αυτονομία, autonomia

Μετά τον Μάρξ απρίλης, 4 – χρονικό του Κινήματος ’77

ΕΜΕΙΣ ΔΕΝ ΘΕΛΟΥΜΕ ΝΑ ΚΑΘΙΣΟΥΜΕ ΣΤΙΣ ΠΟΛΥΘΡΟΝΕΣ ΣΑΣ, ΕΧΟΥΜΕ ΜΟΝΑΧΑ ΣΚΟΠΟ ΝΑ ΤΙΣ ΑΝΑΤΡΕΨΟΥΜΕ, ΝΑ ΤΙΣ ΑΝΑΠΟΔΟΓΥΡΙΣΟΥΜΕ               IX

«Όλοι μας πήγαμε στο Lambro ψάχνοντας στους άλλους και στην γιορτή κάτι απροσδιόριστο και καλύτερο που όμως ακόμη δεν μας ανήκει και βρεθήκαμε μπροστά στην πραγματικότητα έτσι όπως είναι. Συνειδητοποιήσαμε ότι το να μην νιώθουμε καλά, προσωπικά, είναι στην πραγματικότητα μια κατάσταση τραγικά συλλογική. Το πάρκο Lambro υπήρξε ο πραγματικός καθρέπτης της νεανικής ταξικής πραγματικότητας: μοναξιά, βία, υλική φτώχεια πολλαπλασιασμένη επί 100.000 νέων, αυτό κοινωνικοποίησε την γιορτή. Είχαμε να επικοινωνήσουμε μοναξιά και βία, και αυτό κοινοποιήθηκε». (AA.VV., Θα είναι ένα ριζότο που θα σας θάψει, Sarà un risotto che vi seppellirà, Milano, Squilibri, 1977; σελ. 71-72).

«Γύρω από το Parco Lambro είναι τρελό (όπως κάνει το »Rosso» συμπλ. ιουλίου) να θριαμβολογούμε: απαλλοτριώνονται τα περίπτερα των συντρόφων, αλλά μεταξύ των απαλλοτριωτών είναι αυτοί που καταστρέφουν τον πάγκο των γκέι του COM, αυτοί που επιτίθενται σε γυναίκες και κατά τη διάρκεια της νύχτας οργανώνουν ομάδες που ουρλιάζουν άνδρες του Lambro επίθεση! Η επιθετικότητα της ανικανότητα μετράται με την ανικανότητα αυτής της επιθετικότητας και όλες οι εντάσεις εκτονώνονται στο γκέτο, όπου η απαλλοτρίωση αντικαθίσταται από την επίδειξη της. Εν τω μεταξύ άλλοι κλείνονται σε σκηνή να καπνίζουν μπάφους διαμαρτυρόμενοι ότι αυτοί «έχουν έρθει εδώ για να αποκαταστήσουν την ενότητα της ψυχής με το σώμα, και όμως ακόμη και εδώ υπάρχει βία». Όλα τα σκατά, η μιζέρια, η απόγνωση χτίζει εδώ την ιδεολογία της, το κίνημα των διαχωρισμών καταλήγει στον διαχωρισμό της απομόνωσης ή στην εξαπόλυση της επιθετικότητας. Και ο υπόλοιπος κόσμος; Όλα αυτά που είναι έξω από το γκέτο; Οι νέοι ρεφορμιστές προσπάθησαν να μας παρουσιάσουν την σχέση αυτή με τη μορφή εκλογών με τα καλά αποτελέσματα που γνωρίζουμε, βοήθησαν την κατασκευή του φράχτη του γκέτο και έπνιξαν το κίνημα στον ολοκληρωτισμό της πολιτικής » (»Να ξαναπάρουμε τον Μάρξ στα χέρια μας ενάντια στην ιδεολογία…», «Riprendere Marx in mano contro l’ideologia…», A/TRAVERSO, Ιούλιος 1976, σελ. 2).

ΙΟΥΛΙΟΣ 1976. Porci con le ali Γουρούνια με φτερά «Εάν τα γουρούνια είχαν φτερά, σύμφωνα με το αγγλικό ρητό, οτιδήποτε θα μπορούσε να συμβεί. Καλά, ίσως τα γουρούνια έχουν μυστηριώδη αόρατα φτερά, και ίσως εμείς δεν τα βλέπουμε ΓΙΑΤΙ φοβόμαστε αυτό το“όλα μπορούν να συμβούν.” Σε αυτή την περίπτωση είμαστε γουρούνια με φτερά ή αόρατα ή υποτυπώδη. Μερικοί έχουν φτερά απλά αόρατα και μπορoούν να τα κάνουν να φαίνονται ανά πάσα στιγμή. Σε άλλους τα υποτυπώδη φτερά ποτέ δεν θα επιτρέψουν να υψωθούν και να πετάξουν, ούτε καν στα όνειρά τους »  (David Cooper, Ο θάνατος της οικογένειας – La morte della famiglia, Torino, Einaudi, 1977; σελ. 83). Είναι σε αυτό το κείμενο που αναφέρεται ο τίτλος του βιβλίου Γουρούνια με φτερά – Porci con le ali (Roma, Savelli, 1976), που έγραψε η Lidia Ravera και ο Marco Lombardo-Radice και δημοσιεύτηκε κάτω από το ψευδώνυμο “Rocco e Antonia” σε 6000 κόπιες (cfr. AA.VV., Ο τελευταίος άνθρωπος – L’ultimo uomo, Roma Savelli, 1977; σελ. 147-148).  «Ούτε μυθιστόρημα, ούτε δοκίμιο, ούτε λίβελλος ελευθεριακής προπαγάνδας, τα Γουρούνια με φτερά είναι ένας σταχασμός, ένας προβληματισμός για το ζευγάρι, για τη σεξουαλικότητα, την ομοφυλοφιλία, από την πλευρά και την οπτική δύο εφήβων, του Rocco και της Αntonia, ρωμαίων, μικροαστών, εξωκοινοβουλευτικών . Φόβος, περιέργεια, αγάπη, μοναξιά και φαντασιώσεις διαπλέκονται στο άτακτο φόντο, ζωντανό, εδώ κι εκεί λιγάκι αλλοτριωμένο της φοιτητικής αριστεράς. Στις σκέψεις του Rocco δίνει φωνή ένας άνδρας, σε εκείνες της Antonia μια γυναίκα: αυτό οδηγεί σε μια μη τυχαία ασυνέχεια, μια συνεχής πρόταση-προσφορά διαφορών τόσο στο ύφος όσο και στα περιεχόμενα που είναι, ίσως, η μεγαλύτερη αξία του βιβλίου» (από το πίσω κάλυμμα ). Οι πιο επιθετικές δασκάλες της κόκκινης γραφίδας βρίσκονται στ’ αριστερά: «Οι χοίροι με τα φτερά δεν μας άρεσε και πιστεύουμε ότι το βιβλίο είναι μεγάλο λάθος. Προσθέτουμε αμέσως ότι αυτό δεν σημαίνει πως το θεωρούμε άχρηστο. Αντιθέτως: είναι ένα πολύ χρήσιμο βιβλίο διότι επιτρέπει (…) μια επαφή και σύγκρουση με εκείνη την συζήτηση για την οικογένεια και τη σεξουαλικότητα που προχωρά με δυσκολία (…). Μας φαίνεται μάλιστα ασθενικός ο ψευδής τρόπος με τον οποίον παρουσιάζονται περιστατικά όπως εκείνα που αφορούν την ομοφυλοφιλική μύηση των δύο πρωταγωνιστών, πιστεύουμε ότι δεν υπάρχουν άνθρωποι στον κόσμο που αντιμετωπίζουν ένα πρόβλημα τόσο μεγάλης «πολυπλοκότητας» τόσο απρόσεκτα και με τέτοια ολύμπια αποστασιοποίηση. (…) Θεωρούμε πολύ απλοϊκή και μειωτική την απλή καταγραφή των γεγονότων της εφηβικής σεξουαλικότητας έτσι όπως είναι, στην μονομέρεια τους, στον εγωισμό τους, στη βία και την επιθετικότητα τους. Αυτό συμβάλλει, όχι λίγο, στο να κάνει τα Γουρούνια με φτερά ένα παράλογο βιβλίο. (…) Φαίνεται πως δεν υπάρχει το πρόβλημα μιας σχέσης με το παρελθόν και το μέλλον και το παρόν, και με τους άλλους. (…) Τι διαχωρίζει (και αντιπαραθέτει) τον παραδοσιακό εγωισμό της αδιαφορίας (για παράδειγμα, το «κοίτα την πάρτη σου» του δεκανέα στον στρατώνα) από την μείωση που το σύνθημα «το προσωπικό είναι πολιτικό» αναλαμβάνει στην συμπεριφορά των Rocco και Αntonia; Πού είναι η ιστορία; ο Rocco και η Αντωνία γαμούν πολύ περισσότερο από ό, τι κάνει ο Federico Moreau του Φλωμπέρ, εξαντλημένος ενατενίζοντας και αναπολώντας την Madame Arnoux, αλλά αν αυτό είναι ίσως προοδευτικό σίγουρα δεν σημαίνει ότι είναι ανατρεπτικό »  (Luigi Manconi και Marcello Sarno, στις »Κόκκινες Σκιές» –  «Ombre Rosse» n. 17, νοέμβριος 1976, σελ. 68/72).

ΘΕΛΩ ΝΑ ΜΙΛΗΣΩ ΜΑ ΔΕΝ ΤΑ ΚΑΤΑΦΕΡΝΩ, ΘΕΛΩ Ν’ ΑΓΑΠΗΣΩ ΜΑ ΔΕΝ ΤΑ ΚΑΤΑΦΕΡΝΩ, ΘΕΛΩ ΝΑ ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΗΣΩ ΜΑ ΔΕΝ ΤΑ ΚΑΤΑΦΕΡΝΩ, ΜΑΣ ΕΧΟΥΝ ΑΦΑΙΡΕΣΕΙ ΤΗ ΖΩΗ ΝΑ ΤΗΝ ΞΑΝΑΠΑΡΟΥΜΕ ΠΙΣΩ

https://aenaikinisi.files.wordpress.com/2017/04/dopo_marx_aprile.pdf

https://www.academia.edu/6711257/Dopo_Marx_aprile

ανατρεπτική τέχνη, arte ribelle

Τα χρόνια Εβδομήντα είναι ακόμη ένα δικό μας πρόβήμα – Gli anni Settanta sono ancora un nostro problema

ΤΑ ΠΑΙΔΙΆ ΠΟΥ ΘΈΛΑΝ ΝΑ ΚΆΝΟΥΝ ΤΗΝ ΕΠΑΝΆΣΤΑΣΗ

1968-1978 ΙΣΤΟΡΊΑ ΤΗΣ LOTTA CONTINUA

Από τους πολλούς τρόπους να θυμόμαστε την επέτειο του Εβδομήντα Επτά, ένας από τους πιο «πλάγιους» είναι εκείνος να προχωρήσουμε ξεκινώντας από ένα πολύ μικρότερο βιβλίο, δημοσιογραφικό, που αντιμετωπίζει την ιστορία μιας ομάδας της εξωκοινοβουλευτικής αριστεράς που ουσιαστικά διαλύθηκε το προηγούμενο έτος. Ωστόσο, αυτή η ιστορία της Lotta continua αντέχει στη δοκιμασία του χρόνου, ακριβώς διότι έγινε χωρίς καμία φιλοδοξία επαναδιατύπωσης ή καταδίκης. Ο Cazzullo σίγουρα δεν έχει τα πολιτιστικά εργαλεία για να ερμηνεύσει τα χρόνια Εβδομήντα, αλλά μέσα στην πραγματική ή φαινομενική αθωότητα-αφέλεια του αναπλάθει έναν κόσμο, χωρίς αποφασιστικές ιδεολογικές προκαταλήψεις, και ως εκ τούτου σε θέση να αντικατοπτρίσει την αγωνία εκείνων των χρόνων, εκείνης της γενιάς των επαναστατών. Το χρόνια Εβδομήντα, με αιχμή τους το ’77, σηματοδοτούν τον τελευταία κύκλο της επαναστατικής ταξικής πάλης στη χώρα μας. Πρόθεσή μας είναι, λέγοντας αυτά, και εννοούμε πως στο μεταίχμιο μεταξύ του ’77 και ’78 ολοκληρώνεται, για την ιταλική επαναστατική αριστερά, το ζήτημα της εξουσίας. Ό, τι γνώμη έχει κανείς για τις πολιτικές επιλογές της επαναστατικής αριστεράς αυτών των χρόνων, θα παραμείνει η εμπειρία που βρίσκεται πιο κοντά σε εμάς από την οποίαν πρέπει να προσπαθήσουμε να ξεκινήσουμε και πάλι. Γι ‘αυτό, παρά την απόσταση σε χρόνο και πολιτική, το ζήτημα που τέθηκε στην εν λόγω δεκαετία, εξακολουθεί να είναι ένα πρόβλημά μας, και το αίνιγμα που την περιβάλλει πρέπει ακόμη να αποκρυπτογραφηθεί.

Η Lotta Continua είναι μια ιδιαίτερα συμβολική ομάδα από εκείνα τα χρόνια. Είναι η περισσότερο διακλαδισμένη επαναστατική οργάνωση και με βαθιές ρίζες, εκείνη που διεσχίσθει περισσότερο από συγκρούσεις μεταξύ πολιτικών θέσεων. Είναι επίσης εκείνη που θα έχει την μεγαλύτερη υποστήριξη από εργαζόμενους, παρούσα σε εργοστάσια όπως η Fiat στο Τορίνο, το Om και η Pirelli στο Μιλάνο, τα Πετροχημικά, Petrolchimico της Marghera, και δεκάδες άλλα. Η Lc κατέχει μέσα της τη σύγχυση, την ανυπομονησία, τη γενναιοδωρία και τη συγκρουσιακή ικανότητα εκείνης της δεκαετίας. Λέγοντας αυτό δεν εννοούμε ότι οι θέσεις της Lc είναι σύμφωνες με εμάς, ότι η οργάνωσή της ήταν «η καλύτερη» μεταξύ των διαφόρων που υπήρχαν σε αυτά τα χρόνια, ότι σήμερα «θα χρειάζονταν» ένας νέος συνεχής Αγώνας, και τέτοια πράγματα. Δεν είναι μια νοσταλγική αναβίωση αυτό που προτείνουμε. Ας πούμε, πιο απλά και ίσως πιο ειλικρινά, ότι η Lc αντανακλά έναν κόσμο, και το να μιλήσουμε για την ιστορία της συμβάλλει στην κατανόηση αυτής της δεκαετίας, στη δύναμη και στις αντιφάσεις της.

Ο ακρογωνιαίος λίθος από τoν οποίον θα ξεινήσουμε για να κατανοήσουμε τα Εβδομήντα είναι η ρήξη με το Κομμουνιστικό Κόμμα, Pci. Μια ολόκληρη γενιά έχει ανακαλύψει πως είναι επαναστατική, αλλά δεν μπορεί να χρησιμοποιήσει εκείνα τα πολιτιστικά μέσα και εργαλεία που το εργατικό κίνημα μέχρι εκείνο το σημείο είχε αφομοιώσει στη μήτρα της, έχοντας τα κατά κάποιο τρόπο «θεσμοποιήσει». Το θέμα ήταν, με άλλα λόγια, να εφεύρουν ένα νέο κόσμο την ίδια στιγμή επαναστατικό και εναλλακτικό σε σχέση με εκείνο τον επίσημα κομμουνιστικό, λαμβάνοντας στην τύχη εκείνες τις θεωρητικές αναφορές που απαιτούνταν για την ανάπτυξη μιας πολιτικής γραμμής (από τους Τουπαμάρος στον Φανόν, από τους μαύρους Πάνθηρες στον Αντόρνο, από τον Φουκώ στον Μάο ). Πρέπει να πούμε ότι η αλχημεία σπάνια επετεύχθη. Αλλά μέσα στην θέρμη, στην σπουδή και την βιασύνη της επανάστασης, που πιθανότητα δεν ειδώθηκε με τα μάτια του σήμερα, αλλά όπως φαίνεται, ήταν προφανώς δυνατή για εκείνη την γενιά αγωνιστών, το κίνημα βρήκε ένα σημείο ισορροπίας που δόθηκε από μια συνεχή κινητοποίηση διαθέσιμη στην ριζοσπαστικοποίηση.

Στο βιβλίο προκύπτει αυτή η ανάγκη ρήξης, ακόμη και σε μορφές ειλικρινά φρικτές. Θυμίζει για παράδειγμα ο Peppino Ortoleva: «Δεν ήμασταν αντί-αμερικανικοί. Είχαμε μια στάση απέναντι στις ΗΠΑ τουλάχιστον περιέργειας. Δεν ήταν ο εχθρός, ο πραγματικός εχθρός ήταν η Σοβιετική Ένωση». Ο Adriano Sofri «Συγκινημένος από την αυτοκτονία του Ian Palach, έφτιαξα σχεδόν μόνος του ένα φυλλάδιο προς τιμήν της χειρονομίας του». Ο Paolo Brogi: «Πήγαμε στις πύλες με φυλλάδια για τον Palach.» Και έτσι συνεχίζοντας, παίρνει μορφή η επείγουσα ανάγκη επανοικειοποίησης της ιδέας της επανάστασης αποσπώντας την από τις επίσημες κομμουνιστικές οργανώσεις, και αυτή η καινοτομία, αυτή η ανανέωση περνούσε από την μετωπική αναμέτρηση με τον κομμουνιστικό κόσμο. Αυτή η απαραίτητη ρήξη παρέσυρε μαζί της μια μειοψηφική συμμετοχή εργατικής τάξης αλλά όχι περιθωριακή. Τα χρόνια Εβδομήντα δεν χαρακτηρίζονταν από την φοιτητική κεντρικότητα και τις επαγόμενες επιθυμίες και ελπίδες της (αυτές οι αφηγήσεις έχουν γίνει κλισέ εκ των υστέρων), αλλά από την εργατική συναίνεση που οι πολιτικές επιλογές της επαναστατικής αριστεράς (όλες, συμπεριλαμβανομένου του ένοπλου αγώνα) είχαν μέχρι το τέλος της δεκαετίας.

Αυτή η προσπάθεια να ανανεωθεί ένα πολιτικό σύμπαν φτιαγμένο από θεωρία, πολιτισμό και πρακτικές, γρήγορα συγκρούστηκε με μια παράδοση που πήγαινε πολύ πέρα από τα επίσημα κομμουνιστικά χαλινάρια. Η πλειοψηφία της εργατικής τάξης, του προλεταριάτου, παρέμεινε παρ ‘όλα αυτά μακριά από το επαναστατικό μάγμα. Είναι καλό να μας το λεν τέσσερις δεκαετίες αργότερα. Στο εθνικό συνέδριο το 1975, της Lc, προχώρησαν στην καταμέτρηση των εγγεγραμμένων: παρά την εκτεταμένη παρουσία σε 84 επαρχίες, οι αγωνιστές είναι οκτώ χιλιάδες. Η πιο μεγάλη και ριζωμένη ομάδα της ιταλικής επαναστατικής αριστεράς μετρά μέσα στην καρδιά της δεκαετίας του Εβδομήντα οκτώ χιλιάδες άτομα. Το γεγονός αυτό είναι ζωτικής σημασίας για την εξέλιξη του συνεχούς Αγώνα και της κρίσης του, επειδή είναι ακριβώς το νήμα, ο κόμβος, ο οποίος είναι ήδη εμφανής στους ηγέτες της οργάνωσης, της αναγκαιότητας να βρεθεί μια σχέση μεταξύ της ανανέωσης και της παράδοσης, μεταξύ υποκειμενικότητας των εργαζομένων με διάθεση στην ριζοσπαστικοποίηση (μια μειοψηφία, ωστόσο, ισχυρή) και μιας μάζας κομμουνιστής, αλλά όχι επαναστατικής, ακριβώς όπως και ο πολιτικός εκπρόσωπος της, το Pci.

Είναι και αυτό επίσης το δίλημμα που θα ωθήσει τον συνεχή Αγώνα στην τακτική υποστήριξη του κομμουνιστικού Κόμματος, στο “ενιαίο μέτωπο από τα κάτω” σε θέση να θεραπεύσει, να ανασυνθέσει τις διαφορές μέσα στην εργατική τάξη, που η Lc δικαίως ζούσε ως * πρόβλημα *, πιέζοντας το κόμμα να μετακινήσει τον άξονα προς τα αριστερά, παίρνοντας το μακριά από το θανάσιμο εναγκαλισμό των Χριστιανοδημοκρατών. Μια επιλογή που εξολοθρεύτηκε πολύ γρήγορα ως ασαφής, διφορούμενη ή μη ρεαλιστική, εξωπραγματική, αλλά σε εκείνη τη συγκυρία εκπλήρωνε μια πολιτική ανάγκη: να παρακολουθεί και να απαγάγει, να φέρει με το μέρος με το μέρος της εκείνη την πλειοψηφία του προλεταριάτου που, παρ ‘όλα αυτά, ήταν οργανικά συνδεδεμένη με το Κομμουνιστικό Κόμμα και το αριστερό συνδικάτο CGIL, αλλά ενάντια στους οποίους δεν ήταν δυνατό να σκέφτεται καμία επανάσταση. Με άλλα λόγια, ένα από τα άλυτα προβλήματα της επαναστατικής αριστεράς των χρόνων Εβδομήντα φαίνεται να είναι ακριβώς αυτό: πως είχε φανταστεί μιαν επανάσταση όχι μόνο ενάντια στο σύστημα εξουσίας που εκφράζονταν από τους Χριστιανοδημοκράτες, αλλά και κατά της πλειοψηφίας της τότε εργατικής τάξης, ενάντια στον κομμουνισμό κάτω από την ιδιότητα του που είχε εκφραστεί από το ρεφορμισμό, αλλά που ήταν ακόμα, στα μάτια της τάξης, κομμουνισμός.

Η τακτική της πίεσης από τα κάτω προς το κομμουνιστικό Κόμμα μπαίνει σε κρίση με τον ιστορικό συμβιβασμό. Σχεδιασμένος στο ’73, υλοποιείται το ’76 με την είσοδο του κόμματος στην »περιοχή της διακυβέρνησης», το κομμουνιστικό Κόμμα σταθεροποιεί τα συμφέροντά του με αυτά της αστικής τάξης και κλείνει τον πολιτικό χώρο σε οποιαδήποτε υπόθεση αστάθειας ή εναλλακτικής στο σύστημα. Αυτά είναι τα χρόνια κατά τα οποία η ρήξη με την Εσσδ έχει καταστεί σαφής (του ’76 είναι η περίφημη συνέντευξη στην οποία ο Berlinguer έλεγε ότι αισθάνονταν ασφαλέστερος κάτω από την ομπρέλα του Νατο και όχι με εκείνη του Συμφώνου της Βαρσοβίας). Αυτό το κλείσιμο στέλνει σε κρίση τις οργανώσεις που ήταν διαθέσιμες για τη σύγκλιση με το PCI (ή τουλάχιστον με τη βάση του), αλλά όχι μόνον αυτό. Ο ιστορικός συμβιβασμός καταστρέφει κάθε δυνατότητα εξέλιξης του ιταλικού πολιτικού συστήματος. Μέχρι το ’72 -’73, οι αγώνες των εργαζομένων έξω από το κομμουνιστικό Κόμμα μετακινούν προς τα εμπρός το πλαίσιο της ισορροπίας δυνάμεων για ολόκληρο το προλεταριάτο. Ο ιμάντας κίνησης, σε γενικές γραμμές, μετά από αμέτρητες αντιφάσεις, λειτουργεί. Μεταξύ των ταξικής σύγκρουσης και της γενικότητας των κοινωνικών σχέσεων διατηρείται μια σύνδεση, και παραμένει λόγω του ανοικτού ακόμη χαρακτήρα της αντιπαράθεσης και σύγκρουσης με τον επίσημο κομμουνισμό. Στη συνέχεια, το κλείσιμο του Κομμουνιστικού Κόμματος ακυρώνει αυτό το χώρο, που συμβολικά κλείνει με το νόμο Reale του 1975 με τον οποίο συνεργάζεται σιωπηρώς και το Κομμουνιστικό Κόμμα. Και θέτει τα θεμέλια του Εβδομήντα επτά, που νοείται ως προϊόν αυτού του κλεισίματος.

Το Εβδομήντα επτά είναι το κύκνειο άσμα της δεκαετίας του Εβδομήντα και, την ίδια στιγμή, είναι ένας κόσμος χώρια, φτιάχνει ιστορία από μόνο του. Αντιμέτωποι με το κλείσιμο του Κομμουνιστικού Κόμματος, ο συνεχής Αγώνας μπαίνει σε οριστική κρίση κρίση (μαζί με άλλες οργανώσεις, από το Μανιφέστο στην Εργατική Πρωτοπορία, dal Manifesto a Avanguardia Operaia, οι οποίες στη συνέχεια συγχωνεύθηκαν στην προλεταριακή Δημοκρατία που δεν θα καταφέρει ποτέ να υπερβεί το 1% στις εκλογές, στοιχείο ενδεικτικό).  Άλλες οργανώσεις θα έχουν τον τρόπο να δώσουν διέξοδο και ανάσα σε αυτή την απόρριψη: από την Αυτονομία στις Ερυθρές Ταξιαρχίες, η μάχη θα μετακινηθεί άμεσα σε ένα εξεγερτικό σχέδιο (ή ένοπλου αγώνα) σε θέση να ανταποκριθεί στις ανάγκες για επανάσταση εκείνης γενιάς, αλλά ανίκανες για μια πολιτική στρατηγική που να διαχωρίζεται από την στρατιωτική πτυχή της. Το Εβδομήντα επτά στερείται μιας παράδοσης (δηλαδή λείπει ο Μακιαβέλι, ο Γκράμσι, ο Χέγκελ, ο φιλόσοφος Μαρξ, συγγραφείς από το copyrigth του ικΚ που ως εκ τούτου αγνοούνται). Η καταστροφή της δεκαετίας του Ογδόντα εξακολουθεί να είναι εκεί για να μας θυμίζει αυτή τη σύνδεση που έλειψε μεταξύ της ανανέωσης και της κομμουνιστικής παράδοσης. Με τα χρόνια Εβδομήντα εξαφανίζεται στην Ιταλία ο κομμουνισμός, δηλαδή η δυνατότητα να οργανωθούν τους ταξικοί αγώνες για την εξουσία, την δύναμη και την ισχύ που περιέχουν, σίγουρα προς τις μορφές και τα νέα περιεχόμενα που απαιτεί και επιβάλλει η επικαιρότητα, μια πολιτική εναλλακτική λύση στον καπιταλισμό, και που να είναι σε θέση μέσα από αυτήν να καθιερώσει σχέσεις με την πλειοψηφία του ιταλικού προλεταριάτου. Αυτός που ήταν σε θέση να το κάνει (όπως το κίνημα που οδήγησε στην Γένοβα), το έκανε σε βάρος του ίδιου του κομμουνισμού, συρρικνώμενος σε έναν ριζοσπαστικό ρεφορμισμό α-κομμουνιστικό που αρκείται σε διεκδικήσεις. Εκείνοι αντιθέτως που παρέμειναν κομμουνιστές, δεν μπόρεσαν πλέον να διαπλέξουν την πολιτική τους εμπειρία με αυτήν της πλειοψηφίας (της συναίνεσης δηλαδή) του εθνικού προλεταριάτου, έχοντες περιέλθει στην κατάσταση της υπαρξιακής μειοψηφίας από την οποία δεν γνωρίζουν πώς να εξέλθουν (τόσο στις συγκρουσιακές εκδόσεις της όσο και σε εκείνες τις μικρο-κομματικές). Είναι ένα πρόβλημα που έχει τις ρίζες του στη δεκαετία του Εβδομήντα, ακόμα και σήμερα ένα αίνιγμα τυλιγμένο στο μυστήριο για την ταξική αριστερά.

 

http://www.militant-blog.org/?p=14206#more-14206

θεωρία, teoria

»Eγκώμιο της στράτευσης», Εισαγωγή – “Elogio della militanza” – Introduzione

on 01 Φεβρουαρίου 2016.

του GIGI ROGGERO

Elogio della militanza

0. Η σκέψη και η γραφή είναι εργαλεία. Αν έχουμε να ξεχαρβαλώσουμε μια πόρτα χρειαζόμαστε ένα λοστό, αν έχουμε να επιτεθούμε στη φύση ενός λόγου χρειαζόμαστε έννοιες. Δεν πρέπει να εξιδανικεύουμε την πρώτη ούτε να φετιχοποιούμε τα δεύτερα: ο λοστός δίχως έννοιες γυρνά στο κενό, οι έννοιες χωρίς λοστό είναι άοπλες. Μας φαίνεται σημαντικό να το διευκρινίσουμε αμέσως, για να αποφύγουμε τις παρεξηγήσεις. Στην πραγματικότητα, ζούμε σε μια περίοδο, που χαρακτηρίζεται από την όξυνση της κρίσης, στην οποία η θεωρία και η πρακτική κινδυνεύουν όλο και περισσότερο να διαχωριστούν και ανεξαρτηκοποιηθούν. Με καταστροφικές συνέπειες, και στις δύο πλευρές. Μια πρακτική στράτευσης χωρίς θεωρία στράτευσης έχει μικρή αναπνοή και κινδυνεύει να καταντήσει αυτοαναφορικότητα . Μια θεωρία στράτευσης δίχως αγωνιστική πρακτική είναι καλή για την ακαδημία, δηλαδή καλή για το τίποτα.

Ο Αλτουσέρ τράβηξε προς τα έξω αυτούς τους δύο όρους: θεωρητική πρακτική και πολιτική πρακτική. Αντί να επιλύσουν το πρόβλημα, το έχουν καταστήσει χρόνιο. Γιατί εννοούσαν την αυτονομία της θεωρίας από τη μία πλευρά, την αυτονομία του πολιτικού από την άλλη. Η ταξική πάλη στη φιλοσοφία δεν θα μπορούσε να επιτευχθεί παρά μόνο φέρνοντας τη φιλοσοφία εκεί όπου ήταν η ταξική πάλη, από το κανονικό σχολείο στα εργοστάσια, και στη συνέχεια στα εργοστάσια της γνώσης. Σε εκείνο το σημείο σταματούσε να είναι φιλοσοφία, και είναι εδώ που ο διανοούμενος σταματά και διαχωρίζεται: γιατί πρέπει να πάψει να είναι διανοούμενος, αρνούμενος  status και εισόδημα που προέρχονται από αυτή την κατάσταση. Η φυσική θέση συχνά εξηγεί πολύ περισσότερα απ’ ότι οι φιλοσοφικοί λαβύρινθοι.

Ο πολιτικός αγωνιστής, ο στρατευμένος, έγραφε ο Tronti, έχει ως αντικείμενο της ανάλυσης του τον καπιταλισμό, δηλαδή την πραγματικότητα που πρέπει να πολεμήσει. Πρέπει να μελετήσει αυτό που πρέπει να καταστρέψει. Αυτός που ερωτεύεται το αντικείμενο της ανάλυσης του, προκειμένου να αναπαράξει τους ρόλους που αποκτήθηκαν στην καπιταλιστική κοινωνία, εγκαταλείπει την αγωνιστικότητα και την στράτευση και περνά στο στρατόπεδο του εχθρού. Δεν αξίζει τον κόπο να βγάλει προς τα έξω την προδοσία, είναι απλούστατα ανικανότητα να διαρρήξει τον διαχωρισμό της κατάστασής του. Στον μαχητή-αγωνιστή χρειάζεται μίσος για να παράξει γνώση. Πολύ μίσος, να μελετήσει προσεκτικά αυτό που μισεί περισσότερο. Η αγωνιστική δημιουργικότητα είναι κατά κύριο λόγο επιστήμη της καταστροφής. Έτσι, η πολιτική πρακτική κυοφορεί, είναι γεμάτη από θεωρία, ή δεν είναι τέτοια. Θα πρέπει να μελετήσουμε προκειμένου να ενεργήσουμε, πρέπει να δράσουμε για να σπουδάσουμε, να μελετήσουμε. Και θα τα κάνουμε και τα δύο μαζί. Τώρα, περισσότερο από ποτέ, αυτό είναι το πολιτικό καθήκον.

Για να ξεκινήσουμε ένα βιβλίο και πριν μπούμε στην ουσία του περιεχομένου πρέπει, πρώτα απ ‘όλα, να πούμε τουλάχιστον τι δεν θέλουμε και σε ποιον απευθυνόμαστε. Δεν θέλουμε να γράψουμε για όλους, για τον καθένα. Αντίθετα, δυσπιστούμε ανοικτά γι αυτούς των οποίων η γραφή και οι σκέψεις τους εκτιμώνται από όλους, γιατί αυτό σημαίνει ότι δεν λένε τίποτα. Αν θέλουμε να μιλήσουμε για ένα εργαλείο επίθεσης και όχι μια διανοητική συνήθεια. Aυτός που γράφει για όλους ουσιαστικά γράφει μόνο για τον εαυτό του. Απευθυνόμαστε στους πολιτικούς αγωνιστές, ιδίως σε εκείνους που κινούνται γύρω από αυτό που ο Alquati ονόμαζε μεσαίο βεληνεκές. Είναι εκείνο το ενδιάμεσο επίπεδο μεταξύ του υψηλού και του χαμηλού, μεταξύ θεωρίας και πράξης, μεταξύ της συγκεκριμένης αφαίρεσης της εντολής και της αφηρημένης αποφασιστικότητας της καθημερινής ζωής. Στο μεσαίο βεληνεκές, ο στρατευμένος αγωνιστής μεταφράζει την πολιτική γραμμή προς τα κάτω και την διορθώνει προς τα πάνω. Το mid-range, το μέσο βεληνεκές είναι το βασικό επίπεδο της πολιτικής δράσης.

 

1.Ποιος είναι ο στόχος αυτού του βιβλίου; Να αντιμετωπίσει προβλήματα, να τα στρώσει επάνω στο χαλί, να συνθέσει ξανά τη γενεαλογία τους, να προσπαθήσει να τα βάλει σε μια σειρά, να τα ταξινομήσει, να χτίσει μια ιεραρχία. Κατά τη γνώμη μας, ειδικότερα, υπάρχει ένα πρόβλημα το οποίο περιέχει όλα τα άλλα: εκείνο της ταξικής σύνθεσης. Δεν μπορούμε να το αντιμετωπίσουμε ως τέτοιο, πρέπει να προχωρήσουμε δια της αποσύνθεσης για να μπορέσουμε στη συνέχεια να ανασυνθέσουμε, να αποσυσκευάσουμε και να επανασυναρμολογήσουμε σε μια ριζικά διαφορετική κατεύθυνση. Αν το προσεγγίσουμε ως τέτοιο ή αν το αποσυνθέσουμε δίχως να ανασυνθέσουμε εκ νέου, στην πραγματικότητα, είναι πιθανό να παραμείνουμε παγιδευμένοι στα πλέγματα των διαρθρώσεων και του διαχωρισμού, του καταμερισμού της εργατικής δύναμης έτσι όπως έχει παραχθεί από το κεφάλαιο. Μια φωτογραφία χωρίς διασικασία και χωρίς δυνατότητα ανατροπής, αδύναμη κοινωνιολογία. Αν περιδιαβούμε θεωρητικά εκεί μέσα, με ένα άλμα της θέλησης χωρίς υλική βάση, εκείνο το πρόβλημα εμφανίζεται ξανά και ξανά, ωθώντας την συζήτηση στον ιδεαλισμό και στην αυτοαναφορικότητα. Μια τάση που στερείται πραγματικότητας, φιλοσοφία αδύναμη. Σε αυτό το βιβλίο θα κάνουμε μόνο εν μέρει αυτή την επιχείρηση αποσύνθεσης και ανασύνθεσης, πηγαίνει πέρα από τις ικανότητες και τις δυνατότητές μας. Αλλά θα προσπαθήσουμε να οικοδομήσουμε τις προϋποθέσεις για να εκπληρώσουμε συλλογικά αυτή την επιχείρηση, η οποία είναι πάνω από όλα ένα συλλογικό σχέδιο αγωνιστικής έρευνας.

Για αρχή, θα πρέπει να διευκρινιστεί το σημείο εκκίνησης. Μπορούμε να ξεκινήσουμε από μια απόσταση για να φθάσουμε πολύ κοντά: η μετάβαση από τον εργάτη μάζα στον κοινωνικό εργάτη παραμένει για εμάς ένα άλυτο πέρασμα. Το έλυσε το κεφάλαιο, θέτοντας σε αξία τον κοινωνικό και μητροπολιτικό χώρο, ξεπερνώντας την μορφή- εργοστάσιο και κατακερματίζοντας τον ανταγωνιστή του. Δεν το επιλύσαμε εμείς, οι οποίοι μέσα στις νέες συντεταγμένες χώρο-χρόνου των διαδικασιών συσσώρευσης δεν έχουμε ακόμη καταφέρει να βρούμε τα λειτουργικά ισοδύναμα της απεργίας και του σαμποτάζ, δηλαδή την ικανότητα να βλάψουμε το αφεντικό και να επηρεάσουμε τις σχέσεις παραγωγής, την ισορροπία δυνάμεων και τις εξουσιαστικές σχέσεις. Στο στάδιο αυτό, το κεφάλαιο δεν έφτασε λόγω ενός εσωτερικού ορθολογισμού, αλλά επειδή αναγκάστηκε από το επίπεδο που επιτεύχθηκε λόγω της ταξικής πάλης. Αν μπορούσαν να συνεχίσουν να κυβερνούν και να συσσωρεύουν όπως έκαναν και πριν, θα το είχαν κάνει. Σύντομα συνειδητοποίησαν πως δεν ήταν έτσι. Μέσα στη φωτιά των αγώνων, μπροστά στην αδυναμία να διευθύνουν, να κυβερνήσουν τα εργοστάσια και τις μητροπόλεις, η Τριμερής το είπε ξεκάθαρα το ’73: η επέκταση των συγκρούσεων, των αναγκών και των διαδικασιών της υποκειμενικοποίησης που γεννήθηκαν μέσα και ενάντια στο ταιϋλοριστικό εργοστάσιο και την φορντική κοινωνία πρέπει να αποκλειστεί , να μπλοκαριστεί, στην αντίθετη περίπτωση η ικανότητα να διατηρηθούν τα ηνία της διοίκησης θα τιναχτεί στον αέρα. Δεν έφτανε πλέον, δεν αρκούσε η καταστολή: το κεφάλαιο ή ανανεώνονταν ή καταστρέφονταν. Κατάφερε να καινοτομήσει, να ανανεωθεί, εμείς δεν ήμασταν σε θέση να το καταστρέψουμε. Είναι επάνω στην καινοτομία και την ανανέωση που κέρδισαν τη μάχη.

Υπάρχουν δύο πρόσφατες διατριβές σχετικά με αυτό το μακρύ πέρασμα, το οποίο φτάνει μέχρι τις μέρες μας: προέρχονται από δύο γνωστές και διαφορετικές φιγούρες, μοιάζουν να είναι σε θέση να φωτίσουν καλά το παρόν και τη γενεαλογία του, προσφέροντας μας μερικά από τα ζητήματα που πρέπει να αντιμετωπιστούν και να εμβαθυνθούν. Η πρώτη είναι του Tronti, περισσότερο ή λιγότερο πηγαίνει κάπως έτσι: για να διαλύσουν την εργατική τάξη χρειάστηκε να διαλύσουν τον βιομηχανικό καπιταλισμό. Η άλλη είναι του Marazzi, ο οποίος στρέφεται σε εκείνο το βήμα-πέρασμα για να καταλάβει την χρηματιστικοποίηση: από τη στιγμή που απελευθερώνεται από την ουσία για να καταστρέψει την εργατική τάξη, δηλαδή την τάξη που του αντιτίθεται, το κεφάλαιο δεν είχε πλέον ανάπαυλα. Το κεφάλαιο λοιπόν λογαριάζεται και τα βάζει με την »ιστορική του νέμεση» : για να καταστρέψει μια συγκεκριμένη ταξική σύνθεση, τον εργάτη μάζα, κατέστρεψε επίσης τη δυναμική ανάπτυξης που συνδέεται με την κοινωνική σχέση, αυτό που του επέτρεπε να μεγαλώνει και να αναπτύσσεται μέσα στη σύγκρουση. «Από όλα τα μέσα παραγωγής, η μεγαλύτερη παραγωγική δύναμη είναι η ίδια η εργατική τάξη», έγραφε ο Μαρξ κατά του Προυντόν στο Η αθλιότητα της φιλοσοφίας. Για να επιτεθεί στην εργατική αυτονομία, ως εκ τούτου, το κεφάλαιο με τη σειρά του – εν μέρει – αυτονομείται, αλλά με αυτό τον τρόπο δεν είναι σε θέση πλέον να προκαλέσει νέους κύκλους ανάπτυξης. Γιατί η εργατική τάξη μπορεί να είναι αυτόνομη, το κεφάλαιο όχι: δομικά εξαρτάται από τον εχθρό του. Η κρίση είναι ακριβώς αυτή η ιστορική νέμεση.

Όλα καλά, λοιπόν; Εμείς απλά πρέπει να περιμένουμε το κεφάλαιο να σκάσει μες τις δικές του αντιφάσεις; Ούτε για όνειρο. Η κρίση δεν είναι ένα προοίμιο για την κατάρρευση, όπως θα έπρεπε να έχουμε καταλάβει εδώ και αρκετό καιρό, τουλάχιστον από τότε που οι θεωρίες crolliste, της κατάρρευσης των χρόνων του Είκοσι του περασμένου αιώνα έφεραν αρκετά κακά. Εάν δεν υπάρχει ένα συλλογικό υποκείμενο σε θέση να την διασπάσει, να τη νικήσει, εκείνη η κοινωνική σχέση δεν θα διαρραγεί από μόνη της. Το κεφάλαιο μπορεί να κυβερνά και να αναπαράγεται επ ‘αόριστον μέσα στην κρίση, αν δεν συναντήσει μια ανταγωνιστική κοινωνική δύναμη που να μπορεί να διαταράξει και να καταστρέψει αυτή την αναπαραγωγή. Πράγματι, η σημερινή κρίση παίρνει νέα χαρακτηριστικά σε σχέση με το παρελθόν: γίνεται μόνιμη μορφή συσσώρευσης και πολιτικής εντολής, διοίκησης. Σε βραχυπρόθεσμο επίπεδο, φαίνεται να μετατρέπεται όλη την ώρα, και να τα αλλάζει όλα, μεσοπρόθεσμα δεν αλλάζει τίποτα όσον αφορά το κεντρικό στοιχείο: τη διοίκηση, στην πραγματικότητα.

Στην αυτοαναφορικότητα του κεφαλαίου, υπάρχει ο κίνδυνος να καθρεπτιστεί η αυτοαναφορικότητα του μαχητικού λόγου. Αυτό είναι καλό για τον εχθρό μας, κακό για εμάς. Στην δυσκολία να στηριχθεί στη νέα ουσία της τάξης, ο μαχητικός λόγος τρέχει συχνά στα περιθωριακά νησιά των ομοίων του ψάχνοντας για επιβεβαίωση των βεβαιοτήτων του. Η ιδέα παίρνει τη θέση της σάρκας. Έτσι η έκταση του λόγου παύει να είναι η υλικότητα των διαδικασιών του αγώνα, της οργάνωσης και της ισορροπίας δυνάμεων, για να γίνει η μαχητική κοινότητα. Την ουσία της τάξης αντικαθιστά η ανακολουθία του ιδεολογικού λόγου, σε μια επιχείρηση φανταστικής αναπαράστασης με καταστροφικά αποτελέσματα που συχνά είναι τραγελαφικά.

 

Σχηματικά, μέσα σε αυτό το πλαίσιο έχουμε δύο κυρίαρχες τάσεις: μια νοσταλγία για την ουσία και μια αδιαφορία στην ουσία. Για να χρησιμοποιήσουμε όρους που θα κάνουμε σαφέστερους κατά τη διάρκεια της ανάγνωσης, υπάρχει αφενός μια μυθολογική ταξική σύνθεση χωρίς εργατισμό, από την άλλη ένας μυθολογικός εργατισμός δίχως ταξική σύνθεση. Οι μεν προστρέχουν με την φαντασία τους στην Κίνα ή στις αναδυόμενες χώρες, ονειρευόμενοι να βρουν εκεί αυτό που εδώ πλέον δεν υπάρχει. Αν είχαν πάει πραγματικά, θα έμεναν βαθύτατα απογοητευμένοι. Ο άλλοι φεύγουν με τη φαντασία προς ένα μέλλον που είναι άμεσα δεδομένο, χωρίς να συνειδητοποιούν ότι η τάση είναι πάντα ένα ζήτημα αγώνων και σχέσεων εξουσίας, ισορροπίας δυνάμεων. Ποια είναι η καλύτερη μεταξύ των δύο επιλογών; Και οι δύο είναι χειρότερες. Η μια ενισχύει την άλλη, σε μια στείρα καυστική διαφωνία που δεν αφορά άλλους έξω από τους στενούς κύκλους αυτών που τις μεταφέρουν. Χρειάζεται λοιπόν μια προκαταρκτική επιχείρηση για να καθαρίσει το πεδίο, ο αγωνιστικός χώρος, και να τεθούν τα προβλήματα επάνω σε ένα έδαφος απελευθερωμένο από φακούς που θολώνουν την άποψη και από σχήματα που δεν εξυπηρετεί πλέον η ανάγνωση τους.

 

2. Ας το πούμε κι έτσι, είναι σαφές : ο λεγόμενος μετα-εργατισμός είναι τελειωμένος. Ο ορισμός γεννήθηκε στα αγγλοσαξονικά και αμερικανικά πανεπιστήμια, σαν μια προσπάθεια να αιχμαλωτιστεί η δύναμη του εργατισμού, να τον αποπολιτικοποιήσουν και να τον αφαιρέσουν από την σύγκρουση και την ταξική σύνθεση. Για να τον καταστήσουν δηλαδή, καλό για την ακαδημία και την πολιτική οικονομία της εξοικείωσης. Τώρα έχει γίνει «Ιταλική θεωρία», για να ολοκληρωθεί η διαδρομή περίφραξης και αξιοποίησης μιας σκέψης που σκόπιμα έχει αδειάσει από περιεχόμενο και είναι αφοπλισμένη. Δεν είναι αυτό που μας ενδιαφέρει εδώ, και με το οποίο ασχολούμαστε. Αντίθετα με τον ξεχαρβαλωμένο ορισμό του μετα-εργατισμού εννοούμε εκείνο τον κοινό χώρο, ακόμη και αν έχει διαφοροποιηθεί, που γεννήθηκε στα τέλη της δεκαετίας του Ογδόντα του εικοστού αιώνα για να αναλύσει τις μορφές της παραγωγής και της εργασίας που προέκυψαν από τις στάχτες του περάσματος που αναφέρθηκε νωρίτερα, στην διάρκεια της προσπάθειας να ανατραπούν, να αντιστραφούν οι εκμηδενιστικές εικόνες του τέλους της ιστορίας και της μοναδικής σκέψης. Ο επίμαχος στόχος ήταν και παραμένει ορθός, η συγκεκριμένη ανάπτυξη δεν είναι πάντα στο ύψος των περιστάσεων. Έτσι γεννήθηκαν οι θεωριτικοποιήσεις για τον λεγόμενο»μετα-φορντισμό», και στη συνέχεια σταδιακά οι προσπάθειες να εντοπιστούν νέα υποκείμενα της σύγκρουσης που να ενσωματώνουν επάνω τους γνώσεις και κοινωνική συνεργασία. Ορισμένες από αυτές τις προσπάθειες ήταν προβληματικές από την αρχή, άλλες υπήρξαν εξαιρετικά παραγωγικές και μπορούν ακόμα να είναι, υπό την προϋπόθεση ότι έχουν επανεξεταστεί στο πλαίσιο των αλλαγών που συνέβησαν μέσα στην κρίση και την εξάντληση ενός συνολικού μοντέλου.

Εδώ, το θέμα είναι αυτό: το να μην ξεκινήσουμε από την αρχή σε αυτή την περίπτωση σημαίνει πραγματικά πως γυρνάμε πίσω. Σημαίνει, με άλλα λόγια, πως διατρέχουμε τον κίνδυνο να αποστεώσουμε τις κατηγορίες, να τις μεταμορφώσουμε σε δόγματα, να κάνουμε τον εργατισμό κάτι που ποτέ δεν υπήρξε: ένα σχολείο και όχι ένα κίνημα της σκέψης. Αυτό σημαίνει, επικουρικώς, να δώσουμε χώρο σε ενοχλητικές πράξεις μνησίκακης επίθεσης σε ένα ολόκληρο επαναστατικό θεωρητικό δημιούργημα. Είναι άνευ σημασίας πράξεις, φυσικά, αλλά διατρέχουν τον κίνδυνο να μετακινήσουν τη συζήτηση γύρω από την υπεράσπιση των εννοιών και όχι για τη χρησιμότητά τους στους αγώνες. Ως εκ τούτου, ενδέχεται και κινδυνεύουν να σύρουν τα πάντα στην πολιτική περιθωριοποίηση.

Μετά το τέλος του μετα-εργατισμού, τι έχει απομείνει; Μένουν οι εργατιστές, καθώς επίσης και οι λεγόμενοι μετα-εργατιστές. Εξακολουθούν να υπάρχουν πολλοί αγωνιστές, έτσι ώστε εκείνη η επαναστατική μέθοδος είναι μια οπτική μέσα και ενάντια στην πραγματικότητα, μια σάντα μπάρμπαρα, μια πυριτιδαποθήκη για να την ανατινάξουν. Εμείς πρέπει τώρα να προσπαθήσουμε να κάνουμε εκείνη την αυθεντική κίνηση που υπήρξε κτήμα του εργατισμού σε σχέση με τον Μαρξ: την μακιαβελική επιστροφή προς τις αρχές, δηλαδή, προς τον Μαρξ, ενάντια στον μαρξισμό. Τώρα το καθήκον είναι να επιστρέψουμε στον εργατισμό, σίγουρα όχι ενάντια αλλά σίγουρα με κριτικό τρόπο σε σχέση με όλα αυτά τα οποία δεν λειτουργούν πλέον από τον μετά-εργατισμό, ή που ποτέ δεν λειτούργησαν.

Αυτός που έχει το φόβο ή χαίρεται με το ξεπούλημα μιας θεωρητικής κληρονομιάς, πιθανότατα ακολούθησε λάθος δρόμο, σίγουρα λάθεψε βιβλίο. Μας φαίνεται πως εκείνοι που έχουν συμβάλλει στο ξεπούλημα εκείνης της κληρονομιάς είναι εκείνοι που απολαμβάνουν κατηγορίες που δεν εξυπηρετούν πλέον τον αγώνα, ακόμα κι αν – ή ακριβώς επειδή – εξυπηρετούν την συμμετοχή σε διεθνή συνέδρια. Εμείς, αντίθετα, ενδιαφερόμαστε να χρησιμοποιήσουμε την κληρονομιά, δεν μας ενδιαφέρουν οι έριδες για την διαθήκη. Οπότε, για να χρησιμοποιήσουμε εκείνη την εξαιρετική κληρονομιά πρέπει να την περάσουμε από το κοφτερό νήμα της κριτικής, να πετάξουμε αυτά που δεν είναι απαραίτητα, να επανεξετάσουμε προς τα εμπρός ότι περιστρέφεται στο κενό. Το να μη το κάνουμε είναι ο αληθινός τρόπος για να προδώσουμε εκείνη την κληρονομιά.

 

3. Να συνοψίσουμε. Ο εργατισμός σαν επαναστατική θεωρητική πρακτική ιστορικά προκαθορισμένη τελειώνει παραδίδοντας μας ένα πρόβλημα: την μετάβαση από τον εργάτη μάζα στον κοινωνικό εργάτη. Η ανάλυση επάνω στον «μετα-φορντισμό» εν μέρει το αποσαφηνίζει και εν μέρει το απομακρύνει , στο βαθμό που αναγιγνώσκει την τεχνική σύνθεση σαν πολιτική σύνθεση, ήτοι εκτρέποντας το βλέμμα από τον καπιταλιστικό σχηματισμό της υποκειμενικότητας και από την υπακοή στους μετασχηματισμούς εργασίας. Εκεί, εξακολουθεί να υπάρχει το πρόβλημα, το οποίο είναι εξ ολοκλήρου πολιτικό. Επειδή εκείνη του κοινωνικού εργάτη ήταν μία πολιτική φιγούρα, αλλά κατέστη και μειώθηκε σε τεχνική φιγούρα. Επιπλέον, από τον κοινωνικό εργάτη στον γνωστικό εργαζόμενο το υποκείμενο ενσαρκώνεται τεχνικά, αποσαρκώνεται πολιτικά. Ξεκινώντας και πάλι από αυτό το πρόβλημα δεν σημαίνει να επιστρέψουμε στον εργάτη μάζα, που δεν υπάρχει πλέον πουθενά, αλλά να αναζητήσουμε μια νέα ουσία. Ποια είναι; Πώς παράγεται; Πώς μπορούμε να την οργανώσουμε; Για να κάνουμε υποθέσεις σχετικά με αυτά τα ζητήματα, θα πρέπει να διασχίσουμε ξανά με γενεαλογικό τρόπο την έννοια της ταξικής σύνθεσης. Αυτό είναι το στοίχημα.

Προσοχή, στην περίπτωση που χρειάζεται να το κάνουμε, διευκρινίζουμε ότι  εκείνο μέσα στο οποίο βυθιστήκαμε είναι ένα πλαίσιο καθόλου ειρηνευμένο, δεν έχει επιλυθεί μια για πάντα υπέρ του εχθρού μας: η ανανεωμένη κοινωνία του κεφαλαίου εγκυμονεί πολλές ταξικές αναφορές, και συγκρούσεων . Είναι εκεί, σαν συγκεκριμένες δυνατότητες και μερικές φορές σαν κύτταρα εν υπνώσει, σαν πιθανότητες και αναλαμπές από πραγματικότητες νέων αγώνων. Δεν είναι λίγο, λέμε ενάντια σε όλους εκείνους που βλέπουν το κεφάλαιο ως το μοναδικό υποκείμενο της ιστορίας. Δεν είναι αρκετό, λέμε ενάντια σε όσους έχουν ξεχάσει την ύπαρξη του κεφαλαίου για να φαντάζονται μια ήδη ελεύθερη σχέση παραγωγής.

 

4. Μια σύντομη προειδοποίηση, τέλος, για τον αγωνιστή, για τον στρατευμένο αναγνώστη. Αυτό το βιβλίο δεν έχει την απαίτηση, δεν ισχυρίζεται ότι έχει την ικανότητα και πάνω απ ‘όλα τη θέληση να απολογηθεί για όλα αυτά που είναι γραμμένα γύρω από τα θέματα που καλύφθηκαν. Κάνουμε επιλογές, προχωρούμε μερικώς , προχωρούμε με πηδήματα και διακοπές. Έτσι προχωρά η ιστορία, έτσι προχωρεί η πραγματικότητα. Σχετικά με τα θέματα που ασχοληθήκαμε, μερικές φορές παραπέμπουμε σε διεργασίες μας του παρελθόντος, παλαιότερου και πιο πρόσφατου: δεν το κάνουμε για την αξία που έχουν, αλλά για να μην επαναλαμβανόμαστε πέρα από το απαραίτητο, και ιδιαίτερα για να δώσουμε σε εκείνους που είναι πρόθυμοι τη δυνατότητα να συγκρίνουν τις γραμμές της συνέχειας και απαραίτητης ασυνέχειας της αγωνιστικής μας έρευνας.

Σε διάφορα μέρη του κειμένου μεταφέρονται μεγάλα αποσπάσματα από κείμενα που ελήφθησαν από στρατευμένους μαχητές στοχαστές με τους οποίους ανταλλάσουμε απόψεις. Από τη μία πλευρά, η επιλογή δεν προτίθεται να εξαντλήσει εκτενώς τη συζήτηση με όλους εκείνους οι οποίοι έχουν εκφραστεί σε μεγάλο βαθμό, σημαντικά, γύρω από τα θέματα που αναλύονται εδώ , αλλά να δράσει με ένταση ξεκινώντας από μια επιλογή σημείων αναφοράς. Kαλύτερα μια κουραστική βόλτα προς τα υψηλά παρά δέκα βολικά πλάγια βήματα. Από την άλλη πλευρά, τα αναφερόμενα χωρία που μερικές φορές μεταφέρονται εν αφθονία δεν θέλουν να παραχωρήσουν τίποτα στο ακαδημαϊκό βίτσιο της απαγγελίας, του εγκώμιου, αντίθετα επιδιώκουν να προσφέρουν την ευκαιρία στον αναγνώστη – τον στρατευμένο κυρίως – να ασχοληθεί άμεσα και να αντιπαρατεθεί με τις πηγές και ως εκ τούτου να μη βασιστεί αποκλειστικά στην ανάλυση που έγινε από τον συγγραφέα αυτών των σελίδων, ή τουλάχιστον να την εμβαθύνει περαιτέρω και έτσι να κρατήσει ανοιχτό το πεδίο της έρευνας. Αναζήτηση των εννοιών που θα χρησιμοποιηθούν σαν λοστοί, και το αντίστροφο.

 

 

* Εισαγωγή στο βιβλίο “Elogio della militanza. Note su soggettività e composizione di classe” (DeriveApprodi, 2016).

http://www.commonware.org/index.php/gallery/653-elogio-della-militanza-introduzione

http://www.deriveapprodi.org/2016/01/elogio-della-militanza/

θεωρία, teoria

Εγκώμιο της στράτευσης, από τον Gigi Roggero: ELOGIO DELLA MILITANZA

του Alessandro Barile

ElogioDellaMilitanzaGigi Roggero, Elogio della militanza. Note su soggettività e composizione di classe, Έπαινος της μαχητικότητας, της στράτευσης. Σημειώσεις επάνω στην υποκειμενικότητα και την ταξική σύνθεση, Derive Approdi, 2016, pp. 213, € 13,00

Ο έπαινος της μαχητικότητας, το εγκώμιο της στράτευσης δηλαδή, είναι πρώτα απ ‘όλα ένας κατάλληλος τίτλος. Δεν είναι έπαινος του ακτιβιστή ή του εθελοντή ή κάποιοι άλλοι μετα-μοντέρνοι ορισμοί της πολιτικής συμμετοχής. Ο μαχητής – ο στρατευμένος, σύμφωνα με τα λόγια του συγγραφέα, είναι «αυτός ή αυτή που θέτει εξ ολοκλήρου σε κίνδυνο τη ζωή του», είναι «ένα υποκείμενο διηρημένο, συνεχώς παράγει το« εμείς » και το « αυτοί », παίρνει θέση και αναγκάζει τους άλλους να τοποθετηθούν. Διαχωρίζει για να ανασυνθέσει το ρόλο του, την θέση του ». Δεν είναι μια οποιαδήποτε φιγούρα, ειρηνευμένη, της φιλελεύθερης πολιτικής συμμετοχής, αλλά μια συγκεκριμένη φιγούρα ιστορικά προσδιορισμένη από τον πολιτικό αγώνα. Ο τίτλος είναι από μόνος του μια μορφή ρήξης που αναλαμβάνει την ευθύνη της πράξης της, μια απαραίτητη ρήξη, η οποία λαμβάνει χώρα όχι ενάντια στη φιλελεύθερη-δημοκρατική εξομάλυνση (πολύ εύκολο), αλλά μέσα στο πεδίο της ανταγωνιστικής αριστεράς, η οποία έχει από καιρό αποδεχθεί παθητικά τον σημασιολογικό μεταγραμματισμό ( αγγλοσαξονικής καταγωγής) του ακτιβιστή. «Όταν, με το γύρισμα της χιλιετίας άρχισε να αποκαλείται ακτιβιστής, αυτό δεν ήταν μια απλή γλωσσική παραχώρηση, αλλά μια διαρθρωτική αδυναμία, ήταν καθίζηση, υποχώρηση. Με αυτό τον τρόπο χάθηκε η ασυμμετρία του σε σχέση με άλλες φιγούρες, όπως εκείνη του εθελοντή. Εικόνα του δημοσίου συμφέροντος, ως εκ τούτου, της αναπαραγωγής του υπάρχοντος».

Ακτιβισμός και αγωνιστικότητα-στράτευση-μαχητικότητα δεν είναι συνώνυμες έννοιες ή αμφίσημες: προϋποθέτουν αντικρουόμενα οράματα, αντίθετες όψεις της πολιτικής και καθιζάνουν αντιθετικές συνειδήσεις του υπάρχοντος και εργαλείων για την καταπολέμησή του. Με άλλα λόγια, ο αγωνιστής, ο στρατευμένος, είναι φιγούρα πολιτική, λαμβάνει θέση και πλευρά, υποστηρίζει, τοποθετείται, η στάση του, μέσω της θυσίας και της πειθαρχίας κηρύσσει τον πόλεμο στο φιλελεύθερο υποκείμενο υπέρ του επαναστατικού γίγνεσθαι του κοινωνικού ατόμου,

ο ακτιβιστής είναι αντίθετα η αβλαβής φιγούρα του εθελοντή που προσπαθεί να ανακατασκευάσει αυτό που αντιθέτως θα έπρεπε να κομματιαστεί κοινωνικά για να ανασυσταθεί πολιτικά ενάντια και όχι στη θέση κάποιου. Θυσία και πειθαρχία: πόση απόσταση μεταξύ των δύο αυτών εννοιών και των τρεχουσών μορφών πολιτικής συμμετοχής;

Θυσία και πειθαρχία: ποια η απόσταση μεταξύ των δύο αυτών εννοιών και των τρεχουσών μορφών πολιτικής συμμετοχής; Απόσταση τόσο βαθιά που ακόμη και εκεί υπάρχουν – και είναι συνεχώς παρούσες στην καθημερινή αγωνιστικότητα – αποσιωπούνται, αμφισβητούνται, ωσάν το να υποβάλλεσαι σε μιαν θυσία ή να αναγκάζεις τον εαυτό σου σε μια συλλογική πειθαρχία παραπέμπει σε μορφές και μεθόδους ενός πολιτικού αγώνα από τον οποίον έχουν επιτέλους ληφθεί αποστάσεις . Ο αγωνιστής, ο δεσμευμένος, μας λέει ο Roggero, είναι η βασική φιγούρα της επαναστατικής πολιτικής. Μεταφράζει την πολιτική γραμμή προς τα κάτω και την διορθώνει προς τα πάνω. Είναι η σύνδεση, το φερμοάρ μεταξύ θεωρίας και πρακτικής, εκείνο το «μεσαίο δοκάρι», που αντιπροσωπεύει και είναι η καρδιά της πολιτικής δράσης. Είναι η φιγούρα που συνδυάζει συνεχώς την »μέγιστη στρατηγική αυστηρότητα» με την »μέγιστη τακτική ευελιξία », με άλλα λόγια, είναι η προσωποποίηση της λενινιστικής διαλεκτικής, αυτός που βρίσκεται μέσα στις αντιφάσεις και ενεργεί ως πυροκροτητής, πάντα να ισορροπεί μεταξύ δογματισμού και οπορτουνισμού, χωρίς ποτέ να γλιστρήσει σε ένα ή τον άλλο από τους πόλους της πολιτικής ακαμψίας της θεωρίας δίχως πρακτική μετάφραση και της πρακτικής χωρίς πολιτική στρατηγική.

Αν ο μαχητής είναι η φιγούρα για την οποίαν μιλά το τελευταίο βιβλίο του Roggero, το θέμα που αντιμετωπίστηκε στην πρόσφατα δημοσιευμένη έκθεση καθορίζεται στον υπότιτλο: σημειώσεις γύρω από την υποκειμενικότητα και την ταξική σύνθεση. Θέματα που επαναλαμβάνονται κατά κάποιο τρόπο σε αυτή την τελευταία δεκαετία, μια μακρά φάση «παρακμιακής μετάβασης» που ώθησε τις πιο συνειδητές πρωτοπορίες, ή απλά τις πιο περίεργες avant-garde, να επιδιώξουν μια απάντηση στην πολιτική κρίση της ριζοσπαστικής αριστεράς ξεκινώντας από τον προσδιορισμό των υποκειμένων που θα έπρεπε να οργανωθούν και από τις νέες οργανωτικές μορφές που προκύπτουν από αυτά [1]. Κατά την προετοιμασία μιας ομιλίας εξ ορισμού στα σκαριά, που συνεπώς κατ ‘ανάγκη δεν έχει ολοκληρωθεί και σε φάση προσαρμογής, ο συγγραφέας δείχνει μια σαφή πολιτική γραμμή: επιστροφή στον εργατισμό για την ρήξη με τον μετα-εργατισμό, δηλαδή με μιαν πολιτική »παράδοση» η οποία από τα χρόνια Ογδόντα έχει μονοπωλήσει το πολιτιστικό επίπεδο και της πολιτικής δράσης των ανταγωνιστικών κινημάτων στην Ιταλία.

Δεν έχει προδικασμένες θέσεις να υπερασπιστεί ο Roggero, και αυτό επιτρέπει μια ειλικρινή συζήτηση, αποτελεσματική, αν και ιστορικά και φιλοσοφικά καθορισμένη. «Ας το πούμε κατ’ αυτό τον τρόπο, ξεκάθαρα, είναι σαφές ότι: ο λεγόμενος μετα-εργατισμός τέλειωσε […] Τώρα ο στόχος και καθήκον είναι να επιστρέψουμε στον εργατισμό, βέβαια όχι ενάντια, αλλά σίγουρα κριτικά σε σχέση με ό, τι από τον μετα-εργατισμό δεν λειτουργεί πλέον, ή δεν λειτούργησε ποτέ».

Μια ρήξη που δεν είναι εύκολη για εκείνους που με κάποιο τρόπο έχουν μοιραστεί ένα μεγάλο μέρος αυτής της σκέψης στην πολιτική τους εκπαίδευση, και που ξεκινά από ακριβείς φιλοσοφικές προϋποθέσεις που πρέπει να διαβαστούν και να ερμηνευτούν με προσοχή. Λαμβάνοντας ξανά το μάθημα του εργατισμού, των απόψεων του Τρόντι κυρίως, ο Roggero θέτειει στο επίκεντρο της ανάλυσης του και επί του κεφαλαίου την σύγκρουση μεταξύ αυτού και της εργασίας στο εργοστάσιο. Δεν είναι το κεφάλαιο που ορίζει την εργατική τάξη, αλλά το αντίθετο: είναι το προλεταριάτο μέσα από τα μονοπάτια αντίστασης του αναγκάζει το κεφάλαιο να καινοτομεί και να ανανεώνεται με τη λήψη της παρούσας μορφής και σε συνεχή εξέλιξη. Η εργατική τάξη, με άλλα λόγια, είναι η κινητήρια δύναμη της ανάπτυξης, και οι αγώνες των εργαζομένων το όργανο μέσω του οποίου το κεφάλαιο ανανεώνει τον εαυτό του: «η σκέψη προκύπτει πάντα από την αντιπαράθεση […] Είναι οι αγώνες που καθορίζουν την ανάπτυξη, έρχεται πρώτη η τάξη, μετά το κεφάλαιο. Το να ερμηνεύσουμε το κεφάλαιο ξεκινώντας από το ίδιο είναι μια ιδεολογική προβολή». Ακολουθώντας αυτό τον καθορισμό, ο συγγραφέας καταλήγει στο συμπέρασμα πως η τάξη «δεν είναι ένα ζήτημα διαστρωμάτωσης, αλλά αντιπαράθεσης […] Η τάξη για τον Μαρξ και για εμάς, είναι μια εντελώς πολιτική έννοια. Class, τάξη σημαίνει ταξικό ανταγωνισμό. Και για να το πούμε με τον Tronti: δεν υπάρχει τάξη, χωρίς ταξική πάλη ».

Θα μπορούσαμε να συνεχίσουμε λαμβάνοντας άλλα τμήματα της συζήτησης, αλλά η αίσθηση σε αυτό το σημείο θα πρέπει να αποκαλυφθεί: ανακτώντας ριζικά την εργατιστική προσέγγιση, ο συγγραφέας μας λέει ότι η ανθρώπινη ανάπτυξη, η ίδια η φύση του ανθρώπου, είναι μια αντιθετική φύση, contrapositive, συγκρουσιακή, οντολογικά διαιρεμένη και διχαστική. Τα διάφορα στάδια της ανάπτυξης αντιστοιχούν στις διαφορετικές μορφές αντίστασης που τα υποδεέστερα υποκείμενα έχουν θέσει σε εφαρμογή εναντίον εκείνων των υποκειμένων που ηγεμονεύουν οικονομικά και πολιτικά. Τέλος, πως η καπιταλιστική οργανωτική καινοτομία και ανανέωση προέρχεται από την εργατική ακαμψία. Πρέπει να συνειδητοποιήσουμε ότι αυτή η προσέγγιση είναι φιλοσοφικής φύσεως και όχι περιστασιακή, και ότι λίγο έχει να κάνει με τη σκέψη του Μαρξ. Σύμφωνα με τον Μαρξ, στην πραγματικότητα, η προέλευση της ανθρώπινης ανάπτυξης, του ανθρώπου σαν κοινωνικού ζώου, είναι η συνεργασία, που δίδεται με μορφή αλλοτριωμένη για λόγους επαληθεύσιμους ιστορικά (και που ο Μαρξ στην πραγματικότητα εξακριβώνει στα έργα του, και ειδικά στο Κεφάλαιο), και που αποτελεί τη βάση, την προϋπόθεση και τον σκοπό της ταξικής πάλης: εκείνη της επανοικειοποίησης της συνεργατικής στιγμής με αδιαμεσολάβητη μορφή από το ιδιωτικό κέρδος. Το πρόβλημα όμως, δεν είναι απλώς και μόνον φιλοσοφικό.

Από οικονομική άποψη, ο Roggero διαβάζει τις συνεχείς εξελίξεις του κεφαλαίου ως απάντηση στην ακαμψία της εργασίας που από καιρό σε καιρό οργανώνει τις μορφές της αντίστασης της. Είναι το λιγότερο μια άποψη μερική της καπιταλιστικής ανάπτυξης. Ο καπιταλισμός στην πραγματικότητα δημιουργεί συνεχώς τις δικές του μορφές αναγέννησης – είναι μια κοινωνική διαδικασία σε συνεχή εξέλιξη – κυρίως λόγω των εσωτερικών χαρακτηριστικών του. Ο καπιταλισμός είναι στην πραγματικότητα ένα πεδίο αντιπαράθεσης μεταξύ ανταγωνιστικών κεφαλαίων, κεφαλαίων που βρίσκουν μια δική τους ενότητα μόνο σε περιόδους συγκρούσεων με τα υφιστάμενα υποκείμενα, αλλά που έξω ή παράλληλα από αυτά, έχουν φυσικά την προδιάθεση στον εσωτερικό ανταγωνισμό, ο οποίος είναι ένας βίαιος ανταγωνισμός για να εκδιώξουν από τις διαδικασίες αξιοποίησης τα ανταγωνιστικά κεφάλαια.

Είναι οι συνεχείς τεχνολογικές καινοτομίες των ανταγωνιστικών κεφαλαίων που επιβάλλουν στον καπιταλισμό στο σύνολό του μια σταθερή εξέλιξη, που δεν είναι σίγουρα ή αποκλειστικά προοδευτικού χαρακτήρα, αλλά διαρκώς μεταβάλλεται. Επιπλέον, οι συνεχείς τεχνολογικές καινοτομίες που αποτελούν τη βάση του συνεχούς επαναπροσδιορισμού της παραγωγής του καπιταλισμού, είναι η μη συντονισμένη απάντηση στο νόμο της πτωτικής τάσης του ποσοστού κέρδους. Και αυτή η πτωτική τάση, που παράγεται από τη σταθερή αύξηση της παραγωγικότητας της εργασίας (με την αύξηση της οργανικής σύνθεσης του κεφαλαίου) είναι αποσυνδεδεμένη από την αξιοποίηση του κεφαλαίου (αξιοποίηση που μειώνεται βαθμιαία ακριβώς λόγω της προοδευτικής αύξησης του σταθερού κεφαλαίου σε σχέση με το μεταβλητό), η οποία προκαλεί τις κυκλικές κρίσεις που αναγκάζουν τα ανταγωνιστικά κεφάλαια στον πόλεμο και τις αμοιβαίες προσπάθειες εξάλειψης. Μέσα σε αυτή την δυναμική τοποθετείται στη συνέχεια η συγκρουσιακή τάση και διάθεση της εργατικής τάξης, που είναι σίγουρα ένα στοιχείο που μπορεί να αλλάξει τα σχέδια του κεφαλαίου, αλλά σίγουρα  δεν είναι το μοναδικό, και ακόμη ίσως και όχι το σημαντικότερο. Είναι ένα στοιχείο που βρίσκεται παρόν στη ιστορικά καθορισμένη σύγκρουση μεταξύ παραγωγικών υποκειμένων και σχέσεων παραγωγής, αλλά αυτό από μόνο του δεν εξηγεί την εξελικτική φύση του καπιταλισμού.

Ο εργατισμός παραμένει κατά μία έννοια θύμα μιας δικής του προοπτικής ριζικά κοινωνιολογικής: θέτει στο κέντρο των πάντων την εργατική υποκειμενικότητα παραβλέποντας την αντικειμενική εικόνα των σχέσεων παραγωγής. Με τη εξαφάιση όλω των αντικειμενικών αναφορών, η φιλοσοφική ρήξη που επιτεύχθη από το Negri είναι ως εκ τούτου επακόλουθη. Σε εκείνο το σημείο ο υποκειμενισμός εκτόπισε τον μαρξιστικό αντικειμενισμό δημιουργώντας αντίθετα μια πολιτική θεωρία εκ των πραγμάτων διαταξική, επί της οποίας στην πραγματικότητα ασκείται κριτική με σωστό τρόπο στην συνέχεια του τόμου, του έργου για το οποίο μιλάμε δηλαδή, η οποία αποκαλύπτει τα ελαττώματα του μετά εργατισμού, με τέτοιο τρόπο που μόνο ένας επιδέξιος αγωνιστής διανοούμενος εκείνου του κόσμου θα μπορούσε να κάνει.

Τα πάντα, λοιπόν, έχουν λυθεί; Καθόλου. Ο εργατισμός είχε έναν αποφασιστικό πολιτικό ρόλο στην ταξική πάλη στη χώρα μας: έδωσε θεωρητική ουσία και πολιτική προοπτική σε ένα κομμάτι της τάξης που βρίσκονταν σε διαμάχη με την επίσημη εκπροσώπηση του Κομμουνιστικού Κόμματος. Ο εργατισμός σπάει το αδιέξοδο μέσα στο οποίο η εργατική εκπροσώπηση είχε κλειδωθεί: αφενός η απάτη της οικονομικής σύγκρουσης μέσα από την διαβούλευση των συνδικάτων, από την άλλη η πολιτική εκπροσώπηση στα αρμόδια θεσμικά όργανα μέσω του κόμματος σε μεταβατικό στάδιο. Στριμωγμένη ανάμεσα σε αυτά τα δύο καταστροφικά πολιτικά πλέγματα, εξαφανίζονταν στην Ιταλία κάθε υπόθεση ριζικής αλλαγής του υπάρχοντος η οποία δεν θα περνούσε μέσα από το μακρύ κύμα της ριζικά σοσιαλδημοκρατικής προοπτικής του Κομμουνιστικού Κόμματος.

Γι ‘αυτό δεν είναι αρκετό να ρευστοποιήσουμε έναν πλούτο, μια κληρονομιά ιδεών και εργατικής έρευνας που, έστω και με αμφίβολου χαρακτήρα φιλοσοφικό καθορισμό, έχει παίξει έναν πολιτικό ρόλο που εξακολουθεί να είναι σημαντικός. Το να τα σπάσουμε με τον μετα-εργατισμό θα μπορέσει να παράξει ένα γόνιμο βήμα προς τα εμπρός στις στρατηγικές της ανταγωνιστικής αριστεράς μόνο αν δεν ξαναπέσουμε στον ριζικό υποκειμενισμό όπου είχε τελειώσει η εμπειρία του εργατισμού. Στην κοινωνιολογική υποκειμενικότητα σύμφωνα με την οποία η τάξη δεν είναι ένα απλό αντικειμενικό -οικονομικό γεγονός και στοιχείο αλλά κυρίως πολιτική και συγκρουσιακή πραγματικότητα, πρέπει να προσθέσουμε και τη μελέτη των μοντέλων παραγωγής μέσα στην οποία βρίσκεται η εργατική σύγκρουση (όπου σαν εργατική, φυσικά, δεν θα πρέπει να εννοήσουμε εκείνη του εργάτη του μεγάλου φορντικού εργοστασίου, αλλά των νέων κοινωνικών υποκειμένων που είναι διατεθειμένοι για αγώνα, και κεντρικής σημασίας στην διαδικασία της καπιταλιστικής συσσώρευσης στις ώριμες καπιταλιστικές χώρες).

Η καρδιά του δοκιμίου, ωστόσο, δεν βρίσκεται στις φιλοσοφικές του υποθέσεις, αν και από το συγγραφέα έχουν τεθεί στη εισαγωγή του κειμένου, αλλά σε μια πιθανή, ή δυνητική μαχητική μετάφραση στο ύψος των καιρών και των καταστάσεων. Είναι εδώ που η συλλογιστική φτάνει στην κορύφωση της και γίνεται πιο πειστική σύμφωνα με την άποψη μας. Η κριτική ορισμένων κινηματίστικων εκφυλισμών είναι άγρια.

Βρίσκονται στο στόχαστρο όλα τα ιδεολογικά κλισέ μιας ορισμένης επικρατούσας σκέψης που βρήκαν υποδοχή ακόμη και εντός των αναγωνιστικών κινημάτων: η κοινωνική οικονομία και η συνεργασία που ανεμίζονται ενάντια στην δημόσια οικονομία, η οποία, μακριά από το «να αντιπροσωπεύει έναν τρίτο τομέα σε σχέση με το Κράτος και την αγορά, είναι μία από τις μορφές που η ιδιωτικοποίηση του δημοσίου έχει λάβει, «η διαδεδομένη αυτο-απασχόληση ή αυτοεπιχειρηματικότητα» των κοινωνικών κέντρων, »η οποία παράγει μέτρια αποτελέσματα από την οικονομική άποψη, αλλά βοήθησε να παραχθεί μια πολιτική υποκειμενικότητα που μεγάλωσε με την προοπτική του διαχειριστή και όχι του μαχητή, του αγωνιστή», η (αυτο) ταυτοποίηση μεταξύ στρατευμένου αγωνιστή και επισφαλούς, αποτέλεσμα μιας «βιαστικής αυτοέρευνας που υπήρξε θύμα μιας στρατηγικής αυτοαναφορικότητας»,

η οποία έχει παράξει την καταχρηστική αναγνώριση μεταξύ «στρατευμένου» (πλέον ακτιβιστή) και «τάξης», μια συγκεκριμένη άκριτη κεντρικότητα των αγώνων για τις βασικές ανάγκες, όπως αυτές για το σπίτι, η οποία σε ορισμένες περιπτώσεις «φετιχοποιεί την ανάγκη, χωρίς να καταφέρνει να πάει πέρα από την ικανοποίηση της, δημιουργώντας αστικές νήσους αυτο-διαχείρισης της περιθωριοποίησης και της φτώχειας, της δυστυχίας» , μια υποτιθέμενη αξίωση αυτοδιαχείρισης της «γνώσης» του λεγόμενου «cognitariatο, της διανοητικής εργατικής δύναμης», η οποία αντιθέτως είναι συνεχώς «modularized, amministrativizzato, managerializzato, budgetarizzato, banalizzato, επισφαλής, utentizzato», με άλλα λόγια εγκλωβισμένη στα δίχτυα του κέρδους για το κεφάλαιο τη στιγμή κατά την οποίαν έχει αφαιρεθεί τελείως απ’ τους παραγωγούς ο έλεγχός της,

και η ζωή συνεχίζεται.

Στην αποδυνάμωση της σκέψης – θα μπορούσαμε εμείς να προσθέσουμε: η έλλειψη εξύψωσης για την αδύναμη και συγκεκριμένη σκέψη, ιδεολογικά αντίθετη σε κάθε γενικό σχέδιο – δεν ακολουθήθηκε από μια αναβάθμιση, από μια ενδυνάμωση της πρακτικής. »Η ποικιλομορφία είναι πάνω από όλα, είναι τα πάντα, η ταξική σύνθεση τίποτα. Το σχολείο παρέμεινε χωρίς κίνημα, οι ακαδημαϊκοί κώδικες έχουν καταπιεί την ταξική σύγκρουση «.

Η σημερινή δύναμη του «λαϊκισμού», όρου που σίγουρα δεν είναι σε θέση να περιγράψει και να κάνει διάκριση μεταξύ των διαφορετικών πολιτικών φαινομένων που είναι διάσπαρτα σε όλη την Ευρώπη, ωστόσο, είναι στο ότι «δίνει πρόσωπο στον εχθρό», εκεί όπου μια κάποια ηγεμονική σκέψη των κινημάτων έχει εντελώς αποδομήσει και ΄μοριακοποιήσει’ τις καπιταλιστικές διαδικασίες που δεν έχουν πλέον πρόσωπο ούτε φυσική έδρα, εκ των πραγμάτων εξαφανισμένα από την ενδεχόμενη πολιτική πάλη, «σε μια συγκεκριμένη στιγμή έχει εξηγηθεί πως η εξουσία δεν συγκεντρώνεται μόνο και αποκλειστικά σε ένα σημείο, δηλαδή στο Κράτος, αλλά έχει εξαπλωθεί στις κοινωνικές σχέσεις. Εντάξει. Ξεκινώντας από την προϋπόθεση ότι είναι παντού, εξήχθη το συμπέρασμα ότι πλέον δεν υπάρχει, ή πως δεν επικεντρώνεται σύμφωνα με μιαν ιεραρχία. Bad. Κακώς. Το να εξαφανιστεί το πρόβλημα έχει γίνει ένα μάντρα εντός των κινημάτων:. Το Winter Palace, τα Χειμερινά Ανάκτορα έχουν εξαφανιστεί, θα πρέπει να αλλάξουμε τον κόσμο χωρίς να πάρουμε την εξουσία «. Η αγγλοσαξονική μόδα της λεγόμενης «μικρο-πολιτικής» έχει παράξει την μετάσταση της αυτάρκους μικροκοινότητας, »που δεν θέτει σε κίνδυνο τους πραγματικούς όρους της εξουσίας, αλλά είναι ευχαριστημένη να ζει ασκώντας στο εσωτερικό της ευχάριστες σχέσεις».

Η πρόκληση, σύμφωνα με τον συγγραφέα, έγκειται στην ικανότητα της νέας γενιάς των πολιτικών αγωνιστών στο να μπορέσουν να ερμηνεύσουν διαλεκτικά την πολιτική δράση. Όχι ανακαλύπτοντας εκ νέου καινούργιους δογματισμούς ή στρατηγικές ακαμψίες αποσυνδεδεμένες από αποτελεσματικές πρακτικές, να ξαναχτιστούν τα θεμέλια μιας νέας πολιτικής ικανής να επηρεάσει πραγματικά την ισορροπία δυνάμεων μεταξύ των τάξεων. «Δεν έρχεται αντιμέτωπος με την αντιφατικότητα και την βρωμιά του πραγματικού μόνο εκείνος που αισθάνεται αδύναμος»: ο μαχητής, ο αγωνιστής, δυνατός χάρη στη στρατηγική ακαμψία του και την ίδια στιγμή από την ακραία τακτική ευελιξία του, είναι αποτελεσματικός μόνο αν βρίσκεται εντός των πραγματικών αντιφάσεων, κάμπτοντας τες προς τα συμφέροντα της δικής του πλευράς, φαντάζεται πλαστές συμμαχίες, κοινωνικές ετερόδοξες συνθέσεις, εναλλακτικές διαδρομές σε αυτές τις σχολαστικές. Όλα προκειμένου να επιστρέψει να επηρεάζει πραγματικά μέσα στην κοινωνία και μέσα στις σχέσεις εξουσίας, με άλλα λόγια, επανοικειούμενοι έναν πλειοψηφικό ορίζοντα, μακριά από σεχταρισμούς, μειοψηφισμούς που δεν καταλήγουν πουθενά , δογματισμούς ή, αντίθετα, αυθορμητίστικες εξάρσεις υποκουλτούρας. Πραγματικά σπάνια, αυτές τις μέρες, αυτή η γενναιοδωρία πνεύματος στο να είμαστε σε θέση να ασκήσουμε κριτική στην εύκολη κατάσταση στην οποία έχουμε βρεθεί και μέσα στην οποία γίνεται η αναπαραγωγή μας, και στο να επιθυμούμε με κουράγιο και τόλμη να υποδείξουμε μια πορεία που πρέπει να ακολουθήσουμε η οποία να προβλέπει τη ρήξη με ορισμένες πνευματικές ανέσεις. Αν όλα αυτά δεν είναι αποδεκτή, η προτεινόμενη μέθοδος είναι αυτή που πρέπει να ακολουθηθεί: να ανοίξουμε μια συζήτηση και να δούμε τι βγαίνει μέσα από αυτήν, επιστρέφοντας για να κάνουμε έρευνα.

[1] Σαν παράδειγμα: Paolo Cassetta, Emilio Quadrelli, Noi saremo tutto – nuova composizione di classe, conflitto e organizzazione, Gwynplaine edizioni, Camerano (An) 2012; Clash City Workers, Dove sono i nostri – lavoro, classe e movimenti nell’Italia della crisi, La Casa Usher, Firenze 2014.

Gigi Roggero: ELOGIO DELLA MILITANZA

σύγχρονη σκέψη, pensiero di oggi

Δόγμα, Προσηλυτισμοί, Προσαρτήσεις και Βουβές Απώλειες

Posted on 14 Σεπτεμβρίου 2016

0

 

Δόγμα, Προσηλυτισμοί, Προσαρτήσεις και Βουβές Απώλειες

 

Οι Ιρλανδοί έχασαν τη γλώσσα τους. Εμείς χάσαμε τη θρησκεία μας. Αυτή που βγήκε από τον τόπο μας. Άλλοι λαοί έχασαν τα πάντα- όπως οι Βορειοαμερικάνοι  και οι Αυστραλοί γηγενείς και κατέληξαν αλκοολικοί. Οι Εβραίοι έχασαν τη γη τους και για δεκαετίες τώρα προσπαθούν να ανασυστήσουν έδαφος. Σε κάθε περίπτωση μια αναπηρία. Απόδειξη η σημερινή Ελλάδα που με μια θρησκεία σχεδιασμένη για να στηρίζει μια Αυτοκρατορία και ένα πολιτικό σύστημα ξένο (κοινοβουλευτισμός, κομματοκρατία, συγκεντρωτικό Κράτος) βαδίζει με πατερίτσες και σε κάθε βήμα της σκοντάφτει.

    Ηττημένη εδώ και αιώνες, αναγκάστηκε να εισάγει και να υιοθετήσει μια θρησκεία από αλλού που όσο κι αν “την έφερε στα μέτρα της”  δεν παύει να είναι μια θρησκεία που ξεπήδησε απ’ την έρημο κι έγινε παγκόσμια στο βαθμό που έγινε αυτοκρατορική.

    Κοιτάξτε το εσωτερικό μιας εκκλησίας, τα χρυσοποίκιλτα τέμπλα το θρόνο του δεσπότη (ή μήπως του αυτοκράτορα?) και τα άμφια και τις ράβδους των επισκόπων! Τίποτα το δημοκρατικό, τα πάντα παραπέμπουν στην αυτοκρατορία. Κι όλα αυτά στο όνομα ενός λαού που έχει χούι τη δημοκρατία και ένας τέτοιος κορσές τον οδήγησε στη στρέβλωση. Και πρέπει να φτάσει κανείς σε μακρινό ξωκκλήσι ώστε  μες το ανθρώπινο μέγεθος και την απλότητα να νοιώσει την κατάνυξη!

    Κι έγινε ο Έλληνας ρωμιός και βαυκαλίστηκε με ελληνορωμαϊκούς πολιτισμούς. Λες και ήταν ξεβράκωτος Φράγκος! Αλλά άλλο Ρώμη κι άλλο Ελλάδα. Κι αυτό που τις συνδέει είναι μια κατάκτηση. Κι αυτό που τις χωρίζει? Η αντίληψη για τον κόσμο! Οι  Έλληνες ποτέ δεν ξεπέρασαν το ανθρώπινο μέγεθος. Κοιτάξτε την ελληνική προτομή και κοιτάξτε τις κεφάλες που έφτιαχναν οι Ρωμαίοι! Και κεφάλες ναι είχανε πολλές, δημοκρατία δεν είχανε! Κι ας σταματήσουμε να χρυσώνουμε το χάπι, ότι κατακτήσαμε δια του πνεύματος αυτούς που μας κατέκτησαν με τα όπλα. Διοίκηση ασκούσε η Ρώμη, διοίκηση και κολακεία. Πάνω απ’ όλα το Imperium. Οι Ρωμαίοι ήταν κυβερνήτες λαών!

    Η Ρώμη στη παρακμή της κατάλαβε το απλούστερο: μια αυτοκρατορία δεν μπορεί να θρησκεύεται όπως μερικές δεκάδες δημοκρατικές πόλεις. Ένα κράτος παγκόσμιο, ένα κέντρο, ένας μονάρχης χρειάζονται ένα και μοναδικό Θεό που ενοποιεί αυτό που είναι πραγματικό και στη σφαίρα της φαντασίας. Ένα το κράτος, ένας ο Καίσαρας, ένας ο Θεός. Είχε έρθει η στιγμή του Παύλου!

    Εβραίος αυτός αλλά Ρωμαίος πολίτης εκτός από δεινός πολιτικός υπήρξε και μεγάλος συγγραφέας. Τι θα ήτανε ο χριστιανισμός χωρίς τον Παύλο? Ίσως μια από τις εκατοντάδες εβραϊκές αιρέσεις. Αυτός μοντάρισε μια διδασκαλία σε μια συνεκτική θρησκεία.  Επομένως δικαιούμαστε να μιλάμε για Παυλισμό. Και η διδαχή που έδινε αξία σε κάθε άνθρωπο εναγκαλίστηκε με μια εξουσία σε κρίση που ήταν σε αναζήτηση μιας νέας ιδεολογίας.

    Και σήκωσε ο Κωνσταντίνος την πρωτεύουσά του και την έφερε στα ανατολικά. Κι έκαναν την Νέα Ρώμη. Ανατολική Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία. Που τώρα όμως χρειαζόταν να είναι χριστιανική- Imperium με τα όλα του κι αυτό! Ιππόδρομο είχε, Αγορά δεν είχε! Νόγαγε όμως ο Κωνσταντίνος από πολιτική. Είχε μελετήσει και τον μεγάλο Φλωρεντίνο: αν θέλεις να κρατήσεις μια χώρα με ανώτερο πολιτισμό απ’ τον δικό σου ή ολοσχερώς να την καταστρέψεις πρέπει ή να μεταφέρεις την πρωτεύουσά σου εκεί πέρα, έλεγε ο Μακιαβέλης. Εδώ ήτανε τα κέντρα, εδώ θα γινόταν το παιχνίδι εφεξής. Ή ίσως και αντίστροφα  μπορεί να γίνανε τα πράγματα: τον πολιτικό να μελέτησε ο Μακιαβέλι για να γράψει θεωρία.

    Και το Βυζάντιο, άξιος διάδοχος της Ρώμης,  άσκησε πολιτική που πρέπει να διδάσκεται. Επιλεκτική αφομοίωσηλέγεται και μεταστροφή. Και φυτεύτηκε σε κάθε τόπο της προγενέστερης λατρείας μια χριστιανική εκκλησία. Και οι μέντορες της νέας πίστης, σπουδασμένοι στην Αθήνα, στράφηκαν ενάντια στην ουσία αυτού που διδάχτηκαν. Ό,τι μπορεί να μας φανεί χρήσιμο το αφομοιώνουμε μεταγλωττίζοντάς το. Τα υπόλοιπα τα ξεθεμελιώνουμε. Αντιστάθηκαν εδώ, αλλά οι ανατολικές επαρχίες μαθημένες στον δεσποτισμό, προσχωρούσαν στη νέα θρησκεία κατά μάζες. Η ελληνιστική εποχή τους είχε μάθει ελληνικά αλλά όχι και δημοκρατία. Επαρχία η Ελλάδα έμπαζε μέσα από την αυτοκρατορία από παντού. Αλλά,  όσο να πεις, είχανε μείνει κάποια συνήθεια. Έτσι τον Αλάριχο και τους Γότθους που έφτασαν ως την Πελοπόνησο τους ακολουθούσαν οι ξετρελλαμένοι παρατρεχάμενοι. Το 70% του Αρχαίου κόσμου έγινε ερείπια. Οι φιλοσοφικές σχολές έπρεπε κι αυτές να κλείσουν. Αν και παρακμασμένες ξυπνούσαν φόβο. Ας αφήσουμε λοιπόν τους Ταλιμπάν στο έργο τους κι αυτοί για την επιβολή ενός Δόγματος γκρεμίζουν. Είχε ήδη πάρει ο Έλληνας τον δρόμο του, νικημένος, στα γόνατα πεσμένος και επαρχιώτης έγινε προσήλυτος. Αυτός που σωστά ονομαζότανε Εθνικός σιγά-σιγά γινότανε ρωμιός, πράγμα που σημαίνει ότι η μεταμόρφωση είχε συντελεσθεί. Η λήθη μπορούσε να επέλθει.

    Η Εθνική θρησκεία όμως έπρεπε να διασυρθεί. Όσοι απέμειναν σε κάποιες παρυφές και δυσπρόσιτα μέρη ονομάστηκαν παγάνοι. Ειδωλολατρεία, που τα πιστεύω της ήταν παραμύθια για παιδιά. Και απεκρύβει ότι η Ορθοδοξία στήθηκε πάνω στην αρχαία θρησκεία και εγκολπώθηκε τελετουργίες, μορφές, τυπικά και παραδόσεις αφού όλα αυτά της λείπανε. Κι ότι για όσο τη φοβόταν την έπαιρνε πολύ στα σοβαρά. Ναι, ο Συγκεντρωτισμός μελέτησε καλά τα βήματά του! Αλλά ο Παύλος δεν ήταν ο μόνος. Εκατοντάδες σοφοί μετά απ’ αυτόν, αναλαμβάνοντας έργο νομικών και νομοθετών, κι ας ονομάζονταν θεολόγοι, εργάστηκαν για το μεγαλείο. Υπό την σκέπη αυτοκρατόρων. Οι οποίοι για να διευθετήσουν τα γήινα κανόνιζαν, μαζί με τους Πατριάρχες, μες τις Οικουμενικές και τα του Ουρανού.    

     Κι όταν το μεγαλείο αυτό άρχισε με τη σειρά του να γερνάει ξεπετάχτηκε στα νοτιοανατολικά του σύνορα μια ακόμα νιότη. Το Ισλάμ! Ένα βαρύ δυσλειτουργικό Βυζάντιο με μια επιθετική φορολογική πολιτική είχε γεννήσει τον εχθρό του. Το Ισλάμ ήταν η αριστερά του Βυζαντίου! Όχι όμως πριν η έρημος γεννήσει άλλον ένα μεγάλο πολιτικό και συγγραφέα, τον Μωάμεθ.

     Εν τω μεταξύ, στη Δύση οι Πάππες άπλωναν την κυριαρχία τους από την Ιταλία ως τον Ειρηνικό. Ένας κόσμος φτιαγμένος από τους Λατίνους. Εκατομμύρια σκουρόχρωμες σκυφτές  ψυχές τέθηκαν υπό το Βατικανό για να σωθούν και αμύθητα πλούτη εισέρευσαν στην Santa Españia.  Ήταν φυσικό οι όλο και πιο δυναμικοί Βόρειοι να“διαμαρτυρηθούν” δια στόματος Λουθήρου και Καλβίνου. Ολόκληρη η Ευρώπη πια σηκώθηκε στα πανιά για την κατάκτηση του κόσμου. Πίσω τους οι εκκλησίες έπνεαν ούριο άνεμο. Μια ιστορία Προσάρτησης δια μέσω του Δόγματος και του Προσηλυτισμού. Όχι μόνο στην Ελλάδα λοιπόν αλλά παντού έγιναν τα ίδια, μόνο που οι Έλληνες είχανε περισσότερα να χάσουν!  

    Είναι όμως πολύ πιο παλιά η ιστορία κι αρχίζει με τον Μωυσή. Ολιγογράφος αυτός αλλά περιεκτικότατος σαν γνήσιο τέκνο της άμμου. Λόγω δε έλλειψης γραφικής ύλης ό,τι είχε να πει το σκάλισε σε πέτρινες πλάκες. Ήταν εξαιρετικό το σκηνοθετικό εύρημα, γιατί ασκεί την γοητεία και την επιρροή που ασκεί το αρχέγονο. Περνώντας δε, μερικές φυλές μέσα από την έρημο και δίνοντάς τους ένα Νόμο έφτιαξε ένα λαό. Αυτό κι αν είναι επίτευγμα! Και ακόμα παραπέρα, ο Νόμος του παρουσιάστηκε σαν θεόπνευστος.  Και αυτή ακριβώς είναι διαφορά  του με το ελληνικό πνεύμα όπου τους νόμους του έδιναν οι ίδιοι στους εαυτούς τους και τους άλλαζαν όταν έκριναν σωστό κι αυτό το σωστό έπρεπε να σταθμίζεται διαρκώς. Οι θεοί εδώ δεν όριζαν πλήρως τα ανθρώπινα αφού είχαν αδυναμίες θνητών και συχνάκις ήταν και οι ίδιοι ηθικά διαβλητοί. Ούτε υπήρχε ιερατείο. Ούτε Ιερά Κείμενα. Κι έτσι εμφανίστηκε ο Ένας και Αληθινός Θεός, που παρεμπιπτόντως ήταν και Ενοχοποιός, κι  αρχίζει η δραματική πορεία του Μονοθεϊσμού μες την Ιστορία. Δραματική όχι επειδή είναι ματοβαμμένη -η ανθρωπότητα ποτέ δεν έπαψε να σφάζεται – αλλά επειδή μ’ αυτόν αλυσσοδέθηκε η ανθρώπινη ελευθερία.

   

    Η Ιστορία του Δυτικού πολιτισμού είναι η σύγκρουση και ο συγκερασμός του ελληνικού και εβραϊκού πνεύματος. Δημοκρατία και Δόγμα. Η Δημοκρατία προωθεί την Ισηγορία προς χάριν της Ελευθερίας, το Δόγμα προωθεί την Ενότητα μες από τον έλεγχο των συνειδήσεων και τον φόβο της αίρεσης.

    Η Αναγέννηση ήταν η αναγέννηση του Ελληνικού πνεύματος στη Δύση όπως το εξέλαβαν οι Δυτικοί, κυρίως όπως το γνώρισαν μέσα από τη μάννα τους τη Ρώμη. Και μέσα  από δύο αιώνες επαναστάσεων φόρεσαν άλλοτε το ρούχο της Ρώμης και κάποτε της Αθήνας.

    Ο Σοσιαλισμός υπήρξε η σύγχρονη Ουτοπία. Ο Μαρξ, από τους επιφανέστερους προφήτες του, θέλησε να προωθήσει την Ισότητα μέσα στην Ενότητα αλλά παραγνώρισε την ανάγκη για Ελευθερία. Εβραίος κι αυτός, τον φαντάστηκε σαν μια πορεία του περιούσιου λαού, που είναι το προλεταριάτο, μέσα από την έρημο του καπιταλισμού με κατεύθυνση μια γη της Επαγγελίας που είναι ο κομμουνισμός. Δεν ξέφυγε δηλαδή από την παράδοση της καταγωγής του ακόμα κι αν, σαν υλιστής, ήταν μη πιστός. Μια θεολογία χωρίς θεό.

    Από κει και πέρα ο ίδιος μαζί με τους θεμελιωτές, τον Λένιν και τον Στάλιν, παιγνιωδώς, βρίσκουν εύκολα τις αντιστοιχίες τους στον Παύλο και τον Κωνσταντίνο. Όλοι τους πολιτικοί πρώτου μεγάθους. Αλλά συζητιέται αν, ύστερα από τη σύγχρονη εμπειρία αθεΐας  που έχουμε, μπορεί να στηθεί κοινωνία χωρίς Θεό.

   

.    Όταν οι ελληνικές δημοκρατίες κατελύθησαν από τους Ρωμαίους, θα μπορούσε κανείς να επαναλάβει τα λόγια του Ομήρου: «ο άνθρωπος που ρίχνεται στη δουλεία χάνει τη μισή του ψυχή». Όμως ο θάνατος ενός έθνους μοιάζει με τον θάνατο ενός ανθρώπου και γίνεται αντιληπτός με τον ίδιο τρόπο. Η ζωή εγκαταλείπει τον άνθρωπο

όταν η ψυχή εγκαταλείπει το σώμα του: ψυχή, για ένα έθνος είναι η θρησκεία του.  Ένα έθνος που απαρνήθηκε τους Θεούς του είναι ένα έθνος νεκρό. Αυτό συνέβη στην Ελλάδα κατά την επικράτηση του Χριστιανισμού.

     Αν και βασικά σωστή, βρίσκω την άποψη τού Λουίς Μενάρντ λίγο υπερβολική. Απ’ ό,τι φαίνεται οι λαοί έχουν πολύ μεγάλες δυνάμεις επιβίωσης. Αν ένας λαός χάσει τη γη του ή τη γλώσσα του ή τη θρησκεία του μπορεί να τα καταφέρει. Η απώλεια και των τριών όμως είναι μάλλον συντριπτική (εκτός πια αν μιλάμε για τους τσιγγάνους). Όμως υπάρχει κι ένας ακόμα πυλώνας – ήθη, έθιμα και θεσμοί. Το να ζήσει βέβαια καλά ένας λαός είναι κάτι άλλο από απλή επιβίωση.

    Αναγκασμένος να εκχριστιανιστεί, ο Ελληνισμός, έκανε ό,τι μπορούσε για να φιλτράρει και να εξελληνίσει το Δόγμα. Όμως ο χριστιανισμός τού έδωσε μια ταυτότητα που άφηνε βασικά κομμάτια του χαρακτήρα του απ’ έξω. Σαν να ποδέθηκε ένα στενό παπούτσι. Ήταν μια ταυτότητα λειψή. Καλή για υπηκόους αλλά όχι για ελεύθερους πολίτες.

    Η Ελληνική επανάσταση σωστά ονομάστηκε παλιγγενεσία. Αλλά ανέχθηκε τους κοτσαμπάσηδες και απέτυχε να τιθασσεύσει τη δύναμη της Εκκλησίας. Επιπλέον εισήγαγε το Ευρωπαϊκό πολιτικό σύστημα που ήταν ξένο προς τον χαρακτήρα του λαού. Γιατί στην Ελλάδα το κράτος ήταν εισαγόμενο εμπόρευμα. Κι αυτό ήταν το άλλο στενό παπούτσι.

    Ηττήθηκε μέσα από τη νίκη της και η παλιγγενεσία έμεινε λειψή. 200 χρόνια μετά, οι αποτυχίες της δεν μας αφήνουν να πάρουμε ανάσα.      

    Η σημερινή επονομαζόμενη κρίση είναι η στιγμή που η χώρα βρίσκεται μπρος σε μια απόφαση για ζωή ή για μια ύπαρξη στα όρια της επιβίωσης. Η ερώτηση που πρέπει να απαντήσει ο λαός της δεν είναι μέσα ή έξω απ’ το κοινό νόμισμα, μέσα ή έξω απ’ την Ευρώπη και τις αγορές της αλλά καπιταλισμός ή όχι. Κράτος και ανάθεση ή συμμετοχή. Δημοκρατία ή ολοκληρωτισμός.  Και το θεμελιακό πρόβλημα που έχει να λύσει είναι το θρησκευτικό. Με μια φράση, ν’ αποφασίσει σε τι Θεό πιστεύει. Είναι νανουριστές αυτοί που ασχολούνται αποκλειστικά με την οικονομία της.

    Όποιος δεν πιστεύει σε Θεό εύκολα καταλήγει να πιστεύει στο χρήμα. Η λαϊκή ρήση που το αποκαλεί σύγχρονο Θεό δεν κάνει λάθος. Έχει με το μέρος της το ένστικτο. Ο αδύναμος οικονομικά, που είναι υποταγμένος στο χρήμα παίζει στο γήπεδο του αντιπάλου. Του οικονομικά ισχυρού. Οι Ισλαμιστές χτύπησαν φλέβα! Εξ ου και ο φόβος και το μίσος που συγκεντρώνουν.

     Ο κατά πεποίθηση άθεος σήμερα, από την δυναμική των πραγμάτων, κάλλιστα μπορεί (και εν αγνοία του) να είναι ένας πιστός. Επομένως για αυτούς που θέλουν να πολεμήσουν για τον εαυτό τους και τον κόσμο απαιτείται μια αντίληψη που υπερβαίνει την ιστορική διάσταση μεταξύ υλισμού και ιερού. Η συζήτηση πρέπει να να ξαναρχίσει και να κατεβούμε ως τη ρίζα.

    Κουτσά στραβά ο Ελληνισμός, επιβίωσε για 2000 χρόνια  μέσα κι έξω από τον εαυτό του και το οφείλει ίσως σ’ ένα γερό κύτταρο. Αλλά ως εδώ ήτανε! Αν θέλει τώρα να ζήσει πρέπει να ανασυστήσει το Ιερό. Η αρχαία θρησκεία μοιάζει απόμακρη, και ο χριστιανισμός του δεν είναι επαρκής.

   

    Γη, γλώσσα, θρησκεία, πολιτισμός.  Αυτές είναι απώλειες που αν παραμείνουν βουβές, δεν περάσουν στην περιοχή του συνειδητού, δεν αφεθούν στη θλίψη, δεν διατυπωθούν με λόγο και δεν βρουν διέξοδο σε Tελετουργίες και στην Τέχνη οδηγούν σε τερατογενέσεις.

    Από κει και πέρα η αναδιατύπωση του Ιερού σε μια καινούργια γλώσσα είναι σήμερα, ανάγκη κάθε λαού κι όχι μόνο του ελληνικού. Αλλά γιαυτό θα χρειαζόταν ένας μεγάλος Μύστης.

    Προσφάτως ξανατέθηκε το ερώτημα αν το Βυζάντιο ήταν ελληνικό. Ο Στήβεν Ράνσιμαν έχει απαντήσει πως το Βυζάντιο ανήκει σ’αυτούς που τό ’κλαψαν. Αυτή η απάντηση όμως δεν μας λέει, τι  έκλαψαν σ’ αυτό? Γιατί το Βυζάντιο, εξελληνισμένο ιδιαίτερα προς το τέλος του όσο συρρικνωνόταν μέσα στην ελληνική χερσόνησο, απετέλεσε την αναφορά και την αναπλήρωση για τους Έλληνες υπόδουλους των Οθωμανών: μια μυθική ελληνική αυτοκρατορική Πορφύρα ενάντια στο Σουλτανικό σαρίκι. Τι μπορεί όμως να σημαίνει για εμάς που ψάχνουμε την ένθεη δημοκρατία, το κλειδί όλων των σύγχρονων αινιγμάτων? Μήπως πρέπει να πάρουμε το φιλοσοφικό καλαθάκι μας και, αναζητώντας έμπνευση και διδάγματα (παθήματα-μαθήματα), να διατρέξουμε προς τα πίσω την ιστορική μας διαδρομή και να επιμείνουμε εκεί, στη μακρινή μας νιότη και αρχή όπου όπως πάντα κρύβονται όλα?  

    Κι εγώ, ο πολιτικά δολοφονημένος, κάτοικος ενός κόσμου Σκιών, ονειρεύομαι να ξαναζήσω! Εγώ, ένα τίποτα, ονειρεύομαι να ξαναγίνω πολίτης!

    Οι Ιρλανδοί έχασαν τη γλώσσα τους. Παρ’ όλα αυτά μια γενιά  Ιρλανδών ποιητών και συγγραφέων που έγραψαν στα αγγλικά, ορκίστηκαν να κάνουν την υπόλοιπη αγγλόφωνη λογοτεχνία να μοιάζει επαρχιώτικη. Και για μια ολόκληρη περίοδο το πέτυχαν. Όμως η ουλή είναι ακόμα εκεί – και πονάει.

   

    Εμείς,εδώ, σε μια χώρα ποιητών, γνωρίζουμε καλύτερα την Παλαιά Διαθήκη και τους βίους των Αγίων από τους μεγάλους Τραγικούς μας ποιητές. Όπως …ευγενώς μας παραχωρήθηκε το ιερό βιβλίο ενός άλλου λαού για να το διδάσκουμε στα παιδιά, ευγενώς και μείς παραχωρήσαμε τους Τραγικούς στους ελληνιστές φιλόλογους ώστε να γίνουν παγκόσμιο κτήμα και να απαλλαγούμε απ’ αυτούς. Και να σκεφτεί κανείς ότι ίσως η πραγματική θρησκεία των Ελλήνων, πέρα από τα Ελευσίνεια και τις Μυστικές λατρείες, να ήταν η Τραγωδία και οι Ολύμπιοι Θεοί η μυθολογία τους! Αυτή άλλωστε δεν ήταν που ενοποιούσε την πόλη μέσα από τις τελετουργίες της και κατεδείκνυε τους Δαίμονές της?

                                                                                                                     Β.Η

Υ.Γ  Καταλαβαίνω ότι μ’ αυτό το κείμενο θα στενοχωρήσω κάποιους ανθρώπους καλής θέλησης, που έχουν εσωτερικότητα, που είναι χριστιανοί, που αγαπούν την Μεσαιωνική περίοδο του Ελληνισμού και που μες το Βυζάντιο βρίσκουν μια θαλπωρή. Που όπως κι εγώ, φτάνουν σ’ ένα ξωκκλήσι ή βρίσκουν λίγη πολυπόθητη ησυχία στο μισόφωτο ενός ναού, από τα σπάνια μέρη μες την πόλη που μπορείς να βρείς τη σιωπή.

   Μιλώ για πράγματα πολύ παλιά, είναι σαν να μην υπάρχει χρόνος. Όμως όλοι οι χαμένοι, όλοι οι νικημένοι της Ιστορίας πρέπει να μιλήσουν. Τώρα που σαρώνονται με τη σειρά τους από την πλημμυρίδα του χρήματος και της τεχνολογίας και σιγά –σιγά περνούν κι αυτοί στα «αζήτητα» της Ιστορίας, ίσως μπορέσουν να καταλάβουν και τον δικό μου πόνο.

    Στους δύσκολους καιρούς που περνάμε σαν κοινωνία, μια ειλικρινής και χωρίς περιστροφές αναγνώριση των όσων έγιναν κάποτε είναι νομίζω αναγκαία.

πηγή:

http://pyravlosypogeiwn.blogspot.gr/2015/06/blog-post_7.html

Δημοσιεύτηκε just now από τον χρήστη selana

θεωρία, teoria

Μεταξύ Λένιν και Φανόν. Για μια »κριτική θεωρία» του παρόντος – Tra Lenin e Fanon. Per una “teoria critica” del presente.

Ουλρίκε Μάινχοφ, Μια ζωή για την Επανάσταση, Raf θεωρία και πράξη του αστικού ανταρτοπόλεμου

 

της Giulia Bausano

Η περίσταση της επαναδημοσίευσης μιας συλλογής κάποιων γραπτών της RAF[1] υπήρξε η επέτειος των σαράντα χρόνων από την δολοφονία της Ulrike Meinhof, που σκοτώθηκε στην φυλακή του Stammhein στις 9 μαίου 1976. H πρόθεση όμως αυτής της εργασίας δεν ήταν ούτε εορταστική, ούτε μοναχά για να την μνημονεύσουμε, θεωρώντας πως η μνήμη δεν μπορεί παρά να συνίσταται σε μιαν ανάκτηση, από πλευράς της σύγχρονης γενιάς επαναστατών αγωνιστών,  όλων αυτών από την εμπειρία της RAF που μοιάζουν να έχουν κάτι σημαντικό να μας πουν στο τρέχον σενάριο. Ως εκ τούτου με την παρουσία των κειμένων προσπαθήσαμε να εντοπίσουμε και να στοχαστούμε επάνω σε κάποιες παραδοχές και εικασίες της RAF οι οποίες, σύμφωνα με εμάς, βρήκαν επιβεβαίωση μέσα στην πραγματικότητα στην οποίαν ζούμε: στην σημερινή δηλαδή ιμπεριαλιστική φάση του παγκόσμιου καπιταλισμού. 

Ανακεφαλαιώνοντας, οι θεωρητικές και πρακτικές απόψεις της RAF, που φαίνονται σε εμάς να έχουν βρει γόνιμη ανάδραση μέσα στο τρέχον ιστορικό περιβάλλον, είναι:

–          η έκλειψη της διάστασης του κράτους έθνους και η εκ των πραγμάτων διεθνοποίηση κάθε πολιτικής διάστασης

–          η ανάπτυξη της  τάσης προς τον πόλεμο σαν κεντρικό στοιχείο της τρέχουσας ιμπεριαλιστικής φάσης 

–          Oι μετασχηματισμοί που έχουν επηρεάσει την ταξική σύνθεση μέσα στην καρδιά του ιμπεριαλιστικού συστήματος  τείνουν να επιβεβαιώσουν πως η προσοχή, και συνεπώς η κεντρικότητα, που τέθηκε από την Raf για τις »μάζες δίχως όψη»έχει πλήρως συλλάβει  αυτό που η μοίρα προόριζε στις εξαρτώμενες-υποδεέστερες κοινωνικές τάξεις.  Σήμερα, αυτό που στα χρόνια  70 του Εννιακόσια μπορούσε να μοιάζει ακόμη σαν μια εξαίρεση  (προκαλώντας συχνά στην Raf κατηγορίες εσκεμμένου μειοψηφισμού και εξτρεμισμού) φαίνεται  να καθίσταται, μέσα από μια καταρρακτώδη διαδικασία, ο κανόνας. 

 

Το τελευταίο μέρος της εισαγωγής, που στέκεται επάνω σε μιαν μεθοδολογική πτυχή της θεωρίας της RAF και σήμερα φαίνεται να προσφέρει ενδιαφέρουσες πολιτικές προτάσεις, αντιπροσωπεύει την προσπάθεια να συνεχιστεί η πολιτική επεξεργασία που προσπαθήσαμε να προωθήσουμε αυτά τα χρόνια  [2], εμβαθύνοντας την ανάλυση της λενινιάνας στρατηγικής σκέψης σαν θεμελιώδες πολιτικό εργαλείο για τις σημερινές πρωτοπορίες, την ανάλυση των μετασχηματισμών της μορφής του κράτους που είναι συνδεδεμένες στους μετασχηματισμούς της μορφής του πολέμου, και εκείνων που υπέστη η κοινωνική σύνθεση και ο στοχασμός  σχετικά με την απαραίτητη επανεξέταση  του πλαισίου της κομουνιστικής θεωρίας της πολιτικής οργάνωσης.  Το τελευταίο κεφάλαιο της εισαγωγής έχει τον τίτλο   “Lenin και Fanon” :  σε αυτό τίθεται σαν κεντρική μια πιθανή διασταύρωση μεταξύ της στρατηγικής λενινιάνας σκέψης και των αναλύσεων επάνω στην αποικιοκρατία που έγιναν από τον Frantz Fanon, και αυτό ξεκινώντας ακριβώς από κάποιες διαισθήσεις-απόψεις της RAF που φαίνεται να επιβεβαιώνονται από το τρέχον σενάριο του παγκόσμιου και παγκοσμιοποιημένου καπιταλισμού, που χαρακτηρίζεται από την εξάλειψη των άκαμπτων συνόρων ανάμεσα στον Πρώτο και τον Τρίτο κόσμο και από τον επανακαθορισμό ενός μοντέλου νεοαποικιακού τύπου και στο εσωτερικό των δυτικών μητροπόλεων. Καθορίσαμε με τον όρο του νεοαποικιακού μοντέλου τον κρατικό μετασχηματισμό που η ιμπεριαλιστική φάση του παγκόσμιου καπιταλισμού, κατά την γνώμη μας, επεκτείνει σε ολόκληρο τον πλανήτη, εξαλείφοντας τα παραδοσιακά σύνορα ανάμεσα στις ιμπεριαλιστικές χώρες, τον λεγόμενο πρώτο κόσμο, και τις αποικισμένες χώρες, τον λεγόμενο τρίτο κόσμο. Ένα τέτοιο πολιτικό μοντέλο είναι ο καρπός των οικονομικών μετασχηματισμών που ορίστηκαν σαν παγκόσμια φάση του καπιταλισμού:

Μέσα στο μεγάλο παιχνίδι του παγκόσμιου καπιταλισμού ένα από τα αποφασιστικά διακυβεύματα είναι η συνεχής δημιουργία παραγωγών  χαμηλού κόστους σε θέση τέτοια ώστε να μην κάνουν ζημιά, που για το management του παγκοσμιοποιημένου καπιταλισμού πολύ πεζά σημαίνει την πρόληψη της εμφάνισης οποιασδήποτε μορφής οργανωμένης αντίστασης  από πλευράς των υφισταμένων, των από κάτω.  Είναι μέσα σε αυτό τον στρατηγικό στόχο που, τότε, γίνεται δυνατό να εξεταστεί η συζήτηση επάνω στο “αποικιακό μοντέλο”. Πρόκειται όμως, πέρα απ’ το παράδοξο, για μιαν αποικιοκρατία δίχως αποικίες εξωτερικές και κατά βάθος στερημένη από  τις εδαφικές ιδιαιτερότητες της και είναι μέσα σε αυτή την προοπτική που οι περιφέρειες των παγκόσμιων μητροπόλεων καθίστανται μια από τις πολλές  “εσωτερικές αποικίες” εκ των οποίων ο παγκόσμιος καπιταλισμός δεν μπορεί να κάνει χωρίς. Είναι μέσα σε αυτό το παγκόσμιο σενάριο που επεισόδια όπως η εξέγερση της banlieue, [των γαλλικών προαστίων] επιτρέπουν να συγκρίνουμε εκ νέου τις δια του λόγου εντολές που, στα τέλη των χρόνων Εβδομήντα του περασμένου αιώνα είχαν ξεκινήσει να παράγονται. (…)

Μέσα σε αυτό το  νέο παράδειγμα είναι δυνατό να φανταστούμε τον πληθυσμό διαχωρισμένο στο εσωτερικό δυο ευθειών, μια που κινείται οριζόντια και η άλλη που τρέχει καθέτως, παράγοντας ένα κοινωνικό μοντέλο που φαίνεται να ακολουθεί πλήρως τις ιδέες του Foucault από την μια, τις αναλύσεις της RAF από την άλλη. Στον οριζόντιο άξονα κατανέμονται εκείνες οι ποσοστώσεις του πληθυσμού των οποίων το μέλλον ταλαντεύεται μεταξύ εργασιών του ποδαριού, επισφαλών και ευέλικτων χαμηλού προφίλ ή σε συνεχείς επιδρομές στα πλαίσια των άτυπων ή/και παράνομων οικονομιών.  Δίοδοι που καθορίζονται από απλές συγκυρίες τόσο »δομικές» (μεγαλύτερη ή μικρότερη ζήτηση για εργασίες χαμηλού προφίλ), όσο και  “ατομικές” (ευκαιρίες που προσφέρονται περιστασιακά από ένα από τα πολλά κομμάτια των άτυπων οικονομιών). Αυτοί οι άνθρωποι, στην καλύτερη των περιπτώσεων, μπορούν να φιλοδοξούν σε μιαν  “αξιοπρεπή” ύπαρξη στην υπηρεσία κάποιου ιδιώτη ή δημόσιου, ατόμου ή συλλογικού, »λευκού» αφεντικού και όσο είναι υπηρέτες θλιβεροί και πιστοί δεν θα συναντήσουν πολλές αναποδιές αλλά, όπως στο βικτοριανό Λονδίνο, θα μπορούν πάντα να υπολογίζουν στην καλοσύνη του αφεντικού που δεν θα τους αρνηθεί τα ενδύματα, παλιά αλλά ακόμη σε καλή κατάσταση.  Διαφορετικές οι ζωές και οι ευκαιρίες για εκείνους  των οποίων οι υπάρξεις είναι τοποθετημένες στον άξονα που τρέχει καθέτως, ο κόσμος των “λευκών”. Πολύπλοκος όχι ομοιογενής, όπου οι θέσεις του εισοδήματος, κύρους και εξουσίας είναι αντικείμενο μιας κοινωνικής διαστρωμάτωσης ψυχαναγκαστικής και ο αγώνας για την ατομική επικράτηση άγριος, χωρίς ενδοιασμούς και αδιάκοπος αλλά, και αυτός είναι ο πυρήνας του ζητήματος, με κάτι τις που τις κάνει να μοιάζουν και τις καθιστά συναφείς: οι εφικτές είναι, αν όχι απεριόριστες, αρκετές και πάντα μέσα σε ένα κοινωνικό “τρόπο ζωής, στυλ” χωρίς αποκλεισμούς και αξιοσέβαστο. Σίγουρα, κατά κάποιον τρόπο, ευελιξία, ανασφάλεια και «έλλειψη βεβαιότητας» είναι επίσης το υπόβαθρο της ζωής πολλών «λευκών»αλλά, εάν για τους »μαύρους» η κοινωνία της αβεβαιότητας είναι μόνο ένας εφιάλτης, για τους »λευκούς» φαίνεται να είναι  περισσότερο μια περιπέτεια όπου η ισορροπία ανάμεσα στους κινδύνους και τα οφέλη είναι όλα υπέρ των τελευταίων.  Για τους “λευκούς”, στην χειρότερη των περιπτώσεων, όλα επιλύονται μέσα σε επικίνδυνα εικονικά και συμβολικά άλματα και επί πλέον με ισχυρά δίκτυα ασφαλείας στο παρασκήνιο; για τους “μαύρους” τα άλματα είναι εξίσου θανατηφόρα αλλά δραστικώς πραγματικά, υλικά και δίχως κανένα προστατευτικό δίχτυ. Αντικειμενικά το σενάριο τείνει να καθιστά τους δυο κόσμους σε τέτοιο σημείο μακρινούς τον έναν από τον άλλο και απροσμέτρητους ώστε το τοπίο των παγκόσμιων μητροπόλεων, περισσότερο από ότι στα  υπερ – ή μετα – μοντέρνα σενάρια φαίνεται να αναφέρεται στη νέα έκδοση, στο remake, επιτυχές, των “αποικιακών κόσμων”.

 

Ως εκ τούτου από την μια ο Lenin, και από την άλλη ο Fanon, οι πιο ένθερμοι ερμηνευτές του ιμπεριαλισμού και της αποικιοκρατίας στο φως του ιστορικού διαλεκτικού υλισμού, φαίνονται πως μπορούν να παράσχουν χρήσιμα εργαλεία για να μπορέσουμε να πλησιάσουμε σε μια στρατηγική σκέψη στο ύψος των περιστάσεων του παρόντος. Αυτή η υπόθεση, σχετικά με το κατά πόσο είναι γόνιμη η σχέση ανάμεσα στην θεωρία του Λένιν και εκείνη του Φανόν, καθιστά απαραίτητο να αντιμετωπίσουμε ένα κεντρικό ζήτημα.  Όντως εάν είναι αλήθεια πως η κατάσταση των “μαζών δίχως πρόσωπο”, εξαπλώνεται πέρα από την λεγόμενη γραμμή του χρώματος σε όλους τους υποτελείς ακόμα και των δυτικών μητροπόλεων, πρόκειται για ένα γεγονός αποφασιστικό κατά κάποιο τρόπο.  Αυτή η κατάσταση πράγματι παραπέμπει σε μια σχέση ανάμεσα στις τάξεις που σημαδεύεται όχι πλέον από μια συγκρουσιακή κατάσταση βασισμένη επάνω στην αμοιβαία αναγνώριση, αλλά επάνω σε μια ριζική διαφορετικότητα. Η έκφραση  “μάζες δίχως όψη”, έχει ως στόχο να δείξει την κατάσταση του αποκλεισμού,  της στέρησης πολιτικής γλώσσας και συνεπώς πολιτικής νομιμοποίησης που οι κυρίαρχες τάξεις προορίζουν για ποσοστά όλο και μεγαλύτερα υποτελών, ακόμη και μέσα σε δυτικά μητροπολιτικά εδάφη. Αυτό θα πει πως σήμερα, εάν συμφωνούμε με αυτή την αναλυτική προοπτική, πρέπει να θεωρηθεί τελειωμένη η διαλεκτική σχέση η βασισμένη στην αμοιβαία αναγνώριση η οποία συνοψίζεται στην περίφημη φράση του Marx σύμφωνα με την οποίαν “ανάμεσα σε ομότιμα δικαιώματα, νικά  η δύναμη”. Αυτή η έκφραση του Marx περιέχεται σε εκείνο το σημείο του Κεφαλαίου όπου παρουσιάζεται με ξεκάθαρο τρόπο ο ιστορικός υλιστικός μετασχηματισμός της διαλεκτικής υπηρέτης-αφεντικό του Χέγκελ, ακριβέστερα στο όγδοο Κεφάλαιο του Πρώτου Βιβλίου του αφιερωμένου στην ανάλυση της εργατικής ημέρας.

 

Γράφει ο Marx:

“Βλέπουμε λοιπόν πως, εκτός από όρια εξ ολοκλήρου ελαστικά, από την φύση της ανταλλαγής των εμπορευμάτων αυτής καθεαυτής δεν βλέπουμε κανένα όριο στην εργατική ημέρα , συνεπώς κανένα όριο στην υπερεργασία. Ο καπιταλιστής, προσπαθώντας να κάνει όσο το δυνατόν  μακρύτερη την εργατική ημέρα και προσπαθώντας να τις κάνει δυο από μια όταν του είναι δυνατό,  βάζει μπροστά το δικαίωμα του αγοραστή. Από την άλλη η ιδιαίτερη φύση του πουλημένου εμπορεύματος  επιφέρει ένα όριο στην κατανάλωση του από πλευράς αγοραστή, ενώ ο εργάτης, στην προσπάθεια του να περιορίσει την εργατική ημέρα σε ένα σχετικά φυσικό μέγεθος, βάζει εμπρός το δικό του δικαίωμα του πωλητή. Έτσι, εδώ υπάρχει μια αντίφαση, δικαίωμα ενάντια σε δικαίωμα, που σφραγίζονται αμφότερα εξ ίσου από το νόμο ανταλλαγής των εμπορευμάτων. Μεταξύ ίσων δικαιωμάτων αποφασίζει η ισχύς. Κι έτσι στην ιστορία της καπιταλιστικής παραγωγής  η προσαρμογή της εργάσιμης ημέρας εμφανίζεται ως μια πάλη για τα όρια της εργάσιμης ημέρας, αγώνας ανάμεσα στον καπιταλιστή γενικότερα, δηλαδή την τάξη των καπιταλιστών, και τον εργάτη γενικότερα, δηλαδή την εργατική τάξη.”

 

Σε αυτό το βήμα συμπυκνώνεται η γενική μορφή της σύγκρουσης ανάμεσα στο Κεφάλαιο και την Εργασία μέσα στη φάση εδραίωσης του βιομηχανικού καπιταλισμού στα μέσα του Οκτακόσια. Σε αυτή την διαμόρφωση υπάρχουν προφανώς δυο πόλοι συνδεδεμένοι από μια ένταση: τα ίσα δικαιώματα, και η δύναμη.  Και είναι ακριβώς μέσα σε αυτή την ανάγνωση και την ερμηνεία αυτής της έντασης που κατασκευάστηκαν οι διάφορες πολιτικές θέσεις στο εργατικό και σοσιαλιστικό κίνημα  και οι αναθεωρήσεις της μαρξιάνας θεωρίας.  Πέρα από τις παραδοχές και τα αποτελέσματα τους, είναι σημαντικό να σημειώσουμε πως όλες αυτές οι εκ νέου αναγνώσεις και οι ερμηνείες της σχέσης ανάμεσα στο Κεφάλαιο και την Εργασία που σκέφτηκε ο Marx, που παρήχθησαν μέσα στο εργατικό και σοσιαλιστικό κίνημα, ξεκινούν από μια ανάλυση της μορφής κράτος μέσα στο οποίο βρίσκονται να λειτουργούν, καθώς και την ισορροπία δυνάμεων μεταξύ των διαφόρων κρατών.

 

Δεν είναι τυχαίο πως μέσα στην εσωτερική συζήτηση στα τέλη του δέκατου ένατου αιώνα, στην γερμανική σοσιαλδημοκρατία, τόσο ο ρεφορμισμός του Κάουτσκι, όσο και ο ρεβιζιονισμός του Bernstein παίρνει τις κινήσεις από μια επανεξέταση της antinomic σχέσης μεταξύ Κεφαλαίου και Εργασίας . O κεντρισμός του Kautsky, που οδηγεί την γερμανική σοσιαλδημοκρατία μετξύ των χρόνων ’70 και ’80 του XIX αιώνα, ερμηνεύει ντετερμινιστικά-προσδιορισμικά την διαλεκτική του ιστορικού υλισμού, φτάνοντας στην πραγματικότητα να υποστηρίξει το τέλος του καπιταλισμού και την έλευση του σοσιαλισμού σαν σιωπηρή έκβαση του ίδιου του καπιταλιστικού συστήματος, αναγιγνώσκοντας δηλαδή την ιστορία σαν μια εξελικτική γραμμική διαδικασία. Η ποσοτική και ποιοτική ανάπτυξη του εργατικού κινήματος στην Γερμανία εκείνα τα χρόνια, μαζί με την πρώτη σοβαρή κρίση του καπιταλισμού, αυξάνουν αυτές τις πεποιθήσεις. Πρακτική συνέπεια αυτής της θέσης είναι πως η σοσιαλδημοκρατία δεν θα πρέπει να οργανώσει την επανάσταση, μα να οργανωθεί για την επανάσταση, αυτή η τελευταία εννοούμενη σαν μια αντικειμενική έκβαση και όχι το προϊόν της δράσης μιας υποκειμενικότητας. Εκ των πραγμάτων αυτό σημαίνει πως η σοσιαλδημοκρατία, σύμφωνα με τον Kautsky, απλά πρέπει να επιστρατευτεί στο να σπρώξει προς τα εμπρός τις μεταρρυθμίσεις που θα οδηγήσουν στην πραγματοποίηση αυτού του περάσματος: συνεπώς η μαρξιάνα δήλωση “μεταξύ ίσων δικαιωμάτων αποφασίζει η δύναμη”, ερμηνεύεται καθιστώντας την δύναμη μια ιδιότητα, ένα χαρακτηριστικό του δικαιώματος: η δύναμη καθίσταται δηλαδή νομική ισχύς με την οποίαν το Κεφάλαιο και η Εργασία μάχονται μέσα στα σύνορα του κράτους, και πως δεν είναι πλέον μηχανισμός κυριαρχίας των κυρίαρχων τάξεων, αλλά ουδέτερο πεδίο μάχης μέσα στο οποίο παίζεται το παιχνίδι.

ο Bernstein, αντιθέτως, χτίζει τον ρεβιζιονισμό του μέσα στα χρόνια ’90, σε μια στιγμή κατά την οποίαν η καπιταλιστική κρίση που ξεκίνησε στα 1873 φαίνεται να έχει επιλυθεί, χάρη στην ικανότητα του Καπιταλισμού να αναδιαρθρωθεί, σε αυτή την περίπτωση μέσα από την δημιουργία μονοπωλίων και τα εγκαίνια της πλήρως ιμπεριαλιστικής του φάσης. Και ο Bernstein – αμφισβητώντας την μεσσιανική αποκάλυψη  που θα είχε καταλάβει το εργατικό κίνημα καταδικάζοντας το σε μια κενή επαναστατική φρασεολογία, που πάντως είχε διαψευστεί από το ότι δεν ακολούθησε την κρίση η επανάσταση  – έρχεται να απορρίψει την επανάσταση σαν σκοπό και στόχο των σοσιαλιστικών κινημάτων,  μειώνοντας τον μαρξισμό σε ένα απλό κριτήριο της ιστορικής ερμηνείας. Επομένως, για τον ρεβιζιονιστή Bernstein, η ανάπτυξη του καπιταλισμού περιέχει μέσα της το ξεπέρασμα του, όχι με την επαναστατική έννοια, μα προοδευτική : την ανάπτυξη της πολιτικής ισότητας, μέσω καθολικής ψηφοφορίας και η μαζική δημοκρατία, θα είχε απορροφήσει σταδιακά τις οικονομικές και ταξικές ανισότητες. Καθήκον της σοσιαλδημοκρατίας ήταν επομένως εκείνο να βοηθήσει την δημοκρατική διαδικασία, στοχεύοντας στην δική της κοινοβουλευτική ανάπτυξη. Ο Bernstein ως εκ τούτου, προσδιορίζει την δύναμη σε θέση να αποφασίζει μεταξύ των ίσων δικαιωμάτων, με την ίδια ιστορική διαδικασία, με την οποίαν, εκ των πραγμάτων, η μορφή του κράτους έρχεται να συμπέσει τελείως.  Παρεμπιπτόντως, δεν είναι τυχαίο ότι αυτός που επιζητεί να εξαγνίσει τον μαρξισμό από εκείνο τον διαλεκτικό χαρακτήρα που θα τον καθιστούσε δογματικό σαν να έπασχε από θεωρητικό απριορισμό Χεγκελικής μήτρας, έρχεται σε μια μορφή ιστορικού δικαιολογισμού όχι πολύ διαφορετικού από εκείνον της Χεγκελιάνας δεξιάς.

 

H λενινιστική υπόθεση, αντιθέτως θα χτιστεί επάνω στη συγκεκριμένη ανάλυση της νέας ιμπεριαλιστικής φάσης του καπιταλισμού, κατανοητή ως αναπόφευκτα προορισμένη να παράξει τον πόλεμο και ως εκ τούτου επάνω στην δυνατότητα της επαναστατικής ρήξης, μέσα από την χρήση της δύναμης, που ακριβώς μέσα στον πόλεμο θα καταστεί δυνατή : μια ρήξη που καθίσταται δυνατή οργανώνοντας εκείνο το μέρος της εργατικής τάξης το οποίο, δυνάμει της αντικειμενικής θέσης που καταλαμβάνει μέσα στην παραγωγική διαδικασία, δεν συλλαμβάνεται να συναινεί προς τις τάξεις που κυριαρχούν επί αυτής.  Στον Lenin συνεπώς η δύναμη επιστρέφει να είναι ένα αυτόνομο στοιχείο, και η αντινομία μεταξύ των ίσων δικαιωμάτων  που βλέπει να αντιτίθενται Κεφάλαιο και Εργασία, διαβάζεται μέσα στην ριζικά διαλεκτική μορφή της, που τοποθετείται  δηλαδή μέσα στην συγκεκριμένη ιστορική κατάσταση των ιμπεριαλιστικών δυνάμεων που βρίσκονται αντιμέτωπες με την Πρώτη παγκόσμια ιμπεριαλιστική σύγκρουση.

 

ο Gramsci, θα διαβάσει την ρήξη της κρατικής μηχανής που παράχθηκε στην τσαρική αυτοκρατορία με την Επανάσταση του οκτώβρη σαν ένα γεγονός που δεν μπορεί να αναπαραχθεί στις Χώρες με καπιταλισμό  “πιο προχωρημένο”, όπου “οι ηγεμονικοί μηχανισμοί είναι πολύ δυνατοί για να νικηθούν με έναν πόλεμο του κινήματος” [Quaderni 6,138, Τετράδια].

Είναι ενδιαφέρον να αφιερώσουμε μια στιγμή προσοχής στην γκραμσιάνα έννοια της ηγεμονίας και στη πολύ στενή της σύνδεση με την ανάλυση εκείνου του φαινομένου που παράγεται, στις αρχές του XX αιώνα, στα ευρωπαϊκά έθνη που κυβερνώνται από φιλελεύθερα συστήματα:  δηλαδή την κρίση του φιλελευθερισμού, που καθορίστηκε από την έλευση της μαζικής κοινωνίας.

Ο Γκράμσι, σε μιαν παράγραφο των Τετραδίων, με τίτλο  Oργάνωση των εθνικών κοινωνιών, γράφει:

 

Παρατήρησα πως σε μιαν καθορισμένη εταιρεία κανείς δεν είναι ανοργάνωτος και δίχως κόμμα, με την προϋπόθεση πως εννοούμε οργάνωση και κόμμα με την ευρεία έννοια κι όχι τυπική. Σε αυτή την πολλαπλότητα των συγκεκριμένων εταιρειών, διττού χαρακτήρα, φυσικών και συμβατικών ή εθελοντικών, μια ή περισσότερες επικρατούν σχετικά ή απόλυτα, σχηματίζοντας τον ηγεμονικό μηχανισμό μιας κοινωνικής ομάδας επί του υπολοίπου του πληθυσμού (ή κοινωνίας των πολιτών), βάση του Κράτους εννοούμενη στενά σαν μηχανισμός κυβερνητικός-καταναγκαστικός. Συμβαίνει πάντα πως τα απλά πρόσωπα, οι ιδιώτες, να ανήκουν σε περισσότερες από μια ιδιαίτερες  εταιρείες και συχνά σε εταιρείες που ουσιαστικά βρίσκονται σε αντίθεση μεταξύ τους. Μια ολοκληρωτική πολιτική τείνει να: 1) επιτυγχάνει πως τα μέλη ενός συγκεκριμένου κόμματος να βρίσκουν μόνο σε αυτό το κόμμα όλες τις ικανοποιήσεις που νωρίτερα έβρισκαν σε μια πολλαπλότητα οργανώσεων, δηλαδή να διαρρηγνύει όλα τα νήματα που συνδέουν αυτά τα μέλη με ξένους πολιτιστικούς οργανισμούς; 2) να καταστρέφει όλες τις άλλες οργανώσεις ή να τις ενσωματώνει μέσα σε ένα σύστημα του οποίου το κόμμα να είναι ο μοναδικός ρυθμιστής. Αυτό συμβαίνει: 1) όταν το κόμμα για το οποίο μιλάμε είναι φορέας μιας νέας κουλτούρας μέσα σε μια προοδευτική φάση; 2) όταν το συγκεκριμένο κόμμα θέλει να εμποδίσει μια άλλη δύναμη, φορέας νέας κουλτούρας, να γίνει αυτή «ολοκληρωτική»; και βρισκόμαστε μέσα σε μια φάση αντικειμενικά οπισθοδρομική και αντιδραστική, αν και η αντίδραση (όπως συμβαίνει πάντα) δεν ομολογεί τον εαυτό της και προσπαθεί να μοιάσει αυτή με κομιστή νέας κουλτούρας.

 

Πρέπει να σημειώσουμε πως σύμφωνα με τον Gramsci, η έλευση της μαζικής κοινωνίας, με την ένταξη των μαζών μέσα στο Κράτος σαν αναγκαιότητα από πλευράς της κρατικής εξουσίας, δηλαδή των κυρίαρχων αστικών τάξεων, να συλλάβουν την συναίνεση των υποτελών τάξεων, εξ αιτίας του νέου παραγωγικού ρόλου αυτών των τελευταίων, θα μετέτρεπε την σχέση ανάμεσα στο Κεφάλαιο και την Εργασία, συμπυκνωμένη στην μαρξιάνα διαβεβαίωση »μεταξύ ίσων δικαιωμάτων, αποφασίζει η ισχύς», μέσω μιας άνευ προηγουμένου συγχώνευσης της έννοιας του δικαίου και της δύναμης , μια συγχώνευση που ο Γκράμσι ορίζει με την κατηγορία της ηγεμονίας.

H ηγεμονία είναι μια κατηγορία που οδηγεί τον Gramsci να ξαναδιαβάσει και την έννοια της μαρξιάνας ιδεολογίας: η μαρξιάνα δήλωση σύμφωνα με την οποίαν οι κυρίαρχες ιδέες θα ήταν πάντοτε οι ιδέες των κυρίαρχων τάξεων, έρχεται να μεταμορφωθεί από τον Gramsci και, με αυτό τον τρόπο, η ιδεολογική σύγκρουση ανάμεσα στις τάξεις αναλαμβάνει μια δική της αυτονομία μέσα στην ταξική σύγκρουση:

“Μέσα στην ανάπτυξη μιας εθνικής τάξης, δίπλα στην διαδικασία της εκπαίδευσης της στον οικονομικό τομέα, πρέπει να ληφθεί υπ όψη η παράλληλη ανάπτυξη στα πεδία ιδεολογικό, νομικό, θρησκευτικό, πνευματικό, φιλοσοφικό, κλπ : πρέπει ακόμη να πούμε πως δεν υπάρχει ανάπτυξη στον οικονομικό τομέα, δίχως την παράλληλη ανάπτυξη σε αυτά τα άλλα πεδία. Αλλά κάθε κίνηση των »θέσεων» οδηγεί σε κινήσεις των »αντιθέσεων» και [συνεπώς] σε »συνθέσεις»μερικές και προσωρινές.”

Πρέπει να υπογραμμίσουμε πως ο Γκράμσι αναλαμβάνει σαν προτεραιότητα της στρατηγικής σκέψης του το έθνος, εννοώντας την σύγκρουση ανάμεσα στις τάξεις κυρίως σε μιαν εθνική διάσταση και στην συνέχεια σε μια θέση διεθνή. Όλος αυτός ο χώρος αφιερωμένος στην ανάλυση της γκραμσιάνας ερμηνείας των »ίσων δικαιωμάτων και της ισχύος», οφείλεται στο γεγονός πως σήμερα πολύ συχνά η θεωρία της ηγεμονίας τίθεται υπό αμφισβήτηση σαν πιθανό πρότυπο αναφοράς για την οικοδόμηση μιας επαναστατικής στρατηγικής στην παρούσα φάση και όμως, ακριβώς η τελική δύση του ιστορικού ορίζοντα επάνω στον οποίον συλλογίζεται ο Γκράμσι ((το παράδειγμα του κράτους-της κατάστασης που έχει ως στόχο να ενσωματώσει τις μάζες λόγω της οικονομικής αναγκαιότητας), φαίνεται να αποκλείει την πραγματοποίηση της γκραμσιανής θεωρίας στο σημερινό πλαίσιο.

Κλείνουμε την παρένθεση επάνω στον Gramsci, μεταφέροντας ένα τελευταίο πέρασμα-βήμα από τα Τετράδια :

“Και το ζήτημα της λεγόμενης »διαρκούς επανάστασης», έννοιας πολιτικής που ξεπήδησε μέσα στο το 1848, σαν επιστημονική έκφραση του ιακωβινισμού σε μια περίοδο κατά την οποίαν δεν είχαν ακόμα σχηματιστεί τα μεγάλα πολιτικά κόμματα και τα μεγάλα οικονομικά συνδικάτα και που στην συνέχεια θα απαρτίζει και θα ξεπεραστεί μέσα στην έννοια της »αστικής ηγεμονίας». Το ζήτημα του πολέμου  θέσεων και του πολέμου κίνησης, μαζί με το ζήτημα του αρντιτισμού [ από τους arditi del popolo- τους τολμηρούς του λαού], που είναι συνυφασμένα με την πολιτική επιστήμη: η έννοια, που προέρχεται από το έτος σαράνταοκτώ, του πολέμου κίνησης είναι ακριβώς εκείνη της διαρκούς επανάστασης : ο πόλεμος θέσεων, στην πολιτική είναι η έννοια της ηγεμονίας, που μπορεί να γεννηθεί μόνο μετά την έλευση συγκεκριμένων προϋποθέσεων, που σημαίνει : οι μεγάλες λαϊκές οργανώσεις μοντέρνου τύπου, έχουν την θέση των »χαρακωμάτων» και των μονίμων οχυρώσεων του πολέμου θέσεων».

Η εξίσωση των μεγάλων λαϊκών οργανώσεων του σύγχρονου τύπου με τα χαρακώματα,  η οποία είναι η παραδειγματική μορφή της οργάνωσης του βιομηχανικής πολέμου μέσα στο έθνος-κράτος που δυνάμει αυτού αναγκάζεται να συμπεριλάβει τις μάζες, μπορεί να εξηγήσει καλύτερα από πολλά λόγια με ποιαν έννοια η γκραμσιάνα ανάγνωση της σχέσης ανάμεσα σε Κεφάλαιο και Εργασία διασχίζει την κατηγορία της ηγεμονίας, πέρα από την πολιτική κρίση που παρέχει όσον αφορά τα χρόνια ’30 του Εννιακόσια όταν και διατυπώθηκε, φαίνεται σήμερα εντελώς ξεπερασμένη.

Σε αυτό το σημείο, λοιπόν, είναι απαραίτητο να προσπαθήσουμε να διευκρινίσουμε  με ποια έννοια έχουμε επανειλημμένα δηλώσει  πως το παράδειγμα της αμοιβαίας αναγνώρισης μεταξύ Κεφαλαίου και Εργασίας στην τρέχουσα ιμπεριαλιστική φάση του παγκόσμιου καπιταλισμού φαίνεται να έχει αποτύχει. Έχουμε γράψει πως το νεοαποικιακό μοντέλο φαίνεται να ορίζει έναν κόσμο όπου κυρίαρχη είναι η ριζική διαφορά  μεταξύ κυρίαρχων τάξεων και υποτελών,  όπου μεταξύ των κυρίαρχων τάξεων και των υποδεέστερων μαζών δεν υπάρχει πλέον καμία αμοιβαιότητα, καμία αναγνώριση. Αυτό σημαίνει πως σήμερα θα βρισκόμασταν μπροστά στην  αναβίωση με μια νέα ματιά που επεκτείνεται σταδιακά σε ένα όλο και μεγαλύτερο αριθμό υποτελών εκείνου του αποικιακού μοντέλου που προϋπέθετε την υποτίμηση και την άρνηση της ιδιότητας των πολιτών προικισμένων γλωσσικά στους αποικισθέντες.  Μια απ’ τις πιο προφανείς εκδηλώσεις αυτού είναι το τέλος του κρατικού μοντέλου κοινωνικής πρόνοιας,  del Welfare State. Το κρατικό μοντέλο νέου τύπου που θα χαρακτήριζε την τρέχουσα ιμπεριαλιστική φάση το έχουμε καθορίσει διαμέσου του παραδείγματος του κοινωνικού αποκλεισμού και της περιθωριοποίησης, όπου ο αποκλεισμένος και ο περιθωριοποιημένος δεν είναι πλέον όπως στην εποχή της αυγής του καπιταλισμού και στη συνέχεια της πρώτης φάσης ιμπεριαλιστικής ανάπτυξης του το απομεινάρι μιας κοινωνίας που έχει πλέον παρέλθει, αλλά αντιπροσωπεύουν τον τύπο εργατικής δύναμης που αναζητείται από την τρέχουσα ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων: μια εντελώς υπάκουη εργατική δύναμη στην εκμετάλλευση και διαθέσιμη just in time. Αυτή η νέα εργατική φιγούρα, η νέα  σύνθεση της τάξης, είναι προφανώς το προϊόν του συστήματος της παραγωγής του παγκόσμιου καπιταλισμού, που πολύ σχηματικά μπορεί να συνοψιστεί σε τρία στοιχεία : ακραιοποίηση της διαδικασίας χρηματιστικοποίησης της οικονομίας, τρίτη τεχνολογική επανάσταση με έναν νέο ρόλο των μηχανημάτων λόγω της μετάβασης από την αυτοματοποίηση στην τεχνολογία της πληροφορίας, και την κυριαρχία των πολυεθνικών εταιρειών.

 

Η υπόθεση, στην παρούσα ιμπεριαλιστική φάση της ακύρωσης της αμοιβαίας αναγνώρισης μεταξύ του κεφαλαίου και της μισθωτής εργασίας έχει μια σειρά από πολύ εκτεταμένες θεωρητικές επιπτώσεις, τις οποίες σαφώς δεν μπορεί κάποιος να συνοψίσει οργανικά σε μια παρέμβαση αυτού του είδους. Είναι αναμφίβολα μια σημαντική πρόκληση για τον διαλεκτικό ιστορικό υλισμό, που θέτει εν αμφιβόλω τις φιλοσοφικές, δυτικές ρίζες του. Και από την άλλη πλευρά εκείνη της διάλυσης και της αντιπαράθεσης των προϋποθέσεων της αστικής δυτικής φιλοσοφικής παράδοσης, σαν ιδεολογική εκδήλωση ενός συγκεκριμένου συστήματος παραγωγής και εκμετάλλευσης, είναι το στοίχημα που ο διαλεκτικός ιστορικός υλισμός προσλαμβάνει από την έναρξή του. Είναι εκείνη η πρόκληση που ο Μαρξ συμπυκνώνει στην περίφημη και ίσως όχι αρκετά ξαναδιαβασμένη ένατη θέση για τον Φόυερμπαχ, και είναι μια πρόκληση που ο ευρωπαϊκός μαρξισμός στην ορθόδοξη εκδοχή του των εθνικών κομουνιστικών κομμάτων της μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο πόλεμο εποχής έχει ουσιαστικά χάσει, παραμένοντας παγιδευμένος σε εκείνα τα ίδια φιλοσοφικά ευρωκεντρικά θεμέλια που η μαρξιάνα θεωρία είχε σκοπό και πρόθεση να παραβιάσει [παραμένοντας εκ των πραγμάτων εγκλωβισμένος σε εκείνο που ο Μάρξ αποκαλεί »τον μυστικισμό της διαλεκτικής του Χέγκελ»].

Ως εκ τούτου, εάν ο δείκτης αναγνώρισης (τα ίσα δικαιώματα) μεταξύ Κεφαλαίου και Εργασίας έρχεται να λείψει, εάν δημιουργηθεί ένα παράδειγμα διαφορετικότητας, υποτίμησης, αποκλεισμού των υποτελών τάξεων από πλευράς των κυρίαρχων ελίτ, το βασικό ερώτημα είναι κατά πόσον είναι σωστό να μιλάμε ακόμη για τη διαλεκτική, και αν μια τέτοια δήλωση δεν θέτει υπό αμφισβήτηση ολόκληρο το θεωρητικό πλαίσιο ερμηνείας του καπιταλισμού που χτίστηκε από τον Μαρξ. Αυτή είναι η πρόκληση, ακόμη και σε φιλοσοφικό επίπεδο – που μια τέτοια ανάγνωση της σημερινής πραγματικότητας περιέχει. Υπάρχουν δύο ενδείξεις που μπορούν να δοθούν για τον σκοπό αυτό και που έχουν να κάνουν αμφότερες με τη θεωρία και την πρακτική της RAF και την εκ νέου ανάγνωση αυτής για το παρόν.

Η πρώτη, είναι η ένδειξη που προέρχεται από την ανάγνωση του Μαρξ,  και θα πρέπει να προσθέσουμε και τον Λένιν, που έγινε από τον Λουί Αλτουσέρ.  Ειδικά στην «Αντίφαση και υπερκαθορισμός», ένα από τα δοκίμια που περιέχονται στο Για τον Μαρξ, ο Αλτουσέρ εισάγει μια θεμελιώδη ερμηνευτική κατηγορία της ιστορικής διαλεκτικής υλιστικής εκείνη για την οποία η ιστορία κινείται προς τα εμπρός πάντα» ξεκινώντας από την κακή πλευρά της». Τι σημαίνει αυτή η δήλωση; Σημαίνει, πάντα απλουστεύοντας εξαιρετικά για λόγους σύνθεσης, πως η διαλεκτική του ιστορικού υλισμού δεν είναι μια κίνηση κλειστή στην σκέψη, μια εννοιολογική κίνηση και ως εκ τούτου ενημερωμένο στη λογική της ταυτότητας,  αλλά είναι ένα κίνημα που ξεκινά από την πολυπλοκότητα της πραγματικότητας στην οποία οι αντιφάσεις ποτέ δεν είναι απλές, δηλαδή βασίζεται σε εκείνο το φαινόμενο που,  όπως έντονα παρατηρούσε ο Λένιν στις σημειώσεις του στο περιθώριο της ανάγνωσης του Χέγκελ, «είναι πάντα πιο πλούσια από το νόμο». Και είναι γι αυτό τον λόγο που η διαλεκτική του μαρξιάνου υλισμού είναι βαθιά ιστορική. Το γεγονός πως η διαλεκτική ξεκινά από την απτή πραγματικότητα, δηλαδή από  τις συγκεκριμένες υλικές αντιφάσεις της πραγματικότητας, καθορίζει να είναι »η κακή πλευρά», δηλαδή η »μη αναγνωρισμένη»πλευρά, ως εκ τούτου αυτή που δεν δικαιολογείται, η μη κανονική πλευρά, αυτή που δεν είναι μέρος της κυρίαρχης τάξης του λόγου με τις αξίες και τις αλήθειες του, που κινεί, που σπρώχνει προς τα εμπρός, πέρα από τον εαυτό της, την πραγματικότητα. Αυτή η διαλεκτική κίνηση συνεπώς μπορεί να πραγματοποιηθεί μόνο ως ρήξη της υπάρχουσας και καθεστηκυίας τάξης, και όχι πλέον ως συνδιαλλαγή των αντιφάσεων που υπάρχουν σε αυτή. Μια ρήξη, ωστόσο, που προέρχεται από το εξωτερικό και ποτέ δεν έχει τα χαρακτηριστικά της γραμμικής και ειρηνικής προόδου, είτε με τη μορφή του ρεφορμισμού, είτε με εκείνη της ηγεμονίας.

 

Γράφει ο Althusser:

»Γι αυτό η μαρξιστική »ανατροπή»της χεγκελιάνας διαλεκτικής είναι κάτι πέρα από μια απλή και ξεκάθαρη αφαίρεση. Πράγματι, αν αποτυπώνει με σαφήνεια την οικειότητα της στενής σχέσης που καθορίζει τη δομή της διαλεκτικής στον Χέγκελ με την «κοσμοθεωρία» του, δηλαδή με την κερδοσκοπική φιλοσοφία του, πραγματικά δεν πρέπει να ρίξουμε στις τσουκνίδες αυτή »την άποψη του για τον κόσμο, την κοσμοθεωρία του», δίχως να είμαστε αναγκασμένοι να μετατρέψουμε βαθύτατα τις δομές της ίδιας της διαλεκτικής.

Αλλιώς, είτε το θέλουμε είτε όχι, θα σύρομε ξανά πίσω μας, εκατόν πενήντα χρόνια μετά  τον θάνατο του Χέγκελ και εκατό μετά τον θάνατο του Μαρξ, τα κομμάτια του περίφημου »μυστικιστικού περιτυλίγματος». Οπότε ας επιστρέψουμε στον Λένιν και μέσα από τον Λένιν στον Marx. Αν είναι αλήθεια, όπως δείχνουν τόσο η εμπειρία όσο και η λενινιστική σκέψη, πως η επαναστατική κατάσταση στην Ρωσία εξαρτάτο ακριβώς από τον χαρακτήρα του έντονου υπερκαθορισμού της θεμελιώδους αντίφασης της τάξης, ίσως πρέπει να αναρωτηθούμε τι συνιστά τη μοναδικότητα αυτού του «έκτακτη κατάσταση «και αν, όπως όλες οι εξαιρέσεις, η εξαίρεση αυτή δεν φωτίζει τον κανόνα, αν δεν είναι εν αγνοία του κανόνα, ο ίδιος ο κανόνας. Επειδή στην πραγματικότητα, δεν είμαστε πάντα μέσα στην εξαίρεση; Εξαίρεση η γερμανική αποτυχία το ’49, εξαίρεση η παρισινή αποτυχία του ’71, εξαίρεση η γερμανική σοσιαλδημοκρατική αποτυχία στις αρχές του 20ου αιώνα αναμένοντας την σοβινιστική προδοσία του ’14, εξαίρεση η επιτυχία του ’17…. Εξαιρέσεις, σε σχέση όμως με τι;…αν όχι σε σχέση με μια κάποια αφηρημένη ιδέα αλλά παρήγορη, καθησυχαστική, ενός »διαλεκτικού» σχήματος καθαρισμένου, που είχε, μέσα στην ίδια του την απλότητα, σαν διατηρημένο την μνήμη [ή σαν ν’ είχε ανακαλύψει ξανά την τάση] του χεγκελιανού μοντέλου και την πίστη στην επιλύουσα»αρετή»της αντίφασης ανάμεσα στο Κεφάλαιο και την Εργασία.

 

Αυτή η παρατήρηση καθιστά δυνατό να επιστρέψετε στην αντιστοίχιση των «Λένιν – Φανόν» απ’ όπου ξεκινήσαμε: Ο Λένιν και ο Φανόν έχουν σκεφτεί και οι δυο, στην επαναστατική πάλη ενάντια στον ιμπεριαλισμό, τη διαλεκτική μεταξύ του πολέμου θέσης και του πολέμου ελιγμών, δίχως να  απολυτοποιούν καμία πλευρά. Ο Λένιν, έβλεπε τον πόλεμο της κίνησης, να νοείται ως εξέγερση, σαν στιγμή που τονίζει την σχέση κρίση- πόλεμος. Μέσα στον πόλεμο, ως αναπόφευκτο πέρασμα των κρίσεων του καπιταλισμού, υπάρχει η δυνατότητα της ρήξης και στη συνέχεια του πολέμου κινήσεων. Πριν από αυτή τη στιγμή, το κόμμα προετοιμάζει το έδαφος μέσω του πολέμου θέσεων. Τουλάχιστον αυτή είναι η θεωρία του Λένιν της εξέγερσης στις ιμπεριαλιστικές χώρες, αν κοιτάξουμε τις θέσεις της Τρίτης Διεθνούς σε σχέση με την κατάσταση που επικρατεί στις αποικίες χώρες, ωστόσο παρατηρούμε ότι αυτή η σχέση ανάμεσα στον πόλεμο των θέσεων και του πολέμου των ελιγμών τοποθετείται με διαφορετικό τρόπο. Ένας τρόπος που είναι παρόμοιος με εκείνον που προκύπτει στα γραπτά του Φανόν. Όταν Φανόν υποστηρίζει ότι «η αποικιοκρατία υποκύπτει μόνο με το μαχαίρι στο λαιμό της», λέει ότι στις αποικίες χώρες  δεν είναι δυνατός ο πόλεμος θέσεων που να μην είναι είναι άρθρωση της στρατηγικής του πολέμου ελιγμών και αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι στην αποικιακή κυριαρχία δεν υπάρχει κανένα πολιτικό επίπεδο διαμεσολάβησης μεταξύ των αποικιακών δυνάμεων και των δυνάμεων των αποικημένων: δηλαδή πως δεν υπάρχει διαλεκτική της αναγνώρισης. Έτσι για τον Φανόν στους αντι-αποικιακούς αγώνες κάθε  μορφή του πολέμου θέσεων, που νοείται σαν δημιουργία νομικών δομών, είναι το αποτέλεσμα μιας κατάκτησης που επιτυγχάνεται  με τη χρήση βίας και είναι δυνατόν να  διατηρηθεί μόνο μέσω της ύπαρξης δομών πολέμου ελιγμών. Τώρα στην πραγματικότητα, μια ανάγνωση της τάσης  ανάπτυξης του καπιταλισμού σαν αυτήν που έγινε από την RAF και που ύστερα από το πέρασμα σαράντα χρόνων φαίνεται να έχει επαληθευτεί σε πλανητική κλίμακα, παράγοντας ένα παράδειγμα  νεο-αποικιακού τύπου ακόμη και εντός των ορίων των ιμπεριαλιστικών χωρών, καθιστά αυτές τις σκέψεις των Λένιν και Φανόν για τη σχέση ανάμεσα στον πόλεμο της θέσων και ελιγμών εξαιρετικά επίκαιρες . Σίγουρα είναι ένα σημείο που απαιτεί έναν διεξοδικό στρατηγικό προβληματισμό, αλλά και μια απόφαση σε σχέση με την ερμηνεία που γίνεται για την κατάσταση που έχουμε μπροστά μας και τις τάσεις που την διασχίζουν. Ειδικότερα, κρίνεται αναγκαίο να επιλυθούν οι αμφιβολίες σχετικά με το θέμα της απουσίας  θεσμών διαμεσολάβησης, που εννοούνται σαν μέσα συμβιβασμού στην ταξική πάλη και ως εργαλεία συντήρησης της συναίνεσης και της κοινωνικής τάξης από τις άρχουσες τάξεις. Δηλαδή, το ερώτημα που πρέπει να απαντήσουμε είναι αν, σαν γραμμή τάσης, το επίπεδο της εκπροσώπησης των υποδεέστερων τάξεων μέσα στον ορίζοντα της αστικής δημοκρατίας, στις διάφορες πολιτικές της αρθρώσεις, τα συνδικάτα, ιδεολογικές και πολιτιστικές, εξακολουθεί να έχει την δική της αυτόνομη πρακτικότητα ή ούτως ή άλλως χωρισμένη από την σύγχρονη άσκηση της βίας, ή αν είναι στη διαδικασία της ακύρωσης. Και αν ναι, είναι λογικά δυνατή μια μάχη οπισθοφυλακής, με τη μορφή του πολέμου θέσεων, απέναντι  στην απουσία των πολιτικών θεσμών διαμεσολάβησης; Μια εκ νέου ανάγνωση του Λένιν και του Φανόν ως ένδειξη που προέρχεται από ορισμένες ιδέες της RAF, θα το απέκλειε.

 

Η δεύτερη ένδειξη, σε σχέση με τη συμβατότητα μεταξύ μαρξιστικής ανάλυση και της διαμόρφωσης ενός νεο-αποικιακό μοντέλου-παραδείγματος στο οποίο έρχεται να λείψει η σχέση  αμοιβαίας αναγνώρισης μεταξύ του κεφαλαίου και της μισθωτής εργασίας, προέρχεται από ένα στοχαστή και κομμουνιστική αγωνιστή στον θεωρητικό αντίποδα του Αλτουσέρ: πρόκειται για τον Λούκατς. Συγκεκριμένα, η αναφορά είναι στην κατηγορία της «επικαιρότητας της επανάστασης», που χρησιμοποιεί ο Λούκατς στο δοκίμιό του για τον Λένιν του 1924. Σε εκείνο το δοκίμιο ο Λούκατς αναφέρει ότι το αξεπέραστο μεγαλείο του Λένιν ως επαναστάτη ήταν ακριβώς πως είχε αναγνωρίσει ότι η ουσία της θεωρίας του Μαρξ κατοικούσε στην επικαιρότητα της επανάστασης, δηλαδή στη σύλληψη της πραγματικότητα ως ένα οργανικό σύνολο και διαλεκτικό, δηλαδή, όπου δεν υπάρχει μέρος που να μην αναφέρεται στο σύνολο, όπου το συγκεκριμένο είναι τέτοιο μόνον εάν αναφέρεται στην ολότητα των φαινομένων. Πώς συνδέονται σύμφωνα με τον Λούκατς συνολικότητα και επικαιρότητα της επανάστασης; Το να είσαι σε θέση να βλέπεις  την συνολικότητα ως ένα σύνολο των συγκεκριμένων αντιθέσεων, επιτρέπει να αναγνωρίζεις τη δυνατότητα της επαναστατικής ρήξης μέσα σε κάθε βήμα και σε κάθε περιβάλλον, καθώς κανένα τμήμα δεν είναι αποσυνδεδεμένο από τα άλλα, και η συνολική σχέση μεταξύ τους είναι εκείνο το σύνολο των αντιφάσεων που περιέχει τη δυνατότητα για την αντιμετώπισή τους, το ξεπέρασμα τους.

Επιστρέφοντας στο πρόβλημα: ακριβώς η κατηγορία της επικαιρότητας της επανάστασης που προσδιορίζεται από τον Λούκατς ως ο βασικός πυρήνας του διαλεκτικού ιστορικού υλισμού, που νοείται ως όπλο του μετασχηματισμού της πραγματικότητας, μας επιτρέπει να δηλώσουμε ότι ο σκοπός των ίσων δικαιωμάτων μεταξύ κεφαλαίου και εργασίας και της αμοιβαίας αναγνώρισης στον αγώνα μεταξύ των τάξεων όχι μόνον είναι συμβατός με μια ιστορική υλιστική διαλεκτική ανάγνωση της πραγματικότητας, αλλά μάλλον είναι το αποτέλεσμα αυτού: Στην πραγματικότητα, εάν η αντίφαση μεταξύ των τάξεων – που στο σημερινή σενάριο φαίνεται να είναι κάτι άλλο,  ότι δηλαδή τείνει να γίνει ριζική ετερότητα, να ξεφεύγει συνεπώς από μια διαλεκτική σχέση με το αντίθετό της – στην πραγματικότητα είναι κατανοητή ως ένα προϊόν ιστορικά καθορισμένο της ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων και τότε ως κοινωνική σχέση που είναι το προϊόν αυτής της συγκεκριμένης φάσης της ανάπτυξης του Κεφαλαίου: τότε όχι μόνο δεν αναιρεί τον διαλεκτικό ιστορικό υλισμό, αλλά μπορεί να εντοπιστεί χάρη στη χρήση αυτής της μεθόδου στην ανάγνωση της σημερινής πραγματικότητας. Η RAF για το σκοπό αυτό, στην συνεχή χρήση της, τόσο σε θεωρητικό όσο και πρακτικό, της προσμονής-προσδοκίας του Λένιν έχει κάνει σαφώς δική της την ανάγνωση του Λούκατς για τον Λένιν.

Πως η RAF, είχε συλλάβει και  κάνει δική της την κατηγορία της επικαιρότητας της επανάστασης, το δείχνει η αντίληψη της για την επαναστατική πρακτική σαν αντίσταση και υποστήριξη για τις αντι-ιμπεριαλιστικές δυνάμεις στο εσωτερικό της κοιλιάς της ιμπεριαλιστικής φάλαινας. Η RAF αναγνώρισε ότι λειτουργώντας μέσα  στην ΟΔΓ, το νευραλγικό κέντρο της διοίκησης του πολυεθνικού κεφαλαίου κατά τη διάρκεια του Ψυχρού Πολέμου, πως δεν ήταν λογικό να στοχεύει αμέσως στην ανάπτυξη μιας εξεγερτικής φάσης μέσα σε εκείνα τα όρια, αλλά πως μπορούσε να υποστηρίξει από τα μέσα τους αντιιμπεριαλιστικούς αγώνες των αποικισμένων λαών.  Η θέση αυτή μας υπενθυμίζει την παρατήρηση, που εκτέθηκε από τον Λούκατς, που κάνει ο Λένιν σε σχέση με την Ελβετική Συνομοσπονδία, και τους ελβετούς κομμουνιστές στην αυτή του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου. Η ουδέτερη θέση της Ελβετίας, η περιθωριακή της θέση μέσα στην ιμπεριαλιστική σύγκρουση, ο  μικρός αριθμός των ελβετών κομμουνιστών πρέπει να κάνουν τους κομουνιστές να στραφούν προς ρεφορμιστικές θέσεις, θεωρώντας αδύνατη μια άμεση επαναστατική δράση, ή, λαμβάνοντας την αντίφαση σαν σύνδεσμο μεταξύ του τμήματος και του συνόλου, και την ολότητα σαν σύνολο ιστορικά  προσδιορισμένο, μπορούν αυτοί να παρέχουν σημαντική υλικοτεχνική υποστήριξη για την οργάνωση της επανάστασης;

Την απάντηση μας την δίνει η ιστορία: Ο Λένιν δρα στην Ελβετία από το ’15 έως ’17 και από την Ελβετία φεύγει για να φτάσει έγκαιρα στο ραντεβού έγκαιρα  με την ιστορία στο σταθμό Φινλανδία στην Πετρούπολη, τον Απρίλιο του ’17. Η RAF επίσης εξοπλίζεται για να είναι έτοιμη να εκπροσωπεί την αντίσταση μέσα στην παλλόμενη καρδιά του  ιμπεριαλισμού σε υποστήριξη του επαναστατικού απελευθερωτικού πολέμου που διεξάγεται στην Ινδοκίνα ή στην Μέση Ανατολή. Και το κάνει αναγνωρίζοντας την κεντρικότητα των αντιιμπεριαλιστικών αγώνων και την πιθανή σχέση μεταξύ αυτών και την ταξική πολυεθνική σύνθεση που η μετανάστευση, σύμφωνα με την οικονομική ανασυγκρότηση,  δημιούργησε στην ΟΔΓ. Όταν το ’72 πραγματοποιείται την επίθεση στο κέντρο διοίκησης ΗΠΑ της Χαϊδελβέργης που καταστρέφει ορισμένα ευαίσθητα δεδομένα σχετικά με τον πόλεμο του Βιετνάμ, η δράση της RAF διακηρύσσεται με αφίσες στους δρόμους του Ανόι και η RAF αναγνωρίζεται ως ένα μέρος του κομουνιστικού αντιιμπεριαλιστικού κινήματος  από πλευράς των εκμεταλλευόμενων λαών, αφού πέτυχε να χτυπήσει την καρδιά της αντίφασης.

 

Το σενάριο που αντιμετωπίζουμε σήμερα: οι απελάσεις και οι φυλακίσεις σε νέα στρατόπεδα συγκέντρωσης των μεταναστών, ο διάχυτος πόλεμος στα σύνορα της Ευρώπης-φρούριο, η εξάπλωση του τζιχαντισμού, όχι μόνο εκτός αλλά και εντός των δυτικών μητροπόλεων μεταξύ των υποτελών τάξεων με σκούρο δέρμα, και παράλληλα ένα μηδενισμό χωρίς προοπτικές εξαγοράς μεταξύ των αυτοκτονικών υποτελών, όλα αυτά, φαίνονται να κάνουν αυτές τις σκέψεις περισσότερο από επίκαιρες. Οι μετασχηματισμοί μέσα στους οποίους είμαστε βυθισμένοι, μαζί με τις ζημιές που η ευρωκεντρική ερμηνεία του μαρξισμού έχουν προκαλέσει, δείχνουν τον δρόμο μιας επανεξέτασης της ιστορικής υλιστική διαλεκτικής στην ριζοσπαστική της έννοια. Το  να ξαναδιαβάσουμε τον Φανόν του   της Γης οι κολασμένοι με τον τρόπο αυτό μπορεί να είναι πολύ χρήσιμο. Γι αυτό, αυτή η σκέψη τελειώνει με ένα απόσπασμα από την κατάληξη των κολασμένων της γης, όπου φαίνεται ξεκάθαρα πως ο κόσμος του σήμερα έχει αλλάξει ριζικά σε σχέση  με αυτόν που είχε μπροστά του ο Φανόν στα τέλη της δεκαετίας του ’50 του περασμένου αιώνα, και, αν δυστυχώς, το κίνημα της από αποικιοκρατίας έχει αποτύχει στους στόχους χειραφέτησης του, σίγουρα δεν ήταν το ανθρώπινο πρόσωπο του καπιταλισμού να έχει επεκταθεί σε χώρες που αποίκισε, αλλά είναι ένα μοντέλο νεοαποικιακό  βάναυσων χαρακτηριστικών που εξαπλώνεται σε παγκόσμιο επίπεδο. Ακριβώς γι ‘αυτό, παρά την αλλαγή στην ιστορικό συγκυρία, το βλέμμα του Φανόν εμφανίζεται σήμερα ίσως ακόμα πιο επίκαιρο:

(…) Ας αφήσουμε αυτή την Ευρώπη που δεν σταματά να μιλάει για τον άνθρωπο παρότι τον σφαγιάζει όπου και να τον συναντά, σε όλες τις γωνιές του ίδιου της του δρόμου, σε όλες τις γωνιές του κόσμου. Επί αιώνες η Ευρώπη έχει σταματήσει την εξέλιξη των άλλων ανθρώπων και τους έχει υποδουλώσει στα σχέδιά της και την δόξα της,  αιώνες που στο όνομα μιας δήθεν «πνευματικής περιπέτειας» πνίγει σχεδόν όλη την ανθρωπότητα. Εκείνη την Ευρώπη που ποτέ δεν σταμάτησε να μιλάει για τον άνθρωπο, διακηρύσσοντας ότι δεν ανησυχούσε παρά μόνο για τον άνθρωπο, εμείς γνωρίζουμε σήμερα με τι βάσανα η ανθρωπότητα έχει πληρώσει κάθε μία από τις νίκες του πνεύματός της. Ναι, το ευρωπαϊκό πνεύμα είχε αξιοσημείωτα θεμελιώδη μεγέθη. Όλος ο ευρωπαϊκός προβληματισμός έλαβε χώρα σε τόπους όλο και περισσότερο έρημους, όλο και πιο απόκρημνους. Έτσι έλαβε σαν συνήθεια να συναντά όλο και λιγότερο τον άνθρωπο.

 

Έναν διαρκή διάλογο με τον εαυτό τους, έναν ναρκισσισμό όλο και πιο αισχρό δεν έπαψαν να προετοιμάζουν το κρεβάτι σε ένα παραλήρημα όπου η εργασία του εγκεφάλου γίνεται ένας πόνος, μια καιδεν είναι καθόλου η πραγματικότητα εκείνη για τον άνθρωπο που ζει, εργάζεται και χτίζεται, αλλά  λόγια, ανεμομαζώματα διαφορετικά από λόγια, οι εντάσεις που γεννήθηκαν από τις έννοιες που περιέχονται στα λόγια. Υπήρξαν, όμως, οι ευρωπαίοι που έχουν ζητήσει από τους ευρωπαίους εργαζόμενους να σπάσουν αυτό το ναρκισσισμό και να τα σπάσουν με αυτή την έλλειψη της αίσθησης της πραγματικότητας. Σε γενικές γραμμές, οι ευρωπαίοι εργαζόμενοι δεν έχουν ανταποκριθεί σε αυτές τις εκκλήσεις. Το γεγονός είναι ότι οι εργαζόμενοι πίστεψαν, και αυτοί, επηρεασμένοι από την καταπληκτική περιπέτεια του Ευρωπαϊκού Πνεύματος.

Όλα τα στοιχεία μιας λύσης στα μεγάλα προβλήματα της ανθρωπότητας έχουν, σε διαφορετικούς χρόνους, υπάρξει μέσα στην ευρωπαϊκή σκέψη. Όμως, η δράση των ευρωπαίων ανθρώπων δεν πραγματοποίησε την αποστολή που της αναλογούσε και συνίστατο στο να πιέσει βίαια σε εκείνα τα στοιχεία, στην αλλαγή της σειράς ταξινόμησης τους, στο είναι τους, να τα αλλάξει, φέρνοντας τελικά το πρόβλημα του ανθρώπου σε ένα επίπεδο ασύγκριτα υψηλότερο. Σήμερα, παρακολουθούμε μια στασιμότητα της Ευρώπης. Ας ξεφύγουμε, σύντροφοι, από εκείνη την ακινησία στην οποία η διαλεκτική, σιγά-σιγά, έχει μετατραπεί σε μια λογική της ισορροπίας. Παίρνουμε το θέμα του ανθρώπου. Να ξαναθέσουμε μπροστά μας το ζήτημα της εγκεφαλικής πραγματικότητας, της εγκεφαλικής μάζας όλης της ανθρωπότητας της οποίας πρέπει να πολλαπλασιάσουμε τις διασυνδέσεις, να διαφοροποιήσουμε τα πρότυπα, τα δίκτυα και να εξανθρωπίσουμε εκ νέου τα μηνύματα.

Εμπρός αδέλφια, έχουμε πραγματικά πολύ δουλειά για το ρίξουμε σε αμυντικά παιχνίδια. (…)

 


[1] G. Bausano, E. Quadrelli, Ulrike Meinhof, una vita per la rivoluzione, Gwynplaine, Camerano (AN) 2016

[2] G. Bausano, E. Quadrelli, Classe, partito, guerra, Gwynplaine, Camerano (AN) 2014; Id. Per Lenin.  Materialismo storico e politica rivoluzionaria, Gwynplaine, Camerano (AN) 2011.

3896 letture totali 74 letture oggi

http://www.militant-blog.org/?p=13403

σκόρπιες σκέψεις...

Γεννιόταν το νέο στα ερείπια του παλαιού…

….Θυμάμαι και άλλα αγόρια και κορίτσια λέει, με τα οποία βρεθήκαμε πολύ κοντά για κάποια χρόνια αλλά τόσο το ότι τα ονόματα μου διαφεύγουν όσο επίσης το ότι θα χρειαζόμασταν πολύ χώρο για να τα αναφέρουμε με κάνουν να σταματήσω εδώ. Θεωρώ πάντως πως ανάμεσα σε αυτά τα ‘ξεχασμένα’ πρόσωπα βρίσκεται και ο φύλακας άγγελος που χρόνια αργότερα ,την κρίσιμη στιγμή γλύτωσε τη ζωή μου από τα πολλά χρόνια εγκλεισμού που με περίμεναν εάν έπαιρνα εκείνο το μοιραίο λεωφορείο Θεσσαλονίκη-Φλωρεντία στη μπασιά του 1980.!

Την αγάπη στην μουσική την απέκτησα τα χρόνια της Αθήνας, μετά τις Σπέτσες. Τα ξαδέρφια μου άκουγαν πολύ, ραδιόφωνο Πετρίδης, Κογκαλίδης, Μαστοράκης, αργότερα Μηλάτος. Δίσκοι στο πίκ-απ το βραδάκι που τελείωναν οι εκπομπές για τη νεολαία. Rolling Stones, Beatles, Animals και Who όπως και πολλοί άλλοι. Έγινα λάτρης της ροκ σκηνής, Santana , Hendrix, Traffic κ.λ.π.  , η απίστευτη εκείνη συναυλία-ταινία Γούντστοκ που σημάδεψε και καθόρισε σημαντικά την ζωή μου, και είδα ,το θυμάμαι ακόμη, οκτώ φορές, την πρώτη στο Λονδίνο, 16άρης.

Γνώριζα σιγά σιγά μου λέει τον Ξαρχάκο, τον Θεοδωράκη και τον Σαββόπουλο που μόλις άρχισε να γίνεται γνωστός’.

Είδε τότε στο γήπεδο της Λεωφόρου ζωντανά τη συναυλία των Stones λίγες μέρες μετά τη χούντα. Σημάδεψε τη ζωή του εκείνη η φοβερή εμπειρία, δώδεκα χρονών παιδί μέσα σε ένα γήπεδο τίνγκα νεολαίους που πάλλονταν από ενέργεια και ενθουσιασμό ,σε μία διαδήλωση ενάντια στα ήθη της εποχής, το καινούριο μάχονταν την συντήρηση, το νέο την γερασμένη σύμβαση, η συνοδεία του συγκροτήματος πετούσε κόκκινα τριαντάφυλλα στον κόσμο, η αστυνομία τους ξυλοκοπούσε, ο Jagger ούρλιαζε και το πλήθος αποδοκίμαζε εν χορό τους μπάτσους. Ήταν η πρώτη επίσημη αποδοκιμασία του στρατιωτικού καθεστώτος.
Στην άτυπη διαμάχη που υπήρχε ανέκαθεν ανάμεσα στα σκαθάρια και τις πέτρες συντάχτηκε με τους τελευταίους μια και οι πρώτοι ήταν αρκετά λάιτ. Πάντως διαχρονικά μεγάλη του αγάπη μέχρι σήμερα παραμένουν οι Pink Floyd. Και από τους Έλληνες Μαρκόπουλος και Μικρούτσικος.

Εκείνα τα χρόνια απέκτησε και το πάθος για τον Ολυμπιακό. Όλοι στο σπίτι αγαπούσαν την μεγάλη ομάδα του Πειραιά απ’ όπου κατάγονταν ο πατέρας του, τον έπαιρναν μαζί τους στο θρυλικό Καραϊσκάκη, πάντα στην 7 όποτε κατάφερναν να βρουν εισιτήριο, και έτσι ένιωσε εκείνη την ιδιαίτερη σχέση που έχουν οι γάβροι με την ομάδα τους.
Έτσι λοιπόν ανέμελα κυλούσε η ζωή του με πολύ ενέργεια και τρέλα στο κεφάλι. Αισιόδοξος, χαιρόταν τη ζωή με τις στιγμές της, να τριγυρνά στο βουνό και στις παραλίες, να σκαρφαλώνει στα βράχια και να ανακαλύπτει μονοπάτια. Δεν έμαθε καθιστικά παιχνίδια, είχε παλούκια στον κώλο που λέμε, δεν
σύχναζε στα καφενεία, αντίθετα έπαιζε πινγκ πονγκ με κάποιους τρελαμένους σαν κι αυτόν.

‘Τελειώνοντας την τετάρτη τάξη καλοκαίρι του ’71 πηγαίνοντας στην πέμπτη, με το φροντιστήριο του Φαίδωνα του Σιδηρόπουλου πήγαμε για σαράντα μέρες’ ,συνεχίζει ,’στο Λονδίνο . Ήταν τεράστια εμπειρία και αυτή ,εκείνα τα χρόνια που η παγκόσμια νεολαία πάσχιζε να τινάξει από πάνω της κώδικες ρόλους και ταμπού κάτω από τα οποία δεκαετίες ασφυκτιούσε, σε εκείνους θέλαμε να μοιάσουμε και εμείς τότε που ακόμη μας κούρευαν με την ψιλή , μας δίκαζαν με τον νόμο περί τεντι μποϊσμού, μας αποκαλούσαν ντιντίδες και δεν θυμάμαι πως αλλιώς, μας απαγόρευαν να φορέσουμε μάλτες, έτσι έλεγαν τα μπλού τζήν’.

Έφυγε λοιπόν να σπουδάσει στην Ιταλία και άλλαξε η ζωή του. Μόλις γνώρισε τον Μάρξ και τον Λένιν εντυπωσιάστηκε, με τον Γκεβάρα απογειώθηκε. Δέθηκε αμέσως στο καινούριο περιβάλλον και στους ανθρώπους , η Ελλάδα του φαινόταν πια πολύ μακρινή.
Άβυσσος χώριζε τις δυο πραγματικότητες.
Η μία οπισθοδρομική, σε στασιμότητα, βάλτος, η ελληνική επαρχία, συντηρητισμός και συμβάσεις.
Η άλλη σε κίνηση . Νέοι άνθρωποι σε μία πορεία αλλαγών και ανατροπής.
Γεννιόταν το νέο στα ερείπια του παλαιού.
Η νεολαία στην πρώτη γραμμή. Ο φίλος μας στην μέση.
Όταν γύριζε να επισκεφτεί τον πατέρα του οι μικρότητες του φάνταζαν βουνά, πνίγονταν.

Εκεί μια συντροφικότητα μυθική στα μάτια του, μια γενιά που έστηνε τις δικές της αξίες, ,που απαιτούσε από την συντήρηση να κάνει πέρα, άνοιγε τον δρόμο και θέσπιζε καινούρια νοήματα παλιά όσο ο άνθρωπος, έδινε νόημα σε νέες συμπεριφορές. Η αντί εξουσία στη θέση της γερασμένης.Η αυτονομία στη θέση της επανάληψης.
Ένας δάσκαλος του έμαθε να στοχεύει ψηλά. Έτσι θα κατακτούσε μακρύτερες κορφές. Όταν στοχεύεις το εφικτό έλεγε θα καταφέρεις λιγότερα. Σημάδευε μακριά για να πετύχεις ψηλά, όσο ψηλότερα τόσο καλύτερα.
Και οι νέοι είχαν βάλει στόχο την κορυφή. Να πατήσουν τον κόσμο, να τον καβαλήσουν και να τον οδηγήσουν εκεί που ήθελαν. Σαν τον Αλέξανδρο με τον Βουκεφάλα, μαζί μέχρι το τέλος, μέχρι την άκρη της γης.
Έτσι κι αυτοί, μαζί, στη γη των ονείρων τους, για την κοινωνία χωρίς κανόνες απ’ τα πάνω, απελευθερωμένοι από τις στρεβλές συμβάσεις, του αυτόνομου ανθρώπου από τους γνωστούς έως τότε κανόνες.

Δεν είναι χλιαρός ο δικός μας, παθιάρης είναι, παθιάστηκε λοιπόν. Του ήταν φυσικό με τον χαρακτήρα που κουβαλούσε. Η εξέγερση ήταν καθημερινή βιοτή, η επανάσταση της καθημερινής ζωής, στις συμπεριφορές ,στα αιτήματα, στους αγώνες, στον έρωτα, στις διεκδικήσεις, στις συνήθειες. Μου είπε πως σε ανύποπτο χρόνο διάβασε πολλές βλακείες από σχετικούς και άσχετους για το τί έλαβε χώρα εκείνα τα τρομερά χρόνια, μόνο ο Μπαλεστρίνι κατάφερε να μεταφέρει τον ‘αέρα’ εκείνης της εικοσαετίας.
Ήταν μια γιορτή με τις καλές και τις κακές στιγμές της, τα πάνω και τα κάτω. Πάντως μια γιορτή με τα όλα της. Το να ζεις στο δίκιο, ελεύθερα και ισότιμα είναι τρόπος ζωής φευγάτος, είναι αναγκαιότητα γι’ αυτούς.
Έζησαν στο μεταίχμιο δύο κόσμων, αναποδογύριζαν καθημερινά τα γνωστά και πειραματίζονταν το νέο, ταυτόχρονα. Στις σχολές, στο σπίτι, στις πλατείες τους δρόμους και τις γειτονιές, στη δουλειά.
Η χαρά ήταν όλη δική τους, ήταν για όλους ξανά η χαρά. Οικειοποιούνταν τις ζωές τους. Έκαναν πράξη το σύνθημα, τα ήθελαν όλα και τα έπαιρναν, subito, αμέσως. ΚΑΙ ΕΙΧΑΝ ΠΟΛΥ ΦΑΝΤΑΣΙΑ, αυτή ήθελαν στην εξουσία και το έκαναν πράξη, όχι το κέρδος, όχι τις αγορές που θα έλεγε κάποιος σύγχρονος.
Έγιναν επαγγελματίες επαναστάτες για να ελευθερώσουν το σήμερα από το χθες, και να δείξουν στους υπόλοιπους το αύριο. Το καυχήθηκε ο δικός μου δεν το μετάνιωσε ποτές.

Πήραν τα όπλα, χιλιάδες ήταν, ενάντια σε όλους αυτούς που με όπλα φρουρούνται, και φρουρούν και επιβάλλουν με όπλα τη βία τους, την εξουσία τους, τη θέλησή τους. Αντέταξαν στη βία βία. Στην καθημερινότητα τους γλυκείς και τρυφεροί. Στον πόλεμο που υφίσταντο απάντησαν με πόλεμο.

1987 ΤΟΛΜΗΡΗ ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ
Με κάτασπρο πανί ένα καράβι απ’ το πενήντα έχει να φανεί, και συ βιδώθηκες μες στο λιμάνι με ανθοδέσμη που έχει μαραθεί, Ηλεκτρικός Θησέας σε πηγάδι κι η Αριάδνη έχει μουγκαθεί.
Σε δίκασαν να σπαταλάς τα χρόνια σε μια ζωή χωρίς προοπτική, Χάνεσαι σαν τον γλάρο στην Ομόνοια και όταν ψάχνεις λύση στη φυγή, πληρώνεις όσο-όσο τα διόδια και κομματιάζεσαι στην εθνική.
Ποιος είναι ισοβίτης στο σκοτάδι ποιος αλαφιάζει δίχως πληρωμή. Ποιος σκύβει στους αφέντες το κεφάλι και ποιος τα βράδια κλαίει σαν παιδί, ποιος ονειρεύεται πως κάποιοι άλλοι βγαίνουν και κάνουν πρώτοι την αρχή. Ναυάγια ονείρων αρμενίζουν και τα κεφάλια γέμισαν σκουριά. Στα σούπερ μάρκετ τέλειωσε η ελπίδα και συ κοκάλωσες στη σκαλωσιά. Που πήγαν οι τριακόσιοι του Λεωνίδα, και τι θα πούμε τώρα στα παιδιά, Ηλεκτρικός Θησέας και τα λοιπά.
Φοβάσαι ότι θα ‘ρθει καταιγίδα και θα μας πνίξει όξινη βροχή, βάλε σε γυάλα μέσα την πατρίδα και κρύψε την καλά μέσα στη γη Μήπως την ψάχνουν σαν την Ατλαντίδα αφού η Πανδώρα ανοίγει το κουτί, Ηλεκτρικός Θησέας σε πηγάδι κι η Αριάδνη έχει μπερδευτεί.
Ψηφοθηρία, λόγοι κι εμβατήρια ποτέ δεν έφεραν την αλλαγή, γι αυτό και χάθηκες στα σφαιριστήρια και μες τα γήπεδα την Κυριακή, τώρα καθώς κοιτάς τα διυλιστήρια ρωτάς ποιοι σ’ έχουν βάλει στο κλουβί, Ηλεκτρικός Θησέας σε πηγάδι κι η Αριάδνη έχει τρελαθεί.
Να κλείσεις θες πληγή θανατηφόρα και μες τα Νέα ψάχνεις για δουλειά, Όσα τα κέρδισες με τα μαρτύρια τα παζαρεύουν πάλι στα χαρτιά, τρέχεις να ψάξεις μες τα καταφύγια και βρίσκεις μιαν αιχμάλωτη γενιά.
Μια πλαστική ανέμισες σημαία, πίστεψες σ’ έναν άγνωστο θεό, κρέμασες το μυαλό σε μια κεραία, ειδήσεις, σίριαλ και τσίχλα ροκ, Και πώς θα ξημερώσει άλλη μέρα όταν τα λάθη κλέβουν τον καιρό, και πώς θα ξημερώσει άλλη μέρα όταν το ψέμα σέρνει τον χορό.
Ζωγράφισε έναν ήλιο στο ταβάνι
μίλησε με τ’ αγέρι της νυχτιάς
και χόρεψε μαζί με τη σκιά σου
στους ήχους μιας αδύναμης καρδιάς
πάρε τηλέφωνο τη μοναξιά σου
ή ΒΓΕΣ ΞΑΝΑ ΣΤΟΝ ΔΡΟΜΟ ΤΗΣ ΦΩΤΙΑΣ.
Αυτοί έτσι έπραξαν, βγήκαν στο δρόμο της φωτιάς.
[ η μουσική είναι του Γ. Μαρκόπουλου, οι στίχοι του Δ .Βάρου και τραγούδησαν ο Παύλος Σιδηρόπουλος με την Μ .Φωτίου.]

https://aenaikinisi.wordpress.com/2014/04/29/%CF%87%CF%8C%CF%81%CE%B5%CF%88%CE%B5%CF%82-%CF%80%CE%AC%CE%BD%CF%89-%CF%83%CF%84%CE%BF-%CF%86%CF%84%CE%B5%CF%81%CF%8C-%CF%84%CE%BF%CF%85-%CE%BA%CE%B1%CF%81%CF%87%CE%B1%CF%81%CE%AF%CE%B1-1/