ιστορία, storia

Κινήματα, βία και ένοπλη πάλη στην Ιταλία των χρόνων Εβδομήντα: όταν οι μελέτες ρίχνουν γέφυρες και δεν σηκώνουν τείχη – του Alberto Pantaloni

Ανασκόπηση από τον Alberto Pantaloni του βιβλίου Prima Linea. L’altra lotta armata (1974-1981), Πρώτη Γραμμή. Ο άλλος ένοπλος αγώνας, 1 τόμος, volume I του Andrea Tanturli, DeriveApprodi, 2018, σελ. 512.

****

Λίγα και με κακό τρόπο έχουν γραφτεί για την εμπειρία της ένοπλης οργάνωσης Prima Linea μέχρι στιγμής. Αν αποκλείσουμε τους πρωτεργάτες τόμους του Emilio Mentasti, ο οποίος ανέλυσε τα σημαντικά γεγονότα που αντιπροσωπεύει η εμπειρία της Senza Tregua Δίχως Ανακωχή. Ιστορία των κομουνιστικών επιτροπών για την εργατική εξουσία (Senza Tregua. Storia dei comitati comunisti per il potere operaio (1975-1976), Colibrì, 2011, Η κόκκινη φρουρά διηγείται. Ιστορία της εργατικής Επιτροπής της Magneti Marelli, La guardia rossa racconta. Storia del Comitato operaio della Magneti Marelli, Edizioni Εκδόσεις Colibrì, 2006) και εκείνη, από πολλές απόψεις βιαστική και επιφανειακή από τον Giuliano Boraso ο οποίος όμως είχε την αξία να είναι ο πρώτος γύρω από το θέμα (Άγρια Συμμορία. Άνοδος αποθέωση πτώση της οργάνωσης Πρώτη ΓραμμήMucchio Selvaggio. Ascesa apoteosi caduta dell’organizzazione Prima Linea, Castelvecchi, 2006), η λογοτεχνία και η ιστοριογραφία περιορίστηκαν ουσιαστικά να περιλάβουν την Prima Linea μέσα στο τεράστιο καζάνι του λεγόμενου «ένοπλου κόμματος». Όρος, αυτός ο τελευταίος, εξαιρετικά ατυχής και απολύτως ακατάλληλος, όπως έχει ήδη βρει τρόπο να διευκρινίσει ο Andrea Colombo από τις στήλες του “il manifesto” [1]. Γενικότερα, αυτά τα τελευταία χρόνια αναδύεται η ανάγκη να διαλυθούν οι καπνοί που αποφράσσουν τη σωστή οπτική μιας κεντρικής και θεμελιώδους περιόδου της σύγχρονης ιστορίας μας, όπως εκείνη της δεκαετίας 1968-1980, απομακρύνοντας την από τους οπορτουνισμούς και τις φρενήρεις κραυγές της επίσημης πολιτικής, χωρίς ταυτόχρονα να επιπίπτει σε αγιογραφίες και δικαιολογίες. Μια περίοδος κατά την οποία η σχέση μεταξύ κοινωνικών κινημάτων, βίας και ένοπλου αγώνα ήταν τεράστιας πολυπλοκότητας.

Εξ ου και η σπουδαιότητα του καλού έργου του Andrea Tanturli που έγκειται ακριβώς σε αυτό που ο συγγραφέας δηλώνει στην εισαγωγή: «να ρίξουμε γέφυρες, αντί να σηκώσουμε τοίχους, μεταξύ διακριτών αλλά αλληλένδετων φαινομένων». Για να γίνει αυτό χρειαζόμασταν βάθος και σοβαρότητα και επάνω σε αυτό ο Tanturli δεν μας απογοητεύει: η ποσότητα και η ποιότητα των πηγών που συμβουλεύτηκε (από τα αυτοπαράγωγα έγγραφα που υπάρχουν στα αρχεία των αστυνομικών φακέλων, από άρθρα σε εφημερίδες, είτε καθημερινών είτε κινηματικών περιοδικών, στις δικαστικές πράξεις και στις δηλώσεις των εναγομένων) επιτρέπει τη συνεχή επιβεβαίωση της εγκυρότητας ή της αληθοφάνειας των ερμηνευτικών υποθέσεων. Ως εκ τούτου μέσα από ένα μακρύ και περίπλοκο μονοπάτι (τόσο περίπλοκο όσο μπορεί να είναι μια διδακτορική διατριβή), ο συγγραφέας ανακατασκευάζει τους προδρόμους, τις αιτίες, τους παράγοντες μιας εμπειρίας όπως αυτή της Prima Linea που ελάχιστα, ή καθόλου έχει να κάνει με το άλλο μεγάλο σκέλος της αριστερής ένοπλης εμπειρίας στην Ιταλία, αυτής των Ερυθρών Ταξιαρχιών. Ένας «άλλος» ένοπλος αγώνας, όπως ορίζεται στον τίτλο, λόγω σύλληψης, στόχων, ποιότητας και τυπολογίας της σχέσης με τα κοινωνικά κινήματα και τις διαρθρώσεις τους. Αλλά υπάρχουν και άλλα: μέσω της ανασυγκρότησης της μακράς και πολεμικής συστατικής διαδικασίας της Prima Linea (η οποία διήρκεσε περίπου τρία χρόνια), ο Tanturli συμβάλλει επίσης στη καλύτερη διευκρίνιση δύο άλλων πτυχών που σχετίζονται μεταξύ τους, χρονολογικά και πολιτικά: αφενός τις συνέπειες της διάλυσης των ομάδων της επαναστατικής Αριστεράς (ιδιαίτερα της Εργατικής Εξουσίας και της Lotta Continua, αλλά όχι μόνο), αφετέρου την άνοδο του ακανόνιστου και σύνθετου γαλαξία της εργατικής αυτονομίας (αυστηρά με το μικρό «α»), την ακραία ετερογένεια της ακόμη και εντός των θεωρητικών οριζόντων και των κοινών πολιτικών στόχων αν όχι ομοιογενών, όσο κι αν αυτό δυσαρεστεί τους υποστηρικτές και τους προπαγανδιστές του «θεωρήματος 7 απρίλη», του οποίου σε ένα δυο μήνες θα γιορτάσουμε την σαρακοστή επέτειο. Εάν αφενός, λοιπόν, ο συγγραφέας τοποθετεί νόμιμα την εμπειρία της PL μέσα στο χωνευτήρι των αυτόνομων θεωριών και των αυτόνομων πολιτικών συμπεριφορών, επισημαίνει ταυτόχρονα τις βαθιές εσωτερικές αντιφάσεις κατά την περίοδο κυοφορίας της οργάνωσης και εκείνων με τις άλλες ψυχές της αυτονομίας, in primis με τον χώρο του “Rosso”.

Αυτός ο πρώτος τόμος, ο οποίος ασχολείται με τη χρονολογική περίοδο που πηγαίνει από το 1974 έως το 1979, διαρθρώνεται σε πέντε κεφάλαια. Το πρώτο ανασυνθέτει την πολιτική και οργανωτική γένεση της PL, ξεκινώντας από την κρίση και από τις επακόλουθες διασπάσεις που έπληξαν την Lotta Continua και το Potere Operaio, την πρώτη προσπάθεια να καθοριστούν οι διαρθρώσεις της επεξεργασίας σχεδιασμού μέσω του μοναδικού τεύχους του περιοδικού «Line of Conduct, Γραμμή συμπεριφοράς-μεθόδου» μέχρι τη φάση συνεργασίας (πολιτικής και πρωτο στρατιωτικής) μεταξύ των τομέων που εξήλθαν των LC και PO στο παραλληλόγραμμο Τορίνο-Μιλάνο-Φλωρεντία-Ρώμη ξεκινώντας από το 1975 γύρω από την εφημερίδα Senza Tregua. Το δεύτερο κεφάλαιο εξετάζει την κρίση του πολιτικού σχεδίου της Senza Tregua και την απόφαση ενός μέρους των συμμετεχόντων να πιέσουν προς το «ποιοτικό άλμα» μπροστά στην αργή οπισθοδρόμηση των εργατικών αγώνων (του οποίου εκείνη τη στιγμή δεν φαίνεται να υπάρχει συνειδητοποίηση) και στο κλείσιμο της δυνατότητας «ανοίγματος» του θεσμικού πολιτικού πλαισίου μετά τις εκλογές της 20ής ιουνίου 1976. Το τρίτο κεφάλαιο ασχολείται με την αναπόφευκτη (και αδιαμφισβήτητη) σχέση με το κίνημα του 77, το οποίο όχι μόνο αντιπροσωπεύει το καλύτερο ριζοσπαστικό περιβάλλον, radical milieu, όπως έγραψε ο Luca Falciola, που η PL μπορούσε να βρει για να αναπτύξει τη δράση της, αλλά όπου συχνά οι αγωνιστές διαδραματίζουν ένα δημόσιο και όχι δευτερεύοντα ρόλο. Ακριβώς η παρακμή αυτού του κινήματος, που προκάλεσε την είσοδο αρκετών από τους αγωνιστές του μέσα στην Πρώτη γραμμή (αλλά και τις BR, ειδικά στη Ρώμη), σε συνδυασμό με τα πρώτα χτυπήματα που υπέστη από την καταστολή του κράτους, δημιούργησε εκείνη την περαιτέρω μιλιταριστική στροφή που κατέστη μη αναστρέψιμη μετά την απαγωγή και την εκτέλεση του Aldo Moro από τις Κόκκινες Ταξιαρχίες. Το φαινόμενο αυτό αποτελεί την καρδιά του τέταρτου κεφαλαίου του βιβλίου, που ορίζει τόσο τη μορφολογία της οργάνωσης, όσο και τις προσπάθειές της να ενοποιηθεί με άλλα »αδελφά» τμήματα του αριστερού ένοπλου αγώνα (όπως οι FCC, κομουνιστικοί μαχόμενοι σχηματισμοί) και τις βαθιές ιδεολογικές, πολιτικές αποκλίσεις και προγραμματικές (καθώς και κάποια αμοιβαία ανυποληψία) με τις Κόκκινες Ταξιαρχίες. Όμως η κριτική της PL στην επιχείρηση
Moro σύντομα θα σταματήσει για να αφήσει ανοικτό το πεδίο σε μια όλο και περισσότερο παρόμοια πρακτική, όπως θα είχαν δείξει οι δολοφονίες του Alessandrini και του Ghiglieno και, σε μια όλο και πιο αυστηρή παρανομία, σε ένα έτος (1979) που στο πέμπτο κεφάλαιο του βιβλίου ο συγγραφέας θεωρεί καθοριστικό όχι μόνο για την παραβολή της οργάνωσης, πριν από την κρίση και την αποσύνθεσή της κατά την διετή περίοδο 1980-81 (η οποία θα αποτελέσει το αντικείμενο του δεύτερου τόμου), αλλά και πάνω απ ‘όλα της περίπλοκης σχέσης μεταξύ ένοπλου αγώνα, της κρίσης των κινημάτων και αναδιάρθρωσης της ιταλικής κοινωνίας.

Εδώ, κατά τη γνώμη μου, ακριβώς η συνεχής προσοχή να μην αγνοηθεί αυτή τη σχέση αντιπροσωπεύει, μαζί με το γιγαντιαίο έργο έρευνας και διαβούλευσης των πηγών και για το γέμισμα του ιστοριογραφικού κενού επάνω στο θέμα αυτό, ένα άλλο ιδιαίτερα ποιοτικό στοιχείο του έργου από την άποψη της ερμηνείας. Η έξοδος από την στερεότυπη κοινοτοπία που αντιμετωπίζει τον ένοπλο αγώνα και την αριστερή τρομοκρατία στην Ιταλία ως ψυχοπαθολογικά φαινόμενα ή ως καρπούς ετερο-κατευθύνσεων και στρατηγικών συνωμοσίας από ποιος ξέρει ποιες σκοτεινές δυνάμεις, αντιπροσωπεύει σήμερα τον κύριο δρόμο για να δώσουμε πίσω στην κοινότητα και στη Χώρα την κατανόηση μιας περιόδου της πρόσφατης ιστορίας μας που σίγουρα δεν μπορεί παρά να οριστεί ως εξαιρετική (με την ετυμολογική έννοια του όρου) τόσο από την άποψη της ποσότητας των ανθρώπων που αγκάλιασαν τον ένοπλο αγώνα, όσο και από εκείνη της έντασης της σύγκρουσης με το Κράτος και τους μηχανισμούς του.

 

Note

 

[1]https://ilmanifesto.it/le-radici-politiche-di-una-parabola-buia-e-controversa/.

Print Friendly, PDF & Email
σύγχρονα κινήματα, movimenti di oggi

Τοπικοί αγώνες των χρόνων Εβδομήντα: Torino ανάμεσα στη διάλυση της Lotta Continua και το Εβδομήντα επτά

του Giorgio Del Vecchio

Αναμένουμε την κυκλοφορία του βιβλίου του Alberto Pantaloni στις 31 Ιανουαρίου Η διάλυση της Lotta continua και το κίνημα του ’77, για τον εκδοτικό οίκο DeriveApprodi, με την ανασκόπηση του Giorgio Del Vecchio.

****

Ένα από τα αμέτρητα βίτσια που χαρακτηρίζουν τη δημόσια συζήτηση της ιταλικής Δεκαετίας του 70 είναι η τάση να θεωρείται αυτή η περίοδος ως ένα είδος μονόλιθου στην πρόσφατη ιστορία της Χώρας. Ένας άθραυστος ογκόλιθος που συνεχίζει να βαραίνει επάνω στη συλλογική μνήμη, ο οποίος αντανακλάται στις δημόσιες αναπαραστάσεις της. Αρκεί να υπενθυμίσουμε εδώ τη συστηματική χρήση τύπων, όρων, εννοιών όπως «χρόνια μολυβιού» και «ένοπλου κόμματος», τόσο συναρπαστικών για τα ξεκάθαρα όσο και βιαστικά, θαμπά και ουσιαστικά ανακριβή περιγράμματα τους. Ή τη σχεδόν νοσηρή προσοχή για μεμονωμένα χρόνια (το εξήντα οκτώ, το εβδομήντα επτά), μήνες (οι 55 ημέρες του Moro), ακόμη και ημέρες (η 12η Δεκεμβρίου 1969 και η σφαγή της Piazza Fontana), που γίνονται εκ των υστέρων οι μοναδικοί ερμηνευτικοί φακοί μέσω των οποίων θα διερευνηθεί και θα συνοψισθεί μια μακρά και πυκνή δεκαετία.

Αντίθετα, όπως γνωρίζουν οι μελετητές πολύ καλά, η δεκαετία του 70 είναι ένα περίπλοκο και πολυεδρικό πλάσμα, ένα μεγάλο και πολύπλευρο ψηφιδωτό που αποτελείται από έναν άπειρο αριθμό καρτών που πρέπει να αποσυναρμολογούνται και να ανοικοδομούνται διαρκώς για να προσπαθήσουν να προτείνουν την αίσθηση της συνολικής φιγούρας, εικόνας. Ο Alberto Pantaloni, με το πλήρως ιστοριογραφικό του δοκίμιο, επικεντρώνεται σε ένα συγκεκριμένο κομμάτι αυτού του περίπλοκου παζλ, που σχετίζεται με τη διάλυση της Lotta continua, που ξεκίνησε το 1976, με τη σύγχρονη παραβολή του κινήματος του 1977 στο πλαίσιο της πόλης του Τορίνο. Είναι μια επιλογή που περιγράφει πολύ καλά την έρευνα, αλλά αυτό δεν είναι καθόλου ευτελές ή αυθαίρετο. Το Τορίνο αντιπροσωπεύει πρωτίστως ένα προνομιούχο παρατηρητήριο της ιταλικής δεκαετίας του ’70 (κυρίως αλλά όχι μόνο, λόγω της παρουσίας της FIAT), κατά τη διάρκεια της οποίας η πόλη χαρακτηριζόταν από την ανθεκτικότητα των κοινωνικών συγκρούσεων, οι οποίες συχνά έφταναν σε μεγάλη ένταση και ποικιλία μορφών. Στα κεντρικά χρόνια της δεκαετίας ξεχώριζε, δίχως αμφιβολία, το έντονο ρίζωμα της Lotta continua, αλλά και μια ορισμένη διάχυση των κολεκτίβων και των αυτόνομων εμπειριών και του φαινομένου του ένοπλου αγώνα. Χωρίς να ξεχνάμε, φυσικά, την κεντρική λειτουργία που διεξήγαγε το κομμουνιστικό Κόμμα. Υπό αυτή την έννοια το Τορίνο ήταν ένα ιδιαίτερα ποικίλο πλαίσιο, μια συγκυρία στην οποία συνυπήρχαν διαφορετικές εμπειρίες, αντιτίθονταν και αλληλοσυνδέονταν, ειδικά κατά το χρονικό διάστημα που αναλύθηκε από τον Pantaloni, από το φθινόπωρο του 1976 έως το τέλος του 1977, που αποτελούσε μια θεμελιώδη φάση μετάβασης όχι μόνο για κοινωνικά κινήματα, αλλά για ολόκληρη την ιταλική κοινωνία.

Ο Pantaloni διαρθρώνει το έργο του σε δύο διαφορετικά μέρη. Στο πρώτο αναλύει την κρίση της Lotta Continua στο Τορίνο και τις δυναμικές της διάλυσης της. Μία διαδικασία περισσότερο απ’ ότι μια εκδήλωση, όπως δείχνει ο ίδιος ο ερευνητής, αργή και βαθμιαία, η οποία ξεκίνησε με την εκλογική ήττα που υπέστη η λίστα της Προλεταριακής Δημοκρατίας στις εκλογές του Ιουνίου του 1976, για να ξεδιπλωθεί από πολλές απόψεις μέσα στο δραματικό συνέδριο του Ρίμινι, του οκτωβρίου του ιδίου έτους. Ο Pantaloni ανακατασκευάζει με έναν προσεκτικό και τεκμηριωμένο τρόπο την έκρηξη της LC στο Τορίνο, παρουσιάζοντας τις αιτίες αυτής. Πρώτα απ ‘όλα, υπήρξε μια βαθιά κριτική στην στράτευση όπως είχε αναπτυχθεί από το 1968 και μετά, που προωθήθηκε όχι μόνο από τα νέα κοινωνικά υποκείμενα που γρήγορα (επαν) πολιτικοποιούνταν, όπως οι γυναίκες και οι νέοι, αλλά και από τους ίδιους τους εργάτες, που είχαν εκπροσωπήσει το επίκεντρο της πολιτικής δράσης της ομάδας. Η πολιτική πρακτική με την οποία εκδηλώθηκε αυτή η δυσφορία ήταν αυτή του αποσχιστισμού, η οποία έρχονταν σε αντίθεση με την εγκάρσια και οριζόντια φιλοδοξία, τον πόθο που προκάλεσε από την αρχή τις επαναστατικές προοπτικές της LC. Αυτός ο διαχωριστικός χαρακτήρας αντηχούσε όχι μόνο σε δριμείες αντιπαραθέσεις μεταξύ των διαφόρων υποκειμένων, αλλά και κυρίως σε μια κάθετη και ολοκληρωτική αντιπαράθεση μεταξύ της βάσης και της ηγετικής ομάδας της οργάνωσης, μια πραγματική κρίση νομιμοποίησης που αποδείχθηκε μη αποφασιστική. Ο Pantaloni προχωρά στη συνέχεια για να περιγράψει την οργανωτική διάλυση της LC. Υπήρξε, εν προκειμένω, η προσπάθεια ορισμένων τμημάτων να συνεχίσουν ένα πολιτικό έργο στην επικράτεια του Τορίνο, ενώ πολλά μέλη της ομάδας περιφρούρησης, κυρίως οι νέοι, μιας και ξεθώριασε η προοπτική μίας επικείμενης εξέγερσης, πίεζαν για μια ριζοσπαστικοποίηση των ρεπερτορίων, των επιλογών. Ενδιαφέρουσα είναι η παράγραφος αφιερωμένη στην εξέλιξη της εφημερίδας του ομίλου, η οποία κατάφερε εν μέρει να απορροφήσει το τραύμα και να διατηρήσει την αξιοπιστία τουλάχιστον καθ ‘όλη τη διάρκεια του 1977 ως ένα από τα σημαντικότερα όργανα πληροφόρησης του κινήματος στην πρωτεύουσα του Πεδεμόντιου.

Το δεύτερο μέρος του δοκίμιου είναι αφιερωμένο στην παραβολή του Κινήματος του 1977 στο Τορίνο. Ο Pantaloni επιτελεί μια ενδιαφέρουσα επιχείρηση, «αποσυνθέτοντας» την ανάλυση ενός φαινομένου-συμβάντος. Σωστά, αυτός εξιστορεί την τροχιά των τριών πολιτικών παικτών που έδωσαν ζωντάνια, που κινητοποίησαν το Κίνημα στο Τορίνο και όχι μόνο. Πρώτα απ ‘όλα οι εργάτες, αν και με διαφορετικούς τρόπους σε σχέση με τον κύκλο των βιομηχανικών συγκρούσεων 1969-73 δεδομένου του μεταβαλλόμενου πλαισίου, που ήδη έδειχνε σημάδια μιας βαθιάς κρίσης του μοντέλου συσσώρευσης της χρυσής εποχής. Στη συνέχεια το γυναικείο κίνημα, στο οποίο ο Pantoni αφιερώνει σελίδες μεγάλης πυκνότητας, ανακατασκευάζοντας τα πεδία παρέμβασης του, τις θεωρίες και τις αξιώσεις, ζωγραφίζοντας μια πολύπλοκη και διαφοροποιημένη εικόνα.Τέλος το φοιτητικό κίνημα και οι κύκλοι του νεανικού προλεταριάτου, οι οποίοι διαδραμάτισαν επίσης θεμελιώδη ρόλο, κινούμενοι εγκάρσια σε σχέση με τα άλλα προαναφερθέντα υποκείμενα. Συγκεκριμένα, έδειξαν μεγάλη προδιάθεση για την εξάπλωση ριζοσπαστικών πρακτικών, όπως η επίθεση του Angelo Azzurro, μπαρ κατηγορούμενου ότι ήταν σημείο συνάντησης για δεξιά στοιχεία και εμπόρους ναρκωτικών, όπου ο Roberto Crescenzio έχασε τη ζωή του και που έκλεισε οριστικά την παραβολή του τορινέζικου Εβδομήντα επτά.

Σχεδόν σε ρόλο παραρτήματος ο Pantaloni προσθέτει ακόμα δύο κομμάτια. Από τη μία πλευρά τα γεγονότα που συνδέονται με τη φυλακή και τους αγώνες των κρατουμένων, οι οποίοι στο Τορίνο το 1977 είχαν σημασία που δεν ήταν καθόλου δευτερεύουσα. Από την άλλη πλευρά το ευαίσθητο και αμφιλεγόμενο θέμα του παράνομου ένοπλου αγώνα και των σχέσεών του με τη «δημόσια» διάσταση των αγώνων. Από αυτή την άποψη, ο Pantaloni επικεντρώνεται στην εμπειρία της Prima Linea- Πρώτης γραμμής η οποία ήταν ιδιαίτερα σημαντική εκείνους τους μήνες στο Τορίνο, και στην οποία, από την αρχή, πολλοί από τους εξερχόμενους της LC συγκλίνουν, ειδικότερα η ομάδα περιφρούρησης. Ο συγγραφέας είναι επίσης διεισδυτικός υπογραμμίζοντας και σε αυτή την περίπτωση την πολυπλοκότητα της δυναμικής που οδήγησε, το 1977 και τα επόμενα χρόνια, στην έκρηξη του φαινομένου του λεγόμενου «διάχυτου ανταρτοπόλεμου». Αρνείται ριζικά τις απλοποιήσεις και τους αυτοματισμούς, υπογραμμίζοντας τις περίπλοκες διαπλέξεις και τις αμέτρητες γκρίζες περιοχές που υπάρχουν στη σχέση μεταξύ των παράνομων κινημάτων και της παράνομης στράτευσης.

Συνολικά, η επιχείρηση που επιχειρείται από τον Pantaloni είναι πειστική, αξίζει τον κόπο, εδώ, να τονίσουμε δύο στοιχεία ιδιαίτερου ενδιαφέροντος. Πρώτον, από την ιστοριογραφική άποψη, ο συγγραφέας συνδυάζει δύο από τις πιο ενδιαφέρουσες και πρόσφατες προσεγγίσεις της μελέτης για την ιταλική Δεκαετία του ’70. Από τη μία πλευρά, η τάση να διερευνάται η δυναμική της συγκεκριμένης τοπικής πραγματικότητας (στην προκειμένη περίπτωση το Τορίνο). Από την άλλη επικεντρώνεται στο δεύτερο μισό της δεκαετίας του εβδομήντα, μιας περιόδου που επανακτά την πλήρη ιστοριογραφική της σημασία εδώ και λίγα μόνο χρόνια. Όπως ο Falciola, στο δοκίμιο του για το 1977, και πιο πρόσφατα ο Τanturli, σε εκείνο για την Prima Linea, δείχνουν ότι πρόκειται για χρόνια κρίσης και περάσματος, σίγουρα μέσα σε σύγχυση και δραματικότητα, αλλά αποκαλύπτουν όμως ερευνητικά μονοπάτια θεμελιώδους σημασίας για την κατανόηση της Δεκαετίας του ’70, κυρίως όσον αφορά την ανάπτυξη ριζοσπαστικών milieux-φόντων και τη μετατροπή της δυναμικής των κοινωνικών συγκρούσεων.

Το δεύτερο στοιχείο αφορά αντιθέτως την ικανότητα που δείχνει ο Pantaloni να ανασυνθέσει ιδιαίτερα ευαίσθητα γεγονότα που έλαβαν χώρα σε ένα πολύ περίπλοκο πλαίσιο (Τορίνο του 1976-1977) μέσω μιας προσέγγισης και μέσων που είναι εξ ολοκλήρου ιστορικά. Μέσω της χρήσης σχεδόν εξ ολοκλήρου «εσωτερικών» πηγών, που παράγονται από τους παίκτες για τους οποίους γίνεται λόγος, μια επιλογή που σίγουρα ενισχύει το διαλεκτικό σύστημα, η διάλυση της Lotta Continua και το τορινέζικο Εβδομήντα επτά αναδύονται ως διαδικασίες συνεχούς εξέλιξης, αποτελούμενες από πολλές τροχιές και παράγοντες διαφορετικούς και συνυπάρχοντες και σε συνεχή διάλογο μεταξύ τους. Ο Pantaloni επιστρέφει πίσω την πολυπλοκότητα αυτής της αλληλεπίδρασης, προτείνει πειστικές γραμμές ερμηνείας, δίνοντας έμφαση στις μη γραμμικές δυναμικές που χαρακτήριζαν την κοινωνική σύγκρουση εκείνων των ετών.

Print Friendly, PDF & Email
σύγχρονα κινήματα, movimenti di oggi

Η διάλυση της Lotta continua και το κίνημα του ’77

La dissoluzione di Lotta continua e il movimento del ’77

«Η ανακατασκευή ενός ξεχασμένου ιστορικού γεγονότος»

La dissoluzione di Lotta continua e il movimento del ’77

Το βιβλίο ανασυνθέτει μια διατομή της σύγχρονης ιταλικής ιστορίας που στο δεύτερο μισό της δεκαετίας του ’70 χαρακτηρίστηκε από την κρίση και στη συνέχεια από τη διάλυση εκείνων των ομάδων της νέας εξωκοινοβουλευτικής αριστεράς που κινούνταν από ένα δεδηλωμένο επαναστατικό σχεδιασμό. Συγκεκριμένα, η αφήγηση επικεντρώνεται στην εμπειρία της Lotta continua- συνεχή Αγώνα, της οποίας η γένεση λαμβάνει χώρα στο Τορίνο εν μέσω των εργατικών αγώνων του «καυτού φθινοπώρου», αγώνες στους οποίους ενώθηκαν οι πιο πολιτικοποιημένες και μαχητικές φοιτητικές συνιστώσες που προέρχονταν από το ’68. Η Lotta continua υπήρξε, όντως, η κυριότερη πολιτική εξωκοινοβουλευτική δύναμη πρόθυμη να συλλέξει και να τροφοδοτήσει τους αγώνες των εργατών (in primis στη Fiat) για το σπίτι, ενάντια στην ακρίβεια της ζωής, στα σχολεία, για την υγεία, για τα πολιτικά δικαιώματα. Δεν είναι τυχαίο ότι η παρουσία και το ρίζωμα της Lotta continua ήταν δεύτερες μόνο μετά από εκείνες του κομμουνιστικού Κόμματος. Ταυτόχρονα, γίνεται λόγος για την παραβολή του ’77 και των κυριότερων κοινωνικών συνιστωσών του (από τους Κύκλους του νεανικού προλεταριάτου έως το φεμινιστικό κίνημα και στους  σχολικούς και πανεπιστημιακούς σπουδαστές), αφιερώνοντας επίσης άφθονο χώρο στις κινητοποιήσεις των εργαζομένων της περιόδου, στη σχέση του εργατικού κινήματος με τη διαμαρτυρία της νεολαίας και τη διασύνδεση του κινήματος του 1977 με το φαινόμενο της βίας και του ένοπλου αγώνα, σε μια περίοδο που χαρακτηρίστηκε από την άνοδο της Πρώτης γραμμής. Μέσω της χρήσης συχνά αδημοσίευτων πηγών, η μελέτη εκείνης της εμπειρίας συμβάλλει στην καλύτερη κατανόηση των διαδικασιών και της δυναμικής που συνέδεσαν την κρίση των επαναστατικών ομάδων και την έκρηξη ενός κινήματος που διέρρηξε τις ισορροπίες και τα πολιτικά πρότυπα τέκνα της οικονομικής έκρηξης.

Un assaggio…  Μια γεύση

Κατά τη διάρκεια των δεκαετιών που μας χωρίζουν από τα γεγονότα και τις καταστάσεις που περιγράφονται σε αυτό το βιβλίο έχουν επικρατήσει δύο οπτικές. Η πρώτη είναι αυτή της αποκαλούμενης «διάλυσης» της Lotta continua: ο Luigi Bobbio, στο βιβλίο του για την ιστορία της οργάνωσης, δήλωνε ότι «η ιστορία της Lotta continua ως οργάνωσης, τελείωσε οριστικά με το Συνέδριο του Ρίμινι το 1976» (1). Η δεύτερη αντιπροσωπεύεται από μια ορισμένη θεματοποίηση του ’77, όπως ήδη αναφέρθηκε στην εισαγωγή: το κίνημα αυτό δεν θα είχε ουσιαστικά καμία λύση συνέχειας με την προηγούμενη εποχή των επαναστατικών ομάδων και, με την κεντρικότητα της άσκησης βίας που είχε μέσα του, θα αποτελούσε ένα είδος προθαλάμου της δολοφονίας Μόρο. Τα δύο ζητήματα είναι στην πραγματικότητα άρρηκτα συνδεδεμένα. Κατά πρώτον, ήδη οι Guido Crainz και Enrico Deaglio είχαν ισχυριστεί στο παρελθόν ότι η Lotta continua παρέμεινε ενεργή ως εθνική οργάνωση τουλάχιστον μέχρι την απαγωγή του Moro (2). Πέραν των επίσημων πολιτικών πτυχών (οι συνεδριάσεις της εθνικής Επιτροπής συνεχίστηκαν τουλάχιστον μέχρι τα τέλη του 1977), οι οποίες από μόνες τους δεν μπορούν να πουν πολλά, η ανασυγκρότηση που γίνεται στις σελίδες αυτού του τόμου πιστοποιεί, τουλάχιστον πρώτα απ ‘όλα, ότι στο Τορίνο προτιμούν να μιλούν για αργή διάλυση της οργάνωσης και όχι για διάλυση […].

1. Cfr. L. Bobbio, Ιστορία της οργάνωσης Storia di Lotta Continua, cit., p. VII.
2. Cfr. Πως τέλειωσε η οργάνωση Come finì Lotta continua, «Micromega», 8/2006.

ISBN: 978-88-6548-266-7
PAGINE: ΣΕΛΙΔΕΣ 160
ANNO: ΕΤΟΣ 2018
COLLANA: ΣΥΛΛΟΓΗ I libri di DeriveApprodi Τα βιβλία
TEMA: ΘΕΜΑ Anni SettantaMovimentiViolenza rivoluzionaria
ΣΥΓΓΡΑΦΕΑΣ

ALBERTO PANTALONI

Είναι διδάκτωρ Ιστορικών Επιστημών και Documentarie με διατριβή στον Eric Hobsbawm. Είναι μέλος της κεντρικής συντακτικής ομάδας του περιοδικού κριτικής ιστορίας «Historia Magistra». Στις σπουδές του ασχολήθηκε κυρίως με την ιστορία των κοινωνικών και πολιτικών κινημάτων στην Ιταλία κατά τη δεκαετία του ’70, του κινήματος των γυναικών στον ιταλικό εικοστό αιώνα και την ιστορία της μαρξιστικής ιστοριογραφίας στη Μεγάλη Βρετανία.

ένοπλη πάλη, lotta armata

PRIMA LINEA Ένα νέο βιβλίο πηγαίνει στις ρίζες της Πρώτης γραμμής, τον άλλο ένοπλο αγώνα

 

Το «ένοπλο κόμμα» ήταν μια δημοφιλής έκφραση ανάμεσα στα τέλη της δεκαετίας του 1970 και τις αρχές της δεκαετίας του 1980. Δημοσιογραφικά αποτελεσματική, ήταν όμως λανθασμένη και παραπλανητική. Ακόμη και σήμερα επηρεάζει, παραμορφώνοντας, την εικόνα της ιστορικής αυτής φάσης. Στην πραγματικότητα απέδιδε την εικόνα ενός συνεκτικού ένοπλου μπλοκ παρά τις διαιρέσεις. Η όλη εμπειρία του ένοπλου αγώνα ήταν έτσι τυποποιημένη στις έννοιες και τις συνεκδοχές της κύριας οργάνωσης, η οποία όμως ήταν η μόνη που πραγματικά φαντάζονταν τον εαυτό της ως ένοπλο κόμμα: τις Ερυθρές Ταξιαρχίες. Η πραγματικότητα είναι ότι, αν υπήρχε ένα «ένοπλο κόμμα», υπήρξε επίσης και ένα «ένοπλο κίνημα» που ακολουθούσε πολύ διαφορετικές, και συχνά αντίθετες, συντεταγμένες και λογικές.

Η ΚΥΡΙΑ ΚΙΝΗΜΑΤΙΚΗ ΟΜΑΔΑ στα όπλα ήταν η Prima linea, η δεύτερη σημαντική ένοπλη οργάνωση, στην οποία ωστόσο η πληθώρα διαφημιστικών δραστηριοτήτων και η σπάνια ιστοριογραφία δεν έδωσαν μέχρι στιγμής ιδιαίτερη προσοχή, επικεντρωμένες όπως ήταν – και όπως παρέμειναν – στις Br και ειδικότερα στην εντυπωσιακότερη δράση τους, την απαγωγή Moro. Αυτό το κενό, το οποίο όμως δεν ήταν πλήρες, καλύπτεται τώρα από τον Andrea Tanturli, ερευνητή στη Φλωρεντία με το βιβλίο Πρώτη γραμμή. Ο άλλος ένοπλος αγώνας – Prima linea. L’altra lotta armata (1974-1981), vol. 1 (DeriveApprodi, pp. 380, euro 25).

Είναι ένα βιβλίο που πραγματικά δεν πρέπει να χάσουν όσοι ενδιαφέρονται για την ιστορία του ιταλικού επαναστατικού κινήματος της δεκαετίας του ’70. Αντιμετωπίζει την παραβολή της Pl με τα εργαλεία του ιστορικού, ακολουθώντας το χρονολογικό σχήμα αλλά χωρίς να επιδίδεται ούτε στην ανεκδοτολογία ούτε στο τυπικό δικαστικό μοντέλο που στολίζει περιγραφές επιθέσεων αλλά προσπαθεί αντ’ αυτού να ανακατασκευάσει, μέσα από ένα σχολαστικό έργο και επάνω σε ντοκουμέντα, τις πολιτικές ρίζες, την συγκυρία και το κοινωνικό πλαίσιο χωρίς τα οποία είναι αδύνατο να κατανοήσουμε την πραγματικότητα της Pl. Συγχρόνως συλλαμβάνει, μέσα στον καθόλου στρεβλωμένο καθρέπτη την ιστορία της Πγ, τη διαδρομή, το δίλημμα και τέλος την παθητική απόκλιση όλης εκείνης της πλευράς του κινήματος που, μετά από την καμπή, το ορόσημο του 1974, δεν είχε επιλέξει ούτε τη θεσμοποίηση ούτε το παράνομο κόμμα.

ΔΙΑΦΟΡΕΤΙΚΑ απ’ ότι οι Br που πάντα προσέχουν κυρίως στη βάση του Pci-Κκι και του παραδοσιακού εργατικού κινήματος, η Pl γεννιέται από το κίνημα και για το κίνημα. Οι μαχητές και τα ηγετικά στελέχη της, που προέρχονται κυρίως από τις εμπειρίες της συνεχούς Πάλης-Lotta continua και της εργατικής Εξουσίας-Potere operaio, διατηρούν επί μακρόν μια διπλή στράτευση: παρεμβαίνουν τόσο στις κοινωνικές συγκρούσεις όσο και στις ένοπλες ενέργειες. Καθ ‘όλη τη φάση της κυοφορίας και στα πρώτα χρόνια η περιοχή της Χωρίς ανάπαυλα-Senza tregua, μετασχηματισμένη αργότερα στην Πρώτη γραμμή, θεωρεί την ένοπλη εμπειρία αναστρέψιμη: ένα εργαλείο που πρέπει να χρησιμοποιηθεί ή να τεθεί κατά μέρος ανάλογα με τις συνθήκες και τις ανάγκες της ταξικής σύγκρουσης. Επί σειρά ετών περισσότερο «ημιπαράνομη-semiclandestina» παρά παράνομη, η Πγ είναι πολύ λιγότερο διαρθρωμένη από ότι οι BR, χωρίς μια πραγματική ομάδα κορυφής σε εθνικό επίπεδο, καθόλου προσεκτική στις ανάγκες του διαμερισμού, της τμηματοποίησης: συμβαίνει περισσότερες από μια φορές ορισμένοι αγωνιστές να αναγκάζονται να μη πάρουν μέρος σε ένοπλες δράσεις επειδή τραυματίστηκαν παίζοντας ποδόσφαιρο. Είναι παρούσα και δραστηριοποιείται κυρίως στο Μιλάνο, το Τορίνο και τη Φλωρεντία, εκτεινόμενη μέχρι τη Νάπολη. Από την άλλη πλευρά δεν πετυχαίνει ούτε η συνένωση με τους κομμουνιστικούς μαχόμενους Σχηματισμούς, παρά μια σύντομη φάση «ενοποιημένης διοίκησης», ούτε η «αποβίβαση» στην πρωτεύουσα, πιθανώς επειδή η ρωμαϊκή φάλαγγα των Br αποτελεί μια ανωμαλία, ούσα ένα είδος «κινηματίστικης φάλαγγας» .

Η ΟΡΓΑΝΩΣΗ αυτή καθεαυτή είναι ξεχωριστή από τις «ομάδες», οι οποίες έχουν το καθήκον να παρεμβαίνουν στο ζωντανό των συγκρούσεων με επιθέσεις λιγότερο στρατηγικού χαρακτήρα, έστω και αν στην πράξη οι δύο χώροι συχνά καταλήγουν να επικαλύπτονται. Η Pl γεννιέται αυστηρά συνδεδεμένη με τους αγώνες των εργατών, κυρίως σε καταστάσεις όπου το κίνημα είναι περισσότερο παρόν και οι συγκρούσεις περισσότερο αποφασιστικές, αλλά στη συνέχεια θα είναι προσεκτική στις συγκρούσεις που εξαπλώνονται στο κοινωνικό, στην οικολογία, την ηρωίνη, μέχρι τον φεμινισμό. Να την θεωρήσουμε «ένοπλο βραχίονα του κινήματος», τονίζει στον πρόλογο ο Tanturli, είναι όμως ένα λάθος. Η φιλοδοξία ήταν υψηλότερη: να κατευθύνει το κίνημα προς μια κατάληξη και μια νικηφόρα διέξοδο από την αντεπίθεση που έπαιρνε μορφή στο τέλος της ανερχόμενης φάσης της εργατικής σύγκρουσης.

Αυτό τον πρώτο τόμο, ο συγγραφέας αφιέρωσε εκτενώς στη φάση της «κύησης», ακριβώς τα έτη μεταξύ 1974 και 1977. Πρωταγωνιστής δεν είναι μόνο ο χώρος της Χωρίς ανακωχή-Senza tregua, από τον οποίο θα γεννηθεί η Pl, αλλά ολόκληρη η αυτονομία ιδιαίτερα η μιλανέζικη. Η εν λόγω διατομή επιτρέπει να γίνει o απολογισμός της συνολικής εικόνας και της συζήτησης μέσα στην οποία ωρίμασε η ένοπλη επιλογή, σε τομείς πάντα μειοψηφικούς αλλά όχι ασήμαντους του κινήματος. Ήταν μια σε μεγάλο βαθμό αμυντική κίνηση, η προσπάθεια να αποφευχθεί ένα αποτέλεσμα που εμφανίζονταν σε μια προοπτική ήδη καθορισμένη, μετά την αναδιάρθρωση που ακολούθησε το πετρελαϊκό σοκ του ’73, υψώνοντας το διακύβευμα και μετακινώντας το έδαφος της ταξικής σύγκρουσης.

ΣΤΟΝ ΔΕΥΤΕΡΟ ΤΟΜΟ ο Tanturli θα ασχοληθεί με την τελευταία φάση της υπόθεσης Pl: τις διασπάσεις, τις «στρατηγικές οπισθοχωρήσεις», τη διάλυση, τη συλλογική διάσταση. Αλλά ήδη στο τέλος αυτού του τόμου καταγράφεται η ήττα του στοιχήματος της. Η «κινηματίστικη-movimentista» ένοπλη οργάνωση κατέληξε υιοθετώντας εκείνο το ταξιαρχίτικο μοντέλο σε αντίθεση με το οποίο γεννήθηκε. Ο Tanturli δικαιολογεί το στρίψιμο στο τιμόνι με τις συνέπειες της απαγωγής του Μόρο, η οποία ανάγκασε να επικρατήσουν σε όλους οι έννοιες της στρατιωτικής σύγκρουσης έναντι των πολιτικών, αλλά κυρίως στη διάλυση του κινήματος. Χωρίς το οποίο η Pl δεν είχε πλέον λόγο να υπάρχει.

* Πηγή: Andrea Colombo, IL MANIFESTO

τα βιβλία του μιχάλη, i libri di michele

στη χώρα του ποτέ…η 20

Area – Luglio, agosto, settembre (nero)/La mela di Odessa – Ιούλιος, αύγουστος, σεπτέμβρης [μαύρος]/Το μήλο της Οδησσού

L’editore

Ο εκδότης

Ένας νεαρός σκηνοθέτης, ένας καθηγητής πανεπιστημίου, ένας βιβλιοπώλης και μια δημοσιογράφος συναντώνται στη διάρκεια ενός week-end στο  βουνό για να συζητήσουν την πιθανότητα να πραγματοποιήσουν ένα σενάριο ταινίας για την υπόθεση του Giangiacomo Feltrinelli, του εκδότη του ομώνυμου εκδοτικού οίκου που σκοτώθηκε εξ αιτίας μιας έκρηξης που στις προθέσεις του θα έπρεπε να γκρεμίσει έναν πυλώνα υψηλής τάσης στις Segrate, στις πόρτες του Milano.
Η ιστορία εκείνου του δράματος ξεδιπλώνεται μέσα από τη χρήση διαφόρων ηχογραφημένων αφηγήσεων (η ψυχρή επιστημονική γλώσσα των πρακτικών της αυτοψίας στο πτώμα, οι ειδήσεις και η ειδησεογραφική κάλυψη γεμάτη περιττά στερεότυπα, η προφορική διήγηση του κάθε μέλους του κουαρτέτου των »σεναριογράφων» που είχαν γνωρίσει από κοντά και σε βάθος τον πρωταγωνιστή του μυθιστορήματος)
Μέσα από μια εξαιρετική μέθοδο μοντάζ-συναρμολόγησης αυτών των διαφορετικών εγγραφών ο Balestrini καταφέρνει να τοποθετήσει το γεγονός του θανάτου του Feltrinelli στο πυρακτωμένο σκηνικό των κοινωνικών αγώνων των ετών μετά το ’68 απονέμοντας μια δίκαιη αξιοπρέπεια σε μια προσωπικότητα που για μεγάλο χρονικό διάστημα δυσφημίστηκε και μειώθηκε στη βαθμίδα ενός ρομαντικού ονειροπόλου μιας επαναστατικής ελπίδας ανέφικτης απατηλής και επικίνδυνης για το πεπρωμένο της δημοκρατίας.

http://www.deriveapprodi.org/2006/01/leditore/

Ο εκδότης – απόσπασμα από την όγδοη Σκηνή

….. το γεγονός είναι πως βρισκόμαστε εδώ τώρα να συζητάμε για εκείνη την ιστορία και να προσπαθούμε όπως λέγαμε πριν να της δώσουμε μια σημασία ένα νόημα μιαν αξία που σύμφωνα μ’ εμένα είναι σημαντική για να καταλάβουμε τις ιστορίες εκείνων των χρόνων

υπάρχουν οι δύο μεγάλες στιγμές της μετάβασης οι δύο στιγμές καμπή, οι δυο στιγμές ορόσημο που είναι ο θάνατος του εκδότη και στη συνέχεια, η απαγωγή Μόρο η πρώτη που παρήγαγε μια νέα συνείδηση το άνοιγμα μιας διαδικασίας μέσα από μια ρήξη με τις επαναστατικές παραδόσεις που πλέον ανήκουν στο παρελθόν όπως εκείνη της αντίστασης των παρτιζάνων και εκείνη της παλιάς εργατικής τάξης ενώ ανοίγεται ένας άλλος τρελός ιστορικός κύκλος, απίστευτος, που είναι η βαθιά τροποποίηση της εργασίας τίθεται σε κίνηση η κατασκευή μιας προσωπικής και συλλογικής υποκειμενικότητας που έχει αντιστραφεί πλήρως δηλαδή από μια ιστορία σε μιαν άλλη ιστορία από μια υποκειμενικότητα σε μιαν άλλη και τελειώνει η ταξική συνείδηση γεννιέται η αποκεντρωμένη συλλογικότητα τουλάχιστον έτσι λέγαμε κάποτε

η άλλη στιγμή μετάβασης είναι η απαγωγή Μόρο που είναι το βάναυσο τέλος αυτής της διαδικασίας η διαδικασία έχει πλέον επιβληθεί έχει μετατρέψει την κοινωνία έχει μετατρέψει τον κόσμο τον τρόπο ζωής των ανθρώπων τον τρόπο που σκέφτονται αγαπούν τις επιθυμίες και τις συμπεριφορές και αυτό κυρίως χάρη στον φεμινισμό λέει αυτός ευχαριστώ πολύ λέει εκείνη μετέτρεψε και τις λέξεις, ακόμη και το πώς διηγούνται οι ιστορίες και αυτό είναι μια μη αναστρέψιμη μετάλλαξη που σηματοδοτεί επίσης την επόμενη γενιά εκείνη των χρόνων της άμπωτης αυτά τα χρόνια 80 σάπια πλέον τώρα στο τέλος, άθλια, αν και κάνουν τα πάντα για να αποβλακώσουν τελείως αυτές τις νέες γενιές με την τηλεόραση με τα ναρκωτικά ενώ οι εφημερίδες τους εξηγούν πως αυτοί θέλουν μόνο την καριέρα και οικογένεια και ίσως τον θεό

οπότε λέει ο ξανθός αυτός ο θάνατος η ιστορία εκείνου του θανάτου θα μπορούσε να γίνει μια ιστορία που αφηγείται άλλες ιστορίες την ιστορία του ανθρώπου μας την δική μας ιστορία και την ιστορία τόσων πολλών άλλων ανθρώπων την ιστορία εκείνων των τόσο μακρινών χρόνων που είναι όμως τόσο κοντινοί μας διότι ακόμη και σήμερα εμείς είμαστε όλοι φτιαγμένοι από εκείνα τα χρόνια αυτής της ιστορίας και συνεπώς σε εκείνη την ιστορία υπάρχει επίσης η ιστορία αυτών των χρόνων αλλά είναι μια ιστορία που μιλά για τόσες πολλές ιστορίες που δεν θα βρεθούμε ποτέ σε θέση να γράψουμε θα μας έφτανε να καταφέρουμε να κόψουμε ένα μικρό κομμάτι το οποίο να μπορέσει λιγάκι να δώσει τουλάχιστον την αίσθηση εκείνης της ιστορίας

εγώ θυμάμαι είπε ο βιβλιοπώλης τις συζητήσεις εκείνων των ημερών που υπήρξαν μια σημαντική στιγμή διότι το διακύβευμα ήταν να δώσουμε την εικόνα εκείνου τον οποίον όλοι ήθελαν να ξεχάσουν έτσι όπως ήταν υπήρχαν αυτοί που είχαν μια τάση ευσεβίστικη, αυτοί που μιλούσαν για εμπλοκή της Cia όλοι ήθελαν να συγκαλύψουν να τον μεταμφιέσουν δεν ήθελαν να τον δουν σαν μια φιγούρα μέσα σε ένα πλαίσιο και μια συγκυρία που ήταν η κατάσταση εκείνων των χρόνων αυτός ο θάνατος συνέπεσε αμέσως με μιαν ακύρωση και έναν εμπαιγμό αυτής της προσωπικότητας αυτού του χαρακτήρα ακύρωση εμπαιγμό εκτοπισμό τροποποίηση όλα δηλαδή παρά να μιλήσουν για το ίδιο το πράγμα, για αυτό καθεαυτό φθάνει να κοιτάξετε τις εφημερίδες εκείνων των ημερών και καταλαβαίνεις άριστα την ανάγκη να μασκαρέψουν να εκτοπίσουν αυτό τον τόσο άβολο χαρακτήρα

σίγουρα του αναγνώριζαν το γεγονός πως είχε στήσει ένα απ’ τα καλύτερα στον κόσμο ινστιτούτα έρευνας και σπουδών επάνω στο εργατικό κίνημα του αναγνώριζαν τον διάσημο και αναγνωρισμένου κύρους εκδοτικό οίκο υπό το πρίσμα όμως της παρέκκλισης που του συνέβη και της αλλαγής που εκπληρώνει κάποια συγκεκριμένη στιγμή με το ξελόγιασμα του για τον Fidel που τα είδαν όλα αυτά γενικότερα σαν μια διανοητική του σύγχυση ενώ όλοι γνωρίζουμε πως οι αναφορές που γίνονταν τότε στον Φιντέλ και σε όλα τα διάφορα απελευθερωτικά κινήματα δεν ήταν εμμονές και ξελογιάσματα μα ήταν οι πραγματικότητες μέσα στις οποίες κινούμασταν ήταν το τοπίο η συγκυρία το πλαίσιο μέσα στο οποίο και τα πράγματα που γίνονταν στην Ιταλία είχαν τη θέση τους την ένταξη και την αίσθηση τους, το νόημα τους

αυτός τυπώνει τα γραπτά του Fidel και του Che νωρίτερα όμως τύπωσε βιβλία επάνω στην αλγερινή επανάσταση και η εφημερίδα Il Giorno του Italo Pietra καταπιάνονταν με την Algeria μα ήταν η εφημερίδα του Mattei συνεπώς υπήρχε οικονομικό ενδιαφέρον και συμφέρον με την έννοια πως στην μέση υπήρχε το πετρέλαιο της Σαχάρα ήταν μια έξυπνη στρατηγική του Mattei που έλεγε εμείς υποστηρίζουμε τον αλγερινό ανταρτοπόλεμο και όταν αυτός νικήσει με την Γαλλία εμείς θα έχουμε το πετρέλαιο της Σαχάρα μετά ο Mattei πεθαίνει πέφτοντας μυστηριωδώς με το αεροπλάνο του και ένα μήνα αργότερα θυμάμαι σαν περίεργο γεγονός σε όλη την Ιταλία ανοίγουν πρατήρια διανομής Total η γαλλική βενζίνη η οποία όσο ο Mattei βρίσκονταν στη ζωή στην Ιταλία δεν υπήρχε

εκείνη όμως του εκδότη ήταν μια περίπτωση στράτευσης παρείχε εργαλεία στο ιταλικό κίνημα κι αυτός όχι μόνο τύπωνε τα ντοκουμέντα του αλγερινού αντάρτικου μα ήταν επίσης μέσα σε πρώτο πρόσωπο στο reseau Jeanson [1] και είναι εκεί που τον γνώρισα αυτός παρενέβαινε στα πράγματα άμεσα σαν αγωνιστής υπήρχε ίσως και λιγάκι αφέλεια στο πάθος του στην εξέγερση του ενάντια στην καταπίεση και την αδικία που τον έσπρωχναν να κάψει τους χρόνους και να υπερπηδήσει τις διαμεσολαβήσεις σίγουρα στη δράση του υπήρξαν λάθη και αυτοσχεδιασμοί πιθανότατα διέπραξε λόγω γενναιοδωρίας μοιραία λάθη απερισκεψίας που ίσως του κόστισαν τη ζωή

ναι λέει ο ξανθός μα τώρα εγώ νομίζω πως πρέπει να μιλήσουμε και για μια άλλη μεγάλη αποσιώπηση το γεγονός πως όλη η κοινωνία εκείνων των καιρών δεν θέλει να δώσει νομιμοποίηση στον σκληρό εργατικό αγώνα που ξεχύθηκε δυναμικά με το θερμό φθινόπωρο του 69 είναι σαν ολόκληρη η ιταλική κοινωνία να θέλει να τον εξορκίσει και βρίσκει τους λόγους της απόρριψης της στα στοιχεία της αναπόφευκτης βίας μέσα στον σκληρό αγώνα αυτής της νέας εργατικής τάξης που είναι θυμωμένη που κάνει αυτά τα πράγματα και που μέσα στην κοινωνική σύγκρουση συνδέεται με την ριζοσπαστικότητα των νέων οπότε ενάντια σε αυτούς χρησιμοποιείται η βία για να τους καταστρέψουν και ταυτόχρονα τους κατηγορούν για βιαιότητα για απόπειρα και επίθεση ενάντια στους κανόνες της δημοκρατίας ή της δημοκρατικής νομιμότητας όπως λεν οι κομουνιστές κι αυτή είναι η βρώμικη δουλειά των μέσων μαζικής ενημέρωσης και των διανοούμενων της εποχής

η οπτική του Pci και των προοδευτικών δημοκρατών ήταν εκείνη του εργάτη φορέα υγιών αξιών των ηθικών αξιών του σοσιαλισμού της κοινωνίας της εργασίας στην οποίαν αντιπαρατίθεται η ιδέα αυτού που ονομάσαμε η απόρριψη της εργασίας  δηλαδή της τάξης που έχει αρνηθεί ως μοίρα αυτή του εργάτη αυτή είναι η θεμελιώδης σύγκρουση των χρόνων 70 μια πολιτιστική σύγκρουση βασισμένη στην αδυναμία τους να αντιληφθούν τις νέες πολιτιστικές αξίες της ζωής της ύπαρξης και που δημιουργεί μια αγιάτρευτη διάσπαση διότι αυτοί παρότι συνδικαλίζονται και ανήκουν στο Κκι δεν μπορούν να ανεχθούν πως εγώ παιδί εργάτου κάνω τους αγώνες για να αρνηθώ τον εαυτό μου ως εργάτη αλλά όπως εσύ τους αγώνες πρέπει να τους κάνεις για τις μισθολογικές αυξήσεις  ναι όμως συμβατές με το γεγονός πως πρέπει να παραγάγεις περισσότερο μα σκατά λέω εγώ τους αγώνες τους κάνω για να μην είμαι πλέον εργάτης ποτέ πια

είναι εδώ που λαμβάνει χώρα το πέρασμα από μια μορφή αντίστασης σε σχέση με την αντεπανάσταση σχετικά με το πραξικόπημα που είναι μια μορφή η οποία για τους νέους για το κίνημα δεν αρκεί πλέον περνούμε στο γεγονός πως θέλουμε να μετατρέψουμε ριζικά και βίαια την κοινωνία δηλαδή η επανάσταση να λοιπόν όλο αυτό μετά τον θάνατο του εκδότη κάτω από τον πυλώνα έρχεται δραματικά να αποκαλυφθεί όχι μόνο σαν θεωρία και σαν σχεδιασμός αλλά επίσης και σαν καθημερινή πρακτική και τότε ξεσπά εξαπλώνεται ανεξέλεγκτα αυτή η πολυπλοκότητα αυτό το σύμφυρμα, questo mélange, αυτό το κοκτέιλ μολότοφ εμπειριών που στοχεύουν όλες σε μια επαναστατική αλλαγή

έτσι ήταν λέει αυτός και το εμβληματικό ραντεβού του θανάτου του εκδότη αντιπροσωπεύει αυτά τα μονοπάτια τα αντιπροσωπεύει αντικειμενικά αυτά τα βήματα δεν μπορούσε να βρίσκεται σε αυτόν μια οπτική και μια πρόβλεψη διαυγής και ξεκάθαρη όπως δεν μπορούσε να υπάρχει σε κανέναν από εμάς  σε μια περίοδο τόσο αντιφατική και ταραχώδη αυτός είναι το άθροισμα όλων των αντιφάσεων όπου το παλιό και το νέο δεν επιλύονται αλλά αθροίζονται συγκρούονται επικαλύπτονται αναμιγνύονται αλλά αυτός όλων αυτών των πραγμάτων είναι πάντοτε ένας μάρτυρας παθιασμένος τίμιος  βαθιά πληγωμένος που είναι πάντα σε αναζήτηση αυτών των πραγμάτων και έχει κατακλυστεί από αυτά τα πράγματα διεγείρει αυτά τα πράγματα κλείνει-τείνει προς τον κόσμο που αλλάζει μέχρι το σημείο να μεταβάλει την σχέση του με τη δουλειά του με την πολιτιστική του συνθήκη με την τάξη του με την κληρονομιά του και με την οικογένεια του

1 – Le réseau Jeanson était un groupe de militants français, agissant sous les directives de Francis Jeanson, qui opéra en tant que groupe de soutien du FLN durant la guerre d’Algérie, principalement en collectant et en transportant fonds et faux papiers.                   Το δίκτυο Jeanson ήταν μια ομάδα Γάλλων αγωνιστών, που ενεργούσε υπό την καθοδήγηση του Francis Jeanson, η οποία λειτουργεί ως ομάδα υποστήριξης του FLN κατά τη διάρκεια του πολέμου στην Αλγερία, κυρίως με τη συλλογή και τη μεταφορά πόρων και πλαστών εγγράφων.

http://www.nannibalestrini.info/libri/narrativa/editore/editore8/

 

συνεχίζεται

τα βιβλία του μιχάλη, i libri di michele

ΨΨ. χόρεψες πάνω στο φτερό του καρχαρία – 18

Δύο μόνο λόγια, και πολύ τους πάει, για τη διαφορά ημών και υμών. Εκτός των πολλών άλλων είναι η οργάνωση των αντιδομών για τις οποίες έχουμε εκτενώς μιλήσει. Και πράξει φυσικά. Τα κύτταρα της ‘άλλης’ κοινωνίας που οργανώνεται ζει και υπάρχει ήδη, εδώ και τώρα. Στις 28 του περασμένου Οκτώβρη ‘κάποιοι’ αναλώθηκαν στα γιούχα στους επίσημους της παρέλασης. Και όταν συνάντησαν συντρόφους τους λοιδόρησαν πως ενώ αυτοί ’επαναστατούσαν’ οι άλλοι απουσίαζαν. Δεν γνώριζαν βλέπετε πως οι σύντροφοι για το ίδιο απόγευμα ετοίμαζαν συζήτηση και παρουσίαση προτάσεων για την αλληλέγγυα οικονομία, με εκπρόσωπους εγχειρημάτων. Οι μεν ‘εξαργύρωσαν’ στις εκλογές τη συμμετοχή στα γιούχα και στις πλατείες,της παρουσίας τους σε ένα σύστημα που στηρίζουν με τα μπούνια! Οι δε συνεχίζουν με την παρουσία τους σε όλα τα αυτο οργανωμένα εγχειρήματα άμεσου κοινοτισμού. Αυτοί με την ψήφο, οι άλλοι με την πράξη, με την οργάνωση στην πράξη, με άμεση δράση για την άλλη πρόταση και λύση! Ένα δύσκολο κομμάτι.

Τι κρατώ από την ιστορία αυτών που πέρασαν κάποτε,παλιότερα, από αυτό τον τόπο και με εντυπωσίασαν, στην πράξη. Είναι αυτό που νιώθω σαν δικό μου παρελθόν, αυτό που αγαπώ σαν πατρίδα. Αθήνα, Σόλων,σεισάχθεια, Περικλής,Δημοκρατία, Θεμιστοκλής, Μιλτιάδης, τραγικοί, τέχνες, Επίκουρος, φιλοσοφία, Πλάτων, Σωκράτης και προσωκρατικοί, και ένας ατέλειωτος κατάλογος ανδρών και έργων που θεμελίωσαν τον παγκόσμιο πολιτισμό και μίλησαν και έγραψαν στην ελληνική γλώσσα εκείνων των καιρών. Και δεν ήταν με τίποτα όλοι αυτοί Αθηναίοι φυσικά. Έχουμε τη Σπάρτη που για κάποιον ανεξήγητο λόγο με γοήτευσε περισσότερο. Δεν αγαπούσαν το χρήμα.

Τιμούσαν τη γυναίκα περισσότερο από όλους τους άλλους Έλληνες, και από τα 6 ζούσαν όλη μέρα στο στρατόπεδο όπου γυμνάζονταν και συζητούσαν. Πολύ κοντά στον κοινοτισμό,στα σπάργανα του. Μη ξεχνάτε όσοι δεν προσέχετε την λεπτομέρεια ότι ζούσαν σε φάλαγγα! Αυτή τελειοποίησαν όσο κανείς άλλος, από σχεδόν μωρά ως τα 65 ζούσαν και ανέπνεαν σε φάλαγγα και ακουμπούσαν τη ζωή τους την ίδια στον διπλανό.Αυτόν στα αριστερά τους προστάτευαν μια ζωή.Ήταν σίγουρα στρατοκράτες. Είπαμε όμως πως θα διαλέξουμε αυτά που προτιμούμε, για να συνθέσουμε και όχι να αντιγράψουμε. Ίσως αυτό που με εντυπωσίασε περισσότερο, όχι ίσως, σίγουρα ναι, η καθημερινή τους άσκηση από παιδιά να μη φοβούνται τον θάνατο! μεγαλειώδες. Σιωπώ. Στη Θήβα ανέπτυξαν όσο κανείς άλλος τη φιλία, την αγάπη στο φίλο, στη λοξή φάλαγγα. Η αμφισεξουαλικότητα στα καλύτερα της. Εκπαίδευσαν το Φίλιππο που ήξερε να παρατηρεί και τελειοποίησε ακόμη περισσότερο τη φάλαγγα σαν πολεμικό όπλο. Αυτός δεν πρόλαβε να το δείξει, ο γιος του εκτοξεύτηκε, ήταν κοσμοπολίτες και οραματιστές. Σε συνομοσπονδία θέλησαν να ενώσουν,τους Έλληνες πρώτα, και όλους τους υπόλοιπους στη συνέχεια. Το όραμα το είχε ο ΠΑΤΈΡΑΣ, ΤΟ ΈΚΑΝΕ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΌΤΗΤΑ Ο ΓΙΌΣ ΠΟΥ ΕΊΧΕ ΤΗΝ ΟΡΜΉ. Και τον χρόνο, όσο πρόλαβε.

Η πιο παρεξηγημένη για μένα μορφή στον αντί εξουσιαστικό χώρο. Λες και άνθρωποι που έζησαν πάνω από 2000 χρόνια πριν θα έπρεπε να σκέφτονται όπως εμείς. Άκρως αντί ιστορική και αντί διαλεκτική σκέψη. Όταν πράγματα και θάματα,για εμάς αδιανόητα,για εκείνους ήταν φυσιολογικά.. Δεν θα επεκταθώ περισσότερο, αυτός που μελετά χωρίς κολλήματα και παρωπίδες,που λέει αυτό που τον εντυπωσιάζει χωρίς να φοβάται μήπως και δεν γίνει αρεστός, καταλαβαίνει, αντιλαμβάνεται. Κι έρχεται το Βυζάντιο. Εκεί έλληνες και ρωμαίοι, άντε να ξεχωρίσεις. Η κουλτούρα πάντως είναι λατινική, γλώσσα η ελληνική αναγκαστικά, αιώνες τώρα αυτή ακούγεται και μιλιέται στα πέρατα της γης. Τα αγγλικά του τότε. Ελληνικά ονόματα αλλά Ρωμαϊκή νοοτροπία πλέον, θεοκρατία αλλά και κοσμοπολιτισμός, αληθινό σταυροδρόμι το μικρούλι Βυζάντιο,που γίνεται η τεράστια Κωνσταντίνου Πόλις. Που θα αναπτυχθεί, για να ενώσει αργότερα στα εδάφη της έναν άλλο μεγάλο πολιτισμό ο οποίος θα συνεχίσει την πορεία της μεγαλούπολης προς τα μπρος από εκεί που σταμάτησαν Έλληνες και Ρωμαίοι. Στα θετικά ο κοινοτισμός ξανά,που αναπτύχθηκε αυτή τη φορά στα μοναστήρια,η αγάπη για τον συνάνθρωπο και η προσπάθεια για το ‘αδύνατο’. Με την αρνητικότατη συμπεριφορά που επέδειξαν όμως τις μέρες εκείνες τις φοβερές της τελευταίας πολιορκίας ,όπου άστραψε με το παράδειγμά του ο τελευταίος Παλαιολόγος με τους λιγοστούς άνδρες του,και τους χιλιάδες μοναχούς κλεισμένους στα μοναστήρια να παρακαλούν για το ‘θαύμα’.

Που μόνο ο αγώνας, η μάχη στα τείχη, και η διπλωματία ίσως θα μπορούσαν να επιτύχουν! Χίλιες φορές το αίμα που χύθηκε να ήταν θυσία στη μάχη και όχι ‘προσφορά’στην σφαγή που ακολούθησε την κατάληψη της Πόλης. Που υπερασπίστηκαν με αυτοθυσία και ο Ιουστινιάνης με το Γενουίτικο τάγμα του, ιταλός ευγενής που δεν το έσκασε όπως χιλιάδες έλληνες ‘πατριώτες’ έπραξαν.[Νομίζω πως από την Γένοβα κατάγονταν οι υπερασπιστές της Πόλης και όχι την Βενετία, πάλι σας αφήνω να το ψάξετε εσείς, η μνήμη απατά πολλές φορές]. Λέτε από τα χρόνια εκείνα να κατάγεται η προσφυγή των ελλήνων σε αφεντικά; ! Καλύτερα ή χειρότερα, κάθε φορά που πρέπει να σκεφτούν σοβαρά τα της τύχης τους; Αναζητούμε το καλύτερο αφεντικό μόλις βρούμε τα ζόρια αντί να γίνουμε εμείς οι κύριοι του εαυτού και της μοίρας μας! Το σαρίκι είναι καλύτερο,ή η τιάρα; Ή μήπως τίποτα από τα δύο ;

Ανακεφαλαιώνω : Ήξεραν κάποια στιγμή οι φίλοι μου να ζουν και να πεθαίνουν για τα κοινά, όχι για το μερικό. Συζήτησαν,συν διαμόρφωσαν, δίκασαν οι ίδιοι, με κλήρο και ανακλητοί. Έδειξαν εμπιστοσύνη, αγάπησαν τον διπλανό τους, τον έκαναν φίλο, στη φάλαγγα, μαζί. Προστάτευσε ο ένας τον άλλο, με τους ικανότερους στο δεξί, ισάξιους και χωρίς προνόμια. Δεν υπήρχε ασπίδα στο δεξί να προστατεύει. Εκπαιδεύονταν όλοι μαζί, ήταν όμοιοι, σε όλα, δεν είχαν χρήμα, έτρωγαν μαζί, το ίδιο, μαζί με τον βασιλιά τους. Αξίες τους η αυτοθυσία, η δόξα της πόλης, και ο ηρωισμός, για το κοινό καλό.

Ξέχασα όμως το καλύτερο: δεν χτυπούσαν ποτέ πισώπλατα, μόλις ο αντίπαλος πετούσε το όπλο και την κοπανούσε σταματούσαν την προέλαση, πατριώτες του κώλου που χτυπάτε ανυπεράσπιστους πάντα. Και δεν χρησιμοποιούσαν τόξα, δεν καταδέχονταν να πολεμήσουν από μακριά, μόνο σώμα προς σώμα. Δεν ντρέπονταν το γυμνό,σεμνότυφοι ανέραστοι νεοέλληνες. Αγαπούσαν το σώμα,δεν το φοβούνταν. Αγάπησα τον Αλέξανδρο γιατί αγαπούσε τον Αχιλλέα και αυτόν γιατί αγάπησε τον Πάτροκλο. Δεν φοβήθηκαν να αναμετρηθούν με την ιστορία, να αναμετρηθούν με τον εαυτό τους και να ξεπεράσουν τα ανθρώπινα όρια.Γιατί προτίμησαν τη δόξα από το μαλακό κρεβάτι και την καλή ζωή. γιατί κυνήγησαν το όνειρο με πάθος, μέχρι το τέλος. Τον Λεωνίδα, τον Γκεβάρα.Και τον Ντουρούτι επειδή ήταν ο εαυτός του. Aγάπησα και τον Γεώργιο Καραϊσκάκη γιατί εκτός από οπλαρχηγός ήταν και πουτάνας γιος και αυτοσαρκαζόταν και έδωσε το όνομά του στο φοβερό μας γήπεδο! Μου αρέσει η επική μουσική, δεν θα κουραζόμουν να ακούω όλη μέρα τους Πίνκ Φλόϊντ, μου αρέσει και η καθαρότητα και η γλύκα των Τζέϊμς. ‘Εσύ εκεί, κι ο έρωτάς σου διαταγή και τελεσίγραφο’.

‘Είναι κάτι παιδιά που δεν γίνονται άντρες’, και brothers in arms, και child in time και smoke on the water και Metallica και τον συνταγματάρχη Otello de Carvallo στην επανάσταση της Πορτογαλίας που έριξε τη χούντα του Σαλαζάρ. ‘Για μένα τραγουδώ’, και ‘σφεντόνα’,και Zombi από τους Γκράμπερις … Και φυσικά Θανάσης Παπακωνσταντίνου. Και Έμινεμ.

Οι νέοι εδώ και χρόνια,μόνοι ολομόναχοι,κυνηγάνε και σκοτώνουν τέρατα στην εικονική πραγματικότητα των video games, έχουν για ινδάλματα ψεύτικους σούπερ ήρωες, ζουν στα σκοτάδια και στην απομόνωση του δωματίου, ή τη νύχτα σε κωλόμπαρα με μαφιόζους, καταπιεσμένους και κορίτσια που εκδίδονται για να την βγάλουν, κοπέλες που συνήθως εκμεταλλεύονται μαφιόζοι φασίστες. Έχουμε πιάσει πάτο, δεν ξέρω αν υπάρχει πιο κάτω στην ανθρώπινη συμπεριφορά,στην χυδαιότητα. ‘Μπήκαν στην πόλη οι οχθροί’. ‘People have the power’, easy rider, ‘born to be wild’. Μίνι φούστα,μακριά μαλλιά και ανατροπή του καθωσπρεπισμού που επικρατεί, μαριχουάνα και lsd. ‘Satisfaction’. ‘Lusy in the sky with diamonds’. ‘Για και χαρά σου Βενετιά’, ‘γιατί θαρρείς με κέφι τραγουδάμε’, ‘έβαλε ο Θεός σημάδι’, ‘υπομονή’ και πάει λέγοντας, Κι αν πάμε πιο πέρα θα γίνει της ‘πουτάνας’, όπως στον τελικό που χτίζουμε χρόνια τώρα σε χίλια μετερίζια, τούβλο τούβλο.

Butch Cassidy and ….

Δεν φοβόμαστε τον πόλεμο γιατί είμαστε παιδιά του Βελουχιώτη και πολεμάμε ξεκούραστα στον ίσκιο που δημιουργούν τα βέλη που μας ρίχνετε σωρηδόν στον πρωϊνό ήλιο. Κι όπως έλεγε ο Μπουεναβεντούρα Ντουρούτι ,’χτίστες και μαστόρια είμαστε, ξέρουμε να χτίζουμε πολύ καλά από την αρχή αυτό που έχουμε σκοπό να καταστρέψουμε και ζέχνει, πτώμα σκοτωμένο, βρωμερό’! Ο καναπές σου η συνενοχή σου, γιατί ‘δεν σε Sony’ φίλε. Όταν βλέπω λοιπόν το πώς πλάστηκε η ψυχή μου, πώς δημιουργήθηκαν τα εσώψυχα μου σκέφτομαι τη μουσική, αυτή που άκουσα από μικρός και από πάντα, και δημιούργησε τον ψυχισμό μου. Πρώτα πρόσεχα τη μελωδία, μετά και τα λόγια, ειδικά στην ξένη μουσική που άργησα να καταλάβω τον στοίχο, και αυτό όχι πάντα. Το μίγμα άρχισε να γίνεται εκρηκτικό όσο μεγάλωνα και αποκτούσα συνείδηση αυτών που συνέβαιναν. Αυτή λοιπόν είναι η ελληνικότητά μου, η Γη που με γέννησε και με μεγάλωσε και με δημιούργησε, για την οποία ανέκαθεν καυχήθηκα, όπου κι αν βρέθηκα. Η Ιθαγένειά μου λοιπόν. ‘γεννήθηκα, χίλια μύρια κύματα, είδα τον παππούλη μου, ακούς να λένε στα χωριά, ο καλόγερος, ερωτικό, τη μέρα της πεντηκοστής, αντρικός χορός, μάνα.’ Θήτευσα στην αυτονομία, ντόπια και οικουμενική. ‘Τα λόγια και τα χρόνια, το καριοφίλι μάνα μου, πήραν τ’ ανάπλι, μαλαματένια λόγια, στη βρύση και στον ποταμό, τη δόξα των ανθρώπων, πρόλογος για τον Αθανάσιο Διάκο.’ Και ‘πεθαμένες καλησπέρες’, ‘βαριά ποτά βαριά τσιγάρα’ Το άδικο το ζούμε μέσα από την κούνια μας. Και αν το μισό άδικο είναι η διαχρονική συμπεριφορά της εξουσίας έναντι των καταπιεσμένων, το άλλο μισό βρίσκεται στην ιστορική αδικία της ύπαρξης καταπιεστών και καταπιεζόμενων. ‘Ο τηλεθεατής δεν είναι εγκληματίας. Είναι ο πρεζάκιας της χιλιετίας.’ ‘Λευτεριά στους καταπιεσμένους τηλεθεατές.’

Η καλλιέργεια κρατάει τα μάτια του ανθρώπου ανοιχτά. Η ομορφιά είναι που γεμίζει αρετή Η πιο επαναστατική πράξη είναι να ξεχωρίζει κανείς από τη χειραγωγημένη μάζα, να ακολουθεί τον εαυτό του και να πραγματώνεται σαν άνθρωπος. Αυτό εξυψώνει το ανθρώπινο γένος.

Οι άνθρωποι της εξουσίας δεν πρόκειται να εξαφανιστούν οικειοθελώς, το να προσφέρεις λουλούδια στους μπάτσους απλώς δεν θα έχει κανένα αποτέλεσμα…. ο μόνος τρόπος που θα άντεχα να δω μπάτσους να τους προσφέρουν λουλούδια θα ήταν σε γλάστρα από ψηλό μπαλκόνι. Ουίλιαμ Μπάροουζ.

Να ακούσουμε τον S.Tankian. We don’t need your democracy, execute them kindly for me Take them by their filthy nostrils. We don’ t need your hypocrisy, execute real democracy, powt-industrial society The unthinking majority. Anti-depressants controlling tools of your system making life more tolerable. I believe that you are wrong, insinuating they hold the bomb Clearing the way for the oil brigade.

Υπάρχει ένας αστερισμός κοινοτήτων και συλλογικοτήτων, δομών, κινημάτων κοινωνικών αντι θεσμών που στηρίζονται στην καθημερινή άμεση πράξη χιλιάδων ανθρώπων στην Ελλάδα και εκατομμυρίων στον κόσμο οι οποίοι δεν περιμένουν την ‘κατάλληλη ώρα’ ή τον ‘καλύτερο συσχετισμό’, όπως και τότε. Το κυρίαρχο μοντέλο είναι αυτό του εμπορεύματος που έχει ανταλλακτική αξία, και της ανταγωνιστικής ιδιοκτησίας. Έτσι λοιπόν όσοι αντιτίθενται σε αυτό το μοντέλο προτείνουν και ζουν ήδη την χρηστική αξία και το μοίρασμα. Ελεύθερη πρόσβαση στα αγαθά χωρίς χρήμα και αγορά, ελεύθερη συνεργασία. μοντέλο συνένωσης ικανοτήτων και δραστηριοτήτων με βάση την αμοιβαιότητα και συμπληρωματικότητα. Νοηματοδοτούμε λοιπόν τη ζωή μας διαφορετικά, συστήνουμε έναν κοινωνικό δεσμό διαφορετικού τύπου, ικανό να αναπτύξει και να προστατεύσει μια ζωή άξια να βιωθεί, πέρα από τη γύμνια της επιβίωσης, την καταστροφή της ζωής που επιφυλάσσουν ως μέλλον μας. Αν το κύτταρο της καπιταλιστικής οικονομίας είναι το εμπόρευμα γύρω από το οποίο οργανώνεται η εκμετάλλευση της εργασίας για την παραγωγή του και ο ατομικός ανταγωνισμός για την κατοχή του, το κύτταρο της απελευθερωμένης κοινωνίας είναι τα κοινά, η συνεργατική οργάνωση για την παραγωγή και η ελεύθερη,ισότιμη πρόσβαση στα αγαθά.

το τελευταίο τηλεφώνημα στην οικογένεια Μόρο

  • Κοιμήθηκα με υπνόσακο στην εθνική, στα παρτέρια ανάμεσα στους αυτοκινητόδρομους. Σε παραλίες και χωράφια, στο βουνό στα χιόνια και σε πάρκα. Κοιμήθηκα και σε πολυτελή ξενοδοχεία, σε καμπίνες και στο κατάστρωμα πλοίων, όπως και σε χαμόσπιτα, σε υγρά υπόγεια και σε φανταστικές σοφίτες. Οι ιταλοί είναι μάστορες στις ανακαινίσεις. Θυμάμαι ζούσα κάποιο διάστημα σε ένα στούντιο στο ενδιάμεσο δύο ορόφων, σε ένα παλιό κτίριο, ψηλοτάβανο, στο κέντρο της Φλωρεντίας,με απίστευτη διαρρύθμιση. Δίχως παράθυρα, έμπαινες σκύβοντας από μια εξαιρετικά μικρή πορτούλα στο ύψος ενός μικρού παιδιού. Έξω από τη Νάπολη ταξιδεύοντας προς νότο για να πάρω το πλοίο για Ελλάδα κάνοντας ωτοστόπ, με μάζεψαν δύο νεαροί με ένα χιλιο τρυπημένο από σφαίρες αυτοκίνητο. Απ’ ότι μου είπαν μόλις ξεψάρωσα το είχαν σκάσει από ένα μπλόκο λίγη ώρα πριν, όταν τους κυνήγησε η αστυνομία. Κουβαλούσαν παράνομες κούτες με τσιγάρα όταν αποπειράθηκαν να τους σταματήσουν.

Prospero Gallinari μια ιστορία του εννιακόσια 2

αλλάζω σελίδα : ας ακούσουμε τον Πιερ Ροζανβαλόν της »κοινωνίας των ίσων» [εκδόσεις Πόλις] σε απόσπασμα συνέντευξης στο Le Nouvel Observateur, από την Εφημερίδα των Συντακτών :

»η ιδέα να οικοδομήσουν μια »κοινωνία των ίσων»ήταν κεντρική το 1789. η προοπτική ήταν να εγκαθιδρυθεί ένας κόσμος χωρίς προνομιούχους, στον οποίον καθένας θα είχε τα ίδια δικαιώματα, θα αναγνωρίζονταν και θα γινόταν σεβαστός ως εξίσου σημαντικός με τους άλλους. η έννοια της ισότητας όριζε έτσι πάνω απ’ όλα μια μορφή κοινωνικής σχέσης. αυτή η ισότητα σχέση αρθρωνόταν γύρω από τρεις μορφές : την ομοιότητα, την ανεξαρτησία και την ιδιότητα του πολίτη. η ομοιότητα έχει το νόημα μιας ισότητας-ισοτιμίας : να είσαι όμοιος σημαίνει να ανήκεις στην ίδια ανθρωπότητα κόντρα στο γεγονός του προνομίου.

η ανεξαρτησία είναι μια ισότητα -αυτονομία : ορίζεται αρνητικά ως απουσία υποταγής στις σχέσεις μεταξύ των ατόμων και θετικά ως ισορροπία της συναλλαγής. η ιδιότητα του πολίτη είναι μια ισότητα-συμμετοχή : τη συγκροτούν η πολιτική δραστηριότητα και η κοινότητα στην οποία ανήκει ο πολίτης.. το σχέδιο της ισότητας ως κοινωνικής σχέσης εκφράστηκε συνεπώς στην Γαλλία και στις Ηνωμένες Πολιτείες με τις μορφές ενός κόσμου ομοίων,μιας κοινωνίας ατόμων και μιας κοινότητας πολιτών.

η ισότητα γινόταν κατ’ αυτόν τον τρόπο αντιληπτή ως σχετική θέση των ατόμων, κανόνας των αμοιβαίων σχέσεών τους και αρχή συγκρότησης του κοινού τους βίου. μου φάνηκε θεμελιώδες να επιστρέψω σε αυτήν την ιδρυτική διάσταση σε μια περίοδο κατά την οποία η έκρηξη των οικονομικών και κοινωνικών ανισοτήτων ακυρώνει την έννοια της κοινωνίας των ομοίων και τον στόχο των πολιτών να ανήκουν σε έναν κοινό κόσμο….

έχουμε πράγματι ανάγκη να αναβαπτιστούμε σε αυτό το επαναστατικό πνεύμα σήμερα προκειμένου να βγούμε από το αδιέξοδο….

ενώ η ισότητα υπήρξε »η ιδέα-μητέρα»της Επανάστασης [για να επαναλάβουμε την περίφημη διατύπωση του Νεκέρ], η ανάπτυξη των ανισοτήτων είναι σήμερα η δύναμη που κινεί τον κόσμο….

όλες οι έρευνες καταδεικνύουν πως το συναίσθημα ότι ζούμε σε μια άδικη κοινωνία είναι πλειοψηφικό. αλλά οι παράγοντες που παράγουν αυτές τις ανισότητες – μα ορισμένη στρεβλή φιλοσοφία της ισότητας των ευκαιριών, η εξύμνηση της αξιοκρατίας ή οι μηχανισμοί του ανταγωνισμού  – γίνονται ταυτόχρονα ευρέως αποδεκτοί. το διαδεδομένο συναίσθημα ότι οι ανισότητες είναι ‘υπερβολικά μεγάλες» και »σκανδαλώδεις» γειτνιάζει με μια σιωπηλή αποδοχή των πολλαπλών ειδικών τους εκφράσεων,καθώς και με μια κρυφή αντίσταση στην πρακτική τους διόρθωση.

από δω πηγάζει το γεγονός ότι μια πλειοψηφική κοινωνική δυσαρέσκεια μπορεί να συνδέεται με μια αδρανή παθητικότητα απέναντι στο γενικό σύστημα των ανισοτήτων. στιγματίζουν έτσι δημοσίως τις ανισότητες γενικά, ενώ αναγνωρίζουν έμμεσα ως θεμιτά τα ειδικά κίνητρα που τις καθορίζουν. αποκάλεσα αυτό το φαινόμενο »παράδοξο του Μποσιέ», αναφερόμενος στην περίφημη παρατήρηση του Μποσιέ : ‘ο Θεός γελά με τους ανθρώπους που παραπονιούνται για τις συνέπειες, ενώ αγαπούν τις αιτίες’.

τα κινήματα ‘των αγανακτισμένων’ επισημαίνουν ότι η συνέπεια αυτού που αποκαλούμε ‘η απόσχιση των πλουσίων’ είναι η διάλυση της ένταξης σε έναν κοινό κόσμο. εξεγείρονται δικαιολογημένα ενάντια στην κατάστασή τους των λησμονημένων, των ατόμων που δεν έχουν το συναίσθημα ότι έχουν εγκαταλειφθεί από την δημοκρατία και από την οικονομία, ότι δεν τους λογαριάζουν καθόλου. αλλά δεν έχουν πάντοτε την επιστήμη της δυστυχίας τους. έγραψα την »Κοινωνία των ίσων» και για να εξοπλίσω αυτά τα κινήματα, για να σκιαγραφήσω ταυτόχρονα ένα πλαίσιο ερμηνείας και μια προοπτική στη δράση τους και στην θεμιτή ανυπομονησίας τους.»

συνεχίζεται

μιχαλης 263

Να χαιρετίσω τον Μανώλη που και αυτός έφυγε για το μεγάλο ταξίδι

τα βιβλία του μιχάλη, i libri di michele

ΥΥ. χόρεψες πάνω στο φτερό του καρχαρία – 15

πινκ φλόιντ

Ας επιστρέψουμε στο τότε. Αυτό που καταλάβαμε πολύ νωρίς στην διάρκεια της πολιτικής μας ενηλικίωσης ήταν πως η εκλογική διαδικασία, η πολιτική όταν ορίζεται με κέντρο την αντιπροσώπευση και τη διάταξη των κομματικών μηχανισμών,είναι ο κατ’ εξοχήν μηχανισμός προφύλαξής μας από το ‘αδύνατο’ . Ο μηχανισμός που μας επαναφέρει στο ‘δυνατό’. Στο ρεαλισμό των κυβερνητικών λύσεων διαχείρισης της υπάρχουσας κατάστασης και πραγματικότητας ακριβώς για να αποφύγουμε το ‘τραύμα’ της συνάντησης μας με το ‘αδύνατο’. Έτσι λοιπόν συνεχίζεται η κυρίαρχη τάξη πραγμάτων, καταλαγιάζει το ερωτικό μας παιχνίδι με το αδύνατο! Τότε το δίλημμα ήταν : Κομμουνισμός ή συν διαχείριση- του υπάρχοντος-. Πάλι σήμερα το ίδιο: Είναι δυνατός ο κοινωνικός δεσμός σήμερα ;;;ή πηγαίνουμε σε ένα πόλεμο όλοι εναντίον όλων; εγωιστές απομονωμένοι,άτομα με συνδετικό κρίκο την αγορά, το ευρώ αν θέλετε.

Κάποιοι φτιάχναν το ένοπλο κόμμα τότε, που μόλις δυνάμωνε μέσα στην κοινωνία θα έπαιρνε την κατάσταση στα χέρια του. Ήταν το σοβιετικό μοντέλο στην νέα εποχή. Δεν μας ενθουσίαζε αυτή η προοπτική. Οι άλλοι έφτιαχναν, φτιάχναμε τον επαναστατικό στρατό, με οριζόντιες διαδικασίες, υπήρχαν βέβαια ηγετικές φιγούρες, παίρναμε μέρος στον απελευθερωτικό κομμουνιστικό στρατό που θα οδηγούσε στη δημιουργία του κοινοτικού κράτους του λαού. Ήμασταν νεομαρξιστές, νεο λενινιστές, πιστεύαμε δηλαδή στην αναγκαιότητα,για κάποιο διάστημα βέβαια, του κράτους των εργατών που θα συντόνιζε τις διάσπαρτες στην κοινωνία κοινότητες που δημιουργούνταν. Σήμερα το παράδειγμα των κοινών είναι ήδη μια πραγματικότητα αναδυόμενη παντού στον κόσμο, ένας κόσμος στην αυγή του, που ταλαντεύεται πολλές φορές και κινδυνεύει να ενσωματωθεί, στο σύστημα. Ανοργάνωτος, και αυτό είναι πρόβλημα. Ο μετασχηματισμός της πολιτικής όμως είναι εδώ, και αυτό είναι το μεγάλο στοίχημα. Είναι η τεράστια διαφορά σε σχέση με αυτό που ζήσαμε εμείς. Οι κοινότητες είναι ήδη εδώ,η αυτοθέσμιση είναι ήδη εδώ. Οι ‘άλλοι’ το βλέπουν κιόλας, ΕΊΝΑΙ ΑΝΤΙΛΗΠΤΉ.

Προφανώς μια τέτοια διαδικασία περιλαμβάνει την αντιπαράθεση και τη σύγκρουση με το κεφάλαιο, και εδώ, δεν είναι δυνατή η ‘αρμονική συνύπαρξη’. Όμως πηγαίνει πολύ πέρα, στη δημιουργία του τι μπορεί να το αντικαταστήσει, δίνοντας στερεότητα, βάθος και προοπτική στον αγώνα. Το βάθος που δεν είχαμε εμείς. Γι αυτό, όταν ηττηθήκαμε στρατιωτικά δεν έμεινε τίποτα. Χώσαν μέσα χιλιάδες συντρόφους και διαλύσαν τα πάντα. Δεν υπήρχε βάθος. Στη Σοβιετική Ένωση,στην Κίνα, και αλλού κομμουνισμός κατάντησε η δικτατορία του κόμματος στο λαό και κρατικός καπιταλισμός. Εμείς το βροντοφωνάξαμε αλλά δεν έφτανε. Δεν είχαμε να δείξουμε κάτι άμεσα Σήμερα ο κοινοτισμός είναι ήδη εδώ, υπάρχει μπροστά στα μάτια όλων. Όταν το επίπεδο της πάλης ανέβηκε τόσο που τρόμαξε, ο κόσμος έκανε πίσω. Όλοι εκείνοι που χρόνια συζητούσαν στις ταβέρνες και παντού την ‘προδοσία’ του κόμματος, την αναβλητικότητα αν θέλετε, όλοι αυτοί που περίμεναν το σύνθημα για να ξεθάψουν απ’ τα μπαούλα τα όπλα,που μεγάλωναν τα παιδιά τους με αυτή την προοπτική, που δεν έπρεπε άλλο ν’ αργήσει, έκαναν πίσω. Όλοι αυτοί. Και ειλικρινά πιστεύω πως ένα μεγάλο μέρος σε αυτή την οπισθοδρόμηση έπαιξε το ότι αυτό το ‘αύριο’ ήταν πολύ πιο θολό από ότι σήμερα.

Στις μέρες μας η έξοδος από τον καπιταλισμό είναι πολύ πιο εφικτή για όλο και περισσότερους ανθρώπους. Και φυσικά δεν σημαίνει μη σύγκρουση. Σημαίνει το ανώτερο επίπεδο σύγκρουσης! Με το να αχρηστεύεις τα μέσα του συστήματος. Αρνούμενος να τα χρησιμοποιήσεις! Οργανώνοντας τη ζωή σε άλλη βάση από αυτή της οικονομικής και κρατικής επιβολής. Φανταστείτε μόνο τι θα γίνονταν παγκοσμίως,ή έστω πανελλαδικά, εάν όλοι οι καταθέτες απέσυραν τα χρήματά τους από τις τράπεζες,κατά την προτροπή του Ερίκ Καντονά . Άλλο βέβαια το που θα τα χρησιμοποιούσαν μετά! Ξαναγυρίζει ο κοινωνιολόγος μέσα μου,ακούστε λοιπόν : Η οικογένεια τις περισσότερες φορές,αν όχι όλες πάντα και τελείως, γαλουχεί το παιδί σύμφωνα με τις κυρίαρχες αξίες του κοινωνικού περιβάλλοντος. Το περιορίζει,το κατευθύνει, του επιβάλλει συμπεριφορές. Συνειδητά ή ασυνείδητα -άμεσα ή έμμεσα -φυλακίζοντας έτσι τη δημιουργική του φαντασία. Ευνουχίζεται η σκέψη του,αμβλύνεται το συναίσθημα. Και πριν το παιδί καταλάβει τι συμβαίνει έρχεται μια ακόμη κατραπακιά, η δικτατορία του σχολείου. 12 χρόνια κατά τα οποία οι δάσκαλοι είτε λόγω βλακείας, είτε εξαναγκασμού πρέπει να γεμίσουν το κεφάλι του μέλλοντος πολίτη με γνώσεις που σαν γνώρισμα έχουν την απονεύρωση της κριτικής σκέψης, την παρεμπόδιση προσωπικών προβληματισμών.

Γνώση αποσπασματική, συχνά χωρίς βάθος, ανίκανη να εξάψει το ενδιαφέρον στην κατεύθυνση μιας ολιστικής αντίληψης για τη ζωή και τα πράγματα, δεν τα λέω εγώ αλλά δάσκαλοι και καθηγητές και επιστήμονες. Κυριαρχείται από έννοιες ψόφιες, πατρίς, θρησκεία, ηθική της εργασίας, ανταγωνισμός μεταξύ ομάδων και ατόμων – βλέπετε λοιπόν πως δεν φωνάζαμε τζάμπα σε προηγούμενα κεφάλαια ! Πατρίδα είναι η προσωπική μυθολογία του καθένα ! λένε οι σοφοί! Οι μελετητές. Για το σχολείο είναι ένα κομμάτι γης που έχει αλλάξει χέρια δεκάδες φορές και για το οποίο ο καθένας θα πρέπει να είναι έτοιμος να κάνει τα πάντα χωρίς να περιμένει τίποτα. Γεμίζεις μίσος λοιπόν ακριβώς για να υπερασπιστείς το τίποτα! Πως ν’ αντέξει το μυαλό το παράφρων το γεγονότος να διδάσκεσαι πως πρέπει να δουλεύεις μια ζωή, θυσιάζοντας κάθε χαρά, για ένα πιάτο φαί, ή για μια συλλογή στην πλειοψηφία άχρηστων πραγμάτων, πλουτίζοντας με την δυστυχία σου μια μικρή μειοψηφία που ζει με άνεση Κροίσου. Έννοιες όπως ‘ο θάνατός σου η ζωή μου’ ή ‘αυτός που δεν είναι άξιος δεν θα έχει τίποτα’ τον αποκτηνώνουν. Ποιος ορίζει τις αξίες,την κλίμακα της μέτρησής ικανοτήτων; Και αυτή η κλίμακα πως επιβεβαιώνει την ορθότητά της ή την αντικειμενικότητά της;

Είναι σίγουρο πως την ιστορία την γράφουν οι νικητές, είναι αυτοί που ορίζουν τις αξίες της εκάστοτε εποχής. Χιλιάδες χρόνια τώρα έτσι μεγαλώνουν οι γενιές. Τυχαίο; Και μεγαλώνοντας οι σφαλιάρες πέφτουν σωρηδόν. Στρατός, γάμος, δουλειά. Ρουτίνα, δάνεια, [ δείτε τι δεν είχαμε στα νιάτα μου : κινητά, καλωδιακή, πιστωτικές, δάνεια. Καινούριες φυλακίσεις όλες αυτές!] Κενά θεάματα, αντικατοπτρισμοί ευχαριστήσεων, ήττες και ταπεινώσεις ως τα γηρατειά! Κάποιος πρέπει ν’ αμφισβητήσει εκ θεμελίων ολόκληρο σύστημα αξιών! Ιl personale è politico είπε η αυτονομία! Η επανάσταση είναι πρακτική στην καθημερινότητα. Ο νέος άνθρωπος αμφισβητεί τα πάντα. Θέλει να ξεριζώσει την πραγματικότητα από τα θεμέλιά της. Ζει από σήμερα, όσο του είναι δυνατό,τον κοινοτισμό, στις ζώνες της μητρόπολης που απελευθερώνει από τον αντίπαλο. Κοιτάζει το παγόβουνο κάτω από το νερό. Και το σύστημα δεν τον θεωρεί ηλίθιο,αλλά στην καλύτερη τρελό και στη χειρότερη επικίνδυνο. Μιλάμε για εκείνους τους νέους που το αίμα τους βράζει, οι ευαισθησίες χτυπάνε κόκκινο.Εκείνους που νοιάζονται για την ζωή και για ότι υπάρχει γύρω τους. Εκείνους που θέλουν ν’ ανακατεύονται και να ζήσουν άλλη ζωή.Αυτούς που ανακατεύουν την τράπουλα. Όχι σαν κουρδισμένες μαριονέτες. Αλλά συνάνθρωποι με αξιοπρέπεια, με θάρρος, ελεύθεροι.

Όσο παρατηρεί κανείς γύρω του τους μεγαλύτερους τόσο βλέπει καμένα χαρτιά, και λιγότερους που το λέει ακόμα η καρδιά τους. Γιατί αν δεν ήταν καμένοι δεν θα είχαν επιτρέψει να συμβεί αυτό που μας περιτριγυρίζει. Θα είχαν ήδη φτιάξει έναν άλλο κόσμο, θα είχαν έστω παλέψει γι αυτόν. Οι νοικοκύρηδες φοβούνται για το κομπόδεμά τους. ‘Μας πρόδωσε το κόμμα’,αυτό νιώθουν οι περισσότεροι, οι νοικοκυραίοι μικροαστοί που κάνουν πια κουμάντο. Οι συνήθεις ιστορικά ύποπτοι,με τους μικρούς ορίζοντες,που είναι η εύκολη λεία,διαχρονικά. Που τρέμουν μη μπουν στον αριθμό των εξαθλιωμένων. Που τρέμουν μη χάσουν το βόλεμα. Εκείνοι που κρατούν σφιχτά τυλιγμένη τη ζωούλα τους με όποιο κόστος, τυλιγμένη με το κομποδεματάκι που έφτιαξαν για να κοιμούνται επάνω του. Η μάζα είναι ένας αόριστος όρος που μέσα του κρύβει και βρώμα και αρώματα. Η ίδια μάζα την ίδια στιγμή μπορεί να πουλάει ελπίδες και μετά από λίγο να σε ρίχνει στην άβυσσο. Τίποτα δεν είναι δεδομένο. Τη διαφορά την κάνουν οι επί μέρους μονάδες. Αυτοί που μοσχοβολάνε μες τη βρώμα. Τα ανθρωπάκια δεν νοιάζονται για τις μεγάλες έννοιες που αφανίζονται στη νέα εποχή της επέλασης των αγορών, αδελφότητα, ισότητα, αξιοπρέπεια, ελευθερία.Η λέξη μεγαλοπρέπεια απουσιάζει από τον ορίζοντά τους. Εμείς παλεύουμε για τα δικά μας ιδανικά. Κι ας είμαστε λιγότεροι. Αυτά που θεωρούμε αρετές για τη δική μας ζωή. Αυτά που μας ορίζουν. Και θα παλεύουμε γι’ αυτά ακόμη κι αν είμαστε οι τελευταίοι στον κόσμο που τα πιστεύουν. Όταν αυτά είναι εμπνευσμένα από μεγάλες έννοιες, διαχρονικές,που ορίζουν την ανθρώπινη ύπαρξη σε ένα επίπεδο ψηλό, στο φως και όχι σε σκοτεινούς υπονόμους.

Σήμερα ο πιτσιρικάς νιώθει προδομένος, και τότε ένιωθε το ίδιο. Δεν υπάρχει λόγος απογοήτευσης. Ο άνθρωπος πρέπει να έχει υπομονή με τους αμόρφωτους [ δεν είναι αυτοί που δεν έχουν πάει σχολείο, το έχουμε ξαναπεί, καμία σχέση]. Αμόρφωτος είναι ο ‘πολίτης’ -δεν υπάρχουν πολίτες σήμερα – που έχει μπερδέψει την έννοια της υπεράσπισης των δικαιωμάτων του με την έννοια της διαφύλαξης με κάθε τρόπο των αδυναμιών του,κάποιος που όντας μέσα σε σπίτι που καίγονται άνθρωποι αντί να ορμήξει να βγάλει τον πρώτο που βλέπει μπροστά του βουτάει να σώσει τη τσάντα με τα λεφτά. Κούφιος, αστοιχείωτος. Θέλουμε ν’ αρπάξουμε τη ζωή απ’ τα κέρατα και να την αλλάξουμε. Να φέρουμε τα πάνω κάτω. Αυτό έγινε τις προηγούμενες μέρες. Σώθηκε -πρόσκαιρα- η τσάντα, οι τράπεζες, το ευρώ, για κάποιες μέρες,μέχρι ‘τα νέα μέτρα’. Κάηκε η αξιοπρέπεια, η αλληλεγγύη, η ελευθερία. Θυσιάστηκαν στον Μολώχ των αγορών. Σήμερα, και τότε ,οι άνθρωποι νομίζουν πως διαλέγουν την ‘ασφάλεια’ αυτού που γνωρίζουν, όσο πικρό και αν είναι. Φοβήθηκαν το άγνωστο, αυτό που καλούνται να κτίσουν οι ίδιοι, μέσα από τα πιο όμορφα όνειρά που έκαναν κάποια στιγμή, όταν ακόμη η καρδιά χτυπά στους ήχους του αγαπημένου χορού. Κρίση και τότε κρίση και τώρα -ενάμιση εκατομμύριο άνεργοι, 3000 αυτοκτονίες, εκατομμύρια πτωχευμένοι, άστεγοι, πεινασμένοι, χωρίς φάρμακα, αβοήθητοι, μαχαιρωμένοι- μια πατρίδα που ξεπουλιέται στη φθήνια και στα γρήγορα, να ξεμπερδεύουμε, Οι πολλοί επιλέγουν τη τσάντα με τον παρά. Αυτό τους αξίζει. Εμείς δεν μπορούμε να είμαστε με αυτούς κι ας μην είμαστε πια νέοι.

Και τότε την ίδια επιλογή κάναμε. Σήμερα οι καβαλάρηδες με τον Αλέξη επικεφαλής και τα κονσερβοκούτια στα χέρια όρμησαν στο κομπόδεμα του μέσου έλληνα,αυτό τον έκαναν τα κανάλια να πιστέψει. Τότε το ΚΚΙ προτίμησε να διαλέξει τη συν διαχείριση της πρώτης ‘κρίσης’ που θυμάμαι στη ζωή μου, η πρώτη πετρελαϊκή, το 73, με τους εκπροσώπους του κεφαλαίου πάντα,τους δρόμους τους νέους της εκμετάλλευσης των από κάτω, του πλήθους που εμπιστεύτηκε στο κόμμα του τις τύχες του . Επέλεξε λοιπόν τον εύκολο δρόμο της συν διαχείρισης, και όχι της ρήξης. Το πλήθος τελικά τον ακολούθησε για να τον παρατήσει λίγο αργότερα με την επέλαση του Μπερλουσκονισμού, που ήταν η Ιταλική εκδοχή της Θάτσερ και του νεοφιλελευθερισμού. Και όλο το πολιτικό σκηνικό άλλαξε. Σήμερα δεν υπάρχει τίποτα όρθιο να θυμίζει εκείνα τα χρόνια. Ούτε σημαίες, ούτε ονόματα, ούτε συνθήματα.

35 χρόνια πριν η επανάσταση ήταν στην ημερήσια διάταξη. Η εξέγερση με τα πάνω και τα κάτω της είχε κρατήσει πάνω από δέκα χρόνια για να πνιγεί τελικά από την στρατιωτικοποίηση του ταξικού αγώνα από το κράτος και το ενωμένο πολιτικό σύστημα ενάντια στην επανάσταση. Το νεκρό σώμα του Άλντο Μόρο στο πορτμπαγκάζ του Σιτροέν έξω από τα γραφεία του χριστιανοδημοκρατικού κόμματος, έπαιξε τον ίδιο ρόλο με το σποτ της ΝΔ με τον δάσκαλο και τα παιδιά που τον ρωτούν, στην εποχή της κοινωνίας του θεάματος. Και ενώ 50 μέρες πριν ο ιταλικός λαός πανηγύριζε μόλις οι ΕΤ είχαν απαγάγει τον πρόεδρο, δύο μήνες μετά έκλαιγε στην κηδεία του ενταφιάζοντας το πιο ένδοξο ίσως αντάρτικο πείραμα που έλαβε ποτέ χώρα στην Ευρώπη. Με τις ευλογίες ενός λαού που τόσο γρήγορα ξέχασε την ιστορία του, τα ιδανικά του, την ανάγκη για απαγκίστρωση από τη θανάσιμη αγκαλιά του θανατηφόρου εχθρού του,του κεφαλαίου.

Ξέχασε τον πόθο για λευτεριά. Και προτίμησε την τσαντούλα. Η ιστορία επαναλαμβάνεται! Δεν χρειάζεται απογοήτευση, δεν χρειάζονται νεύρα, τσαντίλα. Σε αυτή την κρίση κανένα τσαντάκι δεν θα μείνει άθικτο, αργά ή γρήγορα. Μόνο οι μεγάλες βαλίτσες που πηγαινοέρχονται σε χώρες μακρινές. Μόνον αυτές οι τσαντάρες με τα προϊόντα κλοπής και απάτης που περιέχουν θα μείνουν άθικτες, θα αυγατίσουν μάλιστα. Τα κέρδη. Ότι κι αν συμβεί. Με ευρώ ή χωρίς. Μέσα ή έξω. Το πραγματικό δίλημμα είναι: ΚΑΠΙΤΑΛΙΣΜΟΣ Η ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ. Όλες οι άλλες μικρο τσάντες, τα άθλια και μίζερα τσαντάκια θα καούν. Έχω δανειστεί λόγια φίλων που δεν έχω ξαναδεί. Που δεν έχω συναντήσει για ν’ ανταλλάξουμε σκέψεις και απόψεις. Νιώθω πως δεν είμαι μόνος, ξέρω πως είμαστε πολλοί. Θα καούν λέμε. Και όσο και να τα σκεπάζουν με την τιμή τους αυτά τα ανθρωπάκια σύντομα θα καταλάβουν πως τα χρησιμοποίησαν για κάποιες ώρες. Τίποτα περισσότερο. Όπως φυσάς τη μύξα σε ένα χαρτομάντιλο. Το πετάς!

οδυσσέας ιωάννου μιλτιάδης πασχαλίδης στα είπα όλα

»Πολλές φορές σου μίλησα με χρώματα στο στόμα. Στο είπα, όσα έμαθα τα έμαθα με το σώμα. Μισός ψυχή μισός κορμί κι η πείνα μου θηρίο. Μισή ζωή σπατάλησα να ζήσουν και τα δύο. Όσα κομμάτια κι αν μπορέσεις να ενώσεις, δεν θα σου φτάσουν μια στιγμή για να με νιώσεις. Στα είπα όλα, φίλα με τώρα. Με αγαπούσε το νερό μα ο ουρανός με ζούσε, κι όταν μετρούσα τι μπορώ η γη δεν με χωρούσε. Κυνήγησα τις ομορφιές μα μ’ έκλεψε η λύπη. Οι αλήθειες μου : εσύ όταν κλαίς και της καρδιάς μου οι χτύποι».

Υπάρχουν δύο ειδών άνθρωποι. Αυτοί που αντιμετωπίζουν τις καταστάσεις, τα εμπόδια, τα προβλήματα στη ζωή και αυτοί που κρύβονται πίσω από ανόητα, αν και συχνά εντυπωσιακά θεάματα, ή φανταστικούς κόσμους. Για να αποφύγουν όλα τα προηγούμενα. Η απώθηση όμως δεν σημαίνει και λύση. Σας θυμίζω ευρω ποδόσφαιρο 04, γιουροβίζιον, διαδηλώσεις για το μακεδονικό [είχε προϊδεάσει για τη φασιστικοποίηση της κοινωνίας] , ‘στα γήπεδα η Ελλάδα αναστενάζει, στα καφενεία, μπιλιάρδο καλαμπούρι και ρακί ,τρέχει στο περίπτερο διαβάζει φυλλάδες με μιάμιση δραχμή, όχι, όχι αυτό δεν είναι τραγούδι,είναι η τρύπια στέγη μιας παράγκας-της Ελλάδας- ΕΊΝΑΙ Η ΓΌΠΑ ΠΟΥ ΜΆΖΕΨΕ ΈΝΑΣ ΜΆΓΚΑΣ ΚΙ Ο ΧΑΦΙΈΣ ΠΟΥ ΜΑΣ ΑΚΟΛΟΥΘΕΊ.’

Η νίκη λοιπόν για τους κλέφτες στις εκλογές στην Ελλάδα έγινε δεκτή με ικανοποίηση από τα γερμανικά ΜΜΕ τα οποία επισημαίνουν πως οι Έλληνες συμμορφώθηκαν με τις διαταγές των γερμανών πολιτικών και των γερμανικών μέσων να ψηφίσουν ΠΑΣΟΚ ΚΑΙ ΝΔ επειδή είναι ραγιάδες! προσκυνημένοι και ξεφτιλισμένοι! Επισημαίνουν ακόμη το υψηλό ποσοστό της χρυσής αυγής και το αποδίδουν στο γεγονός πως οι ραγιάδες είναι δουλοπρεπείς με τ’ αφεντικά τους αλλά αδίστακτοι με τους αδύναμους! Ο ρόλος δε της ΔΗΜΑΡ εκτελέστηκε, δηλαδή να καταστεί αδύνατη η κυβέρνηση της αριστεράς. Τώρα πλέον τα στελέχη της μπορούν ν’ αποδεσμευτούν και να

http://youtu.be/CKZFdkCUksg Simon and…..

αναλάβουν κάποια νέα αποστολή. Τώρα όμως θα μιλήσουμε για αυτούς που συγκεντρώνονται στο μπλοκ του φόβου :

1. ή αστική τάξη που ενδιαφέρεται να σώσει τα ευρώ της

2 ο κατασταλτικός μηχανισμός του κράτους και οι έχοντες συμφέροντα από αυτόν.

3 λαμόγια και παρατρεχάμενοι που συμμετείχαν στην λεηλασία της δημόσιας περιουσίας.

4 χιλιάδες φοβισμένοι γέροι και γριές ,συντηρητικοί άνθρωποι που τρέμουν τον ίσκιο τους και αναρωτιούνται μονάχα για την μετά τον θάνατο ζωή.

5 κομβικό ρόλο σε αυτό το μπλοκ παίζουν: παρακρατικοί, τραμπούκοι, σωματέμποροι, έμποροι ναρκωτικών, νταβατζήδες, μαφιόζοι. Από αυτούς δημιουργεί τάγματα εφόδου η χρυσή αυγή για να πουλήσει προστασία σε μαγαζιά του κέντρου και της αθηναϊκής περιφέρειας και να κτυπήσει την αριστερά και το αντιεξουσιαστικό κίνημα, διεκδικώντας την ηγεμονία στο στρατόπεδο της αστικής αντεπανάστασης.

Οι άνθρωποι βρίζουν, σιχτιρίζουν, λένε να τους είχαν κοπεί τα χέρια, μουτζώνουν τον εαυτό τους, χάνουν δουλειά, μισθό, συντάξεις, το σπίτι. Και τελικά ψηφίζουν ξανά τον δυνάστη!! Γιατί δήθεν υπάρχει κάτι χειρότερο. ΤΟ ΑΓΝΩΣΤΟ. Άνθρωποι περιορισμένης ευθύνης, μες τον πανικό. Είναι ώρα να μιλήσουν οι αποφασισμένοι. Το θάρρος, η τόλμη. Ο υπηρεσιακός υπουργός άμυνας Φραγκούλης δήλωσε πριν τις εκλογές σε ανύποπτο χρόνο, ότι ο στρατός ‘είναι μεν δύναμη αποτροπής, αλλά ισχυρή,σιωπηλή δύναμη που εάν απαιτηθεί θα κάνει εκκωφαντικό θόρυβο’. Εκκωφαντικός θόρυβος όμως μπορεί να γίνει και με άλλους τρόπους. Στις 5 Μάη του 10, στις 19 Οκτώβρη του 11, στις 12 Φλεβάρη του 12. Και πιο πριν, τον Δεκέμβρη του 08. Και τον Ιούνιο του 11. Αυτοί κέρδισαν τις εκλογές. Να δούμε όμως,στον επόμενο θόρυβο ποιανού τ’ αυτιά θα κουφαθούν!.

 

Είναι άσχημο όταν θέλεις να αναφερθείς στη ζωή να μιλάς με κλισέ, με τσιτάτα και να μην προσπαθείς να μιλήσεις με την καρδιά σου, το πως φαντάζεσαι τον κόσμο που επιθυμείς. Ειδικά σήμερα με τον τόσο πολύ πλούτο που υπάρχει παγκοσμίως και την ανάπτυξη των επιστημών,οι οποίες εάν πραγματικά μπουν στην υπηρεσία των ανθρώπων τα πράγματα θα γίνουν πολύ πιο εύκολα και ευχάριστα για όλους. Υπάρχει κατάθλιψη. Γιατί; Είναι απλό. Δεν δίδονται σε όλους ίδιες δυνατότητες και ευκαιρίες. Αυτές πάνε με τον πλούτο. Και αυτός είναι συγκεντρωμένος στα χέρια λίγων και οι πολλοί πρέπει να δυσκολεύονται. Και αυτοί που ζορίζονται κάνουν τουμπεκί, αρκούνται στη μιζέρια. Από φόβο;από εγκατάλειψη; Έχουν συμβιβαστεί πλήρως με το ρόλο του σκλάβου; Ο σύγχρονος μικροαστός, η πλειοψηφία, που ακόμη ‘ τη βγάζει’ με τα ψίχουλα που του ρίχνει το σύστημα -που βράβευσε στις τελευταίες εκλογές – ακριβώς για να μη του λείψουν τα ψίχουλα. Μεγάλο μέρος δε της επαρχίας που αντέχει ακόμη, που έχει κάτι τις, που κάτι καλλιεργεί, που, που …….δεν νοιάζεται για τίποτα άλλο. Αμύνεσθαι περί πάρτης, όπως και οι έμποροι που δεν έχουν πίστη από τις τράπεζες. Δεν μας μάθαιναν από παιδιά να ‘κοιτάμε την πάρτη μας’ ; ‘Εσύ θα βγάλεις το φίδι απ’ την τρύπα’ ; μας έλεγαν. ‘Κοίτα εσύ να περνάς καλά, ο κόσμος δεν αλλάζει’. Είναι και οι γέροι που τιμωρούν τους νεότερους που δεν τους ακούν, μιας και αυτοί τα ξέρουν όλα. ! Είναι και αυτοί που ξεπληρώνουν ρουσφέτια, θεσούλες, λαμογιές. Πάντα το ατομικό, όχι το συλλογικό.

τζίμης πανούσης 1993

»κάνω βουτιές σε βόθρο με εικόνες φουσκώνω τα βυζιά μου με ορμόνες, θέλω να γίνω σαν αμερικάνος, μ’ αρέσει στα κρυφά κι ο Μητροπάνος. Έλληνας, νεοέλληνας. Μαράθηκε η λουλουδιασμένη ιτιά και ψήλωσε η κοντούλα η λεμονιά. Στα Σάλωνα δεν σφάζουνε αρνιά, δεν πάει το παπάκι στην ποταμιά. και η Παπαλάμπραινα γυμνή χαϊδεύει δωρο συσκευή σ’ ένα τηλεπαιχνίδι πουλημένο πουλάκι ξένο πουλί χαμένο μου τρώει τα σπλάχνα δεν βγάζω άχνα. Καίω τα δέντρα χτίζω μαιζονέτες, θα κάνω τα παιδιά μου μαριονέτες, σ’ ένα κλουβί γραφείο σαν αγρίμι παίζω ατέλειωτο βουβό ταξίμι. Έλληνας, νεοέλληνας. φάκα Addidas μου πιασε τη φτέρνα, μπερδεύω το τζουκ μπόξ με τη λατέρνα, πάνω απ’ του τάφου μου το κυπαρίσσι μαύρη χελώνα μ’ έχει κατουρήσει».

Κοινωνικά μικροσυμφέροντα, σ’ έναν μικρόκοσμο αλητείας και παροχής προστασίας η υποτέλεια ζει και βασιλεύει. Και μας θυμίζει ο Βασίλης Ραφαηλίδης πως οι λαοί δεν έχουν μόνο ήρωες, έχουν και καθάρματα που γράφουν ιστορία : προεστοί, κοτσαμπάσηδες, ταγματασφαλίτες, χαφιέδες κουκουλοφόροι, ναζί και νταβατζήδες. Θα λέμε μέχρι να πεθάνουμε πως την ιστορία την γράφουν αυτοί οι λίγοι που πιστεύουν στην ορθότητα του λόγου και των πράξεών τους και όχι οι σιωπηλοί, πλαδαροί πολλοί που φέρονται και άγονται από το πως φυσάει ο άνεμος, που φοβούνται να κάνουν τη μεγαλύτερη επανάσταση που μπορούν. Να αλλάξουν τον εαυτό τους. Σπίτια κλουβιά και κλούβια ιδανικά!

συνεχίζεται

μιχαλης 290