τα βιβλία του μιχάλη, i libri di michele

ΠΠ. χόρεψες πάνω στο φτερό του καρχαρία – 11

μιχαλης 280

Μπέλλου , πλατεία Βάθης

Για το κίνημα των πλατειών και πάλι. Ήταν η φυσική εξέλιξη της επίθεσης που δέχτηκε επί χρόνια το βιοτικό επίπεδο του Έλληνα, η καθίζηση στην ποιότητα ζωής του. Βγήκε από το σπίτι του για να εκφράσει την αγανάκτησή του για το σύστημα που από πελάτη τον καθιστά αποδιοπομπαίο τράγο. Λένε πως ο πελάτης έχει πάντα δίκιο. Τώρα ο μαγαζάτορας, κάτω από την πίεση της τρόικας αφήνει στην άκρη,όσο γίνεται φυσικά, την πελατειακή σχέση και σκέφτεται μονόπλευρα, δρα μονόπατα, σκίζει και πετά στα σκουπίδια το συμβόλαιο, προς το παρόν τουλάχιστον.

Κι ο πελάτης τον μουτζώνει ουρλιάζοντας. Τον προδότη, τον πουλημένο. Θέλει να ξαναγυρίσει πίσω,να βρει καινούρια αφεντικά, πιο έντιμα, πιο σταθερά στις συμφωνίες τους.
Η διαπλοκή έχει δύο πόλους, το ‘μαζί τα φάγαμε’ προϋποθέτει πολλούς συνδαιτημόνες. Που φυσικά τρώνε ανάλογα με την όρεξη και τις δυνάμεις. Δεν μπορούν όλοι το ίδιο, δεν γίνεται.
Έλα μου ντε όμως που υπάρχει κι ένα άλλο πρόβλημα, ένα άλλο κομμάτι,που χαλάει την πιάτσα. Γιατί σ’ αυτό το φαγοπότι δεν πήρε ποτέ μέρος. Είτε από συνείδηση, επειδή θεληματικά αρνήθηκε να γίνει πελάτης του μαγαζιού, είτε γιατί δεν μπορούσε, δεν χωρούσε στο τραπέζι, δεν είχε τα φόντα, δεν φορούσε το κατάλληλο κοστούμι, δεν διέθετε κοσμήματα που θαμπώνουν το μάτι. Δεν κατείχε γνωριμίες.

Ή δεν το χρειάζονταν στο κάτω- κάτω οι υπάλληλοι του μαγαζιού ή το αφεντικό. Για να τρώνε με πολλά κουτάλια κι όχι με ένα δύο. Για την Ελλάδα ρε γαμώτο, την πατρίδα μας την αληθινή, την απληστία.
Όλοι αυτοί,χοντρά χοντρά, βρέθηκαν στις πλατείες. Οι μεν περιορίστηκαν στις μούντζες και άρχισαν να ψάχνουν το νέο αφεντικό, ανάλογα κιόλας με τις ‘οπαδικές’ τους προτιμήσεις, πράσινοι, μπλε, γαλάζιοι, ροζ, μαύροι, ήταν όλοι εκεί. Κραδαίνοντας ελληνικές σημαίες, λες και το κέρδος έχει πατρίδα.
Οι άλλοι,πιο κάτω, προτίμησαν να συζητήσουν. Να καταλάβουν το γιατί, να βρουν το τι χρειάζεται να γίνει.
Και αυτοί χωρίστηκαν στα δύο, χοντρά χοντρά. Κάποιοι θέλανε να ξαναγίνουν πολίτες,κάποιοι να παραμείνουν υπήκοοι, κάτω από καλύτερες συνθήκες.

Οι μεν ν’ αποφασίζουν οι ίδιοι κάθε φορά για τα ζητήματά τους, για το πως θα τα διευθετήσουν, να εκτελούν οι ίδιοι τις αποφάσεις τους και όχι να  αναθέτουν σε ειδικούς,ξέρουν πως οι ειδικοί είναι ένας μύθος, μια μούφα, για να αναπαράγονται αιώνια ρόλοι εξουσίας και υποταγής. Να δικάζουν οι ίδιοι τις υποθέσεις τους, να νομοθετούν οι ίδιοι τις σχέσεις τους, να οργανώνουν οι ίδιοι την άμυνά τους έναντι των αντιτιθεμένων.
Οι άλλοι ήθελαν καινούριους διαχειριστές, αρκούνταν στα ίδια αφεντικά.

Υπέστησαν όλοι μαζί φοβερή καταστολή, ξύλο μέχρι αηδίας και τόνους χημικά στα σωθικά. Κι όσοι-όσο άντεξαν άντεξαν, ήρθε και ο Αύγουστος, καιρός για μπάνια του λαού. Όταν επέστρεψαν ήταν πλέον αργά να οργανώσουν ξανά το πράγμα, έλειπε πια η ορμή, ήλιος και θάλασσα χαλαρώνουν.
Άφησαν τεράστια παρακαταθήκη: κατάληψη δημόσιου χώρου που ανήκει στην κοινωνίακαι όχι στα κόμματα.
Συνέλευση, συζήτηση, αυτοοργάνωση, αυτοδιαχείριση των αναγκών και όλων των υποθέσεων.
Αλληλεγγύη.

Συζήτηση για την ισότητα των πάντων, για την ελευθερία, την κοινότητα και την κοινοκτημοσύνη.
Ίσως το κυριότερο απ’ όλα. Ρίζωσε η αυτόνομη συνέλευση σε κάθε γειτονιά, δημιουργήθηκε επίσης σε χώρους δουλειάς, μάθησης και εκπαίδευσης.

Δύο λόγια για τις συζητήσεις πάνω στη μεθοδολογία και τα μέσα του αγώνα. Έχουν ειπωθεί πολλά, για τη βία της εξουσίας και την αντιβία, για ειρηνιστές,βίαιους χούλιγκανς κλπ. Έχετε όλοι μια άποψη. Με δύο γραμμές μόνο θα σταθώ σε αυτό που κανένας, έτσι νομίζω τουλάχιστον, δεν πρόσεξε να αναφέρει.

Χωρίζω λοιπόν τους μετέχοντες στη συζήτηση σε πραγματιστές και μη. Πραγματιστές είναι αυτοί που ξέρουν ότι ενοχλούν και οργανώνουν την άμυνά τους η οποία κάποια στιγμή θα γίνει και επιθετική, υποχρεωτικά,εκ των πραγμάτων.
Και τους αιθεροβάμονες, τους μη πραγματιστές, που λεν για να λεν, διότι ίσως να γνωρίζουν βαθιά ή λιγότερο βαθιά μέσα τους πως αυτά που λεν δεν τα πιστεύουν και απλά έτσι τα λεν. Ή στοχεύουν κάπου αλλού, για το εγγύς ή το απώτερο μέλλον.
Αυτά!

θα πληρώσετε για όλα 4

Κάτι ακόμη, για τους συμβολισμούς, που δεν είναι μόνο συμβολισμοί.
Το κέντρο της πόλης, της σύγχρονης μητρόπολης, αλλά και της μικρότερης, συμβολίζει την εξουσία. Της ανήκει. Γι αυτό και συγκεντρώνει στο κέντρο όλα τα κτίρια που την απαρτίζουν.
Γι αυτό και οι σύγχρονοι προλετάριοι καταλαμβάνουν το κέντρο, όταν της επιτίθενται, αυτό συμβολίζει η κατάληψη της πλατείας.
Ο αγώνας όμως παντού και πάντα πρέπει και να αποκεντρώνεται. Διασπάς βέβαια τις δυνάμεις σου, διασπάται όμως έτσι και ο εχθρός.
Και τις περισσότερες φορές η νίκη είναι πιο κοντά σ’ αυτόν που έχει την πρωτοβουλία, το πλεονέκτημα του αιφνιδιασμού. Αυτός που πηγαίνει σε προκαθορισμένο ραντεβού, σε τοποθεσία που έχει διαλέξει ο αντίπαλος, γιατί γνωρίζει τις λεπτομέρειες όλες, λέω λοιπόν πως η νίκη είναι πολύ κοντύτερα σε αυτόν τον τελευταίο.
Τα γνώριζαν αυτά οι Ιταλοί σύντροφοι και επιτίθενται συχνά εκεί που διάλεγαν οι ίδιοι, με τον συμβολισμό που έδιναν στον χαρακτήρα της επίθεσης, διαλέγοντας οι ίδιοι τον στόχο, μακρά από το πλήθος του οποίου όμως την άμυνα την είχαν οργανώσει επίσης όσο καλύτερα γίνονταν.

Έτσι πρέπει να έγινε στις 12 Φλεβάρη φέτος στην Αθήνα του 12. Αυτά.

  • Και μιας και ξαναπέταξε ο νους μου σε προηγούμενα χρόνια θα ήθελα να αναφερθώ στον Βασίλη τον Ζωίδη με την εξαιρετική του σύντροφο την Άννη που σαν πραγματικά αδέρφια μ’ αγκάλιασαν τον πολύ πρώτο καιρό τον δυσκολότερο της εδώ προσαρμογής μου, τότε μάλιστα που έτρεχα στην Κομοτηνή για την Rossa.
  • Λέω όμως τι όμορφη που είναι τελικά η ζωή με τα απρόβλεπτα της, πόσες ομορφιές κρύβει η καθημερινότητά! θύμησες ξεπηδούν από παντού.
    Εκεί που περπατάς αμέριμνος στα όμορφα σοκάκια της Παναγίας, πίσω από τα ανακαινισμένα καπνομάγαζα πέφτεις πάνω σε φίλο και ξυπνάς 35 χρόνια πίσω, στο Περιγιάλι, στον τότε ‘Μιχάλη’, Μανώλης Τζίμας, Γιάννης Κωνσταντινίδης [Κόνυ] και Θοδωρής Βαλσαμίδης, όλοι καλοί φίλοι,τραγουδούν αντάρτικα, επαναστατικά και λαϊκά τραγούδια Κι εγώ με το φιλαράκι μου τον Παύλο τα δίνουμε όλα.
  • Πέφτω λοιπόν πάνω στον Κόνυ και αναπολούμε τα παλιά ΕΚΕΊΝΑ ΧΡΌΝΙΑ ΠΟΥ ΟΙ ΆΝΘΡΩΠΟΙ ΉΤΑΝ ΠΙΌ ΚΟΝΤΆ, ΚΑΙ ΕΥΚΟΛΌΤΕΡΗ Η ΑΛΛΗΛΕΓΓΎΗ ΚΑΙ Η ΑΔΕΛΦΟΣΎΝΗ.
    Είναι λοιπόν αλήθεια πως οι παρέες γράφουν ιστορία.

Λίγο πιο κάτω νάσου ο Ιορδάνης ο Ανθόπουλος, ‘73, ‘74, Φλωρεντία,Δημοκρατικός Αγώνας, αντίσταση στη χούντα                                                                                                    από από την λαοκρατία καταλήξαμε πάλι στα ίδια.                                                                              Και τα νέα παιδιά ν’ ακούν με προσοχή. Τους λέμε να παρακολουθούν την καρδιά τους, ν’ ακούν τα μηνύματα, να διδάσκονται από την ιστορία. Τα συμπεράσματα θα είναι δικά τους, μόνοι τους θα διαχειριστούν το σήμερα, είναι δική τους δουλειά. Δική τους υπόθεση.

Με την ευκαιρία θέλω να χαιρετήσω ανθρώπους που δεν είναι άλλο μαζί μας, που συντρόφευσαν τη ζωή μας και έβαλαν και ένα χεράκι στο να γίνουμε αυτοί που ήμαστε. Τον Μάνο τον Ξυδούς, τη Μαρία Δημητριάδη, την Σωτηρία Μπέλλου, και τον Δημήτρη Μητροπάνο, όλους τους χάσαμε τώρα κοντά. Ξεχνώ πολλούς, ένα γεια χαρά σε όλους. ‘Χαιρετίσματα λοιπόν στην εξουσία,εγώ κρατάω την ουσία και ονειρεύομαι!’
Γεια χαρά και σε σένα μεγάλε Άλκη Αλκαίο που μας άφησες πολύ πρόσφατα κι εσύ.

‘Εγώ με τις ιδέες μου κι εσείς με τα λεφτά σας,’ όπως χαρακτηριστικά τραγουδούσε ένας άλλος μεγάλος μακαρίτης. Και αν για πολλούς είναι ζήτημα ιδεών, για τους περισσότερους από εμάς πλέον είναι ζήτημα επιβίωσης. Είναι ζήτημα αξιοπρέπειας. Για την ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ ΡΕ ΓΑΜΩΤΟ !!! Και την αυτονομία!
‘Κατούρα την Βουλή και σπάστους τα γραφεία, να πάει να γαμηθεί η γραφειοκρατία, και φόρεσε κουκούλα ωσάν σε πρίζουνε, σε κάθε αναμπουμπούλα μη σε γνωρίζουνε!’ τραγουδά εδώ και χρόνια ο φευγάτος φίλος μας. Φωνάζει έτσι στον κ Σαμαρά πως εάν είχε πάρει έστω και ένα μικρό μέρος από τα γονίδια της φημισμένης του πρόγονης θα είχε αυτοκτονήσει, όπως εκείνη μόλις μπήκαν οι Γερμανοί στην Αθήνα το μακρινό τότε. Γι αυτό να αφήσει στην ησυχία τους ‘κουκουλοφόρους’ που έχουν τη τσίπα που τόσο πολύ του λείπει και ίσως θα ήθελε να έχει κι εκείνος. Γιατί είναι πολύ εύκολο να πουλάς μαγκιά κρυμμένος πίσω από τις πλάτες ατέλειωτων πραιτόρων.

Θα του θυμίσω επίσης πως ένας άλλος μεγάλος φευγάτος τραγούδησε πως ‘οι μάγκες δεν υπάρχουν πια μιας και τους πάτησε το τραίνο’. Τζάμπα μάγκες είστε, βουτυρόπαιδα.
Παρομοιάζει τους σύγχρονους αγωνιστές με τους πληρωμένους χίτες, ταγματασφαλίτες και προδότες που κουκουλωμένοι από το φόβο και την ντροπή τους κατέδιδαν,οι τότες έλληνες ψευτοπατριώτες τους αληθινούς, τους αγωνιστές της ελευθερίας στους κατακτητές του τότες,που είναι και οι κατακτητές του σήμερα. Το χρήμα δεν είχε ποτέ πατρίδα κάπηλοι του πάντα, του τότε και του σήμερα. Θα είναι η ιστορία, θα είναι η ευτυχία που θα σας τσακίσει,όσους μπούληδες και αν επιστρατεύσετε για να μας απειλούν!!!
Γερμανούς και κάθε εθνικότητας φονιάδες γουστάρει η τσακαλοπαρέα σας από συστάσεως. Γιατί νομίζετε πως ξεχάσαμε πως ονομάσατε τα πρώτα κόμματα που δημιουργήσατε για να πατρονάρετε τον λαό αμέσως μετά την απελευθέρωση; Για όποιον λοιπόν ξεχνά λέμε πως ήταν το Γαλλικό, το Αγγλικό και το Ρώσικο, ανάλογα την προέλευση των χρημάτων, μιας και τότε οι πολυεθνικές και οι χωρίς όνομα εταιρίες δεν πρέπει να είχαν σχεδιαστεί ακόμη.

‘Κουφάλες δεν ξοφλήσαμε, αυτό έχω μόνο να σας πω. Τα όνειρα των εραστών δεν σβήνουν’
Όμοια στα όμοια. Να θυμάται ο κάθε κύριος Σαμαράς και ο θίασος σκιών που διευθύνει πως η καταπίεση γεννά αγωνιστές, θα του πω επίσης πως ‘η αχλάδα έχει πίσω την ουρά’ και θα του θυμίσω επίσης το ανέκδοτο του ξεχωριστού γέροντος Παίσιου που έλεγε πως αν ρίξεις αλογόμυγα σ’ ένα τεράστιο λιβάδι με λουλούδια αυτή θα τρέξει να ξετρυπώσει τη μοναδική κουράδα που υπάρχει στη γειτονιά. Και πως η μέλισσα που τριγυρνά μες την ομήγυρη σκατών θα ανακαλύψει στο πι και φι το μοναδικό λουλούδι που κατάφερε ν’ ανθίσει μέσα σε αυτή την αηδία.

ΚΑΙ ΕΓΏ ΠΟΥ ΑΓΆΠΗΣΑ ΤΟΝ ΓΈΡΟΝΤΑ, ΑΓΑΠΏ ΑΚΌΜΑ ΠΕΡΙΣΣΌΤΕΡΟ ΑΥΤΟΎΣ ΠΟΥ ΤΟΥ ΈΚΑΝΑΝ ΣΤΑ ΕΞΆΡΧΕΙΑ ΕΚΕΊΝΗ ΤΗΝ ΦΑΝΤΑΣΤΙΚΉ ΧΙΟΥΜΟΡΙΣΤΙΚΉ ΛΙΤΑΝΕΊΑ,ΠΟΥ ΘΑ ΈΚΑΝΕ ΚΑΙ ΑΥΤΌΝ ΤΟΝ ΊΔΙΟ ΝΑ ΞΕΣΠΆΣΕΙ ΣΕ ΓΈΛΙΑ.
Έβγαλε βρώμα η ιστορία ότι ξοφλήσατε!. Στην ιστορία θα σας γράψουν όλους εσάς ξοφλημένους με μεγάλα γράμματα, κι ας κάνετε πως δεν το καταλαβαίνετε. Είστε σαν τον Τσαουσέσκου, τον Γκαντάφι, ακόμη και αυτόν τον Σαντάμ. Πιάνεστε στον ύπνο νομίζοντας πως είστε άτρωτοι.
Ίσως εμείς να μη προλάβουμε να το δούμε. Δεν μας νοιάζει όμως διότι το κίνητρο που μας κινεί δεν είναι το κέρδος ή η ανάγκη να κατέχουμε εξουσία οποιασδήποτε μορφής. Λέμε και κάνουμε αφιλοκερδώς. Με συνείδηση και αξιοπρέπεια., όπως διαρκώς επαναλαμβάνουμε. Γιατί θέλουμε να μοιάξουμε τον Αχιλλέα τον Λεωνίδα και όχι τον Εφιάλτη, τον Άρη και όχι τους γερμανοτσολιάδες. Που προτίμησαν τη δόξα από το συμφέρον, αν θέλεις την αγάπη και την αιώνια αναγνώριση από το πρόσκαιρο κέρδος, την εξουσία- τη ζωή την ίδια θυσίασαν για τα ιδανικά που στοιχειώνουν τον ύπνο τόσων και τόσων γενεών έκτοτε!

Ψιλά γράμματα για εσάς ίσως. Ήδη κύριοί μου ο ΓΑΠ είναι εξαφανισμένος, τον είδατε εσείς πουθeνά;
Αμ ο άλλος ο Κωστάκης. Τέτοια φυλάει η ιστορία στους τζάμπα μάγκες.
Όσων κι αν κλέβετε ζωές καταπιεσμένων, άλλους τόσους αγωνιστές θα γεννάτε, hasta la victoria siempre! μέχρι την τελική νίκη!
Βάλτε τον Βενιζέλο ή εκείνο τον κατουρημένο Κουβέλη μπροστά στον ανεπανάληπτο Χρόνη Μίσσιο, αυτόν τον ασύγκριτο άνθρωπο. Σαν φορτωμένες στο χιόνι ιτιές θα σκύψουν να προσκυνήσουν!
Ξέρω πως θα μου πείτε ότι ο πόλεμος σήμερα γίνεται από τα μετόπισθεν.

Ξέρω πως πιο σπουδαίος είναι ο ψυχολογικός, αυτός που γίνεται επί του μυαλού, εκμεταλλευόμενοι τον φόβο που ελέγχεται από τον εγκέφαλο, με τα μηνύματα που σκορπούν απ’ όλες τις πλευρές στους ανθρώπους σπέρνοντας τον τρόμο την αγωνία και την ανασφάλεια, κερδίζουν τον αγώνα πριν ακόμα αυτός διεξαχθεί.
Κι όταν, λόγω των απροόπτων που είναι ιστορικά τόσα πολλά, το πράγμα ξεφύγει και κατέβουμε στο πεδίο της μάχης, οι ηγέτες, οι αρχηγοί, οι στρατηγοί κλπ είναι καλά κρυμμένοι στα μετόπισθεν. Δεν ζούμε στις εποχές των ηρώων που αγωνίζονταν στην πρώτη γραμμή και πάντα στο δεξί άκρο όπου συνήθως η σύγκρουση γίνονταν σφοδρότερη.
Δεν υπάρχουν σήμερα Αλέξανδροι, που όταν το στράτευμα κοντοστεκόταν βαρεμένο, αυτός πηδούσε μόνος του τον τοίχο για να αναγκάσει τους υπόλοιπους να τον ακολουθήσουν στους δύσβατους βράχους στο Κανταχάρ, στο σημερινό Αφγανιστάν νομίζω, μπορεί και Πακιστάν.

Κι όμως, υπάρχουν!

  • Τώρα, άλλη σελίδα. Αμ στους σύγχρονους ναζί, τι χουνέρι τους έκανε η Μέρκελ και η παρέα της, οι κοντινοί τους συγγενείς! Έχωσαν στην ποδοσφαιρική τους ομάδα δεν ξέρω εγώ πόσους υιούς μεταναστών,παικταράδες, μεγαλωμένους στην Γερμανία, τη σύγχρονη πολυπολιτισμική όπου το να χαιρετάς ναζιστικά απαγορεύεται[ σε εμάς σε λίγο θα είναι υποχρεωτικό!], τους έβαλαν λοιπόν μέσα στην ομάδα να μας πετάξουνε τα μάτια έξω, έκλεισαν τα μάτια στις δικές μας ανοιχτές σηκωμένες παλάμες και πήγαν για ύπνο. Οι αντίπαλοι προπονητές και ποδοσφαιριστές έδιναν τα χέρια και οι φίλαθλοι βρίζονταν στο διαδίκτυο για μέρες. Κατά τα άλλα μας παραμυθιάζουν πως το ποδόσφαιρο είναι απλά ένα παιχνίδι. Ρατσισμός, σεξισμός και ότι χειρότερο έχει να επιδείξει ένας λαός το δείχνει στις κερκίδες. Το καλύτερο πολλές φορές μέσα στο γήπεδο. Όπου άσπροι, μαύροι, κίτρινοι και μελαμψοί αποχωρούν αγκαλιασμένοι ανεξαρτήτως νικητή και νικημένου. Αυτό ναι, είναι πολιτισμός.

Πάει μου στριψε, όμως όχι, ξέρω πως είναι αλήθεια, ο άνθρωπος είναι ενέργεια, σκεφτείτε τι πολλά που μπορούν οι πολλοί εάν θελήσουν! ναι! Χρησιμοποιώντας την ενέργεια αυτή, σκεπτόμενοι όλοι μαζί, με ένταση, το ίδιο πράγμα, την ανάγκη τους, το ποτάμι το στρέφουν προς τα πίσω. Σίγουρα!

10 χρόνια προετοίμαζαν οι Ζαπατίστας την ’έφοδό’ τους στην Μεξικάνικη και την παγκόσμια κοινότητα στις ζούγκλες των Τσιάπας. 30 χρόνια έκαναν οι Σαντινίστας να ετοιμαστούν,να βρουν τη κατάλληλη στιγμή για να γράψουν τη δική τους ιστορία στη γη της Νικαράγουα. Να πάρουν με το λαό τους αυτό που του ανήκει!
Δουλεύοντας όπως ο τυφλοπόντικας, ανοίγοντας διαρκώς λαγούμια, για να υποσκάψουν τα θεμέλια του φαντασιακού στον κόσμο,της νομιμότητας της αναγκαιότητας του καπιταλισμού στα μυαλά στις νοοτροπίες και τις βεβαιότητες του λαού. Αυτό να γίνουμε, σύγχρονοι τυφλοπόντικες στα ριζά της κοινωνίας. Αυτό προσπαθήσαμε να κάνουμε με τους Ιταλούς συντρόφους και τότες.

  • Ήδη η κουβέντα για μία ‘ιστορική αναδίπλωση’ είχε ξεκινήσει πριν τον Απρίλη του ’79, με τις μαζικές συλλήψεις.Φαίνονταν πως η κοινωνία είχε αρχίσει να μουδιάζει για τα καλά, να μη παρακολουθεί, να μη συμμετέχει στο πρόταγμα του αγώνα, έτσι όπως τον σχεδίαζε η εμπειρία της ανατρεπτικής διάθεσης και προοπτικής. Κουρασμένη από τις αλλεπάλληλες επιθέσεις η κοινωνία έδειχνε φανερά τα σημάδια απαγκίστρωσης.
    Χρειάζονταν να διαλογιστούμε από την αρχή, να αλλάξουμε σχηματισμό, να τον προσαρμόσουμε στις συνθήκες που φάνταζαν πλέον εχθρικές. Δεν προλάβαμε, έγινε εντός των τειχών, αργότερα και από μειονεκτική θέση και κατάσταση πλέον.
    Φαίνονταν το πράγμα, μύριζε. Θα είχε γίνει κάτω από άλλες προϋποθέσεις εάν είχαμε ταρακουνηθεί νωρίτερα, εάν είχαμε αναπροσαρμόσει λόγο και πρακτικές νωρίτερα, όταν υπήρχε ακόμη χρόνος, όταν είχαμε ακόμη χώρο, σε περιβάλλον πιο ευνοϊκό. Με τους χιλιάδες μαχητές ελεύθερους και όχι υπό κατάσταση ομηρίας.
    Όταν οι σύντροφοι αποφάσισαν ότι ‘ήταν καιρός τα όπλα να ξαναμπούν στα σεντούκια’ ήταν λίγο πολύ αργά. Παίζαμε εκτός έδρας πλέον, ξανά σε ξένο γήπεδο. Και με διαθέσεις ρεβανσισμού από τον αντίπαλο. Η ιστορία επαναλαμβάνεται. Ξερονήσια εδώ, φυλακές υψίστης ασφαλείας εκεί.

Και εγώ έχω γλυτώσει από καθαρή τύχη. Ένα καλό αστέρι με φύλαξε, να έχει την ευχή μου παντοτινά. Κέρδισα κάποια χρόνια, έχασα σίγουρα κάτι άλλο, αυτό ακόμη δεν το έχω συνειδητοποιήσει οριστικά.

Θέλω επίσης να σκεφτώ ακόμη δυο πράγματα πάνω στη συνθηκολόγηση των παλιών μου συντρόφων, Στην κουβέντα που έγινε εκείνα τα χρόνια εγώ δεν πήρα μέρος μιας και ήμουν τόσο μακριά και δίαυλοι επικοινωνίας στην πράξη δεν υπήρχαν. Μου στοίχισε πολύ και το κατάλαβα πολύ αργότερα μιας και τότε προείχε να γιάνουν οι πληγές. Θέλω λοιπόν να πω μονάχα πως ίσως θα μπορούσε να είχε γίνει με διαφορετικό τρόπο και κάτω από άλλες συνθήκες. Ήταν τόσοι πολλοί οι σύντροφοι και οι μαχητές που κανέναν δεν τον συνέφερε να τους κρατά μέσα. Το να αντιληφθείς ότι το σχέδιο απέτυχε σήμαινε μια συλλογική ήττα που συνέβη έτσι κι αλλιώς. Η κοινωνική επανάσταση ενδιέφερε και αυτή είχε προς το παρόν απομακρυνθεί. Αυτό αντιλήφθηκαν και οπισθοχώρησαν, συνθηκολόγησαν. Αυτό το τελευταίο ίσως να μπορούσε να είχε αποφευχθείΕπαναλαμβάνω, είναι πολύ εύκολο να μιλάς τόσα χρόνια μετά και μάλιστα για κάτι που στον καιρό του δεν μπόρεσες να λάβεις μέρος στη διαμόρφωσή του.

Μας ενοχλεί αφάνταστα η συζήτηση πάνω σε αυτά τα θέματα από ανθρώπους αγέννητους ακόμη εκείνα τα χρόνια, όσο και αν εκτιμούμε και θαυμάζουμε την περήφανη στάση τους. Και μιλώ στον πληθυντικό μιας και είμαι διακόσια στα εκατό σίγουρος πως η σκέψη μου συγκεντρώνει τις σκέψεις των παλιών μου φίλων και συντρόφων και συμμαχητών.
Ήταν όμως τόσο διαφορετικά τα πράγματα τότε, η πραγματικότητα. Η αντεπανάσταση είχε πετύχει, το αντάρτικο ήταν πολυδιασπασμένο, τεράστια πολεμική υπήρχε στο εσωτερικό του, το κίνημα εξαφανισμένο και ο νεοφιλελευθερισμός κάλπαζε ανενόχλητος, χωρίς το παραμικρό εμπόδιο.

ΤΙΜΟΥΜΕ ΤΗ ΣΤΑΣΗ ΤΩΝ ΣΥΝΤΡΟΦΩΝ ΠΟΥ ΔΕΝ ΣΥΝΘΗΚΟΛΟΓΗΣΑΝ ΠΟΤΕ. ΊΣΩΣ ΝΑ Μας ΞΕΝΊΖΕΙ Η ΣΤΆΣΗ ΆΛΛΩΝ ΠΟΥ ΕΝΣΩΜΑΤΏΘΗΚΑΝ ΚΑΙ ΜΑΛΙΣΤΑ ΓΙΑ ΤΑ ΚΑΛΑ. Ο άνθρωπος για να επιβιώσει πολλές φορές παίρνει τις πιο απίστευτες αποφάσεις .
Και έρχομαι να ‘αποκαταστήσω’ την σε κάποια πράγματα ‘χαμένη τιμή’ της εργατικής αυτονομίας η οποία θεωρώ πως επλήγη από τη γενικότερη στάση που κράτησε εις εκ των θεωρητικών της, και δικός μου δάσκαλος σε πολλά, ο Αντόνιο Νέγκρι. Ο οποίος, πάνω στην πρεμούρα του να τη διαχωρίσει από τις ερυθρές Ταξιαρχίες, και μέχρις εδώ τα πάμε καλά, έφτασε στο σημείο να αρνηθεί εκείνο το μέρος της κληρονομιάς της που ενοχλούσε περισσότερο: την επιθετική, την αντάρτικη. Έτσι τουλάχιστον φάνηκε στα δικά μου μάτια η στάση του εκείνα τα χρόνια, από την 9η Απριλίου και μετά. Μπορεί να κάνω και λάθος, η εντύπωσή μου είναι αυτή και την καταθέτω.

Είναι αλήθεια πως μεγάλη υπαρξιακή κρίση δημιουργήθηκε μέσα μας, έχω αναφερθεί αρκετά, όταν αντιληφθήκαμε πόσο ξεκάθαρη ήταν η τεράστια στρατιωτική υπεροπλία του αντιπάλου.
Ενέδρες δολοφονικές που έστησε σε διάφορους συντρόφους, η μεγάλη καταστολή στους δρόμους, στο δημόσιο χώρο κλπ. Οδήγησε λοιπόν σε κρίση ταυτότητας με δεκάδες συντρόφους να την κάνουν στο εξωτερικό, πολλούς προς Γαλλία, άλλους προς Ινδία. Να ‘χαθούν’ για κάποιο διάστημα, μέχρι να ηρεμήσουν τα πράγματα. Έτσι αποφασίσαμε κι εμείς το ταξίδι προς Κεντρική Αμερική.

Αυτή την αίσθηση παντοδυναμίας του αντιπάλου στα μέσα και την αποφασιστικότητα την βίωσα ξανά λίγο αργότερα, στην Ελλάδα όντας πλέον, διαβάζοντας σε προκήρυξη της 17 Νοέμβρη για τον τρόπο και την τεχνολογία που χρησιμοποίησαν οι αρχές στην Ιταλία, με την βοήθεια Νατοϊκών αξιωματούχων για να ανακαλύψουν το κρησφύγετο όπου οι Ταξιαρχίες έκρυβαν τον απαχθέντα στρατηγό  Ντόζιερ, και να τον ελευθερώσουν,ύστερα από ξαφνική επίθεση, [κάμερα σε βανάκι με ‘μάτι’ που διαπερνούσε τους τοίχους! Και έβλεπε στο εσωτερικό των κτισμάτων!!] Αυτά

η αλήθεια αποκαταστάθηκε με τα χρόνια, τον στρατηγό τον βρήκαν αφού βασάνισαν ένα ζευγάρι συντρόφων που δεν άντεξαν και οδήγησαν με την κατάθεση του ανδρός στην ανακάλυψη του κρησφύγετου όπου οι αντάρτες έκρυβαν τον βορειοαμερικανό!

Θέλω να σταματήσω εδώ. Μακάρι μια μέρα να καταφέρουμε να ξανασυναντηθούμε όλοι μαζί. Μέσα στην κοινωνία που κερδίζει το στοίχημα με το όνειρο ελευθερίας της ακόμη καλύτερα. Όμως ακόμη δύο λόγια θα προσθέσω. Φτιάχναμε έναν στρατό για να πάρουμε την εξουσία και να την παραδώσουμε στις κοινότητες που φτιάχνονταν ταυτόχρονα, δύο καταστάσεις που πήγαιναν χέρι χέρι. Μέρος και των δύο ήμασταν, το οπλισμένο χέρι της κοινότητας. Καθημερινά, στις επιτροπές και τις συνελεύσεις,παντού.

εξέγερση, rivolta

Άλλοι έφτιαχναν το μαχόμενο κόμμα. Εμείς ήμασταν κάτι διαφορετικό. Το ότι ο λαός δεν ακολούθησε οφείλεται σε πολλούς λόγους, και αυτό σύμφωνα με το τότε σκεπτικό και μέσα από την ιστορία και τις διαδικασίες που είχαν αναπτυχθεί έκανε τους συντρόφους τελικά να συνθηκολογήσουν. Ήταν φυσικό επακόλουθο νομίζω, απλά η ιστορία δείχνει πως θα μπορούσαν να περιμένουν ώστε να διαπραγματευτούν με καλύτερες συνθήκες.

  • Μου αρέσει το πήγαινε έλα στον χρόνο όπως μου αρέσει γενικότερα το πήγαινε έλα.

Συνάντησα φίλο μου γιατρό στο Νοσοκομείο που πήγαμε για να βγάλουμε ράμματα του Προδρομάκου. Θα σας μεταφέρω όσα κατόρθωσα να συγκρατήσω από τον συγκλονιστικό του μονόλογο,στήθηκε κυριολεκτικά ένα απίστευτο μονόπρακτο, πως θα το μεταφέρω εγώ είναι ένα άλλο θέμα.
Μου λέει για το πως το σύστημα στον πόλεμο που έχει ανοίξει εναντίον της κοινωνίας επιτυγχάνει καθημερινά θανάτους με υπογραφές! Κάθε μέτρο που λαμβάνεται φέρνει κοντά στην εξαθλίωση καινούριες φουρνιές. ‘Έρχονται άνθρωποι Μιχάλη’, λέει , ‘καθημερινά,που τους γνωρίζουμε χρόνια, κατεστραμμένοι πλέον. Δεν έχουν τα 5 ευρώ για να εξεταστούν, ή τα 17 για τις ακτίνες. Άνθρωποι ανασφάλιστοι γιατί δεν δύνανται πλέον να πληρώσουν στα Ταμεία. Και κάνουμε ταχυδακτυλουργικά κόλπα για να μη τους διώξουμε. Ψάχνουμε για βιβλιάρια δεξιά κι αριστερά για να μπορέσουμε να τους καταχωρήσουμε. Βιβλιάρια νοσηλευτών, γιατρών, προσωπικού κλπ για να μη διώξουμε ανθρώπους που αγωνιούν, να τους εξετάσουμε, να τους γιατρέψουμε.

Μια τζίφρα, ένα μέτρο κι έχουμε αυτοκτονίες. Και για να τελέσει ο παπάς το μυστήριο μας παρακαλούν οι συγγενείς να γράψουμε πως πήγαν από ανακοπή, βλέπεις υπάρχει και το κουτσομπολιό στη γειτονιά μεταξύ των άλλων. Δίπλα στις επίσημες αυτοκτονίες έχουμε και δεκάδες τέτοιες.
Είναι αποδεδειγμένο, και κρύβεται επιμελώς από τους σύγχρονους τρομοκράτες των καναλιών και του τύπου, πως σε ποσοστό εικοσιπέντε με τριάντα στα εκατό ευθύνεται η άτυπη κατάθλιψη την οποία ο άνθρωπος δεν γνωρίζει με αποτέλεσμα να είναι ευάλωτος και να καταλήξει.

Κατάφεραν και τρομοκράτησαν τον κόσμο, έστρεψαν τον ένα εναντίον του άλλου, διέλυσαν την ταξική αλληλεγγύη, φταίνε αυτοί, όχι φταίνε οι άλλοι, η μία κατηγορία εναντίον της άλλης, οι πραγματικοί ένοχοι κρυμμένοι επιμελώς. Κάθε εργαζόμενος έχει υιοθετήσει έναν άνεργο εφ’ όρου ζωής. Κρατούν 5% του μισθού μας για τους ανέργους και τους μειώνουν το επίδομα, μειώνοντας και τα δικά μας έσοδα. Και αντί να τους ορμήξουμε ενωμένοι τρωγόμαστε μεταξύ μας.
Κι αν δεν καταφέρουμε να διατηρήσουμε τη δημόσια υγεία τα πράγματα θα γίνουν ακόμη χειρότερα. Επί τη εμφανίσει στο Νοσοκομείο θα πρέπει πρώτα να πέφτει το παραδάκι με υψηλότερο αντίτιμο, αλλιώς διώξιμο.’

‘Δεν υπάρχει πλέον άλλοθι Μιχάλη,’ συνεχίζει, ‘όλοι γνωρίζουμε καλά τι τρέχει. Δεν χρειάζεται να έχει διαβάσει κάποιος Μπακούνιν ή Κροπότκιν για να καταλάβει τι συμβαίνει, γιατί,και τι πρέπει να κάνει. Δρόμος είναι η συμμετοχή του καθένα στα κοινά και στον αγώνα, από το μετερίζι του. Να οργανωθούμε σε δομές,σε στέκια, σε επιτροπές αγώνα, παντού. Υπάρχουν, να τα βρούμε, να φτιάξουμε καινούρια. Όχι άλλο απάθεια, όχι στην απαισιοδοξία, όχι στη μιζέρια.
Ο κόσμος ξυπνά οργισμένος, ξεσπά όπου του κατέβει. Φτάνει πια,να στρέψουμε την οργή μας εκεί που χρειάζεται. Όχι στο φόβο, ναι στην ελπίδα! ναι στον αγώνα.’

‘Ρε συ Μιχάλη’ ολοκληρώνει, ‘κατάφερα να συνεννοηθώ με τον καρκίνο, δεν θα τα καταφέρω με τους ανθρώπους; Τον κάθισα και του είπα, βγες έξω να κουβεντιάσουμε, Σήκω, φύγε, έχω χρόνια ακόμη μπροστά μου, θέλω να ζήσω! Εδώ θα κάτσω. Σηκώθηκε κι έφυγε! Και θα με πεθάνουν οι άνθρωποι τώρα; Όχι, όχι, δεν το δέχομαι! Δεν υπάρχει περίπτωση!. Όχι, δεν έχουμε πια άλλοθι!’

Δεν χρειάζεται να προσθέσω τίποτα. Πριν πολλά χρόνια άκουγα τον Μανώλη τον Τζίμα στο ΝΟΚ ή στου Σαλαβάτη να τραγουδά με εκείνη την τόσο χαρακτηριστική και ζεστή φωνή του για ‘τον νοητό ήλιο της δικαιοσύνης’ και να του ζητά ‘να μη ξεχάσει τη χώρα μας’! Και λέω πως εμείς έχουμε ξεχάσει τη χώρα μας παραμελώντας τους εαυτούς μας. Γιατί όπως πολύ σωστά έλεγε λίγο πριν τη ναυμαχία στη Σαλαμίνα ο στρατηγός Μιλτιάδης, πατρίδα είναι οι άνθρωποι και όχι τα κάστρα, τα δέντρα και τα σπίτια,αλλά εμείς οι ίδιοι!

Να υπερασπιστούμε λοιπόν εμείς οι ίδιοι τους εαυτούς μας και τους γύρω μαζί. Σε αυτόν τον ανελέητο πόλεμο που το διεθνισμένο κεφάλαιο έχει εξαπολύσει ενάντια στους αδύνατους.

  • Κατέβηκα να κολυμπήσω στην Άσπρη Άμμο με τον Πρόδρομο,κοιτάζοντας τους αμμόλοφους θυμήθηκα και του διηγήθηκα πως παλιότερα θάβονταν μέσα στην άμμο,για ώρα πολύ, άνθρωποι που έπασχαν φαντάζομαι από αρθριτικά και τέτοιες ασθένειες, για να ανακουφιστούν. Και ήταν ένα παράξενο,διασκεδαστικό θέαμα να βλέπεις μες τη ντάλα όλα εκείνα τα σκεπασμένα κεφαλάκια διάσπαρτα στα αμμοϋψώματα!

Και αγναντεύοντας απ’ την αμμουδιά την Ηρακλίτσα απέναντι του λέω πως εκείνα τα χρόνια τα παλιά στο χωριό πήγαινες με καίκι, όπως και στη Θάσο. Και θυμήθηκα τον ‘Αλέξη’ αργότερα και τον ‘Παπαγεωργίου,’ την ‘Αρκούδα’ με τα ωραία της τα πάρτι, τις στρωματσάδες κάτω από τα πεύκα και τόσα άλλα που δεν υπάρχουν πλέον. ‘Τα πάντα ρεί’ λοιπόν!
Και μιας και βρέθηκα εκεί κοντά να σας πω πως κάποιους χειμώνες συνήθιζα με το μοτόρι και τον φίλο μου τον Θοδωρή τον Σαραϊδάρη να κατεβαίνουμε στα Σπαθιά, παίζαμε μπαλίτσα και ρακέτες τις ηλιόλουστες μέρες ρίχνοντας και καμιά γρήγορη βουτιά. Μιλάμε για το μακρινό ‘80, τα πρώτα, πρώτα χρόνια του στεκιού.

Εκείνο τον καιρό είναι που ο Διαμαντής ο Σιμήτας φτιάχνει κρέπες στη Βενιζέλου, δίπλα στο βιβλιοπωλείο των Μακρήδων, απέναντι από τον Άγιο Γιάννη. Και λίγο πιο πίσω ο ‘γάλλος’ μες το ‘happy sailor’, αργότερα έγινε ‘Οverdose’, δυνατό ροκάδικο.
Τότε που είχαμε φέρει τον Καραμπελιά της Ρήξης, για να κουβεντιάσουμε,σε ένα τριώροφο στη Δεξαμενή στο οποίο έμενε κάποιος από εμάς,τις προοπτικές του κινήματος, στην Ελλάδα,και τις προοπτικές της ρήξης.

Εκείνο το διάστημα έμαθα να οδηγώ εντούρο με τον Σάκη τον Αρβανίτη. Σκαρφαλώναμε κάθε μεσημέρι το μονοπάτι με τα πέτρινα γεφύρια που βγάζει από τον Άγιο Κωνσταντίνο στην Παλιά Καβάλα. Φτάναμε στα Τρία Καραγάτσια, γυρνούσαμε τις πίστες και επιστρέφαμε από το Φουντουκλή, καμιά φορά και από το χωματόδρομο που βγάζει στον Άγιο Τρύφωνα. Αυτά γίνονταν πριν το ‘85 με τις μεγάλες φωτιές που έκαψαν υπέροχα πευκοδάση εκεί πάνω. Έπρεπε βλέπετε να ανοιχτεί ο μεγάλος εθνικός δρόμος εκεί ακριβώς! Τυχαίο;
Και μιας και μιλάμε για φωτιά, είναι φοβερό το θέαμα που προσφέρει, καταστρέφει τα πάντα στο πέρασμά της,αλλά τα μάτια δεν μπορείς να τα ξεκολλήσεις από πάνω της. Όλο το δάσος πάνω από την πόλη κρανίου τόπος, στο νησί το ίδιο θέαμα. Απίστευτο, αλλά μεγάλη στεναχώρια, κηδεία.

Έμενα εκείνες τις χρονιές της καταστροφής σε Θάσο και Καβάλα στο Εστέλλα, ήταν καλοκαίρι και τις δύο φορές. Θυμάμαι ένα ατέλειωτο καραβάνι αυτοκίνητα ξένων,όλη μέρα,να εγκαταλείπουν την περιοχή άρον άρον. Δούλευα και στο Απαραίτητο τα βράδια, δεν μπορούσαμε να ξεκολλήσουμε τα μάτια μας από τις πύρινες γλώσσες που ξεπηδούσαν μανιασμένες στα βουνά τις Θάσου, τρέχοντας, πηδώντας και σταματώντας,ανάλογα με τις διαθέσεις του αέρα που φυσούσε τρελά! Και εκεί που θαυμάζαμε εκεί ξεσπούσαμε σε λυγμούς! Σαν να μην υπήρχε παρέα μουσική κλπ,μόνο φωτιά!

Η ενέργεια που απελευθερώνει η μανία της στον αέρα που φλέγεται σε μαγνητίζει! Δεν μπορείς να ξεκολλήσεις τα μάτια από πάνω της. Ιδιαίτερα όταν δεν μπορείς να κάνεις κάτι για τον περιορισμό της.
Έγινε μεγάλο κακό στην τουριστική κίνηση της περιοχής τότε, ήρθε και ο πόλεμος στην Γιουγκοσλαβία και έκτοτε η μεριά αυτή εδώ ερήμωσε.
Αναγκάστηκα και εγώ να αφήσω τη θάλασσα μιας και η κίνηση μειώθηκε δραστικά.

Τεράστια συλλαλητήρια ενάντια στους Νατοϊκούς βομβαρδισμούς,υπήρχε μεγάλη οργή απέναντι στην αμερικάνικη παρέμβαση. Το ποιόν του καθεστώτος γνωστό. Τι να πεις και για εκείνες τις φιγούρες των μακελάρηδων ανεξαρτήτου χρώματος και θρησκείας, με πρώτο και ‘καλύτερο’ τον ανεκδιήγητο Αρκάν,που την πλήρωσε με το ίδιο νόμισμα που χρησιμοποίησε ενάντια στους αντιπάλους του.
Ο θάνατος στο Σεράγεβο πάει!

Και μια και μιλάμε για μουσική :
Magic de Spell Θοδωρής Βλαχάκης.
Βαδίζω με μάτια κλειστά τα βαστώ σφαλιστά κι ονειρεύομαι
Μη μ’ αγγίζεις μη με ξυπνάς,την αλήθεια σας πια δεν τη δέχομαι.
Δεν ανοίγω τα μάτια μου καν,διασχίζω τον κόσμο και φλέγομαι,αν μ’ αγαπάς μη μιλάς
άλλα ψέματα δεν τα ανέχομαι
ΦΩΝΑΞΕ, η ζωή μας χάνεται πάει
ΔΙΑΛΥΣΕ, τη σκόνη που σκεπάζει το φώς
Ο ΘΑΝΑΤΟΣ , διακοπές στο Σαράγιεβο πάει
ΞΥΠΝΗΣΕ, στις ειδήσεις τα βλέπεις και τρως
Απόψε τα βλέπω διπλά,ήλιος λάμπει κι ας είναι μεσάνυχτα
δυο τσιγάρα πολύ δυνατά, κι εκτοξεύομαι μες το διάστημα!
μια οθόνη μου δείχνει μηδέν,εποχές που δεν γίνονται θαύματα
ένα στόμα φωνάζει πως δεν θα με πείσεις με χίλια τεχνάσματα.

Ένα αντίο και στον μεγάλο Τεό.

συνεχίζεται

η Αποστολή

εσύ εκεί, Μάνος Ξυδούς

μιχαλης 297

αυτονομία, autonomia

Οι αυτόνομοι – πρώτος τόμος, Gli autonomi – volume I

Οι θεωρίες, οι αγώνες, η ιστορία

Gli autonomi – volume I

Gli autonomi - volume I

«Εξτρεμιστές», «βίαιοι», «προβοκάτορες», «ταραχοποιοί», «αλαζονικοί», «squadristi», «diciannovisti», «fiancheggiatori», «τρομοκράτες». Αυτά είναι μόνο μερικά από τα επίθετα που επινοήθηκαν κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του Εβδομήντα από διακεκριμένους ηγέτες της κοινής γνώμης, διανοούμενους, κομματικά ηγετικά στελέχη και συνδικαλιστές ηγέτες για να ορίσουν τους αυτόνομους, έναν ποικιλόμορφο χώρο επαναστατών που δραστηριοποιούνταν εκείνη τη χρονική περίοδο στη χώρα μας.

Την ημέρα της 7 απριλίου 1979, μια μνημειώδης δικαστική πρωτοβουλία καταλόγισε σε δεκάδες αυτόνομους ηγέτες και αγωνιστές πως ήταν επί κεφαλής σε όλες τις ένοπλες οργανώσεις που δραστηριοποιούνταν στην Ιταλία και οργανωτικός εγκέφαλος ενός «σχεδίου ένοπλης εξέγερσης ενάντια στις εξουσίες του Κράτους». Η κατηγορία, που αποδεικνύεται με την πάροδο του χρόνου αβάσιμη, χρησίμευσε ως αρχική υποστήριξη για περαιτέρω μαζικές συλλήψεις, προληπτικές κρατήσεις στις ειδικές φυλακές, δίκες που διήρκησαν χρόνια και καταδίκες σε μακρές ποινές.
Μα οι αυτόνομοι ήταν μοναχά ένα συνονθύλευμα ανορθολογικού εξτρεμισμού, βίαιο και απελπισμένο; Για πρώτη φορά σε αυτό το έργο, διατρέχονται τα στάδια της κατασκευής του θεωρητικού του πλαισίου που έχει ρίζες πίσω στην ευγενή παράδοση της σκέψης του «εργατισμού», στα περιοδικά «Quaderni rossi» – »κόκκινα Τετράδια», και «Classe» operaia «, »εργατική Τάξη», στην μαχητική εμπειρία της εργατικής Εξουσίας – Potere operaio, διαρκούς Αγώνα – Lotta continua, της Ομάδας Gramsci. Και, ακόμη, ποιες ήταν οι ιδιαιτερότητές του σε σύγκριση με τις εξωκοινοβουλευτικές οργανώσεις και τις ένοπλες οργανώσεις. Αλλά πάνω απ ‘όλα, σε τι αυτή την ιστορία, εξακολουθεί να είναι έντονα ζωντανή και τρέχουσα.

Παρεμβάσεις των: Daniele Adamo, Maria Rosa Belloli, Franco Berardi (Bifo), Sergio Bianchi, Guido Borio, Lanfranco Caminiti, Antonio Casano, Massimo Cervelli, Francesco Cirillo, Antimo De Santis, Valerio Evangelisti, Chicco Funaro, Davide Germani, Valerio Guizzardi (Guizzo), Nicola Latorre, Vincenzo Migliucci, Valerio Monteventi, Giorgio Moroni, Sirio Paccino, Bruno Paladini, Raffaele Paura, Daniele Pifano, Paolo Pozzi, Marco Scavino, Marcello Tarì, Pino Tripodi, Chiara Vozza.

UN ASSAGGIO ΜΙΑ ΓΕΥΣΗ

Στη δεκαετία του ’60 και στη δεκαετία του ’70 την Ιταλία διέσχισε μια κοινωνική σύγκρουση διάρκειας και έντασης που δεν έχει παρόμοια- ίση στην πιο πρόσφατη ιστορία. Όλο το φαντασιακό της επανάστασης έχει κατακρημνιστεί εδώ: δεν υπάρχει μια λέξη που δεν έχει ειπωθεί, δεν υπήρξε χειρονομία- κίνηση που δεν έχει πραγματοποιηθεί. Δεν υπήρξε θεωρία που δεν θεωριτικοποιήθηκε. Δεν υπήρξε αγώνας στον κόσμο που να μην έχει ληφθεί υπόψη,τον οποίο χρεωθήκαμε και με τον οποίον δεν υπήρξαμε αδέλφια για τουλάχιστον μια μέρα. Όλα τα όνειρα και όλοι οι εφιάλτες των επαναστάσεων έγιναν σάρκα εδώ.
Αυτή είναι η ιταλική ανωμαλία.
Ότι όλα αυτά προκάλεσαν μια βαθιά μεταμόρφωση της χώρας αυτής είναι πραγματικά δύσκολο να το αρνηθείς τώρα. Ότι όλα αυτά έχουν προκαλέσει πραγματικά μια βαθιά μεταμόρφωση της χώρας αυτής είναι δύσκολο να αναγνωριστεί τώρα.
Η τεράστια συνειδητοποίηση της εργασίας, η αυτονομία της τάξης, είναι ο καθοριστικός παράγοντας της ιταλικής ανωμαλίας της δεκαετίας του ’60 και της δεκαετίας του ’70, η παρουσία του «μεγαλύτερου δυτικού κομμουνιστικού Κόμματος» είναι ένας σχετικός παράγοντας. Και από κάποιο σημείο και μετά (η «κρίση» της δεκαετίας του ’70) γίνεται ένας αντίθετος και αντιτιθέμενος παράγοντας, στέκεται απέναντι. Η δεκαετία του εξήντα και η δεκαετία του ’70 μπορούν να διαβαστούν ουσιαστικά ως μια ανοιχτή σύγκρουση μεταξύ της ταξικής αυτονομίας και των ιταλών κομμουνιστών. Μια σύγκρουση ολόκληρη «μέσα» στην εργασία. Οι αυτόνομοι «προσωποποιούνται – ενσαρκώνουν» αυτή τη σύγκρουση.

Το κλειδί ίσως βρίσκεται εδώ: οι αυτόνομοι είναι περισσότερο συναφείς, σχετίζονται περισσότερο με την ιταλική ανωμαλία παρά με την αυτονομία των εργαζομένων. Όταν ο μεγάλος κύκλος των εργοστασιακών αγώνων έχει τελειώσει, όταν αρχίζει να εξαντλείται η μαζική κινητοποίηση, όταν έχει χαθεί η επανάσταση, να, εμφανίζεται και πάλι η ιταλική ανωμαλία: οι αυτόνομοι. Όταν οι εμπειρίες, τα άτομα, οι ομάδες και τα κόμματα της επαναστατικής αριστεράς έχουν διαλυθεί, συγχωνευθεί, διασκορπιστεί, εδώ είναι οι αυτόνομοι, νάτοι.                                                                                                                                Το πραγματικό σκάνδαλο, η πραγματική ανωμαλία της εργατικής αυτονομίας είναι η βία.

Οι αυτόνομοι ήταν βίαιοι. Οι αυτόνομοι «ήταν» η πλατεία. Η πλατεία είναι ο χαρακτηριστικός τόπος, ο απόλυτος τόπος της πολιτικής εκείνης της εποχής, εκείνων των καιρών. Οι αυτόνομοι παίζουν την πολιτική τους στην πλατεία. Από την άλλη πλευρά, από την αντίθετη πλευρά, υπάρχουν τα θωρακισμένα αυτοκίνητα. Τα τεθωρακισμένα φυλάσσουν τις πλατείες.
Από τον πρόλογο του Lanfranco Caminiti

Ευρετήριο Indice

Ο κάδος της ιστορίας La pattumiera della storia
Sergio Bianchi

Ο παράγοντας Α Il fattore A
Lanfranco Caminiti

Η τελευταία επανάσταση [με σημειώσεις για την επόμενη] L’ultima rivoluzione (con appunti per la prossima)
Pino Tripodi

Εργάτες ενάντια στην μητρόπολη Operai contro la metropoli
Guido Borio

Διαδρομές της αυτονομίας στην Valle di Susa Percorsi di autonomia nella Valle di Susa
Marco Scavino

H αυτονομία στη Γένοβα L’autonomia a Genova
Giorgio Moroni

Μα η δική μου αγάπη δεν πεθαίνει Ma l’amor mio non muore
Primo Moroni

Η αυτονομία στο Μιλάνο L’Autonomia a Milano
Giovanni Giovannelli

»Ο κομουνισμός είναι νέος και καινούργιος». Το Rosso και η εργατική μιλανέζικη Αυτονομία  «Il comunismo è giovane e nuovo». Rosso e l’Autonomia operaia milanese
Chicco Funaro

Η έφοδος στο σπίτι των αφεντικών L’assalto alla casa dei padroni
Paolo Pozzi

Πρέπει να σου πω κάτι σημαντικό πολύ σημαντικό σημαντικότατο Ti devo dire una cosa importante molto importante importantissima
Sergio Bianchi

Η ελευθερία μου La mia libertà
Maria Rosa Belloli

Η αυτόνομη συνέλευση του Porto Marghera  L’Assemblea autonoma di Porto Marghera
Gianni Sbrogiò

Φωτιές της Αυτονομίας στα βόρειο ανατολικά. Οι πολιτικές Κολλεκτίβες του βένετο για την εργατική εξουσία Fuochi di Autonomia a nordest. I Collettivi politici veneti per il potere operaio
Marcello Tarì

Ονομαζόμασταν »οι γνωστοί αυτόνομοι» Ci chiamavano «i soliti autonomi»
Valerio Monteventi

Η ιδιαιτερότητα της επιθυμίας στο κίνημα της αυτονομίας La specificità desiderante nel movimento dell’autonomia
Franco Berardi (Bifo)

Ελαφρώς αντάρτες Leggermente ribelli
Franco Berardi (Bifo)

La rapa
Valerio Guizzardi

Είμαστε οι αυτόνομοι, είμαστε οι πιο σκληροί… Siamo gli autonomi, siamo i più duri…
Valerio Evangelisti

Aυτόνομοι στη Φλωρεντία Autonomi a Firenze
Massimo Cervelli e Bruno Paladini

εργατικές αυτόνομες Eπιτροπές της via dei Volsci Comitati autonomi operai di via dei Volsci
Vincenzo Miliucci, Sirio Paccino, Daniele Pifano

12 μαρτίου 12 marzo
Davide Germani

Το τρένο της Νάπολι Il treno di Napoli
Raffaele Paura

Συγκρούσεις Collisioni
Chiara Vozza

Αυτοί απ’ την Λουκάνια ήταν οι πιο δυναμικοί I lucani erano i più dinamici
Daniele Adamo e Antimo De Santis

Μπάρι: νότιο εργαστήρι του κέντρου μιας περιφέρειας Bari: laboratorio meridionale del centro di una periferia
Nicola Latorre

Τώρα φτάνει! Mo’ basta!
Francesco Cirillo

Ερασιτέχνες Dilettanti
lanfranco Caminiti

Το αυτόνομο κίνημα του Παλέρμο. Ήτοι η νεανική κοινωνική εξέγερση  Il movimento autonomo palermitano. Ovvero la rivolta sociale giovanile
Antonio Casano

ISBN: 978-88-89969-01-4
PAGINE:ΣΕΛΙΔΕΣ 464
ANNO:ΕΤΟΣ 2007
COLLANA:ΣΥΛΛΟΓΗ I libri di DeriveApprodi τα βιβλία
TEMA:ΘΕΜΑ Anni Settanta Χρόνια Εβδομήντα
ΣΥΓΓΡΑΦΕΑΣ AUTORE

SERGIO BIANCHI

ο Sergio Bianchi εργάστηκε για τον κινηματογράφο και την τηλεόραση. Υπήρξε μεταξύ των ιδρυτών του περιοδικού και στη συνέχεια του εκδοτικού οίκου DeriveApprodi, του οποίου είναι διαχειριστής μοναδικός και εκδοτικός διευθυντής. Επεξεργάστηκε τα δοκίμια: L’Orda d’oro. La grande ondata rivoluzionaria e creativa, politica ed esistenziale (Feltrinelli); La sinistra populista. Equivoci e contradizioni del caso italiano (Castelvecchi); με τον Lanfranco Caminiti: Settantasette. La rivoluzione che viene και τους τόμους I, II, III de Gli autonomi. Le storie, le lotte, le teorie (DeriveApprodi); με την Raffaella Perna: Le polaroid di Moro (DeriveApprodi); με τον Nanni Balestrini e Franco Berardi Bifo: Il ’68 sociale politico culturale (alfabeta2). Είναι επίσης συγγραφέας των: Milano, via De Amicis, 14 maggio 1977. La costruzione dell’immagine icona degli «anni di piombo» (DeriveApprodi); Figli di nessuno. Storia di un movimento autonomo (Milieu) και του μυθιστορήματος La gamba del Felice (Sellerio).
σύγχρονα κινήματα, movimenti di oggi

Εχουμε «πόλεμο»δέν πάει άλλο ,όλοι στις πλατείες

Lefteria

denplirono-arketa.jpgΜετά τα «ειρηνικά» συλλαλητήρια και τα  νέα μνημόνια που έρχονται οδηγώντας κυριολεκτικά σε ασφυξία την κοινωνία, οι γαλλικές νύχτες της εξέγερσης του κινήματος «NuitDebout» στη Γαλλία εξαπλώνονται σε ολόκληρη την Ευρώπη.

Την Κυριακή 15 Μάη ξεκινάνε και στην Ελλάδα. Καλέσματα από 21 πόλεις ως τώρα κι από αρκετές συλλογικότητες από τα κάτω καλούν τον κόσμο να βγει στους δρόμους. Η ανακοίνωση των Επιτροπών Αγώνα του κινήματος ΔΕΝ ΠΛΗΡΩΝΩ από εδώ, μαζί με όλες τις υπόλοιπες ανακοινώσεις που καλούν σε καθολική αντίσταση.

Δείτε την αρχική δημοσίευση 224 επιπλέον λέξεις

αυτονομία, autonomia

στον Valerio Verbano. στην μητέρα του

A Valerio Verbano. Alla sua mamma.
20 febbraio 2010baruda
στον Valerio Verbano. στην μητέρα του

VALERIO VERBANO
μια μικρή πορτούλα…λίγα βήματα και μετά εκείνη η εξώπορτα που δεν είχα ποτέ διασχίσει.
πολύ δύσκολο να το κάνεις, παρά την τεράστια ευχαρίστηση να φέρω το μικρό μου κουτάβι για να γνωρίσει την Carla.

κάθε τόσο φανταζόμουν εκείνους τους τρεις, τους σκούφους που δεν έχουν ακόμη κατεβάσει, τους σιγαστήρες, τη νευρικότητα που θα τους έκανε τις γάμπες να τρέμουν….τους σκέφτομαι μετά να βγαίνουν, που κρύβουν τους σκούφους, που διασχίζουν εκείνο το διάστημα από την εξώπορτα και την πορτούλα την ώρα που ο Valerio είναι ακόμη ζωντανός, για κάποιο δευτερόλεπτο ακόμη, μέσα στην αγκαλιά των γονιών του.

δεν χτύπησα στην πόρτα, δεν θα ήμουν ικανή να το κάνω…το χέρι που το έκανε είναι συνηθισμένο, αν και πιστεύω πως δεν μπορείς να συνηθίσεις να βάζεις το χέρι σου επάνω σε εκείνο το κουδούνι…..νομίζω πως οι άκρες των δακτύλων υποφέρουν, νιώθουν αναπόφευκτα το απίστευτο βάρος της κίνησης αυτής.

όλες αυτές οι σκέψεις γέμισαν το κεφάλι μου και την καρδιά μου πριν διασχίσω την πόρτα.
το μωρό μου κοιμόταν βαθιά, δεν ένιωσε εκείνη την εισβολή ρίγους που γέμισε το σώμα της μητέρας του την ώρα που έβαζε το πόδι της στην είσοδο ….αυτός, μπροστά στην αφίσα με την Volante Rossa, μπροστά σε εκείνα τα πυκνά σπαστά μαλλιά σε εκείνη την μεγάλη φωτογραφία που βρίσκεται μπροστά μας, δεν θα ένιωθε τίποτα το καινούργιο.

εγώ….λοιπόν τίποτα που μπορεί να χαρακτηριστεί ‘καινούργιο’ διότι τα χαρακτηριστικά του Βαλέριο είναι εκείνα ενός αδελφού, εκείνα ενός προσώπου που ήταν πάντα στο σπίτι, ενός από εκείνα με τα οποία έχεις κουβεντιάσει πολλές φορές, με τα οποία έχεις δεθεί πολλές φορές στις συντροφικές σειρές στην πλατεία, ,ώμο με ώμο σφιχτά δυνατά και περήφανα.

πρόκειται για μια υπερβολική δόση συναισθημάτων που δεν ξέρω να τα περιγράψω πολύ καλά….
όλες εκείνες οι φωτογραφίες, εκείνες οι αφίσες, τα σχέδια και τα ποιήματα….
μετά εκείνα τα όμορφα μάτια, μέσα σε μια κορνίζα με γκρίζα μαλλιά, σε ένα μικρό κορμί με δύναμη υπεράνθρωπη. ο Valerio βρίσκεται παντού σε εκείνο το σπίτι, κρεμασμένος σε κάθε τοίχο, μέσα στην αγκαλιά του βλέμματος της μάνας του.

ήταν ένα απόγευμα συγκινητικό για μένα, συναρπαστικό….
πολλές φορές αυτά τα χρόνια είχα αγκαλιάσει εκείνη την μικρή μεγάλη γυναίκα : την πρώτη φορά δεν είχα ακόμα κλείσει τα 14 χρόνια και δεν θα την ξεχάσω ποτέ.
χθες όμως υπήρξε ένα μαύρο Chinotto και μια μακαρονάδα στην ησυχία, λίγη κουβεντούλα και χαμόγελα ανάμεσα σε λίγους οικείους.
ήταν διαφορετικά χθες να σφίγγω την Carla, στο σπίτι της, στο σπίτι όπου ο Valerio δολοφονήθηκε, στο δωμάτιο όπου σκότωσαν τον Valerio,
κοντά στα μάτια αυτής που τον είδε να πεθαίνει μπροστά της.

και λοιπόν, μιας και η δική μας εκπληκτική ογδοντάρα είναι πλέον γυναίκα του δικτύου και των blog, των προφίλ στο facebook και συζητήσεων on-line, θέλησα να τα γράψω κι εδώ κι εκτός απ’ τα τσαλακωμένα φύλλα ή σε ένα Moleskine που συσσωρεύεται στα υπόλοιπα στο ράφι.
ήθελα να το γράψω εδώ, έτσι ώστε κι εσύ, Carla, να μπορέσεις να δεις πόσο καλό κάνεις με την διαύγεια και το χαμόγελο σου, με την απερίγραπτη δύναμη σου που μας αφήνει έκθαμβους, γεμάτους θαυμασμό και ερωτευμένους.

σ’ ευχαριστώ γι αυτό το απόγευμα που το μωρό μου δεν θα μεταφέρει στην μνήμη του για το οποίο όμως θα του διηγηθώ τα πάντα…..
ευχαριστώ γιατί από χθες σε αισθάνομαι ακόμη πιο κοντά, παρόλο που εσύ ήσουν από πάντα.

και τώρα εκείνος ο δρόμος θα γεμίζει από συντρόφισσες και συντρόφους, τώρα οι κόκκινες σημαίες θα πλημμυρίσουν την Via Monte Bianco και τους γύρω δρόμους.
μετά 30 χρόνια.
για να θυμηθούμε ένα αγόρι που δολοφονήθηκε στο σπίτι του, έναν νέο άντρα, έναν επαναστάτη.
ORE 16, CONCENTRAMENTO IN VIA MONTE BIANCO. CORTEO FINO A PIAZZA SEMPIONE, CON CONCERTO A SEGUIRE. συγκέντρωση στην οδό….,πορεία μέχρι…..,θα ακολουθήσει συναυλία

LUNEDI 22 FEBBRAIO 2010, SEMPRE ALLE 16, L’APPUNTAMENTO E’ ANCORA UNA VOLTA DAVANTI A QUELLA LAPIDE, IN VIA MONTE BIANCO. LUNEDI’ SARANNO 30 ANNI E CI SAREMO, A PORTARE UN FIORE ROSSO AD UN RIVOLUZIONARIO UCCISO, την δευτέρα 22, πάντα στις 16, το ραντεβού θα είναι για άλλη μια φορά μπροστά στην επιτύμβια στήλη εκείνη, θα είναι 30 χρόνια και θα ήμαστε εκεί, να φέρουμε ένα κόκκινο λουλούδι σε έναν επαναστάτη που σκοτώθηκε,
A PORTARE UN FIORE ROSSO E UN ABBRACCIO ALLA SUA SPLENDIDA MAMMA, να φέρουμε ένα κόκκινο λουλούδι και μια αγκαλιά σε εκείνη την υπέροχη μητέρα,

“πριν πεθάνω θα ήθελα ο δολοφόνος να χτυπήσει ξανά την πόρτα μου.θα ήθελα να, πριν ακόμη μου πει καλημέρα, μου έλεγε : “εγώ είμαι ο άνθρωπος που σκότωσε το παιδί σου”. θα τον έβαζα μέσα και θα του μιλούσα. πριν πεθάνω θα ήθελα να καταλάβω. τώρα είμαι σχεδόν 86 χρονών και θα ήθελα να γνωρίζω όλα γύρω από εκείνη την εκτέλεση.
[…]
σχεδόν κάθε βράδυ ονειρεύομαι πως βρίσκομαι στον δρόμο με τον Valerio, σε μια λεωφόρο γεμάτη δέντρα μεσημέρι, καλοκαίρι, μια πολύ ζεστή μέρα.:
υπάρχει μια βρυσούλα και αυτός πλησιάζει. κάποιες φορές είναι ψηλότερος απ’ την βρυσούλα, άλλες φορές χαμηλότερος. όμως πάντα, για να φτάσει στο νερό σκύβει και σε λίγο λιώνει, γίνεται υγρό που εξαφανίζεται προς τα κάτω, στο στόμα της βρύσης.

όταν ξυπνώ, κάθε πρωί εδώ και τριάντα χρόνια, θέλω μόνο ένα πράγμα : να κατέβω στο στόμα της βρυσούλας.”

parole tratte da “Sia folgorante la fine” di Carla Verbano con Alessandro Capponi, Rizzoli 2010 , λόγια που πήραμε από το βιβλίο της Κάρλα Βερμπάνο ‘να είναι εντυπωσιακό το τέλος’

αυτονομία, autonomia

ο Ορέστε Σκαλτσόνε για τον Delle Chiaie, ‘ένας χειραγωγός που δεν αξίζει ούτε να αναφέρεται σαν εχθρός μας’

Oreste Scalzone su Delle Chiaie, “un manipolatore che non merita nemmeno di esssere gratificato come nemico”
28 settembre 2012baruda
ο Ορέστε Σκαλτσόνε για τον Delle Chiaie, ‘ένας χειραγωγός που δεν αξίζει ούτε να αναφέρεται σαν εχθρός μας’

παίρνω αυτή την συνέντευξη στον Oreste από το blog του Paolo Persichetti: την βρίσκω εξαιρετική, από εκείνες στις οποίες δεν υπάρχει ούτε μια λέξη που να μην είναι από εκείνες που θα σου άρεσε να μπορείς να αναφέρεις, δεν υπάρχει σφάλμα, δεν υπάρχει τίποτα με το οποίο να μην συμφωνώ.
όπως και με την ανάγκη να ασχοληθούμε με κάτι άλλο, για το ανατρεπτικό κίνημα, εάν υπήρχε κάτι τέτοιο στα σοβαρά…..

ο ιδρυτής της avanguardia nazionale, εθνικής πρωτοπορίας, συγγραφέας μιας αυτοβιογραφίας ζαχαρωμένης που πετάει πάνω από τις υπηρεσίες που παρείχε στην Ισπανία του Φράνκο και στις στρατιωτικές δικτατορίες της λατινικής αμερικής για την καταστολή των πολιτικών αντιπάλων – στο παρελθόν – θυμίζει ο Oreste Scalzone, μαζί με τον Mario Merlino έχει πολλές φορές υποστηρίξει πως της μάχης της Valle Giulia, που γεννήθηκε από την αντίσταση που προέβαλαν οι φοιτητές στην προσπάθεια εκκένωσης της σχολής αρχιτεκτονικής από την αστυνομία, είχε προηγηθεί μια συνάντηση ανάμεσα σε νεοφασίστες και της επιτροπής της Σχολής, comitato d’Ateneo, του πανεπιστημίου της Sapienza στο οποίο φοιτούσαν, εκτός από τους Scalzone και Roberto Gabriele, και οι Franco Russo, Paolo Mieli, Paolo Flores D’Arcais και άλλοι ακόμη. το επεισόδιο είναι ένα ιστορικό ψέμα ηχηρό, απαντά ο Scalzone: «ο Delle Chiaie είναι ένας χείριστος χαρακτήρας, που χειραγωγεί την αλήθεια και δεν αξίζει να του αποδίδουμε ούτε την αξία του εχθρού»
Camillo Giuliani
Calabria ώρα 28 settembre 2012
5911744138_de6984cdfdανεξαρτήτως από την εξωτερική θερμοκρασία, προβλέπεται ένα απόγευμα από θερμό φθινόπωρο, da autunno caldo στην Cosenza. την επομένη μέρα από αυτή του Renato Curcio φτάνει στην πόλη ο μαύρος άνδρας, Stefano Delle Chiaie, και δεν είναι λίγοι εκείνοι που, από μέρες, ανακοινώνουν στο internet διαδηλώσεις για να του εμποδίσουν να παρουσιάσει το »ο αετός και ο κόνδορ», “L’aquila e il condor”, το βιβλίο στο οποίο ο 76 χρονος εκφραστής της ριζοσπαστικής δεξιάς διηγείται την δική του εκδοχή για μια πολιτική περίοδο στην οποία ήταν αδιαφιλονίκητος πρωταγωνιστής.

μιλήσαμε για αυτό με έναν άλλο πρωταγωνιστή εκείνων των χρόνων, τον Oreste Scalzone, ιδρυτή του Potere Operaio , της Εργατικής Εξουσίας : «είναι δύσκολο να βρεις δυο ανθρώπους περισσότερο στους αντίποδες τον έναν από τον άλλον », το αρχικό του σχόλιο. Παρά το ότι έχουμε κοινό τον πολιτικό ακτιβισμό – σε αντίθετες όχθες και με διαφορετικές μεθόδους – και ένα μακρύ διάστημα που κρύβονταν στο εξωτερικό για να αποφύγουν την ιταλική δικαιοσύνη, οι Scalzone και Delle Chiaie, ο κόκκινος και ο μαύρος, είναι σαν δυο παράλληλες γραμμές που δεν βρίσκουν ποτέ ένα σημείο συνάντησης.

τι σκέφτεσαι για τον Delle Chiaie?
«γνωρίζεται πως συνηθίζω να μιλώ κριτικά προς συστήματα και όχι για άτομα, όταν όμως πρόκειται για δημόσια πρόσωπα με ευθύνες όπως οι δικές του μια κρίση είναι πρέπουσα : credo – στη βάση επίσης πρακτικών διαπιστώσεων, λεπτομέρεια συμπτωματική – ότι πρόκειται για έναν χείριστο χαρακτήρα».

ποιες διαπιστώσεις?
«αυτός και ο Mario Merlino κυκλοφόρησαν ψέμματα όπως εκείνο πως πριν τα γεγονότα της Valle Giulia είχαν κάνει επαφές με το Comitato d’agitazione d’ateneo alla Sapienza, την επιτροπή στο πανεπιστήμιο, και ότι δηλαδή επρόκειτο για μια κοινή δράση. ένα επεισόδιο που δείχνει απερίφραστα την φύση χειραγώγησης αυτού του χαρακτήρα, την επεμβατική του φύση που αρέσκεται να ανακατεύει και να ανακατεύεται σε θολά νερά ».

δεν έχουν σχέση με την Valle Giulia οι φασίστες?
«φτάνει να έχετε διαβάσει, δεν ξέρω….τον Malaparte, για να γνωρίζετε πως σε μια πλατεία σε αναβρασμό μπορεί να βρίσκονται οι πάντες. σίγουρο είναι πως αν βρίσκονταν φασίστες, το κίνημα δεν τους αντιλήφθηκε».

τι διαφορά υπάρχει ανάμεσα σε εξεγερμένους της αριστεράς και της δεξιάς ?
«πολλοί νέοι, για να αντιτεθούν σε έναν αντιφασισμό που μετατράπηκε σε καθεστώς, έγιναν φασίστες σκεπτόμενοι να εξεγερθούν στην καθεστηκυία τάξη. την θεωρώ μια μορφή, σίγουρα παρανοημένη – μια τραγική παρεξήγηση – αληθινής ανταρσίας. ο Delle Chiaie με αυτούς δεν έχει καμία σχέση, το χειρότερο είναι πως έχει εργαστεί για τις μυστικές υπηρεσίες της Paraguay του Stroessner».

ο Franco Piperno χαρακτήρισε τους τρομοκράτες “εξαιρετικά άτομα, κι ας σκότωσαν ”. πως το βλέπετε?
«συμμερίζομαι την γνώμη του όσον αφορά αυτούς που, έχοντας δίκιο ή άδικο, εξεγείρονται στην παρούσα τάξη πραγμάτων, στην καθεστηκυία τάξη, από τα χαμηλά προς τα υψηλότερα. ο Camus έλεγε πως “δεν υπάρχουν άγγελοι φωτός και είδωλα της λάσπης; οι άνθρωποι ζουν έτσι, σε μέσο ύψος ”. όταν όμως κάποιος σε όλη του την ζωή συμπεριφέρεται σε ένας αρχιερέας απ’ την πλευρά αυτών που συνθλίβουν άλλους, δεν βλέπω πως γίνεται να του αποδοθούν αναγνωρίσεις μιας κάποιας ευγένειας, τουλάχιστον προθέσεων».

διαβάσατε το “L’aquila e il condor”?
«υπάρχουν πολλά πράγματα που δεν καταφέρνουμε να διαβάσουμε στην ζωή, ελλείψεις που δημιουργούν τύψεις, όμως παραδέχομαι πως δύσκολα θα βρω τον χρόνο που θα αφιερώσω στο βιβλίο του Delle Chiaie. θα μπορούσε να έχει κάποιο ενδιαφέρον, όλα είναι δυνατά. όμως η περίπτωση της Paraguay, αυτό που λέγεται ανάμεσα στους ίδιους τους φασίστες γι αυτό το υποκείμενο, η μικρή προσωπική διαπίστωση που αναφέρθηκε νωρίτερα, με κάνουν να αμφιβάλλω πως σε εκείνες τις σελίδες θα υπάρχει κάτι αξιόλογο».
corteo68θα κατεβαίνατε στον δρόμο, στην πλατεία για να εμποδίσετε την παρουσίαση του?
«τα ανατρεπτικά κινήματα θα είχαν πολύ καλύτερα πράγματα να κάνουν από το να αλιεύονται σε σενάρια για να απαγορεύουν τον λόγο σε ανθρώπους που θα τους άξιζε αντιθέτως η εύγλωττη αδιαφορία και σιωπή. θα ήταν καλύτερο να ασχοληθούμε δίνοντας ουσία σε προσωπικότητες πιο σημαντικές, ξεκινώντας από τον dottor Marchionne».

ζήσατε καταστάσεις σαν αυτές που αναμένονται για τον Delle Chiaie?
«μετά την επιστροφή μου δέχτηκα πολλές διενέξεις. στο πανεπιστήμιο του Palermo πέταξαν πέτρες στα τζάμια της αίθουσας όπου γίνονταν η συνέλευση, έμοιαζε ένα κακό remake της 16ης μαρτίου του ’68 στην Sapienza. η αξιότιμη δεσποινίς Meloni ξεφώνιζε για ‘βομβιστές’, di “bombaroli”, και την μιμούνταν κάποιος Volontè βουλευτής Udc…η Κρατική αριστερά κουνούσε το κεφάλι. εκείνες οι διαμαρτυρίες ,όμως, είχαν την προέλευση τους στις αίθουσες της εξουσίας, δεν επρόκειτο για μάζες που συγκεντρώνονταν αυθόρμητα. ελπίζω πως οι σύντροφοι στην Κοζέντσα να μη καταλήξουν να ζητήσουν από την αστυνομία να απαγορεύσει την εκδήλωση, θα επρόκειτο για μια αληθινή αντίφαση στους όρους!».

γιατί ούτε μια πολεμική για την άφιξη του Curcio?
«ο στρατηγός Dalla Chiesa, γενναίος αντίπαλος των BR, είπε για τον Renato πως επρόκειτο για “έναν που πήγαινε, δεν έστελνε ”, εκδηλώνοντας του εκείνο τον σεβασμό που αρμόζει στον εχθρό, με την πιο υψηλή έννοια του όρου. τον ίδιο σεβασμό που έδειξε ο Cossiga για τον Prospero Gallinari και τον Maurizio Ferrari που σήμερα, μετά από 32 χρόνια φυλάκισης, φυλακίζεται ξανά για διαδηλώσεις αγώνα από έναν μικρό Vichinskij (ο κατ’ εξοχήν ανακριτής της Ρωσίας του Stalin, ndr) όπως ο εισαγγελέας Caselli. ορίστε, όλη η διαδρομή του Delle Chiaie δεν μου φαίνεται επιδεκτική να συλλέξει τον σεβασμό ίδιας φύσεως».

ο Delle Chiaie είναι εχθρός σας?
«κάποιος είπε πως είμαστε, ή πως γινόμαστε πάντα λιγάκι στο μέγεθος του εχθρού που διαλέγουμε. η εχθρότητα, ακόμη και απόλυτη, είναι μια σχέση υψηλή που δεν ζητά να θεωρεί τον άλλο έναν ‘υπ-άνθρωπο’, un “sotto-uomo” – “Untermensch”, όρος εξαιρετικά ναζιστικός – ή έναν δαίμονα. αποκλείοντας λοιπόν το θλιβερό αυτοκαταστροφικό πάθος της μνησικακίας ή της δαιμονοποίησης, δεν είναι απαραίτητο, ωστόσο, να δίνουμε αξία σε κάποιον που δεν το αξίζει για μια παρόμοια σχέση. εν πάση περιπτώσει, εάν κάποιος σήμερα θέλει να μου τηλεφωνήσει για να έχει μια δημόσια αντιπαράθεση ανάμεσα σε εμένα και τον Delle Chiaie για την υπόθεση της Valle Giulia, αποδέχομαι την πρόκληση με ευχαρίστηση».

Categorie: ANNI ’70 / MEMORIA, RIVOLTE e RIVOLUZIONITag:Avanguardia Nazionale, dittaure latinoamericane, Franco Russo, L’aquila e il condor, Mario Merlino, neofascisti, Oreste Scalzone, Paolo Flores d’Arcais, Paolo Mieli, Roberto Gabriele, Sesantotto, Stefano Delle Chiaie, Valle Giulia

αυτονομία, autonomia

11 Μαρτίου ’77 ο Francesco Lorusso δολοφονείται – Δεν ξεχνάμε, δεν συγχωρούμε

08
11 MARZO 77 Francesco Lorusso assassinato – Non dimenticheremo, non perdoneremo
LA STORIA PERDUTA

11 Μαρτίου ’77 ο Francesco Lorusso δολοφονείται – Δεν ξεχνάμε, δεν συγχωρούμε

‘Στις 10 η ώρα ορίστηκε η κηδεία του συντρόφου Francesco Lorusso. Η διαταγή του νομάρχη που απαγόρευε κάθε διαδήλωση στο ιστορικό κέντρο, εμπόδισε την προετοιμασία αίθουσας για να τον τιμήσουμε στο κέντρο της πόλης. Η κηδεία έγινε περιφερειακά στην Πλατεία της Ειρήνης, Piazza della Pace. Όσον αφορά τα κόμματα : Το Κκ δεν πήρε μέρος επίσημα, το Σκ έστειλε αντιπροσωπεία. Να σημειώσουμε πως το συνδικάτο προκήρυξε μία ώρα απεργίας ακριβώς την ώρα της κηδείας, με συνελεύσεις στα εργοστάσια…Οι φοιτητές έστειλαν αντιπροσωπείες στα μεγαλύτερα εργοστάσια, για να εξηγήσουν τα γεγονότα και να ζητήσουν επέκταση της απεργίας. Παρ’ όλα αυτά υπήρξε πολύ δυνατή συμμετοχή εργατών, πολιτών και φοιτητών.
Στην προσπάθεια απομόνωσης της κηδείας ήρθε να προστεθεί η απεργία μέσων μεταφοράς που εμπόδισε την παρουσία πολύ κόσμου.
Το απόγευμα οι φοιτητές μαζεύτηκαν στη συνοικία San Donato για να κάνουν συνέλευση που στη συνέχεια εμποδίστηκε από την αστυνομία η οποία, αφού απέκλεισε την γέφυρα, περικύκλωσε την γειτονιά. Χωρίστηκαν λοιπόν σε αντιπροσωπείες οι φοιτητές για να παρέμβουν στα εργοστάσια, η αστυνομία τους ακολουθούσε με προσοχή από αέρος με ελικόπτερα. Τα λεωφορεία που πήγαιναν προς το κέντρο σταματήθηκαν και η αστυνομία κατέβασε όλοyς τους φοιτητές με τα αυτόματα στα χέρια, τους έκαναν έρευνα προσάγοντας αυτούς που δεν είχαν μαζί τους ταυτότητες ή κουβαλούσαν λεμόνια.
Στο τέλος των συνελεύσεων στα εργοστάσια, οι φοιτητές συγκεντρώθηκαν στον κινηματογράφο Μινέρβα για να αξιολογήσουν τα αποτελέσματα : παρατηρήθηκε μεγάλος βαθμός παραπληροφόρησης στους εργάτες όσον αφορά τα γεγονότα που συνέβησαν τις προηγούμενες ημέρες. Σε συνέλευση αποφασίστηκε να αποσταλεί μια αντιπροσωπεία στις Aldini η οποία θα ζητήσει από τους φοιτητές τη χρήση τριών αιθουσών σαν χώρο για την εκ νέου συνάθροιση του κινήματος’.
Bologna. 14 marzo 1977 (documento del Collettivo di controinformazione del movimento),

έγγραφο της κολλεκτίβας αντιπληροφόρησης του κινήματος

16

BOLOGNA MARZO 1977 … FATTI NOSTRI (AUTORI MOLTI COMPAGNI – BERTANI EDITORE)
Μπολόνια Μάρτιος 1977…Τα γεγονότα από τη δική μας πλευρά [ συγγραφείς πολλοί σύντροφοι – εκδόσεις Bertani]

‘Τώρα ξέρω πως ήταν το βράδυ ανάμεσα 10ης και 11ης μαρτίου. Το πρωί θα βρισκόμασταν, όπως συνηθίζαμε, στην πλατεία Verdι, γύρω στις δέκα. Δεν θα πηγαίναμε εμείς είναι όμως δύσκολο να εξηγήσω το γιατί. Ίσως είχαμε κουραστεί, ίσως γιατί απλά θέλαμε να μείνουμε μαζί. Σίγουρα δεν αισθανόμασταν ενοχές και δεν ήμασταν πλέον ‘απαραίτητοι’, δηλαδή σχεδόν αχρείαστοι. Όταν θεωρείσαι απαραίτητος, στην πολιτική, ειδικά όταν είναι αλήθεια πως είσαι απαραίτητος, θα πει πως δουλεύεις στη θέση πολλών άλλων που με την σειρά τους δεν είναι καθόλου απαραίτητοι.
Βρεθήκαμε όμως τέσσερις με πέντε από εμάς, περνώντας από σπίτι σε σπίτι, όχι βέβαια για να πούμε τέτοια πράγματα. Και ούτε που θυμάμαι για ποια πράγματα μιλήσαμε.
Πετάξαμε διάφορα Optiladon ο ένας στο κεφάλι του άλλου, καπνίσαμε, εγώ αρνήθηκα να κατουρήσω στο δωμάτιο του Πίνο γιατί νόμιζα πως η τουαλέτα ήταν κατειλημμένη. Οι Paolo και Ivo έπαιζαν διάφορα παιχνίδια, ο , G.B. ξεφύλλιζε ένα βιβλίο. Όλη μέρα έτσι, με τις μασέλες μας να πονούν και με μεγάλη νύστα. Δύο εξαφανίζονται σε ένα δωμάτιο, όπου η Paola και κάποιοι άλλοι απ’ ότι νομίζω κοιμόντουσαν το βράδυ, ο G.B. καταρρέει κυριολεκτικά, ντυμένος, εγώ βγάζω τα καλτσάκια μου, τα αφήνω έξω απ’ το παράθυρο και την πέφτω σε ένα κρεβάτι στην κουζίνα.

Κοιμηθήκαμε λίγο. Η τρομαγμένη φωνή της Πάολα μοιάζει σε όλους μας με όνειρο : έξω βρέχει.
– Francesco ποιος; Ο Lorusso;
– Τον πυροβόλησαν στην πλάτη, δεν μιλούσε πλέον, έβγαινε αίμα από το στόμα του. Ήταν οι καραμπινιέροι.
– Μπάσταρδοι….
– Είπαν να σας καλέσω. Προσοχή, εδώ έξω υπάρχει ένα 127 γεμάτο.
– Να μη βγούμε όλοι μαζί, λίγοι- λίγοι, δώστε μου κάλτσες, οι δικές μου έγιναν μούσκεμα.
Καθώς πηγαίνουμε στο πανεπιστήμιο σκέφτομαι την κουβέντα που είχα με τον Φραντσέσκο πάνω στις ομάδες περιφρούρησης, και δεν ήταν ποτέ πρόβλημα να ξέρεις ποιος έχει δίκιο. Κάθε τόσο τον βλέπω πάνω σε αναπηρική καρέκλα και τινάζω το κεφάλι μου λέγοντας πως είμαι βλάκας. Τον θυμάμαι ιδρωμένο, με το πουκάμισο βρεγμένο και
πως διαφεύγαμε τρέχοντας μαζί.
Στην οδό Zamboni υπάρχουν οδοφράγματα το ένα μετά το άλλο, λαμποκοπούν από την βροχή, αναγνωρίζω τα τραπέζια από το φοιτητικό εστιατόριο, τους πάγκους από την σχολή Lettere, τα ανθοδοχεία της Piazza Scaravilli.
η Piazza Verdi είναι ένα στιγμιότυπο φοβερό, που με τρομάζει και την ίδια στιγμή με καταπίνει, δεν σκέφτομαι άλλο, προχωρώ πέφτοντας κάθε τόσο πάνω σε κάποιον, δεν χαιρετώ κανέναν, κανείς δεν με σταματά.
Υπάρχουν εκατοντάδες σύντροφοι, οι φοιτητές, όλοι βουβοί, με τα μαλλιά βρεγμένα03

Κάποιοι στοιχίζουν, κι ακούγεται το τραγούδι από το τσούγκρισμα, δεκάδες μπουκάλια διαφορετικών διαστάσεων και τα γεμίζουν βενζίνη που μεταγγίζεται από ένα τεράστιο δοχείο του εστιατορίου. Κάθε τόσο παραπονιούνται πως η ταινία τελειώνει, και πως πρέπει να φέρουμε και άλλα αντιανεμικά.
Ο Φραντσέσκο είναι νεκρός, κι από τα πρόσωπα καταλαβαίνεις πως όλοι το γνωρίζουν.

Βλέπεις μάτια κοκκινισμένα παντού, ένας κλαίει μόνος του ακουμπισμένος μπροστά σ’ ένα τοίχο, άλλοι πηγαινοέρχονται στην πλατεία, σαν να ψάχνουν να μιλήσουν, δεν υπάρχει όμως ανάγκη. Όλοι σκέφτονται το ίδιο πράγμα.
Στη κολλεκτίβα υπάρχουν σύντροφοι ριγμένοι στις καρέκλες, κλαίνε και κοιτάζονται στα μάτια. Λίγο μετά μπαίνει ο Ματτέο, σχεδόν κρεμασμένος πάνω στην Πάολα και την Φερνάντα που, αφήνοντας την για μια στιγμή, μ’ αγκαλιάζει κλαίγοντας και με ρωτάει πράγματα που δεν καταλαβαίνω. Ο Ματτέο δεν μοιάζει καν ζωντανός, είναι χλωμός, το στόμα του στεγνό. Κουνάει μόνο τα μάτια του που για μια μονάχα στιγμή μου ζητούν εκατοντάδες πράγματα.
Φτάνουν άλλοι σύντροφοι και, δεν ξέρω πως, ξεκινάμε να μιλάμε, βιαστικά, με μια σκληρότητα που δεν περιγράφεται. Κάθε τόσο ακούγονται κάποιου οι λυγμοί.
Κανείς δεν λέει μεγάλα πράγματα, οι στόχοι είναι ξεκάθαροι, ένας σύντροφος ξεκινάει να ξεσκίζει μια σημαία για να φτιάξει μαντήλια. Στην πλατεία συναντώ τον G.B. ο οποίος τριγυρνά με χαμόγελο νευρικό στο πρόσωπο, μου λέει πως δεν μπορεί να κάνει διαφορετικά. Κοντά στη σχολή Καλών Τεχνών, ένας σύντροφος μου θυμίζει δίχως κακία πως είχα σχεδόν μαλώσει με τον Φραντσέσκο, ένας άλλος αναφέρει πως εκεί κοντά μόλις είχε εξελιχθεί επίθεση ενάντια σε αστυνομικό τμήμα. Στην λευκή αίθουσα υπάρχουν άλλοι που συζητούν νευριασμένα.
Είναι ξεκάθαρο πως θέλουμε να πάμε προς το κέντρο, πως θέλουμε να περάσουμε απ’ τα γραφεία της Χριστιανικής Δημοκρατίας, σκέφτομαι όμως πως ο κόσμος που συσσωρεύεται στην οδό Τζαμπόνι δεν έχει ανάγκη από χαραγμένη διαδρομή ν’ ακολουθήσει.

Η πορεία σταματά μετά από λίγο και ακούγονται τα πρώτα συνθήματα : στη κεφαλή φωνάζουν ‘κοιτάξτε να μη μας πειράξετε, θα έχετε προβλήματα’. Εγώ βρίσκομαι στην ουρά με καμιά εκατοστή συντρόφους της ομάδας περιφρούρησης του πανεπιστημίου. Στη μέση όμως δεν βρίσκεται μια πορεία που έχει ανάγκη προστασίας.
Περνούν χιλιάδες σύντροφοι με τις τσέπες γεμάτες πέτρες, ανάμεσα στις γραμμές γυρίζουν σάκοι με μπουκάλια.
Είναι μια πορεία διαφορετική από εκείνη των τελευταίων ημερών, αν και τα πρόσωπα είναι τα ίδια, ο κινούμενος γιορτινός σωρός που καταλαμβάνει τα πεζοδρόμια ανάμεσα στις τσάντες με τα ψώνια, που καλεί στη συζήτηση την ειρωνεία και φτιάχνει σχέση με όλους.
Δεν είναι ο φίδαρος που ξεκινούσε τα μεσάνυχτα για να τραβήξει απ’ το κρεβάτι εκείνους που ήταν συνηθισμένοι στις καθημερινές ιεροτελεστίες των διαδηλώσεων. Φαίνονταν πως κανείς δεν ήθελε να επιστρέψει στο ‘σπίτι’ ούτε για μια στιγμή.05

Οι σύντροφοι προχωρούν με γραμμές δίχως να τραγουδούν, με μια πειθαρχία αυθόρμητη, χωρίς καθοδήγηση. Το άλμα όμως, η διαφοροποίηση δεν προήλθε δίπλα από την ανάγκη να είμαστε όχι αφηρημένα από τους αγώνες μας υποκείμενα, των κινημάτων μας. Τώρα οι πέτρες, οι μολότοφ, τα οδοφράγματα είναι όλων μας, δεν υπάρχει τίποτα κρυφό. Η επιμνημόσυνη ρητορική δεν διατρέχει ούτε στιγμιαία της ομάδες των σχολών, των σχολείων. Η επίθεση είναι εναντίον όλων.
Σκοτώθηκε ένας σύντροφος. δεν στρατιωτικοποίησαν μικρές ομάδες, έδωσαν όμως σε όλους την υπευθυνότητα να προστατευτούν και να καταλάβουν. Η επίθεση που ετοιμάζουμε πέρασε διαμέσου πολιτικής συζήτησης ανοικτής που ακόμη συνεχίζεται, μια αναζήτηση που ξεκίνησε από τα σπίτια των συντρόφων, από τις συλλογικές εμπειρίες που είχαν μεταφέρει απευθείας στο σωστό σημείο τις λέξεις και την κριτική.
Η κριτική είναι ζωντανή και διαδηλώνει, η αναδιάταξη εμφανίζεται κρυστάλλινη στην αναταραχή στις πλατείες και στους δρόμους και η βία αναπτύσσεται μέσα σε μια ριζική αντίθεση ταυτόχρονα παιδαγωγική και μη διαχωρισμένη.

Αυτή την αίσθηση την είχα ήδη από τις πορείες της συλλογικότητας Jacquerie, με τους φίλους που προχωρούσαμε δεμένοι, σύντροφοι παρόντες τώρα με τον ίδιο τρόπο. Η εκδίκηση δεν θα παρθεί με το έπος του καθένα, αλλά με αφομοίωση και συνείδηση, αγάπη και αναζήτηση αγάπης.
Σκέφτομαι τους αξιωματούχους των κομμάτων, μισθωμένους ταχυδακτυλουργούς, τα μουχλιασμένα πτώματα των δημοκρατικών καθηγητών.
Η διαχωριστική γραμμή έγινε τάφρος : ανάμεσα στον κυνισμό της επίσημης κουλτούρας που είναι η αλαζονεία της εξουσίας, και τη δύναμη της ζωής και των πραγματικών αντιθέσεων που ανακινούνται και αποτελούνται από χίλια μέτωπα.
Κανένας δρόμος δεν περιέχει ολόκληρη την πορεία : σαν να θέλουμε να κοιταχτούμε καλύτερα στρίβουμε για Piazza Maggiore που δεν είναι αρκετή για να μας κάνει να δούμε όλα τα κρυμμένα με μαντήλια και κουκούλες πρόσωπα.
Παράλληλα με τις επιτύμβιες στήλες μια πενηνταριά αγωνιστές του Κκι που μοιάζουν σχεδόν αληθινοί. Κάθε τους πρόκληση άχρηστη : ούτε που υπάρχουν.
Δεν βρέχει άλλο. Στον κόσμο που είναι τρομαγμένος, ζαλισμένος, που στέκεται στριμωγμένος στα πεζοδρόμια φωνάζουμε όλοι μαζί ‘εσείς μη στέκεστε εκεί να κοιτάζεται – έχουμε ένα σύντροφο να εκδικηθούμε’.
Όταν η ουρά βρίσκεται στην είσοδο της οδού Ugo Bassi, από την via Marconi ακούγονται οι πρώτες εκρήξεις, και σε λίγα δευτερόλεπτα ο δρόμος γεμίζει φασαρία, εκκλήσεις και καπνό που εξαπλώνεται για εκατοντάδες μέτρα. Τα κομμάτια της πορείας γίνονται σκούροι λεκέδες που μετακινούνται αποφεύγοντας τα δακρυγόνα που τρέχουν στην άσφαλτο και τις φωτιές από τα μπουκάλια που εκτοξεύονται.
06

Μας φωνάζουν πως η αστυνομία μετακινείται από το Αρχηγείο και φοβόμαστε πως θα μας περικυκλώσουν. Να μας χωρίσει προλαβαίνει ένας φραγμός από φλόγες, αλλά δεν γίνεται να μένουμε άλλο εκεί, υπάρχει τόσο πολύς καπνός που δεν αναγνωριζόμαστε μεταξύ μας. Εγώ και ο Gigi, που ξεμείναμε λίγο πιο πίσω φαίνεται πως δεν τα καταφέρνουμε να προφτάσουμε τους άλλους που φεύγουν προς via Indipendenza. Δεν βλέπουμε απολύτως τίποτα, μας έρχεται να κάνουμε εμετό, ακολουθούμε τη φωνή του Αντρέα που ουρλιάζει πως βρήκε καθαρό αέρα. Κατά μήκος της οδού Indipendenza βρισκόμαστε μια εκατοστή από εμάς, δεν είμαστε σίγουροι προς τα που να πάμε, η μικρή ομάδα απλώνεται προς την μια κατά την άλλη κατεύθυνση σαν λάστιχο. Όλοι όμως έχουμε την αίσθηση πως σε όλη την πόλη, σε όλο το κέντρο, πολλές ομάδες κινούνται σαν τη δική μας. Δεν καταφέρνουμε να καταλάβαμε εάν νικήσαμε, εάν χάσαμε, κανείς όμως δεν νιώθει ούτε χαμένος ούτε νικητής : ξέρουμε πως δεν τελειώνει έτσι.
Στο πανεπιστήμιο συναντάμε ένα κομμάτι της πορείας και περιμένουμε μαζί νέα από συντρόφους που τριγυρνούν με ποδήλατα. Πολλά νέα φτάνουν μπερδεμένα, κάποιοι προσπάθησαν ν’ ακολουθήσουν τα σημάδια από τις συγκρούσεις, ένα μονοπάτι από σπασμένα τζάμια, συντρίμμια από μπουκάλια, πτερύγια από δακρυγόνα.

Στο σταθμό γίνονται συγκρούσεις, πολλοί σύντροφοι έχουν κλειστεί μέσα. Ξεκινάμε αμέσως, σχεδόν τρέχοντας. Εκεί βρίσκουμε πολλά λεωφορεία που έχουν τοποθετηθεί κάθετα, πολύ καπνός, δεν ξέρουμε προς τα που να πάμε. Ομάδες καραμπινιέρων και αστυνομικών κινούνται με ταχύτητα κάτω από τις στοές, προς τις δυο εξόδους. Τα χτυπήματα όμως που ακούγονται δεν είναι των δακρυγόνων. Πυροβολούν επάνω μας με τα τουφέκια τους, σε όλη την πλατεία εκρύγνηνται πολλά μπουκάλια, ελευθερώνεται η μια έξοδος. Εγώ και δυο τρεις άλλοι φωνάζουμε να πέσουμε κάτω γλιστρώντας προς τις κολόνες. Ένας φοιτητής, που ξέφυγε από τον σταθμό έχει νευρική κρίση, τον πιάνει υστερία : κλαίει, βήχει, διηγείται πως του έριξαν με το αυτόματο.
Μέσα απ’ τους καπνούς, που φαίνονται πυκνότεροι από τους φάρους του σταθμού, βλέπουμε τον Maurizio να βγαίνει γερμένος πάνω σε ένα ποδήλατο, που κουνώντας το χέρι του φωνάζει σε ποιος ξέρει ποιον να μη πυροβολεί, κουνώντας το χέρι του. Ένας άλλος σύντροφος με ποδήλατο βουτάει κατά γης κάτω από τα θραύσματα ενός τοίχου που διαλύθηκε απ’ τα χτυπήματα των τουφεκιών.

Επιστρέφουμε στο πανεπιστήμιο μόνο αφού είμαστε σίγουροι πως έχουν φύγει όλοι από τον σταθμό. Λέγεται πως κάποιος συνελήφθη. Στην Piazza Verdi φτάνουν μεγάλες ομάδες συντρόφων : είμαστε όλοι εξουθενωμένοι, απόντες, ταραγμένοι. Πολλοί γυρνούν από δω κι από εκεί ρωτώντας εκείνο και το άλλο, εγώ ψάχνω την Σάρα, τον Gigi, ρωτώ γι αυτούς και άλλους φίλους και μόνο όταν τους βλέπω καταφέρνω να νιώσω επάνω μου την κούραση, την πείνα, τη δίψα.
kossiga

Όλα τα μπαρ είναι κλειστά, δεν υπάρχει ούτε μια βρυσούλα για νεράκι. Πολλοί μπαίνουν στο “Cantunzein” και σε λίγο γυρίζουν κομμάτια κρέας, φρούτα, μπουκάλια κρασί.
Σκέφτομαι πως δεν είναι ούτε λάθος ούτε σωστό. Κανείς δεν διασκεδάζει με τις λεηλασίες, τρώμε και πίνουμε για να σταθούμε όρθιοι. Δεν καταφέρνω να μιλήσω με κανέναν, δεν μούρχεται να μιλήσω ούτε ν’ ακούσω λόγια και διηγήσεις.
Σκέφτομαι ξανά τον Φραντσέσκο, την απουσία, το θάνατο, εμένα. Η νύχτα μου ξαναφέρνει τον φόβο, τα τριξίματα στις πόρτες. Κάθε τσιγάρο έχει γεύση δακρυγόνου’.

σύγχρονα κινήματα, movimenti di oggi

Ρώμη, 60 καταλήψεις από ελεύθερους άντρες και γυναίκες

Ρώμη, 60 καταλήψεις από ελεύθερους άντρες και γυναίκες
Γράφει στο Μανιφέστο ο Ρομπέρτο Τσικαρέλλι, 18 Οκτωβρίου 2013
miccia corta, Italia

Το δικαίωμα στο κατοικείν και στο εισόδημα, που πρωταγωνιστούν στη μάχη ενάντια στη λιτότητα. Ταξίδι στα πρώην εργοστάσια και στους κατοικίσιμους χώρους που έχουν καταληφθεί στην Πρεζεντίνα και Τιμπουρτίνα, στην πόλη της κερδοσκοπίας με 140.000 διαμερίσματα ανοίκιαστα.

Ο Σεμπαστιάνο περπατά στην πλατεία Μάριο Βακκαρέλλα, πρώτο πολίτη της Μετρόπολιζ, ένα πρώην εργοστάσιο σαλαμιού Φιορούτσι 15 χιλιάδων τετραγωνικών μέτρων, που εγκαταλήφθηκε το 1978, έδρα στα χρόνια του ’90 αξέχαστων ουρλιαχτών, που είναι κατηλημένο από το 2009 από τις Ομάδες επισφαλών μετροπολιτάνων [Bpm] της Ρώμης. Στα 1974 ήδη δούλευε σε ένα συνεργείο του και θυμάται την ήχο της σειρήνας στο τέλος κάθε βάρδιας, που κάποιες στιγμές του φαίνεται πως ακούει και τώρα στους δρόμους του πύργου της Σαπιέντσα, πολεοδομικού συγκροτήματος στα ανατολικά της Πρωτεύουσας, πέρα από την οδό Μαλμίρο Τολιάττι. Ήταν το σύνθημα που απελευθέρωνε ένα ποτάμι δύο χιλιάδων εργατών. Οι πόρτες των μηχανικών συνεργείων του εργοστασίου υαλικών Ιμπέρια ή του εργοστασίου τηλεοράσεων Βόξσον άνοιγαν και έκλειναν κανονικά, με τάξη. Την αυγή, σήμερα, αυτό το στρώμα ασφάλτου μοιάζει Πεκίνο. Με βροχή ή με ήλιο, στο βάθος της οδού Πρενεστίνα, όπου βρέθηκε ένα ρωμαϊκό ανάγλυφο με τρία κεφάλια, κινέζοι εργάτες πενηντάρηδεςτρέχουν με τα ποδήλατά τους προς κάποιες μεγάλες αποθήκες ρουχισμού και υποδημάτων στην οδό Όμο. Χρησιμοποιούν τα ποδήλατα για να μη τους αιφνιδιάσουν στα λεωφερεία δίχως ντοκουμέντα. Έρχονται από την πλατεία Βιττόριο και δουλεύουν στο υπόστεγο όπου τα φορτηγά Τιρ κατεβάζουν τα εμπορεύματα που έρχονται από το λιμάνι της Τζιόϊα Τάουρο.
Σε μικρή απόσταση από το στρατόπεδο Τορ Σαπιέντσα, 300 χιλιάδες τετραγωνικά μέτρα διακοπείσες δραστηριότητες, υπήρχε η Μπελλαντόννα, ένα εργοστάσιο που κατασκεύαζε μηχανές για την αεροπορία που το έχουν καταλάβει μια εικοσαριά οικογένειες ρομά που σήμερα ζουν στη Μετρόπολιζ. Το αφεντικό πλήρωνε καλά τους εργάτες. Τα Χριστούγεννα έβγαινε από το διαμέρισμά του πολυτελώς επιπλωμένο, στήνονταν μπροστά στα κάγκελα και έκανε δώρα στους υπαλλήλους του. Τρελλάθηκε μετά το θάνατο του παιδιού του και η δουλειά του καταστράφηκε. Οι μπουλντόζες ισοπέδωσαν τα πάντα, ακόμη και τον μεγάλο τριανταφυλλόκηπο που καλλιεργούνταν με αγάπη στη θύμηση κάποιου δεν υπάρχει πιά.
Σάλγκαρι α Τορ Τρε Τέστε.
Το στοίχημα της κατάληψης των σπιτιών είναι να μη πέσουν στη λογική του γκέτο, διαχωρισμένο από το ιστορικό κέντρο της πόλης, από τις κεντρικές κατοικίες. Για τον Αττίλιο, αρχιτέκτονα τριανταενός χρόνων, αυτή είναι μια λογική αναγκαία ανάγκη και απαίτηση γι αυτόν που εξασκεί την αρχιτεκτονική ξεκινώντας από την επαναχρησιμοποίηση των χώρων και των υποδομών. ‘Ο επαγγελματίας, δηλώνει, μένει κλεισμένος σε ένα γραφείο όπου σκέφτεται τον χώρο που θα δώσει στη ζωή των ανθρώπων. Για μένα είναι η ζωή που σου δίνει ενδείξεις στο πως να κάνεις να ζήσουν οι άνθρωποι’.
Ο Αττίλιο έκανε μια ριζοσπαστική επιλογή. Ζει στην κατάληψη, αρνείται τον εκβιασμό του στρατοσφαιρικού ενοικίου, εκτελεί τη δουλειά του σε επαφή με τη ζωή. Παίρνει μέρος στις διαδικεσίες όπου παίρνονται οι αποφάσεις της κοινότητας των καταληψιών, ακούει και μετά ανακατασκευάζει. Έτσι έγινε με τα διαμερίσματα που ανακατασκεύασαν σε τρία επίπεδα στη Μετρόπολιζ. Οι οικογενειακοί πυρήνες μοιράζονται τους χώρους γύρω απ’ τα παράθυρα και σηκώνουν τοίχους με γυψοσανίδες. Συνήθως τα σπίτια είναι τριών δωματίων, διανέμονται σε σχέση με την πολυαριθμία των πυρήνων.
Στις προσδοκίες του αρχιτέκτονα, και όχι μόνο, είναι η ανάγκη να δημιουργηθεί μια μυθο πολιτική της κατάληψης. Η Μετρόπολιζ είναι μια πόλη-νησί που αναπτύχθηκε όπως ένα μεσαιωνικό χωριό. Σκέφτεται αυτούς τους χώρους απ’ την περίοδο ακόμη που έπαιρνε το δίπλωμά του στη σχολή με βάση τη ζωή μιας κοινότητας ρομά ρουμάνων, περουβιάνων, ερυθραίων, σουδανέζων, ουκρανών και ιταλών, ένα θαύμα συνύπαρξης που αυτοδιαχειρίζεται τη ζωή σε συνέλευση συγκυριαρχίας. ‘Θέλουμε να ανασκευάσουμε την ιδέα του Μομπρασέμ – λέει ο Αττίλιο – Αυτό είναι ένα νησί ελεύθερων ανθρώπων μέσα σε μια θάλασσα σκλάβων’. Η βρύση απ’ την οποία κάποτε έτρεχε μια λάσπη με άσχημη μυρουδιά μετατράπηκε σε τοπωνύμιο που θυμίζει τις εθνότητες των καταληψιών.
Υπάρχει η πλατεία Περού. Στην πλατεία Κάσμπα όπου κάποτε υπήρχαν τα αποδυτήρια σήμερα ζουν οικογένειες απ’ το Μαρόκο. Εκεί όπου ο τόπος ήταν γεμάτος κεφάλια ζώων ξεσκισμένα σήμερα υπάρχει μια πλατεία που θυμίζει εκείνη της Μπραμάντε. Ανάμεσα απ’ τα δοκάρια φαίνεται κρεμασμένο το φεγγάρι, αποτέλεσμα μιας δαιμόνιας εγκατάστασης. Εκεί όπου σκότωναν τα γουρούνια με μια πιστολιά, σήμερα έχει προκύψει το μνημείο του Άλλου και του Αλλού, το Μααμ, πρώτος χώρος όπου εκτίθενται τα έργα και κατοικούν οι καλλιτέχνες στην περιφέρεια. Υπάρχει αίθουσα παιχνιδιών για τα παιδιά. Τώρα έχουν σκεπή και πάνε σχολείο. Ενώσεις εθελοντών και ακτιβιστών τα παρακολουθούν μετά τα μαθήματα.
Οι καταλήψεις είναι απάγγεια-καταφύγια κουρσάρων όπου τα παιδιά ζουν την ίδια μοίρα των γονέων. Είναι η ιστορία του Πάολο, διπλωματούχου λογιστή που φιλοδοξεί να γίνει μάγειρας που δουλεύει που εργάζεται στην υπηρεσία Caf της Ασίας, που έζησε με τους γονείς του στο Σαν Μπαζίλιο, συνοικία που γεννήθηκε από τις καταλήψεις των ’70 και ’80. Εδώ και πέντε μήνες καταλαμβάνει ένα ρέζιντενς, μαζί με άλλους 160 ανθρώπους, μπροστά στη παλιά γειτονιά, καταλλημένο κατά 90%, του οποίου η κατάσταση ομαλοποιήθηκε σχεδόν οριστικά ύστερα από τέσσερεις ‘επουλώσεις’ [’86,’93,’2000, ’07].
Το ξενοδοχείο πέντε αστέρων ολοκληρώθηκε πριν δυο χρόνια και δεν εγκαινιάστηκε ποτέ. Ξεφυτρώνει δίπλα στο σκελετό ενός εργοστασίου που έφτιαχνε πεννικιλλίνη και κοιτάζει σ’ ένα δρόμο που του δίνουν ζωή κορίτσια απ’ τη ρουμανία που εκδίδονται και καζινό, [‘σπίτια’], που ξεφυτρώνουν σαν μανιτάρια στην Τιμπουρτίνα, κοντά στη φυλακή της Ρεμπίμπια. Εδώ η Λάουρα θα γεννήσει το τρίτο της παιδί. Δούλευε, όπως και ο εργάτης άντρας της, έχασαν και οι δυό τη δουλειά τους. Οι τράπεζες έβγαλαν στον πλειστηριασμό το σπίτι τους γιατί δεν μπορούσαν να πληρώσουν τη δόση. ‘Τρέμουμε μήπως και έρθει η αστυνομία να εκκενώσει την κατάληψη – δηλώνει – γιατί θα πρέπει να γυρίσουμε πίσω και να χάσουμε την ανεξαρτησία μας’.
Αυτή η κουβέντα γύρω απ’ την ανεξαρτησία είναι μια σταθερή ανάμεσα στα νεαρά ζευγάρια. Γι αυτούς η κατάληψη είναι ο μοναδικός τρόπος να συζούν, σήμερα. Διότι κανείς πλέον σήμερα δεν μπορεί να πληρώνει δόση για να αποκτήσει ένα απ’ τα 140.000 σπίτια που μένουν ανοίκιαστα από τις μεγάλες ιδιοκτησίες [κατασκευαστικές και χρηματιστηριακά γραφεία], ή να προσδοκεί σε ένα δωμάτιο σε ένα από τα πενήντα μια χιλιάδες σπίτια απούλητα.
Είναι μια εκρηκτική κατάσταση, που γενικεύτηκε μετά την κατάρρευση του ‘μοντέλλου Ρώμη’, που δημιουργήθηκε από την κεντροαριστερά του Βάλτερ Βελτρόνι, στην οποία η καινούρια γενιά των κινημάτων για το σπίτι [Bpm, o Συντονισμός αγώνα για το σπίτι, η μητροπολιτική Αντίσταση για το σπίτι- Ram] προσπαθούν να σταματήσουν με πικετοφορίες αντι-εξώσεων. Μόνο τον τελευταίο ενάμιση χρόνο υπήρξαν 60 καταλήψεις : residence, ξενοδοχεία, δημόσια κτίρια. Πάνω από δέκα χιλιάδες άτομα, μετανάστες και πρόσφυγες και άλλοι τόσοι ιταλοί φτωχοποιημένοι, άρπαξαν στέγη από την κτηματομεσιτική κερδοσκοπία. Σήμερα και αύριο, στην πορεία ενάντια στην λιτότητα στην Ρώμη, θα είναι στην πλατεία πριν απ’ όλους αυτοί.