σύγχρονα κινήματα, movimenti di oggi

Όταν ο εργατισμός έγινε πολιτικό σχέδιο: η ιστορία του Potere Operaio – του Alberto Pantaloni

ο Alberto Pantaloni σε ανασκόπηση για την Effimera του βιβλίου εργατική Εξουσία. Η ιστορία. Η θεωρία [τόμος 1]Potere operaio. La storia. La teoria (volume I), του Marco Scavino, DeriveApprodi, Roma 2018, σελ. 185.

****

Μεταξύ των διαφόρων χώρων της εξωκοινοβουλευτικής ή επαναστατικής Αριστεράς που έδρασαν μέσα στην πολιτική και κοινωνική σύγκρουση της Ιταλίας κατά τη Δεκαετία του ’70, η εργατιστική είναι ίσως η πιο μελετημένη μέχρι στιγμής και πρέπει να ευχαριστήσουμε ουσιαστικά τους τύπους του DeriveApprodi. Είναι αδύνατο εδώ να αναφερθώ σε όλη την τεράστια παραγωγή ανατυπώσεων, νέων ερευνών, απομνημονευμάτων του εκδοτικού οίκου της Ρώμης για το θέμα αυτό. Εδώ θα περιοριστώ να θυμίσω τον γιγάντιο τόμο που επιμελήθηκαν οι Fabio Milana και Marco Trotta (L’operaismo degli anni sessanta. Da «Quaderni Rossi» a classe operaia, 2008-Ο εργατισμός των χρόνων εξήντα. Από τα »κόκκινα Τετράδια» στην εργατική τάξη), εκείνο που επιμελήθηκαν οι Francesca Pozzi και Guido Borio (Gli operaisti, 2005-Οι εργατιστές) και τους τέσσερις τόμους για την Αυτονομία-Autonomia (Gli autonomi, Le storie, le lotte, le teorie, voll. I-II-III, 2007-2008, Οι αυτόνομοι,οι ιστορίες οι αγώνες, οι θεωρίες, που επιμελήθηκαν οι Sergio Bianchi και Lanfranco Caminiti, και Οι αυτόνομοι. Η ρωμαϊκή εργατική αυτονομία Gli autonomi. L’autonomia operaia romana, vol, IV, 2017, που επιμελήθηκαν οι Giorgio Ferrari και G. Marco D’Ubaldo). Ωστόσο, εξακολουθεί να υπάρχει έλλειψη μιας εμπεριστατωμένης και συστηματοποιημένης έρευνας σχετικά με την οργάνωση που περισσότερο από όλες διεκδίκησε τη θεωρητική κληρονομιά του ιταλικού εργατισμού, δηλαδή την Potere Operaio. Μέχρι τώρα η δευτερεύουσα βιβλιογραφία στη διάθεση μας ήταν επικεντρωμένη στα δύο βιβλία που έγραψε ο δημοσιογράφος Aldo Grandi (Η γενιά των χαμένων χρόνων. Ιστορίες Εργατικής ΕξουσίαςLa generazione degli anni perduti. Storie di Potere Operaio, Einaudi, 2003, Insurrezione armata, ένοπλη Εξέγερση Rizzoli, 2005) με βάση αστυνομικές-δικαστικές πηγές και συνεντεύξεις με τους πρωταγωνιστές, και πιο πρόσφατα σχετικά με απομνημονεύματα (όπως οι δύο αυτοβιογραφικοί τόμοι του Toni Negri, που επιμελήθηκε ο Girolamo De Michele, Ιστορία ενός κομουνιστή Storia di un comunista και  Φυλακή και εξορία Galera ed esilio, Ponte alle Grazie, 2015 και 2018).

Ιδιαίτερα σημαντικό είναι λοιπόν το έργο έρευνας και ανασυγκρότησης που πραγματοποίησε ο Marco Scavino επί του θέματος, του οποίου ο πρώτος τόμος βρίσκεται στα βιβλιοπωλεία εδώ και μερικές εβδομάδες, ενώ ο δεύτερος είναι προγραμματισμένος να κυκλοφορήσει τον ιανουάριο του 2019. Ένα δύσκολο έργο λόγω του διπλού ρόλου του συγγραφέα, εκείνου του μελετητή και εκείνου του πρωταγωνιστή και του άμεσου μάρτυρα, από τον οποίο όμως ο Scavino εξέρχεται με τον καλύτερο τρόπο. Απόδειξη είναι η όχι κοινότοπη επιλογή, στον πρώτο τόμο, των πηγών που διερευνήθηκαν στην έρευνα: σχεδόν καθόλου οι αστυνομικοί και δικαστικοί φάκελλοι (αν όχι μερικοί από εκείνους που ήδη χρησιμοποίησε άφθονα ο Grandi στους δύο τόμους του), πολύ λίγες συνεντεύξεις, σχεδόν όλα τα έγγραφα που αναλύονται αντιπροσωπεύονται από αυτό που επεξεργάστηκε και έγραψε η εργατική Εξουσία. Δεν αποτελεί έκπληξη το γεγονός ότι ο σημαντικός αριθμός σημειώσεων και η έκθεσή τους προδίδουν τον ενθουσιασμό του ιστορικού για τη μελέτη αυτών των ντοκουμέντων, έναν ενθουσιασμό που αντισταθμίζει την απαραίτητη απόσπαση που χρησιμοποιείται στην αφήγηση των γεγονότων. Και η περιοδολόγηση που χρησιμοποιείται στην ανασυγκρότηση της ιστορίας του Potere Operaio υπογραμμίζει την πρόθεση να διεξαχθεί ένα σχολαστικό έργο, το οποίο χαράζει με ακρίβεια τη γενεαλογία, την ανάπτυξη, και στη συνέχεια την κατάρρευση αυτής της οργάνωσης: αυτός ο πρώτος τόμος, όντως κινήθηκε από την ανακατασκευή του πνευματικού κλίματος του εργατισμού στις αρχές της δεκαετίας του Εξήντα (δηλαδή αρκετά χρόνια πριν από τη γέννηση της ΕΕ) και τελειώνει με την αποτυχία της διαδικασίας ενοποίησης με την ομάδα Μανιφέστο στις αρχές του 1971, ενώ ο δεύτερος τόμος θα τελειώσει με το μοναδικό νούμερο του περιοδικού «Linea di condotta-Γραμμή μεθόδου, συμπεριφοράς», συνεπώς (1975) πολύ πέρα του περίφημου συνεδρίου της Rosolina του 1973, που θεωρήθηκε, λαθεμένα σύμφωνα με τον συντάκτη, η στιγμή που η οργάνωση διαλύθηκε.

Η κύρια θέση που υποστηρίζεται από τον Scavino είναι ότι η θεωρητική επεξεργασία του εργατισμού, που γεννήθηκε στις αρχές της δεκαετίας του ’60 και συνεχίστηκε καθ ‘όλη τη διάρκεια της δεκαετίας, έχει προκαλέσει αρκετές προσπάθειες να δώσει επαναστατική οργάνωση και προοπτική στους εργατικούς αγώνες της εποχής και ότι το Potere Operaio ήταν η πιο γνήσια, και πιο συνεπής σε πολιτικό επίπεδο. Ταυτόχρονα, ακριβώς η εξάντληση του πολιτικού σχεδίου της ΕΕ αντιπροσωπεύει σύμφωνα με τον συγγραφέα, την απόδειξη της αποτυχίας αυτών των προσπαθειών (επίλογος που εξισώνει την Εργατική Εξουσία σε άλλες «δίδυμες» ομάδες, ακόμα και αν είναι ιδεολογικά όχι τόσο αυθεντικές, όπως για παράδειγμα η Lotta Continua ).

Ο πρώτος τόμος χωρίζεται σε δύο μέρη. Στον πρώτο αναλύεται αρχικά το θεωρητικό υπόβαθρο της ΕΕ, μέσω της επεξεργασίας και της εμπειρίας των περιοδικών του εργατισμού που ακολούθησαν το ένα μετά το άλλο: από τα »Κόκκινα Τετράδια- «Quaderni Rossi» (από το 1961 μέχρι την εσωτερική διάσπαση τους το 1963), περνώντας μετά στην »Εργατική Τάξη»- «Classe Operaia» (1964-1967) και την εφήμερη εμπειρία του »Contropiano»- »Αντισχέδιου» (που γεννήθηκε το 1968 από τις στάχτες της «Classe Operaia»), αλλά ήδη τον ίδιο χρόνο και μετά από δύο μόνο νούμερα ένας από τους ιδρυτές του αποχώρησε, ο Toni Negri, για εσωτερικές διαφωνίες ). Ο συγγραφέας συνεχίζει να ανασυνθέτει το σχηματισμό αυτού που αντικειμενικά θα γίνει ο κεντρικός πυρήνας, il central core του Potere Operaio, δηλαδή η ομάδα του Marghera, που αποτελείται από ορισμένους πολιτικούς αγωνιστές που συνδέονται αρχικά με το PSI (Negri, Bianchini, Tolin κλπ.) και από πολλούς αγωνιστές των συνδικάτων και εργοστασιακές πρωτοπορίες (μεταξύ των οποίων ξεχωρίζει η προσωπικότητα του Italo Sbrogiò). Επρόκειτο για μια ομάδα που, πρώτα μέσα από την σοσιαλιστική εφημερίδα «Progresso Veneto» και στη συνέχεια, ξεκινώντας από την 1η Μαΐου 1967, με το «Potere Operaio» της Marghera, είχε δημιουργήσει μια πραγματική πολιτική παρέμβαση μέσα στις κινητοποιήσεις των εργατών της περιοχής, αποκτώντας σταδιακά μια ορισμένη οργανωτική συνοχή και βγαίνοντας από μια αποκλειστική διάσταση ομάδας διανοουμένων, μολονότι στρατευμένων. Το πρώτο μέρος του βιβλίου τελειώνει με την έκρηξη του Εξήντα οκτώ και τη συνάντηση της ομάδας του Marghera με το φοιτητικό κίνημα, τόσο το ενετικό, όσο και ιδιαίτερα το ρωμαϊκό (μέσα από τις φιγούρες των Piperno και Scalzone). Το δεύτερο μέρος αφορά την περίοδο κατά την οποία η ομάδα προσπαθεί να επιταχύνει την πολιτική οργάνωση, πρώτα με τη γέννηση της εφημερίδας «La Classe»- »Η Τάξη», στη συνέχεια με την συμμετοχή στους αυτόνομους αγώνες που εξερράγησαν στη Fiat την άνοιξη του ’69, μετά με την εμπειρία της συνέλευσης εργατών-φοιτητών στο Τορίνο το καλοκαίρι-φθινόπωρο του ’69, τέλος με τις αντιφάσεις που προέκυψαν μέσα της με τον άλλο πολιτικό χώρο που διαμορφωνόταν εκείνη τη στιγμή, που συνδέεται με το τορινέζικο φοιτητικό κίνημα όπως και αυτό στο Τρεντίνο και με την τοσκάνικη Εργατική Εξουσία, και που αργότερα έδωσε ζωή στη Lotta Continua. Ήταν ανάμεσα σε αυτά τα γεγονότα που αποφασίστηκε να στηθεί ένα νέο εβδομαδιαίο, αυτή τη φορά εθνικό και όχι μόνο βενετικό, το οποίο θα αντικαθιστούσε το «La Classe»: ήταν το»Potere Operaio». Ο τόμος ολοκληρώνεται με την αποτυχημένη εμπειρία της συγχώνευσης με το Μανιφέστο (εργατικό συνέδριο στο Μιλάνο, 1971), η οποία πέρα από τα αρνητικά αποτελέσματα (για πολλούς λόγους επίσης προβλέψιμη, δεδομένων των βαθέων διαφορών στη θεωρητική και οραματική στρατηγική προσέγγιση) δίνει μια περιγραφή του πώς τα ζητήματα του χτισίματος ενός αληθινά μαζικού πολιτικού και αγωνιστικού κινήματος για την «εξουσία» είχαν καταστεί κεντρικά για την ΕΕ.

Η πολιτιστική επιχείρηση που πραγματοποίησε ο Marco Scavino επάνω σε αυτή την πρώτη φάση της ζωής της Εργατικής Εξουσίας δεν είναι μόνο χρονολογική, ο συγγραφέας δεν περιορίζεται αποκλειστικά σε μια εποχική ανακατασκευή των γεγονότων, αν και προφανώς μας θυμίζει ότι αυτή αντιπροσωπεύει τη γραμμή στην οποία το βιβλίο κινείται. Κατά τη γνώμη μου, μέσα στην χρονοϊστορία των γεγονότων υπάρχει η προσπάθεια να τονιστούν κάποιες ιστορικές-πολιτικές λογικές. Έχουμε ήδη δει κάποιες από αυτές (τη σχέση με τη θεωρητική κληρονομιά του εργατισμού και τη μετάφρασή της στην πολιτική, σε στρατηγική πρόταση και σε τακτική διάρθρωση. Αλλά προφανώς δεν μπορεί να λείπει η σχέση με τη βία. Για δεκαετίες η ιστορία του Potere Operaio έχει μειωθεί σε «εγκληματική ιστορία» και επιπλέον ελαφρώς μυθιστορηματική. Τα ομήλικα γεγονότα και τα επόμενα της λεγόμενης «δίκης 7 απρίλη», όταν ουσιαστικά σχεδόν όλη εκείνη που ήταν η ηγετική ομάδα της Εργατικής Εξουσίας συνελήφθη με την κατηγορία (που αποκαλύφθηκε στη συνέχεια στερημένη βάσης), πως είχε προωθήσει και κατευθύνει το ποικιλόμορφο κίνημα του ένοπλου αγώνα στα αριστερά, καθόρισαν, το θυμάται και το θυμίζει ο συγγραφέας, μια στερεοτυπική οπτική αυτής της οργάνωσης. Αυτός ο πρώτος τόμος συμβάλλει σημαντικά στην αποκατάσταση μιας συνολικής εικόνας και από κάποια άποψη πολύ διαφορετικής από αυτή που δημιούργησε ο δικαστής Calogero και οι συνάδελφοί του από άλλες ιταλικές εισαγγελίες. Αυτό δεν μεταβάλλει το γεγονός πως μέσα στην ΕΕ συζητήθηκε ο ένοπλος αγώνας και ότι και επάνω σε αυτό καταναλώθηκε η κρίση της το 1973. Αλλά αυτό θα αποτελέσει το αντικείμενο του δεύτερου τόμου.

 

Print Friendly, PDF & Email
τα βιβλία του μιχάλη, i libri di michele

ΙΙ. χόρεψες πάνω στο φτερό του καρχαρία – 8

Η ιδέα της αυτονομίας γεννήθηκε ύστερα από τους αυτόνομους εργατικούς αγώνες στα μεγάλα εργοστάσια του βορρά και μέσα από κείμενα στοχαστών που ήταν αγωνιστές και έπαιρναν μέρος στις καθημερινές διαδικασίες του κινήματος. Δεν υπήρχε διαχωρισμός δηλαδή διανοούμενου και αγωνιστή, υπήρξε συνένωση και όχι διαχωρισμός ρόλων. Στοχαστές όπως ο Negri, o Scalzone, o Piperno, o Berardi, ο Pifano και άλλοι βρίσκονταν πάντα εκεί μπροστά.
Όταν το πράγμα πήγε να ξεφύγει το κράτος σκέφτηκε το εξής πανούργο. Καθότι οι περισσότεροι από τους θεωρητικούς της οργανωμένης Αυτονομίας προέρχονταν από το Potere Operaio που διαλύθηκε την περίοδο που ξεκινούσε η ακμή των BR, κατηγόρησαν όλους αυτούς τους ανθρώπους σαν ηγέτες των Tαξιαρχιών, οπότε αυτόματα ποινικοποιήθηκε στο σύνολό της η οργανωμένη Αυτονομία, λόγω της ιδεολογικής και πρακτικής ‘συγγένειάς’ τους,για συμμετοχή σε ανατρεπτικές της υπάρχουσας κατάστασης οργανώσεις.

Έτσι ξεκίνησε ένα κύμα συλλήψεων, κλήσεων σε απολογία, φυλακίσεων, σχηματισμό δικογραφιών κλπ. Μιλάμε για χιλιάδες διώξεων. Κι όποιος αντέξει. Σκαρφίστηκαν και το υπέροχο ότι όποιος συνεργαστεί με τις αρχές και καταθέσει αυτά που γνωρίζει αυτόματα χρήζει ευνοϊκότερης μεταχείρισης.

Ανοίγω παρένθεση. Το κίνημα της αυτονομίας ήταν στενά συνδεδεμένο με την κοινωνία, ήταν μέσα στην κοινωνία, ήταν το πιο ριζοσπαστικό κομμάτι της,ένα κίνημα που αμφισβήτησε όλους τους ρόλους και τους διαχωρισμούς ανάμεσα στους ανθρώπους. Κι όταν λέω όλους εννοώ όλους. Ένα κίνημα που έκανε τον λόγο πράξη και σίγουρα στελέχωσε αργότερα όλες τις αντάρτικες οργανώσεις.
Σάρκα από την σάρκα της και αίμα από το αίμα της. Επαναλαμβάνω πως λόγος και μέθοδοι γεννήθηκαν, αναπτύχθηκαν και έδρασαν μέσα στην κοινωνία. Το ίδιο συνέβη και στη γέννηση στο ξεκίνημα και στα πρώτα χρόνια της δράσης των ένοπλων οργανώσεων.

Θεωρώ πως η αναστροφή στη θέση της ‘κοινής γνώμης’ υπήρξε ξεκάθαρα από το σημείο και μετά που οι οργανώσεις ύψωσαν υπερβολικά τον πήχη στη δύναμη πυρός. Ξεκάθαρα. Επαναλαμβάνω πως,στην κοινωνία του θεάματος που ζούμε, με σχεδόν αποκλειστική πηγή ενημέρωσης του κόσμου να είναι τα κανάλια, χωρίς τον παραμικρό κώδικα δεοντολογίας, με τους συντάκτες και παρουσιαστές των ειδήσεων να είναι ανοιχτά φερέφωνα της εκάστοτε εξουσίας,το παιχνίδι άρχισε να παίζεται στο πεδίο της παραπληροφόρησης, τονίζοντας τον φόβο και την ανασφάλεια σε όλα τα επίπεδα, [υπερβολή στη βιαιότητα των αντάρτικων ενεργειών, τρομοκράτηση του πληθυσμού, αποκαλώντας τρομοκράτες τους επαναστάτες, αποκρύπτοντας τελείως τον ρόλο των στοχευμένων από αυτούς κλπ.]

Έβαλαν και οι οργανώσεις το χεράκι τους, περνώντας από τις γαμποποιήσεις,στις εκτελέσεις. Με αποκορύφωση αυτή του Μόρο. Από εκείνη τη μέρα άρχισε η αντιστροφή της πορείας στην αποδοχή του κόσμου των αντάρτικων θέσεων και πρακτικών.
Ο γραμματέας,μέσα από τις επιστολές του, έχει βγάλει έναν πολύ ανθρώπινο χαρακτήρα, ξεφτιλίζοντας πρακτικά όλο το σύστημα που αυτός και οι σύντροφοί και φίλοι του, στους οποίους τώρα απευθύνεται εγκαλώντας τους να μη τον εγκαταλείψουν,έχουν πιστά υπηρετήσει. Αυτοί το κάνουν,καθιστώντας ακόμα πιο αδύναμη τη θέση του. Βρίσκεται σε κατάσταση αιχμαλωσίας και ομηρίας, τον κάνουν ακόμα πιο συμπαθή. Μιλά πλέον σαν άνθρωπος, όχι πολιτικός. Έχει αναγνωρίσει τον ρόλο του, είναι πια τόσο ευάλωτος.

Η χριστιανοδημοκρατία ήδη έχει αθετήσει το λόγο της λίγο καιρό νωρίτερα στα αιτήματα των ΕΤ, μετά την απαχθέντα δικαστή. Δεν μπορούν λοιπόν οι αντάρτες να κάνουν πίσω για άλλη μια φορά, το ανακοινώνουν. Τον κόσμο όμως δεν τον ενδιαφέρουν τα πολιτικά παιχνίδια και οι ρόλοι εξουσίας και αντεξουσίας. Επικροτεί,ανοιχτά πια και παντού τον ανθρωπισμό, σε όλες τις συζητήσεις, με κάθε μέσο που υπάρχει στέλνονται μηνύματα, ελευθερώστε τον Άλντο Μόρο, και ας αρνείται το κράτος να απελευθερώσει έστω έναν μοναδικό αντάρτη από τη φυλακή. Και πιο σθεναροί στην άρνησή τους οι ‘κομμουνιστές’ του ΚΚΙ,με τον αρχιτέκτονα του ιστορικού συμβιβασμού Ενρίκο Μπερλινγκουέρ στο τιμόνι τους. Ξαναείπαμε πως ο πρόεδρος θα ήταν κινούμενη βόμβα πλέον στα θεμέλια του συστήματος που τον έχει παρατήσει ολότελα μοναχό.
Αλλά και ο σταλινισμός καλά κρατεί. Τύφλωσε, και την πληρώσαμε όλοι μαζί!

7 aprile 1979, απρίλιος 7

Ας κάνουμε ακόμη μία στάση, θα επιστρέψουμε πάλι στο σήμερα..
Η κόκκινη σημαία μοιάζει να βρίσκεται στο περιθώριο, την κερδίζει με νοκ άουτ η μαυροκόκκινη. Έμειναν μόνοι οι αναρχικοί, στην Ελλάδα, να σηκώνουν το βάρος του αγώνα ενάντια στο σύστημα, για να είναι ο άνθρωπος ελεύθερος από τη δουλεία της εκμετάλλευσης, για την ισότητα και την αυτονομία από κάθε ετερονομία, για την ελευθερία.
Μου στέκεται στο στομάχι το μαύρο, είναι το χρώμα του φασισμού, μελανοχίτωνες ήταν οι φασίστες του Μουσολίνι, στα μαύρα ντυμένα και τα ςς.
Η συζήτηση, ο κλήρος, η ανακλητότητα, η κυκλικότητα, εμποδίζουν τη δημιουργία ιεραρχίας. Βλέπεις σήμερα εκατοντάδες πραγματικότητες αυτοοργάνωσης και αυτοδιαχείρισης ,όχι όμως συντονισμό.
Πάντα μου άρεσε να ακούω τις εμπειρίες άλλων, σε θέματα, για χώρους, για τόπους άγνωστους λίγο ή περισσότερο σε εμένα. Θέλω να σέβομαι τη διαφορετικότητα. Από εκεί έρχεται και η σύνθεση. Σύνθεση ποικιλιών είναι αυτό που ζούμε.

Υπάρχουν διαφορετικά μονοπάτια που θα βαδίσουμε ως την ελευθερία. Όλα σεβαστά. Δεν ξέρω από που θα πάμε γρηγορότερα, πιο είναι το μακρύτερο ή το πιο φαρδύ. Δεν υπάρχουν πλέον βεβαιότητες.
Το σφυροδρέπανο δεν μου λέει τίποτα. Κάποτε μόνο στη θέα του ανατρίχιαζα. Ο εργάτης δεν είναι από τη φύση του επαναστάτης, αποδείχτηκε ιστορικά. Ο Μάρξ με τον Ένγκελςξεπεράστηκαν ιστορικά σε κάποια πράγματα, παραμένουν σίγουρα τεράστιοι, τον καπιταλισμό ανέλυσαν στο κάτω- κάτω οι άνθρωποι και το έκαναν σπουδαία. Σύμφωνα με την ανάλυσή τους έδρασαν οι καπιταλιστές για να επιβραδύνουν την κατάρρευση του συστήματός τους, που έτσι κι αλλιώς θα έρθει μια ημέρα εξ αιτίας των αγώνων των καταπιεσμένων. Και δεν είπαν ποτέ σε κανέναν πώς πρέπει να κτιστεί η καινούρια κατάσταση. Ο Λένιν και οι υπόλοιποι προχώρησαν στο στήσιμο της νέας κοινωνίας. Προσπάθησαν, αλλά τα έκαναν μούσκεμα σε πολλά.

Αξεπέραστος ο Μάρξ, η εκμετάλλευση συνεχίζει να υπάρχει, όλο και σκληρότερη, η αλλοτρίωση που προκαλεί η εργασία που τόσο όμορφα μας εξιστόρησε, ο καταναλωτισμός και η εμπορευματοποίηση του ανθρώπου και των καθημερινών δραστηριοτήτων του, η δικτατορία των αγορών της καπιταλιστικής κοινωνίας, και άλλα τόσα επίκαιρα όσο ποτέ που μας διηγήθηκε, αυτός και ο αξεπέραστος επίσης φίλος και σύντροφος του Ένγκελς!

Η δικτατορία της αγοράς και του κέρδους φαίνεται να έχει θριαμβεύσει. Δεν υπάρχουν εναλλακτικές λύσεις, μας εξηγoύν καθημερινά από τα μέσα μαζικής αποβλάκωσης εδώ και χρόνια. Αλλά στον κόσμο που σήμερα σέβεται, λατρεύει και προσκυνά το χειρότερο της φιλοσοφίας του Αdam Smith, πρέπει να θυμόμαστε ότι ο Καρλ Μαρξ ήρθε μετά από τον ανώτατο θεωρητικό της ελεύθερης αγοράς, και αποσυναρμολόγησε το ιδεολογικό και πολιτικό οικοδόμημα του κομμάτι προς κομμάτι. Ακριβώς η αποκατάσταση του καπιταλισμού του Σμιθ καθιστά σήμερα τον Μαρξ πιο επίκαιρο από ποτέ.

Δεν φτιάχνουν λοιπόν τα ρούχα τον παπά. Και τον φασισμό στήριξε ο εργάτης και τον ναζισμό. Και το ‘68 στη Γαλλία, μόλις πήρε τις αυξήσεις έγινε το στήριγμα της σύμβασης, του συστήματος.
Η επανάσταση δεν ξεκίνησε ποτές από εκεί που πίστευε ο Μάρξ. Επικράτησε στη φεουδαρχική Ρωσία, τη γεμάτη αγροτιά, καθυστερημένη και όχι βιομηχανική.

Και χιλιάδες αγρότες μαζί με τους εργάτες στήριξαν την αναρχική κολλεκτιβοποίηση της παραγωγής στην επίσης προβιομηχανική Ισπανία.
Στην δε συντριπτική τους πλειοψηφία στα Τσιάπας και στις άλλες αυτοθεσμισμένες φυλές του Μεξικού, οι ιθαγενείς είναι αγρότες.

Δεν πρέπει να υποβαθμίζουμε την συνεισφορά του Ένγκελς στην έρευνα και την ανάπτυξη της θεωρίας για την κοινωνική χειραφέτηση του παγκόσμιου προλεταριάτου, ούτε να υποβιβάζουμε σε δεύτερη μοίρα τον ρόλο του. Δίπλα στον Μαρξ, μαζί με τον Μαρξ, ο ένας φιλόσοφος, ο άλλος ερευνητής.

Εκείνο που ίσως δεν πρόσεξαν όσο θα έπρεπε, είναι το γεγονός πως η κυριαρχία του ανθρώπου επί του συνανθρώπου  δεν γίνεται μόνο με οικονομικά μέσα. Μεγαλύτερος μελετητής των έργων τους υπήρξε η μπουρζουαζία, η οποία, σε βάθος χρόνου, κατάφερε να κυριαρχήσει, και κυριαρχεί σήμερα επί των υποτελών χάρη στον έλεγχο της καθημερινότητας τους, χάρη στον έλεγχο των συνηθειών των ανθρώπων, ελέγχοντας το αξιακό σύστημα τους, κυριαρχώντας επί αυτού, στα νοήματα που γεμίζουν το μυαλό και την ημέρα του σύγχρονου απόλιτικου όντος. Διαιρώντας τα κοινωνικά στρώματα με την προπαγάνδα και την πλύση εγκεφάλου από το πολυδαίδαλο επικοινωνιακό σύστημα και εγκλωβίζοντας τον άνθρωπο μέσα σε ένα σύστημα φτιαγμένο από μοναξιά, φόβο και έλλειψη εμπιστοσύνης προς τον διπλανό, τον γείτονα.

Δεν είναι η εργατική τάξη a priori επαναστατική. Χρειάζεται ο άνθρωπος να αποκτήσει ιστορική συνείδηση του ρόλου που μπορεί και πρέπει να παίξει για την ανατροπή της κατεστημένης, της καθεστηκυίας τάξης και την αντικατάσταση της από την ελευθεριακή κομουνιστική κοινωνία του κοινοτισμού. Είναι θέμα συνείδησης και όχι ταξικής προέλευσης. Έχουμε παρατηρήσει την τάση που έχει ο άνθρωπος, δεν ξέρω αν είναι έμφυτη ή αν του έχει φυτευτεί από το τρέχον αξιακό σύστημα, να θέλει να γίνει χαλίφης στη θέση του χαλίφη.

Έχω δει πως όταν ο άνθρωπος θέλει, ξεβολεύεται, σηκώνεται από το σκαμνί ή την καρέκλα και αρχίζει την αναζήτηση του μονοπατιού που θα τον φέρει στη χειραφέτηση, κατά πως ταιριάζει στον χαρακτήρα του και τα βιώματά του. Σε συνδυασμό πάντα και με τις συνθήκες που επικρατούν στη χώρα του. Για να πάρει την τύχη στα χέρια του. Να πάρει την πρωτοβουλία, να κρεμάσει στον ώμο τη φαρέτρα με τα όπλα του και να οδηγηθεί παρέα με τους ‘όμοιούς του’ στη χώρα του ‘μη ρόλου’ και της ‘μη ειδίκευσης’, όπως πολύ εύστοχα είπε κάποιος τώρα κοντά. Τροχίζοντας ‘τα πόδια της καρέκλας της εξουσίας’ που λέει και ο Ντουρίτο στην παρέα των Τσιάπας ,‘ώστε εάν κάποιος παραστρατημένος επαναστάτης στρογγυλοκαθίσει, ‘τολμήσει’ να κάτσει επάνω της,να τσακιστεί αμέσως κάτω.’

Πολλοί είναι οι δρόμοι που οδηγούν στην ελευθερία. Διάλεξε έναν και τράβα. Μπορεί να χρειαστεί να αλλάξεις ρότα κάποιες φορές,να κάνεις πίσω και να ξαναορμήξεις προς τα εμπρός. Σαν ποτάμι ορμητικό.
Θέλει όμως ξεκούνημα. Και κούρδισμα του μυαλού.
Δεν υπάρχουν Ευαγγέλια ούτε Βίβλοι., δεν υπάρχει μαγικό ραβδάκι που μόλις τινάξει ο ‘ειδικός’ αυτόματα να γίνει δυνατή η κοινωνικοποίηση της ζωής μας,η κοινοκτημοσύνη, η απελευθέρωση από τη σκλαβιά της απληστίας.
Υπάρχουν έργα τεράστιων, γνωρίζουμε τις εμπειρίες τεράστιων. Ανάλυση της πραγματικότητας που ζούμε χρειάζεται, και ξεκούνημα! Και προσπάθεια προσαρμογής των περασμένων εμπειριών στο τώρα και εδώ. Μελέτη. Οπωσδήποτε απαραίτητο το μπλοκάρισμα του υπάρχοντος όπως αυτό υφίσταται, από εδώ πρέπει να ξεκινήσουμε, όπου αυτό καθίσταται δυνατό.

Σαμποτάζ του παλιού, δολιοφθορά. Δημιουργία του νέου. Δομές αντιεξουσίας, νησίδες ελευθερίας. Κοινότητες. Όχι στην ενσωμάτωση. Ο νέος κόσμος είναι εφικτός και είναι εδώ. Ο παλαιός στο σκουπιδοντενεκέ!! Εσείς μαζί αποφασίστε το πώς, ο καθένας ατομικά και όλοι μαζί.
Κλείνω την παρένθεση και ξαναγυρνώ πίσω.

θυμάμαι ακόμα, ήρωας

  • Έχουμε λοιπόν ένα’ κυνήγι μαγισσών’ εναντίον των αυτόνομων και θέσπιση νόμου που στην πράξη απαλλάσσει τους ’μετανιωμένους’. Αυτό ήταν. Σε μια περίοδο όπου δεν φαίνεται καμία διέξοδος στον ορίζοντα, όπου όλα μοιάζουν χαμένα, όπου η ήττα είναι εμφανής και κάθε τι προοδευτικό κυνηγιέται αμείλικτα. Τι στιγμή που η ζούγκλα έχει λείψει, τα ψάρια είναι έξω από τα νερά τους γιατί,ή δεν υπάρχουν καθόλου νερά ή τραβιούνται μακριά σαν μια τεράστια άμπωτη,και κάθε τι που θυμίζει αυτονομία μοιάζει με επιδημία λέπρας, οι αυτόνομοι λιώνουν σαν τους λεπρούς. Δεν είναι δύσκολο για τους πιο αδύναμους,τους λιγότερο προετοιμασμένους, να τρεκλίσουν, να κλατάρουν, να τα φτύσουν που λέμε και να φτύσουν τους συντρόφους τους. Αυτούς με τους οποίους μέχρι πρότινος έτρωγαν ψωμί κι αλάτι.
    Ψέματα και αλήθειες έγιναν ένα. Μες τη θολούρα λες και πολλές βλακείες. Είχε υπάρξει εν τω μεταξύ και η επέλαση της ηρωίνης.

θα πληρώσετε ακριβά, θα πληρώσετε για όλα! Β

  • Γράφτηκαν και ειπώθηκαν τόσα και τόσα. Θα επαναλάβω, με το χέρι στην καρδιά, πως η ένοπλη εμπειρία γεννήθηκε σαν αναγκαιότητα μέσα σε μια κατάσταση τέτοια που να μοιάζει αναπόφευκτη. Δεν θα επεκταθώ παραπέρα σε αυτό το θέμα, το έχουμε εξαντλήσει και με το παραπάνω, δεν θέλω να αποδείξω τίποτα.

1974 ΘΗΤΕΙΑ ΜΑΝΟΣ ΕΛΕΥΘΕΡΙΟΥ
Μαλαματένια λόγια στο μαντήλι τα βρήκα στο σεργιάνι μου προχθές ,τ’ αλφαβητάρι πάνω στο τριφύλλι σου μάθαινε το αύριο και το χθες , μα εγώ περνούσα τη στερνή την πύλη
με του καιρού δεμένος τις κλωστές.
Τ’ αηδόνια σεχτηκιάσανε στην Τροία που στράγγιξες χαμένα μια γενιά, καλύτερα να σ’ έλεγαν Μαρία
και να σουν ράφτρα μες την Κοκκινιά κι όχι να ζεις μ’ αυτήν την κομπανία
και να μην ξέρεις τ’ άστρο του φονιά.
Γυρίσανε πολλοί σημαδεμένοι απ’ του καιρού την άγρια πληρωμή, στο μεσοστράτι τέσσερεις ανέμοι
τους πήραν για σεργιάνι μια στιγμή, και βρήκανε τη φλόγα που δεν τρέμει και το μαράζι δίχως αφορμή.
Και σαν τους άλλους χάθηκαν κι εκείνοι, τους βρήκαν να γαβγίζουν στα μισά, κι απ’ το παλιό μαρτύριο να χει μείνει ένα σκυλί τη νύχτα που διψά, γυναίκες στη γωνιά μ’ ασετυλίνη
παραμιλούν στην ακροθαλασσιά.
Και στ’ ανοιχτά του κόσμου τα καμιόνια θα ξεφορτώνουν στην Καισαριανή, πως έγινε μ’ ετούτο τον αιώνα και γύρισε καπάκι η ζωή, πως το ‘φεραν η μοίρα και τα χρόνια να μην ακούσεις ένα ποιητή.
Του κόσμου ποιος το λύνει το κουβάρι ,ποιος είναι καπετάνιος στα βουνά, ποιος δίνει την αγάπη και τη χάρη, και στις μυρτιές του Άδη σεργιανά, μαλαματένια λόγια στο χορτάρι, ποιος βρίσκει για την άλλη τη γενιά.
Με δέσαν στα στενά και στους κανόνες και ξημερώνοντας Παρασκευή [μέρα κακή] τοξότες φάλαγγες και λεγεώνες με πήραν και με βάλαν σε κλουβί, και στα υπόγεια ζάρια τους αιώνες, παιχνίδι παίζουν οι αργυραμοιβοί.
Ζητούσα τα μεγάλα τα κυνήγια, κι όπως δεν ήμουν μάγκας και νταής, περνούσα τα δικά σου δικαστήρια αφού στον Αδη μέσα θα με βρεις, να με δικάσεις πάλι με μαρτύρια
και σαν κακούργο να με τιμωρείς.

  • Έμοιαξε αιώνας εκείνη η περίοδος, γεμάτη ένταση και περιεχόμενο. Γνώρισα αξιόλογους ανθρώπους, κάποιους όταν τους αποχωρίστηκα μου στοίχισε πολύ, ήμασταν τόσο δεμένοι.Εκείνη την ενότητα, την συντροφικότητα την πελεκημένη μες τον κίνδυνο δεν την ξανάζησα ποτέ.

Να τους χαιρετήσω λοιπόν, έστω όσους θυμάμαι ακόμη, Giovanna,Salvatore e Gabriella, Lucio e Benigno, Augusto, Sergio και Corrado, Ruggero. Nico,Patrizia, Giuliana, Marco και Νicο.

  • Ήμουν ελεύθερος κατά τύχη, όταν το λιγότερο που έμεινε στα μπουντρούμια κάποιος από αυτούς ήταν επτά με οκτώ χρόνια αν θυμάμαι καλά.

Στην περίπτωση μου έγινε δίκη εδώ στην Ελλάδα. Δικάστηκα δύο φορές μιας και μετά την πρώτη,αθωωτική απόφαση, ακολούθησαν καινούριες καταθέσεις από Ιταλία.
Έμεινα προφυλακισμένος στην Κομοτηνή, περιμένοντας να δικαστώ, κάτι λιγότερο από χρόνο. Στη διάρκεια πέρασα και στρατοδικείο μιας και οι στρατιωτικές αρχές με θεώρησαν ανυπότακτο. Το διάστημα της δίκης δεν υπήρχε Μεταγωγών, δεν γνωρίζω γιατί, και με μετέφεραν στην Καβάλα με το ΚΤΕΛ. Θυμάμαι πως μου άρεσε πολύ,περπάτησα σε πόλη ύστερα από καιρό, μες τη βουή και την κίνηση. Στο ταξίδι δεν χόρταινα να κοιτάζω τη φύση από τα παράθυρα, την κίνηση, όλα ήταν πανέμορφα, μου είχαν βγάλει και τις χειροπέδες. Στην Καβάλα τα ίδια, μας περίμενε περιπολικό, την νύχτα στα κρατητήρια. Αθωώθηκα την άλλη μέρα, πως να καταταγώ προφυλακισμένος; Πίσω λοιπόν, ξανά με το ΚΤΕΛ, μόνο που όταν φτάνουμε Κομοτηνή οι φυλακές έχουν κλείσει κι έτσι πρέπει να περάσω τη νύχτα στο Τμήμα. Έχω χάσει και το βραδινό συσσίτιο, κάτι πρέπει να γίνει, πεινούν και οι αστυνομικοί που με συνοδεύουν και συμβαίνει το μοναδικό! πηγαίνουμε όλοι μαζί σε ταβέρνα, τρώμε και πίνουμε μάλιστα! Ήπια ρετσίνα ύστερα από μήνες. Ούτε χειροπέδες, ούτε τίποτα! Ταβέρνα! Το βράδυ στο υπόγειο κρατητήριο έκανα τον καλύτερο ύπνο στο τελευταίο διάστημα.

Έμαθα να προσαρμόζομαι και στάθηκε δύσκολο γιατί είμαι νευρικός από μικρός. Ήταν σχολείο για να μπορέσω να αντέξω τις μετέπειτα ασθένειες. Βρήκα διεξόδους να διοχετεύσω ενέργεια και δημιουργικότητα. Δεν ήταν και πολύ ευχάριστα στην αρχή,εννοώ μετά την επιστροφή, γιατί ο Μichele, ο Mikis όπως με φώναζαν οι ιταλιάνοι έμοιαζε αόρατος και ο Μιχάλης κάποιος άλλος. Έπρεπε να αρνούμαι μια πραγματικότητα που με τιμούσε και έμοιαζε τόσο μακρινή και δύσκολη να την ακουμπήσεις, [και δεν ήταν λίγοι εκείνοι που μου είπαν σε ανύποπτο χρόνο πόσο απρόσιτος φάνταζα στα μάτια τους],τόσο απόμακρη στην κοινωνία της μικρής μας πόλης.

Προσαρμόστηκα πάντως, αναγκασμένος να ‘πολεμήσω’ με τη δικαιοσύνη, πρώτα προφυλακισμένος και μετά ελεύθερος με όρους κλπ.

Να πω με την ευκαιρία πως πριν τις συλλήψεις μας, μέσα του 80, Απρίλης η Ροσσάνα και Μάης εγώ – κατεβήκαμε να εγκατασταθούμε Αθήνα για καλύτερα,εδώ στην Καβάλα η κατάσταση που βιώναμε ήταν ασφυκτική, συχνά αποπνικτική, δεν συνηθίζονταν με τίποτα !
Για διάφορους λόγους που δεν αξίζει να αναφέρουμε επιστρέψαμε πίσω μετά από κάποιο καιρό που μας φιλοξένησε ο ξάδερφος μου ο Μιχάλης που ζούσε τότε στον Βύρωνα. Ήταν η περίοδος που πέθανε ο Νίκος ο Ξυλούρης,και δεν το ξεχνώ ποτέ γιατί τον αγαπούσα πολύ και στενοχωρήθηκα αφάνταστα,όπως και ολόκληρη η χώρα. Θυμάμαι ακόμη τη μαυρίλα που γέμισε η είδηση τον κόσμο.

Πρέπει την ίδια περίοδο να κυνηγήθηκε και ο Γιώργος Βότσης,που έγραφε στην Ελευθεροτυπία,σαν ηγετικό στέλεχος της 17 Νοέμβρη! Λόγω του ότι οι θέσεις που παρουσίαζε στην εφημερίδα ήταν ‘πολύ αριστερές’ !! και το κατεστημένο δεν το ανέχονταν !
Λίγο μετά πρέπει να ‘έφυγε’ στη Μόσχα και άλλος μεγάλος,ο Μάνος ο Λοίζος.

  • Με κράτησε σε εγρήγορση η άθληση. Μαζί με άλλα που εξάσκησα ήταν κολύμπι στη θάλασσα τα καλοκαίρια και κάποιους χειμώνες.Στην πισίνα όλο τον χρόνο. Και ατέλειωτες πορείες στο βουνό, με τον βουδιστή φίλο μου Σωκράτη Διαμαντόπουλο του τότε βιβλιοπωλείου ‘Ήλιος’, και τον Μαλέζη,του οποίου το μικρό όνομα το ξεχνώ.Γνωστός πρώην αριστεριστής και νυν νεοορθόδοξος. Είχαμε οι τρεις μας στην διάρκεια των μεγάλων πορειών ατέλειωτες συζητήσεις επάνω στο θείο και το πώς το βίωνε ο καθένας από τους δύο με εμένα στη μέση να θέλω να καταλάβω, μα συγχρόνως να είμαι σκληρά αφιερωμένος στην επανάστασηγειωμένος στα εγκόσμια, να αντιμάχομαι μαζί τους. Το μόνο σίγουρο πάντως είναι πως το ‘σποράκι’ μέσα μου το άφησαν μιας και χρόνια αργότερα ψάχτηκα κι εγώ στα μονοπάτια της πίστης. Ήταν πάντως στιγμές πανέμορφες, ένας αυτόνομος ένας βουδιστής και ένας ζηλωτής χριστιανός να περπατούν στο πανέμορφο τοπίο και να διαλογίζονται! Δεν θα τις ξεχάσω αυτές τις πορείες με τις διαμάχες και τους διαξιφισμούς μας,με κάθε καιρό, κάθε μεσημέρι μέχρι να πέσει βαθύ σκοτάδι, με ήλιο βροχή και αέρα, συχνά και χιόνι. Όλους τους λόφους γύρω από την πόλη τους περπατήσαμε σπιθαμή προς σπιθαμή.

Τα πρωινά καφεδάκι στη Μυροβόλο του Σωτήρη,[ εκεί γνώρισα, πριν ακόμη μας συλλάβουν, τον Μπάμπη τον Τσουρουκίδη,που έχει και αυτός Ιταλίδα φιλενάδα, κι έτσι βρίσκει η Ροσσάνα συντροφιά, μιλούσαμε όλοι μαζί την ίδια γλώσσα, καταλαβαινόμαστε χωρίς να χρειάζονται τα εγγλέζικα]. Και πέρασμα από τον Γιάννη τον Καρρά που μόλις έχει έρθει από την Αθήνα ν’ ανοίξει μαγαζί με παπούτσια στην Ομόνοια, εκείνο τον καιρό. Τα βράδια στο Vanitas του Σαλαβάτη ή στο Νησί του Σιμήτα. Ο Νίκος έγραψε τη δική του ιστορία στην αυθεντική πλευρά της πόλης, μας λείπει πολύ. Γνήσιος. Να είναι καλά ο Παύλος ο Φιλίδης που του συμπαραστάθηκε, στάθηκε κοντά του την τελευταία περίοδο της ζωής, και όχι μόνο.

Από τον Νίκο γνωρίσαμε  τον Στέργιο τον Μήττα και την Ελένη, ξημεροβραδιαζόμασταν στο ωραίο, δίπατο σπίτι του, εκεί δίπλα στην ταβέρνα του Φίλιππα, στα ιστορικά κόκκινα Ποταμούδια.

Τεράστιος φίλος και ο Παύλος, εξαιρετικός άνθρωπος και χαρακτήρας. Μαζί του έζησα μια από τις πιο αυθεντικές στιγμές στη  ζωή μου, μέρα γιορτής! Τα πίναμε όλη νύχτα στο Νικόλα τον Σαλαβάτη ο οποίος έκλεισε νωρίς, κι εμείς είχαμε ακόμη όρεξη, οπότε καταλήξαμε στα μπουζούκια, στο ΝΟΚ, όπου δούλευε ο Παβλίτο, είχε πάρει ρεπό εκείνη την ημέρα, ακριβώς για να γιορτάσει μαζί μου. Όχι ότι πηγαίναμε ποτέ σε μαγαζιά της ‘νύχτας’, απλά, ο Νίκος μας άφησε στα κρύα του λουτρού, το Νησί επίσης έκλεισε νωρίς εκείνη τη νύχτα, φαίνεται πως όλα είχαν συνωμοτήσει για να καταλήξουμε στο μαγαζί του λιμανιού, το Απαραίτητο επίσης δεν είχε ακόμη ξεκινήσει την μεγάλη ένδοξη ιστορία του.

Βρεθήκαμε λοιπόν πρώτο τραπέζι πίστα, μισοάδειο το κατάστημα πλέον, ήταν αργά, ήμασταν γνωστοί, ο ένας δούλευε στον χώρο, αμέσως πέσαν επάνω μας οι συνάδελφοι του, καταλαβαίνετε τώρα οι αγκαλιές και τα φιλιά έδιναν και έπαιρναν, υπήρχε μια οικειότητα, ζητάει ο Παυλάρας παραγγελιά, σπάει λίγα πιάτα μέσα σ’ ένα τραπεζομάντηλο και ζώνεται τον μπόγο στους ώμους του σαν τον »παλιατζή» χορεύοντας αμέσως στους ήχους του πασίγνωστου τότε άσματος στη μέση της πίστας κάτω απ’ τα παλαμάκια ενός μαγαζιού παραληρούντος πλέον βλέποντας τον συμπαθέστατο Παύλο να γυροφέρνει κρατώντας στον ώμο του την πραμάτεια παλιών αντικειμένων που όλη τη μέρα μάζευε δεξιά κι αριστερά στις γειτονιές της πόλης!

Μέρα αξέχαστη, αυθεντική μες την απλότητα της!

Και ο Γιώργος γράφει ιστορία, είναι πλέον μακράν ο παλαιότερος στην μουσική νύχτα της πόλης με τα διάφορα Νησιά του, μικρά ή μεγαλύτερα.
Τρίτος ‘αρχαίος’ στην παρέα των από παιδιά φίλων ο Πελέ του Νικηφόρου. Φοβερό ‘φρούτο’ ο Βασιλάκης, στα χρόνια της νεότητάς του αναστέναξε η Καβάλα,η Αλεξανδρούπολη όπου παντρεύτηκε για κάποιο διάστημα πριν γνωρίσει την Αντιγόνη και η Σαμοθράκη που διακοπίζονταν. Τα καμώματά του την διάρκεια της θητείας έμειναν θρυλικά μιας και δύσκολα τον κρατούσες κλεισμένο, τότες που ο στρατός ήταν….κάτσε καλά!  Κάποια στιγμή για να την κοπανήσει από το στρατόπεδο άρπαξε ένα τανκ, πέρασε την πύλη και το έσκασε. Μέρες τον κυνηγούσε η στρατονομία, υπηρετούσε στην Θράκη θυμάμαι, τον έψαχναν και αυτός μπανιαρίζονταν με τις κοπελίτσες στον Μπάτη. Το θυμάμαι γιατί μαγιό του έδωσα εγώ μιας και δεν μπορούσε να πάει από το σπίτι του ,του την είχανε στημένη. Δίδυμο φωτιά με τον άλλο αγαπημένο φίλο, τον Βασιλάκη τον Αποστόλου ! Αυτοί οι δύο με βγάλαν στο κλαρί!

Δεν ξεχνιούνται τα τσιμπούσια που ετοίμαζε ο Αποστόλου στη ‘σπηλιά’, στα βράχια της ‘Τόσκα’, στη μεγάλη παρέα, κάθε μεσημέρι, με τσίπουρα και φανταστικούς μεζέδες!Άριστος κολυμβητής και βουτηχτής ο Βασίλης έδειξε πόσο εύκολο είναι να περνάς θαυμάσια όταν η παρέα είναι καλή! αξέχαστες στιγμές, με απλότητα, στη φύση.Στις καβαλιώτικες θάλασσες. Στην παραλία. Εκεί όπου μια όμορφη νύχτα ο εξαιρετικός Κηλαηδόνης επανέλαβε μέσα σε κατάσταση μεγάλου ενθουσιασμού το πάρτι της Βουλιαγμένης, και η νεολαία μας τον αγκάλιασε πολύ ζεστά. Ωραίος ο Λουκιανός! άξιζε όλη την αποθέωση που του χαρίσαμε!

Έφτιαξα τη δουλειά στη θάλασσα, κοντά μου εκείνο τον πρώτο καιρό ο Γιώργος ο ‘Αραχτός’, ο Θοδωρής ο ‘Λουκουμάς’ και ο Θόδωρος ο Μουριάδης που αγαπάει κι αυτός πολύ το πανί με τη σανίδα και με συντροφεύει στις τσάρκες στο νερό. Με γνώρισε όλη η πόλη, κι αυτοί που δεν με ήξεραν από τις ‘περιπέτειες’ μου με την δικαιοσύνη. Σταθερός φίλος ο Παύλος, μου στάθηκε όσο κανένας άλλος.
‘Συχνάζεις στο Μικρό Καφέ κι εγώ στη Μυροβόλο’ τραγουδά για την αγαπημένη του ο Αργύρης. Είναι τότε που φτιάχνονται καινούρια στέκια στην πόλη, για τους λιγότερο πολιτικοποιημένους,οι παλιοί ‘ψηφίζουν’ σταθερά τα προαναφερθέντα. Μικρό Καφέ λοιπόν και Μπαλάντα στην Ερυθρού Σταυρού όπου δημιουργείται κατάσταση, μαζεύεται εκεί η νεολαία της πόλης που ξεμυτίζει σιγά σιγά απ’ το σπίτι [θέλω να καταλάβετε πως τα πρώτα μπαράκια φτιάχτηκαν ακριβώς πάνω στην ανάγκη των νέων να ξεφύγουν από το σφιχταγκάλιασμα του γονιού, φυσικό λοιπόν να δημιουργηθούν από τους πιο ανήσυχους. Οι υπόλοιποι,κυρίως στη συνέχεια το είδαν σαν μιας πρώτης τάξης ευκαιρία για να βγάλουν χρήματα].
Λίγο μετά γίνεται το Κύτταρο και πάει λέγοντας, στην Ερυθρού Σταυρού βρίσκεις τους νέους της πόλης, πρωί βράδυ για πολλά χρόνια.

Πρέπει να είναι αυτή η περίοδος που μεταξύ άλλων μας συντροφεύουν και ο Δημήτρης ο Παπαθεοδώρου και η Καίτη με τον αδερφό της τον Τζανέτο, Έχω γνωρίσει και τ’ αδέλφια Καρακάντζα.
Θυμάμαι όλη τη διαδρομή μέχρι να αλλάξουν τα δεδομένα Ο Καράς με τον Κώστα τον Γκάλη στη μουσική σκηνή, φέρνουν στο προσκήνιο την ποιοτική μας μουσική. Μέχρι τότε μοναχά ο Σαλαβάτης και ο Σιμήτας ‘έπαιζαν’ τα ακούσματα που έκρυβε το κατεστημένο. Διαδρομή που περιελάμβανε και τη διαμάχη ανάμεσα στους ροκάδες και τους καρεκλάδες όπως αποκαλούσαμε τους άλλους.

Τη πορεία των διάφορων djς που έδειξαν την εξέλιξη της εμπορικής μουσικής, τον Χρήστο τον Καφά, τον Τάκη,τον Γρηγόρη και σε λίγο τον Νίκο τον Μαυρίδη για να αναφέρω τους περισσότερο γνωστούς. Όλοι φίλοι. Έρχεται και ο Boban τα δύσκολα χρόνια της Γιουγκοσλαβίας.
Δίσκους και κασέτες
αγοράζαμε από τον Ντίνο τον ‘Σαμάνθα’. ‘Τσιμπάμε’ στα Καλά Καθούμενα του Σάκη του Αρβανίτη. Γυρνάμε τα χαμάμ της βόρειας Ελλάδας με τον Θανάση τον Μαρωνόπουλο και την Κατερίνα, αρπάζει φωτιά το αμάξι του Τέλη στην Ηρακλίτσα. Έχει σαλτάρει λίγο νωρίτερα από την ταράτσα ο Γιαννάρας με την Ελπίδα, κλείνει η Μυροβόλος γιατί ο Σωτήρης φεύγει Θεσσαλονίκη, μεταφέρεται το Νησί, έχουμε τη μεγάλη κοροϊδία της ‘αλλαγής’, τον πράσινο σοσιαλφασισμό που θέλει να μοιάσει τζαμαχιρία αλλά δεν μπορεί, δεν υπάρχει πετρέλαιο. Υπάρχουν όμως δανεικά.

Το Έρεβος του Ηρακλή όπου και γνώρισα τον Χατζηγιάννη.
Μαζί με τον Καρρά, όπως προείπα,ο Κώστας έφεραν τα πάνω κάτω στο χώρο με το Ναυάγιο,λίγα χρόνια αργότερα Ελλαδογραφία, μαζί και ο Μίλτος ο Σαμλίδης.
Και δεν γίνεται να ξεχάσω να αναφερθώ στις τόσες και τόσες συντροφιές στη ταβέρνα του Φάνη, το ‘Μεθυσμένο Αηδονάκι’,παρέα με την κιθάρα του ή τις δικές μας, για πολλά-πολλά χρόνια. Ειδικά το αμέσως προηγούμενο και επόμενο διάστημα που έπεφτε η χούντα εκεί ήταν κάτι σαν ορμητήριο για τους αντιστασιακούς νεολαίους που μέσα από τη μουσική και τα τραγούδια διατράνωναν το πάθος για τη λευτεριά.

‘Παλιέ μου φίλε γνώριμε συμμαθητή θαμώνα, αφήνω την κιθάρα μου και παίρνω την σφεντόνα’

Νοέμβρης του 84, έχουμε ένα μεγάλο γεγονός στην Καβάλα,την κατάληψη της Μεγάλης Λέσχης, επί Λευτέρη Αθανασιάδη, από ένα μεγάλο κομμάτι κόσμου.Ζήτησαν και πέτυχαν να δοθεί το κτίριο για κοινωνική χρήση. Πήρα αυθόρμητα μέρος από την πρώτη μέχρι την τελευταία μέρα, κοιμήθηκα πολλά βράδια με τον υπνόσακο στο κτίριο μέσα σε κλίμα ενθουσιασμού και αλληλεγγύης. Ήταν μια πολύ δυνατή στιγμή για την πόλη,τότε που ο λαός συμμετείχε στις υποθέσεις που τον αφορούσαν. Έπαιξε ρόλο και το ότι από την πρώτη στιγμή η Δημοτική αρχή υπερασπίστηκε ενεργά τη δράση.

η Αποστολή

Πρώτη Γραμμή

-‘Στην «Αινειάδα» του Βιργιλίου και στις «Ηρωίδες» του Οβιδίου μαθαίνουμε ότι μετά τον θάνατο του Έκτορα, η βασίλισσα των Αμαζόνων Πενθεσίλεια έφτασε στην Τροία και προσέφερε τις υπηρεσίες της στον βασιλιά Πρίαμο. Στην μάχη που ακολουθεί οι Αμαζόνες επιτίθενται με μανία και σκοτώνουν πολλούς Αχαιούς. η Πενθεσίλεια μάχεται τον Αχιλλέα, που οδηγεί την επίθεση. Ο Αχιλλέας αποφεύγει τα ακόντια της Αμαζόνας και με ένα αριστοτεχνικό ελιγμό καταβάλει την αντίπαλό του και βυθίζει το ξίφος του στο στήθος της.

Όταν όμως βγάζει το κράνος της συνειδητοποιεί για πρώτη φορά ότι έχει σκοτώσει μια γυναίκα και ταράζεται. Το βλέμμα του καρφώνεται στα μάτια της που σβήνουν σιγά σιγά από το πέπλο του θανάτου. Η συγκίνηση του ήρωα γίνεται αντιληπτή και από τους συμπολεμιστές του που παρακολουθούν και έχει έξοχα αποτυπωθεί σε ερυθρόμορφο αμφορέα. Τη στιγμή εκείνη, μια γνωστή σκωπτική μορφή στο στρατόπεδο των Αχαιών, ο Θερσίττης, περιγελά τον Αχιλλέα για την συγκίνησή του. Μπήγει μάλιστα το δόρυ του στο μάτι της νεκρής.

Ο Αχιλλέας σε έξαλλη κατάσταση γρονθοκοπεί τον Θερσίττη μέχρι που του συνθλίβει το κρανίο. Η σωρός της Πενθεσίλειας και των άλλων νεκρών Αμαζόνων θα παραδοθούν στους Τρώες σε μια ένδειξη απεριόριστης εκτίμησης μεταξύ πολεμιστών, οι οποίοι θα τις θάψουν με όλες τις τιμές’-.

Δημοσιεύθηκε στις 16th Φεβρουαρίου, 2014

1239824_1633774420094883_90301300_nΟι «Κρίσις» ήταν ένα rock συγκρότημα από την Καβάλα και μεσουράνησε την περίοδο 1981-1988 τόσο στην Καβάλα όσο και σε όλη την Ελλάδα με πάρα πολλές συναυλίες στο ενεργητικό τους.

Διαλύθηκε το 1988 λόγω στρατιωτικού και σπουδών των μελών του, προς μεγάλη απογοήτευση των χιλιάδων φίλων του.

Στα τέλη του 1982 κυκλοφόρησαν και το μοναδικό τους δισκάκι 45 στροφών σε 500 αντίτυπα (αυτό που βλέπετε στην φωτογραφία).

Περιείχε τα τραγούδια «Ανθρωπάκος» σε μουσική του Δημήτρη Μπόσκου και σε στίχους του Μάκη Καρακούση, και το «Απόβρασμα» σε μουσική του Δημήτρη Μπόσκου και σε στίχους του Χρήστου Γεωργιάδη και του Γρηγόρη Δροσόπουλου που έφυγε πρόωρα από την ζωή.

Στην διάρκεια των 7 χρόνων έπαιξαν οι παρακάτω μουσικοί:

Χρήστος Γεωργιάδης – Φωνή
Δημήτρης Μπόσκος – Κιθάρα
Στέλιος Χόης – Πλήκτρα
Μάκης Καρακούσης – Τύμπανα
Σάκης Ρώρρας – Μπάσο
Κώστας Κανελλόπουλος – Κιθάρα
Απόστολος Μπόσκος – Μπάσο
Χρήστος Τσουρής – Τύμπανα
Νίκος Χριστοφορίδης (Nikky) – Μπάσο

Στο τραγούδι «Τεκέ» την μουσική έγραψε ο Δημήτρης Μπόσκος και τους στίχους ο Μάκης Καρακούσης.

6

αυτονομία, autonomia

Κεφάλαιο 8. ΕΝΟΠΛΗ ΠΑΛΗ ΚΑΙ ΕΡΓΑΤΙΚΗ ΑΥΤΟΝΟΜΙΑ.

ΟΙ ΠΙΘΑΝΕΣ ΡΙΖΕΣ ΤΗΣ «ΕΝΟΠΛΗΣ ΤΑΣΗΣ».

Το 1976 έγραφε ένας άγνωστος συντάκτης στην «manchette» στο κάλυμμα του βιβλίου «ερυθρές Ταξιαρχίες»: «Έτσι η φρίκη για τις ερυθρές Ταξιαρχίες επικύρωσε την προσπάθεια να ποινικοποιηθεί η ριζοσπαστική διαφωνία, ευνόησε στην Ιταλία, επάνω στο γερμανικό παράδειγμα, να ξεκινήσει μια αυστηρή κατασταλτική νομοθεσία και να ακυρωθεί κάθε διάκριση μεταξύ πρόληψης και καταστολής […] » και επιπλέον:» Το βιβλίο της κόκκινης Βοήθειας είναι μια ειλικρινής απόπειρα (ανάγνωσης) προς αυτή την κατεύθυνση (για να ανοικοδομήσει μια υπόθεση μέσα στις πραγματικές της διαστάσεις]. Η δημοσίευση αυτού του βιβλίου, σε αυτή τη συγκεκριμένη χρονική στιγμή, θέλει ακριβώς να προσφέρει στο κοινό εκείνη την υπηρεσία που άλλοι δεν την έχουν παράσχει και που θα έπρεπε να είναι αντιθέτως χαρακτηριστική σε έναν σύγχρονο εκδότη  (1).

Σχετική εικόνα

Με ακόμη πιο ακριβή τρόπο, ο συντάκτης διευκρινίζει τις σκέψεις του στο εσωτερικό σημείωμα. Όλες οι κατηγορίες περί «προβοκατόρων και κατασκόπων» που απευθύνονται στις ερυθρές Ταξιαρχίες απορρίπτονται, αναγνωρίζοντας σε αυτούς πως αγωνίζονταν για «έναν σκοπό που στοίχειωσε ολόκληρες γενιές στρατευμένων αγωνιστών». Χτίζεται μια σύντομη ανάλυση (υποστηριζόμενη από τον Francesco Ciafaloni στα «Quaderni Piacentini») σχετικά με την προέλευση του προβλήματος:»κατά τα έτη 1969-72 (ακόμη και πέραν αυτών), ένα μη μειοψηφικό κομμάτι των νέων, πρωταγωνιστών των αγώνων στα εργοστάσια και στο σχολείο […] έθεσε τη ζωή του σε λειτουργία ριζικής μεταμόρφωσης βραχυπρόθεσμα […] «αλλά στη συνέχεια» […] δεν λειτούργησε μια συνειδητή, αιτιολογημένη, ορθολογική μετάβαση από την παλιά θέση στη νέα, η οποία θα επέτρεπε την συνεπή διατήρηση μέρους της ψυχολογικής και ιδεολογικής φόρτισης που ήταν παρούσα σε μαζικό επίπεδο. Οι περισσότεροι εγκατέλειψαν, επέστρεψαν στη κανονικότητα. Απλώς ανακάλυψαν ότι η πολιτική κοστίζει και συνειδητοποίησαν πως δεν είναι πρόθυμοι να πληρώσουν το τίμημα. Άλλοι αποδέχτηκαν την πρακτική της διπλής αλήθειας. Άλλοι αποφάσισαν να επιλέξουν τις ακραίες συνέπειες […]» (2).

Αποτέλεσμα εικόνας για lotta armata, italia, anni '70

Αυτά τα λόγια γράφονταν μέσα στην οξεία φάση της αποσύνθεσης των εξωκοινοβουλευτικών ομάδων, παρουσία μιας τεράστιας και αυταρχικής αναδιάρθρωσης στα εργοστάσια (cassa integrazione [οικονομική συνδρομή μέσω αμοιβής σε περίπτωση αναστολής ή μείωσης της εργατικής δραστηριότητας], «πολιτικές» απολύσεις κλπ.) και ενώ η κυβέρνηση και το κοινοβούλιο άρχιζαν να επεξεργάζονται εκείνη την νομοθετικά αυταρχική στροφή που θα είχε περάσει στην ιστορία με τον χαρακτηρισμό της «περιόδου έκτακτης ανάγκης». Το βιβλίο για τις Κόκκινες Ταξιαρχίες εξαντλήθηκε γρήγορα και δεν επανεκδόθηκε ποτέ. Παραμένει – μαζί με το «Ποτέ ξανά χωρίς τουφέκι, «Mai più senza fucile» του Alessandro Silj – μια από τις σπάνιες προσπάθειες μη παραποίησης, όταν δεν είναι δυσφημιστικές, να προχωρήσουμε στην προέλευση του φαινομένου του ένοπλου αγώνα στην Ιταλία. Το πρόβλημα των ερυθρών Ταξιαρχιών και των παράνομων ένοπλων και βίαιων ενεργειών κατά τα προηγούμενα χρόνια συνέχισε να αποτελεί αντικείμενο συζήτησης Το κλίμα προβοκάτσιας που προκάλεσε η «στρατηγική της έντασης» που διαχειρίστηκε το κράτος είχε δημιουργήσει τάξεις διετρολόγων-συνωμοσιολόγων όχι μόνο στον αστικό Τύπο, αλλά και σε εκείνον του κινήματος.

Το «B.C.D.» (Δελτίο δημοκρατικής αντιπληροφόρησης), που είχε ταχθεί δίπλα στο κίνημα, δεν είχε ποτέ παύσει να κατηγορεί τις ερυθρές Ταξιαρχίες ότι ήταν «προβοκάτορες πράκτορες» και η ίδια η εφημερίδα «il manifesto» είχε για χρόνια μεταφέρει τα νέα για τις BR αποκαλώντας τες «οι υποτιθέμενες» ή «οι αυτοαποκαλούμενες «, »oι λεγόμενες», υποστηρίζοντας εκ των πραγμάτων τη συνενοχή τους με σκοτεινές δυνάμεις του κράτους. Στην πραγματικότητα, όταν εμφανίστηκαν, οι ερυθρές Ταξιαρχίες ήταν πολύ λιγότερο «σκοτεινές» από ό, τι φαντάζονταν. Θα μπορούσε να ειπωθεί ότι κατά την εμφάνισή τους ήταν ένα απολύτως επιτυχημένο παράδειγμα της κινηματικής θεωρίας του «να είναι ξεκάθαρες για το κίνημα και ασαφείς για την εξουσία, σκοτεινές». Οι πρώτες ενέργειες των ερυθρών Ταξιαρχιών αναπτύσσονται μέσα στα εργοστάσια και ειδικότερα στην Sit-Siemens και στην Pirelli στο Μιλάνο. Δεν έχουν μεγάλη απήχηση στην αρχή, διότι μπερδεύονται με παρόμοιες ενέργειες που αναπτύσσονται από άλλες πολιτικές δυνάμεις ή από αυθόρμητες αντιδράσεις των εργατών. Πρέπει να τονιστεί ότι τόσο κατά τη διάρκεια του «Καυτού Φθινοπώρου» όσο και στη διάρκεια του επόμενου 1970 η πρακτική του σαμποτάζ, το ξυλοφόρτωμα των επιστατών, η καταστροφή των αυτοκινήτων των διαχειριστών και των αρχηγών, η χρήση μιας εσωτερικής αντιεξουσίας, έχουν πλέον γίνει διαδεδομένες και συνηθισμένες πρακτικές.

Αποτέλεσμα εικόνας για Autunno caldo, anni '60-'70

Έτσι έγραφε η δεκαπενθήμερη «Lotta Continua» μεταφέροντας το κλίμα των εργοστασίων: «Μετά από κάθε δράση, πορεία, αποκλεισμό εμπορευμάτων […] κάθε τμήμα μετατρέπεται σε προλεταριακό δικαστήριο: όσους μπορούσαν αλλά δεν είχαν συμμετάσχει (στις δράσεις) τους διώχνουν από το εργοστάσιο. Ένα σημαντικό παράδειγμα:σε ένα τομέα του εργοστασίου μάθαμε ότι 7 εργάστηκαν την κυριακή, 4 εργάτες και 3 επικεφαλής. Συζητάμε και οι «απεργοσπάστες» » παύονται» για 2 ημέρες (οι εργάτες) και για 3 ημέρες οι επικεφαλής, 3 ημέρες: επειδή είναι επικεφαλής και επειδή κατά τη διάρκεια της συζήτησης ένας από αυτούς δεν σεβάστηκε τους εργάτες λέγοντας ότι τους είχε γραμμένους […] Δεν είναι απλώς θέμα υπεράσπισης της ενότητας: οι εργάτες μαθαίνουν να ασκούν δύναμη-εξουσία και να απολαμβάνουν την ευχαρίστηση » (3).Και σε μια ατμόσφαιρα αυτού του τύπου τοποθετούνται οι πρώτες ενέργειες των ερυθρών Ταξιαρχιών Η πρώτη δράση που υπογράφηκε με το σύμβολο του πεντάκτινου αστεριού και την γραφή ερυθρές Ταξιαρχίες είναι της 17ης σεπτεμβρίου 1970 και συνίσταται στην πυρπόληση του αυτοκινήτου του leader της SitSiemens Leoni, δεν συνοδεύεται από φυλλάδιο, το βράδυ όμως αφήνεται γραπτό μήνυμα στον υαλοκαθαριστήρα της Ferrari του μηχανικού Giorgio Villa της Sit-Siemens.

Αποτέλεσμα εικόνας για brigate rosse, prime azioni

Ο τόνος είναι ανάμεσα στο ειρωνικό και το απειλητικό: «Πόσο καιρό θα διαρκέσει η Ferrarina! μέχρι να αποφασίσουμε εμείς ότι είναι καιρός να τελειώνουμε με τους teppisti, τους αλήτες. BRIGATE ROSSE» (4) Πριν από αυτές τις «παραδειγματικές» ενέργειες οι κόκκινες Ταξιαρχίες είχαν πραγματοποιήσει, μπροστά σε αμήχανους και περίεργους ακροατές, μια ιπτάμενη δημόσια ομιλία στη μιλανέζικη εργατική γειτονιά του Lorenteggio, και είχαν πετάξει φυλλάδια μπροστά από τη Sit-Siemens. Στις 20 οκτωβρίου 1970, σε ένα φύλλο αγώνα της «Sinistra Proletaria», »Προλεταριακής Αριστεράς» δίδεται η είδηση της εμφάνισης στην πολιτική σκηνή των ερυθρών Ταξιαρχιών με αυτό τον τρόπο: L’autunno rosso è già cominciato.»Το φθινόπωρο που έχουμε μπροστά μας παρουσιάζεται […] σαν μια ημερομηνία αποφασιστικού αγώνα μέσα στη σύγκρουση εξουσίας […] Ενάντια στα θεσμικά όργανα που διαχειρίζονται την εκμετάλλευσή μας, ενάντια στους νόμους και τη δικαιοσύνη των αφεντικών, η πιο αποφασισμένη και συνειδητή πλευρά του αγωνιζόμενου προλεταριάτου έχει ήδη αρχίσει να μάχεται για να οικοδομήσει μια νέα νομιμότητα, μια νέα εξουσία. Για να χτίσουμε την οργάνωσή του. Υπάρχουν παραδείγματα: η «απαγωγή» και η «δημόσια διαπόμπευση» που έθεσαν σε εφαρμογή στο Τρέντο οι εργάτες της Ignis εναντίον των προβοκατόρων φασιστών που είχαν προμελετημένα μαχαιρώσει δύο από αυτούς. «η κατάληψη και η υπεράσπιση κατειλημμένων κατοικιών», σαν μοναδικός τρόπος να έχουμε επιτέλους ένα σπίτι […], «Η εμφάνιση αυτόνομων εργατικών οργανώσεων (ερυθρές Ταξιαρχίες) που υποδεικνύουν τις πρώτες στιγμές προλεταριακής αυτοοργάνωσης για να πολεμήσουμε τα αφεντικά και τους υπηρέτες τους στο έδαφός τους »στα ίσα», με τα ίδια μέσα που χρησιμοποιούν εναντίον της εργατικής τάξης: άμεσα, επιλεκτικά, καλυμένοι όπως στη Siemens. ΝΑ ΟΡΓΑΝΩΣΟΥΜΕ ΤΗΝ ΑΝΤΙΣΤΑΣΗ ΤΩΝ ΛΑΙΚΩΝ ΜΑΖΩΝ …

Αποτέλεσμα εικόνας για sinistra proletaria anni 70

«Ήρθε η ώρα να οργανωθούμε στη γραμμή φωτιάς για να ριζώσουμε μέσα στους αγώνες τα περιεχόμενα της νέας επαναστατικής πρακτικής: τη στρατηγική του αντάρτικου του λαού. Είναι ο καιρός να προχωρήσουμε στη γενική σύγκρουση για: – να ριζώσουμε στις προλεταριακές μάζες σε αγώνα την αρχή «δεν έχουμε πολιτική εξουσία εάν δεν έχουμε στρατιωτική δύναμη-εξουσία» . – να εκπαιδεύσουμε μέσω της «παρτιζάνικης Δράσης» την προλεταριακή και επαναστατική αριστερά στην αντίσταση, στον ένοπλο αγώνα, – να αποκαλύψουμε την καταπιεστική και κατασταλτική δομή της εξουσίας και τους μηχανισμούς αποδιοργάνωσης της ενότητας της τάξης.» (5).

Αποτέλεσμα εικόνας για collettivo politico metropolitano

Αλλά τι είναι η «Προλεταριακή Αριστερά»; Πρόκειται για ένα περιοδικό του οποίου βγαίνουν δυο νούμερα κατά τη διάρκεια του 1970. Προηγουμένως, όμως, είχαν βγει διάφορα «Φύλλα αγώνα της προλεταριακής αριστεράς», τα οποία μετέφεραν τη διατύπωση «σε επεξεργασία του C.P.M. (πολιτική μητροπολιτική Κολεκτίβα)». Όπως έχουμε ήδη δει το C.P.M. ήταν το οργανωτικό αποτέλεσμα της συζήτησης που είχε επενδύσει τον χώρο των Cub (ενωτικές Επιτροπές βάσης, Comitati unitari di base) στο Μιλάνο στη διάρκεια του 1968 και του 1969. Ο οργανισμός γεννήθηκε για να επεκτείνει τη δράση του από το εργοστάσιο στο κοινωνικό, για να ξεπεράσει τις εγγενείς αντιφάσεις στον διαχωρισμό μεταξύ του κόσμου των εργοστασιακών αγώνων και εκείνου των κοινωνικών και φοιτητικών.Σε ένα έγγραφο του CPM (ιανουάριος 1970) συνοψίζεται με αυτό τον τρόπο η ανάγκη για νέες οργανωτικές μορφές:

Collettivo-documenti-collettivo-lotta-sociale-9332ddab-ac82-4175-86da-00a6c750cbe9

«Πρέπει σήμερα να θέσουμε το πρόβλημα συγκεκριμένα. Ποιο επίπεδο οργάνωσης είναι σήμερα δυνατό και απαραίτητο; […] »Cub, GDS, Φοιτητικά κινήματα της έδρας κλπ. είχαν μια λειτουργία: να είναι τα εργαλεία της αναγέννησης του αυτόνομου κινήματος του προλεταριάτου, μέσα από αυτοπροσδιοριζόμενους αγώνες και αυτοδιαχειριζόμενους. Η πολιτική σφαίρα αυτού του αγώνα τοποθετήθηκε θεμελιωδώς στο σχολείο και στο εργοστάσιο, δηλαδή εντός των θεσμών […] .Τη στιγμή κατά την οποία οι αγώνες γενικεύθηκαν, και στην οποία πολλά από τα πολιτικά περιεχόμενα της αυτονομίας είχαν κατοχυρωθεί […] το εσωτερικό τομεακό οργανωτικό εργαλείο δεν έχει πλέον μια πραγματική πολιτική λειτουργία και ορθώς έχει υπερκεραστεί από τους ίδιους αγώνες που έχει δημιουργήσει.

Σχετική εικόνα

«Η ανάπτυξη της προλεταριακής αυτονομίας σήμερα σημαίνει να ξεπεραστούν οι τομεακοί αγώνες και οι τομεακοί οργανισμοί. Η υπέρβαση αυτή μπορεί να επιτευχθεί μόνο μέσα από τον αγώνα ενάντια στις »συντηρητικές» τάσεις που υπάρχουν μέσα στο κίνημα, οι οποίες συγχέουν την αυτονομία, με το πρώτο επίπεδο της οργανωμένης έκφρασης της: ακριβώς τα Cub, GDS, MS » (6). Η διαμάχη που ξέσπασε μέσα στα Cub μεταξύ της «μαζικής γραμμής» και της «κομματικής γραμμής», ουσιαστικά μεταξύ της τάσης της βάσης και της προσπάθειας της Avanguardia operaia να φέρει εκ νέου τον ρόλο των Cub μέσα σε μια οργανωτική δομή κομματική, υπάρχει εδώ με συγκεκριμένο τρόπο και διευκρινίζεται ακόμη περισσότερο στη συνέχεια του εγγράφου:

Σχετική εικόνα

«Η κοινωνική διάσταση του αγώνα απαιτεί οργανισμούς βάσης σε κοινωνικό επίπεδο […] Δεν είναι λοιπόν το ότι πρέπει να κάνουμε ένα άλμα από μια οργάνωση βάσης σε μια οργάνωση κορυφής […] αλλά να οικοδομήσουμε οργανισμούς πολιτικά ομοιογενείς για να παρέμβουμε στον μητροπολιτικό κοινωνικό αγώνα.» Η υπερνίκηση του εργατισμού και του studentismo […] δεν μπορεί να επιτευχθεί μέσω της αυθόρμητης, σποραδικής και απολιτικής ένωσης των εργατών και των σπουδαστών […], αλλά μέσω της δημιουργίας οργανωτικών πυρήνων που να τεθούν σε επίπεδο των συνολικών κοινωνικών προβλημάτων» (7).
Το C.P.M. γρήγορα γίνεται – κυρίως στο Μιλάνο – ένας μαζικός οργανισμός που βρίσκεται σε δεκάδες εργοστάσια και σχολεία. Ειδικότερα τον βλέπουν με αυξανόμενη συμπάθεια και ενδιαφέρον από τον χώρο των αγωνιστών της εργατικής Εξουσίας που σε αυτόν, παρά τις διαφορές, εντοπίζουν ένα παράδειγμα πραγματοποίησης ενός οργανισμού της εργατικής αυτονομίας. Το έγγραφο που αναφέρθηκε είναι το προϊόν μιας διάσκεψης που το C.P.M. είχε οργανώσει στο Chiavari στα τέλη του 1969, μέσα στην ηχώ της κρατικής σφαγής. Στο επίκεντρο του συνεδρίου υπήρξαν τα θέματα της οργάνωσης, της πολιτικής γραμμής και της βίας. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι στην επεξεργασία και στις επιλογές είχαν τεράστια επίδραση τόσο το κλίμα της σκληρότατης κρατικής καταστολής που αναπτύχθηκε στη διάρκεια του 1969, όσο και η εντύπωση που προκάλεσε η αυθόρμητη και μαζική «βία» που άσκησαν οι εργάτες κατά τη διάρκεια του «καυτού Φθινοπώρου», όπως τέλος και η ανάλυση της στρατηγικής που είχαν εφαρμόσει οι δύο κύριες πολιτικές ομάδες (Lotta continua και Potere operaio) κατά τη διάρκεια των αγώνων.
Αποτέλεσμα εικόνας για lotta continua anni '70
Το CPM, το οποίο έχει μέσα του τον Renato Curcio και άλλους αγωνιστές που προέρχονται από την εμπειρία του αρνητικού Πανεπιστημίου του Trento, ενσωματώνει ένα μέρος της έννοιας της μακροχρόνιας πάλης που θεωρήθηκε ήδη στην εμπειρία του Trentino για να επικρίνει τις θέσεις της Συνεχούς πάλης και εργατικής Εξουσίας: «Στην ταξική πάλη διακρίνονται τρία στοιχεία: οι στόχοι, οι μορφές αγώνα, η οργάνωση. Η εργατική τάξη έχει ως καθήκον να ριζοσπαστικοποιεί τον αγώνα στους ενοποιημένους στόχους, αλλά η οργάνωση είναι το αποτέλεσμα των αγώνων […] «Ο αγώνας θεωρείται επομένως προχωρημένος ή καθυστερημένος στο βαθμό που εκφράζει ενοποιημένους στόχους και ριζοσπαστικές μορφές. Η οργάνωση αναδύεται αργότερα, ως απαίτηση να »διαφυλάξει» τα αποτελέσματα που επιτεύχθηκαν κατά τη διάρκεια του αγώνα, σε επίπεδο συνείδησης. […].
Σχετική εικόνα
«Η υπόθεση είναι λοιπόν εκείνη ενός μακροχρόνιου « πολέμου θέσεων », κατά τη διάρκεια του οποίου η εργατική τάξη ενισχύεται στο βαθμό κατά τον οποίον οργανώνεται». Οι αναλυόμενες θέσεις ανήκουν, αν και με διαφορετικό τρόπο, στον συνεχή Αγώνα και στην εργατική Εξουσία. . Και για τις δύο οργανώσεις η αυτονομία είναι η προϋπόθεση για τον ίδιο τον αγώνα. Η αυτονομία νοείται ως «ανεξαρτησία» από το συνδικάτο και το κόμμα […]. «Επομένως, η ανάπτυξη της αυτονομίας νοείται ως μια οργανωτική εξέλιξη που πρέπει να τεθεί ενάντια στις παραδοσιακές οργανώσεις. Θεωρούμε εμείς ότι αυτή η αντίληψη της αυτονομίας είναι περιοριστική και επιφανειακή, η οποία, με τον τρόπο αυτό, γίνεται μοναχά το μέσο και η προϋπόθεση για την ανάπτυξη των αγώνων […]. Στο εργατικό κίνημα μέσα υπάρχουν δύο θεμελιώδεις στάσεις και συμπεριφορές σε σχέση με τους αυτόνομους μαζικούς αγώνες του 1968-69: – εκείνων που δεν καταλαβαίνουν την πτυχή της ρήξης και προσπαθούν να ανακτήσουν και να αξιοποιήσουν τις δυνατότητες-δυναμικές τους με σκοπό ένα είδος «πολιτικής αποκατάστασης», – εκείνων οι οποίοι, παρόλο που προέρχεται από διάφορες καταγωγές και τάσεις, έχουν καταλάβει ότι η προλεταριακή αυτονομία είναι το κομβικό σημείο από το οποίο πρέπει να ξεκινήσουν για την μελλοντική πολιτική δουλειά[…].«Εμείς, που το πεδίο δράσης μας- ο σκοπός μας τοποθετείται σε αυτό το σημείο, πιστεύουμε ότι αυτή είναι η μοναδική καρποφόρος θέση, η μόνη ικανή να αναπτύξει τον επαναστατικό αγώνα στην ευρωπαϊκή μητρόπολη. «Διότι περί αυτού πρόκειται. Όχι τόσο να νικήσουμε αμέσως και να κατακτήσουμε τα πάντα ( τα ελαφριά συνθήματα των μαθητευομένων χειραγωγών), αλλά να αναπτυχθούμε μέσα σε μια μακρόχρονη πάλη, χρησιμοποιώντας τα ίδια ισχυρά εμπόδια που το κίνημα συναντά στο δρόμο του για να κάνουμε ένα άλμα από αυθόρμητο μαζικό κίνημα σε οργανωμένο επαναστατικό κίνημα» (8).
Αποτέλεσμα εικόνας για lotta continua anni '70
Το C.P.M. κατά τη διάρκεια του 1970 εξοπλίζεται με ένα εργαλείο πληροφόρησης και σύνδεσης μεταξύ αγώνων και καταστάσεων που ονομάζονταν «Sinistra Proletaria». Οδηγεί και στηρίζει με τα αρχικά αυτά πολλούς εργοστασιακούς αγώνες και μερικές μεγάλες καταλήψεις σπιτιών στην γειτονιά Gallaratese και στην οδό Mac Mahon στο Μιλάνο και αργότερα θα ξεκινήσει την εκστρατεία των αγώνων στα μέσα μεταφοράς με τα συνθήματα «να πάρουμε τις μεταφορές» ή «τη μεταφορά την παίρνουμε τη συνδρομή δεν την πληρώνουμε».
Αποτέλεσμα εικόνας για collettivo politico metropolitano
Στο μέτρο και στο νόημα αυτά τα συνθήματα επαναλαμβάνουν την εκστρατεία της Lotta continua – στην οποία ενώθηκε η «Sinistra Proletaria» – του «να πάρουμε την πόλη» ή «το σπίτι το παίρνουμε και το νοίκι δεν πληρώνουμε». Το C.P.M. εκτελεί επίσης μια συστηματική δράση παρέμβασης στην κατηγορία των τεχνικών και των φοιτητών που εργάζονται, προσδιορίζοντας έτσι ένα από τα πιο σημαντικά σκέλη για την κατανόηση της επέκτασης των αγώνων στο εργοστάσιο και στον κοινωνικό τομέα. Το ζήτημα των «τεχνικών» είχε ήδη τεθεί με δύναμη και εξυπνάδα από τους αγωνιστές και από τους διανοούμενους εργατιστές.
Στο Μιλάνο, τον νοέμβριο του 1968, πραγματοποιήθηκε μια μεγάλη εθνική διάσκεψη των τεχνικο-επιστημονικών πανεπιστημιακών σχολών που βρίσκονταν σε αγώνα, η οποία είχε παράξει σημαντικές αναλύσεις σχετικά με την τεχνολογική αναδιάρθρωση που βρίσκονταν σε εξέλιξη και για τα καθήκοντα που ο νεοκαπιταλισμός ανέθετε στους τεχνικούς, και στην κατάρτιση των τεχνικών από το σχολείο και το πανεπιστήμιο. Σε μια μακρά έκθεση που παρουσίασε ο Franco Piperno της εργατικής Εξουσίας, αναλύεται, μεταξύ άλλων, το πρόβλημα της σχέσης μεταξύ της πυρηνικής «σχάσης» και της «σύντηξης», προβλέποντας-προκαταβάλλοντας αναλύσεις που θα γίνουν «της μόδας» χρόνια και χρόνια αργότερα. Αλλά δεν είναι μόνο η επαναστατική τεχνικο-επιστημονική νοημοσύνη και ικανότητα που καθιστούν τη διαδρομή των τεχνικών σημαντική, είναι πάνω απ ‘όλα η θέση στην οποίαν τοποθετούνται μέσα στην τρέχουσα ταξική πάλη. Στο προαναφερθέν έγγραφο, μετά την ανάλυση της δυναμικής της τεχνολογικής καινοτομίας που εφαρμόζει ο νεο-καπιταλισμός στην Ιταλία στους τομείς της πετροχημικής, της πυρηνικής, της αυτοκινητοβιομηχανίας, της αεροναυτικής αεροδιαστημικής, της ηλεκτρονικής και του αυτοματισμού, ο Piperno αναλύει τη νέα λειτουργία του «τεχνικού» στην κοινωνία του ύστερου καπιταλισμού:
«Η θεμελίωση αυτού του κράτους ως κράτος προγραμματιστής συνεπάγεται μια τεράστια επέκταση εκείνων που είναι γενικές υπηρεσίες που εξασφαλίζουν και συντονίζουν τη χρήση των παραγωγικών παραγόντων (έρευνα, σχεδιασμός, μεταφορές, βοήθεια, σχολείο), και την πρόσληψή τους σε δημόσια χέρια ». Από την άλλη πλευρά, η ρύθμιση του κύκλου προϋποθέτει την θεσμική ικανότητα του κράτους να αποκαταστήσει στο επίπεδο της κοινωνικής βίας την ισορροπία δυνάμεων μεταξύ των τάξεων – δηλαδή την κρατική οργάνωση του κοινωνικού κεφαλαίου και ικανή να εκπροσωπείται ως απλά κατασταλτική μηχανή κάθε φορά που η εμφάνιση των εργατικών αγώνων, που επιλύεται σε μια πολιτική επίθεση στην παραγωγική σχέση, επιβάλλει την κρίση ως πεδίο μάχης.«Αυτό το χαρακτηριστικό του ύστερου καπιταλισμού απαιτεί στο επίπεδο της κοινωνικής οργάνωσης, την ενίσχυση και την επέκταση των μη παραγωγικών υπηρεσιών που χρησιμοποιούνται ειδικά για τον έλεγχο της συμπεριφοράς του εργατικού δυναμικού (μηχανισμοί επιτήρησης, καταστολή, χειραγώγηση κλπ.). Ήδη έχουμε παρατηρήσει το πως αυτές οι κινήσεις του κεφαλαίου, που εξετάζονται σχηματικά ανά τομέα, απαιτούν όλες βαθιές τεχνολογικές καινοτομίες μέσα στη διαδικασία εργασίας
Σχετική εικόνα
Από την άποψη της κοινωνικής διαστρωμάτωσης μπορούμε γενικά να πούμε ότι το ‘τεχνολογικό άλμα’ μεταβάλλει τη διανομή του ενεργού πληθυσμού, πυκνώνοντας την γύρω από τους τεχνικούς και υπαλληλικούς ρόλους και αραιώνοντας την γύρω από τις χειρωνακτικές γεωργικές εργασίες ». Επί πλέον: το είδος του καπιταλιστικού περάσματος που περιγράφεται παραπάνω προσελκύει επενδύσεις προς τομείς οι οποίοι διαρθρωτικά χρειάζονται τεχνική εργασία όχι μόνο κατά τη διαδικασία κατασκευής αυτής καθεαυτής, αλλά κατά κύριο λόγο «ανάντη» και «κατάντη» αυτής. «Αυτή είναι μια νέα περίσταση με καταστροφικές συνέπειες. Παραδοσιακά, πράγματι, η ανάπτυξη της ιταλικής βιομηχανίας έχει επικεντρωθεί σε μια τεχνολογία η οποία αν, από μια άποψη άφηνε μεγάλο χώρο στην δεξιότητα του μεμονωμένου χειριστή, στο επάγγελμα – και δηλαδή γενικότερα σε εμπειρικές διαδικασίες επεξεργασμένες άμεσα στην εργασιακή πρακτική (τυπικά παραδείγματα είναι οι σιδηρουργικές βιομηχανίες, κλωστοϋφαντουργικές, του δέρματος κ.λπ.) – από την άλλη πλευρά, παρουσίαζε χαρακτηριστικά μονοτονίας και επανάληψης τέτοια που να απαιτούν, επί πλέον, εργατικό δυναμικό με μια βασική εκπαίδευση και μια ταχεία εξωσχολική προετοιμασία κυρίως σε επαγγελματικά ιδρύματα (από την άποψη αυτή, μπορούμε να αναφερθούμε στην αυτοκινητοβιομηχανία και αυτή των ηλεκτρικών συσκευών].» Αντίστροφα, η καπιταλιστική μετάβαση στην οποία η ιταλική οικονομία αναγκάζεται σήμερα δεν μπορεί να λάβει χώρα χωρίς σημαντικές μακροπρόθεσμες επενδύσεις στην έρευνα, τη μελέτη, το σχεδιασμό και την ανάπτυξη νέου εξοπλισμού. […].» Η σχέση μεταξύ του εργάτη και του υλικού που πρόκειται να μετασχηματιστεί γίνεται ολοένα και περισσότερο με τη μεσολάβηση μιας σειράς επιστημονικών διαδικασιών που αντικειμενικοποιούνται στο αυτόματο μηχάνημα, ενώ παράλληλα η παρουσία των τεχνικών ως ένα επαγγελματικά καταρτισμένο στρώμα του εργατικού δυναμικού γίνεται ολοένα και πιο κυρίαρχη.»Έτσι, κοινωνικές φιγούρες στο περιθώριο της διαδικασίας αξιοποίησης ή ακόμα και με μη παραγωγικές λειτουργίες ελέγχου και πειθαρχίας επί της ζωντανής εργασίας προσελκύουν σήμερα στους εαυτούς τους νέες παραγωγικές σημασίες .Αν ο παραδοσιακός μηχανικός χαρακτηριζόταν από την ανάθεση ορισμένων από τις κύριες λειτουργίες των αφεντικών, ο μηχανικός της σύγχρονης αυτοματοποιημένης μονάδας παραγωγής διαδραματίζει κατά γενικό κανόνα έναν παραγωγικό ρόλο έρευνας, σχεδιασμού, συντονισμού της εργασίας, αν και συχνά εξακολουθεί να κατέχει ορισμένες πειθαρχικές εξουσίες επί του εργατικού δυναμικού με τα χαμηλότερα προσόντα.
Σχετική εικόνα
Προφανώς, αυτή η δήλωση οδηγεί στην εγκατάλειψη της παραδοσιακής και ημιμαρξιανής αναγνώρισης μεταξύ τροποποίησης του υλικού και παραγωγικής εργασίας, και θεμελιώνει, πέρα από τις χειραγωγιστικές διαφορές του εισοδήματος και της ιεραρχίας των προσόντων, μια ουσιαστική ταύτιση μεταξύ των διαφορετικών διαρθρώσεων της εργατικής τάξης. «Αν όντως θεωρήσουμε την παραγωγική δουλειά ως δραστηριότητα που επεξεργάζεται και μεταδίδει πληροφορίες στην πρώτη ύλη επειδή αυτό είναι ένα υλικό, αποθηκεύοντας το, μετατρέπεται σε ένα εμπόρευμα, είμαστε αναγκασμένοι να καταλήξουμε στο συμπέρασμα ότι η παραγωγική εργασία, εκτός από τη φάση της κατασκευής, εκφράζεται στην έρευνα και το σχεδιασμό καθώς και στο συντονισμό και τη διανομή.»Έχουμε λοιπόν το γεγονός πως από τον ορισμό της παραγωγικής εργασίας παραμένουν αποκλεισμένες μόνο οι εργασιακές δραστηριότητες που ασχολούνται αποκλειστικά με τον έλεγχο και την πειθάρχηση της συμπεριφοράς της εργατικής δύναμης.«Αλλά η κατάφαση που αναγνωρίζει τους τεχνικούς ως μια στιγμή στην πολιτική σύνθεση της εργατικής τάξης δεν μπορεί να επαληθευτεί οριστικά από μια ανάλυση της εργασιακής διαδικασίας ή από έναν νέο τρόπο να εξετάζουμε την διαδικασία της αξιοποίησης-επαναξιολόγησης. Η ενσωμάτωση των τεχνικών στην εργατική τάξη έχει σημασία στο βαθμό που είναι οι ίδιοι οι αγώνες που συντονίζονται και συγχωνεύονται.Για αυτό, στην πραγματικότητα, υποδεικνύοντας τους τεχνικούς ως παραγωγικούς εργάτες, διατυπώνουμε μια υπόθεση πολιτικής παρέμβασης που κατευθύνεται στη δυνατότητα να επικοινωνήσουμε σε αυτό το στρώμα ειδικευμένου εργατικού δυναμικού τους ρυθμούς και τους στόχους της εργατικής ανυποταξίας.«Θα δούμε όντως παρακάτω πως εάν οι κινήσεις του κεφαλαίου απαιτούν, για την πρακτική τους εφαρμογή, εκείνη την επιχείρηση της κοινωνικής βίας επί της ζωντανής εργασίας που ονομάζεται «σχολική μεταρρύθμιση», ο αγώνας ενάντια στο σχολείο, κατανοημένος σωστά, επιτυγχάνει στην προσπάθεια να εμπλέξει τους τεχνικούς στην ταξική σύγκρουση που προσεγγίζει τις ημερομηνίες έναρξης των συμβασιακών διαπραγματεύσεων 1969-70, επιτυγχάνοντας έτσι ένα πρώτο βήμα προς την κάθετη πολιτική επανένωση της εργατικής τάξης» (9).Μέρος αυτών των επεξεργασιών επαναλαμβάνονται από την μητροπολιτική πολιτική Κολεκτίβα, κυρίως μετά την εθνική απεργία των τεχνικών στις αρχές του ’69, και για την ισχυρή παρουσία τόσο στο Pirelli Cub όσο και στο G.D.S.Sit-Siemens τεχνικών και υπαλλήλων.
Αποτέλεσμα εικόνας για collettivo politico metropolitano
Είναι και από αυτή τη θεωρητική-πολιτική διαδρομή που σχηματίζεται και η Ομάδα μελέτης της IBM, σε μια εταιρεία η οποία μαζί με την Olivetti είναι ένα από τα πιο προχωρημένα σημεία της τεχνολογικής παραγωγής. Η CPM-Προλεταριακή Αριστερά στη στρατηγική της απόφαση να ενοποιήσει τους αγώνες του εργοστασίου με το κοινωνικό, διαλέγει εκτεταμένες συμμαχίες με την εργατική Εξουσία και με τον συνεχή Αγώνα στο πρόβλημα της στέγασης και των μεταφορών, και επιλέγει, ως δημιουργική συνέπεια της εμπειρίας των Cub – όπου οι φοιτητές έπαιξαν ρόλο σύνδεσης – να παρέμβει συστηματικά στο κύκλωμα των τεχνικών και επαγγελματικών ιδρυμάτων, όπου ο αριθμός των φοιτητών που εργάζονται είναι υψηλότερος και όπου το πρόβλημα της μελλοντικής εργασιακής απασχόλησης στον τομέα των τεχνικών είναι πιο αισθητό. Στο Μιλάνο υπάρχει η υψηλότερη συγκέντρωση εργαζομένων-φοιτητών στην Ιταλία (περίπου 80 χιλιάδες το 1970) .Για τον βιομηχανικό χαρακτήρα της πόλης, οι αναταραχές των φοιτητών-εργαζόμενων δημιουργούν μια φυσική γέφυρα μεταξύ των αγώνων στο σχολείο και εκείνων στο εργοστάσιο. Κατά τους πρώτους μήνες του 1970, το κίνημα και οι αγώνες των φοιτητών-εργαζόμενων κυριαρχούνται σχεδόν εξ ολοκλήρου από το CPM, το οποίο έχει επεξεργαστεί την πληρέστερη θεωρητική ανάλυση της λειτουργίας αυτής της κοινωνικής φιγούρας (10), οργανισμός στον οποίον εισρέουν αγωνιστές από άλλες εμπειρίες (στελέχη του Cub Pirelli, φοιτητές του Trento κ.λπ.) έχει το ισχυρό του σημείο στο τεχνικό ινστιτούτο Feltrinelli, στο οποίο λειτουργεί ηγεμονικά και ως σημείο αναφοράς για άλλες εμπειρίες.
Αποτέλεσμα εικόνας για movimento lavoratori studenti, anni '70
Στις αναλύσεις του C.P.M. που επεξεργάζονται μαζί με το M.L.S. (Κίνημα εργαζόμενοι φοιτητές) το νυχτερινό σχολείο ορίζεται ως εργοστάσιο: «Το νυχτερινό σχολείο είναι ένα από τα παραγωγικά ιδρύματα […] ο άνθρωπος παράγεται ως εμπόρευμα. Οι απορρίψεις, τα κοψίματα, οι αποσύρσεις, οι νευρικές εξαντλήσεις, η ασυνέχεια [.. .] πρέπει να θεωρηθούν ως συγκεκριμένοι τρόποι με τους οποίους το νυχτερινό εργοστάσιο αποφασίζει να αφαιρέσει ένα μεγάλο μέρος του υλικού του σε παραγωγή από την εργασία. Επομένως, η ‘επιλογή’ δεν είναι παρά ένας «ποιοτικός έλεγχος» του προϊόντος, ανάλογα με το αν χρειάζεται πολλούς ή λίγους υπαλλήλους, το σύστημα αναπτύσσει τα βραδινά σχολεία ή ξεκινά να θερίζει με τις απορρίψεις, τα κοψίματα. »Αλλά το νυχτερινό σχολείο έχει και μια ιδεολογική αποστολή, λειτουργία: ο ποιοτικός έλεγχος προϋποθέτει ότι η παραγωγή είναι «ομοιογενής» με το ίδιο το σύστημα, εξ ου και η ανάγκη από πλευράς των αφεντικών να οικοδομήσουν την «πολιτική και ιδεολογική συναίνεση των μαζών των προλεταρίων». Εν συντομία, η ‘εκμετάλλευση που στα εργοστάσια εκφράζεται ως η κυρίαρχη πτυχή της οικονομικο-δομικής μορφής, στο σχολείο, εκδηλώνεται κυρίως ως πολιτική-ιδεολογική καταπίεση’. »Για εμάς, η μελέτη είναι μια πραγματική δουλειά γιατί παράγει κάτι πολύ ακριβές και απτό: ένα εργατικό δυναμικό με αυξημένη παραγωγική ικανότητα. Το βραδινό σχολείο ισοδυναμεί με 4 ώρες υπερωριών. Μια ένσταση που προκύπτει είναι πως ο νόμος υποχρεώνει να πληρώνουμε φόρους. Μα ποιος νόμος; Όπως το σχολείο, και ο νόμος ανήκει στα αφεντικά. Ο ΑΓΩΝΑΣ ΕΙΝΑΙ Ο ΝΟΜΟΣ ΤΩΝ ΕΚΜΕΤΑΛΛΕΥΟΜΕΝΩΝ. Εμείς έχουμε μόνο ένα νόμο που πρέπει να τηρούμε και να ασκούμε: τον συνεχή αγώνα κατά της εκμετάλλευσης που οι νόμοι του αστικού κράτους προσπαθούν να καταστήσουν δίκαιη και επομένως νόμιμη.
Σχετική εικόνα
» Η ΓΕΝΝΗΣΗ ΤΩΝ ΕΡΥΘΡΩΝ ΤΑΞΙΑΡΧΙΩΝ, BRIGATE ROSSE.
Οι αγώνες του φθινοπώρου του 1969 και εκείνοι της άνοιξης του 1970 παράγουν, ως ένα σημαντικότερο αποτέλεσμα, μια πραγματική κρίση καθεστώτος. Τα αφεντικά και οι σκοτεινοί μηχανισμοί του κράτους, που είχαν σκεφτεί να περιορίσουν την εργατική και την κοινωνική σύγκρουση, τόσο με μια μεγαλύτερη νομιμοποίηση του συνδικάτου όσο με την «στρατηγική των βομβών» και με τη βίαιη καταστολή, αναγκάζονται να αναζητήσουν νέες διαμεσολαβήσεις. Ο Agnelli μάλιστα φτάνει μέχρι και του σημείου να ευχηθεί «τα συνδικάτα και οι επιχειρηματίες να καταλήξουν σε μια κοινή άμυνα ορισμένων στόχων, ίσως προς την ίδια πολιτική εξουσία-δύναμη […]». Η χορήγηση του Καταστατικού των εργαζομένων και των συμβουλίων των εργοστασίων είναι επίσης μια προσπάθεια να αιχμαλωτιστεί το κίνημα σε νέες μορφές εκπροσώπησης, μέσα σε νέους κανόνες του παιχνιδιού. Όμως, όλη η συμπεριφορά της εργατικής αυτονομίας εξακολουθεί να αγνοεί τους κανόνες του παιχνιδιού και χρησιμοποιεί επίσης και νέα αντιπροσωπευτικά όργανα σχεδόν πάντα με όρους αυτονομίας και ανεξαρτησίας από τα συνδικαλιστικά κέντρα. Μεταξύ των αγωνιστών της εργατικής Εξουσίας [Potere operaio], της Lotta continua και της CPM (η οποία έχει πλέον γίνει προλεταριακή Αριστερά), οι αναλύσεις γύρω από τις πιθανότητες μιας αντιδραστικής και αυταρχικής στροφής από τους κρατικούς μηχανισμούς καθίστανται όλο και πιο πιεστικές και ακριβείς. Η ανάγκη να εξοπλιστούν με αμυντικές δομές, πολιτικούς-στρατιωτικούς οργανισμούς όχι μόνο αμυντικής φύσεως, αλλά επιλεκτικά επιθετικούς, σχεδιασμένα, είναι όλο και περισσότερο αισθητή. Ο εκδότης Giangiacomo Feltrinelli δημοσιεύει το καλοκαίρι του ’69 ένα από τα γραπτά του στο οποίο γίνεται λόγος για τον φόβο περί των κινδύνων ενός «πραξικοπήματος».
Σχετική εικόνα
Το έντυπο με τίτλο: «ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ 1969. Η επικείμενη απειλή μιας ριζικής και αυταρχικής στροφής προς τα δεξιά, ενός πραξικοπήματος αλα ιταλικά» δημιούργησε μια μεγάλη εντύπωση, και γιατί στο προσάρτημα μετέφερε το γραπτό του έλληνα μυθιστοριογράφου Βασίλη Βασιλικού με τίτλο: «Και εμείς δεν πιστεύαμε πως στην Ελλάδα ήταν πιθανό», αναφερόμενος στο αιματηρό πραξικόπημα που στη χώρα του είχε συντρίψει τα κινήματα και έβαλε τους «συνταγματάρχες» στην εξουσία με τη συνενοχή των αμερικανικών μυστικών υπηρεσιών. Μα δεν ήταν απλώς, ή όχι μόνο, ο φόβος ενός πραξικοπήματος να ωθήσει το κίνημα να εξοπλιστεί με στρατιωτικές δομές. Με τη σφαγή του κράτους, η απόφαση της αστικής τάξης να θέσει τη σύγκρουση στο στρατιωτικό επίπεδο κυριαρχούσε σε πολλές αναλύσεις και ωθούσε σε ισχυρές θεωρητικές και ιδεολογικές επιταχύνσεις.
Estate 1969
Οι αναφορές στο μητροπολιτικό αντάρτικο της Λατινικής Αμερικής (κυρίως στους ουρουγουανούς tupamaros), στη μητρόπολη ως κέντρο ελέγχου και διοίκησης της καπιταλιστικής διαδικασίας, γίνονται ολοένα και συχνότερες. Στο έγγραφο του Chiavari, το C.P.M. έγραψε: «Η κοινωνική διάσταση του αγώνα είναι το υψηλότερο σημείο της ανάπτυξής του: ο αγώνας εναντίον της γενικευμένης καταπίεσης είναι ήδη μια επαναστατική στιγμή … Η μπουρζουαζία έχει ήδη επιλέξει την παρανομία. Η μακρά επαναστατική πορεία στη μητρόπολη είναι η μόνη κατάλληλη απάντηση. «Αυτή πρέπει να ξεκινήσει σήμερα και εδώ. […] «Δεν έχει ακόμη κατανοηθεί επαρκώς τι σημαίνει να αναπτυχθεί μια επαναστατική διαδικασία σε μια μητροπολιτική περιοχή με ύστερη καπιταλιστική ανάπτυξη. Τα επαναστατικά μοντέλα του παρελθόντος ή των περιφερειακών περιοχών είναι ανεφάρμοστα […].a) Στις μητροπολιτικές περιοχές της Βόρειας Αμερικής και της Ευρώπης υπάρχουν ήδη οι αντικειμενικές συνθήκες για τη μετάβαση στον κομμουνισμό: ο αγώνας αποσκοπεί ουσιαστικά στη δημιουργία των υποκειμενικών συνθηκών […], b) Η μεταβαλλόμενη σχέση μεταξύ δομής και υπερδομής, που τείνουν να συμπίπτουν όλο και περισσότερο, σημαίνει ότι σήμερα η επαναστατική διαδικασία παρουσιάζεται ως παγκόσμια, πολιτική και «πολιτιστική» ταυτόχρονα. Αυτό σημαίνει ότι οι σχέσεις μεταξύ μαζικού κινήματος και επαναστατικής οργάνωσης αλλάζουν ουσιαστικά, και συνεπώς οι αρχές της οργάνωσης μεταβάλλονται ριζικά.
Σχετική εικόνα
«Η πόλη είναι σήμερα η καρδιά του συστήματος, το οργανωτικό κέντρο της οικονομικο-πολιτικής εκμετάλλευσης, η βιτρίνα στην οποία εκτίθεται το «υψηλότερο σημείο», το μοντέλο που θα πρέπει να παρακινήσει την προλεταριακή ολοκλήρωση. Αλλά είναι και το πιο αδύναμο σημείο του συστήματος : όπου οι αντιφάσεις εμφανίζονται πιο έντονες, όπου το οργανωμένο χάος που χαρακτηρίζει την ύστερη καπιταλιστική κοινωνία εμφανίζεται πιο εμφανές.«Είναι εδώ, στην καρδιά του, που το σύστημα πρέπει να χτυπηθεί. «Η πόλη πρέπει να γίνει για τον αντίπαλο, για τους ανθρώπους που ασκούν σήμερα μια εξουσία όλο και πιο εχθρική και ξένη προς το συμφέρον των μαζών, ένα δόλιο έδαφος, κάθε χειρονομία τους και κάθε τους κίνηση μπορεί να ελεγχθεί, κάθε αυθαιρεσία να καταγγελθεί, κάθε συμπαιγνία μεταξύ της οικονομικής δύναμης-εξουσίας και εκείνης της πολιτικής να ξεσκεπάζεται» (12).Από την άλλη πλευρά, βλέποντας με τα μάτια γεμάτα ουτοπία, ο ένοπλος αγώνας φαίνεται να εξαπλώνεται παντού: σε ορισμένες καταστάσεις των ΗΠΑ, στις λατινοαμερικανικές μητροπόλεις, στον ολοένα σκληρότατο αγώνα των Παλαιστινίων και, κυρίως, στην καρδιά της Ευρώπης, στη Γερμανία, όπου ξεκίνησε να επιχειρεί με μεγάλη αποφασιστικότητα η Raf [Φράξια του κόκκινου στρατού]. Το τελευταίο τεύχος της «Sinistra Proletaria», το οποίο βγήκε τον οκτώβριο του 1970, γράφει: «Ο ανταρτοπόλεμος πλέον βγήκε από την αρχική του φάση […] δεν φαίνεται πλέον ως απλός πυροκροτητής […] αλλά έχει κατακτήσει το εύρος της μοναδικής στρατηγικής προοπτικής που μπορεί ιστορικά να ξεπεράσει εκείνη την εξεγερσιακή, η οποία είναι πλέον ανεπαρκής […] και εισέρχεται στις μητροπόλεις, συνδέοντας στενά το παγκόσμιο προλεταριάτο σε μια κοινή μορφή αγώνα και στρατηγικής. Το Κεφάλαιο ενώνει τον κόσμο στο σχέδιο του ένοπλης αντεπανάστασης, το προλεταριάτο ενώνεται στον ανταρτοπόλεμο παγκοσμίως. «Η ΙΤΑΛΙΑ ΚΑΙ Η ΕΥΡΩΠΗ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΙΣΤΟΡΙΚΕΣ ΕΞΑΙΡΕΣΕΙΣ«(13). Τον φεβρουάριο του 1971 τελειώνει η σύντομη ζωή της «Sinistra Proletaria», οι σύντροφοι που την προώθησαν καίνε μέσα σε λίγους μήνες αυτή τη νόμιμη εμπειρία, της οποίας η φυσική διέξοδος φαίνεται να είναι πλέον η παρανομία. Από την άλλη και οι αναλύσεις άλλων ομάδων φαίνεται να επιβεβαιώνουν πως είναι απαραίτητο να αυξηθεί, να σηκωθεί το επίπεδο της σύγκρουσης, ιδιαίτερα η Lotta continua, η οποία μαζί με την εργατική Εξουσία είναι μαζικά παρούσες στα εργοστάσια του Τορίνο, φαίνεται να ευνοεί την τάση γενικευμένης χρήσης μιας «προλεταριακής δικαιοσύνης» να αντιπαρατεθεί στην αστική, ενώ θέτει με έντονο τρόπο το πρόβλημα της εργατικής αντιεξουσίας.
Αποτέλεσμα εικόνας για giustizia proletaria anni 70
Σε αυτή την περίοδο αρχίζουν επίσης να γεννιούνται τα τραγούδια του αγώνα που τραγουδιούνται στις πορείες τόσο για να δώσουν ρυθμό στους διαδηλωτές όσο και για να συνοψίσουν το νόημα των αγώνων: «Η μπαλάντα της Fiat» (A. Bandelli).
‘Κύριε αφεντικό αυτή τη φορά για σένα σίγουρα τα πράγματα θα πάνε άσχημα κουραστήκαμε να περιμένουμε να μας σκοτώσεις Συνεχίζουμε να δουλεύουμε και τα συνδικάτα έρχονται να πουν ότι πρέπει να λογικευτούμε και για αγώνα δεν μιλούν ποτέ Κύριε αφεντικό ξυπνήσαμε και αυτή τη φορά θα δώσουμε μάχη και αυτή τη φορά το πώς θ’ αγωνιστούμε θα το αποφασίσουμε μόνοι μας. Βλέπεις τον απεργοσπάστη που το σκάει ακούς τη σιωπή στα εργαστήρια ίσως αύριο μόνο τον θόρυβο του πολυβόλου θα ακούς!Κύριε αφεντικό αυτή τη φορά σίγουρα τα πράγματα θα σου βγούνε σε κακό από τώρα και στο εξής αν θέλεις να διαπραγματευτείς πρέπει να συνειδητοποιήσεις ότι δεν μπορείς Και αυτή τη φορά δεν μας αγοράζεις με τις πέντε λιρέτες της αύξησης εάν προσφέρεις δέκα θέλουμε εκατό εάν προσφέρεις εκατό χίλιες θέλουμε εμείς Κύριε αφεντικό δεν μας εξαπατείς με τις εφευρέσεις με τους εκπροσώπους τα σχέδια σου είναι θολά και εμείς αγωνιζόμαστε εναντίον σου Και τα προσόντα τις κατηγορίες όλα θέλουμε να καταργηθούν οι διαιρέσεις τέλειωσαν στην αλυσίδα όλοι είμαστε ίσοι! Κύριε αφεντικό αυτή τη φορά έχουμε μάθει να αγωνιζόμαστε το δείξαμε στο Mirafiori θα το δείξουμε σε όλη την Ιταλία Και όταν κατεβήκαμε στην πλατεία εσύ περίμενες μια κηδεία αλλά τα πράγματα στράβωσαν γι αυτούς που ήθελαν να μας αποκοιμήσουν Έχουμε δει τόσα πολλά γκλομπ και ρωμαϊκές ασπίδες ωστόσο είδαμε επίσης πολλά χέρια που αρχίζουν να ψάχνουν πέτρες Όλη η Τορίνο προλετάρια στη βία της αστυνομίας τώρα αποκρίνεται χωρίς φόβο σκληρό αγώνα πρέπει να κάνουμε! Και όχι στους γραφειοκράτες και τα αφεντικά, τι θέλουμε; Θέλουμε τα πάντα! ο αγώνας συνεχίζεται στο Mirafiori και ο Κομμουνισμός θα θριαμβεύσει! Και όχι στους γραφειοκράτες στα αφεντικά τι θέλουμε; Θέλουμε τα πάντα! συνεχής αγώνας στο εργοστάσιο και έξω από αυτό και ο Κομμουνισμός θα θριαμβεύσει!’
Αποτέλεσμα εικόνας για mirafiori, anni '70
«Η ώρα του τουφεκιού» (Pino Masi και Piero Nissim).
‘Ολόκληρος ο κόσμος εκρήγνυται από την Αγκόλα στην Παλαιστίνη Η Λατινική Αμερική μάχεται με τον ένοπλο αγώνα κερδίζει στην Ινδοκίνα σε όλο τον κόσμο οι λαοί αποκτούν συνείδηση και στις πλατείες κατεβαίνουν με τη δίκαιη βία και έτσι Τι θέλεις περισσότερο σύντροφε για να καταλάβεις ότι ήχησε η ώρα του τουφεκιού; Η Αμερική των Νixon των Agnew και MacNamara στις ζούγκλες του Βιετνάμ παίρνει ένα μάθημα ο πολιτισμός των ναπάλμ δεν αρέσει στους λαούς όσο υπάρχουν αφεντικά δεν θα υπάρξει ποτέ ειρήνη η ειρήνη των αφεντικών βολεύει τα αφεντικά η συνύπαρξη είναι απάτη για να μας κάνουν να στεκόμαστε φρόνιμα οπότε Τι θέλεις παρά πάνω σύντροφε …Στην Ισπανία και την Πολωνία οι εργάτες μας διδάσκουν ότι ο αγώνας δεν σταμάτησε ποτέ ενάντια στα αφεντικά ενωμένοι εναντίον του καπιταλισμού ακόμη και αν είναι καμουφλαρισμένος σε έναν ψεύτικο σοσιαλισμό οι πολωνοί εργάτες που βγήκαν σε απεργία φώναζαν στην πορεία αστυνομία-γκεστάπο φώναζαν Gomulka θα τελειώσεις άσχημα προχωρούσαν τραγουδώντας τη Διεθνή συνεπώς Τι θέλεις περισσότερο σύντροφε …Οι μάζες και στην Ευρώπη δεν στέκονται πλέον να κοιτούν ο αγώνας εκρήγνυται παντού και δεν μπορούν να τον σταματήσουν παντού οδοφράγματα από το Burgos στο Stettino και επίσης εδώ ανάμεσα μας από την Avola στο Τορίνο από το Orgosolo στη Marghera από την Battipaglia έως το Reggio η σκληρή πάλη προχωρά τα αφεντικά την έχουν άσχημα και ως εκ τούτου Τι άλλο θέλεις σύντροφε …’
Σχετική εικόνα
Οι ερυθρές Ταξιαρχίες, οι οποίες άρχισαν να δρουν το φθινόπωρο του 1970, δεν έχουν ιδιαίτερη ανταπόκριση με τις πρώτες ενέργειες. Η προσοχή προς αυτούς θα αποκτήσει εθνικά χαρακτηριστικά με την πυρπόληση στην πίστα της Lainate τον ιανουάριο του 1971.«Την νύχτα της 25ης ιανουαρίου 1971, ένα κομάντο ενεργοποιεί 8 εμπρηστικές βόμβες κάτω από άλλα τόσα ρυμουλκούμενα φορτηγά που ήταν παρκαρισμένα στην πίστα (το εργοστάσιο χρησιμοποιείται για να δοκιμάσει τα ελαστικά της Pirelli). Τρία από αυτά καταστρέφονται ολοσχερώς, τα άλλα πέντε εξαιτίας κατασκευαστικού ελαττώματος των μηχανισμών και πάνω απ ‘όλα λόγω της υγρασίας, παραμένουν άθικτα. Αφήνεται ένα φύλλο χαρτιού, μπροστά από την είσοδο της πίστας, με την επιγραφή DELLA TORRE – ΣΥΜΒΑΣΗ ΜΕΙΩΣΗ ΜΙΣΘΩΝ – MACMAHON – BRIGATE ROSSE«.
Σχετική εικόνα
Το P.C.I. και «η Unità» που μέχρι τότε είχαν σιωπήσει στις προηγούμενες ενέργειες, ελαχιστοποιούν και καταδικάζουν σε ένα μικροσκοπικό άρθρο μιας στήλης: «Όποιος εκτέλεσε (την επίθεση), ενώ συγκαλύπτεται πίσω από ανώνυμα φυλλάδια με επαναστατική φρασεολογία, ενεργεί εξ ονόματος αυτών, όπως ο ίδιος ο Pirelli, που ενδιαφέρονται να εμφανίσουν τον υπεύθυνο αγώνα των εργαζομένων για την ανανέωση της σύμβασης στα μάτια του κοινού σαν μια σειρά βανδαλισμών, χουλιγκανισμών » (14).Secondo un comunicato del P.C.I. gli operai in prima persona devono sbarazzarsi di questi provocatori: «Όταν συμβαίνουν αυτές οι πράξεις, οι εργαζόμενοι πρέπει σε πρώτο χέρι να αναλάβουν την πρωτοβουλία να τους βγάλουν από τη μέση με τους «καταλληλότερους τρόπους που αντιστοιχούν στη φύση των πράξεων που διαπράχτηκαν» (corsivo nostro)» (15).Η πρόσκληση να γίνει ένα στοιχείο της τάξης με βίαιο τρόπο δεν θα μπορούσε να είναι πιο ξεκάθαρη, ειδικά μιας και συνδυάζεται με την προηγούμενη δήλωση των συνδικάτων που αποκαλούσαν τις Ε.Τ. «προκλητικά παράφρονες αυθεντικού φασιστικού στυλ», αλλά και η Lotta continua αντιδρά αρνητικά χαρακτηρίζοντας την δράση «παραδειγματική», όχι μαζική και αντικειμενικά προκλητική. Λέει στην ανακοίνωση της: «Ακριβώς επειδή οι προλεταριακές μάζες δεν χρειάζεται να καταλάβουν ότι απαιτείται η βία και ως εκ τούτου δεν είναι απαραίτητες οι παραδειγματικές ενέργειες. […] η στρατιωτική οργάνωση των μαζών δεν χτίζεται επειδή ορισμένες ομάδες αρχίζουν να εφαρμόζουν στρατιωτικές ενέργειες[…].Χτίζεται ξεκινώντας από τη δημιουργία σταθερών και αυτόνομων μαζικών πολιτικών οργανισμών» (16).
Αποτέλεσμα εικόνας για Gauche prolétarienne anni 60
Σε κάθε περίπτωση, οι ενέργειες των ερυθρών Ταξιαρχιών συνεχίζουν να πολλαπλασιάζονται, ειδικά στο Μιλάνο, ενώ μετά το τέλος της «Προλεταριακής Αριστεράς» η εφημερίδα που τις εκπροσωπεί περισσότερο και τις υπερασπίζεται καλύτερα είναι η «Νέα Αντίσταση». Η εφημερίδα παίρνει το όνομα και την έκφραση από ένα έγγραφο της Gauche prolétarienne, της πιο ριζοσπαστικής πολιτικής οργάνωσης που εξέφρασε ο γαλλικός Μάιος, η οποία είχε ασκήσει μορφές παράνομης πάλης πριν τεθεί εκτός νόμου.Στο προγραμματικό έγγραφο της προλεταριακής Gauche εντοπίστηκαν βαθιές συγγένειες με τη νέα πρακτική της προλεταριακής Αριστεράς: »η πολιτική μας έχει ένα όνομα ΝΕΑ ΑΝΤIΣΤΑΣΗ: ο βίαιος λαϊκός αγώνας των παρτιζάνων […] Η ώρα του αντάρτικου ήχησε «(17). H «Nuova Resistenza» βγαίνει το 1971.
Σχετική εικόνα
Κάτω από τον τίτλο, το σύνθημα «Προλετάριοι όλου του κόσμου ενωθείτε», με δίπλα το σύμβολο της «Sinistra Proletaria»: δρεπάνι, σφυρί και τουφέκι να διασταυρώνονται. Το περιοδικό, που χαρακτηρίζεται «κομμουνιστική εφημερίδα της νέας αντίστασης», προτρέπει από τον τίτλο ακόμη μια σειρά προτάσεων και σε περιβάλλοντα της βάσης του PCI. Πράγματι, όπως ήδη παρατηρήσαμε, ένα ολόκληρο πολιτικό ρεύμα πρώην παρτιζάνων και αγωνιστών δεν σταμάτησε ποτέ, τόσο στη δεκαετία του πενήντα, όσο και αργότερα, να καλλιεργεί μια πολύ κριτική πολιτική θέση σχετικά με τα αποτελέσματα της Αντίστασης, η οποία θα έπρεπε να συνεχιστεί με μια γενικευμένη σύγκρουση ταξική μέχρι την εγκαθίδρυση ενός σοσιαλιστικού κράτους. Σε συνάρτηση αυτών των στόχων, πολλοί παρτιζάνοι δεν είχαν επιστρέψει τα όπλα μετά το τέλος του φασισμού, και αστυνομικοί και καραμπινιέροι στη δεκαετία του 50 είχαν βρει (κυρίως σε ορεινές τοποθεσίες αλλά και στα υπόγεια ορισμένων εργοστασίων) εκατοντάδες τουφέκια, ολμοβόλα, περίστροφα. Φυσικά, αυτοί οι πρώην παρτιζάνοι είχαν καταστεί και λιγάκι μυθικοί και φανταστικοί, αλλά δεν υπάρχει καμία αμφιβολία ότι τουλάχιστον τον ιούλιο του ’60 είχε ξαναεμφανιστεί στην πλατεία οπλισμένοι.
Αποτέλεσμα εικόνας για collettivo politico metropolitano
Ο Danilo Montaldi, στο «οι πολιτικοί αγωνιστές της βάσης», χαρακτήριζε αυτή την τάση: «sottovoce», »χαμηλόφωνη», με ένα δημιουργικό παιχνίδι των λέξεων που αναφέρονταν σε ορισμένα λεξιλόγια των εργατών. «Sottovoce», »σιγανά» πράγματι ονομαζόταν το κλασικό «grappino» που οι εργάτες έπιναν το πρωί πριν φτάσουν στο εργοστάσιο και το οποίο απαγορεύονταν πριν από τις 8. Όπως είναι προφανές αυτό το φαντασιακό είχε γίνει κτήμα και στις νέες σειρές των αγωνιστών της βάσης, και αυτή η διαδικασία ευνοήθηκε σε μεγάλο βαθμό από την προοδευτική αποκάλυψη της γραμμής «συνεργασίας» που οι ηγέτες του ΚΚΙ εφάρμοζαν προς τον νεοκαπιταλισμό και με τις κεντροαριστερές κυβερνήσεις.Τα γεγονότα της κόκκινης Ιπτάμενης, Volante rossa, η οποία είχε δράσει στο Μιλάνο και τη Βόρεια Ιταλία ως παραστρατιωτική ομάδα στην αμέσως μεταπολεμική περίοδο παραδίδονταν προφορικά. Σε άλλα μέρη του Βορρά σημειώθηκαν φαινόμενα παρόμοια με εκείνα της Volante rossa, ειδικά σε εκείνες τις περιοχές με την ισχυρότερη κομμουνιστική παρτιζάνικη παράδοση, όπως η Λιγουρία και η Εμίλια, και ακριβώς είναι στο Reggio Emilia που θα λάβει χώρα μια διάσπαση από το PCI και από τη νεολαία του, την F.G.C.I. αγωνιστών που θα εισρεύσουν στις ερυθρές Ταξιαρχίες.
Αποτέλεσμα εικόνας για brigate rosseΣχετική εικόνα
Ανάμεσά τους είναι ο Alberto Franceschini (που βρίσκεται στην συντακτική ομάδα της «Sinistra Proletaria») ο οποίος ανήκει σε μία από τις ιστορικές οικογένειες της κομμουνιστικής παράδοσης του Reggio (η γιαγιά του ήταν capolega [ηγέτης σε μιαν ένωση], στα χρόνια ’22, ο παππούς του αντιφασίστας είχε περάσει το μεγαλύτερο μέρος της ζωής του σε «περιορισμό, απομόνωση», ο πατέρας του, αφού βρέθηκε στο Άουσβιτς και δραπέτευσε, πήρε μέρος στις Ομάδες παρτιζάνικης δράσης), καθώς και ο Fabrizio Pelli (που θα πεθάνει στη φυλακή) και ο Prospero Gallinari, άλλοι όπως ο Azzolini, ο Roberto Ognibene και ο Franco Bonisoli είναι μέλη της »Ομάδας του διαμερίσματος», όπου συναντώνται μετά την έξοδο τους από τις οργανώσεις της επίσημης αριστεράς. Η ομάδα έχει και το δικό της επίσημο όνομα («πολιτική Κολεκτίβα εργάτες φοιτητές») αλλά γρήγορα γίνεται γνωστή ως «Ομάδα του διαμερίσματος» επειδή δεν έχει επίσημη έδρα. Το 1970 η Ομάδα ενέτεινε τις σχέσεις της με τους Curcio και «Sinistra Proletaria» , μέχρις ότου συγχωνευτεί με την εμπειρία της ίδρυσης των ερυθρών Ταξιαρχών (αν και δεν κάνουν όλοι οι επισκέπτες της Ομάδας αυτή την επιλογή). Από παρόμοιες εμπειρίες μέσα στην κομμουνιστική παράδοση προέρχονται και άλλοι αγωνιστές από την περιοχή της Νοβάρα και, κυρίως, από τις εργατικές μιλανέζικες και τορινέζικες γειτονιές. Η «Nuova Resistenza» στη σύντομη ζωή της (δύο νούμερα σε τρεις μήνες) τείνει να ενεργεί ως ενισχυτής μεγάφωνο για όλες αυτές τις αυθόρμητες ομάδες ή παράνομες που αναγνωρίζουν την ανάγκη να αντιταχθούν με την βία στην ένοπλη αστική αντεπανάσταση. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο δημοσιεύονται οι ανακοινώσεις των Ε.Τ. καθώς και άλλων ομάδων και αρκτικόλεξων, μεταξύ των οποίων, από το πρώτο τεύχος ακόμη, εκείνες των Gap (Partisan Action Groups, Gruppi di azione partigiana).
Σχετική εικόνα
αυτονομία, autonomia

Οι εφημερίδες σε δίκη: η υπόθεση 7 απρίλη, δέκατη έκτη συνέχεια – I giornali a processo: il caso 7 aprile – Sedicesima parte

τοτ Luca Barbieri

Autonomi5.jpgQui le precedenti puntate., εδώ οι προηγούμενες συνέχειες

(c) 2002 – Eπιτρέπεται η μερική ή πλήρης αναπαραγωγή του έργου και η διάδοση του ηλεκτρονικά, φτάνει να μην είναι για εμπορικούς σκοπούς και με τον όρο πως αυτή η διατύπωση θα αναπαραχθεί.

Τέλος το Manifesto που αφιερώνει στην απόφαση έναν τίτλο έναρξης σε εννέα στήλες στην πρώτη σελίδα: “Καταρρέει το θεώρημα 7 απρίλη”. Στο συνοπτικό: “Απόφαση στο εφετείο: η εξέγερση δεν υπάρχει. το Potere operaio δεν ήταν μια ένοπλη συμμορία. Πολλοί αθωώθηκαν, οι ποινές μειώθηκαν”. Το Manifesto ζει την απόφαση σαν μια νίκη που έφθασε μετά από μιαν μακρά μάχη. Όλη η σελίδα δυο είναι αφιερωμένη στην υπόθεση. Μια μεγάλη ταμπέλα, όνομα προς όνομα, εκθέτει όλη την απόφαση. Πολλές φορές γίνεται αναφορά στην καταδικαστική απόφαση στον Mario Dalmaviva για ένοπλη συμμορία (που την έχει στο μεγαλύτερο μέρος της εκτίσει με την προληπτική φυλάκιση) σαν την μοναδική παραφωνία της απόφασης. Το editorial, με τίτλο “Μια αποκατάσταση”, φυσικά είναι δουλειά της Rossana Rossanda που αναπαριστά στην εφημερίδα της την μακρά μάχη:

Οι μεγάλοι υποστηριχτές του ντελίριου του παντοβάνου εισαγγελέα Calogero, του πρώτου μετανιωμένου, παρότι κοινού δολοφόνου, του Fioroni και των ειδικών νόμων υπήρξαν ένα απόσπασμα δικαστικών δικηγόρων, δημοσιογράφων και κομουνιστών διοικητικών στελεχών, με την δουλοπρεπή ακολουθία της Unità και της Repubblica. […] Ένας άνθρωπος σαν τον Luciano Ferrari Bravo, αθώος εχθές, καταδικάστηκε σε πρώτο βαθμό σε  14 χρόνια και 5 ήδη τα είχε εκτίσει στην φυλακή. Ποιος θα του τα επιστρέψει? […] Ίσως το περιοδικό Espresso, που χάρισε στους αναγνώστες του την φωνή του τηλεφωνητή των BR στην Eleonora Moro, διότι είχε αναγνωριστεί σαν εκείνη του Negri? η Repubblica που τιτλοφόρησε πανηγυρικά την σύλληψη του σαν αρχηγό των BR σε ολόκληρη σελίδα? Δεν υπήρξε αυτή μονάχα μια σκανδαλώδης σελίδα της ιταλικής δικαιοσύνης, όπως αποκάλυπτε εδώ και καιρό η Amnesty International. Ήταν μια ιστορία από σιωπές, ανανδρίες και συγκαλύψεις.[…] Θεσμοί και  τύπος συνεισέφεραν αδιάντροπα σε μιαν πολιτική επιχείρηση χαμηλού τύπου, την πιο χαμηλή της δικαιοσύνης στην ιστορία της δημοκρατίας. […] Μετρήσαμε στα δάχτυλα της παλάμης νομικούς και διανοούμενους διατεθειμένους να ξοδέψουν δέσμευση και προβληματισμό, να βρουν αποτρόπαιο το ότι μια πολιτική ιδέα που μπορούσαν να μην  μετέχουν καθόλου σε αυτήν παραδίδονταν όχι στον πολιτικό αγώνα μα σε ένα δικαστικό τέχνασμα.

Βρισκόμαστε στην αποκλιμάκωση. Η δικαστική ιστορία της 7 aprile τελειώνει. Υπάρχει μονάχα μια μικρή ουρά. Στις  5 oκτωβρίου του 1988 το Πρώτο ποινικό τμήμα του Ανωτάτου δικαστηρίου, προεδρεύοντος του Corrado Carnevali, επιβεβαιώνει την απόφαση του εφετείου. Ίσως και λόγω της έλλειψης κάτι νεότερου η είδηση δίδεται δίχως έμφαση από τις εφημερίδες. η Repubblica με τον Franco Scottoni τιτλοφορεί “Η τελευταία λέξη επάνω στην υπόθεση 7 aprile, το Συμβούλιο της Επικρατείας επιβεβαιώνει τις καταδικαστικές αποφάσεις”. Το άρθρο, με τον πυρήνα της είδησης σε λίγες μόνο γραμμές, κάνει μια μεγάλη ανακατασκευή της περίπτωσης δίδοντας έμφαση, σταθμό προς σταθμό, στο «ναυάγιο» του θεωρήματος Calogero. “7 aprile, οριστικές καταδικαστικές αποφάσεις”, είναι αντιθέτως ο τίτλος της Unità.

Η δικαστική ιστορία της 7 aprile τελειώνει εδώ. Πέρασαν εννέα χρόνια από την αρχή όλης της υπόθεσης. Διαβάζοντας ξανά την ιστορία με ψυχρό αίμα, η δυσαναλογία μεταξύ τις αρχικές κατηγορίες και εκείνες που εξακριβώθηκαν εμφανίζεται σε όλη την μεγαλοσύνη της.  Το  “σύστημα” των εφημερίδων αντιθέτως μοιάζει αδιάβροχο. Από μιαν εφημερίδα θα περίμενε κανείς μιαν ουσιαστική προσήλωση στα γεγονότα. Ακόμη περισσότερο σε εκείνα που εξακριβώθηκαν από το δικαστικό σώμα. Και εάν τα γεγονότα τα εξακριβωμένα αποκλίνουν από εκείνα που προηγουμένως διηγήθηκαν ίσως είναι σκόπιμη και ενδείκνυται μια προσεκτική εκτίμηση για να εξηγηθεί στους αναγνώστες η λογική ενός αφηγηματικού δρομολογίου που διαφορετικά κινδυνεύει να μοιάσει σχιζοφρενικό.  Μια κάποια εξισορρόπηση ήδη την παρατηρήσαμε για την Repubblica. η Unità, στο ακραίο αντίθετο, ερμηνεύει κάθε γεγονός σαν επιβεβαίωση του δικού της σχεδιασμού.

10. Schegge ψηφίδες

Στις 7 απριλίου 1989 η υπόθεση “7 aprile” κλείνει δέκα χρόνια. Η επέτειος δεν περνά απαρατήρητη. η Repubblica αφιερώνει στο συμβάν ένα άρθρο του Antonello Caporale, “ο Negri γιορτάζει στο Παρίσι την «επιστροφή στην νομιμότητα»”. Ένα κομμάτι που, ξεκινώντας από μιαν συνέντευξη τηλεφωνική στον Negri, αναπαράγει τους κυριότερους σταθμούς της δικαστικής υπόθεσης. Στην μέση, χωμένη κανείς δεν ξέρει πως και γιατί, ανάμεσα στην κουβέντα με τον Negri και την αναπαράσταση, και μια είδηση που δημιουργεί μονάχα σύγχυση: «Μέσα στην δεκαετία δώσανε σημεία ζωής και οι BR. Παρέδωσαν στα ρωμαϊκά γραφεία του πρακτορείου Ansa ένα αντίγραφο του τελευταίου φυλλάδιου του Μαχόμενου Κομουνιστικού Κόμματος,  “Partito Comunista Combattente”. Στο φυλλάδιο επιτίθενται στον Πρωθυπουργό, στον υπουργό Εσωτερικών, στον αρχηγό της αστυνομίας, στον Υψηλό κομισάριο για τον αγώνα ενάντια στην μαφία και τον νέο αστυνομικό διευθυντή της Roma». Να σημειώσουμε πως ο Caporale, διηγούμενος την γέννηση της έρευνας, εκφράζει απερίφραστα την στράτευση του ΚΚΙ σε υποστήριξη της έρευνας. Ένα γεγονός που στο τόξο των δέκα χρόνων δεν είχε ποτέ ειπωθεί ρητώς, παρά μόνο στο Espresso με υπογραφή Nicotri. «Είναι ακριβώς η κομουνιστική ομοσπονδία στην Πάντοβα που αποφάσισε να συνεργαστεί ενεργά με την εισαγγελία, ιδιαίτερα με τον αναπληρωτή εισαγγελέα της Δημοκρατίας Pietro Calogero. Είναι στην βάση μαρτυριών κάποιων πρώην αγωνιστών στου Potere operaio που πέρασαν στο PCI και παίρνει μπρος η πρώτη καταδίωξη».

η Corriere della Sera έστειλε τον ανταποκριτή της στο Παρίσι, τον Ulderico Munzi, στην “γιορτή” για την δεκαετία που οργανώθηκε από τους ιταλούς εξόριστους. Το άρθρο, με τόνο πολύ δηκτικό, έχει τίτλο “7 aprile: ο Negri χαιρετά κοροϊδεύοντας”. Και στον υπότιτλο: “Champagne και χοροί στον ρυθμό του Belafonte για τον καθηγητή των χρόνων του μολυβιού”. Στους υπότιτλους: “Ο ex leader της εργατικής Αυτονομίας : «Δεν είμαστε αόρατοι όπως στο film του Squitieri. Είμαστε συγκεκριμένοι» – Για τον Morelli μια περούκα με τις κοτσίδες του Gullit — Η Ιταλία περιγράφεται σαν μια λατινο-αμερικάνικη δικτατορία  — Μονόλογοι σαν σε φυλλάδιο της ένοπλης πάλης”. Δίπλα στο κομμάτι ένα box, “λέγει ο Imposimato: είναι η ώρα της συγνώμης”, που μεταφέρει τις δηλώσεις του πρώην δικαστού τώρα σενατόρε του PCI. Στην σελίδα 12 η Corriere δημοσιεύει και μια παρέμβαση του Angelo Ventura.

Το Manifesto του σαββάτου 8 απριλίου θυμίζει την 7 aprile ’79 με μιαν ολόκληρη σελίδα των πολιτιστικών που εκθέτει τους τίτλους των περισσοτέρων εφημερίδων της εποχής. Η σελίδα, επιμελημένη από τους Andrea Colombo και Ida Dominjanni, βλέπει στην κεφαλή ένα βασικό άρθρο του Valentino Parlato, “Γιατί να θυμόμαστε” και μετά μιαν ανάλυση των τίτλων που δημοσιεύτηκαν τις επόμενες ημέρες από το Blitz στο Manifesto, Avanti, Unità, Corriere della Sera, Giornale, Repubblica και Stampa, με τίτλο “Δέκα χρόνια μολυβιού” και έχει συλλεχθεί κάτω από τον υπότιτλο “8 απριλίου 1979. Μετά τις συλλήψεις ξεκινά η δίκη μέσα από τον τύπο”. Η επιχείρηση της εφημερίδας επεξηγείται στο βασικό άρθρο του Parlato:

Όταν εκθέτουμε εκ νέου τους τίτλους των άλλων εφημερίδων των δέκα χρόνων νωρίτερα δεν είναι για να τις διαπομπεύσουμε,  για να πούμε πως εμείς ήμασταν καλοί κι εκείνοι όχι, πως εμείς ήμασταν δημοκρατικοί κι εκείνοι δικτατορικοί. Θυμόμαστε εκείνους τους καιρούς — το 1978 είχε σκοτωθεί ο Aldo Moro μαζί με άλλα πέντε πρόσωπα  — και γνωρίζουμε πως τα σφάλματα, τραγικά, του τύπου εκείνων των ημερών ήταν η κοινοτοπία της κοινής λογικής του τότε. […] Θυμόμαστε εκείνη την 7 απρίλη του 1979 κυρίως για να θυμόμαστε, για να μην χάσουν οι άνθρωποι την μνήμη, για να αντιμετωπίσουν και εξουδετερώσουν μια διαδικασία αποϊστορικοποίησης, να μην ξεχάσουν να διαβάζουν την ιστορία δηλαδή, μια διαδικασία μέσα στην οποίαν οι υποκειμενικότητες γίνονται κομμάτια, μέσα στην οποίαν σήμερα μπορεί να ειπωθεί εκείνο που απαγορεύονταν εχθές, και δίχως την μνήμη του χθες. […] Πρέπει να θυμόμαστε εκείνη την 7 aprile δέκα χρόνων πριν διότι σήμερα δεν μπορούμε πλέον να γράψουμε — έστω και με την υποτιθέμενη αναλυτική ψυχρότητα, όπως κάνει η Corsera της τετάρτης  5 απριλίου — πως “καταλήγοντας, εάν οι συλλήψεις της 7 aprile κατέληξαν σε ένα δικαστικό λάθος και σε χρόνια βασάνων για ανθρώπους που στην συνέχεια θα αθωώνονταν, από πολιτικής άποψης η επιχείρηση υπήρξε μια επιτυχία διότι απέσπασε από τον ένοπλο αγώνα το νερό, χτύπησε δηλαδή έμμεσα εκείνο τον χώρο (πολιτικά και στρατιωτικά ακαθόριστο ) συμπάθειας ή συγκατάθεσης απ’ όπου αυτός ο χώρος [ του ένοπλου αγώνα] στελεχώνονταν”. Μια δήλωση αυτού του τύπου μπορεί να την κάνει μόνο αυτός που ξέχασε τι ήταν η 7 aprile και φαντάζεται πως όλοι οι άλλοι το ξέχασαν. Είναι μια δήλωση που μπορεί να γίνει μόνο μετά την επιβεβαίωση του πραγματικού. Αλλιώς είναι η πιο ρυπαρή απολογία του πιο ηλίθιου κρατικού συμφέροντος.

Δέκα επέτειοι για την 7 απρίλη ίσως να είναι και πολλές. Από εδώ και μπρος είναι ο Negri το όχημα για τα μνημόσυνα. Μόνο οι τοπικές εφημερίδες, η  Mattino και η Gazzettino θυμούνται και επανασυνδέουν, και με ακραία εξειδίκευση και προβληματισμό σε απόσταση 20 χρόνων απ’ την 7 aprile, τα νήματα της υπόθεσης, βοηθούμενοι σε αυτό από την patavinitas μεγάλου μέρους των κατηγορουμένων, ζώντων μαρτύρων [όσο βρίσκονται φυσικά στην ζωή) αυτής της παράξενης ιστορίας.

Τα υπόλοιπα είναι κάποιες αναλαμπές απολύτως ασύνδετες.
Το 1993 ένα άρθρο του Negri δημοσιεύτηκε από την Giorno. Μια ομάδα δημοσιογράφων διαμαρτύρεται, πολεμικές καταγράφονται σε όλες τις εφημερίδες διότι υπάρχουν κάποιοι που υποστηρίζουν πως δεν υπάρχει λόγος να δημοσιεύονται άρθρα του.
Το 1995 από τον Negri παίρνει συνέντευξη ο Piero Chiambretti για την εκπομπή του Διπλωματούχου, del Laureato (τηλεοπτική εκπομπή στον αέρα από την RaiTre) που καταγράφτηκε στην Padova. «Τώρα ανοίγει εκ νέου η πολεμική: είναι σωστό να μιλά ο Negri? O πρύτανης Gilberto Muraro δηλώνει πως η σχολή θα θέσει στην διάθεση του Chiambretti μόνο την αίθουσα και πως  il Bo έχει καθηγητές πιο αντιπροσωπευτικούς του Toni Negri στους οποίους να δώσει τον λόγο. Ποιοι θα είναι οι καλεσμένοι?», γράφει η Corriere.

Στις εννιά απριλίου του 1997 η Corriere με την υπογραφή του Albino Salmaso μιλά για την πιθανή επιστροφή του Calogero στην Padova για να αναλάβει την έδρα του Γενικού Εισαγγελέα.

o Pietro Calogero, ο δημόσιος κατήγορος της έρευνας  «7 aprile» μπορεί να γίνει ο εισαγγελέας της δημοκρατίας στην Padova, πολυθρόνα που άφησε με τον θάνατο του ο Giovanni Cassano. Η επιτροπή διοικητικών αναθέσεων του Csm, όντως, στις 11 του περασμένου φεβρουαρίου ενέκρινε με τέσσερις ψήφους στις πέντε ακριβώς την ανάθεση στον δκ γνωστό από την έρευνα του για την Autonomia Operaia Organizzata, που έφερε στην φυλακή μιαν εικοσαριά προσώπων μεταξύ των οποίων Oreste Scalzone, Franco Piperno και Toni Negri, τότε πανεπιστημιακό καθηγητή στην Padova, που σήμερα ζει στο Παρίσι μετά την καταδίκη του σε πρώτο βαθμό που του επεβλήθη από τους ρωμαίους δικαστές. Η υποψηφιότητα του Calogero, που προώθησε ο Antonio Patrono, πρόεδρος της επιτροπής αναθέσεων, τώρα αναμένει την ψήφιση από το Plenum του Csm e di «concerto» υπογεγραμμένη από τον υπουργό Flick. Στην κούρσα για την θέση του εισαγγελέα της Δημοκρατίας υπάρχουν επίσης οι δικαστές Stefano Dragone και Francesco Aliprandi. Η υποψηφιότητα του Calogero, που αυτή την στιγμή είναι αναπληρωτής εισαγγελέας στο Εφετείο της Venezia, δικαιολογήθηκε λόγω των «συγκεκριμένων συμπεριφορών ιδιαίτερης σημασίας» που ωρίμασαν στην διάρκεια της καριέρας. Γεννημένος στην επαρχία της Messina εξήντα δυο χρόνια πριν, ο Calogero ξεκίνησε την δραστηριότητα του στην Treviso και με τον Δικαστή Stiz διερεύνησε την μαύρη εκτροπή και συνωμοσία των Freda και Ventura. στην Padova προετοίμασε το blitz της 7 aprile 1979 που έφερε 134 κατηγορούμενους σε δίκη. Μεταξύ των εναγομένων και ο Toni Negri, που προχθές ακριβώς έδωσε συνέντευξη στους αυτόνομους του radio Sherwood, στην διάρκεια ενός sit-in που οργανώθηκε στην σχολή Πολιτικών Επιστημών. ο Negri είπε πως συμφωνεί με την πρόταση αμνηστίας για τα χρόνια του μολυβιού που δρομολόγησε ο Cossiga και επιτέθηκε στον Calogero και  «τους σταλινικούς του Pci που υποστήριξαν το θεώρημα του».

Την πρώτη ιουλίου 1997 ο Toni Negri επιστρέφει στην Italia. Του απομένουν ακόμη κάποια χρόνια φυλακής να εκτίσει. Η πρόθεση του καθηγητή είναι πολιτική: να καταφέρει να ξανανοίξει ένα παράθυρο για την υπόθεση της αμνηστίας. Η επιστροφή του Negri είναι κυρίως ένα μεγάλο επικοινωνιακό γεγονός, που ακολουθείται από τηλεοράσεις και εφημερίδες.
η Unità αφιερώνει στο γεγονός όλη την σελίδα 4 της εφημερίδας. Ένα άρθρο χρονικών του Roberto Rossani, “ο Toni Negri επιστρέφει και πηγαίνει κατευθείαν στην Rebibbia. «Εγώ, τελευταίος ιάπωνας που παραδίδεται»”. Μετά μια συνέντευξη στον Palombarini  του Aldo Varano “Palombarini: «Εκτιμώ την κίνηση να γυρίσουμε σελίδα με την απονομή χάριτος» (στην σύνοψη: “Η τρομοκρατία ηττήθηκε. Και ο Negri επιστρέφει και λέει: είμαι ένας ηττημένος. Να πάμε πέρα από τους νόμους της εξαίρεσης. Ένας κακός δάσκαλος? Τότε υπήρχαν πολλοί …”). Στα πλάγια μια προσωπογραφία του Negri: απροσδόκητα ηUnità ξαναδημοσιεύει, κάτω από τον τίτλο “Οι δικές του δεν είναι αφηρηματολογίες”, το άρθρο του Walter Tobagi που η Corriere della Sera δημοσίευσε στις 8 απριλίου του 1979 (τότε ο τίτλος της Corsera, που δημοσίευσε το κομμάτι στην πρώτη σελίδα, ήταν “Toni Negri, ο προφήτης της άρνησης της εργασίας”). Στο βάθος ένα άρθρο της Ritanna Armeni “Εκείνα τα τρομερά χρόνια Εβδομήντα μες την τρομοκρατία” και στο συνοπτικό “Η αποτυχημένη προσπάθεια να δοθεί μια βάση μαζική στην επίθεση ενάντια στο Κράτος. Το θεώρημα Calogero και οι συλλήψεις της 7 aprile 1979”. Mα παρά αυτό προοίμιο, στις 7 απρίλη αφιερώνονται μονάχα οι τελευταίες γραμμές του άρθρου που αντιθέτως διατρέχει μιαν ανασκόπηση που ξεκινά από το ’68 για να φθάσει στο ’77. «Είναι της 7 aprile 1979 η καταγγελία των αρχηγών της αυτονομίας για ένοπλη εξέγερση ενάντια στις εξουσίες του κράτους και συμμετοχή σε ένοπλη συμμορία. Αυτοί είναι, σύμφωνα με τον δικαστή Guido Calogero (sic!) οι αρχηγοί των BR. Η εργατική αυτονομία βρίσκεται υπό κατηγορία. Υπεραμύνεται ενώ η κοινή γνώμη και τα ίδια τα κόμματα χωρίζονται. Και οι επιθέσεις συνεχίζονται. Αυτό θα συνεχιστεί μέχρι τα μέσα των χρόνων ’80». Αυτή, μέσα σε μιαν ολόκληρη σελίδα είναι η πιο σαφής αναφορά στην 7 aprile. Συνεπώς, αυτός που θα ήθελε να μάθει γιατί πράγμα καταδικάστηκε ο Toni Negri δεν έχει ελπίδες.

Και η Corriere della Sera δεν τα καταφέρνει καλύτερα. Προσπαθεί, είναι αλήθεια, με ένα γραφικό που θα έπρεπε να εκθέτει τους κυριότερους σταθμούς της δικαστικής υπόθεσης: μα εκτός από το να υποδεικνύει το 1970 σαν έτος γέννησης του Potere operaio, αληθινά δεν καταλαβαίνουμε για ποιον λόγο, συγκεκριμένο, καταδικάστηκε ο Negri. Το άρθρο από τα χρονικά είναι της  Ester Palma, “ο Toni Negri επιστρέφει στο κελί: βρίσκομαι στον παράδεισο”. Αυτές οι λίγες γραμμές αφιερωμένες στην ιστορία της 7 aprile: «Οι δικαστικές υποθέσεις του Negri ξεκίνησαν στις 7 aprile 1979 όταν συνελήφθη για ανατρεπτική συνένωση και ένοπλη συμμορία μαζί με 21 συντρόφους της Autonomia operaia. Στις 26 ιουνίου του’83 εκλέχθηκε βουλευτής με τις γραμμές των ριζοσπαστών και για αυτό βγήκε από την Rebibbia. Παραμονές της παραχώρησης άδειας να προχωρήσουν εναντίον του από την Camera, ο καθηγητής έφτιαξε τις βαλίτσες του για το Παρίσι. Μέσα σε κατηγορίες και δίκες ο τελικός λογαριασμός είναι 4 χρόνων και 11 μηνών που πρέπει ακόμη να εκτίσει». Στην πτήση Παρίσι-Ρώμη η Corriere επιβίβασε και έναν ρεπόρτερ. Βγαίνει από αυτόν ένα πορτραίτο του Negri: “Αν μετάνιωσα? Θα μου άρεσε να μιμηθώ τον Alberto Sordi: εργαζόμενοι, πάρτα…”. Στο κάτω μισό της σελίδας δυο συνεντεύξεις: μια στον Marco Pannella (“Δεν μετανιώνω για την εκλογή του. ήταν μια ξεκάθαρη μάχη δικαίου”) και μια στον καθηγητή Petter (“Αυτός έχει ηθικές ευθύνες και δεν είναι πολιτικός κατατρεγμένος”).
η Repubblica ούτε που προσπαθεί.  “ο Toni Negri προσγειώνεται στην Rebibbia”, τιτλοφορεί στην σελίδα 21. Στο συνοπτικό: “ο professore στην φυλακή: θα επιστρέψω να κάνω πολιτική από τον χρόνο μηδέν”. Επί πλέον, όπως η Corriere, μια συνέντευξη στον Petter. Στην 7 aprile, στην έρευνα Calogero, στον λόγο τέλος πάντων για τον οποίον ο Negri πρέπει ακόμη να εκτίσει χρόνια φυλακής, ούτε μια γραμμή.
Μόνο ο Gianni Riotta, που είχαμε βρει το 1983 στο άνοιγμα της ρωμαϊκής δίκης, αναπαράγει (στην Corriere στα τέλη ιουνίου, πριν από τον επαναπατρισμό) με υπομονή την πολιτική δικαστική διαδρομή του προσώπου κάνοντας να αναδυθούν ξανά ονόματα που έμοιαζαν βυθισμένα στην λήθη:

Πόσοι αναγνώστες μπορούν, από μνήμης, να αναφέρουν τις ακρότητες της «υπόθεσης Negri»? Οι δικαστές τον κατηγόρησαν πρώτα πως ήταν ο «Μεγάλος Γέρος» των Brigate Rosse. Αναμένοντας την δίκη, ο Negri πέρασε χρόνια στις ειδικές φυλακές, μαζί με τους κατηγορούμενους της  «7 aprile». Σήμερα οι υπέρμαχοι της εγγύησης των δικαιωμάτων είναι πολλοί, χαϊδεμένοι και συχνά πολύ φασαριατζήδες, θορυβώδεις. Mα ποιος θυμάται την μοναξιά του σκιτσογράφου Dalmaviva, του professor Ferrari Bravo, του αρχιτέκτονα Magnaghi? Συλληφθέντες για τρομοκρατία, πέρασαν χρόνια σε σκληρή φυλάκιση, για να καταλήξουν αθωωθέντες. Διαφορετική η τύχη του Negri, πιο διφορούμενες οι ευθύνες, πιο μπερδεμένο το προφίλ. η Rossana Rossanda, που έτσι κι αλλιώς αγωνίστηκε για την αποφυλάκιση του, αναγνωρίζει σε αυτόν «μια εωσφορική κλίση». Η καταδίκη του οφείλεται στην ηθική συνέργεια για τον θάνατο του αστυνόμου Lombardi στο Argelato, για ανατρεπτική συνένωση και ένοπλη συμμορία. Αυτοί που διαβάζουν αυτή την εφημερίδα, και γεννήθηκαν σε εκείνα τα τρομερά χρόνια, θα δυσκολευτεί να προσανατολιστεί στο μίσος, στους διαχωρισμούς, στις μνησικακίες του τότε. ο Negri, «ο κακός δάσκαλος», κατηγορήθηκε για ανευθυνότητα, γιατί εγκωμίασε την εξέγερση ενώ πολλοί από τους μαθητές του δεν ξεδιψούσαν με τον Sorel, αλλά έδερναν με λοστούς και σκότωναν. Αυτός υπερασπίζονταν τον εαυτό του, αναφέρονταν το δικαίωμα στον λόγο. Οι δικαστές επέμεναν για αποδείξεις, ενδείξεις, αδικήματα. Οι γαλλικές αρχές πάντοτε πίστευαν περισσότερο στον Negri παρά στους ιταλούς συναδέλφους του. 

Για τις επόμενες ημέρες η συζήτηση γύρω από το θέμα της χάριτος, της αμνηστίας  (και της ημί-χάριτος”) είναι καυτή. Όπως πάντα δεν θα γίνει τίποτα μα το χάος στις εφημερίδες είναι μεγάλο, μεταξύ της Francesca Mambro που λέει στον Toni Negri “Σκοτώσαμε, μόνο πρέπει να μείνουμε σιωπηλοί” (Corriere della Sera, 4 ιουλίου 1997) και συντακτών που ερμηνεύουν της επιστροφή του Toni Negri λίγο όπως θέλουν (“Οι ασάφειες εκείνης της επιστροφής από την Γαλλία” του Vittorio Grevi). στην Corriere δεν μπορεί να λείψει το σχόλιο του Leo Valiani, “Δεν μπορούμε να τους συγχωρέσουμε όλους μαζί. Η πολιτική δεν είναι ένα ελαφρυντικό”, επικεντρωμένο στην υπόθεση της αμνηστίας. «Θα ήταν σκόπιμο να διαψευστεί η φωνή που μιλά για μια σύνδεση μεταξύ της παράδοσης στην ιταλική αστυνομίας του φυγόδικου professor Antonio Negri, που θα έπρεπε να εκτίσει ακόμη κάποια χρόνια φυλάκισης για μιαν ληστεία που έγινε για λόγους αυτοχρηματοδότησης πολιτικής- ανατρεπτικής, στην διάρκεια της οποίας διαπράχθηκε μια δολοφονία, και την θεσμοθέτηση μιας γενικευμένης χάριτος στους πρώην τρομοκράτες. Μεταξύ αυτών των δυο τύπων περιπτώσεων δεν θα έπρεπε να υπάρχει καμία σύνδεση, ο Negri θα μπορούσε να είναι τελείως αθώος εκείνης της δολοφονίας. Σε αυτή την περίπτωση θα μπορούσε να του δοθεί χάρη άνευ όρων». Μα δεν υπάρχει μόνο η συζήτηση για τα μέτρα χάριτος. Γίνεται επίσης λόγος για την επαναδημοσίευση των κειμένων του Negri, που έγινε από τον Castelvecchi (“Τα βιβλία της πυράς, I libri del rogo”), στην οποίαν ο καθηγητής αφιερώνει έναν νέο πρόλογο (“ο Toni Negri επιστρέφει να προτείνει την επίθεση στον ουρανό”, στην Corriere της 6 ιουλίου 1997).

Τον αύγουστο του 1999 ο Toni Negri, που εδώ πλέον και ένα χρόνο του επετράπη η εξωτερική εργασία από την φυλακή με την Caritas, αποκτά την ημιελευθερία. Το μέτρο είναι πρόσχημα για πολιτικούς διαξιφισμούς που μεταφέρονται δεόντως από την Repubblica. «”Είναι μια απόφαση ανησυχητική”, βροντά ο Maurizio Gasparri, αντιπρόεδρος της An στην Camera. “Αυτοί που ανεύθυνα χορήγησαν την ημιελευθερία στον πρώην leader της Autonomia operaia προφανώς δεν αντιλήφθηκαν την επιστροφή των Brigate Rosse”. […] Στην ίδια γραμμή με τον Gasparri ένα άλλο στέλεχος της An, Mirko Tremaglia: “Δεν πρέπει να ξεχνάμε πως ήταν ο ηγέτης των συμμοριών της αυτονομίας και πως συνιστά κίνδυνο διαρκή για την ασφάλεια και την νομιμότητα». “ο Toni Negri ημιελεύθερος μέσα σε πολεμικές” τιτλοφορεί αντιθέτως η Corriere. «Ακουσίως, συνεπώς, ο φιλόσοφος από την Πάντοβα που υποδείχτηκε από τους ερευνητές ως ο ιδεολόγος της «Autonomia operaia» (το όνομα του εμφανίστηκε για πρώτη φορά σε μιαν έρευνα το ’79, όταν ο δημόσιος κατήγορος Pietro Calogero κίνησε επίσης την σύλληψη μιας ακόμη εικοσάδας στελεχών της «Autonomia operaia» μεταξύ των οποίων οι Franco Piperno και Oreste Scalzone) βρίσκεται έτσι ξανά στο επίκεντρο της γενικής προσοχής».

Είναι λίγες αναλαμπές των χρόνων Ενενήντα. Η 7 aprile δεν υπάρχει πλέον. Είναι μόνο μια ημερομηνία στην βιογραφία του Toni Negri. Που με την σειρά του κατέστη ένας κοινός τόπος. Έτσι και οι εκφράσεις που τον συνοδεύουν: κακός δάσκαλος, ανατρεπτικός. Δεν σημαίνουν πλέον τίποτα το συγκεκριμένο διότι  δεν συνδέονται με κανένα ιστορικό πεπραγμένο. Είναι εκεί πεταμένες, αποπλαισιωμένες και στερημένες κάθε ιστορικής έννοιας.

11. Cortocircuiti βραχυκυκλώματα

Στις 12 φεβρουαρίου 2001 η Padova ξυπνά με έναν νέο εφιάλτη. Τι προηγούμενο βράδυ ένας μεσίτης, ο Walter Boscolo, εκτελείται σε ένα διαμέρισμα της οδού San Francesco. Η δολοφονία του θυμίζει από κοντά μιαν άλλη που συνέβη στις 21 ιανουαρίου. Δρομολογείται η υπόθεση ενός serial killer. Στις 12 φεβρουαρίου ένα ακόμη έγκλημα: στην αυλή ενός πανεπιστημιακού ινστιτούτου στο Portello ανακαλύπτεται ένα καμένο πτώμα. Είναι εκείνο του καθηγητού Luigi Pasimeni, καθηγητού χημικών του Πανεπιστημίου της Padova. Η αμφιβολία πως και αυτό το έγκλημα μπορεί να αποδοθεί στον serial killer διαρκεί για μιαν ημέρα. Την επομένη, στις 13, ο γυιός του θα παραδεχτεί την ευθύνη της πατροκτονίας. Μα στις εφημερίδες της 13ης πρέπει να καταγράψουμε παράξενες συμπτώσεις. Σχεδόν ένα γνωστικό blackout: για να περιγράψουν την Padova, πόλη σε κατάσταση πολιορκίας από τις δυνάμεις της τάξης, επανεμφανίζονται, με διάφορους τρόπους, αναφορές στην ιστορία που εξετάζουμε.
η Corriere della Sera δημοσιεύει μια σύντομη συνέντευξη του  professor Sabino Acquaviva: «Όλα ξεκίνησαν 30 anni πριν, όταν στον άξονα Padova-Mestre αναπτύχθηκε ο μητροπολιτικός χώρος του Triveneto. Ήταν σε εκείνο το σημείο που διερράγη η κοινωνική δομή βασισμένη σε μια κοινωνία αγροτική με δυνατό καθολικό προσανατολισμό. Οι νέοι βρέθηκαν σε αναστάτωση. Σε μια πρώτη φάση αναπτύχθηκαν φαινόμενα όπως η τρομοκρατίας και το Potere Operaio». η Repubblica μιλά για μιαν πόλη που θυμάται τα τεταμένα χρόνια Εβδομήντα. Ένας ρεπόρτερ της Stampa συναντά σε ένα bar της Roma τονToni Negri. Ανταλλάσσουν δυο κουβέντες. Γεννιέται μια συνέντευξη. Γίνεται λόγος και για τον serial killer, για το κλίμα που επικρατεί στην Padova. « serial killer — λέει ο Negri — στην Padova υπάρχει μοναχά ένας, ονομάζεταιce  Pietro Calogero».

Στις 23 αυγούστου του 2001 ένας εκρηκτικός μηχανισμός καταστρέφει την έδρα της Lega Nord στην Busa της Vigonza στις πόρτες της Padova. Πρόκειται για μιαν επίθεση παράξενη στην οποίαν κανείς δεν ξέρει που αρχίζουν οι πολιτικές αιτιάσεις (βρισκόμαστε σε απόσταση ενός και μισού μήνα από τα γεγονότα της Genova) και που τελειώνουν εκείνες της οικοδομικής κερδοσκοπίας. η Corriere della Sera δημοσιεύει στην πρώτη σελίδα ένα αριστοτεχνικό δοκίμιο μαεστρίας του Gian Antonio Stella, “Η πόλη των κακών δασκάλων”.

Στην πόλη των «Κακών Δασκάλων, Cattivi Maestri», όπου ο Toni Negri και μια χούφτα καθηγητών κατηγορήθηκαν πως έσπρωξαν με τα λόγια τους πολλούς νέους στην ένοπλη εξέγερση, η ιστορία θα μπορούσε να είναι καλή δασκάλα. […] η Padova του σήμερα, όντως, είναι χίλια μίλια μακριά από εκείνη που στο δεύτερο μισό των χρόνων Εβδομήντα είδε την βίαιη έκρηξη μιας μεγάλης φέτας του νεανικού της πληθυσμού στην οποίαν σύμφωνα με τον συγγραφέα συγκεντρώνονταν, χάρη στην μαζική μετανάστευση ξένων φοιτητών, «η δυσφορία της Marghera, των Τριών Βενετιών και της Μέσης Ανατολής». Φυσούσε ένας τέτοιος αέρας, τότε, ώστε μια ομάδα αυτόνομων είχε αποκτήσει την συνήθεια να επισκέπτεται κάθε τόσο τον συγγραφέα της «Δύσης, Occidente» για να δικάσει τα βιβλία και τα άρθρα του: «Έλεγαν πως ονομάζονταν ο “Σύντροφος X” ή ο “Σύντροφος Y” και μου γίνονταν ιδεολογικοί ψύλλοι επάνω σε όλα. Ένας εφιάλτης». Το πρωί, θυμάται ο Antonio Garzotto, που τότε δούλευε στην εφημερίδα «Gazzettino» και που πυροβολήθηκε στα πόδια με μπιστολιές διότι ένοχος πως έγραψε ότι το σπίτι του φοιτητή «Fusinato» ήταν μια λακκούβα με νερό μέσα στην οποίαν το ψάρι της εξέγερσης κολυμπούσε πολύ καλά και έδινε μέχρι και φιλοξενία σε κάποιους παρανόμους, «ήταν φυσικό να κάνεις “έναν γύρο” συλλέγοντας ειδήσεις από τα μαύρα χρονικά ρωτώντας: “Πόσες εκρήξεις σήμερα το  βράδυ?”». Ήταν ειδήσεις σταθερές, οι «notti di fuochi» padovane, οι »βραδιές με τις φωτιές» δηλαδή, στην Πάντοβα. Έξι, επτά, δέκα, δεκαπέντε επιθέσεις την φορά. Σε αυτόν που έλαχε, έλαχε. Και μπορούσε να είναι αυτή την φορά η σειρά της γυναίκας του γυναικολόγου Walter Ancora. Του κινηματογράφου «Quirinetta» (που παραδόθηκε στις φλόγες από τις «μαχόμενες Γυναίκες, Donne combattenti»). Της αίθουσας των καθηγητών του τεχνικού εμπορικού Ινστιτούτου  «Einaudi». Του φοιτητικού εστιατόριου. [… ]Και χρησιμοποιώνταςτα αγγλικά κλειδιά, ένα απόγευμα ένα commando έσπασε στο ξύλο τον «κόκκινο» καθηγητή Guido Petter. Ο οποίος, όπως θα διηγηθεί στο «Sette» λίγα χρόνια μετά, είχε ήδη προειδοποιηθεί με μια δυο εισβολές την ώρα που έκανε μάθημα: «Ένα πρωινό έγραψαν στον πίνακα της τάξης μου, μπροστά στα μάτια μου, αργά, “Guido Petter όπως ο Guido Rossa”. Τον κομουνιστή εργάτη που μόλις είχε δολοφονηθεί στην Genova. Οι φοιτητές μου κοιτούσαν και σιωπούσαν. Γι αυτούς έγινε. Για παραδειγματισμό». Εκείνη ήταν η Padova, τότε. Μια πόλη όπου έφτασαν να μετρούν τετρακόσιες επιθέσεις σε δυο χρόνια και την πέμπτη της Αναλήψεως του 1977, στην διάρκεια μιας διαδήλωσης, κάηκαν 40 αυτοκίνητα και ένα λεωφορείο γεμάτο ταξιδιώτες και οι αυτόνομοι κατέβηκαν στην πλατεία επιδεικνύοντας τα P38 και τα πιστόλια διαμετρήματος 9 και 7,65 και έδωσαν μάχη στους δρόμους και ήταν ένα θαύμα το ότι δεν πέθανε κανείς. Όπου για ένα διάστημα ατέλειωτο ένα δίκτυο συνενοχής κατάφερε να προστατεύει την φυλακή όπου ήταν κλεισμένος ο στρατηγός James Lee Dozier. Όπου ο Roberto Anzalone, ένας γιατρός πρόεδρος μιας δημόσιας υπηρεσίας, ήταν τόσο προετοιμασμένος στην ιδέα πως μεταξύ πολλών άλλων θα μπορούσε να τύχει και σε αυτόν ώστε όταν τον πυροβόλησαν στις γάμπες είχε μαζί του αιμοστατικό επίδεσμο για να τον σφίξει στα μπούτια για να σταματήσει την αιμορραγία. Αυτή ήταν η Πάντοβα. Τίμια: μπορούμε σήμερα να πούμε, όπως κάποιος που κινείται από χαμηλά συμφέροντα ήδη λέει, πως επιστρέψαμε σε εκείνους τους καιρούς? Όχι.

Ένα άρθρο όμορφο, που ίσως, αν είχε δημοσιευτεί δέκα χρόνια πριν θα μπορούσε να έχει ένα νόημα. Μα στις 23 agosto του 2001 με μιαν επίθεση σε γραφεία της  Lega Nord, τι σημασία έχει?

Είναι δυο παραδείγματα στα οποία δεν πρέπει να δοθεί  μεγάλη σημασία. Όμως κάποιες φορές η 7 aprile, το θέμα της αυτόνομης βίας στην Padova, επανεμφανίζεται σαν ένα ποτάμι υπόγειο. Ξαφνικά. Που συχνά καλείται να εξηγήσει πράγματα που δεν μπορεί με τίποτα να εξηγήσει. Κυρίως επανεμφανίζεται στρεβλό. Των “topoi”, των κοινών τόπων. Στις εφημερίδες ο Pietro Calogero, σιωπηλός Γενικός Εισαγγελέας στην Padova, είναι “ο θαρραλέος δικαστής της 7 aprile”. Κάθε φορά που γίνεται λόγος για μια επιστροφή του Negri η πόλη βραχυκυκλώνεται, διασπάται. Συζητήσεις και πολεμικές για να αξιολογηθεί εάν η πόλη και κυρίως το Πανεπιστήμιο είναι ή όχι σε θέση να υποφέρουν μιαν παρόμοια ντροπή. Είναι να σκέφτεσαι πως η “7 aprile” κατέστη για την Padova ένα είδος tabù. Ίσως έλειψε ένας προβληματισμός, και σίγουρα λείπει ακόμη μια κοινή ιστορία εκείνων των χρόνων. Μετά την απόφαση οι Emilio Vesce, Luciano Ferrari Bravo, Guido Bianchini επέστρεψαν να ζουν την πόλη. Μα λίγοι (πρέπει να εξαιρέσουμε τον Gabriele Coltro της Gazzettino ο οποίος μαζί με τον Ferrari Bravo συχνά προσπάθησε να στοχαστεί για εκείνα τα χρόνια) προσπάθησαν να διηγηθούν την ιστορία τους σαν μέρος της ιστορίας ολόκληρης της πόλης.

CAPITOLO IV ΚΕΦΑΛΑΙΟ 4
INDIVIDUAZIONE DEI RUOLI ΑΝΙΧΝΕΥΣΗ ΤΩΝ ΡΟΛΩΝ

1. Introduzione, un’intervista paradigma  Εισαγωγή, μια συνέντευξη παράδειγμα

Το 1984, ο Nantas Salvalaggio, υπογραφή κύρους της δημοσιογραφίας και της λογοτεχνίας, παίρνει συνέντευξη από τον δημόσιο κατήγορο Pietro Calogero. Βρισκόμαστε τέσσερις μήνες απόσταση από την απόφαση πρώτου βαθμού που επιβεβαίωσε τις κατηγορίες του παντοβάνου δικαστή. Η συνέντευξη δημοσιεύτηκε σε δυο συνέχειες, στις 9 και στις 14 οκτωβρίου, στην Corriere della Sera με τον τίτλο: “Εκείνη η 7 aprile του ’79 όταν έπιασα τον Negri”.

Τα  “χρόνια του μολυβιού” δεν θάφτηκαν. Υπάρχει μια κυβέρνηση του τρόμου στο εξωτερικό. ο Negri και οι σύντροφοι είναι “νάρκες περιπλανώμενες” για την Ευρώπη, μα ποιος τους προστατεύει στο Παρίσι? και γιατί? Το βράδυ της 7ης απριλίου, που αποκεφάλισε την εξέγερση της  Autonomia Operaia στην Italia, ο Negri συνελήφθη in extremis στις σκάλες του σπιτιού του, το έσκαγε με την γυναίκα του, με τις βαλίτσες στο χέρι. Αυτά και άλλα πράγματα, ανησυχητικά και πρωτοφανή, αποκαλύπτει ο Pietro Calogero, ο “μικροκαμωμένος σιδερένιος σικελός” που αποκρυπτογράφησε και νίκησε την μυστική οργάνωση της Autonomia Operaia. Κάποιος στην αρχή προσπάθησε να κατεδαφίσει το κάστρο  με τις κατηγορίες του, χαρακτηρίζοντας το “ασαφές θεώρημα Calogero”. Τουλάχιστον τρεις φορές είχε σχεδιαστεί η εξολόθρευση του δικαστή. […] ο Pietro Calogero, 44 χρόνων, διπλωματούχος νομικής, ζει με τον μισθό του αξιωματούχου του κράτους σε ένα διαμέρισμα του πρώτου ορόφου, δυο δωμάτια, κουζίνα, μπάνιο και σαλόνι. Το σαλόνι είναι γεμάτο βιβλία και αναπαραγωγές διάσημων πινάκων. […] Φορά ένα παντελόνι μαύρο και ένα σπορ μπλουζάκι γκρι, με σηκωμένα μανίκια. Στις πέντε ώρες και πάνω συζήτηση που θα ακολουθήσουν, συχνά θα σηκωθεί από την πολυθρόνα: θα καπνίσει έναν ανεξακρίβωτο αριθμό τσιγάτων, ας πούμε νια τριανταριά. […] Dottor Calogero, κανείς δεν μίλησε ποτέ από μέσα την νύχτα της 7 aprile. […] “Εγώ διηύθυνα τις κινήσεις απ’ το μικρό bunker της ασφάλειας της Padova, είχα θέσει έναν όρο: έπρεπε να κάνουμε τα πάντα ώστε ο Negri να πέσει στο δίχτυ”. […] “Η γνώμη μου ήταν πως το μεγάλο υπόγειο σχέδιο της Autonomia operaia μπορούσε να καταστραφεί, μα με τον όρο πως θα εξουδετερώνονταν ο εγκέφαλος της σκέψης, ο άνθρωπος που τραβούσε τα σκοινιά: εκείνος ο άνθρωπος ήταν ο Negri”. […] “Στην δεύτερη ράμπα στις σκάλες ο Negri καταλαβαίνει πως όλα τέλειωσαν: ακουμπά καταγής την βαλίτσα και σκουπίζει το μέτωπο με ένα μαντίλι… Μέσα σε μισή ώρα, άλλοι τριακόσιοι τρομοκράτες συλλαμβάνονται. Είναι μια κάθετη πτώση της βίας. Ήδη το πρωινό που ακολουθεί, η Padova μοιάζει μια πόλη αποδηλητηριασμένη: η σύλληψη του ανώτερου αρχηγού προκάλεσε ένα βραχυκύκλωμα”. […] Πότε ακούσατε το όνομα του Negri για πρώτη φορά? ”Ήταν η γυναίκα μου, τυχαία. Θα σας πως λοιπόν πως άρχισα να μελετώ την γλώσσα των φυλλαδίων των επιθέσεων ή των διαδηλώσεων […] Τότε είπα στην γυναίκα μου: ‘Νιώθω το χέρι κάποιου που γνωρίζει πολλά για το συνταγματικό δίκαιο…’. Αυτή πηδά επάνω και λέει: ‘Άκου, Pietro, έχεις ποτέ διαβάσει για κάποιον  Toni Negri?” […] ο Calogero σηκώνεται, μου τείνει δυο μεγάλους τόμους γεμάτους σημειώσεις: “Κράτος και δίκαιο του νεαρού Hegel” και “Σπουδές της διαφωτιστικής γέννησης της νομικής και πολιτικής φιλοσοφίας του Hegel”. Τον ερωτώ εάν διασκέδασε την ανάγνωση. “Beh — κουνάει το κεφάλι ο δικαστής — ο Negri δεν είναι ο πιο συναρπαστικός φιλόσοφος που γνωρίζω. Προτιμώ τον Καρτ, τον Πλάτωνα. Μα εγώ δεν έψαχνα διασκεδάσεις: έπρεπε να εντοπίσω τον εγκέφαλο που ενέπνεε, την γλώσσα που σχεδίαζε σε κέντημα το σχέδιο της ανατροπής …Ύστερα από μεγάλη μελέτη, είχα την μαθηματική βεβαιότητα: αυτός ήταν ο άνθρωπος μου, ένας νους πλαστικός και διαβολικός, ένα είδος Αγίου Αντωνίου της βίας, που κινούνταν δίχως στάση προς όλες τις κατευθύνσεις”. […] Συνεπώς εσείς συναντάτε τον Negri μόνο μετά την σύλληψη… “Ήρθε σε εμένα για την ανάκριση. Παρουσιάζεται με την ουρά μέσα στα σκέλια. Παίζει τον ρόλο του κυρίου Κανένα, του άπειρου ονειροπόλου. Μα, όταν του βάζω τα χαρτιά στο τραπέζι, στραβώνει τα μάτια, μένει άφωνος. Σχεδόν δεν το πιστεύει. Και όπως φεύγει, λέει στον αστυνόμο που τον συνοδεύει στο κελί : ‘Τι κεφάλι, αυτός ο Calogero! Κρίμα που βρίσκεται απ’ την άλλη πλευρά του οδοφράγματος’…”. […] Ο επικεφαλής της Εργατικής  Αυτονομίας, ο ιδεολόγος της εξέγερσης, “προδόθηκε από την γραφομανία”; σαν ένας μικρός Καίσαρ, ο Toni Negri, έγραφε βήμα προς βήμα  το δικό του “De bello patavino”, [το πιο γνωστό έργο του Ιούλιου Καίσαρα γύρω από τον γαλλικό πολέμου], σίγουρος για την νίκη. Μα όταν ο δικαστής Calogero κατάφερε να του κατάσχει το αρχείο εμφανίστηκε σαν τον “γυμνό Βασιλιά του παραμυθιού”. Ο “ντροπαλός δικαστής από σίδερο” […] είχε επί τέλους στο χέρι τις αποδείξεις: ο εθελοντής Κοντορεβιθούλης Negri είχε σκορπίσει παντού αποτυπώματα. Έφτανε να διαβάζεις με υπομονή, να αποδικοποιείς τα ιερογλυφικά του, και έβγαινε προς τα έξω το φιλόδοξο σχέδιο, αιματηρό, η επίθεση στην καρδιά του Κράτους, γεμάτο σχεδιασμούς και στρατηγικές αποφάσεις. […] ο Calogero συναντά τον Alessandrini τον ιανουάριο του ’79, ανταλλάσσουν στοιχεία και εντυπώσεις, συμφωνούν σε όλα. Όμως ο Alessandrini, επτά ημέρες αργότερα, σκοτώνεται. Τι πρέπει να γίνει? ο Calogero δεν αλλάζει την στρατηγική του, προχωρά αποφασιστικά. […] Και οι τρομοκράτες, σκέφτεται, είχαν πειστεί πως είχα στις πλάτες μου της οργάνωση του Κομουνιστικού Κόμματος. Δεν μπορούσαν να πιστέψουν πως μια χούφτα άνδρες, με φτωχά μέσα της κρατικής διαχείρισης, ήταν σε θέση να ξεσκεπάσουν μια υπόγεια συνωμοσία που είχε προετοιμαστεί με πολύ χρήμα και διαβολική εξυπνάδα. Πότε ο Calogero ανακάλυψε την εγκληματική κάλυψη της  Autonomia και τους δεσμούς της με την τρομοκρατία?  λέει ο Calogero: έφτανε να διαβάζατε τα φυλλάδια τους, τις εφημερίδες τους, τα βιβλία τους. Μια γλώσσα “έξαλλη”. ο Calogero θυμήθηκε μια φράση του Σαίξπηρ στον Άμλετ: “Υπάρχει μέθοδος μέσα σε αυτή την τρέλα”. […] Γράφτηκε πως ο Negri ήταν ένα είδος μαϊντανού της εξέγερσης: βρίσκονταν με τους κορυφαίους, στην κορυφή του ουρανοξύστη, και μετά αναμειγνύονταν με τους εργάτες κάτω από την σκάλα: “Φορούσε τον σκούφο για να νιώσει την συγκίνηση του πρώτου ερωτικού ραντεβού”. Ο δικαστής ντροπαλός κάμπτεται σε ένα πικρό χαμόγελο, αδιαπέραστο: η καρδιά έχει τους λόγους της, ίσως, που η λογική δεν γνωρίζει. 

Όπως καταλαβαίνουμε αυτό, αν και σε φόρμα συνέντευξης, μπορεί να χαρακτηριστεί σαν ένα λογοτεχνικό κείμενο περισσότερο παρά δημοσιογραφικό. Πρόκειται για ένα άρθρο γεμάτο λογοτεχνικές προτάσεις. Η αρχή θυμίζει κάτι. «ο Negri και οι σύντροφοι είναι “περιπλανώμενες νάρκες” που γυρνάν στην Ευρώπη» λιγάκι σαν το φάντασμα που περιπλανάται στην Ευρώπη Marx. Και μετά ο Ιούλιος Καίσαρας, μέχρι και ο Κοντορεβυθούλης, ιερογλυφικά να αποκρυπτογραφηθούν, ο σκεπτόμενος εγκέφαλος και διαβολικός που τραβά τα νήματα της ιταλικής τρομοκρατίας.
Θέλησα να προτείνω αυτή την συνέντευξη ανοίγοντας αυτό το κεφάλαιο διότι αντιπροσωπεύει ένα άριστο σημείο εκκίνησης. Περιέχει σχεδόν απ’ όλα. Μιλά για τον Calogero περισσότερο από οποιανδήποτε προηγούμενη συνέντευξη. Μα μας λέει πολλά για σχεδόν όλες τις φιγούρες που συμπεριλαμβάνονται στην υπόθεση: για τον Negri, διαβολικό, μα επίσης φοβισμένο και άνανδρο, για τον Alessandrini, γι αυτούς που έκαναν αντίθετο κουπί.
Και είναι ένα εξαιρετικό παράδειγμα που κάνει αντιληπτό το πως αυτή η υπόθεση δραστηριοποιεί στο κεφάλι των δημοσιογράφων, και ίσως των αναγνωστών, σχήματα ήδη προκαθορισμένα που εν μέρει μπορούν να έχουν εξαχθεί από το μυθικό-λογοτεχνικό είδος.

2. L’ipotesi iniziale η αρχική υπόθεση

Ξεκινώντας την εργασία ανάλυσης των άρθρων που διηγήθηκαν, για περισσότερο από μιαν δεκαετία, την υπόθεση 7 απρίλη είχα υποθέσει πως θα μπορούσα να εντοπίσω στην διάρκεια των χρόνων την ανάπτυξη ενός »παραμυθιού» υποφερτά συνεκτικού. Mιάς κλασικής ιστορίας: φτιαγμένης από καλούς, κακούς, στιγμή της ρήξης και ανασύνθεσης. Ένα γράφημα που θα αναδύονταν από την κύρια γραμμή της διήγησης των εφημερίδων, αφήνοντας έξω δηλαδή, όπως ουσιαστικά έγινε, τα οριστικά δικαστικά αποτελέσματα που “καταστρέφουν” και αλλάζουν ριζικά το αρχικό πλαίσιο, την αρχική εικόνα.
Για «λογική κινουμένων σχεδίων» είχε μιλήσει ο Paolo Dusi, σε ένα συνέδριο που έλαβε χώρα το 1982 και του οποίου τα πεπραγμένα δημοσιεύτηκαν σε ένα “τετράδιο” του Questione Giustizia, Υπόθεση  Δικαιοσύνης,  πάντα μέσα στην ίδια χρονιά. Εξετάζοντας την σχέση ανάμεσα στην δίκη της Πάντοβα και την δημόσια πληροφόρηση ο Dusi υποστήριζε πως

Γίνεται μια διαλογή των γεγονότων και των τοποθετήσεων σαν στοιχεία φορείς μιας ιστορίας με προκαθορισμένη διαδρομή που, μέσα στην ριζοσπαστικότητα των παρατάξεων και στον μανιχαϊσμό των αντιθέσεων, έρχεται να αναλάβει αναπόφευκτα την εξέλιξη του κινούμενου σχέδιου. Το κινούμενο σχέδιο αποδέχεται μοναδικό θεμέλιο μιαν αξία που λειτουργεί ως φέρουσα αλήθεια  (συχνά μιλάμε , ακριβώς, για την σωτηρία της ανθρωπότητας από ένα σχέδιο καταστροφής) και επάνω σε αυτό εντοπίζεται, μια για πάντα, ο ρόλος του αρνητικού ήρωα και εκείνος του θετικού ήρωα, που σε αυτόν αντιπαρατίθεται; συχνά ο θετικός ήρωας πρέπει να αντιμετωπίσει όχι μόνο τον διακηρυγμένο εχθρό, μα και δυσκολίες περιβαλλοντικές, απρόσμενους κινδύνους, νέους αντιπάλους; αναλαμβάνουν σημασία, με αυτό τον τρόπο, και τα προφίλ που εντοπίζουν την πλευρά των καλών και εκείνη των κακών.

Το άρθρο του Dusi, επικεντρωμένο σε λίγες σελίδες, αντιπροσωπεύει μια σημαντική έμπνευση. Η ανάλυση του όμως σταματούσε στο 1982. Με ένα corpus άρθρων πολύ πιο μεγάλο προσπάθησα να σχεδιάσω μια παρόμοια υπόθεση εργασίας.
Είχαμε να κάνουμε με μιαν δυνατή υπόθεση που όμως, στο τέλος, η ανάγνωση ενός τόσο μεγάλου αριθμού εφημερίδων, για έναν πολύ πλατύ αριθμό ετών, δεν μου επέτρεψε να υποστηρίξω με πεποίθηση διότι ίσως θα είχε αποβεί πολύ αναγωγική. Δεν είναι όμως όλα για πέταμα. Σίγουρα πάντως μια άποψη συνεπή είναι δυνατόν να αποκομίσετε, μέσα στην διήγηση, των ρόλων και των πλευρών.
Για τις φιγούρες λοιπόν (δεν είναι μόνο φυσικά πρόσωπα μα και ρητορικές φιγούρες) τις σχετικά σταθερές. Η αίσθηση που με οδήγησε να προτείνω μιαν τέτοια ανάλυση είναι πως οι ορισμοί που οι εφημερίδες δίδουν για τους παίκτες που αφορούν και περιλαμβάνονται στην υπόθεση 7 aprile είναι η άμεση συνέπεια της αρχικής κατάστασης. Ένα είδος παιχνιδιού σύμπλεξης μέσα στο οποίο οι εφημερίδες (των οποίων ο κυριότερος ρόλος είναι εκείνος του  να είναι οι κυριότεροι αφηγητές τους παραμυθιού) είναι υποχρεωμένες να διατηρήσουν μια ελάχιστη συνέπεια της αναπαράστασης.

Μα φυσικά δεν μπορούμε να σκεφτούμε μιαν εφημερίδα μαζικών πωλήσεων σαν έναν απλό αφηγητή. Οι εφημερίδες υπήρξαν, στην καλύτερη των περιπτώσεων, παρατηρητές [ εκπίπτοντας με αυτό τον τρόπο, ως ελάχιστο, του “παράδοξου του παρατηρητή”) και στην χειρότερη, των ενδιαφερομένων παραγόντων. Μέσα λοιπόν από τον εντοπισμό του cast των ηθοποιών και του carnet των ρόλων στην διάθεση τους, θα πρέπει να φθάσουμε (στο θέμα αυτό να κοιτάξουμε το έκτο κεφάλαιο) στο σημείο να δώσουμε μιαν απάντηση στην ερώτηση: “Οι εφημερίδες τι ρόλο ανέλαβαν στην περίπτωση?”. Μια προσέγγιση που, ενσωματωμένη με μιαν περιγραφή της ιστορικής συγκυρίας (πιο μπροστά θα εμβαθύνουμε σχετικά τον αποφασιστικό ρόλο της υπόθεσης Moro στον επηρεασμό της περίπτωσης υπό εξέταση) και με κάποιες μελέτες για τα χαρακτηριστικά και τους περιορισμούς του ιταλικού δημοσιογραφικού χώρου στα τέλη των χρόνων Εβδομήντα, θα πρέπει να μας βοηθήσει να ξαναχτίσουμε αρκετά πιστά την κατάσταση μέσα στην οποίαν οι εφημερίδες βρέθηκαν να δρουν.

Αυτή η προσπάθεια να οριοθετήσουμε τους ουσιώδεις χαρακτήρες του κάθε ρόλου είναι σημαντική και για έναν άλλο λόγο. Στην αφήγηση της 7 aprile, στην διαδικασία χτισίματος των προσωπικοτήτων που κατοικούν αυτή την έρευνα, περισσότερο από την ανάπτυξη του διαγράμματος, που μοιάζει δύσκολα αναγώγιμo σε μιαν πλοκή, ξεχωρίζουν οι λεπτομέρειες.Και συνεπώς, με την σειρά τους, οι προσωπικότητες Πρόσωπα, πορτραίτα, βυθισμένα σε μιαν απόλυτη αταξία γεγονότων και συμβάντων. Στο τέλος, ίσως, εκείνο που παρέμεινε από την 7 aprile είναι ακριβώς οι λεπτομέρειες, όχι τα γεγονότα.

(16 – CONTINUA) Συνεχίζεται

I giornali a processo: il caso 7 aprile – Sedicesima parte

αυτονομία, autonomia

Οι εφημερίδες σε δίκη: η υπόθεση 7 απρίλη, δέκατη πέμπτη συνέχεια – I giornali a processo: il caso 7 aprile – Quindicesima parte

του Luca Barbieri

ToniNegri2.jpgQui οι προηγούμενες συνέχειες εδώ.

(c) 2002 – Eπιτρέπεται η μερική ή πλήρης αναπαραγωγή του έργου και η διάδοση του ηλεκτρονικά, φτάνει να μην είναι για εμπορικούς σκοπούς και με τον όρο πως αυτή η διατύπωση θα αναπαραχθεί.

Το 1984 ξεκινά με συνεχείς αναβολές της δίκης στην Πάντοβα και εκείνης στην Ρώμη που πλέον οδεύει προς την κατάληξη. Ιανουάριος και φεβρουάριος είναι μήνες “ψυχροί”. ΄Καταγράφεται μονάχα κάποια πολεμική γύρω από τις συνεδρίες στο Foro Italico. Στις 26 ιανουαρίου το Manifesto (“Η αδεξιότητα του dottor Calogero και η πικρή περίπτωση ενός μάρτυρα κατηγορίας”) καταγράφει μιαν ακόμη απογοήτευση σχετικά με  “κατάθεση-μαρτυρία” σε ένα άρθρο που θέτει υπό αμφισβήτηση  την μέθοδο και το έργο του ΔΚ Calogero. Μάρτυρας της κατηγορούσας αρχής αποκαλύπτεται όντως να είναι ένας νέος που πάσχει από ψυχικές διαταραχές. Οι δηλώσεις του στην Έδρα προβληματίζουν τους πάντες. «”Γνωρίζετε κάποιον από αυτούς τους κατηγορούμενους, τι ήρθατε να μας πείτε?” τον ερωτά ο πρόεδρος Santiapichi. “Δεν ξέρω, δεν γνωρίζω κανέναν από τους κατηγορούμενους — απαντά ο μάρτυρας — Ξέρω μόνο αυτά που έμαθα από άλλους, μάλιστα δεν θυμάμαι πολύ καλά». Ο μάρτυρας, που τον θέτουν μπροστά στα πρακτικά των δικών του ανακρίσεων φθάνει στο σημείο να τα αμφισβητεί λέγοντας πως λείπουν κάποιες διευκρινήσεις που έκανε στον Δημόσιο Κατήγορο.

Μα η ρωμαϊκή δίκη μοιάζει ατυχής για όλους τους μάρτυρες, και γι αυτούς της υπεράσπισης. Το λέει η Unità της 7 φεβρουαρίου που μιλά στους υπότιτλους για “Αντιθέσεις μετά το boomerang της μάρτυρος που καταδικάστηκε για ψευδορκία”. ο Criscuoli καταγράφει ένταση και διαχωρισμούς μεταξύ των κατηγορούμενων που μάλιστα θα σκέφτονταν να απορρίψουν, λίγους μήνες πριν την απόφαση, την έδρα. «Εκείνη της απόρριψης είναι μια κίνηση σοβαρή και ακραία: και μόνο το γεγονός πως μεταξύ των κατηγορουμένων υπάρχουν και κάποιοι που σκέφτηκαν να καταφύγουν σε αυτή την κίνηση είναι σημάδι του βαρύ κλίματος σύγχυσης στο οποίο εισέρχεται η δίκη όσο πλησιάζει προς την τελική ευθεία, στην τελική αναμέτρηση, στην ώρα που “θα έρθει ο λογαριασμός”. Στο ίδιο νούμερο η Unità δίδει σε ένα box την είδηση της αναβολής της δίκης στην Πάντοβα, “Autonomia στο βένετο, αναβολή της δίκης για τρεις μήνες”. «Όπως προβλέπονταν, η δίκη στην 7 aprile παρακλάδι βένετο, αναβλήθηκε χθες το πρωί για τον επόμενο μάη στις 7. Τρεις μήνες διακοπής, ο τεχνικός χρόνος που θεωρήθηκε απαραίτητος, από τον ΔΚ και το Κακουργιοδικείο για να συνενωθεί με την διερεύνηση για το Fronte comunista combattente, το κομουνιστικό μαχόμενο Μέτωπο (την πιο υψηλή στρατιωτική δομή της αυτονομίας στο βένετο, trait d’union μεταξύ αυτής και των brigate rosse),  που επιλύθηκε τις προηγούμενες ημέρες από το τμήμα αναιρετικής διερεύνησης που αποδέχτηκε τελείως την έφεση του ΔΚ Calogero ενάντια στις θέσεις του ανακριτού Palombarini, εκδίδοντας 17 εντάλματα σύλληψης κατά κατηγορουμένων που προηγούμενα είχαν απαλλαγεί».

Στα τέλη του φεβρουαρίου (στις 24) οι εφημερίδες γοητεύονται από μιαν άλλη κατάθεση-μαρτυρία μοναδική: «ο Rocco Ricciardi, που οι δικηγόροι υπεράσπισης χαρακτηρίζουν σαν χαφιέ των καραμπινιέρων που έχει διεισδύσει στο κίνημα» που αποκαλύπτει (ο τίτλος είναι της Repubblica): “Είχαν αποφασίσει να πυροβολήσουν τον Carlo Fioroni, νέες κατηγορίες ενάντια στον Negri”.

Περνούν οι μήνες, παρελεύνουν μπροστά στην έδρα οι μάρτυρες, μα λείπει αυτός, ο κυριότερος κατήγορος, ο Carlo Fioroni, “ο καθηγητάκος”. Εδώ και έναν χρόνο, απ’ την αρχή δηλαδή της δίκης, οι κατηγορούμενοι συνεχίζουν να ζητούν την παρουσία του στην αίθουσα. Που είναι ο Fioroni μετά την αποφυλάκιση του το’82? Για να έχουμε απάντηση χρειάζεται να περιμένουμε τον μάρτιο του 1984 με τις ακροάσεις του αρχηγού των μυστικών υπηρεσιών SISDE Emanuele De Francesco και εκείνην του αρχηγού της αστυνομίας Rinaldo Coronas. “Ο αρχηγός της αστυνομίας εξηγεί πως ο Fioroni πήρε διαβατήριο για να μπορέσει να το σκάσει”, τιτλοφορεί η Corriere στις 13 μαρτίου 1984. Η υπόθεση είναι περίπλοκη, ξεκινά ήδη από το 1982 λίγες ημέρες μετά την έξοδο του από την φυλακή της Matera όταν η αστυνομία του άφησε ένα διαβατήριο “κάλυψης”. «”Του το δώσαμε — εξήγησε ο Coronas — σύμφωνα με τις οδηγίες για την προστασία των μετανιωμένων, που εκχώρησε o πρόεδρος του Κυβερνητικού συμβουλίου. Οδηγίες που αποτελούν Κρατικό μυστικό”. Είναι μια αποκάλυψη τελείως καινούργια διότι δεν είχε γίνει ποτέ γνωστό πως για τον Fioroni και για τους μετανιωμένους είχαν αποφασιστεί κανονισμοί από την προεδρία του υπουργικού Συμβουλίου». Συνεπώς μια σημαντική είδηση. Διότι επίσης, μετά από μιαν πρώτη προσπάθεια να αποδημήσει στην Ελβετία (τον σταμάτησε η ελβετική αστυνομία) ο Fioroni έκανε κανονική αίτηση για διαβατήριο που του παραχωρήθηκε από την μιλανέζικη ασφάλεια μετά την έγκριση της εισαγγελίας. Αυτού του ντοκουμέντου την κατοχή ο Fioroni την έχει ήδη από τον ιανουάριο του 1983. Από τότε του καθηγητούλη τα ίχνη χάθηκαν. Η αστυνομία, δεδομένων των πιεστικών αιτημάτων της έδρας, αρχίζει να τον ψάχνει. Όμως για τον Fioroni το μόνο που γίνεται γνωστό είναι πως στις 15 νοεμβρίου 1983 επισκέφτηκε το προξενείο του Amsterdam. «συνεπώς ο Fioroni δεν είναι δυνατόν να βρεθεί. Τι θα γίνει τώρα με τις ανακρίσεις που του έγιναν στην διάρκεια της διερεύνησης? Οι δικηγόροι υπερασπιστές ζητούν την ακύρωση τους».
η Repubblica αφιερώνει στην είδηση το επάνω μισό της σελίδας 12, “Στον Fioroni ένα πλαστό διαβατήριο. Μια μυστική συμφωνία για να εκπατριστεί”. Και στο  συνοπτικό: “ο Rinaldo Coronas εξήγησε το θρίλερ της μη διαθεσιμότητας του μετανιωμένου. Το ντοκουμέντο του δόθηκε με την έγκριση του προέδρου του υπουργικού συμβουλίου εκείνου του διαστήματος. Ο πρώην τρομοκράτης στην συνέχεια απέκτησε κι ένα κανονικό. Πάντως είναι άφαντος”.

Παράξενη επέτειος εκείνη της 7 aprile 1984. Μένει πολύ λίγος ακόμη χρόνος για το τέλος του μακρύτατου τελικού κατηγορητηρίου του δημοσίου κατήγορου που θα εκθέσει τα αιτήματα της κατηγορούσας αρχής. Η δίκη σίγουρα δεν σεβάστηκε τις προσδοκίες: η κατηγορία ένοπλης εξέγερσης ενάντια στις εξουσίες του Κράτους φαίνεται πλέον να έχει ξεχαστεί. Φαίνεται ξεκάθαρο, μα δεν λέγεται ούτε γράφεται ποτέ, πως το να δικάσεις ανθρώπους για δυο δολοφονίες (μια το ’72 και μια το ’75), κάποιες κλοπές και επιθέσεις είναι πράγμα διαφορετικό από το να τους δικάσεις για μιαν απόπειρα εμφυλίου πολέμου στο πλαίσιο μιας συνένωσης όλων των συνιστωσών της κόκκινης τρομοκρατίας, από το να υποστηρίζεις συνεπώς πως εντόπισες και ταυτοποίησες το κλειδί ανάγνωσης των “χρόνων του μολυβιού”. “Πέντε χρόνια μετά τις συλλήψεις η κατηγορούσα αρχή μιλά για κλεμμένα γραμματόσημα”, τιτλοφορεί το Manifesto. Η κομουνιστική εφημερίδα είναι απαισιόδοξη και εκφράζει όλους τους φόβους της με το  κύριο άρθρο του Alberto Abruzzese: “Εκείνοι της 7 aprile, πέντε χρόνια μετά”.

Η Corsera festeggia εορτάζει αυτή την πέμπτη επέτειο με ένα νορμάλ άρθρο χρονικών από την αίθουσα του Foro Italico δημοσιευμένο στις 8 απριλίου, “Από το Potere operaio στην Autonomia. Στην δίκη 7 aprile ο ΔΚ  αναπαριστά εκ νέου τα χρόνια του μολυβιού”. Οι τόνοι του κατηγορητηρίου του ΔΚ  Antonio Marini είναι ενθουσιασμένοι. «Αυτός που θα θελήσει να αναπαράξει την ιστορία των χρόνων εβδομήντα — που χαρακτηρίστηκαν  “δεκαετία του μολυβιού” ή “δεκαετία της τρέλας” — δεν θα μπορέσει να αγνοήσει την χαρά με την οποίαν το κάνει ο δημόσιος κατήγορος της δίκης 7 aprile». Η ιστορική θέση την οποίαν προτείνει ο Marini ουσιαστικά είναι εκείνη που χάραξε ο Calogero στην Padova. Ο ρωμαίος ΔΚ υπερασπίζεται τις μαρτυρίες-καταθέσεις των μετανιωμένων. «Οι αποκαλύψεις των μετανιωμένων, απαντά τώρα ο δημόσιος κατήγορος, σχηματίζουν μονάχα το πλαίσιο επάνω στο οποίο υφάνθηκε η πλοκή του κατηγορητηρίου. Κάθε δήλωση ελέγχθηκε και από τους ελέγχους αποκομίστηκαν έγκαιρες απαντήσεις, ξεκάθαρες.  Μια συνεισφορά πολύτιμη, πολυτιμότατη για την αναζήτηση της αλήθειας ήρθε και από  μαρτυρίες υπεράνω υποψίας, καθηγητές από την Πάντοβα ήρθαν στην αίθουσα να μιλήσουν για αυτά που συνέβαιναν όταν ο Negri δίδασκε στην σχολή. η Padova, λέγει ο dottor Marini, είχε γίνει μια πόλη όπου το κλίμα ήταν πυρακτωμένο, και όχι τυχαία, μετά τις συλλήψεις των ηγετών της Αυτονομίας η κόλαση τέλειωσε, επέστρεψε η ηρεμία».

Οι καταδικαστικές ποινές φθάνουν στην αίθουσα στις 14 απριλίου και στις εφημερίδες στις 15. Τα βασικά τους στοιχεία είναι: ισόβια για τον Negri, το υψηλότατο νούμερο ετών εγκλεισμού που ζητήθηκαν για τους κατηγορούμενους (649 χρόνια και 6 μήνες για 67 ανθρώπους) και η απαλλαγή από τις κατηγορίες εξέγερσης (λόγω έλλειψης αποδεικτικών στοιχείων) και ένοπλης συμμορίας σχετικά με τις Brigate Rosse.

η Repubblica ανοίγει με την είδηση την σελίδα 5 της εφημερίδας: “Autonomia, 7 αιώνες φυλακής”, και με μικρότερους χαρακτήρες, σαν υπότιτλο, “Mα για όλους πέφτει η ένοπλη εξέγερση”. Επίσης: “Ολοκληρώθηκε, μετά από 13 ακροαματικές διαδικασίες, το μακρύ κατηγορητήριο. Κατάληξη βαριά: ποινές από 29 σε 2 χρόνια. Ζητήθηκαν δυο απαλλαγές και μια μείωση ποινής για έναν μετανιωμένο και μόνο”. Καμιά αναφορά στο αίτημα για ισόβια ούτε στην σύνοψη. η Gazzettino αντιθέτως στοχεύει τα πάντα στον κύριο κατηγορούμενο. “Ζητήθηκαν ισόβια για τον Negri” τιτλοφορεί στην σελίδα 4. Στους υπότιτλους: “Ο ΔΚ αντιθέτως πρότεινε την απαλλαγή της Autonomia από την κατηγορία ένοπλης εξέγερσης ενάντια στο Κράτος Stato”. η Gazzettino αφιερώνει στα αιτήματα του ΔΚ και την ταμπέλα που μεταφέρει μια κάρτα σύντομη των κυριότερων κατηγορουμένων, τις αντίστοιχες κατηγορίες και τα αιτήματα του ΔΚ. Και χάρη σε αυτή την κάρτα επανεμφανίζεται, και αποτελεί έκπληξη (και για τον ίδιο τον κατηγορούμενο) το όνομα του Giuseppe Nicotri, του δημοσιογράφου που είχε φυλακιστεί για τρεις μήνες το 1979 με την κατηγορία πως ήταν ένας από τους τηλεφωνητές BR στην υπόθεση Moro και που αποφυλακίστηκε τελικά.  Γι αυτόν ο ΔΚ ζητά ποινή 5 χρόνων και 6 μηνών για συμμετοχή σε ένοπλη μπάντα και ανατρεπτική ένωση. η Gazzettino, με  υπογραφή του Marcello Lambertini, εξηγεί με αυτό τον τρόπο την απαλλαγή από την σοβαρότερη κατηγορία, εκείνη της ένοπλης εξέγερσης:

Το να την σκίσουν, με ένα αίτημα πλήρους απαλλαγής, θα είχε σημάνει την άμεση διαγραφή με ένα πέρασμα του σφουγγαριού όλης της κουβέντας γύρω από την ”οργάνωση”, την άρνηση πως όλοι οι κυριότεροι κατηγορούμενοι είχαν δημιουργήσει μιαν δομή της οποίας το σχέδιο ήταν να ανατρέψει τους θεσμούς, κυρίως την άρνηση εκείνης της  “ρωμαϊκής δικαιοδοσίας ” να κρίνει πως μόνον η εξέγερση δικαιολογούνταν. […] Διαίσθηση ως εκ τούτου. Από μόνη της δεν φθάνει, ειδικότερα όταν δεν υπάρχουν σίγουρες αποδείξεις και δεν αποδείχθηκε η καταλληλότητα των εργαλείων που είχαν στην διάθεση τους οι εξεγερμένοι ή οι στασιαστές.[…] Ίσως στο τέλος των χρόνων εβδομήντα πλησιάζαμε σε εκείνη την τελική φάση. Αλλά στην 7 aprile του 1979 οι συλλήψεις έβαλαν τέλος στην ανατρεπτική δραστηριότητα των κατηγορουμένων. Ο κίνδυνος δεν έγινε πραγματικότητα. Η επανάσταση δεν ξεκίνησε. 

Η Corriere della Sera με την είδηση ανοίγει την πρώτη σελίδα, υψηλά, έξι στήλες: “Ζητούνται τα ισόβια για τον Negri”. Η απαλλαγή για την εξέγερση εμφανίζεται στην σύνοψη: “Υποδεικνύεται μια ποινή 28 χρόνων για τον Scalzone, κι αυτός φυγόδικος — Ζητήθηκε η αθώωση λόγω ανεπάρκειας αποδεικτικών στοιχείων (για την κατηγορία ένοπλης συμμορίας) για τον πρώην ηγέτης της Autonomia”.
η Unità, που τώρα παρακολουθεί τις συνεδρίες στον Foro με τον Bruno Miserendino, στήνει την σελίδα επάνω σε ένα μοναδικό άρθρο: “7 aprile, πέφτει η κατηγορία για ένοπλη εξέγερση”. Στις 17 απριλίου στην Repubblica ο Giorgio Bocca επιτίθεται σκληρότατα στον σχεδιασμό του ΔΚ  Marini. “Mα είναι αλήθεια απλά κοινοί εγκληματίες ?” αναρωτιέται ο Bocca:

Τα αιτήματα του δημόσιου κατήγορου Antonio Marini στην δίκη 7 απρίλη είναι τόσο βαριά που έρχεται φυσικό να αναρωτηθούμε ποια εσωτερική ανάπτυξη αισθημάτων και προβλημάτων, ποιο ασυνείδητο, επίσης, μπορεί να σπρώξει έναν ιταλό δικαστή καθολικά γνωστό ωσάν πρόσωπο προσεκτικό και ισορροπημένο να ζητήσει, τι να πω, πέντε χρόνια για  τον Giuseppe Nicotri, ένοχο διότι ασχολήθηκε σαν δημοσιογράφος με τους παντοβάνους αυτόνομους, άλλα πέντε για τον professor Romano Madera, έναν πράο διανοούμενο και δέκα για τους Magnaghi ή τους Dalmaviva ή τους Balestrini, πρόσωπα κανονικότατα του ιταλικού μαξιμαλισμού. […] Η απάντηση πιθανότατα βρίσκεται στην εισαγωγή που ο Antonio Marini έκανε στο κατηγορητήριο του: εδώ δεν δικάζονται οι ιδέες μα οι προσωπικές ευθύνες στα συγκεκριμένα γεγονότα.  Ένα ευγενές, επώδυνο ψέμα στο οποίο η δικαιοσύνη μας υποχρεώνεται από μιαν πολιτική κοινωνία και μια κοινωνία των πολιτών που δεν έχουν το  θάρρος των ευθυνών τους.

Στις 7 μαίου αρχίζει επιτέλους η δίκη στην Πάντοβα. Κάτι πάνω από μια εβδομάδα ακροαματικών συνεδριάσεων και στην συνέχεια μια είδηση εκκωφαντική που στρέφει ξανά τους προβολείς στην πόλη: ο δικαστής που οδηγεί την δίκη,  Giuseppe Giovannella, απορρίπτεται από την Εισαγγελία της Padova. Η δίκη μπλοκάρεται, και ποιος ξέρει για πόσο. Η είδηση εμφανίζεται πρώτα στηνUnità στις 15 μαίου. “Autonomia padovana, απορρίφθηκε ο δικαστής. Παρακάμπτεται η δίκη?”. «Η είδηση – λέγει ο Michele Sartori — περιέχεται σε ένα φωνογράφημα που στάλθηκε απευθείας στον Giovannella, που εχθές το πρωί το ανέφερε ξερά στην αίθουσα […] Αν και η είδηση κυκλοφορούσε εδώ και ημέρες, η έκπληξη στην αίθουσα υπήρξε ομόφωνη, τουλάχιστον μεταξύ των παρόντων δικηγόρων. Κυκλοφόρησαν διάφορες φήμες, μα στην ουσία κανείς ακόμη δεν γνωρίζει ακριβώς για ποιους λόγους η εισαγγελία έφτασε στο σημείο να απορρίψει τον πρόεδρο της Έδρας». Η αμφιβολία, εάν το αίτημα προωθήθηκε από τις πολιτικές αγωγές ή από τον δημόσιο κατήγορο, ξεδιαλύνεται σύντομα. Ήδη την επομένη ημέρα η Corriere, που τώρα παρακολουθεί την δίκη στην πόλη με τον Massimo Nava, μπορεί να αποδώσει με σιγουριά την πρωτοβουλία στον ΔΚ Pietro Calogero, και συνεπώς να τιτλοφορήσει σε πέντε στήλες στην πέμπτη σελίδα: “Padova: ο «υπόγειος πόλεμος» των δικαστικών”. «Δικαστές ενάντια δικαστών. Ο δικαστής μιας δίκης απορρίπτεται από τον δημόσιο κατήγορο.

Δεν ενθυμούμαστε τέτοιου είδους προηγούμενα στην Italia και το παλκοσένικο της Padova καθιστά την περίπτωση ακόμη ηχηρότερη και ανησυχητική μιας και πρωταγωνιστές και όλο το γαρνίρισμα ενδιαφέρουν άμεσα ένα από τα πιο περίπλοκα και αμφιλεγόμενα δικαστικά ιταλικά συμβάντα». Στο μέτρο με βεβαιότητα παρότρυνε ο Calogero μα ο αρχιεισαγγελέας Torregrossa επέβαλε ένα αυστηρό black-out στις ειδήσεις οπότε δεν καταφέραμε να μάθουμε περισσότερα. Μα η Corriere πληροφορεί για μιαν άλλη σύγκρουση που βρίσκεται σε εξέλιξη: ο Calogero άσκησε έφεση στην απόφαση που στέλνει σε δίκη και υπέγραψε ο ανακριτής Palombarini για τους κατηγορούμενους της δίκης για το FCC (Fronte comunista combattente, κομουνιστικό μαχόμενο Μέτωπο).όπως λέγει η σύνοψη του άρθρου η δίκη συνενώνει  “διοικητές και εργάτες”, μα αυτή την στιγμή τα πρόσωπα πρώτης γραμμής είναι μονάχα «ο professor Gallimberti, Serafini, Alisa Del Re (εξαιρούνται, για να καταλαβαινόμαστε οι, Toni Negri, Ferrari Bravo και άλλοι ιστορικοί ηγέτες που δικάστηκαν στην Roma διότι κατηγορήθηκαν και για ένοπλη εξέγερση ενάντια στις εξουσίες του κράτους)». Η σύγκρουση που προβλέπεται σχετίζεται ακριβώς με την θέληση του Calogero να “επαναφέρει” στην δίκη της Πάντοβα και τους ρωμαίους κατηγορούμενους. «Σύμφωνα με τον Calogero — εξηγεί πάντα η Corriere — το FCC είναι ένα είδος “ένοπλου βραχίονα” της”Autonomia” και ως εκ τούτου πρέπει να αποσταλούν σε δίκη και κάποιοι από τους ιστορικούς  ηγέτες (Toni Negri, Emilio Vesce, Luciano Ferrari Bravo) που αντιθέτως ο Palombarini απήλλαξε».

Από την τελική απαγγελία του κατηγορητηρίου του δημόσιου κατήγορου  Marini μέχρι την ημέρα της απόφασης περνούν σχεδόν δυο μήνες. Ημέρες κατάσπαρτες αμφιβολίες, ερωτηματικά και σιωπές. Οι εφημερίδες αναρωτιούνται για τα αιτήματα της κατηγορούσας αρχής και κάνουν προσεκτικές προβλέψεις για την απόφαση δεδομένης της πορείας των καταθέσεων στην διάρκεια της δίκης.  Αναρωτιέται η Corriere και αναρωτιέται η Repubblica. Η Corriere με μιαν συνέντευξη στον Marini δια χειρός Marco Nese. “ο ΔΚ  Marini: «Η πολιτική ιδεολογία δεν μπορεί να δικαιολογήσει κοινά εγκλήματα»”. «Τα αιτήματα του δημόσιου κατήγορου Antonio Marini δημιουργούν ξανά κλίμα πολεμικό γύρω από την δίκη 7 aprile. Τα ισόβια που ζητούνται εις βάρος του Toni Negri και τα σχεδόν συνολικά 700 χρόνια εις βάρος των υπόλοιπων 70 κατηγορουμένων δεν φαίνονται σε όλους  μια δίκαιη κατάληξη. Υπάρχουν αυτοί που κρίνουν τις ποινές υπερβολικές και ελπίζουν πως το Κακουργιοδικείο δεν θα τις εφαρμόσει, αυτοί που υποστηρίζουν πως ζητήθηκαν δίχως ένα κομματάκι αποδεικτικών στοιχείων και αυτός που, τελικά, πιστεύει πως είναι πλέον καιρός να τελειώνουμε με αυτές τις δίκες που αφορούν μιαν άσχημη περίοδο της ζωής μας, που πλέον είναι μακρινή έτη φωτός». ο Marini υποστηρίζει σθεναρά το κατηγορητήριο του και επαναλαμβάνει πως απέδειξε την αξιοπιστία των κατηγοριών του. Στην συνέντευξη η Corriere τοποθετεί δίπλα ένα άρθρο από το Παρίσι του Antonio Ferrari που μιλά για την ζωή του, για το περιβάλλον των πολιτικών εξόριστων, την εξέλιξη της δίκης, τις προσπάθειες του να πλησιάσει περιβάλλοντα της Καθολικής Εκκλησίας, τις προσπάθειες που γίνονται στην προοπτική μιας αμνηστίας, την υποστήριξη των γάλλων διανοούμενων, τις απόψεις των Pace, Piperno και Scalzone (“o Franco Piperno εκτοξεύει από το Montreal μια έκκληση στην καθολική εκκλησία”).

η Repubblica, στις 30 μαίου ’84, τις παραμονές της ημέρας που οι δικαστές θα συνεδριάσουν, αφιερώνει όλη την έβδομη σελίδα για να κάνει έναν απολογισμό ολόκληρης της δίκης. Η σελίδα, την οποίαν επιμελείται η Silvana Mazzocchi, έχει τίτλο “Μέσα σε διαρροές, μετανιωμένους και παρωδίες, μια δίκη που κράτησε έναν χρόνο”. Στους υπότιτλους: “Από αύριο οι δικαστές κεκλεισμένων των θυρών για να αποφασίσουν την τύχη του  Toni Negri και των άλλων εβδομήντα κατηγορουμένων. Ήταν οι «κακοί δάσκαλοι της εκτροπής», όπως υποστηρίζει ο ΔΚ, οι απλοί «ανατρεπτικοί” όπως δήλωσε η υπεράσπιση; «Αύριο οι δικαστές θα κλειστούν στην αίθουσα συνεδριάσεων και θα ξεκινήσει το τελετουργικό μυστικό κονκλάβιο. Θα βγει η πιο αναμενόμενη απόφαση αυτής της μετά-εξαίρεσης εποχής, μια απόφαση προορισμένη να αποτελέσει  “ένδειξη” της παρούσης δικαστικής πολιτικής, σαν “σύμβολο” υπήρξε η όλη περίπτωση, από εκείνες ακόμη τις αρχές της άνοιξης του ’79». η Repubblica σχεδιάζει κάτι σαν τελικό ισολογισμό, προσπαθεί να καταλήξει σε κάποιον απολογισμό μετά από 15 μήνες και 187 ακροαματικές διαδικασίες φτιαγμένο από εξέταση και θεώρηση επάνω στις μαρτυρίες και τις καταθέσεις («το κεφάλαιο των μετανιωμένων είναι εκείνο το πλέον αδύναμο όλης της δικαστικής διαδικασίας»), της συμπεριφοράς των κατηγορουμένων τις συγκρούσεις και τις διαιρέσεις.
Υπάρχει λοιπόν μια κάποια επίγνωση πως η έκβαση της δίκης 7 aprile υπερβαίνει την αντικειμενική αξία αυτών για τα οποία έχουν προσαχθεί οι μεμονωμένοι κατηγορούμενοι. Γύρω από αυτή την καταληκτική ημερομηνία κινούνται πολλές ελπίδες και προσδοκίες: από μιαν αμνηστία για τα “χρόνια του μολυβιού” στην δικαστική πολιτική.

Η απόφαση πρώτου βαθμού καταφτάνει στις 12 ιουνίου. Την προηγούμενη ημέρα στην Padova πέθανε, ύστερα από κάποιες ημέρες σε κώμα, ο γραμματέας του  PCI Enrico Berlinguer. Η πιο βαριά ποινή, 30 χρόνια, επεβλήθη στον φυγόδικο Antonio Negri. Κάνουν επίσης εντύπωση, διότι δεν υποστηρίζονται και από συγκεκριμένα αδικήματα, οι καταδίκες των Ferrari Bravo και Emilio Vesce για ανατρεπτική συνένωση και ένοπλη συμμορία σε 14 anni για τον καθένα. “Για την Αυτονομία του Negri πέντε αιώνες φυλακής” τιτλοφορεί η Repubblica. «Λοιπόν η Autonomia με το “A” κεφαλαίο όπως υπέθεσε ο Calogero cinque πριν πέντε χρόνια — γράφει η Silvana Mazzocchi — ήταν μια ένοπλη μπάντα και οι αγωνιστές-διανοούμενοι της, συνδικαλιστές, καθηγητές ήταν οι “κακοί δάσκαλοι” της ανατροπής των πρώτων χρόνων εβδομήντα. Και διέπραξαν ληστείες, κλοπές, επιθέσεις μέχρι και δυο δολοφονίες. Όμως δεν συνωμότησαν για να ανατρέψουν τους θεσμούς του Κράτους». Οι αθωωθέντες, όπως γράφει η Repubblica που συνενώνει τις μεμονωμένες θέσεις σε μιαν μακρά ταμπέλα, είναι δεκατέσσερις. Μεταξύ αυτών Nicotri, Ballestrini και Italo Sbrogiò. Πρέπει να πούμε πως σε όλες τις εφημερίδες στο κείμενο των άρθρων για τους αθώους δεν υπάρχει καθόλου χώρος. η Repubblica, όπως η Corriere, αφιερώνει ένα μακρύ άρθρο στην αντίδραση του Pietro Calogero. “Ήταν μια ένοπλη συμμορία και το απέδειξα. Το θεώρημα στηρίχτηκε στις αποδείξεις” είναι ο τίτλος. Στους υπότιτλους: “Μαζί με τον δικαστή της Padova Pietro Calogero, για να ακούσουμε στο radio την απόφαση του Κακουργιοδικείου της Roma”. Η εφημερίδα του Scalfari, μια από τις πιο προσεκτικές όσον αφορά την απόφαση, αφιερώνει στο θέμα και ένα βασικό άρθρο που ξεκινά στην πρώτη σελίδα, “Δεν ήταν μια σταυροφορία” και ένα box αφιερωμένο στις αντιδράσεις των πολιτικών δυνάμεων (“Πολύ κριτικοί οι σοσιαλιστές, θετικά σχόλια από την DC και το PCI”).

η Unità φθάνει στην δίκη με νέο χρονογράφο. Δεν ακολουθούν την ανάγνωση της απόφασης ούτε ο Criscuoli, που παρακολούθησε όλες τις συνεδρίες στον Foro Italico,  ούτε ο Michele Sartori που αντιθέτως παρακολούθησε τις διαδικασίες στην Πάντοβα. Την σελίδα την αφιερωμένη σε αυτή την περίπτωση επιμελήθηκε ολοκληρωτικά ο Bruno Miserendino. Η εφημερίδα του PCI, μονοπωλήθηκε δικαιολογημένα από τον θάνατο του Enrico Berlinguer, υποβιβάζει το αποτέλεσμα της απόφασης στην σελίδα 16. Καταλαμβάνοντας όλη την δεξιά πλευρά της σελίδας μια ταμπέλα με τις ποινές που επιβλήθησαν, κατηγορία προς κατηγορία. Υψηλά στην σελίδα το άρθρο των χρονικών, “7 aprile, αυστηρές ποινές στους διοικούντες”, στο χαμηλό ήμισυ αντιθέτως μια ανακατασκευή της ιστορίας της δίκης: “Η δίκη για τα χρόνια του μολυβιού.Αποδράσεις, διαβατήρια, ανατροπές μέσα σε 15 μήνες με καυτές διαμάχες”. Στο πλάι ένα σύντομο σχόλιο του Luciano Violante, “Mα πόσος ακόμη χρόνος θα περάσει δίχως μεταρρυθμίσεις?”. Ο τόνος της Unità σίγουρα είναι πιο προβληματισμένος και λιγότερο τοποθετημένος απ’ ότι τα προηγούμενα χρόνια. Τόσο ώστε να εκθέτει στο εσωτερικό του κειμένου με τα χρονικά και αντιδράσεις και κριτικές από πλευράς σοσιαλιστών βουλευτών και της Προλεταριακής Δημοκρατίας, DP. Οι αξιολογήσεις είναι πολύ πιο προσεκτικές. Έχουν μετρήσει πολύ (το συμπεραίνουμε και από την αναπαράσταση της δίκης) τα γεγονότα που συνδέονται με την διαφυγή του Fioroni. «Να οι λίγες δυνατές αξιολογήσεις εν θερμώ μιας απόφασης τόσο πολύπλοκης: είναι εμφανές πως οι ρωμαίοι δικαστές αποδέχτηκαν σε μεγάλο βαθμό τον σχεδιασμό της κατηγορούσας αρχής που περιέχονταν στην διερεύνηση και προτάθηκε επίσης ο ΔΚ  Antonio Marini […] Δεν υπάρχει αμφιβολία πως οι δικαστές εξέφρασαν καταδίκες αυστηρές γι αυτούς που, αν και κατηγορήθηκαν μόνον για αδικήματα συνένωσης, θεωρήθηκαν οι διοικούντες την Autonomia. Και πρόκειται για ποινές που, αναμφίβολα, θα δώσουν τόπο σε πολεμικές και αναγνώσεις διαφόρων ειδών».

η Corriere, εκτός απ’ την απλή δικαστική ειδησιογραφία, αφιερώνει μιαν ολόκληρη σελίδα, την έκτη, στα σχόλια για την ετυμηγορία. Τα άρθρα έχουν σαν τίτλο σε εννιά στήλες “Η ετυμηγορία δεν κλείνει την υπόθεση Autonomia: σκληρές διαμαρτυρίες”. Η φωνή της εφημερίδας της οδού Solferino ακούγεται διαμέσου του Leo Valiani που αφιερώνει στην υπόθεση ένα βασικό άρθρο με τίτλο “Ένα κεφάλαιο ιστορία”. Στον Marco Nese έχει εμπιστευτεί το καθήκον ν’ ακούσει τις φωνές που βρίσκονται κοντά στους κατηγορουμένους, “Η σύζυγος του Toni Negri: «Είναι μια απάτη του Κράτους». Από την Padova, ο ειδικός απεσταλμένος Antonio Ferrari παίρνει συνέντευξη στον ΔΚ Pietro Calogero. Υπότιτλοι: “Στην Padova σπάζει την σιωπή του ο δικαστής που ερεύνησε την Autonomia και βρέθηκε στην μέση καυτών κατηγοριών”. Ο τίτλος: “Calogero: «Μετά τις πικρίες είμαι ανακουφισμένος». «Αναπνέω καθαρό αέρα, οι πολεμικές με είχαν ηθικά παραμορφώσει»”. Τέλος, χαμηλά στην σελίδα, μια συνέντευξη στον Scalzone: “Scalzone: είμαι απογοητευμένος, το να τιμωρείς είναι αθέμιτο. Χρειάζεται να  ‘αποφυλακίσουμε’ την κοινωνία μας”. Πάντα ο Marco Nese χτίζει ξανά σε μιαν ολόκληρη σελίδα την ιστορία της έρευνας 7 aprile, ξεκινώντας από τις αρχικές κατηγορίες (πως ήταν ο εγκέφαλος της απαγωγής Moro) στις δικαστικές περιπέτειες.

Στις 9 και στις 14 oκτωβρίου 1984 η Corriere della Sera μνημονεύει τον Calogero. Δεν είναι πολλά τα πρόσωπα που μπορούν να καυχηθούν μιας συνέντευξης-πορτραίτου μιας φίρμας όπως ο Nantas Salvalaggio και επί πλέον δημοσιευμένης σε δυο συνέχειες. Ο τόνος είναι δραματικός. Και αυτός είναι ένας λογοτεχνικός καθαγιασμός. Tίτλος: “Εκείνη η 7 aprile του ’79 όταν έπιασα τον Negri”. Συνοπτικά: “Μικρά συμβάντα του είχαν δώσει την ψευδαίσθηση πως ήταν ανέγγιχτος — Κι όμως κάποιος πλέον εγνώριζε”.

Το 1984 της ρωμαϊκής 7 aprile romano εδώ τελειώνει. Στην Padova ο δικαστής Giovannella, που είχε απορριφθεί, αυθόρμητα εγκαταλείπει το έργο.Είχε εκφράσει κρίσεις για τους κατηγορούμενους σε ένα δείπνο μεταξύ φίλων. Τον αντικαθιστά ο δικαστικός Euro Cera. Η πρώτη ακροαματική διαδικασία της νέας δίκης λαμβάνει χώρα στις 3 δεκεμβρίου 1984 (“Ξεκινά στην Padova η δίκη στην Autonomia. Ομαδοποιεί τα αποτελέσματα των blitz του Calogero”, Corriere della Sera της 4 δεκεμβρίου). Πρακτικά ένας ολόκληρος χρόνος χάθηκε. Και δεν μπορούμε να πούμε πως τέλειωσε κάτι.

Τα κεντρικά έτη της δικαστικής υπόθεσης της περίπτωσης 7 aprile ακολουθούνται με νέο ενδιαφέρον από πλευράς εφημερίδων. Μέσα σε καταθέσεις και μαρτυρίες στην αίθουσα, αναπαραστάσεις, απόδοση ευθυνών και κρίσεις, το όλον που επαναλήφθηκε για δυο δίκες, θα πρέπει να έρθει αντιμέτωπο με μιαν κάποια δόση υπερβολικού. Υπερβολή στις κατηγορίες, στους μάρτυρες, στις πολεμικές.Βρισκόμαστε στην αποκλιμάκωση της ιταλικής τρομοκρατίας [του ιταλικού ανταρτοπόλεμου λέγω εγώ].  Το κλίμα τώρα είναι πιο χαλαρό: ανοίγουν χώροι για ελιγμούς μεγαλύτεροι. η Repubblica, μα και η Corriere, ίσως χάρη και σε μιαν αλλαγή των εμπλεκόμενων δημοσιογράφων, ακολουθούν την δίκη με μάτι περισσότερο κριτικό. Οι καταδικαστικές αποφάσεις σε πρώτο βαθμό φαίνεται να κλείνουν την υπόθεση,  να επιβεβαιώνουν την εικόνα (αν και με αλλαγμένο το μέγεθος, μειωμένο). Ένα είδος αίσιου τέλους.

9. 1985-1989: ξεθώριασμα

Το 1985 απλά ξεγλιστράει. Η υπόθεση 7 aprile, μετά τις καταδίκες στην Ρώμη μοιάζει απλά να έχει κλείσει. Η δίκη στην Πάντοβα προχωρά, κουραστικά, προς την λήξη της. Οι μεγάλες  εφημερίδες δεν ακολουθούν σταθερά τις ακροάσεις (πράγμα που κατανοητά πράττουν οι τοπικές). η Repubblica περιγράφει, με τον Guido Passalacqua, το κλίμα αδιαφορίας και μιλά, για δυο διαφορετικές ακροάσεις, και την αναδίπλωση που αρχίζει να διαφαίνεται στην δίκη. Η πρώτη είναι εκείνη του ταξιαρχίτη Antonio Savasta.

”Το σχέδιο μας – λέγει – ήταν να ηγεμονεύσουμε την Aut. Op., να την αναγκάσουμε να διασπαστεί, να φέρουμε με το μέρος μας τα στοιχεία που υποστήριζαν περισσότερο την γραμμή μας, να διαρρήξουμε τον κόμπο μεταξύ παρανομίας και νομιμότητας”. Οι BR συνεπώς ήθελαν να χρησιμοποιήσουν την αυτονομία σαν δεξαμενή στράτευσης, μα δεν “εμπιστεύονταν” πέρα από κάποια όρια. Οι σχέσεις διατηρούνταν σε προσωπικό επίπεδο με τον Cerica διότι ήταν αδιανόητη μια σχέση μεταξύ οργάνωσης και οργάνωσης: “εξάλλου οι BR δεν άφησαν ποτέ να εισέλθουν σύντροφοι άλλων οργανώσεων, έλεγαν ναι στον πολιτικό λόγο, όχι στην οργανωτική συζήτηση… Αλλά εγώ και ο Cerica δεν καθίσαμε ποτέ στο τραπέζι να πούμε εγώ χτυπώ αυτό κι εσύ εκείνο το άλλο”. Τέλος: “Για τις BR ήταν αδύνατον να σκεφτούν σε μιαν super οργάνωση που θα έδενε όλη την ένοπλη πάλη στην Italia…”. ο Savasta είναι ακριβής, σχεδόν κατηγορηματικός. Η κατάθεση του σίγουρα δεν είναι ευνοϊκή στο θεώρημα Calogero.Και στην συνέχεια έρχονται οι ακροάσεις των καθηγητών που έπεσαν θύματα βιαιοπραγιών, εκείνη του δημοσιογράφου Antonio Garzotto, εκείνη του Oddone Longo. Δηλώσεις που δίδουν την μαρτυρία μιας βίας παράλογης και ανορθολογικής. «Η δίκη είναι όλη εδώ, σε αυτές τις δυο ακροαματικές διαδικασίες σύμβολο. Από την μια υπάρχει η αδυναμία μιας αφετηρίας “πολιτικής διαίσθησης” που προσπαθούσε να μειώσει το όλον σε ένα και που ο Calogero ακολούθησε πεισματικά με συνέπεια ακόμη και όταν ήταν ξεκάθαρο πως το θεώρημα του έχανε κομμάτια στον δρόμο; από την άλλη, η πραγματικότητα των βιαιοπραγιών των αυτόνομων, τα γεγονότα μέσα στην χουλιγκανική οπτική τους, την καταπιεστική». Και το Manifesto με τον Alberto Ferrigolo αφιερώνει στις συνεδρίες της Πάντοβα μεγάλα άρθρα συνοπτικά. “Το τεθωρακισμένο θεώρημα. Στην Padova il superδίκη 7 aprile μέσα στην γενική αδιαφορία”, “η Autonomia υπό εξέταση. Στην δίκη της Padova οι καθηγητές διηγούνται τα θερμά χρόνια”, είναι οι τίτλοι στα μέσα ιουνίου.

Εν τω μεταξύ τον απρίλη, σχεδόν έναν χρόνο από την ημέρα της κρίσης, κατατέθηκαν τα πρακτικά με τις αιτιάσεις και τους λόγους που οδήγησαν στην απόφαση πρώτου βαθμού στην Roma. Η ανάγνωση τους, που έμοιαζε να ενδιαφέρει πολύ τις εφημερίδες (οι αναφορές  στην αναγκαιότητα να «περιμένουν την αιτιολογία για να δώσουν μιαν ολοκληρωμένη κρίση» αφθονούσαν), βαριεστημένα αναλαμβάνεται εκ νέου από τις εφημερίδες της 17 απριλίου 1985. Μόνο μια αναπαράσταση και ένα collage φράσεων κατά παρεκβολή από τις 1188 σελίδες. στην Repubblica: “Για 10 χρόνια ο Negri υπήρξε ο κινητήρας της ανατροπής”. στην Unità: “Negri, «ένας κύριος της ανατροπής»”. «Δεν υπήρξαν μόνο “κακοί δάσκαλοι” — γράφει ο Bruno Miserendino — “διανοούμενοι εξωπραγματικοί”, “ομιλούντα τριζόνια”, αλλά κάτι περισσότερο και πιο επικίνδυνο: ο Toni Negri και οι άλλοι ηγέτες της Autonomia  “έδωσαν ζωή σε ένα διαρθρωμένο σχέδιο ανατρεπτικό για να φέρουν τα επάνω κάτω στο οικονομικό και κοινωνικό σύστημα της Χώρας και να νικήσουν τους θεσμούς”. Αυτή είναι η “γυμνή και αναμφισβήτητη αλήθεια” της ιστορίας της Autonomia». ο Paroloni. “Το διαρθρωμένο ανατρεπτικό σχέδιο για τον κλονισμό του οικονομικού και κοινωνικού συστήματος” ίσως θα έπρεπε να συνοδευτεί από κάποιον αναστοχασμό.

Το καλοκαίρι βγαίνει η έκθεση της  Amnesty International για την δίκη 7 aprile. Το Manifesto δημοσιεύει εκτενή αποσπάσματα στις 18 αυγούστου 1985 υπό τον τίτλο “Δίκη στην Δίκη”, με το συνοπτικό “7 aprile: οι ιταλοί δικαστές στο στόχαστρο της Amnesty International”. Μια ολόκληρη σελίδα που απαρτίζεται από ένα άρθρο περιληπτικό της Daria Lucca και ένα collage με αποσπάσματα της έκθεσης (“Carlo Fioroni, σκάνδαλο του δικαίου. Η έκθεση της Amnesty”). Όλα να συνοδεύονται από κινούμενα σχέδια του Mario Dalmaviva, ενός από τους κατηγορούμενους της 7 aprile.

Τον σεπτέμβρη, μέσα στην πιο απόλυτη αδιαφορία της πόλης (το κοινό μέσα στην τεράστια αίθουσα bunker των δυο κτιρίων απέχει), ξεκινά το κατηγορητήριο του ΔΚ Calogero για τον παντοβάνο κορμό. η Corriere della Sera θέτει λίγη τάξη και εξηγεί επιτέλους πως είναι δυνατόν τα πρόσωπα που ήδη εκρίθησαν στην Roma να δικάζονται και στην Padova. Αυτή την φορά ο τόνος δεν είναι από τους πιο καλοκάγαθους απέναντι στον Calogero. “Με ένα νέο θεώρημα για τα οπλοστάσια της Αυτονομίας ο  Calogero ζήτησε και άλλη καταδίκη για τον Toni Negri”, τιτλοφορεί στις 26 σεπτεμβρίου.

Την τρίτη ημέρα της απαγγελίας-ποταμού του κατηγορητηρίου του ο ΔΚ  Calogero εξηγεί γιατί ο Toni Negri και οι καθηγητές της ομάδας του δικάζονται δυο φορές για την Autonomia. Πρώτα στην Roma και μετά στην Padova.[…] Ενώ διεξάγονταν η δίκη, τον ιούνιο του 83, ο Calogero ξεκινούσε την τέταρτη του αντιτρομοκρατική επιχείρηση και κοινοποιούσε στον Negri μια νέα κατηγορία: κατοχή όπλων και εκρηκτικών. Κι όμως ο καθηγητής δεν βρέθηκε ποτέ να κατέχει πιστόλια, αυτόματα ή δυναμίτη.  […] Negri, Ferrari Bravo και άλλοι κατηγορούνται γι αυτή την κατοχή όπλων — εξηγεί ο δικαστής — διότι υπάρχει η βεβαιότητα πως ήταν η διοίκηση της οργάνωσης, πως αποτελούσαν την λεγόμενη “γενική διοίκηση” των πολιτικών κολλεκτίβων του βένετο, dei collettivi politici veneti. Ο νόμος περί κατοχής όπλων προβλέπει την ποινικοποίηση όχι μόνο αυτών που φυσικά τα κατέχουν μα και αυτών που έχουν την διαθεσιμότητα.

Και αφού ο  Calogero στο blitz του βρίσκει ένα οπλοστάσιο των μαχητικών κομουνιστικών Πυρήνων FCC, για την μεταβατική τους ιδιοκτησία η υπευθυνότητα είναι του Negri. η Unità χρησιμοποιεί πλήρως φράσεις και λέξεις του κατηγορητηρίου. Παρακολουθεί την δίκη πάντα ένας ενθουσιασμένος Michele Sartori που τιτλοφορεί: “λέει ο Calogero, Potere operaio ίσον ένοπλος αγώνας”.

Tα αιτήματα του ΔΚ φθάνουν στην αίθουσα στις 10 oκτωβρίου. “Ζητήθηκαν 11 χρόνια για τον καθηγητή Toni Negri” τιτλοφορεί η Corriere. “Ο ΔΚ τον θεωρεί ένοχο για κατοχή όπλων”. Και στο συνοπτικό: “Άλλες ποινές προτάθηκαν για το δεξί του χέρι Ferrari Bravo, τον βοηθό Morongiu (για αμφότερους 9 χρόνια) και το staff — Ένα νομικό τέχνασμα επέτρεψε το 83 να θέσουν εκνέου τους τρεις μεγαλύτερους κατηγορούμενους της 7 aprile στο κατηγορητήριο βένετο”. «Συνολικά το άθροισμα των ποινών που προτάθηκαν φθάνει πεντακόσια εικοσιεπτά χρόνια φυλακής για τους εκατόν είκοσι επτά κατηγορούμενους» γράφει η Repubblica, που, τιτλοφορώντας “ο Calogero κατέληξε το κατηγορητήριο του ζητώντας για την Autonomia 5 αιώνες φυλακής”, μεταφέρει την έκκληση του δικαστού στην έδρα με το οποίο ζητά επιείκεια για τους “εργάτες” και αυστηρότητα για τους “επικεφαλής”. «Μα στην συνέχεια δεν μπορεί να μην προειδοποιήσει νουθετώντας εκ νέου, υπαινισσόμενος, νομίζουμε, στην έρευνα Palombarini: “Ήδη στο παρελθόν εξακριβώθηκε πως καλή τη πίστη δεν ειδώθηκαν αυτά τα οποία θα μπορούσαν να ειδωθούν, δεν αποδόθηκε σε κάποιο γεγονός, σε ένα ντοκουμέντο η αξία της απόδειξης κι έτσι οδηγηθήκαμε πολύ εμπρός σε μιαν κατάσταση όπου οι μηχανισμοί της υπεράσπισης του κράτους οπισθοχώρησαν». Για το θέμα γράφει και η Unità που τιτλοφορεί “Autonomia veneta, ζητήθηκαν ποινές για πέντε αιώνες”.

Η απόφαση φθάνει στα τέλη ιανουαρίου 1986 και για τις θέσεις του Calogero είναι μια απόρριψη. Πρέπει καταρχήν να λάβουμε υπ όψιν μας ένα δεδομένο: αυτή η δίκη κατακτά αποτελέσματα πολύ σημαντικά. Σχεδόν μια εκατοστή άνθρωποι αναγνωρίζονται σαν υπεύθυνοι πράξεων βίας που τάραξαν την ζωή της Πάντοβα στα χρόνια Εβδομήντα. Είναι ένα γεγονός σημαντικό και κυρίως για τα θύματα. Καταδικάζονται οι υπεύθυνοι του τραυματισμού του δημοσιογράφου Toni Garzotto της Gazzettino και οι υπεύθυνοι της επίθεσης στον professor Longo και Petter. Όμως οι ιστορικοί κατηγορούμενοι της 7 aprile αθωώνονται όλοι. η Corriere δίνει την είδηση στις 31 στην πρώτη σελίδα στο μισό κάτω μέρος: “Η απόφαση για την Autonomia: απαλλάχθηκε ο Toni Negri στην Padova”. Και στο εσωτερικό: “Απαλλάχθηκαν ο Toni Negri και οι καθηγητές του” (με υπότιτλο: “Στην ανάγνωση της απόφασης το κοινό τραγούδησε την Διεθνή”). Στην πρώτη σελίδα ο Livio Sposito, που ακολουθεί την δίκη στην Πάντοβα, προσπαθεί να κάνει έναν απολογισμό. «Το θεώρημα Calogero για την Autonomia padovana δεν άντεξε την δοκιμασία του Κακουργιοδικείου […] Σαράντα επτά απαλλαγές, έντεκα κατηγορούμενοι απαλλάχθησαν λόγω αμνηστίας ή παραγραφής των αδικημάτων, οδόντα δυο καταδίκες […] Οι αριθμοί λένε λίγα. Μετρούσαν, σε αυτή την δίκη γύρω από τα θερμά χρόνια Εβδομήντα της Padova, περισσότερο τα ονόματα των κατηγορουμένων παρά οι που διατυπώθηκαν». Στο εσωτερικό το μακρύ άρθρο των χρονικών. Το συνοπτικό λέγει: “Εν μέρει αποσυναρμολογήθηκε η κατηγορητική κατασκευή του δημόσιου κατήγορου Calogero — Καταδικάστηκαν οι πρωταγωνιστές των επεισοδίων βίας: οι δικαστές διαχώρισαν τις ηθικές ευθύνες από τις ποινικές”. Να σημειώσουμε μιαν αποφασιστική αλλαγή στην συμπεριφορά του Calogero που ίσως να μην παρουσιάσει ούτε έφεση. «Ίσως αφού εργάστηκε για επτά χρόνια σε μιαν δίκη σαν κι αυτήν, πλούσια σε πολεμικές, αυτός νιώθει την κούραση και σκέφτεται περισσότερο την υποψηφιότητα του στο Ανώτατο Συμβούλιο του Δικαστικού Σώματος παρά να ξαναπάρει στα χέρια του την βασανισμένη ιστορία», γράφει ο Sposito.
η Repubblica τιτλοφορεί στην πρώτη σελίδα: “ο Toni Negri αθωώθηκε από τους δικαστές της Padova”. Το άρθρο, στην σελίδα 12, είναι του Guido Passalacqua: “Για τον Negri και τους αυτόνομους μια βροχή αθωωτική”, και στον υπότιτλο “Οι δικαστές απορρίπτουν το θεώρημα Calogero”.

Μετά ο Calogero μπαίνει στην αίθουσα: για μιαν ολόκληρη ώρα, ακίνητος, θα ακούσει δίχως να κουνήσει βλεφαρίδα την κατεδάφιση όλου του θεωρήματος του που διαβάζει ο πρόεδρος  Cera […] Γίνεται αντιληπτό πως η Έδρα δεν αποδέχτηκε την ιστορική αναπαράσταση που πρότεινε ο δημόσιος κατήγορος που έβλεπε  μια αδιάλειπτη τρομοκρατική εμπειρία ξεκινώντας από το Potere Operaio, επιβεβαιωμένη και ανεπτυγμένη στην οργανωμένη εργατική Αυτονομία, στα Collettivi politici veneti και τέλος στο Fronte comunista combattente. […] Ανάμεσα στο θεώρημα Calogero και την αναπαράσταση που έκανε ο ανακριτής Palombarini (μεταξύ των δυο δικαστικών οι πολεμικές υπήρξαν σκληρές, σχεδόν άγριες) το Κακουργιοδικείο της Padova έδειξε να προτιμά την σχεδίαση του ανακριτού . […] Το σύνολο των χρόνων φυλάκισης που επιβλήθησαν, λογαριάζοντας πως επρόκειτο για 140 κατηγορουμένους και σε πολλές περιπτώσεις ποινών ενός ή δυο χρόνων είναι περίπου 200 χρόνια, ενάντια στα 525 που ζήτησε ο ΔΚ, λιγότερο από τα μισά. Οι απαλλαγές υπήρξαν σαράντα επτά ενάντια στις πέντε που ζήτησε ο ΔΚ.

η Repubblica συνοδεύει το άρθρο με μιαν ταμπέλα (“Να η απόφαση για τους κυριότερους κατηγορουμένους”) και συγκρίνει τις ποινές που ζητήθηκαν με εκείνες που επιβλήθηκαν από την απόφαση.
η Unità μιλά για την απόφαση στην πρώτη σελίδα με ένα άρθρο στο χαμηλό της μισό, “Autonomia Veneta: απαλλάχθηκε ο Negri”, του Michele Sartori. Στους υπότιτλους: “Η απόφαση απορρίπτει την θέση της κατηγορούσας αρχής του δημοσίου κατήγορου Calogero”.

Την επομένη ημέρα, πρώτη φεβρουαρίου, οι εφημερίδες ξαναπαίρνουν την είδηση και καταγράφουν τις αντιδράσεις. η Corriere della Sera τιτλοφορεί “Η αθώωση του Toni Negri χωρίζει την Padova”. Ο υπότιτλος: “Έτσι η πόλη αντιδρά στην απόφαση επάνω στα χρόνια του μολυβιού”. Στο συνοπτικό: “Σύμφωνα με τον δήμαρχο υπήρξε μια κρίση δίκαιη — Ο εισαγγελέας της Δημοκρατίας, Torregrossa: «ο Calogero είναι ένας πολύ καλός δικαστής» – Οι διάφορες γνώμες γύρω από την ευθύνη της Autonomia — Είναι εβδομήντα τέσσερις οι εφέσεις”. η Corriere προτείνει στην συνέχεια μιαν συνέντευξη του Antonio Ferrari στον professor Angelo Ventura: “Το πικρό ξέσπασμα ενός γαμποποιημένου”. Η κρίση του καθηγητού ιστορίας, που ο Ferrari φαίνεται να συμμερίζεται πλήρως στην εισαγωγή του, είναι αυστηρή. «Είναι μια απόφαση που αντιτίθεται στην ιστορική αλήθεια και την ίδια την μαρτυρία των γεγονότων. Είναι, ακριβώς, μια ιστορική πραγματικότητα πως το Potere Operaio πρώτα και η οργανωμένη εργατική Αυτονομία στην συνέχεια ήταν o ακρογωνιαίος λίθος, μαζί, το πολιτικό όχημα του ανατρεπτικού σχεδίου της ένοπλης πάλης », λέγει ο Ventura. Σε ένα πολύ μικρό box μόλις τεσσάρων γραμμών, με τίτλο “Στο Παρίσι σιωπή του Negri, είναι γριπωμένος”, η Corriere δίδει την είδηση των μη αντιδράσεων του Negri στην απόφαση.
η Unità παίρνει αφορμή από τις δηλώσεις του δημάρχου της Padova, Settimo Gottardo, για να δημοσιεύει ένα άρθρο του Michele Sartori με τίτλο “Autonomia, η απόφαση διασπά εκ νέου την Padova. Αδικία ή ειρηνοποίηση?”. ο Sartori χαϊδεύει, κολακεύει το χριστιανοδημοκρατικό πνεύμα της πόλης η οποία, όπως στην διάρκεια των θερμών χρόνων προσποιούνταν πως δεν έβλεπε εκείνο που συνέβαινε, τώρα προσπαθεί να πετάξει τα πάντα πίσω από την πλάτη της. Όπως πάντα, για τον Sartori, η απόρριψη του θεωρήματος Calogero σημαίνει πως «όλα έγιναν, των βιαιοτήτων συμπεριλαμβανομένων, απολύτως αυθόρμητα». Στην πραγματικότητα η απόφαση δεν λέει αυτό: ο Palombarini όντως εντοπίζει, και της αποδίδει συγκεκριμένες ευθύνες, μιαν ένοπλη μπάντα στο Fronte comunista combattente. Mα ο Sartori τείνει πάντα να προσφέρει δυο δυνατότητες: μια εκ των οποίων παράλογη.

Η απόφαση της Padova κάνει θόρυβο. Μα στα πόδια της υπάρχει ακόμη η απόφαση του 1984 της Roma. Στο τεράστιο άνοιγμα απόψεων μεταξύ των δυο Εδρών ο καθένας, κατηγορούμενοι, δημοσιογράφοι, σχολιαστές, μπορεί να θέσει ότι θέλει: σύγκρουση μεταξύ δικαστών, θέληση ειρηνοποίησης, τοπικές συγκυρίες και τοπικό περιβάλλον και πλαίσιο ενάντια στην εθνική πολιτική. Σε τελική ανάλυση η δίκη “7 aprile” είναι εκείνη της Ρώμης.

Με το 1987 αρχίζει η δίκη του εφετείου του ρωμαϊκού κορμού. Με την ευκαιρία οι ριζοσπάστες, που πλέον έχουν κάνει την 7 aprile ένα από τα πολλά άλογα μάχης τους, καλούν για τις 22 ιανουαρίου μια συνέντευξη τύπου. Εκτός απ’ τον Pannella μιλούν και κάποιοι από τους κατηγορούμενους πρωταγωνιστές της δίκης, που βρίσκονται τώρα ελεύθεροι αναμένοντας την κρίση του εφετείου: Vesce, Tommei, Castellano, Funaro. Το σχόλιο της Corriere στην ριζοσπαστική πρωτοβουλία, εκφρασμένο στο άρθρο “Πρέπει να μηδενίσετε την δίκη 7 απρίλη. Κατηγορούμενοι εναντίον δικαστών, ΚΚΙ και χρονογράφοι” είναι ανελέητο και φθάνει στο σημείο να συμπεριλάβει όλους και όλα. Δικαιολογούν την όχι και πολύ καλόβολη συμπεριφορά οι δηλώσεις του Pannella στον τύπο. «Ενάντια στους “δικαστικούς ρεπόρτερ ανίκανους να εκτελέσουν το καθήκον τους ελεγκτών δύσπιστων προς τους δικαστές”, επιτέθηκε ο Marco Pannella, που δεν προσέχει, δεν τον νοιάζει η αντιδημοτικότητα των θέσεων του για τι κοινό που είχε ζητήσει, στο οποίο απευθύνονταν δηλαδή, τους δημοσιογράφους. Τους ρεπόρτερ που παρακολουθούσαν την έρευνα της Πάντοβα και της Ρώμης στον Νέγρι και τους συντρόφους τους χαρακτήρισε  “δολοφόνους, killers επί πληρωμή” και “μεταφορείς μιας ιδεολογίας επαίσχυντης και πρόστυχης” που έφτασε στο σημείο να προκαλέσει την λανθασμένη άποψη γύρω από την πραγματική συνοχή και συνέπεια των αποδεικτικών στοιχείων και στον πρώην πρόεδρο της Δημοκρατίας  Sandro Pertini, που έστειλε στους δικαστές τηλεγράφημα αλληλεγγύης». Ένας λοιπόν πολύ ωραίος τρόπος να ξεκινάς μιαν συνέντευξη τύπου. Τόσο έτσι ώστε η πρωτοβουλία αναγνωρίστηκε σαν προσπάθεια να «περιμαζέψουν μερικές κομματικές ταυτότητες επί πλέον ώστε να μην φτάσουν στο σημείο να κηρύξουν forfeit από την πολιτική σκηνή, να μην εξαφανιστούν δηλαδή». Και οι παρεμβάσεις των κατηγορουμένων, οι οποίοι αντί να «συμμορφωθούν με το θόλωμα της μνήμης όλων» για να κερδίσουν μειώσεις στις ποινές τους «δυναμώνουν το πυρ και ζητούν να μηδενιστεί η προηγούμενη δίκη».
Κάτι σημαντικό και καινούριο στο εφετείο είναι η “διαθεσιμότητα” του Fioroni που θα αναγκαστεί να καταθέσει στην αίθουσα. Η είδηση, που εμφανίζεται στις 31 ιανουαρίου, δίδεται σαν σημείο υπέρ των κατηγορουμένων. »ο Fioroni θα πρέπει να επιβεβαιώσει στην αίθουσα τις κατηγορίες του”, γράφει η Corriere.

Στις 3 απριλίου για τον Negri πέφτει η κατηγορία που αφορά την δολοφονία του Carlo Saronio. Στο κατηγορητήριο ο γενικός εισαγγελέας Fabrizio Hinna Danesi ζητά όντως, γι αυτή την κατηγορία, την απαλλαγή. “ο Negri δεν έχει σχέση με το έγκλημα Saronio. Ο δκ Il pg ανακοινώνει αίτηση απαλλαγής” τιτλοφορεί η Corriere στις 4 απρίλη. Στο άρθρο γίνεται και κάποια αναφορά για διαπραγματεύσεις που βρίσκονται σε εξέλιξη για την επιστροφή στην πατρίδα του παντοβάνου καθηγητή.  «Η είδηση, υπό το φως των κεριών, δεν θα έπρεπε να είναι καθοριστική για την υπό διακυμάνσεις διαπραγμάτευση την οποία, εδώ και λίγο χρόνο, ο πρώην ριζοσπάστης βουλευτής από το παρισινό του καταφύγιο έστησε έμμεσα με τις ιταλικές αρχές για μιαν πιθανή επιστροφή του στην πατρίδα». Παραμένει όντως όρθια η κατηγορία για την ληστεία του Argelato και εκείνες για τα συνενωτικά αδικήματα.

Φθάνουμε στην 8 ιουνίου του 1987. Ουδείς, ίσως εκτός από τους ίδιους τους κατηγορούμενους, από την δίκη του εφετείου του ρωμαϊκού κορμού περιμένει εκείνο που πραγματικά συμβαίνει. Από τις αντιδράσεις φαίνεται πως οι εφημερίδες πιάνονται απροετοίμαστες. Ίσως κάτι περιμένανε. Κάποιες μικρορυθμίσεις προς το καλύτερο, κάποιες αναπροσαρμογές, μιλάμε για τσιμπήματα. Μα όχι έναν σεισμό. Η ποινή για τον Toni Negri μειώνεται από τα τριάντα  σε μοναχά 12 χρόνια. Παραμένουν όρθιες μόνον οι κατηγορίες για ένοπλη συμμορία και συνεργία στην ληστεία του Argelato όπου σκοτώθηκε ο δεκανέας  Lombardini. Πέφτει για όλους η κατηγορία σχετικά με την απαγωγή Saronio που τώρα η εισαγγελία λέγει πως είναι έργο μοναχά του Fioroni και Casirati και επίσης εκείνη που αφορά την απόπειρα απαγωγής  Duina. Απαλλάσσονται, αν και με την φόρμουλα των αμφιβολιών:, Emilio Vesce, Jaroslav Novak, Alberto Magnaghi, Luciano Ferrari Bravo, Paolo Virno, Lucio Castellano. Οι δημοσιογράφοι Giuseppe Nicotri και Nanni Balestrini, αθωωθέντες στον πρώτο βαθμό λόγω αμφιβολιών, τώρα αθωώνονται με πλήρη φόρμουλα. Στο σύνολο τα χρόνια φυλάκισης είναι κάτι παραπάνω από εκατό.
η Repubblica αφιερώνει στην απόφαση δυο ολόκληρες σελίδες, την 16 και 17, και ένα βασικό άρθρο του Giorgio Bocca που ξεκινά στην πρώτη σελίδα με τίτλο “Εκείνοι οι δάσκαλοι της βίας”. ο Bocca, όπως μερικά είδαμε, υπήρξε ένας από τους πιο κριτικούς μάρτυρες όλης της υπόθεσης. Το “τελευταίο” του editorial στην 7 aprile έχει για όλους: δικαστές, πολιτικούς και κατηγορούμενους:

Όποιος παρακολούθησε την υπόθεση μέσα στα χρόνια με θέληση να καταλάβει σκέφτεται πως αυτή η απόφαση υπαγορεύεται από την λογική και πως είναι σύμφωνη με ένα Κράτος δικαίου. Μα αυτός που γράφει νιώθει από αυτήν απελευθερωμένος από την δέσμευση του εγγυητή και μπορεί να πει πως αυτοί οι άνθρωποι και ο τρόπος τους να κάνουν πολιτική από ανέκαθεν του ήταν ξένοι και κάποιες φορές και μισητοί. Mε διαγεγραμμένες τις πιο ρητές αδικίες και και τους διωγμούς εναντίον τους, μπορεί να παραμείνει η αρνητική κρίση για μιαν ομάδα διανοουμένων που πίστεψε πως μπορούσε να ηγηθεί του κινήματος της μεγάλης αμφισβήτησης, που χρησιμοποίησε τα προνόμια, τα τερτίπια, τις συνενοχές της κουλτούρας για να παραμείνει επί μακρόν αλαζονικά απειλητική και ατιμώρητη […] ο τρόπος τους με τον οποίον πετούσαν την πέτρα και τραβούσαν πίσω το χέρι (και που το πλήρωσαν στην συνέχεια ακριβά), που έκαναν εφημερίδες όπως Rosso, Autonomia, Senza Tregua, που έστελναν στο σφαγείο νεαρούς αδαείς και αφελείς που τους γέμιζαν με ασυναρτησίες και απερισκεψία, κάποιες φορές αιματηροί, οργισμένα εκείνα τα χρόνια της κρίσης όταν αντιθέτως ήταν αναγκαία η χρήση του σωστού λόγου και ανάλυσης. Γιατί λέμε πως αυτή η απόφαση είναι λογική και σύμφωνη με ένα κράτος δικαίου? Διότι βάζει τέλος στην ιερά εξέταση της πολιτικής μυθιστοριογραφίας, που βασίστηκε σε αόριστες ενδείξεις, μανιχαϊστική, που είχε την ψευδαίσθηση πως θα εξορκίσει τα χρόνια του μολυβιού με μαζικές καταδίκες, με καθολικές δαιμονοποιήσεις […] Μια καθολική θεωρία, μια ολοκληρωμένη τοιχογραφία, μια cappella Sistina με την παγκόσμια κρίση της επί της τρομοκρατίας. 

Το χρονικό της απόφασης εμπιστεύτηκε στον Franco Scottoni και συνοδεύτηκε από μια ταμπέλα, “Έτσι το Εφετείο μετέτρεψε τις πρώτες αποφάσεις”, που επισημαίνει τις αθωώσεις και τις μειώσεις ποινών. “Για τον Negri και συντρόφους μια  maxiέκπτωση ποινής” είναι ο τίτλος. Να σημειωθεί, όπως γράφει ο Scottoni, πως «ο αναπληρωτής γενικός εισαγγελέας Fabrizio Hinna Danesi επιφυλάχθηκε να σχολιάσει την απόφαση όμως παρατήρησε πως, ουσιαστικά, το θεώρημα Calogero άντεξε». Ένα σχόλιο που έρχεται σε αντίθεση με όλες τις ερμηνείες της απόφασης. Τόσο ώστε στην διπλανή σελίδα η Repubblica τιτλοφορεί μέσα σε εισαγωγικά σε όλη την σελίδα “Κατέρρευσε το θεώρημα Calogero”. η Silvana Mazzocchi φτιάχνει ένα collage απόψεων. Στον υπότιτλο: “Ευχαριστημένος? Δεν θα ήξερα να σας πω. Έπραξα ένα είδος αφαίρεσης, δήλωσε ο ανακριτής της έρευνας, Giovanni Palombarini. Τώρα πρέπει να περιμένουμε την αιτιολόγηση, λέγει ένα μέλος της έδρας που αποφάσισε τις καταδίκες σε πρώτο βαθμό”. η Mazzocchi προτείνει μια ερμηνεία της απόφασης. Σχεδόν μια πέτρα επάνω από «χρόνια που πλέον χαρακτηρίζονται απ’ όλους “του μολυβιού” και που προκάλεσαν άγχος και αγωνία,  και φόβο. Χρόνια που πρότειναν την κατάσταση εξαίρεσης και τους νόμους της που δεν σεβάστηκαν πάντα το δίκαιο. Χρόνια που μόνον πρόσφατα επέτρεψαν κανόνες εμπνευσμένους στην ανεκτικότητα και παρήγαγαν αποφάσεις πιο γαλήνιες».

Να σημειώσουμε επίσης ένα σχόλιο του Luigi Ferrajoli, καθηγητού φιλοσοφία δικαίου στο πανεπιστήμιο του Camerino, που στέκονταν πάντα κριτικός σε όλο τον σχεδιασμό της έρευνας: «η απόφαση είναι θετική διότι αποκήρυξε μια μέθοδο και μια κουλτούρα δικαστική Ιεράς Εξέτασης. Ηττήθηκε η δικαστική προσέγγιση ιστοριογραφική και επαγωγική ίδια των χρόνων εξαίρεσης>>. Στο χαμηλό μισό της σελίδας τέλος ένα τελευταίο κομμάτι, αυτή την φορά απ’ το Παρίσι: “Και τώρα απ’ το Παρίσι οι έχοντες καταφύγει εκεί ζητούν μιαν αμνηστία”.
η Corriere della Sera στην πρώτη σελίδα μιλά για “Εκπληκτική απόφαση στην δίκη 7 aprile ενάντια στην Autonomia”, με υπότιτλο: “Έκπτωση στην έφεση για τον Negri. Δεν ήθελε το κόκκινο πραξικόπημα”. Και στην σύνοψη: “Έπεσε η κατηγορία εξέγερσης ενάντια στο Κράτος, παρέμεινε εκείνη της ένοπλης συμμορίας — Στον καθηγητή μειώθηκε η ποινή από 30 στα 12 χρόνια — Aθώος ο Vesce”. Τίτλος όχι ακριβώς πετυχημένος δεδομένου ότι η κατηγορία της ένοπλης εξέγερσης είχε πέσει, αν και τότε λόγω αμφιβολιών, ήδη από τον πρώτο βαθμό. Στην πρώτη σελίδα και ένα σχόλιο, με τίτλο “Οι δυο αλήθειες” με το οποίο υποστηρίζεται πως πάντως ιστορική αλήθεια είναι εκείνη του θεωρήματος Calogero και πως η απόφαση εξηγείται με την λογική της πολιτικής.

Η απόφαση του εφετείου ενάντια στα στελέχη της Autonomia operaia επιβεβαιώνει τον κανόνα της αυξανόμενη ψαλίδας, με το πέρασμα του χρόνου, μεταξύ ιστορικής αλήθειας και δικαστικής αλήθειας, οι οποίες υποχρεωτικά υπακούουν σε αναγκαιότητες και κριτήρια διαφορετικά […] Η οριστική κρίση, εκείνη που περισσότερο μετρά για την συνείδηση της Χώρας, περνά  τώρα στην ιστορία η οποία, διαφορετικά από την δικαιοσύνη, προσδιορίζει και εμβαθύνει τα γεγονότα με το πέρασμα του χρόνου. Και η ιστορική αλήθεια θεμελιώνεται επάνω σε μιαν εντυπωσιακή συγκομιδή ντοκουμέντων, τα οποία μαρτυρούν δίχως καμίαν πιθανότητα αμφιβολίας πως το Potere Operaio και συνεπώς η Autonomia operaia, σύμφωνα με ένα πρόγραμμα ανοικτά δεδηλωμένο, έχτισαν μιαν πολικο-στρατιωτική οργάνωση για να σχηματίσουν το “ένοπλο κόμμα, partito combattente”, ακολουθώντας τον δρόμο της εξέγερσης, αντιλαμβανόμενη αυτήν σαν εμφύλιο πόλεμο μακράς περιόδου, ασκώντας την ένοπλη πάλη και την τρομοκρατία. 

Στο εσωτερικό, στην σελίδα 9, δυο άρθρα. Το χρονικό της απόφασης, με υπογραφή Paolo Menghini, “Μια ένοπλη συμμορία επικίνδυνων καυγατζήδων”, μια ταμπέλα που συνοψίζει τις καταδίκες των δυο αποφάσεων για εικοσιπέντε κατηγορούμενους και μια συνέντευξη στον Scalzone με τίτλο “Negri και Scalzone: Σημαντικός σταθμός μα λύση είναι η αμνηστία”. Για την Corriere το «θεώρημα Calogero μοιάζει να αντέχει μόνο σαν γενικός συλλογισμός, όμως δυσανάλογος με τις πραγματικές ευθύνες των κατηγορουμένων. […] ο Toni Negri δεν είναι πλέον εκείνος ο μεγάλος στρατάρχης της τρομοκρατίας που αυτά τα χρόνια από πολλές πλευρές ειπώθηκε».

Αμήχανη η Unità. “7 aprile Καταδίκες μειωμένες κατά το ήμισυ στο εφετείο” ο τίτλος της σελίδας αφιερωμένης στην απόφαση. Ο υπότιτλος: “ο Negri ένοχος ληστείας και ένοπλης συμμορίας”. Στη σύνοψη: “Επιβεβαιώθηκαν πολλές από τις καταδικαστικές αποφάσεις για ένοπλη συμμορία και εκείνη που επιβλήθηκε στον Toni Negri για την συνεργία στην θανατηφόρα ληστεία του Argelato. Μια απόφαση κατά τα άλλα ισορροπημένη εκείνη που εκδόθηκε εχθές, μετά από επτά ημέρες συμβουλίου”. Η απόφαση του εφετείου αναγνώστηκε από την Unità σαν μια ουσιαστική επιβεβαίωση εκείνης πρώτου βαθμού. Καμία αναφορά, εκτός από εκείνη μέσα στο κείμενο των χρονικών του Giancarlo Perciaccante, στις αθωώσεις. Στο βάθος της σελίδας μια ιστορική αναπαράσταση του Wladimiro Settimelli: “Οι κακοί δάσκαλοι των χρόνων του μολυβιού. Από το Potere operaio στην εξέγερση”. Διαβάζοντας το άρθρο του Settimelli φαίνεται σαν η απόφαση του εφετείου να μην άλλαξε τίποτα. Αυτή είναι η επίθεση του κομματιού: «Τα σκοτεινά χρόνια, τα “χρόνια του μολυβιού”, με τις ημέρες τρόμου και μίσους εξεγερτικού. Δεκάδες ζωές που έσβησαν παράλογα για να “χτυπήσουν στην καρδιά το Κράτος”, δολοφονώντας απλά έναν δεκανέα των καραμπινιέρων, έναν αστυνομικό της  “αστυνομία Δρόμων”, ένα δεσμοφύλακα, έναν κομουνιστή εργάτη». Όλα μαζί, και όλα να αποδίδονται στον Negri και στους πρώην του Potere operaio. Από τις δεκάδες των ζωών που έσβησαν, τον Negri η εισαγγελία κατηγόρησε για μια, και η δολοφονία ήταν, μέσα σε εισαγωγικά, ένα “λάθος”, και όχι μια πράξη για να “χτυπηθεί το Κράτος στην καρδιά του”, στρατηγική των Brigate Rosse, σίγουρα όχι της Autonomia. Αγγίζουν το γελοίο αποδίδοντας σε έναν άνθρωπο που αναγνωρίστηκε ένοχος συνεργίας σε μια δολοφονία που έλαβε χώρα το 71 την ευθύνη των “χρόνων του μολυβιού”. «Mα η  7 απρίλη 1979 έφθασε στο τέλος της με διαταγή του παντοβάνου δικαστή Pietro Calogero, το περίφημο blitz ενάντια στην Autonomia operaia. Έτσι ξεπηδούν στο φως του ήλιου, τα ονόματα των Toni Negri, Oreste Scalzone, Emilio Vesce, Alberto Magnaghi, Luciano Ferrari Bravo, Paolo Virno και των άλλων που είχαν μετατρέψει το Potere operaio σε μιαν ανατρεπτική ομάδα στην οποίαν έπαιρναν μέρος, σε διάφορα επίπεδα, οι Franco Piperno, Carlo Fioroni και τουλάχιστον άλλα πενήντα πρόσωπα μικρότερης σημασίας».

Αντικειμενικά, με αυτά τα λόγια γραμμένα την επομένη της απόφασης που αθώωσε από την κατηγορία της ένοπλης συμμορίας Alberto Magnaghi, Emilio Vesce και Luciano Ferrari Bravo, ο Settimelli κινδυνεύει την καταγγελία για δυσφήμηση.

Και μετά η τελευταία πινελιά. Σύμφωνα με την απόφαση υπάρχουν κάποιοι κατηγορούμενοι που πέρασαν μέσα στα κάγκελα χρόνια προληπτικής φυλάκισης (Vesce και Ferrari Bravo πάνω από 5) που δεν θα περίμεναν η Unità να μην ξοδέψει μια λέξη επάνω σε αυτό, αντιθέτως, ανάμεσα σε μια γραμμή και μιαν άλλην, χώνει μια φράση του τύπου «από την ομάδα, πάντως, λίγοι κατέληξαν στην φυλακή ή παρέμειναν εκεί μέσα επί μακρόν» κάνοντας να εννοηθεί πως πριν απ’ όλα, όπως δηλώθηκε νωρίτερα σε σχέση με το Potere operaio “κινητήρα” της εξέγερσης, ήταν όλοι ένοχοι και συνεπώς στο τέλος κανείς δεν πλήρωσε όσο θα έπρεπε να είχε πληρώσει. Να σημειώσουμε τέλος την ταμπέλα  (που παραθέτω εδώ κάτω) αφιερωμένη στην απόφαση, με τίτλο “Οι ποινές που επιβλήθησαν στους κυριότερους κατηγορούμενους” στην οποίαν οι απαλλαγές λόγω έλλειψης στοιχείων σημειώνονται με το “insuffic.prove” και όχι με τον όρο “assoluzione” που ήταν, ίσως, περισσότερο επεξηγηματικός και σημαντικός. Για να γίνει μια σύγκριση, στην ταμπέλα της Repubblica χρησιμοποιείται ο όρος “απαλλάχθηκε, assolto”, σε εκείνη της Corriere “απαλλάχθηκε λόγω έλλειψης αποδείξεων, assol.insuf.prove”.

(15 – CONTINUA) Συνεχίζεται

I giornali a processo: il caso 7 aprile – Quindicesima parte

αυτονομία, autonomia

Οι εφημερίδες σε δίκη: η υπόθεση 7 απρίλη, δέκατη τέταρτη συνέχεια – I giornali a processo: il caso 7 aprile – Quattordicesima parte

του Luca Barbieri

GliInvisibili.jpgQui οι προηγούμενες συνέχειες

(c) 2002 – Eπιτρέπεται η μερική ή πλήρης αναπαραγωγή του έργου και η διάδοση του ηλεκτρονικά, φτάνει να μην είναι για εμπορικούς σκοπούς και με τον όρο πως αυτή η διατύπωση θα αναπαραχθεί.

Περνά και ο σεπτέμβρης. Η αληθινή δίκη αναμένεται για τις αρχές του 1982. Στα τέλη οκτώβρη η Repubblica παίρνει συνέντευξη στον Palombarini. Ένα άρθρο μεγάλο μια ολόκληρη σελίδα που δημοσιεύεται στις 30 oκτωβρίου με έναν τίτλο αρκετά ουδέτερο: “Εκείνο που σκέφτομαι για την Αυτονομία και εκείνο που σκέφτομαι για τον Calogero, για τον Toni Negri και για την 7 απρίλη”. Παίρνει την συνέντευξη ο Enrico Filippini ο οποίος παρατηρεί στον Palombarini πως μέρος της κοινής γνώμης και μέρος του τύπου θεωρεί ακόμη τον Negri και μέρος των άλλων συλληφθέντων σαν εγκέφαλο των  BR. «Η εντύπωση σας μου φαίνεται σωστή — απαντά ο Palombarini — αλλά δεν μου προκαλεί έκπληξη. Δεν πρέπει να ξεχνάτε με πόση σιγουριά, για ολόκληρο το 1979, κάποιοι άνθρωποι υποδεικνύονταν σαν εκείνους που οργάνωναν και διοικούσαν τις ερυθρές Ταξιαρχίες, και πόσο επιτακτικά και με πλούτο λεπτομερειών μεγάλο μέρος των οργάνων επικοινωνίας, τυπωμένων ή ομιλούντων, δήλωνε το βάσιμο αυτής της υπόθεσης κατηγορίας. Αυτό όλο είχε τις συνέπειες του που είναι κατανοητές: το πιο σοβαρό πολιτικό έγκλημα μετά τον πόλεμο στην Ευρώπη, η απαγωγή και η δολοφονία του αξιότιμου Moro, δεν είχαν πλέον μυστήρια. Για τον κόσμο ήταν το τέλος ενός εφιάλτη…». Είναι ίσως η πρώτη φορά που οι εφημερίδες δίδουν μεγάλο χώρο στις απόψεις που εδώ και δυο χρόνια βρίσκονται σε καθημερινή αντίθεση με εκείνες του δημόσιου κατήγορου Calogero.

Τον δεκέμβρη να επισημάνουμε μια πολεμική που φιλοξενείται από τις στήλες της Unità. Στις 22 ο Ibio Paolucci που παρακολουθεί από την αρχή την έρευνα, κάτω από τους υπότιτλους “Μια δίκη που ήρθε πλέον η ώρα να ξεκινήσει”, δημοσιεύει ένα άρθρο με τίτλο “Κάποια πράγματα για την επτά απριλίου”. Την πηγή έμπνευσης ο Paolucci την παίρνει από μια παρέμβαση του Scalzone ο οποίος, φυγόδικος, με αφορμή την επέτειο της 21 δεκεμβρίου, δημοσίευσε μια παρέμβαση στο περιοδικό Metropoli, το οποίο βρίσκεται στο κέντρο μιας δικαστικής διερεύνησης με την σειρά του ύποπτο πως εκπροσωπεί στον τύπο ημιεπίσημα τις ΕΤ, ζητώντας λευτεριά «για εκατοντάδες προλετάριους ένοχους για κάποιαν ληστεία τραπέζης». Αλλά μαζί με τον Scalzone, ο Paolucci νιώθει την υποχρέωση να απαντήσει και στους Massimo Cacciari και Stefano Rodotà οι οποίοι στο περιοδικό Politica ed Economia, που πρόσκειται στο ΚΚΙ, δημοσίευσαν δυο παρεμβάσεις που στοχεύουν την προσοχή κυρίως στην περίπτωση του  Alberto Magnaghi που κατηγορούνταν μονάχα από την μαρτυρία του Fioroni που αναφέρονταν μάλιστα στο 1971. «Mα λοιπόν — σκέφτεται ο Paolucci — θα πρέπει να ξεχάσουμε τα παρασκήνια της σφαγής της  Piazza Fontana μόνον διότι εκείνες οι βόμβες έσκασαν δώδεκα χρόνια νωρίτερα? Μια πέτρα επάνω και στις συνενοχές των στρατηγών των μυστικών υπηρεσιών SID και του γενικού επιτελείου άμυνας και των ανθρώπων της τότε κυβέρνησης?». Η απάντηση των Cacciari και Rodotà, δημοσιευμένη στις 30 δεκεμβρίου 1981, είναι πολύ σκληρή.Είναι ίσως η πρώτη φορά που η Unità φιλοξενεί (ή μήπως είναι υποχρεωμένη να φιλοξενήσει) παρεμβάσεις τόσο αντίθετες με το “θεώρημα Calogero” που θεωρείται και από τους δυο «μια υπόθεση αθροιστική». Η μεγάλη παρέμβαση, πλούσια σε συγκεκριμένες αναφορές στις πράξεις και τα έγγραφα, σαρώνει από την κατάσταση του Magnaghi σε εκείνη κάποιων παντοβάνων κατηγορούμενων (Bianchini, Serafini, Del Re). «Και δεν θα έπρεπε, λοιπόν ναι,  — καταλήγει η παρέμβαση — “να ντρεπόμαστε” που κατηγορίες σχηματίστηκαν με τέτοιον τρόπο ώστε να παρατείνουν επ’ αόριστον τους όρους και τις ημερομηνίες της προληπτικής φυλάκισης, για να κρατήσουν κόσμο στην φυλακή πέρα από κάθε λογικό όριο, τέλος πάντων, ώστε να εκτίσει την ποινή προληπτικά?». Στο περιθώριο βέβαια ο Paolucci διατηρεί για τον εαυτό του την δυνατότητα να μπορεί να πει τον τελευταίο λόγο. Τα όσα είπαν οι Cacciari και Rodotà για τον Paolucci είναι απαράδεκτα. «Άλλο είναι, όντως, να προκαλεί ανησυχίες, καθόλα νόμιμες, το  κατηγορητήριο; άλλο είναι να χαμηλώνει ο τόνος της κουβέντας από την κριτική στην προσβολή […] πρόκειται πάντα για ένα κατηγορητήριο που αξίζει σεβασμό». Να λοιπόν: οι Cacciari και Rodotà προσβάλουν (μα που και πως?) οπότε δεν μιλάω άλλο.

Μεταξύ του 1981 και του 1982, ακριβώς όπως είχε γίνει ένα χρόνο πριν με την απαγωγή D’Urso, τα χρονικά επιστρέφουν να διασταυρώνουν την 7 aprile και τις BR. Η φυσική γειτνίαση των φυλακισμένων έχει πλέον μετατραπεί σε ένα αναπόσπαστο κουβάρι. Όπου υπάρχουν οι BR υπάρχει η Autonomia και συνεπώς η 7 aprile. Στις 17 δεκεμβρίου 1981 απαγάγεται στην Verona ο αμερικανός στρατηγός James Lee Dozier. Η απαγωγή ολοκληρώνεται στην Padova στις 28 ιανουαρίου 1982 όταν μια ομάδα των NOCS, χάρη στην υπόδειξη ενός μετανιωμένου, εισβάλει σε μια γιάφκα στην οδό Pindemonte και ελευθερώνει τον στρατηγό. Η εξίσωση είναι γρήγορη και ξεκάθαρη: Padova=Autonomia. Αναδύεται η υποψία. Για κάποιους (l’Unità για παράδειγμα) είναι μια επιβεβαίωση, για άλλους μια σύμπτωση που πρέπει να αποδειχθεί. Γεγονός είναι πως οι ομολογίες του Antonio Savasta, ενός από τους ταξιαρχίτες του commando, οδηγούν στην φυλακή και πολλούς αγωνιστές ή πρώην αγωνιστές του χώρου της Αυτονομίας. Η υποψία κυκλοφορεί ήδη από τις αρχές ιανουαρίου όταν εξ αιτίας της σύλληψης τεσσάρων αυτόνομων κατάσχονται «έγγραφα με περιεχόμενο σίγουρα παράνομο, μα δίχως (έτσι τουλάχιστον φαίνεται) αναφορές σε συγκεκριμένες τρομοκρατικές ενέργειες». Το γράφει η εφημερίδα il Gazzettino στις 2 ιανουαρίου του 1982 που τιτλοφορεί “η Autonomia έχει έναν ενεργό ένοπλο βραχίονα που δρα σε σχέση με τις Brigate Rosse”. «Σύμφωνα με τους καραμπινιέρους, κάποιοι από αυτούς τους αυτόνομους δεύτερου επιπέδου,  (που δεν είχαν τελείως καεί από την έρευνα του Calogero) μόλις αποφυλακίστηκαν απομακρύνθηκαν από το κίνημα.Και αυτοί ακριβώς έσφιξαν δεσμούς με τις ερυθρές ταξιαρχίες». Η επιβεβαίωση στις υποψίες των αρχών του έτους έρχεται με τις ομολογίες του Antonio Savasta. Η πιο σημαντική σύλληψη σχετική με τις αποκαλύψεις του είναι εκείνη του Fausto Schiavetto, ερευνητού στου Ινστιτούτου ιστορίας των Πολιτικών Επιστημών. Η σύλληψη του ερμηνεύεται σαν μια επιπλέον απόδειξη της σύνδεσης  7 aprile- BR. Μάλιστα γίνεται λόγος για μια νέα διερεύνηση. Μιλούν στην Unità της 11 φεβρουαρίου. “Από τις έρευνες επάνω στην απαγωγή Dozier γεννιέται μια νέα έρευνα στην Padova”, υπότιτλοι στο άρθρο “Autonomia, ανοίγει εκ νέου το κεφάλαιο”. Στην σύνοψη: “Οι ομολογίες πολλών μετανιωμένων έφεραν ξανά στο προσκήνιο πρόσωπα ήδη εμπλεκόμενα στην 7 aprile. Ποιες ήταν οι σχέσεις με τις BR?”. «Μια φωνή που διαχέεται στην Padova εξηγεί το πως οι δικαστές θα είχαν αρχίσει ξανά να εμβαθύνουν τις στενές σχέσεις που υπάρχουν ανάμεσα στις BR και την οργανωμένη Αυτονομία». Η σχέση μεταξύ BR και 7 aprile συγκροτείται από την σύλληψη του Schiavetto. Αυτό είναι το πορτρέτο του και ο ρόλος που είχε στην έρευνα 7 aprile όπως το διηγείται ο Michele Sartori:

ο Fausto Schiavetto, 37 χρονών, υπήρξε επί μακρόν στρατευμένος στο κομουνιστικό Κόμμα: επαρχιακός γραμματέας της νεολαίας του κόμματος FGCI στα τέλη των χρόνων εβδομήντα, στην συνέχεια δημοτικός σύμβουλος. Στις πολιτικές Επιστήμες είχε πάρει το δίπλωμα του, και παρέμεινε στην σχολή ως καθηγητής, εγκαταλείποντας προοδευτικά το κόμμα και πλησιάζοντας την ομάδα Negri, στην οποίαν πλέον παραμένει μόνιμα μέχρις ότου ξεσπά η έρευνα 7 aprile.  Εκείνη την διερεύνηση το όνομα του την διατρέχει πολλές φορές: η χωρισμένη του γυναίκα μαρτυρεί για πολλές συναντήσεις οργανωτικές της κορυφής των αυτόνομων στο σπίτι τους, και αναφέρει και σχέσεις του Schiavetto με τον Daniele Pifano. O ανακριτής (Palombarini, σημειώνει μια ) αντιθέτως τον είχε ακούσει μόνο σαν μάρτυρα υπεράσπισης άλλων καθηγητών των πολιτικών επιστημών που είχαν συλληφθεί. […] Ένας από τους φύλακες του Dozier θα είχε αναφέρει πως ναι, σχετικά με αυτά που εγνώριζε, όλο εκείνο το υλικό παρέχονταν στις BR από  τους υπεύθυνους του τομέα  “αντιπληροφόρησης” της Αυτονομίας της Πάντοβα. Ονόματα, κανένα. […] Εάν τα λόγια έχουν κάποιο νόημα, αυτό σημαίνει πως υπάρχει μια ευρεία δομή που είναι και παραμένει αυτόνομη. Όμως χτυπιέται περνώντας διαμέσου των Ερυθρών Ταξιαρχιών. Οι οποίες για να την γνωρίζουν με τόσην ακρίβεια θα έπρεπε έτσι κι αλλιώς να διατηρούσαν με αυτήν στενές σχέσεις και όχι περιστασιακές.

Μια κουβέντα που κυλά ομαλά. Οι κατηγορούμενοι της 7 απρίλη συνδέονται με την απαγωγή Dozier. Η σύλληψη του Schiavetto (ο οποίος, πρέπει να γνωρίζουμε, στην δίκη θα αθωωθεί) το 1982 για την Unità είναι μια απόδειξη. Οπότε το θεώρημα Calogero βρίσκει μιαν ακόμη επιβεβαίωση.

Στις 4 φεβρουαρίου, δίχως πολλές φανφάρες, ο Carlo Fioroni αφήνει την φυλακή της Matera όπου βρίσκονταν έγκλειστος για τον θάνατο του Carlo Saronio. Γιατί να γίνει λόγος εξάλλου? Διότι οι εφημερίδες, και κυρίως η Unità και η Corriere, είχαν πάντοτε υποστηρίξει την αξιοπιστία της ομολογίας του, απ’ όπου κατάγεται το blitz της 21 δεκεμβρίου 1979, με την επιχειρηματολογία πως αυτή δεν μπορούσε να είναι “ενδιαφερόμενη”, να έχει συμφέρον δηλαδή, διότι τότε δεν είχαν ακόμη προβλεφθεί εκπτώσεις ποινής για τους “μετανιωμένους”. La legge Cossiga infatti venne dopo le confessioni rilasciate nel dicembre del ’79. Στον Fioroni πάντως εφαρμόστηκε, σε δεύτερο βαθμό, μια ουσιαστική έκπτωση ποινής. Τα 27 χρόνια μειώθηκαν σε 10 και τέλος σε 7 με την αμνηστία των τελευταίων 3 χρόνων. Είναι ενδιαφέρον να δούμε το πως οι εφημερίδες διηγούνται αυτή την αποφυλάκιση. Πρώτη απ’ όλες η Corsera που στις 5 φεβρουαρίου αφιερώνει στην είδηση ένα άρθρο στα χαμηλά της πέμπτης σελίδας. Το τίτλος εντυπωσιάζει διότι δεν κάνει καμία αναφορά στην 7 aprile ούτε στην απαγωγή Saronio: “Ελεύθερος από εχθές ο Fioroni (υπόθεση Feltrinelli) ο πρώτος μετανιωμένος της ιταλικής τρομοκρατίας”. Και στον υπότιτλο “μετά από επτά χρόνια στο σωφρονιστικό ίδρυμα προστατεύεται από αστυνομικούς”. Ο ρόλος του Fioroni στην περίπτωση Feltrinelli είναι ίσως το πιο ανούσιο πράγμα που θα μπορούσε να ειπωθεί για λογαριασμό του. η Repubblica αφιερώνει στον Fioroni το άνοιγμα της έβδομης σελίδας, “ο Fioroni επιστρέφει στην ελευθερία, υπήρξε ο πρώτος των μετανιωμένων”, και μια μικρή συνέντευξη, “Δεν το περίμενα”, στην οποίαν ο  “καθηγητάκος” επιβεβαιώνει τους ηθικούς και πολιτικούς λόγους στην βάση της μετάνοιας του. ο Fabrizio Ravelli την απελευθέρωση του Fioroni την διαβάζει με αυτό τον τρόπο: «ο Fioroni επιστρέφει ελεύθερος με ένα μέτρο που έχει την βαρύτητα ενός μηνύματος που στέλνεται στην γενιά των μετανιωμένων. Δύσκολα θα ξανά ακούσουμε να μιλούν για αυτόν. Αφήνει πίσω του τα τέσσερα κελιά που είχαν τροποποιηθεί σε διαμέρισμα στην ειδική ακτίνα της φυλακής της Matera και ξεκινά μιαν ύπαρξη  “κυνηγημένου”. Κανείς δεν ομιλεί πλέον γι αυτόν, το πιθανότερο είναι πως τους παρείχαν τα μέσα για να το σκάσει από το αμείλικτο κυνήγι που από τα σήμερα και στην συνέχεια το ένοπλο κόμμα θα εξαπολύσει εναντίον του». η Unità δημοσιεύει την είδηση στην δεύτερη σελίδα με μιαν έκδοση ολοκληρωτικά αφιερωμένη στις εξελίξεις της απαγωγής Dozier κάτω από τους υπότιτλους “Κι άλλα κτυπήματα στην τρομοκρατική εκτροπή, νέες συλλήψεις, μετά την επιχείρηση Dozier και την ανακάλυψη και άλλων γιαφκών”. Το άρθρο, “Επιστρέφει ελεύθερος ο Carlo Fioroni, ο πρώτος που συνεργάστηκε με την δικαιοσύνη”, μιλά  ξανά για τις πιο σημαντικές αποκαλύψεις του μετανιωμένου για την δίκη 7 aprile.

Στις 7 ιουνίου 1982 στην Roma θα έπρεπε να ξεκινήσει η ακροαματική φάση της δίκης 7 aprile. Η δίκη θα πρέπει να διεξαχθεί μπροστά στο πρώτο Κακουργιοδικείο ταυτόχρονα με την δίκη των ταξιαρχιτών υπεύθυνων της δολοφονίας του Aldo Moro. Οι δυο διαδικασίες θα έπρεπε να διεξάγονται εναλλάξ μέρα παρά μέρα μπροστά στην ίδια δικαστική έδρα. Οι κατηγορούμενοι της ομάδας 7 aprile διαμαρτύρονται παραπονούμενοι για τον κίνδυνο πρόκλησης σύγχυσης που αυτή η αλληλεπικάλυψη θα μπορούσε να γεννήσει στην κοινή γνώμη και η έδρα προσανατολίζεται πράγματι για μιαν αναβολή στο νοέμβρη της δίκης. Οι κοντινές στην έναρξη της ακρόασης ημέρες προσφέρουν έτσι κι αλλιώς στις εφημερίδες την ευκαιρία για να αφιερώσουν μεγάλο χώρο με δουλειές που ξεδιπλώνουν, σχεδόν συνολικά, τις κατηγορίες στους εναγόμενους.  η  Gazzettino σε αυτή την αναπαράσταση αφιερώνει μάλιστα ένα ειδικό αφιέρωμα δημοσιευμένο σε δυο συνέχειες στις 4 και 5 ιουνίου 1982. Δυο σελίδες που κάνουν εντύπωση διότι δίδουν χώρο αποκλειστικά στις θέσεις που εκτίθενται στην παραπομπή σε δίκη από τον δικαστή Francesco Amato. Το πρώτο μέρος, εκείνο της 4 ιουνίου, παρουσιάζει ένα “γενικό” πλάνοτου κατηγορητηρίου σε εννέα στήλες, με υπογραφή του Enzo Iacopino, υπό τον τίτλο: “ο Toni Negri ήταν ο ηγέτης μιας ένοπλης συμμορίας που έσπερνε μίσος και στόχευε στον εμφύλιο πόλεμο”. Στο μέσον ψηλά στην σελίδα μια κάρτα, με τον έλεγχο των αδικημάτων, “όλα τα αδικήματα, έγκλημα προς έγκλημα”, και στο βάθος η κάρτα εννέα κατηγορουμένων. Εννέα φωτογραφίες  (Negri, Bignami, Monferdin, Vesce, Ferrari Bravo, Gavazzeni, Maesano, Strano, Scalzone) και μια μικρή στήλη που παρουσιάζει για τον καθένα τις κυριότερες κατηγορίες. Όλα υπό τον τίτλο: “Τα πιο γνωστά πρόσωπα μιας συνωμοσίας που ήθελε να καταστρέψει την Repubblica”. Στο εσωτερικό χαμηλά που είναι αφιερωμένο στους κατηγορούμενους μια κάρτα για τους δικαστές της έδρας, “ο Santiapichi, μια εγγύηση για Κράτος και κατηγορούμενους”.

Η επόμενη συνέχεια του αφιερώματος του Gazzettino, δημοσιευμένη στις 5 ιουνίου, επικεντρώνει αντιθέτως την προσοχή, με άρθρα που λειτουργούν σαν “κάρτες εμβάθυνσης”, επάνω σε μεμονωμένα εγκλήματα για τα οποία κατηγορούνται οι εναγόμενοι. Ο τίτλος στην κεφαλή, σε εννέα στήλες, αναφορικά με το άρθρο για την ληστεία του Argelato: “Σκότωναν λέγοντας: «Είμαστε αυτόνομοι»”. Ο υπότιτλος είναι: “Οι επιχειρήσεις της μπάντας του Toni Negri: η δολοφονία του Argelato του δεκανέα Andrea Lombardini”. Ψηλά  στην σελίδα και το σχόλιο του Enzo Iacopino: “Απειλούν την ελευθερία” (να σημειωθεί η χρήση του παρόντος για πρόσωπα που εδώ και τρία χρόνια κρατούνται στην φυλακή). «Έσπερναν βακίλους θανάτου. Το έκαναν για πολλά χρόνια με μια escalation που, για όσον τους αφορά, κατέληξε με την δολοφονία του Carlo Saronio. […] Είναι επίσης σε ανθρώπους σαν κι αυτούς που ο καθένας από εμάς οφείλει την μείωση των προσωπικών χώρων ελευθερίας που καθορίστηκε από μιαν νομοθεσία εξαίρεσης-έκτακτης ανάγκης που κατέστη απαραίτητη από την πρακτική του μίσους, όνειρο και προορισμός του Toni Negri και της μπάντας του. Ναι, εκτός απ’ τα πολλά πένθη, σε αυτούς οφείλουμε και αυτό». Στην μέση και χαμηλά της σελίδας ανακατασκευάζονται άλλα τρία επεισόδια για τα οποία κατηγορείται ο Negri: η επίθεση στην Face-Standard (“Δισεκατομμύρια ζημιών εξ αιτίας του κόκκινου τρόμου”), ο θάνατος του Saronio (“Όταν ο σύντροφος σκότωσε τον σύντροφο”), και μια λίστα απαγωγών, μεταξύ των οποίων μια για τον Eugenio Cefis, και επιθέσεις που, σύμφωνα με την κατηγορούσα αρχή, το Potere operaio θα είχε σχεδιάσειa (“Montedison, δημοσιογράφοι και καθηγητές στο σκόπευτρο των «εργατών» του Negri”). Δυο μικρές στήλες αφιερώνονται επίσης στον “Fioroni: ο πρώτος μεταξύ των μεγάλων μετανιωμένων” και “Piperno και Pace, δυο απουσίες ανησυχητικές”.

η Corriere della Sera βγαίνει στο θέμα στις 6 ιουνίου  υποδεικνύοντας ήδη στο συνοπτικό πως “προβλέπεται η αναβολή για το φθινόπωρο μετά από μια ή δυο ακροαματικές διαδικασίες”. Το αφιέρωμα αποτελείται από ένα άρθρο, με τίτλο σε έξι στήλες, του Paolo Graldi, “Στο κακουργοδικείο ο Negri και άλλοι 71 της 7 aprile”, και ένα σχόλιο του Giancarlo Pertegato (χρονογράφου ο οποίος μαζί με τον Antonio Ferrari διηγήθηκε την αυγή της έρευνας) που αναρωτιέται: “Η στρατιά της τρομοκρατίας είχε ένα γενικό επιτελείο?”. ο Pertegato διαπιστώνει τις θετικές συνέπειες της έρευνας (η εξαφάνιση του ανατρεπτικού φαινομένου από την Padova) και αναρωτιέται εάν θα γίνει δυνατό να αποδειχθεί πως η Autonomia operaia ήταν πραγματικά μια οργάνωση με έναν διευθυντικό εγκέφαλο.

η Unità, που τις προηγούμενες ημέρες αγνόησε πως η προθεσμία πλησίαζε, δημοσιεύει στις 8 ιουνίου ένα σύντομο άρθρο του Sergio Criscuoli, “Ξεκίνησε και αμέσως ανεβλήθη η δίκη της 7 aprile”. “Αίθουσα γεμάτη δικηγόρους, κλουβιά των κατηγορουμένων έρημα”, είναι ο υπότιτλος.

Και στην συνέχεια, προαναγγελθέντος, η αναβολή για τις 9 Νοεμβρίου. Μα η ιστορία που διηγούμαστε είναι ένα είδος  “ατέλειωτης ιστορίας” (που δεν οριοθετείται στον χρόνο και ίσως ούτε και στον χώρο). Τον νοέμβρη η Έδρα, υπερφορτωμένη από την εργασία της δίκης Moro, επιλέγει μιαν επί πλέον τεχνική αναβολή για την άνοιξη του 1983. Η περίπτωση ωστόσο πρέπει να υπογραμμιστεί: για πρώτη φορά ο professor Antonio Negri εμφανίζεται πίσω από τα κάγκελα σε μιαν αίθουσα bunker. Η δεύτερη αναβολή προκαλεί απογοήτευση.η  Gazzettino, που δείχνει να στοχεύει πολύ στο θεώρημα Calogero (επίσης διότι η δίκη Moro θα είχε δείξει μιαν συγκεκριμένη «ιστορική ιδεολογική συνέχεια και συνάφεια» ανάμεσα στην Autonomia και τις BR) είχε αποστείλει στην περιοχή τον Giampiero Rizzon. η Lietta Tornabuoni, που ακολουθεί αυτή την σύντομη εμφάνιση για την εφημερίδα la Stampa του Torino, αντιθέτως καταγράφει μιαν σουρεαλιστική ατμόσφαιρα που θα μεταφερθεί επίσης στην συνέχεια και από άλλους μάρτυρες της επανέναρξης της δίκης. Γεγονός είναι πως αυτή που ανακοινώθηκε στην αρχή σαν η  “δίκη του αιώνα”, δεν έχει τίποτα που να προκαλεί εντύπωση. Πίσω από τα κάγκελα, οι κατηγορούμενοι, περισσότερο από στρατηγικός εγκέφαλος της ιταλικής τρομοκρατίας, μοιάζουν μοναχά σαν άνθρωποι εκτός τόπου. η Tornabuoni καταγράφει αυτό το είδος απογοήτευσης σε ένα κομμάτι, “Τα χαμένα χρόνια της 7 aprile”, δημοσιευμένο στις 10 νοεμβρίου 1982. «Με την αναγγελία της έναρξης κανείς δεν φωνάζει, κανείς δεν διαμαρτύρεται πίσω από τα κάγκελα, ανάμεσα σε εκείνα τα συζητήσιμα πρόσωπα, πρόσωπα που ταιριάζουν στο πανεπιστήμιο, στο βιβλιοπωλείο ή στο σεμινάριο, ανάμεσα σε εκείνες τις γενειάδες που γκριζάρισαν λιγάκι,  με τα κοτλέ τους ρούχα, εκείνες τις πρόωρες φαλάκρες». Οι γνώμες που εκθέτονται από την Tornabuoni μεταφέρουν μιαν αίσθηση “αποστράτευσης”, ενός δραστικού ξεφουσκώματος της δίκης. όπως εκείνη του Marco Boato: «Μια παρόμοια ιδέα κατέρρευσε, του Negri και των άλλων σαν ιδεολόγων ή εγκεφάλων των BR δεν γίνεται πλέον λόγος εδώ και κάποιο διάστημα […] Φυσικά για τους θεσμούς είναι πολύ ντροπιαστικό να πρέπει να φέρουν στο φως το ξεφούσκωμα αυτής της ιστορίας…». η Tornabuoni καταλήγει με αυτό τον τρόπο: «Εάν οι ιστορικές πολιτικές δίκες έβλεπαν στην κοινή γνώμη τον ανταγωνισμό μεταξύ συντηρητικών και προοδευτικών, αυτή η υπόθεση πλήγωσε την ιταλική αριστερά χωρίζοντας το PCI από όλες τις άλλες ομάδες ή κόμματα. Έχοντας γίνει σήμερα λιγότερο αποδεικτικοί, και οι κομουνιστές εκφράζουν την λύπη τους για την αναβολή: σχεδόν τέσσερα χρόνια προληπτικής φυλάκισης είναι μια απρέπεια, προειδοποιεί η Amnesty International, και η “περίπτωση 7 aprile” πρέπει απλούστατα να ξαναγίνει η “δίκη 7 aprile”».

“Η δίκη σε λίστα αναμονής. Νέα ακροαματική διαδικασία αναβολή της 7 aprile στην Roma”, τιτλοφορεί η Unità της 10 νοεμβρίου. Να σημειώσουμε πως εδώ και πολύ καιρό η εφημερίδα του PCI παραπονιέται για την καθυστέρηση της δίκης. Ο λόγος βρίσκεται στο γεγονός πως τα κακουργοδικεία στην Roma είναι μονάχα τρία και όλα κατειλημμένα με σημαντικές δίκες. Το PCI, σημειώνει εδώ και καιρό η Unità, έχει υπογράψει μια πρόταση νόμου για την δημιουργία μιας τέταρτης έδρας. ο Sergio Criscuoli καταγράφει και νέες πολεμικές μεταξύ κατηγορουμένων και PCI:

”Εάν η δίκη δεν ξεκινά ζητούμε την αποφυλάκιση με εγγύηση για όλους τους φυλακισμένους κρατουμένους ”, επάνω σε αυτό το σύνθημα έχτισαν όλοι τα λόγια τους, στα οποία η δίκαιη διαμαρτυρία για την απίστευτη αλυσίδα αναβολών συνοδεύεται από τις πλέον κοινότοπες υπερασπιστικές θέσεις σύμφωνα με τις οποίες η απαγγελία κατηγορίας για την  7 aprile θα ήταν μια υπερβολή, θα ήταν στημένη, μια προσπάθεια δηλαδή να δικαστούν οι ιδέες, που φυσικά προωθούσε το ΚΚΙ. Οι συνήθεις επιθέσεις στο κομουνιστικό κόμμα προτείνονται ξανά με τρόπο προσωποποιημένο και  σαφή. Οι κατηγορούμενοι θυμώνουν με το “Τμήμα για τα προβλήματα του Κράτους” του PCI, ανακαλώντας στην μνήμη του χρονογράφου τους χρόνους κατά τους οποίους μπάντες ένοπλων αυτόνομων, μεταξύ επιθέσεων με πυροβολισμούς και μιας προλεταριακής απαλλοτρίωσης τριγυρνούσαν γράφοντας στους τοίχους το όνομα του συντρόφου  Pecchioli con la kappa, με κ δηλαδή

Η απόφαση προκαλεί πάντως και μεγάλες πολεμικές, τόσο από την μία όσο και από την άλλη πλευρά. Εξοργίζεται ο Giorgio Bocca στην Repubblica της 11 νοεμβρίου, σε ένα λακωνικό σχόλιο με τίτλο “Η δίκη της 7 aprile”. «Η αναβολή της δίκης 7 aprile είναι το  τελευταίο μιας ντροπιαστικής σειράς, αν και μπορεί να γυρίσει υπέρ των κατηγορουμένων και της δικαιοσύνης. Ντροπιαστική λόγω του ότι ένα πολιτισμένο Κράτος δεν κρατά στην φυλακή τους πολίτες του για τρία χρόνια δίχως να τους δικάσει, και δεν τους κρατά ενώ την ίδια ώρα ελευθερώνει τους σίγουρα ενόχους όπως εκείνον τον Fioroni, που σήμερα εξαφανίστηκε στο πουθενά, που απήγαγε και σκότωσε τον καλύτερο του φίλο». ο Bocca υποστηρίζει πως, σχετικά με εκείνη των ταξιαρχιτών, αυτή της “7 aprile” είναι «μια άλλη ιστορία, μια άλλη ανθρωπότητα». «Το μοναδικό ανατρεπτικό σχέδιο ή ο εγκέφαλος της τρομοκρατίας υπήρξαν στην καλύτερη των περιπτώσεων μια εξαναγκαστική ερμηνεία, μια υπερβολή κάτι θεληματικό, μια επιθυμία, σίγουρα όχι αξιέπαινη, των κομμάτων για να λυγίσουν την δικαιοσύνη προς δικό τους όφελος, σύμφωνα με τα συμφέροντα τους». Εξοργίζεται για την εκ νέου αναβολή της δίκης ξανά η Unità. Ταυτόχρονα με εκείνο του Bocca βγαίνει ένα άρθρο με υπογραφή του Ibio Paolucci με τίτλο “Σκανδαλώδεις καθυστερήσεις για την δίκη 7 aprile”, και στον υπότιτλο “Ενώ συνεχίζεται μια παράλογη πολεμική με το PCI”. «Ανυπόφοροι και σκανδαλώδεις: δεν βρίσκουμε άλλα επίθετα για να χαρακτηρίσουμε τους χρόνους της καθυστέρησης στην έναρξη της δίκης αποκαλούμενης 7 aprile», γράφει ο Paolucci. Μα γιατί είναι σκανδαλώδης αυτή η καθυστέρηση?

Έχει επιτευχθεί μια κατάσταση εξευτελιστική για ένα κράτος δικαίου. Με εκείνη την δίκη “σε λίστα αναμονής” , οι κατηγορούμενοι μπορούν να επιβεβαιώσουν πως αυτή η δίκη, δεν είναι επιθυμητή, πως θέλουν να την “θάψουν κάτω από την άμμο” και να την  “κρύψουν” για να προστεθεί στην συνέχεια πως πρόκειται για μιαν δίκη “σχεδόν δίχως συγκεκριμένα αδικήματα” (και αντιθέτως υπάρχουν δεκάδες και δεκάδες, συμπεριλαμβανομένων δολοφονιών), καρπός (το λέει ο prof. Antonio Negri) “σκευωριών οργανωμένων από τις μυστικές υπηρεσίες, από την αντιδραστική δικαιοσύνη, από τον διαπλεκόμενο τύπο και από τις πολιτικές δυνάμεις του ιστορικού συμβιβασμού Επί πλέον αυτή η κατάσταση που έχει βαλτώσει, επιτρέπει στον εκπρόσωπο των κατηγορουμένων να επιρρίψει ευθύνες ενάντια σε ένα νομικό της πολιτικής αγωγής, τον Fausto Tarsitano που απλώς τελεί το καθήκον του δικηγόρου (του οποίου εδώ στο πλάι δημοσιεύουμε μιαν επιστολή απάντησης) και ενάντια στο κόμμα μας, που εκείνης της  »συνωμοσίας” θα ήταν ο μεγάλος σκηνοθέτης».

Εκείνη του Tarsitano, δικηγόρου ναι της πολιτικής αγωγής, μα εκείνο που ίσως μετρά περισσότερο, στελέχους του PCI, είναι μια φιγούρα που θα είναι αντικείμενο πολεμικών από πλευράς υπεράσπισης για όλη την διάρκεια της δίκης.

To 1981 και το 1982 αντιπροσωπεύουν ένα είδος κρανίου τόπο. Μια ολίσθηση που έχει παραχθεί από τις συνεχείς αναβολές της δίκης και από την προληπτική φυλάκιση. Η προσοχή των εφημερίδων, απόντων των σημαντικών ειδήσεων, δεν μπορεί παρά να μεταβάλλεται. Είναι δυο χρονιές που σφίγγονται μεταξύ δυο χρονικών: εκείνου της διερευνητικής φάσης (’79 και ’80) και εκείνου της δίκης (’83-’84). Παράθυρα ανοίγονται σπασμωδικά ταυτόχρονα με την κατάθεση των δικαστικών εγγράφων. Το χρονικό όμως μοιάζει αρτηριοσκληρωτικό, ακραία παθητικό. ο Calogero σέρνει την αμφιβολία πως ο Negri και η 7 aprile μπορούν να συνδεθούν εκ νέου με την απαγωγή Moro? Έτσι είναι. Ξεχνώντας τον Peci και όλα τα υπόλοιπα. Τα στοιχεία που εξυψώνονται είναι μόνο εκείνα που επιβεβαιώνουν την αρχική εικόνα. Τα κατηγορητήρια παρέχουν πλέον τα σωστά λόγια που πρέπει να περιληφθούν. Είναι κομμάτια που κατά τα άλλα θεωρούνται εύκολα. Όχι γιατί δεν υπάρχει πολύ διάβασμα που θα προκαλέσει κούραση. Μα διότι πλέον είναι γνωστό τι πρέπει να ψαχτεί  μέσα σ’ εκείνες τις χιλιάδες σελίδες.

8. 1983 — 1984: η δίκη

Το 1983 είναι η χρονιά κατά την οποίαν ξεκινά, επί τέλους, η δίκη 7 aprile. Mα υπάρχει ακόμη χρόνος για μιαν mini αναβολή. Η έναρξη των ακροάσεων ορίσθηκε για τις 24 φεβρουαρίου αλλά η ημερομηνία θα αναβληθεί για τις 7 μαρτίου λόγω της έναρξης στο Milano μιας ανάλογης δίκης στην Autonomia που βλέπει εμπλεκόμενους, αν όχι τους κατηγορουμένους (στους οποίους δεν παραχωρήθηκε η άδεια μεταφοράς) τουλάχιστον τους δικηγόρους. Η προσοχή, παρότι είναι γνωστή ήδη η προβλεπόμενη αναβολή για τα μέσα του μαρτίου, είναι υψηλή.  Οι τίτλοι των μεγάλων εφημερίδων είναι πάντως αρκετά ουδέτεροι, και φέρονται να καταγράφουν περισσότερο την πολυπλοκότητα της υπόθεσης παρά ένα θόρυβο που πλέον τέτοιος δεν υπάρχει. η Corriere della Sera κάνει λόγο στις 24 φεβρουαρίου, με την πένα του Antonio Ferrari, στην σελίδα 7. Ένα άρθρο σε επτά στήλες πλαισιωμένο από μιαν μεγάλη foto του Toni Negri. “Πως γεννήθηκε η Autonomia Operaia στην Padova”, είναι ο τίτλος. Ο  υπότιτλος: “Η δίκη επτά απρίλη ύστερα από σχεδόν τέσσερα χρόνια από τις πρώτες συλλήψεις των leader της άκρας αριστεράς”. Να καταγράψουμε πως σχεδόν το ένα τρίτο της μεγάλης σύνοψης (αντίθετα από το άρθρο που συμπυκνώνει το άρθρο  σε λίγες γραμμές) θυμίζει πως “Ο παντοβάνος ανακριτής Giovanni Palombarini, αντιθέτως, θεώρησε τις ενδείξεις ανεπαρκείς ώστε να υποδειχθεί η ύπαρξη της ένοπλης συμμορίας που ο δημόσιος κατήγορος εντόπισε”. Όπως συνέβη και τον προηγούμενο νοέμβρη ο Ferrari καταγράφει μια κάποια αποξένωση: «Ο χρόνος φαίνεται να έχει μειώσει το μεγάλο ζήτημα, που άνοιξε η 7 aprile του ’79, σε μιαν απλή διαλεκτική άσκηση: ωσάν η πολεμική για τον εγγυητισμό να είναι η μοναδική ψυχή της δίκης, ωσάν η συζήτηση να πρέπει να παραμείνει στον αέρα, μετέωρη, και να μην κατέβει στα συγκεκριμένα επεισόδια: στις νύχτες με τις φωτιές, στις επιθέσεις, στις ληστείες, στις απόπειρες απαγωγής, στα κρυμμένα σε αποθήκες όπλα, στις κλοπές ταυτοτήτων. Υπάρχει ένας ξεκάθαρος διαχωρισμός ανάμεσα στην πολεμική και την πραγματικότητα».

Όμως το μεγάλο τσίρκο της πληροφόρησης είναι κινητοποιημένο. Μπορούμε να μιλήσουμε για ένα είδος κυκλώματος. Αναπτύσσονται μηχανισμοί και απεσταλμένοι, μα στην συνέχεια η πλατεία για το κοινό (με την γελοία ιδιαιτερότητα πως οι τρεις πρώτες σειρές αφήνονται κενές για λόγους ασφάλειας) αποκαλύπτεται κενή. Ίσως τον κόσμο δεν τον ενδιαφέρει πλέον το θέμα και οι εφημερίδες προσαρμόζονται. ο Paolo Guzzanti, απεσταλμένος για την Repubblica, καταγράφει όλο αυτό στις 25 φεβρουαρίου του’83. Το άρθρο, έχει τίτλο: “Επιτέλους έφθασε η μέρα του Toni Negri και των φίλων του”. Ο υπότιτλος: “Ήρεμος, κομψός, άσπροι οι κρόταφοι, ένα χαμόγελο αμήχανο” αναφέρεται στον Negri. Ένα πορτρέτο για το στυλ του πρωταγωνιστή που ξεκινά από την ενδυμασία και φθάνει στις εκτιμήσεις του κατά πόσον οι κατηγορούμενοι είναι αστοί ή προλετάριοι. Όλοι καλοντυμένοι, κι ένας, ο Negri ακριβώς, που είναι και υποψήφιος στις επόμενες πολιτικές εκλογές. «Τα τελευταία “click” των φωτογράφων ακολουθούν τα “zip” των φερμουάρ. Μεγάλες τσάντες και μηχανήματα στην πλάτη, οι κυνηγοί εικόνων προχωρούν προς την έξοδο. […] Μα το  πάθος, το δράμα, δεν ειδώθηκε».
Στις 26 φεβρουαρίου, όταν καταγράφεται η νέα αναβολή (“Ανεβλήθη για της 7 μαρτίου η δίκη ενάντια στον Negri” στην Corriere σε έξι στήλες) και η εφημερίδα της via Solferino βουτά στην ατμόσφαιρα. «Εκείνα τα ζωγραφισμένα και αδιαπέραστα κλουβιά, αυτά τα κάγκελα που καθιστούν ομιχλώδη τα εσωτερικά, και όπου τα πρόσωπα μοιάζουν καθαρά και οι φωνές φυσικές που συγκρατούνται από το μέταλλο παραμένουν μια εικόνα ανυπόφορη, διότι είναι επίσης η εικόνα μιας δικαιοσύνης που παρουσιάζεται στο  ραντεβού με τους κατηγορούμενους σε τέσσερα χρόνια απόσταση από την σύλληψη τους» γράφει Graldi στο κομμάτι με το ρεπορτάζ. Στον Ferrari το καθήκον να καταγράψει ξανά την απογοήτευση (το άρθρο έχει τίτλο “Λίγοι θεατές, κάποιες αψιμαχίες”): «Είναι μια δίκη που έχει σμικρυνθεί, αυτή της 7 aprile, ενάντια στους αρχηγούς της οργανωμένης Autonomia operaia, με άρωμα τρομοκρατίας. Σμικρύνθηκε γιατί δεν είναι όπως πριν. Στην θέση του πάθους και των πολεμικών μπήκε η σιωπή, ή μια γενικευμένη απουσία. […] Απέχει η προσοχή της κοινής γνώμης, που μοιάζει κουρασμένη γι αυτές τις υποθέσεις πολιτικό-δικαστικές, μακρές και δυσκίνητες».

Στις 7 μαρτίου, επιτέλους, ξεκινά η πραγματική δίκη.Eπαναλαμβάνεται και καταγράφεται μια αβυσσαλέα απόσταση ανάμεσα στην σοβαρότητα των κατηγοριών και της ατμόσφαιρας στην αίθουσα. Το bunker του Foro Italico φρουρείται ακόμη και με ένα αμφίβιο θωρακισμένο και από ελικόπτερα που πετούν στον ουρανό. Τα metal detector στην είσοδο συλλαμβάνουν κάθε μεταλλικό αντικείμενο. Οι δημοσιογράφοι, η Rossanda, η Tornabuoni, Graldi, καταγράφουν τις πρώτες δικαστικές αψιμαχίες. Διαβάζοντας το άρθρο της Corriere, “Το κράτος πολιτική αγωγή στην δίκη της Roma ενάντια στον Negri και άλλους 70 αυτόνομους κατηγορούμενους”, θαμμένο στο βάθος της έβδομης σελίδας, η δίκη του αιώνα είναι μια θανάσιμη ανία. Η μοναδική εφημερίδα που καταφέρνει να δώσει ζωντανή μιαν ημέρα στην οποίαν έτσι κι αλλιώς θέλει αποδώσει μεγάλη προσοχή είναι το Manifesto, που επικεντρώνει το  βλέμμα του στην απρόοπτη σύνταξη σαν πολιτική αγωγή του Ιταλικού Κράτους. Το γεγονός διηγείται ένας νεότατος Gianni Riotta (“Το κράτος ζητά και τις ζημιές από τους κατηγορούμενους για επανάσταση”). «Η μεγάλη δίκη για την μεγάλη ένοπλη επανάσταση ενάντια στις εξουσίες του κράτους καθίσταται μικρή μικρή, σαν λεπτοδουλειά, σαν σχολαστική λογιστική κατάσταση, έκθεση. Γιατί το κράτος νιώθει την ανάγκη να συσταθεί σαν πολιτική αγωγή? Διότι έχει ένα “αντικειμενικό δικαίωμα” και συνεπώς θέλει να κυνηγήσει τους κατηγορούμενους για τις επιταγές  “εκατό εκατομμυρίων” που έδωσε στα θύματα της τρομοκρατίας». Συστήνονται λοιπόν πολιτική αγωγή ενάντια στους κατηγορούμενους της 7 aprile «η προεδρία του υπουργικού συμβουλίου, το υπουργείο οικονομικών, των εσωτερικών και της δικαιοσύνης». Εκτός απ’ τον Riotta, όπως ειπώθηκε, το Manifesto τοποθετεί την Rossanda, έκπληκτη από την ανάγνωση των απαγγελιών κατηγορίας:

Υπάρχει απ’ όλα. Όχι, λείπει ο βιασμός, πρέπει να ξεχάστηκαν, το παρέβλεψαν. Η αίθουσα θα έπρεπε να ακούει κεραυνοβολημένη και αντιθέτως ακούει απόμακρη, δίχως να πιστεύει στ’ αυτιά της, την διαπερνά μια δυσφορία. […] Παράξενο που, αφού πληροφορηθήκαμε πως εκείνη η χούφτα διανοουμένων κατηγορήθηκαν ούτε λίγο ούτε πολύ και για ένοπλη επανάσταση και εμφύλιο πόλεμο, ούτε ένας από αυτούς ή ένας δικηγόρος υπεράσπισης ή ένας καραμπινιέρος δεν μπορεί να πει: “Συγνώμη, κύριε πρόεδρε, για ποιον εμφύλιο πόλεμο μιλάτε? Ποια επανάσταση? Που? Πότε?”. […] Όλο και λιγότερο, μέσα σε αυτόν τον ανοιξιάτικο ήλιο, πιστεύω πως εδώ υπάρχει η θέληση να γίνει η γιορτή στην Autonomia. Αυτήν προσπαθεί να την κάνει ο Spataro στο Milano, ο Calogero στην Padova. Εδώ, στον Foro Italico, στην σκηνή βρίσκεται το θεώρημα του μοναδικού ανατρεπτικού εγκεφάλου που σκηνοθέτησε τα πάντα στην Italia.

Και η Silvana Mazzocchi, που παρακολουθεί τώρα την δίκη για την Repubblica, μιλά για την σύσταση σαν πολιτική αγωγή του Κράτους. “Το Κράτος πολιτική αγωγή στην δίκη 7 aprile. «Δέχτηκε μιαν θεσμική ζημιά»” τιτλοφορεί στην σελίδα 14. η Mazzocchi μιλά για μάχη καθαρά συμβολική: «Στην υπόθεση 7 aprile, περισσότερο απ ότι σε άλλες, η διαδικαστική μάχη που χαρακτηρίζει κάθε ξεκίνημα δίκης, φάνηκε από τις πρώτες στιγμές κυρίως συμβολική. […] Κάνει εντύπωση πως, στην αίθουσα όπου τελείται μια από τις πιο μεγάλες δίκες αυτής της δικαστικής εποχής, που ορίζεται τουλάχιστον από τους πάντες μια δίκη με πολιτικά κίνητρα, γίνεται λόγος σε αυτή την φάση περισσότερο για υλικές ζημιές, για  αποζημιώσεις και για χρήμα κι όχι για κινδύνους επανάστασης,  ένοπλων συμμοριών ή τρομοκρατίας, που επίσης είναι έννοιες εμπνευσμένες από την μεγάλη διάταξη παραπομπής στην δίκη».

Πρέπει να πούμε πως οι εφημερίδες στην αρχή ακολουθούν την δίκη με μεγάλη σχολαστικότητα. Η 7 aprile επιστρέφει λοιπόν να είναι συνεχής παρουσία στις εφημερίδες. Πρόκειται όμως σχεδόν για ένα ρεπορτάζ σχεδόν αφηρημένο. Ακόμη λιγότερη σημασία δίδεται όταν είναι καθημερινό. Μιλάμε για μιαν στείρα έκθεση ανταλλαγής διατυπώσεων δίχως κανένα σχόλιο, δίχως καμιά πρωτότυπη πρόταση, μιαν επαλήθευση, μια τρίτη φωνή.  Από τις πολλές γραμμένες δημοσιογραφικές αναφορές προτείνεται ένα πλάνο επικεντρωμένο στους κατηγορούμενους και στα πιο ανάγλυφα γεγονότα, τα πιο σημαντικά.

Η δίκη είναι, πρέπει να το αναγνωρίσουμε, βαρετή. Οι μοναδικές εξάρσεις χρήσιμες για το ρεπορτάζ προέρχονται από τις ακροάσεις των σημαντικότερων κατηγορουμένων. η Corriere della Sera τους ακολουθεί με τον Marco Nese. Και πρέπει να πούμε πως αυτή, μετά από τέσσερα χρόνια, είναι η πρώτη ευκαιρία που δίδεται στους Emilio Vesce, Luciano Ferrari Bravo και άλλους να μιλήσουν, να ακουστεί από το κοινό η φωνή τους, να έχουν ένα πρόσωπο στην εφημερίδα συνεπώς να βγουν από την σκιά  του Toni Negri κάτω από την οποίαν βρίσκονταν μέχρι εκείνη την στιγμή. Ο πρώτος μεγάλος κατηγορούμενος που απάντησε στις ερωτήσεις των δικαστών είναι ο Luciano Ferrari Bravo. “o Ferrari Bravo στους δικαστές : «Γιατί σύμφωνα με εμένα ήταν ένα λάθος η ποινικοποίηση της Autonomia»” ο τίτλος της Corriere στις 4 μαίου. ο Ferrari Bravo (φυσικά χαρακτηρίζεται με βάση της σχέσης του με τον Negri, συνεπώς στους υπότιτλους “Ο βοηθός του Negri…”) εκθέτει στην ανάκριση εκείνη που είναι η ερμηνεία του για την ιταλική τρομοκρατία και για τις συνέπειες που η 7 aprile θα είχε επί αυτής. Είναι μια εξήγηση που θα αναδυθεί ξανά πολλές φορές (κυρίως στην Gazzettino της οποίας ο Ferrari Bravo στα χρόνια Ενενήντα θα γίνει ένας από τους προτιμώμενους συνεντευξιαζόμενους) και που αναφέρεται με καθαρότητα και απλότητα:

Ο θάνατος του Tobagi — υποστηρίζει ο Ferrari Bravo — έγινε όταν εμείς της Autonomia βρισκόμασταν στην φυλακή και δεν μπορούσαμε πλέον να επιτελέσουμε εκείνο τον ρόλο ελέγχου και φρένου σε μιαν μεγάλη ζώνη νεαρών […] Στην πραγματικότητα οι πρώτοι νεκροί από την τρομοκρατία έγιναν το 1980, ύστερα από την εξάλειψη της δικής μας πολιτικής διαμεσολάβησης: εάν εξετάσουμε πως πήγαν τα πράγματα στο Veneto, θα δούμε πως η φάλαγγα των Brigate Rosse έβαλε πόδι μετά την σύλληψη μας. το PCI οδήγησε μια πολιτική μάχη ενάντια σε εμάς και το Κράτος δεν μπόρεσε να καταλάβει τι συνέβαινε […] Το σημείο εκκίνησης για να γίνουν αντιληπτά τα επεισόδια τρομοκρατίας είναι το  1977 όταν αναπτύχθηκε ένα μεγάλο και διαρθρωμένο νεανικό Κίνημα. οι Brigate rosse μελέτησαν καλά το φαινόμενο και όταν απήγαγαν τον Aldo Moro κατά την γνώμη μου δεν είχαν σαν στόχο να νικήσουν το ιμπεριαλιστικό Κράτος και να χτυπήσουν τον ιστορικό συμβιβασμό.  Σκοπός τους ήταν να ανυψώσουν το επίπεδο της σύγκρουσης για να παρασύρουν μαζί τους όλους εκείνους του Κινήματος. οι BR ήθελαν να επιβάλουν την ηγεσία τους σε όλες τις ομάδες.

Στις 11 μαίου είναι η ώρα του Emilio Vesce (“Στην δίκη 7 aprile ο Vesce δηλώνει: «Είμαι ένας ανατρεπτικός μα δεν έκανα ποτέ να χυθεί μια σταγόνα αίμα», πάντα στην Corriere). «Σαν να παρέδιδε μάθημα, ο Vesce ξεσκονίζει τον Marcuse, την “φωτισμένη” σκέψη του, ανακαλεί τον γαλλικός μάη και το μεγάλο όνειρο του τότε, εκείνο της “σύνδεσης των αγώνων των φοιτητών με εκείνους των εργατών”». Πρέπει να πούμε πως το καθήκον να συνοψίσουμε σε άρθρα των 50-60 γραμμών το  πολύ ανακρίσεις τόσο μεγάλες σε μέγεθος (μπορούν να διαβαστούν εξ ολοκλήρου σε δυο βιβλία που υποδεικνύονται στην βιβλιογραφία) είναι επιχείρηση πραγματικά απίθανη. Ο χρονογράφος όντως δεν καταφέρνει να μεταγγίσει στο κομμάτι την αίσθηση του παραλόγου που συλλέγεται στα πρακτικά. Οι αποδείξεις και οι ενδείξεις γι αυτούς τους δυο κατηγορούμενους είναι πράγματα και γραπτά τόσο ασήμαντα που είναι αδύνατον να εξηγηθούν σε λίγες σειρές.  Έτσι ο χρονογράφος σίγουρα είναι αναγκασμένος όπου μπορεί να κάνει μιαν αναφορά και αλλού να κάνει ένα collage των καλύτερων παραθέσεων και εκείνων που πολιτικά είναι οι σημαντικότερες. Τίποτα περισσότερο και ειλικρινά θα ήταν άδικο να περιμένουμε περισσότερα, να έχουμε μεγαλύτερες απαιτήσεις δηλαδή. Όμως το αποτέλεσμα που έχουμε είναι εκείνο του να βρισκόμαστε μπροστά σε ανθρώπους, τους κατηγορούμενους,  “έξω απ’τον κόσμο”,  που τους αποδίδουν ένοπλη εξέγερση και επανάσταση και οι οποίοι ξεκινούν να συζητούν για τον Marcuse, το ’68, το σοσιαλιστικό PSIUP και για τις διάφορες φάσεις της ζωής του κινήματος  δίχως να έχουν την πλήρη κατανόηση της σοβαρότητας των κατηγοριών που τους απευθύνονται.

Στα τέλη του μαίου όλοι οι προβολείς ανάβουν ξανά, είναι η σειρά του professor Negri, και η 7 aprile επιστρέφει στην πρώτη σελίδα. Η πρώτη ανάκριση λαμβάνει χώρα στις 25 μαίου. “ο Negri διηγείται την δική του αλήθεια για την Autonomia” ο τίτλος της Corriere στην πρώτη σελίδα την επόμενη ημέρα. “Κύριο θέμα της ακροαματικής διαδικασίας ο δεσμός μεταξύ των εξωκοινοβουλευτικών ομάδων και BR – «Μέχρι το ’74 είχα τρεις ή τέσσερις συναντήσεις με τον Curcio. Οι συζητήσεις ήταν γύρω από την πολιτική στρατηγική» – «Δεν έχω τίποτα κοινό με τους ζοφερούς εκπροσώπους της τρομοκρατίας»”, λέγει συνοπτικά. Το άρθρο αφιερώνει στον κατηγορούμενο ένα πορτραίτο και στην συνέχεια ξεκινά με το collage από αναφορές και ανταλλαγές διατυπώσεων με τον πρόεδρο της Έδρας. «ο Negri — καταλήγει ο Marco Nese — έκανε έναν μονόλογο ενός τετάρτου της ώρας που κάποιος χαρακτήρισε “ένα μάθημα του καθηγητού για το ’68. Άλλοι, πιο κακόβουλοι, μίλησαν για μιαν “πρώτη αγόρευση” (ο Negri είναι υποψήφιος στις επόμενες εκλογές με τις λίστες των ριζοσπαστών)».
Πολύ πιο ενδιαφέρουσα και ζωντανή η δεύτερη ημέρα της ανάκρισης. Οι ερωτήσεις των δικαστών οδηγούν τον Negri να αναπαραστήσει τις επαφές με τον Giangiacomo Feltrinelli και με τον Renato Curcio. “ο Negri: οι διάλογοι μου με τους  Feltrinelli και Curcio”, τιτλοφορεί η Corriere στην δεύτερη σελίδα. Στην σύνοψη μια περίληψη της ανάκρισης: “ο καθηγητής, ανακαλώντας στην μνήμη του τις σχέσεις με τον εκδότη, μίλησε για την στράτευση του με την κουλτούρα της αριστεράς — «Κι όμως δεν πέθανε από την κουλτούρα», αντιγυρίζει ο πρόεδρος Santiapichi – «Πρότεινε το άμεσο πέρασμα στην ένοπλη πάλη, μια οπτική από  την οποίαν βρισκόμουν πολύ μακριά – συνέχισε ο κατηγορούμενος — μόνο ένας τρελός θα πάει να βάλει μια βόμβα στον στύλο» – Όταν το ’73 οι ταξιαρχίτες είπαν πως ήταν απαραίτητη η επίθεση στο Κράτος «οι δρόμοι μας χώρισαν»”. ο Nese καταγράφει έναν μεγαλύτερο εκνευρισμό από πλευράς Negri, τα γελάκια του που εμβολίζουν τις σημαντικότερες φράσεις, τα επιφωνήματα όπως «Oh, Χριστέ, Θεέ» και τις αντεγκλήσεις με τους δικαστές («Mα αν ήμουν ταξιαρχίτης θα σας το λεγα » αναφωνεί ο Negri).

Η ανάκριση συνεχίζεται. Στις εφημερίδες της πρώτης ιουνίου ήρθε ο καιρός να ακολουθηθεί η διεθνής πίστα και να ελεγχθούν οι δηλώσεις του Fioroni. “Στην δίκη ο παντοβάνος καθηγητής αντέκρουσε τις κατηγορίες διασυνδέσεων με τους παλαιστινίους αντάρτες” είναι ο υπότιτλος στο άρθρο “Negri: ήταν ο Fioroni υπέρ του ένοπλου αγώνα όχι εγώ” δημοσιευμένο στην Corriere. Μεταξύ των ζεστών θεμάτων: μια επιστολή του ’71 που θα έκαναν δυνατή την υπόθεση μιας σχέσης μεταξύ Potere operaio και τους παλαιστινίους αντάρτες για την παρακολούθησε ενός σεμιναρίου «α.» που οι ερευνητές ερμηνεύουν σαν «ανταρτοπόλεμο», και οι μαρτυρίες του Fioroni μεταξύ των οποίων εκείνη σύμφωνα με την οποίαν ο Negri «είχε ένα προνομιακό κανάλι  με τον Gheddafi». Στις διασυνδέσεις με τους παλαιστινίους τρυπώνει το κομμάτι της Unità που παρακολουθεί την δίκη με τον Sergio Criscuoli. “Μια κάρτα από την Beirut: «Αγαπητέ Toni, για το σεμινάριο α. όλα είναι έτοιμα» τιτλοφορεί η εφημερίδα του PCI. Σε σχέση με την Corriere, η Unità δίδει μεγαλύτερη σημασία σε αυτή την αναφορά, υποδεικνύει μιαν μεγαλύτερη ασάφεια του Negri (που λέει πως δεν θυμάται) και μιλά αντιθέτως, σχετικά λίγο για τον Fioroni.
Η έβδομη ακρόαση του Negri ανάβει αρκετά. “ο Negri προσβάλει τους μετανιωμένους και παραθέτει Brecht”, είναι ο περίεργος τίτλος της Unità που προσεγγίζει δυο γεγονότα όχι πολύ ομοιόμορφα. ο Criscuoli μεταφέρει μια περίληψη σχεδόν στενογραφική κάποιων ανταλλαγών σχολίων μεταξύ του Negri και του Προέδρου και προσθέτει εκεί πάνω στην κεφαλή μια ανασκόπηση των προσβολών που μοίρασε ο Negri στα κείμενα: «Borromeo, Borromeo…τον ξαναείδα εδώ μετά  από επτά χρόνια σαν το ηλίθιο φάντασμα ενός ζωντανού προσώπου […] ο Fioroni είναι ένας μανιακός, ένας πράκτορας προβοκάτορας, ένας καϋμενούλης».

Η δίκη συνεπώς άρχισε πραγματικά και φαίνεται να εισέρχεται σε ζωντανή φάση. Μα ο Calogero σταμάτησε? Την Πέμπτη 23 ιουνίου  1983 ξεσπά ένα ακόμη blitz. Θα περάσει στην ιστορία και στα χρονικά σαν το “εκλογικό blitz” διότι λαμβάνει χώρα ακριβώς παραμονές των πολιτικών εκλογών που στις 26 ιουνίου είδαν την εκλογή στο Κοινοβούλιο του Negri. η Repubblica αφιερώνει στην επιδρομή ένα άρθρο στην σελίδα 15, με υπογραφή Roberto Bianchin, που πλέον ακολουθεί τα γεγονότα στην Πάντοβα. “Πήρε μπρος η 7 aprile bis”, ο τίτλος της εφημερίδας του Scalfari, μα στην πραγματικότητα πρόκειται για το έβδομο blitz στον κύκλο τεσσάρων χρόνων:

Ο δικαστής υπέγραψε σαράντα ένα εντάλματα σύλληψης και έναν απροσδιόριστο αριθμό δικαστικών ειδοποιήσεων.Ο μισός αριθμός αφορούσε παλιούς κατηγορούμενους της 7 aprile ’79 ήδη φυλακισμένους, όπως οι  Toni Negri, Emilio Vesce, Luciano Ferrari Bravo και το άλλο μισό επανέφερε στα κάγκελα στελέχη της Αυτονομίας που είχαν συλληφθεί πριν τέσσερα χρόνια και που στο μεταξύ είχαν βγει λόγω παρέλευσης των όρων ή για λόγους υγείας όπως οι Marzio Sturaro, Luciano Mioni, Alberto Galeotto, Susanna Scotti και πολλοί άλλοι. Αντιθέτως κάποιοι φυγοδικούν όπως  Alisa Del Re, που εδώ και πολύ καιρό είχε καταφύγει στο Παρίσι, οι Pietro Despali, Gianfranco Pancino. […] Επί πλέον τα νέα εντάλματα σύλληψης ανοίγουν ξανά τους όρους της προληπτικής φυλάκισης για πολλούς κατηγορούμενους που ήδη έχουν περάσει, για τα ίδια αδικήματα, διάφορα χρόνια στην φυλακή αναμένοντας να δικαστούν. […] Στον καθηγητή ο Calogero δεν προσάπτει πλέον την ένοπλη εξέγερση, για την οποίαν ήδη κατηγορείται, μα τον κατηγορεί, μαζί με άλλους, για κατοχή όπλων (εκείνα που χρησιμοποιήθηκαν στις επιθέσεις στο Veneto από το ’78 και μετά και άλλα που θα τους παρείχε το Rosso) με σκοπό να ανατρέψουν την Κρατική νομοθεσία και τάξη με το επιβαρυντικό στοιχείο πως έδρασαν με πολλούς άλλους.

Οι δικηγόροι των κατηγορουμένων παραπονιούνται πως το blitz θα ήταν καρπός μόνον μιας νέας ερμηνείας γνωστών ήδη συμβάντων και ήδη στην βάση άλλων επιχειρήσεων.

Περνούν οι σπουδαίες ακροάσεις και οι “προβολείς ” σβήνουν. Στα τέλη ιουνίου ο Toni Negri, υποψήφιος στην Camera στις λίστες των radicali, εκλέγεται στο Κοινοβούλιο με δεκαπέντε χιλιάδες σταυρούς προτίμησης οπότε αποφυλακίζεται. Η δέσμευση που ο Toni Negri ανέλαβε με τους εκλογείς είναι εκείνη του να προωθήσει μιαν υπέρβαση της νομοθεσίας εξαίρεσης και να πολεμήσει ενάντια στην χυδαιότητα της προληπτικής φυλάκισης. Όμως η εισαγγελία ζητά από το Κοινοβούλιο τόσο την εξουσιοδότηση να προχωρήσει εναντίον του βουλευτού όσο και την σύλληψη του. Στα μέσα του σεπτέμβρη η  Camera παραχωρεί αμφότερες τις εξουσιοδοτήσεις και του Negri χάνονται τα ίχνη. Τώρα ο κατηγορούμενος Toni Negri είναι φυγόδικος.

Το φθινόπωρο του 1983 περνά μέσα σε “μικρότερες” ακροάσεις-ανακρίσεις και την επανεμφάνιση των παλαιών κατηγοριών.  “ο Negri κατηγορείται για την δολοφονία Campanile” τιτλοφορεί η Corsera στις 12 oκτωβρίου (“Nέες κατηγορίες για τον φυγόδικο βουλευτή και στην δίκη 7 aprile” λέγουν οι υπότιτλοι). Η κατηγορία εμφανίστηκε όπως θα θυμηθούμε και στην περίοδο του blitz στις 21 δεκεμβρίου ’79 μα στην συνέχεια αποσιωποιήθηκε. Οι  “νέες κατηγορίες” είναι καρπός της κατάθεσης στην αίθουσα στην Roma της Caterina Pilenga. Η αίθουσα του δικαστηρίου επιβεβαιώνεται τόπος  “ενθυμήσεων”. Δεν επανεμφανίζεται μονάχα η ιστορία του Potere operaio, μα και η ατμόσφαιρα που βιώθηκε στο Πανεπιστήμιο της Padova. Στις 23 νοεμβρίου στις εφημερίδες εμφανίζεται η μαρτυρία του καθηγητού  Severino Galante. “Έτσι η Αυτονομία τρομοκρατούσε το Πανεπιστήμιο”, τιτλοφορεί η Corriere, που γράφει:

“Μας κάνει να ζήσουμε ξανά  “τα χρόνια του μολυβιού” στην Πάντοβα ο καθηγητής Severino Galante, καθηγητής της ιστορίας των πολιτικών κομμάτων στην ίδια σχολή του Toni Negri και δημοτικός σύμβουλος του PCI. ο Galante κατέθεσε στην δίκη 7 aprile […] Ήταν διαδεδομένη άποψη στο Πανεπιστήμιο — είπε ο καθηγητής — πως ο Toni Negri ήταν ο αδιαφιλονίκητος ηγέτης της Autonomia […] Σε μιαν περίπτωση ο Galante άκουσε  τον συνάδελφο του Sabino Acquaviva να δηλώνει: “ο Negri είναι ο αρχηγός του αστικού ανταρτοπόλεμου” […] “Είδα με τα μάτια μου τον καθηγητή Luciano Ferrari Bravo και την συνάδελφο Alisa Del Re ενώ εκπονούσαν μαζί με τους φοιτητές αφίσες που περιείχαν απειλές, εκφοβισμούς ή απλή προπαγάνδα”.

Τον νοέμβρη φθάνει στην αίθουσα ο πιο σημαντικός μάρτυρας, ο συνδικαλιστής της κομουνιστικής CGIL και στρατευμένος στο PCI Antonio Romito. Η δική του, δεδομένης της απουσίας του Fioroni, είναι μια από τις κυριότερες μαρτυρίες της δίκης. Το αποτέλεσμα είναι μια μισή άρνηση όσων δήλωσε στην διάρκεια των ανακρίσεων του Calogero. “7 aprile: μάρτυρας σε πολεμική με τον Calogero”, τιτλοφορεί η Corriere. «Ο “σούπερ μάρτυρας” Antonio Romito, ο άνθρωπος επάνω στης δηλώσεις του οποίου ο παντοβάνος δικαστής Pietro Calogero έχτισε την έρευνα 7 aprile, συνεχίζει να είναι πολύ αόριστος στην διήγηση του. […] ο Romito έκανε και δηλώσεις που θα μπορούσαν να επηρεάσουν στην τελική εκτίμηση της υπόθεσης 7 aprile. Σύμφωνα με τον Romito, όντως, παρότι παραμένουν έγκυρα τα περιεχόμενα των πρακτικών από τις ανακρίσεις που συνέταξε ο dottor Calogero, παρόλα αυτά πρέπει να τους δοθεί ένα νέο κλειδί ανάγνωσης, διότι, γράφοντας τα,  “ξέφυγε πολύ μπροστά στα σχήματα”».

Πρακτικά ο μάρτυρας κλειδί της 7 aprile λέει πως ερμηνεύτηκε κακώς, ή καλύτερα “παρερμηνεύτηκε”. Η απομυθοποίηση της μαρτυρίας περνά μέσα από την ανάμνηση συγκεκριμένων γεγονότων. «Είπε πως άκουσε, στο συνέδριο της Rosolina, τον Negri και τον Piperno να εκφράζουν απόψεις θετικές σχετικά με τις απαγωγές του Sossi και του Amerio. “Mα οι απαγωγές έγιναν ένα χρόνο μετά το συνέδριο!”, φώναξαν μέσα απ’ το κλουβί. Τότε ο Romito είπε πως άκουσε τα σχόλια των δυο leaders σε κάποιαν άλλη περίπτωση». Είναι λίγες γραμμές μα και η Corriere μετά τον μάρτυρα Romito περιγράφει το όλον με τόνους σουρεαλιστικούς και δύσπιστους. Και μετά, σαν να μην έφτανε η αρχή, υπάρχουν οι άμεσες αντιπαραθέσεις με τους κατηγορούμενους. “Ίσως δεν θυμάμαι καλά τραυλίζει στον Dalmaviva ο μάρτυρας του Calogero”, τιτλοφορεί το Manifesto στις 24 νοεμβρίου. ο Romito, που χαρακτηρίζεται από το Manifesto «καλογερική φάλαγγα της κατηγορούσας αρχής», μπροστά σε έναν κατηγορούμενο που τον προτρέπει προχωρά με τα “λένε” και τα  “δεν θυμάμαι καλά”.

Πιθανότατα ο Sergio Criscuoli της Unità παρακολούθησε μιαν διαφορετική ακροαματική διαδικασία. Το άρθρο, πολύ σύντομο και επιφυλακτικό μα στην κεφαλή της σελίδας 5, έχει τίτλο “Ο μάρτυρας  Romito πρόσωπο με πρόσωπο με τρεις κατηγορούμενους της 7 aprile επιβεβαιώνει όλες τις καταθέσεις του”. Δεν υπάρχει ούτε λέξη γύρω από τους ενδοιασμούς και τις δυσκολίες που οι άλλες εφημερίδες εκθέτουν. Γράφει ο Criscuoli: «Το βήμα του είναι αποφασιστικό, λίγο θυμωμένο, στο πρόσωπο του έχει τις ρυτίδες της πίκρας. Ύστερα από τέσσερα χρόνια απειλών, ανησυχιών, τις ψυχικές έγνοιες της συζύγου και των παιδιών, περιφερόμενος στην Ιταλία και στο εξωτερικό κάτω από την προστασία των συντρόφων του συνδικάτου και του ΚΚΙ, η στράτευση του για την δικαιοσύνη τελείωσε […] ο Romito επιβεβαιώνει μέχρι το τελευταίο κόμμα την κατάθεση του […] Στην συνέχεια ο μάρτυρας τίθεται σε αναπαράσταση τόσο με τον Lauso Zagato όσο και με τον Gianni Sbrogiò: και στις δυο περιπτώσεις απορρίπτει τις αιτιάσεις των κατηγορουμένων, επιβεβαιώνοντας όλες τις δηλώσεις του».
Πιο ουδέτερη η Repubblica που τιτλοφορεί στα βάθος της σελίδας 13 “Romito και Dalmaviva πρόσωπο με πρόσωπο” που όμως αναφέρει για τις δυσκολίες του Romito στην διάρκεια των άμεσων αντιπαραθέσεων με τους κατηγορουμένους.

Όσον αφορά τον παντοβάνο κορμό η πορεία πλησιάζοντας την δίκη, της οποίαν η έναρξη είναι ορισμένη για τις 19 δεκεμβρίου είναι διάσπαρτη με αναπαραστάσεις και παλιές-νέες αποκαλύψεις. Μα, ενώ οι εθνικές εφημερίδες είναι ακόμη όλες επικεντρωμένες στον ρωμαϊκό κορμό, είναι η il Gazzettino που μετακινεί σταδιακά την προσοχή στα θέματα που θα συζητηθούν στην Padova. Το κάνει ο Gabriele Coltro που από το 1983 θα ακολουθήσει σταθερά την δίκη. Ανάμεσα στους κυριότερους “σταθμούς” προσέγγισης σημειώνεται η είδηση (Gazzettino, 18 νοεμβρίου) πως “Και η il Gazzettino ζημιωμένη στην μεγάλη δίκη”, σχετικά με μια εισβολή που συνέβη στις 25 οκτωβρίου του 1976 στην σύνταξη της Πάντοβα της εφημερίδας από μιαν τριανταριά αυτόνομους. Η δίκη στην πόλη είναι «ένα γιγάντιο puzzle», η γραμματεία του δικαστηρίου στην πόλη είναι βυθισμένη στην δουλειά.  «Ένα πραγματικό βουνό διαταγμάτων παράθεσης να σταλθούν στους 95 τρέχοντες κατηγορούμενους, στους αντίστοιχους δικηγόρους, στους πάνω από  250 μεταξύ μαρτύρων και ζημιωθέντων πλευρών». Μια από τις πιο σημαντικές αποκαλύψεις (που θα εμφανιστεί τον δεκέμβρη και σε μιαν από τις ακροαματικές διαδικασίες στην Ρώμη) θα έρθει από τον κατηγορούμενο Roberto Sandalo, έναν «big» της ιταλικής τρομοκρατίας. Δυο τα σημαντικά γεγονότα στα οποία μπορεί να καταθέσει. Κυρίως η εκτέλεση δυο φασιστών το 1974 στην via Zabarella (μα οι εκδοχές που απολαμβάνουν μιας κάποιας αξιοπιστίας είναι μάλιστα τρεις). «Η δεύτερη αποκάλυψη που έγινε στους δικαστές από τον Roberto Sandalo, αφορά το σχέδιο μιας επίθεσης στον αναπληρωτή εισαγγελέα Pietro Calogero, δημόσιο κατήγορο στην μεγάλη δίκη που θα ξεκινήσει στις 19 δεκεμβρίου που μας έρχεται. Ενάντια στο αυτοκίνητο του δικαστού ένα commando θα έπρεπε να ρίξει χτύπημα με bazooka». Το σχέδιο στην συνέχεια θα παρέμεινε στα χαρτιά διότι κόπηκε από πλευράς του εθνικού εκτελεστικού της Prima Linea.

Τον δεκέμβρη ξεκινά (κι εδώ ψεύτικη εκκίνηση) η δίκη για τον κορμό της Πάντοβα. Μια άριστη ευκαιρία για να ενωθούν οι δυο διαδικασίες σε ένα ενιαίο τμήμα της εφημερίδας. όπως κάνει η Corriere που στις 20 δεκεμβρίου συνενώνει κάτω από τον ίδιο τίτλο και ίδιους υπότιτλους (με διαφορετικά συνοπτικά όμως) τις δυο ανταποκρίσεις από Padova και από Roma. Ο τίτλος αναφέρεται στην έναρξη της νέας δίκης, “Ξεκίνησε στην Padova η δίκη στην Autonomia”. Ο υπότιτλος, “Στην 7 aprile ο Sandalo αποκαλύπτει το σχέδιο μιας επίθεσης στον Calogero”. Κι επίσης: “Η καινούργια και τεράστια αίθουσα-bunker όμως ήταν άδεια: από τους 95 κατηγορούμενους παρουσιάστηκαν 5; απών το κοινό”. «Άνοιξε με μιαν απεργία. Δεν απήργησαν οι άνθρωποι της δικαιοσύνης ή τα θύματα μιας δεκαετίας τρόμου, αυτομόλησαν, με αποφασιστικότητα, oι κατηγορούμενοι, οι συγγενείς των κατηγορουμένων, οι υποστηριχτές  […] Έτσι στο τεράστιο bunker, σκοτεινό από τα φώτα neon, που χτίστηκε σε χρόνο ρεκόρ στην εξοχή της Padova (κόστος: 9 δις) ακριβώς στην πλάτη της φυλακής, και διπλάσιο από εκείνο της Roma, στο Foro Italico, ήταν σχεδόν έρημο. Άδειο ένα απ’ τα κλουβιά, άδεια η πλατιά περιφραγμένη σκάλα για τους ελεύθερους κατηγορούμενους, άδειο το μεγάλο τετράγωνο προορισμένο για το κοινό. Τους μετρήσαμε: υπήρχαν δέκα άνθρωποι». Και μιας και η πρώτη ημέρα δίκης περνά μέσα στις χρονοβόρες διαδικασίες η Corriere συνοψίζει την περίπλοκη δικαστική παντοβάνα περίπτωση: «Η τρέχουσα ακροαματική διαδικασία, συνενώνει, όπως είναι γνωστό, τρεις έρευνες, που συντονίζει ο δημόσιος κατήγορος Pietro Calogero: η πρώτη ανέρχεται στο 1977, η δεύτερη στην περίφημη 7 aprile 1979 (που αποκεφαλίστηκε από τους VIP, δικηγόροι στην Roma), η τρίτη στο άλλο blitz του Calogero της11 μαρτίου 1980. Παραμένουν απ έξω άλλες δυο: το dossier της Quaresima-Σαρακοστής 1982, που συνενώνει τις γαμποποιήσεις (στον δημοσιογράφο Garzotto και στον professor Ventura) και τους τραυματισμούς των καθηγητών Petter, Marone, Trovato, Cillo, Tarantello, Lucarello, Molinari, κλπ, τις βραδιές με τις φωτιές τις επιθέσεις στα γραφεία DC στην πόλη και έξω; και μετά το τελευταίο blitz της 23 του περασμένου ιουνίου κατά το οποίο ο Calogero προσαρμόζει τον στόχο του περίφημου “θεωρήματος του” και, παίρνοντας ξανά τις παλιές κατηγορίες, τις χωρίζει σύμφωνα με τις ιστορικές περιόδους και τις πολιτικές ονομασίες. Είναι αλήθεια, ένα μεγάλο μισό των προσωπικοτήτων που εμπλέκονται σε αυτές τις μελλοντικές δίκες βρίσκεται ήδη στον έλεγχο των τρεχόντων κατηγορουμένων. Γιατί λοιπόν να μην τους ενώσει όλους σε μια δίκη?» Εκείνο λοιπόν που όντως περιμένουμε, καταλήγει ο Gino Fantin, είναι η αναβολή. Το άλλο άρθρο που δημοσιεύεται από την Corriere αφορά αντιθέτως των ρωμαϊκό κορμό. “Στην Roma ανακρίθηκε και ο Carlo Casirati (υπόθεση Saronio) — Ανάμεσα στα πολλά «δεν θυμάμαι» μίλησε για τις συναντήσεις με τον Negri που θα του είχε κάνει «πλύση εγκεφάλου»”, είναι η σύνοψη. Και η μαρτυρία στην αίθουσα του Casirati, μετά από αυτήν του Romito, τέλος πάντων, δεν ανταποκρίνεται στις προσδοκίες. «Πριν τρία χρόνια έκανε στον μιλανέζο δικαστή Spataro μιαν διήγηση πλούσια σε λεπτομέρειες. Σήμερα, στην δίκη 7 aprile, δεν θυμάται πλέον τίποτα διότι “πέρασε πολύς καιρός”. ο Carlo Casirati είναι ένας ακόμη μετανιωμένος που — αφού έλαβε τα οφέλη από τον νόμο (είναι ελεύθερος παρότι καταδικασμένος για την απαγωγή Saronio) — έχασε την μνήμη. Ή διατηρεί αναμνήσεις πολύ γενικού χαρακτήρα».

η Repubblica συνενώνει τις δυο ειδήσεις στην σελίδα 17. Η τιμητική θέση ανήκει στην κατάθεση του Casirati. “«Mου προτάθηκαν ληστείες ». Mα η επαφή του ήταν πάντα ο Fioroni”, ο τίτλος. «Όταν εισέρχεται ο Carlo Casirati στην αίθουσα της 7 aprile οι κατηγορούμενοι βγαίνουν συμβολικά απ’ τα κλουβιά για να “διαμαρτυρηθούν ενάντια σε εκείνον που απήγαγε τον φίλο”». Και για την Silvana Mazzocchi, που έγραψε το κείμενο, ο Casirati «μοιάζει μπερδεμένος και ενοχλημένος». Αυτό που προσλαμβάνουμε από την ανάκριση είναι πως η “σαφής” επαφή του (δηλαδή το μοναδικό πρόσωπο με το οποίο μίλησε για εγκληματικές πράξεις ) ήταν ο Carlo Fioroni. Την πρώτη ακρόαση στην Πάντοβα παρακολούθησε ο Roberto Bianchin (“Μόνο πέντε κατηγορούμενοι στο bunker στην Padova”). η Repubblica περιγράφει και τις εντάσεις στην διάρκεια της παραμονής. «Να ζωντανέψει την παραμονή υπήρξε ένα raid των “κομουνιστικών πυρήνων” ενάντια στην “Ward-Glass”, το εργοστάσιο που παρείχε τα αλεξίσφαιρα τζάμια για τα κλουβιά των κατηγορουμένων, και εμφανίστηκαν συνθήματα που έλεγαν”εδώ κατοικεί ο προβοκάτορας χαφιές υπηρέτης του Calogero και του PCI” στους τοίχους των σπιτιών κάποιων μαρτύρων όπως οι Antonio Romito, Gianni Canova, Antonio Temil, των καθηγητών Severino Galante και Angelo Ventura».

(13 – CONTINUA) 13 – ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ

I giornali a processo: il caso 7 aprile – Quattordicesima parte

αυτονομία, autonomia

Οι εφημερίδες σε δίκη: η υπόθεση 7 απριλίου, δέκατη τρίτη συνέχεια – I giornali a processo: il caso 7 aprile – Tredicesima parte

autonomiI giornali a processo: il caso 7 aprile – Tredicesima parte Η δέκατη τρίτη συνέχεια της δίκης στις εφημερίδες για την υπόθεση της 7ης απρίλη

του Luca Barbieri

Qui le precedenti puntate. εδώ οι προηγούμενες συνέχειες

(c) 2002 – Eπιτρέπεται η μερική ή πλήρης αναπαραγωγή του έργου και η διάδοση του ηλεκτρονικά, φτάνει να μην είναι για εμπορικούς σκοπούς και με τον όρο πως αυτή η διατύπωση θα αναπαραχθεί.

Στα εντάλματα σύλληψης δεν γίνεται λόγος για τραυματισμούς που συνέβησαν αυτά τα χρόνια στην Padova. Μα πάντοτε σύμφωνα με φήμες κάποια από τα πρόσωπα που συνελήφθησαν θα μπορούσαν να έχουν σχέση στην φάση προετοιμασίας τουλάχιστον μιας γαμποποίησης, πρόκλησης αναπηρίας δηλαδή, ενώ, πάντοτε σύμφωνα με μισές λέξεις, υπάρχει κάποιος που προσθέτει: “Προς στιγμήν για συμβάντα αιματηρά δεν γίνεται λόγος διότι ο δικαστής δεν θα ήταν ευχαριστημένος”. Συνεπώς θα έπρεπε να περιμένουμε πολλές εκπλήξεις. […] Υπάρχει λοιπόν η υποψία, για την ώρα μόνον η υποψία που δεν αποδεικνύεται από γεγονότα, πως βρισκόμαστε μπροστά στην ύπαρξη κάποιας μαρτυρίας εσωτερικής, πολύ λεπτομερούς, τέτοιας ώστε να είναι δυνατή η αναπαράσταση μιας ολόκληρης μακράς και πολύπλοκης περιόδου. Εν ολίγοις πως υπάρχει η ύπαρξη ενός μικρού  Fioroni από την περιοχή του veneto.

Και στην συνέχεια ένα βήμα που αντιτίθεται στην προηγούμενη δήλωση (δηλαδή πως θα βρισκόμασταν μπροστά σε οργανωτές της φάσης προετοιμασίας των επιθέσεων). «Σίγουρα η εικόνα είναι ανησυχητική: θα βρισκόμαστε μπροστά στους οργανωτές ή οπωσδήποτε στους εκτελεστές μιας ολόκληρης σειράς επεισοδίων που ξεκινώντας από μικρές επιθέσεις που στην συνέχεια οδηγήθηκαν στις “νύχτες με φωτιές” που τράβηξαν την εθνική προσοχή στην Padova και στο Veneto».
Το Manifesto αυτή την φορά δεν πιάνεται απροετοίμαστο και την είδηση του blitz του μαρτίου την δίνει αμέσως στην πρώτη σελίδα: “Μάζεψαν ξανά αυτόνομους στην Πάντοβα”.

Στα τέλη του μήνα ο Palombarini εκδίδει εννέα εντάλματα σύλληψης για ένοπλη συμμορία που ζητά ο Calogero. η Unità πανηγυρίζει: “Τώρα για εννιά αυτόνομους η κατηγορία είναι για ένοπλη συμμορία”. Στο άρθρο: “ο Palombarini δίνει δίκιο στον Calogero”. Ένας τίτλος σωστός για ένα κομμάτι που αντιθέτως διευρύνει, ίσως πέρα από τις προθέσεις του μέτρου (εννέα συλλήψεις), την σημασία: «η οργανωμένη Αυτονομία είναι μια πραγματική ένοπλη συμμορία, που μεταξύ άλλων οδηγείται από τους κατηγορούμενους της “7 aprile”, που μέχρι τώρα κατηγορούνται μόνο για συμμετοχή σε ανατρεπτική ένωση», γράφει ο Sartori.

Στις τρεις απρίλη στην Padova ανακαλύπτεται μια “γιάφκα-οπλοστάσιο ” της Autonomia. Την ίδια ημέρα στην Roma vengono αποφυλακίζονται δυο συντάκτες του περιοδικού Metropoli, ο Virno και ο Castellano. η Unità δημοσιεύει τις δυο ειδήσεις ψηλά στην σελίδα 5 της παρασκευής 4 απριλίου. Η πρώτη είδηση δίνεται σε ένα άρθρο έξι στηλών “Όπλα και στολές καραμπινιέρων σε μιαν γιάφκα στην Padova”. Αντιθέτως η δεύτερη πνίγεται σε ένα άρθρο αφιερωμένο στις κατηγορίες σε δυο συντάκτες της εφημερίδας Rosso. Για την αποφυλάκιση δεν υπάρχει ίχνος στον τίτλο, “Χρήματα και απαγωγές για να χρηματοδοτηθεί το περιοδικό της Autonomia”, ενώ γίνεται ένας υπαινιγμός στο συνοπτικό: “ο Gianni Tranchida και ο Paolo Pozzi (ο άνθρωπος-άλλοθι του Negri) ανακρίθηκαν στην Ρώμη — Αποφυλακίστηκαν δυο του «Metropoli»”. Ίδια αναλογία και για την Repubblica. Αντίστροφη αντιθέτως στο Manifesto που αφιερώνει ένα μακρύ άρθρο της Tiziana Maiolo στην αποφυλάκιση και μοναχά μια σύντομη είδηση σε μιαν στήλη στην ανακάλυψη της γιάφκας στην Πάντοβα.

Βρισκόμαστε πλέον σε απόσταση ενός χρόνου από την 1979. Mια επέτειος σημαντική. η Repubblica το υπενθυμίζει στις 6 απριλίου ’80 με δυο σελίδες πλήρως αφιερωμένες στην περίπτωση. Το θέμα ξεκινά στην πρώτη σελίδα με ένα άρθρο γνώμης, βασικό, του Eugenio Scalfari: “Εκείνη η 7 aprile ένα χρόνο πριν…”. Πρόκειται για ένα editorial που θέτει στον αγωνιστικό χώρο πολλά ερωτηματικά, αμφιβολίες που αφορούν τόσο την έρευνα όσο και την θέση των κατηγορουμένων. ο Scalfari παίρνει αφορμή από μιαν επιστολή που έστειλε ο Negri στην Repubblica στις 20 φεβρουαρίου του ιδίου έτους. Ο διευθυντής της Repubblica θεωρεί δίκαια και νόμιμα τα αιτήματα του Negri μα επαναλαμβάνει όλα τα ερωτήματα για τον ρόλο του στο χτίσιμο του λεγόμενου ένοπλου κόμματος. Οι δυο εσωτερικές σελίδες είναι χτισμένες επάνω σε τρεις συνεντεύξεις με πρωταγωνιστές της υπόθεσης: μια στον Aldo Fais (“Ήταν μια τεράστια δουλειά αλλά ο  Calogero κι εγώ δεν σταματήσαμε”), μια στην Alisa Del Re (“Μισώ την τρομοκρατία αλλά ήρθαν σε εμένα λέγοντας: ταξιαρχίτισσα”), και μια στον Bruno Leuzzi Siniscalchi, δικηγόρο του Negri (“Ούτε κείμενα ούτε αποδείξεις κατηγορούν τον Toni Negri”). Επί πλέον ένα άρθρο-χρονολογία με τίτλο: “Από το blitz της Πάντοβα στις αποκαλύψεις του καθηγητάκου”. Ένα άλλο άρθρο θέτει αμφιβολίες: “Υπάρχει ένωση Αυτονομίας-Ερυθρών Ταξιαρχιών?”. Στην σύνοψη μια αναφορά στον Nicotri (που ούτε αυτή την φορά δεν υποδεικνύεται, ούτε στο κείμενο του κομματιού, σαν συνεργάτης της εφημερίδας): “Οι συλλήψεις του Milano, της Roma και του Veneto. Τα εντάλματα σύλληψης και τα μέτρα αποφυλάκισης — o Nicotri απαλλάσσεται — Η έκδοση του Piperno και Pace από την Γαλλία — ο Fioroni και η 21 δεκεμβρίου”. Να σημειώσουμε πως οι δυο σελίδες φαίνονται κατά κάποιο τρόπο να γέρνουν υπέρ της υπεράσπισης. η Repubblica, αφού έζησε επί έναν χρόνο υποστηρίζοντας την έρευνα της κατηγορούσας αρχής ξαφνικά δίνει φωνή στην υπεράσπιση και μοιάζει να εκφράζει τις πρώτες αμφιβολίες.

Το Manifesto θυμίζει την 7 aprile την τρίτη 8 απρίλη 1980 με δυο σελίδες μαρτυριών. Στην πρώτη σελίδα η εμβάθυνση της υπόθεσης από την Rossana Rossanda (“Έναν χρόνο από την 7 aprile”) προσπαθεί να δώσει στο γεγονός ιδιότητες προάγγελου μιας τρομερής χρονιάς, di un annus horribilis για την ιταλική δημοκρατία: αύξηση των θυμάτων, εξάπλωση της νομοθεσίας εξαίρεσης – εκτάκτου ανάγκης. Σύμφωνα με την Ροσσάντα, και με όλα αυτά να έχουν συμβεί,  ανατρέχοντας στην 7 aprile, [ή συμβολικά συνδεόμενοι με αυτήν] έχουμε την αίσθηση μιας επιχείρησης στην διάρκεια της οποίας, βλέπουμε την φιγούρα του ένοπλου κόμματος να παίρνει μεγάλη έκταση, δυσανάλογα. Στο εσωτερικό, στην σελίδα 3 και 4 ένα άρθρο της  Tiziana Maiolo (“Πως βγάζουν εκτός νόμου, κάτω από την κατηγορία της τρομοκρατίας, ένας πολιτικό χώρο που δεν είναι η τρομοκρατία”) και τρεις παρεμβάσεις τριών από τους συλληφθέντες της 21 δεκεμβρίου 1979: Alberto Magnaghi, Jaroslav Novak και Giorgio Raiteri. Οι δυο σελίδες είναι εικονογραφημένες με κινούμενα σχέδια του Tex Willer.

H Corriere θυμίζει την 7 aprile με κάποια καθυστέρηση στις 18 απριλίου του 1980: μια ολόκληρη σελίδα με υπογραφή του Antonio Ferrari. Σε πέντε στήλες, στην σελίδα 6, το χρονικό ενός έτους ερευνών “Μέσα στα μυστικά της 7 aprile”. Σε ένα box μισής σελίδας η χρονολογία  ”Blitz στην καρδιά της Αυτονομίας”. Σε μιαν στήλη ένα σχόλιο “Μα ο αγώνας στην εκτροπή δεν έχει τελειώσει” και στο τέλος της σελίδας “Kαι στο βάθος το έγκλημα Moro”.

Στα τέλη του μήνα το Εφετείο της Βενετίας αποδέχεται την έφεση του Calogero ενάντια στην αποφυλάκιση των Di Rocco, Bianchini, Serafini, Del Re και Tramonte που αποφασίστηκε από τον Palombarini τον δεκέμβρη. Στην πραγματικότητα όπως εξηγεί ο Sartori στις 23 απριλίου (“Padova: θα πρέπει να επιστρέψουν στην φυλακή όλοι οι κατηγορούμενοι για την «7 aprile»”) οι εφέσεις ήταν δυο οπότε οι αποφάσεις του εφετείου ήταν άλλες τόσες:

Στην πρώτη ορίζει πως και τα πέντε πρόσωπα που αποφυλακίστηκαν απ’τον Palombarini πρέπει να επιστρέψουν στην φυλακή, μιας και τα στοιχεία (ντοκουμέντα και μαρτυρίες) και οι υπάρχουσες ενδείξεις εις βάρος τους είναι υπεραρκετά ώστε να πιστοποιηθεί εναντίον τους η διοίκηση μιας ανατρεπτικής ένωσης, της οργανωμένης Αυτονομίας δηλαδή. Στην δεύτερη απόφαση, το ερευνητικό τμήμα απορρίπτει αντιθέτως την έφεση του Calogero ενάντια στην μη έκδοση των ενταλμάτων σύλληψης για ένοπλη συμμορία, αναφέροντας πως — στην βάση των φακέλλων που έχει στην διάθεση του — δεν μπορεί να καθορίσει την άμεση σχέση μεταξύ οργανωμένης Αυτονομίας και της τρομοκρατίας στο βένετο. Αυτή η δεύτερη απόφαση δεν ακούγεται, εν τούτοις, σαν μια “αποκήρυξη” των θέσεων του Δημόσιου Κατήγορου…

Φθάνουμε στην μοναδική πραγματική σημαντική είδηση του 1980. Ένα συμβάν που σημαδεύει μια αληθινή ρήξη στην συμπεριφορά του ιταλικού τύπου γύρω από την υπόθεση 7 aprile. Είναι ένα σημείο δίχως επιστροφή: ή μια εφημερίδα αλλάζει συμπεριφορά ή θα παραμείνει τοποθετημένη μέχρις εσχάτων. Ο ταξιαρχίτης Patrizio Peci, συλληφθείς στις 19 φεβρουαρίου στο Torino, στις αρχές απριλίου ξεκινά να συνεργάζεται με την εισαγγελία. Οι δηλώσεις του, που αποδίδουν το τηλεφώνημα στην οικία Moro στον Mario Moretti, απαλλάσσουν τελείως τον Toni Negri από κάθε κατηγορία αναφορικά με την απαγωγή και δολοφονία του Aldo Moro (ήταν τουλάχιστον 17 οι κατηγορίες σχετικές με την επίθεση στην via Fani). Συνεπώς ο σύμβουλος ανακριτής της Ρώμης Achille Gallucci τον απαλλάσσει από την κατηγορία «ελλείψει επαρκών ενδείξεων ενοχής». Η είδηση δημοσιεύεται από τις εφημερίδες στις 25 απριλίου. H εφημερίδα στην οποίαν βλέπουμε το μεγαλύτερο αντίκτυπο μοιάζει να είναι η Repubblica στην οποίαν εντοπίζεται μια καθαρή αλλαγή πορείας. Η είδηση δημοσιεύεται με εξέχουσα θέση στην πρώτη σελίδα: “ο Toni Negri απαλλάσσεται από την δολοφονία του Moro”. Το κύριο άρθρο του Franco Coppola εκφράζει όλες τις αμφιβολίες που αυτό το μέτρο μπορεί να διεγείρει:

Το να φορέσουν στον Negri — λέει ο χρονογράφος — τα 17 αδικήματα σχετικά με την περίπτωση Moro ήταν μόνο ένα πρόσχημα ούτως ώστε η πιο ουσιαστική πλευρά της έρευνας για την εργατική Αυτονομία που ξεκίνησε στην Padova από τον Δημόσιο Κατήγορο Pietro Calogero να μεταφερθεί στην Ρώμη όπου είχε σχηματιστεί ένα pool δικαστών πλήρους απασχόλησης με τις έρευνες εις βάρος του ένοπλου κόμματος […] Οι δικαστές κράτησαν όρθια την αρχική κατηγορία ενάντια στον Negri όσο μπόρεσαν βασίζοντας την σε μιαν αμφιλεγόμενη πραγματογνωμοσύνη που εμπιστεύτηκαν, ποιος ξέρει γιατί σε έναν αμερικάνο ειδικό, και δίχως να λάβουν καθόλου υπ όψιν τις μαρτυρίες τόσων όσων δήλωναν πως στις 30 απριλίου του 1978 ο Negri βρίσκονταν στο Milano και όχι στην Roma, πόλη απ’ όπου προέρχονταν το περίφημο τηλεφώνημα […] Οι συνέπειες του μέτρου που πήρε ο Gallucci σχετικά αφήνουν να εννοηθεί μια αλλαγή στις διαστάσεις, αν όχι αποξήλωση, της υπόθεσης κατηγορίας. 

Στην πρώτη σελίδα και ένα σχόλιο  “νομικής φύσεως, δικαστικό” του Neppi Modona “Ένα λάθος που διορθώθηκε πολύ αργά”. Στην δεύτερη και τρίτη σελίδα οι εμβαθύνσεις. Οι αντιδράσεις από Padova: “ο Calogero σιωπά, ο Fais λέγει «κι εμείς θα προχωρήσουμε μπροστά»”. Στην τρίτη σελίδα  η “περίμετρος” του άρθρου του Coppola “Δίκη Moro δίχως Negri. Στην αίθουσα μονάχα οι killer br” και μια συνέντευξη του δικηγόρου του Negri Leuzzi Siniscalchi που δηλώνει “Η μάχη μας τώρα ξεκινά, θα πέσουν και οι άλλες κατηγορίες” και ζητά για τον πελάτη του την αθωωτική απόφαση ή μια γρήγορη δίκη.
η Repubblica είναι σαν ένα βαρέλι γεμάτο αμφιβολίες. Στις 25 απριλίου 1980 αυτό το βαρέλι εκρήγνυται απελευθερώνοντας ερωτηματικά που μέχρι εκείνη την στιγμή, στα άρθρα με τις ειδήσεις (αποκλείοντας συνεπώς τα σχόλια που όμως φιλοξενούσε) σχεδόν ποτέ δεν είχαν διαρρεύσει. Μια αρκετά σχιζοφρενική συμπεριφορά εάν θεωρήσουμε πως έφθασε να μιλά μέχρι και για “διάλυση” της έρευνας.

Βαθιά διαφορετική η συμπεριφορά της Unità. Ένας μοναδικός τίτλος σε πέντε στήλες στην πρώτη σελίδα “Προσδιορίζεται με ακρίβεια ο χάρτης της ανατροπής” ενώνει δυο ειδήσεις: εκείνη που αφορά τον Negri του Sergio Criscuoli “ο Negri βγαίνει από την υπόθεση Moro. Επιβεβαιώνονται οι δεσμοί μεταξύ BR-Prima linea-autonomia” και “Μέσα σε ένα κλίμα μυστηρίου παραδίδεται η αρραβωνιαστικιά του Peci”. Εν συντομία στην είδηση η Unità αφιερώνει ένα μοναδικό κομμάτι που εκθέτει (εκθειάζοντας τις ενδείξεις που υπήρχαν εις βάρος ένα χρόνο πριν) το μέτρο του Gallucci. «ο Toni Negri βγαίνει απ’ την υπόθεση Moro. Ήταν η πιο ηχηρή κατηγορία, αλλά την ίδια στιγμή και η λιγότερο σταθερή, σχετικά με τις άλλες που θα συνεχίσουν να κρατούν στην φυλακή τον παντοβάνο καθηγητή», γράφει ο Criscuoli. Πως επρόκειτο για  την λιγότερο σταθερή κατηγορία από την ανάγνωση της Unità δεν είχε προκύψει ποτέ. Το άρθρο προχωρεί ελαχιστοποιώντας το γεγονός πως με ένα έξυπνο στρατήγημα, εκθέτει δηλαδή ολόκληρη και συνεπώς σχολιάζει την διαταγή του Gallucci που δίνει ένα σύντομο ιστορικό της δικαστικής θέσης του Negri.

Ο δικαστής υπενθυμίζει πως το ένταλμα σύλληψης που υπεγράφει πριν ένα χρόνο ενάντια στον καθηγητή της Πάντοβα ήταν νομιμοποιημένο από μια σειρά ενδεικτικών στοιχείων  […] η ευθραυστότητα σχετικά με το άλλοθι του Negri […] ο άνθρωπος που έπρεπε να επιβεβαιώσει την εκδοχή του, ο Paolo Pozzi, στην συνέχεια κατέληξε στην φυλακή για συμμετοχή σε ένοπλη συμμορία […] και ακόμη το γεγονός πως ο Negri “διατηρούσε διασυνδέσεις με πρόσωπα που ανήκαν σε ενώσεις που είχαν σκοπούς εκτροπής, ανατρεπτικούς […] Μέσα σε αυτό το αβέβαιο πλαίσιο η σταγόνα που έκανε το ποτήρι να ξεχειλίσει υπήρξε ακριβώς η κατάθεση και μαρτυρία του Peci.

H διαταγή εκθέτονταν εξ ολοκλήρου επίσης και από την Repubblica μα σε ένα ξεχωριστό box. Τι νόημα υπάρχει να ξαναγράφεις μέσα σε ένα άρθρο τα στοιχεία που υποστήριζαν ένα χρόνο πριν μιαν κατηγορία που στην συνέχεια αποδείχθηκε τελείως ψεύτικη; δεν υπάρχει κανένας λόγος. Εκτός εάν ο σκοπός είναι εκείνος να μπερδέψεις τα νερά και να μειώσεις το μέγεθος τους συμβάντος.
Την επομένη ημέρα, στις 26 απριλίου, σχεδόν για να αντισταθμίσει τις αποκαλύψεις της προηγούμενης, η Unità τιτλοφορεί “Ο δικαστής Caselli υπογραμμίζει τον άμεσο ρόλο της Αυτονομίας στην τρομοκρατία”. Η δήλωση παραχωρήθηκε στην συνέντευξη τύπου για να δώσει το στίγμα γύρω από την ανάκριση του Peci. Η Unità υποστηρίζει την άποψη της για την τρομοκρατία και ασκεί πολεμική εξ αποστάσεως στο Manifesto.

Και η Corriere della Sera φαίνεται επίσης να μην δίδει μεγάλη βαρύτητα στην έξοδο του Negri από την απαγωγή Moro βλέποντας πως η είδηση δημοσιεύεται στην σελίδα επτά και η μοναδική αναφορά είναι το σχόλιο του Roberto Martinelli που έχει σαν τίτλο “Ένα επεισόδιο που πρέπει να μας προβληματίσει”. Υπάρχει μια ελάχιστη αναφορά στην πρώτη σελίδα.

Με τελείως διαφορετικό τόνο, όπως προβλέπονταν, το Manifesto που τιτλοφορεί σε ολόκληρη την σελίδα “ο Toni Negri δεν έχει καμία σχέση με τις BR ούτε με την δολοφονία Moro. Πέφτει πανηγυρικά η κατηγορία της 7 aprile”. Το σχόλιο της Rossana Rossanda έχει τίτλο: “Και τώρα η 21 δεκεμβρίου”. Ένα κομμάτι με το οποίο η δημοσιογράφος υποστηρίζει πως η επιχείρηση της 21ης δεκεμβρίου ’79 θα έπρεπε τώρα να καταλήξει κάτω από μεγεθυντικό φακό για κριτικό προβληματισμό και σκέψη. Κάτι περίεργο: στην έκτη σελίδα το Manifesto δημοσιεύει μιαν ανασκόπηση τίτλων που εμφανίστηκαν στον τύπο που υποστήριζαν πως ο Negri ήταν ο δράστης της απαγωγής Moro. Ο τίτλος του άρθρου του Manifesto είναι “Έχουμε τις αδιάψευστες, αδιαμφισβήτητες αποδείξεις. ο Negri είναι ο ηγέτης των BR, οι BR απήγαγαν τον Moro, συνεπώς ο Negri οργάνωσε την via Fani. Το χειροκρότημα των εφημερίδων διήρκησε έναν χρόνο”. Στο άρθρο της η Rossanda μεταξύ άλλων εξαπολύει και ένα είδος στοιχήματος. «Να δούμε εάν σήμερα οι μεγάλες εφημερίδες της ενοχής θα έχουν το θάρρος να γράψουν: είχαμε πει πως ο Negri είχε οργανώσει την δολοφονία του Moro, δεν ήταν αλήθεια. Πως ήταν ο πραγματικός εγκέφαλος των Brigate Rosse, δεν ήταν αλήθεια. Πως είχε δίκιο ο Calogero, που απέδιδε την ιταλική τρομοκρατία στους leaders του Potere Operaio και τηςAutonomia, κάναμε λάθος. Κι όμως θα ήταν σημαντικό να το πουν». η Rossanda, όπως είδαμε, βλέπει σωστά. Την επομένη ημέρα το Manifesto τους χτυπά όλους, αφήνονταν απ’ έξω μοναχά την Repubblica που όπως είδαμε βγήκε πολύ ταρακουνημένη από την είδηση, με ένα άρθρο στην πρώτη σελίδα, “Τι καιροί, όταν ο Toni Negri στέκονταν κάθε ημέρα στην πρώτη σελίδα”, που περιγράφει την προβολή που οι ιταλικές εφημερίδες έδωσαν δημοσιεύοντας την προηγούμενη ημέρα την είδηση.

Και μετά τίποτα. Μέχρι το φθινόπωρο. Επαναφέρει τον Negri και την 7 aprile στις σελίδες των εφημερίδων η ανάκριση του Marco Barbone, ενός από τα μέλη της ταξιαρχίας “XXVIII μαρτίου” που σκότωσε τον δημοσιογράφο της Corriere della Sera Walter Tobagi και τραυμάτισε τον Guido Passalacqua της Repubblica. Μια από τις πιο απίστευτες ιστορίες της ιταλικής τρομοκρατίας: νεότατοι, παιδιά της καθωσπρέπει πόλης του Μιλάνο (μάλιστα ο Barbone είναι υιός ενός από τους διευθυντές της Rizzoli, της ομάδας δηλαδή ιδιοκτήτου της εφημερίδας Corriere) που αποφασίζουν να χτυπήσουν δυο δημοσιογράφους τίμιους και “προοδευτικούς” όπως οι Tobagi και Passalacqua, που μεταξύ άλλων τους εγνώριζαν άμεσα. Μα για την σχέση μεταξύ της υπόθεσης και του Negri (λέγεται για κάποιο μεμοράντουμ του νεαρού) γίνεται περισσότερο λόγος στα εβδομαδιαία.

Τα περιοδικά έχουν χέρια λυμένα — γράφει το Il Manifesto στις 19 oκτωβρίου 1980 στο άρθρο “Και τώρα στον λογαριασμό του Negri προσθέτουν και την 28 μαρτίου” — έτσι ώστε μετά τους “ισχυρισμούς” του περιοδικού Panorama, που προλαμβάνει το memorial του Marco Barbone, του νεαρού που ομολόγησε την εκτέλεση του Tobagi, να η απάντηση του περιοδικού Europeo. Το Panorama αποκάλυπτε τις σχέσεις μεταξύ Barbone και Toni Negri, του “δασκάλου” που θα είχε σπρώξει τον νεαρό στην ένοπλη πάλη, το Europeo αυξάνει την δόση, αποκαλύπτοντας επαφές μεταξύ του νεαρού της Brigata 28 marzo και του Marco Donat Cattin. Oι δυο θα είχαν συναντηθεί το 1978, όταν ο Barbone ανήκε στις Brigate Comuniste, μια οργάνωση παράνομη που διοικούσαν — πάντοτε σύμφωνα με το περιοδικό — οι Toni Negri, Corrado Alunni, Franco Tommei και Gianfranco Pancino.

Στα εβδομαδιαία, λέγαμε.  Και στην Unità φυσικά, που στοχεύει στην σχέση μεταξύ  XXVIII Marzo και Autonomia από την πρώτη ημέρα (“Μπορούν να βγουν στο φως οι δεσμοί Αυτονομίας-τρομοκρατίας ” είναι η πρώτη σύνοψη που δημοσιεύεται στις  13 oκτωβρίου). Και μετά στις επόμενες ημέρες: “λέγει ο Barbone: «ο Negri, ένας λειτουργικός ηγέτης». Από κάτω, άλλο  άρθρο “Στην μακρά ομολογία η αναπαράσταση της σχέσης μεταξύ Αυτονομίας και τρομοκρατίας”. Ένας σχεδόν δεύτερος Fioroni σύμφωνα με την Unità της 17 oκτωβρίου που τιτλοφορεί  “ο Barbone διηγείται την ιστορία της Αυτονομίας από το ’76 εκεί απ’ όπου την είχε διακόψει ο Fioroni”. Στην Ρώμη ένα αντίγραφο της ομολογίας του Barbone” είναι το άρθρο της Unità στις 22 oκτωβρίου, μαζί με αυτό “Κατηγορούμενοι της 7ης απριλίου μπροστά σε νέες κατηγορίες”. Συνεχίζονται οι αποκαλύψεις του Barbone (πάντα ο Paolucci στην Unità: “ο Negri και ο Alunni χωρισμένοι μόνον από την τακτική”) στον οποίον ο Negri απαντά, μέσω των δικηγόρων, κατηγορώντας τον πως είναι «σκληρός μιλιταριστής» παραδεχόμενος με αυτό τον τρόπο την ύπαρξη μιας σχέσης μεταξύ των δυο την εποχή του Rosso. Και η Repubblica μιλά γι αυτά μα  ο τόνος είναι λιγότερο σίγουρος, περισσότερο αμφίβολος. Να επισημάνουμε επίσης πως, τις ίδιες ημέρες στην διάρκεια των οποίων ο Barbone ξεκινά να λαλεί, συλλαμβάνονται και οι δυο αντάρτες της Prima Linea υπεύθυνοι για την εκτέλεση Alessandrini. Σε αυτούς όμως ο τύπος αφιερώνει πολύ λίγη προσοχή και κυρίως δεν εμβαθύνει την σχέση που ξεφυτρώνει (μάλλον την μη σχέση) ανάμεσα στον Negri και την εκτέλεση.

7.1981-1982: η μακρά σιωπή σε αναμονή της δίκης

To 1981 είναι η χρονιά των απαγγελιών κατηγορίας. Στην Ρώμη όπως και στην Padova. Οι εφημερίδες συνοψίζουν, τοποθετούνται, και η σύγκρουση, ελλείψει νεοτέρων από πλευράς των αρχών (αυτή η φάση, στον βασικό σχεδιασμό της, πλέον έχει ολοκληρωθεί) καθίσταται “ιδεολογικού” τύπου και ανιχνεύει τους διαχωρισμούς παρόντες στο δικαστικό σώμα. Η προσοχή των εφημερίδων αναζωπυρώνεται μόνο με την ευκαιρία δημοσίευσης των πρακτικών. Η ανάγνωση τους (μιλάμε για έγγραφα περισσοτέρων από χίλιες σελίδες) δεν είναι εύκολη και για αυτό τον λόγο, και ευκολότερα, η ερμηνεία τους ακολουθεί κρίσεις που ήδη και προηγουμένως είχαν εκφραστεί. Εκείνο της 7 aprile δεν είναι πλέον ένα χρονικό συνεχούς ροής. Το άρθρο (συχνά πολύ μεγάλο και επεξεργασμένο) αποτελεί μια περίληψη του ντοκουμέντου για τον αναγνώστη υπενθυμίζοντας του, όχι πάντα, τις προηγούμενες συνέχειες. Είναι σαν παράθυρα που ανοίγουν κάθε τόσο αφήνοντας να φανεί μια εικόνα σε διαρκή κίνηση.

Προείπαμε, πως η περίπτωση της 7 aprile μοιάζει να συνηφαίνεται με μεγάλο μέρος των συμβάντων που έχουν σχέση με την τρομοκρατία [λέει αυτός, με τον ανταρτοπόλεμο λέγω εγώ] που λαμβάνουν χώρα αυτά τα χρόνια. Στις 12 δεκεμβρίου του 1980 οι BR απαγάγουν τον δικαστή Giovanni D’Urso. Στις 28 δεκεμβρίου του ιδίου μήνα στην “πολιτική” ακτίνα της φυλακής του Trani, στην οποίαν βρίσκονται κλεισμένοι τόσο κάποιοι ταξιαρχίτες όσο και οι κυριότεροι κατηγορούμενοι του ρωμαϊκού κορμού της 7 aprile, ξεσπά μια εξέγερση που καταστέλλεται στην συνέχεια από τις δυνάμεις της τάξης. Στην αρχή ο τύπος αποδίδει ακριβώς στους κατηγορούμενους της 7 απριλίου την γέννηση της εξέγερσης. Μεγάλοι τίτλοι στις εφημερίδες (η Unità στις 31 δεκεμρίου γράφει σε πέντε στήλες με τίτλο: “ο Toni Negri μεταξύ των ηγετών της εξέγερσης στην φυλακή?”) και στην συνέχεια και αυτή η κατηγορία πέφτει , με την εξακρίβωση πως η αναταραχή δεν τους είδε να παίρνουν μέρος. Στις εφημερίδες η διόρθωση σε λίγες γραμμές μόνον προς τις 10 του γενάρη. Επιστρέφοντας στην απαγωγή D’Urso, την 11 ιανουαρίου 1981 εκδίδονται νέα εντάλματα σύλληψης ενάντια στους  Luciano Ferrari-Bravo, Emilio Vesce, Antonio Negri και άλλους διότι συνεργάστηκαν, διατηρώντας επαφές από την φυλακή, στην απαγωγή D’Urso. Ο δικαστικός θα απελευθερωθεί από τις BR στις 15 ιανουαρίου. Αυτές οι κατηγορίες θα αποτραβηχτούν στις 23 μαίου από πλευράς ανακριτού  Ferdinando Imposimato λόγω «της απολύτου έλλειψης οποιουδήποτε στοιχείου ευθύνης». Όμως η είδηση του καινούργιου εντάλματος σύλληψης θα δοθεί στις 12 ιανουαρίου στα κρυφά. Τα χρονικά μονοπωλούνται από την αγωνία των συγγενών, από τους εκβιασμούς των BR που θα ήθελαν να επιβάλλουν στις εφημερίδες την δημοσίευση μιας δικής τους ανακοίνωσης και από την ένταση που συνοδεύει πολιτική και εισαγγελία για την τύχη του δικαστού. Οι λεπτομέρειες συντρίβονται. η Corriere δίδει την είδηση με ένα μικρό άρθρο του Bruno Tucci, “Ρήξη στους φυλακισμένους κατηγορούμενους, πάνω από σαράντα διαχωρίζουν την θέση τους από τους σκληρούς”. Και σε ένα άλλο “Ανακρίσεις της εισαγγελίας στα σωφρονιστικά ιδρύματα που διερευνώνται”.

Τέσσερις ρωμαίοι δικαστές έφτασαν στην Puglia για να ανακρίνουν τους 65 κατηγορούμενους που εμπλέκονται στην απαγωγή του δικαστού […] Η κατηγορία είναι συγκεκριμένη και λεπτομερής. Σύμφωνα με τις αρχές, οι τρομοκράτες που βρίσκονται κλεισμένοι σε αυτή την υπερφυλακή έδρασαν “ταυτόχρονα με τους συνεργούς τους που βρίσκονται ελεύθεροι. […] Μεταξύ των τρομοκρατών που ανακρίθηκαν στο Trani και τους αποδίδονται εντάλματα σύλληψης για συνεργία στην απαγωγή του δικαστή D’Urso, υπάρχουν πολλά διαφορετικά ονόματα. Αναφέρουμε τα πιο σημαντικά: Toni Negri, Paolo Lapponi, Gino Liverani, Emilio Vesce, Giuliano Naria, Bruno Seghetti, Oreste Strano, Claudio Vaccher, Luciano Ferrari Bravo […] Ένα είδος αφρόκρεμας της ιταλικής τρομοκρατίας επάνω στην οποίαν η εισαγγελία τείνει την Δαμόκλειο σπάθη της.

Η είδηση υπάρχει ολόκληρη, μα η Corriere δεν “σπρώχνει”. Μετά από αυτή την πρώτη αναφορά τις τελευταίες ημέρες της απαγωγής το όνομα του Negri και των άλλων κατηγορουμένων της 7 aprile δεν θα εμφανιστεί ποτέ ούτε στους τίτλους ούτε στους υπότιτλους τους αφιερωμένους στην απαγωγή D’Urso.
Και η Unità παρεμβάλει το όνομα του Negri μόνο φευγαλέα μέσα στο κείμενο του άρθρου στην πρώτη σελίδα. η Repubblica, που τιτλοφορεί “Και ο Renato Curcio και Alunni επίσης κατηγορούνται για την απαγωγή”, τοποθετεί μάλιστα το όνομα του Negri και του Ferrari Bravo μέσα σε παρένθεση στο βάθος του καταλόγου των κατηγορουμένων, σαν να ήταν κάτι δίχως σημασία. Μόνο το Manifesto αναδεικνύει το γεγονός με ένα άρθρο της Rossana Rossanda, δημοσιευμένο στην δεύτερη σελίδα με τίτλο “Αυτός είναι φυσικά, ο Negri”.
Εδώ και μήνες ταξιαρχίτες και αυτόνομοι βρίσκονται έγκλειστοι στην ίδια φυλακή: η επιχείρηση, πετυχημένη, στοχεύει φυσικά να ταυτοποιήσει μέσα από την κράτηση στον ίδιο τόπο ταξιαρχίτες και κατηγορούμενους της 7 aprile, θεσπίζοντας μεταξύ τους μια ιδανική σύνδεση. Αλλά αυτή τη φορά πρέπει να καταγραφεί μια συγκεκριμένη ανθεκτικότητα του τύπου στην ακολουθία της εισαγγελίας. Ίσως, και στις εφημερίδες, η απαγγελία κατηγορίας στους 65 κρατουμένους του 65 Trani να μοιάζει περισσότερο με μια απελπισμένη κίνηση παρά μια πραγματική διερευνητική υπόθεση. Να αναφέρουμε πάντως πως δεν βρέθηκε ίχνος της απόσυρσης της κατηγορίας τον μάη του 1981.

Η πρώτη δικαστική πράξη σχετική με την δίκη 7 aprile που εισέρχεται στα χρονικά των εφημερίδων του 1981 είναι η απαγγελία κατηγορίας του γενικού εισαγγελέα Giorgio Ciampani που αφορά τον ρωμαϊκό κορμό της έρευνας. Πρόκειται για ένα ντοκουμέντο τριάντα χιλιάδων φύλλων. Στο κατηγορητήριο μεγάλο βάρος και χώρος δόθηκε στις μαρτυρίες τόσο του Fioroni όσο και του Barbone. “Η ιστορία του ένοπλου κόμματος στην διήγηση των λιποτακτών” τιτλοφορεί η Repubblica που παρουσιάζει, δια χειρός Franco Coppola, το κατηγορητήριο στην δεύτερη σελίδα του νούμερου της κυριακής 25 ιανουαρίου. Εκτός από το μακρύ άρθρο του Coppola, η Repubblica με τον Bianchin καταγράφει επίσης τις «ικανοποιημένες αντιδράσεις της Padova» σε ένα box με τίτλο “Τώρα πρέπει να χτυπηθούν οι υποστηριχτές”, φράση που αναφέρεται στις δηλώσεις του professor Angelo Ventura που σχολιάζει πολύ θετικά την απαγγελία κατηγορίας. «Δυο χρόνια από την έναρξη της έρευνας το “θεώρημα Calogero” αντέχει. Αυτή είναι η αίσθηση που αποτυπώνεται στην Padova στους πρώτους σχολιασμούς μετά το αίτημα της παραπομπής σε δίκη του Toni Negri και των άλλων 78 στελεχών της οργανωμένης εργατικής Αυτονομίας», γράφει ο Bianchin. Η εφημερίδα του Scalfari δίδει την είδηση της επιστροφής στην φυλακή των Bianchini, Di Rocco, Serafini, Tramonte και Del Re, που διατάχτηκε μετά την απόρριψη από πλευράς Ακυρωτικού δικαστηρίου της έφεσης-αίτησης αναίρεσης από τους δικηγόρους τους στο Εφετείο της Βενετίας, σε λίγες γραμμές μέσα στο κομμάτι από την Padova (δίχως καμία αναφορά ούτε στον τίτλο ούτε στους υπότιτλους). Μόνο η Corriere αφιερώνει στην είδηση ένα εσωτερικό άρθρο στις 25 ιανουαρίου (“Η έρευνα στην Αυτονομία έφερε ξανά στην φυλακή πέντε καθηγητές της Πάντοβα”). Το κομμάτι, με υπογραφή του Antonio Ferrari, καταγράφει την νέα συνέχεια της σύγκρουσης Calogero-Palombarini και την αναθέρμανση του πανεπιστημιακού χώρου στην Πάντοβα.

Επιστρέφοντας στην Ρώμη η δουλειά των εφημερίδων σίγουρα βοηθιέται από κάποια βήματα, πολύ πολεμικά, του κατηγορητηρίου Ciampani, με τα οποία υπερασπίζονται δια ροπάλου τα κείμενα που εκθέτονται να υποστηρίζουν την κατηγορία. «Αυτά τα ίδια πρόσωπα — γράφει ο Ciampani (μεταφέρεται πάντοτε από την Repubblica) —που σε πολλές περιπτώσεις συνηγόρησαν υπέρ της επανορθωτικής λειτουργίας της ποινής, πέταξαν και θα πετάξουν λάσπη επάνω σε αυτούς τους ανθρώπους και θα καταπατήσουν και θα περιγελάσουν τις δραματικές, βαθύτατα ανθρώπινες αιτιολογήσεις της συμπεριφοράς τους: όλα είναι αποφασισμένα και προκαθορισμένα, μα κυρίως λογικά επειδή στην θέση της λάσπης και της κοροϊδίας δεν έχουν παρά μόνο μια εναλλακτική: να παραδεχτούν τα γεγονότα που τους προσάπτονται». Η επιχειρηματολογία, μπορούμε να σημειώσουμε, είναι γραμμένη με τέτοιον τρόπο ούτως ώστε εάν οι κατηγορούμενοι αρνηθούν την εγκυρότητα των θέσεων (και, εάν αυτοί είναι αθώοι, αυτό, μιας και πρόκειται για μιαν δίκη βασισμένη κυρίως σε έγγραφες αποδείξεις και μαρτυρικές, είναι το μοναδικό πράγμα που μπορούν να κάνουνs) αυτό δεν θα είναι άλλο παρά μια ακόμη απόδειξη της ενοχής τους. Αυτός που κάνει μιαν μακρά χρήση άμεσων παραπομπών από το κατηγορητήριοquesta Ciampani είναι ηUnità που τις ίδιες ημέρες συνθέτει ένα είδος collage, υπογεγραμμένο από τους Sergio Criscuoli και Bruno Miserendino, με τίτλο “Ένα μεγάλο dossier από βιαιότητες και εγκλήματα”. Αυτές είναι οι πρώτες σειρές του κομματιού: «Βιαιοπραγίες, αποτρόπαια εγκλήματα, επιθέσεις. Και ακόμη: κατηγορίες για ισόβια, κοινά αδικήματα για δεκάδες χρόνια φυλακής, ογδόντα κατηγορούμενοι και ένας απόλυτος πρωταγωνιστής και πανταχού παρόν: Toni Negri. […] Η εικόνα των γεγονότων είναι πολύπλοκη, συχνά μπερδεμένη, μα για συμβάντα, ακριβώς, πρόκειται». Αντιθέτως, η Paese Sera χρησιμοποιεί ελάχιστες άμεσες παραπομπές, και ανακατασκευάζει (“Η κατηγορία: ένοπλη εξέγερση, μα και εγκλήματα”) δέκα χρόνια τρομοκρατίας με δικά της λόγια μεταφράζοντας το κατηγορητήριο για τον αναγνώστη. η Paese δημοσιεύει και ένα σχόλιο του Giuseppe Rosselli: “Για τον δημόσιο κατήγορο λίγες αμφιβολίες. η Autonomia είναι μια ένοπλη συμμορία”.

Η δεύτερη επέτειος της 7 aprile σίγουρα είναι λιγότερο “έντονη” σε σχέση με την πρώτη επανάληψη. Κι όμως οι εφημερίδες βάζουν τα δυνατά τους για να δημιουργήσουν αναμονή γύρω από την ημερομηνία. Στα τέλη μαρτίου κυκλοφορούν φόβοι για κάποιες απειλές των αυτόνομων που ξεκίνησαν σαν αποτέλεσμα της έκδοσης των νέων ενταλμάτων σύλληψης για ένοπλη συμμορία από  πλευράς του τμήματος έρευνας αιτήσεων αναίρεσης που, κατόπιν της γνώμης του Ακυρωτικού δικαστηρίου, έλυσε με αυτό τον τρόπο μια από τις πολλές αντιπαραθέσεις μεταξύ Palombarini και Calogero δίδοντας δίκιο σε αυτό τον τελευταίο. Βρισκόμαστε λίγες ημέρες από την επιχείρηση την γνωστή σαν το  “blitz της σαρακοστής” που θα είχε εντοπίσει τους υπεύθυνους των επιθέσεων και των γαμποποιήσεων. “Η αυτονομία τώρα απειλεί με αντίποινα σαν απάντηση στις νέες ενοχοποιήσεις” τιτλοφορεί η Unità στις 27 μαρτίου. «η οργανωμένη Autonomia απαντά απειλητική στις νέες ενοχοποιήσεις για ένοπλη συμμορία που έπεσαν εχθές επάνω σε πολλούς από τους αρχηγούς της. Την τελευταία φορά που υποσχέθηκε “μια μαζική απάντηση”, τον δεκέμβρη του ’79, ξέσπασε στην Padova ένας φοβερός αστικός ανταρτοπόλεμος. Θα προσπαθήσει να “ξαναπάρει την πλατεία” και την επομένη 7 απρίλη?» αναρωτιέται ο Michele Sartori. Παρά τα απειλητικά σύννεφα που κάποιοι έβλεπαν να μαζεύονται, όλα εξελίχθηκαν με σχετική ηρεμία όπως διηγείται ο Antonio Ferrari στην Corriere της 8ης απριλίου  1981. “Στην Padova που ήταν φρουρούμενη από την αστυνομία οι αυτόνομοι παραιτούνται από  τις πορείες”, τιτλοφορεί η Corsera στην έβδομη σελίδα σε τέσσερις στήλες. «Όλο το μέτωπο της ανατροπής βρίσκεται σε κρίση», αποφαίνεται ο Ferrari. «Κι έτσι η 7 απρίλη, πλέον ημερομηνία ιστορική, πέρασε δίχως τραύματα, δίχως διαδηλώσεις, σχεδόν μέσα στην σιωπή. Θα έπρεπε να υπάρξει ένα meeting, στο Palasport, οργανωμένο από την Προλεταριακή Δημοκρατία, τους ριζοσπάστες και από την ομάδα “Padova Democratica”, με την συμμετοχή της Autonomia. Πρώτα έκαναν πίσω ριζοσπάστες και DP. Ο γραμματέας της “Padova democratica”, Mario Levante, έγραψε μιαν επιστολή άρνησης, προχθές. Και ο δήμος αποφάσισε: “Δεν δίνουμε το palasport στην 7 aprile”». Το γεγονός πως στην Padova η επέτειος διεξήχθη μέσα σε πλήρη ηρεμία είναι μια επί πλέον απόδειξη του ότι ο Calogero είχε δει σωστά:

Από έναν όγκο εκατό περάσαμε σε έναν όγκο ένα (στις βιαιοπραγίες). Που πάει να πει πως ο αναπληρωτής κατήγορος της Δημοκρατίας Pietro Calogero δεν είχε λαθέψει δυο χρόνια πριν, βάζοντας στην φυλακή τους μεγάλους ηγέτες της οργανωμένης εργατικής Αυτονομίας: Toni Negri, Oreste Scalzone, Luciano Ferrari Bravo, Emilio Vesce, οι άλλοι. Μια φέτα της σχολής πολιτικών επιστημών στην φυλακή. Και μετά την σύλληψη, το τέλος — ή σχεδόν — των πράξεων βίας. “Είναι η πραγματικότητα” λέγουν μέχρι και οι υπερσκεπτικιστές, εκείνοι που μέχρι το ’79 ούρλιαζαν υστερικά ενάντια στην δίκη στις ιδέες και στις γνώμες, τις απόψεις. […] Η δίκη θα ξεκαθαρίσει τις αμφιβολίες, πιθανότατα θα κατευνάσει τις πολεμικές. Πρέπει όμως να πούμε πως δεν υπάρχουν πλέον οι έξαλλες επιθέσεις στο κατηγορητήριο, δεν υπάρχουν πλέον οι δωρεάν καταγγελίες.

η Unità αντιθέτως εορτάζει την επέτειο δημοσιεύοντας αποσπάσματα από την απόφαση απαγγελία κατηγορίας του δικαστή Francesco Amato. “Το κατηγορητήριο για ανθρωποκτονία στον Toni Negri:«έτσι οι αυτόνομοι σκότωσαν στο Argelato»”. Στο πλάι ένα άρθρο εμβάθυνσης του Ibio Paolucci, “Ποινικοποίηση? Tώρα έμειναν λίγοι που το υποστηρίζουν” που εξηγεί πως, 2 χρόνια από την 7η απρίλη, ο δικαστικός σχεδιασμός ενδυναμώθηκε από αποδεικτικά στοιχεία και μαρτυρίες. Δίπλα ένα άρθρο σε μιαν στήλη, “Ο δικαστής: «τυφλοπόντικες της ανατροπής»”,που παραθέτει τα καλύτερα αποσπάσματα του “ιστορικού” Amato  παρμένα από τις τελευταίες σελίδες της απόφασης του κατηγορητηρίου:

“Έσκαψε καλά, ο γέρος τυφλοπόντικας”, αρέσκονται να λεν, επαναλαμβάνοντας μιαν αρχαία φράση του Marx, οι υποστηριχτές του ένοπλου αγώνα. Όμως οι τυφλοπόντικες της ανατροπής, σκάβοντας, αντί να βγουν μπροστά στο Χειμερινό Ανάκτορο κατέληξαν στο καλάθι των αχρήστων της ιστορίας”. Με αυτή την φράση, μια συνειδητή έκκληση σε όλους τους πολίτες, ο ανακριτής Francesco Amato κλείνει την απόφαση παραπομπής σε δίκη για τους κατηγορούμενους της έρευνας 7 aprile. Έγραψε πριν λίγο ο δικαστής: “Το καταστροφικό κρεσέντο της βίας και της πολιτικής εγκληματικότητας συνέβη μέσα στο σώμα μιας κοινωνίας που από την Απελευθέρωση  μέχρι σήμερα είχε μεγάλη και θετική ανάπτυξη. Η νέα σχέση εργατικής τάξης-Κράτους, καρπός του αντιφασιστικού αγώνα πρώτα, πολλών δημοκρατικών αγώνων στην συνέχεια, έσπασε τις παλιές ισορροπίες ισχύος και άνοιξε την δυνατότητα, στην οριστική δημοκρατική επιλογή, κατάκτησης διαφορετικών και καλύτερων οικονομικών-κοινωνικών δομών. Οι μεγάλες μάζες  — συνεχίζει ο δικαστής — δεν είναι πλέον αντικείμενο, αλλά πρωταγωνιστές στα πολιτικά πεπραγμένα διαμέσου τον πολλών εργαλείων συμμετοχής που συνιστούν την πραγματικότητα της Δημοκρατίας μας, έχουν δώσει το ξεκίνημα σε δημοκρατικές διαδικασίες κοινωνικού μετασχηματισμού και ανανέωσης των μηχανισμών. 

η Repubblica αντιθέτως την 7 απριλίου αφιερώνει στην επέτειο όλη την σελίδα 11. Ένα άρθρο του Franco Coppola, “Οι μετανιωμένοι της 7 aprile, «Λιποτακτήστε, ο ένοπλος αγώνας απέτυχε»”, και μια τεράστια, δυσανάλογη ταμπέλα, “Ονόματα και πράξεις της δίκης στην Αυτονομία”, που συνδέει στους κύριους κατηγορούμενους των έλεγχο των κατηγοριών, τα αιτήματα του δημόσιου κατήγορου και την διάταξη παραπομπής σε δίκη.  Από το άρθρο του Coppola θα περιμέναμε, δεν λέγω μιαν συνέντευξη στους μετανιωμένους, μα τουλάχιστον ένα κοινό ντοκουμέντο που να είχε αυτή την πρόθεση  (να καλεί δηλαδή στην λιποταξία). Αντιθέτως το άρθρο είναι χτισμένο εκθέτοντας περάσματα της σύνθεσης που έκανε ο δικαστής Francesco Amato, στην παραπομπή του σε δίκη των κατηγορουμένων,  για τους λόγους που οδήγησαν τους οκτώ μετανιωμένους να μιλήσουν.

Η 7 aprile επιστρέφει και πλησιάζει στην πρώτη σελίδα στα τέλη του μάη με την ευκαιρία της κατάθεσης της μακρύτατης απαγγελίας κατηγοριών του Δημόσιου Κατήγορου Pietro Calogero που αφορά τον κορμό της διερεύνησης της Πάντοβα. Ο τύπος δείχνει μιαν εμφανή αναμονή για αυτή την πράξη του δικαστή απ’ την οποίαν ξεκίνησε όλη η έρευνα 7 aprile. Ήδη από την 19 μαίου οι εφημερίδες αρχίζουν να μιλούν γι αυτήν διατυπώνοντας τις πρώτες εικασίες. “Εκατό απαγγελίες κατηγορίας για την Αυτονομία?” ερωτά η Unità. Εκείνο του Calogero είναι ένα «μεγάλο βιβλίο» (ο όρος τρέχει πανταχού)  1455 σελίδων. Η εφημερίδα του ΚΚΙ μιλά για το κατηγορητήριο σαν την «πιο πολύπλοκη και νέα αναπαράσταση της ιταλικής τρομοκρατίας». η Paese Sera στις 20 μαίου προτρέχει σε ένα μακρύ άρθρο του  Giulio Obici στο δυνατό θέμα του κατηγορητηρίου, που στις άλλες εφημερίδες θα εμφανιστεί μόνον αργότερα, ήτοι την σύνδεση ξανά της έρευνας με την υπόθεση Moro (“Autonomia και BR σε επαφή στην διάρκεια και μετά την υπόθεση Moro”, είναι ο τίτλος). «Όπως θέλει η παράδοση, και στο μεγάλο βιβλίο που έγραψε ο Pietro Calogero, ο δημόσιος κατήγορος της  7 aprile, έπεσε μυστήριο […] Εν τω μεταξύ, οι φωνές που ήδη τριγυρνούν, επειδή θέλουν ο Calogero να έχει σφραγίσει την αρχική του υπόθεση καταλήγουν να μετατρέπουν την αναμονή σε οξεία αγωνία». Ναι θα υπάρχει μυστήριο, όπως γράφει ο Obici, μα είναι σίγουρο πως ο δημοσιογράφος της Paese Sera είδε σωστά. «Εάν, όπως φαίνεται, αυτή ανοίγει εκ νέου την κουβέντα γύρω από το οπλισμένο κόμμα στην Italia, μπορεί και να επηρεάσει έρευνες ήδη ολοκληρωμένες, όπως για παράδειγμα εκείνη για την απαγωγή-εκτέλεση του Aldo Moro […] εκείνη η κρυφή ιστορία της Αυτονομίας μπορεί να σελιδοποιήσει ξανά άλλες διερευνήσεις. Ένα παράδειγμα: τι μπορεί να συμβεί στους μεγάλους αυτόνομους leader, που αθωώθηκαν στην Ρώμη για την υπόθεση Μόρο, εάν αποδειχθεί ενδυναμωμένη η υπόθεση πως  Autonomia και BR επιχειρούσαν in tandem, παράλληλα και στην διάρκεια των πενήντα πέντε ημερών της απαγωγής του  leader DC, και μετά?».

η Repubblica (και αυτή στις 20 τιτλοφορεί “Μεταξύ Αυτονομίας, Νέγκρι και ΕΤ υπήρχε μια τακτική συμμαχία”) μιλά για το κατηγορητήριο του Calogero σαν ένα πραγματικό βιβλίο να σταλεί στο βιβλιοπωλείο: «Ίσως κάποιος εκδότης θα κάνει μπροστά για να το δημοσιεύσει. Ένα βιβλίο γεμάτο ονόματα και γεγονότα, αναλύσεις και αναπαραστάσεις». Ο πρωταγωνιστής, και σε αυτό το κατηγορητήριο, ή τουλάχιστον στις αναπαραστάσεις που του κάνουν οι εφημερίδες, είναι πάντα και μόνον ένας: “ο Negri αυθεντικός κινητήρας των ανατρεπτικών δολοπλοκιών αυτών των χρόνων” (Unità στις 26 μαίου). Και οι κατηγορίες, όπως ήδη συνέβη, ακόμη κι εκείνες που φαίνονταν να έχουν παραμεριστεί, αναδύονται εκ νέου ξαφνικά. Στις 26 μαίου οι χρονογράφοι την απαγγελία των κατηγοριών δεν την έχουν ακόμη διαβάσει, μα το περιεχόμενο της πλέον θεωρείται δεδομένο, και έτσι αποδίδεται. “Νέες κατηγορίες για τον Toni Negri: «Αυτός βρίσκεται στην απαγωγή  Moro»” τιτλοφορεί η Repubblica στις 26 μαίου. maggio. Να υπογραμμιστεί πως η Repubblica, μα και άλλες εφημερίδες, ξεχνούν να αναφέρουν την προηγούμενη απαλλακτική απόφαση για την ίδια κατηγορία. Και η Corriere, την ίδια ημέρα, με τo ανανεωμένο ζευγάρι (όπως τις πρώτες ημέρες της έρευνας) Ferrari-Pertegato, στοχεύει σε αυτό το θέμα: “Σύμφωνα με τον Calogero εμπλέκονται στην απαγωγή Moro τα υψηλότερα επίπεδα της οργανωμένης Αυτονομίας”. Τελείως διαφορετικού τόνου το Manifesto που τιτλοφορεί “ο Calogero, o επίμονος, επαναλαμβάνεται”.

Με το κείμενο του κατηγορητηρίου πλέον δημοσιευμένο οι εφημερίδες σκιαγραφούν, έτσι όπως είχαν κάνει για το ανάλογο ντοκουμέντο του Ciampani, την χρονοιστορία της ιταλικής τρομοκρατίας. Να παρατηρήσουμε πως ενώ στους τίτλους γίνεται λόγος για διασυνδέσεις και δραστηριότητες που φθάνουν στο 1979 (“Autonomia και Br σε επαφή κατά την διάρκεια και μετά την περίπτωση Moro”) στο κείμενο των άρθρων οι αναπαραστάσεις και τα ειδικότερα παραδείγματα φθάνουν το πολύ μέχρι το 1975. Μετά υπάρχει μόνο ο ισχυρισμός των διασυνδέσεων μα κανένα συγκεκριμένο παράδειγμα που να βοηθά τον αναγνώστη να δικαιολογήσει την θεωρία του Calogero. Έτσι γίνεται και στην Unità στις 27 μαίου σε ένα άρθρο του Michele Sartori: “Με αυτό τον τρόπο ο Negri έγινε κατήγορος του εαυτού του” (συνοπτικά: “Η ένοπλη βία έχει δυο πρόσωπα που πρέπει να προχωρήσουν με την ίδια αποφασιστικότητα — Όχι θεωρίες, μα πολιτικές-οργανωτικές οδηγίες — Από τον Macchiarini στην via Fani”). Τα έγγραφα στα οποία αναφέρεται ο Sartori ξεκινούν από το 1972 και φθάνουν στο 1975. Πρόκειται για κείμενα που κατασχέθηκαν από τον Negri (μεγάλο μέρος πάρθηκε από το περίφημο αρχείο Massironi) και που, σύμφωνα με τον δικαστή, θα απεδείκνυαν την λειτουργική σύνδεση μεταξύ Autonomia και τις BR. «Είναι λοιπόν αληθινό — σχολιάζει ο Sartori — όπως είπε ο Calogero, πως ο Negri είναι ο καλύτερος μάρτυρας ενάντια στον εαυτό του…». Το άρθρο του Sartori είναι εικονογραφημένο με δυο φωτογραφίες: μια του Idalgo Macchiarini και μια του Aldo Moro αμφότεροι την περίοδο της φυλάκισης τους. η  Corriere αντιθέτως είναι πιο προσεκτική. Στις 27 μαίου στοχεύει σε άλλες λεπτομέρειες. Το άρθρο του Antonio Ferrari έχει τίτλο “ο ΔΚ  Calogero: πιθανές, πίσω από την ανατροπή «συνενοχές, υποστήριξη και καλύψεις από έμπειρες και σημαντικές πηγές»”. Στους υπότιτλους: “Στον κόσμο του πολιτισμού, της οικονομίας, της χρηματοδότησης, της εσωτερικής και διεθνούς πολιτικής”. Διαβάζοντας το άρθρο μπορείς να στοιχηματίσεις πως μιλά για την μασονική P2, και αντιθέτως ο λόγος γίνεται για την 7 aprile. Επιστρέφουν στον αέρα διασυνδέσεις διεθνείς και δολοπλοκίες που δεν ξεκαθαρίζονται καλύτερα: «Αδιανόητη, πάντα σύμφωνα με τον Calogero, η θεωρία των “καταστάσεων κρίσης και περιθωριοποίησης” σαν κινητήρας των ανατρεπτικών επιλογών. Εύλογες αντιθέτως, “η συνενοχή, η υποστήριξη και η κάλυψη από πρόσωπα με επιρροή, που περιστρέφονται στον κόσμο του πολιτισμού, της οικονομίας, της χρηματοδότησης, της εσωτερικής και εξωτερικής πολιτικής, όπως ίσως επίσης και τμημάτων όχι δευτερευόντων του κρατικού μηχανισμού». Αντιθέτως γύρω από την υπόθεση η Corsera προχωρά με προσοχή ούτως ώστε καταγράφει σε μιαν μικρή στήλη την “Προσοχή με την οποίαν οι ρωμαίοι δικαστικοί αντιμετωπίζουν τις κατηγορίες ενάντια στον Negri”.
Μοιάζει μια στροφή χορού βαλς, Sembra un giro di valzer. Moro ή όχι Moro?

Περνούν οι μήνες και όλα, μέχρι την απάντηση του Palombarini που έρχεται τον σεπτέμβρη, σιωπούν. Στις τέσσερις σεπτεμβρίου κατατίθεται στο δικαστήριο η διερευνητική πρόταση του Giovanni Palombarini. Επί 134 αιτημάτων παραπομπής σε δίκη από τον Calogero, ο εγκρίνει μοναχά 69. Μεταξύ άλλων, αφήνουν αμέσως την φυλακή οι Bianchini, Del Re, Tramonte και Serafini. Στο επίπεδο της συνοχής το “βιβλίο” Palombarini χάνει (οι γραμμένες σελίδες είναι 1200 απέναντι στις 1455 του Calogero, όπως παρατηρούν και σημειώνουν όλες οι εφημερίδες) όμως το σύμπτωμα είναι εκείνο ενός σεισμού. “7 aprile: απαλλάσσονται οι μισοί από τους κατηγορούμενους” ο τίτλος της Repubblica στις 5 σεπτέμβρη. Η εφημερίδα του Scalfari μιλά πλέον για «ιδεολογικό πόλεμο» μεταξύ των δυο παντοβάνων δικαστών. Και η Unità, “Και στο τέλος θα δικαστεί μοναχά η χαμηλή δύναμη της Αυτονομίας?”, στους υπότιτλους πληροφορεί για μιαν επικείμενη έφεση της Εισαγγελίας στο δικαστήριο Εφέσεων της Venezia.

Την επομένη ημέρα, η έφεση, στο άρθρο, κατακτά  μέχρι και τον τίτλο: “Η εισαγγελία προσφεύγει ενάντια στην απόφαση του Palombarini”. Στην σύνοψη ανακοινώνει “νέες καθυστερήσεις για την δίκη”. Ποιοι κατηγορούνται τελικά? «Συνεπώς δεν είναι δύσκολο να προβλέψουμε πως η νέα έφεση της εισαγγελίας της Πάντοβα, που κατά πάσαν πιθανότητα θα προτείνει εκ νέου τις από πάντα αιτιάσεις και που ήδη έγιναν αποδεκτές, μπορεί να λάβει επιβράβευση. Μόνον που, εν αναμονή, η δίκη προορίζεται να μην ξεκινήσει, και αυτό να γίνει ποιος ξέρει πότε. Δεν είναι συνέπεια με μικρή σημασία γι όλους αυτούς που αποζητούν γρήγορη δικαιοσύνη αλλά, όπως οι παντοβάνοι κατηγορούμενοι απέδειξαν ευρέως τις προηγούμενες φορές, στην πραγματικότητα το αντίθετο επιθυμούν». Όπως πάντα για την Unità, για να αποδείξουν πως είναι αθώοι και πως πραγματικά θέλουν μιαν γρήγορη δίκη θα έπρεπε για λόγους αρχής να παραιτηθούν από όλες τις εγγυήσεις της υπεράσπισης.

Παρά όμως την αρνητική εικόνα η εφημερίδα του PCI καταφέρνει να ανακαλύψει κάτι θετικό ακόμη και στην απόφαση του Palombarini:

Η απόφαση κατηγορίας που έγραψε ο Palombarini μπορεί να κριθεί με δυο τρόπους. Πρώτα απ’ όλα με μια κάποια ικανοποίηση: επιτέλους αυτός ο δικαστής αντιστρέφει κυριολεκτικά όσα έλεγε μέχρι λίγο νωρίτερα, και παραδέχεται πως η οργανωμένη Αυτονομία ήταν μια ένοπλη συμμορία, που έπραττε επιθέσεις και απόπειρες, που είχε ένα πρόγραμμα και μέσα, που διέθετε ένα δημόσιο και ένα παράνομο πρόσωπο και πάει λέγοντας. Από την άλλη αυτή η αναγνώριση — που σε έναν εξωτερικό παρατηρητή μπορεί να φανεί μέχρι και προφανής — έρχεται με καθυστέρηση και καθυστερημένη σχετικά με άλλες έρευνες που διενήργησαν άλλα δικαστικά λειτουργήματα επάνω στο ίδιο αντικείμενο. Πολλές δίκες προχώρησαν πολύ πέρα και έδειξαν, σημείο προς σημείο, αυτό στο οποίο ο δικαστής κάποτε δεν πίστευε.

Εκτός του ότι αυτό που δηλώνει ο Sartori σχετικά με το αδίκημα της ένοπλης συμμορίας αναφερόμενο στην Αυτονομία είναι σχετικά συζητήσιμο και αμφίβολο (και φθάνει να διαβαστεί η μεγάλη συνέντευξη του Palombarini η δημοσιευμένη από την Repubblica στις 30 oκτωβρίου του ιδίου έτους), είναι ενδιαφέρουσα η προσπάθεια να “τραβηχθεί απ’ το σακάκι” ο ανακριτής. Τόσο ώστε, ενώ οι άλλες εφημερίδες χρησιμοποιούν την έκφραση “ο Palombarini αποσυναρμολογεί το θεώρημα Calogero”, η Unità στην σύνοψη φθάνει στο σημείο να πει: “παρόλα αυτά κρίθηκε θετικά η αναγνώριση του αδικήματος ένοπλης συμμορίας”. Μα όσο περισσότερο διαβάζεις (στις 6 σεπτεμβρίου στην πραγματικότητα οι χρονογράφοι είχαν στην διάθεση τους μόνο την τελική διάταξη της απόφασης ) τόσο λιγότερες παρανοήσεις υπάρχουν: η απόφαση Palombarini είναι ακριβώς μια άρνηση του θεωρήματος Calogero. Έτσι ώστε, την επομένη, η εφημερίδα του PCI επιστρέφει με τίτλο “Λευκό μητρώο για την 7 απρίλη? Νέα έφεση του ΔΚ Calogero”. Και η Unità, όσο περισσότερο διαβάζει τόσο περισσότερο ανακατεύει. Στις 10 σεπτεμβρίου μιλά ακόμη γι αυτό: “Η θέση του Palombarini: αυθορμητισμός”. «Με τον ΔΚ Pietro Calogero η αντίθεση ε΄΄ιναι βασική όχι οριακή» παραδέχεται η Unità. Φαίνεται ωσάν ο Palombarini όταν εκδίδει την απόφαση του να έχει κάνει μια προσωπική σκαιότητα. Όντως στο ντοκουμέντο του «παντού επαναλαμβάνονται, υπέρμετρα σαφείς και προσωποποιημένες, οι βαθιές διαφοροποιήσεις στην ανάλυση και στα συμπεράσματα ανάμεσα στον ανακριτή και τον Δημόσιο Κατήγορο». Και τέλος εμφανίζεται ξεκάθαρε μια έντονα αρνητική κρίση στην απόφαση ώστε να γίνεται λόγος για «ανάλυση που υποστηρίζεται σχεδόν καθόλου από πειστικές δηλώσεις και αποσπάσματα». «Η ερμηνεία της τρομοκρατίας που προσφέρεται είναι ακόμη εκείνη του πλήρους και ολοκληρωτικού αυθορμητισμού, και του σχεδόν τυχαίου, ολόκληρου του τρομοκρατικού αστερισμού και της τραγικής του δραστηριότητας» καταλήγει η Unità.

Και αυτό επίσης δεν είναι αληθινό μα πλέον η σύγκρουση μετατράπηκε σε καθαρό ιδεολογικό γεγονός.

(13-CONTINUA) 13-ΣΥΝΕΧΊΖΕΤΑΙ

(12-PARTE)

I GIORNALI A PROCESSO: IL CASO 7 APRILE – TREDICESIMA PARTE was last modified: febbraio 25th, 2015 by glianni70.it