σκόρπιες σκέψεις...

μια σχέση με τον αυτόνομο αγώνα ερωτική…

Δηλαδή το μόνο ιδανικό που έχουμε μουρμουρίζει είναι να βάλουμε το παιδί μας στο δημόσιο ή να κρύψουμε ένα αυθαίρετο. Γι αυτό και μόνο γίνεται όλη η δουλειά ; Αυτή είναι φτώχεια ακόμα μεγαλύτερη. Σχέσεις διαπλοκής και εξάρτησης,, όχι αγαπητικές σχέσεις.
Είμαστε μία χώρα που δεν αγαπά τον εαυτό της. Εάν δεν αγαπάς τον διπλανό σου, τη δουλειά σου, εάν κατά βάθος δεν αγαπάς τον εαυτό σου, απλά τον ανέχεσαι, πως περιμένεις ότι ο
άλλος θα κάνει κάτι για σένα.

Οι πόλεις μας είναι για αυτοκίνητα και τσιμέντο. Για τις τράπεζες, για τίποτα άλλο. Όλοι ονειρεύονται ένα λουξ αυτοκίνητο και ένα λουξ σπίτι. Άλλος καλύπτει τα κενά του τα εσωτερικά με την πολιτική, άλλος με το ποδόσφαιρο, άλλος με την επίφαση ψευτο χλιδής. Άλλος με το κυνήγι του χρήματος, της εξουσίας, άλλος με την θρησκεία, άλλος κάνει οικογένεια και πολλά παιδιά. Όλα αυτά υποκατάστατα των εσωτερικών κενών είναι. Κι εγώ έτσι έκανα, μορφάζει, έπεσα με τα μούτρα στα σπορ, προσπάθησα διάφορες δουλειές, έκανα οικογένειες και παιδιά. Η ψυχή μου είναι όμως πάντα ανήσυχη, ένα κενό εκεί μέσα περιμένει να γεμίσει, άσε που την ήττα δεν τη ξέχασα ποτές. Την ομορφιά του να ζεις με εκείνο τον τρόπο, χωρίς επιβολή και εξουσιοδότηση.
Πας σε μια υπηρεσία και σου μιλούν λες και τους χρωστάς. Ζούμε σε σπίτια κλουβιά, σου μιλούν απαξιωτικά γιατί δεν αγαπάνε αυτό που κάνουν. Είναι δυστυχισμένοι οι υπάλληλοι σήμερα, και οι έμποροι επίσης, που τους νοιάζει μόνο το κέρδος.

Η απαγωγή και αργότερα η εκτέλεση του Άλντο Μόρο αποτέλεσε κομβικό σημείο ,καθοριστικό στην αναμέτρηση του κινήματος με το κράτος. Όσο ο γραμματέας ήταν φυλακισμένος και ανακρίνονταν η παρουσία της αστυνομίας και των καραμπινιέρων άρχισε να γίνεται στις πόλεις ολοένα και πιο αποπνικτική. Οι έλεγχοι συνεχείς, κατάσταση έκτακτης ανάγκης. Αυτό άρχισε να προκαλεί δυσφορία. Για ψύλλου πήδημα βρισκόσουν μέσα για έλεγχο, η μικρο παραβατικότητα ,τόσο διαδεδομένη στη χώρα, τα έφτυσε. Κινδύνεψε άμεσα και διερράγη η συμμαχία του κινήματος με τους ποινικούς, στις φυλακές και στις προλεταριακές συνοικίες των μητροπόλεων. Η οργανωμένη μεγαλο μαφία ήταν έτσι και αλλιώς εναντίον, τώρα πήρε τα ηνία της ρουφιανιάς στα χέρια της. Καταφέρονταν ανοικτά εναντίον των συντρόφων μαζεύοντας και παραδίδοντας στις αρχές οποιαδήποτε πληροφορία έρχονταν εις γνώσιν τους.

Η χαφιεδολογία του ΚΚΙ ΞΕΠΈΡΑΣΕ ΚΆΘΕ ΌΡΙΟ ,κάθε προσδοκία. Ότι γνώριζαν, υπέθεταν, αφουγκράζονταν, κατασκεύαζαν εναντίον συντρόφων αναγνωρίσιμων για την πρωτοπορία τους σε αγώνες κατέληγε στα αρχεία της αστυνομίας και των δικαστικών αρχών [εισαγγελικών].
Έτσι ξεκίνησε ένα πογκρόμ εναντίον όλων των οργανωμένων πρωτοποριών του κινήματος.

Οι εργασιακές σχέσεις σκλήρυναν απότομα, μιας και τα αναθαρρημένα από την ολοένα αυξανόμενη καταστολή αφεντικά έσφιξαν τα λουριά. Στα Πανεπιστήμια το ίδιο, και στα σχολεία επέστρεψαν οι καταπιεστικές σχέσεις ενώ στις γειτονιές δεν μπορούσες να αναπνεύσεις, η ατμόσφαιρα μύριζε μπαρούτι από τους μόνιμα πλέον στρατοπεδευμένους κατασταλτικούς μηχανισμούς.
Μετά την εκτέλεση του Μόρο η χώρα πάγωσε. Τα πράγματα εκτραχύνθηκαν. Το κύμα χαφιεδισμού αυξήθηκε ,άρχισαν να σπάνε και κάποιοι σύντροφοι μιας και η πιθανότητα αμέτρητων χρόνων φυλάκισης για μια υπόθεση που έμοιαζε ολοένα περισσότερο χαμένη ήταν παρούσα, όταν βέβαια κάποιοι μάλιστα από αυτούς είχαν ήδη απομακρυνθεί νωρίτερα από τα πράγματα, αντιλαμβανόμενοι πως η κατάσταση σοβάρευε επικίνδυνα,, δεν άντεξαν το βάρος των υποχρεώσεών τους, την είχαν ήδη σκαπουλάρει που λέμε.

Το κίνημα αποτέλεσε εκείνη τη δεξαμενή την τεράστια από όπου οι αντάρτικες οργανώσεις άντλησαν μαχητές. Από το λόγο του καθένα μπορούσες στο περίπου ν’ αντιληφθείς το προς το πού έκλεινε. Ειδικά στο ξεκίνημα αυτό ήταν ευκολότερο. Στη συνέχεια και όσο η κατάσταση γίνονταν πολυπλοκότερη τα πράγματα περιπλέκονταν. Έτσι λοιπόν και οι ‘μετανιωμένοι’ που συνεργάστηκαν, στις καταθέσεις τους παρουσίαζαν ένα σωρό αερολογίες, υποθέσεις κλπ, αντιφάσεις. Είχαν ‘χάσει και ένα σωρό επεισόδια’, και αυτό βοήθησε αρκετούς συντρόφους να πέσουν στα μαλακά, μιας και η καταδίκη σε μία σοβαρή δίκη δεν ήταν δυνατό να στοιχειοθετηθεί. [έτσι έγινε και στη περίπτωση του φίλου μας που διηγείται.]

Αυτοί οι ‘μετανιωμένοι’, διόγκωναν συχνά καταστάσεις για να δείξουν πόσο σοβαρά συνεργάζονταν ,για να τη γλιτώσουν όσο γρηγορότερα γίνεται. Ήταν κάτι που σίγουρα σκόρπισε μεγάλη απογοήτευση στη τεράστια πλειοψηφία των σοβαρών αγωνιστών που διακινδύνεψαν την ακεραιότητά τους για ιδανικά που τσαλαπατήθηκαν από κάποιους ,ελαφριά τη καρδία, έτσι, ασύστολα.

Η παρουσία των οργανώσεων στους φυσικούς χώρους ήταν καθημερινή με τον λόγο τους. Τα φυλλάδια τα έβρισκες παντού και τα ανακοινωθέντα τους, σε όλους τους χώρους, απίστευτα παντού. Γιατί ήταν χιλιάδες οι αγωνιστές και οι συμπαθούντες. Και συνθήματα γραμμένα στους τοίχους, με τα σύμβολά τους.

Με λίγα λόγια, και πέρα από κάθε παρεξήγηση, η επαναστατική πρακτική στη χώρα, από κάποια στιγμή και μετά είχε καταστεί λαϊκή απαίτηση και αμέτρητοι αποφασισμένοι άνθρωποι το πραγματοποίησαν.

Την καταστολή ,τον πρώτο καιρό τουλάχιστον, δεν την ένοιαξε η ηθική. Η ηθική στην πολιτική δεν υφίσταται, το τονίζει ο Βασίλης Ραφαηλίδης. Γνώριζε η καταστολή πως χρειάζονταν ομήρους στα μπουντρούμια της ,με αληθινά ή χαλκευμένα στοιχεία για να δημιουργήσει το πρώτο ρήγμα στις επαναστατικές δυνάμεις .Τα επόμενα θα έρχονταν από την πίεση που θα δημιουργούνταν στην κοινωνία και τους συντρόφους. Τον εκβιασμό. Πρέπει να γνώριζαν πως την πίεση που δημιουργεί ο παρατεταμένος βαρύς εγκλεισμός κάποιοι δεν θα την άντεχαν. Σε αυτό υπολόγισαν και τους βγήκε. Αυτό ήταν το τελειωτικό κτύπημα που το κίνημα δεν το άντεξε, ΚΑΙ ΓΥΡΙΣΕ ΠΙΣΩ Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΓΙΑ ΠΟΛΛΑ ΧΡΟΝΙΑ.

Δεν χρειάζεται να κατηγορηθεί κανένας, ο άνθρωπος δεν είναι υπεράνθρωπος , δεν έχουν όλοι τις ίδιες ικανότητες, τις ίδιες αντοχές, την ίδια υπομονή. Στις δυσκολίες και τις αντιξοότητες.
Άσε, μου λέει, πως ήδη υπήρχε η γκρίνια για την απόφαση της εκτέλεσης ,όπως αν θυμάμαι καλά ,έχουμε ξαναπεί συμπληρώνει, ήδη πριν αυτή εκτελεστεί .Αυτό από μόνο του είχε αποδυναμώσει την κατάσταση, είχε αποπροσανατολίσει πολλούς. Δεν θέλει να επεκταθεί άλλο, ‘είπαμε ήδη πολλά’, μουρμουρίζει, το πιάσαμε το θέμα διεξοδικά, κι αν κάτι μας ξέφυγε, σίγουρα δευτερεύον. Το μόνο σίγουρο είναι πως η αντίστροφη μέτρηση είχε ξεκινήσει, ήταν γεγονός, το ένιωθες στον αέρα, το ένιωθαν όλοι, φαίνονταν στη γλώσσα του σώματος, στις συμπεριφορές και στη νευρικότητα που διακατείχε πλέον τους πάντες, έστω, τους περισσότερους. Η σκυθρωπάδα είχε αντικαταστήσει τη γαλήνη, το χαμόγελο είχε αντικατασταθεί από σφιγμένα χείλη και ο εκνευρισμός συχνά από την σιγουριά και την ηρεμία που χρειάζεται ένας αγωνιστής, ο μαχητής.
Σε γενικές γραμμές αυτά. Φαντάζεσαι μου λέει την απογοήτευση που κατέλαβε τις ψυχές των συντρόφων που είχαν φτιάξει μια σχέση με τον αυτόνομο αγώνα ερωτική, με σκέψη πρωτότυπη, χωρίς σκοπιμότητες. Γκρεμίστηκαν τα πάντα. Πολλοί εξαφανίστηκαν στο εξωτερικό, στη Γαλλία κυρίως, ο Μιτεράν δίδαξε πολιτισμό, η πατρίδα του άνοιξε και τότε την αγκαλιά της όπως χρόνια πριν στους Έλληνες που δέχτηκε μετά τον εμφύλιο. Οι άλλοι κλείστηκαν στους εαυτούς τους. Κι αυτοί που παρέμειναν στις φυλακές, χιλιάδες, οπλίστηκαν με κουράγιο και υπομονή.

Ένα μεγάλο κομμάτι δήλωσε μετά από κάποια χρόνια πως μια ιστορική πολιτική σελίδα έκλεισε, πως η ένοπλη πάλη αποτελούσε παρελθόν, και δεν χαφιέδισαν. Αποδέχτηκαν την πολιτική ευθύνη αυτών που είχαν πράξει δίχως να φορτώσουν τις ευθύνες σε άλλους, χωρίς να καταδώσουν συνεργάτες. Τη θεωρεί μια πολύ τίμια και αναγκαία στάση.
Κάποιοι άλλοι, μεταξύ των οποίων κι ένας των ιστορικών ηγετών του Ιταλικού αντάρτικου, ο Renato Curcio, έμειναν, προς τιμή τους και αυτών, αμετακίνητοι στις θέσεις που τόσα χρόνια είχαν αναπτύξει ,και παραμένουν ακόμη φυλακισμένοι ή σε καθεστώς πλέον ημι ελευθερίας. ΑΞΙΟΙ.

http://youtu.be/dYClbYjJHeM

Μάρα Καγκόλ

Σκεπτόμενος συνεχίζει, γυρνώντας το μυαλό και τις εικόνες πίσω, το έργο της ζωής, προσπαθώντας να αντιληφθώ τι ήταν εκείνο που μας κινούσε, που μας έδινε τόσο ενθουσιασμό και ενέργεια, τόση σιγουριά, κάθε μέρα για τόσο μεγάλο διάστημα ήταν ότι ήμασταν μαζί με εκείνο τον αυθεντικό, ανατρεπτικό τρόπο, την ποιότητα στη ζωή και στις σχέσεις που ανακαλύπταμε και πραγματώναμε καθημερινά μαζί, με τους άλλους και προσωπικά. Αποφύγαμε τους διαχωρισμούς και τις ιεραρχίες. Δεν ξεχωρίζαμε τους ανθρώπους από το τι κατέχουν, μοιράζαμε και μοιραζόμασταν όσο το δυνατόν περισσότερο, οπωσδήποτε δεν υπήρχαν τάξεις και κατηγορίες ανάμεσά μας, .Σγουροί, σχιστομάτιδες μελαχρινοί ή ανοιχτόχρωμοι, όλοι χωρούσαν .Όλοι οι καλοί χωρούσαν. Δεν υπήρχαν αυθεντίες, κι ας ξεχώριζαν πολλοί και σε πολλά. Το σύμπαν γνωρίζει πώς και πού μοιράζει τα χαρίσματα. Τα αποδέχεσαι και τέρμα, το αποδέχεσαι Και τέρμα. Ο καθένας δίνει αυτό που έχει, πλαντάζει με το παρά πάνω. Κρατάει τα απαραίτητα. Δέχεται αυτό που του χρειάζονται και αρκείται.
Με λίγα λόγια λοιπόν το γεγονός είναι πως κάναμε την ουτοπία πραγματικότητα. Πραγματοποιήσαμε την ουτοπία.

ΕΝΙΩΘΕΣ ΓΕΜΑΤΟΣ,ΗΣΟΥΝ ΓΕΜΑΤΟΣ.

Ο άνθρωπος υπάρχει γιατί η ζωή είναι ευλογία, όχι εργασία. Εργάζεται ένα μικρό κομμάτι της ημέρας για να δημιουργήσει τα απαραίτητα, ο πλούτος δεν είναι αυτοσκοπός.
Είναι εξαιρετικά βίαιο και απεχθές να ξοδεύουμε τόσο χρόνο για να πράξουμε τόσα πράγματα που θα αποθηκεύσουμε για να καταναλωθούν, κι αν, και να μην έχουμε χρόνο να χαρούμε τα αυτονόητα, να απολαύσουμε το δώρο της ζωής., της καθημερινότητας.
Μουντρούχοι και κατσουφιασμένοι τρέχουμε σαν τον Βέγγο όλη μέρα μες το άγχος, σε μίζερες πόλεις που καταντούν όλο και περισσότερο φυλακές ,να αλληλοσκοτωνόμαστε σε ένα ανελέητο αγώνα για την επιβίωση, και κάποιοι να κερδίζουν από όλο αυτό μυθικά ποσά. Να αλληλοσκοτωνόμαστε σε πολέμους, στο δρόμο, από μολύνσεις και ναρκωτικά, από έλλειψη νερού ή τροφής, πάντα για συμφέροντα πολύ λίγων. Πιτσιρικάδες να δολοφονούν σε σχολεία για ψύλλου πήδημα.

Σε πολέμους κατακτητικούς με ‘έξυπνα όπλα’ που δολοφονούν αδιάκριτα ,με ‘παράπλευρες απώλειες’ πολύ εξοντωτικές. Κάποτε ήταν για το ψωμί και το αλάτι, τώρα για τους δρόμους της ενέργειας και το ‘μαύρο χρυσό’. Αύριο για το νερό.

1981 Delenda est Δήμος Μούτσης Κώστας Τριπολίτης
Θα σου πάρω βιολιά και ένα ντέφι γλυκό να σου παίζουν, Ερηνούλα μου.

Μεταξύ μας όπως βλέπεις τα περιθώρια στενεύουν. Τις καμμένες πόλεις, τα νεκρά παιδιά θυμάμαι και το αίμα, και η δικιά μου η ζωή, δίχως νόημα δίχως φωνή και μ’ άδειο βλέμμα, Ερηνούλα μου.
Πέφτει σύρμα και οι μισθοφόροι που σε κυβερνούν, οι ίδιοι αύριο θα σε δικάζουν και
‘χαίρε, Καίσαρα μελλοθάνατε’ θα σου πουν, αυτά που λες,
‘et preterea censeo, Carthago delenda est’.
Με τρομάζεις σαν των γηπέδων τις φωνές και τις σημαίες, Ερηνούλα μου.
Φοβισμένος σε κοιτάζω διπλωμένες κρατώντας τις κεραίες.
Ξεκινάς να με βρεις κι όλο πέφτεις θαρρείς σ’ ένα τοίχο, κι ερωτεύεσαι εκεί, δίχως χρώμα δίχως οσμή και δίχως μύθο, Ερηνούλα μου.
Αλλά εγώ θα σου πάρω βιολιά κι ένα ντέφι γλυκό να σου παίζουν Ερηνούλα μου.

συνεχίζεται

http://youtu.be/6Ugpvb5OXsM

Μανού Τσάο στο Παρίσι, 2008

 https://aenaikinisi.wordpress.com/2014/04/29/%CF%87%CF%8C%CF%81%CE%B5%CF%88%CE%B5%CF%82-%CF%80%CE%AC%CE%BD%CF%89-%CF%83%CF%84%CE%BF-%CF%86%CF%84%CE%B5%CF%81%CF%8C-%CF%84%CE%BF%CF%85-%CE%BA%CE%B1%CF%81%CF%87%CE%B1%CF%81%CE%AF%CE%B1-3/

μιχαλης 282

σκόρπιες σκέψεις...

γδάρτες ονείρων…

Οι παγωμένοι αλωνίζουν, τους ονειροπόλους τους αφήσαμε μόνους, πυρπολούν τον πλανήτη οι άπληστοι, βγάζουν και από αυτό κέρδος, τρύπησαν τον αγέρα, βρωμίζουν τα νερά, πολεμούν αυτούς που αντιστέκονται.
Γδάρτες ονείρων.
Κάποιους τους νοιάζει ο χρηματισμός, να κερδίζουν σε χρήμα και μόνο αυτό. Βάζουν το εγώ πάνω από το εμείς. Νομοθετούν τα ανθρωπάκια, δικάζουν οι φελλοί. Κυβερνούν οι τιποτένιοι. Και τα πραγματικά αφεντικά κάνουν πάρτι. Οι υπόλοιποι τους δίνουν συνεχώς τη δυνατότητα να εξουσιάζουν, άλλοι για ένα πιάτο φαί και άλλοι για κάποια μικρότερα η μεγαλύτερα προνόμια. Εάν θέλουμε να ονομάζουμε προνόμιο μια αξιοπρεπή διαβίωση. Χάσαμε την αξιοπρέπεια.
Διαπλοκή, να παίρνουν ΟΙ ΔΙΚΟΊ ΜΑΣ τις δουλειές, να μοιράζουμε και τα οφίτσια. Εάν δεν είσαι στο κόμμα και δεν έχεις γνωριμίες είσαι τελειωμένος. Άσε που αν τα καταφέρεις και δεν είσαι με αυτούς θα σου βάλουν τρικλοποδιά. Έχετε παραδείγματα στο δικό σας περιβάλλον, γνωρίζετε.
Ξεπουλάν κοινωνικό πλούτο σε εξευτελιστικές τιμές, πλούτο που φτιάχτηκε με κόπο και δουλειά δεκαετιών. Ξεπουλάν σε μια νύχτα σε ντόπιο και ξένο κεφάλαιο για να πάρουν μίζα που εξασφαλίζει πολλές γενιές μπροστά αυτών και των συγγενών τους. Αυτός είναι ο λόγος που παλεύουν να εκλεγούν, να πιάσουν πόστα, να διοριστούν στις θέσεις κλειδιά.
Και δεν κουνιέται φύλλο χρόνια τώρα. Σποραδικές φωνές μονάχα. Κι όταν ξεσηκώνεται η νεολαία στέλνουν τα ΜΑΤ. Και οι πατεράδες αφήνουν τους πιτσιρικάδες μόνους αντί να κατασκηνώνουν μόνιμα στους δρόμους και να μπλοκάρουν τα πάντα.
Ξεπουλάν τα νιάτα, τα θάβουν στη ντόπα. Πως να κάνεις όνειρα σήμερα, τι να περιμένεις. Ταφόπλακα η συμπεριφορά των μεγάλων. Έχουν δώσει τα διαπιστευτήριά τους τόσα χρόνια με την πολιτική συμπεριφορά και την κοινωνική αδιαφορία. Στηρίζοντας με κάθε τρόπο τους γδάρτες τους. Αδιαφορία από τη μια, αντίθεση από την άλλη σε κάθε επιθετική συμπεριφορά.
Ο λαός έχει τους ηγέτες που του αξίζουν, από τα σπλάχνα του βγαίνουν έτσι κι αλλιώς, δεν έρχονται από τον Άρη. Εμείς φταίμε λοιπόν γι αυτό που ζούμε και αυτά που έρχονται. ‘Θέλει αρετή και τόλμη η ελευθερία’ γράφει ο ποιητής. ‘Θέλει νεκροί χιλιάδες να ναι στους τροχούς’. Θέλει να αγωνίζεσαι, να απαιτείς και να διεκδικείς. Τη χειραφέτηση. Εύκολο το ραχάτι, μαλακή η πολυθρόνα, σου κλείνει το μάτι και η TV, θέλει να κλωτσήσεις δυνατά τις συμβάσεις, να τιναχτείς ψηλά και να ρισκάρεις και καμιά φορά, να βγεις από το καβούκι σου διάολε, στα πρώτα σούτια να μη κάνεις πίσω.

Λες να ιδρώνει στον ύπνο του ο νεοέλληνας όταν σκέφτεται την αρετή ,είπε πολύ εύστοχα κάποιος.
Την κάψανε τη χώρα από άκρη σε άκρη, τόσες φορές μέχρι πότε ακόμη.
Και η αριστερά κοιμάται ύπνο βαθύ, δικαιώθηκε που την αναγνώρισαν και παρέδωσε ότι όπλο κρατούσε ακόμη όρθιο, πήρε μέρος και σε οικουμενική, τι άλλο να θέλει ακόμη, παίρνει μέρος και στα αλισβερίσια, φτάνει και περισσεύει.
Θυσίασε τα καλύτερα παιδιά της και το ότι πολέμησε για τα δίκαια του λαού νομίζει πως ήταν έγκλημα. Κι έχει και τύψεις από πάνω. Διώχνει τα παιδιά της, τα βρίζει και μετά κάνει πως μετανιώνει και τα αποκαθιστά. Μετά θάνατον. Κι εδώ υποκρισία. Κάθε τόσο θυσιάζει κινήματα μέσα στα χρόνια απλά γιατί δεν τα ελέγχει, τρέχει πίσω από τις εξελίξεις αντί να είναι μέσα τους μέχρι τα μπούνια. Κρίμα.
Και αυτή βοήθησε τον κόσμο να κλειστεί σπίτι και να παραδώσει το κλειδί στα χέρια των πολιτευτών, των μεσαζόντων και των αχρείων. Τον ευνούχισε.
Της πέταξε το σύστημα το κόκκαλο της νομιμοποίησης και έσπευσε να το αρπάξει με δύο στόματα, δεν της έφτανε το ένα. Να παίρνει και αυτή μέρος στο παζάρι, όχι παίζουμε. Τα ψίχουλα στο μεγάλο φαγοπότι της καθημερινότητας.
Κι εμείς οι τρίς στον καφενέ, τσιγάρο πρέφα και καφέ, βρε δε βαριέσαι αδερφέ.

Εάν δεν έχεις δεν πειράζει, οι τράπεζες να είναι καλά. Θα σου δανείσουν, νάτη η θηλιά, έτοιμη. Η σύγχρονη αλυσίδα στο λαιμό του σύγχρονου ανθρώπου. Ο τραπεζίτης είναι ο αρκουδιάρης που σέρνει τον χορό. Τα golden boys βαράνε τα νταούλια, με τα άψογα κουστούμια και τις υπέροχες γραβάτες. Οι σύγχρονοι ιεροεξεταστές που αποφασίζουν για τη ζωή και το θάνατο εκατομμυρίων.
Και κυνηγάς μια θέση για το παιδί σου, να σου σβήσουν το πρόστιμο, μια ευνοϊκή ρύθμιση. Κλείστηκες στο μπουντρούμι που έκτισε πάνω σου, στα μέτρα σου το σύστημα. Δάνειο στα μέτρα σου, τάφος στα μέτρα σου. Με την ευχή του αγαπημένου σου παρουσιαστή δήλωσες υποταγή στο επιτόκιο που διάλεξες ‘ελεύθερα’.

Κατασπάραξαν ότι είχε απομείνει από την ψυχή σου και τώρα σε σέρνουν στους τέσσερις ανέμους και η αριστερά να βρίζει αυτούς που ξεσπαθώνουν και ξεσπούν γιατί δεν τους γνωρίζει, που να τους μάθει κλεισμένη στο μπουρδέλο της, αποκομμένη τελείως από αυτόν που κάποτε ήταν σάρκα της.
Αυτοί είμαστε αδέρφια, παλαιοί και νέοι σύντροφοι, μη μασάτε. Εδώ ο Μπερλινγκουέρ κατέστρεψε το μεγαλύτερο αντιστασιακό απελευθερωτικό κίνημα που γνώρισε η Ευρώπη μετά τον πόλεμο στο όνομα ενός συμβιβασμού με το σύστημα , ενός συμβιβασμού και ενός εγωισμού που κατέστρεψε και αυτόν τον ίδιο, όλη την αριστερά της χώρας του που την παρέδωσε ανυπεράσπιστη στα χέρια του Μπερλουσκονισμού.

Για έναν εγωισμό. Για να εμποδίσει την πολιτική αναγνώριση των Κόκκινων Ταξιαρχιών, για να μη αμφισβητηθεί η ηγεμονική θέση που επιθυμούσε στο χώρο της αριστεράς στην Ιταλία ο ίδιος και το ΚΚ. Θυσιάστηκε ο Μόρο, θυσιάστηκε και ο λαός στο όνομα μιας υποτιθέμενης πρωτοκαθεδρίας
Δεν θέλησε την αναγνώριση των μαχητών το κόμμα, παρέδωσε έναν λαό στο μεγαλύτερο ανθρωποκυνηγητό που υπέστη κίνημα στην Ευρώπη.

ΧΡΟΝΙΚΟ 1969
Στα πίσω χρόνια τα πικρά οπού φωτιά δεν είχε, ο κόσμος στις βαθιές σπηλιές τ’ αλέτρι δεν κατείχε.
Μα μιαν αυγή μια Κυριακή μια επίσημον ημέρα γεμίσανε τα φυσερά λυτρωτικόν αέρα.
κατέβηκεν ο Γίγαντας μ’ ένα δαδί στο χέρι έριξε φώτα στις σπηλιές και χάρηκε το ασκέρι.
πήραν φωτιά τα σύδεντρα τα σίδερα ελυγίσαν η γης οργώθηκε καλά και τα φυτά εκαρπήσαν.
Πρωί πρωί τον πιάσανε το γίγαντα και πάνε στον Καύκασο ξημέρωνε τρία πουλιά περνάνε
πουλιά μου διαβατάρικα τι βλέπετε στις στράτες τι κουβαλάει ο γίγαντας στις σιδερένιες πλάτες.
μπροστά πηγαίνει ο σιδεράς με το σφυρί στο χέρι ξωπίσω του ο κλειδαράς της μοναξιάς του ταίρι
ο πιο μικρός ο πιο σκυφτός ο πιο σκληρός στο πλάι αυτός κρατάει τα σύνεργα γελάει μα δεν μιλάει.
Καρφώσανε το γίγαντα στο βράχο του Καυκάσου
τρία πουλάκια πέρασαν και τού λεγαν Στοχάσου

Πρέπει να ξανά σκύψουμε πάνω από την ιστορία για να μάθουμε, εν κατακλείδι. Το μέλλον, την ιστορία συνακολούθως δεν το φτιάχνουν οι πλειοψηφίες. Οι μειοψηφίες το διαμορφώνουν. Οι πλειοψηφίες συντηρούν απλώς τα δημιουργήματα των νικητών. Που ξεκίνησαν λίγοι.
Η ανεμελιά εξαφανίστηκε ανεπιστρεπτί μου λέει βγάζοντας το δισκάκι .Όταν βλέπεις τι γίνεται γύρω σου αγανακτείς ακόμη και εάν δεν σε αγγίζει. Κι εάν είναι δύσκολο να αλλάξουμε τους κανόνες γύρω μας άμεσα μπορούμε τουλάχιστον ν’ αλλάξουμε τις συνήθειες, τους εαυτούς μας, την καθημερινότητα. Θα είναι ένα πρώτο βήμα.
Ας βρούμε τις δικές μας απαντήσεις με το φίλο και το γείτονα.
Ζούμε τη δικτατορία του χρήματος και της εμπορευματοποίησης .Δεν έχεις ,είσαι αόρατος, ο κανένας.
Υπάρχει θλίψη και αναλγησία, ταπείνωση. Πρέπει να μάθουμε να μετατρέπουμε το θυμό σε δημιουργικότητα.
Η οικονομική δύναμη έχει κυριεύσει τα πάντα, παντού νούμερα, όλοι είμαστε μια εμπορευματική αξία.
Σταμάτησα να ψηφίζω μου λέει, όχι ότι πίστευα ποτέ στη δύναμη της ψήφου. Απέχω .Ψηφίζουμε πιόνια που την κρίσιμη στιγμή προστατεύουν συμφέροντα οικονομικών δυνάμεων.
Η ψήφος για να έχει κάποια δύναμη πρέπει να αγοράσεις και να εξαγοραστείς.. Αγοράζεις προστάτη και είσαι έτοιμος μόλις σε χρειαστεί. Η ‘δημοκρατία’ λοιπόν δεν είναι για όλους. Οι ‘ειδήσεις’ είναι προπαγάνδα , πλάθουν συνειδήσεις, αγοράζουν οπαδούς για τα κόμματα. Που χρηματοδοτούν τον τύπο. Άσε που αυτός ανήκει σε μεγαλοεργολάβους που κλείνουν δουλειές με τους πολιτικούς. Αυτοί εξάλλου τους χρηματοδοτούν. ΚΑΙ ΑΠΟ ΠΙΣΩ ΟΙ ΤΡΑΠΕΖΙΚΟΙ ΠΟΥ ΧΡΗΜΑΤΟΔΟΤΟΥΝ ΟΛΟΥΣ. Αυτοί που οπλίζουν τα κράτη και αυτοί που διακινούν την ενέργεια.. Τεράστια συμφέροντα διαπλέκονται μεταξύ τους. Αυτοί κινούν τα νήματα όσο εμείς το επιτρέπουμε παίρνοντας μέρος στο παιχνίδι, αποδεχόμενοι τους κανόνες. Μια φορά κάθε τέσσερα χρόνια ‘είμαστε ελεύθεροι’ για λίγα λεπτά να διαλέξουμε τον ΤΥΡΑΝΝΟ της αρεσκείας μας.
Είναι τύραννος και ο κακός εγωισμός. Με τα χρόνια ο άνθρωπος γίνεται και συντηρητικός. Κρατιούνται νέοι οι παθιάρηδες, θέλει πάθος, θέλει να αγαπάς να ζεις και να μαθαίνεις. Χρειάζεται να ακούς, να παρατηρείς, τους άλλους και την καρδιά σου. Όταν ρισκάρεις ξεβολεύεσαι, αυτό είναι το φάρμακο.

Ο τρόπος με τον οποίο ζει ο καθένας μας είναι το καλύτερο παράδειγμα που μπορεί να δώσει στα παιδιά του και τους γύρω. Ο καθρέπτης των αρχών μας, η συμπεριφορά μας. Είναι και πολύ καλή πολιτική στάση.

https://aenaikinisi.wordpress.com/2014/04/29/%CF%87%CF%8C%CF%81%CE%B5%CF%88%CE%B5%CF%82-%CF%80%CE%AC%CE%BD%CF%89-%CF%83%CF%84%CE%BF-%CF%86%CF%84%CE%B5%CF%81%CF%8C-%CF%84%CE%BF%CF%85-%CE%BA%CE%B1%CF%81%CF%87%CE%B1%CF%81%CE%AF%CE%B1-1/

ιστορία, storia

η δίκη του περιοδικού Metropoli, processo – στ] μέρος

METROPOLIΔίκη Processo Metropoli

  • Δήλωνε ο Savasta στην διάρκεια της ανάκρισης από την Δημόσιο Κατήγορο της  Padova στις 10/2/1982: “Από τον πολιτικό διάλογο που μέσα στην Διοίκηση της ρωμαϊκής φάλαγγας επακολούθησε την ολοκλήρωση της επιχείρησης Moro μπόρεσα να συμπεράνω πως τα διευθυντικά όργανα της οργάνωσης μα και οι Pace και ο Piperno ήταν σύμφωνοι με την ανύψωση του επιπέδου της σύγκρουσης, όπου στόχευε και η ίδια η επιχείρηση, αν και στην συνέχεια παρατηρήθηκαν ουσιαστικές διαφοροποιήσεις γύρω από την τελική διαχείριση της απαγωγής, που, όπως ήδη έχω προσδιορίσει, θα έπρεπε να ολοκληρωθεί, σύμφωνα με τις πολιτικές θέσεις που προτείνονταν από τον Morucci – με την απελευθέρωση του αιχμαλώτου.
    Στην συνέχεια, με την επιχείρηση να έχει καθοριστεί, θα είχε γίνει λόγος για μιαν προσπάθεια “διείσδυσης” στις B.R., μέσα από τον Morucci και την Faranda και τον ίδιο τον Pace, ήδη στρατευμένο στην “υπηρεσιακή ταξιαρχία” (ακρόαση στον ανακριτή Roma 14/2/82).
    Το άρθρο “Από την τρομοκρατία στον ανταρτοπόλεμο” του F. Piperno είχε προκαλέσει μια σκληρή πολεμική στην διοίκηση της φάλαγγας στην διάρκεια μιας συνάντησης που έλαβε χώρα σε μια βάση στο Moiano.
    Ήταν παρόντες ο ίδιος ο Savasta και οι, Seghetti, Piccioni, Gallinari, Morucci και Faranda και Balzarani.
    ο Gallinari, χτυπώντας την εφημερίδα επάνω στο τραπέζι και υποδεικνύοντας το άρθρο, είχε προσάψει στους Morucci και Faranda πως ήταν από πάντα φορείς μιας πολιτικής γραμμής ξένης από εκείνη των B.R.. Είχε, πρακτικά, ωριμάσει η πεποίθηση πως εκείνη η κατάσταση διενέργειας των διαπραγματεύσεων “ανάμεσα στους Pace και Piperno και το σοσιαλιστικό P.S.I.” ήταν η στιγμή της “πολιτικής παρέμβασης” των δυο  “για να αναλάβουν την Διεύθυνση όλου του μαχόμενου κινήματος και ειδικότερα των B.R. (κατάθ. ανακρ. Roma 23/4/82).

Στην συνέχεια, με την ωρίμανση της διχογνωμίας, ο Moretti είχε καλέσει συνάντηση της Διεύθυνσης της φάλαγγας με σκοπό να ανοίξει μια εις βάθος και διεξοδική συζήτηση γύρω από τους “πολιτικούς λόγους της αντίθεσης” για να φθάσουν σ ένα ξεκαθάρισμα. Στο τέλος αυτής της συνάντησης ο Morucci και η Faranda είχαν προσκληθεί να εκφράσουν σε ένα ντοκουμέντο γραπτό την οριστική τους κρίση “επί όλης της πολιτικής δράσης της οργάνωσης ” (παρ. Savasta στον ανακρ.Cagliari 27/2/82). Έγγραφο που θα κυκλοφορούσε μέσα στην οργάνωση σαν συνεισφορά στην συζήτηση.
Λίγο μετά οι Morucci και Faranda είχαν “δώσει τις παραιτήσεις τους από την φάλαγγα”, λέγοντας πως δεν αναγνώριζαν πλέον την αρχή της.
Το εκτελεστικό, λαμβάνοντας υπόψιν την σοβαρότητα της κατάστασης, είχε αποφασίσει να “επιλύσει με δραστικό τρόπο την κατάσταση” διατάσσοντας τους δυο τους να μεταβούν σε μια βάση της οργάνωσης για να ετοιμάσουν το έγγραφο που τους ζητήθηκε και μια λίστα με όσα βρίσκονταν στην κατοχή τους.
Όμως από εκείνη την βάση κατάφεραν να το σκάσουν με την βοήθεια του Pace (κατάθ. Faranda ακρ. 2/3/87) παίρνοντας μαζί τους όπλα, εργαλεία παραποίησης και διάφορα έγγραφα, αγήνοντας γραμμένο: “όχι, στην αστυνομική κράτηση – no, al fermo di polizia”.
Συγχρόνως αποχώρησαν από τις B.R. οι
Massimo Cianfanelli, Norma Andriani, Carlo Drogi και Arnaldo Maj.

Οι  “πρώην σύντροφοι” θορυβημένοι, δίχως να χάσουν χρόνο, είχαν προέβησαν στην κίνηση να να έρθουν σε επαφή με όλες τις παρακείμενες εξτρεμιστικές ομάδες για να τις ενημερώσουν για όσα είχαν συμβεί και για τις αρνητικές επιπτώσεις που θα προέκυπταν σε περίπτωση βοήθειας που θα παρέχονταν στους αποστάτες.
Μα οι πολεμικές συνεχίστηκαν δίχως σταματημό ούτε μετά την σύλληψη των Morucci και Faranda.
“Θυμάμαι” – προσέθετε ο Cianfanelli – “πως αμέσως μετά την έξοδο από τις B.R. συναντήθηκα με τον Gallinari σε ένα bar κοντά στην Piazza di Spagna, κατόπιν πρόσκλησης των Savasta και Libera, που ήρθαν να με συναντήσουν στο σπίτι.
ο Gallinari ενδιαφέρονταν ξεκάθαρα για την επιστροφή μου στην Οργάνωση και κυρίως για την ανάκτηση των όπλων που είχε πάρει μαζί του ο Morucci . ο Gallinari μου είπε πως αυτός και η Faranda ήταν δυο κακοποιοί που αφέθηκαν να τους καθοδηγούν οι Piperno και Pace, ακόμα πριν και στην διάρκεια της απαγωγής Moro. Απάντησα στον Gallinari πως δεν γνώριζα τίποτα για τις σχέσεις μεταξύ των Morucci και Faranda και Piperno και Pace…Προσπάθησα κατόπιν συμφωνίας με τον Gallinari να ταιριάξω ένα ραντεβού ανάμεσα στην Faranda και κάποιον από τις B.R.. Ύστερα από λίγες ημέρες είδα ξανά τον Morucci, που συναντούσα συχνά, και μιλήσαμε τόσο για το ζήτημα των όπλων και για άλλα θέματα συνδεδεμένα με τα προβλήματα της οργάνωσης του “M.C.R.” (που αρχικά έπρεπε να ονομαστεί “M.C.C.”, Movimento comunista combattente – κομουνιστικό μαχόμενο Κίνημα), όσο και για τις σχέσεις του με τον Piperno και τον Pace, και μετά την είσοδο του στις B.R..
ο Morucci απάντησε πως τους είχε συναντήσει και πως αυτό κατά τα άλλα δεν σήμαινε τίποτα μιας και αυτός ήταν δεμένος με αυτούς με φιλία παλιά. Με εκείνη την ίδια ευκαιρία ή κάτω από άλλες συνθήκες, ο Rosati είπε πως οι Piperno και Pace είχαν εκφράσει την αντίθεση τους με την έξοδο του Morucci και της Faranda από τις B.R., επειδή αυτοί έπρεπε να συνεχίσουν την μάχη τους για μιαν διαφορετική πολιτική κατεύθυνση μέσα στην οργάνωση”.

Όπως και νάχει τόσο για τον Piperno όσο και για τον Pace – διευκρίνιζε ο Cianfanelli στην ακρόαση της 17/2/87 (S. III) – πάντα δίδονταν μέσα στις B.R. μια αρνητική εκτίμηση, αφού θεωρούνταν, τίποτα περισσότερο από “ομιλούντα τριζόνια, δηλαδή άνθρωποι που τους άρεσε να μιλούν, που τους άρεσε να στέκονται στο παράθυρο να κοιτούν…με την φιλοδοξία της εξουσίας επί των άλλων”.

Με την μπροσούρα με τίτλο “Brigate Rosse n°7 Ιούλιος 1979: από  το στρατόπεδο συγκέντρωσης της Asinara” που είχαν επισυνάψει στο φυλλάδιο με το οποίο αναλάμβαναν την ευθύνη για την εκτέλεση του αστυνόμου Domenico Taverna, στην υπόθεση θέλησαν να παρεμβληθούν επίσης και  “αιχμάλωτοι μαχητές”, οι οποίοι επιτέθηκαν στους Valerio Morucci και Adriana Faranda, κατατάσσοντας τους στην κατηγορία των “νεόφυτων του ψυχολογικού αντιανταρτοπόλεμου, φτωχών ανόητων χρησιμοποιημένων από την αντεπανάσταση”, ενάντια στον “βαρώνο Piperno” και όλους τους “αυτοκαλούμενους αυτόνομους” οι οποίοι “από την ησυχία της καθηγεσίας τους και των περιοδικών τους παρότρυναν τους κρατούμενους προλετάριους σε πιο σκληρό αγώνα και σήμερα, ντροπαλά αρνάκια, αναθέτουν στην απεργία πείνας την αξίωση της αθωότητας τους”.
Στην πραγματικότητα, σύμφωνα με τα λεγόμενα ενός εκ των “ιστορικών ηγετών” των Brigate rosse, του Alberto Franceschini (ακρ. 17/XII/86), η βασική αντίθεση ήταν κυρίως μια “αντίθεση για τους διαφορετικούς τρόπους που αντιλαμβάνονταν την οργάνωση” σε σχέση με το “Κίνημα”.
Και ήταν μια αντίθεση που περνούσε και μέσα στην ομάδα της φυλακής.
Τέτοια ώστε ίχνη της θα βρούμε μέσα στο ανακοινωθέν n°19 που εκδόθηκε στην διάρκεια της “δίκης του Torino”, όπου υπήρχε ένα κάλεσμα  “σε μιαν επιστροφή στον μαζικό αγώνα” και σε μιαν “συσχέτιση του με την πραγματικότητα”. Και προηγουμένως, σε ένα ανακοινωθέν που εκδόθηκε στην Bologna τον φεβρουάριο-μάρτιο 1977, όπου ήταν ανιχνεύσιμη μια κριτική στον “αυθορμητισμό”, όπως και στον “οργανωτισμό” κατανοητό ως  “τάση σύλληψης της οργάνωσης ξέχωρης από το κίνημα”.

Μα η δημοσίευση στην εφημερίδα “Lotta Continua”, μετά την σύλληψη του Morucci, τους πρώτους μήνες του ’79, ενός ντοκουμέντου με υπογραφή δική του και της Faranda στο οποίο γίνονταν προσπάθεια να επιβεβαιωθεί η γραμμή που αυτοί ανέπτυξαν μέσα στις B.R. με επίκληση εκείνης που είχε τις αρχές της και κατάγονταν από τους  “ιστορικούς Πατέρες” (όπως διατυπώθηκε στο ανακοινωθέν n°19 που αναφέραμε), είχε προκαλέσει φόβους πως η σιωπή των ιδίων “ιστορικών Πατέρων” θα μπορούσε να εκληφθεί ως επιβεβαίωση των παραδοχών του ιδίου Morucci. Και πως, γι αυτό, θα μπορούσε να αποκομίσει την δυνατότητα εκμετάλλευσης τους μέσα στο πλαίσιο “εξωτερικών διατριβών” τελείως άσχετων με αυτούς. Τόσο άσχετων, που, την στιγμή κατά την οποίαν αυτοί είχαν συνάψει εκείνο το γραπτό, αγνοούσαν πως οι Morucci και Faranda είχαν βγει από την οργάνωση εξ αιτίας της διαφωνίας που είχε ωριμάσει στο εσωτερικό.
Ωστόσο η ίδια η οργάνωση εκείνο το έγγραφο το είχε “διαχειριστεί”μετέπειτα, το φθινόπωρο του ίδιου χρόνου, για να υποστηρίξει την επίσημη γραμμή (β. ακ. 17/XII/86).
Επιβεβαίωνε ο Franceschini την ανακολουθία όσων υποστήριξε ο Buonavita, που σε εκείνη την συζήτηση μέσα στην φυλακή της Asinara ούτε καν είχε λάβει μέρος (όντως, εκείνη την εποχή, ήταν κρατούμενος αλλού) πως δηλαδή η πρωτοβουλία του Morucci είχε ερμηνευτεί σαν να ήταν κατευθυνόμενη από τον  Πιπέρνο (και από τους σοσιαλιστές του P.S.I. που στέκονταν από πίσω του) και, σαν τέτοια, θεωρούνταν επικίνδυνη για την Οργάνωση.

Σύμφωνη ήταν η κατάθεση επί τούτου του Lauro Azzolini, συνδιαμορφωτή του ντοκουμέντου της Asinara. Η γραμμή των Morucci και Faranda δεν ήταν  “μια γραμμή εξεζητημένη”, έχοντας την δυναμική, κατά συνέπεια, “διαβρώσει σε κάποια επίπεδα την οργάνωση”. Θα ήταν, συνεπώς, σκόπιμο η συζήτηση να συνεχίζονταν μέσα στην οργάνωση για να μην υπάρξει ο κίνδυνος συνεπειών που θα οδηγούσαν σε τραυματική ρήξη.
Ακόμη περισσότερο επειδή τα βασικά κίνητρα των θέσεων των Morucci και Faranda ανάβλυζαν “από τα βάθη της οργάνωσης” και, συνεπώς, άξιζαν να αναπτυχθούν “στο εσωτερικό της”.
Αυτές οι απόψεις είχαν οδηγήσει τους έγκλειστους συντρόφους να συντάξουν εκείνο το “φυλλάδιο”, μετά την δημοσίευση στην “Lotta continua” του ντοκουμέντου του Μορούτσι και των συντρόφων του.
(…)
Μετά την έξοδο των Morucci και Faranda από τις B.R. κάποιοι από τους ορθόδοξους αγωνιστές της οργάνωσης ζήτησαν από τον Pace, να συναντήσουν τον Piperno, βέβαιοι πως οι δυο διαφωνούντες βρίσκονταν σε επαφή μαζί του.
Αυτοί θεωρούσαν τον Piperno και τον ίδιο τον Pace υπεύθυνους για όσα είχαν συμβεί, για την διάσπαση ,δηλαδή, που είχε λάβει χώρα στην οργάνωση.
ο Piperno – σύμφωνα με τα λεγόμενα του Morucci – είχε αμέσως μεταβεί στο ραντεβού και ήταν πιθανότατα σε εκείνη την περίπτωση που απειλήθηκε.

Ενδιαφέρουσα σχετικά με αυτά η κατάθεση που έδωσε ο Savasta (ανάκριση στην Ρώμη 9/2/82): “ένα άλλο επεισόδιο που δείχνει τους στενούς δεσμούς που υπάρχουν ανάμεσα στους Piperno και Pace, Morucci και Faranda, συνίσταται στο  γεγονός πως αμέσως μετά την φυγή του Morucci και της Faranda, τα στελέχη της Διοίκησης φάλαγγας Seghetti, Gallinari, Balzarani, Piccioni κι εγώ ο ίδιος απευθυνθήκαμε στον Pace, όταν συναντηθήκαμε τυχαία στο bar Fassi, για να ξεκαθαρίσουμε το ζήτημα των σχέσεων των B.R. με τους Morucci και Faranda και της επιστροφής των όπλων (βλ. πρακτικά κοινοβουλευτικής επιτροπής για την σφαγή της οδού Fani ανάκρ. Savasta 6/7 απριλίου 1982).
Σε εκείνη την περίπτωση συμφωνήσαμε για μιαν επόμενη συνάντηση που θα έπρεπε να γίνει στο σπίτι του Piperno ή σε ένα σπίτι που θα έθετε στην διάθεση μας ο Piperno. Πράγματι εκείνη η συνάντηση έλαβε χώρα. Σε αυτή πήραν μέρος οι Moretti, Balzarani, Pace και Piperno. Στην διάρκεια της σύσκεψης , μπροστά στις κατηγορίες του Moretti και της Balzarani, οι Piperno και Pace δεν αρνήθηκαν πως από πάντοτε διατηρούσαν προσωπικές σχέσεις και πολιτικές με τον Morucci και την Faranda, των οποίων υποστήριζαν πως αγνοούσαν το καταφύγιο.
Έλεγαν επίσης πως το “Metropoli” πάντοτε θα υποστήριζε, όπως είχε κάνει μέχρι εκείνη την στιγμή, την δράση των ερυθρών Ταξιαρχιών, σχετικά με τις οποίες εκείνοι τοποθετούνταν σε μιαν δράση υποστήριξης ιδεολογικής και πολιτικής.
Λίγο χρόνο αργότερα το περιοδικό “Metropoli” δημοσίευε ένα άρθρο στο οποίο γίνονταν λόγος για την επίθεση στον Schittini, στο οποίο διατυπώνονταν μια θετική κρίση”(βλέπε προηγούμενες σελίδες 102 και 103 της παρούσης απόφασης).

Επίσης, ενδιαφέρουσα, η κατάθεση του Buonavita στον ανακριτή της Roma στις 7/3/83 (β. επίσης ανάκρ. Emilia Libera, τομ.5, F.9, S.29):
“Σχετικά με τον Piperno εμείς κρατούμενοι των B.R. στην φυλακή του Palmi μάθαμε πως η εκτελεστική επιτροπή της οργάνωσης μας αξιολογούσε αρνητικά το έργο του ίδιου του Piperno, διότι διαμέσου των ανθρώπων που ήταν συνδεδεμένοι μαζί του, και ήταν παρόντες στην οργάνωση μας, αυτός δημιουργούσε ρήξεις και αντιθέσεις. Η εκτελεστική επιτροπή, αποφάσισε, ως εκ τούτου, να παρέμβει πολύ σκληρά ενάντια στον Piperno. Ο Gallinari κατάφερε να έρθει σε επαφή μαζί του σε ένα bar της Roma και μιλώντας στο όνομα του εκτελεστικού τον προειδοποίησε να μην συνεχίσει τις μανούβρες του με σκοπό να καπελώσει πολιτικά τις B.R. και την ίδια στιγμή ζήτησε την επιστροφή των όπλων και του υλικού που οι Morucci και Faranda είχαν αποσπάσει από την οργάνωση παίρνοντας τα μαζί τους”. Αυτό – προσέθετε ο Buonavita – το είχε μάθει διαβάζοντας μια έκθεση που οι Seghetti και Gallinari είχαν διαθέσει στην ταξιαρχία του στρατοπέδου της φυλακής του Palmi “γύρω από την κατάσταση της ρωμαϊκής φάλαγγας”.

Μια επιβεβαίωση σημαντική της ύπαρξης μιας σχέσης που δεν αποκόπηκε ποτέ εντελώς από τον Pace με στελέχη των B.R. προέρχεται από την ίδια την φωνή του Morucci (ακ. 9/3/87), ο οποίος δήλωνε πως είχε μάθει ότι, μετά την έξοδο τους από την οργάνωση, ο Moretti είχε αναθέσει στον Seghetti να ψάξει τον Pace, με την ελπίδα πως αυτός θα μπορούσε να καθορίσει επαφές μεταξύ των B.R. και της P.L.. ο Pace, πράγματι, ενδεχομένως δεν είχε πάψει να έχει διασυνδέσεις με πρώην αγωνιστές του P.O. που κατέληξαν στην μια ή στην άλλη οργάνωση.
ο Seghetti εμφανίστηκε δύστροπος στο να έρθει σε επαφή με τον Pace, μα ο Moretti είχε επιμείνει στο αίτημα του, ίσως διότι ήταν πεπεισμένος πως ο Pace ήταν το πιο ιδανικό πρόσωπο, το “λιγότερα επικίνδυνο κανάλι” γι αυτό τον σκοπό.
Παρά την έλλειψη μιας πολιτικής συμφωνίας με την Πρώτη Γραμμή, δεδομένων των διαφορών στην τακτική και την στρατηγική – εξηγούσε ο Morucci – ίδιος ήταν ο στόχος που επιδιώκονταν: “η ανατροπή της κοινωνικής τάξης” και μπροστά σε έναν τέτοιο στόχο “ήταν απαραίτητο να μειωθούν οι αποστάσεις, πραγματοποιώντας επιχειρησιακές συμφωνίες χρήσιμες για το χτίσιμο ενός μοναδικού μαχόμενου κομουνιστικού μετώπου”.

Και για τον Savasta (ανάκρ. Δημ. Κατ. Padova 5/2/82) ο Pace ήταν ένα  “υποχρεωτικό κανάλι” για να οριστεί μια επαφή ανάμεσα σε B.R. και  P.L., τόσο “υποχρεωτικό” ώστε η απόφαση να προστρέξουν σε αυτόν είχε ληφθεί στην Διοίκηση φάλαγγας (πράξεις Επιτρ. κοινοβ. σφαγής via Fani, ακροαματικές διαδικασίες 6-7 απριλίου . β. Φάκελ. ανακρ. Savasta). Ήδη στο παρελθόν είχε γίνει προσπάθεια να “επεκταθεί το μέτωπο μάχης” και να καθοριστεί μια ενότητα επίθεσης στην D.C. στο πλαίσιο της λεγόμενης “εκστρατείας της άνοιξης”.

“Στην τελευταία φάση της απαγωγής Moro” – διευκρίνιζε ο Sandalo Roberto – ” υπήρξαν τουλάχιστον δυο συναντήσεις στο Milano μεταξύ στελεχών των Brigate rosse και της Prima Linea”. Σύμφωνα με αυτά που του μετέφερε ο Marco Donat Cattin “για τις B.R. πήραν μέρος ο Azzolini και, μάλλον, ο Franco Bonisoli; για την P.L. πήραν μέρος ο ίδιος ο Donat Cattin και ο Nicola Solimano”.
Εκτός από την γενικότερη συζήτηση, οι B.R. “ζήτησαν μια βοήθεια κυρίως στρατιωτική από την οργάνωση P.L. για να διασπάσουν την περικύκλωση; δηλαδή, ένιωθαν λιγάκι την ανάσα να τους κόβεται. Να οδηγούν εκείνη την επιχείρηση στην Πρωτεύουσα και να έχουν τα μάτια όλων των δυνάμεων της τάξης καρφωμένα επάνω τους συνεπάγονταν μεγάλα υλικοτεχνικά προβλήματα και μετακινήσεων. Ως εκ τούτου, καθώς η Πρώτη Γραμμή ήταν πολύ ριζωμένη στην βόρεια Ιταλία, τους ζητήθηκε η οργάνωση να πράξει μια σειρά επιχειρήσεων στο Milano, στο Torino, σε άλλα μέρη, όπου ήταν παρούσα, για να αποσπάσει την προσοχή από την Πρωτεύουσα, ακριβώς για να στηρίξει στρατιωτικά την εκστρατεία που οι ΕΤ οδηγούσαν”.

ο Marco Donat Cattin και ο Nicola Solimano όμως, “αρνήθηκαν την πρόταση, δηλώνοντας πως η οργάνωση τους δεν συμφωνούσε με την επίθεση στην D.C. και κατά συνέπεια με την απαγωγή του Aldo Moro”. Και εξέφρασαν έντονα μια αρνητική εκτίμηση της επιχείρησης, θεωρώντας πως δεν ενδείκνυτο “να υψωθεί το επίπεδο σύγκρουσης” εναντίον της D.C.

αυτονομία, autonomia

Οι εφημερίδες σε δίκη: η υπόθεση 7 απρίλη, δέκατη πέμπτη συνέχεια – I giornali a processo: il caso 7 aprile – Quindicesima parte

του Luca Barbieri

ToniNegri2.jpgQui οι προηγούμενες συνέχειες εδώ.

(c) 2002 – Eπιτρέπεται η μερική ή πλήρης αναπαραγωγή του έργου και η διάδοση του ηλεκτρονικά, φτάνει να μην είναι για εμπορικούς σκοπούς και με τον όρο πως αυτή η διατύπωση θα αναπαραχθεί.

Το 1984 ξεκινά με συνεχείς αναβολές της δίκης στην Πάντοβα και εκείνης στην Ρώμη που πλέον οδεύει προς την κατάληξη. Ιανουάριος και φεβρουάριος είναι μήνες “ψυχροί”. ΄Καταγράφεται μονάχα κάποια πολεμική γύρω από τις συνεδρίες στο Foro Italico. Στις 26 ιανουαρίου το Manifesto (“Η αδεξιότητα του dottor Calogero και η πικρή περίπτωση ενός μάρτυρα κατηγορίας”) καταγράφει μιαν ακόμη απογοήτευση σχετικά με  “κατάθεση-μαρτυρία” σε ένα άρθρο που θέτει υπό αμφισβήτηση  την μέθοδο και το έργο του ΔΚ Calogero. Μάρτυρας της κατηγορούσας αρχής αποκαλύπτεται όντως να είναι ένας νέος που πάσχει από ψυχικές διαταραχές. Οι δηλώσεις του στην Έδρα προβληματίζουν τους πάντες. «”Γνωρίζετε κάποιον από αυτούς τους κατηγορούμενους, τι ήρθατε να μας πείτε?” τον ερωτά ο πρόεδρος Santiapichi. “Δεν ξέρω, δεν γνωρίζω κανέναν από τους κατηγορούμενους — απαντά ο μάρτυρας — Ξέρω μόνο αυτά που έμαθα από άλλους, μάλιστα δεν θυμάμαι πολύ καλά». Ο μάρτυρας, που τον θέτουν μπροστά στα πρακτικά των δικών του ανακρίσεων φθάνει στο σημείο να τα αμφισβητεί λέγοντας πως λείπουν κάποιες διευκρινήσεις που έκανε στον Δημόσιο Κατήγορο.

Μα η ρωμαϊκή δίκη μοιάζει ατυχής για όλους τους μάρτυρες, και γι αυτούς της υπεράσπισης. Το λέει η Unità της 7 φεβρουαρίου που μιλά στους υπότιτλους για “Αντιθέσεις μετά το boomerang της μάρτυρος που καταδικάστηκε για ψευδορκία”. ο Criscuoli καταγράφει ένταση και διαχωρισμούς μεταξύ των κατηγορούμενων που μάλιστα θα σκέφτονταν να απορρίψουν, λίγους μήνες πριν την απόφαση, την έδρα. «Εκείνη της απόρριψης είναι μια κίνηση σοβαρή και ακραία: και μόνο το γεγονός πως μεταξύ των κατηγορουμένων υπάρχουν και κάποιοι που σκέφτηκαν να καταφύγουν σε αυτή την κίνηση είναι σημάδι του βαρύ κλίματος σύγχυσης στο οποίο εισέρχεται η δίκη όσο πλησιάζει προς την τελική ευθεία, στην τελική αναμέτρηση, στην ώρα που “θα έρθει ο λογαριασμός”. Στο ίδιο νούμερο η Unità δίδει σε ένα box την είδηση της αναβολής της δίκης στην Πάντοβα, “Autonomia στο βένετο, αναβολή της δίκης για τρεις μήνες”. «Όπως προβλέπονταν, η δίκη στην 7 aprile παρακλάδι βένετο, αναβλήθηκε χθες το πρωί για τον επόμενο μάη στις 7. Τρεις μήνες διακοπής, ο τεχνικός χρόνος που θεωρήθηκε απαραίτητος, από τον ΔΚ και το Κακουργιοδικείο για να συνενωθεί με την διερεύνηση για το Fronte comunista combattente, το κομουνιστικό μαχόμενο Μέτωπο (την πιο υψηλή στρατιωτική δομή της αυτονομίας στο βένετο, trait d’union μεταξύ αυτής και των brigate rosse),  που επιλύθηκε τις προηγούμενες ημέρες από το τμήμα αναιρετικής διερεύνησης που αποδέχτηκε τελείως την έφεση του ΔΚ Calogero ενάντια στις θέσεις του ανακριτού Palombarini, εκδίδοντας 17 εντάλματα σύλληψης κατά κατηγορουμένων που προηγούμενα είχαν απαλλαγεί».

Στα τέλη του φεβρουαρίου (στις 24) οι εφημερίδες γοητεύονται από μιαν άλλη κατάθεση-μαρτυρία μοναδική: «ο Rocco Ricciardi, που οι δικηγόροι υπεράσπισης χαρακτηρίζουν σαν χαφιέ των καραμπινιέρων που έχει διεισδύσει στο κίνημα» που αποκαλύπτει (ο τίτλος είναι της Repubblica): “Είχαν αποφασίσει να πυροβολήσουν τον Carlo Fioroni, νέες κατηγορίες ενάντια στον Negri”.

Περνούν οι μήνες, παρελεύνουν μπροστά στην έδρα οι μάρτυρες, μα λείπει αυτός, ο κυριότερος κατήγορος, ο Carlo Fioroni, “ο καθηγητάκος”. Εδώ και έναν χρόνο, απ’ την αρχή δηλαδή της δίκης, οι κατηγορούμενοι συνεχίζουν να ζητούν την παρουσία του στην αίθουσα. Που είναι ο Fioroni μετά την αποφυλάκιση του το’82? Για να έχουμε απάντηση χρειάζεται να περιμένουμε τον μάρτιο του 1984 με τις ακροάσεις του αρχηγού των μυστικών υπηρεσιών SISDE Emanuele De Francesco και εκείνην του αρχηγού της αστυνομίας Rinaldo Coronas. “Ο αρχηγός της αστυνομίας εξηγεί πως ο Fioroni πήρε διαβατήριο για να μπορέσει να το σκάσει”, τιτλοφορεί η Corriere στις 13 μαρτίου 1984. Η υπόθεση είναι περίπλοκη, ξεκινά ήδη από το 1982 λίγες ημέρες μετά την έξοδο του από την φυλακή της Matera όταν η αστυνομία του άφησε ένα διαβατήριο “κάλυψης”. «”Του το δώσαμε — εξήγησε ο Coronas — σύμφωνα με τις οδηγίες για την προστασία των μετανιωμένων, που εκχώρησε o πρόεδρος του Κυβερνητικού συμβουλίου. Οδηγίες που αποτελούν Κρατικό μυστικό”. Είναι μια αποκάλυψη τελείως καινούργια διότι δεν είχε γίνει ποτέ γνωστό πως για τον Fioroni και για τους μετανιωμένους είχαν αποφασιστεί κανονισμοί από την προεδρία του υπουργικού Συμβουλίου». Συνεπώς μια σημαντική είδηση. Διότι επίσης, μετά από μιαν πρώτη προσπάθεια να αποδημήσει στην Ελβετία (τον σταμάτησε η ελβετική αστυνομία) ο Fioroni έκανε κανονική αίτηση για διαβατήριο που του παραχωρήθηκε από την μιλανέζικη ασφάλεια μετά την έγκριση της εισαγγελίας. Αυτού του ντοκουμέντου την κατοχή ο Fioroni την έχει ήδη από τον ιανουάριο του 1983. Από τότε του καθηγητούλη τα ίχνη χάθηκαν. Η αστυνομία, δεδομένων των πιεστικών αιτημάτων της έδρας, αρχίζει να τον ψάχνει. Όμως για τον Fioroni το μόνο που γίνεται γνωστό είναι πως στις 15 νοεμβρίου 1983 επισκέφτηκε το προξενείο του Amsterdam. «συνεπώς ο Fioroni δεν είναι δυνατόν να βρεθεί. Τι θα γίνει τώρα με τις ανακρίσεις που του έγιναν στην διάρκεια της διερεύνησης? Οι δικηγόροι υπερασπιστές ζητούν την ακύρωση τους».
η Repubblica αφιερώνει στην είδηση το επάνω μισό της σελίδας 12, “Στον Fioroni ένα πλαστό διαβατήριο. Μια μυστική συμφωνία για να εκπατριστεί”. Και στο  συνοπτικό: “ο Rinaldo Coronas εξήγησε το θρίλερ της μη διαθεσιμότητας του μετανιωμένου. Το ντοκουμέντο του δόθηκε με την έγκριση του προέδρου του υπουργικού συμβουλίου εκείνου του διαστήματος. Ο πρώην τρομοκράτης στην συνέχεια απέκτησε κι ένα κανονικό. Πάντως είναι άφαντος”.

Παράξενη επέτειος εκείνη της 7 aprile 1984. Μένει πολύ λίγος ακόμη χρόνος για το τέλος του μακρύτατου τελικού κατηγορητηρίου του δημοσίου κατήγορου που θα εκθέσει τα αιτήματα της κατηγορούσας αρχής. Η δίκη σίγουρα δεν σεβάστηκε τις προσδοκίες: η κατηγορία ένοπλης εξέγερσης ενάντια στις εξουσίες του Κράτους φαίνεται πλέον να έχει ξεχαστεί. Φαίνεται ξεκάθαρο, μα δεν λέγεται ούτε γράφεται ποτέ, πως το να δικάσεις ανθρώπους για δυο δολοφονίες (μια το ’72 και μια το ’75), κάποιες κλοπές και επιθέσεις είναι πράγμα διαφορετικό από το να τους δικάσεις για μιαν απόπειρα εμφυλίου πολέμου στο πλαίσιο μιας συνένωσης όλων των συνιστωσών της κόκκινης τρομοκρατίας, από το να υποστηρίζεις συνεπώς πως εντόπισες και ταυτοποίησες το κλειδί ανάγνωσης των “χρόνων του μολυβιού”. “Πέντε χρόνια μετά τις συλλήψεις η κατηγορούσα αρχή μιλά για κλεμμένα γραμματόσημα”, τιτλοφορεί το Manifesto. Η κομουνιστική εφημερίδα είναι απαισιόδοξη και εκφράζει όλους τους φόβους της με το  κύριο άρθρο του Alberto Abruzzese: “Εκείνοι της 7 aprile, πέντε χρόνια μετά”.

Η Corsera festeggia εορτάζει αυτή την πέμπτη επέτειο με ένα νορμάλ άρθρο χρονικών από την αίθουσα του Foro Italico δημοσιευμένο στις 8 απριλίου, “Από το Potere operaio στην Autonomia. Στην δίκη 7 aprile ο ΔΚ  αναπαριστά εκ νέου τα χρόνια του μολυβιού”. Οι τόνοι του κατηγορητηρίου του ΔΚ  Antonio Marini είναι ενθουσιασμένοι. «Αυτός που θα θελήσει να αναπαράξει την ιστορία των χρόνων εβδομήντα — που χαρακτηρίστηκαν  “δεκαετία του μολυβιού” ή “δεκαετία της τρέλας” — δεν θα μπορέσει να αγνοήσει την χαρά με την οποίαν το κάνει ο δημόσιος κατήγορος της δίκης 7 aprile». Η ιστορική θέση την οποίαν προτείνει ο Marini ουσιαστικά είναι εκείνη που χάραξε ο Calogero στην Padova. Ο ρωμαίος ΔΚ υπερασπίζεται τις μαρτυρίες-καταθέσεις των μετανιωμένων. «Οι αποκαλύψεις των μετανιωμένων, απαντά τώρα ο δημόσιος κατήγορος, σχηματίζουν μονάχα το πλαίσιο επάνω στο οποίο υφάνθηκε η πλοκή του κατηγορητηρίου. Κάθε δήλωση ελέγχθηκε και από τους ελέγχους αποκομίστηκαν έγκαιρες απαντήσεις, ξεκάθαρες.  Μια συνεισφορά πολύτιμη, πολυτιμότατη για την αναζήτηση της αλήθειας ήρθε και από  μαρτυρίες υπεράνω υποψίας, καθηγητές από την Πάντοβα ήρθαν στην αίθουσα να μιλήσουν για αυτά που συνέβαιναν όταν ο Negri δίδασκε στην σχολή. η Padova, λέγει ο dottor Marini, είχε γίνει μια πόλη όπου το κλίμα ήταν πυρακτωμένο, και όχι τυχαία, μετά τις συλλήψεις των ηγετών της Αυτονομίας η κόλαση τέλειωσε, επέστρεψε η ηρεμία».

Οι καταδικαστικές ποινές φθάνουν στην αίθουσα στις 14 απριλίου και στις εφημερίδες στις 15. Τα βασικά τους στοιχεία είναι: ισόβια για τον Negri, το υψηλότατο νούμερο ετών εγκλεισμού που ζητήθηκαν για τους κατηγορούμενους (649 χρόνια και 6 μήνες για 67 ανθρώπους) και η απαλλαγή από τις κατηγορίες εξέγερσης (λόγω έλλειψης αποδεικτικών στοιχείων) και ένοπλης συμμορίας σχετικά με τις Brigate Rosse.

η Repubblica ανοίγει με την είδηση την σελίδα 5 της εφημερίδας: “Autonomia, 7 αιώνες φυλακής”, και με μικρότερους χαρακτήρες, σαν υπότιτλο, “Mα για όλους πέφτει η ένοπλη εξέγερση”. Επίσης: “Ολοκληρώθηκε, μετά από 13 ακροαματικές διαδικασίες, το μακρύ κατηγορητήριο. Κατάληξη βαριά: ποινές από 29 σε 2 χρόνια. Ζητήθηκαν δυο απαλλαγές και μια μείωση ποινής για έναν μετανιωμένο και μόνο”. Καμιά αναφορά στο αίτημα για ισόβια ούτε στην σύνοψη. η Gazzettino αντιθέτως στοχεύει τα πάντα στον κύριο κατηγορούμενο. “Ζητήθηκαν ισόβια για τον Negri” τιτλοφορεί στην σελίδα 4. Στους υπότιτλους: “Ο ΔΚ αντιθέτως πρότεινε την απαλλαγή της Autonomia από την κατηγορία ένοπλης εξέγερσης ενάντια στο Κράτος Stato”. η Gazzettino αφιερώνει στα αιτήματα του ΔΚ και την ταμπέλα που μεταφέρει μια κάρτα σύντομη των κυριότερων κατηγορουμένων, τις αντίστοιχες κατηγορίες και τα αιτήματα του ΔΚ. Και χάρη σε αυτή την κάρτα επανεμφανίζεται, και αποτελεί έκπληξη (και για τον ίδιο τον κατηγορούμενο) το όνομα του Giuseppe Nicotri, του δημοσιογράφου που είχε φυλακιστεί για τρεις μήνες το 1979 με την κατηγορία πως ήταν ένας από τους τηλεφωνητές BR στην υπόθεση Moro και που αποφυλακίστηκε τελικά.  Γι αυτόν ο ΔΚ ζητά ποινή 5 χρόνων και 6 μηνών για συμμετοχή σε ένοπλη μπάντα και ανατρεπτική ένωση. η Gazzettino, με  υπογραφή του Marcello Lambertini, εξηγεί με αυτό τον τρόπο την απαλλαγή από την σοβαρότερη κατηγορία, εκείνη της ένοπλης εξέγερσης:

Το να την σκίσουν, με ένα αίτημα πλήρους απαλλαγής, θα είχε σημάνει την άμεση διαγραφή με ένα πέρασμα του σφουγγαριού όλης της κουβέντας γύρω από την ”οργάνωση”, την άρνηση πως όλοι οι κυριότεροι κατηγορούμενοι είχαν δημιουργήσει μιαν δομή της οποίας το σχέδιο ήταν να ανατρέψει τους θεσμούς, κυρίως την άρνηση εκείνης της  “ρωμαϊκής δικαιοδοσίας ” να κρίνει πως μόνον η εξέγερση δικαιολογούνταν. […] Διαίσθηση ως εκ τούτου. Από μόνη της δεν φθάνει, ειδικότερα όταν δεν υπάρχουν σίγουρες αποδείξεις και δεν αποδείχθηκε η καταλληλότητα των εργαλείων που είχαν στην διάθεση τους οι εξεγερμένοι ή οι στασιαστές.[…] Ίσως στο τέλος των χρόνων εβδομήντα πλησιάζαμε σε εκείνη την τελική φάση. Αλλά στην 7 aprile του 1979 οι συλλήψεις έβαλαν τέλος στην ανατρεπτική δραστηριότητα των κατηγορουμένων. Ο κίνδυνος δεν έγινε πραγματικότητα. Η επανάσταση δεν ξεκίνησε. 

Η Corriere della Sera με την είδηση ανοίγει την πρώτη σελίδα, υψηλά, έξι στήλες: “Ζητούνται τα ισόβια για τον Negri”. Η απαλλαγή για την εξέγερση εμφανίζεται στην σύνοψη: “Υποδεικνύεται μια ποινή 28 χρόνων για τον Scalzone, κι αυτός φυγόδικος — Ζητήθηκε η αθώωση λόγω ανεπάρκειας αποδεικτικών στοιχείων (για την κατηγορία ένοπλης συμμορίας) για τον πρώην ηγέτης της Autonomia”.
η Unità, που τώρα παρακολουθεί τις συνεδρίες στον Foro με τον Bruno Miserendino, στήνει την σελίδα επάνω σε ένα μοναδικό άρθρο: “7 aprile, πέφτει η κατηγορία για ένοπλη εξέγερση”. Στις 17 απριλίου στην Repubblica ο Giorgio Bocca επιτίθεται σκληρότατα στον σχεδιασμό του ΔΚ  Marini. “Mα είναι αλήθεια απλά κοινοί εγκληματίες ?” αναρωτιέται ο Bocca:

Τα αιτήματα του δημόσιου κατήγορου Antonio Marini στην δίκη 7 απρίλη είναι τόσο βαριά που έρχεται φυσικό να αναρωτηθούμε ποια εσωτερική ανάπτυξη αισθημάτων και προβλημάτων, ποιο ασυνείδητο, επίσης, μπορεί να σπρώξει έναν ιταλό δικαστή καθολικά γνωστό ωσάν πρόσωπο προσεκτικό και ισορροπημένο να ζητήσει, τι να πω, πέντε χρόνια για  τον Giuseppe Nicotri, ένοχο διότι ασχολήθηκε σαν δημοσιογράφος με τους παντοβάνους αυτόνομους, άλλα πέντε για τον professor Romano Madera, έναν πράο διανοούμενο και δέκα για τους Magnaghi ή τους Dalmaviva ή τους Balestrini, πρόσωπα κανονικότατα του ιταλικού μαξιμαλισμού. […] Η απάντηση πιθανότατα βρίσκεται στην εισαγωγή που ο Antonio Marini έκανε στο κατηγορητήριο του: εδώ δεν δικάζονται οι ιδέες μα οι προσωπικές ευθύνες στα συγκεκριμένα γεγονότα.  Ένα ευγενές, επώδυνο ψέμα στο οποίο η δικαιοσύνη μας υποχρεώνεται από μιαν πολιτική κοινωνία και μια κοινωνία των πολιτών που δεν έχουν το  θάρρος των ευθυνών τους.

Στις 7 μαίου αρχίζει επιτέλους η δίκη στην Πάντοβα. Κάτι πάνω από μια εβδομάδα ακροαματικών συνεδριάσεων και στην συνέχεια μια είδηση εκκωφαντική που στρέφει ξανά τους προβολείς στην πόλη: ο δικαστής που οδηγεί την δίκη,  Giuseppe Giovannella, απορρίπτεται από την Εισαγγελία της Padova. Η δίκη μπλοκάρεται, και ποιος ξέρει για πόσο. Η είδηση εμφανίζεται πρώτα στηνUnità στις 15 μαίου. “Autonomia padovana, απορρίφθηκε ο δικαστής. Παρακάμπτεται η δίκη?”. «Η είδηση – λέγει ο Michele Sartori — περιέχεται σε ένα φωνογράφημα που στάλθηκε απευθείας στον Giovannella, που εχθές το πρωί το ανέφερε ξερά στην αίθουσα […] Αν και η είδηση κυκλοφορούσε εδώ και ημέρες, η έκπληξη στην αίθουσα υπήρξε ομόφωνη, τουλάχιστον μεταξύ των παρόντων δικηγόρων. Κυκλοφόρησαν διάφορες φήμες, μα στην ουσία κανείς ακόμη δεν γνωρίζει ακριβώς για ποιους λόγους η εισαγγελία έφτασε στο σημείο να απορρίψει τον πρόεδρο της Έδρας». Η αμφιβολία, εάν το αίτημα προωθήθηκε από τις πολιτικές αγωγές ή από τον δημόσιο κατήγορο, ξεδιαλύνεται σύντομα. Ήδη την επομένη ημέρα η Corriere, που τώρα παρακολουθεί την δίκη στην πόλη με τον Massimo Nava, μπορεί να αποδώσει με σιγουριά την πρωτοβουλία στον ΔΚ Pietro Calogero, και συνεπώς να τιτλοφορήσει σε πέντε στήλες στην πέμπτη σελίδα: “Padova: ο «υπόγειος πόλεμος» των δικαστικών”. «Δικαστές ενάντια δικαστών. Ο δικαστής μιας δίκης απορρίπτεται από τον δημόσιο κατήγορο.

Δεν ενθυμούμαστε τέτοιου είδους προηγούμενα στην Italia και το παλκοσένικο της Padova καθιστά την περίπτωση ακόμη ηχηρότερη και ανησυχητική μιας και πρωταγωνιστές και όλο το γαρνίρισμα ενδιαφέρουν άμεσα ένα από τα πιο περίπλοκα και αμφιλεγόμενα δικαστικά ιταλικά συμβάντα». Στο μέτρο με βεβαιότητα παρότρυνε ο Calogero μα ο αρχιεισαγγελέας Torregrossa επέβαλε ένα αυστηρό black-out στις ειδήσεις οπότε δεν καταφέραμε να μάθουμε περισσότερα. Μα η Corriere πληροφορεί για μιαν άλλη σύγκρουση που βρίσκεται σε εξέλιξη: ο Calogero άσκησε έφεση στην απόφαση που στέλνει σε δίκη και υπέγραψε ο ανακριτής Palombarini για τους κατηγορούμενους της δίκης για το FCC (Fronte comunista combattente, κομουνιστικό μαχόμενο Μέτωπο).όπως λέγει η σύνοψη του άρθρου η δίκη συνενώνει  “διοικητές και εργάτες”, μα αυτή την στιγμή τα πρόσωπα πρώτης γραμμής είναι μονάχα «ο professor Gallimberti, Serafini, Alisa Del Re (εξαιρούνται, για να καταλαβαινόμαστε οι, Toni Negri, Ferrari Bravo και άλλοι ιστορικοί ηγέτες που δικάστηκαν στην Roma διότι κατηγορήθηκαν και για ένοπλη εξέγερση ενάντια στις εξουσίες του κράτους)». Η σύγκρουση που προβλέπεται σχετίζεται ακριβώς με την θέληση του Calogero να “επαναφέρει” στην δίκη της Πάντοβα και τους ρωμαίους κατηγορούμενους. «Σύμφωνα με τον Calogero — εξηγεί πάντα η Corriere — το FCC είναι ένα είδος “ένοπλου βραχίονα” της”Autonomia” και ως εκ τούτου πρέπει να αποσταλούν σε δίκη και κάποιοι από τους ιστορικούς  ηγέτες (Toni Negri, Emilio Vesce, Luciano Ferrari Bravo) που αντιθέτως ο Palombarini απήλλαξε».

Από την τελική απαγγελία του κατηγορητηρίου του δημόσιου κατήγορου  Marini μέχρι την ημέρα της απόφασης περνούν σχεδόν δυο μήνες. Ημέρες κατάσπαρτες αμφιβολίες, ερωτηματικά και σιωπές. Οι εφημερίδες αναρωτιούνται για τα αιτήματα της κατηγορούσας αρχής και κάνουν προσεκτικές προβλέψεις για την απόφαση δεδομένης της πορείας των καταθέσεων στην διάρκεια της δίκης.  Αναρωτιέται η Corriere και αναρωτιέται η Repubblica. Η Corriere με μιαν συνέντευξη στον Marini δια χειρός Marco Nese. “ο ΔΚ  Marini: «Η πολιτική ιδεολογία δεν μπορεί να δικαιολογήσει κοινά εγκλήματα»”. «Τα αιτήματα του δημόσιου κατήγορου Antonio Marini δημιουργούν ξανά κλίμα πολεμικό γύρω από την δίκη 7 aprile. Τα ισόβια που ζητούνται εις βάρος του Toni Negri και τα σχεδόν συνολικά 700 χρόνια εις βάρος των υπόλοιπων 70 κατηγορουμένων δεν φαίνονται σε όλους  μια δίκαιη κατάληξη. Υπάρχουν αυτοί που κρίνουν τις ποινές υπερβολικές και ελπίζουν πως το Κακουργιοδικείο δεν θα τις εφαρμόσει, αυτοί που υποστηρίζουν πως ζητήθηκαν δίχως ένα κομματάκι αποδεικτικών στοιχείων και αυτός που, τελικά, πιστεύει πως είναι πλέον καιρός να τελειώνουμε με αυτές τις δίκες που αφορούν μιαν άσχημη περίοδο της ζωής μας, που πλέον είναι μακρινή έτη φωτός». ο Marini υποστηρίζει σθεναρά το κατηγορητήριο του και επαναλαμβάνει πως απέδειξε την αξιοπιστία των κατηγοριών του. Στην συνέντευξη η Corriere τοποθετεί δίπλα ένα άρθρο από το Παρίσι του Antonio Ferrari που μιλά για την ζωή του, για το περιβάλλον των πολιτικών εξόριστων, την εξέλιξη της δίκης, τις προσπάθειες του να πλησιάσει περιβάλλοντα της Καθολικής Εκκλησίας, τις προσπάθειες που γίνονται στην προοπτική μιας αμνηστίας, την υποστήριξη των γάλλων διανοούμενων, τις απόψεις των Pace, Piperno και Scalzone (“o Franco Piperno εκτοξεύει από το Montreal μια έκκληση στην καθολική εκκλησία”).

η Repubblica, στις 30 μαίου ’84, τις παραμονές της ημέρας που οι δικαστές θα συνεδριάσουν, αφιερώνει όλη την έβδομη σελίδα για να κάνει έναν απολογισμό ολόκληρης της δίκης. Η σελίδα, την οποίαν επιμελείται η Silvana Mazzocchi, έχει τίτλο “Μέσα σε διαρροές, μετανιωμένους και παρωδίες, μια δίκη που κράτησε έναν χρόνο”. Στους υπότιτλους: “Από αύριο οι δικαστές κεκλεισμένων των θυρών για να αποφασίσουν την τύχη του  Toni Negri και των άλλων εβδομήντα κατηγορουμένων. Ήταν οι «κακοί δάσκαλοι της εκτροπής», όπως υποστηρίζει ο ΔΚ, οι απλοί «ανατρεπτικοί” όπως δήλωσε η υπεράσπιση; «Αύριο οι δικαστές θα κλειστούν στην αίθουσα συνεδριάσεων και θα ξεκινήσει το τελετουργικό μυστικό κονκλάβιο. Θα βγει η πιο αναμενόμενη απόφαση αυτής της μετά-εξαίρεσης εποχής, μια απόφαση προορισμένη να αποτελέσει  “ένδειξη” της παρούσης δικαστικής πολιτικής, σαν “σύμβολο” υπήρξε η όλη περίπτωση, από εκείνες ακόμη τις αρχές της άνοιξης του ’79». η Repubblica σχεδιάζει κάτι σαν τελικό ισολογισμό, προσπαθεί να καταλήξει σε κάποιον απολογισμό μετά από 15 μήνες και 187 ακροαματικές διαδικασίες φτιαγμένο από εξέταση και θεώρηση επάνω στις μαρτυρίες και τις καταθέσεις («το κεφάλαιο των μετανιωμένων είναι εκείνο το πλέον αδύναμο όλης της δικαστικής διαδικασίας»), της συμπεριφοράς των κατηγορουμένων τις συγκρούσεις και τις διαιρέσεις.
Υπάρχει λοιπόν μια κάποια επίγνωση πως η έκβαση της δίκης 7 aprile υπερβαίνει την αντικειμενική αξία αυτών για τα οποία έχουν προσαχθεί οι μεμονωμένοι κατηγορούμενοι. Γύρω από αυτή την καταληκτική ημερομηνία κινούνται πολλές ελπίδες και προσδοκίες: από μιαν αμνηστία για τα “χρόνια του μολυβιού” στην δικαστική πολιτική.

Η απόφαση πρώτου βαθμού καταφτάνει στις 12 ιουνίου. Την προηγούμενη ημέρα στην Padova πέθανε, ύστερα από κάποιες ημέρες σε κώμα, ο γραμματέας του  PCI Enrico Berlinguer. Η πιο βαριά ποινή, 30 χρόνια, επεβλήθη στον φυγόδικο Antonio Negri. Κάνουν επίσης εντύπωση, διότι δεν υποστηρίζονται και από συγκεκριμένα αδικήματα, οι καταδίκες των Ferrari Bravo και Emilio Vesce για ανατρεπτική συνένωση και ένοπλη συμμορία σε 14 anni για τον καθένα. “Για την Αυτονομία του Negri πέντε αιώνες φυλακής” τιτλοφορεί η Repubblica. «Λοιπόν η Autonomia με το “A” κεφαλαίο όπως υπέθεσε ο Calogero cinque πριν πέντε χρόνια — γράφει η Silvana Mazzocchi — ήταν μια ένοπλη μπάντα και οι αγωνιστές-διανοούμενοι της, συνδικαλιστές, καθηγητές ήταν οι “κακοί δάσκαλοι” της ανατροπής των πρώτων χρόνων εβδομήντα. Και διέπραξαν ληστείες, κλοπές, επιθέσεις μέχρι και δυο δολοφονίες. Όμως δεν συνωμότησαν για να ανατρέψουν τους θεσμούς του Κράτους». Οι αθωωθέντες, όπως γράφει η Repubblica που συνενώνει τις μεμονωμένες θέσεις σε μιαν μακρά ταμπέλα, είναι δεκατέσσερις. Μεταξύ αυτών Nicotri, Ballestrini και Italo Sbrogiò. Πρέπει να πούμε πως σε όλες τις εφημερίδες στο κείμενο των άρθρων για τους αθώους δεν υπάρχει καθόλου χώρος. η Repubblica, όπως η Corriere, αφιερώνει ένα μακρύ άρθρο στην αντίδραση του Pietro Calogero. “Ήταν μια ένοπλη συμμορία και το απέδειξα. Το θεώρημα στηρίχτηκε στις αποδείξεις” είναι ο τίτλος. Στους υπότιτλους: “Μαζί με τον δικαστή της Padova Pietro Calogero, για να ακούσουμε στο radio την απόφαση του Κακουργιοδικείου της Roma”. Η εφημερίδα του Scalfari, μια από τις πιο προσεκτικές όσον αφορά την απόφαση, αφιερώνει στο θέμα και ένα βασικό άρθρο που ξεκινά στην πρώτη σελίδα, “Δεν ήταν μια σταυροφορία” και ένα box αφιερωμένο στις αντιδράσεις των πολιτικών δυνάμεων (“Πολύ κριτικοί οι σοσιαλιστές, θετικά σχόλια από την DC και το PCI”).

η Unità φθάνει στην δίκη με νέο χρονογράφο. Δεν ακολουθούν την ανάγνωση της απόφασης ούτε ο Criscuoli, που παρακολούθησε όλες τις συνεδρίες στον Foro Italico,  ούτε ο Michele Sartori που αντιθέτως παρακολούθησε τις διαδικασίες στην Πάντοβα. Την σελίδα την αφιερωμένη σε αυτή την περίπτωση επιμελήθηκε ολοκληρωτικά ο Bruno Miserendino. Η εφημερίδα του PCI, μονοπωλήθηκε δικαιολογημένα από τον θάνατο του Enrico Berlinguer, υποβιβάζει το αποτέλεσμα της απόφασης στην σελίδα 16. Καταλαμβάνοντας όλη την δεξιά πλευρά της σελίδας μια ταμπέλα με τις ποινές που επιβλήθησαν, κατηγορία προς κατηγορία. Υψηλά στην σελίδα το άρθρο των χρονικών, “7 aprile, αυστηρές ποινές στους διοικούντες”, στο χαμηλό ήμισυ αντιθέτως μια ανακατασκευή της ιστορίας της δίκης: “Η δίκη για τα χρόνια του μολυβιού.Αποδράσεις, διαβατήρια, ανατροπές μέσα σε 15 μήνες με καυτές διαμάχες”. Στο πλάι ένα σύντομο σχόλιο του Luciano Violante, “Mα πόσος ακόμη χρόνος θα περάσει δίχως μεταρρυθμίσεις?”. Ο τόνος της Unità σίγουρα είναι πιο προβληματισμένος και λιγότερο τοποθετημένος απ’ ότι τα προηγούμενα χρόνια. Τόσο ώστε να εκθέτει στο εσωτερικό του κειμένου με τα χρονικά και αντιδράσεις και κριτικές από πλευράς σοσιαλιστών βουλευτών και της Προλεταριακής Δημοκρατίας, DP. Οι αξιολογήσεις είναι πολύ πιο προσεκτικές. Έχουν μετρήσει πολύ (το συμπεραίνουμε και από την αναπαράσταση της δίκης) τα γεγονότα που συνδέονται με την διαφυγή του Fioroni. «Να οι λίγες δυνατές αξιολογήσεις εν θερμώ μιας απόφασης τόσο πολύπλοκης: είναι εμφανές πως οι ρωμαίοι δικαστές αποδέχτηκαν σε μεγάλο βαθμό τον σχεδιασμό της κατηγορούσας αρχής που περιέχονταν στην διερεύνηση και προτάθηκε επίσης ο ΔΚ  Antonio Marini […] Δεν υπάρχει αμφιβολία πως οι δικαστές εξέφρασαν καταδίκες αυστηρές γι αυτούς που, αν και κατηγορήθηκαν μόνον για αδικήματα συνένωσης, θεωρήθηκαν οι διοικούντες την Autonomia. Και πρόκειται για ποινές που, αναμφίβολα, θα δώσουν τόπο σε πολεμικές και αναγνώσεις διαφόρων ειδών».

η Corriere, εκτός απ’ την απλή δικαστική ειδησιογραφία, αφιερώνει μιαν ολόκληρη σελίδα, την έκτη, στα σχόλια για την ετυμηγορία. Τα άρθρα έχουν σαν τίτλο σε εννιά στήλες “Η ετυμηγορία δεν κλείνει την υπόθεση Autonomia: σκληρές διαμαρτυρίες”. Η φωνή της εφημερίδας της οδού Solferino ακούγεται διαμέσου του Leo Valiani που αφιερώνει στην υπόθεση ένα βασικό άρθρο με τίτλο “Ένα κεφάλαιο ιστορία”. Στον Marco Nese έχει εμπιστευτεί το καθήκον ν’ ακούσει τις φωνές που βρίσκονται κοντά στους κατηγορουμένους, “Η σύζυγος του Toni Negri: «Είναι μια απάτη του Κράτους». Από την Padova, ο ειδικός απεσταλμένος Antonio Ferrari παίρνει συνέντευξη στον ΔΚ Pietro Calogero. Υπότιτλοι: “Στην Padova σπάζει την σιωπή του ο δικαστής που ερεύνησε την Autonomia και βρέθηκε στην μέση καυτών κατηγοριών”. Ο τίτλος: “Calogero: «Μετά τις πικρίες είμαι ανακουφισμένος». «Αναπνέω καθαρό αέρα, οι πολεμικές με είχαν ηθικά παραμορφώσει»”. Τέλος, χαμηλά στην σελίδα, μια συνέντευξη στον Scalzone: “Scalzone: είμαι απογοητευμένος, το να τιμωρείς είναι αθέμιτο. Χρειάζεται να  ‘αποφυλακίσουμε’ την κοινωνία μας”. Πάντα ο Marco Nese χτίζει ξανά σε μιαν ολόκληρη σελίδα την ιστορία της έρευνας 7 aprile, ξεκινώντας από τις αρχικές κατηγορίες (πως ήταν ο εγκέφαλος της απαγωγής Moro) στις δικαστικές περιπέτειες.

Στις 9 και στις 14 oκτωβρίου 1984 η Corriere della Sera μνημονεύει τον Calogero. Δεν είναι πολλά τα πρόσωπα που μπορούν να καυχηθούν μιας συνέντευξης-πορτραίτου μιας φίρμας όπως ο Nantas Salvalaggio και επί πλέον δημοσιευμένης σε δυο συνέχειες. Ο τόνος είναι δραματικός. Και αυτός είναι ένας λογοτεχνικός καθαγιασμός. Tίτλος: “Εκείνη η 7 aprile του ’79 όταν έπιασα τον Negri”. Συνοπτικά: “Μικρά συμβάντα του είχαν δώσει την ψευδαίσθηση πως ήταν ανέγγιχτος — Κι όμως κάποιος πλέον εγνώριζε”.

Το 1984 της ρωμαϊκής 7 aprile romano εδώ τελειώνει. Στην Padova ο δικαστής Giovannella, που είχε απορριφθεί, αυθόρμητα εγκαταλείπει το έργο.Είχε εκφράσει κρίσεις για τους κατηγορούμενους σε ένα δείπνο μεταξύ φίλων. Τον αντικαθιστά ο δικαστικός Euro Cera. Η πρώτη ακροαματική διαδικασία της νέας δίκης λαμβάνει χώρα στις 3 δεκεμβρίου 1984 (“Ξεκινά στην Padova η δίκη στην Autonomia. Ομαδοποιεί τα αποτελέσματα των blitz του Calogero”, Corriere della Sera της 4 δεκεμβρίου). Πρακτικά ένας ολόκληρος χρόνος χάθηκε. Και δεν μπορούμε να πούμε πως τέλειωσε κάτι.

Τα κεντρικά έτη της δικαστικής υπόθεσης της περίπτωσης 7 aprile ακολουθούνται με νέο ενδιαφέρον από πλευράς εφημερίδων. Μέσα σε καταθέσεις και μαρτυρίες στην αίθουσα, αναπαραστάσεις, απόδοση ευθυνών και κρίσεις, το όλον που επαναλήφθηκε για δυο δίκες, θα πρέπει να έρθει αντιμέτωπο με μιαν κάποια δόση υπερβολικού. Υπερβολή στις κατηγορίες, στους μάρτυρες, στις πολεμικές.Βρισκόμαστε στην αποκλιμάκωση της ιταλικής τρομοκρατίας [του ιταλικού ανταρτοπόλεμου λέγω εγώ].  Το κλίμα τώρα είναι πιο χαλαρό: ανοίγουν χώροι για ελιγμούς μεγαλύτεροι. η Repubblica, μα και η Corriere, ίσως χάρη και σε μιαν αλλαγή των εμπλεκόμενων δημοσιογράφων, ακολουθούν την δίκη με μάτι περισσότερο κριτικό. Οι καταδικαστικές αποφάσεις σε πρώτο βαθμό φαίνεται να κλείνουν την υπόθεση,  να επιβεβαιώνουν την εικόνα (αν και με αλλαγμένο το μέγεθος, μειωμένο). Ένα είδος αίσιου τέλους.

9. 1985-1989: ξεθώριασμα

Το 1985 απλά ξεγλιστράει. Η υπόθεση 7 aprile, μετά τις καταδίκες στην Ρώμη μοιάζει απλά να έχει κλείσει. Η δίκη στην Πάντοβα προχωρά, κουραστικά, προς την λήξη της. Οι μεγάλες  εφημερίδες δεν ακολουθούν σταθερά τις ακροάσεις (πράγμα που κατανοητά πράττουν οι τοπικές). η Repubblica περιγράφει, με τον Guido Passalacqua, το κλίμα αδιαφορίας και μιλά, για δυο διαφορετικές ακροάσεις, και την αναδίπλωση που αρχίζει να διαφαίνεται στην δίκη. Η πρώτη είναι εκείνη του ταξιαρχίτη Antonio Savasta.

”Το σχέδιο μας – λέγει – ήταν να ηγεμονεύσουμε την Aut. Op., να την αναγκάσουμε να διασπαστεί, να φέρουμε με το μέρος μας τα στοιχεία που υποστήριζαν περισσότερο την γραμμή μας, να διαρρήξουμε τον κόμπο μεταξύ παρανομίας και νομιμότητας”. Οι BR συνεπώς ήθελαν να χρησιμοποιήσουν την αυτονομία σαν δεξαμενή στράτευσης, μα δεν “εμπιστεύονταν” πέρα από κάποια όρια. Οι σχέσεις διατηρούνταν σε προσωπικό επίπεδο με τον Cerica διότι ήταν αδιανόητη μια σχέση μεταξύ οργάνωσης και οργάνωσης: “εξάλλου οι BR δεν άφησαν ποτέ να εισέλθουν σύντροφοι άλλων οργανώσεων, έλεγαν ναι στον πολιτικό λόγο, όχι στην οργανωτική συζήτηση… Αλλά εγώ και ο Cerica δεν καθίσαμε ποτέ στο τραπέζι να πούμε εγώ χτυπώ αυτό κι εσύ εκείνο το άλλο”. Τέλος: “Για τις BR ήταν αδύνατον να σκεφτούν σε μιαν super οργάνωση που θα έδενε όλη την ένοπλη πάλη στην Italia…”. ο Savasta είναι ακριβής, σχεδόν κατηγορηματικός. Η κατάθεση του σίγουρα δεν είναι ευνοϊκή στο θεώρημα Calogero.Και στην συνέχεια έρχονται οι ακροάσεις των καθηγητών που έπεσαν θύματα βιαιοπραγιών, εκείνη του δημοσιογράφου Antonio Garzotto, εκείνη του Oddone Longo. Δηλώσεις που δίδουν την μαρτυρία μιας βίας παράλογης και ανορθολογικής. «Η δίκη είναι όλη εδώ, σε αυτές τις δυο ακροαματικές διαδικασίες σύμβολο. Από την μια υπάρχει η αδυναμία μιας αφετηρίας “πολιτικής διαίσθησης” που προσπαθούσε να μειώσει το όλον σε ένα και που ο Calogero ακολούθησε πεισματικά με συνέπεια ακόμη και όταν ήταν ξεκάθαρο πως το θεώρημα του έχανε κομμάτια στον δρόμο; από την άλλη, η πραγματικότητα των βιαιοπραγιών των αυτόνομων, τα γεγονότα μέσα στην χουλιγκανική οπτική τους, την καταπιεστική». Και το Manifesto με τον Alberto Ferrigolo αφιερώνει στις συνεδρίες της Πάντοβα μεγάλα άρθρα συνοπτικά. “Το τεθωρακισμένο θεώρημα. Στην Padova il superδίκη 7 aprile μέσα στην γενική αδιαφορία”, “η Autonomia υπό εξέταση. Στην δίκη της Padova οι καθηγητές διηγούνται τα θερμά χρόνια”, είναι οι τίτλοι στα μέσα ιουνίου.

Εν τω μεταξύ τον απρίλη, σχεδόν έναν χρόνο από την ημέρα της κρίσης, κατατέθηκαν τα πρακτικά με τις αιτιάσεις και τους λόγους που οδήγησαν στην απόφαση πρώτου βαθμού στην Roma. Η ανάγνωση τους, που έμοιαζε να ενδιαφέρει πολύ τις εφημερίδες (οι αναφορές  στην αναγκαιότητα να «περιμένουν την αιτιολογία για να δώσουν μιαν ολοκληρωμένη κρίση» αφθονούσαν), βαριεστημένα αναλαμβάνεται εκ νέου από τις εφημερίδες της 17 απριλίου 1985. Μόνο μια αναπαράσταση και ένα collage φράσεων κατά παρεκβολή από τις 1188 σελίδες. στην Repubblica: “Για 10 χρόνια ο Negri υπήρξε ο κινητήρας της ανατροπής”. στην Unità: “Negri, «ένας κύριος της ανατροπής»”. «Δεν υπήρξαν μόνο “κακοί δάσκαλοι” — γράφει ο Bruno Miserendino — “διανοούμενοι εξωπραγματικοί”, “ομιλούντα τριζόνια”, αλλά κάτι περισσότερο και πιο επικίνδυνο: ο Toni Negri και οι άλλοι ηγέτες της Autonomia  “έδωσαν ζωή σε ένα διαρθρωμένο σχέδιο ανατρεπτικό για να φέρουν τα επάνω κάτω στο οικονομικό και κοινωνικό σύστημα της Χώρας και να νικήσουν τους θεσμούς”. Αυτή είναι η “γυμνή και αναμφισβήτητη αλήθεια” της ιστορίας της Autonomia». ο Paroloni. “Το διαρθρωμένο ανατρεπτικό σχέδιο για τον κλονισμό του οικονομικού και κοινωνικού συστήματος” ίσως θα έπρεπε να συνοδευτεί από κάποιον αναστοχασμό.

Το καλοκαίρι βγαίνει η έκθεση της  Amnesty International για την δίκη 7 aprile. Το Manifesto δημοσιεύει εκτενή αποσπάσματα στις 18 αυγούστου 1985 υπό τον τίτλο “Δίκη στην Δίκη”, με το συνοπτικό “7 aprile: οι ιταλοί δικαστές στο στόχαστρο της Amnesty International”. Μια ολόκληρη σελίδα που απαρτίζεται από ένα άρθρο περιληπτικό της Daria Lucca και ένα collage με αποσπάσματα της έκθεσης (“Carlo Fioroni, σκάνδαλο του δικαίου. Η έκθεση της Amnesty”). Όλα να συνοδεύονται από κινούμενα σχέδια του Mario Dalmaviva, ενός από τους κατηγορούμενους της 7 aprile.

Τον σεπτέμβρη, μέσα στην πιο απόλυτη αδιαφορία της πόλης (το κοινό μέσα στην τεράστια αίθουσα bunker των δυο κτιρίων απέχει), ξεκινά το κατηγορητήριο του ΔΚ Calogero για τον παντοβάνο κορμό. η Corriere della Sera θέτει λίγη τάξη και εξηγεί επιτέλους πως είναι δυνατόν τα πρόσωπα που ήδη εκρίθησαν στην Roma να δικάζονται και στην Padova. Αυτή την φορά ο τόνος δεν είναι από τους πιο καλοκάγαθους απέναντι στον Calogero. “Με ένα νέο θεώρημα για τα οπλοστάσια της Αυτονομίας ο  Calogero ζήτησε και άλλη καταδίκη για τον Toni Negri”, τιτλοφορεί στις 26 σεπτεμβρίου.

Την τρίτη ημέρα της απαγγελίας-ποταμού του κατηγορητηρίου του ο ΔΚ  Calogero εξηγεί γιατί ο Toni Negri και οι καθηγητές της ομάδας του δικάζονται δυο φορές για την Autonomia. Πρώτα στην Roma και μετά στην Padova.[…] Ενώ διεξάγονταν η δίκη, τον ιούνιο του 83, ο Calogero ξεκινούσε την τέταρτη του αντιτρομοκρατική επιχείρηση και κοινοποιούσε στον Negri μια νέα κατηγορία: κατοχή όπλων και εκρηκτικών. Κι όμως ο καθηγητής δεν βρέθηκε ποτέ να κατέχει πιστόλια, αυτόματα ή δυναμίτη.  […] Negri, Ferrari Bravo και άλλοι κατηγορούνται γι αυτή την κατοχή όπλων — εξηγεί ο δικαστής — διότι υπάρχει η βεβαιότητα πως ήταν η διοίκηση της οργάνωσης, πως αποτελούσαν την λεγόμενη “γενική διοίκηση” των πολιτικών κολλεκτίβων του βένετο, dei collettivi politici veneti. Ο νόμος περί κατοχής όπλων προβλέπει την ποινικοποίηση όχι μόνο αυτών που φυσικά τα κατέχουν μα και αυτών που έχουν την διαθεσιμότητα.

Και αφού ο  Calogero στο blitz του βρίσκει ένα οπλοστάσιο των μαχητικών κομουνιστικών Πυρήνων FCC, για την μεταβατική τους ιδιοκτησία η υπευθυνότητα είναι του Negri. η Unità χρησιμοποιεί πλήρως φράσεις και λέξεις του κατηγορητηρίου. Παρακολουθεί την δίκη πάντα ένας ενθουσιασμένος Michele Sartori που τιτλοφορεί: “λέει ο Calogero, Potere operaio ίσον ένοπλος αγώνας”.

Tα αιτήματα του ΔΚ φθάνουν στην αίθουσα στις 10 oκτωβρίου. “Ζητήθηκαν 11 χρόνια για τον καθηγητή Toni Negri” τιτλοφορεί η Corriere. “Ο ΔΚ τον θεωρεί ένοχο για κατοχή όπλων”. Και στο συνοπτικό: “Άλλες ποινές προτάθηκαν για το δεξί του χέρι Ferrari Bravo, τον βοηθό Morongiu (για αμφότερους 9 χρόνια) και το staff — Ένα νομικό τέχνασμα επέτρεψε το 83 να θέσουν εκνέου τους τρεις μεγαλύτερους κατηγορούμενους της 7 aprile στο κατηγορητήριο βένετο”. «Συνολικά το άθροισμα των ποινών που προτάθηκαν φθάνει πεντακόσια εικοσιεπτά χρόνια φυλακής για τους εκατόν είκοσι επτά κατηγορούμενους» γράφει η Repubblica, που, τιτλοφορώντας “ο Calogero κατέληξε το κατηγορητήριο του ζητώντας για την Autonomia 5 αιώνες φυλακής”, μεταφέρει την έκκληση του δικαστού στην έδρα με το οποίο ζητά επιείκεια για τους “εργάτες” και αυστηρότητα για τους “επικεφαλής”. «Μα στην συνέχεια δεν μπορεί να μην προειδοποιήσει νουθετώντας εκ νέου, υπαινισσόμενος, νομίζουμε, στην έρευνα Palombarini: “Ήδη στο παρελθόν εξακριβώθηκε πως καλή τη πίστη δεν ειδώθηκαν αυτά τα οποία θα μπορούσαν να ειδωθούν, δεν αποδόθηκε σε κάποιο γεγονός, σε ένα ντοκουμέντο η αξία της απόδειξης κι έτσι οδηγηθήκαμε πολύ εμπρός σε μιαν κατάσταση όπου οι μηχανισμοί της υπεράσπισης του κράτους οπισθοχώρησαν». Για το θέμα γράφει και η Unità που τιτλοφορεί “Autonomia veneta, ζητήθηκαν ποινές για πέντε αιώνες”.

Η απόφαση φθάνει στα τέλη ιανουαρίου 1986 και για τις θέσεις του Calogero είναι μια απόρριψη. Πρέπει καταρχήν να λάβουμε υπ όψιν μας ένα δεδομένο: αυτή η δίκη κατακτά αποτελέσματα πολύ σημαντικά. Σχεδόν μια εκατοστή άνθρωποι αναγνωρίζονται σαν υπεύθυνοι πράξεων βίας που τάραξαν την ζωή της Πάντοβα στα χρόνια Εβδομήντα. Είναι ένα γεγονός σημαντικό και κυρίως για τα θύματα. Καταδικάζονται οι υπεύθυνοι του τραυματισμού του δημοσιογράφου Toni Garzotto της Gazzettino και οι υπεύθυνοι της επίθεσης στον professor Longo και Petter. Όμως οι ιστορικοί κατηγορούμενοι της 7 aprile αθωώνονται όλοι. η Corriere δίνει την είδηση στις 31 στην πρώτη σελίδα στο μισό κάτω μέρος: “Η απόφαση για την Autonomia: απαλλάχθηκε ο Toni Negri στην Padova”. Και στο εσωτερικό: “Απαλλάχθηκαν ο Toni Negri και οι καθηγητές του” (με υπότιτλο: “Στην ανάγνωση της απόφασης το κοινό τραγούδησε την Διεθνή”). Στην πρώτη σελίδα ο Livio Sposito, που ακολουθεί την δίκη στην Πάντοβα, προσπαθεί να κάνει έναν απολογισμό. «Το θεώρημα Calogero για την Autonomia padovana δεν άντεξε την δοκιμασία του Κακουργιοδικείου […] Σαράντα επτά απαλλαγές, έντεκα κατηγορούμενοι απαλλάχθησαν λόγω αμνηστίας ή παραγραφής των αδικημάτων, οδόντα δυο καταδίκες […] Οι αριθμοί λένε λίγα. Μετρούσαν, σε αυτή την δίκη γύρω από τα θερμά χρόνια Εβδομήντα της Padova, περισσότερο τα ονόματα των κατηγορουμένων παρά οι που διατυπώθηκαν». Στο εσωτερικό το μακρύ άρθρο των χρονικών. Το συνοπτικό λέγει: “Εν μέρει αποσυναρμολογήθηκε η κατηγορητική κατασκευή του δημόσιου κατήγορου Calogero — Καταδικάστηκαν οι πρωταγωνιστές των επεισοδίων βίας: οι δικαστές διαχώρισαν τις ηθικές ευθύνες από τις ποινικές”. Να σημειώσουμε μιαν αποφασιστική αλλαγή στην συμπεριφορά του Calogero που ίσως να μην παρουσιάσει ούτε έφεση. «Ίσως αφού εργάστηκε για επτά χρόνια σε μιαν δίκη σαν κι αυτήν, πλούσια σε πολεμικές, αυτός νιώθει την κούραση και σκέφτεται περισσότερο την υποψηφιότητα του στο Ανώτατο Συμβούλιο του Δικαστικού Σώματος παρά να ξαναπάρει στα χέρια του την βασανισμένη ιστορία», γράφει ο Sposito.
η Repubblica τιτλοφορεί στην πρώτη σελίδα: “ο Toni Negri αθωώθηκε από τους δικαστές της Padova”. Το άρθρο, στην σελίδα 12, είναι του Guido Passalacqua: “Για τον Negri και τους αυτόνομους μια βροχή αθωωτική”, και στον υπότιτλο “Οι δικαστές απορρίπτουν το θεώρημα Calogero”.

Μετά ο Calogero μπαίνει στην αίθουσα: για μιαν ολόκληρη ώρα, ακίνητος, θα ακούσει δίχως να κουνήσει βλεφαρίδα την κατεδάφιση όλου του θεωρήματος του που διαβάζει ο πρόεδρος  Cera […] Γίνεται αντιληπτό πως η Έδρα δεν αποδέχτηκε την ιστορική αναπαράσταση που πρότεινε ο δημόσιος κατήγορος που έβλεπε  μια αδιάλειπτη τρομοκρατική εμπειρία ξεκινώντας από το Potere Operaio, επιβεβαιωμένη και ανεπτυγμένη στην οργανωμένη εργατική Αυτονομία, στα Collettivi politici veneti και τέλος στο Fronte comunista combattente. […] Ανάμεσα στο θεώρημα Calogero και την αναπαράσταση που έκανε ο ανακριτής Palombarini (μεταξύ των δυο δικαστικών οι πολεμικές υπήρξαν σκληρές, σχεδόν άγριες) το Κακουργιοδικείο της Padova έδειξε να προτιμά την σχεδίαση του ανακριτού . […] Το σύνολο των χρόνων φυλάκισης που επιβλήθησαν, λογαριάζοντας πως επρόκειτο για 140 κατηγορουμένους και σε πολλές περιπτώσεις ποινών ενός ή δυο χρόνων είναι περίπου 200 χρόνια, ενάντια στα 525 που ζήτησε ο ΔΚ, λιγότερο από τα μισά. Οι απαλλαγές υπήρξαν σαράντα επτά ενάντια στις πέντε που ζήτησε ο ΔΚ.

η Repubblica συνοδεύει το άρθρο με μιαν ταμπέλα (“Να η απόφαση για τους κυριότερους κατηγορουμένους”) και συγκρίνει τις ποινές που ζητήθηκαν με εκείνες που επιβλήθηκαν από την απόφαση.
η Unità μιλά για την απόφαση στην πρώτη σελίδα με ένα άρθρο στο χαμηλό της μισό, “Autonomia Veneta: απαλλάχθηκε ο Negri”, του Michele Sartori. Στους υπότιτλους: “Η απόφαση απορρίπτει την θέση της κατηγορούσας αρχής του δημοσίου κατήγορου Calogero”.

Την επομένη ημέρα, πρώτη φεβρουαρίου, οι εφημερίδες ξαναπαίρνουν την είδηση και καταγράφουν τις αντιδράσεις. η Corriere della Sera τιτλοφορεί “Η αθώωση του Toni Negri χωρίζει την Padova”. Ο υπότιτλος: “Έτσι η πόλη αντιδρά στην απόφαση επάνω στα χρόνια του μολυβιού”. Στο συνοπτικό: “Σύμφωνα με τον δήμαρχο υπήρξε μια κρίση δίκαιη — Ο εισαγγελέας της Δημοκρατίας, Torregrossa: «ο Calogero είναι ένας πολύ καλός δικαστής» – Οι διάφορες γνώμες γύρω από την ευθύνη της Autonomia — Είναι εβδομήντα τέσσερις οι εφέσεις”. η Corriere προτείνει στην συνέχεια μιαν συνέντευξη του Antonio Ferrari στον professor Angelo Ventura: “Το πικρό ξέσπασμα ενός γαμποποιημένου”. Η κρίση του καθηγητού ιστορίας, που ο Ferrari φαίνεται να συμμερίζεται πλήρως στην εισαγωγή του, είναι αυστηρή. «Είναι μια απόφαση που αντιτίθεται στην ιστορική αλήθεια και την ίδια την μαρτυρία των γεγονότων. Είναι, ακριβώς, μια ιστορική πραγματικότητα πως το Potere Operaio πρώτα και η οργανωμένη εργατική Αυτονομία στην συνέχεια ήταν o ακρογωνιαίος λίθος, μαζί, το πολιτικό όχημα του ανατρεπτικού σχεδίου της ένοπλης πάλης », λέγει ο Ventura. Σε ένα πολύ μικρό box μόλις τεσσάρων γραμμών, με τίτλο “Στο Παρίσι σιωπή του Negri, είναι γριπωμένος”, η Corriere δίδει την είδηση των μη αντιδράσεων του Negri στην απόφαση.
η Unità παίρνει αφορμή από τις δηλώσεις του δημάρχου της Padova, Settimo Gottardo, για να δημοσιεύει ένα άρθρο του Michele Sartori με τίτλο “Autonomia, η απόφαση διασπά εκ νέου την Padova. Αδικία ή ειρηνοποίηση?”. ο Sartori χαϊδεύει, κολακεύει το χριστιανοδημοκρατικό πνεύμα της πόλης η οποία, όπως στην διάρκεια των θερμών χρόνων προσποιούνταν πως δεν έβλεπε εκείνο που συνέβαινε, τώρα προσπαθεί να πετάξει τα πάντα πίσω από την πλάτη της. Όπως πάντα, για τον Sartori, η απόρριψη του θεωρήματος Calogero σημαίνει πως «όλα έγιναν, των βιαιοτήτων συμπεριλαμβανομένων, απολύτως αυθόρμητα». Στην πραγματικότητα η απόφαση δεν λέει αυτό: ο Palombarini όντως εντοπίζει, και της αποδίδει συγκεκριμένες ευθύνες, μιαν ένοπλη μπάντα στο Fronte comunista combattente. Mα ο Sartori τείνει πάντα να προσφέρει δυο δυνατότητες: μια εκ των οποίων παράλογη.

Η απόφαση της Padova κάνει θόρυβο. Μα στα πόδια της υπάρχει ακόμη η απόφαση του 1984 της Roma. Στο τεράστιο άνοιγμα απόψεων μεταξύ των δυο Εδρών ο καθένας, κατηγορούμενοι, δημοσιογράφοι, σχολιαστές, μπορεί να θέσει ότι θέλει: σύγκρουση μεταξύ δικαστών, θέληση ειρηνοποίησης, τοπικές συγκυρίες και τοπικό περιβάλλον και πλαίσιο ενάντια στην εθνική πολιτική. Σε τελική ανάλυση η δίκη “7 aprile” είναι εκείνη της Ρώμης.

Με το 1987 αρχίζει η δίκη του εφετείου του ρωμαϊκού κορμού. Με την ευκαιρία οι ριζοσπάστες, που πλέον έχουν κάνει την 7 aprile ένα από τα πολλά άλογα μάχης τους, καλούν για τις 22 ιανουαρίου μια συνέντευξη τύπου. Εκτός απ’ τον Pannella μιλούν και κάποιοι από τους κατηγορούμενους πρωταγωνιστές της δίκης, που βρίσκονται τώρα ελεύθεροι αναμένοντας την κρίση του εφετείου: Vesce, Tommei, Castellano, Funaro. Το σχόλιο της Corriere στην ριζοσπαστική πρωτοβουλία, εκφρασμένο στο άρθρο “Πρέπει να μηδενίσετε την δίκη 7 απρίλη. Κατηγορούμενοι εναντίον δικαστών, ΚΚΙ και χρονογράφοι” είναι ανελέητο και φθάνει στο σημείο να συμπεριλάβει όλους και όλα. Δικαιολογούν την όχι και πολύ καλόβολη συμπεριφορά οι δηλώσεις του Pannella στον τύπο. «Ενάντια στους “δικαστικούς ρεπόρτερ ανίκανους να εκτελέσουν το καθήκον τους ελεγκτών δύσπιστων προς τους δικαστές”, επιτέθηκε ο Marco Pannella, που δεν προσέχει, δεν τον νοιάζει η αντιδημοτικότητα των θέσεων του για τι κοινό που είχε ζητήσει, στο οποίο απευθύνονταν δηλαδή, τους δημοσιογράφους. Τους ρεπόρτερ που παρακολουθούσαν την έρευνα της Πάντοβα και της Ρώμης στον Νέγρι και τους συντρόφους τους χαρακτήρισε  “δολοφόνους, killers επί πληρωμή” και “μεταφορείς μιας ιδεολογίας επαίσχυντης και πρόστυχης” που έφτασε στο σημείο να προκαλέσει την λανθασμένη άποψη γύρω από την πραγματική συνοχή και συνέπεια των αποδεικτικών στοιχείων και στον πρώην πρόεδρο της Δημοκρατίας  Sandro Pertini, που έστειλε στους δικαστές τηλεγράφημα αλληλεγγύης». Ένας λοιπόν πολύ ωραίος τρόπος να ξεκινάς μιαν συνέντευξη τύπου. Τόσο έτσι ώστε η πρωτοβουλία αναγνωρίστηκε σαν προσπάθεια να «περιμαζέψουν μερικές κομματικές ταυτότητες επί πλέον ώστε να μην φτάσουν στο σημείο να κηρύξουν forfeit από την πολιτική σκηνή, να μην εξαφανιστούν δηλαδή». Και οι παρεμβάσεις των κατηγορουμένων, οι οποίοι αντί να «συμμορφωθούν με το θόλωμα της μνήμης όλων» για να κερδίσουν μειώσεις στις ποινές τους «δυναμώνουν το πυρ και ζητούν να μηδενιστεί η προηγούμενη δίκη».
Κάτι σημαντικό και καινούριο στο εφετείο είναι η “διαθεσιμότητα” του Fioroni που θα αναγκαστεί να καταθέσει στην αίθουσα. Η είδηση, που εμφανίζεται στις 31 ιανουαρίου, δίδεται σαν σημείο υπέρ των κατηγορουμένων. »ο Fioroni θα πρέπει να επιβεβαιώσει στην αίθουσα τις κατηγορίες του”, γράφει η Corriere.

Στις 3 απριλίου για τον Negri πέφτει η κατηγορία που αφορά την δολοφονία του Carlo Saronio. Στο κατηγορητήριο ο γενικός εισαγγελέας Fabrizio Hinna Danesi ζητά όντως, γι αυτή την κατηγορία, την απαλλαγή. “ο Negri δεν έχει σχέση με το έγκλημα Saronio. Ο δκ Il pg ανακοινώνει αίτηση απαλλαγής” τιτλοφορεί η Corriere στις 4 απρίλη. Στο άρθρο γίνεται και κάποια αναφορά για διαπραγματεύσεις που βρίσκονται σε εξέλιξη για την επιστροφή στην πατρίδα του παντοβάνου καθηγητή.  «Η είδηση, υπό το φως των κεριών, δεν θα έπρεπε να είναι καθοριστική για την υπό διακυμάνσεις διαπραγμάτευση την οποία, εδώ και λίγο χρόνο, ο πρώην ριζοσπάστης βουλευτής από το παρισινό του καταφύγιο έστησε έμμεσα με τις ιταλικές αρχές για μιαν πιθανή επιστροφή του στην πατρίδα». Παραμένει όντως όρθια η κατηγορία για την ληστεία του Argelato και εκείνες για τα συνενωτικά αδικήματα.

Φθάνουμε στην 8 ιουνίου του 1987. Ουδείς, ίσως εκτός από τους ίδιους τους κατηγορούμενους, από την δίκη του εφετείου του ρωμαϊκού κορμού περιμένει εκείνο που πραγματικά συμβαίνει. Από τις αντιδράσεις φαίνεται πως οι εφημερίδες πιάνονται απροετοίμαστες. Ίσως κάτι περιμένανε. Κάποιες μικρορυθμίσεις προς το καλύτερο, κάποιες αναπροσαρμογές, μιλάμε για τσιμπήματα. Μα όχι έναν σεισμό. Η ποινή για τον Toni Negri μειώνεται από τα τριάντα  σε μοναχά 12 χρόνια. Παραμένουν όρθιες μόνον οι κατηγορίες για ένοπλη συμμορία και συνεργία στην ληστεία του Argelato όπου σκοτώθηκε ο δεκανέας  Lombardini. Πέφτει για όλους η κατηγορία σχετικά με την απαγωγή Saronio που τώρα η εισαγγελία λέγει πως είναι έργο μοναχά του Fioroni και Casirati και επίσης εκείνη που αφορά την απόπειρα απαγωγής  Duina. Απαλλάσσονται, αν και με την φόρμουλα των αμφιβολιών:, Emilio Vesce, Jaroslav Novak, Alberto Magnaghi, Luciano Ferrari Bravo, Paolo Virno, Lucio Castellano. Οι δημοσιογράφοι Giuseppe Nicotri και Nanni Balestrini, αθωωθέντες στον πρώτο βαθμό λόγω αμφιβολιών, τώρα αθωώνονται με πλήρη φόρμουλα. Στο σύνολο τα χρόνια φυλάκισης είναι κάτι παραπάνω από εκατό.
η Repubblica αφιερώνει στην απόφαση δυο ολόκληρες σελίδες, την 16 και 17, και ένα βασικό άρθρο του Giorgio Bocca που ξεκινά στην πρώτη σελίδα με τίτλο “Εκείνοι οι δάσκαλοι της βίας”. ο Bocca, όπως μερικά είδαμε, υπήρξε ένας από τους πιο κριτικούς μάρτυρες όλης της υπόθεσης. Το “τελευταίο” του editorial στην 7 aprile έχει για όλους: δικαστές, πολιτικούς και κατηγορούμενους:

Όποιος παρακολούθησε την υπόθεση μέσα στα χρόνια με θέληση να καταλάβει σκέφτεται πως αυτή η απόφαση υπαγορεύεται από την λογική και πως είναι σύμφωνη με ένα Κράτος δικαίου. Μα αυτός που γράφει νιώθει από αυτήν απελευθερωμένος από την δέσμευση του εγγυητή και μπορεί να πει πως αυτοί οι άνθρωποι και ο τρόπος τους να κάνουν πολιτική από ανέκαθεν του ήταν ξένοι και κάποιες φορές και μισητοί. Mε διαγεγραμμένες τις πιο ρητές αδικίες και και τους διωγμούς εναντίον τους, μπορεί να παραμείνει η αρνητική κρίση για μιαν ομάδα διανοουμένων που πίστεψε πως μπορούσε να ηγηθεί του κινήματος της μεγάλης αμφισβήτησης, που χρησιμοποίησε τα προνόμια, τα τερτίπια, τις συνενοχές της κουλτούρας για να παραμείνει επί μακρόν αλαζονικά απειλητική και ατιμώρητη […] ο τρόπος τους με τον οποίον πετούσαν την πέτρα και τραβούσαν πίσω το χέρι (και που το πλήρωσαν στην συνέχεια ακριβά), που έκαναν εφημερίδες όπως Rosso, Autonomia, Senza Tregua, που έστελναν στο σφαγείο νεαρούς αδαείς και αφελείς που τους γέμιζαν με ασυναρτησίες και απερισκεψία, κάποιες φορές αιματηροί, οργισμένα εκείνα τα χρόνια της κρίσης όταν αντιθέτως ήταν αναγκαία η χρήση του σωστού λόγου και ανάλυσης. Γιατί λέμε πως αυτή η απόφαση είναι λογική και σύμφωνη με ένα κράτος δικαίου? Διότι βάζει τέλος στην ιερά εξέταση της πολιτικής μυθιστοριογραφίας, που βασίστηκε σε αόριστες ενδείξεις, μανιχαϊστική, που είχε την ψευδαίσθηση πως θα εξορκίσει τα χρόνια του μολυβιού με μαζικές καταδίκες, με καθολικές δαιμονοποιήσεις […] Μια καθολική θεωρία, μια ολοκληρωμένη τοιχογραφία, μια cappella Sistina με την παγκόσμια κρίση της επί της τρομοκρατίας. 

Το χρονικό της απόφασης εμπιστεύτηκε στον Franco Scottoni και συνοδεύτηκε από μια ταμπέλα, “Έτσι το Εφετείο μετέτρεψε τις πρώτες αποφάσεις”, που επισημαίνει τις αθωώσεις και τις μειώσεις ποινών. “Για τον Negri και συντρόφους μια  maxiέκπτωση ποινής” είναι ο τίτλος. Να σημειωθεί, όπως γράφει ο Scottoni, πως «ο αναπληρωτής γενικός εισαγγελέας Fabrizio Hinna Danesi επιφυλάχθηκε να σχολιάσει την απόφαση όμως παρατήρησε πως, ουσιαστικά, το θεώρημα Calogero άντεξε». Ένα σχόλιο που έρχεται σε αντίθεση με όλες τις ερμηνείες της απόφασης. Τόσο ώστε στην διπλανή σελίδα η Repubblica τιτλοφορεί μέσα σε εισαγωγικά σε όλη την σελίδα “Κατέρρευσε το θεώρημα Calogero”. η Silvana Mazzocchi φτιάχνει ένα collage απόψεων. Στον υπότιτλο: “Ευχαριστημένος? Δεν θα ήξερα να σας πω. Έπραξα ένα είδος αφαίρεσης, δήλωσε ο ανακριτής της έρευνας, Giovanni Palombarini. Τώρα πρέπει να περιμένουμε την αιτιολόγηση, λέγει ένα μέλος της έδρας που αποφάσισε τις καταδίκες σε πρώτο βαθμό”. η Mazzocchi προτείνει μια ερμηνεία της απόφασης. Σχεδόν μια πέτρα επάνω από «χρόνια που πλέον χαρακτηρίζονται απ’ όλους “του μολυβιού” και που προκάλεσαν άγχος και αγωνία,  και φόβο. Χρόνια που πρότειναν την κατάσταση εξαίρεσης και τους νόμους της που δεν σεβάστηκαν πάντα το δίκαιο. Χρόνια που μόνον πρόσφατα επέτρεψαν κανόνες εμπνευσμένους στην ανεκτικότητα και παρήγαγαν αποφάσεις πιο γαλήνιες».

Να σημειώσουμε επίσης ένα σχόλιο του Luigi Ferrajoli, καθηγητού φιλοσοφία δικαίου στο πανεπιστήμιο του Camerino, που στέκονταν πάντα κριτικός σε όλο τον σχεδιασμό της έρευνας: «η απόφαση είναι θετική διότι αποκήρυξε μια μέθοδο και μια κουλτούρα δικαστική Ιεράς Εξέτασης. Ηττήθηκε η δικαστική προσέγγιση ιστοριογραφική και επαγωγική ίδια των χρόνων εξαίρεσης>>. Στο χαμηλό μισό της σελίδας τέλος ένα τελευταίο κομμάτι, αυτή την φορά απ’ το Παρίσι: “Και τώρα απ’ το Παρίσι οι έχοντες καταφύγει εκεί ζητούν μιαν αμνηστία”.
η Corriere della Sera στην πρώτη σελίδα μιλά για “Εκπληκτική απόφαση στην δίκη 7 aprile ενάντια στην Autonomia”, με υπότιτλο: “Έκπτωση στην έφεση για τον Negri. Δεν ήθελε το κόκκινο πραξικόπημα”. Και στην σύνοψη: “Έπεσε η κατηγορία εξέγερσης ενάντια στο Κράτος, παρέμεινε εκείνη της ένοπλης συμμορίας — Στον καθηγητή μειώθηκε η ποινή από 30 στα 12 χρόνια — Aθώος ο Vesce”. Τίτλος όχι ακριβώς πετυχημένος δεδομένου ότι η κατηγορία της ένοπλης εξέγερσης είχε πέσει, αν και τότε λόγω αμφιβολιών, ήδη από τον πρώτο βαθμό. Στην πρώτη σελίδα και ένα σχόλιο, με τίτλο “Οι δυο αλήθειες” με το οποίο υποστηρίζεται πως πάντως ιστορική αλήθεια είναι εκείνη του θεωρήματος Calogero και πως η απόφαση εξηγείται με την λογική της πολιτικής.

Η απόφαση του εφετείου ενάντια στα στελέχη της Autonomia operaia επιβεβαιώνει τον κανόνα της αυξανόμενη ψαλίδας, με το πέρασμα του χρόνου, μεταξύ ιστορικής αλήθειας και δικαστικής αλήθειας, οι οποίες υποχρεωτικά υπακούουν σε αναγκαιότητες και κριτήρια διαφορετικά […] Η οριστική κρίση, εκείνη που περισσότερο μετρά για την συνείδηση της Χώρας, περνά  τώρα στην ιστορία η οποία, διαφορετικά από την δικαιοσύνη, προσδιορίζει και εμβαθύνει τα γεγονότα με το πέρασμα του χρόνου. Και η ιστορική αλήθεια θεμελιώνεται επάνω σε μιαν εντυπωσιακή συγκομιδή ντοκουμέντων, τα οποία μαρτυρούν δίχως καμίαν πιθανότητα αμφιβολίας πως το Potere Operaio και συνεπώς η Autonomia operaia, σύμφωνα με ένα πρόγραμμα ανοικτά δεδηλωμένο, έχτισαν μιαν πολικο-στρατιωτική οργάνωση για να σχηματίσουν το “ένοπλο κόμμα, partito combattente”, ακολουθώντας τον δρόμο της εξέγερσης, αντιλαμβανόμενη αυτήν σαν εμφύλιο πόλεμο μακράς περιόδου, ασκώντας την ένοπλη πάλη και την τρομοκρατία. 

Στο εσωτερικό, στην σελίδα 9, δυο άρθρα. Το χρονικό της απόφασης, με υπογραφή Paolo Menghini, “Μια ένοπλη συμμορία επικίνδυνων καυγατζήδων”, μια ταμπέλα που συνοψίζει τις καταδίκες των δυο αποφάσεων για εικοσιπέντε κατηγορούμενους και μια συνέντευξη στον Scalzone με τίτλο “Negri και Scalzone: Σημαντικός σταθμός μα λύση είναι η αμνηστία”. Για την Corriere το «θεώρημα Calogero μοιάζει να αντέχει μόνο σαν γενικός συλλογισμός, όμως δυσανάλογος με τις πραγματικές ευθύνες των κατηγορουμένων. […] ο Toni Negri δεν είναι πλέον εκείνος ο μεγάλος στρατάρχης της τρομοκρατίας που αυτά τα χρόνια από πολλές πλευρές ειπώθηκε».

Αμήχανη η Unità. “7 aprile Καταδίκες μειωμένες κατά το ήμισυ στο εφετείο” ο τίτλος της σελίδας αφιερωμένης στην απόφαση. Ο υπότιτλος: “ο Negri ένοχος ληστείας και ένοπλης συμμορίας”. Στη σύνοψη: “Επιβεβαιώθηκαν πολλές από τις καταδικαστικές αποφάσεις για ένοπλη συμμορία και εκείνη που επιβλήθηκε στον Toni Negri για την συνεργία στην θανατηφόρα ληστεία του Argelato. Μια απόφαση κατά τα άλλα ισορροπημένη εκείνη που εκδόθηκε εχθές, μετά από επτά ημέρες συμβουλίου”. Η απόφαση του εφετείου αναγνώστηκε από την Unità σαν μια ουσιαστική επιβεβαίωση εκείνης πρώτου βαθμού. Καμία αναφορά, εκτός από εκείνη μέσα στο κείμενο των χρονικών του Giancarlo Perciaccante, στις αθωώσεις. Στο βάθος της σελίδας μια ιστορική αναπαράσταση του Wladimiro Settimelli: “Οι κακοί δάσκαλοι των χρόνων του μολυβιού. Από το Potere operaio στην εξέγερση”. Διαβάζοντας το άρθρο του Settimelli φαίνεται σαν η απόφαση του εφετείου να μην άλλαξε τίποτα. Αυτή είναι η επίθεση του κομματιού: «Τα σκοτεινά χρόνια, τα “χρόνια του μολυβιού”, με τις ημέρες τρόμου και μίσους εξεγερτικού. Δεκάδες ζωές που έσβησαν παράλογα για να “χτυπήσουν στην καρδιά το Κράτος”, δολοφονώντας απλά έναν δεκανέα των καραμπινιέρων, έναν αστυνομικό της  “αστυνομία Δρόμων”, ένα δεσμοφύλακα, έναν κομουνιστή εργάτη». Όλα μαζί, και όλα να αποδίδονται στον Negri και στους πρώην του Potere operaio. Από τις δεκάδες των ζωών που έσβησαν, τον Negri η εισαγγελία κατηγόρησε για μια, και η δολοφονία ήταν, μέσα σε εισαγωγικά, ένα “λάθος”, και όχι μια πράξη για να “χτυπηθεί το Κράτος στην καρδιά του”, στρατηγική των Brigate Rosse, σίγουρα όχι της Autonomia. Αγγίζουν το γελοίο αποδίδοντας σε έναν άνθρωπο που αναγνωρίστηκε ένοχος συνεργίας σε μια δολοφονία που έλαβε χώρα το 71 την ευθύνη των “χρόνων του μολυβιού”. «Mα η  7 απρίλη 1979 έφθασε στο τέλος της με διαταγή του παντοβάνου δικαστή Pietro Calogero, το περίφημο blitz ενάντια στην Autonomia operaia. Έτσι ξεπηδούν στο φως του ήλιου, τα ονόματα των Toni Negri, Oreste Scalzone, Emilio Vesce, Alberto Magnaghi, Luciano Ferrari Bravo, Paolo Virno και των άλλων που είχαν μετατρέψει το Potere operaio σε μιαν ανατρεπτική ομάδα στην οποίαν έπαιρναν μέρος, σε διάφορα επίπεδα, οι Franco Piperno, Carlo Fioroni και τουλάχιστον άλλα πενήντα πρόσωπα μικρότερης σημασίας».

Αντικειμενικά, με αυτά τα λόγια γραμμένα την επομένη της απόφασης που αθώωσε από την κατηγορία της ένοπλης συμμορίας Alberto Magnaghi, Emilio Vesce και Luciano Ferrari Bravo, ο Settimelli κινδυνεύει την καταγγελία για δυσφήμηση.

Και μετά η τελευταία πινελιά. Σύμφωνα με την απόφαση υπάρχουν κάποιοι κατηγορούμενοι που πέρασαν μέσα στα κάγκελα χρόνια προληπτικής φυλάκισης (Vesce και Ferrari Bravo πάνω από 5) που δεν θα περίμεναν η Unità να μην ξοδέψει μια λέξη επάνω σε αυτό, αντιθέτως, ανάμεσα σε μια γραμμή και μιαν άλλην, χώνει μια φράση του τύπου «από την ομάδα, πάντως, λίγοι κατέληξαν στην φυλακή ή παρέμειναν εκεί μέσα επί μακρόν» κάνοντας να εννοηθεί πως πριν απ’ όλα, όπως δηλώθηκε νωρίτερα σε σχέση με το Potere operaio “κινητήρα” της εξέγερσης, ήταν όλοι ένοχοι και συνεπώς στο τέλος κανείς δεν πλήρωσε όσο θα έπρεπε να είχε πληρώσει. Να σημειώσουμε τέλος την ταμπέλα  (που παραθέτω εδώ κάτω) αφιερωμένη στην απόφαση, με τίτλο “Οι ποινές που επιβλήθησαν στους κυριότερους κατηγορούμενους” στην οποίαν οι απαλλαγές λόγω έλλειψης στοιχείων σημειώνονται με το “insuffic.prove” και όχι με τον όρο “assoluzione” που ήταν, ίσως, περισσότερο επεξηγηματικός και σημαντικός. Για να γίνει μια σύγκριση, στην ταμπέλα της Repubblica χρησιμοποιείται ο όρος “απαλλάχθηκε, assolto”, σε εκείνη της Corriere “απαλλάχθηκε λόγω έλλειψης αποδείξεων, assol.insuf.prove”.

(15 – CONTINUA) Συνεχίζεται

I giornali a processo: il caso 7 aprile – Quindicesima parte

αυτονομία, autonomia

Οι εφημερίδες σε δίκη: η υπόθεση 7 απρίλη, δέκατη τέταρτη συνέχεια – I giornali a processo: il caso 7 aprile – Quattordicesima parte

του Luca Barbieri

GliInvisibili.jpgQui οι προηγούμενες συνέχειες

(c) 2002 – Eπιτρέπεται η μερική ή πλήρης αναπαραγωγή του έργου και η διάδοση του ηλεκτρονικά, φτάνει να μην είναι για εμπορικούς σκοπούς και με τον όρο πως αυτή η διατύπωση θα αναπαραχθεί.

Περνά και ο σεπτέμβρης. Η αληθινή δίκη αναμένεται για τις αρχές του 1982. Στα τέλη οκτώβρη η Repubblica παίρνει συνέντευξη στον Palombarini. Ένα άρθρο μεγάλο μια ολόκληρη σελίδα που δημοσιεύεται στις 30 oκτωβρίου με έναν τίτλο αρκετά ουδέτερο: “Εκείνο που σκέφτομαι για την Αυτονομία και εκείνο που σκέφτομαι για τον Calogero, για τον Toni Negri και για την 7 απρίλη”. Παίρνει την συνέντευξη ο Enrico Filippini ο οποίος παρατηρεί στον Palombarini πως μέρος της κοινής γνώμης και μέρος του τύπου θεωρεί ακόμη τον Negri και μέρος των άλλων συλληφθέντων σαν εγκέφαλο των  BR. «Η εντύπωση σας μου φαίνεται σωστή — απαντά ο Palombarini — αλλά δεν μου προκαλεί έκπληξη. Δεν πρέπει να ξεχνάτε με πόση σιγουριά, για ολόκληρο το 1979, κάποιοι άνθρωποι υποδεικνύονταν σαν εκείνους που οργάνωναν και διοικούσαν τις ερυθρές Ταξιαρχίες, και πόσο επιτακτικά και με πλούτο λεπτομερειών μεγάλο μέρος των οργάνων επικοινωνίας, τυπωμένων ή ομιλούντων, δήλωνε το βάσιμο αυτής της υπόθεσης κατηγορίας. Αυτό όλο είχε τις συνέπειες του που είναι κατανοητές: το πιο σοβαρό πολιτικό έγκλημα μετά τον πόλεμο στην Ευρώπη, η απαγωγή και η δολοφονία του αξιότιμου Moro, δεν είχαν πλέον μυστήρια. Για τον κόσμο ήταν το τέλος ενός εφιάλτη…». Είναι ίσως η πρώτη φορά που οι εφημερίδες δίδουν μεγάλο χώρο στις απόψεις που εδώ και δυο χρόνια βρίσκονται σε καθημερινή αντίθεση με εκείνες του δημόσιου κατήγορου Calogero.

Τον δεκέμβρη να επισημάνουμε μια πολεμική που φιλοξενείται από τις στήλες της Unità. Στις 22 ο Ibio Paolucci που παρακολουθεί από την αρχή την έρευνα, κάτω από τους υπότιτλους “Μια δίκη που ήρθε πλέον η ώρα να ξεκινήσει”, δημοσιεύει ένα άρθρο με τίτλο “Κάποια πράγματα για την επτά απριλίου”. Την πηγή έμπνευσης ο Paolucci την παίρνει από μια παρέμβαση του Scalzone ο οποίος, φυγόδικος, με αφορμή την επέτειο της 21 δεκεμβρίου, δημοσίευσε μια παρέμβαση στο περιοδικό Metropoli, το οποίο βρίσκεται στο κέντρο μιας δικαστικής διερεύνησης με την σειρά του ύποπτο πως εκπροσωπεί στον τύπο ημιεπίσημα τις ΕΤ, ζητώντας λευτεριά «για εκατοντάδες προλετάριους ένοχους για κάποιαν ληστεία τραπέζης». Αλλά μαζί με τον Scalzone, ο Paolucci νιώθει την υποχρέωση να απαντήσει και στους Massimo Cacciari και Stefano Rodotà οι οποίοι στο περιοδικό Politica ed Economia, που πρόσκειται στο ΚΚΙ, δημοσίευσαν δυο παρεμβάσεις που στοχεύουν την προσοχή κυρίως στην περίπτωση του  Alberto Magnaghi που κατηγορούνταν μονάχα από την μαρτυρία του Fioroni που αναφέρονταν μάλιστα στο 1971. «Mα λοιπόν — σκέφτεται ο Paolucci — θα πρέπει να ξεχάσουμε τα παρασκήνια της σφαγής της  Piazza Fontana μόνον διότι εκείνες οι βόμβες έσκασαν δώδεκα χρόνια νωρίτερα? Μια πέτρα επάνω και στις συνενοχές των στρατηγών των μυστικών υπηρεσιών SID και του γενικού επιτελείου άμυνας και των ανθρώπων της τότε κυβέρνησης?». Η απάντηση των Cacciari και Rodotà, δημοσιευμένη στις 30 δεκεμβρίου 1981, είναι πολύ σκληρή.Είναι ίσως η πρώτη φορά που η Unità φιλοξενεί (ή μήπως είναι υποχρεωμένη να φιλοξενήσει) παρεμβάσεις τόσο αντίθετες με το “θεώρημα Calogero” που θεωρείται και από τους δυο «μια υπόθεση αθροιστική». Η μεγάλη παρέμβαση, πλούσια σε συγκεκριμένες αναφορές στις πράξεις και τα έγγραφα, σαρώνει από την κατάσταση του Magnaghi σε εκείνη κάποιων παντοβάνων κατηγορούμενων (Bianchini, Serafini, Del Re). «Και δεν θα έπρεπε, λοιπόν ναι,  — καταλήγει η παρέμβαση — “να ντρεπόμαστε” που κατηγορίες σχηματίστηκαν με τέτοιον τρόπο ώστε να παρατείνουν επ’ αόριστον τους όρους και τις ημερομηνίες της προληπτικής φυλάκισης, για να κρατήσουν κόσμο στην φυλακή πέρα από κάθε λογικό όριο, τέλος πάντων, ώστε να εκτίσει την ποινή προληπτικά?». Στο περιθώριο βέβαια ο Paolucci διατηρεί για τον εαυτό του την δυνατότητα να μπορεί να πει τον τελευταίο λόγο. Τα όσα είπαν οι Cacciari και Rodotà για τον Paolucci είναι απαράδεκτα. «Άλλο είναι, όντως, να προκαλεί ανησυχίες, καθόλα νόμιμες, το  κατηγορητήριο; άλλο είναι να χαμηλώνει ο τόνος της κουβέντας από την κριτική στην προσβολή […] πρόκειται πάντα για ένα κατηγορητήριο που αξίζει σεβασμό». Να λοιπόν: οι Cacciari και Rodotà προσβάλουν (μα που και πως?) οπότε δεν μιλάω άλλο.

Μεταξύ του 1981 και του 1982, ακριβώς όπως είχε γίνει ένα χρόνο πριν με την απαγωγή D’Urso, τα χρονικά επιστρέφουν να διασταυρώνουν την 7 aprile και τις BR. Η φυσική γειτνίαση των φυλακισμένων έχει πλέον μετατραπεί σε ένα αναπόσπαστο κουβάρι. Όπου υπάρχουν οι BR υπάρχει η Autonomia και συνεπώς η 7 aprile. Στις 17 δεκεμβρίου 1981 απαγάγεται στην Verona ο αμερικανός στρατηγός James Lee Dozier. Η απαγωγή ολοκληρώνεται στην Padova στις 28 ιανουαρίου 1982 όταν μια ομάδα των NOCS, χάρη στην υπόδειξη ενός μετανιωμένου, εισβάλει σε μια γιάφκα στην οδό Pindemonte και ελευθερώνει τον στρατηγό. Η εξίσωση είναι γρήγορη και ξεκάθαρη: Padova=Autonomia. Αναδύεται η υποψία. Για κάποιους (l’Unità για παράδειγμα) είναι μια επιβεβαίωση, για άλλους μια σύμπτωση που πρέπει να αποδειχθεί. Γεγονός είναι πως οι ομολογίες του Antonio Savasta, ενός από τους ταξιαρχίτες του commando, οδηγούν στην φυλακή και πολλούς αγωνιστές ή πρώην αγωνιστές του χώρου της Αυτονομίας. Η υποψία κυκλοφορεί ήδη από τις αρχές ιανουαρίου όταν εξ αιτίας της σύλληψης τεσσάρων αυτόνομων κατάσχονται «έγγραφα με περιεχόμενο σίγουρα παράνομο, μα δίχως (έτσι τουλάχιστον φαίνεται) αναφορές σε συγκεκριμένες τρομοκρατικές ενέργειες». Το γράφει η εφημερίδα il Gazzettino στις 2 ιανουαρίου του 1982 που τιτλοφορεί “η Autonomia έχει έναν ενεργό ένοπλο βραχίονα που δρα σε σχέση με τις Brigate Rosse”. «Σύμφωνα με τους καραμπινιέρους, κάποιοι από αυτούς τους αυτόνομους δεύτερου επιπέδου,  (που δεν είχαν τελείως καεί από την έρευνα του Calogero) μόλις αποφυλακίστηκαν απομακρύνθηκαν από το κίνημα.Και αυτοί ακριβώς έσφιξαν δεσμούς με τις ερυθρές ταξιαρχίες». Η επιβεβαίωση στις υποψίες των αρχών του έτους έρχεται με τις ομολογίες του Antonio Savasta. Η πιο σημαντική σύλληψη σχετική με τις αποκαλύψεις του είναι εκείνη του Fausto Schiavetto, ερευνητού στου Ινστιτούτου ιστορίας των Πολιτικών Επιστημών. Η σύλληψη του ερμηνεύεται σαν μια επιπλέον απόδειξη της σύνδεσης  7 aprile- BR. Μάλιστα γίνεται λόγος για μια νέα διερεύνηση. Μιλούν στην Unità της 11 φεβρουαρίου. “Από τις έρευνες επάνω στην απαγωγή Dozier γεννιέται μια νέα έρευνα στην Padova”, υπότιτλοι στο άρθρο “Autonomia, ανοίγει εκ νέου το κεφάλαιο”. Στην σύνοψη: “Οι ομολογίες πολλών μετανιωμένων έφεραν ξανά στο προσκήνιο πρόσωπα ήδη εμπλεκόμενα στην 7 aprile. Ποιες ήταν οι σχέσεις με τις BR?”. «Μια φωνή που διαχέεται στην Padova εξηγεί το πως οι δικαστές θα είχαν αρχίσει ξανά να εμβαθύνουν τις στενές σχέσεις που υπάρχουν ανάμεσα στις BR και την οργανωμένη Αυτονομία». Η σχέση μεταξύ BR και 7 aprile συγκροτείται από την σύλληψη του Schiavetto. Αυτό είναι το πορτρέτο του και ο ρόλος που είχε στην έρευνα 7 aprile όπως το διηγείται ο Michele Sartori:

ο Fausto Schiavetto, 37 χρονών, υπήρξε επί μακρόν στρατευμένος στο κομουνιστικό Κόμμα: επαρχιακός γραμματέας της νεολαίας του κόμματος FGCI στα τέλη των χρόνων εβδομήντα, στην συνέχεια δημοτικός σύμβουλος. Στις πολιτικές Επιστήμες είχε πάρει το δίπλωμα του, και παρέμεινε στην σχολή ως καθηγητής, εγκαταλείποντας προοδευτικά το κόμμα και πλησιάζοντας την ομάδα Negri, στην οποίαν πλέον παραμένει μόνιμα μέχρις ότου ξεσπά η έρευνα 7 aprile.  Εκείνη την διερεύνηση το όνομα του την διατρέχει πολλές φορές: η χωρισμένη του γυναίκα μαρτυρεί για πολλές συναντήσεις οργανωτικές της κορυφής των αυτόνομων στο σπίτι τους, και αναφέρει και σχέσεις του Schiavetto με τον Daniele Pifano. O ανακριτής (Palombarini, σημειώνει μια ) αντιθέτως τον είχε ακούσει μόνο σαν μάρτυρα υπεράσπισης άλλων καθηγητών των πολιτικών επιστημών που είχαν συλληφθεί. […] Ένας από τους φύλακες του Dozier θα είχε αναφέρει πως ναι, σχετικά με αυτά που εγνώριζε, όλο εκείνο το υλικό παρέχονταν στις BR από  τους υπεύθυνους του τομέα  “αντιπληροφόρησης” της Αυτονομίας της Πάντοβα. Ονόματα, κανένα. […] Εάν τα λόγια έχουν κάποιο νόημα, αυτό σημαίνει πως υπάρχει μια ευρεία δομή που είναι και παραμένει αυτόνομη. Όμως χτυπιέται περνώντας διαμέσου των Ερυθρών Ταξιαρχιών. Οι οποίες για να την γνωρίζουν με τόσην ακρίβεια θα έπρεπε έτσι κι αλλιώς να διατηρούσαν με αυτήν στενές σχέσεις και όχι περιστασιακές.

Μια κουβέντα που κυλά ομαλά. Οι κατηγορούμενοι της 7 απρίλη συνδέονται με την απαγωγή Dozier. Η σύλληψη του Schiavetto (ο οποίος, πρέπει να γνωρίζουμε, στην δίκη θα αθωωθεί) το 1982 για την Unità είναι μια απόδειξη. Οπότε το θεώρημα Calogero βρίσκει μιαν ακόμη επιβεβαίωση.

Στις 4 φεβρουαρίου, δίχως πολλές φανφάρες, ο Carlo Fioroni αφήνει την φυλακή της Matera όπου βρίσκονταν έγκλειστος για τον θάνατο του Carlo Saronio. Γιατί να γίνει λόγος εξάλλου? Διότι οι εφημερίδες, και κυρίως η Unità και η Corriere, είχαν πάντοτε υποστηρίξει την αξιοπιστία της ομολογίας του, απ’ όπου κατάγεται το blitz της 21 δεκεμβρίου 1979, με την επιχειρηματολογία πως αυτή δεν μπορούσε να είναι “ενδιαφερόμενη”, να έχει συμφέρον δηλαδή, διότι τότε δεν είχαν ακόμη προβλεφθεί εκπτώσεις ποινής για τους “μετανιωμένους”. La legge Cossiga infatti venne dopo le confessioni rilasciate nel dicembre del ’79. Στον Fioroni πάντως εφαρμόστηκε, σε δεύτερο βαθμό, μια ουσιαστική έκπτωση ποινής. Τα 27 χρόνια μειώθηκαν σε 10 και τέλος σε 7 με την αμνηστία των τελευταίων 3 χρόνων. Είναι ενδιαφέρον να δούμε το πως οι εφημερίδες διηγούνται αυτή την αποφυλάκιση. Πρώτη απ’ όλες η Corsera που στις 5 φεβρουαρίου αφιερώνει στην είδηση ένα άρθρο στα χαμηλά της πέμπτης σελίδας. Το τίτλος εντυπωσιάζει διότι δεν κάνει καμία αναφορά στην 7 aprile ούτε στην απαγωγή Saronio: “Ελεύθερος από εχθές ο Fioroni (υπόθεση Feltrinelli) ο πρώτος μετανιωμένος της ιταλικής τρομοκρατίας”. Και στον υπότιτλο “μετά από επτά χρόνια στο σωφρονιστικό ίδρυμα προστατεύεται από αστυνομικούς”. Ο ρόλος του Fioroni στην περίπτωση Feltrinelli είναι ίσως το πιο ανούσιο πράγμα που θα μπορούσε να ειπωθεί για λογαριασμό του. η Repubblica αφιερώνει στον Fioroni το άνοιγμα της έβδομης σελίδας, “ο Fioroni επιστρέφει στην ελευθερία, υπήρξε ο πρώτος των μετανιωμένων”, και μια μικρή συνέντευξη, “Δεν το περίμενα”, στην οποίαν ο  “καθηγητάκος” επιβεβαιώνει τους ηθικούς και πολιτικούς λόγους στην βάση της μετάνοιας του. ο Fabrizio Ravelli την απελευθέρωση του Fioroni την διαβάζει με αυτό τον τρόπο: «ο Fioroni επιστρέφει ελεύθερος με ένα μέτρο που έχει την βαρύτητα ενός μηνύματος που στέλνεται στην γενιά των μετανιωμένων. Δύσκολα θα ξανά ακούσουμε να μιλούν για αυτόν. Αφήνει πίσω του τα τέσσερα κελιά που είχαν τροποποιηθεί σε διαμέρισμα στην ειδική ακτίνα της φυλακής της Matera και ξεκινά μιαν ύπαρξη  “κυνηγημένου”. Κανείς δεν ομιλεί πλέον γι αυτόν, το πιθανότερο είναι πως τους παρείχαν τα μέσα για να το σκάσει από το αμείλικτο κυνήγι που από τα σήμερα και στην συνέχεια το ένοπλο κόμμα θα εξαπολύσει εναντίον του». η Unità δημοσιεύει την είδηση στην δεύτερη σελίδα με μιαν έκδοση ολοκληρωτικά αφιερωμένη στις εξελίξεις της απαγωγής Dozier κάτω από τους υπότιτλους “Κι άλλα κτυπήματα στην τρομοκρατική εκτροπή, νέες συλλήψεις, μετά την επιχείρηση Dozier και την ανακάλυψη και άλλων γιαφκών”. Το άρθρο, “Επιστρέφει ελεύθερος ο Carlo Fioroni, ο πρώτος που συνεργάστηκε με την δικαιοσύνη”, μιλά  ξανά για τις πιο σημαντικές αποκαλύψεις του μετανιωμένου για την δίκη 7 aprile.

Στις 7 ιουνίου 1982 στην Roma θα έπρεπε να ξεκινήσει η ακροαματική φάση της δίκης 7 aprile. Η δίκη θα πρέπει να διεξαχθεί μπροστά στο πρώτο Κακουργιοδικείο ταυτόχρονα με την δίκη των ταξιαρχιτών υπεύθυνων της δολοφονίας του Aldo Moro. Οι δυο διαδικασίες θα έπρεπε να διεξάγονται εναλλάξ μέρα παρά μέρα μπροστά στην ίδια δικαστική έδρα. Οι κατηγορούμενοι της ομάδας 7 aprile διαμαρτύρονται παραπονούμενοι για τον κίνδυνο πρόκλησης σύγχυσης που αυτή η αλληλεπικάλυψη θα μπορούσε να γεννήσει στην κοινή γνώμη και η έδρα προσανατολίζεται πράγματι για μιαν αναβολή στο νοέμβρη της δίκης. Οι κοντινές στην έναρξη της ακρόασης ημέρες προσφέρουν έτσι κι αλλιώς στις εφημερίδες την ευκαιρία για να αφιερώσουν μεγάλο χώρο με δουλειές που ξεδιπλώνουν, σχεδόν συνολικά, τις κατηγορίες στους εναγόμενους.  η  Gazzettino σε αυτή την αναπαράσταση αφιερώνει μάλιστα ένα ειδικό αφιέρωμα δημοσιευμένο σε δυο συνέχειες στις 4 και 5 ιουνίου 1982. Δυο σελίδες που κάνουν εντύπωση διότι δίδουν χώρο αποκλειστικά στις θέσεις που εκτίθενται στην παραπομπή σε δίκη από τον δικαστή Francesco Amato. Το πρώτο μέρος, εκείνο της 4 ιουνίου, παρουσιάζει ένα “γενικό” πλάνοτου κατηγορητηρίου σε εννέα στήλες, με υπογραφή του Enzo Iacopino, υπό τον τίτλο: “ο Toni Negri ήταν ο ηγέτης μιας ένοπλης συμμορίας που έσπερνε μίσος και στόχευε στον εμφύλιο πόλεμο”. Στο μέσον ψηλά στην σελίδα μια κάρτα, με τον έλεγχο των αδικημάτων, “όλα τα αδικήματα, έγκλημα προς έγκλημα”, και στο βάθος η κάρτα εννέα κατηγορουμένων. Εννέα φωτογραφίες  (Negri, Bignami, Monferdin, Vesce, Ferrari Bravo, Gavazzeni, Maesano, Strano, Scalzone) και μια μικρή στήλη που παρουσιάζει για τον καθένα τις κυριότερες κατηγορίες. Όλα υπό τον τίτλο: “Τα πιο γνωστά πρόσωπα μιας συνωμοσίας που ήθελε να καταστρέψει την Repubblica”. Στο εσωτερικό χαμηλά που είναι αφιερωμένο στους κατηγορούμενους μια κάρτα για τους δικαστές της έδρας, “ο Santiapichi, μια εγγύηση για Κράτος και κατηγορούμενους”.

Η επόμενη συνέχεια του αφιερώματος του Gazzettino, δημοσιευμένη στις 5 ιουνίου, επικεντρώνει αντιθέτως την προσοχή, με άρθρα που λειτουργούν σαν “κάρτες εμβάθυνσης”, επάνω σε μεμονωμένα εγκλήματα για τα οποία κατηγορούνται οι εναγόμενοι. Ο τίτλος στην κεφαλή, σε εννέα στήλες, αναφορικά με το άρθρο για την ληστεία του Argelato: “Σκότωναν λέγοντας: «Είμαστε αυτόνομοι»”. Ο υπότιτλος είναι: “Οι επιχειρήσεις της μπάντας του Toni Negri: η δολοφονία του Argelato του δεκανέα Andrea Lombardini”. Ψηλά  στην σελίδα και το σχόλιο του Enzo Iacopino: “Απειλούν την ελευθερία” (να σημειωθεί η χρήση του παρόντος για πρόσωπα που εδώ και τρία χρόνια κρατούνται στην φυλακή). «Έσπερναν βακίλους θανάτου. Το έκαναν για πολλά χρόνια με μια escalation που, για όσον τους αφορά, κατέληξε με την δολοφονία του Carlo Saronio. […] Είναι επίσης σε ανθρώπους σαν κι αυτούς που ο καθένας από εμάς οφείλει την μείωση των προσωπικών χώρων ελευθερίας που καθορίστηκε από μιαν νομοθεσία εξαίρεσης-έκτακτης ανάγκης που κατέστη απαραίτητη από την πρακτική του μίσους, όνειρο και προορισμός του Toni Negri και της μπάντας του. Ναι, εκτός απ’ τα πολλά πένθη, σε αυτούς οφείλουμε και αυτό». Στην μέση και χαμηλά της σελίδας ανακατασκευάζονται άλλα τρία επεισόδια για τα οποία κατηγορείται ο Negri: η επίθεση στην Face-Standard (“Δισεκατομμύρια ζημιών εξ αιτίας του κόκκινου τρόμου”), ο θάνατος του Saronio (“Όταν ο σύντροφος σκότωσε τον σύντροφο”), και μια λίστα απαγωγών, μεταξύ των οποίων μια για τον Eugenio Cefis, και επιθέσεις που, σύμφωνα με την κατηγορούσα αρχή, το Potere operaio θα είχε σχεδιάσειa (“Montedison, δημοσιογράφοι και καθηγητές στο σκόπευτρο των «εργατών» του Negri”). Δυο μικρές στήλες αφιερώνονται επίσης στον “Fioroni: ο πρώτος μεταξύ των μεγάλων μετανιωμένων” και “Piperno και Pace, δυο απουσίες ανησυχητικές”.

η Corriere della Sera βγαίνει στο θέμα στις 6 ιουνίου  υποδεικνύοντας ήδη στο συνοπτικό πως “προβλέπεται η αναβολή για το φθινόπωρο μετά από μια ή δυο ακροαματικές διαδικασίες”. Το αφιέρωμα αποτελείται από ένα άρθρο, με τίτλο σε έξι στήλες, του Paolo Graldi, “Στο κακουργοδικείο ο Negri και άλλοι 71 της 7 aprile”, και ένα σχόλιο του Giancarlo Pertegato (χρονογράφου ο οποίος μαζί με τον Antonio Ferrari διηγήθηκε την αυγή της έρευνας) που αναρωτιέται: “Η στρατιά της τρομοκρατίας είχε ένα γενικό επιτελείο?”. ο Pertegato διαπιστώνει τις θετικές συνέπειες της έρευνας (η εξαφάνιση του ανατρεπτικού φαινομένου από την Padova) και αναρωτιέται εάν θα γίνει δυνατό να αποδειχθεί πως η Autonomia operaia ήταν πραγματικά μια οργάνωση με έναν διευθυντικό εγκέφαλο.

η Unità, που τις προηγούμενες ημέρες αγνόησε πως η προθεσμία πλησίαζε, δημοσιεύει στις 8 ιουνίου ένα σύντομο άρθρο του Sergio Criscuoli, “Ξεκίνησε και αμέσως ανεβλήθη η δίκη της 7 aprile”. “Αίθουσα γεμάτη δικηγόρους, κλουβιά των κατηγορουμένων έρημα”, είναι ο υπότιτλος.

Και στην συνέχεια, προαναγγελθέντος, η αναβολή για τις 9 Νοεμβρίου. Μα η ιστορία που διηγούμαστε είναι ένα είδος  “ατέλειωτης ιστορίας” (που δεν οριοθετείται στον χρόνο και ίσως ούτε και στον χώρο). Τον νοέμβρη η Έδρα, υπερφορτωμένη από την εργασία της δίκης Moro, επιλέγει μιαν επί πλέον τεχνική αναβολή για την άνοιξη του 1983. Η περίπτωση ωστόσο πρέπει να υπογραμμιστεί: για πρώτη φορά ο professor Antonio Negri εμφανίζεται πίσω από τα κάγκελα σε μιαν αίθουσα bunker. Η δεύτερη αναβολή προκαλεί απογοήτευση.η  Gazzettino, που δείχνει να στοχεύει πολύ στο θεώρημα Calogero (επίσης διότι η δίκη Moro θα είχε δείξει μιαν συγκεκριμένη «ιστορική ιδεολογική συνέχεια και συνάφεια» ανάμεσα στην Autonomia και τις BR) είχε αποστείλει στην περιοχή τον Giampiero Rizzon. η Lietta Tornabuoni, που ακολουθεί αυτή την σύντομη εμφάνιση για την εφημερίδα la Stampa του Torino, αντιθέτως καταγράφει μιαν σουρεαλιστική ατμόσφαιρα που θα μεταφερθεί επίσης στην συνέχεια και από άλλους μάρτυρες της επανέναρξης της δίκης. Γεγονός είναι πως αυτή που ανακοινώθηκε στην αρχή σαν η  “δίκη του αιώνα”, δεν έχει τίποτα που να προκαλεί εντύπωση. Πίσω από τα κάγκελα, οι κατηγορούμενοι, περισσότερο από στρατηγικός εγκέφαλος της ιταλικής τρομοκρατίας, μοιάζουν μοναχά σαν άνθρωποι εκτός τόπου. η Tornabuoni καταγράφει αυτό το είδος απογοήτευσης σε ένα κομμάτι, “Τα χαμένα χρόνια της 7 aprile”, δημοσιευμένο στις 10 νοεμβρίου 1982. «Με την αναγγελία της έναρξης κανείς δεν φωνάζει, κανείς δεν διαμαρτύρεται πίσω από τα κάγκελα, ανάμεσα σε εκείνα τα συζητήσιμα πρόσωπα, πρόσωπα που ταιριάζουν στο πανεπιστήμιο, στο βιβλιοπωλείο ή στο σεμινάριο, ανάμεσα σε εκείνες τις γενειάδες που γκριζάρισαν λιγάκι,  με τα κοτλέ τους ρούχα, εκείνες τις πρόωρες φαλάκρες». Οι γνώμες που εκθέτονται από την Tornabuoni μεταφέρουν μιαν αίσθηση “αποστράτευσης”, ενός δραστικού ξεφουσκώματος της δίκης. όπως εκείνη του Marco Boato: «Μια παρόμοια ιδέα κατέρρευσε, του Negri και των άλλων σαν ιδεολόγων ή εγκεφάλων των BR δεν γίνεται πλέον λόγος εδώ και κάποιο διάστημα […] Φυσικά για τους θεσμούς είναι πολύ ντροπιαστικό να πρέπει να φέρουν στο φως το ξεφούσκωμα αυτής της ιστορίας…». η Tornabuoni καταλήγει με αυτό τον τρόπο: «Εάν οι ιστορικές πολιτικές δίκες έβλεπαν στην κοινή γνώμη τον ανταγωνισμό μεταξύ συντηρητικών και προοδευτικών, αυτή η υπόθεση πλήγωσε την ιταλική αριστερά χωρίζοντας το PCI από όλες τις άλλες ομάδες ή κόμματα. Έχοντας γίνει σήμερα λιγότερο αποδεικτικοί, και οι κομουνιστές εκφράζουν την λύπη τους για την αναβολή: σχεδόν τέσσερα χρόνια προληπτικής φυλάκισης είναι μια απρέπεια, προειδοποιεί η Amnesty International, και η “περίπτωση 7 aprile” πρέπει απλούστατα να ξαναγίνει η “δίκη 7 aprile”».

“Η δίκη σε λίστα αναμονής. Νέα ακροαματική διαδικασία αναβολή της 7 aprile στην Roma”, τιτλοφορεί η Unità της 10 νοεμβρίου. Να σημειώσουμε πως εδώ και πολύ καιρό η εφημερίδα του PCI παραπονιέται για την καθυστέρηση της δίκης. Ο λόγος βρίσκεται στο γεγονός πως τα κακουργοδικεία στην Roma είναι μονάχα τρία και όλα κατειλημμένα με σημαντικές δίκες. Το PCI, σημειώνει εδώ και καιρό η Unità, έχει υπογράψει μια πρόταση νόμου για την δημιουργία μιας τέταρτης έδρας. ο Sergio Criscuoli καταγράφει και νέες πολεμικές μεταξύ κατηγορουμένων και PCI:

”Εάν η δίκη δεν ξεκινά ζητούμε την αποφυλάκιση με εγγύηση για όλους τους φυλακισμένους κρατουμένους ”, επάνω σε αυτό το σύνθημα έχτισαν όλοι τα λόγια τους, στα οποία η δίκαιη διαμαρτυρία για την απίστευτη αλυσίδα αναβολών συνοδεύεται από τις πλέον κοινότοπες υπερασπιστικές θέσεις σύμφωνα με τις οποίες η απαγγελία κατηγορίας για την  7 aprile θα ήταν μια υπερβολή, θα ήταν στημένη, μια προσπάθεια δηλαδή να δικαστούν οι ιδέες, που φυσικά προωθούσε το ΚΚΙ. Οι συνήθεις επιθέσεις στο κομουνιστικό κόμμα προτείνονται ξανά με τρόπο προσωποποιημένο και  σαφή. Οι κατηγορούμενοι θυμώνουν με το “Τμήμα για τα προβλήματα του Κράτους” του PCI, ανακαλώντας στην μνήμη του χρονογράφου τους χρόνους κατά τους οποίους μπάντες ένοπλων αυτόνομων, μεταξύ επιθέσεων με πυροβολισμούς και μιας προλεταριακής απαλλοτρίωσης τριγυρνούσαν γράφοντας στους τοίχους το όνομα του συντρόφου  Pecchioli con la kappa, με κ δηλαδή

Η απόφαση προκαλεί πάντως και μεγάλες πολεμικές, τόσο από την μία όσο και από την άλλη πλευρά. Εξοργίζεται ο Giorgio Bocca στην Repubblica της 11 νοεμβρίου, σε ένα λακωνικό σχόλιο με τίτλο “Η δίκη της 7 aprile”. «Η αναβολή της δίκης 7 aprile είναι το  τελευταίο μιας ντροπιαστικής σειράς, αν και μπορεί να γυρίσει υπέρ των κατηγορουμένων και της δικαιοσύνης. Ντροπιαστική λόγω του ότι ένα πολιτισμένο Κράτος δεν κρατά στην φυλακή τους πολίτες του για τρία χρόνια δίχως να τους δικάσει, και δεν τους κρατά ενώ την ίδια ώρα ελευθερώνει τους σίγουρα ενόχους όπως εκείνον τον Fioroni, που σήμερα εξαφανίστηκε στο πουθενά, που απήγαγε και σκότωσε τον καλύτερο του φίλο». ο Bocca υποστηρίζει πως, σχετικά με εκείνη των ταξιαρχιτών, αυτή της “7 aprile” είναι «μια άλλη ιστορία, μια άλλη ανθρωπότητα». «Το μοναδικό ανατρεπτικό σχέδιο ή ο εγκέφαλος της τρομοκρατίας υπήρξαν στην καλύτερη των περιπτώσεων μια εξαναγκαστική ερμηνεία, μια υπερβολή κάτι θεληματικό, μια επιθυμία, σίγουρα όχι αξιέπαινη, των κομμάτων για να λυγίσουν την δικαιοσύνη προς δικό τους όφελος, σύμφωνα με τα συμφέροντα τους». Εξοργίζεται για την εκ νέου αναβολή της δίκης ξανά η Unità. Ταυτόχρονα με εκείνο του Bocca βγαίνει ένα άρθρο με υπογραφή του Ibio Paolucci με τίτλο “Σκανδαλώδεις καθυστερήσεις για την δίκη 7 aprile”, και στον υπότιτλο “Ενώ συνεχίζεται μια παράλογη πολεμική με το PCI”. «Ανυπόφοροι και σκανδαλώδεις: δεν βρίσκουμε άλλα επίθετα για να χαρακτηρίσουμε τους χρόνους της καθυστέρησης στην έναρξη της δίκης αποκαλούμενης 7 aprile», γράφει ο Paolucci. Μα γιατί είναι σκανδαλώδης αυτή η καθυστέρηση?

Έχει επιτευχθεί μια κατάσταση εξευτελιστική για ένα κράτος δικαίου. Με εκείνη την δίκη “σε λίστα αναμονής” , οι κατηγορούμενοι μπορούν να επιβεβαιώσουν πως αυτή η δίκη, δεν είναι επιθυμητή, πως θέλουν να την “θάψουν κάτω από την άμμο” και να την  “κρύψουν” για να προστεθεί στην συνέχεια πως πρόκειται για μιαν δίκη “σχεδόν δίχως συγκεκριμένα αδικήματα” (και αντιθέτως υπάρχουν δεκάδες και δεκάδες, συμπεριλαμβανομένων δολοφονιών), καρπός (το λέει ο prof. Antonio Negri) “σκευωριών οργανωμένων από τις μυστικές υπηρεσίες, από την αντιδραστική δικαιοσύνη, από τον διαπλεκόμενο τύπο και από τις πολιτικές δυνάμεις του ιστορικού συμβιβασμού Επί πλέον αυτή η κατάσταση που έχει βαλτώσει, επιτρέπει στον εκπρόσωπο των κατηγορουμένων να επιρρίψει ευθύνες ενάντια σε ένα νομικό της πολιτικής αγωγής, τον Fausto Tarsitano που απλώς τελεί το καθήκον του δικηγόρου (του οποίου εδώ στο πλάι δημοσιεύουμε μιαν επιστολή απάντησης) και ενάντια στο κόμμα μας, που εκείνης της  »συνωμοσίας” θα ήταν ο μεγάλος σκηνοθέτης».

Εκείνη του Tarsitano, δικηγόρου ναι της πολιτικής αγωγής, μα εκείνο που ίσως μετρά περισσότερο, στελέχους του PCI, είναι μια φιγούρα που θα είναι αντικείμενο πολεμικών από πλευράς υπεράσπισης για όλη την διάρκεια της δίκης.

To 1981 και το 1982 αντιπροσωπεύουν ένα είδος κρανίου τόπο. Μια ολίσθηση που έχει παραχθεί από τις συνεχείς αναβολές της δίκης και από την προληπτική φυλάκιση. Η προσοχή των εφημερίδων, απόντων των σημαντικών ειδήσεων, δεν μπορεί παρά να μεταβάλλεται. Είναι δυο χρονιές που σφίγγονται μεταξύ δυο χρονικών: εκείνου της διερευνητικής φάσης (’79 και ’80) και εκείνου της δίκης (’83-’84). Παράθυρα ανοίγονται σπασμωδικά ταυτόχρονα με την κατάθεση των δικαστικών εγγράφων. Το χρονικό όμως μοιάζει αρτηριοσκληρωτικό, ακραία παθητικό. ο Calogero σέρνει την αμφιβολία πως ο Negri και η 7 aprile μπορούν να συνδεθούν εκ νέου με την απαγωγή Moro? Έτσι είναι. Ξεχνώντας τον Peci και όλα τα υπόλοιπα. Τα στοιχεία που εξυψώνονται είναι μόνο εκείνα που επιβεβαιώνουν την αρχική εικόνα. Τα κατηγορητήρια παρέχουν πλέον τα σωστά λόγια που πρέπει να περιληφθούν. Είναι κομμάτια που κατά τα άλλα θεωρούνται εύκολα. Όχι γιατί δεν υπάρχει πολύ διάβασμα που θα προκαλέσει κούραση. Μα διότι πλέον είναι γνωστό τι πρέπει να ψαχτεί  μέσα σ’ εκείνες τις χιλιάδες σελίδες.

8. 1983 — 1984: η δίκη

Το 1983 είναι η χρονιά κατά την οποίαν ξεκινά, επί τέλους, η δίκη 7 aprile. Mα υπάρχει ακόμη χρόνος για μιαν mini αναβολή. Η έναρξη των ακροάσεων ορίσθηκε για τις 24 φεβρουαρίου αλλά η ημερομηνία θα αναβληθεί για τις 7 μαρτίου λόγω της έναρξης στο Milano μιας ανάλογης δίκης στην Autonomia που βλέπει εμπλεκόμενους, αν όχι τους κατηγορουμένους (στους οποίους δεν παραχωρήθηκε η άδεια μεταφοράς) τουλάχιστον τους δικηγόρους. Η προσοχή, παρότι είναι γνωστή ήδη η προβλεπόμενη αναβολή για τα μέσα του μαρτίου, είναι υψηλή.  Οι τίτλοι των μεγάλων εφημερίδων είναι πάντως αρκετά ουδέτεροι, και φέρονται να καταγράφουν περισσότερο την πολυπλοκότητα της υπόθεσης παρά ένα θόρυβο που πλέον τέτοιος δεν υπάρχει. η Corriere della Sera κάνει λόγο στις 24 φεβρουαρίου, με την πένα του Antonio Ferrari, στην σελίδα 7. Ένα άρθρο σε επτά στήλες πλαισιωμένο από μιαν μεγάλη foto του Toni Negri. “Πως γεννήθηκε η Autonomia Operaia στην Padova”, είναι ο τίτλος. Ο  υπότιτλος: “Η δίκη επτά απρίλη ύστερα από σχεδόν τέσσερα χρόνια από τις πρώτες συλλήψεις των leader της άκρας αριστεράς”. Να καταγράψουμε πως σχεδόν το ένα τρίτο της μεγάλης σύνοψης (αντίθετα από το άρθρο που συμπυκνώνει το άρθρο  σε λίγες γραμμές) θυμίζει πως “Ο παντοβάνος ανακριτής Giovanni Palombarini, αντιθέτως, θεώρησε τις ενδείξεις ανεπαρκείς ώστε να υποδειχθεί η ύπαρξη της ένοπλης συμμορίας που ο δημόσιος κατήγορος εντόπισε”. Όπως συνέβη και τον προηγούμενο νοέμβρη ο Ferrari καταγράφει μια κάποια αποξένωση: «Ο χρόνος φαίνεται να έχει μειώσει το μεγάλο ζήτημα, που άνοιξε η 7 aprile του ’79, σε μιαν απλή διαλεκτική άσκηση: ωσάν η πολεμική για τον εγγυητισμό να είναι η μοναδική ψυχή της δίκης, ωσάν η συζήτηση να πρέπει να παραμείνει στον αέρα, μετέωρη, και να μην κατέβει στα συγκεκριμένα επεισόδια: στις νύχτες με τις φωτιές, στις επιθέσεις, στις ληστείες, στις απόπειρες απαγωγής, στα κρυμμένα σε αποθήκες όπλα, στις κλοπές ταυτοτήτων. Υπάρχει ένας ξεκάθαρος διαχωρισμός ανάμεσα στην πολεμική και την πραγματικότητα».

Όμως το μεγάλο τσίρκο της πληροφόρησης είναι κινητοποιημένο. Μπορούμε να μιλήσουμε για ένα είδος κυκλώματος. Αναπτύσσονται μηχανισμοί και απεσταλμένοι, μα στην συνέχεια η πλατεία για το κοινό (με την γελοία ιδιαιτερότητα πως οι τρεις πρώτες σειρές αφήνονται κενές για λόγους ασφάλειας) αποκαλύπτεται κενή. Ίσως τον κόσμο δεν τον ενδιαφέρει πλέον το θέμα και οι εφημερίδες προσαρμόζονται. ο Paolo Guzzanti, απεσταλμένος για την Repubblica, καταγράφει όλο αυτό στις 25 φεβρουαρίου του’83. Το άρθρο, έχει τίτλο: “Επιτέλους έφθασε η μέρα του Toni Negri και των φίλων του”. Ο υπότιτλος: “Ήρεμος, κομψός, άσπροι οι κρόταφοι, ένα χαμόγελο αμήχανο” αναφέρεται στον Negri. Ένα πορτρέτο για το στυλ του πρωταγωνιστή που ξεκινά από την ενδυμασία και φθάνει στις εκτιμήσεις του κατά πόσον οι κατηγορούμενοι είναι αστοί ή προλετάριοι. Όλοι καλοντυμένοι, κι ένας, ο Negri ακριβώς, που είναι και υποψήφιος στις επόμενες πολιτικές εκλογές. «Τα τελευταία “click” των φωτογράφων ακολουθούν τα “zip” των φερμουάρ. Μεγάλες τσάντες και μηχανήματα στην πλάτη, οι κυνηγοί εικόνων προχωρούν προς την έξοδο. […] Μα το  πάθος, το δράμα, δεν ειδώθηκε».
Στις 26 φεβρουαρίου, όταν καταγράφεται η νέα αναβολή (“Ανεβλήθη για της 7 μαρτίου η δίκη ενάντια στον Negri” στην Corriere σε έξι στήλες) και η εφημερίδα της via Solferino βουτά στην ατμόσφαιρα. «Εκείνα τα ζωγραφισμένα και αδιαπέραστα κλουβιά, αυτά τα κάγκελα που καθιστούν ομιχλώδη τα εσωτερικά, και όπου τα πρόσωπα μοιάζουν καθαρά και οι φωνές φυσικές που συγκρατούνται από το μέταλλο παραμένουν μια εικόνα ανυπόφορη, διότι είναι επίσης η εικόνα μιας δικαιοσύνης που παρουσιάζεται στο  ραντεβού με τους κατηγορούμενους σε τέσσερα χρόνια απόσταση από την σύλληψη τους» γράφει Graldi στο κομμάτι με το ρεπορτάζ. Στον Ferrari το καθήκον να καταγράψει ξανά την απογοήτευση (το άρθρο έχει τίτλο “Λίγοι θεατές, κάποιες αψιμαχίες”): «Είναι μια δίκη που έχει σμικρυνθεί, αυτή της 7 aprile, ενάντια στους αρχηγούς της οργανωμένης Autonomia operaia, με άρωμα τρομοκρατίας. Σμικρύνθηκε γιατί δεν είναι όπως πριν. Στην θέση του πάθους και των πολεμικών μπήκε η σιωπή, ή μια γενικευμένη απουσία. […] Απέχει η προσοχή της κοινής γνώμης, που μοιάζει κουρασμένη γι αυτές τις υποθέσεις πολιτικό-δικαστικές, μακρές και δυσκίνητες».

Στις 7 μαρτίου, επιτέλους, ξεκινά η πραγματική δίκη.Eπαναλαμβάνεται και καταγράφεται μια αβυσσαλέα απόσταση ανάμεσα στην σοβαρότητα των κατηγοριών και της ατμόσφαιρας στην αίθουσα. Το bunker του Foro Italico φρουρείται ακόμη και με ένα αμφίβιο θωρακισμένο και από ελικόπτερα που πετούν στον ουρανό. Τα metal detector στην είσοδο συλλαμβάνουν κάθε μεταλλικό αντικείμενο. Οι δημοσιογράφοι, η Rossanda, η Tornabuoni, Graldi, καταγράφουν τις πρώτες δικαστικές αψιμαχίες. Διαβάζοντας το άρθρο της Corriere, “Το κράτος πολιτική αγωγή στην δίκη της Roma ενάντια στον Negri και άλλους 70 αυτόνομους κατηγορούμενους”, θαμμένο στο βάθος της έβδομης σελίδας, η δίκη του αιώνα είναι μια θανάσιμη ανία. Η μοναδική εφημερίδα που καταφέρνει να δώσει ζωντανή μιαν ημέρα στην οποίαν έτσι κι αλλιώς θέλει αποδώσει μεγάλη προσοχή είναι το Manifesto, που επικεντρώνει το  βλέμμα του στην απρόοπτη σύνταξη σαν πολιτική αγωγή του Ιταλικού Κράτους. Το γεγονός διηγείται ένας νεότατος Gianni Riotta (“Το κράτος ζητά και τις ζημιές από τους κατηγορούμενους για επανάσταση”). «Η μεγάλη δίκη για την μεγάλη ένοπλη επανάσταση ενάντια στις εξουσίες του κράτους καθίσταται μικρή μικρή, σαν λεπτοδουλειά, σαν σχολαστική λογιστική κατάσταση, έκθεση. Γιατί το κράτος νιώθει την ανάγκη να συσταθεί σαν πολιτική αγωγή? Διότι έχει ένα “αντικειμενικό δικαίωμα” και συνεπώς θέλει να κυνηγήσει τους κατηγορούμενους για τις επιταγές  “εκατό εκατομμυρίων” που έδωσε στα θύματα της τρομοκρατίας». Συστήνονται λοιπόν πολιτική αγωγή ενάντια στους κατηγορούμενους της 7 aprile «η προεδρία του υπουργικού συμβουλίου, το υπουργείο οικονομικών, των εσωτερικών και της δικαιοσύνης». Εκτός απ’ τον Riotta, όπως ειπώθηκε, το Manifesto τοποθετεί την Rossanda, έκπληκτη από την ανάγνωση των απαγγελιών κατηγορίας:

Υπάρχει απ’ όλα. Όχι, λείπει ο βιασμός, πρέπει να ξεχάστηκαν, το παρέβλεψαν. Η αίθουσα θα έπρεπε να ακούει κεραυνοβολημένη και αντιθέτως ακούει απόμακρη, δίχως να πιστεύει στ’ αυτιά της, την διαπερνά μια δυσφορία. […] Παράξενο που, αφού πληροφορηθήκαμε πως εκείνη η χούφτα διανοουμένων κατηγορήθηκαν ούτε λίγο ούτε πολύ και για ένοπλη επανάσταση και εμφύλιο πόλεμο, ούτε ένας από αυτούς ή ένας δικηγόρος υπεράσπισης ή ένας καραμπινιέρος δεν μπορεί να πει: “Συγνώμη, κύριε πρόεδρε, για ποιον εμφύλιο πόλεμο μιλάτε? Ποια επανάσταση? Που? Πότε?”. […] Όλο και λιγότερο, μέσα σε αυτόν τον ανοιξιάτικο ήλιο, πιστεύω πως εδώ υπάρχει η θέληση να γίνει η γιορτή στην Autonomia. Αυτήν προσπαθεί να την κάνει ο Spataro στο Milano, ο Calogero στην Padova. Εδώ, στον Foro Italico, στην σκηνή βρίσκεται το θεώρημα του μοναδικού ανατρεπτικού εγκεφάλου που σκηνοθέτησε τα πάντα στην Italia.

Και η Silvana Mazzocchi, που παρακολουθεί τώρα την δίκη για την Repubblica, μιλά για την σύσταση σαν πολιτική αγωγή του Κράτους. “Το Κράτος πολιτική αγωγή στην δίκη 7 aprile. «Δέχτηκε μιαν θεσμική ζημιά»” τιτλοφορεί στην σελίδα 14. η Mazzocchi μιλά για μάχη καθαρά συμβολική: «Στην υπόθεση 7 aprile, περισσότερο απ ότι σε άλλες, η διαδικαστική μάχη που χαρακτηρίζει κάθε ξεκίνημα δίκης, φάνηκε από τις πρώτες στιγμές κυρίως συμβολική. […] Κάνει εντύπωση πως, στην αίθουσα όπου τελείται μια από τις πιο μεγάλες δίκες αυτής της δικαστικής εποχής, που ορίζεται τουλάχιστον από τους πάντες μια δίκη με πολιτικά κίνητρα, γίνεται λόγος σε αυτή την φάση περισσότερο για υλικές ζημιές, για  αποζημιώσεις και για χρήμα κι όχι για κινδύνους επανάστασης,  ένοπλων συμμοριών ή τρομοκρατίας, που επίσης είναι έννοιες εμπνευσμένες από την μεγάλη διάταξη παραπομπής στην δίκη».

Πρέπει να πούμε πως οι εφημερίδες στην αρχή ακολουθούν την δίκη με μεγάλη σχολαστικότητα. Η 7 aprile επιστρέφει λοιπόν να είναι συνεχής παρουσία στις εφημερίδες. Πρόκειται όμως σχεδόν για ένα ρεπορτάζ σχεδόν αφηρημένο. Ακόμη λιγότερη σημασία δίδεται όταν είναι καθημερινό. Μιλάμε για μιαν στείρα έκθεση ανταλλαγής διατυπώσεων δίχως κανένα σχόλιο, δίχως καμιά πρωτότυπη πρόταση, μιαν επαλήθευση, μια τρίτη φωνή.  Από τις πολλές γραμμένες δημοσιογραφικές αναφορές προτείνεται ένα πλάνο επικεντρωμένο στους κατηγορούμενους και στα πιο ανάγλυφα γεγονότα, τα πιο σημαντικά.

Η δίκη είναι, πρέπει να το αναγνωρίσουμε, βαρετή. Οι μοναδικές εξάρσεις χρήσιμες για το ρεπορτάζ προέρχονται από τις ακροάσεις των σημαντικότερων κατηγορουμένων. η Corriere della Sera τους ακολουθεί με τον Marco Nese. Και πρέπει να πούμε πως αυτή, μετά από τέσσερα χρόνια, είναι η πρώτη ευκαιρία που δίδεται στους Emilio Vesce, Luciano Ferrari Bravo και άλλους να μιλήσουν, να ακουστεί από το κοινό η φωνή τους, να έχουν ένα πρόσωπο στην εφημερίδα συνεπώς να βγουν από την σκιά  του Toni Negri κάτω από την οποίαν βρίσκονταν μέχρι εκείνη την στιγμή. Ο πρώτος μεγάλος κατηγορούμενος που απάντησε στις ερωτήσεις των δικαστών είναι ο Luciano Ferrari Bravo. “o Ferrari Bravo στους δικαστές : «Γιατί σύμφωνα με εμένα ήταν ένα λάθος η ποινικοποίηση της Autonomia»” ο τίτλος της Corriere στις 4 μαίου. ο Ferrari Bravo (φυσικά χαρακτηρίζεται με βάση της σχέσης του με τον Negri, συνεπώς στους υπότιτλους “Ο βοηθός του Negri…”) εκθέτει στην ανάκριση εκείνη που είναι η ερμηνεία του για την ιταλική τρομοκρατία και για τις συνέπειες που η 7 aprile θα είχε επί αυτής. Είναι μια εξήγηση που θα αναδυθεί ξανά πολλές φορές (κυρίως στην Gazzettino της οποίας ο Ferrari Bravo στα χρόνια Ενενήντα θα γίνει ένας από τους προτιμώμενους συνεντευξιαζόμενους) και που αναφέρεται με καθαρότητα και απλότητα:

Ο θάνατος του Tobagi — υποστηρίζει ο Ferrari Bravo — έγινε όταν εμείς της Autonomia βρισκόμασταν στην φυλακή και δεν μπορούσαμε πλέον να επιτελέσουμε εκείνο τον ρόλο ελέγχου και φρένου σε μιαν μεγάλη ζώνη νεαρών […] Στην πραγματικότητα οι πρώτοι νεκροί από την τρομοκρατία έγιναν το 1980, ύστερα από την εξάλειψη της δικής μας πολιτικής διαμεσολάβησης: εάν εξετάσουμε πως πήγαν τα πράγματα στο Veneto, θα δούμε πως η φάλαγγα των Brigate Rosse έβαλε πόδι μετά την σύλληψη μας. το PCI οδήγησε μια πολιτική μάχη ενάντια σε εμάς και το Κράτος δεν μπόρεσε να καταλάβει τι συνέβαινε […] Το σημείο εκκίνησης για να γίνουν αντιληπτά τα επεισόδια τρομοκρατίας είναι το  1977 όταν αναπτύχθηκε ένα μεγάλο και διαρθρωμένο νεανικό Κίνημα. οι Brigate rosse μελέτησαν καλά το φαινόμενο και όταν απήγαγαν τον Aldo Moro κατά την γνώμη μου δεν είχαν σαν στόχο να νικήσουν το ιμπεριαλιστικό Κράτος και να χτυπήσουν τον ιστορικό συμβιβασμό.  Σκοπός τους ήταν να ανυψώσουν το επίπεδο της σύγκρουσης για να παρασύρουν μαζί τους όλους εκείνους του Κινήματος. οι BR ήθελαν να επιβάλουν την ηγεσία τους σε όλες τις ομάδες.

Στις 11 μαίου είναι η ώρα του Emilio Vesce (“Στην δίκη 7 aprile ο Vesce δηλώνει: «Είμαι ένας ανατρεπτικός μα δεν έκανα ποτέ να χυθεί μια σταγόνα αίμα», πάντα στην Corriere). «Σαν να παρέδιδε μάθημα, ο Vesce ξεσκονίζει τον Marcuse, την “φωτισμένη” σκέψη του, ανακαλεί τον γαλλικός μάη και το μεγάλο όνειρο του τότε, εκείνο της “σύνδεσης των αγώνων των φοιτητών με εκείνους των εργατών”». Πρέπει να πούμε πως το καθήκον να συνοψίσουμε σε άρθρα των 50-60 γραμμών το  πολύ ανακρίσεις τόσο μεγάλες σε μέγεθος (μπορούν να διαβαστούν εξ ολοκλήρου σε δυο βιβλία που υποδεικνύονται στην βιβλιογραφία) είναι επιχείρηση πραγματικά απίθανη. Ο χρονογράφος όντως δεν καταφέρνει να μεταγγίσει στο κομμάτι την αίσθηση του παραλόγου που συλλέγεται στα πρακτικά. Οι αποδείξεις και οι ενδείξεις γι αυτούς τους δυο κατηγορούμενους είναι πράγματα και γραπτά τόσο ασήμαντα που είναι αδύνατον να εξηγηθούν σε λίγες σειρές.  Έτσι ο χρονογράφος σίγουρα είναι αναγκασμένος όπου μπορεί να κάνει μιαν αναφορά και αλλού να κάνει ένα collage των καλύτερων παραθέσεων και εκείνων που πολιτικά είναι οι σημαντικότερες. Τίποτα περισσότερο και ειλικρινά θα ήταν άδικο να περιμένουμε περισσότερα, να έχουμε μεγαλύτερες απαιτήσεις δηλαδή. Όμως το αποτέλεσμα που έχουμε είναι εκείνο του να βρισκόμαστε μπροστά σε ανθρώπους, τους κατηγορούμενους,  “έξω απ’τον κόσμο”,  που τους αποδίδουν ένοπλη εξέγερση και επανάσταση και οι οποίοι ξεκινούν να συζητούν για τον Marcuse, το ’68, το σοσιαλιστικό PSIUP και για τις διάφορες φάσεις της ζωής του κινήματος  δίχως να έχουν την πλήρη κατανόηση της σοβαρότητας των κατηγοριών που τους απευθύνονται.

Στα τέλη του μαίου όλοι οι προβολείς ανάβουν ξανά, είναι η σειρά του professor Negri, και η 7 aprile επιστρέφει στην πρώτη σελίδα. Η πρώτη ανάκριση λαμβάνει χώρα στις 25 μαίου. “ο Negri διηγείται την δική του αλήθεια για την Autonomia” ο τίτλος της Corriere στην πρώτη σελίδα την επόμενη ημέρα. “Κύριο θέμα της ακροαματικής διαδικασίας ο δεσμός μεταξύ των εξωκοινοβουλευτικών ομάδων και BR – «Μέχρι το ’74 είχα τρεις ή τέσσερις συναντήσεις με τον Curcio. Οι συζητήσεις ήταν γύρω από την πολιτική στρατηγική» – «Δεν έχω τίποτα κοινό με τους ζοφερούς εκπροσώπους της τρομοκρατίας»”, λέγει συνοπτικά. Το άρθρο αφιερώνει στον κατηγορούμενο ένα πορτραίτο και στην συνέχεια ξεκινά με το collage από αναφορές και ανταλλαγές διατυπώσεων με τον πρόεδρο της Έδρας. «ο Negri — καταλήγει ο Marco Nese — έκανε έναν μονόλογο ενός τετάρτου της ώρας που κάποιος χαρακτήρισε “ένα μάθημα του καθηγητού για το ’68. Άλλοι, πιο κακόβουλοι, μίλησαν για μιαν “πρώτη αγόρευση” (ο Negri είναι υποψήφιος στις επόμενες εκλογές με τις λίστες των ριζοσπαστών)».
Πολύ πιο ενδιαφέρουσα και ζωντανή η δεύτερη ημέρα της ανάκρισης. Οι ερωτήσεις των δικαστών οδηγούν τον Negri να αναπαραστήσει τις επαφές με τον Giangiacomo Feltrinelli και με τον Renato Curcio. “ο Negri: οι διάλογοι μου με τους  Feltrinelli και Curcio”, τιτλοφορεί η Corriere στην δεύτερη σελίδα. Στην σύνοψη μια περίληψη της ανάκρισης: “ο καθηγητής, ανακαλώντας στην μνήμη του τις σχέσεις με τον εκδότη, μίλησε για την στράτευση του με την κουλτούρα της αριστεράς — «Κι όμως δεν πέθανε από την κουλτούρα», αντιγυρίζει ο πρόεδρος Santiapichi – «Πρότεινε το άμεσο πέρασμα στην ένοπλη πάλη, μια οπτική από  την οποίαν βρισκόμουν πολύ μακριά – συνέχισε ο κατηγορούμενος — μόνο ένας τρελός θα πάει να βάλει μια βόμβα στον στύλο» – Όταν το ’73 οι ταξιαρχίτες είπαν πως ήταν απαραίτητη η επίθεση στο Κράτος «οι δρόμοι μας χώρισαν»”. ο Nese καταγράφει έναν μεγαλύτερο εκνευρισμό από πλευράς Negri, τα γελάκια του που εμβολίζουν τις σημαντικότερες φράσεις, τα επιφωνήματα όπως «Oh, Χριστέ, Θεέ» και τις αντεγκλήσεις με τους δικαστές («Mα αν ήμουν ταξιαρχίτης θα σας το λεγα » αναφωνεί ο Negri).

Η ανάκριση συνεχίζεται. Στις εφημερίδες της πρώτης ιουνίου ήρθε ο καιρός να ακολουθηθεί η διεθνής πίστα και να ελεγχθούν οι δηλώσεις του Fioroni. “Στην δίκη ο παντοβάνος καθηγητής αντέκρουσε τις κατηγορίες διασυνδέσεων με τους παλαιστινίους αντάρτες” είναι ο υπότιτλος στο άρθρο “Negri: ήταν ο Fioroni υπέρ του ένοπλου αγώνα όχι εγώ” δημοσιευμένο στην Corriere. Μεταξύ των ζεστών θεμάτων: μια επιστολή του ’71 που θα έκαναν δυνατή την υπόθεση μιας σχέσης μεταξύ Potere operaio και τους παλαιστινίους αντάρτες για την παρακολούθησε ενός σεμιναρίου «α.» που οι ερευνητές ερμηνεύουν σαν «ανταρτοπόλεμο», και οι μαρτυρίες του Fioroni μεταξύ των οποίων εκείνη σύμφωνα με την οποίαν ο Negri «είχε ένα προνομιακό κανάλι  με τον Gheddafi». Στις διασυνδέσεις με τους παλαιστινίους τρυπώνει το κομμάτι της Unità που παρακολουθεί την δίκη με τον Sergio Criscuoli. “Μια κάρτα από την Beirut: «Αγαπητέ Toni, για το σεμινάριο α. όλα είναι έτοιμα» τιτλοφορεί η εφημερίδα του PCI. Σε σχέση με την Corriere, η Unità δίδει μεγαλύτερη σημασία σε αυτή την αναφορά, υποδεικνύει μιαν μεγαλύτερη ασάφεια του Negri (που λέει πως δεν θυμάται) και μιλά αντιθέτως, σχετικά λίγο για τον Fioroni.
Η έβδομη ακρόαση του Negri ανάβει αρκετά. “ο Negri προσβάλει τους μετανιωμένους και παραθέτει Brecht”, είναι ο περίεργος τίτλος της Unità που προσεγγίζει δυο γεγονότα όχι πολύ ομοιόμορφα. ο Criscuoli μεταφέρει μια περίληψη σχεδόν στενογραφική κάποιων ανταλλαγών σχολίων μεταξύ του Negri και του Προέδρου και προσθέτει εκεί πάνω στην κεφαλή μια ανασκόπηση των προσβολών που μοίρασε ο Negri στα κείμενα: «Borromeo, Borromeo…τον ξαναείδα εδώ μετά  από επτά χρόνια σαν το ηλίθιο φάντασμα ενός ζωντανού προσώπου […] ο Fioroni είναι ένας μανιακός, ένας πράκτορας προβοκάτορας, ένας καϋμενούλης».

Η δίκη συνεπώς άρχισε πραγματικά και φαίνεται να εισέρχεται σε ζωντανή φάση. Μα ο Calogero σταμάτησε? Την Πέμπτη 23 ιουνίου  1983 ξεσπά ένα ακόμη blitz. Θα περάσει στην ιστορία και στα χρονικά σαν το “εκλογικό blitz” διότι λαμβάνει χώρα ακριβώς παραμονές των πολιτικών εκλογών που στις 26 ιουνίου είδαν την εκλογή στο Κοινοβούλιο του Negri. η Repubblica αφιερώνει στην επιδρομή ένα άρθρο στην σελίδα 15, με υπογραφή Roberto Bianchin, που πλέον ακολουθεί τα γεγονότα στην Πάντοβα. “Πήρε μπρος η 7 aprile bis”, ο τίτλος της εφημερίδας του Scalfari, μα στην πραγματικότητα πρόκειται για το έβδομο blitz στον κύκλο τεσσάρων χρόνων:

Ο δικαστής υπέγραψε σαράντα ένα εντάλματα σύλληψης και έναν απροσδιόριστο αριθμό δικαστικών ειδοποιήσεων.Ο μισός αριθμός αφορούσε παλιούς κατηγορούμενους της 7 aprile ’79 ήδη φυλακισμένους, όπως οι  Toni Negri, Emilio Vesce, Luciano Ferrari Bravo και το άλλο μισό επανέφερε στα κάγκελα στελέχη της Αυτονομίας που είχαν συλληφθεί πριν τέσσερα χρόνια και που στο μεταξύ είχαν βγει λόγω παρέλευσης των όρων ή για λόγους υγείας όπως οι Marzio Sturaro, Luciano Mioni, Alberto Galeotto, Susanna Scotti και πολλοί άλλοι. Αντιθέτως κάποιοι φυγοδικούν όπως  Alisa Del Re, που εδώ και πολύ καιρό είχε καταφύγει στο Παρίσι, οι Pietro Despali, Gianfranco Pancino. […] Επί πλέον τα νέα εντάλματα σύλληψης ανοίγουν ξανά τους όρους της προληπτικής φυλάκισης για πολλούς κατηγορούμενους που ήδη έχουν περάσει, για τα ίδια αδικήματα, διάφορα χρόνια στην φυλακή αναμένοντας να δικαστούν. […] Στον καθηγητή ο Calogero δεν προσάπτει πλέον την ένοπλη εξέγερση, για την οποίαν ήδη κατηγορείται, μα τον κατηγορεί, μαζί με άλλους, για κατοχή όπλων (εκείνα που χρησιμοποιήθηκαν στις επιθέσεις στο Veneto από το ’78 και μετά και άλλα που θα τους παρείχε το Rosso) με σκοπό να ανατρέψουν την Κρατική νομοθεσία και τάξη με το επιβαρυντικό στοιχείο πως έδρασαν με πολλούς άλλους.

Οι δικηγόροι των κατηγορουμένων παραπονιούνται πως το blitz θα ήταν καρπός μόνον μιας νέας ερμηνείας γνωστών ήδη συμβάντων και ήδη στην βάση άλλων επιχειρήσεων.

Περνούν οι σπουδαίες ακροάσεις και οι “προβολείς ” σβήνουν. Στα τέλη ιουνίου ο Toni Negri, υποψήφιος στην Camera στις λίστες των radicali, εκλέγεται στο Κοινοβούλιο με δεκαπέντε χιλιάδες σταυρούς προτίμησης οπότε αποφυλακίζεται. Η δέσμευση που ο Toni Negri ανέλαβε με τους εκλογείς είναι εκείνη του να προωθήσει μιαν υπέρβαση της νομοθεσίας εξαίρεσης και να πολεμήσει ενάντια στην χυδαιότητα της προληπτικής φυλάκισης. Όμως η εισαγγελία ζητά από το Κοινοβούλιο τόσο την εξουσιοδότηση να προχωρήσει εναντίον του βουλευτού όσο και την σύλληψη του. Στα μέσα του σεπτέμβρη η  Camera παραχωρεί αμφότερες τις εξουσιοδοτήσεις και του Negri χάνονται τα ίχνη. Τώρα ο κατηγορούμενος Toni Negri είναι φυγόδικος.

Το φθινόπωρο του 1983 περνά μέσα σε “μικρότερες” ακροάσεις-ανακρίσεις και την επανεμφάνιση των παλαιών κατηγοριών.  “ο Negri κατηγορείται για την δολοφονία Campanile” τιτλοφορεί η Corsera στις 12 oκτωβρίου (“Nέες κατηγορίες για τον φυγόδικο βουλευτή και στην δίκη 7 aprile” λέγουν οι υπότιτλοι). Η κατηγορία εμφανίστηκε όπως θα θυμηθούμε και στην περίοδο του blitz στις 21 δεκεμβρίου ’79 μα στην συνέχεια αποσιωποιήθηκε. Οι  “νέες κατηγορίες” είναι καρπός της κατάθεσης στην αίθουσα στην Roma της Caterina Pilenga. Η αίθουσα του δικαστηρίου επιβεβαιώνεται τόπος  “ενθυμήσεων”. Δεν επανεμφανίζεται μονάχα η ιστορία του Potere operaio, μα και η ατμόσφαιρα που βιώθηκε στο Πανεπιστήμιο της Padova. Στις 23 νοεμβρίου στις εφημερίδες εμφανίζεται η μαρτυρία του καθηγητού  Severino Galante. “Έτσι η Αυτονομία τρομοκρατούσε το Πανεπιστήμιο”, τιτλοφορεί η Corriere, που γράφει:

“Μας κάνει να ζήσουμε ξανά  “τα χρόνια του μολυβιού” στην Πάντοβα ο καθηγητής Severino Galante, καθηγητής της ιστορίας των πολιτικών κομμάτων στην ίδια σχολή του Toni Negri και δημοτικός σύμβουλος του PCI. ο Galante κατέθεσε στην δίκη 7 aprile […] Ήταν διαδεδομένη άποψη στο Πανεπιστήμιο — είπε ο καθηγητής — πως ο Toni Negri ήταν ο αδιαφιλονίκητος ηγέτης της Autonomia […] Σε μιαν περίπτωση ο Galante άκουσε  τον συνάδελφο του Sabino Acquaviva να δηλώνει: “ο Negri είναι ο αρχηγός του αστικού ανταρτοπόλεμου” […] “Είδα με τα μάτια μου τον καθηγητή Luciano Ferrari Bravo και την συνάδελφο Alisa Del Re ενώ εκπονούσαν μαζί με τους φοιτητές αφίσες που περιείχαν απειλές, εκφοβισμούς ή απλή προπαγάνδα”.

Τον νοέμβρη φθάνει στην αίθουσα ο πιο σημαντικός μάρτυρας, ο συνδικαλιστής της κομουνιστικής CGIL και στρατευμένος στο PCI Antonio Romito. Η δική του, δεδομένης της απουσίας του Fioroni, είναι μια από τις κυριότερες μαρτυρίες της δίκης. Το αποτέλεσμα είναι μια μισή άρνηση όσων δήλωσε στην διάρκεια των ανακρίσεων του Calogero. “7 aprile: μάρτυρας σε πολεμική με τον Calogero”, τιτλοφορεί η Corriere. «Ο “σούπερ μάρτυρας” Antonio Romito, ο άνθρωπος επάνω στης δηλώσεις του οποίου ο παντοβάνος δικαστής Pietro Calogero έχτισε την έρευνα 7 aprile, συνεχίζει να είναι πολύ αόριστος στην διήγηση του. […] ο Romito έκανε και δηλώσεις που θα μπορούσαν να επηρεάσουν στην τελική εκτίμηση της υπόθεσης 7 aprile. Σύμφωνα με τον Romito, όντως, παρότι παραμένουν έγκυρα τα περιεχόμενα των πρακτικών από τις ανακρίσεις που συνέταξε ο dottor Calogero, παρόλα αυτά πρέπει να τους δοθεί ένα νέο κλειδί ανάγνωσης, διότι, γράφοντας τα,  “ξέφυγε πολύ μπροστά στα σχήματα”».

Πρακτικά ο μάρτυρας κλειδί της 7 aprile λέει πως ερμηνεύτηκε κακώς, ή καλύτερα “παρερμηνεύτηκε”. Η απομυθοποίηση της μαρτυρίας περνά μέσα από την ανάμνηση συγκεκριμένων γεγονότων. «Είπε πως άκουσε, στο συνέδριο της Rosolina, τον Negri και τον Piperno να εκφράζουν απόψεις θετικές σχετικά με τις απαγωγές του Sossi και του Amerio. “Mα οι απαγωγές έγιναν ένα χρόνο μετά το συνέδριο!”, φώναξαν μέσα απ’ το κλουβί. Τότε ο Romito είπε πως άκουσε τα σχόλια των δυο leaders σε κάποιαν άλλη περίπτωση». Είναι λίγες γραμμές μα και η Corriere μετά τον μάρτυρα Romito περιγράφει το όλον με τόνους σουρεαλιστικούς και δύσπιστους. Και μετά, σαν να μην έφτανε η αρχή, υπάρχουν οι άμεσες αντιπαραθέσεις με τους κατηγορούμενους. “Ίσως δεν θυμάμαι καλά τραυλίζει στον Dalmaviva ο μάρτυρας του Calogero”, τιτλοφορεί το Manifesto στις 24 νοεμβρίου. ο Romito, που χαρακτηρίζεται από το Manifesto «καλογερική φάλαγγα της κατηγορούσας αρχής», μπροστά σε έναν κατηγορούμενο που τον προτρέπει προχωρά με τα “λένε” και τα  “δεν θυμάμαι καλά”.

Πιθανότατα ο Sergio Criscuoli της Unità παρακολούθησε μιαν διαφορετική ακροαματική διαδικασία. Το άρθρο, πολύ σύντομο και επιφυλακτικό μα στην κεφαλή της σελίδας 5, έχει τίτλο “Ο μάρτυρας  Romito πρόσωπο με πρόσωπο με τρεις κατηγορούμενους της 7 aprile επιβεβαιώνει όλες τις καταθέσεις του”. Δεν υπάρχει ούτε λέξη γύρω από τους ενδοιασμούς και τις δυσκολίες που οι άλλες εφημερίδες εκθέτουν. Γράφει ο Criscuoli: «Το βήμα του είναι αποφασιστικό, λίγο θυμωμένο, στο πρόσωπο του έχει τις ρυτίδες της πίκρας. Ύστερα από τέσσερα χρόνια απειλών, ανησυχιών, τις ψυχικές έγνοιες της συζύγου και των παιδιών, περιφερόμενος στην Ιταλία και στο εξωτερικό κάτω από την προστασία των συντρόφων του συνδικάτου και του ΚΚΙ, η στράτευση του για την δικαιοσύνη τελείωσε […] ο Romito επιβεβαιώνει μέχρι το τελευταίο κόμμα την κατάθεση του […] Στην συνέχεια ο μάρτυρας τίθεται σε αναπαράσταση τόσο με τον Lauso Zagato όσο και με τον Gianni Sbrogiò: και στις δυο περιπτώσεις απορρίπτει τις αιτιάσεις των κατηγορουμένων, επιβεβαιώνοντας όλες τις δηλώσεις του».
Πιο ουδέτερη η Repubblica που τιτλοφορεί στα βάθος της σελίδας 13 “Romito και Dalmaviva πρόσωπο με πρόσωπο” που όμως αναφέρει για τις δυσκολίες του Romito στην διάρκεια των άμεσων αντιπαραθέσεων με τους κατηγορουμένους.

Όσον αφορά τον παντοβάνο κορμό η πορεία πλησιάζοντας την δίκη, της οποίαν η έναρξη είναι ορισμένη για τις 19 δεκεμβρίου είναι διάσπαρτη με αναπαραστάσεις και παλιές-νέες αποκαλύψεις. Μα, ενώ οι εθνικές εφημερίδες είναι ακόμη όλες επικεντρωμένες στον ρωμαϊκό κορμό, είναι η il Gazzettino που μετακινεί σταδιακά την προσοχή στα θέματα που θα συζητηθούν στην Padova. Το κάνει ο Gabriele Coltro που από το 1983 θα ακολουθήσει σταθερά την δίκη. Ανάμεσα στους κυριότερους “σταθμούς” προσέγγισης σημειώνεται η είδηση (Gazzettino, 18 νοεμβρίου) πως “Και η il Gazzettino ζημιωμένη στην μεγάλη δίκη”, σχετικά με μια εισβολή που συνέβη στις 25 οκτωβρίου του 1976 στην σύνταξη της Πάντοβα της εφημερίδας από μιαν τριανταριά αυτόνομους. Η δίκη στην πόλη είναι «ένα γιγάντιο puzzle», η γραμματεία του δικαστηρίου στην πόλη είναι βυθισμένη στην δουλειά.  «Ένα πραγματικό βουνό διαταγμάτων παράθεσης να σταλθούν στους 95 τρέχοντες κατηγορούμενους, στους αντίστοιχους δικηγόρους, στους πάνω από  250 μεταξύ μαρτύρων και ζημιωθέντων πλευρών». Μια από τις πιο σημαντικές αποκαλύψεις (που θα εμφανιστεί τον δεκέμβρη και σε μιαν από τις ακροαματικές διαδικασίες στην Ρώμη) θα έρθει από τον κατηγορούμενο Roberto Sandalo, έναν «big» της ιταλικής τρομοκρατίας. Δυο τα σημαντικά γεγονότα στα οποία μπορεί να καταθέσει. Κυρίως η εκτέλεση δυο φασιστών το 1974 στην via Zabarella (μα οι εκδοχές που απολαμβάνουν μιας κάποιας αξιοπιστίας είναι μάλιστα τρεις). «Η δεύτερη αποκάλυψη που έγινε στους δικαστές από τον Roberto Sandalo, αφορά το σχέδιο μιας επίθεσης στον αναπληρωτή εισαγγελέα Pietro Calogero, δημόσιο κατήγορο στην μεγάλη δίκη που θα ξεκινήσει στις 19 δεκεμβρίου που μας έρχεται. Ενάντια στο αυτοκίνητο του δικαστού ένα commando θα έπρεπε να ρίξει χτύπημα με bazooka». Το σχέδιο στην συνέχεια θα παρέμεινε στα χαρτιά διότι κόπηκε από πλευράς του εθνικού εκτελεστικού της Prima Linea.

Τον δεκέμβρη ξεκινά (κι εδώ ψεύτικη εκκίνηση) η δίκη για τον κορμό της Πάντοβα. Μια άριστη ευκαιρία για να ενωθούν οι δυο διαδικασίες σε ένα ενιαίο τμήμα της εφημερίδας. όπως κάνει η Corriere που στις 20 δεκεμβρίου συνενώνει κάτω από τον ίδιο τίτλο και ίδιους υπότιτλους (με διαφορετικά συνοπτικά όμως) τις δυο ανταποκρίσεις από Padova και από Roma. Ο τίτλος αναφέρεται στην έναρξη της νέας δίκης, “Ξεκίνησε στην Padova η δίκη στην Autonomia”. Ο υπότιτλος, “Στην 7 aprile ο Sandalo αποκαλύπτει το σχέδιο μιας επίθεσης στον Calogero”. Κι επίσης: “Η καινούργια και τεράστια αίθουσα-bunker όμως ήταν άδεια: από τους 95 κατηγορούμενους παρουσιάστηκαν 5; απών το κοινό”. «Άνοιξε με μιαν απεργία. Δεν απήργησαν οι άνθρωποι της δικαιοσύνης ή τα θύματα μιας δεκαετίας τρόμου, αυτομόλησαν, με αποφασιστικότητα, oι κατηγορούμενοι, οι συγγενείς των κατηγορουμένων, οι υποστηριχτές  […] Έτσι στο τεράστιο bunker, σκοτεινό από τα φώτα neon, που χτίστηκε σε χρόνο ρεκόρ στην εξοχή της Padova (κόστος: 9 δις) ακριβώς στην πλάτη της φυλακής, και διπλάσιο από εκείνο της Roma, στο Foro Italico, ήταν σχεδόν έρημο. Άδειο ένα απ’ τα κλουβιά, άδεια η πλατιά περιφραγμένη σκάλα για τους ελεύθερους κατηγορούμενους, άδειο το μεγάλο τετράγωνο προορισμένο για το κοινό. Τους μετρήσαμε: υπήρχαν δέκα άνθρωποι». Και μιας και η πρώτη ημέρα δίκης περνά μέσα στις χρονοβόρες διαδικασίες η Corriere συνοψίζει την περίπλοκη δικαστική παντοβάνα περίπτωση: «Η τρέχουσα ακροαματική διαδικασία, συνενώνει, όπως είναι γνωστό, τρεις έρευνες, που συντονίζει ο δημόσιος κατήγορος Pietro Calogero: η πρώτη ανέρχεται στο 1977, η δεύτερη στην περίφημη 7 aprile 1979 (που αποκεφαλίστηκε από τους VIP, δικηγόροι στην Roma), η τρίτη στο άλλο blitz του Calogero της11 μαρτίου 1980. Παραμένουν απ έξω άλλες δυο: το dossier της Quaresima-Σαρακοστής 1982, που συνενώνει τις γαμποποιήσεις (στον δημοσιογράφο Garzotto και στον professor Ventura) και τους τραυματισμούς των καθηγητών Petter, Marone, Trovato, Cillo, Tarantello, Lucarello, Molinari, κλπ, τις βραδιές με τις φωτιές τις επιθέσεις στα γραφεία DC στην πόλη και έξω; και μετά το τελευταίο blitz της 23 του περασμένου ιουνίου κατά το οποίο ο Calogero προσαρμόζει τον στόχο του περίφημου “θεωρήματος του” και, παίρνοντας ξανά τις παλιές κατηγορίες, τις χωρίζει σύμφωνα με τις ιστορικές περιόδους και τις πολιτικές ονομασίες. Είναι αλήθεια, ένα μεγάλο μισό των προσωπικοτήτων που εμπλέκονται σε αυτές τις μελλοντικές δίκες βρίσκεται ήδη στον έλεγχο των τρεχόντων κατηγορουμένων. Γιατί λοιπόν να μην τους ενώσει όλους σε μια δίκη?» Εκείνο λοιπόν που όντως περιμένουμε, καταλήγει ο Gino Fantin, είναι η αναβολή. Το άλλο άρθρο που δημοσιεύεται από την Corriere αφορά αντιθέτως των ρωμαϊκό κορμό. “Στην Roma ανακρίθηκε και ο Carlo Casirati (υπόθεση Saronio) — Ανάμεσα στα πολλά «δεν θυμάμαι» μίλησε για τις συναντήσεις με τον Negri που θα του είχε κάνει «πλύση εγκεφάλου»”, είναι η σύνοψη. Και η μαρτυρία στην αίθουσα του Casirati, μετά από αυτήν του Romito, τέλος πάντων, δεν ανταποκρίνεται στις προσδοκίες. «Πριν τρία χρόνια έκανε στον μιλανέζο δικαστή Spataro μιαν διήγηση πλούσια σε λεπτομέρειες. Σήμερα, στην δίκη 7 aprile, δεν θυμάται πλέον τίποτα διότι “πέρασε πολύς καιρός”. ο Carlo Casirati είναι ένας ακόμη μετανιωμένος που — αφού έλαβε τα οφέλη από τον νόμο (είναι ελεύθερος παρότι καταδικασμένος για την απαγωγή Saronio) — έχασε την μνήμη. Ή διατηρεί αναμνήσεις πολύ γενικού χαρακτήρα».

η Repubblica συνενώνει τις δυο ειδήσεις στην σελίδα 17. Η τιμητική θέση ανήκει στην κατάθεση του Casirati. “«Mου προτάθηκαν ληστείες ». Mα η επαφή του ήταν πάντα ο Fioroni”, ο τίτλος. «Όταν εισέρχεται ο Carlo Casirati στην αίθουσα της 7 aprile οι κατηγορούμενοι βγαίνουν συμβολικά απ’ τα κλουβιά για να “διαμαρτυρηθούν ενάντια σε εκείνον που απήγαγε τον φίλο”». Και για την Silvana Mazzocchi, που έγραψε το κείμενο, ο Casirati «μοιάζει μπερδεμένος και ενοχλημένος». Αυτό που προσλαμβάνουμε από την ανάκριση είναι πως η “σαφής” επαφή του (δηλαδή το μοναδικό πρόσωπο με το οποίο μίλησε για εγκληματικές πράξεις ) ήταν ο Carlo Fioroni. Την πρώτη ακρόαση στην Πάντοβα παρακολούθησε ο Roberto Bianchin (“Μόνο πέντε κατηγορούμενοι στο bunker στην Padova”). η Repubblica περιγράφει και τις εντάσεις στην διάρκεια της παραμονής. «Να ζωντανέψει την παραμονή υπήρξε ένα raid των “κομουνιστικών πυρήνων” ενάντια στην “Ward-Glass”, το εργοστάσιο που παρείχε τα αλεξίσφαιρα τζάμια για τα κλουβιά των κατηγορουμένων, και εμφανίστηκαν συνθήματα που έλεγαν”εδώ κατοικεί ο προβοκάτορας χαφιές υπηρέτης του Calogero και του PCI” στους τοίχους των σπιτιών κάποιων μαρτύρων όπως οι Antonio Romito, Gianni Canova, Antonio Temil, των καθηγητών Severino Galante και Angelo Ventura».

(13 – CONTINUA) 13 – ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ

I giornali a processo: il caso 7 aprile – Quattordicesima parte

αυτονομία, autonomia

1977, Ηρωίνη και Επανάσταση: Συζητώντας με τον Vincenzo Miliucci (Εργατική Αυτονομία).

1513749_762089660536665_2030463204895180985_nΤο ζήτημα των ναρκωτικών ουσιών καθαυτό αλλά και η σχέση τους με τ’ ανατρεπτικά-επαναστατικά κινήματα αποτελεί ένα πολύπλοκο και ακανθώδες ζήτημα, ένα θέμα σχεδόν ταμπού. Επιλέξαμε να μεταφράσουμε το κείμενο που ακολουθεί, χωρίς να ταυτιζόμαστε απόλυτα με τις πολιτικές θέσεις που εκφράζει ο Vincenzo Miliucci, θεωρώντας όμως την παράθεση των αποτιμήσεων του, μια χρήσιμη τροφή για σκέψη γύρω από ένα πρόβλημα που δυστυχώς παραμένει τραγικά επίκαιρο.

***

Η ιστορία ξεκινάει με το άνοιγμα μιας έδρας του Κομμουνιστικού Κόμματος Ιταλίας [Partito Comunista Italiano (P.C.I)], η οποία είχε εγκαινιαστεί από τον ίδιο τον γενικό γραμματέα του Κόμματος Enrico Berlinguer, στη συνοικία Nomentano της Ρώμης. Βρισκόμαστε στα μέσα του 1967 και ο Vincenzo Miliucci μέχρι τότε δεν διαθέτει ουσιαστικά καμία πολιτική εμπειρία. Σύντομα η έδρα θ’ αποτελέσει ένα σημείο αναφοράς για τους προλετάριους της συνοικίας και φτάνει τους 130 εγγεγραμμένους, στην πλειοψηφία τους οικοδόμοι. Τον Μάη του 1968 ο Vincenzo συμμετέχει στην πρώτη προεκλογική εκστρατεία και φτάνει ν’ αναλάβει τη θέση του γραμματέα της έδρας, ενώ ταυτόχρονα συντηρείται δουλεύοντας σαν εργάτης στην Enel [η ιταλική Δεη]. Έπειτα έρχεται η άνοιξη της Πράγας και μαζί μ’ άλλους συντρόφους του εγκαταλείπουν το P.C.I,διαφωνώντας με τη σοβιετική εισβολή και προσχωρεί στην ομάδα Manifesto. Μια σύντομη αλλά έντονη διαδρομή που τερματίστηκε εξαιτίας της “κατακρήμνισης προς τον εκλογισμό” της Castellina και των συντρόφων της. Εν τω μεταξύ ο Miliucci αναπτύσσει γόνιμες σχέσεις με 4 ομαδοποιήσεις, εδαφικά ιδιαίτερα δραστήριες: η πολιτική επιτροπή της Enel, η συλλογικότητα στην Πολυκλινική, η πολιτική επιτροπή, η Ενωτική Επιτροπή Βάσης [Comitato Unitario di Base (C.U.B)] των σιδηροδρομικών. Αυτές οι ομαδοποιήσεις νοικιάζουν ένα χώρο στην οδο dei Volsci, στη συνοικία San Lorenzo, και δίνουν ζωή σ’ αυτό το πολιτικό οικοδόμημα που στη συνέχεια θ’ αποτελέσει την εμβρυακή μορφή της Εργατικής Αυτονομίας [Autonomia Operaia], το χωνευτήρι μέσα στο οποίο θ’ αναπτυχθεί το κίνημα του 1977.

Είναι ακριβώς εκείνα τα χρόνια που αρχίζει να τίθεται το πρόβλημα της σχέσης ανάμεσα στην πολιτική στράτευση και τα ναρκωτικά. Στα μέσα της δεκαετίας του ’70, μια νέα ουσία κυριεύει τη ζωή πολυάριθμων συντρόφων: η ηρωίνη. Οι δρόμοι των λαϊκών συνοικιών γεμίζουν με φαντάσματα, με παιδιά που σταδιακά χάνουν κάθε επαφή με την πραγματικότητα: η δουλειά, οι σπουδές, ο πολιτικός ακτιβισμός παραγκωνίζονται από την αχόρταγη και απελπισμένη αναζήτηση της δόσης. Έπειτα, προκύπτουν οι πρώτοι νεκροί και το πρόβλημα εκρήγνυται ξεκάθαρα.

“Το ζήτημα είχε ήδη τεθεί στο Μιλάνο, όπου η ηρωίνη είχε διαδοθεί πριν από την υπόλοιπη Ιταλία – εξηγεί ο Miliucci. Στη Ρώμη, το μηνιαίο έντυπο της via dei Volsci αναλύει πολλές φορές το θέμα, με σκέψεις για την εξάπλωση και την έκταση του προβλήματος. Αναδύονται όλες οι δυσκολίες παρέμβασης γύρω απ’ αυτό το φαινόμενο τον οποίο αρχίζει να γίνεται αντιληπτό σαν άμεση επιβολή της εξουσίας και σαν εργαλείο της καταστολής. Έτσι προκύπτει η αναγκαιότητα για μια πιο διεξοδική αντιμετώπιση. Σ’ εμάς το θέμα των ναρκωτικών συζητήθηκε για πρώτη φορά, μ’ οργανικό τρόπο, τον Οκτώβρη του ’76. Διάφοροι σύντροφοι υπόκεινται σε πραγματικές κοινωνικές δίκες, οι οποίες πραγματοποιούνται σε διάφορες συνεδριάσεις. Όποιος καταναλώνει ηρωίνη ναρκοθετεί την πολιτική διαδρομή του και θέτει σε κίνδυνο και άλλους συντρόφους. Το ζήτημα επομένως αντιμετωπίζεται μετωπικά: αυτοί που αρνούνται ακόμα και την ίδια την ύπαρξη του προβλήματος απομακρύνονται οριστικά, αφού δεν θεωρούμε ότι μπορεί να βρεθεί μια μέση λύση”.

Παρ’ όλα αυτά, η κατάσταση χειροτερεύει αμέσως μετά το ’77, σε άμεση συνάρτηση με την κρίση του κινήματος. Όταν χάνεται η πολιτική ορμή – εξηγεί ο Miliucci – το πλαίσιο γίνεται τραγικό. Στη φάση κατά την οποία η επαναστατική ένταση βρίσκεται στην ακμή της, οι τεχνητοί παράδεισοι δεν βρίσκουν εύκολα γόνιμο έδαφος. Τη στιγμή που γίνεται αντιληπτή η αίσθηση της ήττας, η καταφυγή στην ηρωίνη εξαπλώνεται. Αυτό το δράμα εξελίσσεται αμέσως μετά το ’77 και κορυφώνεται το ’79. Η αίσθηση της οπισθοχώρησης θέτει την καθιέρωση της ηρωίνης σαν πραγματικό κοινωνικό αναισθητικό. Αυτός είναι και ο λόγος για τον οποίο πολλοί σύντροφοι αρχίζουν να θέτουν στην κορυφή της πολιτικής ατζέντας τη μάχη ενάντια σ’ αυτήν την πληγή. Η υποψία ότι η ηρωίνη αποτελεί ένα κατασταλτικό εργαλείο γίνεται όλο και πιο βάσιμη. Έπειτα πρέπει να συνυπολογιστεί ο ανθρώπινος παράγοντας. Στις εργατικές επιτροπές και τη συλλογικότητα της via dei Volsci, 8 άτομα ήταν αυτά που έκαναν κατάχρηση ηρωίνης: το να βλέπεις φίλους και συντρόφους να βυθίζονται ανεπιστρεπτί προς την αυτοκαταστροφή σε ωθεί ν’ αγωνιστείς λυσσασμένα ενάντια σ’ αυτόν τον ύπουλο εχθρό.

Το 1980 ο Vincenzo Miliucci καταδικάζεται σε 8 μήνες κάθειρξης στις ειδικές φυλακές μετά το κλείσιμο του Ράδιο Κόκκινο Κύμα [Radio Onda Rossa], τους οποίους και θα εκτίσει σε μία από τις ποινικές πτέρυγες της φυλακής της Rebibbia [στη Ρώμη]. Εκεί, το δράμα της ηρωίνης αποκτά διαστάσεις ακόμα πιο εφιαλτικές.

“Στην πτέρυγα όπου έκτισα την ποινή μου, το 15 με 20% των κρατουμένων ήταν ηρωινομανείς. Άτομα εντελώς εκμηδενισμένα, καθοδηγούμενα μονάχα από την αναζήτηση της πρέζας. Καμία άλλη συγκίνηση, καμία άλλη φιλοδοξία πέρα από εκείνη του σουταρίσματος. Όταν αποφυλακίστηκα και άρχισα και πάλι να γυρνάω την Ιταλία παρατήρησα μια συνθήκη απόλυτης ισοπέδωσης. Ιδιαίτερα στους δρόμους του Μιλάνου εκδηλώνεται μια πραγματική καταστροφή: σκηνές ανατριχιαστικές, νέοι πεταμένοι στις γωνιές των δρόμων, ένα βήμα πριν το θάνατο. Προσωπικά, μια τόσο έντονη συναισθηματική φόρτιση την είχα βιώσει ήδη το ’75, κατά τη διάρκεια μιας μεγάλης κατάληψης σπιτιών στην Ostia. Σ’ αυτά τα κτίρια 5.000 άνθρωποι προερχόμενοι από τα γκέτο της Ρώμης συμβιώνουν με μια τεράστια ανοιχτή αγορά διακίνησης ουσιών. Εκεί συναντώ αυτούς που αργότερα θ’ αποτελέσουν τους ηθοποιούς της ταινίας Τοξική Αγάπη [Amore Tossico]. Για έναν από τους πρωταγωνιστές, η κόλαση της ηρωίνης έκλεισε με τον θάνατο από Aids”.

Η συγκεκριμένη ουσία πλέον έχει μετατραπεί σε μια ανελέητη κοινωνική πανούκλα. Και ακριβώς για την ανακοπή της διάδοσης αυτού του φαινομένου, τα πρώτα χρόνια της δεκαετίας του ’80 γεννιούνται τα πρώτα κοινωνικά κέντρα.

“Η πρώτη αποστολή τους είναι ακριβώς ο απεγκλωβισμός των προαστίων από τη μέγγενη της ηρωίνης: ήταν ένας ανανεωτικός τρόπος για ν’ ανακαλυφθεί και πάλι η πολιτική”.

Επομένως, το κίνημα αναλαμβάνει μια αποφασιστική λειτουργία, της οποίας όταν αρχίζει να χάνεται η κινητήρια δύναμη της, η κατάσταση επιδεινώνεται. Πρόκειται για μια κατάσταση που χαρακτήρισε τα πιο πρόσφατα χρόνια:

“Αρκεί κάποιος να σκεφτεί την περίπτωση της συνοικίας του San Lorenzo στη Ρώμη. Μέχρι το 1993-94 στη γειτονιά δεν γινόταν ποτέ διακίνηση, πέρα από κάποιες μεμονωμένες περιπτώσεις στην περιοχη του Scalo. Η πολιτική δράση υπερτερούσε έναντι κάθε άλλης δραστηριότητας: οι αγώνες για το πλαφόν στα πάγια και την οριοθέτηση των τιμών των ενοικίων για τους φοιτητές, οι αυτομειώσεις στους λογαριασμούς και την υπεράσπιση των μαστόρων που δούλευαν στη συνοικία. Όταν φεύγουν οι συνοικιακές επιτροπές, τα πάντα αλλάζουν ριζικά”. Το ίδιο συμβαίνει και στη συνοικία του San Basilio.

“Γύρω στο 2002 άρχισαν να εξασθενούν μερικά πολιτικά σημεία αναφοράς τα οποία, παρ’ όλες τις δυσκολίες, είχαν επιτρέψει όλα αυτά τα χρόνια να δημιουργηθούν εκείνες οι απαραίτητες κοινωνικές δικτυώσεις που έμπαιναν εμπόδιο στην παρακμή. Η εξαφάνιση αυτών των υποκειμενικοτήτων και η επιστροφή του ατομισμού έριξαν τη συνοικία σ’ ένα συλλογικό δράμα. Το San Basilio μετατράπηκε σε κάτι σαν τη Scampia [σ.τ.μ υποβαθμισμένο προάστιο στα περίχωρα της Νάπολης, προπύργιο της Καμόρα]”.

San Lorenzo και San Basilio: περιοχές στις οποίες το πρόβλημα παρουσιάστηκε από την διάδοση της κοκαΐνης. Μια ουσία που εισάγει νέες εντάσεις σε σύγκριση με το παρελθόν και της οποίας η εξάπλωση, κυρίως στη Ρώμη, συνδέεται άρρηκτα με την προέλαση της άκρας δεξιάς στα γήπεδα.

“Όποιος έκανε χρήση ηρωίνης προσπαθούσε πάντοτε να το κρύψει, ντρεπόταν. Σήμερα όμως η χρήση κοκαΐνης είναι σχεδόν στοιχείο περηφάνιας, ένα είδος φάρμακου για την αντιμετώπιση των εξωφρενικών ρυθμών της σύγχρονης κοινωνίας. Η χρήση της συγκεκριμένης ουσίας κατέγραψε μια αλματώδη αύξηση τα πρώτα χρόνια της δεκαετίας του ’90, όταν η άκρα δεξιά κατέκτησε τον έλεγχο στα πέταλα των γηπέδων. Μ’ αυτήν την έννοια η περίπτωση της Ρώμης είναι χαρακτηριστική. Με το τερματισμό της εμπειρίας των Fedayn [σ.τ.μ σύνδεσμος οπαδών, με κομμουνιστική ιδεολογική αναφορά, που κυριάρχησε από τις αρχές της δεκαετίας του ’70 και για περίπου 20 χρόνια στους οργανωμένους οπαδούς της Roma], η δεξιά μετέτρεψε το πέταλο σ’ επίκεντρο της διακίνησης [ναρκωτικών ουσιών]. Η δυνατότητα διαχείρισης μεγάλων χρηματικών ποσών προσέλκυσε πάρα πολλούς νεολαίους: αρκεί κάποιος να σκεφτεί ότι χάρη σ’ αυτήν τη μπίζνα, ένας νεολαίος μπορούσε να τσεπώνει 600.000 λιρέτες την εβδομάδα. Το κίνημα πάντοτε υποτίμησε αυτό το φαινόμενο και πράγματι δεν κατάφερε ποτέ να παρέμβει για να εμποδίσει αυτήν την τάση”.

Η υποτίμηση του φαινομένου των ναρκωτικών είχε επομένως τραγικά αποτελέσματα για το κίνημα. Πρόκειται για μια πολύπλοκη υπόθεση, η οποία συχνά υποτιμάται ή ακόμα και αγνοείται από τη βιβλιογραφία και τις αναμνήσεις των πρωταγωνιστών.

“Οι ναρκωτικές ουσίες εξασκούν μια τεράστια γοητεία, της οποίας το βασικό χαρακτηριστικό είναι μια περιέργεια που μοιραία καταλήγει να μετατρέπεται σε αφέλεια. Πιθανότατα η δικιά μας αντίληψη για το ζήτημα δεν ήταν η δέουσα και έτσι εξασκήσαμε την ελάχιστη δράση, σκεπτόμενοι αποκλειστικά την υπεράσπιση της κοινότητας μας και αρκούμενοι στον περιορισμό της ζημιάς. Παρ’ όλα αυτά, και μιλάω κυρίως για τη δική μου εμπειρία, η οπισθοχώρηση του κινήματος δεν καθορίστηκε από τα ναρκωτικά. Η ήττα μας ήταν μια ξεκάθαρα πολιτική ήττα, αποτέλεσμα της κατασταλτικής επέλασης του Κράτους και της υπόθεσης Μόρο. Όπως και να έχει, πρέπει ν’ αναγνωρίσουμε ότι σήμερα η κατάσταση έχει ξεκάθαρα χειροτερέψει: μειώθηκαν οι στέρεες υποκειμενικότητες που θέτουν αυστηρά όρια, που είναι απαραίτητα για να φραχτεί ο δρόμος στην καλπάζουσα κουλτούρα της κραιπάλης. Το φαινόμενο εξαπλώνεται και αποτελεί μια αυξανόμενη απειλή. Θυμάμαι ένα σύνθημα της εποχής μου: “Ούτε ηρωίνη, ούτε αστυνομία”. Αποτέλεσε για χρόνια ένα πολύ ισχυρό στοιχείο ταυτότητας, αυτό ακριβώς που λείπει σήμερα”

μετάφραση: Προλεταριακή Πρωτοβουλία, Αθήνα Μάρτης 2016

πηγή: http://glianni70.it/1977-eroina-e-rivoluzione-conversando-con-vincenzo-miliucci-autonomia-operaia/

αυτονομία, autonomia

Οι εφημερίδες σε δίκη: η υπόθεση 7 απρίλη, δωδέκατη συνέχεια – I giornali a processo: il caso 7 aprile – Dodicesima parte

I giornali a processo: il caso 7 aprile – Dodicesima parteI giornali a processo: il caso 7 aprile – Dodicesima parte  Δωδέκατη συνέχεια της δίκης στις εφημερίδες για την υπόθεση της 7ης απριλίου

του Luca Barbieri

Qui le precedenti puntate. οι προηγούμενες συνέχειες εδώ

(c) 2002 – Eπιτρέπεται η μερική ή πλήρης αναπαραγωγή του έργου και η διάδοση του ηλεκτρονικά, φτάνει να μην είναι για εμπορικούς σκοπούς και με τον όρο πως αυτή η διατύπωση θα αναπαραχθεί.

4. Giugno — Luglio: guerra tra giudici  4. Ιούνιος – Ιούλιος: πόλεμος μεταξύ δικαστικών

Ανάμεσα στα τέλη του ιουνίου και ιουλίου, μπροστά στην έλλειψη νεωτέρων από πλευράς διωκτικών αρχών (η μοναδικό νεότερο αφορά την σύλληψη στις αρχές ιουνίου του Paolo Virno και Lucio Castellano, συντακτών του περιοδικού Metropoli) σκάει η σύγκρουση μεταξύ του ανακριτού Giovanni Palombarini και του Δημόσιου Κατήγορου Pietro Calogero. H σύγκρουση ξεκινά στον τύπο ήδη από τα μέσα ιουνίου. ο Calogero παρουσίασε 14 νέα εντάλματα σύλληψης (“Padova: και άλλα εντάλματα σύλληψης?”, Unità 28 ιουνίου) μα ο Palombarini δεν αποφασίζει να δώσει την ελευθέρας για τις συλλήψεις. ο Calogero, σε απόκριση μιλά και επιτίθεται, ο όρος δεν είναι υπερβολικός, στην Unità της 30 ιουνίου (“Γιατί λιμνάζει η έρευνα στην Padova για την Autonomia” ο τίτλος, και στο occhiello, πάνω από τον τίτλο δηλαδή “Πικρή και ανήσυχη δήλωση του δημόσιου κατήγορου Calogero”).

Στην κουβέντα του με τον δημοσιογράφο Sartori ο Calogero παραπονιέται πως εδώ και εννέα ημέρες ζητήθηκαν στον Palombarini οι υπογραφές σε καινούρια εντάλματα σύλληψης και πως η άρνηση αποδοχής τους καθιστά δύσκολες νέες συλλήψεις. Διότι επίσης ο δημόσιος κατήγορος προσάπτει μεμονωμένες συμπεριφορές ή γεγονότα δίχως όμως «να τα πλαισιώνει προληπτικά στο αδίκημα ανατρεπτικής ένωσης και σε εκείνο το ειδικότερο και σοβαρότερο της ένοπλης συμμορίας». ο Calogero εξηγεί στον Sartori πως ο Palombarini συμπεριφέρεται όπως συμπεριφέρθηκε το ’77 στις πρώτες του έρευνες για την Αυτονομία όταν «ο ανακριτής δεν κοινοποιούσε σχεδόν τίποτα σχετικά με το αδίκημα της ένωσης και χρειάστηκε να παρέμβει για να το κάνει ο δημόσιος κατήγορος».

Το πράγμα είναι πολύ σοβαρό. ο Calogero εξηγεί με ένα παράδειγμα: «Θα ήταν σαν σε μιαν περίπτωση δολοφονίας στον κατηγορούμενο να κοινοποιούνταν η κατοχή του όπλου δίχως να γίνεται αναφορά στο συγκεκριμένο γεγονός πως με εκείνο το όπλο σκοτώθηκε ένας άνθρωπος». Μια πολύ βαριά επίθεση, γεμάτη παραδείγματα, από την οποίαν γίνεται αντιληπτό πως ο Calogero θεωρεί τον Palombarini σαν  “εσωτερικό” αντίπαλο στην δουλειά του. Μα στην υπόθεση 7 aprile, εν αντιθέσει άλλων παρόμοιων καταστάσεων, λείπει ένας διαιτητής, κάποιος για να ζητήσει απ΄τους δικαστικούς να σταματήσουν (ή τουλάχιστον να σταματήσουν τις επιθέσεις μεταξύ τους δημοσίως). Η Εισαγγελία της Padova σπάει στα δυο: ή με τον Calogero, ή με τον Palombarini. Και η Repubblica επίσης εκθέτει διαδεδομένα την είδηση της σύγκρουσης που βρίσκεται σε εξέλιξη: “Δικαστικοί σε πόλεμο στην Padova — Τι συμβαίνει στην έρευνα Negri?”. Είναι κάτι σαν κατακλυσμός. Ο ανακριτής Nunziante παραιτείται σε πολεμική με τον Palombarini, ο Fais δίνει δίκιο στον Calogero («Ο ανακριτής Palombarini σιωπά τελείως σχετικά με την ύπαρξη αποδεικτικών στοιχείων, μα δεν τις κοινοποίησε στους κατηγορούμενους») και προσκαλεί τους δημοσιογράφους να παραμείνουν στην πόλη διότι τις επόμενες ημέρες «ποιος ξέρει τις μπορεί να συμβεί». ο Salvatore Senese, γενικός γραμματέας της Magistratura Democratica, του Δημοκρατικού Δικαστικού Σώματος, παρεμβαίνει σε πολεμική με τις δηλώσεις του Calogero που «διεγείρουν πολλές αμηχανίες και ανησυχίες σε όλους εκείνους που θεμελιώνουν την αποστροφή τους προς την τρομοκρατία με την προσχώρηση τους στις ουσιαστικές αξίες της πολιτικής δημοκρατίας και στις θεσμικές μορφές της δημοκρατικής νομιμότητας».

Στις 3 ιουλίου ο Palombarini διατάζει την αποφυλάκιση της Carmela di Rocco, αποδεχόμενος το αίτημα της υπεράσπισης. Ο απολογισμός της αναμέτρησης εξ αποστάσεως Palombarini-Calogero με ωραίο τρόπο συνοψίζεται από την εφημερίδα Corriere (5 ιουλίου): «Τα μέτρα που ζητήθηκαν από τον Calogero ήταν 32: 17 εντάλματα σύλληψης 10 προσαγωγές, 5 δικαστικές ανακοινώσεις. ο Palombarini απάντησε με 15 δικαστικές ανακοινώσεις-διαδικασίες για “σύνταξη ένοπλης μπάντας”, 4 για “συμμετοχή σε ένοπλη ομάδα” και, φαίνεται, δυο εντάλματα προσαγωγής». Αντί να στοχεύσει στην αποφυλάκιση, με τον τίτλο της η Unità στοχεύει στις αρνήσεις. “Απόρριψη της απελευθέρωσης σε 7 αυτόνομους αλλά κανένα νέο ένταλμα σύλληψης” είναι ο τίτλος της εφημερίδας ενώ για την αποφυλάκιση γίνεται λόγος μόνον συνοπτικά. Εμφανώς το μέτρο για την Unità «αναγνωρίζει την ορθότητα της κατηγορούσας αρχής». Την επομένη, στις 5 ιουλίου, η ίδια εφημερίδα εκθέτει μιαν άλλη παρέμβαση καθησυχαστική του Aldo Fais: “Κανένα κυνήγι μαγισσών, λέει ο Fais, μα μονάχα η συλλογή σίγουρων αποδεικτικών στοιχείων”.

Την ίδια ημέρα βγαίνει μια από τις πιο γνωστές συνεντεύξεις του Calogero, αυτή που παραχωρεί στην Corriere della Sera στην οποίαν ο Calogero μιλά για τον κίνδυνο ενός εμφυλίου πολέμου. Ο τίτλος στο άνοιγμα της πρώτης σελίδας είναι σε τέσσερις στήλες: “Υπήρχε ο κίνδυνος εμφυλίου πολέμου εξηγεί ο κατήγορος των αυτόνομων”. Πρόκειται για μιαν τέλεια σύνθεση της  Calogero-σκέψης: από την γνώμη πως πριν από την 7η του απρίλη η Ιταλία βρίσκονταν στα πρόθυρα του εμφυλίου πολέμου στην υπόθεση πως ο Curcio δεν ήταν καθόλου ένας αρχηγός των BR μα ένας απλός εκτελεστής των ιδεών άλλου. Στο εσωτερικό της συνέντευξης ένα box (“Και τώρα ποιος θα κάνει την πρώτη κίνηση στην έρευνα επάνω στηνAutonomia?”) που δίδει το στίγμα της κατάστασης για την σύγκρουση μέσα στην εισαγγελία. Όπως η Corriere προανέφερε, στις επόμενες ημέρες ο Calogero αντικρούει αμέσως την απόφαση του Palombarini σχετικά με την Carmela Di Rocco μπροστά στο Εφετείο της Βενετίας. Στην βάση της διαφοροποίησης δυο φιλοσοφιών τελείως αντιθέτων. «Έχοντας τα ίδια στοιχεία δυο δικαστές φθάνουν σε συμπεράσματα διαμετρικά αντίθετα» σημειώνει το Manifesto της 7ης ιουλίου που υποστηρίζει πως  «έχοντας διαβάσει τα επιχειρήματα του Calogero λέμε πως αυτή η πλευρά της έρευνας έγινε χρησιμοποιώντας τεχνικές εκφοβισμού. Πριν ακόμη ο Palombarini καταθέσει τα διατάγματα του ο Calogero έκανε την γνωστή του δημόσια έξοδο στην οποίαν κατηγόρησε τον Palombarini πως μποϋκοτάρει την έρευνα του. Σε αυτό το σημείο ο ανακριτής, δεχόμενος επίθεση από μιαν ομάδα δικαστών (Calogero, Nunziante και τον γενικό εισαγγελέα Fais) και από μεγάλο μέρος του τύπου επέλεξε την οδό της διαμεσολάβησης και της προσοχής αποφυλακίζοντας μόνο την Carmela di Rocco διότι τα αποδεικτικά στοιχεία εναντίον της ήταν ακόμη και για γέλια».

Mα μετά την Di Rocco, αυτή την φορά στην Ρώμη, είναι η σειρά του Giuseppe Nicotri. Μετά από τρεις μήνες ο δημοσιογράφος που κατηγορείται πως ήταν ένας από τους τηλεφωνητές στην υπόθεση Moro αποφυλακίζεται. Το φαινόμενο που μπορούμε να παρατηρήσουμε στην τιτλοφορία των εφημερίδων είναι ανάλογο με εκείνο που καταγράφηκε για την Di Rocco στην Unità. Στις 9 ιουλίου η Repubblica τιτλοφορεί: “ο Nicotri ελευθερώνεται αλλά ο Negri και οι άλλοι παραμένουν στην φυλακή”. Να σημειώσουμε μεταξύ άλλων πως η Repubblica πάντα παρέλειπε να δείχνει τον Nicotri σαν συνεργάτη της (στην εφημερίδα του Scalfari υπέγραφε με το ψευδώνυμο Pietro Miccolis). η Unità τιτλοφορεί: “Μόνο ο Nicotri ελεύθερος λόγω έλλειψης αποδεικτικών στοιχείων”. Υπάρχει πραγματικά και στις δυο εφημερίδες μια εμφανής ανάστροφη σημαντικότητα. Η πρωτοκαθεδρία δεν δίδεται στο νέο στοιχείο (η αποφυλάκιση ενός κατηγορουμένου που αντιβαίνει με την εικόνα που παρουσιάζεται μέχρι εκείνη την στιγμή) αλλά στα σταθερά στοιχεία που αντιθέτως επιβεβαιώνουν την υπάρχουσα κατάσταση. Μόνο το Manifesto, “3 μήνες μέσα, καθόλου ενδείξεις. Ούτε μια συγνώμη”, υπογραμμίζει την αποσταθεροποιητική αξία για την έρευνα του νεωτερισμού. Επιπλέον το Manifesto έχει επίσης την ποιότητα να αναρωτηθεί τι νόημα έχει πλέον η φωνητική πραγματογνωμοσύνη που γίνεται στο Michigan μιας και όντως εκ των πραγμάτων αποκλείστηκε η πιθανότητα η φωνή να είναι του Nicotri διότι όλα τα άλλοθι του (ύστερα από τρεις μήνες) έχουν επαληθευθεί. Στο Manifesto της 8ης ιουλίου καταγράφεται η νέα συνέχεια της σύγκρουσης Maiolo-Paolucci. Σε ένα corsivo γράφεται ρητά για “βαρβαροποίηση” μιλώντας για τις σχέσεις ανάμεσα στους δυο δημοσιογράφους. Να πούμε δε πως κάποτε ήταν φίλοι.

Αυτοί οι δυο μήνες διηγήσεων της έρευνας, ιούνιος και ιούλιος, αν και πέρασαν ταχύτατα επανεξετάζοντας τους, παρουσιάζουν κοινά γνωρίσματα που οδήγησαν στην απόφαση να τους ενώσουμε σε μιαν μοναδική παράγραφο. Το κοινό γνώρισμα ουσιαστικά αντιπροσωπεύεται από μερικές ειδήσεις. Οι δυο αποφυλακίσεις, εκείνη της Carmela di Rocco και του Giuseppe Nicotri, η σκληρή σύγκρουση μεταξύ δικαστών στην Πάντοβα θα μπορούσαν να είχαν τροφοδοτήσει στις εφημερίδες τον χώρο για να τραφούν με σκέψη και προβληματισμό. Η πόλωση των θέσεων του δικαστικού σώματος ίσως θα είχε εκμαιεύσει στις εφημερίδες την δυνατότητα να διαφοροποιήσουν την θέση τους. Δεν καταγράφεται τίποτα από όλο αυτό. Αντίθετα, οι συνεντεύξεις που παραχωρήθηκαν από τον Calogero φέρνουν ακόμη μεγαλύτερη ανισορροπία στην κατάσταση.

5. Il lungo ’79 e il blitz di Natale 5. Το μακρύ ’79 και το blitz των Χριστουγέννων

Για την υπόλοιπη χρονιά η διήγηση τρέχει με ρυθμούς ακανόνιστους. Μέχρι τον δεκέμβρη, το καινούργιο blitz της 21 δεκεμβρίου, δεν θα υπάρξουν μεγάλα νεώτερα από πλευράς δικαστικού συστήματος (η προοπτική που διάλεξα για προνομιακή μεταχείριση σε αυτήν εδώ την έδρα). Κάποια όμως ειδησιογραφικά γνωρίσματα ωστόσο μεταφέρουν την προσοχή των εφημερίδων προς Padova και Roma.

Το καλοκαιρινό χρονικό του αυγούστου επικεντρώνεται (αν και το θέμα είχε ήδη αρχίσει να κυκλοφορεί τον ιούνιο) επάνω στην φιγούρα του Franco Piperno. Δεν μακρηγορώ πολύ σε αυτό επάνω το “σκέλος” διότι υπερπηδά την περίπτωση 7 απρίλη. Όπως ειπώθηκε στην φάση της εισαγωγής αυτής της εργασίας η έρευνα που εξετάζεται φαίνεται να έχει επαφές, τουλάχιστον σύμφωνα με τα λεγόμενα του τύπου, με όλα τα μεγάλα ιταλικά μυστήρια. Στην διάρκεια της απαγωγής Moro ο Franco Piperno, ένας από τους leader της αυτονομίας, είχε πλησιασθεί και διαπραγματεύτηκαν μαζί του εκπρόσωποι του σοσιαλιστικού PSI (Signorile και ίσως Craxi) για να υπάρξει ένα είδος “συμβουλευτικής”: ήτοι να διερευνηθεί η πιθανότητα ενός διαλόγου με τις BR για να οδηγηθεί η κατάσταση σε μιαν απελευθέρωση του Aldo Moro. Δεν ξεκαθαρίστηκε όμως ποτές εάν ο Piperno βρίσκονταν πραγματικά σε επαφή με τους ταξιαρχίτες (στον τύπο λέγεται υποθετικά πως αυτό μπορεί να γίνονταν μέσω του Morucci) ή παρείχε μονάχα βοήθεια σαν να λέμε “θεωρητική”. ο Piperno επίσης, και αυτός αντικείμενο ενός εντάλματος σύλληψης από πλευράς Calogero, είναι μέχρι αυτή την στιγμή φυγόδικος και το όνομα του συνδέεται με την δραστηριότητα του περιοδικού Metropoli που στις αρχές του ιουνίου μπήκε στο μάτι της εισαγγελίας διότι οι ερευνητές το θεωρούν “εκπρόσωπο τύπου” των BR. Στο Metropoli προφανώς θα είχε συνεργαστεί και ο Negri. Μετά από δυο μήνες ισχυρισμών (η εφημερίδα Repubblica τον ιούνιο φτάνει στο σημείο να υποθέσει πως ο Piperno “προστατεύεται” από το ΣΙΚ και κυρίως από τον Giacomo Mancini που μεταξύ άλλων ευθύς εξ αρχής είναι ένας από τα λίγα πολιτικά στελέχη που στέκονταν κριτικός απέναντι στην διερεύνηση), στις αρχές του αυγούστου ο τύπος μοιάζει να ξαναβρίσκει τα ίχνη του στην περιοχή Vescovio nel reatino, σε μιαν γιάφκα απ’ όπου ο τύπος υποθέτει πως πέρασαν, εκτός απ’ τον Piperno, κάποιοι συντάκτες του Metropoli, το Renault μέσα στο οποίο βρέθηκε το σώμα του Moro μέχρι και το όπλο με το οποίο σκοτώθηκε ο Alessandrini.

όμως το φάντασμα του Piperno υλοποιείται στα αλήθεια στις 18 αυγούστου. Και οι ιταλικές εφημερίδες, επί τη βάσει των ανακοινώσεων της Αστυνομίας του Κράτους, κάνουν μια από τις μεγαλύτερες γκάφες όλης της υπόθεσης. Στην Versilia ένα περιπολικό της αστυνομίας αναγκάζεται σε μιαν ανταλλαγή πυρών. ηUnità τιτλοφορεί: “Πυροβολισμοί και διαφυγή. Ήταν ο Piperno”. La Repubblica: “ο Franco Piperno γλιτώνει την σύλληψη πυροβολώντας?”. Σαν ελαφρυντικό πρέπει να υπογραμμίσουμε πως η ευθύνη της ταυτοποίησης μπορεί να αποδοθεί στον Νομάρχη της πόλης της Lucca που δηλώνει παρακινδυνευμένα «ενενήντα στα εκατό ήταν ο Piperno».
Τα σχόλια για τον ιδεολόγο που μεταμορφώνεται σε χυδαίο δολοφόνο βάζοντας στο χέρι το πιστόλι αφθονούν. Το γεγονός πως πυροβόλησε είναι προφανώς μια επιπλέον απόδειξη της ενοχής του. Κρίμα που την επομένη όλες οι ιταλικές εφημερίδες πρέπει να λογαριαστούν με την σύλληψη που πραγματοποιήθηκε στο Παρίσι του Piperno κατόπιν υπόδειξης δυο ιταλών τουριστών. Για την ημέρα της υποτιθέμενης ανταλλαγής πυροβολισμών ο Piperno έχει άλλοθι σιδερένιο. η Repubblica μετά δυο μέρες διορθώνει ενώ η Unità θα συνεχίσει να υποστηρίζει την θεωρία πως ο Piperno, παρά τις μαρτυρίες, έφτασε στο Παρίσι σε χρόνο ρεκόρ μετά την μάχη. Όπως και να χει, αρχίζει από εδώ η μακριά μωρολογία για να φθάσουμε στα τέλη νοέμβρη στην έκδοση του Piperno και του Lanfranco Pace (που και εκείνος συνελήφθη στο Παρίσι λίγες ημέρες αργότερα).

Τον σεπτέμβρη, μετά τους Di Rocco και Nicotri, είναι η ώρα των Bianchini και Serafini να επανακτήσουν την ελευθερία λόγω ανεπάρκειας αποδεικτικών στοιχείων. Με αυτές τις δυο αποφυλακίσεις όλη η ομάδα Negri, εξαιρουμένου του Ferrari Bravo, πρακτικά βρίσκεται ελεύθερη. Αντί να εκμεταλλευτούν αυτά τα στοιχεία για να επανεξετάσουν την έρευνα οι Unità και Repubblica σημειώνουν την αντίθεση ανάμεσα σε αυτή την απόφαση και την προηγούμενη του ιουλίου του Palombarini. Το περιοδικό Espresso εν τω μεταξύ, υπογράφοντος του Giuseppe Nicotri, αποκαλύπτει τα ονόματα των παντοβάνων μαρτύρων που βοήθησαν τον Calogero στην έρευνα. Πρόκειται για τους Antonio Romito, Paolo και Silvia Pavanello, Silvio Cecchinato, και τους πανεπιστημιακούς βοηθούς της σχολής Πολιτικών Επιστημών Marco Dogo και Severino Galante. Η δημόσια συζήτηση, χάρη και στις τελευταίες εξελίξεις μοιάζει μια για πάντα να απογειώνεται. Στην Repubblica της 15 σεπτεμβρίου δημοσιεύεται μια “Έκκληση στους δικαστές της υπόθεσης Negri”. Πρόκειται για μιαν ανοικτή επιστολή που υπογράφεται, μεταξύ άλλων, από τους Alberto Abruzzese, Bernardo και Giuseppe Bertolucci, Giorgio Bocca, Massimo Cacciari, Umberto Eco, Paolo Mauri, Stefano Rodotà, Mario Tronti και Gianni Vattimo.

Πλέον έχουν περάσει πάνω από πέντε ημέρες απ’ όταν η ιταλική εισαγγελία, στην βάση αποδεικτικών στοιχείων κατά δήλωση σίγουρων και σοβαρών, διατύπωσε βαριές κατηγορίες εις βάρος των Antonio Negri, Franco Piperno, Oreste Scalzone και άλλων μαζί με αυτούς υπόπτων. Θα ήταν επίδειξη οκνηρίας να εκφράσουμε οποιανδήποτε άποψη για την ενοχή ή αθωότητα των κατηγορούμενων, ούτε είναι πρόθεση μας να εισέλθουμε στον διάλογο, που ίσως και να είναι άσχημα διατυπωμένος από  κάποιους ξένους διανοούμενους, γύρω από την καταστολή στην Ιταλία. Ωστόσο δεν είναι δυνατό να εντοπίσουμε πως,  από τότε, όχι μόνο δεν εκτέθηκαν εις γνώση της κοινής γνώμης άλλα αποδεικτικά στοιχεία παρά φήμες ανεξέλεγκτες που συλλέγησαν, κάποιες φορές μάλιστα με μοναδική ελαφρότητα από τον τύπο […] Μπροστά σε αυτά τα συμβάντα, οι πολίτες έχουν δικαίωμα να γνωρίζουν εάν το Δικαστικό σώμα έχει πραγματικά τις αποδείξεις που δηλώνει πως έχει ή εάν, άλλη μια φορά, οι αρχές και ο τύπος λεν στους πολίτες όχι αυτό που θεωρούν σωστό και δίκαιο ή αληθές, μα αυτό που είναι επικερδές σε κάποιον πολιτικό σχεδιασμό , δρώντας με μιαν αναλγησία που αντιβαίνει με τους κανόνες Κράτους δικαίου (ένα άλλο ανησυχητικό σημάδι αυτής της βαναυσότητας η διασπορά στις φυλακές κρατουμένων εν αναμονή της δίκης).

Πρόκειται για μιαν από τις πολύ λίγες απόπειρες, πέρα από κάποιες  παρεμβάσεις του Neppi Modona στην Rinascita, να ανοίξει μια συζήτηση και ένας δημόσιος προβληματισμός για την υπόθεση της 7 aprile. Η απόπειρα συνεθλίβη μετά από τρεις ημέρες, στις 18 σεπτεμβρίου, στην πρώτη σελίδα της Unità που με ένα μακρύτατο συντακτικό άρθρο μαρκάρει την έκκληση σαν “Ένα αμφιλεγόμενο ντοκουμέντο”. Λίγες μέρες αργότερα, στην Padova, πυροβολείται στα πόδια, γαμποποιείται δηλαδή από κάποιους αυτόνομους ο καθηγητής Angelo Ventura που εδώ και καιρό υποστηρίζει, από ιστορικής άποψης, την “ενωτική” διατριβή που βρίσκεται στην βάση του θεωρήματος Calogero.

Ο οκτώβρης και νοέμβρης περνούν μες την αναμονή της έκδοσης των Piperno και Pace (η πρώτη στις 17 οκτωβρίου και η άλλη στις 7 νοεμβρίου). Η περίπτωση είναι πολύ μπερδεμένη. Τελικά οι δυο, μετά την αμφιταλάντευση της παρισινής Chambre d’accusation, θα εκδοθούν μα μοναχά για κάποια αδικήματα, αυτά που αφορούν την απαγωγή Moro και που προστέθηκαν “εν εξελίξει” από την ιταλική εισαγγελία, σύμφωνα μάλιστα με κάποιους ακριβώς για να καταφέρει να κατακτήσει την έκδοση.

Τον δεκέμβρη χρειάζεται αντίθετα να καταγράψουμε μιαν αληθινή επανεκκίνηση της διερεύνησης συνεπώς επίσης και της προσοχής των media επ αυτής. η Unità ίσως οσμίζεται τον αέρα της ανάκαμψης. Ήδη στις 2 δεκεμβρίου, η έβδομη σελίδα της εφημερίδας αφιερώνεται στην καθαγίαση της δουλειάς του ανταποκριτή από την Padova, του Michele Sartori. “Να ζεις και να εργάζεσαι στην πόλη της διάχυτης τρομοκρατίας”, μια “σχεδόν συνέντευξη” στον Michele Sartori. Εννιά στήλες στις οποίες ο Massimo Cavallini κουβεντιάζει με τον Sartori, έναν δημοσιογράφο ο οποίος στην ηλικία των μόλις 27 χρόνων λαμβάνει, σχεδόν καθημερινά, απειλές για όλα  εκείνα που γράφει. Αυτό σίγουρα πρέπει να γίνει πιστευτό. Όμως η “αυτοεπαινετική” υπηρεσία της Unità πραγματικά είναι ανώμαλη από δημοσιογραφικής άποψης. Η σελίδα είναι εμπλουτισμένη με ένα άρθρο, “Η βία στην Padova μετά την 7 aprile”, υπογεγραμμένο πάντα απ’ τον Sartori, που περιγράφει τα αποτελέσματα και τις συνέπειες του blitz του Calogero που θα είχε δραστικά μειώσει τον αριθμό των επιθέσεων και των βιαιοπραγιών στην πόλη. Όμως δυο μέρες αργότερα να που έχουμε ξανά νύχτες με φωτιές: “Εξαπολύθηκαν στην Padova ομάδες αυτόνομων. Αλληλεγγύη καθηγητών με τα κείμενα υπό απειλή”, τιτλοφορεί η Unità της 4ης δεκέμβρη. Στις 6 δεκεμβρίου, “Μια ανυπεράσπιστη πόλη στα χέρια των αυτόνομων”, η Unità ασκεί πολεμική σε όλους: στο Κράτος που άφησε την πόλη αφύλακτη, στους αυτόνομους φυσικά, και τέλος στον δήμαρχο Luigi Merlin που ήθελε να επιτρέψει την διαδήλωση στην οποίαν αφιερώνεται ένα ξεχωριστό  (“Μεταξύ ψευτοτυφλών και σκληρών προσώπων ποιανού είναι η πρωτοκαθεδρία στην Padova?”). Το συνοπτικό του άρθρου του Sartori υπόσχεται αποκαλύψεις: “Μετά από δέκα χρόνια ανατρεπτικών συνωμοσιών οι δυνάμεις της τάξης δεν στάθηκαν ακόμη σε θέση να προλάβουν την ένοπλη ανταρσία — Τα μηνύματα”. Τα μηνύματα που κλείνουν αυτό το συνοπτικό σημείωμα δεν είναι άλλο από την απόδειξη πως έφτανε να διαβαστούν τα περιοδικά και τα φυλλάδια της Autonomia για να γνωρίζουν περί της βίαιης διαδήλωσης της 3ης δεκεμβρίου. Αυτή όμως την φορά ο “εντολέας” βρίσκεται ψηλότερα. Και το μήνυμα, σύμφωνα με την Unità, τρέχει στις σελίδες των εφημερίδων. Αποστολέας της εντολής ο professor Antonio Negri. Γράφει ηUnità:

Τα πρώτα σημάδια, σχετικά έμμεσα, ήρθαν από δυο παρεμβάσεις του Antonio Negri. Στην πρώτη που δημοσιεύτηκε στις 31 του οκτώβρη που πέρασε από την Lotta Continua “ο θεωρητικός” για τα ρίγη που δημιουργούνε οι κουκούλες ελπίζει πως η μάχη της υπεράσπισης των συλληφθέντων της 7 aprile “δεν θα παραμείνει στον χώρο της εγγύησης των δικαιωμάτων μα θα ξέρει το πως να χτυπήσει τους μηχανισμούς της προβοκάτσιας”. Στο δεύτερο, που δημοσιεύτηκε την επομένη ημέρα από την Corriere della Sera, εξηγεί πως η “βία δεν είναι ένα δικαίωμα, αλλά ένα καθήκον”. Μηνύματα τα οποία συνελέγησαν αμέσως.

Εν ολίγοις: ο Negri, από την φυλακή, μιλά στα τέλη του οκτώβρη; στην Padova με το ξεκίνημα του νοέμβρη υπάρχει μια βίαιη διαδήλωση. Η σύνδεση, για την Unità, δεν επιδέχεται αμφισβήτηση.
Η ένταση ανάμεσα στην κομουνιστική εφημερίδα και τον πανεπιστημιακό χώρο αυξάνεται. Ενώ τα συνδικάτα οργανώνουν στα μέσα του δεκέμβρη μιαν μεγάλη διαδήλωση ενάντια στην τρομοκρατία στην Padova, στις 9 δεκέμβρη το όργανο του ΚΚΙ μεταφέρει τις σοβαρές απειλές που υπέστησαν κάποιοι δημοσιογράφοι μεταξύ των οποίων και ο Michele Sartori. Η επιτροπή διατάραξης της σχολής Πολιτικών Επιστημών εξέδωσε ένα κείμενο που  «επιτίθεται βίαια στην Unità την Repubblica και το Giornale Radio 1 επειδή περιέγραψαν όσα συνέβησαν την περασμένη πέμπτη στο συμβούλιο της σχολής πολιτικών Επιστημών που είχε συνέλθει για να εκφράσει την αλληλεγγύη του στον καθηγητή Galante που είχε απειληθεί με θάνατο από έναν ένοπλο σχηματισμό αλλά διακόπηκε από μιαν τριανταριά χούλιγκανς που διάβασαν μιαν ανακοίνωση σκληρά απειλητική προς τον ίδιο καθηγητή. Οπότε οι δημοσιογράφοι αυτών των εφημερίδων τώρα χαρακτηρίζονται “δημοκρατικά σκυλιά”, τα άρθρα τους “εν λευκώ εντάλματα σύλληψης”. Τέσσερις από  αυτούς, Cerruti, Rivolta και Pansa της Repubblica και Sartori της Unità κατηγορούνται επιπλέον πως είναι “τεχνικοί της ψυχολογικής μάχης ενάντια στον ανταρτοπόλεμο, tecnici della controguerriglia psicologica”, θεωρητικοποίηση αυτή, που χρησιμοποιήθηκε μέχρι αυτή την στιγμή, αποκλειστικά από τις Brigate Rosse..».

ο Palombarini στις 17 δεκεμβρίου διατάζει την αποφυλάκιση λόγω ελλείψεως επαρκών στοιχείων και για τους  Alisa Del Re και Massimo Tramonte. Η απόφαση έχει προαναγγελθεί από την Repubblica που στις 15 δεκεμβρίου τιτλοφορεί: “ο Palombarini θέλει να αποφυλακίσει μιαν ομάδα αυτόνομων?”.

Εν τω μεταξύ ο Carlo Fioroni έχει πραγματικά αρχίσει να συνεργάζεται με τους ερευνητές. Από τις δηλώσεις του θα γεννηθεί το καινούριο blitz συλλήψεων της 21 δεκεμβρίου 1979 που θα συμπεριλάβει κυρίως τα μιλανέζικα πανεπιστήμια. όμως πραγματικά η κατάσταση είναι πολύ μπερδεμένη. Στην αρχή οι εφημερίδες δίδουν την αίσθηση πως δεν την αποδέχονται. Και ο αναγνώστης επίσης θα πρέπει να νιώθει άβολα διότι δυσκολεύεται να βρει μια σύνθεση που να τοποθετεί  το  νέο blitz στην σωστή του κορνίζα. Όντως το πλαίσιο θα θα πάρει την πραγματική του μορφή στην διάρκεια των τελευταίων ημερών του δεκεμβρίου. Στις 22 δεκεμβρίου, day after της νέας αιφνιδιαστικής εφόδου, η Corriere della Sera αφιερώνει μιαν ολόκληρη σελίδα στην υπόθεση. Όμως η γραφική παράσταση δεν βοηθά να χτιστεί μια διαδρομή συνεπής και να συνδεθούν άμεσα οι περιπτώσεις. Η εφημερίδα της Via Solferino στοχεύει κυρίως να χτίσει κάρτες και μικρές βιογραφίες των μιλανέζων προσωπικοτήτων που εμπλέκονται στην υπόθεση. Κάτω από το άρθρο “Ποια είναι τα πρόσωπα που περιλαμβάνονται στο χθεσινοβραδυνό αντιτρομοκρατικό blitz στο Milano” ενώνεται όλη η ενότητα 7 aprile. Δυο τα κομμάτια ψηλά στην σελίδα: εκείνο της ειδησιογραφίας, “Η προχριστουγεννιάτικη ηρεμία στις σχολές συνταράσσεται από συλλήψεις καθηγητών υπεράνω υποψίας”, που περιγράφει όλο το κλίμα έκπληξης που καταγράφεται στο πανεπιστήμιο Cattolica και σε εκείνο της πόλης της Pavia για τις συλλήψεις των Mauro Borromeo και Alberto Magnaghi, και ένα προφίλ κάποιων από τους συλληφθέντες “Οργάνωνε συναυλίες Pop ο σλάβος δισκογράφος που κατηγορείται για ένοπλη συμμορία”. Στην μέση της σελίδας άλλα δυο κομμάτια: “Έχει όνομα η Αστραπή της υπόθεσης Feltrinelli” που υποθέτει πως πρόκειται για τον Franco Piperno και ένα προφίλ για δυο ακόμη κατηγορούμενους “Oreste Strano και Marco Bellavita: ο εργάτης και ο διανοούμενος ultrà”. Χαμηλότερα “Στις εφημερίδες Αντιπληροφόρηση και Κόκκινο το ιδεολογικό ταμ ταμ της Αυτονομίας” και σε μιαν μικρή στήλη, “Αίτηση αποφυλάκισης για τον Toni Negri”. Να σημειώσουμε πως κανένα από τα έξι άρθρα δεν μεταφέρει, πουθενά, την έκφραση “7 απριλίου, 7 aprile”. Το πιο ενδιαφέρον κομμάτι της Corriere σίγουρα είναι εκείνο του Maurizio Andriolo το οποίο αναπαράγοντας την ιστορία των Controinformazione και Rosso, μας πληροφορεί για την ακριβή διεύθυνση, τον αριθμό του δρόμου , ενός από τους τέσσερις ιδρυτές του Rosso, και δίνει την πληροφορία στον αναγνώστη πως τα γραφεία της εφημερίδας «βρίσκονται ακόμη σε δυο αίθουσες με κάποιες καρέκλες και τραπέζια στην οδό Disciplini» και πως «στο σπίτι του Alberto Magnaghi, τελευταίου γραμματέα της οργάνωσης Potere operaio, βρέθηκε ένα αντίγραφο του “Magazzino” (3.500 lire) στο οποίο έγραφαν οι Luciano Ferrari Bravo και Toni Negri και Francesco Tommei, 42 χρόνων, και αυτός πρώην Potere operaio, συνεργάτης του “Rosso” και “Primo Maggio”, που συνελήφθη χθες βράδυ ». Δεν γίνεται κατανοητό εάν το στοιχείο είναι μια ένδειξη, ένας σχολιασμός επισημείωσης, μια απόδειξη ενοχής.

Η Unità στις 22 τιτλοφορεί: “Mάζεψαν με εντυπωσιακό τρόπο Αυτόνομους ηγέτες.Νέα αποδεικτικά στοιχεία θα έχουν επιβεβαιώσει την ύπαρξη μιας ένοπλης συμμορίας διοικούμενης από τους Negri και Piperno”. Το σχόλιο της Unità έχει τίτλο: “Συνεπώς δεν ήταν μόνο εφευρέσεις”. Πρακτικά ολόκληρη η πρώτη σελίδα, που βρίσκονταν κάτω από αυτά  τα λόγια “Έχοντας ξεκινήσει από τους δολοφόνους των Saronio και Campanile οι δικαστές ξαναβρήκαν την πίστα του κατήγορου Calogero”, είναι αφιερωμένη στο γεγονός. Συνολικά είναι πέντε τα κομμάτια που περιγράφουν την κατάσταση. “Το μεγαλύτερο μέρος προέρχεται απ το Pot.Op” παρουσιάζει μιαν κάρτα καθενός εκ των συλληφθέντων. “οι Saronio και Campanile σκοτώθηκαν για να μην μιλήσουν” εκθέτει τις δυο νέες σοβαρότατες κατηγορίες εις βάρος του Negri. Το όργανο του PCI ζει την “επανέναρξη” της έρευνας με εμφανή ικανοποίηση. «Πραγματικά εντυπωσιακές αυτές οι αποκαλύψεις. Για πρώτη φορά, από την 7 απριλίου, ύστερα από 9 μήνες προφυλάκισης το όνομα του Toni Negri είναι συγκολλημένο με εγκληματικά συμβάντα πολύ συγκεκριμένα και όχι στην βάση επεξεργασίας θεωρητικών φυλλαδίων», σχολιάζει ο Ibio Paolucci. Στην Repubblica αντιθέτως, ο Eugenio Scalfari στο δικό του editorial “Mα τώρα ο  Calogero δεν είναι πλέον μονάχος” γράφει: «Μα δεν πρόκειται πλέον για κατηγορίες που, στην γέννησή τους, έμοιαζαν αν μη τι άλλο γενικού χαρακτήρα, και βασίζονταν περισσότερο σε αδικήματα γνώμης παρά σε συγκεκριμένες ανατρεπτικές συμπεριφορές». Είναι μήνες τώρα που ηUnità και η Repubblica λεν πως οι αποδείξεις υπάρχουν, είναι συγκεκριμένες και πως εκείνοι που ισχυρίζονται το αντίθετο κάνουν λάθος. Οι δηλώσεις της 22ας δεκεμβρίου, διαβασμένες με μεγάλη χρονική απόσταση πλέον, μοιάζουν αδέξιες και ακούσιες διαψεύσεις επάνω σε όλο αυτό που γράφτηκε αυτούς τους μήνες. η Repubblica στις 22 δεκεμβρίου τιτλοφορεί σε ολόκληρη την πρώτη σελίδα “Έρευνα Negri, δεύτερη πράξη” (και το κομμάτι, μοιάζει να γίνεται σκόπιμα, ξεκινά με την φράση: «δεν είναι μια δεύτερη 7η του απρίλη, δεν είναι ο δεύτερος γύρος της παντοβάνικης διερεύνησης») και αφιερώνει στο blitz όλες τις σελίδες δυο και τρία της εφημερίδας. Εκτός από τα χρονικά των συλλήψεων (δυο κομμάτια, ένα από το Μιλάνο και ένα για τις άλλες πόλεις) ο Cerruti, από την Padova, καταγράφει την ικανοποίηση που αποπνέει το δικαστικό μέγαρο: “ο Calogero έχει νικηφόρα παρτίδα”. «Στο δικαστικό μέγαρο το πρωί ακούστηκε να λέγεται πως  “η υπόθεση του Calogero έχει γίνει πλέον επιχειρηματολογία”».
Το Manifesto (κι εδώ οι αναφορές στην 7 aprile εμφανίζονται μόνο στο κείμενο των άρθρωνa) τιτλοφορεί “Νέο κύμα συλλήψεων στον βορρά. ο στρατηγός των καραμπινιέρων Dalla Chiesa βρίσκεται σε πόλεμο με το πρώην Potere Operaio” και δημοσιεύει ένα άρθρο της Rossana Rossanda “Ποιος τους έβγαλε εκτός νόμου”:

Ποιος έθεσε Εκτός νόμου της Εργατική Αυτονομία? Η κάμερα? το σενάτο? Σε κάποια συνεδρίαση που μας διέφυγε, μιας και η εφημερίδα μας είναι φτωχή και αφηρημένη? Και το Potere operaio, σωστά, ποιος νόμος το κήρυξε εκτός νόμου? Πότε? […] Πως βρισκόμασταν σε κατάσταση πολέμου το είχαν πει μέχρι χθες μόνον οι  Brigate Rosse. Τώρα προφανώς συμφωνεί και η κυβέρνηση, που δρα μέσω του βραχίονα του στρατηγού Dalla Chiesa. Πριν δυο χρόνια ο Moro σκοτώθηκε απ’ το ρεβόλβερ διότι το ιταλικό κράτος δεν θέλησε καν να ψάξει την δυνατότητα μιας επαφής με αυτούς που τον κρατούσαν σαν όμηρο, για να εμποδίσει τους απαγωγείς να έχουν, λόγω αυτού, μιαν έστω και αόριστη αναγνώριση πολιτικής ύπαρξης. Τώρα αναγνωρίζει πολιτική ύπαρξη  — τέτοιων μάλιστα διαστάσεων και τόσο απειλητική ώστε να μετακινήσει τον στρατό — σε ένα φάντασμα, τον ασαφή φράκτη μέσα στον οποίον πέρασαν τα κομμάτια του Potop και σχηματίστηκε ένας χώρος, απ’ όλους ο δυσκολότερα μετρήσιμος και προσδιορίσιμος, που είναι εκείνος της Αυτονομίας.

To Manifesto όμως διορθώνει το χτύπημα στην τιτλοφορία του της 23ης δεκεμβρίου όταν μεγαλύτερες λεπτομέρειες εμφανίζονται γύρω από αυτή την νέα επιχείρηση: “Οι συλλήψεις στον Βορρά μεταφέρθηκαν στην έρευνα της  7 aprile. Στόχος, να αποδειχθεί πως ο εγκέφαλος της τρομοκρατίας είναι μόνο ένας, η Autonomia”. Η κομουνιστική εφημερίδα, που συνοδεύει τα χρονικά της με ένα ακόμη βασικό άρθρο της Rossanda (“Ένοχοι είναι, θα δούμε για τι”), δίδει επίσης την είδηση πως «ο σύμβουλος ανακριτής Gallucci εξέδωσε δέκα εντάλματα σύλληψης για ένοπλη εξέγερση ενάντια στις εξουσίες του κράτους […] ένα αδίκημα που μεταφέρει, δεν καταλαβαίνουμε καλά δυνάμει ποιου εδαφικού κανονισμού, την έρευνα στην  Roma. Είναι λοιπόν νόμιμο να προβλέψουμε, στην βάση της εμπειρίας, πως οι πρόσφατα συλληφθέντες σύντομα θα μεταφερθούν σε αυτή την πόλη και θα καταστούν συγκατηγορούμενοι της ομάδας “7 aprile”».
Και η εφημερίδα La Stampa του Torino στους τίτλους δεν μιλά πλέον για 7 aprile. Η σελίδα που αφιερώνεται στην υπόθεση στις 23 δεκεμβρίου κλείνεται κάτω από το άρθρο “Η έρευνα του βορρά της Ιταλίας επάνω στην Οργανωμένη Αυτονομία”. Δυο τα κυριότερα κομμάτια. Η ανταπόκριση από την Padova του Giuliano Marchesini (“Οι δεσμοί Br-autonomi περιγράφονται στο ένταλμα σύλληψης της Padova”) και η ανταπόκριση από Milano (“Βγαλμένοι από τις εξεγέρσεις του ’68 οι καθηγητές που συνελήφθησαν και τώρα κατηγορούνται για ένοπλη συμμορία”). Τρεις είναι οι νέοι παντοβάνοι συλληφθέντες: Antonio Liverani, Gianantonio Baietta και Antonio Temil. Σε έναν από αυτούς προσάπτουν, σύμφωνα με αυτά που λέει η La Stampa, και την κατηγορία της ένοπλης εξέγερσης ενάντια στις εξουσίες του κράτους. «Εν τω μεταξύ, να η επιβεβαίωση πως ο  Pietro Calogero προτείνει ξανά την θέση του πέρα από εκείνες που υπήρξαν οι αξιολογήσεις των ανακριτών επάνω στην διερεύνηση 7 aprile». η La Stampa εκθέτει επίσης την γνώμη ενός από τους δικηγόρους υπεράσπισης των συλληφθέντων σύμφωνα με τον οποίον «αυτή η νέα επιχείρηση τουλάχιστον για κάποιους από τους συλληφθέντες δεν είναι άλλο από την επιβεβαίωση της πρόθεσης του δημόσιου κατήγορου από την Πάντοβα να επιμείνει στην θεωρία του». Η τορινέζικη εφημερίδα στην συνέχεια προτείνει έναν ενδιαφέροντα εμπλουτισμό. Κάτω από έναν μοναδικό τίτλο, “Οι εξελίξεις της τρομοκρατίας: τρία ονόματα, τρεις ιστορίες”, τρία κομμάτια από δυο στήλες το καθένα: “ο Feltrinelli και οι Gap”; “Η απαγωγή Saronio”; “Ο θάνατος του Campanile”. Τρεις ιστορίες λοιπόν που αγγίζουν άμεσα, τουλάχιστον όσον αφορά τις κατηγορίες που του προσάπτονται, τον Toni Negri. «Η δικαστική ειδοποίηση — σχολιάζει η τορινέζικη εφημερίδα — από μόνη της δεν αποδεικνύει τίποτα, αυτό είναι προφανές. Μα το γεγονός πως οι  δικαστικοί ερευνητές συνδέουν το όνομα του Negri με ειδεχθή εγκλήματα όπως η δολοφονία του Campanile και η απαγωγή με τον θάνατο του Saronio, υποδηλώνει πως, για την κατηγορούσα αρχή, η θέση του καθηγητού της Padova επιβαρύνεται επιπλέον».

Από τις σελίδες απουσιάζει ακόμη η ταυτότητα του “ταξιαρχίτη” που θα είχε αδειάσει τον σάκο. Κανείς δεν φαίνεται να σκέφτεται τον Carlo Fioroni, έναν από τους δράστες το ’75 μαζί με τον Carlo Casirati της απαγωγής και του θανάτου του Carlo Saronio. Και όμως, όπως επισημάνθηκε προηγουμένως, το όνομα του ήδη κυκλοφόρησε σε περισσότερες από μια περιπτώσεις. Η “αποκάλυψη” εκρήγνυται στις 27 δεκεμβρίου, ημέρα κατά την οποίαν η Corriere della Sera δημοσιεύει στην πρώτη σελίδα σε επτά στήλες μια σύνοψη του μεμοράντουμ του Fioroni υπό τον τίτλο: “ο Fioroni αποκάλυψε την συμφωνία συμμαχίας μεταξύ τρομοκρατίας και κοινού εγκλήματος”. Στο πλάι ένα editorial του Leo Valiani με τίτλο “Ιερά της ανατροπής κάτω από δυο σημαίες”. Το πως η Corriere ήρθε σε κατοχή αυτού του ντοκουμέντου παραμένει μυστήριο: γύρω από την “διαρροή πληροφοριών” από την Εισαγγελία του Milano ανοίχθηκε και μια διερεύνηση.Αλλά και στην φύση της επάνω δεν υπάρχει σιγουριά: κάποιοι λεν πως πρόκειται για ένα πραγματικό μεμοράντουμ γραπτό από το χέρι του Fioroni, άλλοι πως αντιθέτως πρόκειται για τα πρακτικά μιας σειράς ανακρίσεων.  120, από 78 ή από 40 καρτέλες. Γεγονός είναι πως φτάνει στα χέρια της Corriere della Sera η οποία το εξετάζει και δημοσιεύει μια σύνοψη. Πρόκειται περί αποκαλύψεων που φθάνουν μέχρι το 1974 (από την επόμενη όντως χρονιά ο Fioroni βρίσκεται στην φυλακή αν και για την Repubblica αντιθέτως τα λεγόμενα θα έφθαναν μέχρι το 1975).

H κατάσταση πάντως είναι πάντοτε μπερδεμένη. Τριγυρνούν φωνές ανύπαρκτες νέων συλλήψεων. Ενώ ο Gallucci απορροφά και την μιλανέζικη διερεύνηση (Manifesto 28 δεκεμβρίου ’79) ακούγονται φωνές περί επικείμενης προσαγωγής του δικαστού Antonio Bevere, συνεργάτου του Manifesto, της συλλογικότητας Critica del Diritto, Κριτική του Δικαίου, γνωστού από την συμμετοχή του στο περίφημο δείπνο μεταξύ e Negri και Alessandrini.
Στις 28 η Unità δίνει το στίγμα της κατάστασης στην πρώτη σελίδα: “Ήρθε πλέον στο φως ένα κομμάτι του «ένοπλου κόμματος»”. Επάνω,  “Η έρευνα γίνεται πιο επιτακτική και αποκαλυπτική μετά τις καταθέσεις του «καθηγητάκου»”. Να προσέξουμε την χρήση του όρου “καθηγητάκος” (που είχε αποδοθεί στον Fioroni ήδη από το 1975 την εποχή της δίκης για την απαγωγή  Saronio). Στην ίδια σελίδα επίσης ένα απόσπασμα μιας συνέντευξης του μεγαλοστελέχους του Κκι Pecchioli στο Espresso (“Το αληθινό πρόσωπο της  Autonomia”) και μια αναπαράσταση του Sartori από την Padova γύρω από την γέννηση της νέας διερεύνησης: “Πως οι δικαστές έφτασαν από τον Fioroni στους Negri και Piperno”.
Τις ημέρες που ακολουθούν προσδιορίζεται καλύτερα η εικόνα. Στην Unità της 29 δεκεμβρίου » Fioroni: κατευθύνονταν από τον Negri η ομάδα που απήγαγε τον Saronio” και ένα σχόλιο του Massimo Cavallini “Για να σώσουν την Autonomia ποινικοποιούν όλο το ’68”. Στην Repubblica την ίδια ημέρα εξηγούνται οι λόγοι δια τους οποίους κυκλοφορεί το όνομα του Bevere (το ’72 ανέκρινε αλλά δεν συνέλαβε τον Fioroni μετά τον θάνατο  του Feltrinelli) και ξεκινούν εκ νέου οι πολεμικές για την προηγούμενη διαρροή των ειδήσεωνe  (την κατάθεση-μεμοράντουμ του Fioroni) που θα είχε αναγκάσει τον Casirati να μην συνεργαστεί. Να σημειώσουμε πως στον καθημερινό τύπο κανείς, εκτός φυσικά από το Manifesto, δεν θέτει ερωτήματα για τον Fioroni. Όχι για να δημιουργήσει αμφιβολίες με το ζόρι αλλά διότι εκ πρώτης όψεως φαίνεται τουλάχιστον ασυνήθιστο το ότι ο  “καθηγητάκος” δίδει το όνομα του Negri μετά από τέσσερα χρόνια απόσταση από την δίκη του θανάτου Saronio, περίπτωση κατά την οποίαν για τον Negri δεν είχε γίνει κανένας λόγος αλλά αντιθέτως γίνεται μια τεράστια προσπάθεια να δικαιολογηθεί η κατάσταση του σαν μετανιωμένος.

Τα επακόλουθα του χριστουγεννιάτικου blitz αμβλύνουν μιαν είδηση που αλλιώς θα είχε μεγαλύτερο πλεονέκτημα. Στην Ρώμη ο γενικός εισαγγελέας Guido Guasco ζητά την απαγγελία κατηγορίας και δίωξη για τους Morucci, Faranda, Alunni, Gallinari, Peci και άλλους για την σφαγή της via Fani. Αντιθέτως δεν την ζητά για τους Negri, Piperno και Pace για τους οποίους ζητά επιπλέον διερεύνηση. Ο τίτλος της Unità της 29 δεκεμβρίου αγνοεί αυτό τον απλούστατο διαχωρισμό και τιτλοφορεί “Υπόθεση Moro: ζητήθηκε η δίωξη για τους Negri, Piperno, Morucci, την Faranda και άλλους 20”. η Repubblica αντιθέτως τιτλοφορεί “Και οι Toni Negri, Piperno και Pace διώκονται για την δολοφονία Moro”.

Το 1979 του ιταλικού τύπου δεν μπορούσε να ολοκληρωθεί με τρόπο ουσιαστικότερο με δυο τίτλους που όχι μόνο, όπως έγινε στην διάρκεια του χρόνου, παραλείπουν ή “στήνουν”, μα αυτή την φορά πραγματικά ψεύδονται. Τι συμβαίνει? Κάποιοι είπαν πως η περίπτωση της έρευνας 7 aprile κατέρρευσε. Ίσως όχι κατάρρευση, μα σίγουρα αλλάζει κατά πολύ, διαφοροποιείται ριζικά.  Όλα ξεκίνησαν τον απρίλιο με τον εντοπισμό των εκτελεστών του Aldo Moro, με την ανακάλυψη πως BR και Autonomia (μα και η Prima Linea και όλες οι τρομοκρατικές οργανώσεις της αριστεράς) είχαν μιαν κοινή διοίκηση. Ένα κοινό επιχειρησιακό κέντρο που είχε έδρα στην σχολή Πολιτικών Επιστημών στην Padova. Το μαρτυρούσαν σίγουρα τα γραπτά, μα επίσης και τα αποδεικτικά στοιχεία και ίσως ένας “υπερμάρτυρας” (ο Fioroni). Περνούν οι μήνες και η εικόνα αλλάζει. Οι φωνητικές αποδείξεις για την περίπτωση Μόρο γίνονται ολοένα και λιγότερο σημαντικές  (υπάρχουν άλλα στοιχεία), ο Pino Nicotri που θα έπρεπε να είναι ένας από τους τηλεφωνητές αποφυλακίζεται. Και μετά από αυτόν όλοι οι βοηθοί του Negri, εξαιρουμένου του professor Ferrari Bravo, κατακτούν ξανά την ελευθερία τους. Για την υπόθεση Moro γίνεται όλο και λιγότερος λόγος. Τα ρέματα της έρευνας είναι χίλια. Οι τόσο πολλές κατηγορίες που να τις συνοψίσεις καθίσταται επιχείρηση απίθανη. Μετά τον δεκέμβρη, με μιαν εικόνα ήδη αναστατωμένη, το έρχεται δεύτερο blitz. Ένα blitz διαφορετικής φύσης που χτυπά κυρίως στο Milano και που ο τύπος τις δυο πρώτες ημέρες δυσκολεύεται να το συνδέσει με όσα συνέβησαν προηγουμένως. Μα στην συνέχεια η εικόνα ξεκαθαρίζει. Υπάρχει ένας μάρτυρας που επιτέλους αποφάσισε να συνεργαστεί με την δικαιοσύνη (δεν είναι όμως ο ίδιος που έπρεπε ήδη να υπάρχει τον απρίλη?). Οι εφημερίδες λεν πως επιτέλους υπάρχουν οι αποδείξεις, υπάρχουν οι συγκεκριμένες κατηγορίες που τους προσάπτουν, τα αιματηρά συμβάντα (μα δεν υπήρχαν ήδη από πριν?). Ίσως να μην είναι ακριβώς οι ηγέτες της τρομοκρατίας όπως πιστεύονταν, συμπεραίνεται, μα τουλάχιστον χυδαίοι δολοφόνοι, πρέπει να είναι τέτοιοι. Που καταλήγουμε ? Με την δίωξη για την σφαγή της οδού Fani για την ομάδα των ταξιαρχιτών και μια τεχνική δίωξη, σε αναμονή περισσοτέρων επαληθεύσεων, για την ομάδα  7 aprile. Εν τω μεταξύ, ωστόσο, οι μεν και οι δε βρίσκονται κλεισμένοι στην ίδια φυλακή, ιδεολογικά και σωματικά ενοποιημένοι. Καλύτερα ενωμένες  οι θέσεις και οι ρόλοι, λέγεται πως διώκονται όλοι αλλά στην συνέχεια να αναγκάζονται να διορθώσουν (με μιαν κάποια νωχελικότητα και αδιαφορία).

6. 1980: δυο blitz και στην συνέχεια Peci. Το σημείο χωρίς επιστροφή

Το 1980 ανοίγει πάλι αφιερωμένο στις αποκαλύψεις του Fioroni. Είναι τόσες πολλές που οι εφημερίδες είναι σχεδόν υποχρεωμένες να τις δημοσιεύουν σε συνέχειες. Η δολοφονία Saronio, εκείνη του Alceste Campanile, η ληστεία του Argelato (της οποίας ο Negri, κατηγορεί ο Fioroni, θα ήταν ο οργανωτής) στην διάρκεια της οποίας σκοτώνεται ο δεκανέας Lombardini και άλλες εγκληματικές πράξεις που στην συνέχεια θα αποτελέσουν την βάση της δίκης στον Negri. Τα άρθρα πάντως γίνονται σπάνια. Όχι πλέον δημοσιογραφικές εκθέσεις και αναφορές και πολύπλοκες υπηρεσίες (φτιαγμένες από πολλά άρθρα) αλλά μεμονωμένα άρθρα σε αντιστοιχία των μεμονωμένων ειδήσεων. Στις 3 ιανουαρίου η Repubblica αφιερώνει μιαν ολόκληρη σελίδα γραμμένη απ’ τον δικαστή Guido Guasco που λανσάρει εκ νέου την θέση του Negri σαν τηλεφωνητή στο σπίτι Moro. Στις 4 ιανουαρίου ηUnità τιτλοφορεί: “Μετά το Argelato ο Negri οργάνωσε την υπεράσπιση των τεσσάρων δολοφόνων”. Στις 5 ιανουαρίου στην Repubblica “ο Fioroni διηγείται για ώρες — Λέει τα πάντα για την περίπτωση”. Στην συνέχεια του Fioroni αποφασίζει να συνεργαστεί και ο Carlo Casirati. Το γεγονός προαναγγέλλεται από ισχυρισμούς “ο Fioroni μεταφέρει νέες αποδείξεις — εμφανίζεται και άλλος υπερμάρτυρας” (Repubblica της 16 ιανουαρίου) και επιβεβαιώνεται στις  22 φεβρουαρίου: “Και ο Casirati κατηγορεί τον Toni Negri και το Potere operaio” (Repubblica), “Και ο  Casirati θα έχει επιβεβαιώσει” (η Unità). Aπό την κατάθεση της δολοφονίας του Saronio φθάνει η αποκάλυψη πως και η δολοφονία των δυο φασιστών στην Padova το ’74 οργανώθηκε από τον Negri, “Casirati: άνδρες του Negri και των Br σκότωσαν τους δυο φασίστες” (Unità).

Εν τω μεταξύ συνεχίζεται η αναφορά στις φωνητικές πραγματογνωμοσύνες. Όχι διότι τα αποτελέσματα έφθασαν  (ή καλύτερα τα πορίσματα ήδη έφθασαν τον δεκέμβρη μα από την Εισαγγελία αυτή την φορά δεν διέρρευσε απολύτως τίποτα), μα διότι το Espresso εξαπέλυσε μιαν πρωτοβουλία ασυνήθιστη: στο εβδομαδιαίο ο αναγνώστης βρίσκει στα περίπτερα να περιέχεται ένας δίσκος που περιλαμβάνει καταγεγραμμένες τις φωνές των Negri και Nicotri (που μεταξύ άλλων είναι ελεύθερος εδώ και έξι μήνες) και εκείνες των τηλεφωνημάτων στην οικία Moro. Το slogan που συνοδεύει το “gadget” είναι: “Κάντε μόνοι σας την φωνητική εκτίμηση”. Όλες οι εφημερίδες σχολιάζουν αρνητικά αυτή την ιδιότροπη έξοδο. Και μιας και ασχολήθηκαν δράττονται της ευκαιρίας για να δώσουν, στο τέλος  τους άρθρου, και κάποιαν είδηση γύρω από τα καθεαυτού πορίσματα. Όπως η Corriere della Sera της 19 ιανουαρίου ’80 που στο τέλος του άρθρου “Για τον δίσκο με τις «φωνές» παραπέμπεται το «L’espresso»” πληροφορεί τον αναγνώστη πως το Ακυρωτικό Δικαστήριο απέρριψε την προσφυγή των Negri και Nicotri ενάντια στις φωνητικές πραγματογνωμοσύνες που εμπιστεύτηκαν στον Oscar Tosi. Η Corriere, σαν καλή εφημερίδα, εμβαθύνει το ζήτημα λίγες ημέρες αργότερα στην “Corriere Medico”, ένα τεύχος συμπληρωματικό της εφημερίδας, παίρνοντας συνέντευξη απευθείας στον Oscar Tosi. Ο τίτλος (“Πως ανακάλυψα πως ο Toni Negri τηλεφώνησε στην οικία Moro”) και το κείμενο του άρθρου δεν αφήνουν χώρο για αμφιβολίες σχετικά με  την αδιαμφισβήτητη ενοχή του παντοβάνου καθηγητή ενώ φαίνεται να απαλλάσσουν τον Nicotri. «Οι αξιολογήσεις σας επιβεβαιώνουν ή διαψεύδουν τις υποψίες» ερωτά ο δημοσιογράφος Lando Landi. «Ναι και όχι. Με την έννοια πως ενώ μπόρεσα να επιβεβαιώσω πως ο Toni Negri έκανε ένα τηλεφώνημα έφθασα επίσης στην κατάληξη πως ο δημοσιογράφος δεν είναι αναγνωρίσιμος σε καμιά από τις υποκλοπές που υποβλήθηκαν σε  έλεγχο». Ο professor Tosi στην συνέχεια, υπό την προτροπή του επιστημονικού βοηθήματος, με λεπτομέρεια περιγράφει το software του. Όμως ο δημοσιογράφος δικαίως επιμένει στην αναγνώριση των φωνών. «Εσείς μιλάτε για άποψη, ήτοι γνώμη ή κρίση στενά προσωπική. Νομίζαμε πως επρόκειτο για μιαν απόλυτη βεβαιότητα και αδιάψευστη..», συνεχίζει ο Landi. «Η λέξη απόλυτο δεν υφίσταται στον χώρο της επιστήμης. Όλα είναι σχετικά», είναι η περίεργη απάντηση του Tosi. Στην συνέχεια ο καθηγητής αποκαλύπτει πως η κατάληξη η σχετική στην σύγκριση της φωνής του Negri και εκείνης του τηλεφωνητή στο σπίτι Moro ορίζεται από την έκφραση «υψηλό επίπεδο εμπιστοσύνης πως οι φωνές που ακούστηκαν και εξετάστηκαν προέρχονται από το ίδιο πρόσωπο». Το άρθρο παρουσιάζεται με μιαν όμορφη εικονογράφηση: ο καθηγητής Negri, στην σκιά, με το ακουστικό του τηλεφώνου στο χέρι.

Στις 24 ιανουαρίου  1980 ενεργοποιείται ένα νέο mini-blitz. Δέκα συλλήψεις, νέα εντάλματα σύλληψης για κατηγορούμενους που βρίσκονται ήδη στην φυλακή. Η νέα επιχείρηση βασίζεται στις αποκαλύψεις του Carlo Casirati, υπεύθυνου του θανάτου του Saronio μαζί με τον Fioroni. η Unità τιτλοποιεί στις 25 ιανουαρίου στην πρώτη σελίδα σε δυο στήλες “Autonomia-BR: δέκα συλλήψεις για απαγωγές και ληστείες”:

Ένα μήνα μετά την 21 δεκεμβρίου οι δικαστές του Milano και της Padova εκδίδουν εχθές είκοσι εντάλματα σύλληψης. Οκτώ από αυτά αφορούν κατηγορούμενους ήδη φυλακισμένους: δυο αφορούν άλλους τόσους φυγόδικους; τα άλλα δέκα,αντιθέτως, αναφέρονται σε καινούρια ονόματα. […] Τα αδικήματα που τους προσάπτονται είναι διάφορα και πηγαίνουν από ένοπλη συμμορία (για όλους) σε ληστείες, κλοπές, απόπειρες απαγωγής προσώπου. Το κατηγορητικό πλαίσιο που απορρέει είναι επιβλητικό και επιβεβαιώνει, ακόμη μια φορά, τους στενούς δεσμούς που σημειώθηκαν μεταξύ υποκόσμου και της “πολιτικής” οργάνωσης που περιστρέφονταν γύρω από τον a Negri.

Η κυριότερη κατηγορία αφορά την απόπειρα απαγωγής του Giuseppe Duina, υιού του προέδρου της Milan, παραμονές Χριστουγέννων του 1974. Και μετά διάφορες κλοπές, ληστείες, αποδοχές προϊόντων εγκλήματος και η αφαίρεση μιας πολύτιμης συλλογής γραμματοσήμων. η Unità περιγράφει λεπτομερώς το όλον με τρία άρθρα στην πέμπτη σελίδα. Στο πλάι ένα κομμάτι γύρω από τις εξελίξεις στην περιοχή του Ρέτζιο της εκτέλεσης Campanile.
Παρόμοιο θέμα για την Repubblica που αφιερώνει στην υπόθεση όλη την σελίδα 11 της εφημερίδας με ένα κύριο κομμάτι με τίτλο “Αυτό το blitz ξεκίνησε από τον Casirati”. Να καταγράψουμε πως η Repubblica, διαφορετικά από την Unità εκθέτει επίσης τις δυνατές ανησυχίες και την επιφυλακτικότητα του δικηγόρου του Fioroni για τις δηλώσεις του Casirati λόγω του φόβου πως «η παράνομη οργάνωση εμπιστεύτηκε στον Casirati το καθήκον να αποδομήσει τον Fioroni και να δυσφημήσει την έρευνα με ψεύτικες δηλώσεις οι οποίες θα επανεπεξεργαστούν στην συνέχεια την κατάλληλη στιγμή». η Corriere είναι ίσως η εφημερίδα πως στο mini blitz αφιερώνει τον μεγαλύτερο χώρο : τέσσερις στήλες μάλιστα στην πρώτη σελίδα, “Άλλοι δέκα (τρεις καθηγητές) συνελήφθησαν μετά τις αποκαλύψεις των μετανιωμένων ταξιαρχιτών. ο Negri κατηγορείται για ληστεία”. Η έκθεση συνοδεύεται από ένα σχόλιο, πάντα στην πρώτη σελίδα, του Giancarlo Pertegato: “Σε πορεία σύγκρουσης με τους μισθοφόρους”.

Το Manifesto πλέον δεν σκέφτεται ούτε κατά διάνοια να σταθεί πίσω από την καταγραφή και αναμένει να ξεκαθαριστεί η κατάσταση. Έτσι ώστε στις 25 ιανουαρίου, ενώ όλες οι άλλες εφημερίδες μεταφέρουν την είδηση του blitz, δημοσιεύει με την ησυχία του μια παρέμβαση του Carlo Formenti σε δυο συνέχειες (η επόμενη δημοσιεύεται την άλλη ημέρα) που αναρωτιέται “Είναι δυνατή, μέσα στο κλίμα της 7 απρίλη και της 21 δεκέμβρη μια κριτική στον Negri δίχως να κάνουμε αυτόν ένα συμβολικό στόχο?”. Η είδηση του mini-blitz εμφανίζεται στο Manifesto μόνο στις 27 ιανουαρίου στην τελευταία σελίδα. Όταν όλα έχουν ηρεμήσει. Το σύντομο άρθρο ειρωνικά τιτλοφορεί “Είναι επίσημο, ο Casirati έδωσε τον Fioroni”.

Εν τω μεταξύ η Unità συνεχίζει να βρίσκει επιβεβαιώσεις στην θεωρία της διασύνδεσης μεταξύ BR και Autonomia. Επί τη βάσει της πρόσφατης εκτέλεσης του Giorgio Gori στο Veneto από τις BR (συνεπώς και της επανεμφάνισης τους στην περιοχή ύστερα από σχεδόν πέντε χρόνια απουσίας) ο Sartori συμπεραίνει πως βρίσκεται σε εξέλιξη μια πραγματική  «αλλαγή σκυτάλης» μεταξύ αυτών και της Αυτονομίας. Η θεωρία εξηγείται με παροχή κάποιων λεπτομερειών σε ένα άρθρο δημοσιευμένο στις 31 ιανουαρίου του 1980 “Οι BR παίρνουν την σκυτάλη από την Autonomia στο Veneto”. Όπως αναφέραμε είναι γνωστό πως αυτή είναι μια από τις δυο θεωρίες για να εξηγηθεί η επανεμφάνιση των ΕΤ στο Βένετο. Την άλλη θεωρία (πως όσο υπήρχε  Autonomia δεν υπήρχε χώρος “πολιτικός” για τις BR) η Unità, και αυτό το άρθρο το επιβεβαιώνει, ούτε καν την λαμβάνει υπ όψιν.
Και μετά η σιωπή, μέχρι το blitz του μαρτίου, που διακόπτεται μονάχα από ένα άρθρο ημιεορταστικό της Unità, που δημοσιεύτηκε στις 15 φεβρουαρίου, που κάνει απολογισμό των ερευνών ύστερα από 50 ημέρες από το blitz της 21 απριλίου.  “Μια σειρά από εγκλήματα που φθάνει μέχρι το ’79”, ο τίτλος. Και η σημαντική σύνοψη: “Spataro, Carnevali και Michelini πήγαν πολύ πέρα τις «αποκαλύψεις» του Carlo Fioroni — Κλοπές, βομβιστικές επιθέσεις, η ληστεία του Argelato, οι δολοφονίες Saronio και Campanile, ο βάρβαρος θάνατος του Alessandrini”. Όλα γραμμένα όπως εξακριβώθηκαν. Όχι κατηγορίες αλλά περιστατικά, στοιχεία.

Ουσιαστικά — γράφει ο Ibio Paolucci — επρόκειτο για τις ίδιες κατηγορίες που προσάπτονταν στις 7 aprile. Το “καινούριο” συνίστατο στην επιβολή ενός τεράστιου αριθμού εγκλημάτων με τα οποία κατηγορούντο οι εναγόμενοι. Με άλλα λόγια, η προσχηματική εκστρατεία για την λεγόμενη ποινικοποίησης της διαφωνίας σαρώνονταν από τα δικαστικά μέτρα που υιοθετήθηκαν στις 21 δεκεμβρίου. Οι κοσμικές διαφορές ανάμεσα στην Οργανωμένη Αυτονομία και τις τρομοκρατικές ομάδες διαγράφονταν μονοκοντυλιά από τις τρελές ομολογίες του Carlo Fioroni και άλλων κατηγορουμένων και μαρτύρων.

Φθάνουμε με αυτό τον τρόπο στο blitz της 11 μαρτίου 1980, εκείνο που στην κοινή γλώσσα ενδιαφέρει τα μεσαία στελέχη της Autonomia. η Unità τιτλοφορεί στην πρώτη σελίδα, χαμηλά, σε τέσσερις στήλες: “Ένα νέο κύμα συλλήψεων στην Padova: κατηγορούνται για ένοπλη συμμορία 24 αυτόνομοι”. Στο εσωτερικό, στην πέμπτη σελίδα, η είδηση αναπτύσσεται σε δυο άρθρα του Sartori. Το χρονικό (“Αυτή την φορά η έρευνα χτύπησε τα μεσαία στελέχη της Autonomia”) και ένα εκφραστικό άρθρο που ανακεφαλαιώνει της ιστορία της Αυτονομίας στο Βένετο σύμφωνα με το PCI: “Μέσα σε τρία χρόνια αυτές οι χίλιες επιθέσεις (και υπάρχουν και αυτοί που μιλούν για αυθορμητισμό!)”. Να σημειώσουμε την ασυνήθη χρήση παρενθέσεως και θαυμαστικού στην τιτλοφορία. Στο συνοπτικό: “Πως οι δικαστές έθεσαν στη φωτιά την δομή, δημόσια και παράνομη, της Αυτονομίας — ένα identikit που ο καθένας μπορούσε να κάνει από μόνος του — 65 ονομασίες”. «Είναι ένα νέο χτύπημα στην ανταρσία. Και από τα βαριά — γράφει ο Sartori — Μετά τους διοικητές, αυτή την φορά ήταν η σειρά των μεσαίων στελεχών της οργανωμένης και ένοπλης Αυτονομίας. Στα δικαστήρια την χαρακτηρίζουν μια μπάντα προσώπων που βρίσκεται τοποθετημένη σε μεγάλο βαθμό μεταξύ των leaders και των εργατών. Εν συντομία οι αυτόνομοι αξιωματικοί. […] Τα αποδεικτικά στοιχεία, αυτή την φορά προφανώς τα μετέφεραν οι καραμπινιέροι που μέχρι εκείνη την στιγμή δεν είχαν δεσμευθεί στην Padova στο αντιτρομοκρατικό μέτωπο. Από τα λόγια του Fais μοιάζουν στοιχεία πειστικά, που ελέγχθηκαν και αξιολογήθηκαν “αποφασιστικής σημασίας και μη αναστρέψιμα” από τρεις δικαστές». ο Sartori στον έλεγχο των συλληφθέντων προσθέτει μοναδικές λεπτομέρειες όπως: «ο Molinari είναι ο βίαιος leader της επιτροπής αγώνα πολιτικών επιστημών, που πρόσφατα πήρε το δίπλωμα του 110 και τιμητική διάκριση, επιβλέποντος του Ferruccio Gambino, του καθηγητού στον οποίον παραδόθηκε δικαστική κλήση για ανατρεπτική ένωση». Ειλικρινά δεν καταλαβαίνουμε, εάν πρόκειται για στοιχείο ενοχής εναντίον του Molinari πως αποφοίτησε με έναν ύποπτο τρομοκρατίας, τον Gambino που ήταν εποπτεύων ενός συλληφθέντα ή του Πανεπιστημίου της Padova που παραδίδει διπλώματα σε έναν ύποπτο τρομοκρατίας που υπογράφεται από έναν άλλον υποτιθέμενο τρομοκράτη. Εν ολίγοις, εάν η Unità είχε τον απαραίτητο χώρο θα πρόσθετε στις σελίδες της πως το Πανεπιστήμιο της Πάντοβα ήταν γεμάτο τρομοκράτες.

η Repubblica δημοσιεύει την είδηση σε τρεις στήλες πρώτη σελίδα (στην μέση) με τον τίτλο “Τρίτο blitz του Calogero στην φυλακή 24 αυτόνομοι”. Τα blitz μέχρι στιγμής είναι τέσσερα, δεν είναι αντιληπτό ποιο από αυτά η  Repubblica αφαίρεσε από τον παντοβάνο δικαστικό (πιθανώς το mini blitz του ιανουαρίου που ακολούθησε τις αποκαλύψεις του Casirati) έτσι ώστε σε άρθρο της στις 6 απριλίου 1980 θα μιλήσει ξανά γι αυτό σαν το “τέταρτο blitz του Calogero”. Στο εσωτερικό επίσης ένα κομμάτι που μιλά για την ταυτότητα των συλληφθέντων: “Στην έφοδο η Padova που μετρά”. Μετά τον χαρακτηρισμό της Unità που είχε μιλήσει για “μεσαία στελέχη”, η Repubblica ομιλεί για συλληφθέντες που είναι «ο σύνδεσμος μεταξύ της θεωρίας και των πράξεωνi». Σαφώς περισσότερες οι πληροφορίες γύρω από την επιχείρηση σε σχέση με το όργανο του ΚΚΙ,  PCI. Λιγότερες οι βεβαιότητες και περισσότερες οι αμφιβολίες.

(12-CONTINUA) 12-Συνεχίζεται

(11-PARTE)

I GIORNALI A PROCESSO: IL CASO 7 APRILE – DODICESIMA PARTE was last modified: febbraio 21st, 2015 by glianni70.it