σκόρπιες σκέψεις...

μια επίσκεψη από φίλο

…’κάποτε μας ένωσαν τα μεγάλα νοήματα, αγκαλιαστήκαμε πίσω απ’ τα οδοφράγματα, μες της καταλήψεις και τις πορείες και τις εισβολές – σήμερα σκύβουμε πάνω απ ένα πιάτο με ελιές, μοιραστήκαμε σύκα ντομάτες πιπεριές και μούρα,  κοινωνούμε με ρακί γύρω από μια φωτιά στην Αλυκή κάτω από τον έναστρο ουρανό της ελληνικής ακρογιαλιάς’,

μιλήσαμε για μεγάλα μιλήσαμε για τεράστια και χάσαμε την μπάλα, ας πούμε για μικρότερα που είναι και πιο κοντά μας, με αυτά με τα οποία μπορούμε να αναμετρηθούμε άμεσα, αυτά που προσπερνούμε καθημερινά, που είναι όμως τόσο σημαντικά όσο εύκολα στην λύση του τους, τώρα, αμέσως, σήμερα, αυτή τη στιγμή!

μούλεγε λοιπόν ο φίλος μου ο Βαγγέλης σήμερα το πρωί που τον συνάντησα στην θάλασσα, ήρθε στην παραλία που πηγαίνω με τους δικούς μου, πως κάθε πρωινό, νωρίς νωρίς, πριν σηκωθεί πολύ ο ήλιος και πλακώσει η μεγάλη ζέστη και ο πολύς ο κόσμος, κάνει μια μεγάλη βόλτα στην αμμουδιά που προτιμά και την καθαρίζει από το πλαστικό και τα τενεκεδάκια που βρίσκει πεταμένα δεξιά κι αριστερά! όσα φυσικά μπορεί με τα δυο του χέρια,

δεν βαριέσαι βρε φιλάρα; τον ρωτώ, κάθε πρωινό να κάνεις το ίδιο πράγμα;

μπα μου λέει, γιατί ταυτόχρονα μαζεύω στις τσέπες μου και κοχύλια και βοτσαλάκια και φτερά από θαλασσοπούλια , έχω μαζέψει χιλιάδες αυτά τα χρόνια, και φτιάχνω σχέδια και τα κολλάω στους τοίχους του σπιτιού μου, ανταπαντάει χαρούμενος, ταυτόχρονα παρατηρώ την φύση γύρω μου, τα αρμυρίκια, τα λουλούδια που φυτρώνουν στην άμμο και τις καλαμιές, τα ποταμάκια που κατεβαίνουν απ’ τα βουνά όταν βρέχει, ακούω το κύμα όταν φουσκώνει η θάλασσα και το τραγούδι των γλάρων, κοιτώ το πέταγμα τους, έχει τόσα να δεις, μια ατέλειωτη πολιτεία η παραλία με τα ωραία της,  τους αμμόλοφους πάνω, κάτω, πέντε με έξι μήνες τον χρόνο στην αμμουδιά δεν χρειάζομαι γυμναστήρια, ρίχνω και το μπάνιο μου μετά, τις απλωτές μου, άλλοι πληρώνουν να τα κάνουν όλα αυτά!

ρε μεγάλε του λέω με αποστόμωσες, δεν έχω λόγια, με έπεισες, κόλλα το!

το κόλλησε και πάει να φύγει όμως κοντοστάθηκε και λέει:

κοίταξε, κάποιοι με κοιτούν σαν εξωγήινο, καθισμένοι ακριβώς δίπλα στις ψαροκασέλες, άλλοι σαν γραφικό κι άλλοι σαν τον τρελό του χωριού, δεν λείπει όμως και αυτός που την άλλη μέρα τον εβλέπω  όρθιο να περιπατεί στητός και να μαζεύει σκουπιδάκια μες την καλή χαρά, όχι για να τον βλέπουν, αλλά γιατί πραγματικά χαίρεται με αυτό που κάνει, γιατί κατάλαβε ότι οι μικρές καθημερινές πράξεις φέρνουν σιγά σιγά την μεγάλη ανατροπή, καλά καλά χωρίς να το πάρουμε χαμπάρι, όχι τα μεγάλα λόγια, ποτέ τα μεγάλα λόγια! πήξαμε από μεγάλα λόγια όλα αυτά τα χρόνια στα καφενεία και τις πλατείες!

Γυρνάει ο φίλος μου να φύγει οριστικά αυτή την φορά, έχει ένα χαμόγελο μέχρις εκεί πάνω ζωγραφισμένο στα χείλια του, αύριο νωρίς το πρωί θα κάνει πάλι την πρωινή του γυμναστική ταυτόχρονα με ανώδυνη ηλιοθεραπεία την ώρα που περιδιαβαίνει μιας και ο ήλιος εκείνο το διάστημα είναι τελείως αβλαβής, και η σχεδόν έρημη από κόσμο θάλασσα ενώ βουτάει δεν μυρίζει αντιηλιακά λάδια αλλά ιώδιο αλάτι και όλα τα άλλα συστατικά της. Συγχρόνως περπατώντας στην πιο οξεία πλευρά της αμμουδιάς ασκείται στην ρεφλεξολογία νιώθοντας την ευεξία να χτυπάει κόκκινα! γυμνό πέλμα στην αμμουδιά τα σπάει μιας και το αίμα κυλάει καλύτερα ελεύθερο στο σώμα, όπως και το ανέβα κατέβα στον πυθμένα για τα πνευμόνια και τις αναπνοές,

μιας και ξέχασα να σας πως πως στην επίσκεψη που μας έκανε η αγκαλιά του ήταν γεμάτη με κόκκινους γεμάτους περιεχόμενο αχινούς, μύδια και φούσκες βλέπετε είχε προηγηθεί βούτηγμα στα βράχια των καταγάλανων μακεδονικών μας νερών την προηγούμενη της σύντομης αλλά τόσο περιεκτικής επίσκεψης του! Πάντα τέτοια φίλε μου

στην υγειά σου!

DSC00097.JPG

…»Και δίπλα σ’ αυτήν απλώνεται η θάλασσα με την αλμύρα της, το φως της, τη δροσιά της και τα θαλασσινά της. Από το χταπόδι ως τον αστακό κι από τη μαρίδα ως το μπαρμπούνι, αμέτρητα τα πρόσφορα της. Κι ο αφέντης άνθρωπος, στομωμένος από την ευκολία και την πλησμονή, τα χαίρεται όλα τούτα για μια στιγμή και βουλιάζει στην αχαριστία και στην αστοχασιά. Κι ούτε νιώθει πόσο μεγάλη και αναντικατάστατη είναι η ευτυχία του που μπορεί να βυθίζεται μέσα σ΄ αυτό το καταγάλανο αλμυρό νερό κάτω από τον πάμφωτο ήλιο κι ύστερα να ξαπλώνει στην καυτή αμμουδιά να στεγνώσει το κορμί του. Μονάχα οι ποιητές και οι ζωγράφοι, οι πρώτοι με το λόγο, οι άλλοι με το χρώμα, προσπαθούν αν κρατήσουν ζωντανή αυτή τη μαγεία, να μας την αναστήσουν όταν πια δεν είναι μπροστά μας, στα μάτια μας ή στα χέρια μας. ίσως αυτά όλα να κλείνονται στο σολωμικό στίχο: »Δεν το ‘λπιζα ν’ η ζωή μέγα καλό και πρώτο!» Γιατί βέβαια η ζωή είναι πρώτα και κύρια όσα γνωρίζουμε με τις αισθήσεις μας! την όραση και την ακοή, που τις θεώρησαν οι φιλόσοφοι ως τις υψηλότερες και »αισθητικές» αισθήσεις, αλλάόχι λιγότερο και με τις άλλες, αυτές που μας χαρίζουν τόσες ηδονές, όμως τις βάζουμε σε μια δεύτερη, υποταχτική θέση, εννοώ βέβαια την αφή, την γεύση και την όσφρηση. Αυτές που μας επιτρέπουν να αισθανθούμε τη σάρκα των πραγμάτων σε όλη την εξαίσια δύναμη της.

Όλοι οι άνθρωποι μπορούν να χαρούν αυτές τις ομορφιές, όμως εμείς οι Έλληνες τις έχουμε μες τα χέρια μας, δυο βήματα από τα σπίτια μας. Φοβούμαι ωστόσο πως αιώνες πολλούς κατηχηθήκαμε να περιφρονούμε όσα ονομάζουμε υλικά αγαθά και με την εγκεφαλική υπερτροφία και υπερπλασία στερήσαμε τους εαυτούς μας από την πιο αληθινή χαρά της ίδιας μας της ύπαρξης: την πολύ απλή ικανότητα να ζούμε και να εκτιμούμε τα αγαθά της ζωής, αυτά που το ελληνικό καλοκαίρι μας τα μοιράζει αφειδώλευτα και προκλητικά. Θα φαινόμουν ενοχλητικά ρομαντικός – και αφελής – αν προσπαθούσα να παραθέσω τις αμέτρητες απολαύσεις μια καλοκαιριάτικης ελληνικής ημέρας και νύχτας, γιατί βέβαια δεν έχω την τύχη να είμαι ποιητής κι ούτε η στήλη αυτή έχει προορισμό να ανέχεται ψευδολογοτεχνικά κείμενα. Άλλωστε φτάνει μονάχα να ερεθίσω τη μνήμη του αναγνώστη και ο καθένας θα έχει τη δυνατότητα να φέρει στο νου του άπειρες τέτοιες ηδονικές εμπειρίες.

Μέσα σ’ όλην αυτή την προσφορά και την ομορφιά της γης και της θάλασσας μπορεί, αν θέλει, ο άνθρωπος να ξαναβρεί τη φυσική αγνεία του και να καθαρθεί όχι από το προ- αλλά από τα μετά-πατορικά αμαρτήματα, που έχουν ρυπάνει και το κορμί και την καρδιά μας. Να μάθει να βλέπει με την αθωότητα του παιδιού και να θαυμάζει την ακατάλυτη ωραιότητα του κόσμου αυτού, και να τον αγαπά, και να πιστέψει σ’ αυτό τον κόσμο και στις αξίες που αυτός ο ίδιος έχει πριν και πέρα από τις ανθρώπινες εγκεφαλικές επισωρεύσεις, που τελικά οδηγούν στην παραμόρφωση του. Αν ξαναδιαβάζαμε τα πρώτα κεφάλαια της πλατωνικής Πολιτείας, Θα βλέπαμε πως όλα αυτά τα νοητικά κατασκευάσματα μας ο Σωκράτης τα θεωρεί »φλεγμονή», αναγκαία ίσως, μπορεί και γοητευτική, όμως »φλεγμονή», που έχει προσβάλει την απλή ανθρώπινη φύση. Ξέρει ο Αθηναίος φιλόσοφος, όπως το ξέρουμε κι εμείς, πως είναι ουτοπικό, μάταιο και παρανοϊκό, να αναζητήσουμε την επιστροφή στον αρχικό ‘Παράδεισο’, γιατί τέτοιος Παράδεισος δεν υπάρχει ούτε υπήρξε ποτέ. Όμως και εκείνος γνώριζε και εμείς γνωρίζουμε πως μπορούμε, για κάποιες στιγμές τουλάχιστον, να χαρούμε μια παραδείσια ευτυχία, ξεχνώντας τα περίπλοκα νοητικά μας τέρατα και μένοντας με παιδική αφέλεια και σοφία στον απλό, πλούσιο και συναρπαστικό κόσμο της επίγειας γυμνής ύπαρξης μας. Μέσα στο ελληνικό καλοκαίρι, καθώς αποβάλλουμε πρόθυμα και ενεργητικά τα περιττά ενδύματα μας, έχουμε την ευκαιρία να αποβάλλουμε μαζί μ’ αυτά και όλες τις μεγαλόστομες και μάταιες επενδύσεις που σωρεύουμε στους χώρους της πολύχρονης ενδιαίτησης μας μέσα στις ρυπαρές πόλεις μας.

Το ελληνικό καλοκαίρι αρχίζει βέβαια από τον Μάη και τελειώνει τον Σεπτέμβρη, κάποτε και τον Οκτώβρη. όμως η καρδιά του, τότε που το λιοπύρι μας τσουρουφλίζει και μας αποχαυνώνει, είναι ο Ιούλιος και ο Αύγουστος. Οι μεγάλες πόλεις πυρακτώνονται και στα πόδια μας η άσφαλτος, στα πλευρά μας τα τσιμεντένια κτίρια εκπέμπουν τη συγκεντρωμένη θερμότητα, εξουθενώνοντας τους ανθρώπους και μετατρέποντας σε βασανιστικά καμίνια τα μετάλλινα οχήματα των δύσμοιρων εποχούμενων. Μοναδική λύση η φυγή προς την ύπαιθρο, προπάντων προς τις θάλασσες, όπου βέβαια μας περιμένουν λογιών λογιών βάσανα και εκπλήξεις…..

Μανόλης Ανδρόνικος, Ελληνική Κιβωτός, σελ, 48-50

Υστερόγραφο

Να σας πω δε και το άλλο και να κλείσω οριστικά, για να καταλάβετε πλήρως για τι άνθρωπο μιλάμε, όσον αφορά τον Βαγγέλη:

την παρ άλλη που είχε χαλάσει ο καιρός, είχε ψυχράνει λιγάκι και ψιλόβρεχε, τι έκανε ο αθεόφοβος για να μη χάσει το αγαπημένο του νερό και την βόλτα μετά τη δουλειά: »λίγα μοναχά χιλιόμετρα απ’ το σπίτι Μιχάλη, που λες, είναι τα Θερμά, οι ζεστές πηγές που αναβλύζουν μέσα από την γη, θαυματουργές, με τα χίλια ιαματικά καλά τους, μες τα πλατάνια τις αγριοσυκιές και τόσα άλλα καταπράσινα καλούδια, πουλομάνι μοναχά και ησυχία, πολύ ησυχία, ο χορός και η μουσική της φύσης, το κελάρισμα της υγρής μάζας και η μικρή εκείνη ομίχλη που σηκώνεται προς τα ψηλά, κι ο αέρας δίνει κάθε τόσο ένα σκαμπίλι και τινάζει απ’ τα φύλλα το νεράκι στα ποτάμια της ζέστης και γίνεται ένα παιχνίδι υπέροχο ζεστού και κρύου μαζί μες το κατακαλόκαιρο που ακόμη είναι στο φόρτε του.

Έκατσα πολύ ώρα εκεί μέσα φίλε μου να γιάνω τις πληγές μου, που δεν είναι και λίγες. Πολύ το αγαπώ το υγρό στοιχείο, αγαπώ τη φύση, βλέπω τα πουλιά να πλατσουρίζουν και νομίζω πως αυτή είναι η τελειότης, πως αυτό είναι το μυστικό της ζωής, πως δεν χρειάζονται περισσότερα να πούμε.

Και πριν επιστρέψω στον προορισμό μου, ρουφώντας το ροδάκινο που μούχε κόψει από τον κήπο του ο Κλεάνθης, ένας συγχωριανός της συντρόφου μου  δόξαζα το σύμπαν που μας έχει χαρίσει όλα αυτά τα θαύματα απλόχερα στα πόδια μας!

DSC00122

Θα κλείσω με ένα κομμάτι που ήρθε ξαφνικά στο μυαλό μου, μια λέξη δηλαδή θύμισε το τραγούδι ολόκληρο χωρίς κανόνα

 

σκόρπιες σκέψεις...

η σιωπή η αγία

τινάχτηκαν τα βλέφαρα του και μισάνοιξαν, ένας ήχος ανεπαίσθητος τον ανησύχησε

δεν ήταν έντονος, μακρινός μάλιστα αλλά ανατρίχιασε κι ανασηκώθηκε στο στρώμα του, τα μάτια του έπεσαν στο ρολόι που αναπαύονταν στο κομοδίνο δίπλα, η ώρα επτά και τέσσερα εκείνου του αυγουστιάτικου πρωινού που προμηνύονταν καυτό

μια αχτίνα ήλιου γλιστρούσε ήδη στην σκονισμένη κάμαρα απ’ το μισάνοιχτο παντζούρι χαϊδεύοντας την γάτα που γουργούριζε χαρούμενη στα πόδια του

έκανε έναν γύρο με το βλέμμα του, πρώτα ο καθρέπτης που στέκονταν όρθιος και καμαρωτός στ’ αριστερά του να επιβλέπει όλο το δωμάτιο, στενός ψηλός και χαρωπός με καμπύλες κι εσοχές, τον είχε αγοράσει στο παζάρι λίγα χρόνια νωρίτερα, τα είχε πλέον φάει τα ψωμιά του, σε λίγο θα τον σούτερνε,  αυτό τουλάχιστον σκέφτονταν

στον άλλο τοίχο κρεμασμένη περήφανη η σημαία της χώρας του Τζιάπ και του Χο, αυτής της περήφανης ασιατικής χώρας που την βρέχει η θάλασσα της νότιας Κίνας και την διασχίζει στα νότια ο περίφημος ποταμός Μεκόνγκ, χώρα που ταπείνωσε τρεις αυτοκρατορίες, και κατάφερε να ξετρυπώσει κάποια στιγμή σε κάποιο από τα μαγαζάκια στο Μοναστηράκι τον περασμένο χειμώνα.

Ο Γιαπ πολέμησε και κέρδισε γάλλους, ιάπωνες και αμερικανούς. Εκείνης της επανάστασης ο Χο Τσι Μιν ήταν η σοφία και ο στρατηγός ήταν η δύναμη. Ο θάνατός του τον επαναφέρει από τον μύθο στην ιστορία, του ανταποδίδει ολοκληρωτικά το όνομά του. Η μεγάλη του ζωή διέσχισε όλο το εικοστό αιώνα και του έδωσε σχήμα. Ήταν ένας αιώνας στη διάρκεια του οποίου συχνά οι αδύναμοι τόλμησαν ν’ αμφισβητήσουν τους δυνατούς. Ήταν ένας ήσυχος Βιετναμέζος. Μαζί με τον Χο Τσι Μιν νίκησαν Γαλλία Ιαπωνία και Ηνωμένες Πολιτείες  με μια στρατηγική επαναστατική και στρατιωτική στην οποία συμμετείχε ολόκληρος ο βιετναμέζικος λαός.

Αλλά συνεχίζει την ήσυχη περιήγηση του με το βλέμμα στο δωμάτιο

Στον μεσιανό ένα αλεξίπτωτο θαλάσσης κρεμασμένο διάπλατα ανοιγμένο με τα σκοινιά του μισοξεσκισμένο, έχασκε και θύμιζε τα πρώτα χρόνια στην αμμουδιά όταν ακόμα αμούστακο παλικαράκι πάσχιζε να μάθει τα μυστικά της θάλασσας και των ανέμων στις παραλίες της Μακεδονίας που του έλαχε η μοίρα να κάνει τα πρώτα βήματα της ‘εκπαιδευτικής’ , ας το πούμε έτσι, πορείας – ήταν το πρώτο που είχε χρησιμοποιήσει, και θαυματουργό!

Τώρα η προσοχή του έπεσε στο βιβλίο που βρίσκονταν πεσμένο μισάνοιχτο δίπλα στο προσκεφάλι του. Όλη η ζωή πέρασε μεμιάς από μπροστά του μονορούφι. Η καρδιά χτυπούσε σαν ταμπούρλο. Σιωπή λοιπόν, λέξη μαγική. Ήχοι ακούγονταν να βγαίνουν μέσα απ’ το βιβλίο και πλανώνται στο δωμάτιο ακολουθώντας του φωτός τις διαδρομές, νότες ευχάριστες στο αυτί που λέγουν πως πρέπει να λες λίγα, κι όταν μιλάς να λες μονάχα τ’ απαραίτητα και πως πρέπει πολύ ν’ακούς και να κοιτάς πολύ και δε θα μετανιώσεις

μα η καρδιά του πάει να σπάσει τι συμβαίνει τι είναι αυτό τέλος πάντων το μυστήριο ταμπλάς στο κεφάλι κεραυνοβολείται μάλιστα να λοιπόν έτσι εξηγείται η πρωινή ανησυχία μα τι λέει δεν έχουν περάσει παρά κάτι δευτερόλεπτα είναι μια άλλη διάσταση, βρίσκεται »αλλού», όλα είναι βυθισμένα στο νερό που έχει αρχίσει να αδειάζει βασανιστικά αργά και η ησυχία τρομακτική, και είναι όλα μαγικά καταπληκτικά, και όλο κατεβαίνει το επίπεδο και το κεφάλι του βουίζει όλο και λιγότερο και έρχεται μια ησυχία μια γαλήνη μοιάζει με παράδεισος  έτσι πρέπει να είναι η παράδεισος σκέφτεται και όλα γίνονται ένα εκεί μέσα στο υπέροχο διάφανο ύδωρ και βλέπει τα εσώτερα και είναι η αιωνιότητα Αυτό, έτσι το νιώθει, γιατί ο χρόνος έχει σταματήσει,

μέχρι που αποφασίζει πως φτάνει μέχρις εδώ, όχι πως καταλαβαίνει ποιος έδωσε την διαταγή! είναι κάποιες στιγμές που δεν καταλαβαίνει ποιος είναι αυτός που παίρνει τις αποφάσεις, να είναι το κορμί; το μυαλό; το συνειδητό; το υποσυνείδητο; κάποιο άλλο κομμάτι του εαυτού μας να είναι αυτό που λέει πως στοπ, πρέπει να επιστρέψουμε πίσω σε αυτό που βλέπουμε με τα μάτια του κορμιού μας κι έτσι γίνεται, οπότε

αμέσως χαμογέλασε συγκαταβατικά και έγνεψε ευχαριστημένος, έσκυψε στο προσκεφάλι του χαρούμενος κι αφέθηκε να αποκοιμηθεί ξανά μιας και το ραντεβού του με το πλήρωμα στο αγκυροβόλιο αργούσε ακόμη

και βλέπει στο βάθος του μυαλού του το κεραυνοβολημένο πρόσωπο της Αγιάνα την ώρα που σαν σταματημένο τρένο την προσπερνά η Όμπιρι, η χρυσή αθλήτρια απ’ την Κένυα η οποία σαν κεραυνός πέταξε προς τον τερματισμό των 5000 μέτρων του αφιλόξενου Λονδίνου που φέρθηκε πολύ άδικα προς τον μποτσουανέζο Μακουάλα

Αποτέλεσμα εικόνας για χο τσι μινχ

Παλιά φωτογραφία
στην άδεια παραλία
σιωπή.

Κοιτάζω απ’ το μπαλκόνι
το δρόμο που θολώνει
η βροχή.

Λένε πως στη χώρα που ναυάγησες
βασιλεύουν οι μάγισσες.
Βουλιάζουνε στο βυθό και σε βγάζουνε
στον αφρό.

Λένε πως μας άφηνες στα κύματα
φυλαχτά και μηνύματα.
Τα βρήκανε τα πουλιά και χαθήκανε
ξαφνικά.

Η πόλη σαν καράβι
τα φώτα της ανάβει
γιορτή.

Θυμάμαι που γελούσες
να μείνω μου ζητούσες
παιδί.

Λένε πως στη χώρα που ναυάγησες
βασιλεύουν οι μάγισσες.
Βουλιάζουνε στο βυθό και σε βγάζουνε
στον αφρό.

Λένε πως μας άφηνες στα κύματα
φυλαχτά και μηνύματα.
Τα βρήκανε τα πουλιά και χαθήκανε
ξαφνικά.

Στίχοι:  

Παύλος Παυλίδης

The Sound of Silence

Disturbed

Hello darkness, my old friend
I’ve come to talk with you again
Because a vision softly creeping
Left its seeds while I was sleeping
And the vision that was planted in my brain
Still remains
Within the sound of silence

In restless dreams I walked alone
Narrow streets of cobblestone
‘Neath the halo of a street lamp
I turned my collar to the cold and damp
When my eyes were stabbed by the flash of a neon light
That split the night
And touched the sound of silence

And in the naked light I saw
Ten thousand people, maybe more
People talking without speaking
People hearing without listening
People writing songs that voices never share
And no one dared
Disturb the sound of silence

Simon & Garfunkel

σκόρπιες σκέψεις...

Ταξίδι στο κέντρο της γης ή βουτιά από ψηλά σε μολυβένια θάλασσα

γυρνώντας πίσω στις ζωής μου τις σελίδες

να κοιτάξω τρόμαξα με το κακό που είδα πως έκανα σε κάποιους

και την κακία που είδα

μέσα μου να υπάρχει ριζωμένη

και τις ασχήμιες που διέπραξα

εγώ ο δίκαιος που επίστευα πως ήμουν,

και τότε εφώναξα με δύναμη πως

έφτασε η στιγμή που περίμενα

να κάνω ένα βήμα παραπέρα,

πως το νερό έμπαινε στο αυλάκι.

Ήρθε η ώρα ν’ αλλάξω ρότα

ένιωσα πως επιτέλους ελευθερώθηκα,

πως δεν πιστεύω δεν ελπίζω σε κανέναν,

αλήθεια είναι πως δεν ξέρω ν’ αγαπώ ούτε τον ίδιο εαυτό μου

αλλ’ αγαπώ μονάχα κάποιους καλλιτέχνες

έχει στερέψει η επικοινωνία

έχει κοντύνει ο άνθρωπος

η λίμνη με το νερό της έμπνευσης τείνει ν’ αδειάσει

 

Θες να με κάνεις να πιστέψω
πως τελειώσαν όλα κι ήρθε ο καιρός
να την ξεχάσω τη ζωή
και να ξυπνάω κάθε μέρα νεκρός.

Όσο κι αν το θέλεις δεν μπορείς
ταξίδι στο κέντρο της γης.

Ψάχνεις την άκρη τα μπερδεύεις
και νομίζεις ότι όλα μηδέν.
Φταίει η μαμά που σου πουλάει
παραμύθι ότι δήθεν και δεν.

Πριν απ’ τα μεσάνυχτα να `ρθεις
ταξίδι στο κέντρο της γης.

Αδρεναλίνη κανένας δε θα μείνει
μαύρη κατάρα, ανία, βαρεμάρα.
Η μέρα σβήνει
Αθήνα είσαι καμίνι
ώσπου να φέξει
να δούμε ποιος θ’ αντέξει…

Το ξέρω κάποτε τελειώνουν
όλα κάποτε μα πότε;Ποτέ!
Κάθε πρωί και κάθε βράδυ,
κάθε μέρα, κάθε νύχτα.Ποτέ!

Πριν απ’ τα μεσάνυχτα να `ρθεις
ταξίδι στο κέντρο της γης,
στο κέντρο, στο κέντρο της γης.

Θα πάρω φόρα να περάσω
το μεγάλο που `χεις σκάψει γκρεμό
κι αν το ξεχάσεις μια φορά
χίλιες φορές θα σου το πω σ’ αγαπώ!

Πριν απ’ τα μεσάνυχτα να `ρθεις
ταξίδι στο κέντρο της γης,
στο κέντρο, στο κέντρο της γης.

και

Ο δρόμος μας τυφλός, της πιάτσας παραπαίδι.
Τα όνειρα υπόσχεση ρουφιάνου θυρωρού.
Στα τάστα της κιθάρας οργή που περισσεύει
Σα φόνος που σχεδιάστηκε στη σκέψη ενός μώρου.

Ό,τι φτιάχνω κι ό,τι χάλασα,
βουτιά από ψηλά σε μολυβένια θάλασσα.

Τα λόγια χαρτζιλίκι από μισθό της πείνας
που ωμά καταναλώθηκε χωρίς ανταμοιβή.
Τα μάτια σου προάστιο χαμένο της Αθήνας
που κυνηγά τη φήμη του σε ό,τι κι αν συμβεί.

Ό,τι φτιάχνω κι ό,τι χάλασα,
βουτιά από ψηλά σε μολυβένια θάλασσα.

Η δύναμη που ξέπεσε και έγινε κατάρα.
Η φήμη που απλώθηκε και έγινε λοιμός.
Η πίκρα πως κατάγεται απ’ τη δική μας φάρα
μας έπεισε και έγινε αφέντης τιμωρός.

Ό,τι φτιάχνω κι ό,τι χάλασα,
βουτιά από ψηλά σε μολυβένια θάλασσα.

ανατρεπτική τέχνη, arte ribelle

Crowdfunding • μα ποιος είπε πως δεν υπάρχει

Stampa

 

382

 

Crowdfunding • μα ποιος είπε πως δεν υπάρχει

MA CHI HA DETTO CHE NON C’È – 1977 το έτος του big bang
το καινούργιο βιβλίο του  Gianfranco Manfredi που βγαίνει στα βιβλιοπωλεία τον σεπτέμβρη του 2017

Μα ποιος είπε πως δεν υπάρχει ένα τραγούδι αγάπης που κλείνει μέσα του πολλές αντιθέσεις και ουτοπίες , αλλά δεν πρόκειται μονάχα για επιθυμία για κάτι που ίσως μια μέρα θα υπάρξει και που εμείς δεν θα δούμε ποτέ.
Εδώ, τώρα, αυτό που υπάρχει άρπαξε το όλο.
Αυτό το τραγούδι υπήρξε ίσως το πιο σημαντικό του ιταλικού 1977, σίγουρα εκείνο που καλύτερα απ’ όλα μίλησε για τις ορμητικές αγάπες , το μεγαλείο και την αγριότητα εκείνων των 12 μηνών. Ένα αληθινό ένα πραγματικό υπαρξιακό και ποιητικό μανιφέστο επάνω σε μια περίοδο γεμάτη-φορτωμένη σημασίες τις οποίες ο  συγγραφέας έζησε σαν πρωταγωνιστής και που, με μαεστρία, είχε τον τρόπο, μπόρεσε να συνοψίσει σε ένα τραγούδι.
Mα ποιος είπε πως δεν υπάρχει είναι επίσης ένα βιβλίο επάνω στο 1977, μια σειρά λογοτεχνικών τοιχογραφιών για να κατανοήσουμε και να βυθιστούμε μέσα στους λόγους και τις αιτίες ενός κινήματος πολύπλοκου και οραματιστικού, γεμάτου δημιουργικότητα, αρνήσεις και ριζοσπαστικές συγκρούσεις.
Ένα big bang, μια ανεπίλυτη επανάσταση που έχει μέσα της τα κλειδιά του μέλλοντος μας.
Το εξώφυλλο πραγματοποιήθηκε από τον Elfo.
Για μια πραγματικότητα όπως η Agenzia X το να έχει στον κατάλογο ένα βιβλίο γραμμένο από έναν από τους πιο αποτελεσματικούς σύγχρονους αφηγητές είναι ένα σημαντικό βήμα, μα επίσης και μια δύσκολη οικονομική και ποιοτική δέσμευση.

Η ΠΡΟΠΩΛΗΣΗ
Μα ποιος είπε πως δεν υπάρχει – 1977 το έτος του big bang, σε αντίθεση με πολλές άλλες δημοσιεύσεις για το ίδιο θέμα, μας επιστρέφει τα χιλιάδες αλληλοσυνδεδεμένα σχέδια φαντασίας, εξέγερσης και συγκεκριμένων πρακτικών. Πρόκειται για ένα βιβλίο  500 σελίδων, μια σημαντική οικονομική δέσμευση για μια μικρή συντακτική πραγματικότητα όπως η Agenzia X.
Agenzia X e Gianfranco Manfredi  vi chiedono di acquistare in anteprima il libro che uscirà ai primi di ottobre 2017, oppure di sostenere questo progetto attraverso le 5 proposte di sovvenzionamento che troverete su:
http://sostieni.link/15139http://sostieni.link/15139

Παρακάτω θα βρείτε ένα αφηγηματικό κείμενο που θα γράψω σε επεισόδια για την υποστήριξη της εκστρατείας προ-πωλήσεων του νέου βιβλίου του Gianfranco Manfredi που θα κυκλοφορήσει τον Σεπτέμβριο.Με αυτά τα επεισόδια που θα δημοσιεύσω σε απόσταση λίγων ημερών μεταξύ τους είναι πρόθεσή μου να εξηγήσω και τους λόγους για τους οποίους το 1977 έχει ακόμα πολλά να πει σήμερα.

Πρώτο επεισόδιο
Το 1977 ήμουν 15 χρονών και δεν καταλάβαινα τίποτα από αυτά που συνέβαιναν γύρω μου. Πήγαινα στο δεύτερο έτος ενός τεχνικού ινστιτούτου της περιφέρειας όπου βασίλευε το καθεστώς του πολιτικού έξι [ αυτό σημαίνει πως όλοι οι μαθητές είχαν εγγυημένο βαθμό στο απολυτήριο τους το έξι], υπήρχαν πικετοφορίες για να εμποδίσουν την είσοδο σε αυτούς που δεν έπαιρναν μέρος στις πορείες, καταλήψεις και την αυτοδιαχείριση των μαθημάτων. Το αμφιθέατρο ήταν ένας μαγευτικός τόπος πυρακτωμένων συνελεύσεων και διονυσιακών νυχτεριών ανάμεσα σε υπνόσακους, κιθάρες και τα πρώτα κασετόφωνα. Ήταν εκεί που έμαθα να κάνω σεξ και κάπνισα τον πρώτο μπάφο. Ήταν εκεί που άκουσα, για εκατοντάδες φορές μαζί με μια αγέλη άγριων παιδιών , “Ma chi ha detto che non c’è”, το τραγούδι του Gianfranco Manfredi.

Δεύτερο επεισόδιο
Mα τι ήταν; Ένα τραγούδι αγάπης; Αναρωτιόμουν την ώρα που μια φίλη μου πρότεινε μια γρήγορη στην κατειλημμένη αίθουσα καθηγητών, όπου υπήρχε ένα υπέροχο ντιβάνι. “Sta nel fondo dei tuoi occhi, sulla punta delle labbra – βρίσκεται στο βάθος των ματιών σου, στην άκρη των χειλιών”, τραγουδούσε ο Manfredi και για μας η σημασία ήταν ακόμη ένα μυστήριο. Για να το καταλάβουμε καλύτερα είχαμε κουβαλήσει μαζί μας το μαγνητόφωνο για να ακούσουμε ξανά εκείνο το πέρασμα ακόμη μια φορά και φυσικά ένα μικρό μπάφο για να διευρύνουμε τους ορίζοντες. Μέχρι τη φράση “nel profondo del tuo ventre – βαθιά μέσα σου” ήταν στιγμές τέλειες ανάμεσα σε μένα και αυτήν, μα σε εκείνο το σημείο, δεν μπορούσαμε  “να περιμένουμε το πρωί”. Έπρεπε να επιστρέψουμε το το συντομότερο στην φασαρία του αμφιθεάτρου. Η δράση μας καλούσε. Ένας σύντροφος του πέμπτου έτους που το έπαιζε μαοϊκός ούρλιαζε στο μικρόφωνο πως για να κάνουμε την επανάσταση χρειάζονταν οργάνωση, δημαγωγία και επίθεση. “Il sogno realizzato – το πραγματοποιημένο όνειρο” γίνονταν με  “il mitra lucidato – το γυαλισμένο πολυβόλο”; Έψαχνα εξηγήσεις σε εκείνο το κείμενο, αλλά όσο περισσότερο  προσπαθούσα να το αποκρυπτογραφήσω τόσο περισσότερο μπερδευόμουν. Τι ήθελε να πει “nella gioia e nella rabbia – στη χαρά και στο θυμό” και πάνω απ’ όλα, ποιο ήταν το “gabbia da distruggere – το κλουβί που έπρεπε να καταστραφεί”;

Τρίτο επεισόδιο
“Nella morte della scuola – στο θάνατο του σχολείου” ήταν μια έννοια που καταλάβαινα πολύ καλά. Βρισκόμουν σε ένα τεχνικό ινστιτούτο με το 99 τοις εκατό αρσενικούς, για να συναντήσουμε καμιά γυναίκα έπρεπε οπωσδήποτε να κάνουμε κατάληψη, έτσι έφταναν εκείνες της εμπορικής ή ακόμη και εκείνες από τα λύκεια. Τα μαθήματα και οι καθηγητές ήταν να πούμε το λιγότερο βαρετό από όλα τα υπόλοιπα. Το σχολείο ήταν μόνο για να σκοτώσει. “Nel rifiuto del lavoro – Στην άρνηση της εργασίας” αντιθέτως ήταν για μένα μια φράση ακατανόητη. Οι μοναδικοί άνεργοι που γνώριζα δεν περνούσαν και πολύ καλά, αντιθέτως. Ίσως ο Manfredi αναφέρονταν σε μια ζωή ελεύθερη από το χρήμα όπου όλοι περνούσαν καλά, ήταν χαρούμενοι; λοιπόν… θα ήταν πολύ όμορφο. εάν προσπαθούσα να ζητήσω τα φώτα από εκείνους της πέμπτης άκουγα αντιφατικές εκδοχές μεταξύ λενινιστών, fioruccini και σταλινιστών που τότε ήταν σαν μπάντες του δρόμου όπως στην ταινία  West Side Story. Τότε ποιος θα μπορούσε ποτέ να φτιάχνει ρούχα, να φτιάχνει αυτοκίνητα και πλυντήρια εάν “la fabbrica è deserta – το εργοστάσιο είναι έρημο”? Βρισκόμασταν στον κόσμο των ονείρων, δίχως καμιά αμφιβολία. Μετά άντε να πεις στον πατέρα μου πως θα ήθελες να ζεις σε  “ένα σπίτι δίχως πόρτες – una casa senza porte”.

http://www.infoaut.org/culture/crowdfunding-ma-chi-ha-detto-che-non-c-e