αυτονομία, autonomia

29 φεβρουαρίου 1979 : Για τη γραμμή της μάχης

Το 1979 ανοίγει με δύο ένοπλες ενέργειες που έχουν ισχυρό αντίκτυπο μέσα στο επαναστατικό Κίνημα. Στη Γένοβα στις 24 ιανουαρίου, σκοτώνεται από τις Κόκκινες Ταξιαρχίες ο Guido Rossa, εκπρόσωπος της Cgil, μέλος της ομάδας περιφρούρησης του PCI-ΚΚΙ, ο οποίος επιτελούσε μια συγκεκριμένη δουλειά διείσδυσης και κατασκοπίας στο εργοστάσιο, που τον οδήγησε να είναι «μοναδικός μάρτυρας» στη δίκη ενάντια στον εργάτη της italsider Francesco Berardi, ο οποίος μοίραζε φυλλάδια προπαγάνδας για τις Βr. Στο Μιλάνο, στις 29 η Prima Linea σκοτώνει τον δικαστή Emilio Alessandrini ο οποίος την διερευνά.

29 febbraio 1979 : Sulla linea di combattimento

Οι Collettivi Politici Veneti παίρνουν το λόγο μιλώντας στο τεύχος 7 της «Αυτονομίας-Autonomia» με το editorial «Σχετικά με τη γραμμή μάχης». Στο έγγραφο επισημαίνεται το πως οι Cpv εννοούν τη σχέση μεταξύ της ένοπλης υποκειμενικής πρωτοβουλίας και της αντιεξουσίας. Υπάρχει μια ακριβής κριτική στην παρανομία και τον υποκειμενισμό των μαχητών. Ας ακούσουμε:

»Λέμε πως το να παίρνουμε θέση και να την αποσαφηνίζουμε σε ορισμένες χρονικές στιγμές είναι κατάλληλο και χρήσιμο.

Λοιπόν, αυτή είναι μια από τις συγκεκριμένες στιγμές. Το ζήτημα που μας απασχολεί, περιορίζεται στους χώρους και τα όρια μιας εφημερίδας, είναι η εξέλιξη και οι αντιφάσεις του κομμουνιστικού ένοπλου αγώνα στη χώρα μας. Η ευκαιρία μας δίνεται από τα γεγονότα της Γένοβα και του Μιλάνο, ή μάλλον από τoν θάνατο ενός «ειδικευμένου» εργαζόμενου του PCI και ενός «δίκαιου» διαχειριστή της καπιταλιστικής δικαιοσύνης, δηλαδή εξ αιτίας δύο επιχειρήσεων μάχης ενάντια σε εκφραστές του εργατικού ρεβιζιονισμού των ημερών μας.
Σε εμάς αυτές οι δύο ενέργειες δεν αρέσουν. Όχι τόσο για το τέλος των δύο εργαζομένων της κοινωνικής μηχανής αντιπρολεταριακού ελέγχου, όσο, ακριβώς, για το μέγεθος, την κατάσταση της υγείας αυτής της μηχανής και τις διαρθρώσεις της μέσα στην κοινωνία των πολιτών. Επομένως, μας ενδιαφέρει να αρχίσουμε να σκεφτόμαστε τις πολιτικές θέσεις των συντρόφων του «μαχόμενου κόμματος».

ΠΡΩΤΟ ΣΗΜΕΙΟ – Αν για εμάς, όπως και για αυτούς τους συντρόφους, το βασικό στοιχείο για την κατάρρευση του οπορτουνισμού και για την έξοδο από τις ρεβιζιονιστικές πολιτικές γραμμές, οι οποίες εδώ και δεκαετίες, για την ακρίβεια από πάντα, είναι παρούσες και κυρίαρχες μέσα στο εργατικό κίνημα, όπως και για μια πιθανή υπόθεση επαναστατικής εργατικής εξουσίας, αυτό το στοιχείο έγκειται στην επιλογή του πεδίου του ένοπλου αγώνα. άλλο τόσο, έπεται λόγω αυτής της θεωρητικής και πρακτικής μη αναστρέψιμης για εμάς γνώσης το πρόβλημα του πώς θα καταφέρουμε να οργανώσουμε τον ένοπλο αγώνα μέσα σε μια ιστορική προοπτική απελευθέρωσης από την καπιταλιστική εκμετάλλευση.
Πράγματι, αν ο ταξικός εχθρός αποκομίζει την εξουσία του, την κοινωνική δικτατορία του ασκώντας την διοίκηση- την εξουσία επί της εργασίας, αυτή η εντολή, αυτή η διοίκηση-εξουσία δεν τροφοδοτείται μόνο από στρατιωτική δύναμη, αλλά και από μια κοινωνική και μαζική ποιότητα αυτής της δύναμης.
Η τεράστια τερατουργικότητα του γραφειοκρατικού-στρατιωτικού μηχανισμού του Πολυεθνικού Καπιταλιστικού Κράτους συνοδεύεται από την πολυπλοκότητα των ταξικών σχέσεων, μεταξύ των τάξεων, σε μια χώρα με καθυστερημένο καπιταλισμό, με την επέκταση, διαρθρωμένη και ριζωμένη ανάμεσα στα προλεταριακά στρώματα, της παρουσίας του ρεβιζιονισμού με λειτουργίες ελέγχου της προλεταριακής συναίνεσης στην κυριαρχία της αστικής νομιμότητας.
Ο αναθεωρητισμός-ρεβιζιονισμός ο οποίος, αν και αρνητικό προϊόν των ταξικών αγώνων, είναι ακόμα εσωτερικός στην τάξη.
Ο ένοπλος αγώνας, λοιπόν, αποκτά χαρακτηριστικά καθολικότητας μόνο εάν εισάγεται μέσα σε ένα πολιτικό και οργανωτικό μονοπάτι που συνδέεται με μια στρατηγική και μια τακτική φάσης εμφυτευμένες στην επίλυση όλων των πτυχών που εκφράστηκαν παραπάνω.
Πιστεύουμε, όντως, μαζί με τον Λένιν, ότι «το κόμμα του προλεταριάτου δεν μπορεί ποτέ να θεωρήσει τον παρτιζάνικο πόλεμο ως το μοναδικό και ούτε ακόμη το κύριο μέσο αγώνα» και «ότι αυτό το μέσο πρέπει να υπαχθεί σε άλλα» και ότι «χωρίς αυτή την τελευταία προϋπόθεση, όλα, απολύτως όλα τα μέσα αγώνα στην αστική κοινωνία … παραμορφώνονται, εκπορνεύονται“.

ΔΕΥΤΕΡΟ ΣΗΜΕΙΟ – Η ήττα της «μπερλινγκουερικής κλίκας» δεν θα μπορούσε παρά να αποτελέσει, κατά την άποψή μας, για να είναι μια προλεταριακή νίκη, την ιδεολογικο-πολιτικο-ανθρώπινη και οργανωτική κρίση του ιστορικού εργατικού κινήματος, δηλαδή, μιας επιθυμητής διάρρηξης του.
Ο αναθεωρητισμός στη δομή του, στο στήσιμο του, γεννήθηκε και μεγάλωσε σε θέση υποταγμένη στον «καπιταλιστικό κόσμο». Επομένως, να τον αλλάξουμε σημαίνει να τον διαρρήξουμε.
Να τον σπάσουμε σίγουρα όχι πηδώντας, άνευ διαμεσολαβήσεων στην πολεμική γραμμή, από ένα επίπεδο ιδεολογικής κριτικής σε ένα επίπεδο συνοπτικής δικαιοσύνης.
Αν και γουρούνια, πληροφοριοδότες, ρουφιάνοι του αφεντικού και κουράδες συμβιβασμένοι με το καπιταλιστικό καθεστώς, οι ρεβιζιονιστές εξακολουθούν να παρουσιάζουν κοινωνικά, μαζικά χαρακτηριστικά, να διαχειρίζονται πλειοψηφικά στρώματα του προλεταριάτου και επομένως, αμέσως και σε αυτό το στάδιο, να προκαλούν σύγχυση, αμηχανία, παραμόρφωση, αντι-κομμουνιστική υστερία και πάνω απ’όλα μια επικίνδυνη αντιστροφή μέσα στην τάξη της δίκαιης αντιπαράθεσης των εργατών και των προλετάριων με τις προτάσεις και τις υποθέσεις του κομμουνιστικού σχεδίου μάχης και απελευθέρωσης κατά και από την καπιταλιστική εκμετάλλευση.
Σε ένα πρόγραμμα οργάνωσης, ταυτοποίησης, αποκάλυψης-ξεμασκαρέματος και κατάλληλης αγωνιστικής απάντησης των συμβιβασμένων ρεβιζιονιστών, είναι απαραίτητο παράλληλα να ασκείται με προτεραιότητα η πολιτική, πρακτική και δημόσια κριτική της πολιτικής τους στο επίπεδο των πραγματικών ταξικών αντιφάσεων, επάνω στην πραγματική ισορροπία δυνάμεων σε αυτή τη φάση μεταξύ του προλεταριάτου και του καπιταλισμού, στα εργοστάσια, όπως στους τομείς της κοινωνικής παραγωγής όπως και στην επικράτεια, στις γειτονιές, στην κοινωνία.
Αναγκάζοντας τον ρεβιζιονισμό να αντιπαρατεθεί στο επίπεδο που η μάχη, ο αγώνας σου θέλει να ασκήσει:

ΤΡΙΤΟ ΣΗΜΕΙΟ – Για να μπορέσουμε να κάνουμε όλα αυτά, υπάρχει ανάγκη για μια γενιά επαναστατών των οποίων τα χαρακτηριστικά δεν μπορούν να εντοπιστούν απλά στην «παράνομη διάσταση».
Δηλαδή, σε μια προσέγγιση στράτευσης που να είναι χρήσιμη για την ανάπτυξη καλά καθορισμένων καθηκόντων μιας ώριμης κομμουνιστικής οργάνωσης, η οποία όμως ακόμη πρέπει να κατακτηθεί, αλλά ανεπαρκής και αποκλίνουσα αν δεν βυθιστεί σε μια πολύ ευρύτερη οργανωτική διάρθρωση. Δεν συμφωνούμε πλέον όταν μια πιθανή ποιότητα της οργάνωσης έρχεται να αναλάβει, όπως υπενθύμισε ο Λένιν νωρίτερα, έναν χαρακτήρα καθολικότητας σε λύσεις στα ερωτήματα και τις οργανωτικές ανάγκες.
Να διαλεχτούμε μέσα στο κομμουνιστικό κίνημα τις αντιφάσεις μεταξύ παράνομης και μη παράνομης στράτευσης υπήρξε χρήσιμο τα τελευταία χρόνια. Μέσα σε ένα εξαιρετικό εργαστήριο που είναι η αληθινή πραγματικότητα και η συνεχής κίνηση των πραγμάτων, όλες οι ενέργειες, οι υποθέσεις, οι εμπειρίες των κομμουνιστών έχουν αναπτυχθεί μαζί με τα όριά τους κατά τη διάρκεια μιας μακράς φάσης μέσα στην οποία δεν ήταν δεδομένες οι συνθήκες για να επιστρέψουν όλοι σε μια πειθαρχία και ομοιογένεια ενιαίας πορείας οργάνωσης και προγράμματος. Όλοι εμείς μπορούμε να ισχυριστούμε ότι ο ένοπλος αγώνας στη χώρα μας, με τις διάφορες μορφές που έχουν αναληφθεί και με τους διαφορετικούς τρόπους μάχης που υιοθετήθηκαν, είναι ένα αντικειμενικό και υποκειμενικό αποτέλεσμα ετών και χρόνων αγώνων των εργατών και εξαιρετικής αντίστασης στο καπιταλιστικό σχέδιο αναδιάρθρωσης των σχέσεων παραγωγής και αναπαραγωγής μεταξύ των τάξεων.
Καλώς, σήμερα, το να αναγνωρίζουμε όλα αυτά δεν είναι πλέον αρκετό.
Το κομμουνιστικό υποκείμενο πρέπει να είναι πειθαρχημένο μέσα σε ένα κεντρικό σχέδιο οργάνωσης ικανό να «το οπλίζει» για να αποδιοργανώσει ολόκληρο το οπλοστάσιο ελέγχου διοίκησης εξουσίας του καπιταλιστικού κράτους. Το κίνημα πρέπει να εμπλουτιστεί με την πολυπλοκότητα των προβλημάτων, είναι απαραίτητο να εργαστούμε έτσι ώστε να μπορέσει να ενισχυθεί και να μπορέσει να υποστηρίξει και να δεχθεί την καπιταλιστική πρόκληση σε όλα τα εδάφη όπου συσχετίζονται οι ταξικές συγκρούσεις. Με άλλα λόγια δεν ενδιαφερόμαστε να οικοδομήσουμε ένα πλαίσιο μάχης μόνο στη συνεχή επαλήθευση των δυνατοτήτων να σακατέψουμε και να εκτελέσουμε έναν ταξικό εχθρό, αν δεν δουλέψουμε ή αν εργαστούμε ενάντια σε μια διαφορετική συνολική ποιότητα του συλλογικού κομμουνιστικού υποκειμένου, της διαφορετικότητας, εάν επιτρέπετε, από την συνολική ποιότητα του μεταρρυθμιστικού-ρεφορμιστικού υποκειμένου.
Ως εκ τούτου, μια γραμμή μάχης στο πλαίσιο της πρακτικής του προλεταριακού προγράμματος σε εδαφικό επίπεδο, μέσα στην εμπειρία μαζικής παρανομίας και ανάπτυξης του οργανωμένου κομμουνιστικού κινήματος. Κινήματος ως υποκειμενικό δίκτυο μιας προλεταριακής εξουσίας που αναπτύσσεται επάνω στη χρήση της δύναμης, σταδιακά ανάλογης με τα πιθανά άλματα και τον εξαναγκασμό της και μέσα σε ολόκληρη την προλεταριακή υποκειμενικότητα. Συνεπώς μια διαρθρωμένη και σύνθετη πρακτική του ένοπλου αγώνα. Δεν μπορούμε, σύντροφοι, δεν μπορούμε να γκετοποιήσουμε, πάνω απ’όλα, τις μελλοντικές προλεταριακές δυνατότητες μόνο σε έναν από τους τρόπους διεξαγωγής του αγώνα, της μάχης.
Το στυλ εργασίας των κομμουνιστών πρέπει να είναι από εδώ και στο εξής, όσον αφορά τα θεμελιώδη κριτήρια και τους θεμελιώδεις νόμους του χτισίματος του επαναστατικού κόμματος, ένα εσωτερικό ερώτημα-ζήτημα για τους κομμουνιστές και το έργο τους. Επιβάλλεται-απαιτείται η εγκατάλειψη, σε σύντομο χρονικό διάστημα, όλων εκείνων των θέσεων που μπλοκάρουν και / ή εμποδίζουν μια διαδικασία ενοποίησης όλων των προλεταριακών πρωτοποριών στην χώρα μας.
Αν ορισμένοι σύντροφοι συνεχίσουν, δυστυχώς, να σπρώχνουν τον επιταχυντή για μια δραστική ευθυγράμμιση θέσεων, μεταξύ των συνιστωσών του κομμουνιστικού κινήματος, επάνω στους διαφορετικούς τρόπους μάχης, σε μια παραπλανητική και όλο και πιο πλαστή και τεχνητή αντίθεση-αντιπαράθεση, τότε από την πλευρά μας θα αποστασιοποιηθούμε όλο και περισσότερο με μια σκληρή πολιτική μάχη κατά των θέσεων αυτών. Πράγματι, η περαιτέρω πρόοδος του έργου των κομμουνιστών των διαφόρων επαναστατικών οργανώσεων θα είναι θετική αν αναλάβει τα καθήκοντα και τις ευθύνες που τους αναλογούν μιας νέας φάσης, αυτή τη φορά πιο πολύπλοκης και ώριμης.
Δεν μας αρέσει εάν διασπαστεί μια σωστή ισορροπία των αναλογιών μεταξύ των δύο κύριων συνιστωσών, γραμμών του επαναστατικού κινήματος, δηλαδή μεταξύ των κομμουνιστών στην παρανομία και των κομμουνιστών της εργατικής αυτονομίας. Πρόκειται για κάτι πολύ άσχημο με πολύ κακές προοπτικές, αν η μια μεταβλητή, η παράνομη, σταματήσει να σχετίζεται με κάποιον τρόπο με τη γενική δυναμική του κομμουνιστικού κινήματος. Η οργανωμένη εργατική αυτονομία δεν λογαριάζεται μόνο με την επιτάχυνση της στρατιωτικής πίεσης του κράτους επάνω στην οργάνωση, αλλά και με τα προβλήματα και τις δυσκολίες που συνδέονται με την επανέναρξη-επανάληψη της προλεταριακής πρωτοποριακής και μαζικής πρωτοβουλίας. Ενδιαφερόμαστε για ένα συλλογικό κομμουνιστικό υποκείμενο «πολιτικά αναγνωρίσιμο» από τους προλετάριους, και όχι μόνο μέσα από τα χρονικά των εφημερίδων, χωρίς άμφια και μεταμφιέσεις που συγχέουν την ουσία αυτού που έχεις να πεις (στην προκειμένη περίπτωση με μεταμφίεση δεν εννοούμε όλους τους κανόνες ασφαλείας και άλλα παρόμοια θέματα).
Είναι απαραίτητο να πειθαρχήσουμε μέσα σε μια ενιαία, δύσκολη και πολύπλοκη προσπάθεια για την οικοδόμηση της οργάνωσης και του προγράμματος.
Η ομοιογένεια, σύντροφοι, πρέπει να αναζητηθεί και να επιδιώκεται πεισματικά. Αλλά με σαφήνεια. Το να χτυπήσουμε κάποιον στα πόδια πρέπει να λειτουργήσει υπέρ του αποκλεισμού του εργοστασιακού τμήματος, της ικανότητας του κομμουνιστικού κινήματος να αποδιαρθρώσει την επικράτεια, περιοχή ανά περιοχή, με την άσκηση της επαναστατικής αντιεξουσίας. Και αντίστροφα».

μεγαλείο χαρακτήρα!, grandezza carattere !

Η διήγηση ενός νεαρού γάλλου που μάχεται με τους κούρδους ενάντια στην Τουρκία

Αφού συμμετείχε στην απελευθέρωση της Raqqa από την κατοχή του Ισλαμικού Κράτους, ο Arnaud πολέμησε τις τελευταίες εβδομάδες εναντίον της Τουρκίας στη βόρεια Συρία

Il racconto di un giovane francese che combatte con i curdi contro la Turchia

Όταν μας απαντά στο τηλέφωνο, ο Arnaud (το όνομα είναι φανταστικό) – ένας νεαρός γάλλος μαχητής που στρατεύτηκε μαζί με τους κούρδους στη Συρία – έχει στη πλάτη του δώδεκα μέρες έντονων μαχών ενάντια στην τουρκική επίθεση στη Rojava, το όνομα που αποδόθηκε στο συριακό Κουρδιστάν. Εξαπολύθηκε μετά την ξαφνική απόσυρση των αμερικανικών στρατευμάτων από τα τουρκοσυριακά σύνορα στις αρχές οκτωβρίου, η επίθεση που αποφασίστηκε από τον Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν ετοιμάζονταν επί μήνες και έχει ήδη αναγκάσει περίπου 300.00 αμάχους να εγκαταλείψουν τη συνοριακή περιοχή μέσα σε μία εβδομάδα.

Αποσπασμένος στη συνοριακή πόλη Serekaniye (αραβική Ras al-Ain Arab), ο Arnaud συμμετείχε στις μάχες προσπάθειας αντίστασης στις επιθέσεις του ισχυρού τουρκικού στρατού πλαισιωμένου από τις ισλαμιστικές ομάδες συμμάχους της Άγκυρας. Αφού ο Arnaud και οι σύντροφοί του στριμώχτηκαν από τον εχθρό στο τέλος της περασμένης εβδομάδας, έγινε διαπραγμάτευση κατάπαυσης του πυρός, επιτρέποντάς τους να εγκαταλείψουν την Serekaniye, ξεφεύγοντας από ένα σχεδόν βέβαιο θάνατο.

Αν ο Arnaud επέζησε το 2017 στην επίπονη ανακατάληψη της Raqqa από τα χέρια της οργάνωσης του Ισλαμικού Κράτους όπως και στη μάχη της Afrin που ξεκίνησε το 2018 (ένα καντόνι που κρατούσαν οι κούρδοι μέχρι την τουρκική επίθεση), αυτή τη φορά δεν πίστευε ότι θα μπορούσε να βγει ζωντανός. Από τη Συρία μας μιλά με μια ήρεμη και γαλήνια φωνή και μας διηγείται για τις τελευταίες αυτές ημέρες, ενώ η Ρωσία και η Τουρκία πρόκειται να καταλήξουν σε μια συμφωνία που θα μπορούσε να θέσει υπό αμφισβήτηση την ίδια την ύπαρξη της Ροζάβα.

VICE: Μετά την Raqqa και την Afrin άφησες την Rojava. Αλλά επέστρεψες τον μάρτη. Ένιωθες ότι επρόκειτο να συμβεί κάτι;

Arnaud:Φανταζόμουν ότι θα είχαμε έναν πόλεμο με την Τουρκία. Αλλά δεν πίστευα ότι θα έρθει φέτος. Δεν περίμενα να ξεκινήσουν το χειμώνα, σκεφτόμουν ότι θα περίμεναν μέχρι το επόμενο καλοκαίρι. Αλλά ήμουν λίγο υπερβολικά αισιόδοξος.

Η αναγγελία της αμερικανικής υποχώρησης σε ξάφνιασε;

Όχι, υπό την έννοια ότι ποτέ δεν πιστεύαμε ότι οι ιμπεριαλιστές θα συνεχίσουν να μας στηρίζουν μακροπρόθεσμα. Πάνω απ ‘όλα, μας ξάφνιασε ότι μας άφησαν εντελώς χωρίς καμία πιθανότητα να υπερασπιστούμε τους εαυτούς μας. Θα περιμέναμε ότι θα είχαν εμποδίσει την Τουρκία να έχει πρόσβαση στον συριακό εναέριο χώρο. Χωρίς τη βοήθεια των drones ή των βομβαρδιστικών, πιστεύω ότι θα μπορούσαμε να αντισταθούμε στην τουρκική εισβολή. Δεν ήταν έτσι. Το μόνο που έκαναν οι αμερικανοί ήταν να αρνούνται επισήμως να γνωστοποιήσουν τις θέσεις μας στην Τουρκία. Super … Θεωρήσαμε επίσης ότι θα μας είχαν κρατήσει λίγο περισσότερο ενήμερους για τους χρόνους της απόσυρσής τους, απλά για να μπορέσουμε να προετοιμαστούμε. Τελευταία έκπληξη, δεν πιστεύαμε ότι η τουρκική εισβολή θα είχε επεκταθεί τόσο πολύ. Σφάλαμε νομίζοντας ότι η Τουρκία θα είχε επικεντρωθεί στην επίθεση στις πόλεις. Δεν νομίζαμε ότι θα έπρεπε να αντιμετωπίσουμε ένα τόσο υποστηριζόμενο σχέδιο νεο-οθωμανικής επέκτασης.

Που βρισκόσουν όταν ξεκίνησε η τουρκική επίθεση;

Τη στιγμή που ξεκίνησε, είχαμε ήδη βρεθεί στη Serekaniye από αρκετές ημέρες, διατηρούμενοι σε κατάσταση αναμονής. Την πρώτη μέρα των μαχών βρισκόμουν στο κέντρο της πόλης και επρόκειτο να αγοράσω την πρώτη μοτοσικλέτα της ζωής μου, ένα ημι-cross για να μετακινούμαι στο τραχύ έδαφος που περιβάλλει την πόλη. Ήμουν ικανοποιημένος, κατάφερα και να διαπραγματευτώ την τιμή. Οι πωλητές πήραν τη μηχανή για να την γεμίσουν και εκείνη την στιγμή είδα καταδιωκτικά στον ουρανό να κάνουν ένα είδος έκλειψης μεταξύ των συνόρων και ημών. Συνειδητοποίησα ότι κάτι δεν πήγαινε καλά. Επιπλέον, τα καταδιωκτικά άφηναν πίσω τους ένα μεγάλο άσπρο ίχνος, το οποίο γενικά δεν συμβαίνει. Με έναν άλλο διεθνή εθελοντή σύντροφο αναρωτηθήκαμε αν οι αμερικανοί μας προειδοποιούσαν με αυτό τον τρόπο για την εισβολή ή αν οι τούρκοι είχαν αρχίσει να κάνουν τις αναγνωρίσεις τους. Στη συνέχεια τα αεροσκάφη πέρασαν και πάλι για ένα δεύτερο γύρο. Σε εκείνο το σημείο δεν θα μπορούσε να είναι πραγματικά κάτι καλό – κυρίως διότι ακούγονταν όλμοι να πέφτουν επάνω σε στρατιωτικές βάσεις έξω από την πόλη. Στον τρίτο γύρο των αεροσκαφών, οι πωλητές επέστρεψαν με τη μηχανή μου έχοντας γεμίσει το ρεζερβουάρ. Με τον σύντροφό μου ανεβήκαμε πάνω και φύγαμε γρήγορα, ενώ οι όλμοι συνέχιζαν να πέφτουν γύρω από την πόλη.

Που κατευθυνθήκατε;

Πήγαμε για να πάρουμε τα πράγματα μας στη μικρή βάση που είχαμε στο κέντρο της πόλης και στη συνέχεια βγήκαμε από την πόλη και πήγαμε σε καταφύγιο περιμένοντας οδηγίες. Μας είπαν ότι το καθήκον μας θα ήταν να διακόψουμε τις διαδρομές πρόσβασης μεταξύ της πόλης και των δυνάμεων του εχθρού για να αποτρέψουμε η πόλη να περικυκλωθεί από το νότο. Αλλά μέσα σε 48 ώρες η στρατηγική είχε αλλάξει, μας ζήτησαν να επιστρέψουμε στην πόλη επειδή υπήρχε ανάγκη καλών μαχητών. Χρειάζονταν ενισχύσεις επειδή ο εχθρός δεν είχε προσπαθήσει αρχικά να περικυκλώσει την πόλη από τη νότια πλευρά, αλλά απλώς περιορίστηκε να κινείται κατά μήκος των συνόρων για να επιτεθεί απευθείας στην πόλη.

Όταν άρχισε η μάχη πως αισθανόσουν;

Τις πρώτες δύο ημέρες των μαχών, όταν βρισκόμασταν έξω από την πόλη, ήμουν νευρικός. Οι όλμοι δεν έπεφταν πολύ μακριά από εμάς, όπως και οι αεροπορικοί βομβαρδισμοί. Παρόλο που δεν ήμασταν εκτεθειμένοι σε άμεσες συγκρούσεις πεζικού, μας έρχονταν πληροφορίες για ομάδες εχθρών που κατάφεραν να διεισδύσουν και να πλησιάσουν κοντά μας. Ως αποτέλεσμα μείναμε τη νύχτα και ντυμένοι με πολιτικά ρούχα για να μπορούμε να πάμε στις κοντινές γειτονιές για να δούμε αν υπήρχε πράγματι διείσδυση ισλαμικών συμμοριών συμμάχων με την Τουρκία. Ήταν αρκετά εξαντλητικό να μην ξέρουμε τι μας περιμένει, να μην γνωρίζουμε ποιος ήταν φίλος και ποιος δεν ήταν. Επιπλέον ένα όχι μικρό μέρος του άμαχου πληθυσμού δεν συμπαθούσε απαραίτητα για εμάς και ήταν αρκετά ικανοποιημένο βλέποντας ότι η εισβολή ξεκίνησε. Ήξερα ότι είχαμε συντρόφους που μάχονταν ήδη μέσα στην πόλη, ένιωθα ένοχος επειδή δεν βρισκόμουν μαζί τους. Όταν είμαι έξω από τη δράση και όχι στην καρδιά της σύγκρουσης, νιώθω νευρικός.

Στη συνέχεια σας στείλανε στη πόλη…

Φτάσαμε στην πόλη με το πρώτο φως της αυγής και δύο ώρες αργότερα ήμασταν ήδη σε δράση. Αισθανόμουν απόλυτα ήρεμος και είπα ότι θα μείνω εκεί. Ξαφνικά όλα έγιναν πολύ έντονα. Την πρώτη μέρα ο εχθρός ήταν πολύ κοντά. Αλλά με την πρόοδο της εμπειρίας μου ως μαχητής στην Ροζάβα, έχω χάσει όλες τις μορφές άγχους κατά τη διάρκεια των μαχών. Νόμιζα ότι θα πεθάνω κατά τη διάρκεια αυτής της μάχης αλλά ήμουν ήρεμος. Ήρεμος όχι με μια έννοια παραίτησης ή αυτοκτονικού ενστίκτου. Αλλά γαλήνιος για το γεγονός πως δέχεσαι το αναπόφευκτο. Είχα αποδεχτεί την ιδέα να πεθάνω και σκεφτόμουν ότι ήταν ένας πολύ ευγενής τρόπος θανάτου – με μια συγκεκριμένη ποιότητα, αξία, όπως λένε. Δεν ήταν μια ιδέα που με τρόμαζε σε κάθε περίπτωση. Το γεγονός είναι ότι βγήκα από αυτό χωρίς ακόμη να έχω καταλάβει καλά καλά πώς επιβίωσα σε όλο εκείνο.

Όσον αφορά την ένταση η μάχη της Serekaniye είναι συγκρίσιμη με αυτό που είχες ζήσει μέχρι τότε;

Φαινόταν σαν ένας συνδυασμός μεταξύ Raqqa και Afrin, αλλά πολύ πιο έντονος. Πολέμησα για μια δωδεκάδα μέρες αναπαυόμενος μόνο για 24 ώρες. Ήταν ταυτόχρονα μια αστική σύγκρουση εκ του πλησίον όπως στην Raqqa και μια μάχη εξ αποστάσεως ενάντια σε τανκς και τεθωρακισμένα, όλο αυτό με εναέριους βομβαρδισμούς χειροβομβίδες και όλμους που έπεφταν επάνω μας όπως στην Afrin. Με τη διαφορά ότι οι αστικές μάχες ήταν ακόμα πιο κοντινές από ότι είχα δει στη Raqqa. Στη Serekaniye βρεθήκαμε σε ένα μέτρο απόσταση από τον εχθρό – δεν υπερβάλλω. Βρισκόμασταν στο ίδιο κτίριο μαζί τους, μόνο ένας τοίχος μας χώριζε. Μπορούσαμε να τους ακούμε να μιλούν, να αναπνέουν, να κατουρούν. Ήταν αρκετά ενοχλητικό-ανησυχητικό. Είχα βρει ένα μαχαίρι, το είχα επάνω μου και ήμουν διαρκώς σε ετοιμότητα.

Όταν τελικά βρεθήκατε τελείως περικυκλωμένοι μέσα σε λίγες μέρες μάθατε ότι είχε γίνει διαπραγμάτευση μιας κατάπαυσης του πυρός…

Οι σύντροφοι διοικητές μας είπαν ότι είχαν γίνει κάποιες συνομιλίες. Ελπίζαμε ότι κάποιος θα έρθει για να σώσει την κατάσταση ή τουλάχιστον να στηρίξει τη δράση μας. Αρχικά πιστεύαμε ότι θα κινηθούμε προς μια συμμαχία με το καθεστώς [της Συρίας]. Μια πολιτικά οδυνηρή συμμαχία, αλλά στρατιωτικά … γιατί όχι; Δεν μας ένοιαζε τίποτα. Ήμασταν σε μια τόσο εξοντωτική δυσκολία που ήμασταν έτοιμοι να δεχτούμε τα πάντα. Αργότερα, ακούσαμε να μιλούν γι αυτήν την κατάπαυση του πυρός και αναρωτηθήκαμε για ποιον λόγο: να μας επιτρέψουν να ξεκουραστούμε; ώστε να μπορέσουν να φτάσουν ενισχύσεις; Όχι, απλά να εγκαταλείψουμε την πόλη. Αυτό δεν το περιμέναμε.

Πώς συνέβη η εκκένωση της πόλης;

Οι διοικητές ήξεραν ότι ήμασταν αντίθετοι με την ιδέα αυτής της κατάπαυσης του πυρός που αποσκοπούσε στην έξοδο από την πόλη και ότι θα είχαμε προτιμήσει να πούμε: «Παραμένουμε». Για να αποφευχθεί αυτή η κάπως θυσιαστική πρωτοβουλία, οι διοικητές μας είπαν: «Ετοιμαστείτε, θα φύγετε για μια επιχείρηση. Πρόκειται για μια γενική επιχείρηση για να διώξουμε τον εχθρό έξω από την πόλη». Ξαφνικά, ήμασταν ενθουσιασμένοι από αυτή την ιδέα να πάρουμε πίσω την πόλη κτίριο προς κτίριο. Αλλά σύντομα όλα έγιναν ύποπτα επειδή μας είπαν να κατευθυνθούμε προς το παζάρι-il suk, μια φιλική περιοχή. Αναρωτηθήκαμε γιατί μας έστελναν εκεί. Δεν το συζητήσαμε πολύ διότι οι διοικητές μας είπαν να βιαστούμε και να υπακούμε. Φτάνοντας στον κεντρικό δρόμο της πόλης είδαμε δύο τεράστιες σειρές οχημάτων που μας περίμεναν. Μας είπαν να ανέβουμε. Ανεβήκαμε πάνω σε αυτά τα οχήματα πιστεύοντας ότι ήταν περίεργο. Να φύγουμε μηχανοκίνητα για να πραγματοποιήσουμε μια επιχείρηση ανακατάληψης της πόλης ήταν τρελό, θα μας είχαν εξολοθρεύσει. Δεν είχε κανένα νόημα, τότε συνειδητοποιήσαμε ότι υποχωρούσαμε και ότι αφήναμε την πόλη. Πράγματι, αυτό συνέβαινε.

Δίχως την κατάπαυση του πυρός, τι θα συνέβαινε σε σας;

Θα είχαμε πεθάνει. Είχαμε ακόμα αρκετά πυρομαχικά για να αντέξουμε μία ή δύο ημέρες το πολύ. Εάν δεν είχαμε στείλει ενισχύσεις πίσω από τις εχθρικές γραμμές για να τους επιτεθούμε, θα ήμασταν απόλυτα απομονωμένοι. Νομίζω ότι θα είχαμε πολεμήσει πολύ θαρραλέα μέχρι το θάνατο. Όλοι ήθελαν να μπούνε στη δράση, οπότε δεν ανησυχούσαμε.

Πιστεύεις ότι η έναρξη της σύγκρουσης με την Τουρκία θα είναι αιτία να αρχίσει ξανά ένα νέο κύμα αφίξεων από διεθνείς εθελοντές όπως τον καιρό του Ισλαμικού Κράτους;

Νομίζω πως ναι. Υπάρχουν πολλοί σύντροφοι που μας έχουν πει ότι θα ήθελαν να επιστρέψουν. Γνωρίζουμε επίσης νέους ανθρώπους που θα ήθελαν να έρθουν εδώ. Η άφιξη νέων διεθνών εθελοντών διευκολύνεται από το γεγονός ότι οι Πεσμεργκά του ιρακινού Κουρδιστάν δεν υποστηρίζουν την τουρκική εισβολή και μας έχουν πλησιάσει, ενώ πριν οι σχέσεις ήταν πολύ τεταμένες. Τα σύνορα τον προηγούμενο καιρό ήταν πραγματικά δύσκολο για κάποιον να τα περάσει. Αλλά τώρα είναι πολύ πιο άνετη η διέλευση από τα σύνορα, είναι πραγματικά απλό αυτή την περίοδο. Είναι κάτι πολύ θετικό. Κάθε διεθνής εθελοντής μπορεί να φτάσει στη Συρία από το Ιράκ. Είναι πολύ καλό για εμάς. Ελπίζω να μην είναι πολύ αργά.

Πιστεύεις ότι η Rojava εξακολουθεί να έχει μέλλον;

Η συμφωνία που υπεγράφη την τρίτη το βράδυ μεταξύ Τουρκίας και Ρωσίας περιπλέκει πολύ τα πράγματα. Η συμφωνία αυτή καθιερώνει μια ζώνη πλάτους 32 χιλιομέτρων κατά μήκος των συνόρων κάνοντας να αποσυρθούν οι δυνάμεις αυτοάμυνας και καταλαμβάνοντας την με τουρκικούς και ρωσικούς στρατούς. Δεν θα παραμείνει μεγάλο μέρος του εδάφους της Rojava, το οποίο αποτελείται κυρίως από εδάφη κοντά στα σύνορα. Περιμένουμε τώρα την επίσημη απάντηση των συριακών δημοκρατικών Δυνάμεων (FDS) [που υπερασπίζονται τη Ροζάβα και μάχονται κατά της Τουρκίας]. Όλοι εδώ σκέφτονται ότι θα προχωρήσουμε προς τον πόλεμο, ενώ η κουρδική κοινότητα στην Ευρώπη πιστεύει αντίθετα ότι θα προχωρήσουμε με διπλωματικά μέσα. Εγώ δεν έχω ιδέα.

Εάν εξεταστεί η επιλογή της ένοπλης σύγκρουσης, θα ήσουν έτοιμος να πάρεις μέρος;

Με λιγότερο ενθουσιασμό, είναι πολύ απογοητευτικό να σκεφτόμαστε ότι θα πολεμήσουμε για κάτι που σίγουρα σύντομα δεν θα υπάρχει πλέον. Αλλά νομίζω ότι μπορούμε να πολεμήσουμε ακόμη και χωρίς να ελπίζουμε απαραίτητα για μια νίκη. Μπορούμε να πολεμήσουμε μόνο και μόνο επειδή η ηθική μας υποχρεώνει να το πράξουμε. Σε ηθικό επίπεδο δεν έχω άλλη επιλογή παρά να είμαι πρόθυμος να πάω. Στην πραγματικότητα, για να επιβιώσω θα ήταν προτιμότερο να φύγω από την Ροζάβα αμέσως, αλλά πολιτικά θα ήταν πραγματικά καταδικαστικό. Κάποιοι σύντροφοι έχουν φύγει τις τελευταίες ημέρες και τις τελευταίες εβδομάδες επειδή πιστεύουν ότι η κατάσταση είναι πολύ θερμή. Εάν εγκαταλείψουμε τους φίλους μας όταν μπορούμε να τους βοηθήσουμε, νομίζω ότι δεν έχει νόημα να αποκαλούμαστε διεθνιστές. Δεν μπορούμε μόνο να ερχόμαστε εδώ να καταναλώσουμε την επανάσταση και τις θετικές της πτυχές. Η προσέλευση στην Rojava δεν είναι μια επαναστατική δράση από μόνη της. Πρέπει επίσης να παράγουμε κάτι εδώ και να δώσουμε τη δική μας συμβολή. Είναι λίγο σαν αυτό που συμβαίνει σε μια διαδήλωση στο δρόμο, στην πλατεία. Σε μια διαδήλωση στην πλατεία υπάρχει κάποιος που έρχεται για να κάνει τις συγκρούσεις αλλά δεν κάνει τίποτα για να προετοιμαστεί για την περίσταση ούτε για να διαχειριστεί τις πιθανές συνέπειες. Απλώς καταναλώνει το γεγονός. Θεωρώ ότι είναι πραγματικά γελοίο, μου φαίνεται μια μηδενιστική προσέγγιση, πολύ οπορτουνιστική και πολύ εγωκεντρική. Από σεβασμό και αλληλεγγύη προς τους συντρόφους, αν και θα είχα να κάνω πολλές κριτικές στο κουρδικό κίνημα, νομίζω ότι πρέπει να συνεχίσουμε να αγωνιζόμαστε μαζί τους.

Ακόμη και αν η επιστροφή σου συμβεί αργότερα, σκέφτεσαι ποτέ τις νομικές επιπλοκές που θα συνεπάγεται αυτό;

Σκεφτόμαστε γι ‘αυτό. Αλλά αυτή η σκέψη δεν μας κρατά πίσω, δεν μας φρενάρει. Είναι σίγουρα παράνομο να αγωνιζόμαστε εναντίον ενός στρατού του ΝΑΤΟ [του οποίου η Τουρκία είναι μέλος], αλλά η ηθική διάσταση για εμάς είναι πρωταρχική. Επιπλέον, είναι δύσκολο για ένα ευρωπαϊκό κράτος να αποδείξει ότι πολεμήσαμε εναντίον ενός στρατού του ΝΑΤΟ. Πρέπει να αποδείξουν ότι ήμασταν εκεί, ότι πολεμήσαμε εναντίον των τούρκων στρατιωτών και όχι εναντίον των συμμάχων τους ισλαμικών συμμοριών. Μέχρι να έχουν επίσημες αποδείξεις, θα είναι δύσκολο γι ‘αυτούς.

Αλλά υποθέτω ότι αυτού του είδους συνέντευξη περιπλέκει λίγο την κατάστασή σου…

Η κατάστασή μου επιδεινώνεται, αλλά πιστεύω ότι κάποιος πρέπει να μιλήσει για τα πράγματα που συμβαίνουν εδώ, αλλιώς κανείς δεν θα το κάνει.

 

https://www.infoaut.org/conflitti-globali/il-racconto-di-un-giovane-francese-che-combatte-con-i-curdi-contro-la-turchia

Da Vice Francia

 

https://agirebablisoke.wordpress.com/2019/10/31/intervista-ad-un-compagno-francese-impegnato-nella-difesa-del-nord-della-siria-contro-lattacco-turco/

 

 

σύγχρονη σκέψη, pensiero di oggi

Παρίσι 1871 – Βαρσοβία 1944 – Κομπάνι 2019;

του Sandro Moiso

“Non abbiamo amici, solo le montagne-Δεν έχουμε φίλους, μόνο τα βουνά” (proverbio curdo-κουρδική παροιμία)

Τα τελευταία χρόνια έχουμε τελείως συνηθίσει με την χριστιανική ηθικολογία, με τον άνανδρο φτηνό και άχρηστο ειρηνισμό, τον λαϊκισμό και τον κυριαρχισμό-sovranismo[α] άθλιων πολιτικών, καθώς και την επιστροφή στη σκηνή των πιο θλιβερών εθνικιστικών ιδεολογιών και πολιτικών μετώπων του εικοστού αιώνα όπως και μια συμφεροντολογική αλληλεγγύη χρήσιμη μόνο στα παιχνίδια της πιο βρώμικης πολιτικής, έτσι ώστε να μη γνωρίζουμε πώς να αντιδράσουμε με τον σωστό διεθνισμό, επαναστατικό και ταξικό, στις τραγωδίες τα δράματα και τις εξεγέρσεις που ταράσσουν τον πλανήτη αυτές τις τελευταίες εβδομάδες.

Από την Rojava στο Ιράκ, από τον Ισημερινό στο Χονγκ Κονγκ, από τις γιγαντιαίες διαδηλώσεις νεολαίας για την προστασία του περιβάλλοντος, της κλιματικής δικαιοσύνης και των ειδών, ένα τεράστιο τελλουρικό κίνημα κλονίζει τις κοινωνίες, στην Ανατολή όπως στη Δύση ή στη Μέση Ανατολή.
Κάποτε τουλάχιστον θα είχαμε τραγουδήσει Ολόκληρος ο κόσμος εκρήγνυται … αλλά όχι σήμερα: ο καθένας τοποθετείται με έναν σκοπό και σε κάθε περίπτωση θα βρούμε εκείνους που τοποθετούνται στη βάση ενός από τα στοιχεία που αναφέρονται στην αρχή ή με ένα από τα δύο μέτωπα που αγωνίζονται επικαλούμενοι λόγους που προέρχονται από τη γκρίζα πολιτική των μετώπων που κληρονομήθηκε από τη δεκαετία του 1900.

Όλα αυτά δεν αποδυναμώνουν μόνο τα αγωνιζόμενα κινήματα ενάντια στο άδικο-άνισο παρόν, αλλά με αυτό τον τρόπο χάνεται κάθε διαυγής και αναγκαία ικανότητα να αναλύονται οι κινήσεις αυτού που θα πρέπει να είναι ο μόνος αντίπαλός μας (ο καπιταλιστικός τρόπος παραγωγής) και εκείνα που θα έπρεπε να τεθούν σε κίνηση από ένα πραγματικά ανταγωνιστικό κίνημα.

Τα μέσα μαζικής ενημέρωσης, σε όλες τις μορφές τους, αρέσκονται να μιλάνε για θύματα, αδικίες, πόνο και τρόμο, με ένα τρόπο που δημιουργεί σύγχυση, όπως συνέβη στην πορεία της Ανάβασης της μνήμης στη Μπρέσια, όπου τοποθετήθηκαν δίπλα δίπλα θύματα και δήμιοι μιας βίας που φαίνεται να είναι περισσότερο μια εκδήλωση του απόλυτου Κακού παρά το προϊόν πραγματικών κοινωνικών αντιφάσεων και ταξικών μαχών. Έτσι, για να δώσoυμε ένα παράδειγμα, ο κομισάριος Calabresi μπορεί να τοποθετηθεί αμέσως μετά τον αναρχικό Serantini, ενώ του Giuseppe Pinelli δεν βρίσκεται κανένα ίχνος σε αυτή τη διαδρομή.

Έτσι, σε αυτές τις δραματικές ώρες, ενώ ο δεύτερος στρατός του ΝΑΤΟ, υποστηριζόμενος από τις φονταμενταλιστικές πολιτοφυλακές, άρχισε να συντρίβει την κουρδική αντίσταση στη Rojava, όλοι έσπευσαν να καταγγείλουν τη γενοκτονία (την οποία ο Ερντογάν προφανώς προγραμμάτιζε εδώ και μεγάλο χρονικό διάστημα) και να καταδικάσουν την τουρκική δράση, αλλά χωρίς ποτέ να αγγίξουν το θέμα της οργανωτικής, πολιτικής, οικονομικής, περιβαλλοντικής, ισότητας φύλου και στρατιωτικής εμπειρίας που οι κουρδικές δημοκρατικές δυνάμεις επιδιώκουν-προωθούν εδώ και χρόνια σε μια από τους πιο καυτές περιοχές (από στρατιωτική και γεωπολιτική άποψη ) του πλανήτη (qui).

Εάν το θέμα των προσφύγων το περασμένο καλοκαίρι, όταν η θεσμική αριστερά προετοίμαζε την ανάξια επιστροφή της στην κυβέρνηση, είδε γενναιόδωρες και άφθονες κινητοποιήσεις, η κινητοποίηση σε αλληλεγγύη με τους κούρδους της Ροζάβα και τις μονάδες μάχης και προστασίας τους αντιμετώπισε μεγαλύτερες δυσκολίες, έτσι ώστε οι διαδηλώσεις για την υποστήριξή τους, έστω και αν τις τελευταίες μέρες έχουν δει τους αριθμούς τους να διευρύνονται, δεν υπήρξαν ποτέ μέχρι σήμερα τόσο ενοποιημένες ή αρκετά ισχυρές ώστε να μπορούν να πιέσουν μια άθλια και φοβισμένη κυβέρνηση, ανίκανη να πάρει θέση ακριβώς λόγω των συμφερόντων των περισσότερων από 1.400 ιταλικών εταιρειών που δραστηριοποιούνται στην Τουρκία, με την οποία οι εμπορικές συναλλαγές κυμαίνονται περίπου στα 20 δισ. ευρώ ετησίως.

Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, μετά, οι αμφιβολίες πολλών «συντρόφων» ή εκείνων που υποτίθεται πως είναι τέτοιοι θα προέρχονταν από το γεγονός ότι οι κούρδοι της Ροζάβα αποδέχτηκαν, για να μπορέσουν να οπλιστούν, την αμερικανική βοήθεια στην περίοδο του αιματηρού αγώνα τους εναντίον του ISIS, με τον οποίο αντιπροσώπευσαν τη μοναδική πραγματική στρατιωτική νικηφόρα αντιπαράθεση στον επεκτατισμό του Daesh στη Μέση Ανατολή.

Άλλοι, πάλι, ανίκανοι να σκεφτούν στη Ρωσία του Πούτιν ως έναν από τους πολλούς παίκτες του ιμπεριαλισμού στην περιοχή, δεν καταφέρνουν να ξεχωρίσουν τον πολιτικό και διπλωματικό αλλά και στρατιωτικό ακτιβισμό του νέου τσάρου της Μόσχας από τις προσωπικές και αδικαιολόγητες νοσταλγικές φαντασιώσεις τους σχετικά με την ΕΣΣΔ σταλινικής μνήμης, συμβάλλοντας έτσι στην προβολή των ιδεωδών για μέτωπα στον σύγχρονο κόσμο που συνέβαλαν ήδη στην καταστροφή του ευρωπαϊκού προλεταριάτου και της αυτόνομης ταξικής του πρωτοβουλίας κατά την διάρκεια του δεύτερου παγκόσμιου πολέμου.

Δυστυχώς, όμως, ακόμη και όσοι προσπαθούν με κάθε τρόπο να υποστηρίξουν και να υπερασπιστούν την εμπειρία της Ροζάβα, ξεχνούν την Ιστορία και μπορούν να εξαπατούν τους εαυτούς τους πως μια αλλαγή συμμαχίας (το πέρασμα των κουρδικών πολιτοφυλακών στο πλευρό των στρατευμάτων του Assad, με την αόριστη υποστήριξη της Ρωσίας) ή μια ευρωπαϊκή διπλωματική παρέμβαση μπορούν να συμβάλουν στην επίλυση της στρατιωτικής κατάστασης στον αγωνιστικό χώρο. Όχι, αγαπητοί σύντροφοι, κι εσείς κάνετε λάθος. Ειδικά όταν υπερασπίζεστε την Rojava βάζοντας σε πρώτο πλάνο τη δράση της κατά του ISIS αντί της σημασίας του πολιτικού πειράματος της.

Ξεχνώντας την ιστορία, αγνοείτε μερικά πράγματα που δεν είναι καθόλου δευτερεύοντα.Το πρώτο δίδεται από το γεγονός ότι κανένας εκπρόσωπος του διεθνούς ιμπεριαλισμού, παρά τις σοβαρές πολιτικο-στρατιωτικές και οικονομικο-εδαφικές αντιφάσεις που τον στενεύουν, θα μπορούσε ποτέ να υπερασπιστεί με πίστη και επαρκή μέσα ένα κοινωνικό πείραμα που αποσκοπεί στην αντικατάσταση του και εκείνη του τρόπου παραγωγής του και των κοινωνικών σχέσεων δύναμης που τον στηρίζουν, που είναι η βάση του..

Όχι μόνο οι Ηνωμένες Πολιτείες »πρόδωσαν», αλλά και οι ευρωπαίοι, ακόμα και όταν προσποιούνται ότι καταδικάζουν τον κυρίαρχο της Άγκυρας. Του οποίου η στρατιωτική δύναμη, η γεωπολιτική θέση και, για άλλη μια φορά, οι εμπορικές συναλλαγές (80 δισεκατομμύρια ευρώ ετησίως μόνο με την Ευρώπη) είναι πιο σημαντικά για το Νατο και τη Δύση από οποιαδήποτε άλλη ανθρωπιστική και «δημοκρατική» θεώρηση.
Αντιθέτως στην πραγματικότητα, ίσως, κανείς δεν έχει προδώσει, ούτε καν ο Trump: απλά ο καθένας έχει ενεργήσει ή ενεργεί με βάση το δικό του συμφέρον προτεραιότητας. Στην κορυφή του οποίου σίγουρα δεν στέκεται το κουρδικό ζήτημα ή η σωτηρία της Ροζάβα. ενώ ο καθένας είναι πρόθυμος να στείλει τις κανονιοφόρους του για την άμυνα των πετρελαϊκών κοιτασμάτων, όπως συμβαίνει αυτή τη ώρα για τα κυπριακά κοιτάσματα (qui), δεν εμποδίζουν συλλογικά και αμέσως την πώληση όπλων στο καθεστώς της Άγκυρας.

Το δεύτερο ζήτημα είναι ακόμη απλούστερο, ακόμη και αν, μόλις ξεχαστεί η Ιστορία των κοινωνικών και στρατιωτικών συγκρούσεων, φαίνεται σήμερα πιο δύσκολο να κατανοηθεί. Η τραγωδία που πρόκειται να πραγματοποιηθεί στη Kobane, και στα άλλα μέρη όπου το πείραμα του κουρδικού δημοκρατικού συνομοσπονδισμού έχει εκδηλωθεί ως επί το πλείστον, έχει ήδη συμβεί άλλες φορές στην ιστορία των τελευταίων 148 ετών.

Πράγματι, μετά την ήττα των γαλλικών στρατευμάτων και του Ναπολέοντα ΙΙΙ στο Sedan το 1870, οι πρώσσοι διοικητές δεν είχαν καμία δυσκολία να αφήσουν ένα μέρος του γαλλικού στρατού να επανεξοπλιστεί για να καταστείλει στο αίμα το πείραμα της Παρισινής Κομμούνας, πρώτη μορφή πολιτικής αυτοδιαχείρισης, στρατιωτικής και οικονομικής του γαλλικού και ευρωπαϊκού προλεταριάτου. Ο τοίχος των ομόσπονδων στο νεκροταφείο του Père-Lachaise, όπου στις 28 μαΐου του 1871 εκτελέστηκαν 147 κομμουνάροι οι οποίοι επέζησαν μετά από την πτώση της πόλης στα χέρια των στρατευμάτων των Βερσαλιών, είναι ακόμη εκεί να μας το υπενθυμίζει, αν και πολλοί τρέχουν για να επισκεφθούν εκείνο το νεκροταφείο ως τουρίστες μόνο επειδή εκεί υπάρχει ο τάφος του Jim Morrison.

Η προώθηση των στρατευμάτων του Assad, από την άλλη πλευρά, θα είναι αργή. Ο Πούτιν δεν θέλει μια διαίρεση της Συρίας που να θέτει σε κίνδυνο την παρουσία των ρωσικών βάσεων στην περιοχή εκείνη και, ταυτόχρονα δεν θέλει να ερεθίσει το νέο του συμπέθερο Ερντογάν, τον οποίο βοήθησε να οπλιστεί με τα πιο σύγχρονα συστήματα άμυνας και επίθεσης που διατίθενται σήμερα από την ρωσική στρατιωτική τεχνολογία, την ώρα που ο συριακός στρατός κινείται προς το Κομπάνι, αλλά πότε θα φτάσει δεν μπορούμε να γνωρίζουμε με σιγουριά.
Λόγος για τον οποίο ισχύει ένα δεύτερο παράδειγμα εδώ.

Ο καθένας θυμάται την ένδοξη και απελπισμένη εξέγερση του γκέτο της Βαρσοβίας την άνοιξη του 1943 (19 απριλίου – 16 μαΐου). Το μόνο γκέτο που αντέδρασε-εξεγέρθηκε ενάντια στη γερμανική προσπάθεια να εκτοπισθούν όλοι οι κάτοικοί του, είδε περίπου πεντακόσιους πρόχειρα οπλισμένους νεαρούς (κυρίως με περίστροφα και κοκτέιλ molotov) να κρατούν για ένα μήνα σχεδόν, υπό τη διοίκηση του Marek Edelman (μέλος της Bund – Γενικής Ένωσης των Εργαζόμενων Εβραίων), απέναντι σε χιλιάδες γερμανούς στρατιώτες και μέλη των SS.
Ωστόσο είναι λιγότεροι εκείνοι που θυμούνται την εξέγερση του επόμενου έτους (1 αυγούστου – 2 οκτωβρίου 1944), όταν ολόκληρη η πόλη εξεγέρθηκε ενάντια στη ναζιστική κατοχή, ενώ τα σοβιετικά στρατεύματα βρίσκονταν ήδη στις πόρτες της ίδιας. Οι μάχες οδήγησαν σε μια πρώτη υποχώρηση των στρατευμάτων της Wermacht, αλλά στη συνέχεια επέστρεψαν σε ισχύ για να νικήσουν την πολωνική αντίσταση και να σφαγιάσουν δεκάδες χιλιάδες κατοίκων (συμπεριλαμβανομένων γυναικών και παιδιών, φυσικά) κάτω από τα ατάραχα μάτια των σοβιετικών διοικητών που έφεραν τα στρατεύματα στα ερείπια της πόλης μόνο τον ιανουάριο του 1945.

Ο Στάλιν και οι σοβιετικοί σίγουρα προτιμούσαν να γίνουν μάρτυρες της σφαγής και της καταστροφής της πόλης σύμβολο της πολωνικής αντίστασης από την ανατολική όχθη του Βιστούλα, αντί να βοηθήσουν έναν λαό που θεωρείται όχι μόνο εχθρικός αλλά και θαρραλέος, αντάρτης και σθεναρά επιθυμών την ανεξαρτησία.
Ακριβώς εκείνο τον λαό που τόσο τη Πρώτη διεθνής όσο και ο Μαρξ και οι γκαριμπαλντίνοι εθελοντές, κατά τη διάρκεια δύο ατυχών εκστρατεύσεων (εκείνη του Francesco Nullo, που πυροβολήθηκε από τσαρικούς στρατιώτες στην Krzykawka, στις 5 μαΐου 1863, και εκείνη του Stanislao Bechi, που έπεσε στην Włocławek στις 17 δεκεμβρίου 1863) προσπάθησαν να στηρίξουν κατά τη διάρκεια της εξέγερσης του 1863 κατά της τσαρικής κυριαρχίας.

Σε εβδομήντα χρόνια το ένα από το άλλο, αυτά τα επεισόδια φαίνεται να προβλέπουν εκείνη που θα είναι η τύχη του συνομοσπονδιακού πειράματος της Rojava, ελλείψει μιας μεγαλύτερης διεθνούς αλληλεγγύης σε παγκόσμια κλίμακα, εκτός εάν οι ίδιοι οι κούρδοι επιλέξουν ένα δρόμο αποκήρυξης των ιδανικών τους.
Η τουρκική εισβολή στη βορειοανατολική Συρία έχει διαφορετικά κίνητρα και ακόμη πιο διαφορετικές είναι οι αντιφάσεις επί τόπου που θα κάνουν την Εγγύς Ανατολή τον τόπο όπου πιθανόν θα ξεσπάσει η επόμενη παγκόσμια διαμάχη-σύγκρουση, αλλά ώστε αυτή η τελευταία πιθανότητα ξεδιπλωθεί σε όλη τη φρικτή της αποφασιστικότητα και δύναμη είναι απαραίτητο να ηττηθεί, να υποταχθεί και να καταστραφεί η Ροζάβα. Πιθανότατα στην ασήμαντη φλυαρία της Ευρώπης (η οποία σε εκείνα τα βράχια θα καταλήξει να βυθιστεί όπως στο Μόναχο τον σεπτέμβριο του 1938), στον εκκωφαντικό θόρυβο των διπλωματικών ελιγμών των Ηνωμένων Πολιτειών και της Ρωσίας, στην γκρίνια αντιπολιτεύσεων που μετά την απώλεια του φάρου του διεθνισμού πολύ συχνά χάνονται στην πολιτική των μετώπων και στις ιδεολογικές διαμάχες που πλέον έχουν μουμιοποιηθεί, και, κυρίως, μεταξύ των κραυγών, των θρήνων, των παραπόνων και των βλασφημιών των τραυματιών και των ετοιμοθανάτων, των μαχητών και των αμάχων της Ροζάβα. Δηλαδή αυτής της νέας Κομμούνας στο κέντρο της κόλασης που έρχεται.

Μια περιοχή στην οποία, για άλλη μια φορά, θα παιχτεί ένα κυνικό και αδίστακτο παιχνίδι στο δέρμα των πιο αδύναμων, όπου και οι πρόσφυγες θα γίνονται όλο και περισσότερο όπλα εκβιασμού απέναντι στους ευρωπαίους «συμμάχους» ή αυθεντικά μόλις μετακινηθούν στην Βόρειο-ανατολική Συρία και κληθούν να υπερασπιστούν την περιοχή που τους ανατέθηκε από το νέο Σαλαντίν, εναντίον των κούρδων. Και αυτή είναι μια απολύτως όχι νέα ιστορία αν σκεφτούμε ότι η Γαλλία αποίκησε την Αλγερία απελαύνοντας εκεί πολλούς από εκείνους που ξεσηκώθηκαν το 1848, το Ηνωμένο Βασίλειο την Αυστραλία απελαύνοντας υποπρολετάριους και επαναστάτες ιρλανδούς, μόνο για να κάνουμε δύο ιστορικές αναφορές στα γρήγορα.

Ενώ σε μια πολιτικά άνανδρη χώρα εδώ και πολύ καιρό, όπου βρίσκονται υπό έρευνα οι μαχητές που επιστρέφουν από τις κουρδικές πολιτοφυλακές, οι προδότες του Abdullah Öcalan 1, και οποιασδήποτε άλλης εναλλακτικής λύσης που δεν εξυπηρετεί πιστά τα συμφέροντα του εθνικού και του διεθνούς κεφαλαίου, υποκρίνονται ότι ξεσκίζουν τα ρούχα τους, ενώ απλά τα τσαλακώνουν λιγάκι, μονάχα.


  1. Το 1998 οι συριακές αρχές επέλεξαν να μην παραδώσουν στους Τούρκους τον ηγέτη του ΡΚΚ, αλλά τον διέταξαν να εγκαταλείψει τη χώρα. Για τον Οτσαλάν ήταν η αρχή μιας μακράς οδύσσειας προς αναζήτηση πολιτικού ασύλου κατά τη διάρκεια του οποίου κατέφυγε πρώτα στη Ρωσία από την οποία κλήθηκε να φύγει μετά από λίγες μέρες.
    Από τη Μόσχα ο Öcalan έφθασε στη Ρώμη στις 12 νοεμβρίου 1998, όπου ο ηγέτης του PKK παραδόθηκε στην ιταλική αστυνομία, ελπίζοντας να λάβει πολιτικό άσυλο, αλλά η απειλή μποϊκοτάζ προς τις ιταλικές εταιρείες ώθησε την κυβέρνηση D’Alema να επανεξετάσει. Δεν ήταν σε θέση να εκδώσει τον Οτσαλάν στην Τουρκία, και λόγω της καθυστέρησης στην παροχή του δικαιώματος ασύλου, που αναγνωρίστηκε στον Οτσαλάν πολύ αργά, στις 16 ιανουαρίου 1999, μετά από 65 ημέρες, ο Öcalan πείστηκε να φύγει για το Ναϊρόμπι. Η »υπόθεση Οτσαλάν» υπήρξε πηγή επικρίσεων στην κυβέρνηση D’Alema, κατηγορούμενη, μεταξύ άλλων, ότι παραβίασε τα άρθρα 10 και 26 του ιταλικού Συντάγματος που ρυθμίζουν το δικαίωμα ασύλου και απαγορεύουν την παθητική έκδοση σε σχέση με πολιτικά εγκλήματα.
    Στις 15 φεβρουαρίου 1999 o Öcalan fσυνελήφθη από πράκτορες των τουρκικών μυστικών υπηρεσιών του Mill İstihbarat Teşkilatı [9] κατά τη διάρκεια μιας μεταφοράς του από την έδρα της ελληνικής διπλωματικής αντιπροσωπείας στην Κένυα στο αεροδρόμιο του Ναϊρόμπι και μεταφέρθηκε στην Τουρκία όπου κλείστηκε αμέσως σε φυλακή μέγιστης ασφαλείας. Όπου εξακολουθεί να εκτίει ποινή ισόβιας κάθειρξης  

[α] sovranismo: πολιτικό δόγμα που υποστηρίζει τη διατήρηση ή την εκ νέου απόκτηση της εθνικής κυριαρχίας από έναν λαό ή ένα Kράτος, σε αντίθεση με τις εκκλήσεις και τις πολιτικές των διεθνών και υπερεθνικών οργανισμών

TAGGED WITH →  •  •  •  •  •  •  •  •  •  •  •  •  •  •  •  •  •  •  •  •  •  •  •  •  •  • 
Ο χρήστης  έκανε Retweet

Αφίσες αλληλεγγύης στην αντιστεκόμενη και επαναστατημένη Ροζάβα από την Ομοσπονδία των Επαναστατικών Συνδικαλιστικών Οργανώσεων της Βραζιλίας (FOB): 1η αφίσα: ΕΙΜΑΣΤΕ ΜΕ ΤΗ ΡΟΖΑΒΑ ΟΛΗ Η ΕΞΟΥΣΙΑ ΣΤΟΝ ΛΑΟ 2η αφίσα: ΑΛΛΗΛΕΓΓΥΗ ΣΤΗΝ ΑΝΤΙΑΠΟΙΚΙΟΚΡΑΤΙΚΗ ΚΑΙ ΑΝΤΙΠΑΤΡΙΑΡΧΙΚΗ ΑΝΤΙΣΤΑΣΗ

σύγχρονη σκέψη, pensiero di oggi

Μια πραγματεία πολιτικής οικολογίας προς χρήση των νέων γενεών – Un trattato di ecologia politica ad uso delle giovani generazioni

του Sandro Moiso

Razmig Keucheyan, Η φύση είναι ένα πεδίο μάχης. Δοκίμιο πολιτικής οικολογίαςLa natura è un campo di battaglia. Saggio di ecologia politica, Ombre corte, Verona 2019, pp. 168, 15,00 euro

Η εμπειρία της γενιάς μας: το γεγονός ότι ο καπιταλισμός δεν θα πεθάνει από φυσικό θάνατο (Walter Benjamin)

Από την παραπομπή του Benjamin που παρατέθηκε ανωτέρω το κείμενο του Razmig Keucheyan αποκαλύπτει την πρόθεσή του: να διερευνήσει τη στενή διασύνδεση μεταξύ της καπιταλιστικής ανάπτυξης, της χρήσης της Φύσης και της ιδεολογίας της και της δημιουργίας περιβαλλοντικών ανισοτήτων για να αποκαλύψει πώς όλα αυτά οφείλονται αυστηρά στην ταξική σύγκρουση που στηρίζει και καθορίζει κάθε οικονομική, πολιτική και κοινωνική επιλογή της κοινωνίας στην οποία ζούμε. Όχι μόνο στη Δύση, αλλά σε πλανητική κλίμακα.

Ο συγγραφέας, γεννημένος το 1975, είναι επί του παρόντος καθηγητής στο Κέντρο Émile Durkheim του Πανεπιστημίου του Μπορντό και μέλος του συντακτικού συμβουλίου του περιοδικού «Actuel Marx». Εκτός από αυτό αναγνωρίζεται ως ένας από τους πιο εξειδικευμένους γνώστες του έργου του Antonio Gramsci και έχει προσχωρήσει στο αντικαπιταλιστικό Nouveau Parti, έχει επίσης υπογράψει, το 2014, την έκκληση του Κινήματος για την VI Répubblica που ξεκίνησε από τον Jean-Luc Mélenchon και από το Parti de gauche.

Μια πολιτική και πολιτισμική »αριστερή» στράτευση και «gramsciana» που προκύπτει από κάθε σελίδα ενός κειμένου το οποίο, ακριβώς για τους λόγους αυτούς, είναι συγχρόνως διεγερτικό και αμφισβητήσιμο (λόγω μιας έκδηλης και ίσως υπερβολικής μεταρρυθμιστικής ελπίδας) για όλους εκείνους που αυτή τη στιγμή ασχολούνται με προβλήματα που σχετίζονται με την περιβαλλοντική, οικονομική και κλιματική κρίση και τις συνέπειες που μπορεί να έχουν αυτές επάνω στις κοινωνικές συγκρούσεις που έχουν ήδη ξεκινήσει όπως και τις μελλοντικές.

Δημοσιεύθηκε για πρώτη φορά στη Γαλλία το 2014, το κείμενο βασικά περιστρέφεται γύρω από τρία θέματα που θεωρούνται θεμελιώδη από τον συντάκτη και τα οποία αποτελούν τα τρία μέρη που το απαρτίζουν: περιβαλλοντικός ρατσισμός, χρηματιστηριοποίηση της φύσης μέσω ασφαλιστικών πρακτικών έναντι κλιματικών κινδύνων και στρατιωτικοποίηση της οικολογίας. Όλα είναι στενά συνδεδεμένα μεταξύ τους.

Τρία θέματα μέσα από τα οποία ο συγγραφέας περιγράφει και οριοθετεί έναν διάλογο στο κέντρο του οποίου τίθεται συνεχώς το θέμα των κοινωνικών, οικονομικών και «φυλετικών» ανισοτήτων που αποτελούν το κεντρικό και σίγουρα το πλέον αντιφατικό-εχθρικό πρόβλημα της τρέχουσας κλιματικής κατάστασης έκτακτης ανάγκης. Μια κατάσταση έκτακτης ανάγκης που, πέρα από τις περιβαλλοντικές και φυσικές της υποδηλώσεις, αποδεικνύεται πρωτίστως να είναι ξανά ένα ζήτημα ταξικό.

Αυτή η προσέγγιση επιτρέπει στον συγγραφέα να ξεπεράσει τις τυπικές οικολογικές θέσεις ενός κινήματος όπως οι Παρασκευές για το Μέλλον- Fridays For Future, οι οποίες, σύμφωνα με τις παραδοσιακές οικολογικές τάσεις, φαίνεται να θέλουν να ενώσουν όλη την ανθρωπότητα, χωρίς διακρίσεις τάξεων ή συμμετοχής-καταχώρισης στις φτωχότερες περιοχές του πλανήτη, σε μια κοινή μάχη για τη σωτηρία ενός οίκου που θεωρείται «κοινός», όπως και τις θέσεις εκείνης της αριστεράς, οι οποία, στο όνομα μιας όλο και λιγότερο αξιόπιστης προόδου και μιας ολοένα και πιο καταστροφικής εξέλιξης, απορρίπτουν τους περιβαλλοντικούς αγώνες θεωρώντας τους ένα απλό προϊόν της αστικής ιδεολογίας.

Εάν είναι πράγματι αλήθεια ότι, μέσα στην τρέχουσα κρίση του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής, ο πράσινος καπιταλισμός-green capitalism μπορεί να λειτουργήσει ως μέσο επανέναρξης της καινοτόμου και παραγωγικής δυναμικής χρήσιμης για την ανάκαμψη των διεργασιών συσσώρευσης όλο και πιο ασφυκτικών, είναι επίσης αλήθεια ότι ακριβώς αυτές οι πολιτικές, που ισχυρίζονται ότι προτείνουν ένα πιο βιώσιμο μοντέλο ανάπτυξης, θα τείνουν να επιτείνουν τις ταξικές διαφοροποιήσεις και να διαχωρίζουν όλο και περισσότερο τη συντριπτική πλειοψηφία της κοινωνίας η οποία, εκ των πραγμάτων, θα τις υποφέρει-υποστεί από μια μειοψηφία που θα επωφεληθεί από αυτές αποκομίζοντας κέρδος.

Ως απόδειξη αυτού του γεγονότος αρκεί να αναλογιστούμε επί του γεγονότος ότι το ίδιο το γαλλικό κίνημα των κίτρινων γιλέκων-gilets jaunes προέκυψε ακριβώς ξεκινώντας από μια αύξηση του κόστους των καυσίμων που δικαιολογήθηκε από την κοινή ανάγκη χρηματοδότησης πρωτοβουλιών για την προστασία του περιβάλλοντος ή την ανανέωση των παραγωγικών μηχανισμών με πράσινο χαρακτήρα. Ένα από τα συνθήματα του κινήματος δήλωνε πράγματι ότι την περιβαλλοντική κρίση πρέπει πρώτοι απ’ όλους να την πληρώσουν εκείνοι, κυβερνήτες και επιχειρηματίες, που ήταν η αιτία αυτής της κρίσης.

Συνεπώς τοποθετούμε στο ακριβές πλαίσιο την τρέχουσα πλανητική κατάσταση έκτακτης ανάγκης από την ταξική οπτική (στην οποία πρέπει να προστεθούν στη συνέχεια, όπως κάνει ο συγγραφέας, η φυλετική και φύλου, μιας και είναι συχνά οι γυναίκες που αποτελούν τον πιο αδύναμο και πιο ευάλωτο κρίκο στην αλυσίδα εκείνων που υφίστανται-υποφέρουν περισσότερο από τις συνέπειες της) και ως εκ τούτου καθίσταται πολύ σημαντική η επανάληψη ενός κοινού αιτήματος για περιβαλλοντική δικαιοσύνη που να μη βασίζεται πάλι σε παγκόσμιες αρχές, πολύ συχνά γενικές και απατηλές, αλλά στην υπέρβαση μιας εξαιρετικά συγκεκριμένης δυσφορίας-αντιξοότητας και στις απαντήσεις που πρέπει να δοθούν σε ανάγκες και επιθυμίες που δεν ανήκουν με τον ίδιο τρόπο σε όλους τους τομείς του πληθυσμού, αλλά οι οποίες, πολύ συχνά επικεντρώνονται κυρίως στις περιοχές που κατοικούν οι φτωχότερες και περισσότερο μειονεκτούσες ομάδες.

Είτε πρόκειται για χώρους ταφής τοξικών αποβλήτων κοντά σε υποβαθμισμένες αστικές περιοχές, είτε πρόκειται για τις διάφορες συνέπειες που μπορούν να έχουν δήθεν «φυσικές» καταστροφές (για παράδειγμα ο τυφώνας Katrina το 2005) σε διαφορετικούς τομείς πολιτών: χάσιμο του σπιτιού και των υπαρχόντων (για παράδειγμα από το αφρο-αμερικανικό στοιχείο της Νέας Ορλεάνης) και τεράστια κέρδη επάνω στην κερδοσκοπία του οικοδομικού κλάδου που συνδέεται με την ανακατασκευή για το άλλο (λευκό και πλούσιο).

Αλλά, όπως δείχνει πολύ καλά το κείμενο, και οι πόλεμοι φέρουν (τολμώ να πω από πάντα) τη συμβολή τους στην περιβαλλοντική καταστροφή, δίδοντας ζωή σε μεταναστευτικές κινήσεις, με διαφορετική ένταση ανάλογα με τη σύγκρουση και τις πληγείσες περιοχές, των οποίων σήμερα βλέπουμε τις συνέπειες στην τεράστια μάζα προσφύγων που προσπαθούν να ξεφύγουν από όλα αυτά. Και για τους οποίους δεν υπάρχει ακόμα το «κοινό σπίτι» για το οποίο μιλά η Greta Thunberg.

Πόλεμοι που, επιπλέον, αποθηκεύουν τις αξέχαστες αναμνήσεις τους επί μακρόν σε εδάφη και σώματα: από τον πορτοκαλί πράκτορα [αποφυλλωτικό που ψεκάστηκε ευρέως παντού και ονομάστηκε κατ’ αυτό τον τρόπο από τον αμερικανικό στρατό] στο Βιετνάμ, ο οποίος κατέστρεψε τη χώρα εκείνη για πολλά χρόνια ακόμη και μετά το τέλος του πολέμου και τα σώματα πολλών από εκείνους που πολέμησαν σε αυτόν, στο ένα μέτωπο ή στο άλλο. στο εμπλουτισμένο ουράνιο που με τη σειρά του μαστίζει τα περιβάλλοντα, και για άλλη μια φορά τα σώματα, σε όλους τους τομείς όπου το Νατο παρενέβη για τις ειρηνευτικές του αποστολές.

Η φύση, όπως λέει ο τίτλος του κειμένου, είναι πραγματικά ένα πεδίο μάχης, μάλλον είναι θέατρο ενός αυθεντικού ταξικού πολέμου, που δεν ομολογείται και εκ των πραγμάτων τον αρνούνται όλοι εκείνοι που τον ξεκίνησαν και τον οδηγούν στο όνομα του κέρδους και του ιδιωτικού συμφέροντος, και το βιβλίο του Keucheyan μας βοηθά να το κατανοήσουμε ακόμα καλύτερα. Ώστε να μπορέσουμε, τελικά, ακριβώς να επιτύχουμε να πεθάνει ο καπιταλισμός.

μεγαλείο χαρακτήρα!, grandezza carattere !

Ειδική επιτήρηση: Η Δαμόκλειος σπάθη αιωρείται ακόμη λίγο – Sorveglianza Speciale: La spada di Damocle penzola un altro po’

Από τον ιανουάριο του 2019 η εισαγγελία του Τορίνο προσπαθεί να εφαρμόσει ένα περιοριστικό μέτρο σε εκείνους που άφησαν την Ιταλία για να μεταβούν να πολεμήσουν το Isis και άλλες φονταμενταλιστικές ομάδες, και να υπερασπιστούν τον άμαχο πληθυσμό και τις κοινωνικές κατακτήσεις-επιτεύγματα στην επαναστατική περιοχή της Ροζάβα / βορείου Συρίας. Αυτή η υπόθεση δεν έχει ακόμη τελειώσει, και γι αυτό σας καλούμε να διαβάσετε τα ακόλουθα και να ενεργήσετε προς αλληλεγγύη μας.

Μιας και θα ήταν αδύνατο να μας κατηγορήσουμε για ένα έγκλημα, δεδομένου ότι αυτό που κάναμε δεν απαγορεύεται από την ιταλική νομοθεσία ή από το διεθνές δίκαιο, η εισαγγελέας Emanuela Pedrotta πρότεινε για εμάς ένα ειδικό μέτρο, που γεννήθηκε στην φασιστική εικοσαετία: την «ειδική επιτήρηση» που επιτρέπει να εκδιωχθεί ένα άτομο από την πόλη του, να περιοριστεί σε μιαν άλλη, να αναγκαστεί να παραμείνει στο σπίτι σε συγκεκριμένα χρονικά ωράρια, ακόμη και να στερηθεί του δικαιώματος του συνέρχεσθαι και της δημόσιας έκφρασης χωρίς κατηγορίες και χωρίς δίκη, με βάση το απλό αστυνομικό «προαίσθημα» πως θα μπορούσε στο μέλλον να γίνει «κοινωνικά επικίνδυνο”.

Η πολιτική μάχη στην οποία πολλοί προχώρησαν για την ελευθερία μας και εναντίον αυτής της προσβολής ενάντια στη διεθνή φήμη των δυνάμεων της Μέσης Ανατολής και των διεθνών δυνάμεων που πολεμούν τον φονταμενταλισμό και στους πεσόντες αυτού του αγώνα – πρώτα απ ‘όλα του Lorenzo Orsetti, ο οποίος μας αφιέρωσε τις τελευταίες του δημόσιες παρεμβάσεις πριν πέσει στη μάχη κατά τη διάρκεια των αποφασιστικών επιθέσεων εναντίον του ισλαμικού Κράτους, επέτρεψε να επιτευχθεί τον ιούνιο μια απόφαση ευνοϊκή για τους διεθνείς μαχητές των Ypg: το ότι αγωνιστήκαμε με αυτές τις δυνάμεις, όντως, δεν μπορεί να θεωρηθεί για τους δικαστές λόγος κοινωνικής επικινδυνότητας.

Παρόλα αυτά, το συμβούλιο θέλησε μόνο δύο από εμάς να απαλλαγούμε από το Δαμόκλειο σπαθί αυτού του μέτρου (Jak και Davide, αλλά και για έναν ακόμη μαχητή από την Σαρδηνία που κατηγορήθηκε ξεχωριστά στο Cagliari, τον Luisi), αλλά να στείλει σε μια νέα ακρόαση, στις 15 οκτωβρίου, τους άλλους τρεις (Eddi, Jacopo και Paolo), για τους οποίους η ειδική επιτήρηση είναι ακόμη εξ ολοκλήρου πιθανή. Γιατί;

Οι δικαστές έγραψαν, ουσιαστικά, πως το ότι συμμετείχαμε στην επανάσταση της Ροζάβα δεν μπορούσε να δικαιολογήσει ένα τέτοιο μέτρο (το οποίο για μας είναι έτσι κι αλλιώς αδικαιολόγητο και δεν θα πρέπει ούτε καν να υπάρχει), ορισμένες συμπεριφορές που πραγματοποιήθηκαν στην Ιταλία από τους Eddi, Paolo και Jacopo στα δύο τελευταία χρόνια πρέπει να αναλυθούν και να αξιολογηθούν και πάλι.

Εν τω μεταξύ, για τι πράγμα μιλάμε: για μια παραμονή πρωτοχρονιάς μπροστά στη φυλακή, όσον αφορά τον Paolo, το 2018, και για μια μουσική συγκέντρωση μπροστά σε ένα νυχτερινό κέντρο διασκέδασης για τον Jacopo και τον Eddi κατά την ίδια περίοδο. Στην πρώτη περίπτωση θέλαμε να καταθέσουμε την εγγύτητά μας στους κρατούμενους, που ζουν στις φυλακές οδυνηρές καταστάσεις- μίζερες, υπερπληθυσμό, κατάχρηση εξουσίας και αυτοκτονίες. στη δεύτερη, απαιτούσαμε από τους ιδιοκτήτες του μαγαζιού να πληρώσουν επιτέλους τον νεαρό μάγειρα που, όπως και πολλοί άλλοι εργαζόμενοι σήμερα, περίμενε χιλιάδες ευρώ σε καθυστερήσεις επί πολλούς μήνες, ενώ οι εργοδότες τραβούσαν τις selfie σε ακριβά παραθαλάσσια θέρετρα στο εξωτερικό.

Νομίζουμε ότι κανείς δεν μπορεί να αντιταχθεί σε τέτοιες δραστηριότητες. Είναι πολύ σοβαρό το γεγονός ότι η εισαγγελία έχει κινήσει μια ποινική δίωξη για τέτοιου είδους πράξεις, οι οποίες είναι πλήρως νόμιμες και εμπίπτουν στο δικαίωμα της διαδήλωσης και του λόγου, καθώς και στο καθήκον αλληλεγγύης και στον αγώνα για τη βελτίωση των συνθηκών διαβίωσης στην κοινωνία μας και στη χώρα μας. Αν είναι δυνατόν να καθιερώνεται ένα «προληπτικό» μέτρο (ιστορικά φασιστικό, να το θυμόμαστε): αλλά για τι πράγμα μιλάμε;

Εάν οι δικαστές δίναν δίκιο στη θεωρία της εισαγγελίας, σύμφωνα με την οποία οι Ypg είναι μια επικίνδυνη ή τρομοκρατική οργάνωση και διεθνείς εθελοντές άνθρωποι που θέλουν να βλάψουν την ευρωπαϊκή κοινωνία, θα δημιουργούνταν ένα πολύ σοβαρό προηγούμενο. Η αλληλεγγύη σας και οι προσπάθειες του Lorenzo εμπόδισαν αυτό να συμβεί.

Αλλά εάν τώρα, με έναν απαίσιο ελιγμό, το συμβούλιο θα πρέπει να στερήσει τους Eddi, Jacopo και Paolo από την προσωπική τους ελευθερία και κίνηση, και από την πολιτική τους ελευθερία, επειδή εκφράστηκαν μαζί με τόσους άλλους εναντίον της εκμετάλλευσης στην εργασία ή της υποβάθμισης της ανθρώπινης ύπαρξης που συμβαίνει καθημερινά στις φυλακές, το προηγούμενο θα ήταν ίσως λιγότερο σοβαρό από αυτό που συμβαίνει στη Συρία, αλλά ακόμη πιο σοβαρό σε σχέση με την πολιτική κατάσταση στην Ιταλία και την Ευρώπη. Ποιοι χώροι ελευθερίας θα απέμεναν στον καθένα μας; Ποιες δυνατότητες να δώσουμε ζωή στις κοινωνίες μας με την κριτική και την αλλαγή;

Γι ‘αυτόν τον λόγο όχι μόνο θέλουμε να επιβεβαιώσουμε ότι όποιος αγγίζει έναν από εμάς αγγίζει όλους, και αυτό ισχύει τόσο για τη φιλία με την συνομοσπονδιακή επανάσταση και τον αγώνα ενάντια στο Isis, όσο και για τις κοινωνικές και πολιτικές μάχες στην Ιταλία. αλλά και να σας καλέσω για άλλη μια φορά στην κινητοποίηση στις 15 οκτωβρίου, και στην περιφρούρηση που την ημέρα εκείνη θα διεξαχθεί μπροστά από το Δικαστήριο του Τορίνο στις 8.30 το πρωί.

Eddi
Davide
Jacopo
Jak
Luisi
Paolo

 

 

https://www.infoaut.org/conflitti-globali/sorveglianza-speciale-la-spada-di-damocle-penzola-un-altro-po

μεγαλείο χαρακτήρα!, grandezza carattere !

Ο εχθρός προ των πυλών – Il nemico è alle porte

Κάθε τόσο χρειάζεται να εξετάζουμε και «κλασικά» βιβλία για τη συμβολή τους στη συζήτηση και στη συλλογική κατάρτιση. Αυτή είναι η περίπτωση του «Ο εχθρός στις πύλες», βιβλίο του σοβιετικού ελεύθερου σκοπευτή Vassili Zaitsev που διηγείται την εμπειρία του κατά τη διάρκεια της μάχης του Στάλινγκραντ.

Στην πραγματικότητα, για εμάς τους ιταλούς, [κι εμάς τους έλληνες] θα ήταν παραπλανητικό να θεωρηθεί κλασικό ενώ είναι σίγουρα για τους αναγνώστες της ΕΣΣΔ, όπου δημοσιεύθηκε μόλις το 1981 και αμέσως έγινε πολύ δημοφιλές. Σε εμάς είναι γνωστό κυρίως χάρη στην ταινία του 2001, μια κάκιστη χολυγουντιανή επανεξέταση, [νέα ανάγνωση και ερμηνεία, σε σύγχρονη ματιά] ενώ το ιταλικό βιβλίο είναι διαθέσιμο εδώ και ένα χρόνο (εκδόσεις. Red Star Press).

Η πολιορκία του Στάλινγκραντ αφηγούμενη από έναν επίλεκτο ελεύθερο σκοπευτή

Στο βιβλίο του ο Ζάιτσεφ καταφέρνει να συνδυάσει αριστοτεχνικά την ιστορική αφήγηση, τις πολιτικές πτυχές και τις ανθρώπινες υποθέσεις. Μας περιγράφει πιστά το Στάλινγκραντ, μια πραγματική κόλαση του Δάντη στην οποία κατακρημνίζονται ορδές καταραμένων. Βυθιζόμαστε στην περιγραφή εκείνων των ημερών αγωνίας, ταλαιπωρίας και στερήσεων, χωρίς όμως ποτέ να πέφτουμε σε αυτοεγκωμιαστικές ή νοσηρές υπερβολές.

Όπως είναι γνωστό, εκείνη του Στάλινγκραντ ήταν η σκληρότερη και πιο σημαντική μάχη του Β Παγκοσμίου Πολέμου, από το αποτέλεσμα της οποίας εξαρτώνταν οι τύχες της σύγκρουσης. Το βιβλίο συνοδεύει την αλλαγή στάσης των γερμανών οι οποίοι από αλαζονικοί και προκλητικοί, βέβαιοι για τη νίκη, άρχισαν να καταλαβαίνουν ότι τα πράγματα θα πήγαιναν διαφορετικά. επιπλέον, μας παρέχει ενδιαφέρουσες λεπτομέρειες για τη μοίρα ορισμένων από τους 77 ιταλούς που κατέληξαν στο Στάλινγκραντ.

Πρέπει να θυμόμαστε ότι η Γερμανία νικήθηκε κυρίως χάρη στην προσπάθεια της ΕΣΣΔ που πλήρωσε την εξαιρετικά υψηλή τιμή των 27 εκατομμυρίων θανάτων. Ήταν ο Κόκκινος Στρατός που κατέλαβε το Βερολίνο.

Το βιβλίο μας δείχνει μια σελίδα ιστορίας φτιαγμένη από θάρρος, αποφασιστικότητα και αίσθημα αυταπάρνησης. Αλλά και επιθυμία να πειραματιστεί και να βελτιωθεί, όχι όμως ατομικά αλλά συλλογικά, μέσα στο καλύτερο σοβιετικό πνεύμα.

Όπως σχεδόν όλοι οι σοβιετικοί, και ο Ζάιτσεφ αισθάνονταν ένα έντονο μίσος για τους φασίστες, σκότωσε 242 εχθρούς. Δεν ήταν ο σοβιετικός ελεύθερος σκοπευτής με τον μεγαλύτερο αριθμό θυμάτων, ο Ivan Sidorenko έκανε περισσότερους από 500, ενώ μεταξύ των γυναικών το ρεκόρ είναι της Ludmila Pavlichenko με 309 (πέρασε στην ιστορία η συνάντησή της με τη σύζυγο του αμερικανού προέδρου Ρούσβελτ η οποία την ρώτησε πόσους άνδρες είχε σκοτώσει και αυτή απάντησε: »Όχι ανθρώπους, φασίστες. 309»). Ο Ζάιτσεφ συνέβαλε τεράστια στην πρόοδο του στρατιωτικού δόγματος, διαμορφώνοντας θεωρίες επάνω στις τεχνικές μάχης. Παρόλο που δεν έρχονταν από την Ακαδημία, ανέπτυξε τη δική του μέθοδο την οποία αφομοίωσε στη συνέχεια ο Κόκκινος Στρατός.

Πριν, κατά τη διάρκεια και μετά τον πόλεμο ο Ζάιτσεφ έδωσε επίσης μια σημαντική πολιτική συνεισφορά, ήταν ένας ένθερμος κομμουνιστής και πέθανε μαζί με την ΕΣΣΔ. Ήταν ένας ακτιβιστής και μπορούσε να σε παρασύρει, δική του η περίφημη φράση «δεν υπάρχει γη για μας πέρα από το Βόλγα». Τραυματίστηκε αρκετές φορές στη μάχη, χωρίς να σκεφτεί ποτέ να αποσυρθεί (αν και η κατάσταση της υγείας του επέτρεπε την απόλυση). Δεν του έλειπε ένα άγγιγμα θράσους και υπεροψίας τυπικό των σλάβων, όπως για παράδειγμα όταν του είπαν να πάει με άλλους δεκατρείς για να αντιμετωπίσει εκατοντάδες εχθρούς απάντησε ότι «οι συνθήκες είναι κάτι παραπάνω από αποδεκτές». Στη συνέχεια ξαναβρέθηκε προσωρινά στο κρεβάτι του νοσοκομείου δίχως όραση.

Με αυτό το βιβλίο είναι εύκολο να καταλάβουμε πώς μάχονται οι σλάβοι, με ποια αποφασιστικότητα και θάρρος (ήδη οι αρχαίοι ρωμαίοι το είχαν αντιληφθεί και το λάμβαναν σοβαρά υπόψη τους), ποιότητες που έχουν ακόμη περισσότερο οι πολιτικές πρωτοπορίες τους, οι κομμουνιστές. Από την άποψη αυτή είναι χρήσιμο να σημειωθεί ότι αυτό επιβεβαιώνεται ακόμη και σήμερα στο Donbass, όπου η Αντίσταση δεν λυγίζει παρά την αριθμητική κατωτερότητα και αυτή στον εξοπλισμό.

Αυτό είναι ένα βιβλίο που συνιστάται ιδιαίτερα στους συντρόφους, για να κατανοήσουν καλύτερα το σοβιετικό πνεύμα και πόσο σκληρή είναι η πάλη ενάντια στον ναζι-φασισμό. Ένα κίνητρο να αγωνιζόμαστε πάντα με μεγαλύτερη αποφασιστικότητα, προκειμένου να είμαστε άξιοι εκείνων που μας προηγήθηκαν. Το βιβλίο συνιστάται και σε όλους όσους δεν γνωρίζουν την ιστορία, ή σε όσους έχουν εξαπατηθεί από την προπαγάνδα, καταλήγοντας να πιστεύουν ότι ο ναζισμός ηττήθηκε από τους αγγλο-αμερικανούς. Τέλος, το βιβλίο συνιστάται και στους φασίστες, αλλά μόνο για να τους υπενθυμίζει ότι δεν υπάρχει γι αυτούς διαφυγή.

 

Alberto Fazolo

 

 

 – © Αναπαραγωγή δυνατή κατόπιν ρητής συναίνεσης της σύνταξης του CONTROPIANO

Τελευταία μετατροπή: 

αυτονομία, autonomia

Η γειτονιά στον καιρό της αυτονομίας – Il quartiere al tempo dell’autonomia

Quand nous chanterons le temps des cerises,
Et gai rossignol, et merle moqueur
Seront tous en fàªte!
Les belles auront la folie en tàªte
(J.B. Clément: Le Temps des Cerises)

Garbatella. Ανοιξιάτικο βραδάκι στη σκιά του Palladium. Ανταλλάσσοντας φράσεις και εικόνες, ρήματα που υποβάλλονται από τη μνήμη, εκφράσεις σημαδεμένες από τον χρόνο κι όμως συζευγμένες στο παρόν, ονόματα συντρόφων και χαμένες βιογραφίες. Στην πινακίδα του θεάτρου της γειτονιάς ξεχωρίζουν τώρα ραντεβού τρίτης πανεπιστημίου. Για το μεγαλύτερο μέρος της δεκαετίας του εβδομήντα, στο «σινεμά του μπαρ Foschi» υπήρχε ένα ολόκληρο φεστιβάλ ελαφριών ταινιών με κόκκινα φώτα, γεμάτες από Καυτά καλοκαίρια της Fanny ή Μαύρες Εμανουέλλες, που κάθε τόσο εναλλάσσονταν με επεισόδια του Dario Fo που έδινε το Mistero Buffo ή με τον Victor Cavallo που ήδη ανακοίνωνε, αυτοσχεδιάζοντας τες στον πάγκο κάποιας ταβέρνας, τις αναρχοκαταστασιακές επιδρομές του Scarface που «είναι dibartolomei και αρσενικός», «ψηφίζει κομμουνιστές και κρύβει τον baader στα σοκάκια της Ρώμης», «είναι πούστης romanista και φέρνει λουλούδια βλεμμάτων στον τάφο του maccarelli στη λεωφόρο tormarancio».

Χρειάστηκαν είκοσι πέντε χρόνια για να επιστρέψει από την εξορία της Γαλλίας και το συναισθηματικό αντίκτυπο ενός τέτοιου τόπου τον συνεπαίρνει πλήρως. Ακολουθεί τις καμπύλες που σχεδιάστηκαν από τον Innocenzo Sabbatini, τα κενά και την πληρότητα της αρχιτεκτονικής του, το τύμπανο και τις καμάρες που κόβονται στον τοίχο, μια κοιλότητα από τούβλα και τις κολώνες της εισόδου που στοχεύουν προς τα πάνω την στοά με τα μεγάλα παράθυρα. Στο χαρτί γλιστρούν σκίτσα με μολύβι και το τύμπανο του κτιρίου σπάει στη μέση με γραμμές δρόμων που από εδώ διακλαδίζονται σαν αστέρι ενώ, ανάμεσα σε ματιές γύρω και λέξεις που ξαναβρέθηκαν, παίρνουν ζωή ιστορίες και γεγονότα μιας μακράς εποχής που ονομάζονταν αυτονομία.

“Σε μια τέτοια πλατεία την πρώτη φορά που έβαλα το πόδι μου ήμουν δεκαέξι χρόνων, την τελευταία μια δεκαριά περισσότερα. Από εδώ, κατά μήκος της Via Cravero, κατέβαιναν οι πορείες που από το γυμνάσιο μου στην Tormarancia πήγαιναν να χωθούν στο μετρό Β εδώ στο κάτω μέρος της Piazza Pantera. Ανεβαίναμε όλοι χωρίς να πληρώσουμε. Στα χρόνια του ’70 αυτό το μέρος το ανακάλυψα ως μαθητής στις μεσαίες τάξεις λόγω εκείνης την εξέγερσης του μαίου κατά του ΝΑΤΟ. Υπήρξε μια καταιγίδα ανθρώπων και εξακολουθώ να έχω στα μάτια μου τις κούρσες στα μονοπάτια των αγώνων, τις αντιστάσεις στους φρουρούς, τα πρώτα αέρια που εισπνεύσαμε. Η αίσθηση, ίσως υπερβολική, ήταν εκείνη μιας ολόκληρης γειτονιάς που αγωνίζονταν μαζί σου, που διαδήλωνε, που ρίσκαρε. Και που έστελνε επίσης κατά διαόλου εκείνους τους τέσσερις σπασαρχίδες του PCI-ΚΚΙ της Villetta που μέσα σε όλη εκείνη την φασαρία που υπήρχε ανησυχούσαν μόνο να πιάσουν απ’ τον γιακά τα μέλη τους, καλώντας τους να τα παρατήσουν, απειλώντας τους πως θα λογαριαστούν στα γραφεία αν δεν εγκατέλειπαν τις συγκρούσεις. Υπήρχε ένας ιδιαίτερος αέρας γύρω από την Garbatella και για πολύ καιρό, από εκείνη την έκρηξη απελευθέρωσης, ίχνη της διατηρήθηκαν ακόμα και στα παιδικά παιχνίδια. Από τον Περιφερειακό μέσω της via Caffaro και της οδού Ferrati κροτάλιζε
κινούμενο το τραμ το οποίο έπαιρνε αυτή τη στροφή και ανέβαινε επάνω από την via Passino. Στο ύψος της αγοράς αναγκάζονταν πάντα να επιβραδύνει και, όταν μια αξέχαστη χιονόπτωση έπεσε στη Ρώμη τον χειμώνα, ακριβώς αυτό το σημείο μετατράπηκε σε ζώνη για ενέδρες. Τα παιδιά έχτιζαν πυρομαχικά με μπάλες χιονιού, στη συνέχεια πετάγονταν από τα σκαλάκια της αγοράς με τα κασκόλ να καλύπτουν τα πρόσωπά τους και εφορμούσαν επάνω του με την κραυγή Giap, Giap, Ho chi Minh. Βρε παιδιά γιατί φωνάζετε; Τους έλεγε κάποιος μεγαλύτερος από αυτά. Τι σε νοιάζει, έκαναν εκείνα, φωνάζω αυτό που γουστάρω και μ’ αρέσει, είναι μια κραυγή μάχης. Εκείνη τη χρονιά ορισμένα συνθήματα κατέληξαν και στο πέταλο στο γήπεδο και επάνω στο ρυθμό του ce nàest quàun dèbut χτυπούσαν τα χέρια με τα ονόματα των Amarildo, Ciccio Cordova, Scaratti και Del Sol στη θέση των Mao και Lin Piao.»

Η έδρα της Lotta continua, τότε, δεν ήταν ακόμα η έδρα της Lotta continua. Στην πόρτα υπήρχε ένα σύμβολο με ένα σφυρί και ένα δρεπάνι και ένας στυλιζαρισμένος χάρτης του κόσμου φτιαγμένος σε φέτες από παράλληλες και μεσημβρινές οι οποίες, στην πρόθεση του σχεδιαστή, έδιναν αμέσως την ιδέα μιας Διεθνούς νέου τύπου. Ωστόσο το κόμμα χωρίς σύνορα είχε δύσκολο ακρωνύμιο αν και ιστορικό, ονομαζόταν Psiup, και σύντομα θα διαλύονταν από ζητήματα απαρτίας και εκλογικής λογιστικής.

“Αυτή την έδρα στη via Passino την πήρε αμέσως η κομμουνιστική Ομάδα Garbatella και αργότερα θα γίνει η ρωμαϊκή έδρα της Ομάδας Gramsci. Η Gramsci με τη σειρά της θα τελειώσει, μετά από μερικά χρόνια, αποφασίζοντας την αυτοδιάλυση της μέσα στο κίνημα. Ήταν η κατάληψη του Mirafiori του ’73 που έδωσε μια επιτάχυνση εργατισμού σε όλο τον προβληματισμό τον σχετικό με την οργάνωση και εκείνη είναι λιγάκι η ημερομηνία έναρξης της αυτονομίας. Είδα, σε μια θεατρική ανακατασκευή της υπόθεσης Moro φτιαγμένη από τον Marco Baliani, μια εκδοχή εκείνης της επιλογής. Ο συγγραφέας μιλάει για το συμβάν λες και στη Garbatella να είχε τεθεί σε ψηφοφορία, ακόμη και με το σήκωμα χεριών, η είσοδος στην παρανομία και πως η διάλυση εκείνη ήταν η αρχή του τέλους. Όσο για μένα έχω άλλες αναμνήσεις, οι bierre-ερυθρές ταξιαρχίες δεν υπήρχαν τότε, ή τουλάχιστον εδώ δεν ήταν ένα πρόβλημα και κάποια περάσματα δεν τα θυμάμαι με τόση δραματικότητα . Ασφαλώς η επιλογή της αυτονομίας δεν ήταν κάτι για προσκόπους και σε μερικούς η στροφή έφερε ζάλη. Ο Vittorio τα παρατάει αμέσως, άλλοι την θεωρούν ως μιλανέζικη εφεύρεση και δεν την αποδέχονται, τότε ο Αldo δεν μπορούσε να αντέξει την ιδέα να έχει να κάνει με τους Volsci, του κάθονταν στ’ αρχίδια, και σιγά σιγά άρχισε να ξεγλιστράει, κάποιος, νομίζω οι Greg και Lanfranco πήραν το τρένο και πήγαν επάνω στο Μιλάνο στη Via Disciplini στην έδρα του Rosso για να καταλάβουν τι αέρα φυσούσε αλλά εκεί συνάντησαν τον Iacopo Fo που τους είπε ήσυχα ότι είχαν λίγα να καταλάβουν και πως αυτός προτιμούσε να πάει στον κινηματογράφο για να δει το Paper Moon. Εν ολίγοις μια ωραία σύγχυση αλλά, επιστρέφοντας στην Garbatella, πολλοί από εμάς, περισσότερο δεμένοι με τις καταστάσεις, με τις κολεκτίβες των σχολείων ή με κάποια εργατική επιτροπή και γειτονιάς, προχώρησαν και συνέχισαν να συχνάζουν για λίγο σ’ εκείνο το υπόγειο. Και όμως η άφιξη της Lc που βρήκε αυτό το μέρος δωρεάν μετατρέποντάς το σε γραφεία κόμματος δεν άλλαξε εκείνο το κλίμα συνοικιακής αδελφοσύνης που υπήρχε στον αέρα. Με λίγα λόγια εμείς οι αυτόνομοι της γειτονιάς ήμασταν πολύ ορατοί, συναντιόμασταν, είχαμε κοινά σημεία αναφοράς με άλλους επαναστάτες, ίσως υπήρχε ανταγωνισμός στη ριζοσπαστικότητα των πραγμάτων αλλά είναι ένας εξτρεμισμός για παλκοσένικο να λέμε ότι ενώ το Manifesto έβαζε υποψήφιο τον Valpreda ή ότι LC έφτιαχνε κόκκινα παζάρια εμείς σκεφτόμασταν μοναχά να εξαφανιστούμε από την κυκλοφορία.”

Στην διήγηση Σώμα Κράτους-Corpo di Stato εκείνη η συνέλευση του ’73 είναι ένα εμβληματικό γεγονός, γεμάτο από πάθος, ίσως ένα αφηγηματικό τέχνασμα για να γίνει λόγος για την κανονικότητα, το πόσο ήταν φυσικό, εκείνα τα χρόνια, να βρεθούμε στη θέση να κάνουμε κάποιες επιλογές. Και υπάρχει ένα αγόρι που περιγράφεται με αγάπη και πολύ ισχυρή συμπάθεια, με χαμογελαστά μάτια, ανακατεμένα και κυματιστά μαλλιά, ευγενικούς τρόπους και πάντα σημαδεμένους με εξαιρετική γενναιοδωρία. Ο συγγραφέας τον βλέπει στο κέντρο της σκηνής και τον σταματάει, με αμηχανία, καθώς σηκώνει το χέρι του στο σημάδι του p38 δίνοντας το όνομά του για μια στρατολόγηση στο ένοπλο κόμμα.

“Μια υπερβολή όπως λέγαμε. Ελπίζω μόνο να υπαγορεύεται από τις ανάγκες του θεάτρου και όχι από το συνηθισμένο παιχνίδι της μνήμης που παραμορφώνεται, σχεδόν αναγκαστικά, για να την καταστήσει συμβατή με τα γεγονότα που συνέβησαν αργότερα. Εκείνο το αγόρι είναι ο Claudio ούτως ή άλλως. Ο Claudio Pallone. Ένας σύντροφος της Garbatella μεταξύ των πιο γνωστών τότε. Μαζί με τον Giancarlo De Simoni ο οποίος ζούσε στα στραβά κτίρια του San Quintino πήγαιναν στο Borromini και ήταν οι πιο γνωστοί, την εποχή του Gramsci και ακόμη αργότερα στον χώρο του Rosso, μεταξύ των σπουδαστών και των νέων της περιοχής. Μου έρχεται να τους βάλω μαζί ακόμα κι αν οι ιστορίες τους είναι διαφορετικές. Ο Claudio σκοτώθηκε σε ένα σημείο ελέγχου των καραμπινιέρων μετά από μια ληστεία τραπέζης και στην ίδια ιστορία σκοτώθηκε και ο Arnaldo, μια εξαιρετική προσωπικότητα που ξεπήδησε ανάμεσα μας από έναν άλλο κόσμο και από μιαν άλλη εποχή και που θα άξιζε μια ιστορία από μόνος του. Και ο Giancarlo δεν υπάρχει πλέον, χτυπημένος από έναν όγκο αφού μετακόμισε στην Αυστραλία. Για την απώλεια του έμαθα στο Παρίσι σχεδόν τυχαία και δεν το περίμενα με τίποτα. Αυτή του Giancarlo ήταν μια εκρηκτική νοημοσύνη, σε επηρέαζε αφάνταστα, εύρους και μεγαλοφυίας νταντασουρεαλιστικής. Την πρώτη φορά που εμφανίστηκε στο στέκι ζήτησε να μιλήσει ως σύντροφος της Mani Tese. Αυτή ήταν μια οργάνωση χριστιανών βάσης και δεν τον προβλημάτισε διόλου να επιμένει, σαν σύντροφος της Mani Tese-Απλωμένα Χέρια ενώ τα πειράγματα και οι μορφασμοί έδιναν και έπαιρναν. Στη συνέχεια ακολούθησε την trasversalista τάση της αυτονομίας, εκείνη κοντά στοn Bifo και τους μπολονιέζους. Ο Claudio αντιθέτως ήταν καθαρή ενέργεια, άμεσο πάθος και επιθυμία για απευθείας κομμουνισμό. Τον αποκαλούσαμε Ερνέστο, το δεύτερο του όνομα, επειδή είχε μέσα του νοτιοαμερικανικές ρίζες και διαθέσεις, μια έντονη τρυφερότητα, μια ανησυχία να κάνει πράγματα σημαδεμένη από την ανίατη επιθυμία να παίξει μπουνιές με την αδικία. Η δική του ήταν μια αρχαία ενέργεια που ξεκινούσε από μακριά, τροφοδοτούμενη και από οικογενειακές ιστορίες, από περασμένες μάχες, από συγγενείς που υπήρξαν τολμηροί του λαού-arditi del popolo και που είχαν πολεμήσει στην Ισπανία, ή απλούστερα, από το γεγονός ότι η μητέρα του είχε κάνει πανεπιστήμιο στην Αργεντινή την εποχή του Τσε. Η αυτονομία του δεν υπέφερε τις συναντήσεις, ήταν πολύ της πλατείας και, όταν ήταν απαραίτητο, της ένοπλης δράσης, ατομική χειρονομία ή συλλογική επανοικειοποίηση. Από την επίθεση στο Consorti μέχρι τις πορείες του σαββάτου για δωρεάν κινηματογράφο δεν υπάρχει φάση προσέγγισης στο εβδομήντα επτά που δεν τον είδε παρόντα. Είχε τις εκρήξεις αυτοσχεδιασμού του και τον βλέπω ξανά εκείνη την πρώτη φορά στο δισκογραφικό κατάστημα, ενώ όλοι άρπαζαν στη τύχη, να στοχεύει ήρεμος τον blues και jazz θάλαμο, γεμίζοντας και μετά, μόλις βρέθηκε έξω, άρχισε να διανέμει τα 33άρια λες και ήταν φυλλάδια. Σε εμένα έλαχε ένας φρέσκος John Renbourn και τον πήρα μαζί μου στα χιλιάδες μέρη που επισκέφτηκα. Ο Giancarlo αντιθέτως ήταν άλλο πράγμα. Ήταν δύο διαφορετικοί τρόποι κατανόησης της ανατρεπτικής δράσης, ακολουθούσαν διαφορετικά μονοπάτια και θάρρητα, παρόλο που ήξεραν πώς να βρεθούν μαζί σε πολλές περιπτώσεις. Υπάρχει μια φωτογραφία, αν θυμάμαι σωστά, που νομίζω ότι τους αποθανατίζει καλά κάτω στην πρυτανεία κατά την έφοδο στο καμιόνι του Λάμα. Ο Claudio πετά αντικείμενα. Ο Giancarlo φαίνεται σχεδόν ότι πυροβολεί το κόκκινο Dodge του συνδικάτου με βολίδες παραπομπών του Mayakovsky. Ο Claudio βρίσκεται στην πρώτη σειρά. Ο Giancarlo πιο πίσω αλλά δεν τα παρατά. Από την άλλη πλευρά, από τους ινδιάνους μητροπολιτάνους έως τους πιο οργανωμένους αγωνιστές, από την LC στις ομάδες που απέμειναν, στο Πανεπιστήμιο υπήρχε ένα σωρό κόσμος. Δεν ήταν μόνο οι αυτόνομοι σε αντιπαράθεση με την μαλακία που έδερνε εκείνο το pci-κκι και εκείνο το συνδικάτο.”

Lama, non Lama, non l`ama nessuno – Λάμα, όχι Λάμα, κανείς δεν τον αγαπά. Το slogan στον τοίχο της Φυσικής σχολής δεν παρουσιάζεται ακριβώς σαν ένα εισιτήριο της Ημέρας του Αγίου Βαλεντίνου και εξάλλου ο μεγαγραμματέας της Cgil είναι πεπεισμένος ότι θα εκκενώσει το Πανεπιστήμιο ανήμερα την τσικνοπέμπτη. Ο επικεφαλής του συνδικάτου δεν καταλαβαίνει τα αστεία, κανείς δεν του εξηγεί, δεν καπνίζει μπάφους αλλά πίπα και, μάλλον, στη σκιά της Minerva σκέφτεται μόνο να μετατρέψει μια συνηθισμένη μέρα καθαγιάζοντας, έξω από το σπίτι, την κεντρική θέση της «καμπής του Eur». Από την πλευρά του το κόμμα που αυτοανακηρύχτηκε Κράτος ετοιμάζει το ραντεβού της 17ης φεβρουαρίου με μια «έντονη πολιτική κινητοποίηση“. Αυτά γράφει η Unità που εκθειάζει μια αποστολή εγγεγραμμένων της San Lorenzo οι οποίοι αφισσοκολούν, καταστρέφουν αφίσες, σβήνουν εχθρικά συνθήματα στους δρόμους γύρω και απομακρύνουν κάποιες πικετοφορίες στις πύλες της Sapienza. Πράγα 68, Ρώμη 77; Είναι η ερώτηση που τρέχει σε όλα τα φυλλάδια. Ωστόσο όσοι παρευρίσκονται στο συλλαλητήριο δεν επιθυμούν να συζητήσουν. “Μην τρέχετε πίσω από χίμαιρες»ο γραμματέας γερουσιαστής επιτίθεται αμέσως. «Αυτοί που σπάνε τζαμαρίες δεν βλάπτουν τον Malfatti αλλά τον εαυτό τους» κροταλίζει το μικρόφωνο. «Κάποιοι μας κατηγορούν ότι θέλουμε να ομαλοποιήσουμε. Ομαλοποιήσουμε; Ο λουδισμός είναι ..» Η φωνή τρεμοπαίζει, τα σφυρίγματα δυναμώνουν, και μπαλόνια νερού πετούν προς το ξεσκέπαστο φορτηγό. «Η βία δεν χτίζει τίποτα καλό» επιμένει ο Lama της via Emilia. Pagheremo caro, pagheremo tutto – Θα πληρώσουμε ακριβά, θα τα πληρώσουμε όλα απαντά το ασεβές κοινό. “ο αυτοκαταστροφικός νιχιλισμός παίζει το παιχνίδι του εχθρού“ υποστηρίζει ο leader. Sa-cri-fi-ci sa-cri-fi-ci, 35 lire 50 mila ore è questo il contratto che vogliano avere- Θυ-σί-ες θυ-σι-ες, 35 λιρέτες 50 χιλιάδες ώρες αυτό είναι το συμβόλαιο που θέλουμε να έχουμε: εγκρίνει το εξεγερμένο κίνημα. Ζήτω ο σύντροφος bettinocraxi τρόμος των αφεντικών τρόμος των φασιστών που το σκάνε με ταξί, φωνάζουν με ρυθμό οι σκληροί μια ομάδας αναφερόμενοι στο νεο γραμματέα psi υποστηριζόμενοι εν χορώ από τους εξτρεμιστές του χάμστερ αγώνα.

“Έτσι κι αλλιώς, μια ωραία ημέρα εκείνη του Λάμα. Και χρόνια αργότερα ακόμη μου προκαλεί ανάμεικτα συναισθήματα. Εκείνη τη μέρα, μη γελιόμαστε, μιλάω για τον εαυτό μου αλλά νομίζω ότι είναι έτσι για πολλούς πολλούς άλλους συντρόφους, σκοτώσαμε τον πατέρα. Ο Λάμα στο Πανεπιστήμιο ήρθε με όλη την ομάδα περιφρούρησης ανεπτυγμένη. Υπήρχαν οι οικοδόμοι με τα χοντρά χέρια τους και τα νύχια φαγωμένα από την δουλειά. Ήταν οι εργάτες με τις φόρμες της Tiburtina. Και μετά μια ολόκληρη σειρά αξιωματούχων με την ομπρέλα, μέλη του κόμματος όμορφοι παρατεταγμένοι, γραμματείς που κινητοποιήθηκαν εναντίον μας. Ήμασταν ένα πλήθος εμείς αλλά κατά τα άλλα άοπλοι, χωρίς τίποτα προ-οργανωμένο. Και επειδή ήταν σχεδόν αδύνατο να περάσουμε τα φίλτρα στις πύλες. Μόνο οι ινδιάνοι κάποια στιγμή είχαν σηκώσει ψηλά μια μαριονέτα που αόριστα έμοιαζε με τον Λάμα και χόρευαν γύρω της κοροϊδεύοντας εκείνους που βρίσκονταν στην άλλη πλευρά. Έλεγαν βλακείες σαν sa-cri-fi-ci sa-cri-fi-ci ή, τραγουδώντας, έκαναν piccì piccì piccini picciò – piccì piccì piccini picciò. Οι άλλοι έβγαζαν καπνούς, τα είχαν πάρει στο κρανίο σκοτεινοί και μας απαντούσαν: φασίστες ψοφίμια επιστρέψτε στους υπονόμους. Αλλά, κατά βάθος, το πράγμα που μας είχε ενοχλήσει περισσότερο ήταν όλη η προσπάθεια να ξασπρίσουν τους τοίχους με τους καθαριστές του συνδικάτου. Ήθελαν να διαγράψουν κάθε ίχνος της κατάληψης. Είχαν έρθει να φέρουν πίσω την τάξη και η πρώτη ανησυχία ήταν ακριβώς να περάσουν ένα καλό χέρι άσπρης μπογιάς επάνω σε όλα τα γραμμένα συνθήματα στους τοίχους. Το φορτηγό το είχαν βάλει στον ανοιχτό χώρο ανάμεσα στη Νομική και τη σκαλινάτα του πρυτανείου με την μούρη στραμμένη προς την σχολή των Γραμμάτων. Εμείς στεκόμασταν μεταξύ της Χημείας και των Γραμμάτων γύρω από το σιντριβάνι και εκείνο το έργο λογοκρισίας δεν μας κάθονταν καλά. Πράγματι είχε φτιαχτεί επιδεικτικά, με φαντασία. Υπήρχε ένα στόμα που σχεδιάστηκε στην Πρυτανεία με γραμμένη τη φράση Ερυθρά Γέλια-Risate Rosse και ήταν αυτό που τους ενοχλούσε. Το γεγονός είναι ότι με τον τρόπο αυτό σηκώθηκε μέσα μας μια ακατανίκητη οργή, μεγάλη, απεριόριστη. Μας ούρλιαζαν τα πάντα και στη συνέχεια σε κάποιο σημείο επιτέθηκαν στην πλευρά των ινδιάνων και κάποιος από αυτούς μας έδειξε ένα πυροσβεστήρα. Για αυτούς ήταν το τέλος. Αν και ήταν πιο οργανωμένοι και σφικτοί στις γραμμές τους δεν μπόρεσαν να μας αντέξουν. Ήταν αυτοί που ξεκίνησαν, προσπάθησαν να μας απομακρύνουν, πέρασαν στις μεταλλικές βέργες. Έχω ακόμα μια ουλή στο χέρι μου προσπαθώντας να αποφύγω ένα χτύπημα που κατευθύνονταν σε μια συντρόφισσα. Αλλά ήταν εκείνοι που σαρώθηκαν, εκδιώχθηκαν προς την έξοδο του Policlinico, πετάχτηκαν έξω από το Πανεπιστήμιο. Μια δύσκολη μέρα, σκληρή, σου το είπα, και όπως την ξαναβλέπω, πάντα νιώθω την ίδια παράξενη αίσθηση. Από τη μία πλευρά υπάρχει η ταινία με τη ωμότητα αυτού που συνέβη, το γεγονός ότι βρήκα τον εαυτό μου να παίζει τουβλιές ενάντια στον γραμματέα των γραφείων όπου μεγάλωσα, να κυνηγάω έναν φίλο εγγεγραμμένο στην Cgil, να χτυπιέμαι με τον αδερφό μου που στέκονταν μπροστά μου και να του φωνάζω στα μούτρα pci μπόγια. Από την άλλη έχω ακόμα την αίσθηση του αναπόφευκτου εκείνης της ημέρας. Έτσι πήγε. Δεν χρειάζεται να το ταλαιπωρήσουμε περισσότερο. Πήγε έτσι και αμήν. Με το σημερινό κεφάλι δεν ξέρω αν θα το έκανα και πάλι αλλά, με όλο το δρόμο που έβαλα κάτω από τα παπούτσια μου, δεν αναρωτιέμαι πλέον γιατί έγινε αυτό το πράγμα με τον Λάμα αλλά πώς θα μπορούσε να μη συμβεί αυτό που συνέβη τότε.”

Στους τοίχους της Garbatella τριάντα χρόνια μετά το ’77 υπάρχουν εκείνοι που έχουν ξαναρχίσει να τους χρωματίζουν με φράσεις και συνθήματα εκείνης της εποχής. Μια Εργατική Απόλαυση-Godere Operaio που εμφανίστηκε στην SantàEurosia περνά από στόμα σε στόμα, λίγο πιο κάτω, σε μια Φτέρη και Μύρτιλο ενώ στον τοίχο της εκκλησίας κάποιος διεκδικεί το δικαίωμα να καταλάβει τον Παράδεισο. Καμιά απολογία της συντρόφισσας P38 αλλά, διαβάζοντας κάποια άρθρα σχετικά με το ρωμαϊκό χρονικό των εφημερίδων, για κάποιον το να γράφει Dite a Lama che L’amo – Πείτε στον Λάμα πως Τον αγαπώ είναι κάτι σκανδαλώδες και πρέπει να καταγγελθεί.

“Είναι προφανές ότι η δημιουργική πλευρά του ’77, όσο επιθετική ή άγρια κι αν ήταν, είναι πιο εύκολη στην ανάκτηση της σε σχέση με την κουβέντα περί βίας αλλά συχνά υπήρχαν εκείνοι που τα έπαιρναν στο κρανίο ακόμη και μπροστά στα χαζολογήματα μιας πορείας, μπροστά στο καρναβάλι που στήνονταν στους δρόμους. Η Maciocchi στο βιβλίο της Δύο Χιλιάδες Χρόνια Ευτυχίας-Duemila anni di felicità σε ένα συγκεκριμένο σημείο περιγράφει το γενικό επιτελείο των botteghe oscure [όπου βρίσκονταν η εθνική έδρα του κκι] που βλέπει αηδιασμένο μια εύθυμη πορεία να περνά κάτω από το μπαλκόνι της διεύθυνσης του pci . Τι έχουν και γελούν, ξεσπά ο Amendola, είναι προβοκάτορες και φασίστες, ενώ, με τη συγκατάθεση του απόλυτου γραμματέα τους Berlinguer, υπάρχει ο Pecchioli ο οποίος βγαίνει προς τα έξω με ένα στεγνό: θα τους κάνουμε να καταλήξουν όλοι στη φυλακή. Ιδού, ίσως και εκείνη της Maciocchi να είναι μια θεατρική υπερβολή, αλλά ανάμεσα στη Εξουσία και την ειρωνική βεβήλωση δεν υπήρξε ποτέ ένα μεγάλο feeling. Πάντως τα συνθήματα στη γειτονιά είχαν μια ιδιαίτερη γεύση. Κάποια στιγμή κάποιος άρχισε να αλλάζει την τοπωνυμία. Η Piazza Sauli έγινε Piazza una Bomba, το Largo Ansaldo ονομάστηκε Largo all’Autonomia, η Via Magnaghi βαφτίστηκε Via la Polizia. Υπήρχαν εκείνοι που προειδοποιούσαν την Κοινωνία και Απελευθέρωση-Comunione e Liberazione και αυτοί που επικαλούνταν τους Godzilla και Gamera ενάντια στη μαύρη διαπλοκή-contro la trama nera. Με την μπογιά επινοήθηκαν τα πιο απίθανα ραντεβού όπως το περίφημο Κυνήγι στον Αυτόνομο που ξεκίνησε από το απατηλό Raggruppamento Gallo Citrone-Ομάδα Κίτρινος Πετεινός. Ήταν μια από εκείνες τις ημέρες dada που ο Giancarlo άρεσε πολύ όπου οι επιδρομές που επικαλέστηκαν οι αξιωματούχοι του κόμματος ή οι δαιμονισμένοι μπάτσοι πραγματοποιούνταν από τους ίδιους τους καταζητούμενους. Αυτό το πράγμα το επινόησε ο Enrichetto, ένας της Donna Olimpia, ο Giancarlo το είχε προετοιμάσει και ο Claudio βρέθηκε φυσικά ανάμεσα στους πρωταγωνιστές αυτού του παιχνιδιού του παράλογου. Ήταν αυτός, ανάμεσα στο πλήθος με μια καρτέλα σε στυλ σάντουιτς με τις λέξεις Επικίνδυνος Αυτοαποκαλούμενος Αυτόνομος, το θήραμα που έπρεπε να επιπλήξει μια πλημμύρα αυτοσχέδιοι θηρευτές που τριγυρνούσαν μες τη γειτονιά. Ένα παιχνίδι. Ένα παιχνίδι που έγινε όμως σύντομα είδηση. Ήταν η μέρα μετά τη δολοφονία της Giorgiana Masi και το κίνημα, για να ξεφύγει από τις απαγορεύσεις, είχε συγκαλέσει κάποιες αποκεντρωμένες διαδηλώσεις. Μια ξεκινούσε από το Testaccio και στόχευε προς την Garbatella. Ακριβώς εδώ στην Piazza Bartolomeo Romano μια ομάδα ξεκολλά και πετά μπουκάλια κατά του σταθμού των καραμπινιέρων. Από τους στρατώνες μερικοί στρατιωτικοί βγαίνουν με τα όπλα και πυροβολούν. Τίποτα δεν συμβαίνει όμως και η πορεία συνεχίζεται μέχρι την Piazza Sauli. Πρόκειται να διαλυθεί όταν καταφτάνει μια πολύ στοχευμένη έφοδος. Ο Claudio στέκονταν ήσυχος κοντά στη γωνία της εκκλησίας και διακωμωδεί την άοπλη κατάσταση του. Δεν είχε τίποτα επάνω του αλλά προφανώς είχε το πρόσωπό του, τα γνωστά χαρακτηριστικά του, τα στοιχεία ενός αυτόνομου και γνωστού προσώπου. Γεγονός είναι ότι ένα τζιπ τον σημαδεύει και κατεβάζει ένα είδος robocop που αρχίζει να τον κυνηγάει. Ο Claudio τρέχει γρήγορα στην οδό Comboni και πρόκειται να γλιστρήσει στην οικοδομική μονάδα 24, εκείνη των villini palladiani του De Renzi, όταν συνειδητοποιεί ότι έχουν αρπάξει ένα κορίτσι που γνωρίζει. Έχει μια στιγμή δισταγμού και το εκμεταλλεύεται o μπάτσος ρίχνοντας το γκλομπ ανάμεσα στα πόδια του σαν μπούμερανγκ. Την πάτησε. Με μια γκριμάτσα πέφτει στο έδαφος και αμέσως είναι πάνω του. Δεν τον έβλεπα πλέον και είπαν ότι περισσότερο από τον φυσικό πόνο ήταν η έκπληξη που τον τραυμάτισε μέσα του. Λένε επίσης ότι ενώ τον κουβαλούσαν μέσα χαμογελούσε στις προσβολές που έβρεχαν πάνω του και περισσότερο από τις μπουνιές τον πόνεσε το βλέμμα της Lucilla δεμένης με τις χειροπέδες κοντά του. Εκείνη πάντως ήταν η τελευταία έξοδος του εβδομήντα επτά στους δρόμους της Garbatella. Η γειτονιά απομόνωσε τους προβοκάτορες ταραξίες: έτσι έγραφε η Unità την επόμενη μέρα. Ούτε μια λέξη για το γεγονός ότι ήμασταν εκεί επειδή η αστυνομία του Cossiga είχε σκοτώσει τη Giorgiana Masi. Τίποτα. Ίσως, χρόνια αργότερα, θα εξακολουθούν να υπάρχουν αυτοί που σκέφτονται για τους λογαριασμούς που έμειναν ανοικτοί από την εξέγερση εκείνου του άλλου μαΐου, εκείνου του ’70 κατά του Νατο. Δεν ξέρω. Σε κάθε περίπτωση ξέρω μόνο ότι τότε πήρα χρώμα και βούρτσα, περπάτησα στους δρόμους αυτής της γειτονιάς και έστειλα σε εκείνο τον αργεντίνο κοκκινομάλλη έναν ανάλαφρο χαιρετισμό γραμμένο με κόκκινα γράμματα επάνω σε έναν ετοιμόρροπο τοίχο. Είναι ένας αιώνας που δεν περνάω από εκεί αλλά είμαι βέβαιος ότι αν ψάξω εκείνη την επιγραφή σου την βρίσκω ακόμα εκεί πέρα .”

κείμενο του Claudio D’Aguanno που δημοσιεύτηκε στο MaGMA (Magazzini Generali Memorie Autonome – Roma XI) ιούνιος 2007

 

Il quartiere al tempo dell’autonomia