μεγαλείο χαρακτήρα!, grandezza carattere !

Τα τελευταία λόγια του Enrico

Πριν από ένα μήνα ο σύντροφος Enrico αυτοκτόνησε, πέφτοντας από το παράθυρο του σπιτιού όπου ζούσε στο Παρίσι. Ο Enrico, σύντροφος και αγαπητός φίλος, βρισκόταν στο Παρίσι για περισσότερο από τριάντα χρόνια εξόριστος και πρόσφυγας, μαζί με δεκάδες άλλους συντρόφους και συντρόφισσες που είχαν δραπετεύσει από τον μπαλτά του δήμιου, αυτόν που καταδιώκει αμείλικτα, δίχως ανακωχή εκείνους που επαναστατούν και εξεγείρονται. σε αυτό προστέθηκε η επιθετικότητα ενός όγκου: βλ. το προηγούμενο ποστ    https://aenaikinisi.wordpress.com/2019/10/09/%ce%ad%cf%86%cf%85%ce%b3%ce%b5-%ce%bf-enrico-se-ne-e-andato-via       post precedente
Παρακάτω ένα έγγραφο του γραμμένο λίγες μέρες πριν πεθάνει σχετικά με τον ταξικό αγώνα στη Γαλλία, μέσα από μια συζήτηση για τα «κίτρινα γιλέκα» που μας ήρθε μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου.
αυτό ακολουθείται από την αποχαιρετιστήρια επιστολή, που άφησε ο Enrico στον υπολογιστή, όπου μιλά για τους λόγους που τον ώθησαν σε αυτήν.
=*=*=*=*=*=*=

Είναι εδώ και λίγος καιρός που προσπαθώ να γράψω κάτι για να «κάνω τις αξιολογήσεις μου γνωστές» (όπως εσύ λες ευγενικά) αλλά οι μεταβλητές που πρέπει να ληφθούν υπόψη είναι τόσο πολυάριθμες και η κατάσταση τόσο περίπλοκη που χρειάζομαι πολύ περισσότερο χρόνο από αυτόν που είχα υπολογίσει στην αρχή, και επιπλέον είμαι μόνος. Εάν δεν θέλουμε να κάνουμε μια ανάλυση που να είναι υπερβολικά απλοϊκή και να δέχεται εύκολα επίθεση/κριτική, θα πρέπει να επικεντρωθούμε λίγο περισσότερο και να απλωθούμε (χάνοντας κατά συνέπεια στη σύνθεση). Ποτέ δεν ήμουν καλός συγγραφέας, ούτε καλός ομιλητής (είναι τα όριά μου), αλλά πάντα η διαίσθηση μου λειτουργούσε καλά, όμως δεν μπορώ να την επικοινωνήσω-μεταφέρω σωστά στους άλλους, γι αυτό χρειάζομαι χώρο και χρόνο.

Προσπαθώ να σκιτσάρω μερικά σημεία, ένα είδος σχεδίου (αλλά πάντα εσύ ήσουν ο επαγγελματίας των σκαριφημάτων … hihihi!).

Μπορώ να σου πω για ποιο λόγο το άρθρο της Le Figaro μου έκανε εντύπωση πραγματικά και με εξέπληξε (με εκπλήσσει λόγω του βήματος από το οποίο προέρχεται) και μου έδωσε μερικές ιδέες προβληματισμού.

Το άρθρο συνοπτικά λέει ότι μόνο ο μισθός που πληρώνει το «αφεντικό» δεν επαρκεί πλέον για την αναπαραγωγή του εργατικού δυναμικού, επομένως το Κράτος με τις βοήθειες του συμμετέχει άμεσα (πληρώνοντας με την ανακατανομή) στην αναπαραγωγή του εργατικού δυναμικού ή τουλάχιστον, το μέρος που οφείλεται στο Κράτος είναι υπό αύξηση. Σε αυτό το πλαίσιο εγγράφεται και η ευρύτερη συζήτηση για το «εισόδημα ιθαγένειας»..

Η φράση του Macron, φράση που εμφανίζεται επίσης στο άρθρο με τίτλο «Πόσοι γάλλοι μπορούν να ζήσουν χωρίς κρατική ενίσχυση;» [Ο τίτλος τα λέει όλα], είναι σαφής στην ανάλυση που της κάνει: «Θέλουμε μια Γαλλία στην οποία να μπορεί κανείς να ζει αξιοπρεπώς από την εργασία του», συνεπώς θέλει να πει ότι παρά το γεγονός ότι κάποιος έχει έναν πλήρη μισθό και μόνιμη δουλειά ζει δίχως αξιοπρέπεια.

Αυτό σχετίζεται με το κίνημα των «κίτρινων γιλέκων».

Ένα από τα χαρακτηριστικά αυτού του αυθεντικού κινήματος είναι ότι ΑΜΕΣΩΣ (από την αρχή, από το νοέμβριο) δεν απαιτεί πλέον μισθό από τον «κύριο» του, αλλά απαιτεί περισσότερα χρήματα από το Κράτος. Δεν ζητά πλέον άμεσο μισθό (στο pay slip, στο πακέτο αποδοχών), αλλά απαιτεί περισσότερο έμμεσο μισθό (περισσότερο από βοήθεια). [Σχεδόν σαν να είχαν κατανοήσει ότι δεν μπορούν να έχουν αύξηση μισθού, δεν μπορούν να αυξήσουν το κόστος των αγαθών σε μια παγκοσμιοποιημένη και υπερ-ανταγωνιστική αγορά]. Δεν αναζητά επιχειρηματίες ως συνομιλητές, αλλά απευθύνεται απευθείας στο Κράτος ζητώντας μια διαφορετική ανακατανομή του εθνικού πλούτου, και σπρώχνει το Κράτος να αναζητήσει τη χρηματοδότηση κάνοντας να πληρώσουν οι GAFA και οι πλουσιότεροι που αποφεύγουν τους φόρους..

Τοποθετημένος στο επίπεδο του κράτους, ο αγώνας αυτός γίνεται αμέσως ταξικός, και επομένως πολιτικός λόγω του επιλεγμένου συνομιλητή. Με αυτό δεν θέλω να πω ότι ένας μισθολογικός αγώνας στο εργοστάσιο δεν είναι πολιτικός (όλα είναι πολιτικά συνηθίζαμε να λέμε πριν από μερικά χρόνια … hihihihi!). Αλλά υπερπηδώντας ευθύς αμέσως την κλασική/παραδοσιακή σχέση κεφαλαίου/ εργασίας και τιθέμενο ενάντια στο Κράτος, το περιεχόμενο είναι διαφορετικό.

Απαιτώντας συνεπώς περισσότερο από την εθνική αλληλεγγύη περισσότερο «σοσιαλισμό». Από την αρχή της θητείας του, το οικονομικό σχέδιο του Macron ήταν πάντα να ευνοεί το μεγάλο και μεσαίο κεφάλαιο (χρηματιστικό και άλλο, για παράδειγμα κατάργηση των φόρων επί της περιουσίας, μείωση μισθολογικών παραχωρήσεων που βαρύνουν τα αφεντικά) εις βάρος του προλεταριάτου (μέχρι στιγμής τίποτα νέο, μια δεξιά πολιτική). Το σχέδιο αυτό υλοποιούνταν για εξοικονόμηση 60 δισ. ευρώ σε δύο χρόνια :

μείωση της βοήθειας (κοινωνική δαπάνη), μείωση των προϋπολογισμών των δημοσίων δαπανών (υγεία, εκπαίδευση, μεταφορές, μείωση της μισθολογικής μάζας στους κρατικούς θεσμούς, συμπεριλαμβανομένης της αστυνομίας κ.λπ. … ο κατάλογος είναι μεγάλος) και μετατοπίζοντας την φορολογική επιβάρυνση από το άμεσο (φόροι επί του εισοδήματος, [πρόσεξε καλά, το 45% των γαλλικών οικογενειών, εκείνων που λαμβάνουν τα χαμηλότερα εισοδήματα, είναι ήδη απαλλαγμένο από τον φόρο εισοδήματος, εάν θα έπρεπε να καταβάλλουν επί πλέον και τους φόρους επί του εισοδήματος, το εργατικό δυναμικό δεν θα μπορούσε πλέον να αναπαράγεται) σε εκείνο το έμμεσο (ΦΠΑ, ειδικοί φόροι κατανάλωσης καυσίμων, καπνός, rachet προστίμων, cotizzazioni εις βάρος μισθωτών και συνταξιούχων κ.λπ.).

Αλλά το κίνημα των «κίτρινων γιλέκων» ξαφνικά (κανείς δεν το είχε δει να έρχεται) με τον ριζοσπαστισμό του και με τα περιεχόμενα του αλλάξει εντελώς την κατάσταση. Οι άνθρωποι δεν μπορούν να φτάσουν στο τέλος του μήνα και το Κράτος τους ζητά να συμμετάσχουν στον αγώνα ενάντια στο τέλος του κόσμου πληρώνοντας πιο ακριβή τη βενζίνη. Το σύνθημα είναι πολύ σαφές «Το πρόβλημά μου είναι το τέλος του μήνα, όχι το τέλος του κόσμου» απαντά ο πληθυσμός.

Τον δεκέμβριο, όλα αποκρυσταλλώνονται αυθόρμητα, βρισκόμαστε σε μια προ-εξεγερτική φάση (κάποιος μιλάει μάλιστα για μια καθαρά εξεγερτική φάση). Οι πιο ριζοσπάστες στο κίνημα δεν καταλαμβάνουν τα εργοστάσια, δεν επιτίθενται στην Ένωση Βιομηχάνων, δεν παραλύουν τις αποθήκες καυσίμων αλλά επιτίθενται στις τράπεζες, τα καταστήματα πολυτελείας, τα καταστήματα που ανήκουν στις πολυεθνικές (εκείνους που δεν πληρώνουν τους φόρους και επομένως δεν συμμετέχουν σε μια δυνητική ανακατανομή) μάλιστα και σε μια νομαρχία και την έδρα ενός υπουργείου.

Ορισμένα συνθήματα του κινήματος εκφράζουν/δηλώνουν «να εφορμήσουμε στο χειμερινό ανάκτορο» (η περιοχή του προεδρικού μεγάρου καθίσταται κόκκινη ζώνη, κανείς δεν μπορεί να πλησιάσει σε αυτήν) και το κίνημα συγκεντρώνει τη συναίνεση της πλειοψηφίας των γάλλων [φτάσαμε στο 80% της συγκατάθεσης), σχεδόν όλοι οι γάλλοι λένε ότι τα «κίτρινα γιλέκα» έχουν δίκιο.

Λίγα λόγια σχετικά με την κοινωνιολογική σύνθεση του κινήματος των «κίτρινων γιλέκων»: η πλειοψηφία προέρχεται από τον τριτογενή τομέα (υπηρεσίες κ.λπ.), περισσότερο από το 50% προέρχεται από αγροτικές περιοχές (επαρχία), πολύ λίγοι άνεργοι, σχεδόν πλήρης απουσία υποπρολεταριάτου, και λίγοι εργάτες, μα πάρα πολλοί επισφαλείς, φοιτητές και μη, τεχνίτες, μικροί έμποροι, μικροί αγρότες που στραγγαλίστηκαν από την κρίση, συνταξιούχοι και πολλές διαζευγμένες γυναίκες με παιδιά. Οι αγρότες περιφρουρούν 24/24 τις οδικές διασταυρώσεις στην επαρχία, έρχονται τα σάββατα στις μεγάλες πόλεις για να διαδηλώσουν, αλλά μετά τη διαδήλωση επιστρέφουν σε περιοχές με χαμηλή πυκνότητα κατοίκων. Μέσα στο κίνημα δεν υπάρχουν ούτε τα συνδικάτα ούτε τα κόμματα (η άκρα δεξιά διεισδύει στο κίνημα, αλλά επίσημα δεν συμμετέχει), και κανείς δεν τα θέλει. Για αυτούς τους ανθρώπους, ο όρος «πολιτική» είναι ήδη συνώνυμος της διαμάχης-της διάθεσης για σύγκρουση [με αυτό αναφέρομαι στην Piazza Statuto και στις τρεις κατηγορίες του Accornero συγκρουσιμότητα-ανταγωνισμός-επανάσταση], της διαμεσολάβησης, συνεπώς ΔΕΝ θέλουν ένα πολιτικό κίνημα, αλλά είναι ήδη » πολιτικοί», δεν θέλουν να ανακτηθούν από την «παραδοσιακή» πολιτική οπότε να προδοθούν, δεν θέλουν ούτε μια δική τους πολιτική κατεύθυνση-διεύθυνση, θέλουν περισσότερα, είναι ήδη τουλάχιστον ανταγωνιστές-ανταγωνιστικοί.

Ιστορικά οι γάλλοι προλετάριοι τείνουν να «αναρχοφέρνουν» πολύ περισσότερο από τους ιταλούς. Ως αναρχικοί, απορρίπτουν όλες τις μορφές κρατικής οργάνωσης και όχι μόνο (ακόμη και τη δική τους οργάνωση), μια συγκεντροποίηση των αποφάσεων είναι ήδη συνώνυμη με την έμμεση δημοκρατία, την διαμεσολάβηση και τη διαφθορά των αξιών. Θέλουν μια άμεση δημοκρατία (όχι τυχαία ένας από τους στόχους είναι το δημοψήφισμα για την ιθαγένεια.

Ξέρουν τι ΔΕΝ θέλουν (για παράδειγμα την αντιπροσωπευτική δημοκρατία), χωρίς να γνωρίζουν τι θέλουν, εκτός από το να ζουν καλύτερα και να παράγουν διαφορετικά, είναι σιωπηρά και αντικειμενικά ήδη αντικαπιταλιστές. Μέσα στο κίνημα υπάρχουν όλες οι πιθανές πολιτικές θέσεις που μπορείς να φανταστείς (η κλασική δεξιά και αριστερή βάση, αναρχικοί, ακραία αριστερά, ακραία δεξιά), αλλά και πολλοί άνθρωποι χωρίς πολιτική ιδεολογία και που ποτέ δεν συμμετείχαν σε κανέναν αγώνα ούτε πολιτικό, ούτε μισθολογικό. Οι δικαστές που έχουν κληθεί να κρίνουν τους συλληφθέντες αντιμετωπίζουν ανθρώπους με καθαρό ποινικό μητρώο (γυναίκες και άνδρες), χωρίς πολιτικά προγενέστερα, με μέσο όρο ηλικίας 40-45 χρόνια (άνθρωποι που μιας και δεν έχουν ποτέ συμμετάσχει σε κάποιον αγώνα δεν γνωρίζουν καν τους κανόνες και πιάνονται με ευκολία). Με λίγα λόγια, «κανονικοί» άνθρωποι (οι εφημερίδες αναφέρονται σε «λαό», έτσι μιλούν για λαϊκιστές).

Ο Macron κυριολεκτικά χέζεται πάνω του, γιατί συγκεντρώνοντας την εξουσία στο πρόσωπο του (δεν έχει ένα «κλασικό» κόμμα, δεν έχει ένα συνδικάτο, οι βουλευτές του προέρχονται από την κοινωνία, δεν έχει χωροταξικά γραφεία, δεν έχει τοπικούς πολιτικούς εκπροσώπους, δεν έχει στρατευμένους, ΕΙΝΑΙ ΠΡΑΚΤΙΚΑ ΜΟΝΟΣ, συνεπώς είναι και ο στόχος) είναι αυτός ο εχθρός που πρέπει να ρίξουν.

Αν εξαφανιστεί ο Macron, εξαφανίζεται και ο μακρονισμός, είναι αυτός που ενσαρκώνει το πολιτικό πρόγραμμα. Έτσι, μέσα σε βιασύνη και μανία, το επίπεδο καταστολής αυξάνεται, αλλά ταυτόχρονα, τον δεκέμβριο, παραχωρεί 10 δισεκατομμύρια ευρώ στο κίνημα (δεν αυξάνει τον νόμιμο ελάχιστο μισθό, επειδή ο «παραδοσιακός μισθός» καταβάλλεται από το «αφεντικό», αλλά αυξάνει το μέρος που αναλογεί στο κράτος, «καλώντας [hihihihi !] τις εταιρείες να καταβάλουν πριμοδότηση παραγωγής». Και τον απρίλιο (μετά την εθνική συζήτηση) προσθέτει άλλα 7 δισεκατομμύρια ευρώ (κάποιος λέει 8). Προσέξτε συνολικά 17 δισεκατομμύρια, πολύ περισσότερα από εκείνα που έχουν επιτύχει οι συνδικαλιστικοί και κοινωνικοί αγώνες κατά τα προηγούμενα 5-10 χρόνια κοινωνικών συγκρούσεων.

Πως είναι δυνατόν;

Ήθελε να εξοικονομήσει 60 δισεκατομμύρια ευρώ και αντίθετα επέλεξε (υποχρεωμένος ή όχι) να δώσει 17;

Πώς γίνεται να μειώνει τις κρατικές δαπάνες και να αυξάνει την ανακατανομή του πλούτου; Πώς μπορεί να είναι περισσότερο «σοσιαλιστής» (το λέει και το άρθρο του Le Figaro «… γενόμενος περισσότερο καπιταλιστής κοινωνικοποιώντας όλο περισσότερο τους καρπούς της ανάπτυξής του …) μέσα σε ένα παγκοσμιοποιημένο και hyper-φιλελεύθερο καπιταλιστικό σύστημα;

Και δεν έχει τελειώσει εδώ. Οι λόγοι για τους οποίους γεννήθηκε το κίνημα εξακολουθούν να είναι παρόντες, ακόμη και με 100 ευρώ περισσότερα, το τέλος του μήνα παραμένει ακόμη πολύ μακριά. Τα 17 δισεκατομμύρια που παραχώρησε η κυβέρνηση είναι μόνο μια σταγόνα νερού σε σχέση με αυτό που αναμένει το κίνημα. Αν και έχει μαλακώσει από τη μακρά διαμάχη και ποινικοποιήθηκε (είναι αγώνας 6 μηνών με μια συχνότητα μιας διαδήλωσης κάθε σάββατο), το κίνημα μπορεί να ξεκινήσει ξανά αυθόρμητα ανά πάσα στιγμή (αλλά ισχύει και το αντίθετο ) και η κυβέρνηση έχει πολύ σφιχτά περιθώρια ελιγμών.

Ο Macron παραμένει σε κατάσταση ακραίας ευθραυστότητας, αυτός δεν έχει μια πραγματική σταθερή εκλογική βάση για να στηρίζεται, αυτοί που τον ψηφίζουν διαρκώς αλλάζουν, η πτέρυγα της συντηρητικής αριστεράς που κατάφερε να συνεταιριστεί ήδη τον εγκαταλείπει και είναι σε θέση να ψαρεύει μόνο στα δεξιά του. Οι οικολόγοι ενισχύονται τόσο από δεξιά (η αριστερά των μακρονιστών) όσο και από αριστερά (σοσιαλιστικό, κομμουνιστικό, κόμμα, insoumis). Ιστορικά το γαλλικό οικολογικό κίνημα έχει αριστερή βάση, βλέπε και ακροαριστερή (μιλάω για τη βάση, οι ηγέτες του οικολογικού κινήματος έχουν πιο ποικίλες θέσεις, υπάρχει επίσης ένας οικολογισμός της δεξιάς, για παράδειγμα οι κυνηγοί).

Το συνδικάτο CGT και τα κόμματα της «gauche», αριστεράς, προσπαθούν μόνο να καβαλήσουν το κίνημα (μιλώ για τα «gilets jaunes») με έναν τρόπο συμφεροντολογικό για να μπορέσουν να ενισχυθούν, επειδή κανείς πλέον δεν πιστεύει στην παλιά αριστερά και οι κάρτες μέλους μειώνονται κάθε μήνα. Δεν τους καταλαβαίνουν και ούτε καν προσπαθούν να τους καταλάβουν και το κίνημα δεν θέλει καν να τους ακούσει να μιλούν, ούτε να ακούσει να μιλούν γι αυτούς. Την 1η μαΐου (ημέρα των εργατών), η CGT δεν κατάφερε καν να πάρει την κεφαλή της πορείας, επικεφαλής μπήκαν τα ‘κίτρινα γιλέκα’-«gilets jaunes» και τα «μαύρα μπλοκ»-i «black-blocs».

Εκλογική παρέκκλιση ευρωπαϊκή ψηφοφορία. Το PCF δεν θα έχει κανένα βουλευτή στο Στρασβούργο, επειδή το ελάχιστο ήταν 5% των ψήφων, και αυτοί είναι στο 3,2%. Οι σοσιαλιστές και οι insoumis έχουν το 6% των ψήφων έκαστος, ενώ οι οικολόγοι έχουν πάνω από 13% (σοσιαλιστές + insoumis έχουν μαζί λιγότερες ψήφους απ ‘ότι οι οικολογιστές από μόνοι τους), η παλιά κλασική δεξιά καταρρέει από 20% σε 8%, σε μια συμμετοχή του 50% των ψηφοφόρων. Το κίνημα των «κίτρινων γιλέκων» δεν πήγε καν να ψηφίσει, παρά την ύπαρξη αρκετών ανεξάρτητων καταλόγων που δηλώνουν ότι είναι η έκφρασή τους και πως θέλουν να μεταφέρουν τα περιεχόμενα τους.

Δεν είμαστε ακόμη στο τέλος του κύκλου, για πολλούς παρατηρητές, είμαστε μόνο στην αρχή αυτού του κινήματος των «κίτρινων γιλέκων». Και μεταξύ άλλων, τίποτα δεν θα είναι το ίδιο όπως πριν, τα περιεχόμενα που εκφράζονται είναι ένα σημείο μη επιστροφής. Κανένας άλλος αγώνας δεν θα μπορεί να αρχίσει χωρίς να ξεκινήσει από εκεί που έφθασαν τα «κίτρινα γιλέκα».

Οι εκτιμήσεις μου δεν είναι καθόλου ολοκληρωμένες, με αυτές τις γραμμές αναπτύσσω μερικές μόνο από αυτές. Συνεχίζω να αισθάνομαι μαρξιστής, στο «Κεφάλαιο» όλα αυτά τα πράγματα είναι ήδη εκεί (μπροστά σε όσους λένε ότι ο μαρξισμός είναι νεκρός).

Ο ταξικός αγώνας είναι πάντα υπαρκτός, μόνο οι κεντρικές φιγούρες «ίσως» είναι διαφορετικές. Η ευγένεια σου μου επιτρέπει να είμαι και λίγο ανακριβής, γνωρίζω πολύ καλά ότι ξέρεις να διαβάζεις μεταξύ των γραμμών και θα καταλάβεις το νόημα και το βάθος των πραγμάτων που λέω εις βάρος της φόρμας. Όπως βλέπεις, δεν είμαι εξοπλισμένος «συνοπτικά» και οι μεταβλητές είναι πολλές, οι παλιές κατηγορίες δεν είναι πλέον χρησιμοποιήσιμες, αλλά οι νέες δεν υπάρχουν ακόμα. Πώς να εξηγήσω τα πράγματα όταν οι λέξεις έχουν διαφορετικό νόημα από ότι στο παρελθόν; Θα μπορούσα και θα ήθελα να μιλήσω για ώρες.

Κράτησε αυτές τις «εκτιμήσεις» απλά ως τροφή για σκέψη.

…κι αυτή είναι η επιστολή που ανακτήσαμε από το computer του: una lettera d’ addio-μια επιστολή αποχαιρετισμού!

Ο καρκίνος με καταστρέφει κυρίως σωματικά. Δεν μπορώ να αντέξω να βλέπω τον εαυτό μου να μαραίνεται μέρα με τη μέρα. Αυτή η ασθένεια είναι ανίατη στην περίπτωσή μου, όσο ο συμβιβασμός μέσα στα πλεονεκτήματα και τα μειονεκτήματα μου επέτρεπε να έχω μικρές ικανοποιήσεις τις αποδεχόμουν, αλλά αυτή η περίοδος πέρασε, έτσι ώστε να «περιμένω» τον θάνατο χωρίς άλλη εναλλακτική λύση. Η ζωή δεν έχει πλέον νόημα για μένα.
Δεν μπορώ να αποδεχτώ να επιβιώνω χωρίς κανένα σκοπό και χωρίς καμία ελπίδα.
Όπως και στο τραγούδι της Nina Simone “My Way” (https://www.youtube.com/watch?v=E5slKnOULnU), έζησα με τον τρόπο μου με τη μεγαλύτερη δυνατή ειλικρίνεια, αλλά δεν ήμουν πάντα ο κατά το δυνατόν πιο τίμιος με όλους.
Υπάρχουν κάποιες πράξεις που έχω διαπράξει που με βαραίνουν σε όλη μου τη ζωή, πάντα ντρεπόμουν γι αυτό, μέχρι σημείου να τρέμω από αηδία και θυμό προς τον εαυτό μου. Σε εκείνες τις στιγμές με σιχαινόμουν, γιατί είχα υποκύψει στον οπορτουνισμό ο οποίος μου προκαλεί φρίκη. Αλλά στο σύνολο δεν ντρέπομαι για τη διαδρομή μου. Ποτέ δεν ήμουν υποκριτής, υπερασπίστηκα πάντα αυτό που πίστευα χωρίς να λαμβάνω υπόψη τα πλεονεκτήματα ή τα μειονεκτήματα που αυτό θα μου προκαλούσε. Σε σημείο να βάζω τη ζωή μου την ίδια σε κίνδυνο, αλλά με τον τρόμο πως εάν είχα επιλέξει το πρωταρχικό συμφέρον μου ενάντια σε αυτό στο οποίο πίστευα, δεν θα μπορούσα να κοιτάξω τον εαυτό μου μπροστά στον καθρέφτη. Να με εκτιμώ ήταν πάντα η στολή μου. Τα κατάφερα; Πραγματικά δεν ξέρω, αλλά το σημαντικό είναι ότι έκανα ότι μπορούσα για να αποφύγω να με απογοητεύω, το μόνο κριτήριο που πάντα μετρούσε για μένα. Θα μπορούσα να γίνω ένας μικροαστός και να σκέφτομαι το συμφέρον μου χωρίς να λαμβάνω υπόψη τους άλλους, αλλά ο ανθρωπισμός μου δεν μπορούσε να παραλείψει να λαμβάνει υπόψη την ευτυχία των άλλων. Μπορούσα να είμαι χαρούμενος αν και οι άνθρωποι που αγαπούσα θα μπορούσαν να επωφεληθούν από τη ευτυχία μου, ακόμα και εκείνοι που δεν γνωρίζω, ο Άνθρωπος με το Α κεφαλαίο.
Προφανώς έκανα επίσης πολλά λάθη, προσπαθώντας να τα αναγνωρίσω και να τα διορθώσω όταν μπορούσα, ακόμα και εκεί έκανα τα πάντα, ότι καλύτερο μπορούσα, με κάθε ειλικρίνεια και τιμιότητα.
Αφαιρώ τη ζωή μου με απλότητα, χωρίς κάποιος να με έχει σπρώξει ή να με επηρεάσει.
Είναι η επιλογή μου.
Αγάπησα, θαύμασα πολλούς ανθρώπους και κάποιοι με αγάπησαν, ευχαριστώ αυτούς τους τελευταίους, δεν κατάλαβα ποτέ γιατί με αγαπούσαν, αλλά συνέβη και αυτοί οι άνθρωποι ήταν πολύ σημαντικοί για μένα. Αδελφική αγάπη, σωματική αγάπη, γυναίκες και άνδρες μεταξύ των οποίων πρώτοι απ ‘όλους οι σύντροφοι μου στον αγώνα, συντρόφισσες και σύντροφοι που θα αναγνωρίσουν τους εαυτούς τους γιατί συχνά τους το έλεγα. Salvo, Barbara, Picchio, Mario, Prospero, Bertolazzi, Giovanni, Maurizio, Roberta, Marina ed ect, θα ξέρουν να αναγνωρίσουν τους εαυτούς τους.
Μα και πρόσωπα όπως Mimi, André, Danièle, Remo, Irene Villa (με βοήθησε πολύ οικονομικά), Irene Terrel, Lucia, Erika, Judith, Gigi Bergamin, Mai, Liana, η αδελφή μου παρόλο που μαζί της οι αντιθέσεις υπήρξαν όμορφες και πολύ άσχημες, κάνοντάς μας να περάσουμε αξέχαστες στιγμές και πολύ κακές στιγμές. Με έκανε ευτυχισμένο και δυσαρεστημένο με την ίδια ένταση, αλλά δεν το θέλω, όλοι προσπαθούν να κάνουν το καλύτερο τους. Κι εγώ δεν είμαι κάποιος να μπορώ να κρίνω τους άλλους. Πάντα πίστευα ότι οι γυναίκες είναι το καλύτερο κομμάτι της ανθρωπότητας και μερικές από αυτές που συνάντησα με αγάπησαν (δεν ξέρω πώς να τις ευχαριστήσω). Όλα αυτά τα λόγια μπορεί να φαίνονται μακρινά και κρύα, αλλά εγγυώμαι ότι τα αισθάνομαι μέχρι βαθιά στην καρδιά μου. Όλοι αυτοί οι άνθρωποι με βοήθησαν να ζήσω, και είναι ακριβώς στο να με δεχτούν που επικεντρώθηκαν οι προσπάθειές μου.
Κατάπια 4 κουτιά Fentanyl (30 χαπάκια, ίσως λίγο λιγότερα), όπως και Oxynorme, j’ai ajouté de la vodka et tout ce que pouvais – αλλά και βότκα, και για να μην αποτύχω στην αυτοκτονία μου. Ακόμη και αν αποτύχει αυτή η προσπάθεια: Δηλώνω:
Δεν θέλω να ζήσω πια, θέλω απολύτως να διακοπεί κάθε θεραπεία, να μείνω ζωντανός σαν ένα φυτό δεν με νοιάζει, και ως υλιστής και ορθολογιστής δεν πιστεύω στη ζωή του πέρα. Είμαι ένα θηλαστικό και μετά το θάνατό μου δεν πιστεύω ότι υπάρχει τίποτα άλλο παρά αποσύνθεση της ύλης που συμμετέχει στον κύκλο της φύσης.
MY WAY, Nina simone το αγαπημένο μου τραγούδι, θα ήθελα να χρησιμοποιηθεί την ημέρα X.

=*=*=*=*=*=
αυτά είναι τα λόγια του τραγουδιού που αγαπούσε ο Enrico:
Και τώρα, που το τέλος πλησιάζει
Κι αντιμετωπίζω την αυλαία
Φίλοι μου, θα το πω ξεκάθαρα
Θα εκθέσω τα επιχειρήματά μου, για τα οποία είμαι σίγουρος
Έχω ζήσει μια ζωή που είναι πλήρης
Ταξίδεψα κάθε και όποιο μεγάλο δρόμο
Μα κυρίως και πάνω απ’ όλα, ότι έκανα το έκανα με το δικό μου τρόπο
Μετανιώνω, για λίγα
Αλλά και πάλι, πολύ λίγα για να τ’ αναφέρω
Έκανα αυτό που έπρεπε να κάνω και εμβάθυνα χωρίς εξαιρέσεις
Προγραμμάτισα κάθε πορεία που χαράσσεται, κάθε μου προσεκτικό βήμα σε δρομάκι
Μα κυρίως και πάνω απ’ όλα, ότι έκανα το έκανα με το δικό μου τρόπο
Ναι, υπήρξαν στιγμές, είμαι βέβαιος ότι το γνωρίζατε
Ότι “κατάπινα” περισσότερα απ’ όσα μπορούσα ν’ αντέξω
Αλλά πάνω απ’ όλα όταν υπήρχε αμφιβολία
Τα “έτρωγα” μετά τα “έφτυνα”
Αντιμετώπισα τα πάντα και παρέμεινα στο ύψος μου
και το έκανα με τον τρόπο μου
Αγάπησα, γέλασα και έκλαψα
Συμπληρώθηκα και ένιωσα την απώλεια
Και τώρα καθώς τα δάκρυα υποχωρούν
Θεωρώ πως είναι όλα τόσο διασκεδαστικά
Και σκεφτείτε πως έκανα όλα αυτά
και επιτρέψτε μου να πω δίχως ντροπή
«Ω, όχι, Ω, όχι, όχι εγώ, Το έκανε με τον τρόπο μου»
Στο κάτω κάτω τι είναι άνθρωπος; Τι έχει;
Αν δεν έχει τον εαυτό του, τότε έχει το τίποτα
Για να λέει τα πράγματα που αισθάνεται πραγματικά
Και όχι τα λόγια κάποιου που γονατίζει
Το αποτέλεσμα δείχνει πως δέχθηκα πλήγματα
Και το έκανα με το δικό μου τρόπο.
Ναι … με το δικό μου τρόπο.

Γεια σου σύντροφε Enrico υπήρξε όμορφο που περπατήσαμε για το ίδιο μονοπάτι!

 

Le ultime parole di Enrico

ένοπλη πάλη, lotta armata

ΕΚΣΤΡΑΤΕΙΑ DOZIER – ΑΝΑΚΟΙΝΩΘΕΝ N.6

BRIGATE ROSSE – PCC

Σε όλο το επαναστατικό κίνημα.
Τα γεγονότα αυτών των ημερών, μετά την απελευθέρωση από την μπουρζουαζία του δημίου Dozier, επιβάλλουν έναν προσεκτικό προβληματισμό και μιαν αξιολόγηση που να επιτρέπει τον επαναπροσδιορισμό και τη συνέχιση, με την απαραίτητη δύναμη, της επαναστατικής πρωτοβουλίας στο γενικό πρόγραμμα της συγκυρίας.
Την επίθεση από τον ανταρτοπόλεμο στην ηγετική δομή του ιμπεριαλιστικού πολέμου, το Νατο, τη μεγαλύτερη επίθεση που δέχτηκε ποτέ ο ιμπεριαλισμός: τον ανταρτοπόλεμο που συλλαμβάνει έναν στρατηγό των Ηπα! Σίγουρα δεν μπορούν να την διαγράψουν με ένα blitz, με μια μάχη που κέρδισε η ιμπεριαλιστική μπουρζουαζία.
Οι λέξεις-κλειδιά: «χτίσιμο του αντιιμπεριαλιστικού μαχόμενου μετώπου». «καταστροφή της ιμπεριαλιστικής φυλακής και απελευθέρωση του διεθνούς φυλακισμένου προλεταριάτου», δεν είναι και δεν μπορούν να ακυρωθούν επειδή ζουν μέσα στους αγώνες του ιταλικού και ευρωπαϊκού μητροπολιτικού προλεταριάτου, και μέσα στους αγώνες των λαών που καταπιέζονται από τον ιμπεριαλισμό.
Η σαφήνεια και τα επαναστατικά περιεχόμενα της σύλληψης-δίκης στον δήμιο Dozier που σημάδεψαν την εκστρατεία επάνω στο γενικό πρόγραμμα της συγκυρίας, αντιπροσωπεύουν μέσα στο διεθνές σκηνικό τα υψηλότερα σημεία επάνω στα οποία να προχωρήσουμε για την οικοδόμηση της νέας κοινωνίας που βασίζεται στις προσδοκίες εκατομμυρίων προλετάριων που θέλουν να είναι απαλλαγμένοι από τη δουλεία της μισθωτής εργασίας και το ζυγό του ιμπεριαλισμού.
Μπορεί να εξοντωθεί το μαζικό ανταγωνιστικό κίνημα που τους τελευταίους μήνες έχει βγει στους δρόμους ενάντια στον ιμπεριαλιστικό πόλεμο; Μπορεί να εξαλειφθεί η συνειδητοποίηση ότι μόνο ο αντιιμπεριαλιστικός εμφύλιος πόλεμος μπορεί να συντρίψει τον ιμπεριαλιστικό πόλεμο; Μπορεί να εξοντωθεί με ένα αιφνιδιαστικό χτύπημα το πεδίο αγώνα επάνω στο οποίο ζουν και συνθήματα όπως «έξω το Νατο από την Ιταλία» και «δρόμο οι πύραυλοι απ’ το Comiso»;
Όλα αυτά είναι μέρος της κληρονομιάς δέκα χρόνων προλεταριακών αγώνων, στους οποίους η μπουρζουαζία αποκρίνεται μόνο με έναν τρόπο: επιτάχυνση του ιμπεριαλιστικού πολέμου, του οποίου το προλεταριάτο πρέπει να πληρώσει το οικονομικό, πολιτικό και στρατιωτικό κόστος.

Σύντροφοι,
για όλες αυτές τις 42 ημέρες η αστική τάξη και ο ισχυρότερος στρατός στον κόσμο προσπάθησαν να επιλύσουν τις αντιφάσεις που άνοιξε η επαναστατική πρωτοβουλία, παρουσιάζοντας την ταξική σύγκρουση ως ιδιωτικό πόλεμο μεταξύ των Occ-μαχόμενων κομουνιστικών Οργανώσεων και του Κράτους, με τις διάφορες προσκλήσεις για διαπραγμάτευση, με τη συνήθη τακτική της «υποτίμησης του κρατουμένου», με τη σπασμωδική χρήση των μέσων μαζικής ενημέρωσης … «Ο στρατηγός δεν μιλάει» … «Ο στρατηγός έτσι κι αλλιώς δεν είναι τόσο σημαντικός» … «Η κυβέρνηση δεν υποχωρεί στον εκβιασμό».
Εν τω μεταξύ … εισήχθη η πρακτική της επικήρυξης, χωρίς η κυβέρνηση να έχει τη δύναμη να την διεκδικήσει ή να την αρνηθεί. Πρότειναν τη χρήση του στρατού σε λειτουργίες δημόσιας τάξης, και ο Capuzzo έπρεπε να παρέμβει λέγοντας ότι αυτό θα είχε προκαλέσει βλάβες και αντιφάσεις αντί να λύσει τα προβλήματα. Για πρώτη φορά στην ιστορία των αποκαλούμενων συνταγματικών δημοκρατιών ψηφίστηκαν μυστικοί νόμοι, και ο Spadolini ήταν τόσο γελοίος όσο και ανήθικος καθώς ξεφυσούσε να πει ότι δεν είναι αλήθεια, αλλά πως … η διαδικασία των μυστικών νόμων προχωρά και η κυβέρνηση αναλαμβάνει πλήρως την ευθύνη!
Φυσικά, κύριοι του πολέμου, έχετε την πλήρη ευθύνη για το ότι ξεκινήσατε τον αντιπρολεταριακό εμφύλιο πόλεμο, πρέπει να απαντήσετε σε αυτή την ευθύνη, και γι αυτό πρέπει να πληρώσετε, μπροστά σε όλο το προλεταριάτο!!
Τι προκύπτει από αυτή την εικόνα αν όχι η αδυναμία, η απονομιμοποίηση ενός καθεστώτος σπαραγμένου από τις αντιφάσεις!!
(…), αυτό το πολιτικό-στρατιωτικό προπύργιο του δυτικού πολιτισμού, όπως θα ήθελαν να το παρουσιάσουν, στην πραγματικότητα ένα όργανο κυριαρχίας και επιθετικότητας, (…) Dozier του πολέμου στο Βιετνάμ, από τους αμερικανούς της βοήθειας προς τις λατινοαμερικανικές και τουρκικές δικτατορίες, αυτό το προπύργιο της βαρβαρότητας και του πολέμου (…) αυτό κατηγορεί τα χτυπήματα, και στο εσωτερικό του σπαράσσεται από αντιθέσεις. Ακόμη και στις κυρώσεις εναντίον της Πολωνίας, τα μέλη του Νατο δεν καταφέρνουν να συμφωνήσουν γιατί αυτό που παίρνει το πάνω χέρι είναι η ανάγκη όλων των μπουρζουαζιών να ξεφύγουν από την κρίση, να είναι ανταγωνιστικές, να κατακτήσουν αγορές … (…) η Cocom, άλλη παράνομη δομή του ιμπεριαλισμού των πολυεθνικών, η οποία επιβλέπει τις βιομηχανικές και εμπορικές σχέσεις με τις χώρες της (…) καταφέρνει να εμποδίσει βολικές συμβάσεις σε ορισμένους τομείς της ιμπεριαλιστικής αστικής τάξης … ωστόσο, οι ευρωπαϊκές χώρες στέλνουν την δική τους task-force για να διεξάγει τον πόλεμο στη Μέση Ανατολή!
Εδώ, λοιπόν, είναι το μόνο έδαφος επάνω στο οποίο ξαναβρίσκουν την ενότητα: ο ιμπεριαλιστικός πόλεμος και ο εσωτερικός πόλεμος εναντίον του προλεταριάτου.
Καλούμε ονομαστικά το όργανο με το οποίο η αστική τάξη κέρδισε αυτή τη μάχη: ήταν τα βασανιστήρια!
Το μόνο όπλο για να σταματήσει το χτίσιμο του Ένοπλου Προλεταριακού Συστήματος Ισχύος, και η ανάπτυξη της επαναστατικής πρωτοβουλίας. αναπόφευκτη επιλογή για κάθε καθεστώς σε αγωνία. καθρέφτης της σήψης της κοινωνίας της μισθωτής εργασίας.
Αυτή η βαρβαρότητα είναι η μόνη ουσία που ανασυντάσσει και ενοποιεί σε ένα μόνο μέτωπο αγώνα ενάντια στον ανταρτοπόλεμο, χώρες που πηγαίνουν από την Ιταλία στην Τουρκία στο Σαλβαδόρ.
Υπουργέ Rognoni, μην λες μαλακίες: η Ιταλία είναι η μόνη χώρα στην οποία νικήθηκε ο αντάρτικος πόλεμος χωρίς ειδικά μέτρα; Όχι!!! Η διαφορά είναι άλλη: στη «δημοκρατική μας χώρα» τα βασανιστήρια πρέπει να περάσουν μέσα από τη διαχείριση των μέσων μαζικής ενημέρωσης, και δεν θα μπορούσε να είναι διαφορετικά: η Ιταλία είναι μέρος της ΕΟΚ, του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου, δέχεται επίσημα το «δημοκρατικό» παιχνίδι, σε αντίθεση με την Τουρκία και το Σαλβαδόρ όπου κανείς πλέον δεν προσπαθεί να αρνηθεί την πρακτική των σφαγών.
Τα βασανιστήρια γίνονται σεβασμός της «συνταγματικής υπαγόρευσης». τα βασανιστήρια στις σελίδες των εφημερίδων, καθίστανται μια «λαμπρή επιχείρηση», χορωδία επαίνων στους διάφορους «…μαλάκες » για την αποτελεσματικότητά τους.
Ποια αποτελεσματικότητα, εάν όλο αυτό είναι ένας γάντζος στο ταβάνι στο οποίο να κρεμάσουν προλετάριους και κομμουνιστές για να τους βιάσουν, και ένα ραβδί με το οποίο να τους σοδομίσουν!!!
Στρατηγέ Dozier, είδαμε τι σημαίνει να συλλαμβάνουμε έναν στρατηγό του στρατού των ΗΠΑ! Δεν ήταν ίσως το Nατο, στη φυλακή του λαού, που ζητούσε να διαπραγματευτεί με τους αντάρτες !!! Δεν ήταν ίσως το Nato, στη φυλακή του λαού, που έλεγε ότι η Ιταλία είναι μια αποσταθεροποιημένη χώρα και πως η ιταλική κυβέρνηση ήταν αμήχανη απέναντι σε αυτό έχοντας βρεθεί σε πολύ δύσκολη θέση!!
Κύριοι του πολέμου, υπάρχει ένα χάσμα ανάμεσα στην ταυτότητά σας ως δημίων ιμπεριαλιστών σφαγέων, και της συνείδησης των προλετάριων και των κομμουνιστών που μάχονται ενάντια στον ιμπεριαλισμό.
Οι ανοησίες σας σχετικά με τις «διεθνείς ίντριγκες», στις (…) δεν είναι αρκετές. οι προσπάθειες που καταβάλλετε για να δημιουργήσετε επάνω στο πετσί των συντρόφων εικόνες που είναι μόνο δικές σας και αυτού του καθεστώτος. την πραγματικότητα δεν μπορείτε να την θολώσετε: οι εργάτες, οι φοιτητές, οι σιδηροδρομικοί είναι η δύναμη του κόμματος και του επαναστατικού κινήματος.
Δεν θα επιτρέψουμε να προστεθεί και η καταστροφή της πολιτικής ταυτότητας τους στη φυσική καταστροφή των συντρόφων.
Οι κομμουνιστές ξέρουν να αναγνωρίζουν εκείνους που προδίδουν για να περάσουν στις τάξεις του εχθρού και εκείνους που από κάθε άποψη ανήκουν στις τάξεις των επαναστατών.
Τον μηχανισμό και τις δομές των πρακτικών των βασανιστηρίων, από τους Sica στους Simone στους δημοσιογράφους με τα εύκολα χαμόγελα τους γνωρίζουμε καλά. Επαναλαμβάνουμε: τους γνωρίζουμε καλά. Να είστε σίγουροι πως τίποτα δεν θα μείνει ατιμώρητο.

Σύντροφοι,
η αστική τάξη σημείωσε αναμφισβήτητα ένα σημείο προς όφελός της. Αυτό το σημείο δεν μπορεί πλέον να περικλείεται μόνο στο συνηθισμένο καρναβάλι του καθεστώτος φτιαγμένο από ‘ super man’ με πλαστικές σακούλες στο κεφάλι, η μπουρζουαζία έχει αντιληφθεί ένα πολιτικό γεγονός θεμελιώδους σημασίας: πώς να αναγνωρίζει και να διαλύει τους χώρους των μαζικών κινημάτων από τους οποίους γεννιέται η δύναμη που θα την καταστρέψει. απ’ όπου γεννιέται το σύστημα της προλεταριακής ένοπλης εξουσίας για την μετάβαση στον κομμουνισμό.
Το πρόβλημα για τους επαναστάτες, για ολόκληρο το επαναστατικό κίνημα είναι να καταλάβουμε ότι η μάχη που ξεκίνησε από τις Ερυθρές Ταξιαρχίες με τη δίκη στον μπόγια Dozier που διέκοψε η μπουρζουαζία, δεν είναι ένα ατύχημα που μπορούσε να αποφευχθεί με μερικές ακόμη προφυλάξεις, αλλά ένα επεισόδιο μιας γενικής αλλαγής στις ισορροπίες δυνάμεων υπέρ της αστικής τάξης.
Οι εκατοντάδες συλλήψεις μέσα σε λίγες μέρες δείχνουν ότι εναντίον του εκκολαπτόμενου συστήματος προλεταριακής εξουσίας το καθεστώς αυτό ξεκινάει την πιο σκληρή επίθεση σε όλα τα επίπεδα, από το πολιτικό μέχρι το στρατιωτικό. Και αυτό, ακριβώς επειδή συνειδητοποίησε την τεράστια επαναστατική δυνατότητα που περιέχεται μέσα στο πρόγραμμα που το προλεταριάτο και τα έμβρυα των μαζικών οργανισμών έχουν ξεκινήσει. των κοινωνικών αιτιών του ταξικού πολέμου, του ριζώματος του ένοπλου αγώνα μέσα στην τάξη.
Αν από την πλευρά μας το ότι έχουμε εντοπίσει τα κεντρικά σημεία του επαναστατικού προγράμματος και αρχίσαμε να τα εφαρμόζουμε, έχει καταστήσει σαφές πόση αποσταθεροποιητική δύναμη έχει για την αστική τάξη και πόση ενωτική δύναμη έχει αυτό το πρόγραμμα για το προλεταριάτο. εάν αυτό έχει προκαλέσει τη μεγαλύτερη αντεπαναστατική επίθεση που θυμόμαστε. πρέπει επίσης να καταλάβουμε ότι όλο αυτό δεν είναι πλέον αρκετό.
Παράλληλα με τη σαφήνεια και την ορθότητα των κοινωνικών αιτιών του επαναστατικού πολέμου, πρέπει επίσης να καταλάβουμε ποια είναι η επαναστατική θεωρία που μας καθιστά ικανούς να οδηγήσουμε αυτό τον πόλεμο.
Η διεξαγωγή του επαναστατικού πολέμου δεν αποτελεί πρόβλημα εξευγενισμού των στρατιωτικών μέσων, αλλά η κατανόηση του τρόπου με τον οποίον μπορεί να συνεχίσει να ζει η επαναστατική πολιτική, των τρόπων με τους οποίους είναι δυνατή η κατάκτηση των προγραμμάτων σε αυτές τις συνθήκες της σύγκρουσης.
Επομένως τα προβλήματα δεν είναι τα blitz, ούτε η υποτιθέμενη ικανότητα με την οποία τα φέρουν εις πέρας, αλλά η ικανότητα, που επιτεύχθηκε από αυτό το Κράτος να διαταράξει τις επαναστατικές γραμμές ξεκινώντας από τον πολιτικό προσδιορισμό των χώρων, των κινημάτων, των προλετάριων που συνιστούν το δίκτυο, το πολιτικό υποκείμενο στο οποίο αναφέρονται, τον τρόπο ύπαρξης και χτισίματος του συστήματος της προλεταριακής εξουσίας.
Για την μπουρζουαζία το να καταφέρει να εισέλθει μέσα σε αυτό το συνθετικό ιστό, σήμανε να τοποθετήσει τις προφυλακές της μέσα στο κίνημα, επιτιθέμενη σε αυτό από μέσα με τα εργαλεία του τρόμου, των βασανιστηρίων, των σφαγών, του εκβιασμού για χιλιάδες και χιλιάδες προλετάριους.
Για το επαναστατικό κίνημα είναι ζωτικής σημασίας να εμποδίσει αυτό να συμβεί, είναι ζωτικής σημασίας να αποφευχθεί η ικανότητα της μπουρζουαζίας να καταλάβει πώς συμβαίνει η διαδικασία του επαναστατικού χτισίματος, ποια είναι τα σημεία συνάντησης, συζήτησης, επαναστατικής οργάνωσης, ποια τα εργαλεία πολιτικής εργασίας ανάμεσα στις μάζες. Αυτό σημαίνει ενίσχυση του υπό κατασκευή συστήματος εξουσίας, εγκαταλείποντας κάθε ψευδαίσθηση ότι μπορεί να αντιμετωπιστεί αυτός ο πόλεμος με τα εργαλεία του παρελθόντος. Αυτό σημαίνει ότι το σύνθημα της μαζικής παρανομίας, της παρανομίας των καναλιών επικοινωνίας μας και αγώνα πρέπει να προσαρμοστούν στο επίπεδο που μας επιβάλλεται. αυτό σημαίνει να αποτρέψουμε την ταυτοποίηση, πρώτα πολιτική, μετά στρατιωτική, από πλευράς εξουσίας. σημαίνει ότι παρά το αναπόφευκτο αντίτιμο που πρέπει να πληρώσουμε για να απελευθερωθούμε από την ιμπεριαλιστική βαρβαρότητα, πρέπει να προστατευθεί η συνέχεια και η ανάπτυξη της επαναστατικής διαδικασίας, ξεκινώντας από τις προϋποθέσεις και τις αρχές επάνω στις οποίες στηρίζεται: τα πολιτικά-στρατιωτικά-οργανωτικά εργαλεία που επιτρέπουν στο επαναστατικό πρόγραμμα να εδραιωθεί, να ζήσει και να κερδίσει.
Στην επίθεση που υφιστάμεθα, είμαστε πεπεισμένοι ότι μια ενίσχυση του συνόλου του συστήματος της ένοπλης προλεταριακής εξουσίας μπορεί να επανεμφανισθεί, επειδή έχουμε δει τα όρια της αστικής τάξης, η εικόνα της παντοδυναμίας της δεν έχει καμία κοινωνική νομιμοποίηση, διότι μέσα στη σύγκρουση μαθαίνουμε να χτίζουμε και τα δικά μας όπλα: το πρόγραμμα και την επαναστατική θεωρία του εμφυλίου πολέμου στις μητροπόλεις.
Επάνω σε αυτό δεν υπάρχει επιστροφή, επάνω σε αυτό η μπουρζουαζία δεν θα μπορέσει να μας κάνει να υποχωρήσουμε παρά τις δειλές προσπάθειές της να μας οδηγήσει στο επίπεδο της στρατιωτικής αντιπαράθεσης. Αυτό που φοβάται είναι η πολιτική δύναμη των συνθημάτων μας, η ανικανότητα της να απαντήσει στις κοινωνικές αιτίες του ταξικού πολέμου: αυτή είναι η δύναμή μας, αυτό θα επιβάλλουμε μαζί με τις μάζες.

Να εξουδετερώσουμε και να διαλύσουμε το χτίσιμο των αντεπαναστατικών βάσεων μέσα στο επαναστατικό κίνημα. Πόλεμος στον ιμπεριαλιστικό πόλεμο! Πόλεμος στην αντεπανάσταση! Πόλεμος στην καθεστωτική πληροφόρηση! Πόλεμος στα βασανιστήρια και την απαγωγή «με αργεντίνικους τρόπους»!
Να μετατρέψουμε το σχέδιο της αστικής τάξης σε αντιιμπεριαλιστικό εμφύλιο πόλεμο!

Για τον κομουνισμό – Per il comunismo
ερυθρές Ταξιαρχίες για το χτίσιμο του κομουνιστικού μαχόμενου Κόμματος – Brigate rosse per la costruzione del Pcc.

5-2-82

http://www.sebbenchesiamodonne.it/campagna-dozier-comunicato-n-6/

Αποτέλεσμα εικόνας για sequestro dozier

Αποτέλεσμα εικόνας για sequestro dozier

Αποτέλεσμα εικόνας για sequestro dozier

Αποτέλεσμα εικόνας για sequestro dozier

Αποτέλεσμα εικόνας για sequestro dozier

αυτονομία, autonomia

Η εργατική Αυτονομία και η κοινότητα αγώνα vicentina

Ένα ωραίο βιβλίο αυτό: L’Autonomia operaia vicentina. Dalla rivolta di Valdagno alla repressione di Thiene, Η εργατική Αυτονομία vicentina. Από την εξέγερση του Valdagno στην καταστολή της Thiene, πέμπτος τόμος της συλλογής »Οι Αυτόνομοι» – «Gli Autonomi» (DeriveApprodi, pp.256, euro 19). Συγγραφέας είναι ο Donato Tagliapietra.

Πρόκειται για ένα αληθινό βιβλίο, από ορισμένες απόψεις εξαιρετικό, και μιλάει για την μοναδική ιστορία ενός από εκείνα τα εκατό αυτόνομα κέντρα κομμουνιστικής πρωτοβουλίας που στα χρόνια ’70 ενήργησαν στα εργοστάσια και τα ιταλικά εδάφη, επιβεβαιώνοντας εργατική αντιεξουσία και κερδίζοντας μισθούς και δικαιώματα.

ΚΑΘΕΝΑ ΑΠΟ ΑΥΤΆ ΤΑ ΚΕΝΤΡΑ είναι μια μοναδική εμπειρία, το σύνολο ενός επαναστατικού επεισοδίου. Η διήγηση, των εργατών και των αγωνιστών της Βιτσέντζα, δείχνει την συμβολή ενός κοινωνικού κινήματος που ξέσπασε από το ’68 και μιας γενεαλογικής κοινότητας λόγων και συναισθημάτων πολιτικών, που υποδηλώνει με υποδειγματικό τρόπο την ανεπανάληπτη ποιότητα της άσκησης της πολιτικής της Αυτονομίας εκείνων των χρόνων. Αυτό τον κόσμο μπορούμε συνεπώς να τον κοιτάξουμε από δύο πλευρές, εκείνη του ταξικού αγώνα και τη γενεαλογική, αλλά αυτές οι δύο πλευρές δεν διαχωρίζονται ποτέ. Κάθε σελίδα μπορεί να διαβαστεί ως μια διήγηση για τον τρόπο με τον οποίον μια ηλικιακή ομάδα εργατών και φοιτητών βρέθηκε να αμφισβητεί, ριζικά, τo εργοστασιακό και κοινωνικό σύστημα και τον τρόπο με τον οποίο κάθε ομάδα συντρόφων ήθελε να να ζήσει αυτή τη ρήξη και να ορίσει τον δικό της δρόμο για να την χτίσει.
«Πεπρωμένο και ελευθερία», θα μπορούσαμε να πούμε φιλοσοφικά. Αλλά ειπωμένο στην διάλεκτο του βένετο, με μια έμφαση και μια αποφασιστικότητα τόσο σκληρές όσο ήταν τότε ο καταναγκασμός στην μισθωτή εργασία ενάντια σε μια γενιά νέων, που ήδη αποκαλούνταν ως μάζα διανοούμενων υπό δημιουργία.Το βιβλίο χτίζεται σχεδόν αποκλειστικά από έγγραφα που παρήγαγε η οργάνωση – οι Βενετικές Πολιτικές Κολεκτίβες, i Collettivi Politici Veneti της περιοχής του alto vicentino – και από συνεντεύξεις με τους στρατευμένους εκείνης της εποχής. Και ακολουθεί την εξαιρετική επέκταση των αγώνων, που ενθαρρύνονται και / ή οργανώνονται από τις συλλογικότητες των χωριών, από την εξέγερση του εργοστασίου Marzotto του Valdagno τον απρίλιο του 1968 μέχρι την καταστολή των αρχών της δεκαετίας του 1980. Από την αρχή μέχρι το τέλος αυτής της περιόδου παράγεται μια όλο και πιο διαδεδομένη οργανωτική συγκέντρωση στην περιοχή και γίνεται όλο και πιο διεισδυτική, αιχμηρή.

Η ΚΟΙΝΌΤΗΤΑ ΑΓΩΝΑ είναι επίσης μια κοινότητα ζωής: αυτή η αλήθεια ξεχειλίζει από την διήγηση. Να απελευθερωθούν από τη δυστυχία-την μιζέρια της μισθωτής εργασίας, να πουλήσουν την εργατική τους δύναμη ακριβά αποτέλεσε έναν τρόπο οικοδόμησης μιας διαφορετικής ζωής. Οι απεργίες στο εργοστάσιο και οι περιπολίες κατά της μαύρης εργασίας πήγαιναν μαζί με την κατάκτηση δωρεάν συναυλιών, με τον αγώνα ενάντια στα υψηλά ενοίκια και την κατάληψη σπιτιών και την γενναιόδωρη απαλλοτρίωση αγαθών στα σούπερ μάρκετ. Μαζική παρανομία, ναι, αλλά και επινόηση ενός τρόπου ζωής που απέρριπτε τη φτώχεια των σωμάτων και τη μιζέρια του πνεύματος. Μια γενιά νέων πρότεινε, με μεγάλη ωριμότητα, το σχέδιο μιας ελεύθερης ζωής.

ΠΟΣΟ ΕΙΝΑΙ ΔΥΣΚΟΛΟ να το αφηγούμαστε σήμερα σε εκείνους που προσποιούνται ότι είναι ελεύθεροι. Ωστόσο η ανάγνωση αυτής της ιστορίας ξυπνά στα βάθη κάθε ψυχής εκείνη την ατελή συνειδητοποίηση του ψεύδους και της ανελευθερίας που προκαλεί η χυδαιότητα της ζωής κάτω από αφεντικό: δεν δίνεται στον καθένα η δυνατότητα να μετασχηματίζει αυτή την αφύπνιση σε μια πράξη ρήξης. Επειδή είμαστε μόνοι. Από την άλλη πλευρά, εκείνα τα παιδιά από την Thiene και τα γύρω χωριά, μέχρι τη Schio, μέχρι το Bassano, μέχρι τη Vicenza είχαν διαρρήξει κάθε πεπρωμένο μοναξιάς: ήταν μαζί, αισθάνονταν δυνατοί, έδωσαν ένα παράδειγμα αξιοπρέπειας. Μαζί, όλοι μαζί.
Η σύγκρουση με την εξουσία ήταν εξαιρετικά βίαιη. Όπως και στο σύνολο του Veneto, εξάλλου, όπου μεταξύ της δεκαετίας του 1960 και της δεκαετίας του 1970 δόθηκαν μερικές από τις σημαντικότερες μαζικές εμπειρίες αντάρτικης οργάνωσης, πρώτα στα μεγάλα εργοστάσιο και στη συνέχεια στο διάχυτο εργοστάσιο, και συγχρόνως στα σχολεία και τα πανεπιστήμια. Γιατί ο ταξικός αγώνας έγινε τόσο σκληρός στην περιοχή του Βένετο; Επειδή – όπως δείχνει αυτό το βιβλίο – η εξέγερση δεν συνέβη μόνο εναντίον του κυρίου-του αφεντικού, αλλά, δεδομένης της καθυστέρησης της κοινωνικής πειθαρχίας εκμετάλλευσης, ήταν μια σύγκρουση επάνω στη ζωή συνολικά: ήταν ένα άλμα στο νέο και μια ανακάλυψη της κοινότητας, ένας ριζοσπαστικός τρόπος συνεύρεσης μέσα στον αγώνα και η βούληση να οικοδομήσουν μια νέα κοινωνία.

ΠΟΛΥ ΣΚΛΗΡΗ ΑΚΡΙΒΏΣ ΥΠΗΡΞΕ η σύγκρουση με την καταστολή. Ωστόσο ακόμη και στα επεισόδια ένοπλου αγώνα ως απάντηση στην καταστολή, η γραμμή των Κολεκτίβων ήταν πάντα η διατήρηση των εδαφών του «κοινωνικού εργάτη» και δεν ήταν ποτέ δολοφονική, αλλά αποσκοπούσε στο χτίσιμο ελεύθερων κοινοτήτων. Δεν ήταν τυχαίο ότι δεν υπήρξαν ούτε καταδότες ή μετανιωμένοι όταν η καταστολή κέρδισε. Όταν μετά την τραγωδία της 11ης απριλίου του 1979, όταν πέθαναν τρεις σύντροφοι ενώ προετοιμάζονταν να απαντήσουν στο blitz της 7ης απριλίου, και όταν δολοφονήθηκε ένας τέταρτος σύντροφος στη φυλακή, το μαύρο έργο των καταστολέων του Calogero και του Dalla Chiesa, υπήρξε άγριο. Στα επόμενα χρόνια, στην φυλάκιση για πολλούς, προστέθηκε η ηρωίνη για ακόμη περισσότερους.
Το βιβλίο αυτό είναι αφιερωμένο στους Antonietta Berna, Lorenzo Bortoli, Angelo Dal Santo και Alberto Graziani, στους τέσσερις πεσόντες εκείνου του καταραμένου απρίλη, με πικρό τρόπο, όχι πένθιμο ωστόσο, αλλά με υπερηφάνεια αναφωνώντας πόσο εκείνη η ζωή των ελεύθερων ανθρώπων που δολοφονήθηκαν ήταν αληθινή και υποδειγματική.

* Πηγή: Toni Negri, IL MANIFESTO

 

L’Autonomia operaia e la comunità di lotta vicentina

αυτονομία, autonomia

Όταν ο κοινωνικός εργάτης έγινε κρέας

on .

Ο Gigi Roggero εξετάζει και αξιολογεί το βιβλίο Η εργατική Αυτονομία vicentina του Donato Tagliapietra

Η Thiene είναι ένα χωριό του vicentino, περίπου δέκα χιλιόμετρα από την Schio, το μικρό Μάντσεστερ του βένετο. Στη δεκαετία του 70 έχει μια ευημερούσα εμπορική δραστηριότητα, φημισμένες βιοτεχνίες επίπλων και έναν εξειδικευμένο βιομηχανικό τομέα. Η περιοχή δεν κυριαρχείται από μεγάλα εργοστάσια, όπως στην κοντινή Schio, είναι αντιθέτως ένα παράδειγμα του διάχυτου εργοστασίου, μέσα στο οποίο σχηματίζεται μια νέα ταξική σύνθεση: νεαρή, μαχητική, έτοιμη να κάνει τα πάντα για να μην αλυσοδεθεί από την μισθωτή εργασία. Είναι ένα ανοιξιάτικο απόγευμα στη Thiene, όταν μια τρομερή έκρηξη διαλύει τις ζωές τριών νεαρών συντρόφων: Angelo, Alberto, Maria Antonietta, στους οποίους ο Lorenzo θα προστεθεί μερικούς μήνες αργότερα, αυτοκτόνησε στη φυλακή εξ αιτίας της εκδικητικότητας του Κράτους, που συμβολίζεται από την 7η απριλίου και από το pcista πρόσωπο του Calogero.

“Υπάρχει ένα πριν κι ένα μετά την 11η απριλίου 1979”, μας λέει ο Donato Tagliapietra στο βιβλίο του Η εργατική Αυτονομία vicentina. Από την εξέγερση του Valdagno στην καταστολή της Thiene (πρόσφατα τυπωμένο από τον DeriveApprodi, πέμπτο τόμο αφιερωμένο από τον εκδοτικό οίκο στους Αυτόνομους). Δεν υπάρχει ποτέ σε αυτές τις σελίδες, ακόμα και σε εκείνες που αγγίζουν πιο άμεσα τα ξεσκέπαστα νεύρα της υποκειμενικής εμπειρίας, κάποιος χώρος για την θυματοποίηση, ή για τη ρομαντική λατρεία των μαρτύρων. Στο βιβλίο του Donato πράγματι, όπως υπογραμμίζεται από την όμορφη εισαγωγή της Elisabetta Michielin, δικαίως δηλώνεται πόλεμος στον ναρκισσισμό που συχνά, πολύ συχνά, ακυρώνει τις αφηγήσεις των πρωταγωνιστών αυτής της εξαιρετικής φάσης αγώνα, με αποτέλεσμα μια κουραστική απομνημονευματολογία στραμμένη στο παρελθόν. Στον τόμο αυτό, όπως πάντα πρέπει να κάνει ένας στρατευμένος, η ενέργεια επικεντρώνεται στην παροχή όπλων πολιτικού προβληματισμού για το παρόν. Αυτό που αναλύεται στο βιβλίο είναι μια εντελώς συλλογική ιστορία, στην οποία έλαβαν μέρος οι Donato, Angelo, Alberto, Maria Antonietta, Lorenzo και αρκετές δεκάδες χιλιάδες σύντροφοι στο Βένετο και σε ολόκληρη την Ιταλία. Ακόμα και όταν μιλά για προσωπικές εμπειρίες, πάντα αναπνέουμε το αίσθημα του ανήκειν σε μια συλλογική, μαζική και οργανωμένη διαδικασία. Το άτομο εξαφανίζεται ή, ακόμα καλύτερα γίνεται ακριβώς κοινωνικό και πολιτικό στο βαθμό που τα σπάει με τον εαυτό του, δηλαδή με τη θέση και τον ρόλο που του παρέδωσε το κυρίαρχο σύστημα.

Η συλλογική ιστορία που αναλύεται από τον Donato είναι εκείνη των πολιτικών Κολεκτίβων του Βένετο και, μέσα σε αυτό, αλλά με την ιδιαιτερότητά της, της εδαφικής πραγματικότητας vicentina, ιδίως σε εκείνο το τμήμα του διάχυτου εργοστασίου ακριβώς μεταξύ Valdagno, Schio, Chiuppano, Marano και Thiene. Όχι, δεν πρόκειται για μικρές περιπέτειες της πικαρέσκο λογοτεχνίας νεαρών εξεγερμένων, αλλά για ένα σημαντικό πολιτικό εργαστήριο πειραματισμού των πρακτικών αγώνα και οργάνωσης του κοινωνικού εργάτη. Ο αριθμός αυτός ενσωματώνεται κάτω από τα μάτια του αναγνώστη στην υλικότητα των συμπεριφορών και μορφών αντιπαράθεσης, στη διαφυγή από το εργοστάσιο και σε εμπειρίες ζωής που – από τη μουσική στα ταξίδια στην καθημερινή κοινωνικοποίηση – ποτέ δεν καταναλώνονται ατομικά, αλλά αποτελούν μέρος των διαδρομών μιας ομογενοποιημένης μειοψηφίας, δηλαδή ισχυρής και μη μειοψηφικής. Επομένως γράφει ο Donato: “Το στυλ της στράτευσης έρχεται να αλλάξει υπό το φως των νέων υποκειμένων στον χώρο και της σύγκρουσής τους με τους νέους παραγωγικούς μηχανισμούς. Η μετάβαση πραγματοποιείται επάνω σε ένα κοινωνικό σώμα πολύ νεαρών ανθρώπων, που συμπεριλαμβάνονται σε μια ηλικιακή ομάδα από τα 17-18 έως 24-25 χρόνια, έντονα μορφωμένη, προορισμένη στην παραγωγή αγαθών και υπηρεσιών, αλλά που θα αποκαλύψει μια πολύ έντονη ένταση για την οικοδόμηση μιας κοινής καθημερινότητας μισώντας τον εξαναγκασμό στην υπό εντολή εργασία”. Να λοιπόν που, προχωρώντας στην ανάγνωση, μας περιγράφεται τι είναι και πώς σχηματίζεται ένας αγωνιστής, δηλαδή μια μορφή ζωής που επιλέγει να τα σπάσει με το δικό της πεπρωμένο: Εκείνο που ιστορικά είναι το σκαλάκι με τις μεγαλύτερες εντάσεις στη ζωή ενός ανθρώπου – την έναρξη της παραγωγής μέσα στην ζωντανή εργασία – υπερπηδάται, για πρώτη φορά, αντί να υποβληθεί σε αυτήν, μια γενιά οργανώνεται, ακόμη και με τα όπλα, για να την αποφύγει, σαμποτάροντάς την. Αποφασίζοντας ότι η απελευθέρωση από την εργασία ή είναι για όλους ή δεν μπορεί να είναι για κανέναν. Δεν τίθεται θέμα για το γεγονός ότι δεν θα ακολουθούσαμε τη μοίρα των πατέρων μας, αναγκασμένων σε οκτώ ώρες από την εξαιρετικά βίαιη ακαμψία εκείνης που ονομάζεται με φανφάρες μεταπολεμική ανασυγκρότηση. Και αυτό ως «ευχαριστίες» επειδή μπόρεσαν να νικήσουν φασισμό και ναζισμό. Για εμάς αυτό που ήταν να δώσουν το έδωσαν οι πατεράδες μας! «. Η απόρριψη της εργασίας, συμπεριφορά μαζική και πρακτική γίνεται μορφή στράτευσης.

Αυτή η νέα υποκειμενική σύνθεση φέρνει όντως μαζί της, μαζί με συγκεκριμένες ανάγκες και επιθυμίες, νέα ζητήματα πρακτικής και οργάνωσης. Είναι σύντομα προφανές ότι τα προηγούμενα σχήματα δεν λειτουργούν πλέον. Όχι μόνο εκείνα που συνδέονται πιο άμεσα με την κεντρική θέση του εργοστασίου και του εργάτη μάζα, τώρα πλέον σε μια φάση πολιτικής κάμψης (χωρίς να χρειάζεται να υπογραμμίσουμε ότι το PCI-ΚΚΙ, αφού τον εξοστράκισε στην κορυφή των δυνατοτήτων του, όταν είναι πλέον πολιτικά νικημένος, τον κάνει μια άδεια εικόνα να χρησιμοποιηθεί κατά των αυτόνομων κινημάτων). Έχουν φθαρεί επίσης και τα σχήματα πλατείας, δεν βλάπτουν πλέον τον εχθρό, καταλήγουν μόνο να χαρίζουν στο άλλο μέρος συντρόφους που συλλαμβάνονται και, ακόμη περισσότερο, το πλεονέκτημα της προβλεψιμότητας. Από αυτή την συνειδητοποίηση γεννιέται η πρακτική του εδαφικού ελέγχου, για να παραβιάσει το τελετουργικό των προγραμματισμένων προθεσμιών και να υπαγορεύσει αυτόνομα χρόνους, τόπους και μεθόδους της χρήσης δύναμης. Το βάπτισμα του πυρός είναι η 9η Ιουνίου 1976: περίπου διακόσιοι ένοπλοι σύντροφοι από την Πάντοβα και το Βένετο καταλαμβάνουν μια συνοικία της πόλης, την Arcella, ενώ μια περιπολία ασκεί τους στόχους (από την απαλλοτρίωση των σούπερ μάρκετ μέχρι τον εμπρησμό των γραφείων των φασιστών).

Είναι μέσα σε αυτό το πέρασμα, από τον μαζικό εργάτη στον κοινωνικό εργάτη, από ένα οργανωτικό σχέδιο που επικεντρώνεται στο εργοστάσιο σε ένα που βασίζεται στο διάχυτο εργοστάσιο, που τοποθετείται η γέννηση των ενετικών πολιτικών Κολεκτίβων: «Η πρόταση υιοθετείται από όλες τις συμμετέχουσες πραγματικότητες: Rovigo, Vicenza Pordenone και Mestre / Βενετία. Και γίνεται διατηρώντας, μάλλον ενισχύοντας, δίδοντας μεγαλύτερη αξία στην δική τους εδαφική ιδιαιτερότητα, δεδομένου ότι η οργανωτική πρόταση προβλέπει μια πλήρη αυτονομία των επιμέρους επαρχιών. Στην πράξη μοιάζει πολύ με ένα ομοσπονδιακό σύμφωνο. Δεν μας λένε κομμουνιστικές πολιτικές Κολεκτίβες, ή επαναστατικές ή προλεταριακές. Όχι, ονομαζόμαστε πολιτικές βενετικές κολεκτίβες (Cpv). Είναι ένα μοναδικό παράδειγμα στο εθνικό πανόραμα «.

Η ιστορία των CPV καλύπτεται εδώ για πρώτη φορά, από την οπτική γωνία της ανάπτυξης της Αυτονομίας vicentina. Ο πιεστικός ρυθμός της αφήγησης ανιχνεύει τον δίχως ανακωχή ρυθμό της κατασκευής μιας συλλογικής δύναμης, στην οποία οι περιπολίες έχουν ένα καθοριστικό βάρος. Περιπολίες ενάντια στις υπερωρίες, αλλά θα ήταν πιο σωστό να τις ονομάζουμε περιπολίες ενάντια στη δουλική εργασία, εργασία sans phrase. Για να το θέσω με τα λόγια του Ντονάτο, στην πραγματικότητα, «ήδη η συνηθισμένη δουλειά είναι αφόρητη, πόσο μάλλον πρέπει να είναι εκείνη η έκτακτη». Σε αυτή την ιστορία το Εβδομήντα επτά είναι προφανώς ένα σημαντικό πέρασμα, αλλά μόνο αν τοποθετηθεί μέσα σε μια διαδικασία που έχει τις ρίζες της στο πριν και πηγαίνει πολύ πέρα. Πράγματι, σε αυτά τα εδάφη δεν είναι η κορυφή της σύγκρουσης. Η συνέχεια της οργανωτικής διαδικασίας είναι πιο σημαντική από την καταβύθιση στο γεγονός.

Παίρνουν μέρος σε αυτή την διαδικασία διάφορα υποκείμενα, τα οποία σχεδιάζουν συνολικά την φιγούρα του κοινωνικού εργάτη – ο οποίος, όπως επανειλημμένα τονίσαμε, δεν πρέπει ποτέ να περιοριστεί σε μια απλή επαγγελματική ή κοινωνιολογική τοποθέτηση, αλλά δείχνει τη δυνατότητα μιας ανασυνθετικής τάσης. Εργάτες, φοιτητές, άνεργοι και όσοι αργότερα θα ονομάζονταν επισφαλείς. Μια παράγραφος του βιβλίου είναι αφιερωμένη στον αγώνα για το σπίτι. Διαβάζοντας το, μπορούμε να αντλήσουμε πολύτιμες ενδείξεις και για το παρόν. Πράγματι, εκείνος ο αγώνας, παράγει μαχητική υποκειμενικότητα και εδαφική αντιεξουσία. Η σύγχρονη μεταμόρφωσή του σε μια λογική παροχής βοήθειας και παροχής υπηρεσιών, η οποία είναι κατά τα άλλα φτωχή και ατυχής, δεν εξαρτάται μόνο από την αντιστροφή που συνέβη στις ισορροπίες δυνάμεων υπέρ του εχθρού μας: περιγράφει την ανατροπή του αγωνιστή σε ακτιβιστή, της αναζήτησης της σύγκρουσης στην αναζήτηση της συναίνεσης, της αντιεξουσίας στην παραίτηση από την άσκηση της δύναμης.

Όταν μιλάμε για μια πληθώρα κοινωνικών υποκειμένων πρέπει να διευκρινίσουμε. Σήμερα νομίζουμε ότι το πρόβλημα είναι απλώς να προσθέσουμε μια πληθώρα τομέων και ταυτοτήτων, αυτή είναι με λίγα λόγια η αποκαλούμενη διατομεακότητα [ αλληλεπικάλυψη (ή «διασταύρωση») διαφορετικών κοινωνικών ταυτοτήτων] που από τις αμερικανικές ακαδημίες έχει διεισδύσει στις ακαδημίες του »κινήματος». Η αυτονομία, από την άλλη πλευρά, δεν είναι ποτέ το αλγεβρικό άθροισμα των αυτονομιών, διότι ανασύνθεση σημαίνει να αναλαμβάνεις εξ ολοκλήρου τις αντιφάσεις και τις συγκρούσεις εντός της τάξης, δηλαδή να θέτεις στον εαυτό σου το πρόβλημα της μη αποδοχής των υποκειμένων έτσι όπως είναι, όπως δίνονται δηλαδή στην καπιταλιστική ιεραρχία, αλλά προοδευτικά να τα μετατρέπεις, να τα ανατρέπεις, να τα υπονομεύεις. Δημιουργώντας ένα υποκείμενο που δεν υπάρχει ακόμη, που δεν μπορεί παρά να είναι ενάντιο σε αυτό που είμαστε σήμερα. Ο Donato το εξηγεί με ακρίβεια: «Δεν μας ενδιέφερε ποτέ να ακολουθήσουμε τις χιλιάδες αυτονομίες, γυναίκες, σπουδαστές κλπ. όπως δεν μας ενδιαφέρει να οργανώσουμε έναν τομέα μετά τον άλλο, πιστεύουμε ότι η μόνη δυνατότητα να ζήσουμε τον κομμουνισμό στην καθημερινή ζωή είναι η ανασυνθετική δύναμη του προγράμματος που μπορεί μόνο να ενοποιήσει τα χίλια κοινωνικά στρώματα επάνω στις κοινές ανάγκες και πρακτικές ».Συνεπώς, μπορεί να καταλήξει υποστηρίζοντας ότι «η Αυτονομία δεν ήταν ποτέ ένας άκαμπτος και κλειστός οργανωτικός χώρος, αλλά μάλλον μια μέθοδος που επιτρέπει να διασχίσουμε με την ταξική σύγκρουση τις αντιφάσεις που φέρνει μαζί της η ανάπτυξη του κεφαλαίου καθημερινά”.

Το εύρωστο τελικό προσάρτημα του βιβλίου είναι πολύτιμο, διότι επιτρέπει την άμεση σύγκριση με κείμενα, έγγραφα και φυλλάδια που παράγονται στην εξαιρετική εμπειρία που αναλύει το βιβλίο. Εδώ, όπως και στον υπόλοιπο τόμο, μπορούμε να βρούμε τη θεμελιώδη διαφορά σε σχέση με τις ανακατασκευές της δεκαετίας του 1970 που έγιναν από τους αγωνιστές των μαχόμενων σχηματισμών, στους οποίους η εργατική και προλεταριακή υποκειμενικότητα τείνει να εξαφανίζεται, ή να γίνεται ένα ιδεολογικό φετίχ του οποίου τα νήματα τραβιούνται από τον ηρωισμό διαχωρισμένων πρωτοποριών. Προσοχή, το θέμα δεν είναι καθόλου το ζήτημα των όπλων ή της χρήσης της δύναμης (ο Donato υπενθυμίζει ότι «μεταξύ του 1976 και του 1980 περισσότερες από πεντακόσιες πράξεις «προσεγμένης χρήσης της δύναμης» καταγράφονται στο Βένετο»). Το θέμα είναι ότι, σε μια πλήρη ανατροπή των πρακτικών των Μαρξ και Λένιν, στον μαρξισμό-λενινισμό των παράνομων οργανώσεων ο ένοπλος αγώνας γίνεται η στρατηγική. Για τους αυτόνομους από την άλλη πλευρά, η χρήση της δύναμης, η οποία χαμηλώνει στο επίπεδο της μαζικής παρανομίας, είναι πάντα ένα εργαλείο για την κατασκευή και την άσκηση της αντιεξουσίας. Ο εργατισμός ενσωματώνεται εδώ στις συμπεριφορές του κοινωνικού εργάτη: η τακτική στο κόμμα, η στρατηγική στην τάξη. Η αυτονομία είναι πραγματικά, σε αυτές τις σελίδες και σε αυτήν την ιστορία, η οργάνωση που αντικατοπτρίζει στον δικό της αυθορμητισμό, και ο αυθορμητισμός που αντανακλά στην οργάνωσή του.

Τέλος, πρέπει να ειπωθεί ότι εκείνη η εμπειρία δεν υπήρξε χωρίς όρια, δίχως τα οποία δεν θα μπορούσαμε να καταλάβουμε εκείνη που μπορούμε να αποκαλέσουμε – με δύο προειδοποιήσεις – μια ήττα. Πρώτη προειδοποίηση: είναι κουραστικό να πιστεύουμε ότι τα πολιτικά σχέδια απλά ηττώνται με την καταστολή, όπως δυστυχώς συνηθίζεται να γίνεται στις ανοικοδομήσεις της πολιτικής αυτοδικαιολόγησης. Δεύτερη προειδοποίηση: ήττα σημαίνει πάντα, για τους αγωνιστές και γι αυτούς -όπως και ο Donato- που δεν έχουν περιορίσει την στράτευση σε μια νεανική φάση της ζωής τους, να κάνουν θησαυρό των ορίων στις μεμονωμένες μάχες για να επανενταχθούν μέσα στον πόλεμο. Η ήττα είναι μια τόσο σημαντική κληρονομιά που αποτελείται από τον πλούτο, τις προωθήσεις, τις μερικές νίκες. Για να μπορέσω να επιβεβαιώσω μαζί με τον Donato, χωρίς τις φαντασιώσεις του ουτοπικού και με την ήρεμη αδιαλλαξία του αγωνιστή: «Θα νικήσουμε».

 

http://commonware.org/index.php/gallery/877-quando-l-operaio-sociale-si-e-fatto-carne

αυτονομία, autonomia

Toni Negri: Η ΗΤΤΑ ΤΟΥ ’77.

Στην Ιταλία το ’77 είναι η δεύτερη φάση του ’68. Σε όλες τις υπόλοιπες ευρωπαϊκές χώρες το ’68 εξαντλείται γρήγορα πρακτικά μεταξύ του τέλους του ’67 και των αρχών του ’69. Στην Ιταλία αντιθέτως το ’68 υπήρξε η αρχή μιας εξαιρετικά έντονης περιόδου κατά την οποίαν ταξικός αγώνας, φοιτητική αναταραχή- διαμαρτυρία και επινόηση-εμπλουτισμός του τρόπου ζωής (οι κοινότητες, η γυναικεία απελευθέρωση κλπ.), λόγω πολύ ιδιαίτερων συνθηκών και καταστάσεων, βρήκαν μια συνέχεια τους. Νομίζω ότι αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι στην Ιταλία ξεκινήσαμε από μια εξαιρετικά καθυστερημένη κατάσταση. Το σύνολο των αναγκών απελευθέρωσης, χειραφέτησης, παρεμποδίζονταν από πολύ ισχυρές και άκαμπτες αντιφάσεις. Για το λόγο αυτό το κίνημα αναγκάστηκε να κινηθεί στο έδαφος αυτό και να απελευθερωθεί από τους αρχικούς αυτούς προσδιορισμούς.Πρέπει επίσης να επιμένουμε στο γεγονός πως στο ’68 υπήρξε εμφανής και σημαντική μέσα στο κίνημα η παρουσία ενός ορισμένου ιταλικού τύπου κομμουνισμού, δηλαδή ενός πρωταρχικού και συντηρητικού σοσιαλισμού, που διαπερνούσε την καθημερινή ζωή.Από αυτή την άποψη, τα λενινιστικά κόκκινα βιβλία, μαοϊστικά, τροτσκιστικά, τσε γκεβαρικά υπήρξαν θεμελιώδους σημασίας κείμενα, πολύ περισσότερο απ ‘ό, τι του Marcuse ή της Σχολής της Φρανκφούρτης, πολύ περισσότερο απ’ ότι μια σειρά διαφορετικών και πιο προηγμένων-προχωρημένων πολιτισμικών λόγων που ζούσαν ήδη για παράδειγμα στο γαλλικό ή το γερμανικό κίνημα.Το ιταλικό κίνημα υπήρξε επί μακρόν επηρεασμένο από το επίσημο εργατικό κίνημα και οι διαμαρτυρίες κατά του ρεβιζιονισμού μόλις απέκρυπταν τον ομφάλιο σύνδεσμο που, αντίθετα με ό, τι συνέβαινε σε άλλες χώρες, συνέδεε το κίνημα με το ιδεολογικό και οργανωτικό σύμπαν του σοσιαλιστικού κόσμου.Τώρα, σχεδόν αμέσως το κίνημα ήταν υποχρεωμένο να απελευθερωθεί από αυτούς τους αρχικούς προσδιορισμούς, και να εξοργίσει και να καεί μέσα σε αυτή την οργή-την απελπισία, τη σχέση του με το εργατικό κίνημα. Αλλά υπήρξε ακριβώς αυτό το πέρασμα κριτικής εμβάθυνσης και κρίσης της σχέσης με το επίσημο εργατικό κίνημα, που παρήγαγε μια σειρά εξαιρετικά σημαντικών επιπτώσεων, γεγονός που καθιστά την ιταλική περίπτωση της δεκαετίας του ’70 ένα εξαιρετικό κοινωνικό και πολιτικό εργαστήριο.

Για να το πούμε απλά, στα τέλη του 1968-69 το κίνημα βρέθηκε να έχει ένα πραγματικά σταθερό μαζικό ακροατήριο, μια πολύ ισχυρή διείσδυση στους χώρους εργασίας, μια εξαιρετικά εκλεπτυσμένη μεθοδολογία πολιτικής και πολιτιστικής δουλειάς, και ένα σύνολο υλικών μέσων για την ανάπτυξή του, παρόλα αυτά, ευέλικτο και πλούσιο.Υπήρχαν τρεις εφημερίδες, δεκάδες και δεκάδες περιοδικά, εκδοτικοί οίκοι που εργάζονταν για το κίνημα, ένας απροσδιόριστος αλλά σταθερός αριθμός χώρων και εδρών πολιτικής οργάνωσης κλπ..Όλα αυτά επέτρεψαν στο κίνημα (πέρα από εκείνη που συχνά ήταν η γελοία περίπτωση των πολιτικών του κατευθύνσεων) να ριζώσει κοινωνικά με τρόπο τελείως άγνωστο στις άλλες ευρωπαϊκές χώρες. Αν όντως στις άλλες ευρωπαϊκές χώρες το ’68 συνέχισε να επηρεάζει τα κοινωνικά και θεσμικά κινήματα από πολιτιστική άποψη (και / ή παράνομη τρομοκρατική) ως κοινωνική δύναμη ήταν πολύ λιγότερο ισχυρό.Στην Ιταλία αντιθέτως – μόνη χώρα στην Ευρώπη – το κίνημα καθιερώθηκε ως κοινωνική δύναμη για μεγάλο χρονικό διάστημα, αναπτύσσοντας μια δυναμική που ήρθε σταδιακά να επιδεικνύει τη σημασία της ιστορικής καινοτομίας του 1968. Αυτή η καινοτομία περιλάμβανε την ανακάλυψη του εδάφους της αυτονομίας, τη ρήξη του συστήματος των κομμάτων, την εκκαθάριση του σοσιαλισμού, την πρόταση κομμουνιστικών θεματικών, τη συγκεκριμένη κριτική στην μισθωτή εργασία.Όλο αυτό αντιπροσώπευσε το περιεχόμενο της φαντασίας στην εξουσία, και αναπτύχθηκε για ολόκληρη μια δεκαετία. Το 1977 είναι η τελευταία ημερομηνία κατά την οποία η διαδικασία αυτή ολοκληρώνεται, συνεπώς μια διαδικασία ρήξης αλλά πάνω απ ‘όλα συνέχειας, «work in progress».Η σχέση μεταξύ του ’68 και του ’77 είναι μια πολύ στενή σχέση, εσωτερική, ζεστή, οικεία, αλλά ταυτόχρονα εξαιρετικά διαφορετική διότι η αυστηρή-επιτακτική πολεμική που ανοίγει ανάμεσα στο επαναστατικό κίνημα και το επίσημο εργατικό κίνημα το ’68, το ’77 καταλήγει σε μη αναστρέψιμη ρήξη. Το κίνημα του ’77 έχει μια δύναμη απολύτως καινοτόμα .Το ’68, πέρα από τα λόγια, στην πραγματικότητα η εμβάθυνση της πολιτιστικής κριτικής, η τροποποίηση των συστημάτων της ζωής, η σύσταση κοινοτήτων, παρέμεναν δηλώσεις προθέσεων, συχνά αναποτελεσματικών, άκαρπων: όλα αυτά το ’77 γίνονται πραγματικότητα. Η αυτονομία του κινήματος ανακαλύπτεται και αναπτύσσεται κατά τα έτη που πηγαίνουν από το 1968 έως το ’77, αλλά πραγματοποιείται ως μαζικό φαινόμενο μόνο το ’77.

Το ’77 είναι η επινόηση μιας πολιτικής νέου τύπου, πολιτική της βάσης, εντελώς εγκάρσια, άμεση άσκηση της αντιεξουσίας. Είναι επίσης μια πρώτη απόκτηση εργαλείων μαζικής επικοινωνίας, υπαγόμενων στην επαναστατική πρωτοβουλία. Νομίζω πως η κουβέντα σχετικά με την άρνηση της εργασίας μπορεί να αντιπροσωπεύει την πραγματική αμφισημία της σχέσης 1968-77.Η συζήτηση για την άρνηση της εργασίας αντιπροσωπεύει μαζί τη συνέχεια, την απόγνωση και την υπερνίκηση της σοσιαλιστικής κριτικής της εργασίας: σε αυτό βρίσκεται η αμφισημία της. Αλλά σε αυτό συνίσταται και ο πλούτος της, διότι αν ο άμεσος υπαινιγμός στον κομμουνισμό τον αποσπά από την σοσιαλιστική ιδεολογία της εργασίας, η ανάγκη να οικοδομηθεί μια νέα κοινωνική πραγματικότητα, μια δύναμη, ένας νέος τρόπος εργασίας τον ενώνει με τα θετικά περιεχόμενα μιας ουτοπίας της χειραφέτησης.Γίνεται έτσι σαφές ότι η άρνηση της εργασίας πρέπει να ανακαλυφθεί ως κάτι θετικό, ενεργό, υπό την έννοια της κατασκευής ενός συνόλου σχέσεων, ιδεών, μορφών παραγωγής και αναπαραγωγής. Και από την άποψη αυτή η άρνηση της εργασίας ερμηνεύτηκε όχι με τρόπο περιοριστικό από το ’77.Ωστόσο, αυτό δεν ήταν αρκετό για να εξαλείψει ένα μεγάλο πρόβλημα που αντιμετωπίσαμε στο περιθώριο και στο όριο της άρνησης της εργασίας: αυτή η θετική ουτοπία δεν κατάφερνε να οριστεί ως πολιτικό πρόγραμμα. Ο κίνδυνος ήταν μεγάλος γιατί υπήρχε η πιθανότητα εδώ να επανεισαχθούν, όπως επανεισήχθησαν, στοιχεία σταλινισμού και τρομοκρατικά ένστικτα.Θέλω να πω πως όταν φτάναμε εκεί και αναρωτιόμασταν: τι κάνουμε; και ανακαλύπταμε ότι δεν υπήρχαν προκατασκευασμένα μοντέλα, δεν υπήρχε πρόγραμμα, ήταν εύκολο να επανεισαχθεί από το παράθυρο ένας ορισμένος τύπος παλαιού σοσιαλισμού αφού είχε πεταχτεί έξω από την πόρτα.Αντιθέτως έπρεπε να ακολουθήσουμε την οδό της κοινωνικής εναλλακτικής με αυστηρότητα και συνοχή. Η κουβέντα για την άρνηση της εργασίας έπρεπε να τροποποιηθεί, να διορθωθεί, να αναπτυχθεί όχι μόνο εναντίον κάθε τρομοκρατικής συντόμευσης και κατά της επανεμφάνισης της σοσιαλιστικής ιδεολογίας: έπρεπε να μελετηθεί μέσα στις νέες συνθήκες αναδιάρθρωσης του τρόπου παραγωγής (αυτοματισμού, πληροφορικής), σε συνδυασμό με τις εμπειρίες της αυτο-αξιοποίησης, με εκείνη δηλαδή που είναι η αυτοδιάθεση των νέων πολιτικών υποκειμένων.
Με αυτό φτάνουμε σε μιαν άλλη θεμελιώδη κουβέντα του ’77, μια συζήτηση που εξακολουθεί να είναι σήμερα επίκαιρη και ξεκινά από την διαπίστωση του γεγονότος ότι οι νέοι και γενικότερα το στρώμα των εργαζομένων, των εργατών που ήταν περιθωριοποιημένοι, αποκομμένοι από την παραγωγική ανάπτυξη, δεν ήθελαν πλέον να επανενταχθούν στο παλαιό παραγωγικό σύστημα, αλλά ήθελαν να εκπροσωπούνται επαρκώς μέσα σε ένα νέο τρόπο παραγωγής.Έτσι, όταν μιλούσαμε για άρνηση της εργασίας ήταν σωστό να την καταλαβαίνουμε ως άρνηση «της εργασίας στο εργοστάσιο» (έτσι όπως το είχαμε δει να καθιερώνεται στην Ιταλία μεταξύ της δεκαετίας του ’50 και της δεκαετίας του ’60 μέχρι το ’68), αλλά από την άλλη πλευρά έπρεπε υπογραμμίζονται τουλάχιστον δύο νέες συνθήκες: ότι βρισκόμασταν, καταρχάς, αντιμέτωποι με την Τρίτη βιομηχανική επανάσταση και ότι προς στιγμήν αυτή είχε απλώς σαν συνέπεια μια μαζική περιθωριοποίηση, δεύτερον ότι βρισκόμασταν μπροστά (και ήταν ακόμη πιο σημαντικό) σε ένα νέο υποκείμενο που είχε τα χαρακτηριστικά μιας επινοητικής, δημιουργικής, πνευματικής, εντελώς αφηρημένης εργατικής δύναμης: ένα υποκείμενο που μπορούσε να παράγει μόνο μέσα σε νέες καταστάσεις και συνθήκες του βιομηχανικού οικονομικού κοινωνικού συστήματος, ένα κοινωνικό επαναστατικό υποκείμενο.Το θέμα της απόρριψης της εργασίας ήταν, λοιπόν, και εξακολουθεί να είναι, ένας τρομερός μοχλός επειδή φέρει μαζί της μια ολόκληρη σειρά διεκδικήσεων, από τη μείωση του χρόνου εργασίας στο θέμα του κοινωνικού ή πολιτικού μισθού, μέχρι την πλήρη αναδιάρθρωση της κοινωνικής εργάσιμης ημέρας, μέχρι την πολιτική της δημόσιας δαπάνης, και τις συνδέει με μια ισχυρή αναφορά στον κομμουνισμό.Γύρω στο θέμα της απόρριψης της εργασίας υπάρχουν λοιπόν μια σειρά από νέες προβληματικές διαστάσεις που ανοίγουν: πρέπει να καταφέρουμε να καταλάβουμε τι είναι ο κομμουνισμός, μέχρι τα βάθη, όχι απλώς ως μια αναδιοργάνωση ενός καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής (που παραμένει τέτοιος ακόμη κι αν οι άνθρωποι εργάζονται δύο ώρες την ημέρα).Το πρόβλημα ήταν και είναι να εισαχθούν στόχοι, μια διαφορετική ορθολογικότητα στον τρόπο παραγωγής: αυτά είναι θέματα που ήταν εξ ολοκλήρου εμφανή και παρόντα το ’77.
Αλλά δεν αρκεί να έχουμε αυτά τα ζητήματα μπροστά στα μάτια μας. Μάλλον ηττηθήκαμε λόγω της ανικανότητας μας να παράξουμε ένα νέο κοινωνικό μοντέλο από τα μέσα της απόρριψης της εργασίας, να συνδέσουμε ένα πρόγραμμα στην πρακτική μας. Χάσαμε λόγω της έλλειψης πνευματικού εξτρεμισμού.Συνεπώς εξτρεμιστής υπήρξε αντιθέτως ο αντίπαλος που χρησιμοποίησε τις νέες παραγωγικές δυνατότητες για να μας απομονώσει, να μας περιθωριοποιήσει και να μας καταστρέψει. Σήμερα βρισκόμαστε αντιμέτωποι με το ίδιο πρόβλημα, δηλαδή με το γεγονός ότι η πληροφορική και το σύστημα αυτοματισμού καθίστανται ένα τελειοποιημένο είδος τεϊλορισμού-taylorism και πως οι νέες μηχανές, αντί να μας δίνουν περισσότερη ελευθερία, οργανώνουν και το πνευματικό εργατικό δυναμικό (αυτόματες μηχανές, υπολογιστές, ρομποτική) και αυξάνουν τον βαθμό της εκμετάλλευσης.Ολόκληρη η νέα οργάνωση της εργασίας αποσκοπεί, στην Τρίτη βιομηχανική επανάσταση, στην αποταμίευση ζωντανής εργασίας στο εργοστάσιο και στην ανάκτηση της ζωντανής εργασίας στην κοινωνία. Το πρόβλημα του κομμουνισμού σήμερα είναι εκείνο να καταλάβουμε τι σημαίνει να αντιστρέψουμε αυτή τη χρήση των μηχανών.Πρόκειται για ένα πολύπλοκο πρόβλημα και σίγουρα δεν είναι η λενινιστική αντίληψη του προβλήματος της οργάνωσης που θα μας βοηθήσει να το λύσουμε.Αυτή η αντίληψη μας οδηγούσε στο μοναδικό πρόγραμμα της δολιοφθοράς.Ένα άθλιο πρόγραμμα.Σαμποτάζ ήταν να πάμε ενάντια στις μηχανές που υπήρχαν.Αντίθετα δεν μπορούσαμε να επινοήσουμε μια μέθοδο για να σαμποτάρουμε τις μελλοντικές μηχανές: και γι ‘αυτό χάσαμε. Από το γεγονός ότι η φαντασία μας, η φαντασία μας για δολιοφθορά, δεν μπορούσε να υπερβεί το υπάρχον.Και ήταν σχεδόν αναπόφευκτο ότι η τρομοκρατία, σε αυτό το σημείο καμπής, να εμφανίζεται ως θεωρία της πρόσβασης στην εμβάθυνση της θεματικής της οργάνωσης, μια πρακτική οπορτουνιστική απλούστευσης ή διαφυγής από τα στρατηγικά προβλήματα.
Αλλά ας προσπαθήσουμε να καταλάβουμε πώς, σε κάποιο κεντρικό σημείο, το ’77 δεν είναι τόσο η συνέπεια και η ολοκλήρωση του ’68, αλλά μάλλον η πρόβλεψη εκείνων των προβλημάτων που σήμερα αποτελούν το αντικείμενο των αγώνων και τα οποία προτείνονται στην μετασχηματιστική κριτική.Μπορεί λοιπόν να είναι χρήσιμο να παρατηρήσουμε πώς αναπτύσσεται η μορφή του εργοστασίου που σήμερα επιβάλλεται με όρους κοινωνικούς, δηλαδή με όρους ενοποίησης, οργάνωσης, πειθάρχισης της κοινωνικά διάχυτης εργασίας.Η δημιουργία αυτής της ενιαίας διαδικασίας – που έχει επεκταθεί όσο επεκτείνεται η κοινωνία – κατέστη δυνατή λόγω του γεγονότος πως η κοινωνία έχει καταστεί πλήρως διαφανής από τις ροές της επικοινωνίας.Είναι διαμέσου των διαύλων της επικοινωνίας που η κοινωνική παραγωγικότητα απορροφάται και η συλλογική γνώση τίθεται στη διάθεση της παραγωγής. Τόσο περισσότερο όσο αυτή τη γνώση είναι εναλλακτική, της βάσης, αυθόρμητη: ακόμη περισσότερο αν αυτή είναι ο καρπός της «άρνησης της εργασίας» του εργοστασίου.Χρειάζεται πλέον να ζωγραφίσουμε την κοινωνία ως ένα ελεύθερο σύνολο επικοινωνιακών ροών που αντιπροσωπεύουν θέσεις και φιγούρες της κοινωνικής εργασίας: τώρα, η εξουσία θέλει να τα οργανώσει, να τα περιορίσει στην δική της πειθαρχία, να τα απορροφήσει και να τα αναπαράγει ως πληροφορία.Σε αυτό συνίσταται η εκμετάλλευση, σήμερα.Κατά συνέπεια, η νέα μορφή της προλεταριακής οργάνωσης και απελευθέρωσης πρέπει να περάσει μέσα από την επανοικειοποίηση της κοινωνικής επικοινωνίας.Το πρόβλημα των αγώνων κατά της εκμετάλλευσης σήμερα είναι εκείνο του αγώνα ενάντια στην απαλλοτρίωση της επικοινωνίας και της καπιταλιστικής οργάνωσης της πληροφόρησης.
Τώρα, το 77, στο κίνημα, η ευαισθησία σε αυτό το ζήτημα υπήρχε και ήταν επίσης πολύ αναπτυγμένη: αλλά και σε αυτή την περίπτωση με διφορούμενο τρόπο. Στην πραγματικότητα μπερδέψαμε τον εκδημοκρατισμό της επικοινωνίας με ασαφείς προθέσεις ελευθερίας (καλά συγκεκριμένες μόνο από την πλευρά της καπιταλιστικής άποψης), την επανοικειοποίηση της πληροφορίας με τον εκσυγχρονισμό της.Κινηθήκαμε σύμφωνα με μια θεωρία δυο χρόνων – πρώτα η απελευθέρωση, μετά ο εκδημοκρατισμός – που ήταν σίγουρα η πιο μακρινή και ξένη προς τις συμπεριφορές της αυτονομίας αντίληψη. Έτσι τα παίξαμε τελείως, γίναμε η αιτία της απελευθέρωσης του αιθέρα, ως εκ τούτου, οι παραγωγοί, των πιο σκανδαλωδών μορφών απαλλοτρίωσης της γνώσης και ενστάλαξης των θεωριών του καθεστώτος.Εμείς ήμασταν το 1977 που καθορίσαμε τον Μπερλουσκόνι, αυτή είναι η πραγματικότητα. Δεν κάναμε μέχρι τέλους το ’77 μια μάχη για την δημόσια επανοικειοποίηση από τα κάτω της πληροφόρησης. Με αυτό τον τρόπο θέσαμε τις συνθήκες για μια γενικότερη ήττα.Η μάχη για την πληροφόρηση ήταν στην πραγματικότητα ένα μέρος εκείνης που ταυτόχρονα διεξάγεται γύρω από τη νέα οργάνωση της κοινωνικής επικοινωνίας, δηλαδή της κοινωνικής παραγωγής .Αυτό ήταν το θέμα επάνω στο οποίο έπρεπε να είμαστε δεσμευμένοι, να στρατευτούμε. Αντιθέτως εκείνο ήταν επάνω στο οποίο τα αφεντικά αναδιάρθρωσαν τα μεγάλα εργοστάσια και την FIAT πάνω από όλα.Αδειάζουν τα εργοστάσια όχι τόσο από τους εργάτες, όσο από την εργατική οργάνωση. Αν μετά η εργατική οργάνωση ήταν αυτόνομη, της βάσης, και συνέπεπτε με την πλειοψηφία των εργατών, τότε τα αφεντικά έστελναν όλους στο σπίτι. Πως θα συνεχίσουν να παράγουν; Μέσα από την αναδιοργάνωση της περιοχής γύρω από το εργοστάσιο, και τη χρήση της κοινωνικά διάχυτης εργασίας – πρώτα, σε δεύτερη φάση, μέσω της αυτοματοποίησης της παραγωγής στο εργοστάσιο.

Και οι δύο αυτοί στόχοι ( εισαγωγή και εφαρμογή συστημάτων πληροφορικής στην κοινωνία, αυτοματοποίηση των εργοστασίων) θεωρούσαν ως προϋπόθεση την υποταγή της κοινωνικής και επιστημονικής επικοινωνίας στο σχέδιο του αφεντικού. Για παράδειγμα να θυμηθούμε τι συνέβη στη Fiat, αυτό τον υποδειγματικό πόλο της ταξικής πάλης στην Ιταλία: εδώ χάσαμε μετά από δέκα χρόνια αγώνων, μεταξύ του 1979 και 1981, πρώτα με την εκκαθάριση των 61 (συμβολικά, η επίθεση και το διώξιμο των επαναστατών πρωτοποριών συνέβη στις 7 απριλίου) και μετά,ενάμιση χρόνο αργότερα, με το πορεία των 40 χιλιάδων ενάντια στους απεργούς.Αλλά και στην Fiat στην πραγματικότητα ήμασταν εμείς που είχαμε δώσει το έναυσμα στην αυτοματοποίηση για μια ορισμένη χρήση από τα αφεντικά της κοινωνικής επικοινωνίας. Τα αφεντικά, στη Fiat, παρήγαγαν σύγχρονα συστήματα ρομποτισμού επάνω στα οποία πειραματίζονταν από τις αρχές της δεκαετίας του ’70. Αυτά αποτελούσαν μια συνέπεια των μεγάλων αγώνων της δεκαετίας του εξήντα, το προϊόν της άρνησης της εργασίας και μια απάντηση στην πρώτη διαμόρφωση της κοινωνικής οργάνωσης του νέου υποκειμένου.Τώρα αυτή η διαθεσιμότητα της νέας τεχνολογίας, η οποία αντιστοιχούσε στις νέες ανάγκες των εργατών, της απόρριψης της εργασίας και παραγωγικής κοινωνικοποίησης, μπλοκαρίστηκε, αυτή η νέα τεχνολογική δύναμη παρέμεινε αχρησιμοποίητη, μέχρι να επιλυθεί η σύγκρουση της εξουσίας. Τα αφεντικά Φίατ κράτησαν τα αυτόματα, τα ρομπότ και όλα τα εξελιγμένα σχέδια προηγμένης αναδιάρθρωσης, σε αναμονή (το πολύ χρησιμοποίησαν μερικούς ενδιάμεσους μηχανισμούς) για τουλάχιστον δέκα χρόνια.Μόνο αφού κέρδισαν στη μάχη της εξουσίας, τα αφεντικά πέρασαν τον εκσυγχρονισμό.Συνέβη λοιπόν και στα εργοστάσια εκείνο που συνέβη στην πληροφόρηση: υπήρξαμε στοιχεία εκσυγχρονισμού. Η αυτοκριτική μας πρέπει να αρχίσει να εξελίσσεται από αυτή την παραδοχή. Δεν υπήρξε από την πλευρά μας αγώνας εξουσίας μπροστά σε έναν εκσυγχρονισμό που και εμείς, η εργατική τάξη, τάξη κοινωνική των παραγωγών, είχαμε παράξει και που τώρα οι ιδιοκτήτες δίπλωναν προς την οργάνωσή τους.Δεν αρκεί να κατηγορούμε τα κόμματα, τις συνδικαλιστικές οργανώσεις, την προδοσία και την τρομοκρατία. Πρέπει να μάθουμε από τα λάθη και να ξαναρχίσουμε. Να καταλάβουμε πώς να επικρατήσουμε οργανωτικά, να καταλάβουμε τι είναι ο ανταγωνισμός, ποιες είναι οι οργανωτικές πολικότητες στο νέο επίπεδο της ταξικής πάλης, ποιο είναι το σαμποτάζ σε αυτό το επίπεδο της αναδιαρθρωμένης κοινωνίας, ποια είναι η επανοικειοποίηση.

αυτονομία, autonomia

ΠΡΟΣ ΤΗ ΣΥΓΚΡΟΥΣΗ.

Στα τέλη φεβρουαρίου, το κίνημα σε εθνικό επίπεδο έχει πλέον εξαπλωθεί και διακλαδίζεται και στα μικρά κέντρα της επαρχίας. Πάρα πολλά είναι τα σχολεία που βρίσκονται σε κατάσταση κατάληψης ή μόνιμης κινητικότητας, αναβρασμού, όπου επιχειρούνται μορφές «αυτοδιαχείρισης», δηλαδή πειραματισμοί μιας συλλογικής μελέτης επάνω στις θεματικές του κινήματος. Στη Ρώμη, οι φασίστες πυροβολούν ξανά μπροστά σε ένα σχολείο και τραυματίζουν δύο μαθητές. Στο Τορίνο, σε απάντηση, μια πορεία του κινήματος επιτίθεται και πυρπολεί κάποια φασιστικά γραφεία, στη διαμάχη που ακολουθεί με τους αγωνiστές του ΚΚΙ ξεσπούν καυγάδες και συμπλοκές. Στην Πάντοβα όλο το πανεπιστήμιο είναι μπλοκαρισμένο. Στην Περούτζια καταλαμβάνονται οι ανθρωπιστικές σχολές και στις 5 μαρτίου υπάρχει η διαδήλωση για τον Panzieri, έναν σύντροφο που καταδικάστηκε το προηγούμενο βράδυ σε εννέα χρόνια φυλάκισης για ηθική συναυτουργία στο θάνατο ενός [έλληνα] φασίστα,  [Μίκης Μάντακας].

Αποτέλεσμα εικόνας για Panzieri, 1977, marzo

Εδώ είναι η μαρτυρία ενός συντρόφου του κινήματος: «Μετά την εκδίωξη του Lama από το πανεπιστήμιο υπάρχει ένα νέο ξεκίνημα του κινήματος, μια μεγαλύτερη ενότητα του, είναι συμπαγές εσωτερικά, κυρίως λόγω της ομόφωνης γνώμης που δόθηκε για την προκλητική πρωτοβουλία του PCI. Είναι στη βάση αυτής της συμπαγούς κατάστασης που μπορεί να προωθήσει την αλυσιδωτή κατάληψη των σχολείων. Όσον αφορά τις σχέσεις με το PCI μέσα στο πανεπιστήμιο, περιορίζονται πλέον σε κάποιους καθηγητές, οι οποίοι μεσολαβούν με εμάς του κινήματος. Στην πραγματικότητα, ωστόσο, οι οργανώσεις του P.C.I., όπως η F.G.C.I. και τα κομμουνιστικά κύτταρα δεν έχουν πλέον καμία δυνατότητα να μιλήσουν στο πανεπιστήμιο. »Την τελευταία στιγμή, όταν πλέον έχουν κινητοποιηθεί όλοι οι σύντροφοι του κινήματος, μαθαίνουμε ότι δεν επιτρέπεται η διαδήλωση για τον Panzieri. Η αστυνομία παρατεταγμένη μαζικά στην πλατεία των Επιστημών μπροστά στο πανεπιστήμιο, ψάχνει και απειλεί όποιον πλησιάζει, αλλά πλέον υπάρχουν μέσα χιλιάδες σύντροφοι. Ξεκινούν οι διαπραγματεύσεις για να βρεθεί συμφωνία σε μια διαδρομή, αλλά η αστυνομία είναι ανένδοτη και διατάσσει πως καμία πορεία δεν πρέπει να ξεκινήσει. Μετά ξαφνικά οι καραμπινιέροι επιτίθενται εκτοξεύοντας δακρυγόνα στο ύψος ανθρώπου. Οι συγκρούσεις ξεκινούν αμέσως μπροστά στο πανεπιστήμιο, αλλά το μεγαλύτερο μέρος της πορείας έχει ήδη περάσει από μια πλευρική έξοδο και έφτασε στο κέντρο.«Εκεί η πορεία σπάει σε διάφορα τμήματα που διατρέχουν όλες τις γειτονιές της Ρώμης, οι συγκρούσεις ακολουθούν η μία την άλλη, και υπάρχει ένα άλμα στην ποιότητα, με την έννοια ότι όλοι θέλουν να συμμετάσχουν, χωρίς να αναθέτουν τα στρατιωτικά καθήκοντα στις κλασσικές δομές των ομάδων περιφρούρησης.

Αποτέλεσμα εικόνας για 5 marzo 1977 Roma

Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο πιστεύω ότι η 5η mαρτίου ήταν η πιο όμορφη διαδήλωση του ’77, για τη συμμετοχή, για τη μαζική διαχείριση, για την απόρριψη της ανάθεσης κατά τη διάρκεια των συγκρούσεων. Τελικά καταφέραμε να αποδιοργανώσουμε εντελώς την αστυνομία , διασκορπιζόμενοι στα στενά δρομάκια του ιστορικού κέντρου όπου τα τζιπάκια τους κινούνταν με δυσκολία.«Με την ευκαιρία αυτή, το Radio città futura λειτούργησε για πρώτη φορά όπως το tam-tam, ανακοινώνοντας τους τόπους των συγκρούσεων, το πως κινούνταν η αστυνομία. Ο κόσμος ελάμβανε με τα ραδιοφωνάκια, τηλεφωνούσε, ανταλλάσσοντας πληροφορίες για το πώς πήγαιναν τα πράγματα, οι συμπλοκές. Υπήρχαν οι σύντροφοι που σαμποτάρουν τα φανάρια για να δημιουργήσουν κυκλοφοριακή συμφόρηση, μια μεγάλη αυθόρμητη δημιουργικότητα.«Μετά τον Λάμα, το κίνημα βρέθηκε αντιμέτωπο με μια μετωπική επίθεση από το P.C.I. και τον τύπο που επιτίθονταν, κακολογούσε και έσπρωχνε προς την ποινικοποίηση. Η επίσημη εκδοχή ήταν ότι το κίνημα προκαλούσε τις συγκρούσεις επειδή ήταν φτιαγμένο από μια μάζα απελπισμένων, χωρίς κανένα λογικό σχέδιο, χωρίς καμία ελπίδα για μια πολιτική διέξοδο οπότε το μόνο πράγμα που μπορούσε να κάνει ήταν να σπάει τα πάντα. Αλλά το κίνημα δεν ήθελε την σύγκρουση a priori, εκ των προτέρων, είχε τη βούληση να διεκδικεί το δικαίωμα να μπορεί να κάνει εκείνο που έκανε, έτσι μπροστά στην αστυνομία που έσπαγε τ’ αρχίδια, που καταστέλλει με επιστημονική μέθοδο, που σφαγίαζε τους συντρόφους όποτε μπορούσε, η σύγκρουση ήταν μια αναγκαιότητα για να επιβιώσει. Εκείνες τις μέρες το να πηγαίνεις στο πανεπιστήμιο ήταν σαν να πηγαίνεις στην πρώτη γραμμή, ήμασταν πάντα περικυκλωμένοι, πολιορκημένοι, δεν είχαμε περιθώρια ελευθερίας, χώρου, πολιτικής πρακτικής.
Αποτέλεσμα εικόνας για radio città futura, roma 1977
Το κίνημα τότε δεν πήγαινε στη σύγκρουση επειδή την έβλεπε εισηγμένη μέσα σε ένα προκαθορισμένο πολιτικό σχέδιο, αλλά λόγω της ανάγκης να διατηρεί ανοιχτούς τους φυσικούς και πολιτικούς χώρους που ήταν απαραίτητοι στην πρακτική του διαφοροποιημένου προγράμματος του, ενός προγράμματος φτιαγμένου από πρακτικά πράγματα, που ζούσε στην καθημερινότητα, που είχαν στόχο να αναπτύξουν και να εξαπλώσουν τον μετασχηματισμό. Θυμώναμε με τον αστυνομικό, με τον καραμπινιέρο πρώτα απ’ όλα γιατί μας εμπόδιζαν να εκφραστούμε.«Η κουβέντα για το ’77 είναι περίπλοκη: όλοι όσοι δεν ήταν του κινήματος αναρωτιούνταν: μα αυτοί τι πολιτική γραμμή έχουν, πού βρίσκεται, σε τι αναφέρεται; Να λοιπόν, σύμφωνα με εμένα, μια πολιτική γραμμή με αυτή την έννοια, έτσι όπως προσπαθούσαν να την δουν μέσα από τα σχήματα της παραδοσιακής πολιτικής, το κίνημα δεν την είχε με τίποτα. Στο πολιτικό σχέδιο του κινήματος το να συζητά για τον φεμινισμό, τους εργάτες, την οικονομική κρίση, την οικολογία, τα υψηλότερα και τα χαμηλότερα συστήματα ήταν ένα και το αυτό, σε εκείνη την κατάσταση την τόσο εξημμένη, που έβραζε κυριολεκτικά, τα πάντα είχαν την ίδια σημασία. Είχαμε την αίσθηση ότι μπορούσαμε να αλλάξουμε τα πάντα, ότι όλα μεταμορφώνονταν και πως τίποτα δεν έπρεπε να ξεφύγει από την κριτική και τη συζήτηση.»Μέσα στο κατειλημμένο πανεπιστήμιο υπήρχαν συνελεύσεις για τα πιο ποικίλα θέματα, όπως για παράδειγμα στην οικονομία εκείνες τις μέρες υπήρχε η συνέλευση των ομοφυλοφίλων που έθετε υπό συζήτηση τη γλώσσα των συντρόφων, αμφισβητώντας για παράδειγμα τη χρήση εκφράσεων όπως «vaffanculo, α γαμήσου» που ήταν γι αυτούς μια προσβολή. Υπήρχαν μυριάδες περιπτώσεων συλλογικοτήτων που επινοούσαν τα πιο περίεργα και διαφορετικά πράγματα, και κανείς δεν ονειρευόταν να πάει εκεί για να πει ότι αυτά τα πράγματα δεν ήταν σημαντικά, ότι ήταν δευτερεύοντα σε σύγκριση με άλλα, κλπ.
Αποτέλεσμα εικόνας για radio città futura, roma 1977
«Στις επόμενες ημέρες το P.C.I. κάνει μια «αυτοκριτική» παραδεχόμενο ότι μέσα στο κίνημα «υπάρχει μια μεγάλη συνιστώσα που δεσμεύεται για μια μεταρρύθμιση του πανεπιστημίου και για την ανανέωση της χώρας», αν και «δίπλα σε αυτήν υπάρχουν τομείς που οδηγούν μια μάχη χωρίς διεξόδους». Επίσης για το PCI τα γεγονότα του Lama καταδεικνύουν «ότι οργανώνεται ένας squadrismo [α] νέας μορφής».
Αποτέλεσμα εικόνας για Lama, 1977, università sapienza
Με το σύνθημα «Μας πέταξαν έξω από το πανεπιστήμιο τώρα θα πάρουμε την πόλη» πάνω από 30.000 υποστηριχτές στο κίνημα πορεύονται στους δρόμους της Ρώμης. Στις επόμενες ημέρες προετοιμάζεται η εθνική συνέλευση των κατειλημμένων σχολών και θα ολοκληρωθεί με την απόφαση να διοργανώσει μια μεγάλη εθνική διαδήλωση στις 12 μαρτίου στη Ρώμη αγώνα κατά της επίθεσης στο προλεταριακό εισόδημα και στην απασχόληση ενάντια στο καθεστώς της μισθωτής εργασίας για την επανάληψη του εργατικού αγώνα και την αυτόνομη οργάνωση των εργατών των φοιτητών, των ανέργων και όλων των εκμεταλλευόμενων. Στις 7 μαρτίου, ανοίγει στην Φλωρεντία η εθνική συνδιάσκεψη της Ομοσπονδίας εργατών μεταλλουργών, η οποία αναλαμβάνει την πρωτοβουλία να προσκαλέσει αντιπροσωπείες φοιτητών από τις σχολές που βρίσκονται σε αγώνα ώστε να παραθέσουν τις απόψεις τους . Είναι μια θαρραλέα πράξη που δείχνει πόσο η πολιτική της F.L M. είναι πιο οξυδερκής από εκείνη των ίδιων των συνομοσπονδιακών κορυφαίων στελεχών αναζητώντας να ξαναράψουν την ρήξη μεταξύ του νέου κινήματος και των ιστορικών θεσμών του εργατικού κινήματος. Στη συζήτηση που θα ακολουθήσει για τρεις μέρες προκύπτει μια σκληρή και ειλικρινής αυτοκριτική από πλευράς συνδικάτου διότι δεν στάθηκε ικανό να αντιμετωπίσει τα προβλήματα που θέτει στο χαλί το φοιτητικό και νεανικό κίνημα στο σωστό χρόνο και με τον σωστό τρόπο. Παρά την καλή θέληση να αναζητηθεί μια επίλυση της σχέσης μεταξύ των δύο πλευρών που συζητούσαν, αυτή η ευκαιρία δεν θα σηματοδοτήσει μια διαφυγή από τους διαχωρισμούς στις λογικές και τις προθέσεις με την οποία να αντιμετωπιστούν μορφές και περιεχόμενα των αγώνων. Στην Πάντοβα, εν τω μεταξύ, η αστυνομία παρεμβαίνει για να εκκενώσει την κατεχόμενη σχολή. Σε απάντηση, ομάδες φοιτητών κάνουν άνω κάτω τα γραφεία των πανεπιστημιακών «βαρόνων» που χαρακτηρίζονται ως οι ηθικοί αυτουργοί της επιχείρησης εκκένωσης.
Αποτέλεσμα εικόνας για radio città futura, roma 1977
Η 8 μαρτίου, γιορτή της γυναίκας, βλέπει μια μαζική συμμετοχή σε όλες τις πόλεις της Ιταλίας του φεμινιστικού κινήματος που μέσα στην πορεία στους δρόμους και τις πλατείες επιβεβαιώνει την αυτονομία του κινήματος όχι μόνο από κόμματα και θεσμούς, αλλά και από το ίδιο το κίνημα των φοιτητών . Τις επόμενες ημέρες στη Ρώμη, προετοιμάζονται για την οργάνωση της εθνικής διαδήλωσης του κινήματος που έχει προγραμματιστεί για τις 12 μαρτίου. Αλλά η παραμονή αυτού του σημαντικού γεγονότος θα αμαυρωθεί από το θάνατο του Francesco Lorusso, ενός αγωνιστή της Lotta continua που σκοτώθηκε στη Μπολόνια από ένα καραμπινιέρο κατά τη διάρκεια των συγκρούσεων που είχαν ξεσπάσει στην περιοχή του πανεπιστημίου.
Σχετική εικόνα
α] squadrismo, Πολιτικό-κοινωνικό φαινόμενο που χαρακτηρίζεται από τη βίαιη δραστηριότητα ομάδων δράσης, με ιδιαίτερη αναφορά στους φασίστες που κατά τα έτη μετά τον πρώτο παγκόσμιο πόλεμο λειτουργούσαν χωρίς κανέναν ενδοιασμό, με εκφοβισμούς και βιαιότητες συχνά θανατηφόρες κατά των δημοκρατικών πολιτικών οργανώσεων.
αυτονομία, autonomia

Η ΑΡΝΗΣΗ ΤΗΣ ΕΡΓΑΣΙΑΣ.

Σχετική εικόνα

Στην ίδια την φόρμουλα «απόρριψη της εργασίας» πρέπει να υπογραμμίσουμε δύο διαφορετικές έννοιες, και δύο διαφορετικές προοπτικές θεωρητικής και πρακτικής λειτουργίας. Η άρνηση της εργασίας σημαίνει: α) ένα ερμηνευτικό σύστημα όλης της διαδικασίας μέσα στην οποία οι εργατικοί αγώνες και η καπιταλιστική ανάπτυξη συνυφαίνονται, η ανυπακοή και η τεχνολογική αναδιάρθρωση, β) μια διαδεδομένη συνείδηση, ευρεία, μια αντιπαραγωγική κοινωνική συμπεριφορά, μια υπεράσπιση της δικής μας ελευθερίας και της δικής μας υγείας: μια συνείδηση που έγινε πολύ ισχυρή και αποτέλεσε ουσιαστικά την απρόσβλητη βάση της εργατικής αντίστασης κατά των προσπαθειών της καπιταλιστικής αναδιάρθρωσης μέχρι τα μέσα της δεκαετίας του ’70.Ας εξετάσουμε πιο αναλυτικά την έννοια αυτών των δύο διαφορετικών προοπτικών, μέσα στην οποία μπορούμε να κατανοήσουμε την φόρμουλα της άρνησης της εργασίας.Πρώτα απ ‘όλα, η άρνηση της εργασίας είναι μια μορφή άμεσης συμπεριφοράς εκείνων των προλετάριων οι οποίοι, τοποθετημένοι μέσα στο κύκλωμα της προηγμένης βιομηχανικής παραγωγής χωρίς να έχουν υποστεί την μακροχρόνια και παραμορφωτική αντιληπτική, υπαρξιακή και ψυχολογική μείωση που αποτελεί την ιστορία του βιομηχανικού εκσυγχρονισμού, εξεγείρονται σχεδόν ενστικτωδώς. Ο πεδεμόντιος που εκπαιδεύτηκε να θεωρεί την εργασία στη Fiat ως οικογενειακό πεπρωμένο, που μεγάλωσε μέσα στη λατρεία των αξιών του βιομηχανισμού, ίσως μπορούσε να ανέχεται την συνεχή αύξηση της εκμετάλλευσης που σημειώνονταν σε εκείνα τα χρόνια της έκρηξης της αυτοκινητοβιομηχανίας.Αλλά για ένα καλαβρέζο που μεγάλωσε κατά μήκος της θάλασσας και μέσα στον ήλιο εκείνη η σκατένια ζωή φαινόταν αμέσως αφόρητη

Αποτέλεσμα εικόνας για il rifiuto del lavoro, anni '70

Η αντίληψη του καλαβρέζου, φυσικά, ήταν η σωστή, έκανε δική του την δυνατότητα να χειραφετηθεί από αυτή την υποβάθμιση, αυτή την αποκτήνωση. Η άρνηση της εργασίας, μέσα σε αυτή την προοπτική, ήταν άμεση αντίδραση, αλλά και η εκλεπτυσμένη και διορατική συνείδηση αυτού που έλεγε: όχι μόνο αυτή η δουλεία είναι απάνθρωπη για τους εργάτες, είναι επίσης άχρηστη για την κοινωνία. Και εδώ περνάμε στην άλλη προοπτική της άρνησης της εργασίας, δηλαδή τον ορίζοντα της άρνησης της εργασίας ως ερμηνευτικού μοντέλου των κοινωνικών δυναμικών και του ιστορικού μετασχηματισμού. Ολόκληρη η ιστορία της επιστημονικής εξέλιξης, τεχνολογικής, παραγωγικής, μπορεί να διαβαστεί ως η ιστορία της άρνησης των ανθρώπων να δώσουν, να παραχωρήσουν την προσοχή τους, την κούραση, τον κόπο τους, την ικανότητά τους και τη δημιουργικότητά τους στην υλική αναπαραγωγή.Αυτή η απόρριψη προκάλεσε την διαίρεση σε τάξεις (μερικοί απορρίπτουν την εργασία και κάνουν άλλους να δουλεύουν στη θέση τους, υποδουλώνοντας τους). Αλλά η αρχή της απόρριψης της εργασίας, που ελέγχεται και κατευθύνεται από την συλλογική κοινωνική νοημοσύνη, θα μπορούσε αντιθέτως να πραγματοποιήσει μια χρήση της τεχνολογίας και των μηχανών ικανές να απελευθερώσουν τους ανθρώπους από τη δουλεία της μισθωτής εργασίας.

Αποτέλεσμα εικόνας για il rifiuto del lavoro, anni '70

Ο προβληματισμός για την τεχνική, για τη χρήση της που καθορίζεται από το κέρδος, για την χρήση της με σκοπό τον πολιτικό έλεγχο ή την στρατιωτική επιθετικότητα – ο στοχασμός για τη δομή της επιστημονικής γνώσης – καθίσταται κεντρικός στην πολιτική και φιλοσοφική συζήτηση των αρχών της δεκαετίας του 1970. Ο στοχασμός αυτός συνδέθηκε με την προβληματική του τεχνολογικού άλματος και της ταξικής σύνθεσης, δύο ουσιαστικά νέες εκφράσεις στην επαναστατική σκέψη και στο πεδίο του μαρξισμού.Η έννοια της ταξικής σύνθεσης εξέφραζε τις κοινωνικές, πολιτικές και οργανωτικές μορφές διαμέσου των οποίων το προλεταριάτο κατασκευάζει την υποκειμενική του ταυτότητα και την δική του συνείδηση σύμφωνα με την καθορισμένη δομή του παραγωγικού συστήματος, σύμφωνα με τη σχέση μεταξύ ζωντανής και νεκρής εργασίας, σε σχέση με τις τεχνολογικές και οργανωτικές συνθήκες της εργασιακής διαδικασίας.Ουσιαστικά με την έκφραση σύνθεση της τάξης έκφρασης αναφερόμασταν στην υποκειμενική και συνειδητή επεξεργασία των αντικειμενικών συνθηκών της παραγωγικής σχέσης.Σε ένα ορισμένο βαθμό, η έννοια της ταξικής σύνθεσης βρίσκει τη φιλοσοφική ρίζα της στη σκέψη της μαρξιστικής αριστεράς των χρόνων ’20, και ειδικότερα στην lukácsiana έννοια της «οντογένεσης της κοινωνικής συνείδησης».

Αποτέλεσμα εικόνας για il rifiuto del lavoro, anni '70

Πώς διαμορφώνεται η κοινωνική συνείδηση; Ποιες είναι οι διαδικασίες μέσω των οποίων μια μάζα εξατομικευμένων, χωρισμένων, κατακερματισμένων μέσα στην παραγωγική διαδικασία και στην οικονομική και κοινωνική τους κατάσταση ανθρώπων καταφέρνει να μεταμορφωθεί σε ενεργό κίνημα, να παράγει μια κοινή πολιτική άποψη, να επεξεργαστεί μορφές συμπεριφοράς και ορίζοντες ευαισθητοποίησης-επίγνωσης που είναι ουσιαστικά κοινές, ακόμη και αν σέβονται τις διαφορές στην ευαισθησία και την κατάρτιση; Πώς συμβαίνει αυτό το θαύμα σύμφωνα με το οποίο η εργατική δύναμη μετατρέπεται σε εργατική τάξη, και η πειθαρχία του εργοστασίου μετατρέπεται σε οργανωμένη εξέγερση, και ο διαχωρισμός των κοινωνικών πλαισίων μετατρέπεται σε επαναστατικό κίνημα, ανεξέλεγκτο κύμα που κατακλύζει και παρασύρει την κατάσταση των παρόντων πραγμάτων; Σε αυτές οι ερωτήσεις ψάχναμε μια απάντηση με τη διατύπωση της διαδικασίας της «ταξικής ανασύνθεσης», ξεκινώντας από συγκεκριμένες τεχνολογικές συνθήκες της εργασιακής διαδικασίας.Εδώ λοιπόν η έννοια της ταξικής σύνθεσης, ως συνειδητή και οργανωμένη υποκειμενικοποίηση των συλλογικών συμπεριφορών μιας κοινότητας που εμπλέκεται στη διαδικασία μαζικής επεξεργασίας, συνεπάγεται μια βαθιά εξέταση του τεχνολογικού συστήματος, της σχέσης μεταξύ τεχνολογιών και παραγωγικής κοινωνικής δραστηριότητας, συνειδητής δραστηριότητας, προσοχή, αντίληψη, μνήμη, φαντασία.
Σχετική εικόνα
Για παράδειγμα, πώς συμβαίνει και σε κάποιες τεχνολογικές και οργανωτικές καταστάσεις της παραγωγικής διαδικασίας αντιστοιχεί μια συγκεκριμένη συνείδηση, μια συγκεκριμένη πολιτική οργάνωση, μια ορισμένη ιδεολογία και μια ορισμένη κοινωνική φαντασία ; Γιατί η τεχνικο-παραγωγική δομή των πρώτων δεκαετιών του αιώνα έδινε μορφή σε μοντέλα συμβουλευτικού τύπου; Είναι απαραίτητο να κατανοήσουμε τη διαδικασία της ταξικής ανασύνθεσης μέσα στις συνθήκες του μηχανικού εργοστασίου της εποχής πριν τον τεϊλορισμό, είναι απαραίτητο να κατανοήσουμε τα χαρακτηριστικά του εξατομικευμένου και εξειδικευμένου έργου του επαγγελματοποιημένου εργάτη.Είναι απαραίτητο να κατανοήσουμε τις συνθήκες της κοινωνικότητας που ήταν δυνατές μέσα στο εργοστάσιο του 1920, ένα εργοστάσιο στο οποίο οι εργαζόμενοι είχαν μια σφαίρα κοινωνικότητας και παραγωγικής αυτονομίας, όπου η σχέση ανθρώπου-μηχανής ήταν εξατομικευμένη και σχετικά προσωποποιημένη, στην οποία η δεξιότητα διέφερε. Τότε λοιπόν θα καταλάβουμε επίσης γιατί οι εργαζόμενοι εκείνης της περιόδου διεκδικούσαν με υπερηφάνεια τον παραγωγικό τους ρόλο, διεκδικούσαν το δικαίωμα να διαχειρίζονται, να ελέγχουν και να οργανώνουν την εργασία, τον κοινωνικό προορισμό της, τη χρησιμότητά της.
Σχετική εικόνα
Όμως, μέσα στη δεκαετία του εξήντα, τίποτα από αυτό δεν υπήρχε στα μεγάλα εργοστάσια. Ο τεϊλορισμός και η εισαγωγή αυτοματοποιημένων τεχνικών, η γραμμή συναρμολόγησης, η τυποποίηση των ρυθμών και τα ωράρια εργασίας, όλα αυτά είχαν κάνει το εργοστάσιο έναν απολύτως μη κοινωνικό χώρο μέσα στον οποίον οι επικοινωνίες μεταξύ ενός εργάτη και ενός άλλου ήταν σχεδόν αδύνατες λόγω της απόστασης, του θορύβου, του σωματικού διαχωρισμού, και στον οποίο ο χώρος εργασίας ήταν αποπροσωποποιημένος και διαρθρωμένος με δεσποτικό, επαναλαμβανόμενο τρόπο, σχεδιασμένο να επιβάλλει χρόνους, κινήσεις, χειρονομίες, αντιδράσεις σε έναν όλο και λιγότερο ανθρώπινο χειριστή, όλο και πιο μηχανικό.Η ταξική ανασύνθεση των εργατών των γραμμών συναρμολόγησης ξεκινά ακριβώς από αυτή την απανθρωποποίηση, την αποκτήνωση.Η εξέγερση του εργάτη μάζα είναι η εξέγερση του μηχανοποιημένου ανθρώπου που παίρνει τη μηχανοποίησή του κατά γράμμα και λέει: τότε, αν πρέπει να είμαι απόλυτα αποκτηνωμένος, αν δεν πρέπει να έχω ψυχή, σκέψη, ατομικότητα, θα είμαι έτσι μέχρι τέλους, σίγουρα, απεριόριστα, χωρίς ντροπή. Δεν θα συμμετέχω πλέον με το μυαλό στην εργασιακή διαδικασία, θα είμαι ξένος, κρύος, αποσπασμένος. Θα είμαι άγριος, βίαιος, απάνθρωπος όπως θέλησε να είμαι το αφεντικό. Αλλά θα είμαι τέτοιος μέχρι το σημείο να μην παραχωρώ πλέον ούτε ένα χιλιοστόγραμμο της νοημοσύνης μου, της διαθεσιμότητάς μου, της διαίσθησής μου στην εργασία, στην παραγωγή.
Αποτέλεσμα εικόνας για il rifiuto del lavoro, anni '70
Αυτή που οι φιλόσοφοι είχαν περιγράψει ως αλλοτρίωση που υπέστη ο εργάτης μετατρέπεται εδώ στη συνέχεια σε μια σκόπιμη, οργανωμένη, εσκεμμένη, δημιουργική αδιαφορία. Η αδιαφορία σημαίνει: ούτε καν μια ουγγιά ανθρωπιάς στην παραγωγή. Όλη η ανθρωπιά στον αγώνα. Καμία επικοινωνία και κοινωνικότητα για την παραγωγή Δεν υπάρχει διαθεσιμότητα για την πειθαρχία.Όλη η διαθεσιμότητα για την συλλογική απελευθέρωση. Ανασύνθεση της τάξης, λοιπόν, ήθελε να πει, απλά και κατά συνέπεια: σαμποτάζ, αποκλεισμός, καταστροφή των εμπορευμάτων και των εγκαταστάσεων, βία κατά των ελεγκτών των ωραρίων δουλείας. Η εργατική νοημοσύνη αρνήθηκε να είναι παραγωγική νοημοσύνη , και εκφράστηκε εξ ολοκλήρου σε δολιοφθορά, στην κατασκευή χώρων αντιπαραγωγικής ελευθερίας.
Αποτέλεσμα εικόνας για il rifiuto del lavoro, anni '70
Η ζωή άρχισε να ανθίζει ξανά ακριβώς εκεί που είχε ριζικά εξαλειφθεί και σβήστηκε, μεταξύ των γραμμών, στα τμήματα, στις τουαλέτες, όπου οι νεαροί προλετάριοι άρχισαν να πίνουν μπάφους, να κάνουν έρωτα, να περιμένουν τους επιστάτες καθάρματα για να τους ρίξουν μπουλόνια κατακέφαλα και ούτω καθεξής. Το εργοστάσιο θεωρήθηκε σαν ένα απάνθρωπο lager, και άρχισε να γίνεται τόπος μελέτης, συζήτησης ελευθερίας και αγάπης. Αυτή ήταν η άρνηση της εργασίας. Αυτή ήταν η ανασύνθεση της τάξης. Αλλά δίπλα στο ζήτημα της ανασύνθεσης και της απόρριψης της εργασίας τοποθετείται, όπως ήδη είπαμε, το πρόβλημα της παραγωγικής αναδιάρθρωσης και του τεχνολογικού άλματος.Τι σημαίνει αναδιάρθρωση; Σημαίνει την αναδιοργάνωση ενός συστήματος, επανάκτηση της λειτουργικότητας και της οριστικοποιημένης εκτελεστικότητας ενός συστήματος, σε απάντηση σε παράγοντες αναταραχής (εσωτερικούς ή εξωτερικούς του ίδιου του συστήματος) που έχουν διαταράξει, παραμορφώσει ή εντελώς αναστατώσει τη λειτουργία και τη δομή του. Στα τέλη της δεκαετίας του εξήντα ο αγώνας των εργατών είχε κάνει εντελώς άνω κάτω το πειθαρχικό σύστημα του κοινωνικού εργοστασίου, και το οικονομικό σύστημα του κέρδους, μέσα σε αυτό το σεισμό, ακριβώς εκείνα τα χρόνια, τα μεγάλα αφεντικά, οι οικονομολόγοι, ο οργανωτικός εγκέφαλος του κεφαλαίου προσπαθούσαν να επανενεργοποιήσουν μερικές από τις θεμελιώδεις λειτουργίες της καπιταλιστικής αναπαραγωγής. Πάνω απ ‘όλα έπρεπε να επανενεργοποιηθεί η παραγωγικότητα – που είχε δραματικά τεθεί σε κρίση από την ανυποταξία, από την απουσία των εργατών από την δουλειά/assenteismo – και η πειθαρχία, η οποία είχε τεθεί δραστικά σε κρίση από την εργατική αλληλεγγύη από την ισονομία και το αντι-αυταρχικό κλίμα.
Σχετική εικόνα
Αλλά για να κάνει αυτό, ο καπιταλιστικός εγκέφαλος ήξερε καλά ότι δεν θα μπορούσε να βασιστεί στη άσχημη δύναμη. Όταν κατέφευγαν στην ισχύ, εκείνα τα χρόνια, έπαιρναν μια απάντηση εξαιρετικά σκληρή και επαρκή, Το είχε δείξει corso Traiano, το είχε δείξει η Via Larga, το έδειχναν εκατοντάδες πικετοφορίες και σκληρές πορείες σε όλες τις ιταλικές πόλεις.Ως εκ τούτου, ήταν απαραίτητο να δοθεί ζωή σε μια μεγάλη ποσοστιαία αναδιάρθρωση, σε μεγάλες αναλογίες, ικανή να μειώσει σημαντικά το ποσοτικό βάρος του εργατικού δυναμικού στην παραγωγή (δηλαδή να αλλάξει την οργανική σύνθεση του κεφαλαίου αυξάνοντας το βάρος των μηχανημάτων, των τεχνολογιών «laborsaving») και συνεπώς να μειώσει το ποιοτικό βάρος της συνειδητής εργατικής τάξης.
Αποτέλεσμα εικόνας για corso traiano, lotta di classe, anni 60-70
Σε αυτό το έργο η σχεδιαστική νοημοσύνη του διεθνούς καπιταλισμού (και ιδιαίτερα του ιταλικού) εφαρμόστηκε σοβαρά καθ ‘όλη τη διάρκεια των αρχών της δεκαετίας του ’70 – και στα μέσα της δεκαετίας του 70, στην πράξη, τα πρώτα αποτελέσματα αυτής της επίθεσης και αυτής της αναδιάρθρωσης άρχισαν να γίνονται αισθητά, για να εκδηλωθούν στη συνέχεια με τρόπο εκρηκτικό στο δεύτερο μισό της δεκαετίας του ’70 και για όλα τα χρόνια ογδόντα, αλλά αυτό είναι μια άλλη κουβέντα.Εν τω μεταξύ, μες το ’69, αρχίσαμε να αντιλαμβανόμαστε την προοπτική μέσα στην οποία έπρεπε να διεξαχθεί η διαδικασία, αρχίσαμε να μιλάμε για τεχνολογικό άλμα, αρχίσαμε να περιγράφουμε τη δυνατότητα ενός μεταβιομηχανικού μετασχηματισμού ολόκληρης της κοινωνίας, της παραγωγής. Το κεφάλαιο έπρεπε να λογαριαστεί με την άρνηση της εργασίας, έπρεπε να μετατρέψει την εργατική άρνηση σε οργανωμένη εξοικονόμηση μέσω της αυτοματοποίησης. Η επαναστατική σκέψη άρχισε να προβληματίζεται με αυτά τα ζητήματα και διατύπωσε τις κατηγορίες του τεχνολογικού άλματος, και προετοίμασε τις πολιτιστικές λεπτομέρειες που ήταν απαραίτητες για να τα αντιμετωπίσει.
Σχετική εικόνα
Αυτή του τεχνολογικού άλματος αποτελεί μια από τις γόνιμες εμμονές που καταδιώκουν το επαναστατικό ρεύμα του »εργατισμού» κατά τη διετή περίοδο 1968-69. »Είναι το ίδιο το κεφάλαιο που μας προσφέρει το ραντεβού.Η προετοιμασία του τεχνολογικού άλματος στο μέτρο στο οποίο καλύπτει όλη μαζί την ταξική πραγματικότητα δεν μπορεί να μην αντιπροσωπεύει για μας μια κατάσταση γενικής σύγκρουσης Η τεχνολογική πρόοδος, σαν βία των αφεντικών και του κράτους τους, δεν είναι και δεν μπορεί να είναι ένα διαπραγματεύσιμο στοιχείο. Επάνω σε αυτή τη βάση εμείς θέλουμε την εκ των προτέρων ρήξη, για να χτυπήσουμε, να κερδίσουμε το αφεντικό και να οικοδομήσουμε την ενότητα για την εδραίωση και την ανάκαμψη της δικής μας πολιτικής οργάνωσης» (34).Πολιτική οργάνωση ενάντια στο τεχνολογικό άλμα. Αλλά τι σήμαινε το τεχνολογικό άλμα, μέσα στη φαντασία και την πρόβλεψη των επαναστατών και των εργατικών πρωτοποριών; Και γιατί ήταν απαραίτητο να αντιταχθούν σε αυτό, σαν να είχαν μπροστά τους τον χειρότερο εχθρό; Στην πραγματικότητα εδώ βρίσκει την προέλευσή του και τη ρίζα του ένα διάκενο που θα καθοριστεί στη θεωρία και στην πρακτική των εργατικών κινημάτων κατά τη δεκαετία του ογδόντα, με έναν κατά κύριο λόγο ασυνείδητο τρόπο. Εδώ βυθίζει τη ρίζα της η ανεπίλυτη αμφισημία των κινημάτων απέναντι στην καπιταλιστική καινοτομία, της συνεχούς τεχνολογικής και συμβολικής επανάστασης που εισάγει το κεφάλαιο στην κοινωνία, χειραγωγώντας συνεχώς τα περιγράμματα και τις ταυτότητές της, αποσυνθέτoντας τις οργανωμένες μορφές της και ανατρέποντας τις κοινωνικές και πολιτικές ταυτότητες.
Σχετική εικόνα
Η άρνηση της εργασίας θεωρήθηκε σαν ένα βασικό ελατήριο της καπιταλιστικής ανάπτυξης. Χωρίς εργατικούς αγώνες, χωρίς αποφυγή απ’ την πλευρά των εργατών της εκμετάλλευσης, χωρίς δολιοφθορά, σαμποτάζ, απουσία από την εργασία, δεν υπάρχει ανάπτυξη. Η ανάπτυξη είναι ουσιαστικά κλοπή της καινοτομίας των εργατών, καπιταλιστική κλοπή της δημιουργικότητας του εργάτη ο οποίος για να καπνίσει ένα τσιγάρο με την ησυχία του βρίσκει τον τρόπο να κάνει το κομμάτι του πιο γρήγορα. O τεχνολογικός εκσυγχρονισμός είναι ουσιαστικά ένα κύριο εύρημα των αφεντικών που προσπαθεί να εξαλείψει ένα κομμάτι της ζωντανής εργασίας, έναν χειριστή, ένα ολόκληρο τμήμα, μια απασχόληση, μια αρμοδιότητα, έναν ρόλο. Εν ολίγοις, η τεχνολογική καινοτομία είναι η απαραίτητη μορφή για την εξοικονόμηση εργασίας, είναι η κύρια απάντηση των αφεντικών στην άρνηση της εργασίας. Αλλά τότε: η αναδιάρθρωση, η καινοτομία, ο εκσυγχρονισμός, το τεχνολογικό άλμα πρέπει πραγματικά να θεωρηθεί εχθρός; Μήπως δεν υπάρχει στην αναδιάρθρωση η προϋπόθεση της ελευθερίας η συνθήκη για τη μείωση της εξάρτησης της ζωής από την εργασία; Το ερώτημα πρέπει να εξεταστεί σε όλη του την πολυπλοκότητα.Στην πραγματικότητα η πρόθεση του αφεντικού, όταν μετασχηματίζει ένα εργαστήριο ή αυτοματοποιεί ένα τμήμα εργασίας, είναι εκείνη να μεγιστοποιήσει το συνολικό κέρδος, να εξαλείψει τους θύλακες της ανυπακοής, να επιτύχει έναν πιο στενό μηχανικό έλεγχο στην ανθρώπινη εργασία.Η καπιταλιστική χρήση της τεχνολογίας μπορεί να συνοψιστεί ως εξής: να λυγίσει τη δομή της μηχανής, του εργαλείου εργασίας, καθώς και την γνωστική επιστημονική δομή, που είναι απαραίτητη για την παραγωγή αυτής της μηχανής, να την λυγίσει σε ένα στόχο ελέγχου, μιας ολοένα και πιο τέλειας υποβολής, όλο και πιο ολοκληρωτικής, όλο και πιο ασφυκτικής.
Αποτέλεσμα εικόνας για il rifiuto del lavoro, anni '70
Η καπιταλιστική χρήση της τεχνολογίας – και η αναδιάρθρωση ως καπιταλιστική επανάσταση των μηχανημάτων, του τεχνολογικού συστήματος – διαπερνά τις ίδιες δομές, τη μορφή και τη λειτουργία των αντικειμένων, και εμμέσως διαπερνά τα μυαλά, τις κοινωνικές σχέσεις, τον παραγωγικό κόσμο. Η σκέψη και η πρακτική του επαναστατικού εργατισμού πολύ σύντομα έρχεται αντιμέτωπη με μια αντίφαση, και σε κάποιο βαθμό θα παραμείνει αιχμάλωτη αυτής.Η έντονη τεχνολογική επανάσταση που ξεδιπλώνεται κατά τη δεκαετία του εβδομήντα, και η οποία ωριμάζει στα τέλη αυτής της δεκαετίας ωριμάζει στα τέλη αυτής της δεκαετίας και εκδηλώνεται με αληθινά, πραγματικά κύματα μαζικών απολύσεων, είναι η αιτία της κρίσης της εργατικής αυτονομίας, αλλά στην πραγματικότητα είναι και η αιτία της τάσης διάλυσης της εργατικής τάξης του εργοστασίου και της βιομηχανίας ως κυρίαρχο σύστημα παραγωγής. Η αναδιάρθρωση, η τεχνολογική καινοτομία και ο εκσυγχρονισμός είναι η απάντηση στην άρνηση της εργασίας, αλλά και η εκπλήρωση της. Μέσα από την αναδιάρθρωση, όντως, ο εργατικός στόχος επιτυγχάνεται για να μειώσει την απαραίτητη εργασία, αλλά οι κοινωνικές και πολιτικές συνθήκες μέσα στις οποίες καθορίζεται αυτή η μετατόπιση κυριαρχούνται από το καπιταλιστικό συμφέρον, αποσκοπούν στην κυριαρχία και το κέρδος, όχι στην κοινωνική χρησιμότητα. Και να λοιπόν που το αποτέλεσμα της αναδιάρθρωσης είναι μια μεγαλύτερη εκμετάλλευση, μια μεγαλύτερη εξάρτηση, μια πολιτική διαίρεση, ένας πολιτικός διαχωρισμός μεταξύ απασχολουμένων και ανέργων.
Σχετική εικόνα
Αλλά αυτό εμφανίζεται, κατά τη δεκαετία του εβδομήντα, επειδή το επαναστατικό κίνημα δεν καταφέρνει να εκτελέσει μέχρι τέλους το πρόγραμμά του εργατικής κατεύθυνσης επί όλης της διαδικασίας παραγωγικής μεταμόρφωσης, διότι στο σημείο αυτό η συνδικαλιστική διαμεσολάβηση και ο εξτρεμισμός έρχονται αντιμέτωποι χωρίς να μπορούν να βρουν το σημείο διεξόδου: τη γενικευμένη μείωση του χρόνου εργασίας, την κοινωνική ανακατανομή του κοινωνικά απαιτούμενου χρόνου εργασίας. Εν ολίγοις, την εργατική εξουσία επάνω στις συνθήκες της μεταβιομηχανικής μετάβασης, επάνω στις συνθήκες της αποβιομηχανοποίησης και του μετασχηματισμού ολόκληρου του κόσμου της παραγωγής. Αλλά εδώ δεν είναι το μέρος για να αναπτύξουμε ένα τέτοιο θέμα, εδώ ασχολούμαστε με την ανακατασκευή των γενικών γραμμών μιας διαδικασίας που αρχίζει με την έκρηξη των αυθόρμητων αγώνων του ’68, με την συνάντηση του φοιτητικού κινήματος και των εργατικών οργανισμών βάσης, και φτάνει στη γενίκευση το φθινόπωρο του 1969. Μέσα σε αυτή τη διαδικασία ετοιμάζονται εκείνα τα στοιχεία που θα ξαναβρούμε, σε πολύ διαφορετικό βαθμό πυκνότητας και ανάμιξης, στην έκρηξη της εργατικής αυτονομίας, κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του ’70.
Σχετική εικόνα
Σχετική εικόνα