εναντίον των υπερασπιστών του ZAD της Notre Dame des Landes ή σε άλλα μέρη της Γαλλίας.

Ο προληπτικός πόλεμος έχει μετατραπεί σε μορφή πλανητικού ελέγχου, και παρόλο που στην Ευρώπη δεν έχουμε δει ακόμα τη φρίκη της Γάζα, που προσβλήθηκε από την εκδίκηση του φασίστα Netanyahu, ή της Rojava που προσβλήθηκε από τη μανία του σουλτάνου Ερντογάν, είναι βέβαιο ότι η λογική της ανοιχτής και δεδηλωμένης βίας έχει γίνει η τρέχουσα φόρμουλα για την κυβέρνηση των πολιτικών και κοινωνικών αντιφάσεων και αντιθέσεων.

Σε κάθε γωνιά της ευρωπαϊκής ηπείρου και του κόσμου τα περιθώρια διαπραγματεύσεων έχουν περιοριστεί σε μια απλή λογική σύγκρουσης και σχέσεων-ισορροπιών δύναμης, ακόμη και ίσως πρωτίστως στρατιωτικών. Ισχύει για τον ανταγωνισμό ανάμεσα στις παλαιο-ιμπεριαλιστικές και τις νεο-ιμπεριαλιστικές δυνάμεις, αλλά είναι ιδιαίτερα αληθές για την ταξική σύγκρουση εντός των Κρατών. Και δεν υπάρχει πλέον εθνικό κοινοβούλιο που να μπορεί να επιλύει αποτελεσματικά τις εσωτερικές αντιθέσεις, είτε οικονομικές είτε κοινωνικές, χωρίς να καταφεύγει στη χρήση εκφοβισμού και βίας.

Ακριβώς για αυτούς τους λόγους, η αλληλεγγύη μεταξύ των καταπιεσμένων δεν μπορεί πλέον να μετρηθεί μόνο με βάση τις γενικού περιεχομένου δηλώσεις και αιτήματα επί της αρχής που αποτέλεσαν το παραβάν πίσω από το οποίο έχουν κρυφτεί για να προστατεύονται εδώ και δεκαετίες οι εξαθλιωμένες πλέον αριστερές δυνάμεις, εξασθενημένες, νοσταλγικές και που ασφυκτιούν, θεσμικές ή όχι. Δεν είναι πια αρκετές και δεν υπάρχουν πλέον, όπως η έλλειψη πληροφοριών για τη Γάζα ή για εκείνο που συμβαίνει στη ZAD αποδεικνύει.

Όπως και κατά τα έτη του ισπανικού εμφυλίου πολέμου ή, ακόμα και πριν, από τους ευρωπαϊκούς πολέμους ανεξαρτησίας του 19ου αιώνα, η αλληλεγγύη εκδηλώνεται μέσω της συμμετοχής ή της άμεσης στήριξης των αγώνων, από τη Ροζάβα μέχρι την Val di Susa, από το Ζad στην Παλαιστίνη.
Μια νέα γενιά και ένα νέο πολιτικό παράδειγμα αγώνα και αντίστασης επιβάλλονται, ακριβώς λόγω της βίαιης επιβολής της τάξης και της βούλησης προς κυριαρχία που ο διεθνής καπιταλισμός φαίνεται να εννοεί σαν μοναδική μορφή υπερεθνικής κυβέρνησης.

Το κράτος, έτσι όπως το συνέλαβε η φιλελεύθερη αστική τάξη, είναι νεκρό. Πέθανε από τις αρχές του 20ου αιώνα, όταν ο μεγάλος φόβος των «κόκκινων» εξεγέρσεων και επαναστάσεων οδήγησε στην ίδρυση νέων κρατικών και κομματικών οργανισμών που συνέπεσαν με το φασισμό, τον ναζισμό και τον σταλινισμό.

Όμορφες και ευσεβείς ψυχές δηλώνουν λοιπόν ότι ήταν απαραίτητο να αγωνιστούμε εναντίον αυτών των τεράτων για να επιστρέψουμε στις προηγούμενες δημοκρατικές-κοινοβουλευτικές σχέσεις. Αλλά αν είναι αλήθεια ότι δεν υπάρχει τελεολογική κατεύθυνση της Ιστορίας, ή ότι η ιστορία δεν έχει αυτοσκοπό ως προς τον εαυτό της, είναι επίσης αλήθεια ότι δύσκολα η κοινωνική και πολιτική ανάπτυξη θα μπορέσει να επιστρέψει στα βήματα της. Με όλο τον σεβασμό προς τις θεωρίες για την αιώνια επιστροφή και την κυκλικότητα της ίδιας της Ιστορίας.

Ο φασισμός και ο ναζισμός πάνω απ ‘όλα δεν είχαν με τίποτα ηττηθεί στην αναδιοργάνωση της μορφής Κράτος, η οποία στην πραγματικότητα καθόλου δεν υπήρξε. Εκτός από την δίκη φάρσα της Νυρεμβέργης στην οποία οι νικητές, αφού έσωσαν τους πιο διάσημους και πιο χρήσιμους αντιπάλους, προσποιήθηκαν ότι εξαλείφουν την Ύδρα με τα πολλά κεφάλια, σχεδόν παντού, και ειδικά στην Ιταλία μετά τη θεαματική εκτέλεση του Duce με θεατρικό τέλος που εξυπηρέτησε ταυτόχρονα να τον κάνει να σιωπήσει για πάντα γύρω από τις σχέσεις του με τις πολιτικές και οικονομικές δυνάμεις που θα αναλάμβαναν τα ηνία της Δημοκρατίας, τον κρατικό μηχανισμό, τις οικονομικές δομές και συνδικαλιστικές (την διαβούλευση, την άμεση εκπόνηση και την θέσπιση αυτού του Χάρτη Εργασίας που επιθυμούσε το καθεστώς για τoν διακανονισμό των σχέσεων μεταξύ επιχειρήσεων και εργαζομένων χωρίς συγκρούσεις), οι δομές που αφιερώθηκαν στην καταστολή της τάξης και οι ένοπλες δυνάμεις παρέμειναν ουσιαστικά αγκυροβολημένες και βασισμένες στις πρακτικές και τις ιδέες της εικοσαετίας.

Αρκεί να πάμε πίσω για μια ακόμη φορά στην κάθαρση που δεν έγινε ποτέ και στην αμνηστία που χορήγησαν οι υπουργοί του Τολιάττι, ο οποίος στάθηκε πιο προσεκτικός στο να καταστείλει τους ανατρεπτικούς στην αριστερά του παρά να τιμωρήσει τους εκπροσώπους των μηχανισμών και του καθεστώτος και αυτό επέτρεψε σε έναν όχι μικρό αριθμό φασιστών να επανενταχθούν όχι μόνο στην χριστιανοδημοκρατία DC, αλλά και στο PCI, ΚΚΙ, κάποιοι εκ των οποίων σε ορισμένες περιπτώσεις θα γίνονταν σημαντικά στελέχη.

Αλλά σήμερα εκείνη η καινούργια και δημοκρατική κρατική οργάνωση που, πίσω από ένα μεγάλo σύννεφο σκόνης αρχών, τύπων και λέξεων, συνέχισε, με τον τυπικό αντιφασισμό, τη φασιστική παράδοση της συμμετοχής του πολίτη στις δομές του Κράτους, περισσότερο από τη συμμετοχή του στην πολιτική ζωή, μέσω του «δημοκρατικού» κοινοβουλευτισμού, μέσω της πλήρους υποταγής του σε αυτόν, διαμέσου της εθνικιστικής ιδεολογίας, την σε μεγάλο βαθμό εξάπλωση του παρεμβατισμού και την επικοινωνιακή αποβλάκωση και μέσα από τις ενώσεις, δεν είναι πλέον αρκετή. Απλά κοστίζει πάρα πολύ. Και για την «πλούσια» Δύση. Εξ ου και οι «λαϊκισμοί» και η άγρια, χυδαία και επιφανειακή επίθεσή τους στις κοινοβουλευτικές αποζημιώσεις, τα άχρηστα έξοδα ή η χρήση συνθημάτων που φαίνονται να θέλουν να επαναλάβουν εκείνο το παλιό αυτός που δεν δουλεύει δεν τρώει, που σήμερα απευθύνεται κυρίως στους μετανάστες και νέους ανέργους που δεν είναι πρόθυμοι να καθίσουν να τους εκμεταλλεύονται σαν ζώα.

Εξ ου και οι πλασματικές διαμάχες για την εργασία και τις συντάξεις, χρήσιμες μόνο για τη συλλογή των ψήφων μεταξύ των υπολειμμάτων της εργατικής τάξης και της φτωχοποιημένης μεσαίας τάξης. Από εδώ ένας τριτοκοσμισμός φτωχός σε ιδέες, σήμερα περισσότερο από χθες, ο οποίος αντί να κοιτάζει μπροστά, προς μια κοινωνία χωρίς κράτος, εκμετάλλευση, ατομική ιδιοκτησία των μέσων παραγωγής, μισθούς και κατανάλωση αγαθών, κοιτάζει πίσω, σε σχέσεις πιο » δίκαιες » μέσα στην καπιταλιστική εκμετάλλευση και στην οικειοποίηση, εθνική ή ιδιωτική δεν έχει σημασία, των πόρων και του προϊόντος τους.

Έχουν σκόπιμα τοποθετηθεί εδώ μαζί συνθήματα και συμπεριφορές που ανήκουν σε πολιτικές δυνάμεις που μοιάζουν να είναι διαφορετικές μεταξύ τους, αλλά εξακολουθούν να υπακούν όλες σε μια λογική και ένα φαντασιακό που, αν δεν ήταν ακριβώς εξ αιτίας του επικοινωνιακού και πολιτικού θεατρικού που όλες συνεισφέρουν να θρέψουν, θα μπορούσαν ήδη να έχουν ταφεί εδώ και πολύ καιρό. Όπως η θεσμική κρίση που θα βγει στην σκηνή τις επόμενες ημέρες δεν θα κάνει άλλο από το να επιβεβαιώσει οριστικά.

Αυτός που σήμερα θέλει να αλλάξει το παρόν, το υπάρχον, αγωνίζεται στα οδοφράγματα της ZAD, στην Val di Susa, στους δρόμους του Παρισιού της 1η μαΐου ή στην Rojava. Μέρη, μαζί με πολλά άλλα, που ξέρουν να καλωσορίζουν αυτούς που αγωνίζονται, εκείνους που διαφεύγουν και ξεφεύγουν και αποδρούν και εκείνους που μεταναστεύουν. Επικίνδυνοι τόποι επειδή δεν αντιπροσωπεύουν το τοπικό και το άμεσο, αλλά τον κόσμο του αύριο.

Όπως, συνολικά, αντιλήφθηκε ο Macron ο οποίος, αφού διακήρυξε οριστικά κλειστή τη δυνατότητα κατασκευής του δεύτερου αεροδρομίου της Νάντης στις 17 ιανουαρίου του τρέχοντος έτους, εξαπέλυσε τα σκυλιά φρουρούς του ενάντια σε εκείνους που, έχουν ήδη νικήσει, σε εκείνα τα εδάφη, το παρελθόν και το Κράτος, με κάθε έννοια και χωρίς την ανάγκη κομμάτων.i.

Παρέχοντας ένα υπέροχο παράδειγμα στο νέο μάιο των αγώνων που, πενήντα χρόνια μετά το 1968, επιστρέφει να φουντώνει στη Γαλλία μεταξύ των εργαζομένων στις μεταφορές, των φοιτητών, των νέων χωρίς εργασία και που έχει ήδη δει έναν νέο Karl Marx να επιστρέφει για να πάρει τη θέση που του ανήκει στην κεφαλή των πορειών

Προειδοποίηση
Με αυτό το άρθρο εγκαινιάζουμε μια νέα στήλη της Carmilla, την οποία οι αναγνώστες θα βρουν στο κάτω μέρος της αριστερής στήλης, εμπνευσμένη ανοιχτά από τον ορισμό του κομμουνισμού που έδωσε ο νεαρός Μαρξ: Ο κομμουνισμός δεν είναι για εμάς μια κατάσταση πραγμάτων που πρέπει να καθιερωθεί, με την οποίαν η πραγματικότητα θα πρέπει να συμμορφωθεί. Ονομάζουμε κομμουνισμό το πραγματικό κίνημα που καταργεί την παρούσα κατάσταση πραγμάτων.
Στο εσωτερικό του θα βρούν χώρο όλες αυτές οι παρεμβάσεις, συντακτικών ομάδων και όχι, που θα θελήσουν να ασχοληθούν με την ανάπτυξη των κινημάτων αγώνα ενάντια στις διάφορες πτυχές της κοινωνίας που μας περιβάλλει και κατευθύνονται στην ουσιαστική αλλαγή της.
Φυσικά παραμένει σαφές ότι η ευθύνη για το περιεχόμενο αυτών παραμένει αποκλειστικά στους δημιουργούς και όχι στην Σύνταξη της Carmilla στο σύνολό της.

https://www.carmillaonline.com/2018/05/03/la-nuova-guerra-civile-europea/

σύγχρονη σκέψη, pensiero di oggi

Μια κρίση πολιτισμού

Τα σήματα είχαν ήδη φτάσει, λανθάνοντα κι όμως ορατά. Εντός της τελευταίας κρίσης, η οποία έλαβε χώρα το 2007/2008, ορισμένοι παρατηρητές είχαν διαβάσει σε αυτήν την κρίση του καπιταλιστικού πολιτισμού, δηλαδή ενός οικονομικού μοντέλου που είχε γίνει ηγεμονικό μετά το 1989 σε παγκόσμιο επίπεδο, αλλά δεν μπορούσε πλέον να τροφοδοτεί τον προοδευτικό του χαρακτήρα . Αντίθετα, ειδικά στις δυτικές χώρες – εκείνες με «προηγμένο καπιταλισμό» – το μοντέλο αυτό έχει αρχίσει να δείχνει δημοσίως μια οπισθοδρομική αντιστροφή παρεμποδίζοντας, μπλοκάροντας, για παράδειγμα, αυτό που ονομάστηκε «κοινωνικός ανελκυστήρας».

Όταν οι συνθήκες και οι γενικές προσδοκίες της ζωής των νέων γενεών είναι χειρότερες από την προηγούμενη, γίνεται εμφανές ότι η πρόοδος όχι μόνον έχει σταματήσει, αλλά έχει ξεκινήσει την κίνηση προς τα πίσω.

Τις συνέπειες της οπισθοδρόμησης ήταν κατά κύριο λόγο υφίστανται οι εργαζόμενοι και οι οικογένειές τους, σε ολόκληρη τη Δύση, καθιστώντας την Ευρώπη και τις ΗΠΑ αντιμέτωπες με το φάσμα της μαζικής φτώχειας και των φτωχών εργαζομένων, working poors, εκείνων που βυθίζονται στη φτώχεια κι ας έχουν μιαν εργασία, επειδή οι αποδοχές έχουν γίνει πολύ χαμηλές. Παρ ‘όλα αυτά, σπαταλούσαμε τον χρόνο μας παίζοντας με μπιχλιμπίδια, με παρηγορητικές διατριβές.

Από τη μία πλευρά, η θεωρία της «σταγόνας, της περιστροφής». Εκείνης της αφήγησης σύμφωνα με την οποία αν η κοινωνική πόλωση είναι πιο έντονη και οι πλούσιοι πλουτίσουν περισσότερο, αργά ή γρήγορα αυτή η υπεραφθονία για λίγους θα αφήσει λίγο από αυτό τον πλούτο να στάξει και προς τα κατώτερα στρώματα (η αιματηρή πονηράδα του Flat Tax είναι αποτέλεσμα αυτής της λογικής ).Da un lato, la teoria dello “sgocciolamento”.

Από την άλλη βαυκαλιζόμασταν με την θέση-ελπίδα σύμφωνα με την οποία το φιλελεύθερο μοντέλο που χαρακτήρισε τη Δύση θα μπορούσε να συνυπάρχει πολύ καλά με τη σχεδιαζόμενη μείωση-χαμήλωμα των συνθηκών διαβίωσης- ζωής και των γενικών προσδοκιών του πληθυσμού (συνεπώς των συλλογικών κοινωνικών δικαιωμάτων), αλλά ότι δεν θα αμφισβητούσε ποτέ τη σφαίρα των ατομικών δικαιωμάτων του πολίτη.

Γύρω από τις δύο αυτές θέσεις χτίστηκε, όχι μόνο μια αφήγηση, αλλά ένα πραγματικό μοντέλο πολιτισμού: καπιταλιστικό, δυτικό, πολύ συχνά ευρωκεντρικό. Μια αφήγηση από την οποία έχουν εμπνευστεί με γεμάτα τα πνευμόνια και η φιλελεύθερη αριστερά, liberal-liberista, (η οποία έθαψε εκείνη την σοσιαλδημοκρατική) και δυστυχώς τομείς της ίδιας της «ριζοσπαστικής αριστεράς» (θάβοντας εκείνη την «ταξική») .

Είναι θέσεις, σχεδόν μια θρησκεία, όπως το «αόρατο χέρι των αγορών», την οποίαν τα γεγονότα έχουν δεσμευτεί να διαψεύσουν, οδυνηρά.

Το διαπιστώνουμε-επιβεβαιώνουμε εδώ, στην καρδιά και στην περιφέρεια της Ευρώπης, αλλά και στις Ηνωμένες Πολιτείες, δηλαδή στα επίκεντρα του «καπιταλιστικού πολιτισμού», που επί δεκαετίες είχε αντιταχθεί πρώτα στον υπαρκτό σοσιαλισμό και τώρα στον «ασιατικό δεσποτισμό» που ενσαρκώνει η Ρωσία και η Κίνα, ως μέρος, στο πλαίσιο ενός νέου παγκόσμιου ανταγωνισμού.

Όταν στην κοινωνία και την ψυχολογία των μαζών βλέπουμε τις επιπτώσεις των πυροβολισμών από το στόμα του Σαλβίνι και των ούγγρων, αυστριακών, βαυαρών ομοίων του, τις ανοησίες τους (μια γεωπολιτική σύμπτωση που μας ανατριχιάζει, σχεδόν όπως η Cavalcata delle Valchirie του Woody Allen) ή εκείνων του Trump στις ΗΠΑ , είναι εύκολο να καταλάβουμε πώς έχουν πάψει να υφίστανται όλοι οι ισχυρισμοί περί «ανώτερου δυτικού πολιτισμού» σε σύγκριση με τον υπόλοιπο κόσμο, είτε πρόκειται για τον πληγωμένο πονεμένο και φτωχό των μεταναστών από την Αφρική ή τη Λατινική Αμερική, είτε για εκείνον των χωρών BRICS που περιορίζουν συμπιέζουν και συγκρατούν ΑΕΠ και αγορές στο πρώην ευρω-αμερικανικό μπλοκ, που σήμερα διαχωρίζεται και βρίσκεται σε ανταγωνισμό στο εσωτερικό του.

Ο μόνος παράγοντας που αποκλείεται από κάθε προτεραιότητα – όταν σχεδιάζονται ή επιλέγονται οι λύσεις στα προβλήματα που προκαλεί μια παγκόσμια κρίση, όχι μόνο οικονομική αλλά και περιβαλλοντική, διατροφική-τροφολογική, ενεργειακή – έχει γίνει ο ανθρώπινος παράγοντας.

Οι φωνές που επαινούν και εγκωμιάζουν τα ναυάγια και τις βυθίσεις των πλοίων και τον αποκλεισμό, το μπλοκάρισμα των αποβιβάσεων στη Μεσόγειο, ή το τείχος στα σύνορα με το Μεξικό, δεν αποκαλύπτουν μόνο την αυξημένη κοινωνική απογοήτευση, αποθάρρυνση, εξαχρείωση και ήττα και τη γενική ανασφάλεια για το μέλλον, αλλά δείχνουν και την προσπάθεια των τάξεων που διοικούν – που πλέον έχουν καταστεί μοναχά «κυρίαρχες τάξεις», χωρίς καμία ηγεμονία – να παραμείνουν στη σέλα σπέρνοντας πόλεμο και αποδιοπομπαίους τράγους.

Είχε ήδη συμβεί στη δεκαετία του ’30, και για διορθωθεί προς το λιγότερο κακό χρειάστηκε ένας καταστροφικός παγκόσμιος πόλεμος, ο μεταβολισμός της φρίκης και της κοινοτοπίας του κακού, banalità del male, α] μέχρι την πλήρη απόρριψη όλων αυτών που δημιούργησαν Συντάγματα όπως το ιταλικό.

Για να εξορκιστεί αυτό το αιματηρό παρελθόν, στην Ευρώπη χτίσαν την Ευρωπαϊκή Ένωση και στις ΗΠΑ την ακίνητη εναλλαγή μεταξύ φιλελευθέρων και συντηρητικών. Αλλά ο ταξικός χαρακτήρας αυτών των λύσεων έχει αναπαράγει – σαν από εγχειρίδιο – τους διεστραμμένους μηχανισμούς κυριαρχίας: πρώτον εναντίον της εργασίας και των εργαζομένων, μετά στον ανταγωνισμό μεταξύ όμοιων (με την επιστροφή στους δασμούς, τον εμπορικό πόλεμο, τον προστατευτισμό), τέλος με την εξολόθρευση των υψηλών ανθρώπινων αξιών, στη δυτική ρητορική, σε θεμέλιο του πολιτισμού που γνωρίζουμε σχετικά με τους άλλους, τους «βαρβάρους». Η ζωή ενός «negro, νέγρου» αξίζει εκ νέου λιγότερο, ή ακόμα και τίποτα. Όπως εκείνη ενός τσιγγάνου, ενός μουσουλμάνου, ενός άστεγου-clochard, ενός αποκλεισμένου ανθρώπινου υποκειμένου ή που μπορεί να αποκλειστεί από την ανταγωνιστική λογική.

Είναι προφανές πως αμφότερες οι λύσεις – τόσο στην Ευρώπη όσο και στις ΗΠΑ – απέτυχαν, ανοίγοντας την κρίση του πολιτισμού.

Τι να κάνουμε λοιπόν; Στο σχεδόν προφητικό σενάριο του Μαρξ, υποδεικνύεται μια πρώτη υπόθεση, «ο ταξικός αγώνας τελειώνει με τη νίκη μιας τάξης πάνω από μια άλλη». Αυτό συνεπάγεται την προσπάθεια να ανατρέψουμε τον «ανθρώπινο παράγοντα» εναντίον αυτού του πολιτισμού που πεθαίνει και ακριβώς γι ‘αυτό πιο άγριου.

Η εναλλακτική λύση, εξάλλου, δεν θα άφηνε καμία διαφυγή, θα ήταν: «η κοινή καταστροφή των τάξεων που βρίσκονται σε αγώνα μεταξύ τους«.

 

α] Η κοινοτοπία του κακού έχει εντείνει τη σχέση μεταξύ της ικανότητας σκέψης, της ικανότητας να γίνει διάκριση μεταξύ σωστού και λάθους, της ικανότητας της κρίσης, και των ηθικών τους επιπτώσεων.   στην Hannah Arendt

 – © Αναπαραγωγή δυνατή κατόπιν ρητής συναίνεσης της συντακτικής ομάδας του CONTROPIANO

Τελευταία μετατροπή: STAMPA

θεωρία, teoria

Χρόνια πολλά, Buon compleanno, Marx!

Στις 5 μαΐου του 1818 γεννιόταν ο Καρλ Μαρξ, έχουν περάσει δύο αιώνες και σήμερα είναι πιο επίκαιρος από ποτέ. Είναι σίγουρα πιο επίκαιρος σήμερα από ό, τι τα προηγούμενα χρόνια κατά τα οποία την μισή Ευρώπη κυβερνούσαν σοσιαλιστικά κράτη και την άλλη μισή ο συμβιβασμός μεταξύ κεφαλαίου και εργασίας, που είχε προκαλέσει το κοινωνικό κράτος. Ο μαρξισμός ήταν η ηγεμονική κουλτούρα μιας μεγάλης διαδικασίας χειραφέτησης των λαών σε όλο τον κόσμο, της απελευθέρωσης από την αποικιοκρατία, της οικοδόμησης ανεξάρτητων κοινωνιών και σε σύγκρουση σχετικά με τα κέντρα εξουσίας του παγκόσμιου καπιταλισμού.

Παραδόξως, αυτή η πολιτική και πολιτισμική δύναμη του μαρξισμού παραμελούσε τον θεμελιώδη πυρήνα της, εκείνον της εκμετάλλευσης της εργασίας ως βασική υποχρέωση και χαρακτηριστικό της καπιταλιστικής κοινωνίας. Μόνο ριζοσπαστικές μειονότητες, οι οποίες αργότερα απέκτησαν μεγάλη επιρροή στο παγκόσμιο κίνημα του 1968, είχαν επικεντρώσει το ενδιαφέρον τους στην αλλοτρίωση και στη συνεχιζόμενη απαλλοτρίωση που από την ίδια του την φύση ο καπιταλισμός παράγει προς την εργασία. Ωστόσο, ακόμη και αυτοί που επικεντρώθηκαν περισσότερο στον πυρήνα της σκέψης του Μαρξ παραμελούσαν ένα εξίσου σημαντικό κομμάτι αυτής. Ο καπιταλισμός, λόγω της φύσης του, έχει ανάγκη να αυξάνει συνεχώς την εκμετάλλευση της εργασίας και να την υποβάλλει ολοένα και περισσότερο στην παραγωγική του οργάνωση, και πρέπει να το κάνει σε παγκόσμια κλίμακα.

Ιδού, αυτό το σημείο που σήμερα εμείς ονομάζουμε παγκοσμιοποίηση, τότε στη στιγμή της μέγιστης πολιτιστικής ηγεμονίας του μαρξισμού, δεν κατανοήθηκε. Οι λόγοι ήταν προφανώς πολιτικοί ιστορικοί, η σοβιετική επανάσταση και η παγκόσμια ήττα του φασισμού είχαν σταματήσει την επέκταση του καπιταλισμού σε παγκόσμια κλίμακα. Ομοίως, η χειραφέτηση του αποικιακού κόσμου. Και μετά οι εργατικοί και κοινωνικοί αγώνες στις πιο ανεπτυγμένες χώρες είχαν θέσει όρια, μετά ειπώθηκε πως ήταν δίχτυα που παγίδεψαν, στη δύναμη της καπιταλιστικής αγοράς. Έτσι, ο Μαρξ που περιγράφει τον μηχανισμό της εκμετάλλευσης ως ένα είδος ιού που δεν μπορεί παρά να εξαπλωθεί σε ολόκληρο τον κόσμο, λοιπόν εκείνος ο Μαρξ θεωρήθηκε ουσιαστικά σχεδόν εξ ολοκλήρου ξεπερασμένος, από μια πραγματικότητα όπου αντιθέτως εκείνος ο ιός έμοιαζε πεπερασμένος, σίγουρα ακόμα ισχυρός και επικίνδυνος, αλλά στη διαδικασία της οριοθέτησης, ακόμη και της εξάλειψης.

“Η ανάγκη για όλο και πιο εκτεταμένες διεξόδους για τα προϊόντα της ωθεί την αστική τάξη, την μπουρζουαζία σε όλη την χερσαία σφαίρα. Αυτή πρέπει να φυτευτεί παντού, παντού να εδραιωθεί, να ενισχύσει, να σφίξει παντού σχέσεις.

Με την εκμετάλλευση της παγκόσμιας αγοράς, η μπουρζουαζία έχει καταστήσει την παραγωγή και την κατανάλωση όλων των χωρών κοσμοπολίτικη ..”

Με αυτά τα λόγια το 1848, και εδώ υπάρχει μια επέτειος, στο Κομμουνιστικό Μανιφέστο, ο Μαρξ και ο Ένγκελς ανακοίνωναν τον κόσμο του σήμερα. Πριν από 170 χρόνια, ο καπιταλισμός είχε εγκατασταθεί μόνο σε λίγες ευρωπαϊκές περιφέρειες και στις Ηνωμένες Πολιτείες, η εργατική τάξη απαρτίζονταν από μερικές δεκάδες εκατομμύρια ανθρώπων σε έναν πληθυσμό του οποίου η μεγάλη πλειοψηφία, και στην Ευρώπη, ήταν αφιερωμένη στη γεωργία. Ωστόσο, η ιδιοφυΐα του Μαρξ και του Ένγκελς ήταν ικανή να συλλάβει από την σχολαστική ανάλυση αυτών των ακόμα σχετικά μικρών μερών των κοινωνιών εκείνης της εποχής το πεπρωμένο ολόκληρου του πλανήτη: de te fabula narratur, ‘είναι για σένα που μιλάμε σε αυτό το παραμύθι’ προσέθεσαν στη συνέχεια σε εκείνους που τους κατηγόρησαν για υπερβολή με τα οράματα τους.

Μέχρι τη δεκαετία του ’70 του περασμένου αιώνα, ο καπιταλισμός έμοιαζε σε υποχώρηση ή, σε κάθε περίπτωση, κάτω από αυξανόμενη πίεση, περιορισμό, ο κόσμος φαίνονταν να κινείται προς μια αυξανόμενη χαλιναγώγηση των ζωικών διαθέσεων της αγοράς, το έκανε και πάνω απ ‘όλα χάρη σε όλα όσα είχε προωθήσει και εκθέσει ο μαρξισμός, διαψεύδοντας έτσι τις προβλέψεις του Μαρξ. Αλλά τότε υπήρξε η αντίδραση.

Το 1973 το άγριο πραξικόπημα στη Χιλή που υλοποίησε ο Pinochet με την υποστήριξη των Ηνωμένων Πολιτειών, σηματοδότησε μια καμπή στις παγκόσμιες κοινωνικές και οικονομικές σχέσεις. Η χιλιανή δικτατορία ήταν η πρώτη παγκόσμια περίπτωση της επιστροφής στον αδίστακτο και άγριο καπιταλισμό που ανέλυσε ο Μαρξ. Μέσα στη θάλασσα αίματος των μαρξιστών, ακριβώς έτσι αποκαλούνταν οι υποστηρικτές της σοσιαλιστικής κυβέρνησης του Allende, επάνω στoν αφανισμό του εργατικού κινήματος, το πρώτο φιλελεύθερο πείραμα χτίστηκε. Στη συνέχεια, με τον Ρέιγκαν στις Ηνωμένες Πολιτείες και με την Θάτσερ στη Βρετανία, ο φιλελεύθερος καπιταλισμός εξαπλώθηκε στις πρωτεύουσες του δυτικού κόσμου και επιτέθηκε σε όλους τους αντιπάλους του: τις εργατικές τάξεις, τις χώρες με σοσιαλιστικό σύστημα, στις πρώην αποικιακές. Τους επιτέθηκε, τους προσέβαλε και κέρδισε. Σε αντίθεση με όσα φαίνονταν, με όσα πίστευαν πριν από πενήντα χρόνια, ο καπιταλισμός που θριάμβευε δεν ήταν αυτός ο Κεϋνσιανός, του κοινωνικού συμβιβασμού, τότε τον αποκαλούσαν νεοκαπιταλισμό. Όχι, ήταν ο πιο άγριος veterocapitalism που ανελάμβανε την κυριαρχία του κόσμου, o παλιός, ο ξεπερασμένος.

«Πως επέστρεψε καυχιέσαι και να προχωρήσει ζητάς, Del ritornar ti vanti e procedere il chiami». Έτσι, ο Giacomo Leopardi στην La Ginestra κατηγορεί τον «θαυμάσιο και ανόητο» αιώνα του, δηλαδή την αποκατάσταση των αρχών του δέκατου ένατου αιώνα μετά τη γαλλική επανάσταση. Τότε, όπως σήμερα μια γιγαντιαία τεχνολογική διαδικασία συνοδεύονταν από μια βαθιά οπισθοδρόμηση σε πολιτικό και πολιτιστικό επίπεδο. Η καπιταλιστική αποκατάσταση που υποφέρουμε σήμερα επέβαλε μια επιστροφή στο κοινωνικό-οικονομικό σύστημα παγκόσμιας εκμετάλλευσης που αναλύθηκε και πολεμήθηκε από τον Μαρξ.

Αυτή η παγκόσμια αποκατάσταση σε παγκόσμια κλίμακα του καπιταλισμού του 19ου αιώνα δεν πραγματοποιήθηκε μέσα από τις αυθόρμητες δυνάμεις της αγοράς, όπως μπορεί αντιθέτως να υπερηφανεύεται η προπαγάνδα του. Ήταν η δράση της πολιτικής, η παρέμβαση των κρατών και οι θεσμικές κατασκευές που ελευθέρωσαν τον καπιταλισμό από τους περιορισμούς, τα φρένα που του είχαν επιβληθεί από εκατό χρόνια αγώνων και επαναστάσεων. Είναι η χρήση του κράτους υπέρ της αγοράς, που θεωρητικοποιήθηκε από τον Von Hayek, η ιδιωτικοποίηση του κοινού, του δημόσιου, που διέταξαν την επιστροφή στον άγριο και φιλελεύθερο καπιταλισμό, αυτόν που ονομάστηκε ordoliberismo. Και γραφειοκρατικοί και αυταρχικοί θεσμοί όπως η Ευρωπαϊκή Ένωση έχουν χρησιμοποιηθεί για να εξουδετερώσουν τα κοινωνικά επιτεύγματα και κατακτήσεις στις χώρες που ανήκουν σε αυτήν. Και κάτω από την εντολή, την διοίκηση της ΕΕ η Ελλάδα έχει γίνει το νέο ινδικό χοιρίδιο για τα πιο άγρια κοινωνικά πειράματα.

Το κράτος, τα θεσμικά όργανα και η πολιτική έχουν κάνει το βρώμικο έργο της καπιταλιστικής αποκατάστασης, παρέχοντας σε αυτήν τα υλικά εργαλεία και την ιδεολογική κάλυψη. Η ενιαία και μοναδική φιλελεύθερη σκέψη έχει γίνει η κοινή λογική των κοινωνιών που καταστράφηκαν από την αποκατάσταση της πιο άγριας εκμετάλλευσης. Και οι κυβερνήσεις επέστρεψαν να είναι εκείνες οι «αστικές εμπορικές επιτροπές» του Μανιφέστο του 1848.

Η δικτατορία της αγοράς και του κέρδους φαίνεται να έχει θριαμβεύσει. Δεν υπάρχουν εναλλακτικές λύσεις, μας εξηγoύν καθημερινά από τα massmedia εδώ και σαράντα χρόνια. Αλλά στον κόσμο που σήμερα σέβεται, λατρεύει και προσκυνά το χειρότερο της φιλοσοφίας του Αdam Smith, πρέπει να θυμόμαστε ότι ο Καρλ Μαρξ ήρθε μετά από τον ανώτατο θεωρητικό της ελεύθερης αγοράς, και αποσυναρμολόγησε το ιδεολογικό και πολιτικό οικοδόμημα του κομμάτι προς κομμάτι. Ακριβώς η αποκατάσταση του καπιταλισμού του Σμιθ καθιστά σήμερα τον Μαρξ πιο επίκαιρο από ποτέ.

Η ήττα του σοσιαλισμού, σε όλες τις εκδοχές του, τον τελευταίο αιώνα ήταν αποκλειστικά πολιτική, καθορίστηκε από τη μεγαλύτερη δύναμη και βία του καπιταλισμού. Ήταν ο παγκόσμιος ταξικός αγώνας που σημάδεψε τη νίκη της μπουρζουαζίας. Προς το παρόν, επειδή η ανθρώπινη ιστορία διδάσκει ότι αυτό που η πολιτική, δηλαδή η ανθρώπινη δράση, καταστρέφει, η ίδια η πολιτική μπορεί να ανοικοδομήσει. Μετά από δεκαετίες καπιταλιστικής αποκατάστασης, είναι η ίδια η επιμονή και επιδείνωση της παγκόσμιας κρίσης που προετοιμάζουν την επιστροφή μιας πολιτικής απέναντι από εκείνη και αντίθετη αυτής που μέχρι τώρα έχει θριαμβεύσει. Τα πράγματα μπορούν και πρέπει να αλλάξουν επειδή οι νόμοι της αγοράς κρύβουν στην πραγματικότητα σχέσεις μεταξύ ανθρώπων, και όταν οι άνθρωποι το συνειδητοποιούν, τότε λοιπόν το καθεστώς του κέρδους και της εκμετάλλευσης αποκαλύπτει ότι όλα τα τερατώδη του πρέπει να κατεδαφιστούν.

Στην αναγκαιότητα της επιστροφής μιας πολιτικής που στρέφεται κατά της κυριαρχίας της αγοράς, υπάρχει όλη η ισχύς και η επικαιρότητα του Μαρξ. Χρόνια πολλά στον Μαρξ, η σκέψη του είναι νεότατη.

 – © Αναπαραγωγή εφικτή κατόπιν ρητής συναίνεσης της σύνταξης του CONTROPIANO

Τελευταία μετατροπή: STAMPA

ανατρεπτική τέχνη, arte ribelle

Πορτραίτο του νεαρού επαναστάτη – Ritratto del rivoluzionario da giovane

Stampa

 

40517

Στις αίθουσες από τις 5 απριλίου, σε σκηνοθεσία του Raoul Peck, The Young Karl Marx, Ο Νεαρός Κάρλ Μάρξ, πολιτική-πνευματική βιογραφία σε εικόνες του γερμανού επαναστάτη και φιλόσοφου.

Ritratto del rivoluzionario da giovane Πορτραίτο του επαναστάτη όταν ήταν νεαρός

Πρώτη ακολουθία: η ταινία ανοίγει σε ένα παρθένο δάσος. Μετά από μερικά πλάνα αναδύονται χέρια, μετά σώματα και πρόσωπα ανθρώπων που μαζεύουν ξύλα. Το πλάνο του χεριού που αρπάζει το ξύλο φαίνεται να κινηματογραφεί την αυγή του είδους αλλά είναι πράγματι η αυγή της καπιταλιστικής νεωτερικότητας. Η φωνή αποκαλύπτει αποσπάσματα από τα πρώτα κείμενα που δημοσίευσε ο νεαρός Μαρξ, εκείνο σχετικά με τον νόμο κατά της κλοπής ξύλου. Είναι τα πρώτα βήματα της κριτικής του αστικού δικαίου.

-stacco-

Δεύτερη ακολουθία: πλάνα από τις στέγες που καπνίζουν μιας πολύ μοντέρνας (για την εποχή, βρισκόμαστε στο μισό του 19ου αιώνα) βιομηχανικής πόλης. Μια επισκόπηση που πηγαίνει προς τα κάτω δείχνει τον κόσμο που συνωστίζεται και κινείται κάτω από αυτές τις στέγες: το σημερινό βιομηχανικό προλεταριάτο. Στη συνέχεια αναλαμβάνει δράση το κυρίως πιάτο: οι μηχανές είναι σταματημένες, βρίσκεται σε εξέλιξη μια απεργία επειδή μια εργάτρια τραυματίστηκε στην ώρα της δουλειάς. Μπροστά στα πρώτα σημάδια της συλλογικής εξέγερσης το αφεντικό διαιρεί και τιμωρεί. Η εξέγερση έχει δαμαστεί, γι αυτή τη φορά …

Σίγουρα, η νέα ταινία του Raoul Peck (γόνιμος σκηνοθέτης αφρο-καραϊβικής καταγωγής, του οποίου θυμόμαστε το ντοκιμαντέρ / πολιτικό δοκίμιο για τον αφρο-αμερικανό συγγραφέα James Baldwin “I’m not your Negro”, «Δεν είμαι ο νέγρος σου») δεν είναι μια biopic όπως οποιαδήποτε άλλη. Οι πρώτες κουβέντες δεν προορίζονται να παρουσιάσουν τους χαρακτήρες μιας ιστορίας, και βασικά ούτε καν το πλαίσιο αυτής, αλλά δύο ιδανικές τυπικές στιγμές της ταξικής πάλης. 1) το φράξιμο των commons, των κοινών και 2) την εδραίωση του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής στην συγκεκριμένη ιστορική μορφή του μεγάλου εργοστασίου στο Μάντσεστερ.

Πιστή στο κείμενο των μάρξ και ένγκελς, η ανάγνωση της εικόνας ήδη υποδηλώνει μια ιστορική και πολιτική ερμηνεία των δυνατοτήτων της επανάστασης που έρχεται: στον προ-καπιταλιστικό κόσμο οι κυριαρχούμενοι έχουν ελάχιστες πιθανότητες να κερδίσουν τους καταπιεστές τους, στην καπιταλιστική και τη βιομηχανική κοινωνία, αν και υποβάλλονται στις χειρότερες συνθήκες εργασίας και ζωής, αυτοί βρίσκονται στο επίκεντρο, στην καρδιά της παραγωγικής διαδικασίας και μπορούν να την νικήσουν με την απόρριψη.

Schermata del 2018 04 04 13 53 45

 

Όπως δήλωσε ο σκηνοθέτης σε μια συνέντευξη – και όπως πολύ καλά εμφανίζεται στη διάρκεια της ταινίας – εάν η έμφαση δίνεται αμέσως από τον τίτλο ακριβώς στην ιστορική, πνευματική και πολιτική εικόνα του Μαρξ, η πολιτική μετάφραση θα προκύψει από τη συνάντηση με τον ανυπόφορο γιο της θριαμβευτικής βιομηχανικής μπουρζουαζίας Friedrich Engels. Εάν το μεγαλείο και η φιλοσοφική συνοχή είναι όλα του Μαρξ, η συμβολή της υλικής γνώσης στις συνθήκες εργασίας της εργατικής τάξης θα προέλθει από τον Ένγκελς. Ο Μαρξ φέρνει τη μέθοδο, ο Ένγκελς, την υλική γνώση των δύο πόλων στους οποίους χωρίζεται η κοινωνία: η μεγάλη βιομηχανική αστική τάξη και το προλεταριάτο που της αντιτίθεται. Ο Marx είναι η φιλοσοφία, ο Engels η έρευνα. Αν και ο τίτλος επικεντρώνεται στον Moro του Treviri, [o Mελαχρινός απ’ το Treviri της Γερμανίας] η φιγούρα του Engels είναι εξίσου κεντρική: σημαντική επιλογή αφήγησης, η οποία απομακρύνει, ελευθερώνει την εικόνα του συγγραφέα σημαντικών βιβλίων όπως Η κατάσταση της εργατικής τάξης στην Αγγλία ή αυτού που έρχεται αργότερα Η προέλευση της οικογένειας , της ιδιωτικής ιδιοκτησίας και του Κράτους από την ξεχασμένη κατάσταση στην οποία την παρέδωσε μια κάποια, μια συγκεκριμένη σύγχρονη ανάγνωση. Όπου το σημαντικό δεν είναι να δώσουμε πάλι στον Ένγκελς αυτό που είναι του Ένγκελς όσο το να υπογραμμίσουμε τη δύναμη μιας συνάντησης, καθώς και των πολλών άλλων που υπενθυμίζονται εκ νέου στην ταινία.

Schermata 2018 04 04 alle 17.38.50

Συναντήσεις … και συγκρούσεις! Η ιστορία της προέλευσης του κομμουνιστικού κινήματος είναι επίσης μια ιστορία διαιρέσεων, τραυματισμών και απομακρύνσεων. Μία από τις πιο επιτυχημένες ακολουθίες της ταινίας είναι εκείνη στην οποία γίνεται λόγος για την ρήξη ανάμεσα στους Μαρξ, Ένγκελς και των ακολούθων τους με την παλιά φρουρά της Ένωσης των Δικαίων, που μετονομάστηκε από αυτούς, με ένα αποφασιστικό χτύπημα σαν πραξικόπημα, σε League of Communists, Ένωση των Κομουνιστών. Η δεξιότητα και η απλότητα με την οποία η ιστορία τίθεται σε εικόνες δεν μπορεί να μην εντυπωσιάσει όποιον είχε την καλή τύχη να συμμετάσχει σε ένα κίνημα ή έναν αγώνα κάποιας σημασίας, έχοντας πάρει μέρος σε αυτό. Μέσα σε λίγα πλάνα ο Peck δείχνει την ένταση που διαπερνά και διασχίζει το ακροατήριο, τις ματιές συμφωνίας μεταξύ εκείνων που θέλουν να αλλάξουν έναν τρόπο δράσης που επαναλαμβάνεται, αναπαράγεται πάντα ο ίδιος και να επιταχύνουν τις διαδικασίες, τα σφυρίγματα περιφρόνησης και τις κραυγές υποστήριξης.  Εδώ η σκηνή αναλαμβάνει ένα μπρεχτικό άγγιγμα. Ο θεατής είναι από την αρχή ταυτισμένος με τους ήρωες της ιστορίας αλλά καλείται ως θεατής της συζήτησης, δίπλα στους συμμετέχοντες στη συνέλευση. Ένας εκπρόσωπος της παλιάς φρουράς σηκώνεται όρθιος και φωνάζει στο σκάνδαλο «είναι ένα πραξικόπημα!» αλλά οι νεαροί επαναστάτες έχουν το πάνω χέρι και δίνουν ότι καλύτερο έχουν παραδίδοντας στο παρελθόν τον αναποτελεσματικό τρόπο δράσης των ουτοπικών σοσιαλιστών. Μια νέα ιστορία αρχίζει από μια αυθεντική ρήξη και από ένα κείμενο που θα δώσει φωνή στις νέες απαιτήσεις, το Μανιφέστο του κομουνιστικού Κόμματος.

Η όλη ταινία επικεντρώνεται ρητά στις στιγμές που δημιουργούνται ρήξεις και νέες εξελίξεις. Στο φόντο των χρόνων ’40 του 19ου αιώνα – τα οποία σύντομα θα ανθίσουν στο ευρωπαϊκό ’48 (η ταινία μας θυμίζει ότι οι κινήσεις θα εκραγούν ακριβώς ένα μήνα μετά τη δημοσίευση του Μανιφέστου) – ακολουθούμε όλες τις κριτικές περιπέτειες του νεαρού Μαρξ: κατά των νεαρών χεγκελιανών που έχουν σταματήσει στην κριτική-κριτική, εναντίον του φιλόσοφου της φτώχειας Προυντόν, ενάντια σε μια Ένωση των δίκαιων που εξακολουθεί να πιστεύει, ασυγχώρητη αφέλεια, ότι όλοι οι άνθρωποι είναι αδέλφια. Ο Μαρξ που απεικονίζεται εδώ είναι ένας Μαρξ μακριά από τον μνημειαλισμό, την μνημειοποίηση, monumentalismo, όπου μια συγκεκριμένη ιστορία τον έχει βαλσαμώσει. Η αφήγηση του Peck μας δείχνει τα πρώτα βήματα ενός νεαρού, ανήσυχου, υπερ-σύγχρονου, που δεν σέβεται την εξουσία, τις αρχές (ακόμη και εκείνη των ευγενών πατέρων του κινήματος), ο οποίος επικρίνει τις βεβαιότητες που αποκτήθηκαν και τις αφηρημένες θεωρίες.  

Schermata del 2018 04 04 16 28 44

Ιδιαίτερη προσοχή αφιερώνεται στην φυσιογνωμία των χαρακτήρων, με τις ιδιορρυθμίες τους, τις γλωσσικές ιδιαιτερότητες (η ταινία είναι πιο αξιόλογη στη γλώσσα του πρωτοτύπου, διότι επιστρέφει τον πλούτο στους τόνους και την αυθεντικά κοσμοπολίτικη διάσταση των επαναστατών της εποχής). Η εκπροσώπηση του Προυντόν, για παράδειγμα, είναι άκρως αποτελεσματική, και όχι μόνο επειδή είναι πολύ κοντά στις παραστάσεις που έχουμε γι αυτόν (σε ένα πλάνο παρατηρούμε ακόμη και τον ζωγράφο Courbet – εκείνον που θα καταδικαστεί πως υποκίνησε τους εξεγερμένους ανθρώπους της Κομούνας να ρίξουν κάτω την Colonna Vendôme – να φτιάχνει ζωντανά το πορτρέτο του), αλλά και για τους επαρχιώτικους τρόπους και για την λαϊκίστικη ρητορική. Πολλά πλάνα της ταινίας δείχνουν την αμηχανία και την κρυάδα στο βλέμμα του νεαρού Μαρξ να παρατηρεί με απόσπαση και ειρωνεία την πομπώδη ρητορική των συνοδοιπόρων του από τους οποίους είναι έτοιμος να διαχωριστεί. Είναι η τελική απόφαση-κρίση του νεαρού κομμουνισμού, ( «επιστημονικού», όπως υπενθυμίζεται αργότερα, αλλά θα μπορούσε να είναι πιο σκόπιμο να τον επαναπροσδιορίσουμε σήμερα ως πολιτικό), επί της παλιάς ουτοπικής και ανθρωπιστικής προέλευσης.

Η όλη ταινία μπορεί επίσης να ειδωθεί ως ένα ακριβές και πλούσιο οπτικό δοκίμιο για την ιστορία και τον πολιτισμό: εάν με την πρώτη ματιά, επιφανειακή, μπορεί να μην φαίνεται πολύ διαφορετική από τις πολλές βιογραφικές και ιστορικές ταινίες που γεμίζουν με κανονικότητα τις οθόνες, η διαφορά είναι εδώ στην λεπτομέρεια και στην ποικιλία των πηγών από τις οποίες καρπώνεται η εικόνα: η ρεαλιστική ζωγραφική (όχι μόνο από τον Courbet, αλλά και από ορισμένους καλλιτέχνες του βόρειου τοπίου, όπως στην τελική συζήτηση μεταξύ των δύο πρωταγωνιστών), η εκκολαπτόμενη φωτογραφία που τα χρόνια αυτά άρχισε να τεκμηριώνει τις συνθήκες ζωής του προλεταριάτου των μεγάλων αστικών κέντρων (καθώς και εκείνες της αστικής μπουρζουαζίας), η γερμανική ζωγραφική των Dürer και των Brugel (δείτε την αρχική σκηνή του αριστοκρατικού κυνηγιού σε αυτούς που μαζεύουν ξυλεία).

Schermata 2018 04 04 alle 17.53.26

Μια σημείωση της αξίας πηγαίνει επίσης στη φροντίδα του σεναρίου και των διαλόγων. Αν είναι αλήθεια ότι μια ταινία είναι κατά κύριο λόγο ευθύνη του σκηνοθέτη, είναι επίσης αλήθεια ότι υπάρχουν συμβολές που ακούγονται, που γίνονται αισθητές. Σε αυτή την περίπτωση δεν μπορούμε να παραλείψουμε να αναφέρουμε τη συμβολή στους διαλόγους και τη δραματουργική γραφή του Pascal Bonitzer, όχι μόνο σκηνοθέτη αλλά και σεναριογράφου μερικών από τους σημαντικότερους γάλλους σκηνοθέτες των τελευταίων σαράντα ετών. Ήταν πάνω απ ‘όλα ένας από τους πιο οξυδερκείς θεωρητικούς, μέσα στη μανία της δεκαετίας του ’70, των βασανιστικών και προβληματικών σχέσεων μεταξύ Τεχνικής και Ιδεολογίας, δηλαδή των ιδεολογικών και υλικών προσδιορισμών που προεδρεύουν της οργάνωσης, του στησίματος και της κινηματογραφικής γραφής. Μια πολιτική συνειδητοποίηση της και επί της κινηματογραφικής τέχνης που είναι εμφανής σε αυτή την ταινία.

Μία τελευταία πτυχή που αξίζει να αναφερθεί για την κεντρική θέση που έχει στην διήγηση είναι αυτή που θα μπορούσαμε να ορίσουμε την πνευματική εργασία σαν επάγγελμα (επισφαλές). Πολλές σκηνές της ταινίας είναι αφιερωμένες να δείξουν τις οικονομικές δυσκολίες μέσα στις οποίες η οικογένεια Μαρξ αναγκάστηκε να κάνει τις δικές της επιλογές ζωής και στράτευσης. Εν ολίγοις, είμαστε μακριά από τις βιογραφίες που μας μιλούν για ηρωικές χειρονομίες θέλησης και σκέψης. Βλέπουμε τον Μαρξ και τη σύζυγό του που είναι ταραγμένοι, οι οποίοι κινδυνεύουν να εκδιωχθούν από το σπίτι, να τους γίνει έξωση, που έχουν λίγα για να φάνε, που κινδυνεύουν να αρρωστήσουν. Ο νεαρός Μαρξ πρέπει συχνά να αναβάλει το θεωρητικό έργο που αγαπάει τόσο πολύ για να κερδίσει το ψωμί του και να ζήσει την οικογένεια. (Και εδώ μετράται η απόσταση του από τους ουτοπιστές). Η δημιουργική διαδικασία της πολιτικής γραφής εμφανίζεται στις διάφορες φάσεις: συζήτηση, συγγραφή, συζήτηση, εκ νέου γράψιμο, εκτύπωση. Συλλογική εργασία που κλέβει τον ύπνο της νύχτας και καταναλώνει τα κεριά.

Schermata 2018 04 04 alle 17.31.37

Η μόνη κριτική που μπορεί να γίνει στην ταινία είναι ίσως η επιλογή της τελικής ακολουθίας, όπου ο σκηνοθέτης παίζει τη σίγουρη κάρτα του κλισέ, αλλά με πιο προσεκτικό έλεγχο η επιλογή αυτού που δείχνει είναι λιγότερο μπανάλ από ό, τι θα είχε την διάθεση να μας υπενθυμίσει. Όμως μας κάνει εντύπωση κυρίως η προτελευταία σκηνή, όπου το βλέμμα στην κάμερα μικρών αγοριών και κοριτσιών, ανδρών και γυναικών, ενσαρκώνει το γίγνεσθαι υποκείμενο του προλεταριάτου, ενώ η φωνή off αρθρώνει τα λόγια ενός incipit, μιας εναρκτήριας φράσης, γνωστής και όσο ποτέ άλλοτε τρέχουσας, σημερινής:

 

30122605 1462869690489532 300588097 o

 

Ένα φάντασμα πλανιέται στην Ευρώπη: το φάντασμα του κομμουνισμού.

Όλες οι δυνάμεις της γερασμένης Ευρώπης ενώθηκαν σε μια ιερή συμμαχία για να κυνηγήσουν αυτό το φάντασμα:

ο πάπας και ο τσάρος, ο Μέτερνιχ κι ο Γκιζό, γάλλοι ριζοσπάστες και γερμανοί αστυνομικοί.

Είναι καιρός πια οι κομμουνιστές να εκθέσουν ανοιχτά μπροστά σ’ όλο τον κόσμο τις αντιλήψεις τους, τους σκοπούς τους, τις επιδιώξεις τους

και ν’ αντιπαραθέσουν στο παραμύθι του κομμουνιστικού φαντάσματος

ένα μανιφέστο του ίδιου του κόμματος.

Η ιστορία κάθε κοινωνίας που υπήρξε μέχρι τώρα, είναι ιστορία των ταξικών αγώνων.

Όλη η κοινωνία ολοένα και περισσότερο χωρίζεται σε δύο μεγάλα εχθρικά στρατόπεδα,σε δύο μεγάλες τάξεις που αντιτίθενται άμεσα μεταξύ τους: την αστική τάξη και το προλεταριάτο.

 

Uno spettro s’aggira per l’Europa – lo spettro del comunismo.

Tutte le potenze della vecchia Europa si sono alleate

in una santa battuta di caccia contro questo spettro:

papa e zar, Metternich e Guizot,

radicali francesi e poliziotti tedeschi.

E` ormai tempo che i comunisti espongano apertamente

in faccia a tutto il mondo

il loro modo di vedere, i loro fini, le loro tendenze,

e che contrappongano alla favola dello spettro del comunismo

un manifesto del partito stesso

La storia di ogni società esistita fino a questo momento, è storia di lotte di classi.

L’intera società si va scindendo sempre più in due grandi campi nemici,

in due grandi classi direttamente contrapposte l’una all’altra: borghesia e proletariato.

 

8d61a233734660576744f8a3cb1cb1bae44fdc9f.1000

 

 https://www.infoaut.org/culture/ritratto-del-rivoluzionario-da-giovane
σύγχρονη σκέψη, pensiero di oggi

Ποιο επίπεδο πρέπει να ευνοήσουμε: τη Διανομή ή την Παραγωγή; – Quale terreno privilegiare: la Distribuzione o la Produzione?

Να διανείμουμε εξίσου. Να διανείμουμε για να καταπολεμήσουμε την ανισότητα.

Να διανείμουμε!  Να διανείμουμε!

Διανείμετε τον πλούτο που παράγεται!, ακούμε να φωνάζουν με ενθουσιασμό. Και ο ενθουσιασμός δεν πρέπει να σβήσει. Θα πρέπει να ενθαρρύνεται, είναι καλό να μεγαλώσει!

Ακριβώς για να ενθαρρύνουμε τον ενθουσιασμό, ας θέσουμε κάποια ερωτηματικά.

Ποιος παράγει όλα όσα πρέπει να διανεμηθούν εξίσου; Και πού είναι εκείνες και εκείνοι που παράγουν όλο αυτό που πέφτει κάτω από τις αισθήσεις μας, όλο αυτό που μας περιβάλλει;

Ας επιστρέψουμε λοιπόν στο αιώνιο δίλημμα: να βάλουμε ένα χέρι στη διανομή ή στην παραγωγή; 

Ένα δίλημμα που ανοίγει ξανά; Μα τι λέτε, είναι ένα δίλημμα που πάντα παρέμεινε ανοιχτό. Δεν έκλεισε ποτέ.

Να αντιμετωπίσουμε σαν προτεραιότητα τη διανομή ή την παραγωγή έχει συζητηθεί για περισσότερο από έναν αιώνα μέσα στο εργατικό και επαναστατικό κίνημα. Εκείνο το στρατευμένο κίνημα που θέλει να καταπολεμήσει αυτό το οικονομικο-κοινωνικό σύστημα που βασίζεται στην εκμετάλλευση, την ανισότητα και την καταπίεση.

Ας προσπαθήσουμε να συγκεντρώσουμε κάποιες προτάσεις που προέρχονται από άλλες εκρήξεις ενθουσιασμού και μας προσφέρουν τα υψηλότερα σημεία μέσα στην έντονη και ουσιαστική ταξική σύγκρουση, κάποιων δεκαετιών νωρίτερα.

Ήταν το 1973, μήνας μάρτιος.

Ένα τμήμα της εργατικής τάξης είχε εμπλακεί σε έναν αγώνα για την ανανέωση της σύμβασης, μέσα στον οποίο είχε εντοπίσει μια βαριά επίθεση από τα αφεντικά, που υποτιμήθηκε ή, σύμφωνα με μερικούς, διευκολύνθηκε από τις συνομοσπονδιακές συνδικαλιστικές οργανώσεις.

Εκείνο το τμήμα της τάξης αγνόησε τους δισταγμούς του συνδικάτου. Δεν άκουσε ούτε καν τις ενδείξεις των επαναστατικών σχηματισμών που πρότειναν μια απεργία διαρκείας, μέχρις εσχάτων. Quel settore di classe ignorò i tentennamenti sindacali.

Από την πρακτική του αγώνα των προηγούμενων χρόνων και από τις ασφυκτικές αστικές και εργατικές εντάσεις, που ζούσαν καθημερινά, εκείνες οι εργάτριες και εκείνοι οι εργάτες είχαν ωριμάσει την συνειδητοποίηση ότι οι αξιώσεις που κερδήθηκαν κατά τις περιόδους οικονομικής επέκτασης στη συνέχεια ροκανίζονταν στις περιόδους συρρίκνωσης. Κατάλαβαν ότι αυτή ήταν η τάση της καπιταλιστικής οικονομίας και αρνούνταν να υποβάλουν τις ζωές τους και τις ανάγκες τους σε τέτοιες διακυμάνσεις, αμφιταλαντευόμενες τάσεις.

Εργάτριες και εργάτες ήταν πεπεισμένοι ότι η παραμονή μέσα στο πλαίσιο των αξιώσεων-διεκδικήσεων σήμαινε, έτσι κι αλλιώς, τη διαιώνιση του υποτακτικού ρόλου της εργατικής δύναμης που ανταλλάσσεται με μισθό (έστω και προσωρινά βελτιωμένου). Αυτό σήμαινε απομόνωση από τις μητροπολιτικές εντάσεις που ζούσαν αυτοί οι ίδιοι / ες μαζί με τους άνεργους / ες, από εκείνους που εργάζονταν μαύρα, από εκείνους που δεν είχαν σπίτι, όσους υπέφεραν από μια επισφαλή ζωή κλπ. Εν ολίγοις, απέρριπταν την προοπτική προόδου μέσα στο σύμπαν της διανομής και της ανταλλαγής, παραμένοντας σκλάβοι στην υπηρεσία της παραγωγής για κεφάλαιο.

Επέλεξαν την προοπτική της «απόρριψης της μισθωτής εργασίας».

Έθεσαν στους εαυτούς τους το καθήκον να αναγνωρίσουν το κέντρο του διλήμματος:

  1. a) να ασκήσουν εξουσία πάνω στην παραγωγή, καταλαμβάνοντας το εργοστάσιο και εμποδίζοντας τη χρηστικότητα του, συμπεριλαμβανομένου και του ξεσκονίσματος του κτιρίου των υπαλλήλων και των διευθυντικών στελεχών, επιχειρήσεις που έγιναν με μεγάλο ενθουσιασμό!
  2. b) να ουρλιάξουν σε ολόκληρο το κίνημα, να συνειδητοποιήσει ότι, αν θέλουν να αποφασίζουν τι να παράγουν και πώς να το παράγουν, εάν δεν θέλουν πλέον να είναι δούλοι των αγαθών, του εμπορεύματος, αν δεν θέλουν να είναι αυτοί οι ίδιοι εμπορεύματα, τότε πρέπει να θέσουν τον εργατικό έλεγχο πάνω στην παραγωγή , γνωρίζοντας ότι σε αυτό το σημείο ανοίγει η σύγκρουση με το κράτος, που είναι ο εγγυητής της διατήρησης της καπιταλιστικής παραγωγικής τάξης!

Παραγωγή και κράτος οι δύο ακρογωνιαίοι λίθοι στους οποίους παίζεται η σύγκρουση της εξουσίας, αν θέλουμε να οικοδομήσουμε την προλεταριακή δύναμη, εξουσία.  

Αυτός ο τομέας της τάξης είχε τα πρόσωπα των εργατριών και των εργατών της Fiat οι οποίοι εκείνες τις μέρες του τέλους μαρτίου του ’73 ονομάστηκαν κόκκινα μαντήλια, fazzoletti rossi, για ένα κομμάτι κόκκινο πανί που έβαζαν στα πρόσωπά τους και για να τονίσουν τον ενθουσιασμό τους.

Αυτό το τμήμα της τάξης δεν ήταν μονάχο. Υπήρχαν σε πολλά εργοστάσια και σε πολλές περιοχές. Quel settore di classe non era solo.

Αυτοί οι τομείς της τάξης δεν αγαπούσαν να στρεψοδικούν επάνω σε θέματα ισορροπίας κυβερνητικών σχηματισμών ή εκείνων που βρίσκονται σε εξέλιξη ή εκείνων που πρόκειται να έρθουν, τόσο σε εθνικό όσο και σε τοπικό επίπεδο.

Εκείνοι οι τομείς της τάξης δεν ζητούσαν τα ψίχουλα μιας διανεμητικής πολιτικής που θα ήταν λιγότερο πρόστυχη και πιο διανεμητική, αλλάζοντας κοινοβουλευτικές ισορροπίες ή κυβερνητικές φόρμουλες, διότι κατανοούσαν ότι σε κάθε περίπτωση ήταν θέμα διανομής διεφθαρμένων εμπορευμάτων που θα λαμβάνονταν σύμφωνα με τις τάσεις της αγοράς.

Εκείνα τα τμήματα της τάξης είχαν καταλάβει πως “ο εχθρός βρίσκεται μες το σπίτι μας !”

Eκείνα τα ταξικά τμήματα δεν είχαν την πρόθεση να στολιστούν με «πολιτικά» γνωρίσματα δανειζόμενα συνθήματα κατά κυβερνητικών πολιτικών και των διαβόητων διεθνών συνθηκών.

Όχι! αυτοί ήθελαν να δώσουν ένα σημάδι της σύγκρουσης εξουσίας που έπρεπε να εντατικοποιηθεί: εργατικός έλεγχος της παραγωγής και επίθεση στο κράτος.

Εκείνοι οι τομείς της τάξης πρότειναν μια σπουδαία διδασκαλία, σίγουρα όχι καινούργια, αλλά που διακινδύνευσε και συνεχώς κινδυνεύει να αποδυναμωθεί. Δεν είναι καινούργια γιατί κάποιος την είχε γράψει επίσης:

«Αφού η πραγματική σχέση έχει γίνει σαφής εδώ και πολύ μεγάλο χρονικό διάστημα, γιατί να επιστρέψουμε ξανά πίσω»; … «Ο χυδαίος σοσιαλισμός έχει πάρει από τους αστούς οικονομολόγους (και με τη σειρά της από αυτόν ένα μέρος της δημοκρατίας) τη συνήθεια να θεωρούν και να αντιμετωπίζουν τη διανομή σαν ανεξάρτητη από τον τρόπο παραγωγής και επομένως να αντιπροσωπεύει τον σοσιαλισμό ως κάτι που τριγυρνά κυρίως γύρω από την διανομή «. (Κ. Marx, Κριτική του προγράμματος της Gotha -1875)

Γιατί κατά πρώτο λόγο η παραγωγή; Απλώς και μόνο επειδή έχουμε υποταχθεί, μας εκμεταλλεύονται, είμαστε ηγεμονισμένοι και μας ενσωματώνουν σε αυτόν τον τρόπο παραγωγής, ο οποίος είναι καπιταλιστικός. Μπορούμε να κατοικήσουμε σε μια περιοχή ή μια χώρα με «πλήρη κυριαρχία» ή σε μια περιοχή που περιλαμβάνεται σε μια ομοσπονδία ή σε άλλο τύπο συνόλου αρκετών χωρών, παντού όπου η οικονομία, αν είναι καπιταλιστική, πρέπει να συμμορφώνεται με αυτούς τους κανόνες. Οπουδήποτε το τσεκούρι οποιασδήποτε κυβέρνησης θα πέσει επάνω στις εργατικές τάξεις και στις προλεταριακές τάξεις όταν το απαιτούν οι ανάγκες συσσώρευσης του κεφαλαίου.

Είναι πολλά τα εργαλεία με τα οποία λειτουργούν αυτοί οι νόμοι: η αγορά και ο ανταγωνισμός μεταξύ επιχειρήσεων παραγωγής, οι τράπεζες, η χρηματοδότηση, τα χρηματιστήρια, οι ανταλλαγές, οι συνθήκες κ.λπ. Είναι όλα μέσα και εργαλεία που δεν έχουν δική τους ζωή, η ζωή τους προέρχεται από τους νόμους του κεφαλαίου, από την πρόοδο των αναγκών του. Σε αυτά τα όργανα επάνω δεν είναι εύκολο να λειτουργήσουμε αλλάζοντας τους την πορεία, δεν είναι δυνατόν παρά περιμένοντας τις σπάνιες στιγμές που το κεφάλαιο έχει περιθώρια κέρδους και είναι πρόθυμο να δώσει, να παραχωρήσει κάτι, για να το απομακρύνει, να το κόψει σύντομα μετά. Οι κυβερνήσεις, οι πλειοψηφίες ή οι κοινοβουλευτικές ισορροπίες, δεν είναι εξοπλισμένες για να αλλάξουν την πορεία αυτή, αλλά μπορούν να κάνουν μόνο μικρές διορθώσεις στις επεκτατικές φάσεις, οι οποίες στη συνέχεια διορθώνονται ξανά από τις μεταβαλλόμενες ανάγκες της καπιταλιστικής λογικής.

Οι διανεμητικές πολιτικές υπόκεινται σε αυτούς τους κανόνες και η ιστορία διδάσκει ότι ανεξάρτητα από την ισορροπία των πολιτικών δυνάμεων, δεδομένου του καπιταλισμού, υπάρχουν ελάχιστοι, πολύ λίγοι χώροι δράσης. Σε αυτή τη φάση, το πολυεθνικό κεφάλαιο, καλά εδραιωμένο, σχεδιασμένο στη χρηματοδότηση, ενίσχυσε τα ηνία, εξαντλώντας σχεδόν ολοκληρωτικά την πολιτική σφαίρα και, με περισσότερη βία, ασκεί την μείωση του κόστους εργασίας και την αύξηση της παραγωγικότητας για να επαναδρομολογήσει τον ανταγωνισμό και την συσσώρευση του κεφαλαίου. Αυτό συμβαίνει σε κάθε περιοχή, κράτος ή καπιταλιστικό χώρο, απλά κοιτάξτε γύρω.

Ο καπιταλισμός δεν μεταρρυθμίζεται!

Ο δρόμος μπροστά μας, αυτός που πρέπει να διατρέξουμε είναι άλλος, ίσως πιο περίπλοκος, αλλά δεν επιτρέπει συντομεύσεις ή τεχνάσματα και δεν προβλέπει την εντολή στις δεξιότητες και τις αρετές κάποιας νέας, νεότατης ή παλιομοδίτικης πολιτικής τάξης.

Είναι επείγον να αναλάβουμε ξανά το κόκκινο νήμα και να οργανώσουμε την πρακτική κριτική ολόκληρης της κοινωνικής ζωής, στους ρυθμούς της, στις καταστροφικές ανθρώπινες και κοινωνικές σχέσεις, στις προτεραιότητες και τις προοπτικές. Ο τρόπος ζωής και κατανάλωσης πρέπει να αμφισβητηθεί, ο άσκοπος και σπασμωδικός τρόπος επικοινωνίας, ο ατομικισμός και ο αχαλίνωτος ανταγωνισμός, το καθεστώς ιδιοκτησίας και κατοχής και τα χιλιάδες άλλα πράγματα, αλλά με τους χρόνους που υπαγορεύει η άμεση και ηγεμονική διοίκηση και διαχείριση όλων εκείνων που ανήκουν στις υποτελείς τάξεις οργανωμένων σε οριζόντιες δομές συμβουλίων.

Είναι χρήσιμο να εμπνευστούμε από τη διδασκαλία των «κόκκινων μαντιλιών», “fazzoletti rossi”, καθώς και από τα άλλα (πολλά) υψηλά σημεία που εξαπλώθηκαν και συσσωρεύτηκαν από την ταξική πάλη για την προλεταριακή εξουσία, το να την αγνοήσουμε είναι απαράδεκτο!

Από εκείνο το 1973 πέρασε καιρός, τα αφεντικά έκαναν βήματα μπροστά, πάνω κάτω όσα εμείς κάναμε προς τα πίσω, στα περιεχόμενα και στους στόχους, στις μορφές οργάνωσης των συμβουλίων, στις στρατηγικές επίθεσης, και σε πολλά άλλα.

Τώρα ας προσπαθήσουμε να εξετάσουμε ότι δεν θέλουμε να κάνουμε βήματα πίσω. Για να ξεκινήσουμε εκ νέου από μια καλή θέση, ας προσπαθήσουμε να συνδεθούμε ξανά, να γαντζωθούμε εκ νέου στα υψηλότερα σημεία που εκφράζονται από τη ταξική σύγκρουση σε αυτή τη χώρα, στις δεκαετίες που έχουμε πίσω από μας. Και ας κινηθούμε.

Εάν θέλετε να διαβάσετε εκτενέστερα την εμπειρία του αγώνα των εργατριών και των εργατών στη Fiat το 1973, που ονομάστηκε των «κόκκινων μαντηλιών», detta dei “fazzoletti rossi”, πηγαίνετε εδώ  qui  και εδώ  qui:

Quale terreno privilegiare: la Distribuzione o la Produzione?