ιστορία, storia

η ιστορία του Τρέντο…α]

Ας επιστρέψουμε στα χρόνια, του πανεπιστημίου του Τρέντο. Είπες ότι είχατε φτιάξει μια κομμούνα.

Μια φίλη μας πρόσφερε ένα μισοχαλασμένο σπίτι στις όχθες του ποταμού Άντιτζε. Μαζί με τον Ροστάνιο και τον Πάολο Παλμιέρι, που τώρα διδάσκει Ανθρωπολογία στο πανεπιστήμιο της Πάντοβα, αποφασίσαμε να κάνουμε μια κομμούνα, ή πιο απλά »ένα σπίτι ανοικτής μελέτης». Δουλέψαμε λίγο, ανακαινίζοντας το κτίριο, με τη βοήθεια εθελοντών, και αυτο-βοηθούμενοι από μικρο-κλοπές. Θυμάμαι, που σηκώσαμε από μια πλατεία το κουβούκλιο των τροχονόμων και το μετατρέψαμε σ’ ένα μεγάλο τραπέζι εργασίας.

Εκεί κοιμόμαστε τρία άτομα, ωστόσο, κατά τη διάρκεια της μέρας ερχόταν όποιος ήθελε. Μέχρι και ομάδες από είκοσι αγόρια ανάμεσα τους και κανένα κορίτσι. Πραγματοποιούσαμε μικρά σεμινάρια, οργανώσαμε ένα είδος αντί-μαθήματα που δεν τ’ ακουμπούσαν στο πανεπιστήμιο ή τα δίδασκαν λάθος κατά  τη γνώμη μας: περισσότερο Βιτγκεστάιν από  Μαρξ, αλλά και Φανόν, Μαρκούζε, Μπέντζαμιν…Και ξεκίνησε έτσι ένα παράξενο παιχνίδι, αφού για τα ήδη κλειστά μυαλά της κοινωνίας του Τρέντο, να συχνάζει κανείς στο »ανοικτό σπίτι» μας σήμαινε σκληρή κριτική, και έβαζε σε υποψίες. Μέχρι το σημείο, που η Μαριανέλα Σκλάβι κι εγώ, εκείνη την περίοδο, αρχίσαμε να πειραματιζόμαστε, σε τεχνικές του κοινωνικού δράματος στα μπαρ του Τρέντο, δημιουργώντας δραματικές-ιλαρές σκηνές που προφανώς προσέθεταν το απαραίτητο αλατοπίπερο στο γενικό σούσουρο.

Μια από τις πρώτες φοιτήτριες που ξεκίνησαν να συχνάζουν τακτικά στο »σπίτι των μάγων» ήταν η Μαργκερίτα Καγκόλ και ένας από τους λόγους που μ’ έκαναν να την ερωτευτώ αμέσως, ήταν το θάρρος που επέδειξε διασχίζοντας εκείνη τη γέφυρα στο Άντιτζε που έβγαζε σε μας. Έτσι ξεκίνησε η δική μας ιστορία αγάπης η οποία δεν τελείωσε και ποτέ.

Ωστόσο η πολιτική συζήτηση που ξεκίνησε στο πανεπιστήμιο σας δεν εξαντλήθηκε μόνο στη διεκδίκηση σας για την έδρα.

Εννοείται πως όχι. Όσο εξελισσόταν ο αγώνας τόσο ωρίμαζε η πολιτική μας συνείδηση στην καλλιέργεια της οποίαν καταλυτικό ρόλο έπαιξαν περιοδικά όπως τα Quaderni Rossi, Quaderni piacentini και Classe operaia, [Κόκκινα Τετράδια, Τετράδια της Πιατσέντσα και εργατική Τάξη]. To Tρέντο ήταν ένα πανεπιστήμιο που είχε φοιτητές που δεν προέρχονταν από το ινστιτούτο και για αυτό ήταν γόνιμο για να ξεκινήσει μια συζήτηση πάνω στο πόσο απαραίτητο ήταν το πέρασμα από μια σχολή για την ελίτ σε μια σχολή για το λαό.

Bέβαια, το ουσιαστικό στοιχείο που συγκέντρωσε όλα τα υπόλοιπα σ’ ένα και προκάλεσε την έναρξη του μηχανισμού δράσης ήταν ο αντίκτυπος του κινήματος κόντρα στον πόλεμο του Βιετνάμ που μας έφτανε από τα αμερικανικά πανεπιστήμια. Ως σχολή κοινωνιολογίας ήμασταν απευθείας συνδεδεμένοι με το Μπέρκλει και κινητοποιηθήκαμε σε συντονισμό με την εξέγερση των καλιφορνέζων φοιτητών. Το φθινόπωρο του ’67 αποφασίσαμε την κατάληψη του πανεπιστημίου.

Και ήταν η πρώτη φορά που πραγματοποιήθηκε μια κατάληψη στην Ιταλία, αν δεν κάνω λάθος.

Ακριβώς. Τα πράγματα κύλησαν ως εξής. Εγώ ήμουν »υπουργός πολιτισμού» του μικρού πανεπιστημιακού κοινοβουλίου και κατά τη διάρκεια μιας τεταμένης συνέλευσης του αντιπροσωπευτικού μας οργάνου, ο Ροστάνιο πρότεινε την κατάληψη. Δεν συμφώνησαν όλοι. Στο τέλος της συνέλευσης μετρηθήκαμε. Ήμασταν επτά  εκείνοι που προτιμούσαμε αυτό τον τύπο αγώνα και που τότε φάνταζε πολύ τραβηγμένος. Αργότερα γίναμε έντεκα.

Στο μεταξύ είχε ήδη νυχτώσει και το πανεπιστήμιο θα έκλεινε. Αρχίσαμε να τρέχουμε και ίσα που προλάβαμε  τον φύλακα έτοιμο να κλείσει την πύλη. »Κοίτα, απόψε θα κοιμηθούμε εδώ» του είπαμε »εσύ μπορείς να φύγεις, μην ανησυχείς για τίποτα». Ανοιγόκλεισε τα μάτια σαν να του είχαμε πει ότι στην τσάντα κουβαλούσαμε βόμβα.

Φτιάξαμε ένα οδόφραγμα μεταφέροντας ότι έπιπλα βρήκαμε και επειδή το πανεπιστήμιο ήταν ακριβώς απέναντι από το περιοδικό L’ Adige που ο ιδιοκτήτης του ήταν ο Πίκολι [μεγαλοστέλεχος της Χριστιανοδημοκρατίας], κρεμάσαμε από το παράθυρο σεντόνια με συνθήματα όπως »Κατάληψη Πανεπιστημίου», »Σταματήστε τον πόλεμο στο Βιετνάμ».

Η ιστορία αυτή προκάλεσε πολύ θόρυβο. Τις επόμενες μέρες από έντεκα που είμαστε περάσαμε τους χίλιους. Εντάξει, δεν κοιμόμαστε όλοι στο πανεπιστήμιο. Είχαμε βάρδιες μεν αλλά και πάλι ήταν λίγο μπάχαλο τα πράγματα. Όπως και να ‘χε όμως οργανώναμε συνελεύσεις, συζητήσεις, ψηφοφορίες…

Τελικά αποφασίσαμε να μην απορρίψουμε στο σύνολο τους, τις ακαδημαϊκές δομές που είχαν σαν πλεονέκτημα ότι σ’  έκαναν να δουλέψεις σκληρά, αλλά αντίθετα να δημιουργήσουμε παράλληλους κύκλους μαθημάτων όπως άρεσαν σ’ εμάς, πάνω σε θέματα με τα οποία ήμασταν παθιασμένοι. Ξεκινήσαμε ακόμη, να καλούμε προσωπικότητες του πολιτισμού απομακρυσμένες από τους ακαδημαϊκούς κύκλους όπως για παράδειγμα τον Λέλιο Μπάσσο που είχε πάει στο Βιετνάμ και μας έφερε βόμβες διασποράς που τις χρησιμοποιούσανε κόντρα στους Βιετκόγκ.

Καλέσαμε ακόμα την ομάδα του Living Theatre του Τζούλιαν Μπεκ, όπου έμεινε δεκαπέντε μέρες προκαλώντας μέγα σκάνδαλο και αναταραχή στην πόλη.

Τελικά δημιουργήσαμε το πρώτο παράδειγμα »αρνητικού πανεπιστημίου» που μετά εξαπλωνόνταν στο Παλάτσο Καμπάνα του Τορίνο και σ’ άλλα ακόμη πανεπιστήμια.

Όπως ήταν φυσικό η πρώτη κατάληψη του πανεπιστημίου διήρκησε λίγες μέρες, μιας και ένα πρωινό φτάσανε πολλές δυνάμεις της αστυνομίας και μας έβγαλαν έξω. Εμείς τότε διαλέξαμε την παθητική αντίσταση που ήταν και η παραδοσιακή μέθοδος στις διαμαρτυρίες στην Αμερική.

Και δεχτήκαμε αμέτρητες γκλομπιές. Μας συνέλαβαν και ύστερα μας άφησαν χάρη στην επέμβαση κάποιων βουλευτών του κομμουνιστικού κόμματος.

Έτσι ξεκίνησε μια δυναμική και ταραχώδης περίοδος στην οποία όσο εξελισσόταν οι πρωτοβουλίες του »αρνητικού πανεπιστημίου», το πανεπιστήμιο κάθε λίγο ήταν υπό κατάληψη.

Υπάρχει κι ένα ιδρυτικό κείμενο του »αρνητικού πανεπιστημίου» σας, που στις αρχές του ’68 κυκλοφόρησε σ’ όλη την Ιταλία. Ποιος το έγραψε;

Το ετοίμασα εγώ τις πρώτες μέρες της κατάληψης, εμπνευσμένος απ’ όσα είχαν γίνει από τους φοιτητές στο Μπέρκλεϋ. Αργότερα, η μπροσούρα μου, έγινε αντικείμενο συζητήσεων στις συναντήσεις της κομμούνας μας, για να καταλήξει στο τελικό κείμενο με τον τίτλο, »Μανιφέστο για ένα αρνητικό πανεπιστήμιο».

Πρόκειται για ένα κείμενο που σε γενικές γραμμές πραγματεύονταν ένα θέμα περιχαρακωμένο ακόμα εντός θεσμών, όπως και να ΄χει καθόλου επαναστατικό. Τα πιο σημαντικά σημεία ήταν δυο: η κριτική στην τεχνοκρατία, αποστεωμένη από τη γνώση αυτού που εμείς ονομάζαμε »ζωή» και η κριτική της αρνητικής επιρροής που είχαν τα ιταλικά πανεπιστήμια στην ίδια την κοινωνία, αναπαράγοντας παθητικά την κυρίαρχη κουλτούρα.Σε πρακτικό επίπεδο η πρώτη συνέπεια εκείνων των αναλύσεων, ήταν η πρόταση για μια θέση αντι-κοινωνιολόγου που θα δούλευε μαζί με τις περιθωριοποιημένες δυνάμεις για να τις βοηθήσει προκειμένου να έχουν αποτελεσματικότερες μεθόδους και μέσα παρέμβασης.

συνεχίζεται…

me-xeskepasto-prosopo

 

 

 

 

 

 

ιστορία, storia

Η Πρώτη Ταξιαρχία, τρίτο μέρος

Ρενάτο Κούρτσιο: με ξεσκέπαστο πρόσωπο, του Μάρκο Σαλόγια

 

me-xeskepasto-prosopo

Εσύ [Ρενάτο Κούρτσιο] έγραφες τις προκηρύξεις;

Συνήθως ναι. Ήμουν εκείνος που αναλάμβανε τη σύνταξη των κειμένων. Το έκανα, αφότου είχα ακούσει, για πολύ ώρα τη γνώμη των εργατών και των συντρόφων που είχαν πάρει μέρος στην εκάστοτε ενέργεια.

Το σχέδιο μου, ήταν να προωθήσω όσα συνθήματα είχαν ακουστεί στο εργοστάσιο, προσθέτοντας τη δική μας ανάλυση. Κοιτάχτε, έγραφα, πρέπει να αρχίσουμε να σκεφτόμαστε τους εργατικούς αγώνες με νέα σχήματα, αυτό που προτείνουμε είναι μια οργάνωση της εργατικής εξουσίας λιγότερο ανοικτή και περισσότερο επαναστατική.

Μας προέκυπτε μια φτωχή γλώσσα που προσπαθούσε να είναι αποτελεσματική. Μας έκαναν συχνά κριτική για τη γλώσσα που είχαμε επιλέξει να χρησιμοποιούμε, »τι κοινότυποι που είστε» μας έλεγε πολύ κόσμος. Ωστόσο, εγώ όσο έγραφα είχα πάντα στο μυαλό μου, μια συζήτηση που είχα με ένα μέλος των Μαύρων Πανθήρων εξόριστο στην Αλγερία ο οποίος με το χαμόγελο στα χείλη μας είχε κάνει αυστηρή κριτική: »όταν μιλάτε για όσα συμβαίνουν στις γειτονιές και στα εργοστάσια, έχετε τόση ανησυχία να τα προσαρμόσετε στα δικά σας ιδεολογικά σχήματα που σας διαφεύγει εντελώς το πόσο δυσνόητοι καταλήγετε…» Από τότε έλεγα πάντοτε στον εαυτό μου, πως καλύτερα κοινότυποι παρά δυσνόητοι.

Δυστυχώς, συχνά καταφέρναμε να είμαστε ταυτόχρονα και τα δυο μαζί….

Συμμετείχες, πάντα στις ενέργειες;

Πάνω σ’ αυτό γινόντουσαν πολλές συζητήσεις. Μερικοί σύντροφοι ήταν της γνώμης πως έπρεπε να κρατηθώ μακριά από τις επικίνδυνες δράσεις καθότι ήμουν πιο χρήσιμος στο να συντάσσω τις εφημερίδες, τα διάφορα αρχεία του αγώνα όπως και τις προκηρύξεις. Επιπλέον, είχα σχέσεις με κόσμο ετερόκλητο: εργάτες, συνδικαλιστές, προλετάριους, από τις λαϊκές γειτονιές του Μιλάνο, »ορφανά» του ’68 που είχαν διασκορπιστεί σε διάφορες ομάδες…Μια ενδεχόμενη σύλληψη μου, θα μπορούσε να βλάψει πολύ κόσμο.

Από την άλλη, βέβαια εγώ επέμενα να συμμετέχω και σιγά σιγά πέρασε η άποψη ότι δεν ήταν απαραίτητο να δρουν ξεχωριστά τα χέρια και το μυαλό. Δεν μας φαίνονταν σωστό κάτι τέτοιο, πόσο μάλλον όταν ασκούσαμε κριτική σε ομάδες όπως η Εργατική Εξουσία και ο Συνεχής Αγώνας που είχαν ξεχωρίσει το ένοπλο τμήμα τους από τις πολιτικές οργανώσεις.

Στην αρχή λοιπόν, ήμουν λίγο απομακρυσμένος αλλά γρήγορα άρχισα να συμμετέχω στις διάφορες ενέργειες μας, όπως και οι υπόλοιποι. Τέλος πάντων το μόνο που δεν μας έλειπε ήταν τα »εργατικά χέρια» αφού όταν ήταν να προχωρήσουμε σε μια ενέργεια τιμωρίας κάποιου επιστάτη του εργοστασίου, δεκάδες ήταν οι σύντροφοι που θέλανε να συμμετάσχουν.

Πως μοιράζατε τις προκηρύξεις;

Στο εργοστάσιο, το κάναμε με τους πιο απλούς τρόπους: χέρι με χέρι κατά τη διάρκεια διαδηλώσεων ή τα αφήναμε στα τραπέζια των συνδικαλιστών, στα αποδυτήρια, στις γραμμές συναρμολόγησης…ενίοτε μάλιστα όλο και κάποιος ανακάλυπτε και νέους τρόπους, όπως για παράδειγμα, η χρησιμοποίηση των σωλήνων του εσωτερικού ταχυδρομείου που καταλήγει στα γραφεία των υπαλλήλων και βέβαια της διεύθυνσης, προς έκπληξης όλων.

Εκείνη την εποχή, δεν είμαστε ακόμη παράνομοι. Όλοι μας γνώριζαν στο κίνημα. Και στο εργοστάσιο το ίδιο, συμπεριλαμβανομένων και των συνδικαλιστών του ΚΚΙ όπως και των εργατών που ανήκαν σε εξωκοινοβουλευτικές οργανώσεις. Ξέρανε λοιπόν ποιο είμαστε και τι κάναμε. Θα μπορούσε κανείς να πει ότι ενεργούσαμε σχεδόν στα φανερά, χωρίς να παίρνουμε και πολλές προφυλάξεις. Ωστόσο οι Ερυθρές Ταξιαρχίες είχαν ήδη γεννηθεί.

Έτσι λοιπόν, βρίσκεσαι ιδρυτής, ιδεολόγος και αρχηγός του πρώτου πυρήνα των Ταξιαρχιών που δρα ουσιαστικά στην Pirelli και στη Sit- Siemens του Μιλάνο. Με περισσότερο από είκοσι χρόνια να ‘χουν περάσει μπορείς να δεις και να αξιολογήσεις με καθαρή ματιά όλη αυτή την πορεία που σ’ έφερε στο σημείο αυτό;

Αυτό που ξέρω είναι ότι δεν πρόκειται για μια ευθεία διαδρομή αλλά για μια διαδοχή εμπειριών, ακόμα και ασυνεχών που μερικές φορές οφειλόταν μόνο σε συμπτώσεις ή σε ακαθόριστες από πριν συνθήκες. Μέχρι να γίνω στα τριάντα μου, ταξιαρχίτης είχα περάσει μέσα από υπαρξιακές κρίσεις, εντελώς διαφορετικές μεταξύ τους.

Βέβαια, για να γίνει πλήρως κατανοητή όλη αυτή η πορεία, καλό θα ήταν να κάναμε ένα μεγάλο άλμα προς τα πίσω. Μα το πιάσουμε από την αρχή.

κι εμείς με την μουσική ερχόμαστε πάλι στο σήμερα:

 

Muse – The Globalist [Lyrics]

 

ιστορία, storia

Η Πρώτη Ταξιαρχία, δεύτερο μέρος

Ρενάτο Κούρτσιο: με ξεσκέπαστο πρόσωπο, του Μάρκο Σαλόγια

me-xeskepasto-prosopo

Έτσι λοιπόν η γέννηση του εμβλήματος των Ερυθρών Ταξιαρχιών, συμπίπτει με την στιγμή που αποφασίζετε να περάσετε στη δράση πραγματοποιώντας τις πρώτες ενέργειες κατά των αυτοκινήτων των επιστατών της Pirelli. Υπήρξαν στιγμές γενικευμένης διαφωνίας με την επιλογή αυτή ;

Μιλήσαμε για όλα αυτά με πολύ κόσμο. Θυμάμαι μια συνάντηση σε κάποιο από τα γραφεία της Προλεταριακής Αριστεράς στο Μιλάνο που πρέπει να είχε τουλάχιστον εκατό πενήντα άτομα. Μαζί με την Μαργκερίτα και τον Αλμπέρτο Φραντσεσκίνι, πρότεινα ότι έπρεπε να ολοκληρωθεί το μέχρι τότε εγχείρημα, προκειμένου να συνεχιστεί η δραστηριοποίηση μας μέσω άλλων μορφών πια, περνώντας σε ενέργειες »ένοπλης προπαγάνδας» όπως χαρακτηριστικά τις λέγαμε.

Από την φασιστική σφαγή στην Πλατεία Φοντάνα και έπειτα, είχε δημιουργηθεί ένα κλίμα έντασης με βίαιες συγκρούσεις. Λέγαμε τότε ότι ήταν αδύνατο να συνεχίσουμε με την υπάρχουσα οργάνωση, δρώντας φανερά. Προφανώς, αποφεύγαμε να κάνουμε δημόσια τέτοιου είδους συζητήσεις, ωστόσο ήταν αναγκαίο να γνωρίζουμε πόσοι σύντροφοι ήταν διατεθειμένοι να ξεκινήσουν μαζί μας σ’ αυτήν την καινούργια πορεία.

Και τι κάνατε λοιπόν;

Είπαμε: »Όποιος είναι διατεθειμένος να μπει σε μια τέτοια συζήτηση ας σηκώσει το χέρι». Και σήκωσαν τα χέρια τους καμιά εκατοστή. Κάτι που μας φάνηκε, κομμάτι υπερβολικό για να ξεκινήσουμε μια παράνομη οργάνωση. Παρόλα αυτά, το πρόβλημα λύθηκε γρήγορα μιας και σε λίγες βδομάδες οι ενθουσιασμοί μειώθηκαν κατά πολύ. Τόσο που τελικά μείναμε καμιά δεκαπενταριά.

Γιατί, τόσο μαζική φυγή;

Για να διαπιστώσουμε τις πραγματικές διαθέσεις των συντρόφων τους προτείναμε να συμμετέχουν σε μια »προλεταριακή απαλλοτρίωση», σε μια ληστεία με άλλα λόγια. Όπως ήταν αναμενόμενο, πολλοί άρχισαν τις δικαιολογίες.

Τι τύπου δικαιολογίες;

Η αλήθεια είναι ότι δεν επρόκειτο μόνο για δικαιολογίες προκειμένου να καλύψουν τους φόβους τους. Υπήρχαν και βάσιμες ενστάσεις. »Η κατάσταση εδώ διαφέρει από εκείνη της Λατινικής Αμερικής» τόνισαν μερικοί, ή »είμαστε πολιτικά στρατευμένοι και αν μας πιάσουν θα καταλήξουμε στη φυλακή ως κοινοί εγκληματίες».

Δεν είχαν βάση αυτές οι αντιδράσεις;

Σαφώς και είχαν βάση. Ούτε εμένα με γοήτευε η προοπτική να καταλήξω στη φυλακή σαν ένας οποιοσδήποτε ληστής. Ωστόσο, από την άλλη, ήταν απαραίτητο να συγκεντρωθούν χρήματα, ώστε να δημιουργηθούν, οι πρώτες οργανωτικές δομές. Εμείς γνωρίζαμε καλά, πως δεν είμαστε κακοποιοί και σκεφτόμασταν να κινηθούμε τόσο στην κλασική μαρξιστική-λενινιστική παράδοση, όσο και στη νέα προοπτική του αντάρτικου πόλης, που την είχαν εφαρμόσει οι λατινοαμερικάνικες ομάδες ή και οι Μαύροι Πάνθηρες στις μεγάλες αμερικανικές πόλεις. Στην πραγματικότητα, δεν είχαμε άλλη επιλογή, ήταν ένα ρίσκο που έπρεπε να πάρουμε.

Όταν φτάσατε στο σημείο αυτό, ζητήσατε από τους υπόλοιπους την έγκριση του ονόματος σας;

Ναι, αρχικά, το συζητήσαμε με τους εργάτες της Πιρέλλι και το ενέκριναν αμέσως. Μεταξύ άλλων, γιατί κάποιος θυμήθηκε ότι και στο κίνημα μας είχαμε μια συμπαθητική ομάδα που καυχιόταν για την επαναστατικότητα της, τις »κόκκινες θείες».

Και ποιες ήταν οι »κόκκινες θείες»;

Μια ομάδα από συντρόφισσες πραγματικά εξεγερμένες, που συμμετείχαν στην πρώτη γραμμή των επιτροπών περιφρούρησης της Προλεταριακής Αριστεράς.

Αμέσως μετά τη σφαγή στην Πλατεία Φοντάνα στο Μιλάνο, πολλαπλασιάστηκαν οι διαδηλώσεις που καταλήγανε σχεδόν πάντα σε σφοδρές συγκρούσεις. Όλες οι εξωκοινοβουλευτικές ομάδες που κατέβαιναν στο δρόμο, από το Συνεχή Αγώνα [Lotta Continua] μέχρι την Εργατική Εξουσία [Potere Operaio], είχαν τις δικές τους επιτροπές περιφρούρησης, που ήταν λίγο ως πολύ εξασκημένες. Εμείς κατεβάζαμε μια μαζική παρουσία από αντάρτισσες που οι δικοί μας τις είχαν δώσει το παρατσούκλι »κόκκινες θείες».

Οπότε, μέσα από την ΠΑ δημιουργείται μια μικρή ομαδούλα που θα έδινε ζωή στην Ερυθρή Ταξιαρχία που με τη σειρά της λίγο αργότερα θα μετατρέπονταν σε Ερυθρές Ταξιαρχίες…

Συνοψίζοντας, ναι είναι έτσι. Υπήρξε ωστόσο μια μεταβατική περίοδος κατά την οποία οι προηγούμενες δραστηριότητες υπερτερούσαν των νέων πρωτοβουλιών. Όσο πραγματοποιούσαμε τις πρώτες μας ενέργειες κατά των χαφιεδάκων της Πιρέλλι, εγώ συνέχιζα να κινούμαι στο περιβάλλον των συλλογικοτήτων της Προλεταριακής Αριστεράς. Συνεχίζαμε τις παρεμβάσεις στα νυχτερινά σχολεία για τους εργάτες και κρατούσαμε ακόμα τις καταλήψεις σπιτιών στις λαϊκές γειτονιές του Λορεντέτζιο, Κουάρτο Οτζάρο και Μακ Μάχον.

Τον Οκτώβρη του 1970 έβγαλα το τελευταίο τεύχος του περιοδικού Sinistra Proletaria, ωστόσο τα [Φύλλα Αγώνα] Fogli di Lotta συνέχισαν να βγαίνουν μέχρι και τον Φεβρουάριο του ’71, όταν ήδη είχε ολοκληρωθεί ο πρώτος κύκλος ενεργειών της Ερυθρής Ταξιαρχίας. Έπειτα, την άνοιξη του ίδιου έτους εκδώσαμε δυο τεύχη μιας νέας εφημερίδας που σημάδεψε το πέρασμα στην καινούργια εποχή: Νέα Αντίσταση. Με αυτό τον τρόπο θέλαμε να σταχυολογήσουμε τις πρώτες ένοπλες ενέργειες στην Ευρώπη δίνοντας βήμα στη συζήτηση που άρχιζε γύρω από τις δικές μας πρωτοβουλίες.

Μεταξύ άλλων εκδώσαμε μια συνέντευξη που είχαμε πάρει από τους συντρόφους της RAF, ένα ανέκδοτο κείμενο των Τουπαμάρος και τα κείμενα από τις πειρατικές  εκπομπές των GAP [Ομάδες Παρτιζάνικης Δράσης] του Φελτρινέλλι, όπως και τις πρώτες μας προκηρύξεις ως Ερυθρή Ταξιαρχία και βέβαια των Ερυθρών Ταξιαρχιών που την διαδέχτηκαν

Πως θεωρούσατε εκείνη την εποχή, ότι θα έπρεπε να είναι μια Ερυθρή Ταξιαρχία;

Η Ταξιαρχία αρχικά, ήταν ο βασικός πυρήνας ενός οργανωτικού προγράμματος σε αναζήτηση καθορισμού: κανείς μας δεν είχε ξεκάθαρο μέσα του, το πως θα έπρεπε να ήταν και επιπλέον δεν μας ενδιέφερε να αποδείξουμε ότι το είχαμε εντελώς ξεκάθαρο. Έτσι, η πρώτη ομάδα που έδωσε ζωή στις Ερυθρές Ταξιαρχίες συμπεριλάμβανε μια δωδεκάδα ανθρώπων: η Μαργκερίτα, ο Φραντσεσκίνι, ο Πιερλίνο Μορλάκι που ήταν ένας από τους πρωταγωνιστές της γειτονιάς του Λορεντέτσιο καθώς και μερικοί εργάτες της Πιρέλλι μεταξύ των οποίων ο Μαουρίτσιο Φερράρι κι εγώ.

Παρά αυτή την ιδεολογικό-οργανωτική ασάφεια ωστόσο προχωρήσατε στην πρώτη σας ενέργεια. Ποια ήταν;

Το σχέδιο της »προλεταριακής απαλλοτρίωσης» με το οποίο θα δοκιμάζαμε τους συντρόφους, εγκαταλείφθηκε. Ξαναγυρίσαμε λοιπόν στην αρχική ιδέα: Να την πέσουμε στον Πελεγκρίνι. Δηλαδή, να του κάψουμε το αμάξι. Τον είχαμε ακολουθήσει, από την πύλη του εργοστασίου μέχρι το σπίτι του. Το πάρκαρε πάντα, κάτω από το σπίτι του. Ετοιμαστήκαμε. Ένας πρώην παρτιζάνος, φίλος του Φελτρινέλλι, μας είχε μάθει να φτιάχνουμε ένα είδος ωρολογιακών μολότοφ:  ένα μικρό βαρελάκι γεμάτο βενζίνη, ένα προφυλακτικό με θειικό οξύ μέσα που το έσταζε λίγο λίγο και κατόπιν ερχόταν σε επαφή με ένα μείγμα ζάχαρης και ποτάσιου αναφλέγοντας έτσι τη βενζίνη. Αν ήθελες να κρατήσει παραπάνω η έκρηξη το μόνο που είχες να κάνεις ήταν να χρησιμοποιήσεις ένα προφυλακτικό πιο χονδρό ή ακόμα και δυο μαζί.

Μια νύχτα, μια μικρή μας ομάδα πλησίασε το παλιό αυτοκίνητο του Πελεγκρίνι και η Μαργκερίτα τοποθέτησε το βαρελάκι. Εγώ φύλαγα τσίλιες. Κόντευε να σπάσει η καρδιά μου για κάποια λεπτά μιας και το προφυλακτικό άντεξε παραπάνω από το προβλεπόμενο. Τελικά όμως βλέπω την πολυπόθητη αναλαμπή. Σήμερα που το σκέφτομαι, ήταν μια διασκεδαστική και γκροτέσκα ενέργεια. Είμαστε μερικοί άπειροι, αρχάριοι εντελώς ατζαμήδες. Μπορεί κανείς να πει, ωστόσο ότι με αυτή την ενέργεια πήραν ζωή οι Ερυθρές Ταξιαρχίες.

Αναλάβατε την ευθύνη;

Ναι, και ήταν η πρώτη μας προκήρυξη με την οποία αναλαμβάναμε μια ενέργεια. Μοιράστηκε στην Πιρέλλι και στο εργοστάσιο αμέσως έγινε αντικείμενο συζήτησης. Τελικά, φάνηκε να έχει μεγάλη απήχηση, κάτι που μας έδωσε ώθηση για τη συνέχεια. Μεταξύ του χειμώνα του ’70 και της άνοιξης του ’71 πραγματοποιήσαμε δεκάδες τέτοιες επιθέσεις, μεταξύ των οποίων ξεχωρίζει εκείνη, στην πίστα δοκιμών του Λαϊνάτε όπου κάηκαν όλα τα λάστιχα.

συνεχίζεται….

 

 

ιστορία, storia

Η πρώτη Ταξιαρχία

Γιατί λεγόσασταν Ερυθρές Ταξιαρχίες;

Η ιδέα προέκυψε σ’ ένα αμάξι όσο διασχίζαμε το Μιλάνο. Ήταν ένα απόγευμα του Σεπτέμβρη του 1970. Στριμωγμένοι σε ένα σαραβαλιασμένο Φιατ 850, η Μαργκερίτα κι εγώ επιστρέφαμε σπίτι μ’ έναν εργάτη της Pirelli κι έναν ακόμη σύντροφο μελλοντικό ταξιαρχίτη, του οποίου δεν αναφέρω το όνομα μιας και δεν ενεπλάκη σε κανενός τύπου έρευνα της αστυνομίας. Η ατμόσφαιρα δεν σε παρακινούσε όπως έναν χρόνο πριν. Μετά την σφαγή στη Πλατεία Φοντάνα τα πράγματα φαίνονταν σκούρα κι ανησυχητικά. Συζητούσαμε ζητήματα που μας απασχολούσαν έντονα εκείνον τον καιρό: την κρίση της οργάνωσης Προλεταριακή Αριστερά και την ανάγκη για μετεξέλιξη της παρουσίας μας στους εργατικούς αγώνες στα Μιλανέζικα εργοστάσια. Μέχρι εκείνη την στιγμή ενεργούσαμε φανερά, μας είχαν φωτογραφίσει, μας είχαν τραβήξει με κάμερα, μερικούς εργάτες τους είχαν απολύσει…Δεν μπορούσε να συνεχιστεί έτσι. Θα μπορούσε κανείς να πει ότι πράγματι είχε παρθεί η απόφαση να ταφεί η εμπειρία της Προλεταριακής Αριστεράς. Ωστόσο το πρόβλημα ήταν: τι κάνουμε μετά και πως;

Στο αμάξι λοιπόν, μιλάγαμε για όλα αυτά. Εγώ έκανα σχόλια για τους Τουπαμάρος στην Ουρουγουάη, για το αντάρτικο τους που πλέον δεν μάχονταν μόνο στην ύπαιθρο αλλά οργνώνονταν και μέσα στις πόλεις.

Κοντεύαμε πια να φτάσουμε στην Πλατεία Λορέτο, όταν ο εργάτης από το εργοστάσιο Μπικόκα, συνόψισε με τον τρόπο του: »Δεν μπορούμε να αφήσουμε τον Πελεγκρίνι να μας γαμάει άλλο. Δεν υπάρχει κανείς να του κόψει την κακιά συνήθεια να κάθεται πίσω από τις κάμερες και να βγάζει φωτογραφίες;». Ο Πελεγκρίνι ήταν ένας επιστάτης της Πιρέλλι που έκανε απλώς τη δουλειά του, εκείνη του χαφιέ: εσωτερικές συναντήσεις, πικετοφορίες, μικρές συναντήσεις….φωτογράφιζε τα πάντα.

»Γιατί δεν του καίμε το αμάξι; ρώτησε ο άλλος φίλος. Αν του σπάσουμε τα μούτρα στη δουλειά σίγουρα κάποιος εργάτης θα χάσει τη δουλειά του, μπορούμε ωστόσο να μετατρέψουμε το αμάξι του σε στάχτες και να μοιράσουμε μια προκήρυξη που θα λέμε; »μας έκαψες, μπουχτίσαμε πια με τις ρουφιανιές σου, άντε γαμήσου».

Τους προηγούμενους μήνες άκουγες πολλές κουβέντες στο φλου για την ανάγκη να περάσουμε στην δράση, ωστόσο κάτι μου έλεγε ότι εκείνη τη στιγμή σε εκείνο το αμαξάκι που βαρυγκομούσε, εγώ ήμουν πολύ κοντά στο να πάρω την απόφαση…

Όμως, πως καταλήξατε στο όνομα;

Εκεί ήθελα να φτάσω. Το να κάψουμε το αμάξι, ήταν κάτι που μπορούσαμε να κάνουμε. Την προκήρυξη επίσης. Με ποια υπογραφή όμως; Να γίνει ανώνυμα ήταν κάτι που απορρίψαμε όλοι μας. Θα καεί μόνο ένα αυτοκίνητο και επιπλέον παμπάλαιο, όμως αν θέλουμε να προβούμε σε μια τέτοια ενέργεια, να πάρουμε ένα δρόμο καινούργιο όσο και άγνωστο, πρέπει να το κάνουμε σωστά, πρέπει λοιπόν να πούμε ποιοι είμαστε…

»Άντε, ας βρούμε ένα όνομα» συνέχισε ο εργάτης της Πιρέλλι,» φτάνει να είναι ένα καλό όνομα, εύκολο, άμεσο που να εμπεριέχει συγχρόνως κι ένα πρόταγμα.»

Μπαίναμε στην Πλατεία Λορέτο. Μου ήρθε στο μυαλό πως μερικές ώρες νωρίτερα, ένας σύντροφος μου άφησε μια φωτογραφία ανέκδοτη του ’45: Ο Μουσολίνι και η σύντροφος του Κλαρέτα Πετάτσι κρεμασμένοι ανάποδα. Μια σκληρή εικόνα. Δείχνοντας τους το σημείο, τους λέω: »Ακριβώς εκεί οι παρτιζάνικες ταξιαρχίες εκθέσανε τα πτώματα σε δημόσια θέα. Γυρίσανε και κοιτάζανε και ύστερα από μερικές στιγμές σιωπής ο εργάτης ξαναπήρε τον λόγο: Μου ήρθε μια ιδέα: θα μπορούσαμε να υπογράψουμε την προκήρυξη ως Ταξιαρχίες…Ταξιαρχίες κάτι…Ταξιαρχίες, τι όμως;

»Προλεταριακές Ταξιαρχίες» πρότεινε κάποιος. όχι, δεν πάει, παραείναι περιοριστικό. »Ταξιαρχίες Πισακάνε», [Ιταλός δημοκράτης επαναστάτης του 19ου αιώνα, σοσιαλιστής και πατριώτης, αγωνιστής του «Risorgimento», δηλαδή της ιταλικής ενοποίησης, και μάρτυρας του αγώνα για μια δημοκρατική ενωμένη Ιταλία], πετάγεται η Μαργκερίτα και σκάει στα γέλια: το σκέφτηκε επειδή είχε προηγηθεί το σεμινάριο της Προλεταριακής Αριστεράς στο Πεκορίλε, όπου είχε προταθεί να δημιουργηθεί μέσα από τις επιτροπές περιφρούρησης μια ομάδα άμεσης επέμβασης και να την αφιερώσουμε στον Πιζακάνε. Πράγματι γελάγαμε στο Πεκορίλε με την πρόταση αυτή μιας και σχολιάζοντας την δεν μπορούσαμε να παραβλέψουμε το γεγονός ότι ο καημένος ο Πιζακάνε βρήκε άδοξο τέλος στις αγχόνες που του ετοίμασαν οι χωρικοί που τόσο ήθελε να απελευθερώσει. Όχι, το Πισακάνε δεν πήγαινε, δεν ήταν καλός οιωνός.

Ταξιαρχίες τι; Το δεύτερο μισό μας ήρθε όταν διασχίζαμε την οδό Πάντοβα. Εκεί κοντά ήταν τα ιστορικά γραφεία του ΚΚΙ [Κομουνιστικό Κόμμα Ιταλίας, PCI]. Ο σύντροφος που οδηγούσε μας διέκοψε λέγοντας μας: Κοιτάχτε, εκείνο το κτίριο, μεταπολεμικά ήταν το φρούριο της Κόκκινης περιπόλου,    [ Οργάνωση που έδρασε από το 1944 έως το 1949 κυρίως στο Μιλάνο και αποτελούνταν από παρτιζάνους που δεν θέλησαν να παραδώσουν τα όπλα με το τέλος του πολέμου αλλά να συνεχίσουν το έργο της απελευθέρωσης από τους φασίστες και τους συνεργάτες τους μέχρι την επανάσταση],    ήταν ο πατέρας μου μέλος.»

»Κόκκινη Περίπολος», λοιπόν αναφώνησε ο εργάτης που δεν έχανε ευκαιρία να πετάει ονόματα. όχι, απαντήσαμε, η Κόκκινη Περίπολος  είναι κάτι που ανήκει στο παρελθόν, μην καταφύγουμε σε όνομα, ήδη χρησιμοποιημένο.

Εκείνη την στιγμή η Μαργκερίτα παρεμβαίνει με μια παρατήρηση: »Κατά τη γνώμη μου η πρώτη ενέργεια του αντάρτικου πόλης στην Ευρώπη, ήταν η απελευθέρωση του Αντρέας Μπάαντερ που πραγματοποιήθηκε από τους συντρόφους της RAF, Φράξια Κόκκινος Στρατός. Στρατός μου κάνει λίγο υπερβολικό στην περίπτωση μας, ωστόσο Ερυθρή Ταξιαρχία μου αρέσει. Ερυθρή Ταξιαρχία. Τι λέτε;»

Εμένα, μου ακουγόταν καλό. Στους υπόλοιπους το ίδιο. Έτσι, αποφασίστηκε. Οι πρώτες μας ενέργειες στην Πιρέλλι, φέρανε το όνομα Ερυθρή Ταξιαρχία, στον ενικό. Εκείνες τις μέρες του φθινοπώρου ήμασταν ακόμη μια μικρή ομαδούλα. Το γνωρίζαμε καλά αυτό.

Και το πεντάκτινο αστέρι μέσα σε κύκλο;

Είναι το αστέρι των Τουπαμάρος, παραμορφωμένο. Αποφασίσαμε να υιοθετήσουμε το σύμβολο αυτό, ώστε να συμπληρωθεί το παζλ των αναφορών μας ανά τον κόσμο. Παίρναμε ένα νόμισμα των εκατό λιρέτων και χαράζαμε τον κύκλο και μετά με ένα μικρό τρίγωνο ζωγραφίζαμε το αστέρι. Όσο και αν ακούγεται παράξενο, για μας πάντα αποτελούσε ένα πρόβλημα το να βγει σωστά το αστέρι. Θυμάμαι μια φορά, που ο Μάριο Μορέτι σε μια ενέργεια μας κατά της Sit Siemens το ’72 νομίζω, μπερδεύτηκε και έφτιαξε έξι ακτίνες αντί για πέντε. όταν αφήσαμε την προκήρυξη με το λάθος αστέρι, όλες οι εφημερίδες κάνανε λόγο για »προβοκάτσια» εκ μέρους των Μυστικών Υπηρεσιών και άλλες τέτοιες βλακείες.

Ρενάτο Κούρτσιο: με ξεσκέπαστο πρόσωπο, του Μάρκο Σαλόγια

me-xeskepasto-prosopo

συνεχίζεται….

 

 

 

ιστορία, storia

Ρενάτο Κούρτσιο: με ξεσκέπαστο πρόσωπο, του Μάρκο Σαλόγια

Ρενάτο Κούρτσιο Με ξεσκέπαστο πρόσωπο

Πρόλογος των εκδόσεων

Στο βιβλίο αυτό ξετυλίγεται η ιστορία της [δεύτερης] μαζικότερης και μακροβιότερης ένοπλης οργάνωσης του αντάρτικου πόλεων. Από τον ίδιο το δημιουργό της, τον Ρενάτο Κούρτσιο που με την ίδια συνέπεια που έζησε τη ζωή του μπορεί και τη διηγείται, δίχως να προσπαθεί να ξεγλυστρήσει από κακοτοπιές, μήτε να βγάζει τον εαυτό του από τα δύσκολα. Όπως ακριβώς την έζησε, πράγματι. Στα όρια της μεγαλοσύνης! Πέρα από τον προφανή και επαρκέστατο λόγο της Διάδοσης τέτοιων βιβλίων θεωρούμε ότι οφείλουμε να αναφερθούμε και στο αντικείμενο που πραγματεύεται το βιβλίο αυτό: Την ένοπλη πάλη.

Ξεκινώντας να μιλήσει κανείς για την ένοπλη πάλη βρίσκεται ανάμεσα σε δυο συμπληγάδες. Από την μια οι φετιχιστές του ένοπλου και της βίας εν γένει και από την άλλη εκείνοι που έχουν δαιμονοποιήσει κάθε μορφή ένοπλης βίας.

Το πρόβλημα αυτό δεν είναι παρά η προέκταση ενός εγγενούς προβλήματος του κινήματος που εδράζεται στην αδυναμία αποδοχής μιας πρακτικής που δεν είναι δικιά μου ή της ομάδας μου » Ήμουνα εγώ ή οι δικοί μου στην τάδε ενέργεια; Είναι καλή. Δεν είμαστε εμείς; Άρα κακώς έγινε!»

Βλέπετε, πολλές φορές οι λόγοι που οδηγούν σε πολιτικά αδιέξοδα ή και σε ήττες ακόμα, δεν είναι αμιγώς πολιτικοί, αλλά πρωτίστως απόρροια ψυχολογικών αδυναμιών που αβίαστα καλύπτονται με πολιτικά τσιτάτα.

Πως αλήθεια να μην σταθεί κανείς με θαυμασμό απέναντι σε ανθρώπους που με τον πιο βροντερό τρόπο αμφισβήτησαν της εξουσία θέτοντας όλη τους, τη ζωή τους στον πιο ευγενικό σκοπό, αυτόν της κοινωνικής δικαιοσύνης;

Ή μήπως πιστεύει κανείς πως η αποτυχία του ένοπλου μπορεί να μετρηθεί με το να κατέλαβε ή όχι τα χειμερινά ανάκτορα ή με το αν διαλύθηκαν ή εξοντώθηκαν οι εκάστοτε οργανώσεις;

Μα η ουσία του έγκειται στο ότι καταδεικνύει το μύθο περί άτρωτου του συστήματος διεκδικώντας παράλληλα το ελάχιστο της απόδοσης δικαιοσύνης με τα χτυπήματα του.

Από την άλλη δεν μπορούμε να μην αναφερθούμε και σ’ ένα βασικό χαρακτηριστικό αυτών των οργανώσεων που στην περίπτωση των Ερυθρών Ταξιαρχιών, από το ’76-77 και έπειτα, είναι ξεκάθαρο.

Βλέπουμε ότι πολλές από τις ομάδες αυτές, από ένα σημείο και ύστερα σαν να »ξεχνάνε» ότι η οργάνωση τους είναι απλώς το μέσο που θα επιφέρει τον τελικό σκοπό – την επανάσταση – με συνέπεια να γίνεται η ίδια η οργάνωση ο σκοπός ενώ ο αρχικός σκοπός να μετατρέπεται σε μέσο που επικυρώνει τη δράση τους.

Είναι αλήθεια, ότι κάθε τι κρίνεται στον καιρό του και ανάλογα με τις δοσμένες οικονομικό-κοινωνικές συνθήκες, οι οποίες στην χώρα μας τούτη τη στιγμή δείχνουν ιδανικές για την ανάπτυξη ενός μαζικού ριζοσπαστικού κινήματος που ίσως να μην έχει ανάγκη κάποια ένοπλη πρωτοπορία που θα υπογραμμίσει τις αντιφάσεις του ήδη ξεγυμνωμένου συστήματος και θα οδηγήσει τον λαό σε μια περαιτέρω ριζοσπαστικοποίηση.

Είναι γεγονός πως μήνα με το μήνα, μέρα με την μέρα δείχνει να έχει καταπέσει εντελώς το βασικότερο όπλο του κυρίαρχου συστήματος: το παράθυρο στην καταναλωτική ευημερία για όλους μας – το αμερικάνικο όνειρο δηλαδή που στη χώρα μας εκφράστηκε με τον πιο χυδαίο τρόπο καθιστώντας μας πρωτοπόρους στα δάνεια και τη δανεική ζωή…

Από το ουσιαστικό τέλος των Ερυθρών Ταξιαρχιών που ήρθε με την εκτέλεση του Άλντο Μόρο τον Μάη του 1978, πέρασαν τρεις δεκαετίες επελαύνοντα καπιταλισμού που αλαζονικά ήρθε να μας υπενθυμίσει το »τέλος των ιδεολογιών» και την αδιαμφισβήτητη κυριαρχία του.

Και τότε στην Ιταλία και τώρα στην χώρα μας η εξουσία είναι έκδηλο, ότι αισθάνεται μεγάλη ανασφάλεια. Τότε το επέδειξε επιλέγοντας τη »Στρατηγική της Έντασης»με κομβικό σημείο τη σφαγή στην πλατεία Φοντάνα που αποτέλεσε και την αφετηρία του ένοπλου στη γείτονα χώρα.

Στην Ελλάδα όταν δεν διαρρέουν τεχνηέντως σενάρια για φορετά διλλήματα του τύπου, δημοκρατία ή τανκς, είναι που οι δυνάμεις καταστολής σε αγαστή συνεργασία με φασιστικές και λοιπές παρακρατικές ομάδες αναλαμβάνουν να τρομοκρατήσουν το λαό.

Στο βαθμό που ένα βιβλίο μπορεί να πλάσει συνειδήσεις τότε θα καταλήγαμε ότι το πρώτο μισό της ταξιαρχίτικης διαδρομής- το κινηματικό μέχρι την εκτέλεση Μόρο- έχει τόσα να δώσει και κυρίως την εντυπωσιακή στράτευση ενός τόσο μεγάλου αριθμού ανθρώπων, μιας και υπολογίζονται γύρω στους 200.000 οι σύντροφοι που αποτέλεσαν το δυναμικό μέρος του Κινήματος τότε…

Η στράτευση δεν αναφέρεται μόνο σε όσους πήραν τα όπλα αλλά και σε όλους αυτούς που ήταν ανά πάσα στιγμή έτοιμοι να το πράξουν αν οι ανάγκες τους αγώνα το απαιτούσαν και που ζούσαν μεταξύ παρανομίας και »κανονικής» ζωής στηρίζοντας τους υπολοίπους.

Όμως »στράτευση»χρειάζεται και σήμερα, κάτι που απορρέει από την κοινή πίστη του  τότε με το σήμερα ότι το υπάρχον σύστημα μπορούμε και οφείλουμε να το ανατρέψουμε.

Κι αν κατά πως δείχνουν τα πράγματα στη συγκεκριμένη χρονική στιγμή δεν είναι μια ένοπλη πρωτοπορία που χρειάζεται, τότε η στράτευση ας είναι στην κατεύθυνση της ριζοσπαστικοποίησης της καθημερινότητας μας, προτείνοντας δομές, όπως καταλήψεις χώρων εργασίας αλλά και στέγης, άγριες απεργίες, λαϊκές συνελεύσεις, κολλεκτίβες που θα βοηθούσαν στην ανάπτυξη ενός δικτύου ανταλλαγής προϊόντων και υπηρεσιών, δυνάμωμα της αλληλεγγύης σε τοπικούς αγώνες και τόσα άλλα που μένει ακόμα να τα ανακαλύψουμε. Παράλληλα δε, να αναπτύξουμε εμείς οι ίδιοι ομάδες περιφρούρησης και αυτοάμυνας τόσο των δομών αυτών όσο και των γειτονιών//ατόμων που βρίσκονται στο επίκεντρο της κρατικής και παρακρατικής τρομοκρατίας.

 

 

ένοπλη πάλη, lotta armata

2 σεπτεμβρίου 1970: η αποτυχημένη απόπειρα του Superclan ενάντια στην πρεσβεία ΗΠΑ στην Αθήνα

2 settembre
Tρίτη 02 Σεπτεμβρίου 2014 05:07

2 σεπτεμβρίου 1970: η αποτυχημένη απόπειρα του Superclan ενάντια στην πρεσβεία ΗΠΑ στην Αθήνα
infoaut

Τετάρτη 2 σεπτεμβρίου, Αθήνα : ένα Volkswagen γαλάζιο με σουηδικές πινακίδες, μέσα στο οποίο βρίσκονται ένας νεαρός και μια κοπέλα, μετά από αρκετούς γύρους γύρω από το τετράγωνο όπου έχει την έδρα της η αμερικανική πρεσβεία στην Ελλάδα, παρκάρει μπροστά στο κτίριο, κοντά σε πολλά άλλα αυτοκίνητα. Οι δυο επιβαίνοντες πριν κατέβουν παραμένουν για λίγο στο αμάξι, στη συνέχεια, ακριβώς τη στιγμή που ανοίγουν οι πόρτες, ακούγεται μια γερή έκρηξη, και οι φλόγες τυλίγουν το αυτοκίνητο.

Οι νέοι στο εσωτερικό του ταυτοποιούνται από έναν υπάλληλο του ξενοδοχείου στο οποίο φιλοξενήθηκαν : είναι η Maria Angeloni, από το Μιλάνο 31 χρόνων, και ο Γιώργος Τσεκούρης, κύπριος με σουηδικό διαβατήριο, 25 χρόνων.

Πρόσφατα ο Alberto Franceschini αναγνώρισε στην Maria Angeloni και στον Giorgio Tsekouris δυο μέλη του περίφημου Superclan, δομή υπερπαράνομη που οδηγούσε ο Corrado Simioni, με έδρα το Παρίσι και την πρόθεση να συντονίζει τις αντάρτικες οργανώσεις σε διεθνές επίπεδο : ο Σιμιόνι, που είχε σχεδιάσει την επίθεση στην πρεσβεία, έχοντας προβλέψει την παρουσία μιας γυναίκας, είχε αρχικά απευθυνθεί στην Mara Cagol, ζητώντας της να πάρει μέρος και, μετά την δική της άρνηση, είχε βρει τελικά σαν εθελόντρια την Maria Angeloni.

Η φιγούρα του Corrado Simioni, ιδρυτή του Superclan, είναι ιδιαίτερα αντιφατική : ένας από τους κυριότερους ερευνητές του Luigi Pirandello, ξεκινά την πολιτική του δράση στρατευμένος στις γραμμές του νεανικού σοσιαλιστικού Κινήματος με τον Bettino Craxi, από τον οποίον εκδιώκεται για ‘ηθική αναξιότητα’. Το 1969 ιδρύει, μαζί με τον Curcio, το Collettivo Politico Metropolitano, μητροπολιτική πολιτική κολλεκτίβα, στη συνέχεια όμως οι σχέσεις με τον Curcio και τις νεογέννητες Brigate Rosse σιγά σιγά χειροτερεύουν, για εμφανείς πολιτικές διαφορές.

Η ενέργεια στην αμερικανική πρεσβεία στην Αθήνα σημαδεύει όντως την οριστική ρήξη των σχέσεων ανάμεσα στο Superclan και τις Brigate Rosse. ο Curcio, σε μια συνέντευξη που έδωσε στο βιβλίο  ‘με ξεσκέπαστο πρόσωπο’, «A viso aperto» του Mario Sciajola λέει: «όλα ξεκίνησαν από μια διαμάχη εξουσίας στο συνέδριο του Pecorile. Ο Corrado Simioni έφτασε εκεί με την πρόθεση να κατακτήσει μια ηγεμονική θέση στο εσωτερικό της προλεταριακής αριστεράς που αγωνιούσε : αναφέρθηκε σε μια σκληρή ομιλία, και υποστήριξε πως η ομάδα περιφρούρησης έπρεπε να στρατιωτικοποιηθεί ακόμη περισσότερο.

Η προσπάθειά του δεν πέτυχε, όμως επιστρέφοντας στο Μιλάνο δεν το έβαλε κάτω : πρότεινε επιθέσεις αδιανόητες για μια οργάνωση που βρίσκονταν ακόμη μέσα σε ένα πολύ πλατύ κίνημα και, στην πραγματικότητα, ανοικτή στους πάντες. Οι Margherita, Franceschini κι εγώ συμφωνήσαμε στην κρίση πως οι ιδέες του ήταν επικίνδυνες και απερίσκεπτες. Αποφασίσαμε έτσι να τον απομονώσουμε μαζί με τους συντρόφους που βρίσκονταν κοντά του, τους Duccio Berio και Vanni Mulinaris: Τους κρατήσαμε έξω από την κουβέντα για την γέννηση των ερυθρών Ταξιαρχιών και δεν τους πληροφορήσαμε για την πρώτη μας ενέργεια, εκείνη εναντίον του αυτοκινήτου του Pellegrini.

Ο Simioni μάζεψε μια ομάδα μιας δεκάδας συντρόφων, ανάμεσα στους οποίους και οι Prospero Gallinari και Francoise Tusher, εγγονός του διάσημου Abbé Pierre: απομακρύνθηκαν από το κίνημα υποστηρίζοντας πως πλέον δεν ήταν άλλο από αδέσποτα σκυλιά. Υπήρχαν όμως κοινοί φίλοι που μας κρατούσαν πληροφορημένους για τις συζητήσεις τους και γνωρίζαμε για το σχέδιό τους να δημιουργήσουν μια κλειστή και σίγουρη δομή, υπέρ-παράνομη, που να μπορεί να μπει σε δράση σαν ένοπλη ομάδα σε μια δεύτερη στιγμή : όταν εμείς, αποδιοργανωμένοι, σύμφωνα με τις προβλέψεις τους θα είχαμε όλοι συλληφθεί».

Λόγω ακριβώς αυτών των περιστάσεων η φιγούρα της Maria Angeloni, συντρόφισσας που έπεσε στη διάρκεια μιας επίθεσης, για πολλά χρόνια θα ξεχαστεί ή θα περιέλθει στη σιωπή, για να επιστρέψει και να την ενθυμούμαστε περισσότερο από τριάντα χρόνια αργότερα, όταν ο εγγονός της, Carlo Giuliani, θα σκοτωθεί από έναν καραμπινιέρο στη διάρκεια του G8 στη Genova 2001.

Pubblicato in STORIA di CLASSE, δημοσιεύτηκε στην Ταξική Ιστορία

 

http://www.infoaut.org/storia-di-classe/2-settembre-1970-fallito-attentato-del-superclan-allambasciata-usa-di-atene