ένοπλη πάλη, lotta armata

Τα χρόνια του ένοπλου αγώνα – Gli anni della lotta armata

Για τον εκδοτικό οίκο Bietti, η ενημερωμένη έκδοση του «Τα χρόνια του ένοπλου αγώνα, Χρονολογία μιας αποτυχημένης επανάστασης, Gli anni della lotta armata. Cronologia di una rivoluzione mancata» , βγήκε πέντε χρόνια μετά την πρώτη, του Davide Steccanella.

Ο Davide γεννήθηκε το 1962, οπότε το ’68 ήταν στην πρώτη τάξη του δημοτικού και το ’78 ήταν ένας χαριτωμένος νεαρός με ένα κεφάλι γεμάτο μπούκλες. Πώς κατάφερε να συγκεντρώσει περισσότερες από 500 σελίδες χωρίς να έχει άμεση μνήμη των γεγονότων; Απλό. Μάζεψε στοιχεία και πληροφορίες και μας έδωσε έναν λεπτομερή απολογισμό των γεγονότων από το ’69 έως το 2017, καθώς και μια γενναιόδωρη προσφορά των πηγών που χρησιμοποίησε.

Φαίνεται ασήμαντο, κοινότυπο, αλλά δεν είναι καθόλου, σε μια εποχή όπως αυτή στην οποία οι έμπειροι σε αυτά τα θέματα, οι γνώστες, δεν φαίνονται υποχρεωμένοι να αποδείξουν αυτά που ισχυρίζονται. Σε μια εποχή άσχετης αλήθειας, μη πραγματικής, όπου αποφεύγουν να διαπιστώσουν και να επιβεβαιώσουν τα γεγονότα έτσι ώστε να φτάσουν στην πάντα αποτελεσματική παροιμία: «Ψέμα στο ψέμα, κάτι θα παραμείνει στο τέλος».
Κάποιος υποστήριξε ότι το βιβλίο πηγαίνει πέρα της κρίσης του συγγραφέα καθώς στερείται παρατηρήσεων, σχολίων, σαν να ήταν δυνατή μια ουδέτερη λειτουργία στην αφήγηση κοινωνικών γεγονότων. Κατά τη γνώμη μου, και εδώ βρίσκεται ένα από τα σημαντικότερα πλεονεκτήματα του κειμένου, της αξίας του, το βλέμμα και οι επιρροές του συγγραφέα είναι πολύ παρούσες στην αφηγητική επιλογή. Γεμάτα σαράντα χρόνια από την απαγωγή Μόρο, στους εορτασμούς της μοναδικής αλήθειας που επιτρέπεται, γεμάτης διετρολογία, [ dietrologia – Στο πολιτικό και δημοσιογραφικό λεξιλόγιo υποδεικνύει, με πολεμικούς τόνους, την τάση, των αποκαλούμενων διετρολόγων dietrologi, να αποδίδουν στα γεγονότα της δημόσιας ζωής αιτίες διαφορετικές από εκείνες τις δεδηλωμένες ή προφανείς, συχνά υποθέτοντας μυστικούς λόγους, με την αξίωση πως γνωρίζουν αυτό που πραγματικά «βρίσκεται πίσω» από κάθε ενιαίο, μοναδικό γεγονός] και δημόσια προδιαγεγραμμένη ηθική, επιβεβλημένη, ο Ντάβιντε ενδιαφέρεται για την ανακατασκευή του ιστορικού πλαισίου, της ιστορικής συγκυρίας, της πολιτικής και κοινωνικής πραγματικότητας, της αλληλοδιαδοχής των γεγονότων που μπορούν να βοηθήσουν στην κατανόηση του ξεσπάσματος του ένοπλου αγώνα στον οποίον ενεπλάκησαν χιλιάδες μαχόμενοι κομμουνιστές για περισσότερα από δέκα χρόνια.

Κατανόηση η οποία θα μπορέσει να απελευθερώσει την 16η μαρτίου 1978 από την αλλοτριωμένη αφήγηση ενός ανεξήγητου, μυστηριώδους γεγονότος και σαν προερχόμενου από τον Άρη, για να το επιστρέψει και να το αποδώσει σε ένα πέρασμα, πολύ σημαντικότερο από άλλα, της μακράς ιστορίας της ταξικής σύγκρουσης εκείνων των χρόνων.

Όντως, το βιβλίο ανοίγει με αριθμούς: 269 ένοπλες ομάδες, 36.000 άνθρωποι που διερευνήθηκαν-ανακρίθηκαν, από τους οποίους 6.000 καταδικάστηκαν. Ωστόσο, η επίσημη χυδαία διαδεδομένη άποψη μιλά για μια χούφτα ψυχοπαθητικών, αιμοδιψών, ετεροκαθοδηγούμενων και, πάνω απ ‘όλα, ξένων στις ταξικές δυναμικές στις οποίες έλεγαν πως αναφέρονταν.
Αλλά κανένας κομμουνιστικός ανταρτοπόλεμος σε μια χώρα στο κέντρο της Ευρώπης δεν θα ζούσε περισσότερο από μία μέρα ούτε θα είχε εξαπλωθεί τόσο πολύ αν δεν είχε τις ρίζες του ακριβώς στην καρδιά του πιο σημαντικού ταξικού αγώνα από την μεταπολεμική περίοδο.

Και ο Davide αρχίζει από εδώ. Από το εργατικό ’69 και τους φυσικούς του συμμάχους: το κίνημα των φοιτητών και των προλετάριων των αστικών προαστίων. Μια κατολίσθηση, ένα ρεύμα αέρα στο στάσιμο σενάριο που επιθυμούσε το αγκάλιασμα μεταξύ DC και PCI, [χριστιανοδημοκρατίας δηλαδή και Κκι] το οποίο έκλεινε σε ένα θανατηφόρο μπλόκο κάθε χώρο αντιπολίτευσης, αντιπαράθεσης, για να υποβαθμίσει την πολιτική δυναμική της χώρας σε θεσμικές διαμάχες.

Αυτό συνέβαινε μέσα σε χρόνια έκρηξης του πρωταγωνισμού μεγάλων κοινωνικών τμημάτων που βίωναν στον χώρο της καθημερινότητας το πως και πόσο η οργάνωση και οι αγώνες, εκτός των ορίων που επέβαλαν τα κόμματα και τα συνδικάτα, ήταν σε θέση να αντιπαρατεθούν και να εξουδετερώσουν την εκμετάλλευση, τoν μόχθο και το ραβδί των αφεντικών. Μέσα σε χρόνια συγκρούσεων στο δρόμο, στις πλατείες, εφευρετικότητα δημιουργό στόχων, εργαλείων αγώνων και οργανωμένων μορφών. Και κατακτήσεων, σε κάθε περιοχή της συνεργατικής διαβίωσης.

Ξεφυλλίζοντας το βιβλίο, η ιστορία ξετυλίγεται χρόνο με τον χρόνο. Οι εξωκοινοβουλευτικές ομάδες, οι δομές βάσης του εργατικού κινήματος, οι πρώτες οργανώσεις και οι πρώτες ένοπλες ενέργειες, οι θεωρητικές αναφορές, οι εφημερίδες, τα έγγραφα, οι πρωταγωνιστές. Και η θέση στην ημερήσια διάταξη του επαναστατικού αγώνα που διέσχιζε την συζήτηση των κινημάτων. Και όχι μόνο εκείνων.

Για να περιγράψει το κλίμα εκείνων των ετών, ο Davide μας επισημαίνει μερικά επεισόδια που σήμερα θα ήταν αδύνατο ακόμη και να φανταστούμε. Όπως τη διακήρυξη-αυτοκαταγγελία μιας ομάδας διανοουμένων – από τον Giulio Argan και τον Paolo Mieli, μέχρι τον Sergio Saviane, τον Cesare Zavattini και άλλων – όσον αφορά το ξεκίνημα μιας έρευνας από τον εισαγγελέα του Τορίνο ενάντια σε αγωνιστές της Lotta Continua. Αυτά είναι τα λόγια τους: «Όταν οι πολίτες που κατηγορούνται από εσάς δηλώνουν ότι αν είναι αλήθεια ότι τα αφεντικά είναι κλέφτες είναι σωστό να πάμε να πάρουμε πίσω αυτό που έκλεψαν, το λέμε μαζί τους. Όταν αυτοί φωνάζουν ταξική πάλη, να οπλίσουμε τις μάζες, το φωνάζουμε μαζί τους … »   Για να επισημάνουμε πόσο η παρανομία και η ανατροπή, η εξέγερση είχαν εισέλθει πλήρως στο λεξιλόγιο του ακαδημαϊκού και καλλιτεχνικού κόσμου, τόση μεγάλη ήταν η δύναμη και έλξη εκείνου του κινήματος το οποίο ανακοίνωνε την «επανάσταση που απέτυχε» για την οποία ο Davide μιλάει.

Σελίδες μετά από σελίδες και τα γεγονότα διασταυρώνονται με τη μνήμη, μερικές φορές σε αντίθεση, σχεδόν πάντα ως εκ νέου ανακάλυψη τόσο μεγάλης γενναιοδωρίας και πλούτου. Πολλές οι αναφορές και οι μαρτυρίες που αποδίδουν σώμα και αίμα στα γυμνά χρονικά των γεγονότων. Όπως και αυτό που μιλά για τον Martinο Zicchitella, που έχασε τη ζωή του στη διάρκεια μιας δράσης το ’76, του οποίου παραμένει, σαν να ήταν χθες, η εικόνα του νεκρού σώματος στο έδαφος, το γεμάτο αίματα πρόσωπο, σχεδόν ποδοπατημένο από το μικρό πλήθος των αστυνομικών που έτρεξαν κοντά του. Γράφει γι αυτόν ο Giorgio Panizzari, μαχητής σύντροφος του στους Ένοπλους Προλεταριακούς Πυρήνες, Nuclei Armati Proletari, αναφερόμενος στην προηγούμενη φυλάκιση του Martinο, εκεί όπου είχε ωριμάσει και ανέπτυξε την πολιτική επιλογή του: «Μας ήρθαν νέα της βίαιης συμπεριφοράς στην οποίαν υποβάλλονταν, του έγραψα μια επιστολή στην οποία ζητούσα συγγνώμη για το ότι τον έβαλα στους Nap, και μου απάντησε ότι στη ζωή είχε χτίσει πολλά, αλλά το πιο όμορφο πράγμα ήταν αυτό που κάναμε. Μην ανησυχείς, μου έγραψε, έστω κι αν αυτοί με βασανίζουν, εγώ νιώθω καλά, οπότε δεν θα με απαλλοτριώσουν από τις αποφάσεις μου «.

Έτος 1978 και ο Davide σημειώνει: Βγαίνει ο δίσκος “Jazz” των Queen, η ταινία «Εγώ και η Annie» του Woody Allen κερδίζει το Όσκαρ και η Αργεντινή το παγκόσμιο πρωτάθλημα »μέσα στο σπίτι της». Στην Ιταλία η Juventus κερδίζει το scudetto και oι Matia Bazar το Sanremo με το τραγούδι «E dirsi ciao». Το κεφάλαιο κλείνει με το σκεπτικό πως αν το ’78 ήταν το έτος της πιο εντυπωσιακής δράσης στην ιστορία του ένοπλου αγώνα, τo ’79 θα είναι αυτό της μεγαλύτερης επέκτασής του. Και αυτή η παρατήρηση δεν θα ήταν δίχως νόημα αν στέκονταν μόνο στην ανάλυση της.

Αλλά η πραγματική ιδιαιτερότητα, χρήσιμη για την αντιμετώπιση των ακόλουθων γεγονότων, αναφέρεται στη σημείωση 18 που μεταφέρει ένα άρθρο του ιστολογίου του Paolo Persichetti, Insorgenze, με τίτλο Τι διάβαζε ένας ταξιαρχίτης τον σεπτέμβριο του 1978;   Cosa leggeva un brigatista nel settembre 1978?

Πέρα από κάθε πρόθεση διδασκαλική, για όσους ενδιαφέρονταν πραγματικά να κατανοήσουν, της ύπαρξης της ιστοριογραφικής μεθόδου ανάλυσης της τεράστιας υπάρχουσας τεκμηρίωσης με την οποίαν αποσυναρμολογούνται θρύλοι, φήμες, κλισέ κοινοί τόποι και καταρρέει ολόκληρη η διετρολογική-συνωμοσιολογική σκαλωσιά, η λεπτότης είναι η είδηση της ανεύρεσης και ενός βιβλίου της Kollantaj στη βάση της οδού Monte Nevoso. Τόσο για να μην σωθεί ούτε και η κριτική για machismo από το φεμινιστικό κίνημα, κριτική που επαναλαμβάνεται παρά το γεγονός ότι στις οργανώσεις του ένοπλου αγώνα η γυναικεία παρουσία ήταν μεγαλύτερη από οποιοδήποτε άλλο αριστερό πολιτικό σχηματισμό. Επιπλέον, ένα δείγμα του επαναστατικού εργατικού και φοιτητικού διεθνισμού, πολύτιμα εργαλεία για να καταλάβουμε έναν κόσμο που έβραζε ανάμεσα σε αντικαπιταλιστικές εξεγέρσεις, αντιστάσεις σε δικτατορικά καθεστώτα νεοφασιστικών διαδικασιών αποαποικιοκρατίας: ένας άλλος σοσιαλισμός φαινόταν ακόμα πιθανός!

Η κουλτούρα, οι πολιτικές και αξιακές πρακτικές του επαναστατικού κινήματος μπορούν να βρεθούν μέσα σε αυτή τη βιβλιογραφία, η ανάλυση της οποίας μπορεί να βοηθήσει στην εγκατάλειψη πολλών προκαταλήψεων αυτών που έχουν δημιουργήσει το δίκτυο μνήμης και που τους κάνουν να γράψουν, όπως και κάποιος σαν τον Gotor: » Αντικείμενα κοινά σε μια ολόκληρη γενιά νέων ανθρώπων: όχι αρειανών, όπως κατέστησαν σιγά σιγά στην στρεβλή και επιφυλακτική μνήμη των συντρόφων τους, καθώς σιγά σιγά αυτοί χωρίζονταν από την ανθρώπινη και πολιτική εμπειρία που τους άγγιζε χωρίς να τους κατακλύσει. Περισσότερο από τις προθέσεις, συχνά σώθηκαν από καθαρή τύχη «.

Επίσης κείμενα για τον κόσμο της «νέας» τηλεόρασης των αφεντικών και των πολυεθνικών, όταν ο όρος παγκοσμιοποίηση ήταν ακόμα άγνωστος. Αλλά δεν υπήρχε «Η προέλευση της οικογένειας, της ιδιωτικής ιδιοκτησίας και του Κράτους» του Ένγκελς, που ο Marco Bellocchio, Μάρκο Μπελόκιο βάζει σε κοινή θέα σε μια από τις πιο γελοίες σκηνές της ταινίας του ‘Καλημέρα νύχτα’, ‘Buongiorno notte’, στην οποία ζωγραφίζει τους ενοίκους της «φυλακής του λαού» σαν φρενιασμένους που μιλάν σαν να ουρλιάζουν συνθήματα. Είμαστε σε κατάσταση επείγουσας ανησυχίας αναμένοντας την καλλιτεχνική ελευθερία την οποίαν ο απερίγραπτος πρώην μαοϊκός σκηνοθέτης (που δεν είναι πλέον οπαδός του περίφημου κινέζικου κανόνα σύμφωνα με τον οποίο έχουν δικαίωμα λόγου μόνο όσοι έχουν κάνει έρευνα) θα χορηγήσει στον εαυτό του για το επόμενο έργο που ανακοινώθηκε για την επέτειο των σαράντα χρόνων του ’78!
Αλλά υπάρχουν και άλλα: αναλύοντας τις βιογραφίες των αγωνιστών μπορεί κανείς να διαψεύσει με βεβαιότητα την διαδεδομένη άποψη πως είχαν ενταχτεί ή πως προέρχονταν από την πολιτιστική κληρονομιά αυτών που αποχώρησαν από την FGCI [κομουνιστική νεολαία] της Emilia ή από εκείνη την μισο καθολική της σχολής κοινωνιολογίας του Trento. Από την «οικογενειακή φωτογραφία» μπορούμε να αναγνωρίσουμε την φυσιογνωμία πρωτοποριών εργοστασίων του Μιλάνο, του Τορίνο και της Γένοβας. Πρώην αγωνιστών των διαλυμένων εξωκοινοβουλευτικών ομάδων ή από το κίνημα του ’77. Τμήματα βενετικής αυτονομίας, ιδιαίτερα του Porto Marghera. Πρώην συμμετεχόντων σε διαλυμένες ένοπλες ομάδες. Συνιστώσες της ναπολιτάνικης κοινωνικής πραγματικότητας και των αστικών προαστίων. Μέχρι τους σχηματισμούς των περιοχών της επαρχίας.
Η ταινία των αναμνήσεων εξακολουθεί να τρέχει. Επίθεση στην έδρα της περιφερειακής επιτροπής της DC, στην κεντρική πλατεία Piazza Nicosia, σε απόσταση αναπνοής από τα κυριότερα κτίρια της εξουσίας. Το κτίριο καταλαμβάνεται, οι παρόντες ακινητοποιούνται, αρχεία και έγγραφα αφαιρούνται. Έξω, μια αστυνομική περιπολία της αστυνομίας που κατέφθασε στον τόπο εξουδετερώνεται, με τον θάνατο δύο από τους τρεις αστυνομικούς. Πολύ σύνθετη δράση, για τον αριθμό των συμμετεχόντων, για το μέγεθος του χώρου και τη θέση του σε μια πολύ στρατιωτικοποιημένη περιοχή. Ωστόσο, στη διετρολογική ταξινόμηση του «δεν μπορεί να έχουν κάνει τα πάντα από μόνοι τους», δεν υπερβαίνει την επίθεση της via Fani.
Και ακόμη. Όπως συνέβη ήδη για την κηδεία του Walter Alasia («οι σύντροφοι της Magneti, που ήταν πολλοί και εμείς της Breda τοποθετηθήκαμε σε δύο φτερά: ο καθένας είχε το κόκκινο γαρύφαλλο του, οι γροθιές υψώθηκαν και τραγουδήσαμε την Διεθνή, l’Internazionale «), το φέρετρο της Barbara Azzaroni, μαχήτριας της Prima Linea που σκοτώθηκε μαζί με τον Matteo Caggegi σε ανταλλαγή πυρών, χαιρετίζεται από ένα επιβλητικό πλήθος συντρόφων, κλειστές γροθιές και κόκκινες σημαίες. Σημάδια των καιρών προκειμένου να αποκηρύξουμε τόσα ψέμματα, τόσα παραμύθια.

Χρόνια ’80. Ενώ η διεθνής κατάσταση αλλάζει ριζικά, στο Τορίνο η Fiat ανακοινώνει 15.000 απολύσεις και 23.000 cassa integrati. Είναι η αντεπίθεση των αφεντικών, η αποφασιστική ώθηση στη βιομηχανική αναδιάρθρωση σύμφωνα με την παραγωγική δομή της παγκόσμιας αγοράς αυτοκινήτων. [Cassa integrazione:Ταμείο συμπλήρωμα: παρέχει αποζημίωση ως αμοιβή σε περίπτωση αναστολής ή μείωσης της εργασίας υπέρ των εργαζομένων σε επιχειρήσεις που υφίστανται βιομηχανική κρίση σε περίπτωση αναστολής ή μείωσης της εργασιακής δραστηριότητας.]

Για να επιτευχθεί αυτός ο στόχος, ήταν απαραίτητο να εξαλειφθούν οριστικά οι ανταγωνιστικές συμπεριφορές και οι πρωτοπορίες που μέχρι τότε εμπόδισαν τις προσπάθειες αναδιοργάνωσης της παραγωγής και των εργασιακών δραστηριοτήτων. Η «πορεία των 40 χιλιάδων λευκών κολάρων» κλείνει την μανούβρα τανάλιας και σηματοδοτεί την «παρακμή των εργατικών αγώνων και το τέλος μιας εποχής».

Ο Giorgio Cremaschi σχολίασε ότι εκείνη η περίπτωση «άλλαξε την ιστορία του ιταλικού καπιταλισμού θέτοντας τα θεμέλια για όλα εκείνα που θα συνέβαιναν τα επόμενα 30 χρόνια». Συμπεριλαμβανομένης της κρίσης των ένοπλων ομάδων, των διασπάσεων, των προδοσιών, των αποτυχημένων προσπαθειών αναδιοργάνωσης. Συμπεριλαμβανομένης της παρακμής της στρατηγικής που οι εΤ είχαν συλλάβει και ανέπτυξαν περί της κεντρικότητας ενός επαναστατικού υποκειμένου ικανού να τεθεί στο ύψος των περιστάσεων όσον αφορά στο ζήτημα της εξουσίας και της επανένωσης όλων των άλλων προλεταριακών πρωταγωνιστών μορφών αυτής της μακράς εποχής ριζοσπαστικών αγώνων: την εργατική τάξη των μεγάλων εργοστασίων. Τα χρόνια της ήττας, στο ύψος της απόπειρας, της προσπάθειας που έγινε.

Με αυτό ασχολείται το τελευταίο κομμάτι του βιβλίου που, αφού πέρασα πολλά χρόνια να σκέφτομαι περί αυτού, αφήνω πρόθυμα στον προσεκτικό αναγνώστη.
Στη μνήμη του μέλλοντος, το απόσπασμα του Samuel Beckett από το Maelstrom, που γράφτηκε από τον Salvatore Ricciardi: «Πάντα προσπάθησα. Πάντα απέτυχα. Μην συζητάς. Δοκιμάστε ξανά. Θα αποτύχεις ξανά. Θα αποτύχεις καλύτερα. »

Επειδή μόνο εκείνοι που δεν φοβούνται να πέσουν θα είναι σε θέση να σηκωθούν.

 – © Αναπαραγωγή εφικτή κατόπιν ρητής συναίνεσης της συντακτικής ομάδας του CONTROPIANO

Τελευταία μετατροπή: STAMPA

ανατρεπτική τέχνη, arte ribelle

Συνέβη ένα εξήντα οκτώ! – E’ successo un sessantotto!

του Sandro Moiso

Guido Viale, il 68, Interno 4 Edizioni 2018, pp. 328, € 22,00

Εδώ και λίγο καιρό βλέπουμε το βιβλίο αυτό στα ράφια των βιβλιοπωλείων, όλα μοιάζουν να είναι έτοιμα να γιορτάσουν μέσα στο 2018 ένα ’68 κάλπικο του οποίου οι πρωταγωνιστές δεν φαίνονται πλέον να είναι οι εργάτες και οι νέοι, φοιτητές ή όχι, που το ταρακούνησαν αλλά μόνο οι διανοούμενοι, οι συγγραφείς, οι εκπρόσωποι του Νόμου και της Κουλτούρας, άνδρες και γυναίκες καλοί για όλες τις εποχές, όλοι σημερινοί εκπρόσωποι του πολιτικού, πολιτιστικού και επικοινωνιακού establishment, με των οποίων βαρετές και κακοήθεις μαρτυρίες ορισμένα περιοδικά έχουν ήδη γεμίσει τις σελίδες αφιερωμένες στην τρέχουσα πεντηκοστή επέτειο ενός κινήματος που ξεκίνησε στην πραγματικότητα πολύ πριν και από τελείως διαφορετικές ακτές. Έτσι όπως έχει ήδη υπογραμμίσει ο Valerio Evangelisti τις τελευταίες ημέρες ακριβώς στην Carmilla.

Για το λόγο αυτό, η σημερινή τέταρτη έκδοση του κειμένου του Guido Viale «Το εξήντα οκτώ μεταξύ επανάστασης και αποκατάστασης-επαναφοράς», “Il sessantotto tra rivoluzione e restaurazione”, που δημοσιεύθηκε για πρώτη φορά το 1978 για τις εκδόσεις Mazzotta, θα μπορούσε να αποδειχθεί χρήσιμη και αναγκαία, δεδομένου ότι προστέθηκε στο ίδιο μια νέα εισαγωγή από τον συγγραφέα, 64 έγχρωμες σελίδες που αναπαράγουν φυλλάδια, αφίσες, δημοσιεύματα και βιβλία της εποχής εκτός από το βασικό μανιφέστο της φοιτητικής εξέγερσης «Ενάντια στο πανεπιστήμιο», “Contro l’università”, που γράφτηκε από τον Viale και δημοσιεύθηκε τον φεβρουάριο του ίδιου εκείνου έτους στις σελίδες του αριθ. 33 των Quaderni Piacentini. Ενώ για τους λάτρεις των γραφικών και της μνήμης υπάρχει και η εκτύπωση του μανιφέστου που διαδόθηκε από την Κόκκινη Βοήθεια, Soccorso Rosso, τα επόμενα χρόνια, για την υπεράσπιση του Pietro Valpreda και για την καταγγελία των τρομοκρατικών συνωμοτικών σχεδίων του Κράτους, που σχεδίασε ο Guido Crepax.

Ο Guido Viale (τάξη 1943) ζει επί του παρόντος στο Μιλάνο και μετά από τα χρόνια της στράτευσης του που αναφέρονται στη νέα εισαγωγή του στο κείμενο, εργάστηκε ως δάσκαλος, μεταφραστής, δημοσιογράφος, ερευνητής και σύμβουλος σε θέματα διαχείρισης αποβλήτων, περιβάλλοντος, αστικής κινητικότητας και των μεταναστών.
Όπως ο ίδιος λέει στην εισαγωγή, αυτή που αναδημοσιεύθηκε τώρα από τις Εκδόσεις Interno 4:

“ Είναι μια εργασία με την οποία προσπάθησα να «κάνω τον απολογισμό» για το νόημα και την έκταση εκείνων των αγώνων που πέρασαν, την ώρα ακριβώς που έπαιρνα άδεια, που αποχωρούσα από μια δεκαετή έντονη και αδιάκοπη στράτευση πρώτα στο φοιτητικό κίνημα, στη συνέχεια στην συνέλευση εργατών φοιτητών της Φίατ Mirafiori και τέλος στην ομάδα Lotta continua. Σε αυτό το βιβλίο προσπαθούσα να προβάλω τα περιεχόμενα που ήταν ακόμα ζωντανά από αυτά που εκείνα τα δέκα χρόνια στράτευσης μας είχαν διδάξει: υπήρξαν ένα είδος «πανεπιστημίου του δρόμου» από το οποίο όσοι δεν είχαν συμμετάσχει σε αυτό δεν θα μπορούσαν ποτέ ξανά να αντλήσουν τις διδασκαλίες που εμείς είχαμε πάρει, είχαμε συναγάγει. “1

Η πρόθεση από την πρώτη κιόλας έκδοση ήταν στην πραγματικότητα να κινηθεί προς μια κατεύθυνση αντίθετη προς τους δύο δρόμους που αναλήφθηκαν, μόλις δέκα χρόνια αργότερα, από τις εορταστικές εκδηλώσεις για εκείνο του έτος και οι οποίες βασικά είναι εκείνες που εξακολουθούν και σήμερα να ζωντανεύουν προθέσεις της κάλπικης πεντηκονταετίας για την οποίαν ήδη αναφερθήκαμε παραπάνω.

Από τη μία πλευρά τίθετο, και τίθεται και τώρα, ο τεράστιος, o εξαιρετικός χαρακτήρας εκείνων των χρόνων, με την πρόθεση να θεωρηθεί μυθικό το γεγονός τοποθετώντας το σε έναν υψηλό χώρο, με αποτέλεσμα πλέον να το καθιστά αφενός με αυτό τον τρόπο μη εφικτό, απλησίαστο, αφ ετέρου, ακόμη λιγότερο, αδύνατο να χρησιμοποιηθεί στο πολιτικό, κοινωνικό και συγκρουσιακό πλαίσιο και την συγκυρία που ήρθαν να ενεργοποιηθούν στις επόμενες δεκαετίες, τόσο ως κριτήριο και μέτρο σύγκρισης όσο και ως πρότυπο αναφοράς, κι ας είναι άξιο κριτικής και συζητήσιμο.

Από την άλλη πλευρά υπογραμμίζονταν η »τρομοκρατική» μετατόπιση εκείνου του κινήματος, καταλήγοντας με την ισοπέδωση όλων των αγώνων της δεκαετίας που ακολούθησε το 1968 σε σχέση με τις επιλογές που ανέλαβαν στη συνέχεια οι πολυάριθμοι πολιτικο-στρατιωτικοί σχηματισμοί που θα οδηγούσαν, που θα έδιναν ζωή στον ένοπλο αγώνα στην Ιταλία. Μια εμπειρία η οποία, είναι πάντοτε καλό να το θυμίζουμε, θα αποτελούσε, θα συνιστούσε την πιο πυρακτώδη μορφή της κοινωνικής σύγκρουσης στη δυτική Ευρώπη και είδε έναν απίστευτα μεγάλο αριθμό εργατών, γυναικών και νεαρών να κατατάσσονται στις γραμμές της.

Η τρέχουσα πεντηκοστή επέτειος, η οποία με τη σειρά της διασταυρώνεται με τα σαράντα χρόνια από την απαγωγή του Moro που πραγματοποίησαν οι ερυθρές Ταξιαρχίες το 1978, φαίνεται να τονίζει ξανά με ιδιαίτερη έμφαση αυτή τη δεύτερη πτυχή με δηλώσεις που αφήνουν έκπληξη, ειδικά για την επιφανειακή τους αντιμετώπιση και για την εγγενή και αποκλίνουσα ιστορική αρνητικότητα με την οποίαν αντιμετωπίζουν τις ευθύνες του Κράτους, και των στρατιωτικών και αστυνομικών του μηχανισμών καθώς και των κομματικών, στην επιδίωξη μιας αυθεντικής στρατηγικής τρόμου που ξεκίνησε από το φθινόπωρο του 1969 και από τη σφαγή της Piazza Fontana και μετά.

Αρκεί να αναφέρουμε, ως παράδειγμα αυτού, την πρόσφατη δήλωση του σημερινού πρωθυπουργού σε κατάσταση αναστολής ζωτικότητας που στις 16 μαρτίου του τρέχοντος έτους ανέφερε ότι η δράση των ερυθρών Ταξιαρχών πριν από σαράντα χρόνια αποτέλεσε «την πιο σοβαρή επίθεση ενάντια στη Δημοκρατία «.2 Μια δήλωση που από μόνη της αρκεί για να δείξει το ψεύδος του επιτηδευμένου αντιφασισμού, με μοναδικό σκοπό την εκλογική ευκολία, από τις κυβερνητικές δυνάμεις και την θεσμική «αριστερά» πριν την πρόσφατη πρόσκληση στις κάλπες.

Τόσο το κείμενο όσο και οι δύο συνεντεύξεις προς τον συγγραφέα, που το συνοδεύουν στο παράρτημα, εκφράζουν αντιθέτως

“έναν τρόπο αντιπαράθεσης σε εκείνες τις αντίθετες απόψεις τον ουσιαστικό πυρήνα μιας δυνατής ανάκαμψης του πνεύματος του ’68 μέσα σε ένα εντελώς μεταβαλλόμενο ιστορικό και κοινωνικό πλαίσιο και συγκυρία<. Με κάθε έννοια, και με όλες τις αισθήσεις, μια άλλη εποχή”.3

Σύμφωνα με τον Guido Viale, ωστόσο, αυτό που χαρακτηρίζει την ουσία του ’68, το απόσταγμα αυτού ήταν ένα είδος παγκοσμιοποίησης των αγώνων σε διεθνές επίπεδο και από τα «χαμηλά» που άρχισε να ξεκινά, πάντα κατά τη γνώμη του συγγραφέα, από ένα ενοποιητικό χαρακτήρα σε παγκόσμιο επίπεδο:

“ο αγώνας ενάντια σε όλες τις ιεραρχίες, μέσα σε όλα τα θεσμικά όργανα που τις εδραιώνουν και τις νομιμοποιούν: οικογένεια, Πανεπιστήμιο, σχολείο, εργοστάσιο, δημόσια διοίκηση, νοσοκομεία (συμπεριλαμβανομένων πολύ σημαντικών τότε των ψυχιατρικών), δικαστήρια, φυλακή, ένοπλες δυνάμεις, συνοικίες και αστικές δομές”4

Ο προβληματισμός ξεκίνησε από εκείνους που θα ήταν οι δύο κινητήριοι πόλοι της σύγκρουσης σε παγκόσμια κλίμακα: το εργοστάσιο και το σχολείο. Εδώ στην Ιταλία από τους πρώτους μήνες, ίσως ακόμη και πριν από εκείνο το έτος, μπήκαν στο προσκήνιο ορισμένοι βασικοί κόμβοι αυτής της οικονομικής έκρηξης για την οποίαν γίνονταν πολύς λόγος, αλλά που είχε στο κέντρο της μια έντονη εσωτερική μετανάστευση, μισθούς και χρόνους εργασίας επαίσχυντους και μια μεταρρύθμιση του μέσου σχολείου, που από το 1963 φαινόταν να έχει ανοίξει τις πόρτες του ανελκυστήρα για την κοινωνική χειραφέτηση ακόμη και για τις λιγότερο ευκατάστατες τάξεις. Φαινόταν, στην πραγματικότητα, επειδή από τις πρώτες καταλήψεις πανεπιστημιακών κτιρίων και σχολείων ο προβληματισμός των σπουδαστών σε εξέγερση μπορούσε :

“να διαπιστώσει πώς το σχολείο και η εκπαίδευση δεν προσέφεραν ούτε εγγυόταν οποιαδήποτε εξαργύρωση, κάποια αληθινή χειραφέτηση, κάποια προοπτική μιας πιο ελεύθερης και πιο ικανοποιητικής ζωής, καταστρέφοντας έτσι όλες τις άλλες ιεραρχίες που βρίσκονται κάτω από αυτήν: από το εργοστάσιο έως τη δημόσια διοίκηση και σε όλα αυτά που οι γνώσεις που μεταδίδονταν στο Πανεπιστήμιο θα πρέπει να μπορούσαν να παρέχουν μια νομιμοποίηση.”5

Αλλά ακόμα κι αν ο Viale ήταν ένας από τους πρωταγωνιστές της κατάληψης του Palazzo Campana στο Τορίνο, που από τις 27 νοεμβρίου 1967 θα συνέβαλε στην ανάφλεξη των άλλων ιταλικών πανεπιστημίων και προλαμβάνοντας τον γαλλικό μάιο, είναι το εργοστάσιο και ο μετασχηματισμός κοινωνικών, πολιτικών, εργατικών και εξουσίας μεταξύ εργατών και εργατών, μεταξύ εργαζομένων και συνδικαλιστικών οργανώσεων, μεταξύ πολιτικών αγωνιστών και κομμάτων και μεταξύ υπαλλήλων και εταιρειών που αποτέλεσαν και καθόρισαν τον «πυρήνα» του βιβλίου και ουσιαστικά των γεγονότων της δεκαετίας που ακολούθησε το ’68.

Στις έρευνες που άρχισαν να κυκλοφορούν οι νεαροί πανεπιστημιακοί και φοιτητές μεταξύ των εργαζομένων στις εταιρείες του Τορίνο, αυτό που διακρίνονταν περισσότερο ήταν το μίσος για την εργασία. Γίνονταν λόγος για «καταναγκαστική εργασία», που ήταν απαίσια, άφθονη και κακοπληρωμένη, είμαστε κρατούμενοι όπως ένας αθώος στη φυλακή, [Fiat] ένα στρατόπεδο συγκέντρωσης για τις ψυχές με ανάγκες, πως η εργασία εξευγενίζει τον άνθρωπο, αλλά η Fiat τον κάνει σκλάβο, αν σκεφτώ τη δουλειά μου δεν δουλεύω πλέον » και ούτω καθεξής  6

Είναι η αρχή της εργατικής αυτονομίας που προορίζεται να ανατρέψει και να συντρίψει την οργάνωση της εργασίας, τις εργασιακές και συνδικαλιστικές σχέσεις, τα θεσμικά κόμματα και τις εταιρικές ιεραρχίες. Ο Viale αναφέρει τα πρακτικά εργατικών συνελεύσεων της Mirafiori, που δημοσιεύθηκαν την εποχή εκείνη από το Monthly Review το 1969):

“Πιστεύω – είναι η εισαγωγική αναφορά ενός εργάτη της Mirafiori – ότι πέρα από την αντικειμενική σημασία που έχουν οι αυτόνομοι αγώνες απέναντι στην παραγωγή, την οποία κατάφεραν να μπλοκάρουν, η πραγματική επιτυχία αυτών των αγώνων έγκειται στο γεγονός ότι σήμερα οι εργάτες της Fiat είναι πολύ ανοικτοί στο να συγκρίνουν τις ιδέες τους, να συζητήσουν, στο γεγονός ότι εδώ σήμερα μπορούμε να συζητήσουμε όλα τα προβλήματα που μας απασχολούν […] Αυτά είναι τα αποφασιστικά μας βήματα προς τα εμπρός, το ότι έχουμε φέρει τον αγώνα μέσα στο εργοστάσιο. Όλοι μας γνωρίζουμε ότι το εργοστάσιο είναι ο τόπος όπου είμαστε ενωμένοι καθημερινά, αλλά μόνο για να παράγουμε και να μας εκμεταλλευτούν. Οι ρυθμοί εργασίας, οι γενικές συνθήκες εργασίας, οι εκβιασμοί της αστυνομίας των αφεντικών συχνά μας εμποδίζουν να μιλήσουμε μεταξύ μας […] Αλλά αν για το αφεντικό το εργοστάσιο πρέπει να λειτουργεί με αυτό τον τρόπο, για τους εργάτες γίνεται, αντίθετα, ο τόπος όπου χτίζουν την ενότητα τους για να μην παράγουν αλλά να αγωνίζονται, να συζητούν μαζί, να οργανώνονται. Η Fiat, η οποία δεν είναι μόνο το μεγαλύτερο ιταλικό εργοστάσιο, αλλά και το πιο απαίσιο στρατόπεδο συγκέντρωσης αυτές τις μέρες μεταμορφώθηκε από τις στάσεις, τις πορείες, τις συνελεύσεις, από τη δύναμη των εργατών που έστειλαν στο διάβολο τη διαίρεση και το φόβο […] Τώρα είμαστε εμείς που αποφασίζουμε όχι μόνο τη μορφή του αγώνα, αλλά και τους στόχους του, τον τρόπο να τον καθοδηγήσουμε, να τον οργανώσουμε, να τον επεκτείνουμε. Και αυτό είναι το πράγμα που φοβίζει τα συνδικάτα και τα αφεντικά […] Η παραγωγικότητα είναι ένα πρόβλημα των αφεντικών, οι μισθοί είναι ένα πρόβλημα των εργατών […] Κανένας εργαζόμενος δεν παραπλανά πλέον τον εαυτό του. Ο συνδικαλιστής καυχήθηκε για την ένδοξη Fiom του ’48, αλλά σήμερα είμαστε στο ’69. Έχουν περάσει είκοσι ένα χρόνια, ο εργάτης είναι ενήλικας και δεν χρειάζεται πλέον τα συνδικάταi”.7

 Η κουβέντα θα μπορούσε να συνεχιστεί για μεγάλο χρονικό διάστημα και το κείμενο παρέχει άφθονα στοιχεία και επιχειρήματα, αλλά πριν κλείσουμε αυτή τη σύντομη περίληψη, πρέπει να θυμηθούμε ένα άλλο σημαντικό στοιχείο πολιτικής και πολιτιστικής ανάπτυξης που έφερε μαζί του το ’68 και το οποίο συνεχίζει ακόμη και σήμερα να συγκρούεται με τις ερμηνείες των γεγονότων εκείνων των ετών και, ακόμη και σημερινών, όπως έχουμε δει νωρίτερα: τη γέννηση της αντιπληροφόρησης.

Ο συγγραφέας υπογραμμίζει έτσι τον ρόλο που είχε από την αρχή, που προωθήθηκε και αναπτύχθηκε από τις οργανώσεις εκείνης που αργότερα θα ονομαζόταν επαναστατική αριστερά:

“ακριβώς ξεκινώντας από την καταγγελία της κρατικής και φασιστικής μήτρας και των ανατρεπτικών στόχων της σφαγής της Piazza Fontana και της δολοφονίας του Pino Pinelli. Χρόνια αργότερα, η αρχικά απομονωμένη καταγγελία που την σνόμπαραν πολλοί αποδείχθηκε ακριβής, τόσο ιστορικά όσο και και αντικειμενικά, αλλά πιστεύω επίσης ότι διαδραμάτισε καθοριστικό ρόλο στην αποτροπή του υποκείμενου σχεδιασμού στην στρατηγική της έντασης. Εάν για πολλά χρόνια […] οι βασικοί θεσμοί της κοινοβουλευτικής δημοκρατίας έχουν κατοχυρωθεί κατά κάποιον τρόπο, είναι χάρη στην εξαιρετική στράτευση στον τομέα αυτό των «επαναστατών» αγωνιστών της εποχής εκείνης, και ασφαλώς όχι εξαιτίας του δικαστικού σώματος και ακόμη λιγότερο από τις λεγόμενες δυνάμεις επιβολής της τάξης, ούτε χάρη στην εφησυχαστική στάση, όταν δεν ήταν συνένοχη, της πλειοψηφίας των πολιτικών δυνάμεων που κάθονταν – και εξακολουθούν να κάθονται, έχοντας αλλάξει τα ρούχα τους – στο Κοινοβούλιο”.8

Όπως μπορούμε να δούμε, λοιπόν, μια εξαιρετική και επίμονη ανάγνωση για να αρχίσουμε σοβαρά τις εορταστικές εκδηλώσεις των πενήντα χρόνων χωρίς να βυθίζουμε τη μνήμη στην γελοιοποίηση, στο θέαμα και στη ρητορική. Αντιθέτως…


  1. Viale, il 68, σελ. 7  
  2. Si veda repubblica.it del 16 marzo 2018  ↩ δείτε εφημερίδα repubblica της 16 μαρτίου 2018
  3. Viale, op.cit. pag. 8  
  4. Viale pag. 9  
  5. Viale, pag. 9  
  6. Viale, pag. 198  
  7. Viale, pp. 202 – 205  
  8. pag. 10  
αυτονομία, autonomia

H ρωμαϊκή εργατική αυτονομία – L’autonomia operaia romana

του Giovanni Iozzoli

G. Marco D’ubaldo, Giorgio Ferrari, Gli autonomiVolume IV. L’Autonomia operaia romana, DeriveApprodi, Roma, 2017, 224 p., € 18.00  Οι αυτόνομοι – τέταρτος τόμος. Η ρωμαϊκή εργατική αυτονομία

Ο εκδοτικός οίκος Derive Approdi έχει εκδώσει τον τέταρτο τόμο της σειράς Gli autonomi Οι αυτόνομοι. Πρόθεση είναι να εμβαθύνει την αφήγηση μιας πολιτικής εποχής, εστιάζοντας με πιο σφιχτό τρόπο στην επικράτεια – ξεκινώντας από την ρωμαϊκή. Οι επιμελητές του τόμου είναι οι Giorgio Ferrari και G.Marco D’Ubaldo, ιστορικοί που αναφέρονται σε δυο πραγματικότητες καίριας σημασία της ρωμαϊκής πλατείας και πραγματικότητας: i Comitati Autonomi Operai e il Comitato dell’Alberone, τις Αυτόνομες Εργατικές Επιτροπές και την Επιτροπή των κατοίκων του Alberone .

Η απόφαση για τη διερεύνηση της «εδαφικότητας» των εμπειριών της αυτονομίας, είναι αναμφίβολα επαρκής, κατάλληλη. Δεν υπάρχει ανακατασκευή ή πολιτικό επιχείρημα για τις «αυτονομίες», που μπορεί να αγνοήσει αυτή την διάσταση – και αυτό, εκτός από την αντικειμενικότητα των ιστορικών γεγονότων, ακόμη και για μια θεωρητική προσέγγιση ευρύτερα αποδεκτή εκείνα τα χρόνια: έδαφος-επικράτεια σήμαινε ανάγνωση της ταξικής σύνθεσης, χτίσιμο των στοιχείων του προγράμματος, προσαρμογές των επιπέδων της οργάνωσης και πάλι επιστροφή στο έδαφος, στην επικράτεια. «Έδαφος» σημαίνει τη γη-το επίπεδο της συνεχούς επαλήθευσης των αρχικών υποθέσεων. Και δεν μιλάμε για την ιδεολογική πρόταση του «να ξαναπάρουμε πίσω την πόλη»: ήταν μάλλον κοπιώδες και εκρηκτικό καθημερινό χτίσιμο διαμάχης-καβγά-διενέξεων (εδαφικών, ακριβώς, στην επικράτεια), που έδωσαν στην συζήτηση για την αυτονομία, κοινωνικό βηματισμό, ρίζωμα, κοινωνικά σκέλη.

Ο τόνος του βιβλίου απομακρύνεται από κάθε amarcord ευχαρίστησης [ευτυχισμένες αναμνήσεις σε ελεύθερη μετάφραση]: διαβάζετε την ιστορία ξεκινώντας από το παρόν και οι συγγραφείς, πέρα από τα προσωπικά βιογραφικά γεγονότα, αισθάνονται ενεργά εμπλεκόμενοι μιας πολιτικής υπόθεσης που δεν έχει κλείσει, αλλά μάλλον έχει μετατοπιστεί και αναποδογυρίσει επί των ημερών μας.

Πρωτεύουσα Ρώμη, Roma πολιτικό επίκεντρο, για καλό ή για κακό. Σωστό το να ξεκινήσουμε από τον αυτόνομο χώρο της: γιατί στην ρωμαϊκή αρένα οι συλλογισμοί επί της μητρόπολης ως απόκλιση της νέας ταξικής σύνθεσης, βρήκαν το έδαφος της πιο προχωρημένης πρακτικής. Για να γίνει αυτό κατανοητό, φτάνει να έχετε στα χέρια κάποιο από τα δικαστικά έγγραφα που σχετίζονται με τις πολλές αγωγές εναντίον της ρωμαϊκής εργατικής αυτονομίας: στα δικαστικά έγγραφα – πολύτιμα εργαλεία πολιτικής μνήμης, φθάνει να γνωρίζει κάποιος να τα διαβάζει – σχολαστικά αναφέρονταν από τους δικαστές δεκάδες και δεκάδες αυτόνομων οργανισμών με τα αρχικά τους, την κοινωνική τους διαστρωμάτωση και τα στέκια τους, τα υποτιθέμενα οργανογράμματα τους, και ήδη μόνο εκείνοι οι δικαστικοί χάρτες θα σας έκαναν να συνειδητοποιήσετε το πόσο μεγάλος ήταν ο επαναστατικό πλούτος για τον οποίον μιλάμε.

Οι συντάκτες του τόμου ανακατασκευάζουν αποτελεσματικά την ιστορική εικόνα της Ιταλίας – και της πρωτεύουσας της – στις αρχές της δεκαετίας 70. Στο πλαίσιο αυτό και μέσα σε αυτή την συγκυρία ωριμάζουν κάποιες συγκεκριμένες προϋποθέσεις, οι οποίες θα αποτελέσουν το θεμέλιο της ανάπτυξης της αυτονομίας στη Ρώμη:
– σε υποκειμενικό επίπεδο η καθίζηση της σύντομης περιόδου των ομάδων, που απελευθερώνει ενέργειες χιλιάδων αγωνιστών,
– ο αγώνας για το σπίτι, πάντα ζωτικής σημασίας σε μια περιοχή που πλήττεται μετά τον πόλεμο από μια σταθερή δημογραφική πίεση και μια ταχεία ανάπτυξη του κύκλου κατασκευών,
– ο αγώνας στην δημόσια υγεία και στον τομέα της ηλεκτρικής ενέργειας, με το πολύτιμο δέσιμο ανάμεσα στην εργατική κινητοποίηση και τα δικαιώματα των χρηστών,
– η παρουσία των κεντρικών οργάνων του ΚΚΙ- PCI και του αριστερού συνδικάτου CGIL, στο μέγιστο της ηγεμονίας τους, που όμως ήδη κινούνται πτωτικά, στην φθορά της εποχής των θυσιών και της καταστολής των κινημάτων,
– ο αντιφασισμός, σε μια πόλη όπου η μνήμη και η φασιστική παρουσία, τριάντα χρόνια μετά το τέλος του πολέμου είναι ακόμα πολύ ζωντανή (απλά διαβάστε την αυτοβιογραφία του Giulio Salierno, για να πάρετε μια αίσθηση εκείνης της καρκινικής επιμονής στην πρωτεύουσα).

Είναι μέσα από αυτά τα εδάφη, διασχίζοντας αυτά τα εδάφη – στο εσωτερικό συγκεκριμένων διαδρομών, όλων να παίζονται σε μαζική διάσταση – που αναπτύσσεται ο σχηματισμός των ρωμαϊκών αυτόνομων οργανισμών: εμπειρίες που από τον σχηματισμό τους φέρουν μέσα τους την επίμονη προσπάθεια για την ανασύνθεση της πολιτικής δράσης όπως και της συνδικαλιστικής, των οποίων ο διαχωρισμός, ειδικά στην προοδευτική επεξεργασία κυρίως των Volsci, κρίνεται ως εμπόδιο στην ανάπτυξη μιας σύγχρονης επαναστατικής προοπτικής.

Μέσα σε λίγα χρόνια, συλλογικότητες και επιτροπές γειτονιάς – δείτε την εμβληματική περίπτωση του Alberone – συνθέτουν ένα ζωντανότατο και μαγματικό δίκτυο που διασχίζει όλες τις διαστάσεις της μητροπολιτικής σύγκρουσης: η οργάνωση των αγώνων ενθαρρύνει τον αυθορμητισμό της προλεταριακής εφευρετικότητας, η οποία με τη σειρά της οργανώνεται και επανεκκινεί τη διαδικασία.

 

Τη νύχτα δεν ήταν και τόσο δύσκολο να πέσουμε επάνω σε μια μικρή ομάδα ανθρώπων που τραβούσαν αντικείμενα οικιακής χρήσης σε κάποιο άδειο κτίριο, μερικές φορές δεν ήταν καν τελειωμένο, προσπαθώντας να μην γίνουν αντιληπτοί από την αστυνομία. Το φαινόμενο ήταν τόσο μεγάλο και μοναδικό για μια μεγάλη πόλη, που κατέληξε μάλιστα και σε ένα άρθρο του εβδομαδιαίου Time (σ.85)

Και αυτό σημαίνει ότι, πέρα από τις εκστρατείες και τους μεγάλους αγώνες που διοργανώνονταν από την εξωκοινοβουλευτική αριστερά, επικρατούσε στις γειτονιές και στο κοινωνικό προλεταριακό σώμα μια εκτεταμένη μαζική παρανομία, της οποίας η ζήτηση για οργάνωση ήταν ακριβώς ο λόγος ύπαρξης της αυτονομίας.

Η ρωμαϊκή εργατική αυτονομία γεννιέται και περπατά επάνω στα πόδια της κοινωνικής πρακτικής: εργασία και επικράτεια, lavoro e territorio. Η πολιτική οργάνωση των Volsci, ειδικότερα, είναι άμεση έκφραση πραγματικοτήτων που προέρχονταν από τον κόσμο της μισθωτής εργασίας:

Με εξαίρεση κάποιους φοιτητές ιατρικής που δρούσαν μέσα στην Κολεκτίβα της Πολυκλινικής, del Collettivo Policlinico (και που έπαιξαν σημαντικό ρόλο στην ανάπτυξη των αγώνων) εκείνοι οι οργανισμοί αποτελούνταν αποκλειστικά από εργαζομένους: υπαλλήλους, διοικητικούς τεχνικούς, εργάτες. Έτσι ακριβώς: εργάτες, που φορούσαν την ποδιά των νοσοκόμων, την στολή του αχθοφόρου ή την φόρμα της Enel [ενέργεια] ήταν εργατικό δυναμικό που το εκμεταλλεύονταν όπως τους άλλους που βρίσκονταν στο εργοστάσιο, αν και δεν είχαν τa «στίγματα» των ροζιασμένων χεριών. Ήταν ένα ιδιαίτερο χαρακτηριστικό των Volsci να επιβάλουν στην προσοχή του κινήματος εκείνες τις φιγούρες που σνομπάρονταν από τους ερμηνευτές της εργατικής τάξης, σαν να ήταν αντιπαραγωγικές ή παρασιτικές, που εξακολουθούσαν να θεωρούνται περιθωριακές σε σχέση με την ερμηνεία της σύγκρουσης κεφαλαίου εργασίας (σελ. 59)

Συνεπώς: φυσική απόκτηση του κοινωνικά εξελιγμένου χαρακτήρα της καπιταλιστικής εκμετάλλευσης, φυσική θεώρηση του »εργατικού» χαρακτήρα αυτής της κοινωνικής εργασίας.

Εργασία και επικράτεια, λέγαμε, κατά τη διάρκεια των ρωμαϊκών χρόνων 70, ορισμένες γειτονιές, δείτε Centocelle ή San Basilio, απελευθερώνουν το πλήρες δυναμικό τους, σε ένα είδος καρστικής συνέχειας της σύγκρουσης, η οποία εξακολουθεί να υφίσταται μετά τον πόλεμο – καταλήψεις, αυτομειώσεις, διεκδικήσεις στις μεταφορές , στις υπηρεσίες, εναλλακτική κοινωνικότητα.

Για να μπει σε δίκτυο αυτός ο πολλαπλασιασμός δεν είναι απλό: εφευρίσκουν νέα εργαλεία – όπως η Συνέλευση πόλης των εργατικών επιτροπών και γειτονιάς – όλα επίπονα πειράματα, που ζουν με ενότητα, ρήξεις, ανασυνθέσεις, που υφαίνονται καθημερινά με το νήμα των αγώνων και των διεκδικήσεων, της διαμάχης.
Η μέθοδος της ρωμαϊκής αυτονομίας, μπροστά σε αυτό τον κοινωνικό πλούτο, είναι πάντα η ίδια: από τις μάζες στις μάζες, γιατί αυτονομία θα πει πρώτα απ’ όλα ρήξη της κακιάς διαλεκτικής μεταξύ υποτιθέμενων »εξωτερικών πρωτοποριών» και τάξης.

Συνέβαινε πράγματι εκείνα τα χρόνια μια πρωτοπορία καλλιεργημένη και ηδονιστική να επιβάλλει από τα άνω την δική της κοσμοθεωρία, la sua Weltanschauung στην πραγματική ιστορία μιας αποτυχημένης χώρας … Οι αντιλήψεις που αρνούνται αρχικά μια ανεξάρτητη διαδικασία προλεταριακής χειραφέτησης και τη δυνατότητα των μαζών να ορίσουν τη δική τους αυτόνομη οργάνωση, ήταν σε μεγάλο βαθμό διαδεδομένες μεταξύ των πρωτοποριών του τότε (σελ.47)

Η Αυτονομία γεννιόταν ως αντιστροφή αυτών των αντιλήψεων, που ήταν κληρονομιά όχι μόνο από το ρεβιζιονισμό, αλλά και της πολιτικής τάξης του 68.

ο Giorgio Ferrari περιγράφει τους Volsci σαν ένα εργαστήριο της κοινωνικής ορθής πράξης, όπου όμως βασίλευε η γεύση της θεωρητικής ετεροδοξίας:

Στην εποχή του μετα-κομμουνισμού αισθάνομαι ακόμα μαρξιστής και αυτόνομος: γιαυτό, όταν στις αρχές της δεκαετίας του ’70 γνωρίστηκα με τους συντρόφους του Γενικού Νοσοκομείου-Policlinico και της Enel, που είχαν αφήσει το Μανιφέστο, για μένα ήταν μια ανακούφιση. Επιτέλους, θα μπορούσα να εκφράσω τις αμφιβολίες μου επάνω στην κομμουνιστική εμπειρία χωρίς να αντιμετωπίζομαι με καχυποψία, επιτέλους έκανα μαζί με άλλους πολιτικούς προβληματισμούς και στοχασμούς από τους οποίους οι επαναστάτες δεν πρέπει ποτέ να διαφεύγουν (σελ.20

 

Η κρίση του κομμουνιστικού παραδείγματος, στην ωριμότητα της ανάπτυξης και της καπιταλιστικής κρίσης της δεκαετίας του ’70, είναι ήδη σαφής, για όσους θέλουν να το δουν, παρά τις πλατείες που γεμίζουν και τις κλειστές γροθιές: η εργατική αυτονομία ήταν επίσης η γη επάνω στην οποία αυτή η συζήτηση μπορούσε να απελευθερωθεί με μεγαλύτερη ειλικρίνεια.
Το ακριβώς αντίθετο από εκείνες τις ομαδίστικες συνιστώσες όπου βασίλευε η πιο κομφορμιστική ορθοδοξία, η οποίες, κατά τα χρόνια της ήττας, πέρασαν από την μια νύχτα στο πρωινό, από την μια μέρα στην άλλη δηλαδή, στην άλλη πλευρά του οδοφράγματος, αφήνοντας πίσω τις δογματικές βεβαιότητες τους, όπως ένα φίδι το παλιό δέρμα του – και ίσως συνεχίζοντας να κηρύττουν με την ίδια αυταρέσκεια, τα υπέροχα και προοδευτικά πεπρωμένο του ρεφορμισμού των χρόνων 80 …

Το πρώτο μισό της δεκαετίας του ’70, βλέπει την ρωμαϊκή αυτονομία στην πρώτη γραμμή της προσπάθειας για τη σταθεροποίηση της υπόθεσης εθνικής πολιτικής. Δεν είναι εύκολο, επειδή ακριβώς ορισμένες εμπειρίες βρίσκονται σε ισχυρό πολιτικό-ιδεολογικό χαρακτηρισμό, ενώ άλλες ζουν μια θεμελιώδη κοινωνική διάσταση – και δεν είναι δεδομένο να μοιράζονται λεξιλόγιο και εκστρατείες.

Η σχέση που οι Αυτόνομες Εργατικές Επιτροπές, i Comitati Autonomi Operai προσπαθούν να εδραιώσουν είναι στον άξονα του Μιλάνου με το Κόκκινο, con Rosso,το οποίο για ένα διάστημα γίνεται και εθνικό περιοδικό (με την Via dei Volsci ρωμαϊκή σύνταξη). Αλλά η εποχή της αυτονομίας του Μιλάνο είναι μια φλόγα που γεννιέται αργότερα και καταναλώνεται πριν, σε σχέση με την σταθερότητα της ρωμαϊκής εμπειρίας. Ριζοσπαστικές διαφορές πολιτικού έργου, γίνονται εμπόδια για την κατασκευή μιας εθνικής άποψη: Το Rosso, υπό την καθοδήγηση του Negri, πιέζει πολύ προς τη ρητορική του κοινωνικού εργάτη και σε μια προοδευτική συγκεντροποίηση της δομής, των λειτουργιών και της πολιτικής ηγεσίας.

Για τους Volsci, η επίτευξη του κοινωνικού χαρακτήρα της καπιταλιστικής εκμετάλλευσης είναι μια συνειδητοποίηση καθημερινή που δεν έχει ανάγκη επιβεβαιώσεων ή εξαναγκασμών – ούτε θεωρητικών ούτε με όρους χτισίματος του κόμματος. Στην Ρώμη ακόμη και στις υψηλότερες στιγμές της σύγκρουσης, προτιμούν να οργανώνουν την διάχυτη διαμάχη της κοινωνικής εργασίας στην περιοχή, θεωρώντας πως δεν είναι ώριμη καμιά αξιόπιστη “δυαδικότητα των εξουσιών”. Στις αναμνήσεις των επιμελητών αντηχεί ξανά η πολεμική της ρωμαϊκής πλευράς προς μια διανοουμενίστικη στρέβλωση, ιδεολογική και υποκειμενιστική, που θα σημαδέψει βαριά το μιλανέζικο εργαστήρι και την κατάρρευση του.
Ο διάλογος ανάμεσα στις διαφορετικές εθνικές ψυχές θα καταστεί ρήξη. Mα πλέον βρισκόμαστε στο κατώφλι των τριών βασικών βημάτων, βαθμίδων κλειδιά, που θα καθορίσουν το νόημα εκείνης της εποχής και της παρακμής της : η φλόγα του 77, η απαγωγή Moro και το μεγάλο κατασταλτικό κύμα που ξεκινά στις 7 Aπριλίου 79 και θα συνεχιστεί μέχρι και πέρα από τα μισά των χρόνων 80.

Μέσα σε αυτή την ισχυρή ιστορία χειραφέτησης και εξέγερσης, ρέουν οι ανθρώπινες υποθέσεις μιας γενιάς αγωνιστών: οι επαναλαμβανόμενες συλλήψεις των Pifano, Miliucci και δεκάδων άλλων ηγετικών στελεχών, το κλείσιμο των γραφείων του ραδιοφωνικού σταθμού Onda Rossa και των Volsci από πλευράς  υπουργού εσωτερικών Cossiga, οι αγώνες των οργανωμένων ανέργων του νόμου 285, χιλιάδες κατειλημμένων σπιτιών, η παρέμβαση στην Irpinia που είχε υποστεί τον σεισμό, οι κύκλοι των αυτομειώσεων, οι αγώνες για τις υπηρεσίες και μια συνεχής πίεση στα δημόσια έξοδα, που καλλιεργήθηκε αποτελεσματικά στην διάσταση της του κοινωνικού μισθού.

Η εποχή της διαχείρισης των πολιτικών δικών και του διαχωρισμού, θα διαιρέσει περαιτέρω τις τύχες των διαφόρων οργανωμένων συνιστωσών: μπροστά από το κατασταλτικό τσουνάμι οι Αυτόνομες Εργατικές Επιτροπές θα εκφράσουν μια ανθεκτική ικανότητα, που άλλοι δεν μπόρεσαν να σημαδέψουν, να δείξουν. Το Rosso και όλες οι εμπειρίες της αυτονομίας του Μιλάνο θα εξαφανιστούν στο τέλος της δεκαετίας του 70 συνθλιβόμενες από την καταστολή και την μετακίνηση προς την παρανομία. Η πολιτική αυτόνομη- πνευματική τάξη θα κατακερματιστεί σε επιλογές και εναλλακτικές που δεν είναι πάντα αξιοπρεπείς, ανάμεσα στην διάσταση, θεσμικές μετατροπές, τραβηγμένους απ’ τα μαλλιά αθωοτισμούς (περιέργως το βιβλίο δεν θυμάται την οργισμένη διαμαρτυρία της ρωμαϊκής πλατείας στο «ριζοσπαστικό» συλλαλητήριο του Toni Negri: ένα μικρότερο επεισόδιο, το οποίο ωστόσο, δίνει το μέτρο του πόσο πολύ είχαν αλλάξει οι όροι του πολιτικού διαλόγου στο εσωτερικό της επαναστατικής αριστεράς, σε σύντομο χρονικό διάστημα μέσα σε λίγα χρόνια …).

Στην πραγματικότητα, στις αρχές της δεκαετίας του ’80, οι μόνες αυτόνομες υποκειμενικότητες που επέζησαν από τη θύελλα της 7ης απριλίου και την ταξική ήττα, είναι ο ρωμαϊκός χώρος και ο ενετικός πόλος: δύο πραγματικότητες που θα συγκατοικήσουν για μια δεκαετία στο εθνικό αντι-ιμπεριαλιστικό αντι-πυρηνικό Συντονιστικό, σε μια πεισματική διαλεκτική (ενότητας και ανταγωνισμού …), που θα σημαδέψει θετικά επίσης τις μεγάλες εκστρατείες εκείνων των χρόνων ενάντια στις ειδικές φυλακές και τα βασανιστήρια, την αντίθεση στο Εθνικό σχέδιο Ενέργειας, τους διεθνιστικούς αγώνες, από τη Λατινική Αμερική στην Παλαιστίνη.

 

Οι Comitati Autonomi Operai, για όλη την δεκαετία 80, θα είναι το σημείο αναφοράς στο κοπιαστικό έργο ανακατασκευής  ενός εθνικού ιστού, κυρίως για τις νεαρές ομάδες του κέντρου νότου.

δεν θα μπορούσαμε να έχουμε αντέξει τις επιπτώσεις της καταστολής αυτών των σκοτεινών χρόνων χωρίς την πεποίθηση χιλιάδων αγωνιστών και την αλληλεγγύη από τις προλεταριακές γειτονιές … και αυτή δεν προέρχονταν από ένα υπερώο σκεπτόμενων κεφαλών, αλλά επειδή ήμασταν ριζωμένοι στην περιοχή, κάτι που ήταν πρωτοφανές και δεν είχε προηγούμενα και όπου οι αγώνες αποτελούσαν το καλύτερο σχολείο για στελέχη που θα μπορούσαμε να έχουμε φανταστεί (σ.125)

Πάρα πολλά όμως πράγματα άλλαζαν με ταχύτητα: το να επαναλαμβάνουν τους εαυτούς τους και τις μορφές τους δεν είναι κάτι που υπάρχει στο αυτόνομο DNA, η αυτονομία δεν γνωρίζει και δεν μπορεί να δώσει τον εαυτό της σαν κρυσταλλοποίηση, σαν διατήρηση της μνήμης – είναι μια διαδικασία σε κίνηση που επιβάλλει να βρίσκεσαι ένα βήμα μπροστά, να ανακαλύπτεις και να εφευρίσκεις νέα παραδείγματα, να καις πάντα τις γέφυρες στις πλάτες σου. Και επί της Via dei Volsci και της ρωμαϊκής πλατείας, βαραίνουν τα χρόνια 90: η Δεύτερη repubblica πιέζει, το σύστημα των κομμάτων καταρρέει, οι παραδοσιακές κοινωνικές δυνάμεις διαλύονται, ο ιταλικός καπιταλισμός γίνεται έδαφος πολυεθνικής επιδρομής, όλο και πιο περιθωριοποιημένο στον διεθνή καταμερισμό της εργασίας και των κεφαλαίων. Αλλά αυτή είναι πλέον η ιστορία του σήμερα.

Στην διαφοροποιημένη πολιτική και κοινωνική κατάσταση, οι αυτόνομες εργατικές επιτροπές πηγαίνουν δίχως δράματα και φωνές προς την αυτοδιάλυση: το 1992, στην διάρκεια μιας δημόσια και συλλογικής συζήτησης, το μεγαλύτερο μέρος των ρωμαίων αυτόνομων επιλέγει να θεωρήσει λήξασα την λειτουργία της οργάνωσης των αυτόνομων Επιτροπών («είκοσι χρόνια πραγματικά ήταν πολλάv», λέει ο Ferrari).
Ο ορίζοντας είναι μια νέα καταβύθιση στις δυο υποθέσεις εργασίας που είχαν καθιζάνει στη διάρκεια των χρόνων 80: το χτίσιμο των Cobas και οι αυτοδιαχειριζόμενες καταλήψεις, σαν στοιχείο εκ νέοι ριζώματος στον κόσμο της εργασίας και στην επικράτεια.

Ιστορία ανοιχτή, εκείνη της αυτονομίας.
Ιστορία που έχει ανασταλεί, ίσως – για ό, τι δεν κατάφεραν να κάνουν και για εκείνο που δεν είναι ακόμη σε θέση να πουν, που δεν έχουν καταφέρει να μας πουν.

τι να κάνουμε τις ζωές μας δεν μας φαίνεται καθόλου προφανές. Δεν νομίζουμε ότι για να λυθεί το πρόβλημα είναι αρκετό να προετοιμάσουμε ένα κοινό πρόγραμμα – που ήδη η προσπάθεια να το συντάξουμε θα σήμαινε να έχουμε θέσει σε σύγκριση ανάλυση και προοπτικές – αν δεν καταστήσουμε σαφή την αδιαλλαξία μας με αυτό το παρόν, χωρίς να κρύβουμε από τους εαυτούς μας τις δυσκολίες και χωρίς δισταγμό στο να πούμε πώς σκεφτόμαστε. Και αυτό είναι το χαρακτηριστικό γνώρισμα, το σήμα κατατεθέν που εδώ και πολλά χρόνια, μας έκανε να αναγνωρίσουμε τον έναν στον άλλον πριν ακόμη συναντηθούμε. Η αδιαλλαξία με την παρούσα κατάσταση, με το παρόν, μας έφερε μαζί, μας έκανε να συναντηθούμε, η θέληση να το αλλάξουμε μας έκανε να αναγνωριστούμε σύντροφοι στη ζωή και στον αγώνα. Χωρίς αυτό τον ανθρώπινο και πολιτικό δεσμό, δίχως αυτή την συνενοχή να ζούμε μαζί μιαν ακραία περιπέτεια μέχρι του σημείου να βάλουμε τη ζωή μας στα χέρια του άλλου, θα είχαμε υπάρξει κάτι άλλο (σελ. 194)

Che fare delle nostre vite, non ci sembra affatto scontato, Τι να κάνουμε με τις ζωές μας, δεν μας φαίνεται καθόλου προφανές. Μια δήλωση που ακούγεται καθόλου υπαρξιακή και ατομικιστική, ένα ερώτημα με νόημα που αναπηδά από γενιά σε γενιά, αναποδογυρίζεται στο παρόν, αμφισβητεί και ανακρίνει το μέλλον. Μια πολύ «αυτόνομη» τάση να αναζητάς νέους δρόμους της επαναστατικής προοπτικής.

Share

σκόρπιες σκέψεις...

μια σχέση με τον αυτόνομο αγώνα ερωτική…

Δηλαδή το μόνο ιδανικό που έχουμε μουρμουρίζει είναι να βάλουμε το παιδί μας στο δημόσιο ή να κρύψουμε ένα αυθαίρετο. Γι αυτό και μόνο γίνεται όλη η δουλειά ; Αυτή είναι φτώχεια ακόμα μεγαλύτερη. Σχέσεις διαπλοκής και εξάρτησης,, όχι αγαπητικές σχέσεις.
Είμαστε μία χώρα που δεν αγαπά τον εαυτό της. Εάν δεν αγαπάς τον διπλανό σου, τη δουλειά σου, εάν κατά βάθος δεν αγαπάς τον εαυτό σου, απλά τον ανέχεσαι, πως περιμένεις ότι ο
άλλος θα κάνει κάτι για σένα.

Οι πόλεις μας είναι για αυτοκίνητα και τσιμέντο. Για τις τράπεζες, για τίποτα άλλο. Όλοι ονειρεύονται ένα λουξ αυτοκίνητο και ένα λουξ σπίτι. Άλλος καλύπτει τα κενά του τα εσωτερικά με την πολιτική, άλλος με το ποδόσφαιρο, άλλος με την επίφαση ψευτο χλιδής. Άλλος με το κυνήγι του χρήματος, της εξουσίας, άλλος με την θρησκεία, άλλος κάνει οικογένεια και πολλά παιδιά. Όλα αυτά υποκατάστατα των εσωτερικών κενών είναι. Κι εγώ έτσι έκανα, μορφάζει, έπεσα με τα μούτρα στα σπορ, προσπάθησα διάφορες δουλειές, έκανα οικογένειες και παιδιά. Η ψυχή μου είναι όμως πάντα ανήσυχη, ένα κενό εκεί μέσα περιμένει να γεμίσει, άσε που την ήττα δεν τη ξέχασα ποτές. Την ομορφιά του να ζεις με εκείνο τον τρόπο, χωρίς επιβολή και εξουσιοδότηση.
Πας σε μια υπηρεσία και σου μιλούν λες και τους χρωστάς. Ζούμε σε σπίτια κλουβιά, σου μιλούν απαξιωτικά γιατί δεν αγαπάνε αυτό που κάνουν. Είναι δυστυχισμένοι οι υπάλληλοι σήμερα, και οι έμποροι επίσης, που τους νοιάζει μόνο το κέρδος.

Η απαγωγή και αργότερα η εκτέλεση του Άλντο Μόρο αποτέλεσε κομβικό σημείο ,καθοριστικό στην αναμέτρηση του κινήματος με το κράτος. Όσο ο γραμματέας ήταν φυλακισμένος και ανακρίνονταν η παρουσία της αστυνομίας και των καραμπινιέρων άρχισε να γίνεται στις πόλεις ολοένα και πιο αποπνικτική. Οι έλεγχοι συνεχείς, κατάσταση έκτακτης ανάγκης. Αυτό άρχισε να προκαλεί δυσφορία. Για ψύλλου πήδημα βρισκόσουν μέσα για έλεγχο, η μικρο παραβατικότητα ,τόσο διαδεδομένη στη χώρα, τα έφτυσε. Κινδύνεψε άμεσα και διερράγη η συμμαχία του κινήματος με τους ποινικούς, στις φυλακές και στις προλεταριακές συνοικίες των μητροπόλεων. Η οργανωμένη μεγαλο μαφία ήταν έτσι και αλλιώς εναντίον, τώρα πήρε τα ηνία της ρουφιανιάς στα χέρια της. Καταφέρονταν ανοικτά εναντίον των συντρόφων μαζεύοντας και παραδίδοντας στις αρχές οποιαδήποτε πληροφορία έρχονταν εις γνώσιν τους.

Η χαφιεδολογία του ΚΚΙ ΞΕΠΈΡΑΣΕ ΚΆΘΕ ΌΡΙΟ ,κάθε προσδοκία. Ότι γνώριζαν, υπέθεταν, αφουγκράζονταν, κατασκεύαζαν εναντίον συντρόφων αναγνωρίσιμων για την πρωτοπορία τους σε αγώνες κατέληγε στα αρχεία της αστυνομίας και των δικαστικών αρχών [εισαγγελικών].
Έτσι ξεκίνησε ένα πογκρόμ εναντίον όλων των οργανωμένων πρωτοποριών του κινήματος.

Οι εργασιακές σχέσεις σκλήρυναν απότομα, μιας και τα αναθαρρημένα από την ολοένα αυξανόμενη καταστολή αφεντικά έσφιξαν τα λουριά. Στα Πανεπιστήμια το ίδιο, και στα σχολεία επέστρεψαν οι καταπιεστικές σχέσεις ενώ στις γειτονιές δεν μπορούσες να αναπνεύσεις, η ατμόσφαιρα μύριζε μπαρούτι από τους μόνιμα πλέον στρατοπεδευμένους κατασταλτικούς μηχανισμούς.
Μετά την εκτέλεση του Μόρο η χώρα πάγωσε. Τα πράγματα εκτραχύνθηκαν. Το κύμα χαφιεδισμού αυξήθηκε ,άρχισαν να σπάνε και κάποιοι σύντροφοι μιας και η πιθανότητα αμέτρητων χρόνων φυλάκισης για μια υπόθεση που έμοιαζε ολοένα περισσότερο χαμένη ήταν παρούσα, όταν βέβαια κάποιοι μάλιστα από αυτούς είχαν ήδη απομακρυνθεί νωρίτερα από τα πράγματα, αντιλαμβανόμενοι πως η κατάσταση σοβάρευε επικίνδυνα,, δεν άντεξαν το βάρος των υποχρεώσεών τους, την είχαν ήδη σκαπουλάρει που λέμε.

Το κίνημα αποτέλεσε εκείνη τη δεξαμενή την τεράστια από όπου οι αντάρτικες οργανώσεις άντλησαν μαχητές. Από το λόγο του καθένα μπορούσες στο περίπου ν’ αντιληφθείς το προς το πού έκλεινε. Ειδικά στο ξεκίνημα αυτό ήταν ευκολότερο. Στη συνέχεια και όσο η κατάσταση γίνονταν πολυπλοκότερη τα πράγματα περιπλέκονταν. Έτσι λοιπόν και οι ‘μετανιωμένοι’ που συνεργάστηκαν, στις καταθέσεις τους παρουσίαζαν ένα σωρό αερολογίες, υποθέσεις κλπ, αντιφάσεις. Είχαν ‘χάσει και ένα σωρό επεισόδια’, και αυτό βοήθησε αρκετούς συντρόφους να πέσουν στα μαλακά, μιας και η καταδίκη σε μία σοβαρή δίκη δεν ήταν δυνατό να στοιχειοθετηθεί. [έτσι έγινε και στη περίπτωση του φίλου μας που διηγείται.]

Αυτοί οι ‘μετανιωμένοι’, διόγκωναν συχνά καταστάσεις για να δείξουν πόσο σοβαρά συνεργάζονταν ,για να τη γλιτώσουν όσο γρηγορότερα γίνεται. Ήταν κάτι που σίγουρα σκόρπισε μεγάλη απογοήτευση στη τεράστια πλειοψηφία των σοβαρών αγωνιστών που διακινδύνεψαν την ακεραιότητά τους για ιδανικά που τσαλαπατήθηκαν από κάποιους ,ελαφριά τη καρδία, έτσι, ασύστολα.

Η παρουσία των οργανώσεων στους φυσικούς χώρους ήταν καθημερινή με τον λόγο τους. Τα φυλλάδια τα έβρισκες παντού και τα ανακοινωθέντα τους, σε όλους τους χώρους, απίστευτα παντού. Γιατί ήταν χιλιάδες οι αγωνιστές και οι συμπαθούντες. Και συνθήματα γραμμένα στους τοίχους, με τα σύμβολά τους.

Με λίγα λόγια, και πέρα από κάθε παρεξήγηση, η επαναστατική πρακτική στη χώρα, από κάποια στιγμή και μετά είχε καταστεί λαϊκή απαίτηση και αμέτρητοι αποφασισμένοι άνθρωποι το πραγματοποίησαν.

Την καταστολή ,τον πρώτο καιρό τουλάχιστον, δεν την ένοιαξε η ηθική. Η ηθική στην πολιτική δεν υφίσταται, το τονίζει ο Βασίλης Ραφαηλίδης. Γνώριζε η καταστολή πως χρειάζονταν ομήρους στα μπουντρούμια της ,με αληθινά ή χαλκευμένα στοιχεία για να δημιουργήσει το πρώτο ρήγμα στις επαναστατικές δυνάμεις .Τα επόμενα θα έρχονταν από την πίεση που θα δημιουργούνταν στην κοινωνία και τους συντρόφους. Τον εκβιασμό. Πρέπει να γνώριζαν πως την πίεση που δημιουργεί ο παρατεταμένος βαρύς εγκλεισμός κάποιοι δεν θα την άντεχαν. Σε αυτό υπολόγισαν και τους βγήκε. Αυτό ήταν το τελειωτικό κτύπημα που το κίνημα δεν το άντεξε, ΚΑΙ ΓΥΡΙΣΕ ΠΙΣΩ Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΓΙΑ ΠΟΛΛΑ ΧΡΟΝΙΑ.

Δεν χρειάζεται να κατηγορηθεί κανένας, ο άνθρωπος δεν είναι υπεράνθρωπος , δεν έχουν όλοι τις ίδιες ικανότητες, τις ίδιες αντοχές, την ίδια υπομονή. Στις δυσκολίες και τις αντιξοότητες.
Άσε, μου λέει, πως ήδη υπήρχε η γκρίνια για την απόφαση της εκτέλεσης ,όπως αν θυμάμαι καλά ,έχουμε ξαναπεί συμπληρώνει, ήδη πριν αυτή εκτελεστεί .Αυτό από μόνο του είχε αποδυναμώσει την κατάσταση, είχε αποπροσανατολίσει πολλούς. Δεν θέλει να επεκταθεί άλλο, ‘είπαμε ήδη πολλά’, μουρμουρίζει, το πιάσαμε το θέμα διεξοδικά, κι αν κάτι μας ξέφυγε, σίγουρα δευτερεύον. Το μόνο σίγουρο είναι πως η αντίστροφη μέτρηση είχε ξεκινήσει, ήταν γεγονός, το ένιωθες στον αέρα, το ένιωθαν όλοι, φαίνονταν στη γλώσσα του σώματος, στις συμπεριφορές και στη νευρικότητα που διακατείχε πλέον τους πάντες, έστω, τους περισσότερους. Η σκυθρωπάδα είχε αντικαταστήσει τη γαλήνη, το χαμόγελο είχε αντικατασταθεί από σφιγμένα χείλη και ο εκνευρισμός συχνά από την σιγουριά και την ηρεμία που χρειάζεται ένας αγωνιστής, ο μαχητής.
Σε γενικές γραμμές αυτά. Φαντάζεσαι μου λέει την απογοήτευση που κατέλαβε τις ψυχές των συντρόφων που είχαν φτιάξει μια σχέση με τον αυτόνομο αγώνα ερωτική, με σκέψη πρωτότυπη, χωρίς σκοπιμότητες. Γκρεμίστηκαν τα πάντα. Πολλοί εξαφανίστηκαν στο εξωτερικό, στη Γαλλία κυρίως, ο Μιτεράν δίδαξε πολιτισμό, η πατρίδα του άνοιξε και τότε την αγκαλιά της όπως χρόνια πριν στους Έλληνες που δέχτηκε μετά τον εμφύλιο. Οι άλλοι κλείστηκαν στους εαυτούς τους. Κι αυτοί που παρέμειναν στις φυλακές, χιλιάδες, οπλίστηκαν με κουράγιο και υπομονή.

Ένα μεγάλο κομμάτι δήλωσε μετά από κάποια χρόνια πως μια ιστορική πολιτική σελίδα έκλεισε, πως η ένοπλη πάλη αποτελούσε παρελθόν, και δεν χαφιέδισαν. Αποδέχτηκαν την πολιτική ευθύνη αυτών που είχαν πράξει δίχως να φορτώσουν τις ευθύνες σε άλλους, χωρίς να καταδώσουν συνεργάτες. Τη θεωρεί μια πολύ τίμια και αναγκαία στάση.
Κάποιοι άλλοι, μεταξύ των οποίων κι ένας των ιστορικών ηγετών του Ιταλικού αντάρτικου, ο Renato Curcio, έμειναν, προς τιμή τους και αυτών, αμετακίνητοι στις θέσεις που τόσα χρόνια είχαν αναπτύξει ,και παραμένουν ακόμη φυλακισμένοι ή σε καθεστώς πλέον ημι ελευθερίας. ΑΞΙΟΙ.

http://youtu.be/dYClbYjJHeM

Μάρα Καγκόλ

Σκεπτόμενος συνεχίζει, γυρνώντας το μυαλό και τις εικόνες πίσω, το έργο της ζωής, προσπαθώντας να αντιληφθώ τι ήταν εκείνο που μας κινούσε, που μας έδινε τόσο ενθουσιασμό και ενέργεια, τόση σιγουριά, κάθε μέρα για τόσο μεγάλο διάστημα ήταν ότι ήμασταν μαζί με εκείνο τον αυθεντικό, ανατρεπτικό τρόπο, την ποιότητα στη ζωή και στις σχέσεις που ανακαλύπταμε και πραγματώναμε καθημερινά μαζί, με τους άλλους και προσωπικά. Αποφύγαμε τους διαχωρισμούς και τις ιεραρχίες. Δεν ξεχωρίζαμε τους ανθρώπους από το τι κατέχουν, μοιράζαμε και μοιραζόμασταν όσο το δυνατόν περισσότερο, οπωσδήποτε δεν υπήρχαν τάξεις και κατηγορίες ανάμεσά μας, .Σγουροί, σχιστομάτιδες μελαχρινοί ή ανοιχτόχρωμοι, όλοι χωρούσαν .Όλοι οι καλοί χωρούσαν. Δεν υπήρχαν αυθεντίες, κι ας ξεχώριζαν πολλοί και σε πολλά. Το σύμπαν γνωρίζει πώς και πού μοιράζει τα χαρίσματα. Τα αποδέχεσαι και τέρμα, το αποδέχεσαι Και τέρμα. Ο καθένας δίνει αυτό που έχει, πλαντάζει με το παρά πάνω. Κρατάει τα απαραίτητα. Δέχεται αυτό που του χρειάζονται και αρκείται.
Με λίγα λόγια λοιπόν το γεγονός είναι πως κάναμε την ουτοπία πραγματικότητα. Πραγματοποιήσαμε την ουτοπία.

ΕΝΙΩΘΕΣ ΓΕΜΑΤΟΣ,ΗΣΟΥΝ ΓΕΜΑΤΟΣ.

Ο άνθρωπος υπάρχει γιατί η ζωή είναι ευλογία, όχι εργασία. Εργάζεται ένα μικρό κομμάτι της ημέρας για να δημιουργήσει τα απαραίτητα, ο πλούτος δεν είναι αυτοσκοπός.
Είναι εξαιρετικά βίαιο και απεχθές να ξοδεύουμε τόσο χρόνο για να πράξουμε τόσα πράγματα που θα αποθηκεύσουμε για να καταναλωθούν, κι αν, και να μην έχουμε χρόνο να χαρούμε τα αυτονόητα, να απολαύσουμε το δώρο της ζωής., της καθημερινότητας.
Μουντρούχοι και κατσουφιασμένοι τρέχουμε σαν τον Βέγγο όλη μέρα μες το άγχος, σε μίζερες πόλεις που καταντούν όλο και περισσότερο φυλακές ,να αλληλοσκοτωνόμαστε σε ένα ανελέητο αγώνα για την επιβίωση, και κάποιοι να κερδίζουν από όλο αυτό μυθικά ποσά. Να αλληλοσκοτωνόμαστε σε πολέμους, στο δρόμο, από μολύνσεις και ναρκωτικά, από έλλειψη νερού ή τροφής, πάντα για συμφέροντα πολύ λίγων. Πιτσιρικάδες να δολοφονούν σε σχολεία για ψύλλου πήδημα.

Σε πολέμους κατακτητικούς με ‘έξυπνα όπλα’ που δολοφονούν αδιάκριτα ,με ‘παράπλευρες απώλειες’ πολύ εξοντωτικές. Κάποτε ήταν για το ψωμί και το αλάτι, τώρα για τους δρόμους της ενέργειας και το ‘μαύρο χρυσό’. Αύριο για το νερό.

1981 Delenda est Δήμος Μούτσης Κώστας Τριπολίτης
Θα σου πάρω βιολιά και ένα ντέφι γλυκό να σου παίζουν, Ερηνούλα μου.

Μεταξύ μας όπως βλέπεις τα περιθώρια στενεύουν. Τις καμμένες πόλεις, τα νεκρά παιδιά θυμάμαι και το αίμα, και η δικιά μου η ζωή, δίχως νόημα δίχως φωνή και μ’ άδειο βλέμμα, Ερηνούλα μου.
Πέφτει σύρμα και οι μισθοφόροι που σε κυβερνούν, οι ίδιοι αύριο θα σε δικάζουν και
‘χαίρε, Καίσαρα μελλοθάνατε’ θα σου πουν, αυτά που λες,
‘et preterea censeo, Carthago delenda est’.
Με τρομάζεις σαν των γηπέδων τις φωνές και τις σημαίες, Ερηνούλα μου.
Φοβισμένος σε κοιτάζω διπλωμένες κρατώντας τις κεραίες.
Ξεκινάς να με βρεις κι όλο πέφτεις θαρρείς σ’ ένα τοίχο, κι ερωτεύεσαι εκεί, δίχως χρώμα δίχως οσμή και δίχως μύθο, Ερηνούλα μου.
Αλλά εγώ θα σου πάρω βιολιά κι ένα ντέφι γλυκό να σου παίζουν Ερηνούλα μου.

συνεχίζεται

http://youtu.be/6Ugpvb5OXsM

Μανού Τσάο στο Παρίσι, 2008

 https://aenaikinisi.wordpress.com/2014/04/29/%CF%87%CF%8C%CF%81%CE%B5%CF%88%CE%B5%CF%82-%CF%80%CE%AC%CE%BD%CF%89-%CF%83%CF%84%CE%BF-%CF%86%CF%84%CE%B5%CF%81%CF%8C-%CF%84%CE%BF%CF%85-%CE%BA%CE%B1%CF%81%CF%87%CE%B1%CF%81%CE%AF%CE%B1-3/

μιχαλης 282

σκόρπιες σκέψεις...

γδάρτες ονείρων…

Οι παγωμένοι αλωνίζουν, τους ονειροπόλους τους αφήσαμε μόνους, πυρπολούν τον πλανήτη οι άπληστοι, βγάζουν και από αυτό κέρδος, τρύπησαν τον αγέρα, βρωμίζουν τα νερά, πολεμούν αυτούς που αντιστέκονται.
Γδάρτες ονείρων.
Κάποιους τους νοιάζει ο χρηματισμός, να κερδίζουν σε χρήμα και μόνο αυτό. Βάζουν το εγώ πάνω από το εμείς. Νομοθετούν τα ανθρωπάκια, δικάζουν οι φελλοί. Κυβερνούν οι τιποτένιοι. Και τα πραγματικά αφεντικά κάνουν πάρτι. Οι υπόλοιποι τους δίνουν συνεχώς τη δυνατότητα να εξουσιάζουν, άλλοι για ένα πιάτο φαί και άλλοι για κάποια μικρότερα η μεγαλύτερα προνόμια. Εάν θέλουμε να ονομάζουμε προνόμιο μια αξιοπρεπή διαβίωση. Χάσαμε την αξιοπρέπεια.
Διαπλοκή, να παίρνουν ΟΙ ΔΙΚΟΊ ΜΑΣ τις δουλειές, να μοιράζουμε και τα οφίτσια. Εάν δεν είσαι στο κόμμα και δεν έχεις γνωριμίες είσαι τελειωμένος. Άσε που αν τα καταφέρεις και δεν είσαι με αυτούς θα σου βάλουν τρικλοποδιά. Έχετε παραδείγματα στο δικό σας περιβάλλον, γνωρίζετε.
Ξεπουλάν κοινωνικό πλούτο σε εξευτελιστικές τιμές, πλούτο που φτιάχτηκε με κόπο και δουλειά δεκαετιών. Ξεπουλάν σε μια νύχτα σε ντόπιο και ξένο κεφάλαιο για να πάρουν μίζα που εξασφαλίζει πολλές γενιές μπροστά αυτών και των συγγενών τους. Αυτός είναι ο λόγος που παλεύουν να εκλεγούν, να πιάσουν πόστα, να διοριστούν στις θέσεις κλειδιά.
Και δεν κουνιέται φύλλο χρόνια τώρα. Σποραδικές φωνές μονάχα. Κι όταν ξεσηκώνεται η νεολαία στέλνουν τα ΜΑΤ. Και οι πατεράδες αφήνουν τους πιτσιρικάδες μόνους αντί να κατασκηνώνουν μόνιμα στους δρόμους και να μπλοκάρουν τα πάντα.
Ξεπουλάν τα νιάτα, τα θάβουν στη ντόπα. Πως να κάνεις όνειρα σήμερα, τι να περιμένεις. Ταφόπλακα η συμπεριφορά των μεγάλων. Έχουν δώσει τα διαπιστευτήριά τους τόσα χρόνια με την πολιτική συμπεριφορά και την κοινωνική αδιαφορία. Στηρίζοντας με κάθε τρόπο τους γδάρτες τους. Αδιαφορία από τη μια, αντίθεση από την άλλη σε κάθε επιθετική συμπεριφορά.
Ο λαός έχει τους ηγέτες που του αξίζουν, από τα σπλάχνα του βγαίνουν έτσι κι αλλιώς, δεν έρχονται από τον Άρη. Εμείς φταίμε λοιπόν γι αυτό που ζούμε και αυτά που έρχονται. ‘Θέλει αρετή και τόλμη η ελευθερία’ γράφει ο ποιητής. ‘Θέλει νεκροί χιλιάδες να ναι στους τροχούς’. Θέλει να αγωνίζεσαι, να απαιτείς και να διεκδικείς. Τη χειραφέτηση. Εύκολο το ραχάτι, μαλακή η πολυθρόνα, σου κλείνει το μάτι και η TV, θέλει να κλωτσήσεις δυνατά τις συμβάσεις, να τιναχτείς ψηλά και να ρισκάρεις και καμιά φορά, να βγεις από το καβούκι σου διάολε, στα πρώτα σούτια να μη κάνεις πίσω.

Λες να ιδρώνει στον ύπνο του ο νεοέλληνας όταν σκέφτεται την αρετή ,είπε πολύ εύστοχα κάποιος.
Την κάψανε τη χώρα από άκρη σε άκρη, τόσες φορές μέχρι πότε ακόμη.
Και η αριστερά κοιμάται ύπνο βαθύ, δικαιώθηκε που την αναγνώρισαν και παρέδωσε ότι όπλο κρατούσε ακόμη όρθιο, πήρε μέρος και σε οικουμενική, τι άλλο να θέλει ακόμη, παίρνει μέρος και στα αλισβερίσια, φτάνει και περισσεύει.
Θυσίασε τα καλύτερα παιδιά της και το ότι πολέμησε για τα δίκαια του λαού νομίζει πως ήταν έγκλημα. Κι έχει και τύψεις από πάνω. Διώχνει τα παιδιά της, τα βρίζει και μετά κάνει πως μετανιώνει και τα αποκαθιστά. Μετά θάνατον. Κι εδώ υποκρισία. Κάθε τόσο θυσιάζει κινήματα μέσα στα χρόνια απλά γιατί δεν τα ελέγχει, τρέχει πίσω από τις εξελίξεις αντί να είναι μέσα τους μέχρι τα μπούνια. Κρίμα.
Και αυτή βοήθησε τον κόσμο να κλειστεί σπίτι και να παραδώσει το κλειδί στα χέρια των πολιτευτών, των μεσαζόντων και των αχρείων. Τον ευνούχισε.
Της πέταξε το σύστημα το κόκκαλο της νομιμοποίησης και έσπευσε να το αρπάξει με δύο στόματα, δεν της έφτανε το ένα. Να παίρνει και αυτή μέρος στο παζάρι, όχι παίζουμε. Τα ψίχουλα στο μεγάλο φαγοπότι της καθημερινότητας.
Κι εμείς οι τρίς στον καφενέ, τσιγάρο πρέφα και καφέ, βρε δε βαριέσαι αδερφέ.

Εάν δεν έχεις δεν πειράζει, οι τράπεζες να είναι καλά. Θα σου δανείσουν, νάτη η θηλιά, έτοιμη. Η σύγχρονη αλυσίδα στο λαιμό του σύγχρονου ανθρώπου. Ο τραπεζίτης είναι ο αρκουδιάρης που σέρνει τον χορό. Τα golden boys βαράνε τα νταούλια, με τα άψογα κουστούμια και τις υπέροχες γραβάτες. Οι σύγχρονοι ιεροεξεταστές που αποφασίζουν για τη ζωή και το θάνατο εκατομμυρίων.
Και κυνηγάς μια θέση για το παιδί σου, να σου σβήσουν το πρόστιμο, μια ευνοϊκή ρύθμιση. Κλείστηκες στο μπουντρούμι που έκτισε πάνω σου, στα μέτρα σου το σύστημα. Δάνειο στα μέτρα σου, τάφος στα μέτρα σου. Με την ευχή του αγαπημένου σου παρουσιαστή δήλωσες υποταγή στο επιτόκιο που διάλεξες ‘ελεύθερα’.

Κατασπάραξαν ότι είχε απομείνει από την ψυχή σου και τώρα σε σέρνουν στους τέσσερις ανέμους και η αριστερά να βρίζει αυτούς που ξεσπαθώνουν και ξεσπούν γιατί δεν τους γνωρίζει, που να τους μάθει κλεισμένη στο μπουρδέλο της, αποκομμένη τελείως από αυτόν που κάποτε ήταν σάρκα της.
Αυτοί είμαστε αδέρφια, παλαιοί και νέοι σύντροφοι, μη μασάτε. Εδώ ο Μπερλινγκουέρ κατέστρεψε το μεγαλύτερο αντιστασιακό απελευθερωτικό κίνημα που γνώρισε η Ευρώπη μετά τον πόλεμο στο όνομα ενός συμβιβασμού με το σύστημα , ενός συμβιβασμού και ενός εγωισμού που κατέστρεψε και αυτόν τον ίδιο, όλη την αριστερά της χώρας του που την παρέδωσε ανυπεράσπιστη στα χέρια του Μπερλουσκονισμού.

Για έναν εγωισμό. Για να εμποδίσει την πολιτική αναγνώριση των Κόκκινων Ταξιαρχιών, για να μη αμφισβητηθεί η ηγεμονική θέση που επιθυμούσε στο χώρο της αριστεράς στην Ιταλία ο ίδιος και το ΚΚ. Θυσιάστηκε ο Μόρο, θυσιάστηκε και ο λαός στο όνομα μιας υποτιθέμενης πρωτοκαθεδρίας
Δεν θέλησε την αναγνώριση των μαχητών το κόμμα, παρέδωσε έναν λαό στο μεγαλύτερο ανθρωποκυνηγητό που υπέστη κίνημα στην Ευρώπη.

ΧΡΟΝΙΚΟ 1969
Στα πίσω χρόνια τα πικρά οπού φωτιά δεν είχε, ο κόσμος στις βαθιές σπηλιές τ’ αλέτρι δεν κατείχε.
Μα μιαν αυγή μια Κυριακή μια επίσημον ημέρα γεμίσανε τα φυσερά λυτρωτικόν αέρα.
κατέβηκεν ο Γίγαντας μ’ ένα δαδί στο χέρι έριξε φώτα στις σπηλιές και χάρηκε το ασκέρι.
πήραν φωτιά τα σύδεντρα τα σίδερα ελυγίσαν η γης οργώθηκε καλά και τα φυτά εκαρπήσαν.
Πρωί πρωί τον πιάσανε το γίγαντα και πάνε στον Καύκασο ξημέρωνε τρία πουλιά περνάνε
πουλιά μου διαβατάρικα τι βλέπετε στις στράτες τι κουβαλάει ο γίγαντας στις σιδερένιες πλάτες.
μπροστά πηγαίνει ο σιδεράς με το σφυρί στο χέρι ξωπίσω του ο κλειδαράς της μοναξιάς του ταίρι
ο πιο μικρός ο πιο σκυφτός ο πιο σκληρός στο πλάι αυτός κρατάει τα σύνεργα γελάει μα δεν μιλάει.
Καρφώσανε το γίγαντα στο βράχο του Καυκάσου
τρία πουλάκια πέρασαν και τού λεγαν Στοχάσου

Πρέπει να ξανά σκύψουμε πάνω από την ιστορία για να μάθουμε, εν κατακλείδι. Το μέλλον, την ιστορία συνακολούθως δεν το φτιάχνουν οι πλειοψηφίες. Οι μειοψηφίες το διαμορφώνουν. Οι πλειοψηφίες συντηρούν απλώς τα δημιουργήματα των νικητών. Που ξεκίνησαν λίγοι.
Η ανεμελιά εξαφανίστηκε ανεπιστρεπτί μου λέει βγάζοντας το δισκάκι .Όταν βλέπεις τι γίνεται γύρω σου αγανακτείς ακόμη και εάν δεν σε αγγίζει. Κι εάν είναι δύσκολο να αλλάξουμε τους κανόνες γύρω μας άμεσα μπορούμε τουλάχιστον ν’ αλλάξουμε τις συνήθειες, τους εαυτούς μας, την καθημερινότητα. Θα είναι ένα πρώτο βήμα.
Ας βρούμε τις δικές μας απαντήσεις με το φίλο και το γείτονα.
Ζούμε τη δικτατορία του χρήματος και της εμπορευματοποίησης .Δεν έχεις ,είσαι αόρατος, ο κανένας.
Υπάρχει θλίψη και αναλγησία, ταπείνωση. Πρέπει να μάθουμε να μετατρέπουμε το θυμό σε δημιουργικότητα.
Η οικονομική δύναμη έχει κυριεύσει τα πάντα, παντού νούμερα, όλοι είμαστε μια εμπορευματική αξία.
Σταμάτησα να ψηφίζω μου λέει, όχι ότι πίστευα ποτέ στη δύναμη της ψήφου. Απέχω .Ψηφίζουμε πιόνια που την κρίσιμη στιγμή προστατεύουν συμφέροντα οικονομικών δυνάμεων.
Η ψήφος για να έχει κάποια δύναμη πρέπει να αγοράσεις και να εξαγοραστείς.. Αγοράζεις προστάτη και είσαι έτοιμος μόλις σε χρειαστεί. Η ‘δημοκρατία’ λοιπόν δεν είναι για όλους. Οι ‘ειδήσεις’ είναι προπαγάνδα , πλάθουν συνειδήσεις, αγοράζουν οπαδούς για τα κόμματα. Που χρηματοδοτούν τον τύπο. Άσε που αυτός ανήκει σε μεγαλοεργολάβους που κλείνουν δουλειές με τους πολιτικούς. Αυτοί εξάλλου τους χρηματοδοτούν. ΚΑΙ ΑΠΟ ΠΙΣΩ ΟΙ ΤΡΑΠΕΖΙΚΟΙ ΠΟΥ ΧΡΗΜΑΤΟΔΟΤΟΥΝ ΟΛΟΥΣ. Αυτοί που οπλίζουν τα κράτη και αυτοί που διακινούν την ενέργεια.. Τεράστια συμφέροντα διαπλέκονται μεταξύ τους. Αυτοί κινούν τα νήματα όσο εμείς το επιτρέπουμε παίρνοντας μέρος στο παιχνίδι, αποδεχόμενοι τους κανόνες. Μια φορά κάθε τέσσερα χρόνια ‘είμαστε ελεύθεροι’ για λίγα λεπτά να διαλέξουμε τον ΤΥΡΑΝΝΟ της αρεσκείας μας.
Είναι τύραννος και ο κακός εγωισμός. Με τα χρόνια ο άνθρωπος γίνεται και συντηρητικός. Κρατιούνται νέοι οι παθιάρηδες, θέλει πάθος, θέλει να αγαπάς να ζεις και να μαθαίνεις. Χρειάζεται να ακούς, να παρατηρείς, τους άλλους και την καρδιά σου. Όταν ρισκάρεις ξεβολεύεσαι, αυτό είναι το φάρμακο.

Ο τρόπος με τον οποίο ζει ο καθένας μας είναι το καλύτερο παράδειγμα που μπορεί να δώσει στα παιδιά του και τους γύρω. Ο καθρέπτης των αρχών μας, η συμπεριφορά μας. Είναι και πολύ καλή πολιτική στάση.

https://aenaikinisi.wordpress.com/2014/04/29/%CF%87%CF%8C%CF%81%CE%B5%CF%88%CE%B5%CF%82-%CF%80%CE%AC%CE%BD%CF%89-%CF%83%CF%84%CE%BF-%CF%86%CF%84%CE%B5%CF%81%CF%8C-%CF%84%CE%BF%CF%85-%CE%BA%CE%B1%CF%81%CF%87%CE%B1%CF%81%CE%AF%CE%B1-1/

ιστορία, storia

η δίκη του περιοδικού Metropoli, processo – στ] μέρος

METROPOLIΔίκη Processo Metropoli

  • Δήλωνε ο Savasta στην διάρκεια της ανάκρισης από την Δημόσιο Κατήγορο της  Padova στις 10/2/1982: “Από τον πολιτικό διάλογο που μέσα στην Διοίκηση της ρωμαϊκής φάλαγγας επακολούθησε την ολοκλήρωση της επιχείρησης Moro μπόρεσα να συμπεράνω πως τα διευθυντικά όργανα της οργάνωσης μα και οι Pace και ο Piperno ήταν σύμφωνοι με την ανύψωση του επιπέδου της σύγκρουσης, όπου στόχευε και η ίδια η επιχείρηση, αν και στην συνέχεια παρατηρήθηκαν ουσιαστικές διαφοροποιήσεις γύρω από την τελική διαχείριση της απαγωγής, που, όπως ήδη έχω προσδιορίσει, θα έπρεπε να ολοκληρωθεί, σύμφωνα με τις πολιτικές θέσεις που προτείνονταν από τον Morucci – με την απελευθέρωση του αιχμαλώτου.
    Στην συνέχεια, με την επιχείρηση να έχει καθοριστεί, θα είχε γίνει λόγος για μιαν προσπάθεια “διείσδυσης” στις B.R., μέσα από τον Morucci και την Faranda και τον ίδιο τον Pace, ήδη στρατευμένο στην “υπηρεσιακή ταξιαρχία” (ακρόαση στον ανακριτή Roma 14/2/82).
    Το άρθρο “Από την τρομοκρατία στον ανταρτοπόλεμο” του F. Piperno είχε προκαλέσει μια σκληρή πολεμική στην διοίκηση της φάλαγγας στην διάρκεια μιας συνάντησης που έλαβε χώρα σε μια βάση στο Moiano.
    Ήταν παρόντες ο ίδιος ο Savasta και οι, Seghetti, Piccioni, Gallinari, Morucci και Faranda και Balzarani.
    ο Gallinari, χτυπώντας την εφημερίδα επάνω στο τραπέζι και υποδεικνύοντας το άρθρο, είχε προσάψει στους Morucci και Faranda πως ήταν από πάντα φορείς μιας πολιτικής γραμμής ξένης από εκείνη των B.R.. Είχε, πρακτικά, ωριμάσει η πεποίθηση πως εκείνη η κατάσταση διενέργειας των διαπραγματεύσεων “ανάμεσα στους Pace και Piperno και το σοσιαλιστικό P.S.I.” ήταν η στιγμή της “πολιτικής παρέμβασης” των δυο  “για να αναλάβουν την Διεύθυνση όλου του μαχόμενου κινήματος και ειδικότερα των B.R. (κατάθ. ανακρ. Roma 23/4/82).

Στην συνέχεια, με την ωρίμανση της διχογνωμίας, ο Moretti είχε καλέσει συνάντηση της Διεύθυνσης της φάλαγγας με σκοπό να ανοίξει μια εις βάθος και διεξοδική συζήτηση γύρω από τους “πολιτικούς λόγους της αντίθεσης” για να φθάσουν σ ένα ξεκαθάρισμα. Στο τέλος αυτής της συνάντησης ο Morucci και η Faranda είχαν προσκληθεί να εκφράσουν σε ένα ντοκουμέντο γραπτό την οριστική τους κρίση “επί όλης της πολιτικής δράσης της οργάνωσης ” (παρ. Savasta στον ανακρ.Cagliari 27/2/82). Έγγραφο που θα κυκλοφορούσε μέσα στην οργάνωση σαν συνεισφορά στην συζήτηση.
Λίγο μετά οι Morucci και Faranda είχαν “δώσει τις παραιτήσεις τους από την φάλαγγα”, λέγοντας πως δεν αναγνώριζαν πλέον την αρχή της.
Το εκτελεστικό, λαμβάνοντας υπόψιν την σοβαρότητα της κατάστασης, είχε αποφασίσει να “επιλύσει με δραστικό τρόπο την κατάσταση” διατάσσοντας τους δυο τους να μεταβούν σε μια βάση της οργάνωσης για να ετοιμάσουν το έγγραφο που τους ζητήθηκε και μια λίστα με όσα βρίσκονταν στην κατοχή τους.
Όμως από εκείνη την βάση κατάφεραν να το σκάσουν με την βοήθεια του Pace (κατάθ. Faranda ακρ. 2/3/87) παίρνοντας μαζί τους όπλα, εργαλεία παραποίησης και διάφορα έγγραφα, αγήνοντας γραμμένο: “όχι, στην αστυνομική κράτηση – no, al fermo di polizia”.
Συγχρόνως αποχώρησαν από τις B.R. οι
Massimo Cianfanelli, Norma Andriani, Carlo Drogi και Arnaldo Maj.

Οι  “πρώην σύντροφοι” θορυβημένοι, δίχως να χάσουν χρόνο, είχαν προέβησαν στην κίνηση να να έρθουν σε επαφή με όλες τις παρακείμενες εξτρεμιστικές ομάδες για να τις ενημερώσουν για όσα είχαν συμβεί και για τις αρνητικές επιπτώσεις που θα προέκυπταν σε περίπτωση βοήθειας που θα παρέχονταν στους αποστάτες.
Μα οι πολεμικές συνεχίστηκαν δίχως σταματημό ούτε μετά την σύλληψη των Morucci και Faranda.
“Θυμάμαι” – προσέθετε ο Cianfanelli – “πως αμέσως μετά την έξοδο από τις B.R. συναντήθηκα με τον Gallinari σε ένα bar κοντά στην Piazza di Spagna, κατόπιν πρόσκλησης των Savasta και Libera, που ήρθαν να με συναντήσουν στο σπίτι.
ο Gallinari ενδιαφέρονταν ξεκάθαρα για την επιστροφή μου στην Οργάνωση και κυρίως για την ανάκτηση των όπλων που είχε πάρει μαζί του ο Morucci . ο Gallinari μου είπε πως αυτός και η Faranda ήταν δυο κακοποιοί που αφέθηκαν να τους καθοδηγούν οι Piperno και Pace, ακόμα πριν και στην διάρκεια της απαγωγής Moro. Απάντησα στον Gallinari πως δεν γνώριζα τίποτα για τις σχέσεις μεταξύ των Morucci και Faranda και Piperno και Pace…Προσπάθησα κατόπιν συμφωνίας με τον Gallinari να ταιριάξω ένα ραντεβού ανάμεσα στην Faranda και κάποιον από τις B.R.. Ύστερα από λίγες ημέρες είδα ξανά τον Morucci, που συναντούσα συχνά, και μιλήσαμε τόσο για το ζήτημα των όπλων και για άλλα θέματα συνδεδεμένα με τα προβλήματα της οργάνωσης του “M.C.R.” (που αρχικά έπρεπε να ονομαστεί “M.C.C.”, Movimento comunista combattente – κομουνιστικό μαχόμενο Κίνημα), όσο και για τις σχέσεις του με τον Piperno και τον Pace, και μετά την είσοδο του στις B.R..
ο Morucci απάντησε πως τους είχε συναντήσει και πως αυτό κατά τα άλλα δεν σήμαινε τίποτα μιας και αυτός ήταν δεμένος με αυτούς με φιλία παλιά. Με εκείνη την ίδια ευκαιρία ή κάτω από άλλες συνθήκες, ο Rosati είπε πως οι Piperno και Pace είχαν εκφράσει την αντίθεση τους με την έξοδο του Morucci και της Faranda από τις B.R., επειδή αυτοί έπρεπε να συνεχίσουν την μάχη τους για μιαν διαφορετική πολιτική κατεύθυνση μέσα στην οργάνωση”.

Όπως και νάχει τόσο για τον Piperno όσο και για τον Pace – διευκρίνιζε ο Cianfanelli στην ακρόαση της 17/2/87 (S. III) – πάντα δίδονταν μέσα στις B.R. μια αρνητική εκτίμηση, αφού θεωρούνταν, τίποτα περισσότερο από “ομιλούντα τριζόνια, δηλαδή άνθρωποι που τους άρεσε να μιλούν, που τους άρεσε να στέκονται στο παράθυρο να κοιτούν…με την φιλοδοξία της εξουσίας επί των άλλων”.

Με την μπροσούρα με τίτλο “Brigate Rosse n°7 Ιούλιος 1979: από  το στρατόπεδο συγκέντρωσης της Asinara” που είχαν επισυνάψει στο φυλλάδιο με το οποίο αναλάμβαναν την ευθύνη για την εκτέλεση του αστυνόμου Domenico Taverna, στην υπόθεση θέλησαν να παρεμβληθούν επίσης και  “αιχμάλωτοι μαχητές”, οι οποίοι επιτέθηκαν στους Valerio Morucci και Adriana Faranda, κατατάσσοντας τους στην κατηγορία των “νεόφυτων του ψυχολογικού αντιανταρτοπόλεμου, φτωχών ανόητων χρησιμοποιημένων από την αντεπανάσταση”, ενάντια στον “βαρώνο Piperno” και όλους τους “αυτοκαλούμενους αυτόνομους” οι οποίοι “από την ησυχία της καθηγεσίας τους και των περιοδικών τους παρότρυναν τους κρατούμενους προλετάριους σε πιο σκληρό αγώνα και σήμερα, ντροπαλά αρνάκια, αναθέτουν στην απεργία πείνας την αξίωση της αθωότητας τους”.
Στην πραγματικότητα, σύμφωνα με τα λεγόμενα ενός εκ των “ιστορικών ηγετών” των Brigate rosse, του Alberto Franceschini (ακρ. 17/XII/86), η βασική αντίθεση ήταν κυρίως μια “αντίθεση για τους διαφορετικούς τρόπους που αντιλαμβάνονταν την οργάνωση” σε σχέση με το “Κίνημα”.
Και ήταν μια αντίθεση που περνούσε και μέσα στην ομάδα της φυλακής.
Τέτοια ώστε ίχνη της θα βρούμε μέσα στο ανακοινωθέν n°19 που εκδόθηκε στην διάρκεια της “δίκης του Torino”, όπου υπήρχε ένα κάλεσμα  “σε μιαν επιστροφή στον μαζικό αγώνα” και σε μιαν “συσχέτιση του με την πραγματικότητα”. Και προηγουμένως, σε ένα ανακοινωθέν που εκδόθηκε στην Bologna τον φεβρουάριο-μάρτιο 1977, όπου ήταν ανιχνεύσιμη μια κριτική στον “αυθορμητισμό”, όπως και στον “οργανωτισμό” κατανοητό ως  “τάση σύλληψης της οργάνωσης ξέχωρης από το κίνημα”.

Μα η δημοσίευση στην εφημερίδα “Lotta Continua”, μετά την σύλληψη του Morucci, τους πρώτους μήνες του ’79, ενός ντοκουμέντου με υπογραφή δική του και της Faranda στο οποίο γίνονταν προσπάθεια να επιβεβαιωθεί η γραμμή που αυτοί ανέπτυξαν μέσα στις B.R. με επίκληση εκείνης που είχε τις αρχές της και κατάγονταν από τους  “ιστορικούς Πατέρες” (όπως διατυπώθηκε στο ανακοινωθέν n°19 που αναφέραμε), είχε προκαλέσει φόβους πως η σιωπή των ιδίων “ιστορικών Πατέρων” θα μπορούσε να εκληφθεί ως επιβεβαίωση των παραδοχών του ιδίου Morucci. Και πως, γι αυτό, θα μπορούσε να αποκομίσει την δυνατότητα εκμετάλλευσης τους μέσα στο πλαίσιο “εξωτερικών διατριβών” τελείως άσχετων με αυτούς. Τόσο άσχετων, που, την στιγμή κατά την οποίαν αυτοί είχαν συνάψει εκείνο το γραπτό, αγνοούσαν πως οι Morucci και Faranda είχαν βγει από την οργάνωση εξ αιτίας της διαφωνίας που είχε ωριμάσει στο εσωτερικό.
Ωστόσο η ίδια η οργάνωση εκείνο το έγγραφο το είχε “διαχειριστεί”μετέπειτα, το φθινόπωρο του ίδιου χρόνου, για να υποστηρίξει την επίσημη γραμμή (β. ακ. 17/XII/86).
Επιβεβαίωνε ο Franceschini την ανακολουθία όσων υποστήριξε ο Buonavita, που σε εκείνη την συζήτηση μέσα στην φυλακή της Asinara ούτε καν είχε λάβει μέρος (όντως, εκείνη την εποχή, ήταν κρατούμενος αλλού) πως δηλαδή η πρωτοβουλία του Morucci είχε ερμηνευτεί σαν να ήταν κατευθυνόμενη από τον  Πιπέρνο (και από τους σοσιαλιστές του P.S.I. που στέκονταν από πίσω του) και, σαν τέτοια, θεωρούνταν επικίνδυνη για την Οργάνωση.

Σύμφωνη ήταν η κατάθεση επί τούτου του Lauro Azzolini, συνδιαμορφωτή του ντοκουμέντου της Asinara. Η γραμμή των Morucci και Faranda δεν ήταν  “μια γραμμή εξεζητημένη”, έχοντας την δυναμική, κατά συνέπεια, “διαβρώσει σε κάποια επίπεδα την οργάνωση”. Θα ήταν, συνεπώς, σκόπιμο η συζήτηση να συνεχίζονταν μέσα στην οργάνωση για να μην υπάρξει ο κίνδυνος συνεπειών που θα οδηγούσαν σε τραυματική ρήξη.
Ακόμη περισσότερο επειδή τα βασικά κίνητρα των θέσεων των Morucci και Faranda ανάβλυζαν “από τα βάθη της οργάνωσης” και, συνεπώς, άξιζαν να αναπτυχθούν “στο εσωτερικό της”.
Αυτές οι απόψεις είχαν οδηγήσει τους έγκλειστους συντρόφους να συντάξουν εκείνο το “φυλλάδιο”, μετά την δημοσίευση στην “Lotta continua” του ντοκουμέντου του Μορούτσι και των συντρόφων του.
(…)
Μετά την έξοδο των Morucci και Faranda από τις B.R. κάποιοι από τους ορθόδοξους αγωνιστές της οργάνωσης ζήτησαν από τον Pace, να συναντήσουν τον Piperno, βέβαιοι πως οι δυο διαφωνούντες βρίσκονταν σε επαφή μαζί του.
Αυτοί θεωρούσαν τον Piperno και τον ίδιο τον Pace υπεύθυνους για όσα είχαν συμβεί, για την διάσπαση ,δηλαδή, που είχε λάβει χώρα στην οργάνωση.
ο Piperno – σύμφωνα με τα λεγόμενα του Morucci – είχε αμέσως μεταβεί στο ραντεβού και ήταν πιθανότατα σε εκείνη την περίπτωση που απειλήθηκε.

Ενδιαφέρουσα σχετικά με αυτά η κατάθεση που έδωσε ο Savasta (ανάκριση στην Ρώμη 9/2/82): “ένα άλλο επεισόδιο που δείχνει τους στενούς δεσμούς που υπάρχουν ανάμεσα στους Piperno και Pace, Morucci και Faranda, συνίσταται στο  γεγονός πως αμέσως μετά την φυγή του Morucci και της Faranda, τα στελέχη της Διοίκησης φάλαγγας Seghetti, Gallinari, Balzarani, Piccioni κι εγώ ο ίδιος απευθυνθήκαμε στον Pace, όταν συναντηθήκαμε τυχαία στο bar Fassi, για να ξεκαθαρίσουμε το ζήτημα των σχέσεων των B.R. με τους Morucci και Faranda και της επιστροφής των όπλων (βλ. πρακτικά κοινοβουλευτικής επιτροπής για την σφαγή της οδού Fani ανάκρ. Savasta 6/7 απριλίου 1982).
Σε εκείνη την περίπτωση συμφωνήσαμε για μιαν επόμενη συνάντηση που θα έπρεπε να γίνει στο σπίτι του Piperno ή σε ένα σπίτι που θα έθετε στην διάθεση μας ο Piperno. Πράγματι εκείνη η συνάντηση έλαβε χώρα. Σε αυτή πήραν μέρος οι Moretti, Balzarani, Pace και Piperno. Στην διάρκεια της σύσκεψης , μπροστά στις κατηγορίες του Moretti και της Balzarani, οι Piperno και Pace δεν αρνήθηκαν πως από πάντοτε διατηρούσαν προσωπικές σχέσεις και πολιτικές με τον Morucci και την Faranda, των οποίων υποστήριζαν πως αγνοούσαν το καταφύγιο.
Έλεγαν επίσης πως το “Metropoli” πάντοτε θα υποστήριζε, όπως είχε κάνει μέχρι εκείνη την στιγμή, την δράση των ερυθρών Ταξιαρχιών, σχετικά με τις οποίες εκείνοι τοποθετούνταν σε μιαν δράση υποστήριξης ιδεολογικής και πολιτικής.
Λίγο χρόνο αργότερα το περιοδικό “Metropoli” δημοσίευε ένα άρθρο στο οποίο γίνονταν λόγος για την επίθεση στον Schittini, στο οποίο διατυπώνονταν μια θετική κρίση”(βλέπε προηγούμενες σελίδες 102 και 103 της παρούσης απόφασης).

Επίσης, ενδιαφέρουσα, η κατάθεση του Buonavita στον ανακριτή της Roma στις 7/3/83 (β. επίσης ανάκρ. Emilia Libera, τομ.5, F.9, S.29):
“Σχετικά με τον Piperno εμείς κρατούμενοι των B.R. στην φυλακή του Palmi μάθαμε πως η εκτελεστική επιτροπή της οργάνωσης μας αξιολογούσε αρνητικά το έργο του ίδιου του Piperno, διότι διαμέσου των ανθρώπων που ήταν συνδεδεμένοι μαζί του, και ήταν παρόντες στην οργάνωση μας, αυτός δημιουργούσε ρήξεις και αντιθέσεις. Η εκτελεστική επιτροπή, αποφάσισε, ως εκ τούτου, να παρέμβει πολύ σκληρά ενάντια στον Piperno. Ο Gallinari κατάφερε να έρθει σε επαφή μαζί του σε ένα bar της Roma και μιλώντας στο όνομα του εκτελεστικού τον προειδοποίησε να μην συνεχίσει τις μανούβρες του με σκοπό να καπελώσει πολιτικά τις B.R. και την ίδια στιγμή ζήτησε την επιστροφή των όπλων και του υλικού που οι Morucci και Faranda είχαν αποσπάσει από την οργάνωση παίρνοντας τα μαζί τους”. Αυτό – προσέθετε ο Buonavita – το είχε μάθει διαβάζοντας μια έκθεση που οι Seghetti και Gallinari είχαν διαθέσει στην ταξιαρχία του στρατοπέδου της φυλακής του Palmi “γύρω από την κατάσταση της ρωμαϊκής φάλαγγας”.

Μια επιβεβαίωση σημαντική της ύπαρξης μιας σχέσης που δεν αποκόπηκε ποτέ εντελώς από τον Pace με στελέχη των B.R. προέρχεται από την ίδια την φωνή του Morucci (ακ. 9/3/87), ο οποίος δήλωνε πως είχε μάθει ότι, μετά την έξοδο τους από την οργάνωση, ο Moretti είχε αναθέσει στον Seghetti να ψάξει τον Pace, με την ελπίδα πως αυτός θα μπορούσε να καθορίσει επαφές μεταξύ των B.R. και της P.L.. ο Pace, πράγματι, ενδεχομένως δεν είχε πάψει να έχει διασυνδέσεις με πρώην αγωνιστές του P.O. που κατέληξαν στην μια ή στην άλλη οργάνωση.
ο Seghetti εμφανίστηκε δύστροπος στο να έρθει σε επαφή με τον Pace, μα ο Moretti είχε επιμείνει στο αίτημα του, ίσως διότι ήταν πεπεισμένος πως ο Pace ήταν το πιο ιδανικό πρόσωπο, το “λιγότερα επικίνδυνο κανάλι” γι αυτό τον σκοπό.
Παρά την έλλειψη μιας πολιτικής συμφωνίας με την Πρώτη Γραμμή, δεδομένων των διαφορών στην τακτική και την στρατηγική – εξηγούσε ο Morucci – ίδιος ήταν ο στόχος που επιδιώκονταν: “η ανατροπή της κοινωνικής τάξης” και μπροστά σε έναν τέτοιο στόχο “ήταν απαραίτητο να μειωθούν οι αποστάσεις, πραγματοποιώντας επιχειρησιακές συμφωνίες χρήσιμες για το χτίσιμο ενός μοναδικού μαχόμενου κομουνιστικού μετώπου”.

Και για τον Savasta (ανάκρ. Δημ. Κατ. Padova 5/2/82) ο Pace ήταν ένα  “υποχρεωτικό κανάλι” για να οριστεί μια επαφή ανάμεσα σε B.R. και  P.L., τόσο “υποχρεωτικό” ώστε η απόφαση να προστρέξουν σε αυτόν είχε ληφθεί στην Διοίκηση φάλαγγας (πράξεις Επιτρ. κοινοβ. σφαγής via Fani, ακροαματικές διαδικασίες 6-7 απριλίου . β. Φάκελ. ανακρ. Savasta). Ήδη στο παρελθόν είχε γίνει προσπάθεια να “επεκταθεί το μέτωπο μάχης” και να καθοριστεί μια ενότητα επίθεσης στην D.C. στο πλαίσιο της λεγόμενης “εκστρατείας της άνοιξης”.

“Στην τελευταία φάση της απαγωγής Moro” – διευκρίνιζε ο Sandalo Roberto – ” υπήρξαν τουλάχιστον δυο συναντήσεις στο Milano μεταξύ στελεχών των Brigate rosse και της Prima Linea”. Σύμφωνα με αυτά που του μετέφερε ο Marco Donat Cattin “για τις B.R. πήραν μέρος ο Azzolini και, μάλλον, ο Franco Bonisoli; για την P.L. πήραν μέρος ο ίδιος ο Donat Cattin και ο Nicola Solimano”.
Εκτός από την γενικότερη συζήτηση, οι B.R. “ζήτησαν μια βοήθεια κυρίως στρατιωτική από την οργάνωση P.L. για να διασπάσουν την περικύκλωση; δηλαδή, ένιωθαν λιγάκι την ανάσα να τους κόβεται. Να οδηγούν εκείνη την επιχείρηση στην Πρωτεύουσα και να έχουν τα μάτια όλων των δυνάμεων της τάξης καρφωμένα επάνω τους συνεπάγονταν μεγάλα υλικοτεχνικά προβλήματα και μετακινήσεων. Ως εκ τούτου, καθώς η Πρώτη Γραμμή ήταν πολύ ριζωμένη στην βόρεια Ιταλία, τους ζητήθηκε η οργάνωση να πράξει μια σειρά επιχειρήσεων στο Milano, στο Torino, σε άλλα μέρη, όπου ήταν παρούσα, για να αποσπάσει την προσοχή από την Πρωτεύουσα, ακριβώς για να στηρίξει στρατιωτικά την εκστρατεία που οι ΕΤ οδηγούσαν”.

ο Marco Donat Cattin και ο Nicola Solimano όμως, “αρνήθηκαν την πρόταση, δηλώνοντας πως η οργάνωση τους δεν συμφωνούσε με την επίθεση στην D.C. και κατά συνέπεια με την απαγωγή του Aldo Moro”. Και εξέφρασαν έντονα μια αρνητική εκτίμηση της επιχείρησης, θεωρώντας πως δεν ενδείκνυτο “να υψωθεί το επίπεδο σύγκρουσης” εναντίον της D.C.