τα βιβλία του μιχάλη, i libri di michele

ΩΩβ. στη χώρα του ποτέ…ή 15

Μάνος Ξυδούς, χωρίς ντροπή

Μιλήσαμε για το παρελθόν και το παρόν,τις σκέψεις και τις πράξεις επαναστατημένων ανθρώπων. Ας κλείσουμε, οριστικά με ένα μικρό ταξίδι στο μέλλον :

3D printing : Εκτυπώστε το τέλος του καπιταλισμού
Γράφει ο Άρης Χατζηστεφάνου στο Infowar :
Οι συσκευές τρισδιάστατης εκτύπωσης και τα ανοιχτά δίκτυα συμμετοχικής εργασίας απειλούν τα θεμέλια του σημερινού οικονομικού συστήματος. Δύο σημαντικές εκδηλώσεις έφεραν και στην Ελλάδα τη συζήτηση για το μέλλον της παραγωγής προϊόντων.

‘Δύο γενιές Αμερικανών πολιτών’ ,έγραφε κάποτε ο Τζον Στάινμπεκ, ‘γνωρίζουν πολύ περισσότερα για τη μίζα του μοντέλου Τ της Φόρντ παρά για την γυναικεία κλειτορίδα’. Δύσκολα ένας συγγραφέας θα μπορούσε να περιγράψει πιο παραστατικά τη λατρεία που προκάλεσε στις ΗΠΑ η κατασκευή του πρώτου Ι.Χ. αυτοκινήτου που ήταν προσιτό στον μέσο Αμερικανό πολίτη. Κι όμως, ένας άλλος συγγραφέας, ο Αλντους Χάξλεϊ, το επιχείρησε. Στο θρυλικό του έργο ‘Ο θαυμαστός καινούριος κόσμος’ ο Χένρι Φορντ παρουσιάζεται σαν μεσσίας, οι τάφοι δεν έχουν πλέον σταυρούς αλλά ένα μεγάλο Τ και ο χρόνος δεν χωρίζεται σε π.Χ. αλλά σε π.Φ. και μ.Φ. [προ και μετά Φορντ].

Το δέος που προκαλούσε φυσικά ο Φορντ στους δυο κορυφαίους Αμερικανούς συγγραφείς δεν σχετιζόταν με το μοντέλο Τ αλλά με την γραμμή παραγωγής που εφηύρε για να κατασκευάζει το συγκεκριμένο αυτοκίνητο. Ο λεγόμενος φορντισμός άλλαξε όχι μόνο τη διαδικασία παραγωγής αλλά και τις κοινωνικές και ταξικές σχέσεις. Τα εργοστάσια έπρεπε πλέον να παράγουν τυποποιημένα προϊόντα σε προσιτές τιμές και να προσφέρουν στους εργάτες τους σχετικά αξιοπρεπείς μισθούς, με τους οποίους θα μπορούν να αγοράζουν τα καταναλωτικά προϊόντα που παρήγαν.

Αυτό που δεν μπορούσαν να προβλέψουν στα έργα τους ο Στάινμπεκ και ο Χάξλει είναι ότι έναν αιώνα αργότερα μια νέα τεχνολογική εξέλιξη θα απειλούσε όχι μόνο το μοντέλο του φορντισμού αλλά και τη λογική του ίδιου του καπιταλιστικού συστήματος. Οι περίφημοι τρισδιάστατοι εκτυπωτές θα επιτρέπουν σύντομα σε κάθε καταναλωτή να κατασκευάζει στο σπίτι του από απλά προϊόντα,όπως ένα ζευγάρι παπούτσια, μέχρι ένα ανταλλακτικό του ψυγείου που χάλασε. Χωρίς μεγάλες γραμμές παραγωγής, χωρίς έξοδα μεταφοράς, αποθήκευσης και λιανικής πώλησης, η νέα τεχνολογία υπόσχεται να περιορίσει δραστικά το κόστος παραγωγής και να σώσει το περιβάλλον από τις καμινάδες των εργοστασίων και τις εξατμίσεις των αεροπλάνων, των φορτηγών και των πλοίων που μεταφέρουν εμπορεύματα από τη μία άκρη του πλανήτη στην άλλη. Κυρίως όμως υπόσχεται να μειώσει δραματικά τον χρόνο εργασίας, απελευθερώνοντας τους ανθρώπους από τις σημερινές συνθήκες μισθωτής σκλαβιάς.

Και τώρα σταματήστε να ονειρεύεστε. Γιατί για άλλη μια φορά η ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων έρχεται σε σύγκρουση με τα συμφέροντα του κυρίαρχου οικονομικού συστήματος. Ο αυτοματισμός της παραγωγής σημαίνει πολύ απλά [αν και ελαφρώς απλουστευτικά] λιγότερους εργαζόμενους από τους οποίους μπορεί να αποσπαστεί αυτό που ο Μαρξ αποκαλούσε απόλυτη και σχετική υπεραξία. Οι σύγχρονοι λουδίτες λοιπόν, αυτοί που σπάνε δηλαδή τα νέα μηχανήματα παραγωγής, ενδέχεται να μην είναι οι εργάτες αλλά…τα αφεντικά τους.

Πέρα όμως από την μείωση του κόστους, των ωρών εργασίας και συνεπώς της δυνατότητας άντλησης υπεραξίας από τους εργαζόμενους, τίθεται το ερώτημα εάν η εξάπλωση των 3d εκτυπωτών σημαίνει ότι ο καταναλωτής-πολίτης γίνεται ταυτόχρονα και κάτοχος των μέσων παραγωγής. Και η απάντηση είναι …ναι μεν, αλλά.
Γιατί σε αυτή τη σύγχρονη διαδικασία παραγωγής, το πραγματικό κόστος δεν βρίσκεται στα μηχανήματα που κατασκευάζουν τα προϊόντα ή στα υλικά παραγωγής, αλλά στο σχέδιο που θα εξηγεί στη συσκευή πώς να ‘τυπώσει’ το προϊόν. Και εδώ ανοίγονται δύο δρόμοι : Εάν το ‘σχέδιο’ για τη δημιουργία ενός παπουτσιού ανήκει και πάλι σε κάποια πολυεθνική όπως η Nike, η οποία το τιμολογεί όπως θέλει και το προστατεύει με πατέντες, η τεχνολογική εξέλιξη είναι σημαντική αλλά όχι επαναστατική. Αν όμως τα σχέδια δημιουργούνται, αναπτύσσονται και διαμοιράζονται ελεύθερα μέσα από ανοιχτά δίκτυα υπολογιστών, όπως συμβαίνει λόγου χάρη με το ελεύθερο λογισμικό, ολόκληρο το καπιταλιστικό σύστημα παραγωγής καθίσταται αναχρονιστικό και [με μία μικρή βοήθεια] καταδικασμένο σε γρήγορο θάνατο.

Μιλώντας τις προηγούμενες μέρες στην Αθήνα, ο Μισέλ Μπάουενς, από τους πρωτοπόρους της λεγόμενης ομότιμης παραγωγής, σκιαγράφησε τις δυνατότητες ανοιχτής, συμμετοχικής και προσανατολισμένης στα ‘κοινά’ ανθρώπινης συνεργασίας. Ξεκινώντας από την έννοια των ‘ψηφιακών κοινών’, ο Μπάουενς περιγράφει μια κοινωνία η οποία δεν κυριαρχείται από την δύναμη των εταιρειών αλλά στην οποία ‘οι άνθρωποι επιλέγουν να μοιράζονται τη δημιουργικότητά τους αντί να την περιφράσσουν και να συνεργάζονται για την συλλογική πνευματική πρόοδο της κοινότητας αντί να ανταγωνίζονται και να εκμεταλλεύονται ο ένας τον άλλο’.

Το μέλλον είναι εδώ, έτοιμο να συγκρουστεί με το παρελθόν, ενώ ένα νέο σύστημα παραγωγής ετοιμάζεται να αμφισβητήσει το προηγούμενο. Και όσοι τόλμησαν να σταθούν εμπόδιο στην ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων το πλήρωσαν ακριβά. Ρωτήστε και τους φεουδάρχες…

Πώς να σφετεριστεί κανείς σε βάρος της κοινωνίας μια ιδέα ή μια ροή πληροφοριών ;
Ντανιέλ Μπενσάιτ,
φιλόσοφος

Metallica Fade to Black in real HD !!!! awesome !!!!

Θα κλείσουμε οριστικά την Τριλογία μας με μια απάντηση σε ερώτηση που σίγουρα έρχεται στην σκέψη και στο στόμα μας.
Από κείμενο λοιπόν του αναρχικού Δημήτρη Χατζηβασιλειάδη σχετικά με τις συλλήψεις στην Ν. Φιλαδέλφεια στις 30 Απρίλη, που δημοσιεύτηκε στο Indy στις 15 Ιουνίου 2013 :
‘Οι νίκες και οι ήττες σε σχέση με τις προθέσεις των αγωνιζόμενων υποκειμένων μας διδάσκουν. Οι ήττες προσφέρονται ως καταλύτες εξελικτικών αλλαγών. Η Ρόζα Λούξεμπουργκ έγραψε μια μέρα πριν δολοφονηθεί :

‘Ολόκληρος ο δρόμος του σοσιαλισμού είναι – αν εξετάσουμε τις επαναστατικές συγκρούσεις – σπαρμένος με τέτοιες [σκληρές] ήττες. Κι όμως αυτή η ίδια η ιστορία οδηγεί, βήμα προς βήμα, αδιάκοπα, στην τελική νίκη!
Πού θα ήμασταν σήμερα χωρίς αυτές τις ‘ήττες’ από τις οποίες αντλήσαμε ιστορική πείρα, γνώση, δύναμη, ιδεαλισμό! Σήμερα που έχουμε προχωρήσει ως την τελική μάχη του προλεταριακού αγώνα, στηριζόμαστε ίσα-ίσα πάνω σε αυτές τις ‘ήττες’ που χωρίς αυτές δεν θα μπορούσαμε να κάνουμε τίποτα, που κάθε μια τους είναι κι ένα μέρος από την δύναμή μας κι από την διαύγεια του σκοπού μας’.
Ήταν το άρθρο που κατέληγε με την γνωστή πρόταση :
‘Τάξη επικρατεί στο Βερολίνο!΄’Ηλίθιοι δήμιοι!’
‘Η ‘τάξη’ σας είναι κτισμένη πάνω στην άμμο.’ ‘Η επανάσταση αύριο θα υψώσει τη βροντερή φωνή της ως τους ουρανούς’. ‘Τρομαγμένοι θ’ ακούσετε το νικητήριο σάλπισμα : Ήμουν, είμαι και θα είμαι!’

Γεια σας λοιπόν, arrivederci.

Αρεα, κόκκινος κομήτης

Όλα αυτά που λες τα ξέρω
όλα τα ‘χω ξαναδεί
Ρίχνω στάχτη μες τα μάτια
και αράζω παρακεί.

Όλα αυτά που με πληγώσαν
με κρατήσαν στη ζωή
όλοι αυτοί που με προδώσαν
μου χαράζαν νέα αρχή.

Μια ζωή στο ρίσκο
να ποντάρω στη στιγμή
μια ζωή στη συνοικία, σ’ ένα τοίχο
να ζωγραφίζω ένα γιατί.

Δεν νομίζω να υπήρχε καλύτερος τρόπος να σας αποχαιρετήσω οριστικά παρά με αυτούς τους στίχους του αξέχαστου Μάνου Ξυδούς που έντυσαν με μουσική ο Φίλιππος Πλιάτσικας και ο Μπάμπης Στόκας και τραγούδησε με συγκλονιστικό τρόπο η Σωτηρία Λεονάρδου.

ευχαριστώ
Μίκης.

V, εκδίκηση

και ενώ πρώτα ζητούσαμε :

ΛΕΥΤΕΡΙΆ ΣΤΟΝ ΚΏΣΤΑ ΤΟΝ ΣΑΚΚΆ!!!

τώρα κάνουμε ένα πέταγμα στο μέλλον:

»Σε άκουσα που έλεγες
Τις λέξεις τις σπουδαίες
Τα όνειρα µε τη ζωή
Γεννούν κακές παρέες

Τα θαύµατα που πίστεψες
Δεν βγάζουνε χειµώνα
Κι αυτά που ακόµα πολεµάς
Θα ζήσουν έναν αιώνα

Δε βγήκαµε στη θάλασσα
Ένα βουνό ανεβαίνουµε
Καράβια έξω απ’ το νερό
Στα σύννεφα θα δένουµε

Δεν ήρθαν άλλοι από αλλού
Μονάχοι µας πηγαίνουµε
Τώρα θα γίνουµε εµείς
Αυτό που περιµένουµε

Τα φύλαξα τα λόγια σου
Για να ΄χω να πατήσω
Αυτός ο ατσάλινος καιρός
Δεν κάνει βήµα πίσω»

Βασίλης Παπακωνσταντίνου
Αυτό που περιμένουμε
Μουσική: Θέμης Καραμουρατίδης
Στίχοι: Οδυσσέας Ιωάννου

  • στη συνέχεια φτάσαμε :

Γιατί υπάρχουν, όλοι οι λόγοι αυτού του κόσμου.

Ο κάθε καραγκιόζης μισάνθρωπος, θέλει να δει αυτούς με τους οποίους διαφωνεί πολιτικά, να πεθαίνουν στα χέρια του κράτους. Αυτό, δεν συμβαίνει μόνο στη χώρα μας αλλά παντού. Αυταρχισμός λέγεται.

Ο αυταρχισμός δεν γνωρίζει ηλικίες, δεν γνωρίζει τάξεις, δε γνωρίζει εποχές. Αν είσαι ένα αυταρχικό μισάνθρωπο ανθρωπάκι, η μονή περίπτωση να αυτοδικαιώνεσαι στη ζωή σου είναι να βλέπεις τους άλλους να βρίσκονται στα χέρια αυτών που έχουν τη δύναμη να καταστρέψουν όποιον αντιστέκεται. Τους τελευταίους αιώνες ο αυταρχισμός θρέφεται, πριμοδοτείται και διαφημίζεται από τους καπιταλιστές και τα έθνη-κράτη. Έτσι λοιπόν αν κάποιος αντιστέκεται, δεν σε νοιάζει το «πως» και το «γιατί». Δε σε νοιάζει αν τον καταστρέψουν,δε σε νοιάζει τίποτα. Το μόνο που σε νοιάζει είναι να καταστραφεί επειδή εσύ δεν βλέπεις σε εκείνον εσένα. Αυτή είναι μιας από τις διαδικασίες που τρέφουν, όχι μόνο τον αυταρχισμό της διπλανής πόρτας, αλλά σε συνδυασμό με το χρήμα και όλο το οικοδόμημα του σύγχρονου ολοκληρωτισμού.
Δε νιώθετε λοιπόν, δε την παίρνετε χαμπάρι, εσείς οι αυταρχικοί, της διπλανής πόρτας, των Μ.Μ.Ε. ή των υπουργείων. Πόσο μάλλον αν είστε και στην άλλη όχθη του ταξικού πολέμου.  Αν έχετε τα φραγκάκια σας, αν γενικά είστε «εντάξει». Έρχεστε εσείς λοιπόν, οι «εντάξει» τριμάλακες, και τρελαίνεστε όταν βλέπετε ένα παιδί της αστικής τάξης, όπως ο Ρωμανός, να έχει αποκηρύξει αυτά που εσείς γλείφετε ή αυτά τα οποία εσείς κατανοείτε ως φυσικό φαινόμενο: τον Καρατζαφέρη και τον Χριστοφοράκο, τους ναζί και τον Πρετεντέρη, τους Μπόμπολες και τους Λάτσηδες, τα στρατόπεδα συγκέντρωσης.

Αυτό σας ενοχλεί. Πως μπορεί να υπάρχουν άνθρωποι που δεν την έχουν κάνει με τα φραγκάκια για τις ατομικές τους λύσεις και σας γράφουν εσάς και τον σκατόκοσμο που στηρίζετε κάθε μέρα. Τον γράφουν εκεί που δε πιάνει φως και δεν καταλαβαίνουν ούτε από βασανιστήρια, ούτε από μπάτσους, ούτε τίποτα από αυτά που εσείς γουστάρετε. Γραμμένους λοιπόν σας έχουν εσάς και τον καπιταλισμό σας, ρουφιάνοι. Ενοχλείστε που ο Ρωμανός έφτυσε με τις πράξεις του, τα φράγκα του. Σας αφαιρεί το γνωστό επιχείρημα που διακινείτε όπου μπορείτε: «οι αναρχικοί είναι γόνοι καλών οικογενειών». Το επιχείρημα αυτό μαρτυρά όχι το ηθικό βάρος των πρακτικών κάποιων αναρχικών, αλλά τη φύση της δικιά σας «ηθικής». Του δικού σας «πολιτισμού». Του «πολιτισμού» που θεωρεί βία τον Ρωμανό αλλά όχι τον Χριστοφοράκο και τον Καρατζαφέρη.

Η δικιά σας ηθική λοιπόν μας λέει: «Δε γίνεται να φτύνεις τα φράγκα σου γιατί εμείς δεν φτύσαμε τα δικά μας και περνάμε μια χαρά.»

Τι να κάνουμε ρε αυταρχικοί του ελέους. Πολλοί μπορούν να κάνουν όλα τα λάθη, στις πρακτικές για την αντιμετώπιση αυτού του κόσμου, αλλά τουλάχιστον δεν θα γίνουν σαν τα μούτρα σας. Και αυτό που είναι «λάθος» για εσάς, για κάποιον άλλο μπορεί να είναι το μόνο που του έμεινε: Η συλλογική ή ατομική του αξιοπρέπεια στην πράξη. Δεν θα γίνουν λοιπόν σαν την ευγένειά σας και τις διαφημίσεις σας, ούτε σαν την ανάπτυξή σας και την «πρόοδο» σας. Και ας κάνουν και λάθος. Σιγά μη δώσουν σε εσάς λογαριασμό τι θα κάνουν, οι 20αρηδες.
Να πάτε στο διάολο λοιπόν, εσείς και η «ενόχληση» σας. θα σταθούμε αλληλέγγυοι σε όποιον αποφασίσουμε. Στο φινάλε ρε Γκοτζαμάνηδες, αν είναι κάποιος που σας κάνει μάθημα τι σημαίνει να λειτουργεί «σωστά» η αστική σας δημοκρατία , είναι αρκετοί αριστεροί και αναρχικοί. Και κακώς το κάνουν. Γιατί εσείς ξέρετε. Ξέρετε ότι αυτά είναι μπούρδες μπροστά στο κράτος σας.  Εσείς το μόνο που μάθατε είναι πως να προφέρετε σωστά τη λέξη «κέρδος» σε τρεις-τέσσερις διαφορετικές γλώσσες για να μη φαίνεστε «επαρχιώτες».
Για αυτό, στο διάολο σας στέλνουν πολλά από τα 20χρονα αυτού του πλανήτη σε όλα τα μήκη και τα πλάτη του και αν είστε μάγκες το πολύ-πολύ να τους φυτέψτε μια σφαίρα όπως έγινε με τον Γρηγορόπουλο.
Γιατί η μαγκιά σας φτάνει μέχρι εκεί που φτάνουν οι σφαίρες των μηχανισμών σας. Και μπορεί να κοροϊδεύετε και να θεωρείτε κορόιδο όποιον πάει κόντρα στη βαρβαρότητα, αλλά τουλάχιστον αυτοί δεν θα σκύψουν ποτέ.
Δεν το κάνουν για 140 χρόνια οι αναρχικοί. Θα το κάνουν τώρα, επειδή νομίζετε ότι βελτιώθηκαν οι σφαίρες σας και πάνε γρηγορότερα; Γκοτζαμάνηδες ήσασταν και Γκοτζαμάνηδες θα μείνετε. Άλλοι στην ιστορία πάνε μπροστά με τη θυσία τους, τις ιδέες τους και άλλοι με τα τρίκυκλα προσφορά της υπηρεσίας.
Στο διάολο λοιπόν με τον αυταρχισμό σας και ούτε βήμα πίσω. Και όχι μόνο για τον Ρωμανό. Και εγώ που γράφω τώρα, με τον Ρωμανό μπορεί να έχω σοβαρότερες διαφωνίες απ” ότι εσείς. Αλλά θέλουμε έναν καινούργιο κόσμο και είναι εφικτός και γεννιέται κάθε στιγμή που περνά μέσα στις καρδιές μας.

1495311_843092645711493_3897981530686052154_o 10710492_843092525711505_6088617136779536927_o

Όπως έχει πει ο Αλμπέρ Καμύ : «Ένα κράτος εξ” ορισμού δεν μπορεί να έχει καμιά ηθική. Το περισσότερο που μπορεί να έχει ένα κράτος είναι μια αστυνομία.»

Στα τσακίδια λοιπόν .
Εμείς, εδώ.
Ούτε βήμα πίσω.

Albert Camus,
Ο μύθος του Σίσυφου
(δοκίμιο για το παράλογο)

Mεγαλώσαμε με τον Σαρλώ και τον Κώστα Χατζηχρήστο, με τον Χοντρό και τον Λιγνό και τον Νίκο τον Σταυρίδη, τον Ρίζο και τον Λουί ντε Φυνές, τους Πόλ και τους Πελόμα Μποκιού και τα Παιδιά της Αφροδίτης.
Τη Ζωίτσα τη Λάσκαρη, τον Φερναντέλ και τον Μπουρβίλ, τον ‘Άγιο’ και τον ‘Φαντομά’, τη Σαπφώ Νοταρά ,την Γεωργία Βασιλειάδου και την Κατερίνα Γώγου.
Τον ‘Τοτό’ τον απίστευτο, το ‘Ζαβαρακατρανέμια’ και το ‘Πότε θα κάνει ξαστεριά’ .
Κατασκηνώσαμε στα Σκύδια με τον Χρήστο τον Γεωργιάδη που μου έμαθε το ψαροντούφεκο.
Κοιμηθήκαμε σε αμέτρητες παραλίες και σκάψαμε το χιόνι βαθιά με το κορμί μας.

Ιστορία ερχόμαστε…

http://video-morfwsh.blogspot.gr/search/label/%CE%94%CE%B5%CE%BA%CE%B5%CE%BC%CE%B2%CF%81%CE%B9%CE%B1%CE%BD%CE%AC%202008

τέλος

μιχαλης 269

Stones, paint it black

James – Getting Away With It (live)

Υπάρχει και μια μικρή συνέχεια, με τη χώρα του ποτέ  16, 17, 18, 19 και 20, κάποια παραρτήματα που χρειάστηκε να θέσουμε, για να ολοκληρώσουμε το έργο μας

ένα αφιέρωμα του Περιωδικού της Καβάλας στον φίλο μου Νίκο Σαλαβάτη.

το δεύτερο είναι μια μικρή αναφορά στην Οργάνωση της ζωής μου

το τρίτο αναφέρεται στις σκέψεις μέρους της ιταλικής Αυτονομίας την εποχή αμέσως μετά το Συνέδριο της Μπολόνια και την απαγωγή Μόρο που ακολούθησε,

τέλος, λίγα λόγια του γράφοντος σαν…έτσι,για να κλείσουμε…..

Ποτέ δεν τραγούδησα για τον πατέρα μου * Μάνος Ξυδούς

συνεχίζεται..μέχρι το νο. 20

τα βιβλία του μιχάλη, i libri di michele

ΙΙ. χόρεψες πάνω στο φτερό του καρχαρία – 8

Η ιδέα της αυτονομίας γεννήθηκε ύστερα από τους αυτόνομους εργατικούς αγώνες στα μεγάλα εργοστάσια του βορρά και μέσα από κείμενα στοχαστών που ήταν αγωνιστές και έπαιρναν μέρος στις καθημερινές διαδικασίες του κινήματος. Δεν υπήρχε διαχωρισμός δηλαδή διανοούμενου και αγωνιστή, υπήρξε συνένωση και όχι διαχωρισμός ρόλων. Στοχαστές όπως ο Negri, o Scalzone, o Piperno, o Berardi, ο Pifano και άλλοι βρίσκονταν πάντα εκεί μπροστά.
Όταν το πράγμα πήγε να ξεφύγει το κράτος σκέφτηκε το εξής πανούργο. Καθότι οι περισσότεροι από τους θεωρητικούς της οργανωμένης Αυτονομίας προέρχονταν από το Potere Operaio που διαλύθηκε την περίοδο που ξεκινούσε η ακμή των BR, κατηγόρησαν όλους αυτούς τους ανθρώπους σαν ηγέτες των Tαξιαρχιών, οπότε αυτόματα ποινικοποιήθηκε στο σύνολό της η οργανωμένη Αυτονομία, λόγω της ιδεολογικής και πρακτικής ‘συγγένειάς’ τους,για συμμετοχή σε ανατρεπτικές της υπάρχουσας κατάστασης οργανώσεις.

Έτσι ξεκίνησε ένα κύμα συλλήψεων, κλήσεων σε απολογία, φυλακίσεων, σχηματισμό δικογραφιών κλπ. Μιλάμε για χιλιάδες διώξεων. Κι όποιος αντέξει. Σκαρφίστηκαν και το υπέροχο ότι όποιος συνεργαστεί με τις αρχές και καταθέσει αυτά που γνωρίζει αυτόματα χρήζει ευνοϊκότερης μεταχείρισης.

Ανοίγω παρένθεση. Το κίνημα της αυτονομίας ήταν στενά συνδεδεμένο με την κοινωνία, ήταν μέσα στην κοινωνία, ήταν το πιο ριζοσπαστικό κομμάτι της,ένα κίνημα που αμφισβήτησε όλους τους ρόλους και τους διαχωρισμούς ανάμεσα στους ανθρώπους. Κι όταν λέω όλους εννοώ όλους. Ένα κίνημα που έκανε τον λόγο πράξη και σίγουρα στελέχωσε αργότερα όλες τις αντάρτικες οργανώσεις.
Σάρκα από την σάρκα της και αίμα από το αίμα της. Επαναλαμβάνω πως λόγος και μέθοδοι γεννήθηκαν, αναπτύχθηκαν και έδρασαν μέσα στην κοινωνία. Το ίδιο συνέβη και στη γέννηση στο ξεκίνημα και στα πρώτα χρόνια της δράσης των ένοπλων οργανώσεων.

Θεωρώ πως η αναστροφή στη θέση της ‘κοινής γνώμης’ υπήρξε ξεκάθαρα από το σημείο και μετά που οι οργανώσεις ύψωσαν υπερβολικά τον πήχη στη δύναμη πυρός. Ξεκάθαρα. Επαναλαμβάνω πως,στην κοινωνία του θεάματος που ζούμε, με σχεδόν αποκλειστική πηγή ενημέρωσης του κόσμου να είναι τα κανάλια, χωρίς τον παραμικρό κώδικα δεοντολογίας, με τους συντάκτες και παρουσιαστές των ειδήσεων να είναι ανοιχτά φερέφωνα της εκάστοτε εξουσίας,το παιχνίδι άρχισε να παίζεται στο πεδίο της παραπληροφόρησης, τονίζοντας τον φόβο και την ανασφάλεια σε όλα τα επίπεδα, [υπερβολή στη βιαιότητα των αντάρτικων ενεργειών, τρομοκράτηση του πληθυσμού, αποκαλώντας τρομοκράτες τους επαναστάτες, αποκρύπτοντας τελείως τον ρόλο των στοχευμένων από αυτούς κλπ.]

Έβαλαν και οι οργανώσεις το χεράκι τους, περνώντας από τις γαμποποιήσεις,στις εκτελέσεις. Με αποκορύφωση αυτή του Μόρο. Από εκείνη τη μέρα άρχισε η αντιστροφή της πορείας στην αποδοχή του κόσμου των αντάρτικων θέσεων και πρακτικών.
Ο γραμματέας,μέσα από τις επιστολές του, έχει βγάλει έναν πολύ ανθρώπινο χαρακτήρα, ξεφτιλίζοντας πρακτικά όλο το σύστημα που αυτός και οι σύντροφοί και φίλοι του, στους οποίους τώρα απευθύνεται εγκαλώντας τους να μη τον εγκαταλείψουν,έχουν πιστά υπηρετήσει. Αυτοί το κάνουν,καθιστώντας ακόμα πιο αδύναμη τη θέση του. Βρίσκεται σε κατάσταση αιχμαλωσίας και ομηρίας, τον κάνουν ακόμα πιο συμπαθή. Μιλά πλέον σαν άνθρωπος, όχι πολιτικός. Έχει αναγνωρίσει τον ρόλο του, είναι πια τόσο ευάλωτος.

Η χριστιανοδημοκρατία ήδη έχει αθετήσει το λόγο της λίγο καιρό νωρίτερα στα αιτήματα των ΕΤ, μετά την απαχθέντα δικαστή. Δεν μπορούν λοιπόν οι αντάρτες να κάνουν πίσω για άλλη μια φορά, το ανακοινώνουν. Τον κόσμο όμως δεν τον ενδιαφέρουν τα πολιτικά παιχνίδια και οι ρόλοι εξουσίας και αντεξουσίας. Επικροτεί,ανοιχτά πια και παντού τον ανθρωπισμό, σε όλες τις συζητήσεις, με κάθε μέσο που υπάρχει στέλνονται μηνύματα, ελευθερώστε τον Άλντο Μόρο, και ας αρνείται το κράτος να απελευθερώσει έστω έναν μοναδικό αντάρτη από τη φυλακή. Και πιο σθεναροί στην άρνησή τους οι ‘κομμουνιστές’ του ΚΚΙ,με τον αρχιτέκτονα του ιστορικού συμβιβασμού Ενρίκο Μπερλινγκουέρ στο τιμόνι τους. Ξαναείπαμε πως ο πρόεδρος θα ήταν κινούμενη βόμβα πλέον στα θεμέλια του συστήματος που τον έχει παρατήσει ολότελα μοναχό.
Αλλά και ο σταλινισμός καλά κρατεί. Τύφλωσε, και την πληρώσαμε όλοι μαζί!

7 aprile 1979, απρίλιος 7

Ας κάνουμε ακόμη μία στάση, θα επιστρέψουμε πάλι στο σήμερα..
Η κόκκινη σημαία μοιάζει να βρίσκεται στο περιθώριο, την κερδίζει με νοκ άουτ η μαυροκόκκινη. Έμειναν μόνοι οι αναρχικοί, στην Ελλάδα, να σηκώνουν το βάρος του αγώνα ενάντια στο σύστημα, για να είναι ο άνθρωπος ελεύθερος από τη δουλεία της εκμετάλλευσης, για την ισότητα και την αυτονομία από κάθε ετερονομία, για την ελευθερία.
Μου στέκεται στο στομάχι το μαύρο, είναι το χρώμα του φασισμού, μελανοχίτωνες ήταν οι φασίστες του Μουσολίνι, στα μαύρα ντυμένα και τα ςς.
Η συζήτηση, ο κλήρος, η ανακλητότητα, η κυκλικότητα, εμποδίζουν τη δημιουργία ιεραρχίας. Βλέπεις σήμερα εκατοντάδες πραγματικότητες αυτοοργάνωσης και αυτοδιαχείρισης ,όχι όμως συντονισμό.
Πάντα μου άρεσε να ακούω τις εμπειρίες άλλων, σε θέματα, για χώρους, για τόπους άγνωστους λίγο ή περισσότερο σε εμένα. Θέλω να σέβομαι τη διαφορετικότητα. Από εκεί έρχεται και η σύνθεση. Σύνθεση ποικιλιών είναι αυτό που ζούμε.

Υπάρχουν διαφορετικά μονοπάτια που θα βαδίσουμε ως την ελευθερία. Όλα σεβαστά. Δεν ξέρω από που θα πάμε γρηγορότερα, πιο είναι το μακρύτερο ή το πιο φαρδύ. Δεν υπάρχουν πλέον βεβαιότητες.
Το σφυροδρέπανο δεν μου λέει τίποτα. Κάποτε μόνο στη θέα του ανατρίχιαζα. Ο εργάτης δεν είναι από τη φύση του επαναστάτης, αποδείχτηκε ιστορικά. Ο Μάρξ με τον Ένγκελςξεπεράστηκαν ιστορικά σε κάποια πράγματα, παραμένουν σίγουρα τεράστιοι, τον καπιταλισμό ανέλυσαν στο κάτω- κάτω οι άνθρωποι και το έκαναν σπουδαία. Σύμφωνα με την ανάλυσή τους έδρασαν οι καπιταλιστές για να επιβραδύνουν την κατάρρευση του συστήματός τους, που έτσι κι αλλιώς θα έρθει μια ημέρα εξ αιτίας των αγώνων των καταπιεσμένων. Και δεν είπαν ποτέ σε κανέναν πώς πρέπει να κτιστεί η καινούρια κατάσταση. Ο Λένιν και οι υπόλοιποι προχώρησαν στο στήσιμο της νέας κοινωνίας. Προσπάθησαν, αλλά τα έκαναν μούσκεμα σε πολλά.

Αξεπέραστος ο Μάρξ, η εκμετάλλευση συνεχίζει να υπάρχει, όλο και σκληρότερη, η αλλοτρίωση που προκαλεί η εργασία που τόσο όμορφα μας εξιστόρησε, ο καταναλωτισμός και η εμπορευματοποίηση του ανθρώπου και των καθημερινών δραστηριοτήτων του, η δικτατορία των αγορών της καπιταλιστικής κοινωνίας, και άλλα τόσα επίκαιρα όσο ποτέ που μας διηγήθηκε, αυτός και ο αξεπέραστος επίσης φίλος και σύντροφος του Ένγκελς!

Η δικτατορία της αγοράς και του κέρδους φαίνεται να έχει θριαμβεύσει. Δεν υπάρχουν εναλλακτικές λύσεις, μας εξηγoύν καθημερινά από τα μέσα μαζικής αποβλάκωσης εδώ και χρόνια. Αλλά στον κόσμο που σήμερα σέβεται, λατρεύει και προσκυνά το χειρότερο της φιλοσοφίας του Αdam Smith, πρέπει να θυμόμαστε ότι ο Καρλ Μαρξ ήρθε μετά από τον ανώτατο θεωρητικό της ελεύθερης αγοράς, και αποσυναρμολόγησε το ιδεολογικό και πολιτικό οικοδόμημα του κομμάτι προς κομμάτι. Ακριβώς η αποκατάσταση του καπιταλισμού του Σμιθ καθιστά σήμερα τον Μαρξ πιο επίκαιρο από ποτέ.

Δεν φτιάχνουν λοιπόν τα ρούχα τον παπά. Και τον φασισμό στήριξε ο εργάτης και τον ναζισμό. Και το ‘68 στη Γαλλία, μόλις πήρε τις αυξήσεις έγινε το στήριγμα της σύμβασης, του συστήματος.
Η επανάσταση δεν ξεκίνησε ποτές από εκεί που πίστευε ο Μάρξ. Επικράτησε στη φεουδαρχική Ρωσία, τη γεμάτη αγροτιά, καθυστερημένη και όχι βιομηχανική.

Και χιλιάδες αγρότες μαζί με τους εργάτες στήριξαν την αναρχική κολλεκτιβοποίηση της παραγωγής στην επίσης προβιομηχανική Ισπανία.
Στην δε συντριπτική τους πλειοψηφία στα Τσιάπας και στις άλλες αυτοθεσμισμένες φυλές του Μεξικού, οι ιθαγενείς είναι αγρότες.

Δεν πρέπει να υποβαθμίζουμε την συνεισφορά του Ένγκελς στην έρευνα και την ανάπτυξη της θεωρίας για την κοινωνική χειραφέτηση του παγκόσμιου προλεταριάτου, ούτε να υποβιβάζουμε σε δεύτερη μοίρα τον ρόλο του. Δίπλα στον Μαρξ, μαζί με τον Μαρξ, ο ένας φιλόσοφος, ο άλλος ερευνητής.

Εκείνο που ίσως δεν πρόσεξαν όσο θα έπρεπε, είναι το γεγονός πως η κυριαρχία του ανθρώπου επί του συνανθρώπου  δεν γίνεται μόνο με οικονομικά μέσα. Μεγαλύτερος μελετητής των έργων τους υπήρξε η μπουρζουαζία, η οποία, σε βάθος χρόνου, κατάφερε να κυριαρχήσει, και κυριαρχεί σήμερα επί των υποτελών χάρη στον έλεγχο της καθημερινότητας τους, χάρη στον έλεγχο των συνηθειών των ανθρώπων, ελέγχοντας το αξιακό σύστημα τους, κυριαρχώντας επί αυτού, στα νοήματα που γεμίζουν το μυαλό και την ημέρα του σύγχρονου απόλιτικου όντος. Διαιρώντας τα κοινωνικά στρώματα με την προπαγάνδα και την πλύση εγκεφάλου από το πολυδαίδαλο επικοινωνιακό σύστημα και εγκλωβίζοντας τον άνθρωπο μέσα σε ένα σύστημα φτιαγμένο από μοναξιά, φόβο και έλλειψη εμπιστοσύνης προς τον διπλανό, τον γείτονα.

Δεν είναι η εργατική τάξη a priori επαναστατική. Χρειάζεται ο άνθρωπος να αποκτήσει ιστορική συνείδηση του ρόλου που μπορεί και πρέπει να παίξει για την ανατροπή της κατεστημένης, της καθεστηκυίας τάξης και την αντικατάσταση της από την ελευθεριακή κομουνιστική κοινωνία του κοινοτισμού. Είναι θέμα συνείδησης και όχι ταξικής προέλευσης. Έχουμε παρατηρήσει την τάση που έχει ο άνθρωπος, δεν ξέρω αν είναι έμφυτη ή αν του έχει φυτευτεί από το τρέχον αξιακό σύστημα, να θέλει να γίνει χαλίφης στη θέση του χαλίφη.

Έχω δει πως όταν ο άνθρωπος θέλει, ξεβολεύεται, σηκώνεται από το σκαμνί ή την καρέκλα και αρχίζει την αναζήτηση του μονοπατιού που θα τον φέρει στη χειραφέτηση, κατά πως ταιριάζει στον χαρακτήρα του και τα βιώματά του. Σε συνδυασμό πάντα και με τις συνθήκες που επικρατούν στη χώρα του. Για να πάρει την τύχη στα χέρια του. Να πάρει την πρωτοβουλία, να κρεμάσει στον ώμο τη φαρέτρα με τα όπλα του και να οδηγηθεί παρέα με τους ‘όμοιούς του’ στη χώρα του ‘μη ρόλου’ και της ‘μη ειδίκευσης’, όπως πολύ εύστοχα είπε κάποιος τώρα κοντά. Τροχίζοντας ‘τα πόδια της καρέκλας της εξουσίας’ που λέει και ο Ντουρίτο στην παρέα των Τσιάπας ,‘ώστε εάν κάποιος παραστρατημένος επαναστάτης στρογγυλοκαθίσει, ‘τολμήσει’ να κάτσει επάνω της,να τσακιστεί αμέσως κάτω.’

Πολλοί είναι οι δρόμοι που οδηγούν στην ελευθερία. Διάλεξε έναν και τράβα. Μπορεί να χρειαστεί να αλλάξεις ρότα κάποιες φορές,να κάνεις πίσω και να ξαναορμήξεις προς τα εμπρός. Σαν ποτάμι ορμητικό.
Θέλει όμως ξεκούνημα. Και κούρδισμα του μυαλού.
Δεν υπάρχουν Ευαγγέλια ούτε Βίβλοι., δεν υπάρχει μαγικό ραβδάκι που μόλις τινάξει ο ‘ειδικός’ αυτόματα να γίνει δυνατή η κοινωνικοποίηση της ζωής μας,η κοινοκτημοσύνη, η απελευθέρωση από τη σκλαβιά της απληστίας.
Υπάρχουν έργα τεράστιων, γνωρίζουμε τις εμπειρίες τεράστιων. Ανάλυση της πραγματικότητας που ζούμε χρειάζεται, και ξεκούνημα! Και προσπάθεια προσαρμογής των περασμένων εμπειριών στο τώρα και εδώ. Μελέτη. Οπωσδήποτε απαραίτητο το μπλοκάρισμα του υπάρχοντος όπως αυτό υφίσταται, από εδώ πρέπει να ξεκινήσουμε, όπου αυτό καθίσταται δυνατό.

Σαμποτάζ του παλιού, δολιοφθορά. Δημιουργία του νέου. Δομές αντιεξουσίας, νησίδες ελευθερίας. Κοινότητες. Όχι στην ενσωμάτωση. Ο νέος κόσμος είναι εφικτός και είναι εδώ. Ο παλαιός στο σκουπιδοντενεκέ!! Εσείς μαζί αποφασίστε το πώς, ο καθένας ατομικά και όλοι μαζί.
Κλείνω την παρένθεση και ξαναγυρνώ πίσω.

θυμάμαι ακόμα, ήρωας

  • Έχουμε λοιπόν ένα’ κυνήγι μαγισσών’ εναντίον των αυτόνομων και θέσπιση νόμου που στην πράξη απαλλάσσει τους ’μετανιωμένους’. Αυτό ήταν. Σε μια περίοδο όπου δεν φαίνεται καμία διέξοδος στον ορίζοντα, όπου όλα μοιάζουν χαμένα, όπου η ήττα είναι εμφανής και κάθε τι προοδευτικό κυνηγιέται αμείλικτα. Τι στιγμή που η ζούγκλα έχει λείψει, τα ψάρια είναι έξω από τα νερά τους γιατί,ή δεν υπάρχουν καθόλου νερά ή τραβιούνται μακριά σαν μια τεράστια άμπωτη,και κάθε τι που θυμίζει αυτονομία μοιάζει με επιδημία λέπρας, οι αυτόνομοι λιώνουν σαν τους λεπρούς. Δεν είναι δύσκολο για τους πιο αδύναμους,τους λιγότερο προετοιμασμένους, να τρεκλίσουν, να κλατάρουν, να τα φτύσουν που λέμε και να φτύσουν τους συντρόφους τους. Αυτούς με τους οποίους μέχρι πρότινος έτρωγαν ψωμί κι αλάτι.
    Ψέματα και αλήθειες έγιναν ένα. Μες τη θολούρα λες και πολλές βλακείες. Είχε υπάρξει εν τω μεταξύ και η επέλαση της ηρωίνης.

θα πληρώσετε ακριβά, θα πληρώσετε για όλα! Β

  • Γράφτηκαν και ειπώθηκαν τόσα και τόσα. Θα επαναλάβω, με το χέρι στην καρδιά, πως η ένοπλη εμπειρία γεννήθηκε σαν αναγκαιότητα μέσα σε μια κατάσταση τέτοια που να μοιάζει αναπόφευκτη. Δεν θα επεκταθώ παραπέρα σε αυτό το θέμα, το έχουμε εξαντλήσει και με το παραπάνω, δεν θέλω να αποδείξω τίποτα.

1974 ΘΗΤΕΙΑ ΜΑΝΟΣ ΕΛΕΥΘΕΡΙΟΥ
Μαλαματένια λόγια στο μαντήλι τα βρήκα στο σεργιάνι μου προχθές ,τ’ αλφαβητάρι πάνω στο τριφύλλι σου μάθαινε το αύριο και το χθες , μα εγώ περνούσα τη στερνή την πύλη
με του καιρού δεμένος τις κλωστές.
Τ’ αηδόνια σεχτηκιάσανε στην Τροία που στράγγιξες χαμένα μια γενιά, καλύτερα να σ’ έλεγαν Μαρία
και να σουν ράφτρα μες την Κοκκινιά κι όχι να ζεις μ’ αυτήν την κομπανία
και να μην ξέρεις τ’ άστρο του φονιά.
Γυρίσανε πολλοί σημαδεμένοι απ’ του καιρού την άγρια πληρωμή, στο μεσοστράτι τέσσερεις ανέμοι
τους πήραν για σεργιάνι μια στιγμή, και βρήκανε τη φλόγα που δεν τρέμει και το μαράζι δίχως αφορμή.
Και σαν τους άλλους χάθηκαν κι εκείνοι, τους βρήκαν να γαβγίζουν στα μισά, κι απ’ το παλιό μαρτύριο να χει μείνει ένα σκυλί τη νύχτα που διψά, γυναίκες στη γωνιά μ’ ασετυλίνη
παραμιλούν στην ακροθαλασσιά.
Και στ’ ανοιχτά του κόσμου τα καμιόνια θα ξεφορτώνουν στην Καισαριανή, πως έγινε μ’ ετούτο τον αιώνα και γύρισε καπάκι η ζωή, πως το ‘φεραν η μοίρα και τα χρόνια να μην ακούσεις ένα ποιητή.
Του κόσμου ποιος το λύνει το κουβάρι ,ποιος είναι καπετάνιος στα βουνά, ποιος δίνει την αγάπη και τη χάρη, και στις μυρτιές του Άδη σεργιανά, μαλαματένια λόγια στο χορτάρι, ποιος βρίσκει για την άλλη τη γενιά.
Με δέσαν στα στενά και στους κανόνες και ξημερώνοντας Παρασκευή [μέρα κακή] τοξότες φάλαγγες και λεγεώνες με πήραν και με βάλαν σε κλουβί, και στα υπόγεια ζάρια τους αιώνες, παιχνίδι παίζουν οι αργυραμοιβοί.
Ζητούσα τα μεγάλα τα κυνήγια, κι όπως δεν ήμουν μάγκας και νταής, περνούσα τα δικά σου δικαστήρια αφού στον Αδη μέσα θα με βρεις, να με δικάσεις πάλι με μαρτύρια
και σαν κακούργο να με τιμωρείς.

  • Έμοιαξε αιώνας εκείνη η περίοδος, γεμάτη ένταση και περιεχόμενο. Γνώρισα αξιόλογους ανθρώπους, κάποιους όταν τους αποχωρίστηκα μου στοίχισε πολύ, ήμασταν τόσο δεμένοι.Εκείνη την ενότητα, την συντροφικότητα την πελεκημένη μες τον κίνδυνο δεν την ξανάζησα ποτέ.

Να τους χαιρετήσω λοιπόν, έστω όσους θυμάμαι ακόμη, Giovanna,Salvatore e Gabriella, Lucio e Benigno, Augusto, Sergio και Corrado, Ruggero. Nico,Patrizia, Giuliana, Marco και Νicο.

  • Ήμουν ελεύθερος κατά τύχη, όταν το λιγότερο που έμεινε στα μπουντρούμια κάποιος από αυτούς ήταν επτά με οκτώ χρόνια αν θυμάμαι καλά.

Στην περίπτωση μου έγινε δίκη εδώ στην Ελλάδα, που έλαβε υπ όψη τα στοιχεία, όχι παρωδία όπως στις περιπτώσεις που ακολούθησαν αργότερα, 17 Νοέμβρη, ΕΛΑ, Πυρήνες, Αγώνας. Δικάστηκα δύο φορές μιας και μετά την πρώτη,αθωωτική απόφαση, ακολούθησαν καινούριες καταθέσεις από Ιταλία.
Έμεινα προφυλακισμένος στην Κομοτηνή, περιμένοντας να δικαστώ, κάτι λιγότερο από χρόνο. Στη διάρκεια πέρασα και στρατοδικείο μιας και οι στρατιωτικές αρχές με θεώρησαν ανυπότακτο. Το διάστημα της δίκης δεν υπήρχε Μεταγωγών, δεν γνωρίζω γιατί, και με μετέφεραν στην Καβάλα με το ΚΤΕΛ. Θυμάμαι πως μου άρεσε πολύ,περπάτησα σε πόλη ύστερα από καιρό, μες τη βουή και την κίνηση. Στο ταξίδι δεν χόρταινα να κοιτάζω τη φύση από τα παράθυρα, την κίνηση, όλα ήταν πανέμορφα, μου είχαν βγάλει και τις χειροπέδες. Στην Καβάλα τα ίδια, μας περίμενε περιπολικό, την νύχτα στα κρατητήρια. Αθωώθηκα την άλλη μέρα, πως να καταταγώ προφυλακισμένος; Πίσω λοιπόν, ξανά με το ΚΤΕΛ, μόνο που όταν φτάνουμε Κομοτηνή οι φυλακές έχουν κλείσει κι έτσι πρέπει να περάσω τη νύχτα στο Τμήμα. Έχω χάσει και το βραδινό συσσίτιο, κάτι πρέπει να γίνει, πεινούν και οι αστυνομικοί που με συνοδεύουν και συμβαίνει το μοναδικό! πηγαίνουμε όλοι μαζί σε ταβέρνα, τρώμε και πίνουμε μάλιστα! Ήπια ρετσίνα ύστερα από μήνες. Ούτε χειροπέδες, ούτε τίποτα! Ταβέρνα! Το βράδυ στο υπόγειο κρατητήριο έκανα τον καλύτερο ύπνο στο τελευταίο διάστημα.

Έμαθα να προσαρμόζομαι και στάθηκε δύσκολο γιατί είμαι νευρικός από μικρός. Ήταν σχολείο για να μπορέσω να αντέξω τις μετέπειτα ασθένειες. Βρήκα διεξόδους να διοχετεύσω ενέργεια και δημιουργικότητα. Δεν ήταν και πολύ ευχάριστα στην αρχή,εννοώ μετά την επιστροφή, γιατί ο Μichele, ο Mikis όπως με φώναζαν οι ιταλιάνοι έμοιαζε αόρατος και ο Μιχάλης κάποιος άλλος. Έπρεπε να αρνούμαι μια πραγματικότητα που με τιμούσε και έμοιαζε τόσο μακρινή και δύσκολη να την ακουμπήσεις, [και δεν ήταν λίγοι εκείνοι που μου είπαν σε ανύποπτο χρόνο πόσο απρόσιτος φάνταζα στα μάτια τους],τόσο απόμακρη στην κοινωνία της μικρής μας πόλης.

Προσαρμόστηκα πάντως, αναγκασμένος να ‘πολεμήσω’ με τη δικαιοσύνη, πρώτα προφυλακισμένος και μετά ελεύθερος με όρους κλπ.

Να πω με την ευκαιρία πως πριν τις συλλήψεις μας, μέσα του 80, Απρίλης η Ροσσάνα και Μάης εγώ – κατεβήκαμε να εγκατασταθούμε Αθήνα για καλύτερα,εδώ στην Καβάλα η κατάσταση που βιώναμε ήταν ασφυκτική, συχνά αποπνικτική, δεν συνηθίζονταν με τίποτα !
Για διάφορους λόγους που δεν αξίζει να αναφέρουμε επιστρέψαμε πίσω μετά από κάποιο καιρό που μας φιλοξένησε ο ξάδερφος μου ο Μιχάλης που ζούσε τότε στον Βύρωνα. Ήταν η περίοδος που πέθανε ο Νίκος ο Ξυλούρης,και δεν το ξεχνώ ποτέ γιατί τον αγαπούσα πολύ και στενοχωρήθηκα αφάνταστα,όπως και ολόκληρη η χώρα. Θυμάμαι ακόμη τη μαυρίλα που γέμισε η είδηση τον κόσμο.

Πρέπει την ίδια περίοδο να κυνηγήθηκε και ο Γιώργος Βότσης,που έγραφε στην Ελευθεροτυπία,σαν ηγετικό στέλεχος της 17 Νοέμβρη! Λόγω του ότι οι θέσεις που παρουσίαζε στην εφημερίδα ήταν ‘πολύ αριστερές’ !! και το κατεστημένο δεν το ανέχονταν !
Λίγο μετά πρέπει να ‘έφυγε’ στη Μόσχα και άλλος μεγάλος,ο Μάνος ο Λοίζος.

  • Με κράτησε σε εγρήγορση η άθληση. Μαζί με άλλα που εξάσκησα ήταν κολύμπι στη θάλασσα τα καλοκαίρια και κάποιους χειμώνες.Στην πισίνα όλο τον χρόνο. Και ατέλειωτες πορείες στο βουνό, με τον βουδιστή φίλο μου Σωκράτη Διαμαντόπουλο του τότε βιβλιοπωλείου ‘Ήλιος’, και τον Μαλέζη,του οποίου το μικρό όνομα το ξεχνώ.Γνωστός πρώην αριστεριστής και νυν νεοορθόδοξος. Είχαμε οι τρεις μας στην διάρκεια των μεγάλων πορειών ατέλειωτες συζητήσεις επάνω στο θείο και το πώς το βίωνε ο καθένας από τους δύο με εμένα στη μέση να θέλω να καταλάβω, μα συγχρόνως να είμαι σκληρά αφιερωμένος στην επανάστασηγειωμένος στα εγκόσμια, να αντιμάχομαι μαζί τους. Το μόνο σίγουρο πάντως είναι πως το ‘σποράκι’ μέσα μου το άφησαν μιας και χρόνια αργότερα ψάχτηκα κι εγώ στα μονοπάτια της πίστης. Ήταν πάντως στιγμές πανέμορφες, ένας αυτόνομος ένας βουδιστής και ένας ζηλωτής χριστιανός να περπατούν στο πανέμορφο τοπίο και να διαλογίζονται! Δεν θα τις ξεχάσω αυτές τις πορείες με τις διαμάχες και τους διαξιφισμούς μας,με κάθε καιρό, κάθε μεσημέρι μέχρι να πέσει βαθύ σκοτάδι, με ήλιο βροχή και αέρα, συχνά και χιόνι. Όλους τους λόφους γύρω από την πόλη τους περπατήσαμε σπιθαμή προς σπιθαμή.

Τα πρωινά καφεδάκι στη Μυροβόλο του Σωτήρη,[ εκεί γνώρισα, πριν ακόμη μας συλλάβουν, τον Μπάμπη τον Τσουρουκίδη,που έχει και αυτός Ιταλίδα φιλενάδα, κι έτσι βρίσκει η Ροσσάνα συντροφιά, μιλούσαμε όλοι μαζί την ίδια γλώσσα, καταλαβαινόμαστε χωρίς να χρειάζονται τα εγγλέζικα]. Και πέρασμα από τον Γιάννη τον Καρρά που μόλις έχει έρθει από την Αθήνα ν’ ανοίξει μαγαζί με παπούτσια στην Ομόνοια, εκείνο τον καιρό. Τα βράδια στο Vanitas του Σαλαβάτη ή στο Νησί του Σιμήτα. Ο Νίκος έγραψε τη δική του ιστορία στην αυθεντική πλευρά της πόλης, μας λείπει πολύ. Γνήσιος. Να είναι καλά ο Παύλος ο Φιλίδης που του συμπαραστάθηκε, στάθηκε κοντά του την τελευταία περίοδο της ζωής, και όχι μόνο.

Από τον Νίκο γνωρίσαμε  τον Στέργιο τον Μήττα και την Ελένη, ξημεροβραδιαζόμασταν στο ωραίο, δίπατο σπίτι του, εκεί δίπλα στην ταβέρνα του Φίλιππα, στα ιστορικά κόκκινα Ποταμούδια.

Τεράστιος φίλος και ο Παύλος, εξαιρετικός άνθρωπος και χαρακτήρας. Μαζί του έζησα μια από τις πιο αυθεντικές στιγμές στη  ζωή μου, μέρα γιορτής! Τα πίναμε όλη νύχτα στο Νικόλα τον Σαλαβάτη ο οποίος έκλεισε νωρίς, κι εμείς είχαμε ακόμη όρεξη, οπότε καταλήξαμε στα μπουζούκια, στο ΝΟΚ, όπου δούλευε ο Παβλίτο, είχε πάρει ρεπό εκείνη την ημέρα, ακριβώς για να γιορτάσει μαζί μου. Όχι ότι πηγαίναμε ποτέ σε μαγαζιά της ‘νύχτας’, απλά, ο Νίκος μας άφησε στα κρύα του λουτρού, το Νησί επίσης έκλεισε νωρίς εκείνη τη νύχτα, φαίνεται πως όλα είχαν συνωμοτήσει για να καταλήξουμε στο μαγαζί του λιμανιού, το Απαραίτητο επίσης δεν είχε ακόμη ξεκινήσει την μεγάλη ένδοξη ιστορία του.

Βρεθήκαμε λοιπόν πρώτο τραπέζι πίστα, μισοάδειο το κατάστημα πλέον, ήταν αργά, ήμασταν γνωστοί, ο ένας δούλευε στον χώρο, αμέσως πέσαν επάνω μας οι συνάδελφοι του, καταλαβαίνετε τώρα οι αγκαλιές και τα φιλιά έδιναν και έπαιρναν, υπήρχε μια οικειότητα, ζητάει ο Παυλάρας παραγγελιά, σπάει λίγα πιάτα μέσα σ’ ένα τραπεζομάντηλο και ζώνεται τον μπόγο στους ώμους του σαν τον »παλιατζή» χορεύοντας αμέσως στους ήχους του πασίγνωστου τότε άσματος στη μέση της πίστας κάτω απ’ τα παλαμάκια ενός μαγαζιού παραληρούντος πλέον βλέποντας τον συμπαθέστατο Παύλο να γυροφέρνει κρατώντας στον ώμο του την πραμάτεια παλιών αντικειμένων που όλη τη μέρα μάζευε δεξιά κι αριστερά στις γειτονιές της πόλης!

Μέρα αξέχαστη, αυθεντική μες την απλότητα της!

Και ο Γιώργος γράφει ιστορία, είναι πλέον μακράν ο παλαιότερος στην μουσική νύχτα της πόλης με τα διάφορα Νησιά του, μικρά ή μεγαλύτερα.
Τρίτος ‘αρχαίος’ στην παρέα των από παιδιά φίλων ο Πελέ του Νικηφόρου. Φοβερό ‘φρούτο’ ο Βασιλάκης, στα χρόνια της νεότητάς του αναστέναξε η Καβάλα,η Αλεξανδρούπολη όπου παντρεύτηκε για κάποιο διάστημα πριν γνωρίσει την Αντιγόνη και η Σαμοθράκη που διακοπίζονταν. Τα καμώματά του την διάρκεια της θητείας έμειναν θρυλικά μιας και δύσκολα τον κρατούσες κλεισμένο, τότες που ο στρατός ήταν….κάτσε καλά!  Κάποια στιγμή για να την κοπανήσει από το στρατόπεδο άρπαξε ένα τανκ, πέρασε την πύλη και το έσκασε. Μέρες τον κυνηγούσε η στρατονομία, υπηρετούσε στην Θράκη θυμάμαι, τον έψαχναν και αυτός μπανιαρίζονταν με τις κοπελίτσες στον Μπάτη. Το θυμάμαι γιατί μαγιό του έδωσα εγώ μιας και δεν μπορούσε να πάει από το σπίτι του ,του την είχανε στημένη. Δίδυμο φωτιά με τον άλλο αγαπημένο φίλο, τον Βασιλάκη τον Αποστόλου ! Αυτοί οι δύο με βγάλαν στο κλαρί!

Δεν ξεχνιούνται τα τσιμπούσια που ετοίμαζε ο Αποστόλου στη ‘σπηλιά’, στα βράχια της ‘Τόσκα’, στη μεγάλη παρέα, κάθε μεσημέρι, με τσίπουρα και φανταστικούς μεζέδες!Άριστος κολυμβητής και βουτηχτής ο Βασίλης έδειξε πόσο εύκολο είναι να περνάς θαυμάσια όταν η παρέα είναι καλή! αξέχαστες στιγμές, με απλότητα, στη φύση.Στις καβαλιώτικες θάλασσες. Στην παραλία. Εκεί όπου μια όμορφη νύχτα ο εξαιρετικός Κηλαηδόνης επανέλαβε μέσα σε κατάσταση μεγάλου ενθουσιασμού το πάρτι της Βουλιαγμένης, και η νεολαία μας τον αγκάλιασε πολύ ζεστά. Ωραίος ο Λουκιανός! άξιζε όλη την αποθέωση που του χαρίσαμε!

Έφτιαξα τη δουλειά στη θάλασσα, κοντά μου εκείνο τον πρώτο καιρό ο Γιώργος ο ‘Αραχτός’, ο Θοδωρής ο ‘Λουκουμάς’ και ο Θόδωρος ο Μουριάδης που αγαπάει κι αυτός πολύ το πανί με τη σανίδα και με συντροφεύει στις τσάρκες στο νερό. Με γνώρισε όλη η πόλη, κι αυτοί που δεν με ήξεραν από τις ‘περιπέτειες’ μου με την δικαιοσύνη. Σταθερός φίλος ο Παύλος, μου στάθηκε όσο κανένας άλλος.
‘Συχνάζεις στο Μικρό Καφέ κι εγώ στη Μυροβόλο’ τραγουδά για την αγαπημένη του ο Αργύρης. Είναι τότε που φτιάχνονται καινούρια στέκια στην πόλη, για τους λιγότερο πολιτικοποιημένους,οι παλιοί ‘ψηφίζουν’ σταθερά τα προαναφερθέντα. Μικρό Καφέ λοιπόν και Μπαλάντα στην Ερυθρού Σταυρού όπου δημιουργείται κατάσταση, μαζεύεται εκεί η νεολαία της πόλης που ξεμυτίζει σιγά σιγά απ’ το σπίτι [θέλω να καταλάβετε πως τα πρώτα μπαράκια φτιάχτηκαν ακριβώς πάνω στην ανάγκη των νέων να ξεφύγουν από το σφιχταγκάλιασμα του γονιού, φυσικό λοιπόν να δημιουργηθούν από τους πιο ανήσυχους. Οι υπόλοιποι,κυρίως στη συνέχεια το είδαν σαν μιας πρώτης τάξης ευκαιρία για να βγάλουν χρήματα].
Λίγο μετά γίνεται το Κύτταρο και πάει λέγοντας, στην Ερυθρού Σταυρού βρίσκεις τους νέους της πόλης, πρωί βράδυ για πολλά χρόνια.

Πρέπει να είναι αυτή η περίοδος που μεταξύ άλλων μας συντροφεύουν και ο Δημήτρης ο Παπαθεοδώρου και η Καίτη με τον αδερφό της τον Τζανέτο, Έχω γνωρίσει και τ’ αδέλφια Καρακάντζα.
Θυμάμαι όλη τη διαδρομή μέχρι να αλλάξουν τα δεδομένα Ο Καράς με τον Κώστα τον Γκάλη στη μουσική σκηνή, φέρνουν στο προσκήνιο την ποιοτική μας μουσική. Μέχρι τότε μοναχά ο Σαλαβάτης και ο Σιμήτας ‘έπαιζαν’ τα ακούσματα που έκρυβε το κατεστημένο. Διαδρομή που περιελάμβανε και τη διαμάχη ανάμεσα στους ροκάδες και τους καρεκλάδες όπως αποκαλούσαμε τους άλλους.

Τη πορεία των διάφορων djς που έδειξαν την εξέλιξη της εμπορικής μουσικής, τον Χρήστο τον Καφά, τον Τάκη,τον Γρηγόρη και σε λίγο τον Νίκο τον Μαυρίδη για να αναφέρω τους περισσότερο γνωστούς. Όλοι φίλοι. Έρχεται και ο Boban τα δύσκολα χρόνια της Γιουγκοσλαβίας.
Δίσκους και κασέτες
αγοράζαμε από τον Ντίνο τον ‘Σαμάνθα’. ‘Τσιμπάμε’ στα Καλά Καθούμενα του Σάκη του Αρβανίτη. Γυρνάμε τα χαμάμ της βόρειας Ελλάδας με τον Θανάση τον Μαρωνόπουλο και την Κατερίνα, αρπάζει φωτιά το αμάξι του Τέλη στην Ηρακλίτσα. Έχει σαλτάρει λίγο νωρίτερα από την ταράτσα ο Γιαννάρας με την Ελπίδα, κλείνει η Μυροβόλος γιατί ο Σωτήρης φεύγει Θεσσαλονίκη, μεταφέρεται το Νησί, έχουμε τη μεγάλη κοροϊδία της ‘αλλαγής’, τον πράσινο σοσιαλφασισμό που θέλει να μοιάσει τζαμαχιρία αλλά δεν μπορεί, δεν υπάρχει πετρέλαιο. Υπάρχουν όμως δανεικά.

Το Έρεβος του Ηρακλή όπου και γνώρισα τον Χατζηγιάννη.
Μαζί με τον Καρρά, όπως προείπα,ο Κώστας έφεραν τα πάνω κάτω στο χώρο με το Ναυάγιο,λίγα χρόνια αργότερα Ελλαδογραφία, μαζί και ο Μίλτος ο Σαμλίδης.
Και δεν γίνεται να ξεχάσω να αναφερθώ στις τόσες και τόσες συντροφιές στη ταβέρνα του Φάνη, το ‘Μεθυσμένο Αηδονάκι’,παρέα με την κιθάρα του ή τις δικές μας, για πολλά-πολλά χρόνια. Ειδικά το αμέσως προηγούμενο και επόμενο διάστημα που έπεφτε η χούντα εκεί ήταν κάτι σαν ορμητήριο για τους αντιστασιακούς νεολαίους που μέσα από τη μουσική και τα τραγούδια διατράνωναν το πάθος για τη λευτεριά.

‘Παλιέ μου φίλε γνώριμε συμμαθητή θαμώνα, αφήνω την κιθάρα μου και παίρνω την σφεντόνα’

Νοέμβρης του 84, έχουμε ένα μεγάλο γεγονός στην Καβάλα,την κατάληψη της Μεγάλης Λέσχης, επί Λευτέρη Αθανασιάδη, από ένα μεγάλο κομμάτι κόσμου.Ζήτησαν και πέτυχαν να δοθεί το κτίριο για κοινωνική χρήση. Πήρα αυθόρμητα μέρος από την πρώτη μέχρι την τελευταία μέρα, κοιμήθηκα πολλά βράδια με τον υπνόσακο στο κτίριο μέσα σε κλίμα ενθουσιασμού και αλληλεγγύης. Ήταν μια πολύ δυνατή στιγμή για την πόλη,τότε που ο λαός συμμετείχε στις υποθέσεις που τον αφορούσαν. Έπαιξε ρόλο και το ότι από την πρώτη στιγμή η Δημοτική αρχή υπερασπίστηκε ενεργά τη δράση.

η Αποστολή

Πρώτη Γραμμή

Δημοσιεύθηκε στις 16th Φεβρουαρίου, 2014

1239824_1633774420094883_90301300_nΟι «Κρίσις» ήταν ένα rock συγκρότημα από την Καβάλα και μεσουράνησε την περίοδο 1981-1988 τόσο στην Καβάλα όσο και σε όλη την Ελλάδα με πάρα πολλές συναυλίες στο ενεργητικό τους.

Διαλύθηκε το 1988 λόγω στρατιωτικού και σπουδών των μελών του, προς μεγάλη απογοήτευση των χιλιάδων φίλων του.

Στα τέλη του 1982 κυκλοφόρησαν και το μοναδικό τους δισκάκι 45 στροφών σε 500 αντίτυπα (αυτό που βλέπετε στην φωτογραφία).

Περιείχε τα τραγούδια «Ανθρωπάκος» σε μουσική του Δημήτρη Μπόσκου και σε στίχους του Μάκη Καρακούση, και το «Απόβρασμα» σε μουσική του Δημήτρη Μπόσκου και σε στίχους του Χρήστου Γεωργιάδη και του Γρηγόρη Δροσόπουλου που έφυγε πρόωρα από την ζωή.

Στην διάρκεια των 7 χρόνων έπαιξαν οι παρακάτω μουσικοί:

Χρήστος Γεωργιάδης – Φωνή
Δημήτρης Μπόσκος – Κιθάρα
Στέλιος Χόης – Πλήκτρα
Μάκης Καρακούσης – Τύμπανα
Σάκης Ρώρρας – Μπάσο
Κώστας Κανελλόπουλος – Κιθάρα
Απόστολος Μπόσκος – Μπάσο
Χρήστος Τσουρής – Τύμπανα
Νίκος Χριστοφορίδης (Nikky) – Μπάσο

Στο τραγούδι «Τεκέ» την μουσική έγραψε ο Δημήτρης Μπόσκος και τους στίχους ο Μάκης Καρακούσης.

6

τα βιβλία του μιχάλη, i libri di michele

Δ. χόρεψες πάνω στο φτερό του καρχαρία – 2

Μεγάλη Παρασκευή σήμερα, τον συναντώ και σημειώνει για τον τεράστιο ρόλο που έχει παίξει ο Χριστός ιστορικά, και άλλοι μαζί που έθεσαν το θέμα της εσωτερικότητας, της πάλης του πνεύματος με το εγώ, της ταπείνωσης με την αλαζονεία, Της ΘΥΣΙΑΣ ΜΕ ΤΟ ΕΦΗΜΕΡΟ, του συνόλου με το μέρος. Τον σέβεται και τον αγαπά χωρίς να τον νοιάζει τα περί Θεότητας, διότι έθεσε επί τάπητος το θέμα της αγάπης και την ανακήρυξε υπέρτατο αγαθό και αξία, τρόπο ζωής, θυσιάζοντας τη ζωή του την ίδια. Τζάμπα μάγκες αυτοί που στη συνέχεια κυβέρνησαν ή διοίκησαν στο όνομά του. Τρόπος ζωής θα έπρεπε να είναι ο χριστιανισμός όχι θρησκεία.

Η χειραφέτηση του ανθρώπου από τα πάθη του, από τα χειρότερα τουλάχιστον, είναι μεγάλο πράγμα. Είναι θαυμάσια η ζωή να την ζεις με αγάπη και συμπόνια, προς τον εαυτό σου και τον διπλανό. Άσε που δεν θα ήταν και άσχημα να υπάρχει και ζωή μετά τον θάνατο. ‘Είναι όμορφη πολύ. Να σεβαστούμε και να χαϊδέψουμε, να δημιουργήσουμε, να παίξουμε, να χορέψουμε, μαζί με άλλους, όλοι ίδιοι είμαστε, τα ίδια ερωτήματα μας απασχολούν και τις απαντήσεις ψάχνουμε όλοι, διαφορετικοί είμαστε, τους ίδιους καημούς έχουμε, χαρές και βάσανα. Ίδιες αγωνίες ίδιες ανησυχίες.

Να γεννηθώ και να ξαναγεννηθώ μου λέει,

να ερωτευθούμε να παίξουμε να κολυμπήσουμε, να ακούσουμε ξανά το τιτίβισμα των πουλιών, να κάνουμε παιδιά, να τα μεγαλώσουμε με αξίες, να δημιουργήσουμε πολιτισμούς και να γνωρίσουμε άλλους. Κοντά με άλλους. Μόνος δεν έχει γούστο να ζεις, όταν οι γύρω δεν είναι καλά δεν είμαστε κι εμείς καλά. Γι αυτά πολέμησε και ο Γκεβάρα. τα είχε όλα αλλά πονούσε που δεν τα είχαν όλοι, είχε την εξουσία, απόλυτος άρχοντας, αυτός, οι φίλοι του, ο λαός του. Και τα άφησε για να πάει να ξεσηκώσει αλλού, να πάει κοντά σε αυτούς που πολεμούσαν για τα ίδια ιδανικά. Δεν του έφτανε η δική του ευτυχία, πλάνταζε που υπήρχαν ακόμη καταπιεσμένοι, έπρεπε να ελευθερώσει και αυτούς. Κι εμείς επιτρέπουμε εδώ οι νέοι, τα παιδιά μας ρε γαμώτο, να ζουν με 700 ευρώ το μήνα, και ένας άνθρωπος να κερδίζει με μία κίνηση διακόσια μύρια, πουλώντας κάτι που δεν είναι δικό του, κάτι που φτιάχτηκε με ιδρώτα χρόνων χιλιάδων λαού.

Ή πουλώντας αέρα κοπανιστό.

βέβαια να συμπληρώσω πως αρνητικότατος ο ρόλος της εκκλησίας, πρωτοστάτης στην χειροπέδηση, τον ευνουχισμό του ανθρώπου

Καθημερινά ερχόμαστε σε επαφή με εκατοντάδες ανθρώπους. Στα τραίνα, στους δρόμους, στη δουλειά και στα θέατρα, συναντάμε συνεχώς τυχαίους περαστικούς που διαμορφώνουν την πραγματικότητά μας, αλληλοεπιδρώντας μαζί μας, με χιλιάδες και φαινομενικά άσχετους μεταξύ τους τρόπους.

Η φιλία, ο έρωτας και η αγάπη, όπως επίσης το μίσος, ο φθόνος και η μοχθηρία γεννιούνται μέσα σε αυτή τη τυχαία τριβή. Το τυχαίο και η μοίρα διαδραματίζουν σημαντικό ρόλο στη ζωή μας, η οποία σε πλείστες περιπτώσεις γίνεται υποχείριο του αναπόφευκτου.

Πορευόμαστε στο προσωπικό μας μονοπάτι, αλυσοδεμένοι και με βαρίδια στις πλάτες, ως άλλα έρμαια του πεπρωμένου, θύματα του προκαθορισμένου. Αναπνέουμε μηχανικά, χωρίς να συμμετέχουμε με όλη την ενάργεια του είναι μας στη «μαγική» διαδικασία που ονομάζουμε ζωή, καθώς θεωρούμε εσφαλμένα ότι κάποιος άλλος θα το πράξει για εμάς.

Κάποιος αγγελικός, θεόσταλτος προστάτης που είναι προγραμματισμένος να μας προστατεύει εφ’ όρου ζωής, απαλλάσσοντάς μας από το κοπιαστικό καθήκον που έχουμε να δρούμε σύμφωνα με τις δυνάμεις μας για να πετύχουμε το καλύτερο που μπορούμε.

Εναποθέτουμε τις ελπίδες μας στον Θεό και αποποιούμαστε των ευθυνών μας, λες και περιμένουμε κάποια άγνωστη οντότητα να σηκώσει για χατίρι μας τα βάρη των αμαρτιών μας.

Επινοούμε διαρκώς δικαιολογίες για μεταφυσικά στοιχειά που ξεπερνούν τις δυνατότητές μας και απορρίπτουμε τον ρόλο μας που δεν είναι άλλος από το να κρατάμε στα χέρια μας τα ηνία της ζωής που μας προσφέρεται απλόχερα.

Η τύχη, η μοίρα και το πεπρωμένο εξακολουθούν να αποτελούν προσφιλή θέματα διαπληκτισμού στα φιλοσοφικά καφενεία. Ίσως όντως η θεά Μοίρα να υπάρχει και να υφαίνει στον αργαλειό της όλες τις λεπτομέρειες που δίνουν πνοή στην καθημερινότητά μας.

Ίσως πάλι, τα μοναχικά βράδια μας κρατάει συντροφιά ψιθυρίζοντας στο αυτί μας τις αποφάσεις που πρέπει να παρθούν και τις ενέργειες που χρειάζεται να ακολουθήσουμε την επόμενη μέρα.

Είναι πιθανό ο «μακρόκοσμος» στον οποίο ενδημούμε, να λειτουργεί πανομοιότυπα με το κβαντικό, εκεί όπου τα μυστηριώδη στοιχειώδη σωματίδια, οι θεμέλιοι λίθοι των πάντων, συγκρούονται διαρκώς αναμεταξύ τους και χωρίς κάποιο προφανή λόγο, δημιουργώντας το «παραμύθι» της αχαλίνωτης πραγματικότητας, αυτό που ονομάζουμε ζωή.

Ακόμη λοιπόν και αν είμαστε απότοκα τυχαίων συγκρούσεων και το πεπρωμένο, ο μοναδικός αληθινός θεός μας, δεν παύουμε να κρατάμε στα χέρια μας την ευθύνη για τη ρότα που θα χαράξουμε.

Χαράσσουμε την πορεία μας με τις αποφάσεις και τις επιλογές μας, ενώ ακολουθώντας το δύσβατο μονοπάτι της συντροφικότητας, της αλληλεγγύης και της διάθεσης για επανάσταση, διαμορφώνουμε συνειδητά τον κόσμο γύρω μας.

Δημιουργούμε μαζί με τους συντρόφους μας τις συνθήκες εκείνες που απαιτούνται έτσι ώστε η ευτυχία να είναι ο μοναδικός λόγος για τον οποίο θα αναπνέουμε.

Η μοίρα στην τελική είμαστε εμείς οι ίδιοι. Και ας το λησμονούμε ενίοτε

Πάμε πάλι. Επιτρέπουμε στους κυβερνήτες δολοφόνους μας να υπάρχουν όταν η Θεσ/νίκη είναι η πιο ρυπογόνος πόλη στην Ευρώπη και η Αθήνα η τρίτη. Πέντε εκατομμύρια λαού ζουν σε αυτές τις δύο πόλεις, φύλλο δεν κουνιέται. Το βράδυ θα κοιμηθούμε ήσυχοι στα κρεβάτια μας και αύριο θα τρέξουμε στην αγορά να κάνουμε το καθήκον μας, να γεμίσουμε τις τσάντες μας με μολυσμένα από όλων των ειδών τους ρύπους υπερτιμημένα προϊόντα. Ρύπους με τους οποίους γεμίζουμε τη γη και τα νερά μας αδιαφορώντας για μας και τα παιδιά μας. Δολοφόνοι κυβερνούν δολοφόνους, αυτοί είμαστε, μη κρυβόμαστε, ας τα πούμε έξω από τα δόντια. Φαντάζεστε πως οι αγρότες δεν γνωρίζουν με τι ψεκάζουν, τι δηλητήρια χρησιμοποιούν για ζιζανιοκτόνα. Πυρηνικά εργοστάσια και άλλα αμολούν απόβλητα καθημερινά στον αέρα. Η ΒΦΛ είναι αθώα ; Τα ποτάμια τα έχουμε ρημάξει, εμείς και οι γύρω μας. Αυτό το έχουμε ονομάσει πολιτισμό. Και το πολίτευμα δημοκρατία. Εδώ μια φλόγα δεν μπορούν να μεταφέρουν, κάθε δέκα μέτρα μία διαμαρτυρία, σε κάθε γωνιά του πλανήτη. Την κρύβουν τη φλόγα, τρέχουν αρματωμένοι και χτυπούν τον κόσμο που φωνάζει, για το αυτονόητο, ‘οι δημοκράτες’. Οι άλλοι είναι οι αλήτες , οι τρομοκράτες, οι αντάρτες, οι αναρχικοί. Θα είμαι πάντα μαζί τους, μου λέει. Διότι έχουν δίκιο, αυτή είναι η αλήθεια. Υποχρέωση του καθένα μας να είναι με το σωστό. Δηλαδή τι παράδειγμα δίνει αυτός ο εκλεγμένος ‘κύριος’, ταγμένος δήθεν στην ‘υπηρεσία’ των συνανθρώπων του; Παρανομεί με τις υπηρεσίες για το σπίτι του, ψεύδεται όταν τον ανακαλύπτουν και κουκουλώνει παρανομώντας, παρανομεί με τους ρύπους και παραποιεί, έναντι της πατρίδας του και του κόσμου όλου και συνεχίζει τα ψέματα, και τα βάζει με τους φίλους του όταν ανακοινώνουν το αυτονόητο. Εξαιρετικός. Μας σκοτώνει ‘δημοκρατικά’ και με το νόμο και ζητάει και τα ρέστα. Εμείς δεν τον βάλαμε εκεί πάνω; Εμείς δεν ανεχόμαστε να μας δολοφονούν; Και με σφραγίδα. Χειροκροτούμε και από πάνω. Για μια χάρη, μια θεσούλα. Για λίγες ψήφους, μια θετική για μας υπογραφή. Αυτοί καταντήσαμε. Βγαίνουμε από την εκκλησία έχοντας ‘λατρέψει ένα και μοναδικό θεό’ και λίγο πιο κάτω, λίγα λεπτά μετά λατρεύουμε άλλους δώδεκα παρακαλώντας τους να ανάψουν τη φλόγα, δέρνουμε κιόλας αυτόν που δεν συμφωνεί. Παράνοια. Βλέπετε είμαστε ‘δημοκράτες’.

Του Ξηρού η ανάκριση ξεκίνησε στην εντατική, λίγα λεπτά μετά τον σοβαρότατο τραυματισμό του στον Πειραιά. Τον Ζαχόπουλο τον περίμεναν 3 μήνες μήπως και πάθει ψυχικό τραλαλά εάν του θύμιζαν το πρόβλημά του. Η καλή μας δημοκρατία, έτοιμη κατά τα άλλα να διώξει δικαστές και εισαγγελείς όταν λένε τα αυτονόητα δημόσια. Σας την χαρίζω αυτή τη δημοκρατία, φτιαγμένη κατ’ εικόνα και ομοίωση σας αγαπητοί ‘δημοκράτες’, να την χαίρεστε. Ο καθένας έχει αυτό που του αξίζει, θερίζουμε αυτό που σπείραμε. Ας ετοιμαζόμαστε λοιπόν για τις θύελλες που έρχονται. Γι αυτό χρειάζεται στράτευση, σε ομάδες σε κινήματα, λέει, αγώνες κοινωνικούς, αυτόνομα από τα κόμματα-διαχειριστές αυτής της διεφθαρμένης εξουσίας. Κι αγώνες προσωπικοί, πνευματικοί αγώνες κόντρα στον ατομικισμό και τη ζήλια, για συλλογικότητες με αξιοπρέπεια και ανθρωπιά. Αλληλέγγυοι, ταπεινοί. Περήφανοι όμως για την δόξα της δικαιοσύνης και της αγάπης. Από τον άνθρωπο για τον άνθρωπο. Χριστός και Γκεβάρα, Άρης και Λεωνίδας. Για την επανάσταση της κάθε μέρας, τις συνεχείς ανατροπές στη καθημερινή διεργασία, έξω και μέσα, όλοι μαζί. Υπάρχουν μικρές σταυρώσεις καθημερινά που χάνονται στο χάος της ημέρας. Να μη μπορείς να προσφέρεις σύμφωνα με τις δυνατότητές σου, να μη μπορείς να πάρεις σύμφωνα με τις ανάγκες σου. Η ευπρόσδεκτη απολιτικοποίηση με τη συνακόλουθη λαϊκή αποχαύνωση αποτελεί την εγγυήτρια δύναμη αποτροπής οποιασδήποτε αταξίας, στο όνομα της πολιτικής σταθερότητας. Ευλογία η άγνοια, και η παγκοσμιοποίηση συγκροτεί κοινωνία ευλογημένων λαών, που αρκούνται πειθήνια σε ότι τους δίνουν. Πόσο όμως ακόμη θα ανέχονται οι νέοι παγκοσμίως, στον πλανήτη που αφυπνίζεται, αυτή την απειλή οικολογικής καταστροφής, ή τον αφανισμό από πείνα και δίψα; Προκαλείται επισιτιστική κρίση από το παιχνίδι των κερδοσκόπων, που δεν παίζουν μόνο με τις τιμές του πετρελαίου αλλά και των τροφίμων όπως και των αγροτικών προϊόντων από τα οποία παράγονται βιοκαύσιμα. Γεμίζουμε τα ρεζερβουάρ με πανάκριβα καύσιμα και μένουν άδεια τα στομάχια εκατομμυρίων ανθρώπων.

Για πρώτη φορά στην Ελλάδα, εδώ και πολλά χρόνια, η ζωή δυσκολεύει για πολλούς, μα πάρα πολλούς ανθρώπους. Προσδοκία βελτίωσης καμιά. Όσο υπάρχει δυστυχία δεν μπορούμε να σταματήσουμε να μιλάμε για εξέγερση και ανατροπή. Πρώτη στη διασπορά θανάτου από τα φουγάρα της η ΔΕΗ, τζάμπα θα την αγοράσουν οι Γερμανοί, που διώχτηκαν από εκεί γιατί βρωμίζουν τα πάντα. Σίγουρη επιχείρηση με ελάχιστο κόστος συντήρησης. Από κοντά τα διυλιστήρια, η δική μας ΒΦΛ και τα τσιμεντάδικα. Έχουμε και το ‘εμπόριο ρύπων’ Συνθήκη του Κιότο, συντελεστής ρύπων. Έχεις υψηλό συντελεστή, πουλάς ποσοστό ρύπων σε αυτόν που έχει χαμηλό και ξεμπερδεύεις. Βρε ούστ. Και βέβαια πουλώντας δεν σημαίνει πως οι κάτοικοι που ζουν στις βεβαρημένες περιοχές θα σταματήσουν να πεθαίνουν από τους ρύπους. Εμείς οι καβαλιώτες ας πούμε χεστήκαμε εάν πουλήσει ρύπους η ΒΦΛ, ίσα βάρκα ίσα πανιά. Τα εργοστάσια θα συνεχίσουν να ρυπαίνουν, οι άνθρωποι θα συνεχίσουν να πεθαίνουν, η χώρα που θα αγοράζει ρύπους θα είναι βρώμικη στα χαρτιά μα καθαρή στην πραγματικότητα και η συνθήκη του Κιότο θα θριαμβεύει κι αυτή. Καθαρότερος πλανήτης μιας και οι δυνατοί εξαγοράζουν με χρήμα τον κοινό θάνατο.

Αλλάζει θέμα: ρώτα τον καθένα να σου πει τι ωραιότερο θυμάται στη ζωή του; Θα απαντήσει: τα φοιτητικά του χρόνια. Είναι τα χρόνια της μάθησης, τότε που ο νέος ξεδιψά την ψυχή του. Ερωτεύεται και παλεύει για τα ιδανικά του. Τουλάχιστον έτσι ήταν στα χρόνια τα δικά του. Οι κανόνες που τροχοπεδούν τη ζωή δεν τους αγγίζουν. Συζητά, ρωτά μαθαίνει, ανταλλάσσει απόψεις, αστράφτει και βροντά. Η αγωνία για τα κοινά τον συνεπαίρνει. Αυτή είναι η γενιά μου, λέει

  • Πολιτικοποιήθηκε αμέσως, άκουγε πρώτη φορά για ταξική πάλη, για συσχετισμούς δυνάμεων, για καταστολή και επανάσταση. Για την ανάγκη ανατροπής της γενιάς των ανέραστων. Τον άγγιξαν τα λόγια των Ρηγάδων, βρέθηκε αμέσως κοντά τους. Θυμάται καλά τον Ιορδάνη τον Ανθόπουλο.  Κουκουέδες και μαοϊκοί μάλωναν διαρκώς για το ποιος θα οικοδομήσει καλύτερα τον σοσιαλισμό, εάν της Κίνας το μοντέλο ήταν ανώτερο αυτού της Σοβιετικής Ένωσης και άλλα τέτοια που του την έσπαγαν. Στην Ευρώπη ο αέρας του Μάη φυσούσε δυνατά και μυρωμένα, Σεπτέμβρη του 73 βρίσκεται στη Φλωρεντία, λίγους μήνες πριν το Πολυτεχνείο. Έπεσε με τα μούτρα στο διάβασμα για να ξεστραβωθεί. Μάρξ, Ένγκελς, Λένιν, Λούξεμπουργκ, Γκεβάρα, Τρότσκι, Μάο, Βιετκόνγκ, Αλιέντε, Τουπαμάρος, Μαριγκέλα, Αλγερία, Παλαιστίνη, αντάρτικα παντού.

theme of Ali, η μάχη της Αλγερίας

Τον ξένισε που οι δικοί μας ζητούσαν ντε και καλά την νομιμοποίηση. Του έκανε εντύπωση η αναντιστοιχία ανάμεσα στο λόγο και την πράξη, Γιατί τόση πρεμούρα να παίξουν μπάλα εκτός έδρας οι Έλληνες κομμουνιστές. Ποιος ορίζει τους κανόνες του παιχνιδιού; Δεν είναι πλέον στημένο; Δεν είμαστε άλλο κομμουνιστές λοιπόν, τι θέλουμε τελικά, ρεφορμιστές γίναμε, σοσιαλδημοκράτες, στο δρόμο χάθηκε η εξέγερση; Που πήγε η επαναστατικότητα; Πήγε να σκάσει, απομακρύνθηκε.

Πλησίασε τους Ιταλούς, άρχισε να καταλαβαίνει και τη γλώσσα, εδώ τα πράγματα ήταν πιο ξεκάθαρα. Του φάνηκαν πραγματιστές. Πίστευαν πως το χταπόδι της γραφειοκρατίας με τα χίλια πλοκάμια που αγκαλιάζουν σφιχτά κάθε γωνιά της καθημερινότητας για να ρουφήξουν υπεραξία και να πνίξουν κάθε απόπειρα χειραφέτησης του λαού, αυτό το χταπόδι λοιπόν έπρεπε να θανατωθεί, μιας και αυτοί που το δημιούργησαν θα αντιστέκονταν σκληρά. Χρειάζονταν αυτά τα πλοκάμια να κοπούν από τη ρίζα όπως ο Αλέξανδρος τσάκισε τον Γόρδιο δεσμό, δημιουργώντας τις συνθήκες για να γίνει τούτο εφικτό. Μερίδιο στην τούρτα ζητάτε, έλεγε στους παλαιούς συντρόφους του, το παλαιωμένο ρούχο το πετάμε από πάνω μας, δεν το ξανά βάφουμε να μοιάσει καινούριο. »Δύο κόσμοι αντίθετοι μεταξύ τους, διάλεξα τον δεύτερο» μου λέει Επιθετική δράση ενάντια στις τρέχουσες αξίες σε όλους τους τομείς της καθημερινότητας, αυτή ήταν η πρακτική των νέων μου συντρόφων. Δεν φτάνει να καταγγέλεις και να φωνάζεις την αποστροφή σου στο υπάρχον. Ποιος θα σε πάρει στα σοβαρά; Ζούσαν σχεδόν κοινοβιακάμοιράζονταν τα πάντα, δεν υπήρχε δικό μου και δικό σου, ο καθένας στον κορβανά ανάλογα με αυτά που είχε. Νέοι, κορίτσια στον αγώνα για την χειραφέτηση. Για την αυτονομία. Ενάντια στην εμπορευματοποίηση των σεξουαλικών σχέσεων, ενάντια στην πατριαρχία και τις ιεραρχίες, ο έρωτας κοινωνικό αγαθό, κόντρα στη μοναχικότητα. Ο φόβος της μοναξιάς κλείνει τον άνθρωπο στο καβούκι του, δημιουργεί ατομικότητες και εγωισμούς, εκεί πάνω σκοντάφτει η συλλογικότητα. Όταν αγωνίζεσαι ενάντια στην ιδιοκτησία σαν μέσο πλουτισμού ή αυτοπροβολής ή κατοχής εξουσίας δεν γίνεται να είσαι κτητικός στον έρωτα ή στο σπίτι γενικότερα, στις σχέσεις. Δεν κατέχεις κανέναν και τίποτα. Ούτε καν τον εαυτό σου, ίσως, ανήκεις στους φίλους, τους συντρόφους, τη συλλογικότητα, στην κοινωνία, την ίδια, τον Δήμο, στην κοινότητα . Αυτό προσπαθήσαμε να στήσουμε ξανά αγόρια και κορίτσια, την κοινότητα. Δεν υπάρχει εξουσία ανάμεσα σε όμοιους, ελεύθερους ανθρώπους, αυτόνομους, όπου η διαφορετικότητα είναι η ποικιλία, το αλάτι σε μια υπέροχη σαλάτα.

  • ΓΥΡΊΣΑΜΕ ΤΗ ΧΏΡΑ, λέει, επισκεφτήκαμε φίλους, ανταλλάξαμε απόψεις, κουράγιο. Ένα μπουκάλι κρασί λίγα χρήματα, ένας το κάρο κι ένας τη βενζίνη. Πάντα υπήρχε κάποιο σπίτι με ανοιχτές τις πόρτες, σύντροφοι περίμεναν, η μακαρονάδα ήταν ζεστή, και στις εκδρομές γεμάτο υπνόσακους το αυτοκίνητο ή ωτοστόπ αν δεν υπήρχε. Έβρισκαν δε κι ένα άδειο σπίτι όταν ο καιρός δεν επέτρεπε ύπαιθρο, τα ξύλα και η τροφή είναι για όλους, δεν πείραξαν ποτέ τίποτα άλλο, Πόρτες ανοιχτές, καρδιές ανοιχτές, η νέα κοινωνία είναι ήδη εδώ, στα σπάργανα, χρειάζονται ακόμα πολλά να γίνουν, πολλά να κατακτηθούν. Οπλίζονταν σιγά σιγά γιατί ο αντίπαλος πάνοπλος νιώθει τα κεκτημένα να γλιστρούν κάτω από τα πόδια, ο φόβος να ξεθωριάζει, απειλεί, σκοτώνει, ονειρεύεται πραξικόπημα, οργανώνει εντάσεις δημιουργεί συνθήκες αναμέτρησης. Σφάζει. Και οι επαναστάτες, οι σύντροφοι δεν κάνουν πίσω.

Κι έχουν για πάντα στην καρδιά τους χαραγμένα τα λόγια του Μάο: »Η πολιτική δύναμη πηγάζει από την κάνη του τουφεκιού».

MM80110.jpg

φορτίνο σαμάνο

Σε ένα καθεστώς που χρησιμοποιεί την βία σε όλες τις δυνατές μορφές, που σου έχει καθίσει στο σβέρκο με το ζόρι, όπου η ψυχολογική, με το στανιό, καθημερινή πλύση εγκεφάλου δημιουργεί συναίνεση, όλο αυτό το ‘παιχνίδι’ των μέσων που χρησιμοποιεί τα αόρατα εργαλεία του για να τσακίσει τον άνθρωπο, δεν μας επέτρεψε να παρατηρούμε αμέτοχοι, σαν να μη συμβαίνει τίποτα. Στα γκλομπ αντιτάξαμε τα στάλιν, [τα παλούκια με τις σημαιούλες] και τα αγγλικά κλειδιά, και στα όπλα τους τα δικά μας. Η αναμέτρηση ήταν ανοικτή πλέον. Στο πυροβόλο που είναι εκεί, σε κάθε γωνία, έτοιμο να επιβάλει τη θέληση του κατόχου του, της εξουσίας, δεν αντιπαραβάλεις άλλο τα ωραία λόγια. Αρκετά πια. Χρειάζονται και αυτά μόνο που κάποιες στιγμές ξεπερνιούνται, πρέπει να απαντήσεις, να περάσεις εσύ στην επίθεση, οι συσχετισμοί αποφασίζουν το πότε και το πού. Το αυτόνομο κίνημα ένιωθε, και ήταν για κάμποσο καιρό, τεράστιο και δυνατό. Το παρακράτος αγωνιούσε, έσπερνε βόμβες και τσαμπουκά. Οπλίστηκαν και οι σύντροφοι. Πατήρ όλων ο πόλεμος είπε ο Ηράκλειτος. Σε εμπόλεμη κατάσταση είναι πλέον το παλαιό με το καινούριο, το νέο. Για χρόνια.

Σήμερα αυτά ακούγονται απίστευτα μακρινά. Όλα αυτά. Δεν κουνιέται τίποτα. Δεν υπάρχει συλλογικότητα. Κάποιοι μοναχικοί αντάρτες, ή έτσι μου φαίνεται μονολογεί. Διάφορα στέκια διάσπαρτα στη χώρα, καταλήψεις, συλλογικότητες. Μετά το ’80 η συντήρηση κατάφερε και έκλεισε τον κόσμο στο σπίτι, τους νέους ανθρώπους που κινούν την ιστορία. Να ακούς την λέξη επανάσταση και να βάζεις τα γέλια, ‘ένα αστείο’. Αποδυνάμωσε μέσα στον καθένα τη διάθεση για ρήξη. Μοιάζει πανίσχυρη, είναι;

Στην αναγκαιότητα της επιστροφής μιας πολιτικής που στρέφεται κατά της κυριαρχίας της αγοράς, υπάρχει όλη η ισχύς και η επικαιρότητα του Μαρξ. Γεια και χαρά σου Μαρξ, η σκέψη σου είναι νεότατη.

  • Μια μικρή παρένθεση: Οικονομική κρίση, κρίση, κρίση, χρόνια τώρα το ίδιο παραμύθι, όχι πως δεν υπάρχει, είναι όμως εγγενής του συστήματος, αυτή το τρέφει. Ήταν τότε, το μακρινό ’73 που άκουσε στην Ιταλία για την πετρελαϊκή κρίση που αναστάτωσε ολόκληρο το οικοδόμημα του δυτικού συστήματος που μέχρι τότε είχε βασιστεί στην αέναη, συνεχή και δίχως όρια εκμετάλλευση των πλουτοπαραγωγικών δυνάμεων του τρίτου κόσμου. Και η ιταλική κυβέρνηση αποφάσισε το πρώτο σαββατοκύριακο μετά την ψυχρολουσία να απαγορεύσει την κίνηση των οχημάτων στην επικράτεια. Κάτι πρωτόγνωρο, στις πόλεις δεν κουνιόταν φύλλο, απίστευτη ομορφιά την οποίαν όμως δεν κατάφερε να γευτεί πλήρως, ήταν πολύ νέος ακόμη για να αντιληφθεί πόσο όμορφη ήταν η πόλη δίχως την κίνηση των ρυπογόνων οχημάτων!

 

  • Ας συνεχίσουμε όμως από εκεί που σταματήσαμε: Φάνηκε πως το κίνημα είχε το πάνω χέρι. Ένιωσε πλειοψηφικό μέσα στην κοινωνία. Στα εργοστάσια, στις σχολές, στις γειτονιές, στις υπηρεσίες ανέπνεες φρέσκο αέρα, αέρα λευτεριάς. Το θέμα της αντιεξουσίας ήταν χρόνια στην ατζέντα, το είχε ήδη διατυπώσει η εργατική αυτονομία με τις κολεκτίβες της. Σταθήκαμε ανυπόμονοι; Βιαστήκαμε; Μάλλον. Σηκώθηκε απότομα ο πήχυς της αντιπαράθεσης ανάμεσα στα δύο κομμάτια της κοινωνίας που συγκρούονταν για το ποιο θα επικρατήσει. Με καταστροφικά αποτελέσματα για όλους.

Οι ‘δύο κοινωνίες’ δεν πρόλαβαν να γίνουν μία, τους πήρε όλους ο διάολος που λέμε. Οι σύντροφοι βρέθηκαν απομονωμένοι και εξοντώθηκαν. Αυτό ήταν, that’s it.

ΘΑΝΟΣ ΜΙΚΡΟΥΤΣΙΚΟΣ 1976 ΓΙΑΝΝΗΣ ΡΙΤΣΟΣ ΜΑΡΙΑ ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗ Κάθε τόσο μας έρχονται καινούριες καραβιές γερόντοι απ’ τον Μοριά ,απ’ τη Ρούμελη και από πιο πάνω απ’ τα Τρίκαλα και τη Μακεδονία Λιγνοί γερόντοι ,χοντροκόκαλοι μ’ άσπρα μουστάκια και φλοκάτες μυρίζουν σβουνιά και χωράφι μέσα στα μάτια τους βελάζουν τα πρόβατα του απόβραδου στα τσουλούφια τους κρέμονται οι σκιές των πλατανόφυλλων Μιλάνε λίγο δεν μιλάνε καθόλου, ωστόσο πότε -πότε το βλέπεις πού χουν συμπεθεριάσει με τα έλατα μια στιγμή που σηκώνουν τα μάτια απ’ το χώμα και τηράνε πίσω από τους ώμους μας όταν γαλανίζει το βράδυ τις τέντες κι ο αγέρας μπλέκει τα μουστάκια του στο θυμάρι όταν ο ουρανός κατεβαίνει απ’ τα βράχια Δρασκελώντας τη θύμηση με τις προκαδούρες των άστρων κι ο θάνατος κόβει βόλτες αμίλητος έξω απ’ το συρματόπλεγμα, τότες τους βλέπουμε που συνάζονται τρείς- τρεις, πέντε -πέντε σα στα παλιά τα χρόνια στις μπαρουταποθήκες του Μεσολογγιού Και τότες πια δεν ξέρεις, έτσι συναγμένοι στον αυλόγυρο της βραδιάς αξούριστοι , άλαλοι, δεν ξέρεις πια ,σαν ανάβουν τα τσακμάκια τους αν είναι ν’ ανάψουν το τσιγάρο τους ή αν είναι ν’ ανάψουν το φιτίλι του δυναμίτη Τούτοι οι γερόντοι δεν μιλάνε τα παιδιά τους βγήκαν στο κλαρί ετούτοι χώσαν τη καρδιά τους στο βουνό σαν ένα βαρέλι με μπαρούτι Δίπλα στα μάτια τους έχουν ένα δενδράκι καλοσύνη, ανάμεσα στα φρύδια τους ένα γεράκι δύναμη, κι ένα μουλάρι από θυμό μες την καρδιά τους που δεν σηκώνει τ’ άδικο Και τώρα κάθονται εδώ στην Μακρόνησο στο άνοιγμα του τσαντιριού, αγνάντια στη θάλασσα σαν πέτρινα λιοντάρια στη μπασιά της νύχτας με τα νύχια μπηγμένα στην πέτρα δεν μιλάνε κοιτάνε πέρα την αντιφεγγιά της Αθήνας κοιτάνε τον ποταμό του Ιορδάνη σφίγγοντας μια πέτρα στη χωματένια φούχτα τους σφίγγοντας μες τα μάτια τους τα σκάγια των άστρων σφίγγοντας μες’ το φυλλοκάρδι τους μια δυνατή σιωπή εκείνη τη σιωπή που γίνεται πριν από το αστροπελέκι ΚΑΝΤΑΔΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΜΑΚΡΟΝΗΣΟ

»Αυτών των γερόντων εγγόνια και παιδιά είπαμε να γίνουμε κι εμείς φίλε μου» λέει ακούγοντας να τραγουδά η σπουδαία ερμηνεύτρια, »είπαμε να τους μοιάσουμε λιγάκι, αυτούς τους ήρωες που γέννησε η ζωή κι η ιστορία».

Η επίθεση στην καρδιά του κράτους απέτυχε, ο Μόρο εκτελέστηκε μιας και κανένας σύντροφος δεν ελευθερώθηκε, αμέτρητες διώξεις διέλυσαν τα πάντα. Αυτά με λίγα λόγια. Ζωντανός ο φυσικός ηγέτης της συντήρησης στην Ιταλία θα ήταν κινούμενη ανασφάλιστη βόμβα στα θεμέλια του συστήματος, νεκρός δεν κόστισε τίποτα στην πολιτική σκακιέρα, διέλυσε ολοκληρωτικά ένα αυτόνομο κίνημα που στο κάτω-κάτω δεν ήταν αυτό που πήρε την απόφαση. Αντίθετα, με όλους τους δυνατούς τρόπους είχε εκφραστεί υπέρ της απελευθέρωσης του κρατούμενου. Σφάλμα και στα μάτια του φίλου μου η εκτέλεσή του. Ο σταλινισμός είχε επικρατήσει της ευαισθησίας στις γραμμές των Ταξιαρχιτών. Διέσπασε το κίνημα, διέλυσε και την αλληλεγγύη μεγάλων κομματιών της κοινωνίας προς τη ριζοσπαστική της πλευρά. Την αλληλεγγύη προς τις πρωτοποριακές πρακτικές της οργανωμένης αυτονομίας και των αντάρτικων οργανώσεων.

Προείπαμε πως η επανάσταση διαφέρει της συντήρησης στις αξίες. Είχε μέχρι εκείνη τη στιγμή φερθεί η επαναστατημένη κοινωνία άψογα στον κρατούμενο που υπερασπίστηκε τον εαυτό του με τον καλύτερο τρόπο διαμορφώνοντας κλίμα συμπάθειας σε όλους τους χώρους. Η επανάσταση δεν συμπεριφέρεται εκδικητικά, η ζωή του κρατούμενου είναι ιερή. Η κοινωνία δεν άντεξε το νεκρό σώμα του γραμματέα. Ο αιχμάλωτος είναι όμηρος στα χέρια του εχθρού του, του λαού. Οι άνθρωποι του, τον έχουν παρατήσει εντελώς με αξιοθαύμαστη εξαίρεση την οικογένειά του που κρατά στάση αξιοπρεπέστατη. Οι πολιτικοί του φίλοι και σύντροφοι σε όλες τις λοβιτούρες τον έχουν εγκαταλείψει ξεκρέμαστο, μόνο και ανυπεράσπιστο δείχνοντας όλη την ασχήμια της εξουσίας, το αποκρουστικότερο της πρόσωπο. Εδώ οι σύντροφοι αυτό δεν κατάφεραν να το αναδείξουν, έχασαν κάθε πλεονέκτημα που μέχρι εκείνη τη στιγμή την τόσο άτυχη είχαν καταφέρει να δημιουργήσουν. Στην άρνηση διαπραγμάτευσης από την πλευρά των εξουσιαστών αντέτειναν την άρνηση της ζωής.

Και ηττηθήκαμε όλοι μαζί. Νομίζω, λέει, πως φαίνεσαι τεράστιος στα μάτια όλων, όταν σου αρνούνται και δεν εκδικείσαι, για μια τέτοια στιγμή τουλάχιστον μιλά και όχι γενικότερα περί εκδίκησης. Κακά το ψέματα, για όλους αυτούς που ονειρεύτηκαν και προσπάθησαν να πραγματώσουν το διαφορετικό, στα όρια του εφικτού πάντα, ζώντας ασφυκτικά περικυκλωμένοι από την αντεπανάσταση με όλα τα εργαλεία οπλισμένα, για όλους αυτούς που ζούσαν στο καινούριο, το νεκρό σώμα του ανθρώπου ήταν ένα μεγάλο χαστούκι. Και επιμένει στο θέμα διότι ξέρει από πρώτο χέρι πως από εκείνη τη μέρα και μετά κανένας τους δεν ήταν πια ο ίδιος. Μπερδεύτηκε ο κόσμος, μαζεύτηκε. Η επανάσταση έβαλε τρικλοποδιά στον εαυτό της. Και όσο εύκολο είναι να δημαγωγείς εκ των υστέρων άλλο τόσο αλήθεια είναι πως όλα αυτά ειπώθηκαν πριν ακόμη ληφθεί η απόφαση. Θυμάται επίσης ο φίλος μου πως με την απαγωγή του Μόρο, τον Μάρτη  του ’78, ο κόσμος πανηγύριζε, υπήρχε διάχυτη στην ατμόσφαιρα η ικανοποίηση, είμαστε κι εμείς εδώ έλεγε και ένιωθε ο κόσμος, οι μέρες της ατιμωρησίας σας τέλειωσαν, προς τους λακέδες της εξουσίας και τα τσιράκια της. Κι ας βομβαρδίζονταν ο τόπος από τις εικόνες της εξολοθρευμένης φρουράς του. Τεράστιο χαστούκι στην εικόνα, την αναλγησία της εξουσίας, στην αίσθηση παντοδυναμίας που ανέδιδε η συμπεριφορά της. Πενήντα μέρες μετά τον ενθουσιασμό αντικατέστησε η κατήφεια ο σκεπτικισμός και η ανησυχία.

Μαύροι σκυθρωποί όλοι προβληματισμένοι ένιωθαν την καταιγίδα να πλησιάζει. Η ζωή ξαφνικά είχε αγριέψει πολύ, τα χρόνια της ‘αθωότητας’ εξαφανισμένα, οι περισσότεροι δεν ήταν έτοιμοι, η παγίδα είχε στηθεί κι εμείς πιασμένοι στις δαγκάνες της. Έπεσε κι ο λαός στην παγίδα, γι’ αυτό, ή μάλλον, και γι’ αυτό η Ρώμη σήμερα [ που γράφονταν αυτό το κείμενο ] για πρώτη φορά στην ιστορία της έχει όχι ‘αριστερό’ ηγέτη αλλά φασίστα. Και για πρωθυπουργό τον Μπερλουσκόνι, που όλοι γνωρίζουν πως μπλέχτηκε με την πολιτική για την βουλευτική ασυλία, για να πνίξει τα σκάνδαλα στα οποία είναι μπλεγμένος. Για τον ίδιο λόγο που οι Γάλλοι έχουν Σαρκοζί και εμείς εδώ Καραμανλή. Στο κάτω, κάτω αυτοί είναι τίμιοι με τον εαυτό τους, λένε αυτό που είναι, κάνουν αυτό που πιστεύουν. Σε μια κοινωνία που τους μοιάζει. Μιας κι εμείς δεν καταφέρνουμε να δείξουμε πόσο πραγματικά διαφορετικοί είμαστε. Κλεισμένοι στους μικρόκοσμους και τους εγωισμούς μας. Η αλήθεια είναι διάσπαρτη παντού, δεν είναι κτήμα κανενός. Μόνο ενωμένη η αντί εξουσία, ζώντας διαφορετικά και αναδεικνύοντας το στην καθημερινότητα, χίλιοι καθημερινοί αγώνες, χίλιες καθημερινές κατακτήσεις, θα πέσουμε, θα φάμε και πολλά χαστούκια, και απογοητεύσεις, δεν πειράζει, όρθιοι ξανά, εκεί, στις μικρές και μεγάλες επάλξεις ,δίνουμε καθημερινές εξετάσεις. Για μας το κάνουμε στο κάτω κάτω. Κάτι θα γίνει τελικά. Ο ορίζοντας είναι γαλάζιος, είναι και μαύρο κόκκινος, γαλάζια η ομορφιά του ουρανού, κόκκινη και μαύρη η ομορφιά του καινούριου, της ανατροπής, της αυτονομίας.

  • Οι ομάδες μας, λέει, ήταν η κοινωνία σε κίνηση, οργανωμένη, στρατός και λαός μαζί, ένα, ζων οργανισμός, αυτόνομος, γεμάτος ζωντάνια, κύτταρο του νέου πολιτισμού. Χτυπούσε στόχους καθημερινούς, εύκολα κατανοητούς, αποδεχτούς σχεδόν από όλους. Εργατική αυτονομία, λαϊκή αυτονομία. Από αυτά που γνώριζε ο λαός μέχρι τότε, από αυτό που προ υπήρχε, και που επάνω του σκόνταφτε. Αυτοοργανωμένος ο κόσμος στη δουλειά, στη γειτονιά, στη σχολή. Παντού. Ήθελε, διεκδικούσε, κατακτούσε. Καθημερινά. Ζούσε και ανέπνεε μαζί, αλλιώς, διαφορετικά. Ο ένας για τον άλλο, για την άλλη. Μαζί. Αυτό το μαζί έκανε τη διαφορά. ΜΑΖΙ.

ΣΑΝ ΝΑ ΜΉΝ ΒΛΈΠΩ ΜΑΖΊ ,ΜΟΥ ΛΈΕΙ ΣΉΜΕΡΑ. Σαν να μην υπάρχει μαζί, με εξαιρέσεις φυσικά στέκια και καταλήψεις. Ο καθείς χωριστά, χάνεται. Απογοητευμένος, τρομαγμένος, αδύναμος. Ευάλωτος αρκείται μια φορά κάθε τόσο να ψηφίζει εναντίον αυτού που κατά βάθος δεν γουστάρει καθόλου.

Νίκος Δημητράτος, 1974,Σταύρος Ξαρχάκος, Νίκος Γκάτσος ΝΥΝ ΚΑΙ ΑΕΙ Εσείς που βάλατε την έγνοια προσκεφάλι, κι είχατε στρώμα της ζωής την ερημιά εσείς που χρόνια δεν σηκώσατε κεφάλι και καλοσύνη δεν σας άγγιξε καμιά Ήρθε ο καιρός πάνω στου κόσμου την πληγή ήρθε ο καιρός να ξαναχτίσετε τη γη .

Όλοι εμείς, συνεχίζει, που πήραμε μέρος τότε στον αγώνα για την ανατροπή, όλοι εμείς που βιώσαμε αυτή την περίοδο γνωρίζουμε πως ένα μεγάλο κομμάτι της νόησης και της ευαισθησίας μας προέρχεται από το γεγονός πως βουτήξαμε αυτόνομα, χωρίς να μας κατευθύνουν σε αυτές τις σπάνιες στιγμές, τις οποίες θεωρώ ως ένα δώρο της ιστορίας. Σήμερα ο κόσμος είναι πιο σκληρός, πιο οξύς, κατ’ εικόνα του χρήματος που προσκυνά, του χρήματος που δεν γνωρίζει σύνορα και που έχει γίνει η πραγματική διεθνής αξία και πατρίδα, η ανατροπή δεν μπορεί παρά να είναι παγκόσμια, εφευρετική, απαλλαγμένη από κάθε ιδεολογία η οποία θα σκότωνε οτιδήποτε ζωντανό σε κάθε αντιστασιακή δράση προς όφελος της εκάστοτε φατρίας. Είμαστε υπεύθυνοι για τους εαυτούς μας και ο καθένας οφείλει να διαφυλάξει το κομμάτι ζωής, ονείρου, παιδικότητας και επαναστατικότητας που τον καθιστά μοναδικό’.

ΕΊΜΑΣΤΕ ΑΡΙΣΤΟΚΡΑΤΕΣ. Έχουμε τα μάτια ανοιχτά και τη συνείδηση καθαρή ώστε να βλέπουμε κατάματα την πραγματικότητα. Είμαστε με αυτούς που συνθλίβονται γιατί μας συνθλίβουν κι εμάς, οικονομικά, πολιτιστικά, πολιτικά. Δεν είμαστε με αυτούς που πετούν τα τσιγάρα από το παράθυρο του αυτοκινήτου ή κορνάρουν με το παραμικρό τα μεσημέρια. Δεν είμαστε με αυτούς που τρέχουν στα πρωϊνάδικα, που διαμορφώνουν άποψη από την τηλεόραση. Δεν είμαστε με τη Γιουροβίζιον και το life style σαν πολιτιστικό γεγονός. Δεν είμαστε από αυτούς που βάζουν το προσωπικό ή το παραταξιακό συμφέρον πάνω από το κοινό. Θέλουμε να ανατρέψουμε αυτό που δεν μας αρέσει σήμερα, αυτό που υπάρχει χρόνια. Βαρέθηκα φωνάζει, να βλέπω τις ίδιες φάτσες χρόνια τώρα να μου μασουλάν τις ίδιες αηδίες. Το καινούριο θα γεννηθεί μέσα από την αβεβαιότητα, την αταξία, την φασαρία. Τα καλύτερα παιδιά κουράστηκαν και γύρισαν στο σπίτι. Τα χειρότερα ενσωματώθηκαν στο σύστημα γιατί δεν ήταν επαναστάτες στην ψυχή, καλή ώρα σαν τον Λαλιώτη και τη Δαμανάκη εδώ σε μας, τον Κον Μπεντίτ στη Γερμανία- τι απέγιναν οι δικοί του σύντροφοι δεν γνωρίζει. Δεν θέλουμε να αλλάξουμε το σύστημα, λέει, να το καταστρέψουμε θέλουμε, δεν αλλάζει, αποδεδειγμένα. Και το καινούριο θα γεννηθεί από τα χαλάσματα, αυτός είναι ο νόμος της φύσης. Και αυτοί που διοικούν θα εργάζονται κιόλας, συγχρόνως. Φτάνει πια με τους εργατοπατέρες, είναι η μόνη δικλείδα ασφαλείας. Μιλούν στο όνομα του λαού αυτοί που με το λαό δεν έχουν πιει ένα ποτήρι κρασί μαζί. Άνθρωποι που δεν έχουν νιώσει την αγωνία της καθημερινότητας και της επιβίωσης, μιλούν στο όνομα αυτών που δεν ξέρουν τι τους επιφυλάσσει το αύριο. Και κυβερνούν στο όνομά μας άνθρωποι που δεν θα μας γνωρίσουν ποτέ, δεν νιώθουν το χτύπο της καρδιάς μας, το άρωμα της σκέψης μας. Μιλούν για ελευθερία άνθρωποι που δεν διακινδύνευσαν ποτέ στη ζωή τους. Άνθρωποι που δεν είπαν ποτέ όχι σε ανώτερο διοικούν υπουργεία, στρατούς, θέσεις κλειδιά. Ποτέ δεν ρίσκαραν, δεν ριψοκινδύνεψαν ποτές. Η παραβατικότητα είναι πολύ γλυκιά θέλει αρετή και τόλμη όμως η ελευθερία, όπως έχουμε ξαναπεί Θέλει κότσια να πας αντίθετα στο ρεύμα, στον συντηρητισμό. Αυτός ευθύνεται για τα δεινά της σημερινής ζωής μας σε μία κοινωνία άγρια, ψυχρή και υπολογιστική. Είμαστε αριστοκράτες λοιπόν. Δεν παρκάρουμε στα ήδη κατειλημμένα πεζοδρόμια από μπαρ και ταβέρνες. Δεν βρωμίζουμε τις θάλασσες και τις ακρογιαλιές.

Κομπιάζει λιγάκι. Αν δεν έχεις μπει ποτέ στη φυλακή δεν καταλαβαίνεις τη σημασία της ελευθερίας, και την έννοια αυτής. Κι αν δεν έχεις νοσηλευθεί για σοβαρή αιτία την αξία και την έννοια της υγείας. Ξέρεις πως τα έχω για τα καλά γνωρίσει και τα δύο, και με το παραπάνω. Ήμουν ‘τυχερός’ που τα έζησα και τα δύο, επαναλαμβάνει γιατί ξέρω από πρώτο χέρι. Τρεις φορές φυλακίστηκα, πολλές νοσηλεύτηκα, εγχειρίστηκα, εντατική, χημειοθεραπείες, όλα τα καλούδια.

Δεν είχαμε κανένα συμφέρον, συνεχίζει, να είμαστε με τους ‘εκτός νόμου’. Στη ζωή μας όλα κυλούσαν φυσιολογικά. Είκοσι χρονών παιδιά στο άνθος της νιότης και της ενεργητικότητας ερωτευτήκαμε τους παράνομους, τους παραβατικούς, αυτούς που ρίσκαραν τα πάντα γιατί αγαπούσαν την ελευθερία και την αυτονομία, γιατί μίσησαν το ψέμα, την υποταγή, την διαφθορά, την απληστία, την ψευτοδημοκρατία στο κάτω κάτω. Εκλογές έκαναν και οι χουνταίοι, εκλογές και οι σημερινοί. Ποια όμως από τα κρίσιμα ζητήματα λύνονται στα κυνοβούλια πραγματικά. Μόνο τα μικρο ζητήματα. Εκεί επικυρώνονται οι αποφάσεις που παίρνονται στα γραφεία των μεγάλων εταιριών που στηρίζουν τα κόμματα και χρηματοδοτούν τις καμπάνιες και τα μεγαλοστελέχη τους. Σήμερα για να θέλεις να πολιτευτείς σημαίνει πως θέλεις να οικονομήσεις χωρίς να κουραστείς, άσε που όσο και να ιδρώσεις τα λεφτά με τρόπο νόμιμο είναι περιορισμένα. Μόνο οι ανατρεπτικοί είναι ειλικρινείς. Κι αν δεν υπάρχουν μαζικά σήμερα θα υπάρξουν σίγουρα αύριο. Η ζωή και η ιστορία κύκλους κάνει. Υπομονή αδέλφια. Και αυτά που τόσο ανατρεπτικά ακούγονται σήμερα, αιρετικά, θα είναι πλειοψηφικά αύριο. Θα ακούγονται από στόματα πολύ περισσοτέρων.

Ας κρεμάσουν δέκα παλικάρια τον υπουργό στα κάγκελα του Πολυτεχνείου, δεμένο, με μια πινακίδα στο λαιμό που θα μιλά για τα ‘κατορθώματά’ του, να κάτσει έτσι για μισή ωρίτσα μέχρι να τον κατεβάσουν, να νιώσει στη μούρη του την απέχθεια αυτών που δεν του μοιάζουν. Έτσι όπως έκαναν τότες οι ιταλιάνοι σύντροφοι! Να νιώσει τη βία που νιώθουμε κολλημένη σαν βδέλλα στο πετσί μας καθημερινά, όλοι μας όταν μασουλάμε το παραμύθι τους. Σας λέω πως εκατοντάδες χιλιάδες έλληνες θα πανηγυρίσουν, βγείτε έξω και ρωτήστε, χωρίς κάμερες και χαφιεδισμούς, θα σας πουν την αλήθεια.

Έβαζαν οι σύντροφοι στόχο τα γραφεία των μεγάλων κατασκευαστικών που κρατούσαν ανοίκιαστα εκατοντάδες διαμερίσματα για να σηκώσουν τις τιμές. Όλοι έλεγαν: καλά τους κάνετε. Απέκλειαν τετράγωνα με μέσα τους πολυκαταστήματα και αλυσίδες, εισέβαλαν και απαλλοτρίωναν τα αγαθά μαζί με τον κόσμο, που πανηγύριζε και έφευγε φορτωμένος, ή με αυτομείωση, κατέθεταν στα ταμεία συμβολική τιμή για τα προϊόντα πρώτης ανάγκης. Έκρηξη ενθουσιασμού και θαυμασμού στη γειτονιά. Στα ακριβά εστιατόρια το ίδιο, παντού λαϊκές τιμές, καταλήψεις για στέγαση και δημιουργία κέντρων συνάντησης και επιμόρφωσης, εισβολές στους κινηματογράφους και τα θέατρα για όσους αδυνατούσαν να καταβάλουν αντίτιμο, συμβολικές τιμές στα εισιτήρια για τους υπόλοιπους. Η αυτομείωση σε όλους τους λογαριασμούς κοινής ωφέλειας είχε γίνει φαινόμενο μαζικό. Τηλέφωνα, μεταφορές, νερό, ρεύμα. Ο λαός απαιτούσε, οργανώνονταν αυτόνομα, έπαιρνε αυτό που ήταν δικό του. Μαζικά.

autop, people have the power

Είναι ιερή η ζωή λέει, όμορφη, πανέμορφη. Και το έχει νιώσει μέχρι το μεδούλι γιατί κινδύνευσε να την χάσει. Γι αυτό ζήστε την με ένταση, με πάθος, με όλο σας το είναι. Είναι ιερή. Γι αυτό αισθάνονταν άβολα, κομπιάζει, όταν σύντροφοι, στον αγώνα, την αφαιρούσαν, από λαμόγια έστω.

‘Να ζήσουμε τη ζωή με τα όλα της’ ξαναλέει, ‘σε όλο της το μεγαλείο’. Να βουτήξουμε στα νερά της, ακόμη και στα παγωμένα καλό κάνει, και στα αφρισμένα, εκεί, κυρίως εκεί μαγειρεύονται πράγματα και καταστάσεις. Να δοκιμάσουμε τα αρώματα της δίχως φόβο. Να γνωρίσουμε τη φύση, να τη σεβαστούμε. Να τρέξουμε στα δάση, να ξαπλώσουμε στο χορτάρι να αναπνεύσουμε τη δημιουργία, να νιώσουμε την ελευθερία, την ευωδιά των λουλουδιών, να ακούσουμε τη μουσική που σκορπίζεται παντού, από τον άνεμο, τα δέντρα, τα πουλιά. Να πετάξουμε μαζί τους, εκεί βρίσκεται η καρδιά της ζωής, της δημιουργίας. Να αφουγκραστούμε το μήνυμα, μήνυμα αισιοδοξίας και ευτυχίας. Την ευλογία του όλου, του ολοκληρωμένου. Υπάρχει ολοκλήρωση στη φύση. Να ζήσουμε και να πεθάνουμε λεύτεροι. Εάν ήμασταν ολοκληρωμένα όντα δεν θα υπήρχαν πόλεμοι. Και μίσος για τη διαφορετικότητα. Δεν θα υπήρχαν τάξεις, ανισότητες και του κώλου τα εννιάμερα. Όλοι ήμαστε φτιαγμένοι από τα ίδια στοιχεία, ξεσπά, και την ίδια ενέργεια. Μοναδικοί στη διαφορετικότητά μας. Δεν αποτιμάται αυτή σε χρήμα. Δεν είναι γραμμένο πουθενά πως ο διπλανός είναι πιο ακριβός.

Προσελκύουμε αυτό που επιθυμούμε, αυτό που αντανακλάται από εμάς φεύγει και ξαναγυρίζει κουβαλώντας μαζί του αυτό που ζητήσαμε. Ας είναι αυτό η αγάπη και η ομόνοια, να ζήσουμε αλληλέγγυοι με τους γύρω. Ότι χρώμα κι αν έχουν, όπως κι αν ονομάζονται. Η εκτίμηση φέρνει εκτίμηση. Υπομονή λοιπόν, εκτίμηση και αγκαλιά στο γείτονα. Και κάπου εκεί γύρω υπάρχει και μια συλλογικότητα, μια αυτόνομη ομάδα. Ας την ψάξουμε, να τη βρούμε. Να την φτιάξουμε στο κάτω κάτω. Να τα απαιτήσουμε από όλους αυτά.

ΠΑΡΈΝΘΕΣΗ:

  • Ήπια καφεδάκι στο’Νικηφόρο’ του αγαπημένου παλιόφιλου, του Βασίλη του ‘Πελέ’. Λέει : ‘το μυστικό στη ζωή φίλε μου είναι να αγαπάς, αυτό ξέρω. Για να μπορείς όμως να αγαπάς χρειάζεσαι αυτογνωσία, να γνωρίζεις τα υπέρ και τα κατά σου, τα προτερήματα και τα ελαττώματα σου. Έτσι μοναχά θα μπορέσεις να αγαπήσεις τον συνάνθρωπο, την κοπέλα σου! διαφορετικά δεν γίνεται! όλα τα άλλα τα ακούω βερεσέ!’ ‘Πολύ ωραία τα λες φίλε’, του απαντάω. ‘Δεν τα λέω εγώ Μιχάλη’, συνεχίζει.’ Η ζωή το λέει, αυτήν επαναλαμβάνω’!

συνεχίζεται

James – Born Of Frustration (live)

απτική στέρηση

Deprivazione tattile
27 maggio 2008baruda
απτική στέρηση

“αφού του έχει αφαιρεθεί η κοινωνικότητα, το σώμα του έγκλειστου δεν έχει τρόπο να δεχτεί και να ψάξει αισθητήρια ερεθίσματα. Και, ανάμεσα σε όλες τις στερήσεις, εκείνη της αφής είναι ίσως η πιο σοβαρή και καταστροφική, τόσο καταστροφική που ένα παιδάκι μπορεί και να πεθάνει.

όταν στα τέλη του 800 η αμερικανική παιδική ιατρική φροντίδα εισήγαγε το »κρεβατάκι με τα κάγκελα», υποσκελίζοντας την παράδοση της κούνιας, ξεκίνησαν να παρουσιάζονται θάνατοι ανεξήγητοι μωρών σε απόλυτη υγεία. Το γεγονός πέρασε στην ιστορία σαν »θάνατος στο κρεβατάκι» ή ‘σύνδρομο αιφνίδιου βρεφικού θανάτου’. Η ανθρώπινη εμπειρία μας διδάσκει πως το λίκνισμα στην αγκαλιά είναι μια κίνηση χάδι σε όλο το σώμα σε όλη της την λειτουργία. αποτελεί απαραίτητη προϋπόθεση για την ευημερία και την ευεξία που αποκλείεται στο »μωρό ανάμεσα στα κάγκελα».

Αφού η στέρηση του αγγίγματος μπορεί να φέρει τον θάνατο, με τον ίδιο τρόπο αυτό μπορεί να προκαλέσει την αναγέννηση.Il con-tatto umano, η ανθρώπινη επ-αφή είναι όντως μια πιθανή φροντίδα-γιατρειά στην περίπτωση μη αναστρέψιμου κώματος ή σε πλάσματα με εγκεφαλικά τραύματα και ψυχοκινητικά handicap. Είναι η περίπτωση εκείνης της εκατοστής εθελοντών που, διαδοχικά, πήγαιναν στο σπίτι μιας μικρούλας για να μπορεί να έχει 24 ώρες στις 24 το μοναδικό φάρμακο ικανό να την κάνει να νιώθει καλύτερα : την ανθρώπινη επαφή : τη συνάντηση και το άγγιγμα ανθρώπων κάθε φύλλου, ηλικίας, επαγγέλματος, κουλτούρας, που την βοηθούσαν στις ασκήσεις αποκατάστασης. Η διέγερση είναι θαυματουργική. Η έλλειψη αγγίγματος, αντιθέτως, είναι επώδυνη.

βγάζω απ’ τα χέρια – κάτω από το δέρμα – κομμάτια από μαχαιροπίρουνα πλαστικά : τα μόνα που μπορούμε να χρησιμοποιήσουμε. σπασμένες άκρες από πλαστικά πιρούνια. Φτάνουν μικρά κοψίματα και αυτά τα κομμάτια μπαίνουν κάτω από το δέρμα. Από αυτά τα ίδια τα κοψίματα, σπρώχνοντας, βγάζω έξω τις άκρες από τα πιρούνια. Δεν υπάρχει αίμα, δεν υπάρχει ούτε μια σταγόνα αίμα ! όσο περισσότερο τραβώ προς τα έξω και περισσότερο, αγγίζοντας, αισθάνομαι! με μια αίσθηση ενόχλησης, με υπομονή όμως, στέκομαι εκεί να τραβώ προς τα έξω αυτό το πλαστικό. ξυπνώ με μια αίσθηση άγχους. Πόση αδρανή ύλη έχω απορροφήσει όλα αυτά τα χρόνια διαμέσου των πόρων του δέρματος;

σκέφτομαι το σίδερο, το τσιμέντο, το πλαστικό που αγγίζω, και στα απονευρωμένα σημάδια που με κατακλύζουν. Και δεν υπάρχει και αίμα! δίχως να το αντιληφθώ ο θάνατος μπήκε μέσα μου γενόμενος κύριος του αίματός μου. Γράφω ή διηγούμαι το όνειρο σε όποιον μπορώ, για να δρομολογήσω συναγερμό. Πρέπει να προειδοποιήσω, να βιαστώ, πριν η αδράνεια να μας κατακλύσει ολοκληρωτικά!”

το πήραμε από το “IL BOSCO DI BISTORCO”. Renato Curcio, Stefano Petrelli, Nicola Valentino. εκδόσεις Sensibili alle Foglie

αυτό το blog, αναπόφευκτα, θα μιλήσει συχνά για εγκλεισμό, για στέρηση, για απομόνωση.
θα μιλήσουμε για την φυλακή, για τους μηχανισμούς τιμωρίας, για φυσικό και ψυχικό βασανιστήριο, για ψυχιατρικά δικαστικά νοσοκομεία, για κέντρα προσωρινής κράτησης μεταναστών…απόβλητων. Εκείνων που για το κράτος πρέπει να σαπίσουν απόβλητοι.
για το δικαίωμα στην ελευθερία, για όλα αυτά που μπορούμε να διδαχτούμε από τα μάτια αυτού που είδε να του στερούνται τα πάντα.
με τον άνεμο αυτής της βραδιάς δεν μπορώ να μην σκέφτομαι σε αυτόν που είναι κλεισμένος σε ένα κελί…με αυτό το ελεύθερο φύσημα του αέρα, με αυτή την ευχαρίστηση του δέρματος που διασχίζεται από τόση δύναμη.

 ΕΝΆΝΤΙΑ ΣΕ ΚΆΘΕ ΦΥΛΑΚΉ
 ΜΈΡΑ ΜΕ ΤΗΝ ΜΈΡΑ!

http://baruda.net/

 

Σας ευχαριστώ για την υπομονή σας, συνεχίζεται

μιχαλης 296

τα βιβλία του μιχάλη, i libri di michele

Γ. χόρεψες πάνω στο φτερό του καρχαρία – 1

Είναι ένα μωρό που γεννήθηκε με καισαρική τομή μέσα στο καλοκαίρι του ’12. Χρόνια κοιλοπονούσα, κράτησα σημειώσεις, πήρα συνέντευξη και πρόσθεσα φράσεις και κειμενάκια που με εκφράζουν και βρήκα εδώ κι εκεί αυτό το διάστημα που έγλειφα τις πληγές μου. Από το 2004 και μετά.
Δεν το έπλυνα, δεν το καθάρισα. Το άφησα αδούλευτο γιατί έτσι μου φαίνεται πιο αυθεντικό, πιο γνήσιο. Είναι το ταξίδι της ζωής μου. Αυθόρμητο, spontaneo, γέννημα ψυχής. Είναι ημερολόγιο. Εξομολόγηση.

Δεν σας ζητώ να συμφωνήσετε, μόνο να αφουγκραστείτε.
Σκεφτόμουν πως να το ονοματίσω και δυσκολευόμουν ώσπου χθες βράδυ, βλέποντας το Full Metal Jacket θυμήθηκα πως μαζί με το Platoon η Αποκάλυψη ήταν η σπουδαιότερη ταινία που πραγματεύτηκε τον πόλεμο του Βιετνάμ.
Όλα είναι δυνατά όταν θέλουν οι λαοί και αγωνίζονται για την ελευθερία τους.

Αποκάλυψη λοιπόν, Τώρα. Αποκαλύπτω κι εγώ τα εσώψυχα μου.

Πέρασαν μέρες και τελικά άλλαξα τη γνώμη μου όσον αφορά τον τίτλο. Νομίζω λοιπόν πως για πολλούς, ευνόητους λόγους, το όνομα που δίνω τώρα ταιριάζει περισσότερο. ‘Στην Πρώτη Γραμμή’.
Ελπίζω λοιπόν να μη χρειαστεί να αλλάξω γνώμη εκ νέου.

Φαίνεται όμως πως η περιπέτεια για το έργο μας θα περάσει από πολλά κύματα.

Αγαπήσαμε πολύ τη θάλασσα κι έτσι αυτή μου παίζει παιχνίδια.
18 του Νοέμβρη χθες κι είδα εκπομπή αφιερωμένη στον μεγάλο ’μικρούλη’ της μουσικής μας. Είναι ο συνθέτης, ο Θάνος, που αγάπησα περισσότερο απ’ όλους [μαζί με τον Μαρκόπουλο]. Αυτός που μου κράτησε πιστή συντροφιά τα δύσκολα χρόνια της εδώ προσαρμογής μου, από το ’80 και μετά. Μου θύμισε πως ο νέος άνθρωπος, για να λέγεται τέτοιος πρέπει ν’ αρπάξει τη ζωή απ’ τα κέρατα και να την παλέψει, όσο αντέξει, κι όπου τον βγάλει… Άρπαξα λοιπόν κι εγώ το στίχο του Καββαδία, που τόσο όμορφα μελοποίησε, ταίριαζε με τη ζωή μου, που ήταν αρκετά περιπετειώδης για πολλά χρόνια,και ελπίζω να σας παρουσιάσω επιτέλους το ’χόρεψες πάνω στο φτερό του καρχαρία’.
Πάμε λοιπόν.

«Ο λύκος της στέπας είχε δύο φύσεις, μια ανθρώπινη και μια λυκίσια, κι ίσως αυτό του το πεπρωμένο να μην ήταν τόσο ιδιαίτερο και σπάνιο… Μέσα του ο άνθρωπος και ο λύκος δεν συμπορεύονταν ποτέ, αλλά βρίσκονταν μεταξύ τους σε μια θανάσιμη έχθρα».

ΠΡΩΤΟ ΜΕΡΟΣ

ΧΡΟΝΙΚΟ 1969
Πόσα χρόνια δίσεκτα μέσα σε μια ώρα, βάσταξες αδάκρυτη μάνα Παναγιά
πόσα βόλια σπείρανε γιε μου σε μιαν ώρα, και σε μαρμαρώσανε στην ξερολιθιά
Μέσα στα ερείπια στέκει σαν αηδόνα, το καταμεσήμερο και θρηνολογεί
κάλεσε τον Χάροντα σε κρυφό αγώνα πες και στην Χαρόντισσα να σε λυπηθεί
Κάποια ξημερώματα σε μακρύ τραπέζι, θα έρθουν να καθίσουνε μάνες και παιδιά
μέρα αναστάσιμη κι ο λαός θα παίζει τα πολλά τραγούδια του για τη λευτεριά.
Γιάννης Μαρκόπουλος, Κώστας Μύρης, Νίκος Ξυλούρης.

  • Πενήντα τόσα χρόνια πριν γεννήθηκε σε τούτη δω την πόλη ο φίλος μου. Πήγα να μάθω τα νέα του, χθες βράδυ. Έζησε ζωή γεμάτη περιπέτεια και ένταση, έζησε πόνο και χαρά, πολύ.
    Από μικρός ψαχνόταν, πνεύμα ανήσυχο, έχασε νωρίς τη μητέρα του. Γυναικολόγος ο πατέρας του αναγκάστηκε να τον στείλει στους δικούς του στην Αθήνα μέχρι να ξαναφτιάξει την ζωή του, όλοι οι συγγενείς ζούσαν εκεί κάτω.
    Ενθουσιώδης, κινδύνεψε πολύ, το αστέρι της μάνας του ήταν εκεί να τον γλυτώνει από τα χειρότερα.
    Ήταν πάντα ανοιχτός και κοινωνικός, τώρα τελευταία, μετά τα ζόρια με την υγεία του κλείστηκε πολύ.

Πιτσιρικάς – Ρίτα Αντωνοπούλου

  • ‘Τα πρώτα χρόνια της ζωής μου τα πέρασα στον Άγιο Γιάννη, στο δωδέκατο πήγα σχολείο‘, μου λέει, με το θάνατο της μητέρας μου με έστειλαν στην Αναργύριο εσώκλειστο, στις Σπέτσες. Δύο χρόνια εκεί και μετά στην Αθήνα στους θείους και τις γιαγιάδες μου. Εκεί με βρήκε η χούντα. Γυρίζω Χριστούγεννα του ’67 και τελειώνω το γυμνάσιο στο Αρρένων.
    Δύσκολο να είσαι εσώκλειστος μικρούλης, μακριά από το σπίτι, από τα χάδια της μάνας, από την προσοχή των γονιών. Σε αντιστάθμισμα άρχισα να συνηθίζω να παίρνω τις αποφάσεις μόνος. Βέβαια η καθημερινότητα ήταν οργανωμένη στρατιωτικά, έστρωσα χαρακτήρα. Σκληραγωγία, βούτες χειμώνα καλοκαίρι με το καλημέρα, από το κρεβάτι στη θάλασσα.
    Πανέμορφο νησί, δεν ξαναπήγα από τότες. Καταπράσινο.

Κούκλα και η Καβάλα. Με τα καλντερίμια της και τα σκαλάκια στην ανηφοριά, τα όμορφα αρχοντικά και τα χαριτωμένα σπιτάκια με τις λουλουδιασμένες αυλές τους που έδωσαν όμως αργότερα τη θέση σε γκρίζες πολυκατοικίες όπου στοίβαξαν τους ανθρώπους τα χρόνια της αντιπαροχής του Καραμανλή, μακριά από την παράδοση, καταστρέφοντας την ομορφιά της ελληνικής πόλης. Πέτρα και κεραμίδι, και διάσπαρτη η πόλη καπναποθήκες. Εκεί μέσα γεννήθηκαν αγωνιστές, εκεί στεγάστηκαν οι καημοί τους, εκεί γράφτηκε η ιστορία της, εκεί, στα καλντερίμια και στις πλατείες της.

Θυμάμαι χαράματα τους δρόμους να πλημμυρίζουν εργάτριες και εργάτες με μαντήλια στο κεφάλι, ξεκινούσαν τη μέρα πηγαίνοντας στη δουλειά. Μύριζε καπνό η πόλη ολάκερη, γεμάτη ανθρωπιά και στεναγμούς.’ Άπονη ζωή, μας αδίκησες’ τραγουδά ο Μπιθικώτσης μου λέει, ‘το κρίμα μας βαρύ μας γέννησες φτωχούς’. Νιώθω άβολα,είμαι ακόμα πιτσιρίκι αλλά νιώθω κάπως. Οι άλλοι τραβούν για το μεροκάματο την ώρα που εγώ γυρνώ στο κρεβάτι μου πρωινιάτικα.
‘Μας βίασαν λοιπόν την αισθητική, διέρρηξαν και την έννοια του ανήκειν, της γειτονιάς.’

‘Ήταν ο τόπος μου βράχος και χώματα ήλιος και μαύρο κρασί, όργωνα θέριζα και με τον Όμηρο σε τραγουδούσα λαέ μου. Πάνω στα κύματα νύχτες ολόκληρες σε ονειρεύτηκα. Ήταν ο τόπος μου σαν το χαμόγελο όνειρο καθημερινό κάποιος το πούλησε κάποιος το ρήμαξε σαν δανεισμένη πραμάτεια, τώρα τ΄ αγόρια μου παίζουν το θάνατο στα χαρακώματα.’ ΧΡΟΝΙΚΟ.

‘Με αυτό τον τρόπο διαμορφώνεται σιγά σιγά ο ψυχισμός μου’, λέει ο φίλος μου λίγες μέρες αργότερα που συναντηθήκαμε , άρχισα να κρατώ σημειώσεις :

‘Τα καλοκαίρια στο Μπάτη, παιχνίδι στη θάλασσα και στα βραχάκια. Βουτιές στο πεντακάθαρο γαλάζιο, τον ήλιο δεν τον φοβόμαστε ακόμη στενάζει, βόλτες με τα κανό στις διπλανές παραλίες, συλλογή από κοχύλια, ποδόσφαιρο στην αμμουδιά.
Τα πρωινά στη θάλασσα και τα απογεύματα προπόνηση στο Ναυτικό όμιλο, Στριφτούλιας, Σαββίδης κ.λ.π., τσούχτρες, πετρέλαια και κάθε λίγο επίσκεψη από τον στόλο, ελληνικό ή αμερικάνικο. Ναυτική εβδομάδα, βορειοελλαδικοί αγώνες, μεγάλες στιγμές.
Το βραδάκι σινεμαδάκι, Ροδόπη και Ολύμπια. Και μεγαλώνοντας άρχισαν τα χτυποκάρδια και τα ραντεβουδάκια. Κυνηγούσαμε φιλάκι από τις μικρούλες ξένες στο Μπάτη μιας και οι δικές μας ήταν απλησίαστες, ο πουριτανισμός και η υποκρισία της κοινωνίας στη χώρα μας εκείνα τα χρόνια ήταν απίστευτες. Κυνηγούσαμε λοιπόν, επαναλαμβάνει μια αγκαλιά στην αμμουδιά, στο φως του φεγγαριού..
Γεμάτη τότε η παραλία ξανθά πανέμορφα κεφαλάκια που τόσο μας αρέσουν.

Κι όσο μεγαλώναμε πλησιάζαμε όλο και περισσότερο Παλιό και Ηρακλίτσα. Κατασκήνωναν εκεί Άγγλοι και ήταν ατραξιόν για την περιοχή, με τις φωτιές την νύχτα στην αμμουδιά και τις μουσικές και το χορό. Εκεί διορθώσαμε τα αγγλικά μας με ρετσίνα και ουζάκι. Και με το σκάσιμο της αυγής μια δροσερή βουτιά στα κρουσταλλένια νερά. Τι ομορφιά Χριστέ μου.
Για το χειμώνα δεν το συζητάμε. Οκτώ το βράδυ σπίτι εκτός Σαββάτου που μας επέτρεπαν σινεμά μέχρι τις δέκα, Ολύμπια ή Αττικόν. Και τις Κυριακές νωρίς το απόγευμα κάποιο παρτάκι σε σπίτι φίλου με τους γονείς στο διπλανό δωμάτιο. Η χειραφέτηση ήρθε πολύ αργότερα.

Θυμάμαι από τα παιδικά και τα μαθητικά μου χρόνια τον Θόδωρο τον Θεοδωρίδη, την Τέτη και την Ευγενία Παπαδοπούλου, τον Νίκο τον Ανανιάδη, την Ελένη και τη Ευγενία Αστεριάδου . Τον Τένη τον Στωίδη, την Ελένη Δίνγκα, την Μάγκυ Παπανικολάου και την Καρολίνα. Την Υβόννη και τον Μίρκο Ιορδάνογλου, και τον Θανάση τον Ευαγγελίου, τον Τριαντάφυλλο Τσουπάρη. Θυμάμαι και άλλα αγόρια και κορίτσια λέει, με τα οποία βρεθήκαμε πολύ κοντά για κάποια χρόνια αλλά τόσο το ότι τα ονόματα μου διαφεύγουν όσο επίσης το ότι θα χρειαζόμασταν πολύ χώρο για να τα αναφέρουμε με κάνουν να σταματήσω εδώ. Θεωρώ πάντως πως ανάμεσα σε αυτά τα ‘ξεχασμένα’ πρόσωπα βρίσκεται και ο φύλακας άγγελος που χρόνια αργότερα, την κρίσιμη στιγμή γλύτωσε τη ζωή μου από τα πολλά χρόνια εγκλεισμού που με περίμεναν εάν έπαιρνα εκείνο το μοιραίο λεωφορείο Θεσσαλονίκη-Φλωρεντία στη μπασιά του 1980!

Την αγάπη στην μουσική την απέκτησα τα χρόνια της Αθήνας, μετά τις Σπέτσες. Τα ξαδέρφια μου άκουγαν πολύ, ραδιόφωνο Πετρίδης, Κογκαλίδης, Μαστοράκης, αργότερα Μηλάτος. Δίσκοι στο πικ-απ το βραδάκι που τελείωναν οι εκπομπές για τη νεολαία. Rolling Stones, Beatles, Animals και Who όπως και πολλοί άλλοι. Έγινα λάτρης της ροκ σκηνής, Santana , Hendrix, Traffic κ.λ.π, η απίστευτη εκείνη συναυλία-ταινία Γούντστοκ σημάδεψε και καθόρισε σημαντικά την ζωή μου, και είδα, το θυμάμαι ακόμη, οκτώ φορές, την πρώτη στο Λονδίνο, 16άρης.

Γνώρισα σιγά σιγά μου λέει τον Ξαρχάκο, τον Θεοδωράκη και τον Σαββόπουλο που μόλις άρχισε να γίνεται γνωστός’.

 

  • Είδε τότε στο γήπεδο της Λεωφόρου ζωντανά τη συναυλία των Stones λίγες μέρες μετά τη χούντα. Σημάδεψε τη ζωή του εκείνη η φοβερή εμπειρία, δώδεκα χρονών παιδί μέσα σε ένα γήπεδο τίνγκα νεολαίους που πάλλονταν από ενέργεια και ενθουσιασμό, σε μία διαδήλωση ενάντια στα ήθη της εποχής, το καινούριο μάχονταν την συντήρηση, το νέο την γερασμένη σύμβαση, η συνοδεία του συγκροτήματος πετούσε κόκκινα τριαντάφυλλα στον κόσμο, η αστυνομία τους ξυλοκοπούσε, ο Jagger ούρλιαζε και το πλήθος αποδοκίμαζε εν χορό τους μπάτσους. Ήταν η πρώτη επίσημη αποδοκιμασία του στρατιωτικού καθεστώτος.
    Στην άτυπη διαμάχη που υπήρχε ανέκαθεν ανάμεσα στα σκαθάρια και τις πέτρες συντάχτηκε με τους τελευταίους μια και οι πρώτοι ήταν αρκετά λάιτ. Πάντως διαχρονικά μεγάλη του αγάπη μέχρι σήμερα παραμένουν οι Pink Floyd. Και από τους Έλληνες Μαρκόπουλος και Μικρούτσικος.

http://vimeo.com/9500231

Pink Floyd στηνΠομπηία

Εκείνα τα χρόνια απέκτησε και το πάθος για τον Ολυμπιακό. Όλοι στο σπίτι αγαπούσαν την μεγάλη ομάδα του Πειραιά απ’ όπου κατάγονταν ο πατέρας του, τον έπαιρναν μαζί τους στο θρυλικό Καραϊσκάκη, πάντα στην 7 όποτε κατάφερναν να βρουν εισιτήριο, και έτσι ένιωσε εκείνη την ιδιαίτερη σχέση που έχουν οι γάβροι με την ομάδα τους.
Έτσι λοιπόν ανέμελα κυλούσε η ζωή του με πολύ ενέργεια και τρέλα στο κεφάλι. Αισιόδοξος, χαιρόταν τη ζωή με τις στιγμές της, να τριγυρνά στο βουνό και στις παραλίες, να σκαρφαλώνει στα βράχια και να ανακαλύπτει μονοπάτια. Δεν έμαθε καθιστικά παιχνίδια, είχε παλούκια στον κώλο που λέμε, δεν
σύχναζε στα καφενεία, αντίθετα έπαιζε πινγκ πονγκ με κάποιους τρελαμένους σαν κι αυτόν.

  • ‘Τελειώνοντας την τετάρτη τάξη καλοκαίρι του ’71 πηγαίνοντας στην πέμπτη, με το φροντιστήριο του Φαίδωνα του Σιδηρόπουλου πήγαμε για σαράντα μέρες’ ,συνεχίζει, στο Λονδίνο . Ήταν τεράστια εμπειρία αυτή, εκείνα τα χρόνια που η παγκόσμια νεολαία πάσχιζε να τινάξει από πάνω της κώδικες ρόλους και ταμπού κάτω από τα οποία δεκαετίες ασφυκτιούσε, σε εκείνους θέλαμε να μοιάσουμε και εμείς τότε που ακόμη μας κούρευαν με την ψιλή, μας δίκαζαν με τον νόμο περί τεντι μποϊσμού, μας αποκαλούσαν ντιντίδες και δεν θυμάμαι πως αλλιώς, μας απαγόρευαν να φορέσουμε μάλτες, έτσι έλεγαν τα μπλου τζιν’.

Έφυγε λοιπόν να σπουδάσει στην Ιταλία και άλλαξε η ζωή του. Μόλις γνώρισε τον Μάρξ και τον Λένιν εντυπωσιάστηκε, με τον Γκεβάρα απογειώθηκε. Δέθηκε αμέσως στο καινούριο περιβάλλον και στους ανθρώπους, η Ελλάδα του φαινόταν πια πολύ μακρινή.
Άβυσσος χώριζε τις δυο πραγματικότητες.
Η μία οπισθοδρομική, σε στασιμότητα, βάλτος, η ελληνική επαρχία, συντηρητισμός και συμβάσεις.
Η άλλη σε κίνηση. Νέοι άνθρωποι σε μία πορεία αλλαγών και ανατροπής.
Γεννιόταν το νέο στα ερείπια του παλαιού.
Η νεολαία στην πρώτη γραμμή. Ο φίλος μας στην μέση.
Όταν γύριζε να επισκεφτεί τον πατέρα του οι μικρότητες του φάνταζαν βουνά, πνίγονταν.

Εκεί μια συντροφικότητα μυθική στα μάτια του, μια γενιά που έστηνε τις δικές της αξίες,που απαιτούσε από την συντήρηση να κάνει πέρα, άνοιγε τον δρόμο και θέσπιζε καινούρια νοήματα παλιά όσο ο άνθρωπος, έδινε νόημα σε νέες συμπεριφορές. Η αντί εξουσία στη θέση της γερασμένης. Η αυτονομία στη θέση της επανάληψης.
Ένας δάσκαλος του έμαθε να στοχεύει ψηλά. Έτσι θα κατακτούσε μακρύτερες κορφές. Όταν στοχεύεις το εφικτό έλεγε θα καταφέρεις λιγότερα. Σημάδευε μακριά για να πετύχεις ψηλά, όσο ψηλότερα τόσο καλύτερα.
Και οι νέοι είχαν βάλει στόχο την κορυφή. Να πατήσουν τον κόσμο, να τον καβαλήσουν και να τον οδηγήσουν εκεί που ήθελαν. Σαν τον Αλέξανδρο με τον Βουκεφάλα, μαζί μέχρι το τέλος, μέχρι την άκρη της γης.
Έτσι κι αυτοί, μαζί, στη γη των ονείρων τους, για την κοινωνία χωρίς κανόνες απ’ τα πάνωαπελευθερωμένοι από τις στρεβλές συμβάσεις, του αυτόνομου ανθρώπου από τους γνωστούς έως τότε κανόνες.

Δεν είναι χλιαρός ο δικός μας, παθιάρης είναι, παθιάστηκε λοιπόν. Του ήταν φυσικό με τον χαρακτήρα που κουβαλούσε. Η εξέγερση ήταν καθημερινή βιοτή, η επανάσταση της καθημερινής ζωής, στις συμπεριφορές, στα αιτήματα, στους αγώνες, στον έρωτα, στις διεκδικήσεις, στις συνήθειες. Μου είπε πως σε ανύποπτο χρόνο διάβασε πολλές βλακείες από σχετικούς και άσχετους για το τι έλαβε χώρα εκείνα τα τρομερά χρόνια, μόνο ο Μπαλεστρίνι κατάφερε να μεταφέρει τον ‘αέρα’ εκείνης της εικοσαετίας.
Ήταν μια γιορτή με τις καλές και τις κακές στιγμές της, τα πάνω και τα κάτω. Πάντως μια γιορτή με τα όλα της. Το να ζεις στο δίκιο, ελεύθερα και ισότιμα είναι τρόπος ζωής φευγάτος, είναι αναγκαιότητα γι’ αυτούς.
Έζησαν στο μεταίχμιο δύο κόσμων, αναποδογύριζαν καθημερινά τα γνωστά και πειραματίζονταν το νέο, ταυτόχρονα. Στις σχολές, στο σπίτι, στις πλατείες τους δρόμους και τις γειτονιές, στη δουλειά.
Η χαρά ήταν όλη δική τους, ήταν για όλους ξανά η χαρά. Οικειοποιούνταν τις ζωές τους. Έκαναν πράξη το σύνθημα, τα ήθελαν όλα και τα έπαιρναν, subito, αμέσως. ΚΑΙ ΕΙΧΑΝ ΠΟΛΥ ΦΑΝΤΑΣΙΑ, αυτή ήθελαν στην εξουσία και το έκαναν πράξη, όχι το κέρδος, όχι τις αγορές που θα έλεγε κάποιος σύγχρονος.
Έγιναν επαγγελματίες επαναστάτες για να ελευθερώσουν το σήμερα από το χθες, και να δείξουν στους υπόλοιπους το αύριο. Το καυχήθηκε ο δικός μου δεν το μετάνιωσε ποτές.

Πήραν τα όπλα, χιλιάδες ήταν, ενάντια σε όλους αυτούς που με όπλα φρουρούνται, και φρουρούν και επιβάλλουν με όπλα τη βία τους, την εξουσία τους, τη θέλησή τους. Αντέταξαν στη βία βία. Στην καθημερινότητα τους γλυκείς και τρυφεροί. Στον πόλεμο που υφίσταντο απάντησαν με πόλεμο.

1987 ΤΟΛΜΗΡΗ ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ
Με κάτασπρο πανί ένα καράβι απ’ το πενήντα έχει να φανεί, και συ βιδώθηκες μες στο λιμάνι με ανθοδέσμη που έχει μαραθεί, Ηλεκτρικός Θησέας σε πηγάδι κι η Αριάδνη έχει μουγκαθεί.
Σε δίκασαν να σπαταλάς τα χρόνια σε μια ζωή χωρίς προοπτική, Χάνεσαι σαν τον γλάρο στην Ομόνοια και όταν ψάχνεις λύση στη φυγή, πληρώνεις όσο-όσο τα διόδια και κομματιάζεσαι στην εθνική.
Ποιος είναι ισοβίτης στο σκοτάδι ποιος αλαφιάζει δίχως πληρωμή. Ποιος σκύβει στους αφέντες το κεφάλι και ποιος τα βράδια κλαίει σαν παιδί, ποιος ονειρεύεται πως κάποιοι άλλοι βγαίνουν και κάνουν πρώτοι την αρχή. Ναυάγια ονείρων αρμενίζουν και τα κεφάλια γέμισαν σκουριά. Στα σούπερ μάρκετ τέλειωσε η ελπίδα και συ κοκάλωσες στη σκαλωσιά. Που πήγαν οι τριακόσιοι του Λεωνίδα, και τι θα πούμε τώρα στα παιδιά, Ηλεκτρικός Θησέας και τα λοιπά.
Φοβάσαι ότι θα ‘ρθει καταιγίδα και θα μας πνίξει όξινη βροχή, βάλε σε γυάλα μέσα την πατρίδα και κρύψε την καλά μέσα στη γη Μήπως την ψάχνουν σαν την Ατλαντίδα αφού η Πανδώρα ανοίγει το κουτί, Ηλεκτρικός Θησέας σε πηγάδι κι η Αριάδνη έχει μπερδευτεί.
Ψηφοθηρία, λόγοι κι εμβατήρια ποτέ δεν έφεραν την αλλαγή, γι αυτό και χάθηκες στα σφαιριστήρια και μες τα γήπεδα την Κυριακή, τώρα καθώς κοιτάς τα διυλιστήρια ρωτάς ποιοι σ’ έχουν βάλει στο κλουβί, Ηλεκτρικός Θησέας σε πηγάδι κι η Αριάδνη έχει τρελαθεί.
Να κλείσεις θες πληγή θανατηφόρα και μες τα Νέα ψάχνεις για δουλειά, Όσα τα κέρδισες με τα μαρτύρια τα παζαρεύουν πάλι στα χαρτιά, τρέχεις να ψάξεις μες τα καταφύγια και βρίσκεις μιαν αιχμάλωτη γενιά.
Μια πλαστική ανέμισες σημαία, πίστεψες σ’ έναν άγνωστο θεό, κρέμασες το μυαλό σε μια κεραία, ειδήσεις, σίριαλ και τσίχλα ροκ, Και πώς θα ξημερώσει άλλη μέρα όταν τα λάθη κλέβουν τον καιρό, και πώς θα ξημερώσει άλλη μέρα όταν το ψέμα σέρνει τον χορό.
Ζωγράφισε έναν ήλιο στο ταβάνι
μίλησε με τ’ αγέρι της νυχτιάς
και χόρεψε μαζί με τη σκιά σου
στους ήχους μιας αδύναμης καρδιάς
πάρε τηλέφωνο τη μοναξιά σου
ή ΒΓΕΣ ΞΑΝΑ ΣΤΟΝ ΔΡΟΜΟ ΤΗΣ ΦΩΤΙΑΣ.
Αυτοί έτσι έπραξαν, βγήκαν στο δρόμο της φωτιάς.
[ η μουσική είναι του Γ. Μαρκόπουλου, οι στίχοι του Δ .Βάρου και τραγούδησαν ο Παύλος Σιδηρόπουλος με την Μ .Φωτίου.]

Σήμερα έχει αράξει. Η κοινωνία κοιμάται τον -ύπνο του δικαίου-. Όλα ησυχάζουν, αυτός είναι ανήσυχος. Στεναχωριέται για την απάθεια. Διάβασε προχτές στον τοίχο : αυτή η κοινωνία προωθεί την ρουφιανιά το γλείψιμο και την υποταγή, συμφώνησε. Ψυχολογική καταπίεση, οι άνθρωποι παράτησαν
τα ύψη, τράβηξαν χαμηλά, χώθηκαν σε λαγούμια. Κρύφτηκαν. Δεν ονειρεύονται, δεν προσδοκούν.

Ο άνθρωπος ξέχασε τον άνθρωπο, ο γείτονας τον διπλανό του. Εμείς στα καβούκια, το σύστημα γιορτάζει
Ξόδεψε μύρια για να το καταφέρει.

Χαίρεται με τη γυναίκα και τα παιδιά του ο φίλος μου, δείχνουν με τον τρόπο τους, καθημερινά, απλά , λιτά, μιλάνε :
Οι παγωμένοι αλωνίζουν, τους ονειροπόλους τους αφήσαμε μόνους, πυρπολούν τον πλανήτη οι άπληστοι, βγάζουν και από αυτό κέρδος, τρύπησαν τον αγέρα, βρωμίζουν τα νερά, πολεμούν αυτούς που αντιστέκονται.
Γδάρτες ονείρων.

Κάποιους τους νοιάζει ο χρηματισμός, να κερδίζουν σε χρήμα και μόνο αυτό. Βάζουν το εγώ πάνω από το εμείς. Νομοθετούν τα ανθρωπάκια, δικάζουν οι φελλοί. Κυβερνούν οι τιποτένιοι. Και τα πραγματικά αφεντικά κάνουν πάρτι. Οι υπόλοιποι τους δίνουν συνεχώς τη δυνατότητα να εξουσιάζουν, άλλοι για ένα πιάτο φαί και άλλοι για κάποια μικρότερα η μεγαλύτερα προνόμια. Εάν θέλουμε να ονομάζουμε προνόμιο μια αξιοπρεπή διαβίωση. Χάσαμε την αξιοπρέπεια.
Διαπλοκή, να παίρνουν ΟΙ ΔΙΚΟΊ ΜΑΣ τις δουλειές, να μοιράζουμε και τα οφίτσια. Εάν δεν είσαι στο κόμμα και δεν έχεις γνωριμίες είσαι τελειωμένος. Άσε που αν τα καταφέρεις και δεν είσαι με αυτούς θα σου βάλουν τρικλοποδιά. Έχετε παραδείγματα στο δικό σας περιβάλλον, γνωρίζετε.
Ξεπουλάν κοινωνικό πλούτο σε εξευτελιστικές τιμές, πλούτο που φτιάχτηκε με κόπο και δουλειά δεκαετιών. Ξεπουλάν σε μια νύχτα σε ντόπιο και ξένο κεφάλαιο για να πάρουν μίζα που εξασφαλίζει πολλές γενιές μπροστά, αυτών και των συγγενών τους. Να ο λόγος που παλεύουν να εκλεγούν, να πιάσουν πόστα, να διοριστούν στις θέσεις κλειδιά.
Και δεν κουνιέται φύλλο χρόνια τώρα. Σποραδικές φωνές μονάχα. Κι όταν ξεσηκώνεται η νεολαία στέλνουν τα ΜΑΤ. Και οι πατεράδες αφήνουν τους πιτσιρικάδες μόνους αντί να κατασκηνώνουν μόνιμα στους δρόμους και να μπλοκάρουν τα πάντα.
Ξεπουλάν τα νιάτα, τα θάβουν στη ντόπα. Πως να κάνεις όνειρα σήμερα, τι να περιμένεις. Ταφόπλακα η συμπεριφορά των μεγάλων. Έχουν δώσει τα διαπιστευτήριά τους τόσα χρόνια με την πολιτική συμπεριφορά και την κοινωνική αδιαφορία. Στηρίζοντας με κάθε τρόπο τους γδάρτες τους. Αδιαφορία από τη μια, αντίθεση από την άλλη σε κάθε επιθετική συμπεριφορά.
Ο λαός έχει τους ηγέτες που του αξίζουν, από τα σπλάχνα του βγαίνουν έτσι κι αλλιώς, δεν έρχονται από τον Άρη. Εμείς φταίμε λοιπόν γι αυτό που ζούμε και αυτά που έρχονται. ‘Θέλει αρετή και τόλμη η ελευθερία’ γράφει ο ποιητής. ‘Θέλει νεκροί χιλιάδες να ναι στους τροχούς’. Θέλει να αγωνίζεσαι, να απαιτείς και να διεκδικείς. Τη χειραφέτηση. Εύκολο το ραχάτι, μαλακή η πολυθρόνα, σου κλείνει το μάτι και η TV, θέλει να κλωτσήσεις δυνατά τις συμβάσεις, να τιναχτείς ψηλά και να ρισκάρεις καμιά φορά, να βγεις από το καβούκι σου διάολε, στα πρώτα σούτια να μη κάνεις πίσω.

Λες να ιδρώνει στον ύπνο του ο νεοέλληνας όταν σκέφτεται την αρετή, είπε πολύ εύστοχα κάποιος.
Την κάψανε τη χώρα από άκρη σε άκρη, τόσες φορές, μέχρι πότε ακόμη.
Και η αριστερά κοιμάται ύπνο βαθύ, δικαιώθηκε που την αναγνώρισαν και παρέδωσε ότι όπλο κρατούσε ακόμη όρθιο, πήρε μέρος και σε οικουμενική, τι άλλο να θέλει ακόμη, παίρνει μέρος και στα αλισβερίσια, φτάνει και περισσεύει.
Θυσίασε τα καλύτερα παιδιά της και το ότι πολέμησε για τα δίκαια του λαού νομίζει πως ήταν έγκλημα. Κι έχει και τύψεις από πάνω. Διώχνει τα παιδιά της, τα βρίζει και μετά κάνει πως μετανιώνει και τα αποκαθιστά. Μετά θάνατον. Κι εδώ υποκρισία. Κάθε τόσο θυσιάζει κινήματα μέσα στα χρόνια απλά γιατί δεν τα ελέγχει, τρέχει πίσω από τις εξελίξεις αντί να είναι μέσα τους μέχρι τα μπούνια. Κρίμα.
Και αυτή βοήθησε τον κόσμο να κλειστεί σπίτι και να παραδώσει το κλειδί στα χέρια των πολιτευτών, των μεσαζόντων και των αχρείων. Τον ευνούχισε.
Της πέταξε το σύστημα το κόκκαλο της νομιμοποίησης και έσπευσε να το αρπάξει με δύο στόματα, δεν της έφτανε το ένα. Να παίρνει και αυτή μέρος στο παζάρι, όχι παίζουμε. Τα ψίχουλα στο μεγάλο φαγοπότι της καθημερινότητας.
‘Κι εμείς οι τρεις στον καφενέ, τσιγάρο πρέφα και καφέ, βρε δε βαριέσαι αδερφέ’.

Εάν δεν έχεις δεν πειράζει, οι τράπεζες να είναι καλά. Θα σου δανείσουν, νάτη η θηλιά, έτοιμη. Η αλυσίδα στο λαιμό του σύγχρονου ανθρώπου. Ο τραπεζίτης είναι ο αρκουδιάρης που σέρνει τον χορό. Τα golden boys βαράνε τα νταούλια, με τα άψογα κουστούμια και τις υπέροχες γραβάτες. Οι σύγχρονοι ιεροεξεταστές που αποφασίζουν για τη ζωή και το θάνατο εκατομμυρίων.
Και κυνηγάς μια θέση για το παιδί σου, να σου σβήσουν το πρόστιμο, μια ευνοϊκή ρύθμιση. Κλείστηκες στο μπουντρούμι που έκτισε πάνω σου, στα μέτρα σου το σύστημα. Δάνειο στα μέτρα σου, τάφος στα μέτρα σου. Με την ευχή του αγαπημένου σου παρουσιαστή δήλωσες υποταγή στο επιτόκιο που διάλεξες ‘ελεύθερα’.

Κατασπάραξαν ότι είχε απομείνει από την ψυχή σου και τώρα σε σέρνουν στους τέσσερις ανέμους και η αριστερά να βρίζει αυτούς που ξεσπαθώνουν και ξεσπούν γιατί δεν τους γνωρίζει, που να τους μάθει κλεισμένη στο μπουρδέλο της; αποκομμένη τελείως από αυτόν που κάποτε ήταν σάρκα της.
Αυτοί είμαστε αδέρφια, παλαιοί και νέοι σύντροφοι, μη μασάτε. Εδώ ο Μπερλινγκουέρ κατέστρεψε το μεγαλύτερο αντιστασιακό απελευθερωτικό κίνημα που γνώρισε η Ευρώπη μετά τον πόλεμο στο όνομα ενός συμβιβασμού με το σύστημα, ενός συμβιβασμού και ενός εγωισμού που κατέστρεψε και αυτόν τον ίδιο, όλη την αριστερά της χώρας του, και την παρέδωσε ανυπεράσπιστη στα χέρια του Μπερλουσκονισμού.

Για έναν εγωισμό. Για να εμποδίσει την πολιτική αναγνώριση των Κόκκινων Ταξιαρχιών, για να μη αμφισβητηθεί η ηγεμονική θέση που επιθυμούσε στο χώρο της αριστεράς στην Ιταλία ο ίδιος και το ΚΚ. Θυσιάστηκε ο Μόρο, θυσιάστηκε και ο λαός στο όνομα μιας υποτιθέμενης πρωτοκαθεδρίας
Δεν θέλησε την αναγνώριση των μαχητών το κόμμα, παρέδωσε έναν λαό στο μεγαλύτερο ανθρωποκυνηγητό που υπέστη κίνημα στην Ευρώπη.

ΧΡΟΝΙΚΟ 1969
Στα πίσω χρόνια τα πικρά οπού φωτιά δεν είχε, ο κόσμος στις βαθιές σπηλιές τ’ αλέτρι δεν κατείχε.
Μα μιαν αυγή μια Κυριακή μια επίσημον ημέρα γεμίσανε τα φυσερά λυτρωτικόν αέρα.
κατέβηκεν ο Γίγαντας μ’ ένα δαδί στο χέρι έριξε φώτα στις σπηλιές και χάρηκε το ασκέρι.
πήραν φωτιά τα σύδεντρα τα σίδερα ελυγίσαν η γης οργώθηκε καλά και τα φυτά εκαρπήσαν.
Πρωί πρωί τον πιάσανε το γίγαντα και πάνε στον Καύκασο ξημέρωνε τρία πουλιά περνάνε
πουλιά μου διαβατάρικα τι βλέπετε στις στράτες τι κουβαλάει ο γίγαντας στις σιδερένιες πλάτες.
μπροστά πηγαίνει ο σιδεράς με το σφυρί στο χέρι ξωπίσω του ο κλειδαράς της μοναξιάς του ταίρι
ο πιο μικρός ο πιο σκυφτός ο πιο σκληρός στο πλάι αυτός κρατάει τα σύνεργα γελάει μα δεν μιλάει.
Καρφώσανε το γίγαντα στο βράχο του Καυκάσου
τρία πουλάκια πέρασαν και τού λεγαν Στοχάσου

  • Πρέπει να ξανασκύψουμε πάνω από την ιστορία για να μάθουμε, εν κατακλείδι. Το μέλλον, την ιστορία συνακολούθως δεν το φτιάχνουν οι πλειοψηφίες. Οι μειοψηφίες το διαμορφώνουν. Οι πλειοψηφίες συντηρούν απλώς τα δημιουργήματα των νικητών. Που ξεκίνησαν λίγοι.
    Η ανεμελιά εξαφανίστηκε ανεπιστρεπτί μου λέει βγάζοντας το δισκάκι. Όταν βλέπεις τι γίνεται γύρω σου αγανακτείς ακόμη και εάν δεν σε αγγίζει. Κι εάν είναι δύσκολο να αλλάξουμε τους κανόνες γύρω μας άμεσα μπορούμε τουλάχιστον ν’ αλλάξουμε τις συνήθειες, τους εαυτούς μας, την καθημερινότητα. Θα είναι ένα πρώτο βήμα.
    Ας βρούμε τις δικές μας απαντήσεις με το φίλο και το γείτονα.
    Ζούμε τη δικτατορία του χρήματος και της εμπορευματοποίησης. Δεν έχεις, είσαι αόρατος, ο κανένας.
    Υπάρχει θλίψη και αναλγησία, ταπείνωση. Πρέπει να μάθουμε να μετατρέπουμε το θυμό σε δημιουργικότητα.
    Η οικονομική δύναμη έχει κυριεύσει τα πάντα, παντού νούμερα, όλοι είμαστε μια εμπορευματική αξία.
    Σταμάτησα να ψηφίζω μου λέει, όχι ότι πίστευα ποτέ στη δύναμη της ψήφου. Απέχω.Ψηφίζουμε πιόνια που την κρίσιμη στιγμή προστατεύουν συμφέροντα οικονομικών δυνάμεων.
    Η ψήφος για να έχει κάποια δύναμη πρέπει να αγοράσεις και να εξαγοραστείς. Αγοράζεις προστάτη και είσαι έτοιμος μόλις σε χρειαστεί. Η ‘δημοκρατία’ λοιπόν δεν είναι για όλους. Οι ‘ειδήσεις’ είναι προπαγάνδα , πλάθουν συνειδήσεις, αγοράζουν οπαδούς για τα κόμματα. Που χρηματοδοτούν τον τύπο. Άσε που αυτός ανήκει σε μεγαλοεργολάβους που κλείνουν δουλειές με τους πολιτικούς. Αυτοί εξάλλου τους χρηματοδοτούν. ΚΑΙ ΑΠΟ ΠΙΣΩ ΟΙ ΤΡΑΠΕΖΙΚΟΙ ΠΟΥ ΧΡΗΜΑΤΟΔΟΤΟΥΝ ΟΛΟΥΣ. Κάποιο οπλίζουν τα κράτη και άλλοι που διακινούν την ενέργεια. Τεράστια συμφέροντα διαπλέκονται μεταξύ τους. Αυτοί κινούν τα νήματα όσο εμείς το επιτρέπουμε παίρνοντας μέρος στο παιχνίδι, αποδεχόμενοι τους κανόνες. Μια φορά κάθε τέσσερα χρόνια ‘είμαστε ελεύθεροι’ για λίγα λεπτά να διαλέξουμε τον ΤΥΡΑΝΝΟ της αρεσκείας μας.

Είναι τύραννος και ο κακός εγωισμός. Με τα χρόνια ο άνθρωπος γίνεται και συντηρητικός. Κρατιούνται νέοι οι παθιάρηδες, θέλει πάθος, θέλει να αγαπάς να ζεις και να μαθαίνεις. Χρειάζεται να ακούς, να παρατηρείς, τους άλλους και την καρδιά σου. Όταν ρισκάρεις ξεβολεύεσαι, αυτό είναι το φάρμακο. Και το  φιλότιμο!

Ο τρόπος με τον οποίο ζει ο καθένας μας είναι το καλύτερο παράδειγμα που μπορεί να δώσει στα παιδιά του και τους γύρω. Ο καθρέπτης των αρχών μας, η συμπεριφορά μας. Είναι και πολύ καλή πολιτική στάση.

  • Διάβασε για τον Σωκράτη τον Πλάτωνα και τον Αλέξανδρο, τον δάσκαλό του τον Αριστοτέλη, έμαθε για τους όμοιους και τη λοξή φάλαγγα, για την αγάπη ανάμεσα στον Πάτροκλο και τον Αχιλλέα. Για τα τείχη της Τροίας και εκείνα της Πόλης και ότι τείχη της Σπάρτης ήταν τα στήθια των πολεμιστών της, για τα ξύλινα τείχη και τον Κύρο και τον Δαρείο, τον Εφιάλτη τον Ξενοφώντα και τους μύριους.
    Για τον τελευταίο Παλαιολόγο και τους Ακρίτες. Σε τέτοιους ανθρώπους θέλησε να μοιάσει.

Αγαπάει τα χρώματα στον ορίζοντα, το πέταγμα του γλάρου στον αγέρα, το πράσινο της θάλασσας, τη μυρουδιά του πεύκου. ΤΗ ΧΡΥΣΑΦΈΝΙΑ ΑΜΜΟΥΔΙΆ αγαπά με το ζεστό της χάδι. Τη λευκότητα στα κοχύλια, στο μάρμαρο, το γλύστριμα των ψαριών στο νερό, την ποικιλία στα χρώματα και τα αρώματα στα λουλούδια που στολίζουν τη γη. Το τραγούδι του ποιητή, τον στεναγμό στο κρεβάτι, την κραυγή του αντάρτη που αντηχεί στις γωνιές του πλανήτη, τον πόνο του αγωνιστή που στριμώχνεται. Με βλέμμα καθαρό, τρυφερός και σιδερένιος συνάμα, το χέρι υψωμένο σε γροθιά, στο άλλο το μπουκάλι.

Αποκαλούν κουκουλοφόρους αυτούς που αγωνίζονται. Πάνοπλοι αντιμετωπίζουν άοπλους. Οι αρχηγοί τους καλά κρυμμένοι. Αυτοί που βοήθησαν εμάς να ψηλώσουμε, λέει, ήταν πάντα στη πρώτη γραμμή της φωτιάς. Τι ανάστημα μπορεί να έχει ένας Χρυσοχοίδης δίπλα στον Άρη τον τεράστιο. Βάλε τον Λαμπράκη δίπλα στον Πολύδωρα να σκάσουμε στα γέλια, τον Παναγούλη δίπλα στο νάνο τον Καραμανλή ή τον μικρούλη τον Γιωργάκη.

Μεγάλωσε με Κάλβο και Σολωμό, διάβασε Καβάφη, αγάπησε την Μπέλλου και τον Ξυλούρη. Τραγούδησαν το ‘πότε θα κάνει ξαστεριά’.
Και το γράψιμο όπλο είναι μου λέει. Ο λόγος και το παράδειγμα. Δώσε βάθος στη ζωή σου, μη μασάς τα λόγια σου, οι γύρω βλέπουν, ακούν . Κάποιοι θα θελήσουν να σου μοιάσουν, όπως εμείς κάναμε με τα ινδάλματά μας. Φτάνει η εικόνα να είναι φωτεινή.
‘Αδέρφια’ φώναξε προχθές στην παρέα, ‘οι νόμοι είναι για να τους πατάμε, δεν νομοθετήσαμε εμείς. Είμαστε λίγοι σήμερα αλλά γράφουμε ιστορία, πάντα έτσι γίνονταν, όταν οι πολλοί ψυχανεμίζονται πως οι συσχετισμοί πάνε να αλλάξουν στοιχίζονται πίσω από τους πρώτους. Όσο υπάρχουν εξουσιαστές θα γίνεται πόλεμος. Να καταργήσουμε τις τάξεις να σταματήσει ο αγώνας. Ας το κάνουμε να δούμε τι έχει για μετά’.

Μικρούτσικος, οι επτά νάνοι

[ότι διαβάσαμε μέχρι τώρα ήταν γραμμένο πριν το ’08 , τα βρήκα στο συρτάρι, η συνέχεια λοιπόν από το 2008 και μετά.]

μιχαλης 2 (2)

Μιλάει ο φίλος μου για τους αμέτρητους που σταυρώνουν κάθε μέρα οι εξουσιαστές, σαν το Χριστό. Πάντα υπάρχει ένας καλός λόγος για να σταυρώσεις. Όσο υπάρχουν ανισότητες αυτό θα γίνεται. Δεκάδες καθημερινοί σταυροί στο βωμό του κέρδους και των αγορών. Η ΔΙΚΤΑΤΟΡΊΑ ΤΗΣ ΑΝΑΠΤΥΞΗΣ, χρηματιστήρια, τράπεζες οι μεγάλοι νταβατζήδες. Καζίνο καπιταλισμό τον ονομάζουν τον βρίζουν και τον προσκυνούν μαζί, σχιζοφρένεια.
‘Εδώ σε θέλω, στα δύσκολα πες, να δεις πως αγιάζουν του κόσμου οι πληγές, εδώ σε θέλω, ν’ αντέχεις να ζεις κι απ’ τη μοναξιά σου να βγεις’ τραγουδά η Χαρούλα στο ραδιόφωνο.
Μια ζωή περνάς ξυστά.
Σεμνά και ταπεινά.

Οι πολίτες- δεν υπάρχουν τέτοιοι- ο κόσμος ψηφίζει και αναθέτει σε κάποιους να του λύσουν τα προβλήματα. Πρέπει να γίνουν λοιπόν πολίτες οι άνθρωποι, να πάρουν τα πράγματα στα χέρια τους, την πολιτική. Κίνημα λαϊκό χρειάζεται. Με βασικότερο μέλημα την αναδιανομή του πλούτου.

συνεχίζεται

μιχαλης 284

αυτονομία, autonomia

Πέρα από τον εργατισμό και τον λεγόμενο μετα-εργατισμό

on .

Συνέντευξη του Davide Gallo Lassere στον Gigi Roggero (η γαλλική έκδοση δημοσιεύεται στο Période)

Ο ιταλικός πολιτικός εργατισμός της δεκαετίας του ’60 χαρακτηρίστηκε, μεταξύ άλλων, από την εκ νέου ανακάλυψη του Μαρξ, κατά του μαρξισμού. Μπορείτε να εξηγήσετε με ποια έννοια;

Αυτή του εργατισμού είναι μια μακιαβελική επιστροφή στις αρχές: είναι ακριβώς μια επιστροφή στον Μαρξ ενάντια στον μαρξισμό, δηλαδή εναντίον του ντετερμινισμού, του ιστορικισμού και του αντικειμενισμού αυτής της παράδοσης. Ο εργατισμός δεν είναι αίρεση μέσα στην οικογένεια του μαρξισμού, είναι μια ρήξη με εκείνη την οικογένεια. Tόσο ώστε οι εργατιστές να ορίζουν τους εαυτούς τους ως marxiani, μαρξιάνοι και όχι μαρξιστές, κάπως σαν κι αυτό που λέγεται πως ο Μαρξ προς το τέλος της ζωής του δήλωνε «je ne suis pas marxiste», »δεν είμαι μαρξιστής». Να είναι σαφές, ωστόσο, ότι εκείνη η επιστροφή στις αρχές δεν ήθελε να οικοδομήσει μια νέα ορθοδοξία βασισμένη στην ορθή ανάγνωση του ρήματος του προφήτη, όπως αντιθέτως έκαναν οι διάφορες αιρέσεις (για παράδειγμα εκείνες των τροτσκιστών ή οι μπορντιγγιστές, «εξευγενισμένοι» από τις σταλινικές διώξεις, που όμως παραδόξως συχνά κατέληγαν να επιτίθενται στον Στάλιν ως έχοντα στάσεις παρέκκλισης από τη γραμμή της γραμμικής ιστορικής εξέλιξης που υποτίθεται ότι είχε σχεδιαστεί μια για πάντα από τον Μαρξ). Η επανεξέταση από πλευράς εργατιστών του Μαρξ ήταν επομένως όχι μόνο κατά του μαρξισμού, αλλά και σε κάποιο βαθμό επικριτική σε σχέση με τα όρια και τα τυφλά σοκάκια του Moro του Treviri, [Marx], με στόχο να κάνει να εκραγούν οι αντιφάσεις του, τείνει να τον τραβήξει από τα μαλλιά, να ανακαλύψει μιαν αποθήκη με εκρηκτικά για να επιτεθεί στην κοινωνία-εργοστάσιο του ώριμου καπιταλισμού.

Σε αντίθεση με άλλους προηγούμενους εργατισμούς (όπως η συμβουλιακή ιδεολογία) ή σύγχρονους (όπως της χριστιανικής ή λαϊκιστικής προέλευσης), ο ιταλικός πολιτικός εργατισμός δεν αγαπούσε τους εργάτες και τους προλετάριους: στοιχημάτιζε την πιθανότητα εκεί να υπάρχει μια δύναμη ενάντια στον εαυτό της, όχι για να επεκτείνει αλλά για να εξαλείψει την κατάστασή της. Ήταν επομένως ένας εργατισμός εναντίον της εργασίας, για την απόρριψη ενός υποκειμενικού χαρακτήρα, μιας υποκειμενικής φύσης επιβεβλημένης από τη σχέση του κεφαλαίου. Υπήρξε ένας εργατισμός βασισμένος στην μη αναστρέψιμη μεροληψία της άποψης, μιας αυτόνομης πλευράς που θα χτιστεί. Προσοχή, όχι των εκμεταλλευόμενων, αλλά αυτών που αγωνίζονται ενάντια στην εργασία για να ζήσουν με ελεύθερο τρόπο. Όχι εκείνων που ζουν από την εργασία τους, αλλά εκείνων που αγωνίζονται κατά της εργασίας για να ζήσουν ελεύθερα. Όχι των φτωχών και των καταραμένων-των κολασμένων της γης, αλλά της εργατικής τάξης που αγωνίζεται για την κατάργησή της (και πως η εργατική τάξη είναι ζήτημα ποιοτικής πρωτοποριακής δύναμης και όχι χεριών με κάλους και φόρμες λερωμένες με λάδια, με γράσο, πρέπει να σπαταλήσουμε κι άλλο χρόνο για να το προσδιορίσουμε;).

Μέσα σε αυτή τη ρήξη της παγκοσμιότητας, του μαρξισμού και εν μέρει του ιδίου Μαρξ, οι εργατιστές τοποθέτησαν στο κέντρο το ζήτημα της υποκειμενικότητας, ή καλύτερα – για να το πούμε μαζί με τον Alquati – της αντιυποκειμενικότητας. Αυτό δεν έχει καμία σχέση με την χρήση του όρου υποκειμενικότητα που κατέστη τρέχουσα: τις τελευταίες δεκαετίες (την εποχή του «μετά-post») υπήρξε μια πολύ αδύναμη απόκλιση, η οποία συνδέθηκε κυρίως με τον foucaultismo και τον μετα-στρουκτουραλισμό, [Η κατεύθυνση των σπουδών που βασίζεται στη δομική ψυχολογία ή τη δομική γλωσσολογία], (εν μέρει δεν έχουν ευθύνες γι αυτό οι Foucault και οι μετα-στρουκτουραλιστές, εν μέρει ναι). Η «ανακάλυψη» της υποκειμενικότητας υπήρξε η ανακάλυψη κάτι καλού, το οποίο έθετε στην άκρη το ζήτημα της τάξης, του συλλογικού μέρους, του υποκειμένου με ανασυνθετική έννοια. Ήταν η εκ νέου «ανακάλυψη» της κεντρικότητας του ατόμου, δηλαδή της παράδοσης απέναντι στη τάξη του φιλελεύθερου λόγου, παλαιού- ή νέου- κι αν είναι. Η υποκειμενικότητα για την οποία μιλάμε δεν είναι καν αναφερόμενη στη συνείδηση, τουλάχιστον για αυτό που σήμαινε στη μαρξιστική παράδοση, δηλαδή το στοιχείο της ιδεαλιστικής διαμεσολάβησης της ιστορικής προόδου. Η υποκειμενικότητα για την οποία μιλάμε, στο κέντρο του εργατισμού και του ορισμού της ταξικής σύνθεσης (στην οποία θα επιστρέψουμε σύντομα), είναι κάτι ριζικά διαφορετικό. Η υποκειμενικότητα δεν είναι καλή: είναι ένα πεδίο μάχης. Η παραγωγή της υποκειμενικότητας στον καπιταλισμό είναι εγγενής στην κοινωνική σχέση της παραγωγής και της εκμετάλλευσης, είναι το στοίχημα, το διακύβευμα μιας ανταγωνιστικής διαδικασίας και σχηματισμού, δηλαδή της σύγκρουσης, βίας, αναπαραγωγής, συναίνεσης, μετασχηματισμού. Όταν σήμερα, σε ένα πλαίσιο σχέσεων δύναμης, [ισορροπίας δυνάμεων] υπέρ του κεφαλαίου, μιλάμε για «προλεταριακή υποκειμενικότητα» (ή της επισφάλειας ή της ζωντανής εργασίας ή αυτό που προτιμάτε για να υποδείξετε τις φιγούρες της δυνητικά δικής μας πλευράς), μιλάμε για μια υποκειμενικότητα σφυρηλατημένη, πλασμένη κυρίως από την καπιταλιστική κυριαρχία. Το να μιλάμε για αντι-υποκειμενικότητα σημαίνει λοιπόν να μιλάμε για μια υποκειμενικότητα όχι μόνο εναντίον του κεφαλαίου, αλλά και κατά του κεφαλαίου που μεταφέρουμε μέσα μας. Ναι, διότι εμείς στο μέτρο στο οποίο μισούμε τα αφεντικά πρέπει να φθάσουμε να μισούμε τον εαυτό μας, εκείνο τον καρκίνο που κάθε μέρα μας τρώει και μας θέτει στην υπηρεσία εκείνων που μας εκμεταλλεύονται.

Υπό το φως αυτής της αναντικατάστατης, αμείωτης μεροληψίας της άποψης είναι τότε δυνατόν να κατανοηθεί η ανατροπή του εργατισμού: πρώτα η τάξη, μετά το κεφάλαιο. Με άλλα λόγια δεν είναι το κεφάλαιο το υποκείμενο της Ιστορίας, που κάνει και ξεκάνει, που καθορίζει την εξέλιξη και τις συνθήκες για την υπέρβασή του. Στο κέντρο υπάρχει η ταξική πάλη, στην δύναμη της απόρριψης που έχει, στην αυτονομία της.

Από αυτή την άποψη, ο Mario Tronti διαδραμάτισε δίχως άλλο έναν πρωτεύοντα ρόλο…

Με το Tronti η τάξη παύει να είναι μια απλή κοινωνιολογική ή περιγραφική έννοια, για να γίνει μια εντελώς πολιτική έννοια. Η τάξη δεν υπάρχει στη φύση, ή μάλλον υπάρχει στη φύση του κεφαλαίου ως ταξινόμηση κοινωνικών τμημάτων τοποθετημένων στην αγορά εργασίας. Μπορούν να υπάρχουν προλετάριοι χωρίς προλεταριάτο, εργάτες χωρίς εργατική τάξη. Επομένως, η τάξη δεν είναι ένα θέμα διαστρωμάτωσης, αλλά αντιπαράθεσης. Είναι πάντα ο αγώνας που παράγει την τάξη ωσάν συλλογικό μακροοικονομικό μέρος. Τάξη σημαίνει ταξικός ανταγωνισμός. Με τον Tronti ακριβώς: δεν υπάρχει τάξη χωρίς ταξική πάλη.

Και σε αυτή την περίπτωση ο Μαρξ πρέπει να χρησιμοποιηθεί και να τραβηχτεί από τα μαλλιά. Θα πρέπει να χρησιμοποιηθεί ο Μαρξ των ιστορικών έργων, εκείνος που μας δείχνει ότι οι προλετάριοι έγιναν τάξη στα οδοφράγματα του 1848. Αλλά και εκείνος ο (αμφίσημος) του Κεφαλαίου. Εκείνος που στο πρώτο Βιβλίο δείχνει πώς οι αγώνες καθόρισαν τη μείωση της εργάσιμης ημέρας, όχι η αστική νομοθεσία ή κάποιος φωτισμένος καπιταλιστής (είναι ενδιαφέρον να σημειωθεί ότι τα ίδια χρόνια, σε μαθήματα που πραγματοποιήθηκαν στο Μόντρεαλ μεταξύ των ετών ’66 και ’67 και που τώρα συλλέγονται στον τόμο You Don’t Play With Revolution, Δεν Παίζεις Με Την Επανάσταση, ο CLR James φτάνει στα ίδια συμπεράσματα): αν τα αφεντικά μπορούσαν να μας κάνουν να δουλεύουμε όλη την ημέρα, χωρίς αντίσταση ή συγκρούσεις, θα το έκαναν. Είναι ένα μάθημα που θα έπρεπε να υπενθυμίζεται σε εκείνους που κλαίνε σήμερα για δωρεάν εργασία, που επικαλούνται την ανακατανομή του πλούτου ή που πιστεύουν ότι το εισόδημα της ιθαγένειας είναι θέμα παραγωγικής ορθολογικότητας: μόνο ο αγώνας μπορεί να αναγκάσει τα αφεντικά να πληρώσουν ακριβά, ο ίδιος ο μισθός είναι πάντα μια πολεμική λεία, λάφυρο πολέμου μεταξύ δύο εχθρικών πλευρών. Αν κάποια από τις δυο πλευρές δεν αγωνιστεί, η άλλη δεν θα πάρει αιχμάλωτους – με καλή ειρήνη της αριστεράς.

Υπάρχει επίσης μια χρήση του Μαρξ του τρίτου Βιβλίου, που όπως είναι γνωστό διακόπτεται με το ανολοκλήρωτο κεφάλαιο για τις τάξεις. Κατά ειρωνεία στο Εργάτες και κεφάλαιο ο Τρόντι σημείωνε ότι «από τον Renner μέχρι τον Dahrendorf, κάθε τόσο κάποιος απολαμβάνει να ολοκληρώνει αυτό που παρέμεινε ημιτελές: έρχεται προς τα έξω μια δυσφήμηση του Μαρξ, η οποία θα ασκούνταν τουλάχιστον με σωματική βία». Ήδη στο πεντηκοστό κεφάλαιο, «Η εμφάνιση του ανταγωνισμού», γράφει ο Μαρξ: η τιμή της εργασίας δεν ρυθμίζεται από τον ανταγωνισμό, αλλά είναι η τιμή της εργασίας που ρυθμίζει τον ανταγωνισμό. Οι εργατιστές θα πουν: είναι οι αγώνες που καθορίζουν την εξέλιξη, την ανάπτυξη, πρώτα έρχεται η τάξη μετά το κεφάλαιο. Να ερμηνευθεί το κεφάλαιο ξεκινώντας από το ίδιο είναι μια ιδεολογική προβολή. Όταν σήμερα λέμε «είναι οι αγορές που το θέλουν», βρισκόμαστε μέσα σε αυτή την προβολή. Στο ανολοκλήρωτο κεφάλαιο με το οποίο τελειώνει το τρίτο Βιβλίο, ο Μαρξ σημειώνει λίγα αλλά αρκετά σημαντικά πράγματα. Μας λέει ότι να συνιστούν μια τάξη δεν είναι μόνο τα εισοδήματα, ούτε απλά η τοποθέτηση μέσα στις σχέσεις παραγωγής, αν και βεβαίως αυτές καθορίζουν την υλική βάση πάνω στην οποία βασίζεται το ζήτημα της τάξης. Να οικοδομεί την τάξη είναι ακριβώς ο αγώνας που σπάει την αφηρημένη δημοκρατική ενότητα του λαού: όταν «ο αδιαίρετος λαός» χωρίζεται σε «εχθρικά στρατόπεδα», όταν – γράφει ο Τρόντι – «η εργατική τάξη αρνείται πολιτικά να γίνει λαός«, λοιπόν σε αυτό το σημείο «δεν κλείνει, ανοίγει τον πιο άμεσο δρόμο για την σοσιαλιστική επανάσταση». Το ένα σπάει σε δύο, η αδυνατότητα σύνθεσης για το κεφάλαιο γίνεται δυνατότητα ανασύνθεσης για την τάξη. Η τάξη εξαφανίζεται ως σύνολο απλά κοινωνικό και γίνεται υποκείμενο ανταγωνιστικό που δεν υποκύπτει στην ενότητα του γενικού συμφέροντος, δηλαδή στο συμφέρον του κεφαλαίου. Είναι αυτή η παραδοχή της εργατικής μεροληψίας που αναγκάζει τους καπιταλιστές να συγκεντρωθούν πολιτικά, να ξεπεράσουν τις δικές τους αντιφάσεις, να αποκαλυφθούν ως κοινωνική δύναμη, χρησιμοποιώντας συνεπώς συλλογικά τη δύναμη του εχθρού τους για να αναπτυχθούν και να πηδήξουν προς τα εμπρός. Εδώ οι ψευδαισθήσεις μιας ειρηνικής εξέλιξης εξαφανίζονται, για τους ρεφορμιστές της μιας ή της άλλης πλευράς. Εδώ πέφτει η μάσκα της δημοκρατίας και επιτέλους αποκαλύπτεται το πρόσωπο της ισορροπίας δυνάμεων μεταξύ δύο συγκρουόμενων δυνάμεων: όχι πλέον εργασία και κεφάλαιο, αλλά εργαζόμενοι και καπιταλιστές, τάξη εναντίον τάξης, δύναμη ενάντια σε δύναμη.

Επομένως αυτή του εργατισμού είναι μια σκέψη της σύγκρουσης, της ανταγωνιστικής έρευνας των κεντρικών αντιφάσεων, της αντιπαράθεσης, του φίλου-εχθρού ως μορφή της πολιτικής και στρατευμένης δράσης. Στο τελευταίο του βιβλίο, Dello spirito liberoΠερί του ελεύθερου πνεύματος, ο Tronti έγραψε: “Η πολιτική φιλία είναι αυτό που έχουν κοινό, αυτό που ενώνει, εκείνους που είναι ενάντια. Και η δράση του είναι να είναι εναντίον καθαγιάζει τις μεγάλες φιλίες”. είναι πάνω απ’ όλα το contro, το εναντίον που μας ενώνει, που καθιστά δυνατό το per, το για. Ο εργατισμός είναι μια σκέψη απόρριψης και του αρνητικού ως θεμέλιο του κομμουνισμού. Είναι καλό αυτό που εμβαθύνει τις αντιφάσεις του εχθρού, είναι κακό αυτό που τις επιλύει.Ωστόσο, η αντίφαση δεν μπορεί να επιλυθεί μέσα στην οργανική σύνθεση του κεφαλαίου, δηλαδή μέσα στη σχέση μεταξύ μεταβλητού κεφαλαίου και σταθερού κεφαλαίου, αλλά πρέπει να πυροδοτηθεί μέσα στη σύγκρουση μεταξύ της οργανικής σύνθεσης του κεφαλαίου και της ταξικής σύνθεσης, δηλαδή της σχέσης μεταξύ διάρθρωσης του εργατικού δυναμικού και παραγωγής υποκειμενικότητας. Η εργατιστική ανάγνωση του Μαρξ ξεκινά από εδώ, για να πάει προς μια ξένη κατεύθυνση και αντίθετη στον μαρξισμό.

Έκανες αναφορά στην ταξική σύνθεση. Μπορείς να διευκρινίσεις με ποιο τρόπο ο εργατισμός εργάστηκε πολιτικά με την ταξική σύνθεση του ιταλικού καπιταλισμού της εποχής μέσω της πρακτικής της έρευνας;

Τα τελευταία χρόνια ειπώθηκαν πολλά για τη διερεύνηση, την έρευνα και την conricerca, ίσως ακόμη και πάρα πολύ, με την έννοια ότι θα ήταν καλύτερο να μιλάμε λιγότερο και να κάνουμε περισσότερα. Για να απαντήσω λεπτομερέστερα στην ερώτησή σου και να αποφύγω να επαναλάβω πράγματα που ήδη έχουν ειπωθεί, παραπέμπω σε μια παρέμβαση που έγινε κατά την παρουσίαση της γαλλικής μετάφρασης της Η χρυσή ορδή, L’orda d’oro που οργανώθηκε τον ιούνιο του 2017 από την ομάδα συντροφισσών και συντρόφων γάλλων που έκαναν αυτή την εξαιρετική δουλειά, και που δημοσιεύτηκε και από το  καινούργιο blog “Plateforme d’enquêtes militantes”. Ο τίτλος της ομιλίας, «η conricerca, η συνέρευνα ως στυλ της στράτευσης», νομίζω ότι συνοψίζει καλά την ουσία αυτού για το οποίο μιλάμε. Συχνά ανάμεσα στους συντρόφους υπάρχει μια ιδέα της έρευνας ως εξειδίκευση, ή ως ρητορική, ή ως επιβεβαίωση των πράξεων που κάνουμε (αφού είμαστε επισφαλείς, αν κάνουμε μια αυτο-έρευνα η άποψή μας είναι η άποψη της επισφάλειας!). Τίποτα πιο άχρηστο. Η συνέρευνα είναι μια αυτόνομη πολιτική διαδικασία ταυτόχρονα παραγωγής αντι-γνώσης, αντι-υποκειμενικότητας και αντι-οργάνωσης, στην οποία ακόμη και η αντι-χρήση των καπιταλιστικών μέσων (συμπεριλαμβανομένων των συγκεκριμένων δεξιοτήτων) σημαίνει τη μετατροπή, την μεταμόρφωση, τον μετασχηματισμό τους. Είναι ένα συνολικό στυλ στράτευσης επειδή ο αγωνιστής, ο στρατευμένος πάντα ψάχνει, ερευνά κάτι που δεν καταλαβαίνει, μια πιθανή δύναμη για να ανατινάξει τις αντιφάσεις, αυτού που υπάρχει αλλά δεν μπορεί να δει. Ο στρατευμένος είναι πάντα ανήσυχος,αλλιώς δεν είναι στρατευμένος, δεν είναι αγωνιστής.

Στη δεκαετία του ’50 και στις αρχές της δεκαετίας του ’60, όταν ο Alquati και άλλοι σύντροφοι ξεκίνησαν τις συνερευνητικές τους πορείες, τα εργοστάσια και οι εργάτες είχαν εγκαταλειφθεί πολιτικά. Σε ένα είδος ασυνείδητου fancofortismo, το κομμουνιστικό Κόμμα θεωρούσε την εργατική τάξη να είναι πλέον αμετάκλητα ενσωματωμένη στην καπιταλιστική μηχανή. Έτσι σχηματίστηκε ένας φαύλος κύκλος: το PCI – που είχε επιλέξει να ακολουθήσει τις μεσαίες τάξεις και τον ιταλικό δρόμο προς τον σοσιαλισμό (ένας δρόμος χωρίς επαναστατική ταξική πάλη) – ρωτούσε τους αγωνιστές στα εργοστάσια τι κινούνταν εκεί, αυτοί απαντούσαν ότι μεταξύ των εργατών πράγματι δεν υπήρχε δυνατότητα επαναστατικής ταξικής πάλης, η γραμμή της κορυφής επιβεβαιώνονταν με αυτό τον τρόπο και όλοι ένιωθαν ανακουφισμένοι. Οι εργάτες μετανάστες από τη Νότια Ιταλία και εντάχθηκαν στη γραμμή συναρμολόγησης, αυτοί που κάποιο χρόνο αργότερα θα είχαν γίνει εργάτης- μάζα, παρουσιάζονταν από τους αγωνιστές του PCI και του συνδικάτου ως οπορτουνιστές, παθητικοί, αλλοτριωμένοι. Οι εργατιστές αγωνιστές, συζητώντας με τις νεαρές «νέες δυνάμεις», έσκαβαν μέσα στις αμφισημίες ή τις πραγματικές ασάφειες αυτών των συμπεριφορών: κατανοούσαν ότι ναι ήταν αλήθεια, συχνά ακόμη και ψήφιζαν για τις κίτρινες συνδικαλιστικές οργανώσεις, επειδή δεν αισθανόταν ότι εκπροσωπούνταν από κανέναν, δεν συμμετείχαν στις απεργίες, επειδή τις θεωρούσαν άχρηστες, ακόμα και η παθητικότητα ήταν μια δυνητικά πιο αποτελεσματική μορφή αγώνα, και σύντομα η αποξένωση από την εργασία έγινε απόρριψη και ανυποταξία. Επιπλέον, ο εργάτης μάζα, κυρίως νέοι νότιοι μετανάστες στις βιομηχανικές μητροπόλεις του Βορρά, δεν αντιστοιχούσε με τίποτα στην εικόνα του θύματος με τις βαλίτσες από χαρτόνι, που παραδίδονταν από τη λογοτεχνία και τον κινηματογράφο της αριστεράς, πρόθυμο για δάκρυα και συμπόνια, αντίθετα ήταν μια δυνητική δύναμη, που μετέφερε νέες συμπεριφορές και κουλτούρες της σύγκρουσης ξένες με την παράδοση των θεσμών του Εργατικού Κινήματος που πλέον είναι συν-διαχειριστές των διαδικασιών εκμετάλλευσης μέσα στο εργοστάσιο. Φτάνει με τα κλάματα, αρκετά με την επιθυμία για θυματοποίηση, αρκετά με την κουλτούρα της αριστεράς: ο επαναστάτης αγωνιστής επιδιώκει τη δύναμη, όχι την αδυναμία. Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο μπορούμε να πούμε ότι ο εργατισμός είναι μια κομμουνιστική εμπειρία σε ρήξη με το κομμουνιστικό κόμμα και ξένη προς την κουλτούρα της αριστεράς.

Όμως αυτή η αναζήτηση δύναμης, ισχύος, δεν βασίζεται ποτέ επάνω στην ιδεολογία ή στην ικανοποίηση της δικής της ταυτότητας, αλλά είναι πάντα ριζωμένη μέσα στην ταξική σύνθεση, και σε ένα πολιτικό στοίχημα στο εσωτερικό μιας ιστορικά καθορισμένης ταξικής σύνθεσης. Και εδώ ανοίγεται μια αποφασιστική ερώτηση, ένα ζήτημα αποφασιστικό, διότι αυτή η έννοια είναι κεντρική στη μέθοδο των εργατιστών.

Η αντιμετώπιση της σύνθεσης της τάξης προϋποθέτει το υποκειμενικό πρόβλημα της πολιτικής ανασύνθεσης. Πώς πρέπει να κατανοήσουμε το ζήτημα της ανασύνθεσης; Έχει περισσότερο να κάνει με τη σύνθεση ή με τη ρήξη;

Για να συνεχίσουμε τη συζήτηση, θα μπορούσαμε τώρα να πούμε ότι δεν υπάρχει ταξικός αγώνας χωρίς ταξική ανασύνθεση. Πρώτον, όμως, πρέπει να κατανοηθούμε, να συμφωνήσουμε σχετικά με την έννοια της ταξικής σύνθεσης, και τη σχέση μεταξύ τεχνικής σύνθεσης και πολιτικής σύνθεσης, δηλαδή μεταξύ της καπιταλιστικής διάρθρωσης της εργατικής δύναμης στη σχέση της με τις μηχανές και τον σχηματισμό της τάξης ως ανεξάρτητου υποκείμενου. Η τεχνική σύνθεση και η πολιτική σύνθεση δεν μας επιστρέφουν φωτογραφίες στατικών στοιχείων, δηλαδή της εργατικής δύναμης απόλυτα εξαρτημένης-υποκείμενης στο κεφάλαιο αφενός και της τάξης εντελώς αυτόνομης από την άλλη: αυτές είναι διεργασίες που διασχίζονται αμφότερες από τη διαμάχη, από τη σύγκρουση, από την δυνατότητα της ρήξης και της ανατροπής, διότι και οι δύο βρίσκονται μέσα στην κοινωνική σχέση του κεφαλαίου ως ανταγωνιστική σχέση. Μεταξύ αυτών των δύο διαδικασιών δεν υπάρχει μια συμφιλιωτική διαλεκτική, ακριβώς όπως δεν υπάρχει σύνθεση και ανακλαστικό στοιχείο. Το κεντρικό ή πιο εξελιγμένο-προωθημένο υποκείμενο για την καπιταλιστική συσσώρευση δεν είναι απαραίτητα το κεντρικό ή πιο προηγμένο υποκείμενο των αγώνων, όπως πίστευε η κοινωνικο-κομμουνιστική παράδοση, και όπως συχνά επανήλθαν κατά συνέπεια να σκέπτονται στις εκπονήσεις επάνω στον λεγόμενο «μετα-φορντισμό». Δεν είναι επομένως ζήτημα αναβίωσης της μαρξιστικής σχέσης μεταξύ της τάξης ως κατηγορία και της τάξης για τον εαυτό της, με τη μεσολάβηση μιας ιδεαλιστικής ταξικής συνείδησης που πρέπει απλά να αποκαλυφθεί. Όπως έχουμε ήδη δει, πράγματι, η υποκειμενικότητα – βάση και διακύβευμα της ταξικής σύνθεσης – δεν είναι η συνείδηση: δεν πρέπει να αποκαλυφθεί, πρέπει να παραχθεί. Το κεφάλαιο την παράγει, μπορούν να της προκαλέσουν, να την παράξουν οι αγώνες.

Η πολιτική σύνθεση προϋποθέτει πάντα μια διπλή διαδικασία: την ανασύνθεση για τους δικούς της αυτόνομους σκοπούς, και την αποσύνθεση των σκοπών του εχθρού. Ανασύσταση δεν σημαίνει αθροιστικά στοιχεία έτσι όπως είναι, αλλά τον μετασχηματισμό τους σε μια διαδικασία ρήξης με το υπάρχον πλαίσιο και χτισίματος ενός νέου πλαισίου. Δεν είναι λοιπόν η επανένωση μιας υποτιθέμενης αρχικής ενότητας κατακερματισμένης από τη δράση του καπιταλισμού ή την επιστροφή σε ό, τι υπήρχε πριν: η ανασύνθεση της τάξης είναι η δημιουργία ενός νέου και αυτόνομου υποκειμένου. Είναι η δράση της τάξης εναντίον του δικού της εχθρού είναι επίσης η δράση της τάξης εναντίον της ίδιας, για να καταστρέψει τη σχέση του κεφαλαίου που ενσωματώνεται, ενσαρκώνεται μέσα στο προλεταριάτο. Θα μπορούσαμε να πούμε ότι η ανασύνθεση είναι η επιστροφή στην αυτονομία που δεν υπάρχει. Η επιστροφή, δηλαδή σε στοιχεία που τα σπάνε με το δεδομένο πλαίσιο, συστήνονται με τρόπο ριζικά διαφορετικό, δημιουργώντας ένα νέο πλαίσιο κοινωνικών σχέσεων. Και ανασυνθέτοντας τον εαυτό τους μέσα στη ρήξη, αυτά τα στοιχεία υπονομεύονται, αλλάζουν μέσα στην ουσία τους, αντιστρέφονται-ανατρέπονται σε σχέση με την αρχική τους λειτουργία, την αρχική τους πρόθεση.

Και το κεφάλαιο εξ άλλου αποσυνθέτει, συνθέτει και ανασυνθέτει συνεχώς, δηλαδή, καταστρέφει και μετασχηματίζει: το ονομάζει εκσυγχρονισμόςανανέωση, καινοτομία. Στα επαναστατικά κινήματα της δεκαετίας του ’60 και της δεκαετίας του ’70, το κεφάλαιο απάντησε πρώτα όχι με την καταστολή, αλλά με την καινοτομία. Η καινοτομία, ο εκσυγχρονισμός είναι μια επανάσταση στο αντίθετο, με στόχο μια βαθιά αλλαγή στα μεσαία και χαμηλά επίπεδα της πραγματικότητας σε θέση να ενισχύσουν την αναπαραγωγή των υψηλών επιπέδων, δηλαδή τη συσσώρευση κυριαρχίας και κεφαλαίου. Αυτή η αλλαγή φέρει μέσα της το σημάδι της πλευράς του ανταγωνιστή της, στερημένου της δυνατότητας ρήξης, ανταγωνιστή που έχει επαναφερθεί και έχει καμφθεί προς συστημικούς σκοπούς και στόχους. Για παράδειγμα, το κεφάλαιο απάντησε με την επισφάλεια στον αγώνα κατά της μισθωτής εργασίας και της αυτόνομης εργατικής και προλεταριακής ευελιξίας. Ξεκινώντας από τη δεκαετία του ’80 και του ’90, μέσα σε πλήρη νεοφιλελεύθερη ανάπτυξη, υπάρχουν από την μια πλευρά εκείνοι που ξέχασαν το σημάδι της πλευράς τους, και κατέληξαν να ζητούν-να διεκδικούν την επιστροφή σε αυτό που εργάτες και προλετάριοι είχαν απορρίψει και πολεμήσει, δηλαδή τις αλυσίδες εργασίας επ ‘αόριστον · από την άλλη, όσοι έχουν ανταλλάξει τον εκσυγχρονισμό για την επανάσταση, ζωγραφίζοντας με ευφάνταστο τρόπο μια κοινωνική συνεργασία πλέον εντελώς ελεύθερη και αυτόνομη, και ένα κεφάλαιο ως καθαρά παρασιτικό περιτύλιγμα. Και οι δύο δεν βλέπουν τη συνέχεια και την πιθανότητα του ανταγωνισμού, και συνεπώς αναλαμβάνουν έναν ήδη υπάρχοντα διαχωρισμό μεταξύ των δύο τάξεων-πλευρών: για τους μεν αυτό σημαίνει την αδυναμία της απελευθέρωσης, για τους άλλους η απελευθέρωση έχει ήδη συμβεί. Και οι δύο είναι ιδεολογικές θέσεις, και οι δυο αδύναμες, και οι δύο δείχνουν την απομάκρυνση του προβλήματος της επαναστατικής ρήξης. Και οι δύο δεν βλέπουν το κεντρικό ερώτημα της ταξικής σύνθεσης ως διαδικασία που διασχίζεται συνεχώς από την σύγκρουση, την διαμάχη.

Θα μπορούσαμε να το πούμε έτσι, με μια φόρμουλα: το αντίθετο του εκσυγχρονισμού δεν είναι συντήρηση, αλλά επανάσταση. Αν στη συνέχεια αντικαταστήσουμε στον εκσυγχρονισμό και την συντήρηση τις έννοιες της αριστεράς και δεξιάς, το αποτέλεσμα δεν αλλάζει, είναι συνώνυμα: το αντίθετο της δεξιάς δεν είναι αριστερά, αλλά επανάσταση. Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο δεν μπορούμε να ορίσουμε τον εαυτό μας στην αριστερά: όχι επειδή η αριστερά έχει γίνει αυτό, αλλά επειδή η αριστερά υπήρξε πάντα αυτό. Η αριστερά είναι από τις απαρχές της διαφωτιστική, προοδευτική, εκσυγχρονιστική. Είναι η σκέψη της θυματοποίησης και της ήττας, εμπιστεύεται τον εαυτό της στην Ιστορία, εχθρεύεται εκείνους που αγωνίζονται ενάντια στους καιρούς τους, είναι αυτή της συμβατότητας με την ισχύ του κεφαλαίου και του παρανοϊκού αποκλεισμού της ανταγωνιστικής ισχύος – γι ‘αυτό μόλις οι προλεταριακές συμπεριφορές κάνουν του κεφαλιού τους, ξεσπά η συνωμοσιολογία, η διετρολογία [1], και η κατηγορία ότι είναι προβοκατόρικες. Η αριστερά απεικονίζει νεκρές φύσεις στην ακτή της λίμνης, εμείς που θέλουμε να οργανώσουμε τους εαυτούς μας μέσα στις δίνες, ακόμη και μέσα στην επικίνδυνη ακαθαρσία και ασάφεια τους, πρέπει να αποφύγουμε όχι αυτή ή την άλλη αριστερά, αλλά την αριστερά sans phrase.

Από αυτή την άποψη, ο Romano Alquati – μια αποφασιστική φιγούρα του εργατισμού, αν και δεν εκτιμάται ιδιαίτερα στην Ιταλία και σχεδόν άγνωστος στο εξωτερικό – μιλούσε για «οργανωμένο αυθορμητισμό». Τι εννοούσε;

Αυτό τον καθορισμό, τον σχεδιασμό αυτό της ταξικής σύνθεσης και της ανασύνθεσης τον χρωστάμε πρώτα απ’ όλα στον Alquati. Εάν θέλουμε να το πούμε με ένα αστείο, δεν υπάρχει εργατισμός δίχως Alquati, αν και ο Alquati δεν μπορεί να μειωθεί αποκλειστικά στην εμπειρία του εργατισμού. Συχνά θεωρήθηκε ως ο «εφευρέτης της conricerca-συνέρευνας», ένας ισχυρισμός στον οποίο απαντούσε ότι οι αγωνιστές,οι στρατευμένοι πάντα έκαναν συνέρευνα και απλά αυτός, που ήταν αγωνιστής, έκανε συνέρευνα, είναι σαν να υποστηρίζουμε – μας προειδοποιούσε – ότι αν είναι να διασχίσω έναν δρόμο γεμάτο πέτρες φορώ τα παπούτσια, τότε σημαίνει ότι έχω εφεύρει τα παπούτσια.Υπήρχε προφανώς μια παράδοξη υπερβολή σε αυτό, επειδή η συνέρευνα- conricerca για το πώς μιλάμε γι ‘αυτήν σήμερα ή που προσπαθούμε να ξανα- ανακαλύψουμε βασίζεται πρωτίστως στη συμβολή του Alquati και των συλλογικών πραγματικοτήτων που έχτισε αυτός για να την εφαρμόσει. Ωστόσο, είναι αλήθεια ότι το να τον ορίσουμε απλά ως εφευρέτη της συνέρευνας κατέληξε να περιορίζει την πορεία του στη δεκαετία του ’60, στα έτσι κι αλλιώς αποφασιστικά κείμενα για την Fiat ή την Olivetti. Ο Alquati αντίθετα είναι πολύ άλλος και πολύ περισσότερα. Οι ερευνητικές του πορείες μέσα και κατά του «πανεπιστημίου της μεσαίας τάξης» της δεκαετίας του ’70 εξακολουθούν να είναι θεμελιώδεις ακόμη σήμερα, στις οποίες προέβλεπε την εμφάνιση του κοινωνικού εργάτη και του πνευματικού προλεταριάτου. Μεταξύ των δεκαετιών του ’80 και του ’90 επεξεργάζεται ένα γενικό μοντέλο, συνολικό (καλούμενο από αυτόν «modellone») για τη λειτουργία του καπιταλισμού, με στόχο τον επαναστατικό μακροπρόθεσμο στόχο της ρήξης και της εξόδου από τον καπιταλιστικό πολιτισμό. Σε αυτή την φάση ο Alquati παράγει εξαιρετικές προβλέψεις για θέματα, ερωτηματικά, προβλήματα και ζητήματα (από την υπερ-εκβιομηχάνιση έως την κεντρική θέση της αναπαραγωγής) που σήμερα παρουσιάζονται απολύτως αποφασιστικά.

Ο ορισμός του «οργανωμένου αυθορμητισμού» προκύπτει από τις διαδικασίες της conricerca-συνέρευνας στη ζωντανή σάρκα των εργατικών αγώνων της δεκαετίας του ’60. Στην παράδοση του εργατικού κινήματος υπάρχει μια διάκριση μεταξύ της λατρείας του αυθορμητισμού και του φετίχ της οργάνωσης, ή μια διαλεκτική της για τα στάδια της ανάπτυξης: πρώτα υπάρχει ο αυθορμητισμός, μετά υπάρχει η οργάνωση. Ο Alquati διαρρηγνύει οριστικά αυτή τη διαλεκτική και προτείνει εκείνο το φαινομενικό οξύμωρο: στη Fiat δεν είναι μια εξωτερική οργάνωση που παράγει τη σύγκρουση, δεν είναι ο απλός αυθορμητισμός που την ωθεί προς τα εμπρός. Δημιουργήθηκε ένα είδος «αόρατης οργάνωσης» μέσω της οποίας οι εργάτες επικοινωνούν, προετοιμάζουν τους αγώνες, ανιχνεύουν τους χρόνους, μπλοκάρουν το εργοστάσιο. Είναι αυτή η αόρατη οργάνωση που τίθεται ως πρωτοπορία των ανασυντεθιμένων διαδικασιών, ενώ οι αγωνιστές του κόμματος ακολουθούν διστακτικοί, χαμένοι και συχνά δρουν σαν καπάκι. Η μορφή αγώνα της «αγριόγατας», a “gatto selvaggio”, η οποία τρέφεται ακριβώς από την αόρατη οργάνωση, είναι απρόβλεπτη, επομένως δεν μπορεί να ελεγχθεί από μια μεταρρυθμιστική, ρεφορμιστική διαμεσολάβηση.Εφαρμόζεται μέσα από μια συνεχή εναλλαγή των τακτικών, των μεθόδων, των χρόνων και των τόπων και, «δεν διεκδικεί τίποτα».Είναι το πιο προωθημένο επίπεδο της εργατικής «μη συνεργασίας», αν και σίγουρα δεν είναι η μόνη μορφή πάλης, εναλλασσόμενη με τη μαζική απεργία ή τη σύγκρουση στους δρόμους, στην πλατεία. Το πρόβλημα είναι να τις συνδυάσουμε και να τις επαναδρομολογήσουμε, ενισχύοντας τες αμοιβαίως. Ο Alquati γράφει σχετικά με αυτό: «Το καθήκον μιας πολιτικής οργάνωσης δεν είναι να σχεδιάσει την αγριόγατα με έναν προκαθορισμένο τρόπο, διότι θα διακινδυνεύσει ακριβώς να την καταστήσει απορροφήσιμη στον κύριο-στο αφεντικό με την εξημέρωσή της: ενώ να την οργανώσει και να την εξαπλώσει αρκεί και η εργατική »αόρατη οργάνωση», της οποίας η απεργία ‘αγριόγατας’ καθίσταται ένα μόνιμο γεγονός».

Πηγαίνοντας πέρα από την ιδιαιτερότητα αυτών των αγώνων, το ζήτημα του οργανωμένου αυθορμητισμού μας επιτρέπει να τοποθετήσουμε αυτή τη σχέση με πολιτικά ορθούς όρους, να ξεχωρίσουμε αποφασιστικά την αμεσότητα, την αυθεντικότητα από τον αυθορμητισμό, που αποτελεί την ιδεολογία του, καθώς και να ξεχωρίσουμε την οργάνωση από την απλή διαχείριση. Συνεπώς, οι δύο όροι της σχέσης δεν πρέπει ποτέ να διαχωριστούν και να αντιταχθούν: η οργάνωση πρέπει να τρέφεται με αυθορμητισμό και η οργάνωση πρέπει να οδηγείται μέσα στην αμεσότητα και την αυθεντικότητα. Μπορούμε να πούμε ότι η αυτονομία είναι η οργάνωση που αντικατοπτρίζει επάνω στην δική της αμεσότητα, είναι η αυθεντικότητα που αντανακλά επάνω στη δική της οργάνωση. Και μπορούμε να πούμε ότι το κόμμα (με τρόπο ριζικά διαφορετικό από την τρέχουσα χρήση και ιδέα) είναι το υποκείμενο που ανασυντάσει συνεχώς τη σχέση ανάμεσα στην αμεσότητα και την οργάνωση, ανάμεσα στην άρνηση και τους μακρο-στόχους.

Πολύ συχνά, κι εσύ αναφέρεσαι στη «μέθοδο της τάσης», στα γραπτά σου: σε τι ακριβώς συνίσταται;

Είναι μια κεντρική οπτική και, όπως και ίσως περισσότερο από άλλες, αποτελεί προάγγελο πολλών παρανοήσεων. Από κάποιες φιγούρες που προέρχονται από τον εργατισμό η τάση έχει ερμηνευτεί με όλο και πιο μηχανιστικούς όρους, σαν να μας έχει παραδώσει άμεσα η γραμμή της καπιταλιστικής ανάπτυξης τα υποκείμενα της κοινωνικής μεταμόρφωσης. Με τον τρόπο αυτό η πολιτική σύνθεση έχει γίνει ο καρπός της τεχνικής σύνθεσης, και όχι πλέον η διάρρηξη της. Αυτός ο μηχανισμός έχει πάρει το όνομα της οντολογίας, πραγματοποιώντας μια απλή πνευματική ανατροπή της διαδικασίας. Δηλαδή: τα υποκείμενα που παράγει η καπιταλιστική ανάπτυξη θεωρούνται οντολογικά τα επαναστατικά υποκείμενα. Για να βρεθούν οι άκρες, για να τακτοποιηθούν οι λογαριασμοί, απομακρύνθηκε επομένως ο κόμπος της ταξικής σύνθεσης, των ισορροπιών δυνάμεως, των διαδικασιών αγώνα μέσω των οποίων η υποκειμενικότητα διαμορφώνει την αυτονομία της, σπάζοντας τα με τη διαδικασία της καπιταλιστικής υποκειμενικοποίησης.

Αντίθετα, από την επαναστατική οπτική τάση δεν σημαίνει αντικειμενικότητα και γραμμικότητα του ιστορικού μονοπατιού, και δεν έχει καμία σχέση με την πρόβλεψη του μέλλοντος. Πρέπει να αφήσουμε τους μετεωρολόγους να προβλέψουν τις βροχές, ως αγωνιστές πρέπει να στρατευθούμε για τη δημιουργία καταιγίδων. Και φυσικά τάση δεν σημαίνει μη αναστρεψιμότητα των διαδικασιών, δηλαδή το δόγμα στη βάση της εκσυγχρονιστικής θρησκείας και επιταχυντικής : αντίθετα, από τη στιγμή που θεμελιώνονται και διαμορφώνονται από τις ισορροπίες δυνάμεων, οι διαδικασίες μπορούν να διακόπτονται συνεχώς, να εκτρέπονται, να ανατρέπονται. Ως εκ τούτου τάση σημαίνει την ικανότητα να αντιλαμβάνεται κανείς την πιθανότητα μιας ανάπτυξης αντιπαράθεσης και ριζικής διαφορετικότητας στη σύνθεση των στοιχείων του παρόντος. Η τάση είναι σαν την προφητεία: σημαίνει να βλέπεις και να επιβεβαιώνεις με διαφορετικό τρόπο εκείνο που ήδη υπάρχει εικονικά στο παρόν.

Με λίγα λόγια, τάση σημαίνει στην πραγματικότητα να είσαι μπροστά, είναι η ικανότητα να κατανοήσουμε το έδαφος της ανταγωνιστικής δυνατότητας μέσα στις αμφιβολίες και τις αμφισημίες της σύνθεσης, της υποκειμενικότητας και των υπαρχουσών συμπεριφορών. Τάση σημαίνει προσδοκία, προκαταβολή, πολιτικό στοίχημα. Το στοίχημα δεν είναι μια ζαριά, ούτε είναι επιστημονική πρόβλεψη.Είναι μια επιλογή διαδρομής, η αναγνώριση μιας γραμμής τάσης που δεν υπάρχει εκεί αλλά θα μπορούσε να είναι εκεί. Είναι ένα υλιστικό στοίχημα, δηλαδή εντός και κατά το υπάρχοντος πεδίου δυνάμεων. Χωρίς πολιτικό στοίχημα, στην πραγματικότητα δεν υπάρχει πολιτική με επαναστατική έννοια, αλλά μόνο διαχείριση της υπάρχουσας κατάστασης, δηλαδή τεχνική της θεσμικής πολιτικής.

Στα μέσα της δεκαετίας του ’70, μιλώντας για την ουσία της εκπαίδευσης και του πανεπιστημίου, ο Alquati έγραφε ότι η conricerca-συνέρευνα χρησιμεύει για να επιτύχει να έχει ένα ρόλο το κίνημα που να μην είναι απλά της ουράς των πραγμάτων : «η έρευνα στόχευε στο να προβλέψει, να προκαταβάλει, όχι να εξορθολογίσει ιδεολογικά εκείνο που έχει ήδη συμβεί καθώς «αυθόρμητα» συμβαίνει όταν το μαζικό κίνημα ακριβώς ‘κινείται’. Το πρόβλημα είναι γενικό: της στρατηγικής που χρησιμεύει στην καθοδήγηση και την πολιτική ηγεσία που επιτυγχάνει να προβλέψει σύμφωνα με μια στρατηγική. Το να φθάσεις αργότερα δεν χρησιμεύει σε τίποτα «. Ο αγωνιστής πρέπει να αναλάβει τον κίνδυνο. Το σημαντικό είναι να ενεργήσει εντός και κατά της χυδαιότητας της υφιστάμενης κατάστασης και όχι – όπως συμβαίνει πολύ συχνά στον λεγόμενο «μετα-εργατισμό» – μέσα στη φαντασία του ατόμου και ενάντια στις συλλογικές δυνατότητες.

Στα δύο πιο γνωστά ονόματα σε διεθνές επίπεδο – Mario Tronti και Toni Negri – είναι παραπέμψιμες δύο παραλλαγές του εργατισμού που αναφέρατε, μια «katechontica-κατεχοντική» και η άλλη «accelerationist-επιταχυντική». Μέσα από μορφές όπως ο Romano Alquati ή ο Sergio Bologna, ωστόσο, είναι δυνατόν να προσδιοριστεί ένα τρίτο θεωρητικό και πολιτικό παράδειγμα μέσα στον εργατισμό, το οποίο θα μπορούσαμε να ορίσουμε ως «composizionista-συνθετιστικό». Γιατί μπορεί να είναι σημαντικό να εμβαθύνουμε αυτή τη γραμμή, αυτό το ρεύμα έρευνας;

Είναι διαμέσου αυτού του παραδείγματος (που ορίζεται ως συνθετιστικό για να καταλαβαινόμαστε, αν θέλετε να βρείτε έναν άλλο όρο, αυτό που έχει σημασία είναι η ουσία), ο εργατισμός μπόρεσε να σπάσει το μερικώς κλειστό σύστημα μαρξικής λογικής, εκείνης που κινδυνεύει να παραμείνει παγιδευμένη στην εξήγηση του πώς παράγεται και αναπαράγεται το χαλύβδινο κλουβί, εισάγοντας το καθοριστικό στοιχείο της υποκειμενικότητας. Αυτή δεν διαμορφώνεται με τρόπο ντετερμινιστικό από την υλική διαμονή-τοποθέτηση, ούτε σχηματίζεται ανεξάρτητα από αυτήν: όπως έχουμε ήδη δει, η υποκειμενικότητα συνδέεται με τον αγώνα, δηλαδή με τη ισχύ σχηματισμού του κεφαλαίου και με τη δυνατότητα συμπεριφορών και δυνάμεων που σχηματίζονται εναντίον του κεφαλαίου. Το να εξετάζουμε τη σύνθεση της τάξης, να συνερευνούμε και να δρούμε μέσα σε αυτήν για να την λυγίσουμε και να την κάμψουμε σε μια ανταγωνιστική κατεύθυνση, σημαίνει να εστιάζουμε συνεχώς την πολιτική πρωτοβουλία στη σχέση μεταξύ διαδικασίας και υποκειμένου. Για να το πούμε απλά: σε μια διαδικασία με σχέσεις ισχύος υπέρ του κεφαλαίου, το υποκείμενο που σχηματίζεται πρώτα απ’ όλα πλάθεται από αυτό, σε μια διαδικασία με διαφορετικές ισορροπίες δυνάμεων, σχηματίζεται ένα διαφορετικό υποκείμενο. Το να λέμε ότι το υποκείμενο είναι διαμορφωμένο από το κεφάλαιο, όπως συμβαίνει στη σημερινή φάση, δεν σημαίνει ότι δεν υπάρχουν δυνατότητες σύγκρουσης ή αυτονομίας, όχι, καθόλου. Ο Alquati μίλησε για ένα «άλυτο κατάλοιπο» και που δεν επιλύεται για το κεφάλαιο, αυτό που αποκαλούσε ανθρώπινη ενεργητική ικανότητα, της οποίας το κεφάλαιο πρέπει να τροφοδοτείται συνεχώς για να κάνει να λειτουργεί το σύστημά του. Θα μπορούσαμε ακόμη να πούμε ότι υπάρχει μια διαρθρωτική δυνητική ασυμμετρία μεταξύ των δύο τάξεων: ενώ το κεφάλαιο χρειάζεται το προλεταριάτο, το προλεταριάτο δεν χρειάζεται το κεφάλαιο, και τελικά ούτε τον ίδιο του τον εαυτό ως προϊόν αυτής της κοινωνικής σχέσης. Αυτή είναι η αντίφαση που δεν επιλύεται για το κεφάλαιο, απ’ όπου προέρχεται η διαρκής δυνατότητα του ανταγωνισμού, η οποία αναλαμβάνει διαφορετικές μορφές και εκφράσεις, ή από καιρό σε καιρό ή σε ορισμένες φάσεις δεν λαμβάνει ρητές μορφές και εκφράσεις.

Ο ανταγωνισμός δεν μπορεί να αναμένεται μεσσιανικά, ούτε να τον φανταζόμαστε ξεκινώντας από αυτό που θα θέλαμε και θα μας άρεσε – με αποτέλεσμα όταν οι προλετάριοι δεν συμπεριφέρονται όπως θα θέλαμε, ασκούμε ατομικές και πνευματικές αποδράσεις προς τα εμπρός. Οι αγωνιστές πρέπει να σκάψουν μέσα στις αμφιβολίες, τις αμφισημίες και τις ασάφειες, μέσα στην «ακαθαρσία» των πραγματικών συμπεριφορών: όχι για να τις εκθειάζουμε λαϊκιστικά, αλλά για να αναζητήσουμε μέσα τους μια πολιτική φύση στο επίπεδο των εγγενών μορφών και εκφράσεών της, όταν υπάρχει μια virtualness, εικονική πραγματικότητα που δεν έχει μετατραπεί ακόμα σε δράση συλλογική. Για παράδειγμα, πριν γίνει ρητή και συλλογική μορφή αντιπαράθεσης και άρνησης, η απόρριψη της εργασίας ενσαρκώνονταν σε κατακερματισμένες συμπεριφορές προσποίησης στο ατομικό επίπεδο. Από την εγγενή πολιτική φύση προς τη ρητή πολιτική φύση δεν υπάρχει ένα απαραίτητο πέρασμα σταδίων ανάπτυξης. Υπάρχει αντ ‘αυτού η κατασκευή μιας οργανωτικής διαδικασίας, υπάρχει η πορεία της συνέρευνας, υπάρχει όλη η δύναμη του μαχητικού στοιχήματος, του στρατευμένου στοιχήματος. Θα μπορούσαμε να πούμε ότι η επιδίωξη της εγγενούς πολιτικής φύσης είναι η αναζήτηση του χώρου μεταξύ της αφηρημένης δυναμικής του ανταγωνισμού και της διοχετευμένης μορφής έκφρασής του, είναι ο χώρος μέσα στον οποίο οι συμπεριφορές μπορούν να πάρουν διαφορετικές ή και αντίθετες κατευθύνσεις, είναι ο χώρος στον οποίο η διαδικασία μπορεί πράγματι να αποκλίνει, να καμπυλώνεται, να διακόπτεται, να ανατρέπεται. Επομένως, είναι ο χώρος που αρμόζει στην μαχητική, στρατευμένη παρέμβαση.

Το πρόβλημα, λοιπόν, είναι ότι τόσο το «επιταχυντικό»,“accelerazionista” πρότυπο όσο και το «κατεχοντικό», “katechontico” παράδειγμα καταλήγουν να αναλαμβάνουν τη χρονικότητα της καπιταλιστικής ανάπτυξης και να προκαλούν την ταξική σύνθεση και τις επαναστατικές δυνατότητές της να κατεβούν από αυτήν. Για το πρώτο παράδειγμα πρέπει απλά να επιταχύνουμε την ανάπτυξη της νέας τεχνικής σύνθεσης για να την μετατρέψουμε σε πολιτική σύνθεση, για δεύτερο πρέπει να διατηρήσουμε τη δύναμη της παλιάς πολιτικής σύνθεσης για να καταπολεμήσουμε την τεχνική σύνθεση. Και τα δύο κινδυνεύουν να αντιμετωπίσουν την εξέλιξη σε ένα επίπεδο αφαίρεσης που χάνει την επαφή με τη μεσαία δέσμη, δηλαδή με το επίπεδο στο οποίο δίδονται οι συγκεκριμένες δυνατότητες της ρήξης και της ανατροπής. Η μέθοδος της τάσης που μας ενδιαφέρει, αντιθέτως, δεν είναι ο προσδιορισμός μιας «αντικειμενικής» ανάπτυξης, σημαίνει να θέσουμε το πρόβλημα της διακοπής και της απόκλισης, δηλαδή της συσσώρευσης δύναμης για το χτίσιμο ανασυντεθιμένων διαδικασιών. Αυτή η δύναμη συσσωρεύεται τόσο στην επιτάχυνση όσο και στη συγκράτηση, περισσότερο ή λιγότερο στη μία ή την άλλη, ανάλογα με τις φάσεις και πάνω απ ‘όλα τους αγώνες που δημιουργούν αντίσταση ή σπρώχνουν προς τα εμπρός. Επειδή η οπτική από την οποία αξιολογείται η επιτάχυνση και η συγκράτηση είναι αυτή της ταξικής σύνθεσης, της δυνητικής αυτονομίας της και των δυνατοτήτων της για επαναστατική μεταμόρφωση.

Στην περίπτωση του επιταχυντισμού του Negri, αντίθετα, η τάση γίνεται τελεολογία, η διαδικασία της οργάνωσης, σύγκρουσης και ρήξης εσωτερικό της σχέσης μεταξύ της τεχνικής σύνθεσης, πολιτική και ανασύνθεση δίνουν τη θέση σε μια ιδέα απόρριψης οποιασδήποτε μορφής μεσολάβησης της ανατροπής. Ο Negri καταλήγει δηλαδή να μην βλέπει τη διαδικασία και να ταυτοποιεί αμέσως το υποκείμενο ως οντολογικώς ελεύθερο και αυτόνομο. Δεν συνειδητοποιεί ότι εκείνο το υποκείμενο δεν είναι καθόλου ελεύθερο και αυτόνομο, αλλά βαθιά σημαδεμένο από την καπιταλιστική υποκειμενοποίηση,subjectivisation. Μόνο με την κατανόηση της αμφισημίας και την κάμψη της σε ανταγωνιστική έννοια μπορεί να φθάσει να αντιταχθεί στον εαυτό του. Μόνο μέσα από τη διαδικασία του αγώνα το υποκείμενο κατακτά ελευθερία και αυτονομία. Υπάρχει επίσης σε αυτό ένα πνευματικό βίτσιο, εκείνου που δεν μετρά πλέον τις κατηγορίες του με βάση τη μαχητικότητα-την στράτευση μέσα και κατά της πραγματικότητας, αλλά μετρά την πραγματικότητα στη βάση των δικών του κατηγοριών. Στην αυτονομία του πολιτικού ακολουθεί εδώ η αυτονομία της πολιτικής φιλοσοφίας. Και είναι, ίσως, θλιβερά παράδοξο το γεγονός ότι ένας από εκείνους που μίλησαν για την ηγεμονία της «γενικής διάνοιας», τερματίζει την πορεία του μέσα στην αλαζονική μοναξιά της ατομικής διάνοιας.

Συχνά ο εργατισμός κατηγορήθηκε για sviluppismo, αναπτυξιολαγνεία…

Εν μέρει, υπάρχει λόγος, κυρίως λόγω εκείνης της εξέλιξης στην οποία η τάση γίνεται τελεολογία. Πιστεύω όμως ότι το ίδιο προβληματική, ή ακόμη περισσότερο, είναι η ρητορική εναντίον της ανάπτυξης που έκανε το δρόμο της τις τελευταίες δεκαετίες, διότι συχνά υιοθετεί ηθικίστικα και κατά βάθος ταξικά χαρακτηριστικά, στην περίπτωση αυτή της άλλης τάξης. Είναι μάλλον πολύ εύκολο να είμαστε για την degrowing, αποανάπτυξη ενώ πίνουμε κονιάκ από το άνετο γραφείο της Σορβόννης μας …Δεν είναι όλες οι θέσεις ενάντια στην ανάπτυξη αναγώγιμες στην αποανάπτυξη, αλλά ακόμη και οι καλύτερες και οι πιο ενδιαφέρουσες για τους αγώνες κινδυνεύουν να είναι ισοδύναμες στο πολεμικό τους αντικείμενο. Στην πραγματικότητα, τόσο η αναπτυξιολαγνεία όσο και η αντι-αναπτυξιολαγνεία δεν έχουν καμία σχέση με τον στόχο και καταλήγουν να είναι μάλλον ιδεολογικές: η μια φαντάζεται τα επαναστατικά υποκείμενα σε όλα όσα παράγονται από την ανάπτυξη του κεφαλαίου, η άλλη τα φαντάζεται σε όλα αυτά που προηγούνται ή απατηλά θεωρούνται «έξω» από εκείνη την ανάπτυξη. Μια επιλογή είναι τόσο μέσα που ξεχνιέται πως είναι αντίθετη, και έτσι απορροφάται μέσα στα σαγόνια ενός αδύνατου ρεφορμισμού, η άλλη επικαλείται μια επίθεση στο φρούριο από τα έξω, στηριζόμενη σε έναν μη ρεαλιστικό αυθορμητισμό. Ο υλισμός χωρίς την επαναστατική θέληση ρέει στον ντετερμινισμό, η επαναστατική θέληση στερημένη του υλισμού ρέει στον ιδεαλισμό. Είτε το θέλουμε είτε όχι, συνεπώς, είμαστε εν τούτοις ακόμα μέσα στην ανάπτυξη και στις χαοτικές αντιφάσεις της, δεν μπορούμε λοιπόν να έχουμε μια αμφίθυμη συγκρουσιακή ματιά: πρέπει να κατανοούμε δηλαδή αυτή την αντιυποκειμενικότητα- controsoggettività και πόσες ανταγωνιστικές δυνατότητες δημιουργούνται και καταστρέφονται μέσα στην εξέλιξη-ανάπτυξη, πόσες δημιουργούνται και καταστρέφονται στην αντίσταση ή όταν πιέζουμε τις διαδικασίες προς τα εμπρός. Αντι-χρήση των διαδικασιών σημαίνει όχι μόνο τη χρήση των μέσων που παράγονται από την ανάπτυξη για έναν άλλο σκοπό, αλλά κάνοντας αυτό να τα λυγίζουμε, να τα μεταμορφώνουμε, να δημιουργούμε άλλα. Διότι τότε το να είσαι μέσα δεν είναι ένα ζήτημα ατομικών επιθυμιών ή υπαρξιακών εμπειριών αλλά σκληρής ουσιαστικότητας-υλικότητας της κοινωνικής σχέσης που μαχόμαστε, το σημείο είναι σαν να είμαστε εναντίον.

Εν ολίγοις, η διαλεκτική μεταξύ αναπτυξιολαγνείας και αντι αναπτυξιολαγνείας, επιτάχυνσης και αποανάπτυξης, νεωτερικότητας και αντι-νεωτερικότητας, είναι εξ ολοκλήρου εσωτερική στην οπτική του κεφαλαίου. Το κεφάλαιο αποτελείται από επιτάχυνση και κράτηση, καταστρέφει τη σύνθεση του ανταγωνιστή του και ανασυνθέτει τα θραύσματα που παράγονται σύμφωνα με τις αναπτυξιακές του ανάγκες.Τότε το πρόβλημα για τον αγωνιστή είναι να σχεδιάσει την εξέλιξη-την ανάπτυξη από την οπτική γωνία της μακρο-δικής μας πλευράς, πραγματικής ή δυνητικής, για να περιορίσει τα στοιχεία που εμποδίζουν την καταστροφική επιτάχυνση της καπιταλιστικής καινοτομίας, δηλαδή αυτά που μας φτωχαίνουν, και επιταχύνοντας τα στοιχεία που παράγουν ρήξη στον αντίπαλο, εμπλουτισμό της υποκειμενικότητας και και αυτονομία στην πλευρά μας.

Για να καταλάβουμε το τι πρέπει να κάνει οαγωνιστής-ο στρατευμένος μπορούμε να χρησιμοποιήσουμε, συγχωρέστε την αγριότητα, την αλληγορία του καρκίνου. Στο σώμα μας πρέπει να περιορίσουμε τη δύναμη του κακού, που αναπτύσσει τον καρκίνο, στο κορμί του εχθρού μας πρέπει να επιταχύνουμε τις μεταστάσεις που παράγονται από την ταξική πάλη. Μεταξύ των δύο κινήσεων υπάρχει μια σχέση, αλλά ποτέ δεν είναι συμμετρική, χρονικά γραμμική, τελεολογική. Επομένως, η σύγκρουση θα πρέπει να λειτουργεί ως καρκίνος προς τον αντίπαλο και ως εμβόλιο μέσα μας, δηλαδή ελεγχόμενος εμβολιασμός δηλητηρίου για να ενισχύσουμε τον οργανισμό. Σε εμάς το αντίθετο συμβαίνει συχνά: η σύγκρουση γίνεται καρκίνος μέσα μας, δηλαδή πηγή συχνά άχρηστων διαχωρισμών, και εμβόλιο για τον αντίπαλο, επομένως καπιταλιστική καινοτομία, ανανέωση.

Ας έρθουμε λοιπόν στη φιγούρα του αγωνιστή, του στρατευμένου, στον οποίο έχεις πρόσφατα αφιερώσει ένα δοκίμιο. Ποιος είναι ο αγωνιστής; Ποιος είναι ο ρόλος και η σημασία του;

Από τα όσα είπαμε μέχρι τώρα έχουν ανακύψει ήδη διάφορα κομμάτια απάντησης, επειδή η μαχητικότητα-η αγωνιστικότητα-η στράτευση δεν είναι μια συγκεκριμένη πτυχή: είναι η άποψή μας, είναι η μορφή της ζωής μας, είναι αυτό που είμαστε, αυτό που λέμε, αυτό που πιστεύουμε. Ο μαχητής-αγωνιστής-στρατευμένος είναι εξ ορισμού αυτός που θέτει τη ζωή του σε κίνδυνο, ολοκληρωτικά. Αυτή η αλήθεια παίρνει διάφορες μορφές σε σχέση με την ιστορική φάση, με την ταξική σύνθεση, με τις οργανωτικές διαδικασίες. Όταν στο σημείο καμπής της χιλιετίας άρχισαν να τον αποκαλούν ακτιβιστή, ακολουθώντας την αγγλοσαξονική και αμερικανική επικρατούσα μόδα, δεν επρόκειτο απλά για μια γλωσσική παραχώρηση, αλλά για μια δομική αποτυχία, υποχώρηση, καθίζηση. Χάθηκε έτσι η incommensurabilità του σε σχέση με άλλες φιγούρες, όπως εκείνη του εθελοντή. [ incommensurabilità: η έλλειψη ή η ανεπάρκεια ενός κοινού μέτρου ή μιας περιόδου αναφοράς, με σκοπό έναν βολικό ποσοτικό ορισμό.] Φιγούρες του γενικού ενδιαφέροντος, συνεπώς της αναπαραγωγής του υπάρχοντος. Αντίθετα ο αγωνιστής είναι ένα διαχωριστικό υποκείμενο, παράγει συνεχώς το «εμείς» και «αυτοί», παίρνει θέση και αναγκάζει να πάρουμε θέση, να τοποθετηθούμε. Ξεχωρίζει για να ανασυνθέσει το μέρος του, την πλευρά του. Είναι πρωτίστως μια φιγούρα της άρνησης, επειδή απορρίπτει το υπάρχον και αγωνίζεται για να το καταστρέψει. Ξεκινώντας από την άρνηση, παράγει συλλογικούς μακρο-στόχους και νέες μορφές ζωής.

Πολύ συχνά, ειδικά σε δύσκολες φάσεις όπως αυτή, ακούμε πολλούς συντρόφους να διαμαρτύρονται για την απουσία αγώνων ή να χαίρονται με εκείνους άλλων. Κατάθλιψη και ευφορία μιμούνται εκείνες των χρηματοπιστωτικών αγορών, φούσκες και voyeurismo-ηδονοβλεψία ταξιδεύουν και εξαφανίζονται με την ταχύτητα ενός tweet. Και όμως, οι ιστορικές φάσεις δεν είναι όμορφες ή άσχημες: είναι χώροι μέσα και εναντίον των οποίων τοποθετούμαστε όσον αφορά τον σχεδιασμό. Δεν πρέπει να κριθούν στη βάση των επιθυμιών μας, αλλά πολεμούνται στη βάση των καθηκόντων μας. Η ποινή είναι να βυθιζόμαστε στο κυκλοθυμικό χρονικό των αγώνων και της απουσία τους, κυματίζοντας μεταξύ της ευφορίας του οπαδού και την κατάθλιψη του θεατή, ανάμεσα σε μια δίχως λόγο αίσθηση ήττας και αδικαιολόγητες διακηρύξεις νίκης. Να ελευθερωθούμε από αυτές, αν θέλουμε να ζήσουμε στο ύψος των περιστάσεων. Πράγματι, πρέπει να καταλάβουμε ότι η πιο σημαντική φάση για τον επαναστάτη αγωνιστή είναι ακριβώς εκείνη στην οποία δεν υπάρχουν αγώνες. Στην πραγματικότητα, όταν υπάρχουν, ο στρατευμένος επαναστάτης φτάνει πολύ αργά. Πρέπει να προβλέψουμε, να προλάβουμε για να οργανώνουμε και να κατευθύνουμε, να μην παρατηρούμε για να διηγούμαστε και να περιγράφουμε. Και πρέπει επίσης να προσθέσουμε ότι όταν οι αγώνες υπάρχουν, συχνά οι αγωνιστές – μιλάω στην περίπτωση αυτή για την ιταλική συγκυρία – δεν ξέρουν πώς να τους αντιληφθούν γιατί ξεφεύγουν από τα σχήματα τους, ή δρουν σαν πώμα, σαν αναστολέας στην ανάπτυξή τους. Ας μην μας πιάνει κατάθλιψη λοιπόν από ένα επίπεδο τοπίο ή να μην γοητευτούμε από τα κύματα της θυελλώδους θάλασσας, να προσπαθήσουμε αντιθέτως να πιάσουμε τα αόρατα στροβιλίσματα που αναταράσσονται κάτω από την φαινομενική ηρεμία του ποταμού. Αυτό είναι το καθήκον του σήμερα, αυτό είναι το τι να κάνουμε που πρέπει να χτίσουμε.

Ας έρθουμε τώρα στις κατηγορίες που σφυρηλατήθηκαν από τον «μετα-εργατισμό», οι οποίες, όπως παρατήρησες, κινδυνεύουν μερικές φορές να οδηγήσουν σε μια ψεύτικη αμεσότητα της μετάφρασης της τεχνικής σύνθεσης στην πολιτική σύνθεση …

Πρέπει οριστικά να απαλλαγούμε από την ιδεολογία του μετά, του post, η οποία για πολύ καιρό από τη δεκαετία του ’80 και τη δεκαετία του ’90 μας έχει κρατήσει παγιδευμένους στην μέγκενη ενός εκβιασμού: την επιλογή μεταξύ εκείνων που λένε πως τίποτα δεν θα είναι πλέον όπως πριν και αυτών που λένε ότι όλα θα είναι πάντα όπως πριν. Και οι δύο έχουν λάθος. Για να ξαναπάρουμε και πάλι τα εννοιολογικά εργαλεία του αλκουατιανού μοντέλου- modellone, μπορούμε να πούμε ότι στα επίπεδα των υψηλών πραγματικοτήτων (όπως είδαμε, εκείνα της συσσώρευσης κυριαρχίας και κεφαλαίου) τίποτα δεν άλλαξε, στα επίπεδα των ενδιάμεσων πραγματικών πραγματικοτήτων υπήρξαν σημαντικές μεταλλάξεις-αλλαγές, στο τα επίπεδα χαμηλής πραγματικότητας τα πράγματα αλλάζουν πολύ γρήγορα. Για να κατανοήσουμε τις μονιμότητες και τις αλλαγές, χρειαζόμαστε έρευνα, να καταλάβουμε πού τα πράγματα διαφέρουν και γιατί, και ποιοι χώροι ανταγωνιστικής δυνατότητας ανοίγουν. Η ιδεολογία του post έχει, αντιθέτως, αξιώσει να μας λέει για έναν καινούργιο κόσμο, πάντα καινούργιο, είναι ο κόσμος για τον οποίον μας έχει μιλήσει η ρητορική της καινοτομίας, της ανανέωσης, η οποία είναι η πραγματική ρητορική του σύγχρονου καπιταλισμού. Μια ρητορική που οργανώνει μια συγκεκριμένη υλικότητα, εκείνη όπως έχουμε δει της καπιταλιστικής αντεπανάστασης.

Αναλαμβάνοντας την ιδεολογία του μετά, ένα μέρος εκείνων που έχουν διεκδικήσει την κληρονομιά του εργατισμού έχει φανταστεί την τάξη (όρος που καταργήθηκε για ορισμένο χρονικό διάστημα με διάταγμα) ως αντικειμενικά επακόλουθο των πραγματικών ή υποτιθέμενων μετασχηματισμών του κεφαλαίου. Δηλαδή, ο κόμπος της ταξικής σύνθεσης, της πολιτικής διαδικασίας της αντιυποκειμενοποίησης και της μεταμόρφωσής της έχει αφαιρεθεί. Ο κόμβος της ρήξης, με το κεφάλαιο και εσωτερικό στην ταξική σύνθεση, έχει αφαιρεθεί, καταργήθηκε. Όχι πλέον η τάξη εναντίον της, αλλά μια τάξη που ως δια μαγείας γίνεται αυτόνομη και πρέπει μόνο να αναγνωρίζεται μέσα σε αυτήν την αυτονομία της. Δεν υπάρχει πλέον ανάγκη να τα σπάσει με το κεφάλαιο, αλλά απλώς να απομακρυνθεί από αυτό (παραδόξως, ακόμη και θέσεις που χαρακτηρίζονται έντονα από κριτική και αντίθεση προς τον Negri, καταλήγουν μερικές φορές να φθάνουν σε παρόμοια συμπεράσματα). Παρόλο που γεννήθηκαν από την άρνηση της εργασίας, ορισμένες αιχμές του λεγόμενου «μετα-εργατισμού» κατέληξαν παράδοξα στο να δώσουν ζωή σε ένα είδος άυλου και γνωστικού lavorismo, εκεί όπου έχασαν από την ματιά τους την θεμελιώδη διαφορά μεταξύ των καπιταλιστικών δεξιοτήτων και των γνώσεων της δικής τους πλευράς, μεταξύ της αναπροσαρμογής της αξίας και της αυτο-αναπροσαρμογής της αξίας, μεταξύ του πλούτου της συσσώρευσης και του πλούτου των αγώνων. Το πρόβλημα, ακριβώς, απορρέει από την ιδέα μιας ήδη ελεύθερης συνεργασίας σε σχέση με την οποία το κεφάλαιο είναι παρασιτικός παράγοντας, ενώ η εργασία θα είχε γίνει κοινή – κάτι που μπορεί να είναι αληθινό, υπό την προϋπόθεση να προστεθεί ότι εκείνη είναι η κοινότητα της εκμετάλλευσης και της αφηρημένης εργασίας που διοικείται από το κεφάλαιο.

Ο ίδιος ο ορισμός του «μετα-εργατισμού» επινοήθηκε στα αγγλοσαξονικά και αμερικανικά πανεπιστήμια, ως μια προσπάθεια να συλλάβει τη δύναμη του εργατισμού, να τον αποπολιτικοποιήσει και να τον αφαιρέσει από τη σύγκρουση και την ταξική σύνθεση. Για να τον καταστήσει, δηλαδή, καλό για την ακαδημία και την πολιτική οικονομία της γνώσης, δηλαδή όχι πλέον καλό για τους αγώνες. Μετά έγινε «ιταλική θεωρία», “Italian Theory”, η οποία διαφοροποιείται από την «ιταλική σκέψη», “Italian Thought”,και στη συνέχεια θα υπάρξει η « επικριτική ιταλική θεωρία», “Critical Italian Theory”, η «επικριτική ιταλική σκέψη», “Critical Italian Thought” και ούτω καθεξής προς το κακό τους άπειρο, σε μια θεωρία αποσπασμένη από τη ταξική σύνθεση και από την ταξική πάλη, για να συνδεθεί σταθερά στην αναπροσαρμογή της αξίας και την αναπαραγωγή του κεφαλαίου, καθώς και σε συνέδρια και πανεπιστημιακές έδρες

Εκείνο το σύνολο θεωρημάτων και αναλύσεων που συλλέχθηκαν αργότερα στον ακαδημαϊκό ορισμό του «μετα-εργατισμού» αναπτύχθηκε μεταξύ των δεκαετιών του ’80 και του ’90 σε μια προσπάθεια να ανατρέψει τις μηδενιστικές εικόνες – συμμετρικές μεταξύ τους, η μια συμπληρώνει την άλλη – του τέλους της ιστορίας και της μοναδικής σκέψης. Ο πολεμικός στόχος ήταν και παραμένει ορθός, η πρακτική εξέλιξη δεν είναι πάντοτε στο ύψος των περιστάσεων. Ορισμένες από αυτές τις εννοιολογικές προσπάθειες ήταν προβληματικές από την αρχή, για τους λόγους που αναφέραμε σχηματικά, πρώτα απ ‘όλα την ιδέα ότι η πολιτική σύνθεση προέρχεται αυτόματα από την τεχνική σύνθεση, άλλες υπήρξαν εξαιρετικά παραγωγικές και μπορούν να παραμείνουν ακόμη, όμως μέχρις ότου επανεξεταστούν μέσα στις αλλαγές που έλαβαν χώρα μέσα στην κρίση και την εξάντληση ενός γενικού μοντέλου. Σε αυτή την περίπτωση, το να μην ξεκινήσουμε πάλι από την αρχή δεν σημαίνει πραγματικά πως πηγαίνουμε προς τα πίσω. Με άλλα λόγια, σημαίνει να διατρέξουμε τον κίνδυνο της οστεοποίησης των κατηγοριών, της μετατροπής τους σε δόγματα, να καταστήσουμε τον εργατισμό αυτό που ποτέ δεν υπήρξε: ένα σχολείο και όχι μια κίνηση σκέψης, ένα κίνημα σκέψης. Αυτό σημαίνει, επικουρικά, να δώσουμε χώρο σε ενοχλητικές επιχειρήσεις μνησίκακης επίθεσης σε ένα ολόκληρο επαναστατικό θεωρητικό σύστημα. Πρόκειται βέβαια για ασήμαντες επιχειρήσεις, σίγουρα, αλλά κινδυνεύουν να μετατοπίσουν τη συζήτηση στην υπεράσπιση των εννοιών και όχι για τη χρησιμότητά τους στους αγώνες. Επομένως, διατρέχουν τον κίνδυνο να παρασύρουν τα πάντα στην πολιτική περιθωριοποίηση. Σε ένα πρόσφατο πολιτικό σεμινάριο ένας σύντροφος δικαίως παρατήρησε ότι ένα αγόρι δεν φεύγει από το σπίτι όταν οι γονείς του το διώχνουν, αλλά όταν δεν βρίσκεται πλέον εκεί μέσα. Να, δίχως φόβο λέμε ότι ένα συγκεκριμένο σπίτι είναι σήμερα αντιπαραγωγικό για τα επαναστατικά μας καθήκοντα και προσπαθούμε να κάνουμε εκείνη την πρωτότυπη κίνηση που ήταν πραγματικά του εργατισμού συγκριτικά με τον Μαρξ: τη μακιαβελική επιστροφή στις αρχές, δηλαδή στον Μαρξ, ενάντια στον μαρξισμό. Τώρα το καθήκον είναι να επιστρέψουμε στον εργατισμό, ίσως όχι ενάντια αλλά σίγουρα με κριτικό τρόπο σε σχέση με αυτό που από τον «μετα-εργατισμό» δεν λειτουργεί πλέον, ή δεν λειτούργησε ποτέ. Αν το κάνουμε, είμαστε στη θέση να μην πετάξουμε ό, τι είναι χρήσιμο για εμάς, και να ξανασκεφτούμε στις ρίζα τους τα υπόλοιπα.

Για παράδειγμα, ο γνωστικός καπιταλισμός, μπροστά στις διαδικασίες διαστρωμάτωσης και εκβιομηχάνισης της εργασίας, εξακολουθεί να είναι χρήσιμη κατηγορία;

Πάντα προτιμούσαμε να μιλάμε για τη γνωσιακή συμπεριφορά της εργασίας, αφενός για να τη διαφοροποιήσουμε με αποφασιστικό τρόπο από την δυσνόητη κατηγορία του άυλου εργαζόμενου, αφετέρου για να επιμείνουμε στη διαδικασία αναδιοργάνωσης και παγκόσμιας ιεραρχειοποίησης των μορφών της παραγωγής και της εκμετάλλευσης σε μια φάση στην οποία οι γνώσεις γίνονται ολοένα και πιο κεντρικές στη συσσώρευση του κεφαλαίου, αποφεύγοντας έτσι να γλιστρήσουμε στην ταύτιση μεταξύ της γνωστικής εργασίας και των υποκειμένων που ορίζονται με τομεακή έννοια, δηλαδή στην αντιπαράθεση μεταξύ των χειρωνακτών εργατών και των εργατών της σκέψης, ή και πάλι στο να φανταζόμαστε το υποτιθέμενο πιο προηγμένο σύμβολο στην τεχνική σύνθεση (τους εργαζόμενους της γνώσης, i knowledge worker) ως πιο προηγμένη αιχμή των αγώνων. Επομένως, πρέπει να καταπολεμηθεί οποιαδήποτε ιδέα μιας προοδευτικής γραμμικότητας: cognitivization της εργασίας σημαίνει και γνωσιοποίηση της εκμετάλλευσης και της μέτρησης, γνωσιοποίηση των ιεραρχιών, γνωσιοποίηση των καθηκόντων.

Η παγκόσμια οικονομική κρίση επιτάχυνε επιπλέον, όπως ήδη παρατηρήσατε, τις διαδικασίες διαστρωμάτωσης και διαφοροποίησης που βρίσκονταν ήδη σε εξέλιξη, σε αντιφατικές μορφές και με διαφορετικές εντάσεις ανάλογα με τους παγκόσμιους τομείς και χώρους. Ακολουθώντας τα αλκουατιάνα ίχνη ο Salvatore Cominu μιλάει σχετικά για την εκβιομηχάνιση του γνωστικού έργου από την άποψη αυτή: δεξιότητες, λειτουργίες και επαγγελματισμός που μέχρι στιγμής θεωρούνται αδιάσπαστες από τον άνθρωπο που τις μεταφέρει και από την κοινωνική συνεργασία με την οποία συνδέονται, υποβάλλονται τώρα σε διαδικασίες πραγματικής υπαγωγής – στην παραγωγή αγαθών και περιεχομένων, υπηρεσιών, κατά τον χρόνο της κατανάλωσης, αναπαραγωγής κλπ. Ταυτόχρονα, είναι απαλλοτρίωση γνώσεων και ενίσχυση της συνδυασμένης μορφής τους, όπως πάντα κάνει το βιομηχανικό σύστημα: αλλά είναι μια ενδυνάμωση για τη συσσώρευση του κεφαλαίου, που με διφορούμενο τρόπο διευρύνει την κοινωνική συνεργασία και τρώει ανθρώπινη ικανότητα, ενσωματώνοντάς την στο μαρξιακό αυτόματο σύστημα μηχανών. Ως εκ τούτου, στο πλαίσιο της γνωσιοποίησης της εργασίας, ο homo faber έγινε sapiens και ο homo sapiens έγινε faber. Γνωσιοποίηση και η ευτελισμός προχωρούν, τουλάχιστον εν μέρει, από κοινού.

Σε αυτές τις βάσεις, αναπτύσσοντας τις έρευνες επάνω στο πανεπιστήμιο που πραγματοποίησε ο Alquati στη δεκαετία του ’70, μιλήσαμε για ζωντανή γνώση για να καθορίσουμε με έναν ιστορικά προσδιορισμένο τρόπο τη νέα ποιότητα της ζωντανής εργασίας, δηλαδή την τάση ενσωμάτωσης της κοινωνικής γνώσης σε αυτήν.Στην πραγματικότητα, δεν πρόκειται απλώς να τονιστεί ο κεντρικός ρόλος που έχει αναλάβει η γνώση και η επιστήμη στις μορφές της σύγχρονης παραγωγής και συσσώρευσης, αλλά να επικεντρωθούμε ακριβώς στην κοινωνικοποίησή τους και στην ενσάρκωση τους μέσα στη ζωντανή εργασία. Αυτή η κοινωνικοποίηση, στη δεκαετία του ’70, πραγματοποιούνταν επάνω στην ώθηση των αγώνων, της άρνησης της εργασίας, της επανοικειοποίησης, της εργατικής αυτονομίας. Αυτός ήταν ο κοινωνικός εργάτης: μια πολιτική φιγούρα, όχι τεχνική. Σήμερα, σαράντα χρόνια αργότερα, η ισορροπία δυνάμεων αντιστράφηκε: η κοινωνικοποίηση λαμβάνει χώρα πρώτα και κύρια με υποχρεωτικό τρόπο, αναγκαστικό, αρχίζοντας από τις ανάγκες του κεφαλαίου. Στην πραγματικότητα, η γνώση δεν είναι από μόνη της καλή ή ουδέτερη, όπως πιστεύουν πολλοί αριστεροί: είναι ο καρπός μιας σχέσης παραγωγής, επομένως μιας σχέσης σύγκρουσης και ισχύος. Από τον κοινωνικό εργάτη στον γνωστικό εργαζόμενο το υποκείμενο ενσαρκώνεται τεχνικά, αποσαρκώνεται πολιτικά. Με αυτό τον τρόπο ο κοινωνικός εργάτης μετασχηματίζεται σε παράγοντα της καινοτομίας και της επισφάλειας: συνέχισε να είναι κοινωνικός, έπαψε να είναι εργάτης.

Από εδώ πρέπει να αρχίσουμε και πάλι, μέσα και ενάντια στο παρόν. Η υπόθεσή μας, θέλοντας να εντατικοποιήσουμε και να απλοποιήσουμε, είναι ότι σήμερα μέσα στην κρίση η ανασύνθεση ανάμεσα στην αποδομημένη μεσαία τάξη και το ιεραρχοποιημένο προλεταριάτο στις διαδικασίες της «γνωστικοποίησης», “cognitivizzazione” και αναπαραγωγής της ανθρώπινης ενεργητικής ικανότητας θα μπορούσε να είναι το λειτουργικό ισοδύναμο της συμμαχίας μεταξύ εργατών και αγροτών στην προ αιώνος κρίση. Λέμε θα μπορούσε, φυσικά, επειδή το γεγονός ότι είναι ή όχι εξαρτάται από εμάς, από έναν δυνητικό εμάς, από ένα εμάς που δεν μπορεί να κλεισθεί μέσα σε εκείνο που πραγματικά είμαστε. Αν δεν έχουμε αυτή την ικανότητα, αυτές οι φιγούρες θα είναι το καύσιμο αντιδραστικών επιλογών, ή σε κάθε περίπτωση θα αναπαραχθούν ως κομμάτια παραγμένα από την κυβέρνηση της κρίσης. Σήμερα περισσότερο από ποτέ συνεπώς πρέπει να γνωρίζουμε πώς να κινηθούμε με μια μονομερή άποψη μέσα από την ασάφεια, την στρεβλότητα των διαδικασιών, με εξαιρετική τακτική ευελιξία και σκληρή στρατηγική ακαμψία: πολύ καλύτερη η βρωμιά του πραγματικού παρά η καθαρότητα της ιδεολογίας, πολύ καλύτερο να αγωνιστούμε, να υποστηρίξουμε τα κοινωνικά εδάφη απέναντι στην συγκρουσιακή υλιστική δεξιά ενάντια στην ιδεαλιστική άνανδρη αριστερά, πολύ καλύτερα δηλαδή τα προβλήματα της αγωνιστικής conricerca-συνέρευνας απ’ ότι η άχρηστη ασφάλεια των selfie των ακτιβιστών. Για να χρησιμοποιήσουμε τα λόγια του ποιητή, εκεί όπου υπάρχει ο κίνδυνος, μεγαλώνει κι εκείνο που διασώζει.

Ακριβώς σχετικά με αυτό, μια διπλή ερώτηση: μόλις έχουμε πέσει μέσα στην εκατονταετηρίδα της Επανάστασης … Θα σε ρωτούσα, λοιπόν πώς ο εργατισμός οικειοποιήθηκε τον Λένιν στη δεκαετία του εβδομήντα και με ποιο τρόπο το να στοχαζόμαστε σχετικά με την λενινιστική εμπειρία μπορεί να είναι ακόμη χρήσιμο σήμερα;

Η απάντηση θα χρειάζονταν πολύ χρόνο και χώρο, γι αυτό σας παραπέμπω σε ένα πρόσφατο pamphlet που έγραψα για τον εκδοτικό οίκο DeriveApprodi, Il treno contro la Storia. Considerazioni inattuali sui ’17, Το τρένο ενάντια στην Ιστορία. Άκαιρες εκτιμήσεις για το ’17.  Κι έτσι εδώ θα είμαι σύντομος.

Ένας απελπισμένος Winston Churchill παρατήρησε: “Ήταν με ένα αίσθημα δέους που οι γερμανοί διοικητές εξαπέλυσαν το πιο τρομερό των όπλων εναντίον της Ρωσίας. Μετέφεραν τον Λένιν από την Ελβετία στη Ρωσία επάνω σε ένα σφραγισμένο βαγόνι, σαν ένα βάκιλο της πανώλης». Ας αφήσουμε κατά μέρος την εκδοχή σύμφωνα με την οποία ήταν ένας υπολογισμός της Γερμανίας εκείνος να επιτρέψει την επιστροφή του ηγέτη των μπολσεβίκων στην Πετρούπολη.Ας επικεντρωθούμε αντιθέτως στο ποιος τίναξε την μπάνκα στον αέρα, όποια κι αν ήταν αυτή. Ο Τσόρτσιλ μας δίνει ακούσια έναν εξαιρετικό ορισμό του τι είναι ο επαναστάτης αγωνιστής: ένας βάκιλος της πανούκλας. Και πώς να οργανώσει το βάκιλο της πανώλης είναι από την αρχή η ανησυχία του Λένιν. Ο Μαρξ μας έχει παραδώσει τον μηχανισμό λειτουργίας της καπιταλιστικής μηχανής, το πρόβλημα – το οποίο θα επιστρέψει με τον εργατισμό, και το οποίο πρέπει πάντα να έχουμε παρόν στην αγωνιστική πρακτική – είναι να μην παραμείνουμε παγιδευμένοι σε αυτόν τον μηχανισμό, να σπάσουμε αυτόν τον κλειστό κύκλωμα. Πού να χτυπήσουμε, πώς να εξαπλώσουμε την πανούκλα, με ποιον τρόπο και σε ποια σημεία να καταστρέψουμε τον εχθρό. Ξεκινώντας όχι από τους νόμους της κίνησης του κεφαλαίου, αλλά από τους νόμους της κίνησης της εργατικής τάξης μέσα και κατά της καπιταλιστικής κοινωνίας: αυτή είναι ταυτόχρονα η συνέχεια και η λενινιστική ανατροπή του Μαρξ.

Ο Λένιν που μας παραδόθηκε από τον λενινισμό, ιστορικιστής και αντικειμενιστής, πιστός στα στάδια της ανάπτυξης, είναι ένα καθαρό ψέμα και πρέπει εντελώς να ξεχαστεί. Καθ ‘όλη τη διάρκεια του ταξιδιού του ο Λένιν προσπαθεί συνεχώς να πιέζει, να διακόπτει και να ανατρέπει την ανάπτυξη του κεφαλαίου, ή να επιβάλλει την επαναστατική βούληση μέσα εναντίον της Ιστορίας. Στους καιρούς της πολεμικής με τους ρώσουν λαϊκιστές, ο Λένιν δεν λέει ότι η ανάπτυξη του καπιταλισμού στη Ρωσία είναι απαραίτητη και επιθυμητή, λέει απλά ότι η ανάπτυξη του καπιταλισμού στη Ρωσία είναι ένα γεγονός. Η μάχη που οδηγήθηκε από τους ναροδνικούς, narodniki επαναστάτες χάθηκε, ο πόλεμος πρέπει να διεξαχθεί. Ξεκινώντας από εδώ είναι απαραίτητο να αναζητηθούν οι νέες μορφές έκφρασης της επαναστατικής υποκειμενικότητας και να οικοδομηθούν κατάλληλες μορφές οργάνωσης. Να το στοίχημα του Λένιν: το βιομηχανικό προλεταριάτο που φαίνεται σαν μια «γωνίτσα» στους λαϊκιστές σύγχρονους σε αυτόν (ξεθωριασμένοι συγγενείς που πρόδωσαν την κληρονομιά του επαναστατικού λαϊκισμού), έχει την τάση να είναι η πρώτη γραμμή, «η εμπροσθοφυλακή ολόκληρης της μάζας των εργαζομένων και των εκμεταλλευομένων «. Αυτή η τάση προορίζεται να πραγματοποιηθεί λόγω των αναπόφευκτων νόμων της κίνησης του κεφαλαίου; Δεν κάνουμε ούτε αστεία. Μόνο ο αγώνας θα αποφασίσει για το πεπρωμένο. Οι άλλοι ας παραμείνουν φυλακισμένοι στη διαχείριση των πλασματικών βεβαιοτήτων του παρόντος. Πρέπει να επιλέξουμε, πρέπει να ποντάρουμε, πρέπει να τολμήσουμε: «Όποιος θέλει να αντιπροσωπεύει ένα οποιοδήποτε φαινόμενο ζωντανό στην ανάπτυξή του πρέπει αναπόφευκτα και αναγκαστικά να αντιμετωπίσει το δίλημμα: είτε προηγείται των καιρών, είτε παραμένει πίσω». Δεν υπάρχει μέση οδός, εκδίδει απόφαση. Κι έτσι, το 1905 και στη συνέχεια τον φεβρουάριο του ’17, λέει πως τρέχουν πίσω από τα γεγονότα εάν πιστεύουν πως πρόκειται για αστικές επαναστάσεις και οι προλετάριοι πρέπει να περιμένουν τη σειρά τους, δηλαδή να πρέπει να περιμένουν την ιστορική εξέλιξη να παραδώσει τον σοσιαλισμό στα χέρια τους και στη συνέχεια τον κομμουνισμό και όχι οι αγώνες: με τίποτα! Είναι απαραίτητο να βρίσκεται κανείς μέσα στο επαναστατικό κίνημα, να διασπά τη γραμμικότητά του, να το κατευθύνει προς άλλους σκοπούς. Πρέπει να πηδάμε πάνω από τα στάδια της ανάπτυξης, να ανατρέπουμε τη ισχύ του πιθανού ενάντια στη μιζέρια της αντικειμενικότητας. Μόνο με αυτόν τον τρόπο μπορεί να γίνει η επανάσταση, να κάνουμε την επανάσταση εναντίον του Κεφαλαίου, σπάζοντας τον φαύλο κύκλο του Μαρξ.

Διότι οι επαναστάτες – αυτή είναι η μεγάλη λενινιστική διδασκαλία – πρέπει πάντα να είναι προετοιμασμένοι για την περίσταση, χωρίς να σκέφτονται ότι αυτή θα πέσει από τον ουρανό και ότι ξεπερνά την ουσιαστικότητα της ιστορικής δυναμικής, της οργανωτικής συνέχειας και του υπομονετικού χτισίματος των σχέσεων ισχύος, της ισορροπίας δυνάμεων. Το θέμα είναι να δημιουργούν με μεθοδικότητα τις προϋποθέσεις της δυνατότητας να κατακτήσουν την ευκαιρία, την περίσταση, να την αρπάξουν. Είναι επομένως θέμα σκέψης της σχέσης μεταξύ διεργασίας και γεγονότος, δηλαδή της διάρκειας και του άλματος, με έναν εντελώς διαφορετικό τρόπο, υποθέτοντας ότι η απλή συνέχεια της διαδικασίας χωρίς την ασυνέχεια του γεγονότος οδηγεί στον αντικειμενισμό, ενώ η καθαρή ασυνέχεια του γεγονότος χωρίς τη συνέχεια της διαδικασίας οδηγεί στον ιδεαλισμό. Αυτός είναι ο τρόπος με τον οποίο ο μπολσεβίκος ηγέτης έθεσε τη βούληση που είχε κληρονομήσει από τους επαναστάτες λαϊκιστές στα πόδια του ιστορικού υλισμού, και αφαίρεσε τον ιστορικό υλισμό του Μαρξ από το κλουβί του αντικειμενισμού.

Αν πρέπει να ξεχάσουμε τον Λένιν των λενινιστών, έτσι πρέπει να ξεχάσουμε τον Λένιν των αντιλενινιστών, που τελικά είναι ο ίδιος. Επειδή και οι δύο μειώνουν τον μπολσεβίκικο ηγέτη σε αυτό που δεν υπήρξε ποτέ, δηλαδή, μια γκρίζα λειτουργία της οργάνωσης. Ξεχνώντας ότι στην οργάνωση του ο Λένιν θα είναι σχεδόν πάντα στη μειονότητα, επειδή κατά βάθος ένας επαναστάτης είναι πάντα φορέας μιας μειοψηφικής γραμμής, μιας μειοψηφίας μη μειοψηφικής, δηλαδή ιδεολογικής και μαρτυρίας μιας περιθωριακής ταυτότητας, μιας μειοψηφίας με ηγεμονική αποστολή, προδιάθεση. Πρέπει να ονειρευόμαστε;, ρωτά περιφρονητικά μπροστά στην κεντρική επιτροπή του κόμματος, και απαντάει: ναι, πρέπει να ονειρευόμαστε, γιατί όταν υπάρχει αντίθεση μεταξύ ονείρου και πραγματικότητας, όταν ενεργούμε υλιστικά με επιμονή και με πυγμή για να υλοποιήσουμε το όνειρό μας, όταν υπάρχει επαφή μεταξύ του ονείρου και της ζωής, όλα πάνε προς το καλύτερο. Από όνειρα αυτού του είδους, καταλήγει, δυστυχώς υπάρχουν πολύ λίγα στο κίνημα μας. Έτσι, χθες όπως σήμερα, πρέπει να ξανακερδίσουμε την ικανότητα να ονειρευόμαστε και να δίνουμε οργανωμένη μορφή στο όνειρο, αυτό είναι πάνω απ ‘όλα το Τι να κάνουμε; του Λένιν. Με όλο τον σεβασμό προς τους λενινιστές εξελικτές και τους αντι-λενινιστές desideranti, της επιθυμίας. Και αυτός είναι ο Λένιν που – σε ένα είδος «αλκουατισμού», “alquatismo” πριν από την εποχή του, ante-litteram – συνεχώς επικρίνει τόσο τη λατρεία της αμεσότητας όσο και το φετίχ της οργάνωσης. Ο αυθορμητισμός δεν είναι πάντα καλός και δεν είναι πάντα κακός, υπάρχουν στιγμές που είναι προχωρημένες και στιγμές που πρέπει να περιμένει, είναι οπισθοδρομικός. Στις φάσεις του αγώνα ή της εξέγερσης, συχνά είναι ο αυθορμητισμός που επιβάλλει ένα επιθετικό έδαφος ενώ η οργάνωση στέκεται πίσω, είναι οπισθοδρομική και πρέπει να την ξανασκεφτούμε σε αυτό το ύψος, μέσα σε αυτό το έδαφος. Σε άλλες φάσεις ο αυθορμητισμός αναδιπλώνεται ή διαμορφώνεται από την τάξη του εχθρικού λόγου: η οργάνωση πρέπει να ξανανοίξει το δρόμο προς την ανταγωνιστική του ανάπτυξη.

Αυτός είναι περίπου ο Λένιν, ο οποίος, με διάφορες μορφές, αναδύθηκε από τα καλύτερα σημεία του εργατισμού (τα 33 μαθήματα, 33 lezioni του Toni Negri είναι σίγουρα ένα από τα βιβλία αναφοράς). Ο περιορισμός είναι ότι αυτή η σημαντική προσπάθεια να οδηγηθεί η μέθοδος του Λένιν πέρα από τον Λένιν δεν συνδυάστηκε με ένα επαρκές οργανωτικό σχέδιο επανεπινόησης. Έτσι συχνά καταλήξαμε να επαναλαμβάνουμε αυτό που δεν επαναλαμβάνονταν, δηλαδή τις συγκεκριμένες λύσεις που δόθηκαν από τον Λένιν. Και αντιμέτωποι με την αναπόφευκτη αποτυχία τους, μετακινήσαμε και απομακρύναμε τα πάντα επίκαιρα προβλήματα που τέθηκαν από τον Λένιν στην μεταβαλλόμενη σχέση ανάμεσα στην ταξική σύνθεση και τις μορφές της επαναστατικής οργάνωσης.

Μια τελευταία ερώτηση: πώς, σήμερα, να μελετήσουμε το παρελθόν για να τροποποιήσουμε το παρόν ή, για να το πούμε διαφορετικά, να παράγουμε θεωρία με σκοπό να οργανώσουμε τους αγώνες;

Συμπερασματικά, συνεχίζοντας αυτό που έλεγα, θα ήθελα να διευκρινιστεί επί πλέον κάτι. Το παρελθόν ποτέ δεν μας δίνει το τι να κάνουμε με το παρόν. Αντίθετα μας παραδίδει τα λάθη που δεν πρέπει να επαναληφθούν, τα όρια που πρέπει να ξεπεραστούν, τα πλούτη που πρέπει να επανεπινοηθούν. Μας παραδίδει ερωτήματα, όχι απαντήσεις. Και μας παραδίδει αυτό για το οποίο πρέπει να εκδικηθούμε. Αλλά το πώς, αυτό είναι μέρος της προσπάθειας και των διαδρομών κάθε αγωνιστικής γενιάς. Επομένως, αν θέλουμε να οικειοποιηθούμε μια πολιτική κληρονομιά, δεν πρέπει να την γιορτάζουμε μετατρέποντάς την σε άδεια ταυτότητα που να αφορά την διαθήκη: πρέπει να την αναφλέξουμε, μετατρέποντας της σε όπλο ενάντια στο παρόν. Αλλιώς είναι άχρηστη. Ο εργατισμός, και ο Μαρξ ή ο Λένιν, είναι για εμάς ένα στυλ και μια πολιτική μέθοδο της δικής μας πλευράς, δεν είναι εκείνοι της ακαδημαϊκής φιλολογίας ή του κατηχητικού μετα-εργατισμού, μαρξιστής και λενινιστής, εκείνους μπορούμε να τους πετάξουμε στη θάλασσα χωρίς δάκρυα. Εν ολίγοις, το πρόβλημα για τον αγωνιστή είναι να οικειοποιείται την παράδοση χωρίς λατρευτικές τελετές, χωρίς λατρείες και χωρίς να την υποστασιοποιεί: επανεξεξετάζοντας τον πλούτο, ασκώντας κριτική στα όρια, υπερβαίνοντας όσα δεν μπορούν να χρησιμοποιηθούν. Έτσι έκανε ο Λένιν με τον Μαρξ (αλλά και με τους επαναστάτες λαϊκιστές), έτσι έκαναν οι εργατιστές με τον Μαρξ και τον Λένιν, έτσι πρέπει να κάνουμε εμείς. Και επίσης οικειοποιούμενοι αυτά που είναι χρήσιμα από τη σκέψη των εχθρών: για να το πούμε με τον Τρόντι, όντως, ένας μεγάλος αντιδραστικός είναι καλύτερος από έναν μικρό επαναστάτη.

Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο είναι ένα πρόβλημα το ότι σε διεθνές επίπεδο ο εργατισμός περιορίζεται στον μετα-εργατισμό, και πάνω απ ‘όλα στο Negri της Αυτοκρατορίας. Όχι, δεν είναι ζήτημα πνευματικής ιδιοκτησίας ή brand: τις διαμάχες επί της συμβολαιογραφικής κληρονομιάς τις αφήνουμε στους συγγενείς των νεκρών, σε εμάς ενδιαφέρει η πολιτική χρησιμότητα. Και είναι ακριβώς αυτή η μείωση που στερεί πολλούς αγωνιστές από τη δυνατότητα να εξερευνήσουν τη βυθισμένη Ατλαντίδα από φιγούρες όπως ο Alquati, να χρησιμοποιήσουν δηλαδή όπλα που είναι σήμερα καταραμένα απαραίτητα.

Συνολικά, αυτή η επαναστατική μέθοδος μας διδάσκει ότι πρέπει να μελετήσουμε αυτό που θέλουμε να καταστρέψουμε: τον καπιταλισμό, και το κεφάλαιο που ενσαρκώνεται σε μας. Εκείνοι που ερωτεύονται το αντικείμενο της ανάλυσης τους, προκειμένου να αναπαραγάγουν τους ρόλους που απέκτησαν σε αυτήν την κοινωνία, εγκαταλείπουν την στράτευση και κινούνται στο εχθρικό στρατόπεδο. Δεν αξίζει ούτε καν να αναφερθούμε σε προδοσία, είναι απλώς η αδυναμία να σπάσουν το διαχωρισμό της κατάστασης τους. Επιλέγει τον μοναχικό-ατομικό δρόμο, θα πεθάνει μόνος του. Αυτό που διακρίνει τον αγωνιστή είναι το μίσος γι αυτό που μελετά. Στον μαχητή χρειάζεται μίσος για να παράξει γνώση. Πολύ μίσος, να μελετήσει λεπτομερώς, σε βάθος αυτό που μισεί περισσότερο. Η αγωνιστική δημιουργικότητα είναι πάνω απ ‘όλα επιστήμη της καταστροφής. Ως εκ τούτου, η πολιτική πρακτική είναι έγκυος θεωρίας, ή δεν είναι. Πρέπει να μελετήσουμε για να δράσουμε, πρέπει να δράσουμε για να μελετήσουμε. Να κάνουμε και τα δύο πράγματα μαζί. Τώρα περισσότερο από ποτέ, αυτό είναι το πολιτικό καθήκον.

Και είναι αναγκαία η κατάρτιση στη μέθοδο: είναι εδώ η που υποκειμενικότητα χτίζεται με σκληρό και μη εφήμερο τρόπο, αποκτώντας έναν μη τυποποιημένο τρόπο σκέψης και συλλογισμού, ικανό συνεπώς να κατασκευάσει αυτόνομα κατάλληλες απαντήσεις σε διαφορετικές καταστάσεις, ικανές να τροποποιήσουν με ευελιξία τις υποθέσεις και τις συμπεριφορές. ξεκινώντας από την ακαμψία των συλλογικών σκοπών.Μέθοδος κοινής συλλογιστικής, αλλαγής και αμφισβήτησης των συγκεκριμένων διαδικασιών μέσω των οποίων εκφράζεται αυτή η μέθοδος: αυτό είναι το πρόβλημα της αυτόνομης εκπαίδευσης, η οποία δεν μπορεί να ανατεθεί μόνο στα άτομα, αλλά πρέπει να οργανωθεί συλλογικά.

Εκπαίδευση για τι πράγμα; Για να ξανακερδίσουμε την ικανότητα να στοιχηματίζουμε. Ναι, ποντάρουμε, στοιχηματίζουμε. Ένα υλιστικό στοίχημα, ένα επαναστατικό στοίχημα. Να στοιχηματίζουμε επάνω στη δυνατότητα μετατροπής της καπιταλιστικής κρίσης σε επαναστατική κρίση, και ακόμη και νωρίτερα, να μετατρέπουμε την κρίση της υποκειμενικότητας στο επείγον ενός άλματος προς τα εμπρός. Δεν πιθηκίζουμε εκείνο που υπήρξε, θα ήταν γκροτέσκο: το μελετάμε, για να το λυγίσουμε στα προβλήματά μας. Η αυτονομία είναι πράγματι η διαρκής διαθεσιμότητα να υπονομεύουμε αυτό που υπάρχει για να καταστρέφουμε και να ανατρέπουμε το υπάρχον. Είναι η κατασκευή μιας συλλογικής προοπτικής ισχύος και δυνατότητας ξεκινώντας από την απελευθέρωση και τη ριζική μεταμόρφωση των στοιχείων του παρόντος. Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο η αυτονομία ζει μέσα την επαναστατική μέθοδο, όχι με τα λογότυπα του ανταγωνιστικού merchandising. Να τολμήσουμε να στοιχηματίσουμε λοιπόν, να τολμήσουμε να δράσουμε, να τολμήσουμε να κάνουμε την επανάσταση. Μήπως αυτός δεν είναι ο λόγος για τον οποίο ζούμε;

 

1]. διετρολογία  – Στην πολιτική και δημοσιογραφική γλώσσα δείχνει, με πολεμικό τόνο,, την τάση, των λεγόμενων διετρολόγων, να αποδίδουν στα γεγονότα της δημόσιας ζωής αιτίες διαφορετικές από εκείνες τις δηλωμένες ή προφανείς, συχνά υποθέτοντας μυστικούς λόγους και αιτιάσεις, με την αξίωση ότι γνωρίζουν τι πραγματικά «στέκεται πίσω» σε κάθε μεμονωμένο γεγονός.

αυτονομία, autonomia

ΤΑ ΕΚΑΤΟ ΛΟΥΛΟΥΔΙΑ ΤΗΣ ΑΝΤΑΓΩΝΙΣΤΙΚΗΣ ΓΝΩΣΗΣ.

Σε μια περίοδο που διασχίσθηκε από αντισυνταγματικού χαρακτήρα εντάσεις, μεταξύ των εσωτερικών δυναμικών στη μορφή του αγώνα δεν πρέπει να λησμονούνται εκείνες που σχετίζονται με τον τομέα των επιστημών ή της επιστήμης «tout court». Εδώ δεν υπάρχουν μόνο οι τεχνολογικές καινοτομίες που αναπτύχθηκαν για να ελέγξουν την εργατική-ταξική σύγκρουση , υπάρχει επίσης ο κόσμος της ιατρικής και της ψυχιατρικής, τα προβλήματα της υγείας του σώματος και του νου. Η δεκαετία του 70 υπήρξε μια ριζοσπαστική και καινοτόμος κριτική, χωρίς επιστροφή, του ιατρού ως «τεχνικού του κεφαλαίου», του ψυχίατρου ως «τεχνικού του ελέγχου». Ήδη σε αυτούς τους ορισμούς περιέχεται η κριτική διαδρομή που θα φέρει μερικούς «τεχνικούς» των ολοκληρωτικών θεσμών να αμφισβητήσουν τον ρόλο τους, ακολουθώντας ένα παρόμοιο μονοπάτι που εφαρμόστηκε από τους διαφωνούντες διανοούμενους της δεκαετίας του εξήντα. Το 1968 κυκλοφόρησε το βιβλίο  «L’istituzione negata.Rapporto da un ospedale psichiatrico»,»Το θεσμικό όργανο που αμφισβητήθηκε. Έκθεση ενός ψυχιατρικού νοσοκομείου» που επεξεργάστηκε ο Franco Basaglia. Το βιβλίο που δημοσιεύει ο εκδοτικός οίκος Einaudi θα πουλήσει 60.000 αντίτυπα μεταξύ του ’68 και του ’72, και θα συναντηθεί γρήγορα με το πλατύ κίνημα διαμαρτυρίας ενάντια στην κοινωνία του κεφαλαίου.

Ο τεράστιος αντίκτυπος του έργου της Basaglia δεν οφείλεται μόνο στο γεγονός ότι καθιστά εμφανή τη φρίκη του θεσμού του ασύλου, του ψυχιατρίου και τη πληγωμένη ανθρωπιά των έγκλειστων (θα ήταν στην περίπτωση αυτή ένα απλό καταγγελτικό καθήκον ρεφορμιστικού τύπου), αλλά και το ότι πηγαίνει στις ρίζες της λειτουργίας της ψυχιατρικής και της φιγούρας του «τρελού», του «ανισόρροπου», σαν φιγούρες και λειτουργίες όλες εσωτερικές στη λογική της κυριαρχίας του κεφαλαίου. «Ο Μάρξ κάποτε μίλησε για την «τρέλα του κεφαλαίου» σε μια μεταφορική και λογοτεχνική έννοια. (Πρέπει να λάβουμε σοβαρά υπόψη τους μαρξικούς μεταφορικούς ισχυρισμούς). Τρέλα του κεφαλαίου είναι ακριβώς το αντίθετο του «τρελού κεφαλαίου».) Δηλαδή μίλησε για την πραγματικότητα ως μια «ανατραπείσα» πραγματικότητα (που διπλασιάστηκε, διασπάστηκε, αντικαταστάθηκε) […].Η τρέλα και οι ασθένεια είναι η αντιφατική συστατική έκφραση της «διπλής» υπάρχουσας πραγματικότητας ως αντιστρεπτική σχέση των κοινωνικών σχέσεων και του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής, του «χρόνου εργασίας» και «χρόνου ζωής»[…].Το ον-άνθρωποι των «αρρώστων» ή των «υγιών» ως ον- εμπόρευμα των ανθρώπων, συνιστά και καθορίζει, θετικά ή αρνητικά, την οικειοποίηση ή την απαλλοτρίωση της ανθρώπινης-κοινωνικής αυτοπαραγωγής, των σχέσεων μεταξύ ανθρώπου και ανθρώπου, ανάμεσα στον άνθρωπο και τα προϊόντα του « (9).

Αποτέλεσμα εικόνας για Franco Basaglia

Ουσιαστικά ο «τρελός», ο «ανισόρροπος» στην ανάδυση του είναι ένας «αντιφρονούντας» της υπάρχουσας τάξης πραγμάτων της «τρέλας του κεφαλαίου» που ωθεί το ιδιωτικό και το κοινωνικό μέσα στο κλουβί της εμπορευματοποίησης των ανθρώπινων αναγκών. Το άσυλο, το ψυχιατρείο, το ίδρυμα και η ψυχιατρική επιστήμη έχουν στη συνέχεια ως καθήκον να καταστήσουν την κατηγορία της τρέλας παραγωγική και λειτουργική. Είναι βέβαιο ότι με το έργο του Basaglia και την εμπειρία του ψυχιατρικού νοσοκομείου της Gorizia (όπου δρούσε ο Basaglia), ο «τρελός», ο «αποκλεισμένος», έγινε ένα υποκείμενο των αγώνων και, ενώ χιλιάδες φοιτητών συνέρρεαν για να παράσχουν εθελοντική εργασία στην Gorizia, η κουλτούρα και η πρακτική της αντι-ψυχιατρικής γίνονταν ένας από τους ακρογωνιαίους λίθους της επαναστατικής κουλτούρας. Τα έργα των Laing, Cooper, Goffman άρχισαν να διαδίδονται ευρέως, συμβάλλοντας στην ενεργοποίηση στο έδαφος της πολιτικής και κοινωνικής εξέγερσης, των θεμάτων των «τεχνικών απελευθέρωσης», των μεθόδων μέσα από τις οποίες να διαφύγει κάποιος από τις χειραγωγήσεις και τις επιρροές, τους επηρεασμούς, εσωτερικούς και εξωτερικούς στις προσωπικές εμπειρίες, για να ανακτήσει αυτονομία και αυτοδιάθεση.

Σχετική εικόνα

Και στην διαδρομή που ήδη ασκήθηκε από την «ιδιαιτερότητα» της beat και hippy εμπειρίας, η δημιουργική «κατανάλωση» αντιψυχιατρικών προβληματισμών και αναγνώσεων ως εργαλείο ατομικής και συλλογικής απελευθέρωσης ενεργοποιείται και γίνεται καθημερινή πρακτική. Αυτή η διαδρομή ποτέ δεν υπήρξε εύκολη και γραμμική, αρμονική. Αφού είχε ένα μεγάλο χώρο το ’68, τέθηκε σοβαρά στο περιθώριο από την εμφάνιση των γραφειοκρατικών-λενινιστικών οργανώσεων, παραμένοντας προνόμιο του underground χώρου, της αντικουλτούρας, για να επιβεβαιωθεί ξανά μέσα στη μεγάλη εποχή του «προσωπικού που είναι πολιτικό» συνδεδεμένου με το γυναικείο κίνημα .

Σχετική εικόνα

Η οποία, εάν κατάφερε να θέσει στο κέντρο της σύγκρουσης «τη μεγαλύτερη από όλες τις διαφορετικότητες», ίσως να μην κατάφερε να αντιληφθεί πλήρως το γεγονός πως το ότι ήταν και ένα κοινωνικό και μαζικό κίνημα το καθιστούσε ένα «μέρος του συνόλου». Και πως, αποσυντιθέμενη με το τέλος του ’77 η συνολική συνέπεια των κινημάτων (εργατικών, κοινωνικών, πολιτικών και υπαρξιακών), η δυνατότητα της «ανατροπής» της αμοιβαίας διάκρισης μετατρέπονταν σε ευρέως διαδεδομένη ψυχαναλυτική πρακτική, μοναχά ως αντιμετώπιση στην δυσφορία, στην αγωνία και την ταλαιπωρία, όχι ως μια συνολική επανάσταση του εαυτού. «[…] δεν γίνεται να αρνηθούμε, ας πούμε, την απόδειξη της ολότητας. Ήδη ο Nietzsche έλεγε ότι το να αποκλείεις ένα κομμάτι σημαίνει να αποκλείεις τα πάντα Η ανατροπή είναι ολική ως ανεστραμμένη ολότητα, σε όλες τις διαστάσεις και τα επίπεδα της: στο σύστημα της εργασίας, της επικοινωνίας, της »γλώσσας», των αναγκών, της «σεξουαλικότητας», της εξουσίας» (10).

Αποτέλεσμα εικόνας για rivista sapere giulio maccacaro anni 70

Πολλά είναι τα περιοδικά που γεννήθηκαν σε αυτόν τον χώρο της κριτικής της καθημερινής ζωής και των αντιφάσεων που προκάλεσε η υπαρξιακή ανησυχία. Τεράστιας σημασίας το «Sapere, Γνώση» που διηύθυνε ο Giulio Maccacaro, τόσο για το κύρος των συνεργατών του όσο και για την πολλαπλότητα των θεμάτων με τα οποία ασχολήθηκαν [μπορεί να πει κανείς ότι είχαν προβλέψει-προκαταβάλει σχεδόν τα πάντα: από την οικολογία μέχρι την κριτική της ιατρικής του «κεφαλαίου», από την αντιπυρηνική μάχη μέχρι την απομυθοποίηση της «βιομηχανικής ανάπτυξης» ως υπεύθυνης για την καταστροφική ρύπανση του πλανήτη, μέχρι την κριτική των ίδιων των θεμελίων της τεχνικής επιστημονικής γνώσης]. Το περιοδικό «L’Erba Voglio», το οποίο ιδρύθηκε από τον ψυχαναλυτή Elvio Fachinelli και την Lea Melandri, αξίζει μια ιδιαίτερη μνεία. Γεννημένο στις αρχές της δεκαετίας του εβδομήντα, θα συνεχίσει για χρόνια μια επίκαιρη κριτική των σεχταριτικών υπερβολών της ιδεολογικής στράτευσης και των αυταρχικών πρακτικών, ακόμη και όταν ήταν κρυμμένες από την αριστερή μήτρα.

Αποτέλεσμα εικόνας για rivista l'erba voglio anni 70

Σημείο αναφοράς για τις αντιαυταρχικές πρακτικές στο σχολείο (ειδικά για τα μικρά παιδιά) το «L’Erba Voglio» τοποθετείται συνεχώς στην καρδιά της πολιτιστικής συζήτησης που αντιπαραθέτει τις υπαρξιακές συμπεριφορές στις άκαμπτες ιδεολογικές θεωρητικοποιήσεις. Αλλά και στον δημιουργικό και καλλιτεχνικό τομέα (θέατρο, μουσική, κινηματογράφο κλπ.) πολλά πράγματα πρέπει να εξερευνηθούν και να εκπροσωπηθούν μέσα στα γεγονότα των κινημάτων. Από τη διαμαρτυρία των διανοουμένων και καλλιτεχνών του ’68 (καταλήψεις της Triennale του Milano και της Biennale της Βενετίας) στην μεγάλη άνθιση των «ελεύθερων ραδιοφώνων» το ’77. Και πάνω απ ‘όλα, εκτός από τη μεγάλη παραγωγή πολιτικού θεάτρου και καμπαρέ, την στράτευση και τη νοημοσύνη του Κύκλου La Comune, Η Κομούνα, του Dario Fo και της Franca Rame. Ένας οργανισμός που σε πολλές φάσεις λειτούργησε ως ένα αυθεντικό μεγάλο «μέσο» ερμηνείας-αναπαραγωγής των διάσπαρτων πολιτικών αγώνων.

Σχετική εικόνα

https://www.academia.edu/28083383/Nanni-Balestrini-Primo-Moroni-L-Orda-d-Oro-1968-1977-la-grande-ondata-rivoluzionaria-e-creativa-politica-ed-esistenziale.pdf

Αποτέλεσμα εικόνας για Circolo La Comune di Dario Fo e Franca RameΣχετική εικόνα

i libri di michele · αυτονομία, autonomia

Lucio Castellano: Η ΑΥΤΟΝΟΜΙΑ, ΟΙ ΑΥΤΟΝΟΜΙΕΣ.

Αποτέλεσμα εικόνας για rosso, giornale, anni '70, autonomia

Η ιστορία της «αυτονομίας» αποτελείται από μια σειρά από αρθρωτές και ανομοιογενείς πολιτικές εμπειρίες που ξεδιπλώνονται σε όλη τη δεκαετία του εβδομήντα και των οποίων η ταυτότητα περιστρέφεται γύρω από την ιδέα- δύναμη της «άρνησης της εργασίας». Δεν είναι μόνο μια ιδεολογία της χειραφέτησης, αλλά ένας τρόπος ανάγνωσης της καπιταλιστικής κοινωνίας, των πρωταγωνιστών της, του τρόπου διανομής της εξουσίας σε αυτήν, της δυναμικής της ανάπτυξης της και του τερματισμού της, που αποτελεί το σχήμα προσανατολισμού και τον ηγεμονικό συνδετικό ιστό που διατρέχει δέκα χρόνια πολιτικής αντιπαράθεσης με το οργανωμένο εργατικό κίνημα. Σε αυτή τη βάση, μπορεί να καθοριστεί η συνέχεια που τρέχει μεταξύ της «άγριας συγκρουσιμότητας» του 1968 και των εργατικών επιτροπών βάσης (που αποτελούν μεγάλο μέρος της κοινής καταγωγής της εργατικής Εξουσίας και του συνεχή Αγώνα, Potere operaio e Lotta continua ), των «κοινωνικών» αγώνων και της «αντίστασης στην αναδιάρθρωση «που αυτών των οργανώσεων σηματοδοτούν το αποκορύφωμα και το τέλος, και τις θεματικές των νέων αναγκών και του» κοινωνικού εργάτη «που θα εκραγούν μεταξύ του 1976 και του ’77. Δεν είναι μια εκ του προχείρου σύνδεση που πηδά πάνω στις διαφορές, βαθιές εξάλλου, και αγνοεί το πλήθος των συνεισφορών και την ασυνέχεια των προσανατολισμών. Είναι η ανίχνευση μιας ενιαίας πορείας προβλημάτων και των τρόπων επίλυσης μέσα σε μια πρακτική της οργάνωσης που επιδιώκει να προσδιορίσει πολιτική και οικονομία και αναγνωρίζει στην επείγουσα ανάγκη των συγκρουσιακών αναγκών την δημιουργία της κοινωνικής και πολιτικής αυτονομίας του επαναστατικού υποκειμένου.

Αποτέλεσμα εικόνας για autonomia anni 70

«Άρνηση της εργασίας» σημαίνει ότι μέσα στην δομή και την ιεραρχία των κοινωνικών σχέσεων που διοικούνται από την μισθωτή εργασία ζει πάντα ένας ιστός επικοινωνίας και οργάνωσης, που έχει στην κατοχή του πληροφορίες, «γνώσεις», γνωρίζει πράγματα, που τους αντιτίθεται και στις οποίες είναι εναλλακτικός. Είναι μια κοινωνική δομή που γεννιέται μέσα στον αγώνα, για τον αγώνα – για περισσότερα χρήματα, λιγότερη δουλειά, για λιγότερο βλαβερή εργασία, ή βαριά για να «αισθάνεται, να ζει καλύτερα», ή σε κάθε περίπτωση να μην πεθάνει από εργοστάσιο – αλλά που είναι ήδη δύναμη, εξουσία επάνω στην «παραγωγή» και της «παραγωγής», επειδή είναι φτιαγμένη ακριβώς από τα ίδια στοιχεία που απαρτίζουν την εργατική απόδοση-λειτουργία, μόνο που έχει ανεστραμμένο το σημάδι, εκείνο της μη συνεργασίας, της αφαίρεσης πόρων και διαθεσιμότητας.  Η γνώση του παραγωγικού κύκλου της εργατικής τάξης, η ικανότητα να σταματά, να δραπετεύει, να αποτραβιέται, να σαμποτάρει είναι η επιστήμη της αντίστασης, με την ικανότητά της να επηρεάζει πάντα την κατανομή του πλούτου και της οργάνωσης της εργασίας. Σαν να λέμε πως οι κοινωνική εξουσία, η κοινωνική γνώση, διαιρούνται ανάμεσα στην εντολή-την διοίκηση και την αντίσταση, και οι κοινωνικές σχέσεις διασπώνται, οργανωμένες μαζί με την εργασία και τον αγώνα εναντίον της, και πως η παραγωγή δεν είναι δυναμική ουδέτερη, «οικονομία», αλλά τόπος αντιπαράθεσης, σύγκρουσης και διαμεσολάβησης μεταξύ αυτών των δύο δυνάμεων-εξουσιών εχθρών μεταξύ τους.

Αποτέλεσμα εικόνας για quaderni rossi panzieri

Δεν υπάρχει μόνο εκμετάλλευση σε αυτή την κοινωνία, αλλά και αυτονομία από αυτήν και αγώνας. «Πόσoι κοινωνικοί πόροι ελέγχονται μέσα στην ιεραρχία που χτίζεται από την μισθωτή εργασιακή σχέση και πόσοι δεσμεύονται αντιθέτως με την εμφάνιση αυτόνομων ταξικών αναγκών, ποτέ δεν είναι πράγμα οριστικό μια για πάντα, αλλά είναι το αντικείμενο αυτού του πολιτικού αγώνα που πηγαίνει κάτω από το όνομα της ανάπτυξης και της κρίσης «. Σε αυτή την εκδοχή, η κουβέντα είναι ήδη ολόκληρη μέσα στα »Κόκκινα Τετράδια», «Quaderni Rossi» του Panzieri και του Tronti. Και εδώ έχουμε ήδη περιλάβει τις μεγάλες θεωρητικές ρήξεις με την σοσιαλιστική παράδοση του εργατικού κινήματος, επειδή δεν υπάρχει πλέον αυτονομία στο «οικονομικό» και καμία αντικειμενικότητα στην κρίση, αλλά παντού σύγκρουση συμφερόντων και οργανώσεων.

Αποτέλεσμα εικόνας για quaderni rossi panzieri

Επειδή η εξουσία δεν βρίσκεται μόνο στη μία πλευρά, και δεν υπάρχει μια τάξη «παραγωγών» σε αντίθεση στους «εκμεταλλευτές», αλλά μια σχέση που είναι παραγωγική διότι σύγκρουση συμφερόντων σε αγώνα, έτσι δεν υπάρχει δυνατότητα απελευθέρωσης που να περνά από την απλή «εξάλειψη των εκμεταλλευτών», δηλαδή από την «κοινωνικοποίηση της σχέσης», τον σοσιαλισμό: δεν υπάρχει ανωτερότητα του σχεδιασμού επί της αγοράς, αλλά μόνο δυνατότητα διοίκησης επί της σχέσης της ανάπτυξης, καταναγκασμός να παραχθεί περισσότερη εργατική τάξη και λιγότερο κεφάλαιο. Πρόκειται για σημαντικές ρήξεις, μέσω των οποίων περνά ένας εντελώς διαφορετικός προσανατολισμός των χειραφετητικών θεματικών. Πρώτα απ ‘όλα, ο περιορισμός του ρόλου της κατάκτησης της πολιτικής εξουσίας μέσα στην απελευθερωτική διαδικασία και, μέσα σε αυτή, η ανατίμηση της ιστορίας των δυτικών εργατικών τάξεων. Στη συνέχεια, η σταθερή αγκυροβόληση κάθε συζήτησης επί της οργάνωσης στο σύστημα των υλικών εκφρασμένων αναγκών, το οποίο είναι το δεδομένο επίπεδο της ταξικής αυτονομίας. Είναι ένας λόγος γεννημένος με τους όρους της ταξικής πολιτικής αυτονομίας, δηλαδή αυτονομίας του συστήματος των αναγκών, αυτονομίας της εργατικής εξουσίας: συγκρουσιακή συμμετοχή στην ανάπτυξη και απειλή του αποκλεισμού, δηλαδή συνειδητή διαπραγμάτευση ενόψει της επίτευξης των συμφερόντων της δικής μας πλευράς.

Σχετική εικόνα

Είναι ένας λόγος, μια συζήτηση που μεγαλώνει γρήγορα ωστόσο, επειδή οι βάσεις είναι πλούσιες. Από τη στιγμή, μάλιστα, που μπορείτε να διαβάσετε την καπιταλιστική κοινωνία όχι πλέον ως τόπο της αδιαφιλονίκητης διοίκησης των συμφερόντων της πλευράς του κεφαλαίου, της ιεραρχίας που εκφράζεται στη σχέση μισθωτής εργασίας, αλλά ως την περιοχή της σύγκρουσης μεταξύ της εργασίας και της άρνησης της εργασίας , αφού αναγνωριστεί σαν αγώνας οργανώνονται οι ίδιοι πόροι που αποτελούν την ουσία της ανάπτυξης του κεφαλαίου, και ότι οι κοινωνικές ανάγκες διαθέτουν μια αυτονομία από την εντολή-την διοίκηση επί της εργασίας, ότι στην ιεραρχία που χτίστηκε γύρω από το χρόνο της εργασίας αντιτίθεται μια άλλη που χτίζεται γύρω από το χρόνο του αγώνα, τον χρόνο που απελευθερώνεται από την εργασία, και πως και αυτή κατέχει επίσης τη γνώση, είναι ο ιστός της επικοινωνίας και της κοινωνικής οργάνωσης, είναι παραγωγική δύναμη,  έχοντας αναγνωρίσει όλα αυτά, το πρόβλημα καθίσταται εκείνο της ανάπτυξης και του εμπλουτισμού των πόρων που παρουσιάζονται ως «μη-κεφάλαιο, εκείνο του μπλοκαρίσματος της κοινωνικής σύνθεσης της καπιταλιστικής πλευράς, της δυνατότητας μιας διαφορετικής σύνθεσης στο έδαφος όχι τόσο της οργάνωσης της πολιτικής εξουσίας, όσο επάνω σε εκείνο της δομής των παραγωγικών δυνάμεων ». Δηλαδή, καθίσταται η αποσύνθεση της κεφαλαιακής σχέσης.

Σχετική εικόνα

 Αν η κοινωνία δεν θεωρείται πλέον ως θέατρο ενός και μοναδικού παράγοντα, το συμφέρον της καπιταλιστικής πλευράς, αλλά η κεφαλαιακή σχέση, εμφανίζεται η κουραστική σύνθεση των συμφερόντων δύο εχθρικών πλευρών, εάν, παράλληλα με την κανονιστική αρχή της ανταλλαγματικής αξίας, ισχυρός κινητήρας της κοινωνικής παραγωγής είναι το συμφέρον των εργατών στην αξία χρήσης, εάν η κοινωνική δύναμη-εξουσία είναι διαιρεμένη, τότε η δυναμική της εργατικής εξουσίας – όχι εκείνη η «πολιτική», που θα ήθελε να κυβερνήσει το κράτος, που δεν υπάρχει και του οποίου δεν νιώθουμε την έλλειψη, αλλά εκείνη η «κοινωνική» που υπάρχει, και συμμετέχει δυναμικά στη διακυβέρνηση αυτού του κόσμου – η δυναμική της ανάπτυξης της εργατικής δύναμης-εξουσίας και της υποταγής της, οι αδιάκοποι όροι του δικού της αγώνα/διαπραγμάτευσης, πρέπει να διερευνηθούν και να αναθεωρηθούν με τα μάτια εκείνων που αναζητούν τους νόμους και την αρχή της διάρθρωσης, δηλαδή την ικανότητα να είναι μια μετακαπιταλιστική κοινωνική οργάνωση, κομμουνισμός.

Σχετική εικόνα

«Περισσότερος μισθός, λιγότερη δουλειά», «μισθός ξεκομμένος από την παραγωγικότητα»: αυτά τα ισχυρά μαζικά συνθήματα, λέξεις-κλειδιά, που θα εκραγούν το εργατικό φθινόπωρο του 1969 μοιάζουν η πολιτική βάση πάνω στην οποία συγκροτούνται οι πρώτες αυτόνομες εμπειρίες οργάνωσης. Όχι μόνο και όχι τόσο λόγω της ικανότητάς τους να διαταράσσουν τους παραδοσιακούς οργανωτικούς μηχανισμούς, ούτε λόγω της «εξτρεμιστικής τους αξίας» να προκαλούν οικονομικές και πολιτικές «κρίσεις», αλλά επειδή σε αυτές διαβάζεται ένα πιθανό, αναδυόμενο πρόγραμμα εξουσίας. Με την έννοια ότι με αυτές η σχέση ανάμεσα στην καπιταλιστική διοίκηση επί της παραγωγής πλούτου και η παραγωγή των κοινωνικών αναγκών φαίνεται να σπάει . Η ιεραρχία που εκφράζεται μέσα στην παραγωγική διαδικασία, οι λειτουργικές διαιρέσεις γύρω από τις οποίες αυτή οδηγεί το εργατικό σώμα, φαίνονται ανικανότητα να διαχειριστεί, να κουμαντάρει τις κοινωνικές απαιτήσεις, τους διαύλους γύρω από τους οποίους είναι δομημένες. Ανάμεσα στην ταξική σύνθεση – και δηλαδή μεταξύ της δομής των ρόλων, της μορφής της κυκλοφορίας των παραγωγικών ικανοτήτων, της πληροφόρησης, των αναγκών των εργατών – και της παραγωγικής οργάνωσης εμφανίζεται ένα βαθύ κενό που είναι ήδη διπλασιασμός των ιεραρχιών, ανοικτή σύγκρουση δυνάμεων και των κριτηρίων γύρω από τα οποία διατάσσονται. Επειδή η αντίθεση μεταξύ αναγκών και παραγωγής δεν είναι σαν αυτή μεταξύ του «ονείρου» και της «πραγματικότητας»: εκφράζει τη σύγκρουση μεταξύ καναλιών κοινωνικής επικοινωνίας, μεταξύ οργανώσεων ανθρώπων, εκφράζει την ανικανότητα από την κοινωνική ιεραρχία που διατάσσει την παραγωγή να διοικεί ολόκληρη την κοινωνία, εκφράζει δηλαδή το γεγονός ότι είναι πολύ μικρό μέρος αυτής, ότι σε αυτήν δεν εισρέει μια επαρκής ποσότητα κοινωνικών πόρων, και πως αρχίζει να σχηματίζεται ένα διαφορετικό σημείο συνάθροισης. «Αυτοαξιολόγηση» και «νέα υποκείμενα».

Αποτέλεσμα εικόνας για autunno operaio '69

Οι θεματικές των «νέων αναγκών», του «κοινωνικού εργάτη», της «αυτο-αξιολόγησης», που είναι το σημείο προσγείωσης της «αυτονομίας», είναι η γραμμική ανάπτυξη αυτής της προσέγγισης. Το χάσμα μεταξύ της παραγωγής κεφαλαίου και της κοινωνικής οργάνωσης εμβαθύνθηκε ώστε να κάνει να αντιστοιχεί σε ένα κοινωνικό άτομο γεμάτο δεξιότητες, πληροφορίες, γνώσεις, ανάγκες, επιθυμίες, μια φτωχή παραγωγή που καταφέρνει να οργανώνει όχι μόνο ένα ολοένα μειωμένο μέρος του χρόνου του, αλλά εκείνο το μέρος αυτού που είναι πιο άθλιο και άδειο, μαζί, των πραγμάτων που γνωρίζει και εκείνων που επιθυμεί. Μια παραγωγή που αποτελεί μόνο ένα μέρος των κοινωνικών σχέσεων μεταξύ εκείνων που συμμετέχουν σε αυτήν, που είναι ένα κλάσμα και όχι η σύνθεση όλης της κοινωνικής συνεργασίας, πάνω από όλα, μια παραγωγή που μια τέτοια συνεργασία, στο σύνολό της, δεν μπορεί πλέον να διοικεί και να διατάσσει. Η κυκλοφορία των ρόλων και των γνώσεων με αυξανόμενο και σημαντικό τρόπο δεν διατάσσεται πλέον σύμφωνα με τα κριτήρια της παραγωγικής εργασίας του κεφαλαίου, σύμφωνα με τους κανόνες της παράστασης-απόδοσης εργασίας. Αυτοί οι κανόνες διέπουν μια ποσότητα πόρων που δεν επαρκούν πλέον για να διατάξουν το σύνολο της κοινωνικής αναπαραγωγής, τα σημεία διασποράς και διαταραχής σε σχέση με αυτήν έχουν πολλαπλασιαστεί υπερβολικά και ήδη μπορούμε να έχουμε μια γεύση από τα πρώτα, αχνά σημάδια μιας πιθανής διαφορετικής διατακτικής αρχής : αξία χρήσης ενάντια σε αξία ανταλλαγής, ορθότητα των αναγκών του «πλούσιου κοινωνικού ατόμου» που αντιτίθεται στο σειριακό σύμπαν, ικανό μόνο για ποσοτικό προσδιορισμό, από την αναπαραγωγική ανάγκη της εργατικής δύναμης στην αφηρημένη ανάγκη της «αναγκαιότητας», της «φυσικής έλλειψης».

Σχετική εικόνα

Δεν είναι πλέον μόνο μισθός έναντι κέρδους, δηλαδή η αυτονομία των αντιτιθέμενων συμφερόντων μέσα στην ενότητα ενός κοινωνικού μηχανισμού, αλλά ο εντοπισμός μιας πιθανής αντιπαράθεσης μεταξύ δύο τρόπων παραγωγής, δύο συμπάντων κοινωνικών σχέσεων.

Αυτό που ορίζει τη μετάβαση από την πρώτη άρθρωση του λόγου – τον μισθό – στην δεύτερη – το «κίνημα της αξίας χρήσης» είναι τελικά η κρίση της έννοιας της ανάπτυξης: που είναι η ικανότητα καπιταλιστικής σύνθεσης της δυαδικότητας των δυνάμεων-εξουσιών που ζουν στον τρόπο παραγωγής. Από αυτή την άποψη, η μακρά εναλλαγή της κρίσης και της στασιμότητας που ξεκινά με τη δεκαετία του εβδομήντα, στην Ιταλία και σε ολόκληρη τη Δύση, φαίνεται στην αυτονομία ως ανικανότητα του συμφέροντος της καπιταλιστικής πλευράς να αποτελεί σύνθεση όλης της οργάνωσης, επικοινωνίας, κοινωνικής γνώσης, ως αδυναμία να οργανώσει όλους τους κοινωνικούς πόρους μέσα στο χρόνο εργασίας και πίσω από την ιεραρχία που τον διοικεί όλο τον κοινωνικό χρόνο. Σαν να λέμε πως η παραγωγική και πολιτική σύνθεση που προσφέρει η σχέση του κεφαλαίου φαίνεται φτωχή μπροστά στον αυξανόμενο πλούτο του κοινωνικού ιστού που χτίζεται γύρω από τους αγώνες. Γύρω από αυτό έλκεται μια εξαιρετικά υψηλή ποσότητα παραγωγικών πόρων με όρους ικανότητας για κοινωνική συνεργασία, ανταλλαγή και επεξεργασία πληροφοριών και γνώσεων, διοίκηση επί του κοινωνικού χρόνου.

Σχετική εικόνα

Η κοινωνική επικοινωνία φαίνεται να διευρύνεται δραματικά, σε μεγάλο βαθμό απαλλαγμένη από την αρχή της απόδοσης που ρυθμίζει τον μισθολογικό συντελεστή, και αυτή δεν είναι πλέον σε θέση να διοικήσει πλήρως, να ελέγξει την κοινωνική ιεραρχία: ένα αυξανόμενο μερίδιο του κοινωνικού πλούτου είναι καθηλωμένο, καρφωμένο να χρηματοδοτεί, μέσα από τις πιο ποικίλες μορφές βοήθειας-συνδρομής, όχι την παράσταση της εργασίας, αλλά την ακαμψία σε σχέση με αυτήν και την απόρριψή της, ενώ παράλληλα καθιστά κοινωνικά αμελητέο, όχι περιθωριοποιητικό, τον αποκλεισμό από αυτήν. Από την άλλη, το εργοστάσιο δεν ελέγχει πλέον όλες τις κοινωνικές συμπεριφορές μέσω της αγοράς εργασίας, και η κοινωνική συνεργασία εμφανίζεται ευρύτερη και πλουσιότερη από αυτή που κινεί, που δίνει ζωή στο παραγωγικό έργο του κεφαλαίου: κοινωνικές ομάδες που εκδιώχθηκαν σε μεγάλο βαθμό από την αγορά εργασίας, οι νέοι και οι γυναίκες, αποκτούν δύναμη έκφρασης και κοινωνικής εξουσίας, και ενώ ο χρόνος εργασίας του καθενός όχι μόνο υφίσταται υποκειμενικά ως απαλλοτρίωση της ζωής, ως καταδίκη και δυστυχία, μιζέρια, αλλά αντικειμενικά αδειάζει από γνώση και δημιουργική δύναμη , ο ελεύθερος χρόνος παύει ολοένα και περισσότερο να είναι ο δευτερεύων χρόνος της αναπαραγωγής της εργατικής δύναμης για να γίνει ένας χρόνος πλούσιος σε ανταλλαγές και κοινωνικές σχέσεις, ικανός για επικοινωνία, επεξεργασία, συντονισμό, κατοχή τεράστιων πόρων και γνώσεων, εν συντομία, μια παραγωγική δύναμη, η οποία δεν είναι ίση με την εργασία, που δεν είναι ίδια με αυτήν, έχει ένα ευρύτερο κοινωνικό καθεστώς, κατοικείται ενεργά, δραστικά, από τον αγώνα κατά της εργασίας.

Αποτέλεσμα εικόνας για dal operaio massa al operaio sociale, anni '70, libro, negri

Όλος αυτός ο ιστός νέων δεδομένων, αυτή η βαθιά τροποποίηση που παρενέβη στον τρόπο παραγωγής, είναι ισχυρό γεγονός, όχι περιθωριοποιήσιμο. Με την σειρά του όμως δεν είναι ικανό να είναι μεμονωμένα δύναμη μιας εναλλακτικής σύνθεσης: πάρα πολλά πράγματα δεν μπορεί να τα χειριστεί, του ξεφεύγουν πολλοί πόροι, αν και δεν είναι αλήθεια ότι έχει αυτή την κακή σχέση με την τεχνολογία που λέγεται, και ακόμα κι αν στον τομέα της παραγωγής άρχισε να εισέρχεται όχι μόνο ως αντίσταση και σαμποτάζ, αλλά και ως δημιουργική δύναμη. Πρόκειται για μια συζήτηση σχετικά με τη μετάβαση, τη μαζική μετανάστευση από την παραγωγική εργασία κεφαλαίου, και τις πιθανές εκβάσεις της. «Στην ουσία, σε σχέση με τις ρήξεις που έλαβαν χώρα από τον εργατισμό στο θεωρητικό »σώμα» του μαρξισμού-λενινισμού, η »αυτόνομη» εμπειρία προσθέτει μια σύλληψη της κρίσης που δεν είναι πλέον εκείνη της « κοινωνικής κατάρρευσης », της έκρηξης, της σε βάθος ανικανότητας του κεφαλαίου να αντιμετωπίσει τις κοινωνικές ανάγκες, αλλά και της έκρηξης των κοινωνικών σχέσεων, που είναι πάρα πολύ πλούσιες για να επαναφερθούν στη κεφαλαιακή σχέση, εκείνη των ορίων της κεφαλαιακής διοίκησης πάνω σε ολόκληρη την κοινωνία: όχι η ανάπτυξη της δυστυχίας, αλλά του κινήματος χειραφέτησης, βρίσκεται στη βάση της ‘ανάγκης για κομμουνισμό’. Σαν να λέμε, το αντίθετο μιας θεωρίας της καταστροφής: στη βάση όλων συνειδητοποιούμε ότι υπάρχει η ανίχνευση της ανεπάρκειας, της φτώχειας των παρόντων σχέσεων εξουσίας, μπροστά στον πλούτο των κοινωνικών σχέσεων που έχουν αναπτυχθεί και λειτουργούν. H «μετανάστευση» από την μισθωτή εργασία και το ζήτημα του κράτους.

Αποτέλεσμα εικόνας για quaderni rossi panzieri

Μέσα σε αυτό το ύφος του λόγου το πρόβλημα της «εξουσίας» παίρνει διαστάσεις που είναι αρκετά ιδιαίτερες και γίνεται η θέση της «δύσκολης ταυτότητας» της αυτονομίας, ο τόπος γύρω από τον οποίο είναι αρθρωμένη η αντιφατική οργανωτική της εμπειρία.Καθ όλη την ιστορία του εργατικού κινήματος, τόσο στην ρεφορμιστική, σοσιαλδημοκρατική εκδοχή, όσο και στην επαναστατική, το ζήτημα της εξουσίας είναι η ισχυρή αρχή της ταυτότητας, η βάση του σχεδίου κοινωνικής μεταρρύθμισης. Με την έννοια ότι η πολιτική επανάσταση θέλει να προηγηθεί της κοινωνικής, και η κατάληψη του κράτους να είναι η βάση για την τροποποίηση των σχέσεων παραγωγής: το κράτος είναι, κατά τον Χέγκελ, το πιο προηγμένο επίπεδο κοινωνικής συνεργασίας και καθοδηγεί όλα τα άλλα. Ξεκινώντας από την αστική επανάσταση, αυτό είναι – και με αυτό τον τρόπο ο Στάλιν θα ολοκληρώσει μια συζήτηση που ξεκίνησε από τον Μαρξ – ο οποίος διαφοροποιεί την προλεταριακή επανάσταση από την αστική επανάσταση, που αυτή η τελευταία πρώτα κυρίευσε την κοινωνία και μετά το κράτος, ενώ η πρώτη προορίζεται να ακολουθήσει την αντίστροφη πορεία, να κυβερνήσει από πάνω, από ψηλά, από το σημείο της μέγιστης συγκέντρωσης της εξουσίας, την επανάσταση των κοινωνικών σχέσεων.Όλα αυτά δεν μπορούν να υπάρχουν στην κουβέντα που κάναμε, επειδή η καρδιά της είναι η αλλαγή »που βρίσκεται σε εξέλιξη» στις σχέσεις παραγωγής, η νέα εξάρθρωση-μετατόπιση της εξουσίας στην κοινωνία πολύ πριν απ’ ότι στους θεσμούς, το πρόβλημα της πολιτικής εξουσίας ακολουθεί, δεν προηγείται και περιορίζεται στο πρόβλημα του τρόπου με τον οποίο το κράτος προσαρμόζεται στην αλλαγή.

Αποτέλεσμα εικόνας για quaderni rossi panzieri

Το «σοσιαλιστικό» ζήτημα της κατάληψης του κράτους, της προλεταριακής «ανάληψης της εξουσίας» δεν προκύπτει στην πραγματικότητα: επειδή η νέα εξουσία που αναδύεται δεν είναι κρατική εκπροσώπηση, δεν μπορεί να ανατεθεί, δεν μπορεί να διαχωριστεί από εκείνους που την ασκούν, δεν είναι πολιτική, αλλά «παραγωγική», «σβήνει το κράτος». «Πραγματικά το νόημα ενός λόγου, μιας συζήτησης επί της φτωχοποίησης της κεφαλαιακής σύνθεσης και για τον πλούτο των πόρων που παραμένουν ξένοι σε αυτήν είναι ότι υπάρχει μια διασπορά της κοινωνικής εξουσίας, μια μετατόπιση των εξουσιών διαχείρισης επί των πόρων από την « αφηρημένη ισχύ στην κοινωνική συνεργασία » που διατάσσεται μέσα στην μισθωτή εργασία στις συγκεκριμένες κοινότητες, οι οποίες είναι ανεπίσημα δομημένες γύρω από αυτή την κατακτημένη διαθεσιμότητα κοινωνικού χρόνου, και πως αδιακρίτως τοποθετούνται έξω από τη σχέση εργασίας ή την διασχίζουν «. Αυτή η θολερότητα στην κοινωνική κατανομή της εξουσίας, αυτή η διασπορά που επενδύει την ομαλή ιεραρχική της άρθρωση και αποδυναμώνει το μεγάλο αφηρημένο και σύνθετο σύστημα υπέρ του μικρού συγκεκριμένου και απλού, επιτίθεται στα θεμέλια της μαρξιστικής ανάλυσης της εξουσίας. Με την έννοια πως βάση αυτής είναι η παραδοχή της συγκέντρωσης της εξουσίας στην κοινωνία του κεφαλαίου και η δυνατότητα να δοθεί σε αυτήν μια θετική μορφή, μετατρέποντας τη μορφή του κράτους με τρόπο ώστε να μεγιστοποιηθεί η «δημοκρατική συμμετοχή», να αυξηθεί η νομιμότητα και η δυνατότητα ελέγχου του.

Σχετική εικόνα

Σε αυτό το σημείο, ωστόσο, προκύπτει ένα πρόβλημα: ο λόγος για το κράτος είναι στον Μαρξ, όπως σε όλη την δημοκρατική πολιτική σκέψη, ένας λόγος για την «ισότητα», ο λόγος για τον κομμουνισμό είναι ένας λόγος για την ελεύθερη ανάπτυξη των «διαφορών», για το τέλος του δικαίου και την απάνθρωπη παράληψη του. «Η σχέση μεταξύ των δύο λόγων δεν είναι διαλεκτική στον Μαρξ, απλώς δεν υπάρχει». Υπάρχει μαζί η εξύμνηση της πολιτικής, της ισότητας, και η κριτική της. Σοσιαλιστική επανάσταση στο όνομα της ισότητας, για να «φέρει εις πέρας την γαλλική Επανάσταση», αλλά κομμουνισμός ως κριτική της. Επειδή η ισότητα μεταξύ των ανθρώπων είναι ένας διαχωρισμός, μια αφαίρεση, η οποία περνάει πάνω από τις συγκεκριμένες διαφορές των προτιμήσεων, των ιδιοσυγκρασιών, των αναγκών και των επιθυμιών, και μπορεί να το κάνει αυτό επειδή θεωρεί τους ανθρώπους εμπορεύματα, εναλλάξιμα στην απόδοση της εργασίας: γι αυτό είναι ισότητα »μόνο» πολιτική, επειδή αυτή η αληθινή, υλική είναι η αναγνώριση των διαφορών, η κατάργηση του δικαίου. Η «ισότητα» είναι η μόνη δυνατή βάση για κάθε ανάθεση και συμμετοχή, το θεμέλιο της πολιτικής, μαζί με τη δυνατότητα και το πεπρωμένο της, αλλά η βάση της είναι η αγορά, η μισθωτή εργασία, όπου «ένας άνθρωπος μιας ώρας «αξίζει έναν άλλο άνθρωπο μιας ώρας.Το «γενικό συμφέρον» του κόσμου της πολιτικής βασίζεται σε αυτή τη γενική ισοδυναμία του κόσμου των εμπορευμάτων επί της αφηρητότητας της μισθωτής εργασίας, αλλά η « κριτική της πολιτικής », η κριτική των σχέσεων ανάθεσης έχει και αυτή μια ισχυρή βάση.

Αποτέλεσμα εικόνας για autunno operaio '69

Τι συμβαίνει πραγματικά όταν ο χρόνος εργασίας, στον οποίο όλοι είναι ίσοι, χάνει εξουσία και παραγωγική δύναμη, γίνεται ένα κλάσμα όλου του κοινωνικού χρόνου, και ο χρόνος της μη εργασίας παύει να είναι δευτερεύουσα λειτουργία της κοινωνικής αναπαραγωγής και αρχίζει να είναι ένας συμμετέχων στον πλούτο των παραγωγικών δυνάμεων; Όταν οι σχέσεις μεταξύ των ανθρώπων αρχίζουν να είναι τόσο πλούσιες ώστε δεν μετριούνται πλέον με βάση την ισοτιμία και η κοινωνική επικοινωνία αρχίζει να διαρθρώνεται γύρω από τον ποιοτικό χρόνο, πλούσιο σε διαφορές, που παρακάμπτει, αποφεύγει και απομακρύνεται από την διοίκηση, τον έλεγχο του μισθού; «Ο λόγος της ισότητας παύει να κυβερνά τη διαδικασία της απελευθέρωσης, που πάει να ξεδιπλωθεί γύρω από ένα νέο πρόβλημα: πώς αρθρώνουμε την εξουσία όχι γύρω από την αφηρημένη ισότητα που επιβάλλει η αγορά, αλλά γύρω από τις συγκεκριμένες διαφορές που ζωντανεύουν τη νέα εποχή, το νέο χρόνο της πλούσιας κοινωνικής συνεργασίας; » Ο Μαρξ μιλούσε για τη «γενική διάνοια, general intellect», την αποσύνδεση της παραγωγής από την αναγκαιότητα. Πώς λειτουργεί η ανάθεση εξουσιών, όταν η κοινωνική παραγωγή του πλούτου αρχίζει να απελευθερώνεται από τα πλέγματα της αφηρημένης εργασίας, όταν η συμμετοχή του καθενός στην παραγωγή δεν μειώνεται πλέον στο χρόνο εργασίας του, αλλά επενδύει την ποιότητα της ύπαρξης του σαν «πλούσιου κοινωνικού ατόμου» , και πώς είναι αντιπροσωπεύσιμοι οι άνθρωποι που συμμετέχουν στην κοινωνία στη βάση όχι της απόδοσής τους, αλλά από αυτό που κάνουν, γνωρίζουν, θέλουν και επιθυμούν, διότι όλο αυτό εισέρχεται σήμερα στην ισχύ της κοινωνικής συνεργασίας; Δεν είναι αλήθεια με την ισχυρή έννοια όλο αυτό: ο χρόνος εργασίας είναι ακόμη πραγματική ουσία της παραγωγής, και από αυτόν παίρνουν δύναμη υλική η ανάθεση, η ισότητα, το «πολιτικό», αλλά υπάρχει αυτή η απελευθέρωση του κοινωνικού χρόνου, με ένα μη περιθωριακό τρόπο, και είναι ικανή να παράξει ισχυρά αποτελέσματα, και διασχίζει όλα τα θεσμικά όργανα με απονομιμοποιητική δύναμη.

Σχετική εικόνα

Αυτό που εκρήγνυται σε όλα τα επίπεδα, δεν είναι ένα αίτημα για «συμμετοχή» με βάση την ισότητα, αλλά απαίτηση για ευρύτερη εξάρθρωση της εξουσίας, της διάδοσής της, αυτονομίας των χώρων διαχείρισης στη βάση της «ποικιλομορφίας», της »διαφορετικότητας», της μη αναστρεψιμότητας σε «γενικό συμφέρον», στην σχέση πλειοψηφίας. Τα κινήματα αγώνα αυτών των χρόνων, παντού, έχουν αυτό το σημάδι: κανένα αίτημα για διαφορετική διαχείριση της εξουσίας, ούτε διεκδίκηση της «ισότητας», δηλαδή της πλειοψηφικής νομιμότητας, αλλά επιβεβαίωση μιας κάποιας μη αναστρέψιμης διαφορετικότητας που γίνεται , σαν τέτοια, απαίτηση ισχύος, άνοιγμα για διαπραγμάτευση, αίτημα για αυτονομία. Απαίτηση να έχουν φωνή μιας και είναι «διαφορετικά», όχι λόγω της ισότητας, απαίτηση αναγνώρισης της δύναμης-εξουσίας που είναι εγγενής σε αυτή την ποικιλομορφία, την διαφορετικότητα. Το κίνημα του ’77 ήταν κοινωνικά διαρθρωμένο και πολύπλοκο, για ένα πολύ μικρό μέρος του αποτελούμενο από «περιθωριοποιημένους», είχε τα χαρτιά του σε τάξη για να θέτει ερωτήματα «πολιτικά», αλλά η ταυτότητά του ήταν εκείνη του «διαφορετικού», οι γλώσσες που μιλούσε εξειδικευμένες και μη μεταφράσιμες, όπως η διάλεκτος μιας φυλής που θέλει να υπερασπιστεί τον εαυτό της από την επίσημη γλώσσα. Η »περιθωριακότητα» δεν υπήρξε κοινωνική υποδήλωση αλλά πολιτική επιλογή, κριτική της πολιτικής.

Σχετική εικόνα

Αλλά είναι μόνο ένα παράδειγμα: οι μαύροι, οι γυναίκες, οι νέοι, οι ηλικιωμένοι, οι αδερφές, οι εθνικές μειονότητες, τεχνικές, γλωσσικές, θρησκευτικές, η αναζήτηση μιας μη «πολιτικής» ταυτότητας που περιστρέφεται γύρω από μια διαφορά που πρέπει να αναγνωριστεί και να γίνει σεβαστή, στη βάση της οποίας θα διαπραγματευτούν χώροι για τη διαχείριση των πόρων, εμφανίζεται ως κυρίαρχο χαρακτηριστικό των «κινημάτων» ή εκείνων των χρόνων. Η σχέση με τους θεσμούς μέσα στην ιστορία της αυτονομίας. «Μέσα σ ‘αυτή τη μορφή της κοινωνικής αλλαγής, μέσα σε αυτό το πρόβλημα της μεταβίβασης εξουσιών από την εργασία στη μη εργασία, το ζήτημα της κρατικής εξουσίας ανακύπτει πάντοτε με όρους διαπραγμάτευσης, ποτέ « κατάληψης » ή υποκατάστασης». Στην ιστορία της αυτονομίας αυτό σημαίνει ότι παρουσιάζεται πάντοτε με όρους «τακτικής», ποτέ «στρατηγικής», και που δύσκολα προσφέρεται να είναι ο κεντρικός τόπος της πολιτικής ταυτότητας. Πρόκειται για ένα τακτικό πρόβλημα, μετακίνησης των αντιστάσεων, όχι στρατηγικό, της κατασκευής του μηχανισμού καθοδήγησης της διαδικασίας. «Τακτικό» πρόβλημα με την ισχυρή έννοια στην πρώτη φάση των κινημάτων, μέχρι τη διάλυση της εργατικής Εξουσίας, di Potere operaio, «τακτικό» με την αδύναμη έννοια στη δεύτερη φάση, εκείνη του χώρου της αυτονομίας αυτής καθεαυτής.

Σχετική εικόνα

«Με ισχυρή έννοια» σημαίνει ικανό να εκφράσει μια σύνθετη πολιτική και οργανωτική ταυτότητα, ένα σχέδιο κομματικό: στο κίνημα η στρατηγική, ο κομμουνισμός, στο κόμμα η τακτική, η απομάκρυνση των εμποδίων, η ικανότητα ρήξης. Με άλλα λόγια, Potere operaio, το «κόμμα της εξέγερσης». Όπου εξέγερση δεν είναι σχέδιο πολιτικής εξουσίας – ούτε «όλη η εξουσία στα σοβιέτ» ούτε «εργατική κυβέρνηση» – αλλά ανασύνθεση του κινήματος, ρήξη του πολιτικο-κοινωνικού ελέγχου γύρω από την ενοποιητική δύναμη ορισμένων συνθημάτων, όπως «εγγυημένος μισθός», ικανών να συγκεντρώσουν σε ένα σημείο τις ενέργειες για να θέσουν μια σφήνα, ένα αγκάθι, να κάνουν τους θεσμούς να οπισθοχωρήσουν, να διευρύνουν τους χώρους του κινήματος. Να ενωθεί το κίνημα, να σπάσει ο έλεγχος, αυτό είναι το πρόβλημα. Και ο έλεγχος δεν είναι στρατιωτικός αν όχι στην τελευταία στιγμή: δεν είναι ζήτημα πολέμου, αλλά έλλειψης ομοιογένειας στην ταξική σύνθεση, ισχυρών και αδύναμων σημείων, αντιθέσεων και δυνατότητας να βρεθεί αυτός ο ελάχιστος κοινός παρονομαστής που να λειτουργεί ως σφυρί και επιτρέπει την ανάκαμψη της ανάπτυξης σε πιο προηγμένο επίπεδο. Δεν είναι η ανάληψη της εξουσίας, αλλά η διάρρηξη των αναχωμάτων. Μα υπάρχει μια έμφαση, ένα άγχος, μια παραμόρφωση που δεν βρίσκουν επιβεβαίωση. Έμφαση στη δύναμη των αναχωμάτων, άγχος για την αντίσταση του κινήματος, εξαναγκασμός για τον κατ ‘ανάγκην μετωπικό χαρακτήρα της αντιπαράθεσης, της σύγκρουσης : το μπλοκάρισμα των αγώνων, η ταξική αποδιάρθρωση, η ύφεση μπροστά στην αναδιoργάνωση, φαίνονταν να είναι τα υποχρεωτικά σημεία αναφοράς του λόγου, της συζήτησης για την ρήξη. Στην πραγματικότητα τα αναχώματα έχουν όλα παρακαμφθεί, με χαμηλό κόστος, και η οικονομική κρίση μπόρεσε να μετρήσει όχι τόσο την τοξικότητα της καπιταλιστικής αντεπίθεσης, όσο το εύρος των χώρων που κατέκτησε το κίνημα.

Vogliamo-tutto-Aprile-039-77-controcultura-movimento-039-77-autonomia

Το κίνημα της άρνησης της εργασίας δεν προσέβαλε την πολιτική κοινωνία, βάλθηκε να στρέφεται γύρω της επιβεβαιώνοντας όλα τα κυβερνητικά εργαλεία, αλλά θέτοντας όλο και μεγαλύτερους περιορισμούς στην επιλεκτικότητα τους, αφιερώνοντας μια μεγάλη φέτα πλούτου για να πληρώσει αδιαφοροποίητα την συναίνεση: ουσιαστικά, προέβλεψε και ξεπέρασε την καπιταλιστική αναδιάρθρωση, κάμπτοντας την ώστε να σεβαστεί την ενότητά του, καθιστώντας την αντιφατική, διαβρώνοντας την ικανότητά της για κοινωνική διοίκηση και έλεγχο και επεκτείνοντας τους δικούς του χώρους εξουσίας και διαχείρισης. Η ακαμψία των θεσμικών οργάνων υπήρξε μέγιστη σε επίσημο επίπεδο, σε σημείο να αποτρέψει οποιαδήποτε μορφή πολιτικής αντιπροσώπευσης της αλλαγής, μέχρι σημείου να απομακρύνει το πρόβλημα της νομιμότητάς της, αλλά αυτή η επιχείρηση είχε ένα βαρύ τίμημα με όρους ουσιαστικής ευθραυστότητας, στεγνής απώλειας της ικανότητας να κυβερνήσει. Σε αυτή τη ολίσθηση των σχεδίων αντιμετώπισης ναυάγησε το πολιτικό σχέδιο του Potere operaio – το 1973 η κρίση τoυ εκρήγνυται. Η «τακτική» ενοποίηση που αυτό προτείνει φαίνεται να είναι μειωτική μπροστά στην πολλαπλότητα των επιπέδων αντιπαράθεσης-σύγκρουσης που έχουν ανοίξει, του λεξιλογίου που το κίνημα θέτει σε πράξη, των χώρων ανάπτυξης που είναι προσβάσιμοι από έναν πλούτο κοινωνικών υποκειμένων, των οποίων η συλλογική ταυτότητα είναι πολύπλοκη , δεν μπορεί να μειωθεί σε μια «ενότητα» της στιγμής. Η γενική εκπροσώπηση του κινήματος σε ένα απλό αντιθεσμικό κλειδί φαίνεται να είναι αδύνατη και περιττή ταυτόχρονα, ένας εξτρεμιστικός εξαναγκασμός.

Αποτέλεσμα εικόνας για movimento '77

Επάνω σε αυτές τις βάσεις η εργατική Εξουσία διαλύεται. Η προοπτική που ανοίγει σε αυτό το σημείο, για την αυτονομία, είναι αυτή της απόλυτης προσκόλλησης στο κίνημα μέσα στην εγκατάλειψη κάθε σχεδίου «μεγάλης τακτικής», συγκεντρωτισμού και ενοποίησης, που πηγαίνει πέρα από το έδαφος που πραγματικά προσφέρεται από τα περιεχόμενα και τα επίπεδα ανάπτυξης που δίδονται φορά τη φορά: δεν είναι δυνατόν να διατηρηθεί η απόκλιση της τακτικής και της στρατηγικής, του κόμματος και του κινήματος, της πολιτικής και του κομμουνισμού. Το μόνο έδαφος για την ενοποίηση του κινήματος που φαίνεται εφικτό δεν είναι πολιτικό, αλλά παραγωγικό, είναι η πρακτική σύνθεση των χώρων εξουσίας που κατακτώνται φορά τη φορά: η κομμουνιστική εξουσία μεγαλώνει καθημερινά μέσα στη σύγκρουση μεταξύ εργασίας και άρνησης της εργασίας, με μορφές και λεπτομέρειες διαφορετικές φορά τη φορά, και σε αυτό το ίδιο έδαφος πρέπει να τεθεί το πρόβλημα της τακτικής, σε αυτό πρέπει να επιλυθεί εκείνο του κράτους. Δεν υπάρχει χώρος για μια ταυτότητα του κινήματος διαφορετική από αυτή, ούτε απλούστερη από την οικοδόμηση του κομμουνισμού που μεγαλώνει μέσα στην κοινωνία, και η πολιτικο-στρατιωτική διοίκηση του κράτους πρέπει να αντιμετωπιστεί εκεί όπου εμφανίζεται ως συγκεκριμένη αντίφαση, στα τερματικά του μέρη που αργά αργά ροκανίζονται. Το πρόβλημα του κράτους παύει να είναι ο τόπος μιας εύκολης «τακτικής» ταυτότητας, απορροφάται εκ νέου στην πιο σύνθετη διάσταση της σύστασης των αναδυόμενων σχέσεων παραγωγής. Διεύρυνση των χώρων στο έδαφος επί των οποίων ανοίγουν, καμιά περίπτωση συγκέντρωσης δυνάμεων γύρω από μια ελάχιστη και «αντιπροσωπευτική» ενότητα, αλλά βαθύ σκάψιμο μέσα στις ανομοιογένειες, τις ασυνέχειες του ιστού της τάξης, επειδή γύρω τους είναι που αρθρώνεται η νέα δύναμη, η νέα εξουσία.

Σχετική εικόνα

Που είναι διαδεδομένη, διάχυτη, διασκορπισμένη, όχι συνθετική. Είναι ένας λόγος γύρω από τον οποίο περιστρέφεται μια γενική μετατόπιση της προσοχής στο έδαφος των θεματικών και των στόχων, όχι μόνο της οργανωτικής μορφής: από την «εξέγερση» στην »πάλη μακράς διάρκειας», από τις «καταληκτικές ημερομηνίες» γύρω από ενοποιημένους στόχους στην οικειοποίηση «Η πρακτική της οικειοποίησης» γίνεται το πιο σημαντικό σημείο ταυτότητας του πολιτικού χώρου που συγκροτείται. Οικειοποίηση αγαθών, δηλαδή απαλλοτρίωση, μαζική παρανομία «διάχυτη βία»,  αλλά και αυτομείωση των κοινωνικών τιμολογίων, δηλαδή διεύρυνση της νομιμότητας στη βάση της συναίνεσης, και «οικειοποίηση» στο εργοστάσιο της μείωσης του ωραρίου εργασίας, μονομερής μείωσή του, χωρίς διαπραγματεύσεις, αλλά επιχειρησιακή εφαρμογή μιας απόφασης της δικής μας πλευράς, ενός «διατάγματος». Εν ολίγοις, οικειοποίηση ως ξεπέρασμα των διαπραγματεύσεων, ως διαχείριση μιας de facto εξουσίας επί της διανομής του πλούτου, όπως για το ωράριο εργασίας εκεί όπου αυτό είναι εφικτό: μια θεματική που ταιριάζει πολύ καλά σε ένα «μοριακό» λόγο για την εξουσία, αλλά που τα όρια του είναι προφανή.

Σχετική εικόνα

Είναι ο τοπικισμός, η μείωση του προβλήματος του γενικού μέτρου των σχέσεων δύναμης στην τοπική πρακτική της αντιεξουσίας. Στην πραγματικότητα, κάθε φορά που ένας αγώνας θα μεγαλώσει μέχρι σημείου να θέσει προβλήματα γενικού χαρακτήρα για το κίνημα, κάθε φορά που το πεδίο της μάχης θα υψωθεί για να αναλάβει μια παραδειγματική αξία, μια παραδειγματική σημασία και ισχύ, ο λόγος αυτός, η συζήτηση αυτή θα δείξει τα όρια της διαχωρισμένη όπως είναι ανάμεσα στη βούληση μιας πλήρως κοινωνικής ταυτότητας και την ανάγκη της πολιτικής, της «γενικής αντιπροσώπευσης» των δυνάμεων που βρίσκονται στο πεδίο του αγώνα, της συγκέντρωσης των πόρων. Μια αντίφαση που δεν έχει ξεπεραστεί ποτέ, η οποία θα εκφράζεται αφενός σαν ζωτικότητα και διάχυση, ικανότητα να ερμηνεύει το καινούργιο και να προσκολλάται σε αυτό, αφετέρου σαν φτώχεια και κατακερματισμός των οργανωτικών του επιπέδων και, ταυτόχρονα, σαν διαρκής διαθεσιμότητα στην μειοψηφική και υποδειγματική έμφαση-σημασία της δικής του πράξης, σε μια προσπάθεια να αντιμετωπιστούν τα άλυτα προβλήματα της ταυτότητας και της πολιτικής αντιπαράθεσης-σύγκρουσης. Είναι μέσα σε αυτή την κατάσταση που η θεματική της αντιεξουσίας εξαναγκάζεται να είναι, από ισχυρή αλλά τοπική βάση για την εδραίωση σαφώς καθορισμένων οργανωτικών εμπειριών, συλλογική ιδεολογία, γενική ταυτότητα του κινήματος. Μια αδύνατη ταυτότητα, διότι μόνο σε ακραίες περιπτώσεις και για πολύ συγκεκριμένα κοινωνικά στρώματα, που καθορίζονται αυστηρά με την έννοια του αποκλεισμού από τις συμμετοχικές σχέσεις, μια αλλαγή στην κοινωνική κατανομή της εξουσίας εκφράζεται ως «αντιεξουσία»: γενικά οι μηχανισμοί της άτυπης διαπραγμάτευσης και εκείνη η ιδιαίτερη μορφή της οικειοποίησης των πόρων – νομισματικής και χρονικής – η οποία εκδηλώνεται με την πτώση της αποτελεσματικότητας στη σχέση απόδοσης, αποτελούν λύσεις λιγότερο πολυδάπανες κοινωνικά και πολιτικά.

Αποτέλεσμα εικόνας για insurrezione proletaria anni 70

Μια αδύνατη ταυτότητα, αλλά η οποία με φυσικότητα τείνει να παρουσιάζεται ως μια «συνήθης» πρακτική της σχέσης με την εξουσία όταν η σύγκρουση είναι με ένα θεσμικό ιστό που χαρακτηρίζεται από ακαμψία, από μια ανικανότητα για τροποποίηση και μεταρρύθμιση, ώστε να θέτει καθημερινά το πρόβλημα της εξουσίας με απολυταρχικούς όρους.Επειδή πρόκειται για έναν θεσμικό ιστό που ισχυρίζεται-υποκρίνεται πως θέλει να φέρει την πολιτική τάξη σε θέση να αποκτήσει κάθε έδαφος κοινωνικής έκφρασης, να παίξει τα χαρτιά του όχι στο έδαφος του μονοπωλίου της νόμιμης εκπροσώπησης αλλά σε εκείνο το σοσιαλιστικό του μονοπωλίου της κοινωνικής επικοινωνίας. Σε αυτή την εκδοχή της »αντιεξουσίας», το πρόβλημα του κράτους μόνο οριακά αποτελεί τόπο κοινωνικής και πολιτικής ταυτότητας του κινήματος: αυτό συμβαίνει για ορισμένες, σημαντικές, αλλά περιορισμένες οργανωτικές εμπειρίες αλλά δεν καταφέρνει να είναι ο αποτελεσματικός συνεκτικός ιστός των πιο συμπαγών εμπειριών του αγώνα.

Σχετική εικόνα

«Έτσι η ιστορία της αυτονομίας αυτών των χρόνων φαίνεται να μην έχει ένα πραγματικό σημείο εστίασης: δύο εμπειρίες σταθερά ριζωμένες σε ευρείς τομείς νεανικού και εργατικού προλεταριάτου στη Ρώμη και την Πάδοβα, ένας μεγάλος πλούτος εμπειριών, από την αυτόνομη Συνέλευση της Αλφα στους κύκλους του προλεταριάτου των νέων, στο Μιλάνο, μέσα σε μια πρακτικά άρρηκτη οργανωτική ρευστότητα, μια διαδρομή με πολύ μεγάλες εμπειρίες αγώνα, από την κατάληψη του ’73 στους αγώνες του ’74 μέχρι τις πικετοφορίες του ’79 στη Fiat από τους πολίτες, χωρίς μια οργανωτική θωράκιση κατά κάποιο τρόπο σταθερή και αναγνωρίσιμη, μια τεράστια ποσότητα και χωρίς λογοκρισία τοπικών κολεκτίβων διάσπαρτων παντού, οι εκρήξεις του ’77 στη Ρώμη και τη Μπολόνια, που σε καμία περίπτωση δεν οφείλονται σε προηγούμενες οργανωτικές εμπειρίες αλλά που όλες αυτές τις ενσωματώνουν».

Αποτέλεσμα εικόνας για assemblea autonoma anni '70

Στον περίπλοκο αυτό τρόπο, φτιαγμένο από ασυνέχεια και χάσμα μεταξύ αγώνων και οργάνωσης, το κίνημα της άρνησης της εργασίας διασταυρώνεται με μια πολιτική ιστορία που, αν και θέλει να προσκολληθεί σε αυτό και που συνεχώς τρέφεται από αυτό, δεν μπορεί να ανταποκριθεί στα προβλήματα που δημιουργούνται. Πρόκειται για μια ιστορία που έχει ένα απλό κλειδί: την τήρηση των υψηλότερων επιπέδων της κοινωνικής σύγκρουσης σε αυτά τα χρόνια, την αδυναμία να επεξεργαστεί μια ταυτότητα αρκετά διαρθρωμένη ώστε να μπορεί να λογαριάζεται με ολόκληρο τον ιστό της επικοινωνίας του κινήματος και να ξέρει πώς να συνδέεται με αυτό με διαφορετικό τρόπο από την υποδειγματική αναβίωση της εμπειρίας οδηγού. Μέσα στο πλαίσιο αυτό το κίνημα του ’77 κατέχει μια πολύ ξεχωριστή και ιδιαίτερη θέση: για τη δύναμη της επίπτωσής του, για την καινοτομία και την αυθεντικότητα που εκφράζει, για τον τρόπο με τον οποίο καινοτομεί όλους τους όρους του ζητήματος.Η αυτονομία είναι ο μόνος πολιτικός χώρος που έρχεται σε επαφή με το κίνημα, το τροφοδοτεί και τροφοδοτείται από αυτό. Και είναι η μόνη, επομένως, που του μεταφέρει τα όρια και τα λάθη της.

Αποτέλεσμα εικόνας για assemblea autonoma anni '70

Το ’77 αποκαλύπτει τον μειοψηφισμό και τον μινιμαλισμό του πολιτικού σχεδίου της αυτονομίας, το μυστήριο του ανεπίλυτου προβλήματος του «πολιτικού» σε αυτήν, αποκαλύπτει επίσης πως είναι η μόνη προσπάθεια να ερμηνεύσουμε και να καταστήσουμε ισχυρή τη διαδικασία αλλαγής που μας διέρχεται. Πάνω απ ‘όλα, αλλάζει τα χαρτιά επάνω στο τραπέζι, εξαπλώνει τους ορίζοντες: το εύρος της κινητοποίησης διέρρηξε, πιθανότατα για πάντα, εκείνη την αναγεννησιακή γεύση, εκείνο το μεράκι για τους μικρούς αριθμούς που είχαν προσπαθήσει να επιβιώσουν, μοναδικός εφικτός «λενινισμός», στην κατάρρευση της ιδέας του κόμματος, και, από κοινού, ο πολλαπλασιασμός των γλωσσών, του λεξιλογίου, το σπάσιμο της «πολιτικής» ορολογίας και η έκρηξη του λόγου επί των «διαφορών» έθεσαν στο χαλί, πρακτικά, τον χαρακτήρα του επείγοντος και την δυνατότητα, τους πόρους, μιας περίπλοκης συλλογικής ταυτότητας, αγκυροβολημένης στον πλούτο των παραγωγικών δυνάμεων που εκφράστηκαν, όχι ισοπεδωμένη επάνω στον τελετουργικό αντιθεσμικό χαρακτήρα της «αυτόνομης» ιστορίας που μόλις διασχίσαμε.

Σχετική εικόνα

https://www.academia.edu/28083383/Nanni-Balestrini-Primo-Moroni-L-Orda-d-Oro-1968-1977-la-grande-ondata-rivoluzionaria-e-creativa-politica-ed-esistenziale.pdf