σύγχρονα κινήματα, movimenti di oggi

Τοπικοί αγώνες των χρόνων Εβδομήντα: Torino ανάμεσα στη διάλυση της Lotta Continua και το Εβδομήντα επτά

του Giorgio Del Vecchio

Αναμένουμε την κυκλοφορία του βιβλίου του Alberto Pantaloni στις 31 Ιανουαρίου Η διάλυση της Lotta continua και το κίνημα του ’77, για τον εκδοτικό οίκο DeriveApprodi, με την ανασκόπηση του Giorgio Del Vecchio.

****

Ένα από τα αμέτρητα βίτσια που χαρακτηρίζουν τη δημόσια συζήτηση της ιταλικής Δεκαετίας του 70 είναι η τάση να θεωρείται αυτή η περίοδος ως ένα είδος μονόλιθου στην πρόσφατη ιστορία της Χώρας. Ένας άθραυστος ογκόλιθος που συνεχίζει να βαραίνει επάνω στη συλλογική μνήμη, ο οποίος αντανακλάται στις δημόσιες αναπαραστάσεις της. Αρκεί να υπενθυμίσουμε εδώ τη συστηματική χρήση τύπων, όρων, εννοιών όπως «χρόνια μολυβιού» και «ένοπλου κόμματος», τόσο συναρπαστικών για τα ξεκάθαρα όσο και βιαστικά, θαμπά και ουσιαστικά ανακριβή περιγράμματα τους. Ή τη σχεδόν νοσηρή προσοχή για μεμονωμένα χρόνια (το εξήντα οκτώ, το εβδομήντα επτά), μήνες (οι 55 ημέρες του Moro), ακόμη και ημέρες (η 12η Δεκεμβρίου 1969 και η σφαγή της Piazza Fontana), που γίνονται εκ των υστέρων οι μοναδικοί ερμηνευτικοί φακοί μέσω των οποίων θα διερευνηθεί και θα συνοψισθεί μια μακρά και πυκνή δεκαετία.

Αντίθετα, όπως γνωρίζουν οι μελετητές πολύ καλά, η δεκαετία του 70 είναι ένα περίπλοκο και πολυεδρικό πλάσμα, ένα μεγάλο και πολύπλευρο ψηφιδωτό που αποτελείται από έναν άπειρο αριθμό καρτών που πρέπει να αποσυναρμολογούνται και να ανοικοδομούνται διαρκώς για να προσπαθήσουν να προτείνουν την αίσθηση της συνολικής φιγούρας, εικόνας. Ο Alberto Pantaloni, με το πλήρως ιστοριογραφικό του δοκίμιο, επικεντρώνεται σε ένα συγκεκριμένο κομμάτι αυτού του περίπλοκου παζλ, που σχετίζεται με τη διάλυση της Lotta continua, που ξεκίνησε το 1976, με τη σύγχρονη παραβολή του κινήματος του 1977 στο πλαίσιο της πόλης του Τορίνο. Είναι μια επιλογή που περιγράφει πολύ καλά την έρευνα, αλλά αυτό δεν είναι καθόλου ευτελές ή αυθαίρετο. Το Τορίνο αντιπροσωπεύει πρωτίστως ένα προνομιούχο παρατηρητήριο της ιταλικής δεκαετίας του ’70 (κυρίως αλλά όχι μόνο, λόγω της παρουσίας της FIAT), κατά τη διάρκεια της οποίας η πόλη χαρακτηριζόταν από την ανθεκτικότητα των κοινωνικών συγκρούσεων, οι οποίες συχνά έφταναν σε μεγάλη ένταση και ποικιλία μορφών. Στα κεντρικά χρόνια της δεκαετίας ξεχώριζε, δίχως αμφιβολία, το έντονο ρίζωμα της Lotta continua, αλλά και μια ορισμένη διάχυση των κολεκτίβων και των αυτόνομων εμπειριών και του φαινομένου του ένοπλου αγώνα. Χωρίς να ξεχνάμε, φυσικά, την κεντρική λειτουργία που διεξήγαγε το κομμουνιστικό Κόμμα. Υπό αυτή την έννοια το Τορίνο ήταν ένα ιδιαίτερα ποικίλο πλαίσιο, μια συγκυρία στην οποία συνυπήρχαν διαφορετικές εμπειρίες, αντιτίθονταν και αλληλοσυνδέονταν, ειδικά κατά το χρονικό διάστημα που αναλύθηκε από τον Pantaloni, από το φθινόπωρο του 1976 έως το τέλος του 1977, που αποτελούσε μια θεμελιώδη φάση μετάβασης όχι μόνο για κοινωνικά κινήματα, αλλά για ολόκληρη την ιταλική κοινωνία.

Ο Pantaloni διαρθρώνει το έργο του σε δύο διαφορετικά μέρη. Στο πρώτο αναλύει την κρίση της Lotta Continua στο Τορίνο και τις δυναμικές της διάλυσης της. Μία διαδικασία περισσότερο απ’ ότι μια εκδήλωση, όπως δείχνει ο ίδιος ο ερευνητής, αργή και βαθμιαία, η οποία ξεκίνησε με την εκλογική ήττα που υπέστη η λίστα της Προλεταριακής Δημοκρατίας στις εκλογές του Ιουνίου του 1976, για να ξεδιπλωθεί από πολλές απόψεις μέσα στο δραματικό συνέδριο του Ρίμινι, του οκτωβρίου του ιδίου έτους. Ο Pantaloni ανακατασκευάζει με έναν προσεκτικό και τεκμηριωμένο τρόπο την έκρηξη της LC στο Τορίνο, παρουσιάζοντας τις αιτίες αυτής. Πρώτα απ ‘όλα, υπήρξε μια βαθιά κριτική στην στράτευση όπως είχε αναπτυχθεί από το 1968 και μετά, που προωθήθηκε όχι μόνο από τα νέα κοινωνικά υποκείμενα που γρήγορα (επαν) πολιτικοποιούνταν, όπως οι γυναίκες και οι νέοι, αλλά και από τους ίδιους τους εργάτες, που είχαν εκπροσωπήσει το επίκεντρο της πολιτικής δράσης της ομάδας. Η πολιτική πρακτική με την οποία εκδηλώθηκε αυτή η δυσφορία ήταν αυτή του αποσχιστισμού, η οποία έρχονταν σε αντίθεση με την εγκάρσια και οριζόντια φιλοδοξία, τον πόθο που προκάλεσε από την αρχή τις επαναστατικές προοπτικές της LC. Αυτός ο διαχωριστικός χαρακτήρας αντηχούσε όχι μόνο σε δριμείες αντιπαραθέσεις μεταξύ των διαφόρων υποκειμένων, αλλά και κυρίως σε μια κάθετη και ολοκληρωτική αντιπαράθεση μεταξύ της βάσης και της ηγετικής ομάδας της οργάνωσης, μια πραγματική κρίση νομιμοποίησης που αποδείχθηκε μη αποφασιστική. Ο Pantaloni προχωρά στη συνέχεια για να περιγράψει την οργανωτική διάλυση της LC. Υπήρξε, εν προκειμένω, η προσπάθεια ορισμένων τμημάτων να συνεχίσουν ένα πολιτικό έργο στην επικράτεια του Τορίνο, ενώ πολλά μέλη της ομάδας περιφρούρησης, κυρίως οι νέοι, μιας και ξεθώριασε η προοπτική μίας επικείμενης εξέγερσης, πίεζαν για μια ριζοσπαστικοποίηση των ρεπερτορίων, των επιλογών. Ενδιαφέρουσα είναι η παράγραφος αφιερωμένη στην εξέλιξη της εφημερίδας του ομίλου, η οποία κατάφερε εν μέρει να απορροφήσει το τραύμα και να διατηρήσει την αξιοπιστία τουλάχιστον καθ ‘όλη τη διάρκεια του 1977 ως ένα από τα σημαντικότερα όργανα πληροφόρησης του κινήματος στην πρωτεύουσα του Πεδεμόντιου.

Το δεύτερο μέρος του δοκίμιου είναι αφιερωμένο στην παραβολή του Κινήματος του 1977 στο Τορίνο. Ο Pantaloni επιτελεί μια ενδιαφέρουσα επιχείρηση, «αποσυνθέτοντας» την ανάλυση ενός φαινομένου-συμβάντος. Σωστά, αυτός εξιστορεί την τροχιά των τριών πολιτικών παικτών που έδωσαν ζωντάνια, που κινητοποίησαν το Κίνημα στο Τορίνο και όχι μόνο. Πρώτα απ ‘όλα οι εργάτες, αν και με διαφορετικούς τρόπους σε σχέση με τον κύκλο των βιομηχανικών συγκρούσεων 1969-73 δεδομένου του μεταβαλλόμενου πλαισίου, που ήδη έδειχνε σημάδια μιας βαθιάς κρίσης του μοντέλου συσσώρευσης της χρυσής εποχής. Στη συνέχεια το γυναικείο κίνημα, στο οποίο ο Pantoni αφιερώνει σελίδες μεγάλης πυκνότητας, ανακατασκευάζοντας τα πεδία παρέμβασης του, τις θεωρίες και τις αξιώσεις, ζωγραφίζοντας μια πολύπλοκη και διαφοροποιημένη εικόνα.Τέλος το φοιτητικό κίνημα και οι κύκλοι του νεανικού προλεταριάτου, οι οποίοι διαδραμάτισαν επίσης θεμελιώδη ρόλο, κινούμενοι εγκάρσια σε σχέση με τα άλλα προαναφερθέντα υποκείμενα. Συγκεκριμένα, έδειξαν μεγάλη προδιάθεση για την εξάπλωση ριζοσπαστικών πρακτικών, όπως η επίθεση του Angelo Azzurro, μπαρ κατηγορούμενου ότι ήταν σημείο συνάντησης για δεξιά στοιχεία και εμπόρους ναρκωτικών, όπου ο Roberto Crescenzio έχασε τη ζωή του και που έκλεισε οριστικά την παραβολή του τορινέζικου Εβδομήντα επτά.

Σχεδόν σε ρόλο παραρτήματος ο Pantaloni προσθέτει ακόμα δύο κομμάτια. Από τη μία πλευρά τα γεγονότα που συνδέονται με τη φυλακή και τους αγώνες των κρατουμένων, οι οποίοι στο Τορίνο το 1977 είχαν σημασία που δεν ήταν καθόλου δευτερεύουσα. Από την άλλη πλευρά το ευαίσθητο και αμφιλεγόμενο θέμα του παράνομου ένοπλου αγώνα και των σχέσεών του με τη «δημόσια» διάσταση των αγώνων. Από αυτή την άποψη, ο Pantaloni επικεντρώνεται στην εμπειρία της Prima Linea- Πρώτης γραμμής η οποία ήταν ιδιαίτερα σημαντική εκείνους τους μήνες στο Τορίνο, και στην οποία, από την αρχή, πολλοί από τους εξερχόμενους της LC συγκλίνουν, ειδικότερα η ομάδα περιφρούρησης. Ο συγγραφέας είναι επίσης διεισδυτικός υπογραμμίζοντας και σε αυτή την περίπτωση την πολυπλοκότητα της δυναμικής που οδήγησε, το 1977 και τα επόμενα χρόνια, στην έκρηξη του φαινομένου του λεγόμενου «διάχυτου ανταρτοπόλεμου». Αρνείται ριζικά τις απλοποιήσεις και τους αυτοματισμούς, υπογραμμίζοντας τις περίπλοκες διαπλέξεις και τις αμέτρητες γκρίζες περιοχές που υπάρχουν στη σχέση μεταξύ των παράνομων κινημάτων και της παράνομης στράτευσης.

Συνολικά, η επιχείρηση που επιχειρείται από τον Pantaloni είναι πειστική, αξίζει τον κόπο, εδώ, να τονίσουμε δύο στοιχεία ιδιαίτερου ενδιαφέροντος. Πρώτον, από την ιστοριογραφική άποψη, ο συγγραφέας συνδυάζει δύο από τις πιο ενδιαφέρουσες και πρόσφατες προσεγγίσεις της μελέτης για την ιταλική Δεκαετία του ’70. Από τη μία πλευρά, η τάση να διερευνάται η δυναμική της συγκεκριμένης τοπικής πραγματικότητας (στην προκειμένη περίπτωση το Τορίνο). Από την άλλη επικεντρώνεται στο δεύτερο μισό της δεκαετίας του εβδομήντα, μιας περιόδου που επανακτά την πλήρη ιστοριογραφική της σημασία εδώ και λίγα μόνο χρόνια. Όπως ο Falciola, στο δοκίμιο του για το 1977, και πιο πρόσφατα ο Τanturli, σε εκείνο για την Prima Linea, δείχνουν ότι πρόκειται για χρόνια κρίσης και περάσματος, σίγουρα μέσα σε σύγχυση και δραματικότητα, αλλά αποκαλύπτουν όμως ερευνητικά μονοπάτια θεμελιώδους σημασίας για την κατανόηση της Δεκαετίας του ’70, κυρίως όσον αφορά την ανάπτυξη ριζοσπαστικών milieux-φόντων και τη μετατροπή της δυναμικής των κοινωνικών συγκρούσεων.

Το δεύτερο στοιχείο αφορά αντιθέτως την ικανότητα που δείχνει ο Pantaloni να ανασυνθέσει ιδιαίτερα ευαίσθητα γεγονότα που έλαβαν χώρα σε ένα πολύ περίπλοκο πλαίσιο (Τορίνο του 1976-1977) μέσω μιας προσέγγισης και μέσων που είναι εξ ολοκλήρου ιστορικά. Μέσω της χρήσης σχεδόν εξ ολοκλήρου «εσωτερικών» πηγών, που παράγονται από τους παίκτες για τους οποίους γίνεται λόγος, μια επιλογή που σίγουρα ενισχύει το διαλεκτικό σύστημα, η διάλυση της Lotta Continua και το τορινέζικο Εβδομήντα επτά αναδύονται ως διαδικασίες συνεχούς εξέλιξης, αποτελούμενες από πολλές τροχιές και παράγοντες διαφορετικούς και συνυπάρχοντες και σε συνεχή διάλογο μεταξύ τους. Ο Pantaloni επιστρέφει πίσω την πολυπλοκότητα αυτής της αλληλεπίδρασης, προτείνει πειστικές γραμμές ερμηνείας, δίνοντας έμφαση στις μη γραμμικές δυναμικές που χαρακτήριζαν την κοινωνική σύγκρουση εκείνων των ετών.

Print Friendly, PDF & Email
ένοπλη πάλη, lotta armata

PRIMA LINEA Ένα νέο βιβλίο πηγαίνει στις ρίζες της Πρώτης γραμμής, τον άλλο ένοπλο αγώνα

 

Το «ένοπλο κόμμα» ήταν μια δημοφιλής έκφραση ανάμεσα στα τέλη της δεκαετίας του 1970 και τις αρχές της δεκαετίας του 1980. Δημοσιογραφικά αποτελεσματική, ήταν όμως λανθασμένη και παραπλανητική. Ακόμη και σήμερα επηρεάζει, παραμορφώνοντας, την εικόνα της ιστορικής αυτής φάσης. Στην πραγματικότητα απέδιδε την εικόνα ενός συνεκτικού ένοπλου μπλοκ παρά τις διαιρέσεις. Η όλη εμπειρία του ένοπλου αγώνα ήταν έτσι τυποποιημένη στις έννοιες και τις συνεκδοχές της κύριας οργάνωσης, η οποία όμως ήταν η μόνη που πραγματικά φαντάζονταν τον εαυτό της ως ένοπλο κόμμα: τις Ερυθρές Ταξιαρχίες. Η πραγματικότητα είναι ότι, αν υπήρχε ένα «ένοπλο κόμμα», υπήρξε επίσης και ένα «ένοπλο κίνημα» που ακολουθούσε πολύ διαφορετικές, και συχνά αντίθετες, συντεταγμένες και λογικές.

Η ΚΥΡΙΑ ΚΙΝΗΜΑΤΙΚΗ ΟΜΑΔΑ στα όπλα ήταν η Prima linea, η δεύτερη σημαντική ένοπλη οργάνωση, στην οποία ωστόσο η πληθώρα διαφημιστικών δραστηριοτήτων και η σπάνια ιστοριογραφία δεν έδωσαν μέχρι στιγμής ιδιαίτερη προσοχή, επικεντρωμένες όπως ήταν – και όπως παρέμειναν – στις Br και ειδικότερα στην εντυπωσιακότερη δράση τους, την απαγωγή Moro. Αυτό το κενό, το οποίο όμως δεν ήταν πλήρες, καλύπτεται τώρα από τον Andrea Tanturli, ερευνητή στη Φλωρεντία με το βιβλίο Πρώτη γραμμή. Ο άλλος ένοπλος αγώνας – Prima linea. L’altra lotta armata (1974-1981), vol. 1 (DeriveApprodi, pp. 380, euro 25).

Είναι ένα βιβλίο που πραγματικά δεν πρέπει να χάσουν όσοι ενδιαφέρονται για την ιστορία του ιταλικού επαναστατικού κινήματος της δεκαετίας του ’70. Αντιμετωπίζει την παραβολή της Pl με τα εργαλεία του ιστορικού, ακολουθώντας το χρονολογικό σχήμα αλλά χωρίς να επιδίδεται ούτε στην ανεκδοτολογία ούτε στο τυπικό δικαστικό μοντέλο που στολίζει περιγραφές επιθέσεων αλλά προσπαθεί αντ’ αυτού να ανακατασκευάσει, μέσα από ένα σχολαστικό έργο και επάνω σε ντοκουμέντα, τις πολιτικές ρίζες, την συγκυρία και το κοινωνικό πλαίσιο χωρίς τα οποία είναι αδύνατο να κατανοήσουμε την πραγματικότητα της Pl. Συγχρόνως συλλαμβάνει, μέσα στον καθόλου στρεβλωμένο καθρέπτη την ιστορία της Πγ, τη διαδρομή, το δίλημμα και τέλος την παθητική απόκλιση όλης εκείνης της πλευράς του κινήματος που, μετά από την καμπή, το ορόσημο του 1974, δεν είχε επιλέξει ούτε τη θεσμοποίηση ούτε το παράνομο κόμμα.

ΔΙΑΦΟΡΕΤΙΚΑ απ’ ότι οι Br που πάντα προσέχουν κυρίως στη βάση του Pci-Κκι και του παραδοσιακού εργατικού κινήματος, η Pl γεννιέται από το κίνημα και για το κίνημα. Οι μαχητές και τα ηγετικά στελέχη της, που προέρχονται κυρίως από τις εμπειρίες της συνεχούς Πάλης-Lotta continua και της εργατικής Εξουσίας-Potere operaio, διατηρούν επί μακρόν μια διπλή στράτευση: παρεμβαίνουν τόσο στις κοινωνικές συγκρούσεις όσο και στις ένοπλες ενέργειες. Καθ ‘όλη τη φάση της κυοφορίας και στα πρώτα χρόνια η περιοχή της Χωρίς ανάπαυλα-Senza tregua, μετασχηματισμένη αργότερα στην Πρώτη γραμμή, θεωρεί την ένοπλη εμπειρία αναστρέψιμη: ένα εργαλείο που πρέπει να χρησιμοποιηθεί ή να τεθεί κατά μέρος ανάλογα με τις συνθήκες και τις ανάγκες της ταξικής σύγκρουσης. Επί σειρά ετών περισσότερο «ημιπαράνομη-semiclandestina» παρά παράνομη, η Πγ είναι πολύ λιγότερο διαρθρωμένη από ότι οι BR, χωρίς μια πραγματική ομάδα κορυφής σε εθνικό επίπεδο, καθόλου προσεκτική στις ανάγκες του διαμερισμού, της τμηματοποίησης: συμβαίνει περισσότερες από μια φορές ορισμένοι αγωνιστές να αναγκάζονται να μη πάρουν μέρος σε ένοπλες δράσεις επειδή τραυματίστηκαν παίζοντας ποδόσφαιρο. Είναι παρούσα και δραστηριοποιείται κυρίως στο Μιλάνο, το Τορίνο και τη Φλωρεντία, εκτεινόμενη μέχρι τη Νάπολη. Από την άλλη πλευρά δεν πετυχαίνει ούτε η συνένωση με τους κομμουνιστικούς μαχόμενους Σχηματισμούς, παρά μια σύντομη φάση «ενοποιημένης διοίκησης», ούτε η «αποβίβαση» στην πρωτεύουσα, πιθανώς επειδή η ρωμαϊκή φάλαγγα των Br αποτελεί μια ανωμαλία, ούσα ένα είδος «κινηματίστικης φάλαγγας» .

Η ΟΡΓΑΝΩΣΗ αυτή καθεαυτή είναι ξεχωριστή από τις «ομάδες», οι οποίες έχουν το καθήκον να παρεμβαίνουν στο ζωντανό των συγκρούσεων με επιθέσεις λιγότερο στρατηγικού χαρακτήρα, έστω και αν στην πράξη οι δύο χώροι συχνά καταλήγουν να επικαλύπτονται. Η Pl γεννιέται αυστηρά συνδεδεμένη με τους αγώνες των εργατών, κυρίως σε καταστάσεις όπου το κίνημα είναι περισσότερο παρόν και οι συγκρούσεις περισσότερο αποφασιστικές, αλλά στη συνέχεια θα είναι προσεκτική στις συγκρούσεις που εξαπλώνονται στο κοινωνικό, στην οικολογία, την ηρωίνη, μέχρι τον φεμινισμό. Να την θεωρήσουμε «ένοπλο βραχίονα του κινήματος», τονίζει στον πρόλογο ο Tanturli, είναι όμως ένα λάθος. Η φιλοδοξία ήταν υψηλότερη: να κατευθύνει το κίνημα προς μια κατάληξη και μια νικηφόρα διέξοδο από την αντεπίθεση που έπαιρνε μορφή στο τέλος της ανερχόμενης φάσης της εργατικής σύγκρουσης.

Αυτό τον πρώτο τόμο, ο συγγραφέας αφιέρωσε εκτενώς στη φάση της «κύησης», ακριβώς τα έτη μεταξύ 1974 και 1977. Πρωταγωνιστής δεν είναι μόνο ο χώρος της Χωρίς ανακωχή-Senza tregua, από τον οποίο θα γεννηθεί η Pl, αλλά ολόκληρη η αυτονομία ιδιαίτερα η μιλανέζικη. Η εν λόγω διατομή επιτρέπει να γίνει o απολογισμός της συνολικής εικόνας και της συζήτησης μέσα στην οποία ωρίμασε η ένοπλη επιλογή, σε τομείς πάντα μειοψηφικούς αλλά όχι ασήμαντους του κινήματος. Ήταν μια σε μεγάλο βαθμό αμυντική κίνηση, η προσπάθεια να αποφευχθεί ένα αποτέλεσμα που εμφανίζονταν σε μια προοπτική ήδη καθορισμένη, μετά την αναδιάρθρωση που ακολούθησε το πετρελαϊκό σοκ του ’73, υψώνοντας το διακύβευμα και μετακινώντας το έδαφος της ταξικής σύγκρουσης.

ΣΤΟΝ ΔΕΥΤΕΡΟ ΤΟΜΟ ο Tanturli θα ασχοληθεί με την τελευταία φάση της υπόθεσης Pl: τις διασπάσεις, τις «στρατηγικές οπισθοχωρήσεις», τη διάλυση, τη συλλογική διάσταση. Αλλά ήδη στο τέλος αυτού του τόμου καταγράφεται η ήττα του στοιχήματος της. Η «κινηματίστικη-movimentista» ένοπλη οργάνωση κατέληξε υιοθετώντας εκείνο το ταξιαρχίτικο μοντέλο σε αντίθεση με το οποίο γεννήθηκε. Ο Tanturli δικαιολογεί το στρίψιμο στο τιμόνι με τις συνέπειες της απαγωγής του Μόρο, η οποία ανάγκασε να επικρατήσουν σε όλους οι έννοιες της στρατιωτικής σύγκρουσης έναντι των πολιτικών, αλλά κυρίως στη διάλυση του κινήματος. Χωρίς το οποίο η Pl δεν είχε πλέον λόγο να υπάρχει.

* Πηγή: Andrea Colombo, IL MANIFESTO

ένοπλη πάλη, lotta armata

PRIMA LINEA Στα ίχνη της χίμαιρας. Ξεκινώντας από το βιβλίο “Prima linea. L’altra lotta armata”- »Πρώτη γραμμή. Η άλλη ένοπλη πάλη»

 

Ο προβληματισμός του Girolamo De Michele για την εργασία έρευνας του Andrea Tanturli «Prima linea. Ο άλλος ένοπλος αγώνας (1974-1981)”

 

Το να γράψει κάποιος ένα ιστορικό δοκίμιο  un saggio storico γύρω από την εμπειρία της Πρώτης Γραμμής Prima Linea (Pl) είναι ταυτόχρονα μια επίπονη και απαραίτητη εργασία. Πολύ επίπονη, επειδή η Pl είχε μια πολύπλοκη καταγωγή, η οποία δεν συμπυκνώθηκε αμέσως σε μια μοναδική, μονοσήμαντη και μονολιθική γραμμή: περισσότερο από ένα νήμα, η ιστορία της εμφανίζεται σαν ένα σχοινί που αποτελείται από πολλές μπλεγμένες απαρχές, από τις οποίες κρέμονται άλλα λυμένα σχοινιά. Σε αυτό να προσθέσουμε την απουσία αξιόπιστων ιστορικών ανακατασκευών, σε συνδυασμό με μια προφανή απροθυμία να διηγηθούν τη δική τους ιστορία εκ μέρους των αγωνιστών της (με λίγες εξαιρέσεις: ο Sergio Segio και, πιο πρόσφατα, η Susanna Ronconi και η Marina Premoli). Η γεφύρωση αυτού του κενού στην ιστορία των επαναστατικών μετα-68 κινημάτων στην Ιταλία δεν είναι μόνο ζήτημα ιστοριογραφικής πληρότητας: πρόκειται για την αναγνώριση ότι κάθε ιστορική αναπαράσταση είναι πάντοτε μερική, πάντα διαμεσολαβούμενη από τα διαθέσιμα έγγραφα-ντοκουμέντα και την επιλογή που γίνεται επάνω σε αυτά.

Δεν είναι τυχαίο ότι, στο φαντασιακό που έχει επικρατήσει, για την Πρώτη γραμμή έχουν δοθεί σε μεγάλο μέρος μια σειρά από παραπλανητικές-διαστρεβλωμένες αναπαραστάσεις: μια οργάνωση μικρότερη σε σύγκριση με τις κόκκινες Ταξιαρχίες, με «προδιάθεση» στη μεταμέλεια λόγω των υποκειμενικοτήτων που την συνέθεταν ( εκεί όπου κανένας από τους ιδρυτές της δεν μετανόησε), στερημένη μιας σταθερής πολιτικής γραμμής και επακόλουθης θεωρητικής επεξεργασίας – παρά το γεγονός της διαπίστωσης πως μια σταθερή ορθοδοξία έχει αντ ‘αυτού δημιουργήσει την εκτροπή των εκτελεστών στις φυλακές με αποτέλεσμα και συνέπεια την δημιουργία Κάιν από πλευράς του μεγαλύτερου μέρους των φυλακισμένων ταξιαρχιτών 1. Ακόμη και η σύγκριση, η ταυτοποίηση που μερικές φορές αναφέρεται από ορισμένους μαχητές, με την ταινία Il Mucchio selvaggio-Η άγρια Συμμορία του Sam Peckinpah, βοηθά να δοθεί ένα picaresque-πικαρέσκο χρώμα στην ιστορία της Pl, αλλά κινδυνεύει να επιβεβαιώσει εκείνη την σιωπηρή συμφωνία στην κυρίαρχη ιστοριογραφία γύρω από τα λεγόμενα «χρόνια του μολυβιού» που οδηγεί-αποδίδει ολόκληρη την ένοπλη εξέγερση στις BR. Μια ανακατασκευή που εμφανίζει την ένοπλη ανταρσία ως ένα μοναδικό φαινόμενο, ένα είδος UFO, με αμοιβαία ικανοποίηση εκείνων που θέλουν να αρνηθούν τη διαδεδομένη-διάχυτη φύση της και τις κοινωνικές της ρίζες, και εκείνων που θέλουν να ανοικοδομήσουν μιαν ιστορική τους νομιμοποίηση εκ των υστέρων.

Αυτό θα αρκούσε για να καταστήσει άξια προσοχής την έρευνα του Andrea Tanturli, μιας διδακτορικής διατριβής από την οποία προέρχεται ο πρώτος αυτός τόμος του βιβλίου Πρώτη γραμμή. Ο άλλος ένοπλος αγώνας (1974-1981), ο οποίος πηγαίνει από τις απαρχές μέχρι το τέλος του 1979. Υπάρχουν όμως και συγκεκριμένες πτυχές του ιστοριογραφικού έργου που αξίζει να επισημανθούν, να έρθουν στο φως. Όπως και οποιοσδήποτε αληθινός ιστορικός, ο Tanturli αναρωτήθηκε ποια έγγραφα και ερμηνευτικά πλαίσια να αποδεχτεί ή να απορρίψει: η επιλογή του αποτελεί ένα μικρό μάθημα στη μέθοδο. Σε πρώτη φάση κράτησε απoστάσεις από τις «continuistiche» ανακατασκευές [a] – από τα Κόκκινα Τετράδια Quaderni Rossi στις δολοφονίες των BR χωρίς ενδιάμεσες στάσεις – που εγκαινιάστηκαν από τον Angelo Ventura, τις συνωμοσιολογίες αλά Flamigni, και ορισμένες απερίσκεπτες ανακατασκευές του Gotor. Την ίδια στιγμή, ο Tanturli προειδοποιεί ότι «δεν θα βασίζεται, δεν θα δείξει εμπιστοσύνη μόνο στον ημερήσιο Τύπο για να ανασυγκροτήσει το χρονικό των επεισοδίων» (σ. 340), ούσες οι εφημερίδες «κατάσπαρτες από σφάλματα και ανακρίβειες» και σε κάθε περίπτωση «μια εξαιρετικά επίπεδη πηγή, μη προικισμένη στην εμβάθυνση και δύσκολης επαλήθευσης» (σ. 19).

Η χρήση των δικαστικών πρακτικών και των αναμνήσεων είναι πιο περίπλοκη: αν ο συγγραφέας επιλέγει να «δώσει πίστη, με την απαραίτητη προσοχή, στις δηλώσεις των μαχητών, ακόμη και των μεταμεληθέντων, πεπεισμένος ότι ορισμένοι από αυτούς επέστρεψαν συνολικά μια πιστή εικόνα της ζωής της οργάνωσης» (σ. 19),είναι επίσης αλήθεια ότι κατά την εξέταση των μεμονωμένων δηλώσεων εμφανίζεται μια σαφής υποψία προς ένα συγκεκριμένο είδος μεταμέλειας που, αντί να ανακατασκευάζει ή να ερμηνεύει «τρέφεται από εξαρτήσεις, τείνει να έρχεται να συναντήσει τα ερωτήματα των ανακριτών» 2. Βρισκόμαστε εδώ επάνω στην ράχη που χωρίζει δύο διαφορετικές πραγματικότητες, εκείνη την ανακριτική και δικαστική, και εκείνη την πολιτική και ηθική. Εάν όντως «οι λέξεις» μετανοούντες» και » διαχωρισμένοι» επιβλήθηκαν τότε για να ορίσουν διαφορετικές κατηγορίες και νομικά μέτρα που χωρίς να το συνειδητοποιήσουμε ανέκτησαν από το πιο σκοτεινό βάθος του ιταλικού παρελθόντος κατηγορίες θρησκευτικής προέλευσης όπως η μετάνοια», 3  ο διαχωρισμός υπήρξε έκφραση μιας προσπάθειας να λογαριαστούν με την ιστορία και τα δικά τους λάθη, μέσα στο πλαίσιο μιας ήττας των ένοπλων υποθέσεων των οποίων μόνο ένα μέρος των μαχητών θέλησε να λάβει υπόψιν. Με τα λόγια της Susanna Ronconi: «η διάσταση άνοιξε ένα χώρο, με τους τρόπους που κατέστησε εφικτούς η κατάσταση, και εκείνοι που εκείνη την εποχή δεν την αποδέχτηκαν σήμερα θα έπρεπε να την καταλάβουν, εκ των υστέρων. Ήμασταν οι πρώτοι που ανακατασκευάσαμε την ιστορία μας τοποθετώντας την μέσα στην ιστορία αυτής της χώρας, λέγοντας ότι εάν δεν είχαμε δίκιο είχαμε λόγους, και αυτοί που λεν ότι «ξεπουλήσαμε» μια ιστορία ψεύδονται γνωρίζοντας πώς το κάνουν». 4

Αφού εξερευνήθηκε η εργαλειοθήκη του ιστορικού, φτάνουμε στο αντικείμενο της κατασκευής του. Για την Πρώτη γραμμή ο Tanturli είναι ξεκάθαρος: «τα μέλη της Pl πρώτα από το να είναι παράνομοι μαχητές ήταν αυτόνομοι αγωνιστές». Αλλά η Pl δεν ήταν «sic et simpliciter» , όμορφα κι απλά θα έλεγα, ένας κώδικας κάλυψης για τον κεντρικό εγκέφαλο μιας υποτιθέμενης οργανωμένης Αυτονομίας, είναι επομένως απαραίτητο να βγούμε από το σχήμα της αθωότητας ή της ενοχής, μη ιστοριογραφικές κατηγορίες, πιο κατάλληλες για δικαστές που κάνουν τους ιστορικούς και ιστορικούς με το σύμπλεγμα, το κόμπλεξ των δικαστών » (σ. 8). Το οποίο σημαίνει αναγνώριση της πολυφωνίας, της ποικιλίας, της επιθυμητικής και σχιζομετροπολιτανικής φύσης, για να το πούμε στη γλώσσα της εποχής, της αυτονομίας: «Υπήρχαν περιοχές της αυτονομίας, οι οποίες, μολονότι δεν απέρριπταν την πολιτική βία, έμειναν μακριά από οργανωμένες εξελίξεις υπό την έννοια του ένοπλου αγώνα, άλλες που παρέμειναν μπλεγμένες λίγο-πολύ οικειοθελώς, άλλες που θα εξελιχθούν, όχι χωρίς τραύματα, σε παράνομους σχηματισμούς» (σ. 8). Και επομένως να αναγνωρίσουμε εκείνο το πολύπλοκο, πολυπληθή χαρακτήρα του χώρου της κοινωνικής και πολιτικής ανταρσίας που δεν μπορεί να περιοριστεί σε ενότητα. Έτσι ένα βιβλίο σαν αυτό δεν μπορεί να είναι ο λόγος που κατατάσσει τα πάντα γύρω από την Pl, αλλά μια συμβολή, με τα εργαλεία της ιστορικής έρευνας, που θα έπρεπε – είναι μια ευχή και μια ελπίδα, καθώς και μια ανάγκη – να ενθαρρύνει έναν πολλαπλασιασμό αφηγήσεων, ίσως λιγότερο επιστημονικών και περισσότερο υποκειμενικών, ικανών να δώσουν λόγο, να εξηγήσουν «για την χίμαιρα που για μια φορά μονάχα ενώθηκε με τα κεφάλια στην piazza Solferino: πέθανε λόγω λειτουργικής ανεπάρκειας του τερατώδους οργανισμού της, όπως ορισμένα φτωχά πλάσματα που γεννήθηκαν στα εργαστήρια, πάρα πολύ ή ελάχιστα εξοπλισμένα για να ζήσουν, να αναπνέουν, να τραφούν, όπως κάνουν καθημερινά λιγότερο φιλόδοξοι οργανισμοί » 5.

Λίγο όπως ο Tristam Shandy, η Prima linea χρησιμοποιεί πολύ χρόνο για να γεννηθεί, παρόλο που οι συζητήσεις γίνονταν για πολύ καιρό. Αυτή δεν είναι μια γραμμική και τελεολογική διαδικασία που από τη Lotta continua-Συνεχή Αγώνα και το Potere Operaio-Εργατική Εξουσία, μέσα από την Senza Tregua-Χωρίς Ανακωχή, οδηγεί στην Pl, αλλά μια μια σειρά διασχίσεων, κατά την διάρκεια των οποίων κάθε βήμα περιλαμβάνει αποκτήσεις και απώλειες, οι οποίες ίσως αξίζουν μεγαλύτερη έρευνα και εμβάθυνση (σκέφτομαι κυρίως στη φιγούρα του Mario Dalmaviva). Και, αξίζει να το υπενθυμίζουμε, όπου κάθε πέρασμα δεν υπαγορεύεται από μια θεωρητική αφαίρεση, αλλά από την υποκειμενική ερμηνεία συγκεκριμένης δημιουργίας και ύπαρξης των αγώνων και των ανταγωνισμών. 6 Το οποίο καθιστά δύσκολο να προτείνουμε μια ανασυγκρότηση που να διακρίνει-να ξεχωρίζει «μια πρώτη και μια δεύτερη Πγ, στην οποία να διανέμουμε ετικέτες αυθορμητισμού και βιαιότητας» [σ. 8]: δηλαδή, τον μύθο της προέλευσης του οποίου ακολουθεί αναπόφευκτα μια καταστροφική πτώση. Εκ των πραγμάτων, είναι η ίδια κατηγορία «προέλευσης-καταγωγής» που πρέπει να υποβληθεί σε σκληρή κριτική: σαν η έξωση από τον Κήπο της Εδέμ να υπήρξε ο καρπός μιας προδοσίας της αρχέγονης αγνότητας, ήτοι ήταν ήδη εγγεγραμμένη στην πράξη της γέννησης. Κακή μυθολογία, και στις δύο περιπτώσεις. Αντίθετα, είναι αλήθεια ότι κάθε διαδικασία εκδηλώνει μια πολλαπλότητα δυνατοτήτων, και πως κάθε απόφαση συνεπάγεται τη μείωσή τους, αλλά και την εμφάνιση νέων δυνατοτήτων. Αλλά οι διαδικασίες και τα γεγονότα δεν συμβαίνουν in vitro, [β] αλλά μέσα σε κατοικημένα και απρόβλεπτα πλαίσια, από την αλληλεπίδραση των οποίων η δυναμική της δυνατότητας μπορεί να εκτιναχθεί εκ νέου ή να σκληρυνθεί μέχρι τη σύλληψη, την στάση, την διακοπή. Με αυτό τον τρόπο, ένα ερώτημα που αντηχεί στον πρωταγωνιστή του Piove allʼinsù Βρέχει προς τα πάνω – «Σίγουρα, θα άρεσε και σ’ εμένα να εντοπίσω ένα συγκεκριμένο σημείο κατά τις ημέρες εκείνες, και να δω πού αποφασίστηκε ο πόλεμος των ζωντανών και των νεκρών» –προορίζεται να παραμείνει εκκρεμής λόγω απουσίας, και ταυτόχρονα λόγω υπερβολής απαντήσεων: Piazza Fontana; Feltrinelli; Calabresi; Varalli; Ευλόγως, αξίζει να ακολουθήσουμε την πορεία των γεγονότων, για να επαληθεύσουμε σε ποιες στιγμές η πολλαπλότητα των πιθανών έχει αποκοπεί από την Μεγάλη Θεριστή της ιστορίας, μέχρι το σημείο να καταστεί η διαδρομή μη αναστρέψιμη. Για παράδειγμα, όταν έχει ξεπεραστεί το όριο της ανθρώπινης ζωής, κάνοντας την πολιτική ανθρωποκτονία μια συνηθισμένη, αν όχι αναπόφευκτη, πράξη: και εδώ, περισσότερο από κάθε άλλη θεώρηση, αξίζει η προοδευτική στρατιωτικοποίηση των λεξιλογίων, η παραδοχή της γλώσσας εκείνου του Κράτους που στην ανυπακοή είχε κηρύξει έναν πόλεμο δίχως ενδοιασμούς και χωρίς ανάπαυλα. Η Pl δεν γεννιέται με την ιδέα να ρίξει επάνω στο προλεταριάτο την κομματική γραμμή στην οποία οι μάζες, ανίκανες για αυτόνομη πρωτοβουλία, θα έπρεπε γλυκύτατα να υποβληθούν (για να αναπαράγουν ένα ταξίδι με τρένο που από την εορταστική αναχώρηση τον Οκτώβρη θα είχε για προορισμό τον χειμώνα της Σιβηρίας).

Αν θέλουμε να θέσουμε δύο κατευθυντήριες γραμμές, μπορούμε να τις εντοπίσουμε και να τις σχεδιάσουμε ξεκινώντας από την ανάγκη μιας «πολιτικής ανασύνθεσης της τάξης που καθοδηγείται από τους οργανωμένους (και ένοπλους) τομείς της τάξης, ένα σχέδιο ηγεμονίας του εργοστασίου επάνω στα νέα αναδυόμενα στρώματα του προλεταριάτου», και την πρόταση μιας δομής που τίθεται στην υπηρεσία του κινήματος, που έχει διαρθρωθεί σε πολλά επίπεδα – την οργάνωση αυτή καθεαυτή, τις ομάδες, τις περιπολίες – για να διασχίσουν αυτή τη «στενή πόρτα» που είναι ο «μακροχρόνιος εμφύλιος πόλεμος». Ταυτόχρονα, εκθειάζεται-δοξάζεται «ο ολοκληρωτικός ανταγωνισμός μεταξύ του συστήματος των αναγκών του προλεταριάτου» και της «αναγκαιότητας του κεφαλαίου να επιβάλει τους δικούς του κανόνες σε ολόκληρη την κοινωνική οργάνωση». Αν η επίθεση πρέπει να στρέφεται κατά της «απίστευτης εξάπλωσης των εκφραστών της κυριαρχίας», για τον Tanturli «καθίσταται αυθόρμητο να σκεφτόμαστε σε ένα είδος«μικροφυσικής της εξουσίας», ένα επί πλέον στοιχείο που τοποθετεί την Pl σε μια αν και επισφαλή επικοινωνία με το πολιτισμικό υπόβαθρο στη βάση του προβληματισμού επί της νεωτερικότητας «(σ. 133). Στις διατυπώσεις της Pl αντηχούν, δεν έχει σημασία το πόσο συνειδητά (όπως εξάλλου και σε μεγάλο μέρος της αυτονομίας) οι σελίδες του Foucault από τα βιβλία Επιτήρηση και τιμωρία και Μικροφυσική της εξουσίας. Αλλά εάν οι έρευνες του Foucault είχαν τις ρίζες τους στις πρακτικές των νέων εγκάρσιων αγώνων, έλειπε στις πρακτικές και τις θεωρίες του καιρού μια πλήρης κατανόηση της περίπλοκης σχέσης μεταξύ υποταγής και υποκειμενισμού. Παραμένει πως «η ένδειξη συγκρουόμενων εδαφών όπως εκείνο της υγείας, της ψυχιατρικής, της περιβαλλοντικής τοξικότητας συνεπάγεται έναν λόγο για την ποιότητα της ζωής φιλόδοξο-ανεφάρμοστο στην εφαρμογή του, αλλά σε θέση να αντιληφθεί τις αντιφάσεις του σύγχρονου κόσμου και του μοντέλου ανάπτυξής του» (σ. 337).

Είναι επίσης αλήθεια ότι ολόκληρη η υπόθεση που υποστηρίζει τον γαλαξία της Pl και των ομάδων βασίζεται σε προϋποθέσεις που η σκληρή πραγματικότητα των γεγονότων θα βαλθεί να διαψεύσει. Πρώτον, το ότι υποτίμησε το βάθος των διαδικασιών αναδιάρθρωσης σε εξέλιξη, οι οποίες επαναπροσδιορίζουν ριζικά την ίδια την εργατική υποκειμενικότητα. Η αυτοματοποίηση, η επέκταση των γραμμών παραγωγής στην επικράτεια, η εξωτερική ανάθεση ήταν ήδη διαδικασίες σε εξέλιξη, κατά των οποίων οι επιδρομές στους χώρους μαύρης εργασίας, ή η βία εναντίον των μεμονωμένων προσώπων της «επιχειρησιακής διοίκησης» αποδεικνύονται ανίσχυρες. Το κεφάλαιο ξεκινούσε τις διαδικασίες της παγκοσμιοποίησης, ως απάντηση στον ισχυρό κύκλο των αγώνων που νευρώνουν το ’68 και των επόμενων χρόνων σε μεγάλο μέρος της Δύσης: ενάντια στις οποίες έλειπε η ικανότητα να φανταστεί μια πρακτική στο ύψος των περιστάσεων, της επίθεσης.

Η υποχώρηση του κοινωνικού εργάτη, που παρέμενε αναδιπλωμένος στον εαυτό του – και λόγω της ανικανότητας των διαφορετικών πραγματικοτήτων του κινήματος να τον ξεδιπλώσουν – οδήγησε στη σταδιακή συρρίκνωση εκείνης της περιοχής της υπονόμευσης και της ανταρσίας από την οποία θα έπρεπε να ωφεληθεί, να αποκτήσει σφρίγος ο «εμφύλιος πόλεμος μακράς διάρκειας». Βλέποντας καλύτερα, μέσα στην Pl η έλλειψη επιβεβαίωσης μιας σαφούς ερμηνείας της σχέσης μεταξύ οργάνωσης και ομάδων, και η έλλειψη συγχώνευσης με άλλους μαχόμενους σχηματισμούς, έχουν τη ρίζα τους στην εξάντληση της ώθησης που προέρχεται από τους αγώνες. Ήδη σε τροχιά ξεφτίσματος, η Pl »θα καταναλώσει τις ενέργειες που της απέμειναν επιστρέφοντας στο περιβάλλον από το οποίο ξεκίνησαν όλα, το εργοστάσιο, το οποίο πλέον έχει σχεδόν ισοπεδωθεί στην συγκρουσιακή αρχιτεκτονική του» (σ. 357). Αλλά «να ταμπουρωθεί» στην ανάληψη ενός είδους «αντιπροσώπευσης, υποκατάστασης σε εκείνη που θα έπρεπε να είναι η δύναμη ενός κοινωνικού κινήματος» (Susanna Ronconi, σ. 335) είναι, εκ των πραγμάτων, η παραδοχή μιας ήττας.

Η εξάπλωση της ηρωίνης, με πολύ πιο καταστροφικές συνέπειες από τις βόμβες στις τράπεζες και τις πλατείες και στα τρένα – την οποία υπογραμμίζει ο συγγραφέας αρκετές φορές, αποτυπώνοντας τις ενέργειες των ομάδων ενάντια στους διακινητές μέσα στην «ανάδυση νέων επιπέδων και νέων μορφών ανταγωνισμού» (σ. 200) – είναι, στα ίσα με την αναδιάρθρωση της παραγωγής, κάτι που δεν μπορούσε να αντιμετωπιστεί μόνο με τη δύναμη των όπλων (και που θα διασχίσει την ίδια Pl). Και πιστοποιεί τον κυνισμό του Κράτους που εξαπολύει έναν πόλεμο ενάντια σε μια ολόκληρη γενιά για να στραγγίξει τη θάλασσα της ανατροπής, της ανταρσίας.

Του οποίου κυνισμού, αξίζει να αναφέρουμε δύο έγγραφα. Την έκθεση του Dalla Chiesa του 1979 σχετικά με τη δραστηριότητα του ειδικού πυρήνα του, όπου επιδιώκεται με ωμά λόγια η επιτακτική απομάκρυνση »τουλάχιστον από την άσκηση της ποινικής δράσης» »εκείνων των στοιχείων που είναι ευρέως γνωστά ως εξωκοινοβουλευτικοί»: τους «έχοντες κουλτούρα» και τους «κομιστές» ως νομικούς εγγυητές και νομικίστικου χαρακτήρα – για «διευκολύνσεις» ή «συμβιβασμούς» » (pp. 178-79). Και μια επιστολή του Dino Sanlorenzo, ενός από τους δημιουργούς του διαβόητου ανώνυμου ερωτηματολογίου του τορινέζικου PCI-ΚΚΙ για την τρομοκρατία, σχετικά με την παρουσία του Segio και της Ronconi σε έναν κοινωνικό συνεταιρισμό το 1988: «Ο Δήμος ας τους δώσει και παραγγελίες, […] για παράδειγμα να γυαλίζουν και να τακτοποιούν τους τάφους εκείνων που σκότωσαν, φέρνοντας λουλούδια σε εκείνους που δολοφονήθηκαν από την Πρώτη γραμμή. Θα μπορούσαν να αφιερώσουν τον εαυτό τους σε άτομα με ειδικές ανάγκες ή να φτυαρίζουν χιόνι όταν υπάρχει» (σ. 326): όπου η εξίσωση των «ατόμων με ειδικές ανάγκες» με τις εργασίες στα νεκροταφεία, ή σε κάθε περίπτωση στα απόβλητα, λέει τα πάντα. Όμως πρέπει να υπογραμμιστεί, δίπλα στην υπερεκτίμηση της θέλησης του κοινωνικού εργάτη να κατέβει στο έδαφος του εμφυλίου πολέμου, η υποτίμηση της στρατιωτικής και κοινωνικής δύναμης της εξουσίας έναντι της οποίας οι διάφορες επιλογές του ένοπλου αγώνα διαρρήχθηκαν: ένα ακόμη σοβαρότερο πολιτικό σφάλμα σε ένα σχηματισμό ο οποίος είχε μια πολύ καλή διαίσθηση σχετική με τη μοριακή και δικτυωτή δομή της εξουσίας.

Αλλά αν τελείωσε η επανάσταση, αν το εργοστάσιο, την παραμονή των γιγαντιαίων αντιποίνων πρώτα με τις 61 πολιτικές απολύσεις, και στη συνέχεια με τους 14.500 που εκδιώχθηκαν (που ήταν και αυτές πολιτικές απολύσεις), ήδη έλαμπε από το πικρό φως που φωτίζει τα ερείπια: ήταν δυνατόν να σταματήσουν επάνω σε εκείνο τον δρόμο που θα είχε οδηγήσει σε ενέργειες, καταστροφικές τόσο σε πολιτικό όσο και σε ανθρώπινο επίπεδο, στη δολοφονία του Alessandrini, του Emanuele Iurilli και του William Waccher; Το στιγμιότυπο της κηδείας της Barbara «Carla» Azzaroni, στην οποία συμμετείχαν χιλιάδες σύντροφοι και συντρόφισσες, μπορεί να είναι ενδεικτικό μιας κατάστασης αναστολής που θα μπορούσε ίσως να ήταν εφικτή: «Μια ήρεμη ματιά στην κατάσταση και σε εκείνη την κηδεία θα ήταν αρκετή για να παραιτηθούμε από τα αντίποινα, για να ψυχράνουμε τον θυμό και να ξεκινήσει μια σοβαρή εξέταση του τι πρέπει να κάνουμε. Αλλά ήταν λες και μπροστά σε κάθε σφάλμα και κάθε επιχειρησιακό πλήγμα να αυξάνονταν το πέπλο μπροστά στα μάτια και η θέα να θολώνονταν όλο και περισσότερο» 7. Λες και με τη δολοφονία του Emanuele Iurilli, του αθώου θύματος μιας ενέργειας αντιποίνων, « διαρρηγνύεται οριστικά το λεπτό νήμα μεταξιού που ακόμα μας έδενε στο κίνημα και στην πραγματικότητα» (Bruno Laronga, σ. 333), και διότι εκείνη η σχέση με την πραγματικότητα ήταν ήδη λεπτή σαν μια κλωστή.

Στις αναπαραστάσεις των διαφορετικών εκδηλώσεων του ανταγωνιστικού κινήματος της δεκαετίας του ’70, εμφανίζεται πάντα μια στιγμή στην οποία θα πρέπει να πούμε, και μερικές φορές το λέμε, 8 πως «δεν υπάρχει πλέον χρόνος». Ότι οι πιθανοί έχουν εξαντληθεί, και εν απουσία του δυνατού η ζωή, το κίνημα, το είναι, ασφυκτιά. Είναι αυτό το αίσθημα ασφυξίας που κλείνει αυτόν τον πρώτο τόμο: στο κατώφλι εκείνων των χρόνων Ογδόντα από τα οποία όχι λίγοι βγήκαν πλέον ζωντανοί. «Δεν αρκεί να είσαι σωστός, δεν φτάνει να έχεις δίκιο: πρέπει να σου το δώσουν το δίκιο «, είπε κάποιος, λόγια που ταιριάζουν επίσης στην ιστορία της Πρώτης γραμμής, στους πεσόντες αγωνιστές της (ο καθένας έχει το δικό του Spoon River, η καθεμιά από αυτές αξίζει σεβασμό) και στους πολλούς που έχουν ξαναρχίσει, με νέες μορφές, τους αγώνες που διακόπηκαν από την κράτηση: ένα μεγάλο μέρος εκείνων των εγκάρσιων αγώνων για το περιβάλλον, την αναγνώριση, το δικαίωμα στη ζωή των κρατουμένων, των τοξικομανών,των διαφορετικά κρατουμένων που οι σκέψεις και η εξυπνάδα της Pl είχε διαισθανθεί. Εμφανείς αντιφάσεις, οι οποίες βρίσκουν σε μια ιστορία που σήμερα φαίνεται μακρινή (αρκετά για να μπορεί να ιστοριοποιηθεί) καρστικές ρίζες και διαδρομές.

*****

a] continuismo Τάση μιας συγκεκριμένης ιστορικής κριτικής να υπογραμμίζει μια ουσιαστική συνέχεια μεταξύ στιγμών, φάσεων, ιστορικών εποχών που κανονικά θεωρούνται εντελώς διαφορετικές και διαφοροποιημένες

[β] in vitro  «Στο γυαλί», σχετικά με τη βιολογική διαδικασία που αναπαράγεται στο εργαστήριο εκτός του οργανισμού.»καλλιέργειες in vitro»

Note

  1. Σε σύγκριση με τους 911 καταδικασθέντες των Br, υπάρχουν 923 της Pl, στους οποίους προστίθενται οι 149 των οργανωμένων Κομμουνιστών για την προλεταριακή απελευθέρωση (Colp) και τους δεκάδες μαχητές άλλων μικρών ακρωνυμίων (βλέπε Renato Curcio, La mappa perduta, Ο χαμένος χάρτης Sensibili Alle Foglie 1994- Giorgio Galli, Κόκκινο Μολύβι, Piombo Rosso La storia completa della lotta armata dal 1970 a oggi Η πλήρης ιστορία του ένοπλου αγώνα από το 1970 μέχρι σήμερα, Baldini Castoldi Dalai 2004- Sergio Segio, Μια ζωή στην πρώτη γραμμή Una vita in Prima linea, Rizzoli 2006). Για την περίοδο των «εκτελεστών των φυλακών» βλέπε τη νέα έκδοση του Sergio Segio, Miccia corta. Una storia di Prima linea, Κοντό φυτίλι. Μια ιστορία της Πρώτης γραμμής Milieu 2017, σελ. 206-219; και Toni Negri, Galera ed esilio, Φυλακή και Εξορία με την επιμέλεια του G. De Michele, Ponte alle Grazie 2017, σελ. 41-43. Nella pagina facebook dedicata al libro Στην σελίδα facebook αφιερωμένη στο βιβλίο μπορείτε να βρείτε πολλά αρχειακά έγγραφα και άλλες πηγές (πρωτοβάθμιες και δευτεροβάθμιες) που ο εκδοτικός οίκος του βιβλίου του Andrea Tanturli, DeriveApprodi, θέτει στη διάθεση των αναγνωστών.
  2. Η αναφορά αφορά στην κατάθεση του Michele Viscardi κατά τη διάρκεια της δίκης του Τορίνο στην Pl (συγκεκριμένα, σχετικά με την υπόθεση ενός «ποντικού» στο γραφείο του Εισαγγελέα του Τορίνο που παρέσχε πληροφορίες σχετικά με τον δικαστή Alessandrini: υπόθεση που δεν βρήκε επαλήθευση) (σ. 302).
  3. Adriano Prosperi, «ιταλική Τρομοκρατία. Οι πόρτες εισόδου και εξόδου » Terrorismo italiano. Le porte di entrata e di uscita, στο Παρελθόν και παρόν, Passato e presente, n. 96, 2015, σελ. 164, Ο Prosperi μιλά για την Monica Galfré, Ο πόλεμος τελείωσε. Ιταλία και η έξοδος από την τρομοκρατία 1980-1987, La guerra è finita. LʼItalia e lʼuscita dal terrorismo 1980-1987.
  4. “Susanna Ronconi. Una vita da film” Μια ζωή σαν ταινία», in Rossella Simone, Donne oltre le armi, Γυναίκες πέρα από τα όπλα Derive e approdi, 2017, σ. 98.
  5. Luca Rastello, Piove allʼinsù, Βρέχει προς τα επάνω Boringhieri 2006, σ. 156.
  6. Παραδειγματική, π.χ. η γένεση της Senza Tregua-Δίχως ανακωχή, μέσα στο εργοστάσιο Magneti Marelli του Sesto San Giovanni (σελ. 71-85), που ανακατασκευάστηκε επάνω στο ρυθμό των αγώνων και τις μάχες της αυτονομίας μέσα στην εργοστασιακή σύγκρουση.
  7. Sergio Segio, Una vita in Prima linea, Μια ζωή στην Πρώτη γραμμή, Rizzoli 2006, σ. 168.
  8. Δείτε το εισαγωγικό δοκίμιο των De Lorenzis, Guizzardi, Mita στο Avete pagato caro non avete pagato tutto. La rivista «Rosso» »πληρώσατε ακριβά δεν πληρώσατε τα πάντα. περιοδικό »Κόκκινο»(1973-1979), Derive e Approdi 2008, σ. 69.

Πηγή: Girolamo De Michele, Il lavoro culturale η πολιτιστική δουλειά

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

a Ronconi e Marina Premoli). Colmare questa lacuna nella storia dei movimenti rivoluzionari post-68 in Italia non è solo questione di completezza storiografica: si tratta di riconoscere che ogni rappresentazione storica è sempre parziale, sempre mediata dai documenti disponibili e dalla selezione che su di essi si opera.

Non è casuale che, nell’immaginario che si è affermato, di Prima linea si siano data una serie di rappresentazioni in buona parte distorte: un’organizzazione minoritaria rispetto alle Brigate rosse, “predisposta” al pentimento in ragione delle soggettività che la componevano (laddove nessuno dei suoi fondatori si è pentito), priva di una salda linea politica e di una conseguente elaborazione teorica – a dispetto della constatazione che una salda ortodossia ha per contro prodotto l’aberrazione dei boia nelle carceri e il divenire Caino della parte maggioritaria dei brigatisti detenuti1. Anche il paragone, a volte evocato da alcuni militanti, con Il Mucchio selvaggio di Sam Peckinpah, contribuisce a dare un colore picaresco alla storia di Pl, ma rischia di confermare quel tacito accordo nella storiografia dominante sui cosiddetti “anni di piombo” che riconduce l’intera eversione armata alle sole BR. Una ricostruzione che fa apparire la sovversione armata come un fenomeno unico, una sorta di UFO, con reciproca soddisfazione di chi vuole negarne la natura diffusa e il radicamento sociale, e di chi vuole ricostruirsi una legittimazione storica a posteriori.

Basterebbe questo a rendere meritevole la ricerca di Andrea Tanturli, una tesi di dottorato dalla quale è tratto questo primo volume di Prima linea. L’altra lotta armata (1974-1981), che va dalle origini alla fine del 1979. Ci sono però anche specifici aspetti del lavoro storiografico che meritano di essere messi in luce. Come ogni vero storico, Tanturli si è chiesto quali documenti e quadri interpretativi accettare o rifiutare: la sua scelta costituisce una piccola lezione di metodo. Tanturli ha in prima battuta tenuto a distanza le ricostruzioni “continuistiche” – dai Quaderni Rossi agli omicidi BR senza fermate intermedie – inaugurate da Angelo Ventura, i complottismi alla Flamigni, e certe avventate ricostruzioni di Gotor. Al tempo stesso, Tanturli mette in guardia dallʼ«affidarsi alla sola stampa quotidiana per ricostruire la cronaca degli episodi» (p. 340), essendo i giornali «costellati da errori e imprecisioni», e comunque «una fonte estremamente piatta, poco incline allʼapprofondimento e di difficile verifica» (p. 19).

Più complesso lʼuso degli atti processuali e delle memorie: se lʼautore sceglie di «prestare fede, con le necessarie cautele, alle dichiarazioni dei militanti, anche di quelli pentiti, convinto che alcuni di essi abbiano restituito un quadro tutto sommato fedele della vita dellʼorganizzazione» (p. 19), è altresì vero che nel vagliare le singole dichiarazioni emerge un evidente sospetto verso una particolare tipologia di pentitismo che, invece di ricostruire o interpretare, «si nutre di condizionali, tende a venire incontro alle domande degli inquirenti»2. Siamo qui sul crinale che separa due diverse realtà, quella inquisitoria e giudiziaria, e quella politica e morale. Se infatti «le parole “pentiti” e “dissociati” si imposero allora a definire categorie diverse e misure di legge che senza accorgersene ripresero dal fondo più buio del passato italiano categorie di origine religiosa come il pentimento»,3 la dissociazione è stata espressione di un tentativo di fare i conti con la propria storia e i propri errori, nel quadro di una sconfitta delle ipotesi armate di cui solo una parte dei militanti hanno voluto prendere atto. Con le parole di Susanna Ronconi: «la dissociazione ha aperto uno spazio, nei modi che la situazione ha reso possibili, e anche chi allʼepoca non lʼha condivisa oggi dovrebbe, col senno di poi, capirlo. Siamo stati i primi a ricostruire la nostra storia collocandola nella storia di questo paese, dicendo che se non abbiamo avuto ragione avevamo delle ragioni, e chi dice che abbiamo “svenduto” una storia mente sapendo di farlo».4

Esplorata la cassetta degli attrezzi dello storico, veniamo allʼoggetto della sua costruzione. Su Prima line Tanturli è chiaro: «gli appartenenti a Pl prima di essere militanti clandestini furano militanti autonomi». Ma Pl non era «sic et simpliciter una sigla di copertura per il cervello centrale di una presunta Autonomia organizzata; è necessario quindi uscire dallo schema dellʼinnocenza o della colpevolezza, categorie non storiografiche, più adatte a giudici che si fanno storici e storici col complesso dei giudici» (p. 8). Il che significa riconoscere la natura plurale, variegata, desiderante e schizometropolitana, per dirla col linguaggio dellʼepoca, dellʼautonomia: «Ci furono aree dellʼautonomia, che, pur non rifiutando la violenza politica, furono relativamente immuni da sviluppi organizzati nel senso della lotta armata, altre che ci rimasero invischiate più o meno volontariamente, altre ancora che evolveranno, non senza lacerazioni, in formazioni clandestine» (p. 8). E dunque riconoscere quel carattere molteplice, moltitudinario dellʼarea della sovversione sociale e politica che non può essere ridotta ad unità. Dunque un libro come questo non può essere la parola che tutto squadri su Pl, ma un contributo, con gli strumenti propri della ricerca storica, che dovrebbe – è un auspicio, oltre che unʼesigenza – favorire una proliferazione di narrazioni, forse meno scientifiche e più soggettive, in grado di dar ragione «dellʼircocervo che per una volta soltanto si è unito per le teste in piazza Solferino: è morto per insufficienza funzionale del suo organismo mostruoso, come certe povere creature nate nei laboratori, troppo o troppo poco dotate per vivere, respirare, nutrirsi, come fanno quotidianamente organismi meno ambiziosi»5.

Un poʼ come Tristam Shandy, Prima linea impiega molto a nascere, pur parlando da lungo tempo. Non si tratta di un processo lineare e teleologico che da Lotta continua e Potere Operaio, attraverso Senza tregua, conduce a Pl, ma di una serie di attraversamenti, nel corso dei quali ciascun passaggio comporta acquisti e perdite, che forse avrebbero meritato un maggiore approfondimento (penso soprattutto alla figura di Mario Dalmaviva). E, vale ricordarlo, dove ogni passaggio non è dettato da unʼastrazione teorica, ma dallʼinterpretazione soggettiva del concreto darsi delle lotte e degli antagonismi.6 Il che rende difficile proporre una ricostruzione che distingua «una prima e una seconda Pl, a cui distribuire etichette di spontaneismo e di efferatezza» [p. 8]: ovvero, il mito dellʼorigine cui segue inevitabilmente una rovinosa caduta. Di fatto, è la stessa categoria di “origine” che va sottoposta a dura critica: come se la cacciata dal Giardino dellʼEden fosse il frutto di un tradimento dellʼoriginaria purezza, ovvero fosse già inscritta nellʼatto di nascita. Cattiva mitologia, in ambedue i casi. È invece vero che ogni processo manifesta una molteplicità di possibili, e che ogni decisione comporta la loro riduzione, ma anche il sorgere di nuove possibilità. Ma i processi e gli eventi non accadono in vitro, bensì allʼinterno di contesti popolati e imprevedibili, dalla cui interazione lo slancio del possibile può essere rilanciato oppure irrigidirsi fino allʼarresto. Detta così, una questione che risuona nel protagonista di Piove allʼinsù – «Certo, piacerebbe anche a me rintracciare un punto preciso lungo quei giorni, e vedere dove si è decisa la guerra dei vivi e dei morti» – è destinata a rimanere inevasa per assenza, e al tempo stesso per eccesso di risposte: piazza Fontana? Feltrinelli? Calabresi? Varalli? Più sensatamente, vale la pena di seguire il corso degli eventi, per verificare in quali momenti la molteplicità dei possibili è stata recisa dalla Grande Falciatrice della storia, sino a rendere irreversibile il percorso. Ad esempio, quando è stato oltrepassato il limite della vita umana, facendo dellʼomicidio politico un atto ordinario, se non inevitabile: e qui, più di ogni altra considerazione, vale la progressiva militarizzazione dei linguaggi, lʼassunzione della lingua di quello Stato che allʼinsubordinazione aveva dichiarato una guerra senza scrupoli e senza quartiere. Pl non nasce con lʼidea di calare sul proletariato la linea di partito cui le masse, incapaci di iniziativa autonoma, avrebbero dovuto docilmente assoggettarsi (per replicare un viaggio in treno già visto che dalla festosa partenza in Ottobre avrebbe avuto per destinazione lʼinverno siberiano). Neanche si riconosce nelle teorizzazioni dellʼoperaio sociale, un «neo-movimentismo» nel quale, come in un effetto-notte, lʼoperaio di fabbrica e il giovane operaio mobile del lavoro marginale, il disoccupato e lo studente proletario sono tutti bigi.

Volendo fissare due direttrici, potremmo tracciarle a partire dalla necessità di una «ricomposizione politica della classe guidata dai settori organizzati (e armati) della classe, un progetto di egemonia della fabbrica sui nuovi strati emergenti di proletariato»; e la proposta di una struttura che si metta al servizio del movimento, articolata su più livelli – lʼorganizzazione vera e propria, le squadre, le ronde – per attraversare quella «porta stretta» che è la «guerra civile di lunga durata». Al tempo stesso, viene esaltato «lʼantagonismo totale tra il sistema dei bisogni del proletariato» e la «necessità del capitale di imporre le proprie regole a tutta lʼorganizzazione sociale». Se lʼoffensiva va orientata contro «la proliferazione incredibile di figure di comando», per Tanturli «risulta spontaneo pensare a una sorta di “microfisica del potere”, ulteriore elemento che pone Pl in una seppur precaria comunicazione con il retroterra culturale alla base della riflessione sulla modernità» (p. 133). Nelle enunciazioni di Pl risuonano, non importa quanto consapevoli (come del resto in larga parte dellʼautonomia) le pagine del Foucault di Sorvegliare e punire e della Microfisica del potere. Ma se le ricerche di Foucault si radicavano nelle prassi delle nuove lotte trasversali, mancava alle pratiche e alle teorizzazioni del tempo una piena comprensione della complessa relazione fra assoggettamento e soggettivazione. Resta che «lʼindicazione di terreni conflittuali come quello della sanità, della psichiatria, della nocività ambientale sottintende un discorso sulla qualità della vita velleitario nella sua applicazione, ma in grado di cogliere le contraddizioni del mondo contemporaneo e del suo modello di sviluppo» (p. 337).

È altresì vero che lʼintera ipotesi che sorregge la galassia di Pl e delle squadre si basa su presupposti che la dura realtà dei fatti si incaricherà di smentire. In primo luogo, lʼaver sottovalutato la profondità dei processi di ristrutturazione in atto, che ridefiniscono in modo radicale la stessa soggettività operaia. Lʼautomazione, lʼallungamento delle linee di produzione sul territorio, lʼesternalizzazione erano processi già in corso, contro i quali le irruzioni nei luoghi del lavoro nero, o la violenza contro le singole figure del “comando dʼimpresa” si rivelano impotenti. Il capitale dava lʼavvio ai processi di globalizzazione, in risposta al potente ciclo di lotte che innerva il ʼ68 e gli anni successivi in buona parte dellʼOccidente: contro i quali mancava la capacità di immaginare una prassi allʼaltezza dellʼoffensiva.

Il rifluire dellʼoperaio sociale, che rimaneva ripiegato su se stesso – anche per lʼincapacità delle diverse realtà di movimento di dispiegarlo – determinò il progressivo restringimento di quellʼarea della sovversione dalla quale la “guerra civile di lunga durata” avrebbe dovuto trarre linfa. A ben guardare, dentro Pl la mancata affermazione di un’interpretazione chiara del rapporto fra organizzazione e squadre, e la mancata fusione con altre formazioni combattenti, hanno la loro radice nellʼesaurimento della spinta proveniente dalle lotte. Ormai in procinto di sfilacciarsi, Pl «consumerà le residue energie tornando nellʼambiente da cui tutto era cominciato, la fabbrica, ormai pressoché rasa al suolo nella sua architettura conflittuale» (p. 357). Ma «arroccarsi» nellʼassunzione di una sorta «di delega, di supplenza a quella che avrebbe dovuto essere la forza di un movimento sociale» (Susanna Ronconi, p. 356) è, di fatto, lʼammissione di una sconfitta.

La diffusione dellʼeroina, con esiti ben più devastanti delle bombe nelle banche e nelle piazze e sui treni – che lʼautore sottolinea più volte, inquadrando le azioni delle squadre contro gli spacciatori allʼinterno del «sorgere di nuovi terreni e nuove forme di antagonismo» (p. 200) – è, al pari della ristrutturazione della produzione, qualcosa che non poteva essere contrastata con la sola forza delle armi (e che attraverserà la stessa Pl). E attesta il cinismo dello Stato nello scatenare una guerra contro unʼintera generazione per prosciugare il mare della sovversione.

Del quale cinismo, vale la pena citare due documenti. La relazione del 1979 di Dalla Chiesa sullʼattività del proprio nucleo speciale, dove si richiede con crude parole lʼimperativo allontanamento «almeno dallʼesercizio dellʼazione penale» di «quegli elementi notoriamente indicati quali extraparlamentari»: gli «acculturati» e i «portatori – in veste di legalitari o garantisti – di “benevolenze” o “compromissioni”» (pp. 178-79). E una lettera di Dino Sanlorenzo, uno degli ideatori del famigerato questionario anonimo del Pci torinese sul terrorismo, sulla presenza di Segio e Ronconi in una cooperativa sociale nel 1988: «Il Comune gli dia pure delle commesse, […] per esempio lucidare e tenere in ordine le tombe di quelli che hanno accoppato, portare i fiori a quelli assassinati da Prima linea. Potrebbero dedicarsi agli handicappati o a spalare neve quando cʼè» (p. 326): dove lʼequiparazione degli «handicappati» a lavori cimiteriali, o comunque di scarto, dice tutto. Va però sottolineata, accanto alla sopravvalutazione della volontà dellʼoperaio sociale di scendere sul terreno della guerra civile, la sottovalutazione della forza militare e sociale del potere contro il quale le diverse opzioni di lotta armata si sono infrante: un errore politico ancor più grave in una formazione che aveva intuito più di qualcosa sulla struttura molecolare e reticolare del potere.

Ma se la rivoluzione era finita, se la fabbrica, alla vigilia della gigantesca rappresaglia dapprima dei 61 licenziati politici, e poi dei 14.500 espulsi (che erano anchʼessi licenziamenti politici), già riluceva della livida luce che illumina le macerie: era possibile arrestarsi su quella strada che avrebbe portato alle azioni, catastrofiche sul piano politico oltre che umano, dellʼassassinio di Alessandrini, di Emanuele Iurilli e di William Waccher?Lʼistantanea del funerale bolognese di Barbara “Carla” Azzaroni, cui parteciparono migliaia di compagni e compagne, può essere indicativa di uno stato di sospensione che sarebbe forse stato possibile: «Sarebbe bastato uno sguardo calmo alla situazione e a quel corteo funebre per rinunciare alla rappresaglia, per raffreddare la rabbia e cominciare un serio esame sul che fare. Ma era come se a ogni errore e a ogni smacco operativo crescesse il velo davanti agli occhi e la vista si appannasse sempre di più»7. Se con lʼassassinio di Emanuele Iurilli, vittima innocente di unʼazione di rappresaglia, «si rompe definitivamente il sottile filo di seta che ancora ci legava al movimento e alla realtà» (Bruno Laronga, p. 333), è perché quel rapporto con la realtà era già sottile come un filo.

Nelle ricostruzioni delle diverse manifestazioni del movimento antagonista degli anni ʼ70, compare sempre un momento nel quale si dovrebbe dire, e talvolta lo si dice,8 che «non cʼè più tempo». Che i possibili si sono esauriti, e in assenza del possibile la vita, il movimento, lʼessere, soffoca. È su questa sensazione di soffocamento che chiude questo primo volume: alle soglie di quegli anni Ottanta dai quali non nessuno è mai più uscito vivo. «Non basta avere ragione: bisogna che la ragione te la diano», ha detto qualcuno; un motto che si attaglia anche alla storia di Prima linea, ai suoi militanti caduti (ciascuno ha le proprie Spoon River, e ciascuna di esse merita rispetto), e ai molti che hanno ripreso, con nuove forme, le lotte interrotte dalla detenzione: in buona parte quelle lotte trasversali per lʼambiente, il riconoscimento, il diritto alla vita dei detenuti, dei tossicodipendenti, dei diversamente reclusi che le ragioni di Pl aveva intuito. Contraddizioni apparenti, che trovano in una storia che oggi sembra lontana (abbastanza da poter essere storicizzata) radici e percorsi carsici.

*****

Note

  1. A fronte dei 911 condannati delle Br, vi sono 923 di Pl, a cui si aggiungono i 149 dei Comunisti organizzati per la liberazione proletaria (Colp) e le decine di militanti di altre sigle minori (cfr. Renato Curcio, La mappa perduta, Sensibili Alle Foglie 1994; Giorgio Galli, Piombo Rosso. La storia completa della lotta armata dal 1970 a oggi, Baldini Castoldi Dalai 2004; Sergio Segio, Una vita in Prima linea, Rizzoli 2006). Sul periodo dei “boia delle carceri” si vedano la nuova edizione di Sergio Segio, Miccia corta. Una storia di Prima linea, Milieu 2017, pp. 206-219; e Toni Negri, Galera ed esilio, a cura di G. De Michele, Ponte alle Grazie 2017, pp. 41-43. Nella pagina facebook dedicata al libro si possono trovare molti documenti archivistici e altre fonti  (primarie e secondarie) che la casa editrice del libro di Andrea Tanturli, DeriveApprodi, mette a disposizione dei lettori.
  2. Il riferimento è alla deposizione di Michele Viscardi durante il processo di Torino a Pl (nello specifico, sull’ipotesi di una “talpa” nella Procura di Torino che abbia fornito informazioni sul giudice Alessandrini: ipotesi che non ha trovato riscontri) (p. 302).
  3. Adriano Prosperi, “Terrorismo italiano. Le porte di entrata e di uscita”, in Passato e presente, n. 96, 2015, pp. 164; Prosperi sta recensendo Monica Galfré, La guerra è finita. LʼItalia e lʼuscita dal terrorismo 1980-1987.
  4. “Susanna Ronconi. Una vita da film”, in Rossella Simone, Donne oltre le armi, Derive e approdi, 2017, p. 98.
  5. Luca Rastello, Piove allʼinsù, Boringhieri 2006, p. 156.
  6. Esemplare ad es. la genesi di Senza Tregua allʼinterno della Magneti Marelli di Sesto San Giovanni (pp. 71-85), ricostruita sul ritmo delle lotte e del farsi dellʼautonomia allʼinterno del conflitto di fabbrica.
  7. Sergio Segio, Una vita in Prima linea, Rizzoli 2006, p. 168.
  8. Vedi il saggio introduttivo di De Lorenzis, Guizzardi, Mita a Avete pagato caro non avete pagato tutto. La rivista «Rosso» (1973-1979), Derive e Approdi 2008, p. 69.

Fonte: Girolamo De Michele, Il lavoro culturale

φυλακές, carcere

Αμνηστία, αμέσως. Την Τρίτη δημόσια συνάντηση στη Ρώμη

 

Η ιστορία του Cesare Battisti, με την επικοινωνιακή αντιδραστική κατακραυγή που προκάλεσε, μας οδηγεί να ξαναπάρουμε τον λόγο για την αναγκαιότητα αμνηστίας όσον αφορά τα πολιτικά και κοινωνικά αδικήματα. Για την τρίτη, 22 Ιανουαρίου στη Ρώμη έχει συγκληθεί δημόσια συνάντηση στις 6 και 30 μ.μ. στα Magazzini Popolari Casal Bertone (via Orero 61).

Μετά την ανεξήγητη έκδοση αστραπή από την Βολιβία ο Cesare επέστρεψε στην Ιταλία ως φυλακισμένος ενός πολέμου που έχει τελειώσει. Αλλά η εκδίκηση του Κράτους που κήρυξε αυτό τον πόλεμο εναντίον των οργανώσεων της εξωκοινοβουλευτικής αριστεράς με σφαγές, δολοφονίες και προληπτικές φυλακίσεις δεν έχει τελειώσει. Αφού κέρδισε αυτόν τον αγώνα, με κάθε απαραίτητο μέσο, η άρχουσα τάξη της χώρας συνεχίζει την εκδίκησή της επί των πρωταγωνιστών εκείνης της εποχής, επάνω σε εκείνη την έφοδο στον ουρανό που δεν μπορεί να καταλήξει ανάμεσα στα κάγκελα των φυλακών. Η κυβέρνηση της προπαγάνδας χρησιμοποίησε τη σύλληψη του Battisti για να μετριάσει τις εσωτερικές και εξωτερικές αντιθέσεις της, καθιστώντας τα κρατικά βασανιστήρια – με τις μορφές της απομόνωσης στις φυλακές και την ισόβια κάθειρξη – ένα στοιχείο σταθεροποίησης των συναινέσεων, με τη συνέργεια ενός μεγάλου μέρους της κοινωνίας των πολιτών και του πολιτιστικού humus μιας χώρας που δεν είναι σε θέση να κλείσει τους λογαριασμούς με τη δική της ιστορία.

Πιστεύουμε ότι η σύλληψη του Battisti ανοίγει ξανά επειγόντως το θέμα της αμνηστίας για πολιτικά και κοινωνικά αδικήματα στη χώρα αυτή. Σε μια εποχή όπου η καταστολή και η προληπτική καταστολή γίνονται σκληρότερες δεν μπορούμε να παραδώσουμε τον Cesare στους φύλακες του. Αναγκάζοντας τη χώρα να ασχοληθεί με το παρελθόν της, να ξεκινήσει μια σοβαρή συζήτηση για την Αμνηστία, σημαίνει να υπερασπιστούμε ΣΗΜΕΡΑ την πολιτική και κοινωνική βιωσιμότητα, δυνατότητα δράσης όλων των ακτιβιστών.

Τα 3 σημεία επάνω στα οποία να αναπτύξουμε την πρωτοβουλία

1) όχι στα βασανιστήρια του Battisti μέσω της απομόνωσης κατά τη διάρκεια της ημέρας και της ισόβιας φυλάκισης. Το τέλος της εποχής του ένοπλου αγώνα, η έλλειψη παρουσίας παράνομων δομών στην επικράτεια, η ηλικία και η αδυναμία επανάληψης του αδικήματος από τον Cesare καθιστούν αυτή την ποινή ένα πραγματικό βασανισμό εναντίον του, καθώς και μια περιττή εκδίκηση ενάντια σε μια ιστορία όπου υπήρξε ήδη ένας νικητής.

2) να δώσουμε ξανά φωνή στο θέμα της αμνηστίας για πολιτικά και κοινωνικά εγκλήματα. Ένα κίνημα που δεν αγωνίζεται για την αμνηστία των κρατουμένων και όλων εκείνων που καταγγέλθηκαν για λόγους που συνδέονται με τους κοινωνικούς αγώνες είναι ένα κίνημα που παραιτείται από την πιθανότητα υπεράσπισης και επέκτασης της πολιτικής και κοινωνικής βιωσιμότητάς του, της δυνατότητας του να δράσει.

3) να αποδώσουμε ξανά στη δεκαετία του ’70 και τη δεκαετία του ’80 πολιτική και κοινωνική αξιοπρέπεια αποσπώντας τις από την αφήγηση όλων εκείνων που περιγράφουν εκείνα τα χρόνια ως τυφλή και αδιάκριτη βία.

Στην συζήτηση προβλέπονται οι παρεμβάσεις των Sergio Cararo (σύνταξη του Contropiano), Caterina Calia (δικηγόρος), Nunzio D’Erme (Osservatorio repressione), Marco Lucentini (δικηγόρος), Arturo Salerni (δικηγόρος), Francesco Romeo (δικηγόρος), Paolo Persichetti (δημοσιογράφος) και Davide Steccanella δικηγόρος υπεράσπισης του Cesare Battisti

Η πρωτοβουλία προωθείται από Contropiano, Noi Restiamo, Magazzini popolari Casalbertone

 – © Αναπαραγωγή δυνατή κατόπιν ρητής συναίνεσης της συντακτικής ομάδας του CONTROPIANO

Τελευταία μετατροπή: STAMPA

ανατρεπτική τέχνη, arte ribelle

Ένα ταξίδι για τους φίλους: #Hevalen πάνω κάτω στο στιβάλι. Για τι πράγμα μιλάμε όταν μιλάμε για την Συρία;

Stampa

του Davide Grasso *

Un viaggio per gli amici: #Hevalen su e giù per lo Stivale. Di cosa parliamo quando parliamo di #Siria?

Παρουσίαση του Hevalen στο Πανεπιστήμιο L’Orientale της Napoli, 21 μαρτίου 2018.

Στα τέλη νοεμβρίου του 2017 προσγειωνόμουν για δεύτερη φορά σε ένα ευρωπαϊκό αεροδρόμιο αφού βρέθηκα στη Συρία. Αυτή τη φορά είχα αφήσει δύο φίλους πίσω μου: η Eddi και ο Jacopo παρέμειναν για να υπερασπιστούν και να συνεχίσουν την επανάσταση του βορρά. Θα είχα φθάσει στο Τορίνο το βράδυ και, το επόμενο βράδυ, θα είχα προσεγγίσει στην πλατεία Santa Giulia, όπου θα είχα παρατηρήσει – για άλλη μια φορά – τη νυχτερινή ζωή μιας μεγάλης πόλης έχοντας μια ζώνη πολέμου στα μάτια μου. Όχι ότι η βόρεια Συρία – ή η Ροζάβα – είναι απλά μια ζώνη πολέμου. Είναι ο τόπος όπου σήμερα, μέσα στο πρώτο τέταρτο του εικοστού πρώτου αιώνα, αναπτύσσεται το μεγαλύτερο επαναστατικό κίνημα της γης, σε έναν κόσμο χωρίς επαναστάσεις. Ακόμη μια φορά, μετά από δύο μήνες μεσοποταμιακών διαδρομών, συνελεύσεων, συναντήσεων και σεμιναρίων που υποστηρίχτηκαν με πολεμικούς ρυθμούς – σαν να ήμασταν ζωντανοί, σαν να προσπαθούσαμε να αλλάξουμε τον κόσμο – δεν μπορούσα παρά να κοιτάζω με αμηχανία την αντανάκλαση του εαυτού μου σε όλα τα κοκτέιλ και τα χαμόγελα εκείνης της νυχτερινής Παρασκευής. Γιατί δεν οργανώναμε κάτι μεγάλο κι εδώ, αντί να ουρλιάζουμε άσκοπα με μερικές μπύρες στο χέρι;

Τότε, εννέα μήνες πριν, δεν ήμουν ακόμη σε θέση να αγγίξω ένα αντίγραφο του βιβλίου που είχα γράψει μερικούς μήνες νωρίτερα, εκείνο στο οποίο διηγούμουν για το χάσμα μεταξύ Ευρώπης και Μέσης ανατολής, και για τον λόγο για τον οποίον είχα πάει για να πολεμήσω το Isis, ή το Daesh. Μετά το βράδυ στην Piazza Santa Giulia δεν περίμενα πολύ να επιστρέψω στο ταξίδι. Αυτή τη φορά ήταν η Ιταλία που είχα σκοπό να διασχίσω, με το βιβλίο που είχα γράψει. Όπως είναι γνωστό, τα τουφέκια απέχουν πολύ από το να είναι το μοναδικό όπλο που θα χρησιμοποιηθεί σε αυτόν τον κόσμο, και, όπως εξήγησα στους φίλους μου στη Συρία, το Hevalen είναι μια πολιτική δράση: γραμμένο διαφορετικά από το πώς θα το είχαν εκδώσει οι μεγάλοι εκδοτικοί οίκοι, ίσως ακόμη και διαφορετικά από το πώς οι αναγνώστες θα το είχαν θελήσει, το σκέφτηκα με τρόπο τέτοιο ώστε να προσπαθεί να μεταδώσει – όσο μπορεί να γίνει δυνατή η μετάδοση – αυτό που είναι πιο οδυνηρό εκεί όπου πονάει περισσότερο: δηλαδή ότι δεν υπάρχει κανένας τρόπος μέσα στον οποίο εσείς και εγώ μπορούμε να είμαστε ειλικρινείς και τίμιοι με τους εαυτούς μας, ζωντανοί, σε έναν τέτοιο κόσμο.

Από τότε, μέχρι την τελευταία παρουσίαση στο festival Υψηλή Ευτυχία-Alta Felicità, στην Val Susa, στις 27 ιουλίου που μόλις πέρασε  [Audio στο κάτω μέρος σε αυτό το post, N.d.R.], γύρισα την Ιταλία να φέρω σε πέρας πενήντα οκτώ παρουσιάσεις σε άλλες τόσες δημόσιες αίθουσες, κύκλους, ταβέρνες, πανεπιστήμια, σχολεία, κοινωνικά κέντρα, σπίτια του λαού, συνδικαλιστικά γραφεία, σε χωριά των 600 κατοίκων όπως και σε μητροπόλεις εκατομμυρίων ανθρώπων, από τους Δολομίτες μέχρι το Παλέρμο, από την Αδριατική μέχρι τις δυτικές γωνιές της Σαρδηνίας. Είδα ξανά φίλους, συνάντησα διαφορετικά πρόσωπα και ανθρώπους, άκουγα διαλέκτους, κλίσεις και αδυναμίες, έθιμα φιλοξενίας και πολύ διαφορετικούς τρόπους έκφρασης των αμφιβολιών ή των ιδεών τους. Μερικές φορές με περίμενε η ερώτηση: πώς είσαι; Πώς είναι εκεί κάτω; Υπάρχει ελπίδα; Μερικές φορές φαίνονταν να θέλουν να εννοήσουν πως, αν υπάρχει, μπορεί να υπάρχει και εδώ. Άλλες φορές φαίνονταν ότι το υπόβαθρο της ερώτησης ήταν περισσότερο απογοητευμένο. «Μιας κι εδώ απ’ ότι φαίνεται ελπίδα δεν υπάρχει… θα μας πεις για εκείνους τους μακρινούς τόπους;»

Γιατί να μιλήσουμε γι αυτό που είναι μακριά; Σε κάποιους η αίσθηση, η έννοια αυτής της δραστηριότητας μου διαφεύγει, αλλά πρέπει να πάμε μακριά, μερικές φορές, για να βρούμε κοντινές απαντήσεις, ειδικά όταν, στη γύρω περιοχή, φαίνεται να βρίσκουμε μόνο τοίχους για να χτυπήσουμε το κεφάλι.

Στην Bologna, σε έναν από τους πρώτους σταθμούς, συνάντησα τον Wu Ming 1, που με είχε ακολουθήσει στη συγγραφή του βιβλίου. Η παρέμβαση του ενώπιον των φοιτητών με ταρακούνησε. Πάντα πίστευα ότι αν κάποιος είχε διαβάσει, εκτός από το Hevalen, το μοναδικό άλλο βιβλίο που είχα γράψει (τέσσερα χρόνια νωρίτερα, όταν είχα επιστρέψει από μια περίοδο σπουδών στις States, και η Συρία δεν καταλάμβανε ούτε κατά διάνοια τις σκέψεις μου), δεν θα μπορούσε να πιστέψει πως ο συγγραφέας ήταν ο ίδιος. Εγώ πρώτος δυσκολεύομαι να το πιστέψω. New York Regina Underground  ήταν αυτοβιογραφικός απολογισμός για τις μητροπολιτικές τρέλες, γιορτές και παράδοξα της ευχαρίστησης και, κατά κάποιο τρόπο, και για το βίτσιο. Το Hevalen ονομάζει γεγονότα στα οποία, ως επί το πλείστον, θα ήθελα να καταφέρω να μην σκέφτομαι πλέον, αν μη τι άλλο επειδή δεν δημιουργούν μόνο εμμονές, αλλά κάστρα από εμμονές. Ωστόσο όχι μόνο είμαι ο ίδιος συγγραφέας, είπε ο Wu Ming 1, αλλά μάλιστα θα έπρεπε να διαβάσετε το Νέα Υόρκη Regina Underground πριν διαβάσετε το Hevalen.

Με την πρώτη ματιά θα μπορούσε να εμφανιστεί σχεδόν σαν μια προσέγγιση όχι και τόσο διακριτική, και είναι εύκολο, μπροστά στον πόλεμο, να λείπει ακούσια ο σεβασμός. Δεν ήταν έτσι: ο Wu Ming 1 είχε καταλάβει πόσο βαθιά είναι απαραίτητο να κατανοήσουμε την αρχή του Hevalen για να απαντήσουμε στην ερώτηση που γράφτηκε στο εξώφυλλο. Δεν ήταν ίσως τα χαμόγελα του Bataclan και τα cocktails της Rue de Charonne, που κάποτε πνίγηκαν στο αίμα στις 13 νοεμβρίου του 2015, που με ώθησαν να πάρω ένα όπλο για πρώτη φορά στη ζωή μου, να αντιμετωπίσω τους υπεύθυνους για εκείνη τη σφαγή με τα ίδια μέσα που είχαν χρησιμοποιήσει για να την φέρουν σε πέρας; Και δεν ήταν, εκείνα τα κοκτέιλ και τα χαμόγελα εκείνα, τα ίδια που ήταν οι πρωταγωνιστές του πρώτου μου πραγματικού ταξιδιού έξω από την Ευρώπη – προς τα δυτικά – και συνεπώς του πρώτου βιβλίου; σίγουρα: μια παρόμοια αγάπη για τη δική μου νυκτερινή αντανάκλαση, και για τη διάθλασή της σε εκατομμύρια άλλων σε χίλιες άλλες νύχτες, μπορεί να ενοχλήσει. Παρ ‘όλα αυτά, ακριβώς επειδή είναι αλήθεια δεν κάνει τίποτα για να ευχαριστήσει.

Όταν ένα μπλουζάκι του God Save The Queen των Sex Pistols έχει τα ίδια χρώματα της σημαίας των YPG. Κοινωνικό κέντρο Cartella, Reggio Calabria, 10 ιουλίου 2018.

Και άλλοι διεθνείς μαχητές γνώριζαν επίσης κάτι για την αγάπη αυτή, στην Rojava, καθένας με διαφορετικό τρόπο. Κατά τη διάρκεια των παρουσιάσεων του βιβλίου συναντήθηκα με άλλα παιδιά που είχαν πολεμήσει στις YPG μετά από μένα. Τους παρατήρησα: μικροκαμωμένοι, παιδιά, μερικές φορές με παιδικά πρόσωπα, μπλουζάκια που κρέμονται σε μικροσκοπικούς ώμους ή ένα χαρτάκι για να στρίβουν τον καπνό στο χέρι τους. Αυτοί; Μαχητές; Μαχητές στη Συρία; ενάντια στο Isis; Είναι μια ολοκληρωτικά κατανοητή δυσπιστία, που πολλοί δεν μπορούν παρά να έχουν και για λογαριασμό μου. Είναι ότι το έχουμε ξεχάσει, με όλους αυτούς τους Rambo και αυτούς τους Terminator που περνούν στις εφημερίδες και στην τηλεόραση, με αυτούς τους επαγγελματίες στρατιώτες οι οποίοι, ψηλοί και φουσκωμένοι, πομπώδεις, επηρμένοι, περιπολούν τους σταθμούς και τους δρόμους της νύχτας, ξεχάσαμε λοιπόν πως πάντοτε τον πραγματικό πόλεμο εμείς τον κάναμε: φτωχοί και losers, με τους πατέρες και τα παιδιά μας. Τον κάνουν τα αγόρια της Manbij και του Deir El Zor με τα πολύ μακριά τους πόδια ή πολύ στραβά, με τις κυρτές τους μύτες και το βλέμμα τους χαμένο ποιος ξέρει που, κρατώντας το τουφέκι σαν να μην θέλουν να είναι στον κόσμο με αυτό το πράγμα, και οι δύο στην ίδια στιγμή! Ξύπνα! Μας έχει απομείνει λιγάκι μνήμη; Πώς ήταν οι νεκροί μας του Caporetto, οι νεκροί της Grappa; Πώς ήταν οι νεαροί που μαχαιρώθηκαν στις πλάτες στη Γαλλία, της υποχώρησης της Ρωσίας, της Balmafol; Πάντα δικοί μας είναι οι νεκροί, αλλά και οι μαχόμενοι: πρέπει να θυμόμαστε.

Συμβαίνει λοιπόν, για αυτούς τους ανθρώπους, πως οι μητέρες, οι ελιές, τα χαμόγελα ή οι προσευχές να είναι σημαντικές. Είμαι υπερήφανος που αγωνίστηκα, που πολέμησα με τον ήχο των χορδών των Dire Straits στο μυαλό, δίπλα σε νέους ανθρώπους που τα πρόσωπα τους έλαμπαν εάν, σε ένα σπίτι που μόλις κατέλαβαν κατά τη διάρκεια των μαχών, έβρισκαν ένα αντίγραφο του Κορανίου. Επειδή για εμάς τους κοινούς θνητούς, πιστούς ή όχι, η συνύπαρξη μέσα στη διαφορά – και η συνεργασία μέσα στη διαφορά – είναι μια αναγκαιότητα.

Στην Φλωρεντία ήταν ο Wu Ming 4 που παρουσίασε το Hevalen. Με είχε ήδη βοηθήσει να καταλάβω καλύτερα γιατί πήγα στη Συρία χάρη σε ένα αξιόλογο κριτικό δοκίμιο που έγραψε αυτός και το οποίο διάβασα κατόπιν σύστασής του στην επιστροφή, L’eroe imperfetto, Ο ατελής ήρωας. Είχε μιλήσει στους σπουδαστές για μια φλασιά που είχε στο Λονδίνο, νομίζω στο Hyde Park. Ο γιος του έπαιζε με άλλα παιδάκια και, όπως συχνά συμβαίνει σε εκείνη την πόλη, οι οικογένειες που βρίσκονταν γύρω ήταν: ένα πολύ ξανθό ζευγάρι, ίσως ουαλοί, μια κυρία που φορούσε το hijab με τον σύζυγό της, ίσως αιγύπτια, και άτομα με ινδοκινεζικά χαρακτηριστικά, ή αφρικανοί. Κοιτάζοντας εκείνη τη σκηνή συνειδητοποίησε ότι εκείνο «ήταν όλο αυτό για το οποίο είχα και για το οποίο θα είχα θελήσει να πολεμήσω», και ήταν το ίδιο, συνειδητοποιούσε τώρα, για το οποίο αγωνίζονταν οι σύριοι, οι άραβες, οι κούρδοι, οι ιρανοί, οι μεσοανατολίτες και οι δυτικοί του Hevalen. Στο Hevalen, είπε στη Φλωρεντία, γίνεται λόγος για ένα «τρόπο, για ένα στυλ ζωής»: δεν είναι όμως ο «τρόπος ζωής» του Emmanuel Macron ή της Theresa May, που βλέπει στον καταναγκασμό της επανάληψης του εστιατορίου και του dehor, της βιτρίνας ως τη μόνη δυνατή ταυτότητα, την νιχιλιστική επιτακτική ανάγκη της κατανάλωσης, χωρίς δονήσεις και χωρίς ζωή. Είναι το στυλ ζωής εκατομμυρίων νέων προλετάριων του παγκόσμιου melting pot, χωνευτηρίου – που κάνουν εκατομμύρια νύχτες να είναι ζωντανές και δονητικές, και στη μουσική, και στη νυχτερινή ζωή.

Είναι σαφές ότι δεν μπορούμε να είμαστε ικανοποιημένοι με ένα τέτοιο σενάριο ή, ακόμα λιγότερο, με την περισυλλογή επί αυτού. Ο κόσμος είναι αμφίθυμος, αντιμαχόμενος. Οι μόνες ψευδείς σημαίες είναι εκείνες που πιστεύουν ότι κυματίζουν στον άνεμο που φυσά μόνο από μία κατεύθυνση. Πίσω από τα ουράνια τόξα που πρέπει να υπερασπιστούμε υπάρχουν οι καταιγίδες του αβυσσαλέου χάσματος που προκαλείται από την αδικία. Προσπάθησα να διευκρινίσω κατά μήκος της μπότας ότι το βιβλίο μου είναι ένα βιβλίο επάνω στην αδικία – μέχρι τις ακραίες συνέπειες. Αντιμετώπισα, κατόπιν παρότρυνσης του Christian Raimo, στη Ρώμη, την αφιέρωση στην αρχή του κειμένου, που λόγω ενός ταρακουνήματος υλισμού – χειρονομία εξέγερσης της οποίας ο αναγνώστης βρίσκει στη συνέχεια την εξήγηση – δεν περιλαμβάνει τους πεσόντες. Οι πεσόντες είναι οι πρωταγωνιστές του βιβλίου, αλλά το βιβλίο δεν είναι αφιερωμένο σε αυτούς. Πρέπει να αισθανόμαστε την απουσία τους για να τους είμαστε πιστοί. Πρέπει να καταλάβουμε ότι δεν υπάρχουν πλέον. Δεν μπορούν να μας ακούνε.

Παρουσίαση του Hevalen στο Barrio Campagnola του Bergamo, 7 μαρτίου 2018.

Με τα παιδιά του κοινωνικού κέντρου Dordoni και με τον βιβλιοπώλη από την Κρεμόνα Mario Feraboli συζήτησα για αυτό το διάκενο μεταξύ του «εμείς» που (επι)βιώνουμε και «αυτών», που πεθαίνουν. Δεν είναι εύκολο. Χωρίς επιφυλακτικότητα ή αξιολύπητες πόζες, με απόλυτη ειλικρίνεια. Το καταφέραμε στην Cremona. Εξ αιτίας όσων ήταν εκεί εκείνο το βράδυ, αλλά και κατά πρώτο λόγο λόγω εκείνων που δεν ήταν εκεί. Των παιδιών που αγωνίζονται στη Συρία και που με άλλαξαν, καθιστώντας ένα ελάχιστο, ένα απειροελάχιστο λιγότερο διαστρεβλωμένη και εγωκεντρική την προσωπικότητά μου, των πεσόντων, που με καρφώνουν στις ευθύνες μου μπροστά σε οποιονδήποτε. Των πεσόντων σχετικά με τους οποίους μπόρεσα για τελευταία φορά να αντιμετωπίσω τον φίλο Peppino, αγωνιστή του Boccaccio της Monza, που λίγο αργότερα μας άφησε. Υπάρχει ένας αξιοπρεπής και σεβαστός τρόπος με τον οποίο μπορούμε να εκφράσουμε τις αναφορές μας στην καταραμένη αναγκαιότητα της βίας; Αυτός γνώριζε τις συνέπειες αυτής της αναγκαιότητας, εξαιτίας του φίλου του για τον οποίον μου είχε μιλήσει, που είχε βοηθήσει τους Ypg και έπειτα αφαίρεσε την ζωή του, για αυτό που υπήρξε αναγκαίο. Αναγκαίο; Για ποιον; Για αυτούς, για μας; Για μένα; Στο Παλέρμο, η φιλόσοφος Serena Marcenò μου υπενθύμισε ότι, γι αυτή την αναγκαιότητα, ακόμα και μετά την ανάγνωση του βιβλίου μου, κάποιος μπορεί να παραμείνει κάθε άλλο παρά πεπεισμένος.

Όταν προσγειώθηκα στην piazza Santa Giulia, πριν από εννέα μήνες, η Raqqa μόλις είχε απελευθερωθεί και η εκστρατεία κατά του Daesh στην ανατολική έρημο είχε ξεκινήσει. Η ειρήνη φαίνονταν κοντινή. Το συριακό καθεστώς έσπρωχνε τον εχθρό από το νότο, χωρίς να περιφρονεί να βομβαρδίζει και τους συντρόφους μας. Ένας δύσκολος αλλά αναγκαίος συμβιβασμός μεταξύ δύο αντιτιθέμενων δυνάμεων – ένα σοσιαλιστικό και ελευθεριακό κίνημα από την μία πλευρά, ένα αυταρχικό και φασιστικό κράτος από την άλλη – ενωμένων από το κοινό συμφέρον για να εμποδιστεί η γέννηση μιας θεοκρατικής Συρίας, φαίνονταν να επιτυγχάνεται χάρη στη φυσική διαμεσολάβηση της Ρωσίας, στρατιωτικού συμμάχου και των δύο. Αντιθέτως δύο μήνες αργότερα το σενάριο αυτό θάφτηκε από τον Πούτιν, ο οποίος προτιμούσε να ευνοήσει την τουρκική περιφερειακή δύναμη, κάποτε εχθρική σε αυτόν, παραδίδοντας της την Αφρίν, προπύργιο της επανάστασης.

Γυρνώντας την Ιταλία με το Hevalen στο χέρι προσπάθησα να ενημερώσω για τις φάσεις του αγώνα και της μάχης, μοιράστηκα τα βίντεο που έστειλαν οι Jacopo, Eddi, Gelhat, Dilsoz – όλοι ιταλοί στρατευμένοι και μαχόμενοι – ενώ κινούμουν από το Βένετο στην Ούμπρια, από Λάτσιο έως Λομβαρδία και στις Marche, στην περιοχή της Emilia Romagna. Δρομολόγησα ξανά τα συνθήματα αντίστασης από τις πορείες του Τορίνο και του Μιλάνο. Με βρίσκουν στο Φεστιβάλ παλαιστινιακού κινηματογράφου στο Κάλιαρι όταν όμως η Αφρίν, ξαφνικά, μεταξύ 17 και 18 μαρτίου, έπεσε, εκκενώθηκε από τις επαναστατικές δυνάμεις. Από την σφαγή του πληθυσμού, ο οποίος παρέμεινε ως επί το πλείστον στην πόλη, είχε προτιμηθεί ο ανταρτοπόλεμος, η αντίσταση σε καθεστώς παρανομίας που εξακολουθεί να διαρκεί. Σε εκείνη την τρομερή φάση το να δέχομαι βροντερά χειροκροτήματα για την προηγούμενη στρατιωτική μου στράτευση, όπως συνέβη στην αρχή της παρέμβασής μου στο Δημαρχείο της Πάντοβα, υπήρξε ευκαιρία να μην κάνω τον αδιάφορο, αλλά να αντιμετωπίσω το κρυφό πρόβλημα που σε εκείνα τα χειροκροτήματα ήταν κρυμμένο.

Η πρόθεση στα χειροκροτήματα, στα σφιξίματα στα χέρια και στην απόδοση εκτίμησης απέναντι μου, και απέναντι στους άλλους ιταλούς των YPG, είναι σαφής, ξεκάθαρη και καλή, αλλά είναι το αποτέλεσμα, η συνέπεια για εκείνους που έχουν πάρει τα όπλα σε έναν πόλεμο, ακόμα σε εξέλιξη, που είναι αντιφατική. Με αυτή την ευκαιρία χρειάστηκα δύο λεπτά για να εξηγήσω ότι τα χειροκροτήματα και τα συγχαρητήρια είναι κατανοητά και αποδεκτά σύμφωνα με την ιταλική οπτική, που εκείνοι που πολέμησαν στη Συρία κατέχουν πλέον μόνο εν μέρει. Από τη συριακή οπτική, από την επαναστατική άποψη, το να έχουμε διαθέσει το σώμα μας για πέντε μήνες, όπως έκανα εγώ, δεν είναι τίποτα. Αυτή είναι η αλήθεια. Κάποιος με ρώτησε: πώς μπορείς να γυρνάς όλη την ώρα, χωρίς ποτέ να σταματάς; Δεν είσαι κουρασμένος; Είναι τίποτα. Εκεί οι άνθρωποι αγωνίζονται και μάχονται μια ζωή. Οι νεαροί μάχονται και εξακολουθούν να αγωνίζονται, να μάχονται, μέχρι το νέο χωριό και τη νέα επιχείρηση, μέχρι το θάνατο, και είναι νέοι που χαμογελούν σαν εμένα και σαν εσάς, που κλαίνε σαν εσάς, που έχουν θάρρος και φόβο σαν κι εσάς. Ποιο δικαίωμα έχουμε για να δεχόμαστε επαίνους λαϊκούς;

A και V στον πίνακα. Λύκειο Walther von der Vogelweide, Bozen/Bolzano, 20 απριλίου 2018.

Είναι σωστό ότι η παρουσίαση του Hevalen χρησίμευσε επίσης για να επεξηγήσει αυτό: επειδή αυτό είναι γραμμένο στο βιβλίο. Είναι γραμμένο ότι αυτά τα παιδιά μας φωνάζουν πως το να ελπίζει κανείς, ή να προσποιείται πως ελπίζει, δεν εξυπηρετεί, πρέπει να αγωνιστούμε – ακόμη και στο έδαφος της ειρήνης γιατί, αν όχι ο πόλεμος, είναι ο αγώνας που είναι παγκόσμιος. Τις ημέρες των λεηλασιών της Afrin, προσγειώθηκα στη Νάπολη. Μια ομάδα παράξενων σπουδαστών έκανε να βρεθεί μια τρίχρωμη σημαία με τρία αστέρια ευθυγραμμισμένα πάνω από την πύλη της Orientale: την σημαία του λεγόμενου Ελεύθερου Συριακού Στρατού, ο οποίος – παράδοξο – δεν ήταν ποτέ ελεύθερος και ποτέ δεν υπήρξε συριακός (και ποτέ δεν υπήρξε ένας στρατός ). Είναι η ίδια σημαία που είχαν κρεμάσει δυο μέρες πριν οι αλήτες που κατέλαβαν την Αφρίν σε ένα παρόμοιο μπαλκόνι, εκείνο του δημαρχείου της, δίπλα στην τουρκική σημαία. Εκείνο το έμβλημα θανάτου και κλοπής, παντού όπως στην πόλη εκείνη προοίμιο της αναγκαστικής μεταλλαγής των μειονοτήτων, των συστηματικών βασανιστηρίων των αντιφρονούντων, της εθνοκάθαρσης, της απομόνωσης και των διακρίσεων των γυναικών, κυμάτιζε στους τοίχους ενός από τα ευγενέστερα ιταλικά πανεπιστήμια. Είπα στους σπουδαστές που με είχαν καλέσει πως θα απομάκρυνα τη σημαία εγώ ο ίδιος, εάν δεν το έκαναν αυτοί. Σε λίγα λεπτά εξαφανίστηκε.

Μόλις κάθισα, άρχισα να καταγράφω τα εγκλήματα και τις φρικαλεότητες που διαπράττονται στη Συρία πίσω από αυτό το έμβλημα από τους τζιχαντιστές που οι τελεειδήσεις μας, λόγω της πρόστυχης ιταλικής εξωτερικής πολιτικής, αποκαλούν «αντάρτες». Ένα κορίτσι με τα μαλλιά να καλύπτονται από το hijab, στην τρίτη σειρά, προσπάθησε να με διακόψει. Δεν με ενδιέφεραν τα παράπονά της. Το ντύσιμο της μπορούσε να την κατατάξει ως πρώην αποικισμένη, ή μετανάστρια. Πρέπει να ευχαριστήσω τη Συρία που με έκανε απρόσβλητο – τουλάχιστον το ελπίζω – από εκείνο τον συγκεκριμένο ρατσισμό, της «αριστεράς» αυτή τη φορά, που χαρακτηρίζεται ως αφόρητος πατερναλισμός, αλόγιστος κατευνασμός σε οποιαδήποτε συμπεριφορά που προέρχεται, για παράδειγμα, από ανθρώπους που θεωρούνται ως μουσουλμάνοι, λες και ο σεβασμός προς τον άλλον δεν εκφράζεται πρώτα απ’ όλα ακριβώς στο να δίνεις στον καθένα την αξιοπρέπεια να είναι πραγματικός συνομιλητής και όχι μόνο τυπικά, όχι είδος ανήλικου διαταραγμένου μειωμένης ικανότητας να αντιπαρατεθεί, αν χρειαστεί έντονα, στα ίσα και να δεχτεί, εάν χρειαστεί, κριτικές. Μία νοοτροπία που θα με είχε ωθήσει να υποκύψω στις πιέσεις αυτού του κοριτσιού, μόνο και μόνο για το πέπλο που φορούσε. Αντιθέτως συνέχισα. Τους είπα – για τα θύματα, για τους μάρτυρες. Το κορίτσι άρχισε να κλαίει. Συνέχισα. Αυτή όπως και όλοι έπρεπε να ακούσει την αλήθεια των αποκεφαλισμένων παιδιών, των γυναικών που βιάστηκαν, των οικογενειών που ήταν κλειδωμένες στα κλουβιά. Όταν τελείωσα, ζήτησε συγγνώμη για τη συμπεριφορά της και είπε ότι γνώριζε από καιρό ότι δεν μπoρούσε πλέον να ανεμίζει εκείνη τη σημαία, πως έπρεπε να την κρατά «κλειδωμένη στο συρτάρι, εξαιτίας εκείνων που πρόδωσαν τα αρχικά ιδανικά». Μέσα στον κοινό σεβασμό για τις απαρχές της συριακής επανάστασης σφίξαμε τα χέρια στο τέλος της συζήτησης. Ανακάλυψα ότι ήταν ιταλίδα, που είχε ασπαστεί το Ισλάμ.

Το ταξίδι μέσα στην Ιταλία καθιστά δυνατή την κατανόηση πως η πραγματικά κακή πίστη δεν κατοικεί, συχνά, μέσα στους πρώτους ύποπτους, αλλά τους πολίτες πάνω από κάθε υποψία. Κατά τη διάρκεια της παρουσίασης της Περούτζια γνώρισα μια ομάδα τοπικών οπαδών που τους απέκλεισαν από κάθε αθλητική διοργάνωση επειδή άνοιξαν, κατά τη διάρκεια ενός αγώνα, ένα πανό με την επιγραφή «Defend Afrin, terrorist Erdogan, Να υπερασπιστούμε την Αφρίν, Ερντογάν τρομοκράτη». Ο διοικητής της αστυνομίας δικαιολόγησε τη διάταξη σύμφωνα με την οποία το πανό προσέβαλε στην τιμή ενός αρχηγού ξένου κράτους. Επωφελήθηκα από την παρέμβασή μου για να προσκαλέσω τον διοικητή της Περούτζια να μετακομίσει με την οικογένειά του στη νέα Αφρίν του Ερντογάν, για να νιώσει τι ζουν κάτω από μια θεοκρατική εξουσία που διοικείται από κακοποιούς, ανάμεσα σε αντιφρονούντες που κρέμονται από στύλους και αποκεφαλισμούς στην πλατεία με την κραυγή «Allah Akhbar, ο Θεός είναι Μεγάλος !». Στην Πίζα οι σπουδαστές που με υποδέχτηκαν είχαν μόλις φτιάξει μια τοιχογραφία για την Αφρίν, αλλά είχε σβηστεί από το πανεπιστήμιο. Αν μόνο ο πρύτανης της Πίζα έπρεπε να αγκαλιάσει κάποιον που αιμορραγεί για την υπεράσπιση της πόλης του, ή για την ίδια την δυνατότητα να υπάρχουν τα πανεπιστήμια, θα καταλάβαινε πως ορισμένες χειρονομίες είναι αποδεκτές μόνο από μια ιταλική οπτική, εκείνη που εμείς έχουμε εν μέρει χάσει.

Στη μνήμη του Francesco Viviani, καθηγητού αντιφασισμού στο Liceo Ariosto της Ferrara, στη συνέχεια διοικητικού στελέχους του βερονέζικου CLN, που πέθανε στο  Buchenwald.

Ήταν κουραστικό, αλλά και όμορφο, να βλέπω τη χώρα μου, την οποία αγαπώ. Στο Appennino παρενέβην στις Casematte της Aquila, όπου χιλιάδες άνθρωποι βρήκαν καταφύγιο κατά τη διάρκεια του σεισμού, στη Φερράρα. Συζήτησα με αξιολάτρευτους φοιτητές – μερικοί ιταλοί, άλλοι παλαιστίνιοι (το Hevalen είναι επίσης ένα βιβλίο για την Παλαιστίνη) – στο Λύκειο Αριόστο. Στους τοίχους του σχολείου μια πλάκα με έκανε να ανακαλύψω ότι ένας από τους καθηγητές λατινικών και ελληνικών πέθανε από το ναζιστικό-φασιστικό χέρι. Το να διασχίζεις την Ιταλία είναι να διασχίζεις αναμνήσεις αντίστασης: φθάνει να σταματήσεις για μια στιγμή και να μην προχωρήσεις περισσότερο, να δώσεις στον εαυτό σου χρόνο. Ένας φίλος με μετέφερε με ένα φορτηγό από το Carpi στο Reggio Emilia, δείχνοντάς μου την ατέλειωτη ροή των μνημάτων των καταδικασθέντων και το στρατόπεδο συγκέντρωσης του Fossoli, σε εκείνο το τρίγωνο του θανάτου όπου ο απαραίτητος αγώνας ενάντια στον φασισμό υπήρξε τόσο σκληρός. Μεταξύ των υψηλών και επιβλητικών βουνών της Val Belluna, όπου είχαν ενεργήσει άλλες μονάδες παρτιζάνων, συνάντησα και πάλι τον μαχητή δίχως όπλα Fabio Vettorel, ο οποίος αντιστάθηκε με σαφήνεια και συνέπεια στις γερμανικές φυλακές μετά τη σύνοδο των G20 στο Αμβούργο.

Στο Bozen / Bolzano συνάντησα μια γερμανόφωνη σχολική ομάδα με τους οποίους συζήτησα τη σημασία της γλωσσικής προστασίας, της άρνησης της αφομοίωσης και του συστήματος των δημοκρατικών αυτονομιών στη βόρεια Συρία ως πρότυπο που θα μπορούσαμε να προωθήσουμε και στην Ευρώπη. Πολλοί, εκεί και αλλού, με ρώτησαν: είναι πιθανό μερικές από τις κατακτήσεις της Rojava να βρουν επιβεβαίωση στα μέρη μας; Τίποτα δεν μπορεί να εξαχθεί σαν ένα δέμα πατάτες, στην πολιτική, αλλά οι σύριοι ή οι κούρδοι έχουν δύο πόδια και δύο χέρια σαν κι εμάς, έτσι ώστε να έχουν δημιουργήσει μια κοινωνία που βασίζεται στις κοινότητες, η ιδέα της οποίας προέρχεται από την ευρωπαϊκή επαναστατική ιστορία, και οι κοινότητες διήρκεσαν στην Ροζάβα περισσότερο από ό, τι στο Παρίσι, σίγουρα δεν κόστισαν λιγότερο αίμα απ’ ότι εδώ σε εμάς. Υπάρχουν πηγές έμπνευσης σε όλες τις επαναστάσεις, και εκείνη της βόρειας Συρίας δεν αποκλείεται, ακόμα περισσότερο επειδή δίπλα στους πρακτικούς μετασχηματισμούς βρίσκονται σε διεργασία εκεί κάτω βαθιές και χρήσιμες θεωρητικές σκέψεις και προβληματισμοί επάνω στην ιστορία του σοσιαλισμού, του κομμουνισμού και της αποικιοκρατίας, και επάνω στην αυτοκριτική που πρέπει να εμβαθύνουν οι επαναστάτες αυτού του αιώνα (της οποίας ένα από τα πιο πολύτιμα χαρακτηριστικά είναι, τελικά και επιτέλους, να κατανοήσουν κριτικά το 1989).

Παλαιστίνη και PKK. Padova, Δημαρχείο, 1 ιουνίου 2018.

Σίγουρα, λίγο χρησιμεύει να αντλήσουμε έμπνευση από τις κοινότητες και τα συνέδρια των γυναικών, ή από τους συνεταιρισμούς ισονομίας της Ροζάβα, εάν δεν θέσουμε στους εαυτούς μας το πρόβλημα του πώς άρχισαν όλα και πώς μπορεί να υπάρξει συνέχεια: μιας και όλοι όσοι έχουν διασχίσει αυτή τη διαδικασία αλλαγής ξέρουν πόσο καθοριστικός είναι ο ρόλος ενός ισχυρού και οργανωμένου κινήματος, του επαναστατικού υποκειμένου και των αγωνιστών του. Η αλήθεια είναι αυτή: ούτε μια κοινότητα δεν θα είχε αναδυθεί χωρίς τη δράση ερεθίσματος, ώθησης, κατάρτισης και οργάνωσης που ασκείται από το κόμμα, ακόμη και πριν από τις αναταραχές του 2011, όταν κάτω από τo τακούνι του Assad ενεργούσαν στην παρανομία, και το πιο παράδοξο είναι ότι για μερικούς, στη Συρία όπως στην Ιταλία, αυτό καταλήγει να είναι θεμέλιο σκεπτικισμού, και όχι προβληματισμού ξεκινώντας από τις δικές τους αποτυχίες, οι οποίες με αυτό το θέμα δύσκολα μπορεί να μην σχετίζονται. Σήμερα το έργο και η νοοτροπία των συνομοσπονδιακών μαχητών είναι το πιο πολύτιμο κληροδότημα για τους νέους που αναζητούν ένα παράδειγμα αφοσίωσης, θάρρους, οράματος, πραγματισμού και πειθαρχίας στην Ευρώπη.

Άλλοι με ρώτησαν: πώς μπορούμε να βοηθήσουμε, από εδώ; Πάντα απάντησα ότι είναι απαραίτητο να βρούμε το θάρρος να ταξιδέψουμε, παρόλο που αυτά τα ταξίδια δεν μπορούν και δεν πρέπει να αναληφθούν με επιπολαιότητα, ούτε να τα κάνουμε μόνοι. Το ταξίδι είναι σημαντικό όχι για να πολεμήσουμε, αλλά για να δείξουμε ότι είμαστε πρόθυμοι να κάνουμε διαφορετικά τις διαδρομές που κάνουν άλλοι για να βρουν μια καλύτερη ζωή ή να σωθούν, και για να αποδείξουμε εκ των πραγμάτων ότι δεν είναι όλοι οι «δυτικοί» ίδιοι, αν υπάρχει ακόμη και εκείνος που είναι πρόθυμος, τουλάχιστον σε ένα μικρό βαθμό, να γίνει μετανάστης απ’ την ανάποδη. Μπορούμε επίσης να πληροφορηθούμε και να ενημερώσουμε, πάντα είπα, και να δωρίσουμε στην Ερυθρά Ημισέληνο Κουρδιστάν Ιταλία Onlus για να υποστηρίξουμε τους τραυματίες και τους πρόσφυγες.

Ήμουν έτοιμος να φύγω για το τελευταίο μέρος του ταξιδιού μου, τον ιούνιο προς νότο, όταν η Eddi και ο Jacopo, που είχα αφήσει στη Συρία το νοέμβριο, ξαφνικά, επέστρεψαν. Χωρίς να σκεφτούν δύο φορές, δίχως να πάρουν αναπνοή, ενώθηκαν το ταξίδι μου, ως πραγματικοί hevalen και μαζί βρεθήκαμε στο Pigantaro, στη Sparanise, στο Venaus και στην Cosenza, αυτή η τελευταία μια βραδιά που για μένα θα παραμείνει ξεχωριστή, διότι προστέθηκε εκεί σχεδόν κατά τύχη η μαρτυρία και του Dilsoz, ενός Ιταλού μαχητή Ypg που επέστρεψε πριν πολύ λίγο από την Afrin, όπως και αυτοί.

Η απώλεια της Afrin στάθηκε τρομερή για όλους. Ακόμη και για μένα που, σε αντίθεση με αυτούς, δεν βρέθηκα ποτέ εκεί. Οι hevalen αντιστέκονται, επιτίθενται στον εχθρό όποτε μπορούν, βρίσκοντας καταφύγιο στις αγροικίες, στις εγκαταλελειμμένες γειτονιές και χωριά, σε macchie, στην ύπαιθρο. Είναι πεπεισμένοι ότι μια μέρα η πόλη θα επιστρέψει ελεύθερη, όπως μόνο αυτοί που πιστεύουν και αγωνίζονται μπορούν να είναι πεπεισμένοι. Η «Οργή των ελαιόδεντρων» (έτσι αποκάλεσαν την αντίσταση) χτυπά επίσης στην καρδιά των ισλαμιστικών γαιών που έχουν καταληφθεί από την Τουρκία, στην Idlib, στο Azaz, και ο αγώνας ενάντια στο ISIS δεν έχει με τίποτα τελειώσει, στο Deir El Zor.

Ο Dilsoz, μια φορά, ενώ ανταλλάσσαμε χαμόγελα και πίναμε κοκτέιλ, ξαφνικά σταμάτησε. Μου έδειξε την φωτογραφία ενός αγοριού. Ήταν ένα παιδί άραβας ακριβώς από την Deir El Zor, το οποίο είχε γνωρίσει. Είχε πεθάνει προσπαθώντας να απελευθερώσει το χωριό του από το Isis.

Προσεύχονταν πέντε φορές την μέρα, μου είπε.

Γι αυτούς τους φίλους πρέπει να κάνουμε ότι είναι δυνατόν.

Να γράψουμε βιβλία, αν είναι απαραίτητο, και ακόμη πολλά άλλα.

*Ο Davide Grasso έχει δημοσιεύσει ανεξάρτητα ρεπορτάζ από τις Ηνωμένες Πολιτείες και τη Μέση ανατολή και αρκετά άρθρα σχετικά με τη φιλοσοφία της τέχνης και τη θεωρία της κοινωνικής πραγματικότητας. Το 2013 δημοσίευσε New York Regina Underground. Racconti dalla Grande Mela για τον Stilo Editrice. Από το 2015 δραστηριοποιείται μεταξύ Ευρώπης και Συρίας σε υποστήριξη της δημοκρατικής Ομοσπονδίας της Βόρειας Συρίας. Το 2016 ενώθηκε στις συριακές Δυνάμεις για να πολεμήσει το Daesh. Την εμπειρία του διηγείται στο βιβλίο Hevalen. Perché sono andato a combattere l’Isis in Siria, που βγήκε για τις Edizioni Alegre στην συλλογή Quinto Tipo σε επίβλεψη από το Wu Ming 1.

από wumingfoundation.com

logoinfoaut

αυτονομία, autonomia

Η Αντιγόνη στην Ιθάκη – μέρος τέταρτο

«ΚΑΙ ΤΙ ΕΙΝΑΙ Η
ΛΗΣΤΕΙΑ ΜΙΑΣ
ΤΡΑΠΕΖΑΣ… »

Εσύ λες, Carlo, πως εγώ θα είχα »στείλει
μπροστά τους άλλους». Κοινοί φίλοι θα έπρεπε
να σε συμβουλεύσουν να είσαι πιο προσεκτικός.
Θα έπρεπε ίσως να σου διηγηθώ πως σε χρόνια μακρινά,
με όλα τα άγχη και τις αγωνίες προερχόμενες από μια
απόφαση που πάρθηκε μέσα σε απόλυτη μοναξιά,
έξω από τη «νομιμότητα» της ίδιας της πολιτικής οργάνωσης μου και της «συνενοχής»
των πιο κοντινών και πλέον γνωστών φίλων και συντρόφων, χρειάστηκε να πάρω την απόφαση να κάνω ένα άλμα από το επίπεδο της πολιτικής αγκιτάτσιας σε εκείνο των αδικημάτων ενάντια στην ιδιοκτησία, συμμετέχοντας στη ληστεία μιας τράπεζας; Και αυτό, όχι μόνο και όχι τόσο
επειδή «ο εργατικός μισθός δεν καλύπτει
τα έξοδα της επαναστατικής οργάνωσης»,
ή επειδή οι πιο γενναιόδωροι διανοούμενοι και θαμώνες
αγαπούσαν άλλες, πιο ευχάριστες και φολκλόρ ομάδες, αλλά, πάνω απ’ όλα, για να αποτρέψουμε τους νεαρούς κομουνιστές προλετάριους –
επαρκώς «στερημένους» ώστε να εμπιστεύονται μονάχα αυτούς που διακινδύνευαν προσωπικά  – να νομίζουν πως η μοναδική δυνατή εγγύηση ενάντια στον οπορτουνισμό και τους γραφειοκρατικούς εκφυλισμούς συνεχώς σε ενέδρα (όπως δίδασκε η ιστορία
των οργανώσεων του Εργατικού Κινήματος)
ήταν η επιλογή του μοντέλου του Κόμματος του ανταρτοπόλεμου-del
Partito-guerriglia. Και πως η μοναδική εγγύηση
ενάντια σε μια «διαίρεση της στρατευμένης δουλειάς»
ιεραρχικού τύπου και αστικού σε τελική ανάλυση ήταν η αναγκαστική ομογενοποίηση όλων μέσα στην κοινή κατάσταση- ‘status’ του
παράνομου.
Αυτό που μπορώ να σου πω, Carlo, είναι πως 
ποτέ, λέω ποτέ,
δεν υπαινίχτηκα ή πρότεινα σε κάποιον να κάνει πράγματα 
που εγώ ο ίδιος δεν είχα ήδη κάνει, ή που ήμουν διατεθειμένος να κάνω.
Σε αυτό το σημείο θα πρέπει να σου εξηγήσω πως είναι πολύ περισσότερα τα πράγματα στα οποία συνέβαλα να εμποδίσω, οι ‘εκτροπές’ και ‘παρεκκλίσεις’
που συνέβαλα να σταματήσουν, παρά εκείνα που προώθησα;
Δεν είναι η στιγμή για να μιλήσουμε γι αυτά, μα το
αντίθετο. Βλέπεις, Carlo, όπως λεν και οι «μετανιωμένοι-pentiti» που με κατηγορούν, εγώ υπήρξα, στη διάρκεια όλων των χρόνων ’70, ενάντια
στην επιλογή της «στρατηγικής παρανομίας-clandestinità strategica» και της
απόφασης της πολιτικής δολοφονίας. Κι όμως
είμαι διατεθειμένος να χαρακτηρίσω τον εαυτό μου
«συνυπεύθυνο» και για όλο αυτό, και
δεν πιστεύω πως είμαι ο μοναδικός…
Σε αυτό – σε αυτή την αποφασιστικότητα
οργισμένη μα όχι απελπισμένη, και
στην οποία έφτασα πάνω απ’ όλα με διαύγεια – με αναγκάζει
η φρίκη εκείνης της »πολιτιστικής γενοκτονίας» στην οποίαν συνεργάζεται πρώτα απ’ όλα (σε διαφορετικές μορφές, και αντίθετες μεταξύ τους –
θυμήσου το ΚΚΙ- PCI και τους «garantisti») όλη η αριστερά, και που αποτελεί την βάση για την διάψευση μιας
ελπίδας για αμνηστία.

Πολλοί λεν πως είμαι τρελός, να
«διεκδικώ, να αναλαμβάνω την ευθύνη μιας ληστείας» την στιγμή κατά την οποίαν πρόκειται να παρουσιαστώ στις ευρωπαϊκές εκλογές. Πάντως, πρώτα απ’ όλα, ακόμη πιστεύω πως, παρόλο που η φράση κατέστη
μπανάλ και ‘kitsch», είναι και αυτή την ώρα
σωστό να λέμε:
«και
τι είναι μια ληστεία σε τράπεζα σε σχέση με την ίδρυση
μιας τράπεζας;» Τα μαύρα ιταλικά χρονικά, οι ιστορίες
των διάφορων Calvi, των Sindona, της πολυεθνικής
των ναρκωτικών που μόλις έχει δολοφονήσει
τον Mauro Rostagno, ο Sanatano ‘ο άνθρωπος που
είχε μάθει να αγκαλιάζει τους λεπρούς’, προσφέρει μια επιβεβαίωση υπερ-ρεαλιστική
του πυκνού θεωρητικού ‘blitz’ της μπρεχτικής φράσης.
Επίσης διεκδικώ την αμετακίνητη διαφοροποίηση
ανάμεσα σε αυτόν που «απαλλοτρίωσε τους απαλλοτριωτές»,
παίρνοντας πίσω ξανά λίγη υπεραξία
για να μπορέσει να χρηματοδοτήσει την εργατική αγκιτάτσια (και πάντα, όπως εμείς, έζησε φτωχικά
διότι είχαμε θεωρήσει αδιανόητο
να αποσπάσουμε μια λιρέτα για προσωπική χρήση),
και την πολιτική-εγκληματική τάξη που κυριαρχεί στην Χώρα.
Βλέπεις, πρέπει να είσαι υπερήφανος για
τον πατέρα σου, για εκείνο που ήταν, Carlo. Ανάμεσα στο παιδί
του »πιο πλούσιου ανθρώπου του κόσμου» (όπως οι
Τimes χαρακτήρισαν τον παππού σου όταν πέθανε
με κυάνιο μέσα στο τραίνο επιστρέφοντας στο Milano ύστερα
από μια συνάντηση με τον Mussolini που τον
κατηγορούσε για συμφωνία με την Ρωσία των
Soviet) που πηγαίνει να κάνει μια ληστεία για λόγους
αρχής και «επαναστατικής παιδαγωγικής»,
και εκείνο το βδελυρό μείγμα κυνισμού και φιλοδοξίας
που είναι, για παράδειγμα, το μεγάλο μέρος
των δημόσιων διαχειριστών στην ltalia –
για τους οποίους η λαϊκή έκφραση θα έλεγε πως «ο πιο
καθαρός έχει την ψώρα»- υπάρχει μια ηθική άβυσσος.

ΜΙΑ ΥΠΕΡΟΧΗ ΧΕΙΡΟΝΟΜΙΑ

Θεωρώ, Carlo, πως ήρθε η στιγμή
να αντιπαραθέσουμε στην διεστραμμένη δικαστική λογική του
«συλλογικού χαρακτήρα της ποινικής ευθύνης», την
διεκδίκηση μιας γενικής συνυπευθυνότητας από
την δική μας πλευρά για όλο εκείνο
που συνέβη στη διάρκεια εκείνου του σχεδόν-πολέμου τον οποίον πολεμήσαμε μετά το ’69 στην ltalia. Πηγαίνοντας και πέρα
από τις ευθύνες που ο καθένας μας είχε.
Mε τρόπο τετριμμένο μου παρατηρούν πως
«θα έπρεπε όμως να ήμαστε περισσότεροι». Απαντώ εξίσου κοινότοπα πως, για να γίνουμε πολλοί,
κάποιος, ακόμη και ένας,
πρέπει να σπάσει τον κύκλο της παθητικότητας, να σπάσει την surplace, την ακινησία και να πάρει μπροστά, να ξεκινήσει!

Βλέπεις, Carlo, μπορεί κανείς να υπομένει για ένα χρόνο,
μπορεί να υπομένει για δυο, δέκα χρόνια,
αλλά έρχεται η στιγμή κατά την οποίαν λέγει φτάνει!
basta! Δεν μπορείς να υπομένεις να βλέπεις
εκείνους που θα έπρεπε να είναι οι κληρονόμοι
της Κομούνας του Παρισιού –
τις αριστερές όλων των διαβαθμίσεων –
να έχουν καταντήσει κόπρος, εκείνο το απωθητικό περιβάλλον,
αυτή η αυλή των θαυμάτων κωφών, τυφλών,
πουτάνας γιοί, ψόφιες ψυχές, δίχως πάθη,
δίχως τόλμη, χωρίς τινάγματα περηφάνιας, χωρίς ριζοσπαστικότητα, και χωρίς καρδιά. Τρομαγμένοι από την ίδια την σκιά τους, από τον ήχο των ίδιων των βημάτων τους, έχουν καταστεί ανίκανοι να σκεφτούν με μεγαλείο,
ανίκανοι να διακινδυνεύσουν την φάλαγγα του αριστερού μικρού δακτύλου στην προσπάθεια να »ανατρέψουν τον αυτοκράτορα»… Λοβοτομημένοι, και σαν
ανάπηροι από το μεγαλείο της ανταρσίας,
έχοντας παραλύσει από τον φόβο να λαθέψουν και
να αποδοκιμαστούν, βιάζονται να τρέξουν για να φέρουν στον Βασιλιά ρούχα για να αλλάξει, εάν ένας τρελός φωνάξει πως είναι γυμνός.
Περνούν την ώρα τους με την μύτη στον αέρα για να εισπνεύσουν l’air du temps, τον αέρα των καιρών, και με τ’αυτιά τεντωμένα να αρπάξουν  la‘vox populi’, την ‘φωνή του λαού’
για να συνταχτούν μαζί της, με τα μάτια να στενεύουν για να κατανοήσουν αμέσως το ίχνος ενός μισού χαμόγελου στην φάτσα κάποιου που βρίσκεται στα όρια της εξουσίας και φιλοξενείται στα chambres de
bonnes, στα δωμάτια των καλών των Ανακτόρων, υπομονετικοί σαν εξημερωμένα σκυλιά να περιμένουν ανεπαίσθητα σημάδια καλοσύνης, ένα υπόλειμμα απ’ το γιορτινό τραπέζι και ένα χάδι.
Ah, Carlo, δεν γνωρίζω εάν για εσένα είναι μια ατυχία ή μια τύχη
να έχεις μεγαλώσει μετά, να μην έχεις δοκιμάσει την πικρή γεύση του φόβου και του αγώνα… Υπάρχει μια παλιά εβραϊκή κατάρα που λέει πως »σου εύχομαι μια ενδιαφέρουσα ζωή» : είναι, ακριβώς, μια κατάρα..

 

https://www.inventati.org/cope/wp/wp-content/uploads/2016/08/148_OScalzone_Frigidaire95Ottobre1988OTT.pdf

αυτονομία, autonomia

Η Αντιγόνη στην Ιθάκη – μέρος δεύτερο

RENATO

Σκέφτομαι, τώρα, πόσο πολύ ήθελε να ανοίξει μια θεωρητική κουβέντα   γύρω από αυτά τα ζητήματα. Εν τω μεταξύ έχω την εντύπωση
πως έβλεπε – ή τουλάχιστον
προσπαθούσε να δει – »όλους» (θέλω να πω, ακόμη και όλους εκείνους που μετά τον είχαν απαρνηθεί, όπως τον
San Pietro). Θυμάμαι πως μου έλεγε συχνά
με μια μίξη συμπάθειας τρυφερότητας και ‘ζήλιας’ (ή καλύτερα, με ένα
πνεύμα ανταγωνισμού) «πρέπει να δω τον Renato,
να μιλήσουμε για την δημιουργία του μετώπου…»

2018-12-10 12.23.30

Και μετά είχε ένα αληθινό παιδαγωγικό πάθος. Εκείνα τα χρόνια δημοσιεύσει,
έμμεσα,  την
»ένοπλη εξέγερση» του Neuberg (‘ψευδώνυμο’ μιας ομάδας εργασίας της Τρίτης Διεθνούς που συντόνιζαν οι Togliatti
και
Ho-Chi-Minh). Και μετά την συλλογή «Lenin σχετικά με τον παρτιζάνικο πόλεμο», το εγχειρίδιο «Die Total Krieg», που είχε προετοιμαστεί από τον ελβετικό στρατό για ένα πιθανό σενάριο αντικομουνιστικού ανταρτοπόλεμου, «Guerriglia e guerra
rivoluzionaria – Ανταρτοπόλεμος και επαναστατικός πόλεμος» (αφιερωμένο – σε επιβεβαίωση του γεγονότος πως ο
Feltrinelli δεν υπήρξε ποτέ σταλινικός-«στον Στρατάρχη Mihail
Tukacewskj, ήρωα και ιδιοφυία του Κόκκινου
Στρατού που τουφεκίστηκε στη διάρκεια των »εκκαθαρίσεων»
του Στάλιν»). Και στη συνέχεια πολλά άλλα κείμενα που τώρα δεν θυμάμαι. Από την άλλη, ήδη πριν από το πέρασμα του στην παρανομία και την δράση,
είχε εκδώσει τα »Ημερολόγια του Τσε»
και ακόμη πολυάριθμο υλικό, ‘προσανατολισμένο’ έντονα
Με λίγα λόγια – αντίθετα με αυτό που υποστηρίζει
αυτός που θέλει να τον ακρωτηριάσει, να τον μικρύνει δηλαδή και να τον μειώσει,
να απλοποιήσει την ταυτότητα και την μνήμη του – ο
πατέρας σου, Carlo, ήταν ένας πολύπλοκος άνθρωπος
και πολύμορφος
πολυσχιδής. Που σίγουρα «πάντα περιφρονούσε
να αποκρύπτει τις αληθινές του προθέσεις,
και κήρυττε την αναγκαιότητα της βίαιης ανατροπής της εξουσίας της κυρίαρχης τάξης…»

ΠΡΟΣ ΤΙΣ SEGRATE

Εκείνο το απόγευμα, λοιπόν, έμεινε
πικραμένος και απογοητευμένος, ευνουχισμένος. Χωρίσαμε
με αυτό το πέπλο της θλίψης. Για πολύ
καιρό ένιωθα τύψεις.
Στις 11 μαρτίου υπήρξαν συγκρούσεις, σκληρές. Εμείς,
μετά την πρώτη επίθεση της αστυνομίας, διασκορπιστήκαμε
και  ‘μεταφέραμε τη φωτιά’ στην
μητρόπολη. Επιτεθήκαμε με χτυπήματα
cocktail-molotov την έδρα της εφημερίδας Corriere στην via
Solferino, και ρίξαμε κάτω τις τζαμαρίες και πυρπολήσαμε μια σειρά από υποκαταστήματα Renault (τη γαλλική Régie
όπου, λίγες ημέρες νωρίτερα, ένας φύλακας της Billancourt, Joseph Tramoni,
είχε σκοτώσει εν ψυχρώ ένα νεαρό αγωνιστή της Προλεταριακής Αριστεράς- Gauche
Prolétarienne, τον Pierre Overney. Λίγο χρόνο αργότερα ο Tramoni, που βγήκε μετά από μια πολύ σύντομη παραμονή στη φυλακή,
»εκτελέστηκε» από τους Noyaux armés pour
l’ autonomie prolétarienne- ένοπλους Πυρήνες για την προλεταριακή αυτονομία, στο Παρίσι).

ΖΩΗ ΚΑΙ ΜΟΙΡΑ

Η αστυνομία χτύπησε στα τυφλά, κάνοντας ένα νεκρό – τον ηλικιωμένο περαστικό Giuseppe Tavecchio, που σκοτώθηκε από ένα δακρυγόνο
που ρίχτηκε ως συνήθως σε ευθεία βολή
σε ύψος ανθρώπου, που τον χτύπησε καταπρόσωπο.
Ποιος ξέρει εάν ο Osvaldo ήταν στη διαδήλωση, ή τουλάχιστον στην περιοχή.
Φαντάζομαι όμως τι μπορεί να είχε σκεφτεί. Πιστεύω πως κατάλαβε ότι έπρεπε να αποφασίσει πυρετωδώς κάτι να κάνει, και σκέφτηκε το black-out του Milano
σαν αντίποινα, σίγουρος πως χρειάζονταν
μια δράση ηχηρή για να
«αποφευχθεί η αποθάρρυνση του κινήματος». Έτσι πρέπει να ήταν,                                μέσα σε αυτό το πολιτικό και ψυχολογικό κλίμα, υπό την
ώθηση ενός δυνατού συστατικού,                                                                                              όπως θα έλεγε ο Sartre, αγανάκτησης,                                                                                                που η επιχείρηση black-out προετοιμάστηκε τόσο άσχημα, και τέλειωσε όπως τέλειωσε, με εκείνο τον φρικτό θάνατο
σε εκείνο τον καταραμένο πυλώνα της
Segrate εξ αιτίας ενός λάθους που σε κάνει να σκέφτεσαι
μια τραγική ειρωνεία της μοίρας.

ΤΟ ΡΟΛΟΙ ΤΗΣ SEGRATE

Ο Osvaldo πίστευε πως όλα τα στρατιωτικά εργαλεία
θα έπρεπε να είναι «χειροποίητα-αυτοσχέδια»: όχι λόγω
της ιδεολογίας της ‘φτώχειας’, που θα ήταν έτσι κι αλλιώς
κατανοητή σε έναν σαν κι αυτόν, ‘αποστάτη
της μπουρζουαζίας’, όσο λόγω μιας θεώρησης »στρατηγικής»,                                                 εξ αιτίας της αναγκαιότητας αναπαραγωγής σε πλατιά σκάλα
των μέσων δράσης και των επιχειρησιακών τεχνικών  (πράγμα που δείχνει την »λαϊκή» αντίληψη του, »μαζική» ουσιαστικά, για τις μορφές του ‘ταξικού αγώνα’).
Πιστός στις αρχές του και στις επιλογές του,
ο Osvaldo προετοίμασε από μόνος του τα timers, προσαρμόζοντας ρολόγια. Ίσως πάνω στην βιασύνη, μέσα στην
διέγερση, έκανε λάθος, και έβγαλε τον δείκτη των ωρών
αντί εκείνο των λεπτών, αφήνοντας αυτό τον τελευταίο για την επαφή.
Να λοιπόν το γιατί αυτού του φρικτού μπανάλ λάθους, τα εκρηκτικά έσκασαν μετά, ας πούμε 15 λεπτά, αντί μετά από τρεις ώρες. Έτσι έγινε.

Ο ΕΞΟΡΚΙΣΜΟΣ

Όμως η κακιά συνείδηση της
πνευματικής και πολιτικής τάξης της αριστεράς
δεν μπόρεσε και δεν θέλησε να αποδεχτεί
αυτή την γυμνή αλήθεια. Πολλούς κινδύνους θα είχαν διατρέξει,
που δεν ήθελαν να αγγίξουν ούτε εκ του μακρόθεν, και μετά
οι καλύτεροι, οι λιγότερο ‘ψόφιες ψυχές'(σκέφτομαι για παράδειγμα
τον φτωχό Giulio Maccacaro)
υπερβολικά πολλές ανησυχίες, αντιθέσεις
και ρήξεις θα έπρεπε να ζήσουν, μπροστά
στην θαυμάσια πρόκληση εκείνης της συνέπειας ανάμεσα στον λόγο και την πρακτική, μεταξύ των ονείρων και των επιλογών, ανάμεσα στις διατυπώσεις και την ζωή.
Έτσι – με ένα πάντρεμα μεταξύ αποδόμησης, απόρριψης, αποσιώπησης, μυωπίας, κυνισμού πολιτικάντικου, περιστασιακής σχέσης,
σταλινικής και μπουρζουάδικης, που ξοδεύτηκε με την
αλήθεια – στον πατέρα σου, Carlo, στέρησαν την
αναγνώριση και την απόδοση στη μνήμη
των λόγων που τον κίνησαν, του νοήματος ενός κομματιού της
ζωής του και του ίδιου του θανάτου του. Στον Giangiacomo Feltrinelli στέρησαν την ταφή του. Υπήρχε ανάγκη μιας Αντιγόνης
ικανής να φέρει μέχρι τέλους την λογική της pietas, του χρέους ενάντια σε εκείνη της εξουσίας, της διεκδίκησης των θεμελίων του δικαιώματος ενάντια στον θρίαμβο της νομιμότητας. Εμείς προσπαθήσαμε, αλλά η φωνή μας
πνίγηκε από έναν χορό αλαζονικό και χυδαίο. Και όλα
ξαναμπήκαν μέσα στην υποκρισία του Κανόνα

2018-12-10 12.24.04

ΔΙΧΩΣ ΤΗΝ
VARSOVIENNE

Η τελετή της κηδείας στο Κοιμητήριο
Monumentale του Milano, εκείνη την θλιβερή και ηλιόλουστη μέρα,  υπήρξε η ολοκλήρωση μιας προδοσίας
που θα είχε βαρύνει ‘a futura
memoria’, επάνω στη ζωή και την μοίρα των κινημάτων των χρόνων που έρχονταν.
Εκείνη η τελετή ήταν, για να το πω σωστά,
ανίερη. Ήταν μια προδοσία τα λευκά λουλούδια του
Oberhof επάνω στο φέρετρο, που εμείς κοκκινήσαμε
με τις σημαίες του Potere Operaio
που είχαμε καταφέρει να μπάσουμε στο κοιμητήριο, καντρίλιες της αστυνομίας όπως σε μια σκηνή
της Μαδρίτης του Rossif.
τις είχαμε κρύψει κάτω από μπουφάν και μπλούζες.
Κοκκινήσαμε εκείνο το λευκό με μια ιδέα απλή και θεατρική: όταν περνούσαμε ακολουθώντας την ινδιάνικη γραμμή,
δίπλα απ’ το κενοτάφιο, τραβούσαμε απ’ τα μανίκια του παλτό τα κόκκινα βραχιόλια που φέραμε σε ένδειξη πένθους, και τα πετούσαμε, σαν να ήταν λουλούδια, επάνω σε εκείνα τα κλαδάκια με λευκά λουλούδια του
Oberhof …
Θυμάμαι τους Franco, Marione. Emilio. Livia.
Toni, Paola, Serqio. Lucia. Maiiolino.
Alberto, Marisa, Giaiio, Cecéo, Roberto.
Chiara, Grazia, Claudia, Adriana, Nanni…
Ενώ, στην πόρτα στο παρεκκλήσι της οικογένειας, έβγαζαν λόγο οι επίσημοι ομιλητές
(θυμάμαι τους Maria Antonietta Macciocchi.
Régis Débray, Klaus Wagenbach), εγώ, με ανέβασαν στις πλάτες τους κάποιοι σύντροφοι, φώναξα: «ο σύντροφος Feltrinetti δεν είναι ένα θύμα, μα ένας κομουνιστής που διάλεξε να προδώσει την τάξη των αφεντικών για να γίνει ένας μαχητής του απελευθερωτικού κοινωνικού πολέμου.»
Εκεί Carlo, γύρω από το φέρετρο του πατέρα σου, καταναλώνονταν εκείνη η ρήξη που όλο και περισσότερο θα μας είχε κάνει να αποκλίνουμε από τις μελλούμενες «νεο-κοινοβουλευτικές’ τύχες του μεγαλύτερου μέρους του
‘gauchisme’, της αριστεράς. Εμείς πηγαίναμε προς την δική μας μοίρα, εκείνοι ξεκίνησαν εκεί την δική τους ‘μετατόπιση’ που θα τους είχε μεταφέρει να εισέλθουν στις μύτες των ποδιών τους στους προθαλάμους της εξουσίας

https://www.inventati.org/cope/wp/wp-content/uploads/2016/08/148_OScalzone_Frigidaire95Ottobre1988OTT.pdf