αυτονομία, autonomia

Η εργατική Αυτονομία και η κοινότητα αγώνα vicentina

Ένα ωραίο βιβλίο αυτό: L’Autonomia operaia vicentina. Dalla rivolta di Valdagno alla repressione di Thiene, Η εργατική Αυτονομία vicentina. Από την εξέγερση του Valdagno στην καταστολή της Thiene, πέμπτος τόμος της συλλογής »Οι Αυτόνομοι» – «Gli Autonomi» (DeriveApprodi, pp.256, euro 19). Συγγραφέας είναι ο Donato Tagliapietra.

Πρόκειται για ένα αληθινό βιβλίο, από ορισμένες απόψεις εξαιρετικό, και μιλάει για την μοναδική ιστορία ενός από εκείνα τα εκατό αυτόνομα κέντρα κομμουνιστικής πρωτοβουλίας που στα χρόνια ’70 ενήργησαν στα εργοστάσια και τα ιταλικά εδάφη, επιβεβαιώνοντας εργατική αντιεξουσία και κερδίζοντας μισθούς και δικαιώματα.

ΚΑΘΕΝΑ ΑΠΟ ΑΥΤΆ ΤΑ ΚΕΝΤΡΑ είναι μια μοναδική εμπειρία, το σύνολο ενός επαναστατικού επεισοδίου. Η διήγηση, των εργατών και των αγωνιστών της Βιτσέντζα, δείχνει την συμβολή ενός κοινωνικού κινήματος που ξέσπασε από το ’68 και μιας γενεαλογικής κοινότητας λόγων και συναισθημάτων πολιτικών, που υποδηλώνει με υποδειγματικό τρόπο την ανεπανάληπτη ποιότητα της άσκησης της πολιτικής της Αυτονομίας εκείνων των χρόνων. Αυτό τον κόσμο μπορούμε συνεπώς να τον κοιτάξουμε από δύο πλευρές, εκείνη του ταξικού αγώνα και τη γενεαλογική, αλλά αυτές οι δύο πλευρές δεν διαχωρίζονται ποτέ. Κάθε σελίδα μπορεί να διαβαστεί ως μια διήγηση για τον τρόπο με τον οποίον μια ηλικιακή ομάδα εργατών και φοιτητών βρέθηκε να αμφισβητεί, ριζικά, τo εργοστασιακό και κοινωνικό σύστημα και τον τρόπο με τον οποίο κάθε ομάδα συντρόφων ήθελε να να ζήσει αυτή τη ρήξη και να ορίσει τον δικό της δρόμο για να την χτίσει.
«Πεπρωμένο και ελευθερία», θα μπορούσαμε να πούμε φιλοσοφικά. Αλλά ειπωμένο στην διάλεκτο του βένετο, με μια έμφαση και μια αποφασιστικότητα τόσο σκληρές όσο ήταν τότε ο καταναγκασμός στην μισθωτή εργασία ενάντια σε μια γενιά νέων, που ήδη αποκαλούνταν ως μάζα διανοούμενων υπό δημιουργία.Το βιβλίο χτίζεται σχεδόν αποκλειστικά από έγγραφα που παρήγαγε η οργάνωση – οι Βενετικές Πολιτικές Κολεκτίβες, i Collettivi Politici Veneti της περιοχής του alto vicentino – και από συνεντεύξεις με τους στρατευμένους εκείνης της εποχής. Και ακολουθεί την εξαιρετική επέκταση των αγώνων, που ενθαρρύνονται και / ή οργανώνονται από τις συλλογικότητες των χωριών, από την εξέγερση του εργοστασίου Marzotto του Valdagno τον απρίλιο του 1968 μέχρι την καταστολή των αρχών της δεκαετίας του 1980. Από την αρχή μέχρι το τέλος αυτής της περιόδου παράγεται μια όλο και πιο διαδεδομένη οργανωτική συγκέντρωση στην περιοχή και γίνεται όλο και πιο διεισδυτική, αιχμηρή.

Η ΚΟΙΝΌΤΗΤΑ ΑΓΩΝΑ είναι επίσης μια κοινότητα ζωής: αυτή η αλήθεια ξεχειλίζει από την διήγηση. Να απελευθερωθούν από τη δυστυχία-την μιζέρια της μισθωτής εργασίας, να πουλήσουν την εργατική τους δύναμη ακριβά αποτέλεσε έναν τρόπο οικοδόμησης μιας διαφορετικής ζωής. Οι απεργίες στο εργοστάσιο και οι περιπολίες κατά της μαύρης εργασίας πήγαιναν μαζί με την κατάκτηση δωρεάν συναυλιών, με τον αγώνα ενάντια στα υψηλά ενοίκια και την κατάληψη σπιτιών και την γενναιόδωρη απαλλοτρίωση αγαθών στα σούπερ μάρκετ. Μαζική παρανομία, ναι, αλλά και επινόηση ενός τρόπου ζωής που απέρριπτε τη φτώχεια των σωμάτων και τη μιζέρια του πνεύματος. Μια γενιά νέων πρότεινε, με μεγάλη ωριμότητα, το σχέδιο μιας ελεύθερης ζωής.

ΠΟΣΟ ΕΙΝΑΙ ΔΥΣΚΟΛΟ να το αφηγούμαστε σήμερα σε εκείνους που προσποιούνται ότι είναι ελεύθεροι. Ωστόσο η ανάγνωση αυτής της ιστορίας ξυπνά στα βάθη κάθε ψυχής εκείνη την ατελή συνειδητοποίηση του ψεύδους και της ανελευθερίας που προκαλεί η χυδαιότητα της ζωής κάτω από αφεντικό: δεν δίνεται στον καθένα η δυνατότητα να μετασχηματίζει αυτή την αφύπνιση σε μια πράξη ρήξης. Επειδή είμαστε μόνοι. Από την άλλη πλευρά, εκείνα τα παιδιά από την Thiene και τα γύρω χωριά, μέχρι τη Schio, μέχρι το Bassano, μέχρι τη Vicenza είχαν διαρρήξει κάθε πεπρωμένο μοναξιάς: ήταν μαζί, αισθάνονταν δυνατοί, έδωσαν ένα παράδειγμα αξιοπρέπειας. Μαζί, όλοι μαζί.
Η σύγκρουση με την εξουσία ήταν εξαιρετικά βίαιη. Όπως και στο σύνολο του Veneto, εξάλλου, όπου μεταξύ της δεκαετίας του 1960 και της δεκαετίας του 1970 δόθηκαν μερικές από τις σημαντικότερες μαζικές εμπειρίες αντάρτικης οργάνωσης, πρώτα στα μεγάλα εργοστάσιο και στη συνέχεια στο διάχυτο εργοστάσιο, και συγχρόνως στα σχολεία και τα πανεπιστήμια. Γιατί ο ταξικός αγώνας έγινε τόσο σκληρός στην περιοχή του Βένετο; Επειδή – όπως δείχνει αυτό το βιβλίο – η εξέγερση δεν συνέβη μόνο εναντίον του κυρίου-του αφεντικού, αλλά, δεδομένης της καθυστέρησης της κοινωνικής πειθαρχίας εκμετάλλευσης, ήταν μια σύγκρουση επάνω στη ζωή συνολικά: ήταν ένα άλμα στο νέο και μια ανακάλυψη της κοινότητας, ένας ριζοσπαστικός τρόπος συνεύρεσης μέσα στον αγώνα και η βούληση να οικοδομήσουν μια νέα κοινωνία.

ΠΟΛΥ ΣΚΛΗΡΗ ΑΚΡΙΒΏΣ ΥΠΗΡΞΕ η σύγκρουση με την καταστολή. Ωστόσο ακόμη και στα επεισόδια ένοπλου αγώνα ως απάντηση στην καταστολή, η γραμμή των Κολεκτίβων ήταν πάντα η διατήρηση των εδαφών του «κοινωνικού εργάτη» και δεν ήταν ποτέ δολοφονική, αλλά αποσκοπούσε στο χτίσιμο ελεύθερων κοινοτήτων. Δεν ήταν τυχαίο ότι δεν υπήρξαν ούτε καταδότες ή μετανιωμένοι όταν η καταστολή κέρδισε. Όταν μετά την τραγωδία της 11ης απριλίου του 1979, όταν πέθαναν τρεις σύντροφοι ενώ προετοιμάζονταν να απαντήσουν στο blitz της 7ης απριλίου, και όταν δολοφονήθηκε ένας τέταρτος σύντροφος στη φυλακή, το μαύρο έργο των καταστολέων του Calogero και του Dalla Chiesa, υπήρξε άγριο. Στα επόμενα χρόνια, στην φυλάκιση για πολλούς, προστέθηκε η ηρωίνη για ακόμη περισσότερους.
Το βιβλίο αυτό είναι αφιερωμένο στους Antonietta Berna, Lorenzo Bortoli, Angelo Dal Santo και Alberto Graziani, στους τέσσερις πεσόντες εκείνου του καταραμένου απρίλη, με πικρό τρόπο, όχι πένθιμο ωστόσο, αλλά με υπερηφάνεια αναφωνώντας πόσο εκείνη η ζωή των ελεύθερων ανθρώπων που δολοφονήθηκαν ήταν αληθινή και υποδειγματική.

* Πηγή: Toni Negri, IL MANIFESTO

 

L’Autonomia operaia e la comunità di lotta vicentina

αυτονομία, autonomia

Εξέγερση

«η ιστορία των χρόνων ’70»

«Αυτή είναι μια ιστορία των χρόνων του ’70.
Τότε υπήρχε ένα κίνημα από γυναίκες και άνδρες που πίστευαν ότι θα άλλαζαν τον κόσμο. Ριζικά. Με μια επανάσταση.
Εκείνες οι γυναίκες και οι άνδρες σκέφτονταν ότι να τον αλλάξουν μπορούσε να είναι και διασκεδαστικό. Μάλλον ή ήταν διασκεδαστικό ή δεν άξιζε τον κόπο. Όλα και αμέσως. Δεν ήθελαν να αναβάλουν τίποτα για αργότερα.
Το πιο ριζοσπαστικό μέρος αυτού του κινήματος ήταν οι αυτόνομοι.
Στη συνέχεια εκείνο το κίνημα πιάστηκε σε μια τανάλια και συνεθλίβη. Πολλοί σταμάτησαν ή τους σταμάτησαν. Πολλοί από το κίνημα μετακινήθηκαν στους ένοπλους σχηματισμούς. Πολλοί σκέφτηκαν ότι η μόνη δικαιοσύνη ήταν η προλεταριακή. Κάποιοι, όχι λίγοι, μετάνιωσαν, μεταμελήθηκαν, δηλαδή έγιναν καταδότες.
Είναι λοιπόν και μια φοβερή ιστορία. Είναι μια ιστορία φτιαγμένη από ζωντανούς, νεκρούς και σκοτωμένους. Είναι μια οδυνηρή ιστορία για τον πόνο που προκάλεσε και υπέφερε.
Είναι μια ιστορία που μιλά για τους νέους. Εγώ είμαι ένας άνθρωπος που βαδίζει προς τα εξήντα. Αλλά βλέπω τον εαυτό μου νεαρό και σκέφτομαι: μας έκαναν να πληρώσουμε αλλά το διασκεδάσαμε πολύ.
Αυτή την ιστορία άρχισα να την γράφω στην ειδική φυλακή του Fossombrone το 1982. Τετράδιο και μολύβι.
Στη συνέχεια παίρνω μαζί μου το τετράδιο στην Rebibbia, όπου μεταφέρομαι.
Ο Francone μου δανείζει την Olivetti Lettera 22 του και ξεκινώ από την αρχή. Η συμφωνία είναι ξεκάθαρη: κάθε μέρα αυτός θέλει να διαβάζει και να δίνει την κρίση του: Hemingway, βατό, σκατά. Τα «σκατά» σκίζονται αμέσως μπροστά στη φάτσα του συγγραφέα.
Η εργασία επιβραδύνεται πολύ κατά τη διάρκεια των ακροάσεων της δίκης. Η γραφή μαραζώνει. Το καλοκαίρι του 1984 δίνω το τελευταίο χτύπημα. Αλλά με απελευθερώνουν και ο δεσμός με τον αδίστακτο κριτικό μου σταματά. Παίρνω μαζί μου το δακτυλογραφημένο στο Μιλάνο μέσα στις μαύρες σακούλες σκουπιδιών στις οποίες μαζεύω τα προσωπικά μου αντικείμενα. Να το δημοσιεύσω; Και από ποιον;
Μετά βγαίνει και ο Francone. Ένα βράδυ πριν από δεκαπέντε χρόνια με φέρνει στο σπίτι ο Sergio, ο επονομαζόμενος Sergino επειδή κατά τα χρόνια της αυτονομίας ήταν σχεδόν μωρό. Ο Sergio λέει: Μου αρέσει πολύ, είμαστε ακριβώς εμείς
Σιγά σιγά αρχίζει να δημοσιεύει ξεχωριστά κεφάλαια της ιστορίας σε περιοδικά, βιβλία κ.λ.π. Μετά πέρυσι εμφανίζεται. Και μου λέει: να δημοσιεύουμε τα πάντα. Λέω ναι. Εδώ είναι, να το ».

Από την εισαγωγή του συγγραφέα

Un assaggio… Μια γεύση

Parco Lambro
Χειμώνας ’76. Στο Μιλάνο η αυτομείωση των κινηματογραφικών, των συναυλιών και των θεατρικών εισιτηρίων εξαπλώνεται. Ομάδες νεαρών δίνουν ραντεβού έξω από τους κινηματογράφους και όταν είναι περίπου εκατό πάνε να διαπραγματευτούν με τους διαχειριστές. Συχνά καταλήγουν να συμφωνήσουν επάνω στην τιμή του εισιτηρίου, όταν αντίθετα η συζήτηση πηγαίνει πολύ μακριά απλά διασπούν και μπαίνουν.
Προς τον μάρτιο το φαινόμενο λαμβάνει μαζικές διαστάσεις, ειδικά τα απογεύματα της κυριακής και στις αργίες. Ακόμη και πορείες σχηματίζονται από νέους που γυρνούν από τον έναν κινηματογράφο στον άλλο, μπαίνουν στις αίθουσες διακόπτοντας τις προβολές για να προπαγανδίσουν τις συνθήκες μέσα στις οποίες ζουν.
Από τα προάστια της ακραίας περιφέρειας νέοι που δεν τους είχε δει κανείς νωρίτερα εμφανίζονται από το πουθενά στις πλατείες του Μιλάνο, δεν τους γνωρίζουν ούτε τα παιδιά της αυτονομίας. Κύκλοι με ονόματα που αναφέρονται στους ινδιάνους ή απλά στους δρόμους όπου έχουν κατακτήσει χώρους: άδειες κατοικίες, καταστήματα, αποθήκες.
Ο μόνος που γνωρίζει λιγάκι τους νεαρούς των κύκλων είναι ο Matteo ο οποίος, μέσα από τα παιδιά του Baggio, ξεκίνησε συναντήσεις σε ένα παλιό σταθμό των καραμπινιέρων που εγκαταλείφθηκε και καταλήφθηκε από τα αγόρια της γειτονιάς.
Ο Matteo έγινε λίγο ο ειδικός στον χώρο του περιοδικού »Rosso» σχετικά με αυτό το κίνημα. Ήταν ο πρώτος που μίλησε για αυτό στις συναντήσεις στη via Disciplini. Είναι μόλις είκοσι χρονών, αλλά φαίνεται ότι δεν έχει ηλικία επειδή παρεμβαίνει στις συνελεύσεις στο Μιλάνο εδώ και τουλάχιστον έξι χρόνια. Με λίγα λόγια, έχει την ηλικία του κινήματος.
Πάντα περιβάλλεται, σαν να τον προστατεύουν, από ένα σμήνος παιδιών από τη γειτονιά του, ώστε έτσι να είναι δύσκολο να μιλήσεις μαζί του πρόσωπο με πρόσωπο. Όπως είναι δύσκολο να τα ξεφορτωθείς στο τέλος όλων των συναντήσεων αν δεν τον συνοδεύσεις στο σπίτι. Όποιος το κάνει εκπλήσσεται.
Μένει στο τελευταίο σπίτι του Μιλάνο στο δρόμο προς Βαρέζε. Μετά το σπίτι του ξεκινά ένα λιβάδι.                                                                                                                                              Είναι παράλογο. Λίγα μέτρα μακριά μπορείς να δεις το πίσω μέρος μιας μεγάλης πινακίδας που γράφει «Μιλάνο». Το να τον συνοδεύεις τις χειμωνιάτικες νύχτες αγγίζεις την τραγωδία. Πράγματι το σπίτι του ξεπηδά ξαφνικά μες την ομίχλη, ανάμεσα στα δέντρα.
Σε εκείνο το σπίτι με κήπο, στην τελευταία συνοριακή γραμμή του Μιλάνου, ο Matteo ζει συντροφιά με μια μαϊμού και έναν αδελφό που δεν ενδιαφέρεται απολύτως για την πολιτική. Ο Matteo δεν είχε μιλήσει ποτέ σε κανέναν για την μαϊμού, οπότε μόλις μπήκα στο σπίτι του μια φορά και την είδα ξαφνιάστηκα πολύ.
Η μόνη δημόσια συγκοινωνία που φτάνει στην περιοχή του σπιτιού του είναι το 18 barrato που φεύγει από την Piazza Cairoli κάθε μισή ώρα και κάνει την τελευταία κούρσα τα μεσάνυχτα. Αν το πάρετε από τις δέκα το βράδυ και μετά μοιάζει να μπαίνετε μέσα σε ένα κόμικ τρόμου. Υπάρχει μόνο ο οδηγός που σταματά να διαβάζει την εφημερίδα κάθε μισή ώρα και φεύγει για εκείνο τον τόπο που έχει ξεχαστεί από τον θεό.Από τον Matteo κατάλαβα ότι το πρόβλημα των σκληρών ναρκωτικών, της ηρωίνης, αφορά κυρίως τους φτωχούς και τους περιθωριοποιημένους, όχι τους πλούσιους, όπως πίστευα εγώ. Στο κεφάλι μου ηρωίνη και κοκαΐνη πίστευα ότι αφορούσε μόνο ανθρώπους με πολλά χρήματα. Ο Matteo αντιθέτως με πήγε σε μερικούς δρόμους της γειτονιάς του όπου δεκάδες παιδιά τρυπιούνται, στους κήπους όπου πατάς επάνω σε σύριγγες βρώμικες από αίμα. Μου μιλάει για εκείνο τον φίλο του και για τον άλλον που πήγαιναν στο σχολείο μαζί του και τώρα τρυπιούνται τακτικά. Για εκείνους που πέθαναν από υπερβολική δόση και εκείνους που κατέληξαν στη φυλακή επειδή βρίσκονταν σε εθισμό και άρχισαν να κλέβουν στα διαμερίσματα ή να αρπάζουν απ’ τα παιδάκια χρυσές αλυσίδες.
Καταραμένες ιστορίες περιθωριοποίησης χωρίς βάση για κάποια απόπειρα λύτρωσης. Από αυτές τις θλιβερές και απελπισμένες ιστορίες που διηγείται η συνεχής πτώση αυτών των παιδιών στο τρύπημα με εντυπωσιάζει περισσότερο, έστω κι αν μερικές φορές προσπάθησαν να σταματήσουν.
– Είναι αυτοί οι καταραμένοι διακινητές, – λέει ο Matteo – τα εκβιάζουν και μόλις προσπαθήσουν να σταματήσουν πηγαίνουν σε αυτά με ότι χρειάζονται για να βαρέσουν και να πουλήσουν. Τους μεγάλους έμπορους ναρκωτικών πρέπει να τους σκοτώσουν όλους, χωρίς έλεος.
Ο Matteo κατέληξε να στήσει με τους φίλους του από το Baggio μια περιπολία που κάνει αντιπληροφόρηση επάνω στα σκληρά ναρκωτικά και τους εμπόρους. Ένα βράδυ, όλος υπερηφάνεια, μου δείχνει την «Corriere d’Informazione» που αναδεικνύει την είδηση: «Τινάζεται στον αέρα ένα μπαρ, γνωστός τόπος διακίνησης στην περιοχή Baggio». Φυσικά ο Matteo και τα παιδιά της Baggio καπνίζουν μαλακά ναρκωτικά, όπως τα καπνίζω εγώ και πολλοί σύντροφοι στο Μιλάνο.
Στα τέλη της άνοιξης με την πρώτη ζεστασιά η αυτομείωση των συναυλιών εξαπλώνεται. Όλα αυτομειώνονται, ακόμα και σε συναυλίες που διοργανώνει ο «Re Nudo». Το γεγονός αυτό διεγείρει πολύ ζωηρές συζητήσεις σε όλες τις κολεκτίβες, επειδή εκείνοι του «γυμνού Βασιλιά» είναι σύντροφοι και ζητούν μόνο τα έξοδα, ή έτσι λένε τουλάχιστον.
Η κατάσταση είναι εντελώς ανεξέλεγκτη και κανείς πλέον δεν ηγείται επί των εκατοντάδων συλλογικοτήτων στις γειτονιές, στα κατειλημμένα σπίτια, στα καταστήματα που μετατρέπονται σε κοινωνικά Κέντρα του νεανικού προλεταριάτου.
Στο Parco Lambro έγιναν πράγματα και θάματα και ο »γυμνός Βασιλιάς», λόγω του ταραχώδους κλίματος, βασίστηκε, για να διατηρήσει την τάξη επί των χιλιάδων και χιλιάδων παιδιών που αναμένονταν να φτάσουν από όλη την Ιταλία, στην ομάδα περιφρούρησης της Lotta continua.
Πολλοί περισσότεροι άνθρωποι από το αναμενόμενο καταφθάνουν. Είναι ένα απίστευτο θέαμα: σκηνές, υπνόσακοι παντού, όμορφα και λιγότερο όμορφα κορίτσια, άνθρωποι που τριγυρνούν γυμνοί, παιδάκια που κυνηγιούνται μέσα στα λιβάδια. Το βράδυ μεγασυναυλίες της Premiata Forneria Marconi, του Banco del Mutuo Soccorso και πολλών άλλων λιγότερο διάσημων συγκροτημάτων.
Ένα πάρκο άνθρωποι όπου ο Andrea, ο Coz, ο Matteo, ο Puccio, τα παιδιά της Berchet, εκείνα της Baggio, του Drin-Drin γυρνούν από εδώ κι από εκεί σαν ψάρια στο νερό έτοιμοι να χρησιμοποιήσουν κάθε ευκαιρία για να σπρώξουν προς την απαλλοτρίωση
Ο Matteo με τα παιδιά του ξεκινούν από την πρώτη μέρα κυνηγώντας διακινητές ναρκωτικών. Πέφτει λιγάκι ξύλο και τα αγγλικά κλειδιά προσγειώνονται επάνω σε μερικά κεφάλια. Ήδη από την δεύτερη μέρα αυξάνεται η αγανάκτηση χιλιάδων νεαρών για τις τιμές των τροφίμων που πωλούνται στα περίπτερα των επαναστατικών οργανώσεων. Το μεσημέρι η κατάσταση καθίσταται αβάσταχτη και οι ομάδες αρχίζουν να εφορμούν στους πάγκους για να αρπάξουν φαγητό. Μικρές πορείες τριγυρίζουν το πάρκο με πλακάτ που υποδαυλίζουν την αυτομείωση. Στη συνέχεια, ξαφνικά, μια μεγάλη πορεία κατευθύνεται στο φορτηγό ψυγείο που ενοικιάζεται από τον «Re nudo» το οποίο περιέχει τα κοτόπουλα και το κρέας που μαγειρεύονται στο περίπτερο της Democrazia proletaria. Ένα αγόρι με διαβολεμένο πρόσωπο πηδά στο φορτηγό και ανοίγει την πόρτα. Βουτάει μέσα και αρχίζει να ρίχνει ωμά κοτόπουλα ανάμεσα στον κόσμο. Αμέσως άλλοι ανεβαίνουν στο φορτηγό και με ανοικτές τις πίσω πόρτες αρχίζουν να περνούν προς τα έξω κουτιά με Coca-Cola και διάφορα αναψυκτικά. Από την άλλη πλευρά σμήνη νεαρών καταλήγουν να αδειάσουν τα stand των ομάδων χωρίς καμία διάκριση. Μόνο το δικό μας της αυτονομίας δεν δέχεται επίθεση, από σεβασμό προς προηγούμενες παρεμβάσεις μας, σίγουρα όχι για τη συμπεριφορά μας εκείνες τις ημέρες, σε τίποτα ανόμοια σε οπορτουνισμό.
Το απόγευμα ο Giulio και ο Coz οδηγούν μια χιλιάδα ανθρώπους προς στο πλησιέστερο σούπερ μάρκετ, αλλά με την είσοδο τους πρέπει να υποχωρήσουν γρήγορα επειδή εκφοβιστικοί πυροβολισμοί πέφτουν από ένα σώμα αστυνομικών. Η πομπή επιστρέφει μέσα στο πάρκο μετά από επιδρομή σε όλα τα κοντινά καταστήματα. Η κατάσταση το βράδυ γίνεται εντελώς ανεξέλεγκτη και μόνο η συναυλία και τα διάφορα ναρκωτικά καταφέρνουν να ηρεμήσουν λιγάκι τα πιο αναμμένα πνεύματα.
Ένας πολύ αδύνατος τραγουδιστής ανεβαίνει στη μεγάλη σκηνή και τραγουδά ένα πολύ ωραίο τραγούδι του οποίου θυμάμαι ακόμα τα λόγια:

βρίσκεται στο όνειρο που πραγματοποιείται, βρίσκεται στο γυαλισμένο πολυβόλο. Στη χαρά και στο θυμό, στο να καταστρέφεις το κλουβί. Στο θάνατο του σχολείου, στην άρνηση της εργασίας. Στο έρημο εργοστάσιο, στο σπίτι δίχως πόρτα. Βρίσκεται στη φαντασία, στη μουσική πάνω στο χορτάρι, βρίσκεται στην προβοκάτσια, στη δουλειά του τυφλοπόντικα, στην ιστορία του μέλλοντος, στο παρόν δίχως ιστορία, στις στιγμές του μεθυσιού, στις στιγμές της μνήμης. Βρίσκεται στο μαύρο του δέρματος, στη συλλογική γιορτή, στο ν’ αρπάζουμε τα εμπορεύματα, στο να πιανόμαστε απ’ το χέρι, να πετάμε πέτρες, στην πυρκαγιά στο Μιλάνο, στις σιδερόβεργες στους φασίστες και στις πέτρες ενάντια στα τζιπ. Βρίσκεται στα όνειρα που κάνουν οι αλήτες και στα παιχνίδια των μωρών, στο να μαθαίνουμε το σώμα, στον οργασμό του μυαλού, στην πιο ολοκληρωτική επιθυμία, στη διάφανη κουβέντα. Μα ποιος είπε πως δεν υπάρχει. Βρίσκεται στο βάθος των ματιών σου. Στην άκρη των χειλιών. Μα ποιος είπε πως δεν υπάρχει. Βρίσκεται στο γυαλισμένο πολυβόλο. Στο τέλος του Κράτους. Υπάρχει, ναι, υπάρχει. Μα ποιος είπε πως δεν υπάρχει. Υπάρχει! υπάρχει!

ISBN: 978-88-89969-23-6
PAGINE: 208
ANNO: 2007
COLLAN Narrativa
TEMA:

ΣΥΓΓΡΑΦΕΑΣ

PAOLO POZZI

Ο Paolo Pozzi (1949) αποφοίτησε στην Κοινωνιολογία στο Τρέντο το 1972. Μετακόμισε στο Μιλάνο, στρατεύεται στη συνιστώσα της εργατικής αυτονομίας που συγκεντρώθηκε γύρω από το περιοδικό «Rosso», του οποίου υπήρξε και συντάκτης. Το 1979 συνελήφθη στο πλαίσιο της έρευνας της 7ης απριλίου και εξέτισε αρκετά χρόνια στη φυλακή. Σήμερα είναι διευθυντής εταιρείας που ασχολείται με πολιτιστικά αγαθά.
αυτονομία, autonomia

Όταν ο κοινωνικός εργάτης έγινε κρέας

on .

Ο Gigi Roggero εξετάζει και αξιολογεί το βιβλίο Η εργατική Αυτονομία vicentina του Donato Tagliapietra

Η Thiene είναι ένα χωριό του vicentino, περίπου δέκα χιλιόμετρα από την Schio, το μικρό Μάντσεστερ του βένετο. Στη δεκαετία του 70 έχει μια ευημερούσα εμπορική δραστηριότητα, φημισμένες βιοτεχνίες επίπλων και έναν εξειδικευμένο βιομηχανικό τομέα. Η περιοχή δεν κυριαρχείται από μεγάλα εργοστάσια, όπως στην κοντινή Schio, είναι αντιθέτως ένα παράδειγμα του διάχυτου εργοστασίου, μέσα στο οποίο σχηματίζεται μια νέα ταξική σύνθεση: νεαρή, μαχητική, έτοιμη να κάνει τα πάντα για να μην αλυσοδεθεί από την μισθωτή εργασία. Είναι ένα ανοιξιάτικο απόγευμα στη Thiene, όταν μια τρομερή έκρηξη διαλύει τις ζωές τριών νεαρών συντρόφων: Angelo, Alberto, Maria Antonietta, στους οποίους ο Lorenzo θα προστεθεί μερικούς μήνες αργότερα, αυτοκτόνησε στη φυλακή εξ αιτίας της εκδικητικότητας του Κράτους, που συμβολίζεται από την 7η απριλίου και από το pcista πρόσωπο του Calogero.

“Υπάρχει ένα πριν κι ένα μετά την 11η απριλίου 1979”, μας λέει ο Donato Tagliapietra στο βιβλίο του Η εργατική Αυτονομία vicentina. Από την εξέγερση του Valdagno στην καταστολή της Thiene (πρόσφατα τυπωμένο από τον DeriveApprodi, πέμπτο τόμο αφιερωμένο από τον εκδοτικό οίκο στους Αυτόνομους). Δεν υπάρχει ποτέ σε αυτές τις σελίδες, ακόμα και σε εκείνες που αγγίζουν πιο άμεσα τα ξεσκέπαστα νεύρα της υποκειμενικής εμπειρίας, κάποιος χώρος για την θυματοποίηση, ή για τη ρομαντική λατρεία των μαρτύρων. Στο βιβλίο του Donato πράγματι, όπως υπογραμμίζεται από την όμορφη εισαγωγή της Elisabetta Michielin, δικαίως δηλώνεται πόλεμος στον ναρκισσισμό που συχνά, πολύ συχνά, ακυρώνει τις αφηγήσεις των πρωταγωνιστών αυτής της εξαιρετικής φάσης αγώνα, με αποτέλεσμα μια κουραστική απομνημονευματολογία στραμμένη στο παρελθόν. Στον τόμο αυτό, όπως πάντα πρέπει να κάνει ένας στρατευμένος, η ενέργεια επικεντρώνεται στην παροχή όπλων πολιτικού προβληματισμού για το παρόν. Αυτό που αναλύεται στο βιβλίο είναι μια εντελώς συλλογική ιστορία, στην οποία έλαβαν μέρος οι Donato, Angelo, Alberto, Maria Antonietta, Lorenzo και αρκετές δεκάδες χιλιάδες σύντροφοι στο Βένετο και σε ολόκληρη την Ιταλία. Ακόμα και όταν μιλά για προσωπικές εμπειρίες, πάντα αναπνέουμε το αίσθημα του ανήκειν σε μια συλλογική, μαζική και οργανωμένη διαδικασία. Το άτομο εξαφανίζεται ή, ακόμα καλύτερα γίνεται ακριβώς κοινωνικό και πολιτικό στο βαθμό που τα σπάει με τον εαυτό του, δηλαδή με τη θέση και τον ρόλο που του παρέδωσε το κυρίαρχο σύστημα.

Η συλλογική ιστορία που αναλύεται από τον Donato είναι εκείνη των πολιτικών Κολεκτίβων του Βένετο και, μέσα σε αυτό, αλλά με την ιδιαιτερότητά της, της εδαφικής πραγματικότητας vicentina, ιδίως σε εκείνο το τμήμα του διάχυτου εργοστασίου ακριβώς μεταξύ Valdagno, Schio, Chiuppano, Marano και Thiene. Όχι, δεν πρόκειται για μικρές περιπέτειες της πικαρέσκο λογοτεχνίας νεαρών εξεγερμένων, αλλά για ένα σημαντικό πολιτικό εργαστήριο πειραματισμού των πρακτικών αγώνα και οργάνωσης του κοινωνικού εργάτη. Ο αριθμός αυτός ενσωματώνεται κάτω από τα μάτια του αναγνώστη στην υλικότητα των συμπεριφορών και μορφών αντιπαράθεσης, στη διαφυγή από το εργοστάσιο και σε εμπειρίες ζωής που – από τη μουσική στα ταξίδια στην καθημερινή κοινωνικοποίηση – ποτέ δεν καταναλώνονται ατομικά, αλλά αποτελούν μέρος των διαδρομών μιας ομογενοποιημένης μειοψηφίας, δηλαδή ισχυρής και μη μειοψηφικής. Επομένως γράφει ο Donato: “Το στυλ της στράτευσης έρχεται να αλλάξει υπό το φως των νέων υποκειμένων στον χώρο και της σύγκρουσής τους με τους νέους παραγωγικούς μηχανισμούς. Η μετάβαση πραγματοποιείται επάνω σε ένα κοινωνικό σώμα πολύ νεαρών ανθρώπων, που συμπεριλαμβάνονται σε μια ηλικιακή ομάδα από τα 17-18 έως 24-25 χρόνια, έντονα μορφωμένη, προορισμένη στην παραγωγή αγαθών και υπηρεσιών, αλλά που θα αποκαλύψει μια πολύ έντονη ένταση για την οικοδόμηση μιας κοινής καθημερινότητας μισώντας τον εξαναγκασμό στην υπό εντολή εργασία”. Να λοιπόν που, προχωρώντας στην ανάγνωση, μας περιγράφεται τι είναι και πώς σχηματίζεται ένας αγωνιστής, δηλαδή μια μορφή ζωής που επιλέγει να τα σπάσει με το δικό της πεπρωμένο: Εκείνο που ιστορικά είναι το σκαλάκι με τις μεγαλύτερες εντάσεις στη ζωή ενός ανθρώπου – την έναρξη της παραγωγής μέσα στην ζωντανή εργασία – υπερπηδάται, για πρώτη φορά, αντί να υποβληθεί σε αυτήν, μια γενιά οργανώνεται, ακόμη και με τα όπλα, για να την αποφύγει, σαμποτάροντάς την. Αποφασίζοντας ότι η απελευθέρωση από την εργασία ή είναι για όλους ή δεν μπορεί να είναι για κανέναν. Δεν τίθεται θέμα για το γεγονός ότι δεν θα ακολουθούσαμε τη μοίρα των πατέρων μας, αναγκασμένων σε οκτώ ώρες από την εξαιρετικά βίαιη ακαμψία εκείνης που ονομάζεται με φανφάρες μεταπολεμική ανασυγκρότηση. Και αυτό ως «ευχαριστίες» επειδή μπόρεσαν να νικήσουν φασισμό και ναζισμό. Για εμάς αυτό που ήταν να δώσουν το έδωσαν οι πατεράδες μας! «. Η απόρριψη της εργασίας, συμπεριφορά μαζική και πρακτική γίνεται μορφή στράτευσης.

Αυτή η νέα υποκειμενική σύνθεση φέρνει όντως μαζί της, μαζί με συγκεκριμένες ανάγκες και επιθυμίες, νέα ζητήματα πρακτικής και οργάνωσης. Είναι σύντομα προφανές ότι τα προηγούμενα σχήματα δεν λειτουργούν πλέον. Όχι μόνο εκείνα που συνδέονται πιο άμεσα με την κεντρική θέση του εργοστασίου και του εργάτη μάζα, τώρα πλέον σε μια φάση πολιτικής κάμψης (χωρίς να χρειάζεται να υπογραμμίσουμε ότι το PCI-ΚΚΙ, αφού τον εξοστράκισε στην κορυφή των δυνατοτήτων του, όταν είναι πλέον πολιτικά νικημένος, τον κάνει μια άδεια εικόνα να χρησιμοποιηθεί κατά των αυτόνομων κινημάτων). Έχουν φθαρεί επίσης και τα σχήματα πλατείας, δεν βλάπτουν πλέον τον εχθρό, καταλήγουν μόνο να χαρίζουν στο άλλο μέρος συντρόφους που συλλαμβάνονται και, ακόμη περισσότερο, το πλεονέκτημα της προβλεψιμότητας. Από αυτή την συνειδητοποίηση γεννιέται η πρακτική του εδαφικού ελέγχου, για να παραβιάσει το τελετουργικό των προγραμματισμένων προθεσμιών και να υπαγορεύσει αυτόνομα χρόνους, τόπους και μεθόδους της χρήσης δύναμης. Το βάπτισμα του πυρός είναι η 9η Ιουνίου 1976: περίπου διακόσιοι ένοπλοι σύντροφοι από την Πάντοβα και το Βένετο καταλαμβάνουν μια συνοικία της πόλης, την Arcella, ενώ μια περιπολία ασκεί τους στόχους (από την απαλλοτρίωση των σούπερ μάρκετ μέχρι τον εμπρησμό των γραφείων των φασιστών).

Είναι μέσα σε αυτό το πέρασμα, από τον μαζικό εργάτη στον κοινωνικό εργάτη, από ένα οργανωτικό σχέδιο που επικεντρώνεται στο εργοστάσιο σε ένα που βασίζεται στο διάχυτο εργοστάσιο, που τοποθετείται η γέννηση των ενετικών πολιτικών Κολεκτίβων: «Η πρόταση υιοθετείται από όλες τις συμμετέχουσες πραγματικότητες: Rovigo, Vicenza Pordenone και Mestre / Βενετία. Και γίνεται διατηρώντας, μάλλον ενισχύοντας, δίδοντας μεγαλύτερη αξία στην δική τους εδαφική ιδιαιτερότητα, δεδομένου ότι η οργανωτική πρόταση προβλέπει μια πλήρη αυτονομία των επιμέρους επαρχιών. Στην πράξη μοιάζει πολύ με ένα ομοσπονδιακό σύμφωνο. Δεν μας λένε κομμουνιστικές πολιτικές Κολεκτίβες, ή επαναστατικές ή προλεταριακές. Όχι, ονομαζόμαστε πολιτικές βενετικές κολεκτίβες (Cpv). Είναι ένα μοναδικό παράδειγμα στο εθνικό πανόραμα «.

Η ιστορία των CPV καλύπτεται εδώ για πρώτη φορά, από την οπτική γωνία της ανάπτυξης της Αυτονομίας vicentina. Ο πιεστικός ρυθμός της αφήγησης ανιχνεύει τον δίχως ανακωχή ρυθμό της κατασκευής μιας συλλογικής δύναμης, στην οποία οι περιπολίες έχουν ένα καθοριστικό βάρος. Περιπολίες ενάντια στις υπερωρίες, αλλά θα ήταν πιο σωστό να τις ονομάζουμε περιπολίες ενάντια στη δουλική εργασία, εργασία sans phrase. Για να το θέσω με τα λόγια του Ντονάτο, στην πραγματικότητα, «ήδη η συνηθισμένη δουλειά είναι αφόρητη, πόσο μάλλον πρέπει να είναι εκείνη η έκτακτη». Σε αυτή την ιστορία το Εβδομήντα επτά είναι προφανώς ένα σημαντικό πέρασμα, αλλά μόνο αν τοποθετηθεί μέσα σε μια διαδικασία που έχει τις ρίζες της στο πριν και πηγαίνει πολύ πέρα. Πράγματι, σε αυτά τα εδάφη δεν είναι η κορυφή της σύγκρουσης. Η συνέχεια της οργανωτικής διαδικασίας είναι πιο σημαντική από την καταβύθιση στο γεγονός.

Παίρνουν μέρος σε αυτή την διαδικασία διάφορα υποκείμενα, τα οποία σχεδιάζουν συνολικά την φιγούρα του κοινωνικού εργάτη – ο οποίος, όπως επανειλημμένα τονίσαμε, δεν πρέπει ποτέ να περιοριστεί σε μια απλή επαγγελματική ή κοινωνιολογική τοποθέτηση, αλλά δείχνει τη δυνατότητα μιας ανασυνθετικής τάσης. Εργάτες, φοιτητές, άνεργοι και όσοι αργότερα θα ονομάζονταν επισφαλείς. Μια παράγραφος του βιβλίου είναι αφιερωμένη στον αγώνα για το σπίτι. Διαβάζοντας το, μπορούμε να αντλήσουμε πολύτιμες ενδείξεις και για το παρόν. Πράγματι, εκείνος ο αγώνας, παράγει μαχητική υποκειμενικότητα και εδαφική αντιεξουσία. Η σύγχρονη μεταμόρφωσή του σε μια λογική παροχής βοήθειας και παροχής υπηρεσιών, η οποία είναι κατά τα άλλα φτωχή και ατυχής, δεν εξαρτάται μόνο από την αντιστροφή που συνέβη στις ισορροπίες δυνάμεων υπέρ του εχθρού μας: περιγράφει την ανατροπή του αγωνιστή σε ακτιβιστή, της αναζήτησης της σύγκρουσης στην αναζήτηση της συναίνεσης, της αντιεξουσίας στην παραίτηση από την άσκηση της δύναμης.

Όταν μιλάμε για μια πληθώρα κοινωνικών υποκειμένων πρέπει να διευκρινίσουμε. Σήμερα νομίζουμε ότι το πρόβλημα είναι απλώς να προσθέσουμε μια πληθώρα τομέων και ταυτοτήτων, αυτή είναι με λίγα λόγια η αποκαλούμενη διατομεακότητα [ αλληλεπικάλυψη (ή «διασταύρωση») διαφορετικών κοινωνικών ταυτοτήτων] που από τις αμερικανικές ακαδημίες έχει διεισδύσει στις ακαδημίες του »κινήματος». Η αυτονομία, από την άλλη πλευρά, δεν είναι ποτέ το αλγεβρικό άθροισμα των αυτονομιών, διότι ανασύνθεση σημαίνει να αναλαμβάνεις εξ ολοκλήρου τις αντιφάσεις και τις συγκρούσεις εντός της τάξης, δηλαδή να θέτεις στον εαυτό σου το πρόβλημα της μη αποδοχής των υποκειμένων έτσι όπως είναι, όπως δίνονται δηλαδή στην καπιταλιστική ιεραρχία, αλλά προοδευτικά να τα μετατρέπεις, να τα ανατρέπεις, να τα υπονομεύεις. Δημιουργώντας ένα υποκείμενο που δεν υπάρχει ακόμη, που δεν μπορεί παρά να είναι ενάντιο σε αυτό που είμαστε σήμερα. Ο Donato το εξηγεί με ακρίβεια: «Δεν μας ενδιέφερε ποτέ να ακολουθήσουμε τις χιλιάδες αυτονομίες, γυναίκες, σπουδαστές κλπ. όπως δεν μας ενδιαφέρει να οργανώσουμε έναν τομέα μετά τον άλλο, πιστεύουμε ότι η μόνη δυνατότητα να ζήσουμε τον κομμουνισμό στην καθημερινή ζωή είναι η ανασυνθετική δύναμη του προγράμματος που μπορεί μόνο να ενοποιήσει τα χίλια κοινωνικά στρώματα επάνω στις κοινές ανάγκες και πρακτικές ».Συνεπώς, μπορεί να καταλήξει υποστηρίζοντας ότι «η Αυτονομία δεν ήταν ποτέ ένας άκαμπτος και κλειστός οργανωτικός χώρος, αλλά μάλλον μια μέθοδος που επιτρέπει να διασχίσουμε με την ταξική σύγκρουση τις αντιφάσεις που φέρνει μαζί της η ανάπτυξη του κεφαλαίου καθημερινά”.

Το εύρωστο τελικό προσάρτημα του βιβλίου είναι πολύτιμο, διότι επιτρέπει την άμεση σύγκριση με κείμενα, έγγραφα και φυλλάδια που παράγονται στην εξαιρετική εμπειρία που αναλύει το βιβλίο. Εδώ, όπως και στον υπόλοιπο τόμο, μπορούμε να βρούμε τη θεμελιώδη διαφορά σε σχέση με τις ανακατασκευές της δεκαετίας του 1970 που έγιναν από τους αγωνιστές των μαχόμενων σχηματισμών, στους οποίους η εργατική και προλεταριακή υποκειμενικότητα τείνει να εξαφανίζεται, ή να γίνεται ένα ιδεολογικό φετίχ του οποίου τα νήματα τραβιούνται από τον ηρωισμό διαχωρισμένων πρωτοποριών. Προσοχή, το θέμα δεν είναι καθόλου το ζήτημα των όπλων ή της χρήσης της δύναμης (ο Donato υπενθυμίζει ότι «μεταξύ του 1976 και του 1980 περισσότερες από πεντακόσιες πράξεις «προσεγμένης χρήσης της δύναμης» καταγράφονται στο Βένετο»). Το θέμα είναι ότι, σε μια πλήρη ανατροπή των πρακτικών των Μαρξ και Λένιν, στον μαρξισμό-λενινισμό των παράνομων οργανώσεων ο ένοπλος αγώνας γίνεται η στρατηγική. Για τους αυτόνομους από την άλλη πλευρά, η χρήση της δύναμης, η οποία χαμηλώνει στο επίπεδο της μαζικής παρανομίας, είναι πάντα ένα εργαλείο για την κατασκευή και την άσκηση της αντιεξουσίας. Ο εργατισμός ενσωματώνεται εδώ στις συμπεριφορές του κοινωνικού εργάτη: η τακτική στο κόμμα, η στρατηγική στην τάξη. Η αυτονομία είναι πραγματικά, σε αυτές τις σελίδες και σε αυτήν την ιστορία, η οργάνωση που αντικατοπτρίζει στον δικό της αυθορμητισμό, και ο αυθορμητισμός που αντανακλά στην οργάνωσή του.

Τέλος, πρέπει να ειπωθεί ότι εκείνη η εμπειρία δεν υπήρξε χωρίς όρια, δίχως τα οποία δεν θα μπορούσαμε να καταλάβουμε εκείνη που μπορούμε να αποκαλέσουμε – με δύο προειδοποιήσεις – μια ήττα. Πρώτη προειδοποίηση: είναι κουραστικό να πιστεύουμε ότι τα πολιτικά σχέδια απλά ηττώνται με την καταστολή, όπως δυστυχώς συνηθίζεται να γίνεται στις ανοικοδομήσεις της πολιτικής αυτοδικαιολόγησης. Δεύτερη προειδοποίηση: ήττα σημαίνει πάντα, για τους αγωνιστές και γι αυτούς -όπως και ο Donato- που δεν έχουν περιορίσει την στράτευση σε μια νεανική φάση της ζωής τους, να κάνουν θησαυρό των ορίων στις μεμονωμένες μάχες για να επανενταχθούν μέσα στον πόλεμο. Η ήττα είναι μια τόσο σημαντική κληρονομιά που αποτελείται από τον πλούτο, τις προωθήσεις, τις μερικές νίκες. Για να μπορέσω να επιβεβαιώσω μαζί με τον Donato, χωρίς τις φαντασιώσεις του ουτοπικού και με την ήρεμη αδιαλλαξία του αγωνιστή: «Θα νικήσουμε».

 

http://commonware.org/index.php/gallery/877-quando-l-operaio-sociale-si-e-fatto-carne

αυτονομία, autonomia

Η εργατική αυτονομία vicentina. Από την εξέγερση του Valdagno στην καταστολή της Thiene. Του Donato Tagliapietra

Lorenzo Bortoli (1952-1979), La fabbrica, Το εργοστάσιο, λάδι σε καμβά, 50×60, 1967.
Το εργοστάσιο είναι η πρώτη γνωστή ζωγραφιά του Lorenzo. Το γεγονός ότι ένα 15χρονο αγόρι ζωγραφίζει αυτό το θέμα μας βοηθά να κατανοήσουμε το βάρος του εργοστασίου που έχει στην πόλη του Marano Vicentino. Αλλά αυτό που μας ενδιαφέρει είναι εκείνο που βλέπει στο εργοστάσιο, γιατί αυτό είναι που βλέπουμε όλοι: ένα θλιβερό μέρος, χωρίς φως και ζωή, ένα σκοτεινό κτίριο που συνθλίβεται από ένα μολυβένιο ουρανό με μια ενιαία ζωντανή παρουσία, το σπίτι σε πρώτο πλάνο [το σπίτι του;) όπου, λόγω του φωτός που φιλτράρεται μέσα από τα παράθυρα, γνωρίζουμε ότι υπάρχει ανθρωπιά.Όχι τόσο στο εργοστάσιο, νεκρό μέρος για την σκέψη και τα όνειρα και, πάνω απ ‘όλα, για την ευαισθησία ενός δεκαπεντάχρονου που εμφανίζεται στον κόσμο. Είναι μια αποκαλυπτική ζωγραφιά.”

Ο Lorenzo Bortoli, αφέθηκε (μετά από δύο απόπειρες) να αυτοκτονήσει στη φυλακή της Βερόνα λίγους μήνες μετά τη σύλληψη στο πλαίσιο της έρευνας για τις Πολιτικές Κολεκτίβες του Βένετο που συνδέονταν με την έκρηξη όπου πεθαίνουν η συντρόφισσα Maria Antonietta Berna, ο εργάτης Angelo Dal Santo και ο φοιτητής Alberto Graziani. Οι τρεις σύντροφοι έφτιαχναν έναν αυτοσχέδιο εκρηκτικό μηχανισμό. Εδώ μια βιογραφία / ανάμνηση του,  Qui una sua biografia/ricordo από την οποία λαμβάνεται ο τελευταίος αποχαιρετισμός του Bortoli.

Φύλλο αίτησης, Φυλακή της Verona 18-6-79
Στον κύριο διευθυντή του σωφρονιστικού ιδρύματος της Verona.
Θα ήμουν πολύ ευγνώμων αν μπορούσατε να στείλετε το ακόλουθο τηλεγράφημα στην οικογένειά μου: «Έφτασα στην Antonia. Παρακαλώ να θαφτώ μαζί της. Σας διαβεβαιώνω ότι είμαι καλά έτσι. Μια αγκαλιά. Πείτε στη Vanna να μην κλαίει, αλλά να θυμάται πόσο ευτυχισμένοι ήμασταν όπως τώρα που είμαστε και πάλι μαζί. Lorenzo»
Σας παρακαλώ να στείλετε και την ομάδα φωτογραφιών, υπολογίζοντας τα έξοδα από τον προσωπικό μου λογαριασμό. Σας ευχαριστώ πολύ.


Δημοσιεύουμε την εισαγωγή της Elisabetta Michielin στον πέμπτο τόμο που ο εκδοτικός οίκος Derive Approdi αφιέρωσε στην ανακατασκευή της ιστορίας της ιταλικής εργατικής Αυτονομίας. Ειδικότερα, το βιβλίο του Donato Tagliapietra, ανασυγκροτεί την ιστορία των πολιτικών Κολεκτίβων vicentini μέσω πολιτικών εγγράφων, φυλλαδίων και μαρτυριών εκείνων που ήταν πρωταγωνιστές αυτών των γεγονότων και της περιοχής εκείνης.

Τι όμορφο βιβλίο έγραψε ο Donato ο «κόκκινος». Κόκκινος στα μαλλιά και στην πλευρά που διάλεξε! Το λέμε αμέσως. Ένα απαραίτητο βιβλίο γιατί ανασυνθέτει με πλούτο και πάθος μια κρίσιμη περίοδο στην ιστορία των επαναστατικών προσπαθειών της χώρας μας και της βορειοανατολικής επικράτειας. Μια άσκηση γραφής και προβληματισμού που τραβά μια διαγραμμένη μνήμη έξω από το σκοτάδι, που παραδόθηκε στις αίθουσες της δικαιοσύνης ή στη μνήμη εκείνων που την ξανακτίζουν μόνο για να την δυσφημίσουν ή να αποτρέψουν την πιθανή επαναπρόταση της.

Ο Donato ανασυνθέτει την περίοδο που τον είδε μεταξύ των πρωταγωνιστών των βενετικών πολιτικών κολεκτίβων στην περιοχή του άνω vicentino χρησιμοποιώντας σχεδόν αποκλειστικά τα έγγραφα που παρήγαγε η ίδια η οργάνωση και τις συνεντεύξεις με τους αγωνιστές εκείνης της εποχής.

Μια ιστορία που ποτέ δεν καταφεύγει στον μεμονωμένο βιογραφισμό και στις ναρκισσιστικές του αποκλίσεις επειδή είναι πάντα αγκυροβολημένη σε ένα κίνημα που έχει συμπεριλάβει δεκάδες και δεκάδες αγωνιστές και που διατηρεί πάντα μαζί την υποκειμενικότητα και την περιοχή όπου γεννήθηκε αυτή η υποκειμενικότητα, αναπτύχθηκε, απέκτησε νόημα και επηρέασε με συγκεκριμένο τρόπο τις σχέσεις εξουσίας και τις ταξικές σχέσεις, ακόμη και στο ζωντανό σώμα των εργατικών οργανώσεων.

Στον Donato αναγνωρίζουμε την αξία της επιτυχίας στο να την περιγράφει με απλότητα, χωρίς έμφαση. Σε σελίδες από τις πιο ζωντανές και εθιστικές του βιβλίου, την βλέπουμε στο έργο επάνω σε συγκεκριμένες διαμάχες σχετικά με το ωράριο εργασίας και την επιβολή της επαναπρόσληψης απολυμένων εργατών, στις εκστρατείες «εργασία για όλους λιγότερη εργασία» με τις περιπολίες και τις πικετοφορίες ενάντια στην μαύρη εργασία και τη χρήση υπερωριών ή σε εκείνες που αφορούν το δικαίωμα στέγασης και την επιβολή πολιτικών τιμών για τα αγαθά βασικών αναγκών.

Νάτοι λοιπόν οι αυτόνομοι στο έργο, πολύ νεαρά κορίτσια και αγόρια που χωρίς καμία αίσθηση κατωτερότητας ή υποταγής, αρχίζουν να ανοίγουν τις πρώτες ρωγμές στις άκαμπτες δομές του συνδικάτου, που από όλη αυτή την ιστορία βγαίνει με σπασμένα τα κόκαλα. Η CISL ειδικότερα, με τα αλαζονικά και αξιολύπητα στελέχη της. Αλλά είναι με τις περιπολίες, τις πικετοφορίες και τις συνελεύσεις που αρπάζονται με μια άσκηση δημόσιας εξουσίας από το αφεντικό και το συνδικάτο που το βλέμμα του Donato γίνεται πιο προσεκτικό και άγρυπνο. Είναι μέσα στα ατομικά γεγονότα, αλλά και στο περιθώριο, σκόπιμα, και το αποτέλεσμα για τον αναγνώστη είναι απορίας: μα αυτά τα πράγματα συνέβαιναν πραγματικά; Ναι, συνέβαιναν χάρη σε αυτούς τους τύπους που εκτός από το ψωμί απαιτούσαν τριαντάφυλλα: να μπαίνουν δωρεάν στις συναυλίες, να τρώνε δωρεάν στα φοιτητικά εστιατόρια και τα εστιατόρια, καταλαμβάνουν χώρους για κοινωνικοποίηση, πολεμούν την ηρωίνη που κάθε τόσο σαρώνει την χώρα. Παιδιά που ήθελαν να αλλάξουν τον κόσμο αλλά και να ικανοποιήσουν άμεσα τις ανάγκες και την επιθυμία για μια νέα κοινωνικότητα, άλλη, διαφορετική.

Μια πλούσια ιστορία αλλά και αντιφατική και με ένα ίχνος τραγωδιών όπως ο θάνατος των Antonietta, Angelo, Alberto, Lorenzo, αλλά μόνο το μεταθανάτιο μάτι του νικητή είναι που του επιτρέπει να δημιουργήσει τους δικούς του καθαρισμένους μύθους ενώ βλέπει τις ιστορίες να διακόπτονται ως μια απλή σειρά εγκληματικών και βίαιων συμπεριφορών.

Μπορούμε λοιπόν να εισέλθουμε στο πολιτικό εργαστήρι της Συλλογικότητας η οποία υπήρξε επίσης τόπος βαθιάς φιλίας, βλέποντας τη δημιουργία αυτής της οργάνωσης, τη διαμόρφωσή της μέσω κειμένων, φυλλαδίων, πολιτικών εγγράφων, τους προβληματισμούς εκείνης της πλευράς χωρίς την πρόσβαση, αν όχι οριακή, σε άλλες πηγές: δημοσιογραφικές, συνδικαλιστικές, του ΚΚΙ-PCI ή ποινικές.Εάν η επιλογή αυτή μπορεί να φανεί περιοριστική από ιστορική άποψη – γιατί πιστεύουμε ότι η ιστορία πρέπει να ανακατασκευαστεί συνθέτοντας και φωτίζοντας την εξεταζόμενη περίοδο μέσα από την αναμέτρηση και αντιπαραβολή διαφορετικών απόψεων – σε αυτό το βιβλίο αντιθέτως είμαστε περήφανα αγκυροβολημένοι στο να διαλέγουμε πλευρά, στην ιδέα ότι μια ουδέτερη ή ειρηνοποιημένη ιστορία δεν υπάρχει και δεν μπορεί να υπάρξει, δεδομένου ότι, ακόμη και με άλλες μορφές, εξακολουθούμε να ήμαστε βυθισμένοι σε εκείνη την κοινωνική σχέση και σε εκείνο το δίλημμα που δεν καταφέραμε να μηδενίσουμε. Απ’ τη στιγμή που πρόκειται για μια κοινωνική και εξουσιαστική σχέση, η αλήθεια μπορεί να θεωρηθεί μόνο από την οπτική γωνία του εκμεταλλευόμενου που μπορεί να της επιτεθεί από τη θέση του, προσπαθώντας να την διαρρήξει επιλύοντας προς όφελός του. «Σκεπτόμενοι με τα χέρια» θα έπρεπε να είναι ο τίτλος του βιβλίου.

Αλλά γιατί ο Donato, αντίθετα από άλλους μάρτυρες και αγωνιστές της εποχής, μπορεί να επιτρέψει στον εαυτό του να σταματήσει, σε απόσταση 40 ετών, σε αυτή τη «γωνία» χωρίς να μοιάζει ή να είναι ένας νοσταλγικός; Νομίζουμε ότι μπορεί να το κάνει γιατί η εμπειρία των Πολιτικών Κολεκτίβων του Βένετο έχει πολλά να διδάξει και να παραδώσει στην εποχή μας. Πρόκειται για μια ιστορία που από πολλές απόψεις έχει προκαταλάβει τη δική μας. Σκεφτείτε την επικράτεια. Οι Collettivi Politici Veneti σκέφτηκαν το έδαφος-την επικράτεια όχι μόνο ως τόπο όπου δημιουργείται και ενισχύεται το κεφάλαιο – και αυτό συμβαίνει σήμερα – αλλά το έχουν επινοήσει κυριολεκτικά ως τόπο της σύγκρουσης και της παραγωγής ανταγωνιστικής υποκειμενικότητας. Και όντως μόνο επειδή συνδέονταν με την επικράτεια αυτά τα αυτόνομα άτομα μπορούσαν να ασκήσουν ένα στυλ αγωνιστικότητας-μαχητικότητας που περιελάμβανε μια μέση χρήση της βίας: δεν την απέκλειες εκ των προτέρων, αλλά δεν έκανες αυτής ούτε ένα φετίχ εξυψώνοντας την ως το υψηλότερο επίπεδο της επαναστατικής υποκειμενικότητας. Το πρόγραμμα παρέμβασης στην επικράτεια την εξέταζε μέσα στην εμπειρία της μαζικής παρανομίας και μέσα σε μια πραγματική άσκηση αντιεξουσίας, με λίγα λόγια, έπρεπε να έχει ρίζες μέσα στις δομές που κατάφερνες να δημιουργήσεις σε απελευθερωμένους χώρους όπου δημιουργούσες πραγματική αυτοαξιοποίηση και ενίσχυση.

Ένα καλό παράδειγμα ιστορικής ανασυγκρότησης, λέγαμε. Είναι αλήθεια, επειδή η άλλη ενδιαφέρουσα πτυχή αυτής της εργασίας είναι ότι, περισσότερο από μια άσκηση μετά προβληματισμού – είτε πρόκειται για κριτική είτε για αξίωση – έχει αντιθέτως την φρεσκάδα της ιστορίας που χτίζεται στιγμή προς στιγμή. Στην ουσία η παλιά παροιμία «πρώτα οι αγώνες, μετά η θεωρία» ισχύει και στην περίπτωση του Collettivo vicentino. Με την ανάγνωση αυτών των εγγράφων και αυτής της ανασυγκρότησης βυθιζόμαστε στο συγκεκριμένο των αποφάσεων και των συμπεριφορών που δίδονταν στιγμή προς στιγμή τόσο σε σχέση με τον τόπο όπου ζούσες και με την παρέμβαση που μέρα με την μέρα έκαμες, όσο σε σχέση με αυτό που συνέβαινε στην Ιταλία εκείνη την εποχή, δηλαδή τα τρέχοντα κινήματα αναδιάρθρωσης, τις προσπάθειες να τραβηχτείς έξω από την καπιταλιστική κυριαρχία και το έργο μεγάλων τμημάτων του προλεταριάτου, τη σκληρή και έγκαιρη αντιπαράθεση με τις άλλες οργανώσεις τόσο από την πλευρά του ένοπλου αγώνα όσο και από εκείνη των άλλων οργανώσεων της Autonomia operaia.

Ξαφνικά, μας λέει ο Ντονάτο, αυτά τα παιδιά – μερικά από αυτά νεότατα – δεν στέκονται πλέον στην πειθαρχία. Έτσι οι δύο μεγάλοι οργανισμοί ομαλοποίησης και κοινωνικής αναπαραγωγής, το σχολείο και το εργοστάσιο, αρχίζουν να αδειάζουν και να ανατρέπονται. Αυτά τα παιδιά δεν είναι πλέον διαθέσιμα να μπουν στο εργοστάσιο όπως οι πατεράδες τους που είχαν αγωνιστεί μέσα στο εργοστάσιο και εναντίον του εργοστασίου, παρά την ύπαρξη σχέσης με τους πατεράδες τους. Ο Donato ανοικοδομεί πολύ καλά την ιστορία που προηγήθηκε της γέννησης των Collettivi, την παρουσία της Lotta Continua, την μεγάλη αγκαλιά των συνδικάτων, επιστρέφοντας πίσω μέχρι τις κληρονομιές της Αντίστασης.

Έτσι, χάρη στους «αυτόνομους», η περιοχή του alto vicentino παύει να είναι ο κοιτώνας στη σκιά των εκκλησιών του παραδοσιακού Βένετο.Ο τόπος αλλάζει εικόνα και γίνεται ένας χώρος όπου γεννιούνται επιθυμίες και ασκείται μια διαφορετική πρακτική-ζωή, γνωρίζουν ο ένας τον άλλον και δημιουργούνται δεσμοί αλληλεγγύης που θα αντισταθούν στη συνέχεια και σε μια σκληρή καταστολή.

Εδώ γεννιούνται οι «κοινωνικές Ομάδες», όπου η στράτευση είναι φιλία και η φιλία είναι μαχητικότητα-στράτευση. Δεν γίνεται να δουλεύεις οκτώ ώρες στο εργοστάσιο, να κοιμάσαι για άλλες οκτώ και για το χρόνο που σου απομένει να μένεις με την οικογένειά σου ή να κάνεις τον αγωνιστή. Για όλες τις 24 ώρες της ημέρας σου είσαι ένας αγωνιστής, και όχι από καθήκον, αντίθετα, επειδή καμιά στιγμή στη ζωή σου δεν μπορεί να είναι δίχως νόημα, διότι σε ολόκληρη τη ζωή σου χτίζεις νέες και κομμουνιστικές σχέσεις. Υπάρχει πολλή θυμωμένη χαρά ή πολλή χαρούμενη οργή στη ζωή αυτών των νεαρών παιδιών, σε αυτές τις περιφέρειες που αντί να είναι ο τόπος της αναπαραγωγής μιας ζωής πουλημένης στο εργοστάσιο, έχουν γίνει τόποι επανα-γνωριμίας, όπου παίρνουν εκείνο που θέλουν, για να έχουν μια ζωή που αξίζει να την ζουν. Είναι η πρώτη γενιά που επέλεξε όλα τα μέσα για να αποφύγει την δουλειά στο εργοστάσιο στην οποία είχαν αλυσοδεθεί οι πατεράδες τους, η πρώτη που έδειξε ότι ήταν κομμουνίστρια χωρίς να περάσει από το εργοστάσιο.

Ο Tinto Brass, ο σκηνοθέτης που στη συνέχεια θα οικοδομήσει την καριέρα του σε ερωτικές ταινίες – την πιο αναλώσιμη μορφή της επιθυμίας – γυρνά μια νόστιμη ταινία το 1963 – Αυτός που εργάζεται είναι χαμένος – που καταγράφει πλήρως την αύρα του καιρού εκείνου. Ο Bonifacio, ο νεαρός πρωταγωνιστής, πρόκειται να προσληφθεί στο εργοστάσιο, περιπλανιέται με την φαντασία του στη Βενετία επειδή δεν έχει καμία όρεξη να ξεκινήσει. Δεν είναι όπως οι φίλοι του στο PCI που πιστεύουν περισσότερο στις θαυματουργικές αρετές της εργασίας, γι αυτόν το να δουλεύει είναι απλώς μια εναλλακτική λύση στη φυλακή ή σε ένα ψυχιατρικό ίδρυμα: μια δουλειά όχι για την δουλειά αλλά για πενταροδεκάρες. Αξίζει περισσότερο να «ληστεύει τις τράπεζες, τουλάχιστον αυτά είναι χρήματα για τα χρήματα». Από την άλλη πλευρά και στην πύλη του Άουσβιτς ήταν γραμμένο πως η εργασία καθιστά ελεύθερους!

Τα ίδια πράγματα θα πει και ο Felice Maniero στον οποίο πρέπει επίσης να αναγνωρίσουμε την ειλικρίνεια της αυτο-αφήγησης: γιατί έγινες ένας ληστής; Επειδή πήγα στην τρίτη των μεσαίων τάξεων και δεν ήθελα να κάνω 40 χρόνια στο εργοστάσιο.

Αυτοί οι χαλαροί νεαροί και γεμάτοι επιθυμία, όπως χιλιάδες και χιλιάδες άλλοι νέοι σε όλη την Ιταλία, αρνήθηκαν συλλογικά την εργοστασιακή εργασία. Καλύτερα να πιάσουν το τουφέκι, σκεπτόμενοι και προσπαθώντας με αυτό τον τρόπο να κάνουν πραγματική την απόσπαση τους από την εργασία. Κατά βάθος το νόημα αυτής της ιστορίας είναι ακριβώς αυτό. Αλλά υπάρχει μια άλλη πτυχή της που αξίζει προσοχή, η οποία μπορεί να εξηγηθεί μόνο από την κεντρική θέση που ανέλαβε η περιοχή-il territorio στην πολιτική πρακτική του vicentino τμήματος των Collettivi veneti: καμία μιλιταριστική απόκλιση και καμία μάστιγα μετάνοιας-μεταμέλειας.

Επειδή τα σύνορα της «στενής πόρτας» της πολιτικής δολοφονίας δεν τα πέρασαν, αλλά κυρίως επειδή το ρίζωμα στο χώρο- στην περιοχή, οι φιλικές σχέσεις, μια στράτευση- μαχητικότητα που διαμορφώθηκε μέσα στη βαθιά γνώση των τόπων του αγώνα επέτρεψαν μια νοημοσύνη και εξυπνάδα της πολιτικής δράσης – μοναδική περίπτωση – η οποία στη συνέχεια κατάφερε να διασχίσει τον αιώνα φέρνοντας μαζί της την επιθυμία να συνεχίσει να αγωνίζεται παρά ένας μηχανισμός ελέγχου και πραγματικής πρόβλεψης του βενετσιάνικου μοντέλου που έχει γεμίσει τόσο πολύ τα πολιτικά και βιομηχανικά χρονικά.

Το ότι είδαν σωστά, έχοντας εξετάσει το έδαφος-την περιοχή ωστόσο δημιουργεί ένα πρόβλημα. Πώς μπόρεσε να συμβεί το ίδιο έδαφος, η ίδια περιοχή, η ίδια άρνηση της εργασίας, οδήγησαν σε μια απρόσμενη αλλαγή σημείου στον ριζοσπαστισμό της; Με λίγα λόγια, πώς και γιατί παρήχθη ο άνθρωπος της λίγκας; Αυτοί οι τύποι που, αντί να μπαίνουν στο εργοστάσιο αποφάσισαν να πάρουν τα όπλα, πώς έγιναν οι εκμεταλλευτές των εαυτών τους στις μυριάδες των μικρών βιοτεχνιών που έκαναν το θαύμα στα βορειοανατολικά στα τέλη του περασμένου αιώνα; Πώς υπήρξε δυνατό τα ίδια εδάφη που διασχίστηκαν από τις περιπολίες νέων ανθρώπων που δεν ήταν διαθέσιμοι και ήταν ενοχλητικοί, έγιναν οι τόποι της ταυτότητας της λίγκας; Και ακόμη: πως εκείνη η παραγωγή της υποκειμενικότητας, ένας πολλαπλασιαστής της ελευθερίας και της επινόησης, έχει γεννήσει το τέρας της αυτοαναφορικότητας και του αποκλεισμού, με μια λέξη την απόλυτη εχθρότητα απέναντι στον άλλο και την πλήρη ταυτοποίηση με την εργασία;

Προφανώς η απάντηση δεν μπορεί να είναι αυτή που θα μπορούσε να προτείνει το τέλος της παρτίδας, έστω και αθόρυβα. Είναι αλήθεια, τα παιδιά μας την είδαν άσχημα μετά την 11η απριλίου 1979. Ο Ντονάτο μας μιλά για την αστυνομική και δικαστική καταστολή που συντονίστηκε από τον στρατηγό του καραμπινιέρων Dalla Chiesa και από τον εισαγγελέα Rende. Μια διήγηση, και εδώ, χωρίς μουτζούρες. Σαν να λέμε: είμαστε σε πόλεμο και είναι λογικό να απαντήσει ο εχθρός. Οι έρευνες στο σπίτι, τα σημεία ελέγχου, οι αυθαίρετες κρατήσεις, οι συλλήψεις και οι καταδίκες ήταν μέρος του παιχνιδιού και εμείς το λάβαμε υπόψη και με αυτή τη λογική και ο μικρός ανθρωπάκος που κατουρά, ο Calogero, αποκτά μια δική του αξιοπρέπεια, ένα νόημα.

Αλλά τότε φτάνουν οι νεκροί, με τον πιο απροσδόκητο και σκληρό τρόπο και ούτε καν από τα χέρια του Κράτους, τουλάχιστον άμεσα. Αλλά σε αυτό το σημείο η διήγηση τελειώνει. Ο Ντονάτο καταθέτει το ρόλο του ιστορικού για να φορέσει εκείνο του συντρόφου και του τραυματισμένου φίλου στα βαθύτερα συναισθήματα. Μας υπενθύμισε το πρόσωπο του ελληνικού χορού που συχνά έκρυβε ένα μυστικό στην καρδιά του. Η αποκάλυψή του, καθιστούσε δυνατή τη λύση της τραγωδίας. Υπό το πρίσμα εκείνων των θανάτων, η ιστορία του Collettivo vicentino μας φαίνεται επίσης τραγική: ένα είδος διαδρομής από την αθωότητα στην ενοχή «στην οποία η τραγωδία εμφανίζεται ως η ενοχή του δικαίου [και] η κωμωδία ως η δικαίωση του ενόχου[1]. Ναι, η κωμωδία. Ακριβώς αυτή που ξεκίνησε στην Ιταλία από τη νεοφιλελεύθερη αντεπανάσταση, προάγγελος η 7η απριλίου του Calogero και η 8η σεπτεμβρίου του Cesare Romiti. Μέσα εκεί θα πρέπει να αναζητήσουμε τις απαντήσεις στις ερωτήσεις μας. Αλλά αυτή είναι αληθινά μια άλλη ιστορία.

[1] G. Agamben, Categorie italiane. Studi di poetica, Marsilio, Venezia 1996, p. 12.

ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ

Donato Tagliapietra
Gli autonomi
L’autonomia operaia vicentina.
Dalla rivolta di Valdagno alla repressione

pp 256
2019
€ 19,00
Derive Approdi

 

 

Ο ΣΥΓΓΡΑΦΕΑΣ

DONATO TAGLIAPIETRA

(1954) εμπορεύεται αντίκες. Στο δεύτερο μισό της δεκαετίας του 1970 ήταν μέλος των Πολιτικών Συλλογικοτήτων του Βένετο. Το 1980, μετά από ένα χρόνο και μισό στην παρανομία, [φυγόδικος] συνελήφθη και εξέτισε τρία χρόνια φυλάκισης. Το 2007 συνέβαλε στο χτίσιμο του κινήματος «No Dal Molin», ενάντια στη νέα αμερικανική στρατιωτική βάση. Στα επόμενα χρόνια συνθέτει εκ νέου το αρχείο των στρατευμένων υλικών που είχαν διασπαρεί από την καταστολή και εργάζεται για την γραφή αυτού του βιβλίου.

τα βιβλία του μιχάλη, i libri di michele

ΛΛ. στη χώρα του ποτέ…ή 11

»Σε αυτή την περίοδο υπήρχαν ήδη πράξεις που διεκδικούνταν απ’ τις Ομάδες και φαινόταν καθαρά ότι ο Μίκης ήταν μέσα σε μία δομή καλά καθορισμένη που διαρθρωνόταν μέσα στις ομάδες.
Μία παραπέρα προσπάθεια ανάμιξης ήταν ο προγραμματισμός μιας απαλλοτρίωσης στην οποία και η ομάδα μας θα έπρεπε να συμμετάσχει. Οι στόχοι μου υποδείχθηκαν από τον Μίκη και τον Νάκη, σε συνάντηση που είχαμε στον πρώτο όροφο της αρχιτεκτονικής σχολής. Δύο καταστήματα ρούχων και παπουτσιών στην οδό τάδε. Αυτοί θέλανε να σηκώσουμε πράγματα και χρήματα, εγώ έλεγα να αφήσουμε συμβολικό αντίτιμο.

Άλλη διαφορά. Αυτοί σκεφτόντουσαν να μπούνε μέσα λίγα άτομα, πολύ αποφασισμένα, που έπρεπε ν’ ακινητοποιήσουν υπαλλήλους και πελάτες με κολλητική ταινία. Εγώ έλεγα να γίνει μαζική είσοδος και να γίνει αυθαίρετη μείωση.
Κατέληξαν στη θέση μου γιατί διαφορετικά τους είπα πως δεν θα συμμετείχαμε.
Τα γκρούπ ήταν του Συσσιτίου, της Αρχιτεκτονικής και ένα επονομαζόμενο ‘Επιτροπή Νέων’.
Του Φοιτητικού Εστιατορίου είχε επικεφαλής τον Μίκη, εκείνο της Αρχιτεκτονικής τον Νάκη.
Άλλα γκρούπ με 70 έως 80 άτομα θα φρουρούσαν τις παρακείμενες περιοχές ώστε να δώσουν αφορμή για συμπλοκές πεζοδρομίου όπου θα επενέβαινε η αστυνομία.

Είμαστε επί τόπου με στόχο το κατάστημα ρούχων όταν ακούστηκε η φωνή πως οι άλλοι που δρούσαν στο μαγαζί με τα παπούτσια θα έκαναν απαλλοτρίωση με όλη την σημασία της λέξης και πως υπήρχαν και οπλισμένοι.
Αυτό προκάλεσε τη διακοπή της επιχείρησης.
Σε εκείνη την περίπτωση ο Μίκης και ο Νάκης είχαν κάνει λόγο για ομάδα ένοπλης κάλυψης, είπαν ότι σε περίπτωση ανάγκης θα ήταν σε θέση να σηκώσουν το επίπεδο της σύγκρουσης. Είδα στο Μπόργκο Αλμπίτσι για πρώτη φορά αυτόν που στη συνέχεια έμαθα ότι ονομαζόταν Κώστας, θυμάμαι έκανε βόλτες με ένα κορίτσι.»
‘Αυτά συμβαίνουν τον Νοέμβρη του ’77.
Επιδεινώθηκαν οι σχέσεις μας.

Έγιναν συζητήσεις και βγήκε προς τα έξω ότι στην ουσία τα γκρούπ στα οποία ήταν επικεφαλής ο Μίκης έδιναν πίστη για δυνατότητες της ομάδας μου οι οποίες στην πραγματικότητα δεν υπήρχαν.
Πίστευαν δηλαδή πως ακόμη από την εποχή του Συνεχή Αγώνα είχαμε κρατήσει όπλα, εκρηκτικά,ντοκουμέντα αντιπληροφόρησης που παλαιότερα ανήκαν σε αυτόν και έμειναν σε εμάς μετά την διάλυσή του, όπως και μία ικανότητα στρατιωτικού τύπου [χρήση όπλων και εκρηκτικών.]
Όπως και το ότι είχαμε ικανότητα συσπείρωσης προσωπικοτήτων που ανήκαν στο κίνημα.
Η αλήθεια ήταν πως τίποτα από τα δύο δεν ίσχυε.
Γεννήθηκαν λοιπόν οι διαφωνίες και οι δυό τους πρότειναν να κρατούν επαφές όχι μόνο μ’ εμένα αλλά και με τους άλλους της ομάδας.
Οι άλλοι δεν συμφώνησαν.’

‘Μου ανέφεραν για την διοίκηση των ομάδων, εδαφική δομή που δρούσε σε όλη την πόλη. Έμαθα πως κάθε ομάδα έκφραζε έναν εκπρόσωπο στο εσωτερικό της διοίκησης. Ποτέ δεν έμαθα πόσες είναι οι ομάδες, ήξερα όμως πως η επιτροπή συσσιτίου έκφραζε δύο ομάδες και άλλες δύο η αρχιτεκτονική. Καθεμιά ομάδα αποτελούνταν από πέντε έως επτά άτομα. Πιστεύω πως μία ομάδα εκφραζόταν από την επιτροπή νέων. Μία ομάδα θεωρούνταν η δική μας,από την οποία ζητούσαν κάποιος να μπει στην διοίκηση των ομάδων, σύντροφος με πολιτική πείρα επαρκή, και προσωπικότητα με παρελθόν που να μην τον εξέθετε στην προσοχή των οργάνων της αστυνομίας.
Στην πραγματικότητα λοιπόν κανείς από εμάς δεν πήρε μέρος σε συγκέντρωση της διοίκησης γιατί είμαστε αρκετοί που είμαστε γνωστοί στην αστυνομία, μιας και οι λιγότερο γνωστοί δεν είχαν αρκετή πολιτική πείρα.

Βρήκαμε λοιπόν ένα σύστημα για να προωθηθεί η μέγιστη ομοιογένεια κατεύθυνσης ανάμεσα στην ομάδα μας και τις υπόλοιπες. Την μέρα που συγκεντρωνόταν η Διοίκηση εγώ φρόντιζα να μαζεύω το δικό μου γκρούπ. Έτσι ο Μίκης, ο Νάκης ή και οι δύο με συναντούσαν μόλις η συνάντησή τους τελείωνε, μου εξέθεταν τα θέματα που είχαν κουβεντιάσει και τις αποφάσεις που είχαν παρθεί, μου μετέφεραν τους προσανατολισμούς που πρόβαλαν μέσα στη Διοίκηση και στο εσωτερικό του γκρούπ μου, συζήτηση που συχνά έφερνε στο φως διαφορές δεμένες κατ’ ουσίαν με τον διαφορετικό τρόπο προεικόνισης των μεθόδων επίτευξης των στόχων.

Εγώ μετά εξέθετα στους συντρόφους μου τις λύσεις που είχαν υιοθετηθεί από την Διοίκηση, κι εμείς, παρόλο που εξασφαλίζαμε ένα επίπεδο αυτονομίας προσπαθούσαμε να γίνουμε όσο περισσότερο ομοιογενείς με τις κατευθύνσεις της διοίκησης.
Ο Νάκης μου είπε πως έπαιρνε μέρος στη Διοίκηση.
Ο Μίκης δεν μου το είπε ποτέ
αλλά ήταν φανερό ότι έπαιρνε μέρος κι αυτός γιατί αν μη τι άλλο ήταν πάντα σε θέση να μου διηγηθεί εκείνο που είχε συμβεί στις συναντήσεις της Διοίκησης, άσε που οι θέσεις του ενός και του άλλου ταυτίζονταν.
Οι συναντήσεις διεξήγοντο στις βάσεις των ομάδων αλλά ποτέ δεν γνώρισα καμιά από αυτές καθ’ όσον θα έπρεπε να μείνουν μυστικές σ’ όποιον δεν είχε μακριά αγωνιστική θητεία στις πιο σπουδαίες δομές των ομάδων.

Συναντούσα τον Μίκη κι τον Νάκη κάτω από τις καμάρες στην πλατεία ντέλλα Λιμπερτά και κάποια στιγμή με συνόδεψαν με το κόκκινο αυτοκίνητο του Μίκη που είχαν παρκαρισμένο στην οδό Πίππο Σπάνο.’
‘Τα γεγονότα για τα οποία μιλάμε φτάνουν λίγο πριν το τέλος του ’77.’

Μορούτσι, 1

‘Τότε άρχισαν να με προμηθεύουν με ντοκουμέντα που πολυγραφούντο στο Τορίνο με υπογραφή ‘Προλεταριακές Ομάδες Μάχης.’
‘Ιδιαίτερα θυμάμαι ένα που πραγματευόταν την δομή της ομάδας. Οι βασικές αρχές ήταν πως καθεμιά έπρεπε να είναι αυτάρκης και να διαθέτει τρεις βασικούς τομείς :
-έναν τεχνικό,επιμελητειακό
-έναν αντιπληροφοριακό και
-έναν επιχειρησιακό.
Ο πρώτος αφορούσε τον εξοπλισμό, την φύλαξη και την συσσώρευση των όπλων, των εκρηκτικών κλπ. Έπρεπε λοιπόν κάποιος να ειδικευτεί σε αυτά τα θέματα σε ένα κύκλο μαθημάτων. Εδώ επίσης είχε ανατεθεί και η μελέτη των συστημάτων παρακώλυσης των επικοινωνιών της αστυνομίας.

Ο δεύτερος τομέας έπρεπε να αποκτάει πληροφορίες για τις δυνάμεις της καταπίεσης και όχι μόνο, γινόταν αναφορά στο ‘κοινωνικό μπλόκ’, καταστηματάρχες ας πούμε που οπλίζονταν πχ.
Ο τρίτος προοριζόταν για την υλική εκτέλεση των επιχειρήσεων.
Η βάση φυλασσόταν από ένα μόνο άτομο και κάθε ομάδα διέθετε περισσότερες βάσεις. Άτομο πλατιά διαθέσιμο και πολιτικά έμπιστο.
Αναφέρονταν στους υποστηριχτές επαγγελματίες όπως γιατροί, δικηγόροι και παρόμοιοι
και προλετάριοι που κατοικούσαν στις λαϊκές συνοικίες.
Ένιωθαν τις προλεταριακές συνοικίες σαν απελευθερωμένα εδάφη
και φυσικά άλλο βάση εννοούμενη σαν αποθήκη υλικού και άλλο η βάση που το γκρούπ έκανε τις συναντήσεις του.
Η ομάδα μας ποτέ δεν κατάφερε να κάνει μια παρόμοια διάρθρωση’.
‘Υπήρξε ανάμεσά μας ένας χωρισμός καθηκόντων, σε θεωρητικό επίπεδο. Σε μένα ανατέθηκε εκείνο της αντιπληροφόρησης και το τεχνικο-επιμελητειακό, στον Φαίδωνα το επιχειρησιακό.’

Μιλά μετά για την έννοια διπολικότητας στην οποία αναφέρθηκε εκφράζοντας την σχέση ανάμεσα στην οργάνωση Πρώτη Γραμμή και των Προλεταριακών Ομάδων Μάχης.
Η πρώτη λειτουργεί στο ένοπλο κόμμα
οι δεύτερες στην επέκταση της πάλης των μαζών.
‘Προσθέτω ότι στην διοίκηση των ομάδων και σε κάθε μία ομάδα μπορούσαν να υπάρχουν μέλη της Π.Γ. με την διαφορά ότι αυτή τους η ιδιότητα παρέμενε άγνωστη στα άλλα μέλη της Διοίκησης ή της ομάδας’.
‘Πάντα από τον Μίκη και τον Νάκη πήρα το καθήκον να μελετήσω ένα οπλοπωλείο ή ένα μεγάλο συλλέκτη για να βρούμε όπλα αλλά μετά έφτασε εντολή που ακύρωσε την πρώτη γιατί όπλα είχαν πλέον αγοραστεί’.

‘Μετά μου ειπώθηκε από αυτούς τους δύο για μιά εκστρατεία που έπρεπε να πραγματοποιηθεί κατά της Χριστιανικής Δημοκρατίας και μου ανατέθηκε και στο γκρούπ μας να μελετήσουμε μία έδρα.
Με δύο τρόπους δρούσαμε
ή ταυτόχρονα σε πολλούς στόχους μιας ορισμένης κατηγορίας
ή κλιμακώνοντας τα σε διαφορετικές μέρες με μία τελική διεκδίκηση.
Αυτός ο δεύτερος ήταν περισσότερο λειτουργικός διότι εάν κάποιος συλλαμβάνονταν δεν θα γίνονταν η διεκδίκηση ώστε το γεγονός να φαίνεται πως μοιάζει με ατομική πρωτοβουλία και όχι από ομάδα. Άσε που ξεγελιόνταν έτσι και οι δυνάμεις της αστυνομίας που δεν θα περίμεναν περαιτέρω επεισόδια την επομένη κλπ.’
‘Δεν κάναμε τίποτα τελικά διότι μας φάνηκε σαν ντιρεκτίβα αυτή η εκστρατεία που δεν προήλθε από συζήτηση.’

την επομένη συνεχίζει:
αναφέροντας πως το κόκκινο αυτοκίνητο δεν ήταν δικό μου, αλλά του Νάκη.
‘Είμαστε στα τέλη του ’77, αρχές του ’78, η ομάδα μας βρίσκεται σε κατάσταση σύγχυσης, κάποιοι απομακρύνονται κι εγώ συλλαμβάνομαι για εξύβριση τροχονόμου, μαζί με τον Πέτρο.Έμεινα στις Μουράτε για μία εβδομάδα,όπου ήταν και ο Ντίνος και δυο- τρείς ακόμη, ο ένας είχε συλληφθεί κατά τη διάρκεια ένοπλης συμπλοκής και λέγονταν Νότης, οι άλλοι Παύλος και Ερμής. Αυτά τα άτομα, αν και με κατηγορούσαν ότι έπεσα στα χέρια της αστυνομίας για ένα κοινό επεισόδιο, μου συμπαραστάθηκαν να ξεπεράσω τις δυσκολίες της φυλακής, δίνοντάς μου για παράδειγμα τρόφιμα.

Γίνονταν συζητήσεις πολιτικού χαρακτήρα αλλά ο Ερμής μιλούσε περισσότερο για θέματα που αφορούσαν την μάχη, αναφερόμενος μεταξύ άλλων στην ανάγκη να βγάλουμε συντρόφους από την φυλακή. Θυμάμαι ότι μιλούσε για την αναγκαιότητα απελευθέρωσης του κρατούμενου προλεταριάτου
΄όπως επίσης στην αναγκαιότητα να εναντιωθούν στις υπερφυλακές που ξεκινούσαν να κτίζονται έξω από την πόλη.’
‘Είχαν χρηματική άνεση, έδωσαν χρήματα σε ένα μικροκλέφτη όταν βγήκε από την φυλακή. Μου έδωσαν να καταλάβω πως υπήρχαν στενές επαφές μεταξύ εξωτερικού και εσωτερικού περιβάλλοντος. Είχαν ένα ραδιοκασσετόφωνο στο κελί του Νότη και του Παύλου και δεν άλλαζαν ποτέ σταθμό, ούτε καν το ακουμπούσαν.
Κρατούσαν αρνητική στάση προς συγκεκριμένους.
Λίγες μέρες μετά βγήκα όπως και ο Πέτρος που φαινόταν πολύ αποπροσανατολισμένος.’

‘Τότε έγινε το επεισόδιο – προσπάθεια απελευθέρωσης κρατουμένων και πιαστήκαμε από τους καραμπινιέρους που νόμισαν πως είχαμε κάποια ανάμιξη. Μας άφησαν όμως γρήγορα, μάλιστα μου είχαν βρει στην τσέπη ένα γραμμάριο χασίς’.

‘Ξανάρχισαν οι επαφές με τους δύο και μου είπαν πως έπρεπε να ξεκινήσει μία καμπάνια ενάντια στις αστυνομικές δυνάμεις, κρατικές και ιδιωτικές. Εγώ προσπάθησα να ξαναστήσω την ομάδα μου στα πόδια της’.
Αναφέρεται λοιπόν,ύστερα από υπόδειξη του Νάκη, στους σταθμούς Τροχονόμων και Αστυνομίας στις Κούρε, για τους οποίους μιλήσαμε. Λέει για κάποιες επιχειρησιακές λεπτομέρειες, πως προτάθηκε ένας χώρος στάθμευσης αυτοκινήτων αστυνομίας ή καραμπινιέρων προς την Περέτολα, και πως ο Νάκης τον διαβεβαίωσε πως θα του έδινε έναν οπλισμένο άνδρα για προκάλυψη.Θα χρησιμοποιούσαν δυναμίτες που θα τους δίναμε εμείς, σε μάτσα των πέντε, και θα τους πετούσαν πάνω από τον τοίχο της περίφραξης, τοποθετούμενοι σε ένα υπερύψωμα, περνώντας από τα γειτονικά κτίρια.

‘Με εφοδίασε με σκόνη, φυτίλι και εκπυρσοκροτητές,μαζί με οδηγίες.’ Η παράδοση έγινε όταν συνάντησα στο μπάρ Σαν Γκάλλο τον Νάκη που μου είπε ότι θα έβρισκα το υλικό κοντά στο αμάξι μου. Πράγματι, το βρήκα και το έκρυψα κάτω από την γέφυρα του σιδηροδρόμου στις Κούρε.’
Χρησιμοποίησαν τα υλικά και έφτιαξαν τις βόμβες, ονοματίζει τους συνεργάτες του,Φαίδωνα, Σπανό, Λάκη και Ανδρέα.
και λέει ,’όσο κι αν του στοιχίζει ακριβά’, πως η διεκδίκηση έγινε από την γυναίκα του.
Συνεχίζει επαφές με τον Ντίνο ‘που όταν έμαθε πως ήμουν παντρεμένος με ρώτησε εάν έχω ανάγκη από χρήματα, διέθεσε κι ένα δωμάτιο του σπιτιού του σε δύο συντρόφους της ομάδας μας που ξέμειναν, τον Σπανό και τον Πέτρο, στην πλατεία Τζιορτζίνι.’

Πήγαν να κάνουν αυτοψία σε ένα αστυνομικό σταθμό στην Περέτολα, τέσσερις, μεταξύ των οποίων ο ένας θα μπορούσε να ήμουν εγώ. Μπήκαν σε μονόδρομο και τους σταμάτησαν ζητώντας στοιχεία. Ο Φαίδων και ο Σπανός ήταν οι άλλοι δύο.’Πήραμε την οδό Νόβολι και μετά μπήκαμε στην οδό Μπαράκκα από τον μονόδρομο’.
‘Η ομάδα μας δεν τα πήγαινε καλά, μας ενοχλούσε ο τρόπος που γίνονταν όλα αυτά, έτσι η απόπειρα δεν είχε το προβλεπόμενο αποτέλεσμα.’

‘Τότε ο Σπανός άρχισε να έχει επαφές με τον Μίκη και ήταν συχνά μαζί του η Ροσσάνα. Εγώ σταμάτησα να τον βλέπω και τον αντικατέστησε ο Κώστας που μου συστήθηκε από τον Νάκη σαν μέλος των Ομάδων.
Αυτός λοιπόν μου έλεγε πως καλές και σπουδαίες οι ομάδες, τουλάχιστον εννοούμενες σαν έκφραση της παρανομίας των μαζών, αλλά περισσότερο είχε σημασία το οπλισμένο κόμμα, του οποίου οι ομάδες είναι μία στρατηγική στιγμή. Έλεγε πως οι ομάδες δεν είναι το πάν,μιάς και η καταπίεση-καταστολή αυξάνονταν. Έπρεπε λοιπόν να ενισχυθεί το οπλισμένο κόμμα.
Εγώ είχα παθητική συμπεριφορά που πιθανώς να την εξέλαβε σαν συγκατάθεση.’

‘Τούπα πως ήμουν πολύ γνωστός στην αστυνομία, εάν σκεφτόταν κάτι συγκεκριμένο για το άτομό μου και μου πρότεινε να με φέρει σε επαφή με μία κοπέλα, όπως και έκανε, που μου μίλησε για την σπουδαιότητα τομέων αντιπληροφόρησης και επιμελητείας, και πως χρειάζονταν κάποιον σαν κι εμένα, και πως θα πληρωνόμουν.’
‘Το ραντεβού με τον Κώστα είχε γίνει στους κήπους που είναι απέναντι από το μπάρ ‘Αμίτσι Μιέι’. Με την κοπέλα η συνάντηση έγινε στους κήπους της ‘Πόρτα Σαν Νικολό’, σε δύο μέρες ξαναβρεθήκαμε, αυτή την φορά στους κήπους της ‘Ορτικολτούρα’, στην ‘Κόκκινη Γέφυρα’, ήταν εκεί και ο Ντίνος. Χρησιμοποιούσαμε ψευδώνυμα, την κοπέλα την έλεγαν Φιόνα. Θα έρχονταν και κάποιος Μάριο ο οποίος όμως δεν εμφανίστηκε μιάς κι εγώ δεν έδινα συγκατάθεση’.

‘Γίνανε και άλλες συναντήσεις, γνώρισα και έναν Ρένο, καταζητούμενο στο Τορίνο. Την φορά που συναντήθηκα με αυτόν σε ένα μπάρ πίσω από την Στάντα της οδού Τσερετάνι, με έφερε στο οπλοπωλείο του ‘Πόντε αλ Πίνο’, πήγαμε με λεωφορείο και μου ζήτησε να εξετάσω τον μηχανισμό με τον οποίο κλείνει η πόρτα, αφού μπω στο εσωτερικό’.
Περιγράφει τον τύπο,που έπρεπε να μένει στην οδό Μόρο.
‘Γνωστοποίησα πως δεν ήθελα να ανακατευτώ στην οργάνωση εκθέτοντας και την οικογενειακή μου κατάσταση και μου εγγυήθηκαν οικονομική βοήθεια. Κατάλαβα εν τω μεταξύ πως η κοπέλα για την οποία σας μίλησα ήταν η εγγύηση για τις διασυνδέσεις μεταξύ συντρόφων άλλων πόλεων’.

‘Κατάλαβα πως κάποιες φορές μάλιστα στην πόλη δρούσαν σύντροφοι από άλλες περιοχές’ και παρουσιάζει ένα περιστατικό στο οποίο βρέθηκε τυχαία και του έδωσε αυτή την εντύπωση,σε δημόσιο χώρο, να μη σας κουράζω με λεπτομέρειες.
Τον ρωτούν για κάποιους άλλους και αναφέρει αυτά που γνωρίζει.
Του ζήτησαν να μεριμνήσει για την ανεύρεση σπιτιών, δωματίων στην περιοχή του Σέστο.’Μου μίλησαν και για λατομεία που έπρεπε να βρίσκονται στην Γκαρφανιάνα. Δεν έκανα ποτέ αυτά που μου ζητούσαν.’
‘Φτάσαμε σε αποφασιστική αντίθεση και είπα στην κοπέλα πως δεν συμμεριζόμουν καμιά απ’ τις μεθόδους τους’.
‘Είχα ξαναρχίσει να χρησιμοποιώ ναρκωτικά,όπως και ο Πέτρος.’
‘ο καθένας μας ήταν στον κόσμο του, άλλος έφυγε για την Ινδία, ο Ανδρέας, άλλος είχε προσωπικά θέματα, ο Λάκης, άλλος αφιερωνόταν στους συναισθηματισμούς ,ο Φαίδων, και στην πραγματικότητα, ομάδα δεν υπάρχει πλέον, από την αρχή του καλοκαιριού του ’78.’

Μορούτσι 2

Τον Μάρτη τον ξαναφωνάζουν για διευκρινήσεις. Αντιγράφω :
‘σκεπτόμενος καλύτερα δεν είμαι σε θέση να πω, με απόλυτη σιγουριά εάν ο Μίκης ή ο Νάκης είναι αυτός που μου έδωσε το εκρηκτικό. Προς στιγμήν σκεφτόμουν τον Νάκη, μου φαίνεται πιο πιθανό να μου έδωσε το εκρηκτικό ο Μίκης. Βλέποντας τις σχέσεις ανάμεσα στους δύο είχα την εντύπωση ότι ο Μίκης είχε ένα βαθμό μεγαλύτερο του Νάκη μέσα στην οργάνωση!!!’
‘Είμαι απόλυτα σίγουρος ότι ήταν μέλος της Διοίκησης. Για τον Νάκη αυτή την σιγουριά δεν την έχω, απλά μου ανέφερε ότι και ο Μίκης,κι έτσι συμπεραίνω πως ήταν και αυτός’.

Αναγνωρίζει καμιά εικοσαριά συντρόφους από φωτογραφίες,είναι οι ήδη γνωστοί μας και από τις περιγραφές των προηγούμενων, συν δυο-τρία καινούρια ονόματα
Κάποιους έβλεπε μαζί με άλλους, κάποιος ήταν το αγόρι της Άννας και ‘ήταν στην μέση αυτών των πραγμάτων’, κάποιος΄’ήταν πάντα μαζί με τον Κώστα και τον Ντίνο’, κάποια την γνωρίζει γιατί έμενε με την άλλη, κάποιον τον έβλεπε συχνά αλλά δεν είχε σχέση μαζί του, τον άλλο τον γνώριζε σαν άτομο που κάπνιζε χασίς,και ούτω καθ’ εξής.

‘Μπορώ να πω ότι είναι δυο χρόνια που δεν συχνάζω πια σ’ αυτά τα άτομα’

Τον Απρίλη τον ξαναφωνάζουν και τον ρωτούν για τον Ρούλη, για την δραστηριότητα που ανέπτυξε στην κατάληψη στην Μπόργκο λα Κρότσε.
Τους απαντά πως ο Ρούλης συμμετείχε πιό δραστήρια στην κατάληψη της οδού Καλτσαιουόλι και ερχόταν κατά διαστήματα στην Μπόργκο λα Κρότσε.
‘Δεν μπορώ να επιβεβαιώσω,αλλά ούτε να αποκλείσω ότι τις προκηρύξεις της Πρώτης Γραμμής που βρέθηκαν στο καταλυμένο κτίριο τις έφερε ο Ρούλης. Δεν ξεκαθαρίστηκε ποτέ ποιος τις έφερε.Με αυτόν έλαβα μέρος σε μία διανομή προκηρύξεων μπροστά στο Σούπερ-Μάρκετ του ‘Ολτράρνο’, κατά την διάρκεια της οποίας επενέβη η αστυνομία και πήρε τα στοιχεία της Λέλας, της κοπέλας του Κώστα, και άλλων. Θυμάμαι ότι το θέμα των προκηρύξεων ήταν εκείνο για την ακρίβεια της ζωής και δεν ήταν μονογραμμένο από τις ‘Περιπολίες’, ήταν υπογραμμένο με την λέξη ‘Αυτονομία’.
‘Πρίν την διάλυσή της, που έγινε στα μέσα του ’75, ο Συνεχής Αγώνας πρότεινε την ιδέα της αυτομείωσης των αποδείξεων του ΟΤΕ και της ΔΕΗ. Εγώ όμως δεν έλαβα μέρος σ’ αυτή τη φάση του αγώνα γιατί είχα αρχίσει να χρησιμοποιώ ναρκωτικά.’

‘Στην επιτροπή για την αυτομείωση, του ‘Σέστο Φιορεντίνο’, πήγαινα καμιά φορά μετά από πρόσκληση του Τσέκου που προσπαθούσε να με ξαναφέρει στην πολιτική’. Δεν βρήκα εκεί κανέναν ‘από τους μεγάλους’, δηλαδή τον Ντίνο ή τον Κώστα, που μετά με πλησίασαν για επαφές, όπως είπα στις προηγούμενες ανακρίσεις’.
‘Ξαναδιαβάζοντας όσα δήλωσα την 13η Ιανουαρίου 1980 επ’ ευκαιρία της εκστρατείας ενάντια στις δυνάμεις της αστυνομίας, θέλω να κάνω περισσότερο ακριβές ότι ο Νάκης ήταν το άτομο που μου μιλούσε,μετά από μία συνέλευση,νομίζω, της Διοίκησης, αφού συναντηθήκαμε στο συνηθισμένο μπάρ, στην πλατεία Ελευθερίας. Ενώ, όσον αφορά την πλευρά της δράσης, παράδοση της σκόνης με το χαρτί με τις οδηγίες, υπόσχεση προκάλυψης με οπλισμένο άνδρα, ενδιαφέρθηκε ο Μίκης και όχι ο Νάκης, που λανθασμένα προηγουμένως επιβεβαιώθηκε από μένα.

Ομολογεί ξανά πως έκανε λάθος και τα λέει ανάποδα. Και αυτό γιατί θυμάται πως πήγα μαζί τους να κάνουμε αναγνώριση.
Βέβαια, στο τέλος δεν έγινε τίποτα μιας και δεν μπορούσαν ν’ αποφασίσουν τι θέλουν να κάνουν, ή αν θέλουν πραγματικά να κάνουν κάτι, μια και διαφωνούν συνεχώς με τα πάντα και για όλα.
Και όλοι αυτοί που τους εμπλέκει στην υπόθεση είναι τόσο μαλάκες ώστε να τον πιλατεύουν επί μήνες να αναλάβει κάποια πρωτοβουλία, αυτός ή η ομάδα του!

‘Σε μένα ο Φαίδωνας δεν είπε ποτέ ότι έχει κάνει απόπειρα εμπρησμού της Χ.Δ. του Γκαλλούτσο και στο αυτοκίνητο του καθηγητή τάδε’. Άσχετο.

‘Αναφέρω ότι μετά από τις δηλώσεις που έκανα, έλαβα απειλές’.
Έλαβε απειλητικά γράμματα στο σπίτι του που τα διάβασε η γυναίκα του. Του ζητούν να ανακαλέσει όπως έχουν κάνει και οι υπόλοιποι. Του ανέφεραν ότι ο Ντένης θα ανακαλούσε και ότι ο μοναδικός που δεν ανακάλεσε ήταν αυτός.
Επαναλαμβάνει πως η συμπεριφορά των συντρόφων που είχε γνωρίσει στη φυλακή από τον Ντίνο έμοιαζε με ατόμων που ετοιμάζονταν να δραπετεύσουν, διευκρινίζοντας πως αυτό το σκέφτηκε μετά, όταν συσχέτισε την συμπεριφορά τους με αυτά που έγιναν αργότερα.

‘Μετά την απόπειρα στην Τροχαία της Βιλλαμάνια, η ομάδα, της οποίας ήμουν αρχηγός, διέλυσε.. Ήμουν σ’ αυτό το σημείο, που στην προσπάθεια να ξαναφτιαχτεί, επενέβη ο Κώστας και άρχισε επαφές κατ’ ευθείαν μ’ εμένα, ενώ ο Μίκης συνέχιζε τις σχέσεις του με τον Σπανό.’
‘Ο Κώστας έλεγε ότι κάθε ομάδα θα έπρεπε να είναι εξ ολοκλήρου αυτοδύναμη από την πλευρά της τεχνικοεπιμελητείας, της αντιπληροφόρησης και της δράσης’.

Του παρουσίασαν ένα νέο, που τον αναγνωρίζει σε φωτογραφία, ειδικό στον ηλεκτρονικό τομέα, που θα έπρεπε να τους μάθει να συντονίζουν τα ράδια στα μήκη κύματος της αστυνομίας. Αυτό έγινε στην πλατεία του Αγίου Μάρκου, παρόντος και του Φαίδωνα.
Επιστρέφει στην συνάντηση στο σπίτι της οδού Μπάρντι, μας μίλησε και ο Σπανός γι αυτή, την καλοκαιρινή περίοδο του ’78, όπου βρισκόμουν εγώ, ο Νάκης,ο Σάσσα, ο Κώστας και άλλοι.Περιγράφει το σπίτι.Εκεί του παρουσίασαν τον ‘μεγάλο ειδικό στα όπλα, και τον αναγνωρίζει. Είναι ο Σαμάνος.

Θυμάται πως μιλούσε με τα καλύτερα λόγια για την 9άρα Μπερέττα, ‘έλυσε το όπλο μπροστά μας για να μας το δείξει.’ Μίλησε για πιστόλια, κοντόκανα τουφέκια, τα χαρακτηριστικά τους και πού και πώς χρησιμοποιούνταν. Ανέφερε και το δίκαννο με σπαστή κάνη, και τουφέκια, λέγοντας πως το καλύτερο ήταν εκείνο που έχει η αστυνομία, το Μ12.’
‘Μίλησε επίσης και για την ψυχολογική επίδραση που προξενεί το πέταγμα μιάς χειροβομβίδας’. ‘Θυμάμαι ότι με την ευκαιρία, μίλησε για ένα επεισόδιο που έγινε σ’ εκείνη την εποχή, εις βάρος κάποιου Στρατοπέδου, εγκρίνοντάς το, αφού με παρόμοιες ενέργειες επιτυγχάνουμε έναν διπλό σκοπό σαν εκείνο του να αφοπλιστεί ο εχθρός και ν’ αποκτήσουμε σύγχρονα όπλα’.

Μιας και έχουν μιλήσει για την αναγκαιότητα της τεχνικο-επιμελητείας να εφοδιαστούν με ράδια θυμάται πως ο Σπανός έκλεψε δύο από κατάστημα ναυτικών ειδών.
Λέει πως δεν θυμάται το ψευδώνυμο του Σπανού, αναφέρει για τον εαυτό του ψευδώνυμο διαφορετικό από αυτό που έδωσε προηγούμενη φορά.
Θυμάται ότι την εποχή των Ομάδων, τέλη του ’77, του δόθηκε ραντεβού μπροστά σ’ ένα σπίτι της οδού Βίνια Νουόβα, όπου τον περίμενα εγώ, και μας άνοιξε ο Κώστας. Ήταν και ο Νάκης εκεί και άλλα άτομα από την Εμίλια. Υπήρχε ανάγκη να μεταφερθούν μηχανήματα που παραποιούν έγγραφα και είχαν οι Εμιλιάνοι, σε μία τοποθεσία.
‘Συζητήθηκε η αναγκαιότητα να βγεί μια εφημερίδα που να δείχνει τις δύο περιοχές με ενωτικό τρόπο, πράγμα που έγινε ένα μήνα μετά. Ο τίτλος της ήταν ‘Αντιεξουσία’, σε μαύρο χρώμα. ‘Είδα μερικές εφημερίδες στην οδό Οστερία ντελ Γκουάντο.’Η διανομή γίνονταν στα μέρη που σύχναζε η κίνηση. Τα μέρη που αφορούσαν την Φλωρεντία τα επιμελήθηκε ο Κώστας. Είδα ένα νούμερο του οποίου η κεντρική σελίδα είχε ένα κατάλογο με τις απόπειρες που επαληθεύτηκαν στην Τοσκάνα.’

‘Νομίζω ότι Γάκης αμοιβόταν απ’ την οργάνωση, αυτό το συμπεραίνω από το γεγονός ότι δεν εργαζόταν, είχε πρόβλημα στο να εξηγήσει στο σπίτι του πώς ζούσε χωρίς να εργάζεται.
Σε κάποια στιγμή είχε και αυτοκίνητο. Ξέρω, γιατί μου το είπε ο Σπανός, ότι έλαβε μέρος σε μία εισβολή σε εταιρεία ακινήτων, το ’78, εισβολή που δεν πραγματοποιήθηκε μέχρι τέλους γιατί μιά κοπέλλα που βρίσκονταν μέσα άρχισε να ουρλιάζει, και τότε όλοι, δηλαδή και ο Σπανός που είχε μπει πρώτος ,και όσοι ήταν μαζί του, έφυγαν’.

‘Ξέρω ότι ο Φαίδων, έλαβε μέρος σε μία εισβολή στη Φλωρεντία σε βάρος μιας κτηματικής μαζί με τον Κώστα. Γράψανε στους τοίχους. Απ’ όσα μου είπε, βρισκόταν όλη την ώρα δίπλα του και ότι αυτή η εμπειρία τον είχε ταράξει πολύ. Είχε μείνει άναυδος.’
‘Τον χρησιμοποίησαν γιατί ήθελαν να τον δέσουν με την οργάνωση, όπως προσπαθούσαν να κάνουν και μ’ εμένα.’ ‘Πρέπει να πήρε μέρος και ο Σάσσα.’

‘Με καλείτε να δείξω τις διάφορες ομάδες. Σε μία ήταν αρχηγός ο Κώστας, σε μία ο Νάκης, σε μία ο Μίκης και σε μία ο Λουκάς. Ο Κώστας,ο Νάκης, ο Σάσσα και ο Λουκάς αποτελούσαν μία Ομάδα Φωτιάς της οργάνωσης. Ο Ντίνος ήταν επικεφαλής σε περισσότερες από μία περιοχές. Η Φιόνα είχε την αποστολή να φροντίζει τα άτομα που έρχονταν έξω από την Φλωρεντία. Επί πλέον, αναζητούσε τις καινούργιες βάσεις.’
Αυθορμήτως λέει: ‘και ο Έκτορας ήταν αρχηγός ομάδας.’ ‘Αυτό το ξέρω, όμως δεν μου έρχονται οι λεπτομέρειες στο μυαλό. Θυμάμαι μόνο ότι τον έβλεπα συχνά με τους άλλους, μπορώ να προσθέσω ότι του μίλησα όπως μιλάνε σε αρχηγό, δηλαδή μιλώντας του για πράγματα που σε άλλον δεν θα είχα πει’.

‘Με ερωτάτε να εξηγήσω από πού πήρα τα στοιχεία βάση των οποίων βεβαιώνω ότι τα ονόματα που ανέφερα ήταν μέρος της διοίκησης των ομάδων, ή ότι ήταν αρχηγοί των ομάδων, με ιδιαίτερη αναφορά στον Έκτορα, στον Λουκά και στον Μίκη’.
‘Έχω ήδη μιλήσει για τις συγκεντρώσεις που γινόντουσαν στην Οδό Πίππο Σπάνο, στις οποίες δεν συμμετείχα ποτέ. Διαψεύδω τις δηλώσεις που έγιναν σε αυτό το σημείο από τον Σπανό που λέει ότι έγιναν δύο συναντήσεις στις οποίες έλαβα μέρος με αυτόν συναντώντας τον Ντίνο και την Φιόνα με παρόντα τον Βαγγέλη. Εγώ δεν έλαβα ποτέ μέρος. Όχι μόνο στις αρχές του ’79 ήμουν έξω από τον γύρο, αλλά σε αυτό το διαμέρισμα πήγα με τον Σπανό μία φορά να πάρουμε τον Κώστα. ‘

‘Γυρίζοντας στις συγκεντρώσεις, θυμάμαι ότι κάποτε είδα τον Νάκη και τον Μίκη αλλά και άλλα άτομα μπροστά στο κτίριο της οδού Πίππο Σπάνο, όπου εγώ περίμενα μέσα στο αυτοκίνητο. Μία φορά μπόρεσα να δω καλά αυτά τα άτομα που έβγαιναν από την συγκέντρωση, όλους αυτούς για τους οποίους με ρωτάτε, και δεν ξέρω αν και άλλους. Μια άλλη φορά είδα κάποιους που είχαν φύγει από την συγκέντρωση και σταμάτησαν στο μπάρ’!

Δεν χρειάζεται να σχολιάσω, έτσι δεν είναι; Τα έχει κάνει πλέον θάλασσα!
‘Οι αρχηγοί βγαίνουνε πάντοτε μαζί! ‘

‘με ρωτάτε για την Άννα, εγώ δεν έμαθα ποτέ ότι είχε σχέση με τις ομάδες ή την οργάνωση. Πήγα με αυτή και άλλους μια φορά στο σπίτι του Φαίδωνα για να καπνίσουμε.’ Έβγαλα το συμπέρασμα πως δεν είχε σχέση, δεν μίλησαν για θέματα αφορώντα τις ομάδες και την οργάνωση’.

Λίγο νωρίτερα τον έχουν ρωτήσει ξανά επί πλέον λεπτομέρειες αναφορικά με την συγκέντρωση στην οδό ντει Μπάρντι στην διάρκεια της οποίας δόθηκαν οδηγίες διαφόρου είδους από την Σαμάνο.
‘Πράγματι είναι αλήθεια ότι πήραν μέρος και ο Σπανός με τον Φαίδωνα. Δεν το είχα πει την άλλη φορά για να μην τους μπλέξω’.
‘Όμως δεν είναι αλήθεια ότι σ’ εκείνη την συγκέντρωση ήλθε μετά από μένα ο Σπανός γιατί ήταν παρέα μου πριν απ’ την συγκέντρωση. Αυτός ήλθε μόνος του, ενώ είναι αλήθεια ότι ο Φαίδων ήλθε μαζί μου, μια που και οι δύο,εξαιτίας της σημαντικής θέσης στην ομάδα που καθοδηγούνταν από εμένα, είχαμε κληθεί.’

Τους μίλησε ο Σαμάνος για τα όπλα και τις επιχειρήσεις που γίνονται με αυτά. Μίλησε για εισβολές και χτυπήματα στα πόδια εξηγώντας τις διαφορές των όπλων που χρησιμοποιούνται σε κάθε περίπτωση, όπως επίσης και τη σημασία του όπλου με ταμπούρο,που δεν σκορπίζει κάλυκες, σε αντίθεση με το αυτόματο. Θα έπρεπε να γίνουν και άλλες συναντήσεις αυτού του τύπου και συζήτηση και κατανόηση άλλων μορφών στρατιωτικού τύπου, τις οποίες θ’ ακολουθούσαν πρακτικές ασκήσεις.
Δεν κλήθηκε άλλο γιατί η ομάδα τους είχε αρχίσει να διαλύεται.
Ο Γιώργος ο Σπανός είχε υιοθετήσει έναν αυτόνομο ρόλο, βλέπει από μόνος του εμένα.

Μιλά για κλοπές αυτοκινήτων και πως δεν ήθελε να βοηθήσει, να πάρει μέρος γιατί είναι ‘εκτεθειμένος’, όταν του ζήτησε ο Σπανός να συνεργαστεί μαζί του. ‘Μάλιστα του παρατήρησα πως εκτεθειμένος είναι και ο ίδιος.’ Αργότερα έμαθε για ένα περιστατικό από αυτόν, μία τρέλα όπως την αποκάλεσε όταν του είπε πως θα είχε ένοπλη κάλυψη. Τον κάλεσαν σε συνάντηση,στο πάρκο της πλατείας, στην οποία συμμετείχαν η Φιόνα και ο Ντίνος, ο οποίος οργισμένος δήλωσε »πως μία εντολή σε μία οργάνωση ‘στρατιωτικού τύπου’ δεν αμφισβητείται, δεν συζητιέται. Εγώ έκανα την συνήθη κριτική μου και αυτός με άφησε να καταλάβω πως οι επιπλοκές που προέκυψαν από την αντίθεσή μου είχαν τινάξει στον αέρα κάτι. Το γεγονός συνέβη το ’78,σίγουρα πριν το καλοκαίρι, διότι τότε εγώ είχα ξαναρχίσει την χρήση ηρωίνης, από τον Ιούνη και μετά».

‘Είχαν όλοι πλέον καταλάβει τί παίζει και δεν μου ζητούσαν πλέον τίποτα, μάλιστα με συνάντησε μιά μέρα στην πλατεία του Άγιου Πιερίνου ο Κώστας με το κορίτσι του και μου έκανε επίπληξη, επειδή κατάλαβε πως βρισκόμουν στην περιοχή επειδή έψαχνα ναρκωτικά’. ‘Θυμάμαι ότι εκείνη την εποχή σύχναζε, μάλλον κατοικούσε από όσο ξέρω, στην οδό Φιεζολάνα, πηγαίνοντας προς την οδό ντέλι Αλφάνι, στο σπίτι ενός φοιτητή, του οποίου κι εγώ είχα κάνει γνωριμία, και τον έβλεπα συχνά παρέα με τον Κώστα.’
‘Αναγνωρίζω στο άλμπουμ τον Λουκά’.
Του δείχνουν και τον Σαμάνο και τον αναγνωρίζει.

‘Ο Μίκης με τον Νάκη διαμαρτύρονταν για την αδράνειά μας [μιλά για το προηγούμενο διάστημα] και αποφασίσαμε να πάρουμε ενεργητικό μέρος στην καμπάνια-εκστρατεία ενάντια στην Χριστιανοδημοκρατία.’ ‘Είχαν γίνει διάφορες απόπειρες, εξάλλου, δίχως την συμμετοχή μας’.
‘Αποφασίσαμε να κάνουμε κάτι κι εμείς, δύο επιχειρήσεις, δύο ομάδες. Αντόνιο, Λάκης, Φαίδων, Ανδρέας, Σπανός και Μπάμπης, ευρισκόμενοι συγκεντρωμένοι μπροστά στο Τεχνικό Ινστιτούτο Γκαλιλέϊ.’

‘Χωριστήκαμε σε δύο ομάδες, πήγαμε να βάλουμε φωτιά στο παράθυρο του τμήματος της οδού Φαεντίνα, εγώ με τον Σπανό και τον Λάκη. Οι άλλοι ασχολήθηκαν με το τμήμα του Γκαλούτσο.Την διεκδίκηση πρέπει να έκαναν ο Φαίδων με τον Λάκης με τηλεφώνημα από την καμπίνα της πλατείας ντελλα Ρεπούμπλικα.’

Τον ρωτούν για άλλες απόπειρες εναντίων εδρών της Χρ. Δημοκρατίας της οδού Βέργκα, του Βιάλε Μανφρέντο Φάντι και του Βιάλε Γκουϊντόνι, απόπειρες που έγιναν όλες με εμπρηστικές φιάλες και λέει πως δεν γνωρίζει. Το σύστημα με το οποίο έγιναν του θυμίζει όμως και του φέρνει στο νού εκείνο που χρησιμοποιήθηκε για το ‘Μπάρ Τορίνο’, στο λάργκο που πάει από την πλατεία Ντονατέλλο στην πλατεία ντέλλα Λιμπερτά, μπάρ που είχε υποστεί επίθεση σε εποχή πρόσφατη. Αυτό το σύστημα χρησιμοποίησε μία ‘ομαδούλα’ επονομαζόμενη ‘ομάδα επέμβασης νέων’ που είχε σχηματιστεί για να επεμβαίνει στο νεανικό προλεταριάτο, στην οποία έπρεπε να παίρνουν μέρος τρία,τέσσερα παιδιά με επικεφαλής τον Γάκη που μένει στο Βιάλε ντει Μίλλε, μπροστά από την εκκλησία ντει Σέττε Σάντι, ο Μίρκος, ο Ντένης και ο Βαγγέλης.’
‘Αυτή η ομάδα, όμως, από όσο μου προκύπτει, διαλύθηκε πρίν από την δική μας’.

Του δείχνουν τη φωτογραφία του Γάκη και τον αναγνωρίζει, σαν ένα από τους νέους που σύχναζαν στην πλατεία Σαν Μάρκο και τον συνάντησε μια μέρα σε μία συνάντηση στον κήπο Ορτικολτούρα, στους κήπους του Πόντε Ρόσσο με την Φιόνα, ‘μία από τις συναντήσεις όπου η κοπέλα συζητούσε μ’ εμένα και τον Σπανό τα θέματα του επονομαζόμενου ‘Επιτελειακού-Τεχνικού’ τομέα. Από τα πράγματα που είπε μου έδωσε την εντύπωση ότι είχε μπεί στην οργάνωση, είχε σχέση πολύ άνετη με την Φιόνα και τον Ντίνο, και δεν φαίνονταν όπως εκείνος που ορισμένα πράγματα τα μάθαινε ή τα άκουγε για πρώτη φορά.’

‘Μιά φορά μας ανατέθηκε το καθήκον να πάμε να κοιτάξουμε για ενδεχόμενη ληστεία στο παράρτημα του Μόντε ντει Πάσκι του Βιάλε ντει Μίλλε. Το κόλπο έπρεπε να μελετηθεί για την στιγμή της επιστροφής των υπαλλήλων, μετά την παύση για το γεύμα. Κάναμε μισής ώρας βάρδιες ο καθένας. Στο τέλος τον συνόδεψα στο σπίτι του κι έτσι έμαθα που μένει. Μου συστήθηκε με άλλο όνομα, αργότερα έμαθα το βαπτιστικό του.’
‘Πρίν ξεκινήσουν οι συναντήσεις του Ε.Τ. Τομέα αποκαλούσαμε ο ένας τον άλλο με τα πραγματικά μας ονόματα, αργότερα υιοθετήσαμε ψευδώνυμα. Μπερδευόμουν καμιά φορά κι εκεί που έπρεπε ν’ αποκαλώ κάποιον με το ψευδώνυμό του τον καλούσα με το κανονικό του ή το αντίθετο. Δημιουργείτο εκνευρισμός’.

Τον ξαναφωνάζουν τον Σεπτέμβρη και τον ρωτούν γιατί δεν παρουσιάστηκε στην αντιπαράσταση με τον Σπανό, όπως είχε συμφωνηθεί.
‘Η κατάσταση είναι πως στην Φλωρεντία κυκλοφορεί η φήμη πως ο μόνος που έχει μιλήσει είμαι εγώ. Μάλιστα έγινε και μία εκπομπή στον ελεύθερο ραδιοφωνικό σταθμό Ράδιο Τσέντο Φιόρι που βεβαιώνει ότι οι ανακριτές κατηγόρησαν 90 άτομα,χωρίς καμία απόδειξη, αλλά μοναχά στη βάση βεβαιώσεων ενός ή δύο τοξικομανών, που τους έχει στο χέρι η αστυνομία, και από αυτή την εκπομπή εγώ υποδείχθηκα στον κύκλο των γνωριμιών μου.’

‘Μας ζητήσατε τρείς φορές, εμένα και τον Σπανό να έρθουμε σε αντιπαράσταση. Και τις τρείς, το προηγούμενο βράδυ, ήρθε στο σπίτι μου και μου ζήτησε να δώσω μία εκδοχή συμφωνημένη για τα γεγονότα που ήταν γι αυτόν δυσμενή.
Είπε πως γνώριζε που υπάρχουν αντιθέσεις. Εγώ ούτε βεβαίωσα ούτε αρνήθηκα ότι έκανα στον ανακριτή τις εν λόγω βεβαιώσεις.
Δεν ήθελα να γεννηθούν μεγάλες διαφορές ανάμεσά μας, αυτό και αναφορικά με την σχέση φιλίας μεταξύ των οικογενειών μας’.

‘Σε σχέση με την πρώτη αντίθεση επικαλούμαι όσα έχω δηλώσει, ότι δηλαδή,μετά την διάλυση της ομάδας μας που έγινε λόγω της σύλληψης του Πέτρου για το γνωστό περιστατικό της κλεπταποδοχής των διαβατηρίων, που έγινε πάνω κάτω το καλοκαίρι του ’78, όσον αφορά τις συναντήσεις με εκείνους της Πρώτης Γραμμής στην οδό Πίππο Σπάνο πήραμε με τον Σπανό μέρος σαν οργανικοί της Πρώτης Γραμμής και όχι πιά σαν τα μέλη των ομάδων, με αυτή την ιδιότητα συμμετείχε σε αυτές τις συναντήσεις και ο Φαίδων’.

‘Αναφορικά με την διήγηση του Σπανού σχετική με μία εισβολή στην Πίζα σε Κτηματικό Γραφείο στην διάρκεια της οποίας μία γυναίκα ξεφώνισε, επιμένω ότι ήταν αυτός ο ίδιος που έκανε αυτή την εξιστόρηση.Η εισβολή έγινε 17-2-79. Καταλαβαίνω γιατί αρνείται. Σημαίνει ότι εκείνη την εποχή ήταν ακόμη στην οργάνωση ενώ εγώ είχα βγει προγενέστερα.’
‘Μέχρι που υπήρχε η ομάδα μας, στις συνεδριάσεις της διοίκησης πηγαίναμε εγώ και ο Φαίδων. Σε μία μόνο πήρε μέρος κρυφά ο Σπανός, ενώ μετά που διαλύθηκε η ομάδα, αρχές καλοκαιριού του ’78, ο Σπανός όπως εγώ συμμετείχε σε συνεδρίαση της Πρώτης Γραμμής σαν οργανικός στον τεχνικοεπιμελητειακό τομέα’.

‘Με ρωτάτε για την κλοπή του χρυσαφιού Γκόλφ που έκλεψε ο Σπανός, σε σχέση με τον ‘τσακωμό’ που έγινε με τον Ντίνο για την άρνηση της ένοπλης κάλυψης, αυτοκίνητο που έπρεπε να κλαπεί το πρωί και εκλάπη μετά τις έξι το απόγευμα,καταστρέφοντας έτσι την επιχείρηση για την οποία προορίζονταν. Μπορεί ο Σπανός να έκανε την κλοπή με τον Βαγγέλη.’
‘Είναι αλήθεια ότι οικειοποιήθηκα ένα ποσόν χρημάτων, κέρδος πλασαρίσματος ελαφρών ναρκωτικών, είναι αλήθεια ότι αυτό προκάλεσε μία ψυχρότητα μεταξύ μας, ενώ ήδη από καιρό είχα κλείσει τις σχέσεις σε πολιτικό επίπεδο’.
‘Δεν ξέρω τίποτα σχετικά με το μάζεμα χρημάτων που ο Σπανός μαζί με άλλους είχε κάνει πιθανόν για να διευκολύνει την φυγοδικία του Γάκη. Δεν είχα σχέσεις φιλίας με αυτόν’.

  • Έτσι, δικάστηκα την πρώτη φορά, το ’81 για ληστεία, εμπρησμό εκ προθέσεως, έκρηξη, διακεκριμένη φθορά, συμμορία και παράβαση περί των εκρηκτικών υλών, όπως και παράβαση των νόμων περί όπλων για την καταστολή της τρομοκρατίας
    την δεύτερη το 1985 για ανθρωποκτονία εκ προθέσεως κατά συναυτουργία, για ληστεία κατά συρροή εν συναυτουργία, για έκρηξη κατά συρροή εν συναυτουργία, αγορά εισαγωγή προμήθεια κατοχή μεταφορά όπλων, πυρομαχικών, εκρηκτικών εν συναυτουργία κατ’ εξακολούθηση.

http://video-morfwsh.blogspot.gr/search/label/%27%CE%A4%CF%81%CE%BF%CE%BC%CE%BF%CE%BA%CF%81%CE%B1%CF%84%CE%AF%CE%B1%27-%CE%A6%CF%85%CE%BB%CE%B1%CE%BA%CE%AE#/page/1

τρομοκρατία, φυλακή

  • Βίοι παράλληλοι :
    ‘Η ιστορία των ΝΑΡ, Ένοπλοι Προλεταριακοί Πυρήνες, έχει κι ένα κεφάλαιο που παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον,
    [γράφει ο Κώστας Καλφόπουλος στο διαδίκτυο για την ιστορία των ΝΑΡ]
    και για τις δικές μας εξελίξεις στην υπόθεση της ελληνικής τρομοκρατίας.’
    [εγώ εδώ θα πω πως υπάρχει αντάρτικο,στην Ελλάδα και τον κόσμο, τρομοκράτες είναι οι φασίστες και οι φονταμενταλιστές που επιτίθενται τυφλά, στο πλήθος].

‘Στις 11 Μαρτίου του ’75, μετά από έκρηξη βόμβας στην οδό Κονσάλβο της Νάπολης, σκοτώνεται ο Βιταλίνο Πρίντσιπε και τραυματίζεται βαριά ο Αλφρέντο Παπάλε. Στο νοσοκομείο όπου νοσηλεύεται, μόλις βγήκε από το χειρουργείο, ο ανακριτής τον υπέβαλε σε δεκατετράωρη ανάκριση. Αρκεί το σχόλιο της δικηγόρου, κυρίας Λομπάρντι, που υπερασπίζεται τον Παπάλε :
‘Δεν βασανίζουν έτσι κάποιον που έχει χάσει το ένα του μάτι και του οποίου το σώμα είναι γεμάτο θραύσματα. Όμως δεν περιορίστηκαν σε αυτό. Οι ανακριτικές αρχές προσπάθησαν να εκφοβίσουν τον κατηγορούμενο επισείοντάς του την ποινή των ισοβίων.’

Εικοσιεπτά χρόνια μετά ακριβώς το ίδιο σκηνικό, με τις ίδιες πρακτικές θα επαναληφθεί στην Ελλάδα, με τον Σάββα Ξηρό, το πρώτο ταυτοποιημένο μέλος ένοπλης οργάνωσης που συλλαμβάνεται μετά την έκρηξη στον Πειραιά.’

Τσε, Βασίλης

«They ain’t done me no wrong
 
So I ain’t got no fight
 
With them Vietcong!»
Έχει περάσει πάνω από μισός αιώνας από εκείνη τη δήλωση και 77 χρόνια από τότε που γεννήθηκε στο Λούιβιλ του Κεντάκι, στις 17 Ιανουαρίου 1942. Ασφαλώς αποτελεί ένα πολιτιστικό μνημείο, ένα απαύγασμα φιλειρηνισμού, που είναι παράδοξο να προέρχεται από έναν πυγμάχο. Ο Μοχάμεντ Αλί όχι μόνο δεν κρατούσε το στόμα του κλειστό, αλλά σκάρωνε ποιήματα για να μιλήσει, που προφανώς, αν και δεν αφορούσαν μόνο στις δικές του ραψωδίες στα ρινγκ, έχουν περίοπτη θέση στην αθλητική ανθολογία.

Ο Αλί έκανε την πυγμαχία πιο συναρπαστική από ό,τι ήταν απλώς ρίχνοντας τη χρυσόσκονή του πάνω της
Ένα σπορ που ούτως ή άλλως είχε χιλιάδες οπαδούς έβγαινε στο φως και τη διαφάνεια, αφήνοντας τον σκοταδισμό που το συνόδευε. Η δήλωση-ποιηματάκι για το Βιετνάμ, μία από τις πιο σπουδαίες στην ιστορία, ήταν απλώς ένα τρίστιχο που συνοδεύτηκε από ένα ολοκληρωμένο ποίημα:
«My conscience won’t let me go shoot my brother,
 
or some darker people,
 
or some poor hungry people in the mud
 
for big powerful America.
 
And shoot them for what?
 
They never called me nigger,
 
they never lynched me,
 
they didn’t put no dogs on me,
 
they didn’t rob me of my nationality,
 
rape and kill my mother and father.
 
Shoot them for what?
 
How can I shoot them poor people?
 
Just take me to jail!»

 

 

Δευτέρα του Πάσχα σήμερα που ολοκληρώνω το ταξίδι μας στη Χώρα του Ποτέ τριάντα πέντε χρόνια μετά
κατά την Μεγάλη Εβδομάδα του ’13, παρέα με την λοίμωξη μου.
Ασυναίσθητα λοιπόν και αυτονόητα μου έρχεται ν’ αναφερθώ στο μεγάλο θέμα που απασχολεί όλους,
το αναπόφευκτο του θανάτου, η αναζήτηση του μετά, η πίστη και η θρησκεία.
Δεν γνωρίζω εάν υπάρχει Θεός
σίγουρα θα μου άρεσε να μη τελειώνουν όλα εδώ και τώρα, να υπάρχει συνέχεια.
Αυτό δεν σημαίνει τίποτα περισσότερο από αυτό που ακούγεται, από αυτό που λέμε.

Σημαίνει πως για το μετά δεν γνωρίζουμε τίποτα.
‘Κάνε το καλό και ρίξτο στο γιαλό’ λέει ο σοφός λαός.
‘Άνθρωπε αγάπα’ τραγουδά ο ποιητής
μη περιμένεις ανταπόδοση!
δεν χρειάζεται να προσμένεις ανταμοιβή.
Αγαπάς γιατί σ’ αρέσει, γεμίζεις όταν προσφέρεις, μεθάς όταν μοιράζεσαι,
νιώθεις ολοκληρωμένος με το άλλο σου μισό στην αγκαλιά.
Ο άνθρωπος χρειάζεται να νιώθει ασφαλής, αυτή την ασφάλεια ψάχνει,μέσα του, και την αποκαλεί Θεό.

Εγώ νιώθω ασφαλής όταν συνεργάζομαι με άλλους. Νιώθω ασφαλής όταν η συνείδησή μου είναι ήσυχη, όταν νιώθω καθαρός, τίμιος, δίκαιος, πως να το πω καλύτερα; δεν ξέρω
Τις Βίβλους δεν τις θέλω πια. Αυτές οι βεβαιότητες έχουν προκαλέσει μύρια δεινά στην ανθρωπότητα, που άλλο δεν παίρνει!
και σίγουρα ευτυχία και ασφάλεια δεν έφεραν στους λαούς.
Άσε που τις θρησκείες χρησιμοποίησαν οι δυνατοί για να εξασφαλίσουν την κατοχή τους, διαχρονικά.
Οι άνθρωποι δεν χρειάζονται διαχωρισμούς. Ενότητα και συνεργασία χρειάζονται. Ισότητα και αυτονομία.
Ούτε κατοχή χρειάζονται.

Η Γη, ο πλούτος, τα αγαθά είναι για όλους. Για να μοιράζονται σε όλους, σύμφωνα με τις ανάγκες τους.
Δεν θα κοροϊδέψω ποτέ κανέναν για την πίστη, το χρώμα ή την ιδεολογία του.
Αυτός είναι. Ας πρόσεχε.
Δείχνεις με το παράδειγμά σου.
Αλληλεγγύη χρειαζόμαστε, να οργανωθούμε σε παρέες, στις γειτονιές, παντού.
Και να διευθύνουμε εμείς τις ζωές μας από κοινού, αυτόνομα.
Φτάνει πια με τους σωτήρες!

Είμαστε εμείς άγιοι και δαίμονες μαζί. Ισορροπία χρειαζόμαστε.
Ας είναι όπως θέλει νάναι
σήμερα είναι ώρα για δράση
σήμερα είναι η ώρα για καλύτερη ζωή
αυτήν έχουμε, αυτή γνωρίζουμε
δίκαιη, όμορφη. Γιατί ωραία η γη μας
γεμάτη ομορφιές που περιμένουν να τις ψαχουλεύσουμε, να τις εξερευνήσουμε. Όλοι
ΑΦΉΣΤΕ ΝΑ ΤΟ ΚΆΝΟΥΜΕ!

Let love in, Nic Cave.

ευχαριστώ τα κορίτσια που με ανέχτηκαν, τους φίλους που με υπέμειναν
η Βίκυ στάθηκε ήρωας, με γνώρισε στην δυσκολότερη περίοδο της ζωής μου και δεν λάκισε. Βράχος. Την ευγνωμονώ
έχω τρία υπέροχα παιδιά, πέρασαν κι αυτά μέσα από Συμπληγάδες.
Τους ευχαριστώ όλους που υπάρχουν, που μου στέκονται
την αδελφή μου, τον άντρα της,τ’ ανίψια μου, τα ξαδέλφια και τις οικογένειές τους, τα υπέροχα πεθερικά μου.
Είναι όλοι τους θαυμάσιοι
στα μεγάλα μαρτύρια δεν με άφησαν, ο καθένας με τον τρόπο του, νιώθω πολύ τυχερός.
Τους ευχαριστώ θερμά για μια ακόμη φορά!

Δικαίωμα στο όνειρο ΛΆΚΗΣ ΠΑΠΑΔΌΠΟΥΛΟΣ 1985

Μιά σιωπή καταλυτική
Η πόρτα κλειδωμένη
Το στίγμα σου ξεμακραίνει,
κι η νύχτα απορρυπαντική
Βλέμμα γυάλινο, χλωμό
Σ’ ένα παιχνίδι χαμένο
ψάχνεις για κερδισμένο
κι εγώ πάλι στο βυθό
Όμως με τίποτα δεν μπορείς
να μου στερήσεις το όνειρο
Δικαίωμα στο όνειρο,
δικαίωμα στο τίποτα
Φυγάς σε δίκη που εκκρεμεί,
που τίποτα δεν περιμένει
παρά απόφαση καταδικαστική
Μέσα σε γυάλινο κελί
η τύχη σου δοσμένη
Το μέλλον ξεμακραίνει
Η όψη σου αποθαρρυντική
Όμως με τίποτα, με τίποτα, με τίποτα, με τίποτα
δεν μπορείς
να μου στερήσεις το όνειρο.

  • Αυτή είναι η ιστορία των παιδιών που ονειρεύτηκαν την χώρα του Ποτέ και είπαν να ψάξουν να την βρούνε. Δοκίμασαν. Το τόλμησαν.
    Δεν φοβήθηκαν το ταξίδι, δεν δείλιασαν στο άγνωστο, δεν τρόμαξαν να ρισκάρουν, αψήφησαν τους κινδύνους, εμπιστεύτηκαν το όνειρο, τράβηξαν αντίθετα στο ποτάμι, από κάποια στιγμή τουλάχιστον και μετά.
    Δεν δικαιώθηκαν, την ιστορία την γράφουν οι νικητές.
    Το στίγμα όμως που αφήνουν οι νικημένοι δεν εξαφανίζεται. Είναι εκεί δυνατό και όμορφο, μια παρακαταθήκη που βγαίνει από ψυχές άδολες, σαν το αγαπημένο, γαλλικό σύνθημα που φωνάζαμε στις πορείες μας τα χρόνια της φωτιάς : ‘δεν είναι παρά μόνο η αρχή, θα συνεχίσουμε να μαχόμαστε’ !

Sunday morning, Velvet Underground.

Richie Havens, Freedom, (Woodstock)

DSC02215

Η Μπαλάντα Του Μαουτχάουζεν

https://aenaikinisi.wordpress.com/2015/03/07/%CE%B7-%CE%BC%CF%80%CE%B1%CE%BB%CE%AC%CE%BD%CF%84%CE%B1-%CF%84%CE%BF%CF%85-%CE%BC%CE%B1%CE%BF%CF%85%CF%84%CF%87%CE%AC%CE%BF%CF%85%CE%B6%CE%B5%CE%BD/

 

συνεχίζεται

τα βιβλία του μιχάλη, i libri di michele

ΚΚ. στη χώρα του ποτέ…ή 10

από την Bologna, Σεπτέμβρης ’77

Να συνεχίσουμε όμως με τον άλλο ‘καμένο’ της υπόθεσης των εις βάρος μου καταθέσεων και της δικογραφίας, τον καημένο τον Μένιο
θα είχα σταματήσει, έχουν όμως ενδιαφέρον στη συνέχεια τα λόγια του διότι θα μιλήσει για πράγματα που δεν ακούσαμε μέχρι τώρα. Δικός σας :
‘Γεννήθηκα στην Μάσσα 36 χρόνια πριν, είμαι ναυαγοσώστης, έβγαλα το δημοτικό και μένω στην Σαρζάνα.’
‘Ανήκα στον ‘Συνεχή Αγώνα’. Μερικές φορές έλαβα μέρος σε διαδηλώσεις, σε καταλήψεις σπιτιών, σε ‘κόκκινες’ αγορές, γι αυτό το γεγονός δικάστηκα. Δεν ανακατεύτηκα ποτέ με το ένοπλο.
Είμαι δραστήριος δημοκράτης και μπορεί να το αποδείξει όλη η κωμόπολη μου, απ’ τον Δήμαρχο μέχρι τον τελευταίο πολίτη. Έχω συγκρουστεί με τους συντρόφους που χρησιμοποιούσαν την ένοπλη βία. Ακριβώς στην Μπολόνια [στο πανιταλικό συνέδριο της Αυτονομίας, τον σεπτέμβρη του ’77], συγκρούστηκα βίαια με εκείνους του συλλόγου Σάντα Κρότσε [σύντροφοι άλλου κομματιού της αυτονομίας της πόλης της Φλωρεντίας] πάνω στις κερκίδες του Παλάτσο ντέλλο Σπόρτ. Θα πω με την ευκαιρία πως στα μέρη μας δεν μπόρεσε να εισχωρήσει καμία ομάδα που ανήκε στο οπλισμένο κόμμα, αυτό οφείλεται στο φύλαγμα που έγινε από μένα και τους συντρόφους μου. Μέχρι την δολοφονία του Μόρο τους θεωρούσα συντρόφους που κάνανε λάθη αλλά μετά άλλαξα γνώμη και έγινε τελείως αρνητική.

Bologna 11 Marzo 77 Fatti Nostri

Συμμετείχα στην ομάδα περιφρούρησης του Σ.Α. της κωμόπολης μου.
Στην Πίζα το ’77 συγκρούστηκα με αυτούς της Santa Croce επ’ ευκαιρία του θανάτου του Σεραντίνι. Κάναμε ομάδα περιφρούρησης μαζί με άλλους μπροστά στα καταστήματα όπλων. Έκαναν απαλλοτριώσεις σε άλλα καταστήματα και μπήκαμε στην μέση. Τότε ήταν που έμαθα πως είχα κτυπήσει τον αδελφό του Φαίδωνα, σύντροφο και φίλο του Σπανού. Μεταξύ των χτυπημένων ήταν και ο Βρούτος’, [γνωστός στον χώρο της αυτονομίας της Φλωρεντίας, του συλλόγου Σάντα Κρότσε].’

  • [Να πω με την ευκαιρία πως ο χώρος αυτός δεν είναι κάτι ενιαίο, μία οργάνωση. Κίνημα είναι. Οι κολεκτίβες συζητούν μεταξύ τους, έχουν διαφορές, συνεργάζονται, δεν έχουν όμως ενιαία γραμμή. Ρομάνοι, Τορινέζοι, Παντοβάνοι, Βενετσιάνοι, Μιλανέζοι, κλπ, Πόρτο Μαργκέρα, Μπολονιέζοι, οι γνωστότερες μαζώξεις. Μιλάμε για χιλιάδες αγωνιστές, η κάθε πόλη κατεβάζει στο δρόμο μεγάλες πορείες και διαδηλώσεις και οι σύντροφοι δραστηριοποιούνται σε όλους τους κοινωνικούς χώρους.
    Η γροθιά σηκωμένη σε σχήμα περιστρόφου!]

Συνεχίζει :
‘στην Μπολόνια έκανα πολλές επεμβάσεις ενάντια στις προτάσεις, που υποστήριζαν οι ‘Βόλσι’, [οι Ρωμαίοι σύντροφοι, πήραν το όνομα από τον δρόμο στον οποίο είχαν τα γραφεία τους] και άλλοι εξτρεμιστικοί σύλλογοι, επίθεση στη φυλακή ή άλλες φασαρίες. Υποστήριξα τη βίαιη απομάκρυνση των ταραχοποιών από τις διαδηλώσεις, και φράξιες του Συνεχή Αγώνα με κριτικάρανε ανοιχτά.’
Μιλάει για τους γνωστούς του στην Πίζα και πως έκανε παρέα με την κόρη του Λουτσιάνο ντέλλα Μέα, [ιστορική φιγούρα της εξωκοινοβουλευτικής επαναστατικής αριστεράς, αδελφός του επίσης γνωστού τραγουδοποιού Ιβάν], αναφέρει τα γεγονότα που με αφορούν και για τα οποία ήδη σας μίλησα. Μιλά για τα άτομα του κύκλου του Σπανού που γνώριζε. Αρνείται πως γνωρίζει τον βοσκό για τον οποίο μιλά ο φίλος του.

Τον ρωτούν για την αγορά δέκα αλεξίσφαιρων γιλέκων που έγινε από κάποιον Ρένο και απαντά πως τον γνωρίζει διότι διατηρούσε κάμπινγκ στην παραλία. Δεν μπορεί να καταλάβει γιατί ο τάδε του χρεώνει την αγορά των γιλέκων, πράγμα που αποκλείει απόλυτα.
Του γνωστοποιούν πως οι δηλώσεις του Ρένο είναι ακριβείς, τότε απαντά με το περίφημο: ‘ίσως κατηγορεί εμένα γιατί σ’ αυτό το σημείο με παίρνουν για τον χαζό του χωριού’. Και πως αναφέρθηκε το όνομά του για να καλυφθούν τα άτομα που πραγματικά αγόρασαν τα γιλέκα. ‘Προφανώς, οφείλοντας να διαλέξει ανάμεσα σ’ εμένα που το πολύ να του έδινα ένα γερό ξύλο και αυτού που θα μπορούσε να τον βγάλει απ’ την μέση, διάλεξε το μικρότερο κακό’.
‘Έλεγε πως έχει επαφές με μπος-νονό του υποκόσμου. Με αποκαλούσε τρομοκράτη αστειευόμενος γιατί ανήκα στον Σ.Α.’
‘Δέν έχω επαφές με τον υπόκοσμο. Γνωρίζω τους φίλους μου από καιρό και μπορώ να ορκιστώ ότι δεν έχουν σχέση με την τρομοκρατία και τον υπόκοσμο’.
‘Η περιφρούρηση για την οποία μίλησα συνίστατο στο ν’ αφιερωθούμε πολιτικά σε κάθε τομέα της κοινωνικής ζωής, απ’ το πρόβλημα των ναρκωτικών μέχρι εκείνο της ελεύθερης ραδιοφωνίας’.

  • Και ερχόμαστε στον Αντόνιο. Φιορεντίνος, 27 χρονών, παντρεμένος, με ένα παιδάκι.
    Απασχολεί την δικαιοσύνη το ’78, τον Νοέμβρη, μιλά για προσωπικά θέματα και αναφέρει πως ‘ο Πέτρος κι εγώ εδώ και καιρό, έχουμε την τάση να κάνουμε χρήση ναρκωτικών ουσιών’, γι αυτό και του έστειλα ένα δέμα που περιείχε μία δόση χασίς, όταν εβρίσκετο στην Σαρδηνία.’
    Τότε κάνει νύξη ‘στον μεγάλο αρχηγό’, σε γράμμα του στον Πέτρο, λέγοντας πως εννοεί τον πατέρα του.
    Τα σοβαρά ξεκινούν Γενάρη του ’80
    δηλώνει πως ανήκε στον ‘Συνεχή Αγώνα από το 1970 και βγήκε μετά από μια περίοδο φυλάκισης [δεν αναφέρει τον λόγο] δύο μηνών. Αποξενώθηκε απογοητευμένος από κάθε φόρμα πολιτικής δραστηριότητας και χρησιμοποίησε ηρωίνη.

Λαμβάνει μέρος στην κατάληψη του Μπόργκο λα Κρότσε, πίσω από την πλατεία Σάντα Κρότσε, γιατί εκείνο το διάστημα δεν είχε σπίτι. Λίγο νωρίτερα βέβαια έχει αναφερθεί στο γράμμα που έστειλε στον φίλο του τον Πέτρο, τότε που έκανε λόγο για ‘τον μεγάλο αρχηγό’. Λέει λοιπόν πως αναφέρεται στον πατέρα του ο οποίος έχει μάθει πως το διάστημα αυτό συζεί στο σπίτι με την γυναίκα του και ένα ακόμη άνδρα,σκέφτεται να χωρίσει, δεν ξέρει τι να κάνει, ίσως γι αυτό να διάλεξε να πάρει μέρος στην κατάληψη, μέχρι να καταλήξει στη λύση του αδιέξοδου στο οποίο έχει βρεθεί.
‘Η πρωτοβουλία ανήκε στον σύλλογο Σάντα Κρότσε. ‘

Αναφέρει τον γνωστό Βρούτο που είχε χτυπήσει ο Μένιος και κάποια άλλα ονόματα, άσχετα με την υπόθεσή μας. Πρέπει να είναι αρχές του ’77. Η σύλληψή του είχε γίνει τον Οκτώβρη του ’75.
‘Στην κατάληψη πήραν μέρος όλες οι εξωκοινοβουλευτικές συνιστώσες της Φλωρεντίας, η ‘Ενωση Ενοικιαστών’ με επικεφαλής τον τάδε, ο’ σύλλογος συσσίτιο’, θυμάται εμένα και ένα ακόμη παλικάρι που έχει συλληφθεί εκείνο το διάστημα,αυτόν που ο Σαβέριο ονομάζει ‘φαντασμένο’, τον Ρούλη. Επίσης ο ‘σύλλογος αρχιτεκτονική’ και ονοματίζει τον Νάκη σαν υπεύθυνο, με το κόκκινο αυτοκίνητο, παντρεμένο, με ένα παιδάκι. Θυμάται και άλλους, τον Σάσσο αλλά και μερικούς της άλλης συνιστώσας της αρχιτεκτονικής,συνδεδεμένους με τον Άγγελο και τον Όμηρο. Παίρνει επίσης μέρος και η ‘Προλεταριακή Δημοκρατία’ [ένωση εξωκοινοβουλευτικών οργανώσεων που θα πάρει μέρος στις εθνικές εκλογές] όπως και το ‘Σοσιαλιστικό κόμμα των ενωμένων Προλετάριων’.

‘Κατά την διάρκεια της κατάληψης πήρε την πολιτική διεύθυνση η περιοχή της αυτονομίας και είχε σαν συνέπεια την απομάκρυνση της ‘Προλεταριακής Δημοκρατίας’ και της Ένωσης ενοικιαστών’.
‘Έτσι λοιπόν ο προσανατολισμός της οργανωμένης αυτονομίας επικράτησε, έχοντας σημείο αναφοράς στην πρακτική της παρανομίας των μαζών, δηλαδή καταλήψεις μέχρις εσχάτων, απαλλοτριώσεις και αυτομειώσεις. Η τελευταία περικλείει μία πλειονότητα από φόρμες, όχι περιορισμένη στα ενοίκια, αλλά εκτεταμένη, πχ στην τιμή του σινεμά, των ειδών διατροφής και παρόμοια’.

‘Η θέση μου εκείνο τον καιρό συμπίπτει με αυτή του συλλόγου Σάντα Κρότσε που ήταν σε διαφορετική θέση εν συγκρίσει με εκείνη του Συσσιτίου και της Αρχιτεκτονικής, που ενεργούσαν συγχρόνως, αφού αυτοί οι δύο τελευταίοι υποστήριζαν την ανάγκη να φτάσουν στην ικανοποίηση των αναγκών διά μέσου της πρακτικής των απαλλοτριώσεων.
Μετά κατάλαβα και θα επιμείνω ότι αυτή η θέση των δύο συλλόγων ήταν σε λειτουργία με μία συζήτηση πιό γενική του οπλισμένου κόμματος.’

‘Βρέθηκαν προκηρύξεις με τις οποίες διεκδικείτο η απαλλοτρίωση στη Βόγκουε Shop, κατάστημα πολυτελείας, μονογραμμένες ‘Προλεταριακές Περιπολίες’, ενάντια στην ακρίβεια της ζωής. Δεν μας άρεσε που βρέθηκαν αυτές οι προκηρύξεις αφού μία ενδεχόμενη έρευνα της αστυνομίας θα κατονόμαζε ως υπεύθυνους όλους εμάς. Και σαν σύλλογος Σάντα Κρότσε διαφωνήσαμε και με το περιεχόμενο.
Συνέχισαν να μπαίνουν και άλλες πάντα με την υπογραφή των Περιπολιών και διεκδικείτο ως σπουδαία πράξη όχι μόνο η απαλλοτρίωση ρούχων αλλά και οι εισπράξεις, χρήματα που θα χρησίμευαν για την οργάνωση.

Σκεφτήκαμε πως ήταν πρόκληση της αστυνομίας, έγινε έρευνα, τίποτα.
Ξανάρθαν προκηρύξεις, αυτή τη φορά υπογεγραμμένες από την ‘Πρώτη Γραμμή’. Υπήρχε και ένα πολυβόλο σαν σύμβολο.
Ανάλογες προκηρύξεις βρέθηκαν και σε άλλη κατάληψη, ενός ξενοδοχείου, στην οδό Καλτσαϊουόλι, στην οποία προχώρησαν αυτοί που είχαν αποξενωθεί από τη δική μας, όπως και κάτω από τις στοές στην Πλατεία του Αγίου Μάρκου.
Αυτό το έγγραφο είχε θεωρητικό χαρακτήρα, διηγότανε τη γέννηση, τους σκοπούς της Οργάνωσης, θέτοντας επίσης την διάκριση της Ομάδας αυτής από αυτή των Ερυθρών Ταξιαρχιών,
πως ήταν η ένωση των διάφορων Ομάδων Φωτιάς που ενεργούσαν στο ιταλικό έδαφος.’

Αναφέρει πως εκείνοι του ‘συσσιτίου’ και της ‘αρχιτεκτονικής’ ετόνιζαν την αναγκαιότητα να υπάρχουν συνδέσεις ανάμεσα στους αυτόνομους συλλόγους και αναφέρονταν στην εφημερίδα ‘Χωρίς Ανακωχή’.
‘Ονομάζονταν ‘Κομμουνιστικές Επιτροπές‘ αυτοί οι σύλλογοι.’

Μιλά για την διαδήλωση του Μάρτη του ’77 στην Ρώμη, ‘για να αναδειχθεί ο εθνικός χαρακτήρας της κίνησης.’
Εκεί πήγαν δύο ξεχωριστές ομάδες. ‘Μία των ΄κομμουνιστικών επιτροπών’ για τις οποίες μίλησα και η άλλη του ‘συλλόγου Σάντα Κρότσε’. Εγώ είμαι σε αυτή την τελευταία ομάδα’,λέει.
‘Περνάμε από τα γραφεία των ‘Βόλσι’, όπου βρίσκονται καμιά εκατοστή άτομα, οι τριάντα οπλισμένοι για παν αμυντικό ενδεχόμενο.
Σε μας δόθηκαν μπαστούνια και μολότοφ’. Ονοματίζει μία κοπέλα που τους παρέλαβε από τον σταθμό.
‘Ξεκινά η πορεία χιλιάδων ατόμων.
Αρχίζουν οι συγκρούσεις με την αστυνομία.

Κάποιοι από τους διαδηλωτές -όχι Φλωρεντίνοι- πυροβολούν.
Χάος, δακρυγόνα και άλλα.’
‘Κοντά στο ποτάμι σπάζεται ένα κατάστημα αθλητικών με όπλα που φορτώνονται σε ένα αυτοκίνητο.’
‘Εμείς πανικοβληθήκαμε αλλά άλλοι προσεγγίζουν διαφορετικό οπλοπωλείο, υπήρχε αλυσίδα που τους εμπόδισε να πλησιάσουν. Πάρθηκαν τα όπλα που χρειάζονταν και τότε επέτρεψαν στους υπόλοιπους να πάρουν ότι ήθελαν.’ ‘Διαδόθηκε η φωνή ότι εκείνοι που είχαν ενεργήσει ανήκαν στις Ερυθρές Ταξιαρχίες. Κάποια από τα όπλα κατέληξαν στο ποτάμι. Το αμάξι το φορτωμένο απομακρύνθηκε πρίν φτάσει η Άμεση Δράση’.

‘Συνεχίζοντας πλησιάσαμε ένα Αστυνομικό Τμήμα και εκείνοι πυροβόλησαν, νόμισα πως χτυπήθηκα και έπεσα κάτω. Χτυπήθηκα στον αστράγαλο και το μπουφάν μου ήταν τρυπημένο από σφαίρα. Βρήκα διαμονή σε σπίτι προλεταριακής συνοικίας. Το άλλο πρωί γύρισα πίσω’.
‘Εκτίμησα αρνητικά τα γεγονότα σε πρώτη φάση μετά όμως από τις ειδήσεις που έφτασαν διά μέσω του Τύπου φάνηκε πως ο απολογισμός δεν ήταν καθόλου αρνητικός και πως ανάλογα γεγονότα είχαν διαπιστωθεί και σε Μπολόνια, Μιλάνο και το γεγονός παίρνει διάσταση μιάς αληθινής και πραγματικής Επανάστασης,
μιάς μέρας Επαναστατικής’.

‘Σε αυτή την καινούρια εκτίμηση μιάς τέτοιας εμπειρίας,επίσης κάτω από το σπρώξιμο και την πίεση των ‘επιτροπών’ τέθηκε στην ομάδα μας εκείνο του να κάνουμε μία εκλογή πολιτική και οργανωτική ανάλογη με το νέο αναληφθέν επίπεδο από την σύγκρουση της τάξης.’
Φτιάχνουν λοιπόν την ομάδα τους και ονοματίζει τα αγόρια και τα κορίτσια.Ο Φαίδων, ο Σπανός, ο Πέτρος, η Αμάντα κ.α.
‘Επρεπε να επιλέξουν μέσα στο μεγάλο χώρο της αυτονομίας σαν σημείο αναφοράς
-τις Ερυθρές Ταξιαρχίες για τις οποίες όμως δεν γνώριζαν τίποτα,
-το ρεύμα των ‘επιτροπών’- ‘χωρίς ανακωχή’
-και εκείνο της αυτονομίας της μάζας, δραστηριότητα που αναπτύσσεται με τρόπο οργανωμένο με μία επαλήθευση του προγράμματος και των δραστηριοτήτων διά μέσω τω συζητήσεων στις συνελεύσεις στο εσωτερικό της κίνησης.’

‘Διαλέγουν αυτό το τελευταίο,τρίτο ρεύμα και όλοι παρατηρούν πλέον πως η ομάδα αρχίζει να αποκτά τη δική της ταυτότητα.
Και εκεί που ο Βρούτος, για τον οποίο ξαναμιλήσαμε, ο γνωστός, που εκπροσωπεί τον Σύλλογο της Σάντα Κρότσε στραβώνει, ‘ο Μίκης Μαυρόπουλος είδε το πράγμα με καλό μάτι, και άρχισε ένα διάλογο με εμάς, υπογραμμίζοντας τη σπουδαιότητα του να οργανωθούμε σε μία ομάδα που να δρα σε επίπεδο περιοχής της Φλωρεντίας’.
Αναφέρει τρία, τέσσερα ακόμη ονόματα με τα οποία κρατούσε επαφές, γνωστά από τους προηγούμενους καταθέσαντες [ τη Φιόνα, τον Ντίνο, τον Σάσσα, τον Νάκη και τον Κώστα] και κλείνει, για να επανέλθει την επομένη :

ξαναμιλάει για την ομάδα του λέγοντας πως στην αρχή η δραστηριότητά της ήταν βασισμένη ουσιαστικά στην πολιτική συζήτηση. ‘Υπήρχαν επαφές με τον Μίκη, που κρατούσα ειδικότερα εγώ, αλλά δεν δινόταν μεγάλο βάρος στις προτάσεις αυτού.’
Αναφέρεται σε κάποιο επεισόδιο, όταν τους ζήτησαν αυτοί του συλλόγου Σάντα Κρότσε βοήθεια, διότι είχαν προβλήματα με αυτούς της αρχιτεκτονικής. ‘Για εξωτερική προστασία που έκαναν εντελώς άοπλοι.
Οι της Σάντα Κρότσε, πέντε με έξι άτομα ήταν μασκαρεμένοι και πιθανόν οπλισμένοι.

Αιτία η υπεξαίρεση από την σχολή της αρχιτεκτονικής πολύγραφου, φωτοτυπικών, γραφομηχανών που πήραν αυτοί της Σάντα Κρότσε κατά την διάρκεια κατάληψης της σχολής. Αυτούς τους οδηγούσε ο Ντίνος. Οι Σαντακροτσίτες υποστήριζαν ότι δεδομένου ότι αυτά τα πράγματα αποσύρθηκαν κατά τη διάρκεια κατάληψης ανήκαν στο κίνημα και δεν στηρίζονταν το γεγονός ότι ανήκαν σε συγκεκριμένο γκρούπ.
Τελικά δεν έγινε κατανοητό εάν η συνάντηση έγινε για να μοιρασθούν τα αντικείμενα ή να τοποθετηθούν κάπου για κοινή χρήση.
Αργότερα υπήρξαν και συλλήψεις γι αυτή την υπόθεση.’

Ξαναγυρίζοντας στην ομάδα τους, ‘υπήρξε κάποια περίοδος απραξίας που πήρε όλο το ’77, από το καλοκαίρι και μετά.’
‘Περνούσαμε τον καιρό μας να ονειρευόμαστε την ιδέα της επανάστασης και ‘καπνίζαμε’.
Πήγαν στην Μπολόνια, στην εθνική συνάντηση της αυτονομίας, καμιά 15αριά από αυτούς.
Μετά ξεκινούν οι πραγματικές επαφές μαζί μου :
‘Το γκρούπ μας είχε κατανοήσει ήδη, και μετά τις παρεμβάσεις που έγιναν στην Μπολόνια, τη διπολική όψη της ταξικής πάλης που συγκεκριμενοποιούνταν από τη μία πλευρά στην ύπαρξη οργανωμένων πρωτοπορειών και από την άλλη στην αντίληψη της μαζικής παρανομίας’.

Άρχισαν να συγκεντρώνονται μεταξύ τους, έκαναν και κάποιες πιό ανοιχτές συναντήσεις με αυτούς της Σάντα Κρότσε ή σε μερικές από αυτές με μερικούς πρώην μαχητές της Εργατικής Πρωτοπορείας.
Διαφορετικά ήταν και τα περιεχόμενα των συγκεντρώσεων.
Μεταξύ τους κουβέντιαζαν για τη δημιουργία τομέων όπως πχ το επιμελητειακό, αντιπληροφόρηση κλπ.
Με τους υπόλοιπους πάνω σε θέματα μαζικής παρανομίας όπως καταλήψεις, μειώσεις τιμών και παρόμοια.
‘Ο Μίκης μου έλεγε πως είμαστε πιά στο πρόγραμμά τους, και ότι συνεπώς δεν είχε νόημα να δρούμε αυτόνομα, και ότι ήταν σκόπιμο να κάνουμε δική μας την κληρονομιά της οργάνωσης και δηλαδή εκείνη των επιτροπών’.

‘Για να καταφέρουν να μας μπερδέψουν σε αυτή την ενωτική προοπτική ανατέθηκε στην ομάδα μας ένα καθήκον περιφρούρησης και υπεράσπισης στο εσωτερικό μιάς διαδήλωσης που γινόταν με μία πορεία,δίνοντάς μας και την δυνατότητα να καθορίσουμε με μια κάποια αυτονομία την επιλογή του δρομολογίου’.
‘Σ’ αυτή τη στιγμή οι επαφές μ’ εμένα κρατιόντουσαν από τον Μίκη αλλά εμφανίστηκε και ο Νάκης. Έλεγαν πως στη διάρκεια αυτής της διαδήλωσης θα πραγματοποιούνταν στόχοι, ότι θα υπήρχαν ομάδες που θα πραγματοποιούσαν τους στόχους στο εξωτερικό της πορείας και ότι θα υπήρχαν σύντροφοι που θα πραγματοποιούσαν μιά πιό μεγάλη προκάλυψη.

Καλά όλα αυτά αλλά διευκρινήσεις για τους στόχους δεν μας έδωσαν και αυτό προκάλεσε αμηχανίες. Έγινε η διαδήλωση κι αν θυμάμαι καλά ήταν εκείνη που κτυπήθηκαν το σπίτι του Γενικού Εισαγγελέα και το στρατόπεδο των Καραμπινιέρων και μάλλον ένα κτηματικό γραφείο που δέχτηκε επίθεση με μολότοφ.’
‘Δεν γνωρίζω τους υλικούς εκτελεστές.’

  • ας αλλάξουμε όμως λιγάκι το ύφος:

Ο μονοδιάστατος άνθρωπος

Ο μονοδιάστατος άνθρωπος
Ο «μονοδιάστατος άνθρωπος» έχει χάσει την ατομικότητά του, την ελευθερία του και την ικανότητά του να διαφωνεί, και να σκέφτεται κριτικά

 

Ο μονοδιάστατος άνθρωπος

 

 

αυτή είναι η μάνα μου:

DSC02226

  • και να σας πω δυο λόγια ακόμη, πως

ήμασταν χαρούμενοι γιατί ήμασταν μαζί, και η παρέα έγινε οργάνωση, και η οργάνωση μεγάλωσε και οπλίστηκε, ο οπλισμός υπήρξε αναγκαιότητα γιατί μας σκότωναν φασίστες κι αστυνομικοί ενωμένοι και καραμπινιέροι μαζί – και να τους αρπάξουμε την εξουσία μες απ’ τα  χέρια αναγκαιότητα επίσης – γιατί ασφυκτιούσαμε κάτω από την μπότα του συστήματος που είχαν στήσει μπουρζουάδες και ρεβιζιονιστές ενωμένοι, μάρτυρας ο μεγάλος Παζολίνι κι άλλοι πολλοί, και η εργατική τάξη στον δρόμο μας παράτησε, δεν μπορέσαμε κι εμείς να κάνουμε την μεγάλη μανούβρα την κατάλληλη στιγμή και να στρέψουμε το καράβι προς την αναστροφή πορείας στρατηγικής υποχώρησης όταν τα πράγματα είχαν αρχίσει να στραβώνουν και ο κόσμος έδειχνε την αποστροφή του προς τον μιλιταρισμό που είχαν διαλέξει οι οι πιο ‘εξτρεμιστές’ απ’ τους συντρόφους μας και τα πράγματα πήγαν κατά διαόλου με λίγα λόγια

-‘Συλλογίζομαι πως αν όλες οι πολυκατοικίες στη Στουρνάρα και στον οδόν Πολυτεχνείου άνοιγαν διάπλατα τις πόρτες και τα παράθυρα, αν φώτιζαν όλα τα δωμάτια και τα μπαλκόνια, ετούτα τα μεσάνυχτα δε θα μπορούσαν να μας μακελέψουν. Κι ήξερα πως ό,τι γίνει απόψε εδώ, θα γίνει με την ανοχή των πολυκατοικιών- της σιωπηλής πλειοψηφίας. Κι αυτό που λέει ο Φράντς Φανόν για τους δειλούς και τους προδότες, ήταν εδώ ακριβώς που εφάρμοζε απόλυτα. Αναρωτιόμουν τι να κάνουν στα σπιτάκια τους. Θα κοιμούνταν άραγε; Σκέφτηκα τον πατέρα μου- την προηγούμενη είχε έρθει και μ’ έψαχνε, μ’ είχε κατασυγκινήσει όταν σε μια στιγμή με πήρε στην αγκαλιά του τραυλίζοντας τα μάτια μου δεν είδαν τόπον ενδοξότερον από τούτο το αλωνάκι, και με φίλησε στα μαλλιά κι εγώ το καταλάβαινα μια για πάντα πως θα τον αδικώ και θα τον κρίνω, αλλ’ όμως αυτός είναι ο πατέρας μου, κι εγώ σ’ ευχαριστώ, του ψιθύρισα, που μ’ έμαθες να διαβάζω Σολωμό. Με παρακαλούσε να προσέχω, οι πληροφορίες δεν είναι ευχάριστες, αλλά δεν έχει το δικαίωμα να με κρατήσει πίσω, μόνο με παρακαλεί να προσέχω και με φίλησε. Κι εγώ σαν να ‘μαι η διαιώνισή του, μην το ξεχνώ ούτε στιγμή, από μένα κρατήθηκε τόσα χρόνια, όλα τ’ άλλα, με θερμοπαρακαλεί να τον πιστέψω, όλα δεν ήταν παρά οι παρενθέσεις γύρω από μένα. Έτσι τον ξεπροβόδισα ως την Ομόνοια σαν ν’ αποχαιρετιόμαστε παραμονές θανάτου. Και τώρα τον σκεφτόμουν μ’ αγάπη- τον είδα στον καναπέ ν’ ακούει τις εκκλήσεις του Σταθμού και να σφίγγει τα μελίγγια του κατεβάζοντας το ένα κονιάκ μετά το άλλο. Είδα και τον Ανέστη, αιωνία του η μνήμη, ότι θα κλαίει πάλι αυτήν την ώρα, κι η Ζωίτσα θα τον παρηγορεί πως όλα είναι ματαιότης ματαιοτήτων, τα πάντα ματαιότης. ζητούμε να μας δώσουν από μέσα βενζίνη να φτιάξουμε καμιά μολότωφ, εδώ αυτοί μας βαρούν στο ψαχνό κι εμείς ούτε ξυλαράκια για προσάναμμα. Αλλά δε θέλουν οι επιτροπές, δεν εγκρίνουν αυτήν τη μορφή πάλης. επειδή ο εμφύλιος, ω εμφύλιε. Αυτοί που στοίχειωσαν στους Λίβανους και στις Γκαζέρτες και στις Βάρκιζες, γιατί δε δένουν καλύτερα μια πέτρα στο λαιμό τους να πάνε γρηγορότερα στον πάτο οι πνιγμένοι. δε γουστάρω ρε μαλάκα άλλες ήττες, μπήκες; Αόρατη κι όμως πανταχού η Συντονιστική- άντε δίνε του με τα βελουχιώτικά σου, άντε ανάρχα αριστεριστή, προβοκάτορα βομβιστή, μικροαστέ εξτρεμιστή, κι όλα τα σκατά στο στόμα τους. Μετά εμφανίζεται η Ελένη, έχομε πολλούς βαριά τραυματισμένους, αρκετούς νεκρούς. Κηρύχτηκε στρατιωτικός νόμος, τανκς κατευθύνονται προς εμάς, αλλά εμείς η ψυχωμένη μεραρχία με τα χαρτομάντιλα και τα τσιγάρα, τις σοκολάτες και τα μπισκότα θα τους υποβάλουμε τους όρους μας…’-        Μάρω Δούκα, Αρχαία σκουριά

συνεχίζεται

τα βιβλία του μιχάλη, i libri di michele

ΕΕ. στη χώρα του ποτέ…ή 7

 

  • Με ημερομηνία 30/07/’80, ζητώ μέσω του δικηγόρου που με είχε υπερασπιστεί στην Ιταλία φωτοτυπίες επικυρωμένες της απόφασης δίκης [που είχε στηθεί σχεδόν με το ζόρι από την αστυνομία] που έλαβε χώρα στο Δικαστήριο της Φλωρεντίας την πρώτη εβδομάδα του ’78, όπου είχα αθωωθεί πανηγυρικά.
    Οι κατηγορίες ήταν: διακοπή μαθημάτων και καταστροφή ξένης περιουσίας.
    Την παρουσιάζουμε και αυτήν στην απολογία μας σαν ενισχυτική της προσπάθειας κατασκευής ενόχου από τις ιταλικές αρχές. Μεταφέρω τα κυριότερα σημεία, αυτά που ενδιαφέρουν :

‘O Μαυρόπουλος Μιχαήλ, κληθείς είς έκτακτον δίκην ίνα απαντήσει διά τα προαναφερόμενα αδικήματα, απέρριψε αμφότερες τις κατηγορίες αναφέροντας ότι : είχε παρουσιαστεί εις την αίθουσαν της Σχολής Πολιτικών Επιστημών όπου διεξήγαγε τις εξετάσεις ο Καθηγητής Λουίτζι Λόττι, με σκοπόν να προσκαλέση τους παρόντες να μεταφερθούν εις το Δικαστήριον, εις ένδειξιν συμπαραστάσεως προς τους συμφοιτητάς οι οποίοι το πρωϊνό εκείνο εδικάζοντο διά γεγονότα συμβάντα τον περασμένο χρόνο εις το φοιτητικό εστιατόριο. Λαμβάνοντας την απάντησιν ότι οι εξετάσεις θα εσυνεχίζοντο και ότι εν τούτοις ο καθένας ήταν ελεύθερος να πράξη όπως ήθελε, εξήλθε αμέσως και άρχισε να μοιράζη προκηρύξεις εις όσους ευρίσκοντο εις τον διάδρομον. Εισήλθεν εκ νέου εις την αίθουσαν όπου άρχισε να κάνη το ίδιο προς τους φοιτητάς που παρακολουθούσαν τας εξετάσεις. Ο καθηγητής, ο οποίος τον εγνώριζε προσωπικώς και τον εκάλεσε με το όνομά του,τον παρότρυνε να μην δημιουργήσει υπερβολικήν σύγχισιν.

Έτσι, όσον αφορά το αδίκημα, δεν μπορεί να θεωρηθή πραγματοποιημένη η διακοπή των εξετάσεων στο συντομότατο χρονικό διάστημα στο οποίο ο Μιχάλης εισήλθε εις την αίθουσα, ζήτησε από τον καθηγητή να διακόψει τας εξετάσεις, έλαβε γνώσιν της αντίθετης επιθυμίας του και εν συνεχεία βγήκε, έχοντας όλα συμβεί σε λίγες στιγμές, σε ένα διάστημα τελείως αμελητέο.Υπήρξε μια προσωρινή παύσις της διδακτικής δραστηριότητας ολίγων λεπτών, τέσσερα με πέντε, αλλά αυτό εξαρτήθηκε από την αυθόρμητη πρωτοβουλία του καθηγητού, ο οποίος θέλησε να βγει στον διάδρομο έχοντας ακούσει φασαρία, για να μάθη τι συνέβαινε. Εις αυτό το διάστημα ο Μαυρόπουλος επωφελήθηκε για να μοιράσει εις την αίθουσα μερικές προκηρύξεις, με την συγκατάθεση του ίδιου του κ. Λόττι. Όταν του ζητήθηκε,βγήκε ήρεμα από την αίθουσα και οι εξετάσεις συνεχίστηκαν.

Όλα επιβεβαιώθηκαν από τον κ. Λόττι.
Ο καθηγητής κ.Τζιοβανίνι από την πλευρά του επιβεβαίωσε την συνάντησιν με τον Μαυρόπουλο εις τον δεύτερον όροφον, ‘εις τον διάδρομον όπου είναι οι σκάλες’, προσδιορίζοντας πως ο Μιχάλης δεν είχε καλυμμένο το πρόσωπο, εις αντίθεσιν με πολλούς άλλους οι οποίοι κυκλοφορούσαν πάνω και κάτω εις τους ορόφους, και καθώς συνομιλούσε με αυτόν άκουσε να τον ζητά η τεχνικός του Ινστιτούτου, η οποία τον πληροφόρησε ότι είχαν δημιουργηθεί επεισόδια εκείνην την ώρα εις τον κάτω όροφον, ‘ακούγοντας κραυγές και θορύβους υαλοπινάκων που έσπαγαν’.
Αφού αποχαιρέτησε τον καθηγητή Τζιοβανίνι ο Μαυρόπουλος απεμακρύνθη βιαστικώς από το κτίριο διά να πάη εις το Δικαστήριον.
Κληθέντες και οι δύο μάρτυρες υπεράσπισης του μαθητού τους επιβεβαίωσαν την μή ανάμιξην του εις οποιανδήποτε βίαιην πράξιν προκαλώντας ουσιαστικά την πλήρη απαλλλαγήν του από οποιανδήποτε κατηγορίαν και την οριστικήν του αθώωση και για τις δύο κατηγορίες’

Ούτε δράστης ,ούτε υποκινητής.

  • Ξεκινάει τελικά η δίκη στο Πενταμελές Εφετείο Κομοτηνής. Θα σας γράψω αμέσως για το κατηγορητήριο. Αυτό που δεν θυμάμαι είναι εάν στηρίζεται μοναχά στις κατηγορίες του Σαβέριο ή σε μέρος αυτών, στις αρχικές, και μέρος αυτών των άλλων τριών κατηγόρων για τους οποίους θα σας μιλήσω στην συνέχεια. Βλέποντας τα αποκόμματα των εφημερίδων της εποχής συναντώ την Ροσσάνα να λέει στην αρχή στους δημοσιογράφους που την ρωτούν πως όλα στηρίζονται στον Κάντζι. Αργότερα, σε αίθουσα του Αρείου Πάγου αναφέρεται στον ‘γνωστό τοξικομανή’ που την εμπλέκει στις ιστορίες του. Το πιο πιθανό λοιπόν σενάριο μου φαίνεται αυτό,του να έχουν στείλει οι ιταλικές αρχές τις πρώτες απολογίες και των τριών. Οι υπόλοιπες πρέπει να ήρθαν πολύ αργότερα, στην προσπάθεια να στηριχθεί η δεύτερη απόπειρα καταδίκης μου. Λίγη σημασία έχει πλέον το πως ακριβώς διεξήχθησαν τα πράγματα.

Τελικά με κατηγορούν για –συμμετοχή σε ένοπλη ομάδα που δρούσε χρησιμοποιώντας τα ονόματα :
‘προλεταριακές περιπολίες’
‘κομμουνιστικές μαχητικές προλεταριακές ομάδες’
‘προλεταριακές ομάδες μάχης’
‘πρώτη γραμμή’.
-Και ανατρεπτική οργάνωση με τα παραπάνω ονόματα.
-Για το κάψιμο δύο αυτοκινήτων ιδιωτικών αστυνομικών.
-Για το κάψιμο άλλων τριών αυτοκινήτων ιδιωτικών αστυνομικών.
Ληστεία εις βάρος τεσσάρων ατόμων, υπαλλήλων κτηματικής εταιρείας στην οποίαν εισέβαλα, και αρπαγή των ταυτοτήτων τους.
-Έφερα όπλα σε δημόσιο χώρο με σκοπό τα ανωτέρω εγκλήματα.
-Όπως φυσικά και την κατασκευή και μεταφορά των εμπρηστικών μηχανισμών με τους οποίους δόθηκε η φωτιά στα ανωτέρω οχήματα.

Οι δικαστές με αθώωσαν, δεν γίνονταν διαφορετικά.
Στην Ιταλία έφαγα μπόλικα χρονάκια, δεν θυμάμαι πλέον ακριβώς πόσα, πάνω από είκοσι.
Πρέπει να καθυστέρησε αρκετά, για άγνωστο λόγο να γίνει η δίκη, σίγουρα ενσωματώθηκαν εκεί όλες οι απολογίες-κατηγορίες, μου αποδόθηκε και αρχηγία ομάδας, και κατ’ επέκτασιν η συμμετοχή μου σε όλες τις ενέργειες της οργάνωσης, σαν στέλεχος της διοίκησης των ομάδων αυτής. Μούριξαν λοιπόν στ’ αυτιά με το σκεπτικό της συλλογικής ευθύνης, για ότι διεκδικήθηκε στην Φλωρεντία με τις ανωτέρω ονομασίες!!

Real wild child, Iggy Pop.

  • οι ερυθρές Ταξιαρχίες, Le Brigate rosse 16
Δημοσιεύτηκε στις 11 Ιαν 2015

Ανέβηκε στις 23 Μαρ 2011
η δίκη στο Τορίνο στον ιστορικό πυρήνα των BR , οι φωτογραφίες είναι από την ταινία-ντοκυμαντέρ των Alessandro Melano και Marino Bronzino: «Avvocato !»

  • Πιστεύω πάντως πως καταφέραμε να σας δώσουμε μια γεύση του κλίματος μες το οποίο κύλησαν εκείνα τα απίστευτα χρόνια. Έχουμε κι άλλο δρόμο να διανύσουμε, θα συνεχίσουμε στο ίδιο τέμπο.
    Για Τριλογία μιλάμε στο κάτω-κάτω, σας έχω δείξει ήδη τόσα πολλά, απ’ όποια πλευρά και να το εξετάσεις, κοινωνική – προσωπική – πολιτιστική κλπ.

Fire, Kasabian.

  • Ανοίγω ξανά παρένθεση, είναι το αγαπημένο μου χόμπυ. Ξεκουράζει.
    Γράφω πάντα στο χέρι, μόλις τελειώσω αρχίζει η πληκτρολόγηση. Όλο αυτό το διάστημα σημείωνα σε ατζέντες που είχα από την δουλειά μου, αχρησιμοποίητες ή μισογεμάτες, με κενές σελίδες.
    Αυτή, πάνω στην οποία δουλεύω τώρα είναι του 2002. Στη σελίδα με ημερομηνία 12 Ιανουαρίου, βρήκα ένα κείμενο μια σταλιά, δυο λόγια που είχα σημειώσει για άγνωστη αιτία Σου το παραθέτω, είναι το ξεγύμνωμα μου :

‘Από μικρός αγαπούσα τους ήρωες. Στη ζωή, μου αρέσει η νίκη, δεν είναι όμως αυτοσκοπός.
Ήθελα πάντα να είμαι μπροστά, στην κόψη του κύματος.
Μου αρέσουν πρόσωπα σαν αυτά του Αλέξανδρου, του Τσέ, του Λεωνίδα, του Αχιλλέα.
Να καλπάζω, στο κυνήγι του ονείρου που είναι η ελευθερία. Μακριά απ’ τα δεσμά της συνήθειας, του βολέματος, της πολυθρόνας. Δεν με χαλάει η μοναχικότητα του ηγέτη, με μαγεύει το σπάσιμο των δεσμών, το τίναγμα των φτερών στον ανοιξιάτικο αγέρα. Η ευωδιά του δαφνοστεφανωμένου μετώπου, του ιδρωμένου κορμιού, του ματιού που λάμπει, που γυαλίζει αποφασισμένο να νικήσει, που κέρδισε γιατί ένιωσε ελεύθερα. Έπραξε ελεύθερα! έζησε ελεύθερα. Αυτός είναι ο ήρωας μου! ΑΥΤΌΣ ΘΈΛΩ ΝΑ ΕΊΝΑΙ Ο ΕΑΥΤΌς ΜΟΥ!! Ο πολεμιστής του φωτός, ο πολεμιστής της ζωής!!’

Ξυλούρης, ‘που πας παλικάρι’

Εδώ θέλω να σημειώσω πως ο δικός μου Λεωνίδας δεν έχει καμία σχέση με αυτόν των φασιστών. Που κάνουν άπειρες συγχύσεις και απίστευτες τρίπλες για να ιδιοποιηθούν ήρωες και παραδείγματα ανθρώπων που με αυτούς δεν έχουν ουδεμία απολύτως σχέση, με την καφρίλα και την ψυχική τους ερημιά. Είναι μία τεράστια συζήτηση, θα χρειάζονταν ένα αυτόνομο πόνημα για να εξηγήσω πως τα παιδικά μου ινδάλματα δεν τα χαρίζω ούτε με σφαίρες σ’ εσάς, ξεφτίλες ‘πατριώτες’ που από υπερηφάνεια τιμή και ανδρεία δεν έχετε καμία,μα καμία σχέση!
Πρώτοι μεταξύ ίσων! οι ήρωες μου είναι! Κουράδες του γλυκού νερού είστε και φαίνεστε, καθίκια!

Πατρίδα,…Στίχοιμα.

Ο γιος μου μαθαίνει κιθάρα, η Βίκυ μπάσο. Με ρωτούν πώς έγινε και δεν έμαθα να παίζω μουσική.
Θυμάμαι πως μικρός είχα ζητήσει απ’ τον πατέρα μου να πάω σε δάσκαλο και δεν με άφησε γιατί ‘μουσική παίζουν οι αλήτες’. Έτσι έλεγαν οι συμβάσεις στην μικρή μας πολιτεία εκείνα τα χρόνια. Ναι φίλοι μου.
Αυτή ήταν η πικρή πραγματικότητα.
Πήγαινα σχολείο και δεν με άφησαν να γραφτώ σε ομάδα, να τελειοποιήσω το ποδόσφαιρο που έπαιζα στις αλάνες και αγαπούσα πολύ. Γιατί και ‘μπάλα έπαιζαν οι αλήτες!’
Ζούμε ένα κλίμα νοσηρό. Να φανταστείτε πως φώναξαν τη μάνα μου στο σχολείο, να της κάνουν παρατήρηση, να μη με αφήνει να φοράω κόκκινα ρούχα! δεν κάνω πλάκα. ΈΧΟΥΜΕ ΧΟΎΝΤΑ ΚΑΙ ΌΤΙ ΘΥΜΊΖΕΙ ‘ΣΥΜΜΟΡΊΤΕΣ’ ΕΊΝΑΙ ΑΠΑΓΟΡΕΥΜΈΝΟ, ακόμη και το χρώμα!

‘Το παιδί είναι Ολυμπιακός! αφήστε τον ήσυχο!’ Τους βάζει στη θέση τους η μάνα μου.
Λίγους μήνες μετά,τα ίδια. Την ξαναφωνάζουν. Αυτή τη φορά της κάνουν παρατήρηση γιατί λέει ‘κάνω πολλές παρέες με κορίτσια’! Ετοιμόλογη αυτή τους απαντά πως αφύσικο θα ήταν ‘να κάνω πολλές παρέες με αγόρια’!
Για τέτοια κατάσταση μιλάμε. Αρρωστημένη!
Αγάπησα πολύ τον Μπέστ, τον είχα σαν ίνδαλμα, και τον Γιώργο Δεληκάρη. Ερωτεύτηκα τον Ζαιρζίνιο και τον μεγάλο Κρόιφ, αργότερα τον Σόκρατες, τον Καντονά τον Ζίκο και τον Αντονιόνι. Πώς να ξεχάσω τον τεράστιο Λεβ Γιασίν;

Πανηγύρισα με τον απίθανο Μπορζώφ που καθάρισε τους Αμερικανούς κι ας ήμουν φιλικός με τους Κινέζους,εκείνο τον καιρό.
Αγάπησα τον Άλι, παραδέχτηκα τον Μαραντόνα, που τον γιάτρεψαν οι Κουβανοί. Με τον Τσάβες δεν τα κατάφεραν.
Όταν ο αγαπημένος μας Χουαντορένα ταπείνωσε ξανά τους δυτικούς, στη Μυροβόλο πανηγυρίζαμε σαν τα παιδιά, νιώθαμε πως παίρναμε τη ρεβάνς, απ’ τους αμερικανούς, της ήττας στον εμφύλιο.
Και θα μου μείνει αξέχαστος ο Ύβ ο Τριαντάφυλλος. Τότε δεν ήταν που ακούγαμε ‘Γαρύφαλλο’ απ’ τους ‘Πελόμα Μποκιού’ ;
Τον Πελέ δεν τον χώνεψα ποτέ!

Όσο για τον Γιώργο Κούδα, ας κάνει ένα παγωμένο μπάνιο στα βρώμικα νερά του Θερμαϊκού. Που δεν είχε τ’ αρχίδια ν’ ακολουθήσει τα όνειρά του όταν ο Μαντζαβελάκης [αν θυμάμαι καλά ] τον κατέβασε στην Αθήνα. Κι έκανε άνω κάτω την Ελλάδα, χωρίς λόγο. Κι ας λέει πως φοράει παντελόνια. Φούστα φορούσε η Μαρί Μπονέ αλλά αυτή είπε την αλήθεια.
Όχι, δεν είμαι σεξιστής. Μιλάω έτσι για ν’ ανάψουν τα αίματα
η αλήθεια πονάει.
Πως να ξεχάσω τον Μποτίνο, τον Αϊδινίου ;

Την αγία τριάδα του καβαλιώτικου ποδοσφαίρου των χρόνων που ήμουν νεαρός ; Μήτσος Παρίδης, Παύλος Κοψαχείλης και Κώστας Λιόλιος !
Και κάτι ζευγάρια φωτιά : Μητρόπουλος-Ναθαναήλ, και Κωνσταντίνου – Καραγιάννη.
Μια άλλη Ελλάδα. Του Λαμπράκη, του Πέτρουλα, του Μπελογιάννη! Του Πλουμπίδη!
Του Τσαρούχη και των εξαίρετων ποιητών, ζωγράφων και μουσικών μας!
Όσο κι αν ψάχνετε φασίστες να ωραιοποιήσετε την ιστορία σας, παραχαράσσοντας την αληθινή, έναν ήρωα δεν θα βρείτε στις σειρές σας.Έναν άνθρωπο!

Έναν Λόρκα, έναν Βίκτορ Χάρα, μια Βιολέτα Πάρα.
Ξέφυγα.
Προσπάθησα λοιπόν στα δεκαοκτώ μου να μάθω να παίζω κιθάρα.
Είμαι φρέσκος στην Φλωρεντία, γλυκούλης. όμορφα αγόρια όμως χιλιάδες. Μου αρέσει να βρίσκομαι στο επίκεντρο του ενδιαφέροντος του θηλυκού κόσμου. Αυτοί που όμως τραβούν σαν μαγνήτες τα κορίτσια είναι εκείνοι που γρατζουνάν τις κιθάρες,
μόλις σβήνουν τα πικ-απ και η ώρα είναι περασμένη.
Είμαι τρελαμένος, αρπάζω μια μέρα μέσα απ’ τα χέρια του φίλου μου το μαγικό ξύλο και τον βάζω να μου δείξει τις θαυμαστές κινήσεις.
Ακόμα και το σπίτι θυμάμαι στο οποίο βρισκόμαστε, λίγο πιο πίσω απ’ την πιατσέτα του Σαν Πιερίνο.
Μου μαθαίνει το ξεκίνημα του Σμόουκ ον δε Γουώτερ. Μου βγήκε η ψυχή όμως, τα παράτησα αν και το κατάφερα.

Είχα πολύ ενέργεια για να κάθομαι ακίνητος τόση ώρα να προσπαθώ με τα δάχτυλα να κάνω το όργανο να παίξει. Η ψυχή δεν ηρεμούσε, δεν ακολούθησε.
Δεν ανεχόμουν να παλουκωθώ με τίποτα, υπομονή στα κόκκινα, τα βρόντηξα.
Τους έκανα όμως να με προσέξουν αλλιώς!!!

Lucky man, Emerson Lake and Palmer.

  • Ξαναγυρνώντας στο σήμερα:
    Σαν γνήσιος ‘μπλαουγκράνα’ στήθηκα προχθές να παρακολουθήσω την επική ανατροπή της αγαπημένης μου ομάδας, [δεν έγινα ‘Μπάρτσα’ τα τελευταία χρόνια που είναι της μοδός, αλλά από τότε που τους ξαναέφερε στα χείλη το χαμόγελο της Αξιοπρέπειας ο μεγάλος Γιόχαν Κρόιφ. Αργότερα, όταν κατάλαβα και τις πολιτικές προεκτάσεις της υπόθεσης, το γλυκό έδεσε].
    Αντ’ αυτού παρακολούθησα μια νέα συντριβή.
    Εκείνο όμως που μου έκανε χείριστη εντύπωση ήταν η ανεκδιήγητη συμπεριφορά του σπορτκάστερ, ο οποίος δυστυχώς αντιπροσωπεύει το δείγμα πολιτιστικής,και όχι μόνο, συμπεριφοράς του μέσου Έλληνα ραγιά.

Έπλεκε διθύραμβους για τους Γερμανούς, απ’ την αρχή μέχρι το τέλος,
και μπαλαδορικά ίσως έκανε και καλά.
Έχω ερωτευτεί Γερμανίδες, έχω περάσει υπέροχα,
με στήριξαν οικονομικά οι Γερμανοί τουρίστες όταν δούλευα στην παραλία, αλλά μέχρι εδώ.
Είναι τεράστιος λαός οι Γερμανοί.
Η συλλογική μνήμη όμως δεν ξεχνάει ακόμα φίλε, δεν μπορώ να πω πως σαν λαό τους πολυσυμπαθώ τους Γερμανούς.
Από παιδάκι, γερμανική ομάδα δεν υποστήριξα ποτέ, όπως δεν θα υποστηρίξω Παναθηναϊκό, με οποιονδήποτε αντίπαλο και αν αγωνιστεί.
Ξέρω πως η ειλικρίνεια σπάει κόκαλα!
Τους αποκαλείτε ‘πάντσερ’ και προσβάλλετε τη μνήμη εκατομμυρίων ανθρώπων. Εβραίων, συμπατριωτών μου, ρομά, κομμουνιστών, αναρχικών και κάθε λογής άλλου που τόλμησε να σκεφτεί διαφορετικά εκείνα τα χρόνια και έσβησε στα στρατόπεδα και τα κρεματόρια
Έφτασε ο λεχρίτης παρουσιαστής στο σημείο να προτείνει στο τεράστιο κλάμπ, σε αυτή τη μεγάλη λαϊκή κατάσταση που είναι κάτι περισσότερο από μια ομάδα, έναν κατά τα άλλα συμπαθέστατο άνθρωπο και ικανότατο προπονητή, προσβάλλοντας έναν άντρα που έδωσε όλη τη χρονιά μια μεγάλη μάχη με τον καρκίνο, βγαίνοντας νικητής, τον Τίτο Βιλλανόβα.

Μέσα στη χώρα όπου τα ερείπια της Γκερνίκα θα ορθώνονται πάντα στις καρδιές μας να θυμίζουν τι εστί βερύκκοκο, με άλλα λόγια γερμανικός φονταμενταλισμός, ολοκληρωτισμός ή όπως αλλιώς θέλετε να ονομάσετε αυτό το απαίσιο μικρόβιο του ναζισμού.
Θα μου πείτε πως και ο Σούστερ πήγε στη Ρεάλ. Στα τέτοια μου! Στη Ρεάλ του Φράνκο πήγε και του παντοτινού Ισπανικού κατεστημένου.
Και όλα αυτά ξεχνώντας πως η ομάδα έτρεχε σαν τραίνο μέχρι την ημέρα που ο Τίτο Βιλανόβα, αυτό το γλυκύτατο παλικάρι με το Πι κεφαλαίο ξεκίνησε την περιπέτειά του στα Νοσοκομεία για να απαλλαγεί από την αρρώστια.
Σέβεσαι τον άνθρωπο που παλεύει με τον θάνατο και το βουλώνεις,
που θα την βρει όμως την ευαισθησία ο …….
Δεν θα θυμίσω τον Αμπιντάλ!
Δεν ξέρω με ποια κριτήρια επιλέγουν οι εταιρείες τα στελέχη τους, είπαμε όμως, αυτή είναι μία εικόνα από κάποια Ελλάδα του σήμερα.
Προτείνω στην ΕΡΤ να στείλει τον συγκεκριμένο ρεπόρτερ στην Ογκολογική Κλινικήοποιουδήποτε Νοσοκομείου ΝΑ ΠΆΡΕΙ ΜΑΘΉΜΑΤΑ ΑΝΘΡΏΠΙΝΗΣ ΑΞΙΟΠΡΈΠΕΙΑΣ και αγωνιστικότητας. Να καθίσει εκεί υποχρεωτικά για πέντε-έξι μήνες να μάθει πως παλεύει ο άνθρωπος καθημερινά με τον εαυτό του και την αρρώστια.

Αν καταλάβει κάτι και ξαναπάρει το μικρόφωνο στα χέρια, είμαι σίγουρος πως θα σταματήσει να υβρίζει τον άνθρωπο που βγήκε από τα σπλάχνα της ομάδας και την έκανε να ξεφύγει καμιά δεκαπενταριά βαθμούς από την ‘μισητή’ Ρεάλ μέσα σε δύο μήνες,
μέχρι να πέσει στα χέρια του χάροντα, να τον παλέψει, και να βγει νικητής και σ’ αυτή τη μάχη. Λιγάκι κουρασμένος φυσικά!
Ξέρω από πρώτο χέρι τι θα πει χημειοθεραπεία.
Δεν χρειάζεται να προσθέσω τίποτα περισσότερο.
Ανάθεμα σε όλους αυτούς που κατάντησαν τον Έλληνα αυτό που δείχνει αυτή τη στιγμή, δημόσια τουλάχιστον, γιατί,αυτό που συμβαίνει στο κάθε σπίτι δεν το γνωρίζουμε.

Toy soldiers, Eminem.

Είμαι περήφανος για τον μπασκετικό γαύρο! σαν ολυμπιακός και τίποτα παραπάνω. ΤΟΥΣ ΓΑΎΡΟΥΣ ΕΚΠΡΟΣΩΠΕΊ Η ΟΜΆΔΑ ΜΑΣ ΚΑΙ ΚΑΝΈΝΑΝ ΆΛΛΟΝ!
Έχει πανηγυρίσει μεγάλες στιγμές ο βάζελος, δεν ένιωσα ποτέ μα ποτέ, απολύτως τίποτα.
Σταματήστε λοιπόν τις υποκρισίες. Ο Μέσι και η παρέα του ολόκληρη, μες το αεροπλάνο πανηγυρίζουν τη νίκη μας επί της Ρεάλ, φωνάζοντας ‘Ολυμπιακός-Ολυμπιακός! αφήστε αυτά που ξέρετε.
Σιχάθηκα το κυπελάκι που σήκωσε ο Μαρινάκης μπροστά στις άδειες κερκίδες του κόκκινου ΟΑΚΑ. Μπορεί να το βάλει εκεί που ξέρει, εμείς οι γνήσιοι Ολυμπιακοί τον έχουμε χεσμένο,και αυτόν και τους χρυσαυγίτες φίλους του, όπως και όλους τους σκατόψυχους φασίστες της 7. Τέτοια κυπελάκια δεν τα θέλουμε. Παλικαρίσια, θα έπρεπε να το γυρίσουν πίσω!

Ξέρω επίσης πως αυτοί που φωνάζουν για ‘κάθαρση’, χαλίφηδες στη θέση του χαλίφη θέλουν να γίνουν, ποτέ δεν θέλησαν δικαιοσύνη. Διαφορετικά θα το είχαν δείξει στο δρόμο, στην πιάτσα,στους αγώνες τους καθημερινούς. Δεν τους έχουμε δει πουθενά! την μαρμίτα θέλουν, αυτή που μονοπωλεί άλλος.
Αν το μάτι του μέσου Έλληνα γυαλίσει όπως των γαύρων παιχτών και προπονητών του μπάσκετ αυτού του τριημέρου, άλλη μέρα θα ξημερώσει!

Antifa hooligans, los fastidios.

Και μετά ξύπνησα!!!

Υπάρχει μία συνολικά διεφθαρμένη κατάσταση που αγκαλιάζει όλες τις οργανωμένες εκφάνσεις της ελληνικής κοινωνίας, μία αρρωστημένη νοοτροπία που έχει σφίξει σαν τανάλια ένα μεγάλο κομμάτι ελλήνων και κάνει μπαμ στον αθλητισμό, σε όλα του τα σκαλοπάτια, κυρίως δε στους δημοσιογράφους τους φιλάθλους και τους παράγοντες. Δεν είναι η αλλαγή ή εναλλαγή προσώπων που θα λύσει το πρόβλημα. Ριζική αλλαγή νοοτροπίας όλων αυτών των ελλήνων που έχουν βουτηχτεί, χρόνια τώρα, στη μισαλλοδοξία, την έλλειψη αλληλεγγύης και στο μίσος προς την διαφορετικότητα. Τον ‘κρυπτοφασίστα’ που έχει ο καθένας μέσα του πρέπει να αποβάλλουμε πρώτ’ απ’ όλα!

‘ο κόσμος είναι επικίνδυνος όχι εξαιτίας αυτών που κάνουν κακό, αλλά εξαιτίας αυτών που τους κοιτάζουν χωρίς να κάνουν τίποτα’.
A. Einstein.

Σχετική εικόνα

Κάνω ένα διάλειμμα και επιστρέφω.

Άσε που πέρασε η ώρα, βράδιασε, αύριο πάλι.

ωχρά σπειροχαίτη, κούφιοι άνθρωποι

Κάποιος θυμήθηκε τον Ρεχάγκελ. Και γι αυτόν θα σου πω πως δεν τον χώνεψα απ’ την πρώτη στιγμή, για τις δηλώσεις που έκανε για τον Ολυμπιακό,μόλις πάτησε το πόδι του στην χώρα. Την αλήθεια λέω, δεν θέλω να γίνομαι ευχάριστος με το ζόρι, την εθνική του δεν την έβλεπα γιατί είχε μέσα αμέτρητους παναθηναϊκούς, το αίμα νερό δεν γίνεται,
εγώ που αλλάζω το κανάλι μόλις ντύνεται πράσινο και να μου δείχνεις τις ίδιες μουτσούνες στυλ Καραγκούνη, ντυμένες στο γαλάζιο, και να χαίρομαι
δεν είμαι σχιζοφρενής.
Αυτά τα αφήνω σ’ αυτούς που είναι υπεράνω, και κατά βάθος ανέραστοι, χλιαροί.
Γιατί, δεν μπορείς να είσαι παθιάρης και να την βρίσκεις με όσους σου στέκονται στο στομάχι, μόνο και μόνο επειδή αλλάζουν φανελάκι! Να γλείφεις εκεί που φτύνεις
Ας βάλουν λοιπόν εκεί που ξέρουν και τον Όττο και τους λεγεωνάριους του, εγώ είμαι γαύρος πρώτα, και πάνω απ’ όλα
όσους βάζελους κι αν ντύσουν με άλλα χρώματα, εγώ πράσινους τους βλέπω.

Πως λοιπόν εσύ καταφέρνεις ν’ αγαπάς αυτό που όλη την βδομάδα απεχθάνεσαι, δεν το καταλαβαίνω. Με το συμπάθιο δηλαδή!
Και μην αρχίσετε να μου μιλάτε για έθνος και φυλή γιατί δεν τα χάφτω, εθνική με δέκα παναθηναϊκούς δεν την θέλω, τελεία και παύλα. Εσείς μπορεί να την αγαπάτε, εγώ αδυνατώ. Ούτε να σας πείσω θέλω, ούτε να με πείσετε. Κουβέντα κάνουμε και όλα είναι αποδεχτά!
Να λέμε όμως τα σύκα με το όνομά τους!
Βαράτε όσο θέλετε τους πισινούς σας στο πάτωμα, έχω το θάρρος της γνώμης μου και την διατυπώνω. Δεν θα σε χαϊδέψω, ‘λευκέ γαλάζιε ποντικέ μου’.
Κι εκείνη την μπάλα, γραμμή μαζινό, να μη φάμε γκολ κι ότι γίνει, δεν την κατάπια ποτέ.
Και στον δρόμο δεν βγήκα!

Όπως δεν πανηγύρισα το κυπελάκι του Μαρινάκη, αγάμητε, κομπλεξικέ δημοσιογραφίσκο!
Γιατί, αν κρατάς γραφίδα στο χέρι, πρέπει να κάνεις τη δουλειά σου! κι όχι να βγάζεις στο χαρτί που θα διαβάσει το κοινό τα κόμπλεξ τα στερητικά σου.
Γράψε ένα βιβλίο και πες την άποψή σου.
Στην εφημερίδα που υπηρετείς, θα απαριθμήσεις τους αναρίθμητους τίτλους που με τσαμπουκά η ερυθρόλευκη ομάδα κατακτά με το σπαθί της σε όλα τα ομαδικά αθλήματα, ανδρών και γυναικών, στην χώρα και την Ευρώπη,
με το σπαθί της επαναλαμβάνω!

Και επειδή τους ακούω να μου λένε πως ‘για ένα παιχνίδι πρόκειται’, θα τους απαντήσω πως ‘ακριβώς, επειδή πρόκειται για παιχνίδι, του δίνω την σοβαρότητα που του αξίζει’!
Και ο Δεληκάρης έφυγε από το λιμάνι, και ο Μητρόπουλος, στην καρδιά μας παρέμειναν αγαπητοί, είναι η χημεία βρε αδελφέ!
μη μου μιλήσεις όμως για Ριβάλντο ή Αποστολάκη γιατί την έβαψες.
Όσες συγνώμες κι αν ζήτησε ο Βραζιλιάνος στην καρδιά μας δεν χώρεσε άλλο!
Και ο Λεμονής άλλαξε ομάδα, και τον Αντώνη τον αγαπήσαμε. Είναι κάτι στη συμπεριφορά που σε κερδίζει.

ανοίγω παρένθεση :

Η λογική της νίκης με κάθε τρόπο δεν είναι η δική μας επιλογή

kerkida

Ένα από τα τραγούδια που ακούγονταν στο παλιό αλλά και στο νέο γήπεδο Καραΐσκάκηπριν από τους αγώνες της ομάδας μου, του Ολυμπιακού, ξεκινούσε έτσι: “‘Ελα στου Καραΐσκάκη και αυτή την Κυριακή, να χαρούμε πανηγύρι και ολυμπιακή ψυχή”.

Σε όσα αληθινά περιγράφει θα προσθέσω και εγώ τη λαϊκή γιορτή, την κοινωνικοποίηση και την ελευθεριότητα που έχει μια γηπεδική κερκίδα. Από τα μέσα των 80’s όταν παιδάκι με πρωτοπήγαινε ο πατέρας μου στο γήπεδο, τα πέταλα και οι κερκίδες ήταν ένα σχολείο συναισθημάτων και ταξικότητας.

Στο παλιό Καραΐσκάκη με τα φιλόξενα, στους τζαμπατζήδες, τουρνικέ (τα περιστρεφόμενα κάγκελα)  έβλεπες τους πάντες, Λούμπεν άτομα, λαϊκοί τύποι, μικροαστοί όπως εμείς. Ο κατάλογος ατελείωτος.  Όλη αυτή η ανάμειξη αλλά και ανεκτικότητα (με τους περισσότερους δεν θα έκανες ποτέ παρέα έξω από το γήπεδο) είχε πλάκα αλλά και ουσία.

Το ταξικό σχολείο που λεγόταν κερκίδα (χωρίς τις θέσεις των ακριβών εισιτηρίων βέβαια) σε μάθαινε στο συγχρωτισμό, την αλληλεγγύη ακόμα και τη συνεννόηση, αν θες, με τους ανθρώπους της τάξης σου. Πράγματα πολύ σημαντικά σε μια εποχή (τότε αλλά και τώρα) απονοηματοδότησης της κοινωνικής συλλογικοποίησης αλλά και αποπολιτικοποίησης.

Τη ίδια περίοδο στο εξωτερικό, με αφορμή το χουλιγκανισμό και στη λογική του “πονάει κεφάλι, κόψει κεφάλι” το ποδόσφαιρο αρχίζει να γίνεται “κυριλέ”, όπως τον εννοεί η εξουσία, φυσικά, τον όρο. Τα εισιτήρια αρχίζουν να ακριβαίνουν σημαντικά οδηγώντας τις λαϊκές μάζες, τη συντριπτική πλειοψηφία του ποδοσφαιρικού κοινού δηλαδή,  έξω από τα γήπεδα. Το ποδόσφαιρο μετατρέπεται σταδιακά σε θέαμα για λιγότερους, αλλά χειροκροτητές, που πάνε στο γήπεδο για να διασκεδάσουν και σίγουρα όχι για να αναμιχθούν.  Η τωρινή, αηδιαστική, εικόνα των μεγάλων γηπέδων ανά τον κόσμο μας δείχνει το τέλος (?) αυτής της πορείας.

Φτάνοντας στα 90’s  ενώ οι αλλαγές αυτές δεν έχουν ακόμα φτάσει στην Ελλάδα, συντελείται μια τεράστια κοινωνική αλλαγή. Η εισροή μεγάλων μαζών φτωχών μεταναστών από τα Βαλκάνια. Μέσα σε πολύ μικρό χρονικό διάστημα όλοι εκείνοι που μέχρι τότε ήταν οι από κάτω (εργάτες, μικροαστοί, υπάλληλοι, αγρότες) είχαν τη δυνατότητα να γίνουν μικροαφεντικά, να αποσπάσουν οι ίδιοι πλέον υπεραξία εκμεταλλευόμενοι, με τη σειρά τους, άλλους φτωχότερους.

Μέσα σε αυτό το ιστορικό και κοινωνικό πλαίσιο τοποθετώ ως άμεσα επηρεαζόμενο τον κόσμο που μαζικά πήγαινε στα γήπεδα. Όλοι όσοι, ως τότε, γνώριζαν την αδικία μπορούσαν πλέον να αδικούν και να τους περνάει. Προσπαθώντας να αποφύγω τις ισοπεδωτικές γενικεύσεις, θεωρώ το γεγονός αυτό κομβικό για την αλλαγή νοοτροπίας του κόσμο της ομάδας μου.

Και ενώ μεγάλη μερίδα της κοινωνίας μπολιαζόταν με τη εξουσία του μικροαφεντικού, κάποια χρόνια μετά συνέβη μια δεύτερη αποφασιστική αλλαγή, μια αλλαγή που μόνο ο Ολυμπιακός ως τώρα από τις μεγάλες ομάδες έχει βιώσει. Το παλιό του γήπεδο έδωσε τη θέση του σε ένα νέο, σύγχρονο και κυριλέ γήπεδο. Ας ειν’ καλά οι Ολυμπιακοί Αγώνες. Εν έτη 2004 το ποδόσφαιρο και στην Ελλάδα έχει μπει στη λογική προσέλκυσης πελατείας. Ένα νέο και πιο λουσάτο “μαγαζί” θα προσελκύσει νέο, υψηλότερης αγοραστικής δύναμης, κόσμο απωθώντας, ενσυνείδητα ή όχι δεν έχει σημασία, το παλιότερο και συνάμα φτωχότερο κοινό του.  Το βιώσαμε αυτό, έντονα πιστεύω, στα παιχνίδια του Ολυμπιακού  από το 2004 και μετά.

Η αλλαγή στη σύνθεση του κόσμου στην κερκίδα έφερε και την αντίστοιχη αλλαγή νοοτροπίας που ανέφερα και πρότερα. Η νίκη με κάθε τρόπο ήταν και είναι, πλέον, προτεραιότητα. Όποιος έχει μάθει να νταλαβερίζεται με αυτό τον τρόπο στις κοινωνικές και επαγγελματικές του σχέσεις, το ίδιο θα απαιτήσει και από την ομάδα του. Οι αντίπαλοι είναι πάντα αυτοί που θέλουν να μας αδικήσουν, εμείς πρέπει να τους την κάνουμε πρώτοι. Μεταφορά του κοινωνικού κανιβαλισμού στα γήπεδα.  Αφεντικό στη ζωή (με ότι αυτό συνεπάγεται ), αφεντικό και στο γήπεδο. Καθόλου σεξιστικά, μα απολύτως ταξικά. Η κοινωνία της συνδιαλλαγής, της ανάθεσης και του ατομικού συμφέροντος αναμενόμενα μεταφέρθηκε στις απαιτήσεις της κερκίδας.

Αυτές τις απαιτήσεις καλοδέχτηκε και υποδαύλισε η εκάστοτε διοίκηση της ομάδας. Πέρα από την πελατειακή λογική που ήδη αναφέραμε, η πολιτική σκοπιμότητα της δημιουργίας στρατού που θα μπακάρει τις εκάστοτε επιλογές του μεγαλομετόχου σε άλλα πεδία προϋποθέτει αυτός ο κόσμος να μένει ευχαριστημένος. Ο πιο εύκολος τρόπος ήταν και είναι οι νίκες.

Βέβαια, το λούμπεν, το πιο νεανικό και περισσότερο προλεταριακό κομμάτι του κόσμου δεν εξαφανίστηκε από τις κερκίδες. Περιορίστηκε κυρίως στα πέταλα των οργανωμένων της ομάδας. Εκεί, όμως, η πολυποίκιλη έκφραση δεν μπορεί εύκολα να βγει προς τα έξω μια και κυριαρχεί (όπως παντού και πάντα) η δύναμη της οργανωμένης φωνής που λέγεται Θύρα 7. Αυτό δεν είναι αρνητικό σε ότι αφορά την έκφραση αγάπης στην ομάδα, την ένταση και το πάθος στην ατμόσφαιρα του γηπέδου. Είναι, όμως, στην περίπτωση που συζητάμε.

Πλέον, στο σήμερα, είναι επίσημη θέση του Ολυμπιακού, όπως εκφράζεται μέσα από τους ανθρώπους του, (και,φυσικά, τη βλέπουμε και σε άλλες ομάδες)  πώς “όλοι είναι εναντίον μας”, άρα εμείς συσπειρωνόμαστε και παλεύουμε για τη νίκη με κάθε μέσο. Γνωστή και όχι νέα στρατηγική πολέμου για ένα χώρο, όμως που δεν του αναλογεί κάτι τέτοιο.

Είναι απόλυτα σαφές πως εμάς τους από κάτω που γουστάρουμε τη μπάλα δεν θα έπρεπε να μας αγγίζουν αυτές οι λογικές. Εμείς πάμε στο γήπεδο για τη φανέλα, την ιστορία, τις χαρές και τις λύπες, τα γέλια και τις πίκρες, την κοινωνικοποίηση. Αν έρθει η νίκη μια χαρά, αν όχι γουστάρουμε την προσπάθεια και τον τσαμπουκά.

Αυτές οι λογικές (όπως και ο φασισμός με το ρατσισμό) δεν έχουν σχέση με την ταξική μας αξιοπρέπεια. Και πέρα από τσιτάτα τύπου “ενάντια στο μοντέρνο ποδόσφαιρο¨που υπονοούν και την απομάκρυνση, η μάχη πρέπει να δοθεί μέσα στα γήπεδα και στις κερκίδες. Για ‘μας που γουστάρουμε την ατμόσφαιρα του γηπέδου αλλά και το δαφνοστεφανωμένο, το τριφύλλι, το δικέφαλο αετό και βάλε ότι άλλο θες. Μην τους χαρίσουμε το ποδόσφαιρο, το ωραιότερο των αθλημάτων.

Άντε γεια.

ο κουλτουριάρης (έπαιζα και αμυντικό χαφ)

@koultouranafigo

Υ.Γ. 1. Όλα τα παραπάνω αφορούν όσα συνέβησαν στην κερκίδα του Ολυμπιακού για την οποίο μπορώ να γράψω λόγω καλύτερης γνώσης του αντικειμένου. Με διάφορες παραλλαγές, πιστεύω, τα συναντάς και στο πολυπληθές κοινό των άλλων μεγάλων ομάδων του ελληνικού ποδοσφαίρου. Βέβαια, ο κόσμος των οργανωμένων είναι κάτι αρκετά διαφορετικό γι’ αυτό και αναφέρθηκα ελάχιστα.

Υ.Γ. 2.  Το ζήτημα είναι ασφαλώς πιο σύνθετο. Δεν διεκδικώ το αλάθητο, οπότε όποιος έχει γνώμη ας τη στείλει στο mail του provo.

Μη μου πείτε δε να μη μπλέκω την πολιτική με τα σπορ και τον αθλητισμό. Θυμάμαι ολόκληρες Ολυμπιάδες να μποϋκοτάρονται για πολιτικούς λόγους, μαύρους αθλητές να υψώνουν σφιγμένες γροθιές σε αυτή την βαμμένη με αίμα αναρίθμητων φοιτητών στο Μεξικό, τότε που οι Αμερικανοί βομβάρδιζαν τους Βιετναμέζους.
Διαβάστε δε για την απαγωγή του Κρόιφ και της γυναικός του από Βιντελικούς Αργεντίνους φασίστες παρακρατικούς για να τον εμποδίσουν να παίξει με την εθνική ομάδα της χώρας του στο μουντιάλ που κέρδισε στον τελικό την μεγάλη ‘οράνιε’ σχολή η ομάδα της νοτιομερικάνικης Ηπείρου, του Μάριο Κέμπες και του Αρντίλες.

Είχα την τύχη να βρεθώ στο Χάϊμπουρι,στις αρχές του ’70. Άρσεναλ εναντίον Μπενφίκα για το κύπελλο πρωταθλητριών Ευρώπης. Δεκαεξάχρονος,βρέθηκα στο Λονδίνο, κατάφερα να βρω εισιτήριο, πήγα στην σκεπαστή, στα όρθια, μέσα σ’ ένα αληθινό κάστρο με τα όλα του. Εκεί που το τραγούδι δεν σταματά ποτέ.
Απ’ την μία ο Τσάρλι Τζόρτζ, μαλλιάς, ψηλός, ξανθός και παιχταράς.
Απ’ την άλλη ένα μελαχρινό θηρίο απ’ τις πορτογαλικές αποικίες,
η δικτατορία ζει και βασιλεύει ακόμη στην Πορτογαλία, θα την γκρεμίσει χρόνια αργότερα ο τεράστιος Οτέλλο ντε Καρβάλιο.
Σας έλεγα λοιπόν για τον μεγάλο Εουσέμπιο.
Ντυμένο στα κόκκινα το γήπεδο, θριάμβευσε στο τέλος η αγγλική αρμάδα, νομίζω 4-0.
Αυτά γίνονται Τετάρτη.

Κάθισα καμιά σαρανταριά μέρες στην Αγγλία, μια αξέχαστη εμπειρία. Εκεί είδα για πρώτη φορά τη φάτσα του Γκεβάρα, ζωγραφισμένη παντού. Πιο δημοφιλής κι απ’ τα ‘σκαθάρια’ και τις ‘πέτρες’. Έμαθα αργότερα ποιος είναι.

http://video-morfwsh.blogspot.gr/search/label/Ernesto%20Che%20Guevara

CHE – Η ΤΑΙΝΙΑ (1 Τσε ο Αργεντινός – The Argentine)

CHE – Η ΤΑΙΝΙΑ (Τσε ο Αργεντινός – The Argentine)

Η ταινία “Che”, παραγωγής του 2008, είναι μια κινηματογραφική περιήγηση στη ζωή του Τσε Γκεβάρα.

Στο πρώτο μέρος παρουσιάζεται η επαφή του Γκεβάρα με τον Κάστρο και τους κουβανούς αντάρτες στο Μεξικό, ο ανταρτοπόλεμος στη Σιέρρα Μαέστρα, πτυχές απ’ την επανάσταση στην Κούβα αλλά μέρος των διπλωματικών καθηκόντων του Τσε (ομιλία στον ΟΗΕ το 1964).

πρώτο μέρος
(Τσε ο Αργεντινός – The Argentine)

CHE – Η ΤΑΙΝΙΑ (2 Guerilla)

CHE – Η ΤΑΙΝΙΑ (Guerilla)

Η ταινία “Che”, παραγωγής του 2008, είναι μια κινηματογραφική περιήγηση στη ζωή του Τσε Γκεβάρα.

Στο δεύτερο μέρος παρουσιάζεται κυρίως η απόπειρα του Γκεβάρα να οργανώσει το αντάρτικο στη Βολιβία όπου συλλαμβάνεται και δολοφονείται από τις αμερικανικές μυστικές υπηρεσίες και το βολιβιανό στρατό.

δεύτερο μέρος  (Guerilla)

  • Ένα Σάββατο λοιπόν κατηφορίζω για Γουάϊτ Χάρτ Λέϊν, το φρούριο της Τόττεναμ. Πάλι στο πέταλο των φανατικών, ξεσκέπαστο αυτή την φορά. Θέλω να δω από κοντά το μεγάλο μου ίνδαλμα, το παλικάρι που μάγευε την μπάλα και τα πλήθη, κέρδισε όποιον τόλμησε να σταθεί απέναντί του, κι έχασε τη μάχη απ’ το αλκοόλ. Τον απίστευτο Τζόρτζ Μπέστ.
    Δίπλα του άλλος τεράστιος, ο Μπόμπι Τσάρλτον. Κι απέναντι ο Μπόμπυ Μούρ. Μεγάλες προσωπικότητες, όλοι τους
    εκείνο που έμεινε ανεξίτηλα χαραγμένο στη μνήμη μου ήταν η φανταστική ατμόσφαιρα που δημιουργούσαν στα δύο γήπεδα που βρέθηκα οι φίλαθλοι των ομάδων. Ειδικά στα πέταλα,
    κάτι ανεπανάληπτο.

Έτρεχαν πάνω κάτω, κυριολεκτικά, άδειαζε κάποια στιγμή η κερκίδα, μαζεύονταν όλοι κάτω-κάτω. Κι αμέσως μετά, βουρ τρεχαλητό, όλοι πίσω!χόρευαν και τραγουδούσαν ασταμάτητα όση ώρα βρίσκονταν σ’ εκείνα τα υπέροχα μεσαιωνικά κτίσματα, χτισμένα μες τη γη, αγόρια και κορίτσια, απίστευτα πολλά κορίτσια,
ένα θέαμα μοναδικό. Μία αυθόρμητη πολύχρωμη χορογραφία, όμορφη, γεμάτη ένταση και πάθος.
Έρωτας και πόλεμος μαζί.
Αυτά τα ολίγα

Sunshine of your love, Cream.

  • Επανέρχομαι στην Ελλάδα
    και ενθυμούμενος πως τον Γιώργο Κούδα τον αποκάλεσαν Μεγαλέξανδρο του ελληνικού ποδοσφαίρου θα τους θυμίσω πως ο Αληθινός έφτασε μέχρι την άκρη του κόσμου με τους Μακεδόνες και τον πολυπολιτισμικό στρατό του την ώρα που ο ιμιτασιόν δεν κατάφερε να περάσει τα φυσικά σύνορα του Φαληρικού Δέλτα!
    Μάλιστα
    Αντιλαμβάνομαι πως βγάζω κακίες, θέλω όμως να είμαι απόλυτα ειλικρινής με τον εαυτό μου και αληθινός, δεν θέλω να χαϊδέψω αυτιά

βαράνε τύμπανα πολέμου, Ήρωας.

και μούρχεται στο μυαλό ο μέγας Ντράγκαν Τζάιτς, ο τεράστιος Άιρτον Σένα, ο ανεπανάληπτος Τεόφιλο Στίβενσον,
ο οποίος ναι, αρνήθηκε τα αμερικανικά δολάρια για να υπηρετήσει την Κουβανική Επανάσταση,
και ο άλλος μεγάλος, ο Σούγκαρ ρει Λέοναρντ με το απίθανο στυλ στα ρίγκ, που ήταν χορός περισσότερο παρά ξύλο,
ο Αμπέμπε Μπικίλα που έτρεξε ξυπόλητος στον Ρωμαϊκό μαραθώνιο, ήμουν μικρό παιδάκι τότε
και οι Γκρανάτα της μεγάλης Τορίνο που έσβησαν στη Βασιλική της Σουπέργκα, στο λόφο έξω από την Ιταλική βιομηχανική πρωτεύουσα, επιστρέφοντας με το αεροπλάνο απ’ την Πορτογαλία.

Αυτά για σήμερα.Αύριο πάλι, Μέγα Σάββατο.

[το διάλειμμα του κόκκινου τριήμερου στο Λονδίνο γράφτηκε αργότερα, όταν είχα πλέον ξεκινήσει να πληκτρολογώ τις γραμμένες στο χέρι σελίδες μου].

Να ακούσουμε και ένα τραγούδι απ’ τον Ψαραντώνη. Είναι οι Χαίνηδες, στίχους και μουσική έχει γράψει το 2000 ο Δημήτρης Αποστολάκης

Έχω μια τίγρη μέσα μου, άγρια λιμασμένη
π’ όλο με περιμένει
κι όλο την καρτερώ, την μισώ και με μισεί, θέλει να με σκοτώσει,
μα ελπίζω να φιλιώσει
καιρό με τον καιρό.
Έχει τα δόντια στην καρδιά, τα νύχια στο μυαλό μου
κι εγώ για το καλό μου
για κείνη πολεμώ
κι όλου του κόσμου τα καλά με κάνει να μισήσω,
για να της τραγουδήσω τον πιό βαρύ καημό.
Όρη, λαγκάδια και γκρεμνά με σπρώχνει να περάσω,
για να την αγκαλιάσω
στον πιό τρελλό χορό,
κι όταν τις κρύες τις βραδιές θυμάται τα κλουβιά της,
μου δίνει την προβιά της
για να τηνε φορώ.
Καμιά φορά απ’ το πιοτό πέφτομε μεθυσμένοι,
σχεδόν αγαπημένοι,
καθείς να κοιμηθεί
και μοιάζει ετούτη η σιωπή με λίγο πριν την μπόρα,
σαν την στερνή την ώρα
που θα επιτεθεί.

-‘Στην ελληνική μυθολογία , ο Χείρων ήταν ο σοφότερος των Κενταύρων και αποτελούσε το σύμβολο του ‘Πληγωμένου Θεραπευτή’ . Ο μαθητής του, ο Ηρακλής, κατά την διάρκεια μιας μάχης, τον χτύπησε τυχαία με ένα βέλος που ήταν εμποτισμένο στο αίμα της Λερναίας Ύδρας. Ο Χείρων όντας αθάνατος συνέχιζε να ζεί με την πληγή και τον πόνο του. Στην προσπάθεια του να βρεί την δικιά του θεραπεία , έμαθε να βοηθάει και να απαλύνει τον πόνο των άλλων .Αυτή του η ανακάλυψη, το να διδάσκει δηλαδή σε άλλους πως να θεραπεύονται, αποτέλεσε ένα μέσο ώστε να απαλύνει τον δικό του αιώνιο πόνο’-

DSC02230

καποέϊρα

μια τέχνη που πάντα ήθελα να μάθω, όμως ποτέ δεν βρήκα κάποιον να μου την διδάξει!

και μου έμεινε το απωθημένο!

κάτι που έμαθα όμως αρκετά καλά :

WIN_20150422_132135

σχολική εκδρομή στα λιβάδια της Ξάνθης, στα τέλη των χρόνων ’60..

συνεχίζεται