σύγχρονη σκέψη, pensiero di oggi

Η ανησυχητική πραγματικότητα τρομάζει!

 

Πολλοί άνθρωποι μας ρώτησαν, τα τελευταία χρόνια, όταν επιστρέψαμε να περπατούμε τους δρόμους μετά από δεκαετίες πίσω από τα κάγκελα, γιατί η επιλογή των όπλων;

Οι περισσότερες απαντήσεις προήλθαν από εκείνους που δεν είχαν κάνει εκείνη την  επιλογή, δημοσιογράφους, συγγραφείς, κοινωνιολόγους, διάφορους αναλυτές.

Ακολούθησε κάποιο χρονικό διάστημα και μερικοί από εκείνους που έκαναν αυτή την επιλογή αναγνώρισαν τα κίνητρα τους απαντώντας στις φασιστικές σφαγές, όπως της Piazza Fontana στις 12 δεκεμβρίου 1969.

Σίγουρα η εικόνα των ανθρώπων που σκοτώθηκαν στις σφαγές, όχι μόνο στην Piazza Fontana, αλλά και στη Brescia 28 μαΐου 1974, ή στο τρένο Italicus τη νύχτα μεταξύ 3 και της 4 αυγούστου 1974, ενώ αυτό περνούσε από το San Benedetto Val di Sambro, συγκλόνιζαν την ευαισθησία και μπορούσαν να οδηγήσουν σε επιλογές. Αλλά προσπαθήστε να τις συγκρίνετε με τις εικόνες με τις οποίες τροφοδοτούμασταν κάθε μέρα και που προέρχονταν από το Βιετνάμ. Τα χρόνια ήταν τα ίδια, οι εικόνες όχι

 

[άλλες εικόνες μπορείτε να βρείτε στο internet]

 

 

προσπαθήστε να τις κοιτάξετε. Προσπαθήστε να σκεφτείτε τον εαυτό σας σε εκείνη την ηλικία μεταξύ είκοσι ή τριάντα χρόνων βλέποντας αυτές τις εικόνες, προσπαθήστε να φανταστείτε τους εαυτούς σας νέους ανθρώπους γεμάτους επιθυμία να δώσουν ένα νόημα στη ζωή τους, όχι μόνο να επιβιώσουν. Λοιπόν, στην περίπτωση αυτή, δεν υπάρχουν πολλές επιλογές: ή ξεφεύγεις και ρίχνεις το κεφάλι σου στην παχιά ομίχλη που σε εμποδίζει να κοιτάξεις την πραγματικότητα, συνεχίζοντας μια επιβίωση φτιαγμένη από εργασία, κατανάλωση και οικογένεια, ή ανοίγεις τα μάτια σου διάπλατα για να δεις καλύτερα και αποφασίζεις ότι πρέπει να κάνεις κάτι για να σταματήσεις αυτές τις φρικαλεότητες.

Κι εμείς τις επιλογές μας τις κάναμε.

Ίσως αυτός είναι ένας από τους λόγους για τους οποίους σήμερα τα κορίτσια και τα αγόρια δεν βλέπουν την πραγματικότητα, αλλά κατευνάζουν το πάθος τους βυθίζοντας τους εαυτούς τους σε μια εικονική πραγματικότητα, χρήσιμη να μην παράγει αισθήσεις.

Σίγουρα εάν εξέταζαν προσεκτικά τους νεκρούς και τις ταλαιπωρίες που προκάλεσαν τα συμφέροντα και οι αφέλειες των πολιτικών στην κυβέρνηση και την αντιπολίτευση, μόνο για λόγους προπαγάνδας, αυτές οι εικόνες θα μπορούσαν να προκαλέσουν την επιθυμία να κάνουν κάτι παρόμοιο με αυτό που κάναμε εμείς.

 

 

Αλλά προς το παρόν αυτοί κοιτάζουν από μιαν άλλη πλευρά, να είστε ήσυχοι. Προς το παρόν!

σημειώσεις:

*είναι η σφαγή του My Lai στην οποία 500 πολίτες σκοτώθηκαν εν ψυχρώ από την Compagnia Charlie, πρώτο τάγμα, 20ο πεζικού, του αμερικανικού στρατού. Τα επόμενα χρόνια, οι ειδήσεις για άλλες φρικαλεότητες στην περιοχή, φιλτράρονται στον Τύπο, συχνά πολλά χρόνια μετά το γεγονός. Για παράδειγμα, το 2003, η εφημερίδα του Ohio Toledo Blade, αποκάλυψε μια εκστρατεία βασανιστηρίων και δολοφονιών που διήρκεσε μήνες, συμπεριλαμβανομένης της συνοπτικής εκτέλεσης δύο τυφλών ανδρών από μια ομάδα ‘περιπολιών’ που ονομάζονταν Ομάδα Τίγρης.

*[θάνατος στο Μεξικό] Ονομάζονταν Βαλέρια, ήταν 23 μηνών. Πνίγηκε με τα χέρια της γύρω από το λαιμό του μπαμπά, στο Rio Grande, τον ποταμό που χωρίζει το Μεξικό από τις Ηνωμένες Πολιτείες. « Αμερική ξύπνα», ουρλιάζει το editorial του περιοδικού New York Times, «Είναι μια εικόνα που θα παραμείνει στη μνήμη». Ο Oscar Alberto Martinez Ramirez, 25 ετών, και η σύζυγός του Tania Vanessa Avalos, 21 ετών, εγκατέλειψαν το San Martin, μια γειτονιά του Σαν Σαλβαδόρ. Στη συνέχεια, η οικογένεια επέστρεφε από τη γέφυρα όταν ο Martínez [ο πατέρας] σταμάτησε και κοιτάζοντας τον ποταμό, είπε: «από εδώ θα περάσουμε απέναντι». διέσχισε πρώτος με το παιδί και την άφησε στην αμερικανική πλευρά. Στη συνέχεια γύρισε για να πάρει τη σύζυγό του, αλλά στο μεταξύ το μωρό είχε πέσει στο νερό. Αμέσως βούτηξε για να προσπαθήσει να την σώσει, αλλά το ρεύμα τους παρέσυρε και τους έπνιξε.

*[το παιδάκι] Alan Kurdi, ένα 3χρονο συριάκι ξαπλωμένο στην παραλία της Τουρκίας, τώρα πλέον άψυχο, τον σεπτέμβριο του 2015.

Ιστορίες που μιλάνε για αποτυχημένες αποδράσεις και πνιγμένες ελπίδες.

*Πριν από λίγους μήνες στο Matamoros υπήρχαν περίπου 1.800 άνθρωποι που περίμεναν να δώσουν συνέντευξη για άσυλο. Τώρα έχουν γίνει περίπου 300, αλλά δεδομένου ότι υπάρχουν μόνο τρεις υποδοχές συνεντεύξεων την εβδομάδα η ουρά είναι ακόμα πολύ μεγάλη.

* δύο δικηγόροι κατηγόρησαν για «εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας»: αξιωματούχους και πολιτικούς επειδή θα είχαν δημιουργήσει την «πιο θανατηφόρα διαδρομή μετανάστευσης στον κόσμο», κατά μήκος της οποίας έχουν πεθάνει 12.000 άνθρωποι.

»Χιλιάδες μετανάστες νεκροί στη θάλασσα «,η ΕΕ καταγγέλλεται ενώπιον του δικαστηρίου της Χάγης

 

L’inquieta realtà fa spavento!

αθλητισμός, sport

Αθλητισμός και το περιβάλλον του – Επεισόδια μιας συζήτησης για την μπάλα, τον καλύτερο ιδεολογικό μηχανισμό στην υπηρεσία του κεφαλαίου

του Gioacchino Toni

Luca Pisapia, Uccidi Paul Breitner. Frammenti di un discorso sul pallone, Σκότωσε τον Paul Breitner. Επεισόδια μιας κουβέντας για την μπάλα. Edizioni Alegre, Roma, 2018, pp. 285, € 16,00

«[Στην Ιταλία της δεκαετίας του εβδομήντα] ενώ η πολιτική στράτευση από τα κάτω αρχίζει να καταλαμβάνει τις κερκίδες των σταδίων, η ακραία πνευματική αριστερά, πέρα από πολύ σπάνιες εξαιρέσεις, δεν κατανοεί τη στιγμή για να εισέλθει στους μηχανισμούς εκείνης που είναι ήδη η σημαντικότερη πολιτιστική βιομηχανία της χώρας, αφήνοντάς την στα χέρια των αφεντικών που μπορούν, μέσω αυτής, να παράγουν τον κυρίαρχο λόγο. Ακριβώς όταν γεννιέται η στρατευμένη κριτική στον κινηματογράφο, και η εκ νέου γκραμσική ανακάλυψη επιτρέπει να εντοπίζουμε στην τέχνη και τον πολιτισμό ένα ισχυρό ιδεολογικό όπλο ικανό να επηρεάσει και να καταπνίξει την επιθυμία, κανείς δεν κάνει τον κόπο να αποικοδομήσει τη βιομηχανία της μπάλας που γεννιέται, η οποία προορίζεται μέσα σε λίγα χρόνια να υποκαταστήσει τον κινηματογράφο λόγω ευκολίας παραγωγής και κατανάλωσης. […] Κανείς δεν ασχολείται να γκρεμίσει τον τέταρτο τοίχο μεταξύ της ποδοσφαιρικής σκηνής και του θεατή, με τον τρόπο του Bertold Brecht, και η μπάλα παραμένει η πιο ισχυρή ιδεολογική συσκευή στα χέρια του κεφαλαίου: το μεγαλειώδες εργοστάσιο της αλλοτρίωσης»

Αυτό δεν είναι το βιβλίο τους, να το πούμε αμέσως σε όλους τους παθιασμένους του ποδοσφαίρου που έχουν γίνει θηράματα εκείνου του είδους νοσταλγίας της μπάλας για ένα άθλημα που μοιάζει να έχει εξαφανιστεί μαζί με την παιδική τους ηλικία, νοσταλγίας με την οποίαν, και κατά τρόπο απίστευτο, θεωρούν πως έχουν συμβληθεί και πολλοί ανήκοντες σε γενιές που εκείνου του ποδοσφαίρου έχουν μοναχά ακούσει τόσο αξιόπιστες ιστορίες όσο οι καλοκαιρινές περιπέτειες για τις οποίες γίνεται λόγος σε ένα κουρείο του παρελθόντος. Στα Επεισόδια μιας κουβέντας για την μπάλα του Luca Pisapia αυτός που αισθάνεται ορφανός ενός ποδοσφαίρου προηγούμενου του σύγχρονου δεν θα βρει κανένα ίχνος νοσταλγίας σχετικά με ένα άθλημα που ασκείται απ’ όταν οι μύλοι ήταν ακόμα λευκοί, όταν παίζονταν με γυμνά πόδια στα λιβάδια των πολλών via Gluck πριν το χόρτο μετατραπεί σε πόλη, ή όταν ακόμη τις ώρες των ντέρμπι δεν τις αποφάσιζαν οι pay tv. Κατά κάποιον τρόπο το βιβλίο αυτό μας θυμίζει ότι οι εκείνοι οι μύλοι ήταν κάθε άλλο παρά λευκοί, πως σε αυτά τα προαστιακά λιβάδια στην πραγματικότητα σπάζαμε την πλάτη χωρίς πολλή ποιητικότητα και πως στα παιχνίδια που βλέπαμε ασπρόμαυρα με μια Brionvega Algol 11 ιντσών φορητή με απόκλιση ενενήντα βαθμούς γερμένη για να διευκολύνεται η ορατότητα δεν κρύβονταν ρομαντικά ανάμεσα στα τρανζίστορ ένα ποδόσφαιρο και ένας κόσμος πολύ καλύτεροι από εκείνους που είναι κρυμμένοι μεταξύ των επεξεργαστών των σημερινών εκατό ιντσών υψηλής ευκρίνειας έξυπνων τηλεοράσεων.

Πεπεισμένος για την τρέχουσα αδυναμία ενός οργανικού λόγου για την μπάλα, είναι μέσω μιας σειράς επεισοδίων επάνω στην κουβέντα που ο Pisapia προσπαθεί να αποκαταστήσει την πολυπλοκότητά της περιορίζοντας ταυτόχρονα οποιαδήποτε πρόθεση συστηματοποίησης με ένα βιβλίο προικισμένο με αφηγηματική δομή στην οποία οι πραγματικοί και φανταστικοί χαρακτήρες είναι αλληλένδετοι, μυθοπλασία και τεκμηριωμένα γεγονότα, ποδόσφαιρο και πολιτική, οικονομία και μέσα ενημέρωσης. Προσπαθώντας να καταστήσει εύλογο το αληθινό και το αντίστροφο ο συγγραφέας σκοπεύει να εκφράσει την παρουσία του μακρού χεριού του κεφαλαίου στο άθλημα που ακολουθείται περισσότερο στον κόσμο, χέρι που κινεί τα νήματα των μεγάλων θεαματικών γεγονότων σε παγκόσμια θέαση για τον διπλό σκοπό να δημιουργήσει κέρδος και να πλαστογραφήσει φαντασιακά καθιστώντας αυτά που υπάρχουν πίσω από τα παρασκήνια απρόσωπα, μη παρουσιάσιμα.

Το άνοιγμα ανήκει στο αργεντίνικο Mundial του 1978, εκείνο που παίχτηκε στο δέρμα εκείνων των εξαφανισμένων-desaparecidos που βασανίστηκαν και δολοφονήθηκαν κατά τη διάρκεια του Proceso de Reorganización Nacional που τέθηκε σε εφαρμογή από το διαβόητο στρατιωτικό καθεστώς του Jorge Rafael Videla και κρατήθηκαν στο σκοτάδι από τα διεθνή μέσα ενημέρωσης καθ όλη τη διάρκεια των αναμετρήσεων εν μέρη στο όνομα μιας αξιολύπητης ουδετερότητας του αθλητισμού και εν μέρει στο όνομα του κέρδους. Στην Ιταλία της πτωτικής πορείας των κινημάτων και της εθνικής αλληλεγγύης δεν είναι λίγα τα όργανα πληροφόρησης που εμφανίζονται όχι πολύ εχθρικά προς το αργεντίνικο καθεστώς και γενναιόδωρα στην τέχνη της ελαχιστοποίησης της άγριας καταστολής που διεξάγεται στη χώρα. Σε αυτό το μερίδιο του λέοντος ανήκει στην «Corriere della sera» που έχει έναν ιδιοκτήτη της εκδοτικής ομάδας και έναν διευθύνοντα σύμβουλο οι οποίοι είναι εγγεγραμμένοι στην P2 μασονική Στοά, την ίδια στην οποία ανήκουν αρκετοί εξέχοντες στρατιωτικοί της Αργεντινής, όπως ο στρατηγός Suárez Mason και ο ναύαρχος Massera, που δεν φείδεται, αυτός ο τελευταίος, να υποστηρίζει την ομάδα της οδού Solferino στην απόκτηση σε τιμές ευκαιρίας εγκαταστάσεων του μεγαλύτερου εκδοτικού οίκου της Αργεντινής που απαλλοτριώθηκε από το καθεστώς.

«Ενώ η καταστολή το 1978 φθάνει στο αποκορύφωμα της απέχθειας, στο Estadio Monumental του Μπουένος Άιρες οι Ολλανδοί και η Αργεντινή παίζουν τον τελικό του Παγκοσμίου Κυπέλλου. Ο στόχος του καθεστώτος είναι το μεγάλο γεγονός να αποσπάσει την προσοχή από το λουτρό αίματος στο οποίο βυθίζεται η Χώρα. Μάταια προσπαθεί να εξαφανίσει ακόμα και τον Arcadio Lopez, μια μυστηριώδη φιγούρα που αναγκάζεται μέσα σε ένα bunker να παρακολουθεί τον τελικό από μια μικρή τηλεόραση, υποφέροντας από σπαραξικάρδιες κραυγές και εσωτερικές φωνές».

Νάμαστε σε εκείνη την 25η ιουλίου 1978, εκείνη την κυριακή το απόγευμα, που μεταδίδεται παγκοσμίως, στην οποία παίζεται ο τελικός του Παγκοσμίου Κυπέλλου μεταξύ Αργεντινής και Ολλανδίας. Και πάλι ένας τελικός για την Ολλανδία, μετά από αυτόν που έπαιξε το 1974 εναντίον της Δυτικής Γερμανίας όπου, παρά την ήττα, έδειξε στον κόσμο την ουσία του «ολοκληρωτικού ποδοσφαίρου», δηλαδή, για να χρησιμοποιήσουμε τα λόγια του Sandro Modeo, «ένα στυλ παιχνιδιού που βασίζεται στη συνεργασία και τη συλλογική σκέψη, ένα στυλ του οποίου ο ρυθμός βασισμένος στην προσοχή στο χρόνο και το χώρο προσανατολίζει την ομάδα ανεξάρτητα από τον αντίπαλο».

Αυτή του 1974 είναι η Ολλανδία που καθοδηγείται από τον Rinus Michels που έχει πειραματιστεί με τον Ajax ένα συλλογικό ποδόσφαιρο με γεωμετρική ακρίβεια και που στην διήγηση προσδιορίζεται με την «depilastrizzazione που στη δεκαετία του Eξήντα έδωσε τη θέση της στην κατεδάφιση των ιερών πυλώνων στους οποίους ήταν κάθετα χωρισμένη η ολλανδική κοινωνία στο όνομα μιας πιο δυναμικής και λειτουργικής κοινωνικής συνοχής», στις γεωμετρικές τοπικές καλλιέργειες και στον πολεοδομικό σχεδιασμό του Άμστερνταμ »όπου τα εξπρεσιονιστικά κτίρια με τις επικλινείς στέγες και τις εκκεντρικές προσόψεις συνδιαλέγονται με τον λειτουργικό πολεοδομικό σχεδιασμό της κυψέλης, συμβάλλοντας στην κατασκευή μονάδων πολλαπλών χρήσεων όπου κάθε στοιχείο είναι πλήρες μόνο σε σχέση με τα στοιχεία που το περιβάλλουν». Ο Michels, που μοιάζει πραγματικά να ενσαρκώνει την προτεσταντική-καπιταλιστική ηθική, επιβάλλει στις ομάδες του μια σιδερένια πειθαρχία και εξαντλητικές προπονητικές πρακτικές, τόσο πολύ ώστε να αποκαλείται «ο Στρατηγός» από τους παίκτες του. «Όπως ο Ėjzenštejn, έτσι και αυτός σχεδιάζει σκίτσα αμιγούς αφαίρεσης σε λευκά φύλλα, δυναμικές γραμμές που στοχεύουν στην κατάληψη κάθε πιθανού χώρου», πυκνούς ιστούς περασμάτων που επιτίθενται στον χώρο και τον μειώνουν σε ενότητες.

Στα ίδια χρόνια κατά τα οποία η Ολλανδία αφιερώνεται στο totaalvoetbal, στο γήπεδο της Liverpool επιβάλλεται το passing game του William “Bill” Shankly: το ποδόσφαιρο δύο αγγιγμάτων, συλλογική εργασία και τρέξιμο, με την μπάλα που πρέπει να εξημερωθεί και να διανεμηθεί γρήγορα. «Είναι το loop της γραμμής συναρμολόγησης και της εξόρυξης. Είναι η κομμουνιστική πειθαρχία, ο μυστικισμός της μηχανικής […], όπως στο ορυχείο έτσι και στο γήπεδο ποδοσφαίρου παίζουν μαζί, ο καθένας πρέπει να είναι σε θέση να εκπληρώσει το καθήκον του καθενός, να δώσει εκείνο που είναι σε θέση να δώσει για να λάβει αυτό που χρειάζεται να λάβει».

Οι Michels και Shankly, όπως λέει στο βιβλίο, μπορούν να θεωρηθούν ως απόγονοι του ούγγρου Béla Guttmann, «όνομα πολλών συστατικών και λειτουργικών στοιχείων ενός μύστη της μηχανικής που υπάρχει από και για πάντα, το οντολογικό έμφυτο σχέδιο στο οποίο βρίσκουν οι Rinus Michels και Bill Shankly έμπνευση για να θέσουν τα θεμέλια του ολοκληρωτικού ποδοσφαίρου ». Είναι ακριβώς ο Guttmann, μετά τον πόλεμο, που θέτει στη σκηνή ένα παιχνίδι στο οποίο η πειθαρχία και η φαντασία αναμειγνύονται, η νεωτερικότητα και η παρακμή, με βάση το «δώσε την μπάλα-ξαναδώστην και σούταρε», όπου ενώνονται η προσωπική και αντάρτικη έλλειψη δυναμισμού ενός καλλιεργημένου και χαμένου γιου μιας παρηκμασμένης αυτοκρατορίας και η αυστηρότητα του κομμουνιστικού ποδοσφαίρου του Gusztáv Sebes που κάνει μεγάλη την Aranycsapat, την “ομάδα από χρυσάφι”», της Ουγγαρίας των χρόνων Πενήντα.

Ο Ajax του Michels και η Liveroppol του Shankly συναντώνται στο Champions Cup γύρω στα μέσα της δεκαετίας του ’60 που σηματοδοτήθηκε από μια ευρεία επιθυμία συλλογικής χειραφέτησης. «Στα οδοφράγματα που σηκώθηκαν στους δρόμους, στις πορείες που πλημμύριζαν τις πλατείες, στις καταλήψεις που ξαναγράφουν την καθημερινή λειτουργία των τόπων μελέτης και εργασίας και διασκέδασης, οι άνεμοι των ελευθεριακών περιστάσεων πνέουν στην ήπειρο από διαφορετικές κατευθύνσεις. Έτσι και στο ποδόσφαιρο. Το ολοκληρωτικό ποδόσφαιρο του Rinus Michels είναι η καπιταλιστική σοσιαλδημοκρατία κόρη του καλβινισμού. Το ολοκληρωτικό ποδόσφαιρο του Bill Shankly είναι η αμοιβαία κομμουνιστική συνεργασία κόρη των αγώνων των εργατών. Και οι δύο είναι τέτοιες σαν αποτέλεσμα αλλαγής των σχέσεων παραγωγής σε μια δεδομένη ιστορική εποχή και σε ένα δεδομένο γεωγραφικό πλαίσιο, όπως φαίνεται από έναν από τους σημαντικότερους επιγόνους τους: τον ρώσο συνταγματάρχη Valerij Lobanovs’kvj […] την υψηλότερη έκφραση της ακαμψίας του επιστημονικού σοσιαλισμού που εφαρμόζεται στο ποδόσφαιρο […] Απόφοιτος της μηχανολογίας και πιστός στη γραμμή του κόμματος, ο Valerij Lobanovs’kvj γνωρίζει ότι πρέπει να μεταφράσει τη νέα κυβερνητική πορεία του υπαρκτού σοσιαλισμού στα γήπεδα ποδοσφαίρου». Και εδώ ανοίγει μια άλλη ιστορία, όλη να την διαβάσουμε.

Επιστρέφοντας σε εκείνη την 25 ιουλίου του 1978 με εκείνη τη θλιβερή φιγούρα του Arcadio Lopez που αρχίσαμε να γνωρίζουμε στις πρώτες σελίδες του βιβλίου προσπαθώντας να βουλώσει τα αυτιά του μάταια για να μην ακούει τις φωνές που βουίζουν στο κεφάλι του και «τις ελπιδοφόρες διεκδικήσεις για έναν καλύτερο κόσμο να υπόκεινται σε ηλεκτρικές εκκενώσεις που παραμορφώνουν τα γυμνά σώματα που με δυσκολία τις ανέχονται»με τις οποίες βρίσκεται να μοιράζεται το bunker των βασανιστηρίων, εκείνη είναι η ημέρα που η Ολλανδία, προπονούμενη αυτή τη φορά από τον Ernst Happel, βγαίνει ξανά νικημένη από έναν τελικό του Κυπέλλου του κόσμου. Κάτω από τα μάτια του Videla στο Estadio Monumental του Μπουένος Άιρες και των πολλών Arcadio Lopez μπροστά στις τηλεοράσεις, η Αργεντινή που προπονείται από τον σοσιαλιστή César Luis Menotti ο οποίος επιμένει να μας λέει ότι έχει οδηγήσει την ομάδα για τον λαό και όχι για το καθεστώς, γιορτάζει, και μαζί της η στρατιωτική δικτατορία. Σε κάποιους ιταλούς δημοσιογράφους απεσταλμένους στην Αργεντινή δεν απομένει παρά να επιμείνουν στην οργανωτική αποτελεσματικότητα, την ευγένεια των οδηγών ταξί και την νοστιμιά που έχουν οι μπριζόλες που σερβίρονται στο Μπουένος Άιρες. Ούτε οι επίμονες μητέρες της Plaza de Mayo καταστρέφουν την όρεξη και την παράσταση σε μεγάλο μέρος από τους φημισμένους γραφιάδες της δημοσιογραφίας μας (αθλητικής και όχι).

Στο δεύτερο μέρος του βιβλίου η ιστορία μετακινείται στη Βραζιλία, σχεδόν σαράντα χρόνια μετά το Mundial της ντροπής του 1978. Αργεντίνικη ντροπή, φυσικά, αλλά και του υπόλοιπου εκείνου κόσμου που σκέφτηκε, στην καλύτερη περίπτωση, να αναστείλει για τη διάρκεια της παράστασης την κρίση και να εστιάσει την προσοχή μόνο στα πράσινα ορθογώνια που προβάλλονται από τις καθοδικές λυχνίες, σεβόμενος αυστηρά τον κανόνα του θεατή που λέει πως πρέπει να προσποιούμαστε ότι δεν υπάρχει τίποτα έξω από τον αγωνιστικό χώρο, αποφεύγοντας έτσι να σκεφτεί τι απομένει έξω από τα ορθογώνια του παιχνιδιού, έξω από τα τηλεοπτικά πλάνα και από τις διηγήσεις των περισσότερων απεσταλμένων.

Περνάμε λοιπόν σε εκείνα τα Παγκόσμια Κύπελλα του 2014 όπου «τα μέσα μαζικής ενημέρωσης επικεντρώνουν τα φώτα τους στα γήπεδα ποδοσφαίρου της Βραζιλίας, αφήνοντας στη σκιά τις διαμαρτυρίες ενάντια στις σπατάλες και τις βάρβαρες επιχειρήσεις « ευπρεπισμού» της κυβέρνησης. Εδώ συναντάμε, μεταξύ των υψηλότερων κτιρίων στο Ρίο ντε Τζανέιρο τον »κ. Μ., έναν βρώμικο σούπερ αστυνομικό που σκοπεύει να καλύψει τις ίντριγκες της FIFA.» Τα βραζιλιάνικα γεγονότα διασχίζονται από επεισόδια που προέρχονται από την εποχή των σφιγμένων γροθιών στον αθλητισμό: από εκείνες που υψώνονται στον ουρανό από τους αφροαμερικανούς Tommie Smith και John Carlos στους ολυμπιακούς αγώνες του Μεξικού του 1968, που γνωρίζουν καλά πώς να ανάψουν φωτιές και να μείνουν στην ιστορία, σε εκείνες ικανές να προκαλέσουν μοναχά μια σπίθα του Paolo Sollier, του ιταλού ποδοσφαιριστή της Avanguardia operaia που καταγγέλλει δημοσίως τις παραμορφώσεις και υποκρισίες εκείνου του ποδοσφαιρικού κόσμου που θέλει να μείνει έξω από οτιδήποτε άλλο.

Έπειτα, υπάρχει χώρος για την αλληλοσύνδεση του αθλητισμού και της πολιτικής σε εκείνη τη Χιλή η οποία ανακηρύσσει τον στρατηγό Pinochet με κανονιές στις 11 σεπτεμβρίου 1973 με την μη ασήμαντη βοήθεια με αστέρια και ρίγες. Στη συνέχεια πέφτουμε επάνω στην άρνηση της σοβιετικής Ένωσης να παίξει στη Χιλή ένα παιχνίδι για τα προκριματικά του παγκοσμίου κυπέλλου του 1974 στη Γερμανία, άρνηση που αναγκάζει τη χιλιανή στρατιωτική χούντα να υπερβεί τα όρια του γελοίου παρουσιάζοντας την ομάδα της στον αγωνιστικό χώρο απουσία του αντιπάλου και σκοράροντας με τον αρχηγό Francisco Valdés το γκολ της πρόκρισης. Εάν η ΕΣΣΔ διατηρεί την ίδια αδιαλλαξία προς τη χιλιανή δικτατορία και το 1976, όταν αρνείται να αντιμετωπίσει την ομάδα του τένις στον ημιτελικό του Κυπέλλου Davis, αντιθέτως χωρίς πολλούς ενδοιασμούς συμμετέχει κανονικά στο παγκόσμιο κύπελλο ποδοσφαίρου του 1978 στην Αργεντινή των στρατιωτικών.

Άλλα επεισόδια της κουβέντας για την μπάλα είναι αφιερωμένα στον ποδοσφαιριστή Rachid Mekhloufi που εγκαταλείπει τη φανέλα της εθνικής ομάδας της Γαλλίας για να φορέσει εκείνη του αλγερινού Front de Libération nationale, πεπεισμένος ότι αυτό που έχει καταφέρει να κάνει για τους κολασμένους της γης, το έκανε με την μπάλα ανάμεσα στα πόδια, παίζοντας για την επανάσταση. Με ένα άλμα στο Αμβούργο το βιβλίο εστιάζει στον Volker Ippig, τερματοφύλακα της St. Pauli που ζει μεταξύ των καταληψιών της γειτονιάς και που γύρω από τα μέσα της δεκαετίας του Ογδόντα αποφασίζει να μετακινηθεί προς τη Νικαράγουα για έξι μήνες για να διδάξει το ποδόσφαιρο στα παιδιά στα σχολεία του Frente Sandinista de Liberación Nacional, για να επιστρέψει κατόπιν στο Αμβούργο να υπερασπιστεί ξανά την εστία της St. Pauli μέχρι το τέλος της αγωνιστικής δραστηριότητας όταν, μη μπορώντας να ανακυκλωθεί μέσα στον κόσμο του ποδοσφαίρου, τελικά βρίσκει εργασία στο λιμάνι. Σχετικά με τη γερμανική πόλη της Βόρειας Θάλασσας, κάποιες σελίδες του βιβλίου δεν μπορούσαν παρά να είναι αφιερωμένες στην διαπλοκή αθλητισμού- πολιτικής που χαρακτηρίζει την περιοχή μεταξύ της Hafenstrasse και του Millerntor-Stadion της St. Pauli.

Επιστρέφοντας στο Παγκόσμιο Κύπελλο Βραζιλίας του 2014, σε αυτούς η ιταλική εθνική ομάδα φτάνει μετά την κάκιστη φιγούρα τέσσερα χρόνια νωρίτερα στη Νότια Αφρική. Σε εκείνη την περίπτωση ζητήθηκαν οι αιτιολογίες της καταστροφής στην αποβολή του Marchisio, «του μέσου της Γιουβέντους ο οποίος στην πατρίδα απολαμβάνει της ασυλίας που κατοχυρώνεται στους bianconeri από το πρώτο άρθρο του ποδοσφαιρικού Συντάγματος». Ο αποδιοπομπαίος τράγος, φθάνει να μην παραδεχτούν την ήττα ολόκληρου του έθνους, πρέπει να βρεθεί. «Γι αυτό αθλητικοί δημοσιογράφοι, ειδικοί της επικοινωνίας των πρακτορείων μάρκετινγκ που χρησιμοποιεί η ιταλική ομοσπονδία ποδοσφαίρου, πρώην πολιτιστικοί αντάρτες κατά τη διάρκεια του πανεπιστημίου που κεραυνοβολήθηκαν επάνω στην οδό της εξουσίας, θέτουν ήδη σε κίνηση το εργοστάσιο συναίνεσης. Το θύμα, προκειμένου να επαναληφθεί η απόλυτη αθωότητά του, χρειάζεται έναν αποδιοπομπαίο τράγο καταδικασμένο να περιπλανιέται στην έρημο κουβαλώντας επάνω του τις αμαρτίες του έθνους. Για τη Βραζιλία του 2014 επιλέχθηκε ο Mario Balotelli: ο νέγρος».

Το Επεισόδια… Frammenti di un discorso sul pallone μεταφέρει αυτούς που διαβάζουν στο Παγκόσμιο Κύπελλο των ΗΠΑ το 1994, «όταν το ποδόσφαιρο υπέστη την οριστική μετατροπή σε ένα τηλεοπτικό προϊόν, το οποίο παρακολουθούμε μέσα από τα μάτια ενός παιδιού που κοιτάζει μια οθόνη μέσα σε ένα τεράστιο εμπορικό κέντρο με δυστοπική και ballardiana ατμόσφαιρα».

Υποστηρίζει ένας χαρακτήρας στο βιβλίο ότι εάν και το ποδόσφαιρο γνωρίζει την πρώτη βιομηχανική επανάσταση στο τέλος του δέκατου ένατου αιώνα με την κωδικοποίησή του σε «πολιτιστική βιομηχανία που μπορεί να εισαχθεί σε μια καπιταλιστική οικονομία οικογενειακής μήτρας, όπως ο τομέας της κλωστοϋφαντουργίας ή της μεταποίησης», η δεύτερη βιομηχανική επανάσταση θα ξεκινούσε με την έλευση της τηλεόρασης στο ποδόσφαιρο μέσα στη δεκαετία του Εξήντα για να φτάσει στη συνέχεια στο αποκορύφωμά της τις μέρες μας. Η τρίτη επανάσταση αντιθέτως θα έπρεπε να έχει σχέση με τη δυνατότητα που προσφέρεται στο χρήστη από τις νέες τεχνολογίες για την «εξαγωγή εξατομικευμένων προγραμμάτων κατανάλωσης». Πέρα από τους μελλοντικούς μετασχηματισμούς, σίγουρα η εμφάνιση της τηλεόρασης, και όχι μόνο στο ποδόσφαιρο, αποτέλεσε ένα σημαντικό σημείο καμπής, και όταν υπάρχουν στη μέση οι τηλεοράσεις η λέξη κλειδί είναι «the show must go on – η παράσταση πρέπει να συνεχιστεί», και λίγες ιστορίες, και από αυτή την άποψη ούτε οι νεκροί μπορούν να σταματήσουν την μηχανή του θεάματος και των επιχειρηματικών υποθέσεων.

Η επανάσταση της τηλεόρασης έχει συνδυαστεί με εκείνη των «ατομικών καθισμάτων» στα στάδια, δομές που, χάρη στις ολοένα και υψηλότερες τιμές, πρέπει να γίνουν μέρη προσβάσιμα σε περιορισμένο αριθμό θεατών που βρίσκονται υπό έλεγχο ενώ οι άλλοι θα πρέπει να προσφύγουν στη συνδρομητική τηλεόραση. Οι τραγωδίες του Haysel στις Βρυξέλλες στις 29 μαΐου 1985 και του Hillsborough στο Σέφιλντ στις 15 απριλίου 1989, αποδείχτηκαν από αυτή την άποψη ευκαιρίες που δεν πρέπει να χαθούν για να πιεστεί περαιτέρω ο επιταχυντής του μετασχηματισμού που βρίσκεται σε εξέλιξη.

Για να τα πούμε όλα, στην περίπτωση του Σέφιλντ η κυβέρνηση της Μάργκαρετ Θάτσερ προσπαθεί με κάθε τρόπο να αποκρύψει τις οργανωτικές ευθύνες που σχετίζονται με τους χώρους που έχουν δεσμευτεί για τους οπαδούς και την λανθασμένη συμπεριφορά των αστυνομικών δυνάμεων που, μαζί με την ισχυρή περίφραξη ενάντια στις εισβολές που εισήγαγε η κυβέρνηση μετά την τραγωδία του Heysel, βοήθησαν να παγιδευτούν οι παρόντες σε ένα πολύ μικρό χώρο. Η κυβέρνηση της Σιδηρής Κυρίας έφτασε μάλιστα στο σημείο να εκμεταλλευτεί τον εξυπηρετικό προς αυτήν Τύπο για να διαδώσει ψευδείς και παρεκκλίνουσες έρευνες σχετικά με τις ευθύνες για το περιστατικό. “The show must go on”, σίγουρα, και μαζί με το θέαμα πρέπει να γίνουν τα πάντα ώστε να προωθηθεί κάθε προσπάθεια να καταστεί ακόμα πιο κερδοφόρο, με οποιοδήποτε απαραίτητο μέσο. Αλίμονο, ο κόσμος των επιχειρήσεων δεν διστάζει, δεν αμφιταλαντεύεται ποτέ μπροστά στους νεκρούς.

Μερικά αποσπάσματα μπαλαδορικής κουβέντας είναι επίσης αφιερωμένα στον Éric Cantona, έναν μαρσεγιέζο στον οποίο ο ρόλος του απλού ποδοσφαιριστή, αν και εξαιρετικού, του ήταν πάντα σφιχτός και που, πάνω απ ‘όλα, ποτέ δεν απέφυγε να λέει και να κάνει εκείνο που περνούσε απ’ το κεφάλι του: από το πάθος για την ζωγραφική στο να δηλώνει ότι προσελκύεται από την άρνηση της εξουσίας που ασκούσαν οι γάλλοι ληστές της δεκαετίας του ’70 Mesrine και Spaggiari, από τις εκστρατείες για να καταρρεύσει το τραπεζικό σύστημα στο να προσφέρεται για τη διαφήμιση μεγάλων εμπορικών σημάτων, από τη στάση του εναντίον γάλλων πολιτικών στη μόδα μέχρι τις κινηματογραφικές του συμμετοχές.

Αφού άνοιξε με το Παγκόσμιο Κύπελλο του 1978 στην Αργεντινή, το βιβλίο κλείνει με μια ιστορία επικεντρωμένη σε εκείνο τον Paul Breitner που βρίσκουμε στον τίτλο του τόμου, εκείνου του γερμανού ποδοσφαιριστή που συνήθιζε να παρουσιάζεται στις προπονήσεις της Μπάγερν Μονάχου με το Μικρό Κόκκινο Βιβλίο του Μάο πεπεισμένου πως μπορούσε να συμβιώνει τον κομμουνιστικό του λόγο με τα χρήματα που κέρδιζε στην Ρεάλ Μαδρίτης, την ομάδα του Φρανσίσκο Φράνκο, και που γι αυτές του τις αντιφάσεις καταλήγει, σε αυτές τις σελίδες, στόχος ορισμένων μελών της Rote Armee Fraction.

«Ποια σχολή παιχνιδιού, σημαία ή αντίληψη της μπάλας κατάφερε να ξεφύγει από τις λογικές του κεφαλαίου; Όλες, καμία. Επειδή το παιχνίδι της μπάλας γεννιέται ήδη σύγχρονο. Είναι ένα εμπόρευμα, μια συσκευή του θεάματος και ένας μηχανισμός εξουσίας ». Ο Luca Pisapia καταπίνεται βαριά. Οι παθιασμένοι του ποδοσφαίρου αιχμάλωτοι της ρομαντικής νοσταλγίας για το ποδόσφαιρο των αναμνήσεων προειδοποιήθηκαν στην αρχή: το Uccidi Paul Breitner. Frammenti di un discorso sul pallone πραγματικά δεν είναι το βιβλίο τους.

 

https://www.carmillaonline.com/2019/01/22/sport-e-dintorni-frammenti-di-un-discorso-sul-pallone-il-miglior-apparato-ideologico-al-servizio-del-capitale/

τα βιβλία του μιχάλη, i libri di michele

ΞΞ. χόρεψες πάνω στο φτερό του καρχαρία – 10

Ας επιστρέψουμε όμως και πάλι πίσω. Βρίσκομαι λοιπόν για λίγο ακόμα στη Θεσσαλονίκη, είναι αρχές του 2000 όταν χωρίζουμε με τη Λίνα. Τότε ήταν που γνώρισα εκείνα τα παιδιά από τα οποία άκουσα για ρέικι, με μύησαν κιόλας, μου έδειξαν καινούρια πράγματα, εμπειρίες και τρόπους εναλλακτικούς να κάνεις θέατρο ας πούμε, με αυτό ασχολήθηκα εγώ, εμπειρίες εξωστρέφειας, άνοιγμα του μέσα, του εγώ, εξωτερίκευση μύχιων σκέψεων και προβληματισμών, κάτι σαν ομαδική ψυχοθεραπεία κάποιες στιγμές, εξωτερικεύεσαι κάνοντας τέχνη. Εμείς, η ομάδα στην οποία μετείχα το έκανε δημιουργώντας θέατρο, παράσταση Και όπως σας είπα με μύησαν στο ρέικι,το οποίο άφησα αργότερα, στα χρόνια που ξεκίνησε ο φόβος, [μετά τις αρρώστιες].

Έχω επιστρέψει από τη ‘συμπρωτεύουσα’ καλοκαίρι του ‘01,αφού πεθαίνει ο πατέρας μου και απολύομαι από τη δουλειά στον κλιματισμό,μιας και υπάρχουν μεγάλες αλλαγές και ανακατατάξεις στην επιχείρηση. Γίνομαι ασφαλιστής με εκπαιδεύουν στην Καβάλα και στην Αθήνα για το καινούριο ξεκίνημα.Ζορίζομαι πολύ,χρειάζεται να ντύνομαι σαν χαρτογιακάς, όχι ότι δεν μου πάει,μου κάθεται όμως κάπως, στάθηκα αξιοπρεπώς στο χώρο,μα κάτι δεν μου ταιριάζει. Υπάρχει και αυτή η λαθεμένη άποψη περί λαμογιάς του κλάδου, μέχρι να πάρω μπρος,μπαμ και κάτω, στηθάγχη και ανάγκη τετραπλού by pass !! Πάρτον κάτω! Χοληστερίνη κληρονομική, βουλωμένες αρτηρίες, εγχείρηση ανοικτής καρδιάς, εντατική κλπ. Από τότε λοιπόν άρχισαν οι κρίσεις πανικού.

Έχω ήδη γνωρίσει, ερωτευτεί και παντρευτεί τη Βίκυ, γεννιέται και ο Προδρομάρας ένα πρωινό του Γενάρη ανήμερα τα Φώτα, και χιονίζει αβέρτα. Είναι πια το 2004, η χρονιά του μεγάλου μας τσίρκου. Μου αρέσουν τα σπορ, τρελαίνομαι για τον στίβο,γουστάρω πολύ. Για την Ελλάδα όμως είναι καταστροφή και το λέμε από πριν.
Βλέπουμε την τελετή στο Paradiso και μετά πάρτι στην Αλμύρα με τον John Digweed. Όλη νύχτα, αλλά το μέλλον έχει υποθηκευτεί.
Η εντατική μαρτύριο, 21 του δεκέμβρη εγχειρίζομαι, τα φάρμακα με έχουν κάνει άνω κάτω, η ψυχολογία γάμησε τα, βγαίνω τη μέρα του μεγάλου τσουνάμι στην Ανατολή, στην Ταϋλάνδη, έχοντας αφήσει γερά τα σημάδια μου στους νοσηλευτές. Μέχρι τότε ένιωθα άτρωτος, ο φόβος έχει φωλιάσει στην ψυχή μου. Άγιος Λουκάς, Αντώνης Πίτσης. Εντατική, μ’ έχουν πειράξει τα κατασταλτικά φάρμακα, κάνω δυο μέρες να κλείσω μάτι, αντιστέκομαι στη ‘δολοφονία’ που ‘πιστεύω’ πως μου ετοιμάζουν οι νοσηλευτές για να δώσουν την καρδιά μου σε πρώην αθλητή του Άρη που νοσηλεύεται στο διπλανό σε εμένα κρεβάτι!
Αβάστακτο έμοιαζε τότες, κακό όνειρο σήμερα.
Συνήλθα!

Βέβαια μέχρι να γίνει οριστικά αυτό άλλες Συμπληγάδες Πέτρες. Εκεί που πάω να συνέλθω για τα καλά από την επέμβαση, τα παρελκόμενα και το πατατράκ, άρπα την, ανακαλύπτω τυχαία φθινόπωρο του 06 πως έχω λέμφωμα! Άντε βγάλε τα πέρα! Χρόνια λεμφοκυτταρική λευχαιμία! τυχερός βέβαια στην ατυχία μου,δεν είναι καλπάζουσα. Αρχίζουν επιθετικές χημειοθεραπείες, ο γιατρός μου είναι της αμερικάνικης σχολής, αντιμετωπίζει την αρρώστια επιθετικά και την εξαφανίζει. Αντέχω. Εγώ ξέρω πως ! Εμμανουηλίδης, Διαβαλκανικό Ο πρώτος καιρός ήταν μαρτυρικός, τότε που δεν έχεις ακόμη καταλάβει τι παίζει, τι εστι βερίκοκο, ποια θα είναι η εξέλιξη,πως θα ανταποκριθεί ο οργανισμός. Σιγά σιγά συνηθίζεις, στην αρχή είναι πιο ζόρικα γιατί δεν ξέρεις τι σε περιμένει. Βέβαια μεγαλώνει η κόπωση με τον καιρό, εκείνο τα ασφυκτικό συναίσθημα. Νιώθεις να πνίγεσαι συχνά. Και ξαναγύρισαν οι κρίσεις πανικού που είχανε πάει ταξίδι. Βράσε τα Χαράλαμπε, πέρασε κι αυτό ,αντέξαμε, μοιάζουν άσχημο όνειρο όλα αυτά πλέον. Κι άλλο κακό ας μη μας βρει !!

Ήμουν ασφαλιστής και σχεδόν από την πρώτη μέρα δούλευα . …να μη πούμε ψυχικά ανάπηρος, από τη δεύτερη και σωματικά. Μη το συζητάμε! η Βίκυ κοιμήθηκε το βράδυ μαζί μου και ήμουν γερός, ξύπνησε ράκος. Μεγάλα λόγια αλλά αληθινά. Τα κουράγια να με εγκαταλείπουν, παρατρίχα να την πληρώσει ο Πρόδρομος,που έπρεπε να μεγαλώσει φυσιολογικά κι εγώ μόνο τέτοιος δεν ήμουν για πολύ, πολύ καιρό. Πέρασε και αυτό, μου έχει αφήσει σημάδια. Μου λείπει η ενέργεια, αργώ να επανέλθω, είναι τραυματισμένη η ψυχή,αυτό είναι το κυριότερο. Τι γίνεται με την αυτοπεποίθηση; Καταλαβαίνεις πλέον, συνειδητοποιείς πόσο ευάλωτος είναι ο άνθρωπος. Από πρώτο χέρι.
Φοβήθηκα !
Εκνευρίζομαι ευκολότερα, ήμουν νευρικός και ευέξαπτος έτσι κι αλλιώς.

  • Επιστρέφουν οι θύμησες.
    Τι εμπειρία και αυτή στον Ορειβατικό με τον Τσιλογιώργη, ανεβήκαμε τα βουνά της Βόρειας Ελλάδας με όλους τους τρόπους, μάθαμε την αναρρίχηση στον πάγο, περπατήσαμε και σκαρφαλώσαμε στο χιόνι, τσουλήσαμε σε απότομες πλαγιές για να μάθουμε να φρενάρουμε, περάσαμε τέλεια, είδαμε ομορφιές απίθανες, κολυμπήσαμε στον παγωμένο Βοϊδομάτη και στις πηγές του, ήταν τέλεια.
    Είχα και μοτόρια, Tenere πρώτα και Africa μετά, ένα 400άρι ενδιάμεσα,ταξίδεψα πολύ, μέσα στην Ελλάδα φυσικά μιας και το εξωτερικό είναι απαγορευμένο, Δεν καίγομαι,είναι πανέμορφη η χώρα, άσε που τώρα πια το να γυρίσεις ή να κάνεις διακοπές γίνεται ολοένα δυσκολότερο και σε πολύ λίγο θα μοιάζει απαγορευμένο και αυτό.

Με κάλεσαν φίλοι στη Γερμανία, χρόνια πίσω, ο Γιώργος με τον Vladan.Είπα, θα με έχουν ξεχάσει πια είκοσι χρόνια μετά τις διώξεις. Πήγα.Με τσίμπησαν στα σύνορα, μόλις κατέβηκα το αεροπλάνο, η Έλλη έκανε να ξαναμιλήσει ένα μήνα. Στάμνχαιμ, Στουτγάρδη, παρέα με κούρδους, βόσνιους, κροάτες και μόνο προς το τέλος με έναν έλληνα. Το εθνικιστικό ήταν σε έξαρση, τα χρόνια του εμφύλιου στην Γιουγκοσλαβία, υπήρξε όμως αλληλεγγύη στη φυλακή, όχι ρατσισμός και τέτοια, δεν σκέφτηκαν να μας πειράξουν μουσουλμάνοι ή καθολικοί που ήταν πολλοί περισσότεροι μάλιστα.
Με θέλανε πίσω οι Ιταλοί,με είχαν καταδικάσει ερήμην πολλά χρόνια, καμιά εικοσαριά. Η δίκη όμως στην Ελλάδα,που οι ίδιοι είχαν ζητήσει, προηγείτο, άρα η καταδίκη στην Ιταλία δεν έχει καμία νομική ισχύ σύμφωνα με το διεθνές δίκαιο. Δεν δικαιούται λοιπόν η Γερμανία να με εκδώσει και επιστρέφω ελεύθερος. Έμεινα σαράντα μέρες στον τόπο όπου αντάρτες της Raf άφησαν τη τελευταία τους πνοή.
Τι ζητάω; Μια ευκαιρία στον Παράδεισο να πάω!

Έγινα καπετάνιος, ταξιδευτής, αναζητητής, ήμουν μαχητής, έχω να θυμάμαι. Ζωή σαν παραμύθι μοιάζει τώρα που τη ξετυλίγω..
Τις πορείες, τις καταλήψεις στα εστιατόρια της πόλης για να επιβάλλουμε προλεταριακή τιμή στο φαγητό, ίση με αυτή των φοιτητικών εστιατορίων. Τις καταλήψεις σε κτίρια και σχολές, μέρες και νύχτες αγκαλιασμένοι, αδελφωμένοι, αυτόνομοι.
Τις συγκρούσεις, η αδρεναλίνη στα ύψη,η αίσθηση του απόλυτουη αντιεξουσία στην πράξη, η πόλη μας ανήκει. Φτάσαμε παντού με τραίνα που έχουν καταληφθεί. Ρώμη, Μπολόνια, Μιλάνο, Νάπολι,Πίζα, Λιβόρνο,Τζένοβα, Ραβέννα μου έρχονται στο μυαλό. Στις μεγάλες πάνω από μία φορές. Χιλιάδες, όλοι όμοιοι, ο ένας να φυλάει τα νώτα του άλλου. Είδα κτίρια στις φλόγες, οι σφαίρες να σκίζουν τον αέρα, μια φορά στη τεράστια διαδήλωση της Ρώμης το ’77 τις ένιωσα σχεδόν κυριολεκτικά στο πετσί μου,τότε που οι σύντροφοι άνοιξαν δυο τρία οπλοπωλεία. Κτίρια σύμβολα της κρατικής εξουσίας να βάλλονται με πραγματικά πυρά. Τρεχάλα, πορεία και ξανά τρεχάλα, άλλοτε συντεταγμένα, άλλοτε μας διασπούσαν, διασκορπισμένοι για να ανασυνταχθούμε λίγο πιο κάτω, για ώρες.. Απαλλοτριώσεις μεγάλων καταστημάτων, επανοικειοποίηση του πλούτου.Που από ιδιωτικός, ατομικός γινότανε κοινωνικός. Εισβολές σε γραφεία και εταιρίες. Αυτά!

συνέδριο στην Bologna

Για να είμαστε πολλοί μαζί στην καθημερινότητα της διαβίωσης, ψάχναμε παλιά αρχοντικά με τα οποία ήταν διάσπαρτη η ύπαιθρος γύρω από την πόλη. Τα νοικιάζαμε λοιπόν αρκετοί μαζί κι έτσι η τιμή γίνονταν προσιτή. Πανέμορφα τεράστια κτίσματα, κρυμμένα συνήθως στο πράσινο, μέσα σε δάση, που οι ιδιοκτήτες τους απόγονοι ξεπεσμένων ευγενών αδυνατούσαν να συντηρήσουν. Ήταν λίγο απομακρυσμένα βέβαια και η συγκοινωνία όχι και τόσο συχνή. Όλο κι έσκαγε κάποιος με αυτοκίνητο όμως και διευκόλυνε τα πράγματα.

Ξαναλέω πως αδυνατώ να ορίσω το σωστό και το λαθεμένο μιας και οι απόψεις διίστανται, είναι υποκειμενικές. Η κοινωνία,οι πολλοί δείχνουν χρόνια τώρα πως αρκούνται στο να είναι θεατές σε αυτά που συμβαίνουν, και μάλιστα στο ίδιο έργο. Τους αρκεί να αποδέχονται παθητικά άλλοι να ορίζουν τις τύχες τους, την έκβαση των υποθέσεων που τους αφορούν. Μην παίζουμε με τις λέξεις, η παθητικότητα τους χαρακτηρίζει, αντιπαθούν το ξεκούνημα. Αρκούνται στην ετερονομία. Και με αυτή τους την στάση καθορίζουν και τις ζωές των υπολοίπων. Που όταν εξεγείρονται ακούνε βρισίδια κι από πάνω. Τους αφήνουν απροστάτευτους. Βέβαια τα οφέλη από τις κινητοποιήσεις τα καρπούνται όλοι!

Γράφω αυτές τις γραμμές γυμνός στα βράχια του Μπάτη,στη μύτη, απέναντι από την Κακόπλακα. Βλέπω πιο πίσω την Καβάλα που αστράφτει στον ήλιο, και ζωγραφίζεται μια εικόνα που αποτυπώνει την κατάσταση για την οποία μιλάμε. Η Παναγία κάνει τη μεγάλη διαφορά μέσα στο κάδρο. Με σπίτια που έχουν άποψη, που έχουν χρώμα. Με τα κόκκινα κεραμίδια. Σχεδιασμένα με ευαισθησία. Η υπόλοιπη εικόνα άχρωμη, όλα ίδια, γκρίζες πολυκατοικίες, τετράγωνα μεγάλα κουτιά. Χωρίς ψυχή Κάποτε τα μαστόρια έδιναν ζωή στα δημιουργήματά τους. Σήμερα. … να τελειώνουμε μια ώρα νωρίτερα.
Χώροι για να μαντρώνουν, να κοιμίζουν.

Θελήσαμε ν’ αλλάξουμε την κοινωνία,φτιάχναμε και τους εαυτούς μας διαφορετικά, όλα διαμορφώνονται, έτσι κι αλλιώς. Με τα χρόνια, με τις προσπάθειες. Ότι σπέρνεις φυτρώνει. Η σπορά μένει. Αύριο θα καρπίσει!
ΤΟ ΚΑΛΌ ΚΑΙ ΤΟ ΚΑΚΟ ΣΥΝΥΠΑΡΧΟΥΝ. Εκείνο που χρειάζεται είναι να ισορροπείς, σαν τον σχοινοβάτη. Κι όταν επικρατεί η αγάπη και η αλληλεγγύη είναι καλό. Ο ένας για όλους και όλοι για τον ένα.

Θα αδίκησα σίγουρα κάποιους, δεν έγινε με πρόθεση.

Και, άντε να γράψεις μπαλάντα σαν το One και να την ερμηνεύσεις όπως ο Bono.
In the name of love.
Ο οποίος φυσικά διαγράφηκε από την καρδιά μας μόλις έγινε αυλοκόλακας προέδρων-δολοφόνων.

Ταξίδεψα, είδα και άλλη ήπειρο. Μεξικό, Σαλβαδόρ, Βρετανική Ονδούρα. Σε αυτή την τελευταία μάλιστα που είναι όλη κι όλη η χώρα μια πόλη, κτισμένη ολοκληρωτικά με ξύλο και την αποχέτευση να χύνεται σε ποταμάκι που την διασχίζει. Μοναδικό και φυσικά σιχαμερό. Το μακρινό 1979 νομίζω, καλοκαίρι.Μέρη διαφορετικά, ζούγκλα, υγρασία αφόρητη, πήγα στις πυραμίδες των Αζτέκων και αυτές των Μάγια, βαθιά μες τη ζούγκλα, σκαρφαλώνεις σχετικά εύκολα μα το κατέβασμα είναι σκέτη περιπέτεια,γιατί είναι πολύ απότομες. Και το ασήμι πάμφθηνο.
Σε υψόμετρο, με λίμνες τεράστιες, ιθαγενείς που μιλούν σχεδόν μόνο την αρχαία γλώσσα τους και δεν καταλαβαίνεις λέξη, συνεννόηση μονάχα με νοήματα, Με τους υπόλοιπους εμείς ιταλικά,αυτοί ισπανικά με ξεχωριστή προφορά, ρίζα λατινική και οι δύο γλώσσες, συνεννοούμασταν. Mexico City αχανές,το κέντρο πανέμορφο, στην περιφέρεια παραγκούπολη.

Πολύ αργότερα,πίσω ξανά, ο μεγάλος Τζίμας κάνει παρέα στο Τεμπελχανείο με τον Μανώλη, τον Βαγγέλη και τ’ άλλα παιδιά, θα μας φύγει κι αυτός βρε γαμώτο! Ο Καρράς ανοίγει ξανά την Μυροβόλο παίρνοντας την σκυτάλη από τον Τσαλκιτζόγλου, αφού έχει περάσει εν τω μεταξύ από τον Κήπο και την Μαρκίζα. Ο Γκάλης Ελλαδογραφία, στα Καπνομάγαζα τώρα, έκανα κι εγώ κάποια μεροκάματα εκεί για να βοηθηθώ στο ξεκίνημά μου σαν ασφαλιστής, μέχρι ν’ αρχίσω να βγάζω κάποια χρήματα απ’ την καινούργια μου δουλειά. Πολλά χρόνια πριν με τα παιδιά του Έρεβος φτιάξαμε και δουλέψαμε το Πικ Νικ στη Βενιζέλου. Ήταν τα χρόνια του Ωκεανίς, Σαρίδης, Picchio Rosso με τους αδελφούς Κοντόρια, Salina και Νικολαϊδης με τον αγαπητό Σούλη στην Ηρακλίτσα, Enjoy στην Πέραμο,και Χρήστος Τουμανίδης στο Παλιό με το Joyfull. Γίνεται friend αργότερα και κατεβαίνει και αυτός παραλία. Στο χωριό,στην Ηρακλίτσα κάποια στιγμή ο Μίκης με τον Καφά φτιάχνουν το Ναυτίλο, και στους παρθένους ακόμη αμμόλοφους ο Βαγγέλης ο Γκαγκάκιας ένα απλό,χαριτωμένο μπαράκι για να ξεδιψούν οι γυμνιστές που αναγκαστήκαν να φορέσουνε μαγιό. Αυτό,ακόμη πιο πίσω στον χρόνο.

Dire Straits & Eric Clapton – Walk of Life [Wembley -88]

Ανέβηκε στις 3 Σεπ 2008

Dire Straits performing live with Eric Clapton at Wembley Stadium at Nelson Mandela 70th Birthday Party 11th June 1988.

Ήταν τα χρόνια του Bico και του Νέλσωνα Μαντέλα, των μεγάλων μουσικών ραντεβού για την ελευθερία, ενάντια στον ρατσισμό και το απαρτχάιντ, για την απελευθέρωση του μεγάλου ηγέτη. Των αγώνων ενάντια στην νεοαποικιοκρατία, για το δικαίωμα στη ζωή, ενάντια στην καταλήστευση του Τρίτου Κόσμου, αυτό που αργότερα έγινε αγώνας ενάντια στο χρέος. Τότε επίσημα χρεωμένος φαίνονταν μοναχά ο Τρίτος Κόσμος,που τον λήστευαν απ’ όλες τις πλευρές για να απολαμβάνουμε προνόμια εμείς οι υπόλοιποι και μία ‘άνετη’ ζωή.

Σήμερα ζούμε τα χρόνια που θα έπρεπε να πολεμάμε ενάντια στα χρέη του ‘Πρώτου Κόσμου’.
‘Για ένα κομμάτι ψωμί δεν φτάνει μόνο η δουλειά, δεν φτάνει μόνο το μυαλό σου, δεν φτάνει μόνο το κορμί σου, το πιο σπουδαίο είν’ η ψυχή σου δικέ μου. Έχει τους νόμους της αυτή η ιστορία.’

1976, τραγούδι Μίκης Θεοδωράκης. Τους στίχους, συγκλονιστική προφητεία ο Νίκος Γκάτσος.
Τη μουσική ο Μάνος Χατζιδάκις.
ΕΛΛΑΔΟΓΡΑΦΊΑ.
Τω καιρώ εκείνο ο ακμαιότατος κλάδος της πελασγικής δρυός εκάλυπτε τρείς οικισμούς πέριξ του μυστηριώδους Βράχου της Ακροπόλεως. Αλλά μετά τα δραματικά γεγονότα της Μεσοποταμίας, τα οποία οδήγησαν εις την έξωσιν των πρωτοπλάστων εκ της κοιλάδας του Τίγρεως και προεκάλεσαν σύγχυσιν εις τας φρένας των ανθρώπων οι οικισμοί των Αθηνών ήρχισαν να πληθύνονται παραλόγως. Αποτέλεσμα υπήρξεν η αλματώδης επέκτασις της πόλεως και η δημιουργία του μεγάλου άστεως, το οποίο κατά τους αρχαιόπληκτους ιστορικούς εμεγαλούργησε και περιεβλήθη την αίγλη της αιωνιότητος.
Επίσκοποι και προεστοί
κατακτητές και στρατηλάτες
επαναστάτες και αστοί
της ιστορίας οι πελάτες.
Αλλά οι αρχαίοι Θεοί, εν τη μερίμνη των διά τα υπόλοιπα πελασγικά φύλα, απεφάσισαν την βαθμιαία κατάρρευσιν των Αθηνών ως ηγέτιδος πόλεως, και την απαλλαγήν του Ελληνισμού, ως εθνικού πλέον συνόλου, εκ των κινδύνων του συγκεντρωτισμού. Κατά τους επόμενους μακρούς αιώνας κατεβλήθησαν αρκεταί προσπάθειαι δια την αναβίωσιν του παλαιού άστεως, αλλ’ αύται απέβησαν άκαρποι. Ευτυχώς δε, διότι κατά την νεωτέραν και σκληροτέραν δοκιμασίαν του γένους, η εκ νέου κυριαρχία των Αθηνών θα απεδυνάμωνε τας κορυφάς και τας πεδιάδας της πελασγικής γης, αι οποίαι διεμόρφωσαν την οριστικήν φυσιογνωμίαν της φυλής και κατηύγασαν δι ανεσπέρου φωτός τους ομιχλώδεις ορίζοντας της περιδεούς ανθρωπότητος.
Στο Σούλι και στην Αλαμάνα
κάναμε φως τη συμφορά
θα μας θυμούνται τάχα μάνα
καμμιά φορά ;
Ματαία ελπίς. Ουδείς τους ενεθυμήθη ως ζώσαι αιωνιότητας, ουδείς τους κατενόησεν εις τας πραγματικάς των διαστάσεις. Και αι Αθήναι, καταστάσαι πρωτεύουσα του νεοπαγούς κράτους, ήρχισεν να προετοιμάζονται δια την εκ νέου απορρόφησιν της ικμάδας του έθνους. Αλλά η προγονική κληρονομιά δεν είχεν εξ ολοκλήρου σπαταληθεί και οι μεταγενέστεροι αδελφοί του μικρού Χαρμόπουλου ,εκ των Ηπειρωτικών ορέων και εξ όλων των στενωπών της αθανάτου πατρίδος, διέπλευσαν την Αχερουσίαν της μοίρας των με την γαλήνην του μαρτυρίου και της θυσίας. Και τα βαρβαρικά έθνη ηπόρησαν και κατ’ ιδίαν εκάγχασαν ακριβώς όπως
αι Αθήναι
Χτυπάτε της οργής προφήτες
καμπάνα στην Καισαριανή
να ρθουν απόψε οι Διστομίτες
να ρθουν κι οι Καλαβρυτινοί
με σπαραγμό κι απελπισία
για τη χαμένη τους θυσία.
Άραγε είναι αληθές ότι η θυσία των απέβη επί ματαίω ;
Ουδείς δύναται να αποφανθή μετά βεβαιότητος και ουδείς δύναται να προεξοφλήση το μέλλον διότι η ιστορία του ανθρώπου είναι μία συνεχής παλινδρόμησις. Αλλά με την διαρκώς ογκούμενην υπερτροφίαν της Αττικής αι προοπτικαί διαγράφονται σκοτειναί. Οι αρχαίοι Θεοί δεν υπαρχουν πλέον δια να δώσουν την λύσιν, και ούτω, θάττον ή βράδιον, αι Αθήναι θα συγκεντρώσουν εις τους κόλπους των και θα εξαφανίσουν διά παντός την Ελληνικήν αρετήν, ως ο Κρόνος εις το απώτατον παρελθόν κατέτρωγε τα ίδια αυτού τέκνα ή ως ο Ήλιος εις το απώτατον μέλλον θα συγκεντρώσει εις τας αγκάλας του τους πλανήτας του
και θα καταβροχθίσει αυτούς!
Γένοιτο! και εις τους αιώνας των αιώνων αμήν.
Πότε θ’ ανθίσουν τούτοι οι τόποι ;
Πότε θα ρθούνε καινούργιοι ανθρώποι
να συνοδεύσουνε τη βλακεία
στην τελευταία της κατοικία ;

  • Θα ξεχωρίσω και θα αναφέρω δύο φανταστικές συναυλίες που είδα στην πόλη αυτά τα χρόνια. Η πρώτη στο θεατράκι της Παναγίας,με τα κρουστά του Δημήτρη Τουλιάτου και τον Ρος Ντέιλυ στην μπάντα, αξέχαστοι. Η δεύτερη στο αρχαίο θέατρο των Φιλίππων αποτέλεσε για μένα μια ντροπιαστική στιγμή στην πόλη, ο Γιάννης Μαρκόπουλος με όλο το επιτελείο του,και μιλάμε για εξαιρετικούς καλλιτέχνες, Χαλκιάς, Γαργανουράκης, Λαβίνα,δεν καταφέρνουν να μαζέψουν πάνω από τριακόσιους θεατές. Δεν πτοούνται όμως και δίνουν μια εξαιρετική παράσταση. Αξέχαστη.

Θα αναφέρω επίσης το υπέροχο feeling των περιστρεφόμενων ντερβίσηδων στο θεατράκι του κάστρου. Πανέμορφα.[ Tο θεατράκι αυτό πρέπει να εγκαινιάστηκε με παράσταση του Θεατρικού Εργαστηριού, εάν θυμάμαι καλά, τα χρόνια που βρέθηκα κι εγώ μαζί με τα παιδιά, την περίοδο πριν μετεξελιχθεί σε ΔΗΠΕΘΕ.]
Πρέπει να έχουμε ξαναμιλήσει για τις συγκρούσεις ανάμεσα σε Τζάγκερ αστυνομικούς και θεατές τον Απρίλη του 67 στην Αθήνα, κατά την διάρκεια της συναυλίας των Stones. Nα πούμε λοιπόν με την ευκαιρία και για άλλα σημαντικά μουσικά γεγονότα στα οποία στάθηκα τυχερός να παρευρίσκομαι.

Και πρώτα απ’ όλα στη φανταστική συναυλία των Pink Floyd στο ΟΑΚΑ, ότι ποιο δυνατό μου έχει συμβεί ΜΟΥΣΙΚΆ ΣΤΗ ΖΩΉ ΜΟΥ. Μάιος του 89. Mε το φίλο μου τον Τάκη τον ‘Μαπίκ‘. Θα πω μόνο πως ξεκίνησαν χαλαρά κι όσο περνούσε η ώρα η ένταση ανέβαινε, ο κόσμος στην αρχή αποσβολωμένος ξαφνικά ξέσπασε σε ένα ασταμάτητο παραλήρημα στο τελευταίο μέρος του θεάματος. Απλά πανζουρλισμός! Στην κιθάρα,δεν έχω λόγια να σας μεταφέρω τον τρόπο με τον οποίο την χειρίζονταν ο Gilmour. Δεν νομίζω να έχω ξαναδεί κάτι παρόμοιο.

Σεπτέμβρης 97, Θεσσαλονίκη και U2, ΣΤΟ ΛΙΜΆΝΙ, η πόλη για τρεις ημέρες ανέπνεε αλλιώς. Μηχανές. Απόλυτος άρχοντας στη σκηνή ο Bono, φανταστικός στην κιθάρα ο Edge. Τρομεροί. Τρεις μέρες ατέλειωτη γιορτή στην πόλη που την έχουν κατακλύσει νέοι απ’ όλα τα Βαλκάνια.

http://www.mixanitouxronou.gr/i-proti-synaylia-ton-u2-stin-ellada-peninta-chiliades-thaymastes-plimmyrisan-to-limani-tis-thessalonikis-pos-i-apergia-ton-teloneiakon-

Και να γυρίσουμε πιο πίσω στο μακρινό 88, είναι Οκτώβρης, πολύ ζεστός καιρός, έχω κατέβει με τη μηχανή στην Αθήνα μέσω Σκοπέλου, η μεγάλη συναυλία της Διεθνούς Αμνηστίας για τα ανθρώπινα δικαιώματα, η πιο πολιτική και συγκινητική μιας και κεντρική στιγμή στάθηκε αυτή που 30 με 50 ‘μητέρες των εξαφανισμένων της Αργεντινής’ παρέλασαν στη σκηνή, με τα μάτριξ να μεταδίδουν εικόνες από την καταστολή του φασιστικού καθεστώτος του στρατηγού Βιντέλα. Τρέϊσι Τσάπμαν, Πίτερ Γκάμπριελ, Γιου Σου Ν’ Ντουρ, ο δικός μας Γιώργος Νταλάρας να ξενερώνει την κατάσταση, ο Στίνγκ και ο Μπρούς Σπρίνγκστιν, έπαιξαν, τραγούδησαν και φώναξαν στον κόσμο να ‘ξεσηκωθεί για τα δικαιώματά του’. Πάλι στο ΟΑΚΑ.

  • Ιδιώτευσα λοιπόν πολλά χρόνια. Από την εξέγερση του 2008 και μετά πήρα τα πάνω μου, πέρσι με το κίνημα των πλατειών βγήκα απ’ το καβούκι μου, με τις όποιες δυνάμεις έχω. Είναι ενθαρρυντική η κατάσταση, κι ας μη φαίνεται αρκετά, κι ας αποκρύπτεται μαζικά από τα μέσα χειραγώγησης και παραπληροφόρησης. Ένα ικανό κίνημα έχει απλωθεί στις γειτονιές της Αθήνας και σε πολλούς χώρους της υπόλοιπης χώρας, αυτόνομο.Έχει δημιουργήσει αντιδομές, οργανώνοντας τον κόσμο της χειραφέτησης. Θέλει πολύ δρόμο ακόμη και υπομονή, και να σταθούμε μακριά από ιδεοληψίες. Θέλει ψυχραιμία. Το σύστημα χρησιμοποιεί απροκάλυπτα όλα τα όπλα που διαθέτει, κρατικά και παρακρατικά για να φιμώσει ή και να σβήσει τελείως όπου μπορεί τις μορφές αντίστασης και ανυπακοής. Οι δομές των ελεύθερων ανθρώπων που αυτοοργανώνονται είναι εκεί έξω. Οι αυτόνομες φωνές.

Ας κρατήσουν οι χοροί, υπάρχουν ήδη στέκια αλλιώτικα, επαρχιώτικα και παντού! Με χορούς κυκλωτικούς κι άλλο τόσο ελεύθερους σαν ποταμούς! ας πληθύνουν,ας δυναμώσουν. Έχουμε ένα πλούσιο παρελθόν από το οποίο να μάθουμε.
Δεν μοιάζουμε με κανένα από αυτά που κυκλοφορούν σαν πρότυπα από τους θεσμικούς παίχτες αυτού του ‘παιχνιδιού’ που λέγεται καπιταλισμός και αντιπροσωπευτική δημοκρατία. Ακούστε το με προσοχή.

Από τους τοίχους:
Αφήστε τις σακούλες και πιάστε τις κουκούλες.
Σκάσε και ψώνιζε.
Καταναλώνω, άρα υπάρχω.
Οι συνειδήσεις γεννιούνται στα οδοφράγματα.
Δούλευε, ψήφιζε και σκάσε.
Αφήστε τα ψώνια και πιάστε τα καδρόνια.
24ωρο της υποταγής, δουλειά και κατανάλωση και στ’ άλλα θεατής.
Ύλη παντού, αγάπη πουθενά.

συνεχίζεται

μιχαλης 277

αθλητισμός, sport

Ο dottor Sócrates. Το τακουνάκι που η μπάλα ζήτησε από τον Θεό … με το βίτσιο να πίνει και να υψώνει την γροθιά του

του Gioacchino Toni

Andrew Downie, Il Dottor Socrates. Calciatore, filosofo, leggenda, Ποδοσφαιριστής, φιλόσοφος, θρύλος, Le Milieu, Milano, 2018, σελ. 319, € 19,90

«Αυτό το βιβλίο είναι ένα θανάσιμο πλήγμα στην καρδιά: στη νοσταλγία μας, στις ψευδαισθήσεις μας. Όχι, δεν μπορεί να υπήρξε ένας πρωταθλητής και άνθρωπος όπως ο Δρ Sócrates. Ο Downie είναι ο νέος Πλάτωνας, ένας Πλάτωνας της μπάλας. Και μας διηγείται, από τη γέννηση μέχρι το θάνατο (την ημέρα του πολυπόθητου πρωταθλήματος που κατέκτησε η Corinthians), από τα πρώτα γκολ μέχρι τις απογοητεύσεις (όπως εκείνο το απόγευμα, λυπηρό μοναχικό και τελικό, της 5 ιουλίου 1982 στο «Sarrià» της Βαρκελώνης: 3-2 για το Ιταλία του αναγεννημένου Pablito Rossi», »ο θάνατος της ομορφιάς» για τους βραζιλιάνους), από την πανεπιστημιακή αποφοίτηση στο όνειρο, που επιτεύχθηκε, της Δημοκρατίας σε ένα έθνος, από το 1964 έως το 1984, που τραυματίστηκε και προσβλήθηκε από μια επαίσχυντη δικτατορία, εκείνος ο (σχεδόν) από τύχη ποδοσφαιριστής, ένας από τους πιο διαυγείς-καθαρούς πρωταγωνιστές του brasileiro εικοστού αιώνα» (Darwin Pastorin)

Με αυτά τα λόγια ο Darwin Pastorin προλογίζει το βιβλίο που αφιερώνει ο Andrew Downie στον «δικό» μας Σόκρατες, εκείνον που μπόρεσε να εισέλθει στον θρύλο ενός λαού που, πλαταίνοντας τα βραζιλιάνικα σύνορα, κατέληξε να καταλαβαίνει όλους εκείνους που ακόμη και μπροστά σε έναν ποδοσφαιρικό αγώνα ξέρουν να αναγνωρίζουν τα χαρακτηριστικά του επαναστάτη και του ονειροπόλου που κινείται ασκώντας τον στόχο της ελευθερίαςpraticando l’obiettivo della libertà.

Γαντζωμένοι με νύχια και με δόντια στα σκουριασμένα κλουβιά που δημιουργήθηκαν για να διαφλάξουν, αξιοθρήνητα, τους ιερούς τόπους του αθλητισμού από τον συρφετό που καταλαμβάνει τις κερκίδες της καθημερινής ζωής ή μπροστά στις οθόνες μιας τηλεόρασης, που αν υπολογίσεις σωστά όλα εκτελούν την ίδια λειτουργία, πολλοί έχουν αναγνωρίσει σε εκείνο τον άχαρο λεπτό και μουσάτο κάτι περισσότερο από ένα μεγάλο ποδοσφαιριστή. Πολλοί είδαν σε αυτόν, συνεχίζει ο Pastorin, «την υψηλή και σθεναρή φωνή ενός λαού που ζητά, ακόμη και από τους πρωταθλητές του ποδοσφαίρου, να αγωνιστούν για ένα συλλογικό καλό, να κατέβουν στο γήπεδο όχι μόνο για τη νίκη, αλλά για τις κατακτήσεις εκείνων που θέλουν να ξεφύγουν από τη σκιά, να δώσουν οριστικά στους εαυτούς τους φως και ελευθερία, να γίνουν αρχιτέκτονες και όχι υποτακτικοί, θηράματα του δικού τους πεπρωμένου » (σελ. 7-8).

Ποιος ξέρει, σε αυτή την εποχή του play station ποδοσφαίρου, πόσοι, μεταξύ των νεότερων, έχουν ακούσει για την Κορινθιανή δημοκρατία, Democracia Corinthiana. Και ποιος ξέρει πόσοι, μεταξύ των πιο μεγάλων, τη θυμούνται ακόμα αφού ήπιαν το μυαλό τους με τον ήχο των καταγεγραμμένων χειροκροτημάτων και των συναισθημάτων ενοχής διότι τόλμησαν να κάνουν μεγάλα όνειρα.

Το βιβλίο του Downie ανοίγει διηγούμενο την ιστορία της ομάδας της Βραζιλίας που κατέβηκε στο γήπεδο στο Παγκόσμιο Κύπελλο της Ισπανίας το 1982, μιλώντας για εκείνη την seleção που ήταν ικανή να εκφράσει μια ομορφιά παιχνιδιού που έχει χαρακτεί στο συλλογικό φαντασιακό των φιλάθλων του ποδοσφαίρου σε ολόκληρο τον κόσμο. Ήταν η ομάδα των Zico, Toninho Cerezo, Leandro, Júnior, Serginho και του Sócrates. Ήταν το μουντιάλ στο οποίο αυτή η χρυσή ποδοσφαιρική γενιά είδε τον δρόμο της να διακόπτεται απροσδόκητα, στο Στάδιο Sarrià, από την Ιταλία, ένα μονοπάτι που φαίνονταν διαγεγραμμένο και θα έπρεπε να κορυφωθεί με την ύψωση στον ουρανό του τροπαίου. Αλλά το ποδόσφαιρο μπορεί να είναι αδίστακτο, ανηλεές. «Χάσαμε με την Ιταλία, χάσαμε με τη γαμημένη μαλακισμένη Ιταλία», ο Paulo Isidoro επαναλάμβανε πολλές φορές εκείνη την ημέρα πηγαίνοντας στα αποδυτήρια. Ο Zico μίλησε για θάνατο του ποδοσφαίρου. Σύμφωνα με τον Sócrates η seleção «δεν θα έδινε ποτέ ξανά μια τέτοια λαμπερή παράσταση».

«Ωστόσο, εκείνη η ήττα δεν μετατράπηκε σε ένα είδος άλφα και ωμέγα για έναν άνθρωπο του οποίου η ύπαρξη πήγαινε πολύ πέρα απ’ το ποδόσφαιρο. Ακόμη και όταν η Βραζιλία προετοιμαζόταν να αντιμετωπίσει την Ιταλία στην πιο σημαντική συνάντηση της ζωής του, ο Sócrates σκέφτονταν μεγαλύτερες μάχες. Είχε ήδη δώσει ζωή σε εκείνη που θα γίνονταν η Κορινθιανή Δημοκρατία, η πιο ελπιδοφόρα επίδειξη δύναμης των παικτών σε μια ομάδα υψηλού επιπέδου. Οι ποδοσφαιριστές της Corinthians αναλάμβαναν τον έλεγχο του συλλόγου και απαιτούσαν να έχουν λόγο στη διοίκησή του. Ο Σόκρατες ζητούσε ελευθερία, και όχι μόνο για τον εαυτό του. Ήθελε όλη τη Βραζιλία να κάνει το ίδιο, απορρίπτοντας τη στρατιωτική δικτατορία και επανοικειοποιούμενη τη χώρα. Είχε δύναμη και προσωπικότητα, και ένα έθνος εκατόν τριάντα εκατομμυρίων ανθρώπων που παρακολουθούσε κάθε κίνηση του. Ένα όνειρο είχε σβήσει στην Ισπανία. Αλλά δεν θα άφηνε και το άλλο να του ξεφύγει τόσο εύκολα: την δημοκρατία» (σελ. 18).

Ο Sócrates, ακόμα και με όλες τις αντιφάσεις του, ήταν πάντα διαφορετικός. «Σε μια χώρα όπου το μελόδραμα διαλαλούνταν δυνατά και ανεμίζονταν σε κάθε γωνιά του δρόμου, στις οθόνες των τηλεοράσεων και σε κάθε ανθρώπινη σχέση, ο Σόκρατες ήταν ακριβώς το αντίθετο των συναισθηματικών συμπατριωτών του» (σελ. 19). Δεν κατανοούσε αυτή την υπερβολική προσκόλληση στο ποδόσφαιρο, όσο κι αν ήταν διασκεδαστικό, δεν έπαυε να είναι ένα παιχνίδι. «Όταν οι άνθρωποι με ρωτούν ποια ήταν η πιο λαμπρή περίοδος που έχω ζήσει στο ποδόσφαιρο, απαντώ: »Γάμα τα, η δόξα για μένα ήταν οι απαρχές με την Raio de Ouro», γιατί ταξίδευα στο πίσω μέρος ενός φορτηγού μαζί με ένα σωρό από αγόρια όλα διαφορετικά μεταξύ τους […] Κάθε ένα από αυτά είχε μια διαφορετική ζωή και διαφορετικές ανάγκες. Γαμώτο, εγώ είχα φάει μεσημεριανό, και μερικοί από αυτούς όχι, και πηγαίναμε να παίξουμε ποδόσφαιρο! Ήταν μια εμπειρία που μου δίδαξε πράγματα που δεν είχα μάθει ποτέ στο σχολείο, πράγματα που κανείς ποτέ δεν μου είχε πει στο σπίτι. Γιατί ο πατέρας μου τα είχε περάσει όλα αυτά. Μόνο με την πάροδο του χρόνου ανακάλυψα όλες τις δυσκολίες που έπρεπε να ξεπεράσει. Ποτέ δεν ήθελε να το μάθουμε» (p. 24).

Δεκάξι χρόνων ο Sócrates Brasileiro Sampaio de Souza Vieira de Oliveira, μπήκε στις νεανικές ομάδες της Botafogo αλλά αν το ποδόσφαιρο τον διασκέδαζε, το πραγματικό του όνειρο ήταν να γίνει γιατρός, σε σημείο να μπορέσει να αρπάξει από την εταιρεία την δυνατότητα να παρακάμψει μερικές εβδομαδιαίες προπονήσεις με σκοπό να ακολουθήσει ένα βραδινό σχολείο που τον προετοίμαζε για τις πανεπιστημιακές εξετάσεις. Έβρισκε απλώς γελοίο να τρέχει γύρω γύρω τον αγωνιστικό χώρο ή να πηδά επί τόπου, αυτός απλά ήθελε να έχει τη μπάλα ανάμεσα στα πόδια του. Μια κάποια ελευθερία σε σχέση με τις προπονήσεις ήταν σε θέση να τη διατηρήσει ακόμα και όταν ο νεαρός ποδοσφαιριστής, το 1973, κατάφερε να υπογράψει ένα συμβόλαιο με το Botafogo που του εξασφάλιζε ένα, αν και φτωχό, μισθό.

Έχοντας περάσει πολύ γρήγορα από τις νεανικές στην πρώτη ομάδα, ο Σόκρατες αντιλαμβάνεται οτι έχει πολύ χαμηλότερη αθλητική κατάσταση από τους αντιπάλους του και, σύμφωνα με τα λεγόμενα του, ήταν ακριβώς αυτό το έλλειμμα να τον ωθήσει να εφεύρει κινήσεις και εναλλακτικές λύσεις παιχνιδιού. «Το χτύπημα με την φτέρνα έγινε το εμπορικό του σήμα και τον αναγνώρισε ως έναν από τους πιο αυθεντικούς και συναρπαστικούς ποδοσφαιριστές της εποχής του. Οι οπαδοί ξεσπούσαν σε ζητωκραυγές από χαρά μπροστά σε εκείνες που έμοιαζαν με πινελιές ελεύθερης φαντασίας, αν και σπάνια ήταν τέτοιες. Ήταν ένας ρεαλιστής ποδοσφαιριστής που χρησιμοποίησε εκείνη την κίνηση για έναν σκοπό, όχι για να προσελκύσει την προσοχή. Ο Zico έλεγε ότι αυτό τον καθιστούσε έναν αίνιγμα για τους αντιπάλους αμυντικούς, που δεν ήξεραν πώς να συμπεριφερθούν. Ο Pelé ειρωνεύτηκε λέγοντας πως αυτός ήταν πολύ καλύτερος με γυρισμένη την πλάτη παρά οι περισσότεροι από τους άλλους παίκτες απέναντι από την εστία » (σελ. 37). Στη συνέχεια θα περάσει στην Corinthians, ομάδα στην οποία κάνει το ντεμπούτο του στον εναρκτήριο αγώνα του Campeonato Paulista μπροστά σε περισσότερους από εκατό χιλιάδες θεατές και, το 1979, έρχεται η πρώτη κλήση στην εθνική.

Την εποχή εκείνη η πλειοψηφία των φιλάθλων του ποδοσφαίρου ήταν λαϊκής προέλευσης και πολλοί από αυτούς δεν ενδιαφέρονταν για την πολιτική, όπως από την άλλη και οι ίδιοι οι ποδοσφαιριστές. Τα πράγματα άλλαξαν μετά το 1979, όταν «στην σκιά των πρώτων μαζικών απεργιών κατά του καθεστώτος που οργάνωσαν οι εργάτες στην μεταλλουργία του Σαν Πάολο […], η πολιτική έκανε την εμφάνιση της στις κερκίδες» (σελ. 82). Μετά την ανάκληση ενός από τα πιo σκληρά στρατιωτικά διατάγματα ορισμένοι οπαδοί των Corinthians πήραν θάρρος και κατά τη διάρκεια ενός αγώνα σήκωσαν ένα πανό που ζητούσε γενική αμνηστία.

«Ο Sócrates δεν ήταν ένας ποδοσφαιριστής διανοούμενος. Στην πραγματικότητα, δεν μιλούσε περισσότερο απ’ ότι έπρεπε. Πίστευε ότι το ποδόσφαιρο έπρεπε να παίζεται ή να παρακολουθείται, πως δεν έπρεπε να είναι αντικείμενο συζητήσεων. […] Από την άλλη πλευρά μιλούσε για οτιδήποτε άλλο. Η δημόσια εικόνα του, ειδικά μετά τις πρώτες σελίδες που κέρδισε για τον πολιτικό και κοινωνικό του ακτιβισμό, ήταν εκείνη ενός σοβαρού ανθρώπου με μια βραχνή φωνή, ο οποίος μιλούσε με σοφία και κρατώντας αποστάσεις επάνω σε σοβαρά θέματα. Αλλά με εκείνους που περνούσαν χρόνο μαζί του, με την οικογένεια, τους φίλους, τους συνεντευκτές, με εκείνους που άκουγαν συνομιλίες και παρουσιάσεις μετά την αποχώρηση του, δεν ήταν καθόλου σοβαρός. Αντιθέτως, ήταν ξεκαρδιστικός και αυτοειρωνικός, και κάθε δικαιολογία ήταν καλή για να κοροϊδέψει, είτε επρόκειτο για άλλους είτε τον εαυτό του» (p. 117).

Κατά τη διάρκεια των συνεντεύξεων, μετά από σύντομη απάντηση στις ποδοσφαιρικές ερωτήσεις, ο γιατρός μετακινούσε γρήγορα τη συζήτηση επάνω σε πολιτικά και οικονομικά θέματα, για την κατάσταση της εκπαίδευσης και της υγείας. «Ο ακτιβισμός του συνέπεσε με μια αυξανόμενη απαίτηση για αλλαγή σε όλους τους τομείς της βραζιλιάνικης κοινωνίας. Η αλλαγή ήταν στα χείλη όλων, και ο Σόκρατες ήταν μια από τις φωνές που εκφράζονταν με περισσότερη ορμητικότητα υπέρ αυτής. Για πρώτη φορά στην ιστορία της Βραζιλίας ένας αθλητής είχε ένα μεγάφωνο, και οι οπαδοί τον άκουγαν » (σελ. 164). Στη δεκαετία του Ογδόντα, η συντριπτική πλειοψηφία των βραζιλιάνων παικτών προέρχονταν από τα φτωχότερα περιβάλλοντα της χώρας και οι βραζιλιάνικες ελίτ έβλεπαν στο ποδόσφαιρο, «ένα καταφύγιο για εγκληματίες οι οποίοι δεν είχαν καμία εναλλακτική λύση για να ξεφύγουν από τη φτώχεια που καταπίεζε τη χώρα». Οι σύντροφοι του Σόκρατες στην Corinthians ήταν νέοι με ελάχιστη εκπαίδευση που έβλεπαν στο ποδόσφαιρο τη μόνη δυνατή διαφυγή από τη δυστυχία, την μιζέρια, και όταν «μιλούσε για πολιτικές θεωρίες ή τους υποκινούσε να βελτιωθούν από μια προσωπική σκοπιά, αυτοί γελούσαν στο πρόσωπο του, τον κορόιδευαν » (p. 168).

Ο θρίαμβος της Corinthians συμπίπτει με ένα σημαντικό έτος για τον Sócrates όχι μόνο από αθλητική άποψη. Κατά τη διάρκεια του τελικού ο γιατρός γιόρτασε το γκολ υψώνοντας τη γροθιά στον ουρανό εγκαινιάζοντας έτσι έναν τρόπο πανηγυρισμού που θα επαναλαμβάνονταν. «Είχε δει τον Reinaldo να γιορτάζει τα γκολ με αυτόν τον τρόπο και είχε μεγάλο σεβασμό για την υποστήριξη που επέδειξε ο επιθετικός της Ατλέτικο Μινέιρο απέναντι στους μαύρους, τους ομοφυλόφιλους και τους ντόπιους, τους αυτόχθονες. Αργότερα ανέφερε τους Μαύρους Πάνθηρες του Μεξικού του 1968, για τους οποίους γνώριζε σίγουρα την αντιφασιστική ιστορία. Δεν ήταν η πρώτη φορά που το έκανε – είχε γιορτάσει μερικά γκολ με εκείνο τον τρόπο από το 1978 – αλλά συμφωνούσε απόλυτα με την προοδευτική πορεία που είχε παντρευτεί και άρχισε να το επαναλαμβάνει πιο συχνά » (pp. 173-174).

«Ίσως η πιο αξιομνημόνευτη απόφαση των τελευταίων μηνών του 1982 λήφθηκε σε ένα πανεπιστήμιο και όχι από έναν ποδοσφαιριστή, έναν προπονητή ή έναν διοικούντα. Αν και υπήρχε εδώ και σχεδόν ένα χρόνο, το κίνημα δεν είχε ακόμα ένα όνομα. Οι άνθρωποι μιλούσαν για αυτό χρησιμοποιώντας τη φράση «παίκτες στην εξουσία», ή αποκαλούσε την Κορίνθιανς «Η Δημοκρατική Ομάδα» και τα γεγονότα που το αφορούσαν «Κορινθιανή Επανάσταση». Η κρίσιμη καμπή ήρθε το νοέμβριο, μετά από μια συζήτηση που διεξήχθη στην Pontificia Universidade Católica de São Paulo. Εκείνη την ημέρα, οι Olivetto, ο Σόκρατες και ο Adilson κάθονταν σε ένα πάλκο μπροστά σε εκατοντάδες φοιτητές και οπαδούς για να συζητήσουν περί του κινήματος και των στόχων του, τους συνόδευε με το ρόλο του animatore της συνάντησης ο Juca Kfouri, ο οποίος κάποια στιγμή με σαρκαστικό τόνο συνόψισε τα θέματα που καλύφθηκαν κατά τη διάρκεια της βραδιάς: «Συνεπώς, αν οι ποδοσφαιριστές συνεχίζουν να λαμβάνουν μέρος στις αποφάσεις του συλλόγου, αν οι διοικούντες δεν τους σταματήσουν και αν ο φωτισμένος τύπος δεν σταματήσει να τους υποστηρίζει, αυτή που θα δούμε θα είναι μια δημοκρατία, μια Δημοκρατία Corinthiana”» (p. 174).

Η εμπειρία της κορινθιακής δημοκρατίας άλλαξε την καθημερινή ζωή του συλλόγου. Οι παίκτες αποφάσιζαν συλλογικά τις στρατηγικές στο γήπεδο και τη ζωή έξω από αυτό. Ο τύπος της Βραζιλίας ήταν αναπόφευκτα διαιρεμένος σε αυτή την επιλογή αυτοδιαχείρισης. Αν ορισμένοι δημοσιογράφοι υποστήριζαν την εμπειρία, η συντριπτική πλειοψηφία έδειξε εχθρότητα προς αυτήν. «Ο απλός κόσμος, εν τω μεταξύ, παρακολουθούσε προσεκτικά και συζητούσε τη σημασία της σε μια ιστορική φάση που όλο και περισσότερο έμοιαζε με ορόσημο. Η Βραζιλία το 1983 ήταν πλέον στην κόψη του ξυραφιού, και οι τελευταίες επιδράσεις της οικονομικής άνθησης μειώνονταν, έπαιρναν την κάτω βόλτα. Στην αρχή του έτους το νόμισμα υποτιμήθηκε κατά 30%, ο πληθωρισμός έφθασε στα υψηλότερα μηνιαία επίπεδα των τελευταίων δύο δεκαετιών και η κυβέρνηση εισήγαγε πολιτική ελέγχου των τιμών σε μια προσπάθεια στήριξης της οικονομίας. Η ανεργία συνέχισε να αυξάνεται, όπως και το δημόσιο χρέος, και οι εντάσεις διαχέονταν στους δρόμους, όπου απεργίες και λεηλασίες έγιναν ο κανόνας, συνήθεια » (p. 179).

Μετά την απογοήτευση του ισπανικού μουντιάλ, το 1984, ο παίκτης περνά από την Κορίνθιανς, όπου σημείωσε 172 γκολ σε 298 αγώνες, στη Φιορεντίνα. «Την πρώτη επίσημη ημέρα στη νέα του ομάδα, ο Sócrates ενώθηκε με τους συντρόφους του για μια σειρά ιατρικών εξετάσεων. Ενώ περίμενε τη σειρά του να ανέβει στο διάδρομο για τις καρδιακές και αναπνευστικές εξετάσεις, άναψε νωχελικά ένα τσιγάρο. Όταν ο γιατρός μπήκε στην αίθουσα δεν ήθελε να πιστέψει τα μάτια του. «Μα τι κάνεις, καπνίζεις; Θα κάνουμε σπιρομέτρηση! «φώναξε. «Ακριβώς, γιατρέ, θερμαίνω τους πνεύμονές μου», απάντησε αυτός απαθής. Οι σύντροφοι έσκασαν στα γέλια και ο γιατρός βγήκε αηδιασμένος από το δωμάτιο «(σελ. 207).
«Ήταν σαν να περνάς από το Καρναβάλι του Σαλβαδόρ ντε Μπαΐα σε ένα μοναστήρι Βενεδικτίνων», δήλωσε ο γιατρός που έφτασε στο ιταλικό πρωτάθλημα. «Οι προπονήσεις σε υψόμετρο και η έντονη προετοιμασία δεν ήταν η δύναμή του. Κατά τη διάρκεια της πρώτης κούρσας λιποθύμησε, ενώ στη δεύτερη έριξε την πετσέτα μετά από δέκα λεπτά. Όταν οι συμπαίκτες του τελείωσαν το ημίωρο του τζόκινγκ, βρήκαν να τους περιμένει τον ατυχή βραζιλιάνο και μια από τις τυπικά σωκρατικές ερωτήσεις του. «Γιατί πρέπει να τρέχω πάνω και κάτω στους λόφους; εγώ θέλω να τρέχω με την μπάλα”» (p. 208).

Αν στην Κορίνθιανς οι σύντροφοι έτρεχαν για τον ίδιο και τον θαύμαζαν όχι μόνο για τις ποδοσφαιρικές δεξιότητές του αλλά και για το ότι ήταν χαρισματικός, στην Ιταλία οι παίκτες δεν έπαιζαν για διασκέδαση και δυσκολεύονταν να αντέξουν την έλλειψη επαγγελματισμού του και τη συνεχή αποφυγή των θυσιών . Σίγουρα η στάση του έδειχνε κάποιες αντιφάσεις όσον αφορά τις κολεκτιβιστικές διακηρύξεις του. «Η απροθυμία των ιταλών να κοινωνικοποιήσουν ήταν ένα σοβαρό πρόβλημα για κάποιον σαν κι αυτόν που θεωρούσε θεμελιώδη την φιλία και τη συντροφικότητα, και η ψυχρότητα που εμφανίστηκε προς αυτόν του αύξησε την αίσθηση μοναξιάς » (p. 212).

Ο Sócrates παρουσιάστηκε στους εκστασιασμένους οπαδούς της Φλωρεντίας χαιρετώντας τους με σηκωμένη την γροθιά και το πράγμα εξόργισε τους ιδιοκτήτες του συλλόγου, τους χριστιανοδημοκράτες Pontello. Η εμπειρία της Kορινθιανής Dημοκρατίας ήταν γνωστή στους μωβ ηγέτες: «Ήμασταν προετοιμασμένοι και ξέραμε τι να περιμένουμε από αυτόν. Θυμηθείτε ότι η Φλωρεντία είναι μια ιστορικά αριστερή πόλη, και οι οπαδοί της ομάδας της είναι αριστεροί. Για εμάς δεν ήταν ένα πρόβλημα. Μας ενδιέφερε περισσότερο η απόδοση του στον αγωνιστικό χώρο. Αλλά ήταν τόσο διαφορετικός και sui generis- ιδιαίτερος που οι σύντροφοι τον έβρισκαν παράξενο. Αν είσαι διαφορετικός και κάνεις την ομάδα να κερδίζει, τότε τα προβλήματα εξαφανίζονται. Αλλά αν τα αποτελέσματα δεν έρχονται, όλα γίνονται περίπλοκα. Ήταν ένας καλός παίκτης, αλλά δεν ήταν αρκετό. Οι λόγοι που δεν τα πήγε καλά δεν είναι ούτε τακτικοί ούτε τεχνικοί. Απλώς δεν προσαρμόστηκε στην ιταλική ζωή. Ποτέ δεν ενσωματώθηκε. Προσπαθήσαμε να μιλήσουμε με τους φίλους του για να τον βοηθήσουμε, αλλά τίποτα δεν άλλαξε » (p. 215).

Στην σύντομη ιταλική εμπειρία η σχέση με τους συντρόφους και τους ιδιοκτήτες δεν απογειώθηκε ποτέ. «Στον τρίτο από το τέλος αγώνα του πρωταθλήματος η Φιορεντίνα αντιμετώπιζε την Ουντινέζε στο σπίτι και ο τραυματισμένος Σόκρατες παρακολούθησε τον αγώνα με σορτς και σαγιονάρες. Έφτασε καθυστερημένος, και αντί να κατευθυνθεί στην κερκίδα των επισήμων, πήρε μια μπύρα και στάθηκε πίσω από τα προστατευτικά λίγα μέτρα από την πλάγια γραμμή. Αγνόησε τις χειρονομίες των διοικούντων που τον προσκαλούσαν να καθίσει στη θέση του. Σε κάποια στιγμή ήρθε κοντά του ένας φίλος, ένας κωμικός από την πόλη, στον οποίο πρότεινε να πάνε να παρακολουθήσουν το δεύτερο ημίχρονο στην Curva Fiesole, το πέταλο των φανατικών, μεταξύ των ultrà. Τους δυο υποδέχτηκαν σαν ήρωες και η εμπειρία να περάσουν σαράντα πέντε λεπτά δίπλα στους πραγματικούς οπαδούς παρέμεινε για πάντα μια από τις πιο ζωντανές, ζωηρές αναμνήσεις της ιταλικής του εμπειρίας. Ωστόσο, αυτή η πρόκληση απλώς χρησίμευσε για να επιδεινώσει τις σχέσεις με διευθυντές και συμπαίκτες. Οι Pontello ήταν εξοργισμένοι που τους σνόμπαρε και οι ποδοσφαιριστές νόμιζαν ότι τα είχε παίξει. Οι αποστάσεις μεταξύ των δυο πλευρών ήταν πλέον αγεφύρωτες » (p. 217).

Με την ευκαιρία του καρναβαλιού ο Σόκρατες οργανώνει, μαζί με άλλους βραζιλιάνους, ένα μεγάλο πάρτι, «πέρασε εβδομάδες εγγράφοντας κασέτες με τα αγαπημένα του τραγούδια της samba, αγόρασε διακόσια λίτρα μπύρας, αρκετά ορεκτικά για να ταίσει ένα πλήρες στάδιο και ένα γουρουνόπουλο για ένα υπαίθριο μπάρμπεκιου παρά τις θερμοκρασίες κάτω από το μηδέν «(σελ. 218). Στο πάρτι προσκάλεσε επίσης την ομάδα. «Οι σύντροφοι προετοιμάστηκαν όλοι ντυμένοι με κοστούμια, δείχνοντας την τυπική ιταλική κομψότητα, και αυτός, στη συνηθισμένη στολή του από τσαλακωμένα ρούχα και ταλαιπωρημένα αθλητικά παπούτσια, δεν έχασε χρόνο κάνοντας την γιορτή περισότερο βραζιλιάνικη. Πήρε ένα ζευγάρι ψαλίδια κηπουρικής και γελώντας πονηρά άρχισε να πετσοκόβει τις γραβάτες Armani και Dolce & Gabbana των καλεσμένων του. Οι Oriali, Massaro, Galli και ο Gentile ήταν μοναχά μερικοί από αυτούς που κατέληξαν στα νύχια του και δεν μπορούσαν παρά να παραδοθούν μπροστά σε αυτό το αστείο. Ο Passarella γονάτισε ικετεύοντας τον για την σωτηρία του ακριβού του αξεσουάρ. Ο Antognoni του είπε έτοιμος να βάλει τα κλάματα ότι η γραβάτα ήταν δώρο από τη μητέρα του. Αλλά ο Sócrates τους αγνόησε χαριτολογώντας και τις ξέσκισε μια μετά την άλλη, πριν τους σφίξει μες την αγκαλιά του […] «Τώρα είμαστε μια πραγματική ποδοσφαιρική ομάδα», είπε. «Τώρα, μπορούμε πραγματικά να αφήσουμε το πνεύμα της Κορινθιανής Δημοκρατίας να πάρει το επάνω χέρι» »pp. 218-219).

Τα πράγματα δεν πήγαν με αυτόν τον τρόπο. Ο γιατρός δεν κατάφερε ποτέ να εγκλιματιστεί στην Ιταλία και, παρά το ότι είχε ένα ακόμη χρόνο συμβολαίου, το 1985 αποφάσισε να πακετάρει τις βαλίτσες για να επιστρέψει στη Βραζιλία παίζοντας σε Φλαμένγκο, Σάντος και στη συνέχεια να τελειώσει την καριέρα του το 1989 στην Botafogo. Ο Sócrates δεν είχε αγαπήσει ποτέ τα αποχαιρετιστήρια παιχνίδια των μεγάλων ποδοσφαιριστών, «αποκαλούσε αυτές τις ευκαιρίες συναισθηματικoύς παραλογισμούς, και έφυγε με τον τρόπο του, με τις λιγότερες δυνατές τυμπανοκρουσίες. Στην πραγματικότητα είχε φανταστεί ένα αντίο που θα είχε παραμείνει ανεκπλήρωτο, με μπύρες και φίλους, και όχι με ένα ποδοσφαιρικό αγώνα και ακόμη λιγότερο μπροστά σε ένα πλήθος λατρείας. «Ήθελα να μαζέψω όλους τους ανθρώπους που είχα αγαπήσει, και να ετοιμάσω μπύρες και όλα τα υπόλοιπα», είπε. «Τους ανθρώπους μου, αυτό φανταζόμουν, σίγουρα όχι έναν ποδοσφαιρικό αγώνα. Θα ήθελα να το κάνω έτσι, να τους μαζέψω όλους, ακόμη και τους διευθυντές, όλους εκείνους που έπαιξαν ένα ρόλο στη ζωή μου και με τους οποίους είχα μια καλή σχέση με κάποιον τρόπο. Ήθελα να τους προσκαλέσω για μπάρμπεκιου και στη συνέχεια να παίξουμε ποδόσφαιρο. Να πώς το φανταζόμουν. Αλλά ένα αντίο; Όχι, δεν μου αρέσουν τα αντίο «. Αντιθέτως, δεδομένου ότι δεν μπορούσε να τελειώσει την καριέρα του με την Κορίνθιανς, και αφού απέρριψε προσφορές και από την Ιαπωνία, ο Σόκρατες αποχαιρέτησε την Σάντος και επέστρεψε στην Μποταφόγκο για ένα σύντομο κύκνειο άσμα εκεί όπου όλα ξεκίνησαν περίπου δύο δεκαετίες νωρίτερα. […] Στις 26 νοεμβρίου 1989, ο Sócrates κατέβηκε στο γήπεδο για τελευταία φορά ως επαγγελματίας στην ισοπαλία με 1-1 ενάντια στην Itumbiara, στην πολιτεία Goiás. Μόνο χίλιοι θεατές τον είδαν να κατευθύνει το κέντρο της ομάδας του πριν αποχωρήσει με ελαφρά πηδηματάκια στα μισά του δεύτερου ημιχρόνου. Είχε τελειώσει. Δεν υπήρξαν ούτε φωνές ούτε επίσημες ανακοινώσεις για τον αποχαιρετισμό του. Ο πόνος ήταν αφόρητος, καθώς και τα πειράγματα. Μετά από δεκαεπτά χρόνια, πάνω από επτακόσιοι αγώνες και πάνω από τριακόσια τέρματα, ένας από τους πιο χαρισματικούς ποδοσφαιριστές στην ιστορία της Βραζιλίας έλεγε φτάνει. Τουλάχιστον σαν παίκτης » (pp. 269-271).

Ολοκληρώνοντας την εισαγωγή του στο βιβλίο για τον ποδοσφαιριστή που ήθελε να μάθει ιταλικά διαβάζοντας Τις επιστολές από τη φυλακή του Antonio Gramsci για τη σημασία που είχε το κείμενο στον «ανθρώπινο, κοινωνικό και φιλοσοφικό του σχηματισμό», γράφει ο Pastorin: «ο Γιατρός υπήρξε και τα δυο: Όνειρο και Πραγματικότητα, Γνώση και Φαντασία, η αίσθηση μιας εξαιρετικής «φαντασίας στην εξουσία». Ένας επαναστάτης σε δύσκολους καιρούς, ένας πρωταθλητής στο λυκόφως της χαράς του ποδοσφαίρου. Εκείνος ο αδελφός τον οποίο πολλοί από εμάς αγάπησαν και τον οποίον θα αγαπάμε για πάντα » (p. 9).

Ο Δρ Sócrates, το τακουνάκι που η μπάλα ζήτησε από τον Θεό … με τη συνήθεια να πίνει και την γροθιά σηκωμένη, είχε προβλέψει να πεθάνει τη ημέρα που η Κορίνθιανς θα κέρδιζε έναν τίτλο. Και έτσι πήγαν τα πράγματα. Στις 4 δεκεμβρίου 2011, μόλις στα πενήντα επτά, με την σωματική του κατάσταση εξαντλημένη και εξαιτίας των αλκοολικών υπερβολών του, έφυγε «ο αρχηγός της πιο δυνατής σελεσάο που δεν κέρδισε ένα Παγκόσμιο Κύπελλο, ο αρχηγός της Κορινθιανής Δημοκρατίας, του πιο συγκλονιστικού προοδευτικού κινήματος που τάραξε ποτέ τον παλιομοδίτικο κόσμο του ποδοσφαίρου της Βραζιλίας». Έφυγε ήσυχα όπως αρμόζει σε όσους απεχθάνονται την ειδωλολατρία, την ώρα που η Corinthians του κέρδιζε, όπως είχε προβλέψει. «Θέλω να πεθάνω την κυριακή, την ημέρα που η Κορίνθιανς θα κερδίσει έναν τίτλο». Και έτσι ήρθαν τα πράγματα.


Sócrates  su Carmilla:

Segnali di fumo: Sócrates – Lorenzo Iervolino
di Nicola Gobbi e Simone Scaffidi
[segnalazione a fumetti del libro L. Iervolino, Un giorno triste così felice. Sócrates, viaggio nella vita di un rivoluzionario (2014)]

Sócrates: vita, morte e rivoluzione in un libro
di Simone Scaffidi Lallaro
[recensione del libro L. Iervolino, Un giorno triste così felice. Sócrates, viaggio nella vita di un rivoluzionario(2014)]

 

TAGGED WITH → •  •  •  •  •  •  •  •  •  •  •  •  •  •  •  •  •  •  •  •  •  •  •  •  •  •  •  •  •  •  •  •  •  •  •  •  •  • 
σύγχρονη σκέψη, pensiero di oggi

Για μια «ζωή που ν’ αξίζει κάποιος να την ζει»

Stampa

 

10

Per una “vita degna di essere vissuta”

Μεταφέρουμε την εισαγωγή της Silvia Federici στο “Reincantare il mondo, να αποπλανήσουμε ξανά τον κόσμο” που δημοσιεύτηκε από το CommonwareCommonware.

 

Ο ήχος ορισμένων φωνών από το πιο μακρινό αμερικανικό παρελθόν έρχεται από το μέλλον. Αρχαίες φωνές. Συνεχίζουν να μας λένε, για παράδειγμα, ότι εμείς είμαστε παιδιά της γης, και ότι η μητέρα δεν πωλείται ούτε παραδίδεται προς ενοικίαση. Ενώ στην Πόλη του Μεξικού πέφτει μια βροχή από νεκρά πουλιά, και τα ποτάμια μετατρέπονται σε υπονόμους και οι θάλασσες σε σκουπιδότοπους και τα δάση σε έρημο, αυτές οι φωνές πεισματικά ζωντανές μας αναγγέλλουν έναν άλλο κόσμο, διαφορετικό από αυτόν τον δηλητηριαστή των υδάτων, του εδάφους, του αέρα. Και της ψυχής. Και έναν άλλο κόσμο μας ανακοινώνουν δυνατό οι αρχαίες φωνές που μιλάνε για την κοινότητα. Η κοινότητα, ο κοινοτικός τρόπος παραγωγής και ζωής, είναι η πιο απομακρυσμένη παράδοση της Αμερικής, η πιο αμερικανική όλων των παραδόσεων: ανήκει στις ρίζες των καιρών και των λαών, αλλά και των επόμενων καιρών, είναι ο προάγγελος ενός Νέου Κόσμου.

Eduardo Galeano,  Il libro degli abbracci το βιβλίο των εναγκαλισμών

Η δημοσίευση ενός βιβλίου που αφιερώνεται στην πολιτική των κοινών, commons, σήμερα μπορεί να φαίνεται μια πράξη μεγάλης αθωότητας, αφέλειας, καθώς ήμαστε περιτριγυρισμένοι από τη συνεχή απειλή των πολέμων και οικονομικών και οικολογικών κρίσεων που μαστίζουν ολόκληρες περιοχές. Ωστόσο, ακριβώς αυτή η διαρκής απειλή καθιστά αναγκαίο να επιβεβαιώσουμε ότι παρά τα εμπόδια ένας άλλος κόσμος αναδύεται, σαν το χορτάρι που φυτρώνει ανάμεσα στις ρωγμές τους αστικού τσιμέντου, φθείροντας την ηγεμονία του ιδιωτικού και του Κράτους, γιατί μέσα σε ένα πλαίσιο και μια συγκυρία όπου ανάπτυξη σημαίνει βία και η θεσμική πολιτική είναι όλο και πιο ασήμαντη και αμελητέα για την πλειοψηφία του πληθυσμού, το να αναγνωρίζουμε την δική μας ουσιαστική αλληλεξάρτηση και να ενισχύσoυμε την ικανότητά μας για συνεργασία είναι ο μόνος τρόπος για την επιβίωση. Αυτή είναι η δύναμη που εκφράζεται από τους πολλούς αγώνες που, σε οποιοδήποτε μέρος της γης, αντιτίθενται στην επέκταση των καπιταλιστικών σχέσεων, για την υπεράσπιση του κοινού συμφέροντος και των κοινών καλών και για να οικοδομήσουμε κοινωνίες που βασίζονται στην αλληλεγγύη και την κοινή χρήση των φυσικών και παραγόμενων πλούτων.

Είναι μέσα στο πλαίσιο αυτών των αγώνων που αναπτύχθηκε από τη δεκαετία του ’90 μια τεράστια βιβλιογραφία, που συμπεριλαμβάνει θεωρητικές αναλύσεις, ιστορικές ανακατασκευές, καθώς και αναφορές σχετικά με τον πειραματισμό που διεξάγεται σε διάφορες χώρες αφιερωμένες στα κοινά. Στο προσάρτημα αυτού του τόμου υπέδειξα τα σημαντικότερα έργα, ειδικά στον φεμινιστικό τομέα, για την εργασία μου. Εδώ θέλω μόνο να υπογραμμίσω ότι τα δοκίμια που συλλέχθηκαν σε αυτόν τον τόμο είναι χρεωμένα σε αυτή τη σημαντική παραγωγή, της οποίας μοιράζομαι τις βασικές διατριβές και θέσεις και την πολιτική προοπτική που την διαμορφώνει, που της δίδει μορφή. Αυτό που η έννοια των κοινών, αν και μπορούμε να την αποκαλέσουμε με διάφορους τρόπους – commons, commoning, el común, comunalidad -, είναι σήμερα η γλώσσα στην οποία εκφράζεται η εναλλακτική προς τη λογική του καπιταλισμού, και αναφέρεται σε μία περίπλοκη πραγματικότητα στην οποία τα υλικά αγαθά που έχουμε να μοιραστούμε, οι κοινωνικές σχέσεις και οι κανονισμοί που αφορούν τη χρήση και τη φροντίδα του φυσικού ή παραγόμενου πλούτου σχηματίζουν ένα σύνολο που είναι αδιαίρετο τόσο θεωρητικά όσο και στην πρακτική. Αυτό σημαίνει πως, όπως υποστηρίζει ο Massimo de Angelis στο Omnia Sunt Communia[1][1],  με την λέξη commons εννοούμε ένα κοινωνικό σύστημα, έναν τρόπο παραγωγής, με μια λογική ενιαία και την ικανότητα να αυτο-αναπαράγεται2][2]. Ταυτόχρονα, το «κοινό» υπάρχει ήδη, σε εμβρυϊκή μορφή, σε μια μεγάλη ποικιλία σχεδιασμών και πρωτοβουλιών – από τους αστικούς κήπους στις καταλήψεις στα ανακτηθέντα εργοστάσια, από το κίνημα του ελεύθερου λογισμικού μέχρι τους comedores populares – με τους οποίους αναζητούνται λύσεις στα προβλήματα που ο καπιταλισμός δεν μπορεί να επιλύσει”[3][3].

Σε αυτό το πλαίσιο, η ανάλυση που προτείνω επεκτείνει την θεματική των κοινών σε έναν τομέα που δεν έχει διερευνηθεί μέχρι στιγμής, τουλάχιστον στη βιβλιογραφία σχετικά με τα κοινά που παράγεται στις Ηνωμένες Πολιτείες. Πρόκειται για το σύνολο των δραστηριοτήτων που προβλέπουν στην αναπαραγωγή της καθημερινής ζωής και της εργατικής- δύναμης, οι οποίες εξακολουθούν να εκτελούνται κυρίως από τις γυναίκες. Όπως παρατήρησε η Dolores Hayden, στο κλασικό έργο της The Grand Domestic Revolution, η επιθυμία να κοινωνικοποιηθεί αυτό το έργο έχει μακρά ιστορία[4][4]. Ήδη στο τέλος του δέκατου ένατου αιώνα, στις Ηνωμένες Πολιτείες, φεμινίστριες σοσιαλίστριες (fourieriane, oweniste) και μεταρρυθμίστριες έδωσαν ζωή σε σημαντικά πειράματα, τείνοντας να σπάσουν την απομόνωση στην οποία η οργάνωση της οικιακής εργασίας καταδίκαζε τις γυναίκες, συνδέοντας το σπίτι με την γειτονιά και οικοδομώντας συλλογικές μορφές αναπαραγωγής, όπως οι συλλογικές κουζίνες[5][5].

Σήμερα, αυτά που στο τέλος του δέκατου ένατου αιώνα παρέμεναν πειράματα περιορισμένα σε ομάδες και δίκτυα φεμινιστριών ή γυναικών που ήταν στρατευμένες σε θεσμικό επίπεδο σε σχέδια σοσιαλδημοκρατικών μεταρρυθμίσεων της κοινωνικής αναπαραγωγής, επανεμφανίζονται αλλά πραγματοποιούμενα σε μεγάλη κλίμακα, υπαγορευμένα όχι από πολιτικές ιδεολογίες αλλά από την ανάγκη να επινοηθούν συλλογικά νέες μορφές επιβίωσης.

Αυτή η πτυχή της κοινής πολιτικής των commons βρίσκεται στο επίκεντρο του ενδιαφέροντος μου εδώ και χρόνια, διότι είμαι πεπεισμένη ότι η οικοδόμηση πιο συνεργάσιμων μορφών αναπαραγωγής είναι η προϋπόθεση όχι μόνο μιας «ζωής που να αξίζει κάποιος να την ζήσει» – η σημερινή αξίωση διαφόρων φεμινιστικών και μη κινημάτων – αλλά και της αντίστασης στην προώθηση των καπιταλιστικών σχέσεων και της δημιουργίας μιας κοινωνίας που δεν υποτάσσεται στη λογική του κέρδους και της αγοράς.

Διάφορα άρθρα που συγκεντρώθηκαν εδώ («Φεμινισμός και πολιτική των κοινών, Femminismo e la politica dei commons», «Η κοινότητα της πόλης, “Il comune della città”», «Από την κρίση στα κοινά, “Dalla crisi ai commons”» και «Μαρξ, φεμινισμός και ανασυγκρότηση των κοινών, “Marx, il femminismo e la ricostruzione dei commons”») είναι αφιερωμένα σε αυτό το θέμα, το οποίο είναι σε μεγάλο μέρος εμπνευσμένο από τους αγώνες των γυναικών στη Λατινική Αμερική, όπως οι αγώνες των mujeres villeras του Μπουένος Άιρες, που συναντήθηκαν στη Villa Retiro Bis[6][6]. Όμως το βιβλίο αντιμετωπίζει και άλλες θεματικές.

Αναπόφευκτα, το πρώτο μέρος είναι αφιερωμένο στις νέες μορφές enclosure [περιφράξεων] που αποτελούν τη ραχοκοκαλιά της παγκοσμιοποίησης και είναι εν μέρει το κίνητρο, o λόγος για την εμφάνιση μιας πολιτικής των κοινών. Για το σκοπό αυτό χρησιμοποίησα δοκίμια που δημοσιεύτηκαν στις “Midnight Notes” της δεκαετίας του ’90, επιστρέφοντας από μια περίοδο διδασκαλίας στη Νιγηρία κατά τη διάρκεια της οποίας μπορέσαμε να δούμε άμεσα την εμφάνιση μιας νέας φάσης ανάπτυξης και επαναποικιοποίησης, που προωθούσε η Παγκόσμια Τράπεζα και το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο στο όνομα της κρίσης του χρέους, με στόχο την αποκοπή από τις ρίζες από την αφρικανική ήπειρο, όπου εξακολουθεί να έχει βαθιές ρίζες, κάθε μορφή κοινοτικοποίησης, κομουναλισμού, ειδικά όσον αφορά την ιδιοκτησία της γης. Ιδιαίτερα σημαντικό μεταξύ αυτών είναι το δοκίμιο The New Enclosures[7][7] (εδώ αναδημοσιεύθηκε ως «Οι Νέοι Φράχτες», “Le nuove recinzioni” ), ένα από τα πρώτα στις Ηνωμένες Πολιτείες που διάβασε την παγκοσμιοποίηση ως μια διαδικασία «πρωταρχικής συσσώρευσης». Η θεωρητική γραμμή που προτείνει αυτό το δοκίμιο εκφράζεται στη συνέχεια σε δύο δοκίμια αφιερωμένα στις συνέπειες της διαρθρωτικής προσαρμογής στην Αφρική και της μετάβασης στον καπιταλισμό στην Κίνα, στόχος του οποίου είναι να υπογραμμίσει ότι παρά την ποικιλομορφία των τρόπων και στις πολιτικές και γεωγραφικές σφαίρες-πεδία δράσης, η καταστροφή των κοινοτικών καθεστώτων και της πρόσβασης στα μέσα της (ανα) παραγωγής, παραμένει η πρωταρχική προϋπόθεση της καπιταλιστικής ανάπτυξης, και είναι ο λόγος της βίας που την συνοδεύει, αυτή την στιγμή.

Παραδείγματα αυτής της βίας εξετάζονται σε δύο δοκίμια του πρώτου Μέρους («Κυνήγι μαγισσών, παγκοσμιοποίηση και φεμινιστική αλληλεγγύη» και «Βία κατά των γυναικών και νέες μορφές συσσώρευσης»). Το πρώτο αφορά το νέο κυνήγι μαγισσών, το οποίο βήμα προς βήμα με την ιδιωτικοποίηση της γης και τη μετάβαση σε καθεστώτα ατομικών τίτλων έχει εξαπολυθεί σε διάφορες περιοχές της Αφρικής, της Ινδίας, του Νεπάλ και άλλων περιοχών, κυρίως σε περιοχές που προορίζονται για εμπορικές χρήσεις. Το δεύτερο εξετάζει, σε μια γενικότερη μορφή, το ποσοτικό και ποιοτικό άλμα που σημειώθηκε τα τελευταία χρόνια, παγκοσμίως στη βία κατά των γυναικών, η οποία σήμερα παίρνει μορφές που υπενθυμίζουν το κυνήγι μαγισσών του δέκατου έκτου και δέκατου έβδομου αιώνα. Και στις δύο περιπτώσεις πρόκειται για έναν πραγματικό πόλεμο που, όχι τυχαία, χτυπά τη γυναίκα ως υποκείμενο που είναι πιο άμεσα υπεύθυνο για την αναπαραγωγή της κοινότητας και για τη διατήρηση της συλλογικής της μνήμης και της συνοχής της. Το να υπογραμμίζεται αυτή η σχέση μεταξύ της ιδιωτικοποίησης και των νέων μορφών βίας κατά των γυναικών είναι ιδιαίτερα σημαντικό σε μια εποχή που, στο όνομα του «Ni una menos»[8][8], ένα νέο φεμινιστικό κίνημα αναπτύσσεται σχεδόν σε κάθε μέρος του κόσμου για να καταγγείλει αυτή τη βία και να αποκαλύψει τους ενόχους και τα αίτια.

Ενώ το πρώτο μέρος ανασυνθέτει το πλαίσιο μέσα στο οποίο έχει ωριμάσει η πολιτική των κοινών, το δεύτερο προσπαθεί να καθορίσει τη σημασία των κοινών τόσο ως πραγματικότητα που ασκείται στο παρόν όσο και ως προβλεπόμενη προοπτική σε εμβρυϊκό επίπεδο ενός κόσμου πέρα από τον καπιταλισμό.

Όπως ανέφερα ήδη εν συντομία, τα πιο προτεινόμενα-δημιουργικά μέρη αυτής της ανάλυσης είναι εκείνα που εμπνέονται από τα κινήματα των γυναικών που ασχολούνται με τον λεγόμενο «λαϊκό φεμινισμό» στη Λατινική Αμερική, που βλέπουν την προστασία των φυσικών αγαθών, τη δημιουργία συνεργατικών μορφών αναπαραγωγής και τον αγώνα ενάντια στον καπιταλισμό και την πατριαρχία ως ουσιαστικά στοιχεία μιας ενιαίας διαδικασίας κοινωνικού μετασχηματισμού. Σήμερα, μέρος αυτού του αγώνα κατευθύνεται επίσης κατά των ανισοτήτων που χαρακτηρίζουν τις σχέσεις εξουσίας σε διάφορα κοινοτικά καθεστώτα στην Αφρική και τη Λατινική Αμερική και που, ξεκινώντας από την Διάσκεψη του Πεκίνου (1995), έχουν αξιοποιηθεί έξυπνα από την Παγκόσμια Τράπεζα για να προωθήσουν την ιδιωτικοποίηση και την ατομική τιτλοποίηση, οι οποίες αμφότερες παρουσιάζονται ως μια υπεράσπιση του δικαιώματος των γυναικών να έχουν πρόσβαση στη γη. Το μάθημα, στην προκειμένη περίπτωση, όπως αποδεικνύει η Gladys Tzul Tzul, σχετικά με τη συμμετοχή των γυναικών στα κοινοτικά καθεστώτα του οροπεδίου του Totonicapan (Guatemala)[9][9] είναι ότι η αναγνώριση της εξουσίας λήψης αποφάσεων των γυναικών είναι, εκτός από μια αρχή-συστατικό δικαιοσύνης, μια εγγύηση ζωής για τα κοινά, που διαφορετικά θα ήταν αλλοιωμένα από εσωτερικές διαιρέσεις που θα τα εξέθεταν ευκολότερα σε απαλλοτρίωση.

Πώς λοιπόν να ξεχωρίσουμε κοινοτικά καθεστώτα ή πειράματα ικανά να δημιουργήσουν μια εναλλακτική λύση στη λογική της εκμετάλλευσης από μορφές κομμουναλισμού που λειτουργούν, αντιθέτως, ως βαλβίδες ασφαλείας, με τις οποίες ένα καπιταλιστικό σύστημα σε κρίση προσπαθεί να ελαφρύνει τις εντάσεις που η ώθηση στην ιδιωτικοποίηση κάθε αγαθού και κοινωνικής σχέσης αναπόφευκτα δημιουργεί; Στην Omnia sunt Communia, ο Massimo de Angelis μας προειδοποιεί σωστά να μην προσπαθήσουμε να εξαναγκάσουμε την αναγκαστικά ρευστή πραγματικότητα, πειραματική, κάθε μορφής communalidad μέσα στα στενά ιδεολογικών μοντέλων καθορισμένων a priori, εκ των προτέρων. Ωστόσο, είναι αδύνατο να μην αναρωτηθούμε από την άποψη αυτή, πολιορκημένοι όπως είμαστε από τον πολλαπλασιασμό των κοινών που, ναι, ενώνονται (με βάση τις εθνοτικές, ταξικές, θρησκευτικές ταυτότητες) αλλά μόνο για να αποκλείσουν, για να προστατεύσουν προνόμια και πλεονεκτήματα ή, όπως αναφέρθηκε , για να εκτρέψουν την αντίθεση στην ιδιωτικοποίηση.

Είναι με αυτόν τον στόχο που, στο «Commons Against and beyond Capitalism», “Commons contro e oltre il capitalismo”, που γράφτηκε σε συνεργασία με τον Γιώργο Καφεντζή, George Caffentzis, έχει διευκρινιστεί ότι η πολιτική των κοινών δεν είναι μια επιστροφή στο παρελθόν, αλλά μια πραγματικότητα που μπορεί να οικοδομηθεί μόνο μέσα από αγώνες, και επίσης ότι τα κοινά δεν μπορούν να διαλυθούν στο «δημόσιο», ότι η ύπαρξή τους εξαρτάται από την ύπαρξη μιας κοινότητας και αυτή, με τη σειρά της, βασίζεται στη συνεργασία, στη συλλογική εργασία, στην αμοιβαία φροντίδα μεταξύ των ανθρώπων και μεταξύ αυτών και το περιβάλλον.

Με τον ίδιο στόχο εξέτασα επίσης τη σχέση μεταξύ κοινοτισμού και κομμουνισμού στο έργο του Μαρξ, τουλάχιστον σε εκείνο το μέρος του έργου του που ο Μαρξ αποφάσισε να δημοσιεύσει και που επηρέασε πιο άμεσα το σοσιαλιστικό κίνημα σε διεθνές επίπεδο. Η ανάλυση μου σχετικά είναι μόνο μερική, καθώς περιορίζεται στην καταγραφή των πιο εμφανών διαφορών μεταξύ της εικόνας των κοινών που προβάλλονται από τα σημερινά κοινωνικά κινήματα και, αφενός, της μαρξιάνας κριτικής στον «ουτοπικό σοσιαλισμό» και αφετέρου, στο όραμα του Μαρξ για τον κομμουνισμό όπως μπορεί να συναχθεί από τις διάφορες αναφορές του στον ρόλο του Κράτους, στη δικτατορία του προλεταριάτου, στην ενοποιητική λειτουργία της επέκτασης των παγκόσμιων καπιταλιστικών σχέσεων και ούτω καθεξής[10][10]. Αυτό που λείπει σε αυτή την ανάλυση είναι η ανακατασκευή του περάσματος – κατά προσέγγιση ανιχνεύσιμου στα τέλη του δέκατου όγδοου αιώνα – από μια ιστορική-πολιτική στιγμή στην οποία η ιδέα της κοινoχρησίας των αγαθών – που ταυτίζεται με την κοινοχρησία της γης – που εξακολουθεί να αποτελεί τον πρωταρχικό ισχυρισμό, την πρωταρχική διεκδίκηση των επαναστατών στην Ευρώπη (από τον Winstanley στον Babeuf), σε μια στιγμή κατά την οποίαν επιβάλλεται ο «κομμουνισμός», που προσδιορίζεται με τη απαλλοτρίωση και την από κοινού διαχείριση, των μέσων παραγωγής, από ελεύθερες ενώσεις παραγωγών. Ωστόσο, δύο στοιχεία διακρίνονται, ακόμα και σήμερα, να διαχωρίζουν τους θεωρητικούς των κοινών που κινούνται σε φεμινιστικούς, οικολογικούς, αναρχικούς και μαρξιστικούς φεμινιστικούς τομείς και χώρους από τους θεωρητικούς desarrollisti – developmentalists – a] ή επιταχυντές – accelerazionisti, οι οποίοι (όπως συχνά ο Μαρξ) βλέπουν την καταστροφή των υφιστάμενων commons ως αναγκαία συνθήκη για την υλοποίηση της μελλοντικής κομμουνιστικής κοινωνίας. Αυτά είναι η απόδοση στο Κράτος του καθήκοντος της απαλλοτρίωσης των απαλλοτριωτών και της εξάλειψης της ιδιωτικής ιδιοκτησίας – σε σχέση με το χτίσιμο, ξεκινώντας από το παρόν, μορφών έστω και περιορισμένων αυτοκυβέρνησης – και η ώθηση προς την καθολίκευση των καπιταλιστικών σχέσεων ως ενοποιητικό στοιχείο του προλεταριάτου σε παγκόσμιο επίπεδο, κατά της επιβεβαίωσης της ανάγκης για πολλαπλές μορφές  κομουναλισμού, σε αντιστοιχία με τις διαφορές στις ιστορικές και πολιτιστικές τροχιές και τις διαφορετικές γεωγραφικές και περιβαλλοντικές συνθήκες.Oι σημερινοί commoners  δεν πιστεύουν στο Κράτος και διεκδικούν την ικανότητα να αποφασίζουν για τη δική τους ζωή, να ανακτήσουν τον έλεγχο των πιο ουσιωδών συνθηκών αναπαραγωγής τους, καθώς θεωρούν καταπιεστική την επιβολή ενιαίου μοντέλου κοινωνικής και πολιτιστικής ζωής. Όχι μόνο αυτό. Εκατόν πενήντα χρόνια μετά τη δημοσίευση του Κεφαλαίου μπορούμε να επαληθεύσουμε ότι η τεχνολογική ανάπτυξη στην οποία ο Μαρξ ανέθετε την κατασκευή των υλικών βάσεων του κομμουνισμού καταστρέφει όχι μόνο τα κοινοτικά καθεστώτα που υπάρχουν ακόμη, αλλά τις δυνατότητες αναπαραγωγής και ζωής για έναν συνεχώς αυξανόμενο αριθμό ειδών στον πλανήτη μας.

Είναι σε όσες και όσους αγωνίζονται, με μεγάλους κινδύνους για τη ζωή τους, εναντίον αυτής της καταστροφής, που αυτό το βιβλίο είναι αφιερωμένο..

 

a] [desarrollismo, σημαίνει ιδεολογία που υποστηρίζει την καθαρά οικονομική ανάπτυξη ως στόχο προτεραιότητας.]

[1][1] Massimo de Angelis, Omnia Sunt Communia. On the Commons and the Transformation to Postcapitalism, Zed Books, Londra 2017.

[2][2] Ivi, pp. 240 ss. “Omnia sunt Communia” – “tutto deve essere in comune, όλα πρέπει να είναι κοινά” – είναι τα τελευταία λόγια, λέγεται, που πρόφερε ο Thomas Müntzer, ο leader του πολέμου των χωρικών στη Γερμανία, που συνελήφθη μετά την μάχη του Frankenhausen στα 1525, πριν πεθάνει από βασανιστήρια.

[3][3] Ivi, p. 270.

[4][4] Dolores Hayden, The Grand Domestic Revolution, MiT Press, Cambridge MA 1985.

[5][5] Γράφει η Hayden: “Μεταξύ του τέλους του εμφυλίου πολέμου και της έναρξης της Μεγάλης ύφεσης, τρεις γενεές υλιστών φεμινιστριών εξέτασαν, αξιολόγησαν θεμελιωδώς τη λεγόμενη «γυναικεία σφαίρα» και «εργασία των γυναικών». […] Για να ξεπεράσουν ένα μοντέλο αστικού και οικιακού χώρου που απομόνωνε τις γυναίκες και καθιστούσε την οικιακή εργασία αόρατη, ανέπτυξαν νέες μορφές οργάνωσης γειτονιάς, όπως οι συνεταιρισμοί των νοικοκυρών, τα νηπιαγωγεία, οι δημόσιες κουζίνες και οι λέσχες – εστιατόρια της κοινότητας. Φαντάστηκαν επίσης ιδανικές φεμινιστικές πόλεις. Επαναπροσδιορίζοντας την οικιακή εργασία και τις ανάγκες των γυναικών και των οικογενειών τους σχετικά με το σπίτι, αυτές έσπρωξαν τους αστικούς αρχιτέκτονες και σχεδιαστές να επανεξετάσουν τις επιπτώσεις της αρχιτεκτονικής στην οικογενειακή ζωή.” (ivi, p. 1).

[6][6] “Villa” είναι το όνομα που δίνεται στην Αργεντινή στις λαϊκές γειτονιές που χτίστηκαν χωρίς άδεια, είναι το ισοδύναμο της favela στη Βραζιλία. Η Villa 31 Retiro Bis είναι μια «villa μιζέρια», δηλαδή ένας από τους πολλούς ανεπίσημους οικισμούς που βρίσκονται στην πόλη του Μπουένος Άιρες. Ιδρύθηκε το 1932, με το όνομα της Villa ανεργία, αποτέλεσε αντικείμενο πολλών προσπαθειών από τις αρχές να την καταστρέψουν, που όμως ποτέ δεν ήταν επιτυχείς. Σχετικά με την Villa Retiro Bis σε σχέση με την πολιτική των κοινών, δείτε Raúl Zibechi, Descolonizar el pensamiento crítico y la práticas emancipatorias, Ediciones desde abajo, Bogotà 2015, σελ. 99-100.

[7][7] Midnight Notes #10, The New Enclosures, Jamaica Plain MA, φθινόπωρο 1990.

[8][8] Αυτό είναι το σύνθημα με το οποίο, τον οκτώβριο του 2016, οι φεμινίστριες της Αργεντινής, που συγκεντρώθηκαν για την ετήσια συνάντησή τους στην πόλη του Ροζάριο, εξαπέλυσαν μια έκκληση ώστε η 8η μαρτίου του 2017 να αφιερωθεί στον αγώνα εναντίον της βίας κατά των γυναικών. Αυτό αφού τις ίδιες μέρες της συνάντησης μια άλλη νεαρή γυναίκα σκοτώθηκε με βαρβαρότητα στην πόλη Mar de la Plata.

[9][9] Gladys Tzul Tzul, Sistemas de Gobierno Comunal Indígena. Mujeres y tramas de parentesco en Chuimeq’ena’, Editorial Maya Wuj, Guatemala 2016.

[10][10] Δείτε Gerrard Winstanley, La nuova legge di giustizia (1649), Ο νέος νόμος για την δικαιοσύνη, in Atonino recupero (a cura di), La terra a chi la lavora!, H γη σε αυτόν που την δουλεύει, Guaraldi, Firenze 1974. Δείτε επίσης Maurice Dommanget, Babeuf e la congiura degli uguali, και η συνωμοσία των ίσων, Edizioni- Εκδόσεις immanenza, Napoli 2015.

https://www.infoaut.org/segnalazioni/per-una-vita-degna-di-essere-vissuta

μεγαλείο χαρακτήρα!, grandezza carattere !

Ερνέστο Γκεβάρα Μαρτς: O πατέρας μου είναι το μέλλον καθ’ οδόν

Κυριακή, 17 Ιουνίου 2018

O μικρός γιος του Τσε μιλά στην εφημερίδα
 Juventud Rebelde
Λέει ότι δεν ξέρει να μιλά όπως τα αδέρφια του, όμως δεν θα σταματήσει να μιλά 90 χρόνια μετά από τη γέννηση του Τσε. Ο Ερνέστο Γκεβάρα Μαρτς, σπάει τη σιωπή του για να θυμηθεί τον πατέρα, που όπως ομολογεί, με τα γράμματά και τις συμβουλές του σμίλεψε την ψυχή του για μετά.
Δεν ήταν ούτε δύο χρονών όταν ο πατέρας του – με τα χέρια του δεμένα και χωρίς να εκφράσει την τελευταία του επιθυμία – πυροβολήθηκε με εντολές της CIA στο σχολείο της Λα Ιγιέρα στη Βολιβία, στις 9 Οκτωβρίου 1967.
Αυτό ήταν το πρώτο κίνητρο της επίσκεψή μας στον τελευταίο γιο του Ηρωικού Αντάρτη, τον δικηγόρο Ερνέστο Γκεβάρα, 52 ετών, ο οποίος μας δέχτηκε στο σπίτι του στην Αβάνα.
Μας λέει ότι δεν ξέρει να μιλάει όπως τα άλλα τρία αδέλφια του: Η Αλέιδα, παιδίατρος, ο Καμίλο, επίσης δικηγόρος και η Σέλια, κτηνίατρος, αλλά αποφάσισε να το κάνει τώρα, παραμονές των 90ων γενεθλίων του Τσε:
Φυσικά, όλοι μας υποφέραμε και πάντα λυπόμαστε για την πρώιμη φυσική απουσία ενός ανθρώπου σαν κι αυτόν, ωστόσο, είμαστε ευτυχείς που έχουμε το αίμα και τα γονίδιά του και αποτελούμε μια πολύ όμορφη οικογένεια. Ο πυρήνας μου (η γυναίκα μου και τα τρία μου παιδιά) είναι σήμερα μια από τις μεγαλύτερες χαρές μου. 

 

 
Τα αδέρφια μου και εγώ, προερχόμαστε από ένα ζευγάρι που βρέθηκε στη μέση ενός απελευθερωτικού πολέμου στη χώρα μας. Τι όμορφο πράγμα! Η μητέρα μου συμμετείχε στον παράνομο αγώνα στη Σάντα Κλάρα. Είχε εντοπιστεί από τα κατασταλτικά όργανα της τυραννίας του Μπατίστα, ήταν δηλαδή “καμένη” και γι αυτό έπρεπε να βγει στο βουνό, στο Σιέρα ντε Εσκαμπρέι, όπου εκεί γνώρισε τον πατέρα μου. 
 
Και οι δύο συμμετείχαν στον αγώνα στο κέντρο της χώρας. Και η κατάληψη της Σάντα Κλάρα ήταν ένα εξαιρετικό γεγονός, ένας κρίσιμος κρίκος για τον θρίαμβο της Επανάστασης. 
 
Θέλω να σας διευκρινίσω ότι όταν ένας γιος μιλά για τον πατέρα χωρίς να μιλά για τη μητέρα, είναι δύσκολο να μην είναι λίγο άδικος . Γι αυτό θα την αναφέρω αμέσως τώρα, Αλέιδα ή Χοσεφίνα – Γιατρός (το όνομα της παρανομίας) και κάποιες φορές, απλά Μητέρα. Και τον πατέρα μου θα τον πω, Κομαντάντε Γκεβάρα, ή απλά Τσε. 
 
Ξέρω ότι δίδαξε καλά τα τέσσερα παιδιά του. Με τα γράμματά του, με αυτή την εικόνα του Τσε σε εκατομμύρια ανθρώπους, μας άφησε μια Επανάσταση που έκανε και μας ζήτησε να σπουδάζουμε και να γίνουμε επαναστάτες. 
 
Όπως εξηγεί η μητέρα μου, στο βιβλίο της Αναπόληση, η ζωή μου δίπλα στο Τσε, συνδέθηκε με το επαναστατικό κίνημα σαν μαχητής της παρανομίας στην παλιά επαρχία Λας Βίγιας, εκπληρώνοντας αποστολές μεταφοράς διάφορων συντρόφων στο βουνό. Επίσης, ανέβηκε στο Εσκαμπρέι μεταφέροντας 50.000 πέσος, τα οποία είχε τοποθετήσει στην πλάτη της με επιδέσμους, πράγμα που έκανε πολύ δύσκολο το περπάτημα μέχρι το Γκανιλάνες, το πρώτο στρατόπεδο που οργανώθηκε από τον Κομαντάντε Γκεβάρα στο ελεύθερο έδαφος της κεντρικής επαρχίας της χώρας. 
 
Η Αλέιδα ήταν μητέρα και πατέρας, αυτό είναι ένα από τα πιο μοναδικά πράγματα στη ζωή μου. Και ο τρόπος που οδήγησε την οικογένεια, σαν μητέρα και πατέρας, είναι κάτι για το οποίο την ευγνωμονούμε και οι τέσσερις. Αυτή της η αυταπάρνηση με κάνει να μην μπορώ να αναφέρω τον Τσε χωρίς να μιλήσω γι αυτήν, αυτήν που σηκώνονταν πάντα στις πέντε το πρωί, πολλές φορές απλά για να μας αποχαιρετήσει όταν πηγαίνουμε για να εκπληρώσουμε διάφορα καθήκοντα, όπως για παράδειγμα να κόψουμε ζαχαροκάλαμο. 
 
Έτσι λοιπόν, έχω την τιμή να είμαι γιος του Τσε, με μια τέτοια μητέρα! Τους ένωσε μια μεγάλη αγάπη, που φαίνεται και στα γράμματά τους, σημάδια μιας όμορφης συναισθηματικής σχέσης. Με ευχαριστεί ο τρόπος που γνωρίστηκαν, ερωτεύτηκαν και αγαπήθηκαν. Και εκμεταλλεύομαι αυτή την ευκαιρία, για να φανεί η μεγάλη ευαισθησία του απαιτητικού αυτού ανθρώπου, του γεμάτου τρυφερότητα. 
 
Για παράδειγμα, γράφοντας της από το Κονγκό το 1965, λέει: ”Όταν άγγιξα το σημάδι που άφησε στο δέρμα σου ένας επίδεσμος, ξέσπασε μέσα μου μια πάλη ανάμεσα στον άψογο επαναστάτη και στον άλλον, τον πραγματικό Τσε”. 
 
Στο στρατόπεδο στη Λα Βίγιας, στο Κεντρικό Πανεπιστήμιο, στο πρώτο μέρος που ήταν η Αντάρτικη Διοίκηση της επαρχίας,ο Κομαντάντε Γκεβάρα της έδωσε ένα τουφέκι Μ-1 και της δήλωσε ότι το κέρδισε. Αργότερα, την άφησε να μάθει για την ύπαρξη της Περουβιανής του συζύγου, της οικονομολόγου Ίλντα Γκαντέα και της κόρης του Ιλντίτα – Μπεατρίς. 
 
Η Αλέιδα λέει στο βιβλίο της ότι στις 2 Γενάρη 1959, στο δρόμο για την πρωτεύουσα, στην πρώτη στάση για να βάλει καύσιμα στο τζιπ, στο Λος Αραμπος του Ματάνσας – άλλοι λένε στο Κολοσσαίο – ο Τσε της εκδήλωσε για πρώτη φορά την αγάπη του. Και στις 7 Γενάρη την παρουσίασε στον Φιντέλ και στην Σέλια (Σάντσες). 
 
Η Χοσεφίνα [ Αλείδα Μαρτς ] αναφέρει ότι στις 12 Γενάρη της έδωσε να διαβάσει ένα γράμμα προς την Ιλντα, με το οποίο της ανακοίνωνε επίσημα τον χωρισμό τους, γιατί σκόπευε να παντρευτεί μια κουβανή κοπέλα που είχε γνωρίσει στον αγώνα. 
Ο Ερνέστο επιμένει ότι παρά την προφανή σοβαρότητα και των δύο, αποτελούσαν ένα ζευγάρι με τεράστια ανθρώπινη ευαισθησία, έως και ποιητική.

Αυτό εμφανίζεται σε ένα σημείο του προαναφερθέντος βιβλίου Αναπόληση, στο οποίο η “Γιατρός” [ η μητέρα μου] γράφει ότι αυτόν τον αξέχαστο Γενάρη, όταν μπήκε στο δωμάτιό μου στο (κάστρο) Λα Καμπάνια ξυπόλυτος και σιωπηλός, ολοκληρώθηκε ένα γεγονός πέρα από την πραγματικότητα και ο Τσε με διάθεση χιούμορ το αξιολογεί ως “η μέρα της κατάληψης του κάστρου”. Χρησιμοποίησε αυτή την έκφραση σαν μια παροιμία, γιατί σε κάθε κάστρο, για να το καταλάβεις, πρώτα γίνεται η πολιορκία και μετά σιγά-σιγά, αφού μελετήσεις τα αδύνατα σημεία του, αποφασίζεται η επίθεση. 

 
«Πράγματι, αυτό συνέβη», θυμάται η Αλέιδα Μαρτς, «γιατί εγώ ήμουν ερωτευμένη πολύ περισσότερο από όσο πίστευα , και απλά, παραδόθηκα χωρίς να αντισταθώ και χωρίς να δώσω καμία μάχη […]. 
 
Ο γάμος πραγματοποιήθηκε στις 2 Ιουνίου, στο κάστρο Λα Καμπάνια. Από αυτή την ένωση γεννήθηκαν η Αλειδίτα [Πέμπτη 24 Νοεμβρίου 1960], ο Καμίλο [Κυριακή 20 Μαΐου 1962], η Σέλια [Παρασκευή 14 Ιουνίου 1963] και ο Ερνέστο [Τετάρτη 24 Φεβρουαρίου 1965]. 
 
Σε ένα γράμμα, ο πατέρας μου ομολογούσε στην Αλέιδα “Έτσι, πέρασα ένα μεγάλο μέρος της ζωής μου, περιορίζοντας την αγάπη με άλλες σκέψεις και με τον κόσμο να πιστεύει ότι πρόκειται για ένα μηχανικό τέρας […] ”. 
 
Και σε ένα τετράδιο με σημειώσεις που της στέλνει από πολύ μακρυά, της λέει:”Το παρελθόν έχει τελειώσει, είμαι το μέλλον καθ οδόν (…) αν μια μέρα νοιώσεις τη βία μιας ματιάς, μη γυρίσεις, μη σπάσεις το ξόρκι, συνέχισε να φτιάχνεις τον καφέ μου και άσε με να σε ζήσω στην αιωνιότητα της στιγμής”. 
 
Η συμβουλή του πατέρα μου στα γράμματά του 
Ο Ερνέστο αποφοίτησε από τη Νομική Σχολή στην ΕΣΣΔ, το 1987. Όπως εξομολογείται, έχει πραγματικούς φίλους εδώ και πολλά χρόνια, που τον έχουν συντροφέψει σε διάφορες στιγμές της ζωής του.
Στην αντίληψή μου ο αληθινός φίλος αποτελεί ζωτική δομή μιας κοινωνίας και μετατρέπεται σε μέλος της οικογένειάς σου. Φέρνω σαν παράδειγμα τον Χοσέ Ρικάρδο, γιο του Πάπι από τους αδερφούς Ταμάγιο, τον Καμίλο Σάντσες, γιο του Κομαντάντε Σάντσες Πινάρες, τον Παντόχα, γιο του καπετάνιου Όλο και άλλους, που κατά τον ίδιο τρόπο, είναι σαν αδέρφια για όλους εμάς…. Ο πατέρας μας στα γράμματά του μας σμίλεψε την ψυχή για μετά. 
 

Εγώ , για παράδειγμα, θυμάμαι με αγάπη και τους φυλάω στη μνήμη μου, τους άνδρες της Προσωπικής Ασφάλειας, που μας πρόσεχαν κατά την απουσία του Τσε, όταν είμαστε παιδιά. Τον Φέλο, από το Πιναρ ντελ Ρίο, τον Νέστρορ, από την Αβάνα, τον Μισαέλ από την ανατολική επαρχία… Τους βλέπαμε σαν δάσκαλους ή και σαν γονείς μας… Σε μας τα αγόρια, μας έμαθαν μέχρι και πως κατουράμε. Από τους τρεις ζει μόνο ο Νέστρορ, ο μαύρος. Τους δύο που πέθαναν εδώ και καιρό, τους κηδέψαμε και τους πενθήσαμε σαν μέλη της οικογένειάς μας. Ο Ίσαελ μας έμαθε να πυροβολούμε με τα όπλα Brno 2 και Calibre 22. 

 
Mεγαλώνοντας, παρουσιάστηκα στις Ειδικές Δυνάμεις του ΜΙΝΙΤ (ΥπΕσ) και έγινα υπολοχαγός, ήταν μια τιμή για μένα. Τότε ήμουν 23 ετών. Όταν πυροβολούσα με το όπλο στις ασκήσεις που κάναμε, ερχόταν στο μυαλό μου ο θρύλος του πατέρα μου. 
 
Το 1990, σε μια Ακαδημία της Σοβιετικής Ένωσης, έγινα Αξιωματικός Επιχειρήσεων της Αντικατασκοπίας. Είχα πάντα μαζί μου τις συμβουλές του πατέρα μου στα γράμματά του. 
 
Ο πατέρας μου όπως είναι γνωστό, έκανε το γύρο της Λατινικής Αμερικής με τον Αλμπέρτο Γρaνάδο (με την μοτοσυκλέτα La Poderosa). Και στη Σιέρα Μαέστρα έπρεπε να καταβάλει προσπάθειες να εκπαιδεύσει αντάρτες με χαμηλό πολιτιστικό επίπεδο, αγρότες πρακτικά αναλφάβητους. 
Μου είπαν ότι έχεις φτιάξει μια επιχείρηση με ένα πολύ συμβολικό όνομα: “La Poderosa”; 
La Poderosa; Nαι, διευθύνω αυτή την επιχείρηση, ειδικότερα ασχολούμαι με το κομμάτι του εξωτερικού. Είναι ένα ταξιδιωτικό γραφείο, τουριστικό, ειδικευμένο στις μοτοσυκλέτες, στη Harley Davidson, την πιο δυνατή, την πιο γνωστή και την πιο εμπορική στο εξωτερικό, αυτή που γενικά αρέσει πιο πολύ σαν μηχανή βόλτας. Εγώ πηγαίνω με μία από αυτές και ξεναγώ τους τουρίστες. Η μηχανή αυτή ονομάζεται “La Poderosa”, ως ένας φόρος τιμής σε εκείνη την Northon 500 με την οποία ο Τσε και ο Αλμπέρτο Γρανάδο διέσχισαν την Λατινική Αμερική… 
Στη συνέχεια, η συνέντευξη πηγαίνει στο πως τα γράμματα του πατέρα του, σημάδεψαν τον τρόπο που θα έβλεπε το μέλλον.
Με τα γράμματά του στην οικογένειά μας, μας προετοίμασε για το μέλλον, μας προειδοποίησε για τη ζωή και μας έδωσε μαθήματα. Ήταν πεισμένος ότι θα μπορούσε να πεθάνει. 
 
Α! και μια άγνωστη είδηση! Ποτέ η μητέρα μου Αλέιδα Μαρτς, δεν το έχει πει, και σήμερα εγώ θέλω να το πω, μπορώ να το αποκαλύψω μετά τόσα χρόνια. Αυτή ζήτησε από “το γέρο μου” να πάει να πολεμήσει στη Βολιβία, όταν θα το επέτρεπαν οι συνθήκες και αυτός υποσχέθηκε ότι έτσι θα γινόταν, αλλά τελικά δεν μπόρεσε να ανοίξει το δεύτερο μέτωπο που ήλπιζε να δημιουργήσει. 
 
Ξέρω επίσης ότι είσαι διεθνιστής, όπως ο πατέρας σου … 
Διεθνιστής; Ναι, ήμουν σχεδόν δύο χρόνια στην Αγκόλα, πρώτα στην Κάχαμα, μετά στη Μπενγουέλα, στο Λόμπιτο και σε άλλες πολεμικές ζώνες. Φυσικά, μάχιμος αλλά και ως Αξιωματικός Επιχειρήσεων της Στρατιωτικής Αντικατασκοπείας. 
Σου αρέσει το σκάκι όπως στον Τσε; 
Ήταν το αγαπημένο του άθλημα. Επειδή ήταν αυτό που έμοιαζε με τη στρατιωτική τέχνη, όπου ασκούσε τακτική και στρατηγική, την επίθεση, αντεπίθεση και τελικά την άμυνα με τα πιόνια όπως ο αξιωματικός, ο βασιλιάς , οι πύργοι, σαν να ήταν μέρος μιας μάχης με όπλα. 
Δεν υπάρχουν και εκείνοι που προσπαθούν να αμαυρώσουν την ιστορία του πατέρα σου με συκοφαντίες; 
Ο πατέρας μου ήταν πάνω απ όλα πολύ γενναιόδωρος και ανθρώπινος, παρά τις συκοφαντίες των εχθρών. Η καλύτερη απόδειξη γι αυτό, είναι ότι πήγε να πολεμήσει σε άλλες χώρες. Άφησε τα πάντα, την αγάπη μας, την αγάπη του λαού, για να μπορέσουν άλλα παιδιά, άλλοι νέοι και άνθρωποι, να έχουν υγεία, μόρφωση, ιατρική περίθαλψη, ανθρώπινα δικαιώματα και τελικά να ζουν καλά και να είναι ευτυχισμένοι. 
Για να είσαι αυθεντικός επαναστάτης 
Εμπνευσμένος από τη συζήτηση, ο Ερνέστο ξεκινά μια ιστορική αναδρομή. Θυμάται ότι, όταν τελείωσε την ιατρική ο πατέρας του, ξεκίνησε από το Μπουένος Άιρες στις 7 Ιούλιου 1953, το δεύτερο ταξίδι του στη Λατινική Αμερική.
Σε αυτή την περιοδεία, σημειώνει, ήρθε σε επαφή στη Βολιβία με τον αντίκτυπο της επανάστασης του 1952, στη Γουατεμάλα ήταν μάρτυρας της ανατροπής του Χάκομπο Άρμπενς, στην Κόστα Ρίκα, στη Γουατεμάλα και στο Μεξικό, έρχεται σε επαφή με τους επιζώντες κουβανούς επαναστάτες των γεγονότων της 26ης Ιουλίου 1953 (επίθεση στο στρατόπεδο Μονκάδα) και γνώριζει τον Φιντέλ Κάστρο. Εκεί αποφασίζει να ενταχθεί στο επαναστατικό κίνημα που ηγείται και μετά την απόβαση του Γκράνμα ξεκινά τον αγώνα στην Κούβα.
Στις 10 Δεκεμβρίου 1953, σε γράμμα του στη θεία του Μπεατρίς, από την Κόστα Ρίκα, ομολογεί ότι στη Γουατεμάλα θα τελειοποιούσε τον εαυτό του και θα κατακτούσε αυτό που χρειάζεται για να είναι ένας αυθεντικός επαναστάτης. Της λέει: “Εκτός από γιατρός, είμαι δημοσιογράφος και ρήτορας …. σε αγκαλιάζω και σε αγαπώ, ο ανιψιός σου με τη σιδερένια υγεία, το άδειο στομάχι και την ξεκάθαρη πίστη στο σοσιαλιστικό μέλλον. Chau, Chancho”.
Στις 12 Φεβρουαρίου 1954, στο τέλος άλλου γράμματος προς την Μπεατρίς, την αποχαιρετά με αυτό τον τρόπο: “Μια ατσάλινη αγκαλιά από τον προλετάριο ανιψιό σου”.
Στις 6 Ιουλίου 1956, σε γράμμα προς τους γονείς του από τη φυλακή στο Μεξικό, γράφει: «Ένας νέος κουβανός ηγέτης με κάλεσε να ενταχθώ στο ένοπλο απελευθερωτικό κίνημα της χώρας του, και φυσικά, δέχτηκα. Το μέλλον μου συνδέεται με την κουβανική επανάσταση. Ή θα θριαμβεύσω μαζί της ή θα πεθάνω εκεί. Πέρασα τη ζωή μου ψάχνοντας την αλήθεια μου μέσα στα παραπατήματα. Στον τάφο μου θα πάρω μόνο τη θλίψη ενός ανολοκλήρωτου τραγουδιού”. 
Σε άλλο γράμμα, προς τη μητέρα του, γράφει: “Το επάγγελμά μου σήμερα, μοιάζει με του «σαλταδόρου», σήμερα εδώ, αύριο εκεί. Τα σημάδια είναι καλά, προμηνύουν τη νίκη. Αλλά αν κάνουν λάθος, τελικά, ακόμα και οι θεοί κάνουν λάθος. Η πορεία μου είναι ουσιαστικά μια περιπέτεια και ο αγώνας θα είναι με την πλάτη στον τοίχο, όπως στους ύμνους, μέχρι να νικήσω ή να πεθάνω…”. 
(στμ)
διεθνισμός, internazionalismo

Πάντα οι διοικητές γερνούν άσχημα. Για τις διαμαρτυρίες στη Νικαράγουα

Stampa

 

785

Φυσικά η κατάσταση στη Νικαράγουα εξομαλύνεται, αλλά η διαδικασία που ξεκίνησε με τις ημέρες του απριλίου δεν έχει τελειώσει. Τα δημοσιευμένα στοιχεία, από την άλλη πλευρά, πιστοποιούν τον αριθμό των θανάτων σε 45 και 200 τραυματιών τις ημέρες μεταξύ 18 και 30 απριλίου. Οι περισσότεροι αυτών φοιτητές. Σχεδόν όλοι οι θάνατοι αποδίδονται στις δυνάμεις δημόσιας ασφάλειας και τις ομάδες σύγκρουσης, γνωστές ως «νέοι σαντινίστας». Οι συγκρούσεις έχουν σταματήσει αλλά οι διαμαρτυρίες συνεχίζονται. Πώς τοποθετούνται αυτές οι διαμαρτυρίες στο σενάριο της περιοχής; Ποιες διεκδικήσεις διατύπωσε το κίνημα που ξεκίνησε από την διαμαρτυρία ενάντια στην συνταξιοδοτική μεταρρύθμιση; Ποιο είναι το βάρος που έχουν η Εκκλησία και οι ΗΠΑ;

I comandanti invecchiano sempre male. Sulle proteste in Nicaragua.

Λατινική Αμερική, ο 21ος αιώνας και ο σοσιαλισμός“[…]Los estudiantes no quieren imágenes que simbolicen el autoritarismo. En las calles han comprendido el sentido de la vida: instantánea, frágil y absurda.”

Περίπου δύο χρόνια πριν, πολλοί παρατηρητές στην Ευρώπη και τη Νότια Αμερική, άρχισαν να παρίστανται σε μια μεταβολή της τάσης στη νοτιοαμερικανική ήπειρο, μια αναστροφή που έβλεπε μια αποδυνάμωση και έναν προοδευτικό τερματισμό των κύκλων των μεγάλων προοδευτικών κομμάτων και των σοσιαλιστικών οργανώσεων της ηπείρου.
Αυτοί οι κύκλοι άρχισαν το δεύτερο μισό της δεκαετίας του ’90 με μια σειρά μαζικών κινημάτων και αγώνων, διαφοροποιημένων, αντιφατικών, αυτόνομων, με αντι-νεοφιλελεύθερη έννοια, που οδήγησαν στην εκλογή σοσιαλιστικών κομμάτων τα οποία πολύ σύντομα κατάπιαν τις πιο ανεξάρτητες τάσεις και χαρακτηρίστηκαν, έστω και με τις δικές τους εδαφικές ιδιαιτερότητες, από την κρατική παρέμβαση ως μέσο οικονομικής αναδιανομής και κοινωνικής προστασίας, από την καταπολέμηση της φτώχειας με οικονομικές πολιτικές αντιφατικές μεταξύ τους σε κάποια σημεία, από την κοινωνική δικαιοσύνη ως θεμελιώδη αξία, από την κεντρική φιγούρα του αρχηγού σωτήρα της χώρας, όλα αυτά με μια ισχυρή λατινοαμερικανική κλίση.
Το τέλος αυτής της ακολουθίας οδήγησε σε μια επακόλουθη ενίσχυση των εθνικών δεξιών, παραδείγματα μεταξύ άλλων είναι η κρίση της Βενεζουέλα, η αποτυχία της προσπάθειας δημοκρατικής μετάβασης των FARC, οι δυσκολίες του Μοράλες στη Βολιβία για την προσαρμογή των μεταρρυθμίσεών του στις πραγματικές ανάγκες των αυτόχθονων λαών, η παράνομη κατάκτηση της εξουσίας του Temer στη Βραζιλία και οι επιθέσεις εναντίον του πρώην Προέδρου Λούλα, οι φρικτές μεταρρυθμίσεις του Macrì στην Αργεντινή και το αμφιλεγόμενο αποτέλεσμα των πολιτικών εκλογών της Ονδούρα, που χαρακτηρίζονται πάντα από αδελφοκτόνους αγώνες για την εξουσία, με την εκλογή του Χουάν Ορλάντο Χερνάντεζ, Juan Orlando Hernàndez, παρά τη συνταγματική απαγόρευση μιας νέας επανεκλογής του.

Ωστόσο, δύο χρόνια αργότερα, μπορούμε να δούμε πώς αυτή η ανατροπή της τάσης είναι κάθε άλλο παρά αιφνίδια και ανώδυνη, και οι δεξιές αντιμετωπίζουν δυσκολίες στην πορεία τους εξαιτίας της πολιτικής ανικανότητας, της σκληρότητας των μεταρρυθμίσεων, την έλλειψη δημοτικότητας και την ασυμβατότητα του δυτικού νεοφιλελεύθερου μοντέλου με τις τοπικές δομές και ίσως ακόμη και μια ελαφρά μείωση της πολιτικής πίεσης της αμερικανικής κυβέρνησης, που ασχολείται με άλλες περιπτώσεις, μετά την κρίση της Βενεζουέλα του 2017. Επιπλέον, η σταδιακή παρακμή των προαναφερθέντων αριστερών πραγματικοτήτων δεν σημαίνει τον τερματισμό των συγκρούσεων ή της πολιτικής συμμετοχής στην πλατεία, στον δρόμο, ή τη δυσπιστία στις σοσιαλιστικές ιδέες όπως θα μπορούσε να προβλεφθεί, αντιθέτως, σε πολλές περιπτώσεις ανοίγει το δρόμο για μια νέα συνειδητοποίηση στον πληθυσμό, είναι ένα άνοιγμα αν όχι μια προσπέλαση από αριστερά των πλατειών που πρώτα πνίγονταν από τις δυσκίνητες προοδευτικές δομές, χάρη και στην εμπειρία που ωρίμασε και αποκτήθηκε στα πρώτα είκοσι χρόνια αυτού του αιώνα. Κινήματα που γεννήθηκαν από τα κάτω, δομημένα με τρόπο πιο ρευστό και αυτόνομο από την άκαμπτη οργάνωση των κομμάτων, συχνά αυθόρμητα, φορείς αναφορών και αιτημάτων ριζοσπαστικών και φεμινιστικών γεννήθηκαν σε ολόκληρη την ήπειρο, αμφισβητώντας δεξιές και αριστερές, απαιτώντας δικαιώματα και συμμετοχή, αύξηση του εισοδήματος και των υπηρεσιών, καταπολέμηση της διαφθοράς, βελτίωση της εκπαίδευσης, καταπολέμηση της φτώχειας.
Φθάνει να σκεφτείτε, όσον αφορά την Αργεντινή, τις ωκεανικές διαδηλώσεις εναντίον του προέδρου Macrì, προς τον οποίον η συναίνεση καταρρέει και ο οποίος τις τελευταίες ημέρες έχει ανακοινώσει ακόμη μια αίτηση για υποστήριξη στο Διεθνές Νομισματικό Ταμείο λόγω της υποτίμησης του αργεντίνικου πέσο και των αγώνων των ντόπιων ιθαγενών Mapuche. Την επίθεση στο Κογκρέσο της Παραγουάη μετά την προσπάθεια συνταγματικής μεταρρύθμισης του προέδρου για να επιτραπεί η επανεκλογή του, τις συγκρούσεις και τις διαμαρτυρίες στην Ονδούρα λόγω παρόμοιων αιτιών για τις επαίσχυντες εκλογικές αδικίες που έχουν ήδη αφήσει 30 νεκρούς στους δρόμους, και η κατάσταση είναι κάθε άλλο παρά ειρηνευμένη. Στο Μεξικό η αυτόχθον υποψήφια Marichuy που υποστηρίζεται και από φοιτητικές συνιστώσες και διανοούμενους, η οποία θεωρείται η υποψήφια των Ζαπατίστας, προσπαθεί να καταφέρει να ανασυνθέσει τους αυτόχθονες λαούς για έναν ριζοσπαστικό μετασχηματισμό της μεξικανικής κοινωνίας. Οι κοντινές εκλογές στη Βενεζουέλα και την Κολομβία, ίσως, θα μπορέσουν να μας δώσουν και άλλες γραμμές των τάσεων σχετικά με τις κοινωνικοπολιτικές διαδικασίες που βρίσκονται σε εξέλιξη.

Μέσα σε πολλά από τα κινήματα ένα κεντρικό στοιχείο είναι η ενότητα που αντιπροσωπεύουν ορισμένοι αυτόχθονες λαοί που επικεντρώνονται σε αιτήματα για δικαιώματα και αυτονομία, καθιστώντας τους εαυτούς τους φορείς ενός πολιτιστικού φαντασιακού »αποαποικιοκρατικού», μιας απόρριψης του μοντέλου δυτικού πολιτισμού ξεκινώντας από τη γλώσσα, από τις χρήσεις, τα έθιμα, την παιδεία, την οικονομία, την πολιτική, σε μια προσπάθεια να δοθεί αξιοπρέπεια και σεβασμός στους λαούς τους, συχνά εκριζωμένους από τη γη τους, τον πολιτισμό τους, την ιστορία τους, τη γλώσσα τους.
Ενδιαφέρουσα από αυτή την άποψη είναι η εργασία της συλλογικότητας Grupo Modernidad / Colonialidad, που συγκεντρώνει διεπιστημονικούς διανοούμενους που τις τελευταίες δεκαετίες προσπαθούν να αναπτύξουν μια αποαποικιοκρατική προοπτική ξεκινώντας από τις σχέσεις εξουσίας που εδραιώνονται στην ήπειρο και που βλέπει στον ρατσισμό και την προσπάθεια επιβολής του δυτικού και ευρωκεντρικού κοινωνικο-πολιτιστικού μοντέλου τη βάση της καπιταλιστικής αναπαραγωγής στην ήπειρο. (Να σημειώσουμε μεταξύ άλλων, το έργο της Catherine Walsh σχετικά με τις «αποαποικιοκρατικές παιδαγωγικές δραστηριότητες», το οποίο έχει το πλεονέκτημα ότι δεν δίνει εύκολες απαντήσεις αλλά αναζητεί ένα νήμα οδηγό που ενώνει εγκάρσια τις διάφορες εμπειρίες σε όλη την ήπειρο που προσπαθούν να πειραματιστούν με μια διαφορετική επιστήμη της εκπαίδευσης από εκείνη την κυρίαρχη δυτική).

Ένας άλλος παράγοντας σ ‘αυτούς τους αγώνες είναι ο πρωταγωνισμός και η επέκταση των φεμινιστικών κινημάτων στην ήπειρο, που παρασύρονται από το κίνημα ni una menos, ο machismo είναι πολύ ισχυρός σε όλη τη Νότια Αμερική, σε ορισμένες αγροτικές περιοχές η κατάσταση φθάνει στο σημείο να γίνεται δραματική όσον αφορά την παράνομη εμπορία απαχθέντων ανθρώπων, γάμους και πρώιμες εγκυμοσύνες · το ποσοστό της γυναικοκτονίας εξακολουθεί να είναι πολύ υψηλό και η άμβλωση συνεχίζει να θεωρείται ως ταμπού σε μεγάλο μέρος της Λατινικής Αμερικής, καθώς και έγκλημα σχεδόν σε όλες τις εθνικές νομοθεσίες. Η Εκκλησία και η θρησκεία είναι σίγουρα οι κύριοι υπεύθυνοι για τη δυσκολία στην πολιτιστική αλλαγή με αυτή την έννοια.

Οι πρόσφατες διαμαρτυρίες στη Νικαράγουα παρουσιάζουν όλες αυτές τις ιδιαιτερότητες και τοποθετούνται σε αυτό το δυναμικό, αντιφατικό μάγμα γεννημένο μέσα σε αγώνες, αιτήματα, διαμαρτυρίες και πολιτικές και κοινωνικές αλλαγές.

31947981 10217038670627047 1780007135212470272 n

Πως εξελίχθηκε η διαμαρτυρία;

Στις 16 απριλίου του 2018, η κυβέρνηση ανακοίνωσε μια νέα μεταρρύθμιση του Εθνικού Ινστιτούτου κοινωνικής Ασφάλισης η οποία επιδεινώνει την κατάσταση του εργαζόμενου πληθυσμού της Νικαράγουα.
Την Τετάρτη 18 απριλίου, οι πορείες που συγκλήθηκαν αυτόνομα από φοιτητές και άλλους πολίτες, σε διαφορετικά μέρη της χώρας, πολιορκήθηκαν και δέχτηκαν απειλές από την αστυνομία. Η εθνική κατάσταση κατέστη πιο περίπλοκη, σε σημείο πολλά τηλεοπτικά μέσα να λογοκριθούν, αλλά πλέον ήταν πολύ αργά, την πέμπτη 19 απριλίου, η καταστολή εντατικοποιήθηκε και οι πρώτοι φοιτητές σκοτώθηκαν.
Ο πρώτος νεκρός ήταν ένας νεαρός που ονομάζονταν Darwin Urbina, θύμα ανταλλαγής πυροβολισμών κοντά στο Πολυτεχνείο κατά τη διάρκεια των συγκρούσεων της 19 απριλίου. Σύμφωνα με την οικογένεια, επέστρεφε σπίτι μετά από μια μέρα δουλειάς στο σούπερ μάρκετ.

download 2

Η αντιπρόεδρος Murillo, σύζυγος του προέδρου Daniel Ortega, ιστορικού διοικητή του Frente Sandinista de Liberación Nacional που νίκησε τη δικτατορία του Σομόζα, δήλωσε ότι το χτύπημα είχε φύγει μέσα από την πανεπιστημιακή περίμετρο, όπου είχαν ταμπουρωθεί πολλοί φοιτητές. Εκείνη την ίδια ημέρα, η πρώτη κυρία διαβεβαίωσε ότι η κυβέρνησή της δεν είχε κρατούμενους πολίτες και ότι οι υπεύθυνοι για τη βία ήταν «ομάδες γεμάτες μίσος».
Καθώς περνούσαν οι μέρες, η πραγματικότητα διέψευσε την αντιπρόεδρο. Η οικογένεια του Urbina κατηγόρησε την αστυνομία ότι έριξε πραγματικές και όχι καουτσούκ σφαίρες.  Στις 20 απριλίου, τα θύματα και οι διώξεις κατά πανεπιστημιακών φοιτητών άρχισαν να αυξάνονται. πολλοί έχουν εξαφανιστεί. Οι διαδηλώσεις διαμαρτυρίας πυροδοτήθηκαν, οι διασυνδέσεις μεταξύ των πόλεων έγιναν πιο δύσκολες, ακολουθούμενες από συγκρούσεις, οδοφράγματα, μολότοφ, ένοπλες μάχες, λεηλασίες από την πλευρά του πληθυσμού και εκείνες που ενορχηστρώθηκαν από άτομα που διείσδυσαν στο κίνημα, φιλοκυβερνητικές ένοπλες ομάδες, ειρηνικές διαδηλώσεις, το θάρρος μιας γενιάς. Αντιμέτωποι με την αύξηση της λαϊκής και διεθνούς πίεσης, η κυβέρνηση αναγκάστηκε να απελευθερώσει δεκάδες φυλακισμένους την τρίτη 24 απριλίου, οι οποίοι ανέφεραν, κατήγγειλαν ότι ξυλοκοπήθηκαν και βασανίστηκαν στα κελιά των αστυνομικών κέντρων. Οι «μικροσκοπικές ομάδες» μετατράπηκαν στον πυρήνα της γενικευμένης διαμαρτυρίας που μπόρεσε να μεταβάλει ολόκληρη την πολιτική πορεία της Νικαράγουα.

Η ροτόντα του Jean Paul Genie, κοντά στα Πανεπιστήμια, υπήρξε τόπος όπου οι νέοι ξαγρυπνούσαν σχεδόν κάθε βράδυ. Ακριβώς εδώ, οι διαδηλωτές ανέτρεψαν δύο από τα εκατοντάδες «δέντρα της ζωής» που κοσμούν το αστικό τοπίο της πρωτεύουσας: τεράστιες σιδερένιες κατασκευές που φωτίζονται από led και μιμούνται τα δέντρα και θέλουν να είναι φορείς ευημερίας, όπως είπε η Rosario Murillo, Πρώτη Κυρία της Νικαράγουα και Αντιπρόεδρος, η οποία θέλησε την κατασκευή και το στήσιμο τους. Οι νικαραγουανοί τα γνωρίζουν ως «los chayopalos» (η Murillo είναι γνωστή με το ψευδώνυμο «La Chayo«). Η πτώση τους μετατράπηκε σε εικονική φωτογραφία της εξέγερσης μιας νέας γενιάς: σε μια στιγμή, η πτώση των chayopalos συνδέθηκε, στα κοινωνικά δίκτυα, με την κατεδάφιση του αγάλματος του Σομόζα. Εκατοντάδες από αυτές τις κατασκευές κοσμούν την πρωτεύουσα της Νικαράγουα και πολλά από αυτά υπέστησαν φθορές και τώρα φέρουν τις πληγές των διαμαρτυριών. Όπου υπήρχαν πριν τα chayopalos, οι διαδηλωτές φύτευσαν αληθινά δέντρα με τα ονόματα δεκάδων νέων που σκοτώθηκαν. Η αγρυπνία έχει γίνει μιας έκφραση αρμονίας όλων των οικονομικών και κοινωνικών στρωμάτων, μιας έκφρασης που ενώνει όλα τα κοινωνικά στρώματα.

31958587 10217038670747050 7058804761297944576 n

Στις 28 απριλίου, δέκα μέρες μετά την πρώτη διαμαρτυρία, δεκάδες χιλιάδες νικαραγουανών έκαναν πορεία από διαφορετικά σημεία στη Μanagua για να βρεθούν στον Καθεδρικό Ναό, την πορεία διοργάνωσε η καθολική εκκλησία.
Οι διαδηλωτές όχι μόνο έδειξαν ότι δεν φοβόταν το Κράτος αλλά του έκλεψαν και τις σημαίες του. Όλες. Και τις ανεμίζουν μαζί με τις αξίες του, ακόμη και εις βάρος των μηνυμάτων που, στις προθέσεις των καθολικών διοργανωτών, θα έπρεπε να μεταφέρει η πορεία. Τραγούδησαν τα τραγούδια της επανάστασης, γκρέμισαν chayopalos για να φυτεύσουν δένδρα, απήγγειλαν τα ποιήματα του Ernesto Cardenal [μία από τις φιγούρες σύμβολο της θεολογίας της απελευθέρωσης] και τραγούδησαν τα τραγούδια των αδελφών Mejía Godoy [τραγουδοποιών σύμβολα της Επανάστασης] αναλαμβάνοντας τα μεγάλα σαντινιστικά θέματα.

Είναι αυτό που καθιστά την κατάσταση πολύπλοκη για τον Ortega και αντιφατική στα εξωτερικά μάτια: οι αντίπαλοί του θεωρούν τους εαυτούς τους sandinistas. «Sandinistas, no orteguistas» διαφορά που, εδώ και κάποιο διάστημα, τα μέλη της νεολαίας Sandinista είχαν αρχίσει να υπογραμμίζουν. Ένα άλλο σημαντικό γεγονός, μεταξύ των πρώτων που συμμετείχαν στις διαμαρτυρίες υποστηρίζοντας τους φοιτητές της πρωτεύουσας, ήταν οι κάτοικοι του Monimbó, στην Masaya, γηγενή περιοχή, αυτόχθονων, γη των παρτιζάνων και των μαγίστρων, πρώτη πόλη που απελευθερώθηκε στη δεκαετία του 70, κοιτίδα και προπύργιο της επανάστασης των Σαντινίστας. Ήταν η πόλη όπου κατασκευάζονταν σπιτικές βόμβες, αυτοσχέδιες, που επαναχρησιμοποιήθηκαν κατά τις διαδηλώσεις στην πόλη, σημάδι της μετάδοσης των εργαλείων της εξέγερσης από γενιά σε γενιά. Και εκεί είχαμε νεκρούς στις 19 απριλίου. «Επανάσταση ή θάνατος, Θα Κερδίσουμε» έλεγε ένα πανό στην πορεία της 28ης απριλίου, κοντά στις σημαίες της Νικαράγουα και του Βατικανού. «Μπορείτε να σκοτώσετε έναν επαναστάτη, αλλά όχι την επανάσταση», έλεγε ένα άλλο. Οι πόλεις στις οποίες έχουμε τις μεγαλύτερες διαδηλώσεις, όχι τυχαία, είναι εκείνες στις οποίες ιστορικά το Frente υπήρξε ισχυρότερο και από όπου η επανάσταση, πριν από σαράντα χρόνια, είχε εξαπλωθεί, ενώ ήταν ασθενέστερη αν όχι απούσα στις πόλεις παραδοσιακά πιο συντηρητικές, όπου κατοικούν περισσότερα κεφάλαια και οι άνθρωποι είναι πιο εχθρικοί στην επανάσταση.

Η αντιπρόεδρος, στη συνέχεια έκανε έκκληση για συμφιλίωση και τώρα γιορτάζει τις  νεκρικές αγρυπνίες αλλά οι διαδηλωτές ζητούν την παραίτησή της και αυτή του συζύγου της, του προέδρου Ortega. Ο αρχηγός του κράτους υποστήριξε ως επί το πλείστον μια συζήτηση στην οποία τα φοιτητικά αιτήματα συνδέονται με τα αίτια, τους λόγους για τους οποίους πολέμησαν οι πρώτοι Σαντινίστας, αιτίες και λόγοι που στο τελευταίο διάστημα παραποιήθηκαν ή εν μέρει εγκαταλείφθηκαν. Η ιστορική μνήμη της επανάστασης είναι στην πραγματικότητα λιγότερο προστατευμένη από ό, τι μπορεί να πιστέψει κανείς, στο όνομα της κοινωνικής ειρήνης, αλλά παρόλα αυτά οι νέοι αποδεικνύουν ότι φυλάσσουν αυτή την ιστορική μνήμη περισσότερο από ό, τι θα μπορούσε κανείς να φανταστεί, για τις πρακτικές που εφαρμόστηκαν και την αναγνώριση ενός κοινού νήματος μεταξύ των αγώνων τους και εκείνων των γονιών και των παππούδων τους.

download 4

Στις 30 Απριλίου, στην γιορτή της Ημέρας των Εργαζομένων, ο Ortega πραγματοποίησε τη συγκέντρωσή του μπροστά σε δεκάδες χιλιάδες ανθρώπους σε μια πλατεία με δεκάδες σημαίες νικαραγουανές και του FSLN, σε μια επίδειξη άτονης δύναμης. Στην ομιλία του δεν αναγνώρισε καμία ευθύνη των δυνάμεων του για τη βία, αλλά ζήτησε ενός λεπτού σιωπή για τα θύματα. Όπως και στις άλλες δημόσιες παρεμβάσεις του, υποστήριξε την αξιοπρέπεια και τo δίκαιο των φοιτητικών διαμαρτυριών υπέρ των εργαζομένων, αναγνωρίζοντας την έλλειψη διαβουλεύσεων πριν από τη μεταρρύθμιση, αποφασίζοντας να την εμποδίσει, να την μπλοκάρει και να επικαλεστεί μια νέα η οποία θα μπορούσε  να φέρει όλους κοντά σε συμφωνία. Για τον Ortega, οι ευθύνες των διαμαρτυριών θα έπρεπε να καταλογιστούν αλλού: ειδικότερα στον ιμπεριαλισμό των ΗΠΑ και στην διείσδυση ομάδων που χρηματοδοτήθηκαν από αυτές μέσα στις διαμαρτυρίες. Από την άλλη πλευρά, ο Ορτέγκα φοβάται ότι η Νικαράγουα θα γίνει μια άλλη Βενεζουέλα, και μόνο έτσι μπορεί να εξηγηθεί η έκρυθμη αντίδραση που είχαν τα θεσμικά όργανα μπροστά στις πρώτες ειρηνικές διαμαρτυρίες των νέων. Εδώ και πολλά χρόνια πραγματικά το FSLN αγωνίζεται ενάντια στις παρεμβολές στην εγχώρια πολιτική που ορισμένες δυτικές ΜΚΟ προσπάθησαν να επιβάλουν, αλλά θα ήταν κοντόφθαλμο να πιστεύουμε ότι όλο αυτό που συμβαίνει οφείλεται στους yankees. Οι ΗΠΑ ενδιαφέρονται σίγουρα για την ανατροπή της σημερινής κυβέρνησης της Νικαράγουα, αλλά σίγουρα δεν είναι ο μεγάλος χειραγωγός πίσω από αυτές τις διαμαρτυρίες που επικαλούνται καλύτερες συνθήκες διαβίωσης και όχι άλλους θανάτους, των οποίων η ιστορία της Νικαράγουα είναι ήδη γεμάτη.

«¡Que se rinda tu madre!» »Να παραδοθεί η μάνα σου!». Είναι ένα από τα συνθήματα μάχης, το hashtag που παρέσυρε την εξέγερση, το μάντρα της. Είναι μια φράση που μετατράπηκε σε επαναστατικό τραγούδι, που αποδίδεται στον ποιητή πολεμιστή των σαντινίστας Leonel Rugama, ο οποίος την ξεστόμισε πριν πεθάνει ενώπιον του σομοζιστή στρατηγού που απαιτούσε την παράδοσή του. «¡Que se rinda tu madre!» Αυτό, μαζί με την ιστορική κραυγή «¡Que viva Νιcaragua libre!», που ήταν κάποτε και η κραυγή του Daniel Ortega. Σήμερα είναι η παράσταση της πλατείας για να τον ξεφορτωθεί. Η μνήμη της επανάστασης των Σαντινίστας που κληρονόμησε τον διοικητή ανάμεσα στους ήρωες της πατρίδας, στρέφεται σήμερα εναντίον του. Διάφορα πανό έχουν συνοδεύσει πράγματι μια διαφορετική ερμηνεία αυτών των ημερών, σαν να θέλουν να δείξουν ότι ο Ortega έχει χάσει την ισχυρή επαφή του με τους δρόμους, θεμέλιο της επιτυχίας του: Ο DANIEL ΚΑΙ Ο SOMOZA ΕΙΝΑΙ ΤΟ ΙΔΙΟ ΠΡΑΓΜΑ.   

5ae5f7aacd702e6324f8de4b

Ποιος Σαντινισμός; Και ποια Εκκλησία; 

Μετά που το Frente Sandinista de Liberacion Nacional, το FSLN, έχασε τις προεδρικές εκλογές του 1990, μέσα σε ένα πλαίσιο, σε μια συγκυρία πολέμου και ακραίας φτώχειας, η χώρα άρχισε να κατακερματίζεται, και οι εσωτερικές διαφορές προκάλεσαν το γεγονός πολλά ηγετικά στελέχη και διανοούμενοι που είχαν αγωνιστεί ενάντια στη δικτατορία somozista να αφήσουν το Frente, το Μέτωπο.   Κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του ’90 υπήρξε ένας συνεχής αγώνας εναντίον των νεοφιλελεύθερων κυβερνήσεων, «από κάτω», όπως υποστηρίχτηκε από την πρώτη ομιλία μετά την ήττα από τον Ορτέγκα, ο οποίος μαζί με τη σύζυγό του και σημερινή αντιπρόεδρο οικειοποιήθηκαν τους συμβολισμούς των Sandinista για να δημιουργήσουν μια σταθερή εκλογική βάση σε διαφορετικούς τομείς του πληθυσμού, αποσταθεροποιώντας τις αντιπολιτεύσεις που ήταν φτωχές σε ικανότητα και πολιτικές προτάσεις. Οι κυβερνήσεις που ακολούθησαν η μια την άλλη στα νεοφιλελεύθερα είκοσι χρόνια, μεταξύ διαφθοράς και αθετήσεις υποχρεώσεων, δεν μπόρεσαν να βγάλουν τη χώρα από τη φτώχεια.

Το 2007 ο πρόεδρος του FSLN επέστρεψε στην εξουσία, ο πληθυσμός ζήτησε αλλαγή, τα σύμβολα της επανάστασης είχαν γίνει καθησυχαστικά και αντιπροσώπευαν τη δυνατότητα να πραγματοποιηθεί μια θετική αλλαγή πορείας για τη χώρα. Με το πέρασμα των χρόνων παρακολουθήσαμε μια εξέλιξη στα πολιτικά ζητήματα. Η Rosario Murillo με τον Ορτέγκα γίνεται φορέας ενός λόγου ειρήνης, αγάπης και αλληλεγγύης (προωθώντας συνθήματα όπως «στην ευλογία, την ευημερία και τη νίκη» ή «χριστιανική πατρίδα, αλληλέγγυα και σοσιαλιστική»). Μια προοδευτική αλλαγή στα περιεχόμενα που, κατά την εποχή εκείνη, θεωρούνται σύμβολα μιας νέας πορείας sandinista.

Γι ‘αυτό, πρώτα απ’ όλα, είναι σημαντικό να διευκρινιστεί ότι οι νικαραγουανοί δεν αγωνίζονται αυτή την στιγμή ενάντια στο κόμμα των Σαντινίστας που κάποτε επέβαλε την παρουσία της Νικαράγουα στην παγκόσμια πολιτική σκηνή, και ούτε πολεμά ενάντια σε εκείνη την Juventud, την Νεολαία των Σαντινίστας, που οργάνωσε μια από τις πιο επιτυχημένες εκστρατείες αλφαβητισμού στη σύγχρονη ιστορία, την Cruzada de Alfabetización Heroes y Màrtires por la Liberación de Νicaragua: ένα μεγάλο μαζικό κίνημα στο οποίο συμμετείχαν χιλιάδες νικαραγουανοί όλων των κοινωνικών τάξεων, μαζί με χιλιάδες εκπαιδευτικούς που έστειλε η Κούβα και χιλιάδες διεθνείς που συνεργάστηκαν (εκτιμάται ότι οι συμμετέχοντες ήταν 60.000). Οι εθελοντές έφθασαν στις πιο απομακρυσμένες γωνιές της χώρας για να διδάξουν την ανάγνωση και τη γραφή, σε ένα χρόνο ο δείκτης αναλφαβητισμού πέρασε από το περισσότερο του 50% που ήταν σε 12%. Μετά από 16 χρόνια καπιταλιστικών και νεοφιλελεύθερων κυβερνήσεων, ο αναλφαβητισμός αυξήθηκε και πάλι στο 36,9%, το 2006, ενθαρρύνοντας την εφαρμογή του προγράμματος “Yo si puedo” που σχεδιάστηκε από την Κούβα για την προώθηση της ανάγνωσης και της γραφής σε μαζικό επίπεδο. Στις διαμαρτυρίες, υπάρχει αντιθέτως μια βαθιά συνεύρεση με τον χριστιανισμό, που ενώνεται σε στοιχεία μυστικισμού και λαογραφίας και σε βαθιά σοσιαλιστικά και επαναστατικά ιδεώδη που συνδυάζονται αρμονικά στην Κεντρική Αμερική. Όλα αυτά φαίνονται αντιφατικά και δύσκολα διαβάζονται στα δυτικά μάτια και ιδιαίτερα στα ιταλικά, δεδομένης της χρονικής εξουσίας που απολαμβάνει η Εκκλησία στην επικράτειά μας και το ότι είναι, εκ των πραγμάτων, ο αντίπαλος σε διάφορους αγώνες. Ωστόσο, πρέπει να θεωρήσουμε ότι ο αποικισμός και η διάδοση του ευαγγελίου στην Κεντρική Αμερική υπήρξαν τόσο ισχυροί ώστε τα χαρακτηριστικά του χριστιανισμού να είναι έντονα ριζωμένα σε πολιτιστικό επίπεδο (αν και στη Νικαράγουα ίσως ξεκινά να παρουσιάζεται μια αργή αλλαγή μεταξύ των νέων). Η Θεολογία της Απελευθέρωσης διαπότιζε την σαντινιστική επανάσταση, στις κυβερνήσεις της εισήλθαν σαν υπουργοί οι ιησουίτες Fernando και Ernesto Cardenal, και ο θρησκευόμενος Miguel d’Escoto ως καγκελάριος. Ήταν οι ηγέτες της «λαϊκής Εκκλησίας», που υποστήριζε την επανάσταση και την υπόθεση των φτωχών ενάντια στα συντηρητικά σχέδια της πλειοψηφίας του κλήρου, εναντίον μιας πολύ παραδοσιακής επισκοπής και εναντίον του ίδιου του Βατικανού. Ένα μείγμα που συγκρούστηκε με τη συντηρητική κλίση Woijtila. Όλοι θυμούνται την αγανάκτηση του Πάπα για το τεράστιο πανό που τον υποδέχτηκε στο αεροδρόμιο κατά την επίσκεψή του στη χώρα το 1983, το οποίο του απευθύνονταν με τα λόγια: «Bienvenido a la Nicaragua libre gracias a Dios ya la revolución» και αυτό εξηγεί άριστα αυτή την συνεύρεση της θρησκείας και της επανάστασης. Αγανακτισμένος, ο Juan Pablo II άρπαξε την πρώτη ευκαιρία που του παρουσιάστηκε, για να κατακρίνει δημοσίως τον Ernesto Cardenal. Εκείνη η περίφημη φωτογραφία έκανε τον γύρο του κόσμου, με τον Πάπα βγαίνοντας από το αεροπλάνο να υψώνει το δάχτυλό του και απαιτώντας από τον Cardenal να εγκαταλείψει την πολιτική, ενώ ο ιησουίτης κάρφωνε το γόνατο στο έδαφος, έβγαζε τον μπερέ, τον κοίταζε με κάτι μεταξύ χαμόγελου και έκπληξης, ενώ ανέχονταν στωικά την επίπληξη.

juanpabloii ernestocardenal

Στην πλατεία μπροστά από την κύρια πόρτα του σύγχρονου καθεδρικού ναού, στο τέλος της πορείας της 28ης απριλίου, ο βοηθός επίσκοπος της Μανάγκουα, Silvio Báez, υποστηρικτής του Πάπα Φραγκίσκου, χαιρετίστηκε όπως κανένα άλλο άτομο σε αυτές τις εξεγέρσεις. Ο Báez έχει μετατραπεί σε σύμβολο και εκπρόσωπος μιας εκκλησίας που επικρίνει το καθεστώς Ortega. Ήταν ο πρώτος που καταδίκασε την καταστολή της αστυνομίας και υπερασπίστηκε τους φοιτητές, ενώ η πρώτη κυρία και αντιπρόεδρος τους κατηγορούσε ότι είναι «μικροσκοπικές» ομάδες στην υπηρεσία των συμφερόντων που αποσταθεροποιούν την κυβέρνηση. Με τον Báez, η καθολική εκκλησία της Νικαράγουα έχει μετατραπεί σε μοναδικό εγγυητή αυτής της συγκεχυμένης διαδικασίας, χάρη στην αποφασιστικότητα του προκαθήμενου να συνοδεύει τους φοιτητές.
Πριν από αυτή την καταστολή, η Εκκλησία είχε διατηρήσει μια «σχετική ουδετερότητα με το καθεστώς», σύμφωνα με τον κοινωνιολόγο Óscar René Vargas. Παρότι τις τελευταίες εβδομάδες, οι επίσκοποι, με επικεφαλής τον Monsignor Silvio Báez, τοποθετήθηκαν υπερασπιζόμενοι τους φοιτητές που σφαγιάστηκαν από τις δυνάμεις σύγκρουσης της κυβέρνησης και αποδέχθηκαν την πρόσκληση να είναι εγγυητές του εθνικού διαλόγου που κάλεσε ο Ortega, διατήρησε η Εκκλησία μια σχέση που από κάθε άποψη σέβεται την κυβέρνηση και αυτό οδηγεί στο να υποθέσουμε ότι υπάρχει ένα ρήγμα μέσα στους κληρικούς μεταξύ φιλοκυβερνητικών επισκόπων και επισκόπων εναντίον της κυβέρνησης.

Η Εκκλησία έχει συγκαλέσει σε ένα τραπέζι εθνικού διαλόγου που θα μπορούσε να χρησιμεύσει και σαν οξυγόνο για τον Ortega: με το πλήθος στις πλατείες και στους δρόμους να απαιτεί την απομάκρυνση του, ένα τραπέζι διαλόγου θα επιτρέψει στην κυβέρνηση να αναδιοργανωθεί, να ψυγχράνει τις διαδηλώσεις στους δρόμους και να δείξει ανοίγματα. Ας θυμηθούμε πάντοτε ότι μιλάμε για την Εκκλησία της Ρώμης, ένα θεσμό που έχει κάθε συμφέρον να συγκεντρώσει περισσότερη δύναμη, εξουσία και συναίνεση στη Νικαράγουα για να νομιμοποιήσει τις αποστολές της (μια χώρα στην οποία υπάρχουν όλα τα διαφορετικά χριστιανικά ρεύματα και είναι πολυάριθμα, και εκείνο το καθολικό, ειδικά σε ορισμένες περιοχές, απέχει πολύ από το να είναι το ισχυρότερο), εκμεταλλευόμενη και εξομαλύνοντας τις διαμαρτυρίες με αντιδραστική έννοια. Από την άλλη πλευρά, αυτή η πιθανότητα διαλόγου, έχει ήδη ανακοινώσει με ελαφρύτητα η Εκκλησία, δεν είναι αιώνια.

Η ανάπτυξη της Nicaragua

Ο ερχομός του Daniel Ortega στην εξουσία συνέπεσε με την αποκορύφωση της πετρελαϊκής χάριτος του Hugo Chávez στη Βενεζουέλα. Η σημασία της συνεργασίας με την Βενεζουέλα, μέσω πιστώσεων που σχετίζονται με το πετρέλαιο, τις εξαγωγές, τις επενδύσεις σε σταθμούς ηλεκτροπαραγωγής, μεταξύ άλλων, έφτασαν να αντιπροσωπεύουν σχεδόν το 13,7% του ΑΕΠ. Η συμφωνία συνεργασίας έφερε περισσότερα από τέσσερα χιλιάδες εκατομμύρια δολαρίων σε αυτά τα 11 χρόνια της κυβέρνησης του Frente. Επιπλέον, η Βενεζουέλα μετατράπηκε στον δεύτερο σημαντικότερο προορισμό για τις εξαγωγές της Νικαράγουα.

Τα γεμάτα κρατικά ταμεία επέτρεψαν στην κυβέρνηση τη χρηματοδότηση κοινωνικών προγραμμάτων, να αγοράσει μέσα μαζικής ενημέρωσης και να διατηρήσει τα οφέλη για τους εργοδότες μέσα από επιδοτήσεις και απαλλαγές. Έχουν δημοσιοποιήσει και είναι δωρεάν για όλους οι τομείς της υγείας και της εκπαίδευσης. Το εθνικό νόμισμα ενισχύθηκε. Η Νικαράγουα υποστήριξε και έδωσε ώθηση στο εμπόριο και την ασφάλεια, είχε το προνόμιο μιας αξιοσημείωτης αύξηση του τουρισμού που οφείλεται, μεταξύ άλλων, στα 26 φυσικά καταφύγια που δημιουργήθηκαν από την Σαντινιστική Επανάσταση,
χάρη στην επανάσταση πρώτα και στις πολιτικές του κόμματος του Ortega, στη συνέχεια, η Νικαράγουα έχει γίνει η ασφαλέστερη χώρα της Κεντρικής Αμερικής, δεν υπάρχουν οι ομάδες οργανωμένου εγκλήματος που δραστηριοποιούνται αντιθέτως απροκατάληπτα σε όλα σχεδόν τα άλλα γειτονικά κράτη. Παρ ‘όλα αυτά, εδώ και δύο χρόνια, η νικαραγουανή οικονομία άρχισε να καταγράφει αντικρουόμενα σημάδια: πάνω απ’ όλα την μείωση των πωλήσεων αυτοκινήτων, σπιτιών και της κατανάλωσης γενικότερα. Η έλλειψη χρημάτων και η είσοδος στο ΔΝΤ με τα τελεσίγραφα έχει, επίσης, αναγκάσει την κυβέρνηση να λάβει μέτρα λιτότητας για να σώσει τον κρατικό προϋπολογισμό.
Παρ ‘όλα αυτά υπάρχουν πολλά άλλα στοιχεία που συνέβαλαν στη διατήρηση της σταθερότητας στη χώρα. Παρά τις εμπορικές συμφωνίες με την Κίνα και παρά τη συζήτηση στο αμερικανικό Κογκρέσο του Nica Act – με τον οποίο οι Ηνωμένες Πολιτείες θα μπορούσαν να εμποδίσουν οποιοδήποτε δάνειο στην κυβέρνηση του Ορτέγκα από διεθνή χρηματοπιστωτικά ιδρύματα και μια εξεταστική επιτροπή να παρακολουθεί τις βελτιώσεις στη «δημοκρατία» του κράτους της Νικαράγουα – η επίθεση από τις Ηνωμένες Πολιτείες είναι λιγότερο ισχυρή αυτή τη στιγμή.

Οι φοιτητές, η αυτονομία

Οι φοιτητές σε όλα τα πανεπιστήμια του δυτικού τμήματος της χώρας έδειξαν με τις διαμαρτυρίες τους, ότι δεν αποδέχονται καμία καταστολή. Ήταν από το 2009 που δεν υπήρχαν ισχυρές διαδηλώσεις στη Νικαράγουα, και ήδη τότε το Frente φαινόταν να είναι στα πρόθυρα της πτώσης αλλά άντεξε. Στις ημέρες του απριλίου, διάφορες κινήσεις διαμαρτυρίας εξαπλώθηκαν σαν τις κηλίδες της λεοπάρδαλης με τους διαδηλωτές που έβγαιναν στους δρόμους ανά πάσα στιγμή, οποιαδήποτε ώρα της ημέρας. Οι ηγέτες του κόμματος δεν πίστευαν ότι οι γενιές των millennials θα μπορούσαν να χτίσουν τσιμεντένια οχυρώματα οπλισμένοι με χειροποίητα ολμοβόλα, τα οποία ήταν πάντα το προτιμώμενο εργαλείο των νικαραγουανών εξεγέρσεων, μαζί με τους πολίτες που τους στήριζαν φέρνοντας τρόφιμα, φάρμακα, τους περιέθαλπταν τoυς μετέδιδαν τις δικές τους εμπειρίες σε μια πραγματική κατάσταση αντιεξουσίας. Οι σπουδαστές ζήτησαν χρόνο να επιλέξουν τους αντιπροσώπους τους αλλά, πάνω απ ‘όλα, να καθορίσουν τι συμβαίνει ανάμεσα στις τάξεις τους. Η ένταση αυξάνεται και η αναζήτηση της οργάνωσης είναι ισχυρή σε εθνικό επίπεδο.

31947093 10217038671467068 8059898312997732352 n

Απ’ όταν οι διαμαρτυρίες κατά της κυβέρνησης, που ονομάστηκε «καθεστώς» από τους διαδηλωτές, επανεμφανίστηκαν στις 18 του περασμένου απριλίου, οι φοιτητές μετατράπηκαν σε πρωταγωνιστές μιας ιστορίας της οποίας τώρα θα πρέπει να προσπαθήσουν να κρατήσουν τα γκέμια. Χωρίς στρατηγικές, χωρίς ατζέντα, χωρίς οργάνωση οποιουδήποτε είδους, έχουν αποκτήσει μια υπευθυνότητα, μια ευθύνη και μια ισχύ χάρη στις σχέσεις δύναμης που ήταν σε θέση να χτίσουν δρόμο προς δρόμο. Πρόκειται για μια γενιά που ανατίναξε αυθόρμητα όλους τους φόβους, όλες τις λογοκρισίες και τις απαγορεύσεις, όλη την καταπίεση και την καταστολή που συσσωρεύτηκε κατά τη διάρκεια δεκαετιών ελέγχου από όλους τους κρατικούς μηχανισμούς. Κανείς δεν μπορούσε να προβλέψει αυτή την έκρηξη. Τώρα που έχουν εισέλθει με ένα τεντωμένο πόδι σε αυτή την ιστορική διαδικασία, η ελπίδα είναι ότι οι φοιτητές θα δώσουν μια ανθεκτική μορφή στην αυτοσχέδια εξέγερση. Σίγουρα υπάρχουν δυσκολίες, κόπωση, απειρία, υπάρχει ο φόβος γι αυτούς που θα διεισδύσουν, υπάρχει ο φόβος γι αυτούς που θα θελήσουν να τους εκμεταλλευτούν, που πιθανότατα ήδη ξεκίνησαν να το κάνουν. Πέρασαν περισσότερες από δύο εβδομάδες και δεν υπάρχει ακόμα μια σαφής ηγεσία, leadership.
Σήμερα ισχυρίζονται ότι πολεμούν εναντίον μιας οικογένειας που χρησιμοποιεί το παρελθόν της για δική της ευκολία με λόγια που, εκτός από το να πείσουν τους πολίτες σχετικά με μια ειρήνη συμφιλιωτική, καθιστούν εμφανείς τις αυταρχικές πολιτικές που λογοκρίνουν κάθε είδος διαφορετικού λόγου. Τον απρίλιο του 2018, οι αντιφάσεις στη Νικαράγουα εξερράγησαν. Οι αυθαίρετες αποφάσεις του προέδρου Ortega και της αντιπροέδρου Murillo εξασφάλισαν οι φοιτητές να κατέβουν στους δρόμους και να βαδίσουν ειρηνικά ενάντια σε αυτά τα λάθη. Οι αρχές από την πλευρά τους απάντησαν με μια σκληρή γροθιά στον φοιτητικό πληθυσμό ζυγίζοντας πως θα επιλύσουν γρήγορα τα πράγματα χωρίς να σκεφτούν την απίστευτη ταχύτητα της διάδοσης πληροφοριών μέσω των κοινωνικών δικτύων, τα οποία έδωσαν τη δυνατότητα τα νέα και η ηχώ τους να επιτύχουν μια απίστευτη έκταση. Αυτοί οι νέοι που κατέβηκαν στους δρόμους και τις πλατείες, έφηβοι ή νεαροί εργαζόμενοι, πανεπιστημιακοί φοιτητές, είναι μια γενιά που δεν έχει βιώσει ούτε την επανάσταση ούτε τον εμφύλιο πόλεμο, η πρώτη που έχει μια σημαντική επαφή με τον κόσμο της Δύσης και της Λατινικής Αμερικής χάρη σε μια μεγαλύτερη κίνηση ανθρώπων που εισέρχονται και βγαίνουν από τη χώρα. Το Πολυτεχνείο μετατράπηκε σε γενικό επιτελείο των φοιτητών. Μέχρι πριν από περίπου δέκα μέρες ήταν ένας αναβρασμός ανθρώπων που έφερναν τρόφιμα και φάρμακα για να βοηθήσουν τους φοιτητές που ήταν ταμπουρωμένοι στο πανεπιστήμιο. Αν και παραμένει ακόμη κατειλημμένο, τώρα οι αριθμοί προοδευτικά και φυσιολογικά μειώθηκαν. Σε αυτό, ένα μεγάλο έργο τομαλοποίησης της διαμαρτυρίας πραγματοποιήθηκε από την Εκκλησία, η οποία με την παρέμβαση της έχει πράγματι ρίξει νερό στην πυρκαγιά, υποσχόμενη συμμετοχή στους φοιτητές και τους παροτρύνει να βρουν πιο «δημοκρατικές» μορφές, με τρόπο ώστε να εκτονώσει τις συγκρούσεις που γνωρίζουμε πολύ καλά .

Οι άνθρωποι κοιτάζονται στα μάτια και δίδουν, ίσως χωρίς να το γνωρίζουν, μορφή σε ένα κίνημα το οποίο με αυτόνομες πρακτικές ζητά μεγαλύτερη ελευθερία, τη δυνατότητα να επιλέξει το δικό του μέλλον, περισσότερο εισόδημα, εκπαίδευση και έλεγχο της ζωής τους, και το θέλει για όλες και όλους, για όλο τον λαό της Νικαράγουα με ένα κοινό νήμα με τα αιτήματα της πρώτης επανάστασης των Σαντινίστας, μια επανάσταση που ήταν πραγματικά μαζική και ευρέως διαδεδομένη. Πολύ σημαντική σε πολιτιστικό επίπεδο, είναι η έννοια της Πατρίδας που φέρει και σε αυτά τα μέρη διάφορες αμφιθυμίες – ασάφειες: η χώρα αποτελείται από ένα μείγμα πολιτισμών, εθίμων, ιθαγενών ομάδων, και δεν είναι καθόλου ομοιογενής, αλλά η πατρίδα εδώ φαίνεται ακριβώς ως μια κοινότητα που βρίσκεται σε μάχη, μια πατρίδα που απελευθερώθηκε, και ελευθέρωσε όλη τη επικράτεια δεκαετίες πριν, και ως εκ τούτου θέλει να επιστρέψει να είναι ελεύθερη ξεκινώντας από τις διαφορές, «το ένα τρίτο του πληθυσμού έζησε κατά τη διάρκεια της Επανάστασης, γνωρίζουμε ήδη πώς γίνεται [η επανάσταση]» λένε οι διαδηλωτές.

download 1

Ένας άλλος χαρακτήρας που δένει το νέο κύμα διαμαρτυριών στην επανάσταση Sandinista είναι ο ηγετικός ρόλος των γυναικών. Ακριβώς αυτές οι τελευταίες, σε αυτές τις ημέρες του αγώνα, έχουν γίνει πρωταγωνίστριες και οι διαδηλώσεις έχουν γίνει μια πλατφόρμα που επεκτάθηκε και για τα φεμινιστικά κινήματα και τα θέματα φύλου. Η Νικαράγουα απολαμβάνει έναν σημαντικό νόμο κατά της βίας εναντίον των γυναικών, ένα πραγματικό παράδειγμα για την περιοχή, αλλά απέχει πολύ από το να έχει αφήσει πίσω μια έντονα πατριαρχική και machista κουλτούρα, αν και αυτή η νοοτροπία αλλάζει μεταξύ των νέων, χάρη και στο ακούραστο έργο των κολεκτίβων γυναικών που είναι παρούσες σε όλη την επικράτεια.   Τα κινήματα απαιτούν την πλήρη εφαρμογή του νόμου 779 και την παύση της βίας. Ο αριθμός των γυναικοκτονιών και των καταχρήσεων είναι στην πραγματικότητα πολύ υψηλός, και στις πιο απομακρυσμένες περιοχές μια έφηβη παρθένα εξακολουθεί να θεωρείται ιδιοκτησία, αλλά πρωτίστως πιθανή πηγή εισοδήματος, καθώς και μια κοπέλα που βρίσκεται στην καλύτερη στιγμή να αποκτήσει παιδιά. Οι φεμινίστριες έπαιξαν σημαντικό ρόλο στις στιγμές της αντιπαράθεσης, καθώς και στην οργάνωση και τη φροντίδα, καλύπτοντας θεμελιώδεις ρόλους στις ιεραρχίες του κινήματος. Το να είναι μαζί και να σχετίζονται, να δημιουργούν κοινότητα, να ανταλλάσσουν γνώσεις, ιδέες, διηγήσεις, όνειρα σχετικά με τον τρόπο με τον οποίο οι νέοι θα ήθελαν να είναι ο κόσμος είναι θεμελιώδεις στιγμές των αγώνων που υποκειμενοποιούν τους επαναστάτες και δίνουν νόημα και μορφή, ερέθισμα για να έρθουν σε επαφή και κίνηση και να δοκιμάσουν πράγματα καινούργια που δεν τα έκαναν ποτέ νωρίτερα, από τη φροντίδα μιας πληγής μέχρι το να μιλήσουν στη συνέλευση ή να ετοιμάσουν μια μολότοφ.

“Aquí no hay líderes”. Αυτή η έλλειψη ηγεσίας είναι, προς το παρόν, η κύρια δύναμη αυτού του κινήματος, αλλά και η μεγαλύτερη αδυναμία του. Εξευγενίζει το κίνημα των φοιτητών και μέσα σε αυτή την στιγμή κατά την οποίαν δεν ξέρεις ποιον να εμπιστευτείς είναι η εγγύηση ότι κανείς δεν βρίσκεται πίσω από τις ταραχές για να αποκτήσει εξουσία. Αλλά εμποδίζει τη δημιουργία μιας απαραίτητης πολιτικής ατζέντας. Και είναι εδώ που ξεκινούν οι διαιρέσεις.

Το βράδυ της 26ης απριλίου, τρεις φοιτητές ανακοίνωσαν στην τηλεόραση τη γέννηση του Κινήματος 19 Απριλίου, Movimento 19 di Aprile, εκπροσωπώντας όλους τους σπουδαστές ανακοινώνοντας ότι αποδέχονταν την πρόσκληση στο τραπέζι του διαλόγου που συγκάλεσε η Εκκλησία, υπό την προϋπόθεση ότι θα διασφαλιστεί ότι δεν θα υπάρξουν διώξεις ούτε φυσικές ούτε ακαδημαϊκές κατά των συμμετεχόντων φοιτητών. Λίγα λεπτά αργότερα, οι εκπρόσωποι των καταληψιών του πολυτεχνείου αντιθέτως διέψευσαν τη νομιμότητα των αυτοαποκαλούμενων «ηγετών». Φοιτητές διαφόρων πανεπιστημίων κατηγόρησαν την κυβέρνηση ότι έχει «διεισδύσει» στο κίνημα και υπάρχει πάντα το φόβητρο πιθανών χειρισμών, χειραγώγησης,  από πλευράς των ηνωμένων Πολιτειών που μπορούν να ωθήσουν προς μια κατεύθυνση ή την άλλη. Από τότε, όλοι υποπτεύονται όλους. Φαίνεται ότι οι ημέρες του Upoli [Universidad Politecnica de Nicaragua] έρχονται προς το τέλος τους και πως οι φοιτητές εισέρχονται, ψηλαφιστά, σε ένα άλλο στάδιο.

Από το UCA (Universidad CentroAmericana) για παράδειγμα, ενώ γεννιόταν το  Movimento 19 de Abril, άλλοι φοιτητές συμμετέχοντες στις πορείες, αλλά που βρίσκονται έξω από το campus του Upoli, δημιούργησαν ένα άλλο κίνημα που ονόμασαν » Ένωση των Πανεπιστημιακών της Νικαράγουα» –  «l’Associazione di Universitari del Nicaragua”, μαζί με φοιτητές άλλων πανεπιστημίων, υποστηρίζοντας τον μονσινιόρ Silvio Báez. Ο επίσκοπος φαίνεται να είναι αυτός που έχει επί του παρόντος πραγματικό διάλογο με τους φοιτητές, προεδρεύει της τράπεζας διαλόγου και επομένως μπορεί να καθορίσει ολόκληρη τη διαδικασία.

Ωστόσο, οι κύριες φωνές των φοιτητών έχουν ήδη στείλει τον κατάλογο των αιτημάτων απαραίτητων για τον διάλογο: την έξοδο από την σκηνή του Ορτέγκα, την παραίτηση των ηγεσιών αστυνομίας και στρατού, μια διεθνή επιτροπή της Αλήθειας που να διερευνήσει την καταστολή και τις εκλογικές μεταρρυθμίσεις που απαγορεύουν τις επανεκλογές. Αυτό, για αρχή. «Γνωρίζουμε ότι δεν υπάρχουν οι προϋποθέσεις για τον διάλογο, αλλά θέλουμε να δώσουμε ώθηση, να σπρώξουμε, έτσι ώστε  να μην υπάρχουν αμφιβολίες για το στόχο μας» λένε οι ανακοινώσεις των φοιτητών. Αυτό που ξεκίνησε ως διαμαρτυρία για τη μεταρρύθμιση του συνταξιοδοτικού συστήματος μετατράπηκε σε αυτόνομο και αντι-συστημικό νεανικό κίνημα, με την φιλοδοξία να είναι ηγετικός παράγοντας-πρωταγωνιστής σε όλες τις σφαίρες και όλους τους τομείς της χώρας.

download

Αλλά δεν υπάρχουν μόνο οι φοιτητές. Το Ανώτερο Συμβούλιο Ιδιωτικών Επιχειρήσεων, COSEP, Consiglio Superiore dell’Impresa Privata, είναι το ισοδύναμο της ιταλικής confindustria, της ένωσης βιομηχάνων. Αντιπροσωπεύει τα μεγαλύτερα κεφάλαια της χώρας που υποστήριξαν την κυβέρνηση Ortega. Οι μεγάλοι επιχειρηματίες της Νικαράγουα στήριξαν πράγματι την κυβέρνηση με αντάλλαγμα φορολογικά οφέλη και συμβάσεις με το κράτος. Αυτός ο καυτός απρίλιος άνοιξε τα μάτια στους πολίτες για πολλά πράγματα, ακόμη και για το ρόλο του, διάφορα πανό απαιτούσαν μια σαφέστερη στάση εκ μέρους του Cosep, ενώ άλλα χαρακτήριζαν ξεκάθαρα την κακή πίστη και τον προφανή οπορτουνισμό του.
Το Cosep κάλεσε μια πορεία την περασμένη δευτέρα [7η Μαΐου] για τη στήριξη της ειρήνης. Μετατράπηκε σε μια από τις πιο πολυάριθμες διαμαρτυρίες από τις ημέρες της επανάστασης των Σαντινίστας. Αλλά ύστερα από τόσα χρόνια αυτού που οι ηγέτες των φοιτητών σήμερα θεωρούν πλέον μια συνενοχή του επιχειρηματικού κόσμου με τον Ortega, οι υποψίες δεν έχουν διαλυθεί. Κατά τη διάρκεια της πορείας, κάποιος σήκωσε ένα άλλο πανό:  ΟΙ ΝΕΚΡΟΙ ΔΕΝ ΚΑΝΟΥΝ ΔΙΑΛΟΓΟ. Ένα άλλο θέμα των ημερών αυτών. Οι νεκροί, δεκάδες περιττοί θάνατοι, έχουν καταστεί ο κύριος ενοποιητικός παράγοντας των διαδηλωτών. Στην ρίζα, το κύριο θέμα της εξέγερσης. Το τεράστιο λάθος του ζευγαριού Ortega-Murillo.

Για να πάμε που;

Ο πρόεδρος χτίζει τον λόγο του προς την εθνική και διεθνή κοινή γνώμη, παρουσιάζοντας τον εαυτό του ως θύμα της συνωμοσίας που χρηματοδοτείται, όπως λέει, από αμερικανικές οργανώσεις που επιθυμούν να αποσταθεροποιήσουν την κυβέρνηση. Οργανώσεων των οποίων, σε αυτό το χαοτικό και ποικίλο τοπίο, η παρουσία είναι βέβαιη (οι τελευταίες πιο παρεμβατικές δηλώσεις από τις Ηνωμένες Πολιτείες δεν κάνουν άλλο από να το επιβεβαιώνουν).

Είναι δύσκολο να απαντηθεί το ερώτημα που ζητείται από τον κόσμο: τι πραγματικά συμβαίνει στη Νικαράγουα; Το πρόβλημα δεν είναι μόνο ότι η κυβέρνηση διακήρυξε, στις 16 απριλίου, μια αντι-κοινωνική μεταρρύθμιση, η οποία ανακλήθηκε στις 22 απριλίου για να δημιουργήσει μια υποτιθέμενη σταθεροποίηση στη χώρα, ούτε ότι άφησε να καεί ένα από τα σημαντικότερα φυσικά καταφύγια της Κεντρικής Αμερικής, αυτό της Indio Maiz, με το να μην δεχτεί ξένες ενισχύσεις και βοήθειες, που τις θεώρησαν ως ευκαιρίες για να παρέμβουν στην εσωτερική πολιτική της χώρας όπως στο παρελθόν. Υπάρχουν διάφορα προβλήματα, όπως η αύξηση των τιμών της βενζίνης και της ηλεκτρικής ενέργειας, η δυνατότητα καλύτερων συνθηκών σπουδών για τους φοιτητές, ο φόβος που προκαλεί μια αστυνομία που ασκεί βία κατά του πληθυσμού ανά πάσα στιγμή του χρόνου, λόγω του υψηλού επιπέδου διαφθοράς.

Θα δούμε πώς θα εξελιχθεί η κατάσταση, μέσα σε αυτό το μπερδεμένο σκηνικό, μεταξύ της αγνότητας των νέων, του προστατευτισμού της κυβέρνησης, της αμφιλεγόμενης στάσης της εκκλησίας, του αμερικανικού φαντάσματος που παρακολουθεί από τη θάλασσα και ποιος ξέρει από πόσες άλλες πλευρές.
Η σημερινή κατάσταση αναμονής, εκ πρώτης όψεως, αποδυναμώνει τους σπουδαστές και ενισχύει την κυβέρνηση, από την άλλη πλευρά δεν έχει ακόμη καθοριστεί μια ημερομηνία έναρξης των εργασιών της τράπεζας διαπραγματεύσεων, αλλά, αν και είναι αναγκαία μια ανασύνθεση στο κερματισμένο κίνημα, κατά βάθος η βιασύνη είναι ένας κακός σύμβουλος. Αν και το κύμα του πρωταγωνισμού και ο ενθουσιασμός των ημερών αυτών οδήγησαν τους νέους να πιστεύουν ότι είναι ήδη κοντά στην επιτυχία, με την ταχύτητα και σε μερικές περιπτώσεις τον ερασιτεχνισμό τυπική της κοινωνικής επικοινωνίας γνωρίζουμε ότι οι διαδικασίες αυτές είναι μακρές, σύνθετες και με διακυμάνσεις, όμως σίγουρα αυτό που βλέπουμε είναι η αρχή ενός σημαντικού γεγονότος που το μέλλον θα μας πει ποια κατεύθυνση θα πάρει.download 3

Potrebbe interessarti

  • Ahi! Nicaragua, piccola Nicaragua

    Riprendiamo questo contributo di Raúl Zibechi, giornalista militante e studioso dei movimenti sociali dell’America Latina, sulle grandi manifestazioni che stanno attraversando il Nicaragua in

  • ||||

    Nicaragua, la frenata di Ortega sulle riforme non ricompone la frattura dopo i tumulti e i 25 morti nel Paese

    Il Governo del Nicaragua ha deciso di fare un passo indietro (almeno per ora) e ritirare la riforma strutturale del sistema previdenziale avallata

  • 17 settembre 1980: giustiziato il dittatore Anastasio Somoza Debayle

    17 settembre 1980: giustiziato il dittatore Anastasio Somoza Debayle

    Da meno di un anno Anastasio Somoza Debayle, ultimo della cosiddetta “dinastia dei Somoza”, è esiliato in Paraguay, dopo che la vittoria del Frente sandinista

 https://www.infoaut.org/approfondimenti/i-comandanti-invecchiano-sempre-male-sulle-proteste-in-nicaragua