τα βιβλία του μιχάλη, i libri di michele

Δ. χόρεψες πάνω στο φτερό του καρχαρία – 2

Μεγάλη Παρασκευή σήμερα, τον συναντώ και σημειώνει για τον τεράστιο ρόλο που έχει παίξει ο Χριστός ιστορικά, και άλλοι μαζί που έθεσαν το θέμα της εσωτερικότητας, της πάλης του πνεύματος με το εγώ, της ταπείνωσης με την αλαζονεία, Της ΘΥΣΙΑΣ ΜΕ ΤΟ ΕΦΗΜΕΡΟ, του συνόλου με το μέρος. Τον σέβεται και τον αγαπά χωρίς να τον νοιάζει τα περί Θεότητας, διότι έθεσε επί τάπητος το θέμα της αγάπης και την ανακήρυξε υπέρτατο αγαθό και αξία, τρόπο ζωής, θυσιάζοντας τη ζωή του την ίδια. Τζάμπα μάγκες αυτοί που στη συνέχεια κυβέρνησαν ή διοίκησαν στο όνομά του. Τρόπος ζωής θα έπρεπε να είναι ο χριστιανισμός όχι θρησκεία.

Η χειραφέτηση του ανθρώπου από τα πάθη του, από τα χειρότερα τουλάχιστον, είναι μεγάλο πράγμα. Είναι θαυμάσια η ζωή να την ζεις με αγάπη και συμπόνια, προς τον εαυτό σου και τον διπλανό. Άσε που δεν θα ήταν και άσχημα να υπάρχει και ζωή μετά τον θάνατο. ‘Είναι όμορφη πολύ. Να σεβαστούμε και να χαϊδέψουμε, να δημιουργήσουμε, να παίξουμε, να χορέψουμε, μαζί με άλλους, όλοι ίδιοι είμαστε, τα ίδια ερωτήματα μας απασχολούν και τις απαντήσεις ψάχνουμε όλοι, διαφορετικοί είμαστε, τους ίδιους καημούς έχουμε, χαρές και βάσανα. Ίδιες αγωνίες ίδιες ανησυχίες.

Να γεννηθώ και να ξαναγεννηθώ μου λέει,

να ερωτευθούμε να παίξουμε να κολυμπήσουμε, να ακούσουμε ξανά το τιτίβισμα των πουλιών, να κάνουμε παιδιά, να τα μεγαλώσουμε με αξίες, να δημιουργήσουμε πολιτισμούς και να γνωρίσουμε άλλους. Κοντά με άλλους. Μόνος δεν έχει γούστο να ζεις, όταν οι γύρω δεν είναι καλά δεν είμαστε κι εμείς καλά. Γι αυτά πολέμησε και ο Γκεβάρα. τα είχε όλα αλλά πονούσε που δεν τα είχαν όλοι, είχε την εξουσία, απόλυτος άρχοντας, αυτός, οι φίλοι του, ο λαός του. Και τα άφησε για να πάει να ξεσηκώσει αλλού, να πάει κοντά σε αυτούς που πολεμούσαν για τα ίδια ιδανικά. Δεν του έφτανε η δική του ευτυχία, πλάνταζε που υπήρχαν ακόμη καταπιεσμένοι, έπρεπε να ελευθερώσει και αυτούς. Κι εμείς επιτρέπουμε εδώ οι νέοι, τα παιδιά μας ρε γαμώτο, να ζουν με 700 ευρώ το μήνα, και ένας άνθρωπος να κερδίζει με μία κίνηση διακόσια μύρια, πουλώντας κάτι που δεν είναι δικό του, κάτι που φτιάχτηκε με ιδρώτα χρόνων χιλιάδων λαού.

Ή πουλώντας αέρα κοπανιστό.

βέβαια να συμπληρώσω πως αρνητικότατος ο ρόλος της εκκλησίας, πρωτοστάτης στην χειροπέδηση, τον ευνουχισμό του ανθρώπου

Καθημερινά ερχόμαστε σε επαφή με εκατοντάδες ανθρώπους. Στα τραίνα, στους δρόμους, στη δουλειά και στα θέατρα, συναντάμε συνεχώς τυχαίους περαστικούς που διαμορφώνουν την πραγματικότητά μας, αλληλοεπιδρώντας μαζί μας, με χιλιάδες και φαινομενικά άσχετους μεταξύ τους τρόπους.

Η φιλία, ο έρωτας και η αγάπη, όπως επίσης το μίσος, ο φθόνος και η μοχθηρία γεννιούνται μέσα σε αυτή τη τυχαία τριβή. Το τυχαίο και η μοίρα διαδραματίζουν σημαντικό ρόλο στη ζωή μας, η οποία σε πλείστες περιπτώσεις γίνεται υποχείριο του αναπόφευκτου.

Πορευόμαστε στο προσωπικό μας μονοπάτι, αλυσοδεμένοι και με βαρίδια στις πλάτες, ως άλλα έρμαια του πεπρωμένου, θύματα του προκαθορισμένου. Αναπνέουμε μηχανικά, χωρίς να συμμετέχουμε με όλη την ενάργεια του είναι μας στη «μαγική» διαδικασία που ονομάζουμε ζωή, καθώς θεωρούμε εσφαλμένα ότι κάποιος άλλος θα το πράξει για εμάς.

Κάποιος αγγελικός, θεόσταλτος προστάτης που είναι προγραμματισμένος να μας προστατεύει εφ’ όρου ζωής, απαλλάσσοντάς μας από το κοπιαστικό καθήκον που έχουμε να δρούμε σύμφωνα με τις δυνάμεις μας για να πετύχουμε το καλύτερο που μπορούμε.

Εναποθέτουμε τις ελπίδες μας στον Θεό και αποποιούμαστε των ευθυνών μας, λες και περιμένουμε κάποια άγνωστη οντότητα να σηκώσει για χατίρι μας τα βάρη των αμαρτιών μας.

Επινοούμε διαρκώς δικαιολογίες για μεταφυσικά στοιχειά που ξεπερνούν τις δυνατότητές μας και απορρίπτουμε τον ρόλο μας που δεν είναι άλλος από το να κρατάμε στα χέρια μας τα ηνία της ζωής που μας προσφέρεται απλόχερα.

Η τύχη, η μοίρα και το πεπρωμένο εξακολουθούν να αποτελούν προσφιλή θέματα διαπληκτισμού στα φιλοσοφικά καφενεία. Ίσως όντως η θεά Μοίρα να υπάρχει και να υφαίνει στον αργαλειό της όλες τις λεπτομέρειες που δίνουν πνοή στην καθημερινότητά μας.

Ίσως πάλι, τα μοναχικά βράδια μας κρατάει συντροφιά ψιθυρίζοντας στο αυτί μας τις αποφάσεις που πρέπει να παρθούν και τις ενέργειες που χρειάζεται να ακολουθήσουμε την επόμενη μέρα.

Είναι πιθανό ο «μακρόκοσμος» στον οποίο ενδημούμε, να λειτουργεί πανομοιότυπα με το κβαντικό, εκεί όπου τα μυστηριώδη στοιχειώδη σωματίδια, οι θεμέλιοι λίθοι των πάντων, συγκρούονται διαρκώς αναμεταξύ τους και χωρίς κάποιο προφανή λόγο, δημιουργώντας το «παραμύθι» της αχαλίνωτης πραγματικότητας, αυτό που ονομάζουμε ζωή.

Ακόμη λοιπόν και αν είμαστε απότοκα τυχαίων συγκρούσεων και το πεπρωμένο, ο μοναδικός αληθινός θεός μας, δεν παύουμε να κρατάμε στα χέρια μας την ευθύνη για τη ρότα που θα χαράξουμε.

Χαράσσουμε την πορεία μας με τις αποφάσεις και τις επιλογές μας, ενώ ακολουθώντας το δύσβατο μονοπάτι της συντροφικότητας, της αλληλεγγύης και της διάθεσης για επανάσταση, διαμορφώνουμε συνειδητά τον κόσμο γύρω μας.

Δημιουργούμε μαζί με τους συντρόφους μας τις συνθήκες εκείνες που απαιτούνται έτσι ώστε η ευτυχία να είναι ο μοναδικός λόγος για τον οποίο θα αναπνέουμε.

Η μοίρα στην τελική είμαστε εμείς οι ίδιοι. Και ας το λησμονούμε ενίοτε

Πάμε πάλι. Επιτρέπουμε στους κυβερνήτες δολοφόνους μας να υπάρχουν όταν η Θεσ/νίκη είναι η πιο ρυπογόνος πόλη στην Ευρώπη και η Αθήνα η τρίτη. Πέντε εκατομμύρια λαού ζουν σε αυτές τις δύο πόλεις, φύλλο δεν κουνιέται. Το βράδυ θα κοιμηθούμε ήσυχοι στα κρεβάτια μας και αύριο θα τρέξουμε στην αγορά να κάνουμε το καθήκον μας, να γεμίσουμε τις τσάντες μας με μολυσμένα από όλων των ειδών τους ρύπους υπερτιμημένα προϊόντα. Ρύπους με τους οποίους γεμίζουμε τη γη και τα νερά μας αδιαφορώντας για μας και τα παιδιά μας. Δολοφόνοι κυβερνούν δολοφόνους, αυτοί είμαστε, μη κρυβόμαστε, ας τα πούμε έξω από τα δόντια. Φαντάζεστε πως οι αγρότες δεν γνωρίζουν με τι ψεκάζουν, τι δηλητήρια χρησιμοποιούν για ζιζανιοκτόνα. Πυρηνικά εργοστάσια και άλλα αμολούν απόβλητα καθημερινά στον αέρα. Η ΒΦΛ είναι αθώα ; Τα ποτάμια τα έχουμε ρημάξει, εμείς και οι γύρω μας. Αυτό το έχουμε ονομάσει πολιτισμό. Και το πολίτευμα δημοκρατία. Εδώ μια φλόγα δεν μπορούν να μεταφέρουν, κάθε δέκα μέτρα μία διαμαρτυρία, σε κάθε γωνιά του πλανήτη. Την κρύβουν τη φλόγα, τρέχουν αρματωμένοι και χτυπούν τον κόσμο που φωνάζει, για το αυτονόητο, ‘οι δημοκράτες’. Οι άλλοι είναι οι αλήτες , οι τρομοκράτες, οι αντάρτες, οι αναρχικοί. Θα είμαι πάντα μαζί τους, μου λέει. Διότι έχουν δίκιο, αυτή είναι η αλήθεια. Υποχρέωση του καθένα μας να είναι με το σωστό. Δηλαδή τι παράδειγμα δίνει αυτός ο εκλεγμένος ‘κύριος’, ταγμένος δήθεν στην ‘υπηρεσία’ των συνανθρώπων του; Παρανομεί με τις υπηρεσίες για το σπίτι του, ψεύδεται όταν τον ανακαλύπτουν και κουκουλώνει παρανομώντας, παρανομεί με τους ρύπους και παραποιεί, έναντι της πατρίδας του και του κόσμου όλου και συνεχίζει τα ψέματα, και τα βάζει με τους φίλους του όταν ανακοινώνουν το αυτονόητο. Εξαιρετικός. Μας σκοτώνει ‘δημοκρατικά’ και με το νόμο και ζητάει και τα ρέστα. Εμείς δεν τον βάλαμε εκεί πάνω; Εμείς δεν ανεχόμαστε να μας δολοφονούν; Και με σφραγίδα. Χειροκροτούμε και από πάνω. Για μια χάρη, μια θεσούλα. Για λίγες ψήφους, μια θετική για μας υπογραφή. Αυτοί καταντήσαμε. Βγαίνουμε από την εκκλησία έχοντας ‘λατρέψει ένα και μοναδικό θεό’ και λίγο πιο κάτω, λίγα λεπτά μετά λατρεύουμε άλλους δώδεκα παρακαλώντας τους να ανάψουν τη φλόγα, δέρνουμε κιόλας αυτόν που δεν συμφωνεί. Παράνοια. Βλέπετε είμαστε ‘δημοκράτες’.

Του Ξηρού η ανάκριση ξεκίνησε στην εντατική, λίγα λεπτά μετά τον σοβαρότατο τραυματισμό του στον Πειραιά. Τον Ζαχόπουλο τον περίμεναν 3 μήνες μήπως και πάθει ψυχικό τραλαλά εάν του θύμιζαν το πρόβλημά του. Η καλή μας δημοκρατία, έτοιμη κατά τα άλλα να διώξει δικαστές και εισαγγελείς όταν λένε τα αυτονόητα δημόσια. Σας την χαρίζω αυτή τη δημοκρατία, φτιαγμένη κατ’ εικόνα και ομοίωση σας αγαπητοί ‘δημοκράτες’, να την χαίρεστε. Ο καθένας έχει αυτό που του αξίζει, θερίζουμε αυτό που σπείραμε. Ας ετοιμαζόμαστε λοιπόν για τις θύελλες που έρχονται. Γι αυτό χρειάζεται στράτευση, σε ομάδες σε κινήματα, λέει, αγώνες κοινωνικούς, αυτόνομα από τα κόμματα-διαχειριστές αυτής της διεφθαρμένης εξουσίας. Κι αγώνες προσωπικοί, πνευματικοί αγώνες κόντρα στον ατομικισμό και τη ζήλια, για συλλογικότητες με αξιοπρέπεια και ανθρωπιά. Αλληλέγγυοι, ταπεινοί. Περήφανοι όμως για την δόξα της δικαιοσύνης και της αγάπης. Από τον άνθρωπο για τον άνθρωπο. Χριστός και Γκεβάρα, Άρης και Λεωνίδας. Για την επανάσταση της κάθε μέρας, τις συνεχείς ανατροπές στη καθημερινή διεργασία, έξω και μέσα, όλοι μαζί. Υπάρχουν μικρές σταυρώσεις καθημερινά που χάνονται στο χάος της ημέρας. Να μη μπορείς να προσφέρεις σύμφωνα με τις δυνατότητές σου, να μη μπορείς να πάρεις σύμφωνα με τις ανάγκες σου. Η ευπρόσδεκτη απολιτικοποίηση με τη συνακόλουθη λαϊκή αποχαύνωση αποτελεί την εγγυήτρια δύναμη αποτροπής οποιασδήποτε αταξίας, στο όνομα της πολιτικής σταθερότητας. Ευλογία η άγνοια, και η παγκοσμιοποίηση συγκροτεί κοινωνία ευλογημένων λαών, που αρκούνται πειθήνια σε ότι τους δίνουν. Πόσο όμως ακόμη θα ανέχονται οι νέοι παγκοσμίως, στον πλανήτη που αφυπνίζεται, αυτή την απειλή οικολογικής καταστροφής, ή τον αφανισμό από πείνα και δίψα; Προκαλείται επισιτιστική κρίση από το παιχνίδι των κερδοσκόπων, που δεν παίζουν μόνο με τις τιμές του πετρελαίου αλλά και των τροφίμων όπως και των αγροτικών προϊόντων από τα οποία παράγονται βιοκαύσιμα. Γεμίζουμε τα ρεζερβουάρ με πανάκριβα καύσιμα και μένουν άδεια τα στομάχια εκατομμυρίων ανθρώπων.

Για πρώτη φορά στην Ελλάδα, εδώ και πολλά χρόνια, η ζωή δυσκολεύει για πολλούς, μα πάρα πολλούς ανθρώπους. Προσδοκία βελτίωσης καμιά. Όσο υπάρχει δυστυχία δεν μπορούμε να σταματήσουμε να μιλάμε για εξέγερση και ανατροπή. Πρώτη στη διασπορά θανάτου από τα φουγάρα της η ΔΕΗ, τζάμπα θα την αγοράσουν οι Γερμανοί, που διώχτηκαν από εκεί γιατί βρωμίζουν τα πάντα. Σίγουρη επιχείρηση με ελάχιστο κόστος συντήρησης. Από κοντά τα διυλιστήρια, η δική μας ΒΦΛ και τα τσιμεντάδικα. Έχουμε και το ‘εμπόριο ρύπων’ Συνθήκη του Κιότο, συντελεστής ρύπων. Έχεις υψηλό συντελεστή, πουλάς ποσοστό ρύπων σε αυτόν που έχει χαμηλό και ξεμπερδεύεις. Βρε ούστ. Και βέβαια πουλώντας δεν σημαίνει πως οι κάτοικοι που ζουν στις βεβαρημένες περιοχές θα σταματήσουν να πεθαίνουν από τους ρύπους. Εμείς οι καβαλιώτες ας πούμε χεστήκαμε εάν πουλήσει ρύπους η ΒΦΛ, ίσα βάρκα ίσα πανιά. Τα εργοστάσια θα συνεχίσουν να ρυπαίνουν, οι άνθρωποι θα συνεχίσουν να πεθαίνουν, η χώρα που θα αγοράζει ρύπους θα είναι βρώμικη στα χαρτιά μα καθαρή στην πραγματικότητα και η συνθήκη του Κιότο θα θριαμβεύει κι αυτή. Καθαρότερος πλανήτης μιας και οι δυνατοί εξαγοράζουν με χρήμα τον κοινό θάνατο.

Αλλάζει θέμα: ρώτα τον καθένα να σου πει τι ωραιότερο θυμάται στη ζωή του; Θα απαντήσει: τα φοιτητικά του χρόνια. Είναι τα χρόνια της μάθησης, τότε που ο νέος ξεδιψά την ψυχή του. Ερωτεύεται και παλεύει για τα ιδανικά του. Τουλάχιστον έτσι ήταν στα χρόνια τα δικά του. Οι κανόνες που τροχοπεδούν τη ζωή δεν τους αγγίζουν. Συζητά, ρωτά μαθαίνει, ανταλλάσσει απόψεις, αστράφτει και βροντά. Η αγωνία για τα κοινά τον συνεπαίρνει. Αυτή είναι η γενιά μου, λέει

  • Πολιτικοποιήθηκε αμέσως, άκουγε πρώτη φορά για ταξική πάλη, για συσχετισμούς δυνάμεων, για καταστολή και επανάσταση. Για την ανάγκη ανατροπής της γενιάς των ανέραστων. Τον άγγιξαν τα λόγια των Ρηγάδων, βρέθηκε αμέσως κοντά τους. Θυμάται καλά τον Ιορδάνη τον Ανθόπουλο.  Κουκουέδες και μαοϊκοί μάλωναν διαρκώς για το ποιος θα οικοδομήσει καλύτερα τον σοσιαλισμό, εάν της Κίνας το μοντέλο ήταν ανώτερο αυτού της Σοβιετικής Ένωσης και άλλα τέτοια που του την έσπαγαν. Στην Ευρώπη ο αέρας του Μάη φυσούσε δυνατά και μυρωμένα, Σεπτέμβρη του 73 βρίσκεται στη Φλωρεντία, λίγους μήνες πριν το Πολυτεχνείο. Έπεσε με τα μούτρα στο διάβασμα για να ξεστραβωθεί. Μάρξ, Ένγκελς, Λένιν, Λούξεμπουργκ, Γκεβάρα, Τρότσκι, Μάο, Βιετκόνγκ, Αλιέντε, Τουπαμάρος, Μαριγκέλα, Αλγερία, Παλαιστίνη, αντάρτικα παντού.

theme of Ali, η μάχη της Αλγερίας

Τον ξένισε που οι δικοί μας ζητούσαν ντε και καλά την νομιμοποίηση. Του έκανε εντύπωση η αναντιστοιχία ανάμεσα στο λόγο και την πράξη, Γιατί τόση πρεμούρα να παίξουν μπάλα εκτός έδρας οι Έλληνες κομμουνιστές. Ποιος ορίζει τους κανόνες του παιχνιδιού; Δεν είναι πλέον στημένο; Δεν είμαστε άλλο κομμουνιστές λοιπόν, τι θέλουμε τελικά, ρεφορμιστές γίναμε, σοσιαλδημοκράτες, στο δρόμο χάθηκε η εξέγερση; Που πήγε η επαναστατικότητα; Πήγε να σκάσει, απομακρύνθηκε.

Πλησίασε τους Ιταλούς, άρχισε να καταλαβαίνει και τη γλώσσα, εδώ τα πράγματα ήταν πιο ξεκάθαρα. Του φάνηκαν πραγματιστές. Πίστευαν πως το χταπόδι της γραφειοκρατίας με τα χίλια πλοκάμια που αγκαλιάζουν σφιχτά κάθε γωνιά της καθημερινότητας για να ρουφήξουν υπεραξία και να πνίξουν κάθε απόπειρα χειραφέτησης του λαού, αυτό το χταπόδι λοιπόν έπρεπε να θανατωθεί, μιας και αυτοί που το δημιούργησαν θα αντιστέκονταν σκληρά. Χρειάζονταν αυτά τα πλοκάμια να κοπούν από τη ρίζα όπως ο Αλέξανδρος τσάκισε τον Γόρδιο δεσμό, δημιουργώντας τις συνθήκες για να γίνει τούτο εφικτό. Μερίδιο στην τούρτα ζητάτε, έλεγε στους παλαιούς συντρόφους του, το παλαιωμένο ρούχο το πετάμε από πάνω μας, δεν το ξανά βάφουμε να μοιάσει καινούριο. »Δύο κόσμοι αντίθετοι μεταξύ τους, διάλεξα τον δεύτερο» μου λέει Επιθετική δράση ενάντια στις τρέχουσες αξίες σε όλους τους τομείς της καθημερινότητας, αυτή ήταν η πρακτική των νέων μου συντρόφων. Δεν φτάνει να καταγγέλεις και να φωνάζεις την αποστροφή σου στο υπάρχον. Ποιος θα σε πάρει στα σοβαρά; Ζούσαν σχεδόν κοινοβιακάμοιράζονταν τα πάντα, δεν υπήρχε δικό μου και δικό σου, ο καθένας στον κορβανά ανάλογα με αυτά που είχε. Νέοι, κορίτσια στον αγώνα για την χειραφέτηση. Για την αυτονομία. Ενάντια στην εμπορευματοποίηση των σεξουαλικών σχέσεων, ενάντια στην πατριαρχία και τις ιεραρχίες, ο έρωτας κοινωνικό αγαθό, κόντρα στη μοναχικότητα. Ο φόβος της μοναξιάς κλείνει τον άνθρωπο στο καβούκι του, δημιουργεί ατομικότητες και εγωισμούς, εκεί πάνω σκοντάφτει η συλλογικότητα. Όταν αγωνίζεσαι ενάντια στην ιδιοκτησία σαν μέσο πλουτισμού ή αυτοπροβολής ή κατοχής εξουσίας δεν γίνεται να είσαι κτητικός στον έρωτα ή στο σπίτι γενικότερα, στις σχέσεις. Δεν κατέχεις κανέναν και τίποτα. Ούτε καν τον εαυτό σου, ίσως, ανήκεις στους φίλους, τους συντρόφους, τη συλλογικότητα, στην κοινωνία, την ίδια, τον Δήμο, στην κοινότητα . Αυτό προσπαθήσαμε να στήσουμε ξανά αγόρια και κορίτσια, την κοινότητα. Δεν υπάρχει εξουσία ανάμεσα σε όμοιους, ελεύθερους ανθρώπους, αυτόνομους, όπου η διαφορετικότητα είναι η ποικιλία, το αλάτι σε μια υπέροχη σαλάτα.

  • ΓΥΡΊΣΑΜΕ ΤΗ ΧΏΡΑ, λέει, επισκεφτήκαμε φίλους, ανταλλάξαμε απόψεις, κουράγιο. Ένα μπουκάλι κρασί λίγα χρήματα, ένας το κάρο κι ένας τη βενζίνη. Πάντα υπήρχε κάποιο σπίτι με ανοιχτές τις πόρτες, σύντροφοι περίμεναν, η μακαρονάδα ήταν ζεστή, και στις εκδρομές γεμάτο υπνόσακους το αυτοκίνητο ή ωτοστόπ αν δεν υπήρχε. Έβρισκαν δε κι ένα άδειο σπίτι όταν ο καιρός δεν επέτρεπε ύπαιθρο, τα ξύλα και η τροφή είναι για όλους, δεν πείραξαν ποτέ τίποτα άλλο, Πόρτες ανοιχτές, καρδιές ανοιχτές, η νέα κοινωνία είναι ήδη εδώ, στα σπάργανα, χρειάζονται ακόμα πολλά να γίνουν, πολλά να κατακτηθούν. Οπλίζονταν σιγά σιγά γιατί ο αντίπαλος πάνοπλος νιώθει τα κεκτημένα να γλιστρούν κάτω από τα πόδια, ο φόβος να ξεθωριάζει, απειλεί, σκοτώνει, ονειρεύεται πραξικόπημα, οργανώνει εντάσεις δημιουργεί συνθήκες αναμέτρησης. Σφάζει. Και οι επαναστάτες, οι σύντροφοι δεν κάνουν πίσω.

Κι έχουν για πάντα στην καρδιά τους χαραγμένα τα λόγια του Μάο: »Η πολιτική δύναμη πηγάζει από την κάνη του τουφεκιού».

MM80110.jpg

φορτίνο σαμάνο

Σε ένα καθεστώς που χρησιμοποιεί την βία σε όλες τις δυνατές μορφές, που σου έχει καθίσει στο σβέρκο με το ζόρι, όπου η ψυχολογική, με το στανιό, καθημερινή πλύση εγκεφάλου δημιουργεί συναίνεση, όλο αυτό το ‘παιχνίδι’ των μέσων που χρησιμοποιεί τα αόρατα εργαλεία του για να τσακίσει τον άνθρωπο, δεν μας επέτρεψε να παρατηρούμε αμέτοχοι, σαν να μη συμβαίνει τίποτα. Στα γκλομπ αντιτάξαμε τα στάλιν, [τα παλούκια με τις σημαιούλες] και τα αγγλικά κλειδιά, και στα όπλα τους τα δικά μας. Η αναμέτρηση ήταν ανοικτή πλέον. Στο πυροβόλο που είναι εκεί, σε κάθε γωνία, έτοιμο να επιβάλει τη θέληση του κατόχου του, της εξουσίας, δεν αντιπαραβάλεις άλλο τα ωραία λόγια. Αρκετά πια. Χρειάζονται και αυτά μόνο που κάποιες στιγμές ξεπερνιούνται, πρέπει να απαντήσεις, να περάσεις εσύ στην επίθεση, οι συσχετισμοί αποφασίζουν το πότε και το πού. Το αυτόνομο κίνημα ένιωθε, και ήταν για κάμποσο καιρό, τεράστιο και δυνατό. Το παρακράτος αγωνιούσε, έσπερνε βόμβες και τσαμπουκά. Οπλίστηκαν και οι σύντροφοι. Πατήρ όλων ο πόλεμος είπε ο Ηράκλειτος. Σε εμπόλεμη κατάσταση είναι πλέον το παλαιό με το καινούριο, το νέο. Για χρόνια.

Σήμερα αυτά ακούγονται απίστευτα μακρινά. Όλα αυτά. Δεν κουνιέται τίποτα. Δεν υπάρχει συλλογικότητα. Κάποιοι μοναχικοί αντάρτες, ή έτσι μου φαίνεται μονολογεί. Διάφορα στέκια διάσπαρτα στη χώρα, καταλήψεις, συλλογικότητες. Μετά το ’80 η συντήρηση κατάφερε και έκλεισε τον κόσμο στο σπίτι, τους νέους ανθρώπους που κινούν την ιστορία. Να ακούς την λέξη επανάσταση και να βάζεις τα γέλια, ‘ένα αστείο’. Αποδυνάμωσε μέσα στον καθένα τη διάθεση για ρήξη. Μοιάζει πανίσχυρη, είναι;

Στην αναγκαιότητα της επιστροφής μιας πολιτικής που στρέφεται κατά της κυριαρχίας της αγοράς, υπάρχει όλη η ισχύς και η επικαιρότητα του Μαρξ. Γεια και χαρά σου Μαρξ, η σκέψη σου είναι νεότατη.

  • Μια μικρή παρένθεση: Οικονομική κρίση, κρίση, κρίση, χρόνια τώρα το ίδιο παραμύθι, όχι πως δεν υπάρχει, είναι όμως εγγενής του συστήματος, αυτή το τρέφει. Ήταν τότε, το μακρινό ’73 που άκουσε στην Ιταλία για την πετρελαϊκή κρίση που αναστάτωσε ολόκληρο το οικοδόμημα του δυτικού συστήματος που μέχρι τότε είχε βασιστεί στην αέναη, συνεχή και δίχως όρια εκμετάλλευση των πλουτοπαραγωγικών δυνάμεων του τρίτου κόσμου. Και η ιταλική κυβέρνηση αποφάσισε το πρώτο σαββατοκύριακο μετά την ψυχρολουσία να απαγορεύσει την κίνηση των οχημάτων στην επικράτεια. Κάτι πρωτόγνωρο, στις πόλεις δεν κουνιόταν φύλλο, απίστευτη ομορφιά την οποίαν όμως δεν κατάφερε να γευτεί πλήρως, ήταν πολύ νέος ακόμη για να αντιληφθεί πόσο όμορφη ήταν η πόλη δίχως την κίνηση των ρυπογόνων οχημάτων!

 

  • Ας συνεχίσουμε όμως από εκεί που σταματήσαμε: Φάνηκε πως το κίνημα είχε το πάνω χέρι. Ένιωσε πλειοψηφικό μέσα στην κοινωνία. Στα εργοστάσια, στις σχολές, στις γειτονιές, στις υπηρεσίες ανέπνεες φρέσκο αέρα, αέρα λευτεριάς. Το θέμα της αντιεξουσίας ήταν χρόνια στην ατζέντα, το είχε ήδη διατυπώσει η εργατική αυτονομία με τις κολεκτίβες της. Σταθήκαμε ανυπόμονοι; Βιαστήκαμε; Μάλλον. Σηκώθηκε απότομα ο πήχυς της αντιπαράθεσης ανάμεσα στα δύο κομμάτια της κοινωνίας που συγκρούονταν για το ποιο θα επικρατήσει. Με καταστροφικά αποτελέσματα για όλους.

Οι ‘δύο κοινωνίες’ δεν πρόλαβαν να γίνουν μία, τους πήρε όλους ο διάολος που λέμε. Οι σύντροφοι βρέθηκαν απομονωμένοι και εξοντώθηκαν. Αυτό ήταν, that’s it.

ΘΑΝΟΣ ΜΙΚΡΟΥΤΣΙΚΟΣ 1976 ΓΙΑΝΝΗΣ ΡΙΤΣΟΣ ΜΑΡΙΑ ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗ Κάθε τόσο μας έρχονται καινούριες καραβιές γερόντοι απ’ τον Μοριά ,απ’ τη Ρούμελη και από πιο πάνω απ’ τα Τρίκαλα και τη Μακεδονία Λιγνοί γερόντοι ,χοντροκόκαλοι μ’ άσπρα μουστάκια και φλοκάτες μυρίζουν σβουνιά και χωράφι μέσα στα μάτια τους βελάζουν τα πρόβατα του απόβραδου στα τσουλούφια τους κρέμονται οι σκιές των πλατανόφυλλων Μιλάνε λίγο δεν μιλάνε καθόλου, ωστόσο πότε -πότε το βλέπεις πού χουν συμπεθεριάσει με τα έλατα μια στιγμή που σηκώνουν τα μάτια απ’ το χώμα και τηράνε πίσω από τους ώμους μας όταν γαλανίζει το βράδυ τις τέντες κι ο αγέρας μπλέκει τα μουστάκια του στο θυμάρι όταν ο ουρανός κατεβαίνει απ’ τα βράχια Δρασκελώντας τη θύμηση με τις προκαδούρες των άστρων κι ο θάνατος κόβει βόλτες αμίλητος έξω απ’ το συρματόπλεγμα, τότες τους βλέπουμε που συνάζονται τρείς- τρεις, πέντε -πέντε σα στα παλιά τα χρόνια στις μπαρουταποθήκες του Μεσολογγιού Και τότες πια δεν ξέρεις, έτσι συναγμένοι στον αυλόγυρο της βραδιάς αξούριστοι , άλαλοι, δεν ξέρεις πια ,σαν ανάβουν τα τσακμάκια τους αν είναι ν’ ανάψουν το τσιγάρο τους ή αν είναι ν’ ανάψουν το φιτίλι του δυναμίτη Τούτοι οι γερόντοι δεν μιλάνε τα παιδιά τους βγήκαν στο κλαρί ετούτοι χώσαν τη καρδιά τους στο βουνό σαν ένα βαρέλι με μπαρούτι Δίπλα στα μάτια τους έχουν ένα δενδράκι καλοσύνη, ανάμεσα στα φρύδια τους ένα γεράκι δύναμη, κι ένα μουλάρι από θυμό μες την καρδιά τους που δεν σηκώνει τ’ άδικο Και τώρα κάθονται εδώ στην Μακρόνησο στο άνοιγμα του τσαντιριού, αγνάντια στη θάλασσα σαν πέτρινα λιοντάρια στη μπασιά της νύχτας με τα νύχια μπηγμένα στην πέτρα δεν μιλάνε κοιτάνε πέρα την αντιφεγγιά της Αθήνας κοιτάνε τον ποταμό του Ιορδάνη σφίγγοντας μια πέτρα στη χωματένια φούχτα τους σφίγγοντας μες τα μάτια τους τα σκάγια των άστρων σφίγγοντας μες’ το φυλλοκάρδι τους μια δυνατή σιωπή εκείνη τη σιωπή που γίνεται πριν από το αστροπελέκι ΚΑΝΤΑΔΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΜΑΚΡΟΝΗΣΟ

»Αυτών των γερόντων εγγόνια και παιδιά είπαμε να γίνουμε κι εμείς φίλε μου» λέει ακούγοντας να τραγουδά η σπουδαία ερμηνεύτρια, »είπαμε να τους μοιάσουμε λιγάκι, αυτούς τους ήρωες που γέννησε η ζωή κι η ιστορία».

Η επίθεση στην καρδιά του κράτους απέτυχε, ο Μόρο εκτελέστηκε μιας και κανένας σύντροφος δεν ελευθερώθηκε, αμέτρητες διώξεις διέλυσαν τα πάντα. Αυτά με λίγα λόγια. Ζωντανός ο φυσικός ηγέτης της συντήρησης στην Ιταλία θα ήταν κινούμενη ανασφάλιστη βόμβα στα θεμέλια του συστήματος, νεκρός δεν κόστισε τίποτα στην πολιτική σκακιέρα, διέλυσε ολοκληρωτικά ένα αυτόνομο κίνημα που στο κάτω-κάτω δεν ήταν αυτό που πήρε την απόφαση. Αντίθετα, με όλους τους δυνατούς τρόπους είχε εκφραστεί υπέρ της απελευθέρωσης του κρατούμενου. Σφάλμα και στα μάτια του φίλου μου η εκτέλεσή του. Ο σταλινισμός είχε επικρατήσει της ευαισθησίας στις γραμμές των Ταξιαρχιτών. Διέσπασε το κίνημα, διέλυσε και την αλληλεγγύη μεγάλων κομματιών της κοινωνίας προς τη ριζοσπαστική της πλευρά. Την αλληλεγγύη προς τις πρωτοποριακές πρακτικές της οργανωμένης αυτονομίας και των αντάρτικων οργανώσεων.

Προείπαμε πως η επανάσταση διαφέρει της συντήρησης στις αξίες. Είχε μέχρι εκείνη τη στιγμή φερθεί η επαναστατημένη κοινωνία άψογα στον κρατούμενο που υπερασπίστηκε τον εαυτό του με τον καλύτερο τρόπο διαμορφώνοντας κλίμα συμπάθειας σε όλους τους χώρους. Η επανάσταση δεν συμπεριφέρεται εκδικητικά, η ζωή του κρατούμενου είναι ιερή. Η κοινωνία δεν άντεξε το νεκρό σώμα του γραμματέα. Ο αιχμάλωτος είναι όμηρος στα χέρια του εχθρού του, του λαού. Οι άνθρωποι του, τον έχουν παρατήσει εντελώς με αξιοθαύμαστη εξαίρεση την οικογένειά του που κρατά στάση αξιοπρεπέστατη. Οι πολιτικοί του φίλοι και σύντροφοι σε όλες τις λοβιτούρες τον έχουν εγκαταλείψει ξεκρέμαστο, μόνο και ανυπεράσπιστο δείχνοντας όλη την ασχήμια της εξουσίας, το αποκρουστικότερο της πρόσωπο. Εδώ οι σύντροφοι αυτό δεν κατάφεραν να το αναδείξουν, έχασαν κάθε πλεονέκτημα που μέχρι εκείνη τη στιγμή την τόσο άτυχη είχαν καταφέρει να δημιουργήσουν. Στην άρνηση διαπραγμάτευσης από την πλευρά των εξουσιαστών αντέτειναν την άρνηση της ζωής.

Και ηττηθήκαμε όλοι μαζί. Νομίζω, λέει, πως φαίνεσαι τεράστιος στα μάτια όλων, όταν σου αρνούνται και δεν εκδικείσαι, για μια τέτοια στιγμή τουλάχιστον μιλά και όχι γενικότερα περί εκδίκησης. Κακά το ψέματα, για όλους αυτούς που ονειρεύτηκαν και προσπάθησαν να πραγματώσουν το διαφορετικό, στα όρια του εφικτού πάντα, ζώντας ασφυκτικά περικυκλωμένοι από την αντεπανάσταση με όλα τα εργαλεία οπλισμένα, για όλους αυτούς που ζούσαν στο καινούριο, το νεκρό σώμα του ανθρώπου ήταν ένα μεγάλο χαστούκι. Και επιμένει στο θέμα διότι ξέρει από πρώτο χέρι πως από εκείνη τη μέρα και μετά κανένας τους δεν ήταν πια ο ίδιος. Μπερδεύτηκε ο κόσμος, μαζεύτηκε. Η επανάσταση έβαλε τρικλοποδιά στον εαυτό της. Και όσο εύκολο είναι να δημαγωγείς εκ των υστέρων άλλο τόσο αλήθεια είναι πως όλα αυτά ειπώθηκαν πριν ακόμη ληφθεί η απόφαση. Θυμάται επίσης ο φίλος μου πως με την απαγωγή του Μόρο, τον Μάρτη  του ’78, ο κόσμος πανηγύριζε, υπήρχε διάχυτη στην ατμόσφαιρα η ικανοποίηση, είμαστε κι εμείς εδώ έλεγε και ένιωθε ο κόσμος, οι μέρες της ατιμωρησίας σας τέλειωσαν, προς τους λακέδες της εξουσίας και τα τσιράκια της. Κι ας βομβαρδίζονταν ο τόπος από τις εικόνες της εξολοθρευμένης φρουράς του. Τεράστιο χαστούκι στην εικόνα, την αναλγησία της εξουσίας, στην αίσθηση παντοδυναμίας που ανέδιδε η συμπεριφορά της. Πενήντα μέρες μετά τον ενθουσιασμό αντικατέστησε η κατήφεια ο σκεπτικισμός και η ανησυχία.

Μαύροι σκυθρωποί όλοι προβληματισμένοι ένιωθαν την καταιγίδα να πλησιάζει. Η ζωή ξαφνικά είχε αγριέψει πολύ, τα χρόνια της ‘αθωότητας’ εξαφανισμένα, οι περισσότεροι δεν ήταν έτοιμοι, η παγίδα είχε στηθεί κι εμείς πιασμένοι στις δαγκάνες της. Έπεσε κι ο λαός στην παγίδα, γι’ αυτό, ή μάλλον, και γι’ αυτό η Ρώμη σήμερα [ που γράφονταν αυτό το κείμενο ] για πρώτη φορά στην ιστορία της έχει όχι ‘αριστερό’ ηγέτη αλλά φασίστα. Και για πρωθυπουργό τον Μπερλουσκόνι, που όλοι γνωρίζουν πως μπλέχτηκε με την πολιτική για την βουλευτική ασυλία, για να πνίξει τα σκάνδαλα στα οποία είναι μπλεγμένος. Για τον ίδιο λόγο που οι Γάλλοι έχουν Σαρκοζί και εμείς εδώ Καραμανλή. Στο κάτω, κάτω αυτοί είναι τίμιοι με τον εαυτό τους, λένε αυτό που είναι, κάνουν αυτό που πιστεύουν. Σε μια κοινωνία που τους μοιάζει. Μιας κι εμείς δεν καταφέρνουμε να δείξουμε πόσο πραγματικά διαφορετικοί είμαστε. Κλεισμένοι στους μικρόκοσμους και τους εγωισμούς μας. Η αλήθεια είναι διάσπαρτη παντού, δεν είναι κτήμα κανενός. Μόνο ενωμένη η αντί εξουσία, ζώντας διαφορετικά και αναδεικνύοντας το στην καθημερινότητα, χίλιοι καθημερινοί αγώνες, χίλιες καθημερινές κατακτήσεις, θα πέσουμε, θα φάμε και πολλά χαστούκια, και απογοητεύσεις, δεν πειράζει, όρθιοι ξανά, εκεί, στις μικρές και μεγάλες επάλξεις ,δίνουμε καθημερινές εξετάσεις. Για μας το κάνουμε στο κάτω κάτω. Κάτι θα γίνει τελικά. Ο ορίζοντας είναι γαλάζιος, είναι και μαύρο κόκκινος, γαλάζια η ομορφιά του ουρανού, κόκκινη και μαύρη η ομορφιά του καινούριου, της ανατροπής, της αυτονομίας.

  • Οι ομάδες μας, λέει, ήταν η κοινωνία σε κίνηση, οργανωμένη, στρατός και λαός μαζί, ένα, ζων οργανισμός, αυτόνομος, γεμάτος ζωντάνια, κύτταρο του νέου πολιτισμού. Χτυπούσε στόχους καθημερινούς, εύκολα κατανοητούς, αποδεχτούς σχεδόν από όλους. Εργατική αυτονομία, λαϊκή αυτονομία. Από αυτά που γνώριζε ο λαός μέχρι τότε, από αυτό που προ υπήρχε, και που επάνω του σκόνταφτε. Αυτοοργανωμένος ο κόσμος στη δουλειά, στη γειτονιά, στη σχολή. Παντού. Ήθελε, διεκδικούσε, κατακτούσε. Καθημερινά. Ζούσε και ανέπνεε μαζί, αλλιώς, διαφορετικά. Ο ένας για τον άλλο, για την άλλη. Μαζί. Αυτό το μαζί έκανε τη διαφορά. ΜΑΖΙ.

ΣΑΝ ΝΑ ΜΉΝ ΒΛΈΠΩ ΜΑΖΊ ,ΜΟΥ ΛΈΕΙ ΣΉΜΕΡΑ. Σαν να μην υπάρχει μαζί, με εξαιρέσεις φυσικά στέκια και καταλήψεις. Ο καθείς χωριστά, χάνεται. Απογοητευμένος, τρομαγμένος, αδύναμος. Ευάλωτος αρκείται μια φορά κάθε τόσο να ψηφίζει εναντίον αυτού που κατά βάθος δεν γουστάρει καθόλου.

Νίκος Δημητράτος, 1974,Σταύρος Ξαρχάκος, Νίκος Γκάτσος ΝΥΝ ΚΑΙ ΑΕΙ Εσείς που βάλατε την έγνοια προσκεφάλι, κι είχατε στρώμα της ζωής την ερημιά εσείς που χρόνια δεν σηκώσατε κεφάλι και καλοσύνη δεν σας άγγιξε καμιά Ήρθε ο καιρός πάνω στου κόσμου την πληγή ήρθε ο καιρός να ξαναχτίσετε τη γη .

Όλοι εμείς, συνεχίζει, που πήραμε μέρος τότε στον αγώνα για την ανατροπή, όλοι εμείς που βιώσαμε αυτή την περίοδο γνωρίζουμε πως ένα μεγάλο κομμάτι της νόησης και της ευαισθησίας μας προέρχεται από το γεγονός πως βουτήξαμε αυτόνομα, χωρίς να μας κατευθύνουν σε αυτές τις σπάνιες στιγμές, τις οποίες θεωρώ ως ένα δώρο της ιστορίας. Σήμερα ο κόσμος είναι πιο σκληρός, πιο οξύς, κατ’ εικόνα του χρήματος που προσκυνά, του χρήματος που δεν γνωρίζει σύνορα και που έχει γίνει η πραγματική διεθνής αξία και πατρίδα, η ανατροπή δεν μπορεί παρά να είναι παγκόσμια, εφευρετική, απαλλαγμένη από κάθε ιδεολογία η οποία θα σκότωνε οτιδήποτε ζωντανό σε κάθε αντιστασιακή δράση προς όφελος της εκάστοτε φατρίας. Είμαστε υπεύθυνοι για τους εαυτούς μας και ο καθένας οφείλει να διαφυλάξει το κομμάτι ζωής, ονείρου, παιδικότητας και επαναστατικότητας που τον καθιστά μοναδικό’.

ΕΊΜΑΣΤΕ ΑΡΙΣΤΟΚΡΑΤΕΣ. Έχουμε τα μάτια ανοιχτά και τη συνείδηση καθαρή ώστε να βλέπουμε κατάματα την πραγματικότητα. Είμαστε με αυτούς που συνθλίβονται γιατί μας συνθλίβουν κι εμάς, οικονομικά, πολιτιστικά, πολιτικά. Δεν είμαστε με αυτούς που πετούν τα τσιγάρα από το παράθυρο του αυτοκινήτου ή κορνάρουν με το παραμικρό τα μεσημέρια. Δεν είμαστε με αυτούς που τρέχουν στα πρωϊνάδικα, που διαμορφώνουν άποψη από την τηλεόραση. Δεν είμαστε με τη Γιουροβίζιον και το life style σαν πολιτιστικό γεγονός. Δεν είμαστε από αυτούς που βάζουν το προσωπικό ή το παραταξιακό συμφέρον πάνω από το κοινό. Θέλουμε να ανατρέψουμε αυτό που δεν μας αρέσει σήμερα, αυτό που υπάρχει χρόνια. Βαρέθηκα φωνάζει, να βλέπω τις ίδιες φάτσες χρόνια τώρα να μου μασουλάν τις ίδιες αηδίες. Το καινούριο θα γεννηθεί μέσα από την αβεβαιότητα, την αταξία, την φασαρία. Τα καλύτερα παιδιά κουράστηκαν και γύρισαν στο σπίτι. Τα χειρότερα ενσωματώθηκαν στο σύστημα γιατί δεν ήταν επαναστάτες στην ψυχή, καλή ώρα σαν τον Λαλιώτη και τη Δαμανάκη εδώ σε μας, τον Κον Μπεντίτ στη Γερμανία- τι απέγιναν οι δικοί του σύντροφοι δεν γνωρίζει. Δεν θέλουμε να αλλάξουμε το σύστημα, λέει, να το καταστρέψουμε θέλουμε, δεν αλλάζει, αποδεδειγμένα. Και το καινούριο θα γεννηθεί από τα χαλάσματα, αυτός είναι ο νόμος της φύσης. Και αυτοί που διοικούν θα εργάζονται κιόλας, συγχρόνως. Φτάνει πια με τους εργατοπατέρες, είναι η μόνη δικλείδα ασφαλείας. Μιλούν στο όνομα του λαού αυτοί που με το λαό δεν έχουν πιει ένα ποτήρι κρασί μαζί. Άνθρωποι που δεν έχουν νιώσει την αγωνία της καθημερινότητας και της επιβίωσης, μιλούν στο όνομα αυτών που δεν ξέρουν τι τους επιφυλάσσει το αύριο. Και κυβερνούν στο όνομά μας άνθρωποι που δεν θα μας γνωρίσουν ποτέ, δεν νιώθουν το χτύπο της καρδιάς μας, το άρωμα της σκέψης μας. Μιλούν για ελευθερία άνθρωποι που δεν διακινδύνευσαν ποτέ στη ζωή τους. Άνθρωποι που δεν είπαν ποτέ όχι σε ανώτερο διοικούν υπουργεία, στρατούς, θέσεις κλειδιά. Ποτέ δεν ρίσκαραν, δεν ριψοκινδύνεψαν ποτές. Η παραβατικότητα είναι πολύ γλυκιά θέλει αρετή και τόλμη όμως η ελευθερία, όπως έχουμε ξαναπεί Θέλει κότσια να πας αντίθετα στο ρεύμα, στον συντηρητισμό. Αυτός ευθύνεται για τα δεινά της σημερινής ζωής μας σε μία κοινωνία άγρια, ψυχρή και υπολογιστική. Είμαστε αριστοκράτες λοιπόν. Δεν παρκάρουμε στα ήδη κατειλημμένα πεζοδρόμια από μπαρ και ταβέρνες. Δεν βρωμίζουμε τις θάλασσες και τις ακρογιαλιές.

Κομπιάζει λιγάκι. Αν δεν έχεις μπει ποτέ στη φυλακή δεν καταλαβαίνεις τη σημασία της ελευθερίας, και την έννοια αυτής. Κι αν δεν έχεις νοσηλευθεί για σοβαρή αιτία την αξία και την έννοια της υγείας. Ξέρεις πως τα έχω για τα καλά γνωρίσει και τα δύο, και με το παραπάνω. Ήμουν ‘τυχερός’ που τα έζησα και τα δύο, επαναλαμβάνει γιατί ξέρω από πρώτο χέρι. Τρεις φορές φυλακίστηκα, πολλές νοσηλεύτηκα, εγχειρίστηκα, εντατική, χημειοθεραπείες, όλα τα καλούδια.

Δεν είχαμε κανένα συμφέρον, συνεχίζει, να είμαστε με τους ‘εκτός νόμου’. Στη ζωή μας όλα κυλούσαν φυσιολογικά. Είκοσι χρονών παιδιά στο άνθος της νιότης και της ενεργητικότητας ερωτευτήκαμε τους παράνομους, τους παραβατικούς, αυτούς που ρίσκαραν τα πάντα γιατί αγαπούσαν την ελευθερία και την αυτονομία, γιατί μίσησαν το ψέμα, την υποταγή, την διαφθορά, την απληστία, την ψευτοδημοκρατία στο κάτω κάτω. Εκλογές έκαναν και οι χουνταίοι, εκλογές και οι σημερινοί. Ποια όμως από τα κρίσιμα ζητήματα λύνονται στα κυνοβούλια πραγματικά. Μόνο τα μικρο ζητήματα. Εκεί επικυρώνονται οι αποφάσεις που παίρνονται στα γραφεία των μεγάλων εταιριών που στηρίζουν τα κόμματα και χρηματοδοτούν τις καμπάνιες και τα μεγαλοστελέχη τους. Σήμερα για να θέλεις να πολιτευτείς σημαίνει πως θέλεις να οικονομήσεις χωρίς να κουραστείς, άσε που όσο και να ιδρώσεις τα λεφτά με τρόπο νόμιμο είναι περιορισμένα. Μόνο οι ανατρεπτικοί είναι ειλικρινείς. Κι αν δεν υπάρχουν μαζικά σήμερα θα υπάρξουν σίγουρα αύριο. Η ζωή και η ιστορία κύκλους κάνει. Υπομονή αδέλφια. Και αυτά που τόσο ανατρεπτικά ακούγονται σήμερα, αιρετικά, θα είναι πλειοψηφικά αύριο. Θα ακούγονται από στόματα πολύ περισσοτέρων.

Ας κρεμάσουν δέκα παλικάρια τον υπουργό στα κάγκελα του Πολυτεχνείου, δεμένο, με μια πινακίδα στο λαιμό που θα μιλά για τα ‘κατορθώματά’ του, να κάτσει έτσι για μισή ωρίτσα μέχρι να τον κατεβάσουν, να νιώσει στη μούρη του την απέχθεια αυτών που δεν του μοιάζουν. Έτσι όπως έκαναν τότες οι ιταλιάνοι σύντροφοι! Να νιώσει τη βία που νιώθουμε κολλημένη σαν βδέλλα στο πετσί μας καθημερινά, όλοι μας όταν μασουλάμε το παραμύθι τους. Σας λέω πως εκατοντάδες χιλιάδες έλληνες θα πανηγυρίσουν, βγείτε έξω και ρωτήστε, χωρίς κάμερες και χαφιεδισμούς, θα σας πουν την αλήθεια.

Έβαζαν οι σύντροφοι στόχο τα γραφεία των μεγάλων κατασκευαστικών που κρατούσαν ανοίκιαστα εκατοντάδες διαμερίσματα για να σηκώσουν τις τιμές. Όλοι έλεγαν: καλά τους κάνετε. Απέκλειαν τετράγωνα με μέσα τους πολυκαταστήματα και αλυσίδες, εισέβαλαν και απαλλοτρίωναν τα αγαθά μαζί με τον κόσμο, που πανηγύριζε και έφευγε φορτωμένος, ή με αυτομείωση, κατέθεταν στα ταμεία συμβολική τιμή για τα προϊόντα πρώτης ανάγκης. Έκρηξη ενθουσιασμού και θαυμασμού στη γειτονιά. Στα ακριβά εστιατόρια το ίδιο, παντού λαϊκές τιμές, καταλήψεις για στέγαση και δημιουργία κέντρων συνάντησης και επιμόρφωσης, εισβολές στους κινηματογράφους και τα θέατρα για όσους αδυνατούσαν να καταβάλουν αντίτιμο, συμβολικές τιμές στα εισιτήρια για τους υπόλοιπους. Η αυτομείωση σε όλους τους λογαριασμούς κοινής ωφέλειας είχε γίνει φαινόμενο μαζικό. Τηλέφωνα, μεταφορές, νερό, ρεύμα. Ο λαός απαιτούσε, οργανώνονταν αυτόνομα, έπαιρνε αυτό που ήταν δικό του. Μαζικά.

autop, people have the power

Είναι ιερή η ζωή λέει, όμορφη, πανέμορφη. Και το έχει νιώσει μέχρι το μεδούλι γιατί κινδύνευσε να την χάσει. Γι αυτό ζήστε την με ένταση, με πάθος, με όλο σας το είναι. Είναι ιερή. Γι αυτό αισθάνονταν άβολα, κομπιάζει, όταν σύντροφοι, στον αγώνα, την αφαιρούσαν, από λαμόγια έστω.

‘Να ζήσουμε τη ζωή με τα όλα της’ ξαναλέει, ‘σε όλο της το μεγαλείο’. Να βουτήξουμε στα νερά της, ακόμη και στα παγωμένα καλό κάνει, και στα αφρισμένα, εκεί, κυρίως εκεί μαγειρεύονται πράγματα και καταστάσεις. Να δοκιμάσουμε τα αρώματα της δίχως φόβο. Να γνωρίσουμε τη φύση, να τη σεβαστούμε. Να τρέξουμε στα δάση, να ξαπλώσουμε στο χορτάρι να αναπνεύσουμε τη δημιουργία, να νιώσουμε την ελευθερία, την ευωδιά των λουλουδιών, να ακούσουμε τη μουσική που σκορπίζεται παντού, από τον άνεμο, τα δέντρα, τα πουλιά. Να πετάξουμε μαζί τους, εκεί βρίσκεται η καρδιά της ζωής, της δημιουργίας. Να αφουγκραστούμε το μήνυμα, μήνυμα αισιοδοξίας και ευτυχίας. Την ευλογία του όλου, του ολοκληρωμένου. Υπάρχει ολοκλήρωση στη φύση. Να ζήσουμε και να πεθάνουμε λεύτεροι. Εάν ήμασταν ολοκληρωμένα όντα δεν θα υπήρχαν πόλεμοι. Και μίσος για τη διαφορετικότητα. Δεν θα υπήρχαν τάξεις, ανισότητες και του κώλου τα εννιάμερα. Όλοι ήμαστε φτιαγμένοι από τα ίδια στοιχεία, ξεσπά, και την ίδια ενέργεια. Μοναδικοί στη διαφορετικότητά μας. Δεν αποτιμάται αυτή σε χρήμα. Δεν είναι γραμμένο πουθενά πως ο διπλανός είναι πιο ακριβός.

Προσελκύουμε αυτό που επιθυμούμε, αυτό που αντανακλάται από εμάς φεύγει και ξαναγυρίζει κουβαλώντας μαζί του αυτό που ζητήσαμε. Ας είναι αυτό η αγάπη και η ομόνοια, να ζήσουμε αλληλέγγυοι με τους γύρω. Ότι χρώμα κι αν έχουν, όπως κι αν ονομάζονται. Η εκτίμηση φέρνει εκτίμηση. Υπομονή λοιπόν, εκτίμηση και αγκαλιά στο γείτονα. Και κάπου εκεί γύρω υπάρχει και μια συλλογικότητα, μια αυτόνομη ομάδα. Ας την ψάξουμε, να τη βρούμε. Να την φτιάξουμε στο κάτω κάτω. Να τα απαιτήσουμε από όλους αυτά.

ΠΑΡΈΝΘΕΣΗ:

  • Ήπια καφεδάκι στο’Νικηφόρο’ του αγαπημένου παλιόφιλου, του Βασίλη του ‘Πελέ’. Λέει : ‘το μυστικό στη ζωή φίλε μου είναι να αγαπάς, αυτό ξέρω. Για να μπορείς όμως να αγαπάς χρειάζεσαι αυτογνωσία, να γνωρίζεις τα υπέρ και τα κατά σου, τα προτερήματα και τα ελαττώματα σου. Έτσι μοναχά θα μπορέσεις να αγαπήσεις τον συνάνθρωπο, την κοπέλα σου! διαφορετικά δεν γίνεται! όλα τα άλλα τα ακούω βερεσέ!’ ‘Πολύ ωραία τα λες φίλε’, του απαντάω. ‘Δεν τα λέω εγώ Μιχάλη’, συνεχίζει.’ Η ζωή το λέει, αυτήν επαναλαμβάνω’!

συνεχίζεται

James – Born Of Frustration (live)

απτική στέρηση

Deprivazione tattile
27 maggio 2008baruda
απτική στέρηση

“αφού του έχει αφαιρεθεί η κοινωνικότητα, το σώμα του έγκλειστου δεν έχει τρόπο να δεχτεί και να ψάξει αισθητήρια ερεθίσματα. Και, ανάμεσα σε όλες τις στερήσεις, εκείνη της αφής είναι ίσως η πιο σοβαρή και καταστροφική, τόσο καταστροφική που ένα παιδάκι μπορεί και να πεθάνει.

όταν στα τέλη του 800 η αμερικανική παιδική ιατρική φροντίδα εισήγαγε το »κρεβατάκι με τα κάγκελα», υποσκελίζοντας την παράδοση της κούνιας, ξεκίνησαν να παρουσιάζονται θάνατοι ανεξήγητοι μωρών σε απόλυτη υγεία. Το γεγονός πέρασε στην ιστορία σαν »θάνατος στο κρεβατάκι» ή ‘σύνδρομο αιφνίδιου βρεφικού θανάτου’. Η ανθρώπινη εμπειρία μας διδάσκει πως το λίκνισμα στην αγκαλιά είναι μια κίνηση χάδι σε όλο το σώμα σε όλη της την λειτουργία. αποτελεί απαραίτητη προϋπόθεση για την ευημερία και την ευεξία που αποκλείεται στο »μωρό ανάμεσα στα κάγκελα».

Αφού η στέρηση του αγγίγματος μπορεί να φέρει τον θάνατο, με τον ίδιο τρόπο αυτό μπορεί να προκαλέσει την αναγέννηση.Il con-tatto umano, η ανθρώπινη επ-αφή είναι όντως μια πιθανή φροντίδα-γιατρειά στην περίπτωση μη αναστρέψιμου κώματος ή σε πλάσματα με εγκεφαλικά τραύματα και ψυχοκινητικά handicap. Είναι η περίπτωση εκείνης της εκατοστής εθελοντών που, διαδοχικά, πήγαιναν στο σπίτι μιας μικρούλας για να μπορεί να έχει 24 ώρες στις 24 το μοναδικό φάρμακο ικανό να την κάνει να νιώθει καλύτερα : την ανθρώπινη επαφή : τη συνάντηση και το άγγιγμα ανθρώπων κάθε φύλλου, ηλικίας, επαγγέλματος, κουλτούρας, που την βοηθούσαν στις ασκήσεις αποκατάστασης. Η διέγερση είναι θαυματουργική. Η έλλειψη αγγίγματος, αντιθέτως, είναι επώδυνη.

βγάζω απ’ τα χέρια – κάτω από το δέρμα – κομμάτια από μαχαιροπίρουνα πλαστικά : τα μόνα που μπορούμε να χρησιμοποιήσουμε. σπασμένες άκρες από πλαστικά πιρούνια. Φτάνουν μικρά κοψίματα και αυτά τα κομμάτια μπαίνουν κάτω από το δέρμα. Από αυτά τα ίδια τα κοψίματα, σπρώχνοντας, βγάζω έξω τις άκρες από τα πιρούνια. Δεν υπάρχει αίμα, δεν υπάρχει ούτε μια σταγόνα αίμα ! όσο περισσότερο τραβώ προς τα έξω και περισσότερο, αγγίζοντας, αισθάνομαι! με μια αίσθηση ενόχλησης, με υπομονή όμως, στέκομαι εκεί να τραβώ προς τα έξω αυτό το πλαστικό. ξυπνώ με μια αίσθηση άγχους. Πόση αδρανή ύλη έχω απορροφήσει όλα αυτά τα χρόνια διαμέσου των πόρων του δέρματος;

σκέφτομαι το σίδερο, το τσιμέντο, το πλαστικό που αγγίζω, και στα απονευρωμένα σημάδια που με κατακλύζουν. Και δεν υπάρχει και αίμα! δίχως να το αντιληφθώ ο θάνατος μπήκε μέσα μου γενόμενος κύριος του αίματός μου. Γράφω ή διηγούμαι το όνειρο σε όποιον μπορώ, για να δρομολογήσω συναγερμό. Πρέπει να προειδοποιήσω, να βιαστώ, πριν η αδράνεια να μας κατακλύσει ολοκληρωτικά!”

το πήραμε από το “IL BOSCO DI BISTORCO”. Renato Curcio, Stefano Petrelli, Nicola Valentino. εκδόσεις Sensibili alle Foglie

αυτό το blog, αναπόφευκτα, θα μιλήσει συχνά για εγκλεισμό, για στέρηση, για απομόνωση.
θα μιλήσουμε για την φυλακή, για τους μηχανισμούς τιμωρίας, για φυσικό και ψυχικό βασανιστήριο, για ψυχιατρικά δικαστικά νοσοκομεία, για κέντρα προσωρινής κράτησης μεταναστών…απόβλητων. Εκείνων που για το κράτος πρέπει να σαπίσουν απόβλητοι.
για το δικαίωμα στην ελευθερία, για όλα αυτά που μπορούμε να διδαχτούμε από τα μάτια αυτού που είδε να του στερούνται τα πάντα.
με τον άνεμο αυτής της βραδιάς δεν μπορώ να μην σκέφτομαι σε αυτόν που είναι κλεισμένος σε ένα κελί…με αυτό το ελεύθερο φύσημα του αέρα, με αυτή την ευχαρίστηση του δέρματος που διασχίζεται από τόση δύναμη.

 ΕΝΆΝΤΙΑ ΣΕ ΚΆΘΕ ΦΥΛΑΚΉ
 ΜΈΡΑ ΜΕ ΤΗΝ ΜΈΡΑ!

http://baruda.net/

 

Σας ευχαριστώ για την υπομονή σας, συνεχίζεται

μιχαλης 296

ανατρεπτική τέχνη, arte ribelle

«Μην ψηφίζετε νεοφασίστες»: Ο Ρότζερ Γουότερς κατά Τραμπ και Μπολσονάρου Διαβάστε περισσότερα:

ΜΟΥΣΙΚΗΕΠΙΚΑΙΡΟΤΗΤΑΝοέ 3, 2018

Ο Ρότζερ Γουότερς, άλλοτε η ψυχή του μουσικού συγκροτήματος Pink Floyd, αποκαλεί τον Ντόναλντ Τραμπ και τον Ζαΐχ Μπολσονάρου «νεοφασίστες» Ο Ρότζερ Γουότερς, άλλοτε η ψυχή του μουσικού συγκροτήματος Pink Floyd, προέτρεψε την Παρασκευή τους πολίτες να «μην ψηφίζουν νεοφασίστες», όπως είναι κατ’ αυτόν ο εκλεγμένος πρόεδρος της Βραζιλίας Ζαΐχ Μπολσονάρου, ή ο πρόεδρος των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ, κατά τη διάρκεια συνέντευξης Τύπου στο Μοντεβιδέο. Ποια είναι η άποψή του για τον Τραμπ; «Διστάζω να σπαταλήσω την ανάσα μου για αυτόν τον σιχαμερό τύπο», αποκρίθηκε ο βρετανός μουσικός στα γραφεία της συνομοσπονδίας συνδικάτων PIT CNT, στην πρωτεύουσα της Ουρουγουάης. Θα πρωταγωνιστήσει σε μια συναυλία στο Μοντεβιδέο σήμερα. Ο 75χρονος Ρότζερ Γουότερς θα κάνει αυτή τη συναυλία στο πλαίσιο της εκδήλωσης «Η Παλαιστίνη και τα ανθρώπινα δικαιώματα σήμερα». Εκφράζεται εδώ και πολλά χρόνια για την ισραηλινοπαλαιστινιακή διένεξη, υποστηρίζοντας πως οι Παλαιστίνιοι «δεν έχουν δικαιώματα» και «ο υπόλοιπος κόσμος δεν κάνει τίποτα».

Φωτογραφία από συναυλία στη Ρώμη Το Ισραήλ «ουδέποτε είχε την πρόθεση να επιτρέψει να υπάρξει Παλαιστινιακό Κράτος, πολύ περισσότερο τώρα», τόνισε κατά τη διάρκεια της συνέντευξης. Ο άλλοτε μπασίστας και τραγουδιστής ενός από τα γνωστότερα μουσικά συγκροτήματα της πρόσφατης ιστορίας κάνει το τρέχον διάστημα τουρνέ στη Νότια Αμερική, που θα συμπεριλάβει σταθμούς στην Ουρουγουάη, στη Βραζιλία, στην Παραγουάη, στην Αργεντινή, στη Χιλή και στο Περού.

Πηγή: ΑΠΕ-ΜΠΕ

Διαβάστε περισσότερα: https://www.kar.org.gr/2018/11/03/min-psifizete-neofasistes-o-rotzer-goyoters-kata-tramp-kai-mpolsonaroy/

https://www.kar.org.gr/2018/11/03/min-psifizete-neofasistes-o-rotzer-goyoters-kata-tramp-kai-mpolsonaroy/

αυτονομία, autonomia

Κεφάλαιο 8. ΕΝΟΠΛΗ ΠΑΛΗ ΚΑΙ ΕΡΓΑΤΙΚΗ ΑΥΤΟΝΟΜΙΑ.

ΟΙ ΠΙΘΑΝΕΣ ΡΙΖΕΣ ΤΗΣ «ΕΝΟΠΛΗΣ ΤΑΣΗΣ».

Το 1976 έγραφε ένας άγνωστος συντάκτης στην «manchette» στο κάλυμμα του βιβλίου «ερυθρές Ταξιαρχίες»: «Έτσι η φρίκη για τις ερυθρές Ταξιαρχίες επικύρωσε την προσπάθεια να ποινικοποιηθεί η ριζοσπαστική διαφωνία, ευνόησε στην Ιταλία, επάνω στο γερμανικό παράδειγμα, να ξεκινήσει μια αυστηρή κατασταλτική νομοθεσία και να ακυρωθεί κάθε διάκριση μεταξύ πρόληψης και καταστολής […] » και επιπλέον:» Το βιβλίο της κόκκινης Βοήθειας είναι μια ειλικρινής απόπειρα (ανάγνωσης) προς αυτή την κατεύθυνση (για να ανοικοδομήσει μια υπόθεση μέσα στις πραγματικές της διαστάσεις]. Η δημοσίευση αυτού του βιβλίου, σε αυτή τη συγκεκριμένη χρονική στιγμή, θέλει ακριβώς να προσφέρει στο κοινό εκείνη την υπηρεσία που άλλοι δεν την έχουν παράσχει και που θα έπρεπε να είναι αντιθέτως χαρακτηριστική σε έναν σύγχρονο εκδότη  (1).

Σχετική εικόνα

Με ακόμη πιο ακριβή τρόπο, ο συντάκτης διευκρινίζει τις σκέψεις του στο εσωτερικό σημείωμα. Όλες οι κατηγορίες περί «προβοκατόρων και κατασκόπων» που απευθύνονται στις ερυθρές Ταξιαρχίες απορρίπτονται, αναγνωρίζοντας σε αυτούς πως αγωνίζονταν για «έναν σκοπό που στοίχειωσε ολόκληρες γενιές στρατευμένων αγωνιστών». Χτίζεται μια σύντομη ανάλυση (υποστηριζόμενη από τον Francesco Ciafaloni στα «Quaderni Piacentini») σχετικά με την προέλευση του προβλήματος:»κατά τα έτη 1969-72 (ακόμη και πέραν αυτών), ένα μη μειοψηφικό κομμάτι των νέων, πρωταγωνιστών των αγώνων στα εργοστάσια και στο σχολείο […] έθεσε τη ζωή του σε λειτουργία ριζικής μεταμόρφωσης βραχυπρόθεσμα […] «αλλά στη συνέχεια» […] δεν λειτούργησε μια συνειδητή, αιτιολογημένη, ορθολογική μετάβαση από την παλιά θέση στη νέα, η οποία θα επέτρεπε την συνεπή διατήρηση μέρους της ψυχολογικής και ιδεολογικής φόρτισης που ήταν παρούσα σε μαζικό επίπεδο. Οι περισσότεροι εγκατέλειψαν, επέστρεψαν στη κανονικότητα. Απλώς ανακάλυψαν ότι η πολιτική κοστίζει και συνειδητοποίησαν πως δεν είναι πρόθυμοι να πληρώσουν το τίμημα. Άλλοι αποδέχτηκαν την πρακτική της διπλής αλήθειας. Άλλοι αποφάσισαν να επιλέξουν τις ακραίες συνέπειες […]» (2).

Αποτέλεσμα εικόνας για lotta armata, italia, anni '70

Αυτά τα λόγια γράφονταν μέσα στην οξεία φάση της αποσύνθεσης των εξωκοινοβουλευτικών ομάδων, παρουσία μιας τεράστιας και αυταρχικής αναδιάρθρωσης στα εργοστάσια (cassa integrazione [οικονομική συνδρομή μέσω αμοιβής σε περίπτωση αναστολής ή μείωσης της εργατικής δραστηριότητας], «πολιτικές» απολύσεις κλπ.) και ενώ η κυβέρνηση και το κοινοβούλιο άρχιζαν να επεξεργάζονται εκείνη την νομοθετικά αυταρχική στροφή που θα είχε περάσει στην ιστορία με τον χαρακτηρισμό της «περιόδου έκτακτης ανάγκης». Το βιβλίο για τις Κόκκινες Ταξιαρχίες εξαντλήθηκε γρήγορα και δεν επανεκδόθηκε ποτέ. Παραμένει – μαζί με το «Ποτέ ξανά χωρίς τουφέκι, «Mai più senza fucile» του Alessandro Silj – μια από τις σπάνιες προσπάθειες μη παραποίησης, όταν δεν είναι δυσφημιστικές, να προχωρήσουμε στην προέλευση του φαινομένου του ένοπλου αγώνα στην Ιταλία. Το πρόβλημα των ερυθρών Ταξιαρχιών και των παράνομων ένοπλων και βίαιων ενεργειών κατά τα προηγούμενα χρόνια συνέχισε να αποτελεί αντικείμενο συζήτησης Το κλίμα προβοκάτσιας που προκάλεσε η «στρατηγική της έντασης» που διαχειρίστηκε το κράτος είχε δημιουργήσει τάξεις διετρολόγων-συνωμοσιολόγων όχι μόνο στον αστικό Τύπο, αλλά και σε εκείνον του κινήματος.

Το «B.C.D.» (Δελτίο δημοκρατικής αντιπληροφόρησης), που είχε ταχθεί δίπλα στο κίνημα, δεν είχε ποτέ παύσει να κατηγορεί τις ερυθρές Ταξιαρχίες ότι ήταν «προβοκάτορες πράκτορες» και η ίδια η εφημερίδα «il manifesto» είχε για χρόνια μεταφέρει τα νέα για τις BR αποκαλώντας τες «οι υποτιθέμενες» ή «οι αυτοαποκαλούμενες «, »oι λεγόμενες», υποστηρίζοντας εκ των πραγμάτων τη συνενοχή τους με σκοτεινές δυνάμεις του κράτους. Στην πραγματικότητα, όταν εμφανίστηκαν, οι ερυθρές Ταξιαρχίες ήταν πολύ λιγότερο «σκοτεινές» από ό, τι φαντάζονταν. Θα μπορούσε να ειπωθεί ότι κατά την εμφάνισή τους ήταν ένα απολύτως επιτυχημένο παράδειγμα της κινηματικής θεωρίας του «να είναι ξεκάθαρες για το κίνημα και ασαφείς για την εξουσία, σκοτεινές». Οι πρώτες ενέργειες των ερυθρών Ταξιαρχιών αναπτύσσονται μέσα στα εργοστάσια και ειδικότερα στην Sit-Siemens και στην Pirelli στο Μιλάνο. Δεν έχουν μεγάλη απήχηση στην αρχή, διότι μπερδεύονται με παρόμοιες ενέργειες που αναπτύσσονται από άλλες πολιτικές δυνάμεις ή από αυθόρμητες αντιδράσεις των εργατών. Πρέπει να τονιστεί ότι τόσο κατά τη διάρκεια του «Καυτού Φθινοπώρου» όσο και στη διάρκεια του επόμενου 1970 η πρακτική του σαμποτάζ, το ξυλοφόρτωμα των επιστατών, η καταστροφή των αυτοκινήτων των διαχειριστών και των αρχηγών, η χρήση μιας εσωτερικής αντιεξουσίας, έχουν πλέον γίνει διαδεδομένες και συνηθισμένες πρακτικές.

Αποτέλεσμα εικόνας για Autunno caldo, anni '60-'70

Έτσι έγραφε η δεκαπενθήμερη «Lotta Continua» μεταφέροντας το κλίμα των εργοστασίων: «Μετά από κάθε δράση, πορεία, αποκλεισμό εμπορευμάτων […] κάθε τμήμα μετατρέπεται σε προλεταριακό δικαστήριο: όσους μπορούσαν αλλά δεν είχαν συμμετάσχει (στις δράσεις) τους διώχνουν από το εργοστάσιο. Ένα σημαντικό παράδειγμα:σε ένα τομέα του εργοστασίου μάθαμε ότι 7 εργάστηκαν την κυριακή, 4 εργάτες και 3 επικεφαλής. Συζητάμε και οι «απεργοσπάστες» » παύονται» για 2 ημέρες (οι εργάτες) και για 3 ημέρες οι επικεφαλής, 3 ημέρες: επειδή είναι επικεφαλής και επειδή κατά τη διάρκεια της συζήτησης ένας από αυτούς δεν σεβάστηκε τους εργάτες λέγοντας ότι τους είχε γραμμένους […] Δεν είναι απλώς θέμα υπεράσπισης της ενότητας: οι εργάτες μαθαίνουν να ασκούν δύναμη-εξουσία και να απολαμβάνουν την ευχαρίστηση » (3).Και σε μια ατμόσφαιρα αυτού του τύπου τοποθετούνται οι πρώτες ενέργειες των ερυθρών Ταξιαρχιών Η πρώτη δράση που υπογράφηκε με το σύμβολο του πεντάκτινου αστεριού και την γραφή ερυθρές Ταξιαρχίες είναι της 17ης σεπτεμβρίου 1970 και συνίσταται στην πυρπόληση του αυτοκινήτου του leader της SitSiemens Leoni, δεν συνοδεύεται από φυλλάδιο, το βράδυ όμως αφήνεται γραπτό μήνυμα στον υαλοκαθαριστήρα της Ferrari του μηχανικού Giorgio Villa της Sit-Siemens.

Αποτέλεσμα εικόνας για brigate rosse, prime azioni

Ο τόνος είναι ανάμεσα στο ειρωνικό και το απειλητικό: «Πόσο καιρό θα διαρκέσει η Ferrarina! μέχρι να αποφασίσουμε εμείς ότι είναι καιρός να τελειώνουμε με τους teppisti, τους αλήτες. BRIGATE ROSSE» (4) Πριν από αυτές τις «παραδειγματικές» ενέργειες οι κόκκινες Ταξιαρχίες είχαν πραγματοποιήσει, μπροστά σε αμήχανους και περίεργους ακροατές, μια ιπτάμενη δημόσια ομιλία στη μιλανέζικη εργατική γειτονιά του Lorenteggio, και είχαν πετάξει φυλλάδια μπροστά από τη Sit-Siemens. Στις 20 οκτωβρίου 1970, σε ένα φύλλο αγώνα της «Sinistra Proletaria», »Προλεταριακής Αριστεράς» δίδεται η είδηση της εμφάνισης στην πολιτική σκηνή των ερυθρών Ταξιαρχιών με αυτό τον τρόπο: L’autunno rosso è già cominciato.»Το φθινόπωρο που έχουμε μπροστά μας παρουσιάζεται […] σαν μια ημερομηνία αποφασιστικού αγώνα μέσα στη σύγκρουση εξουσίας […] Ενάντια στα θεσμικά όργανα που διαχειρίζονται την εκμετάλλευσή μας, ενάντια στους νόμους και τη δικαιοσύνη των αφεντικών, η πιο αποφασισμένη και συνειδητή πλευρά του αγωνιζόμενου προλεταριάτου έχει ήδη αρχίσει να μάχεται για να οικοδομήσει μια νέα νομιμότητα, μια νέα εξουσία. Για να χτίσουμε την οργάνωσή του. Υπάρχουν παραδείγματα: η «απαγωγή» και η «δημόσια διαπόμπευση» που έθεσαν σε εφαρμογή στο Τρέντο οι εργάτες της Ignis εναντίον των προβοκατόρων φασιστών που είχαν προμελετημένα μαχαιρώσει δύο από αυτούς. «η κατάληψη και η υπεράσπιση κατειλημμένων κατοικιών», σαν μοναδικός τρόπος να έχουμε επιτέλους ένα σπίτι […], «Η εμφάνιση αυτόνομων εργατικών οργανώσεων (ερυθρές Ταξιαρχίες) που υποδεικνύουν τις πρώτες στιγμές προλεταριακής αυτοοργάνωσης για να πολεμήσουμε τα αφεντικά και τους υπηρέτες τους στο έδαφός τους »στα ίσα», με τα ίδια μέσα που χρησιμοποιούν εναντίον της εργατικής τάξης: άμεσα, επιλεκτικά, καλυμένοι όπως στη Siemens. ΝΑ ΟΡΓΑΝΩΣΟΥΜΕ ΤΗΝ ΑΝΤΙΣΤΑΣΗ ΤΩΝ ΛΑΙΚΩΝ ΜΑΖΩΝ …

Αποτέλεσμα εικόνας για sinistra proletaria anni 70

«Ήρθε η ώρα να οργανωθούμε στη γραμμή φωτιάς για να ριζώσουμε μέσα στους αγώνες τα περιεχόμενα της νέας επαναστατικής πρακτικής: τη στρατηγική του αντάρτικου του λαού. Είναι ο καιρός να προχωρήσουμε στη γενική σύγκρουση για: – να ριζώσουμε στις προλεταριακές μάζες σε αγώνα την αρχή «δεν έχουμε πολιτική εξουσία εάν δεν έχουμε στρατιωτική δύναμη-εξουσία» . – να εκπαιδεύσουμε μέσω της «παρτιζάνικης Δράσης» την προλεταριακή και επαναστατική αριστερά στην αντίσταση, στον ένοπλο αγώνα, – να αποκαλύψουμε την καταπιεστική και κατασταλτική δομή της εξουσίας και τους μηχανισμούς αποδιοργάνωσης της ενότητας της τάξης.» (5).

Αποτέλεσμα εικόνας για collettivo politico metropolitano

Αλλά τι είναι η «Προλεταριακή Αριστερά»; Πρόκειται για ένα περιοδικό του οποίου βγαίνουν δυο νούμερα κατά τη διάρκεια του 1970. Προηγουμένως, όμως, είχαν βγει διάφορα «Φύλλα αγώνα της προλεταριακής αριστεράς», τα οποία μετέφεραν τη διατύπωση «σε επεξεργασία του C.P.M. (πολιτική μητροπολιτική Κολεκτίβα)». Όπως έχουμε ήδη δει το C.P.M. ήταν το οργανωτικό αποτέλεσμα της συζήτησης που είχε επενδύσει τον χώρο των Cub (ενωτικές Επιτροπές βάσης, Comitati unitari di base) στο Μιλάνο στη διάρκεια του 1968 και του 1969. Ο οργανισμός γεννήθηκε για να επεκτείνει τη δράση του από το εργοστάσιο στο κοινωνικό, για να ξεπεράσει τις εγγενείς αντιφάσεις στον διαχωρισμό μεταξύ του κόσμου των εργοστασιακών αγώνων και εκείνου των κοινωνικών και φοιτητικών.Σε ένα έγγραφο του CPM (ιανουάριος 1970) συνοψίζεται με αυτό τον τρόπο η ανάγκη για νέες οργανωτικές μορφές:

Collettivo-documenti-collettivo-lotta-sociale-9332ddab-ac82-4175-86da-00a6c750cbe9

«Πρέπει σήμερα να θέσουμε το πρόβλημα συγκεκριμένα. Ποιο επίπεδο οργάνωσης είναι σήμερα δυνατό και απαραίτητο; […] »Cub, GDS, Φοιτητικά κινήματα της έδρας κλπ. είχαν μια λειτουργία: να είναι τα εργαλεία της αναγέννησης του αυτόνομου κινήματος του προλεταριάτου, μέσα από αυτοπροσδιοριζόμενους αγώνες και αυτοδιαχειριζόμενους. Η πολιτική σφαίρα αυτού του αγώνα τοποθετήθηκε θεμελιωδώς στο σχολείο και στο εργοστάσιο, δηλαδή εντός των θεσμών […] .Τη στιγμή κατά την οποία οι αγώνες γενικεύθηκαν, και στην οποία πολλά από τα πολιτικά περιεχόμενα της αυτονομίας είχαν κατοχυρωθεί […] το εσωτερικό τομεακό οργανωτικό εργαλείο δεν έχει πλέον μια πραγματική πολιτική λειτουργία και ορθώς έχει υπερκεραστεί από τους ίδιους αγώνες που έχει δημιουργήσει.

Σχετική εικόνα

«Η ανάπτυξη της προλεταριακής αυτονομίας σήμερα σημαίνει να ξεπεραστούν οι τομεακοί αγώνες και οι τομεακοί οργανισμοί. Η υπέρβαση αυτή μπορεί να επιτευχθεί μόνο μέσα από τον αγώνα ενάντια στις »συντηρητικές» τάσεις που υπάρχουν μέσα στο κίνημα, οι οποίες συγχέουν την αυτονομία, με το πρώτο επίπεδο της οργανωμένης έκφρασης της: ακριβώς τα Cub, GDS, MS » (6). Η διαμάχη που ξέσπασε μέσα στα Cub μεταξύ της «μαζικής γραμμής» και της «κομματικής γραμμής», ουσιαστικά μεταξύ της τάσης της βάσης και της προσπάθειας της Avanguardia operaia να φέρει εκ νέου τον ρόλο των Cub μέσα σε μια οργανωτική δομή κομματική, υπάρχει εδώ με συγκεκριμένο τρόπο και διευκρινίζεται ακόμη περισσότερο στη συνέχεια του εγγράφου:

Σχετική εικόνα

«Η κοινωνική διάσταση του αγώνα απαιτεί οργανισμούς βάσης σε κοινωνικό επίπεδο […] Δεν είναι λοιπόν το ότι πρέπει να κάνουμε ένα άλμα από μια οργάνωση βάσης σε μια οργάνωση κορυφής […] αλλά να οικοδομήσουμε οργανισμούς πολιτικά ομοιογενείς για να παρέμβουμε στον μητροπολιτικό κοινωνικό αγώνα.» Η υπερνίκηση του εργατισμού και του studentismo […] δεν μπορεί να επιτευχθεί μέσω της αυθόρμητης, σποραδικής και απολιτικής ένωσης των εργατών και των σπουδαστών […], αλλά μέσω της δημιουργίας οργανωτικών πυρήνων που να τεθούν σε επίπεδο των συνολικών κοινωνικών προβλημάτων» (7).
Το C.P.M. γρήγορα γίνεται – κυρίως στο Μιλάνο – ένας μαζικός οργανισμός που βρίσκεται σε δεκάδες εργοστάσια και σχολεία. Ειδικότερα τον βλέπουν με αυξανόμενη συμπάθεια και ενδιαφέρον από τον χώρο των αγωνιστών της εργατικής Εξουσίας που σε αυτόν, παρά τις διαφορές, εντοπίζουν ένα παράδειγμα πραγματοποίησης ενός οργανισμού της εργατικής αυτονομίας. Το έγγραφο που αναφέρθηκε είναι το προϊόν μιας διάσκεψης που το C.P.M. είχε οργανώσει στο Chiavari στα τέλη του 1969, μέσα στην ηχώ της κρατικής σφαγής. Στο επίκεντρο του συνεδρίου υπήρξαν τα θέματα της οργάνωσης, της πολιτικής γραμμής και της βίας. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι στην επεξεργασία και στις επιλογές είχαν τεράστια επίδραση τόσο το κλίμα της σκληρότατης κρατικής καταστολής που αναπτύχθηκε στη διάρκεια του 1969, όσο και η εντύπωση που προκάλεσε η αυθόρμητη και μαζική «βία» που άσκησαν οι εργάτες κατά τη διάρκεια του «καυτού Φθινοπώρου», όπως τέλος και η ανάλυση της στρατηγικής που είχαν εφαρμόσει οι δύο κύριες πολιτικές ομάδες (Lotta continua και Potere operaio) κατά τη διάρκεια των αγώνων.
Αποτέλεσμα εικόνας για lotta continua anni '70
Το CPM, το οποίο έχει μέσα του τον Renato Curcio και άλλους αγωνιστές που προέρχονται από την εμπειρία του αρνητικού Πανεπιστημίου του Trento, ενσωματώνει ένα μέρος της έννοιας της μακροχρόνιας πάλης που θεωρήθηκε ήδη στην εμπειρία του Trentino για να επικρίνει τις θέσεις της Συνεχούς πάλης και εργατικής Εξουσίας: «Στην ταξική πάλη διακρίνονται τρία στοιχεία: οι στόχοι, οι μορφές αγώνα, η οργάνωση. Η εργατική τάξη έχει ως καθήκον να ριζοσπαστικοποιεί τον αγώνα στους ενοποιημένους στόχους, αλλά η οργάνωση είναι το αποτέλεσμα των αγώνων […] «Ο αγώνας θεωρείται επομένως προχωρημένος ή καθυστερημένος στο βαθμό που εκφράζει ενοποιημένους στόχους και ριζοσπαστικές μορφές. Η οργάνωση αναδύεται αργότερα, ως απαίτηση να »διαφυλάξει» τα αποτελέσματα που επιτεύχθηκαν κατά τη διάρκεια του αγώνα, σε επίπεδο συνείδησης. […].
Σχετική εικόνα
«Η υπόθεση είναι λοιπόν εκείνη ενός μακροχρόνιου « πολέμου θέσεων », κατά τη διάρκεια του οποίου η εργατική τάξη ενισχύεται στο βαθμό κατά τον οποίον οργανώνεται». Οι αναλυόμενες θέσεις ανήκουν, αν και με διαφορετικό τρόπο, στον συνεχή Αγώνα και στην εργατική Εξουσία. . Και για τις δύο οργανώσεις η αυτονομία είναι η προϋπόθεση για τον ίδιο τον αγώνα. Η αυτονομία νοείται ως «ανεξαρτησία» από το συνδικάτο και το κόμμα […]. «Επομένως, η ανάπτυξη της αυτονομίας νοείται ως μια οργανωτική εξέλιξη που πρέπει να τεθεί ενάντια στις παραδοσιακές οργανώσεις. Θεωρούμε εμείς ότι αυτή η αντίληψη της αυτονομίας είναι περιοριστική και επιφανειακή, η οποία, με τον τρόπο αυτό, γίνεται μοναχά το μέσο και η προϋπόθεση για την ανάπτυξη των αγώνων […]. Στο εργατικό κίνημα μέσα υπάρχουν δύο θεμελιώδεις στάσεις και συμπεριφορές σε σχέση με τους αυτόνομους μαζικούς αγώνες του 1968-69: – εκείνων που δεν καταλαβαίνουν την πτυχή της ρήξης και προσπαθούν να ανακτήσουν και να αξιοποιήσουν τις δυνατότητες-δυναμικές τους με σκοπό ένα είδος «πολιτικής αποκατάστασης», – εκείνων οι οποίοι, παρόλο που προέρχεται από διάφορες καταγωγές και τάσεις, έχουν καταλάβει ότι η προλεταριακή αυτονομία είναι το κομβικό σημείο από το οποίο πρέπει να ξεκινήσουν για την μελλοντική πολιτική δουλειά[…].«Εμείς, που το πεδίο δράσης μας- ο σκοπός μας τοποθετείται σε αυτό το σημείο, πιστεύουμε ότι αυτή είναι η μοναδική καρποφόρος θέση, η μόνη ικανή να αναπτύξει τον επαναστατικό αγώνα στην ευρωπαϊκή μητρόπολη. «Διότι περί αυτού πρόκειται. Όχι τόσο να νικήσουμε αμέσως και να κατακτήσουμε τα πάντα ( τα ελαφριά συνθήματα των μαθητευομένων χειραγωγών), αλλά να αναπτυχθούμε μέσα σε μια μακρόχρονη πάλη, χρησιμοποιώντας τα ίδια ισχυρά εμπόδια που το κίνημα συναντά στο δρόμο του για να κάνουμε ένα άλμα από αυθόρμητο μαζικό κίνημα σε οργανωμένο επαναστατικό κίνημα» (8).
Αποτέλεσμα εικόνας για lotta continua anni '70
Το C.P.M. κατά τη διάρκεια του 1970 εξοπλίζεται με ένα εργαλείο πληροφόρησης και σύνδεσης μεταξύ αγώνων και καταστάσεων που ονομάζονταν «Sinistra Proletaria». Οδηγεί και στηρίζει με τα αρχικά αυτά πολλούς εργοστασιακούς αγώνες και μερικές μεγάλες καταλήψεις σπιτιών στην γειτονιά Gallaratese και στην οδό Mac Mahon στο Μιλάνο και αργότερα θα ξεκινήσει την εκστρατεία των αγώνων στα μέσα μεταφοράς με τα συνθήματα «να πάρουμε τις μεταφορές» ή «τη μεταφορά την παίρνουμε τη συνδρομή δεν την πληρώνουμε».
Αποτέλεσμα εικόνας για collettivo politico metropolitano
Στο μέτρο και στο νόημα αυτά τα συνθήματα επαναλαμβάνουν την εκστρατεία της Lotta continua – στην οποία ενώθηκε η «Sinistra Proletaria» – του «να πάρουμε την πόλη» ή «το σπίτι το παίρνουμε και το νοίκι δεν πληρώνουμε». Το C.P.M. εκτελεί επίσης μια συστηματική δράση παρέμβασης στην κατηγορία των τεχνικών και των φοιτητών που εργάζονται, προσδιορίζοντας έτσι ένα από τα πιο σημαντικά σκέλη για την κατανόηση της επέκτασης των αγώνων στο εργοστάσιο και στον κοινωνικό τομέα. Το ζήτημα των «τεχνικών» είχε ήδη τεθεί με δύναμη και εξυπνάδα από τους αγωνιστές και από τους διανοούμενους εργατιστές.
Στο Μιλάνο, τον νοέμβριο του 1968, πραγματοποιήθηκε μια μεγάλη εθνική διάσκεψη των τεχνικο-επιστημονικών πανεπιστημιακών σχολών που βρίσκονταν σε αγώνα, η οποία είχε παράξει σημαντικές αναλύσεις σχετικά με την τεχνολογική αναδιάρθρωση που βρίσκονταν σε εξέλιξη και για τα καθήκοντα που ο νεοκαπιταλισμός ανέθετε στους τεχνικούς, και στην κατάρτιση των τεχνικών από το σχολείο και το πανεπιστήμιο. Σε μια μακρά έκθεση που παρουσίασε ο Franco Piperno της εργατικής Εξουσίας, αναλύεται, μεταξύ άλλων, το πρόβλημα της σχέσης μεταξύ της πυρηνικής «σχάσης» και της «σύντηξης», προβλέποντας-προκαταβάλλοντας αναλύσεις που θα γίνουν «της μόδας» χρόνια και χρόνια αργότερα. Αλλά δεν είναι μόνο η επαναστατική τεχνικο-επιστημονική νοημοσύνη και ικανότητα που καθιστούν τη διαδρομή των τεχνικών σημαντική, είναι πάνω απ ‘όλα η θέση στην οποίαν τοποθετούνται μέσα στην τρέχουσα ταξική πάλη. Στο προαναφερθέν έγγραφο, μετά την ανάλυση της δυναμικής της τεχνολογικής καινοτομίας που εφαρμόζει ο νεο-καπιταλισμός στην Ιταλία στους τομείς της πετροχημικής, της πυρηνικής, της αυτοκινητοβιομηχανίας, της αεροναυτικής αεροδιαστημικής, της ηλεκτρονικής και του αυτοματισμού, ο Piperno αναλύει τη νέα λειτουργία του «τεχνικού» στην κοινωνία του ύστερου καπιταλισμού:
«Η θεμελίωση αυτού του κράτους ως κράτος προγραμματιστής συνεπάγεται μια τεράστια επέκταση εκείνων που είναι γενικές υπηρεσίες που εξασφαλίζουν και συντονίζουν τη χρήση των παραγωγικών παραγόντων (έρευνα, σχεδιασμός, μεταφορές, βοήθεια, σχολείο), και την πρόσληψή τους σε δημόσια χέρια ». Από την άλλη πλευρά, η ρύθμιση του κύκλου προϋποθέτει την θεσμική ικανότητα του κράτους να αποκαταστήσει στο επίπεδο της κοινωνικής βίας την ισορροπία δυνάμεων μεταξύ των τάξεων – δηλαδή την κρατική οργάνωση του κοινωνικού κεφαλαίου και ικανή να εκπροσωπείται ως απλά κατασταλτική μηχανή κάθε φορά που η εμφάνιση των εργατικών αγώνων, που επιλύεται σε μια πολιτική επίθεση στην παραγωγική σχέση, επιβάλλει την κρίση ως πεδίο μάχης.«Αυτό το χαρακτηριστικό του ύστερου καπιταλισμού απαιτεί στο επίπεδο της κοινωνικής οργάνωσης, την ενίσχυση και την επέκταση των μη παραγωγικών υπηρεσιών που χρησιμοποιούνται ειδικά για τον έλεγχο της συμπεριφοράς του εργατικού δυναμικού (μηχανισμοί επιτήρησης, καταστολή, χειραγώγηση κλπ.). Ήδη έχουμε παρατηρήσει το πως αυτές οι κινήσεις του κεφαλαίου, που εξετάζονται σχηματικά ανά τομέα, απαιτούν όλες βαθιές τεχνολογικές καινοτομίες μέσα στη διαδικασία εργασίας
Σχετική εικόνα
Από την άποψη της κοινωνικής διαστρωμάτωσης μπορούμε γενικά να πούμε ότι το ‘τεχνολογικό άλμα’ μεταβάλλει τη διανομή του ενεργού πληθυσμού, πυκνώνοντας την γύρω από τους τεχνικούς και υπαλληλικούς ρόλους και αραιώνοντας την γύρω από τις χειρωνακτικές γεωργικές εργασίες ». Επί πλέον: το είδος του καπιταλιστικού περάσματος που περιγράφεται παραπάνω προσελκύει επενδύσεις προς τομείς οι οποίοι διαρθρωτικά χρειάζονται τεχνική εργασία όχι μόνο κατά τη διαδικασία κατασκευής αυτής καθεαυτής, αλλά κατά κύριο λόγο «ανάντη» και «κατάντη» αυτής. «Αυτή είναι μια νέα περίσταση με καταστροφικές συνέπειες. Παραδοσιακά, πράγματι, η ανάπτυξη της ιταλικής βιομηχανίας έχει επικεντρωθεί σε μια τεχνολογία η οποία αν, από μια άποψη άφηνε μεγάλο χώρο στην δεξιότητα του μεμονωμένου χειριστή, στο επάγγελμα – και δηλαδή γενικότερα σε εμπειρικές διαδικασίες επεξεργασμένες άμεσα στην εργασιακή πρακτική (τυπικά παραδείγματα είναι οι σιδηρουργικές βιομηχανίες, κλωστοϋφαντουργικές, του δέρματος κ.λπ.) – από την άλλη πλευρά, παρουσίαζε χαρακτηριστικά μονοτονίας και επανάληψης τέτοια που να απαιτούν, επί πλέον, εργατικό δυναμικό με μια βασική εκπαίδευση και μια ταχεία εξωσχολική προετοιμασία κυρίως σε επαγγελματικά ιδρύματα (από την άποψη αυτή, μπορούμε να αναφερθούμε στην αυτοκινητοβιομηχανία και αυτή των ηλεκτρικών συσκευών].» Αντίστροφα, η καπιταλιστική μετάβαση στην οποία η ιταλική οικονομία αναγκάζεται σήμερα δεν μπορεί να λάβει χώρα χωρίς σημαντικές μακροπρόθεσμες επενδύσεις στην έρευνα, τη μελέτη, το σχεδιασμό και την ανάπτυξη νέου εξοπλισμού. […].» Η σχέση μεταξύ του εργάτη και του υλικού που πρόκειται να μετασχηματιστεί γίνεται ολοένα και περισσότερο με τη μεσολάβηση μιας σειράς επιστημονικών διαδικασιών που αντικειμενικοποιούνται στο αυτόματο μηχάνημα, ενώ παράλληλα η παρουσία των τεχνικών ως ένα επαγγελματικά καταρτισμένο στρώμα του εργατικού δυναμικού γίνεται ολοένα και πιο κυρίαρχη.»Έτσι, κοινωνικές φιγούρες στο περιθώριο της διαδικασίας αξιοποίησης ή ακόμα και με μη παραγωγικές λειτουργίες ελέγχου και πειθαρχίας επί της ζωντανής εργασίας προσελκύουν σήμερα στους εαυτούς τους νέες παραγωγικές σημασίες .Αν ο παραδοσιακός μηχανικός χαρακτηριζόταν από την ανάθεση ορισμένων από τις κύριες λειτουργίες των αφεντικών, ο μηχανικός της σύγχρονης αυτοματοποιημένης μονάδας παραγωγής διαδραματίζει κατά γενικό κανόνα έναν παραγωγικό ρόλο έρευνας, σχεδιασμού, συντονισμού της εργασίας, αν και συχνά εξακολουθεί να κατέχει ορισμένες πειθαρχικές εξουσίες επί του εργατικού δυναμικού με τα χαμηλότερα προσόντα.
Σχετική εικόνα
Προφανώς, αυτή η δήλωση οδηγεί στην εγκατάλειψη της παραδοσιακής και ημιμαρξιανής αναγνώρισης μεταξύ τροποποίησης του υλικού και παραγωγικής εργασίας, και θεμελιώνει, πέρα από τις χειραγωγιστικές διαφορές του εισοδήματος και της ιεραρχίας των προσόντων, μια ουσιαστική ταύτιση μεταξύ των διαφορετικών διαρθρώσεων της εργατικής τάξης. «Αν όντως θεωρήσουμε την παραγωγική δουλειά ως δραστηριότητα που επεξεργάζεται και μεταδίδει πληροφορίες στην πρώτη ύλη επειδή αυτό είναι ένα υλικό, αποθηκεύοντας το, μετατρέπεται σε ένα εμπόρευμα, είμαστε αναγκασμένοι να καταλήξουμε στο συμπέρασμα ότι η παραγωγική εργασία, εκτός από τη φάση της κατασκευής, εκφράζεται στην έρευνα και το σχεδιασμό καθώς και στο συντονισμό και τη διανομή.»Έχουμε λοιπόν το γεγονός πως από τον ορισμό της παραγωγικής εργασίας παραμένουν αποκλεισμένες μόνο οι εργασιακές δραστηριότητες που ασχολούνται αποκλειστικά με τον έλεγχο και την πειθάρχηση της συμπεριφοράς της εργατικής δύναμης.«Αλλά η κατάφαση που αναγνωρίζει τους τεχνικούς ως μια στιγμή στην πολιτική σύνθεση της εργατικής τάξης δεν μπορεί να επαληθευτεί οριστικά από μια ανάλυση της εργασιακής διαδικασίας ή από έναν νέο τρόπο να εξετάζουμε την διαδικασία της αξιοποίησης-επαναξιολόγησης. Η ενσωμάτωση των τεχνικών στην εργατική τάξη έχει σημασία στο βαθμό που είναι οι ίδιοι οι αγώνες που συντονίζονται και συγχωνεύονται.Για αυτό, στην πραγματικότητα, υποδεικνύοντας τους τεχνικούς ως παραγωγικούς εργάτες, διατυπώνουμε μια υπόθεση πολιτικής παρέμβασης που κατευθύνεται στη δυνατότητα να επικοινωνήσουμε σε αυτό το στρώμα ειδικευμένου εργατικού δυναμικού τους ρυθμούς και τους στόχους της εργατικής ανυποταξίας.«Θα δούμε όντως παρακάτω πως εάν οι κινήσεις του κεφαλαίου απαιτούν, για την πρακτική τους εφαρμογή, εκείνη την επιχείρηση της κοινωνικής βίας επί της ζωντανής εργασίας που ονομάζεται «σχολική μεταρρύθμιση», ο αγώνας ενάντια στο σχολείο, κατανοημένος σωστά, επιτυγχάνει στην προσπάθεια να εμπλέξει τους τεχνικούς στην ταξική σύγκρουση που προσεγγίζει τις ημερομηνίες έναρξης των συμβασιακών διαπραγματεύσεων 1969-70, επιτυγχάνοντας έτσι ένα πρώτο βήμα προς την κάθετη πολιτική επανένωση της εργατικής τάξης» (9).Μέρος αυτών των επεξεργασιών επαναλαμβάνονται από την μητροπολιτική πολιτική Κολεκτίβα, κυρίως μετά την εθνική απεργία των τεχνικών στις αρχές του ’69, και για την ισχυρή παρουσία τόσο στο Pirelli Cub όσο και στο G.D.S.Sit-Siemens τεχνικών και υπαλλήλων.
Αποτέλεσμα εικόνας για collettivo politico metropolitano
Είναι και από αυτή τη θεωρητική-πολιτική διαδρομή που σχηματίζεται και η Ομάδα μελέτης της IBM, σε μια εταιρεία η οποία μαζί με την Olivetti είναι ένα από τα πιο προχωρημένα σημεία της τεχνολογικής παραγωγής. Η CPM-Προλεταριακή Αριστερά στη στρατηγική της απόφαση να ενοποιήσει τους αγώνες του εργοστασίου με το κοινωνικό, διαλέγει εκτεταμένες συμμαχίες με την εργατική Εξουσία και με τον συνεχή Αγώνα στο πρόβλημα της στέγασης και των μεταφορών, και επιλέγει, ως δημιουργική συνέπεια της εμπειρίας των Cub – όπου οι φοιτητές έπαιξαν ρόλο σύνδεσης – να παρέμβει συστηματικά στο κύκλωμα των τεχνικών και επαγγελματικών ιδρυμάτων, όπου ο αριθμός των φοιτητών που εργάζονται είναι υψηλότερος και όπου το πρόβλημα της μελλοντικής εργασιακής απασχόλησης στον τομέα των τεχνικών είναι πιο αισθητό. Στο Μιλάνο υπάρχει η υψηλότερη συγκέντρωση εργαζομένων-φοιτητών στην Ιταλία (περίπου 80 χιλιάδες το 1970) .Για τον βιομηχανικό χαρακτήρα της πόλης, οι αναταραχές των φοιτητών-εργαζόμενων δημιουργούν μια φυσική γέφυρα μεταξύ των αγώνων στο σχολείο και εκείνων στο εργοστάσιο. Κατά τους πρώτους μήνες του 1970, το κίνημα και οι αγώνες των φοιτητών-εργαζόμενων κυριαρχούνται σχεδόν εξ ολοκλήρου από το CPM, το οποίο έχει επεξεργαστεί την πληρέστερη θεωρητική ανάλυση της λειτουργίας αυτής της κοινωνικής φιγούρας (10), οργανισμός στον οποίον εισρέουν αγωνιστές από άλλες εμπειρίες (στελέχη του Cub Pirelli, φοιτητές του Trento κ.λπ.) έχει το ισχυρό του σημείο στο τεχνικό ινστιτούτο Feltrinelli, στο οποίο λειτουργεί ηγεμονικά και ως σημείο αναφοράς για άλλες εμπειρίες.
Αποτέλεσμα εικόνας για movimento lavoratori studenti, anni '70
Στις αναλύσεις του C.P.M. που επεξεργάζονται μαζί με το M.L.S. (Κίνημα εργαζόμενοι φοιτητές) το νυχτερινό σχολείο ορίζεται ως εργοστάσιο: «Το νυχτερινό σχολείο είναι ένα από τα παραγωγικά ιδρύματα […] ο άνθρωπος παράγεται ως εμπόρευμα. Οι απορρίψεις, τα κοψίματα, οι αποσύρσεις, οι νευρικές εξαντλήσεις, η ασυνέχεια [.. .] πρέπει να θεωρηθούν ως συγκεκριμένοι τρόποι με τους οποίους το νυχτερινό εργοστάσιο αποφασίζει να αφαιρέσει ένα μεγάλο μέρος του υλικού του σε παραγωγή από την εργασία. Επομένως, η ‘επιλογή’ δεν είναι παρά ένας «ποιοτικός έλεγχος» του προϊόντος, ανάλογα με το αν χρειάζεται πολλούς ή λίγους υπαλλήλους, το σύστημα αναπτύσσει τα βραδινά σχολεία ή ξεκινά να θερίζει με τις απορρίψεις, τα κοψίματα. »Αλλά το νυχτερινό σχολείο έχει και μια ιδεολογική αποστολή, λειτουργία: ο ποιοτικός έλεγχος προϋποθέτει ότι η παραγωγή είναι «ομοιογενής» με το ίδιο το σύστημα, εξ ου και η ανάγκη από πλευράς των αφεντικών να οικοδομήσουν την «πολιτική και ιδεολογική συναίνεση των μαζών των προλεταρίων». Εν συντομία, η ‘εκμετάλλευση που στα εργοστάσια εκφράζεται ως η κυρίαρχη πτυχή της οικονομικο-δομικής μορφής, στο σχολείο, εκδηλώνεται κυρίως ως πολιτική-ιδεολογική καταπίεση’. »Για εμάς, η μελέτη είναι μια πραγματική δουλειά γιατί παράγει κάτι πολύ ακριβές και απτό: ένα εργατικό δυναμικό με αυξημένη παραγωγική ικανότητα. Το βραδινό σχολείο ισοδυναμεί με 4 ώρες υπερωριών. Μια ένσταση που προκύπτει είναι πως ο νόμος υποχρεώνει να πληρώνουμε φόρους. Μα ποιος νόμος; Όπως το σχολείο, και ο νόμος ανήκει στα αφεντικά. Ο ΑΓΩΝΑΣ ΕΙΝΑΙ Ο ΝΟΜΟΣ ΤΩΝ ΕΚΜΕΤΑΛΛΕΥΟΜΕΝΩΝ. Εμείς έχουμε μόνο ένα νόμο που πρέπει να τηρούμε και να ασκούμε: τον συνεχή αγώνα κατά της εκμετάλλευσης που οι νόμοι του αστικού κράτους προσπαθούν να καταστήσουν δίκαιη και επομένως νόμιμη.
Σχετική εικόνα
» Η ΓΕΝΝΗΣΗ ΤΩΝ ΕΡΥΘΡΩΝ ΤΑΞΙΑΡΧΙΩΝ, BRIGATE ROSSE.
Οι αγώνες του φθινοπώρου του 1969 και εκείνοι της άνοιξης του 1970 παράγουν, ως ένα σημαντικότερο αποτέλεσμα, μια πραγματική κρίση καθεστώτος. Τα αφεντικά και οι σκοτεινοί μηχανισμοί του κράτους, που είχαν σκεφτεί να περιορίσουν την εργατική και την κοινωνική σύγκρουση, τόσο με μια μεγαλύτερη νομιμοποίηση του συνδικάτου όσο με την «στρατηγική των βομβών» και με τη βίαιη καταστολή, αναγκάζονται να αναζητήσουν νέες διαμεσολαβήσεις. Ο Agnelli μάλιστα φτάνει μέχρι και του σημείου να ευχηθεί «τα συνδικάτα και οι επιχειρηματίες να καταλήξουν σε μια κοινή άμυνα ορισμένων στόχων, ίσως προς την ίδια πολιτική εξουσία-δύναμη […]». Η χορήγηση του Καταστατικού των εργαζομένων και των συμβουλίων των εργοστασίων είναι επίσης μια προσπάθεια να αιχμαλωτιστεί το κίνημα σε νέες μορφές εκπροσώπησης, μέσα σε νέους κανόνες του παιχνιδιού. Όμως, όλη η συμπεριφορά της εργατικής αυτονομίας εξακολουθεί να αγνοεί τους κανόνες του παιχνιδιού και χρησιμοποιεί επίσης και νέα αντιπροσωπευτικά όργανα σχεδόν πάντα με όρους αυτονομίας και ανεξαρτησίας από τα συνδικαλιστικά κέντρα. Μεταξύ των αγωνιστών της εργατικής Εξουσίας [Potere operaio], της Lotta continua και της CPM (η οποία έχει πλέον γίνει προλεταριακή Αριστερά), οι αναλύσεις γύρω από τις πιθανότητες μιας αντιδραστικής και αυταρχικής στροφής από τους κρατικούς μηχανισμούς καθίστανται όλο και πιο πιεστικές και ακριβείς. Η ανάγκη να εξοπλιστούν με αμυντικές δομές, πολιτικούς-στρατιωτικούς οργανισμούς όχι μόνο αμυντικής φύσεως, αλλά επιλεκτικά επιθετικούς, σχεδιασμένα, είναι όλο και περισσότερο αισθητή. Ο εκδότης Giangiacomo Feltrinelli δημοσιεύει το καλοκαίρι του ’69 ένα από τα γραπτά του στο οποίο γίνεται λόγος για τον φόβο περί των κινδύνων ενός «πραξικοπήματος».
Σχετική εικόνα
Το έντυπο με τίτλο: «ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ 1969. Η επικείμενη απειλή μιας ριζικής και αυταρχικής στροφής προς τα δεξιά, ενός πραξικοπήματος αλα ιταλικά» δημιούργησε μια μεγάλη εντύπωση, και γιατί στο προσάρτημα μετέφερε το γραπτό του έλληνα μυθιστοριογράφου Βασίλη Βασιλικού με τίτλο: «Και εμείς δεν πιστεύαμε πως στην Ελλάδα ήταν πιθανό», αναφερόμενος στο αιματηρό πραξικόπημα που στη χώρα του είχε συντρίψει τα κινήματα και έβαλε τους «συνταγματάρχες» στην εξουσία με τη συνενοχή των αμερικανικών μυστικών υπηρεσιών. Μα δεν ήταν απλώς, ή όχι μόνο, ο φόβος ενός πραξικοπήματος να ωθήσει το κίνημα να εξοπλιστεί με στρατιωτικές δομές. Με τη σφαγή του κράτους, η απόφαση της αστικής τάξης να θέσει τη σύγκρουση στο στρατιωτικό επίπεδο κυριαρχούσε σε πολλές αναλύσεις και ωθούσε σε ισχυρές θεωρητικές και ιδεολογικές επιταχύνσεις.
Estate 1969
Οι αναφορές στο μητροπολιτικό αντάρτικο της Λατινικής Αμερικής (κυρίως στους ουρουγουανούς tupamaros), στη μητρόπολη ως κέντρο ελέγχου και διοίκησης της καπιταλιστικής διαδικασίας, γίνονται ολοένα και συχνότερες. Στο έγγραφο του Chiavari, το C.P.M. έγραψε: «Η κοινωνική διάσταση του αγώνα είναι το υψηλότερο σημείο της ανάπτυξής του: ο αγώνας εναντίον της γενικευμένης καταπίεσης είναι ήδη μια επαναστατική στιγμή … Η μπουρζουαζία έχει ήδη επιλέξει την παρανομία. Η μακρά επαναστατική πορεία στη μητρόπολη είναι η μόνη κατάλληλη απάντηση. «Αυτή πρέπει να ξεκινήσει σήμερα και εδώ. […] «Δεν έχει ακόμη κατανοηθεί επαρκώς τι σημαίνει να αναπτυχθεί μια επαναστατική διαδικασία σε μια μητροπολιτική περιοχή με ύστερη καπιταλιστική ανάπτυξη. Τα επαναστατικά μοντέλα του παρελθόντος ή των περιφερειακών περιοχών είναι ανεφάρμοστα […].a) Στις μητροπολιτικές περιοχές της Βόρειας Αμερικής και της Ευρώπης υπάρχουν ήδη οι αντικειμενικές συνθήκες για τη μετάβαση στον κομμουνισμό: ο αγώνας αποσκοπεί ουσιαστικά στη δημιουργία των υποκειμενικών συνθηκών […], b) Η μεταβαλλόμενη σχέση μεταξύ δομής και υπερδομής, που τείνουν να συμπίπτουν όλο και περισσότερο, σημαίνει ότι σήμερα η επαναστατική διαδικασία παρουσιάζεται ως παγκόσμια, πολιτική και «πολιτιστική» ταυτόχρονα. Αυτό σημαίνει ότι οι σχέσεις μεταξύ μαζικού κινήματος και επαναστατικής οργάνωσης αλλάζουν ουσιαστικά, και συνεπώς οι αρχές της οργάνωσης μεταβάλλονται ριζικά.
Σχετική εικόνα
«Η πόλη είναι σήμερα η καρδιά του συστήματος, το οργανωτικό κέντρο της οικονομικο-πολιτικής εκμετάλλευσης, η βιτρίνα στην οποία εκτίθεται το «υψηλότερο σημείο», το μοντέλο που θα πρέπει να παρακινήσει την προλεταριακή ολοκλήρωση. Αλλά είναι και το πιο αδύναμο σημείο του συστήματος : όπου οι αντιφάσεις εμφανίζονται πιο έντονες, όπου το οργανωμένο χάος που χαρακτηρίζει την ύστερη καπιταλιστική κοινωνία εμφανίζεται πιο εμφανές.«Είναι εδώ, στην καρδιά του, που το σύστημα πρέπει να χτυπηθεί. «Η πόλη πρέπει να γίνει για τον αντίπαλο, για τους ανθρώπους που ασκούν σήμερα μια εξουσία όλο και πιο εχθρική και ξένη προς το συμφέρον των μαζών, ένα δόλιο έδαφος, κάθε χειρονομία τους και κάθε τους κίνηση μπορεί να ελεγχθεί, κάθε αυθαιρεσία να καταγγελθεί, κάθε συμπαιγνία μεταξύ της οικονομικής δύναμης-εξουσίας και εκείνης της πολιτικής να ξεσκεπάζεται» (12).Από την άλλη πλευρά, βλέποντας με τα μάτια γεμάτα ουτοπία, ο ένοπλος αγώνας φαίνεται να εξαπλώνεται παντού: σε ορισμένες καταστάσεις των ΗΠΑ, στις λατινοαμερικανικές μητροπόλεις, στον ολοένα σκληρότατο αγώνα των Παλαιστινίων και, κυρίως, στην καρδιά της Ευρώπης, στη Γερμανία, όπου ξεκίνησε να επιχειρεί με μεγάλη αποφασιστικότητα η Raf [Φράξια του κόκκινου στρατού]. Το τελευταίο τεύχος της «Sinistra Proletaria», το οποίο βγήκε τον οκτώβριο του 1970, γράφει: «Ο ανταρτοπόλεμος πλέον βγήκε από την αρχική του φάση […] δεν φαίνεται πλέον ως απλός πυροκροτητής […] αλλά έχει κατακτήσει το εύρος της μοναδικής στρατηγικής προοπτικής που μπορεί ιστορικά να ξεπεράσει εκείνη την εξεγερσιακή, η οποία είναι πλέον ανεπαρκής […] και εισέρχεται στις μητροπόλεις, συνδέοντας στενά το παγκόσμιο προλεταριάτο σε μια κοινή μορφή αγώνα και στρατηγικής. Το Κεφάλαιο ενώνει τον κόσμο στο σχέδιο του ένοπλης αντεπανάστασης, το προλεταριάτο ενώνεται στον ανταρτοπόλεμο παγκοσμίως. «Η ΙΤΑΛΙΑ ΚΑΙ Η ΕΥΡΩΠΗ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΙΣΤΟΡΙΚΕΣ ΕΞΑΙΡΕΣΕΙΣ«(13). Τον φεβρουάριο του 1971 τελειώνει η σύντομη ζωή της «Sinistra Proletaria», οι σύντροφοι που την προώθησαν καίνε μέσα σε λίγους μήνες αυτή τη νόμιμη εμπειρία, της οποίας η φυσική διέξοδος φαίνεται να είναι πλέον η παρανομία. Από την άλλη και οι αναλύσεις άλλων ομάδων φαίνεται να επιβεβαιώνουν πως είναι απαραίτητο να αυξηθεί, να σηκωθεί το επίπεδο της σύγκρουσης, ιδιαίτερα η Lotta continua, η οποία μαζί με την εργατική Εξουσία είναι μαζικά παρούσες στα εργοστάσια του Τορίνο, φαίνεται να ευνοεί την τάση γενικευμένης χρήσης μιας «προλεταριακής δικαιοσύνης» να αντιπαρατεθεί στην αστική, ενώ θέτει με έντονο τρόπο το πρόβλημα της εργατικής αντιεξουσίας.
Αποτέλεσμα εικόνας για giustizia proletaria anni 70
Σε αυτή την περίοδο αρχίζουν επίσης να γεννιούνται τα τραγούδια του αγώνα που τραγουδιούνται στις πορείες τόσο για να δώσουν ρυθμό στους διαδηλωτές όσο και για να συνοψίσουν το νόημα των αγώνων: «Η μπαλάντα της Fiat» (A. Bandelli).
‘Κύριε αφεντικό αυτή τη φορά για σένα σίγουρα τα πράγματα θα πάνε άσχημα κουραστήκαμε να περιμένουμε να μας σκοτώσεις Συνεχίζουμε να δουλεύουμε και τα συνδικάτα έρχονται να πουν ότι πρέπει να λογικευτούμε και για αγώνα δεν μιλούν ποτέ Κύριε αφεντικό ξυπνήσαμε και αυτή τη φορά θα δώσουμε μάχη και αυτή τη φορά το πώς θ’ αγωνιστούμε θα το αποφασίσουμε μόνοι μας. Βλέπεις τον απεργοσπάστη που το σκάει ακούς τη σιωπή στα εργαστήρια ίσως αύριο μόνο τον θόρυβο του πολυβόλου θα ακούς!Κύριε αφεντικό αυτή τη φορά σίγουρα τα πράγματα θα σου βγούνε σε κακό από τώρα και στο εξής αν θέλεις να διαπραγματευτείς πρέπει να συνειδητοποιήσεις ότι δεν μπορείς Και αυτή τη φορά δεν μας αγοράζεις με τις πέντε λιρέτες της αύξησης εάν προσφέρεις δέκα θέλουμε εκατό εάν προσφέρεις εκατό χίλιες θέλουμε εμείς Κύριε αφεντικό δεν μας εξαπατείς με τις εφευρέσεις με τους εκπροσώπους τα σχέδια σου είναι θολά και εμείς αγωνιζόμαστε εναντίον σου Και τα προσόντα τις κατηγορίες όλα θέλουμε να καταργηθούν οι διαιρέσεις τέλειωσαν στην αλυσίδα όλοι είμαστε ίσοι! Κύριε αφεντικό αυτή τη φορά έχουμε μάθει να αγωνιζόμαστε το δείξαμε στο Mirafiori θα το δείξουμε σε όλη την Ιταλία Και όταν κατεβήκαμε στην πλατεία εσύ περίμενες μια κηδεία αλλά τα πράγματα στράβωσαν γι αυτούς που ήθελαν να μας αποκοιμήσουν Έχουμε δει τόσα πολλά γκλομπ και ρωμαϊκές ασπίδες ωστόσο είδαμε επίσης πολλά χέρια που αρχίζουν να ψάχνουν πέτρες Όλη η Τορίνο προλετάρια στη βία της αστυνομίας τώρα αποκρίνεται χωρίς φόβο σκληρό αγώνα πρέπει να κάνουμε! Και όχι στους γραφειοκράτες και τα αφεντικά, τι θέλουμε; Θέλουμε τα πάντα! ο αγώνας συνεχίζεται στο Mirafiori και ο Κομμουνισμός θα θριαμβεύσει! Και όχι στους γραφειοκράτες στα αφεντικά τι θέλουμε; Θέλουμε τα πάντα! συνεχής αγώνας στο εργοστάσιο και έξω από αυτό και ο Κομμουνισμός θα θριαμβεύσει!’
Αποτέλεσμα εικόνας για mirafiori, anni '70
«Η ώρα του τουφεκιού» (Pino Masi και Piero Nissim).
‘Ολόκληρος ο κόσμος εκρήγνυται από την Αγκόλα στην Παλαιστίνη Η Λατινική Αμερική μάχεται με τον ένοπλο αγώνα κερδίζει στην Ινδοκίνα σε όλο τον κόσμο οι λαοί αποκτούν συνείδηση και στις πλατείες κατεβαίνουν με τη δίκαιη βία και έτσι Τι θέλεις περισσότερο σύντροφε για να καταλάβεις ότι ήχησε η ώρα του τουφεκιού; Η Αμερική των Νixon των Agnew και MacNamara στις ζούγκλες του Βιετνάμ παίρνει ένα μάθημα ο πολιτισμός των ναπάλμ δεν αρέσει στους λαούς όσο υπάρχουν αφεντικά δεν θα υπάρξει ποτέ ειρήνη η ειρήνη των αφεντικών βολεύει τα αφεντικά η συνύπαρξη είναι απάτη για να μας κάνουν να στεκόμαστε φρόνιμα οπότε Τι θέλεις παρά πάνω σύντροφε …Στην Ισπανία και την Πολωνία οι εργάτες μας διδάσκουν ότι ο αγώνας δεν σταμάτησε ποτέ ενάντια στα αφεντικά ενωμένοι εναντίον του καπιταλισμού ακόμη και αν είναι καμουφλαρισμένος σε έναν ψεύτικο σοσιαλισμό οι πολωνοί εργάτες που βγήκαν σε απεργία φώναζαν στην πορεία αστυνομία-γκεστάπο φώναζαν Gomulka θα τελειώσεις άσχημα προχωρούσαν τραγουδώντας τη Διεθνή συνεπώς Τι θέλεις περισσότερο σύντροφε …Οι μάζες και στην Ευρώπη δεν στέκονται πλέον να κοιτούν ο αγώνας εκρήγνυται παντού και δεν μπορούν να τον σταματήσουν παντού οδοφράγματα από το Burgos στο Stettino και επίσης εδώ ανάμεσα μας από την Avola στο Τορίνο από το Orgosolo στη Marghera από την Battipaglia έως το Reggio η σκληρή πάλη προχωρά τα αφεντικά την έχουν άσχημα και ως εκ τούτου Τι άλλο θέλεις σύντροφε …’
Σχετική εικόνα
Οι ερυθρές Ταξιαρχίες, οι οποίες άρχισαν να δρουν το φθινόπωρο του 1970, δεν έχουν ιδιαίτερη ανταπόκριση με τις πρώτες ενέργειες. Η προσοχή προς αυτούς θα αποκτήσει εθνικά χαρακτηριστικά με την πυρπόληση στην πίστα της Lainate τον ιανουάριο του 1971.«Την νύχτα της 25ης ιανουαρίου 1971, ένα κομάντο ενεργοποιεί 8 εμπρηστικές βόμβες κάτω από άλλα τόσα ρυμουλκούμενα φορτηγά που ήταν παρκαρισμένα στην πίστα (το εργοστάσιο χρησιμοποιείται για να δοκιμάσει τα ελαστικά της Pirelli). Τρία από αυτά καταστρέφονται ολοσχερώς, τα άλλα πέντε εξαιτίας κατασκευαστικού ελαττώματος των μηχανισμών και πάνω απ ‘όλα λόγω της υγρασίας, παραμένουν άθικτα. Αφήνεται ένα φύλλο χαρτιού, μπροστά από την είσοδο της πίστας, με την επιγραφή DELLA TORRE – ΣΥΜΒΑΣΗ ΜΕΙΩΣΗ ΜΙΣΘΩΝ – MACMAHON – BRIGATE ROSSE«.
Σχετική εικόνα
Το P.C.I. και «η Unità» που μέχρι τότε είχαν σιωπήσει στις προηγούμενες ενέργειες, ελαχιστοποιούν και καταδικάζουν σε ένα μικροσκοπικό άρθρο μιας στήλης: «Όποιος εκτέλεσε (την επίθεση), ενώ συγκαλύπτεται πίσω από ανώνυμα φυλλάδια με επαναστατική φρασεολογία, ενεργεί εξ ονόματος αυτών, όπως ο ίδιος ο Pirelli, που ενδιαφέρονται να εμφανίσουν τον υπεύθυνο αγώνα των εργαζομένων για την ανανέωση της σύμβασης στα μάτια του κοινού σαν μια σειρά βανδαλισμών, χουλιγκανισμών » (14).Secondo un comunicato del P.C.I. gli operai in prima persona devono sbarazzarsi di questi provocatori: «Όταν συμβαίνουν αυτές οι πράξεις, οι εργαζόμενοι πρέπει σε πρώτο χέρι να αναλάβουν την πρωτοβουλία να τους βγάλουν από τη μέση με τους «καταλληλότερους τρόπους που αντιστοιχούν στη φύση των πράξεων που διαπράχτηκαν» (corsivo nostro)» (15).Η πρόσκληση να γίνει ένα στοιχείο της τάξης με βίαιο τρόπο δεν θα μπορούσε να είναι πιο ξεκάθαρη, ειδικά μιας και συνδυάζεται με την προηγούμενη δήλωση των συνδικάτων που αποκαλούσαν τις Ε.Τ. «προκλητικά παράφρονες αυθεντικού φασιστικού στυλ», αλλά και η Lotta continua αντιδρά αρνητικά χαρακτηρίζοντας την δράση «παραδειγματική», όχι μαζική και αντικειμενικά προκλητική. Λέει στην ανακοίνωση της: «Ακριβώς επειδή οι προλεταριακές μάζες δεν χρειάζεται να καταλάβουν ότι απαιτείται η βία και ως εκ τούτου δεν είναι απαραίτητες οι παραδειγματικές ενέργειες. […] η στρατιωτική οργάνωση των μαζών δεν χτίζεται επειδή ορισμένες ομάδες αρχίζουν να εφαρμόζουν στρατιωτικές ενέργειες[…].Χτίζεται ξεκινώντας από τη δημιουργία σταθερών και αυτόνομων μαζικών πολιτικών οργανισμών» (16).
Αποτέλεσμα εικόνας για Gauche prolétarienne anni 60
Σε κάθε περίπτωση, οι ενέργειες των ερυθρών Ταξιαρχιών συνεχίζουν να πολλαπλασιάζονται, ειδικά στο Μιλάνο, ενώ μετά το τέλος της «Προλεταριακής Αριστεράς» η εφημερίδα που τις εκπροσωπεί περισσότερο και τις υπερασπίζεται καλύτερα είναι η «Νέα Αντίσταση». Η εφημερίδα παίρνει το όνομα και την έκφραση από ένα έγγραφο της Gauche prolétarienne, της πιο ριζοσπαστικής πολιτικής οργάνωσης που εξέφρασε ο γαλλικός Μάιος, η οποία είχε ασκήσει μορφές παράνομης πάλης πριν τεθεί εκτός νόμου.Στο προγραμματικό έγγραφο της προλεταριακής Gauche εντοπίστηκαν βαθιές συγγένειες με τη νέα πρακτική της προλεταριακής Αριστεράς: »η πολιτική μας έχει ένα όνομα ΝΕΑ ΑΝΤIΣΤΑΣΗ: ο βίαιος λαϊκός αγώνας των παρτιζάνων […] Η ώρα του αντάρτικου ήχησε «(17). H «Nuova Resistenza» βγαίνει το 1971.
Σχετική εικόνα
Κάτω από τον τίτλο, το σύνθημα «Προλετάριοι όλου του κόσμου ενωθείτε», με δίπλα το σύμβολο της «Sinistra Proletaria»: δρεπάνι, σφυρί και τουφέκι να διασταυρώνονται. Το περιοδικό, που χαρακτηρίζεται «κομμουνιστική εφημερίδα της νέας αντίστασης», προτρέπει από τον τίτλο ακόμη μια σειρά προτάσεων και σε περιβάλλοντα της βάσης του PCI. Πράγματι, όπως ήδη παρατηρήσαμε, ένα ολόκληρο πολιτικό ρεύμα πρώην παρτιζάνων και αγωνιστών δεν σταμάτησε ποτέ, τόσο στη δεκαετία του πενήντα, όσο και αργότερα, να καλλιεργεί μια πολύ κριτική πολιτική θέση σχετικά με τα αποτελέσματα της Αντίστασης, η οποία θα έπρεπε να συνεχιστεί με μια γενικευμένη σύγκρουση ταξική μέχρι την εγκαθίδρυση ενός σοσιαλιστικού κράτους. Σε συνάρτηση αυτών των στόχων, πολλοί παρτιζάνοι δεν είχαν επιστρέψει τα όπλα μετά το τέλος του φασισμού, και αστυνομικοί και καραμπινιέροι στη δεκαετία του 50 είχαν βρει (κυρίως σε ορεινές τοποθεσίες αλλά και στα υπόγεια ορισμένων εργοστασίων) εκατοντάδες τουφέκια, ολμοβόλα, περίστροφα. Φυσικά, αυτοί οι πρώην παρτιζάνοι είχαν καταστεί και λιγάκι μυθικοί και φανταστικοί, αλλά δεν υπάρχει καμία αμφιβολία ότι τουλάχιστον τον ιούλιο του ’60 είχε ξαναεμφανιστεί στην πλατεία οπλισμένοι.
Αποτέλεσμα εικόνας για collettivo politico metropolitano
Ο Danilo Montaldi, στο «οι πολιτικοί αγωνιστές της βάσης», χαρακτήριζε αυτή την τάση: «sottovoce», »χαμηλόφωνη», με ένα δημιουργικό παιχνίδι των λέξεων που αναφέρονταν σε ορισμένα λεξιλόγια των εργατών. «Sottovoce», »σιγανά» πράγματι ονομαζόταν το κλασικό «grappino» που οι εργάτες έπιναν το πρωί πριν φτάσουν στο εργοστάσιο και το οποίο απαγορεύονταν πριν από τις 8. Όπως είναι προφανές αυτό το φαντασιακό είχε γίνει κτήμα και στις νέες σειρές των αγωνιστών της βάσης, και αυτή η διαδικασία ευνοήθηκε σε μεγάλο βαθμό από την προοδευτική αποκάλυψη της γραμμής «συνεργασίας» που οι ηγέτες του ΚΚΙ εφάρμοζαν προς τον νεοκαπιταλισμό και με τις κεντροαριστερές κυβερνήσεις.Τα γεγονότα της κόκκινης Ιπτάμενης, Volante rossa, η οποία είχε δράσει στο Μιλάνο και τη Βόρεια Ιταλία ως παραστρατιωτική ομάδα στην αμέσως μεταπολεμική περίοδο παραδίδονταν προφορικά. Σε άλλα μέρη του Βορρά σημειώθηκαν φαινόμενα παρόμοια με εκείνα της Volante rossa, ειδικά σε εκείνες τις περιοχές με την ισχυρότερη κομμουνιστική παρτιζάνικη παράδοση, όπως η Λιγουρία και η Εμίλια, και ακριβώς είναι στο Reggio Emilia που θα λάβει χώρα μια διάσπαση από το PCI και από τη νεολαία του, την F.G.C.I. αγωνιστών που θα εισρεύσουν στις ερυθρές Ταξιαρχίες.
Αποτέλεσμα εικόνας για brigate rosseΣχετική εικόνα
Ανάμεσά τους είναι ο Alberto Franceschini (που βρίσκεται στην συντακτική ομάδα της «Sinistra Proletaria») ο οποίος ανήκει σε μία από τις ιστορικές οικογένειες της κομμουνιστικής παράδοσης του Reggio (η γιαγιά του ήταν capolega [ηγέτης σε μιαν ένωση], στα χρόνια ’22, ο παππούς του αντιφασίστας είχε περάσει το μεγαλύτερο μέρος της ζωής του σε «περιορισμό, απομόνωση», ο πατέρας του, αφού βρέθηκε στο Άουσβιτς και δραπέτευσε, πήρε μέρος στις Ομάδες παρτιζάνικης δράσης), καθώς και ο Fabrizio Pelli (που θα πεθάνει στη φυλακή) και ο Prospero Gallinari, άλλοι όπως ο Azzolini, ο Roberto Ognibene και ο Franco Bonisoli είναι μέλη της »Ομάδας του διαμερίσματος», όπου συναντώνται μετά την έξοδο τους από τις οργανώσεις της επίσημης αριστεράς. Η ομάδα έχει και το δικό της επίσημο όνομα («πολιτική Κολεκτίβα εργάτες φοιτητές») αλλά γρήγορα γίνεται γνωστή ως «Ομάδα του διαμερίσματος» επειδή δεν έχει επίσημη έδρα. Το 1970 η Ομάδα ενέτεινε τις σχέσεις της με τους Curcio και «Sinistra Proletaria» , μέχρις ότου συγχωνευτεί με την εμπειρία της ίδρυσης των ερυθρών Ταξιαρχών (αν και δεν κάνουν όλοι οι επισκέπτες της Ομάδας αυτή την επιλογή). Από παρόμοιες εμπειρίες μέσα στην κομμουνιστική παράδοση προέρχονται και άλλοι αγωνιστές από την περιοχή της Νοβάρα και, κυρίως, από τις εργατικές μιλανέζικες και τορινέζικες γειτονιές. Η «Nuova Resistenza» στη σύντομη ζωή της (δύο νούμερα σε τρεις μήνες) τείνει να ενεργεί ως ενισχυτής μεγάφωνο για όλες αυτές τις αυθόρμητες ομάδες ή παράνομες που αναγνωρίζουν την ανάγκη να αντιταχθούν με την βία στην ένοπλη αστική αντεπανάσταση. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο δημοσιεύονται οι ανακοινώσεις των Ε.Τ. καθώς και άλλων ομάδων και αρκτικόλεξων, μεταξύ των οποίων, από το πρώτο τεύχος ακόμη, εκείνες των Gap (Partisan Action Groups, Gruppi di azione partigiana).
Σχετική εικόνα
σκόρπιες σκέψεις...

Η επανάσταση δεν συλλαμβάνεται! Ιταλία: για έναν Μάη που δεν ήθελε να σβήσει!

Κάναμε τα πάντα,
για να γίνουμε καλύτεροι από εκείνο που ήμασταν.
Αυτό μπορούμε να το πούμε για μεγάλο μέρος
της γενιάς μας, σε μιαν εποχή
στην οποία θέλαμε, και φαίνονταν πως ήταν δυνατό,
να αλλάξουμε τα πράγματα και τον κόσμο. 

Ο Lorenzo Bortoli θα πεθάνει αυτοκτονώντας στη φυλακή την 19 ιουνίου 1979. LORENZO BORTOLI 1952-1979

  • ποιος είπε πως δεν υπάρχει!

Μέρος Α……   ‘βρίσκεται στο όνειρο που πραγματοποιείται, βρίσκεται στο γυαλισμένο πολυβόλο. Στη χαρά και στο θυμό, στο να καταστρέφεις το κλουβί. Στο θάνατο του σχολείου, στην άρνηση της εργασίας. Στο έρημο εργοστάσιο, στο σπίτι δίχως πόρτα. Βρίσκεται στη φαντασία, στη μουσική πάνω στο χορτάρι, βρίσκεται στην πρόκληση, στη δουλειά του τυφλοπόντικα, στην ιστορία του μέλλοντος, στο παρόν δίχως ιστορία, στις στιγμές του μεθυσιού, στις στιγμές της μνήμης. Βρίσκεται στο μαύρο του δέρματος, στη συλλογική γιορτή, στο ν’ αρπάζουμε τα εμπορεύματα, στο να πιανόμαστε απ’ το χέρι, να πετάμε πέτρες, στην πυρκαγιά στο Μιλάνο, στις σιδερόβεργες στους φασίστες και στις πέτρες ενάντια στα τζιπ. Βρίσκεται στα όνειρα που κάνουν οι αλήτες και στα παιχνίδια των μωρών, στο να μαθαίνουμε το σώμα, στον οργασμό του μυαλού, στην πιο ολοκληρωτική επιθυμία, στη διάφανη κουβέντα. Μα ποιος είπε πως δεν υπάρχει. Βρίσκεται στο βάθος των ματιών σου. Στην άκρη των χειλιών. Μα ποιος είπε πως δεν υπάρχει. Βρίσκεται στο γυαλισμένο πολυβόλο. Στο τέλος του Κράτους. Υπάρχει, ναι, υπάρχει. Μα ποιος είπε πως δεν υπάρχει’.


Gianfranco Manfredi 1976


  • Και νόμιζαν ότι θα γλιτώσουν κατηγορώντας την ιστορία για ένοπλη συμμορία…
  • Τα θέλουμε όλα και τα θέλουμε Τώρα! η έφοδος στον ουρανό
  • Την έμφυτη ανάγκη που έχουν για ελευθερία. Τη δίψα που έχουν για την ανάληψη πρωτοβουλίας και δράσης. Για τη βαθύτατη απόγνωση που βασανίζει τη καρδιά τους και τον αγώνα δρόμου που κάνουν για να επαναπροσδιορίσουν το είναι τους.
  • Το περίφημο ’68 που στην Ιταλία εξαπλώθηκε κυρίως το ’69-70′, όταν αξιολογείται εκ των υστέρων, μαζί με τις άλλες αλλαγές δημιούργησε, με ιστορικούς όρους, και μια κυριότερη, απ’ όλες τις άλλες μαζί: την ντε φάκτο απελευθέρωση των γυναικών από την πατριαρχική υποταγή που διαρκούσε αιώνες. Η οικογένεια εκρήγνυται : οι νέες και οι νέοι εικοσάρηδες φεύγουν από τα σπίτια για να μη ξαναγυρίσουν, και πολύ λίγα αποκαλύπτουν στους γονείς από τα πολλά που κάνουν. Το σχολείο, που μέχρι στιγμής αποτελεί έναν από τους πυλώνες του πατριαρχίας, δομημένο για να έχει τρία είδη παραγώγων – πρόβατα, πρόβατα λιγάκι καλλιεργημένα, μαϊμούδες που ομιλούν και κυριαρχούν – καταρρέει στη διάρκεια ενός χρόνου, αδειάζοντας από εξουσία τους δασκάλους και καθηγητές, από τους οποίους οι πιο τυραννικοί εκ των πραγμάτων εκδιώκονται από τα κτίρια. Στα θερμά συνελευσιακά κινήματα ήταν ξεκάθαρο πως οι γυναίκες μπορούσαν να είναι ότι και οι άνδρες σε νούμερα και θέληση. Στα εργοστάσια συμβαίνει το ίδιο πράγμα: οι μυριάδες γυναικών που ήδη εργάζονταν σε κάθε βιομηχανία, βλέπε το αβαντάζ των επιχειρηματιών που πληρώνουν χαμηλότερους μισθούς, μεταμορφώνει την οικονομική σε υπαρξιακή αυτονομία.

Η κληρονομιά εκείνης της εποχής περιέχει λοιπόν κάποιες θετικές πλευρές που έχουν καθιερωθεί, και άλλες που με τα χρόνια περιέπεσαν σε λανθάνουσα κατάσταση, ή που σήμερα δέχονται σκληρή κριτική. Παρόλα αυτά, εκείνοι που σήμερα ασκούν κριτική σε εκείνη την ιστορική περίοδο ωφελήθηκαν ακριβώς από την συνολική κατάσταση που εκείνα τα χρόνια είχε δημιουργηθεί, από το γεγονός πως ένα πλήθος ανθρώπων με καινούργιες ιδέες έδιωξε θέσεις που μέχρι εκείνη τη στιγμή έμοιαζαν αμετακίνητες.
Ο σεισμός ξεκίνησε από τα σπίτια, απ’ τα σχολειά και τα εργοστάσια, κατακλύζει ολόκληρη την Ιταλία και θέτει υπό αμφισβήτηση κάθε κοινωνική πλευρά: οι επίσημες εξουσίες εξαφανίζονται γιατί απορρίπτονται ή ηττώνται, και στο κενό που έχει δημιουργηθεί αναδύεται και έχει κάποια διάρκεια η συνελευσιακή εξουσία, στης οποίας το κύκλωμα έρχονται να ανακατευτούν μεγάλα στρώματα νεαρών με αυτά λιγότερο νέων, για να αντλήσουν εμπειρία, για να ενωθούν και να διαχωριστούν ξανά ανάλογα με τα πολιτικά θέματα δεξιάς και αριστεράς, άντρες και γυναίκες συναντώνται, όλο και περισσότερο ισότιμα.

Και η κουλτούρα επίσης καταγράφει βήματα προς τα εμπρός. Γίνεται μαζική, γεννά σε μια τάξη μέχρι στιγμής περιορισμένη, το προλεταριάτο, νέες και πιο εξελιγμένες ανάγκες: οικιστική αυτονομία, αυτονομία στις μετακινήσεις, ταξίδια και διακοπές, ελεύθερο χρόνο και αναγνώσεις, μουσική

Το ξεκίνημα της αλλαγής τοποθετείται μια δεκαετία νωρίτερα: το 1959, εξ αιτίας μιας επανάστασης, το μεγάλο νησί της Κούβας γίνεται Κράτος σοσιαλιστικό ή κομουνιστικό εάν προτιμάτε, κάτω από την διεύθυνση προσωπικοτήτων όπως ο Φιντέλ Κάστρο και ο Ερνέστο Τσε Γκεβάρα, που αποπνέουν νεανική εικόνα, λαϊκή και πολύ ρομαντική, σε μια εποχή που έχει ξεκινήσει ήδη η μεγάλη μαζική επικοινωνία με ήχο και εικόνα. Για το φαντασιακό η Κούβα αντιπροσωπεύει τον Δαβίδ που στέκεται ορθός απέναντι στον Γολιάθ και τον κρατά απ’ τα  αρχίδια κι ας είναι με τη βοήθεια της ρωσικής αρκούδας. Για τις ηνωμένες πολιτείες είναι αγκάθι στον κόρφο της, πραγματικά και όχι μεταφορικά, μιας και η απόσταση που χωρίζει το νησί από την ήπειρο είναι ελάχιστη. Για τους σοβιετικούς αντιπροσωπεύει ένα τεράστιο κτύπημα της τύχης, διότι φέρνει την ηγεμονία τους σε απόσταση αναπνοής απ’ τον μεγάλο αντίπαλο, για τους κομουνιστές των μη κομουνιστικών κρατών αντιπροσωπεύει γεγονός πολύ ενδιαφέρον που ανοίγει νέους ορίζοντες, για πρώτη φορά μια νικηφόρα επανάσταση καθαρά κομουνιστική και προλετάρια συμβαίνει όχι σε περίοδο πολέμου, μα σε καιρό ειρήνης, αποδεικνύοντας πως μια αληθινή επανάσταση είναι δυνατή.

Δέκα μέρες πριν τη κρίση των πυραύλων βγαίνει στο Λονδίνο ο πρώτος δίσκος των Μπήτλς, που με τους Ρόλλινγκ Στόουνς δίνουν έναρξη στην βρεταννική εισβολή, εννοώντας την ροή της νέας μουσικής ροκ από την Αγγλία προς την Αμερική πρώτα και στον υπόλοιπο κόσμο στη συνέχεια. Μουσική έκφραση που είναι το μεγαλύτερο καλλιτεχνικό γεγονός του αιώνα, ρίχνει τα εμπόδια και τα τείχη, και είναι ο πρόδρομος της καλής παγκοσμιοποίησης, γίνεται επίσης το σάουντρακ μεγάλου μέρους των κινημάτων απελευθέρωσης και της αριστεράς. Στο φως της μεγαλύτερης ισότητας που υπάρχει στον βορρά, μαζί με την καινούργια μουσική έρχεται η εξέλιξη στις σεξουαλικές συνήθειες και τα ήθη όπως και στους αισθητικούς κανόνες, και για πρώτη φορά, χάρη στην εμπορική εξάπλωση και στις προσιτές τιμές, η καλλιτεχνική πρωτοπορία είναι πλέον στις πόρτες όλων.

Μια δυνατή ώθηση προς τις επαναστατικές ιδέες έρχεται από την Νότιο Αμερική, την κακότυχη ήπειρο όπου έχουν πέσει επάνω της με τον πιο άγριο τρόπο ο αμερικανικός καπιταλισμός και ιμπεριαλισμός. Από το 1968 οι απαντήσεις έρχονται κυρίως από το αντάρτικο κίνημα των Τουπαμάρος στην Ουρουγουάη και από την Χιλή του σοσιαλιστή Αλλιέντε. Τα πραξικοπήματα που έχουν οργανωθεί για να εξολοθρεύσουν φορά τη φορά τον κίνδυνο εξάπλωσης της δημοκρατίας και του σοσιαλισμού στην ήπειρο παρήγαγαν σύγκρουση ιδιαίτερα σκληρή κι από τα δύο μέρη. Ήδη το 1967 μια προσπάθεια επαναστατική στην Βολιβία τελειώνει με την εκτέλεση του θρυλικού διοικητή Τσε Γκεβάρα, που αρνήθηκε τις κολακείες της εξουσίας στη νικηφόρα Κούβα για να επιστρέψει στον αγώνα, και που πεθαίνοντας με εκείνο τον τρόπο καθίσταται έμπνευση και αναφορά πολιτικό-στρατιωτική σε όλο τον κόσμο. Η μορφή του ζωγραφισμένη είναι ίσως το πολιτικό σύμβολο που έχει τοποθετηθεί στις περισσότερες σημαίες.

Το καλοκαίρι του 1964 ξεκινά η απ ευθείας ανάμειξη των αμερικανών στον πόλεμο στο Βιετνάμ που θα κρατήσει εννέα από τα έντεκα χρόνια εκείνης της σύγκρουσης. Απορροφά όλο και περισσότερους αμερικανούς στρατιώτες, με πολλές απώλειες σε ανθρώπινες ζωές, γενικεύοντας τη μεγαλύτερη λαϊκή δυσαρέσκεια που είδαμε ποτέ στις ηνωμένες πολιτείες, αναγκάζοντας την κυβέρνηση να αποσύρει τα στρατεύματα, υπό την πίεση μυριάδων διαδηλώσεων και αγώνων, η είδηση από τους οποίους μόνο εν μέρει έγινε γνωστή πέρα απ’ τον ωκεανό. Η πρώτη φοιτητική εξέγερση ξεσπά στο Μπέρκλεϋ, στην Καλιφόρνια, την άνοιξη του ’64, στο όνομα του δικαιώματος των φοιτητών να μπορούν να ομιλούν ελεύθερα ενάντια στην κυβέρνηση και τον πόλεμο μέσα στις σχολές. Ανάμεσα στα διάφορα κινήματα που αναπτύχθησαν τα επόμενα χρόνια, εκτός απ’ τους ειρηνιστές, θυμούμαστε τους Black Power, τους Black Panther, το κίνημα για την απελευθέρωση της γυναίκας, το κίνημα των gay, τους hippie, τους freak. Το 1968 αυτές και άλλες συνιστώσες θα έρθουν στη δημοσιότητα στο Σικάγο όπου θα προκληθούν σοβαρά επεισόδια στη διάρκεια του συνεδρίου του Δημοκρατικού κόμματος. Εκείνο το διάστημα ήδη έχουμε και την Άνοιξη της Πράγας και τον γαλλικό Μάη.

Από μια άλλη ήπειρο φτάνουν τα νέα της πολιτιστικής επανάστασης στην Κίνα, της οποίας οι αρχές, συγκεντρωμένες στο εύχρηστο κόκκινο βιβλιαράκι των σκέψεων του Μάο Τσε Τούνγκ, ανεμίζουν στις διαδηλώσεις στην θέση των σημαιών. Στα κομουνιστικά κόμματα της δύσης και στις οργανώσεις με αυτά συνδεδεμένες, όπως τα συνδικάτα, μέρος της εσωτερικής αντιπολίτευσης τείνει να απαγκιστρωθεί από την σοβιετική ορθοδοξία, που αποκαλείται ρεβιζιονιστική διότι αρνείται την παγκόσμια επανάσταση, και δέχεται πως η κόκκινη σημαία γλιστράει προς την Κίνα.

Το 1968 σημειώνεται η διεθνής κορύφωση, με εξεγέρσεις φοιτητικές στην Ευρώπη και την Αμερική. Σύμβολο των καιρών παραμένει ο γαλλικός Μάης, όπου κωδικοποιούνται συμπεριφορές, σκοποί και τακτικές, δυναμικές και αισθητικές αξίες, γραφικά σημάδια και σχέδια, συνθήματα, έτσι όπως στη συνέχεια θα τα βλέπαμε και ακούμε παντού όπου υπήρχε συνελευσιακό καθεστώςομάδες περιφρούρησης, πορείες και διαδηλώσεις, κατάληψη ή οδοφράγματα. Το κίνημα των γάλλων φοιτητών, για να ριζώσει, έψαξε τη σύνδεση δίχως να τα καταφέρει, σε σταθερή βάση, με την εργατική τάξη, κι έτσι, παρά το ότι παρήγαγε ένα πολιτικό σπουδαίο γεγονός όπως η προσωπική απομάκρυνση του στρατηγού Ντε Γκώλ, τελειώνει μόλις μετά από ένα μήνα. Στην Ιταλία, η φοιτητική διαμαρτυρία ξεκινά αργότερα αλλά βρίσκει, εν μέρει τουλάχιστον, ανταπόκριση και σύνδεση με την εργατική τάξη. Γι αυτόν ακριβώς τον λόγο στην Γαλλία ο Μάης διαρκεί ένα μήνα ενώ στην Ιταλία δέκα χρόνια, δεκαπέντε!

Αυτές οι γραμμές δεν μπορούν παρά να είναι μια φτωχή περίληψη αυτών που συνέβησαν μέχρι τη στιγμή που πυροδότησε την συνέχεια : τη βόμβα στην
Banca nazionale dell’agricoltura, στην πιάτσα Φοντάνα, στο Μιλάνο, με δεκαεπτά νεκρούς. Το κυνήγι στους αναρχικούς, ο θάνατος του Giuseppe Pinelli, που πέφτει απ’ το παράθυρο της ασφάλειας. Η γέννηση της στρατηγικής της έντασης.
Η αριστερά ξεσηκώνεται σε όλη την Ιταλία, σε μια εκπληκτική προσπάθεια να απελευθερωθεί από μια ψεύτικη κατηγορία που προπαγανδίζεται από εφημερίδες και τηλεειδήσεις. Τίποτα περισσότερο από το ξεμασκάρεμα της στρατηγικής της έντασης αξίζει για να μεγαλώσει τις γραμμές της μαχητικής αριστεράς, και μια αυθεντική αλληλεγγύη προς το αναρχικό κίνημα αδίκως κατηγορούμενο μετατρέπεται στο πέρασμα πολλών από το γενικότερο δημοκρατικό χώρο, προοδευτικό, λαϊκό ή καθολικό σε εκείνο το μαρξιστικό ή κομουνιστικό, μεγαλώνοντας και δυναμώνοντας για μια δεκαετία εκείνες τις εξωκοινοβουλευτικές οργανώσεις που έφτασαν να έχουν δεκάδες χιλιάδες αγωνιστές κινητοποιήσιμους. Οργανώσεις που θεωρούν πως η καθεμιά τους είναι ο πυρήνας του μελλοντικού επαναστατικού κόμματος ή κινήματος. Που πίστευαν πως η επανάσταση αργά ή γρήγορα θα έρχονταν. Εν τω μεταξύ, αρκούνταν στη χρήση της βίας στην πλατεία και τους δρόμους, που ήταν αναγκαία αντίθεση στο Κράτος, και στον αγώνα ενάντια στις φασιστικές ομάδες, έχοντας αντιληφθεί πως αυτές αποτελούν τη δεξαμενή από την οποία το Κράτος αντλούσε για τις σκοτεινές του μανούβρες.

Τέλος, συμβιβαστική, ηττοπαθής και, τουλάχιστον μετά το 1973, επικίνδυνη η πολιτική του Κκι, διότι μέσω της στρατηγικής επιλογής του ιστορικού συμβιβασμού καθιστούσε ανήμπορα, αβοήθητα και παρέδιδε στην ήττα τα κινήματα, τους εργατικούς και τους κοινωνικούς αγώνες. Το στρατιωτικό πραξικόπημα στη Χιλή της 11ης σεπτεμβρίου 1973, που ήθελαν και υποστήριξαν οι ΗΠΑ, το οποίο είχε ανατρέψει την κυβέρνηση της Unidad Popular υπό την ηγεσία του σοσιαλιστή Salvador Allende, δημοκρατικά εκλεγμένου, η επακόλουθη ήττα της χιλιανής αριστεράς και ο θάνατος του Allende καθιστούσαν στα μάτια μας εμφανή τα όρια και τους κινδύνους του εκλογικού και «ειρηνικού δρόμου» προς τον σοσιαλισμό και για την Ιταλία.

 

  • Η ιστορία ενός κινήματος πολιτιστικού και πολιτικού που ηττήθηκε από την στρατιωτική και δικαστική αντίδραση του κράτους.

Ήταν λοιπόν η Αυτονομία, η οποία γεννιέται στη συνέχεια,  ένα κίνημα πολύ πλατύ, οδοντωτό, που λίγοι αναγνωρίζονταν στις οργανωμένες του ομάδες, και που περιείχε όλο εκείνο το ανατρεπτικό και εξεγερτικό που μπορούσες να βρεις στις πλατείες των πόλεων της ιταλίας, οποιοσδήποτε είχε μέσα του λίγη κοινωνική εξεγερτικότητα στην καρδιά, βρίσκονταν στην εργατική Αυτονομία. Στο εσωτερικό της υπήρχαν αμέτρητες συλλογικότητες και ολόκληρα κινήματα, όπως εκείνο των φεμινιστριώντων ομοφυλόφιλων, δίπλα στους φοιτητές και σε πολλούς εργάτες. Σίγουρα η Αυτονομία δεν εκπροσωπούσε όλο τον εργατικό κόσμο, είναι όμως αναμφισβήτητο πως οι οργανωμένες της μορφές, δηλαδή οι αυτόνομες συνελεύσεις ή οι εργατικές Επιτροπές ή οι εργατικές Κολλεκτίβες, που αναφέρονταν στον Scalzone, τον Piperno, την Tenza Tregua ή στο Rosso, ήταν σε θέση να επηρεάζουν δυνατά τις εργατικές συνελεύσεις και τον έλεγχο των εργοστασίων, και ακριβώς γι αυτό προκαλούσαν τεράστιες ανησυχίες στο συνδικάτο πάνω απ’ όλα, και μετά, φυσικά, στο Κράτος. Διότι τα πρόσωπα που έπαιρναν μέρος ήταν βαθιά ριζωμένα στις παραγωγικές πραγματικότητες και στις γειτονιές, και ήταν σε θέση, κάποιες στιγμές, να καταφέρνουν να ψηφίζουν ολόκληρα εργοστάσια ενάντια στη συνδικαλιστική γραμμή. Θυμάμαι, για παράδειγμα, μια συνέλευση στην Sit-Siemens στην οποία ο Trentin, τότε γραμματέας της Fiom, [το πανίσχυρο συνδικάτο των μεταλ-μηχανικών], βρέθηκε στη μειοψηφία από μια ομάδα εργατών που μπόρεσε να πείσει όλους τους υπόλοιπους πάνω στο θέμα της ισοπολιτείας και της αυτόματης υπερπήδησης κατηγορίας.

Η Αυτονομία όμως δεν ήταν μοναχά αγώνας μες το εργοστάσιο. Ήταν ένα κίνημα που δεν άφηνε τίποτα για αργότερα, που τα ‘ήθελε όλα και αμέσως’, και αυτό σήμαινε απαλλοτρίωση των υπεραγορών, δωρεάν είσοδο στις συναυλίες και στον κινηματογράφο, δωρεάν χρήση των δημόσιων μέσων, όλη εκείνη την πρακτική που ονομάζονταν οικειοποίηση και αυτομείωση.

Για να κάνει όλ’ αυτά το κίνημα έπρεπε να αυτοπροστατεύεται. Εάν εξαιρέσουμε κάποιες περιπτώσεις, οι πρώτες μορφές βίας γεννιούνται ακριβώς για αυτοπροστασία: εάν θέλαμε να μπούμε σε ένα σούπερ μάρκετ, να κάνουμε τα ψώνια και μετά να φύγουμε δίχως να πληρώσουμε και δίχως να βρούμε απ’ έξω την αστυνομία έτοιμη να μας συλλάβει όλους, χρειάζονταν να προστατευτούμε. Τοποθετούμασταν λοιπόν στους δρόμους πρόσβασης και εάν έφταναν τα μπατσικά, τραβούσαμε έξω τα μπουκάλια.

Υπήρχε πάνω απ’ όλα κάτι καλό, θαυμάσιο σε αυτό το κίνημα : για πρώτη φορά τέθηκε το θέμα του τι ήταν αυτό που θέλαμε να ζήσουμε με τρόπο διαφορετικό από το παραδοσιακό σύστημα, εδώ και τώρα, σήμερα, για πρώτη φορά τίθετο το θέμα πως δεν μπορούσαμε να περιμένουμε ‘τους δύο χρόνους’, όπως στην κλασική κομουνιστική παράδοση : πρώτα κάνουμε την επανάσταση και μετά σκεφτόμαστε τη σχέση άνδρας-γυναίκα, την οικογένεια, κλπ. Γι αυτό πολύ συχνά οι κομουνιστές, ανατρεπτικοί από πολιτική σκοπιά, ήταν οι πιο δεξιοί, με εισαγωγικά, στον χειρισμό των ανθρώπινων σχέσεων: ο κλασικός κομουνιστής ήταν γκρίζος, ήταν ο κομουνιστής της 3ης Διεθνούς. Το κίνημα του ’77 έδειξε πως δεν ήταν πια τόσο αδύνατο να καταφέρουμε να κάνουμε κάποια πράγματα, ζούσαμε το αύριο σήμερα. Σίγουρα η δυσκολία βρίσκονταν στο να σιγουρέψουμε τη συνέχεια, και όχι μόνο δεν το καταφέραμε αλλά με τις δράσεις μας ξεσηκώσαμε, σαν ‘απάντηση’ από την μεριά του Κράτους την ολοκληρωτική καταστολή. Εκείνο που δεν καταλάβαμε τότε, ή το καταλάβαμε καθυστερημένα, ήταν πως δεν θα φτάναμε πουθενά συνεχίζοντας να κατεβαίνουμε κάθε Σάββατο απόγευμα στο κέντρο της πόλης να κάνουμε απαλλοτριώσεις και αυτομειώσεις. Δεν αναρωτηθήκαμε ποτέ: και μετά ; Σκεφτόμασταν απλώς πως θα γεννιόταν και θα μας ακολουθούσε ένα κίνημα αυθόρμητο.Ήμασταν πολλοί, είναι αλήθεια, πιστεύαμε όμως πως είμαστε περισσότεροι απ’ ότι στην πραγματικότητα, ακόμα και η πλειοψηφία της χώρας, και όντως δεν ήμασταν, ήταν ξεκάθαρο. Πιστεύαμε πως η ολοκληρωτική επανάσταση θα έρχονταν με μια διαδικασία συσσώρευσης, τόσες υπεραγορές απαλλοτριωμένες, τόσες συναυλίες σπασμένες, τόσα εισιτήρια απλήρωτα, μέχρι τη γενική αναταραχή, και ως εκ τούτου, όλα τα ερωτήματα αναβάλλονταν για αργότερα.

Αυτή ήταν η Αυτονομία, και ακριβώς η οριζόντια και δικτυωτή της εξάπλωση, όχι δομημένη, το να είναι ένα τεράστιο καζάνι μέσα στο οποίο έβραζε οτιδήποτε αντι-Κρατικό, αντι-αφεντικό, αντι-συστημικό, ήταν το ίδιο της το όριο. Ήταν ένα κίνημα ανατρεπτικό, με την έννοια πως ήθελε να ανατρέψει τα πάντα, να αναποδογυρίσει όλες τις κοινωνικές σχέσεις, και τις προσωπικές – άντρας/γυναίκα, την παραδοσιακή οικογένεια – και , μάλλον, τα ανέτρεψε σε μεγάλο βαθμό μέχρι να ανατρέψει τελικά τον εαυτό του.

Θυμάμαι πως λέγαμε : μα εάν κάνουμε την επανάσταση και κερδίσουμε, ποιος είναι αυτός που κάποια στιγμή, μετά μια βδομάδα από χορούς, θα πει : τώρα χρειάζεται να πάμε για δουλειά; Και είχαμε διαλέξει γι αυτό το καθήκον έναν εργάτη ο οποίος, σύμφωνα μ’ εμάς, και για την εικόνα που εξέπεμπε – τον βλέπαμε σοβαρό, λίγο θλιμμένο, λιγότερο ελευθεριακό από εμάς – ήταν ο μοναδικός που μπορούσε ν’ ανέβει σε ένα πάλκο, σε μια μεγάλη συγκέντρωση στην πόλη, μια βδομάδα μετά την επανάσταση, και να πει : εντάξει, είναι πλέον δικά μας τα εργοστάσια, είναι δικά μας και τα σχολεία, τώρα όμως πρέπει να ξεκινήσουμε να κυβερνούμε την χώρα!

Όταν βρίσκεσαι μέσα σε ένα φαινόμενο είναι δύσκολο να το καταλάβεις και να είσαι ικανός να το κατευθύνεις. Κάποια κομμάτια του κινήματος ξεκίνησαν να δοκιμάζουν τον δρόμο της ένοπλης πάλης, απλής και καθαρής, που πήγαινε πέρα από τον απλό εξοπλισμό στο ίδιο το κίνημα για τις διαδηλώσεις ή για τις εισβολές στα μάρκετς. Γεννήθηκαν εκείνοι που ονομάστηκαν ένοπλοι σχηματισμοί. Ενώ οι Gap του Feltrinelli, οι ερυθρές Ταξιαρχίες υπήρχαν από πριν, από την Αυτονομία γεννιέται το ένοπλο κίνημα της πρώτης Γραμμής, που μετά από κάποια στιγμή θεωρεί ανώφελο και χάσιμο χρόνου να συνεχιστεί ο μηχανισμός της διάχυτης βίας και πιστεύει πως η επίθεση στην καρδιά του Κράτους πρέπει να γενικευτεί : ενέδρες σε αστυνομικούς και όχι μόνο.

Το ’78 οι Ταξιαρχίες απαγάγουν τον Aldo Moro και αυτή η δράση σημειώνει κατά κάποιο τρόπο το υψηλότερο σημείο όπου μπορεί να φτάσει η ανατροπή, αντιπροσωπεύει όμως επίσης και το μέγιστο της πτήσης προς τα μπρος : διότι όταν απαγάγεις τον Μόρο, μετά τι κάνεις; Ή είσαι ικανός να το διαχειριστείς, και εκείνη η στιγμή γίνεται η έναρξη μιας γενικής επανάστασης της χώρας, ή διαφορετικά τελειώνει όπως τελείωσε : την κατάσταση διαχειρίζεται το Κράτος που εξαπολύει στη συνέχεια μια ολοκληρωτική κατασταλτική κίνηση. Αυτό είναι εκείνο που συνέβη.

 

ένα απόσπασμα από το συντακτικό κείμενο περιοδικού της Αυτονομίας στη μέση του κινήματος του ’77 :

‘Είναι γι αυτό που οι αυτόνομοι κερδίζουν : όχι επειδή έχουν το πιστόλι Ρ38 αλλά διότι είναι πιο έξυπνοι και προετοιμασμένοι, ιστορικά περισσότερο ριζωμένοι, ξένοι σε όλη τη σοσιαλδημοκρατική σαπίλα. Όχι, δεν είναι περιθωριοποιημένοι, οι αυτόνομοι νικούν, διότι είναι η αναδυόμενη κορυφή της νέας σύνθεσης της εργατικής προλεταριακής τάξης, οι αντιπρόσωποι, σε πρώτο πρόσωπο, όλης της εκμεταλλευόμενης κοινωνικής εργασίας, όχι, όπως το κομουνιστικό Κόμμα, αντιπρόσωποι εργατικών αριστοκρατιών, κλαδικών γραφείου, μαφίες καταστηματαρχών. Οι αυτόνομοι είναι η αντιπροσώπευση του κομουνισμού του παγκόσμιου προλεταριάτου. Γι αυτό είναι αλαζόνες και βίαιοι : διότι εκφράζουν, είναι, ερμηνεύουν την πραγματικότητα του ταξικού αγώνα στον αιώνα μας. Γι αυτό επιτρέπουν στον εαυτό τους να αγωνίζονται με σκληρότητα αυξανόμενη: γιατί είναι ανίκητοι, όπως ήταν πάντα οι εκπρόσωποι μιας νέας παραγωγικής βάσης’.

  • Την ημέρα της 7 απριλίου 1979, μια μνημειώδης δικαστική πρωτοβουλία καταλόγισε σε δεκάδες αυτόνομους ηγέτες και αγωνιστές πως ήταν επί κεφαλής σε όλες τις ένοπλες οργανώσεις που δραστηριοποιούνταν στην Ιταλία και οργανωτικός εγκέφαλος ενός «σχεδίου ένοπλης εξέγερσης ενάντια στις εξουσίες του Κράτους». Η κατηγορία, που αποδεικνύεται με την πάροδο του χρόνου αβάσιμη, χρησίμευσε ως αρχική υποστήριξη για περαιτέρω μαζικές συλλήψεις, προληπτικές κρατήσεις στις ειδικές φυλακές, δίκες που διήρκησαν χρόνια και καταδίκες σε μακρές ποινές.

Συνθέτουμε : οι αυτόνομοι είναι αλαζόνες και βίαιοι διότι είναι εξυπνότεροι και πιο προετοιμασμένοι. Αυτό έλεγαν για τους εαυτούς τους οι αυτόνομοι το 1977. Κάτι διαφορετικό λέει ένας από αυτούς, από τους κυριότερους θεωρητικούς, είκοσι χρόνια αργότερα :  ‘Κάναμε λάθος να σκεφτούμε πως η πολιτική ωρίμανση του νέου υποκείμενου θα έρχονταν τόσο γρήγορα, και σε κάθε περίπτωση με μια δυναμική τέτοια ώστε να εξουδετερώσει, να αντισταθεί και να ξεπεράσει τη κατασταλτική αντεπίθεση που η καπιταλιστική τάξη και οι προδότες του επίσημου εργατικού κινήματος είχαν εξαπολύσει. Για να το πούμε όπως το λέγαμε και τότε : »υπερεκτιμήσαμε τις δυνάμεις μας». […] Συχνά τονίσαμε αυτό το λάθος μας, γενόμενοι πιο εξτρεμιστές όσο περισσότερο κουφή και αποφασισμένη γίνονταν η δράση της εξουσίας εναντίον μας. Μετά από ένα τέτοιο κρεσέντο δεν γινόταν παρά να ενισχυθεί η Κρατική βία. Έτσι έγινε. Και ηττηθήκαμε’.

 

  • Η άρνηση της εργασίας: Ο τεϊλορισμός και η εισαγωγή αυτοματοποιημένων τεχνικών, η γραμμή συναρμολόγησης, η τυποποίηση των ρυθμών και τα ωράρια εργασίας, όλα αυτά είχαν κάνει το εργοστάσιο έναν απολύτως μη κοινωνικό χώρο μέσα στον οποίον οι επικοινωνίες μεταξύ ενός εργάτη και ενός άλλου ήταν σχεδόν αδύνατες λόγω της απόστασης, του θορύβου, του σωματικού διαχωρισμού, και στον οποίο ο χώρος εργασίας ήταν αποπροσωποποιημένος και διαρθρωμένος με δεσποτικό, επαναλαμβανόμενο τρόπο, σχεδιασμένο να επιβάλλει χρόνους, κινήσεις, χειρονομίες, αντιδράσεις σε έναν όλο και λιγότερο ανθρώπινο χειριστή, όλο και πιο μηχανικά. Η ταξική ανασύνθεση των εργατών των γραμμών συναρμολόγησης ξεκινά ακριβώς από αυτή την απανθρωποποίηση, την αποκτήνωση.Η εξέγερση του εργάτη μάζα είναι η εξέγερση του μηχανοποιημένου ανθρώπου που παίρνει τη μηχανοποίησή του κατά γράμμα και λέει: τότε, αν πρέπει να είμαι απόλυτα αποκτηνωμένος, αν δεν πρέπει να έχω ψυχή, σκέψη, ατομικότητα, θα είμαι έτσι μέχρι τέλους, σίγουρα, απεριόριστα, χωρίς ντροπή. Δεν θα συμμετέχω πλέον με το μυαλό στην εργασιακή διαδικασία, θα είμαι ξένος, κρύος, αποσπασμένος. Θα είμαι άγριος, βίαιος, απάνθρωπος όπως θέλησε να είμαι το αφεντικό. Αλλά θα είμαι τέτοιος μέχρι το σημείο να μην παραχωρώ πλέον ούτε ένα χιλιοστόγραμμο της νοημοσύνης μου, της διαθεσιμότητάς μου, της διαίσθησής μου στην εργασία, στην παραγωγή.

Αυτή που οι φιλόσοφοι είχαν περιγράψει ως αλλοτρίωση που υπέστη ο εργάτης μετατρέπεται εδώ στη συνέχεια σε μια σκόπιμη, οργανωμένη, εσκεμμένη, δημιουργική αδιαφορία. Η αδιαφορία σημαίνει: ούτε καν μια ουγγιά ανθρωπιάς στην παραγωγή. Όλη η ανθρωπιά στον αγώνα. Καμία επικοινωνία και κοινωνικότητα για την παραγωγή Δεν υπάρχει διαθεσιμότητα για την πειθαρχία. Όλη η διαθεσιμότητα για την συλλογική απελευθέρωση. Ανασύνθεση της τάξης, λοιπόν, ήθελε να πει, απλά και κατά συνέπεια: σαμποτάζ, αποκλεισμός, καταστροφή των εμπορευμάτων και των εγκαταστάσεων, βία κατά των ελεγκτών των ωραρίων δουλείας. Η εργατική νοημοσύνη αρνήθηκε να είναι παραγωγική νοημοσύνη, και εκφράστηκε εξ ολοκλήρου σε δολιοφθορά, στην κατασκευή χώρων αντιπαραγωγικής ελευθερίας.

Η ζωή άρχισε να ανθίζει ξανά ακριβώς εκεί που είχε ριζικά εξαλειφθεί και σβήστηκε, μεταξύ των γραμμών, στα τμήματα, στις τουαλέτες, όπου οι νεαροί προλετάριοι άρχισαν να πίνουν μπάφους, να κάνουν έρωτα, να περιμένουν τους επιστάτες καθάρματα για να τους ρίξουν μπουλόνια κατακέφαλα και ούτω καθεξής. Το εργοστάσιο θεωρήθηκε σαν ένα απάνθρωπο lager, και άρχισε να γίνεται τόπος μελέτης, συζήτησης ελευθερίας και αγάπης. Αυτή ήταν η άρνηση της εργασίας. Αυτή ήταν η ανασύνθεση της τάξης.

Στα τέλη της δεκαετίας του εξήντα ο αγώνας των εργατών είχε κάνει εντελώς άνω κάτω το πειθαρχικό σύστημα του κοινωνικού εργοστασίου, και το οικονομικό σύστημα του κέρδους- μέσα σε αυτό το σεισμό, ακριβώς εκείνα τα χρόνια, τα μεγάλα αφεντικά, οι οικονομολόγοι, ο οργανωτικός εγκέφαλος του κεφαλαίου προσπαθούσαν να επανενεργοποιήσουν μερικές από τις θεμελιώδεις λειτουργίες της καπιταλιστικής αναπαραγωγής. Πάνω απ’ όλα έπρεπε να επανενεργοποιηθεί η παραγωγικότητα – που είχε δραματικά τεθεί σε κρίση από την ανυποταξία, από την απουσία των εργατών από την δουλειά/assenteismo – και η πειθαρχία, η οποία είχε τεθεί δραστικά σε κρίση από την εργατική αλληλεγγύη από την ισονομία και το αντι-αυταρχικό κλίμα.]     απόσπασμα από την »χρυσή ορδή»

 

 

  • Μέρος Β      ‘Ολόκληρος ο κόσμος εκρήγνυται από την Αγκόλα στην Παλαιστίνη Η Λατινική Αμερική μάχεται με τον ένοπλο αγώνα κερδίζει στην Ινδοκίνα σε όλο τον κόσμο οι λαοί αποκτούν συνείδηση και στις πλατείες κατεβαίνουν με τη δίκαιη βία και έτσι Τι θέλεις περισσότερο σύντροφε για να καταλάβεις ότι ήχησε η ώρα του τουφεκιού; Η Αμερική των Νixon των Agnew και MacNamara στις ζούγκλες του Βιετνάμ παίρνει ένα μάθημα ο πολιτισμός των ναπάλμ δεν αρέσει στους λαούς όσο υπάρχουν αφεντικά δεν θα υπάρξει ποτέ ειρήνη η ειρήνη των αφεντικών βολεύει τα αφεντικά η συνύπαρξη είναι απάτη για να μας κάνουν να στεκόμαστε φρόνιμα οπότε Τι άλλο θέλεις σύντροφε …Στην Ισπανία και την Πολωνία οι εργάτες μας διδάσκουν ότι ο αγώνας δεν σταμάτησε ποτέ ενάντια στα αφεντικά ενωμένοι εναντίον του καπιταλισμού ακόμη και αν είναι καμουφλαρισμένος σε έναν ψεύτικο σοσιαλισμό οι πολωνοί εργάτες που βγήκαν σε απεργία φώναζαν στην πορεία αστυνομία-γκεστάπο φώναζαν Gomulka θα τελειώσεις άσχημα προχωρούσαν τραγουδώντας τη Διεθνή συνεπώς Τι θέλεις περισσότερο σύντροφε …Οι μάζες και στην Ευρώπη δεν στέκονται πλέον να κοιτούν ο αγώνας εκρήγνυται παντού και δεν μπορούν να τον σταματήσουν παντού οδοφράγματα από το Burgos στο Stettino και επίσης εδώ ανάμεσα μας από την Avola στο Τορίνο από το Orgosolo στη Marghera από την Battipaglia έως το Reggio η σκληρή πάλη προχωρά τα αφεντικά την έχουν άσχημα και ως εκ τούτου Τι θέλεις περισσότερο σύντροφε …’

«Η ώρα του τουφεκιού» (Pino Masi και Piero Nissim). 1969


  • »Πετάχτηκε από το κρεβάτι σαν ελατήριο, δεν χρειάστηκε τελικά ξυπνητήρι. Όταν την επόμενη μέρα έχει κάτι σημαντικό να κάνει, κάτι διαφορετικό έστω, ο ύπνος του είναι ελαφρύς και λιγάκι ανήσυχος, έτσι κι αλλιώς. Άλλωστε δεν του πολυαρέσει να χουζουρεύει. Και ξυπνά συνήθως νωρίτερα από τους φίλους και τους συντρόφους του. Συνηθίζει να είναι από νωρίς στο πόδι.
    Ετοιμάστηκε χαλαρά, δεν βιάζονταν, είχε μπόλικο χρόνο μπροστά του. Φόρεσε ρούχα απλά, που δεν χτυπούν στο μάτι, ‘ουδέτερα’, που χρησιμοποιούσε σπάνια,και.… κατηφόρισε. Το στενό δεν έχει κίνηση ακόμη, γρήγορα βρέθηκε στον κεντρικό επιταχύνοντας το βήμα του. Η καρδιά ανεβάζει ταχύτητα, είναι σε υπερένταση. Το σπίτι που θα χρησιμοποιήσουν σαν βάση δεν είναι μακριά, δεν θα χρειαστεί συγκοινωνία. Βρίσκεται σύντομα εκεί
    Διαβαίνει την είσοδο και ανεβαίνει σχεδόν τρέχοντας τις σκάλες, η αδρεναλίνη βρίσκεται πλέον στα ύψη.

Μέχρι και εκείνη την μέρα δεν έχει νιώσει τον φόβο ούτε μια φορά. Δεν του πέρασε ούτε στιγμή η σκέψη πως είναι δυνατόν κάτι να στραβώσει. Η σιγουριά ξεχυλίζει σε όλους, δεν υπάρχουν αμφιβολίες. Είναι ενωμένοι σαν γροθιά.
Διαφορές πολλές, στον χαρακτήρα, στην ιδιοσυγκρασία, στη θεώρηση επίσης, στις συνήθειες. Αλλά η πίστη και η βεβαιότητα πως ο δρόμος που χαράζουν μέρα με τη μέρα είναι ο σωστός είναι περισσότερο από εμφανής. Δεν υπάρχουν esitazioni,δισταγμοί, μονάχα αποφασιστικότητα.
Αυτό τον κάνει να νιώθει ασφαλής.
Με αυτές τις σκέψεις να περνούν σαν αστραπή από το μυαλό χτύπησε το κουδούνι, συνθηματικά.
Η πόρτα άνοιξε γρήγορα. Ήταν η Αλεσσάντρα, τον αγκάλιασε σφιχτά και τον φίλησε χαμογελώντας. Προχώρησαν πιασμένοι από το χέρι και βρέθηκαν στο μεγάλο δωμάτιο μαζί με τους άλλους. Είναι ήδη όλοι εκεί, δοκιμάζοντας περούκες, πανωφόρια, γυαλιά, και διάφορα άλλα αξεσουάρ που αλλάζουν το σουλούπι και την εμφάνιση. Γίνονται αγνώριστοι. Φλυαρούν, ένα μικρό μελίσσι που ετοιμάζονταν μες το βουητό του, κάνοντας αστεία και χωρατά, με θεατρικές φιγούρες για να χαλαρώσουν την ένταση. Που είναι φυσικά μεγάλη.
Όλη αυτή η σκηνή τον ηρέμησε ακόμη περισσότερο. Ξεκίνησε και αυτός να προβάρει το καινούριο σκηνικό του. Άλλαξε τελείως εικόνα, κάνουν γρήγορα φυσικά ακολουθώντας τους δείκτες του ρολογιού, ο συγχρονισμός με τις υπόλοιπες ομάδες πρέπει να είναι άψογος.
Το ραντεβού με την ιστορία είναι φιξαρισμένο με ακρίβεια δευτερολέπτου.

Η συνάντηση είναι ορισμένη στις δέκα ακριβώς μέσα και γύρω από το κτίριο. Γι αυτούς στο εσωτερικό, στην μεγάλη αίθουσα υποδοχής, στο ισόγειο.
Ομάδες των τριών θα καταλάβουν τους δύο ορόφους, μία με τρεις θα φρουρεί το ισόγειο την ώρα που πέντε άλλοι σύντροφοι,διασκορπισμένοι στα στενά που κυκλώνουν το κτίριο θα διασφαλίζουν την έξοδο και την ομαλή αποχώρηση.
Φθάνουν στην προκαθορισμένη ώρα από διαφορετικές κατευθύνσεις και βάσεις, διασκορπισμένες στην πόλη.
Στον δρόμο προχωρούν αμίλητοι, σταθεροί. Ο δικός μου μάλιστα, καβατζάροντας μια γωνία, πέφτει κυριολεκτικά επάνω σε ένα κολλητό του, ζήτησε συγνώμη με αλλοιωμένη φωνή και προχώρησε βιαστικά, λιγάκι ταραγμένος. Ο άλλος φυσικά δεν τον αναγνώρισε, το μακιγιάζ από την Αλεσσάντρα έχει πιάσει τόπο. Γέλασε ευχαριστημένος μέσα του, ανακουφισμένος. Τι ζητάει ο Γκρεγκόριο τέτοια ώρα στον δρόμο; Γνωστός ξενύχτης, έπρεπε να βρίσκεται στο κρεβάτι. Και το σπίτι του, μίλια μακριά.

Στρίβουν ακόμη μια γωνία, λίγα μέτρα ακόμη, και να, η μεγάλη πόρτα, ανοιχτή στο κοινό, τους κατάπιε ακριβώς την ώρα που η καμπάνα της κοντινής εκκλησίας σήμαινε δέκα. Ανταλλάζουν ματιές με τους υπόλοιπους που φτάνουν την ώρα εκείνη ή βρίσκονταν ήδη εκεί και προχωρούν,αποφασισμένοι, στον στόχο τους.
Έχουν σχεδιάσει τα πάντα, παρακολουθώντας το κτίριο και την περιοχή, μήνες τώρα. Γνωρίζουν απέξω και ανακατωτά τι πρέπει να κάνει ο καθένας, τα έχουν οργανώσει λεπτομερώς, και έχουν εκτελέσει εικονικά το σχέδιο άπειρες φορές, η κάθε ομάδα ξεχωριστά, τις προηγούμενες μέρες.
Η επίθεση θα ολοκληρωθεί μέσα σε λίγα λεπτά.
Εξουδετερώνουν τον φύλακα, τον αφοπλίζουν πριν ακόμη καταλάβει τι συμβαίνει. Τον φιμώνουν και τον δένουν σφιχτά με κολλητική ταινία, τον κλειδώνουν στην τουαλέτα, στο ισόγειο, εκεί που τον βρήκαν. Κατεβάζουν τον γενικό, εξουδετερώνοντας τα τηλέφωνα και υποχρεώνουν δικαστές και προσωπικό, όπως και τους πολίτες που βρέθηκαν εκεί για τις υποθέσεις τους να μαζευτούν όλοι σε μια αίθουσα, σε κάθε όροφο, δείχνοντας απλά πως είναι οπλισμένοι. Τους κλείδωσαν και αυτούς.
Όλα αυτά χωρίς φωνές και φασαρία. Ήρεμα και σταθερά.

Σκορπίζουν χαρτούρα και της βάζουν φωτιά, μακριά πάντα από εκεί που κρατούν τους ανθρώπους, ελαχιστοποιούν τον κίνδυνο. Γεμίζουν συνθήματα τους τοίχους, και αποχωρώντας ενεργοποιούν βραδύφλεκτους,μικρούς εκρηκτικούς μηχανισμούς, πάντοτε μακριά από τους κλειδωμένους.
Φεύγουν προς διαφορετικές κατευθύνσεις, χωρίς βιασύνη και σπασμωδικές κινήσεις.
Επιστρέφοντας από τον γνωστό δρόμο, στο ύψος της προηγούμενης τυχαίας συνάντησης με τον γνωστό του, ο φίλος μου ακούει τις εκρήξεις. Προχωρούν σταθερά, αμέριμνοι αλλά γκαζωμένοι μέσα τους οι φίλοι, μες την χαρά. Νιώθουν να πετούν. Από το μεσημέρι και μετά, στα δελτία και τα νέα, τα φώτα θα πέφτουν στο γεγονός της επίθεσης. Η ενέργεια αυτή θα κάνει θόρυβο μεγάλο, πάταγο θα έλεγα, με πολιτικά οφέλη άφθονα. Ένοπλη προπαγάνδα, σαμποτάζ στις υποθέσεις της εκμετάλλευσης, δολιοφθορά. Όλοι θα μιλούν γι αυτούς. Οι αδικημένοι θα πανηγυρίζουν. Και ο κρατικός μηχανισμός στα πρόθυρα νευρικής κρίσης.
Ένας άλλος δρόμος είναι εφικτός.

Περιουσίες αλλάζουν χέρια εκεί μέσα, και η ζυγαριά μονίμως να γέρνει προς την πλευρά των ισχυρών. Μονόπατα. Προς τα εκεί που στέκονταν οι δυνατοί. Οι λίγοι. Με τα μέσα και την εύνοια ενός συστήματος μονόπλευρου. Και η ενέργεια των φίλων μας θα προκαλέσει έμφραγμα, για μεγάλο διάστημα. Δεν υπάρχει ακόμη ηλεκτρονικό σύστημα αρχειοθέτησης στοιχείων, υπολογιστές.
Όλες οι δικογραφίες θα πρέπει να στηθούν ξανά από την αρχή. Φαύλος κύκλος. Θα περάσει πολύς καιρός μέχρι να ξαναπάρει μπροστά ο μηχανισμός, να μπορέσει να ξαναλειτουργήσει. Και εν τω μεταξύ όλοι θα μιλούν για τους μαχητές. Που έχουν όνομα και επίθετο και χτυπούν το σύστημα στα πλοκάμια του.
Την ώρα που ακούστηκε το μπαμ, σύντροφος καλεί από δημόσιο τηλέφωνο τοπική και εθνική εφημερίδα,για να αναλάβει την ευθύνη της επίθεσης, την πατρότητα,στο όνομα των επαναστατημένων μαχητών. Θα ακολουθήσει φυσικά το κείμενο που θα βρεθεί σε άλλο σημείο της πόλης και αναφέρεται στο τηλεφώνημα.
Μέχρι να γίνουν όλα αυτά ο φίλος μου βρίσκεται κιόλας στο σπίτι του, έχει παραδώσει το όπλο του και την περούκα καθ’ οδόν, μέσα στην είσοδο της πολυκατοικίας απ’ όπου ξεκίνησαν, που είναι εντελώς έρημη από κίνηση. Έχει γίνει άλλος άνθρωπος τώρα. Αλλάζει ρούχα στα γρήγορα, είναι ενθουσιασμένος, εκστασιασμένος. Ταχτοποιεί αυτά που πρέπει να επιστρέψει την επομένη,και τον έκαναν αγνώριστο, φοράει το αγαπημένο του τζην. Αφήνει τα μαλλιά του να ξεχυθούν ελεύθερα και ορμάει για την σχολή.

Η καρδιά του χτυπάει πολύ δυνατά, θέλει να τσιρίξει, την παρακολουθεί να καλπάζει ξετρελαμένη. Τώρα δεν τον νοιάζει τίποτα, αφήνει την αδρεναλίνη να ξεχυθεί με ορμή.
Δεν καταφέρνει να περπατά, τρέχει, μοιάζει του Μπορζώφ. Βλέπει ξανά και ξανά, σαν σε ταινία το φιλμ της κατάληψης, κάθε στιγμή από εκείνα τα λεπτά,που έμοιαζαν αιώνας αλλά τέλειωσαν τόσο γρήγορα. Τα σαστισμένα βλέμματα, το έκπληκτο ύφος των ακινητοποιημένων δικαστών, την αποφασιστικότητα των συντρόφων και την ψυχραιμία. ‘Την ενέργεια που βγάλαμε’, μου λέει χρόνια αργότερα και θα σας εξηγήσω παρακάτω, ‘το ζω σαν να ‘ταν χθες’. ‘Την απέραντη ευτυχία που αντικρίζω στα βλέμματα των συντρόφων μου όταν όλα τελειώνουν και περπατάμε ασφαλείς, μακραίνοντας από την περιοχή, λίγο πριν χωρίσουμε, ήσυχα, ήσυχα στα στενά’.     

»Η μέρα είναι συννεφιασμένη αλλά η καρδιά του λαμποκοπά. Η ψυχή του πανηγυρίζει. Βλέπει με την φαντασία του καρέ, καρέ τη στιγμή που σπρώχνουν τους δικαστές στην αίθουσα της ολιγόωρης ‘φυλακής’ τους αλλά τόσο σημαδιακής. Εκείνους που νιώθουν άτρωτοι και αγέρωχοι όταν δικάζουν ‘ανθρωπάκια’, και καταδικάζουν ανάλογα με τη δύναμη της τσέπης, οι περισσότεροι τουλάχιστον. Που κρίνουν ανάλογα με το φούσκωμα στο κομπόδεμα.
Τώρα τρέμουν σαν τα ψάρια κι εκλιπαρούν τους τιμωρούς τους. Για λίγο ο φόβος περνάει στην απέναντι όχθη, η ταπείνωση. Είναι μεγάλη στιγμή για όλους τους αδύναμους σήμερα.
Τους έχουν δείξει πως όλα γίνονται όταν οι άνθρωποι θέλουν. Τους έχουν δώσει το παράδειγμα. Αυτή είναι η προλεταριακή αντιεξουσία. Όταν ο λαός θέλει όλα τα μπορεί!Χορεύει όλο του το είναι! Νιώθει το μεγαλείο της δικαιοσύνης, που για ένα μικρό έστω διάστημα γύρισε πλευρά. Αυτή είναι η ευτυχία, όταν ο άνθρωπος είναι ελεύθερος, όταν θριαμβεύει επί του φόβου. Η δύναμη της προσφοράς. Αυτές οι στιγμές αξίζουν πολύ, πάρα πολύ. Σχεδόν σαν μια ολόκληρη ζωή. Είναι στιγμές ελευθερίας σε μια γκρίζα καθημερινότητα, που όσο κι αν την πασπαλίσεις με μυρωδικά δεν παύει να παραμένει καταπιεστική, εν πολλοίς.
Αυτή είναι η αντίθεση. Μια λουλουδιασμένη καρδιά, μια ψυχή και μια φάτσα που λάμπουν κι ένας μαύρος ουρανός έτοιμος να κλάψει απ’ την στεναχώρια του. Ίσως επειδή δεν είναι η κάθε μέρα σαν την σημερινή.
Αυτή η μέρα ανήκει στους αγωνιστές.
Στο δρόμο του για την σχολή περνά από την πλατειούλα που βρίσκεται το σπίτι της κοπελιάς του, κοντά στο Ταχυδρομείο, και σταματά στο καφέ του Πιέτρο για να πιει ένα σφηνάκι γκράπα, ας είναι ακόμη πρωί, είναι ξαναμμένος. Το ράδιο αρχίζει να μεταδίδει αποσπασματικά τα πρώτα νέα. Του ‘ρχεται να ουρλιάξει, να φωνάξει: ‘είμαστε εδώ, ο λαός είναι εδώ’, ‘η επανάσταση συμβαίνει, κάθε μέρα’, ‘εμείς δεν συνεργαζόμαστε, δεν συμβιβαζόμαστε’, ‘εμείς δεν θέλουμε να διαχειριστούμε την μιζέρια σας’.
‘Και η μιζέρια δεν είναι μόνο στην τσέπη αλλά σε όλα όσα συμβαίνουν σε μια καθημερινότητα κενή από οποιοδήποτε νόημα έξω από το κέρδος’
‘Που για να το αποκτήσετε είστε διατεθειμένοι να πουλήσετε και την μητέρα σας’. ‘Είμαστε εμείς που ζούμε επικίνδυνα. Γιατί η πλήξη και η σήψη κάνουν κακό. Όπως και η παθητικότητα μπροστά σε αποφάσεις που άλλοι παίρνουν για εμάς χωρίς να ερωτούν’.
‘Ζούμε στο ρίσκο γιατί έτσι μας αρέσει. Δεν μας ικανοποιούν τα πρότυπα που χτίζετε εσείς όλοι που αγαπάτε μόνο το χρήμα, που το θέλετε όλο δικό σας κι όλους εμάς να σας κυνηγάμε μπας και ξεκλέψουμε δεκάρες. Που μας βομβαρδίζετε όλη μέρα με εικόνες κατ ομοίωσή σας, ανέραστοι και κούφιοι’.
‘Ζούμε λοιπόν με ρίσκο και ζητάμε κι από εσάς το ίδιο. Λίγο ρίσκο βάλτε στη ζωή σας, είναι απελευθερωτικό!’

Δεν κρατιέται άλλο. Πληρώνει και φεύγει. Τρέχει, θέλει να δει τους φίλους,τους συντρόφους και τους συμφοιτητές του, στη σχολή. Να ακούσει γνώμες και απόψεις, να αφουγκραστεί συναισθήματα. Να νιώσει από πρώτο χέρι τις αντιδράσεις που προκάλεσαν. Το καφέ ήταν άδειο, δεν είχε σφυγμό. Θέλει να τον πιάσει. Να τον νιώσει. Τρέχει εκεί που θα βρει κοινό. Τέτοια ώρα η σχολή θα είναι γεμάτη, θα σφύζει από ζωή. Θα το έχουν μάθει άραγε» ;         

Φτάνω στη σχολή και ανεβαίνω τα σκαλιά τρέχοντας μέχρι τους επάνω ορόφους όπου βρίσκονται οι αίθουσες. Ακόμη τα νέα δεν έχουν μαθευτεί, δεν γνωρίζει κανείς τίποτα για την επίθεση.
Είναι ότι πιο δυνατό έχουμε κάνει μέχρι σήμερα στην πόλη.
Έτσι αναμιγνύομαι στις συζητήσεις που γίνονταν για τρέχοντα ζητήματα ακούγοντας με προσοχή τους διαλόγους.
Τα παιδιά συζητούν για το επαναστατικό υποκείμενο, το ρόλο του εργάτη σαν κεντρική μορφή στο δρόμο προς την επαναστατική αλλαγή στις κοινωνικές σχέσεις. Λέγονταν πως στη σκηνή των αγώνων έχουν θορυβωδώς εισέλθει και άλλες φιγούρες που διεκδικούν το μερίδιό τους στα πράγματα και τις αποφάσεις που παίρνονται πάνω στα σημαντικά θέματα που αφορούν τη ζωή και τις σχέσεις τις κοινωνικοπολιτικές, τις σχέσεις τις καθημερινές. Φιγούρες που απαιτούν να πάρουν μέρος στις διαδικασίες από την εμπροσθοφυλακή, που θέλουν να παίξουν κεντρικό ρόλο στη διαμόρφωση μιας επαναστατικής πλατφόρμας. Που θα οδηγήσει τον άνθρωπο στην απελευθέρωσή του από τα δεσμά της μισθωτής εργασίας και του κέρδους. Που θα φρενάρει την εμπορευματοποίηση του.
Φτάνει με την εκμετάλλευση λένε.
Άνεργοι, επισφαλώς εργαζόμενοι, γυναίκες.
Εργασία στο σπίτι.

‘Εμείς οι φοιτητές’, φωνάζει κάποιος.
‘Οι εργασίες μας καταλήγουν σε επιχειρηματικά γραφεία και αξιοποιούνται από τα μεγάλα αφεντικά, που τις εντάσσουν στο σχεδιασμό και στα πλάνα τους.’
‘Δουλεύουμε δωρεάν για το κεφάλαιο το μεγάλο, που αντλεί κέρδη από τον κόπο μας’.
‘και στα σχολεία, στις μεγάλες τάξεις, το ίδιο δεν γίνεται ;’
Άλλοι συμφωνούν, άλλοι όχι.
Από κάποιους κατηγορούνται οι φοιτητές για μικροαστισμό, τους φωνάζουν και αριστεριστές.
Εγώ απαντώ πως η επαναστατικότητα πλέον είναι θέμα συνείδησης και όχι απλά ταξικό. Ότι η κυριαρχία έχει εισέλθει σε όλες τις σχέσεις και τις στιγμές της καθημερινότητας. Βλέπε κτητικότητα στις διαπροσωπικές, στον έρωτα, στην οικογένεια.
Και πως αυτός που νιώθει, και θέλει, και αγωνίζεται για την υπέρβαση, για την ανατροπή του υπάρχοντος καθεστώτος στις σχέσεις ανάμεσα στους ανθρώπους, σχέσεις εκμετάλλευσης. Αυτός που οραματίζεται λοιπόν και κινείται σε χνάρια καινούρια, και ψάχνει νέα μονοπάτια, αυτόνομα, και τα διαβαίνει.
Αυτός δικαιούται να ονομάζεται επαναστάτης και να χαρακτηρίζεται έτσι.

Όταν η συζήτηση γυρνά στα μέσα που δικαιούται ο αγωνιστής να επιστρατεύσει στον αγώνα του, οι τόνοι ανεβαίνουν. Κι εδώ οι απόψεις διίστανται.
Υπέρ και κατά της επαναστατικής βίας, στη χρήση των όπλων, στους δρόμους, στο εργοστάσιο, στις γειτονιές στις σχολές. Λίγες μέρες νωρίτερα έχουν πυρποληθεί τη νύχτα αυτοκίνητα καθηγητών πολύ αντιδραστικών, άλλης σχολής. Άλλοι επικροτούν με επιχειρήματα, άλλοι όχι, καταδικάζουν. Πολλοί κρατούν ουδέτερη στάση, κάποιοι μιλούν για σύγχρονους Ρομπέν των μοντέρνων καιρών, κάποιοι απλώς χαμογελούν.

Παλιότερα θα είχα και εγώ αναμειχθεί. Τον τελευταίο καιρό κρατώ στάση λιγάκι αποστασιοποιημένη. Είμαι περισσότερο προσεχτικός. Έτσι κι αλλιώς υπάρχουν τόσα άλλα παιδιά που μπορούν άριστα να υποστηρίξουν τις θέσεις της πράξης και του αντάρτικου, πως οι συνθήκες δεν ωριμάζουν από μόνες τους, πως από τα σήμερα πρέπει να δημιουργηθούν μονάδες του δικού μας στρατού, να εκπαιδευτεί στις επιθέσεις επί του εχθρού που την βία την έχει ψωμοτύρι, που κάνει ντοκτορά επί καθημερινής βάσης στην καταστολή, που σπάζει κόκαλα, που επιτίθεται με αγριότητα σε όσους διεκδικούν, που χτυπά αγώνες. Σύντροφοι που είναι ακόμη στην περιφέρεια της μάχης, που συμπαθούν τους μαχητές.
Πράξεις χρειάζονται, καλά και τα λόγια, χρειάζεται δράση. Όλες οι μορφές αγώνα πρέπει να μπουν στο παιχνίδι.
Θα ετοιμαστούν αρκετοί από αυτούς τους συντρόφους, σιγά σιγά. Προσεκτικά. Τη θέση τους θα πάρουν άλλοι. Βήμα βήμα. Υπάρχει μεγάλη συμπάθεια. Αναπτύσσεται σε όλους τους χώρους. Στις συνελεύσεις,στα πηγαδάκια, στις επιτροπές και τις κοινότητες. Άσε που τα φυλλάδια των οργανώσεων εμφανίζονται ως δια μαγείας σε κάθε γωνιά. Αφίσες, αυτοκόλλητα, παντού. Υπάρχει ρεύμα.
Όλα είναι θεμιτά.

Θέλεις να ζήσεις ελεύθερος, αυτόνομα, και χρησιμοποιείς ότι όπλο χωρά στην φαρέτρα σου, κάποια από αυτά έστω. Λόγο, σαμποτάζ, ενέδρα, κινηματική διαδικασία. Αυτό που σου ταιριάζει. Όλα χρειάζονται, δεν αποκλείεται τίποτα, όλα είναι καλοδεχούμενα. Δεν υπάρχει διαχωρισμός, καλύτερο ή χειρότερο, όλα είναι αναγκαία

 από : εκενώστε τους δρόμους από τα όνειρα 1,2,3

 

  • απόσπασμα από μιαν επιστολή του Oreste Scalzone, τον εκτιμώ απεριόριστα, προς τον γιο του Giangiacomo Feltrinelli στο περιοδικό Frigidaire του οκτωβρίου 1988

»Βρέθηκα, τον αύγουστο που μας πέρασε, μέσα στη στενάχωρη θέση της ανάγκης να πράξω το σχεδόν αδύνατο, »να τετραγωνίσω τον κύκλο»: να υποστηρίξω πως ήταν εκ των πραγμάτων αδύνατο να είναι η οργάνωση της Lotta Continua υπεύθυνη για τον θάνατο του κομισάριου Calabresiγια να υποστηρίξω την συγκεκριμένη αθωότητα των
Bompressi, Pietrostefani και Sofri και την ίδια στιγμή να υποστηρίξω την πολιτική αληθοφάνεια εκείνης της ευθύνης, ώστε να εμποδίσω η υπεράσπιση τους να συνεχίσει να είναι ένα έργο ‘δολοφονίας’ της αλήθειας και περαιτέρω απο-νομιμοποίησης και ποινικοποίησης των μαχητών των χρόνων ’70.                                                                              ΕΥΓΕΝΕΙΣ ΚΑΙ ΦΑΡΙΣΑΙΟΙ                                                                                                                    Βλέπεις, Carlo, οι »διανοούμενοι της αριστεράς» υπερασπίστηκαν τον Sofri με τον πιο σκανδαλώδη και βρώμικο τρόπο που θα μπορούσαν να διαλέξουν, μη λέγοντας λέξη ενάντια στο νόμο για τους »μετανιωμένους», και όλα τα υπόλοιπα, αντιπαραθέτοντας στον »τύπο του δράστη» έναν »τύπο μη δράστη», λέγοντας ουσιαστικά »δεν μπορεί να ήταν αυτός διότι είναι ένας από εμάς, ένας σαν κι εμάς…» – αφήνοντας να υπονοηθεί πως οι άλλοι που είναι διαφορετικοί μπορούν να σαπίσουν στη φυλακή.
Μπροστά σε αυτή την τανάλια έκανα την επιλογή να κηρύξω τον εαυτό μου έναν από τους τουλάχιστον διακόσιες χιλιάδες πολιτικούς και ηθικούς »αυτουργούς» εκείνης της εκτέλεσης, και πήρα την απόφαση να αποκαλύψω έναν κόκκο αλήθειας επάνω σε εκείνα τα χρόνια. Δηλαδή πρώτα απ’ όλα πως, τότε, δεκάδες μικρές ή μεγαλύτερες ομάδες αυτοπροτείνονταν να μεταφράσουν σε πρακτική εκείνη την »τρομερή επιθυμία» που ζούσε μέσα στο κοινωνικό φαντασιακό, εκτελώντας την ετυμηγορία που το κίνημα είχε εκδώσει ενάντια στον κομισάριο Calabresi.
Σήμερα, βλέπεις, εγώ είμαι ένας ελευθεριακός κομουνιστής, και φρικάρω μπροστά σε όλα τα δικαστήρια, ξεκινώντας από εκείνα »του λαού». Αλλά πρέπει ίσως να υποκριθούμε πως ξεχνούμε [ή, χειρότερα, να ξεχνούμε πραγματικά] πως όλοι τότε φωνάζαμε για »προλεταριακή δικαιοσύνη»; Εάν ο σενατόρε Bòato θέλει να διαγράψει αυτό το πράγμα, μπορεί να το κάνει [ εγώ βρίσκω, εκτός των άλλων, χαζό να ελπίζει πως θα κερδίσει τη δίκη καταφέρνοντας να κάνει να ξεχαστεί εκείνος ο τίτλος στην εφημερίδα που μιλούσε για »Μια πράξη δικαιοσύνης» αντί να επιτίθεται στην διαστροφή του νόμου για τους μετανιωμένους και στους άλλους ειδικούς νόμους], και να εκμεταλλευτεί την ευκαιρία για να ανοίξει επιτέλους μια μεγάλη απελευθερωτική αυθεντική συζήτηση επάνω στα χρόνια ’70, την ριζοσπαστικότητα του κινήματος, την θέληση για ισχύ και το αρχέτυπο της κατάκτησης της εξουσίας, το όνειρο της απελευθέρωσης και το στενό πουκάμισο της ‘πολιτικής’, τις ανάγκες και τις επιθυμίες, την αντιεξουσία και τη βία, την πολιτική αιχμαλώτιση και την αμνηστία, την αιχμαλωσίa ‘ούτως ή άλλως’ ‘και την κίνηση προς κατάργηση άδικων νόμων».

 

  • Μέρος Γ   Ήμαστε λοιπόν η «γενιά της υπαρξιακής εξέγερσης» για να ανιχνεύσουμε ξανά και να ανακτήσουμε τις ρίζες όλων των «Εξήντα οκτώ»: από τα αμερικανικά beat στους χίπις, στους μαύρους πάνθηρες, από την εξέγερση ενάντια στη «μορφή κόμμα» και την άρνηση της «ανάθεσης», στην οριζόντια πολιτική αυτοοργάνωση, από τη βαθιά ανάγκη της «αυτονομίας του υποκειμένου» στην απόρριψη της καταναλωτικής κοινωνίας που παράγει τον «μονοδιάστατο άνθρωπο», από την ανάγκη / προϋπόθεση να επινοήσουμε, να δημιουργήσουμε μια «υλική συγκρότηση της τάξης» μέσα στην κριτική διένεξη-διαμάχη, βίαιη συχνά, της τυπικής δημοκρατίας και των «τυπικών συνταγμάτων». Θεμελιώδες ήταν να κάνουμε κατανοητή την «παγκοσμιοποίηση» των νέων διαδικασιών της υπαρξιακής και πολιτικής αυτοδιάθεσης που ξεκινώντας από τη ριζοσπαστική κριτική της πυρηνικής οικογένειας επεκτείνονταν στο σχολείο, τον κόσμο της εργασίας, το κόμμα, τους «συνολικούς θεσμούς» και το κράτος για να εισρεύσει στην παγκόσμια αντιπολίτευση ενάντια στη μέγιστη μορφή κυριαρχίας που είναι ο ιμπεριαλισμός. Με μια εκπληκτική αρμονία πραγματοποιούνταν με αυτό τον τρόπο και, ξεκινώντας από την καθημερινή ζωή του καθενός, η συγκόλληση-η σύνδεση ανάμεσα στην «απελευθέρωση του εαυτού μας ως απαραίτητη προϋπόθεση για την απελευθέρωση όλων», και η τοποθέτηση μας πλάι στους αγώνες απελευθέρωσης όλου του Νότου του κόσμου. Σε αυτή την πορεία η «παγκόσμια διαμαρτυρία» έβρισκε την ενοποίησή της σε διεθνές επίπεδο’.

απόσπασμα από το βιβλίο: Nanni Balestrini, Primo Moroni – L’orda d’oro, η χρυσή ορδή, το μεγάλο επαναστατικό και δημιουργικό, πολιτικό και υπαρξιακό κύμα

 

  • Η ζωή έχει καταντήσει σκέτη καταπίεση, μονοτονία, πλήξη. Όλα προκαθορισμένα, για μια ζωή, από τα πριν και από άλλους. Γεννιέσαι για να δουλεύεις και να απολαμβάνουν αυτοί. Πετώντας ξεροκόμματα. Στην δουλειά και τον πολιτισμό. Έχοντας προγραμματίσει μέχρι και την τελευταία λεπτομέρεια της μέρας. Δεν επιτρέπονται οι παρεκκλίσεις. Να μη βρίσκεις χρόνο να σκεφτείς, τι σου αρέσει,και αν σου αρέσει!
    Η καθημερινότητα της πλήξης.
    Πολύ μιζέρια για το τίποτα! Και πολύ κουβέντα για ελάχιστα.
    Αυτοί όμως διαλέγουν έναν άλλο δρόμο, με πολλά μονοπάτια.
    Είναι αυτόνομοι.
    ‘εμείς όμως είμαστε αλλιώς, θέλουμε άλλα πράγματα, διαφορετικά, και τα θέλουμε τώρα’, λέει ο Μάριος.
    ‘Πρώτα, πρώτα, ξέρουμε πολύ καλά τι δεν μας αρέσει, και θέλουμε να το εξαφανίσουμε, να το διαλύσουμε’.
    ‘Και ζώντα , αναπνέοντας μαζί, δημιουργικά, θα φτιάξουμε σιγά σιγά το καινούριο. Μυρίζει όμορφα εκεί έξω, περιμένει να χαρτογραφήσουμε τα καινούρια εδάφη. Θα το ανακαλύψουμε, θα το εξερευνήσουμε. Είναι αυτό που θέλει να ξεπηδήσει από μέσα μας,που το πνίγει ο ασφυκτικός περίγυρος, η σήψη της Μητρόπολης, η πλήξη του καθωσπρεπισμού. Ασφυκτιεί το μωρό μέσα μας και επιθυμεί να ξετιναχτεί σε περιβάλλον ελευθερίας. Πνίγεται από την επανάληψη.
    Όχι λοιπόν στην επανάληψη μιας καθημερινότητας που πνίγει!’

Προχθές πήγαν στον κινηματογράφο και είδαν το ‘Μπούτς Κάσιντυ και Σάντανς Κίντ’. Με τους Ρόμπερτ Ρέντφορντ, Κάθριν Ρός και Πώλ Νιούμαν. Ο κινηματογράφος ήταν πίτα στους νέους που αποθεώνουν τους πρωταγωνιστές.
Ναι !! Έτσι θέλουν να ζήσουν και αυτοί! Ληστές. Φίλοι καρδιακοί. Χίλιες φορές καλύτερα στην παρανομία, αρπάζοντας το χρήμα από τις τράπεζες και τους λεφτάδες. Που έτσι κι αλλιώς δεν ιδρώνουν υπερβολικά μιας και έχουν άλλα τόσα και ακόμα περισσότερα. Που όσο κι αν δουλέψεις, κάνοντας το ίδιο και το ίδιο για ώρες, μέρες, χρόνια, λέγοντας τα ίδια λόγια, μια ζωή, δεν θα γευτείς ποτές !
Την ώρα που οι ληστές τρέχουν με το ποδήλατο μες τα λουλούδια, εκεί στο πράσινο, μες την ομορφιά, στα χρώματα και τα αρώματα! είναι αλλιώς να τα απολαμβάνεις ελεύθερος, μακριά από την εκμετάλλευση. Τότε απολαμβάνεις!
Το να παρακολουθήσεις την ταινία είναι επίτευγμα, γίνεται ένας χαμός, δύσκολο να συγκεντρωθείς. Τραγούδια ακολουθώντας τη μουσική της ταινίας, συνθήματα. Νομίζεις πως βρίσκεσαι στο αμφιθέατρο. Στη συνέλευση. Σχόλια, θέσεις, αποφάσεις.

Την άλλη φορά, στο τέλος της ταινίας ‘Μπόνυ και Κλάϊντ’, με την Φαίη Ντάναγουεη και τον Γουώρεν Μπήτυ, τα παιδιά βγαίνουνε από τον κινηματογράφο και ξεχύνονται στην πόλη σε πορεία, βραδινή, στο κέντρο. Και υπάρχει οργή ανάμικτη με ενθουσιασμό. Και αποφασιστικότητα. Γιατί το πλήθος νιώθει την δύναμή του. Και οι μπάτσοι μένουν μακριά. Γιατί κατάλαβαν ότι δεν τους παίρνει..
Είναι τέτοια η ορμή και η θέληση των παιδιών που τους έδωσαν να καταλάβουν πως σήμερα το βράδυ δεν θα έχουν τύχη, τους έπιασαν στα πράσα, δεν τους περίμεναν, δεν υπήρξε ραντεβού. Και πως αν προσπαθήσουν κάποια επιθετική κίνηση τα πράγματα θα πάρουν άσχημη τροπή.  Από: εκενώστε τους δρόμους από τα όνειρα 2

 

  • ‘Μια φάση χωρίς προοδευτικές ιδεολογίες ούτε εμπιστοσύνη στον σοσιαλισμό, χωρίς καμία αγάπη για το δημοκρατικό σύστημα, αλλά και χωρίς σεβασμό στους μύθους της προλεταριακής επανάστασης, έδειχνε τις προοπτικές της.Ήταν μέσα σε αυτή την αλλαγή σκηνικού που πήρε μορφή το νέο πολιτικό-πολιτιστικό φαινόμενο της εργατικής αυτονομίας. Autonomia operaia ήταν μια έκφραση που χρησιμοποιούνταν ευρέως στη γλώσσα της συνδικαλιστικής οργάνωσης και των ομάδων. Ήταν μια διατύπωση που αναφέρεται σε εκείνη της συνδικαλιστικής αυτονομίας, η ανεξαρτησία της οργάνωσης του συνδικάτου από το παιχνίδι των πολιτικών κομμάτων ήταν μια σημαντική αρχή κατά τη δεκαετία του εξήντα, αλλά περιελάμβανε στοιχεία ασάφειας, εξάρτησης σε συμβασιακές διαπραγματεύσεις, αποπολιτικοποίησης του αγώνα των εργατών. Εργατική αυτονομία ήθελε να πει κάτι περισσότερο: αυτό σήμαινε την αυτοοργάνωση των αγώνων έξω από τη διαχείριση των συνδικάτων και τις πολιτικές λογικές. Αλλά από το 1973 η έκφραση «εργατική αυτονομία» άρχισε να σημαίνει κάτι νέο, κάτι πολύ ριζοσπαστικό, ότι η εργατική ύπαρξη, η προλεταριακή αλληλέγγυα κοινότητα μπορεί να οργανώσει κοινωνικές συνθήκες ανταλλαγής, παραγωγής και συνύπαρξης αυτόνομες από την αστική νομιμότητα. Αυτόνομες από το νόμο της ανταλλαγής, από το νόμο της παροχής χρόνου, από το νόμο της ιδιωτικής ιδιοκτησίας. Η αρχή της αυτονομίας έλαβε το πλήρες ετυμολογικό της νόημα: η προλεταριακή κοινωνικότητα ορίζει τους δικούς της νόμους και ασκεί την πρακτική τους στο έδαφος που έχει καταληφθεί στρατιωτικά από την μπουρζουαζία. [απόσπασμα από την »χρυσή ορδή»]

 

Μέρος Δ   ‘η Anna είναι δεκαοκτώ χρονών κι αισθάνεται πολύ μόνη έχει θλιμμένο πρόσωπο και δεν βγάζει μιλιά έτσι κι αλλιώς είναι σίγουρη πως κανείς δεν θα την καταλάβαινε κι ακόμη και αν καταλάβει σίγουρα θα την προδώσει. Και το βράδυ στο δωμάτιο πριν κοιμηθεί διαβάζει για αγάπες και όλες τις περιπέτειες μέσα στα βιβλία που κάποιος άλλος γράφει που ονειρεύεται το βράδυ, αλλά την μέρα όμως δεν ζει Και ακούει το αγαπημένο της ραδιόφωνο για να νιώσει ένα κομματάκι κοινής λογικής και φωνές γεμάτες θέρμη και τους χαύνους στίχους όλων εκείνων των τραγουδιστών με παιδικά πρόσωπα και τις σπασμένες καρδιές τους Μα εδώ και λίγο καιρό είναι δύσκολο να ξεφύγεις, υπάρχει κάτι στον αέρα που δεν μπορεί να αγνοηθεί είναι γλυκό, μα δυνατό και δεν σ’ αφήνει ποτέ είναι ένα κύμα που μεγαλώνει και σε ακολουθεί όπου κι αν πας Είναι η μουσική, η εξεγερμένη, η αντάρτισσα μουσική που δονείται στα οστά σου και μπαίνει μες το δέρμα σου που σου λέει να βγεις που σου ουρλιάζει να αλλάξεις να παρατήσεις τις βλακείες και την πλήξη και να μπεις στον αγώνα
ο Marco από δίσκους κάνει συλλογή και γνωρίζει από μνήμης κάθε γκρουπ και εν τω μεταξύ ονειρεύεται να πάει στην Καλιφόρνια ή στις πόρτες του κόσμου που βρίσκονται επάνω στην Γερμανία Και λέει: »Εδώ σε μας, κατά βάθος, η μουσική δεν είναι άσχημη, εκείνο που δεν αντέχω είναι μόνο τα λόγια». Αλλά μετά τα ξαναβρίσκει αυτά τα λόγια κάθε φορά που βγαίνει έξω μέσα στις αφίσες ή γραμμένα πάνω στους τοίχους Είναι η μουσική, η εξεγερμένη, η αντάρτισσα μουσική που δονείται στα οστά σου και μπαίνει μες το δέρμα σου που σου λέει να βγεις που σου ουρλιάζει να αλλάξεις να παρατήσεις τις βλακείες και την πλήξη και να μπεις στον αγώνα’

Eugenio Finardi Musica ribelle 1976

 

  • »Μας αρέσει να κάνουμε καλοκαιρινές διακοπές στην Ελλάδα. Στα πανέμορφα Ιόνια νησιά, και παράλια, που είναι κοντά στην πατρίδα μας, κυρίως. Με σκηνάκια και υπνόσακους. Βουτάμε όλη μέρα στα καθάρια, γαλαζοπράσινα νερά και λιαζόμαστε με τις ώρες.
    Λευκάδα,Παξοί, τώρα τελευταία Πάργα και Σύβοτα. Εκεί γνωρίζουμε τον Σάντρο που συζεί στη Ρώμη με την Αντρέα, Γερμανίδα φοιτήτρια που έχει τελειώσει Ιταλική φιλολογία, αλλά παραμένει στην χώρα με τον φίλο της και τον ακολουθεί στις διακοπές του. Ταξιδεύουν με ένα Φόρντ Τράνσιτ που χρησιμοποιεί στη δουλειά του ο Σάντρο, είναι έμπορος δερμάτινων ρούχων.

Γίναμε μια μεγάλη παρέα λοιπόν, περνάμε θαυμάσια. Γυρίζουμε όλη την περιοχή, Μέτσοβο, Βίκο, Ζαγοροχώρια και Πάργα, την περιοχή της Πρέβεζας, φτάσαμε μέχρι τον Αχέροντα και επισκεφτήκαμε την είσοδο του κάτω κόσμου. Περνούμε κοντά δέκα μέρες μαζί. Χωρίζουμε όταν οι καινούριοι μας φίλοι κατηφόρισαν προς Κρήτη.

Χθες, μετά την επίθεση στο Πρωτοδικείο, κάποια στιγμή στο δρόμο,μπροστά σε ένα ταξιδιωτικό γραφείο ακούω δύο νεαρούς να συζητούν ελληνικά,σχολιάζοντας μία αφίσα,ένα υπέροχο αγόρι λαξευμένο στο μάρμαρο, κολλημένη στα τζάμια ταξιδιωτικού γραφείου. Ο νους μου πετάει πάλι στα Σύβοτα, θα ήθελα πολύ να ξαναβρεθώ εκεί, σκέφτηκα.
Μέρος πανέμορφο και τελείως παρθένο, στην Ήπειρο. Τριάντα χιλιόμετρα,πάνω κάτω από την Ηγουμενίτσα, προς νότο. Φτάνεις στο ψαροχώρι από χωματόδρομο. Είκοσι, τριάντα σπίτια όλα κι όλα, ένα παντοπωλείο που εκτελεί και χρέη γραφείου τηλεπικοινωνιών, μία ταβέρνα -καφενείο. Φυσικό λιμάνι με πολλά νησάκια γύρω -γύρω και έρημες αμμουδιές. Κάθε καλοκαίρι ο κόλπος γεμίζει ιστιοπλοϊκά σκάφη που βρίσκουν εκεί ευχάριστη προστασία και ασφάλεια.

Όπως παντού όπου τριγυρνούμε τα καλοκαίρια, μια χρονιά στη Λευκάδα, μια στη Σκόπελο και αλλού, βρίσκουμε και στήνουμε τις σκηνές μας και τους υπνόσακους κοντά σε μέρος που αναβλύζει γλυκό νερό μέσα από την γη,σε κάποια γωνιά. Για να μπορούμε να ξεπλενόμαστε, όλη μέρα το αλάτι δεν αντέχετε στο κορμί, είναι ενοχλητικό.
Συχνά μαγειρεύουμε στην παραλία, πάντα υπάρχει παχύς ίσκιος στα μέρη που διαλέγουμε να κατασκηνώσουμε, πεύκα ή ελιές συνήθως. Αρμυρίκια επίσης κατεβαίνουν σχεδόν να γλύψουν το νερό. Όλη μέρα στον ήλιο είναι απελπισία, τις μεσημεριανές ιδίως ώρες ζεματάει.
Τα βραδάκια κατεβαίνουμε στο χωριό, η ταβέρνα είναι πολύ φιλόξενη, μας ανοίγει με ευχαρίστηση την αγκαλιά. Κάνουμε τις επαφές τους με τους ντόπιους, μας αρέσει να έχουμε ζωντανή την αίσθηση του τόπου που μας φιλοξενεί, γεμίζει τις μπαταρίες αυτό το όλον. Άνθρωποι είμαστε, όχι περαστικοί. Επιθυμούμε να δοθούμε και να πάρουμε.

Εκεί, στα Σύβοτα μάλιστα, ο ταβερνιάρης θυμίζει αφάνταστα τον Τζούλιο Αντρεότι, στη φάτσα και στην καμπούρα. Τα πειράγματα πηγαίνουν σύννεφο. Είναι δημοκράτες γενικότερα. Ενδιαφέρονται τρομερά να μάθουν γι αυτή την περίφημη ‘στροφή’ των κομμουνιστών στην Ιταλία, με τον ‘ιστορικό συμβιβασμό’, λες και ο συμβιβασμός είναι κάτι καινούριο για τους ιταλούς ρεβιζιονιστές. Και άντε ένας τακτικός συμβιβασμός. Εδώ μιλάμε για στρατηγική στροφή,τους λέμε. Την συν διαχείριση του υπάρχοντος προτείνουν στο κεφάλαιο και τους λακέδες του οι ρεφορμιστές. Και μιλούν για μεταρρυθμίσεις που το σύστημα το καπιταλιστικό θα αναζωογονήσουν. Άμα περισσέψει κάτι θα πάρουν και οι υπόλοιποι.
Ακουμπάμε λοιπόν στην γενναιοδωρία τους; Εκεί ελπίζουμε;
Εμείς λοιπόν, τους λέμε, οι νέοι, δεν επιθυμούμε τα ψίχουλα. Απαιτούμε το δίκιο, που λέει πως σε όλους πρέπει να μοιραστεί ο πλούτος. Πως απαιτούμε μιαν άλλη ποιότητα ζωής. Τα πάντα σε όλους. Ο πλούτος πρέπει να μοιραστεί στην κοινωνία. Άλλες αξίες να επικρατήσουν.

Ρωτούν συνεχώς, θέλουν να καταλάβουν. Και αυτό τους τιμά. Τους κάνει στα μάτια μας ακόμη πιο συμπαθείς. Μιλάμε σε μια διάλεκτο που περιλαμβάνει λίγα ελληνικά, σπαστά ιταλικά και κάποια εγγλέζικα! Όλα μαζί μισκούλιο!
Και όσο περνάει η ώρα και το κέφι ανεβαίνει η κατάσταση γίνεται λιγότερο σοβαρή, κυριαρχεί πλέον ο άνθρωπος που αφήνει στην άκρη τον πολίτη, επικρατεί λοιπόν το καλαμπούρι και οι μεγάλοι ξαναγίνονται παιδιά.
Τους δείχνουν να χορεύουν ακολουθώντας το ρυθμό της μουσικής που παίζει στο πικ απ. Όλοι μαζί αγκαλιασμένοι πρώτα, κείνους τους γρήγορους ρυθμούς, σε κύκλο. Και να φωνάζουν ωπα!
Και τους άλλους, τους ερωτικούς, που κουνούν την κοιλιά και τους γοφούς αναστενάζοντας. Και τα χέρια ψηλά. Αχ και βαχ, και η λίμπιντο ανεβαίνει στον ουρανό..

Ο άνθρωπος,λένε, εν κατακλείδι, σαν συμπέρασμα, είναι φτιαγμένος για να χαίρεται τη ζωή, όχι να ταλαιπωρείται. Αν λοιπόν κάποιοι πρέπει να ευτυχούν, ας είναι όλοι. Να μην τους χωρίζει το εισόδημα, η καταγωγή, το χρώμα και η φυλή ή οι ευκαιρίες.
Είναι τόσο όμορφο να είσαι χαμένος μέσα στη φύση της Μεσογείου, ηρεμιστικό και χαλαρωτικό.
Ανάμεσα σε τόσες αποχρώσεις του πράσινου του μπλε και του γαλάζιου.
Ο αέρας ευωδιαστός, το τραγούδι του ανέμου αισθησιακό, το τιτίβισμα των πουλιών χαρούμενο, η πτήση και το κράξιμο του γλάρου απελευθερωτικό.
Δεν χρειάζονται αντικαταθλιπτικά, έχεις την εξοχή, τη θάλασσα και το βουνό.

Αγαπάμε πολύ τη ζωή, τα χρώματα και τη γαλήνη της φύσης. Μας αρέσουν και οι εναλλαγές του καιρού, από την ηρεμία στην καταιγίδα, τα ξεσπάσματα και η επιστροφή στη νηνεμία.
Τρεις πεταλούδες τρέχουνε στη φθινοπωρινή ομορφιά, κυνηγιούνται πετώντας σε υπέροχα σχήματα.
Πολύχρωμες, χρώματα φανταστικά, λουσμένες στον ήλιο, όλα καθάρισαν από τη βροχή, λαμποκοπούν.
Λιάζονται σε ανάπαυση, τις αναστατώσαμε όταν καθίσαμε να ξεκουραστούμε κι εμείς κοντά τους.

Ξαναγυρίζοντας όμως στο χωριό, κάνουμε πολύ χάζι με το τηλέφωνο και την περιπέτεια του να καλέσεις στο σπίτι, τους δικούς σου! Όταν χρειάζεται για να ανταλλάξουμε νέα. Ακούστε λοιπόν.
Η γυναίκα του μπακάλη, για να το ενεργοποιήσει, γυρίζει με ταχύτητα μια μανιβέλα, μέχρι να ανοίξει η γραμμή και να συνδεθούν με το κέντρο. Το οποίο μετά από κάποιο τέταρτο της ώρας επιτρέπει την επικοινωνία με την πατρίδα, σε ένα θάλαμο μικρό που χωρούν με τα ζόρι δύο άτομα. Ένα βαρύ μαύρο ακουστικό στ’ αυτιά για να ακούμε την άλλη πλευρά. Και έτσι που λέτε μιλάμε με τους δικούς μας. Μπορεί δε να φτάσεις τελευταίος και να μιλήσεις πρώτος. Ρώσικη ρουλέτα.
Φοβερά πράγματα.
Να σου μιλήσω και για μια πολύ δυνατή μέρα, από αυτές που δεν ξεχνιούνται.

Αποφασίζουμε να κατεβούμε στο χωριό για τηλέφωνα, όλοι μαζί. Θα περιμένουμε που θα περιμένουμε, ας το κάνουμε παρέα.
Ξυπνάμε νωρίς διότι θέλουμε να χάσουμε όσο λιγότερο από το χρόνο μας. ‘Καταλαμβάνουμε’ το παντοπωλείο και ξεκινάμε τις κλήσεις την ώρα που καταφτάνουν καινούριες προμήθειες σε τοπική ρακί. Από κάποιον γνωστό του μαγαζάτορα. Κάνει να δοκιμάσει, μας ρίχνει μια ματιά και μας προσφέρει τρία σφηνάκια για να πάρει τη γνώμη μας.
Δεν είναι δέκα το πρωί ακόμη, είμαστε νηστικοί αλλά κατεβάζουμε μονορούφι τη ρακί.
Αυτό ήταν. Ανοίγουμε κάτι κονσέρβες λαδερά,κάτι παστά και τέτοια διάφορα και στήνουμε κανονικό πανηγύρι. Σε μία ώρα είμαστε όλοι ντίρλα, μαζεύουμε εκεί έξω και άλλους αλλοεθνείς νεαρούς, γίνεται χαμός!
Καταφέρνουμε να μιλήσουμε και με την πατρίδα, μες την καλή χαρά,πρωινιάτικα σουρωμένοι, έχουμε γίνει μια πολύ μεγάλη παρέα όταν πέφτει σύρμα για μια φανταστική παραλία από την άλλη μεριά του βουνού!
Θα πάμε να βουτήξουμε εκεί όλοι μαζί, έτσι όπως είμαστε. Ok.
Μπαίνουμε στα αυτοκίνητα και ξεκινάμε. Αληθινή βαβέλ σου λέω. Ακούς όλων των ειδών τις γλώσσες,με άλλες τόσες προφορές!

Έχουμε σηκώσει όλο το μαγαζί προμήθειες, στη μέση της διαδρομής, στην κορφή της ανεβασιάς, στο σημείο που βλέπεις τη θάλασσα και από τις δύο μεριές, σταματάμε. Αφήνουμε τα αυτοκίνητα στην άκρη, καταλαμβάνουμε όλο το κατάστρωμα και στήνουμε χορό. Στη μέση του δρόμου. Μουσική παίζουν τα αυτοκίνητα. Άλλο κομμάτι από εδώ, άλλο από εκεί.
Πανδαιμόνιο στη μέση του πουθενά. Και ούτε έχει μεσημεριάσει!
Η κυκλοφορία φυσικά έχει σταματήσει και από τις δυο κατευθύνσεις, τα θυμάμαι και ανατριχιάζω, ενώνονται μαζί μας άλλοι τόσοι, χορεύουμε αγκαλιασμένοι, άνθρωποι που συναντιούνται για πρώτη και τελευταία φορά μεταξύ τους, άγνωστοι παντελώς. Τόσο κοντά όμως βρίσκονται! Δεν θέλει πολλά! Μοναχά ψυχή βαθιά.

Πόση ώρα μείναμε εκεί δεν μπορώ να σου πω. Ούτε πως βρεθήκαμε κάτω στα νερά. Πως γυρίσαμε πίσω το απόγευμα άγνωστο. Και πόσοι από εμάς. Ένα ξέρω μόνο. Είναι πολύ όμορφη η ζωή όταν την ρουφάς απ’ το μεδούλι. Και πολύ απλή!»

Από: εκενώστε τους δρόμους από τα όνειρα 3

 

  • »Δυο κόσμοι στέκονται αντιμέτωποι ο ένας απέναντι στον άλλον, η κοινωνία των εγγυημένων από το σύστημα εξουσίας, και αυτή των μη εγγυημένων, των αποκλεισμένων από την καθεστηκυία τάξη. Οι πρώτοι κοντά ή μέσα στα κέντρα όπου λαμβάνονται οι αποφάσεις, στο σύστημα μέχρι τα μπούνια – οι δεύτεροι, αυτόνομοι στις συμπεριφορές, εφορμούν να ανατρέψουν το κατεστημένο που τους πιέζει ασφυκτικά σαν βράχος ασήκωτος, ανυπόφορος. Ο θάνατος σου η ζωή μου! Σαν δύο παλαιστές που στέκονται στο ρινγκ, κοιτάζονται στα μάτια λίγο πριν εφορμήσουν ο ένας καταπάνω στον άλλον με ένταση αμείλικτη, κραυγάζουν και χύνονται στη μάχη!

Βάζουμε στη ζωή μας πολύ ρίσκο, βάζουμε ένταση, η ομαλότητα μπορώ να πω πως είναι εχθρός μας. Ο νόμος φτιάχτηκε από άλλους και για άλλους. Εμείς όλοι έχουμε πολλά που μας χωρίζουν από την σύμβαση. Σκεφτόμαστε αυτόνομα. Το κατεστημένο και την τάξη του πολεμάμε. Δρούμε αυτόνομα. Η άποψη αυτών θα είναι αποτυπωμένη στις φυλλάδες. Θα παρουσιάζουν με τον τρόπο τους τα συμβάντα, όπως τους συμφέρει.
Ο πολύς λαός όμως ακόμη δεν μασάει.
Ποιος είναι ο λαός ;
Οι από κάτω, αυτοί μάλλον που θέλουν να ζουν ελεύθερα, να σκέφτονται ελεύθερα, αυτόνομα, να δρουν ελεύθερα, αυτόνομα. Και είναι ακόμη πάρα πολλοί.

Αυτό τρομάζει! Δια τούτο οι φυλλάδες παρουσιάζουν τα γεγονότα, που συμβαίνουν καθημερινά πλέον, την επίθεση στους θεσμούς και την καταπίεση, μέσα από παραμορφωτικούς φακούς. Προσπαθούν να αποπροσανατολίσουν. Δείχνουν μία συναίνεση στις επιλογές του κεφαλαίου ψεύτικη, δεν υπάρχει τέτοια στα λαϊκά στρώματα. Στον κόσμο της εργασίας. Του κοινωνικού εργάτη που στενάζει στις γειτονιές και τους δρόμους της Μητρόπολης.
Εμείς λοιπόν την μετατρέπουμε σε ζούγκλα. Το δάσος μας,το βουνό, είναι οι κοινωνικές σχέσεις που δημιουργούμε καθημερινά , στους μικρούς και μεγαλύτερους αγώνες, ο κοινωνικός εργάτης, η κάσμπα.
‘Κρυβόμαστε’ εκεί μέσα και επιχειρούμε με σχέδιο. Έχουμε οργανώσει τις ομάδες μας, τον στρατό μας ,ελευθερώνουμε ζώνες. Είμαστε παντού, στην καθημερινότητα του καθένα δίπλα. Φτιάχνουμε την αντιεξουσία μας. Εκεί, και όποτε μας παίρνει φυσικά. Στιγμές, ώρες, μέρες ελεύθερης ζωής. Χρόνια.

Η καθημερινότητά μας είναι γεμάτη ένταση, ρίσκο και απρόοπτα. Σχεδιασμό και προετοιμασία.
Ζούμε το σήμερα, την στιγμή.
Σίγουρα μας νοιάζει και το αύριο. Να φέρουμε και άλλους κοντά μας.
Θέλουμε το αύριο δικαιότερο. Με ελευθερία και ισότητα για όλους. Ίσες ευκαιρίες, πραγματικά.
Περνάμε από το σφυροδρέπανο στο αστέρι. Είναι μια φυσιολογική κατάληξη. Μιας πορείας που έρχεται τρέχοντας από το ’68. Από την κριτική του υπαρκτού σοσιαλισμού στην πλήρη καταδίκη του. Στο ξεπέρασμα του Μαρξισμού και του Λενινισμού, στο ξεπέρασμα της πρωτοκαθεδρίας του κόμματος. Στην ανάδειξη των συμβουλίων και των κοινοτήτων. Στην ανάγκη δημιουργίας του επαναστατικού λαϊκού στρατού.

Υπάρχουν και οι άλλοι, που πιστεύουν ακόμη στο κόμμα, το ένοπλο, που το προτείνουν και εργάζονται για να το δημιουργήσουν. Και είναι πολύ δυνατοί.
Εμείς θέλουμε να ενεργοποιήσουμε τον λαό, την κοινωνία.
Δικός της είναι ο αγώνας και ο πόλεμος.
Δεν τον αναθέτει σε τρίτους, σε κανέναν, τον ιδιοποιείται.
Τον διεξάγει η ίδια.
Η ίδια διαλύει το κράτος, διαλύει το υπάρχον, τους θεσμούς τους κυρίαρχους. Θα δημιουργήσει νέους, θα τους επινοήσει, τους γεύεται ήδη στις συναναστροφές της , που έχουν γεύση αλλιώτικη.
Δεν θα της κάνει άλλος την δουλειά, δεν θα το κάνει άλλος γι αυτήν.
Η κοινωνία οργανώνει την αυτοάμυνα της, οργανώνει και τις επιθέσεις της. Αυτόνομα.
Διαλέγει τον χώρο και τον χρόνο, μετράει τις δυνάμεις της και δρα
Πράττει ήδη, ζει ήδη το καινούριο
Δεν περιμένει
Εξερευνά, ανακαλύπτει, χαρτογραφεί.
Φτιάχνουν τον στρατό τους, η καταστολή δεν τους τρομάζει, πολεμούν το κατεστημένο κάθε μέρα, όχι μόνο στα λόγια. Οι επαναστατημένοι.
Ελευθερώνουν τις περιοχές τους, πολεμούνε τις συμβάσεις, ζούνε έξω από τις συμβάσεις, μακριά, γεννούν το έμβρυο το καινούριο.
Η ελευθερία είναι εδώ, στις καθημερινές μάχες. Η αυτονομία.
Αυτοί χτυπάνε τα πλοκάμια του κατεστημένου, της εξουσίας, οι άλλοι την καρδιά του.
Μια μέρα θα νικήσουν.
Η αλλοτρίωση του ανθρώπου είναι στο στόχαστρο, η απαλλοτρίωση των ζωών τους.
Η απελευθέρωσή της ζωής το όραμα!

Από ένα φυλλάδιο μας :
‘επιδίωξή μας είναι ο άνθρωπος να διακόψει μια και καλή τον αυτοϋποβιβασμό του σε παραγωγό καταναλωτή, να αφυπνίσει τη δημιουργικότητά του και να διεκδικήσει την ατομική και κοινωνική απελευθέρωση».

»Μια μέρα, οι κολεκτίβες Mensa [του φοιτητικού εστιατορίου δηλαδή] και Αρχιτεκτονικής αποφασίζουν να ‘επισκεφτούν’ το μεγάλο πολυκατάστημα που βρίσκεται κοντά στο Ταχυδρομείο. Ζητούν λοιπόν από τους περισσότερο έμπειρους να οργανώσουν τη φάση, τους παλιότερους δηλαδή.
Θα πάρουμε μέρος καμιά τριανταριά σύντροφοι, αγόρια και κορίτσια. Σχεδόν μοιρασμένοι, ίσως και περισσότεροι από τριάντα. Σχεδιάζουμε το πλάνο εξονυχιστικά. Θα αποκλείσουμε όλο το τετράγωνο και θα εμποδίσουμε τη μηχανοκίνητη πρόσβαση γεμίζοντας τον δρόμο σπασμένα μπουκάλια, αν χρειαστεί, ώστε να προκαλέσουμε κυκλοφοριακό μποτιλιάρισμα και κομφούζιο. Ουρές αυτοκινήτων, εμπόδια. Ως συνήθως, θα εξουδετερώσουμε τα τηλέφωνα και τρεις από εμάς, με το καλό, θα ακινητοποιήσουμε τον φρουρό. Αυτά θα γίνουν ταυτόχρονα. Θα γεμίσουμε τις τσάντες μας και θα καλέσουμε τον κόσμο να κάνει το ίδιο. Προλεταριακή απαλλοτρίωση. Φυσικά θα σκορπίσουμε φυλλάδια, μέσα στο κατάστημα και σε όλη την γειτονιά, κατά την αποχώρησή μας. Εξηγώντας τα κίνητρα της ενέργειας για την επανοικειοποίηση του πλούτου που παράγουμε και καρπώνεται το αφεντικό. Θα χαθούμε τραγουδώντας στα στενά.

Φτάνουμε σε ομαδούλες, την καθορισμένη ώρα είμαστε όλοι εκεί. Όταν οι πρώτοι δημιουργούν το φράξιμο στις συγκοινωνίες οι υπόλοιποι, μέσα σε συνθήματα και παροτρύνσεις ξεκινάμε τα ψώνια μας. Τα τηλέφωνα έχουν σιγήσει και ο φύλακας ξεκουράζεται στο γραφείο μαζί με τον διευθυντή, κλειδωμένοι. Όλα κυλούν ομαλά. Οι πελάτες κάνουν τις αγορές τους ενθουσιασμένοι, τα ταμεία έχουν εγκαταλειφθεί από τους υπαλλήλους μετά από τις ευγενικές μας πιέσεις. Όλα τέλεια.
Ξεχυνόμαστε προς το κέντρο της συνοικίας Santa Croce τραγουδώντας. Αρκετοί χειροκροτούν από τα μπαλκόνια, το νέο έχει διαδοθεί με ταχύτητα αστραπής, ο κόσμος ανταποκρίνεται με χαρά, επιτέλους ψωνίζουν δωρεάν.
Περπατούμε λοιπόν ενωμένοι περί τα τριακόσια μέτρα και μετά διασκορπιζόμαστε στα στενά για να χαθούν τα ίχνη μας. 

Να μας ξανάρθετε φωνάζουν από τα μπαλκόνια αρκετοί. Ανατριχιάζω. Γείτονες και περαστικοί. Είμαστε βέβαια στην καρδιά κόκκινης συνοικίας.
Μπορεί το κόμμα να συνεργάζεται πλέον με την δεξιά, να συνομιλεί για συνδιαχείριση του μοντέλου,και άλλα παρόμοια, αλλά ο λαός δεν μασάει, δεν τα έχει ακόμα ‘παίξει’. Η βάση έχει μεγάλη ιστορία ταξικών, σκληρών αγώνων στην πλάτη της.
Εννοώ πως, όταν καταλαβαίνεις πως σε εκμεταλλεύονται,δεν έχει σημασία ποια είναι η δουλειά σου, εάν έχεις δουλειά, ή πόσα καταφέρνεις να εξοικονομήσεις από τ’ αφεντικά. Στο κάτω κάτω δεν έχει σημασία ούτε τι ψηφίζεις, εάν ψηφίζεις.
Τα αφεντικά είναι πάντα ίδια, ότι χρώμα κι αν φοράνε.
Ο κόσμος είναι μαζί μας. Για πολλά πολλά χρόνια.
Τώρα που πέρασε η μπόρα, που καταλάγιασε η σκόνη, νιώθω, επίτρεψέ μου να σου πω πως τα μάτια τα βγάλαμε λιγάκι κι από μόνοι μας! Τώρα που καταστάλαξαν τα πράγματα,γίνεται πολύ εμφανές.
Διότι, εκεί που όλοι συμπαθούσαν αυτόνομους και αντάρτες γινόμαστε ξαφνικά υπέρ το δέον ….άγριοι και …..αντιπαθητικοί. Ας το παραδεχτούμε.

Ίσως όχι όλοι, τώρα πια πολύ λίγη σημασία έχει.
Κάποιες μεγάλες θεαματικές ενέργειες απελευθέρωσαν πολύ βία,και αυτό τρόμαξε. Δεν την σήκωσε το στομάχι του κόσμου. Δεν μπόρεσε να την απορροφήσει η κοινωνία, ούτε εμείς οι ίδιοι καλά καλά.
Και έκαναν πίσω οι άνθρωπο , γύρισε εναντίον μας αυτή η κατάσταση.
Θυμάμαι τα χαμόγελα του κόσμου, όχι τόσο όταν άρπαζε το απαραίτητο, όσο το απαγορευμένο. Μας λέγανε πως ξανάβρισκαν μαζί μας την χαμένη τους αξιοπρέπεια.
Ιδιοποιούνται το απρόσιτο. Αυτό που φτιάχνεται για λίγους.
Γιατί, και θυμάμαι τα λόγια ενός τραγουδιού που μας μετέφρασες Μιχάλη κάποια στιγμή, λέει πως ‘εμείς δεν τραγουδάμε για να ξεχωρίσουμε αδελφέ μου απ’ τον κόσμο. Εμείς τραγουδάμε για να σμίξουμε τον κόσμο’!

Για να μπορούμε να απολαμβάνουμε όλοι μαζί ελεύθερα τη ζωή. Χωρίς διακρίσεις. Δίχως εξαιρέσεις.
Ο Πίνο αρπάζει αυτό, η Πάολα εκείνο και η νοικοκυρά λίγο πιο πέρα, μαζί με το γάλα του μικρού και ένα μπουκάλι από εκείνο το καλό κρασί,το απαγορευμένο για τα οικονομικά της, που εδώ και τόσες μέρες χαλβαδιάζει. Αυτό που πίνουν με τον άντρα της μια φορά τον χρόνο, στην γιορτή της.
Όταν στην άλλη γειτονιά, με τους κήπους και τους ιδιωτικούς φύλακες, η γυναίκα του τάδε επώνυμου, που γεννήθηκε με γαλάζιο αντί για κόκκινα αίμα, το πίνει κάθε μέρα.
Γυμνή γεννήθηκε και η μια, γυμνή και η άλλη. Και έτσι θα φύγουν. Σαν την Εύα. Προς τι οι διακρίσεις και οι ανισότητες;
‘Η ζωή είναι ωραία, αλλά τα έχει με άλλον’, λένε στην ταβέρνα οι μεγαλύτεροι.
Εμείς δεν το δεχόμαστε αυτό. Παίρνουμε πίσω αυτό που είναι δικό σου και δικό μας.
Τα φτιάχνουμε κι εμείς μαζί της, είναι πράγματι πολύ όμορφη, κουκλάρα η ζωή!
Παίρνουμε πίσω αυτό που μας ανήκει.
Παροτρύνουμε όλους να το κάνουν!

Το δείχνουμε με το παράδειγμά μας. Γίνεται. Εύκολο είναι. Φτάνει να θέλεις.
‘άντε θύμα, άντε ψώνιο, άντε σύμβολο αιώνιο’ δεν λέει το τραγούδι σας Μιχάλη;
‘αν ξυπνήσεις μονομιάς, θα ρθει ανάποδα ο ντουνιάς’, δεν λέει;
Εσύ μας τα έπαιζες αυτά, το ξεχνάς ;
Τίποτα δεν είναι αδύνατο. Όλα είναι εφικτά. Η ιστορία δεν έχει τέλος!
Ο άνθρωπος θέλει να ορίζει μόνος την τύχη του.
Δεν χρειάζεται μεσάζοντες. Δεν χρειάζονται νταβατζήδες.

Δες τι γίνεται με το φαγητό μας, θυμάσαι, πες τα να ξαλαφρώσω.
Χρησιμοποιούμε γενικά το φοιτητικό εστιατόριο. Είναι καλούτσικο το φαγητό. Επιβλητικό το κτίριο. Πανέμορφο. Ένα σωρό νεολαίοι εδώ μέσα, μας αρέσει πολύ να βρισκόμαστε εκεί.
Η Μensa.
Στο κέντρο, λίγα λεπτά από τον υπέροχο Καθεδρικό Ναό, την Μητρόπολη της πόλης. Δύο λεπτά από τις σχολές και την αγαπημένη Πλατεία του Αγίου Μάρκου. Κέντρο αγώνα, κέντρο συνεύρεσης. Πήχτρα στους νέους.
Φτηνό φαγητό, τρώγεται. Το σερβίρουν όμως μοναχά συγκεκριμένες ώρες και γίνεται το αδιαχώρητο.
Πρέπει να περιμένεις στην ουρά, μέσο όρο, μιάμιση ώρα.
Στην αρχή δεν δίνεις σημασία. Κουβεντιάζεις, φλερτάρεις με τα κορίτσια, κάνεις γνωριμίες.
Σιγά σιγά κουράζεσαι στο πόδι τόση ώρα, δίχως στην πραγματικότητα να υπάρχει λόγος.
Υπάρχει ανεργία. Ζητούν δουλειά εκατοντάδες άνθρωποι στην πόλη. Με ακόμη μια βάρδια, το πρόβλημα λύνεται. Θα είναι ανοιχτά όλη μέρα και θα τρως με την ησυχία σου, νωρίτερα ή αργότερα.
Δοκιμάστε, τους λέμε.
Τίποτα. Μας έχουν όρθιους με τις ώρες. Σκέτη ταλαιπωρία.

Να μην υπήρχαν λεφτά, να κάνω όσες θυσίες θέλεις. Με τον πλούτο που υπάρχει διάσπαρτος, σε συγκεκριμένες τσέπες, όχι, δεν θα πάρω.
Δυο φορές τη μέρα μας θέλουν στρατιωτάκια, εν δυο- εν δυο.
Δεν θα πάρουν.
Η τεράστια αυτή ουρά που ξετυλίγονταν στις αίθουσες, μέσα και έξω, αυτού του θαυμάσιου κτιρίου, εξελίσσεται σε αυθόρμητη γενική συνέλευση αρκετές φορές, δημιουργεί αιτήματα, τα παρουσιάζει, πάπαλα. Παίρνει σαν απάντηση τον τρίτο τον μακρύτερο.
Φτιάχνουμε την αυτόνομη ομάδα μας, την επιτροπή μας.
Αποφασίζει λοιπόν την κατάληψη, την πραγματοποιεί και κερδίζει καλύτερες συνθήκες. Δηλαδή το εστιατόριο ανοικτό όλη μέρα και φαγητό δίχως αναμονή, ορθοστασία και ουρές.
Έλα μου όμως πως προσωπικό δεν προσλαμβάνεται, με αποτέλεσμα να βγαίνει η ψυχή των νυν εργαζομένων.
Αυτό δεν το θέλουμε. Χειροτερεύουν οι συνθήκες εργασίας για να τρώμε εμείς με άνεση. Δεν είναι αυτό που επιθυμούμε.

Αλλάζουμε λοιπόν τακτική.
Αρχίζουμε και σνομπάρουμε την Μένσα, οργανωνόμαστε σε ομάδες των τριάντα και επισκεπτόμαστε με την σειρά τα εστιατόρια του κέντρου, που τρίβουν τα χέρια τους γιατί δεν ξέρουν τι τους περιμένει.
Τρώμε παρέα όλοι μαζί, την καθορισμένη, στο περίπου βέβαια ώρα, και για αντίτιμο αφήνουμε το πολύ χαμηλό που πληρώνουμε σαν φοιτητές!
Και για τα παράπονα στέλνουμε τους ιδιοκτήτες στην διοίκηση του Πανεπιστημίου.
Μια, δυο, τρεις, σκάνε. Υποχωρούν.

Κλείνουν λοιπόν σύμβαση με δυο-τρία μεγάλα εστιατόρια κι έτσι το φοιτητικό αποσυμφορίζεται, και εμείς διασκορπιζόμαστε στην πόλη με φυσικό επακόλουθο να τρώμε σαν άνθρωποι.
Θέλει αρετή και τόλμη η ελευθερία.
Αλλάζει το οργανωτικό πλάνο, διευκολύνονται οι πάντες. Δεν είναι καθόλου δύσκολο να βρίσκεις λύση στα προβλήματα. Φτάνει να θέλεις.
Θέλει ν’ αρπάζεις τη ζωή απ’ τα κέρατα.
Εσείς δεν είστε που λέτε πως όποιος δεν ακούει με τα λόγια θα ακούσει με το ραβδί; Το χρησιμοποιούμε, μεταφορικά, και όχι μόνο, για να σας κάνουμε να ακούσετε.
Πάλι αιφνιδιασμός.
Που να μας περιμένουν, κάθε μέρα, πρωί βράδυ; Τι να πρωτοφυλάξουν;
Περιπολίες και αυτές, σε δράση. Γεμάτη η πόλη φυλλάδια. Δημιουργούμε συναίνεση. Και όταν προσπαθούν να μας φέρουν ενάντια στους εργαζόμενους, δεν μασάμε.
Γενικά, δεν μασάμε εκείνο τον καιρό.

Με τις τιμές στους οργανισμούς κοινωνικής ωφέλειας, το ίδιο. Ζητάμε συμβολικό τιμολόγιο. Οργανώνουμε αυτομειώσεις στα δελτία τηλεφώνου και ρεύματος. Ανά διαστήματα.
Οι αυξήσεις είναι αδικαιολόγητες. Μόνος γνώμονας το κέρδος.
Λέμε πως είναι άδικο να ψάχνεις το κέρδος σε αυτά που είναι κοινωνικά αγαθά πρώτης ανάγκης. Κατοικία, νερό, ρεύμα,τροφή, μεταφορές, παιδεία. 
Πρέπει να είναι εγγυημένα σε όλους, σε τιμές συμβολικές, εξασφαλισμένες από την κοινότητα. Αυτή είναι εμείς οι ίδιοι. Όχι ευκαιρία για να προσκομίζουν κάποιοι κέρδος.
Κερδίζουμε, χάνουμε μάχες. Δεν σταματάμε μέρα να ανακινούμε αυτά τα ζητήματα.
Και όταν δεν μας δίνουν σημασία ξεκινούμε τα σαμποτάζ. Και τις δολιοφθορές. Όχι στην τύχη. Με σχέδιο. Εκεί που ο αντίπαλος πονά. Όταν ατονούν τα κινήματα και οι μαζικές διαδικασίες. Όταν ατονεί η συμμετοχή. Όταν το κράτος καταστέλλει.
Στις μεταφορές δεν σταματάμε ποτές. Όταν χρησιμοποιούμαι τα δημόσια μέσα, το κάνουμε πάντα αρκετοί μαζί, όταν είναι εφικτό φυσικά. Δεν πληρώνουμε ποτέ. Έτσι και οι οδηγοί συμμαχούν. Οι ελεγκτές κάνουν τα στραβά μάτια».     από: εκενώστε τους δρόμους από τα όνειρα 6

 

  • Μέρος Ε     » Σε αντίθεση με άλλους προηγούμενους εργατισμούς (όπως η συμβουλιακή ιδεολογία) ή σύγχρονους (όπως της χριστιανικής ή λαϊκιστικής προέλευσης), ο ιταλικός πολιτικός εργατισμός δεν αγαπούσε τους εργάτες και τους προλετάριους: στοιχημάτιζε την πιθανότητα εκεί να υπάρχει μια δύναμη ενάντια στον εαυτό της, όχι για να επεκτείνει αλλά για να εξαλείψει την κατάστασή της. Ήταν επομένως ένας εργατισμός εναντίον της εργασίας, για την απόρριψη ενός υποκειμενικού χαρακτήρα, μιας υποκειμενικής φύσης επιβεβλημένης από τη σχέση του κεφαλαίου. Υπήρξε ένας εργατισμός βασισμένος στην μη αναστρέψιμη μεροληψία της άποψης, μιας αυτόνομης πλευράς που θα χτιστεί. Προσοχή, όχι των εκμεταλλευόμενων, αλλά αυτών που αγωνίζονται ενάντια στην εργασία για να ζήσουν με ελεύθερο τρόπο. Όχι εκείνων που ζουν από την εργασία τους, αλλά εκείνων που αγωνίζονται κατά της εργασίας για να ζήσουν ελεύθερα. Όχι των φτωχών και των καταραμένων-των κολασμένων της γης, αλλά της εργατικής τάξης που αγωνίζεται για την κατάργησή της (το γεγονός πως η εργατική τάξη είναι ζήτημα ποιοτικής πρωτοποριακής δύναμης και όχι χεριών με κάλους και φόρμες λερωμένες με γράσο, πρέπει να σπαταλήσουμε κι άλλο χρόνο για να το προσδιορίσουμε;)»….και: »Η υποκειμενικότητα για την οποία μιλάμε, στο κέντρο του εργατισμού και του ορισμού της ταξικής σύνθεσης είναι κάτι ριζικά διαφορετικό. Η υποκειμενικότητα είναι ένα πεδίο μάχης. Όταν σήμερα, σε ένα πλαίσιο σχέσεων δύναμης, [ισορροπίας δυνάμεων] υπέρ του κεφαλαίου, μιλάμε για «προλεταριακή υποκειμενικότητα»  μιλάμε για μια υποκειμενικότητα σφυρηλατημένη, πλασμένη κυρίως από την καπιταλιστική κυριαρχία. Το να μιλάμε για αντι-υποκειμενικότητα σημαίνει λοιπόν να μιλάμε για μια υποκειμενικότητα όχι μόνο εναντίον του κεφαλαίου, αλλά και κατά του κεφαλαίου που μεταφέρουμε μέσα μας. Ναι, διότι εμείς στο μέτρο στο οποίο μισούμε τα αφεντικά πρέπει να φθάσουμε να μισούμε τον εαυτό μας, εκείνο τον καρκίνο που κάθε μέρα μας τρώει και μας θέτει στην υπηρεσία αυτών που μας εκμεταλλεύονται».  Πέρα από τον εργατισμό και τον λεγόμενο μετα-εργατισμό, Gigi Roggero

 

[O τεχνολογικός εκσυγχρονισμός είναι ουσιαστικά ένα κύριο εύρημα των αφεντικών που προσπαθεί να εξαλείψει ένα κομμάτι της ζωντανής εργασίας, έναν χειριστή, ένα ολόκληρο τμήμα, μια απασχόληση, μια αρμοδιότητα, έναν ρόλο. Εν ολίγοις, η τεχνολογική καινοτομία είναι η απαραίτητη μορφή για την εξοικονόμηση εργασίας, είναι η κύρια απάντηση των αφεντικών στην άρνηση της εργασίας. Αλλά τότε: η αναδιάρθρωση, η καινοτομία, ο εκσυγχρονισμός, το τεχνολογικό άλμα πρέπει πραγματικά να θεωρηθεί εχθρός; Μήπως δεν υπάρχει στην αναδιάρθρωση η προϋπόθεση της ελευθερίας η συνθήκη για τη μείωση της εξάρτησης της ζωής από την εργασία; Το ερώτημα πρέπει να εξεταστεί σε όλη του την πολυπλοκότητα.Στην πραγματικότητα η πρόθεση του αφεντικού, όταν μετασχηματίζει ένα εργαστήριο ή αυτοματοποιεί ένα τμήμα εργασίας, είναι εκείνη να μεγιστοποιήσει το συνολικό κέρδος, να εξαλείψει τους θύλακες της ανυπακοής, να επιτύχει έναν πιο στενό μηχανικό έλεγχο στην ανθρώπινη εργασία.

Η καπιταλιστική χρήση της τεχνολογίας – και η αναδιάρθρωση ως καπιταλιστική επανάσταση των μηχανημάτων, του τεχνολογικού συστήματος – διαπερνά τις ίδιες δομές, τη μορφή και τη λειτουργία των αντικειμένων, και εμμέσως διαπερνά τα μυαλά, τις κοινωνικές σχέσεις, τον παραγωγικό κόσμο. Η σκέψη και η πρακτική του επαναστατικού εργατισμού πολύ σύντομα έρχεται αντιμέτωπη με μια αντίφαση, και σε κάποιο βαθμό θα παραμείνει αιχμάλωτη αυτής.Η έντονη τεχνολογική επανάσταση που ξεδιπλώνεται κατά τη δεκαετία του εβδομήντα, και η οποία ωριμάζει στα τέλη αυτής της δεκαετίας και εκδηλώνεται με αληθινά, πραγματικά κύματα μαζικών απολύσεων, είναι η αιτία της κρίσης της εργατικής αυτονομίας, αλλά στην πραγματικότητα είναι και η αιτία της τάσης διάλυσης της εργατικής τάξης του εργοστασίου και της βιομηχανίας ως κυρίαρχο σύστημα παραγωγής. Η αναδιάρθρωση, η τεχνολογική καινοτομία και ο εκσυγχρονισμός είναι η απάντηση στην άρνηση της εργασίας, αλλά και η εκπλήρωση της. Μέσα από την αναδιάρθρωση, όντως, ο εργατικός στόχος επιτυγχάνεται για να μειώσει την απαραίτητη εργασία, αλλά οι κοινωνικές και πολιτικές συνθήκες μέσα στις οποίες καθορίζεται αυτή η μετατόπιση κυριαρχούνται από το καπιταλιστικό συμφέρον, αποσκοπούν στην κυριαρχία και το κέρδος, όχι στην κοινωνική χρησιμότητα. Και να λοιπόν που το αποτέλεσμα της αναδιάρθρωσης είναι μια μεγαλύτερη εκμετάλλευση, μια μεγαλύτερη εξάρτηση, μια πολιτική διαίρεση, ένας πολιτικός διαχωρισμός μεταξύ απασχολουμένων και ανέργων.

Αλλά αυτό εμφανίζεται, κατά τη δεκαετία του εβδομήντα, επειδή το επαναστατικό κίνημα δεν καταφέρνει να εκτελέσει μέχρι τέλους το πρόγραμμά του εργατικής κατεύθυνσης επί όλης της διαδικασίας παραγωγικής μεταμόρφωσης, διότι στο σημείο αυτό η συνδικαλιστική διαμεσολάβηση και ο εξτρεμισμός έρχονται αντιμέτωποι χωρίς να μπορούν να βρουν το σημείο διεξόδου: τη γενικευμένη μείωση του χρόνου εργασίας, την κοινωνική ανακατανομή του κοινωνικά απαιτούμενου χρόνου εργασίας. Εν ολίγοις, την εργατική εξουσία επάνω στις συνθήκες της μεταβιομηχανικής μετάβασης, επάνω στις συνθήκες της αποβιομηχανοποίησης και του μετασχηματισμού ολόκληρου του κόσμου της παραγωγής.]    απόσπασμα από την »χρυσή ορδή»

 

  • »Δεν θέλουμε να ζούμε κάτω από ζυγούς, όπως και αν τους ονομάσουν οι άρχοντες. Οργανώνουμε λοιπόν μια εθνική διαδήλωση στη Ρώμη, τον Μάρτιο του ‘77, στις 12 του μήνα, ενάντια στην καταπίεση.
    Έχουν καταστείλει με άγριο τρόπο,το προηγούμενο διάστημα, την εξέγερση των φοιτητών στη Μπολόνια.
    Μαχαιρώνουν οι φασίστες στη Ρώμη.
    Όλη η αυτονομία κατεβαίνει στην πρωτεύουσα.

Σηκωθήκαμε πρωί πρωί. Το ραντεβού είναι στον σιδηροδρομικά σταθμό, αφηγείται ο Μάριο. Με οργή σιωπηλή συγκεντρωνόμαστε, μαζευόμαστε για κάποιο μισάωρο. Και μόλις εμφανίστηκε το τραίνο για Ρώμη του κάνουμε αμέσως κατάληψη, μαζί με τους άλλους ταξιδιώτες. Σήμερα δεν πληρώνει κανένας εισιτήριο.
Πρέπει να είμαστε πάνω από χίλιοι. Δεν μπορούν να μας αγγίξουν. Ξέρουμε πως θα ταξιδέψουμε. Και μόλις το τραίνο αρχίζει να κινείται, με εκείνο το αρχικό του τίναγμα ο κόσμος ξεσπάει. Συνθήματα και τραγούδια σπάνε την ησυχία, από τα ανοιχτά παράθυρα, όλοι αψηφούν την παγωνιά. Βράζουμε από ενθουσιασμό και ενέργεια. Και χιλιάδες υψωμένες γροθιές διέσχισαν την πόλη το εικοσάλεπτο που χρειάζεται το τραίνο για να την προσπεράσει. Είναι ένα θέαμα μοναδικό, κόκκινες σημαίες με αστέρια, με σφυροδρέπανα, και σφιγμένες γροθιές υψωμένες στον ουρανό της πόλης που χαιρετάει τα παιδιά της, που την αφήνουν να κυλάει πίσω τους.
Το θηρίο γεμάτο ασφυκτικά κι εμείς κολλημένοι ο ένας πάνω στον άλλο.

Φτάσαμε στην αιώνια πόλη και δεν μας αφήνουν να μπούμε στον σταθμό, είναι τέτοια η κίνηση, έχουν φρακάρει τα πάντα. Μένουμε έτσι αρκετή ώρα, και μόλις ξεκινούν οι κουβέντες για να αποφασίσουμε εάν αποβιβαστούμε εκεί έξω και να προσεγγίσουμε τον σταθμό με τα πόδια το τραίνο ξεκινά αργά αργά. Ο ενθουσιασμός είναι τεράστιος. Τόση ώρα έχουμε απέναντι, καμιά πενηνταριά μέτρα μακριά,άλλο τραίνο, γεμάτο και αυτό συντρόφους από τον Νότο, μιλάμε με συνθήματα, υπάρχει υπερένταση, υπάρχει και θυμός. Γιατί στη διάρκεια του ταξιδιού μαθαίνουμε πως οι μπάτσοι, την προηγούμενη, σκότωσαν χτυπώντας πισώπλατα, την ώρα οπισθοχώρησης, σύντροφό μας, στις συγκρούσεις της Μπολόνια, στο χώρο του Πανεπιστήμιου που είναι υπό κατάληψη. Η ατμόσφαιρα είναι τεταμένη, μυρίζει μπαρούτι, προμηνύεται καταιγίδα, θα έρθει πυρκαγιά.

Έχει γράψει ο Κλάουντιο Λόλλι ένα πολύ όμορφο τραγούδι για εκείνες τις μέρες των συγκρούσεων στο κέντρο της πόλης, στην Bologna, όλη η περιοχή γύρω από τις σχολές είναι στα χέρια των φοιτητών, τρεις μέρες χρειάστηκαν οι δυνάμεις καταστολής να τους την πάρουν! ‘I giornali di Marzo’. ‘Οι εφημερίδες του Μαρτίου’.
Και ακουμπάμε επιτέλους στις αποβάθρες,σιγά σιγά. Ενωνόμαστε με συντρόφους που ξεπηδούν απ’ όλες τις πλευρές. Έρχονται από κάθε γωνιά της χώρας. Φτάνουμε όλοι μαζί και αυτό δημιουργεί τεράστια χαρά, ευτυχία, παραλήρημα. Έξω από τον τεράστιο σταθμό το αδιαχώρητο, η ένταση απογειώνεται. Πανζουρλισμός. Χιλιάδες σύντροφοι είναι συγκεντρωμένοι εκεί, μιας και η πλατεία Ezedra, όπου έχει οριστεί το ραντεβού μας, έχει ξεχειλίσει, για να βαδίσουμε όλοι μαζί, σε πορεία, προς την Piazza del Popolo, την Πλατεία του Λαού, όπου αργά το απόγευμα θα κλείσει το ραντεβού.
Όλα μοιάζουν μαγικά, είναι μαγικά.

Υπάρχει ενέργεια, μοιάζει χειροπιαστή, λες και θα ανοίξεις τη χούφτα σου και θα την πιάσεις, θα μαζέψεις μπόλικη. Μπορείς να την αγγίξεις, για τέτοια κατάσταση σου μιλάω.
Τραγούδια, συνθήματα, φασαρία, ένα βουητό που σκεπάζει τα πάντα, που απλώνεται σε όλη την πόλη και την κυριεύει.
Είμαστε πολλοί, είμαστε δυνατοί, είμαστε αποφασισμένοι, είμαστε εμείς, ‘οι άλλοι’, ‘η άλλη κοινωνία’.
Δεν περπατάμε, θαρρείς πετάμε.

Il contropotere proletario. Η προλεταριακή αντεξουσία. Η αυτονομία στην πράξη.

Να ανοίξω μια μικρή παρένθεση: »Να το πω κι αλλιώς: είναι αμέτρητη η χαρά που νιώθεις κάθε φορά που τινάζεις στον αέρα ένα κάτι, σύμβολο του εχθρού, και αυτή η χαρά σε ακολουθεί για ημέρες δίχως τελειωμό, όσο μιλάει ο κόσμος γι αυτήν και βάλε! κάθε φορά που εισβάλλεις σε σφηκοφωλιά του αντιπάλου και την κάνεις δικιά σου, έστω και για λίγο έχεις οικειοποιηθεί τον ζωτικό χώρο του εχθρού, η μητρόπολη είναι εκεί δικιά σου, η χαρά δεν προσμετράται, όσα χρήματα κι αν έχει στον λογαριασμό του ο ενάντιος δεν μετρούν μπροστά στη δύναμη που έχεις εκείνη την ώρα, και την ευτυχία που νιώθεις στην καρδιά σου!

Όταν περνάς αμέριμνος μπροστά απ’ τα μπλόκα του εχθρού, τις κλούβες και τα περιπολικά, χτυπά δυνατά η καρδιά και τραγουδά, γελάς που τρέχουν και δεν φτάνουν ψάχνοντας ψύλλους στ’ άχυρα. Ο αιφνιδιασμός ήταν δικός σου, ασ’ τους να τρέχουν!

Θα στο πω φίλε μου και έτσι: Τον λαό δεν καταφέραμε να τον ξεσηκώσουμε σε μόνιμη βάση, να επαναστατήσει ώστε να διώξει μια για πάντα την καταπίεση του καταναλωτισμού και των αγορών, όμως εκείνη τη χαρά που νιώθαμε κάθε φορά που κομματιάζαμε τα άφθονα μέτρα ελέγχου και καταστολής της ελευθερίας μας δεν την αλλάζω με τίποτα. Δεν χωρά στο ζύγι, όσο κι αν κοστίζει το άλλο που στοίβαξες απέναντι! Τζούφιο είν’ το βάρος του». Κλείνει παρένθεση

  • Τότε βλέπω και τους Ινδιάνους τους Μητροπολιτάνους. Είχα ξαναβρεθεί στην πόλη για εθνική διάσκεψη, πρώτη φορά όμως τους βλέπω ντυμένους στα χρώματα του πολέμου. Και τόσους πολλούς. Παρατεταγμένοι με τις πολύχρωμες φορεσιές τους έξω από το κτίριο, λες και μας περίμεναν, να τους δούμε και τους θαυμάσουμε.
    Ξεκινούν στην κεφαλή του μέρους της πορείας που βρίσκεται μπροστά μας, και όλοι εμείς από πίσω. Λίγες μέρες νωρίτερα έχουν πετάξει έξω από τις σχολές, στο Πανεπιστήμιο La Sapienza, τον γραμματέα του ελεγχόμενου από το ΚΚ συνδικάτου, τον μισητό Λάμα,με τους εκατοντάδες ψευτοκομμουνιστές μπράβους του. Δοκίμασαν να μιλήσουν στην γενική συνέλευση στην πλατεία, έφαγαν γιούχα, ξύλο και άπειρα φτυσίματα. Οι υποκριτές.
    Διασχίζουμε την πόλη τραγουδώντας. Άλλοτε περπατάμε σιγά, άλλοτε τρέχουμε. Αλλού κοντοστεκόμαστε. Γεμίζουμε τους τοίχους συνθήματα και κόκκινη μπογιά. Τα μαντήλια στο λαιμό.
    Κάποιοι από εμάς αφήνουν για λίγο τους υπόλοιπους και πηγαίνουν προς Via dei Volschi, εκεί που χτυπά η καρδιά της ρωμαϊκής αυτονομίας, να μάθουν τα τελευταία νέα. Να δουν εάν χρειάζονταν κάτι, μήπως είναι απαραίτητη η βοήθειά τους.
    Εμείς οι υπόλοιποι συνεχίζουμε
    Φτάνουμε στην πλατεία αργά το μεσημέρι.
    Την περιφρούρηση έχουν αναλάβει οι Ρωμαίοι σύντροφοι, και όχι μόνο, οι σύντροφοι επίσης των ομάδων περιφρούρησης από τις μαζικότερες συλλογικότητες της χώρας, απ’ τον Βορρά κυρίως, Πάντοβα, Μιλάνο…

Είναι ακόμη μέρα. Έχουν περάσει χρόνια, δεν θυμάμαι και πολλά. Μοναχά τον ενθουσιασμό ανακατεμένο με οργή. Το κύμα που πάλλονταν στη πλατεία κάθε φορά που ξεσπούσε το σύνθημα. τα τραγούδια. Το είναι μου σε μόνιμη κατάσταση έκστασης, ανατριχίλα που διασχίζει το κορμί μου, από την κορυφή μέχρι τα νύχια.
Κι όταν ξεχύνεται το ανθρώπινο ποτάμι,με βουητό που σκεπάζει τους λόφους που περιτριγυρίζουν την πόλη η ένταση εκρήγνυται και αρχίζουν ατέλειωτες συγκρούσεις.
Δεν νοιάζει κανέναν ποιος θα είναι αυτός που θα κάνει την αρχή, όλοι περιμένουμε το αναπόφευκτο, όλοι επιθυμούμε να δοθεί ένα μάθημα στις δυνάμεις καταστολής και στους εντολείς τους.
Αρχίζουν οι πυρπολήσεις, εναντίον κυρίως καταστημάτων πολυτελείας, απλησίαστων στους πολλούς, που στέκονταν εκεί προκλητικά με τις στολισμένες τους βιτρίνες να φωνάζουν ‘πάρε με’!
Εναντίον,επίσης, κομματικών γραφείων. Εναντίον κυβερνητικών και πολιτικών στόχων, αστυνομικών τμημάτων.

Οι σύντροφοι των ομάδων περιφρούρησης κάνουν το καλύτερο δυνατό για να κρατήσουν τις συγκρούσεις μακριά από το κυρίως σώμα της πορείας. Εν πολλοίς τα καταφέρνουν, για το μεγαλύτερο διάστημα τουλάχιστον της ημέρας, τις περισσότερες φορές.
Οι καπνοί, οι φωτιές και η αποπνικτική ατμόσφαιρα που δημιουργούν τα δακρυγόνα οδηγούν κατευθείαν στην καρδιά των γεγονότων.
Έτσι λοιπόν ο Μάριος ξεκόβει κάποια στιγμή από τους συντρόφους του, τον τρώει η περιέργεια να βρίσκεται εκεί που παίζεται άμεσα η μπάλα!
Ξεγλιστρά από τα κορδόνια, που κρατιούνται όσο πιο σφιχτά γίνεται, και τρέχει προς τους καπνούς και τους κρότους.

Δεν νιώθει ανησυχία, νιώθει προστατευμένος, έχει εμπιστοσύνη.
Σε ανύποπτο χρόνο, έχει μια πολύ ενδιαφέρουσα συνομιλία με κύριο που σέβεται πολύ. Γνωρίζει πως τον παρακολουθεί και τον περιεργάζεται, κατοικούν απέναντι, καθηγητής στο λύκειο ο κύριος Αντόνιο. Του έχει κάνει ξεκάθαρο λοιπόν πως,προς στιγμήν τουλάχιστον, δεν έχει την αίσθηση του θείου. Έτσι ο δάσκαλος τον προτρέπει να επικαλείται την νεκρή μητέρα του κάθε φορά που χρειάζονταν στήριξη, βοήθεια έξωθεν. Την έχει χάσει από μικρούλης, από την κακιά αρρώστια. Έχει αποκτήσει λοιπόν ένα τυχερό αστέρι που τον νοιάζεται και τον προσέχει!

Τρέχει προς την φωτιά, ακούει τις σειρήνες που ουρλιάζουν, είναι η Πυροσβεστική,που μόλις φτάνει, την ώρα που οι σύντροφοι έχουν απομακρυνθεί. Η τεράστια, πολυόροφη έκθεση πολυτελών αυτοκινήτων έχει γίνει παρανάλωμα πυρός, ένα φοβερό θέαμα, δεν μπορείς να ξεκολλήσεις τα μάτια σου από τις πύρινες γλώσσες που καταβροχθίζουν τα πάντα στο πέρασμά τους. Το κτίριο περιτριγυρίζεται από γραφεία, είναι όλα κλειστά, είναι Σάββατο, δεν κινδυνεύουν ζωές, μοναχά αυτοκίνητα που φλέγονται, παραδομένα στη φλόγα. Μια έκταση απλωμένη σε πέντε ορόφους λαμπαδιασμένη. Πρώτη φορά στη ζωή του αντικρίζει ένα τέτοιο θέαμα, στέκεται σαν χάνος εκεί μπροστά να θαυμάζει τις γλώσσες που σφυρίζουν στον αέρα που καίει, τους πυκνούς καπνούς που μαυρίζουν τον ουρανό,που ήδη έχει σκοτεινιάσει.

Χρόνια αργότερα αισθάνθηκε την ίδια δύναμη να τον τραβά και να τον αιχμαλωτίζει, παρόμοιο δέος αντικρίζοντας την πύρινη δύναμη να κατακαίει, αυτή τη φορά, τα δάση της πατρίδας του, σε θέρετρο όπου βρέθηκε για διακοπές. Μεγάλη όμως η αντίθεση στα συναισθήματα. Είναι λυτρωτική η χαρά του να βλέπεις τη βιτρίνα του καπιταλισμού να φλέγεται. Η επίθεση στην καταναλωτική μανία ελευθερώνει, στη μεγαλομανία των σύγχρονων αστών, που μετράνε τις αξίες από το μέγεθος και μόνο του πλούτου που κατέχουν. Πλούτο, που στο κάτω- κάτω άλλοι έχουνε παράξει, και δεν θα γευτούν ποτές. Γι ανταμοιβή έχουνε μια μούντζα. Καλά να πάθουν.
Σπαρακτική όμως η στεναχώρια όταν γίνεσαι μάρτυρας της καταστροφής της ίδιας της ζωής.
Εδώ πεθαίνει η μάνα Γη, η ανάσα μας,η αληθινή ομορφιά. Το γάλα που πίνουμε και μας θρέφει, μας αναπτύσσει, μας μεγαλώνει. Μας αντρώνει και μας κάνει ανθρώπους άξιους να ονομαζόμαστε τέτοιοι.
Εδώ η φωτιά καίει τη ζωή.
Εκεί η φωτιά καίει την απάτη.

Οι σύντροφοι λοιπόν δεν είναι άλλο εδώ, πρέπει να ψάξει να τους βρει. Προς το παρόν,ας επιστρέψει στο ανθρώπινο ποτάμι που κυλάει ακάθεκτο στους δρόμους της όμορφης πόλης.
Στριμώχνουν και στριμώχνονται οι νέοι, που συνεχίζουν να βαδίζουν, να τρέχουν και να τραγουδούν.
Πλησιάζουν μια armeria, ένα οπλοπωλείο. Δίπλα στο ποτάμι,που πορεύονται, στον Τίβερη. Στο λεπτό κατεβαίνουν οι σιδεριές, ορμούν στο κατάστημα και το αδειάζουν, σε ένα λεπτό, κυριολεκτώ, από όλον τον ελαφρύ οπλισμό. Για να χωρά στο παντελόνι. Και ντουφέκια, πολλά….Βλέπετε,εδώ και πολύ ώρα η αστυνομία βάλει πλέον κανονικά.Ήδη σκοτώνει από καιρό, εκτελεί.
Εχθές τον σύντροφό μας τον χτύπησαν πισώπλατα.
No mercy!
Δεν υπάρχει έλεος σήμερα!

Οι σύντροφοι πυροβολούν απέναντι, την φυλακή, Regina Coeli, μιας και είναι αδύνατο να πλησιάσουν, έχουν αποκλείσει την πρόσβαση από τις γέφυρες οι δυνάμεις της αστυνομίας και οι καραμπινιέροι, για να αποτρέψουν ομαδική απελευθέρωση των κρατουμένων συντρόφων μας εκεί μέσα, πέρα απ’ το ποτάμι.

Οι μπάτσοι, που παρακολουθούν το κορτέο,πορευόμενοι παράλληλα, από τους πιο πέρα δρόμους και κάποια απόσταση, αντιλαμβανόμενοι τα συμβάντα, πνίγουν την πορεία στα χημικά. Πυροβολούν συνεχώς.Πανικός.
Οι νεαροί δεν διαλύονται. Συνεχίζουν. Κλάμα και λεμόνι, συνθήματα, μηνύματα.
Προχωρούν τρέχοντας όσο γρηγορότερα γίνεται για να απομακρυνθούν από τη μολυσμένη περιοχή.
Με τους πιο πίσω όμως τι θα γίνει ;
Προχωρούν έτσι κι αλλιώς, κι άλλη φορά τους διέσπασαν, κάποια στιγμή θα ενωθούν με τους υπόλοιπους πιο κάτω. Η αποφασιστικότητα δεν νικιέται σήμερα. Αυτά που λέμε θα γίνουν!
Η ανθρώπινη πλημμύρα συνεχίζει το δρόμο της. Ξετυλίγεται το κουβάρι μες την πόλη,αφήνοντας το ποτάμι πίσω του. Εισέρχεται σε μια αχανή πλατεία, μισοσκότεινη,μιας και όλοι οι λαμπτήρες έχουν γίνει κομμάτια. Εκεί αντικρίζω την πιο σουρεαλιστική σκηνή σε όλη μου τη ζωή, σκηνή από ταινία του κινηματογράφου περιπέτειας. Αυτά δεν γίνονται!
Στην απέναντι ακριβώς πλευρά, γονατισμένοι σε σειρά καμιά εικοσαριά σύντροφοι, με τα μαντήλια ανεβασμένα, πυροβολούν σε ομοβροντία, όλοι μαζί ταυτόχρονα, προς ένα επιβλητικό κτίριο που δεσπόζει μπροστά τους και κλείνει την πλατεία από εκείνη την πλευρά. Κι από πίσω τους, τρέχοντας σε τόξο, σε ημικύκλιο, περίπου πενήντα παιδιά εξαπολύουν βροχή από μπουκάλια στα σπασμένα, θρυμματισμένα τζάμια, στα παράθυρα του κτιρίου, το οποίο οι αστυνομικές δυνάμεις έχουν αφήσει έρμαιο, αφύλακτο, από τη σφοδρότητα της επίθεσης! Σπέρνουν φωτιά.
Είναι κάτι μοναδικό, δεν ξεχνιέται, όσα χρόνια κι αν περάσουν!
Ότι και να έχεις κάνει, πει, ακούσει από άλλους, τέτοια φάση δεν γίνεται, δεν επαναλαμβάνεται!
Η καταστολή εξαφανισμένη.
Αργότερα έμαθα πως εκείνο το κτίριο είναι το Υπουργείο Δικαιοσύνης που εδρεύει στην πρωτεύουσα,  λέει ο Μάριος, ανατριχιάζοντας στη θύμηση.

Έγραψαν οι εφημερίδες την άλλη μέρα πολλά, αυτό το γεγονός αποσιωπήθηκε τελείως, άκρα του τάφου σιωπή, όπως βέβαια και η προσπάθεια να περάσουν οι σύντροφοι το ποτάμι για να επιτεθούν στα γραφεία του ΚΚΙ, κάποια στιγμή, και στις φυλακές κάποιαν άλλη!

Όπως καταλαβαίνετε, η κατάσταση έχει ξεφύγει τελείως, έχει εκτραχυνθεί. Η αστυνομία αποφασίζει πως πρέπει να απαντήσει και επιτίθεται από όλες τις πλευρές, με ότι μέσο διαθέτει. Ξεκινάει ανταλλαγή πυρών κι από τις δύο πλευρές. Εδώ πλέον ο σώζων εαυτόν σωθήτω. Δεν είναι δυνατόν πια να κρατήσεις γραμμές, να περιφρουρήσεις τη διαδήλωση, δεν πρόκειται πλέον για πορεία. Και οι περιφρουρήσεις που βαστούν ακόμη  καλύπτουν τα νώτα της υποχώρησης προς την piazza del popolo, όπου θα καταλήξει η πορεία έτσι κι αλλιώς, και όπου οι υπόλοιποι σύντροφοι, αυτοί από τους οποίους είχαμε αποκοπεί, μαθαίνουμε πως βρίσκονται ήδη εκεί.

Πανζουρλισμός όταν φτάνουμε εκεί, και ανακούφιση μαζί, πάλι όλοι together, και νιώθεις πως το ότι δεν κατάφεραν να μας διαλύσουν είναι μια τεράστια νίκη. Μαθαίνουμε για δεκάδες άλλους στόχους που χτυπήθηκαν, κομματικά γραφεία, η χιλιανή πρεσβεία – εκδίκηση πήραμε για τους δολοφονημένους μας εκεί συντρόφους – αστυνομικά τμήματα και κάνα δυο στρατόπεδα καραμπινιέρων….

Σύντροφοι μιλούν με πύρινα λόγια για τους σκοτωμένους μας συντρόφους. Ακούμε, χειροκροτούμε, συνθήματα, φωνές. Αλλά κυρίως η αναμετάδοση, στόμα με στόμα, όλης αυτής της φωτιάς που ρίξαμε επάνω στους εχθρούς μας αυτή την αξέχαστη για πάντα ημέρα, στο όνομα αυτών που έπεσαν, και θα συνεχίσουν να πέφτουν μέχρι να ανατραπεί αυτό το βρώμικο καθεστώς.

Νύχτα πλέον εδώ και ώρες όταν ξεκινάμε για τον σταθμό, για την επιστροφή, δεκάδες μικρές πορείες μέσα σε μια πόλη που βρωμάει χημικά, ανάμεσα σε ενέδρες των δυνάμεων καταστολής, που ξεπερνάμε ευκολότερα ή δυσκολότερα.

Μπορώ να πω πως επικρατεί μια ατμόσφαιρα χαοτική. Περπατάς ή τρέχεις μονάχα σκυφτός, πίσω από τα παρκαρισμένα αυτοκίνητα, μέσα από στενά και λεωφόρους. Γίνεται κυριολεκτικά χαμός. Δεν ξέρω να έχει συμβεί κάπου αλλού κάτι παρόμοιο. Εμπόλεμη κατάσταση.
Κάποια στιγμή καταφέρνω να φτάσω στο σταθμό. Έχω χαθεί με όλους, είμαι εδώ και ώρα ολομόναχος.
Άντε να μπεις μέσα, τώρα. Το κτίριο είναι περικυκλωμένο από την αστυνομία και τους καραμπινιέρους. Κάνω ένα ντου εκεί που είναι συγκεντρωμένοι οι λιγότεροι, τρώω πολλές, στα πλευρά κυρίως και την πλάτη, προστατεύω με τα χέρια το κεφάλι μου, τρυπώνω μέσα. Ψάχνω στις αναχωρήσεις και φτάνω τρέχοντας αλαφιασμένος στο τρένο λίγο πριν κλείσουν οι πόρτες. Για κάποιον ανεξήγητο λόγο που δεν καταλάβαμε ποτέ οι μπάτσοι, ακριβώς εκείνη τη στιγμή, έχουν ξεκινήσει μαζική επίθεση στους συρμούς, εξαπολύοντας εκ νέου δακρυγόνα. Ακούγονται και κάποιοι πυροβολισμοί. Ο οδηγός ξεκινά το θηρίο άρον’ άρον και η τρομάρα παίρνει τέλος.
Για τους περισσότερους, όχι για όλους.

Και ότι σου έχω διηγηθεί Μιχάλη είναι αληθές, δίχως ίχνος υπερβολής. Συμφωνούν και οι υπόλοιποι, ήταν εκεί, γνωρίζουν από πρώτο χέρι.Ήσουν κι εσύ, γνωρίζεις από πρώτο χέρι.
Συνεχίζω λοιπόν. Μια κοπελιά τρομοκρατημένη, η Μαρίνα, κουρνιάζει στην αγκαλιά μου όλο το βράδυ, χωρίς να ξεκολλήσει δευτερόλεπτο. Την πήρε ο ύπνος γρήγορα και ξύπνησε μόνο σαν φτάσαμε στο σταθμό της Φλωρεντίας, με το φρενάρισμα του τραίνου. Φυσικά και με ακολούθησε σπίτι μου, κοιμηθήκαμε αγκαλίτσα. Με φιλοξενούν εκείνο το διάστημα σε ένα στούντιο, ένα λεπτό απόσταση από την Πλατεία του Αγίου Σταυρού, Santa Croce, δύο μέτρα απόσταση από το φημισμένο Vivoli, το πασίγνωστο ζαχαροπλαστείο με τα υπέροχα παγωτά, γνωστό στις τέσσερις γωνιές του πλανήτη.
Ένα πολύ χαριτωμένο διαμέρισμα, ενδιάμεσο δύο ορόφων ενός μεσαιωνικού κτίσματος, ανακαινισμένου στο εσωτερικό του. Χωρίς παράθυρα αλλά με μπόλικο γούστο, ζεστό πολύ, ένας ενιαίος χώρος τεράστιος και στο βάθος δύο υπνοδωμάτιa με κουζινίτσα και μπάνιο, επιπλωμένο πολύ μοντέρνα. Στέκεσαι όρθιος άνετα, για να περάσεις όμως από την πόρτα εισόδου πρέπει να σκύψεις αρκετά, σε υπόκλιση κανονική. Απίθανο, πανέμορφο, μια μεγάλη φωλιά στο κατάκεντρο της πόλης.

Ξυπνήσαμε αργά το μεσημέρι μιας και ….την πέσαμε χαράματα. Τράβηξε ο καθένας τον δρόμο του. Δεν ξανασυναντηθήκαμε ποτέ, τώρα που το θυμάμαι μου κάνει πολύ εντύπωση, δεν έτυχε ούτε μια φορά.Δεν προλάβαμε, μάλλον δεν σκεφτήκαμε να ανταλλάξουμε τηλέφωνα. Δεν την ξέχασα όμως ποτέ, ήταν η πιο γλυκιά στιγμή μιας τόσο μοναδικής και άγριας ημέρας.
Δεν μπόρεσα να κλείσω μάτι σε όλη την διάρκεια του ταξιδιού της επιστροφής. Από την υπερένταση. Παρατηρώ για ώρα τα άλλα παιδιά, και από το παράθυρο, όταν υπάρχει ορατότητα, την ύπαιθρο και το τοπίο, κάθε φορά που κάνει την εμφάνισή του το φεγγάρι και φωτίζει. Τα χωριά που διασχίζουμε. Μου ήρθε τότε στο μυαλό πως στη Ρώμη ξαναβρέθηκα το καλοκαίρι που μας πέρασε, για να επισκεφτώ τον Σάντρο, νεαρό γύρω στα τριάντα που γνωρίσαμε με την παρέα στα Σύβοτα».

από: εκενώστε τους δρόμους από τα όνειρα 2

LA CANTATA ROSSA PER TALL EL ZAATAR – GAETANO LIGUORI / GIULIO STOCCHI / DEMETRIO STRATOS

‘Μα κανείς κανείς λέω να μη κλάψει! Ούτε ένα δάκρυ από τα μυστικά χώματα του πόνου μας ούτε ένα δάκρυ! Γιατί όρθιοι όρθιοι πέθαναν Κανείς να μη κλάψει! Όρθιοι δίπλα στο πηγάδι και στις ρίζες του ψωμιού Κανείς να μη κλάψει! Όρθιοι ανάμεσα στις πεισματάρικες εποχές της δουλειάς τους Κανείς να μη κλάψει! Στη θέση τους φορώντας τα παπούτσια και με τουφέκια Κανείς να μη κλάψει! Όρθιοι από οδοφράγματα μιλώντας στ’ αστέρια Κανείς να μη κλάψει! Όρθιοι με τα μάτια καρφωμένα στα ποτάμια της Παλαιστίνης Κανείς να μη κλάψει! Όρθιοι χαράζοντας απέραντους δρόμους προς την επιστροφή Κανείς να μην κλάψει! Όρθιοι με δώρα ελπίδας στα μωρά του μέλλοντος Κανείς να μη κλάψει! Όρθιοι στέκονται Ahmed Fathma Ibrahim όρθιοι Mervath Abeth Leila όρθιοι στέκονται Youssef ο παππούς και ο μικρός Fadh που ήταν τριών χρόνων όρθιοι στέκονται καθένας από τις τριάντα χιλιάδες του Tall el Zaatar κανένας κανένας λέω κανένας να μη κλάψει! Ούτε ένα δάκρυ! Γιατί βλέπετε; Τους έδιωξαν από τη γη τους και από το όνειρο τους τους διασκόρπισαν τους έκλεισαν στα στρατόπεδα τους έδωσαν ένα νούμερο αποκαλώντας τους πρόσφυγες τους πούλησαν σε όλα τα παζάρια κι όταν πήραν το τουφέκι »Ληστές» φώναξαν και τους σκότωσαν βασάνισαν σφαγίασαν τους διαίρεσαν και του είπαν »Εσύ δεν θα έχεις πατρίδα!» κι αυτοί όρθιοι στα πόδια τους με το ανάστημα τους κατοικούν τον κόσμο κατοικούν τον κόσμο κατοικούν τον κόσμο’

 

  • Μέρος Ζ

Γράφει ένας νεαρός που βρέθηκε στο πανεπιστήμιο Sapienza, στη Ρώμη, τις μέρες του μαρτίου, μαρτυρία στην χρυσή ορδήΣτο πανεπιστήμιο, κατά τη διάρκεια της κατάληψης, κανείς δεν ήθελε να επιβεβαιώσει τη θέλησή του επάνω στους άλλους, να επιβάλλει τις θέσεις του, διότι όλοι συζητούσαν μεταξύ τους, όχι μόνο στις συνελεύσεις, αλλά γράφοντας και στους τοίχους και σε αφίσες και κανείς δεν έλεγε πως η θέση του εδώ είναι ηγεμονική, αντιθέτως το πρώτο πράγμα που έκανε το κίνημα ήταν να επιβεβαιώσει με μεγάλη σαφήνεια και αποφασιστικότητα ότι κανείς δεν ήθελε κόμματα οδηγούς ή απόπειρες ηγεμονίας από οποιονδήποτε, είτε από άτομα είτε από ομάδες. Αντίθετα, ο Λάμα έρχεται εκεί και αυτό που κάνει είναι να πει: εγώ έρχομαι εδώ, παίρνω ένα μεγάλο μεγάφωνο σαν αυτό και κάνω την ομιλία μου που πρέπει να καλύψει, πρέπει να ακυρώσει όλες τις άλλες ομιλίες, γιατί αυτός δεν ήρθε εκεί για να συζητήσει με το κίνημα και να ανταλλάξει απόψεις, ήρθε εκεί για να επιβάλει τον εαυτό του, ήρθε για να επιβληθεί’.          Θυμάμαι ότι ο Λάμα σε ένα σημείο της ομιλίας του είπε κάτι σαν «οι εργάτες το ’43 έσωσαν τα εργοστάσια από τους γερμανούς και τώρα εσείς πρέπει να σώσετε τα πανεπιστήμια επειδή είναι τα εργοστάσιά σας». Είναι σαφές ότι αυτό που έλεγε δεν είχε καμία σχέση με αυτό που συνέβαινε. Έτσι σκέφτηκα, ο καθένας σκέφτηκε, όλοι μας: μα γιατί πρέπει να έρθεις εδώ και πρέπει να μας πεις αυτά τα πράγματα που με εμάς, που με αυτό το κίνημα δεν έχουν καμία σχέση; Επειδή η αλήθεια είναι ότι δεν καταλαβαίνεις πλέον τίποτα και έχεις την απαίτηση να μας θέσεις το τελεσίγραφο: ή είσαι μαζί μου είτε είσαι εναντίον μου. Εκείνο το πρωί είχα φτάσει στο πανεπιστήμιο πολύ νωρίς και υπήρχαν ήδη εκείνοι της ομάδας περιφρούρησης του P.C.I. και του συνδικάτου με τα κόκκινα καρτελάκια καρφωμένα στο πέτο στο σακάκι σβήνοντας τα γραπτά που είχαμε κάνει στα εξωτερικά τοιχώματα των σχολών.

 

  • Μιλά για την διαδήλωση του Μάρτη του ’77 στην Ρώμη, ‘για να αναδειχθεί ο εθνικός χαρακτήρας της κίνησης.’
    Εκεί πήγαν δύο ξεχωριστές ομάδες. ‘Μία των ΄κομμουνιστικών επιτροπών’ για τις οποίες μίλησα και η άλλη του ‘συλλόγου Σάντα Κρότσε’. Εγώ είμαι σε αυτή την τελευταία ομάδα’,λέει.
    ‘Περνάμε από τα γραφεία των ‘Βόλσι’, όπου βρίσκονται καμιά εκατοστή άτομα, οι τριάντα οπλισμένοι για παν αμυντικό ενδεχόμενο.
    Σε μας δόθηκαν μπαστούνια και μολότοφ’. Ονοματίζει μία κοπέλα που τους παρέλαβε από τον σταθμό.
    ‘Ξεκινά η πορεία χιλιάδων ατόμων.
    Αρχίζουν οι συγκρούσεις με την αστυνομία.Κάποιοι από τους διαδηλωτές -όχι Φλωρεντίνοι- πυροβολούν.
    Χάος, δακρυγόνα και άλλα.’
    ‘Κοντά στο ποτάμι σπάζεται ένα κατάστημα αθλητικών με όπλα που φορτώνονται σε ένα αυτοκίνητο.’
    ‘Εμείς πανικοβληθήκαμε αλλά άλλοι προσεγγίζουν διαφορετικό οπλοπωλείο, υπήρχε αλυσίδα που τους εμπόδισε να πλησιάσουν. Πάρθηκαν τα όπλα που χρειάζονταν και τότε επέτρεψαν στους υπόλοιπους να πάρουν ότι ήθελαν.’ ‘Διαδόθηκε η φωνή ότι εκείνοι που είχαν ενεργήσει ανήκαν στις Ερυθρές Ταξιαρχίες. Κάποια από τα όπλα κατέληξαν στο ποτάμι. Το αμάξι το φορτωμένο απομακρύνθηκε πρίν φτάσει η Άμεση Δράση’.‘Συνεχίζοντας πλησιάσαμε ένα Αστυνομικό Τμήμα και εκείνοι πυροβόλησαν, νόμισα πως χτυπήθηκα και έπεσα κάτω. Χτυπήθηκα στον αστράγαλο και το μπουφάν μου ήταν τρυπημένο από σφαίρα. Βρήκα διαμονή σε σπίτι προλεταριακής συνοικίας. Το άλλο πρωί γύρισα πίσω’.
    ‘Εκτίμησα αρνητικά τα γεγονότα σε πρώτη φάση μετά όμως από τις ειδήσεις που έφτασαν διά μέσω του Τύπου φάνηκε πως ο απολογισμός δεν ήταν καθόλου αρνητικός και πως ανάλογα γεγονότα είχαν διαπιστωθεί και σε Μπολόνια, Μιλάνο και το γεγονός παίρνει διάσταση μιάς αληθινής και πραγματικής Επανάστασης,
    μιάς μέρας Επαναστατικής’.      Απόσπασμα από τις καταθέσεις  στην δικογραφία εναντίον μου

 

  • Γράφει μια νεαρή κοπέλα, μέλος της νεολαίας του ΚΚΙ, μαρτυρία στην χρυσή ορδή:   ‘Μέσα στο P.C.I. πιστεύαμε στη διάκριση ανάμεσα στην εργατική αυτονομία ως συγκεκριμένη συνιστώσα ομάδων λιγότερο ή περισσότερο οργανωμένων και του υπόλοιπου κινήματος. Αυτό είναι κάτι που καταλάβαμε αργότερα, και ήταν ένα σοβαρό λάθος επειδή αυτή η παρεξήγηση επέτρεψε να χαρίσουμε σχεδόν ολόκληρο το κίνημα στις συνιστώσες της αυτονομίας. Θυμάμαι την τεράστια διαδήλωση της 12ης μαρτίου που εμείς του κόμματος είδαμε από τα πεζοδρόμια: ήταν ένα εντυπωσιακό πράγμα, ήταν μια τεράστια πορεία, ήταν πραγματικά πάρα πολλοί. Οι διαδηλώσεις του κινήματος, ανεξάρτητα από εκείνο που λέγονταν στα γραφεία, με ενέπνεαν πολύ διότι έβλεπα όλους εκείνους τους νέους σαν εμένα, μόνο ιδεολογικά διαφορετικούς που πορεύονταν χιλιάδες και χιλιάδες φωνάζοντας όμορφα συνθήματα, πετυχημένα, γεμάτα ενέργεια, γεμάτα φόρτιση’.  Όλα αυτά σoυ έκαναν μεγάλη εντύπωση. Στα γραφεία του κόμματος που σύχναζα μιλούσαμε για το κίνημα, αλλά δεν υπήρχαν πολλοί νέοι εκεί, οι περισσότεροι ήταν υπάλληλοι ή δάσκαλοι, μερικοί εργάτες, αλλά δεν ήταν νέοι, ήταν άνθρωποι με παιδιά, παντρεμένοι, με κανονική δουλειά , με μια κανονική ζωή.Στις συζητήσεις έπρεπε να φροντίσουμε για την υπεράσπιση μιας ιστορικής κληρονομιάς που το κίνημα εκείνη την εποχή επιτίθονταν εναντίον της, έτσι δεν μπορούσαμε παρά να ζούμε εκείνη τη σχέση με όρους σύγκρουσης, αυτοί ήταν ο εχθρός μας και υπήρχε μίσος, αλλά φυσικά και από τις δύο πλευρές. Υπήρχε μέσα στο κόμμα μια συνεχής επανάληψη της ανευθυνότητας του κινήματος.

και μια ακόμη μαρτυρία:

»Στην Piazza Αrgentina εγείρονται οδοφράγματα και από αυτή την στιγμή οι συγκρούσεις και η ανταλλαγή πυροβολισμών αλληλοδιαδέχονται σε όλο το κέντρο για ώρες και ώρες. Το κύριο σώμα της πορείας περνά μπροστά από το Υπουργείο Δικαιοσύνης. Φεύγουν άλλες μολότοφ και ανταλλαγές πυροβολισμών με αστυνομικούς που είχαν ταμπουρωθεί στο εσωτερικό. Κατά μήκος του ποταμού Τίβερη τα δύο τμήματα της πορείας επανενώνονται και στην διαδρομή προς την Piazza del Popolo συνέβησαν τα πάντα. Δεν παρέμεινε ουσιαστικά ούτε μια βιτρίνα στα πόδια της, δύο αστυνομικά τμήματα δέχθηκαν επίθεση, η χιλιανή πρεσβεία στο Βατικανό, η σύνταξη της εφημερίδας »il popolo», η έδρα της Gulf, ένας απροσδιόριστος αριθμός τραπεζών, μια αντιπροσωπεία της Fiat. Η αστυνομία στέκονταν στην άλλη πλευρά του Τίβερη, ανησυχούσε πάνω απ ‘όλα για την φύλαξη της φυλακής της Regina Coeli. Ήταν ήδη σκοτάδι και ενάντια στη φυλακή έφυγαν πολλοί πυροβολισμοί. Ακριβώς σε αυτό το σημείο υπήρξε μια επίθεση σε ένα οπλοπωλείο, οι σύντροφοι πήραν μαζί τους τα όπλα, τουφέκια και πιστόλια. Βλέπω την εικόνα ενός συντρόφου που βγαίνει από το οπλοπωλείο με ένα ντουφέκι, το οπλίζει, διασχίζει τον δρόμο, ακουμπά στον τοίχο του τοιχίου την κάνη και αδειάζει το όπλο ενάντια στη φυλακή που βρίσκονταν στην άλλη πλευρά του Τίβερη, εκεί μπροστά».        από την αέναη κίνηση

 

  • »Στη στιγμή κατά την οποίαν, για δεύτερη φορά, η διάσκεψη Ανατολής-Δύσης πραγματοποιείται στο Βελιγράδι, θέλουμε να επιστήσουμε την προσοχή στα σοβαρά γεγονότα που συμβαίνουν την παρούσα στιγμή στην Ιταλία και, ειδικότερα, στην καταστολή που πέφτει επάνω στους στρατευμένους εργάτες και διανοούμενους σε αγώνα ενάντια στον ιστορικό συμβιβασμό. Υπό αυτές τις συνθήκες, τι σημαίνει σήμερα, στην Ιταλία, «ιστορικός συμβιβασμός»; Ο «σοσιαλισμός με ανθρώπινο πρόσωπο» αποκάλυψε την πραγματική του όψη τους τελευταίους μήνες: από την μια πλευρά ανάπτυξη ενός συστήματος καταπιεστικού-κατασταλτικού ελέγχου σε μια εργατική τάξη και ένα νεανικό προλεταριάτο που αρνούνται να πληρώσουν το τίμημα της κρίσης, από την άλλη σχεδιασμός κατανομής του κράτους με την DC (τράπεζες και στρατό στην Χ. Δ., αστυνομία, κοινωνικός και εδαφικός έλεγχος στο Κ.Κ.Ι.) μέσω ενός πραγματικού «μοναδικού» κόμματος, είναι ενάντια σε αυτή την ντε φάκτο κατάσταση που εξεγέρθηκαν οι νεαροί προλετάριοι και οι διαφωνούντες διανοούμενοι τους τελευταίους μήνες.Πώς φτάσαμε σε αυτήν την κατάσταση; Τι συνέβη ακριβώς; Από τον μήνα φεβρουάριο η Ιταλία κλονίζεται από την εξέγερση των νέων προλετάριων, των ανέργων και των φοιτητών, των ξεχασμένων από τον ιστορικό συμβιβασμό και από το θεσμικό παιχνίδι. Στην πολιτική λιτότητας και θυσιών αυτοί απάντησαν με την κατάληψη των πανεπιστημίων, τις μαζικές διαδηλώσεις, τον αγώνα ενάντια στη μαύρη δουλειά, τις άγριες απεργίες, το σαμποτάζ και την απουσία στα εργοστάσια, χρησιμοποιώντας όλη την άγρια ειρωνεία και την δημιουργικότητα εκείνων που, αποκλεισμένοι από την εξουσία, δεν έχουν τίποτα περισσότερο να χάσουν». απόσπασμα από την έκκληση των γάλλων διανοουμένων που διαβάστηκε στο συνέδριο της Μπολόνια, τον σεπτέμβρη ’77,     από την χρυσή ορδή

 

  • Η σχέση με την Αυτονομία ήταν μια σχέση ερωτική. Τώρα νιώθουμε πως ζούμε, ολοκληρωτικά, δεν ήταν μια αυτοματοποιημένη αλληλουχία πράξεων, ήταν βίωμα, βιοτή, όχι ρουτίνα και επανάληψη, όπως η ζωή στην φάμπρικα ή στην καθημερινή συνήθεια της επανάληψης. Μια διαρκής αναζήτηση, περιπέτεια. Ήμασταν ενθουσιασμένοι, γεμάτοι. Ολοκληρωμένοι!

Σε ανοιχτή αντίθεση και αντιπαράθεση με την λογική του παραδοσιακού κομουνισμού όπως επίσης και με εκείνη των Br, που μεταθέτουν στον «ήλιο του μέλλοντος», σε ένα μέλλον μακρινό και στις επόμενες γενιές, το ζήτημα του να ζήσουμε τον κομουνισμό, αυτοί αγωνίζονται για να τον χτίσουν, εμείς πλέον τον ζούμε. Και είμαστε σε σύγκρουση με το Κκι, και το αριστερό συνδικάτο Cgil του Lama, που εκείνο το διάστημα προωθούσαν την γραμμή της πολιτικής των θυσιών, εκείνο το κίνημα, προκαλώντας, μιλούσε αντιθέτως για το δικαίωμα στο lusso, στην πολυτέλεια. Και ο φεμινισμός επίσης ήταν, από αυτή την οπτική γωνία, μια πολιτιστική επανάσταση, που δεν δέχονταν να εξαρτάται από μιαν μελλοντική και μακρινή κοινωνία η ριζοσπαστική μετατροπή των προσωπικών σχέσεων και φύλου, δεν δέχονταν δηλαδή να αναβάλουν για αργότερα αυτή την μετατροπή. Τότε αντιμετωπίζαμε τα όπλα σαν εργαλείο και δυνατότητα απελευθέρωσης, συνεπώς ευτυχίας. Την ώρα που οι εΤ επιτίθενται στην »καρδιά του κράτους», η Πγ χτυπά τις διάχυτες μορφές της κυριαρχίας στην μητρόπολη με τις ομάδες της!

 

  • »Σε αυτή την περίοδο υπήρχαν ήδη πράξεις που διεκδικούνταν απ’ τις Ομάδες και φαινόταν καθαρά ότι ο Μίκης ήταν μέσα σε μία δομή καλά καθορισμένη που διαρθρωνόταν μέσα στις ομάδες.
    Μία παραπέρα προσπάθεια ανάμιξης ήταν ο προγραμματισμός μιας απαλλοτρίωσης στην οποία και η ομάδα μας θα έπρεπε να συμμετάσχει. Οι στόχοι μου υποδείχθηκαν από τον Μίκη και τον Νάκη, σε συνάντηση που είχαμε στον πρώτο όροφο της αρχιτεκτονικής σχολής. Δύο καταστήματα ρούχων και παπουτσιών στην οδό τάδε. Αυτοί θέλανε να σηκώσουμε πράγματα και χρήματα, εγώ έλεγα να αφήσουμε συμβολικό αντίτιμο.

Άλλη διαφορά. Αυτοί σκεφτόντουσαν να μπούνε μέσα λίγα άτομα, πολύ αποφασισμένα, που έπρεπε ν’ ακινητοποιήσουν υπαλλήλους και πελάτες με κολλητική ταινία. Εγώ έλεγα να γίνει μαζική είσοδος και να γίνει αυθαίρετη μείωση.
Κατέληξαν στη θέση μου γιατί διαφορετικά τους είπα πως δεν θα συμμετείχαμε.
Τα γκρούπ ήταν του Συσσιτίου, της Αρχιτεκτονικής και ένα επονομαζόμενο ‘Επιτροπή Νέων’.
Του Φοιτητικού Εστιατορίου είχε επικεφαλής τον Μίκη, εκείνο της Αρχιτεκτονικής τον Νάκη.
Άλλα γκρούπ με 70 έως 80 άτομα θα φρουρούσαν τις παρακείμενες περιοχές ώστε να δώσουν αφορμή για συμπλοκές πεζοδρομίου όπου θα επενέβαινε η αστυνομία.

Είμαστε επί τόπου με στόχο το κατάστημα ρούχων όταν ακούστηκε η φωνή πως οι άλλοι που δρούσαν στο μαγαζί με τα παπούτσια θα έκαναν απαλλοτρίωση με όλη την σημασία της λέξης και πως υπήρχαν και οπλισμένοι.
Αυτό προκάλεσε τη διακοπή της επιχείρησης.
Σε εκείνη την περίπτωση ο Μίκης και ο Νάκης είχαν κάνει λόγο για ομάδα ένοπλης κάλυψης, είπαν ότι σε περίπτωση ανάγκης θα ήταν σε θέση να σηκώσουν το επίπεδο της σύγκρουσης. 
‘Αυτά συμβαίνουν τον Νοέμβρη του ’77.
Επιδεινώθηκαν οι σχέσεις μας». Ξανά απόσπασμα από την δικογραφία εναντίον μου

 

  • »Το ’77 είναι ένα έτος γεμάτο νόημα για τις κουλτούρες της νεολαίας σε ολόκληρη τη Δύση: είναι ο χρόνος που το πανκ εκρήγνυται στο Λονδίνο, και οι Sex Pistols προκαλούν την αστυνομία και τη μοναρχία με τις προβοκατόρικες συναυλίες τους, την ημέρα των εορτασμών για τη βασίλισσα.Και είναι το έτος κατά το οποίο συμβαίνουν οι πρώτες σημαντικές αντιπυρηνικές διαδηλώσεις, στην Malville και Brokdorf….είναι μετά το ’77 που οι στρατιωτικές επενδύσεις αυξάνονται τρομακτικά και το κλίμα του ψυχρού Πολέμου ξαναρχίζει σε συνδυασμό με τη νίκη του Ρέιγκαν, είναι μετά το ’77 που ένα κύμα απολύσεων πέφτει επάνω στους εργάτες σε ολόκληρη τη βιομηχανική Δύση, και οι νέες τεχνολογίες εξαλείφουν εκατομμύρια θέσεις εργασίας, καθιστώντας την ανεργία των νέων ένα ανεκρίζωτο διαρθρωτικό δομικό γεγονός.Το μέλλον φαίνεται ξηρό και έρημο, και μάλιστα είναι από εκείνη τη στιγμή που η ηρωίνη εμφανίζεται μαζικά στην αγορά ναρκωτικών, και είναι επίσης η στιγμή κατά την οποίαν, αναγκασμένοι να βρουν ένα χώρο στον κόσμο της «απορρύθμισης-deregulation» και της αδίστακτης επιθετικότητας μεταξύ ανέργων, κάνουν την επανεμφάνιση τους ατομικισμός και ανταγωνισμός, προκαλώντας μια βαθιά κρίση των μορφών αλληλέγγυων κοινοτήτων των προηγούμενων ετών.Εν ολίγοις, είναι εκείνη τη στιγμή που το σενάριο αλλάζει: αλλά αυτό αλλάζει κυρίως μέσα στο σύστημα προσδοκιών και των πιθανών φαντασιακών του μέλλοντος. Αλλάζει, δηλαδή, μέσα στην κοινωνική σκέψη, στην πολιτισμική αντίληψη, μέχρι να σφραγιστεί ζοφερά μέσα στην κομφορμιστική και αναισθητοποιητική ομολογία της δεκαετίας του ’80 που ξεδιπλώθηκε».                     απόσπασμα από την χρυσή ορδή

 

»ήμασταν χαρούμενοι γιατί ήμασταν μαζί, και η παρέα έγινε οργάνωση, και η οργάνωση μεγάλωσε και οπλίστηκε, ο οπλισμός υπήρξε αναγκαιότητα γιατί μας σκότωναν φασίστες κι αστυνομικοί ενωμένοι, και καραμπινιέροι μαζί – και να τους αρπάξουμε την εξουσία μες απ’ τα  χέρια αναγκαιότητα επίσης – γιατί ασφυκτιούσαμε κάτω από την μπότα του συστήματος που είχαν στήσει μπουρζουάδες και ρεβιζιονιστές ενωμένοι, και η εργατική τάξη στον δρόμο μας παράτησε, δεν μπορέσαμε κι εμείς να κάνουμε την μεγάλη μανούβρα την κατάλληλη στιγμή και να στρέψουμε το καράβι προς την πορεία στρατηγικής υποχώρησης όταν τα πράγματα είχαν αρχίσει να στραβώνουν και ο κόσμος έδειχνε την αποστροφή του προς τον μιλιταρισμό που είχαν διαλέξει οι οι πιο ‘εξτρεμιστές’ απ’ τους συντρόφους μας, και τα πράγματα πήγαν κατά διαόλου με λίγα λόγια’’

από την χώρα του ποτέ 10

 

  • (20 χιλιάδες αγωνιστές διερευνήθηκαν για ένοπλο αγώνα, γύρω στους 6000 οι φυλακισμένοι, πάνω από 3000 με ποινές που ξεπερνούν τα 10 χρόνια, εκατοντάδες τα ισόβια, 200 από αυτούς βρίσκονται ακόμη κρατούμενοι, συνολικά 50.000 χρόνια φυλακής)

ΠΡΟΛΟΓΟΣ ΣΤΗΝ ΠΡΩΤΗ ΕΚΔΟΣΗ του βιβλίου »η χρυσή ορδή»

Χρόνια του μολυβιού, διαχωρισμένα Σώματα, κρατικές Σφαγές, Αποσταθεροποίηση, Καταστολή, Τρομοκρατία, Κατάσταση έκτακτης ανάγκης … ή αντίθετα: Τα ωραιότερα χρόνια της ζωής μας, ριζική Μεταμόρφωση της καθημερινής ζωής, Ουτοπία, Ανάγκη για κομουνισμό Σεξουαλική επανάσταση, Ένοπλος αγώνας κλπ. Και ξανά: Κόσμος Beat, Hippies, Καταστασιακοί, Movimento studentesco, Potere operaio, Lotta continua, Μαοϊκοί, Consiliari, Αναρχικοί, Αυτόνομοι …Πίσω απ ‘όλους αυτούς τους ορισμούς, οι ζωές χιλιάδων, εκατοντάδων χιλιάδων ατόμων μέσα σε δύο δεκαετίες, οι οποίοι έσκαψαν μέχρι τα θεμέλια τους φαινομενικά αμετάβλητους πυλώνες της ιταλικής κοινωνίας. Μετά από αυτή την τεράστια και βαθιά συλλογική εμπειρία, τίποτα πλέον δεν μπορεί να θεωρηθεί ίδιο με πριν. Για να υποβαθμιστεί, να περιοριστεί και να συρρικνωθούν οι διαστάσεις αυτού του μεγάλου επαναστατικού και δημιουργικού, πολιτικού και υπαρξιακού κύματος, χρειάστηκε (και για πρώτη φορά στη μεταπολεμική ιστορία) η μεγάλη συμμαχία ολόκληρου του συστήματος των κομμάτων, η χρήση όλων των στρατιωτικών σωμάτων, μια ριζική μετατροπή του «κράτους δικαίου», η μετατροπή του δικαστικού σώματος σε τακτικό βραχίονα της πολιτικής εξουσίας και των συμφερόντων της βιομηχανικής μπουρζουαζίας (και μη). Προς στήριξη της συναίνεσης, ολόκληρη η καμάρα των μέσων μαζικής ενημέρωσης, η οποία αναβίωσε την παράδοση του «δημοσιογράφου-αστυνομικού» των αρχών του αιώνα. Έχοντες όλοι την πρόθεση να δείξουν πως, έτσι ώστε τίποτα να μην αλλάξει, επρόκειτο για την «εξάλειψη» μιας ασήμαντης μειοψηφίας παραληρηματικών ανεύθυνων φανατικών, διαχωρισμένων από την πραγματικότητα που τους καθοδηγούσαν σκοτεινές δυνάμεις. Προς υπεράσπιση της αλήθειας και των δικαιωμάτων, μια εξαιρετική περίπολος έξυπνων και μάλλον ανεπανάληπτων δικηγόρων, μια μικρή ομάδα «εγγυητών», τα γενναιόδωρα λείψανα των πολιτικών κινημάτων .. Σαράντα χιλιάδες καταγγέλθηκαν, δεκαπέντε χιλιάδες «πέρασαν» από τις φυλακές, έξι χιλιάδες καταδικάστηκαν, σχεδόν πάντα χωρίς καμιά εγγύηση του δικαιώματος υπεράσπισης. Αυτά είναι τα άγονα τελικά και λογιστικά νούμερα της λαμπρής επιχείρησης υπεράσπισης της «δημοκρατίας». Πίσω από τα νούμερα, οι «ειδικές φυλακές», τα βασανιστήρια, η απομόνωση, το καλύτερο μέρος των δύο γενεών που οδηγήθηκε στη σιωπή, αναγκάστηκε να εξοριστεί ή «αποδόθηκε» στην κοινωνία αφού είχε ταπεινωθεί στην ταυτότητά του. Πως να μιλήσεις για όλο αυτό δίχως να κολλήσεις ετικέτες και ορισμούς, χωρίς να πέσεις στην παγίδα της ιδεολογίας, χωρίς να δώσεις χαρά στον παντοτινό αντίπαλο με την ανακατασκευή χαρτών και των γεωμετριών; Ίσως μέσα από θραύσματα και διαδρομές, μέσα στα εφήμερα μονοπάτια της μνήμης και αφήνοντας τις διαφορές να μιλήσουν. Όχι μια ιστορία λοιπόν, αλλά μια διαδρομή για να προσελκύσει στοχασμούς, προβληματισμούς, να τονίσει, να υπογραμμίσει την ευτυχία, τον πλούτο, να βοηθήσει να βρεθεί η προέλευση, οι απαρχές μιας μακράς άνοιξης.

  • ΑΠΟΣΠΆΣΜΑΤΑ ΑΠΌ ΤΟ ΒΙΒΛΊΟ ‘ΚΟΝΤΌ ΦΥΤΊΛΙ’ του ΣΕΡΤΖΙΟ ΣΈΤΖΙΟ.

‘Θυμάμαι τη σφαγή στην πλατεία Φοντάνα του Μιλάνου το 1969 που γέμισε πολλούς αγανάκτηση και διάθεση εξέγερσης, την ιδέα πως πρέπει να αντιδράσουν.
Στην καταστολή της αστυνομίας, στις βόμβες των φασιστών, στις απόπειρες πραξικοπήματος. Στην καπιταλιστική εκμετάλλευση επίσης.
Θυμάμαι τους συντρόφους σκοτωμένους στις πλατείες, τις συγκρούσεις με την αστυνομία, τους ξυλοδαρμούς των συλληφθέντων. Κι έπειτα, την οργάνωση των ομάδων περιφρούρησης, τον μαχητικό αντιφασισμό, την παραπληροφόρηση, τα πυρπολημένα γραφεία, τα πυρπολημένα αυτοκίνητα. Τέλος το πέρασμα στην ένοπλη πάλη.
Σκληρύναμε λοιπόν δίχως να καταφέρουμε να διατηρήσουμε την τρυφερότητα μας. Υπερίσχυσε τελικά η προοδευτική μας αναισθητοποίηση.

Η λογική των όπλων άρπαξε, αιχμαλώτισε, υπερίσχυσε όχι μοναχά στα χέρια μας αλλά και στην λογική και την καρδιά μας.
Μέσα σε λίγα χρόνια, τα κινήματα συνεθλίβησαν με αγριότητα. Εκτροχιάστηκαν πιεσμένα ανάμεσα στο ένοπλο κόμμα, την καταστολή,την ηρωίνη που εξαπλώθηκε και την ιδιώτευση που αναδύθηκε.
Δεκάδες χιλιάδες σύντροφοι οργάνωσαν αυτόνομους αγώνες, απεργίες αυθόρμητες, μαζικές διαδηλώσεις και πρωτοποριακές ενέργειες. Οπλίστηκαν και μπήκαν στη μάχη.
Τώρα χιλιάδες είναι φυλακισμένοι, δεκάδες έχασαν τη ζωή τους. Γι αυτό είμαστε εδώ,να λαδώσουμε τα όπλα μας, να οπλίσουμε μιας και σε λιγάκι θα τα χρησιμοποιήσουμε. Σήμερα τουλάχιστον θ’ ανοίξουμε μια χαραμάδα στο τυφλό μονοπάτι για το οποίο συζητάμε.

Η πολιτική ήττα είναι πλέον εμφανής, το όνειρο κατέρρευσε, ανάμικτο με αίμα δικό μας και των θυμάτων μας, στην αγριότητα των Κρατικών φυλακών. Μα προσβάλλοντας σήμερα αυτή τη φυλακή, θα πάρουμε πίσω την ελευθερία των συντρόφων μας.’
Και :
‘Η ιστορία της Πρώτης Γραμμής δεν γράφτηκε ποτέ, ίσως τα γεγονότα τότε να ήταν πολύ κοντά. Τώρα πλέον είναι πολύ μακρινά.
Ίσως αυτό το ‘Κοντό Φυτίλι’ πυροδοτήσει επιτέλους μια επόμενη εργασία πιο πλατιά και συλλογική. Είναι προστιθέμενη αξία που εύχομαι να παραδώσουν αυτές οι σελίδες.

Που κυκλοφορούν σε μια περίοδο πιθανότατα από τις χειρότερες των τελευταίων χρόνων. Μάλλον των δεκαετιών. Στιγμή κατά την οποία αυξάνεται το πνεύμα μνησικακίας και περαιτέρω εκδικητικότητας σε ότι αφορά εκείνα τα γεγονότα των χρόνων του ‘70. Πνεύμα που παραδόξως μεγεθύνθηκε και σαφώς γιγαντώθηκε στην διάρκεια του χρόνου εξ αιτίας εκείνων των γεγονότων και των πληγών που δημιούργησαν.
Θα έπρεπε οι αριθμοί να είναι αρκετοί για να αποκαλύψουν ότι επρόκειτο για ένα φαινόμενο πλατιάς κοινωνικής ριζοσπαστικοποίησης :

Σύμφωνα λοιπόν με υπολογισμούς, ή μάλλον κάτω από τους υπολογισμούς, υπολογίζονται σε 20000 οι έρευνες για πράξεις ένοπλης πάλης και τουλάχιστον 4200 κλείστηκαν στην φυλακή συνέπεια κατηγοριών ένοπλης ομάδας η ανατρεπτικής οργάνωσης. 300 καταδικάστηκαν σε ποινή κάτω των 10 χρόνων, πάνω από 3100 σε ποινή ανώτερη των 10 χρόνων, σχεδόν 600 σε ποινή ανώτερη των 15 χρόνων. Εκατοντάδες τα ισόβια. Πάνω από 50000 χρόνια φυλάκισης έχουν ήδη εκτισθεί. Από τους χιλιάδες αρχικά φυλακισμένους, σχεδόν διακόσιοι βρίσκονται ακόμη έγκλειστοι, μερικά ή ολικά. Μεταξύ αυτών 77 ισοβίτες. Ανάλογη και η λίστα με αυτούς που βρήκαν καταφύγιο στο εξωτερικό.
Έχει παραμείνει ο πόνος αυτών που χτυπήθηκαν, των συγγενών τους, όπως επίσης των χαμένων μαχητών και των επί μακρόν φυλακισμένων.
Παρέμεινε επίσης η αιώνια μανία εις βάρος των ηττημένων.’

Sergio Segio, ο κομαντάντε Σίριο, υπήρξε ένας από τους ιδρυτές της Πρώτης Γραμμής, Prima Linea, της ένοπλης οργάνωσης που αριθμούσε χίλιους μαχητές και δεκάδες χιλιάδες συμπαθούντες. Σε αυτό το βιβλίο, Miccia Corta, παρουσιάζει μια από τις πιο συγκλονιστικές και τολμηρές ενέργειες της ένοπλης πάλης στην Ιταλία. Την επίθεση στις φυλακές του Ροβίγκο με την οποία ελευθέρωσε την συντρόφισσα του και δύο ακόμη πολιτικές κρατούμενες. Στις 3 Ιανουαρίου του 1982. Στο περιθώριο παρουσιάζονται εικόνες από τους αγώνες και τα κινήματα των χρόνων του ‘70.

 

  • ‘Γράφτηκε λοιπόν αυτή η ιστορία με τα λόγια παιδιών που πλησίασαν, που θέλησαν να γευτούν την ομορφιά του ονείρου αλλά η γεύση τους τρόμαξε, η θωριά τους σάστισε, τα έχασαν, έκαναν πίσω.
    Ξεθώριασε μέσα τους η εικόνα, παραπάτησαν και έπεσαν. Δεν θέλησαν να ξανασηκωθούν, δεν τα κατάφερναν, μόνο οι ίδιοι γνωρίζουν.
    Ίσως μας πουν μια μέρα.
    Το όνειρο είναι πάντα εδώ, τα όνειρα δεν χάνονται.
    Κανείς και ποτέ δεν δύναται να τα εξαφανίσει.
    Ο άνθρωπος γεννιέται κι ερωτεύεται, ονειρεύεται, παλεύει.
    Έρωτας για ζωή μας κίνησε, για ζωή πραγματική. Όχι μονότονη επανάληψη, μονότονων σκέψεων, κινήσεων, συνηθειών, πράξεων.
    Όσο θα υπάρχουν άνθρωποι που αντί να συνεργάζονται μαλώνουν, τις περισσότερες φορές για ευτελή αντικείμενα, το όνειρο θα είναι πάντα εκεί, θα περιμένει στην γωνία, θα συντροφεύει τους ευαίσθητους, θα αποφεύγει τα παχύδερμα.
    Θα περιμένει αυτόν που θα σκαλίσει’. 
    Από την χώρα του ποτέ 12                        
  • Μέρος Η    Το 2013 ξεκίνησα την αέναη κίνηση, μετέφερα εκεί όλα όσα είχα γράψει τα προηγούμενα χρόνια, τις αναμνήσεις μου συμπυκνωμένες σε 3 πονήματαχόρεψες πάνω στο φτερό του καρχαρία – εκενώστε τους δρόμους από τα όνειρα – στη χώρα του ποτέ…ή ce n’ est qu’ un debut, continouons le combat 1 τις κυριότερες αναμνήσεις μου. Κείμενα και νέα από το σήμερα επίσης. Μετέφρασα και μεταφράζω κείμενα ιταλών, βίντεο επίσης, κάποια αποσπάσματα ήδη τα ακούσατε, σας μεταφέρω ένα ακόμη:

βίντεο, μιλάει ένας ‘μετανοημένος’  , ερυθρές ταξιαρχίες 6

»ο απαίσιος άνθρωπος, στην απαίσια παρουσία ενός καημένου εαυτού,
αυτοί ήταν οι μετανιωμένοι, αυτοί που διαχώρισαν την θέση τους, ή όπως αλλιώς ονόμασαν την σχιζοφρένειά τους.
παρακολουθήστε τον, αν αντέχετε, εγώ ένιωσα την υποχρέωση να υπομένω το μαρτύριο της μετάφρασης του ανθρώπου που αρνήθηκε τον εαυτό του τον ίδιο, προκειμένου να την σκαπουλάρει μιαν ώρα νωρίτερα.
δεν υπήρξα ποτέ ταξιαρχίτης, διαφώνησα σκληρά πολλές φορές μαζί τους.
είχα φίλους πολλούς που ‘διαχώρισαν’ την θέση τους
δεν συμφώνησα, είχαν όμως άποψη και βέβαια σιώπησαν, ταπεινά.
δεν κάνω τον έξυπνο, εκ των υστέρων.
είχα διαφωνήσει με την στρατηγική των εΤ από την ελευθερία ακόμη
πάντα όμως τους σεβόμουν και τους υποστήριξα ηθικά
ο ανωτέρω όμως δεν αξίζει ούτε την σφαλιάρα μου, ντροπιάζει όλη εκείνη την γενιά, που, από διαφορετικούς δρόμους, προσπάθησε την κομουνιστική επανάσταση.
ντροπή του! λίγη αξιοπρέπεια δεν θα έβλαπτε!

συνεχίζω λοιπόν την αφήγηση:

  • Νομίζω λοιπόν πως έφτασε η ώρα να ασχοληθούμε με την δικογραφία. Δικάστηκα με στοιχεία βασισμένα στις πολύμηνες καταθέσεις ενός μοναδικού ατόμου που θα ονομάσω Σαβέριο. Γεμάτη αντιθέσεις κατέρρευσε αμέσως και αθωώθηκα με απόφαση και των πέντε δικαστών. Αυτό εμπόδισε τον εισαγγελέα να την προσβάλλει.
    Αργότερα, προστέθηκαν οι μαρτυρίες τριών ακόμη ανθρώπων, ο ένας γνωστός τοξικομανής της Φλωρεντίας, ο δεύτερος περίπου. Εδώ οι αντιφάσεις δεν είναι τόσο έντονες, κραυγαλέες όπως στην πρώτη περίπτωση, αδυνατίζει την κατάσταση όμως η συχνή παραδοχή τους πως είναι χρήστες πριν, κατά τη διάρκεια και μετά τη γνωριμία μας.

Το ίδιο φυσικά έγινε στην Ιταλία. Βέβαια αυτοί έκαναν το λάθος, για τα διεθνή δεδομένα, να με δικάσουν και εκεί τη στιγμή που νωρίτερα έχουν ζητήσει την εδώ εκδίκαση της υπόθεσης, με τις ίδιες κατηγορίες και τους αυτούς μάρτυρες. Διεθνώς έχει ισχύ λοιπόν η απόφαση που εκδίδεται πρώτη. Δεν μπορείς να δικάσεις κάποιον για τα ίδια πράγματα δύο φορές.
Ίσως να έγινε και εσκεμμένα, αυτό δεν το γνωρίζω. Το σίγουρο πάντως είναι πως αυτή η λεπτομέρεια με έσωσε στην διάρκεια της σύλληψής μου στην Γερμανία, κάποια χρόνια αργότερα. Τότε που με κράτησαν στο Σταμνχάιμ μέχρι να εκδικαστεί το καινούριο αίτημα των Ιταλών για έκδοση στη χώρα τους. Ξοδέψαμε μια τούμπα λεφτά σε μία ομάδα εξαιρετικών νομικών που απέδειξαν με τον καλύτερο τρόπο πως οι Γερμανοί έπρεπε να με ελευθερώσουν μια και για τα εγκλήματα που με κατηγορούν οι Ιταλοί έχω δικαστεί δύο φορές στην Ελλάδα, πριν ακόμη με καταδικάσουν οριστικά εκείνοι στη χώρα τους, και αθωωθεί πανηγυρικά.

Θα μιλήσουμε λοιπόν για την δικογραφία και συχνά θα σου έρθει να βάλεις το γέλια.
Θα καταλάβετε πώς συμβαίνει συχνά να καταδικάζουν με το έτσι θέλω αγωνιστές. Πώς κατασκευάζεται ένα κατηγορητήριο. Πώς γίνεται να υποχρεώνουν αγωνιστές σε χρόνια κάθειρξης απλά και μόνον επειδή δηλώνουν πολιτικοί αντίπαλοι. Το ίδιο που έγινε εδώ στη δίκη των αγωνιστών του Επαναστατικού Αγώνα 35 χρόνια αργότερα.
Ένας λόγος που μ’ έκανε να φτιάξω αυτό το τρίτο πόνημα είναι ακριβώς αυτός. Ένας άλλος για να σας δώσω μία ακόμη εικόνα του τι συμβαίνει εκείνα τα χρόνια στη γείτονα,
δεν έχει αναφερθεί κανένας άλλος σε αυτό.
Μέσα από τις αφηγήσεις αυτών των παιδιών θα παρακολουθήσετε μία ταινία βγαλμένη απ’ τα παλιά που ζωγραφίζει τη ζωή στη γειτονιά μας. Μια ταινία από το παρελθόν που μιλάει για το χθες το σήμερα και το αύριο του πολυμέτωπου αγώνα που δίνουν οι καταπιεσμένοι για να σπάσουν τα δεσμά που τους δένουν στο άσχημο άρμα του καπιταλισμού.

Εδώ με αθώωσαν δύο φορές.
Εκεί μου ρίξανε πολλά χρόνια.
Χαλάλι τους. Με έκλεισαν στην Ελλάδα, για την Ιντερπολ είμαι κυνηγημένος.
Στάθηκα τυχερός στην ατυχία μου
όλοι μου οι σύντροφοι έφαγαν καμπάνες, εξέτισαν μεγάλο μέρος από αυτές. Έκατσαν μέσα δηλαδή για πολλά-πολλά χρόνια, το διάστημα που εγώ αλώνιζα στις παραλίες της Ηρακλίτσας και του Μπάτη.
Έζησαν ένα μέρος από τα καλύτερα χρόνια τους στη φυλακή, μέσα σε κλίμα ρεβανσισμού, ήττας του κινήματος της αυτονομίας, ήττας του ανταρτοπόλεμου και εκδικητικότητας απέναντι στους μαχητές και τους αγωνιστές.
Εγώ την έβγαλα στον αφρό.

Με βάρεσαν αλύπητα αργότερα οι ασθένειες. Λες και μ’ έτρωγε μια πίκρα που την γλίτωσα με αμυχές και έπρεπε να δοκιμαστώ σκληρά.
Ποιος ξέρει ; Η ζωή παίζει περίεργα παιχνίδια μερικές φορές, σκαρώνει φάρσες απίστευτες.
Τέλος καλό όμως, όλα καλά!
Ότι θα ακολουθήσει είναι ένα μέρος της ιστορίας,
η ιστορία των νέων που αψήφησαν τη σύμβαση, που αψήφησαν την πεπατημένη και δοκίμασαν να φτάσουν στην Χώρα του Ποτέ με όλες τους τις δυνάμεις, χρησιμοποιώντας δύναμη και φαντασία, ευρηματικότητα και ένταση, ρήξη και ανατροπή του σεναρίου!

Θα σας μιλήσω μέσα από τις μαρτυρίες αυτών των ανθρώπων για να δείτε το σκάλωμα που έφαγαν.
Πρέπει όμως να δείτε την ταινία σιωπηλά. Δίχως προκαταλήψεις.Με τις κεραίες ανοιχτές κι ανεβασμένες,όρθιες.
Οι δύο δεύτεροι μπορεί να πέρασαν και στερητικό σύνδρομο, σίγουρα είναι ευάλωτοι στον εκβιασμό. Φαίνεται βέβαιο, κι ας μη το αναφέρουν. Ο ένας κάνει μάλιστα την πάπια, αποφεύγει ν’ αναφερθεί σε αυτό που και οι πέτρες της Φλωρεντίας γνωρίζουν. Ο άλλος το παραδέχεται συχνά.
Ο πρώτος είναι ταχυδαχτυλουργός, κασκαντέρ.
Απολαύστε τους.
Να προσθέσω ένα ελαφρυντικό. Σίγουρα είμαι το εύκολο θύμα, βρίσκομαι χιλιόμετρα μακριά.

Ναι, είμαι μέλος των μαχητικών προλεταριακών ομάδων, από την πρώτη μέρα που ξεκίνησε η κουβέντα μέσα στους κόλπους της αυτονομίας για αναβάθμιση του αγώνα.
Ναι, οι ομάδες είναι κομμάτι της Πρώτης Γραμμής. Ναι, και προσπαθήσαμε να υπάρξει διαχωρισμός, πράγμα που δεν καταφέραμε, εκ του αποτελέσματος.
Ναι, μέσα σε μια εκατοστή συντρόφους, τέσσερις δεν άντεξαν, κατέρρευσαν [ ο τέταρτος προσχώρησε αργότερα στην οργάνωση, είχαν ήδη δημιουργηθεί καλύτερα στεγανά, δεν ενέπλεξε πολλούς, δεν γνώρισε τίποτα περισσότερο απ’ τον τομέα του].

Έχουμε βγει όλοι μέσα από το κίνημα, χρόνια στους δρόμους και τα αμφιθέατρα, στις πικετοφορίες στα εργοστάσια και τις καταλήψεις.
Επιτροπές στο φοιτητικό εστιατόριο, στις σχολές, στις γειτονιές. Μέχρι να το πάρουμε χαμπάρι το επίπεδο ανεβαίνει διαρκώς, τρέχοντας.
Μέχρι να φτιαχτούν τα πρώτα στεγανά στην κουβέντα έχουν εμπλακεί δεκάδες δεκάδων σύντροφοι. Όλοι,πολλοί αντιλαμβάνονται, ψυχανεμίζονται αυτό που συμβαίνει, αυτό που γεννιέται από τα σπάργανα, απ’ το μηδέν. Κύκλοι, και άλλοι κύκλοι, όλο και κάτι παραπάνω, κάτι καινούριο, περισσότερο προχωρημένο. Ένα τεράστιο πείραμα που σήκωσε τον τόπο. Σαν σεισμός!

Βγαίνουν προκηρύξεις, γίνονται κουβέντες, δημόσια, στα στέκια. Γίνονται και υπόγεια. Όλα μαζί, σταδιακά, ταυτόχρονα. Νομίζεις πως ο χρόνος σε προσπερνά, τρέχει γρηγορότερα. Δεν προλαβαίνεις να σκεφτείς συχνά. Δρας αυτόματα.
Για χρόνια, το επαναλαμβάνω.
Όποιος έχει πάρει μέρος από το ξεκίνημα σε αυτή την διαδικασία, από κάποιο σημείο και μετά καταλαβαίνει περισσότερα απ’ ότι νομίζεις.
Αυτό έκανε ο Σαβέριο. Μόνος του παραδέχεται αμέτρητες φορές πως βρέθηκε σε κάποια ομάδα για λίγους μήνες, ελάχιστους!
Όλες του οι πληροφορίες,σχεδόν όλες, προέρχονται απ’ τις ‘εκμυστηρεύσεις’ της αγαπημένης του, κοριτσιού που και μ’ αυτό, πάντα κατά τον ίδιο, έχει σχέση για λίγους μόνο μήνες!
Πάντα κατά τον ίδιο, πήρε μέρος σε μια και μοναδική επίθεση, μέχρι να το βάλει τελικά στα πόδια.

Παραδέχεται πολλές φορές, περισσότερες από μία, πως ‘κάποια πράγματα δεν λέγονται και δεν τα ρωτάμε, απλά δεν λέγονται’. Και θέλει να μας πείσει πως ένα κορίτσι και κάποιοι φίλοι απ’ τα παλιά, που μάλιστα γνωρίζουν πως απ’ την οργάνωση την έχει κάνει με ελαφρά πηδηματάκια, συνεχίζουν να του εκμυστηρεύονται τα πάντα, τον στέλνουν να συζητήσει, να οργανώσει άλλους κλπ.
Ο Σαβέριο ναι, αντιλήφθηκε κάποια εξέλιξη προς την μαζική παρανομία.
Ίσως, και για λόγους εγωισμού, προσπάθησε να ενταχθεί σε κάποια ομάδα μα δεν τα κατάφερε. Λάκισε.
Κι όταν τον τσίμπησαν, γιατί για κάποιο διάστημα μάζευαν με τον σωρό, όποιον τους είχε στο παρελθόν απασχολήσει, τον ‘φώναξαν’ για ‘φιλική’ κουβεντούλα, έκανε τον ‘μετανοημένο’, μεταμελήθηκε.
Για να γλιτώσει οποιαδήποτε υποτιθέμενη συνέπεια. Κανείς δεν ξέρει, εγώ τουλάχιστον δεν έμαθα μέχρι σήμερα τι παίζονταν σ’ εκείνα τα δωμάτια, σε εκείνες τις ‘κουβεντούλες’. Τις πιέσεις, τους εκβιασμούς.

Για κάποιους, και η ελαφρύτερη συνέπεια φαντάζει ασήκωτη.
Σίγουρα γνώριζε τα σπίτια μας, πολλούς από εμάς, συνήθειες κλπ. Μας έβλεπε μαζί, κολλητούς κι αγαπημένους για πολλά χρόνια. Να ενταχθεί δεν τα κατάφερε, δεν του πήγαινε στο κάτω-κάτω. Μπορεί και να ζήλεψε κάποια στιγμή.
Τον Αριστείδη τον εξοστράκισαν οι Αθηναίοι γιατί δεν άντεχαν να τον βλέπουν ευτυχισμένο, παραήταν δίκαιος για τα μέτρα τους!
Ότι κάποιες κινήσεις έπεφταν στην αντίληψή του, όσο διάστημα τριγυρνούσε στους χώρους, είναι αδιαμφισβήτητο. Ότι για κάποιο διάστημα παρατηρούσε επίσης.
Γνωρίζει τα μέρη μας, τις παρέες, τους κολλητούς, συμπεραίνει πολλά, σε κάποια πέφτει μέσα.
Κάποιους πρόλαβε να τους γνωρίσει μαχητές, για τους υπόλοιπους……. ας το πάρει το ποτάμι.

Έτσι κι αλλιώς, όλοι είναι μαχητές, ότι πει η αντιτρομοκρατική.
Το σενάριο φτιάχνεται πλέον, τόσες επιθέσεις θα παραμείνουν ανεξιχνίαστες;
Γι αυτό ανακαλεί πολλές φορές, δεν ταιριάζουν οι υποθέσεις, δεν στέκουν τα λεγόμενα, και οι αντιφάσεις έχουν τα όριά τους.

Επί μήνες συνεχίζει να δημιουργεί δύο ξεχωριστά άτομα, με δύο ξεχωριστά ονόματα, που τα υποδεικνύει μάλιστα στις φωτογραφίες που του δείχνουν. Μα τα δυο άτομα είναι ένα και το αυτό, με όνομα και παρατσούκλι! Δυο κορμιά, ένα άτομο. Και αυτός τους συναντά και τους δύο, άλλοτε μαζί και άλλοτε ξεχωριστά. Και δείχνει δυο φωτογραφίες ξεχωριστών προσώπων. Είναι το αποκορύφωμά του, η μεγαλύτερη στιγμή του, η αποθέωση του κοινού στη σκηνή του παραλόγου!

Ο ένας στην Ομόνοια, ο άλλος στο Σύνταγμα και ο Σαβέριο απ’ το Μοναστηράκι προχωρά, αμέριμνος για τις συνέπειες, να τους συναντήσει και να παίξουνε πινγκ πονγκ κάτω απ’ το δέντρο που αυτοκτόνησε-δολοφονήθηκε εκείνος ο εξαιρετικός κύριος, ο φαρμακοποιός της πλατείας των εξεγερμένων!
Αυτά!
Υπάρχει όμως και μια δεύτερη, τεράστια αντίφαση που γυμνώνει την διχασμένη του προσωπικότητα και τη σύγχυση στην οποία ευρίσκεται. Παρουσιάζει την εαυτό του σαν αρχηγό ομάδας που συσκέπτεται, συζητά και αποφασίζει μαζί με άλλους,
τελείως διαφορετικούς από αυτούς που πάντα σύμφωνα με τα δικά του λεγόμενα αποτελούν τους αρχηγούς των υπολοίπων ομάδων.
Πρέπει να προμηθεύσουν τις ομάδες εκρηκτικά μιας και καμία ομάδα από μόνη της, λέει,δεν έχει την επιχειρησιακή δυνατότητα να το κάνει, αυτόνομα.
Ποιοι είναι τελικά αυτοί οι περίφημοι αρχηγοί ;
Μια έτσι, μια αλλιώς.

Ο Σαβέριο δεν ξέρει τι του γίνεται. Φτιάχνει το σενάριο και το διασκεδάζει.

Θυμάμαι στην Κομοτηνή, κάποια στιγμή που κουβεντιάζαμε πάνω σε αυτά τα θέματα ο καλός μου φίλος ο Νίνο με ρωτά τι θα έκανα εάν μια μέρα τον συναντούσα στο δρόμο, ελεύθερος πλέον. Του απαντώ χωρίς κανένα δισταγμό πως ούτε να τον φτύσω δεν έκανα κέφι!

Ας στρωθούμε όμως στη δουλειά μετά τη μεσημεριανή σιέστα:
Δηλώνει ξανά και ξανά πως στις ομάδες να μπει του πρότεινα εγώ, μετά την έξοδό του από την φυλακή εξ αιτίας προηγούμενων γεγονότων.
Πάμε όμως να τον ακούσουμε να μας παρουσιάζεται:

‘Η πρώτη μου πολιτική επαφή έγινε την περίοδο της κατάληψης της Αρχιτεκτονικής σχολής Φλωρεντίας και συγκεκριμένα συναντήθηκα με τον Κάρλο που έπαιρνε μέρος, με καθήκοντα προέχουσας καθοδήγησης στην Προλεταριακή Επιτροπή του Πανεπιστημιακού Εστιατορίου. Άρχισα μια πρακτική παρανομίας με τις μορφές που τότε ασκούνταν σε επίπεδο κινήματος, και δηλαδή διαδηλώσεις πεζοδρομίου, επανιδιοποίηση των μέσων αντικείμενο των αναγκών του προλεταριάτου, πορείες με προσαρτημένες ‘αυτοϋπερασπιζόμενες’ ομάδες περιφρούρησης, οπλισμό με βόμβες μολότοφ. Αυτό αποτελούσε εκείνη την εποχή το σημείο σύνθεσης της πολιτικής πρακτικής που προωθούνταν από την Εργατική Αυτονομία και που είχε σαν το πιο προωθημένο της τμήμα αυτούς οι οποίοι αναλάμβαναν την ευθύνη να εφοδιάζουν την ένοπλη κάλυψη σ’ αυτούς που συμμετείχαν σαν μάζα στη μεμονωμένη διαδήλωση. Με άλλα λόγια, όχι μόνο προετοιμάζονταν οι μολότοφ για την άμυνα της πορείας, αλλά προβλεπόταν και να μοιράζονται σε μεμονωμένους συμμετέχοντες, ανεξάρτητα, έκαναν την αγωνιστική χρήση τους τη στιγμή που θα χρειαζόταν.

Σε μία από αυτές τις διαδηλώσεις συνελήφθην μαζί με άλλους δύο. Έπρεπε σε κάποια στιγμή να εισχωρήσουμε με τις τσάντες με τις μολότοφ που έπρεπε να διανεμηθούν στα μέλη της επιτροπής, και συγκεκριμένα στον Κάρλο, τον Μπίκο, τον Εκτορα, την Φιόνα, τον Λουκά. Σ’ εκείνη την περίπτωση είχαμε σαν κάλυψη πίσω μας τον Λουκά και την Φιόνα που απαγκιστρώθηκαν ακριβώς καθώς εμείς συλλαμβανόμασταν πριν ακόμη εισχωρήσουμε.
Οι μποτίλιες θα έπρεπε να έχουν μια αμυντική χρήση στην υπόθεση κατά την οποία, όταν φτάναμε στα γραφεία του Συνδικάτου των Μεταλλουργών θα γινόταν σύγκρουση, και έπειτα για μια επιχείρηση κατά της Γραμματείας του Πανεπιστημίου την στιγμή κατά την οποία η πορεία θα τελείωνε στην Πλατεία του Αγίου Μάρκου. Τα μπουκάλια είχαν αποσυρθεί από το σπίτι της οδού ντει Κόντι όπου κατοικούσε η Φιόνα και ο Κώστας.

Κατά την διάρκεια και μετά από την κράτησή μου γι αυτά τα γεγονότα, εγώ πλησίασα παραπέρα σε μία αντίληψη της σύγκρουσης πιο υψηλής ποιότητας μπαίνοντας πρακτικά για να πάρω μέρος στην ουσία της οργάνωσης. Πράγματι εκείνη την περίοδο ήλθαν να μας βρουν στη φυλακή του Νουόρο, όπου εμείς είχαμε αναλάβει χρέη ‘Πολιτικών Κρατουμένων’, ο Κώστας και η Φιόνα που μου ξεκαθάρισε ότι έπρεπε να θεωρηθώ ως μέλος της οργάνωσης Πρώτη Γραμμή, εξ αιτίας του παρελθόντος μου ως αγωνιστή.
Κατά την αποφυλάκισή μου ο Κώστας με διαβεβαίωσε ότι θα με έβαζε σε μια σχηματισμένη ‘Επιτροπή φυλακών’, πράγμα που δεν συνέβη. Άλλωστε λίγο μετά ο Κώστας μου είπε ότι έπρεπε να θεωρώ τον εαυτό μου μέλος μιας ομάδας πάλης της οποίας γνώρισα όλα τα άλλα μέλη για τα οποία κάνω αναφορά στις προηγούμενες ανακρίσεις μου’.

Αυτά λέγονται στις 04-07-80. Και είναι πολύ ξεκάθαρα. Αναφορά σ’ εμένα καμία. Έχει μιλήσει νωρίτερα βέβαια, ξεκίνησα ανάποδα για να πάρουμε τα πράγματα με την σειρά, την πολιτική που έχουν συμβεί. Όσο περνά η ώρα θα καταλαβαίνεις καλύτερα τη σκοπιμότητα.

Στις 05 του Ιουλίου επανέρχεται λέγοντας πως το φθινόπωρο του ’77 έγινε μια συνεδρίαση με τους Κώστα, Φιόνα και Ντίνο κατά την διάρκεια της οποίας του δόθηκε η αποστολή ν’ αρχίσει μια πολιτική δουλειά στο εσωτερικό του χώρου της ‘Επιτροπής Πανεπιστημιακού Εστιατορίου’, από την οποία έχει αποσπαστεί ο Κάρλο, γιατί είναι φυγόδικος και ο Κώστας γιατί είναι πλέον πολύ γνωστός. ‘Σε αυτή τη δουλειά κινούνταν γύρω μου και συνεργάζονταν σ’ αυτό το έργο οι Μπίκο, Ανδρέας και ο Μίκης. Ήταν μια φάση κατά την οποία ετοιμαζόταν η οργάνωση για την μαζική σύγκρουση στην πρόβλεψη της διάρθρωσης διαδεδομένων ένοπλων σχηματισμών, Ομάδων, που θα δρούσαν στη φλωρεντινή πραγματικότητα. Ήταν η περίοδος που αγωνιστήκαμε για την εξάλειψη του θεσμού των ταυτοτήτων ελέγχου για να μπει κανείς στο φοιτητικό εστιατόριο.’Έγινε πρώτα μια κίνηση περιφρούρησης, επισημάνθηκαν και δικάστηκαν δύο σύντροφοι, ο Ινιάτσιο και η Στέλλα. Ακολούθως μπήκε σε εφαρμογή η επίθεση στο κέντρο έκδοσης ταυτοτήτων. Απασχολήθηκε μία ‘Ομάδα Πάλης’ με πολιτικό σλόγκαν ‘Να οπλίσουμε και να οργανώσουμε τις προλεταριακές ανάγκες’ με σκοπό να υποκινήσουμε παραπέρα μαζικές συσπειρώσεις. Αυτή η επιχείρηση καθοδηγήθηκε από την ομάδα μου. Συμμετείχαμε εγώ, η Ροσσάνα, η Τιάρα και ο Μίκης.’

‘Εκείνη τη χρονική στιγμή γινόντουσαν συνεδριάσεις για το πέρασμά μου στην οργάνωση, με τον Κώστα και την Φιόνα, στο σπίτι του Κώστα, στην οδό Φιεζολάνα, σε μία μόνο και με τον Ντίνο. Στην οδό Φιεζολάνα [ το σπίτι του Λουκά όπου έμενε και η Λέλα, αυτοί δεν συμμετείχαν στην συνεδρίαση]. Την άνοιξη του 78 γνωρίζω την Σάρα που θέλει πλέον να ζει μαζί μου.Πληροφορούμαι πως ανήκει στην οργάνωση.’

Βλέπετε λοιπόν, μέχρι στιγμής,για πολλοστή φορά. Άλλος του δίνει εντολές, άλλος αποστολές, άλλος έρχεται σε επαφή μαζί του.Θα αποφασίσει επιτέλους ;
Γνωρίζει λοιπόν το κορίτσι, τα φτιάχνει μαζί της και σε όλη τη διάρκεια των απολογιών του,που ξεκίνησαν τον Γενάρη του ’80 και κράτησαν μέχρι τον Ιούλη αυτή η καϋμένη γνωρίζει τα πάντα, για όλους και για όλα, και του τα διηγείται με το νι και με το σίγμα. Κι ας τα έχουνε χαλάσει, κι ας γνωρίζει πως αυτός έχει μάλιστα αποχωρίσει. Συνεχίζει απτόητη και του εξιστορεί αυτά που συμβαίνουν και μαθαίνει, άγνωστο όμως με ποιον τρόπο!
Είναι απίστευτος, ανεκδιήγητος.

ΣΥΝΕΧΊΖΕΙ. Τον στέλνει ο Κώστας, Χριστούγεννα του ’77 στη Σαρδηνία, στο Σάσσαρι, για να κάνει επαφές και να δημιουργήσει ομάδα πυρός!
Πάπαλα.
Παίρνει μαζί του ένα κορίτσι για να τον φιλοξενήσει στο σπίτι της. ‘Βρίσκεται στο σκοτάδι η κοπέλα, εάν γνώριζε πράγματα για την οργάνωση ο Κώστας θα του το είχε πει!!!’
‘Συναντήθηκα με τους προαναφερόμενους δύο με το καθήκον να επιθεωρήσω τι τύπο δομών διέθεταν [όπλα, βάσεις], όμως αντιλήφθηκα ότι αυτοί δεν είχαν καμία διαθεσιμότητα κανενός είδους. Ανέφερα την περίπτωση στον Κώστα που αποφάσισε να μην γίνει τίποτα.’
‘Απ’ ότι καταλαβαίνω, το κορίτσι, η Νένα πρέπει να μπήκε στις ομάδες στη συνέχεια, κατά την περίοδο που εγώ απομακρύνθηκα από την Ομάδα Πάλης, και πιθανά μετά την γνωριμία με τον Ανδρέα’.

Αναφέρει πως την άνοιξη του ’78 έχει ήδη αποχωρήσει από ‘την ομάδα πάλης’. Παρ’ όλα αυτά μαθαίνει για καινούρια μέλη, ποιοι εισχωρούν στις ομάδες. Βλέπεις, του λένε τα πάντα κι ας μη συμφωνεί με την οργάνωση,
του λένε στρατηγικές,ενέργειες επιθέσεις.
‘Ο Κώστας έκανε γνωστή την απαίτηση αυτονομίας καθεμιάς των ομάδων’.
‘Στην ανάγκη θα μπορούσε να πάρει μέρος στις επιχειρήσεις και η Ρένα, αλλά αυτό μόνο σε περίπτωση έσχατης ανάγκης για τον λόγο ότι ήταν απροετοίμαστη στρατιωτικά.’

Συζητά με την Σάρα και τον Ανδρέα για τις επιχειρήσεις! Με τον Κώστα για την αναγκαιότητα ‘αυτοχρηματοδότησης’ των ομάδων! Τους επισημαίνει μάλιστα τα ιππικά πρακτορεία! ή αυτά λαχείων! Ξέρει πως ο Ανδρέας συντάσσει σχεδιαγράμματα και του τα δείχνει μάλιστα! Τελικά όμως αποφασίζει πως δεν είναι και τόσο σίγουρος εάν τα σχεδίασε αυτός! Το βέβαιο όμως είναι πως του τα έδωσε! Και πως κατασχέθηκαν στο σπίτι του, στην Οδό Όρτι Οριτσελλάρι, μετά από την εισβολή στη Ντάτα Μάνατζμεντ και τις έρευνες της αστυνομίας! Δεν χρειάζεται να σας επαναλάβω πως όλα αυτά συμβαίνουν σε διάστημα που πλέον παραδέχεται πως απ’ την οργάνωση έχει αποχωρήσει!!!

Άντε, να πιστέψουμε πως η κοπελιά του, που δεν είναι πια κοπελιά του, του εκμυστηρεύεται πράγματα.
Αλλά και τα άτομα τα προσκείμενα στην κεντρική διοίκηση, σύμφωνα πάντα με τα δικά του λεγόμενα ;
Το άλλο,με τον Τοτό το ξέρετε;
Εγώ τον έμπασα, τον έκανα και καθοδηγητή, και αρχηγό ή όπως αλλιώς τον ονομάσετε! Αι σιχτίρ! Θα αποφασίσει επιτέλους ;
Άβυσσος η ψυχή του ανθρώπου.

ΛΈΕΙ : ‘Θέλω να ξεκαθαρίσω ότι αντίθετα από όσα ειπώθηκαν από εμένα σε προηγούμενες ανακρίσεις το απόγευμα της ημέρας της εισβολής στη Ντάτα Μάνατζμεντ δεν έμεινα στο σπίτι αλλά πήγα σε μια συνεδρίαση των ‘Ομάδων’ στην οδό ντει Μπάρντι, στο σπίτι που έμενε η Ροσσάνα και η Αντρέα, συνεδρίαση στην οποία πήραν μέρος τα μέλη της Ομάδας και συγκεκριμένα ο Μίκης, η Ροσσάνα, ο Ανδρέας,ο Λουκάς, η Άννα, εγώ και ο Μπίκο για να οργανώσουμε το τέλος της εκστρατείας κατά των κτηματικών εταιρειών. Θα κάναμε μια τελευταία εισβολή στην οδό ντελλα Βίνια Νουόβα. Την εισβολή έκαναν ο Μίκης, ο Ανδρέας, η Ροσσάνα και ο Λουκάς. ‘Εγώ θα έπρεπε να κάνω την επί τόπου επιθεώρηση, πράγμα που δεν μπόρεσα γιατί την επομένη από την συνεδρίαση μεταφέρθηκα στη Διοίκηση της Αστυνομίας στη διάρκεια των επαληθεύσεων που ακολούθησαν την εισβολή στη Ντάτα. Ξέρω όμως ότι στην θέση μου τις επί τόπου επιθεωρήσεις τις έκανε η Άννα!’
Γνήσιος Βαρώνος ΜΥΝΧΆΟΥΖΕΝ!

ΈΧΕΤΕ ΑΝΤΙΛΗΦΘΕΊ ΤΟ ΜΈΓΕΘΟΣ ΤΗΣ ΑΠΑΤΕΩΝΙΆΣ ;»

από την χώρα του ποτέ 3

και:              »Δεν ξεχνάμε.
Ταξιδεύουμε από το σήμερα στο χθες και ξαναεπιστρέφουμε στο σήμερα. Μέσα από τις διηγήσεις και τα κείμενα αγωνιστών που διαλέγουν διάφορα μονοπάτια για να κτυπήσουν την καπιταλιστική ασχήμια.
Όλοι χωρούν στις καρδιές μας. Κανείς δεν περισσεύει. Τα μονοπάτια είναι πολλά και διαφορετικά, ο καθείς διαλέγει ανάλογα με τον χαρακτήρα του, προς τα εκεί που τον τραβά η καρδιά του αρμενίζει.
Κι εγώ δεν είμαι ίδιος με το χθες. Χρόνια προστέθηκαν στην πλάτη μου, φοβίες συσσωρεύτηκαν, συντήρηση δημιουργήθηκε.
Οι συμπάθειες όμως δεν κρύβονται .

Δεν μπορείς να έχεις την απαίτηση από ένα νέο είκοσι χρονών να σκέφτεται όπως ένας πενηντάρης ή εξηντάρης.
Ας αφήσουμε όλα τα λουλούδια να ανθίσουν, όλα τα δέντρα να καρπίσουν.
Δεν υπάρχει αυτός που κρατά το κλειδί του Παραδείσου.
Κλειδιά υπάρχουν δεκάδες.
Όλα χρειάζονται.
Δεν υπάρχει πράξη αγωνιστική πιο σπουδαία από την άλλη.
Η σπορά μετράει.
Ότι σπέρνεται σήμερα αύριο θα καρπίσει.
Ας σταματήσουν λοιπόν οι σεχταρισμοί και οι καταδίκες των άλλων, των διαφορετικών, των απλησίαστων.
Αυτοί που θέλουν να αγωνιστούν θα βρουν αυτό που τους ταιριάζει και θα το πλαισιώσουν.
Ας αφήσουν τους υπόλοιπους στην ησυχία τους, να χαρτογραφήσουν, ν’ αυτοσχεδιάσουν.
Σταματείστε ν’ ασχολείστε με τους διαφορετικούς.
Ας κοιτάξει ο καθένας την καμπούρα του!»

Από το εκενώστε τους δρόμους από τα όνειρα 13

 

  • Μέρος Θ   επειδή αυτοί εδώ κάτω, και πολλοί άλλοι, δεν σκοτώθηκαν χωρίς λόγο, αφιερώνω τα παραπάνω σε αυτούς:

13/04/2015
MATTEO CAGGEGI
BARBARA AZZARONI
Στις 6 μαρτίου ’79 μια βλοσυρή σιωπή τσακίζει το κέντρο της Bologna. Σημαίες, λουλούδια, ένα στεφάνι: Η Barbara ήταν μια από εμάς, μια κομουνίστρια. Barbara Azzaroni, είκοσι εννέα χρόνων. Στρατευμένη στην Prima linea σκοτώθηκε μαζί με τον Matteo Caggegi, είκοσι χρόνων, εργάτη στην Fiat. Δυο χιλιάδες άνθρωποι συμμετέχουν στην κηδεία, προκαλώντας τους ελέγχους. Από ένα πεντακοσαράκι το μεγάφωνο μεταδίδει τον ύμνο του Potere operaio, και τα λόγια μιας μπροσούρας, με υπογραφή Il Movimento, το Κίνημα.

‘Το κίνημα του ανταρτοπόλεμου είναι μια συνιστώσα του επαναστατικού κινήματος. […] Για εμάς, συντρόφους της Bologna, η Barbara δεν ήταν με τίποτα μια παράνομη. Την γνωρίζαμε και την εκτιμούσαμε όλοι’.

Ένας φωτογράφος αποθανατίζει τους συμμετέχοντες. Η εντολή είναι του κομουνιστικού Κόμματος. Ζωγραφισμένοι κύκλοι γύρω από τα πρόσωπα. Βέλη.

Στα είκοσι χρόνια της η Barbara έχει ήδη ένα παιδάκι. Το ’70 συναντά τον Maurice. Στρατεύονται στο Potere operaio, συχνάζουν στα στέκια της Αυτονομίας. Τον μάρτη του Εβδομήντα επτά είναι μέσα στο κίνημα, αλλά και στις Brigate comuniste, κομουνιστικές Ταξιαρχίες, τον παράνομο χώρο του περιοδικού «Rosso».

Το απόγευμα της 11 μαρτίου η Bologna είναι ένα πεδίο μάχης. Ένας καραμπινιέρος σκότωσε τον Francesco Lorusso, αγωνιστή της Lotta continua. Ο ξεσηκωμός συνεχίζεται για δυο ημέρες. Η Barbara βρίσκεται στο πανεπιστήμιο που προστατεύεται από τα οδοφράγματα. Τον σεπτέμβρη παίρνει μέρος στο συνέδριο ενάντια στην καταστολή σαν αγωνίστρια των Formazioni comuniste combattenti, κομουνιστικών μαχόμενων Σχηματισμών..

Μέχρι το Εβδομήντα οκτώ είναι δασκάλα σε έναν παιδικό σταθμό, παίρνει μέρος στους αγώνες των εργαζομένων, στο κίνημα. Μπαίνει στην παρανομία έγκαιρα για να αποφύγει ένα ένταλμα σύλληψης. Στρατεύεται στην Prima linea και συμμετέχει σε διάφορες ενέργειες.

Torino είναι κομουνιστική πόλη. Η Prima linea είναι ριζωμένη στα εργοστάσια. Όπως οι ερυθρές Ταξιαρχίες, le Brigate rosse. Για το Κκι αυτό είναι μη αποδεκτό. Τον φεβρουάριο του ’79 μοιράζει ένα ερωτηματολόγιο αντιτρομοκρατίας. Έξι ερωτήσεις. Η πέμπτη προσκαλεί να καταγγείλουν ανώνυμα τον γείτονα, τον σύντροφο στην δουλειά, στη βάση μιας υποψίας. Εκατό χιλιάδες τυπωμένα αντίτυπα. Τριάντα πέντε απαντήσεις στην πέμπτη ερώτηση. Η Prima linea αποφασίζει να επιτεθεί σε έναν από τους υπεύθυνους της πρωτοβουλίας.

Η Barbara και ο Matteo βρίσκονται σε ένα bar όταν εισβάλλει η αστυνομία. Αυτή πέφτει αμέσως, τραυματισμένη θανάσιμα. Αυτός ξεκινά μια μάχη σώμα με σώμα μέχρι που σωριάζεται χτυπημένος από έξι σφαίρες.

Barbara Azzaroni – Carla
Rimini, 2 φεβρουαρίου 1950 – Torino, 28 φεβρουαρίου 1979
Mαχήτρια της Prima linea (Pl) σκοτώθηκε από την αστυνομία σε ένα μπαρ μαζί με ένα σύντροφο
Το σώμα της Barbara Azzaroni στο μπαρ εστιατόριο dell’Angelo, βορά στους δημοσιογράφους
28 φεβρουαρίου 1979
Εστιατόριο μπαρ “dell’Angelo”, Via Paolo Veronese 340, Torino
Barbara Azzaroni και Matteo Caggegi, μαχητές της Prima Linea, μετά από ειδοποίηση ανώνυμη, αιφνιδιάζονται και σκοτώνονται από την αστυνομία.
Μαρτυρία που δόθηκε το 1980 από έναν μετανιωμένο αγωνιστή της PL:

«Εγώ και η Barbara βρισκόμασταν σε ένα bar, περιμέναμε τον ‘στόχο’ μας. Εγώ βγήκα διότι ήταν η σειρά μου να εξακριβώσω την άφιξη του στόχου. Μπήκε ο Matteo που ήθελε να πάρει πρωινό και να μείνει λιγάκι με την Barbara, για την οποία είχε ένα υψηλό επίπεδο προσωπικής συμπάθειας. Ο Matteo στη συνέχεια μάλωσε με τον ιδιοκτήτη του bar, ο οποίος τον κατηγόρησε πως είχε πάρει τον τηλεφωνικό οδηγό δίχως να ζητήσει την άδεια. Ήταν μια βίαιη διαμάχη, εκείνος κάλεσε την αστυνομία. Όμως ο Matteo παρέμεινε ήσυχος, καθισμένος, να μιλά με την Barbara. Έφτασαν τρία περιπολικά, της αστυνομίας, ενώ ο Matteo και η Barbara στέκονταν ακόμη στον πάγκο, για να πληρώσουν.
Ένας αστυνομικός σημάδεψε με το πιστόλι την Barbara, ο άλλος στον Matteo, που όμως άρχισε να παλεύει μαζί του. Ήρθαν και οι άλλοι αστυνομικοί που έριξαν ριπές με τα αυτόματα ενάντια στην τζαμαρία. Χτυπήθηκε η Barbara και έπεσε αμέσως, ο Matteo σκοτώθηκε από τον αστυνομικό με τον οποίο μάλωνε που τον πυροβόλησε έξι φορές στον θώρακα. Από στρατιωτική άποψη μιλάμε για μια πραγματική εκτέλεση. Παρακολούθησα την σκηνή προσωπικά μέχρι το τέλος. Οι αστυνομικοί έμοιαζαν μαστουρωμένοι, ίσως λόγω του φόβου ή της έντασης, εγώ στην πράξη βρισκόμουν εκεί στη μέση όλων, αλλά ήταν τόσο μεγάλη η αναστάτωση που κυριολεκτικά δεν μ’ έβλεπαν κι ας είχα τα χαρακτηριστικά τραβηγμένα και δάκρυα στα μάτια οπότε θα έπρεπε να είχαν καταλάβει ποιος ήμουν…».

Την πρώτη μαρτίου του 1979, μετά από τηλεφώνημα στην Gazzetta del Popolo, σε έναν τηλεφωνικό θάλαμο της πλατείας Solferino, βρίσκεται μια μπροσούρα της PL:
«Εχθές 28 φεβρουαρίου, έπεσαν από τα χέρια των μπάτσων της Digos, η σύντροφος Barbara Azzaroni – Carla, και ο σύντροφος Matteo Caggegi – Charlie. Είναι μαχόμενοι σύντροφοι της Prima Linea. Έπεσαν κατά τη διάρκεια μάχης σαν κομουνιστές, απαντώντας στα πυρά των σαράντα αστυνομικών που έφτασαν στο σημείο αποφασισμένοι να σκοτώσουν…».

Σάββατο 3 μαρτίου 1979, στο Orbassano, στην κηδεία του Matteo Caggegi, που πήραν μέρος πολλοί νεαροί, οι φίλοι του διανέμουν μια μπροσούρα με υπογραφή “Οι σύντροφοι του Orbassano”:
«Θα υπάρξουν αυτοί που θα πουν πως ήταν ένας παράνομος, κάποιος θα τον αποκαλέσει assenteista, ή αυτοί που θα σύρουν στο χορό την μαφία εξ αιτίας του πατέρα (καταδικασμένου σε ισόβια για φόνο): για εμάς, γι αυτούς που τον γνώρισαν και πάλεψαν μαζί του, ήταν ένας σύντροφος. Η επιλογή του, εκείνη της ένοπλης πάλης ενάντια στα αφεντικά, σίγουρα δεν επηρεάζει τον πόνο μας και τον θυμό μας για τον θάνατο του: δεν έχουμε σκοπό να κρυφτούμε, όπως κάνουν σήμερα πολλοί σύντροφοι, πίσω απ’ την σιωπή, επειδή σήμερα πέθανε με το πιστόλι στο χέρι αντί να θανατωθεί απ’ τους φασίστες…».

Στις 6 μαρτίου 1979, η κηδεία της Barbara Azzaroni, στην Bologna, μετατρέπεται σε μια μεγάλη πορεία συγγενών, φεμινιστριών, αγωνιστών της επαναστατικής αριστεράς, συγγενών πολιτικών κρατουμένων που παρελαύνει στους δρόμους του κέντρου. Παρόντες επίσης πολλοί πράκτορες της Digos και της αντιτρομοκρατικής των καραμπινιέρων.
Με την ευκαιρία διανέμεται ένα φυλλάδιο, υπογεγραμμένο “Il Movimento”, »Το Κίνημα», όπου μεταξύ άλλων διαβάζουμε:
«Το κίνημα του ανταρτοπόλεμου είναι μια συνιστώσα του επαναστατικού κινήματος στην Ιταλία, ακραία δύσκολο και διαρθρωμένο κίνημα, που έχει όμως μια δικιά του πραγματική ενότητα και όχι πλασματική στον εντοπισμό ενός κοινού εχθρού: αυτού του Κράτους».

Κηδεία της Barbara Azzaroni. Οι φωτογραφίες έχουν τραβηχτεί από ψηλά, απ’ το Palazzo Re Enzo για να καταγραφούν οι συμμετέχοντες. Η εντολή είναι του Κομουνιστικού Κόμματος. Ζωγραφισμένοι κύκλοι γύρω από τα πρόσωπα. Βελάκια. Γραμμένα ονόματα δίπλα στις φιγούρες ή από πίσω.

Τέλος Μιχάλης

  • Θα κλείσω οριστικά με ένα τραγούδι, με τους στίχους του Claydio Lolli από το Incubo numero zero, αριθμός Εφιάλτη μηδέν σε ελεύθερη μετάφραση

»Η μέρα συνήθως ξεκινά βρώμικη Όπως το μελάνι της εφημερίδας μας Γραμμένο στους λευκούς τοίχους των φυλακών της Ομοσπονδιακής δημοκρατίας Μέρα με την μέρα προχωρώντας ήσυχος Βρίσκομαι σχεδόν μπροστά στο παράθυρο σου Mε μια πορεία από σπινθήρες και τα ταμπούρλα η μπάντα Η ορχήστρα. Σβήστε το φως σκεφτόταν η Ουλρίκε το σκοτεινότερο δάσος είναι κοντά, Μα σήμερα η σελήνη έχει το πρόσωπο μάγισσας Και ο ήλιος άφησε τις ακτίνες του στο υπόγειο. Σβήστε το φως σκεφτόταν η Ουλρίκε Το πιο μαύρο δάσος είναι κοντά, Αλλά ένα jumbojet γράφει »ζήτω η εργασία» Με αίμα, στον ουρανό αυτού του πρωινού.

Με ένα μεγάφωνο επάνω σε ένα κόκκινο λεωφορείο Ένας Χριστός βγαλμένος από το Circo Togni Ξεκινά έναν λόγο με αυτά τα λόγια »ελευθερώστε τους δρόμους, από τα όνειρα Είναι ενοχλητικά, άχρηστα, ζωντανά Και τα ποντίκια και τα σκουπίδια συνελήφθησαν Θα αποκεντρώσουμε το τυρί και τα αρχεία. Ελευθερώστε τους δρόμους από τα όνειρα, για να τα κρατήσουμε σε έναν καλύτερο τρόπο, Μπορούμε να σας παρέχουμε φωτοκόπιες επιταγών, Ένα ψεύτικο δίπλωμα, ένα πορτοφόλι, έναν χαρτοφύλακα. Ελευθερώστε τους δρόμους από τα όνειρα, Και καταταγείτε στην αστυνομία, Θα χρειαστεί να πάρετε μέρος Και αυτός είναι ο τρόπος Στο δικό μας σχέδιο δημοκρατίας. Ελευθερώστε τους δρόμους από τα όνειρα Και συνεχίστε να πληρώνετε το νοίκι Και κάθε ρεμάλι που έχει άλλες ανάγκες Από την απέραντη καλοσύνη μου να τρυπηθεί. Από σήμερα απαγορεύεται ο αυνανισμός Lambro e lambrusco ντυμένοι στα μαύρα Θα ανοίξουν τις λίστες της ανεργίας Επηρεάζοντας στη συνέχεια αυτές του νεκροταφείου, Και μετά, και μετά, Μετά θα χτίσουμε μεγάλα νοσοκομεία, Οι καραμπινιέροι θα είναι καλύτεροι, Η πρόνοια ίσως να είναι δωρεάν εφ όρου ζωής Και καλύτερο φαί στις φυλακές μας. Ελευθερώστε τους δρόμους από τα όνειρα Και χαρίστε μας τα λόγια σας, Να μην σας πιάσουμε κρυμμένους να κάνετε έρωτα Οι εγκληματίες να φωτίζονται από τον ήλιο. Ελευθερώστε τους δρόμους από τα όνειρα, Ελευθερώστε, ελευθερώστε. Ελευθερώστε τους δρόμους από τα όνειρα, Ελευθερώστε, ελευθερώστε. Ελευθερώστε τους δρόμους από τα όνειρα, Ελευθερώστε, ελευθερώστε. Ελευθερώστε τους δρόμους από τα όνειρα, Ελευθερώστε…»

Σε αυτό το σημείο φτάνει ένα τρομπόνι Βαδίζει με τον κώλο όμως μοιάζει ψηλό Και απαγγέλλει μουσικά ένα παράξενο τραγούδι ο Χριστός το τραγουδά και μ’ ένα σάλτο, βρίσκεται επάνω μου. »Ελευθερώστε τους δρόμους από τα όνειρα Δεν θα υπάρξει χώρος για την φαντασία Στον καθάριο παράδεισο που απαιτεί πολύ εργασία Της δικής μας νέας [σοσιαλ] δημοκρατίας»

Σε αυτό το σημείο πηδώ από τον ουρανό πηδώ απ’ το κρεβάτι Και δίνω ένα φιλί στο στόμα σ’ ένα φρικτό τέρας Και γλύφω το μελάνι, γλείφω το μελάνι, γλύφω το μελάνι της εφημερίδας μας.

Είναι αλήθεια πως η ημέρα ήταν βρώμικη Είναι αλήθεια πως η ημέρα ήταν βρώμικη Είναι αλήθεια πως η ημέρα ήταν βρώμικη Είναι αλήθεια πως η ημέρα ήταν βρώμικη»

 

Αλλά επίσης, σε στίχους αφιερωμένους σε έναν φίλο, που και αυτός είναι επίσης, με τον δικό του τρόπο, ένας ποιητής ( είναι ποιητής αυτός που ζει ως ποιητής, και ξέρει πώς να βρίσκει τον θεό μετουσιωμένο σε ένα καμπάρι σόδα, λέγει): Η επανάσταση σου δεν υπήρξε αλλά θα υπάρξει, διότι το μέλλον είναι μακρύ.

 

και για να το πούμε ελληνικά κι από το σήμερα:    Δεν βγήκαμε στην θάλασσα Ένα βουνό ανεβαίνουμε Καράβια έξω απ’ το νερό Στα σύννεφα θα δένουμε Δεν ήρθαν άλλοι από αλλού Μονάχοι μας πηγαίνουμε Τώρα θα γίνουμε εμείς Αυτό που περιμένουμε

  • Εν κατακλείδι: πόσο μοιάζει το σήμερα με το χθες, πάντα δολοφονική η σοσιαλδημοκρατία! Τότες οι ψευτοκομουνιστές του ΚΚΙ,  παρακαλούσαν τους μπουρζουάδες να συγκυβερνήσουν, επιβάλλοντας μέσω των συνδικάτων στις υποτελείς τάξεις την πολιτική των θυσιών και της λιτότητας, με τον ιστορικό συμβιβασμό, την συνδιαχείριση της εξουσίας με την δεξιά δηλαδή, για την ανάπτυξη της οικονομίας υπέρ των αφεντικών. Το ίδιο δεν γίνεται και σήμερα με τους σύγχρονους ψευτοκομουνιστές του ΣΥΡΙΖΑ; απλά, εδώ κυβερνούν ήδη, και δεν χρειάζονται τα κόμματα των μπουρζουάδων για να επιβάλλουν την πολιτική τους, γίναν μπουρζουάδες οι ίδιοι!

 

Εμείς; ποιοι ήμαστε εμείς; Θα χρησιμοποιήσω τα λόγια του Ρενάτο Κούρτσιο από το μακρινό 1982: »Φετίχ αλλά και εξεγερμένος, εμπόρευμα αλλά και καταστροφέας του εμπορεύματος, εν δυνάμει αυτόχειρας αλλά και φονιάς – να λοιπόν που »εμφανίζεται ένας νέος στρατιώτης»: ο σχιζομητροπολιτάνος προλετάριος. Στρατιώτης που εκρήγνυται στη μαζική βία και στις φωτιές είτε του νεοϋορκέζικου Blackout, είτε στο Μπρίξτον ή τη Νάπολη, αλλά που παρ’ όλα αυτά παραμένει δούλος της αγοράς. Αφήνεται στην περιπέτεια του ένοπλου μετασχηματισμού των συνθηκών της ζωής του, αλλά στην πρώτη ευκαιρία αλλάζει σελίδα και »μετανιώνει». Αγωνίζεται για την κλεμμένη ανθρωπιά του, όμως μετά από λίγο δε θυμάται για τι ακριβώς πρόκειται. Για να γίνει »για τον εαυτό του» πρέπει να δώσει λυσσώδεις μάχες και ενάντια στον εαυτό του, κι από αυτή την αντίφαση σχίσμα]δεν μπορεί να ξεφύγει παρά μόνο αν προσπαθήσει να επικοινωνήσει μ’ όλες τις δυνατές γλώσσες των συνθηκών της ζωής του. Όμως ούτε κι αυτό είναι εύκολο, γιατί κι αυτές οι ίδιες οι γλώσσες της υπερβατικής επικοινωνίας του, απ’ τη μουσική επένδυση ως τα μαλλιά του που υψώνονται προς την εξέγερση, ενδιαφέρουν εξίσου και το κεφάλαιο σαν πηγές κέρδους και σαν μέσα μιας πιθανής επαν-ενσωμάτωσης».

  • ‘και την ιστορία την πουτάνα έτσι την γράφουνε, και οι αστοί και οι κομμουνιστές : οριζόντια, επίπεδη. Μιλάνε για λαούς, μιλάνε για μάζες, κανένας απ’ αυτούς δεν μπόρεσε ποτέ να νιώσει την ένταση, το πάθος, την κορύφωση και την πτώση κόσμων ολόκληρων σε ένα μονάχα 24ωρο από τη ζωή του επαναστάτη. Ξέρουν γράμματα, διαβάζουν, γράφουν και δεν κατάλαβαν ποτέ πως ο κάθε άνθρωπος είναι ένας κόσμος ολόκληρος, είναι μια ολόκληρη ιστορία….

Δεν ξέρω, αλλά νομίζω πως όταν ο άνθρωπος ξανακατακτήσει την ανθρωπιά του, όταν ξαναρχίσει να δημιουργεί ανθρώπινο πολιτισμό, να γράφει πια την ιστορία του κάθετα, όχι για λαούς και μάζες, αλλά για τον Παύλο, για την Ρηνιώ, για την Ελένη, για τον μαστρο-Στέφανο…… Τότε μονάχα οι άνθρωποι θα ξέρουν τι κοστίζει η συμμετοχή, τι θα πει η φράση ‘εκατό χιλιάδες νεκροί’ ή ‘βασανίζεται ένας άνθρωπος σε κάποια ασφάλεια’.
ΧΡΟΝΗΣ ΜΙΣΣΙΟΣ.

Τέλος οριστικό και αμετάκλητο!

 

 

 

 

 

σύγχρονη σκέψη, pensiero di oggi

Ο νέος ευρωπαϊκός εμφύλιος πόλεμος

του Sandro Moiso

Σήμερα, 3 μαΐου 2018, ενώ τα εθνικά μέσα ενημέρωσης που σέβονται μόνο τα κενά τελετουργικά της πολιτικής κοιτάζουν αυτό που θα συμβεί στην διοίκηση του PD, Δημοκρατικού Κόμματος, πέφτει η εικοστή πέμπτη μέρα της στρατιωτικής κατοχής της ZAD της Notre Dame des Landes από πλευράς των μισθοφόρων με στολή του γαλλικού Κράτους.

2500 αστυνομικοί που για είκοσι πέντε ημέρες, με οποιοδήποτε μέσο όχι απαραίτητο, παρά για να τραυματίσει σοβαρά τα σώματα ή να παραβιάσει και να βιάσει τα εδάφη που διατρέχονται από τεθωρακισμένα, μπουλντόζες και γερανούς και καταστρέφουν καλλιεργούμενα χωράφια, δάση και σπίτια, προσπαθούν να ακυρώσουν, να εξολοθρεύσουν, να διαγράψουν από το πρόσωπο της Γαλλίας, της Ευρώπης και της Γης κάθε ίχνος μιας από τις νέες μορφές πολιτισμού και ανθρώπινης κοινότητας που αναδύθηκε τις τελευταίες δεκαετίες στα εδάφη που η κοινωνία Da Vinci και τα συμφέροντα του κεφαλαίου θα ήθελαν να μετατρέψουν σε ένα δεύτερο και άχρηστο αεροδρόμιο στην πόλη της Νάντης.

Μια δράση που μέχρι στιγμής έχει αποκρουστεί από τους καταληψίες και από τις χιλιάδες άνδρες και γυναίκες κάθε ηλικίας και κοινωνικής προέλευσης που πήγαν εκεί με μοναδικό σκοπό να επιδείξουν την αλληλεγγύη τους με εκείνο το κοινοτικό πείραμα και να απορρίψουν για άλλη μια φορά, όπως το 2012 με τη επιχείρηση Cesar που θέλησε εκείνη την εποχή ο Hollande και απέτυχε, τους στόχους του οικονομικού επενδυτικού κεφαλαίου για το bocage και της αστυνομικής καταστολής ενάντια σε ένα πείραμα μιας κοινωνίας χωρίς Kράτος, χωρίς χρήμα, χωρίς αστυνομία, χωρίς πολιτική εκπροσώπηση αν όχι άμεση αυτών που την κατοικούν, που ζουν σε αυτήν.

Ενώ εδώ σε εμάς οι «νέοι» νάνοι της πολιτικής σκηνοθέτησαν το συνηθισμένο και αηδιαστικό θεατράκι, αποδεικνύοντας ότι δεν είναι τίποτα άλλο παρά νεογέννητοι αναστημένοι και άθλιοι γατόπαρδοι (ειδικοί στο να αλλάζουν τα πάντα έτσι ώστε να μη αλλάζει τίποτα) αποφασισμένοι να κάνουν οτιδήποτε για να προστατεύσουν με κάποιο τρόπο αυτό που οι ιταλοί ψηφοφόροι, με την πλειοψηφία που έδωσαν στα 5 Αστέρια και στην Λίγκα, είχαν την ψευδαίσθηση πως έδιωξαν οριστικά από τους εφιάλτες τους (PD, Renzi, Forza Italia και Berlusconi), εκεί η αλλαγή παίζεται άμεσα, πρόσωπο με πρόσωπο, ανάμεσα σε αυτούς που αυτόν τον πρόστυχο τρόπο παραγωγής θέλουν να συνεχίσουν να προστατεύουν και εκείνους που αντιθέτως θα ήθελαν θα τον θάψουν για πάντα.

Δεν είναι τυχαίο το γεγονός ότι η ZAD έχει χαρακτηριστεί εδώ και πολύ καιρό από τις ίδιες τις γαλλικές αρχές ως ζώνη «μη Κράτους» και όχι τυχαία ακριβώς το non marché, η μη αγορά, η περιοχή στην οποία ήταν δυνατόν να λάβει κάποιος ή να ανταλλάξει τα προϊόντα της τοπικής γεωργίας χωρίς προσφυγή σε χρήμα , ήταν η πρώτη περιοχή που καταστράφηκε, ξαναχτίστηκε σε λίγες μέρες και εκ νέου ισοπεδώθηκε από τις μπουλντόζες των δυνάμεων της α/ταξίας. Καθιστώντας έτσι σαφές ότι δεν επρόκειτο για την επαναφορά της δημοκρατικής τάξης σε μια έκταση περίπου 1700 εκταρίων που έχει ξεφύγει από τον έλεγχό της, αλλά για την αποκατάσταση των κανόνων της αστικής κοινωνίας της αγοράς, του κέρδος και της καπιταλιστικής εκμετάλλευσης του ανθρώπου πάνω στον άνθρωπο και το περιβάλλον.

Αλλά εδώ, στην αιώνια φασιστική και δημοκρατικο-κοινοβουλευτική την ίδια στιγμή Italietta, σε αυτή την μεγάλη μοναδική Brescello του Don Camillo και Peppone, ακόμη και οι δυνάμεις που θα ήθελαν να είναι «άλλες, αλλιώς» φαίνονται να ανησυχούν περισσότερο για τη συλλογή υπογραφών για τις επόμενες διοικητικές εκλογές ή για τις εσωτερικές ρήξεις που σχετίζονται με τους διάφορους ατομικούς κοιλόπονους και αυτούς της ομαδούλας ή, ξανά και απλούστατα, να οδηγήσουν ξανά το ποίμνιο των ανικανοποίητων μέσα στην περίμετρο του κοινοβουλίου, αντί να αναπτύσσουν στρατηγικές και πρωτοβουλίες προσαρμοσμένες στις αλλαγές που συμβαίνουν στη σημερινή κοινωνία. Αποδεικνύοντας με αυτό τον τρόπο για ακόμη μία φορά, εάν ήταν αναγκαίο, πως η εκλογολογία, η ψηφοθηρία είναι συνώνυμη μόνο με την άρνηση των αγώνων και την πραγματική απελευθέρωση από έναν μακρόχρονα νεκρό και του οποίου, για την ώρα, μοναχά οι κοινοβουλευτικές τελετές βουντού καταφέρνουν να κρατάν κρυμμένη την διαπίστωση της κατάληξης, του θανάτου.

Μιλώντας στο Στρασβούργο ενώπιον του ευρωπαϊκού κοινοβουλίου, στις 17 απριλίου του τρέχοντος έτους, ο Εμμανουέλ Μακρόν τόνισε τον κίνδυνο πως στην Ευρώπη μπορεί να ξεσπάσει ένας εμφύλιος πόλεμος. Για μια φορά ο νεαρός και ανεξέλεγκτος εκπρόσωπος του γαλλικού μεγαλείου, grandeur francese, δεν είπε ψέμματα. Δεν είπε ψέμματα ξέροντας πολύ καλά για τι πράγμα μιλούσε, μιας και είναι ο ίδιος ένας από τους υποστηρικτές αυτού. Έναν πόλεμο που, εδώ και χρόνια, το χρηματοοικονομικό κεφάλαιο οδηγεί κατά των πολιτών της Ευρώπης, κυρίως εκεί όπου αυτοί οι ίδιοι πολίτες δεν αφήνουν τους εαυτούς τους να παγιδευτούν από τις εθνικιστικές, λαϊκίστικες και ρατσιστικές λογικές (τις οποίες προωθεί το ίδιο χρηματοοικονομικό κεφάλαιο ενώ ταυτόχρονα προσποιείται ότι τις καταπολεμά).

Έτσι, ενώ επικαλούνται και χρησιμοποιούν στρατιωτική και αεροπορική δύναμη εναντίον της Συρίας του Assad λόγω της χρήσης αερίων και χημικών όπλων που αυτή θα είχε κάνει εναντίον του άμαχου πληθυσμού, ταυτόχρονα χρησιμοποιούνται σε ολόκληρη την ευρωπαϊκή επικράτεια τα αέρια CS, που απαγορεύτηκαν από τη Σύμβαση των Παρισίων (εδώ), για να δηλητηριάσουν τους διαδηλωτές από την Val di Susa σε όλη την Ευρώπη. Ή τα αέρια που παραλύουν ακινητοποιούν και απενεργοποιούν, μαζί με flashball και σφαίρες από καουτσούκ, εναντίον των υπερασπιστών του ZAD της Notre Dame des Landes ή σε άλλα μέρη της Γαλλίας.

Ο προληπτικός πόλεμος έχει μετατραπεί σε μορφή πλανητικού ελέγχου, και παρόλο που στην Ευρώπη δεν έχουμε δει ακόμα τη φρίκη της Γάζα, που προσβλήθηκε από την εκδίκηση του φασίστα Netanyahu, ή της Rojava που προσβλήθηκε από τη μανία του σουλτάνου Ερντογάν, είναι βέβαιο ότι η λογική της ανοιχτής και δεδηλωμένης βίας έχει γίνει η τρέχουσα φόρμουλα για την κυβέρνηση των πολιτικών και κοινωνικών αντιφάσεων και αντιθέσεων.

Σε κάθε γωνιά της ευρωπαϊκής ηπείρου και του κόσμου τα περιθώρια διαπραγματεύσεων έχουν περιοριστεί σε μια απλή λογική σύγκρουσης και σχέσεων-ισορροπιών δύναμης, ακόμη και ίσως πρωτίστως στρατιωτικών. Ισχύει για τον ανταγωνισμό ανάμεσα στις παλαιο-ιμπεριαλιστικές και τις νεο-ιμπεριαλιστικές δυνάμεις, αλλά είναι ιδιαίτερα αληθές για την ταξική σύγκρουση εντός των Κρατών. Και δεν υπάρχει πλέον εθνικό κοινοβούλιο που να μπορεί να επιλύει αποτελεσματικά τις εσωτερικές αντιθέσεις, είτε οικονομικές είτε κοινωνικές, χωρίς να καταφεύγει στη χρήση εκφοβισμού και βίας.

Ακριβώς για αυτούς τους λόγους, η αλληλεγγύη μεταξύ των καταπιεσμένων δεν μπορεί πλέον να μετρηθεί μόνο με βάση τις γενικού περιεχομένου δηλώσεις και αιτήματα επί της αρχής που αποτέλεσαν το παραβάν πίσω από το οποίο έχουν κρυφτεί για να προστατεύονται εδώ και δεκαετίες οι εξαθλιωμένες πλέον αριστερές δυνάμεις, εξασθενημένες, νοσταλγικές και που ασφυκτιούν, θεσμικές ή όχι. Δεν είναι πια αρκετές και δεν υπάρχουν πλέον, όπως η έλλειψη πληροφοριών για τη Γάζα ή για εκείνο που συμβαίνει στη ZAD αποδεικνύει.

Όπως και κατά τα έτη του ισπανικού εμφυλίου πολέμου ή, ακόμα και πριν, από τους ευρωπαϊκούς πολέμους ανεξαρτησίας του 19ου αιώνα, η αλληλεγγύη εκδηλώνεται μέσω της συμμετοχής ή της άμεσης στήριξης των αγώνων, από τη Ροζάβα μέχρι την Val di Susa, από το Ζad στην Παλαιστίνη.
Μια νέα γενιά και ένα νέο πολιτικό παράδειγμα αγώνα και αντίστασης επιβάλλονται, ακριβώς λόγω της βίαιης επιβολής της τάξης και της βούλησης προς κυριαρχία που ο διεθνής καπιταλισμός φαίνεται να εννοεί σαν μοναδική μορφή υπερεθνικής κυβέρνησης.

Το κράτος, έτσι όπως το συνέλαβε η φιλελεύθερη αστική τάξη, είναι νεκρό. Πέθανε από τις αρχές του 20ου αιώνα, όταν ο μεγάλος φόβος των «κόκκινων» εξεγέρσεων και επαναστάσεων οδήγησε στην ίδρυση νέων κρατικών και κομματικών οργανισμών που συνέπεσαν με το φασισμό, τον ναζισμό και τον σταλινισμό.

Όμορφες και ευσεβείς ψυχές δηλώνουν λοιπόν ότι ήταν απαραίτητο να αγωνιστούμε εναντίον αυτών των τεράτων για να επιστρέψουμε στις προηγούμενες δημοκρατικές-κοινοβουλευτικές σχέσεις. Αλλά αν είναι αλήθεια ότι δεν υπάρχει τελεολογική κατεύθυνση της Ιστορίας, ή ότι η ιστορία δεν έχει αυτοσκοπό ως προς τον εαυτό της, είναι επίσης αλήθεια ότι δύσκολα η κοινωνική και πολιτική ανάπτυξη θα μπορέσει να επιστρέψει στα βήματα της. Με όλο τον σεβασμό προς τις θεωρίες για την αιώνια επιστροφή και την κυκλικότητα της ίδιας της Ιστορίας.

Ο φασισμός και ο ναζισμός πάνω απ ‘όλα δεν είχαν με τίποτα ηττηθεί στην αναδιοργάνωση της μορφής Κράτος, η οποία στην πραγματικότητα καθόλου δεν υπήρξε. Εκτός από την δίκη φάρσα της Νυρεμβέργης στην οποία οι νικητές, αφού έσωσαν τους πιο διάσημους και πιο χρήσιμους αντιπάλους, προσποιήθηκαν ότι εξαλείφουν την Ύδρα με τα πολλά κεφάλια, σχεδόν παντού, και ειδικά στην Ιταλία μετά τη θεαματική εκτέλεση του Duce με θεατρικό τέλος που εξυπηρέτησε ταυτόχρονα να τον κάνει να σιωπήσει για πάντα γύρω από τις σχέσεις του με τις πολιτικές και οικονομικές δυνάμεις που θα αναλάμβαναν τα ηνία της Δημοκρατίας, τον κρατικό μηχανισμό, τις οικονομικές δομές και συνδικαλιστικές (την διαβούλευση, την άμεση εκπόνηση και την θέσπιση αυτού του Χάρτη Εργασίας που επιθυμούσε το καθεστώς για τoν διακανονισμό των σχέσεων μεταξύ επιχειρήσεων και εργαζομένων χωρίς συγκρούσεις), οι δομές που αφιερώθηκαν στην καταστολή της τάξης και οι ένοπλες δυνάμεις παρέμειναν ουσιαστικά αγκυροβολημένες και βασισμένες στις πρακτικές και τις ιδέες της εικοσαετίας.

Αρκεί να πάμε πίσω για μια ακόμη φορά στην κάθαρση που δεν έγινε ποτέ και στην αμνηστία που χορήγησαν οι υπουργοί του Τολιάττι, ο οποίος στάθηκε πιο προσεκτικός στο να καταστείλει τους ανατρεπτικούς στην αριστερά του παρά να τιμωρήσει τους εκπροσώπους των μηχανισμών και του καθεστώτος και αυτό επέτρεψε σε έναν όχι μικρό αριθμό φασιστών να επανενταχθούν όχι μόνο στην χριστιανοδημοκρατία DC, αλλά και στο PCI, ΚΚΙ, κάποιοι εκ των οποίων σε ορισμένες περιπτώσεις θα γίνονταν σημαντικά στελέχη.

Αλλά σήμερα εκείνη η καινούργια και δημοκρατική κρατική οργάνωση που, πίσω από ένα μεγάλo σύννεφο σκόνης αρχών, τύπων και λέξεων, συνέχισε, με τον τυπικό αντιφασισμό, τη φασιστική παράδοση της συμμετοχής του πολίτη στις δομές του Κράτους, περισσότερο από τη συμμετοχή του στην πολιτική ζωή, μέσω του «δημοκρατικού» κοινοβουλευτισμού, μέσω της πλήρους υποταγής του σε αυτόν, διαμέσου της εθνικιστικής ιδεολογίας, την σε μεγάλο βαθμό εξάπλωση του παρεμβατισμού και την επικοινωνιακή αποβλάκωση και μέσα από τις ενώσεις, δεν είναι πλέον αρκετή. Απλά κοστίζει πάρα πολύ. Και για την «πλούσια» Δύση. Εξ ου και οι «λαϊκισμοί» και η άγρια, χυδαία και επιφανειακή επίθεσή τους στις κοινοβουλευτικές αποζημιώσεις, τα άχρηστα έξοδα ή η χρήση συνθημάτων που φαίνονται να θέλουν να επαναλάβουν εκείνο το παλιό αυτός που δεν δουλεύει δεν τρώει, που σήμερα απευθύνεται κυρίως στους μετανάστες και νέους ανέργους που δεν είναι πρόθυμοι να καθίσουν να τους εκμεταλλεύονται σαν ζώα.

Εξ ου και οι πλασματικές διαμάχες για την εργασία και τις συντάξεις, χρήσιμες μόνο για τη συλλογή των ψήφων μεταξύ των υπολειμμάτων της εργατικής τάξης και της φτωχοποιημένης μεσαίας τάξης. Από εδώ ένας τριτοκοσμισμός φτωχός σε ιδέες, σήμερα περισσότερο από χθες, ο οποίος αντί να κοιτάζει μπροστά, προς μια κοινωνία χωρίς κράτος, εκμετάλλευση, ατομική ιδιοκτησία των μέσων παραγωγής, μισθούς και κατανάλωση αγαθών, κοιτάζει πίσω, σε σχέσεις πιο » δίκαιες » μέσα στην καπιταλιστική εκμετάλλευση και στην οικειοποίηση, εθνική ή ιδιωτική δεν έχει σημασία, των πόρων και του προϊόντος τους.

Έχουν σκόπιμα τοποθετηθεί εδώ μαζί συνθήματα και συμπεριφορές που ανήκουν σε πολιτικές δυνάμεις που μοιάζουν να είναι διαφορετικές μεταξύ τους, αλλά εξακολουθούν να υπακούν όλες σε μια λογική και ένα φαντασιακό που, αν δεν ήταν ακριβώς εξ αιτίας του επικοινωνιακού και πολιτικού θεατρικού που όλες συνεισφέρουν να θρέψουν, θα μπορούσαν ήδη να έχουν ταφεί εδώ και πολύ καιρό. Όπως η θεσμική κρίση που θα βγει στην σκηνή τις επόμενες ημέρες δεν θα κάνει άλλο από το να επιβεβαιώσει οριστικά.

Αυτός που σήμερα θέλει να αλλάξει το παρόν, το υπάρχον, αγωνίζεται στα οδοφράγματα της ZAD, στην Val di Susa, στους δρόμους του Παρισιού της 1η μαΐου ή στην Rojava. Μέρη, μαζί με πολλά άλλα, που ξέρουν να καλωσορίζουν αυτούς που αγωνίζονται, εκείνους που διαφεύγουν και ξεφεύγουν και αποδρούν και εκείνους που μεταναστεύουν. Επικίνδυνοι τόποι επειδή δεν αντιπροσωπεύουν το τοπικό και το άμεσο, αλλά τον κόσμο του αύριο.

Όπως, συνολικά, αντιλήφθηκε ο Macron ο οποίος, αφού διακήρυξε οριστικά κλειστή τη δυνατότητα κατασκευής του δεύτερου αεροδρομίου της Νάντης στις 17 ιανουαρίου του τρέχοντος έτους, εξαπέλυσε τα σκυλιά φρουρούς του ενάντια σε εκείνους που, έχουν ήδη νικήσει, σε εκείνα τα εδάφη, το παρελθόν και το Κράτος, με κάθε έννοια και χωρίς την ανάγκη κομμάτων.i.

Παρέχοντας ένα υπέροχο παράδειγμα στο νέο μάιο των αγώνων που, πενήντα χρόνια μετά το 1968, επιστρέφει να φουντώνει στη Γαλλία μεταξύ των εργαζομένων στις μεταφορές, των φοιτητών, των νέων χωρίς εργασία και που έχει ήδη δει έναν νέο Karl Marx να επιστρέφει για να πάρει τη θέση που του ανήκει στην κεφαλή των πορειών

Προειδοποίηση
Με αυτό το άρθρο εγκαινιάζουμε μια νέα στήλη της Carmilla, την οποία οι αναγνώστες θα βρουν στο κάτω μέρος της αριστερής στήλης, εμπνευσμένη ανοιχτά από τον ορισμό του κομμουνισμού που έδωσε ο νεαρός Μαρξ: Ο κομμουνισμός δεν είναι για εμάς μια κατάσταση πραγμάτων που πρέπει να καθιερωθεί, με την οποίαν η πραγματικότητα θα πρέπει να συμμορφωθεί. Ονομάζουμε κομμουνισμό το πραγματικό κίνημα που καταργεί την παρούσα κατάσταση πραγμάτων.
Στο εσωτερικό του θα βρούν χώρο όλες αυτές οι παρεμβάσεις, συντακτικών ομάδων και όχι, που θα θελήσουν να ασχοληθούν με την ανάπτυξη των κινημάτων αγώνα ενάντια στις διάφορες πτυχές της κοινωνίας που μας περιβάλλει και κατευθύνονται στην ουσιαστική αλλαγή της.
Φυσικά παραμένει σαφές ότι η ευθύνη για το περιεχόμενο αυτών παραμένει αποκλειστικά στους δημιουργούς και όχι στην Σύνταξη της Carmilla στο σύνολό της.

https://www.carmillaonline.com/2018/05/03/la-nuova-guerra-civile-europea/

ιστορία, storia

30 μαρτίου 2002: επιχείρηση αμυντική Ασπίδα

Στην Παλαιστίνη, η δεύτερη Ιντιφάντα βρίσκεται σε εξέλιξη, ένα κύμα διαμαρτυριών που εξαπλώθηκε σε όλη την επικράτεια ακολουθούν η μια την άλλη, και από εδώ η απόφαση της κυβέρνησης του Σαρόν,  Sharon, να δώσει ένα σκληρό πλήγμα στην Παλαιστινιακή αντίσταση.

Με την επιχείρηση Defensive Shield, Αμυντική Ασπίδα, θα είναι οι διάφορες πόλεις και τα στρατόπεδα προσφύγων που καταλαμβάνουν οι Ισραηλινοί, συμπεριλαμβανομένου εκείνου της Τζενίν στις 3 απριλίου, με πραγματικές σφαγές που διαιωνίζονται σε βάρος του άμαχου πληθυσμού.

Τα στρατεύματα του Σαρόν έρχονται επίσης στη Ραμάλα, μέχρι που πολιορκούν το γενικό επιτελείο του Αραφάτ και την έδρα της Παλαιστινιακής Αρχής, τον εξαναγκάζουν να απομονωθεί μέχρι τις 2 μαΐου, ημερομηνία αποχώρησης των στρατευμάτων.

Εν τω μεταξύ, στις 2 απριλίου, η Βασιλική της Γεννήσεως καταλαμβάνεται από 240 παλαιστίνιους που αναζητούν καταφύγιο για να ξεφύγουν από το ισραηλινό πυρ. Το συμβάν προσέλκυσε σε μεγάλο βαθμό την προσοχή σε όλο τον κόσμο, διότι μέσα στη Βασιλική υπήρχαν επίσης και σαράντα μοναχές και ιερείς, όλοι τους απελευθερώθηκαν στη συνέχεια, χωρίς τραυματισμούς.

Από τις 3 έως τις 21 απριλίου θα επιβληθεί βαριά απαγόρευση κυκλοφορίας για τον άμαχο πληθυσμό, με περιορισμό της κυκλοφορίας και για το διεθνές προσωπικό και απαγόρευση εισόδου για ιατρικό και ανθρωπιστικό προσωπικό, καθώς και στους διεθνείς παρατηρητές ανθρωπιστικών δικαιωμάτων και στους δημοσιογράφους.

Σε αυτές τις λίγες εβδομάδες μετρήθηκαν χιλιάδες νεκροί και τραυματίες, πάνω από 5.000 άνθρωποι που κρατήθηκαν φυλακισμένοι από τον ισραηλινό στρατό.

O capitano! Mio capitano!...

In Palestina è in corso la seconda intifada, un’ondata di proteste diffuse sul tutto il territorio si susseguono e da qui la decisione del governo di Sharon di dare un duro colpo alla resistenza Palestinese.

Con l’operazione Scudo Difensivo saranno diverse le città e i campi profughi occupati dagli israeliani,tra cui quello di Jenin il 3 aprile, con  vere e proprie stragi perpetuate a danno della popolazione civile.

Le truppe di Sharon arrivano anche a Ramallah, fino ad assediare il quartier generale di Arafat e sede dell’Autorità Palestinese, costringendolo all’isolamento fino al 2 maggio, data di ritiro delle truppe.

Nel frattempo, il 2 aprile, viene occupata la Basilica della Natività da 240 palestinesi che cercano rifugio per sfuggire al fuoco israeliano. L’evento attirò enormemente l’attenzione mondiale poiché all’interno della Basilica si trovavano anche una quarantina di suore e sacerdoti i quali furono poi tutti rilasciati, illesi.

Dal 3 al 21…

Δείτε την αρχική δημοσίευση 61 επιπλέον λέξεις