ανατρεπτική τέχνη, arte ribelle

Η αναρχία του Fabrizio De André

του Paolo Lago

Che non ci sono poteri buoni. Il pensiero (anche) anarchico di Fabrizio De André – Δεν υπάρχουν καλές εξουσίες. Η [και] αναρχική σκέψη του Fabrizio De André, που επιμελήθηκε ο Paolo Finzi, ειδικό νούμερο του αναρχικού περιοδικού «A», εκδοτικός οίκος A, Milano, 2019, σελ. 196, € 40,00.

Είκοσι χρόνια πλέον, από τον θάνατο του Fabrizio De André, βιβλία που αφιερώνονται στο έργο του και στη βιογραφία του γεννιούνται σαν μανιτάρια, μια πραγματικά ενοχλητική και μονότονη επανάληψη λέξεων και φωτογραφιών που στοχεύουν στη διερεύνηση κάθε πτυχής της ύπαρξης του γενουάτη τραγουδοποιού. Στον De André υπάρχει κίνδυνος να προκύψει αυτό που συνέβη στον Pasolini ο οποίος, σύμφωνα με μια αποτελεσματική έκφραση που χρησιμοποιήθηκε από έναν μελετητή, έχει μετατραπεί σε ένα είδος «αυγού kinder» της ιταλικής κουλτούρας, υπό την έννοια ότι όλοι αναμένουν να βρουν, εκεί μέσα, την έκπληξη που τους ευχαριστεί περισσότερο, από τους πολιτικούς της δεξιάς μέχρι εκείνους της αριστεράς. Και ο γενουάτης τραγουδοποιός κινδυνεύει να μετατραπεί σε ένα είδος αισθητικής εικόνας που μπορεί να χρησιμοποιηθεί από κάθε πολιτική σημαία, ακόμα και από εκείνες που είναι πιο απομακρυσμένες από την σκέψη του (και το μυαλό τρέχει στις πρόσφατες θετικές παρατηρήσεις, στα όμορφα σχόλια του υπουργού Εσωτερικών). Ωστόσο, έχει κυκλοφορήσει πρόσφατα ένας τόμος που διαφέρει από τα περισσότερα των βιβλίων που αφιερώνονται στην εξέταση των πιο ποικίλων πτυχών του έργου του De André: πρόκειται για μια συλλογή από δοκίμια και συνεντεύξεις που αποσκοπούν στη διερεύνηση της σκέψης του De André από ένα σημείο αμιγώς πολιτικό και κοινωνικό.

Εάν διαβάσουμε το Δεν υπάρχουν καλές εξουσίες. Η [και] αναρχική σκέψη του Fabrizio De André – Che non ci sono poteri buoni. Il pensiero (anche) anarchico di Fabrizio De André, που επιμελήθηκε ο Paolo Finzi, διευθυντής του αναρχικού περιοδικού  «A» – ένα τόμος που αντιπροσωπεύει ακριβώς ένα ιδιαίτερο τεύχος του περιοδικού – συνειδητοποιούμε πόσο δύσκολο είναι να μετατρέψουμε τα τραγούδια του Fabrizio De André σε πολλά «kinder αυγά» που μπορεί να μανουβράρει και να ανοίξει ο καθένας, διότι πίσω από κάθε μεμονωμένη φράση, πίσω από κάθε μεμονωμένη νότα, είναι δυνατό να συναντηθούμε με μια σαφώς καθορισμένη σκέψη υποστηριζόμενη από μια σταθερή ηθική ευθύτητα. Μιλάμε ουσιαστικά για μια ελευθεριακή σκέψη, που στοιχίζεται στην πλευρά των τελευταίων, των περιθωριοποιημένων, αυτών που ουσιαστικά, την εξουσία δεν την έχουν και την αμφισβητούν διαρκώς. Μια σκέψη αναμφισβήτητης αναρχικής προέλευσης: ο De André, παρά την προέλευσή του από μια οικογένεια της ανώτερης μπουρζουαζίας της Γένοβας, έδειξε πάντα, από νεαρή ηλικία, τη συμπάθεια του για την σκέψη και το αναρχικό κίνημα. Με λίγα λόγια, η «σκέψη (και) αναρχική» του De André, όπως δείχνει το βιβλίο που επιμελήθηκε ο Finzi, δεν είναι μια αδιαφόρητη φιλοδοξία για μια ελευθερία ουτοπικής μήτρας, αλλά μάλλον πρόκειται για μια σκέψη υποστηριζόμενη από σταθερές αναγνώσεις αναρχικών μελετητών όπως οι Malatesta, Bakunin, Stirner και από την συναναστροφή αναρχικών αγωνιστών. Το εν λόγω βιβλίο διαφέρει από το σύνολο των άλλων ακριβώς επειδή εξετάζει το έργο και τη ζωή του De André μέσα από το φίλτρο της αναρχίας και της ελευθεριακής σκέψης του τραγουδοποιού: πρόκειται, όπως ήδη αναφέρθηκε, για μια προσέγγιση πολιτικής και κοινωνικής φύσεως.

Ο ίδιος De André, εξάλλου, άρεσε να εισάγει τη λέξη «αναρχία» σε μερικά τραγούδια σε ζωντανή έκδοση, τροποποιώντας το κείμενο. Για παράδειγμα, στο Εάν σε έκοβαν κομμάτια, η λέξη «φαντασία» αντικαθίσταται από την λέξη «αναρχία»: «Και τώρα θα περιμένω αύριο / να έχω νοσταλγία / κυρία ελευθερία, δεσποινίς αναρχία / τόσο πολύτιμη όσο το κρασί όσο το ελεύθερο όσο η θλίψη / με το σύννεφο των αμφιβολιών και της ομορφιάς σου». Ή, στον εύθραυστο Φίλο, στο οποίο η «αναρχία» αντικαθιστά τη λέξη «θα τα ξαναπούμε, γεια σου-arrivederci»: «…Θα μπορούσα να σας ρωτήσω πως λέγεται το σκυλί σας / ο δικός μου είναι εδώ και λίγο καιρό που ονομάζεται Ελεύθερος / Θα μπορούσα να προσλαμβάνω ένα κανίβαλο την ημέρα / για να με διδάσκει την απόσταση μου από τα αστέρια / θα μπορούσα να διασχίζω λίτρα και λίτρα κοραλλιών / για να φθάσω ένα μέρος που να ονομάζεται Αναρχία….». Και, κάτω από τις κόκκινες-μαύρες σημαίες της αναρχίας, τελέστηκαν επίσης αρκετές συναυλίες του De André: μία στη Carrara το 1982, μία στη Napoli το 1991 (υπέρ της »Umanità nova-νέας Ανθρωπότητας» και του »Arivista») αλλά επίσης, πολύ λιγότερο γνωστές, μια στο Rimini το 1975 και μια στη Bologna το 1976.

Στην αρχή του βιβλίου (το οποίο παίρνει τον τίτλο του από ένα στίχο του «In the hour of my freedom-Στην ώρα της ελευθερίας μου», ένα τραγούδι από την Ιστορία ενός υπαλλήλου, ένα concept album του 1973) συναντάμε μια ενδιαφέρουσα συνέντευξη στον De André του 1993, όπου ο τραγουδοποιός μιλά για την προδιάθεση του για κάθε τύπο ελευθεριακού περιβάλλοντος, είτε αυτό εκπροσωπούνταν από τα carruggi [1] της Γένοβας είτε από την ύπαιθρο της Σαρδηνίας, και αυτή η προδιάθεση ωρίμασε και χάρη σε «κουβέντες με ανθρώπους που πίστευαν ανοιχτά στην αναρχία». Και μετά, για την ελευθεριακή φλέβα του συγγραφέα, η ανακάλυψη του George Brassens, του οποίου ο De André μετέφρασε επίσης μερικά τραγούδια, ήταν θεμελιώδης: «Και ο Brassens ήταν επίσης ελευθεριακός, τα τραγούδια του έσκαβαν μέσα στο κοινωνικό. Ο Brassens δεν υπήρξε μόνο ένας δάσκαλος από εκπαιδευτική άποψη, για εκείνο που μπορεί να είναι η τεχνική για την παραγωγή ενός τραγουδιού, ήταν επίσης δάσκαλος της σκέψης και της ζωής. Μου έμαθε για παράδειγμα να αφήνω τους κλέφτες μήλων να τρέχουν, όπως έλεγε αυτός. Μου δίδαξε τελικά ότι την λογική και την αυθεντική κοινωνική συνύπαρξη την βρίσκουμε περισσότερο σε εκείνο το ταπεινωμένο και περιθωριοποιημένο κομμάτι της κοινωνίας μας παρά ανάμεσα στους ισχυρούς».

Όπως αναφέρει ο Paolo Finzi σε μεταγενέστερη συνέντευξή του στον Renzo Sabatini, «η εξαιρετική ανθρώπινη και πολιτισμική του ευαισθησία απέναντι στους πιο »άτυχους» ανθρώπους περιέχει »και τον αναρχισμό του». Σύμφωνα με τον Finzi, «ο Fabrizio δεν περιορίζεται να φέρνει στο φως» τα περιθωριοποιημένα κοινωνικά στρώματα, »αλλά μοιάζει να υποδεικνύει την πορεία της συγκεκριμένης επιβεβαίωσης της αξιοπρέπειάς τους σε αντίθεση με την εξουσία».

Ο σημαντικότερος πυρήνας του τόμου αποτελείται όντως από μια σειρά ραδιοφωνικών συνεντεύξεων που πραγματοποιήθηκαν από το 2005 έως το 2006 από τον Renzo Sabatini, που τότε κατοικούσε στην Αυστραλία και στη συνέχεια δημοσιεύθηκαν στο περιοδικό «Α» από το 2012 έως το 2014. Οι συνεντευξιαζόμενοι είναι όλοι οι χαρακτήρες που, με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, περιστρέφονται ή περιστράφηκαν γύρω από την φιγούρα του De André: μουσικοί, συγγραφείς, αγωνιστές των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Κάθε συνέντευξη ασχολείται με ένα θέμα που συνδέεται με την ελευθεριακή σκέψη του Fabrizio, αγκαλιάζοντας διάφορες θεματικές που σχετίζονται με φιγούρες της περιθωριοποίησης, από κρατούμενους σε πόρνες και τρανσεξουαλικούς, από μετανάστες σε ρομά και τοξικομανείς. Για παράδειγμα, για να εστιαστεί η φιγούρα της γυναίκας στα τραγούδια του τραγουδοποιού, λαμβάνονται συνεντεύξεις από την Carla Corso, ιδρυτή της Επιτροπής για τα Δικαιώματα των ιερόδουλων, και την Gabriella Gagliardo, στρατευμένης για τα δικαιώματα των γυναικών, κυρίως στο Αφγανιστάν. Σύμφωνα με αυτή την τελευταία, εάν σε πολλά τραγούδια, «το αρσενικό, ιδωμένο με έναν πολεμοχαρή τρόπο, επιθετικό, καταχρηστικό, καταγγέλλεται αναμφισβήτητα», στο Θα έρθουν να σε ρωτήσουν για την αγάπη μας, που βρίσκεται στην Ιστορία ενός υπαλλήλου, ο στίχος «θα συνεχίσω να σε κάνω να επιλέγεις ή επιτέλους θα διαλέξεις;» υποδηλώνει ένα είδος συνειδητοποίησης του εαυτού και της ζωής από την πλευρά του θηλυκού χαρακτήρα του τραγουδιού, την δυνατότητα να βγει επιτέλους από τον μύθο (μέσα στον οποίον είναι τυλιγμένες πολλές άλλες γυναικείες φιγούρες του De André από την Nancy στη Marinella) και να εισέλθουν στην ιστορία διαμέσου μιας χειρονομίας που διεκδικεί μια αυτονομία λήψης αποφάσεων.

Μεταξύ των ερωτηθέντων υπάρχουν και πρώην κρατούμενοι οι οποίοι, στη φυλακή του San Vittore, συμμετείχαν στην «παραβατική Oμάδα», μια ομάδα προβληματισμού που εμπλέκει τους κρατούμενους για να τους βοηθήσει στο ανθρώπινο ταξίδι τους και, μέσα σε αυτό, θεμελιώδους σπουδαιότητας ήταν τα τραγούδια του De André, που οδηγούσαν στο να αναλογιστούν επάνω στις αμέτρητες πράξεις ανθρωπιάς (και, μιλώντας για τη φυλακή, ο συγγραφέας αυτής της ανασκόπησης μπορεί να θυμάται με ευχαρίστηση, στο τέλος ενός χρόνου διδακτικής εμπειρίας στη φυλακή, να έχει παίξει με την κιθάρα, μαζί με τους κρατούμενους μαθητές του, τραγούδια όπως Don Raffaè και Στην ώρα της ελευθερίας μου, στο οποίο μπορούμε να ακούσουμε το στίχο: «Να αναπνέω τον ίδιο αέρα / με έναν φύλακα δεν μου κάθεται καλά».

Ένα άλλο σημαντικό θέμα που εξετάζεται είναι ο αντιμιλιταρισμός και ο παραλογισμός των πολέμων, θεματικές που δίδονται παραδειγματικά κυρίως από Τον πόλεμο του Piero και το Fiume Sand Creek, αφιερωμένο, αυτό το τελευταίο, στην εξόντωση των Cheyenne από τον συνταγματάρχη Chivington. Ένα άλλο θέμα αγγίζει την προσοχή που αφιερώνεται από τον De André στον λαό των ρομά, έναν λαό που – έλεγε – θα άξιζε το βραβείο Νόμπελ για την ειρήνη καθώς γυρίζει την Ευρώπη για δύο χιλιάδες χρόνια χωρίς ποτέ να έχει προκαλέσει έναν πόλεμο. Σύμφωνα με τον Santino “Alexian” Spinelli, rom από το Αμπρούτσο, ερευνητή της γλωσσολογίας και μουσικολογίας, καθηγητή του πολιτισμού των Ρομά στο Πανεπιστήμιο της Τεργέστης, με το τραγούδι Khorakhané, που βρίσκεται στο Anime salve (1996), ο De André κατανόησε άριστα την ευαισθησία των Ρομά, θεωρώντας τους επιπλέον φορείς αξιών, σε αντίθεση με την κοινή χυδαιότητα μέσα στην κοινωνία, η οποία τους θεωρεί φορείς προβλημάτων.

Στις συνεντεύξεις αντιμετωπίζεται επίσης και ένα θέμα καυτής επικαιρότητας όπως η μετανάστευση: ο Amara Lakhous, ένας αλγερινός συγγραφέας που ζει στην Ιταλία και αναγκάστηκε να αντιμετωπίσει όλες τις κακουχίες τις δυσκολίες και τα δεινά των μεταναστών, δηλώνει ότι ο De André, σε μια στιγμή που βλέπει να αντιπαρατίθενται βάναυσα το Ισλάμ και η Δύση, «είναι ένας εξαιρετικός μάρτυρας που μας θυμίζει ότι υπάρχουν κοινά σημεία, υπάρχει μια κοινή ιστορία», μαζί με μια διαφορετικότητα που μετατρέπεται σε πλούτο (σε σχέση πάνω απ’ όλα με τους αραβικούς και ανατολικούς ήχους που υπάρχουν στο άλμπουμ Creuza de mä). Και, όσον αφορά τη μετανάστευση, ο συνεντευκτής Renzo Sabatini θυμάται μια φράση του De André επάνω στο γεγονός ότι, σήμερα, οι άνθρωποι αξίζουν λιγότερο από τα νομίσματα: εάν η χρηματαγορά είναι ελεύθερη, οι άνθρωποι αντιθέτως όχι, »σε κάθε σημείο επιβίβασης πρέπει να διασχίσουν ωκεανούς από σφραγισμένα χαρτιά».

Τέλος, ένα θέμα που συχνά επιστρέφει στις συνεντεύξεις είναι η η αντιστοιχία μεταξύ της Σαρδηνίας και των ιθαγενών αμερικανικών λαών (μια αντιστοιχία που εφαρμόστηκε από τον ίδιο τον τραγουδοποιό στο άλμπουμ που μετονομάστηκε σε L’indiano, του 1981 και, επιπλέον, πρέπει να θυμόμαστε ότι ο De André έγραψε πολλά τραγούδια στην διάλεκτο της Σαρδηνίας, ειδικά στην παραλλαγή της gallurese): λίγο όπως οι ινδιάνοι, οι οποίοι έχουν περιθωριοποιηθεί και κλείστηκαν στις riserve [2]από τους ευρωπαίους εισβολείς, έτσι οι φτωχότεροι σάρδοι έχουν εκμεταλλευτεί από τους πλούσιους που προέρχονται από την ήπειρο. Και, θύμα μιας απαγωγής μαζί με τη γυναίκα του Dori Ghezzi στο αγρόκτημα τους στη Σαρδηνία, το 1979, ο τραγουδοποιός συγχώρησε τους απαγωγείς του επειδή αντιπροσώπευαν μόνο τα «εργατικά χέρια» του εγκλήματος, αναγκασμένοι να καθίστανται εκτός νόμου από την αναγκαιότητα, από την εκμετάλλευση εντολέων πλούσιων και αδίστακτων. Για άλλη μια φορά, ο αναρχικός και ελευθεριακός De André στάθηκε στην πλευρά των περιθωριοποιημένων, των χαμένων, των «θυμάτων αυτού του κόσμου», όπως έγραψε στην Παλιά Πόλη, La città vecchia, χαρίζοντας τους μια βαθιά αξιοπρέπεια ενάντια στις δυναμικές όλων των εξουσιών.

[1]. carruggio: Στενός δρόμος της πόλης ανάμεσα σε ψηλά κτίρια, χαρακτηριστικός των πόλεων της Λιγουρίας

[2]. riserva: Μια ινδιάνικη riserva δεν είναι τίποτα περισσότερο από μια κατά το μάλλον ή ήττον μεγάλη έκταση γης στην οποία η δικαιοδοσία της ομοσπονδιακής κυβέρνησης των Ηνωμένων Πολιτειών και του Καναδά είναι κατά κάποιο τρόπο περιορισμένη όπου ζουν οι αυτόχθονες φυλές

μεγαλείο χαρακτήρα!, grandezza carattere !

μιλά ο Salvatore Ricciardi στην κατάληψη Terra Incognita

Per Comp greci για τους έλληνες Συντρόφους

= ΜΕΤΑ ΤΟΝ ΠΟΛΕΜΟ –

Γεννήθηκα και μεγάλωσα στις γειτονιές της Ρώμης που εκείνη την εποχή ήταν πολύ πολιτικοποιημένες και αριστερές: Garbatella και Testaccio, έγιναν σήμερα γειτονιές μικρής- μεσαίας αστικής τάξης και ψυχαγωγίας. Η γέννησή μου συνέπεσε με την αρχή εκείνης της σφαγής στην οποία το καθεστώς έριξε τη χώρα, τον 2ο παγκόσμιο πόλεμο. Ένας πόλεμος, πέρα από μια μεγάλη σφαγή, είναι επίσης μια θύελλα κοινωνικής κινητικότητας. Φτωχοποιεί κάποιους και πλουτίζει άλλους. Όσοι πλουτίζουν είναι οι πιο έξυπνοι, εκείνοι που δεν έχουν ενδοιασμούς, αυτοί που είναι διατεθειμένοι να κλέψουν από τους νεκρούς, να εκμεταλλευτούν την πείνα και τη δυστυχία των άλλων. Μετά από κάθε πόλεμο εμφανίζονται τα χειρότερα στοιχεία της ανθρωπότητας, εκείνοι που γίνονται η νέα άρχουσα τάξη χρήσιμη στην διατήρηση της καπιταλιστικής τάξης.

Στις γειτονιές ήταν συνεχείς οι βίαιες επιθέσεις από ιδιοκτήτες κτιρίων (επιχειρηματίες εργολάβοι) οι οποίοι, σε συνεργασία με τους διοικητικούς διαχειριστές της πόλης, έκλεβαν εκείνο τον λίγο πράσινο και ελεύθερο χώρο που υπήρχε.

Η παραμορφωμένη ανάπτυξη της δεύτερης μεταπολεμικής περιόδου προκάλεσε μια μαζική μετανάστευση στη δεκαετία του ’51 -61: ο Νότος παρουσίαζε ένα αρνητικό δημογραφικό ισοζύγιο 1.700.000 μονάδων. Ο πληθυσμός στο νότο μειώνονταν. Ταυτόχρονα, η πόλη του Τορίνο αύξανε τον πληθυσμό της κατά 50% και η Fiat πολλαπλασίαζε τους υπαλλήλους της από 50.000 στη δεκαετία του ’50 σε 128.000 το 1968, σε 140.000 το ’69. Στη δεκαετία μεταξύ του ’52 και του ’62, περίπου 15.000.000 ιταλοί, περίπου το ένα τρίτο του πληθυσμού, άλλαξαν διαμονή. Ποτέ δεν υπήρξε, μια τόσο μεγάλη κινητικότητα, στη χώρα.

= ΞΑΝΑΡΧΙΖΕΙ Η ΑΝΤΑΓΩΝΙΣΤΙΚΗ ΣΥΓΚΡΟΥΣΗ –

Η δεκαετία του ’50 υπήρξαν χρόνια σκληρής κυβερνητικής καταπίεσης και από τους εργοδότες, η κυβέρνηση ήθελε να εξαλείψει την ταξική σύγκρουση, χτυπώντας τα αριστερά συνδικάτα (Cgil), τo KKI- PCI και το ΣΚΙ-PSI με κάθε δυνατό τρόπο.

Η πρώτη διαδήλωση στην οποία πήρα μέρος τους πρώτους μήνες των χρόνων Εξήντα ήταν κατά της κυβέρνησης Tambroni, όταν οι Χριστιανοδημοκράτες (DC) προσπάθησαν να «ανοιχτούν προς τα δεξιά», τους φασίστες και τους μοναρχικούς.

Πιθανότατα αυτά ήταν τα χαρτιά που έριχνε στο τραπέζι η DC για να πείσει τους σοσιαλιστές να εισέλθουν στον κυβερνητικό χώρο (κεντροαριστερή υπόθεση) τηρώντας ορισμένες προϋποθέσεις: βοήθεια στις επιχειρήσεις, πολιτικές στενότητας για τους προλετάριους και πίστη στον ατλαντισμό, διαφορετικά ήταν έτοιμη η συμμαχία με τους φασίστες και τους μοναρχικούς. Ίσως υπήρχε και το χεράκι του Βατικανού και του Λευκού Οίκου.

Ο Tambroni παρουσιάζεται στην βουλή για να εγκαταστήσει μια μειοψηφική κυβέρνηση με μόνη την DC, αλλά αποκτά τις ψήφους του Msi (κατά γενική ομολογία πρώην φασίστες). Ένταση στη χώρα, και οι φασίστες θέλουν να την καβαλήσουν διοργανώνοντας το συνέδριο του κόμματος στη Γένοβα, χρυσό μετάλλιο της αντίστασης, κόκκινη και εργατική πόλη. Το εργατικό Κέντρο καλεί σε απεργία και πορεία στις 30 ιουνίου η οποία ολοκληρώνεται με συγκρούσεις μεταξύ διαδηλωτών και αστυνομίας, με αυτή την τελευταία να τα βρίσκει σκούρα και τον διοικητή των ομάδων ταχείας επέμβασης-celere (ομάδες αστυνομικών που εκπαιδεύονται να εφορμούν στις διαδηλώσεις) να καταλήγει, heheheh, μέσα στα νερά του συντριβανιού της Piazza De Ferrari. Το Msi αναγκάζεται να ακυρώσει το συνέδριο.

Οι συγκρούσεις συνεχίζονται σε ολόκληρη τη χώρα ενάντια στην κυβέρνηση Tambroni. Στις 6 ιουλίου στη Ρώμη συγκρούσεις μεταξύ διαδηλωτών και αστυνομίας η οποία μάλιστα επιτίθεται στην κεφαλή της πορείας που σχηματίστηκε από παρασημοφορημένους παρτιζάνους, την προηγούμενη ημέρα, στις 5 ιουλίου, η αστυνομία πυροβολεί στην Licata (Σικελία) και σκοτώνει τον Vincenzo Napoli, 25 χρόνων, τραυματίζοντας σοβαρά άλλους είκοσι τέσσερις διαδηλωτές. Στις 7 Ιουλίου, στο Reggio Emilia, η αστυνομία πυροβολεί και σκοτώνει 5 διαδηλωτές: τον Afro Tondelli (35χρονο εργάτη παρτιζάνο της 76° Sap), τον Lauro Farioli, 22 χρόνων, τον Marino Serri, 41 χρόνων [παρτιζάνο της 76ης Ταξιαρχίας], τον Ovidio Franchi (έναν 19χρονο εργάτη), τον Emilio Reverberi (39 ετών, εργάτη, είχε απολυθεί επειδή ήταν κομμουνιστής το 1951 από τις Officine Meccaniche Reggiane, παρτιζάνος στην 144η Ταξιαρχία).

Στο Palermo η αστυνομία πυροβολεί και σκοτώνει 4 άτομα, 40 τραυματίστηκαν, 300 προσήχθησαν: τον Francesco Vella (42 ετών, μάστορα οικοδόμο και οργανωτή των οικοδομικών συνδικάτων την ώρα που βοηθούσε ένα νεαρό), τον Giuseppe Malleo (16 ετών, οικοδόμο μαθητευόμενο, στρατευμένο στην κομμουνιστική νεολαία, πέθανε στις 29 δεκεμβρίου. Σκοτώνεται επίσης ο Andrea Gangitano, άνεργος 18χρονος χειρωνάκτης. Την Rosa Barbera 53 χρόνων βρίσκει μια σφαίρα την ώρα που έκλεινε τα παραθυρόφυλλα. Οι τραυματίες από πυροβόλα όπλα είναι 40. Στην Catania, ο Salvatore Novembre, 19 χρόνων, άνεργος, σφαγιάζεται από χτυπήματα γκλομπ στην πλατεία Stesicoro. Καταρρέει αιμόφυρτος στη γη. Ενώ χάνει τις αισθήσεις του ένας αστυνομικός τον πυροβολεί επανειλημμένα, σκόπιμα. Ένα, δύο, τρία χτυπήματα τον μακελεύουν, μέχρι το σημείο να καταστεί αγνώριστος. Η αστυνομία εμποδίζει, με τα αυτόματα στα χέρια, όλους εκείνους που θέλουν να βοηθήσουν τον νεαρό ο οποίος, καθώς το αίμα απλώνεται επάνω στο πεζοδρόμιο, σβήνει αργά.

Κόστισε 11 νεκρούς, δεκάδες και δεκάδες τραυματιών, εκατοντάδες συλλήψεων αυτή η μανούβρα της Dc.

= PIAZZA STATUTO 1962  –

Τα υψηλότερα σημεία της επανάληψης της ταξικής σύγκρουσης έλαβαν χώρα στο Τορίνο τον ιούνιο του 1962 με 24ωρη εθνική απεργία που κήρυξαν τα τρία συνδικάτα Fiom, Fim, Uilm. Μετά από σχεδόν εννέα χρόνια εκφοβισμού του Valletta (προέδρου Fiat), οι εργάτες της Fiat «έσπασαν τον πάγο», όπως λένε εδώ, και κατέβηκαν σε απεργία με όλους τους άλλους μεταλλουργούς. Μεταρρυθμίζεται το εργατικό μέτωπο; Μεταρρυθμίζεται η εργατική ενότητα; Είναι μοναχά ανταρσία ή είναι και συνειδητοποίηση; Ο Valletta κλείνει τη Fiat για 48 ώρες στις 25 ιουνίου. Πρόκειται για ένα  lockout. O Valletta έχει καταλάβει ότι πρέπει να διακόψει την εργατική ανάκαμψη, πρέπει να ηρεμήσει την κατάσταση. Το κατάλαβε αυτό νωρίτερα και καλύτερα από το PCI και την Cgil. 26 ιουνίου, τώρα τα νέα είναι σαφέστερα: η Fiat έχει κλείσει και θα πληρώσει μόνο το έκτακτο των 27.000 λιρετών σε όλους. «Οι Agnelli και Valletta αποδρούν μπροστά στον αγώνα των εργατών», γράφει ένα άρθρο της «Unita». 27 ιουνίου, μια άλλη ημέρα απεργίας και πικετοφοριών μπροστά στη Fiat, στα μεσαία και μικρά εργοστάσια.

Στις 7 ιουλίου, η Fiom και η Fim κηρύττουν απεργία όλων των μεταλλουργών του Τορίνο. Έξω από το Mirafiori και τα άλλα εργοστάσια σημειώθηκαν βίαιες συγκρούσεις μετά τις πικετοφορίες, οι εργάτες μπλοκάρουν τις εισόδους, αναποδογύρισαν αυτοκίνητα και χτύπησαν μερικά ηγετικά στελέχη της διοίκησης χωρίς η αστυνομία να καταφέρει να ελέγξει την κατάσταση. Στη διάρκεια του πρωινού υπήρξε η φήμη ότι η Uil και η Sida, το «κίτρινο» εργοδοτικό συνδικάτο, είχαν φτάσει σε ξεχωριστή συμφωνία με τη διοίκηση της Fiat. Μετά από αυτό 7000 εργάτες, σε απόγνωση από αυτήν την είδηση, συγκεντρώθηκαν το απόγευμα στην πλατεία Statuto μπροστά στην έδρα της Uil. Για δύο ημέρες εκείνη η πλατεία υπήρξε θέατρο μιας εκπληκτικής σειράς συγκρούσεων μεταξύ διαδηλωτών και αστυνομίας: η πρώτοι, οπλισμένοι με σφεντόνες, ραβδιά και αλυσίδες. Βιτρίνες και παράθυρα σπασμένα, στοιχειώδη οδοφράγματα, τα κορδόνια της αστυνομίας δέχονται επανειλημμένες επιθέσεις, οι αστυνομικοί απαντούν εφορμώντας στα πλήθη με τα τζιπ, πνίγοντας την πλατεία με δακρυγόνα και χτυπώντας τους διαδηλωτές με τα κοντάκια των τουφεκιών. Οι συγκρούσεις παρατείνονται μέχρι αργά το βράδυ τόσο σάββατο 7 όσο δευτέρα 9 ιουλίου 1962. Χίλιοι διαδηλωτές συλλαμβάνονται από την αστυνομία και πολλοί μηνύονται.Οι εφημερίδες και ιδιαίτερα η «La Stampa» (εφημερίδα του Τορίνο) ξεσπούν ενάντια στους διαδηλωτές.

Τα συνδικάτα, το Psi και τo Pci, όλοι συμφώνησαν ότι οι συγκρούσεις υπήρξαν το αποτέλεσμα της δράσης «προβοκατόρων». Ο Diego Novelli, ο μελλοντικός κομμουνιστής δήμαρχος του Τορίνο, δήλωσε ότι πολλοί νεαροί είχαν λάβει 1500 λιρέτες και τσιγάρα για να δημιουργήσουν ταραχές στην πλατεία. Ωστόσο, όταν έφτασε η ημέρα της δίκης, ήταν δύσκολη η αποφυγή της ανησυχητικής αλήθειας: η συντριπτική πλειοψηφία όσων συμμετείχαν στις ταραχές της piazza Statuto ήταν νεαροί εργάτες, εκ των οποίων τουλάχιστον οι μισοί ήταν νότιοι.       [Dario Lanzardo, La rivolta di Piazza Statuto- η εξέγερση της Πλατείας Statuto, 1979]

*Τα παιδιά του ιουλίου ’60 έφεραν το θυμό τους μέχρι μέσα στις θέσεις εργασίας τους, τώρα, το ’62, η ίδια γενιά έφερνε τον θυμό από το εργοστάσιο στους δρόμους. Ένα χρόνο αργότερα, τον οκτώβριο του ’63, η τάξη και η παραγωγή της Fiat ανατράπηκε από τις απεργίες των «αγριόγατων» – a «gatto selvaggio».

 

= Το πολιτικό σημείο αναφοράς μου υπήρξε η ομάδα και το περιοδικό «Quaderni Rossi» (Q.R.). που ιδρύθηκε το 1961, σύντροφοι και συντρόφισσες προερχόμενες από πολλές οργανώσεις (Cgil, Psi, Pci) και διάφορους άλλους χώρους προσχώρησαν σε αυτήν. Το ενδιαφέρον που τους ένωνε αφορούσε την ανάλυση της ταξικής πάλης στο εργοστάσιο και της καπιταλιστικής οργάνωσης της εργασίας, καθώς και ο επείγον χαρακτήρας του προβληματισμού σχετικά με τα κρίσιμα ζητήματα του μαρξισμού, τα οποία μέχρι τότε παρέμεναν βαλσαμωμένα από τις μοσχοβίτικες προσεγγίσεις που έδιδαν προτεραιότητα στη βιομηχανική πρόοδο και την τεχνολογική ανάπτυξη. Αλλά η εργατική ανάκαμψη με τους αγώνες των αρχών της δεκαετίας του ’60 έδειχνε την δυσανεξία των εργαζομένων σε αυτά τα δόγματα. Ήταν ζήτημα διερεύνησης των μορφών καπιταλιστικής κυριαρχίας επί του εργατικού δυναμικού (ο Panzieri, ο κορυφαίος θεωρητικός του Q.R. την χαρακτηρίζει: » δεσποτισμό του κεφαλαίου»). Οι αναλύσεις παράγουν μεγαλύτερη σαφήνεια για το στάδιο της καπιταλιστικής ανάπτυξης: το κεφάλαιο υποβάλλει την «τεχνολογική ορθολογικότητα» στα δικά του συμφέροντα για να ενισχύσει την κυριαρχία του σε βάρος της εργατικής δύναμης που μειώνεται όλο και περισσότερο σε δουλεία. Από εδώ, ξεκινά η προσπάθεια συνάντησης με την εργατική υποκειμενικότητα. Η εργατική έρευνα είναι το χρήσιμο εργαλείο για αυτή τη συνάντηση, σκοπός της οποίας είναι να εξακριβωθεί το πραγματικό επίπεδο συνείδησης των εργαζομένων. Συνεπώς, πρέπει να διεξάγεται με την ενεργό συμμετοχή των εργαζομένων ( συνέρευνα-conricerca) για τον προσδιορισμό των στόχων της πολιτικής παρέμβασης. Ο στόχος είναι να επιτευχθεί ο εργατικός έλεγχος στο σύνολο της παραγωγικής διαδικασίας, είναι επομένως απαραίτητο να δημιουργηθούν τα εργατικά εργαλεία για την άσκηση αυτού του ελέγχου και είναι αμέσως σαφές ότι το συνδικάτο δεν είναι κατάλληλο για το έργο αυτό. Από την γέννηση του το συνδικάτο θεωρεί τη δομή του πάγιου κεφαλαίου ως «αντικειμενική» και «ορθολογική», αφιερώνεται να διορθώσει τις στρεβλώσεις και τις αδυναμίες του κεφαλαίου, πιέζοντας την κυβέρνηση να κατευθύνει τις επενδύσεις για να ανταμείψει τα υψηλότερα επίπεδα καπιταλιστικής ορθολογικότητας.

= Για τον Panzieri το καθήκον της επαναστατικής οργάνωσης είναι να επεξεργαστεί τη σοσιαλιστική στρατηγική, προϋπόθεση της οποίας είναι η εργατική απόρριψη της μισθωτής εργασίας την οποίαν αρχίζουν να ασκούν πρακτικά τομείς της εργατικής τάξης, επινοώντας νέες μορφές αγώνα. Το καθήκον της οργάνωσης είναι να υποδείξει τις νέες κομμουνιστικές αξίες για τη μετατροπή της εργατικής συνείδησης. Μια διαδικασία μετασχηματισμού που δεν μπορεί να οριστεί εκ των προτέρων από την οργάνωση αλλά καθορίζεται από το επίπεδο του κεφαλαίου και της εργατικής τάξης.

“Το επίπεδο της τάξης εκφράζεται όχι ως πρόοδος αλλά ως ρήξη, όχι ως «αποκάλυψη» της μασκαρεμένης ορθολογικότητας που είναι εγγενής στην παραγωγική διαδικασία, αλλά ως χτίσιμο μιας ριζικά νέας ορθολογικότητας και αντίθετης προς την ορθολογικότητα που ασκείται από τον καπιταλισμό”.

[Raniero Panzieri, Sull’uso capitalistico delle macchine – Περί της καπιταλιστικής χρήσης των μηχανών 1961]

 

«Οι συνδικαλιστικές μάχες του ’62 και τα γεγονότα στην piazza Statuto έδειξαν ότι τα όνειρα μιας αρμονικής κοινωνικής ανάπτυξης που παράγεται από το «οικονομικό θαύμα» ήταν λαθεμένα. Αν από τη μία πλευρά η «έκρηξη» (επιταχυνόμενη καπιταλιστική ανάπτυξη) ευνοούσε έναν μεγαλύτερο ατομικισμό και διευκόλυνε την αφομοίωση από πλευράς του προλεταριάτου των κυρίαρχων αστικών αξιών, από την άλλη ήταν η αιτία της συνάντησης των νότιων νεαρών με τους βόρειους εργάτες και την παράδοση της Αντίστασης. Αυτή η συνάντηση είχε εκρηκτικές συνέπειες, και έδειξε πως οι ανατρεπτικές παρορμήσεις των ιταλικών λαϊκών τάξεων ήταν μακράν από το να έχουν εξαφανιστεί». [Paul Ginsborg, Storia d’Italia dal dopoguerra a oggi – Ιστορία της Ιταλίας από μετά τον πόλεμο μέχρι σήμερα 2006]

 

= Η πρόσβαση-προσέγγιση των αναλύσεων εκείνης της περιόδου θα εξαπλωθεί παντού και θα αφορά σημαντικά ζητήματα όπως τη ΜΗ ΟΥΔΕΤΕΡΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΤΕΧΝΙΚΗΣ ΚΑΙ ΤΗΣ ΕΠΙΣΤΗΜΗΣ – στην πράξη αυτό σήμαινε ότι δεν ήταν δυνατόν να πάρουμε τα καπιταλιστικά εργοστάσια και, γενικότερα, την παραγωγή έτσι όπως είναι, και να κάνουμε όλο αυτό εργαλείο για την ευημερία όλων και για ένα άλλο κοινωνικό μοντέλο. Το εργοστάσιο, η τεχνολογία, οι μηχανές, η επιστήμη είναι λειτουργικές για να παράγουν κέρδη και εξουσία για τους κυρίους-τα αφεντικά και εργατική δουλεία. ΄Έτσι και το σχολείο και η έρευνα. Όλα θα πρέπει να μετατραπούν ριζικά.

Μια ανάλυση που θέτει στο κέντρο της ταξικής σύγκρουσης την παραγωγή που πρέπει να μετασχηματιστεί, δηλαδή την καρδιά του καπιταλισμού, πολύ περισσότερο από τη διανομή. Δεν έχει κανένα νόημα να συνεχίζουμε να παράγουμε όπλα, δηλητήρια και εργαλεία θανάτου και καταστροφής και στη συνέχεια να κατανείμουμε τα κέρδη πιο ομοιόμορφα μεταξύ των τάξεων. Αυτό σημαίνει αποδοχή υποταγής στο κεφάλαιο. Αυτή ήταν η λογική των ρεφορμιστικών κομμάτων.

 

= Η άλλη προσέγγιση είναι η ΚΡΙΤΙΚΗ ΣΤΟ ΣΥΝΔΙΚΑΤΟ μιας και αυτό θεωρεί την καπιταλιστική δομή ένα αντικειμενικό γεγονός, μέσα στο οποίο θα πρέπει να επιτύχει έναν καλύτερο ρόλο, μια καλύτερη κατάσταση εργασίας. Και επίσης κριτική για την ακινησία των συνδικάτων και την λήψη αποφάσεων από την κορυφή προς τα κάτω. Οι εσωτερικές Επιτροπές, οι οποίες κατέστησαν «parlamentini-πολιτικοί οργανισμοί μειωμένης σημασίας» των διαφόρων συνδικαλιστικών οργανώσεων, κρίνονταν ανεπαρκείς. Προτείναμε φιγούρες αντιπροσώπων παρόμοιες με τον «shop-stewart», τον «εκπρόσωπο της μονάδας» των αγγλικών εργοστασίων, αλλά με ευρύτερες, πιο πολιτικές εξουσίες. Ένας «εκπρόσωπος της μονάδας»- «delegato di reparto» που εκλέγεται απευθείας από τους εγγεγραμμένους και μη εγγεγραμμένους εργαζόμενους, «όλοι ψηφοφόροι και όλοι επιλέξιμοι», ο οποίος γίνονταν κομιστής των απαιτήσεων της βάσης όχι μόνο για τα προβλήματα της μονάδας, αλλά για όλα εκείνα του εργοστασίου, της κατηγορίας της εταιρείας και της κοινωνίας ως σύνολο, τόσο σε εσωτερικό όσο και σε διεθνές επίπεδο. Σε πολλά εργοστάσια οι αντιπρόσωποι εξαπλώθηκαν και οδήγησαν σε μια μεγάλη στράτευση-δέσμευση τομέων της τάξης και για την υποστήριξη στους αντιιμπεριαλιστικούς αγώνες.

 

*Εγώ μόλις τελείωσα τα 5 χρόνια στο βιομηχανικό τεχνικό Ινστιτούτο βρήκα εργασία σε ένα εργοτάξιο μιας μεγάλης εταιρείας που έχτιζε βιομηχανικά κτίρια. Εκείνα τα χρόνια, μόλις τελειώναμε το σχολείο πηγαίναμε αμέσως να δουλέψουμε. Στις εργοτάξιο εργαζόμασταν από δευτέρα έως σάββατο, και επίσης την κυριακή το πρωί. Έμεινα εκεί λίγο παραπάνω από δύο χρόνια και εκεί γνωρίστηκα με τις πρώτες μορφές εργατικού αγώνα, την απεργία και την πικετοφορία. Άφησα το εργοτάξιο για να πάω να δουλέψω στους Σιδηροδρόμους του κράτους, ένα πολύ πολιτικοποιημένο περιβάλλον συντρόφων και εκεί ασκούσα συνδικαλιστική και πολιτική δραστηριότητα. Το καλοκαίρι του ’71, με την αριστερή πτέρυγα της Cgil, πραγματοποιήσαμε συνελεύσεις σιδηροδρομικών για να ξεκινήσουμε μια μάχη σχετικά με το ωράριο εργασίας και την ασφάλεια στο χώρο εργασίας. Το συνδικάτο στάθηκε αντίθετο, έτσι δημιουργήσαμε την Cub [επιτροπή βάσης] των σιδηροδρομικών της Roma Termini, η οποία επεκτάθηκε αμέσως στις άλλες σιδηροδρομικές εγκαταστάσεις της Ρώμης και έγινε η Cub των σιδηροδρομικών της Ρώμης, αποκτώντας σημασία και χώρο στις εφημερίδες λόγω της απεργίας 48 ωρών που καλέστηκε από την Cub ξεκινώντας από τις 9 μ.μ. της 7ης αυγούστου. Η απεργία πέτυχε παρά την, αποτυχημένη, προσπάθεια να οργανωθεί απεργοσπαστισμός από τα λεγόμενα ενωσιακά συνδικάτα. Η γέννηση ενός σώματος «αυτοοργανωμένου» όπως η Cub, διεγείρει στην ρωμαϊκή πραγματικότητα τον σχηματισμό οργανισμών «αυτοοργανωμένων» σε εργατικές δομές όπως Νοσοκομειακών (Policlicico Umberto I), Enel [ενέργεια], Sip (τηλέφωνο), ρωμαϊκά Αεροδρόμια και πολλές άλλες ακόμη και στις γειτονιές.

= ΔΙΕΘΝΙΣΜΟΣ – Η δεκαετία του 1960 ήταν γεμάτη αντιαποικιακούς αγώνες για εθνική απελευθέρωση – Κούβα 1958 – Αλγερία το 1962 και μεγάλο μέρος της Αφρικής, της Ασίας και της Λατινικής Αμερικής.

Εκείνα τα χρόνια, οι εκμεταλλευόμενοι στις βιομηχανικές χώρες και οι καταπιεσμένοι από τις αποικισμένες περιοχές, οι τελευταίοι της γης, ξεκινούσαν μια ισχυρή πίεση, σε έκταση και βάθος μεταξύ των σημαντικότερων της σύγχρονης εποχής. Είχαν σταματήσει να υπομένουν στη σιωπή και, όπως προέτρεπαν τα πρώτα λόγια του ύμνου της Διεθνούς: «debout les damnés de la terre»- »ξεσηκωθείτε κολασμένοι της γης’‘, σηκώθηκαν στα πόδια τους, με χιλιάδες προβλήματα και αντιφάσεις, αλλά ήθελαν να οδηγηθούν προς την απελευθέρωσή τους, και μεγάλο μέρος των νέων γενεών των ευρωπαϊκών χωρών επιθυμούσε να σταθεί στο πλάι τους, όχι μόνο με την αλληλεγγύη.

 

* Εμείς οι νέοι εκείνων των χρόνων ζούσαμε τα ζητήματα της εργασίας και τα διεθνή με τρόπο αλληλένδετο. Ένα σύνθημα που εξαπλώθηκε εκείνες τις μέρες ήταν το εξής: «Agnelli (ή ένας άλλος ιδιοκτήτης εταιρείας) έχεις το Βιετνάμ μες το συνεργείο «. Με αυτή την έννοια είχαμε αποδεχτεί το μήνυμα του «Τσε» «Crear dos, tres muchos Vietnam, es la consigna-Να δημιουργήσουμε δυο, τρία πολλά Βιετνάμ, αυτό είναι το σύνθημα!”

 

= Ο “Τσε”     Τι μπορούμε να προσθέσουμε που δεν έχει ήδη γραφτεί για τον Che;

Οι επιλογές της ζωής του μας σημάδεψαν όπως τα πολιτικά του μονοπάτια. Η δύναμη του Τσε ήταν ότι σφράγισε άρρηκτα τις επιλογές της ζωής με τα επαναστατικά του ιδανικά. Η συνέπεια υπήρξε το πιο συναρπαστικό στοιχείο της διδασκαλίας του, εκείνη που αγνοήθηκε περισσότερο από το πολιτικό περιβάλλον και της αριστεράς. Μπορούσαμε να ενθουσιαστούμε για μια περιπετειώδη ζωή, αλλά δεν μπορούσαμε να προσποιηθούμε πως αγνοούσαμε ότι εκείνη τη ζωή ο Τσε την είχε αφιερώσει σε ένα συγκεκριμένο σχέδιο που είχε εξηγήσει χίλιες φορές με χιλιάδες τρόπους, τα λόγια του δεν επέτρεπαν παρερμηνείες, δισταγμό, αναποφασιστικότητα:

Η αλληλεγγύη του προοδευτικού κόσμου με τον λαό του Βιετνάμ έχει την ίδια γεύση της πικρής ειρωνείας που είχε για τους μονομάχους του τσίρκου η προτροπή της πλέμπας, δεν μιλάμε να ευχόμαστε τη νίκη στο θύμα, αλλά να μοιραζόμαστε τη μοίρα του: να πάμε μαζί του στο θάνατο ή στη νίκη. […] Και οι αγώνες δεν θα είναι απλές μάχες στο δρόμο, πέτρες ενάντια σε δακρυγόνα, ούτε γενικές ειρηνικές απεργίες, ούτε θα είναι ο αγώνας ενός εξοργισμένου λαού που καταστρέφει τον κατασταλτικό μηχανισμό μέσα σε δύο ή τρεις μέρες, θα είναι ένας μακρύς, αιματηρός αγώνας […] Και ημών εκμεταλλευόμενων του κόσμου, ποια είναι η θέση μας, ποιο είναι το καθήκον μας; Τι πρέπει να κάνουμε; Να επιτεθούμε σκληρά, αδιάκοπα σε κάθε σημείο της αντιπαράθεσης, πρέπει να είναι η γενική τακτική των λαών. […] Από την άλλη οι αυτόχθονες μπουρζουαζίες έχουν χάσει κάθε ικανότητα να αντιταχθούν στον ιμπεριαλισμό – εάν ποτέ την είχαν  – […] Δεν υπάρχουν άλλες αλλαγές να γίνουν: ή σοσιαλιστική επανάσταση ή μια καρικατούρα επανάστασης.

Η διαφορά μεταξύ της πρότασης του Τσε και της σκέψης που μας έρχονταν από το Κκι και τη Μόσχα ήταν τεράστια: ο Che παρότρυνε να έχουμε πάντα μια διεθνή ματιά, να εκτιμούμε ότι η σύγκρουση μεταξύ του ιμπεριαλισμού και των λαών σε μάχη ήταν ήδη σε εξέλιξη, ήταν πολύπλοκη και παγκόσμια. Ως εκ τούτου, για να συμμετάσχουμε στον αγώνα για την αλλαγή στις τύχες του κόσμου ήταν απαραίτητο να ανοίξουμε ένα αντάρτικο μέτωπο οπουδήποτε κι αν βρισκόμασταν, ακόμα κι αν οι συνθήκες για τη νίκη δεν ήταν βέβαιες-σίγουρες.

Ο Τσε πρότεινε ένα είδος αντάρτικης διεθνούς, όχι ένα συγκεντρωτικό κόμμα όπως η Τρίτη Διεθνής, αλλά μια διαφοροποιημένη και ισχυρά αλληλέγγυα περιοχή. Η Tricontinental θα έπρεπε να είναι ο πυρήνας εκείνου του είδους αντάρτικης διεθνούς, η οποία ξεκίνησε το ταξίδι της με το ραντεβού της Αβάνας από τις 3 έως τις 15 ιανουαρίου ’66, »τη Διάσκεψη Αλληλεγγύης των Λαών της Αφρικής, της Ασίας και της Λατινικής Αμερικής», και ξεκινούσε την Ospaaal (Οργάνωση Αλληλεγγύης των λαών της Αφρικής, της Ασίας και της Λατινικής Αμερικής). Το μήνυμα του Τσε προς την Tricontinental: «Crear dos, tres muchos Vietnam, es la consigna!» δημοσιεύονταν στις 16 απριλίου του ’67. Εμφανίστηκε στο πρώτο τεύχος του περιοδικού ‘Tricontinental’ τον ιούλιο-αύγουστο του ’67 και έγινε, μετά από τη δολοφονία του δύο μήνες αργότερα, στις 9 οκτωβρίου, η πολιτική του διαθήκη.

Για λίγα χρόνια το περιοδικό, που εκδόθηκε στην Αβάνα σε τέσσερις γλώσσες: ισπανικά, αγγλικά, γαλλικά και ιταλικά (διανεμήθηκε στην Ευρώπη από τις εκδόσεις Maspero του Παρισιού και από το βιβλιοπωλείο Feltrinelli στο Μιλάνο), διαδραμάτισε αναντικατάστατο ρόλο πληροφόρησης για τους επαναστατικούς αγώνες και απελευθέρωσης στις τρεις ηπείρους, καθώς και καταγγελίας της στρατιωτικής επιθετικότητας και της πολιτικής, οικονομικής και πολιτιστικής παρέμβασης του αμερικάνικου ιμπεριαλισμού και της Δυτικής Ευρώπης ενάντια στον Τρίτο κόσμο. Το μίσος ως παράγοντας πάλης, το αδιάλλακτο μίσος για τον εχθρό, που ωθεί τον άνθρωπο πέρα από τα φυσικά όρια και τον μετατρέπει σε μια αποτελεσματική, βίαιη, επιλεκτική και ψυχρή μηχανή για να σκοτώσει. Οι στρατιώτες μας πρέπει να είναι έτσι, ένας λαός χωρίς μίσος δεν μπορεί να θριαμβεύσει επί ενός βίαιου εχθρού. [Τσε, δημιουργήστε δύο, τρία, πολλά Βιετνάμ]

 

* Πολύ δημοφιλές τραγούδι ανάμεσα στους συντρόφους και τις συντρόφισσες εκείνη την εποχή:

-Όλος ο κόσμος εκρήγνυται από την Αγκόλα στην Παλαιστίνη, / η Λατινική Αμερική μάχεται, / ο ένοπλος αγώνας κερδίζει στην Ινδοκίνα, / όλοι οι λαοί στον κόσμο αποκτούν συνείδηση / και στις πλατείες κατεβαίνουν με τη σωστή βία. Συνεπώς: τι θέλεις περισσότερο σύντροφε, για να καταλάβεις / ότι σήμανε η ώρα του τουφεκιού; [Pino Masi, L’ora del fucile, η ώρα του τουφεκιού 1971]

 

= το 1968-   «Δεν είναι δυνατόν, σε μια ιστορική κρίση μας, να διαχωρίζουμε αυστηρά το τι συνέβη το 1969 από όλα όσα συνέβησαν το 1968, δηλαδή από το κλίμα συλλογικής κινητοποίησης και μιας ισχυρής αναβίωσης της κοινωνικής σύγκρουσης (και εργατικής) που είχε εκραγεί εκείνο το έτος. Όχι μόνο επειδή το ’68 ήταν πράγματι διάσπαρτο από σημαντικούς αγώνες στο εργοστάσιο (από την Pirelli του Μιλάνο μέχρι το χημικό κόμβο του Porto Marghera, για να αναφέρουμε μόνο τους πιο σημαντικούς), αλλά διότι υπήρξε μια συνεχής, σταθερή κυκλικότητα εμπειριών μεταξύ σπουδαστών και εργατών, με το σχηματισμό μεταξύ άλλων συλλογικοτήτων και επιτροπών βάσης με μικτή συμμετοχή (λίγο στο παράδειγμα των γαλλικών «comités d’action»).

[Marco Scavino, L’anno degli operai, το έτος των εργατών 2001]

= Το κίνημα του 68, του 69 και των επόμενων ετών είναι ποικίλo και πολύμορφο. Μέσα σε αυτό το κίνημα γεννιούνται οι οργανώσεις: Potere Operaio, Lotta Continua, Il Manifesto, Avanguardia Operaia και άλλες. Στο Μιλάνο η Μητροπολιτική Πολιτική Κολεκτίβα (CPM) γεννιέται στις 8 σεπτεμβρίου 1969, προωθούμενη από την CUB Pirelli, από την GdS (ομάδα μελέτης) Sit-Siemens, από την GdS IBM, από κάποιες κολεκτίβες εργατών- φοιτητών, από ομάδες συντρόφων της Alfa Romeo, της Marelli, των Κρατικών τηλεφώνων, της οργάνωσης φοιτητικό Κίνημα-del Movimento studentesco, καθώς και από αγωνιστές χωρίς οργάνωση. Το CPM θα είναι ακριβώς ο αρχικός πυρήνας από τον οποίο, μέσω διαφόρων μετασχηματισμών, οι BR-ΕΤ θα γεννηθούν και θα αναπτυχθούν.

* Και στη Ρώμη με άλλους συντρόφους/ισσες, μετά την επίθεση καταστολής κατά τα έτη ’73 και ’74, όχι μόνο προς τις οργανωμένες ομάδες των συντρόφων/ισσών αλλά και προς τους αγώνες εργοστασίων και γειτονιών, σκεφτήκαμε ότι έφτασε η στιγμή να σχετιστούμε με την άνοδο του ύψους της σύγκρουσης που αποφασίστηκε από το κράτος, έτσι δημιουργούμε επαφές με τις Br. Η ρωμαϊκή φάλαγγα των Br σχηματίζεται το 1976, αναπτύσσοντας τον ένοπλο αγώνα στις βιομηχανικές δραστηριότητες των «υπηρεσιών» (σιδηρόδρομοι, ηλεκτρισμός, τηλέφωνα, νοσοκομεία) και στις γειτονιές της μητρόπολης.

 

= Στα χρόνια του Εβδομήντα και Ογδόντα περισσότερες από 250 ένοπλες ονομασίες-ομάδες ήταν ενεργές, 36.000 πολίτες διερευνήθηκαν για ένοπλη μπάντα και 6.000 από αυτούς καταδικάστηκαν σε δεκαετίες φυλάκισης, και 7.866 επιθέσεις καταγράφηκαν σε πράγματα και 4.290 σε ανθρώπους.

 

 

=Καταγωγή του ένοπλου Αγώνα, μερικές θέσεις που παρήχθησαν από τις εν τη γενέσει Κόκκινες Ταξιαρχίες:

Τον αγώνα στο εργοστάσιο πρέπει να τον δούμε «μέσα στο ευρύτερο κίνημα της ταξικής πάλης σε παγκόσμιο επίπεδο, και στις ευρωπαϊκές της διαρθρώσεις».
Όσον αφορά το έδαφος του αγώνα καταλήγουμε στο συμπέρασμα πως «πάνω απ ‘όλα στον μητροπολιτικό χώρο ο ταξικός αγώνας τίθεται με επαναστατικούς όρους των οποίων η διέξοδος αντιπροσωπεύεται από την ΕΝΟΠΛΗ ΛΑΙΚΗ ΠΑΛΗ».

«Εμείς βλέπουμε στην προλεταριακή αυτονομία το ενοποιητικό περιεχόμενο των αγώνων των φοιτητών, των εργατών και των τεχνικών που επέτρεψαν το ποιοτικό άλμα 1968-69. Η αυτονομία δεν είναι ένα φάντασμα ή μια κενή φόρμουλα στην οποία σήμερα, μπροστά στην αντεπίθεση του συστήματος, οι νοσταλγοί των περασμένων αγώνων προσκολλώνται. Η αυτονομία είναι το κίνημα απελευθέρωσης του προλεταριάτου από τη συνολική ηγεμονία της μπουρζουαζίας, και συμπίπτει με την επαναστατική διαδικασία. Από αυτή την άποψη η αυτονομία δεν είναι σίγουρα κάτι νέο, μια εφεύρεση της τελευταίας ώρας, αλλά μια πολιτική κατηγορία του επαναστατικού μαρξισμού, υπό το φως της οποίας θα αξιολογηθεί η συνοχή και η κατεύθυνση ενός μαζικού κινήματος.

Αυτονομία από: αστικούς πολιτικούς θεσμούς (κράτος, κόμματα, συνδικάτα, νομικά θεσμικά όργανα κ.λπ.), οικονομικά ιδρύματα (στο σύνολο του τον καπιταλιστικό μηχανισμό παραγωγής- διανομής), πολιτιστικά ιδρύματα (την κυρίαρχη ιδεολογία σε όλες τις διαρθρώσεις της) κανονιστικούς οργανισμούς, την αστική «ηθική».
Αυτονομία για: την κατεδάφιση του παγκόσμιου συστήματος εκμετάλλευσης και την οικοδόμηση μιας εναλλακτικής κοινωνικής οργάνωσης ».

«Οι Κόκκινες Ταξιαρχίες δεν ήταν ένα απομονωμένο φαινόμενο που ξεπήδησε σαν ένα μανιτάρι στις αρχές της δεκαετίας του ’70. Η πολιτική διαφωνία που βρίσκεται στη βάση της γέννησης και της ανάπτυξης των ενόπλων σχηματισμών αυτού του τύπου προέρχεται από την πεποίθηση, εκ μέρους των εργατών, των φοιτητών, των εργαζομένων, ότι είχαν προδοθεί από την πολιτική διεύθυνση. (σημείο καμπής, η μεταστροφή του Σαλέρνο του 1944, η αντιπολίτευση σε αυτή που θεωρείται μια στάση παραίτησης είναι παρούσα και εκφράζεται στις πιο ποικίλες μορφές. Επιβεβλημένη από την ΕΣΣΔ στο PCI, στο πλαίσιο μιας διαδικασίας διαίρεσης του κόσμου σε σφαίρες επιρροής, που βλέπουμε στα συνέδρια της Γιάλτα και της Τεχεράνης. Στην διοίκηση του Κομμουνιστικού Κόμματος υπέστησαν την επιλογή αυτή, ανεπιθύμητη, και δεν θα υπάρξουν αντίθετες θέσεις, ενώ στη βάση υπήρξαν πολυάριθμες εξεγέρσεις και «επιστροφή στα βουνά» εναντίον διαχειριστών εταιρειών και δημόσιων αξιωματούχων πρώην φασιστών που ανακυκλώθηκαν μέσα στη δημοκρατία (Ragusa, Catania, Bologna, Modena, Reggio Emilia και Milano στη Breda).

Τον φεβρουάριο του 1949 ανεβαίνει στο προσκήνιο η Κόκκινη Φτερωτή- la Volante Rossa, ένας σχηματισμός που δραστηριοποιούνταν εδώ και δύο χρόνια στην περιοχή του Μιλάνο, και συγκεκριμένα στην γειτονιά Sesto San Giovanni.). Η ανάγκη για κομμουνισμό και ισότητα παρέμεινε ζωντανή στη βάση που ένιωθε απογοητευμένη. Το φαινόμενο, που ονομάστηκε «εξτρεμισμός» ή «μαξιμαλισμός» ή «τυχοδιωκτισμός», αξίζει μια σημαντική θέση στην ιστορική παράδοση του ιταλικού εργατικού κινήματος, μιας και είναι μια σταθερά, μερικές φορές ακόμη και πλειοψηφική, με διάφορες μορφές. Επομένως, είναι αδύνατο να μιλήσουμε για τις BR ή για άλλους ανάλογους σχηματισμούς, προηγούμενους ή ταυτόχρονους, χωρίς να επιστρέψουμε σε εκείνους που είναι οι ιστορικές τους ρίζες)».

[από την ‘κόκκινη βοήθεια‘- “soccorso rosso”  Brigate Rosse]

 

= Η ΣΥΓΚΡΟΥΣΗ ΚΛΙΜΑΚΩΝΕΤΑΙ –

Αλλά οι ιμπεριαλιστικές δυνάμεις δεν στέκονταν να παρακολουθούν, κατά τη δεκαετία του Πενήντα είχαν συντρίψει εν τη γενέσει κάθε προσπάθεια δημοκρατικής αλλαγής που διεξάγονταν στις χώρες που κυριαρχούσαν οι συμμαχικές δικτατορίες της Ουάσινγκτον. Το 1953 στο Ιράν η Cia και οι πολυεθνικές του πετρελαίου είχαν βοηθήσει τον δικτάτορα Reza Palhevi, τον αιμοδιψή Σάχη, να ανακτήσει την εξουσία με το πνίξιμο στο αίμα της δημοκρατικής αλλαγής του Mossadeq, υποστηριζόμενης από τα αριστερά κόμματα, που ήθελε να αποτρέψει τη ληστεία του ιρανικού πετρελαίου από τις πολυεθνικές.

Μετά το πραξικόπημα, ο χασάπης Reza Palhevi τριγυρνά για να ευχαριστήσει τις ευρωπαϊκές κυβερνήσεις συνένοχους για το αιματηρό πραξικόπημα. Στο Βερολίνο, στις 2 ιουνίου του ’67, στην ευαίσθητη γερμανική νεολαία δεν άρεσε εκείνη την άθλια παρέλαση και μπλόκαρε την πόλη με μεγάλες διαδηλώσεις. Η γερμανική αστυνομία, προς υπεράσπιση του Σάχη, δολοφόνησε τον εικοσιεπτάχρονο φοιτητή Benno Ohnesorg. Από εκείνη την εγκληματική δολοφονία του Κράτους στο δυτικογερμανικό νεανικό κίνημα ωρίμασε μια άνοδος της ριζοσπαστικότητας, περισσότερο από ποτέ αναγκαία για να καταγγείλει την «επιστροφή των φιλοναζιστών» στην κορυφή της ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας. Η ημερομηνία εκείνη, 2 ιουνίου, έγινε το σύμβολο ενός κινήματος ένοπλων αγώνων στη δυτική Γερμανία στο πλευρό της RAF και άλλων σχηματισμών.

Και στην Κεντρική Αμερική η συμμαχία μεταξύ ιμπεριαλισμού Usa και πλούσιων τάξεων δεν ανέχεται ούτε καν φιλελεύθερες εναλλακτικές λύσεις όπως στη Γουατεμάλα και σε άλλες χώρες. Στην Ευρώπη τα υπέργηρα φασιστικά καθεστώτα όπως η Ισπανία και η Πορτογαλία, καθώς και τα νέα όπως η Ελλάδα, απολάμβαναν την πλήρη υποστήριξη των ΗΠΑ. Και στην Αφρική αιματηρές σφαγές, πραγματικές γενοκτονίες, συνέβησαν στο Κονγκό στη δεκαετία του 1960 και στην Ινδονησία το ’65, με σχεδόν ένα εκατομμύριο ανθρώπους που σκοτώθηκαν επειδή ήταν ύποπτοι να είναι κομμουνιστές – σηματοδότησαν την παρουσία του δολοφονικού πέλματος του Λευκού Οίκου και των ευρωπαϊκών καγκελαριών.

Στο Κονγκό, οι Βέλγοι βασιλεύοντες ευλογημένοι από την Εκκλησία που υποστηρίχθηκαν από τη Γαλλία, ενορχήστρωσαν την απόσχιση της Katanga, της πλουσιότερης περιοχής της χώρας. Το Κογκό είχε επιτέλους κατακτήσει την ανεξαρτησία, με επικεφαλής τον Patrice Lumumba. Δεν ήταν κομμουνιστής, αλλά δεν άρεσε στην βελγική αυλή, ούτε στις πολυεθνικές. Ο Lumumba ήθελε να φέρει ισότητα σε εκείνες τις περιοχές που καταστράφηκαν από τη φτώχεια και την πείνα που προκάλεσε η αποικιοκρατική εκμετάλλευση, ήταν επομένως ύποπτος ότι μπορούσε να γίνει κομμουνιστής. Ακολούθησε εμφύλιος πόλεμος, με τεράστιες σφαγές κάτω από το αδιάφορο βλέμμα του ΟΗΕ.

Η προσβολή της σιωπής έπεσε επάνω σε εκείνες τις σφαγές. Έκτοτε συνειδητοποιήσαμε ότι το χειρότερο έγκλημα μπροστά στις σφαγές είναι να απέχουμε από μια απάντηση, ακόμη και αν πρέπει να είναι βίαιη. Η σιωπή και η συγκατάθεση είναι το πραγματικό έγκλημα κατά της ανθρωπότητας.

Το ’67 το πραξικόπημα των συνταγματαρχών στην Ελλάδα προκάλεσε πολλή συζήτηση. Αλλά πώς; έλεγαν κάποιοι, μια χώρα όπου γεννήθηκε η δημοκρατία, η χώρα του Περικλή; Το δολοφονικό χέρι των ΗΠΑ έφτανε στη Μεσόγειο.

Πέσαμε με τα μούτρα στις ακόμα ενοποιημένες πλατείες, με τους αγωνιστές του PCI οι εντάσεις ήταν ακόμη μόνο λεκτικές, οι συγκρούσεις ήρθαν αργότερα. Υπήρχαν ακόμα ορισμένα κοινά συνθήματα κατά των συνταγματαρχών.

Αυτά για το Βιετνάμ αποκλίνουν: «Βιετνάμ ελεύθερο αυτοί», «κόκκινο Βιετνάμ» εμείς, ακολουθούμενο από «το Βιετνάμ κερδίζει γιατί πυροβολεί», και πάλι «Πόλεμος όχι! Guerrilla ναι-ναι στον ανταρτοπόλεμο ».

 

* 1973 – ΚΑΤΑΣΤΟΛΗ ΚΑΙ ΕΠΙΛΟΓΕΣ ΤΟΥ ΚΙΝΗΜΑΤΟΣ:

αντιμέτωποι με την εντατικοποίηση της Καταστολής, οι ομάδες διαλύονται, το κίνημα υποφέρει ταρακούνημα. Δύο προτάσεις παραμένουν ζωντανές αποδεχόμενες τη σύγκρουση χωρίς να κάνουν βήματα προς τα πίσω: ο ένοπλος αγώνας και η οργανωμένη αυτονομία.

Εν τω μεταξύ, στις μεγάλες πόλεις: Milano, Roma, Torino, Napoli, Palermo κ.λ.π. διαχέονται συνθήματα και πρακτικές: »PRENDIAMO I TRASPORTI-ΝΑ ΠΑΡΟΥΜΕ ΤΙΣ ΜΕΤΑΦΟΡΕΣ», «IL TRASPORTO SI PRENDE L’ABBONAMENTO NON SI PAGA-ΠΑΙΡΝΟΥΜΕ ΤΙΣ ΜΕΤΑΦΟΡΕΣ ΔΕΝ ΠΛΗΡΩΝΟΥΜΕ ΤΗΝ ΣΥΝΔΡΟΜΗ ,»   LA CASA SI PRENDE L’AFFITTO NON SI PAGA-ΠΑΙΡΝΟΥΜΕ ΤΑ ΣΠΙΤΙΑ ΔΕΝ ΠΛΗΡΩΝΟΥΜΕ ΤΟ ΝΟΙΚΙ

 

= ΘΕΣΕΙΣ BR  “Το πραγματικό μας πρόβλημα δεν είναι επομένως τόσο η ποσοτική οριζόντια επέκταση της σύγκρουσης (από τον αγώνα του εργοστασίου για μεγαλύτερο μισθό στον κοινωνικό αγώνα για την υπεράσπιση των μισθών), αλλά ένα πολιτικό άλμα του αγώνα, – που ταυτόχρονα να υπερασπίζεται και να επεκτείνει το επίπεδο της αυτονομίας που με κόπο κατέκτησε σε αυτά τα τελευταία χρόνια του αγώνα. Να επεκτείνουμε τον συνεχή αγώνα από τα παραγωγικά κέντρα στην κοινωνία, από τις διαδηλώσεις της άμεσης εκμετάλλευσης στις συνολικές διαδηλώσεις της εκμετάλλευσης, να πραγματοποιήσουμε αυτή την επέκταση κατανοώντας όλους τους όρους, τους περιορισμούς και τα προβλήματα που θέτει η νέα κοινωνική σφαίρα του αγώνα στην αυτονομία είναι η προϋπόθεση ώστε η ανάγκη που εκφράζεται από τους αγώνες, ανάγκη για επαναστατική οργάνωση, να μεταφραστεί σε πραγματικότητα ενεργή”.

… η πόλη είναι σήμερα η καρδιά του συστήματος, το οργανωτικό κέντρο της οικονομικοπολιτικής εκμετάλλευσης, η βιτρίνα όπου εκτίθεται το «υψηλότερο σημείο», το μοντέλο που θα έπρεπε να συνιστά την προλεταριακή ολοκλήρωση. Αλλά είναι και το πιο αδύναμο σημείο του συστήματος: όπου οι αντιφάσεις εμφανίζονται πιο οξείς, όπου το οργανωμένο χάος που χαρακτηρίζει την ύστερη καπιταλιστική κοινωνία εμφανίζεται πιο ξεκάθαρο…
Είναι εδώ, στην καρδιά του, που το σύστημα πρέπει να χτυπηθεί
”. [«Il Collettivo, Η Κολεκτίβα» ν. μοναδικό, ιανουάριος 1970, ντοκουμέντα του «Collettivo,» Κοινωνικός αγώνας και οργάνωση στην μητρόπολη]. Αναφέρεται στο CPM, collettivo politico metropolitano.

Οι πρώτες ενέργειες των BR αναπτύχθηκαν, βέβαια, μέσα στα εργοστάσια όπου η μητρική οργάνωση, το CPM, αργότερα Προλεταριακή Αριστερά) ήταν ισχυρότερη: Sit-Siemens και Pirelli. Η πυρπόληση ενός αυτοκινήτου διοικητικού στελέχους της Sit-Siemens, υπογεγραμμένη με το σύμβολο του πεντάκτινου αστεριού και της γραφής Brigate Rosse (17 σεπτεμβρίου 1970). Καθώς η αναδιάρθρωση του πολιτικού μηχανισμού προχωρούσε για να διαχειριστεί την καπιταλιστική κρίση και να οδηγήσει την καταστολή του επαναστατικού κινήματος, προσδιορίζεται η στρατηγική επίθεσης στην καρδιά του κράτους στον «ιστορικό συμβιβασμό» δηλαδή στο αγκάλιασμα της Dc με το Pci, παρότι το Κκι στις εκλογές του ’75 και του ’76 σχεδόν έφτανε και ξεπερνούσε την DC, αλλά ακριβώς από αυτό το αποτέλεσμα το Pci αποκαλύπτει τα χαρτιά του, υποκείμενου της καπιταλιστικής τάξης

 

Θέμα: ψήφισμα Στρατηγικής Διεύθυνσης των Br, Απρίλιος 1975

Ο ιμπεριαλισμός είναι ένα σύστημα παγκόσμιας κυριαρχίας στο κέντρο του οποίου βρίσκονται οι Ηνωμένες Πολιτείες, στο κέντρο των οποίων βρίσκονται οι μεγάλες πολυεθνικές εταιρείες και τα συμφέροντά τους. Με το πέρασμα των χρόνων το σύστημα αυτό έχει διαρθρωθεί και διαστρωματιστεί από λειτουργικές περιοχές παραγωγής και κατανάλωσης που είναι συγχρόνως πολιτικές και στρατιωτικές περιοχές.
Οι χώρες της «Γηραιάς Ηπείρου» αποτελούν ένα σημαντικό οικονομικό, πολιτικό και στρατιωτικό χώρο του ιμπεριαλισμού. Η περιοχή αυτή, από μια ουσιαστικά ομοιογενή καπιταλιστική άποψη, ορίζεται στρατηγικά ως το «δυτικό δημοκρατικό σύστημα ”.

Σήμερα εμφανίζει μια ΚΡΙΣΗ λόγω της αστάθειας ορισμένων υποκείμενων καθεστώτων, λόγω του εργατικού και προλεταριακού αγώνα, λόγω των εξεγέρσεων των καταπιεσμένων τάξεων τόσο στις ΗΠΑ όσο και στην Ευρώπη. μια κρίση που έχει στρατιωτικές πτυχές λόγω της αποσύνδεσης ορισμένων σημαντικών χωρών από το ΝΑΤΟ · λόγω των αγώνων των καταπιεσμένων λαών που αντιστέκονται στις πλανητικές ηγεμονικές απαιτήσεις.

Το να λέμε ότι η Ιταλία είναι ο αδύναμος κρίκος του «δυτικού δημοκρατικού συστήματος» συνεπάγεται ότι είναι η χώρα όπου η αντεπανάσταση θα ξεσπάσει πιο δυνατά και ολόκληρο το ιμπεριαλιστικό σύστημα θα αναλάβει την ευθύνη αυτής της διαδικασίας. Το ιταλικό προλεταριάτο με την εντατικοποίηση του ταξικού πολέμου στη χώρα, δεν θα βρεθεί να «λογαριάζεται» μόνο με τον εσωτερικό εχθρό του, αλλά με ολόκληρη την οικονομική, πολιτική και στρατιωτική οργάνωση του ιμπεριαλισμού.
Ο επαναστατικός ταξικός πόλεμος στις ευρωπαϊκές μητροπόλεις είναι άμεσα ένας αντιιμπεριαλιστικός πόλεμος απελευθέρωσης, επειδή η χειραφέτηση ενός λαού μέσα σε ένα ιμπεριαλιστικό περιβάλλον πρέπει να λογαριαστεί με την ιμπεριαλιστική καταπίεση-καταστολή.

Η «στρατηγική» του Ιστορικού Συμβιβασμού έχει τις προϋποθέσεις της σε δύο αποφασιστικές παρεξηγήσεις: τον πολεμοκάπηλο χαρακτήρα του ιμπεριαλισμού, και τον αντιδραστικό και ιμπεριαλιστικό χαρακτήρα της χριστιανοδημοκρατίας-DC.

= Το κύριο καθήκον της επαναστατικής δράσης σε αυτή τη φάση είναι επομένως η μέγιστη δυνατή πολιτική αποδιάρθρωση τόσο του καθεστώτος όσο και του Κράτους. Και αυτή είναι η μέγιστη δυνατή ανάπτυξη αντιφάσεων μεταξύ των θεσμών και, μέσα σε κάθε έναν από αυτούς, μεταξύ των διαφόρων τακτικών σχεδίων για την επίλυση της κρίσης και μέσα σε κάθε ένα από αυτά.

 

 Μερικές θεματικές των BR σχετικά με τον ιμπεριαλισμό (Ψήφισμα Στρατηγικής Διεύθυνσης Φεβρουάριος 1978)

= Με τον ΙΜΠΕΡΙΑΛΙΣΜΟ ΤΩΝ ΠΟΛΥΕΘΝΙΚΩΝ εννοούμε τη φάση του ιμπεριαλισμού στην οποία δεσπόζει το πολυεθνικό μονοπώλιο κεφάλαιο.
Το πολυπαραγωγικό πολυεθνικό μονοπώλιο, δηλαδή μεγάλα trust, με εταιρείες σε διάφορες χώρες και επενδύσεις σε διάφορους τομείς, αποτελεί σήμερα το κυρίαρχο δομικό στοιχείο και τη θεμελιώδη βάση των κινήσεων του κεφαλαίου, επομένως δεν είναι πλέον η εθνική περιοχή, αλλά η καπιταλιστική περιοχή ως σύνολο.
Εάν το θεμελιώδες συστατικό στοιχείο του ιμπεριαλισμού υπήρξε το μονοπωλιακό κεφάλαιο ευθύς από την γέννηση του, όμως είναι μόνο με τον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο που εδραιώνεται οριστικά σε ολόκληρο τον καπιταλιστικό χώρο το πολυεθνικό μονοπωλιακό κεφάλαιο. Οι μεγάλες μονοπωλιακές ομάδες μπορούν τώρα να ξεπεράσουν οριστικά τα εθνικά τους σύνορα ώστε να κυκλοφορούν ελεύθερα σε ολόκληρο τον χώρο και η πολυεθνική δομή καθίσταται απαραίτητος και αναπόσπαστος παράγοντας για κάθε περαιτέρω ανάπτυξη. Είναι στην πραγματικότητα χάρη σε αυτήν που μπορεί κανείς να εκμεταλλευτεί πλήρως τα διάφορα ποσοστά κέρδους που υπάρχουν στο χώρο και έτσι να πραγματοποιήσει εκείνα τα τεράστια πλεονάσματα τα οποία είναι τα χαρακτηριστικά στοιχεία της συσσώρευσης στην ιμπεριαλιστική φάση. Η «Πολυεθνικότητα» δεν είναι απλώς διεθνοποίηση της καπιταλιστικής αγοράς, αλλά διεθνοποίηση του κεφαλαίου στο σύνολό του! δομές παραγωγής, αγορές, σχέσεις ιδιοκτησίας κ.λ.π.
Αυτή η διεργασία διεθνοποίησης του κεφαλαίου καθορίζει την κυριαρχία της ΙΜΠΕΡΙΑΛΙΣΤΙΚΗΣ ΜΠΟΥΡΖΟΥΑΖΙΑΣ μέσα στο αστικό μέτωπο, ταξική έκφραση πολυεθνικού μονοπωλιακού κεφαλαίου και παράλληλα με την επικράτηση του εδραιώνονται και τα θεσμικά μέσα διαμεσολάβησης και κυριαρχίας (Τριμερής, Ιμπεριαλιστικό Κράτος των Πολυεθνικών), ΝΑΤΟ, ΔΝΤ, ΕΟΚ, …).

= Με αυτό δεν αρνούμαστε την ύπαρξη και αντιθέσεων μεταξύ των διαφόρων καπιταλιστικών «εθνών» ή μεταξύ μονοπωλιακού κεφαλαίου και μη μονοπωλιακού κεφαλαίου, αλλά πιστεύουμε ότι αυτές οι αντιφάσεις είναι ουσιαστικά η αντανάκλαση πολύ βαθύτερων αντιθέσεων μεταξύ πολυεθνικών ομάδων.

= Οι διάφορες εθνικές περιοχές επιβιώνουν τώρα ως μια ενδοχώρα για τις πολυεθνικές: για κάθε πολυεθνική, η εθνική περιοχή στην οποία γεννήθηκε και αναπτύχθηκε γίνεται το «ισχυρό σημείο» της, η ζώνη στην οποία απολαμβάνει ένα σχεδόν αδιαφιλονίκητο μονοπώλιο. Όταν μιλάμε για πολυεθνικές υπονοούμε πράγματι «πολυεθνικές με εθνικό πόλο» και γι ‘αυτό χρησιμοποιούμε τις εκφράσεις, εκ πρώτης όψεως αντιφατικές, «αμερικανικές, γερμανικές πολυεθνικές, κλπ.».
Το μη μονοπωλιακό κεφάλαιο, που εξαρτάται οργανικά από το μονοπωλιακό, σίγουρα ζει μαζί του σε μια αντιφατική ενότητα, αλλά προφανώς δεν μπορεί να έχει τη δυνατότητα και την υλική δύναμη να οδηγήσει σε μια πολιτική έκφραση αυτών των αντιφάσεων με τη μορφή διάρρηξης του ιμπεριαλιστικού μετώπου. Ο ιμπεριαλισμός των πολυεθνικών παρουσιάζεται επομένως ως ένα σύστημα παγκόσμιας κυριαρχίας στο οποίο οι διάφοροι «εθνικοί καπιταλισμοί» είναι απλά οργανικές του διαρθρώσεις, και οι διαφορετικές «εθνικές περιοχές» υφίστανται ως γεωγραφική έκφραση του διεθνούς καταμερισμού της εργασίας που καθορίζεται από αυτόν.
Επομένως μπορούμε να συνάγουμε μια πρώτη εκτίμηση. Σε κάθε εθνική περιοχή το προλεταριάτο δεν βρίσκεται στη θέση να λογαριάζεται με την «εθνική μπουρζουαζία» του αλλά με την τοπική διάρθρωση της ιμπεριαλιστικής μπουρζουαζίας. Αυτό προσδίδει, και, στις μητροπόλεις, στον ταξικό αγώνα του προλεταριάτου τον χαρακτήρα αντιιμπεριαλιστικού αγώνα και επομένως, γενικότερα, ΤΑΞΙΚΟΥ ΕΠΑΝΑΣΤΑΤΙΚΟΥ ΠΟΛΕΜΟΥ. Στις μητροπόλεις είναι αμέσως και ΠΟΛΕΜΟΣ ΑΝΤΙΙΜΠΕΡΙΑΛΙΣΤΙΚΗΣ ΑΠΕΛΕΥΘΕΡΩΣΗΣ, ΠΟΛΕΜΟΣ ΜΑΚΡΑΣ ΔΙΑΡΚΕΙΑΣ.
Ωστόσο η ιμπεριαλιστική αλυσίδα παραμένει, όπως είδαμε, χαρακτηριζόμενη από την ανομοιογενή εξέλιξή της, η οποία εκδηλώνεται σε κάθε δαχτυλίδι της μέσω της ιδιαιτερότητας του οικονομικού και κοινωνικού του σχηματισμού (σχέσης μεταξύ του κυρίαρχου πολυεθνικού κεφαλαίου και πολυεθνικού κεφαλαίου του «πόλου», μεταξύ μονοπωλιακού και μη μονοπωλιακού κεφαλαίου, ανάμεσα στην «εσωτερική» ιμπεριαλιστική αστική τάξη και το προλεταριάτο) οπότε ο ταξικός αγώνας, ακόμα και σε αυτή τη στρατηγική ομοιογένεια περιεχομένου και προοπτικής, εξακολουθεί να παρουσιάζεται με ευεργετικές μορφές και δικούς του χρόνους ανάλογα με τις διάφορες εθνικές περιοχές.
= Οι διάφορες ιμπεριαλιστικές δυνάμεις δεν μπορούν να κάνουν μεταξύ τους πόλεμο εάν δεν έχουν το δικό τους υπόβαθρο «ειρηνευμένο και υποστηρικτικό» για να μπορούν έτσι να υπομένουν τη σκληρότητα της σύγκρουσης. Θα μπορούσαμε να δώσουμε πολλά παραδείγματα ενδοϊμπεριαλιστικών πολέμων που έληξαν μόλις παρουσιάστηκε και μόνο ο κίνδυνος της κομμουνιστικής επανάστασης και των διαφόρων ιμπεριαλισμών, οι οποίοι πρώτα παρουσιάζονταν εντόνως εχθρικοί, ενώθηκαν ενάντια στο προλεταριάτο που ξεσηκώθηκε στα όπλα. Δύο είναι αρκετά: η Κομμούνα του Παρισιού και η Οκτωβριανή Επανάσταση.
Να το μάθημα που ο Μαρξ αντλεί από την Κομμούνα:

» … Ότι μετά τον πιο συγκλονιστικό πόλεμο της σύγχρονης εποχής, ο ηττημένος και ο νικητής αδελφοποιούνται για να σφαγιάσουν από κοινού το προλεταριάτο, αυτό το πρωτοφανές γεγονός αποδεικνύει, όχι όπως νομίζει ο Bismarck την οριστική συντριβή μιας νέας κοινωνίας στην ανάδυση της, αλλά την πλήρη αποσύνθεση της παλιάς αστικής κοινωνίας. Το μεγαλύτερo άλμα ηρωισμού του οποίου εξακολουθεί να είναι ικανή η παλιά κοινωνία είναι ο εθνικός πόλεμος: και τώρα αποδεικνύεται ότι πρόκειται για μια απλή μυθοποίηση, μια απάτη των διαφόρων κυβερνήσεων, η οποία τείνει να καθυστερήσει και να θάψει τον ταξικό αγώνα και παραμερίζεται αμέσως μόλις αυτή η ταξική πάλη φουντώσει σε εμφύλιο πόλεμο».

a – «Είναι απαραίτητο πρώτα απ ‘όλα να καθορίσουμε ορισμένα μεθοδολογικά κριτήρια τα οποία βρίσκονται στη βάση του προσδιορισμού της έννοιας του Ιμπεριαλιστικού Κράτους.
Επομένως, αρχίζουμε λέγοντας ότι δεν πιστεύουμε ότι η ουσία του καπιταλισμού, δηλαδή οι συγκεκριμένες αντιφάσεις του, έχει αλλάξει κατά τη διάρκεια αυτού του αιώνα. Αντιθέτως έχει αλλάξει η μορφή και αυτός είναι ο τρόπος με τον οποίο, αυτές οι αντιφάσεις τείνουν να εκδηλώνονται ιστορικά.
b – Το Ιμπεριαλιστικό Κράτος των Πολυεθνικών είναι η «εθνική» θεσμική υπερκατασκευή που αντιστοιχεί στη φάση του ιμπεριαλισμού των πολυεθνικών. Τα ουσιώδη χαρακτηριστικά του είναι: ο σχηματισμός ενός ιμπεριαλιστικού πολιτικού προσωπικού. αυστηρή συγκέντρωση των κρατικών δομών υπό τον έλεγχο της Εκτελεστικής Εξουσίας · ρεφορμισμός και εξόντωση ως ολοκληρωμένες-ενσωματωμένες μορφές της ίδιας λειτουργίας: της προληπτικής αντεπανάστασης.
= Ονομάζουμε «εσωτερική» ιμπεριαλιστική μπουρζουαζία εκείνο το τμήμα της αστικής τάξης ενσωματωμένης στο παγκόσμιο ιμπεριαλιστικό σύστημα, έκφραση του πολυεθνικού μονοπωλιακού κεφαλαίου και κινητήρια δύναμη της διαδικασίας της ιμπεριαλιστικής αναδιάρθρωσης του οικονομικού μας χώρου και των σχετικών πολιτικών και θεσμικών υπερδομών.

Την ίδια περίοδο τα υπερεθνικά θεσμικά όργανα (ΔΝΤ, ΕΟΚ, ΝΑΤΟ), μέσω των οποίων η ιμπεριαλιστική αστική τάξη θέλει να επιβάλει την παγκόσμια στρατηγική της, αποκτούν δύναμη και αναλαμβάνουν ένα βαθμό εξουσίας τέτοιο ώστε να υποτάσσουν και να καθιστούν λειτουργικά σε αυτά τα «εθνικά κράτη» που μέσα σε αυτή τη διαδικασία αναγκάζονται να επαναπροσδιοριστούν στις εσωτερικές τους δομές.
Με την αναδιάρθρωση τους, τα Κράτη αυτά προετοιμάζονται να διαδραματίσουν δύο βασικούς ρόλους:
– Ζώνη μεταβίβασης εντολών των παγκόσμιων οικονομικών-στρατηγικών συμφερόντων του κυρίαρχου ιμπεριαλισμού,
– «Κανονικοποίηση της περιοχής», δηλαδή οργάνωση της προληπτικής αντεπανάστασης προκειμένου να εξαλείψουν κάθε επαναστατική «φιλοδοξία».
«Το Κράτος-έθνος γίνεται ζώνη μεταβίβασης εντολών για το διεθνές κεφάλαιο που οργανώνεται εναντίον του λαού. Το αστικό συνταγματικό-Κράτος, κατά τη διαδικασία της αντιφατικής εξέλιξης του ανάμεσα στην κοινωνικοποίηση της παραγωγής και της διεθνούς συγκέντρωσης του κεφαλαίου πρέπει να διαλυθεί και να αντικατασταθεί από το ισχυρό Κράτος ή την ένοπλη δημοκρατία». (Croissant)

= Η επιβεβαίωση των συνολικών συμφερόντων του ιμπεριαλισμού περνά επομένως από μια μεταβατική φάση στην οποία οι διάφορες αστικές δυνάμεις συγκρούονται και συνυπάρχουν, αντιπροσωπεύοντας ένα εσωτερικό στοιχείο της κρίσης του Κράτους. Και όμως, αυτή η κρίση, που βασανίζει το κράτος, δεν σπρώχνει προς την αποσύνθεση του, αλλά στην αναδιάρθρωσή του: Αυτή η τάση κρίση-αναδιάρθρωση, δείχνει ότι η κύρια αντίφαση του επαναστατικού κινήματος είναι εκείνη που το θέτει άμεσα ενάντια στο ιμπεριαλιστικό σύστημα εξουσίας σε παγκόσμια κλίμακα.
Το να αντιμετωπίσουμε αυτή την αντίφαση συνεπάγεται επομένως να κινηθούμε στο έδαφος ενός μακρόχρονου ταξικού πολέμου.

=
Ως εκ τούτου το αλφάδι όλης της πολύπλοκης επιχείρησης είναι η εξωτερική πολιτική των ΗΠΑ, της Ομοσπονδιακής Γερμανίας και των θεμελιωδών κινητήριων μηχανών του ιμπεριαλισμού (ΔΝΤ, ΕΟΚ, ΝΑΤΟ …) με την έννοια ότι η «εσωτερική» πολιτική της οποίας η Χριστιανοδημοκρατία- DC πρέπει να καταστεί υποκινητής δεν μπορεί παρά να είναι μια άμεση λειτουργία της «εξωτερικής» πολιτικής εκείνων των χωρών και εκείνων των κέντρων.
Επιπλέον δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι και το Κεφάλαιο γνωρίζει τον όχι πλέον κυκλικό χαρακτήρα των αντιφάσεών του. πως σκοπός του είναι να επιβιώσει μέσα σε αυτό το στάδιο της ανάπτυξης του. Οι θεωρίες σχετικά με την «μηδενική ανάπτυξη» έχουν ανακαλυφθεί από την αστική επιστήμη εδώ και καιρό. Το ανεπίλυτο των αντιφάσεων στην οικονομική σφαίρα οδηγεί στην αναζήτηση μιας «ανεξαρτησίας» της πολιτικής-κοινωνικής δομής μέσω της ενίσχυσης του μηχανισμού κυριαρχίας που διαμορφώνεται ως αντεπαναστατικός «προληπτικός πόλεμος». Δηλαδή: το κράτος καθίσταται «υποκείμενο της πολιτικής», όπως δηλώνουν οι σύντροφοι της RAF. Αλλά, σε αυτό δεν πρέπει να βλέπουμε την προσπάθεια εξομάλυνσης των κοινωνικών αντιφάσεων σύμφωνα με τον μηχανισμό καταστολή – μετάβαση σε μια νέα φάση ανάπτυξης, αλλά τη συγκράτηση τους μέσα από την εξόντωση κάθε σχεδίου ανασύνθεσης της ταξικής σύγκρουσης επάνω σε ένα ανταγωνιστικό πρόγραμμα.

= Kαι ο ένοπλος αγώνας, μέσα σε αυτό το περιβάλλον, θα έπρεπε να γκετοποιηθεί, περιορισμένος, σαν ενδημικό φαινόμενο, αυθόρμητη έκφραση της περιθωριοποίησης, για παράδειγμα, ένας αγώνας που να μην βλέπει, πέρα από τους εθνικούς πολιτικούς μηχανισμούς (παραγωγικούς, διοικητικούς, θεσμικά κόμματα), εκείνους του προληπτικού ιμπεριαλιστικού πολέμου.

= Καθώς με τον σχηματισμό του ιμπεριαλιστικού Κράτους αποκαλύπτεται εις βάθος ο ανταγωνιστικός χαρακτήρας της ταξικής αντιφάσεως, ενισχυμένος περαιτέρω από την αντίθεση μεταξύ του παγκόσμιου συμφέροντος του ιμπεριαλισμού και των ιδιαίτερων συμφερόντων της περιοχής (ενδοϊμπεριαλιστική αντίφαση), οι μορφές και τα εργαλεία της κυριαρχίας πρέπει απαραίτητα να ενισχυθούν και να τελειοποιηθούν στον μέγιστο βαθμό. Εκπαιδευόμενο από τους σύγχρονους και παλαιούς αγώνες των λαών σε πλανητική κλίμακα, έχοντας επίγνωση της στρατηγικής του αδυναμίας και της τακτικής δυνάμεως που του παρέχει ο τεράστιος μηχανισμός, ο ιμπεριαλισμός των πολυεθνικών στοχεύει στο μοναδικό στόχο που μπορεί να παρατείνει την επιβίωσή του: να προλάβει να αποτρέψει και να εξολοθρεύσει την επανάσταση πριν αυτή μπορέσει να ξεδιπλωθεί με όλη της την δύναμη και να κινητοποιήσει όλες τις δυνάμεις του στο ζωτικό στρατηγικό έργο: την προληπτική αντεπανάσταση.
Με τον ρεφορμισμό, τις μικρές παραχωρήσεις προς τις μητροπολιτικές «αριστοκρατίες», προσπαθεί να εμποδίσει τον προλεταριακό αγώνα πριν φτάσει σε επίπεδα συναγερμού, για να τον περιορίσει, και στη συνέχεια να τον κλείσει στο εσωτερικό της «ανάπτυξης» του. την ίδια στιγμή, με ειρηνοποιημένα τα μετόπισθεν, περνά στην εξόντωση εκείνου του τμήματος του προλεταριάτου που δεν μπορεί να «εξαγοράσει» ή να κλειδώσει ξανά μέσα στην ανάπτυξή του.
Ο ρεφορμισμός δεν είναι ποτέ αποκομμένος από την εξόντωση. Δεν είναι κάτι άλλο. Ο ρεφορμισμός δεν είναι μια πολιτική της εργατικής τάξης, αλλά μια πολιτική του ιμπεριαλιστικού κράτους ενάντια στο μητροπολιτικό προλεταριάτο.
Επομένως το ιμπεριαλιστικό Κράτος των πολυεθνικών παρουσιάζεται ως μια ιδιαίτερα ολοκληρωμένη και συγκεντρωτική ρεφορμιστική-κατασταλτική δομή. Από τη μία πλευρά έχουμε τα ειρηνικά μέσα σκοπός των οποίων είναι η εξασφάλιση της συναίνεσης των μαζών: θεσμικά κόμματα, συνδικάτα, μέσα μαζικής ενημέρωσης-mass-media. Από την άλλη μεριά τα στρατιωτικά εργαλεία με σκοπό την εξόντωση: ειδικοί πυρήνες, ειδικά δικαστήρια, ειδικές φυλακές, δηλαδή δυνάμεις για την γενικευμένη καταστολή-καταπίεση. Όλες συνυπάρχουν και είναι λειτουργικά μέρη της ίδιας πολιτικής. Όλες είναι μορφές της ίδιας κατάστασης, του ίδιου Κράτους.
Αυτή η συνύπαρξη των ρεφορμιστικών-κατασταλτικών λειτουργιών υφίσταται, ανάλογα με τις φάσεις του οικονομικού κύκλου, ποιοτικές τροποποιήσεις μιας κάποιας σημασίας, αλλά όχι τέτοιες ώστε να επηρεάζουν την ουσία του ιμπεριαλιστικού Κράτους.
Έτσι, στη φάση της οικονομικής επέκτασης, το ιμπεριαλιστικό Κράτος εμφανίζει πάνω απ’ όλα το ανθρώπινο και ειρηνικό πρόσωπο του ρεφορμισμού το οποίο όμως κρύβει χαλύβδινα δόντια. Η ειρήνη βασιλεύει σε αυτή τη φάση, αλλά πρόκειται για μια «ένοπλη ειρήνη». Αντίθετα, στη φάση της οικονομικής κρίσης εμφανίζονται πρωτίστως τα όπλα και η σχέση μεταξύ κοινωνίας και Κράτους ολοένα να στρατιωτικοποιούνται περισσότερο. Αυτό δεν σημαίνει ότι το ιμπεριαλιστικό Κράτος παραιτείται από τη χρήση του ρεφορμισμού. Μόνο που τώρα αυτό, έχοντας χάσει την υλική του βάση μετατρέπεται σε «καθαρή ιδεολογία» και τείνει να αναλάβει τη λειτουργία να «ελέγχει τις μάζες»,  «αντιπρολεταριακή αστυνομία».
Σε αυτή τη φάση, η σύγκρουση μεταξύ επανάστασης και αντεπανάστασης γίνεται ολοένα και πιο γενικευμένη και μπαίνουμε έτσι σε μια νέα φάση: τον πόλεμο!
Η διαδικασία της προληπτικής αντεπανάστασης που χαρακτηρίζει το κίνημα της ιμπεριαλιστικής μπουρζουαζίας σε αυτή τη φάση επιβάλλει στις επαναστατικές δυνάμεις μια νέα επεξεργασία της στρατηγικής για την κατάληψη της εξουσίας και ως εκ τούτου και των οργανωτικών αρχών και μορφών.
Αφού δεν υπάρχει πλέον μια πολιτική φάση ξεχωριστή από τη στρατιωτική διότι μεταρρύθμιση και εξόντωση συνυπάρχουν και είναι λειτουργικές στο ιμπεριαλιστικό Κράτος, η μόνη δυνατότητα άσκησης του πολιτικού εδάφους της σύγκρουσης δίδεται με το όπλο στο χέρι.
Η εξεγερσιακή στρατηγική που προέρχεται από την ιστορία της τρίτης διεθνούς βγαίνει από την ιστορία και εισέρχεται ο ανταρτοπόλεμος, ο μακροχρόνιος ταξικός πόλεμος.
Στη φάση που ορίσαμε ως «ένοπλη ειρήνη» (δηλαδή στη φάση της επέκτασης του κύκλου στον οποίο επικρατεί η χρήση των ρεφορμιστικών μέσων έναντι εκείνων καταφανώς πιο κατασταλτικών) από την πλευρά των επαναστατικών δυνάμεων κυριαρχεί η τακτική ένοπλης προπαγάνδας ενώ στη φάση του «πολέμου» (δηλαδή στη φάση της κρίσης του κύκλου στον οποίο τα όργανα καταστολής και εξάλειψης των ανταγωνιστικών συμπεριφορών της τάξης δεσπόζουν) από την πλευρά των επαναστατικών δυνάμεων κυριαρχεί η πρακτική του επαναστατικού εμφυλίου πολέμου.

 

= Κατά τη μετάβαση από την ένοπλη ειρήνη στον πόλεμο η σύγκρουση μεταξύ επανάστασης και αντεπανάστασης γίνεται όλο και πιο άμεση και γενικευμένη, αλλά δεν υπάρχει, όπως ισχυρίζονται ορισμένοι, μια μεταμόρφωση του δημοκρατικού Κράτους σε φασιστικό Κράτος. Αντιθέτως βρισκόμαστε πάντοτε με την παρουσία ενός Κράτους το οποίο, με την αναδιάρθρωση, υπέστη αλλαγές στο ειδικό βάρος των θεμελιωδών στοιχείων του · πρώτα τα ειρηνικά-μεταρρυθμιστικά εργαλεία κυριαρχούσαν πάνω στα στρατιωτικά-κατασταλτικά, αλλά τώρα η εξόντωση υπερισχύει και υποτάσσει στον εαυτό της την μεταρρυθμιστική λειτουργία.
Φασισμός και σοσιαλδημοκρατία υπήρξαν πολιτικές μορφές που κινούνται περιοδικά τις οποίες ανέλαβε η εξουσία της αστικής τάξης στη φάση του εθνικού μονοπωλιακού καπιταλισμού. Μπορούμε να προσθέσουμε περαιτέρω, απλουστεύοντας στο μέγιστο, ότι φασισμός και σοσιαλδημοκρατία έχουν αμοιβαία αποκλειστεί ο ένας από την άλλη στην ιστορία. Στο ιμπεριαλιστικό κράτος αντιθέτως συνυπάρχει η ουσία αυτών των πολιτικών μορφών, δίδοντας τόπο σε ένα πρωτότυπο «καθεστώς» που όμως δεν είναι ούτε φασιστικό ούτε σοσιαλδημοκρατικό, αλλά αντιπροσωπεύει μια διαλεκτική υπερνίκηση αμφοτέρων.

= Άλλοι σε αυτή τη μεταβατική φάση πιστεύουν ότι ξεχωρίζουν μια τάση προς την μεταμόρφωση του Κράτους με μια σοσιαλδημοκρατική έννοια και αναρωτιούνται εάν η σοσιαλδημοκρατία αντιπροσωπεύει ή όχι τη διέξοδο από την ιμπεριαλιστική κρίση και, πιο συγκεκριμένα, εάν το ΚΚΙ ετοιμάζεται να κάνει ή όχι την είσοδό του στον χώρο της εξουσίας. Αυτό το ερώτημα περιέχει μέσα του ένα άλλο, δηλαδή το αν το PCI είναι ένα σοσιαλδημοκρατικό κόμμα ή όχι.
Οι διαφορές μεταξύ της σοσιαλδημοκρατίας και του σύγχρονου ρεφορμισμού είναι πολυάριθμες και ορισμένες είναι θεμελιώδεις Η σοσιαλδημοκρατία είναι ένα τυπικό φαινόμενο εκείνων των φάσεων της καπιταλιστικής ανάπτυξης κατά τις οποίες οι κρίσεις εξακολουθούν να ακολουθούν μια κυκλική τάση: βγαίνοντας από περιόδους ύφεσης, ο καπιταλισμός μπορεί, καταφεύγοντας σε μια μεταρρυθμιστική πολιτική, να «διαφθείρει τα στρώματα της εργατικής αριστοκρατίας» που αποτελούν τη βάση μάζα της ιστορικής σοσιαλδημοκρατίας.
Με άλλα λόγια, η δυνατότητα μιας παραγωγικής ανάκαμψης επιτρέπει στην αστική τάξη ένα περιθώριο πραγματικής διαπραγμάτευσης με την «εργατική δεξιά»: αυτό προκαλεί, μεταξύ άλλων επιπτώσεων, την ενσωμάτωση των ηγετικών ομάδων των ρεφορμιστικών κομμάτων μέσα στο κοινωνικό μπλοκ που κατέχει την ισχύ-την εξουσία. Η συμμαχία ανάμεσα στην αστική τάξη και τον ρεφορμισμό είναι συνεπώς κοινωνικής και πολιτικής φύσης: οι σοσιαλδημοκράτες και οι «επαγγελματίες εργάτες» στέκονται δίπλα στο αφεντικό επειδή μαζί του έχουν πραγματικά κοινά συμφέροντα (την ανάκαμψη της συσσώρευσης και την παραγωγική αναδιάρθρωση) και επειδή φιλοδοξούν να γίνουν αυτοί οι ίδιοι αφεντικά με βάσιμες πιθανότητες να το καταφέρουν. Επιπλέον, τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του Κράτους σε αυτό το στάδιο της ιστορίας του καπιταλισμού διευκολύνουν την είσοδο της σοσιαλδημοκρατίας σε εκείνη την κυβέρνηση που είναι από πάντα ο προθάλαμος της εξουσίας: το Κράτος ακόμη σχετικά αυτόνομο από την οικονομία, αιτιολογεί σε κάποιο βαθμό την ψευδαίσθηση ότι η κατάκτηση και η χρήση του από την εργατική τάξη είναι δυνατή.
Αυτά τα δεδομένα δεν ισχύουν πλέον σήμερα. Η κρίση του ιμπεριαλιστικού συστήματος δεν είναι προβλέψιμο να έχει ως αποτέλεσμα την ανάκαμψη της συσσώρευσης, τόσο επειδή η οικονομία έχει εισέλθει σε μια φάση στασιμότητας η οποία θα επιλυθεί μόνο με τον πόλεμο για μια διαφορετική διαίρεση-μοίρασμα των αγορών, όσο και διότι οι υιοθετηθείσες από τα κράτη οικονομικές πολιτικές τείνουν να περιορίζουν, παρά να επεκτείνουν, την παραγωγική βάση. Συνεπώς λείπουν, τόσο οι δομικές βάσεις (φύση και πορεία της κρίσης) όσο και οι υποκειμενικές (πολιτικές κυβερνήσεων και κρατών) ώστε να επιτρέψουν την ενσωμάτωση των ρεβιζιονιστών σε ένα κοινωνικό μπλοκ που να επιδιώκει και να ακολουθεί μια μεταρρυθμιστική πολιτική. Ή καλύτερα, είναι ακόμα πιθανό οι ρεβιζιονιστές (η ηγετική ομάδα τους) να φιλοξενηθούν προσωρινά εντός της Κυβέρνησης, αλλά αποκλείεται ότι υπάρχουν οι προϋποθέσεις για την ενσωμάτωση στρωμάτων της αριστοκρατίας της εργατικής τάξης ή των μεσαίων τάξεων μέσα σε ένα μπλοκ εξουσίας που του έχει ανατεθεί να διαχειριστεί ένα είδος ανάπτυξης που δεν μπορεί πλέον να δοθεί, δεδομένου του ιμπεριαλιστικού και πολυεθνικού χαρακτήρα του καπιταλισμού της εποχής μας. Τι πράγμα, όντως, οι καπιταλιστές μπορούν να χορηγήσουν στον επαγγελματία εργάτη σε αντάλλαγμα για τη συνεργασία του αν όχι το ταμείο ανεργίας, τις απολύσεις, την αύξηση της εκμετάλλευσης και την προοδευτική αλλά σταθερή μείωση της αγοραστικής δύναμης των μισθών; Και ούτως ή άλλως, πέραν των υλικών ανταλλαγμάτων, μέσα σε ποια υπόθεση ανάπτυξης μπορούν να εμπλακούν, ακόμη και μοναχά ιδεολογικά, εκείνα τα στρώματα εργατικών αριστοκρατιών που έχουν πλέον εξαντλήσει το προοδευτικό δυναμικό τους από την οπτική του κεφαλαίου;
Η απουσία διαρθρωτικών συνθηκών για το σχηματισμό ενός νέου κοινωνικoύ μπλοκ εξουσίας δεν αποκλείει όλα τα χαρακτηριστικά αυτής της σχέσης που, από την άλλη πλευρά, εξαρτώνται από την ταξική κατάσταση, καθώς και από το επίπεδο των παραγωγικών δυνάμεων.
Εάν να πληρώσουν το αντίτιμο της ανόδου στην εξουσία της ιστορικής σοσιαλδημοκρατίας υπήρξαν πριν απ’ όλα οι αγρότες, από την στιγμή που η επανάληψη της συσσώρευσης πραγματοποιούνταν εις βάρος της υπαίθρου, σήμερα η προτιμησιακή σχέση της ιμπεριαλιστικής μπουρζουαζίας με τους ρεβιζιονιστές βασίζεται στον εντοπισμό του «περιθωριοποιημένου προλεταριάτου» ως μεταβλητή η κατοχή του ελέγχου της οποίας είναι απαραίτητη.
Με άλλα λόγια, ο επαγγελματίας εργάτης «θα έπρεπε να γίνει ταυτόχρονα, ένας πραγματικός στρατιώτης της παραγωγής και να λειτουργεί ως αστυνομικός τόσο προς τους συναδέλφους του, όσο και κυρίως απέναντι στη μάζα των περιθωριοποιημένων προλετάριων της μεγάλης μητρόπολης».
Για όλους αυτούς τους λόγους είναι αναπόφευκτο ότι η ρεβιζιονιστική πολιτική θα χάσει σταδιακά όλα τα ρεφορμιστικά της χαρακτηριστικά για να αναλάβει απόλυτα κατασταλτικά: από προοδευτική, η λειτουργία του PCI γίνεται έτσι, εκ των πραγμάτων και ανεξάρτητα από τη βούληση των αγωνιστών του, συντηρητική, με σκοπό να ασκεί άκαμπτο έλεγχο επί της αγοράς εργασίας και να οργανώνει τη συναίνεση γύρω από ένα σχέδιο οικονομικής και κοινωνικής ανάπτυξης που λόγω της φύσης του ιμπεριαλισμού, όντος ανίκανου να κινητοποιήσει και να εμπλέξει τις μάζες (όπως είχε καταφέρει να το κάνει ο φασισμός για παράδειγμα ), θα αναγκάσει όλο και περισσότερο τους ρεβιζιονιστές να καταφεύγουν σε καταναγκαστικά εργαλεία και να επιβάλουν συναίνεση με το ζόρι, αντί να την ζητούν και να την ερμηνεύουν.
Αυτό θα συμβεί διότι, εάν ο ιμπεριαλισμός είναι καπιταλισμός που σαπίζει δεν υπάρχει περαιτέρω ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων χωρίς να διαταραχθούν οι αντίστοιχες παραγωγικές σχέσεις, αυτό σημαίνει ότι η ανάγκη να παραμείνουν αμετάβλητες θα πρέπει να συγκρουστεί με τη βούληση να τις τροποποιήσει και πως τα μεταρρυθμιστικά κόμματα εργατικής παράδοσης, από εργαλεία κοινωνικής ειρήνης θα μετατραπούν σε άλλα τόσα εργαλεία για τον εμφύλιο πόλεμο.
Με αυτή την έννοια είναι δυνατόν να υποστηρίξουμε ότι οι ρεβιζιονιστές βρίσκονται στην υπηρεσία του ιμπεριαλιστικού Κράτους των πολυεθνικών και ότι η αντίθεση με τον σύγχρονο ρεβιζιονισμό, πέραν του να είναι ανταγωνιστική, πρέπει να αντιμετωπιστεί και στο στρατιωτικό επίπεδο. Ήδη σήμερα χάρη στη διαμεσολάβηση των ρεβιζιονιστών, η στρατιωτικοποίηση επεκτείνεται από το εργοστάσιο στην γειτονιά, στις διαπροσωπικές σχέσεις, στις οικογένειες, σε μια αλυσίδα ιεραρχικών και βίαιων κοινωνικών σχέσεων, που κυριαρχούνται από τους νόμους μιας καταπιεστικής κοινωνίας που ο ιμπεριαλισμός θα επιθυμούσε όλο και περισσότερο όμοια με ένα lager εκατομμυρίων παραγωγών.
Θα πρέπει επίσης να ληφθεί υπόψη ότι, ένας από τους λόγους για τους οποίους η συμμαχία με τον σύγχρονο ρεβιζιονισμό είναι επιθυμητή για την αστική τάξη, συνίσταται στη δυνατότητα να διεισδύσει με μεγαλύτερη ευκολία στις αγορές της Ανατολικής ευρώπης.

= Στο εσωτερικό του ρεβιζιονιστικού κόμματος ζει επομένως μια αμφισημία μεταξύ δύο τάσεων, μία που θα μπορούσαμε να ορίσουμε εσφαλμένα ως «την αριστερή πτέρυγα της σοσιαλδημοκρατίας» η οποία έκανε δικό της και το δυτικό σύστημα αξιών με την αποδοχή του ΝΑΤΟ, η άλλη που εμπνέεται από τον «Κρατικό καπιταλισμό» και που βλέπει τον «συμβιβασμό» ως το πρώτο τακτικό βήμα προς αυτή την κατεύθυνση. Αυτό συνεπάγεται πως η σχέση μεταξύ του ρεβιζιονιστικού κόμματος και του σοβιετικού σοσιαλιμπεριαλισμού εξαρτάται από τη θέση μεγαλύτερης ισχύος της δεύτερης τάσης, σε σχέση με την πρώτη.
Σε ευρωπαϊκό επίπεδο ο ultraρεβιζιονισμός επιδιώκει να λειτουργήσει ως αυτόνομη δύναμη, ηγεμονική δύναμη σε σχέση με έναν πολιτικό χώρο που βλέπει ενωμένους σκυλιά και γουρούνια της αριστεράς της σοσιαλδημοκρατίας, περνώντας μέσα από τους «διάφορους ευρωκομμουνισμούς», για να φτάσουμε στις ψεύτικες λενινιστικές παροτρύνσεις τύπου Πορτογαλίας. Αντιμετωπίζει τον ιμπεριαλισμό ως μια εσωτερική-εξωτερική δύναμη, και γι ‘αυτό εμπνέει υποψία στον Κάρτερ και στους ευρωπαίους υποτελείς του, οι οποίοι και θα έμπαιναν στον πειρασμό να τον χρησιμοποιήσουν, φιλόδοξα, ως καταλύτη της «διαφωνίας» στις ανατολικές χώρες, αλλά προς το παρόν παραμένει ένα όπλο δίκοπο.

= ΑΠΑΓΩΓΗ DOZIER – 17 δεκεμβρίου 1981 ήταν δεύτερος επικεφαλής του προσωπικού της Διοίκησης Δυνάμεων Εδάφους του ΝΑΤΟ στη Νότια Ευρώπη (FTASE). Η απαγωγή πραγματοποιήθηκε στο διαμέρισμα του, περίπου στις 6:00 μ.μ. Μετά από 42 ημέρες, στην Πάντοβα σε μια βάση Br, η ειδική αστυνομική μονάδα Nocs (λειτουργικός Πυρήνας κεντρικής ασφάλειας της Αστυνομίας του Κράτους) – εξαιρετικά εκπαιδευμένες δυνάμεις, ιδιαίτερα στη χρήση των όπλων, όπως οι Gis (ομάδα ειδικών παρεμβάσεων των Καραμπινιέρων), εισβάλλουν συλλαμβάνοντας 4 συντρόφ * και απελευθερώνοντας τον στρατηγό. Με την απαγωγή Dozier οι Br δηλώνουν τη γέννηση του σχηματισμού Br-Partito Comunista Combattente/εΤ-Κομουνιστικό Μαχόμενο Κόμμα (Br-Pcc) μετά τις διασπάσεις που έλαβαν χώρα (Κόμμα Guerrilla και φάλαγγα Walter Alasia). Στη συνέχεια διαχέεται ένα νέο «στρατηγικό ψήφισμα» με τίτλο «Δύο χρόνια πάλης» στο οποίο πέρα από την εξήγηση των περιπετειών της διάσπασης, αποφασίζονταν να δοθεί έμφαση της δραστηριότητας τους ενάντια στο ΝΑΤΟ που αντιπροσώπευε τον στρατιωτικό βιομηχανικό μηχανισμό των πολυεθνικών.

«Μέσα από σένα δικάζουμε τη στρατιωτική κατοχική δομή, το ΝΑΤΟ, και την ιμπεριαλιστική πολιτική της Αμερικής προς το ιταλικό προλεταριάτο. Αυτή η πολιτική εξαπλώθηκε από το 1945 μέχρι σήμερα. Έδωσε τη δυνατότητα στις ΗΠΑ, υπό τον εκβιασμό των όπλων, πρώτα με τον ιταλικό στρατό κατοχής, στη συνέχεια με τον ενσωματωμένο στρατό του ΝΑΤΟ, να χτιστεί μια πολιτικο-στρατιωτική τάξη πλήρως υποταγμένη στα συμφέροντα των πολυεθνικών ΗΠΑ. Η ιστορία αυτών των κυβερνήσεων είναι η ιστορία της Κρατικής τρομοκρατίας, που χτίστηκε από τη CIA. Από το Σχέδιο Μάρσαλ μέχρι την υποδούλωση στην πολιτική Ρέιγκαν με τους πυραύλους του Comiso, σημαίνει τον σχεδιασμό της ιστορίας της υποταγής των ιταλικών κεφαλαίων και μιας πολιτικής τάξης που παρά την αποδεδειγμένη πολιτική και κοινωνική απονομιμοποίηση, παραμένει όρθια μόνο χάρη στον τρόμο των ειδικών μονάδων εκπαιδευμένων από τους αμερικανούς και την οικονομική πολιτική των πολυεθνικών USA».

= Στις 15 φεβρουαρίου 1984, στις 6.45 μ.μ., οι Br-Pcc μαζί με τη Ένοπλη Λιβανέζικη Επαναστατική Φράξια (FARL) πλήττουν τον Leamon Hunt, πρεσβευτή και πρώην διευθυντή της Πολυεθνικής Δύναμης και Παρατηρητών (MFO) και υπεύθυνο διαχείρισης της Πολυεθνικής Δύναμης του Σινά.

(ντοκουμέντα): Οι εκστρατείες εναντίον του ΝΑΤΟ αποτελούν ένα σημείο του θεμελιώδους προγράμματος για την ιταλική επαναστατική διαδικασία, δεδομένου ότι τοποθετούν τις Br δίπλα σε όλες τις άλλες αντιιμπεριαλιστικές δυνάμεις προς το γενικό συμφέρον του ευρωπαϊκού προλεταριάτου.

Δυστυχώς η απαγωγή του Dozier κατέληξε σε μια ήττα, και επειδή η προετοιμασία δεν πραγματοποιήθηκε σύμφωνα με τα συνήθη κριτήρια (οι βάσεις ήταν γνωστές σε ακτιβιστές του κινήματος, και από εκεί έφτασαν οι δυνάμεις της καταστολής). Το κράτος χρειάστηκε να χρησιμοποιήσει βασανιστήρια για να αποσπάσει απαραίτητες πληροφορίες από συντρόφους του κινήματος για να φτάσει στη βάση όπου φυλάσσονταν ο Dozier. Πάντα με τα βασανιστήρια αποσπάστηκαν πληροφορίες από ορισμένους συντρόφους εσωτερικούς στη δράση που επέτρεψαν στην καταστολή να δώσει ένα αποφασιστικό πλήγμα στις Br.

Ακόμα στις 10 φεβρουαρίου 1986 οι Br-CCS έπληξαν σκοτώνοντας τον Lando Conti, πρώην δήμαρχο της Φλωρεντίας, με την κατηγορία πως συνεργάστηκε για μια μεγαλύτερη ενσωμάτωση της Ιταλίας στο ΝΑΤΟ και στο λεγόμενο σχέδιο των πολέμων των άστρων που προώθησε η αμερικανική κυβέρνηση με επικεφαλής τον Ronald Regan, μέσω της ιταλικής Κοινοπραξίας για τις στρατηγικές τεχνολογίες (Cites).

 

* Με συνέλαβαν τον μάιο του 1980, ειδικές φυλακές και πολύ σκληρή μεταχείριση. Μαζί με άλλους διοργάνωσα την εξέγερση στην ειδική φυλακή του Trani (δεκέμβριος 1980), μια εξέγερση που κατεστάλει με τη χρήση ελικοπτέρων και πυροβόλων όπλων και σφαγή των εξεγερμένων. Μεταφορά στη Σαρδηνία στην τιμωρητική φυλακή του Nuoro και στη συνέχεια Cuneo, ξανά Trani, Novara και μετά από 15 χρόνια περιπλάνησης τελικά στη Ρώμη-Rebibbia. Το 1999 κατακτώ τη δυνατότητα να δουλεύω εξωτερικά (semilibertà-ημιελευθερία) και τελειώνω τη φυλάκιση τον δεκέμβριο του 2010. Επιστρέφω στο κίνημα και συμμετέχω στους αγώνες των εργαζομένων στον τομέα της εφοδιαστικής (φόρτωση, εκφόρτωση και μεταφορά εμπορευμάτων), οι περισσότεροι από αυτούς τους εργαζόμενους είναι μετανάστες [εδώ στη Ρώμη ως επί το πλείστον ερυθραίοι, ρουμάνοι, από την Γκάνα, κλπ.), με ένα τρομερό επίπεδο εκμετάλλευσης. Έχουν σημειωθεί πολλά βήματα προς τα εμπρός, ιδίως στην πολιτική ανάπτυξη πολλών εργαζομένων και σε ορισμένες από τις αξιώσεις που έχουν κερδηθεί. Το ταξίδι είναι πολύ μακρύ, και διότι δεν υπάρχουν πολλοί άλλοι αγώνες με τους οποίους να συνδεθούμε.

 

 

 

 

 

αυτονομία, autonomia

Εξέγερση

«η ιστορία των χρόνων ’70»

«Αυτή είναι μια ιστορία των χρόνων του ’70.
Τότε υπήρχε ένα κίνημα από γυναίκες και άνδρες που πίστευαν ότι θα άλλαζαν τον κόσμο. Ριζικά. Με μια επανάσταση.
Εκείνες οι γυναίκες και οι άνδρες σκέφτονταν ότι να τον αλλάξουν μπορούσε να είναι και διασκεδαστικό. Μάλλον ή ήταν διασκεδαστικό ή δεν άξιζε τον κόπο. Όλα και αμέσως. Δεν ήθελαν να αναβάλουν τίποτα για αργότερα.
Το πιο ριζοσπαστικό μέρος αυτού του κινήματος ήταν οι αυτόνομοι.
Στη συνέχεια εκείνο το κίνημα πιάστηκε σε μια τανάλια και συνεθλίβη. Πολλοί σταμάτησαν ή τους σταμάτησαν. Πολλοί από το κίνημα μετακινήθηκαν στους ένοπλους σχηματισμούς. Πολλοί σκέφτηκαν ότι η μόνη δικαιοσύνη ήταν η προλεταριακή. Κάποιοι, όχι λίγοι, μετάνιωσαν, μεταμελήθηκαν, δηλαδή έγιναν καταδότες.
Είναι λοιπόν και μια φοβερή ιστορία. Είναι μια ιστορία φτιαγμένη από ζωντανούς, νεκρούς και σκοτωμένους. Είναι μια οδυνηρή ιστορία για τον πόνο που προκάλεσε και υπέφερε.
Είναι μια ιστορία που μιλά για τους νέους. Εγώ είμαι ένας άνθρωπος που βαδίζει προς τα εξήντα. Αλλά βλέπω τον εαυτό μου νεαρό και σκέφτομαι: μας έκαναν να πληρώσουμε αλλά το διασκεδάσαμε πολύ.
Αυτή την ιστορία άρχισα να την γράφω στην ειδική φυλακή του Fossombrone το 1982. Τετράδιο και μολύβι.
Στη συνέχεια παίρνω μαζί μου το τετράδιο στην Rebibbia, όπου μεταφέρομαι.
Ο Francone μου δανείζει την Olivetti Lettera 22 του και ξεκινώ από την αρχή. Η συμφωνία είναι ξεκάθαρη: κάθε μέρα αυτός θέλει να διαβάζει και να δίνει την κρίση του: Hemingway, βατό, σκατά. Τα «σκατά» σκίζονται αμέσως μπροστά στη φάτσα του συγγραφέα.
Η εργασία επιβραδύνεται πολύ κατά τη διάρκεια των ακροάσεων της δίκης. Η γραφή μαραζώνει. Το καλοκαίρι του 1984 δίνω το τελευταίο χτύπημα. Αλλά με απελευθερώνουν και ο δεσμός με τον αδίστακτο κριτικό μου σταματά. Παίρνω μαζί μου το δακτυλογραφημένο στο Μιλάνο μέσα στις μαύρες σακούλες σκουπιδιών στις οποίες μαζεύω τα προσωπικά μου αντικείμενα. Να το δημοσιεύσω; Και από ποιον;
Μετά βγαίνει και ο Francone. Ένα βράδυ πριν από δεκαπέντε χρόνια με φέρνει στο σπίτι ο Sergio, ο επονομαζόμενος Sergino επειδή κατά τα χρόνια της αυτονομίας ήταν σχεδόν μωρό. Ο Sergio λέει: Μου αρέσει πολύ, είμαστε ακριβώς εμείς
Σιγά σιγά αρχίζει να δημοσιεύει ξεχωριστά κεφάλαια της ιστορίας σε περιοδικά, βιβλία κ.λ.π. Μετά πέρυσι εμφανίζεται. Και μου λέει: να δημοσιεύουμε τα πάντα. Λέω ναι. Εδώ είναι, να το ».

Από την εισαγωγή του συγγραφέα

Un assaggio… Μια γεύση

Parco Lambro
Χειμώνας ’76. Στο Μιλάνο η αυτομείωση των κινηματογραφικών, των συναυλιών και των θεατρικών εισιτηρίων εξαπλώνεται. Ομάδες νεαρών δίνουν ραντεβού έξω από τους κινηματογράφους και όταν είναι περίπου εκατό πάνε να διαπραγματευτούν με τους διαχειριστές. Συχνά καταλήγουν να συμφωνήσουν επάνω στην τιμή του εισιτηρίου, όταν αντίθετα η συζήτηση πηγαίνει πολύ μακριά απλά διασπούν και μπαίνουν.
Προς τον μάρτιο το φαινόμενο λαμβάνει μαζικές διαστάσεις, ειδικά τα απογεύματα της κυριακής και στις αργίες. Ακόμη και πορείες σχηματίζονται από νέους που γυρνούν από τον έναν κινηματογράφο στον άλλο, μπαίνουν στις αίθουσες διακόπτοντας τις προβολές για να προπαγανδίσουν τις συνθήκες μέσα στις οποίες ζουν.
Από τα προάστια της ακραίας περιφέρειας νέοι που δεν τους είχε δει κανείς νωρίτερα εμφανίζονται από το πουθενά στις πλατείες του Μιλάνο, δεν τους γνωρίζουν ούτε τα παιδιά της αυτονομίας. Κύκλοι με ονόματα που αναφέρονται στους ινδιάνους ή απλά στους δρόμους όπου έχουν κατακτήσει χώρους: άδειες κατοικίες, καταστήματα, αποθήκες.
Ο μόνος που γνωρίζει λιγάκι τους νεαρούς των κύκλων είναι ο Matteo ο οποίος, μέσα από τα παιδιά του Baggio, ξεκίνησε συναντήσεις σε ένα παλιό σταθμό των καραμπινιέρων που εγκαταλείφθηκε και καταλήφθηκε από τα αγόρια της γειτονιάς.
Ο Matteo έγινε λίγο ο ειδικός στον χώρο του περιοδικού »Rosso» σχετικά με αυτό το κίνημα. Ήταν ο πρώτος που μίλησε για αυτό στις συναντήσεις στη via Disciplini. Είναι μόλις είκοσι χρονών, αλλά φαίνεται ότι δεν έχει ηλικία επειδή παρεμβαίνει στις συνελεύσεις στο Μιλάνο εδώ και τουλάχιστον έξι χρόνια. Με λίγα λόγια, έχει την ηλικία του κινήματος.
Πάντα περιβάλλεται, σαν να τον προστατεύουν, από ένα σμήνος παιδιών από τη γειτονιά του, ώστε έτσι να είναι δύσκολο να μιλήσεις μαζί του πρόσωπο με πρόσωπο. Όπως είναι δύσκολο να τα ξεφορτωθείς στο τέλος όλων των συναντήσεων αν δεν τον συνοδεύσεις στο σπίτι. Όποιος το κάνει εκπλήσσεται.
Μένει στο τελευταίο σπίτι του Μιλάνο στο δρόμο προς Βαρέζε. Μετά το σπίτι του ξεκινά ένα λιβάδι.                                                                                                                                              Είναι παράλογο. Λίγα μέτρα μακριά μπορείς να δεις το πίσω μέρος μιας μεγάλης πινακίδας που γράφει «Μιλάνο». Το να τον συνοδεύεις τις χειμωνιάτικες νύχτες αγγίζεις την τραγωδία. Πράγματι το σπίτι του ξεπηδά ξαφνικά μες την ομίχλη, ανάμεσα στα δέντρα.
Σε εκείνο το σπίτι με κήπο, στην τελευταία συνοριακή γραμμή του Μιλάνου, ο Matteo ζει συντροφιά με μια μαϊμού και έναν αδελφό που δεν ενδιαφέρεται απολύτως για την πολιτική. Ο Matteo δεν είχε μιλήσει ποτέ σε κανέναν για την μαϊμού, οπότε μόλις μπήκα στο σπίτι του μια φορά και την είδα ξαφνιάστηκα πολύ.
Η μόνη δημόσια συγκοινωνία που φτάνει στην περιοχή του σπιτιού του είναι το 18 barrato που φεύγει από την Piazza Cairoli κάθε μισή ώρα και κάνει την τελευταία κούρσα τα μεσάνυχτα. Αν το πάρετε από τις δέκα το βράδυ και μετά μοιάζει να μπαίνετε μέσα σε ένα κόμικ τρόμου. Υπάρχει μόνο ο οδηγός που σταματά να διαβάζει την εφημερίδα κάθε μισή ώρα και φεύγει για εκείνο τον τόπο που έχει ξεχαστεί από τον θεό.Από τον Matteo κατάλαβα ότι το πρόβλημα των σκληρών ναρκωτικών, της ηρωίνης, αφορά κυρίως τους φτωχούς και τους περιθωριοποιημένους, όχι τους πλούσιους, όπως πίστευα εγώ. Στο κεφάλι μου ηρωίνη και κοκαΐνη πίστευα ότι αφορούσε μόνο ανθρώπους με πολλά χρήματα. Ο Matteo αντιθέτως με πήγε σε μερικούς δρόμους της γειτονιάς του όπου δεκάδες παιδιά τρυπιούνται, στους κήπους όπου πατάς επάνω σε σύριγγες βρώμικες από αίμα. Μου μιλάει για εκείνο τον φίλο του και για τον άλλον που πήγαιναν στο σχολείο μαζί του και τώρα τρυπιούνται τακτικά. Για εκείνους που πέθαναν από υπερβολική δόση και εκείνους που κατέληξαν στη φυλακή επειδή βρίσκονταν σε εθισμό και άρχισαν να κλέβουν στα διαμερίσματα ή να αρπάζουν απ’ τα παιδάκια χρυσές αλυσίδες.
Καταραμένες ιστορίες περιθωριοποίησης χωρίς βάση για κάποια απόπειρα λύτρωσης. Από αυτές τις θλιβερές και απελπισμένες ιστορίες που διηγείται η συνεχής πτώση αυτών των παιδιών στο τρύπημα με εντυπωσιάζει περισσότερο, έστω κι αν μερικές φορές προσπάθησαν να σταματήσουν.
– Είναι αυτοί οι καταραμένοι διακινητές, – λέει ο Matteo – τα εκβιάζουν και μόλις προσπαθήσουν να σταματήσουν πηγαίνουν σε αυτά με ότι χρειάζονται για να βαρέσουν και να πουλήσουν. Τους μεγάλους έμπορους ναρκωτικών πρέπει να τους σκοτώσουν όλους, χωρίς έλεος.
Ο Matteo κατέληξε να στήσει με τους φίλους του από το Baggio μια περιπολία που κάνει αντιπληροφόρηση επάνω στα σκληρά ναρκωτικά και τους εμπόρους. Ένα βράδυ, όλος υπερηφάνεια, μου δείχνει την «Corriere d’Informazione» που αναδεικνύει την είδηση: «Τινάζεται στον αέρα ένα μπαρ, γνωστός τόπος διακίνησης στην περιοχή Baggio». Φυσικά ο Matteo και τα παιδιά της Baggio καπνίζουν μαλακά ναρκωτικά, όπως τα καπνίζω εγώ και πολλοί σύντροφοι στο Μιλάνο.
Στα τέλη της άνοιξης με την πρώτη ζεστασιά η αυτομείωση των συναυλιών εξαπλώνεται. Όλα αυτομειώνονται, ακόμα και σε συναυλίες που διοργανώνει ο «Re Nudo». Το γεγονός αυτό διεγείρει πολύ ζωηρές συζητήσεις σε όλες τις κολεκτίβες, επειδή εκείνοι του «γυμνού Βασιλιά» είναι σύντροφοι και ζητούν μόνο τα έξοδα, ή έτσι λένε τουλάχιστον.
Η κατάσταση είναι εντελώς ανεξέλεγκτη και κανείς πλέον δεν ηγείται επί των εκατοντάδων συλλογικοτήτων στις γειτονιές, στα κατειλημμένα σπίτια, στα καταστήματα που μετατρέπονται σε κοινωνικά Κέντρα του νεανικού προλεταριάτου.
Στο Parco Lambro έγιναν πράγματα και θάματα και ο »γυμνός Βασιλιάς», λόγω του ταραχώδους κλίματος, βασίστηκε, για να διατηρήσει την τάξη επί των χιλιάδων και χιλιάδων παιδιών που αναμένονταν να φτάσουν από όλη την Ιταλία, στην ομάδα περιφρούρησης της Lotta continua.
Πολλοί περισσότεροι άνθρωποι από το αναμενόμενο καταφθάνουν. Είναι ένα απίστευτο θέαμα: σκηνές, υπνόσακοι παντού, όμορφα και λιγότερο όμορφα κορίτσια, άνθρωποι που τριγυρνούν γυμνοί, παιδάκια που κυνηγιούνται μέσα στα λιβάδια. Το βράδυ μεγασυναυλίες της Premiata Forneria Marconi, του Banco del Mutuo Soccorso και πολλών άλλων λιγότερο διάσημων συγκροτημάτων.
Ένα πάρκο άνθρωποι όπου ο Andrea, ο Coz, ο Matteo, ο Puccio, τα παιδιά της Berchet, εκείνα της Baggio, του Drin-Drin γυρνούν από εδώ κι από εκεί σαν ψάρια στο νερό έτοιμοι να χρησιμοποιήσουν κάθε ευκαιρία για να σπρώξουν προς την απαλλοτρίωση
Ο Matteo με τα παιδιά του ξεκινούν από την πρώτη μέρα κυνηγώντας διακινητές ναρκωτικών. Πέφτει λιγάκι ξύλο και τα αγγλικά κλειδιά προσγειώνονται επάνω σε μερικά κεφάλια. Ήδη από την δεύτερη μέρα αυξάνεται η αγανάκτηση χιλιάδων νεαρών για τις τιμές των τροφίμων που πωλούνται στα περίπτερα των επαναστατικών οργανώσεων. Το μεσημέρι η κατάσταση καθίσταται αβάσταχτη και οι ομάδες αρχίζουν να εφορμούν στους πάγκους για να αρπάξουν φαγητό. Μικρές πορείες τριγυρίζουν το πάρκο με πλακάτ που υποδαυλίζουν την αυτομείωση. Στη συνέχεια, ξαφνικά, μια μεγάλη πορεία κατευθύνεται στο φορτηγό ψυγείο που ενοικιάζεται από τον «Re nudo» το οποίο περιέχει τα κοτόπουλα και το κρέας που μαγειρεύονται στο περίπτερο της Democrazia proletaria. Ένα αγόρι με διαβολεμένο πρόσωπο πηδά στο φορτηγό και ανοίγει την πόρτα. Βουτάει μέσα και αρχίζει να ρίχνει ωμά κοτόπουλα ανάμεσα στον κόσμο. Αμέσως άλλοι ανεβαίνουν στο φορτηγό και με ανοικτές τις πίσω πόρτες αρχίζουν να περνούν προς τα έξω κουτιά με Coca-Cola και διάφορα αναψυκτικά. Από την άλλη πλευρά σμήνη νεαρών καταλήγουν να αδειάσουν τα stand των ομάδων χωρίς καμία διάκριση. Μόνο το δικό μας της αυτονομίας δεν δέχεται επίθεση, από σεβασμό προς προηγούμενες παρεμβάσεις μας, σίγουρα όχι για τη συμπεριφορά μας εκείνες τις ημέρες, σε τίποτα ανόμοια σε οπορτουνισμό.
Το απόγευμα ο Giulio και ο Coz οδηγούν μια χιλιάδα ανθρώπους προς στο πλησιέστερο σούπερ μάρκετ, αλλά με την είσοδο τους πρέπει να υποχωρήσουν γρήγορα επειδή εκφοβιστικοί πυροβολισμοί πέφτουν από ένα σώμα αστυνομικών. Η πομπή επιστρέφει μέσα στο πάρκο μετά από επιδρομή σε όλα τα κοντινά καταστήματα. Η κατάσταση το βράδυ γίνεται εντελώς ανεξέλεγκτη και μόνο η συναυλία και τα διάφορα ναρκωτικά καταφέρνουν να ηρεμήσουν λιγάκι τα πιο αναμμένα πνεύματα.
Ένας πολύ αδύνατος τραγουδιστής ανεβαίνει στη μεγάλη σκηνή και τραγουδά ένα πολύ ωραίο τραγούδι του οποίου θυμάμαι ακόμα τα λόγια:

βρίσκεται στο όνειρο που πραγματοποιείται, βρίσκεται στο γυαλισμένο πολυβόλο. Στη χαρά και στο θυμό, στο να καταστρέφεις το κλουβί. Στο θάνατο του σχολείου, στην άρνηση της εργασίας. Στο έρημο εργοστάσιο, στο σπίτι δίχως πόρτα. Βρίσκεται στη φαντασία, στη μουσική πάνω στο χορτάρι, βρίσκεται στην προβοκάτσια, στη δουλειά του τυφλοπόντικα, στην ιστορία του μέλλοντος, στο παρόν δίχως ιστορία, στις στιγμές του μεθυσιού, στις στιγμές της μνήμης. Βρίσκεται στο μαύρο του δέρματος, στη συλλογική γιορτή, στο ν’ αρπάζουμε τα εμπορεύματα, στο να πιανόμαστε απ’ το χέρι, να πετάμε πέτρες, στην πυρκαγιά στο Μιλάνο, στις σιδερόβεργες στους φασίστες και στις πέτρες ενάντια στα τζιπ. Βρίσκεται στα όνειρα που κάνουν οι αλήτες και στα παιχνίδια των μωρών, στο να μαθαίνουμε το σώμα, στον οργασμό του μυαλού, στην πιο ολοκληρωτική επιθυμία, στη διάφανη κουβέντα. Μα ποιος είπε πως δεν υπάρχει. Βρίσκεται στο βάθος των ματιών σου. Στην άκρη των χειλιών. Μα ποιος είπε πως δεν υπάρχει. Βρίσκεται στο γυαλισμένο πολυβόλο. Στο τέλος του Κράτους. Υπάρχει, ναι, υπάρχει. Μα ποιος είπε πως δεν υπάρχει. Υπάρχει! υπάρχει!

ISBN: 978-88-89969-23-6
PAGINE: 208
ANNO: 2007
COLLAN Narrativa
TEMA:

ΣΥΓΓΡΑΦΕΑΣ

PAOLO POZZI

Ο Paolo Pozzi (1949) αποφοίτησε στην Κοινωνιολογία στο Τρέντο το 1972. Μετακόμισε στο Μιλάνο, στρατεύεται στη συνιστώσα της εργατικής αυτονομίας που συγκεντρώθηκε γύρω από το περιοδικό «Rosso», του οποίου υπήρξε και συντάκτης. Το 1979 συνελήφθη στο πλαίσιο της έρευνας της 7ης απριλίου και εξέτισε αρκετά χρόνια στη φυλακή. Σήμερα είναι διευθυντής εταιρείας που ασχολείται με πολιτιστικά αγαθά.
ιστορία, storia

Ο ‘οικοδόμος’ της ταξικής πάλης

του Fiorenzo Angoscini

Ottone Ovidi, Salvatore Ricciardi, Bordeaux, Roma, μάϊος 2018, σελ. 118, € 12,00

Αυτή η ευέλικτη έκδοση είναι μια περιορισμένη βιογραφία  (1960-1980) που πραγματοποιήθηκε υπό μορφή συνέντευξης, με ερωτήματα και απαντήσεις, που έλαβε χώρα από τον Ottone Ovidi, ρωμαίο συντάκτη του περιοδικού «Zapruder-Storie in Movimento-Ιστορίες σε Κίνηση» και συγγραφέα μια κοινωνικής-ιστορικής-πολιτικής πρότασης εκείνης της περιόδου, στον Salvatore Ricciardi, προλετάριο-πολιτικό αγωνιστή της λαϊκής  borgata της Garbatella.

Ήδη εγγεγραμμένος στo Psiup (Partito Socialista di Unità Proletaria-Σοσιαλιστικό Κόμμα Προλεταριακής Ενότητας), που γεννήθηκε από μια διάσπαση στα αριστερά του Psi, διαλύθηκε επειδή δεν έπιασε το quorum, το όριο στις πολιτικές εκλογές του 1972 και του οποίου τα ηγετικά στελέχη, μετά από αυτή την debacle, πανωλεθρία, συγκλίνουν μαζικά στο Κκι, Pci. Μεταξύ των πιο εμφανών: Lucio Libertini, Dario Valori, Tullio Vecchietti, από την borgata. Παρά το δίπλωμα βιομηχανικού Εμπειρογνώμονα, αρχίζει την εργατική και πολιτική δραστηριότητα μεταξύ των εργατών στις κατασκευές, με τους οποίους συμμετέχει στους ενεργητικούς αγώνες του 1961-1963 που θα κορυφωθούν με τις συγκρούσεις (130 συνελήφθησαν) της Piazza Santi Apostoli στη Ρώμη. Αφού κέρδισε έναν μοιραίο διαγωνισμό, μπαίνει στον μηχανισμό Κρατικών Σιδηροδρόμων: τεχνικό γραφείο. Αρχικά εντάσσεται στο συνδικάτο Sfi-Cgil, στη συνέχεια αποσπάται [εκδιώκεται, μαζί με άλλους, όταν έχουν ήδη αποχωρήσει] και, το 1971, ιδρύει τον αυτόνομο οργανισμό Cub-Ferrovieri της Ρώμης, ο οποίος «οργάνωνε» (συγκέντρωνε) 1500 εργαζόμενους. Στη συνέχεια, η συνάντηση με τους σπουδαστές:

“Όταν ξεκίνησαν τα πρώτα σημάδια του 1968 από τα μέρη του σταθμού Termini όπου υπάρχουν πολλά σχολεία και γυμνάσια στα οποία άρχισαν να κάνουν συνελεύσεις, οι φασίστες που έρχονταν από την περιοχή του Corso Italia τους επιτίθενται. Εμείς πηγαίναμε με το ελεύθερο από το συνδικάτο, συχνά μαζί με εκείνους του PCI και βρεθήκαμε δίπλα-δίπλα αποκρούοντας αυτές τις φασιστικές επιθέσεις”.

Σχεδόν ταυτόχρονα (1969-1970) οι πρώτες επαφές με τους Συντρόφους του Collettivo Politico Metropolitano του Μιλάνο (ένας από τους οργανισμούς που θα δώσουν ζωή στις BR).Η πορεία πολιτικής εξέλιξής του (χωρίς καμία απολογητική πρόθεση) κορυφώνεται (1976) με το πέρασμα του στις Ερυθρές Ταξιαρχίες. Ο γέρος (γεννημένος τον σεπτέμβριο του 1940, χωρίς καμιά επιθετική πρόθεση, αλλά για να τονίσουμε τη σημαντική διαφορά στην ηλικία με εκείνη την μέση του αγωνιστικού σώματος. Μόνο ο Renato Curcio – έτος γέννησης 1941 – μπορεί να θεωρηθεί «σύγχρονος» του. Ο Prospero Gallinari ήταν 11 ετών νεότερος, ένας άλλος από το Reggio, συνιδρυτής των Br και, αργότερα, του Αντάρτικου Κόμματος, Partito Guerriglia, «ακατανόμαστος» για πολλούς πρώην συντρόφους, είχε 7 λιγότερα, ο Ario Pizzarelli είχε 14 λιγότερες ‘ανοίξεις’ στην πλάτη του. Ο Walter Alasia, μάλιστα, βρίσκονταν 16 χρόνια σε απόσταση), όπως ονομάζονταν από τους συναγωνιστές του στην Κομμουνιστική Μαχόμενη Οργάνωση, λόγω της δραστηριότητά του στο «ένοπλο Κόμμα» συλλέγει 30 χρόνια φυλάκισης:

Ε.: «Θυμάσαι την πρώτη ενέργεια που έγινε στη Ρώμη;»                                                      Α.: «Ένας δικαστής που υπέγραφε τις εντολές έξωσης και τις εκκενώσεις, ακριβώς λόγω του ότι αυτή η ενέργεια γέννησε τη ρωμαϊκή φάλαγγα, ο οποίος χτυπήθηκε, τραυματίστηκε. Μια άλλη δράση εκείνης της περιόδου, η οποία μας έδωσε μεγάλη δημοσιότητα επειδή αφορούσε έναν χαρακτήρα ιδιαίτερα μισητό από το ρωμαϊκό προλεταριάτο, ήταν η δολοφονία ενός εργολάβου, με το παρατσούκλι «Jack the harness, ο εκμεταλλευτής», πολύ δραστήριος στις εξώσεις και στο να καλεί την δημόσια δύναμη ενάντια στους παραβάτες ένοικους, οι οποίοι ήταν όλοι λαϊκές οικογένειες σε προαστιακές γειτονιές».1

Από αυτά τα 30 χρόνια, ο Ricciardi περνά τα «20 έγκλειστος και 10 σε ημιελευθερία και υπό όρους ελευθερία».2
Σε αυτό το βιβλίο, όχι στη γραπτή συνέντευξη, πολύ λιγότερο στη σύντομη αυτοβιογραφία, ο Ricciardi δεν θυμάται τη σοβαρότητα της κατάστασης υγείας του. Από σεβασμό για το πρόσωπο και τη θέλησή του, δεν θα το είχαμε κάνει ούτε εμείς, αλλά μας φαίνεται μια συμπεριφορά αξιοπρεπούς συνέπειας που αξίζει να τονιστεί.
Μετά τα χρόνια της φυλακής, ο Ricciardi, ξαναμπαίνει στα πολιτικά φόρουμ (;), ενδιαφέρεται και ασχολείται με την φυλακή, τους κρατούμενους και τα δικαιώματα. Το βιβλίο, στο οποίο προηγείται ένα post scriptum από τον Ottoni, επικεντρώνεται στην ιστορική μεθοδολογία, κλείνει με την παρέμβασή του σε αυτό το τελευταίο θέμα.

Χωρίς vis polemica, μόνο μερικές σημειώσεις σχετικά με παραλείψεις και λάθη.Ο Giangiacomo Feltrinelli δεν πεθαίνει το 1971 (σελ. 43) αλλά στις 14 μαρτίου 1972. Και πάλι, σχετικά με το θέμα του Luigi Longo, πρώην γραμματέα του PCI από το 1964 έως το 1972, υποστηρίζει:

“Μεταξύ άλλων στο κόμμα υπήρξε μια μετάλλαξη, για την οποίαν «κατά πρώτο λόγο» μίλησε ο Luigi Longo το 1975-1976 … που προειδοποίησε την υπόλοιπη ηγεσία για την απώλεια μελών εργατικής προέλευσης υπέρ των μεσαίων τάξεων. Και είναι για μένα το αποτέλεσμα πολιτικής δράσης στοχευμένης να ευνοήσει αυτά τα στρώματα και όχι άλλα”.

Αλλά ήδη ο Παλμίρο Τολλιάττι, εθνικός γενικός γραμματέας του κόμματος, στις 24 σεπτεμβρίου 1946, στο δημοτικό θέατρο του Reggio Emilia, ανέπτυξε μια συλλογιστική υπό την έννοια αυτή, με τίτλο: μεσαία τάξη και Emilia Rossa, Κόκκινη Εμίλια.                        Επίσης, η «L’Unità» (πρώτη σελίδα της 25ης σεπτεμβρίου) ανέφερε το νέο: «Οι μεσαίες τάξεις έχουν κοινά συμφέροντα με εκείνα των εργαζόμενων» 3. Λίγες μέρες αργότερα, κυριολεκτικά, δημοσιεύτηκε μια μπροσούρα με τον ίδιο τίτλο της διάσκεψης.4              Ήταν μεγάλο το ενδιαφέρον να πιέσουν αυτό το κουμπί.

Ο Ricciardi έχει κάνει κάποιες εκδόσεις με δική του υπογραφή: Cos’è il carcere. Vademecum di resistenza, Τι είναι η φυλακή; Εγχειρίδιο αντίστασης5 και Maelstrom. Scene di rivolta ed autorganizzazione di classe in Italia dal 1960 al 1980, Σκηνές εξέγερσης και ταξικής αυτοοργάνωσης στην Ιταλία από το 1960 στο 1980  6.
Τον ιανουάριο του 2013, μαζί με πολλούς άλλους Συντρόφους, και όχι μόνον πρώην μαχητές των Brigate Rosse, συμμετέχει στην κηδεία του ρετζιάνου Κομουνιστή, Comunista reggiano, Prospero Gallinari7 και γι αυτό, μαζί με τον Sante Notarnicola, έναν από τους πρώτους πολιτικούς κρατούμενους που κατοίκησαν τις πατρικές φυλακές, τον Loris Tonino Paroli, πρώην στρατευμένο της οργάνωσης και τον Davide Mattioli, ακτιβιστή No-Tav του Reggio Emilia, viene indagato, διερευνήθηκε για υποκίνηση σε διάπραξη εγκλήματος.
Στη συνέχεια το όλον θα κλείσει με μιαν αρχειοθέτηση.

Στην Lidia
Αυτό είναι το πρώτο γραπτό που ‘προσπαθώ’ να επεξεργαστώ αφού, με άφησες για πάντα, στις 20 ιανουαρίου.
Δυστυχώς, δεν μπόρεσα να σε κάνω να το διαβάσεις, όπως συνήθως, πριν το διαδώσω.
Δεν κατάφερα καν να ευεργετηθώ των πολύτιμων συμβουλών και προτάσεων σου, των κριτικών σου.
Μου λείπεις πολύ.
Μου λείπεις και γι αυτό.

(Fiorenzo, 30 ιουνίου 2018)


  1. pag. 46  
  2. pag. 47  
  3. L’Unità, pag. 1, 25 settembre 1946  
  4. Palmiro Togliatti, Ceto medio ed Emilia Rossa, Tipografia popolare, Reggio Emilia, 1946  
  5. Salvatore Ricciardi, Cos’è il carcere. Vademecum di resistenza. Prefazione di Erri De Luca, DeriveApprodi, Roma, 2015, pag, 128  
  6. Salvatore Ricciardi, Maelstrom. Scene di rivolta ed autorganizzazione di classe in Italia dal 1960 al 1980, DeriveApprodi, Roma, 2011, pag. 400  
  7. 1 gennaio 1951-14 gennaio 2013  
αυτονομία, autonomia

ΤΑ ΕΚΑΤΟ ΛΟΥΛΟΥΔΙΑ ΤΗΣ ΑΝΤΑΓΩΝΙΣΤΙΚΗΣ ΓΝΩΣΗΣ.

Σε μια περίοδο που διασχίσθηκε από αντισυνταγματικού χαρακτήρα εντάσεις, μεταξύ των εσωτερικών δυναμικών στη μορφή του αγώνα δεν πρέπει να λησμονούνται εκείνες που σχετίζονται με τον τομέα των επιστημών ή της επιστήμης «tout court». Εδώ δεν υπάρχουν μόνο οι τεχνολογικές καινοτομίες που αναπτύχθηκαν για να ελέγξουν την εργατική-ταξική σύγκρουση , υπάρχει επίσης ο κόσμος της ιατρικής και της ψυχιατρικής, τα προβλήματα της υγείας του σώματος και του νου. Η δεκαετία του 70 υπήρξε μια ριζοσπαστική και καινοτόμος κριτική, χωρίς επιστροφή, του ιατρού ως «τεχνικού του κεφαλαίου», του ψυχίατρου ως «τεχνικού του ελέγχου». Ήδη σε αυτούς τους ορισμούς περιέχεται η κριτική διαδρομή που θα φέρει μερικούς «τεχνικούς» των ολοκληρωτικών θεσμών να αμφισβητήσουν τον ρόλο τους, ακολουθώντας ένα παρόμοιο μονοπάτι που εφαρμόστηκε από τους διαφωνούντες διανοούμενους της δεκαετίας του εξήντα. Το 1968 κυκλοφόρησε το βιβλίο  «L’istituzione negata.Rapporto da un ospedale psichiatrico»,»Το θεσμικό όργανο που αμφισβητήθηκε. Έκθεση ενός ψυχιατρικού νοσοκομείου» που επεξεργάστηκε ο Franco Basaglia. Το βιβλίο που δημοσιεύει ο εκδοτικός οίκος Einaudi θα πουλήσει 60.000 αντίτυπα μεταξύ του ’68 και του ’72, και θα συναντηθεί γρήγορα με το πλατύ κίνημα διαμαρτυρίας ενάντια στην κοινωνία του κεφαλαίου.

Ο τεράστιος αντίκτυπος του έργου της Basaglia δεν οφείλεται μόνο στο γεγονός ότι καθιστά εμφανή τη φρίκη του θεσμού του ασύλου, του ψυχιατρίου και τη πληγωμένη ανθρωπιά των έγκλειστων (θα ήταν στην περίπτωση αυτή ένα απλό καταγγελτικό καθήκον ρεφορμιστικού τύπου), αλλά και το ότι πηγαίνει στις ρίζες της λειτουργίας της ψυχιατρικής και της φιγούρας του «τρελού», του «ανισόρροπου», σαν φιγούρες και λειτουργίες όλες εσωτερικές στη λογική της κυριαρχίας του κεφαλαίου. «Ο Μάρξ κάποτε μίλησε για την «τρέλα του κεφαλαίου» σε μια μεταφορική και λογοτεχνική έννοια. (Πρέπει να λάβουμε σοβαρά υπόψη τους μαρξικούς μεταφορικούς ισχυρισμούς). Τρέλα του κεφαλαίου είναι ακριβώς το αντίθετο του «τρελού κεφαλαίου».) Δηλαδή μίλησε για την πραγματικότητα ως μια «ανατραπείσα» πραγματικότητα (που διπλασιάστηκε, διασπάστηκε, αντικαταστάθηκε) […].Η τρέλα και οι ασθένεια είναι η αντιφατική συστατική έκφραση της «διπλής» υπάρχουσας πραγματικότητας ως αντιστρεπτική σχέση των κοινωνικών σχέσεων και του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής, του «χρόνου εργασίας» και «χρόνου ζωής»[…].Το ον-άνθρωποι των «αρρώστων» ή των «υγιών» ως ον- εμπόρευμα των ανθρώπων, συνιστά και καθορίζει, θετικά ή αρνητικά, την οικειοποίηση ή την απαλλοτρίωση της ανθρώπινης-κοινωνικής αυτοπαραγωγής, των σχέσεων μεταξύ ανθρώπου και ανθρώπου, ανάμεσα στον άνθρωπο και τα προϊόντα του « (9).

Αποτέλεσμα εικόνας για Franco Basaglia

Ουσιαστικά ο «τρελός», ο «ανισόρροπος» στην ανάδυση του είναι ένας «αντιφρονούντας» της υπάρχουσας τάξης πραγμάτων της «τρέλας του κεφαλαίου» που ωθεί το ιδιωτικό και το κοινωνικό μέσα στο κλουβί της εμπορευματοποίησης των ανθρώπινων αναγκών. Το άσυλο, το ψυχιατρείο, το ίδρυμα και η ψυχιατρική επιστήμη έχουν στη συνέχεια ως καθήκον να καταστήσουν την κατηγορία της τρέλας παραγωγική και λειτουργική. Είναι βέβαιο ότι με το έργο του Basaglia και την εμπειρία του ψυχιατρικού νοσοκομείου της Gorizia (όπου δρούσε ο Basaglia), ο «τρελός», ο «αποκλεισμένος», έγινε ένα υποκείμενο των αγώνων και, ενώ χιλιάδες φοιτητών συνέρρεαν για να παράσχουν εθελοντική εργασία στην Gorizia, η κουλτούρα και η πρακτική της αντι-ψυχιατρικής γίνονταν ένας από τους ακρογωνιαίους λίθους της επαναστατικής κουλτούρας. Τα έργα των Laing, Cooper, Goffman άρχισαν να διαδίδονται ευρέως, συμβάλλοντας στην ενεργοποίηση στο έδαφος της πολιτικής και κοινωνικής εξέγερσης, των θεμάτων των «τεχνικών απελευθέρωσης», των μεθόδων μέσα από τις οποίες να διαφύγει κάποιος από τις χειραγωγήσεις και τις επιρροές, τους επηρεασμούς, εσωτερικούς και εξωτερικούς στις προσωπικές εμπειρίες, για να ανακτήσει αυτονομία και αυτοδιάθεση.

Σχετική εικόνα

Και στην διαδρομή που ήδη ασκήθηκε από την «ιδιαιτερότητα» της beat και hippy εμπειρίας, η δημιουργική «κατανάλωση» αντιψυχιατρικών προβληματισμών και αναγνώσεων ως εργαλείο ατομικής και συλλογικής απελευθέρωσης ενεργοποιείται και γίνεται καθημερινή πρακτική. Αυτή η διαδρομή ποτέ δεν υπήρξε εύκολη και γραμμική, αρμονική. Αφού είχε ένα μεγάλο χώρο το ’68, τέθηκε σοβαρά στο περιθώριο από την εμφάνιση των γραφειοκρατικών-λενινιστικών οργανώσεων, παραμένοντας προνόμιο του underground χώρου, της αντικουλτούρας, για να επιβεβαιωθεί ξανά μέσα στη μεγάλη εποχή του «προσωπικού που είναι πολιτικό» συνδεδεμένου με το γυναικείο κίνημα .

Σχετική εικόνα

Η οποία, εάν κατάφερε να θέσει στο κέντρο της σύγκρουσης «τη μεγαλύτερη από όλες τις διαφορετικότητες», ίσως να μην κατάφερε να αντιληφθεί πλήρως το γεγονός πως το ότι ήταν και ένα κοινωνικό και μαζικό κίνημα το καθιστούσε ένα «μέρος του συνόλου». Και πως, αποσυντιθέμενη με το τέλος του ’77 η συνολική συνέπεια των κινημάτων (εργατικών, κοινωνικών, πολιτικών και υπαρξιακών), η δυνατότητα της «ανατροπής» της αμοιβαίας διάκρισης μετατρέπονταν σε ευρέως διαδεδομένη ψυχαναλυτική πρακτική, μοναχά ως αντιμετώπιση στην δυσφορία, στην αγωνία και την ταλαιπωρία, όχι ως μια συνολική επανάσταση του εαυτού. «[…] δεν γίνεται να αρνηθούμε, ας πούμε, την απόδειξη της ολότητας. Ήδη ο Nietzsche έλεγε ότι το να αποκλείεις ένα κομμάτι σημαίνει να αποκλείεις τα πάντα Η ανατροπή είναι ολική ως ανεστραμμένη ολότητα, σε όλες τις διαστάσεις και τα επίπεδα της: στο σύστημα της εργασίας, της επικοινωνίας, της »γλώσσας», των αναγκών, της «σεξουαλικότητας», της εξουσίας» (10).

Αποτέλεσμα εικόνας για rivista sapere giulio maccacaro anni 70

Πολλά είναι τα περιοδικά που γεννήθηκαν σε αυτόν τον χώρο της κριτικής της καθημερινής ζωής και των αντιφάσεων που προκάλεσε η υπαρξιακή ανησυχία. Τεράστιας σημασίας το «Sapere, Γνώση» που διηύθυνε ο Giulio Maccacaro, τόσο για το κύρος των συνεργατών του όσο και για την πολλαπλότητα των θεμάτων με τα οποία ασχολήθηκαν [μπορεί να πει κανείς ότι είχαν προβλέψει-προκαταβάλει σχεδόν τα πάντα: από την οικολογία μέχρι την κριτική της ιατρικής του «κεφαλαίου», από την αντιπυρηνική μάχη μέχρι την απομυθοποίηση της «βιομηχανικής ανάπτυξης» ως υπεύθυνης για την καταστροφική ρύπανση του πλανήτη, μέχρι την κριτική των ίδιων των θεμελίων της τεχνικής επιστημονικής γνώσης]. Το περιοδικό «L’Erba Voglio», το οποίο ιδρύθηκε από τον ψυχαναλυτή Elvio Fachinelli και την Lea Melandri, αξίζει μια ιδιαίτερη μνεία. Γεννημένο στις αρχές της δεκαετίας του εβδομήντα, θα συνεχίσει για χρόνια μια επίκαιρη κριτική των σεχταριτικών υπερβολών της ιδεολογικής στράτευσης και των αυταρχικών πρακτικών, ακόμη και όταν ήταν κρυμμένες από την αριστερή μήτρα.

Αποτέλεσμα εικόνας για rivista l'erba voglio anni 70

Σημείο αναφοράς για τις αντιαυταρχικές πρακτικές στο σχολείο (ειδικά για τα μικρά παιδιά) το «L’Erba Voglio» τοποθετείται συνεχώς στην καρδιά της πολιτιστικής συζήτησης που αντιπαραθέτει τις υπαρξιακές συμπεριφορές στις άκαμπτες ιδεολογικές θεωρητικοποιήσεις. Αλλά και στον δημιουργικό και καλλιτεχνικό τομέα (θέατρο, μουσική, κινηματογράφο κλπ.) πολλά πράγματα πρέπει να εξερευνηθούν και να εκπροσωπηθούν μέσα στα γεγονότα των κινημάτων. Από τη διαμαρτυρία των διανοουμένων και καλλιτεχνών του ’68 (καταλήψεις της Triennale του Milano και της Biennale της Βενετίας) στην μεγάλη άνθιση των «ελεύθερων ραδιοφώνων» το ’77. Και πάνω απ ‘όλα, εκτός από τη μεγάλη παραγωγή πολιτικού θεάτρου και καμπαρέ, την στράτευση και τη νοημοσύνη του Κύκλου La Comune, Η Κομούνα, του Dario Fo και της Franca Rame. Ένας οργανισμός που σε πολλές φάσεις λειτούργησε ως ένα αυθεντικό μεγάλο «μέσο» ερμηνείας-αναπαραγωγής των διάσπαρτων πολιτικών αγώνων.

Σχετική εικόνα

https://www.academia.edu/28083383/Nanni-Balestrini-Primo-Moroni-L-Orda-d-Oro-1968-1977-la-grande-ondata-rivoluzionaria-e-creativa-politica-ed-esistenziale.pdf

Αποτέλεσμα εικόνας για Circolo La Comune di Dario Fo e Franca RameΣχετική εικόνα

αυτονομία, autonomia

Vincenzo Sparagna: Η ΠΕΡΙΠΕΤΕΙΑ ΤΟΥ «MALE».

Η εμπειρία του «Male, Κακού» προέρχεται από τo κίνημα του ’77 και συγκεκριμένα από τη φάση που ακολουθεί τις «εξεγέρσεις» της άνοιξης. Στη φάση αυτή εμφανίστηκαν δύο διαφορετικές πτυχές που είχαν διαφορετικές μελλοντικές εξελίξεις. Εκείνη της ένοπλης πάλης, που παρέκλινε προς μια δραστηριότητα φαντασιακού ανταρτοπόλεμου που διαχύθηκε ως υποχρεωτική παράσταση επαναστατικής συνέπειας, και εκείνη που διαισθάνθηκε τη σημασία της διολίσθησης του πολιτικού αγώνα προς τον επικοινωνιακό αγώνα, στον αγώνα της επικοινωνίας με τη συνειδητοποίηση ότι βρισκόμασταν στο κατώφλι μιας μεταϊδεολογικής εποχής. Το κύριο πρόβλημα που έσφιξε σαν τανάλια το κίνημα του ’77 ήταν εκείνο να καταφέρει με κάποιο τρόπο να μεταφέρει τα περιεχόμενά του έξω από τους χώρους του προς την υπόλοιπη κοινωνία, και γύρω από αυτό το πρόβλημα υπήρξαν οι δύο λύσεις: εκείνη της γλωσσικής έμπνευσης και εκείνη των πυροβολισμών. Εγώ πιστεύω ότι η επιλογή της γλωσσικής έμπνευσης ήταν με συνέπεια αριστερή, ενώ η επιλογή των πυροβολισμών ήταν μια ανόητη επιλογή επειδή δεν ελάμβανε υπόψη ότι ο πραγματικός πόλεμος που παίζεται στη σύγχρονη κοινωνία είναι αυτός της επικοινωνίας.

Il Quaderno del Sale n. 1, 1976

Αυτές οι σκέψεις ήταν ήδη μέσα σε εκείνες που ήταν οι πιλοτικές εμπειρίες του «Male», δηλαδή στις εφημερίδες »Cannibale», «l’Avventurista» και την »Quadernidelsale». Η «Cannibale» εκτυπώθηκε σε 300 αντίτυπα, ήταν μια μαζική underground εφημερίδα διότι είχε την φιλοδοξία να μιλήσει σε όλους. Αυτή η πρώτη εμπειρία σηματοδότησε την υπέρβαση των διαφόρων φύλλων του ’77 που ήταν ένα μείγμα επαναστατικής φρασεολογίας και λογοτεχνίας.

Αποτέλεσμα εικόνας για giornale Cannibale, anni 70

Εν τω μεταξύ, την ίδια περίοδο, με πρωτοβουλία του Pino Zac και του Vincino γεννήθηκε το «The notebooks of salt», «I quaderni del sale», μια εφημερίδα που συνδέεται καλύτερα με την παράδοση της αριστερής σάτιρας, ενώ η εφημερίδα «Lotta Continua» ξεκίνησε τη δημοσίευση ενός σατιρικού ένθετου που ονομάζονταν «l’Avventurista», «ο Περιπλανώμενος» .Σε αυτές τις εφημερίδες, που έζησαν λίγους μήνες, σχηματίστηκαν οι πρωταγωνιστές του «Male», του «Κακού». Σε αυτές τις πιλοτικές εμπειρίες επιλέχθηκε το αστείο, η πλάκα, το «τρελό» γράψιμο και πάνω απ ‘όλα τα κόμικς ως «κατώτερα» εργαλεία επικοινωνίας, πιο δημοφιλή και λαϊκά, πιο αντιληπτά σε μαζικό επίπεδο. Όσον αφορά τα κινούμενα σχέδια για παράδειγμα ανακαλύφτηκε κάτι, ίσως μπανάλ αλλά σημαντικό για εμάς, δηλαδή ότι δεν ήταν απολύτως απαραίτητο να γνωρίζουμε πώς να σχεδιάζουμε καλά ή να κατέχουμε κάποια ιδιαίτερα εξευγενισμένη τεχνική. Από την άποψη του περιεχομένου, αυτά τα κόμικς, σε αντίθεση με εκείνα της δεκαετίας του εξήντα και του εβδομήντα, δεν είχαν λειτουργία απόδρασης, σκοπός τους δεν ήταν η απόδραση αλλά μια ειρωνική και οξεία καταγγελία της μιζέριας της καθημερινής ζωής που αποσκοπούσε στην καταστροφή του μύθου της ομαλής και ορθολογικής πραγματικής κοινωνίας.

Αποτέλεσμα εικόνας για il male giornale satirico anni 70

Αυτά τα στοιχεία συνοψίστηκαν στη συνέχεια από τις συνηθισμένες γλωσσολογικές φιλοσοφικές σχηματοποιήσεις των μέσων ενημέρωσης ως καθαρή παραφροσύνη, ένας τρόπος για να εξαθλιωθεί ένας δρόμος νοημοσύνης και γνώσης. Αυτές οι εφημερίδες γίνονταν μέσα στο κίνημα σε μια κατάσταση συνελευσιακή στην οποία συναντιόνταν ολοκληρωμένοι άνθρωποι και όχι κλάσματα ανθρώπων, με τον τρόπο που συναντώνται στις εταιρικές συναντήσεις-meeting στις οποίες ο καθένας ερμηνεύει τον μικρό του ρόλο εξειδίκευσης και επαγγελματοποίησης. Από την κρίση αυτών των εφημερίδων, τον φεβρουάριο του ’78, γεννήθηκε το «Male». Αρχικά δεν υπήρχε ένα σταθερό συντακτικό σχήμα. Τα πρώτα νούμερα ήταν μάλλον άσχημα, γιατί το πιο εντυπωσιακό ήταν η κακή γεύση, το κακό γούστο μιας παλιάς, πρόστυχης σάτιρας με τα συνηθισμένα στερεότυπα της αριστεράς που επιτίθεται στη δεξιά. Η απαγωγή του Moro άλλαξε ριζικά τον προσανατολισμό της εφημερίδας.

Il territorio canaglia della satira

Η ανάπτυξη της υπόθεσης Moro προχώρησε παράλληλα με την ανάπτυξη του «Male», ως επίπτωση, αντίκτυπο που είχε αυτό στις μαζικές μειονότητες του κινήματος που ενεργούσαν κοινωνική επικοινωνία υπό την έννοια της ικανότητάς τους να παράγουν πραγματικές αλλαγές στη γνώμη. Το «Male» ήταν η μόνη εφημερίδα που ανέτρεψε την υποκριτική λειτουργία αγιοποίησης της φιγούρας του Moro που λειτούργησε από τα επίσημα μέσα μαζικής ενημέρωσης. Μετά την εκτέλεση του Moro, το «Male» άνοιξε τη φάση των «ψεύτικων» που συνίστατο στην αναπαραγωγή των σελίδων των μεγάλων εθνικών εφημερίδων. Το πρώτο ήταν της «Corriere dello Sport» που ανακοίνωνε την ακύρωση του παγκοσμίου κυπέλλου.

Αποτέλεσμα εικόνας για il male giornale satirico anni 70

Στη συνέχεια υπήρξε εκείνο της «Unità» που είχε σαν τίτλο με μεγάλα γράμματα: «Αρκετά με την DC». Ήταν ακόμα η περίοδος της εθνικής ενότητας, της κυβέρνησης των αποχών και η μοίρα θέλησε ο τίτλος του ψεύτικου να προβλέψει, να προκαταβάλει την επιλογή που το PCI έλαβε πραγματικά το επόμενο έτος. Η τύχη του ψεύτικου της «Unità» προφανώς βασιζόταν σε ένα φαντασιακό που αισθάνονταν αυτό που επιθυμούσε ο «λαός της αριστεράς». Οι πωλήσεις εκτοξεύτηκαν ανεβαίνοντας στα 50.000 αντίτυπα. Ακολούθησαν και άλλα θορυβώδη ψεύτικα όπως εκείνο της «Il Corriere della Sera» που ανακοίνωνε την προσγείωση των Ufo, εκείνο της «Il Giorno» με τη σύλληψη του UgoTognazzi ως επικεφαλής των ερυθρών Ταξιαρχιών, εκείνο της «La Repubblica» που κήρυττε: »Το κράτος αναιρέθηκε «.

Σχετική εικόνα

Παράλληλα με την επιτυχία του κοινού και των πωλήσεων έτρεχαν οι καταγγελίες και οι έρευνες στους συντάκτες και στα σπίτια των εκδοτών. Εμένα με συνέλαβαν και φυλακίστηκα για τέσσερις ημέρες, αλλά αυτό ήταν περισσότερο από αποτρεπτικό, σαν μια διαφημιστική ενθάρρυνση, φέρνοντας τις πωλήσεις της εφημερίδας στις 80.000 αντίτυπα. Η εμπειρία του «Male», τουλάχιστον στις πιο πρωτότυπες πτυχές του, θα λήξει το 1980, παρόλο που η εφημερίδα θα συνεχιστεί με άλλες συντακτικές ομάδες μέχρι το 1982. Το 1980 εγώ, οι Scozzari, Mattioli, Tamburini, Pazienza, Liberatore, δηλαδή η ομάδα του «Cannibale», αποφασίσαμε να αφήσουμε εκείνη την εμπειρία και να προωθήσουμε το περιοδικό «Frigidaire», ξεκινώντας από την πεποίθηση ότι η σάτιρα στα τέλη της δεκαετίας του ’70 δεν ήταν πλέον επαρκής για να διαδραματίσει έναν αποτελεσματικό ρόλο μέσα στο σενάριο της δεκαετίας που άνοιγε, μια πολύ διφορούμενη δεκαετία στην οποία, αφενός, παρακολουθούσαμε την ενίσχυση της ιδεολογίας του χρήματος, της επιτυχίας, της εξουσίας, ενώ από την άλλη παρατηρήθηκε ότι το τελικό αποτέλεσμα της απόκλισης των ένοπλων άνοιξε πολλούς νέους και ανέκδοτους διαύλους διέλευσης σε μια νέα επικοινωνία.

Πιστεύω ότι, αν το ’68 υπήρξε η «αρπαγή του λόγου», η δεκαετία του ογδόντα ήταν η αρπαγή των τεχνικών της σύγχρονης επικοινωνίας που, ως τέτοια, υπερβαίνει το λόγο. Σήμερα, όντως, υπάρχουν, δυστυχώς εξακολουθούν να είναι διάσπαρτοι, διαχωρισμένοι και δεν επικοινωνούν μεταξύ τους, ποικίλοι χαρακτήρες που κάτω από την επίσημη διατύπωση φορείς της πληροφορίας, έχοντας επίγνωση του πλούτου της προηγούμενης εμπειρίας μέσα στις δομές εξωθεσμικής επικοινωνίας, αντιπροσωπεύουν την υποκειμενική σύσταση δυνητικών ανταρτών της πληροφορίας.

Σχετική εικόνα

αυτονομία, autonomia

Aldo Bonomi: Η ΑΝΤΙΠΛΗΡΟΦΟΡΗΣΗ.

Δεν μπορούμε να αντιμετωπίσουμε μια συζήτηση επάνω στη δεκαετία του 70 χωρίς να λάβουμε υπόψη ότι, στην ιστορική στιγμή της ρήξης, μια σειρά συντρόφων κατέληξαν στην πεποίθηση ότι το να ασχοληθούν με την επικοινωνία ήταν στην πραγματικότητα και περιείχε μέσα της ένα καθήκον, μια αποστολή. Αυτό σήμαινε να επικοινωνείς ένα φαντασιακό, να κάνεις προπαγάνδα μέσα στις διεργασίες μετασχηματισμού που ελάμβανε χώρα. Φυσικά το έργο αυτό νομιμοποιούνταν από μια κοινωνική πραγματικότητα που εκείνα τα χρόνια αποσκοπούσε ουσιαστικά να τινάξει στον αέρα τον μηχανισμό επιλογής και πρόσβασης στην εξουσία που κατείχαν οι γραφειοκρατικοί μηχανισμοί των κομμάτων. Αυτό ήταν το θεμέλιο σχέδιο σε σχέση με το οποίο αρχίσαμε να παράγουμε πληροφορία. Ένα σχέδιο πολυμορφικής έκρηξης γλωσσών και συμπεριφορών που προσπαθούσε να ανατινάξει το επίπεδο διαμεσολάβησης, να επικοινωνήσει τις δικές του εμπειρίες απορρίπτοντας τον μηχανισμό της ανάθεσης.

La strage di stato. Controinchiesta

Ήταν ζήτημα οικειοποίησης της επικοινωνίας για να επικοινωνήσουμε ανάγκες, επιθυμίες και πάνω απ ‘όλα επιθυμίες για μετασχηματισμό. Ο μηχανισμός επικοινωνίας που διαμορφώθηκε εκείνη την εποχή συνδέθηκε με ένα πολιτικό σχέδιο που στόχευε να κάνει τους πάντες να μετρούν άμεσα ως υποκείμενα. Εάν δεν ληφθεί υπόψη αυτή η εικόνα δεν γίνεται κατανοητό το πλήθος των φωνών, δεν γίνεται κατανοητή η ακραία κατάτμηση, ο διαχωρισμός σε τομείς περιοδικών που γεννήθηκαν μετά το 1973. Η γλώσσα της αντιπληροφόρησης δεν είναι η μόνη γλώσσα, είναι μία από τις πολλές γλώσσες και διαμορφώνεται κυρίως ως απάντηση απέναντι στη βαρβαρότητα της εξουσίας. Ο μηχανισμός της αντιπληροφόρησης είναι καταρχήν ένας μηχανισμός που βασίζεται στην αυτοανάθεση. Αυτό σημαίνει ότι σε σχέση με τη διαδικασία μετασχηματισμού που βρίσκεται σε εξέλιξη απαιτείται εξουσία και παραβλέπονται οι θεσμικοί χώροι όπου θα έπρεπε να αναφερθεί η ανάθεση. Αρχίζουμε να κάνουμε αντιπληροφόρηση (και η αντιπληροφόρηση προέρχεται από το δραματικό και τραγικό πρόβλημα των φασιστικών σφαγών) με έναν μηχανισμό που είναι ουσιαστικά: να αναγνωρίσουμε τους εχθρούς, να πούμε ποιοι είναι, απομυθοποιώντας τις ασχήμιες τους, τις κακοποιήσεις, δηλαδή καταγγέλλοντας για παράδειγμα τη συμπαιγνία μεταξύ κράτους και φασιστών, καταγγέλλοντας τα κακώς κείμενα, φωνάζοντας την αλήθεια σε αντίθεση και μέσα στην ευρύτερη πολιτική εκστρατεία που βρίσκεται σε εξέλιξη. Το βιβλίο «η σφαγή του κράτους» που γεννήθηκε από αυτοανάθεση από μια ομάδα ρωμαίων και μιλανέζων συντρόφων, είναι μια εμβληματική στιγμή αυτού του τρόπου τοποθέτησης.Το βιβλίο αυτό θα χρησιμοποιηθεί από όλους τους πολιτικούς οργανισμούς που υποστηρίζουν μια επιθυμία για μετασχηματισμό. από τους εξωκοινοβουλευτικούς πολιτικούς οργανισμούς αλλά και από το PCI και το P.S.I. Φθάνει να πάμε να ξαναδούμε τις σελίδες της »l’Unità» και του»Avanti!» του 1969.70, και συνειδητοποιούμε ότι τα περισσότερα από τα άρθρα που ασχολούνται με τις φασιστικές σφαγές έχουν ως σημείο αναφοράς μια στιγμή πολιτιστικής παραγωγής και πληροφόρησης εκτός του μηχανισμού των κομμάτων. Δεν είναι μόνο αυτό το βιβλίο: οι οργανισμοί αντιπληροφόρησης διαδίδονται σε όλη τη διάρκεια αυτής της διετούς περιόδου σε ολόκληρη την Ιταλία, παράγοντας διαφορετική πληροφορία κατά της εξουσίας, κατά ανεπίσημο τρόπο, όχι συγκεντρωποιημένο. Η αντιπληροφόρηση σε αυτή την φάση έχει ως αντικείμενο τον εχθρό: αυτό είναι ένα γεγονός πολύ σημαντικό, διότι το να έχεις ως αντικείμενο έναν εχθρό είναι ένα ενοποιητικό γεγονός.
Σχετική εικόνα
Με βάση αυτό, έκαναν αντιπληροφόρηση δημοκρατικοί δημοσιογράφοι που έγραφαν στην «Unità» στην «Avanti!», στην «Il Giorno», μαζί με συντρόφους που θα εισέλθουν στη συνέχεια στις συντακτικές ομάδες περιοδικών όπως η «Controinformazione». Το περιοδικό «Controinformazione» είδε μαζί, κατά τη γέννησή του, ανθρώπους που στη συνέχεια κατέληξαν στη φυλακή, και πολύ συχνά συνέβη ότι οι δικαστές που τους ανέκριναν είχαν επίσης κάνει πριν από χρόνια αντιπληροφόρηση και αυτοί. Και χάρη σε αυτή την πολιτιστική ανταλλαγή, μια σειρά δικαστών μπόρεσε να αποκτήσει μια κατάλληλη κουλτούρα για να ασκήσει στη συνέχεια έναν πολύ ακριβή και βαθύτατο κατασταλτικό μηχανισμό. Στην ιστορία της αντιπληροφόρησης εμφανίζεται το πρόβλημα της αντίφασης της αλήθειας σε ένα συγκεκριμένο σημείο. Ο ενοποιητικός μηχανισμός ήταν ο μηχανισμός της αλήθειας: διεξάγονταν έρευνες επάνω στον εχθρό, μεταδίδονταν στο κίνημα μετασχηματισμού, δίνοντάς του στόχους, συνθήματα. Ο μηχανισμός αυτός ραγίζει σε μια συγκεκριμένη στιγμή, όταν σε κάποιο σημείο δεν μπορεί πλέον να ειπωθεί η αλήθεια
La «banda» 22 ottobre
Υπάρχει μια ιστορική στιγμή στην Ιταλία, στην οποία περιοχές του κινήματος κάνουν ριζοσπαστικές επιλογές, σε σχέση με τις οποίες ο μηχανισμός της αλήθειας είναι ένας μηχανισμός που δεν λειτουργεί πλέον. Όταν συμβαίνει η ληστεία της «Banda 22 ottobre» (που ορίζεται ως «συμμορία, banda» από τα επίσημα όργανα τύπου), λαμβάνει χώρα μια εμφανής διάσπαση: η «δημοκρατική» συνιστώσα στο εσωτερικό της δραστηριότητας αντιπληροφόρησης δημιουργεί ένα υποθετικό φασιστικό παρελθόν του Mario Rossi, διότι μόνο με μια τέτοια εξήγηση θα μπορούσε να στηριχθεί ο μηχανισμός της αλήθειας που διατηρούσε όλους μαζί. Ενώ οι αγωνιστές που αναφέρονται στα κινήματα μετασχηματισμού που βρίσκονται σε εξέλιξη γνωρίζουν πολύ καλά ότι η ληστεία της «Banda 22ottobre» είναι μια στιγμή μετάβασης, ένα άλμα προς μια πολιτική διαδικασία άλλου είδους.
Η κατάσταση κατακρημνίζεται όταν το πτώμα του Giangiacomo Feltrinelli βρίσκεται στις Segrate κάτω από ένα πυλώνα υψηλής τάσης Από την μια πλευρά μπερδεύεται η Cia γιατί αλλιώς δεν γίνονταν κατανοητό τι συνέβη ενώ από την άλλη η «Potere Operaio» βγαίνει με τον τίτλο: «Ένας επαναστάτης έπεσε». Και εκεί εμφανίζεται στο έπακρο πως η αντίφαση της αλήθειας τινάχθηκε στον αέρα.
Αποτέλεσμα εικόνας για Potere Operaio "Un Rivoluzionario è caduto"
Ο μηχανισμός της αντιπληροφόρησης από εκείνη τη στιγμή δεν είναι πλέον ένας ενοποιητικός μηχανισμός, αλλά μάλλον προκαλεί διαχωρισμό. Μετά το 1973 ο μηχανισμός της επικοινωνίας παίρνει μια άλλη πορεία, η αντιπληροφόρηση επίσης. Τα έτη που πηγαίνουν από το 1973 στο 1975 είναι χρόνια στα οποία στο πλαίσιο του κινήματος μετασχηματισμού η μαρξιστική-λενινιστική θέση γίνεται πολιτισμικά ηγεμονική, και ως εκ τούτου ο μηχανισμός της επικοινωνίας γίνεται η ζώνη μετάδοσης των μικρομορφών κόμματος, που παράγουν μόνο ιδεολογικές βεβαιότητες για τους αγωνιστές τους. Είναι η φάση στην οποία γεννιούνται οι εφημερίδες οργανώσεων: «Lotta Continua», «Potere Operaio», «Il quotidiano dei lavoratori» κλπ. Αυτό που χαρακτηρίζει αυτές τις εφημερίδες δεν είναι η αυτοανάθεση, αλλά ένας ακριβής μηχανισμός που επικοινωνεί ένα άκαμπτο φαντασιακό της επανάστασης: Για τρία χρόνια το πρόβλημα γίνεται: «Τι υπάρχει πίσω από τη γωνία;» και η απάντηση είναι ότι πίσω από τη γωνία υπάρχει η βεβαιότητα της επανάστασης. Με το »Κόμμα του Μιραφιόρι» τίθεται από ένα μεγάλο μεγάλο μέρος του κινήματος μετασχηματισμού, το πρόβλημα της εξουσίας, το πρόβλημα της ριζοσπαστικοποίησης στο μέγιστο των επιλογών για την κατάκτηση της.
Αποτέλεσμα εικόνας για controinformazione rivista anni 70
Εδώ τίθεται η σχέση ανάμεσα στον ένοπλο αγώνα και την επικοινωνία. Ο ένοπλος αγώνας είναι η πιο ριζοσπαστική μορφή της επικοινωνίας μιας και αυτή αρνείται νομιμοποίηση σε όλα τα εργαλεία δημιουργίας συναίνεσης, και θέλει να αποκτήσει μέσα από μια στιγμή ισχύος, εκείνο που δεν πιστεύει ότι μπορεί να αποκτήσει διαμέσου λειτουργιών οικοδόμησης της συναίνεσης. Εντούτοις, ανάμεσα στην περιοχή του ένοπλου αγώνα και τον χώρο της αντιπληροφόρησης υπάρχει σίγουρα μια σχέση, μια συνοχή, που δεν σημαίνει ότι αυτή η τελευταία είναι εσωτερική στη διαδικασία του ένοπλου αγώνα. Η φάση στην οποία γεννιέται το περιοδικό «Controinformazione» είναι, όπως έλεγα, η φάση κατά την οποία ξεσπά το πρόβλημα της αντίφασης της αλήθειας, αντίφαση που ξεσπάει σχεδόν αμέσως στο συντακτικό προσωπικό, που αποτελείται από μια ομάδα αγωνιστών που αναφέρονται στη διαδικασία μετασχηματισμού που βρίσκεται σε εξέλιξη , και από μια ομάδα που έχει διαμορφωθεί μέσα στην κλασσική εμπειρία της αντιπληροφόρησης.
Σχετική εικόνα
Μετά το πρώτο νούμερο η δεύτερη συνιστώσα αποχωρεί.Υπήρχαν διαφορετικές πολιτικές θέσεις σχετικά με το ρόλο της αντιπληροφόρησης. Υπήρχαν όσοι πίστευαν ότι η αντιπληροφόρηση θα έπρεπε να έχει ως τελικό στόχο την αλλαγή των θεσμικών μηχανισμών και εκείνοι που αντιθέτως πίστευαν ότι η αντιπληροφόρηση θα πρέπει να είναι συναφής με τους ριζοσπαστικούς ταξικούς μηχανισμούς που είχαν καθιερωθεί εκείνα τα χρόνια.Η αντίφαση της αλήθειας διασχίζει οριζόντια το κίνημα μετασχηματισμού σε αυτή την περίοδο όπως περνά μέσα από όλες τις πολιτικές δυνάμεις.Η στάση απέναντι στον ένοπλο αγώνα γίνεται, σε όλη αυτή τη φάση, ένας μηχανισμός γειτνίασης, έτσι ώστε αντιπληροφόρηση ουσιαστικά σημαίνει να μιλάμε για τον ένοπλο αγώνα: υπάρχει μια συνιστώσα του τεράστιου κινήματος μετασχηματισμού που έχει κινηθεί προς αυτή την κατεύθυνση και ως εκ τούτου είναι σωστό να μιλήσουμε για αυτό, να δημοσιεύονται τα ντοκουμέντα και να προσπαθούμε να κατανοήσουμε αυτή τη διαδικασία. Η επιλογή της γειτνίασης της εμπειρίας του ένοπλου αγώνα θα οδηγήσει την αντιπληροφόρηση να ασχοληθεί με το σύμπαν της φυλακής.
Σχετική εικόνα
Ακολουθώντας το μονοπάτι εκείνων που έκαναν την πιο ριζοσπαστική επιλογή και κατέληξαν στη φυλακή, ερχόμαστε να ανακαλύψουμε το σύμπαν των φυλακών. Στα χρόνια 1975-76 αρχίζουμε να καταπιανόμαστε με αυτό το πρόβλημα, και
η αντιπληροφόρηση γίνεται καταγγελία σε αυτό το έδαφος. Ο κίνδυνος υπήρξε τότε εκείνος να μειωθεί ένα πολύ περίπλοκο κίνημα, το οποίο είχε μέσα του πολλές δυνατότητες, σε μια κουλτούρα γκέτο. Στη συνέχεια, το κίνημα του ’77 υπήρξε μια πολύ υψηλή στιγμή πολιτικής και πολιτιστικής παραγωγής. Ήταν θέμα αναγνώρισης της ποικιλομορφίας της πολυμορφίας των γλωσσών, οι οποίες στο σύνολο τους έτειναν να σπάσουν τον μηχανισμό της εκχώρησης-ανάθεσης εξουσίας που ήταν εγγενής στη γραφειοκρατική δομή των κομμάτων. Αλλά το τραγικό λάθος που διαπράχθηκε ήταν το να υποστηριχθούν στιγμές μείωσης, ελάττωσης της πολυπλοκότητας σε σχέση με τη στιγμή της διεύρυνσης.Η αντιπληροφόρηση από το ’77 και μετά γίνεται μέσο κάμψης, πτώσης, δεν αντιλαμβάνεται και δεν περιλαμβάνει πλέον την πολυπλοκότητα του πραγματικού κινήματος που βρίσκεται μπροστά της.
Σχετική εικόνα