αυτονομία, autonomia

H ρωμαϊκή εργατική αυτονομία – L’autonomia operaia romana

του Giovanni Iozzoli

G. Marco D’ubaldo, Giorgio Ferrari, Gli autonomiVolume IV. L’Autonomia operaia romana, DeriveApprodi, Roma, 2017, 224 p., € 18.00  Οι αυτόνομοι – τέταρτος τόμος. Η ρωμαϊκή εργατική αυτονομία

Ο εκδοτικός οίκος Derive Approdi έχει εκδώσει τον τέταρτο τόμο της σειράς Gli autonomi Οι αυτόνομοι. Πρόθεση είναι να εμβαθύνει την αφήγηση μιας πολιτικής εποχής, εστιάζοντας με πιο σφιχτό τρόπο στην επικράτεια – ξεκινώντας από την ρωμαϊκή. Οι επιμελητές του τόμου είναι οι Giorgio Ferrari και G.Marco D’Ubaldo, ιστορικοί που αναφέρονται σε δυο πραγματικότητες καίριας σημασία της ρωμαϊκής πλατείας και πραγματικότητας: i Comitati Autonomi Operai e il Comitato dell’Alberone, τις Αυτόνομες Εργατικές Επιτροπές και την Επιτροπή των κατοίκων του Alberone .

Η απόφαση για τη διερεύνηση της «εδαφικότητας» των εμπειριών της αυτονομίας, είναι αναμφίβολα επαρκής, κατάλληλη. Δεν υπάρχει ανακατασκευή ή πολιτικό επιχείρημα για τις «αυτονομίες», που μπορεί να αγνοήσει αυτή την διάσταση – και αυτό, εκτός από την αντικειμενικότητα των ιστορικών γεγονότων, ακόμη και για μια θεωρητική προσέγγιση ευρύτερα αποδεκτή εκείνα τα χρόνια: έδαφος-επικράτεια σήμαινε ανάγνωση της ταξικής σύνθεσης, χτίσιμο των στοιχείων του προγράμματος, προσαρμογές των επιπέδων της οργάνωσης και πάλι επιστροφή στο έδαφος, στην επικράτεια. «Έδαφος» σημαίνει τη γη-το επίπεδο της συνεχούς επαλήθευσης των αρχικών υποθέσεων. Και δεν μιλάμε για την ιδεολογική πρόταση του «να ξαναπάρουμε πίσω την πόλη»: ήταν μάλλον κοπιώδες και εκρηκτικό καθημερινό χτίσιμο διαμάχης-καβγά-διενέξεων (εδαφικών, ακριβώς, στην επικράτεια), που έδωσαν στην συζήτηση για την αυτονομία, κοινωνικό βηματισμό, ρίζωμα, κοινωνικά σκέλη.

Ο τόνος του βιβλίου απομακρύνεται από κάθε amarcord ευχαρίστησης [ευτυχισμένες αναμνήσεις σε ελεύθερη μετάφραση]: διαβάζετε την ιστορία ξεκινώντας από το παρόν και οι συγγραφείς, πέρα από τα προσωπικά βιογραφικά γεγονότα, αισθάνονται ενεργά εμπλεκόμενοι μιας πολιτικής υπόθεσης που δεν έχει κλείσει, αλλά μάλλον έχει μετατοπιστεί και αναποδογυρίσει επί των ημερών μας.

Πρωτεύουσα Ρώμη, Roma πολιτικό επίκεντρο, για καλό ή για κακό. Σωστό το να ξεκινήσουμε από τον αυτόνομο χώρο της: γιατί στην ρωμαϊκή αρένα οι συλλογισμοί επί της μητρόπολης ως απόκλιση της νέας ταξικής σύνθεσης, βρήκαν το έδαφος της πιο προχωρημένης πρακτικής. Για να γίνει αυτό κατανοητό, φτάνει να έχετε στα χέρια κάποιο από τα δικαστικά έγγραφα που σχετίζονται με τις πολλές αγωγές εναντίον της ρωμαϊκής εργατικής αυτονομίας: στα δικαστικά έγγραφα – πολύτιμα εργαλεία πολιτικής μνήμης, φθάνει να γνωρίζει κάποιος να τα διαβάζει – σχολαστικά αναφέρονταν από τους δικαστές δεκάδες και δεκάδες αυτόνομων οργανισμών με τα αρχικά τους, την κοινωνική τους διαστρωμάτωση και τα στέκια τους, τα υποτιθέμενα οργανογράμματα τους, και ήδη μόνο εκείνοι οι δικαστικοί χάρτες θα σας έκαναν να συνειδητοποιήσετε το πόσο μεγάλος ήταν ο επαναστατικό πλούτος για τον οποίον μιλάμε.

Οι συντάκτες του τόμου ανακατασκευάζουν αποτελεσματικά την ιστορική εικόνα της Ιταλίας – και της πρωτεύουσας της – στις αρχές της δεκαετίας 70. Στο πλαίσιο αυτό και μέσα σε αυτή την συγκυρία ωριμάζουν κάποιες συγκεκριμένες προϋποθέσεις, οι οποίες θα αποτελέσουν το θεμέλιο της ανάπτυξης της αυτονομίας στη Ρώμη:
– σε υποκειμενικό επίπεδο η καθίζηση της σύντομης περιόδου των ομάδων, που απελευθερώνει ενέργειες χιλιάδων αγωνιστών,
– ο αγώνας για το σπίτι, πάντα ζωτικής σημασίας σε μια περιοχή που πλήττεται μετά τον πόλεμο από μια σταθερή δημογραφική πίεση και μια ταχεία ανάπτυξη του κύκλου κατασκευών,
– ο αγώνας στην δημόσια υγεία και στον τομέα της ηλεκτρικής ενέργειας, με το πολύτιμο δέσιμο ανάμεσα στην εργατική κινητοποίηση και τα δικαιώματα των χρηστών,
– η παρουσία των κεντρικών οργάνων του ΚΚΙ- PCI και του αριστερού συνδικάτου CGIL, στο μέγιστο της ηγεμονίας τους, που όμως ήδη κινούνται πτωτικά, στην φθορά της εποχής των θυσιών και της καταστολής των κινημάτων,
– ο αντιφασισμός, σε μια πόλη όπου η μνήμη και η φασιστική παρουσία, τριάντα χρόνια μετά το τέλος του πολέμου είναι ακόμα πολύ ζωντανή (απλά διαβάστε την αυτοβιογραφία του Giulio Salierno, για να πάρετε μια αίσθηση εκείνης της καρκινικής επιμονής στην πρωτεύουσα).

Είναι μέσα από αυτά τα εδάφη, διασχίζοντας αυτά τα εδάφη – στο εσωτερικό συγκεκριμένων διαδρομών, όλων να παίζονται σε μαζική διάσταση – που αναπτύσσεται ο σχηματισμός των ρωμαϊκών αυτόνομων οργανισμών: εμπειρίες που από τον σχηματισμό τους φέρουν μέσα τους την επίμονη προσπάθεια για την ανασύνθεση της πολιτικής δράσης όπως και της συνδικαλιστικής, των οποίων ο διαχωρισμός, ειδικά στην προοδευτική επεξεργασία κυρίως των Volsci, κρίνεται ως εμπόδιο στην ανάπτυξη μιας σύγχρονης επαναστατικής προοπτικής.

Μέσα σε λίγα χρόνια, συλλογικότητες και επιτροπές γειτονιάς – δείτε την εμβληματική περίπτωση του Alberone – συνθέτουν ένα ζωντανότατο και μαγματικό δίκτυο που διασχίζει όλες τις διαστάσεις της μητροπολιτικής σύγκρουσης: η οργάνωση των αγώνων ενθαρρύνει τον αυθορμητισμό της προλεταριακής εφευρετικότητας, η οποία με τη σειρά της οργανώνεται και επανεκκινεί τη διαδικασία.

 

Τη νύχτα δεν ήταν και τόσο δύσκολο να πέσουμε επάνω σε μια μικρή ομάδα ανθρώπων που τραβούσαν αντικείμενα οικιακής χρήσης σε κάποιο άδειο κτίριο, μερικές φορές δεν ήταν καν τελειωμένο, προσπαθώντας να μην γίνουν αντιληπτοί από την αστυνομία. Το φαινόμενο ήταν τόσο μεγάλο και μοναδικό για μια μεγάλη πόλη, που κατέληξε μάλιστα και σε ένα άρθρο του εβδομαδιαίου Time (σ.85)

Και αυτό σημαίνει ότι, πέρα από τις εκστρατείες και τους μεγάλους αγώνες που διοργανώνονταν από την εξωκοινοβουλευτική αριστερά, επικρατούσε στις γειτονιές και στο κοινωνικό προλεταριακό σώμα μια εκτεταμένη μαζική παρανομία, της οποίας η ζήτηση για οργάνωση ήταν ακριβώς ο λόγος ύπαρξης της αυτονομίας.

Η ρωμαϊκή εργατική αυτονομία γεννιέται και περπατά επάνω στα πόδια της κοινωνικής πρακτικής: εργασία και επικράτεια, lavoro e territorio. Η πολιτική οργάνωση των Volsci, ειδικότερα, είναι άμεση έκφραση πραγματικοτήτων που προέρχονταν από τον κόσμο της μισθωτής εργασίας:

Με εξαίρεση κάποιους φοιτητές ιατρικής που δρούσαν μέσα στην Κολεκτίβα της Πολυκλινικής, del Collettivo Policlinico (και που έπαιξαν σημαντικό ρόλο στην ανάπτυξη των αγώνων) εκείνοι οι οργανισμοί αποτελούνταν αποκλειστικά από εργαζομένους: υπαλλήλους, διοικητικούς τεχνικούς, εργάτες. Έτσι ακριβώς: εργάτες, που φορούσαν την ποδιά των νοσοκόμων, την στολή του αχθοφόρου ή την φόρμα της Enel [ενέργεια] ήταν εργατικό δυναμικό που το εκμεταλλεύονταν όπως τους άλλους που βρίσκονταν στο εργοστάσιο, αν και δεν είχαν τa «στίγματα» των ροζιασμένων χεριών. Ήταν ένα ιδιαίτερο χαρακτηριστικό των Volsci να επιβάλουν στην προσοχή του κινήματος εκείνες τις φιγούρες που σνομπάρονταν από τους ερμηνευτές της εργατικής τάξης, σαν να ήταν αντιπαραγωγικές ή παρασιτικές, που εξακολουθούσαν να θεωρούνται περιθωριακές σε σχέση με την ερμηνεία της σύγκρουσης κεφαλαίου εργασίας (σελ. 59)

Συνεπώς: φυσική απόκτηση του κοινωνικά εξελιγμένου χαρακτήρα της καπιταλιστικής εκμετάλλευσης, φυσική θεώρηση του »εργατικού» χαρακτήρα αυτής της κοινωνικής εργασίας.

Εργασία και επικράτεια, λέγαμε, κατά τη διάρκεια των ρωμαϊκών χρόνων 70, ορισμένες γειτονιές, δείτε Centocelle ή San Basilio, απελευθερώνουν το πλήρες δυναμικό τους, σε ένα είδος καρστικής συνέχειας της σύγκρουσης, η οποία εξακολουθεί να υφίσταται μετά τον πόλεμο – καταλήψεις, αυτομειώσεις, διεκδικήσεις στις μεταφορές , στις υπηρεσίες, εναλλακτική κοινωνικότητα.

Για να μπει σε δίκτυο αυτός ο πολλαπλασιασμός δεν είναι απλό: εφευρίσκουν νέα εργαλεία – όπως η Συνέλευση πόλης των εργατικών επιτροπών και γειτονιάς – όλα επίπονα πειράματα, που ζουν με ενότητα, ρήξεις, ανασυνθέσεις, που υφαίνονται καθημερινά με το νήμα των αγώνων και των διεκδικήσεων, της διαμάχης.
Η μέθοδος της ρωμαϊκής αυτονομίας, μπροστά σε αυτό τον κοινωνικό πλούτο, είναι πάντα η ίδια: από τις μάζες στις μάζες, γιατί αυτονομία θα πει πρώτα απ’ όλα ρήξη της κακιάς διαλεκτικής μεταξύ υποτιθέμενων »εξωτερικών πρωτοποριών» και τάξης.

Συνέβαινε πράγματι εκείνα τα χρόνια μια πρωτοπορία καλλιεργημένη και ηδονιστική να επιβάλλει από τα άνω την δική της κοσμοθεωρία, la sua Weltanschauung στην πραγματική ιστορία μιας αποτυχημένης χώρας … Οι αντιλήψεις που αρνούνται αρχικά μια ανεξάρτητη διαδικασία προλεταριακής χειραφέτησης και τη δυνατότητα των μαζών να ορίσουν τη δική τους αυτόνομη οργάνωση, ήταν σε μεγάλο βαθμό διαδεδομένες μεταξύ των πρωτοποριών του τότε (σελ.47)

Η Αυτονομία γεννιόταν ως αντιστροφή αυτών των αντιλήψεων, που ήταν κληρονομιά όχι μόνο από το ρεβιζιονισμό, αλλά και της πολιτικής τάξης του 68.

ο Giorgio Ferrari περιγράφει τους Volsci σαν ένα εργαστήριο της κοινωνικής ορθής πράξης, όπου όμως βασίλευε η γεύση της θεωρητικής ετεροδοξίας:

Στην εποχή του μετα-κομμουνισμού αισθάνομαι ακόμα μαρξιστής και αυτόνομος: γιαυτό, όταν στις αρχές της δεκαετίας του ’70 γνωρίστηκα με τους συντρόφους του Γενικού Νοσοκομείου-Policlinico και της Enel, που είχαν αφήσει το Μανιφέστο, για μένα ήταν μια ανακούφιση. Επιτέλους, θα μπορούσα να εκφράσω τις αμφιβολίες μου επάνω στην κομμουνιστική εμπειρία χωρίς να αντιμετωπίζομαι με καχυποψία, επιτέλους έκανα μαζί με άλλους πολιτικούς προβληματισμούς και στοχασμούς από τους οποίους οι επαναστάτες δεν πρέπει ποτέ να διαφεύγουν (σελ.20

 

Η κρίση του κομμουνιστικού παραδείγματος, στην ωριμότητα της ανάπτυξης και της καπιταλιστικής κρίσης της δεκαετίας του ’70, είναι ήδη σαφής, για όσους θέλουν να το δουν, παρά τις πλατείες που γεμίζουν και τις κλειστές γροθιές: η εργατική αυτονομία ήταν επίσης η γη επάνω στην οποία αυτή η συζήτηση μπορούσε να απελευθερωθεί με μεγαλύτερη ειλικρίνεια.
Το ακριβώς αντίθετο από εκείνες τις ομαδίστικες συνιστώσες όπου βασίλευε η πιο κομφορμιστική ορθοδοξία, η οποίες, κατά τα χρόνια της ήττας, πέρασαν από την μια νύχτα στο πρωινό, από την μια μέρα στην άλλη δηλαδή, στην άλλη πλευρά του οδοφράγματος, αφήνοντας πίσω τις δογματικές βεβαιότητες τους, όπως ένα φίδι το παλιό δέρμα του – και ίσως συνεχίζοντας να κηρύττουν με την ίδια αυταρέσκεια, τα υπέροχα και προοδευτικά πεπρωμένο του ρεφορμισμού των χρόνων 80 …

Το πρώτο μισό της δεκαετίας του ’70, βλέπει την ρωμαϊκή αυτονομία στην πρώτη γραμμή της προσπάθειας για τη σταθεροποίηση της υπόθεσης εθνικής πολιτικής. Δεν είναι εύκολο, επειδή ακριβώς ορισμένες εμπειρίες βρίσκονται σε ισχυρό πολιτικό-ιδεολογικό χαρακτηρισμό, ενώ άλλες ζουν μια θεμελιώδη κοινωνική διάσταση – και δεν είναι δεδομένο να μοιράζονται λεξιλόγιο και εκστρατείες.

Η σχέση που οι Αυτόνομες Εργατικές Επιτροπές, i Comitati Autonomi Operai προσπαθούν να εδραιώσουν είναι στον άξονα του Μιλάνου με το Κόκκινο, con Rosso,το οποίο για ένα διάστημα γίνεται και εθνικό περιοδικό (με την Via dei Volsci ρωμαϊκή σύνταξη). Αλλά η εποχή της αυτονομίας του Μιλάνο είναι μια φλόγα που γεννιέται αργότερα και καταναλώνεται πριν, σε σχέση με την σταθερότητα της ρωμαϊκής εμπειρίας. Ριζοσπαστικές διαφορές πολιτικού έργου, γίνονται εμπόδια για την κατασκευή μιας εθνικής άποψη: Το Rosso, υπό την καθοδήγηση του Negri, πιέζει πολύ προς τη ρητορική του κοινωνικού εργάτη και σε μια προοδευτική συγκεντροποίηση της δομής, των λειτουργιών και της πολιτικής ηγεσίας.

Για τους Volsci, η επίτευξη του κοινωνικού χαρακτήρα της καπιταλιστικής εκμετάλλευσης είναι μια συνειδητοποίηση καθημερινή που δεν έχει ανάγκη επιβεβαιώσεων ή εξαναγκασμών – ούτε θεωρητικών ούτε με όρους χτισίματος του κόμματος. Στην Ρώμη ακόμη και στις υψηλότερες στιγμές της σύγκρουσης, προτιμούν να οργανώνουν την διάχυτη διαμάχη της κοινωνικής εργασίας στην περιοχή, θεωρώντας πως δεν είναι ώριμη καμιά αξιόπιστη “δυαδικότητα των εξουσιών”. Στις αναμνήσεις των επιμελητών αντηχεί ξανά η πολεμική της ρωμαϊκής πλευράς προς μια διανοουμενίστικη στρέβλωση, ιδεολογική και υποκειμενιστική, που θα σημαδέψει βαριά το μιλανέζικο εργαστήρι και την κατάρρευση του.
Ο διάλογος ανάμεσα στις διαφορετικές εθνικές ψυχές θα καταστεί ρήξη. Mα πλέον βρισκόμαστε στο κατώφλι των τριών βασικών βημάτων, βαθμίδων κλειδιά, που θα καθορίσουν το νόημα εκείνης της εποχής και της παρακμής της : η φλόγα του 77, η απαγωγή Moro και το μεγάλο κατασταλτικό κύμα που ξεκινά στις 7 Aπριλίου 79 και θα συνεχιστεί μέχρι και πέρα από τα μισά των χρόνων 80.

Μέσα σε αυτή την ισχυρή ιστορία χειραφέτησης και εξέγερσης, ρέουν οι ανθρώπινες υποθέσεις μιας γενιάς αγωνιστών: οι επαναλαμβανόμενες συλλήψεις των Pifano, Miliucci και δεκάδων άλλων ηγετικών στελεχών, το κλείσιμο των γραφείων του ραδιοφωνικού σταθμού Onda Rossa και των Volsci από πλευράς  υπουργού εσωτερικών Cossiga, οι αγώνες των οργανωμένων ανέργων του νόμου 285, χιλιάδες κατειλημμένων σπιτιών, η παρέμβαση στην Irpinia που είχε υποστεί τον σεισμό, οι κύκλοι των αυτομειώσεων, οι αγώνες για τις υπηρεσίες και μια συνεχής πίεση στα δημόσια έξοδα, που καλλιεργήθηκε αποτελεσματικά στην διάσταση της του κοινωνικού μισθού.

Η εποχή της διαχείρισης των πολιτικών δικών και του διαχωρισμού, θα διαιρέσει περαιτέρω τις τύχες των διαφόρων οργανωμένων συνιστωσών: μπροστά από το κατασταλτικό τσουνάμι οι Αυτόνομες Εργατικές Επιτροπές θα εκφράσουν μια ανθεκτική ικανότητα, που άλλοι δεν μπόρεσαν να σημαδέψουν, να δείξουν. Το Rosso και όλες οι εμπειρίες της αυτονομίας του Μιλάνο θα εξαφανιστούν στο τέλος της δεκαετίας του 70 συνθλιβόμενες από την καταστολή και την μετακίνηση προς την παρανομία. Η πολιτική αυτόνομη- πνευματική τάξη θα κατακερματιστεί σε επιλογές και εναλλακτικές που δεν είναι πάντα αξιοπρεπείς, ανάμεσα στην διάσταση, θεσμικές μετατροπές, τραβηγμένους απ’ τα μαλλιά αθωοτισμούς (περιέργως το βιβλίο δεν θυμάται την οργισμένη διαμαρτυρία της ρωμαϊκής πλατείας στο «ριζοσπαστικό» συλλαλητήριο του Toni Negri: ένα μικρότερο επεισόδιο, το οποίο ωστόσο, δίνει το μέτρο του πόσο πολύ είχαν αλλάξει οι όροι του πολιτικού διαλόγου στο εσωτερικό της επαναστατικής αριστεράς, σε σύντομο χρονικό διάστημα μέσα σε λίγα χρόνια …).

Στην πραγματικότητα, στις αρχές της δεκαετίας του ’80, οι μόνες αυτόνομες υποκειμενικότητες που επέζησαν από τη θύελλα της 7ης απριλίου και την ταξική ήττα, είναι ο ρωμαϊκός χώρος και ο ενετικός πόλος: δύο πραγματικότητες που θα συγκατοικήσουν για μια δεκαετία στο εθνικό αντι-ιμπεριαλιστικό αντι-πυρηνικό Συντονιστικό, σε μια πεισματική διαλεκτική (ενότητας και ανταγωνισμού …), που θα σημαδέψει θετικά επίσης τις μεγάλες εκστρατείες εκείνων των χρόνων ενάντια στις ειδικές φυλακές και τα βασανιστήρια, την αντίθεση στο Εθνικό σχέδιο Ενέργειας, τους διεθνιστικούς αγώνες, από τη Λατινική Αμερική στην Παλαιστίνη.

 

Οι Comitati Autonomi Operai, για όλη την δεκαετία 80, θα είναι το σημείο αναφοράς στο κοπιαστικό έργο ανακατασκευής  ενός εθνικού ιστού, κυρίως για τις νεαρές ομάδες του κέντρου νότου.

δεν θα μπορούσαμε να έχουμε αντέξει τις επιπτώσεις της καταστολής αυτών των σκοτεινών χρόνων χωρίς την πεποίθηση χιλιάδων αγωνιστών και την αλληλεγγύη από τις προλεταριακές γειτονιές … και αυτή δεν προέρχονταν από ένα υπερώο σκεπτόμενων κεφαλών, αλλά επειδή ήμασταν ριζωμένοι στην περιοχή, κάτι που ήταν πρωτοφανές και δεν είχε προηγούμενα και όπου οι αγώνες αποτελούσαν το καλύτερο σχολείο για στελέχη που θα μπορούσαμε να έχουμε φανταστεί (σ.125)

Πάρα πολλά όμως πράγματα άλλαζαν με ταχύτητα: το να επαναλαμβάνουν τους εαυτούς τους και τις μορφές τους δεν είναι κάτι που υπάρχει στο αυτόνομο DNA, η αυτονομία δεν γνωρίζει και δεν μπορεί να δώσει τον εαυτό της σαν κρυσταλλοποίηση, σαν διατήρηση της μνήμης – είναι μια διαδικασία σε κίνηση που επιβάλλει να βρίσκεσαι ένα βήμα μπροστά, να ανακαλύπτεις και να εφευρίσκεις νέα παραδείγματα, να καις πάντα τις γέφυρες στις πλάτες σου. Και επί της Via dei Volsci και της ρωμαϊκής πλατείας, βαραίνουν τα χρόνια 90: η Δεύτερη repubblica πιέζει, το σύστημα των κομμάτων καταρρέει, οι παραδοσιακές κοινωνικές δυνάμεις διαλύονται, ο ιταλικός καπιταλισμός γίνεται έδαφος πολυεθνικής επιδρομής, όλο και πιο περιθωριοποιημένο στον διεθνή καταμερισμό της εργασίας και των κεφαλαίων. Αλλά αυτή είναι πλέον η ιστορία του σήμερα.

Στην διαφοροποιημένη πολιτική και κοινωνική κατάσταση, οι αυτόνομες εργατικές επιτροπές πηγαίνουν δίχως δράματα και φωνές προς την αυτοδιάλυση: το 1992, στην διάρκεια μιας δημόσια και συλλογικής συζήτησης, το μεγαλύτερο μέρος των ρωμαίων αυτόνομων επιλέγει να θεωρήσει λήξασα την λειτουργία της οργάνωσης των αυτόνομων Επιτροπών («είκοσι χρόνια πραγματικά ήταν πολλάv», λέει ο Ferrari).
Ο ορίζοντας είναι μια νέα καταβύθιση στις δυο υποθέσεις εργασίας που είχαν καθιζάνει στη διάρκεια των χρόνων 80: το χτίσιμο των Cobas και οι αυτοδιαχειριζόμενες καταλήψεις, σαν στοιχείο εκ νέοι ριζώματος στον κόσμο της εργασίας και στην επικράτεια.

Ιστορία ανοιχτή, εκείνη της αυτονομίας.
Ιστορία που έχει ανασταλεί, ίσως – για ό, τι δεν κατάφεραν να κάνουν και για εκείνο που δεν είναι ακόμη σε θέση να πουν, που δεν έχουν καταφέρει να μας πουν.

τι να κάνουμε τις ζωές μας δεν μας φαίνεται καθόλου προφανές. Δεν νομίζουμε ότι για να λυθεί το πρόβλημα είναι αρκετό να προετοιμάσουμε ένα κοινό πρόγραμμα – που ήδη η προσπάθεια να το συντάξουμε θα σήμαινε να έχουμε θέσει σε σύγκριση ανάλυση και προοπτικές – αν δεν καταστήσουμε σαφή την αδιαλλαξία μας με αυτό το παρόν, χωρίς να κρύβουμε από τους εαυτούς μας τις δυσκολίες και χωρίς δισταγμό στο να πούμε πώς σκεφτόμαστε. Και αυτό είναι το χαρακτηριστικό γνώρισμα, το σήμα κατατεθέν που εδώ και πολλά χρόνια, μας έκανε να αναγνωρίσουμε τον έναν στον άλλον πριν ακόμη συναντηθούμε. Η αδιαλλαξία με την παρούσα κατάσταση, με το παρόν, μας έφερε μαζί, μας έκανε να συναντηθούμε, η θέληση να το αλλάξουμε μας έκανε να αναγνωριστούμε σύντροφοι στη ζωή και στον αγώνα. Χωρίς αυτό τον ανθρώπινο και πολιτικό δεσμό, δίχως αυτή την συνενοχή να ζούμε μαζί μιαν ακραία περιπέτεια μέχρι του σημείου να βάλουμε τη ζωή μας στα χέρια του άλλου, θα είχαμε υπάρξει κάτι άλλο (σελ. 194)

Che fare delle nostre vite, non ci sembra affatto scontato, Τι να κάνουμε με τις ζωές μας, δεν μας φαίνεται καθόλου προφανές. Μια δήλωση που ακούγεται καθόλου υπαρξιακή και ατομικιστική, ένα ερώτημα με νόημα που αναπηδά από γενιά σε γενιά, αναποδογυρίζεται στο παρόν, αμφισβητεί και ανακρίνει το μέλλον. Μια πολύ «αυτόνομη» τάση να αναζητάς νέους δρόμους της επαναστατικής προοπτικής.

Share

ανατρεπτική τέχνη, arte ribelle

Είμαι ο Αδάμ

……….

….Ίσως ουτοπιστή. Είμαι σίγουρος ότι τίποτα σπουδαίο δεν επιτυγχάνεται χωρίς κίνδυνο και τόλμη. Μας λείπει η τόλμη, ενώ περιβαλλόμαστε από δειλούς. Δεν αναφέρομαι στους αραβικούς λαούς αλλά στους αρχηγούς τους, σ’ αυτούς τους μονάρχες που διατρέχουν τις χώρες τους με κοστούμια και γιλέκο από του Σάβιλ Ρόου διακηρύσσοντας ότι είναι έτοιμοι να θυσιάσουν και το τελευταίο παιδί της Παλαιστίνης, σ’ αυτούς τους αρχηγούς των φυλών, που το μέγεθος της ατολμίας τους συγκρίνεται μόνο με τα περιουσιακά τους στοιχεία, κατατεθειμένα σε τράπεζες της Ελβετίας και του Λουξεμβούργου. Ήμαστε οι θεματοφύλακες ενός θεϊκού μηνύματος. Είχαμε πολύ μεγάλη ευθύνη, είχαμε ένα ιερό καθήκον να φέρουμε σε πέρας. Θυμηθείτε τα λόγια εκείνου του Ιουδαίου που οι χριστιανοί ονομάζουν Χριστό. Τι έλεγε; »Υμείς εστε το άλας της γης, εάν δε το άλας μωρανθή, εν τίνι αλισθήσεται; εις ουδέν ισχύει έτι ει μη βληθήναι έξω και καταπατείσθαι υπό των ανθρώπων. Υμείς εστε το φως του κόσμου». Εμείς οι εβραίοι ήμαστε προορισμένοι να γίνουμε το φως και το άλας του κόσμου, αλλά αποτύχαμε. Και πως να μη ματώνει η ψυχή μου όταν διαπιστώνω πως οι γενειοφόροι μας συναγωνίζονται στο σκοταδισμό τους πιο αμόρφωτους μουλάδες και τους σκληροπυρηνικούς του ρωμαϊκού κλήρου;»

»Γι αυτό ήρθατε να βρείτε καταφύγιο εδώ; Σ’ ένα κέντρο του Θιβέτ;»

»Όχι. Έσκυψα πάνω στα βιβλία, εντρύφησα στις ιστορικές καταγραφές και στα παρασκήνια των γεγονότων. Εξέτασα εξονυχιστικά τις δυο άλλες μονοθεϊστικές θρησκείες για να καταλήξω σε μιαν ακόμη πιο θλιβερή βεβαιότητα: τίποτε. Δεν υπάρχει τίποτε. Ούτε ο Χριστιανισμός ούτε ο Ισλαμισμός δικαιώνονται στα μάτια μου. Τώρα ξέρω ότι είμαι ένας άπιστος. Κι αυτή η θρησκεία μου αρκεί. Δεν βασανίζομαι πια. Δεν προσπαθώ πλέον να εξακριβώσω ποιος έχει δίκιο, ποιος έχει άδικο, ποιος βρίσκεται μέσα στην αλήθεια και ποιος κάνει λάθος. Είμαι εγώ. Ακέραιος. Ελεύθερος από κάθε τροχοπέδη. Δεν λέω πια σε κανέναν τις σκέψεις μου, ούτε σε ανθρώπους με σαρίκια ούτε σε άλλους με ράσα. Έχω διαγράψει από την ζωή μου όλους τους ιερείς, όλους τους τόπους λατρείας, γκρέμισα τα αγάλματα, έβγαλα τα φίμωτρα. Και, πιστέψτε με, ανασαίνω έναν αέρα πολύ πιο καθαρό. Εδώ, βρίσκομαι σε ουδέτερο έδαφος». Σταμάτησε και κοίταξε στα μάτια την επισκέπτρια του. »Θα ήθελα να σας κάνω μια ερώτηση, κυρία Γκρέι. Μπορείτε να μου πείτε σε ποια θρησκεία ανήκε ο Αδάμ;»

Κι όταν εκείνη ανασήκωσε τους ώμους για να υπογραμμίσει την αδυναμία της να απαντήσει, της δήλωσε μ’ ένα χαμόγελο:

»Είμαι ο Αδάμ, κυρία Γκρέι».

ΟΙ ΣΙΩΠΈΣ ΤΟΥ ΘΕΟΎ,   ΖΙΛΜΠΈΡ ΣΙΝΟΥΈ

σύγχρονη σκέψη, pensiero di oggi

Σκέψεις στο περιθώριο μιας παρουσίασης – Riflessioni a margine di una presentazione

Η παρουσίαση του βιβλίου του Μichael Dickson – Bomber Renegade – που έγινε στο Sally Brown την παρασκευή, αξίζει κάποιες επιπλέον σκέψεις γι αυτά που έχουν ειπωθεί για την επισκόπηση που έγινε λίγο νωρίτερα εδώ κάτω. Εδώ και μια δεκαετία οργανώνουμε εν αφθονία παρουσιάσεις βιβλίων, είτε μυθιστορήματα ή δοκίμια, εγγενείς ωστόσο σε αυτό το φαντασιακό που μια ταξική αριστερά θα έπρεπε να προσπαθεί να ανακατασκευάσει ανεξάρτητα από τις εσωτερικές της διαφορές. Ως εκ τούτου, παρά το γεγονός μιας ορισμένης σχετικής «εμπειρίας» μας, την παρασκευή βρεθήκαμε μπροστά σε μια «μάζα» συντρόφων απρόβλεπτη. Μια εκατοστή άνθρωποι ήταν εκεί και άκουγαν (και υποστήριζαν) τα λόγια ενός μαχητού του IRA. Γιατί; Η δημοσίευση, η μαχητική υποστήριξη στο Achtung Banditen, η παρουσία του Dixie, μόνο εν μέρει εξηγούν τη μεγάλη επιτυχία της πρωτοβουλίας (συγκλονιστική, διότι στην Ιταλία, δίχως ένα όνομα που «τραβά», στις παρουσιάσεις βιβλίων η συμμετοχή κυμαίνεται συνήθως από 5 έως 7 άτομα, ανεξάρτητα από το θέμα και δημοσιότητα, την διαφήμιση της εκδήλωσης).

Υπάρχει και κάτι άλλο, και αυτό το άλλο πρέπει να το ψάξουμε στην πολιτική. Ο αγώνας για την απελευθέρωση της βόρειας Ιρλανδίας εξακολουθεί να είναι ένα θέμα που κεντρίζει το ενδιαφέρον, είναι σίγουρα αλήθεια. Αλλά ο κύριος λόγος, έτσι φαίνεται σε μας τουλάχιστον, είναι ότι ο Dixie ήταν ένας μαχητής μιας ένοπλης οργάνωσης και πολιτικός κρατούμενος. Όσο κι αν το έχουν κρύψει, όσο κι αν το έχουν αρνηθεί, όσο κι αν έχουν επιβάλλει την σιωπή, την «συνομωσιολογία», η ταξική πάλη στην στρατιωτική-πολιτική «φάση» της εξακολουθεί να είναι ένα θέμα που είναι σε θέση να ξυπνήσει φυσική ενσυναίσθηση, συμπάθεια σε αυτό που (ήταν) το ρωμαϊκό κίνημα. Με όλο το σεβασμό σε μερικές από τις αυθεντίες του εν λόγω κινήματος, στους συντρόφους εκείνη η πολιτική θυσία εμπνέει ακόμη σεβασμό. Είναι μέρος της ιστορίας μας, είναι στην πραγματικότητα μια από τις υψηλότερες και πιο τραγικές στιγμές της.

Φυσικά, η ιστορία του IRA είναι μια «ξεχωριστή» ιστορία. Είναι το ευρύτερο στρατιωτικό-πολιτικό κίνημα της δυτικής Ευρώπης, εκείνο με τη μεγαλύτερη λαϊκή υποστήριξη, το μόνο – ίσως – το οποίο μπορεί να υπερηφανεύεται για τον χαρακτήρα του“λαϊκού πολέμου”κατά της καπιταλιστικής Δύσης. Το μόνο, ωστόσο, που υποχρέωσε τον βρετανικό ιμπεριαλισμό σε διαπραγματεύσεις, στην πολιτική αναγνώριση. Για να βρούμε ανάλογες συγκρίσεις θα πρέπει να μετακινηθούμε προς την Παλαιστίνη, αλλά θα ήμασταν έξω από τον κανόνα (και τα σύνορα) της δύσης. Μακριά από όλες τις προφανείς διαφορές, παραμένει το γεγονός ότι και εδώ στην Ιταλία είχαμε μια μακρά εμπειρία ένοπλου αγώνα. Το γεγονός αυτό σίγουρα δεν είναι άσχετο με την αντίληψη των συντρόφων, όταν κάποιος μιλάει για «ένοπλο αγώνα». Ωστόσο, στις διάφορες παρουσιάσεις που πραγματοποιούνται στη χώρα μας (και μάλιστα η παρασκευή το επιβεβαιώνει), η παράλληλος αυτή ποτέ δεν εμφανίστηκε. Σε αντίθεση με την Ιρλανδία και την Χώρα των Βάσκων, Euskal Herria, όπου η σχέση ανάμεσα στο λαϊκό κίνημα και τις ένοπλες οργανώσεις του, μετά την αφαίρεση των διαφορών και της όποιας κριτικής, αναγνωρίζεται ως εσωτερική σε αυτή την ίδια την συζήτηση, στην Ιταλία εδώ και χρόνια έγινε μια προσπάθεια να διακοπεί ξεκάθαρα αυτή η «εσωτερικότητα». Τέθηκε ένα σύνορο νομιμοποίησης, και αυτό το σύνορο τοποθετήθηκε μέσα από το κίνημα, και όχι μόνο από το εξωτερικό του κινήματος. Η ψυχική δυσκρασία που επικρατεί σήμερα οδηγεί στη συνέχεια στη σχιζοφρένεια να συμπαθούν κάποιοι έναν μαχητή του ιρλανδικού ένοπλου αγώνα (αλλά αυτό είναι επίσης αλήθεια και για τον αγώνα της Χώρας των Βάσκων) μην αναγνωρίζοντας αυτόν στην ίδια τους τη χώρα. Αρνούμενοι οποιονδήποτε πιθανό παραλληλισμό. Δεν καταφέρνουν ούτε καν να τον σκεφτούν, αυτό τον παραλληλισμό..

Θα πρέπει, ποτέ δεν ξέρεις, να προσδιορίσουμε όχι μόνο την προφανή ποικιλομορφία των διαφόρων αγώνων (ξεκινώντας από το εθνικό ζήτημα που τους διαφοροποιεί από το ιταλική πλαίσιο αναφοράς), αλλά πάνω απ ‘όλα ότι αυτή η συζήτηση δεν σημαίνει την έγκριση αυτής ή της άλλης πολιτικής επιλογής των ένοπλων οργανώσεων, αλλά να νομιμοποιήσουμε ιστορικά την άμεση σχέση που είχαν αυτές με την επαναστατική αριστερά στη δεκαετία του Εβδομήντα.

Στην αγωνιστική ζωή μας έχουμε γνωρίσει δεκάδες πρωταγωνιστές αυτής της εμπειρίας, στην Ιταλία και στο εξωτερικό, στην Ευρώπη και σε άλλες ηπείρους. Σε όλους – όχι βέβαια στους βδελυρούς προδότες ή σε αυτούς που διαχώρισαν τη θέση τους – το ίδιο φως λάμπει στα μάτια, και σε όλους η ίδια πολιτική πεποίθηση πέρα από τα χίλια ρυάκια που εκείνοι οι σύντροφοι ακολούθησαν στην επόμενη ζωή τους. Όπως λέει ο Dixie, «κάποιος μπορεί να σκέφτεται ότι ήταν λάθος μέθοδος, πως ήταν βία κατά της βίας, αλλά νομίζω ότι ήταν η συγκυρία και οι συνθήκες που μας έφεραν σε αυτό τον δρόμο, δεν είχαμε άλλο τρόπο για να κάνουμε η φωνή μας να ακουστεί». Αυτή η αίσθηση του επείγοντος και της αναγκαιότητας δεν μπορεί να μετρηθεί, να αξιολογηθεί έξω από ένα κύκλο αγώνων ταξικών ή απελευθέρωσης. Επιπλέον, η «τρομοκρατία» – ως μια καθολική έννοια που σχετίζεται με τη βία – είναι μόνο μια ένοπλη πάλη που χάνει το πολιτικό παιχνίδι της. Αλλού αυτή η ίδια «τρομοκρατία» – σκεφτόμαστε το Ισραήλ, τις Ηνωμένες Πολιτείες, αλλά και την παρτιζάνικη αντίσταση, ή τη διαδικασία αποαποικιοποίησης των ετών Πενήντα και Εξήντα – βρίσκει την ιδεολογική νομιμοποίηση της, επειδή ιστορικά νικηφόρα, επειδή νίκησε. Ο αγώνας ενάντια στον κατακτητή μετατρέπεται σε «εμφύλιο πόλεμο», σε «πόλεμο της απελευθέρωσης», σε «αγώνα ενάντια στον τύραννο», και ούτω καθεξής. Να λοιπόν: και στην Ιταλία υπήρξε ένας εμφύλιος πόλεμος στη δεκαετία του Εβδομήντα, αλλά η πολιτική ήττα εκείνης της εμπειρίας συνεχίζει να του αρνείται τους χαρακτήρες της νομιμοποίησης. Οι ταξικοί αγώνες της δεκαετίας του Εβδομήντα είναι τα «χρόνια του μολυβιού». Αλλά κάθε ειλικρινής αγωνιστής αναγνωρίζει εκείνη την θυσία ή εκείνη την αναγκαιότητα, και μερικές φορές αυτή η αναγνώριση εκρήγνυται από τον μανδύα του πολιτικώς ορθού και επίσης εκδηλώνεται σε μια απλή παρουσίαση ενός βιβλίου, ενός απλού στρατιώτη που πέρασε από τον βρετανικό στρατό στον ιρλανδικό δημοκρατικός στρατό, πληρώνοντας στο πετσί του την τιμή εκείνης της επιλογής.

 

2116 letture totali 62 letture oggi
ανατρεπτική τέχνη, arte ribelle

Mάρτυρες – Γύρω στο ’83, και Χαμένος ήχος

ΣΑΒΒΑΣ ΞΗΡΟΣ, Η μέρα εκείνη-1560 ώρες στην εντατική

Κάθομαι στο καβαλέτο και ζωγραφίζω. Μετά από πολλές περιπέτειες, κατέληξα σ’ αυτό που γνωρίζω καλύτερα. Αγιογραφία. Η παράδοση μας, η τέχνη ως συνέχεια της αρχαίας ελληνικής ζωγραφικής, με τρόπο και τεχνικές που μεταδίδονται από στόμα σε στόμα ανά τους αιώνες και αντανακλούν τις εσωτερικές ανάγκες κάθε γενιάς και εποχής.

Μια παράδοση, από τις απλές, λιτές τετράχρωμες τοιχογραφίες της κλασσικής αρχαιότητας, που εξυμνούν τη φυσική ομορφιά, με τρόπο που μόνο κάτω από το πρίσμα της ιονικής φιλοσοφίας θα μπορούσε να ερμηνευτεί, ως τα φαγιούμ, που με μια ελπίδα μυστική αποτυπώνουν τη χαρά της ζωής, με το βλέμμα τους να φαντάζει σαν υπερκόσμια γέφυρα μεταξύ ζωντανών και νεκρών, ως την αγιογραφία.Την τέχνη που με τις αντιθέσεις, το έντονο μεσημεριανό φως, την ανάστροφη προοπτική, τα ταπεινά χρώματα,αποκαλύπτει τους κανόνες ενός διαφορετικού κόσμου, τον οποίον δεν περιγράφει, αλλά με απλούς συμβολισμούς »ιστορεί», διδάσκει, κατευθύνοντας το νου σε μια εσωτερική αναζήτηση. Μια τέχνη φωτισμένη με κερί, κι όμως τόσο διαυγής.

Ζωγραφίζω με ηρεμία. Έχω μπροστά μου την εικόνα του Αϊ-Γιώργη.Την ίδια ώρα στην πατρίδα του την Παλαιστίνη, στο Λίβανο, δίπλα μας, στα προσφυγικά στρατόπεδα Σάμπρα και Σατίλα, ο Αριέλ Σαρόν σφάζει αμάχους. Εμείς εδώ καθόμαστε και φιλοσοφούμε, κάνουμε σχέδια, κριτικάρουμε εκ του ασφαλούς, νομίζοντας ότι όλα θα είναι όπως τώρα, επίπεδα και ομαλά. Κάποιοι, πολύ κοντά μας, δεν μπορούν να ονειρευτούν ούτε για την επόμενη στιγμή.

Ποιος άραγε θα μπορούσε να ξυπνήσει ένα πρωί και να πει, να αναφωνήσει: »τι ωραίος που είναι ο κόσμος! Ας έμενε έτσι για πάντα!» αν δεν είναι κάποιος, που κερδίζει πάνω στο πτώμα αυτού του κόσμου. Σε μια γυάλινη δυτική ευημερία, στην »κοινωνία της αφθονίας», που για να επιβιώσει, να παραμείνει ανέγγιχτη πρέπει να τρέφεται ακατάπαυστα με πολέμους. Απαιτεί το σώμα όχι μόνο των αμάχων αλλά, πολύ χειρότερο, το αίμα νέων πάνω στην ακμή τους, πάνω στην πιο δημιουργική τους ηλικία, την ώρα που μπροστά τους ανοίγεται το μέλλον. Άραγε, αν ζούσε στην εποχή μας ο Θησέας, σε ποια χώρα θα αναζητούσε τον Μινώταυρο;

Βλέπω ξανά τον Αϊ Γιώργη, τον ελευθερωτή των αιχμαλώτων και υπερασπιστή των φτωχών. Ο Περσέας, η Αριάδνη, η Μέδουσα, ένας μύθος ενσωματωμένος στο βίο του. Ο δράκος, που απαιτεί ανθρώπινη σάρκα για να συνεχίσει να υπάρχει, αντιμάχεται με λύσσα, γαντζωμένος πάνω στη χέρσα γη. Τόσοι στρατηλάτες στις εικόνες,τόσα φονικά όπλα, τόσοι άγιοι μάρτυρες.

 

1986

Στίχοι:  

Κώστας Κινδύνης

Μουσική:

Σταύρος Ξαρχάκος

Μην επιμένεις άλλο πια Μαρία
εκείνη την παλιά φωτογραφία
απ’ όνειρα παλιά ν’ αδειάσει ο τοίχος
είναι παλιός, είναι χαμένος ήχος.

Και θέλει νιάτα και καρδιά η ελευθερία
μην επιμένεις άλλο πια Μαρία
μην επιμένεις άλλο πια, άλλο πια, άλλο πια, Μαρία.

Μας βασανίζει του καιρού μας η ανία
κλείσαν τα σύνορα του κόσμου μας Μαρία,
και τα συνθήματα γινήκαν μόνο λέξεις
εδώ που φτάσαμε δεν έχεις να διαλέξεις.

Είμαστ’ απ’ έξω απ’ αυτήν την ιστορία
μη με πικραίνεις άλλο πια Μαρία,
μη με πικραίνεις άλλο πια, άλλο πια, άλλο πια, Μαρία.

Μην επιμένεις άλλο πια Μαρία
να με θυμάσαι στον ΕΛΑΣ επιλοχία
τα χρόνια δεν τα παίρνεις πίσω
ήρθ’ ο καιρός, ήρθ’ ο καιρός πια να τη σκίσω.

Εκείνη την παλιά φωτογραφία
μη με πικραίνεις άλλο πια Μαρία,
μη με πικραίνεις άλλο πια, άλλο πια, άλλο πια, Μαρία

Μανώλης Μητσιάς

σκόρπιες σκέψεις...

για την επανάσταση της κάθε ημέρας…

Μεγάλη Παρασκευή σήμερα , τον συναντώ και σημειώνει για τον τεράστιο ρόλο που έχει παίξει ο Χριστός ιστορικά, και άλλοι μαζί που έθεσαν το θέμα της εσωτερικότητας, της πάλης του πνεύματος με το εγώ, της ταπείνωσης με την αλαζονεία, Της ΘΥΣΙΑΣ ΜΕ ΤΟ ΕΦΗΜΕΡΟ, του συνόλου με το μέρος. Τον σέβεται και τον αγαπά χωρίς να τον νοιάζει τα περί Θεότητας, διότι έθεσε επί τάπητος το θέμα της αγάπης και την ανακήρυξε υπέρτατο αγαθό και αξία, σε τρόπο ζωής ,θυσιάζοντας τη ζωή του την ίδια. Τζάμπα μάγκες αυτοί που στη συνέχεια κυβέρνησαν ή διοίκησαν στο όνομά του. Τρόπος ζωής θα έπρεπε να είναι ο χριστιανισμός όχι θρησκεία.

Η χειραγώγηση του ανθρώπου από τα πάθη του , από τα χειρότερα τουλάχιστον, είναι μεγάλο πράγμα. Είναι θαυμάσια η ζωή να την ζεις με αγάπη και συμπόνια, προς τον εαυτό σου και τον διπλανό. Άσε που δεν θα ήταν και άσχημα να υπάρχει και ζωή μετά τον θάνατο. ‘Είναι όμορφη η ζωή και θα ήθελα να τη ζήσω και ξανά. Να σεβαστούμε και να χαϊδέψουμε., να δημιουργήσουμε, να παίξουμε, να χορέψουμε, μαζί ,με άλλους, όλοι είμαστε ίδιοι τα ίδια ερωτήματα μας απασχολούν και τις ίδιες απαντήσεις ψάχνουμε. και διαφορετικοί μαζί, τους ίδιους καημούς έχουμε, χαρές και βάσανα. Ίδιες αγωνίες ίδιες ανησυχίες.’ Να γεννηθώ και να ξαναγεννηθώ μου λέει, να ερωτευθούμε να παίξουμε και να κολυμπήσουμε, να ξανά ακούσουμε το τιτίβισμα των πουλιών, να κάνουμε παιδιά, να τα μεγαλώσουμε με αξίες, να δημιουργήσουμε πολιτισμούς και να γνωρίσουμε άλλους.. Κοντά με άλλους. Μόνος δεν έχει γούστο να ζεις ,όταν οι γύρω δεν είναι καλά δεν είμαστε κι εμείς καλά. Γι αυτό πολέμησε και ο Γκεβάρα. είχε όλα τα καλά αλλά πονούσε που δεν τα είχαν όλοι, είχε την εξουσία , απόλυτος άρχοντας, αυτός ,οι φίλοι του ,ο λαός του .Και τα άφησε όλα για να πάει να ξεσηκώσει άλλους, για να πάει κοντά σε αυτούς που πολεμούσαν για τα ίδια ιδανικά. Δεν του έφτανε η δική του ευτυχία πλάνταζε που υπήρχαν ακόμη καταπιεσμένοι, έπρεπε να ελευθερώσει και αυτούς. Κι εμείς επιτρέπουμε εδώ οι νέοι, τα παιδιά μας ρε γαμώτο, να ζουν με 700 ευρώ το μήνα, και ένας άνθρωπος να κερδίζει με μία κίνηση διακόσια μύρια, πουλώντας κάτι που δεν είναι δικό του, κάτι που φτιάχτηκε με ιδρώτα χρόνων χιλιάδων λαού. Ή πουλώντας αέρα κοπανιστό.

Επιτρέπουμε στους κυβερνήτες δολοφόνους μας να υπάρχουν όταν η Θεσ/νίκη είναι η πιο ρυπογόνος πόλη στην Ευρώπη και η Αθήνα η τρίτη. Πέντε εκατομμύρια λαού ζουν σε αυτές τις δύο πόλεις, φύλλο δεν κουνιέται. Το βράδυ θα κοιμηθούμε ήσυχοι στα κρεβάτια μας και αύριο θα τρέξουμε στην αγορά να κάνουμε το καθήκον μας, να γεμίσουμε τις τσάντες μας με μολυσμένα από όλων των ειδών τους ρύπους υπερτιμημένα προϊόντα. Ρύπους με τους οποίους γεμίζουμε τη γη και τα νερά μας αδιαφορώντας για μας και τα παιδιά μας. Δολοφόνοι κυβερνούν δολοφόνους, αυτοί είμαστε, μη κρυβόμαστε ,ας τα πούμε έξω από τα δόντια. Φαντάζεστε πως οι αγρότες δεν γνωρίζουν με τι ψεκάζουν , τι δηλητήρια χρησιμοποιούν για ζιζανιοκτόνα. Πυρηνικά εργοστάσια και άλλα αμολούν απόβλητα καθημερινά στον αέρα. Η ΒΦΛ είναι αθώα ; Τα ποτάμια τα έχουμε ρημάξει, εμείς και οι γύρω μας. Αυτό το έχουμε ονομάσει πολιτισμό. Και το πολίτευμα δημοκρατία. Εδώ μια φλόγα δεν μπορούν να μεταφέρουν, κάθε δέκα μέτρα μία διαμαρτυρία, σε κάθε γωνιά του πλανήτη. Την κρύβουν τη φλόγα, τρέχουν αρματωμένοι και χτυπούν τον κόσμο που φωνάζει , για το αυτονόητο, ‘οι δημοκράτες’. Οι άλλοι είναι οι αλήτες , οι τρομοκράτες, οι αντάρτες, οι αναρχικοί. Θα είμαι πάντα μαζί τους ,μου λέει. Διότι έχουν δίκιο, αυτή είναι η αλήθεια. Υποχρέωση του καθένα μας να είναι με το σωστό. Δηλαδή τι παράδειγμα δίνει αυτός ο εκλεγμένος ‘κύριος’, ταγμένος δήθεν στην ‘υπηρεσία’ των συνανθρώπων του; Παρανομεί με τις υπηρεσίες για το σπίτι του, ψεύδεται όταν τον ανακαλύπτουν και κουκουλώνει παρανομώντας, παρανομεί με τους ρύπους και παραποιεί, έναντι της πατρίδας του και του κόσμου όλου και συνεχίζει τα ψέματα, και τα βάζει με τους φίλους του όταν ανακοινώνουν το αυτονόητο. Εξαιρετικός. Μας σκοτώνει ‘δημοκρατικά’ και με το νόμο και ζητάει και τα ρέστα. Εμείς δεν τον βάλαμε εκεί πάνω; Εμείς δεν ανεχόμαστε να μας δολοφονούν; Και με σφραγίδα. Χειροκροτούμε και από πάνω. Για μια χάρη, μια θεσούλα. Για λίγες ψήφους, μια θετική για μας υπογραφή. Αυτοί καταντήσαμε. Βγαίνουμε από την εκκλησία έχοντας ‘λατρέψει ένα και μοναδικό θεό’ και λίγο πιο κάτω, λίγα λεπτά μετά λατρεύουμε άλλους δώδεκα παρακαλώντας τους να ανάψουν τη φλόγα., δέρνουμε κιόλας αυτόν που δεν συμφωνεί. Παράνοια. Βλέπετε είμαστε ‘δημοκράτες’.

Του Ξηρού η ανάκριση ξεκίνησε στην εντατική, λίγα λεπτά μετά τον σοβαρότατο τραυματισμό του στον Πειραιά. Τον Ζαχόπουλο τον περίμεναν 3 μήνες μήπως και πάθει ψυχικό τραλαλά εάν του θύμιζαν το πρόβλημά του. Η καλή μας δημοκρατία., έτοιμη κατά τα άλλα να διώξει δικαστές και εισαγγελείς όταν λένε τα αυτονόητα δημόσια. Σας την χαρίζω αυτή τη δημοκρατία , φτιαγμένη κατ’ εικόνα και ομοίωση σας αγαπητοί ‘δημοκράτες’, να την χαίρεστε .Ο καθένας έχει αυτό που του αξίζει, θερίζουμε αυτό που σπείραμε. Ας ετοιμαζόμαστε λοιπόν για τις θύελλες που έρχονται. Γι αυτό χρειάζεται στράτευση, σε ομάδες σε κινήματα , λέει, αγώνες κοινωνικούς, αυτόνομα από τα κόμματα-διαχειριστές αυτής της διεφθαρμένης εξουσίας. Κι αγώνες προσωπικοί , πνευματικοί αγώνες κόντρα στον ατομικισμό και τη ζήλια, για συλλογικότητες με αξιοπρέπεια και ανθρωπιά. Αλληλέγγυοι, ταπεινοί. Περήφανοι όμως για την δόξα της δικαιοσύνης και της αγάπης. Από τον άνθρωπο για τον άνθρωπο .Χριστός και Γκεβάρα , Άρης και Λεωνίδας. Για την επανάσταση της κάθε μέρας , τις συνεχείς ανατροπές στη καθημερινή διεργασία , έξω και μέσα, όλοι μαζί. Υπάρχουν μικρές σταυρώσεις καθημερινά που χάνονται στο χάος της ημέρας. Να μη μπορείς να προσφέρεις σύμφωνα με τις δυνατότητές σου, να μη μπορείς να πάρεις σύμφωνα με τις ανάγκες σου. Η ευπρόσδεκτη α πολιτικοποίηση με τη συνακόλουθη λαϊκή αποχαύνωση αποτελεί την εγγυήτρια δύναμη αποτροπής οποιασδήποτε αταξίας ,στο όνομα της πολιτικής σταθερότητας. Ευλογία η άγνοια , και η παγκοσμιοποίηση συγκροτεί κοινωνία ευλογημένων λαών, που αρκούνται πειθήνια σε ότι τους δίνουν. Πόσο όμως ακόμη θα ανέχονται οι νέοι παγκοσμίως, στον πλανήτη που αφυπνίζεται, αυτή την απειλή οικολογικής καταστροφής, ή τον αφανισμό από πείνα και δίψα; Προκαλείται επισιτιστική κρίση από το παιχνίδι των κερδοσκόπων ,που δεν παίζουν μόνο με τις τιμές του πετρελαίου αλλά και των τροφίμων όπως και των αγροτικών προϊόντων από τα οποία παράγονται βιοκαύσιμα. Γεμίζουμε τα ρεζερβουάρ με πανάκριβα καύσιμα και μένουν άδεια τα στομάχια εκατομμυρίων ανθρώπων.

Για πρώτη φορά στην Ελλάδα ,εδώ και πολλά χρόνια, η ζωή δυσκολεύει για πολλούς, μα πάρα πολλούς ανθρώπους. Προσδοκία βελτίωσης καμιά. Όσο υπάρχει δυστυχία δεν μπορούμε να σταματήσουμε να μιλάμε για εξέγερση και ανατροπή. Πρώτη στη διασπορά θανάτου από τα φουγάρα της η ΔΕΗ, τζάμπα θα την αγοράσουν οι Γερμανοί, που διώχτηκαν από εκεί γιατί βρωμίζουν τα πάντα. Σίγουρη επιχείρηση με ελάχιστο κόστος συντήρησης. Από κοντά τα διυλιστήρια, η δική μας ΒΦΛ και τα τσιμεντάδικα. Έχουμε και το ‘εμπόριο ρύπων’ Συνθήκη του Κιότο, συντελεστής ρύπων. Έχεις υψηλό συντελεστή ,πουλάς ποσοστό ρύπων σε αυτόν που έχει χαμηλό και ξεμπερδεύεις. Βρε ούστ Και βέβαια πουλώντας δεν σημαίνει πως οι κάτοικοι που ζουν στις βεβαρημένες περιοχές θα σταματήσουν να πεθαίνουν από τους ρύπους. Εμείς οι καβαλιώτες ας πούμε χεστήκαμε εάν πουλήσει ρύπους η ΒΦΛ, ίσα βάρκα ίσα πανιά. Τα εργοστάσια θα συνεχίσουν να ρυπαίνουν, οι άνθρωποι θα συνεχίσουν να πεθαίνουν, η χώρα που θα αγοράζει ρύπους θα είναι βρώμικη στα χαρτιά μα καθαρή στην πραγματικότητα και η συνθήκη του Κιότο θα θριαμβεύει κι αυτή. Καθαρότερος πλανήτης μιας και οι δυνατοί εξαγοράζουν με χρήμα τον κοινό θάνατο.

Αλλάζει θέμα: ρώτα τον καθένα να σου πει τί ωραιότερο θυμάται στη ζωή του; Θα απαντήσει: τα φοιτητικά του χρόνια. Είναι τα χρόνια της μάθησης, τότε που ο νέος ξεδιψά την ψυχή του. Ερωτεύεται και παλεύει για τα ιδανικά του. Τουλάχιστον έτσι ήταν στα χρόνια τα δικά του. Οι κανόνες που τροχοπεδούν τη ζωή δεν τους αγγίζουν. Συζητά ,ρωτά μαθαίνει, ανταλλάσσει απόψεις, αστράφτει και βροντά. Η αγωνία για τα κοινά τον συνεπαίρνει. Αυτή είναι η γενιά μου, λέει

Πολιτικοποιήθηκε αμέσως, άκουγε πρώτη φορά για ταξική πάλη, για συσχετισμούς δυνάμεων, για καταστολή και επανάσταση. Για την ανάγκη ανατροπής της γενιάς των ανέραστων. Τον άγγιξαν τα λόγια των Ρηγάδων, βρέθηκε αμέσως κοντά τους. Θυμάται καλά τον Ιορδάνη τον Ανθόπουλο . Κουκουέδες και μαοϊκοί μάλωναν διαρκώς για το ποιος θα οικοδομήσει καλύτερα τον σοσιαλισμό, εάν της Κίνας το μοντέλο ήταν ανώτερο αυτού της Σοβιετικής Ένωσης και άλλα τέτοια που του την έσπαγαν. Στην Ευρώπη ο αέρας του Μάη φυσούσε δυνατά και μυρωμένα, Σεπτέμβρη του 73 βρίσκεται στη Φλωρεντία , λίγους μήνες πριν το Πολυτεχνείο. Έπεσε με τα μούτρα στο διάβασμα για να ξεστραβωθεί. Μάρξ, Ένγκελς, Λένιν, Λούξεμπουργκ, Γκεβάρα, Τρότσκι, Μάο, Βιετκόνγκ, Αλιέντε, Τουπαμάρος, Μαριγκέλα, Αλγερία, Παλαιστίνη, αντάρτικα παντού.

theme of Ali, η μάχη της Αλγερίας

Τον ξένισε που οι δικοί μας ζητούσαν ντε και καλά την νομιμοποίηση Του έκανε εντύπωση η αναντιστοιχία ανάμεσα στο λόγο και την πράξη, Γιατί τόση πρεμούρα να παίξουν μπάλα εκτός έδρας οι Έλληνες κομμουνιστές. Ποιος ορίζει τους κανόνες του παιχνιδιού; Δεν είναι άλλο στημένο; Δεν είμαστε άλλο κομμουνιστές λοιπόν, τι θέλουμε τελικά ,ρεφορμιστές γίναμε, σοσιαλδημοκράτες, στο δρόμο χάθηκε η εξέγερση; Που πήγε η επαναστατικότητα; Πήγε να σκάσει, απομακρύνθηκε. Πλησίασε τους Ιταλούς, άρχισε να καταλαβαίνει και τη γλώσσα, εδώ τα πράγματα ήταν πιο ξεκάθαρα. Του φάνηκαν πραγματιστές. Πίστευαν πως το χταπόδι της γραφειοκρατίας με τα χίλια πλοκάμια που αγκαλιάζουν σφιχτά κάθε γωνιά της καθημερινότητας για να ρουφήξουν υπεραξία και να πνίξουν κάθε απόπειρα χειραφέτησης του λαού , αυτό το χταπόδι λοιπόν έπρεπε να θανατωθεί, μιας και αυτοί που το δημιούργησαν θα αντιστέκονταν σκληρά. Χρειάζονταν αυτά τα πλοκάμια να κοπούν από τη ρίζα όπως ο Αλέξανδρος τσάκισε τον Γόρδιο δεσμό, δημιουργώντας τις συνθήκες για να γίνει τούτο εφικτό. Μερίδιο στην τούρτα ζητάτε , έλεγε στους παλαιούς συντρόφους του, το παλαιωμένο ρούχο το πετάμε από πάνω μας, δεν το ξανά βάφουμε να μοιάσει καινούριο. Δύο κόσμοι αντίθετοι μεταξύ τους, διάλεξα τον δεύτερο μου λέει Επιθετική δράση ενάντια στις τρέχουσες αξίες σε όλους τους τομείς της καθημερινότητας, αυτή ήταν η πρακτική των νέων μου συντρόφων .Δεν φτάνει να καταγγέλεις και να φωνάζεις την αποστροφή σου στο υπάρχον. Ποιος θα σε πάρει στα σοβαρά; Ζούσαν σχεδόν κοινοβιακά, μοιράζονταν τα πάντα, δεν υπήρχε δικό μου και δικό σου, ο καθένας στον κορβανά ανάλογα με αυτά που είχε. Νέοι, κορίτσια στον αγώνα για την χειραφέτηση. Για την αυτονομία. Ενάντια στην εμπορευματοποίηση των σεξουαλικών σχέσεων, ενάντια στην πατριαρχία και τις ιεραρχίες, ο έρωτας κοινωνικό αγαθό, κόντρα στη μοναχικότητα. Ο φόβος της μοναξιάς κλείνει τον άνθρωπο στο καβούκι του, δημιουργεί ατομικότητες και εγωισμούς, εκεί πάνω σκοντάφτει η συλλογικότητα. Όταν αγωνίζεσαι ενάντια στην ιδιοκτησία σαν μέσο πλουτισμού ή αυτοπροβολής ή κατοχής εξουσίας δεν γίνεται να είσαι κτητικός στον έρωτα ή στο σπίτι γενικότερα , στις σχέσεις. Δεν κατέχεις κανέναν και τίποτα. Ούτε καν τον εαυτό σου, ίσως, ανήκεις στους φίλους, τους συντρόφους, τη συλλογικότητα, στην κοινωνία, την ίδια, τον Δήμο, στην κοινότητα, . Αυτό προσπαθήσαμε να στήσουμε ξανά αγόρια και κορίτσια, την κοινότητα. Δεν υπάρχει εξουσία ανάμεσα σε όμοιους, ελεύθερους ανθρώπους, αυτόνομους, όπου η διαφορετικότητα είναι η ποικιλία ,το αλάτι σε μια υπέροχη σαλάτα.

ΓΥΡΊΣΑΜΕ ΤΗ ΧΏΡΑ, λέει, επισκεφτήκαμε φίλους, ανταλλάξαμε απόψεις, κουράγιο. Ένα μπουκάλι κρασί λίγα χρήματα, ένας το κάρο κι ένας τη βενζίνη. Πάντα υπήρχε κάποιο σπίτι με ανοιχτές τις πόρτες, σύντροφοι περίμεναν, η μακαρονάδα ήταν ζεστή, και στις εκδρομές γεμάτο υπνόσακους το αυτοκίνητο ή ωτοστόπ αν δεν υπήρχε. Έβρισκαν δε κι ένα άδειο σπίτι όταν ο καιρός δεν επέτρεπε ύπαιθρο, τα ξύλα και η τροφή είναι για όλους, δεν πείραξαν ποτέ τίποτα άλλο, Πόρτες ανοιχτές, καρδιές ανοιχτές, η νέα κοινωνία είναι ήδη εδώ, στα σπάργανα ,θέλει ακόμα πολλά να γίνουν, πολλά να κατακτηθούν. Οπλίζονταν σιγά σιγά γιατί ο αντίπαλος πάνοπλος νιώθει τα κεκτημένα να γλιστρούν κάτω από τα πόδια, ο φόβος να ξεθωριάζει, απειλεί, σκοτώνει, ονειρεύεται πραξικόπημα, οργανώνει εντάσεις .δημιουργεί συνθήκες αναμέτρησης. Και οι επαναστάτες , οι σύντροφοι δεν κάνουν πίσω.

MM80110.jpg

φορτίνο σαμάνο

Σε ένα καθεστώς που χρησιμοποιεί την βία σε όλες τις δυνατές μορφές, που σου έχει καθίσει στο σβέρκο με το ζόρι, όπου η ψυχολογική ,με το στανιό, καθημερινή πλύση εγκεφάλου δημιουργεί συναίνεση, όλο αυτό το ‘παιχνίδι’ των μέσων που χρησιμοποιεί τα αόρατα εργαλεία του για να τσακίσει τον άνθρωπο ,δεν μας επέτρεψε να παρατηρούμε αμέτοχοι, σαν να μη συμβαίνει τίποτα. Στα γκλομπ αντιτάξαμε τα στάλιν, [τα παλούκια με τις σημαιούλες] και τα αγγλικά κλειδιά, και στα όπλα τους τα δικά μας. Η αναμέτρηση ήταν ανοικτή πλέον. Στο πυροβόλο που είναι εκεί ,σε κάθε γωνία, έτοιμο να επιβάλει τη θέληση του κατόχου του, της εξουσίας, δεν αντιπαραβάλεις άλλο τα ωραία λόγια. Αρκετά πια .Χρειάζονται και αυτά μόνο που κάποιες στιγμές ξεπερνιούνται, πρέπει να απαντήσεις, να περάσεις εσύ στην επίθεση, οι συσχετισμοί αποφασίζουν το πότε και το πού. Το αυτόνομο κίνημα ένιωθε, και ήταν για κάμποσο καιρό, τεράστιο και δυνατό. Το παρακράτος αγωνιούσε, έσπερνε βόμβες και τσαμπουκά. Οπλίστηκαν και οι σύντροφοι. Πατήρ όλων ο πόλεμος είπε ο Ηράκλειτος.. Σε εμπόλεμη κατάσταση είναι πλέον το παλαιό με το καινούριο, το νέο. Για χρόνια.

Σήμερα αυτά ακούγονται απίστευτα μακρινά. Όλα αυτά. Δεν κουνιέται τίποτα. Δεν υπάρχει συλλογικότητα.. Κάποιοι μοναχικοί αντάρτες, ή έτσι μου φαίνεται μονολογεί. Μετά το ’80 η συντήρηση κατάφερε και έκλεισε τον κόσμο στο σπίτι , τους νέους ανθρώπους που κινούν την ιστορία. Να ακούς την λέξη επανάσταση και να βάζεις τα γέλια. ‘ένα αστείο’. Αποδυνάμωσε μέσε στον καθένα τη διάθεση για ρήξη. Μοιάζει πανίσχυρη, είναι;

Φάνηκε πως το κίνημα είχε το πάνω χέρι. Ένιωσε πλειοψηφικό μέσα στην κοινωνία. Στα εργοστάσια, στις σχολές, στις γειτονιές, στις υπηρεσίες ανέπνεες φρέσκο αέρα, αέρα λευτεριάς. Το θέμα της αντιεξουσίας ήταν χρόνια στην ατζέντα , το είχε ήδη διατυπώσει η επαναστατική αριστερά με τις οργανώσεις της.. Σταθήκαμε ανυπόμονοι; Βιαστήκαμε; Μάλλον. Σηκώθηκε απότομα ο πήχυς της αντιπαράθεσης ανάμεσα στα δύο κομμάτια της κοινωνίας που συγκρούονταν για το ποιο θα επικρατήσει. Με καταστροφικά αποτελέσματα για όλους.

Οι ‘δύο κοινωνίες’ δεν πρόλαβαν να γίνουν μία, τους πήρε όλους ο διάολος που λέμε. Οι σύντροφοι βρέθηκαν απομονωμένοι και εξοντώθηκαν. Αυτό ήταν, that’s it.

ΘΑΝΟΣ ΜΙΚΡΟΥΤΣΙΚΟΣ 1976 ΓΙΑΝΝΗΣ ΡΙΤΣΟΣ ΜΑΡΙΑ ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗ Κάθε τόσο μας έρχονται καινούριες καραβιές γερόντοι απ’ τον Μοριά ,απ’ τη Ρούμελη και από πιο πάνω απ’ τα Τρίκαλα και τη Μακεδονία Λιγνοί γερόντοι ,χοντροκόκαλοι μ’ άσπρα μουστάκια και φλοκάτες μυρίζουν σβουνιά και χωράφι μέσα στα μάτια τους βελάζουν τα πρόβατα του απόβραδου στα τσουλούφια τους κρέμονται οι σκιές των πλατανόφυλλων Μιλάνε λίγο δεν μιλάνε καθόλου, ωστόσο πότε -πότε το βλέπεις πού χουν συμπεθεριάσει με τα έλατα μια στιγμή που σηκώνουν τα μάτια απ’ το χώμα και τηράνε πίσω από τους ώμους μας όταν γαλανίζει το βράδυ τις τέντες κι ο αγέρας μπλέκει τα μουστάκια του στο θυμάρι όταν ο ουρανός κατεβαίνει απ’ τα βράχια Δρασκελώντας τη θύμηση με τις προκαδούρες των άστρων κι ο θάνατος κόβει βόλτες αμίλητος έξω απ’ το συρματόπλεγμα, τότες τους βλέπουμε που συνάζονται τρείς- τρεις, πέντε -πέντε σα στα παλιά τα χρόνια στις μπαρουταποθήκες του Μεσολογγιού Και τότες πια δεν ξέρεις, έτσι συναγμένοι στον αυλόγυρο της βραδιάς αξούριστοι , άλαλοι, δεν ξέρεις πια ,σαν ανάβουν τα τσακμάκια τους αν είναι ν’ ανάψουν το τσιγάρο τους ή αν είναι ν’ ανάψουν το φιτίλι του δυναμίτη Τούτοι οι γερόντοι δεν μιλάνε τα παιδιά τους βγήκαν στο κλαρί ετούτοι χώσαν τη καρδιά τους στο βουνό σαν ένα βαρέλι με μπαρούτι Δίπλα στα μάτια τους έχουν ένα δενδράκι καλοσύνη, ανάμεσα στα φρύδια τους ένα γεράκι δύναμη, κι ένα μουλάρι από θυμό μες την καρδιά τους που δεν σηκώνει τ’ άδικο Και τώρα κάθονται εδώ στην Μακρόνησο στο άνοιγμα του τσαντιριού, αγνάντια στη θάλασσα σαν πέτρινα λιοντάρια στη μπασιά της νύχτας με τα νύχια μπηγμένα στην πέτρα δεν μιλάνε κοιτάνε πέρα την αντιφεγγιά της Αθήνας κοιτάνε τον ποταμό του Ιορδάνη σφίγγοντας μια πέτρα στη χωματένια φούχτα τους σφίγγοντας μες τα μάτια τους τα σκάγια των άστρων σφίγγοντας μες’ το φυλλοκάρδι τους μια δυνατή σιωπή εκείνη τη σιωπή που γίνεται πριν από το αστροπελέκι ΚΑΝΤΑΔΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΜΑΚΡΟΝΗΣΟ

Αυτών των γερόντων εγγόνια και παιδιά είπαμε να γίνουμε κι εμείς φίλε μου λέει ακούγοντας να τραγουδά η σπουδαία ερμηνεύτρια, ,είπαμε να τους μοιάσουμε λιγάκι , αυτούς τους ήρωες που γέννησε η ζωή κι η ιστορία. Η επίθεση στην καρδιά του κράτους απέτυχε, ο Μόρο εκτελέστηκε μιας και κανένας σύντροφος δεν ελευθερώθηκε, αμέτρητες διώξεις διέλυσαν τα πάντα. Αυτά με λίγα λόγια. Ζωντανός ο φυσικός ηγέτης της συντήρησης στην Ιταλία θα ήταν κινούμενη ανασφάλιστη βόμβα στα θεμέλια του συστήματος, νεκρός δεν κόστισε τίποτα στην πολιτική σκακιέρα, διέλυσε ολοκληρωτικά ένα κίνημα που στο κάτω-κάτω δεν ήταν αυτό που πήρε την απόφαση. Αντίθετα, με όλους τους δυνατούς τρόπους είχε εκφραστεί υπέρ της απελευθέρωσης του κρατούμενου. Σφάλμα και στα μάτια του φίλου μου η εκτέλεσή του. Ο σταλινισμός είχε επικρατήσει της ευαισθησίας στις γραμμές των Ταξιαρχιτών. Διέσπασε το κίνημα, διέλυσε και την αλληλεγγύη μεγάλων κομματιών της κοινωνίας προς τη ριζοσπαστική της πλευρά. Την αλληλεγγύη προς τις πρωτοποριακές πρακτικές της οργανωμένης αυτονομίας και των αντάρτικων οργανώσεων.

https://aenaikinisi.wordpress.com/2014/04/29/%CF%87%CF%8C%CF%81%CE%B5%CF%88%CE%B5%CF%82-%CF%80%CE%AC%CE%BD%CF%89-%CF%83%CF%84%CE%BF-%CF%86%CF%84%CE%B5%CF%81%CF%8C-%CF%84%CE%BF%CF%85-%CE%BA%CE%B1%CF%81%CF%87%CE%B1%CF%81%CE%AF%CE%B1-2/

ανατρεπτική τέχνη, arte ribelle

Ashraf Fayadh: ο Παλαιστίνιος πρόσφυγας ποιητής που καταδικάστηκε σε θάνατο λόγω “αθεΐας”.

Lefteria

1

Ο Ashraf Fayadh είναι ένας Παλαιστίνιος ποιητής, πρόσφυγας στη Σαουδική Αραβία (“Γη είναι η κόλαση που ετοιμάστηκε για τους πρόσφυγες”, όπως ο ίδιος γράφει) που καταδικάστηκε σε θάνατο δια αποκεφαλισμού από την κυβέρνηση της Σαουδικής Αραβίας, ως αποτέλεσμα μιας σειράς διώξεων που του ασκήθηκαν επειδή “προωθούσε την αθεΐα” μέσα από την ποίηση και το έργο του.

“Οι προφήτες έχουν συνταξιοδοτηθεί. Οπότε μην περιμένεις κανέναν προφήτη να σταλεί για χάρη σου.” έγραψε ο Ashraf και στις 17 Νοεμβρίου 2015 καταδικάστηκε στην εσχάτη των ποινών…

Δείτε την αρχική δημοσίευση 603 επιπλέον λέξεις

φυλακές, carcere

Η νεότερη Παλαιστίνια κρατούμενη μιλά στο “Al Jazeera” λίγο μετά την απελευθέρωσή της

Lefteria

palaistine-805x450Μετά από 2.5 μήνες σε ένα κελί, η 12χρονη D* al–Wawi, η νεότερη Παλαιστίνια κρατούμενη, αφέθηκε ελεύθερη την Κυριακή υπό όρους.

Η D, που συνελήφθη στις 9 Φεβρουαρίου κοντά στον παράνομο ισραηλινό οικισμόKarmei Tzur, καταδικάστηκε για απόπειρα ανθρωποκτονίας και παράνομη κατοχή μαχαιριού από ισραηλινό στρατοδικείο κατόπιν διακανονισμού, μέρες μετά την κράτησή της.

Δείτε την αρχική δημοσίευση 664 επιπλέον λέξεις