σύγχρονη σκέψη, pensiero di oggi

Πανδημία και τέλος της νεοφιλελεύθερης εποχής

του Atilio A. Boron

Ο κοροναϊός προκάλεσε ένα κύμα προβληματισμών και αναλύσεων που έχουν ως κοινό παρονομαστή την πρόθεση να ανιχνεύσουν τα (ασαφή) χαρακτηριστικά του είδους της κοινωνίας και της οικονομίας που θα επανεμφανιστούν όταν η μάστιγα θα είναι υπό έλεγχο. Υπάρχουν πολλοί λόγοι για να εμπλακούμε σε αυτό το είδος εικασιών, ελπίζουμε να είναι καλά ενημερωμένες και ελεγχόμενες, διότι αν υπάρχει ένα πράγμα για το οποίο είμαστε απόλυτα σίγουροι, είναι πως το πρώτο μοιραίο θύμα της πανδημίας υπήρξε η νεοφιλελεύθερη εκδοχή του καπιταλισμού. Και λέω «έκδοση» επειδή έχω σοβαρές αμφιβολίες ότι ο εν λόγω ιός έχει κάνει το θαύμα να θέσει τέλος όχι μόνο στον νεοφιλελευθερισμό αλλά και στη δομή που τον υποστηρίζει: τον καπιταλισμό ως τρόπο παραγωγής και ως διεθνές σύστημα. Όμως η νεοφιλελεύθερη εποχή είναι ένα πτώμα που δεν έχει ακόμη θαφτεί, αλλά είναι αδύνατο να αναστηθεί. Τι θα συμβεί στον καπιταλισμό; Λοιπόν, ακριβώς γι αυτό θα μιλήσουμε σε αυτό το άρθρο.

Εκτιμώ ιδιαίτερα τη δουλειά και τον άνθρωπο Slavoj Zizek, αλλά αυτό δεν αρκεί για να του δώσει δίκιο όταν ισχυρίζεται ότι η πανδημία έδωσε «ένα χτύπημα α λα Kill Bill στο καπιταλιστικό σύστημα», μετά από το οποίο, ακολουθώντας την κινηματογραφική μεταφορά, θα πρέπει να πέσει ξερό μέσα σε πέντε δευτερόλεπτα. Δεν συνέβη και δεν θα συμβεί διότι, όπως υπενθύμισε ο Λένιν πολλές φορές, «ο καπιταλισμός δεν θα πέσει αν δεν υπάρχουν κοινωνικές και πολιτικές δυνάμεις που να τον κάνουν να πέσει». Ο καπιταλισμός επέζησε της λεγόμενης «ισπανικής γρίπης», για την οποία γνωρίζουμε τώρα ότι ήρθε στο φως στο Κάνσας τον μάρτιο του 1918 στη στρατιωτική βάση του Fort Riley, και αργότερα εξαπλώθηκε ανεξέλεγκτα από τα αμερικανικά στρατεύματα που πολέμησαν στον Α ‘παγκόσμιο πόλεμο. Οι πολύ ανακριβείς εκτιμήσεις της θνησιμότητας του κυμαίνονται από 20, 50 έως 100 εκατομμύρια ανθρώπους, οπότε δεν πρέπει να έχουμε εμμονή με τα στατιστικά στοιχεία και να ήμαστε επιφυλακτικοί για την ακρίβεια αυτών των εκτιμήσεων που διαδίδονται ευρέως από πολλές οργανώσεις, συμπεριλαμβανομένου του National Geographical Magazine. Επιπλέον, ο καπιταλισμός επιβίωσε και της τεράστιας παγκόσμιας κατάρρευσης που προκάλεσε η Μεγάλη Ύφεση, δείχνοντας μια ασυνήθιστη ανθεκτικότητα – που ήδη αναφέρθηκε από τους κλασικούς του μαρξισμού – για την υπερνίκηση των κρίσεων, και βγαίνοντας ακόμη πιο δυνατός από αυτήν. Για να σκεφτεί κανείς ότι, ελλείψει εκείνων των κοινωνικών και πολιτικών δυνάμεων, που υποδεικνύει ο ρώσος επαναστάτης ( δυνάμεων των οποίων η παρουσία δεν γίνεται αισθητή αυτή τη στιγμή, ούτε στις Ηνωμένες Πολιτείες ούτε στις ευρωπαϊκές Χώρες), η πολυπόθητη εξαφάνιση ενός ανήθικου, άδικου και αρπακτικού συστήματος, θανάσιμου εχθρού της ανθρωπότητας και της φύσης, θα συμβεί τώρα, είναι περισσότερο μια προβολή της επιθυμίας του παρά το προϊόν μιας συγκεκριμένης ανάλυσης. Ο Ζίζεκ είναι πεπεισμένος ότι, μετά από αυτή την κρίση, η ανθρωπότητα θα μπορέσει να καταφύγει σε μια «νέα μορφή κομμουνισμού ο οποίος θα επινοηθεί εκ νέου», για να σωθεί. Αυτό είναι ασφαλώς δυνατό και επιθυμητό. Αλλά, όπως σχεδόν όλα στην κοινωνική ζωή, αυτό θα εξαρτηθεί από το αποτέλεσμα της ταξικής πάλης. πιο συγκεκριμένα από το γεγονός ότι, για να επιστρέψουμε στον Λένιν, «όποιος είναι κάτω δεν θέλει και όποιος είναι πάνω δεν μπορεί να συνεχίσει να ζει όπως πριν», πράγμα που επί του παρόντος δεν γνωρίζουμε. Αλλά η διακλάδωση της διεξόδου από αυτή την συγκυρία παρουσιάζει ένα άλλο πιθανό αποτέλεσμα-έξοδο, το οποίο ο Ζίζεκ αναγνωρίζει πολύ καθαρά: την «βαρβαρότητα». Δηλαδή, την επιβεβαίωση της κυριαρχίας του κεφαλαίου με την προσφυγή στις πιο βάναυσες μορφές οικονομικής εκμετάλλευσης, πολιτικού κρατικού εξαναγκασμού και χειραγώγησης των συνειδήσεων και των καρδιών μέσω της δικής του επικοινωνιακής δικτατορίας, επί του παρόντος αμετάβλητης.»Βαρβαρότητα», έλεγε ο István Mészarós με μια δόση πικρής ειρωνείας, «αν είμαστε τυχεροί».

Αλλά γιατί να μην σκεφτούμε μια συμβιβαστική λύση, ούτε την «βαρβαρότητα» που τόσο μας φοβίζει (της οποίας εδώ πολύ καιρό μας έχουν δοθεί αυξανόμενες δόσεις στους «πραγματικά υπάρχοντες καπιταλισμούς») ούτε την εξίσου επιθυμητή επιλογή ενός «επαναπροσδιορισμένου κομμουνισμού»; Γιατί να μην σκεφτόμαστε ότι μια μετάβαση προς τον μετα-καπιταλισμό θα είναι αναπόφευκτα «άνιση και συνδυασμένη», με βαθιά πρόοδο σε ορισμένους τομείς: την απο-χρηματιστικοποίηση της οικονομίας, την απο-εμπορευματοποίηση της υγείας και της κοινωνικής πρόνοιας, για παράδειγμα, και σε άλλους τομείς, διστακτικότερα, αντιμετωπίζοντας μεγαλύτερη αντίσταση από την μπουρζουαζία, σε τομείς όπως ο αυστηρός έλεγχος της παγκόσμιας χρηματοπιστωτικής αγοράς, η εθνικοποίηση της φαρμακευτικής βιομηχανίας (έτσι ώστε τα φάρμακα να μην είναι πλέον ένα εμπόρευμα που να παράγεται με σκοπό το κέρδος), των στρατηγικών βιομηχανιών και των μέσων μαζικής ενημέρωσης, καθώς και η επιστροφή στα κοινά των λεγόμενων «φυσικών πόρων» (ακριβώς, κοινά αγαθά);                                                        Γιατί να μην σκεφτόμαστε «εκείνους τους πολλούς σοσιαλισμούς», για τους οποίους μίλησε σε πρόδρομο τρόπο ο σημαντικός άγγλος μαρξιστής Raymond Williams στα μέσα της δεκαετίας του ’80 του περασμένου αιώνα;

Αντιμέτωπος με την πρόταση για έναν «επαναπροσδιοριζόμενο κομμουνισμό», ο νοτιοκορεάτης φιλόσοφος Byung-Chul Han ανεβαίνει στο ρινγκ για να αντικρούσει τη διατριβή του σλοβένου, και τολμά να πει ότι «μετά την πανδημία, ο καπιταλισμός θα συνεχιστεί με μεγαλύτερο σθένος». Είναι μια τολμηρή δήλωση, διότι αν υπάρχει κάτι που εμφανίζεται στον ορίζοντα είναι το ευρύ αίτημα από όλη την κοινωνία για μια πολύ πιο ενεργή κρατική παρέμβαση για τον έλεγχο των επιζήμιων επιπτώσεων των αγορών στην παροχή βασικών υπηρεσιών υγείας, στη στέγαση, την κοινωνική ασφάλιση, τις μεταφορές κ.λπ. και για να τερματιστεί το σκάνδαλο της υπερ-συγκέντρωσης του μισού από ολόκληρο τον πλούτο του πλανήτη στα χέρια του πλουσιότερου 1% του παγκόσμιου πληθυσμού. Αυτός ο μετα-πανδημικός κόσμος θα έχει πολύ περισσότερο Κράτος και πολύ λιγότερη αγορά, με πληθυσμούς «που γνωρίζουν – πληθυσμούς συνειδητοποιημένους» και πολιτικοποιημένους από τη μάστιγα στην οποία έχουν εκτεθεί, πληθυσμούς που έχουν την τάση να αναζητούν αλληλεγγύη και συλλογικές λύσεις, ακόμα και «σοσιαλιστικές», σε χώρες όπως οι Ηνωμένες Πολιτείες μας θυμίζει η Judith Butler, αρνούμενοι την εξατομικευμένη και ιδιωτικοποιητική μανία που εξυμνείται εδώ και 40 χρόνια από τον νεοφιλελευθερισμό, η οποία μας οδήγησε στην τραγική κατάσταση που βιώνουμε σήμερα.                                                                                                                            Είναι επίσης ένας κόσμος στον οποίο το διεθνές σύστημα έχει ήδη αποδεχθεί, οριστικά, ένα διαφορετικό μοντέλο παρουσία μιας νέας κυρίαρχης τριάδας, αν και το συγκεκριμένο βάρος κάθε ενός από τους παράγοντες του δεν είναι το ίδιο. Αν ο Samir Amin είχε δίκιο στα τέλη του περασμένου αιώνα όταν μιλούσε για την τριάδα που αποτελούνταν από τις Ηνωμένες Πολιτείες, την Ευρώπη και την Ιαπωνία, σήμερα αυτή η τριάδα αποτελείται από τις Ηνωμένες Πολιτείες, την Κίνα και τη Ρωσία. Και σε αντίθεση με την προηγούμενη τριπολική τάξη, όπου η Ευρώπη και η Ιαπωνία ήταν νεαροί συνεργάτες (για να μην πούμε πιόνια ή lacchè, κάτι που ακούγεται λίγο επιθετικό αλλά είναι το χαρακτηριστικό που αξίζουν) της Ουάσινγκτον, σήμερα αυτή η τελευταία έχει να κάνει με την τρομερή οικονομική δύναμη της Κίνας, που είναι αναμφισβήτητα η τρέχουσα ατμομηχανή της παγκόσμιας οικονομίας, που υποβιβάζει τις Ηνωμένες Πολιτείες στη δεύτερη θέση και η οποία, επιπλέον, έχει αναλάβει τον ηγετικό ρόλο στην τεχνολογία 5G και στην Τεχνητή Νοημοσύνη. Σε όλα αυτά προστίθεται η όχι λιγότερο απειλητική παρουσία μιας Ρωσίας που έχει επιστρέψει στην πρώτη γραμμή της παγκόσμιας πολιτικής: πλούσια σε πετρέλαιο, ενέργεια και νερό. ιδιοκτήτης ενός τεράστιου εδάφους (σχεδόν διπλάσιο της επικράτειας των Ηνωμένων Πολιτειών) και ενός ισχυρού βιομηχανικού συγκροτήματος που έχει παραγάγει μια στρατιωτική τεχνολογία αιχμής που επικρατεί σε ορισμένους στρατηγικούς τομείς έναντι εκείνης των Ηνωμένων Πολιτειών. Είναι δύσκολο, όπως λέει ο Χαν, να επιτύχει ο καπιταλισμός νέο σθένος μέσα σε αυτό το μη ενθαρρυντικό διεθνές σενάριο. Αν είχε την παγκόσμια έλξη και διάδοση που γνώριζε πως είχε κάποτε, ήταν επειδή, όπως έλεγε ο Samuel P. Huntington, υπήρξε ένας «μοναχικός σερίφης» που υποστήριζε την παγκόσμια καπιταλιστική τάξη με την αδιαμφισβήτητη οικονομική, στρατιωτική, πολιτική και ιδεολογική υπεροχή του.

Σήμερα η υπεροχή βρίσκεται στα χέρια της Κίνας και οι τεράστιες στρατιωτικές δαπάνες των Ηνωμένων Πολιτειών δεν είναι σε θέση να κάμψουν μια χώρα τόσο μικρή όσο η Βόρεια Κορέα ούτε να κερδίσουν έναν πόλεμο εναντίον ενός από τα φτωχότερα έθνη στον πλανήτη όπως το Αφγανιστάν. Η πολιτική υπεροχή της Ουάσινγκτον παραμένει κολλημένη, με το ζόρι, μόλις στην «εσωτερική αυλή» της: τη Λατινική Αμερική και την Καραϊβική, αλλά εν μέσω μεγάλων αναταράξεων. Και το διεθνές της κύρος έχει αποδυναμωθεί σε μεγάλο βαθμό: η Κίνα κατάφερε να ελέγξει την πανδημία και οι Ηνωμένες Πολιτείες όχι. Η Κίνα, η Ρωσία και η Κούβα συμβάλλουν στην καταπολέμησή της στην Ευρώπη και η Κούβα, ένα παγκόσμιο παράδειγμα αλληλεγγύης, στέλνει γιατρούς και φάρμακα στις πέντε ηπείρους, ενώ το μόνο πράγμα που έρχεται στο μυαλό σε όσους περνούν από το Λευκό Οίκο είναι να στείλουν 30.000 στρατιώτες για μια στρατιωτική άσκηση με το ΝΑΤΟ και να εντείνουν τις κυρώσεις κατά της Κούβας, της Βενεζουέλας και του Ιράν, σε αυτό που είναι σαφώς ένα έγκλημα πολέμου. Η προηγούμενη ηγεμονία τους είναι πλέον μια ανάμνηση του παρελθόντος. Αυτό που συζητείται σήμερα στους διαδρόμους των αμερικανικών κυβερνητικών υπηρεσιών δεν είναι εάν η χώρα βρίσκεται σε παρακμή ή όχι, αλλά η κλίση και ο ρυθμός της παρακμής. Και η πανδημία επιταχύνει αυτή τη διαδικασία ανά ώρα.

Αντιθέτως, ο νοτιοκορεάτης Χαν έχει δίκιο όταν λέει ότι «κανένας ιός δεν είναι σε θέση να κάνει την επανάσταση» αλλά πέφτει σε πλεονασμό όταν γράφει ότι «δεν μπορούμε να αφήσουμε την επανάσταση στα χέρια του ιού». Είναι σαφές ότι δεν μπορούμε!Ας ρίξουμε μια ματιά στα ιστορικά δεδομένα: ξέσπασε η ρωσική επανάσταση πριν από την πανδημία της «ισπανικής γρίπης», και της νίκης των επαναστατικών διαδικασιών στην Κίνα, το Βιετνάμ και την Κούβα δεν είχε προηγηθεί καμία πανδημία. Η επανάσταση γίνεται από τις υποτελείς τάξεις όταν αποκτούν συνείδηση της εκμετάλλευσης και της καταπίεσης στις οποίες υποβάλλονται. όταν αντιλαμβάνονται ότι, μακριά από το να είναι μια απροσπέλαστη ψευδαίσθηση, είναι εφικτός ένας μετα-καπιταλιστικός κόσμος και, τέλος, όταν φτάνουν στο σημείο να σχηματίσουν μια οργάνωση σε εθνική και διεθνή κλίμακα για να πολεμήσουν εναντίον μιας «αυτοκρατορικής μπουρζουαζίας» που κάποτε αλληλοσυνέδεε έντονα τα συμφέροντα των καπιταλιστών στις ανεπτυγμένες χώρες. Σήμερα, χάρη στον Donald Trump, αυτή η σταθερή ενότητα στην κορυφή του ιμπεριαλιστικού συστήματος έχει σπάσει ανεπανόρθωτα και ο αγώνας εκεί επάνω είναι όλων εναντίον όλων, ενώ η Κίνα και η Ρωσία συνεχίζουν υπομονετικά και δίχως αλαζονεία να οικοδομούν τις συμμαχίες που θα στηρίξουν μια νέα παγκόσμια τάξη.

Μια τελευταία συλλογιστική. Πιστεύω ότι πρέπει να αξιολογήσουμε την εξαιρετική βαρύτητα των οικονομικών επιπτώσεων αυτής της πανδημίας, που θα καταστήσει αδύνατη μια επιστροφή στο παρελθόν. Οι διάφορες κυβερνήσεις του κόσμου αναγκάστηκαν να αντιμετωπίσουν μια σκληρή επιλογή: την υγεία του πληθυσμού ή την ευημερία της οικονομίας. Οι πρόσφατες δηλώσεις του Donald Trump (και άλλων ηγέτες όπως της Angela Merkel και του Boris Johnson), σύμφωνα με τις οποίες δεν θα υιοθετηθεί μια στρατηγική συγκράτησης της μετάδοσης της ασθένειας με την απομόνωση μεγάλων τμημάτων του πληθυσμού διότι αυτό θα παραλύσει την οικονομία, τονίζουν τη θεμελιώδη αντίφαση του καπιταλισμού. Επειδή είναι καλό να θυμόμαστε ότι εάν ο πληθυσμός δεν πάει στη δουλειά, η διαδικασία δημιουργίας αξίας σταματά και δεν υπάρχει ούτε εξαγωγή ούτε πραγματοποίηση υπεραξίας. Ο ιός μεταπηδά από τους ανθρώπους στην οικονομία και αυτό προκαλεί το φόβο των καπιταλιστικών κυβερνήσεων που διστάζουν να επιβάλουν ή να διατηρήσουν την καραντίνα επειδή η επιχειρηματική τάξη χρειάζεται ανθρώπους που βγαίνουν έξω στο δρόμο και πηγαίνουν να δουλέψουν, παρόλο που γνωρίζουν ότι θέτουν σε κίνδυνο την υγεία τους. Σύμφωνα με τον Mike Davis, το 45 τοις εκατό του αμερικανικού εργατικού δυναμικού «δεν έχει πρόσβαση σε αμειβόμενη άδεια ασθενείας και πρακτικά αναγκάζεται να πηγαίνει στη δουλειά και να διαδίδει τη μόλυνση ή να παραμένει με άδειο πιάτο».  Η κατάσταση δεν είναι βιώσιμη για το κεφάλαιο, το οποίο πρέπει να εκμεταλλευτεί το εργατικό του δυναμικό και θεωρεί απαράδεκτο αυτό να παραμείνει στο σπίτι. από την άλλη πλευρά, οι εργαζόμενοι που, αν πάνε να δουλέψουν ή θα μολυνθούν ή θα μολύνουν τους άλλους, και αν μένουν στο σπίτι, δεν έχουν χρήματα για να ικανοποιήσουν τις βασικές τους ανάγκες. Αυτό το κρίσιμο σταυροδρόμι εξηγεί την αυξανόμενη πολεμική αντίδραση του Trump ενάντια στην Κούβα, τη Βενεζουέλα και το Ιράν και την επιμονή του να αποδίδει στους κινέζους την προέλευση της πανδημίας. Πρέπει να δημιουργήσει ένα παραπέτασμα καπνού για να κρύψει τις τρομερές συνέπειες των δεκαετιών υπο-χρηματοδότησης του συστήματος δημόσιας υγείας και της συνενοχής με τις δομικές απάτες της ιδιωτικής ιατρικής και της φαρμακοβιομηχανίας στη χώρα του. Ή να λέει πως φταίνε για την οικονομική ύφεση όσοι συμβουλεύουν τους ανθρώπους να μένουν σπίτι τους. Σε κάθε περίπτωση, και ανεξάρτητα από το αν η έξοδος από αυτή την κρίση είναι ένας «επανεπινοημένος κομμουνισμός» όπως θέλει ο Ζίζεκ ή ένα υβριδικό πείραμα που όμως σημαδεύει σαφώς προς τον μετα-καπιταλισμό, αυτή η πανδημία (όπως εξηγούν ξεκάθαρα οι Mike Davis, David Harvey, Iñaki Gil του San Vicente, ο Juanlu González, ο Vicenç Navarro, ο Alain Badiou, ο Fernando Buen Abad, ο Pablo Guadarrama, ο Rocco Carbone, ο Ernesto López, ο Wim Dierckxsens και ο Walter Formento σε διάφορα άρθρα που κυκλοφορούν άφθονα στο διαδίκτυο) μετακίνησε τις τεκτονικές πλάκες του παγκόσμιου καπιταλισμού και τίποτα δεν θα μπορεί να είναι και πάλι το ίδιο. Επιπλέον, κανείς δεν θέλει τον κόσμο να επιστρέψει στον τρόπο που ήταν πριν, εκτός από τη χούφτα των μεγιστάνων που πλούτισαν χάρη στις άγριες λεηλασίες που διαπράχθηκαν κατά τη νεοφιλελεύθερη εποχή. Πρόκειται για μια τεράστια πρόκληση για όσους από εμάς θέλουμε να οικοδομήσουμε έναν μετα-καπιταλιστικό κόσμο διότι, χωρίς αμφιβολία, η πανδημία και οι καταστροφικές συνέπειες της προσφέρουν μια μοναδική και απροσδόκητη ευκαιρία που θα ήταν ασυγχώρητο να χάσουμε. Επομένως, το σύνθημα της στιγμής για όλες τις αντικαπιταλιστικές δυνάμεις στον πλανήτη είναι: να συνειδητοποιήσουμε, να οργανώσουμε και να πολεμήσουμε. να πολεμήσουμε μέχρι τέλους, όπως ήθελε ο Φιντέλ όταν, σε μια αξέχαστη συνάντηση με τους διανοούμενους που πραγματοποιήθηκε στη Διεθνή Έκθεση Βιβλίου της Αβάνα, τον φεβρουάριο του 2012, μας υποδέχτηκε λέγοντας: “Αν σας έλεγαν: ο πλανήτης πεθαίνει και αυτό το σκεπτόμενο είδος πρόκειται να τελειώσει, τι θα κάνατε, θα αρχίζατε να κλαίτε; Νομίζω ότι πρέπει να πολεμήσουμε, αυτό ακριβώς κάναμε πάντα. Ας αρχίσουμε τη δουλειά!”.

[Μετάφραση από την καστιλιάνικη γλώσσα για την ALBAinformazione του Alessio Decoro]

 

https://albainformazione.wordpress.com/2020/04/02/23129/

ιστορία, storia

25 Μαρτίου 1977: ο Rodolfo Walsh και οι Montoneros

Ο Rodolfo Walsh γεννήθηκε στις 9 ιανουαρίου 1927 στην Patagonia. Αφού έγραψε διάφορα μυθιστορήματα αστυνομικά, όπως το Variations in Red-Variazioni in Rosso(1953), έγινε διάσημος για το Operación Masacre (1957), που θεωρείται αριστούργημα της ερευνητικής δημοσιογραφίας. Το βιβλίο μιλά για μια σφαγή πολιτών που πραγματοποίησε το προηγούμενο έτος ο στρατός με εντολή του προέδρου, στρατηγού Aramburu, σε αντίποινα για μια απόπειρα Περονιστικής εξέγερσης.

25 Marzo 1977: Rodolfo Walsh e i Montoneros

Μετά την κουβανική επανάσταση, μετακόμισε στην Αβάνα κατόπιν πρόσκλησης του Jorge Masetti, δημοσιογράφου αργεντίνου, ο οποίος, μετά από συνέντευξη με τον Fidel και τον Che σχετικά με την Sierra Maestra, είχε προσχωρήσει στην επανάσταση.

Ο Walsh συνεργάζεται με το πρακτορείο Prensa Latina και γνωρίζει πολλούς από τους πρωταγωνιστές εκείνων των χρόνων, συμπεριλαμβανομένου του Ernesto Che Guevara, ο οποίος συχνά περνά τις βραδιές με τους δύο συμπατριώτες του.

Στην Κούβα ο Walsh πραγματοποιεί την πιο συγκλονιστική του δημοσιογραφική επιτυχία. Όπως θα διηγηθεί ο Gabriel Garcia Marquez, ένας άλλος φίλος εκείνης της περιόδου, καταφέρνει να αποκρυπτογραφήσει ένα παράξενο κωδικοποιημένο μήνυμα και ανακαλύπτει ότι οι ΗΠΑ εκπαιδεύουν κουβανούς εξόριστους στη Γουατεμάλα για να προσπαθήσουν να εισβάλουν στον Κόλπο των Χοίρων. Καταφέρνει έτσι να αποτρέψει την αιφνιδιαστική επίθεση.

Τρία χρόνια αργότερα επέστρεψε στην Αργεντινή, συνέχισε τη δραστηριότητά του ως συγγραφέας και επίσης έγραψε έργα αντιμιλιταριστικής σάτιρας.

Το 1969 έγραψε το Quien mató a Rosendo?, το οποίο, ξεκινώντας από ένα γεγονός από τα χρονικά, καταγγέλλει τον γκανγκστερικό εκφυλισμό της συνδικαλιστικής γραφειοκρατίας. Το 1970 η περονιστική ένοπλη οργάνωση Montoneros απήγαγε τον στρατηγό Aramburu, ο οποίος εκτελέστηκε μετά από ένα μήνα αιχμαλωσίας σε απάντηση στα γεγονότα του 1956.

Ο Walsh πλησιάζει τους Montoneros, αλλά φοβάται μια μιλιταριστική παρέκκλιση και θεωρεί προτεραιότητα τη μάχη πάνω στο έδαφος της πληροφόρησης. Κάτω από την διεύθυνση του, η εφημερίδα Noticias γίνεται δημοφιλές μέσο ενημέρωσης και φτάνει τα 130.000 αντίτυπα.

Όταν οι στρατηγοί Videla, Agosti και Massera ανέλαβαν εξουσία με ένα πραξικόπημα στις 24 μαρτίου 1976, ο Walsh βρίσκονταν ήδη στην παρανομία για σχεδόν δύο χρόνια. Δημιούργησε την ANCLA (Clandestine News Agency-Παράνομο Πρακτορείο Ειδήσεων) και αφιέρωσε τον εαυτό του στην καταγγελία της Κρατικής τρομοκρατίας.

Στις 29 σεπτεμβρίου 1976, η 26χρονη κόρη του Vicki και τέσσερις άλλοι μαχητές των Montoneros αιφνιδιάζονται από τον στρατό σε ένα σπίτι στο Μπουένος Άιρες. Ένας στρατιώτης θα πει: «Η μάχη διήρκεσε μιάμιση ώρα. Ένας άνδρας και ένα κορίτσι πυροβολούσαν από ψηλά, η κοπέλα τράβηξε την προσοχή μας γιατί κάθε φορά που έριχναν μια ριπή και εμείς πέφταμε στο έδαφος γελούσε ». Αλλά είναι μια μάχη δίχως ελπίδα και η Vicki σκοτώνεται έτσι ώστε να μην πέσει ζωντανή στα χέρια των βασανιστών.

Στις 24 Μαρτίου 1977, την πρώτη επέτειο του πραξικοπήματος, ο Rodolfo γράφει μια ανοικτή επιστολή στη στρατιωτική χούντα, ένα εξαιρετικό έγγραφο όχι μόνο για τη λεπτομερή καταγγελία των θηριωδιών της δικτατορίας, αλλά κυρίως επειδή η Κρατική τρομοκρατία περιγράφεται σαφώς ως απαραίτητη προϋπόθεση για την επιβολή στη χώρα του πιο ακραίου νεοφιλελευθερισμού:

“Στην οικονομική πολιτική αυτής της κυβέρνησης, πρέπει να αναζητήσουμε όχι μόνο την εξήγηση των εγκλημάτων σας, αλλά μια μεγαλύτερη αγριότητα, την καταδίκη εκατομμυρίων ανθρώπων σε προγραμματισμένη δυστυχία. Σε ένα χρόνο μειώσατε τους πραγματικούς μισθούς των εργαζομένων στο 40%, η συμμετοχή τους στο εθνικό εισόδημα μειώθηκε στο 30%, η εργάσιμη μέρα που χρειάζεται ο εργάτης από τις 6 ώρες έφτασε στις 18 ώρες ώστε να μπορεί να καλύπτει τα έξοδα της οικογένειάς του, ανασταίνοντας με αυτό τον τρόπο μορφές καταναγκαστικής εργασίας που δεν επιζούν ούτε στους τελευταίους αποικιακούς εποικισμούς (…) Τα αποτελέσματα αυτής της πολιτικής υπήρξαν κεραυνοβόλα. Σε αυτό το πρώτο έτος της κυβέρνησης, η κατανάλωση τροφίμων μειώθηκε κατά 40%, η ένδυση κατά 50%, η κατανάλωση των φαρμάκων έχει σχεδόν εξαφανιστεί στα λαϊκά στρώματα. Και υπάρχουν περιοχές στο Μπουένος Άιρες όπου η βρεφική θνησιμότητα υπερβαίνει το 30%, αριθμός που μας φέρνει στο ίδιο επίπεδο με τη Rhodesia, το Dahomey και τις Guaiane, ασθένειες όπως η καλοκαιρινή διάρροια, τα παράσιτα μέχρι και τον θυμό για το γεγονός πως οι αριθμοί βρίσκονται κοντά στα παγκόσμια ρεκόρ ή τα ξεπερνούν”.

Αλλά μετά την ομολογία ενός βασανισμένου κρατούμενου, ο στρατός βρίσκεται στα ίχνη του και την επόμενη μέρα, ενώ διαδίδει το έγγραφό του, πέφτει επάνω στην Επιχειρησιακή Ομάδα 3 του ESMA, του περιβόητου κέντρο βασανιστηρίων και εξόντωσης της δικτατορίας. Ο Rodolfo Walsh καταφέρνει να τραβήξει ένα πιστόλι και να πυροβολήσει. Ξέρει ότι δεν έχει ελπίδες, αλλά δεν θέλει να συλληφθεί ζωντανός. Μια ριπή αυτομάτου τον τραυματίζει σοβαρά, και φτάνει νεκρός στην ESMA.

 

https://www.infoaut.org/storia-di-classe/25-marzo-1977-rodolfo-walsh-e-i-montoneros

ιστορία, storia

Μια συνεισφορά στο “Μοντέλο vittimario”-θυματοποιητικό

Ένοπλος αγώνας. Ιστορία, μνήμη και μοντέλο vittimario

της   Silvia De Bernardinis

1.

Η παρέμβαση μου επικεντρώνεται στο θυματοποιητικό μοντέλο, το οποίο συνδέει και συγχέει την κυρίαρχη μνήμη – που παρουσιάζεται ως κοινή μνήμη – και την ιστορία, στην προσέγγιση της μελέτης του ένοπλου αγώνα στην Ιταλία στα χρόνια του ’70 και του ’80. Όπως σωστά γράφουν οι διοργανωτές του συνεδρίου, είναι δύσκολο να μιλήσουμε για την δεκαετία του ’70 στην Ιταλία χωρίς να διακινδυνεύουμε να αναμοχλεύσουμε και να προκαλέσουμε εντάσεις.

269 ένοπλοι σχηματισμοί, 7 866 επιθέσεις σε πράγματα και 4 290 σε ανθρώπους, 36.000 πολίτες που διερευνήθηκαν και πάνω από 6.000 άνθρωποι καταδικάστηκαν σε φυλάκιση δεκαετιών 1, εκατοντάδες ποινές ισόβιας κάθειρξης, προσφυγή σε βασανιστήρια (συστηματικά κατά τη διάρκεια του 1982) και νόμους εξαίρεσης σε 18 χρόνια ιστορίας. Για να δοθεί το μέγεθος του φαινομένου, είναι ενδιαφέρον να σημειωθεί ότι, σε περιόδους φασιστικής δικτατορίας, μεταξύ του 1926 (έτος ίδρυσης του Ειδικού Δικαστηρίου) και του 1943, 15 806 αντιφασίστες παραπέμφθηκαν στο Ειδικό Δικαστήριο, 5 620 δικάστηκαν, βάσει των καταγγελιών της Οvra, και καταδικάστηκαν 4 596 2. Αυτά είναι μερικά από τα στοιχεία που μας επιστρέφει η Ιστορία, αλλά φαίνεται να μην αρκούν – όπως επίσης φαίνεται πως δεν αρκούν τα 40 χρόνια που μας χωρίζουν από το τέλος αυτού του κύκλου κοινωνικών αγώνων των οποίων ο ένοπλος αγώνας υπήρξε μία από τις εκδηλώσεις – για να ελευθερώσουν το έδαφος, που τροφοδοτείται από την πολιτική και τα μέσα μαζικής ενημέρωσης αλλά υποστηρίζεται και από ένα μεγάλο μέρος της ιστοριογραφίας, από μια σειρά κοινοτοπιών-κλισέ που της προσδίδουν μια παραμορφωμένη εικόνα και νόημα. Ο ένοπλος αγώνας στην Ιταλία προέκυψε μέσα σε ένα ακριβές ιστορικό περιβάλλον, το οποίο διήρκεσε περίπου είκοσι χρόνια, από το 1969 έως το δεύτερο μισό των χρόνων ’80. Μια κρίσιμη περίοδος στην ιταλική και διεθνή ιστορία, η οποία φέρει ολόκληρη την περίοδο μετάβασης από τον φορντισμό στον μεταφορντισμό, δηλαδή μια φάση αλλαγών που άφησαν εποχή και που έχουν μεταμορφώσει και επανασχεδιάσει τον κόσμο, τα οικονομικά, πολιτικά και κοινωνικά του σενάρια. Μια αναταραχή, μια αναστάτωση που προκλήθηκε από τις ίδιες δυναμικές του κεφαλαίου υπό μετασχηματισμό. Κόρη μιας περιόδου κατά την οποία οι επαναστατικές διαδικασίες και ανυποταξίας στο υπάρχον εκδηλώνονταν σε όλες τις περιοχές του πλανήτη τότε χωρισμένου στα δύο, εκείνες υπό τον ατλαντικό έλεγχο και εκείνες υπό τον σοσιαλιστικό έλεγχο. Κόρη μιας περιόδου που έκανε να αναδυθούν υποκειμενικότητες μέχρι τότε αόρατες ή περιθωριακές μετατρέποντάς τες σε πρωταγωνιστές των διαδικασιών πολιτικής χειραφέτησης. Ο ένοπλος αγώνας ιστορικά ανήκει σε αυτό το περιβάλλον, γεννιέται στο φορντικό εργοστάσιο, όπου η άρνηση της εργασίας δημιούργησε ένα ταξικό κίνημα που για μερικά χρόνια, στην Ιταλία, κανείς δεν κατόρθωσε να κυβερνά, από τα συνδικάτα στα κόμματα, στις δυνάμεις της τάξης, σε μια διαδικασία μη αναστρέψιμης ρήξης μεταξύ θεσμικής αριστεράς και επαναστατικής αριστεράς: Δεν υπάρχει νίκη, δεν υπάρχει κατάκτηση χωρίς το μεγάλο κομμουνιστικό κόμμα, φώναζε και ξαναφώναζε το PCI-ΚΚΙ στις διαδηλώσεις στους δρόμους και τις πλατείες. Ένα σύνθημα που ήθελε να σημαίνει κατεύθυνση και έλεγχο επί των αγώνων στο εργοστάσιο και στην κοινωνία, αλλά και μονοπώλιο της διαφωνίας και της διαμάχης σύμφωνα με το οποίο δεν επιτρέπονταν ούτε γίνονταν αποδεκτές άλλες μορφές έκφρασης της διαφωνίας και του αγώνα στα αριστερά του ΚΚΙ, ούτε υποκείμενα που θα μπορούσαν να την ερμηνεύσουν. Τα χρόνια του ’68 υπήρξαν η συγκεκριμένη διάψευση, ακόμα κι αν αυτό δεν σήμαινε την ανικανότητα του κόμματος να κεφαλαιοποιήσει και να κάνει δικούς του, στη συνέχεια, να προσαρμόσει εκείνους τους αγώνες που κοιτούσε με καχυποψία, που δεν τους ήθελε και που βοήθησε στην αποδυνάμωση τους, ένα εμπόδιο επί της πορείας οικοδόμησης μιας «δημοκρατικής αξιοπιστίας και σεβασμού» που θα το άλλαζαν αμετάκλητα.

Η χρονική απόσταση είναι ένα από τα στοιχεία που επιτρέπουν τον ιστορικισμό, αλλά όχι το μοναδικό. Μια περίοδος που έχει τελειώσει ιστορικοποιείται και ακριβώς η έλλειψη πολιτικού κλεισίματος μοιάζει να συνιστά το βασικό της εμπόδιο, αφήνοντάς το σε αναστολή, σε ένα είδος ελεύθερης ζώνης όπου ένας πόλεμος νοημάτων βγαίνει στη σκηνή που περνά σήμερα μέσα από το πεδίο της μνήμης. Όπως έγραψε ο Agamben πριν από είκοσι χρόνια δικαιολογώντας την ανάγκη αμνηστίας για τα πολιτικά αδικήματα εκείνης της περιόδου, «αυτό που πρέπει να αποτελέσει αντικείμενο ιστορικής έρευνας αντιμετωπίζεται ως ένα πολιτικό πρόβλημα του σήμερα  3 ». Και είκοσι δύο χρόνια μετά από τα λόγια του Agamben, η κατάσταση επιδεινώθηκε ακόμα περισσότερο, με το κυνήγι των «επικίνδυνων δολοφόνων» που σήμερα έχουν περάσει τα εξήντα και έχουν ζήσει τα τελευταία σαράντα χρόνια σε μια πολύ λιγότερο χρυσή εξορία από αυτήν που, χωρίς την παραμικρή απόδειξη, πλασάρεται από τα μέσα μαζικής ενημέρωσης. Μέσα σε αυτή την οπτική μπορεί να αναγνωσθεί, εν μέρει, η έλλειψη του ιστοριογραφικού κορμού που παράγεται μέχρι σήμερα, δηλαδή, ως συντριβή επί του παρόντος, σε μια χρονικογραφική διάσταση που για πολλά χρόνια έκανε δυνατό να μην θεωρείται αντικείμενο ιστορικής έρευνας. Κατά τον ίδιο τρόπο δεν είναι δύσκολο να προσδιοριστεί το βάρος του παρόντος επί του παρελθόντος εάν παρατηρηθούν οι όροι που χρησιμοποιούνται για να οριοθετηθεί το αντικείμενο «ένοπλος αγώνας», το τι και το πώς, οι ερμηνείες του.

Είναι σημαντικό, για παράδειγμα, ότι γύρω από τον ένοπλο αγώνα υπάρχει μια στάση ηθικής καταδίκης που, αν δεν απέκλεισε τη μελέτη του, την επηρέασε και συνεχίζει να την επηρεάζει, εμποδίζοντας τους μελετητές να έχουν μια βέβηλη, ριζοσπαστική στάση, τόσο ώστε κάποιοι να αισθάνονται υποχρεωμένοι να δηλώσουν την ηθική τους αποδοκιμασία ως προς το αντικείμενο της μελέτης, ή να δώσουν μια αρνητική υποδήλωση με ηθικούς όρους στα κείμενά τους 4, παραμένοντας μέσα στην πορεία που σχεδιάστηκε από την πολιτική για την οποία ο ένοπλος αγώνας είναι ένα εγκληματικό και αδικαιολόγητο φαινόμενο, ακατανόητο μέσα στο πλαίσιο ενός δημοκρατικού συστήματος. Ένα ζήτημα, συνεπώς, που αφορά τη συνείδηση και όχι τη γνώση. Και είναι εξίσου σημαντικό το γεγονός πως η ιστοριογραφία έχει αναλάβει άκριτα το πολιτικό-επικοινωνιακό λεξιλόγιο που χτίστηκε γύρω από τη δεκαετία του Εβδομήντα, και ειδικότερα τον ένοπλο αγώνα, χωρίς να αμφισβητεί, χωρίς να αναρωτηθεί σχετικά με την ορθότητα, από ιστοριογραφική άποψη, των ερμηνευτικών κατηγοριών που, αντί να παράγουν ιστορική γνώση και κατανόηση, καταλήγουν να αναπαράγουν την κοινή λογική [Ο όρος κοινή λογική αντικατοπτρίζει την «αίσθηση» που έχει κανείς για κάτι χωρίς πολλή σκέψη, στηριγμένος στη μέση εμπειρία και γνώση του καθημερινού ανθρώπου]. Ξεκινώντας από τους κεντρικούς όρους που χρησιμοποιούνται, όπως τρομοκρατία ή βία, τον πιο ευρέως χρησιμοποιούμενο, ένα είδος μπαμπούλα, φόβητρου που ανεμίζεται αν χρειαστεί. Σίγουρα δεν ζούμε σε έναν λιγότερο βίαιο κόσμο σήμερα, αλλά η βία της δεκαετίας του ’70 αφηγείται, περιγράφεται ως η πιο άγρια. H ad hoc τερατοποίηση που δημιουργήθηκε επί των πρωταγωνιστών της τελευταίας ταξικής σύγκρουσης του εικοστού αιώνα – από τις τρελές δολοφονίες τις απομονωμένες από την κοινωνία, σε αυτούς που παρεισφρύουν, στους ανόητους ετεροκαθοδηγούμενους – εξυπηρετεί στο να καλύπτει το πραγματικό ακάλυπτο νεύρο εκείνης της ιστορικής περιόδου, δηλαδή, την πρακτική και θεωρητική αμφισβήτηση, του μονοπωλίου της Κρατικής βίας από τις κατώτερες τάξεις. Η βία της δεκαετίας του ’70 είναι ανείπωτη γιατί υπήρξε βία των κυριαρχούμενων προς τους κυρίαρχους.

Εκείνοι που μελετούν την ιστορία των ένοπλων σχηματισμών, και ειδικότερα των Ερυθρών Ταξιαρχιών, γνωρίζουν ότι πρέπει να μας δώσουν πίσω, πρώτα απ ‘όλα, την αυθεντικότητα τους, στην διάρκεια των τελευταίων 30 χρόνων, μεταξύ δύο κυρίαρχων παραδειγμάτων: εκείνο το διετρολογικό [α]-συνωμοσιολογικό που έχει σκοπό να επηρεάσει, να ακυρώσει την αυθεντικότητα μιας πολιτικής διαδρομής, και εκείνο το θυματοποιητικό, με στόχο την ανάθεση του μονοπωλίου του λόγου και της ιστορίας στα θύματα του ένοπλου αγώνα. Ακριβώς αυτά τα δύο παραδείγματα αντιπροσωπεύουν τα δύο μεγαλύτερα εμπόδια, όχι τόσο για το πως φτιάχνεται η ιστορία εκείνης της περιόδου, κάτι που συμβαίνει τα τελευταία χρόνια εκ των πραγμάτων αλλά, πάνω απ ‘όλα, στην εμφάνιση της σε σχέση με μια επίσημη αφήγηση που έχει ελάχιστη σχέση με την Ιστορία και που είναι αντιθέτως το αποτέλεσμα της επιβεβαίωσης μιας κυρίαρχης μνήμης, με τη σειρά την ενδεικτική των σημερινών σχέσεων εξουσίας, της σημερινής ισορροπίας δυνάμεων.

2.

Τι είδους μνήμη έχει εδραιωθεί για τον ένοπλο αγώνα; Από πότε και μέσα σε ποιο πλαίσιο επικράτησε η θυματοποιητική ιδεολογία; Στο πλαίσιο του επαναπροσδιορισμού ενός νέου συμβολικού ιδρυτικού συμφώνου της Δεύτερης Δημοκρατίας που οδήγησε στην καθιέρωση αρκετών ημερών μνήμης, το 2006 υποβλήθηκαν διάφορα νομοσχέδια για την καθιέρωση της ημέρας μνήμης για τα θύματα της τρομοκρατίας. Η συζήτηση επικεντρώνεται στην επιλογή της πιο κατάλληλης ημερομηνίας. Και η προσοχή εστιάζεται σε εκείνη την 12 δεκεμβρίου, ημερομηνία της σφαγής της piazza Fontana στο Μιλάνο το 1969, αναγνωρισμένης ως αρχή της «στρατηγικής της έντασης», για την οποία μέχρι σήμερα δεν υπάρχει μια δικαστική αλήθεια, και στην 9 μαΐου, ημερομηνία της δολοφονίας του Aldo Moro από τις BR, για την οποία διεξήχθησαν πέντε δίκες και εκδόθηκαν οι αντίστοιχες αποφάσεις. Η πρόταση που θα περάσει θα είναι η δεύτερη, που υποβλήθηκε από τη Sabina Rossa, γερουσιαστή του Δημοκρατικού Κόμματος, κόρη του Guido, συνδικαλιστή ηγέτη του αριστερού συνδικάτου CGIL που σκοτώθηκε στη Γένοβα από τις BR το 1979. Η κουβέντα για τις δύο ημερομηνίες υπογράμμιζε, στην κοινοβουλευτική συζήτηση, την αναβίωση των αναγνώσεων και ερμηνειών που εδραιώθηκαν τα προηγούμενα χρόνια σχετικά με τα γεγονότα που διέσχισαν τα τέλη της δεκαετίας του 1960 και έφθασαν στις αρχές των χρόνων ’80. Από την θέση της σύγκρουσης μεταξύ αντίθετων εξτρεμισμών, στην ανθρωποκτονική τρέλα, στην θεωρία του διπλού κράτους, στην θέση του «εκφυλισμού» του 1968, ενός 1968 που θα έπρεπε να διασωθεί και να διαχωριστεί από αυτό που συνέβη στη συνέχεια, ένα πολιτισμικό και γενεαλογικό φαινόμενο με εξτρεμιστικές εξάρσεις και υπερβολές που υπαγορεύονταν από νεανικό ενθουσιασμό που στη συνέχεια επιμελώς υποχώρησε,επέστρεψε στην κανονικότητα. Ή, από την αντίθετη άποψη, του 1968 ως προέλευση του κακού και της βίας. Βρήκε επίσης χώρο ένα από τα θεωρήματα που προτάθηκαν επανειλημμένα από παράγοντες του κινήματος της εποχής, δηλαδή εκείνο της «τρομοκρατίας» της αριστεράς ως αιτίας της κρίσης των κινημάτων, που βρέθηκαν να συμπιέζονται μεταξύ της βίας των ένοπλων οργανώσεων και της καταστολής του Κράτους 5. Δεν υπήρξε καμία αναφορά στην πολιτική φύση του φαινομένου, ούτε στην ευθύνη των πολιτικών δυνάμεων σε εκείνη τη σύγκρουση. Παρόλο που δεν υπήρξε ομοφωνία σχετικά με την ημερομηνία, πολλοί από τους ομιλητές στη συζήτηση, ενώ αναγνώρισαν στην 12η του δεκέμβρη ως την πιο σωστή ημερομηνία – επειδή ημερομηνία περιοδολόγησης της ιταλικής ιστορίας – προκειμένου να ευνοηθεί η κατασκευή μίας «κοινής μνήμης», επέλεξαν την 9η μαΐου, ημερομηνία που αναφέρεται στην πρόταση νόμου ως σύμβολο της ένωσης όλων των πολιτικών κομμάτων και της κοινωνίας κατά της τρομοκρατίας, η οποία πέρασε με την ευνοϊκή ψήφο όλων των κομμάτων, την αποχή της Κομμουνιστικής Επανίδρυσης και του Κόμματος ιταλών κομουνιστών και μία ψήφο κατά.

Τα λόγια της Olga D’Antona, συζύγου του Massimo D’Antona, που σκοτώθηκε στη Ρώμη από τις Νέες Ερυθρές Ταξιαρχίες το 1999, συνόψιζαν τη θέση που εκφράστηκε από την πλειοψηφία :

Ελπίδα είναι ότι η ημέρα της μνήμης μπορεί να αποτελέσει την ευκαιρία να δοθεί τελικά φωνή σε εκείνους που έχουν πέσει θύματα εκείνων των πράξεων τρόμου. Ήρθε η ώρα να δώσουμε φωνή σε εκείνους των οποίων οι ζωές έχουν καταστραφεί για πάντα και οι οποίοι, στις περισσότερες των περιπτώσεων, έχουν καταδικαστεί στη λήθη και στη σιωπή. Είναι καιρός η δική μας ιστορία τρομοκρατίας να ειπωθεί όχι μόνο από τους τρομοκράτες και επιτέλους να συνειδητοποιήσουμε τι συνέβη από την άλλη πλευρά, από την πλευρά εκείνων των αθώων και ανυπεράσπιστων πολιτών που υπήρξαν θύματα της 6.

Η κεντρικότητα των θυμάτων, το ότι τους δίδεται φωνή και το ότι ασχολούμαστε με αυτούς συγκεκριμένα, καθίσταται από εκείνη τη στιγμή, για λόγους που στην πραγματικότητα δεν έχουν να κάνουν με το σεβασμό της μνήμης τους, πρίσμα της κυρίαρχης ανάγνωσης επί της ιστορίας της δεκαετίας του ’70.

Αρχικά και κατά τη διάρκεια των χρόνων ’90 οι συγγενείς των θυμάτων που σκοτώθηκαν σε συγκρούσεις με ένοπλες οργανώσεις ζητούσαν από το Κράτος, μέσω της αναγνώρισης του καθεστώτος τους, οικονομική αποζημίωση 7. Για να το εισάγουμε σε ένα πλαίσιο και να κατανοήσουμε την προέλευσή του, είναι απαραίτητο να επιστρέψουμε στα μέσα της δεκαετίας του ’80, στη φάση της «εξόδου από την κατάσταση έκτακτης ανάγκης της τρομοκρατίας». Οι ένοπλες οργανώσεις εξαρθρώθηκαν, το σχέδιο και το πολιτικό υποκείμενο που τις είχε δημιουργήσει μέσα στα μεγάλα εργοστάσια του Βορρά στα τέλη της δεκαετίας του ’60, ηττήθηκε πολιτικά – η τάξη και η παραγωγική αναδιάρθρωση πέρασαν στα εργοστάσια – ,μεγάλο μέρος των αγωνιστών συνελήφθησαν και καταδικάστηκαν ή βρίσκονταν με δίκες υπό εξέλιξη. Το ιταλικό Κράτος είχε να αντιμετωπίσει χιλιάδες καταδίκες για πολιτικά εγκλήματα. Ήταν, όπως επισημαίνει ο Sommie 8, μια μοναδική περίπτωση στην Ευρώπη και στις δυτικές δημοκρατίες, με έναν πολύ μεγάλο αριθμό πολιτικών κρατουμένων και την ανάγκη να κλείσει και να εξομαλυνθεί μια μακρά περίοδος κοινωνικής σύγκρουσης. Οι νόμοι εξαίρεσης και η στρατιωτική επίθεση από μόνη της δεν ήταν επαρκείς για να υπονομεύσουν τον κοινωνικό ιστό από τον οποίο οι ένοπλες οργανώσεις αντλούσαν δύναμη, σε απόδειξη του πόσο βαθιά ριζωμένος και ευρέως διάχυτος ήταν αυτός. Από αυτό, η ανάγκη παρέμβασης όχι μόνο στο κατασταλτικό επίπεδο, έπρεπε να βρεθεί ένα είδος πολιτικής λύσης για να τερματιστεί η κοινωνική και ένοπλη σύγκρουση εκείνων των χρόνων. Η απόφαση της πολιτικής ήταν να την αποπολιτικοποιήσει, αναθέτοντας την στο δικαστικό σώμα και στη συνέχεια στον σωφρονιστικό μηχανισμό. Έτσι γεννιέται ο θεσμός της διάστασης-διαχωρισμού και η φιγούρα του «διαχωρισμένου», που ευνοείται από το μεταβαλλόμενο κοινωνικό, πολιτικό και οικονομικό πλαίσιο-περιβάλλον. Σε αυτή την κατάσταση, τα μέλη των ένοπλων οργανώσεων στη φυλακή, παίρνοντας αποστάσεις από τον ένοπλο αγώνα του οποίου υπήρξαν πρωταγωνιστές, πρότειναν μια συνεργασία με τα θεσμικά όργανα, την αποκήρυξη της ιστορίας τους με αντάλλαγμα μια μείωση της ποινής. Το κάνει πρώτα απ ‘όλους ο Toni Negri το 1982 απευθυνόμενος απευθείας στον Domenico Sica στον οποίο προτείνει να αγωνιστούν μαζί ενάντια στους «τρομοκράτες» και θα ακολουθηθεί μετά από λίγο από την Prima Linea, η οποία θα αναλάβει τη διάσταση ως ενιαία θέση της οργάνωσης, και από την πλειοψηφία των μελών της φάλαγγας Walter Alasia των ΕΤ. Οι επιπτώσεις αυτής της θέσης ήταν καταστροφικές για τις ένοπλες οργανώσεις και αποδείχτηκε έτσι ένας από τους ισχυρότερους μηχανισμούς της διάλυσης τους, με την επίθεση στην εσωτερική τους αλληλεγγύη και απομακρύνοντας τες από την ιστορία τους.

Ασχολούμενο περισσότερο με τους τρομοκράτες απ ‘ότι με τα θύματα σήμαινε λοιπόν να δίνει προτεραιότητα, μέσα από τον διαχωρισμό και την μετάνοια-μεταμέλεια, στην επίλυση μιας πολιτικό-κοινωνικής σύγκρουσης, «ομαλοποιώντας» την, ένα πρόβλημα που για το Κράτος ήταν επείγον και βαρύ σε σχέση με τα αιτήματα αποζημίωσης που ταυτόχρονα προέρχονταν από τις οικογένειες των θυμάτων και που εκ των πραγμάτων για αρκετά χρόνια παρέμεναν ανήκουστα. Η AIVITER (Ιταλική Ένωση Θυμάτων Τρομοκρατίας και Ανατρεπτικής Δράσης κατά της συνταγματικής τάξης του Κράτους) ιδρύεται το 1985 ακριβώς με σκοπό να ζητήσει νομοθετικές παρεμβάσεις αντισταθμιστικού χαρακτήρα υπέρ όσων σκοτώθηκαν κατά τη σύγκρουση με τις ένοπλες οργανώσεις. Και ακριβώς επάνω στο διαχωρισμό-διάσταση, που θα γίνει νόμος το 1987, αλλά που άρχισε να εφαρμόζεται ήδη από νωρίτερα, ξεκίνησε η πρώτη πολεμική της ένωσης των θυμάτων της τρομοκρατίας. Ο Maurizio Puddu, επαρχιακός σύμβουλος της χριστιανοδημοκρατίας DC, ένα από τα θύματα των ΕΤ, και πρόεδρος του Συλλόγου, δήλωνε ότι ήταν απαραίτητος ο σεβασμός του νόμου, αλλά πως το δίκαιο δεν πρέπει να παραμορφώνεται κατ ‘αυτόν τον τρόπο. Η μετάνοια δεν απαιτείται στα άρθρα της διάταξης, μόνο η διάσταση. Θα μπορούσε τουλάχιστον να συμπεριληφθεί μια σημείωση με την οποία στους τρομοκράτες επιβάλλονταν να ζητούν από τα θύματα συγνώμη 9.

Στην πραγματικότητα, σε αντίθεση με την ερμηνεία του Puddu, η διάσταση ήταν η πραγματική πράξη μετάνοιας: αντίθετα με τον «μετανοημένο» (παραδοσιακή φιγούρα του καταδότη), ο πρώην «διαχωρισμένος τρομοκράτης» λάμβανε υπόψη τα λάθη του, αποκήρυσσε το παρελθόν του και δεσμεύονταν για το μέλλον να μην χρησιμοποιεί πλέον τη βία ως μέθοδο πολιτικής πάλης. Συνεργάζονταν ενεργά να γκρεμίσει τα θεμέλια της οργάνωσής του και να θέσει και τις άλλες σε κρίση, προσφέροντας στο Κράτος μια πολύ πιο αποτελεσματική δουλειά από αυτήν του καταδότη και για την οποία απολάμβανε την επιείκεια του Κράτους, δηλαδή τη μείωση της ποινής. Μια πρακτική πολύ παρόμοια με τις διαδικασίες που διεξάγονταν πριν από αιώνες από την Εκκλησία ενάντια σε αιρετικούς και μακριά από το δίκαιο που με αυτή την έννοια, ναι, έβγαινε παραμορφωμένο, και όχι μόνο για τις μειώσεις της τιμωρίας που χορηγούνταν με βάση τη «μετάνοια, την αποκατάσταση». Στη συνέχεια, στα τέλη της δεκαετίας του ’90, το αίτημα του Puddu – το υστερόγραφο που απαιτούσε από τον φυλακισμένο να ζητήσει ρητά τη συγχώρεση των θυμάτων – έγινε αποδεκτό. Πράγματι, αν και δεν προβλεπόταν σε κανένα νόμο, οι εποπτικοί δικαστές, κατά την κρίση τους, επέβαλαν ως περαιτέρω απαίτηση για την απόκτηση της υπό όρους απελευθέρωσης την γραπτή επαφή μεταξύ κρατουμένων και θυμάτων ή συγγενών των θυμάτων, στραπατσάροντας εκ νέου το δίκαιο 10, μερικούς αιώνες ιστορίας του δικαίου. Ολόκληρος ο αγώνας κατά της τρομοκρατίας διεξήχθη, εξάλλου, διαφορετικά από ότι ισχυρίζονταν τότε τα κόμματα και τα θεσμικά όργανα, και από αυτά που επαναλαμβάνουν σήμερα, με μέσα και εργαλεία που δεν καλύπτονται, δεν προβλέπονται από το «δημοκρατικό Κράτος δικαίου ».

Η πολεμική από πλευράς των θυμάτων αυξήθηκε όταν, μεταξύ του 1987 και του 1988, άρχισε να υποτίθεται η δυνατότητα χάριτος για τους μη διαχωρισθέντες και αμετανόητους, μετά την πρόταση μιας πολιτικής λύσης που πρότειναν οι κύριοι ηγέτες των BR: σημειώνοντας την εξάντληση ενός κύκλου αγώνων και το ανεπανάληπτο των εμπειριών που τον χαρακτήριζαν, έθεταν την ανάγκη μιας «υπέρβασης», χωρίς αποκηρύξεις και μεταμέλειες σχετικές με την ιστορία τους, και την αναγκαιότητα μιας αμνηστίας για τους πολιτικούς κρατούμενους και για τους εξόριστους. Όχι μια πράξη ειρήνευσης, αλλά μια πολιτική διάταξη η οποία, θεωρώντας μια εποχή κλεισμένη-τελειωμένη, θα επέτρεπε έναν ιστορικό-πολιτικό και μη δικαστικό προβληματισμό, με μια σύγκριση-αντιπαράθεση επεκταθείσα σε όλα τα εμπλεκόμενα μέρη. Η πρόταση προκάλεσε μια συζήτηση στα κυριότερα κόμματα, πρωτίστως DC, PCI και PSI – χριστιανοδημοκρατία κομουνιστές και σοσιαλιστές – βρίσκοντας στο εσωτερικό τους, αν και μεταξύ διακρίσεων, την προθυμία για άνοιγμα ενός διαλόγου. Μικρότερη διαθεσιμότητα, από την αρχή, εκφράστηκε από τα θύματα και ένα μεγάλο μέρος του τύπου. Ήταν η Maria Cristina Tarantelli, η αδελφή του Ezio, που σκοτώθηκε από τις Br, που απάντησε από τις σελίδες της La Repubblica – την εφημερίδα που ήταν περισσότερο αφοσιωμένη στο μέτωπο του όχι στην πολιτική λύση – επιτιθέμενη στο Κράτος, ακλόνητη μπροστά στα αιτήματα οικονομικής υποστήριξης για τα θύματα, σκεπτικιστική προς τις μετάνοιες και τους διαχωρισμούς 11. Μέχρι εκείνη τη στιγμή, από την πλευρά των συγγενών και των ενώσεων των θυμάτων, το ζήτημα συνέχιζε ουσιαστικά να γυρνά γύρω από το αίτημα αποζημίωσης. Ήταν το αντίθετο μέτωπο, παρόν εγκάρσια μέσα σε όλα τα κόμματα, μπροστά στα ανοίγματα, που ανακινεί με χρηστικό τρόπο ακριβώς το ζήτημα του σεβασμού των θυμάτων να εμποδίζει τη συζήτηση 12, η οποία ξεκίνησε ούτως ή άλλως. Υπήρξαν μια σειρά συναντήσεων στη φυλακή μεταξύ αντιπροσώπων όλων των κομμάτων και ορισμένων θεσμικών αξιωματούχων και μαχητών των ΕΤ που είχαν ενταχθεί στην πρόταση της πολιτικής λύσης. Οι συναντήσεις διακόπτονται όταν, το 1988, οι αγωνιστές των BR που εξακολουθούσαν να δραστηριοποιούνται, ενάντιοι στην προοπτική ξεπεράσματος του ένοπλου αγώνα, σκότωσαν τον Ruffilli σε μια δράση. Για τους αμετανόητους και μη διαχωρισμένους πολιτικούς κρατούμενους, των οποίων ο αριθμός ήταν υψηλός και αποτελούσε ένα πρόβλημα για το Κράτος, ο πολιτικός κόσμος επέλεξε μια «ατομική διέξοδο», αναθέτοντας, αυτή τη φορά στο σωφρονιστικό μηχανισμό, την αναζήτηση μιας λύσης, δίνοντας στους πολιτικούς κρατούμενους που δεν συμμετείχαν στη διάσταση τη δυνατότητα πρόσβασης στα οφέλη που προβλέπονταν για τους κοινούς κρατούμενους στον νόμο Gozzini. Ανεξάρτητα από έναν νόμο και ένα γενικό πρόγραμμα, όλα εξαρτώνταν από τις κατευθυντήριες γραμμές και τους προσανατολισμούς των διευθυντών φυλακών, των εποπτικών δικαστών, οι οποίοι αποφάσιζαν, κατά περίπτωση, τη χορήγηση αδειών, την πρόσβαση σε εξωτερικές εργασίες και την ακόλουθη διαδικασία για την απόκτηση της ελευθερίας υπό όρους. Οι προσπάθειες για την εξεύρεση λύσης συνεχίστηκαν επανειλημμένα, όχι πλέον ως συζήτηση μεταξύ πολιτικών κρατουμένων και θεσμικών εκπροσώπων, αλλά ως πρωτοβουλίες των κομμάτων ή μεμονωμένων βουλευτών. Το 1989 υποβλήθηκε σχέδιο νόμου του οποίου η πρόθεση, σαφώς από τη διατύπωση των άρθρων που το απάρτιζαν, πρότεινε μια δικαστική λύση, θέτοντας το ζήτημα της επανεξισορρόπησης των κυρώσεων, οι οποίες για τους πολιτικούς κρατούμενους ήταν μεγαλύτερες από εκείνες των κοινών κρατουμένων επειδή επιδεινώνονταν από τους ειδικούς νόμους. Παρόλο που δεν ήταν συνεπώς θέμα «συγχώρεσης», η συζήτηση, ειδικά στον Τύπο, πήρε αυτά τα περιγράμματα. Την επομένη της υποβολής του νομοσχεδίου, η εφημερίδα La Repubblica – στη μέση της εκστρατείας κατά της αμνηστίας / χάριτος – έδιδε ξανά χώρο στην Maria Cristina Tarantelli, φιλοξενώντας μια επιστολή που απευθύνονταν στον Πρόεδρο της Δημοκρατίας με πολύ σκληρούς τόνους, με τους οποίους επαναλαμβάνονταν η ανισότητα της προσοχής που υπάρχει ανάμεσα στα θύματα, ακόμη σε αναμονή ενός νόμου για να τα αποζημιώνει, και τους «εκτελεστές-δημίους», προς τους οποίους το Κράτος κινούνταν βιαστικά για την κοινωνική επανένταξή τους 13. Για περίπου δύο χρόνια παρεμβάσεις εναλλάσσονταν μέσω δημόσιων συζητήσεων, μεταξύ εκείνων που θεωρούσαν ώριμες τις συνθήκες να κλείσουν οριστικά ένα κεφάλαιο της ιταλικής ιστορίας και εκείνων οι οποίοι, αντιθέτως, πίστευαν ότι οποιαδήποτε διάταξη έπρεπε να θεωρηθεί καθυστερημένη πολιτική αναγνώριση που χορηγείται στους ένοπλους σχηματισμούς, στις ΕΤ πρώτη απ’ όλες.

Σε αυτό το περιβάλλον μέσα η φιγούρα του θύματος αρχίζει να παίρνει μια δημόσια διάσταση, γίνεται το νέο όχημα μέσω του οποίου η πολιτική, αφού πρώτα αποπολιτικοποίησε την κοινωνική σύγκρουση της δεκαετίας του ’70 αναθέτοντας τη διαχείριση της κατάστασης έκτακτης ανάγκης στο δικαστικό σώμα και εκ των πραγμάτων πολιτικοποιώντας τις λειτουργίες αυτού του τελευταίου, θα προσπαθήσει να την αποπολιτικοποιήσει στο επίπεδο της μνήμης και της ιστορίας.

Ο τύπος της συζήτησης, που αρχικά επικεντρώθηκε σε συγκεκριμένα ζητήματα πολιτικού χαρακτήρα που θα έπρεπε να είχαν οδηγήσει στο πολιτικό κλείσιμο εκείνης της ιστορικά εξαντληθείσας σύγκρουσης, επισημοποιώντας το σε νομοθετικό επίπεδο, ανέλαβε μια χροιά που στηρίζονταν πλήρως στην ηθική σφαίρα και που έπαιζε χρηστικά στο ζήτημα του σεβασμού των θυμάτων. Ο ιδιωτικός χώρος, ο πόνος και η μνησικακία, καθώς και η διάθεση προς συγχώρεση εκείνων που επηρεάστηκαν προσωπικά από τη σύγκρουση εκείνων των χρόνων, σταδιακά μονοπωλεί τη δημόσια σφαίρα, της πολιτικής, με λίγες κριτικές φωνές να παραμένουν αντιμέτωπες. Ο Franco Fortini, ειδικότερα, είχε καταλάβει με ευφυία το έδαφος στο οποίο γλιστρούσαμε και που αργότερα θα αποτελούσε το θεμέλιο της θυματοποιητικής ιδεολογίας – dell’ideologia vittimaria – όταν, το 1988, έγραφε :

Τότε τι είναι αυτός ο άνθρωπος, εκείνος ο άνθρωπος για τον οποίο μιλάτε, όταν του αφαιρείται η διάσταση της κοινής δράσης για την αλληλεγγύη, τη δικαιοσύνη, την ελευθερία και την ισότητα, εγώ πραγματικά δεν μπορώ να τον φανταστώ. Τι είναι ένας άνθρωπος που περιορίζεται στην απλή διάσταση της ηθικής εσωτερικότητας; Έχω την δική μου, για να μην αναφέρω τους μέγιστους χριστιανούς, τον Μαρξ, τον Νίτσε, τον Φρόιντ και τον Σαρτ. Με καθησυχάζουν αυτοί: πρέπει να πρόκειται για έναν αχρείο. Ή για ένα θύμα. Και τι θέλουν πράγματι από εμάς οι θεματοφύλακες της Κρατικής δεοντολογίας, της ηθικής του Κράτους αν όχι να μας καταστήσουν απατεώνες ή θύματα; 14

Η δεκαετία του ’90 θα χαρακτηρίζεται από την ίδια διαμάχη, με την ευκαιρία της πρότασης τoυ Cossiga να χορηγήσει χάρη στον Renato Curcio 15, τις πρώτες άδειες που χορηγήθηκαν στα πιο γνωστά ονόματα του ένοπλου αγώνα, σε όλες τις περιπτώσεις δημόσιας έκθεσης των «τρομοκρατών». Στο βάθος, από έναν αφηρημένο πολιτικό κόσμο ο οποίος εν τω μεταξύ αντιμετωπίζει τις άλλες δομικές «καταστάσεις έκτακτης ανάγκης», από τη μαφία στην Tangentopoli, επανεμφανίζεται κάθε τόσο το ζήτημα της αμνηστίας, η κουβέντα της οποίας συζητήθηκε και πάλι στην Επιτροπή Δικαιοσύνης της Βουλής το 1997 για να τερματιστεί σε ένα τίποτα, και στην οποία οι ενώσεις των οικογενειών των θυμάτων εκφράστηκαν και πάλι με αντίθετο τρόπο. Εν τω μεταξύ η νομοθετική διαδικασία υπέρ των θυμάτων της τρομοκρατίας συνεχίζονταν με αργούς ρυθμούς, η οποία προχώρησε από το 1980 έως το 2000 μέσω μιας σειράς κανονισμών, και μόνο το 2004 θα καταστεί νόμος 16.

Ακριβώς μέσα σ ‘αυτή την προοπτική όπου κυριαρχεί η ηθική σφαίρα, η αγανάκτηση προς τους «αμετανόητους-αμετακίνητους» εδραιώνονταν στην επικοινωνιακή συζήτηση, τους «μη μετανιωμένους ή διαχωρισμένους τρομοκράτες» που άρχισαν να έχουν πρόσβαση στα πρώτα οφέλη του νόμου Gozzini. Πέρα από τη θρησκευτική-ηθική κατηγορία που προκαλούν οι όροι, κάποιος «ξεχνούσε» ότι επρόκειτο αποκλειστικά για νομικές κατηγορίες. Και η κατηγορία του «αμετακίνητου» συγκέντρωνε, πέρα από τις διάφορες θέσεις που ανέλαβαν τότε τα άτομα σε σχέση με τη δική τους ιστορία, όλους εκείνους που δεν εντάσσονταν, σύμφωνα με την εξαιρετική νομοθεσία, στις κατηγορίες του μετανοημένου ή διαχωρισμένου. Το γεγονός να είναι κάποιος αμετανόητος και μη διαχωρισμένος είναι συνεπώς ισοδύναμο με το γεγονός ότι εκτίει ποινές μεγαλύτερης διάρκειας από εκείνους που έχουν επωφεληθεί από τις παροχές που προβλέπονται από τη νομοθεσία του κράτους.

Να εξουδετερώνει το πολιτικό κλείσιμο υπήρξε πάντοτε παρόν, είναι σημαντικό να τονιστεί, ένας άλλος παράγοντας: ζητούνταν από τους ταξιαρχίτες να λένε «όλη την αλήθεια» για την υπόθεση Μόρο, η οποία εν τω μεταξύ τροφοδοτούνταν με έρευνες εντυπωσιασμού κενές πραγματικών απαντήσεων-αντιστοιχιών, που έδιδαν ζωή σε μια ανεξάντλητη φλέβα διετρολογικής-συνωμοσιολογικής λογοτεχνίας, τα «μυστήρια της υπόθεσης Moro», σε ένα είδος επαναπροσδιορισμού της πολιτικής της αποφασιστικότητας που περνούσε τώρα στο ιστορικό-πολιτικό επίπεδο, για να απομακρύνει κάθε συζήτηση σχετική με τις ευθύνες των κυριότερων υπέρμαχων της, DC και PCI. Υπό αυτή την έννοια η ανάγνωση του PCI, η οποία θεωρούσε ότι οι κρίσεις των δικαστηρίων των διαφόρων δικών Moro δεν ήταν εξαντλητικές, κέρδιζε δύναμη, και διάβαζε την ιταλική ιστορία την μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο ως μια μακρά ανατρεπτική ίντριγκα ενάντια στη δημοκρατία – και το κόμμα – από τη σφαγή της Portella della Ginestra στις σφαγές της δεκαετίας του ’70 και του ’80, στον κομμουνιστικό ένοπλο αγώνα. Με την υιοθέτηση ενός μονοπωλίου διαφωνίας που δεν προέβλεπε ούτε παραδέχονταν άλλες μορφές έκφρασης στα αριστερά του, πολύ περισσότερο «αυθεντικά» υποκείμενα που θα μπορούσαν να την ερμηνεύσουν, το PCI κατέφυγε, στην διάρκεια των δεκαετιών, στις θεωρίες συνωμοσίας, των προβοκατόρων και των παρεισφρύσεων ενάντια στο κόμμα, ένα επιχείρημα που, στο επίπεδο της προπαγάνδας, ειδικά στην αριστερά, έβρισκε γόνιμο έδαφος και στην δύναμη του αντικομμουνισμού μέσα στην ιταλική κοινωνία.

3.

Είναι στις αρχές της δεκαετίας του 2000 που, δίπλα στο συνωμοσιολογικό παράδειγμα, διαμορφώνεται πλήρως εκείνο της θυματοποίησης. Από τον κόσμο που είχε γεννήσει τον ένοπλο αγώνα, δεν είχε μείνει πλέον τίποτε άλλο παρά οι μαχητές των ένοπλων σχηματισμών, οι οποίες είχαν εξαφανιστεί εδώ και σχεδόν είκοσι χρόνια, και εξακολουθούσαν να κρατούνται στη φυλακή. Τα κόμματα είχαν αλλάξει τα ονόματά τους, άλλα γεννήθηκαν και κυβερνούσαν. Τα «παιδιά του Salò» γιορτάστηκαν στο κοινοβούλιο από τον Luciano Violante, δικαστή και ηγετικό στέλεχος του PCI-PDS-DS που στρατεύτηκε στην πρώτη γραμμή ενάντια στους «τρομοκράτες». Ο εξαντλημένος 20ος αιώνας και οι επαναστάσεις του, οι οποίες όμως αν και ατελείς είχαν έτσι κι αλλιώς απελευθερώσει εκατομμύρια ανθρώπους προηγουμένως αόρατους, είχαν ηττηθεί, και μαζί τους και η έννοια της αντιπαλότητας, η συγκρουσιακή έννοια ως κινητήρια δύναμη της ιστορίας, που εκδιώκονταν πίσω από τον σύγχρονο πολιτικό ορίζοντα και από την Ιστορία. Ο θριαμβευτικός νεοφιλελευθερισμός και η ιδεολογία του, που προωθούνταν μιλώντας για «τέλος της ιστορίας», βιαστικά απαλλάσσονταν από αυτόν: ο Εικοστός αιώνας έγινε ο αιώνας της φρίκης, των γενοκτονιών, των ολοκληρωτισμών. Η ιστορία ηγεμονεύεται από τη μνήμη και μπερδεύεται με αυτήν, συγχέεται, σαν να ήταν συνώνυμη με αυτήν. Η αφηγηματική μνήμη που αφηγείται τον Εικοστό αιώνα είναι μνήμη του πόνου, είναι ο μάρτυρας των φρικαλεοτήτων των ολοκληρωτισμών του σύντομου αιώνα, του Ολοκαυτώματος επί των πάντων. Και αναδύεται ως κεντρικός πρωταγωνιστής το θύμα. Το θύμα τοποθετείται ως ιδανικό μοντέλο για να εμπνευστεί ο καθείς από αυτό: είναι η παθητικοποίηση του υπάρχοντος, το να υποβάλλεσαι και να υπομένεις που επιβάλλεται στη δράση, να κάνεις τίποτα, να μην αντιδράς, να μην λερώνεις τα χέρια σου ως υπέρτατη αξία της ειρηνευμένης κοινωνίας στην ομόφωνη φιλελεύθερη συναίνεση 17.

Η προσωπική ιστορία, η οικεία και οικογενειακή διάσταση, δηλαδή η ιδιωτική διάσταση, καταλαμβάνει το δημόσιο χώρο. Η Iστορία με τις μη γραμμικές, αντιφατικές διεργασίες της, με τις συγκρούσεις της εξαφανίζεται. Οι ανανεωμένες ιταλικές άρχουσες τάξεις εκφράζουν σε μια γλώσσα που είναι εν μέρει μόνο νέα, διότι είναι ήδη παρούσα αλλά όχι ακόμη πλήρως δομημένη, την αφήγηση των » θλιβερών χρόνων του μολυβιού». Αυτή τη φορά το κενό της θεσμικής πολιτικής γεμίζει με τον ιδιωτικό πόνο των θυμάτων, και ιδίως των θυμάτων του ένοπλου αγώνα, των εχθρών του δημοκρατικού Κράτους. Δεν θα μπορούσαν να είναι τα θύματα των σφαγών, που στερούνται δικαστικής αλήθειας καθώς και ιστορικής, σε έναν χώρο που παραμένει αδιαφανής περιοχή. Το λέει ξεκάθαρα ο Giorgio Napolitano στην ομιλία του κατά τον εορτασμό της πρώτης Ημέρας μνήμης των θυμάτων της τρομοκρατίας, όταν δηλώνει την κυριαρχία, μέσα στην ιταλική ιστορία των χρόνων του ’70, των «ανατρεπτικών μηχανορραφιών» της «εξτρεμιστικής και επαναστατικής αριστεράς» και ειδικότερα της «διασποράς της τρομοκρατίας των ερυθρών Ταξιαρχιών» σε σχέση με εκείνες του «νεοφασιστικής δεξιάς […] με συμπαιγνίες ακόμα και μέσα στους μηχανισμούς του Κράτους». Δεν υπάρχει θαμπάδα όσον αφορά το γεγονός πως οι Ερυθρές Ταξιαρχίες πολέμησαν εναντίον του Κράτους. Όσον αφορά τις συνενοχές και τις ευθύνες του κρατικού μηχανισμού στις επιθέσεις που προκάλεσαν σφαγές, αντίθετα, οι πολλές περιοχές αδιαφάνειας-θαμπάδας δεν διαλύθηκαν. Στη συνέχεια πρέπει να διευκρινίσουμε, σύμφωνα με τα στοιχεία που μας επιστρέφει η ιστορία, ότι δεν ήταν ο ένοπλος αγώνας που έκανε τον μεγαλύτερο αριθμό θυμάτων. 18. Αλλά το θυματοποιητικό παράδειγμα-πρότυπο δεν χρειάζεται την Ιστορία για την αφήγησή του, τροφοδοτείται μιας μοναδικής κυρίαρχης μνήμης που κάποιοι θα ήθελαν να γίνει «κοινή μνήμη, κοινόχρηστη».

Το σημάδι της νέας εποχής είχε αποκαλυφθεί με παραδειγματικό τρόπο από τον κινηματογράφο λίγα χρόνια νωρίτερα, με την ταινία του Mimmo Calopresti Η δεύτερη φορά- La seconda volta (1995), μια τεχνητή απόπειρα αντιπαράθεσης-συνάντησης μεταξύ ενός πρώην τρομοκράτη και του θύματος του που αποδεικνύεται αδύνατη, επειδή δεν προβλέπεται, στην ταινία και στην πραγματικότητα, να δίνεται ο λόγος στον »δήμιο» παρά μόνο για να εκφράσει και επιβεβαιώσει την αλήθεια των νικητών. Κυριαρχεί ο υπερκείμενος μονόλογος του θύματος που δεν έχει τίποτα να ακούσει, πεπεισμένος για την απόλυτη αλλοτριότητα και τυχαιότητα αυτού που του συνέβη, αγνοώντας και ξεχνώντας ένα κοινωνικό και πολιτικό πλαίσιο-περιβάλλον του οποίου ήταν μέρος και μέσα στο οποίο γίνονταν πολιτική και με τα όπλα 19. Η αλλαγή του παραδείγματος-προτύπου είναι ορατή και κυρίως στην τηλεοπτική δημοσιογραφία, η οποία εγκαινιάζει, χρησιμοποιώντας τον ορισμό του De Luna, την «τηλεόραση του πόνου». Το 1989 ο Enzo Biagi, απαντώντας στη χήρα του δικαστή Terranova που σκοτώθηκε από τη μαφία, που εξέφραζε κριτική και λύπη για την επιλογή του δημοσιογράφου για συνέντευξη από τον Luciano Liggio, έλεγε: «Μοιράζομαι τον πόνο της κυρίας Terranova και του γιου του αξιωματικού Mancuso. Αλλά δεν είναι καθήκον των οικογενειών των θυμάτων να ορίζουν τι είναι σωστό και τι όχι να γίνεται στην τηλεόραση 20 ». 18 χρόνια μετά, το 2007, ο Corrado Augias καλωσόριζε την έκκληση των συγγενών των νεκρών στη Via Fani και του Giorgio Napolitano, «που είχαν φρικάρει 21 » για μια συνέντευξη που μεταδόθηκε στην τηλεόραση του πρώην ταξιαρχίτη διαχωρισμένου Alberto Franceschini που γυρίστηκε στη Via Fani. Μια τηλεόραση στην οποία ούτε καν ο Sergio Zavoli, συγγραφέας του Η νύχτα της Δημοκρατίας-La notte della Repubblica, θα έβρισκε πλέον χώρο.

Πάντα κατά την πρώτη γιορτή της ημέρας αφιερωμένης στα θύματα της τρομοκρατίας, ο τότε πρόεδρος της Δημοκρατίας, Giorgio Napolitano, ο οποίος έζησε το σύνολο και διαδραμάτισε ηγετικό ρόλο στην πολιτική της δεκαετίας του ’70, δήλωνε την ανάγκη να «δοθεί φωνή όχι σε όσους πυροδότησαν την τρομοκρατική βία, αλλά σε εκείνους που την υπέφεραν 22 ». Εάν μείνουμε στην περίοδο που υποδεικνύεται από τον Napolitano, δηλαδή από το 1969 έως τα μέσα της δεκαετίας του ’80, τα δεδομένα της κοινής μνήμης και εκείνα της Ιστορίας αποκλίνουν. Για την Ιστορία, δύσκολα μπορούμε να βεβαιώσουμε ότι οι ένοπλοι σχηματισμοί πυροδότησαν την τρομοκρατική βία, ειδικά εάν σιωπήσουμε αναφορικά με το πολιτικό και κοινωνικό πλαίσιο και το περιβάλλον που βρίσκεται στην απαρχή της γέννησή τους. Το γεγονός που επιταχύνει το σχηματισμό των ένοπλων ομάδων, σύμφωνα με τις δηλώσεις εκείνων που αγωνίστηκαν σε αυτές και με μια εδραιωμένη ιστοριογραφία, είναι η σφαγή της 12ης δεκεμβρίου 1969 η οποία, πρέπει να θυμόμαστε, έρχεται στο τέλος ενός έτους που κατέγραψε τον μεγαλύτερο αριθμό ωρών απεργιών (250 εκατομμύρια συνολικά, λαμβάνοντας υπόψη όλες τις κατηγορίες) και ένα επίπεδο συγκρουσιμότητας των εργατών που ούτε τα συνδικάτα, ούτε τα αριστερά κόμματα κατάφερναν να συγκρατήσουν. Το πρώτο θύμα στα χέρια μιας ένοπλης ομάδας έλαβε χώρα στη Γένοβα το 1971, κατά τη διάρκεια ληστείας από την Banda XXII Ottobre. Ο πρώτος πολιτικός φόνος είναι εκείνος του αστυνομικού κομισάριου Calabresi (1972), που θεωρήθηκε υπεύθυνος για το θάνατο του αναρχικού Giuseppe Pinelli, ο οποίος εκπαραθυρώθηκε από το αστυνομικό τμήμα ενώ ανακρίνονταν ως ύποπτος δράστης της σφαγής της piazza Fontana. Η δολοφονία του Calabresi, την ευθύνη της οποίας δεν ανέλαβε ποτέ καμία οργάνωση, θα αποδοθεί πολλά χρόνια αργότερα από ένα δικαστήριο στην Lotta Continua. Η πρώτη σχεδιασμένη εκτέλεση της οποίας την ευθύνη ανέλαβαν οι κόκκινες Ταξιαρχίες είναι του 1976.

Αλλά ο Napolitano λέει και άλλα: «Όσοι έχουν διευθετήσει τους λογαριασμούς τους με τη δικαιοσύνη έχουν το δικαίωμα να επανενταχθούν στην κοινωνία, αλλά με διακριτικότητα και μέτρο και να μην ξεχνούν ποτέ τις ηθικές τους ευθύνες ακόμα κι ας μην είναι πλέον ποινικές 23 ». Για το θυματοποιητικό πρότυπο, ο «δήμιος» δεν επιστρέφει, αφού έχει εκτίσει την ποινή του, στις λειτουργίες που έχουν ρυθμιστεί από τους νόμους του δημοκρατικού Κράτους, να είναι ένας ελεύθερος πολίτης, αλλά υποχρεούται σε μια μόνιμη κατάσταση σιωπής, λόγω ηθικών ευθυνών ακατάσβεστων, οι οποίες συνεπώς δείχνουν ένα άδειασμα των κανόνων δικαίου. Το επιβεβαιώνει η αποκαταστατική δικαιοσύνη, χρησιμοποιώντας μορφές φαινομενικά πιο ανοιχτές και συμφιλιωτικές σε σχέση με τις αυταρχικές εκείνες που εκφράστηκαν κυρίως από τις ενώσεις των θυμάτων και ενισχύθηκαν από το επικοινωνιακό σύστημα που θα επιθυμούσε ένα είδος πολιτικής ισόβιας ποινής για τους «δημίους» του ένοπλου αγώνα, αλλά στην πραγματικότητα πιο ύπουλες λόγω των επιπτώσεων που παρουσιάζουν. Η αποκαταστατική δικαιοσύνη επιβεβαιώνει, θέτοντας τις βάσεις για το άδειασμα και την υπέρβαση της αμεροληψίας του δικαίου, πως η εξιλέωση μιας ποινικής τιμωρίας είναι ανεπαρκής απάντηση στο πένθος των θυμάτων, δεν εκπληρώνει το αίτημα για δικαιοσύνη, δεν επιτρέπει την ενσωμάτωση στη μήτρα της κοινότητας και την επανεκπαίδευση που το άρθρο 27 του Συντάγματος αποδίδει στην τιμωρία ως στόχο, στον επίσημο εορτασμό της δύναμης της δημοκρατίας 24 », όπως γράφει ο Luigi Manconi. Μέσα σε αυτό τον χώρο δίδεται ο λόγος, η αποκατάσταση επιτρέπεται, για να χρησιμοποιήσουμε μια έκφραση που χρησιμοποιήθηκε από τον Giancarlo Caselli, σε εκείνους που «έχουν συνειδητοποιήσει τον παραλογισμό τους». Μπορούν να μιλήσουν χρησιμοποιώντας επικυρωμένα λόγια σε έναν εγκεκριμένο χώρο, ή για να λέμε καλύτερα, σε έναν νέο χώρο φυλακισμένο, μέσα σε μια αφήγηση που αποσκοπεί στο να επιβεβαιώσει εκείνη την ανάγνωση σύμφωνα με την οποία μέρος μιας γενιάς, οδηγούμενης από εγκληματική τρέλα και μια αιματηρή ιδεολογία, έθεσε σε κίνδυνο, για μια στιγμή, τις αντοχές του «δημοκρατικού Κράτους». Τόσο στην πρώτη όσο και στη δεύτερη περίπτωση, εκτός από το άδειασμα του δικαίου, ήμαστε μπροστά σε μια διαδρομή κληρικο-μετανοούσα και μια επιχείρηση κατασκευής κοινής μνήμης, σκοπός της οποίας είναι να αρνηθεί και να εξαλείψει το συγκρουσιακό πολιτικό σχέδιο που έχει εγγραφεί στην ιστορία. Μια περαιτέρω εμπεριστατωμένη μελέτη των εγγενών επιπτώσεων της διάστασης, όπου η ανταλλαγή μεταξύ της αναθεώρησης της καταδίκης και της ιδεολογικής αναθεώρησης είναι ενεργή προσκόλληση-συγκατάθεση στην κοινή μνήμη, με αποτέλεσμα να επηρεάζει και να διαστρεβλώνει την ανάγνωση της ιστορίας.

Μεταξύ 2006 και 2009, κατασκευάζονταν κομμάτι με κομμάτι, το μονοπώλιο του λόγου, και της ιστορίας, των θυμάτων του ένοπλου αγώνα, αρνούμενοι τη νομιμότητα της ύπαρξης των αναμνήσεων του ένοπλου αγώνα, και όχι μόνο εκείνων που δεν συμμορφώνονται με την κοινή μνήμη.Οι κύριοι πρωταγωνιστές του ένοπλου αγώνα δεν είχαν δικαίωμα να γράφουν και, πάνω απ ‘όλα, να δημοσιεύουν και να συζητούν σε δημόσιους χώρους, βροντούσε η ιταλική διανόηση από τις σελίδες των κυριότερων εφημερίδων 25. Στους πρώην μαχητές αντιτάσσονταν, σε μια μεγάλη εκστρατεία επικοινωνιακή / διαφημιστική, και πάνω από όλα ιδεολογική, από τις σελίδες των μεγάλων εφημερίδων, οι εκδόσεις των «διάσημων» παιδιών των θυμάτων, από τον Tobagi έως τον Calabresi, στην Rossa, τα βιβλία των οποίων έγιναν η νέα παράμετρος για να μπορούμε να μιλήσουμε για τα χρόνια του ’70. Ονόματα που κατέχουν σημαντικές θέσεις στον πολιτικό και δημοσιογραφικό κόσμο, που έχουν στη διάθεση τους ενώσεις, τα οποία έχουν μετατραπεί σε εξουσιοδοτημένους αποδέκτες της αφήγησης των «χρόνων του μολυβιού», ακριβώς δυνάμει της ταυτότητάς τους ως συγγενών των θυμάτων της «τρομοκρατίας». Όταν δίνεται στο θύμα η εξουσία της λογοκρισίας και του μονοπωλίου του λόγου, απορρίπτεται η ταυτότητά του ως θύμα. Το θύμα γίνεται άσκηση ενός επαγγέλματος λογοκριτικού, που προστατεύεται από το κέλυφος μιας υποτιθέμενης ανώτερης ηθικής.

Το θύμα και η οικογένεια του θύματος, καθαγιασμένοι στην επίσημη τελετουργία της ημέρας μνήμης, θεσμοθετημένοι από τον δημόσιο λόγο, θεαματοποιημένοι επικοινωνιακά, φτάνουν στην πραγματικότητα στο σημείο να ενσωματώνουν μια ανώτερη ηθική. Ο λόγος τους, ανεξάρτητα από το αν είναι σωστός σε σχέση με τα γεγονότα ή τους ανθρώπους για τους οποίους μιλά, και η θέση τους που εκφράζει απόλυτη δημόσια εκδηλωμένη στενοχώρια και πόνο, γίνεται απρόσβλητος, η κριτική καθίσταται βρισιά, προσβολή. Φτάνει κάτι πολύ λιγότερο από την κριτική, φτάνει σήμερα και μόνο το γεγονός να κατατίθεται ένας άλλος λόγος που να ξεφεύγει από τη ρητορική του πόνου και της καταδίκης του κακού, ώστε να ξεσπάσει η λογοκρισία και η δημόσια αποδοκιμασία που επιβάλλεται επικοινωνιακά, ακόμη και το άνοιγμα αρχείων – ακόμη και χωρίς την υπόθεση τέλεσης αδικήματος – από πλευράς εισαγγελιών, οι καταγγελίες ενώπιον των δικαστηρίων από τις ενώσεις των θυμάτων της τρομοκρατίας 26. Ακόμη και η συμμετοχή στην κηδεία ενός ταξιαρχίτη διαμορφώνεται ως δυνητικό έγκλημα και κοστίζει την κατηγορία της υποκίνησης εγκληματικών πράξεων. Είναι μια οργισμένη αγανάκτηση εκείνη που εξέφρασε η Benedetta Tobagi, με αφορμή το θάνατο του Prospero Gallinari, το 2013 – στου οποίου την κηδεία πήραν μέρος όχι μόνο οι σύντροφοι του, αλλά από αρκετές εκατοντάδες ανθρώπων, συμπεριλαμβανομένων πολλών νεαρών, για την « καθαγίαση σε πρωταγωνιστή της Ιστορίας «, για τους» θύλακες που αντιστέκονται σε ένα έδαφος κοινά αποδεκτών αξιών 27 ». Είναι κατανοητή, πάνω από όλα ανθρώπινη, από εκείνους που έχουν υποστεί προσωπικές απώλειες ή ταλαιπωρία πένθος και πόνο, μια αντίδραση αγανάκτησης και διαμαρτυρίας μπροστά στον υπεύθυνο για το θάνατο ενός μέλους της οικογένειας. Η έκφραση του μίσους, της εκδίκησης, της δυσαρέσκειας γίνεται κατανοητή και έχει το λόγο ύπαρξης ως προσωπικές και ιδιωτικές εκδηλώσεις του πόνου καθενός. Ανήκουν ακριβώς στην ιδιωτική σφαίρα. Και είναι εξίσου προφανές ότι ο ιδιωτικός πόνος, που μεταφέρεται στην δημόσια και θεσμοθετημένη σφαίρα, μετατρέπεται σε άσκηση λογοκρισιακής εξουσίας που δεν έχει καμία σχέση με το «σεβασμό προς τα θύματα» και τη μνήμη των θυμάτων, αλλά περισσότερο με ένα είδος σύγχρονου δικαστηρίου πολιτικού-επικοινωνιακού όπου οι «κοινές αξίες» είναι οι κυρίαρχες αξίες, χωρίς τη δυνατότητα κριτικής έκφρασης και διαφωνίας. Ο Franco Fortini το είχε εκφράσει σαφώς, ξεκάθαρα :

Οποιαδήποτε πνευματική και πολιτική δύναμη οργανώνεται ως αντίπαλη στους ήδη καθιερωμένους τρόπους έκφρασης των συμφερόντων και της θέλησης καταγγέλλεται αμέσως σαν συνεργός ή απολογητής ή εξομοιωτής της τρομοκρατίας. Οποιοσδήποτε ιστορικός ή θεωρητικός προβληματισμός σχετικά με το ρόλο και το νόημα της βίας μέσα στην ανθρώπινη ιστορία που δεν τελειώνει με τον εορτασμό και την εξύψωση, την εξύμνηση του καθεστώτος της κοινοβουλευτικής δημοκρατίας ως ανώτατης κορυφής-κορύφωσης της ανθρώπινης συνύπαρξης (και με την καταδίκη της αναζήτησης οποιουδήποτε άλλου τρόπου ή δρόμου) απορρίπτεται ως έργο διαφθοράς 28.

Είναι σαφές ότι είναι από τις πολιτικές σχέσεις εξουσίας, από τις πολιτικές ισορροπίες δυνάμεων, από τους κοινωνικούς ρόλους, από εκείνους που έχουν κερδίσει και από εκείνους που έχασαν, που το καθεστώς του θύματος είναι προσβάσιμο, επειδή τα θύματα δεν είναι όλα ίδια. Η διαφοροποίηση μεταξύ των αδύναμων θυμάτων και των ισχυρών θυμάτων, των υποκειμένων θυμάτων και των κυρίαρχων θυμάτων, και κατά συνέπεια μεταξύ των υποτελών αναμνήσεων και των κυρίαρχων αναμνήσεων, εξαρτάται από τις πολιτικές ισορροπίες δυνάμεων. Είναι πάρα πολύ τετριμμένο – και κατά βάθος είναι ακριβώς επάνω στην ανωριμότητα της ανάγνωσης και της ιστορικής κατανόησης που βασίζεται στην θυματοποιητική ιδεολογία – να επιβεβαιώνεται πως από την προοπτική που αναλαμβάνεται θα έχουν ένα διαφορετικό βάρος οι πολλές προλεταριακές σφαγές που είναι διάσπαρτες στην δημοκρατική ιστορία, οι τουφεκισμοί της αστυνομίας στους διαδηλωτές στις πλατείες, οι σφαγές – όταν ακόμη οι ΕΤ ήταν πολύ μακριά από το να υπάρχουν – και οι πεσόντες με στολή του Κράτους από τα χέρια των ΕΤ. Μια λογική που καταλήγει να καταπιεί μέσα της ακόμη και εκείνους που επικρίνουν τον θυματοποιητικό μηχανισμό, την στιγμή κατά την οποία παρουσιάζουν και αντιπαραβάλλουν θύματα στα θύματα, δίνοντάς τους τροφή και αναγνώριση ως ερμηνευτική και αξιολογική κατηγορία που οδηγεί στο ίδιο αποτέλεσμα της παγίωσης της αίσθησης και της ιστορικής και πολιτικής κατανόησης. Υπάρχουν θύματα και δολοφόνοι εκεί όπου δεν υπάρχει μια σύγκρουση. Και ότι για ένα διάστημα είκοσι χρόνων υπήρξε μια κοινωνική σύγκρουση εντός της οποίας και ο ένοπλος αγώνας βρήκε χώρο είναι εγγεγραμμένο στην Ιστορία, το λεν οι αριθμοί, οι νεκροί στα αντιτιθέμενα μέτωπα, οι ειδικοί νόμοι, η ειδική φυλακή, τα βασανιστήρια, οι εξόριστοι. Να ξεχνάμε ότι το κράτος έχει κάνει τις οικογένειες των θυμάτων της σφαγής της Πιάτσα Φοντάνα να πληρώσουν τις δικαστικές δαπάνες χωρίς καν να τους δώσουν μια δικαστική αλήθεια σίγουρα δεν μπορούμε, δεν γίνεται. Και αν η δικαστική αλήθεια δεν έχει πλέον πολύ νόημα σήμερα, είναι σημαντική αντίθετα μια ιστορική αλήθεια. Η οποία δεν μπορεί να εφαρμοστεί εάν η Ιστορία διαβάζεται ως σύγκρουση μεταξύ καλού και κακού – όπου το καλό και τα θύματα συμπίπτουν με τις αξίες που επιβάλλονται ως κυρίαρχες, και είναι τέτοιες ακριβώς επειδή είναι το αποτέλεσμα της πολιτικής και κοινωνικής ισορροπίας δυνάμεων που καθορίστηκε από το αποτέλεσμα των συγκρούσεων – , εάν η Ιστορία χρησιμοποιείται για τη θεσμοθέτηση της μνησικακίας, ως κοινωνική και πολιτική εκδίκηση των νικητών. Δεν είναι μια ιταλική ιδιαιτερότητα, είναι η ιδεολογική βάση του νεοφιλελευθερισμού και ο σκοπός της είναι ακριβώς να απομακρύνει την αντιπαλότητα , να διώξει την συγκρουσιακή διάθεση που βρίσκεται στην ιστορία και την πολιτική, αποπολιτικοποιώντας την. Αλλά η Ιταλία προηγήθηκε των καιρών σε αυτή την περίπτωση, αμφισβητώντας, αρνούμενη επανειλημμένα την πολιτική διάσταση εκείνης της σύγκρουσης: κατά την διάρκεια της ανάπτυξής της, με την πολιτική της αποφασιστικότητας, στην κατάληξη, με τον διαχωρισμό και τη λύση της «εξατομικευμένης εξόδου», απαλλασσόμενη του προβλήματος των πολιτικών κρατουμένων χωρίς να αναλαμβάνει ένα μέτρο πολιτικής φύσεως στο τέλος μιας εποχής πολιτικά και ιστορικά ολοκληρωμένης, και τέλος, σε αυτά τα τελευταία χρόνια, προσπαθώντας να διαγράψει τη μνήμη εκείνης της σύγκρουσης με την θυματοποιημένη αφήγηση και να αφαιρέσει την αυθεντικότητά της με αυτή τη μεγάλη «ψεύτικη αφήγηση» – « fake narration » που είναι η διετρολογία-συνωμοσιολογία. Να αφαιρέσουν το λόγο, και την ιστορία, σε αυτούς που υπήρξαν οι πρωταγωνιστές μιας κοινωνικής σύγκρουσης, της οποίας ο ένοπλος αγώνας ήταν αναπόσπαστο μέρος, είναι μια εξαιρετικά ιδεολογική επιχείρηση, τέλεια για να κρύβει αυτό που δεν μπορεί να σιγήσει από την άποψη της ιστορίας, στο επίπεδο της ιστορίας και που επανεμφανίζεται κάθε φορά που πλησιάζουμε στις πηγές της ιστορίας. Η μνήμη – η άμεση μαρτυρία αυτών που ενσάρκωσαν εκείνη τη σύγκρουση – είναι μία από τις πηγές για την ανασυγκρότηση της ιστορίας, και η ιστοριογραφική έρευνα μπορεί να αγνοηθεί από τη μνήμη των παιδιών και των εγγονών των θυμάτων, να είναι ανεξάρτητη από αυτές τις μνήμες, αλλά δεν μπορεί να κάνει χωρίς τις αναμνήσεις των «εκτελεστών, των δημίων». Για την Ιστορία, η ύπαρξη μιας πληθώρας αναμνήσεων, μαρτύρων των γεγονότων, σε σύγκρουση μεταξύ τους, είναι απαραίτητη για την ανακατασκευή, την κατανόηση και την αποτίμηση της κοινωνικής πολυπλοκότητας και των φαινομένων που αυτή δημιούργησε, των σχέσεων δύναμης παρόντων σε συγκεκριμένες περιστάσεις και εποχές, απαραίτητων για την ιστορική γνώση. Και όσο περισσότερο επεκτείνεται και εμβαθύνεται η μελέτη του κοινωνικού περιβάλλοντος της περιόδου, των ιστοριών, των πολιτικών διαδρομών των μαχητών των ένοπλων οργανώσεων, με άλλα λόγια, όσο περισσότερο απομακρύνεται μια ιστορική περίοδος από την «κανονικοποίηση» κάτω από την οποία συμπιέστηκε, τόσο περισσότερο πέφτουν τα κλισέ, οι κοινοτοπίες μέσα στις οποίες όλη εκείνη η εποχή των αγώνων – και των κατακτήσεων που έχουν σχεδόν ολοκληρωτικά διαγραφεί σήμερα – περιορίστηκε.

Για τη σύγκρουση μεταξύ καλού και κακού, μεταξύ θύματος και δημίου, για το θυματοποιητικό παράδειγμα, όλα αυτά είναι άχρηστα, Η Ιστορία είναι άχρηστη, δεν χρειάζεται: αντιθέτως, είναι ένα πρόβλημα.

Silvia De Bernardinis

α]. διετρολογία  – Στην πολιτική και δημοσιογραφική γλώσσα δείχνει, με πολεμικό τόνο, την τάση, των λεγόμενων διετρολόγων, να αποδίδουν στα γεγονότα της δημόσιας ζωής αιτίες διαφορετικές από εκείνες τις δηλωμένες ή προφανείς, συχνά υποθέτοντας μυστικούς λόγους και αιτιάσεις, με την αξίωση ότι γνωρίζουν τι πραγματικά «στέκεται πίσω» σε κάθε μεμονωμένο γεγονός.

1 Δες AaVv., La mappa perduta-ο χαμένος χάρτης, Roma, Sensibili alle foglie, 1994 και Steccanella Davide, Τα χρόνια του ένοπλου αγώνα-Gli anni della lotta armata, Milano, Bietti, 2018.

2 De luna Giovanni, « Tribunale speciale per la difesa dello Stato-ειδικό Δικαστήριο για την υπεράσπιση του Κράτους », στο De Grazia Victoria, Luzzatto Sergio (dir.),Dizionario del fascismo-Λεξικό του φασισμού, Torino, Einaudi, 2003, vol. 2, p. 739.

3 Agamben Giorgio, « Cattive memorie-Κακές αναμνήσεις », Il Manifesto, 23 δεκεμβρίου 1997.

4 Τα παραδείγματα είναι πολυάριθμα, αναφέρω ένα πρόσφατο και εμβληματικό από την Anna Maria Vinci η οποία, αναφερόμενη στη σπουδαιότητα της μελέτης των πηγών, καταλήγει ως εξής: «Επομένως δεν ασκεί καμία μορφή «ταξιαρχίτικου υποκειμενισμού» αυτός που προσεγγίζει στην διαστρεβλωμένη και σκοτεινή πρόζα εκείνων των ανατρεπτικών κινημάτων: είναι ένα αναγκαίο πέρασμα που απαιτεί, μεταξύ άλλων, μια σημαντική κριτική προσπάθεια (και υπομονή). Οι μηρυκασμοί που δεν διαβάζονται πολλών από τις πηγές που αναφέρθηκαν αξίζουν, πράγματι, μια μη αποστασιοποιημένη αξιολόγηση του λεξιλογίου μιας γενιάς, στη συνεύρεση και / ή στη σύγκρουση μεταξύ ιδιωτικού και δημόσιου, ανάμεσα στο «οικογενειακό λεξικό» και τον πολιτικό λόγο «, Battelli Giuseppe, Vinci Anna Maria, Parole e violenza politica. Gli anni Settanta nel Novecento italiano-Λόγια και πολιτική βία. Η δεκαετία του ’70 στον ιταλικό εικοστό αιώνα, Roma, Carocci Editore, 2013, p. 21.

5 Συζήτηση του νομοσχεδίου: S. 1003 – Γερουσιαστές Rossa και άλλοι: Δημιουργία της «Ημέρας της Μνήμης» αφιερωμένης στα θύματα της τρομοκρατίας και των σφαγών αυτής της μήτρας (Εγκρίθηκε από τη μόνιμη Επιτροπή της Γερουσίας) (Α.C.2489), και των προτεινόμενων νόμων Ascierto , Angela Napoli , Zanella και άλλοι , Zanotti και άλλοι (A.C. 1071136119952007), Συνεδρίαση n. 150, 2 μάιος 2007, στο

http://documenti.camera.it/apps/nir/getRiferimentiNormativi.aspx?base=1&blnDea=0&strURL=http://documenti.camera.it/leg15/resoconti/assemblea/html/sed0150/stenografico.htm

6 D’Antona Olga, Ibid, Ίδια αναφορά

7 Σύμφωνα με τα στοιχεία που υπάρχουν στο The Lost Map- La mappa perduta-Ο χαμένος χάρτης, τα θύματα των ένοπλων οργανώσεων της αριστεράς ήταν 128, εκ των οποίων περισσότεροι από τους μισούς ήταν της Αστυνομίας του Κράτους (38), των Carabinieri (21), της ιδιωτικής αστυνομίας (10), της σωφρονιστικής αστυνομίας (8), των ενόπλων δυνάμεων (2) , του δικαστικού σώματος (8), πολιτικών (6).

8 Sommier Isabelle, Pentimento e dissociazione. Fine degli anni di piombo in Italia ?, Μετάνοια και διάσταση. Τέλος των ετών μολυβιού στην Ιταλία ;, στο http://www.bellaciao.org/it/spip.php?article3213

9 Patruno Roberto, « Primo sconto per i dissociati BR »,«Πρώτη έκπτωση για τους διαχωρισμένους BR», La Repubblica, 12 μαρτίου 1987.

10 Η πρώτη περίπτωση κατά την οποία ένα δικαστήριο επιτήρησης απευθύνθηκε στην Ένωση θυμάτων ήταν εκείνη του Vincenzo Acella, BR που διαχώρισε τη θέση του το 1999.

11 Tarantelli Maria Cristina, « Vittime e carnefici- Θύματα και δήμιοι», La Repubblica, 21 ιανουαρίου 1988.

12 Ο Cesare Salvi, επικεφαλής του τμήματος Δικαιοσύνης του PCI, δήλωνε: «Οι οικογένειες των θυμάτων δεν μπορούν να αποτελούν εμπορεύματα ανταλλαγής. Είναι ντροπιαστικό το γεγονός ότι το Κράτος δεν έχει εκπληρώσει τα καθήκοντά του απέναντι τους, αλλά αυτό δεν έχει καμία σχέση με τις συζητούμενες πρωτοβουλίες. Πρέπει να ακούσουμε τη φωνή τους, αλλά δεν μπορούμε να ξεφορτωθούμε στους ώμους τους αυτό που είναι δουλειά του κράτους », M.S.,« Το ΚΚΙ- PCI ζητάει σαφήνεια », La Repubblica, 28 Ιανουαρίου 1988.

13 Tarantelli Maria Cristina, « Έτσι το Κράτος προστατεύει τους τρομοκράτες αλλά δεν φροντίζει τα θύματα », La Repubblica, 21 ιουλίου 1989.

14 Fortini Franco, « Non è solo a voi che sto parlando-Δεν είναι μόνο σε εσάς που μιλώ », στις Απείθειες ΙΙ– Disobbedienze II, Roma, Il Manifesto Libri-Βιβλία, 1996.

15 Σε μια διαμάχη με τον τότε πρόεδρο της χριστιανοδημοκρατίας DC, Ciriaco De Mita, και με τον Υπουργό Χάρης και Δικαιοσύνης, Martelli, ο Francesco Cossiga δήλωνε: «μόνο όσοι πολέμησαν τον πόλεμο μπορούν να ζητήσουν ειρήνη», στο Rizzo Renato, «Αγαπητέ Martelli, δεν είμαστε παιδάκια »La Stampa, 18 αυγούστου 1991.

16 Διάβασε 3 αυγούστου 2004, n. 206, Νέοι κανόνες υπέρ των θυμάτων της τρομοκρατίας και των σφαγών αυτής της μήτρας – Nuove norme in favore delle vittime del terrorismo e delle stragi di tale matrice.

17 Cfr. Giglioli Daniele, Critica della vittima-Κριτική του θύματος, Milano, Nottetempo, 2014.

18 Ο αριθμός των θυμάτων, για την περίοδο από το 1969 έως το 1982, είναι 351, σύμφωνα με τα στοιχεία που ανακοίνωσαν οι Dalla PortaDonatella, Rossi Maurizio, Σκληροί αριθμοί. Απολογισμός της ιταλικής τρομοκρατίας-Cifre crudeli. Bilancio dei terrorismi italiani, Μπολόνια, Ερευνητικό υλικό του Ινστιτούτου Cattaneo, 1984. Πιο συγκεκριμένα του ένοπλου αγώνα, σύμφωνα με τα στοιχεία που συλλέχθηκαν από την Progetto Memoria- Σχέδιο Μνήμης,τα θύματα που προκλήθηκαν από τους ένοπλους σχηματισμούς της αριστεράς ήταν 128 , από αυτά τα 72 προκλήθηκαν από τις δράσεις των BR όσον αφορά την περίοδο 1970-1988. Εάν εξετάσουμε την περίοδο 1970-1981 – από την ίδρυση της οργάνωσης έως την πρώτη διάσπαση της φάλαγγας Walter Alasia – τα θύματα είναι 48. Στη συνέχεια, 6 θάνατοι προκλήθηκαν από δράσεις της W. Alasia (1981-1983), 12 από τις BR-PG (μεταξύ απριλίου 1981 και οκτωβρίου 1982), 6 από τις BR-PCC (από το 1981 έως το 1988 ), βλ Ο χαμένος χάρτης-La mappa perdutaop. cit.

19 Cfr. Balzerani Barbara, Compagna luna-Συντρόφισσα Σελήνη, Roma, DeriveApprodi, 1998, p. 125-133.

20 Bolzoni Attilio, « Quell’infame discorso di Liggio-Εκείνη η βρώμικη ομιλία του Liggio », La Repubblica, 23 μαρτίου 1989.

21 Augias Corrado, « Να ακούμε τους δολοφόνους των αγαπημένων μας στην τηλεόραση », La Repubblica, 9 μαρτίου 2007.

22 Napolitano Giorgio, Ομιλία του Προέδρου της Δημοκρατίας Giorgio Napolitano στην Ημέρα Μνήμης αφιερωμένη στα θύματα της τρομοκρατίας, Palazzo del Quirinale, 9 μαΐου 2008, in http://presidenti.quirinale.it/elementi/Continua.aspx?tipo=Discorso&key=1246

23 Ibid.

24 Manconi Luigi, Graziani Federica, « Η δίκαιος χωρισμός από το βάρος  εκείνων των χρόνων-Il giusto congedo dal peso di quegli anni », Il Manifesto, 24 ιανουαρίου 2017.

25 Υπό την έννοια αυτή, ο Antonio Tabucchi ήταν πρόδρομος το 1998, με μια παρέμβαση λογοκρισίας, από τις σελίδες της Corriere della Sera, εναντίον του βιβλίου της Barbara Balzerani, Compagna Luna-Συντρόφισσα Σελήνη, που εκδόθηκε από τον οίκο Feltrinelli, και δικό του εκδοτικό οίκο, στον οποίο έστειλε τελεσίγραφο, απαιτώντας από αυτόν να επιλέξει μεταξύ της παραμονής της Balzerani ή του ιδίου. Και αυτή η απειλή έληξε υπέρ αυτού.

26 Αυτό που συνέβη με τη Barbara Balzerani όταν είπε ότι εκείνο του θύματος είναι ένα λογοκριτικό επάγγελμα με την ευκαιρία της παρουσίασης ενός από τα βιβλία της στο Centro Popolare Autogestito-Λαϊκό Αυτοδιαχειριζόμενο Κέντρο (CPA) στη Φλωρεντία στις 16 μαρτίου 2018. Με την ευκαιρία αυτή το όλο γεγονός γυρίστηκε χωρίς άδεια , με κρυφές κάμερες, και μετά μεταδόθηκε σε ένα τηλεοπτικό πρόγραμμα με σκοπό να προκαλέσει εντυπώσεις.

27 Tobagi Benedetta, « Se il carceriere di Moro diventa eroe sul web- Αν ο δεσμοφύλακας του Moro γίνεται ήρωας στον ιστό», La Repubblica, 15 ιανουαρίου 2013, e Id., « Irriducibili. Perché gli ultimi terroristi fanno ancora discutere- Αμετακίνητοι. Γιατί οι τελευταίοι τρομοκράτες εξακολουθούν να συζητιούνται», La Repubblica, 24 ιανουαρίου 2013.

28 Fortini Franco, Non è solo a voi che sto parlandoop. cit., p. 37-38. Δεν είναι μόνο σε εσάς που μιλώ

 

Un contributo sul “Paradigma vittimario”

σύγχρονα κινήματα, movimenti di oggi

Το στοίχημα, το διακύβευμα

του Alexik

You don’t need a weatherman to know which way the wind blows”. (Bob Dylan, Subterranean Homesick Blues.)

Το επόμενο Σάββατο, χιλιάδες άνθρωποι θα πορευτούν κατά των Μεγάλων Περιττών και Επιβληθέντων Έργων και για το δικαίωμα στο κλίμα.
Θα κατεβούν στο δρόμο στο Παρίσι όπως στο TorinoPadovaMelendugnoVenosa και Niscemi.
Το ραντεβού της 8ης δεκεμβρίου, που γεννήθηκε στην Valsusa ως επέτειος της απελευθέρωσης της Venaus- della liberazione di Venaus και που στη συμπεριλήφθηκε ως ημερομηνία σύμβολο των κινημάτων ενάντια στις καταστροφές των εδαφών, της γης, φέτος διασυνδέεται με τις διεθνείς κινητοποιήσεις για την κλιματική δικαιοσύνη, ταυτόχρονα με την διεθνή συνδιάσκεψη επάνω στο κλίμα της Κατοβίτσε– conferenza mondiale sul clima di Katowice.

Το διακύβευμα είναι υψηλό: η υπεράσπιση των οικοσυστημάτων και των υδρογεωλογικών ισορροπιών της γης, η υπεράσπιση των συνθηκών διαβίωσης εκείνων που ζουν σε εκείνα τα μέρη, η υπεράσπιση δημόσιων πόρων που δέχονται επίθεση από την ιδιωτική κερδοσκοπία.
Γενικά συμφέροντα της κοινωνίας που τα κινήματα από πάντα αντιπροσωπεύουν, παρά όλους αυτούς που τα κατηγορούν για nimbyismo, nimbyism α].
Αλλά δεν πρόκειται μόνο γι αυτό.
Η δραματικότητα της κλιματικής κατάστασης έκτακτης ανάγκης επέβαλε με αλαζονικό τρόπο μια αλλαγή ρυθμού, μια ανύψωση των στόχων και των συνθημάτων, επειδή είναι το όλο μοντέλο ανάπτυξης – του οποίου η λογική των Μεγάλων Έργων είναι μια έκφραση – που οδηγεί τον Πλανήτη στην κατάρρευση.
Ή καλύτερα: αυτό που καταρρέει είναι οι απαραίτητες συνθήκες για την επιβίωση δεκάδων χιλιάδων ζωντανών ειδών, συμπεριλαμβανομένου του ανθρώπινου.
Ο Πλανήτης στην πραγματικότητα μπορεί να συνεχίσει ήρεμα χωρίς εμάς, ενώ η ζωή στη Γη θα αλλάξει τις μορφές και τις συνήθειες της, όπως έχει ήδη αρχίσει να κάνει 1.

Εκατοντάδες επιστήμονες από όλο τον κόσμο μας επαναλαμβάνουν, εδώ και χρόνια, ότι ο χρόνος που έχουμε στη διάθεσή μας τελειώνει, και σίγουρα δεν μοιάζουν με μεσαιωνικούς χιλιαστές.
Οι άνεμοι που διαπερνούν- που διασπούν τα παράθυρά μας, τα ποτάμια της λάσπης που εισβάλλουν στους δρόμους και τα σπίτια παρασύροντας πράγματα και ανθρώπους, μας το επαναλαμβάνουν με αυξανόμενη συχνότητα.
Αλλού, μακριά από τα μάτια μας και τις τηλεοπτικές οθόνες μας, συμβαίνουν και χειρότερα.
Στην Αφρική, το 2017, η κλιματική καταστροφή έσυρε 39 εκατομμύρια ανθρώπους από 23 χώρες σε επισιτιστική ανασφάλεια αποξηραίνοντας υδάτινους πόρους, βοσκοτόπια και καλλιέργειες, colture2.
Με αυτόν τον τρόπο, μέσα από τον πνιγμό ή την λιμοκτονία, μέρος της ανθρωπότητας γιορτάζει την αύξηση του 1 ° C της θερμοκρασίας της Γης σε σύγκριση με την προ-βιομηχανική εποχή.

Λιγότερο από δύο μήνες πριν 224 επιστήμονες, συνδημιουργοί της τελευταίας Έκθεσης της Διακυβερνητικής Επιτροπής για την Κλιματική Αλλαγή – Intergovernmental Panel On Climate  Change3, μας προειδοποίησαν να μην υπερβούμε το όριο του 1,5°C.
Όχι για να δοθεί τέλος, αλλά μόνο για να περιοριστεί η αύξηση του επιπέδου της θάλασσας, η οξίνιση και η υποξία των ωκεανών, η αύξηση των κινδύνων για την υγεία,  η επισιτιστική ανασφάλεια, τα εμπόδια στην πρόσβαση στο νερό και στα μέσα διαβίωσης-βιοπορισμού για εκατομμύρια ανθρώπους.

Μερικοί από τους συναδέλφους τους μας προειδοποιούν πως, ακόμη και αν παραμείνουμε κάτω από τα όρια που θέτει η Συμφωνία του Παρισιού, είναι πιθανό να ξεκινήσουν μη αναστρέψιμοι μηχανισμοί, ένα φαινόμενο ντόμινο αδύνατο να περιοριστεί 4, σε θέση να θερμάνει τον Πλανήτη έως και 4-5 ° C περισσότερο από ότι κατά την προ-βιομηχανική περίοδο.
Μας μιλούν για το θάνατο των δασών, που μετατράπηκαν σε στέπες και σαβάνα.
Μας λένε για την απόψυξη του permafrost, του αιωνόβιου πάγου στα εδάφη των αρκτικών περιοχών, κάτω από τον οποίο κατοικεί το ένα τρίτο του άνθρακα της Γης, τεράστια στρώματα οργανικής ύλης που έχουν συσσωρευτεί εδώ και χιλιετίες.
Η απόψυξη προσδίδει τροφή στα βακτηρίδια του εδάφους, τα οποία το αποσυνθέτουν επιστρέφοντας το στην ατμόσφαιρα υπό την μορφή διοξειδίου του άνθρακα και μεθανίου.
Κάτω από τον Παγωμένο Αρκτικό Ωκεανό το permafrost περιέχει εκατοντάδες εκατομμύρια τόνους μεθανίου που, απελευθερωμένα από τη θερμότητα, επιστρέφουν στην επιφάνεια σε εντυπωσιακές ποσότητες 5.
Και το μεθάνιο παράγει ένα φαινόμενο θερμοκηπίου 25 φορές μεγαλύτερο από το διοξείδιο του άνθρακα.

Οι προοπτικές για τα ζωντανά όντα είναι καταστροφικές.
Από τα 80.000 φυτικά και ζωικά είδη μέσα σε 35 »Περιοχές Προτεραιότητας» για τη βιοποικιλότητα, 20% των ειδών αναμένεται να εξαφανιστούν το 2080 εάν η αύξηση της θερμοκρασίας διατηρηθεί στο 2 ° C σε σύγκριση με την προβιομηχανική περίοδο (δηλ. τα όρια της Συμφωνίας του Παρισιού).
Στην περίπτωση αύξησης κατά 4,5 ° C η εξαφάνιση θα κάλυπτε σχεδόν το 50% κατά μέσον όρο των ειδών, με κορυφές του 89%, ειδικά για εκείνα, όπως τα αμφίβια, δεν θα είναι σε θέση να μεταναστεύσουν σε περιοχές που θα μπορούσαν ακόμη να είναι κατοικήσιμες, όπου δηλαδή θα μπορούσαν να ζήσουν.6.

Δεν υπάρχει ανάγκη συγκεκριμένων σπουδών για να καταλάβουμε πως, στο πλαίσιο αυτό, μέσα σε αυτή την συγκυρία, στους ανθρώπους το μέλλον επιφυλάσσει σημαντικές μεταναστεύσεις, που θα αφήσουν εποχή – των οποίων οι σημερινές είναι μόνο μια γεύση – και αυξανόμενες συγκρούσεις. Παραλλάσσοντας τα λόγια από τον Guido Viale, “ένα κόσμο γεμάτο πολέμους και συγκρούσεις για να κατανείμουν τους πόρους που απομένουν7

Πόσο μακριά βρισκόμαστε από το σημείο μη επιστροφής;
Μπορούμε να συζητήσουμε εάν θα διαρκέσει μερικά ακόμη χρόνια, μια δεκαετία πάνω κάτω, αλλά η διαδρομή είναι αυτή που περιγράφεται.
Η θερμοκρασία της γης αυξάνεται με έναν ρυθμό 0,17 ° C κάθε δέκα χρόνια 8, και το επίπεδο των αερίων του θερμοκηπίου στην ατμόσφαιρα δεν ήταν ποτέ τόσο υψηλό.
Οι συγκεντρώσεις των αερίων του θερμοκηπίου έφθασαν τα ιστορικά υψηλά από τα προβιομηχανικά επίπεδα το 2017: 405,5 μέρη ανά εκατομμύριο για το CO2, 1859 ppm για το μεθάνιο, 329,9 ppm για το μονοξείδιο του αζώτου. Τιμές που αντιπροσωπεύουν αντιστοίχως αυξήσεις των συγκεντρώσεων του 146%, 257% και 122% σε σύγκριση με εκείνες που εκτιμήθηκαν το 1750 9.

Μπροστά στο υπόκειμαι μιας αποκάλυψης, θα μπορούσαμε να περιμένουμε πως ακόμα και οι πιο αντιδραστικές άρχουσες τάξεις θα έτρεχαν να καλυφθούν με δράσεις αντιμετώπισης.
Δεν είναι έτσι.
Το βλέπουμε κάθε μέρα στα εδάφη, όπου οι γεωτρήσεις, το fracking β], η κατασκευή αγωγών πετρελαίου και αγωγών φυσικού αερίου, θεωρούνται «στρατηγικά έργα», που επιβάλλονται από τα Κράτη και αμυντικά στρατιωτικά σχέδια.
Ανεξαρτήτως της Συμφωνίας του Παρισιού και των συναγερμών που εκτοξεύονται από τους επιστήμονες της IPCC, η παγκόσμια οικονομία πηγαίνει αλλού. Αντίθετα για τα κοινά ανθρώπινα όντα και για τα άλλα ζωντανά όντα του Πλανήτη, η καταστροφή λαμβάνεται από το Κεφάλαιο ως ευκαιρία, όπως αποδεικνύεται από τον σιωπηλό πόλεμο που ήδη από καιρό βρίσκεται σε εξέλιξη για να αρπάξει τους ορυκτούς πόρους της Αρκτικής σε απόψυξη 10, ή το άνοιγμα νέων εμπορικών οδών που κατέστη δυνατό από τη σταδιακή απόσυρση των πάγων 11.

Όσον αφορά την εγκατάλειψη των ορυκτών καυσίμων, η τελευταία ετήσια έκθεση του ΟΠΕΚ είναι ενδιαφέρουσα από την άποψη αυτή 12.
Πρόκειται προφανώς για ένα έγγραφο εκείνης της πλευράς, σε μας αντιπάλου, το οποίο καταρτίζουν όσοι χρησιμοποιούν ορυκτά καύσιμα για να τα πωλούν και να τα τιμολογούν, με προβλέψεις που πρέπει να αποδειχθούν. Αλλά με βάση αυτές τις προβλέψεις βασίζονται οι επενδύσεις, οι πολυεθνικές στρατηγικές και οι Κρατικές πολιτικές.
Η έκθεση προβλέπει, μεταξύ 2015 και 2040, μια αύξηση της συνολικής ζήτησης πρωτογενούς ενέργειας των 96 εκατομμυρίων βαρελιών πετρελαίου ισοδύναμου την ημέρα (mboe / d), που καθοδηγείται κυρίως από την Ινδία και την Κίνα. Προβλέπει ότι η ζήτηση αφορά κυρίως το φυσικό αέριο και – παρά την αύξηση του ποσοστού βάρους των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας – αναμένεται μια περαιτέρω αύξηση σε απόλυτες τιμές της εξόρυξης και της κατανάλωσης πετρελαίου και άνθρακα.
Συνεπώς δεν υπάρχει καμία πραγματική πρόθεση στον ορίζοντα να αντιστραφεί η τάση και να μειωθούν δραστικά οι εκπομπές που αλλάζουν το κλίμα.

Η έκθεση του ΟΠΕΚ αναφέρει τα στοιχεία του ΟΗΕ για την παγκόσμια δημογραφική αύξηση – από 7,3 δισεκατομμύρια ανθρώπους στον πλανήτη το 2015 σε 9,2 δισεκατομμύρια το 2040, οι οποίοι θα γεννηθούν κυρίως στις αναπτυσσόμενες χώρες.
Σχεδόν δύο δισεκατομμύρια περισσότεροι άνθρωποι μαζί με τις σχετικές ανάγκες τους που πρέπει να μετατραπούν σε εμπορεύματα: αυτό είναι το πλαίσιο που προβλέπεται για την ανάπτυξη, καθώς και για την εξόρυξη ενέργειας, συμπεριλαμβανομένης εκείνης των ορυχείων, της αγροτοβιομηχανίας και των υποδομών, επάνω στις οποίες σήμερα αναμετρούνται με όρους αδίστακτου ανταγωνισμού όχι μόνο οι χώρες του κλασσικού ιμπεριαλισμού, αλλά και διάφορες δυνάμεις σε τοπική κλίμακα (ή επίδοξες τέτοιες), και πάνω απ’ όλα η Κίνα, με το δικό της τεράστιο δυναμικό ώθησης προς την κατασκευή του «νέου δρόμου του μεταξιού”.
Σε αυτόν τον δρόμο, ο οποίος οδηγεί την ανθρωπότητα σε αδιέξοδο, ξεκίνησαν όλοι, πέρα από την πολιτική τάξη και τον οικονομικό προσανατολισμό: δημοκρατίες και δικτατορίες, σκληροπυρηνικοί νεοφιλελεύθεροι και σοσιαλιστές της αγοράς.

Τα κινήματα άπτονται του βάρους, της ευθύνης να σταματήσουν όλο αυτό. (Συνεχίζεται)

 

α]  nimbyism: η πρακτική της αντίθεσης σε κάτι που θα επηρεάσει έναν ή θα λάβει χώρα σε κάποιον τόπο – the practice of objecting to something that will affect one or take place in one’s locality

β] fracking, η διαδικασία έγχυσης υγρού υπό υψηλή πίεση σε υπόγεια πετρώματα, γεωτρήσεις κλπ., έτσι ώστε να εξαναγκαστούν να ανοίξουν τις υπάρχουσες ρωγμές και να εξαγάγουν πετρέλαιο ή αέριο.


  1. Brett R. Scheffers, Luc De Meester, Tom C. L. Bridge, Ary A. Hoffmann, John M. Pandolfi, Richard T. Corlett, Stuart H. M. Butchart, Paul Pearce-Kelly, Kit M. Kovacs, David Dudgeon, Michela Pacifici, Carlo Rondinini, Wendy B. Foden, Tara G. Martin, Camilo Mora, David Bickford, James E. M. Watson, The broadfootprint of climatechange from genes to biomes to people, in “Sciences”, Vol. 354, 11 Nov 2016. 
  2. FSIN, Global Report on Food Crises 2018, marzo 2018, pp.201. 
  3. IPCC, Global Warming of 1,5°C, giugno 2018, pp. 792. 
  4. Will Steffen, Johan Rockström, Katherine Richardson, Timothy M. Lenton, Carl Folke, Diana Liverman, Colin P. Summerhayes, Anthony D. Barnosky, Sarah E. Cornell, Michel Crucifix, Jonathan F. Donges, Ingo Fetzer, Steven J. Lade, MartenScheffer, Ricarda Winkelmann, and Hans Joachim Schellnhuber, Trajectories of the Earth System in the Anthropocene, PNAS,  14 Agosto 2018, 115 (33) 8252-8259. 
  5. Steve Connor, Vaste methane ‘plumes’ seen in Artic Ocean as sea ice retreats, Indipendent, 13 dicembre 2011. 
  6. Warren, J. Price, J. VanDerWal, S. Cornelius, H. Sohl, The implications of the United Nations Paris Agreement on climate change for globally significant biodiversity areas,in “Climate Change”, April 2018, Volume 147, pp. 395–409.
    Lo studio è riassunto in italiano nel rapporto WWF 2018: WWF, Il futuro delle specie in un mondo più caldo. Gli effetti del cambiamento climatico sulla biodiversità nelle zone prioritarie WWF, marzo 2018, pp. 24. 
  7. Guido Viale, Un cambiamento irreversibile, Comune-info, 16 ottobre 2018. 
  8. Will Steffen e altri. Op.cit. 
  9. World Meteorological Organization, WMO Greenhouse Gas Bullettin, n. 14, 22 novembre 2018, p. 9. 
  10. Roberto Colella, Geopolitica dell’Artico, tra risorse e interessi espansionistici, Huffingtonpost, 27 febbraio 2017. Nicola Sartori, La guerra silenziosa per controllare il petrolio dell’Artico, Outsidernews, 20 ottobre 2017. 
  11. Laura Canali, Le nuove rotte artiche, Limes, 13 giugno 2008. Francesco Sassi, Chi ci guadagna dalla nuova rotta dell’Artico, Wired, 8 ottobre 2018 
  12. OPEC, 2017 Annual Report, 2018, pp. 110. 
τα βιβλία του μιχάλη, i libri di michele

ΥΥ. χόρεψες πάνω στο φτερό του καρχαρία – 15

πινκ φλόιντ

Ας επιστρέψουμε στο τότε. Αυτό που καταλάβαμε πολύ νωρίς στην διάρκεια της πολιτικής μας ενηλικίωσης ήταν πως η εκλογική διαδικασία, η πολιτική όταν ορίζεται με κέντρο την αντιπροσώπευση και τη διάταξη των κομματικών μηχανισμών,είναι ο κατ’ εξοχήν μηχανισμός προφύλαξής μας από το ‘αδύνατο’ . Ο μηχανισμός που μας επαναφέρει στο ‘δυνατό’. Στο ρεαλισμό των κυβερνητικών λύσεων διαχείρισης της υπάρχουσας κατάστασης και πραγματικότητας ακριβώς για να αποφύγουμε το ‘τραύμα’ της συνάντησης μας με το ‘αδύνατο’. Έτσι λοιπόν συνεχίζεται η κυρίαρχη τάξη πραγμάτων, καταλαγιάζει το ερωτικό μας παιχνίδι με το αδύνατο! Τότε το δίλημμα ήταν : Κομμουνισμός ή συν διαχείριση- του υπάρχοντος-. Πάλι σήμερα το ίδιο: Είναι δυνατός ο κοινωνικός δεσμός σήμερα ;;;ή πηγαίνουμε σε ένα πόλεμο όλοι εναντίον όλων; εγωιστές απομονωμένοι,άτομα με συνδετικό κρίκο την αγορά, το ευρώ αν θέλετε.

Κάποιοι φτιάχναν το ένοπλο κόμμα τότε, που μόλις δυνάμωνε μέσα στην κοινωνία θα έπαιρνε την κατάσταση στα χέρια του. Ήταν το σοβιετικό μοντέλο στην νέα εποχή. Δεν μας ενθουσίαζε αυτή η προοπτική. Οι άλλοι έφτιαχναν, φτιάχναμε τον επαναστατικό στρατό, με οριζόντιες διαδικασίες, υπήρχαν βέβαια ηγετικές φιγούρες, παίρναμε μέρος στον απελευθερωτικό κομμουνιστικό στρατό που θα οδηγούσε στη δημιουργία του κοινοτικού κράτους του λαού. Ήμασταν νεομαρξιστές, νεο λενινιστές, πιστεύαμε δηλαδή στην αναγκαιότητα,για κάποιο διάστημα βέβαια, του κράτους των εργατών που θα συντόνιζε τις διάσπαρτες στην κοινωνία κοινότητες που δημιουργούνταν. Σήμερα το παράδειγμα των κοινών είναι ήδη μια πραγματικότητα αναδυόμενη παντού στον κόσμο, ένας κόσμος στην αυγή του, που ταλαντεύεται πολλές φορές και κινδυνεύει να ενσωματωθεί, στο σύστημα. Ανοργάνωτος, και αυτό είναι πρόβλημα. Ο μετασχηματισμός της πολιτικής όμως είναι εδώ, και αυτό είναι το μεγάλο στοίχημα. Είναι η τεράστια διαφορά σε σχέση με αυτό που ζήσαμε εμείς. Οι κοινότητες είναι ήδη εδώ,η αυτοθέσμιση είναι ήδη εδώ. Οι ‘άλλοι’ το βλέπουν κιόλας, ΕΊΝΑΙ ΑΝΤΙΛΗΠΤΉ.

Προφανώς μια τέτοια διαδικασία περιλαμβάνει την αντιπαράθεση και τη σύγκρουση με το κεφάλαιο, και εδώ, δεν είναι δυνατή η ‘αρμονική συνύπαρξη’. Όμως πηγαίνει πολύ πέρα, στη δημιουργία του τι μπορεί να το αντικαταστήσει, δίνοντας στερεότητα, βάθος και προοπτική στον αγώνα. Το βάθος που δεν είχαμε εμείς. Γι αυτό, όταν ηττηθήκαμε στρατιωτικά δεν έμεινε τίποτα. Χώσαν μέσα χιλιάδες συντρόφους και διαλύσαν τα πάντα. Δεν υπήρχε βάθος. Στη Σοβιετική Ένωση,στην Κίνα, και αλλού κομμουνισμός κατάντησε η δικτατορία του κόμματος στο λαό και κρατικός καπιταλισμός. Εμείς το βροντοφωνάξαμε αλλά δεν έφτανε. Δεν είχαμε να δείξουμε κάτι άμεσα Σήμερα ο κοινοτισμός είναι ήδη εδώ, υπάρχει μπροστά στα μάτια όλων. Όταν το επίπεδο της πάλης ανέβηκε τόσο που τρόμαξε, ο κόσμος έκανε πίσω. Όλοι εκείνοι που χρόνια συζητούσαν στις ταβέρνες και παντού την ‘προδοσία’ του κόμματος, την αναβλητικότητα αν θέλετε, όλοι αυτοί που περίμεναν το σύνθημα για να ξεθάψουν απ’ τα μπαούλα τα όπλα,που μεγάλωναν τα παιδιά τους με αυτή την προοπτική, που δεν έπρεπε άλλο ν’ αργήσει, έκαναν πίσω. Όλοι αυτοί. Και ειλικρινά πιστεύω πως ένα μεγάλο μέρος σε αυτή την οπισθοδρόμηση έπαιξε το ότι αυτό το ‘αύριο’ ήταν πολύ πιο θολό από ότι σήμερα.

Στις μέρες μας η έξοδος από τον καπιταλισμό είναι πολύ πιο εφικτή για όλο και περισσότερους ανθρώπους. Και φυσικά δεν σημαίνει μη σύγκρουση. Σημαίνει το ανώτερο επίπεδο σύγκρουσης! Με το να αχρηστεύεις τα μέσα του συστήματος. Αρνούμενος να τα χρησιμοποιήσεις! Οργανώνοντας τη ζωή σε άλλη βάση από αυτή της οικονομικής και κρατικής επιβολής. Φανταστείτε μόνο τι θα γίνονταν παγκοσμίως,ή έστω πανελλαδικά, εάν όλοι οι καταθέτες απέσυραν τα χρήματά τους από τις τράπεζες,κατά την προτροπή του Ερίκ Καντονά . Άλλο βέβαια το που θα τα χρησιμοποιούσαν μετά! Ξαναγυρίζει ο κοινωνιολόγος μέσα μου,ακούστε λοιπόν : Η οικογένεια τις περισσότερες φορές,αν όχι όλες πάντα και τελείως, γαλουχεί το παιδί σύμφωνα με τις κυρίαρχες αξίες του κοινωνικού περιβάλλοντος. Το περιορίζει,το κατευθύνει, του επιβάλλει συμπεριφορές. Συνειδητά ή ασυνείδητα -άμεσα ή έμμεσα -φυλακίζοντας έτσι τη δημιουργική του φαντασία. Ευνουχίζεται η σκέψη του,αμβλύνεται το συναίσθημα. Και πριν το παιδί καταλάβει τι συμβαίνει έρχεται μια ακόμη κατραπακιά, η δικτατορία του σχολείου. 12 χρόνια κατά τα οποία οι δάσκαλοι είτε λόγω βλακείας, είτε εξαναγκασμού πρέπει να γεμίσουν το κεφάλι του μέλλοντος πολίτη με γνώσεις που σαν γνώρισμα έχουν την απονεύρωση της κριτικής σκέψης, την παρεμπόδιση προσωπικών προβληματισμών.

Γνώση αποσπασματική, συχνά χωρίς βάθος, ανίκανη να εξάψει το ενδιαφέρον στην κατεύθυνση μιας ολιστικής αντίληψης για τη ζωή και τα πράγματα, δεν τα λέω εγώ αλλά δάσκαλοι και καθηγητές και επιστήμονες. Κυριαρχείται από έννοιες ψόφιες, πατρίς, θρησκεία, ηθική της εργασίας, ανταγωνισμός μεταξύ ομάδων και ατόμων – βλέπετε λοιπόν πως δεν φωνάζαμε τζάμπα σε προηγούμενα κεφάλαια ! Πατρίδα είναι η προσωπική μυθολογία του καθένα ! λένε οι σοφοί! Οι μελετητές. Για το σχολείο είναι ένα κομμάτι γης που έχει αλλάξει χέρια δεκάδες φορές και για το οποίο ο καθένας θα πρέπει να είναι έτοιμος να κάνει τα πάντα χωρίς να περιμένει τίποτα. Γεμίζεις μίσος λοιπόν ακριβώς για να υπερασπιστείς το τίποτα! Πως ν’ αντέξει το μυαλό το παράφρων το γεγονότος να διδάσκεσαι πως πρέπει να δουλεύεις μια ζωή, θυσιάζοντας κάθε χαρά, για ένα πιάτο φαί, ή για μια συλλογή στην πλειοψηφία άχρηστων πραγμάτων, πλουτίζοντας με την δυστυχία σου μια μικρή μειοψηφία που ζει με άνεση Κροίσου. Έννοιες όπως ‘ο θάνατός σου η ζωή μου’ ή ‘αυτός που δεν είναι άξιος δεν θα έχει τίποτα’ τον αποκτηνώνουν. Ποιος ορίζει τις αξίες,την κλίμακα της μέτρησής ικανοτήτων; Και αυτή η κλίμακα πως επιβεβαιώνει την ορθότητά της ή την αντικειμενικότητά της;

Είναι σίγουρο πως την ιστορία την γράφουν οι νικητές, είναι αυτοί που ορίζουν τις αξίες της εκάστοτε εποχής. Χιλιάδες χρόνια τώρα έτσι μεγαλώνουν οι γενιές. Τυχαίο; Και μεγαλώνοντας οι σφαλιάρες πέφτουν σωρηδόν. Στρατός, γάμος, δουλειά. Ρουτίνα, δάνεια, [ δείτε τι δεν είχαμε στα νιάτα μου : κινητά, καλωδιακή, πιστωτικές, δάνεια. Καινούριες φυλακίσεις όλες αυτές!] Κενά θεάματα, αντικατοπτρισμοί ευχαριστήσεων, ήττες και ταπεινώσεις ως τα γηρατειά! Κάποιος πρέπει ν’ αμφισβητήσει εκ θεμελίων ολόκληρο σύστημα αξιών! Ιl personale è politico είπε η αυτονομία! Η επανάσταση είναι πρακτική στην καθημερινότητα. Ο νέος άνθρωπος αμφισβητεί τα πάντα. Θέλει να ξεριζώσει την πραγματικότητα από τα θεμέλιά της. Ζει από σήμερα, όσο του είναι δυνατό,τον κοινοτισμό, στις ζώνες της μητρόπολης που απελευθερώνει από τον αντίπαλο. Κοιτάζει το παγόβουνο κάτω από το νερό. Και το σύστημα δεν τον θεωρεί ηλίθιο,αλλά στην καλύτερη τρελό και στη χειρότερη επικίνδυνο. Μιλάμε για εκείνους τους νέους που το αίμα τους βράζει, οι ευαισθησίες χτυπάνε κόκκινο.Εκείνους που νοιάζονται για την ζωή και για ότι υπάρχει γύρω τους. Εκείνους που θέλουν ν’ ανακατεύονται και να ζήσουν άλλη ζωή.Αυτούς που ανακατεύουν την τράπουλα. Όχι σαν κουρδισμένες μαριονέτες. Αλλά συνάνθρωποι με αξιοπρέπεια, με θάρρος, ελεύθεροι.

Όσο παρατηρεί κανείς γύρω του τους μεγαλύτερους τόσο βλέπει καμένα χαρτιά, και λιγότερους που το λέει ακόμα η καρδιά τους. Γιατί αν δεν ήταν καμένοι δεν θα είχαν επιτρέψει να συμβεί αυτό που μας περιτριγυρίζει. Θα είχαν ήδη φτιάξει έναν άλλο κόσμο, θα είχαν έστω παλέψει γι αυτόν. Οι νοικοκύρηδες φοβούνται για το κομπόδεμά τους. ‘Μας πρόδωσε το κόμμα’,αυτό νιώθουν οι περισσότεροι, οι νοικοκυραίοι μικροαστοί που κάνουν πια κουμάντο. Οι συνήθεις ιστορικά ύποπτοι,με τους μικρούς ορίζοντες,που είναι η εύκολη λεία,διαχρονικά. Που τρέμουν μη μπουν στον αριθμό των εξαθλιωμένων. Που τρέμουν μη χάσουν το βόλεμα. Εκείνοι που κρατούν σφιχτά τυλιγμένη τη ζωούλα τους με όποιο κόστος, τυλιγμένη με το κομποδεματάκι που έφτιαξαν για να κοιμούνται επάνω του. Η μάζα είναι ένας αόριστος όρος που μέσα του κρύβει και βρώμα και αρώματα. Η ίδια μάζα την ίδια στιγμή μπορεί να πουλάει ελπίδες και μετά από λίγο να σε ρίχνει στην άβυσσο. Τίποτα δεν είναι δεδομένο. Τη διαφορά την κάνουν οι επί μέρους μονάδες. Αυτοί που μοσχοβολάνε μες τη βρώμα. Τα ανθρωπάκια δεν νοιάζονται για τις μεγάλες έννοιες που αφανίζονται στη νέα εποχή της επέλασης των αγορών, αδελφότητα, ισότητα, αξιοπρέπεια, ελευθερία.Η λέξη μεγαλοπρέπεια απουσιάζει από τον ορίζοντά τους. Εμείς παλεύουμε για τα δικά μας ιδανικά. Κι ας είμαστε λιγότεροι. Αυτά που θεωρούμε αρετές για τη δική μας ζωή. Αυτά που μας ορίζουν. Και θα παλεύουμε γι’ αυτά ακόμη κι αν είμαστε οι τελευταίοι στον κόσμο που τα πιστεύουν. Όταν αυτά είναι εμπνευσμένα από μεγάλες έννοιες, διαχρονικές,που ορίζουν την ανθρώπινη ύπαρξη σε ένα επίπεδο ψηλό, στο φως και όχι σε σκοτεινούς υπονόμους.

Σήμερα ο πιτσιρικάς νιώθει προδομένος, και τότε ένιωθε το ίδιο. Δεν υπάρχει λόγος απογοήτευσης. Ο άνθρωπος πρέπει να έχει υπομονή με τους αμόρφωτους [ δεν είναι αυτοί που δεν έχουν πάει σχολείο, το έχουμε ξαναπεί, καμία σχέση]. Αμόρφωτος είναι ο ‘πολίτης’ -δεν υπάρχουν πολίτες σήμερα – που έχει μπερδέψει την έννοια της υπεράσπισης των δικαιωμάτων του με την έννοια της διαφύλαξης με κάθε τρόπο των αδυναμιών του,κάποιος που όντας μέσα σε σπίτι που καίγονται άνθρωποι αντί να ορμήξει να βγάλει τον πρώτο που βλέπει μπροστά του βουτάει να σώσει τη τσάντα με τα λεφτά. Κούφιος, αστοιχείωτος. Θέλουμε ν’ αρπάξουμε τη ζωή απ’ τα κέρατα και να την αλλάξουμε. Να φέρουμε τα πάνω κάτω. Αυτό έγινε τις προηγούμενες μέρες. Σώθηκε -πρόσκαιρα- η τσάντα, οι τράπεζες, το ευρώ, για κάποιες μέρες,μέχρι ‘τα νέα μέτρα’. Κάηκε η αξιοπρέπεια, η αλληλεγγύη, η ελευθερία. Θυσιάστηκαν στον Μολώχ των αγορών. Σήμερα, και τότε ,οι άνθρωποι νομίζουν πως διαλέγουν την ‘ασφάλεια’ αυτού που γνωρίζουν, όσο πικρό και αν είναι. Φοβήθηκαν το άγνωστο, αυτό που καλούνται να κτίσουν οι ίδιοι, μέσα από τα πιο όμορφα όνειρά που έκαναν κάποια στιγμή, όταν ακόμη η καρδιά χτυπά στους ήχους του αγαπημένου χορού. Κρίση και τότε κρίση και τώρα -ενάμιση εκατομμύριο άνεργοι, 3000 αυτοκτονίες, εκατομμύρια πτωχευμένοι, άστεγοι, πεινασμένοι, χωρίς φάρμακα, αβοήθητοι, μαχαιρωμένοι- μια πατρίδα που ξεπουλιέται στη φθήνια και στα γρήγορα, να ξεμπερδεύουμε, Οι πολλοί επιλέγουν τη τσάντα με τον παρά. Αυτό τους αξίζει. Εμείς δεν μπορούμε να είμαστε με αυτούς κι ας μην είμαστε πια νέοι.

Και τότε την ίδια επιλογή κάναμε. Σήμερα οι καβαλάρηδες με τον Αλέξη επικεφαλής και τα κονσερβοκούτια στα χέρια όρμησαν στο κομπόδεμα του μέσου έλληνα,αυτό τον έκαναν τα κανάλια να πιστέψει. Τότε το ΚΚΙ προτίμησε να διαλέξει τη συν διαχείριση της πρώτης ‘κρίσης’ που θυμάμαι στη ζωή μου, η πρώτη πετρελαϊκή, το 73, με τους εκπροσώπους του κεφαλαίου πάντα,τους δρόμους τους νέους της εκμετάλλευσης των από κάτω, του πλήθους που εμπιστεύτηκε στο κόμμα του τις τύχες του . Επέλεξε λοιπόν τον εύκολο δρόμο της συν διαχείρισης, και όχι της ρήξης. Το πλήθος τελικά τον ακολούθησε για να τον παρατήσει λίγο αργότερα με την επέλαση του Μπερλουσκονισμού, που ήταν η Ιταλική εκδοχή της Θάτσερ και του νεοφιλελευθερισμού. Και όλο το πολιτικό σκηνικό άλλαξε. Σήμερα δεν υπάρχει τίποτα όρθιο να θυμίζει εκείνα τα χρόνια. Ούτε σημαίες, ούτε ονόματα, ούτε συνθήματα.

35 χρόνια πριν η επανάσταση ήταν στην ημερήσια διάταξη. Η εξέγερση με τα πάνω και τα κάτω της είχε κρατήσει πάνω από δέκα χρόνια για να πνιγεί τελικά από την στρατιωτικοποίηση του ταξικού αγώνα από το κράτος και το ενωμένο πολιτικό σύστημα ενάντια στην επανάσταση. Το νεκρό σώμα του Άλντο Μόρο στο πορτμπαγκάζ του Σιτροέν έξω από τα γραφεία του χριστιανοδημοκρατικού κόμματος, έπαιξε τον ίδιο ρόλο με το σποτ της ΝΔ με τον δάσκαλο και τα παιδιά που τον ρωτούν, στην εποχή της κοινωνίας του θεάματος. Και ενώ 50 μέρες πριν ο ιταλικός λαός πανηγύριζε μόλις οι ΕΤ είχαν απαγάγει τον πρόεδρο, δύο μήνες μετά έκλαιγε στην κηδεία του ενταφιάζοντας το πιο ένδοξο ίσως αντάρτικο πείραμα που έλαβε ποτέ χώρα στην Ευρώπη. Με τις ευλογίες ενός λαού που τόσο γρήγορα ξέχασε την ιστορία του, τα ιδανικά του, την ανάγκη για απαγκίστρωση από τη θανάσιμη αγκαλιά του θανατηφόρου εχθρού του,του κεφαλαίου.

Ξέχασε τον πόθο για λευτεριά. Και προτίμησε την τσαντούλα. Η ιστορία επαναλαμβάνεται! Δεν χρειάζεται απογοήτευση, δεν χρειάζονται νεύρα, τσαντίλα. Σε αυτή την κρίση κανένα τσαντάκι δεν θα μείνει άθικτο, αργά ή γρήγορα. Μόνο οι μεγάλες βαλίτσες που πηγαινοέρχονται σε χώρες μακρινές. Μόνον αυτές οι τσαντάρες με τα προϊόντα κλοπής και απάτης που περιέχουν θα μείνουν άθικτες, θα αυγατίσουν μάλιστα. Τα κέρδη. Ότι κι αν συμβεί. Με ευρώ ή χωρίς. Μέσα ή έξω. Το πραγματικό δίλημμα είναι: ΚΑΠΙΤΑΛΙΣΜΟΣ Η ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ. Όλες οι άλλες μικρο τσάντες, τα άθλια και μίζερα τσαντάκια θα καούν. Έχω δανειστεί λόγια φίλων που δεν έχω ξαναδεί. Που δεν έχω συναντήσει για ν’ ανταλλάξουμε σκέψεις και απόψεις. Νιώθω πως δεν είμαι μόνος, ξέρω πως είμαστε πολλοί. Θα καούν λέμε. Και όσο και να τα σκεπάζουν με την τιμή τους αυτά τα ανθρωπάκια σύντομα θα καταλάβουν πως τα χρησιμοποίησαν για κάποιες ώρες. Τίποτα περισσότερο. Όπως φυσάς τη μύξα σε ένα χαρτομάντιλο. Το πετάς!

οδυσσέας ιωάννου μιλτιάδης πασχαλίδης στα είπα όλα

»Πολλές φορές σου μίλησα με χρώματα στο στόμα. Στο είπα, όσα έμαθα τα έμαθα με το σώμα. Μισός ψυχή μισός κορμί κι η πείνα μου θηρίο. Μισή ζωή σπατάλησα να ζήσουν και τα δύο. Όσα κομμάτια κι αν μπορέσεις να ενώσεις, δεν θα σου φτάσουν μια στιγμή για να με νιώσεις. Στα είπα όλα, φίλα με τώρα. Με αγαπούσε το νερό μα ο ουρανός με ζούσε, κι όταν μετρούσα τι μπορώ η γη δεν με χωρούσε. Κυνήγησα τις ομορφιές μα μ’ έκλεψε η λύπη. Οι αλήθειες μου : εσύ όταν κλαίς και της καρδιάς μου οι χτύποι».

Υπάρχουν δύο ειδών άνθρωποι. Αυτοί που αντιμετωπίζουν τις καταστάσεις, τα εμπόδια, τα προβλήματα στη ζωή και αυτοί που κρύβονται πίσω από ανόητα, αν και συχνά εντυπωσιακά θεάματα, ή φανταστικούς κόσμους. Για να αποφύγουν όλα τα προηγούμενα. Η απώθηση όμως δεν σημαίνει και λύση. Σας θυμίζω ευρω ποδόσφαιρο 04, γιουροβίζιον, διαδηλώσεις για το μακεδονικό [είχε προϊδεάσει για τη φασιστικοποίηση της κοινωνίας] , ‘στα γήπεδα η Ελλάδα αναστενάζει, στα καφενεία, μπιλιάρδο καλαμπούρι και ρακί ,τρέχει στο περίπτερο διαβάζει φυλλάδες με μιάμιση δραχμή, όχι, όχι αυτό δεν είναι τραγούδι,είναι η τρύπια στέγη μιας παράγκας-της Ελλάδας- ΕΊΝΑΙ Η ΓΌΠΑ ΠΟΥ ΜΆΖΕΨΕ ΈΝΑΣ ΜΆΓΚΑΣ ΚΙ Ο ΧΑΦΙΈΣ ΠΟΥ ΜΑΣ ΑΚΟΛΟΥΘΕΊ.’

Η νίκη λοιπόν για τους κλέφτες στις εκλογές στην Ελλάδα έγινε δεκτή με ικανοποίηση από τα γερμανικά ΜΜΕ τα οποία επισημαίνουν πως οι Έλληνες συμμορφώθηκαν με τις διαταγές των γερμανών πολιτικών και των γερμανικών μέσων να ψηφίσουν ΠΑΣΟΚ ΚΑΙ ΝΔ επειδή είναι ραγιάδες! προσκυνημένοι και ξεφτιλισμένοι! Επισημαίνουν ακόμη το υψηλό ποσοστό της χρυσής αυγής και το αποδίδουν στο γεγονός πως οι ραγιάδες είναι δουλοπρεπείς με τ’ αφεντικά τους αλλά αδίστακτοι με τους αδύναμους! Ο ρόλος δε της ΔΗΜΑΡ εκτελέστηκε, δηλαδή να καταστεί αδύνατη η κυβέρνηση της αριστεράς. Τώρα πλέον τα στελέχη της μπορούν ν’ αποδεσμευτούν και να

http://youtu.be/CKZFdkCUksg Simon and…..

αναλάβουν κάποια νέα αποστολή. Τώρα όμως θα μιλήσουμε για αυτούς που συγκεντρώνονται στο μπλοκ του φόβου :

1. ή αστική τάξη που ενδιαφέρεται να σώσει τα ευρώ της

2 ο κατασταλτικός μηχανισμός του κράτους και οι έχοντες συμφέροντα από αυτόν.

3 λαμόγια και παρατρεχάμενοι που συμμετείχαν στην λεηλασία της δημόσιας περιουσίας.

4 χιλιάδες φοβισμένοι γέροι και γριές ,συντηρητικοί άνθρωποι που τρέμουν τον ίσκιο τους και αναρωτιούνται μονάχα για την μετά τον θάνατο ζωή.

5 κομβικό ρόλο σε αυτό το μπλοκ παίζουν: παρακρατικοί, τραμπούκοι, σωματέμποροι, έμποροι ναρκωτικών, νταβατζήδες, μαφιόζοι. Από αυτούς δημιουργεί τάγματα εφόδου η χρυσή αυγή για να πουλήσει προστασία σε μαγαζιά του κέντρου και της αθηναϊκής περιφέρειας και να κτυπήσει την αριστερά και το αντιεξουσιαστικό κίνημα, διεκδικώντας την ηγεμονία στο στρατόπεδο της αστικής αντεπανάστασης.

Οι άνθρωποι βρίζουν, σιχτιρίζουν, λένε να τους είχαν κοπεί τα χέρια, μουτζώνουν τον εαυτό τους, χάνουν δουλειά, μισθό, συντάξεις, το σπίτι. Και τελικά ψηφίζουν ξανά τον δυνάστη!! Γιατί δήθεν υπάρχει κάτι χειρότερο. ΤΟ ΑΓΝΩΣΤΟ. Άνθρωποι περιορισμένης ευθύνης, μες τον πανικό. Είναι ώρα να μιλήσουν οι αποφασισμένοι. Το θάρρος, η τόλμη. Ο υπηρεσιακός υπουργός άμυνας Φραγκούλης δήλωσε πριν τις εκλογές σε ανύποπτο χρόνο, ότι ο στρατός ‘είναι μεν δύναμη αποτροπής, αλλά ισχυρή,σιωπηλή δύναμη που εάν απαιτηθεί θα κάνει εκκωφαντικό θόρυβο’. Εκκωφαντικός θόρυβος όμως μπορεί να γίνει και με άλλους τρόπους. Στις 5 Μάη του 10, στις 19 Οκτώβρη του 11, στις 12 Φλεβάρη του 12. Και πιο πριν, τον Δεκέμβρη του 08. Και τον Ιούνιο του 11. Αυτοί κέρδισαν τις εκλογές. Να δούμε όμως,στον επόμενο θόρυβο ποιανού τ’ αυτιά θα κουφαθούν!.

 

Είναι άσχημο όταν θέλεις να αναφερθείς στη ζωή να μιλάς με κλισέ, με τσιτάτα και να μην προσπαθείς να μιλήσεις με την καρδιά σου, το πως φαντάζεσαι τον κόσμο που επιθυμείς. Ειδικά σήμερα με τον τόσο πολύ πλούτο που υπάρχει παγκοσμίως και την ανάπτυξη των επιστημών,οι οποίες εάν πραγματικά μπουν στην υπηρεσία των ανθρώπων τα πράγματα θα γίνουν πολύ πιο εύκολα και ευχάριστα για όλους. Υπάρχει κατάθλιψη. Γιατί; Είναι απλό. Δεν δίδονται σε όλους ίδιες δυνατότητες και ευκαιρίες. Αυτές πάνε με τον πλούτο. Και αυτός είναι συγκεντρωμένος στα χέρια λίγων και οι πολλοί πρέπει να δυσκολεύονται. Και αυτοί που ζορίζονται κάνουν τουμπεκί, αρκούνται στη μιζέρια. Από φόβο;από εγκατάλειψη; Έχουν συμβιβαστεί πλήρως με το ρόλο του σκλάβου; Ο σύγχρονος μικροαστός, η πλειοψηφία, που ακόμη ‘ τη βγάζει’ με τα ψίχουλα που του ρίχνει το σύστημα -που βράβευσε στις τελευταίες εκλογές – ακριβώς για να μη του λείψουν τα ψίχουλα. Μεγάλο μέρος δε της επαρχίας που αντέχει ακόμη, που έχει κάτι τις, που κάτι καλλιεργεί, που, που …….δεν νοιάζεται για τίποτα άλλο. Αμύνεσθαι περί πάρτης, όπως και οι έμποροι που δεν έχουν πίστη από τις τράπεζες. Δεν μας μάθαιναν από παιδιά να ‘κοιτάμε την πάρτη μας’ ; ‘Εσύ θα βγάλεις το φίδι απ’ την τρύπα’ ; μας έλεγαν. ‘Κοίτα εσύ να περνάς καλά, ο κόσμος δεν αλλάζει’. Είναι και οι γέροι που τιμωρούν τους νεότερους που δεν τους ακούν, μιας και αυτοί τα ξέρουν όλα. ! Είναι και αυτοί που ξεπληρώνουν ρουσφέτια, θεσούλες, λαμογιές. Πάντα το ατομικό, όχι το συλλογικό.

τζίμης πανούσης 1993

»κάνω βουτιές σε βόθρο με εικόνες φουσκώνω τα βυζιά μου με ορμόνες, θέλω να γίνω σαν αμερικάνος, μ’ αρέσει στα κρυφά κι ο Μητροπάνος. Έλληνας, νεοέλληνας. Μαράθηκε η λουλουδιασμένη ιτιά και ψήλωσε η κοντούλα η λεμονιά. Στα Σάλωνα δεν σφάζουνε αρνιά, δεν πάει το παπάκι στην ποταμιά. και η Παπαλάμπραινα γυμνή χαϊδεύει δωρο συσκευή σ’ ένα τηλεπαιχνίδι πουλημένο πουλάκι ξένο πουλί χαμένο μου τρώει τα σπλάχνα δεν βγάζω άχνα. Καίω τα δέντρα χτίζω μαιζονέτες, θα κάνω τα παιδιά μου μαριονέτες, σ’ ένα κλουβί γραφείο σαν αγρίμι παίζω ατέλειωτο βουβό ταξίμι. Έλληνας, νεοέλληνας. φάκα Addidas μου πιασε τη φτέρνα, μπερδεύω το τζουκ μπόξ με τη λατέρνα, πάνω απ’ του τάφου μου το κυπαρίσσι μαύρη χελώνα μ’ έχει κατουρήσει».

Κοινωνικά μικροσυμφέροντα, σ’ έναν μικρόκοσμο αλητείας και παροχής προστασίας η υποτέλεια ζει και βασιλεύει. Και μας θυμίζει ο Βασίλης Ραφαηλίδης πως οι λαοί δεν έχουν μόνο ήρωες, έχουν και καθάρματα που γράφουν ιστορία : προεστοί, κοτσαμπάσηδες, ταγματασφαλίτες, χαφιέδες κουκουλοφόροι, ναζί και νταβατζήδες. Θα λέμε μέχρι να πεθάνουμε πως την ιστορία την γράφουν αυτοί οι λίγοι που πιστεύουν στην ορθότητα του λόγου και των πράξεών τους και όχι οι σιωπηλοί, πλαδαροί πολλοί που φέρονται και άγονται από το πως φυσάει ο άνεμος, που φοβούνται να κάνουν τη μεγαλύτερη επανάσταση που μπορούν. Να αλλάξουν τον εαυτό τους. Σπίτια κλουβιά και κλούβια ιδανικά!

συνεχίζεται

μιχαλης 290

αυτονομία, autonomia

Οι αυτόνομοι – δεύτερος τόμος, Gli autonomi – volume II

Gli autonomi – volume II

Οι ιστορίες, οι αγώνες, οι θεωρίες

Μεταξύ του 1973 και του 1979 επικεντρώνεται ο ορισμός των παραδειγμάτων της θεωρητικής παραγωγής και του πρακτικού πειραματισμού του επαναστατικού σχεδίου της περιοχής της εργατικής αυτονομίας

Στην εκπόνηση αυτού του σχεδίου, μέσω της ανάπτυξης μιας ολοένα πιο σφικτής συζήτησης, συμμετείχαν αρκετά διαφορετικές πολιτικές, κοινωνικές και εδαφικές συνιστώσες. Αυτός ο τόμος προσπαθεί να κάνει τον λογαριασμό με αυτή τη διαδικασία μέσω της ανθολογικής συλλογής μέρους των εγγράφων που τροφοδότησαν αυτό το πρωτότυπο-αυθεντικό εργαστήριο ανατρεπτικής γνώσης. Μια αναλυτική-λεπτομερής χρονολόγηση των κυριότερων πολιτικών και κοινωνικών γεγονότων της εποχής είναι ένας οδηγός για μια ιστορική τοποθέτηση-εισαγωγή των θεμάτων που συζητήθηκαν.Στη συνέχεια υπάρχει μια «διεθνής ενότητα» με συνεισφορές συγγραφέων από διάφορες χώρες. Γεννήθηκε γύρω από την παρατήρηση ενός παραδόξου: ενώ στην Ιταλία η εργατική Αυτονομία καταδιώκεται, συλλαμβάνεται, φυλακίζεται, διασκορπίζεται, οι θεωρίες και οι πρακτικές της γίνονται προνομιακό έδαφος παρατήρησης και αναφοράς για τα κινήματα σε αγώνα στον κόσμο και για την κριτική σκέψη. Τα βιβλία της, οι ιστορίες του, οι συγγραφείς της μεταφράζονται πλέον σε όλες τις γλώσσες. Η Αυτονομία γίνεται ένα από τα λίγα ιταλικά «προϊόντα εξαγωγής», λίγο πολύ όπως η Vespa των χρόνων Πενήντα ή τα Armani της δεκαετίας του ’80. Για την Ιταλία της δεκαετίας του εβδομήντα δεν υπάρχουν πολλά άλλα για τα οποία κάποιος να μιλήσει.

Παρεμβάσεις των: César Altamira, Franco Berardi (Bifo), Martin Birkner, Lucio Castellano, Patrick Cuninghame, Silvia Federici, Robert Foltin, Felix Guattari, Michael Hardt, Roberto Lauricella, Vincenzo Miliucci, Primo Moroni, Toni Negri, Sirio Paccino, Daniele Pifano, Carlos Prieto del Campo, Alvaro Reyes, Suely Rolnik, Roberta Tomassini, Mario Tronti.
Υλικό από: «7 aprile», Assemblea autonoma dell’Alfa Romeo, «A/traverso», Collettivi politici operai, Comitati autonomi operai, Comitato per il salario al lavoro domestico, Collettivi politici operai, «Comunismo», Gruppo Gramsci, «I Volsci», «Il corrispondente operaio», «Lavoro zero», «Linea di condotta», «Magazzino», Potere operaio, «Rivolta di classe», «Rosso», «Senza padroni. Giornale dell’Assemblea autonoma dell’Alfa Romeo», «Senza tregua»

ΜΙΑ ΓΕΥΣΗ

Ευρετήριο

Πρόλογοι

Η άρνηση της εργασίας
εργατική Αυτονομία: χθες και σήμερα
Γέννηση και σημασία του όρου «αυτονομία»

Χρονολογία και ανθολογία

1973
Από το «Μanifesto» έως την οργανωμένη αυτονομία
Η Διάσκεψη των Αυτόνομων Συνελεύσεων, των Επιτροπών και των αυτόνομων Οργανισμών του εργοστασίου και της επικράτειας στην Μπολόνια τον μάρτιο του 1973
Εισαγωγική έκθεση για την προετοιμασία της Διάσκεψης
Ένα βήμα μπροστά, δύο πίσω: το τέλος των ομάδων
Οργανωτικές διαρθρώσεις και γενική οργάνωση: το κόμμα του Mirafiori
Ξεκινώντας πάλι από την αρχή δεν σημαίνει να γυρίζεις πίσω
Μια πρόταση για έναν διαφορετικό τρόπο να κάνεις πολιτική

1974
Μισθός και αυτόνομη οργάνωση
αυτόνομη Οργάνωση υποχρεωτικό πέρασμα για να νικήσουμε τα αφεντικά και τους ρεφορμιστές
Συμβόλαια 35 x 40. Περισσότερος μισθός και λιγότερος χρόνος εργασίας
Σχετικά με το χτίσιμο φεμινιστικών επιτροπών
Αλλά ο αγώνας μας είναι για την εξουσία
Μισθός κατά της οικιακής εργασίας
Η οργανωμένη εργατική Αυτονομία
Οργάνωση της αυτονομίας

1975
«Φεμινιστικός σεκταρισμός»
Οι ημέρες του απριλίου
Από την «εργατική Εξουσία» στον «Τρόπο συμπεριφοράς»
Πολιτικές προϋποθέσεις για την οργάνωση της εργατικής Αυτονομίας
νεανικό Προλεταριάτο
Η πορεία της ανασύνθεσης
Απελευθερώνοντας τη ζωή από την εργασία

1976
Ενεργώντας συλλογικά και αυτόνομα στην τρέχουσα φάση
Ρώμη: η νέα νομιμότητα των σοβιέτ
Ξανά για την αυτονομία
εργατική Αυτονομία κατά των εκλογών Δημιουργούμε οργανώνουμε αντιεξουσία
Ρεαλισμός της επαναστατικής πολιτικής
Να πάρουμε πίσω στα χέρια μας τον Μαρξ ενάντια στην ιδεολογία
Μια εφημερίδα για το νότο

1977
Η δουλειά καθιστά ελεύθερους και ωραίους
Πρόταση
Επιτέλους ο ουρανός έπεσε στη γη. Η επανάσταση είναι σωστή απαραίτητη δυνατή
Στις μαζικές συνελεύσεις του Πανεπιστημίου αναδύεται το νέο προλεταριακό υποκείμενο
Για την αυτονομία
Στους αγώνες ζει ήδη μια ανταγωνιστική συνεργασία στη διαδικασία της ανάπτυξης-δημιουργίας αξίας: είναι απαραίτητο να μετατραπεί σε κομμουνιστική συνεργασία
Να κατανοήσουμε αμέσως, να ξεκινήσουμε εκ νέου!
Για μια νέα άνοιξη αγώνα
Μια δύναμη που θα σας θάψει
Από «νέοι εξεγερμένοι» σε ένα πολιτικό κίνημα ενάντια στο Κράτος
Αγώνας, επίθεση, οργάνωση. Χτίζουμε την εργατική και προλεταριακή πολιτοφυλακή για την κομμουνιστική εξουσία
Αντιπυρηνικοί αγώνες
εργατική Αυτονομία: από τον αγώνα της τάξης η διαδικασία της προλεταριακής οργάνωσης στο έδαφος του εμφυλίου πολέμου

1978
«Senza Tregua. Εφημερίδα των εργατών και των προλετάριων κομουνιστών»
«Δίχως αφεντικά. Εφημερίδα της αυτόνομης κολεκτίβας Alfa Romeo»
«I Volsci. Μηνιαίο περιοδικό της ρωμαϊκής εργατικής Αυτονομίας»
«Addavenì»
Ανακοινωθέν στον Τύπο των αυτόνομων εργατικών Επιτροπών
Τι να κάνουμε
«Rosso. Για την εργατική εξουσία»
Για το κόμμα της αυτονομίας
MAO – Κίνημα της Εργατικής Αυτονομίας

1979
Σημειώσεις για την αυτονομία του πολιτικού
Εργασία και πολιτικό. Μια νέα σύνθεση; ή άρνηση της εργασίας και καταστροφή του Κράτους: ένα νέο κόμμα;
ο Lama βρίσκεται στο Θιβέτ
Τεχνική συγκρότηση και πολιτική ταξική συγκρότηση
Και νόμιζαν ότι θα γλιτώσουν κατηγορώντας την ιστορία για ένοπλη μπάντα…
Μια θεσμική συνωμοσία

Κόσμος

Η αυτονομία στο Ηνωμένο Βασίλειο
Patrick Cuninghame
Τα θέλουμε όλα! Αυτόνομη σκέψη στην Γερμανία
Martin Birkner και Robert Foltin
Αυτονομία, ηγεμονία, general intellect, πολιτική
Carlo Prieto del Campo
Η αυτονομία στην Αργεντινή
César Altamira
Μικροπολιτικές
Felix Guattari και Suely Rolnik
Η κρυφή σχέση μεταξύ του Huey Newton και της αυτονομίας
Michael Hardt
Huey Newton και η γέννηση της αυτονομίας
Alvaro Reyes

ISBN: 978-88-89969-35-9
PAGINE: ΣΕΛΙΔΕΣ 480
ANNO: ΕΤΟΣ 2007
COLLANA: ΣΥΛΛΟΓΗ I libri di DeriveApprodi  τα βιβλία
TEMA: ΘΕΜΑ Anni Settanta  Χρόνια Εβδομήντα
ΣΥΓΓΡΑΦΕΙΣ

LANFRANCO CAMINITI

σικελός, ζει απομονωμένος, γράφει άρθρα και δοκίμια, διαβάζει πολλές ιστορίες και συμβαίνει να στήνει και κάποιες. Δεν έκανε πάντα αυτό: όταν ήταν αγόρι βρίσκονταν κυρίως στο δρόμο, όπως και πολλοί στη δεκαετία του Εβδομήντα. Τα γραπτά του [που συλλέγονται στη διεύθυνση http://www.lanfranco.org] περιηγούνται στο Διαδίκτυο όπου αναδημοσιεύονται και μερικές φορές μεταφράζονται.

SERGIO BIANCHI

ο Sergio Bianchi εργάστηκε για τον κινηματογράφο και την τηλεόραση. Υπήρξε μεταξύ των ιδρυτών του περιοδικού και στη συνέχεια του εκδοτικού οίκου DeriveApprodi, του οποίου είναι διαχειριστής μοναδικός και εκδοτικός διευθυντής. Επεξεργάστηκε τα δοκίμια: L’Orda d’oro. La grande ondata rivoluzionaria e creativa, politica ed esistenziale (Feltrinelli); La sinistra populista. Equivoci e contradizioni del caso italiano (Castelvecchi); με τον Lanfranco Caminiti: Settantasette. La rivoluzione che viene και τους τόμους I, II, III de Gli autonomi. Le storie, le lotte, le teorie (DeriveApprodi); με την Raffaella Perna: Le polaroid di Moro (DeriveApprodi); με τον Nanni Balestrini e Franco Berardi Bifo: Il ’68 sociale politico culturale (alfabeta2). Είναι επίσης συγγραφέας των: Milano, via De Amicis, 14 maggio 1977. La costruzione dell’immagine icona degli «anni di piombo» (DeriveApprodi); Figli di nessuno. Storia di un movimento autonomo (Milieu) και του μυθιστορήματος La gamba del Felice (Sellerio).
ανατρεπτική τέχνη, arte ribelle

Η πολιτική οικονομία για τα κοινά – L’economia politica del comune

L’economia politica del comune

Στις πράξεις της καθημερινής ζωής: η εκμετάλλευση αυτού που είναι »κοινό»

Εκμετάλλευση και υπαγωγή στον βιο-γνωστικό καπιταλισμό

€ 17.00 in uscita με την έξοδο
Συχνά μας συμβαίνει να ανεβούμε σε ένα τρένο ή λεωφορείο και βρισκόμαστε σε επαφή με μια ποικιλία ανθρώπων που μιλούν σε ένα κινητό τηλέφωνο, περιηγούνται σε σελίδες facebook, στέλνουν sms ή παίζουν ένα μοναχικό παιχνίδι. Ένα σολιψιστικό κλίμα όπου η ανθρώπινη κοινωνικότητα φαίνεται να έχει εξαφανιστεί και να έχει αντικατασταθεί από μια εικονική κοινωνικότητα, ψυχρή. 
Ωφελείται αυτός από τη χρήση φυσικών συσκευών – ταμπλέτες, κινητά τηλέφωνα, φορητούς υπολογιστές, iPad – και όλα τα αξεσουάρ που χρειάζονται για να επαναφορτισθούν και επανασυνδεθούν μεταξύ τους και μαζί μας. Είναι μόνο η κορυφή του παγόβουνου που κρύβει έναν παραγωγικό μηχανισμό και ένα [επισφαλή] εργατικό σύμπαν που περιλαμβάνει τους ανθρακωρύχους που εξάγουν πρώτες ύλες, τους εργάτες στον τομέα της συναρμολόγησης, τους μεταφορείς, τους αποθηκάριους, τους χειριστές τηλεφωνικών κέντρων, τους μηχανικούς υπολογιστών και δημιουργούς γλωσσών, τους δημιουργούς διαφήμισης , και τους πωλητές ψευδαισθήσεων και εμπορικών σημάτων. 

Όλα σχεδιάζονται για να εξασφαλίσουν ότι η ανθρώπινη κοινωνικότητα, τα δίκτυα των σχέσεων, η κοινωνική αναπαραγωγή οι γνώσεις και οι γνωριμίες, με μια λέξη, η ζωή μας, τίθενται στην εργασία και αμέσως εμπορευματοποιούνται και αποτιμώνται προς όφελος ολίγων. Είμαστε το έμμεσο, συχνά ασυνείδητο, ανθρώπινο δυναμικό που επιτρέπει στη ζωή, στα σώματα και στο μυαλό να αποτιμώνται. Χωρίς την κοινωνική μας συνεργασία δεν υπάρχει παραγωγή πλούτου: μια παραγωγή αξίας που προκύπτει από την κοινωνική μας οντότητα, απ’ το να είμαστε κοινωνικοί. Η εκμετάλλευση της κοινότητας, των κοινών γεννιέται εδώ. Στις πράξεις της καθημερινής ζωής.

Αυτό το βιβλίο θέλει να ερευνήσει τον μηχανισμό εκμετάλλευσης και υποτέλειας των ζωών μας, που φαίνονται ελεύθερες, αλλά είναι καρφωμένες από αόρατες αλυσίδες και υποταγμένες από τις πιο αυστηρές σειρήνες, από αυτές που προκύπτουν από μια υποταγή ιεραρχική και άμεση εξουσίας.

Ο νεοφιλελεύθερος καπιταλισμός είναι η διοίκηση επί της ζωής, επί της ικανότητά μας να παράγουμε γνώση και αυτονομία. Μπορούμε να απαλλαγούμε από αυτόν τον ζυγό με τον οποίο συχνά είμαστε συνεργοί, συνυπεύθυνοι; Εδώ βρίσκεται το στοίχημα της επιβίωσης και της ελευθερίας μας.

 ΣΥΓΓΡΑΦΕΑΣ

 

Andrea Fumagalli

Ο Andrea Fumagalli είναι καθηγητ’ης οικονομίας στο Πανεπιστήμιο της Pavia. Υπήρξε ιδρυτής του περιοδικού  «Altreragioni». Μαζί με τον Sergio Bologna έχει επιμεληθεί την εργασία Il lavoro autonomo di seconda generazione (Feltrinelli, 1997). Άλλες εργασίες του είναι : Bioeconomia e capitalismo cognitivo(Carocci, 2007) και La moneta nell’impero(μαζί με τους Christian Marazzi και Adelino Zanini, Ombre corte, 2002).

http://www.deriveapprodi.org/2017/10/leconomia-politica-del-comune/