αθλητισμός, sport

Ο dottor Sócrates. Το τακουνάκι που η μπάλα ζήτησε από τον Θεό … με το βίτσιο να πίνει και να υψώνει την γροθιά του

του Gioacchino Toni

Andrew Downie, Il Dottor Socrates. Calciatore, filosofo, leggenda, Ποδοσφαιριστής, φιλόσοφος, θρύλος, Le Milieu, Milano, 2018, σελ. 319, € 19,90

«Αυτό το βιβλίο είναι ένα θανάσιμο πλήγμα στην καρδιά: στη νοσταλγία μας, στις ψευδαισθήσεις μας. Όχι, δεν μπορεί να υπήρξε ένας πρωταθλητής και άνθρωπος όπως ο Δρ Sócrates. Ο Downie είναι ο νέος Πλάτωνας, ένας Πλάτωνας της μπάλας. Και μας διηγείται, από τη γέννηση μέχρι το θάνατο (την ημέρα του πολυπόθητου πρωταθλήματος που κατέκτησε η Corinthians), από τα πρώτα γκολ μέχρι τις απογοητεύσεις (όπως εκείνο το απόγευμα, λυπηρό μοναχικό και τελικό, της 5 ιουλίου 1982 στο «Sarrià» της Βαρκελώνης: 3-2 για το Ιταλία του αναγεννημένου Pablito Rossi», »ο θάνατος της ομορφιάς» για τους βραζιλιάνους), από την πανεπιστημιακή αποφοίτηση στο όνειρο, που επιτεύχθηκε, της Δημοκρατίας σε ένα έθνος, από το 1964 έως το 1984, που τραυματίστηκε και προσβλήθηκε από μια επαίσχυντη δικτατορία, εκείνος ο (σχεδόν) από τύχη ποδοσφαιριστής, ένας από τους πιο διαυγείς-καθαρούς πρωταγωνιστές του brasileiro εικοστού αιώνα» (Darwin Pastorin)

Με αυτά τα λόγια ο Darwin Pastorin προλογίζει το βιβλίο που αφιερώνει ο Andrew Downie στον «δικό» μας Σόκρατες, εκείνον που μπόρεσε να εισέλθει στον θρύλο ενός λαού που, πλαταίνοντας τα βραζιλιάνικα σύνορα, κατέληξε να καταλαβαίνει όλους εκείνους που ακόμη και μπροστά σε έναν ποδοσφαιρικό αγώνα ξέρουν να αναγνωρίζουν τα χαρακτηριστικά του επαναστάτη και του ονειροπόλου που κινείται ασκώντας τον στόχο της ελευθερίαςpraticando l’obiettivo della libertà.

Γαντζωμένοι με νύχια και με δόντια στα σκουριασμένα κλουβιά που δημιουργήθηκαν για να διαφλάξουν, αξιοθρήνητα, τους ιερούς τόπους του αθλητισμού από τον συρφετό που καταλαμβάνει τις κερκίδες της καθημερινής ζωής ή μπροστά στις οθόνες μιας τηλεόρασης, που αν υπολογίσεις σωστά όλα εκτελούν την ίδια λειτουργία, πολλοί έχουν αναγνωρίσει σε εκείνο τον άχαρο λεπτό και μουσάτο κάτι περισσότερο από ένα μεγάλο ποδοσφαιριστή. Πολλοί είδαν σε αυτόν, συνεχίζει ο Pastorin, «την υψηλή και σθεναρή φωνή ενός λαού που ζητά, ακόμη και από τους πρωταθλητές του ποδοσφαίρου, να αγωνιστούν για ένα συλλογικό καλό, να κατέβουν στο γήπεδο όχι μόνο για τη νίκη, αλλά για τις κατακτήσεις εκείνων που θέλουν να ξεφύγουν από τη σκιά, να δώσουν οριστικά στους εαυτούς τους φως και ελευθερία, να γίνουν αρχιτέκτονες και όχι υποτακτικοί, θηράματα του δικού τους πεπρωμένου » (σελ. 7-8).

Ποιος ξέρει, σε αυτή την εποχή του play station ποδοσφαίρου, πόσοι, μεταξύ των νεότερων, έχουν ακούσει για την Κορινθιανή δημοκρατία, Democracia Corinthiana. Και ποιος ξέρει πόσοι, μεταξύ των πιο μεγάλων, τη θυμούνται ακόμα αφού ήπιαν το μυαλό τους με τον ήχο των καταγεγραμμένων χειροκροτημάτων και των συναισθημάτων ενοχής διότι τόλμησαν να κάνουν μεγάλα όνειρα.

Το βιβλίο του Downie ανοίγει διηγούμενο την ιστορία της ομάδας της Βραζιλίας που κατέβηκε στο γήπεδο στο Παγκόσμιο Κύπελλο της Ισπανίας το 1982, μιλώντας για εκείνη την seleção που ήταν ικανή να εκφράσει μια ομορφιά παιχνιδιού που έχει χαρακτεί στο συλλογικό φαντασιακό των φιλάθλων του ποδοσφαίρου σε ολόκληρο τον κόσμο. Ήταν η ομάδα των Zico, Toninho Cerezo, Leandro, Júnior, Serginho και του Sócrates. Ήταν το μουντιάλ στο οποίο αυτή η χρυσή ποδοσφαιρική γενιά είδε τον δρόμο της να διακόπτεται απροσδόκητα, στο Στάδιο Sarrià, από την Ιταλία, ένα μονοπάτι που φαίνονταν διαγεγραμμένο και θα έπρεπε να κορυφωθεί με την ύψωση στον ουρανό του τροπαίου. Αλλά το ποδόσφαιρο μπορεί να είναι αδίστακτο, ανηλεές. «Χάσαμε με την Ιταλία, χάσαμε με τη γαμημένη μαλακισμένη Ιταλία», ο Paulo Isidoro επαναλάμβανε πολλές φορές εκείνη την ημέρα πηγαίνοντας στα αποδυτήρια. Ο Zico μίλησε για θάνατο του ποδοσφαίρου. Σύμφωνα με τον Sócrates η seleção «δεν θα έδινε ποτέ ξανά μια τέτοια λαμπερή παράσταση».

«Ωστόσο, εκείνη η ήττα δεν μετατράπηκε σε ένα είδος άλφα και ωμέγα για έναν άνθρωπο του οποίου η ύπαρξη πήγαινε πολύ πέρα απ’ το ποδόσφαιρο. Ακόμη και όταν η Βραζιλία προετοιμαζόταν να αντιμετωπίσει την Ιταλία στην πιο σημαντική συνάντηση της ζωής του, ο Sócrates σκέφτονταν μεγαλύτερες μάχες. Είχε ήδη δώσει ζωή σε εκείνη που θα γίνονταν η Κορινθιανή Δημοκρατία, η πιο ελπιδοφόρα επίδειξη δύναμης των παικτών σε μια ομάδα υψηλού επιπέδου. Οι ποδοσφαιριστές της Corinthians αναλάμβαναν τον έλεγχο του συλλόγου και απαιτούσαν να έχουν λόγο στη διοίκησή του. Ο Σόκρατες ζητούσε ελευθερία, και όχι μόνο για τον εαυτό του. Ήθελε όλη τη Βραζιλία να κάνει το ίδιο, απορρίπτοντας τη στρατιωτική δικτατορία και επανοικειοποιούμενη τη χώρα. Είχε δύναμη και προσωπικότητα, και ένα έθνος εκατόν τριάντα εκατομμυρίων ανθρώπων που παρακολουθούσε κάθε κίνηση του. Ένα όνειρο είχε σβήσει στην Ισπανία. Αλλά δεν θα άφηνε και το άλλο να του ξεφύγει τόσο εύκολα: την δημοκρατία» (σελ. 18).

Ο Sócrates, ακόμα και με όλες τις αντιφάσεις του, ήταν πάντα διαφορετικός. «Σε μια χώρα όπου το μελόδραμα διαλαλούνταν δυνατά και ανεμίζονταν σε κάθε γωνιά του δρόμου, στις οθόνες των τηλεοράσεων και σε κάθε ανθρώπινη σχέση, ο Σόκρατες ήταν ακριβώς το αντίθετο των συναισθηματικών συμπατριωτών του» (σελ. 19). Δεν κατανοούσε αυτή την υπερβολική προσκόλληση στο ποδόσφαιρο, όσο κι αν ήταν διασκεδαστικό, δεν έπαυε να είναι ένα παιχνίδι. «Όταν οι άνθρωποι με ρωτούν ποια ήταν η πιο λαμπρή περίοδος που έχω ζήσει στο ποδόσφαιρο, απαντώ: »Γάμα τα, η δόξα για μένα ήταν οι απαρχές με την Raio de Ouro», γιατί ταξίδευα στο πίσω μέρος ενός φορτηγού μαζί με ένα σωρό από αγόρια όλα διαφορετικά μεταξύ τους […] Κάθε ένα από αυτά είχε μια διαφορετική ζωή και διαφορετικές ανάγκες. Γαμώτο, εγώ είχα φάει μεσημεριανό, και μερικοί από αυτούς όχι, και πηγαίναμε να παίξουμε ποδόσφαιρο! Ήταν μια εμπειρία που μου δίδαξε πράγματα που δεν είχα μάθει ποτέ στο σχολείο, πράγματα που κανείς ποτέ δεν μου είχε πει στο σπίτι. Γιατί ο πατέρας μου τα είχε περάσει όλα αυτά. Μόνο με την πάροδο του χρόνου ανακάλυψα όλες τις δυσκολίες που έπρεπε να ξεπεράσει. Ποτέ δεν ήθελε να το μάθουμε» (p. 24).

Δεκάξι χρόνων ο Sócrates Brasileiro Sampaio de Souza Vieira de Oliveira, μπήκε στις νεανικές ομάδες της Botafogo αλλά αν το ποδόσφαιρο τον διασκέδαζε, το πραγματικό του όνειρο ήταν να γίνει γιατρός, σε σημείο να μπορέσει να αρπάξει από την εταιρεία την δυνατότητα να παρακάμψει μερικές εβδομαδιαίες προπονήσεις με σκοπό να ακολουθήσει ένα βραδινό σχολείο που τον προετοίμαζε για τις πανεπιστημιακές εξετάσεις. Έβρισκε απλώς γελοίο να τρέχει γύρω γύρω τον αγωνιστικό χώρο ή να πηδά επί τόπου, αυτός απλά ήθελε να έχει τη μπάλα ανάμεσα στα πόδια του. Μια κάποια ελευθερία σε σχέση με τις προπονήσεις ήταν σε θέση να τη διατηρήσει ακόμα και όταν ο νεαρός ποδοσφαιριστής, το 1973, κατάφερε να υπογράψει ένα συμβόλαιο με το Botafogo που του εξασφάλιζε ένα, αν και φτωχό, μισθό.

Έχοντας περάσει πολύ γρήγορα από τις νεανικές στην πρώτη ομάδα, ο Σόκρατες αντιλαμβάνεται οτι έχει πολύ χαμηλότερη αθλητική κατάσταση από τους αντιπάλους του και, σύμφωνα με τα λεγόμενα του, ήταν ακριβώς αυτό το έλλειμμα να τον ωθήσει να εφεύρει κινήσεις και εναλλακτικές λύσεις παιχνιδιού. «Το χτύπημα με την φτέρνα έγινε το εμπορικό του σήμα και τον αναγνώρισε ως έναν από τους πιο αυθεντικούς και συναρπαστικούς ποδοσφαιριστές της εποχής του. Οι οπαδοί ξεσπούσαν σε ζητωκραυγές από χαρά μπροστά σε εκείνες που έμοιαζαν με πινελιές ελεύθερης φαντασίας, αν και σπάνια ήταν τέτοιες. Ήταν ένας ρεαλιστής ποδοσφαιριστής που χρησιμοποίησε εκείνη την κίνηση για έναν σκοπό, όχι για να προσελκύσει την προσοχή. Ο Zico έλεγε ότι αυτό τον καθιστούσε έναν αίνιγμα για τους αντιπάλους αμυντικούς, που δεν ήξεραν πώς να συμπεριφερθούν. Ο Pelé ειρωνεύτηκε λέγοντας πως αυτός ήταν πολύ καλύτερος με γυρισμένη την πλάτη παρά οι περισσότεροι από τους άλλους παίκτες απέναντι από την εστία » (σελ. 37). Στη συνέχεια θα περάσει στην Corinthians, ομάδα στην οποία κάνει το ντεμπούτο του στον εναρκτήριο αγώνα του Campeonato Paulista μπροστά σε περισσότερους από εκατό χιλιάδες θεατές και, το 1979, έρχεται η πρώτη κλήση στην εθνική.

Την εποχή εκείνη η πλειοψηφία των φιλάθλων του ποδοσφαίρου ήταν λαϊκής προέλευσης και πολλοί από αυτούς δεν ενδιαφέρονταν για την πολιτική, όπως από την άλλη και οι ίδιοι οι ποδοσφαιριστές. Τα πράγματα άλλαξαν μετά το 1979, όταν «στην σκιά των πρώτων μαζικών απεργιών κατά του καθεστώτος που οργάνωσαν οι εργάτες στην μεταλλουργία του Σαν Πάολο […], η πολιτική έκανε την εμφάνιση της στις κερκίδες» (σελ. 82). Μετά την ανάκληση ενός από τα πιo σκληρά στρατιωτικά διατάγματα ορισμένοι οπαδοί των Corinthians πήραν θάρρος και κατά τη διάρκεια ενός αγώνα σήκωσαν ένα πανό που ζητούσε γενική αμνηστία.

«Ο Sócrates δεν ήταν ένας ποδοσφαιριστής διανοούμενος. Στην πραγματικότητα, δεν μιλούσε περισσότερο απ’ ότι έπρεπε. Πίστευε ότι το ποδόσφαιρο έπρεπε να παίζεται ή να παρακολουθείται, πως δεν έπρεπε να είναι αντικείμενο συζητήσεων. […] Από την άλλη πλευρά μιλούσε για οτιδήποτε άλλο. Η δημόσια εικόνα του, ειδικά μετά τις πρώτες σελίδες που κέρδισε για τον πολιτικό και κοινωνικό του ακτιβισμό, ήταν εκείνη ενός σοβαρού ανθρώπου με μια βραχνή φωνή, ο οποίος μιλούσε με σοφία και κρατώντας αποστάσεις επάνω σε σοβαρά θέματα. Αλλά με εκείνους που περνούσαν χρόνο μαζί του, με την οικογένεια, τους φίλους, τους συνεντευκτές, με εκείνους που άκουγαν συνομιλίες και παρουσιάσεις μετά την αποχώρηση του, δεν ήταν καθόλου σοβαρός. Αντιθέτως, ήταν ξεκαρδιστικός και αυτοειρωνικός, και κάθε δικαιολογία ήταν καλή για να κοροϊδέψει, είτε επρόκειτο για άλλους είτε τον εαυτό του» (p. 117).

Κατά τη διάρκεια των συνεντεύξεων, μετά από σύντομη απάντηση στις ποδοσφαιρικές ερωτήσεις, ο γιατρός μετακινούσε γρήγορα τη συζήτηση επάνω σε πολιτικά και οικονομικά θέματα, για την κατάσταση της εκπαίδευσης και της υγείας. «Ο ακτιβισμός του συνέπεσε με μια αυξανόμενη απαίτηση για αλλαγή σε όλους τους τομείς της βραζιλιάνικης κοινωνίας. Η αλλαγή ήταν στα χείλη όλων, και ο Σόκρατες ήταν μια από τις φωνές που εκφράζονταν με περισσότερη ορμητικότητα υπέρ αυτής. Για πρώτη φορά στην ιστορία της Βραζιλίας ένας αθλητής είχε ένα μεγάφωνο, και οι οπαδοί τον άκουγαν » (σελ. 164). Στη δεκαετία του Ογδόντα, η συντριπτική πλειοψηφία των βραζιλιάνων παικτών προέρχονταν από τα φτωχότερα περιβάλλοντα της χώρας και οι βραζιλιάνικες ελίτ έβλεπαν στο ποδόσφαιρο, «ένα καταφύγιο για εγκληματίες οι οποίοι δεν είχαν καμία εναλλακτική λύση για να ξεφύγουν από τη φτώχεια που καταπίεζε τη χώρα». Οι σύντροφοι του Σόκρατες στην Corinthians ήταν νέοι με ελάχιστη εκπαίδευση που έβλεπαν στο ποδόσφαιρο τη μόνη δυνατή διαφυγή από τη δυστυχία, την μιζέρια, και όταν «μιλούσε για πολιτικές θεωρίες ή τους υποκινούσε να βελτιωθούν από μια προσωπική σκοπιά, αυτοί γελούσαν στο πρόσωπο του, τον κορόιδευαν » (p. 168).

Ο θρίαμβος της Corinthians συμπίπτει με ένα σημαντικό έτος για τον Sócrates όχι μόνο από αθλητική άποψη. Κατά τη διάρκεια του τελικού ο γιατρός γιόρτασε το γκολ υψώνοντας τη γροθιά στον ουρανό εγκαινιάζοντας έτσι έναν τρόπο πανηγυρισμού που θα επαναλαμβάνονταν. «Είχε δει τον Reinaldo να γιορτάζει τα γκολ με αυτόν τον τρόπο και είχε μεγάλο σεβασμό για την υποστήριξη που επέδειξε ο επιθετικός της Ατλέτικο Μινέιρο απέναντι στους μαύρους, τους ομοφυλόφιλους και τους ντόπιους, τους αυτόχθονες. Αργότερα ανέφερε τους Μαύρους Πάνθηρες του Μεξικού του 1968, για τους οποίους γνώριζε σίγουρα την αντιφασιστική ιστορία. Δεν ήταν η πρώτη φορά που το έκανε – είχε γιορτάσει μερικά γκολ με εκείνο τον τρόπο από το 1978 – αλλά συμφωνούσε απόλυτα με την προοδευτική πορεία που είχε παντρευτεί και άρχισε να το επαναλαμβάνει πιο συχνά » (pp. 173-174).

«Ίσως η πιο αξιομνημόνευτη απόφαση των τελευταίων μηνών του 1982 λήφθηκε σε ένα πανεπιστήμιο και όχι από έναν ποδοσφαιριστή, έναν προπονητή ή έναν διοικούντα. Αν και υπήρχε εδώ και σχεδόν ένα χρόνο, το κίνημα δεν είχε ακόμα ένα όνομα. Οι άνθρωποι μιλούσαν για αυτό χρησιμοποιώντας τη φράση «παίκτες στην εξουσία», ή αποκαλούσε την Κορίνθιανς «Η Δημοκρατική Ομάδα» και τα γεγονότα που το αφορούσαν «Κορινθιανή Επανάσταση». Η κρίσιμη καμπή ήρθε το νοέμβριο, μετά από μια συζήτηση που διεξήχθη στην Pontificia Universidade Católica de São Paulo. Εκείνη την ημέρα, οι Olivetto, ο Σόκρατες και ο Adilson κάθονταν σε ένα πάλκο μπροστά σε εκατοντάδες φοιτητές και οπαδούς για να συζητήσουν περί του κινήματος και των στόχων του, τους συνόδευε με το ρόλο του animatore της συνάντησης ο Juca Kfouri, ο οποίος κάποια στιγμή με σαρκαστικό τόνο συνόψισε τα θέματα που καλύφθηκαν κατά τη διάρκεια της βραδιάς: «Συνεπώς, αν οι ποδοσφαιριστές συνεχίζουν να λαμβάνουν μέρος στις αποφάσεις του συλλόγου, αν οι διοικούντες δεν τους σταματήσουν και αν ο φωτισμένος τύπος δεν σταματήσει να τους υποστηρίζει, αυτή που θα δούμε θα είναι μια δημοκρατία, μια Δημοκρατία Corinthiana”» (p. 174).

Η εμπειρία της κορινθιακής δημοκρατίας άλλαξε την καθημερινή ζωή του συλλόγου. Οι παίκτες αποφάσιζαν συλλογικά τις στρατηγικές στο γήπεδο και τη ζωή έξω από αυτό. Ο τύπος της Βραζιλίας ήταν αναπόφευκτα διαιρεμένος σε αυτή την επιλογή αυτοδιαχείρισης. Αν ορισμένοι δημοσιογράφοι υποστήριζαν την εμπειρία, η συντριπτική πλειοψηφία έδειξε εχθρότητα προς αυτήν. «Ο απλός κόσμος, εν τω μεταξύ, παρακολουθούσε προσεκτικά και συζητούσε τη σημασία της σε μια ιστορική φάση που όλο και περισσότερο έμοιαζε με ορόσημο. Η Βραζιλία το 1983 ήταν πλέον στην κόψη του ξυραφιού, και οι τελευταίες επιδράσεις της οικονομικής άνθησης μειώνονταν, έπαιρναν την κάτω βόλτα. Στην αρχή του έτους το νόμισμα υποτιμήθηκε κατά 30%, ο πληθωρισμός έφθασε στα υψηλότερα μηνιαία επίπεδα των τελευταίων δύο δεκαετιών και η κυβέρνηση εισήγαγε πολιτική ελέγχου των τιμών σε μια προσπάθεια στήριξης της οικονομίας. Η ανεργία συνέχισε να αυξάνεται, όπως και το δημόσιο χρέος, και οι εντάσεις διαχέονταν στους δρόμους, όπου απεργίες και λεηλασίες έγιναν ο κανόνας, συνήθεια » (p. 179).

Μετά την απογοήτευση του ισπανικού μουντιάλ, το 1984, ο παίκτης περνά από την Κορίνθιανς, όπου σημείωσε 172 γκολ σε 298 αγώνες, στη Φιορεντίνα. «Την πρώτη επίσημη ημέρα στη νέα του ομάδα, ο Sócrates ενώθηκε με τους συντρόφους του για μια σειρά ιατρικών εξετάσεων. Ενώ περίμενε τη σειρά του να ανέβει στο διάδρομο για τις καρδιακές και αναπνευστικές εξετάσεις, άναψε νωχελικά ένα τσιγάρο. Όταν ο γιατρός μπήκε στην αίθουσα δεν ήθελε να πιστέψει τα μάτια του. «Μα τι κάνεις, καπνίζεις; Θα κάνουμε σπιρομέτρηση! «φώναξε. «Ακριβώς, γιατρέ, θερμαίνω τους πνεύμονές μου», απάντησε αυτός απαθής. Οι σύντροφοι έσκασαν στα γέλια και ο γιατρός βγήκε αηδιασμένος από το δωμάτιο «(σελ. 207).
«Ήταν σαν να περνάς από το Καρναβάλι του Σαλβαδόρ ντε Μπαΐα σε ένα μοναστήρι Βενεδικτίνων», δήλωσε ο γιατρός που έφτασε στο ιταλικό πρωτάθλημα. «Οι προπονήσεις σε υψόμετρο και η έντονη προετοιμασία δεν ήταν η δύναμή του. Κατά τη διάρκεια της πρώτης κούρσας λιποθύμησε, ενώ στη δεύτερη έριξε την πετσέτα μετά από δέκα λεπτά. Όταν οι συμπαίκτες του τελείωσαν το ημίωρο του τζόκινγκ, βρήκαν να τους περιμένει τον ατυχή βραζιλιάνο και μια από τις τυπικά σωκρατικές ερωτήσεις του. «Γιατί πρέπει να τρέχω πάνω και κάτω στους λόφους; εγώ θέλω να τρέχω με την μπάλα”» (p. 208).

Αν στην Κορίνθιανς οι σύντροφοι έτρεχαν για τον ίδιο και τον θαύμαζαν όχι μόνο για τις ποδοσφαιρικές δεξιότητές του αλλά και για το ότι ήταν χαρισματικός, στην Ιταλία οι παίκτες δεν έπαιζαν για διασκέδαση και δυσκολεύονταν να αντέξουν την έλλειψη επαγγελματισμού του και τη συνεχή αποφυγή των θυσιών . Σίγουρα η στάση του έδειχνε κάποιες αντιφάσεις όσον αφορά τις κολεκτιβιστικές διακηρύξεις του. «Η απροθυμία των ιταλών να κοινωνικοποιήσουν ήταν ένα σοβαρό πρόβλημα για κάποιον σαν κι αυτόν που θεωρούσε θεμελιώδη την φιλία και τη συντροφικότητα, και η ψυχρότητα που εμφανίστηκε προς αυτόν του αύξησε την αίσθηση μοναξιάς » (p. 212).

Ο Sócrates παρουσιάστηκε στους εκστασιασμένους οπαδούς της Φλωρεντίας χαιρετώντας τους με σηκωμένη την γροθιά και το πράγμα εξόργισε τους ιδιοκτήτες του συλλόγου, τους χριστιανοδημοκράτες Pontello. Η εμπειρία της Kορινθιανής Dημοκρατίας ήταν γνωστή στους μωβ ηγέτες: «Ήμασταν προετοιμασμένοι και ξέραμε τι να περιμένουμε από αυτόν. Θυμηθείτε ότι η Φλωρεντία είναι μια ιστορικά αριστερή πόλη, και οι οπαδοί της ομάδας της είναι αριστεροί. Για εμάς δεν ήταν ένα πρόβλημα. Μας ενδιέφερε περισσότερο η απόδοση του στον αγωνιστικό χώρο. Αλλά ήταν τόσο διαφορετικός και sui generis- ιδιαίτερος που οι σύντροφοι τον έβρισκαν παράξενο. Αν είσαι διαφορετικός και κάνεις την ομάδα να κερδίζει, τότε τα προβλήματα εξαφανίζονται. Αλλά αν τα αποτελέσματα δεν έρχονται, όλα γίνονται περίπλοκα. Ήταν ένας καλός παίκτης, αλλά δεν ήταν αρκετό. Οι λόγοι που δεν τα πήγε καλά δεν είναι ούτε τακτικοί ούτε τεχνικοί. Απλώς δεν προσαρμόστηκε στην ιταλική ζωή. Ποτέ δεν ενσωματώθηκε. Προσπαθήσαμε να μιλήσουμε με τους φίλους του για να τον βοηθήσουμε, αλλά τίποτα δεν άλλαξε » (p. 215).

Στην σύντομη ιταλική εμπειρία η σχέση με τους συντρόφους και τους ιδιοκτήτες δεν απογειώθηκε ποτέ. «Στον τρίτο από το τέλος αγώνα του πρωταθλήματος η Φιορεντίνα αντιμετώπιζε την Ουντινέζε στο σπίτι και ο τραυματισμένος Σόκρατες παρακολούθησε τον αγώνα με σορτς και σαγιονάρες. Έφτασε καθυστερημένος, και αντί να κατευθυνθεί στην κερκίδα των επισήμων, πήρε μια μπύρα και στάθηκε πίσω από τα προστατευτικά λίγα μέτρα από την πλάγια γραμμή. Αγνόησε τις χειρονομίες των διοικούντων που τον προσκαλούσαν να καθίσει στη θέση του. Σε κάποια στιγμή ήρθε κοντά του ένας φίλος, ένας κωμικός από την πόλη, στον οποίο πρότεινε να πάνε να παρακολουθήσουν το δεύτερο ημίχρονο στην Curva Fiesole, το πέταλο των φανατικών, μεταξύ των ultrà. Τους δυο υποδέχτηκαν σαν ήρωες και η εμπειρία να περάσουν σαράντα πέντε λεπτά δίπλα στους πραγματικούς οπαδούς παρέμεινε για πάντα μια από τις πιο ζωντανές, ζωηρές αναμνήσεις της ιταλικής του εμπειρίας. Ωστόσο, αυτή η πρόκληση απλώς χρησίμευσε για να επιδεινώσει τις σχέσεις με διευθυντές και συμπαίκτες. Οι Pontello ήταν εξοργισμένοι που τους σνόμπαρε και οι ποδοσφαιριστές νόμιζαν ότι τα είχε παίξει. Οι αποστάσεις μεταξύ των δυο πλευρών ήταν πλέον αγεφύρωτες » (p. 217).

Με την ευκαιρία του καρναβαλιού ο Σόκρατες οργανώνει, μαζί με άλλους βραζιλιάνους, ένα μεγάλο πάρτι, «πέρασε εβδομάδες εγγράφοντας κασέτες με τα αγαπημένα του τραγούδια της samba, αγόρασε διακόσια λίτρα μπύρας, αρκετά ορεκτικά για να ταίσει ένα πλήρες στάδιο και ένα γουρουνόπουλο για ένα υπαίθριο μπάρμπεκιου παρά τις θερμοκρασίες κάτω από το μηδέν «(σελ. 218). Στο πάρτι προσκάλεσε επίσης την ομάδα. «Οι σύντροφοι προετοιμάστηκαν όλοι ντυμένοι με κοστούμια, δείχνοντας την τυπική ιταλική κομψότητα, και αυτός, στη συνηθισμένη στολή του από τσαλακωμένα ρούχα και ταλαιπωρημένα αθλητικά παπούτσια, δεν έχασε χρόνο κάνοντας την γιορτή περισότερο βραζιλιάνικη. Πήρε ένα ζευγάρι ψαλίδια κηπουρικής και γελώντας πονηρά άρχισε να πετσοκόβει τις γραβάτες Armani και Dolce & Gabbana των καλεσμένων του. Οι Oriali, Massaro, Galli και ο Gentile ήταν μοναχά μερικοί από αυτούς που κατέληξαν στα νύχια του και δεν μπορούσαν παρά να παραδοθούν μπροστά σε αυτό το αστείο. Ο Passarella γονάτισε ικετεύοντας τον για την σωτηρία του ακριβού του αξεσουάρ. Ο Antognoni του είπε έτοιμος να βάλει τα κλάματα ότι η γραβάτα ήταν δώρο από τη μητέρα του. Αλλά ο Sócrates τους αγνόησε χαριτολογώντας και τις ξέσκισε μια μετά την άλλη, πριν τους σφίξει μες την αγκαλιά του […] «Τώρα είμαστε μια πραγματική ποδοσφαιρική ομάδα», είπε. «Τώρα, μπορούμε πραγματικά να αφήσουμε το πνεύμα της Κορινθιανής Δημοκρατίας να πάρει το επάνω χέρι» »pp. 218-219).

Τα πράγματα δεν πήγαν με αυτόν τον τρόπο. Ο γιατρός δεν κατάφερε ποτέ να εγκλιματιστεί στην Ιταλία και, παρά το ότι είχε ένα ακόμη χρόνο συμβολαίου, το 1985 αποφάσισε να πακετάρει τις βαλίτσες για να επιστρέψει στη Βραζιλία παίζοντας σε Φλαμένγκο, Σάντος και στη συνέχεια να τελειώσει την καριέρα του το 1989 στην Botafogo. Ο Sócrates δεν είχε αγαπήσει ποτέ τα αποχαιρετιστήρια παιχνίδια των μεγάλων ποδοσφαιριστών, «αποκαλούσε αυτές τις ευκαιρίες συναισθηματικoύς παραλογισμούς, και έφυγε με τον τρόπο του, με τις λιγότερες δυνατές τυμπανοκρουσίες. Στην πραγματικότητα είχε φανταστεί ένα αντίο που θα είχε παραμείνει ανεκπλήρωτο, με μπύρες και φίλους, και όχι με ένα ποδοσφαιρικό αγώνα και ακόμη λιγότερο μπροστά σε ένα πλήθος λατρείας. «Ήθελα να μαζέψω όλους τους ανθρώπους που είχα αγαπήσει, και να ετοιμάσω μπύρες και όλα τα υπόλοιπα», είπε. «Τους ανθρώπους μου, αυτό φανταζόμουν, σίγουρα όχι έναν ποδοσφαιρικό αγώνα. Θα ήθελα να το κάνω έτσι, να τους μαζέψω όλους, ακόμη και τους διευθυντές, όλους εκείνους που έπαιξαν ένα ρόλο στη ζωή μου και με τους οποίους είχα μια καλή σχέση με κάποιον τρόπο. Ήθελα να τους προσκαλέσω για μπάρμπεκιου και στη συνέχεια να παίξουμε ποδόσφαιρο. Να πώς το φανταζόμουν. Αλλά ένα αντίο; Όχι, δεν μου αρέσουν τα αντίο «. Αντιθέτως, δεδομένου ότι δεν μπορούσε να τελειώσει την καριέρα του με την Κορίνθιανς, και αφού απέρριψε προσφορές και από την Ιαπωνία, ο Σόκρατες αποχαιρέτησε την Σάντος και επέστρεψε στην Μποταφόγκο για ένα σύντομο κύκνειο άσμα εκεί όπου όλα ξεκίνησαν περίπου δύο δεκαετίες νωρίτερα. […] Στις 26 νοεμβρίου 1989, ο Sócrates κατέβηκε στο γήπεδο για τελευταία φορά ως επαγγελματίας στην ισοπαλία με 1-1 ενάντια στην Itumbiara, στην πολιτεία Goiás. Μόνο χίλιοι θεατές τον είδαν να κατευθύνει το κέντρο της ομάδας του πριν αποχωρήσει με ελαφρά πηδηματάκια στα μισά του δεύτερου ημιχρόνου. Είχε τελειώσει. Δεν υπήρξαν ούτε φωνές ούτε επίσημες ανακοινώσεις για τον αποχαιρετισμό του. Ο πόνος ήταν αφόρητος, καθώς και τα πειράγματα. Μετά από δεκαεπτά χρόνια, πάνω από επτακόσιοι αγώνες και πάνω από τριακόσια τέρματα, ένας από τους πιο χαρισματικούς ποδοσφαιριστές στην ιστορία της Βραζιλίας έλεγε φτάνει. Τουλάχιστον σαν παίκτης » (pp. 269-271).

Ολοκληρώνοντας την εισαγωγή του στο βιβλίο για τον ποδοσφαιριστή που ήθελε να μάθει ιταλικά διαβάζοντας Τις επιστολές από τη φυλακή του Antonio Gramsci για τη σημασία που είχε το κείμενο στον «ανθρώπινο, κοινωνικό και φιλοσοφικό του σχηματισμό», γράφει ο Pastorin: «ο Γιατρός υπήρξε και τα δυο: Όνειρο και Πραγματικότητα, Γνώση και Φαντασία, η αίσθηση μιας εξαιρετικής «φαντασίας στην εξουσία». Ένας επαναστάτης σε δύσκολους καιρούς, ένας πρωταθλητής στο λυκόφως της χαράς του ποδοσφαίρου. Εκείνος ο αδελφός τον οποίο πολλοί από εμάς αγάπησαν και τον οποίον θα αγαπάμε για πάντα » (p. 9).

Ο Δρ Sócrates, το τακουνάκι που η μπάλα ζήτησε από τον Θεό … με τη συνήθεια να πίνει και την γροθιά σηκωμένη, είχε προβλέψει να πεθάνει τη ημέρα που η Κορίνθιανς θα κέρδιζε έναν τίτλο. Και έτσι πήγαν τα πράγματα. Στις 4 δεκεμβρίου 2011, μόλις στα πενήντα επτά, με την σωματική του κατάσταση εξαντλημένη και εξαιτίας των αλκοολικών υπερβολών του, έφυγε «ο αρχηγός της πιο δυνατής σελεσάο που δεν κέρδισε ένα Παγκόσμιο Κύπελλο, ο αρχηγός της Κορινθιανής Δημοκρατίας, του πιο συγκλονιστικού προοδευτικού κινήματος που τάραξε ποτέ τον παλιομοδίτικο κόσμο του ποδοσφαίρου της Βραζιλίας». Έφυγε ήσυχα όπως αρμόζει σε όσους απεχθάνονται την ειδωλολατρία, την ώρα που η Corinthians του κέρδιζε, όπως είχε προβλέψει. «Θέλω να πεθάνω την κυριακή, την ημέρα που η Κορίνθιανς θα κερδίσει έναν τίτλο». Και έτσι ήρθαν τα πράγματα.


Sócrates  su Carmilla:

Segnali di fumo: Sócrates – Lorenzo Iervolino
di Nicola Gobbi e Simone Scaffidi
[segnalazione a fumetti del libro L. Iervolino, Un giorno triste così felice. Sócrates, viaggio nella vita di un rivoluzionario (2014)]

Sócrates: vita, morte e rivoluzione in un libro
di Simone Scaffidi Lallaro
[recensione del libro L. Iervolino, Un giorno triste così felice. Sócrates, viaggio nella vita di un rivoluzionario(2014)]

 

TAGGED WITH → •  •  •  •  •  •  •  •  •  •  •  •  •  •  •  •  •  •  •  •  •  •  •  •  •  •  •  •  •  •  •  •  •  •  •  •  •  • 
σύγχρονη σκέψη, pensiero di oggi

Για μια «ζωή που ν’ αξίζει κάποιος να την ζει»

Stampa

 

10

Per una “vita degna di essere vissuta”

Μεταφέρουμε την εισαγωγή της Silvia Federici στο “Reincantare il mondo, να αποπλανήσουμε ξανά τον κόσμο” που δημοσιεύτηκε από το CommonwareCommonware.

 

Ο ήχος ορισμένων φωνών από το πιο μακρινό αμερικανικό παρελθόν έρχεται από το μέλλον. Αρχαίες φωνές. Συνεχίζουν να μας λένε, για παράδειγμα, ότι εμείς είμαστε παιδιά της γης, και ότι η μητέρα δεν πωλείται ούτε παραδίδεται προς ενοικίαση. Ενώ στην Πόλη του Μεξικού πέφτει μια βροχή από νεκρά πουλιά, και τα ποτάμια μετατρέπονται σε υπονόμους και οι θάλασσες σε σκουπιδότοπους και τα δάση σε έρημο, αυτές οι φωνές πεισματικά ζωντανές μας αναγγέλλουν έναν άλλο κόσμο, διαφορετικό από αυτόν τον δηλητηριαστή των υδάτων, του εδάφους, του αέρα. Και της ψυχής. Και έναν άλλο κόσμο μας ανακοινώνουν δυνατό οι αρχαίες φωνές που μιλάνε για την κοινότητα. Η κοινότητα, ο κοινοτικός τρόπος παραγωγής και ζωής, είναι η πιο απομακρυσμένη παράδοση της Αμερικής, η πιο αμερικανική όλων των παραδόσεων: ανήκει στις ρίζες των καιρών και των λαών, αλλά και των επόμενων καιρών, είναι ο προάγγελος ενός Νέου Κόσμου.

Eduardo Galeano,  Il libro degli abbracci το βιβλίο των εναγκαλισμών

Η δημοσίευση ενός βιβλίου που αφιερώνεται στην πολιτική των κοινών, commons, σήμερα μπορεί να φαίνεται μια πράξη μεγάλης αθωότητας, αφέλειας, καθώς ήμαστε περιτριγυρισμένοι από τη συνεχή απειλή των πολέμων και οικονομικών και οικολογικών κρίσεων που μαστίζουν ολόκληρες περιοχές. Ωστόσο, ακριβώς αυτή η διαρκής απειλή καθιστά αναγκαίο να επιβεβαιώσουμε ότι παρά τα εμπόδια ένας άλλος κόσμος αναδύεται, σαν το χορτάρι που φυτρώνει ανάμεσα στις ρωγμές τους αστικού τσιμέντου, φθείροντας την ηγεμονία του ιδιωτικού και του Κράτους, γιατί μέσα σε ένα πλαίσιο και μια συγκυρία όπου ανάπτυξη σημαίνει βία και η θεσμική πολιτική είναι όλο και πιο ασήμαντη και αμελητέα για την πλειοψηφία του πληθυσμού, το να αναγνωρίζουμε την δική μας ουσιαστική αλληλεξάρτηση και να ενισχύσoυμε την ικανότητά μας για συνεργασία είναι ο μόνος τρόπος για την επιβίωση. Αυτή είναι η δύναμη που εκφράζεται από τους πολλούς αγώνες που, σε οποιοδήποτε μέρος της γης, αντιτίθενται στην επέκταση των καπιταλιστικών σχέσεων, για την υπεράσπιση του κοινού συμφέροντος και των κοινών καλών και για να οικοδομήσουμε κοινωνίες που βασίζονται στην αλληλεγγύη και την κοινή χρήση των φυσικών και παραγόμενων πλούτων.

Είναι μέσα στο πλαίσιο αυτών των αγώνων που αναπτύχθηκε από τη δεκαετία του ’90 μια τεράστια βιβλιογραφία, που συμπεριλαμβάνει θεωρητικές αναλύσεις, ιστορικές ανακατασκευές, καθώς και αναφορές σχετικά με τον πειραματισμό που διεξάγεται σε διάφορες χώρες αφιερωμένες στα κοινά. Στο προσάρτημα αυτού του τόμου υπέδειξα τα σημαντικότερα έργα, ειδικά στον φεμινιστικό τομέα, για την εργασία μου. Εδώ θέλω μόνο να υπογραμμίσω ότι τα δοκίμια που συλλέχθηκαν σε αυτόν τον τόμο είναι χρεωμένα σε αυτή τη σημαντική παραγωγή, της οποίας μοιράζομαι τις βασικές διατριβές και θέσεις και την πολιτική προοπτική που την διαμορφώνει, που της δίδει μορφή. Αυτό που η έννοια των κοινών, αν και μπορούμε να την αποκαλέσουμε με διάφορους τρόπους – commons, commoning, el común, comunalidad -, είναι σήμερα η γλώσσα στην οποία εκφράζεται η εναλλακτική προς τη λογική του καπιταλισμού, και αναφέρεται σε μία περίπλοκη πραγματικότητα στην οποία τα υλικά αγαθά που έχουμε να μοιραστούμε, οι κοινωνικές σχέσεις και οι κανονισμοί που αφορούν τη χρήση και τη φροντίδα του φυσικού ή παραγόμενου πλούτου σχηματίζουν ένα σύνολο που είναι αδιαίρετο τόσο θεωρητικά όσο και στην πρακτική. Αυτό σημαίνει πως, όπως υποστηρίζει ο Massimo de Angelis στο Omnia Sunt Communia[1][1],  με την λέξη commons εννοούμε ένα κοινωνικό σύστημα, έναν τρόπο παραγωγής, με μια λογική ενιαία και την ικανότητα να αυτο-αναπαράγεται2][2]. Ταυτόχρονα, το «κοινό» υπάρχει ήδη, σε εμβρυϊκή μορφή, σε μια μεγάλη ποικιλία σχεδιασμών και πρωτοβουλιών – από τους αστικούς κήπους στις καταλήψεις στα ανακτηθέντα εργοστάσια, από το κίνημα του ελεύθερου λογισμικού μέχρι τους comedores populares – με τους οποίους αναζητούνται λύσεις στα προβλήματα που ο καπιταλισμός δεν μπορεί να επιλύσει”[3][3].

Σε αυτό το πλαίσιο, η ανάλυση που προτείνω επεκτείνει την θεματική των κοινών σε έναν τομέα που δεν έχει διερευνηθεί μέχρι στιγμής, τουλάχιστον στη βιβλιογραφία σχετικά με τα κοινά που παράγεται στις Ηνωμένες Πολιτείες. Πρόκειται για το σύνολο των δραστηριοτήτων που προβλέπουν στην αναπαραγωγή της καθημερινής ζωής και της εργατικής- δύναμης, οι οποίες εξακολουθούν να εκτελούνται κυρίως από τις γυναίκες. Όπως παρατήρησε η Dolores Hayden, στο κλασικό έργο της The Grand Domestic Revolution, η επιθυμία να κοινωνικοποιηθεί αυτό το έργο έχει μακρά ιστορία[4][4]. Ήδη στο τέλος του δέκατου ένατου αιώνα, στις Ηνωμένες Πολιτείες, φεμινίστριες σοσιαλίστριες (fourieriane, oweniste) και μεταρρυθμίστριες έδωσαν ζωή σε σημαντικά πειράματα, τείνοντας να σπάσουν την απομόνωση στην οποία η οργάνωση της οικιακής εργασίας καταδίκαζε τις γυναίκες, συνδέοντας το σπίτι με την γειτονιά και οικοδομώντας συλλογικές μορφές αναπαραγωγής, όπως οι συλλογικές κουζίνες[5][5].

Σήμερα, αυτά που στο τέλος του δέκατου ένατου αιώνα παρέμεναν πειράματα περιορισμένα σε ομάδες και δίκτυα φεμινιστριών ή γυναικών που ήταν στρατευμένες σε θεσμικό επίπεδο σε σχέδια σοσιαλδημοκρατικών μεταρρυθμίσεων της κοινωνικής αναπαραγωγής, επανεμφανίζονται αλλά πραγματοποιούμενα σε μεγάλη κλίμακα, υπαγορευμένα όχι από πολιτικές ιδεολογίες αλλά από την ανάγκη να επινοηθούν συλλογικά νέες μορφές επιβίωσης.

Αυτή η πτυχή της κοινής πολιτικής των commons βρίσκεται στο επίκεντρο του ενδιαφέροντος μου εδώ και χρόνια, διότι είμαι πεπεισμένη ότι η οικοδόμηση πιο συνεργάσιμων μορφών αναπαραγωγής είναι η προϋπόθεση όχι μόνο μιας «ζωής που να αξίζει κάποιος να την ζήσει» – η σημερινή αξίωση διαφόρων φεμινιστικών και μη κινημάτων – αλλά και της αντίστασης στην προώθηση των καπιταλιστικών σχέσεων και της δημιουργίας μιας κοινωνίας που δεν υποτάσσεται στη λογική του κέρδους και της αγοράς.

Διάφορα άρθρα που συγκεντρώθηκαν εδώ («Φεμινισμός και πολιτική των κοινών, Femminismo e la politica dei commons», «Η κοινότητα της πόλης, “Il comune della città”», «Από την κρίση στα κοινά, “Dalla crisi ai commons”» και «Μαρξ, φεμινισμός και ανασυγκρότηση των κοινών, “Marx, il femminismo e la ricostruzione dei commons”») είναι αφιερωμένα σε αυτό το θέμα, το οποίο είναι σε μεγάλο μέρος εμπνευσμένο από τους αγώνες των γυναικών στη Λατινική Αμερική, όπως οι αγώνες των mujeres villeras του Μπουένος Άιρες, που συναντήθηκαν στη Villa Retiro Bis[6][6]. Όμως το βιβλίο αντιμετωπίζει και άλλες θεματικές.

Αναπόφευκτα, το πρώτο μέρος είναι αφιερωμένο στις νέες μορφές enclosure [περιφράξεων] που αποτελούν τη ραχοκοκαλιά της παγκοσμιοποίησης και είναι εν μέρει το κίνητρο, o λόγος για την εμφάνιση μιας πολιτικής των κοινών. Για το σκοπό αυτό χρησιμοποίησα δοκίμια που δημοσιεύτηκαν στις “Midnight Notes” της δεκαετίας του ’90, επιστρέφοντας από μια περίοδο διδασκαλίας στη Νιγηρία κατά τη διάρκεια της οποίας μπορέσαμε να δούμε άμεσα την εμφάνιση μιας νέας φάσης ανάπτυξης και επαναποικιοποίησης, που προωθούσε η Παγκόσμια Τράπεζα και το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο στο όνομα της κρίσης του χρέους, με στόχο την αποκοπή από τις ρίζες από την αφρικανική ήπειρο, όπου εξακολουθεί να έχει βαθιές ρίζες, κάθε μορφή κοινοτικοποίησης, κομουναλισμού, ειδικά όσον αφορά την ιδιοκτησία της γης. Ιδιαίτερα σημαντικό μεταξύ αυτών είναι το δοκίμιο The New Enclosures[7][7] (εδώ αναδημοσιεύθηκε ως «Οι Νέοι Φράχτες», “Le nuove recinzioni” ), ένα από τα πρώτα στις Ηνωμένες Πολιτείες που διάβασε την παγκοσμιοποίηση ως μια διαδικασία «πρωταρχικής συσσώρευσης». Η θεωρητική γραμμή που προτείνει αυτό το δοκίμιο εκφράζεται στη συνέχεια σε δύο δοκίμια αφιερωμένα στις συνέπειες της διαρθρωτικής προσαρμογής στην Αφρική και της μετάβασης στον καπιταλισμό στην Κίνα, στόχος του οποίου είναι να υπογραμμίσει ότι παρά την ποικιλομορφία των τρόπων και στις πολιτικές και γεωγραφικές σφαίρες-πεδία δράσης, η καταστροφή των κοινοτικών καθεστώτων και της πρόσβασης στα μέσα της (ανα) παραγωγής, παραμένει η πρωταρχική προϋπόθεση της καπιταλιστικής ανάπτυξης, και είναι ο λόγος της βίας που την συνοδεύει, αυτή την στιγμή.

Παραδείγματα αυτής της βίας εξετάζονται σε δύο δοκίμια του πρώτου Μέρους («Κυνήγι μαγισσών, παγκοσμιοποίηση και φεμινιστική αλληλεγγύη» και «Βία κατά των γυναικών και νέες μορφές συσσώρευσης»). Το πρώτο αφορά το νέο κυνήγι μαγισσών, το οποίο βήμα προς βήμα με την ιδιωτικοποίηση της γης και τη μετάβαση σε καθεστώτα ατομικών τίτλων έχει εξαπολυθεί σε διάφορες περιοχές της Αφρικής, της Ινδίας, του Νεπάλ και άλλων περιοχών, κυρίως σε περιοχές που προορίζονται για εμπορικές χρήσεις. Το δεύτερο εξετάζει, σε μια γενικότερη μορφή, το ποσοτικό και ποιοτικό άλμα που σημειώθηκε τα τελευταία χρόνια, παγκοσμίως στη βία κατά των γυναικών, η οποία σήμερα παίρνει μορφές που υπενθυμίζουν το κυνήγι μαγισσών του δέκατου έκτου και δέκατου έβδομου αιώνα. Και στις δύο περιπτώσεις πρόκειται για έναν πραγματικό πόλεμο που, όχι τυχαία, χτυπά τη γυναίκα ως υποκείμενο που είναι πιο άμεσα υπεύθυνο για την αναπαραγωγή της κοινότητας και για τη διατήρηση της συλλογικής της μνήμης και της συνοχής της. Το να υπογραμμίζεται αυτή η σχέση μεταξύ της ιδιωτικοποίησης και των νέων μορφών βίας κατά των γυναικών είναι ιδιαίτερα σημαντικό σε μια εποχή που, στο όνομα του «Ni una menos»[8][8], ένα νέο φεμινιστικό κίνημα αναπτύσσεται σχεδόν σε κάθε μέρος του κόσμου για να καταγγείλει αυτή τη βία και να αποκαλύψει τους ενόχους και τα αίτια.

Ενώ το πρώτο μέρος ανασυνθέτει το πλαίσιο μέσα στο οποίο έχει ωριμάσει η πολιτική των κοινών, το δεύτερο προσπαθεί να καθορίσει τη σημασία των κοινών τόσο ως πραγματικότητα που ασκείται στο παρόν όσο και ως προβλεπόμενη προοπτική σε εμβρυϊκό επίπεδο ενός κόσμου πέρα από τον καπιταλισμό.

Όπως ανέφερα ήδη εν συντομία, τα πιο προτεινόμενα-δημιουργικά μέρη αυτής της ανάλυσης είναι εκείνα που εμπνέονται από τα κινήματα των γυναικών που ασχολούνται με τον λεγόμενο «λαϊκό φεμινισμό» στη Λατινική Αμερική, που βλέπουν την προστασία των φυσικών αγαθών, τη δημιουργία συνεργατικών μορφών αναπαραγωγής και τον αγώνα ενάντια στον καπιταλισμό και την πατριαρχία ως ουσιαστικά στοιχεία μιας ενιαίας διαδικασίας κοινωνικού μετασχηματισμού. Σήμερα, μέρος αυτού του αγώνα κατευθύνεται επίσης κατά των ανισοτήτων που χαρακτηρίζουν τις σχέσεις εξουσίας σε διάφορα κοινοτικά καθεστώτα στην Αφρική και τη Λατινική Αμερική και που, ξεκινώντας από την Διάσκεψη του Πεκίνου (1995), έχουν αξιοποιηθεί έξυπνα από την Παγκόσμια Τράπεζα για να προωθήσουν την ιδιωτικοποίηση και την ατομική τιτλοποίηση, οι οποίες αμφότερες παρουσιάζονται ως μια υπεράσπιση του δικαιώματος των γυναικών να έχουν πρόσβαση στη γη. Το μάθημα, στην προκειμένη περίπτωση, όπως αποδεικνύει η Gladys Tzul Tzul, σχετικά με τη συμμετοχή των γυναικών στα κοινοτικά καθεστώτα του οροπεδίου του Totonicapan (Guatemala)[9][9] είναι ότι η αναγνώριση της εξουσίας λήψης αποφάσεων των γυναικών είναι, εκτός από μια αρχή-συστατικό δικαιοσύνης, μια εγγύηση ζωής για τα κοινά, που διαφορετικά θα ήταν αλλοιωμένα από εσωτερικές διαιρέσεις που θα τα εξέθεταν ευκολότερα σε απαλλοτρίωση.

Πώς λοιπόν να ξεχωρίσουμε κοινοτικά καθεστώτα ή πειράματα ικανά να δημιουργήσουν μια εναλλακτική λύση στη λογική της εκμετάλλευσης από μορφές κομμουναλισμού που λειτουργούν, αντιθέτως, ως βαλβίδες ασφαλείας, με τις οποίες ένα καπιταλιστικό σύστημα σε κρίση προσπαθεί να ελαφρύνει τις εντάσεις που η ώθηση στην ιδιωτικοποίηση κάθε αγαθού και κοινωνικής σχέσης αναπόφευκτα δημιουργεί; Στην Omnia sunt Communia, ο Massimo de Angelis μας προειδοποιεί σωστά να μην προσπαθήσουμε να εξαναγκάσουμε την αναγκαστικά ρευστή πραγματικότητα, πειραματική, κάθε μορφής communalidad μέσα στα στενά ιδεολογικών μοντέλων καθορισμένων a priori, εκ των προτέρων. Ωστόσο, είναι αδύνατο να μην αναρωτηθούμε από την άποψη αυτή, πολιορκημένοι όπως είμαστε από τον πολλαπλασιασμό των κοινών που, ναι, ενώνονται (με βάση τις εθνοτικές, ταξικές, θρησκευτικές ταυτότητες) αλλά μόνο για να αποκλείσουν, για να προστατεύσουν προνόμια και πλεονεκτήματα ή, όπως αναφέρθηκε , για να εκτρέψουν την αντίθεση στην ιδιωτικοποίηση.

Είναι με αυτόν τον στόχο που, στο «Commons Against and beyond Capitalism», “Commons contro e oltre il capitalismo”, που γράφτηκε σε συνεργασία με τον Γιώργο Καφεντζή, George Caffentzis, έχει διευκρινιστεί ότι η πολιτική των κοινών δεν είναι μια επιστροφή στο παρελθόν, αλλά μια πραγματικότητα που μπορεί να οικοδομηθεί μόνο μέσα από αγώνες, και επίσης ότι τα κοινά δεν μπορούν να διαλυθούν στο «δημόσιο», ότι η ύπαρξή τους εξαρτάται από την ύπαρξη μιας κοινότητας και αυτή, με τη σειρά της, βασίζεται στη συνεργασία, στη συλλογική εργασία, στην αμοιβαία φροντίδα μεταξύ των ανθρώπων και μεταξύ αυτών και το περιβάλλον.

Με τον ίδιο στόχο εξέτασα επίσης τη σχέση μεταξύ κοινοτισμού και κομμουνισμού στο έργο του Μαρξ, τουλάχιστον σε εκείνο το μέρος του έργου του που ο Μαρξ αποφάσισε να δημοσιεύσει και που επηρέασε πιο άμεσα το σοσιαλιστικό κίνημα σε διεθνές επίπεδο. Η ανάλυση μου σχετικά είναι μόνο μερική, καθώς περιορίζεται στην καταγραφή των πιο εμφανών διαφορών μεταξύ της εικόνας των κοινών που προβάλλονται από τα σημερινά κοινωνικά κινήματα και, αφενός, της μαρξιάνας κριτικής στον «ουτοπικό σοσιαλισμό» και αφετέρου, στο όραμα του Μαρξ για τον κομμουνισμό όπως μπορεί να συναχθεί από τις διάφορες αναφορές του στον ρόλο του Κράτους, στη δικτατορία του προλεταριάτου, στην ενοποιητική λειτουργία της επέκτασης των παγκόσμιων καπιταλιστικών σχέσεων και ούτω καθεξής[10][10]. Αυτό που λείπει σε αυτή την ανάλυση είναι η ανακατασκευή του περάσματος – κατά προσέγγιση ανιχνεύσιμου στα τέλη του δέκατου όγδοου αιώνα – από μια ιστορική-πολιτική στιγμή στην οποία η ιδέα της κοινoχρησίας των αγαθών – που ταυτίζεται με την κοινοχρησία της γης – που εξακολουθεί να αποτελεί τον πρωταρχικό ισχυρισμό, την πρωταρχική διεκδίκηση των επαναστατών στην Ευρώπη (από τον Winstanley στον Babeuf), σε μια στιγμή κατά την οποίαν επιβάλλεται ο «κομμουνισμός», που προσδιορίζεται με τη απαλλοτρίωση και την από κοινού διαχείριση, των μέσων παραγωγής, από ελεύθερες ενώσεις παραγωγών. Ωστόσο, δύο στοιχεία διακρίνονται, ακόμα και σήμερα, να διαχωρίζουν τους θεωρητικούς των κοινών που κινούνται σε φεμινιστικούς, οικολογικούς, αναρχικούς και μαρξιστικούς φεμινιστικούς τομείς και χώρους από τους θεωρητικούς desarrollisti – developmentalists – a] ή επιταχυντές – accelerazionisti, οι οποίοι (όπως συχνά ο Μαρξ) βλέπουν την καταστροφή των υφιστάμενων commons ως αναγκαία συνθήκη για την υλοποίηση της μελλοντικής κομμουνιστικής κοινωνίας. Αυτά είναι η απόδοση στο Κράτος του καθήκοντος της απαλλοτρίωσης των απαλλοτριωτών και της εξάλειψης της ιδιωτικής ιδιοκτησίας – σε σχέση με το χτίσιμο, ξεκινώντας από το παρόν, μορφών έστω και περιορισμένων αυτοκυβέρνησης – και η ώθηση προς την καθολίκευση των καπιταλιστικών σχέσεων ως ενοποιητικό στοιχείο του προλεταριάτου σε παγκόσμιο επίπεδο, κατά της επιβεβαίωσης της ανάγκης για πολλαπλές μορφές  κομουναλισμού, σε αντιστοιχία με τις διαφορές στις ιστορικές και πολιτιστικές τροχιές και τις διαφορετικές γεωγραφικές και περιβαλλοντικές συνθήκες.Oι σημερινοί commoners  δεν πιστεύουν στο Κράτος και διεκδικούν την ικανότητα να αποφασίζουν για τη δική τους ζωή, να ανακτήσουν τον έλεγχο των πιο ουσιωδών συνθηκών αναπαραγωγής τους, καθώς θεωρούν καταπιεστική την επιβολή ενιαίου μοντέλου κοινωνικής και πολιτιστικής ζωής. Όχι μόνο αυτό. Εκατόν πενήντα χρόνια μετά τη δημοσίευση του Κεφαλαίου μπορούμε να επαληθεύσουμε ότι η τεχνολογική ανάπτυξη στην οποία ο Μαρξ ανέθετε την κατασκευή των υλικών βάσεων του κομμουνισμού καταστρέφει όχι μόνο τα κοινοτικά καθεστώτα που υπάρχουν ακόμη, αλλά τις δυνατότητες αναπαραγωγής και ζωής για έναν συνεχώς αυξανόμενο αριθμό ειδών στον πλανήτη μας.

Είναι σε όσες και όσους αγωνίζονται, με μεγάλους κινδύνους για τη ζωή τους, εναντίον αυτής της καταστροφής, που αυτό το βιβλίο είναι αφιερωμένο..

 

a] [desarrollismo, σημαίνει ιδεολογία που υποστηρίζει την καθαρά οικονομική ανάπτυξη ως στόχο προτεραιότητας.]

[1][1] Massimo de Angelis, Omnia Sunt Communia. On the Commons and the Transformation to Postcapitalism, Zed Books, Londra 2017.

[2][2] Ivi, pp. 240 ss. “Omnia sunt Communia” – “tutto deve essere in comune, όλα πρέπει να είναι κοινά” – είναι τα τελευταία λόγια, λέγεται, που πρόφερε ο Thomas Müntzer, ο leader του πολέμου των χωρικών στη Γερμανία, που συνελήφθη μετά την μάχη του Frankenhausen στα 1525, πριν πεθάνει από βασανιστήρια.

[3][3] Ivi, p. 270.

[4][4] Dolores Hayden, The Grand Domestic Revolution, MiT Press, Cambridge MA 1985.

[5][5] Γράφει η Hayden: “Μεταξύ του τέλους του εμφυλίου πολέμου και της έναρξης της Μεγάλης ύφεσης, τρεις γενεές υλιστών φεμινιστριών εξέτασαν, αξιολόγησαν θεμελιωδώς τη λεγόμενη «γυναικεία σφαίρα» και «εργασία των γυναικών». […] Για να ξεπεράσουν ένα μοντέλο αστικού και οικιακού χώρου που απομόνωνε τις γυναίκες και καθιστούσε την οικιακή εργασία αόρατη, ανέπτυξαν νέες μορφές οργάνωσης γειτονιάς, όπως οι συνεταιρισμοί των νοικοκυρών, τα νηπιαγωγεία, οι δημόσιες κουζίνες και οι λέσχες – εστιατόρια της κοινότητας. Φαντάστηκαν επίσης ιδανικές φεμινιστικές πόλεις. Επαναπροσδιορίζοντας την οικιακή εργασία και τις ανάγκες των γυναικών και των οικογενειών τους σχετικά με το σπίτι, αυτές έσπρωξαν τους αστικούς αρχιτέκτονες και σχεδιαστές να επανεξετάσουν τις επιπτώσεις της αρχιτεκτονικής στην οικογενειακή ζωή.” (ivi, p. 1).

[6][6] “Villa” είναι το όνομα που δίνεται στην Αργεντινή στις λαϊκές γειτονιές που χτίστηκαν χωρίς άδεια, είναι το ισοδύναμο της favela στη Βραζιλία. Η Villa 31 Retiro Bis είναι μια «villa μιζέρια», δηλαδή ένας από τους πολλούς ανεπίσημους οικισμούς που βρίσκονται στην πόλη του Μπουένος Άιρες. Ιδρύθηκε το 1932, με το όνομα της Villa ανεργία, αποτέλεσε αντικείμενο πολλών προσπαθειών από τις αρχές να την καταστρέψουν, που όμως ποτέ δεν ήταν επιτυχείς. Σχετικά με την Villa Retiro Bis σε σχέση με την πολιτική των κοινών, δείτε Raúl Zibechi, Descolonizar el pensamiento crítico y la práticas emancipatorias, Ediciones desde abajo, Bogotà 2015, σελ. 99-100.

[7][7] Midnight Notes #10, The New Enclosures, Jamaica Plain MA, φθινόπωρο 1990.

[8][8] Αυτό είναι το σύνθημα με το οποίο, τον οκτώβριο του 2016, οι φεμινίστριες της Αργεντινής, που συγκεντρώθηκαν για την ετήσια συνάντησή τους στην πόλη του Ροζάριο, εξαπέλυσαν μια έκκληση ώστε η 8η μαρτίου του 2017 να αφιερωθεί στον αγώνα εναντίον της βίας κατά των γυναικών. Αυτό αφού τις ίδιες μέρες της συνάντησης μια άλλη νεαρή γυναίκα σκοτώθηκε με βαρβαρότητα στην πόλη Mar de la Plata.

[9][9] Gladys Tzul Tzul, Sistemas de Gobierno Comunal Indígena. Mujeres y tramas de parentesco en Chuimeq’ena’, Editorial Maya Wuj, Guatemala 2016.

[10][10] Δείτε Gerrard Winstanley, La nuova legge di giustizia (1649), Ο νέος νόμος για την δικαιοσύνη, in Atonino recupero (a cura di), La terra a chi la lavora!, H γη σε αυτόν που την δουλεύει, Guaraldi, Firenze 1974. Δείτε επίσης Maurice Dommanget, Babeuf e la congiura degli uguali, και η συνωμοσία των ίσων, Edizioni- Εκδόσεις immanenza, Napoli 2015.

https://www.infoaut.org/segnalazioni/per-una-vita-degna-di-essere-vissuta

μεγαλείο χαρακτήρα!, grandezza carattere !

Ερνέστο Γκεβάρα Μαρτς: O πατέρας μου είναι το μέλλον καθ’ οδόν

Κυριακή, 17 Ιουνίου 2018

O μικρός γιος του Τσε μιλά στην εφημερίδα
 Juventud Rebelde
Λέει ότι δεν ξέρει να μιλά όπως τα αδέρφια του, όμως δεν θα σταματήσει να μιλά 90 χρόνια μετά από τη γέννηση του Τσε. Ο Ερνέστο Γκεβάρα Μαρτς, σπάει τη σιωπή του για να θυμηθεί τον πατέρα, που όπως ομολογεί, με τα γράμματά και τις συμβουλές του σμίλεψε την ψυχή του για μετά.
Δεν ήταν ούτε δύο χρονών όταν ο πατέρας του – με τα χέρια του δεμένα και χωρίς να εκφράσει την τελευταία του επιθυμία – πυροβολήθηκε με εντολές της CIA στο σχολείο της Λα Ιγιέρα στη Βολιβία, στις 9 Οκτωβρίου 1967.
Αυτό ήταν το πρώτο κίνητρο της επίσκεψή μας στον τελευταίο γιο του Ηρωικού Αντάρτη, τον δικηγόρο Ερνέστο Γκεβάρα, 52 ετών, ο οποίος μας δέχτηκε στο σπίτι του στην Αβάνα.
Μας λέει ότι δεν ξέρει να μιλάει όπως τα άλλα τρία αδέλφια του: Η Αλέιδα, παιδίατρος, ο Καμίλο, επίσης δικηγόρος και η Σέλια, κτηνίατρος, αλλά αποφάσισε να το κάνει τώρα, παραμονές των 90ων γενεθλίων του Τσε:
Φυσικά, όλοι μας υποφέραμε και πάντα λυπόμαστε για την πρώιμη φυσική απουσία ενός ανθρώπου σαν κι αυτόν, ωστόσο, είμαστε ευτυχείς που έχουμε το αίμα και τα γονίδιά του και αποτελούμε μια πολύ όμορφη οικογένεια. Ο πυρήνας μου (η γυναίκα μου και τα τρία μου παιδιά) είναι σήμερα μια από τις μεγαλύτερες χαρές μου. 

 

 
Τα αδέρφια μου και εγώ, προερχόμαστε από ένα ζευγάρι που βρέθηκε στη μέση ενός απελευθερωτικού πολέμου στη χώρα μας. Τι όμορφο πράγμα! Η μητέρα μου συμμετείχε στον παράνομο αγώνα στη Σάντα Κλάρα. Είχε εντοπιστεί από τα κατασταλτικά όργανα της τυραννίας του Μπατίστα, ήταν δηλαδή “καμένη” και γι αυτό έπρεπε να βγει στο βουνό, στο Σιέρα ντε Εσκαμπρέι, όπου εκεί γνώρισε τον πατέρα μου. 
 
Και οι δύο συμμετείχαν στον αγώνα στο κέντρο της χώρας. Και η κατάληψη της Σάντα Κλάρα ήταν ένα εξαιρετικό γεγονός, ένας κρίσιμος κρίκος για τον θρίαμβο της Επανάστασης. 
 
Θέλω να σας διευκρινίσω ότι όταν ένας γιος μιλά για τον πατέρα χωρίς να μιλά για τη μητέρα, είναι δύσκολο να μην είναι λίγο άδικος . Γι αυτό θα την αναφέρω αμέσως τώρα, Αλέιδα ή Χοσεφίνα – Γιατρός (το όνομα της παρανομίας) και κάποιες φορές, απλά Μητέρα. Και τον πατέρα μου θα τον πω, Κομαντάντε Γκεβάρα, ή απλά Τσε. 
 
Ξέρω ότι δίδαξε καλά τα τέσσερα παιδιά του. Με τα γράμματά του, με αυτή την εικόνα του Τσε σε εκατομμύρια ανθρώπους, μας άφησε μια Επανάσταση που έκανε και μας ζήτησε να σπουδάζουμε και να γίνουμε επαναστάτες. 
 
Όπως εξηγεί η μητέρα μου, στο βιβλίο της Αναπόληση, η ζωή μου δίπλα στο Τσε, συνδέθηκε με το επαναστατικό κίνημα σαν μαχητής της παρανομίας στην παλιά επαρχία Λας Βίγιας, εκπληρώνοντας αποστολές μεταφοράς διάφορων συντρόφων στο βουνό. Επίσης, ανέβηκε στο Εσκαμπρέι μεταφέροντας 50.000 πέσος, τα οποία είχε τοποθετήσει στην πλάτη της με επιδέσμους, πράγμα που έκανε πολύ δύσκολο το περπάτημα μέχρι το Γκανιλάνες, το πρώτο στρατόπεδο που οργανώθηκε από τον Κομαντάντε Γκεβάρα στο ελεύθερο έδαφος της κεντρικής επαρχίας της χώρας. 
 
Η Αλέιδα ήταν μητέρα και πατέρας, αυτό είναι ένα από τα πιο μοναδικά πράγματα στη ζωή μου. Και ο τρόπος που οδήγησε την οικογένεια, σαν μητέρα και πατέρας, είναι κάτι για το οποίο την ευγνωμονούμε και οι τέσσερις. Αυτή της η αυταπάρνηση με κάνει να μην μπορώ να αναφέρω τον Τσε χωρίς να μιλήσω γι αυτήν, αυτήν που σηκώνονταν πάντα στις πέντε το πρωί, πολλές φορές απλά για να μας αποχαιρετήσει όταν πηγαίνουμε για να εκπληρώσουμε διάφορα καθήκοντα, όπως για παράδειγμα να κόψουμε ζαχαροκάλαμο. 
 
Έτσι λοιπόν, έχω την τιμή να είμαι γιος του Τσε, με μια τέτοια μητέρα! Τους ένωσε μια μεγάλη αγάπη, που φαίνεται και στα γράμματά τους, σημάδια μιας όμορφης συναισθηματικής σχέσης. Με ευχαριστεί ο τρόπος που γνωρίστηκαν, ερωτεύτηκαν και αγαπήθηκαν. Και εκμεταλλεύομαι αυτή την ευκαιρία, για να φανεί η μεγάλη ευαισθησία του απαιτητικού αυτού ανθρώπου, του γεμάτου τρυφερότητα. 
 
Για παράδειγμα, γράφοντας της από το Κονγκό το 1965, λέει: ”Όταν άγγιξα το σημάδι που άφησε στο δέρμα σου ένας επίδεσμος, ξέσπασε μέσα μου μια πάλη ανάμεσα στον άψογο επαναστάτη και στον άλλον, τον πραγματικό Τσε”. 
 
Στο στρατόπεδο στη Λα Βίγιας, στο Κεντρικό Πανεπιστήμιο, στο πρώτο μέρος που ήταν η Αντάρτικη Διοίκηση της επαρχίας,ο Κομαντάντε Γκεβάρα της έδωσε ένα τουφέκι Μ-1 και της δήλωσε ότι το κέρδισε. Αργότερα, την άφησε να μάθει για την ύπαρξη της Περουβιανής του συζύγου, της οικονομολόγου Ίλντα Γκαντέα και της κόρης του Ιλντίτα – Μπεατρίς. 
 
Η Αλέιδα λέει στο βιβλίο της ότι στις 2 Γενάρη 1959, στο δρόμο για την πρωτεύουσα, στην πρώτη στάση για να βάλει καύσιμα στο τζιπ, στο Λος Αραμπος του Ματάνσας – άλλοι λένε στο Κολοσσαίο – ο Τσε της εκδήλωσε για πρώτη φορά την αγάπη του. Και στις 7 Γενάρη την παρουσίασε στον Φιντέλ και στην Σέλια (Σάντσες). 
 
Η Χοσεφίνα [ Αλείδα Μαρτς ] αναφέρει ότι στις 12 Γενάρη της έδωσε να διαβάσει ένα γράμμα προς την Ιλντα, με το οποίο της ανακοίνωνε επίσημα τον χωρισμό τους, γιατί σκόπευε να παντρευτεί μια κουβανή κοπέλα που είχε γνωρίσει στον αγώνα. 
Ο Ερνέστο επιμένει ότι παρά την προφανή σοβαρότητα και των δύο, αποτελούσαν ένα ζευγάρι με τεράστια ανθρώπινη ευαισθησία, έως και ποιητική.

Αυτό εμφανίζεται σε ένα σημείο του προαναφερθέντος βιβλίου Αναπόληση, στο οποίο η “Γιατρός” [ η μητέρα μου] γράφει ότι αυτόν τον αξέχαστο Γενάρη, όταν μπήκε στο δωμάτιό μου στο (κάστρο) Λα Καμπάνια ξυπόλυτος και σιωπηλός, ολοκληρώθηκε ένα γεγονός πέρα από την πραγματικότητα και ο Τσε με διάθεση χιούμορ το αξιολογεί ως “η μέρα της κατάληψης του κάστρου”. Χρησιμοποίησε αυτή την έκφραση σαν μια παροιμία, γιατί σε κάθε κάστρο, για να το καταλάβεις, πρώτα γίνεται η πολιορκία και μετά σιγά-σιγά, αφού μελετήσεις τα αδύνατα σημεία του, αποφασίζεται η επίθεση. 

 
«Πράγματι, αυτό συνέβη», θυμάται η Αλέιδα Μαρτς, «γιατί εγώ ήμουν ερωτευμένη πολύ περισσότερο από όσο πίστευα , και απλά, παραδόθηκα χωρίς να αντισταθώ και χωρίς να δώσω καμία μάχη […]. 
 
Ο γάμος πραγματοποιήθηκε στις 2 Ιουνίου, στο κάστρο Λα Καμπάνια. Από αυτή την ένωση γεννήθηκαν η Αλειδίτα [Πέμπτη 24 Νοεμβρίου 1960], ο Καμίλο [Κυριακή 20 Μαΐου 1962], η Σέλια [Παρασκευή 14 Ιουνίου 1963] και ο Ερνέστο [Τετάρτη 24 Φεβρουαρίου 1965]. 
 
Σε ένα γράμμα, ο πατέρας μου ομολογούσε στην Αλέιδα “Έτσι, πέρασα ένα μεγάλο μέρος της ζωής μου, περιορίζοντας την αγάπη με άλλες σκέψεις και με τον κόσμο να πιστεύει ότι πρόκειται για ένα μηχανικό τέρας […] ”. 
 
Και σε ένα τετράδιο με σημειώσεις που της στέλνει από πολύ μακρυά, της λέει:”Το παρελθόν έχει τελειώσει, είμαι το μέλλον καθ οδόν (…) αν μια μέρα νοιώσεις τη βία μιας ματιάς, μη γυρίσεις, μη σπάσεις το ξόρκι, συνέχισε να φτιάχνεις τον καφέ μου και άσε με να σε ζήσω στην αιωνιότητα της στιγμής”. 
 
Η συμβουλή του πατέρα μου στα γράμματά του 
Ο Ερνέστο αποφοίτησε από τη Νομική Σχολή στην ΕΣΣΔ, το 1987. Όπως εξομολογείται, έχει πραγματικούς φίλους εδώ και πολλά χρόνια, που τον έχουν συντροφέψει σε διάφορες στιγμές της ζωής του.
Στην αντίληψή μου ο αληθινός φίλος αποτελεί ζωτική δομή μιας κοινωνίας και μετατρέπεται σε μέλος της οικογένειάς σου. Φέρνω σαν παράδειγμα τον Χοσέ Ρικάρδο, γιο του Πάπι από τους αδερφούς Ταμάγιο, τον Καμίλο Σάντσες, γιο του Κομαντάντε Σάντσες Πινάρες, τον Παντόχα, γιο του καπετάνιου Όλο και άλλους, που κατά τον ίδιο τρόπο, είναι σαν αδέρφια για όλους εμάς…. Ο πατέρας μας στα γράμματά του μας σμίλεψε την ψυχή για μετά. 
 

Εγώ , για παράδειγμα, θυμάμαι με αγάπη και τους φυλάω στη μνήμη μου, τους άνδρες της Προσωπικής Ασφάλειας, που μας πρόσεχαν κατά την απουσία του Τσε, όταν είμαστε παιδιά. Τον Φέλο, από το Πιναρ ντελ Ρίο, τον Νέστρορ, από την Αβάνα, τον Μισαέλ από την ανατολική επαρχία… Τους βλέπαμε σαν δάσκαλους ή και σαν γονείς μας… Σε μας τα αγόρια, μας έμαθαν μέχρι και πως κατουράμε. Από τους τρεις ζει μόνο ο Νέστρορ, ο μαύρος. Τους δύο που πέθαναν εδώ και καιρό, τους κηδέψαμε και τους πενθήσαμε σαν μέλη της οικογένειάς μας. Ο Ίσαελ μας έμαθε να πυροβολούμε με τα όπλα Brno 2 και Calibre 22. 

 
Mεγαλώνοντας, παρουσιάστηκα στις Ειδικές Δυνάμεις του ΜΙΝΙΤ (ΥπΕσ) και έγινα υπολοχαγός, ήταν μια τιμή για μένα. Τότε ήμουν 23 ετών. Όταν πυροβολούσα με το όπλο στις ασκήσεις που κάναμε, ερχόταν στο μυαλό μου ο θρύλος του πατέρα μου. 
 
Το 1990, σε μια Ακαδημία της Σοβιετικής Ένωσης, έγινα Αξιωματικός Επιχειρήσεων της Αντικατασκοπίας. Είχα πάντα μαζί μου τις συμβουλές του πατέρα μου στα γράμματά του. 
 
Ο πατέρας μου όπως είναι γνωστό, έκανε το γύρο της Λατινικής Αμερικής με τον Αλμπέρτο Γρaνάδο (με την μοτοσυκλέτα La Poderosa). Και στη Σιέρα Μαέστρα έπρεπε να καταβάλει προσπάθειες να εκπαιδεύσει αντάρτες με χαμηλό πολιτιστικό επίπεδο, αγρότες πρακτικά αναλφάβητους. 
Μου είπαν ότι έχεις φτιάξει μια επιχείρηση με ένα πολύ συμβολικό όνομα: “La Poderosa”; 
La Poderosa; Nαι, διευθύνω αυτή την επιχείρηση, ειδικότερα ασχολούμαι με το κομμάτι του εξωτερικού. Είναι ένα ταξιδιωτικό γραφείο, τουριστικό, ειδικευμένο στις μοτοσυκλέτες, στη Harley Davidson, την πιο δυνατή, την πιο γνωστή και την πιο εμπορική στο εξωτερικό, αυτή που γενικά αρέσει πιο πολύ σαν μηχανή βόλτας. Εγώ πηγαίνω με μία από αυτές και ξεναγώ τους τουρίστες. Η μηχανή αυτή ονομάζεται “La Poderosa”, ως ένας φόρος τιμής σε εκείνη την Northon 500 με την οποία ο Τσε και ο Αλμπέρτο Γρανάδο διέσχισαν την Λατινική Αμερική… 
Στη συνέχεια, η συνέντευξη πηγαίνει στο πως τα γράμματα του πατέρα του, σημάδεψαν τον τρόπο που θα έβλεπε το μέλλον.
Με τα γράμματά του στην οικογένειά μας, μας προετοίμασε για το μέλλον, μας προειδοποίησε για τη ζωή και μας έδωσε μαθήματα. Ήταν πεισμένος ότι θα μπορούσε να πεθάνει. 
 
Α! και μια άγνωστη είδηση! Ποτέ η μητέρα μου Αλέιδα Μαρτς, δεν το έχει πει, και σήμερα εγώ θέλω να το πω, μπορώ να το αποκαλύψω μετά τόσα χρόνια. Αυτή ζήτησε από “το γέρο μου” να πάει να πολεμήσει στη Βολιβία, όταν θα το επέτρεπαν οι συνθήκες και αυτός υποσχέθηκε ότι έτσι θα γινόταν, αλλά τελικά δεν μπόρεσε να ανοίξει το δεύτερο μέτωπο που ήλπιζε να δημιουργήσει. 
 
Ξέρω επίσης ότι είσαι διεθνιστής, όπως ο πατέρας σου … 
Διεθνιστής; Ναι, ήμουν σχεδόν δύο χρόνια στην Αγκόλα, πρώτα στην Κάχαμα, μετά στη Μπενγουέλα, στο Λόμπιτο και σε άλλες πολεμικές ζώνες. Φυσικά, μάχιμος αλλά και ως Αξιωματικός Επιχειρήσεων της Στρατιωτικής Αντικατασκοπείας. 
Σου αρέσει το σκάκι όπως στον Τσε; 
Ήταν το αγαπημένο του άθλημα. Επειδή ήταν αυτό που έμοιαζε με τη στρατιωτική τέχνη, όπου ασκούσε τακτική και στρατηγική, την επίθεση, αντεπίθεση και τελικά την άμυνα με τα πιόνια όπως ο αξιωματικός, ο βασιλιάς , οι πύργοι, σαν να ήταν μέρος μιας μάχης με όπλα. 
Δεν υπάρχουν και εκείνοι που προσπαθούν να αμαυρώσουν την ιστορία του πατέρα σου με συκοφαντίες; 
Ο πατέρας μου ήταν πάνω απ όλα πολύ γενναιόδωρος και ανθρώπινος, παρά τις συκοφαντίες των εχθρών. Η καλύτερη απόδειξη γι αυτό, είναι ότι πήγε να πολεμήσει σε άλλες χώρες. Άφησε τα πάντα, την αγάπη μας, την αγάπη του λαού, για να μπορέσουν άλλα παιδιά, άλλοι νέοι και άνθρωποι, να έχουν υγεία, μόρφωση, ιατρική περίθαλψη, ανθρώπινα δικαιώματα και τελικά να ζουν καλά και να είναι ευτυχισμένοι. 
Για να είσαι αυθεντικός επαναστάτης 
Εμπνευσμένος από τη συζήτηση, ο Ερνέστο ξεκινά μια ιστορική αναδρομή. Θυμάται ότι, όταν τελείωσε την ιατρική ο πατέρας του, ξεκίνησε από το Μπουένος Άιρες στις 7 Ιούλιου 1953, το δεύτερο ταξίδι του στη Λατινική Αμερική.
Σε αυτή την περιοδεία, σημειώνει, ήρθε σε επαφή στη Βολιβία με τον αντίκτυπο της επανάστασης του 1952, στη Γουατεμάλα ήταν μάρτυρας της ανατροπής του Χάκομπο Άρμπενς, στην Κόστα Ρίκα, στη Γουατεμάλα και στο Μεξικό, έρχεται σε επαφή με τους επιζώντες κουβανούς επαναστάτες των γεγονότων της 26ης Ιουλίου 1953 (επίθεση στο στρατόπεδο Μονκάδα) και γνώριζει τον Φιντέλ Κάστρο. Εκεί αποφασίζει να ενταχθεί στο επαναστατικό κίνημα που ηγείται και μετά την απόβαση του Γκράνμα ξεκινά τον αγώνα στην Κούβα.
Στις 10 Δεκεμβρίου 1953, σε γράμμα του στη θεία του Μπεατρίς, από την Κόστα Ρίκα, ομολογεί ότι στη Γουατεμάλα θα τελειοποιούσε τον εαυτό του και θα κατακτούσε αυτό που χρειάζεται για να είναι ένας αυθεντικός επαναστάτης. Της λέει: “Εκτός από γιατρός, είμαι δημοσιογράφος και ρήτορας …. σε αγκαλιάζω και σε αγαπώ, ο ανιψιός σου με τη σιδερένια υγεία, το άδειο στομάχι και την ξεκάθαρη πίστη στο σοσιαλιστικό μέλλον. Chau, Chancho”.
Στις 12 Φεβρουαρίου 1954, στο τέλος άλλου γράμματος προς την Μπεατρίς, την αποχαιρετά με αυτό τον τρόπο: “Μια ατσάλινη αγκαλιά από τον προλετάριο ανιψιό σου”.
Στις 6 Ιουλίου 1956, σε γράμμα προς τους γονείς του από τη φυλακή στο Μεξικό, γράφει: «Ένας νέος κουβανός ηγέτης με κάλεσε να ενταχθώ στο ένοπλο απελευθερωτικό κίνημα της χώρας του, και φυσικά, δέχτηκα. Το μέλλον μου συνδέεται με την κουβανική επανάσταση. Ή θα θριαμβεύσω μαζί της ή θα πεθάνω εκεί. Πέρασα τη ζωή μου ψάχνοντας την αλήθεια μου μέσα στα παραπατήματα. Στον τάφο μου θα πάρω μόνο τη θλίψη ενός ανολοκλήρωτου τραγουδιού”. 
Σε άλλο γράμμα, προς τη μητέρα του, γράφει: “Το επάγγελμά μου σήμερα, μοιάζει με του «σαλταδόρου», σήμερα εδώ, αύριο εκεί. Τα σημάδια είναι καλά, προμηνύουν τη νίκη. Αλλά αν κάνουν λάθος, τελικά, ακόμα και οι θεοί κάνουν λάθος. Η πορεία μου είναι ουσιαστικά μια περιπέτεια και ο αγώνας θα είναι με την πλάτη στον τοίχο, όπως στους ύμνους, μέχρι να νικήσω ή να πεθάνω…”. 
(στμ)
διεθνισμός, internazionalismo

Πάντα οι διοικητές γερνούν άσχημα. Για τις διαμαρτυρίες στη Νικαράγουα

Stampa

 

785

Φυσικά η κατάσταση στη Νικαράγουα εξομαλύνεται, αλλά η διαδικασία που ξεκίνησε με τις ημέρες του απριλίου δεν έχει τελειώσει. Τα δημοσιευμένα στοιχεία, από την άλλη πλευρά, πιστοποιούν τον αριθμό των θανάτων σε 45 και 200 τραυματιών τις ημέρες μεταξύ 18 και 30 απριλίου. Οι περισσότεροι αυτών φοιτητές. Σχεδόν όλοι οι θάνατοι αποδίδονται στις δυνάμεις δημόσιας ασφάλειας και τις ομάδες σύγκρουσης, γνωστές ως «νέοι σαντινίστας». Οι συγκρούσεις έχουν σταματήσει αλλά οι διαμαρτυρίες συνεχίζονται. Πώς τοποθετούνται αυτές οι διαμαρτυρίες στο σενάριο της περιοχής; Ποιες διεκδικήσεις διατύπωσε το κίνημα που ξεκίνησε από την διαμαρτυρία ενάντια στην συνταξιοδοτική μεταρρύθμιση; Ποιο είναι το βάρος που έχουν η Εκκλησία και οι ΗΠΑ;

I comandanti invecchiano sempre male. Sulle proteste in Nicaragua.

Λατινική Αμερική, ο 21ος αιώνας και ο σοσιαλισμός“[…]Los estudiantes no quieren imágenes que simbolicen el autoritarismo. En las calles han comprendido el sentido de la vida: instantánea, frágil y absurda.”

Περίπου δύο χρόνια πριν, πολλοί παρατηρητές στην Ευρώπη και τη Νότια Αμερική, άρχισαν να παρίστανται σε μια μεταβολή της τάσης στη νοτιοαμερικανική ήπειρο, μια αναστροφή που έβλεπε μια αποδυνάμωση και έναν προοδευτικό τερματισμό των κύκλων των μεγάλων προοδευτικών κομμάτων και των σοσιαλιστικών οργανώσεων της ηπείρου.
Αυτοί οι κύκλοι άρχισαν το δεύτερο μισό της δεκαετίας του ’90 με μια σειρά μαζικών κινημάτων και αγώνων, διαφοροποιημένων, αντιφατικών, αυτόνομων, με αντι-νεοφιλελεύθερη έννοια, που οδήγησαν στην εκλογή σοσιαλιστικών κομμάτων τα οποία πολύ σύντομα κατάπιαν τις πιο ανεξάρτητες τάσεις και χαρακτηρίστηκαν, έστω και με τις δικές τους εδαφικές ιδιαιτερότητες, από την κρατική παρέμβαση ως μέσο οικονομικής αναδιανομής και κοινωνικής προστασίας, από την καταπολέμηση της φτώχειας με οικονομικές πολιτικές αντιφατικές μεταξύ τους σε κάποια σημεία, από την κοινωνική δικαιοσύνη ως θεμελιώδη αξία, από την κεντρική φιγούρα του αρχηγού σωτήρα της χώρας, όλα αυτά με μια ισχυρή λατινοαμερικανική κλίση.
Το τέλος αυτής της ακολουθίας οδήγησε σε μια επακόλουθη ενίσχυση των εθνικών δεξιών, παραδείγματα μεταξύ άλλων είναι η κρίση της Βενεζουέλα, η αποτυχία της προσπάθειας δημοκρατικής μετάβασης των FARC, οι δυσκολίες του Μοράλες στη Βολιβία για την προσαρμογή των μεταρρυθμίσεών του στις πραγματικές ανάγκες των αυτόχθονων λαών, η παράνομη κατάκτηση της εξουσίας του Temer στη Βραζιλία και οι επιθέσεις εναντίον του πρώην Προέδρου Λούλα, οι φρικτές μεταρρυθμίσεις του Macrì στην Αργεντινή και το αμφιλεγόμενο αποτέλεσμα των πολιτικών εκλογών της Ονδούρα, που χαρακτηρίζονται πάντα από αδελφοκτόνους αγώνες για την εξουσία, με την εκλογή του Χουάν Ορλάντο Χερνάντεζ, Juan Orlando Hernàndez, παρά τη συνταγματική απαγόρευση μιας νέας επανεκλογής του.

Ωστόσο, δύο χρόνια αργότερα, μπορούμε να δούμε πώς αυτή η ανατροπή της τάσης είναι κάθε άλλο παρά αιφνίδια και ανώδυνη, και οι δεξιές αντιμετωπίζουν δυσκολίες στην πορεία τους εξαιτίας της πολιτικής ανικανότητας, της σκληρότητας των μεταρρυθμίσεων, την έλλειψη δημοτικότητας και την ασυμβατότητα του δυτικού νεοφιλελεύθερου μοντέλου με τις τοπικές δομές και ίσως ακόμη και μια ελαφρά μείωση της πολιτικής πίεσης της αμερικανικής κυβέρνησης, που ασχολείται με άλλες περιπτώσεις, μετά την κρίση της Βενεζουέλα του 2017. Επιπλέον, η σταδιακή παρακμή των προαναφερθέντων αριστερών πραγματικοτήτων δεν σημαίνει τον τερματισμό των συγκρούσεων ή της πολιτικής συμμετοχής στην πλατεία, στον δρόμο, ή τη δυσπιστία στις σοσιαλιστικές ιδέες όπως θα μπορούσε να προβλεφθεί, αντιθέτως, σε πολλές περιπτώσεις ανοίγει το δρόμο για μια νέα συνειδητοποίηση στον πληθυσμό, είναι ένα άνοιγμα αν όχι μια προσπέλαση από αριστερά των πλατειών που πρώτα πνίγονταν από τις δυσκίνητες προοδευτικές δομές, χάρη και στην εμπειρία που ωρίμασε και αποκτήθηκε στα πρώτα είκοσι χρόνια αυτού του αιώνα. Κινήματα που γεννήθηκαν από τα κάτω, δομημένα με τρόπο πιο ρευστό και αυτόνομο από την άκαμπτη οργάνωση των κομμάτων, συχνά αυθόρμητα, φορείς αναφορών και αιτημάτων ριζοσπαστικών και φεμινιστικών γεννήθηκαν σε ολόκληρη την ήπειρο, αμφισβητώντας δεξιές και αριστερές, απαιτώντας δικαιώματα και συμμετοχή, αύξηση του εισοδήματος και των υπηρεσιών, καταπολέμηση της διαφθοράς, βελτίωση της εκπαίδευσης, καταπολέμηση της φτώχειας.
Φθάνει να σκεφτείτε, όσον αφορά την Αργεντινή, τις ωκεανικές διαδηλώσεις εναντίον του προέδρου Macrì, προς τον οποίον η συναίνεση καταρρέει και ο οποίος τις τελευταίες ημέρες έχει ανακοινώσει ακόμη μια αίτηση για υποστήριξη στο Διεθνές Νομισματικό Ταμείο λόγω της υποτίμησης του αργεντίνικου πέσο και των αγώνων των ντόπιων ιθαγενών Mapuche. Την επίθεση στο Κογκρέσο της Παραγουάη μετά την προσπάθεια συνταγματικής μεταρρύθμισης του προέδρου για να επιτραπεί η επανεκλογή του, τις συγκρούσεις και τις διαμαρτυρίες στην Ονδούρα λόγω παρόμοιων αιτιών για τις επαίσχυντες εκλογικές αδικίες που έχουν ήδη αφήσει 30 νεκρούς στους δρόμους, και η κατάσταση είναι κάθε άλλο παρά ειρηνευμένη. Στο Μεξικό η αυτόχθον υποψήφια Marichuy που υποστηρίζεται και από φοιτητικές συνιστώσες και διανοούμενους, η οποία θεωρείται η υποψήφια των Ζαπατίστας, προσπαθεί να καταφέρει να ανασυνθέσει τους αυτόχθονες λαούς για έναν ριζοσπαστικό μετασχηματισμό της μεξικανικής κοινωνίας. Οι κοντινές εκλογές στη Βενεζουέλα και την Κολομβία, ίσως, θα μπορέσουν να μας δώσουν και άλλες γραμμές των τάσεων σχετικά με τις κοινωνικοπολιτικές διαδικασίες που βρίσκονται σε εξέλιξη.

Μέσα σε πολλά από τα κινήματα ένα κεντρικό στοιχείο είναι η ενότητα που αντιπροσωπεύουν ορισμένοι αυτόχθονες λαοί που επικεντρώνονται σε αιτήματα για δικαιώματα και αυτονομία, καθιστώντας τους εαυτούς τους φορείς ενός πολιτιστικού φαντασιακού »αποαποικιοκρατικού», μιας απόρριψης του μοντέλου δυτικού πολιτισμού ξεκινώντας από τη γλώσσα, από τις χρήσεις, τα έθιμα, την παιδεία, την οικονομία, την πολιτική, σε μια προσπάθεια να δοθεί αξιοπρέπεια και σεβασμός στους λαούς τους, συχνά εκριζωμένους από τη γη τους, τον πολιτισμό τους, την ιστορία τους, τη γλώσσα τους.
Ενδιαφέρουσα από αυτή την άποψη είναι η εργασία της συλλογικότητας Grupo Modernidad / Colonialidad, που συγκεντρώνει διεπιστημονικούς διανοούμενους που τις τελευταίες δεκαετίες προσπαθούν να αναπτύξουν μια αποαποικιοκρατική προοπτική ξεκινώντας από τις σχέσεις εξουσίας που εδραιώνονται στην ήπειρο και που βλέπει στον ρατσισμό και την προσπάθεια επιβολής του δυτικού και ευρωκεντρικού κοινωνικο-πολιτιστικού μοντέλου τη βάση της καπιταλιστικής αναπαραγωγής στην ήπειρο. (Να σημειώσουμε μεταξύ άλλων, το έργο της Catherine Walsh σχετικά με τις «αποαποικιοκρατικές παιδαγωγικές δραστηριότητες», το οποίο έχει το πλεονέκτημα ότι δεν δίνει εύκολες απαντήσεις αλλά αναζητεί ένα νήμα οδηγό που ενώνει εγκάρσια τις διάφορες εμπειρίες σε όλη την ήπειρο που προσπαθούν να πειραματιστούν με μια διαφορετική επιστήμη της εκπαίδευσης από εκείνη την κυρίαρχη δυτική).

Ένας άλλος παράγοντας σ ‘αυτούς τους αγώνες είναι ο πρωταγωνισμός και η επέκταση των φεμινιστικών κινημάτων στην ήπειρο, που παρασύρονται από το κίνημα ni una menos, ο machismo είναι πολύ ισχυρός σε όλη τη Νότια Αμερική, σε ορισμένες αγροτικές περιοχές η κατάσταση φθάνει στο σημείο να γίνεται δραματική όσον αφορά την παράνομη εμπορία απαχθέντων ανθρώπων, γάμους και πρώιμες εγκυμοσύνες · το ποσοστό της γυναικοκτονίας εξακολουθεί να είναι πολύ υψηλό και η άμβλωση συνεχίζει να θεωρείται ως ταμπού σε μεγάλο μέρος της Λατινικής Αμερικής, καθώς και έγκλημα σχεδόν σε όλες τις εθνικές νομοθεσίες. Η Εκκλησία και η θρησκεία είναι σίγουρα οι κύριοι υπεύθυνοι για τη δυσκολία στην πολιτιστική αλλαγή με αυτή την έννοια.

Οι πρόσφατες διαμαρτυρίες στη Νικαράγουα παρουσιάζουν όλες αυτές τις ιδιαιτερότητες και τοποθετούνται σε αυτό το δυναμικό, αντιφατικό μάγμα γεννημένο μέσα σε αγώνες, αιτήματα, διαμαρτυρίες και πολιτικές και κοινωνικές αλλαγές.

31947981 10217038670627047 1780007135212470272 n

Πως εξελίχθηκε η διαμαρτυρία;

Στις 16 απριλίου του 2018, η κυβέρνηση ανακοίνωσε μια νέα μεταρρύθμιση του Εθνικού Ινστιτούτου κοινωνικής Ασφάλισης η οποία επιδεινώνει την κατάσταση του εργαζόμενου πληθυσμού της Νικαράγουα.
Την Τετάρτη 18 απριλίου, οι πορείες που συγκλήθηκαν αυτόνομα από φοιτητές και άλλους πολίτες, σε διαφορετικά μέρη της χώρας, πολιορκήθηκαν και δέχτηκαν απειλές από την αστυνομία. Η εθνική κατάσταση κατέστη πιο περίπλοκη, σε σημείο πολλά τηλεοπτικά μέσα να λογοκριθούν, αλλά πλέον ήταν πολύ αργά, την πέμπτη 19 απριλίου, η καταστολή εντατικοποιήθηκε και οι πρώτοι φοιτητές σκοτώθηκαν.
Ο πρώτος νεκρός ήταν ένας νεαρός που ονομάζονταν Darwin Urbina, θύμα ανταλλαγής πυροβολισμών κοντά στο Πολυτεχνείο κατά τη διάρκεια των συγκρούσεων της 19 απριλίου. Σύμφωνα με την οικογένεια, επέστρεφε σπίτι μετά από μια μέρα δουλειάς στο σούπερ μάρκετ.

download 2

Η αντιπρόεδρος Murillo, σύζυγος του προέδρου Daniel Ortega, ιστορικού διοικητή του Frente Sandinista de Liberación Nacional που νίκησε τη δικτατορία του Σομόζα, δήλωσε ότι το χτύπημα είχε φύγει μέσα από την πανεπιστημιακή περίμετρο, όπου είχαν ταμπουρωθεί πολλοί φοιτητές. Εκείνη την ίδια ημέρα, η πρώτη κυρία διαβεβαίωσε ότι η κυβέρνησή της δεν είχε κρατούμενους πολίτες και ότι οι υπεύθυνοι για τη βία ήταν «ομάδες γεμάτες μίσος».
Καθώς περνούσαν οι μέρες, η πραγματικότητα διέψευσε την αντιπρόεδρο. Η οικογένεια του Urbina κατηγόρησε την αστυνομία ότι έριξε πραγματικές και όχι καουτσούκ σφαίρες.  Στις 20 απριλίου, τα θύματα και οι διώξεις κατά πανεπιστημιακών φοιτητών άρχισαν να αυξάνονται. πολλοί έχουν εξαφανιστεί. Οι διαδηλώσεις διαμαρτυρίας πυροδοτήθηκαν, οι διασυνδέσεις μεταξύ των πόλεων έγιναν πιο δύσκολες, ακολουθούμενες από συγκρούσεις, οδοφράγματα, μολότοφ, ένοπλες μάχες, λεηλασίες από την πλευρά του πληθυσμού και εκείνες που ενορχηστρώθηκαν από άτομα που διείσδυσαν στο κίνημα, φιλοκυβερνητικές ένοπλες ομάδες, ειρηνικές διαδηλώσεις, το θάρρος μιας γενιάς. Αντιμέτωποι με την αύξηση της λαϊκής και διεθνούς πίεσης, η κυβέρνηση αναγκάστηκε να απελευθερώσει δεκάδες φυλακισμένους την τρίτη 24 απριλίου, οι οποίοι ανέφεραν, κατήγγειλαν ότι ξυλοκοπήθηκαν και βασανίστηκαν στα κελιά των αστυνομικών κέντρων. Οι «μικροσκοπικές ομάδες» μετατράπηκαν στον πυρήνα της γενικευμένης διαμαρτυρίας που μπόρεσε να μεταβάλει ολόκληρη την πολιτική πορεία της Νικαράγουα.

Η ροτόντα του Jean Paul Genie, κοντά στα Πανεπιστήμια, υπήρξε τόπος όπου οι νέοι ξαγρυπνούσαν σχεδόν κάθε βράδυ. Ακριβώς εδώ, οι διαδηλωτές ανέτρεψαν δύο από τα εκατοντάδες «δέντρα της ζωής» που κοσμούν το αστικό τοπίο της πρωτεύουσας: τεράστιες σιδερένιες κατασκευές που φωτίζονται από led και μιμούνται τα δέντρα και θέλουν να είναι φορείς ευημερίας, όπως είπε η Rosario Murillo, Πρώτη Κυρία της Νικαράγουα και Αντιπρόεδρος, η οποία θέλησε την κατασκευή και το στήσιμο τους. Οι νικαραγουανοί τα γνωρίζουν ως «los chayopalos» (η Murillo είναι γνωστή με το ψευδώνυμο «La Chayo«). Η πτώση τους μετατράπηκε σε εικονική φωτογραφία της εξέγερσης μιας νέας γενιάς: σε μια στιγμή, η πτώση των chayopalos συνδέθηκε, στα κοινωνικά δίκτυα, με την κατεδάφιση του αγάλματος του Σομόζα. Εκατοντάδες από αυτές τις κατασκευές κοσμούν την πρωτεύουσα της Νικαράγουα και πολλά από αυτά υπέστησαν φθορές και τώρα φέρουν τις πληγές των διαμαρτυριών. Όπου υπήρχαν πριν τα chayopalos, οι διαδηλωτές φύτευσαν αληθινά δέντρα με τα ονόματα δεκάδων νέων που σκοτώθηκαν. Η αγρυπνία έχει γίνει μιας έκφραση αρμονίας όλων των οικονομικών και κοινωνικών στρωμάτων, μιας έκφρασης που ενώνει όλα τα κοινωνικά στρώματα.

31958587 10217038670747050 7058804761297944576 n

Στις 28 απριλίου, δέκα μέρες μετά την πρώτη διαμαρτυρία, δεκάδες χιλιάδες νικαραγουανών έκαναν πορεία από διαφορετικά σημεία στη Μanagua για να βρεθούν στον Καθεδρικό Ναό, την πορεία διοργάνωσε η καθολική εκκλησία.
Οι διαδηλωτές όχι μόνο έδειξαν ότι δεν φοβόταν το Κράτος αλλά του έκλεψαν και τις σημαίες του. Όλες. Και τις ανεμίζουν μαζί με τις αξίες του, ακόμη και εις βάρος των μηνυμάτων που, στις προθέσεις των καθολικών διοργανωτών, θα έπρεπε να μεταφέρει η πορεία. Τραγούδησαν τα τραγούδια της επανάστασης, γκρέμισαν chayopalos για να φυτεύσουν δένδρα, απήγγειλαν τα ποιήματα του Ernesto Cardenal [μία από τις φιγούρες σύμβολο της θεολογίας της απελευθέρωσης] και τραγούδησαν τα τραγούδια των αδελφών Mejía Godoy [τραγουδοποιών σύμβολα της Επανάστασης] αναλαμβάνοντας τα μεγάλα σαντινιστικά θέματα.

Είναι αυτό που καθιστά την κατάσταση πολύπλοκη για τον Ortega και αντιφατική στα εξωτερικά μάτια: οι αντίπαλοί του θεωρούν τους εαυτούς τους sandinistas. «Sandinistas, no orteguistas» διαφορά που, εδώ και κάποιο διάστημα, τα μέλη της νεολαίας Sandinista είχαν αρχίσει να υπογραμμίζουν. Ένα άλλο σημαντικό γεγονός, μεταξύ των πρώτων που συμμετείχαν στις διαμαρτυρίες υποστηρίζοντας τους φοιτητές της πρωτεύουσας, ήταν οι κάτοικοι του Monimbó, στην Masaya, γηγενή περιοχή, αυτόχθονων, γη των παρτιζάνων και των μαγίστρων, πρώτη πόλη που απελευθερώθηκε στη δεκαετία του 70, κοιτίδα και προπύργιο της επανάστασης των Σαντινίστας. Ήταν η πόλη όπου κατασκευάζονταν σπιτικές βόμβες, αυτοσχέδιες, που επαναχρησιμοποιήθηκαν κατά τις διαδηλώσεις στην πόλη, σημάδι της μετάδοσης των εργαλείων της εξέγερσης από γενιά σε γενιά. Και εκεί είχαμε νεκρούς στις 19 απριλίου. «Επανάσταση ή θάνατος, Θα Κερδίσουμε» έλεγε ένα πανό στην πορεία της 28ης απριλίου, κοντά στις σημαίες της Νικαράγουα και του Βατικανού. «Μπορείτε να σκοτώσετε έναν επαναστάτη, αλλά όχι την επανάσταση», έλεγε ένα άλλο. Οι πόλεις στις οποίες έχουμε τις μεγαλύτερες διαδηλώσεις, όχι τυχαία, είναι εκείνες στις οποίες ιστορικά το Frente υπήρξε ισχυρότερο και από όπου η επανάσταση, πριν από σαράντα χρόνια, είχε εξαπλωθεί, ενώ ήταν ασθενέστερη αν όχι απούσα στις πόλεις παραδοσιακά πιο συντηρητικές, όπου κατοικούν περισσότερα κεφάλαια και οι άνθρωποι είναι πιο εχθρικοί στην επανάσταση.

Η αντιπρόεδρος, στη συνέχεια έκανε έκκληση για συμφιλίωση και τώρα γιορτάζει τις  νεκρικές αγρυπνίες αλλά οι διαδηλωτές ζητούν την παραίτησή της και αυτή του συζύγου της, του προέδρου Ortega. Ο αρχηγός του κράτους υποστήριξε ως επί το πλείστον μια συζήτηση στην οποία τα φοιτητικά αιτήματα συνδέονται με τα αίτια, τους λόγους για τους οποίους πολέμησαν οι πρώτοι Σαντινίστας, αιτίες και λόγοι που στο τελευταίο διάστημα παραποιήθηκαν ή εν μέρει εγκαταλείφθηκαν. Η ιστορική μνήμη της επανάστασης είναι στην πραγματικότητα λιγότερο προστατευμένη από ό, τι μπορεί να πιστέψει κανείς, στο όνομα της κοινωνικής ειρήνης, αλλά παρόλα αυτά οι νέοι αποδεικνύουν ότι φυλάσσουν αυτή την ιστορική μνήμη περισσότερο από ό, τι θα μπορούσε κανείς να φανταστεί, για τις πρακτικές που εφαρμόστηκαν και την αναγνώριση ενός κοινού νήματος μεταξύ των αγώνων τους και εκείνων των γονιών και των παππούδων τους.

download 4

Στις 30 Απριλίου, στην γιορτή της Ημέρας των Εργαζομένων, ο Ortega πραγματοποίησε τη συγκέντρωσή του μπροστά σε δεκάδες χιλιάδες ανθρώπους σε μια πλατεία με δεκάδες σημαίες νικαραγουανές και του FSLN, σε μια επίδειξη άτονης δύναμης. Στην ομιλία του δεν αναγνώρισε καμία ευθύνη των δυνάμεων του για τη βία, αλλά ζήτησε ενός λεπτού σιωπή για τα θύματα. Όπως και στις άλλες δημόσιες παρεμβάσεις του, υποστήριξε την αξιοπρέπεια και τo δίκαιο των φοιτητικών διαμαρτυριών υπέρ των εργαζομένων, αναγνωρίζοντας την έλλειψη διαβουλεύσεων πριν από τη μεταρρύθμιση, αποφασίζοντας να την εμποδίσει, να την μπλοκάρει και να επικαλεστεί μια νέα η οποία θα μπορούσε  να φέρει όλους κοντά σε συμφωνία. Για τον Ortega, οι ευθύνες των διαμαρτυριών θα έπρεπε να καταλογιστούν αλλού: ειδικότερα στον ιμπεριαλισμό των ΗΠΑ και στην διείσδυση ομάδων που χρηματοδοτήθηκαν από αυτές μέσα στις διαμαρτυρίες. Από την άλλη πλευρά, ο Ορτέγκα φοβάται ότι η Νικαράγουα θα γίνει μια άλλη Βενεζουέλα, και μόνο έτσι μπορεί να εξηγηθεί η έκρυθμη αντίδραση που είχαν τα θεσμικά όργανα μπροστά στις πρώτες ειρηνικές διαμαρτυρίες των νέων. Εδώ και πολλά χρόνια πραγματικά το FSLN αγωνίζεται ενάντια στις παρεμβολές στην εγχώρια πολιτική που ορισμένες δυτικές ΜΚΟ προσπάθησαν να επιβάλουν, αλλά θα ήταν κοντόφθαλμο να πιστεύουμε ότι όλο αυτό που συμβαίνει οφείλεται στους yankees. Οι ΗΠΑ ενδιαφέρονται σίγουρα για την ανατροπή της σημερινής κυβέρνησης της Νικαράγουα, αλλά σίγουρα δεν είναι ο μεγάλος χειραγωγός πίσω από αυτές τις διαμαρτυρίες που επικαλούνται καλύτερες συνθήκες διαβίωσης και όχι άλλους θανάτους, των οποίων η ιστορία της Νικαράγουα είναι ήδη γεμάτη.

«¡Que se rinda tu madre!» »Να παραδοθεί η μάνα σου!». Είναι ένα από τα συνθήματα μάχης, το hashtag που παρέσυρε την εξέγερση, το μάντρα της. Είναι μια φράση που μετατράπηκε σε επαναστατικό τραγούδι, που αποδίδεται στον ποιητή πολεμιστή των σαντινίστας Leonel Rugama, ο οποίος την ξεστόμισε πριν πεθάνει ενώπιον του σομοζιστή στρατηγού που απαιτούσε την παράδοσή του. «¡Que se rinda tu madre!» Αυτό, μαζί με την ιστορική κραυγή «¡Que viva Νιcaragua libre!», που ήταν κάποτε και η κραυγή του Daniel Ortega. Σήμερα είναι η παράσταση της πλατείας για να τον ξεφορτωθεί. Η μνήμη της επανάστασης των Σαντινίστας που κληρονόμησε τον διοικητή ανάμεσα στους ήρωες της πατρίδας, στρέφεται σήμερα εναντίον του. Διάφορα πανό έχουν συνοδεύσει πράγματι μια διαφορετική ερμηνεία αυτών των ημερών, σαν να θέλουν να δείξουν ότι ο Ortega έχει χάσει την ισχυρή επαφή του με τους δρόμους, θεμέλιο της επιτυχίας του: Ο DANIEL ΚΑΙ Ο SOMOZA ΕΙΝΑΙ ΤΟ ΙΔΙΟ ΠΡΑΓΜΑ.   

5ae5f7aacd702e6324f8de4b

Ποιος Σαντινισμός; Και ποια Εκκλησία; 

Μετά που το Frente Sandinista de Liberacion Nacional, το FSLN, έχασε τις προεδρικές εκλογές του 1990, μέσα σε ένα πλαίσιο, σε μια συγκυρία πολέμου και ακραίας φτώχειας, η χώρα άρχισε να κατακερματίζεται, και οι εσωτερικές διαφορές προκάλεσαν το γεγονός πολλά ηγετικά στελέχη και διανοούμενοι που είχαν αγωνιστεί ενάντια στη δικτατορία somozista να αφήσουν το Frente, το Μέτωπο.   Κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του ’90 υπήρξε ένας συνεχής αγώνας εναντίον των νεοφιλελεύθερων κυβερνήσεων, «από κάτω», όπως υποστηρίχτηκε από την πρώτη ομιλία μετά την ήττα από τον Ορτέγκα, ο οποίος μαζί με τη σύζυγό του και σημερινή αντιπρόεδρο οικειοποιήθηκαν τους συμβολισμούς των Sandinista για να δημιουργήσουν μια σταθερή εκλογική βάση σε διαφορετικούς τομείς του πληθυσμού, αποσταθεροποιώντας τις αντιπολιτεύσεις που ήταν φτωχές σε ικανότητα και πολιτικές προτάσεις. Οι κυβερνήσεις που ακολούθησαν η μια την άλλη στα νεοφιλελεύθερα είκοσι χρόνια, μεταξύ διαφθοράς και αθετήσεις υποχρεώσεων, δεν μπόρεσαν να βγάλουν τη χώρα από τη φτώχεια.

Το 2007 ο πρόεδρος του FSLN επέστρεψε στην εξουσία, ο πληθυσμός ζήτησε αλλαγή, τα σύμβολα της επανάστασης είχαν γίνει καθησυχαστικά και αντιπροσώπευαν τη δυνατότητα να πραγματοποιηθεί μια θετική αλλαγή πορείας για τη χώρα. Με το πέρασμα των χρόνων παρακολουθήσαμε μια εξέλιξη στα πολιτικά ζητήματα. Η Rosario Murillo με τον Ορτέγκα γίνεται φορέας ενός λόγου ειρήνης, αγάπης και αλληλεγγύης (προωθώντας συνθήματα όπως «στην ευλογία, την ευημερία και τη νίκη» ή «χριστιανική πατρίδα, αλληλέγγυα και σοσιαλιστική»). Μια προοδευτική αλλαγή στα περιεχόμενα που, κατά την εποχή εκείνη, θεωρούνται σύμβολα μιας νέας πορείας sandinista.

Γι ‘αυτό, πρώτα απ’ όλα, είναι σημαντικό να διευκρινιστεί ότι οι νικαραγουανοί δεν αγωνίζονται αυτή την στιγμή ενάντια στο κόμμα των Σαντινίστας που κάποτε επέβαλε την παρουσία της Νικαράγουα στην παγκόσμια πολιτική σκηνή, και ούτε πολεμά ενάντια σε εκείνη την Juventud, την Νεολαία των Σαντινίστας, που οργάνωσε μια από τις πιο επιτυχημένες εκστρατείες αλφαβητισμού στη σύγχρονη ιστορία, την Cruzada de Alfabetización Heroes y Màrtires por la Liberación de Νicaragua: ένα μεγάλο μαζικό κίνημα στο οποίο συμμετείχαν χιλιάδες νικαραγουανοί όλων των κοινωνικών τάξεων, μαζί με χιλιάδες εκπαιδευτικούς που έστειλε η Κούβα και χιλιάδες διεθνείς που συνεργάστηκαν (εκτιμάται ότι οι συμμετέχοντες ήταν 60.000). Οι εθελοντές έφθασαν στις πιο απομακρυσμένες γωνιές της χώρας για να διδάξουν την ανάγνωση και τη γραφή, σε ένα χρόνο ο δείκτης αναλφαβητισμού πέρασε από το περισσότερο του 50% που ήταν σε 12%. Μετά από 16 χρόνια καπιταλιστικών και νεοφιλελεύθερων κυβερνήσεων, ο αναλφαβητισμός αυξήθηκε και πάλι στο 36,9%, το 2006, ενθαρρύνοντας την εφαρμογή του προγράμματος “Yo si puedo” που σχεδιάστηκε από την Κούβα για την προώθηση της ανάγνωσης και της γραφής σε μαζικό επίπεδο. Στις διαμαρτυρίες, υπάρχει αντιθέτως μια βαθιά συνεύρεση με τον χριστιανισμό, που ενώνεται σε στοιχεία μυστικισμού και λαογραφίας και σε βαθιά σοσιαλιστικά και επαναστατικά ιδεώδη που συνδυάζονται αρμονικά στην Κεντρική Αμερική. Όλα αυτά φαίνονται αντιφατικά και δύσκολα διαβάζονται στα δυτικά μάτια και ιδιαίτερα στα ιταλικά, δεδομένης της χρονικής εξουσίας που απολαμβάνει η Εκκλησία στην επικράτειά μας και το ότι είναι, εκ των πραγμάτων, ο αντίπαλος σε διάφορους αγώνες. Ωστόσο, πρέπει να θεωρήσουμε ότι ο αποικισμός και η διάδοση του ευαγγελίου στην Κεντρική Αμερική υπήρξαν τόσο ισχυροί ώστε τα χαρακτηριστικά του χριστιανισμού να είναι έντονα ριζωμένα σε πολιτιστικό επίπεδο (αν και στη Νικαράγουα ίσως ξεκινά να παρουσιάζεται μια αργή αλλαγή μεταξύ των νέων). Η Θεολογία της Απελευθέρωσης διαπότιζε την σαντινιστική επανάσταση, στις κυβερνήσεις της εισήλθαν σαν υπουργοί οι ιησουίτες Fernando και Ernesto Cardenal, και ο θρησκευόμενος Miguel d’Escoto ως καγκελάριος. Ήταν οι ηγέτες της «λαϊκής Εκκλησίας», που υποστήριζε την επανάσταση και την υπόθεση των φτωχών ενάντια στα συντηρητικά σχέδια της πλειοψηφίας του κλήρου, εναντίον μιας πολύ παραδοσιακής επισκοπής και εναντίον του ίδιου του Βατικανού. Ένα μείγμα που συγκρούστηκε με τη συντηρητική κλίση Woijtila. Όλοι θυμούνται την αγανάκτηση του Πάπα για το τεράστιο πανό που τον υποδέχτηκε στο αεροδρόμιο κατά την επίσκεψή του στη χώρα το 1983, το οποίο του απευθύνονταν με τα λόγια: «Bienvenido a la Nicaragua libre gracias a Dios ya la revolución» και αυτό εξηγεί άριστα αυτή την συνεύρεση της θρησκείας και της επανάστασης. Αγανακτισμένος, ο Juan Pablo II άρπαξε την πρώτη ευκαιρία που του παρουσιάστηκε, για να κατακρίνει δημοσίως τον Ernesto Cardenal. Εκείνη η περίφημη φωτογραφία έκανε τον γύρο του κόσμου, με τον Πάπα βγαίνοντας από το αεροπλάνο να υψώνει το δάχτυλό του και απαιτώντας από τον Cardenal να εγκαταλείψει την πολιτική, ενώ ο ιησουίτης κάρφωνε το γόνατο στο έδαφος, έβγαζε τον μπερέ, τον κοίταζε με κάτι μεταξύ χαμόγελου και έκπληξης, ενώ ανέχονταν στωικά την επίπληξη.

juanpabloii ernestocardenal

Στην πλατεία μπροστά από την κύρια πόρτα του σύγχρονου καθεδρικού ναού, στο τέλος της πορείας της 28ης απριλίου, ο βοηθός επίσκοπος της Μανάγκουα, Silvio Báez, υποστηρικτής του Πάπα Φραγκίσκου, χαιρετίστηκε όπως κανένα άλλο άτομο σε αυτές τις εξεγέρσεις. Ο Báez έχει μετατραπεί σε σύμβολο και εκπρόσωπος μιας εκκλησίας που επικρίνει το καθεστώς Ortega. Ήταν ο πρώτος που καταδίκασε την καταστολή της αστυνομίας και υπερασπίστηκε τους φοιτητές, ενώ η πρώτη κυρία και αντιπρόεδρος τους κατηγορούσε ότι είναι «μικροσκοπικές» ομάδες στην υπηρεσία των συμφερόντων που αποσταθεροποιούν την κυβέρνηση. Με τον Báez, η καθολική εκκλησία της Νικαράγουα έχει μετατραπεί σε μοναδικό εγγυητή αυτής της συγκεχυμένης διαδικασίας, χάρη στην αποφασιστικότητα του προκαθήμενου να συνοδεύει τους φοιτητές.
Πριν από αυτή την καταστολή, η Εκκλησία είχε διατηρήσει μια «σχετική ουδετερότητα με το καθεστώς», σύμφωνα με τον κοινωνιολόγο Óscar René Vargas. Παρότι τις τελευταίες εβδομάδες, οι επίσκοποι, με επικεφαλής τον Monsignor Silvio Báez, τοποθετήθηκαν υπερασπιζόμενοι τους φοιτητές που σφαγιάστηκαν από τις δυνάμεις σύγκρουσης της κυβέρνησης και αποδέχθηκαν την πρόσκληση να είναι εγγυητές του εθνικού διαλόγου που κάλεσε ο Ortega, διατήρησε η Εκκλησία μια σχέση που από κάθε άποψη σέβεται την κυβέρνηση και αυτό οδηγεί στο να υποθέσουμε ότι υπάρχει ένα ρήγμα μέσα στους κληρικούς μεταξύ φιλοκυβερνητικών επισκόπων και επισκόπων εναντίον της κυβέρνησης.

Η Εκκλησία έχει συγκαλέσει σε ένα τραπέζι εθνικού διαλόγου που θα μπορούσε να χρησιμεύσει και σαν οξυγόνο για τον Ortega: με το πλήθος στις πλατείες και στους δρόμους να απαιτεί την απομάκρυνση του, ένα τραπέζι διαλόγου θα επιτρέψει στην κυβέρνηση να αναδιοργανωθεί, να ψυγχράνει τις διαδηλώσεις στους δρόμους και να δείξει ανοίγματα. Ας θυμηθούμε πάντοτε ότι μιλάμε για την Εκκλησία της Ρώμης, ένα θεσμό που έχει κάθε συμφέρον να συγκεντρώσει περισσότερη δύναμη, εξουσία και συναίνεση στη Νικαράγουα για να νομιμοποιήσει τις αποστολές της (μια χώρα στην οποία υπάρχουν όλα τα διαφορετικά χριστιανικά ρεύματα και είναι πολυάριθμα, και εκείνο το καθολικό, ειδικά σε ορισμένες περιοχές, απέχει πολύ από το να είναι το ισχυρότερο), εκμεταλλευόμενη και εξομαλύνοντας τις διαμαρτυρίες με αντιδραστική έννοια. Από την άλλη πλευρά, αυτή η πιθανότητα διαλόγου, έχει ήδη ανακοινώσει με ελαφρύτητα η Εκκλησία, δεν είναι αιώνια.

Η ανάπτυξη της Nicaragua

Ο ερχομός του Daniel Ortega στην εξουσία συνέπεσε με την αποκορύφωση της πετρελαϊκής χάριτος του Hugo Chávez στη Βενεζουέλα. Η σημασία της συνεργασίας με την Βενεζουέλα, μέσω πιστώσεων που σχετίζονται με το πετρέλαιο, τις εξαγωγές, τις επενδύσεις σε σταθμούς ηλεκτροπαραγωγής, μεταξύ άλλων, έφτασαν να αντιπροσωπεύουν σχεδόν το 13,7% του ΑΕΠ. Η συμφωνία συνεργασίας έφερε περισσότερα από τέσσερα χιλιάδες εκατομμύρια δολαρίων σε αυτά τα 11 χρόνια της κυβέρνησης του Frente. Επιπλέον, η Βενεζουέλα μετατράπηκε στον δεύτερο σημαντικότερο προορισμό για τις εξαγωγές της Νικαράγουα.

Τα γεμάτα κρατικά ταμεία επέτρεψαν στην κυβέρνηση τη χρηματοδότηση κοινωνικών προγραμμάτων, να αγοράσει μέσα μαζικής ενημέρωσης και να διατηρήσει τα οφέλη για τους εργοδότες μέσα από επιδοτήσεις και απαλλαγές. Έχουν δημοσιοποιήσει και είναι δωρεάν για όλους οι τομείς της υγείας και της εκπαίδευσης. Το εθνικό νόμισμα ενισχύθηκε. Η Νικαράγουα υποστήριξε και έδωσε ώθηση στο εμπόριο και την ασφάλεια, είχε το προνόμιο μιας αξιοσημείωτης αύξηση του τουρισμού που οφείλεται, μεταξύ άλλων, στα 26 φυσικά καταφύγια που δημιουργήθηκαν από την Σαντινιστική Επανάσταση,
χάρη στην επανάσταση πρώτα και στις πολιτικές του κόμματος του Ortega, στη συνέχεια, η Νικαράγουα έχει γίνει η ασφαλέστερη χώρα της Κεντρικής Αμερικής, δεν υπάρχουν οι ομάδες οργανωμένου εγκλήματος που δραστηριοποιούνται αντιθέτως απροκατάληπτα σε όλα σχεδόν τα άλλα γειτονικά κράτη. Παρ ‘όλα αυτά, εδώ και δύο χρόνια, η νικαραγουανή οικονομία άρχισε να καταγράφει αντικρουόμενα σημάδια: πάνω απ’ όλα την μείωση των πωλήσεων αυτοκινήτων, σπιτιών και της κατανάλωσης γενικότερα. Η έλλειψη χρημάτων και η είσοδος στο ΔΝΤ με τα τελεσίγραφα έχει, επίσης, αναγκάσει την κυβέρνηση να λάβει μέτρα λιτότητας για να σώσει τον κρατικό προϋπολογισμό.
Παρ ‘όλα αυτά υπάρχουν πολλά άλλα στοιχεία που συνέβαλαν στη διατήρηση της σταθερότητας στη χώρα. Παρά τις εμπορικές συμφωνίες με την Κίνα και παρά τη συζήτηση στο αμερικανικό Κογκρέσο του Nica Act – με τον οποίο οι Ηνωμένες Πολιτείες θα μπορούσαν να εμποδίσουν οποιοδήποτε δάνειο στην κυβέρνηση του Ορτέγκα από διεθνή χρηματοπιστωτικά ιδρύματα και μια εξεταστική επιτροπή να παρακολουθεί τις βελτιώσεις στη «δημοκρατία» του κράτους της Νικαράγουα – η επίθεση από τις Ηνωμένες Πολιτείες είναι λιγότερο ισχυρή αυτή τη στιγμή.

Οι φοιτητές, η αυτονομία

Οι φοιτητές σε όλα τα πανεπιστήμια του δυτικού τμήματος της χώρας έδειξαν με τις διαμαρτυρίες τους, ότι δεν αποδέχονται καμία καταστολή. Ήταν από το 2009 που δεν υπήρχαν ισχυρές διαδηλώσεις στη Νικαράγουα, και ήδη τότε το Frente φαινόταν να είναι στα πρόθυρα της πτώσης αλλά άντεξε. Στις ημέρες του απριλίου, διάφορες κινήσεις διαμαρτυρίας εξαπλώθηκαν σαν τις κηλίδες της λεοπάρδαλης με τους διαδηλωτές που έβγαιναν στους δρόμους ανά πάσα στιγμή, οποιαδήποτε ώρα της ημέρας. Οι ηγέτες του κόμματος δεν πίστευαν ότι οι γενιές των millennials θα μπορούσαν να χτίσουν τσιμεντένια οχυρώματα οπλισμένοι με χειροποίητα ολμοβόλα, τα οποία ήταν πάντα το προτιμώμενο εργαλείο των νικαραγουανών εξεγέρσεων, μαζί με τους πολίτες που τους στήριζαν φέρνοντας τρόφιμα, φάρμακα, τους περιέθαλπταν τoυς μετέδιδαν τις δικές τους εμπειρίες σε μια πραγματική κατάσταση αντιεξουσίας. Οι σπουδαστές ζήτησαν χρόνο να επιλέξουν τους αντιπροσώπους τους αλλά, πάνω απ ‘όλα, να καθορίσουν τι συμβαίνει ανάμεσα στις τάξεις τους. Η ένταση αυξάνεται και η αναζήτηση της οργάνωσης είναι ισχυρή σε εθνικό επίπεδο.

31947093 10217038671467068 8059898312997732352 n

Απ’ όταν οι διαμαρτυρίες κατά της κυβέρνησης, που ονομάστηκε «καθεστώς» από τους διαδηλωτές, επανεμφανίστηκαν στις 18 του περασμένου απριλίου, οι φοιτητές μετατράπηκαν σε πρωταγωνιστές μιας ιστορίας της οποίας τώρα θα πρέπει να προσπαθήσουν να κρατήσουν τα γκέμια. Χωρίς στρατηγικές, χωρίς ατζέντα, χωρίς οργάνωση οποιουδήποτε είδους, έχουν αποκτήσει μια υπευθυνότητα, μια ευθύνη και μια ισχύ χάρη στις σχέσεις δύναμης που ήταν σε θέση να χτίσουν δρόμο προς δρόμο. Πρόκειται για μια γενιά που ανατίναξε αυθόρμητα όλους τους φόβους, όλες τις λογοκρισίες και τις απαγορεύσεις, όλη την καταπίεση και την καταστολή που συσσωρεύτηκε κατά τη διάρκεια δεκαετιών ελέγχου από όλους τους κρατικούς μηχανισμούς. Κανείς δεν μπορούσε να προβλέψει αυτή την έκρηξη. Τώρα που έχουν εισέλθει με ένα τεντωμένο πόδι σε αυτή την ιστορική διαδικασία, η ελπίδα είναι ότι οι φοιτητές θα δώσουν μια ανθεκτική μορφή στην αυτοσχέδια εξέγερση. Σίγουρα υπάρχουν δυσκολίες, κόπωση, απειρία, υπάρχει ο φόβος γι αυτούς που θα διεισδύσουν, υπάρχει ο φόβος γι αυτούς που θα θελήσουν να τους εκμεταλλευτούν, που πιθανότατα ήδη ξεκίνησαν να το κάνουν. Πέρασαν περισσότερες από δύο εβδομάδες και δεν υπάρχει ακόμα μια σαφής ηγεσία, leadership.
Σήμερα ισχυρίζονται ότι πολεμούν εναντίον μιας οικογένειας που χρησιμοποιεί το παρελθόν της για δική της ευκολία με λόγια που, εκτός από το να πείσουν τους πολίτες σχετικά με μια ειρήνη συμφιλιωτική, καθιστούν εμφανείς τις αυταρχικές πολιτικές που λογοκρίνουν κάθε είδος διαφορετικού λόγου. Τον απρίλιο του 2018, οι αντιφάσεις στη Νικαράγουα εξερράγησαν. Οι αυθαίρετες αποφάσεις του προέδρου Ortega και της αντιπροέδρου Murillo εξασφάλισαν οι φοιτητές να κατέβουν στους δρόμους και να βαδίσουν ειρηνικά ενάντια σε αυτά τα λάθη. Οι αρχές από την πλευρά τους απάντησαν με μια σκληρή γροθιά στον φοιτητικό πληθυσμό ζυγίζοντας πως θα επιλύσουν γρήγορα τα πράγματα χωρίς να σκεφτούν την απίστευτη ταχύτητα της διάδοσης πληροφοριών μέσω των κοινωνικών δικτύων, τα οποία έδωσαν τη δυνατότητα τα νέα και η ηχώ τους να επιτύχουν μια απίστευτη έκταση. Αυτοί οι νέοι που κατέβηκαν στους δρόμους και τις πλατείες, έφηβοι ή νεαροί εργαζόμενοι, πανεπιστημιακοί φοιτητές, είναι μια γενιά που δεν έχει βιώσει ούτε την επανάσταση ούτε τον εμφύλιο πόλεμο, η πρώτη που έχει μια σημαντική επαφή με τον κόσμο της Δύσης και της Λατινικής Αμερικής χάρη σε μια μεγαλύτερη κίνηση ανθρώπων που εισέρχονται και βγαίνουν από τη χώρα. Το Πολυτεχνείο μετατράπηκε σε γενικό επιτελείο των φοιτητών. Μέχρι πριν από περίπου δέκα μέρες ήταν ένας αναβρασμός ανθρώπων που έφερναν τρόφιμα και φάρμακα για να βοηθήσουν τους φοιτητές που ήταν ταμπουρωμένοι στο πανεπιστήμιο. Αν και παραμένει ακόμη κατειλημμένο, τώρα οι αριθμοί προοδευτικά και φυσιολογικά μειώθηκαν. Σε αυτό, ένα μεγάλο έργο τομαλοποίησης της διαμαρτυρίας πραγματοποιήθηκε από την Εκκλησία, η οποία με την παρέμβαση της έχει πράγματι ρίξει νερό στην πυρκαγιά, υποσχόμενη συμμετοχή στους φοιτητές και τους παροτρύνει να βρουν πιο «δημοκρατικές» μορφές, με τρόπο ώστε να εκτονώσει τις συγκρούσεις που γνωρίζουμε πολύ καλά .

Οι άνθρωποι κοιτάζονται στα μάτια και δίδουν, ίσως χωρίς να το γνωρίζουν, μορφή σε ένα κίνημα το οποίο με αυτόνομες πρακτικές ζητά μεγαλύτερη ελευθερία, τη δυνατότητα να επιλέξει το δικό του μέλλον, περισσότερο εισόδημα, εκπαίδευση και έλεγχο της ζωής τους, και το θέλει για όλες και όλους, για όλο τον λαό της Νικαράγουα με ένα κοινό νήμα με τα αιτήματα της πρώτης επανάστασης των Σαντινίστας, μια επανάσταση που ήταν πραγματικά μαζική και ευρέως διαδεδομένη. Πολύ σημαντική σε πολιτιστικό επίπεδο, είναι η έννοια της Πατρίδας που φέρει και σε αυτά τα μέρη διάφορες αμφιθυμίες – ασάφειες: η χώρα αποτελείται από ένα μείγμα πολιτισμών, εθίμων, ιθαγενών ομάδων, και δεν είναι καθόλου ομοιογενής, αλλά η πατρίδα εδώ φαίνεται ακριβώς ως μια κοινότητα που βρίσκεται σε μάχη, μια πατρίδα που απελευθερώθηκε, και ελευθέρωσε όλη τη επικράτεια δεκαετίες πριν, και ως εκ τούτου θέλει να επιστρέψει να είναι ελεύθερη ξεκινώντας από τις διαφορές, «το ένα τρίτο του πληθυσμού έζησε κατά τη διάρκεια της Επανάστασης, γνωρίζουμε ήδη πώς γίνεται [η επανάσταση]» λένε οι διαδηλωτές.

download 1

Ένας άλλος χαρακτήρας που δένει το νέο κύμα διαμαρτυριών στην επανάσταση Sandinista είναι ο ηγετικός ρόλος των γυναικών. Ακριβώς αυτές οι τελευταίες, σε αυτές τις ημέρες του αγώνα, έχουν γίνει πρωταγωνίστριες και οι διαδηλώσεις έχουν γίνει μια πλατφόρμα που επεκτάθηκε και για τα φεμινιστικά κινήματα και τα θέματα φύλου. Η Νικαράγουα απολαμβάνει έναν σημαντικό νόμο κατά της βίας εναντίον των γυναικών, ένα πραγματικό παράδειγμα για την περιοχή, αλλά απέχει πολύ από το να έχει αφήσει πίσω μια έντονα πατριαρχική και machista κουλτούρα, αν και αυτή η νοοτροπία αλλάζει μεταξύ των νέων, χάρη και στο ακούραστο έργο των κολεκτίβων γυναικών που είναι παρούσες σε όλη την επικράτεια.   Τα κινήματα απαιτούν την πλήρη εφαρμογή του νόμου 779 και την παύση της βίας. Ο αριθμός των γυναικοκτονιών και των καταχρήσεων είναι στην πραγματικότητα πολύ υψηλός, και στις πιο απομακρυσμένες περιοχές μια έφηβη παρθένα εξακολουθεί να θεωρείται ιδιοκτησία, αλλά πρωτίστως πιθανή πηγή εισοδήματος, καθώς και μια κοπέλα που βρίσκεται στην καλύτερη στιγμή να αποκτήσει παιδιά. Οι φεμινίστριες έπαιξαν σημαντικό ρόλο στις στιγμές της αντιπαράθεσης, καθώς και στην οργάνωση και τη φροντίδα, καλύπτοντας θεμελιώδεις ρόλους στις ιεραρχίες του κινήματος. Το να είναι μαζί και να σχετίζονται, να δημιουργούν κοινότητα, να ανταλλάσσουν γνώσεις, ιδέες, διηγήσεις, όνειρα σχετικά με τον τρόπο με τον οποίο οι νέοι θα ήθελαν να είναι ο κόσμος είναι θεμελιώδεις στιγμές των αγώνων που υποκειμενοποιούν τους επαναστάτες και δίνουν νόημα και μορφή, ερέθισμα για να έρθουν σε επαφή και κίνηση και να δοκιμάσουν πράγματα καινούργια που δεν τα έκαναν ποτέ νωρίτερα, από τη φροντίδα μιας πληγής μέχρι το να μιλήσουν στη συνέλευση ή να ετοιμάσουν μια μολότοφ.

“Aquí no hay líderes”. Αυτή η έλλειψη ηγεσίας είναι, προς το παρόν, η κύρια δύναμη αυτού του κινήματος, αλλά και η μεγαλύτερη αδυναμία του. Εξευγενίζει το κίνημα των φοιτητών και μέσα σε αυτή την στιγμή κατά την οποίαν δεν ξέρεις ποιον να εμπιστευτείς είναι η εγγύηση ότι κανείς δεν βρίσκεται πίσω από τις ταραχές για να αποκτήσει εξουσία. Αλλά εμποδίζει τη δημιουργία μιας απαραίτητης πολιτικής ατζέντας. Και είναι εδώ που ξεκινούν οι διαιρέσεις.

Το βράδυ της 26ης απριλίου, τρεις φοιτητές ανακοίνωσαν στην τηλεόραση τη γέννηση του Κινήματος 19 Απριλίου, Movimento 19 di Aprile, εκπροσωπώντας όλους τους σπουδαστές ανακοινώνοντας ότι αποδέχονταν την πρόσκληση στο τραπέζι του διαλόγου που συγκάλεσε η Εκκλησία, υπό την προϋπόθεση ότι θα διασφαλιστεί ότι δεν θα υπάρξουν διώξεις ούτε φυσικές ούτε ακαδημαϊκές κατά των συμμετεχόντων φοιτητών. Λίγα λεπτά αργότερα, οι εκπρόσωποι των καταληψιών του πολυτεχνείου αντιθέτως διέψευσαν τη νομιμότητα των αυτοαποκαλούμενων «ηγετών». Φοιτητές διαφόρων πανεπιστημίων κατηγόρησαν την κυβέρνηση ότι έχει «διεισδύσει» στο κίνημα και υπάρχει πάντα το φόβητρο πιθανών χειρισμών, χειραγώγησης,  από πλευράς των ηνωμένων Πολιτειών που μπορούν να ωθήσουν προς μια κατεύθυνση ή την άλλη. Από τότε, όλοι υποπτεύονται όλους. Φαίνεται ότι οι ημέρες του Upoli [Universidad Politecnica de Nicaragua] έρχονται προς το τέλος τους και πως οι φοιτητές εισέρχονται, ψηλαφιστά, σε ένα άλλο στάδιο.

Από το UCA (Universidad CentroAmericana) για παράδειγμα, ενώ γεννιόταν το  Movimento 19 de Abril, άλλοι φοιτητές συμμετέχοντες στις πορείες, αλλά που βρίσκονται έξω από το campus του Upoli, δημιούργησαν ένα άλλο κίνημα που ονόμασαν » Ένωση των Πανεπιστημιακών της Νικαράγουα» –  «l’Associazione di Universitari del Nicaragua”, μαζί με φοιτητές άλλων πανεπιστημίων, υποστηρίζοντας τον μονσινιόρ Silvio Báez. Ο επίσκοπος φαίνεται να είναι αυτός που έχει επί του παρόντος πραγματικό διάλογο με τους φοιτητές, προεδρεύει της τράπεζας διαλόγου και επομένως μπορεί να καθορίσει ολόκληρη τη διαδικασία.

Ωστόσο, οι κύριες φωνές των φοιτητών έχουν ήδη στείλει τον κατάλογο των αιτημάτων απαραίτητων για τον διάλογο: την έξοδο από την σκηνή του Ορτέγκα, την παραίτηση των ηγεσιών αστυνομίας και στρατού, μια διεθνή επιτροπή της Αλήθειας που να διερευνήσει την καταστολή και τις εκλογικές μεταρρυθμίσεις που απαγορεύουν τις επανεκλογές. Αυτό, για αρχή. «Γνωρίζουμε ότι δεν υπάρχουν οι προϋποθέσεις για τον διάλογο, αλλά θέλουμε να δώσουμε ώθηση, να σπρώξουμε, έτσι ώστε  να μην υπάρχουν αμφιβολίες για το στόχο μας» λένε οι ανακοινώσεις των φοιτητών. Αυτό που ξεκίνησε ως διαμαρτυρία για τη μεταρρύθμιση του συνταξιοδοτικού συστήματος μετατράπηκε σε αυτόνομο και αντι-συστημικό νεανικό κίνημα, με την φιλοδοξία να είναι ηγετικός παράγοντας-πρωταγωνιστής σε όλες τις σφαίρες και όλους τους τομείς της χώρας.

download

Αλλά δεν υπάρχουν μόνο οι φοιτητές. Το Ανώτερο Συμβούλιο Ιδιωτικών Επιχειρήσεων, COSEP, Consiglio Superiore dell’Impresa Privata, είναι το ισοδύναμο της ιταλικής confindustria, της ένωσης βιομηχάνων. Αντιπροσωπεύει τα μεγαλύτερα κεφάλαια της χώρας που υποστήριξαν την κυβέρνηση Ortega. Οι μεγάλοι επιχειρηματίες της Νικαράγουα στήριξαν πράγματι την κυβέρνηση με αντάλλαγμα φορολογικά οφέλη και συμβάσεις με το κράτος. Αυτός ο καυτός απρίλιος άνοιξε τα μάτια στους πολίτες για πολλά πράγματα, ακόμη και για το ρόλο του, διάφορα πανό απαιτούσαν μια σαφέστερη στάση εκ μέρους του Cosep, ενώ άλλα χαρακτήριζαν ξεκάθαρα την κακή πίστη και τον προφανή οπορτουνισμό του.
Το Cosep κάλεσε μια πορεία την περασμένη δευτέρα [7η Μαΐου] για τη στήριξη της ειρήνης. Μετατράπηκε σε μια από τις πιο πολυάριθμες διαμαρτυρίες από τις ημέρες της επανάστασης των Σαντινίστας. Αλλά ύστερα από τόσα χρόνια αυτού που οι ηγέτες των φοιτητών σήμερα θεωρούν πλέον μια συνενοχή του επιχειρηματικού κόσμου με τον Ortega, οι υποψίες δεν έχουν διαλυθεί. Κατά τη διάρκεια της πορείας, κάποιος σήκωσε ένα άλλο πανό:  ΟΙ ΝΕΚΡΟΙ ΔΕΝ ΚΑΝΟΥΝ ΔΙΑΛΟΓΟ. Ένα άλλο θέμα των ημερών αυτών. Οι νεκροί, δεκάδες περιττοί θάνατοι, έχουν καταστεί ο κύριος ενοποιητικός παράγοντας των διαδηλωτών. Στην ρίζα, το κύριο θέμα της εξέγερσης. Το τεράστιο λάθος του ζευγαριού Ortega-Murillo.

Για να πάμε που;

Ο πρόεδρος χτίζει τον λόγο του προς την εθνική και διεθνή κοινή γνώμη, παρουσιάζοντας τον εαυτό του ως θύμα της συνωμοσίας που χρηματοδοτείται, όπως λέει, από αμερικανικές οργανώσεις που επιθυμούν να αποσταθεροποιήσουν την κυβέρνηση. Οργανώσεων των οποίων, σε αυτό το χαοτικό και ποικίλο τοπίο, η παρουσία είναι βέβαιη (οι τελευταίες πιο παρεμβατικές δηλώσεις από τις Ηνωμένες Πολιτείες δεν κάνουν άλλο από να το επιβεβαιώνουν).

Είναι δύσκολο να απαντηθεί το ερώτημα που ζητείται από τον κόσμο: τι πραγματικά συμβαίνει στη Νικαράγουα; Το πρόβλημα δεν είναι μόνο ότι η κυβέρνηση διακήρυξε, στις 16 απριλίου, μια αντι-κοινωνική μεταρρύθμιση, η οποία ανακλήθηκε στις 22 απριλίου για να δημιουργήσει μια υποτιθέμενη σταθεροποίηση στη χώρα, ούτε ότι άφησε να καεί ένα από τα σημαντικότερα φυσικά καταφύγια της Κεντρικής Αμερικής, αυτό της Indio Maiz, με το να μην δεχτεί ξένες ενισχύσεις και βοήθειες, που τις θεώρησαν ως ευκαιρίες για να παρέμβουν στην εσωτερική πολιτική της χώρας όπως στο παρελθόν. Υπάρχουν διάφορα προβλήματα, όπως η αύξηση των τιμών της βενζίνης και της ηλεκτρικής ενέργειας, η δυνατότητα καλύτερων συνθηκών σπουδών για τους φοιτητές, ο φόβος που προκαλεί μια αστυνομία που ασκεί βία κατά του πληθυσμού ανά πάσα στιγμή του χρόνου, λόγω του υψηλού επιπέδου διαφθοράς.

Θα δούμε πώς θα εξελιχθεί η κατάσταση, μέσα σε αυτό το μπερδεμένο σκηνικό, μεταξύ της αγνότητας των νέων, του προστατευτισμού της κυβέρνησης, της αμφιλεγόμενης στάσης της εκκλησίας, του αμερικανικού φαντάσματος που παρακολουθεί από τη θάλασσα και ποιος ξέρει από πόσες άλλες πλευρές.
Η σημερινή κατάσταση αναμονής, εκ πρώτης όψεως, αποδυναμώνει τους σπουδαστές και ενισχύει την κυβέρνηση, από την άλλη πλευρά δεν έχει ακόμη καθοριστεί μια ημερομηνία έναρξης των εργασιών της τράπεζας διαπραγματεύσεων, αλλά, αν και είναι αναγκαία μια ανασύνθεση στο κερματισμένο κίνημα, κατά βάθος η βιασύνη είναι ένας κακός σύμβουλος. Αν και το κύμα του πρωταγωνισμού και ο ενθουσιασμός των ημερών αυτών οδήγησαν τους νέους να πιστεύουν ότι είναι ήδη κοντά στην επιτυχία, με την ταχύτητα και σε μερικές περιπτώσεις τον ερασιτεχνισμό τυπική της κοινωνικής επικοινωνίας γνωρίζουμε ότι οι διαδικασίες αυτές είναι μακρές, σύνθετες και με διακυμάνσεις, όμως σίγουρα αυτό που βλέπουμε είναι η αρχή ενός σημαντικού γεγονότος που το μέλλον θα μας πει ποια κατεύθυνση θα πάρει.download 3

Potrebbe interessarti

  • Ahi! Nicaragua, piccola Nicaragua

    Riprendiamo questo contributo di Raúl Zibechi, giornalista militante e studioso dei movimenti sociali dell’America Latina, sulle grandi manifestazioni che stanno attraversando il Nicaragua in

  • ||||

    Nicaragua, la frenata di Ortega sulle riforme non ricompone la frattura dopo i tumulti e i 25 morti nel Paese

    Il Governo del Nicaragua ha deciso di fare un passo indietro (almeno per ora) e ritirare la riforma strutturale del sistema previdenziale avallata

  • 17 settembre 1980: giustiziato il dittatore Anastasio Somoza Debayle

    17 settembre 1980: giustiziato il dittatore Anastasio Somoza Debayle

    Da meno di un anno Anastasio Somoza Debayle, ultimo della cosiddetta “dinastia dei Somoza”, è esiliato in Paraguay, dopo che la vittoria del Frente sandinista

 https://www.infoaut.org/approfondimenti/i-comandanti-invecchiano-sempre-male-sulle-proteste-in-nicaragua
αθλητισμός, sport

Ακόμη τριάντα πέντε δευτερόλεπτα. Tommie Smith και John Carlos: η θυσία και η δόξα.

[Εδώ και κάτι λίγο περισσότερο από ένα μήνα βγήκε το καινούργιο βιβλίο του Lorenzo Iervolino, της συλλογικότητας TerraNullius, και οι δρόμοι μας ξανασυναντιούνται. Είχε συμβεί το 2014 με το Μια θλιβερή ημέρα, τόσο ευτυχισμένη- Un giorno triste, così felice, αφιερωμένο στον Socrates Sampaio de Sousa Vieira de Oliveira, protagonistaπρωταγωνιστή της ρουμπρίκας μας WuMingWood στο GQ Italia και μετά ενός τραγουδιού  una canzone του Wu Ming Contingent. Συμβαίνει ξανά με το Ακόμη τριάντα πέντε δευτερόλεπτα- Trentacinque secondi ancora, που διηγείται τις ζωές και τους αγώνες των Tommie Smith και John Carlos, πριν και μετά το βάθρο της Πόλης του Μεξικού, 1968. Σύμφωνα με τον Simone Scaffidi, που έκανε μια ανασκόπηση του βιβλίου για τον Giap, ο Iervolino μας επιστρέφει την φωνή του Smith-και-Carlos σαν να τους παρατηρεί από το δεύτερο σκαλί εκείνου του βάθρου, αυτού που καταλαμβάνει ο Peter Norman. Και το Wu Ming Contingent έγραψε ένα τραγούδι και γι αυτόν anche per lui…]

Μέσα στην φωτογραφία. Οι φωνές των Smith-και-Carlos

του Simone Scaffidi

Μεξικό ’68, 19η έκδοση των Ολυμπιακών Αγώνων. Οι αφροαμερικανοί αθλητές Tommie Smith και John Carlos ανεβαίνουν στο βάθρο του αγώνα των 200 μέτρων. Παγκόσμιο ρεκόρ και χρυσό μετάλλιο για τον Smith. Τρίτη θέση και χάλκινο για τον Carlos. Χειρονομίες από πρωτόκολλο, χαμόγελα, χειραψίες .. ένα σενάριο που φαίνεται ήδη γραμμένο, αλλά τότε συμβαίνει κάτι που μοιάζει με ένα βραχυκύκλωμα. Είναι 20,41 στις 16 οκτωβρίου 1968 και ο ύμνος των Ηνωμένων Πολιτειών της Αμερικής ακούγεται στο Estadio Olímpico Universitario της Πόλης του Μεξικού. Ο Tommie και ο John υψώνουν τη γροθιά τους που φορά μαύρο γάντι στον ουρανό. Δεν έχουν παπούτσια αλλά μαύρες κάλτσες στα πόδια τους. Ο Smith έχει τα μάτια του κλειστά. Ο Carlos ένα κολιέ από χρωματιστές πέτρες στο στήθος. Shoot!

Η Nikon του John Dominis σταματάει τον χρόνο, αποθανατεί τη στιγμή, παραδίδοντας στην Ιστορία του αθλητισμού μία από τις πιο διάσημες εικόνες του. Δεν χρειάζονται φωνές. Να ακουστούν λόγια. Είναι τα σώματα που μιλούν. Η γλώσσα της διαμαρτυρίας είναι φτιαγμένη από κρέας, το ίδιο των μεξικανών φοιτητών που σφαγιάστηκαν στην Πλατεία των Τριών Πολιτισμών μόλις 14 ημέρες πριν από τον αγώνα αυτό, όπως τα διάτρητα σώματα του Malcolm X, του Μάρτιν Λούθερ Κινγκ και των χιλιάδων μαύρων αμερικανών που σκοτώθηκαν από το φυλετικό μίσος και από τις δυνάμεις επιβολής του νόμου. Αρκεί μια στιγμή και τα σώματα των Σμιθ-και-Κάρλος θρυμματίζουν το συμμορφούμενο, τρυπούν την αδιαφορία, ανατρέπουν το κυρίαρχο φανταστικό. Τα καλύτερα άλογα κούρσας των αστεριών στα χρώματα της αμερικανικής σημαίας μετατρέπονται σε μαύρο πλήθος και διαδηλώνουν σε παγκόσμια μετάδοση την υπερηφάνεια ενός λαού.

Ο Lorenzo Iervolino, στο βιβλίο Τριάντα πέντε δευτερόλεπτα ακόμα. Ο Τόμι Σμιθ και ο Τζον Κάρλος: η θυσία και η δόξα (66ος δεύτερος, 2016), μιλά για το τι υπάρχει μέσα σε εκείνη τη διάσημη φωτογραφία, επαναφέροντας στον αναγνώστη τα λόγια του Κάρλος: «Δείχνουν πάντα την εικόνα, αλλά ποτέ δεν διηγούνται την ιστορία» . Δεν είναι σπάνιο ότι η σειριακή αναπαραγωγή μιας εικονικής φωτογραφίας, η υπερέκθεση και η εμπορευματοποίησή της, ευνοεί την αισθητική των αναγνώσεων με μια επακόλουθη απώλεια ιστοριών και εννοιών-σημασιών. Σε αυτές τις σελίδες ο συγγραφέας προσπαθεί να επιστρέψει την πυκνότητα των εννοιών που περικλείονται σε εκείνο το πλάνο. Ο Iervolino σκάβει, είναι πλήρως τεκμηριωμένος σε πρώτο πρόσωπο, ταξιδεύει, συναντά τους πρωταγωνιστές της ιστορίας που θέλει να αφηγηθεί, διαβάζει τα βιβλία τους αλλά κυρίως ακούει. Ακούει τις φωνές τους και αυτές των συναγωνιστών τους.

Πως έφτασαν ο Tommie και ο John επάνω σε εκείνο το βάθρο; Γιατί με εκείνο ακριβώς τον τρόπο και όχι μ’ έναν άλλο; Πρέπει να μπούμε στην φωτογραφία, να γυρίσουμε προς τα πίσω την ταινία – rec stop – Harlem,  ο αγροτικός Νότος, η εφηβεία των Tommie και John – ffwd stop – Ο Tommie και ο John με τον καθηγητή κοινωνιολογίαςc Harry Edwards συμμετέχουν στο Ολυμπιακό Πρόγραμμα για τα Ανθρώπινα Δικαιώματα – zoom – ο Harry Edwards, τα γραπτά του, το πάθος που βγαίνει από τα μάτια του – ffwd stop – οι Tommie και John αποκλείονται από την ομάδα των ηνωμένων πολιτειών, οι απειλές θανάτου και ο οστρακισμός του αθλητικού κόσμου – rec stop – η foto – ffwd stop – Alfonso de Alba, μεξικανός-αμερικανός περιέργως γεννηθείς ακριβώς στις 16 οκτωβρίου του 1968, μάχεται στο San José State University, το πανεπιστήμιο στο οποίο συναντήθηκαν οι Tommie και John, για να ανεγερθεί ένα άγαλμα προς τιμήν της χειρονομίας της Πόλης του Μεξικού. Είναι ο ρυθμός ενός καλλιτέχνη που ξέρει πώς να διαχειριστεί την αναπνοή και να διατηρήσει την ποιότητα του καλπάσματος. Έλεγχος του στίβου, της πίστας, αναδρομές, πλευρικές ματιές, μια καλή δόση συναισθήματος και μεγάλη συντήρηση, απαραίτητη για να διασφαλιστεί η αποτελεσματικότητα της κούρσας.

Οι Tommie και John τον οκτώβριο του 1968 είναι οι ταχύτεροι άντρες στον πλανήτη. Οι μόνοι άνθρωποι που έχουν σπάσει το τείχος των 20 δευτερολέπτων στα 200 μέτρα. Ωστόσο, είναι πολύ περισσότερο. Είναι μαύροι νεαροί ηλικίας 23 και 24 ετών που μεγάλωσαν στις Ηνωμένες Πολιτείες μεταξύ της δεκαετίας του ’50 και της δεκαετίας του ’60. Να ρίχνουν τοίχους είναι μια καθημερινή άσκηση αξιοπρέπειας που διαρκεί περισσότερο από μια ζωή. Επειδή η Ιστορία δεν προσφέρει εκπτώσεις και στην δική τους ζωή, πρέπει να προστεθούν εκείνες των δούλων παππούδων, των εκμεταλλευόμενων γονέων και των παιδιών που μόλις έρχονται στον κόσμο. Ο Σμιθ είναι σίγουρος ότι μόλις ανέβει στο βάθρο της Πόλης του Μεξικού θα τον πυροβολήσουν.
Από τις κερκίδες, θα τον πυροβολήσουν. Αυτή η ζωή δεν είναι αρκετή και θα του την αφαιρέσουν. Εάν είσαι μαύρος αμερικανός. Αν θέλεις να αναπνεύσεις. Αν θέλεις να σπάσεις τις αλυσίδες της καταπίεσης και των διακρίσεων, ξέρεις πολύ καλά ότι η ζωή σου βρίσκεται στο πιάτο. Shoot!

Αλλά ο Smith δεν πέφτει στο έδαφος. Ούτε και ο John. Και μετά από σχεδόν 50 χρόνια από αυτή τη χειρονομία, ο Iervolino συναντά ζωντανά και στην λογοτεχνία εκείνους τους δυο εβδομηνταπεντάρηδες που έγραψαν ένα κομμάτι ιστορίας του αθλητισμού και της ανθρώπινης αξιοπρέπειας. Ωστόσο, στο βιβλίο ο συγγραφέας δεν επιδεικνύει ποτέ αυτή τη συνάντηση, αλλά μάλλον την κρύβει ανάμεσα στις πτυχές της αφήγησης. Ξέρει πολύ καλά ότι η ιστορία και η άποψη των πρωταγωνιστών του είναι πολύ πιο σημαντική από το εγώ αυτού που γράφει. Επιστρέφει τη φωνή τους ως συνεργός όχι πρωταγωνιστής. Όπως όταν στις πρώτες σελίδες του βιβλίου, εκτοξεύει ένα μικρό βότσαλο που στην οικονομία του κειμένου θα γίνει καθίζηση: «Είχα από καιρό αναφέρει ότι στο βιβλίο που έγραφα θα υπήρχαν μόνο τα σημάδια της αφροαμερικανικής ιστορίας ορατά στον Smith-και-Carlos. Εκείνα τα θραύσματα του μονοπατιού ενός λαού που μπορούσαν να φιλτραριστούν από την άμεση υποκειμενική τους αντίληψη ».

Υπάρχει η προσπάθεια του συγγραφέα να αναλάβει την προοπτική των χαρακτήρων του με την συνειδητοποίηση, ωστόσο, ότι δεν είναι σε θέση να την συλλάβει πλήρως, πως δεν μπορεί να αντικαταστήσει τη φωνή του σε εκείνη του Smith-και-Carlos, σε εκείνη των μαύρων αμερικανών . Με αυτή την έννοια ο Lorenzo Iervolino ανεβαίνει για 288 σελίδες στο δεύτερο σκαλί του βάθρου στην Πόλη του Μεξικού. Καταλαμβάνει το χώρο που αφέθηκε ελεύθερος από τον αυστραλό αθλητή Peter Norman, ο οποίος, κατά την εγκαινίαση του άγαλματος αφιερωμένου στη χειρονομία του Tommie και του John που έλαβε χώρα το 2005 στο Κρατικό Πανεπιστήμιο του San Jose, επανέλαβε την έννοια: το σώμα μου δεν υπάρχει, όχι γιατί δεν ήμουν αλληλέγγυος στον αγώνα τους, αλλά επειδή καθένας από εσάς να μπορεί να έχει την τιμή να είναι συνεργός και να είναι στο πλευρό των Tommie και John. Ο συγγραφέας, με το έργο του, διατηρεί πίστη στα λόγια του Νόρμαν, παίρνει τη θέση του για λίγο , στην εικόνα και στο άγαλμα, φορά την καρφίτσα του Ολυμπιακού Σχεδίου για τα Ανθρώπινα Δικαιώματα που του χάρισαν στα αποδυτήρια οι δύο αφροαμερικανοί αθλητές, και εκδηλώνει την αλληλεγγύη σε εκείνη την χειρονομία με μια πλευρική παρουσία: ελαφριά, γιατί ποτέ στο προσκήνιο, και συμμετέχουσα επειδή ποτέ στο παρασκήνιο. Αν θέλετε να καταλάβετε τι υπάρχει μέσα σε εκείνη την εικόνα, διαβάστε αυτό το βιβλίο, είναι μια μεγάλη ευκαιρία να έχετε την τιμή να τρέξετε για λίγο δίπλα στους Tommie και John.

Scarica questo articolo in formato ebook (ePub o Kindle)Scarica questo articolo in formato ebook (ePub o Kindle)

Print Friendly, PDF & Email
ιστορία, storia

10 απριλίου 1919: δολοφονία του Emiliano Zapata

Stampa

 

177

Στις 10 απριλίου 1919 πέθανε δολοφονημένος στην hacienda, αγρόκτημα της Chinameca , ο ηγέτης της επανάστασης του Μεξικού, Emiliano Zapata.

10 aprile 1919: assassinio di Emiliano Zapata

Ο Emiliano λαμβάνει την στοιχειώδη εκπαίδευση μέχρις ότου, ορφανός στην ηλικία των 16 ετών, αρχίζει να εργάζεται και σύντομα διακρίνεται σαν καλός αγρότης. Προικισμένος με ένα ανήσυχο μυαλό και ανεξάρτητο χαρακτήρα, δεν αργεί να κατακτήσει μια θέση κύρους μέσα στην κοινότητα.

Στις αρχές του αιώνα συνάντησε, γνώρισε δύο πρόσωπα που θα διαδραματίσουν σημαντικό ρόλο στη ζωή του: τον Pablo Torres Burgos και τον Otilio Montaño. Και οι δύο είναι δάσκαλοι του σχολείου. Ο πρώτος του διαθέτει τη βιβλιοθήκη του, όπου μπορεί να διαβάσει το «Regeneración», το παράνομο περιοδικό των αδελφών Flores Magòn. Το πολιτικό του βάπτισμα πραγματοποιήθηκε το 1909 όταν εκλέχτηκε δήμαρχος του Anenecuilco και υποστηρίζει τον υποψήφιο κυβερνήτη Patricio Leyva. Η νίκη του επίδοξου αξιωματικού, Pablo Escandón, προκαλεί σκληρά αντίποινα και νέες απώλειες γης στο Anenecuilco. Αφού προσπάθησε να επιλύσει τα προβλήματα του pueblo (χωρικοί) με νόμιμα μέσα στο δεύτερο μισό του 1910 ο Zapata και οι δικοί του ξεκινούν να καταλαμβάνουν και να διανέμουν τη γη. Σε αυτό το σημείο ρίχνεται οριστικά στον ένοπλο αγώνα και μετά τον θάνατο του Torres Burgos, γίνεται ο αδιαμφισβήτητος ηγέτης της επανάστασης στο Νότο. Υποστηριζόμενος από τους pueblos, καταφέρνει να κρατήσει υπό έλεγχο τα κυβερνητικά στρατεύματα έως ότου ο δικτάτορας παραιτηθεί τον μάιο του 1911. Εν τω μεταξύ, ο νέος πρόεδρος Madero, ο οποίος είχε υποσχεθεί τις προσαρμογές της γης για τους αγρότες, αντιθέτως δεν δείχνει ευαίσθητος στα προβλήματα του pueblo. Η ρήξη είναι αναπόφευκτη και ο Ζαπάτα και οι άντρες του ξαναπαίρνουν τα όπλα ξεκινώντας το Plan de Ayala όπου ο Madero αποκαλείται προδότης και διατάσσει την απόδοση της γης, η οποία επιστρέφεται στον λαό.

Ο Zapata γράφει στον μελλοντικό διάδοχό του Gildardo Magaña: «είμαι πρόθυμος να πολεμήσω εναντίον όλων και ενάντια σε όλα». Ξεκινά ένα μακρύ και δύσκολο πόλεμο, πρώτα εναντίον του Madero, ενάντια στον Huerta στη συνέχεια και τελικά εναντίον του Carranza. Οι στρατιώτες του Ejército Libertador del Sur μάχονται σε κινητές μονάδες των δύο ή τριών εκατοντάδων ανδρών που διοικούνται από έναν αξιωματικό με βαθμό «συνταγματάρχη» ή «στρατηγού». Εφαρμόζοντας την τεχνική του ανταρτοπόλεμου, χτυπούν τα στρατιωτικά αποσπάσματα εγκαταλείποντας στη συνέχεια την καραμπίνα 30/30 εξαφανιζόμενοι στο πουθενά. Μάταια, οι ομοσπονδιακοί federales θέτουν τους Μοrelos στη φωτιά και το σίδερο: οι ζαπατίστες είναι άπιαστοι.

Προς τα τέλη του 1913, χάρη και στις θεαματικές νίκες του Villa στο βορρά, το παλιό καθεστώς παραπαίει. Μετά τη διαφυγή του Huerta (15 ιουλίου), το φθινόπωρο του 1914 στο Aguascalientes γιορτάζεται μια Σύμβαση μεταξύ των διαφόρων επαναστατικών σχηματισμών που όμως δεν μπορούν να βρουν τη συμφωνία. Μέσα στην κατάπληξη των παρόντων, ο αντιπρόσωπος των ζαπατίστας, Antonio Díaz Soto y Gama, αρπάζει την εθνική σημαία κηρύττοντας την ανάγκη να «τελειώνουν με όλες τις αφηρημένες έννοιες και του διαχωρισμούς που καταπιέζουν τον λαό».

Τον δεκέμβριο, μετά από την ρήξη με τον Carranza, που αντιπροσωπεύει την αγροτική αστική τάξη του βορρά, τα αγροτικά στρατεύματα των Villa και Zapata εισέρχονται θριαμβευτικά στην πόλη του Μεξικού ανυψώνοντας τα πανό της παρθένου της Guadalupe, πατρόνας των αυτόχθονων λαών. Οι κάτοικοι της πρωτεύουσας φοβούνται τον Αττίλα του Νότου, αλλά οι επαναστάτες δεν διαπράττουν λεηλασίες ούτε πράξεις βίας. Σε μια χειρονομία που έγινε διάσημη μετά, ο Ζαπάτα αρνείται να καθίσει στην προεδρική καρέκλα: «Δεν μάχομαι γι ‘αυτό, μάχομαι για τη γη, για να την δώσουν πίσω». Και επιστρέφει στο Morelos, ελεύθερη περιοχή μετά την φυγή των ιδιοκτητών γης και των ομοσπονδιακών, federales.

Το 1915 λαμβάνει μορφή η κοινότητα, η κομούνα του Morelos, όπου ο ζαπατίστας διανέμουν τη γη και εκδίδουν νόμους για να επιστρέψουν την εξουσία στους pueblos, πλαισιωμένους από νεαρούς καλλιτέχνες και διανοούμενους από την Πόλη του Μεξικού.

Μετά από κάποιο χρόνο κάμψης της επανάστασης, το 1919 ο Εμιλιάνο Ζαπάτα προσελκύεται σε μια ενέδρα και δολοφονείται.

Ο Ζαπάτα δεν έπαψε ποτέ να ιππεύει μαζί με τους αυτόχθονες μεξικάνους για την ελευθερία και κατά της εκμετάλλευσης. Στα τέλη της δεκαετίας του 1900 τον είδαμε ξανά να παίρνει στους ώμους το τουφέκι για τους φτωχότερους, για τους ανθρώπους του, το λαό του.

https://www.infoaut.org/storia-di-classe/10-aprile-1919-assassinio-di-emiliano-zapata

διεθνισμός, internazionalismo

Ζ όπως Ζαπατισμός. Το χρώμα της γης – Z come Zapatismo. Il colore della terra

 

Δημοσιεύτηκε στις  · in Testi ·στα  Κείμενα

του Fabrizio Lorusso

[Το απόσπασμα ανακτήθηκε από το περιοδικό Nuova Rivista Letteraria (Εξαμηνιαίο Κοινωνικής Λογοτεχνίας που ιδρύθηκε από τον  Stefano Tassinari) n. 15 (n. 5 Νέα σειρά) του μαίου 2017. Το νούμερο του περιοδικού έχει  21 λογοτεχνικά κείμενα, ένα για κάθε γράμμα του αλφαβήτου, αφιερωμένα σε διάφορες επαναστατικές προσπάθειες και κοινωνικής μετατροπής-μετασχηματισμού της ιστορίας ]

Είναι το πρώτο από τα πολλά βήματα των ζαπατίστας στην Πόλη του Μεξικού

και σε όλους τους τόπους του Μεξικού. Ας ελπίσουμε πως όλοι εσείς θα περπατήσετε μαζί μας.

Comandanta Ramona (1959-2006), EZLN, 1996 διοικητής Ραμόνα

Città del Messico, 30 ιουνίου 2018 Πόλη του Μεξικού

Εικοσιτέσσερις ώρες πριν από τις εκλογές της κυριακής πρώτης ιουλίου στο γενικό επιτελείο του υποψηφίου AMLO, αρκτικόλεξο που αποστάζει το μακρύ του πλήρες όνομα, Andrés Manuel López Obrador, ήδη αισθάνεσαι στον αέρα το άρωμα της νίκης. Θα είναι η πρώτη φορά στην ιστορία για ένα κόμμα της αριστεράς σε εθνικό επίπεδο. Οι σημαίες του Κινήματος Εθνικής Αναγέννησης ή MoReNa, το κόμμα δημιούργημα του ηγέτη, κυματίζουν λίγο οπουδήποτε στην μεξικανική πρωτεύουσα η οποία, από πάντα, είναι το προπύργιο των διαφόρων ψυχών της κεντροαριστεράς.

Στα αυτάρεσκα χαμόγελα των αγωνιστών εντυπώνεται η χαρά, η κάθαρση έπειτα από σχεδόν είκοσι χρόνια εκλογικών ηττών και απογοητεύσεων. Στα μάτια που λάμπουν κάποιων στενών συνεργατών του πιθανού μελλοντικού προέδρου, που δίδεται επικεφαλής από όλες τις δημοσκοπήσεις και υποστηρίζεται από μεγάλες εθνικές τηλεοπτικές αλυσίδες ακόμη και από ένα διακριτικό αριθμό μεγιστάνων, προοδευτικών της τελευταίας στιγμής, διακρίνονται, ανάμεσα σε δάκρυα χαράς και έντασης, οι αρχέτυπες προεικονίσεις υπουργικών πολυθρόνων και κοινοβουλευτικών εδρών. Υπάρχει θέληση για αλλαγή.

Επιτέλους, όπως πολλές φορές επανέλαβε το AMLO στα συλλαλητήρια της προεκλογικής εκστρατείας , “η τρίτη είναι εκείνη η καλή”, συνεπώς ύστερα από την ήττα την πρώτη φορά το 2006 από τον καθο-συντηρητικό Felipe Calderón και τις εκλογικές απάτες του κόμματος του, Acción Nazional(PAN), και στη συνέχεια το 2012 από τον τηλε-υποψήφιο που ηλιθιοποιήθηκε, τον Enrique Peña Nieto, ήρθε η στιγμή της λύτρωσης.

Να ανοικοδομήσουμε την Χώρα, να νικήσουμε την διαφθορά και να αντιστρέψουμε την πορεία που πάρθηκε το 1982 με την αρχή των άγριων νεοφιλελεύθερων μεταρρυθμίσεων και την αποσυναρμολόγηση του Κράτους: αυτή, σε ένα tweet, η περίληψη του προγράμματος, ή καλύτερα των συνθημάτων, της αριστεράς που έχει σημείο αναφοράς το MoReNa.

Η άλλη κοινοβουλευτική αριστερά, δηλαδή μια πρώην αριστερά που σύμφωνα με κάποιες δημοσκοπήσεις θα γίνει και πρώην κοινοβουλευτική, μιας και κινδυνεύει να εξαφανιστεί από τον εκλογικό χάρτη, είναι εκείνη του PRD, του Partido de la Revolución Democrática, του Κόμματος της Δημοκρατικής Επαναστάσεως. Το 1997 τα κατάφερε στην επιχείρηση να κατακτήσει την Πόλη του Μεξικού, προπύργιο του PRI (Κόμμα Επαναστατικό Θεσμικό, Partido Revolucionario Institucional), ηγεμονικό σε όλο το Μεξικό και στην πρωτεύουσα για 70 χρόνια τον εικοστό αιώνα XX, και από τότε το διαχειρίζεται. Ο Andrés Manuel υπήρξε δήμαρχος της μεγαλούπολης από το 2000 έως το 2005 και στη συνέχεια υπήρξε ο υποψήφιος του PRD στις προεδρικές για δυο συνεχείς φορές, αμφότερες χαμένες. Αυτή την φορά, όμως, τα πράγματα πηγαίνουν διαφορετικά, ο leader κάνει για τον εαυτό του και είναι σίγουρος πως θα κερδίσει.

 

 

Είμαστε στοχασμός και κραυγές

Subcomandante Marcos, Πόλη του Μεξικού, 11 μαρτίου 2001 Υποδιοικητής Μάρκος

Marzo 2001, Colore della Terra e Autonomia Μάρτιος 2001, Χρώμα της Γης και Αυτονομία

“Ξεκινάει αυτή η πορεία σήμερα, τώρα που είναι νέα η σελήνη, έτσι ώστε ή γη να δώσει τελικά τους καρπούς της δικαιοσύνης για εκείνους που είναι το χρώμα της γης. Ξεκινά η πορεία της αξιοπρέπειας των ιθαγενών, η πορεία του χρώματος της γης”. Το ανακοινωθέν, που στάλθηκε από τα βουνά του νοτιοανατολικού Μεξικού στις 24 φεβρουαρίου, είναι υπογεγραμμένο από την Γενική Διοίκηση του Ζαπατιστικού Στρατού, Comando Generale dell’Esercito Zapatista di Liberazione Nazionale (EZLN), και ανακοινώνει μια πορεία αναχώρησης από το νότιο κράτος των Chiapas. “Έτσι ώστε ο κόσμος να είναι επιτέλους ο τόπος όλων και όχι η ατομική ιδιοκτησία αυτού που κατέχει του χρήματος το χρώμα και τη βρώμα, το σκουπίδι. Ένας κόσμος με το χρώμα της ανθρωπότητας”, συνεχίζει.

Το EZLN έρχεται από το Νότο για να μιλήσει στον κόσμο στις πλατείες και στους κοινοβουλευτικούς που συζητούν την Ley Cocopa, που στάλθηκε από τον πρόεδρο στις Camere. O κανόνας, ο νόμος θα πρέπει να ενσωματώσει σε Σύνταγμα τις Συμφωνίες του San Andrés  1996, που παρέχουν νομική προσωπικότητα στους ιθαγενείς πληθυσμούς, τους αυτόχθονες λαούς, και να ανοίξει μια χαραμάδα για την επίλυση της σύγκρουσης που ξεκίνησε το 1994, όταν οι ζαπατίστας στα όπλα κατέλαβαν πέντε πόλεις, κάνοντας τη φωνή τους ν’ ακουστεί παγκοσμίως, κραυγή άξια θυμού και εξέγερσης: “¡Ya Basta!”, adesso basta, φτάνει πια!.

Η φτώχεια στη γη των Αζτέκων εκρήγνυται κυκλικά και επιμένει. Και οι ανισότητες επίσης αυξάνονται, το Μεξικό στα χρόνια ’90 έχει “παγκοσμιοποιηθεί” αλλά έχει εξομοιωθεί σε πεντηκοστό κράτος της Αμερικανικής Ένωσης. Ο νεοφιλελεύθερος πρόεδρος Carlos Salinas μιλούσε αντιθέτως για μια Χώρα που εισέρχονταν στον  “πρώτο κόσμο”. “Αξίζει την προσπάθεια, συμπατριώτες μου, για το καλό του μεγάλου μας έθνους, είναι για το Μεξικό”, είχε πει εορτάζοντας την έναρξη ισχύος, την 1 ιανουαρίου 1994, της NAFTA, συνθήκης ελεύθερου εμπορίου της Βορείου Αμερικής. Μα δεν σκέφτονταν όλοι και όλες όπως αυτός.

Παρά την στρατιωτικοποίηση, τις παραστρατιωτικές επιθέσεις και τον πόλεμο χαμηλής έντασης της κυβέρνησης, επτά χρόνια μετά την εξέγερση, οι ζαπατίστας εξακολουθούν να αγωνίζονται. Στις 11 μαρτίου 2001 η πιο μεγάλη πλατεία και πολιτική καρδιά της Χώρας, η zocalo, τους υποδέχεται, γεμάτη ασφυκτικά με κόσμο όπως ποτέ νωρίτερα για να συνοδεύσουν από κοντά τα αιτήματα της αναγνώρισης των δικαιωμάτων τους και του πολιτισμού τους από την κυβέρνηση Fox.

“Αδερφέ, αδερφή αυτόχθονη. Αδερφέ, αδελφή μη αυτόχθονη. Εδώ ήρθαμε για να πούμε πως βρισκόμαστε εδώ. Και όταν λέμε ‘εδώ είμαστε’, ονομάζουμε επίσης το διαφορετικό. Αδελφέ αδελφή είτε είσαι μεξικάνος είτε δεν είσαι. Με σένα λέμε  ‘είμαστε εδώ’ και με εσένα είμαστε. Αδελφέ αδελφή αυτόχθονη και μη αυτόχθονη. Ένας καθρέφτης είμαστε”, τα λόγια του Marcos έχουν σπάσει τη σιωπή και ο δριμύς ήλιος προμηνύει την αιώνια άνοιξη του οροπεδίου. “Δεν είμαστε εκείνοι που, αφελείς, περιμένουν πως απ’ τα ψηλά θα έρθει η δικαιοσύνη που αναπτύσσεται μόνο απ’ τα χαμηλά, η ελευθερία που κατακτάται μοναχά με όλους, η δημοκρατία που πάντα πρέπει να πολεμήσεις γι αυτήν και σε όλα τα επίπεδα. Δεν θα είμαστε”. Ένα πλήθος προσεκτικό και σιωπηλό ακούει τα λόγια των εξεγερμένων.

Avenida Universidad, η μεγάλη αρτηρία λεωφόρος που συνδέει το κέντρο της πρωτεύουσας με την πανεπιστημιούπολη, έδρα του μεγαλύτερου ateneo της Αμερικής, βρίσκεται σε κίνηση και βράζει. Οι ζαπατίστας διανυκτερεύουν στα islas, στα νησιά δηλαδή από χορτάρι, γκαζόν και πλατείες του Αυτόνομου Εθνικού Πανεπιστημίου  που εξωτερικά κλείνονται από τα κτίρια των σχολών, από το κτίριο της Πρυτανείας και της κεντρικής βιβλιοθήκης, επιβλητικής με τους δώδεκα ορόφους τα ψηλά ταβάνια και την εξωτερική πρόσοψη διακοσμημένη από ένα μωσαϊκό του muralista O’Gorman. Κι εδώ, μια ημέρα μετά την διαδήλωση της zocalo, οι ζαπατίστας μαζεύουν γύρω τους χιλιάδες υποστηριχτές.

Ένας γάλλος φοιτητής, στο Μεξικό για μια ανταλλαγή και για να προσπαθήσει να κάνει μια διατριβή, διαβάζει το ανακοινωθέν της πορείας σε ένα φυλλάδιο που διανέμεται από τους συντρόφους του πανεπιστημίου. Αντιγράφει κάποια αποσπάσματα και τα μεταφέρει σε μεγάλους χαρακτήρες επάνω σε ένα μεγάλο χαρτόνι. Το τοποθετεί σε ένα τραπέζι στη μέση της αυλής του συγκροτήματος και αρχίζει να μοιράζει αντίγραφα στους περαστικούς. Επίσης ενώνει και μια πρόσκληση γραμμένη επάνω σε ένα ορθογώνιο πανί που πάρθηκε από ένα σεντόνι: “Συλλογή τροφίμων σε αλληλεγγύη με τους ζαπατίστας: ρούχα, ρύζι, και φασόλια είναι καλοδεχούμενα”.

Οι ιθαγενείς που αγωνίζονταν διέσχισαν τη χώρα, κάνοντας περισσότερα από έξι χιλιάδες χιλιόμετρα, και έφτασαν στην Πόλη του Μεξικού μετά από τρεις εβδομάδες ταξιδιού. Έχουν ανάγκη τροφής και ρουχισμού.

Μια ηλικιωμένη κυρία πλησιάζει τον νεαρό φοιτητή, τον εξετάζει προσεκτικά και αρχίζει να τον χλευάζει: “Μας έλειπε μοναχά κόσμος από έξω να μπερδευτούν στα πολιτικά ζητήματα της Χώρας, θυμήσου πως μπορούμε να ζητήσουμε την απέλαση για εκείνους σαν κι εσάς, το λέει το Σύνταγμα!”.

“Γιατί δεν απομακρύνετε το ξενοφοβικό τσιπάκι απ’ το κεφάλι σας;”, απαντά ο νεαρός που, αλλαγμένος λίγο στην συμπεριφορά του αλλά όχι τρομαγμένος δεν γίνεται κατανοητός και σε αντάλλαγμα λαμβάνει μια γκριμάτσα. Μέχρι πριν λίγα λεπτά βρίσκονταν στη συντροφιά δυο μεξικάνων compas οι οποίοι, με κάποιο τρόπο, κάλυπταν την παρουσία του, αλλά στη συνέχεια παρέμεινε μόνος στο έλεος ενοχλημένων βλεμμάτων κάποιων δεξιόστροφων και των αναθεμάτων μιας γριάς αντιζαπατίστα.

Εν τω μεταξύ οι zapatisti, την ώρα που στο κοινοβούλιο διαπληκτίζονταν για το τι να κάνουν, είχαν επιστρέψει στα Chiapas. Στις 28 μαρτίου μια αντιπροσωπεία είκοσι τριών διοικητών επιστρέφει στην πρωτεύουσα. Μια γυναίκα λαμβάνει τον λόγο μπροστά σε ολόκληρη την Χώρα, στο κτίριο της νομοθετικής εξουσίας: “Υποφέρουμε τρεις φορές διότι είμαστε γυναίκες, είμαστε αυτόχθονες και είμαστε φτωχές”, εγκαλεί. “Ερχόμαστε εδώ για να μας ακούσετε και για να ακούσουμε και για να κάνουμε διάλογο”, επαναλαμβάνει. Είναι η comandanta Esther. Ο Marcos δεν εισέρχεται, μιλούν οι άλλοι. Είναι στρατηγικής σημασίας η απουσία του, έξυπνη κίνηση. Το διάστημα που είναι αφιερωμένο στην ποίηση και στις ανακοινώσεις καταλαμβάνεται από τις αιτιάσεις του αγώνα και της πορείας και ο Υποδιοικητής μοναχά εξηγεί πως “σήμερα ο πόλεμος είναι λίγο μακρύτερα και η ειρήνη με δικαιοσύνη και αξιοπρέπεια λιγάκι κοντύτερα”.

Ένα μήνα αργότερα τα κόμματα που έχουν την πλειοψηφία των δυο τρίτων στο κοινοβούλιο, με την οποίαν έχουν τη δυνατότητα να μετατρέψουν το Σύνταγμα, είναι ο δεινόσαυρος PRI και το PAN, που έφτασε στο σημείο να κερδίσει την προεδρία με τον Vicente Fox τον προηγούμενο χρόνο, και ψηφίζουν μια αντιμεταρρύθμιση που προδίδει το γράμμα και τις προθέσεις των συμφωνιών. Ένα PRD διαιρεμένο και σχιζοφρενικό ψηφίζει ενάντια στην Camera και υπέρ στο Senato, μα η μεταρρύθμιση περνά έτσι κι αλλιώς. Τότε οι zapatisti κλείνουν με τις πολιτικές των συνεννοήσεων με τους γραφειοκράτες των σαλονιών, οι Βάσεις Στήριξης τους σφίγγουν γύρω από την Comandancia, την Διοίκηση για να  συγκεκριμενοποιήσουν εκ των πραγμάτων, όχι πλέον μέσω νόμων, την αυτονομία και να ιδρύσουν τις κοινότητες των caracoles.

Περνούν τα χρόνια, το 2006 ο πρόεδρος Calderón εξαπολύσει μια αυτοκτονική εκστρατεία  “πολέμου στο ναρκοεμπόριο” και αφήνει στον »αγωνιστικό χώρο», μέσα σε μια δεκαετία,  200 χιλιάδες νεκρούς και 31 χιλιάδες desaparecidos, αγνοούμενους. Μα στα Chiapas μια νέα γενιά zapatista είναι έτοιμη. Ο subcomandante Marcos αποφασίζει να βγει από την σκηνή, ανακοινώνει το θάνατο του και μεταμορφώνεται σε Galeano τον μάϊο του 2014, λίγες μέρες μετά την άγρια δολοφονία, που διέπραξαν παραστρατιωτικοί, του δασκάλου και συντρόφου José Solís López, γνωστού ακριβώς σαν Galeano. “Πιστεύουμε πως είναι απαραίτητο ένας από εμάς να πεθάνει ούτως ώστε να ζήσει ο Galeano”, είναι η εξήγηση που δίδει ο Marcos. Ο subcomandante Moisés γίνεται ο νέος εκπρόσωπος. Ο Marcos ανακοινώνει την “αντικατάσταση” του και, μιλώντας για την καταγωγή της δημόσιας φιγούρας του, γράφει: “Ξεκινά με αυτό τον τρόπο μια πολύπλοκη μανούβρα αντιπερισπασμού, ένα τέχνασμα μαγείας τρομερό και θαυμάσιο, ένα άτακτο τέχνασμα της αυτόχθονης καρδιάς μας, η αυτόχθονη σοφία προκαλούσε τη νεωτερικότητα σε ένα από τα προπύργια της: τα μέσα ενημέρωσης. Ξεκίνησε τότε η δημιουργία της προσωπικότητας, του χαρακτήρα που ονομάζεται Marcos”. Τώρα δεν υπάρχει άλλο,  »ανοίγουμε το χώρο» στις νέες γενιές.

 

 

Καλούμε όλους και όλες να μην ονειρεύονται, αλλά να κάνουν κάτι απλούστερο και οριστικό: σας ζητούμε να ξυπνήσετε εκ νέου.

Subcomandante Marcos, ιανουάριος 1999

San Cristóbal de las Casas, Universidad de la Tierra, 14 οκτωβρίου 2016 Πανεπιστήμιο της Γης

“Να τρέμει στα κέντρα της η Γη”, το ανακοινωθέν ταξιδεύει διαγαλαξιακά από την  selva lacandona του Chiapas στο διάστημα. “Δηλώνουμε πως βρισκόμαστε σε διαρκή συνέλευση και διαβουλευόμαστε σε καθεμιά από τις γεωγραφίες μας, τα εδάφη μας και τις διοικήσεις μας την συμφωνία αυτού του Πέμπτου CNI, για να ορίσουμε ένα αυτόχθονο συμβούλιο κυβέρνησης της οποίας ο λόγος θα ενσωματώνεται από μια γυναίκα ιθαγενή”. Το Congresso Nazionale Indigeno (CNI), το Εθνικό Αυτόχθονο Συνέδριο, χώρος συνάντησης και οργάνωσης του ιθαγενούς κινήματος σε εθνικό επίπεδο που ιδρύθηκε το 1996 και σύμμαχος του EZLN, ταράζει τα νερά προτείνοντας γυναίκα και ιθαγενή για την προεδρία. “Επιβεβαιώνουμε πως ο αγώνας μας δεν είναι για την εξουσία, δεν την επιζητούμε, αλλά να καλέσουμε τους αυτόχθονες λαούς και την κοινωνία των πολιτών να οργανωθούν για να μπλοκάρουμε αυτή την καταστροφή, να ενδυναμώσουμε τις αντιστάσεις μας και τις εξεγέρσεις μας, δηλαδή την υπεράσπιση της ζωής κάθε ανθρώπου, κάθε οικογένειας, κάθε κολλεκτίβας, κοινότητας ή συνοικίας. Να χτίσουμε την ειρήνη και την δικαιοσύνη καταλήγοντας από κάτω, απ’ όπου είμαστε αυτό που είμαστε”.

“Ciao, μα έχεις ακούσει; διάβασες; το CNI για να καταπολεμήσει την λεηλασία των εδαφών και των κοινοτήτων προσπαθεί, το » ζήτημα των ιθαγενών’’ επιστρέφει στο κέντρο”, ο τόνος της φωνής είναι διεγερμένος. Ο φοιτητής, ο οποίος εν τω μεταξύ έχει τελειώσει την διατριβή του και παρακολουθεί ένα διδακτορικό, ακούει και κλείνει τα μάτια για να συγκεντρωθεί. Μόλις που αντιλαμβάνεται ποιος είναι ο φίλος από την άλλη πλευρά της συσκευής ο οποίος παίρνει αμέσως φόρα και αρχίζει να τον παροτρύνει: “Τώρα υπάρχει μια εναλλακτική στο κυρίαρχο πολιτικό σύστημα!”. Μετά την ρήξη των zapatisti με το πολιτικό σύστημα και τους θεσμούς ο γάλλος, που παρέμεινε στο Messico για να ζήσει, δεν ξέρει τι να σκεφτεί και η απαισιοδοξία του είναι σχεδόν κοσμική: “Ναι, ok, μα εσύ πως είσαι; Είδα λιγάκι τα νέα, όντως, για πρώτη φορά στην ιστορία εδώ μπορούν να παρουσιαστούν υποψήφιοι ανεξάρτητοι έξω από τα κόμματα, αλλά πρέπει να τραβήξουν κοντά τους 800 χιλιάδες υπογραφές, αλλά στη συνέχεια με ποιους θα κυβερνήσουν χωρίς κόσμο στο κοινοβούλιο;”. “Εντάξει, μα είναι έτσι κι αλλιώς κάτι ιστορικό, δεν το έχουμε ξαναδεί, εμπρός”, επιμένει ο φίλος στο τηλέφωνο. “Το ξέρω, θα δούμε, ήδη υπάρχουν αυτοί που λεν πως θέλουμε να φτιάξουμε μια σκιώδη κυβέρνηση ή κάτι τέτοιο, δεν έχω καταλάβει”, αναστενάζει ο φοιτητής. “Θα τα πούμε καλύτερα αργότερα, να κάνουμε μια συνέλευση, κάτι…”, καταλήγει ο καλέσας. “Claro, claro, εντάξει, εντάξει, μια αγκαλιά σύντομα!”, αποδεσμεύεται ο φοιτητής. Δυσκολεύεται να πιστέψει το νέο, είναι έκπληκτος, κι ευτυχισμένος, μα μπερδεμένος. Η μεξικάνικη πολιτική κάνει να χάνουν εύκολα την πυξίδα ακόμη και αυτοί που την μασούν από καιρό.

Αμέσως είναι άγριες οι αντιδράσεις της προοδευτικής intellighenzia και κομμάτων όπως το  PRD και το MoReNa που φοβούνται πως θα χάσουν ψήφους από τα αριστερά τους και ήδη παροτρύνουν “το λαό” στην “χρήσιμη ψήφο” για να μπλοκάρουν τις δεξιές. Από την άλλη πλευρά αντιθέτως υπάρχει αυτός που διεκδικεί το δικαίωμα στον οποιονδήποτε να διεκδικεί την υποψηφιότητα, ειδικότερα όταν μάλιστα πρόκειται για οργανώσεις ιστορικά αποκλεισμένες. Ο στόχος τους είναι να διοικούν υπακούοντας μέσα από ένα συμβούλιο αυτόχθονο κυβέρνησης και μιαν προεδρεύουσα-εκπρόσωπο εκλεγμένη από τις βάσεις. Οι εφημερίδες του καθεστώτος κατηγορούν τους ζαπατίστας και το CNI πως είναι προβοκάτορες και πως δεν έχουν ελπίδες. Η συζήτηση ανάβει, και είναι ένα πρώτο σημαντικό αποτέλεσμα για τους αυτόχθονες οργανωμένους λαούς.

Εγώ αγωνίζομαι για ιδανικά και προσπαθώ την μετατροπή του Μεξικού με ειρηνικό τρόπο

Η ψήφος είναι το μοναδικό όπλο που έχει ο λαός ώστε να αλλάξει τα πράγματα

Andrés Manuel López Obrador

Città del Messico, 2 ιουλίου 2018 Πόλις του Μεξικού

Είναι νύχτα, σχεδόν μεσάνυχτα. Βρέχει με τη σέσουλα. Ο leader είναι μόνος του. Βλέπει στην οθόνη τα αποτελέσματα. Γελά, τα μάτια του γυαλίζουν και σκέφτεται αυτά που θα κάνει. Του είπαν να μείνει ήρεμος, μετά το έμφραγμα πριν πέντε χρόνια η καρδιά του έχει ανάγκη διαλογισμού. Δεκάξι ώρες δουλειάς, τρία συλλαλητήρια την ημέρα, ριπές συναισθημάτων και μια εκλογική εκστρατεία διαρκής που διαρκεί εδώ και περισσότερα από δέκα χρόνια θα έριχνε κάτω οποιονδήποτε. Το AMLO έχει κάνει ολόκληρη την tour σε όλους τους δήμους του Μεξικού, η εμπειρία του στην επικράτεια είναι πολύτιμη και η ομάδα του έχει πολλά ταλέντα, κυρίως στον χώρο του πολιτισμού και των κοινωνικών πολιτικών.

Ο leader ζήτησε από όλους να βγουν από το δωμάτιο. Ακόμη δεν το πιστεύει. Συγκαλεί τους συνεργάτες τους σε μια επείγουσα reunión για να χειριστούν το καλύτερο δυνατόν τις πρώτες δηλώσεις στον τύπο. Σε 89 εκατομμύρια έχοντες δικαίωμα, χθες ψήφισαν τα δυο τρίτα υπήρξε μια εκλογή η πιο συμμετοχική της ιστορίας. Μα ο Andrés Manuel δεν νίκησε. Κανένα κόμμα δεν νίκησε.

Το εκλογικό ινστιτούτο επικοινώνησε τα αποτελέσματα της προκαταρκτικής καταμέτρησης: το AMLO πήρε το 25%, η Margarita Zavala, σύζυγος του πολεμοκάπηλου Calderón, το 17%, ο Osorio Chong, του PRI, το 13%, οι ανεξάρτητοι το 1% και ο Mancera, του PRD, το 9%. Η υποψήφια του  EZLN και του CNI νίκησε τους υποψηφίους και εδραιώνει την προεδρία με το 35% των ψήφων. Το συμβούλιο της αυτόχθονης κυβέρνησης την συνοδεύει, θα εγκατασταθεί την πρώτη δεκεμβρίου. Κανένα προγνωστικό, καμία εικασία, δεν το είχαν φανταστεί. Στο κοινοβούλιο, μοναχά το MoReNa είχε φτάσει σε μια πλειοψηφία που, αν και ευάλωτη, μπορεί να αποφασίσει εάν θα υποστηρίξει την presidenta ή θα βυθίσει την Χώρα στο χάος.

Αφήνουν τον τύπο να εισέλθει. Ο AMLO είναι κουρασμένος αλλά ήρεμος. “Τι έχετε σκοπό να κάνετε;”, ένας reporter της La Jornada τον ρωτά. Ο πολιτικός είχε υποσχεθεί πως θα αποσύρονταν σε ιδιωτική ζωή σε περίπτωση ήττας. “Νικήσαμε – εξηγεί – αλλά κυρίως χάσαμε, διότι ήμουν μοναχά εγώ το κέντρο, το κόμμα, μα τώρα για το MoReNa ήρθε η ώρα να διοικήσει υπακούοντας  και  να υποστηρίξει την αλλαγή”.

Εν τω μεταξύ ένα αυθόρμητο πλήθος, τεράστιο και εορτάζων κατακλύζει τις Insurgentes και Reforma, τις μεγαλοπρεπείς avenidas λεωφόρους που κόβουν σε σταυρό την μεξικανική πρωτεύουσα από βορά προς νότο και από ανατολή προς δύση. Το τελετουργικό είναι εντυπωσιακό. Ένας αιώνιος φοιτητής περπατά στο κέντρο, δεν μοιάζει ούτε καν ένας ξένος ύστερα από τόσα χρόνια, με την αχτένιστη γενειάδα του και το χάλκινο δέρμα του στην αιώνια μεξικάνικη άνοιξη. Έχει δει τόσα πολλά χρώματα της γης αυτά τα χρόνια,  έχει δει τη σκόνη του Μεξικού να βάφεται με αίμα και την ελπίδα να γκριζάρει από σφαίρες και μακάβριες καταμετρήσεις θυμάτων. Mα σήμερα, όπως και το ενενήντα τέσσερα, είναι πολύχρωμες και αντάρτισσες οι κραυγές που μουσκεύουν απ’ τη βροχή μες τη χαρά. Βλέπει τα σύννεφα ν’ ανοίγουν, κάθεται, παρατηρεί τον ομφαλό της σελήνης και ξέρει πως δεν είναι πια μόνος ενώ περιμένει την αυγή της αλήθειας και της δικαιοσύνης.

https://www.carmillaonline.com/2017/09/20/z-zapatismo-colore-della-terra/