διεθνισμός, internazionalismo

Το συντονιστικό Arauco Malleco αναλαμβάνει την ευθύνη των δύο τελευταίων δολιοφθορών εναντίον των δασικών εταιρειών

ORT- NAGCHE JANEQUEO / Μέσα από ένα δημόσιο ανακοινωθέν που στάλθηκε στο μέσο μας  www.werken.clwww.werken.cl, το Συντονιστικό Arauco Malleco των Κοινοτήτων Mapuche που βρίσκονται σε διαμάχη και σύγκρουση, διεκδικεί επίσημα 2 δράσεις δολιοφθοράς κατά των εξορυκτικών και καπιταλιστικών συμφερόντων που βρίσκονται στο ιστορικό έδαφος, όπου προκλήθηκαν ζημιές το σάββατο 31 Αυγούστου σε ένα δασικό στρατόπεδο εργασίας που βρίσκεται μεταξύ των δήμων Lumaco και Puren, στην καρδιά του Nahuelbuta, με αποτέλεσμα 6 μηχανές και 2 φορτηγά να καούν πλήρως, όπως και στο ORT-Lavquenche αποδόθηκε η δολιοφθορά κατά ενός εργασιακού στρατοπέδου της δασικής εταιρείας Mininco, που βρίσκεται μεταξύ του δήμου Carahue και του Puerto Dominguez, με αποτέλεσμα 4 μηχανές συγκομιδής να πυρποληθούν την αυγή αυτής της δευτέρας.

Il Coordinamento Arauco Malleco rivendica le ultime due azioni di sabotaggio contro le imprese forestali

Στο μήνυμα τα μέλη των διαφόρων ORT προειδοποιούν για μια ακόμα φορά ότι ως weichafe- warriors- πολεμιστές πιστοί στα χαρακτηριστικά του CAM θα συνεχίσουν να διεκδικούν το νόμιμο δικαίωμα να αντιμετωπίζουν εκ των πραγμάτων την ιστορική και συστηματική βία του κράτους της Χιλής, με το να ξεσηκώνονται στα όπλα με αυτό τον τρόπο όταν είναι απαραίτητο, αντιμέτωποι με την καταπίεση και την καταστολή της οποίας έχουν ιστορικά αποτελέσει το αντικείμενο, εν τω μεταξύ, απευθύνουν έκκληση στο δικαίωμα που έχει κάθε λαός να εξεγείρεται και να επαναστατεί όταν υπάρχει δομική, συμβολική και στρατιωτική βία.

  Έξω οι δασικές εταιρείες και τα άλλα σχέδια-έργα και επενδύσεις από το Wallmapu

 Σε θυμόμαστε μέσα στον αγώνα Marco Paillacoi

 Λευτεριά για τον Daniel Canio και όλους  τους μαπούτσε πολιτικούς κρατουμένους

 Να συνεχίσουμε τον αγώνα μας

Marichiweu (Cento volte vinceremo) – Εκατό φορές θα νικήσουμε

3 σεπτεμβρίου 2019

Werken Noticias

Μετάφραση σε επιμέλεια του Comitato Carlos Fonseca

https://www.infoaut.org/no-tavbeni-comuni/il-coordinamento-arauco-malleco-rivendica-le-ultime-due-azioni-di-sabotaggio-contro-le-imprese-forestali

διεθνισμός, internazionalismo

Η “Διαδικασία Ειρήνευσης” είναι μια συνταγή του κεφαλαίου. Συνέντευξη με τον Jon Iurrebaso Atutxa

 

Δημοσιεύουμε τη δεύτερη από δύο συνεντεύξεις που είχαμε την ευκαιρία να κάνουμε χάρη σε ιταλούς συντρόφους που ζουν και αγωνίζονται στην Euskal Herria γύρω από την τρέχουσα κατάσταση στη Χώρα των Βάσκων και τον αγώνα για ανεξαρτησία και σοσιαλισμό. Σε αυτή τη συνέντευξη θέσαμε κάποιες ερωτήσεις στον Jon Iurrebaso Atutxa, πρώην πολιτικό κρατούμενο βάσκο και πρώην μαχητή της Ε.Τ.Α. σχετικά με τη λεγόμενη ειρηνευτική διαδικασία και τις συνέπειές της. Για να διαβάσετε την πρώτη συνέντευξη με τον Sendoa Jurado σχετικά με το Κίνημα για την Αμνηστία και ενάντια στην Καταστολή, κάντε κλικ qui.

Il “Processo di Pace” è una formula del capitale. Intervista a Jon Iurrebaso Atutxa

1.- Μας εξηγείς εν συντομία την αγωνιστική πορεία σου στη βασκική αριστερά;

Το Κίνημα Εθνικής Απελευθέρωσης των Βάσκων, θέλω να πω ότι το δικό μου είναι το ίδιο μαχητικό μονοπάτι που πολλοί από τους συντρόφους μου πραγματοποίησαν στο Βασκικό Κίνημα Εθνικής Απελευθέρωσης. Όσον αφορά εμένα, τόσο όσον αφορά την δέσμευση όσο και τον αριθμό των ετών στράτευσης, έχω αγωνιστεί στην ΕΤΑ, στην Βασκική Σοσιαλιστική Επαναστατική Οργάνωση Εθνικής Απελευθέρωσης (Nazio Askapenerako Euskal Erakunde Sozialista Iraultzailea), στο Euskadi Ta Askatasuna. Και αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο συνελήφθην, δικάστηκα και φυλακίστηκα τρεις φορές, τόσο στα ισπανικό κράτος όσο και στο γαλλικό. Ήμουν φυγάς δύο φορές και ήμουν επίσης μέλος άλλων οργανώσεων του Ε.Ν.Α.Μ., ακριβώς όπως και πολλοί άλλοι βάσκοι επαναστάτες μαχητές, όπως αναφέρθηκε παραπάνω.

2.- Πώς γεννήθηκε η αποκαλούμενη ειρηνευτική διαδικασία και πώς την αντιλήφθηκε το βασκικό κίνημα;

Είναι ένα ευρύ και σύνθετο ζήτημα-ερώτημα για να μπορέσω να απαντήσω σε τέσσερις γραμμές. Παρ ‘όλα αυτά, θα προσπαθήσω να διευκρινίσω ορισμένα σημεία, πάντα σύμφωνα με την άποψή μου και σε σχέση με την αγωνιστική μου εμπειρία, διότι δεν σκοπεύω να μιλήσω γι’ αυτό παρά μόνο στο όνομά μου. Θα μιλήσω σε προσωπικό επίπεδο, ως επαναστάτης μαχητής, στο όνομα καμιάς οργάνωσης.

Αρχικά θα ασχοληθώ με την «Ειρηνευτική Διαδικασία» (P.d.P.). Για να αναλύσουμε λίγο τον όρο αυτό αρκεί να διευκρινίσουμε εκείνο που κρύβεται μέσα του, στην Euskal Herria όπως στην Ιρλανδία, στη Βόρεια Αφρική, στο Σαλβαδόρ, στη Γουατεμάλα και σε κάθε γωνιά του κόσμου … Στις χώρες αυτές δεν χρησιμοποιήθηκε συστηματικά η ίδια μαγική φόρμουλα, ο ιμπεριαλισμός έχει χρησιμοποιήσει κάποια άλλη μεταμφίεση, αλλά όλες αυτές οι διαδικασίες, κατά τη γνώμη μου, έχουν το ίδιο εμπορικό-εργοστασιακό σήμα, ακόμη και αν έχουν αναπτυχθεί σε διαφορετικό χρόνο, σε μια διαφορετική απόσταση και σε διαφορετικό πολιτικό πλαίσιο και συγκυρία. Με λίγα λόγια, τι περιέχει η Ειρηνευτική Διαδικασία; Απλά, την αποδοχή της ήττας από πλευράς των επαναστατικών δυνάμεων. Εάν σε μια ειρηνευτική διαδικασία μια επαναστατική δύναμη αφήνει τα οικονομικά μέσα παραγωγής στα χέρια του εχθρού και ακέραιο το καταπιεστικό-κατασταλτικό σύστημα, αν όλα συνεχίζουν να εξαρτώνται από το κεφάλαιο, εάν αποδέχεται την «Ειρήνη», άδεια λέξη, γυμνή, μακρινή από τον ταξικό αγώνα, ως αφηρημένο γεγονός … όλα έχουν τελειώσει. Πρώτα έχασαν ιδεολογικά, επειδή παρέδωσαν τα θεωρητικά όπλα πριν ακόμα από τα υλικά. Χώθηκαν μέσα σε μια στρατηγική ήττα, μερικές φορές χωρίς να το συνειδητοποιήσουν. Είναι σκληρό να λέμε αυτό, αλλά είναι η αλήθεια. Οι επαναστάτες όλου του κόσμου πρέπει να το γνωρίζουν, ειδικά τώρα, διότι στην Κολομβία, για άλλη μια φορά, έχει αποδειχθεί σε τι πράγμα οι «Ειρηνευτικές Διαδικασίες» που προωθούνται από τον ιμπεριαλισμό συνίστανται πραγματικά.

Θέλω να πω ότι δεν είναι αλήθεια ότι σε μια δεδομένη ιστορική στιγμή μια επαναστατική και απελευθερωτική διαδικασία πρέπει σε κάθε περίπτωση (ναι ή ναι) να υποχωρήσει μπροστά στο κεφάλαιο, παίρνοντας ως πρόσχημα την επαναστατική δύναμη και τις υποτιθέμενες γενικές συνθήκες, δεν καταλαβαίνω σε ποια καταστροφική κατάσταση ζουν. Αυτή η παραίτηση-παράδοση μπορεί να συγκαλυφθεί με πολλούς τρόπους: «Βλέποντας και λαμβάνοντας υπόψη ότι η ώρα των όπλων έχει περάσει, με απλά πολιτικά μέσα μπορούμε να αποκτήσουμε εκείνο που με τα όπλα δεν καταφέραμε …», «Ο ένοπλος αγώνας δεν είναι ηθικός», “Μπορούμε να ξεκινήσουμε τη διαδρομή μέσα από τα θεσμικά όργανα», «Πρέπει να οικοδομήσουμε συμμαχίες για να κρύψουμε κάποιες ρωγμές», «Χωρίς μια συμφωνία με την αστική τάξη δεν θα υπάρξει πρόοδος». Η φιλοσοφία του «εφικτού», εκείνη που φτάνει με τους στόχους του καπιταλισμού ή με εκείνους των χωρών καταπιεστών. Συμβιβαστική στάση, ποσιμπιλισμός λοιπόν. Ή βάζοντας κατά μέρος την επαναστατική ηθική και την επαναστατική αισθητική, ενώ οι αξίες και οι φιλοσοφικές έννοιες της μπουρζουαζίας εξαπλώνονται σιγά-σιγά … και ένα μεγάλο κλπ..

bj

Σε κάθε περίπτωση, το μονοπώλιο της βίας παραμένει στα χέρια του κεφαλαίου, ενώ τα καταπιεσμένα έθνη πρέπει να καταστρέψουν ή να παραδώσουν τα αμυντικά τους εργαλεία στο κεφάλαιο. Το ότι η δομή o μηχανισμός και η μορφή του κράτους (για την ακρίβεια η μορφή του κράτους του κεφαλαίου) δεν αλλάζει είναι πράγμα που αποδεικνύεται στα έθνη που αναφέρθηκαν παραπάνω και σε όλες τις ειρηνευτικές διαδικασίες. Από την άλλη πλευρά, έχει αποδειχθεί ότι η μπουρζουαζία, η ολιγαρχία, τα μονοπώλια του διεθνούς κεφαλαίου ή όποια κι αν είναι η οντότητα / η κατάσταση ενισχύονται από την ειρηνευτική διαδικασία. Με λίγα λόγια, η «Ειρηνευτική Διαδικασία» είναι μια φόρμουλα του κεφαλαίου, μια νίκη της πλειοψηφίας, για να αποφευχθεί η επανάσταση των εργαζομένων στη χώρα. Αυτές οι σάπιες υποτιθέμενες «ειρηνευτικές διαδικασίες» υπήρξαν εργαλεία πολέμου του ιμπεριαλισμού. Χωρίς εξαιρέσεις.

Εάν το κεφάλαιο δεν επιτύχει το στόχο του μέσω της «Διαδικασίας Ειρήνευσης», μπορεί πάντα να κάνει εκείνο που έκανε με τους Ταμίλ τίγρεις και με το μεγαλύτερο μέρος του πληθυσμού του ή με εκείνο που κάνει με την Παλαιστίνη. Για την εργαζόμενη τάξη και την καταπιεσμένη χώρα ο καπιταλισμός είναι βαρβαρότητα. Για το κεφάλαιο και την αστική τάξη, αντιθέτως, η αγριότητα συνίσταται στην οικειοποίηση του μέλλοντος τους από την εργαζόμενη τάξη και τους καταπιεσμένους. Δεν είναι καθόλου περίπλοκο. Δεν θα παραχωρήσουν εύκολα τα προνόμιά τους. Θα αμυνθούν με όλα τα όπλα που κατέχουν. Προσωπικά πιστεύω ότι θα πρέπει να κάνουμε το ίδιο πράγμα. Και θα πρέπει να είμαστε σαφείς ότι ο ισχύων νόμος είναι ο νόμος του κεφαλαίου και των κατακτητών, που είναι ο νόμος των ιμπεριαλιστών. Είμαστε ακριβώς εμείς εκείνοι που είναι απόλυτα νομιμοποιημένοι να αγωνιστούμε και να αμυνθούμε.

Τούτου λεχθέντος, γιατί φτάσαμε σε διαφορετικές ειρηνευτικές διαδικασίες στην Euskal Herria; Υπάρχουν αρκετές διαδικασίες αυτού του τύπου: αυτή που πραγματοποιήθηκε στην Αλγερία (αποκαλούμενη «Οι συνομιλίες του Αλγερίου», του 1989), εκείνη που αποκαλούν «Lizarra Garazi» (από το 1998-στο 1999) και η τελευταία, που διεξήχθη από το 2005 έως το 2007. Η Ειρηνευτική Διαδικασία προέρχεται από τη Στρατηγική της Διαπραγμάτευσης (S.d.N.). Τα τελευταία 60 χρόνια, για την ακρίβεια απ’ όταν γεννήθηκε η ΕΤΑ, διεξήχθησαν συζητήσεις και διασπάσεις στο πλαίσιο της διαδικασίας απελευθέρωσης των Βάσκων τόσο όσον αφορά στην πολιτική θέση, όσο και στην ιδεολογική και τακτική, και όσον αφορά στη στρατηγική, όπως εξ άλλου συνέβη και σε άλλες χώρες. Θα ήταν λίγο μακρύ να μιλήσουμε για όλο αυτό τώρα. Ωστόσο, τουλάχιστον, θα δώσω τη γνώμη μου σχετικά με την Στρατηγική των Διαπραγματεύσεων. Η S.d.N. και το P.d.P. είναι αδελφός και αδελφή και αμφότεροι είναι παιδιά του κεφαλαίου, αλλά όχι μόνο του κεφαλαίου. Γιατί; Επειδή η σοσιαλδημοκρατία, ο ρεφορμισμός, ο οπορτουνισμός και διάφοροι τομείς της αστικής τάξης προωθούν, βοηθούν και επικροτούν, χειροκροτούν. Χιλιάδες άνθρωποι της βασκικής εθνικιστικής αριστεράς (Ezker Abertzalea) πίστεψαν ειλικρινά ότι θα είχαμε αγωνιστεί (συμπεριλαμβανομένου του ένοπλου αγώνα) κατά της Γαλλίας, κατά της Ισπανίας και κατά του κεφαλαίου μέχρι να επιτύχουμε την ανεξαρτησία και τον σοσιαλισμό. Η αλήθεια υπήρξε πιο σκληρή, απάνθρωπη, και εξακολουθεί να είναι. Υπήρξε μια προσπάθεια να αποδυναμωθούν και να εξολοθρευτούν όλοι οι επαναστατικοί αγώνες, και σχεδόν κατάφεραν να επιτευχθεί ο στόχος τους, καταστρέφοντας το Κίνημα Εθνικής Απελευθέρωσης των Βάσκων (Ε.Ν.Α.Μ.- Euskal Nazio Askapenerako Mugimendua). Αλλά πολλοί έχουν πει «ΟΧΙ» σε αυτή την προδοσία και σε αυτή την επαίσχυντη παράδοση. Και συνεχίζουμε να αγωνιζόμαστε για τους παντοτινούς στόχους : την ανεξαρτησία, τον σοσιαλισμό, την ανάκτηση / την επανοικειοποίηση της βασκικής γλώσσας (την euskara) και την εθνική επανένωση.

Η Στρατηγική της Διαπραγμάτευσης δεν μπόρεσε ποτέ να είναι ένα τακτικό εργαλείο ικανό να επιτύχει ικανοποιητικά αποτελέσματα, διότι το κεφάλαιο και οι σύμμαχοί του είχαν / έχουν πλήρως υπό έλεγχο την ίδια την Ειρηνευτική Διαδικασία. Και πολύ λιγότερο όταν η S.d.N. και η P.d.P. μετατράπηκαν σε ένα στόχο. Οπότε έλαβε τέλος η επαναστατική θέση του Ε.Ν.Α.Μ. Το ίδιο το Ε.Ν.Α.Μ., στο σύνολό του, έπρεπε να γνωρίζει ότι το κεφάλαιο και οι σύμμαχοί του είχαν εφεύρει τη Στρατηγική της Διαπραγμάτευσης, και ότι η P.d.P. [Ειρηνευτική Διαδικασία] δεν ήταν παρά ένα δηλητηριώδες σύνθημα. Μερικοί από το Ε.Ν.Α.Μ. ναι το γνώριζαν, και αρκετά καλά μεταξύ άλλων. Η ρεφορμιστική, οπορτουνιστική, possibilist και υποχωρητική ηγεσία του ξεπουλήματος γνώριζαν όλα αυτά επακριβώς. Εμείς, επαναστατικοί τομείς του Ε.Ν.Α.Μ., δεν είχαμε τις επαρκείς θεωρητικές και στρατηγικές ικανότητες για να κατανοήσουμε όλο αυτό, ήταν το τρομερό λάθος μας. Κάναμε αυτοκριτική, σε βάθος, για το λόγο αυτό συνεχίζουμε να αγωνιζόμαστε, να διορθώνουμε τα λάθη που έγιναν στα προηγούμενα στάδια με όλη την ελευθερία δράσης. Μάθαμε λανθάνοντας και τώρα ξέρουμε ότι πρέπει να μελετήσουμε σε βάθος την επαναστατική θεωρία, πρέπει να συνεχίσουμε τον θεωρητικό-ιδεολογικό αγώνα δίχως έλεος. Πρέπει πάντα να πολεμούμε την ηγεμονία της μικροαστικής τάξης, με νύχια και με δόντια, για να εγγυηθούμε την ηγεσία από πλευράς της βασκικής εργαζόμενης τάξης κατά τη διάρκεια της επαναστατικής απελευθερωτικής διαδικασίας, για την ακρίβεια το βασκικό προλεταριάτο.

Λοιπόν, πώς το πήρε το Ε.Ν.Α.Μ.; Λέω ότι η S.d.N. έτρεχε από το 1988, επομένως εκείνοι που την οδήγησαν ήξεραν ότι δεν θα ωφελήσει τη Χώρα των Βάσκων, αλλά οι μεταρρυθμιστές-ρεφορμιστές της Ezker Abertzalea, οι σοσιαλδημοκράτες και η μικροαστική τάξη είχαν ήδη κάνει την επιλογή τους. Μιλώντας με σαφήνεια και ειλικρίνεια, μια οποιαδήποτε επαναστατική δομή πρέπει να γνωρίζει ότι ο κύριος στόχος της Ειρηνευτικής Διαδικασίας είναι η παράδοση των όπλων, διότι αυτό ακριβώς είναι το πιο σημαντικό εργαλείο που το κεφάλαιο, τα κράτη και το σύστημα που οργανώνονται από αυτό δεν μπορούν να αποδεχθούν. Και δεν μιλάμε για ένοπλο αγώνα ως ένα τοτέμ, αλλά ως ένα μέσο, μια μορφή αγώνα, που πρέπει επομένως να γίνει κατανοητή ως μια ολοκληρωμένη και αναπόσπαστη επαναστατική στρατηγική στην υπηρεσία του σοσιαλισμού και της ανεξαρτησίας.

 

DoNgHJNX0AA62FX

Όπως αναφέρθηκε, ορισμένοι επέλεξαν από καιρό να εγκαταλείψουν τον ένοπλο αγώνα και τα λαϊκά κινήματα (και άλλα πράγματα) για να εισέλθουν στο γαλλικό και ισπανικό σύστημα. Οι άλλοι ούτε που το φαντάζονταν όλο αυτό. Πίστευαν ειλικρινά, αθώα θα λέγαμε τώρα, ότι η Στρατηγική της Διαπραγμάτευσης θα μας είχε οδηγήσει στη νίκη. Αφού είδαμε κάποια από τα πράγματα που έγιναν αυτά τα τελευταία χρόνια (ή δεν έγιναν, κατά περίπτωση), όλο αυτό μας οδήγησε στο να σκεφτούμε ότι το Ε.Ν.Α.Μ. τελείωσε όπως έπρεπε να τελειώσει. Γιατί; Λόγω μιας τρομερής έλλειψης κατάρτισης, επειδή ο πολιτικο-στρατιωτικός αγώνας δεν είχε καθιερώσει / συνεισφέρει επαρκείς συζητήσεις, διότι το γαλλικό και το ισπανικό σύστημα επιτέθηκαν στη Χώρα των Βάσκων πολιτισμικά, οικονομικά και με την καταστολή, ενώ η μπουρζουαζία και η μικροαστική τάξη έκαναν / κάνουν τη δουλειά τους. Και επίσης διότι, εκείνη τον καιρό, δεν προετοιμάσαμε και δεν εξοπλίσαμε επαρκώς την αντίσταση με την επαναστατική θεωρία, όπως συνέβη εξάλλου σε πολλές άλλες χώρες. Δηλαδή, εάν οι στόχοι μας είναι η ανεξαρτησία και ο σοσιαλισμός, γιατί να μην δημιουργήσουμε μια επαναστατική κομμουνιστική δομή, ακόμα περισσότερο όταν η δημιουργία της δεν έρχονταν σε αντίθεση με τον ένοπλο πολιτικο-στρατιωτικό αγώνα;

Είναι προφανές ότι ο αγώνας που πρέπει να συνεχίσουμε πρέπει να είναι ένας ολοκληρωμένος αγώνας, ο οποίος αναπόφευκτα περνά κατ ‘ανάγκην μέσα από την κατασκευή του Βασκικού Σοσιαλιστικού Κράτους. Και για άλλη μια φορά διαπιστώθηκε σαφώς ότι τα συμφέροντα της βασκικής μπουρζουαζίας και εκείνα της βασκικής εργαζόμενης τάξης είναι ανταγωνιστικά, κι ας λένε ότι είναι όλοι βάσκοι.

3.- Ποιοι ήταν οι στόχοι της αλλαγής της στρατηγικής και ποιες, κατά την άποψή σου, είναι οι υποτιμημένες αντιφάσεις που οδήγησαν στην αποτυχία της;

Όσον αφορά το πρώτο μέρος της ερώτησης, οι λόγοι για τη μεταβολή της στρατηγικής είναι γνωστοί σύμφωνα με τους εκπροσώπους των σοσιαλδημοκρατών (Sortu / EHBildu). Αφενός, μετά τις τζιχαντιστικές επιθέσεις, ο ένοπλος αγώνας δεν μπορούσε να συνεχιστεί. Από την άλλη πλευρά το πρόβλημα ήταν ο ίδιος ο ένοπλος αγώνας, επειδή εμπόδιζε το μήνυμα του Ε.Ν.Α.Μ. να εξαπλωθεί, να διαχυθεί και να διαδοθεί. Ο βασκικός λαός ήταν ώριμος …Και μιας και ο εχθρός μας αρνούνταν να διαπραγματευτεί με την Ε.Τ.Α. (οι συνέπειες της σύγκρουσης και όχι η αιτία), η Επίσημη Ρεφορμιστική Εθνικιστική Αριστερά προώθησε μερικά μονομερή βήματα: την παράδοση των όπλων, την παράδοση της επαναστατικής θεωρίας, την αποδοχή του νόμου και της νομοθεσίας του εχθρού και ένα μακρύ κλπ. Εν τω μεταξύ έλεγαν ότι θα είχαν ξεκινήσει την πορεία της ανυπακοής, αλλά αυτό που συνέβη είναι προφανές. Δεν αναπτύχθηκε καμία πολιτική αντίσταση, από καμία πλευρά. Η Επίσημη Ρεφορμιστική Εθνικιστική Αριστερά έχει εξαλείψει όλες τις οργανώσεις του Ε.Ν.Α.Μ. (συμπεριλαμβανομένης της E.T.A.) και ενσωματώθηκε στο σύστημα του εχθρού μας. Η Επίσημη Μεταρρυθμιστική Εθνικιστική Αριστερά (Sortu / EHBildu) έχει τώρα αποδεχθεί μια φρανκική μεταρρύθμιση, την οποία στον καιρό της είχε αρνηθεί και απορρίψει, η οποία διευρύνθηκε και αναπτύχθηκε το 1978, με το θάνατο του Φράνκο. Πόσο ακόμη; Μέχρι του σημείου να παρουσιαστούν ως υποψήφιοι στις εκλογές για τον αρχηγό της κυβέρνησης του Βασιλείου της Ισπανίας.

Το Ezker Abertzalea ανέκαθεν ισχυρίζονταν ότι το 1978 η δικτατορία, μέσω μιας συμβολικής μεταρρύθμισης, μεταμορφώθηκε σε ένα κοινοβουλευτικό αστικό μοναρχικό σύστημα (γιατί είναι πάντα μια δικτατορία της αστικής τάξης, προφανώς) και ότι αγνοούνταν τα εθνικά και κοινωνικά δικαιώματα της Χώρας των Βάσκων. Σήμερα το EHBildu θεωρεί το P.S.O.E.-G.A.L. (Partido Socialista Obrero Español-Grupos Antiterroristas de Liberación, Σοσιαλιστικό Εργατικό Ισπανικό Κόμμα-Αντιτρομοκρατική Απελευθερωτική Ομάδα) ως αριστερή δύναμη. Έτσι έχουν τα πράγματα, τόσο ωμά. Εάν αυτό ήταν λίγο, βρισκόμαστε μπροστά σε μια τρομερή οικονομική και πολιτική κρίση. Ορισμένοι την παρομοιάζουν με εκείνη του είκοσι εννέα του περασμένου αιώνα, εκείνη του 1929, και ισχυρίζονται ότι αυτή η τελευταία μεγάλη κρίση οδήγησε στον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο, επειδή το κεφάλαιο ήθελε να βάλει τα πράγματα πίσω στη θέση τους. Υπό αυτή την έννοια είναι λογικό να πιστεύουμε ότι, με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, αυτή η κρίση πρέπει να περάσει στην Euskal Herria. Τώρα δεν έχει πλέον νόημα να κάνουμε το παιδί του P.N.V. που τάχει χάσει: «Σφάλαμε, συγγνώμη …». Όλοι θα πρέπει να επιλέξουμε. Με ποιον είμαστε; Με την εργαζόμενη τάξη; «Με όλους»; «Με την Euskal Herria»; Αυτό που λέμε είναι απλό: δεν υπάρχει απελευθέρωση, αν δεν υπάρχει πλήρης απελευθέρωση. Δεν μας μένει τίποτα άλλο να κάνουμε από το να οικοδομήσουμε ένα Βασκικό Σοσιαλιστικό Κράτος. Και για την επίτευξη της ανεξαρτησίας και του σοσιαλισμού είναι απαραίτητη η επανάσταση. Ο μόνος δρόμος. Δεν υπάρχει άλλος δρόμος.

Όσον αφορά το δεύτερο μέρος της ερώτησης, αν κατάλαβα σωστά, με ρωτάτε γιατί ήρθαμε σε αυτήν την κατάσταση. Με άλλα λόγια: το Ε.Ν.Α.Μ. δεν θα μπορούσε να είχε ξεπεράσει τις αντιφάσεις που είχε μέσα του, για να μην φτάσει σε αυτή την κατάσταση;

Προηγουμένως έδωσα μερικά κλειδιά ανάγνωσης. Πάντα κατά τη γνώμη μου. Πριν από τη δεκαετία του ’80 στο Ε.Ν.Α.Μ. υπήρχε η δυνατότητα όχι μόνο να εργαστούμε για την Ανεξαρτησία, αλλά και να εμβαθύνουμε το θέμα του σοσιαλισμού σε κάθε τομέα του κινήματος. Αυτό θα έπρεπε να είναι πρωτίστως μια ευθύνη της E.T.A .. Γιατί; Επειδή ήταν σαφές ότι, εντός του Ε.Ν.Α.Μ., η Ε.Τ.Α. ήταν ο πολιτικός οδηγός της διαδικασίας. Δεν ήταν έτσι, ο ρεφορμισμός και η μικροαστική τάξη άρχισαν να κερδίζουν πολιτικό βάρος και μας οδήγησαν στο σημείο όπου είμαστε σήμερα ή όπου φτάσαμε. Είναι αλήθεια ότι, και πρέπει να λεχθεί χωρίς κόμπλεξ, η κομμουνιστική ευαισθησία (τα διαφορετικά ρεύματα της αριστεράς, αλλά σε κάθε περίπτωση επαναστατικά) δεν γνώριζε ή δεν ήθελε να δημιουργήσει μια κομμουνιστική δομή. Κατά τη γνώμη μου υπάρχουν μερικοί κύριοι λόγοι. Ο ένας είναι ότι ζούμε σε ένα καπιταλιστικό κέντρο του κόσμου. Έχουμε περάσει από περιόδους πολέμου, αλλά πολλοί βάσκοι έχουν συσσωρεύσει πλούτη από γενιά σε γενιά, και η φιλοσοφία που όλα αυτά συνεπάγονται είναι πολύ αστική … Από την άλλη πλευρά, μπροστά στις αντιφάσεις προέκυπτε ένα διαδεδομένο συναίσθημα: «Πρέπει να οδηγήσουμε μπροστά όλη την παράγκα». Είναι ένας τρόπος να το πούμε. Μια ιδεολογία διαταξική. «Πρέπει να κερδίσουμε την ελευθερία όλων». Όλοι μαζί, στην εθνική ένωση …

Σίγουρα, ποια απελευθέρωση; Εθνική; Κοινωνική; Στον 21ο αιώνα η μπουρζουαζία ενός έθνους δεν έχει άλλη επιλογή (και ούτε την θέλει) εκτός από το να πολεμήσει με μερικούς από τους ταξικούς εχθρούς της. Έτσι το να συμμαχούμε με την αστική τάξη είναι μια μεγάλη παγίδα. Η εργαζόμενη τάξη ενός καταπιεσμένου έθνους πρέπει να κρατήσει τα σύμβολα του σοσιαλισμού και της ανεξαρτησίας ψηλά, όρθια και με ψηλά το κεφάλι. Θα πρέπει επίσης να ειπωθεί ξακάθαρα, σαφώς, ότι αυτοί οι καταπιεσμένοι δεν θα πάρουν ποτέ μέρος σε μικρούς ή μεγάλους ιμπεριαλιστικούς πολέμους, αντίθετα, θα πάρουν μέρος με την παγκόσμια εργαζόμενη τάξη. Δεν είναι αλήθεια ότι πρέπει να δώσουμε προτεραιότητα στον «δικό μας κόσμο». Τι είναι τότε ο «κόσμος των άλλων»; Δεν θα υπάρξει ειρήνη σε αυτό τον πλανήτη μας όσο θα υπάρχει καταπίεση. Πρέπει να τερματίσουμε κάθε καταπίεση,να θέσουμε τέλος. Δεν υπάρχει μέλλον δίχως τον έλεγχο των καταπιεσμένων σε όλους τους τομείς και τα συμφραζόμενα, τις συγκυρίες και τα περιβάλλοντα. Εάν δεν είμαστε σε θέση να πάρουμε, να διατηρήσουμε και να αναπτύξουμε τη δύναμη-την εξουσία των καταπιεσμένων, είμαστε χαμένοι. Ή εμείς ή εσείς. Δεν υπάρχει μέση οδός.

IMG 20190125 211859 compressed

4.- Πόσο οι υποκειμενικότητες που οδήγησαν τη διαδικασία καθόρισαν την γραμμή της και πόσο αντιθέτως ο αφοπλισμός απαντούσε σε ένα ευρέως διαδεδομένο αίτημα μέσα στη βασκική κοινωνία;

Εδώ, σε αυτόν τον αγώνα, υπήρξαν και υπάρχουν προσεγγίσεις ταξικές ή υπο-ταξικές, τόσο από πλευράς Γαλλίας και Ισπανίας όσο και από την Euskal Herria. Η ανάπτυξη της ταξικής πάλης στην Euskal Herria, εξάλλου. Αυτά είναι τα πράγματα. Η ανώτερη αστική τάξη και πάνω απ ‘όλα η φιλοσοφία της μικροαστικής τάξης υπήρξαν μόνιμα παρούσες από τότε που γεννήθηκε η ΕΤΑ. Στην οργάνωση (στην ΕΤΑ), ειδικά στα πρώτα 15-20 χρόνια, διεξήχθησαν πολλές συζητήσεις σχετικά με την κατάσταση στην οποία πάσχει η Βασκική Χώρα. Είναι ένα έθνος η Euskal Herria; Αν είναι, ποια Euskal Herria θέλουμε; Θέλουμε μια δημοκρατία σαν αυτή που μας καταπιέζει; Στο τέλος ορίστηκαν τα υποκείμενα και οι στόχοι. Για πολλά χρόνια ο στόχος ήταν εκείνος να κάνουμε την σοσιαλιστική επανάσταση στην Euskal Herria. Το υποκείμενο η βασκική εργαζόμενη τάξη και γενικότερα ο βάσκος εργαζόμενος. Και για τα επόμενα χρόνια … αυτό που μόλις είπαμε. Το βασιλεύον Κεφάλαιο. Η θριαμβεύουσα μπουρζουαζία, η νικηφόρα. Αυτή τη στιγμή.

Η κοινωνία των Βάσκων ζητούσε από την Ε.Τ.Α. να αφήσει τα όπλα; Κατά τη γνώμη μου δεν είναι καθόλου ηθικό να τίθεται η ερώτηση με αυτό τον τρόπο. Μήπως διηγηθήκαμε την ιστορία με αυτόν τον τρόπο; Η E.T.A. παρέδωσε τον εξοπλισμό της και την επαναστατική της θεωρία επειδή το ήθελε, ή καλύτερα επειδή οι μαχητές της εποχής εκείνης αποφάσισαν να το κάνουν, λόγω των απειλών (επειδή είχαν επιλέξει κάποιες στρατηγικές αλλαγές) ή με δική τους βούληση.

Σε κάθε περίπτωση, η κοινωνία των Βάσκων ήθελε πολλά πράγματα, εκτός από το γεγονός να μην υπάρχουν κάποιοι στόχοι. Δεν ήθελε ανεργία, ήθελε μια ποιοτική δημόσια υγεία, ένα αξιοπρεπές μισθό, η euskara να είναι η επίσημη γλώσσα σε ολόκληρη τη Χώρα των Βάσκων, όλοι να μπορούμε να έχουμε μια αξιοπρεπή οικιστική διαβίωση … συνεχίζω; Μπορώ να συνεχίσω λέγοντας πολλά ακόμη. Εάν στηρίζεσαι στο κράτος, εάν λογαριάζεις σε αυτό, στο πολιτικό κόμμα και στην εκκλησία για να διαδώσεις μαζικά και επικοινωνιακά μια επιθυμία (για παράδειγμα αυτή την επιθυμία της βασκικής κοινωνίας), αυτό θα μετατραπεί σε μια ουσιαστική εντολή σε μια δεδομένη στιγμή. Για να την χρησιμοποιήσεις, επιπλέον, όποτε θέλεις και με την ένταση που επιθυμείς.

Ποιος λέει ότι η βασκική κοινωνία διεκδικούσε τον αφοπλισμό της Ε.Τ.Α. και την εξαφάνιση των δυναμικών της πορείας προς την ανεξαρτησία και τον σοσιαλισμό; Αν η βασκική κοινωνία δεν διεκδικούσε αυτό, γιατί εκείνοι που έκαναν ένα πραγματικό πραξικόπημα για στρατηγική αλλαγή διακήρυξαν την ανυπακοή και δεν έχουν κάνει ούτε ένα βήμα από τότε; Είναι προφανές. Επειδή το γαλλικό και το ισπανικό κράτη συμφωνούσαν και συμφωνούν να μην ξεπεράσουν τα ανυπέρβλητα σύνορα-περιθώρια στην Euskal Herria. Σήμερα εκείνο το Ε.Ν.Α.Μ. που ήταν στην πρώτη γραμμή ενάντια στο ευρωπαϊκό κεφάλαιο και ενάντια στον ιμπεριαλισμό δεν υπάρχει πλέον. Αυτό που έχουμε σήμερα είναι απλό: είναι τα δημοκρατικά συστήματα που μας καταλαμβάνουν και που θεωρούν αριστερό το κόμμα P.S.O.E.-G.A.L. (Partido Socialista Obrero Español – Grupos Antiterroristas de Liberación). Είναι σχιζοφρενικό να λέμε ότι θα απελευθερωθούμε από αυτά τα ίδια συστήματα, σεβόμενοι τη νομοθεσία τους και μειλίχια και ηπίως να αποτελούμε μέρος των δομών τους που διατηρούν την εθνική και κοινωνική καταπίεση που υποφέρουμε. Εδώ πραγματοποιήθηκε η ταξική πάλη και ο αγώνας αυτός μόλις ξεκίνησε.

5.- Από απόσταση έχει κανείς την εντύπωση ότι η ειρηνευτική διαδικασία συμπίπτει με σχεδόν ένα διαζύγιο μεταξύ των δύο ιστορικών πυλώνων του βασκικού κινήματος: τον σοσιαλισμό και την ανεξαρτησία. Πιστεύεις ότι είναι αλήθεια; Και αν ναι, γιατί;

Γαλλία και Ισπανία εκτελούν κάθε είδους κατοχή απέναντι στην Euskal Herria, πρέπει να εντοπιστούν άλλες παράμετροι, δηλαδή ότι η ουσία της υπόθεσης έγκειται στην κατοχή και την καταπίεση της Ισπανίας και της Γαλλίας κατά της βασκικής εργαζόμενης τάξης, και σε τίποτα άλλο. Από τη μία πλευρά υπάρχουν οι σοσιαλδημοκράτες, οι γραφειοκράτες, η μικρή και η ανώτερη βασκική μπουρζουαζία, από την άλλη οι ομόλογοι τους στη Γαλλία και την Ισπανία, αλλά δεν είναι εχθροί μεταξύ τους, τουλάχιστον να μην διεξάγουν έναν ταξικό πόλεμο. Εκτός αυτού, λίγοι στη Γαλλία και την Ισπανία είναι έτοιμοι να δουν με σεβασμό τη βασκική επανάσταση. Επομένως, για να προωθηθεί η βασκική επανάσταση υπάρχουν η βασκική εργαζόμενη τάξη, το βασκικό προλεταριάτο και οι ζώνες των πόλεων. Όλα αυτά τα υποκείμενα αποτελούν τον εργαζόμενο βασκικό λαό. Αυτό είναι το πανόραμα.

Συνεχίζοντας στην ίδια γραμμή, το EHBildu έχει ενσωματωθεί στο σύστημα που μας καταπιέζει και μας έχει καταλάβει. Αποδέχθηκε τη δημοκρατία και τα συντάγματά τους και δεν είναι έτοιμο να ξεπεράσει τα όρια που θέτουν τα δύο αυτά κράτη. Αλλά ταυτόχρονα λένε ότι μόλις πετύχουν την ανεξαρτησία της Euskal Herria θα απαλλαγούν από όλες τις άλλες καταπιέσεις. Μια απλή ερώτηση: μα πώς είναι δυνατό να το κάνουν μέσα από το σύστημα των εχθρών μας; Η βασκική μπουρζουαζία έχει ταλέντο να κινείται μέσα σε αυτά τα σάπια νερά, και αυτοί οι σοσιαλδημοκράτες φθάνουν αργά με αυτή την κουβέντα, διότι εδώ όλοι γνωριζόμαστε πολύ καλά. Αυτό που συνέβη εδώ είναι αυτό που συνέβη πριν από 40 χρόνια στην Ισπανία: και στην Euskal Herria η μεταρρύθμιση εγκαταστάθηκε και σταθεροποιήθηκε με την άδεια της Επίσημης Ρεφορμιστικής Εθνικιστικής Αριστεράς (Ezker Abertzale Ofizial Erreformista) και με τη δημόσια και ενεργό συμμετοχή της. Εμείς, από την άλλη πλευρά, το λέμε ξεκάθαρα: πάμε να κάνουμε την επανάσταση και αυτό περνά τόσο μέσα από την εθνική ανεξαρτησία όσο και μέσα από την κοινωνική ανεξαρτησία, και θα περάσουμε πέρα από κάθε ανυπέρβλητο όριο, ναι ή ναι. Θα αγωνιστούμε χωρίς ανάπαυλα μέχρι να πετύχουμε την πλήρη νίκη του εργαζόμενου λαού των Βάσκων. Δεν υπάρχει μέση οδός. Όπως πάντα λέγαμε στην ETΑ: «Ελευθερία ή θάνατος! Επανάσταση ή θάνατος! «.

6.- H γνώμη σου για τη διαδικασία που βρίσκεται σε εξέλιξη στην Καταλονία-Catalunya και τα διαταξικά χαρακτηριστικά της;

Όταν ο δικτάτορας Francisco Franco αποφάσισε να αποκαταστήσει τη μοναρχία, αποδέχτηκαν το σύνταγμα του 1978. Ως αποτέλεσμα η Καταλονία εισήχθη πλήρως στο νεοφρανκικό σύστημα: από την μια η καταλανική αστική τάξη έφτιαξε σύμφωνο με την ισπανική ολιγαρχία, προκειμένου να μπορεί να απολαμβάνει μια λιγάκι ευρύτερη αυτονομία, και από την άλλη τα ρεφορμιστικά κόμματα της εργαζόμενης καταλανικής τάξης, το σοσιαλιστικό P.S.C. και το ευρωκομουνιστικό P.S.C.U., βούτηξαν ολοταχώς στη «δημοκρατία». Εκείνοι που παρέμειναν εκτός αυτής της συναίνεσης είχαν υποβαθμιστεί. Για πολλά χρόνια η θέληση για ανεξαρτησία ήταν μειοψηφική.

Αυτή η θεσμική συμφωνία έσπασε το 2011 από το Λαϊκό Κόμμα, το Partido Popular του José María Asnar και του Mariano Rajoy. Ως αποτέλεσμα το μεγαλύτερο μέρος της καταλανικής μπουρζουαζίας αποφάσισε να παίξει το χαρτί της ηγεμονίας-κυριαρχίας, βλέποντας πως μια μεγάλη πλειοψηφία καταλανών εργαζομένων ενώνονταν στον αγώνα για την ανεξαρτησία. Η καταλανική αστική τάξη σκέφτονταν ότι θα μπορούσε να ελέγξει και να κατευθύνει το κίνημα ανεξαρτησίας σύμφωνα με τα συμφέροντά της. Για να επιτύχει μια πλατύτερη αυτονομία στο εσωτερικό του Ισπανικού κράτους, ένα συνομοσπονδιακό καθεστώς-status. Αλλά η Ισπανία δεν μπορεί να το αποδεχτεί με κανέναν τρόπο, καθώς τα πράγματα έγιναν πιο έντονα σε εκείνο το παιχνίδι του Mus, όπου τελικά η καταλανική αστική τάξη στοιχημάτισε τα πάντα σε μια ριψοκίνδυνη κίνηση: στο δημοψήφισμα για την αυτοδιάθεση της 1ης οκτωβρίου 2017.

Τώρα γνωρίζουμε ότι εκείνη την ημέρα η καταλανική αστική τάξη φοβήθηκε, αφενός βλέποντας την αποφασιστικότητα των καταλανών εργαζομένων, το πάθος, το θάρρος στον αγώνα και τη δύναμή τους, και αφετέρου μπροστά στη βίαιη τρομοκρατική καταστολή του Βασιλείου της Ισπανίας. Το σύνολο του κράτους, με επικεφαλής τον βασιλιά Filippo VI, ήταν έτοιμο να προχωρήσει μέχρι τέλους χωρίς να υπολογίζει τους νεκρούς. Και με αυτό όλα τα ισπανικά εθνικιστικά κόμματα συμφωνούσαν, συμπεριλαμβανομένου του P.S.O.E. και των Podemos.

Έτσι η καταλανική αστική τάξη έκανε πίσω, και έμεινε χωρίς μια στρατηγική υπέρ της ανεξαρτησίας. Δεδομένου ότι, τελικά, η υποτιθέμενη αριστερά της ανεξαρτησίας, δηλαδή η C.U.P., δεν ήταν άλλο παρά ένας δορυφόρος της καταλανικής αστικής τάξης.

Συνεπώς, αυτή τη στιγμή, η διαδικασία εθνικής και κοινωνικής απελευθέρωσης της Καταλονίας είναι μπλοκαρισμένη, αλλά εγώ δεν έχω καμία αμφιβολία ότι αργά ή γρήγορα οι καταλανοί εργαζόμενοι θα βρουν το δρόμο τους, εκείνον της ανεξαρτησίας και του σοσιαλισμού, διεκδικώντας και οικοδομώντας την Καταλανική Σοσιαλιστική Δημοκρατία. Αυτό θα αναπτυχθεί με την αλλαγή από το εσωτερικό της ίδιας της C.U.P. και της υπόλοιπης αριστεράς της ανεξαρτησίας ή δημιουργώντας μια νέα επαναστατική δύναμη; Η πρακτική θα απαντήσει στην ερώτηση αυτή.

Εμείς, μετά απ’ όλα αυτά, έχουμε εκφράσει μια πλήρη αλληλεγγύη στους καταλανούς εργαζόμενους, και κοιτάμε με θαυμασμό το μεγάλο και πλατύ μαζικό κίνημα που έχουν δημιουργήσει. Τους λέμε μόνο ένα πράγμα: θεωρώντας ότι η εποχή της αστικής γραμμής-ηγεμονίας για την επίτευξη της ανεξαρτησίας έχει τελειώσει, η καταλανική μπουρζουαζία δεν θα αγωνιστεί για την ανεξαρτησία και ακόμα λιγότερο για τον σοσιαλισμό, γιατί αντιβαίνει στα συμφέροντα της τάξης της. Μόνο η εργαζόμενη τάξη μπορεί να οδηγήσει το καταλανικό έθνος στην ανεξαρτησία, πραγματοποιώντας τη σοσιαλιστική επανάσταση.

P1130523 compressed

7.- Μας εξηγείς ποιες είναι αυτή τη στιγμή οι συνθήκες των βάσκων πολιτικών κρατουμένων;

Η κατάσταση των βάσκων πολιτικών κρατουμένων είναι πολύ σκληρή. Εκείνη η πολιτική πρωτοπορία που εργάστηκε τα τελευταία 60 χρόνια έχει αφήσει ακριβώς εκεί τους μαχητές της, στη φυλακή (υποστηρίζοντας ότι η ισπανική κυβέρνηση δεν ήθελε να διαπραγματευτεί μαζί τους), και η καταπίεση-καταστολή που υφίστανται μαζί με άλλους βάσκους πολιτικούς κρατούμενους είναι όπως και το παρελθόν ή ακόμα πιο βίαιη. Η Ε.Α.Ο.Ε. Ezker Abertzale Ofiziala Erreformista (θυμόμαστε ότι είναι ενσωματωμένοι στην EHBildu) τους διέταξε να αποδεχθούν το πολιτικό σωφρονιστικό νόμο του εχθρού, και πολλοί πολιτικοί κρατούμενοι εργάζονται επάνω σε αυτό. Γνωρίζουμε ότι πολλοί δεν έχουν πάρει αυτό το δρόμο και γνωρίζουμε ότι είναι σε θέση να διατηρήσουν σταθερές την πολιτική και προσωπική αξιοπρέπεια, την ανθρώπινη και πολιτική αλληλεγγύη και τους πολιτικούς τους στόχους. Γνωρίζουμε επίσης ότι 6 βάσκοι πολιτικοί κρατούμενοι δεν είναι πλέον στο E.P.P.K. (Euskal Preso Politikoen Kolektiboa), επειδή δεν συμφωνούν με την πολιτική γραμμή που επέλεξε το E.P.P.K., εκείνο που είναι το ιστορικό E.P.P.K., από την ίδια την Ε.Τ.Α. και γενικότερα από τη βασκική σοσιαλδημοκρατία.

IMG 20180602 115221 325

 

Potrebbe interessarti

    • ||||

      Addio a Immanuel Wallerstein

      È morto ieri all’età di 88 anni il sociologo americano teorico dei Sistemi-Mondo.

      Una vita spesa per smascherare i meccanismi di sfruttamento

    • ||||

      Night boat to Cairo

      Sulle nuove «discese in campo» centriste

      Nella serie TV 1992 (con i seguiti 1993 e a breve 1994) si descrive il periodo

    • ||||

      Amazzonia: non serve a molto pregare

      In questi giorni sui social fioriscono numerosi appelli, grafiche e slogan che hanno come obiettivo di denunciare le gravissime

  • ||||

    Il «salvinismo» sfidato dalla realtà

    Personaggi controversi e viscidi quale un buon esempio è Matteo Salvini, venuto alla ribalta grazie a un’attenta costruzione mediatica

  • ||||

    “Lottare è legittimo. Amnistia totale!” Intervista a Sendoa Jurado

    Pubblichiamo la prima di due interviste che abbiamo avuto l’occasione di condurre grazie a dei compagni italiani che vivono

https://www.infoaut.org/notes/il-processo-di-pace-e-una-formula-del-capitale-intervista-a-jon-iurrebaso-atutxa

σύγχρονα κινήματα, movimenti di oggi

Mοτοπορεία για τον Απεργό Πείνας Δ. Κουφοντίνα. Σάββατο 18/5 12.00 Πεδίον Άρεως.

By  | May 16, 2019
ΑΔΕΙΑ ΤΩΡΑ ΣΤΟΝ ΑΠΕΡΓΟ ΠΕΙΝΑΣ ΔΗΜΗΤΡΗ ΚΟΥΦΟΝΤΙΝΑΝα καταργηθεί το εισαγγελικό βέτο

Με αντιμετωπίζετε ως πολιτικό αντίπαλο . Γι’ αυτό κι εγώ ξαναπιάνω το κόκκινο νήμα των αγώνων. Αρχίζω απεργία πείνας.

Δημήτρης Κουφοντίνας

Φυλακές Κασσαβέτειας

2.5.2019

Για ακόμα μια φορά ο πολιτικός κρατούμενος Δημήτρης Κουφοντίνας βρίσκεται στο επίκεντρο των κατασταλτικών μεθοδεύσεων της δικαστικής και πολιτικής εξουσίας. Για δεύτερη φορά, ο εισαγγελέας έθεσε βέτο στην απόφαση του Συμβουλίου Φυλακής για τη χορήγηση στον Δ. Κουφοντίνα της κανονικής άδειας που δικαιούται.

Ο εισαγγελέας Κωνσταντίνου, που έθεσε το νέο βέτο, ήταν από τους εισαγγελείς που είχαν εγκρίνει μία από τις προηγούμενες άδειες του Δ. Κουφοντίνα (έξι τον αριθμό). Τώρα «θυμήθηκε» τη φράση «να ξαναπιάσουμε το κόκκινο νήμα των αγώνων μέσα κι έξω από τη φυλακή», που είχε χρησιμοποιήσει ο πολιτικός κρατούμενος στη δήλωση γνωστοποίησης της προηγούμενης απεργίας πείνας (Μάιος – Ιούνιος 2018), με την οποία διεκδίκησε και κέρδισε την τρίτη κατά σειρά άδεια, όσο ακόμα βρισκόταν στις φυλακές Κορυδαλλού.

Κυνικά και απροκάλυπτα, η κρατική εξουσία έθεσε και πάλι στον Δ. Κουφοντίνα το δίλημμα: ή αποκηρύσσεις τις ιδέες σου και υπογράφεις δήλωση μετάνοιας ή σου κόβουμε τις άδειες που έπαιρνες. ‘Η υποτάσσεσαι στις αποφάσεις μας, που παραβιάζουν ακόμα και τον ισχύοντα νόμο, ή βάζεις σε κίνδυνο την ίδια τη ζωή σου.

Ο Δ. Κουφοντίνας δεν είχε άλλη επιλογή από το να χρησιμοποιήσει το έσχατο μέσο πάλης που έχει ένας κρατούμενος: την απεργία πείνας. Αυτή η επιλογή ήταν μονόδρομος για έναν αγωνιστή με τα δικά του χαρακτηριστικά.

Από τη μεριά της εξουσίας, όμως, ο εκβιασμός αυτός ισοδυναμεί με υποβολή του πολιτικού κρατούμενου Δ. Κουφοντίνα στο βασανιστήριο της πείνας. Ιδιαίτερα αν λάβουμε υπόψη την ηλικία του και την κλονισμένη από την προηγούμενη απεργία πείνας υγεία του.

Μετά τη χορήγηση της τρίτης άδειας και τη μεταφορά του Κουφοντίνα στις φυλακές Βόλου, ακολούθησε ένα κρεσέντο τρομοϋστερίας, μιντιακού κυνηγιού μαγισσών από τα διάφορα δημοσιογραφικά παπαγαλάκια και πιέσεων και παρεμβάσεων τόσο του ντόπιου αστικού πολιτικού προσωπικού όσο και της αμερικάνικης πρεσβείας.

Επαναφέρθηκε η εκβιαστική απαίτηση της δικαστικής και πολιτικής εξουσίας προς τους πολιτικούς κρατούμενους να παραδώσουν δηλώσεις μετάνοιας και αποκήρυξης της πολιτικής τους ιστορίας, αλλά και ολόκληρης της επαναστατικής ιστορίας του τόπου, ώστε να ανταλλάξουν την προσωπική και πολιτική τους αξιοπρέπεια με την χορήγηση της άδειας. Επαναφέρθηκε η επιδίωξη του αστικού κράτους να ταπεινώνει τους πολιτικούς του αντιπάλους για να πείσει τους καταπιεσμένους πως κάθε αντίσταση απέναντι στους δυνάστες τους είναι μάταιη.

Η άρνηση χορήγησης άδειας δεν είναι μια προσωπική υπόθεση του Δ. Κουφοντίνα. Στο πρόσωπό του χτυπιέται ολόκληρο το κίνημα, χτυπιούνται όλοι οι καταπιεσμένοι και κολασμένοι, χτυπιέται ο ίδιος ο λαός. Χτυπιέται οποιοσδήποτε επιχειρεί να σπάσει το κρατικό μονοπώλιο της βίας και να αμφισβητήσει την απόλυτη κυριαρχία της αστικής εξουσίας. Χτυπιέται οποιαδήποτε απειθαρχία απέναντι σε ένα σύστημα που βασισμένο πάνω στην ταξική εκμετάλλευση γεννά τη βία, την αδικία, τον πόλεμο και το θάνατο.

Δεν μπορούμε να μην αναφέρουμε και την απόλυτη συνενοχή της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ απέναντι σ’ αυτήν την αυταρχική εκτροπή. Της κυβέρνησης των yes men, της «κυβερνώσας αριστεράς» που έχει προσκυνήσει όσο κανένας άλλος τον αμερικάνικο ιμπεριαλισμό. Δεν ξεχνάμε πως ο ΣΥΡΙΖΑ, παρά τις αντίθετες εξαγγελίες, διατηρεί εδώ και τέσσερα χρόνια την αυταρχική διάταξη Δένδια που δίνει δικαίωμα βέτο στους εισαγγελείς για τις άδειες των κρατούμενων. Ταυτόχρονα, με τον καινούριο Ποινικό Κώδικα που βρίσκεται σε διαδικασία διαβούλευσης, ο ΣΥΡΙΖΑ διατηρεί και αυστηροποιεί τον 187Α, τον «αντι»τρομοκρατικό νόμο με τον οποίο δικάζονται και καταδικάζονται αναρχικοί και κομμουνιστές αγωνιστές. Την ίδια στιγμή, ο υπουργός δικαιοσύνης Μιχάλης Καλογήρου δηλώνει ευθαρσώς ότι «ο νόμος είναι συγκεκριμένος και η χώρα έχει από το 2015 ένα συγκεκριμένο σχέδιο σωφρονιστικής πολιτικής, το οποίο είναι δημοκρατικό και φιλελεύθερο» και ότι «η δημοκρατία δεν εκδικείται». Η διατήρηση όμως της διάταξης Δένδια και οι απαιτήσεις δηλώσεων μετάνοιας από το Δ. Κουφοντίνα αποδεικνύουν ακριβώς το αντίθετο.

Η αλληλεγγύη στους πολιτικούς κρατούμενους είναι αναπόσπαστο κομμάτι του αγώνα ενάντια στην κρατική και καπιταλιστική τρομοκρατία. Στη συγκυρία που βρισκόμαστε, στις μεθοδεύσεις της δικαστικής και πολιτικής εξουσίας κατά του Δημήτρη Κουφοντίνα συμπυκνώνεται η ουσία της καταστολής που εξαπολύεται ενάντια σε ολόκληρο το κίνημα. Κόντρα στις μεθοδεύσεις αυτές, ενάντια στην «αντι»τρομοκρατική νομοθεσία και στη διάταξη περί εισαγγελικού βέτο για τις άδειες, οι δυνάμεις του ευρύτερου κοινωνικού και ταξικού κινήματος οφείλουν να σταθούν δίπλα στο Δημήτρη Κουφοντίνα που καλείται για μια ακόμη φορά να διεκδικήσει το αυτονόητο.

ΜΟΤΟΠΟΡΕΙΑ, ΣΑΒΒΑΤΟ 18-5-2019, ΠΕΔΙΟΝ ΤΟΥ ΑΡΕΩΣ, 12.00

Συνέλευση αλληλεγγύης στον πολιτικό κρατούμενο Δημήτρη Κουφοντίνα

https://taksiki-antepithesi.espivblogs.net/archives/1685

Εκδηλώσεις αλληλεγγύης στον Δ. Κουφοντίνας

Δεκάδες αγωνιστές πορεύτηκαν και σήμερα προς το Νοσοκομείο του Βόλου, εκφράζοντας την αλληλεγγύη τους στον απεργό πείνας Δημήτρη Κουφοντίνα, που νοσηλεύεται στη Μονάδα Εντατικής Θεραπείας. Εκδήλωση έχει προγραμματιστεί και για αύριο.
Το μεσημέρι, εκατό περίπου δίκυκλα έκαναν ένα μεγάλο γύρο στους δρόμους της Αθήνας, στην προγραμματισμένη από τη Συνέλευση Αλληλεγγύης μοτοπορεία. Οι δικυκλιστές ξεκίνησαν από το Πεδίον του Αρεως, ανέβηκαν τη Λεωφόρο Αλεξάνδρας (με στάση έξω από την Αρειο Πάγο), έστριψαν στη Βασ. Σοφίας (με στάσεις στη ζωσμένη από κλούβες και ΜΑΤ αμερικάνικη πρεσβεία, στη Ρηγίλλης, στο ύψος της τουρκικής πρεσβείας, και στη Βουλή) και στη συνέχεια, μέσω Πανεπιστημίου και Ασκληπιού κατέληξαν στην Πλατεία Εξαρχείων, όπου η μοτοπορεία ολοκληρώθηκε.
Την Τρίτη θα γίνει στην Αθήνα νέα πορεία αλληλεγγύης. Συγκέντρωση στις 6 στο Μοναστηράκι.
μεγαλείο χαρακτήρα!, grandezza carattere !

Αντιμετωπίζοντας το θάνατο για να ζήσω – με τα λόγια ενός απεργού πείνας

Για να σπάσουμε την απομόνωση του Abdullah Ocalan και του κουρδικού λαού

Affrontare la morte per vivere – nelle parole di uno scioperante della fame

 

Με αφορμή τις ημέρες εθνικής κινητοποίησης στις 11 και 12 μαΐου για να σπάσει η απομόνωση του Abdullah Ocalan και του κουρδικού λαού μεταφέρουμε από το Komun Akademy την παρέμβαση του Imam Sis, ενός από τους 7.000 απεργούς πείνας που εντάχθηκαν στη δράση που ξεκίνησε στις 8 νοεμβρίου 2018 από την βουλευτή του HDP Leyla Guven · η οποία – σε επιστολή που απευθύνεται σε ένα συνέδριο αλληλεγγύης που διοργανώθηκε στο community center της κουρδικής κοινότητας του Newport, στην Ουαλία – υπενθυμίζει τις θυσίες επαναστατών όπως ο Bobby Sands (κοντά στην επέτειο του θανάτου του) και του Kemal Pir, συνδέοντας τη σχέση που υπάρχει μεταξύ των εθνικών απελευθερωτικών αγώνων στην Ιρλανδία, την Τουρκία και τον κόσμο.

***

Αγαπητοί σύντροφοι, αγαπητοί φίλοι!

Πιστέψτε με [εάν λέω] ότι τα λόγια δεν αρκούν για να περιγράψουν τη σημασία των συνεισφορών σας στον αγώνα μας για την ανθρωπιά, τη δικαιοσύνη, την απελευθέρωση και την αξιοπρέπεια. Θέλω να επεκτείνω την ατέλειωτη ευγνωμοσύνη μου σε εκείνους που έχουν οργανώσει και συνέβαλαν σε αυτό το panel και σε όλους εκείνους που βρίσκονται εκεί σήμερα ώστε να κάνουν δυνατό να ακουστούν οι φωνές μας.

Σήμερα είναι η 27η μαρτίου. Την ημέρα αυτή, το 1981, ο ιρλανδός επαναστάτης Bobby Sands διέσχιζε την 27η ημέρα της διαμαρτυρίας του με την απεργία πείνας κατά της αγγλικής αποικιοκρατίας για να αποκτήσει το καθεστώς του πολιτικού κρατουμένου. Ο σύντροφος Μπόμπι Σάντς, του οποίου η κληρονομιά περιλαμβάνει ποιήματα και γράμματα σημαντικά, έχει αφήσει το σημάδι του στην ιστορία ως ένας από τους σημαντικότερους εκπροσώπους του αγώνα του ιρλανδικού λαού για την απελευθέρωση και την αξιοπρέπεια. Όταν ξεκίνησε την δράση απεργίας πείνας την 1η μαρτίου, ο σύντροφος Μπόμπι έγραψε τα ακόλουθα λόγια στο ημερολόγιό του:

«Η καρδιά μου είναι βαθιά πληγωμένη επειδή ξέρω ότι έχω σπάσει την καρδιά της φτωχής μου μητέρας, και το σπίτι μου χτυπήθηκε από μια αφόρητη ανησυχία. Αλλά εξέτασα όλες τις θέσεις και προσπάθησα με κάθε τρόπο να αποφύγω αυτό που κατέστη αναπόφευκτο: αυτό που επιβλήθηκε με τη βία σε εμένα και στους συντρόφους μου εδώ και τέσσερα χρόνια ωμής απάνθρωπης συμπεριφοράς.

Είμαι ένας πολιτικός κρατούμενος. Είμαι ένας πολιτικός κρατούμενος επειδή είμαι θύμα ενός πολυετούς πολέμου που διεξάγεται μεταξύ του καταπιεσμένου ιρλανδικού λαού και ενός αλλότριου, καταπιεστικού, ανεπιθύμητου καθεστώτος, που αρνείται να αποσυρθεί από τη γη μας.

Πιστεύω στο θεϊκό δικαίωμα του ιρλανδικού έθνους στην ανεξάρτητη κυριαρχία και το υποστηρίζω, όπως στο δικαίωμα κάθε ιρλανδού να διεκδικεί αυτό το δικαίωμα στην ένοπλη επανάσταση. Να γιατί είμαι φυλακισμένος, απογυμνωμένος και βασανισμένος. »

Πραγματικά, φίλοι! Όταν ο Bobby Sands, ένας από τους πιο όμορφους αγωνιστές του σοσιαλισμού και της ανθρώπινης ιστορίας – που είχε αρχίσει την αντίσταση της απεργίας πείνας με τέτοιες υπέροχες λέξεις γεμάτες συγκίνηση και νόημα – έκλεισε τα μάτια του στον κόσμο στις 5 μαΐου 1981, η αρχηγός της αγγλικής αποικιοκρατίας της εποχής, η Margaret Thatcher, έκλεινε τα μάτια της στα ανθρώπινα αιτήματά του. Μίλησε για το θάνατο του συντρόφου Μπόμπι με αμείλικτο και παγωμένο τρόπο όταν είπε: «Ο κ. Sands ήταν ένας ήδη καταδικασμένος εγκληματίας. Επέλεξε να αφαιρέσει τη ζωή του. Είναι μια επιλογή που η οργάνωση του δεν παραχώρησε σε πολλά από τα θύματά του».

Ωστόσο, ο Μπόμπι Σαντς, που απεικονίστηκε τότε ως ένας εκτός νόμου εγκληματίας από κράτη εκμεταλλευτικά που οδηγούνται από σκληρούς και αδίστακτους δολοφόνους, απάντησε στη βαρβαρότητα των αποικιοκρατών λέγοντας πως «η εκδίκησή μας θα είναι το γέλιο των παιδιών μας», σε αυτό αποκαλύπτοντας σε όλους ποιοι ήταν οι πραγματικοί δολοφόνοι και εγκληματίες.

Υπάρχει ένα διάσημο απόσπασμα του γερμανού φιλοσόφου Karl Marx. Λέει:

“Ο Χέγκελ επισημαίνει κάπου ότι όλα τα σπουδαία γεγονότα και τα ιστορικά πρόσωπα του κόσμου, εκδηλώνονται δύο φορές. Ξέχασε να προσθέσει: την πρώτη φορά ως τραγωδία, τη δεύτερη ως φάρσα.”

Χωρίς αμφιβολία, σύντροφοι. Η Μάργκαρετ Θάτσερ, που εξολόθρευσε τον Μπόμπι Σάντς, νόμιμα εκλεγμένο μέλος του κοινοβουλίου που εκπροσωπούσε τις νόμιμες απαιτήσεις απελευθέρωσης του ιρλανδικού λαού, αποκάλεσε και τον Νέλσον Μαντέλα ως «τρομοκράτη». Ο πνευματική της δίδυμη, η Theresa May, κινείται με αποφασιστικό βήμα στο να να επιβεβαιώνει αυτά τα λόγια του Καρλ Μαρξ σήμερα.

Με κωμιτραγικό τρόπο, κατά την 100ή επέτειο της συμφωνίας Sykes-Picot, η οποία εγκαινίασε τη διαίρεση και την καταστροφή στη Μέση Ανατολή, η Theresa May – η οποία αναφέρεται στον ιστορικό αρχηγό του κουρδικού λαού σαν ένα «τρομοκράτη» και αναπτύσσει όλο και περισσότερες σχέσεις με τον τούρκο πρόεδρο Ερντογάν, πνευματικό δίδυμο του Χίτλερ – έχει φέρει διχασμό και καταστροφή στην ίδια της τη χώρα επιμένοντας στη συμφωνία της για Brexit.

Ανεξαρτήτως του τόπου στον κόσμο -όπως υπογράμμισε ο Μαρξ- οι ηγέτες και οι εκμεταλλευτές καταλήγουν πάντα στην τραγωδία ή στην φάρσα: για τους καταπιεσμένους και τους εκμεταλλευόμενους το αποτέλεσμα θα είναι πάντα το ίδιο: ανεξάρτητα από το αποτέλεσμα, μέσα από την αντίσταση θα ολοκληρώσουμε τον αγώνα μας σε νίκη.

Με την ηγεσία του Αμπντουλάχ Οτσαλάν, ο κουρδικός λαός διεξήγαγε για 45 χρόνια έναν αγώνα για την ανθρωπιά, τη δικαιοσύνη, την ισότητα και την ελευθερία κατά όλων των μορφών εκμετάλλευσης στη Μέση Ανατολή, κατά της αποικιοκρατίας, της καθυστέρησης, της γενοκτονίας, πατριαρχίας και καπιταλισμού. Η απαίτηση μας για απελευθέρωση είναι δίκαιη και νόμιμη. Πρέπει να γίνει κατανοητό ότι εκείνοι που προσπαθούν να ποινικοποιήσουν αυτόν τον αγώνα ή να τον ονομάσουν τρομοκρατικό είναι στην πραγματικότητα εκείνοι που παρέχουν τη μέγιστη υποστήριξη στην τρομοκρατία.

Αγαπητοί σύντροφοι, αγαπητές αδελφές και αδελφοί!

Δεδομένου πως έχω ήδη επισημάνει πολλά πράγματα σε αρκετές περιπτώσεις, δεν επιθυμώ να επαναλάβω τον εαυτό μου. Ζητώ από όλους εσάς εδώ σήμερα να δεσμευθείτε το συντομότερο δυνατό σε οποιαδήποτε ενέργεια μέσα στα μέσα και τις δυνατότητές σας. Θυσιάζοντας τη ζωή τους, οι απεργοί πείνας όχι μόνο αμφισβητούν τις ανεύθυνες πολιτικές του τουρκικού κράτους και των διεθνών θεσμών, αλλά μας επικρίνουν και όλους, επειδή οι κύκλοι αλληλεγγύης δεν υποστηρίζουν τις ενέργειες απεργίας πείνας με τον τρόπο που απαιτείται σήμερα.Χρειάζεται αυτοκριτική εκ μέρους μας μπροστά σε αυτή την θυσιαστική κριτική και πρέπει να οργανώσουμε το συντομότερο δυνατό μεγάλες διαδηλώσεις, διαμαρτυρίες και συγκεντρώσεις για να προλάβουμε περαιτέρω απώλειες της ζωής. Για να σπάσουμε την απομόνωση που επιβάλλεται στον Abdullah Öcalan, πρέπει να ασκήσουμε πίεση στη αγγλική κυβέρνηση, στο Συμβούλιο της Ευρώπης και στην Επιτροπή του για την Πρόληψη των Βασανιστηρίων – σε όλους όσους έχουν την εξουσία να επηρεάζουν το τουρκικό κράτος.

Αγαπητοί σύντροφοι, αγαπητοί φίλοι!

Τελειώνοντας αυτά που λέγω, θέλω να σας μιλήσω για έναν άνθρωπο που έζησε στην ίδια ιστορική περίοδο με τον Bobby Sands, αν και σε διαφορετικό μέρος. Ένα πρόσωπο που υπεράσπισε ιδέες παρόμοιες με αυτές του ιρλανδού επαναστάτη, ενός μαχητή στον αγώνα για τον σοσιαλισμό και την ανθρωπότητα, και που θα μπορούσε να περιγραφεί ως το πνευματικό δίδυμο του στο Κουρδιστάν. Θα ήθελα να σας διηγηθώ για έναν επαναστάτη αιχμάλωτο, ο οποίος ξεκίνησε μια απεργία πείνας με τους συντρόφους του για να αντιπαλέψει τις πολιτικές του τουρκικού κράτους να βασανίζουν τους ανθρώπους μέχρι την παράδοση και την υποταγή τους στη φυλακή του Amed (Diyarbakir), και που πέθανε στις 7 σεπτεμβρίου 1982, την 55η ημέρα της δράσης απεργίας πείνας. Θα ήθελα να σας μιλήσω για έναν τούρκο επαναστάτη από το Κουρδιστάν – για τον Kemal Pir …

Ο γιατρός της φυλακής Orhan Özcanli έβαλε τα δυνατά του για να πείσει τον Kemal Pir να σταματήσει από την δράση απεργίας πείνας του. Αυτή είναι μια συζήτηση που τεκμηριώνεται από τους συντρόφους του που φυλακίστηκαν μαζί του:

“Κοίτα, Κεμάλ. Πεθαίνεις, ο θάνατος σε πλησιάζει βήμα προς βήμα. Απλά σκέψου αυτό, πλησιάζεις στο τέλος της ζωής σου. Πρόκειται να μεταναστεύσεις από αυτόν τον κόσμο. Σταμάτησε αυτό το πράγμα και φτάνει. Δεν υπάρχει διέξοδος σε αυτόν τον δρόμο…”

Kemal Pir: “Γιατρέ, κοιτάξτε με με προσοχή! Ανοίξτε τα αυτιά σας και ακούστε. Αποτυπώστε τα λόγια μου στο κεφάλι σας. Ξεκίνησα αυτή την υπόθεση οικειοθελώς. Γνωρίζω πολύ καλά ότι ο θάνατος με περιμένει στο τέλος του δρόμου. Συνειδητοποιώ επίσης ότι είμαι στο τέλος αυτού του δρόμου ακριβώς τώρα. Μπορώ να αισθανθώ την παρουσία του θανάτου και του δημίου του. Τους ακούω να αναπνέουν.»

Γιατρός: “Η ζωή είναι ωραία, Kemal. Θα πρέπει να αγαπάς τη ζωή. Ακόμα κι αν οι άνθρωποι είναι θνητοί, θέλουν να ζουν σε αυτόν τον κόσμο, και γι αυτό φοβούνται τον θάνατο πάρα πολύ. Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο είναι ψέμα να ισχυριζόμαστε ότι δεν φοβόμαστε τον θάνατο. Βλέπουμε όσους θεωρούν τους εαυτούς τους πιο γενναίους και πιο θαρραλέους να τρέμουν με φόβο μπροστά στο θάνατο. Και επειδή είσαι κι εσύ άνθρωπος, σίγουρα φοβάσαι κι εσύ. Αλλά μπορώ ακόμα να σε σώσω, ακόμα και σε αυτή την κατάσταση όπου βρίσκεσαι…»

Kemal Pir: “Ποιος νομίζεται ότι είμαι, γιατρέ; Ακόμα δεν καταφέρατε να με μάθετε; Είμαι ο Kemal Pir. Όχι για να καυχηθώ, αλλά άνοιξα τα μάτια μου στη ζωή στις ακτές της Μαύρης Θάλασσας. Και με τα δώρα αυτής της περιοχής ανακάλυψα τη ζωή στην πληρέστερη και καθαρότερη μορφή της ανάμεσα στους γνήσιους ανθρώπους, που ξέρουν πως να είναι φίλοι προς τους φίλους και εχθροί προς τους εχθρούς. Είμαι ο Κεμάλ Πίρ, ο οποίος έφτασε σε αυτή την ημέρα συναντώντας ανθρώπους από εβδομήντα δύο έθνη στα εδάφη της Ανατολίας, για να αφιερωθεί στη συνέχεια στην ελευθερία του κουρδικού λαού. Δεν είμαι σίγουρος αν ήμουν αρκετά σαφής;»

Γιατρός: “Είσαι, αλλά…”

Kemal Pir: “Δεν υπάρχει ένα ‘αλλά’ σχετικά με αυτό, γιατρέ. Παρουσιάστηκα σε εσάς όπως είμαι, χωρίς υπερβολή ή ψέματα, ειλικρινά και τίμια, σε απλή γλώσσα. Ωστόσο, εάν συνεχίσετε να λέτε ‘αλλά’ μετά από αυτό, είναι πρόβλημα σας.»

Γιατρός: “Αλλά η ζωή πηγαίνει διαφορετικά, Kemal. Ανεξάρτητα από το πώς περιγράφεις τον εαυτό σου, κανείς δεν μπορεί να ξεφύγει από το να σκέφτεται το ίδιο πράγμα μπροστά στον θάνατο. Ο φόβος του θανάτου είναι ένα τρομακτικό συναίσθημα. Δημιουργεί ένα σεισμό συναισθημάτων που μπορεί να σε βάλει σε οποιαδήποτε κατάσταση ή μορφή. Είναι ένας σεισμός που μπορεί να σου αφαιρέσει την ανθρωπιά σου.»

Kemal Pir: “ Επιτέλους βγήκε από το στόμα σας κάτι σωστό τελικά.”

Γιατρός: “Τι θες να πεις;”

Kemal Pir: “Δεν είναι κατανοητό;”

Γιατρός: “Μιλώ για ζωή και φόβο. Υποστηρίζω ότι κάθε άνθρωπος είναι ίδιος μπροστά στο θάνατο. Όλοι φοβούνται τον θάνατο. Οποιοσδήποτε βρίσκεται σε αυτή την κατάσταση θα έτρεμε σαν να είχε πυρετό. Ακόμα κι αν το πρόσωπο αυτό είναι ο Kemal Pir.”

Kemal Pir: “Κοιτάξτε, γιατρέ. Γνωρίζω πολύ καλά την έννοια της ζωής και του θανάτου. Ξέρω ακριβώς ποιος φοβάται το θάνατο και ποιος τρέμει πριν από αυτόν. Γνωρίζω επίσης ότι οδηγούμε θνητές ζωές και γνωρίζω τις έννοιες του παραδείσου και της κόλασης πέρα από το μνήμα. Είστε εσείς και αυτοί όπως εσείς που δεν γνωρίζετε τέτοια πράγματα. Που δεν καταλαβαίνετε και, που ακόμα κι αν το κάνετε, συμπεριφέρεστε σαν να μην καταλαβαίνετε. Και θέλετε να σας πω κάτι ακόμη, γιατρέ;»

Dottore: “Σίγουρα.”

Kemal Pir: “ΑΓΑΠΩ ΤΌΣΟ ΠΟΛΥ ΤΗΝ ΖΩΗ ΩΣΤΕ ΝΑ ΘΕΛΩ ΝΑ ΠΕΘΑΝΩ ΓΙ ΑΥΤΗΝ!!

Στο πρόσωπο αυτών των επαναστατών, που φωτίζουν την πορεία μας στην επαναστατική ιστορία του κόσμου διαμέσου των αγώνων τους και των δράσεων απεργίας πείνας τους – Bobby Sands στην Ιρλανδία και ανθρώπους όπως ο Mehmet Hayri Durmus και ο Kemal Pir στο Κουρδιστάν, αντίστοιχα το 1981 και 1982 – για άλλη μια φορά φόρο τιμής, με αγάπη και λαχτάρα, εκείνων των επαναστατών που έχασαν τη ζωή τους κατά τη διάρκεια αυτών των ενεργειών. Ανανεώνω τη συλλογική μας υπόσχεση να οδηγήσουμε στη νίκη τους απελευθερωτικούς αγώνες που έχουν ξεκινήσει και να τερματίσουμε το σύστημα καπιταλιστικής εκμετάλλευσης στον κόσμο.

Σας χαιρετώ όλους από τα βάθη της καρδιάς μου. Με την πίστη ότι όλοι θα αναλάβουν την ευθύνη που απαιτείται λόγω του επείγοντος χαρακτήρα της κατάστασης, εύχομαι σε όλους εσάς την καλύτερη επιτυχία.

Μακρά ζωή στον αγώνα για την ελευθερία των καταπιεσμένων λαών! Ζήτω η αλληλεγγύη μεταξύ όλων των λαών του κόσμου!

Ζήτω στον Δημοκρατικό Συνομοσπονδισμό και το σοσιαλισμό!

Ζήτω ο ηγέτης των καταπιεσμένων λαών, Abdullah Öcalan!

 

https://www.infoaut.org/approfondimenti/affrontare-la-morte-per-vivere-nelle-parole-di-uno-scioperante-della-fame

ιστορία, storia

Μια συνεισφορά στο “Μοντέλο vittimario”-θυματοποιητικό

Ένοπλος αγώνας. Ιστορία, μνήμη και μοντέλο vittimario

της   Silvia De Bernardinis

1.

Η παρέμβαση μου επικεντρώνεται στο θυματοποιητικό μοντέλο, το οποίο συνδέει και συγχέει την κυρίαρχη μνήμη – που παρουσιάζεται ως κοινή μνήμη – και την ιστορία, στην προσέγγιση της μελέτης του ένοπλου αγώνα στην Ιταλία στα χρόνια του ’70 και του ’80. Όπως σωστά γράφουν οι διοργανωτές του συνεδρίου, είναι δύσκολο να μιλήσουμε για την δεκαετία του ’70 στην Ιταλία χωρίς να διακινδυνεύουμε να αναμοχλεύσουμε και να προκαλέσουμε εντάσεις.

269 ένοπλοι σχηματισμοί, 7 866 επιθέσεις σε πράγματα και 4 290 σε ανθρώπους, 36.000 πολίτες που διερευνήθηκαν και πάνω από 6.000 άνθρωποι καταδικάστηκαν σε φυλάκιση δεκαετιών 1, εκατοντάδες ποινές ισόβιας κάθειρξης, προσφυγή σε βασανιστήρια (συστηματικά κατά τη διάρκεια του 1982) και νόμους εξαίρεσης σε 18 χρόνια ιστορίας. Για να δοθεί το μέγεθος του φαινομένου, είναι ενδιαφέρον να σημειωθεί ότι, σε περιόδους φασιστικής δικτατορίας, μεταξύ του 1926 (έτος ίδρυσης του Ειδικού Δικαστηρίου) και του 1943, 15 806 αντιφασίστες παραπέμφθηκαν στο Ειδικό Δικαστήριο, 5 620 δικάστηκαν, βάσει των καταγγελιών της Οvra, και καταδικάστηκαν 4 596 2. Αυτά είναι μερικά από τα στοιχεία που μας επιστρέφει η Ιστορία, αλλά φαίνεται να μην αρκούν – όπως επίσης φαίνεται πως δεν αρκούν τα 40 χρόνια που μας χωρίζουν από το τέλος αυτού του κύκλου κοινωνικών αγώνων των οποίων ο ένοπλος αγώνας υπήρξε μία από τις εκδηλώσεις – για να ελευθερώσουν το έδαφος, που τροφοδοτείται από την πολιτική και τα μέσα μαζικής ενημέρωσης αλλά υποστηρίζεται και από ένα μεγάλο μέρος της ιστοριογραφίας, από μια σειρά κοινοτοπιών-κλισέ που της προσδίδουν μια παραμορφωμένη εικόνα και νόημα. Ο ένοπλος αγώνας στην Ιταλία προέκυψε μέσα σε ένα ακριβές ιστορικό περιβάλλον, το οποίο διήρκεσε περίπου είκοσι χρόνια, από το 1969 έως το δεύτερο μισό των χρόνων ’80. Μια κρίσιμη περίοδος στην ιταλική και διεθνή ιστορία, η οποία φέρει ολόκληρη την περίοδο μετάβασης από τον φορντισμό στον μεταφορντισμό, δηλαδή μια φάση αλλαγών που άφησαν εποχή και που έχουν μεταμορφώσει και επανασχεδιάσει τον κόσμο, τα οικονομικά, πολιτικά και κοινωνικά του σενάρια. Μια αναταραχή, μια αναστάτωση που προκλήθηκε από τις ίδιες δυναμικές του κεφαλαίου υπό μετασχηματισμό. Κόρη μιας περιόδου κατά την οποία οι επαναστατικές διαδικασίες και ανυποταξίας στο υπάρχον εκδηλώνονταν σε όλες τις περιοχές του πλανήτη τότε χωρισμένου στα δύο, εκείνες υπό τον ατλαντικό έλεγχο και εκείνες υπό τον σοσιαλιστικό έλεγχο. Κόρη μιας περιόδου που έκανε να αναδυθούν υποκειμενικότητες μέχρι τότε αόρατες ή περιθωριακές μετατρέποντάς τες σε πρωταγωνιστές των διαδικασιών πολιτικής χειραφέτησης. Ο ένοπλος αγώνας ιστορικά ανήκει σε αυτό το περιβάλλον, γεννιέται στο φορντικό εργοστάσιο, όπου η άρνηση της εργασίας δημιούργησε ένα ταξικό κίνημα που για μερικά χρόνια, στην Ιταλία, κανείς δεν κατόρθωσε να κυβερνά, από τα συνδικάτα στα κόμματα, στις δυνάμεις της τάξης, σε μια διαδικασία μη αναστρέψιμης ρήξης μεταξύ θεσμικής αριστεράς και επαναστατικής αριστεράς: Δεν υπάρχει νίκη, δεν υπάρχει κατάκτηση χωρίς το μεγάλο κομμουνιστικό κόμμα, φώναζε και ξαναφώναζε το PCI-ΚΚΙ στις διαδηλώσεις στους δρόμους και τις πλατείες. Ένα σύνθημα που ήθελε να σημαίνει κατεύθυνση και έλεγχο επί των αγώνων στο εργοστάσιο και στην κοινωνία, αλλά και μονοπώλιο της διαφωνίας και της διαμάχης σύμφωνα με το οποίο δεν επιτρέπονταν ούτε γίνονταν αποδεκτές άλλες μορφές έκφρασης της διαφωνίας και του αγώνα στα αριστερά του ΚΚΙ, ούτε υποκείμενα που θα μπορούσαν να την ερμηνεύσουν. Τα χρόνια του ’68 υπήρξαν η συγκεκριμένη διάψευση, ακόμα κι αν αυτό δεν σήμαινε την ανικανότητα του κόμματος να κεφαλαιοποιήσει και να κάνει δικούς του, στη συνέχεια, να προσαρμόσει εκείνους τους αγώνες που κοιτούσε με καχυποψία, που δεν τους ήθελε και που βοήθησε στην αποδυνάμωση τους, ένα εμπόδιο επί της πορείας οικοδόμησης μιας «δημοκρατικής αξιοπιστίας και σεβασμού» που θα το άλλαζαν αμετάκλητα.

Η χρονική απόσταση είναι ένα από τα στοιχεία που επιτρέπουν τον ιστορικισμό, αλλά όχι το μοναδικό. Μια περίοδος που έχει τελειώσει ιστορικοποιείται και ακριβώς η έλλειψη πολιτικού κλεισίματος μοιάζει να συνιστά το βασικό της εμπόδιο, αφήνοντάς το σε αναστολή, σε ένα είδος ελεύθερης ζώνης όπου ένας πόλεμος νοημάτων βγαίνει στη σκηνή που περνά σήμερα μέσα από το πεδίο της μνήμης. Όπως έγραψε ο Agamben πριν από είκοσι χρόνια δικαιολογώντας την ανάγκη αμνηστίας για τα πολιτικά αδικήματα εκείνης της περιόδου, «αυτό που πρέπει να αποτελέσει αντικείμενο ιστορικής έρευνας αντιμετωπίζεται ως ένα πολιτικό πρόβλημα του σήμερα  3 ». Και είκοσι δύο χρόνια μετά από τα λόγια του Agamben, η κατάσταση επιδεινώθηκε ακόμα περισσότερο, με το κυνήγι των «επικίνδυνων δολοφόνων» που σήμερα έχουν περάσει τα εξήντα και έχουν ζήσει τα τελευταία σαράντα χρόνια σε μια πολύ λιγότερο χρυσή εξορία από αυτήν που, χωρίς την παραμικρή απόδειξη, πλασάρεται από τα μέσα μαζικής ενημέρωσης. Μέσα σε αυτή την οπτική μπορεί να αναγνωσθεί, εν μέρει, η έλλειψη του ιστοριογραφικού κορμού που παράγεται μέχρι σήμερα, δηλαδή, ως συντριβή επί του παρόντος, σε μια χρονικογραφική διάσταση που για πολλά χρόνια έκανε δυνατό να μην θεωρείται αντικείμενο ιστορικής έρευνας. Κατά τον ίδιο τρόπο δεν είναι δύσκολο να προσδιοριστεί το βάρος του παρόντος επί του παρελθόντος εάν παρατηρηθούν οι όροι που χρησιμοποιούνται για να οριοθετηθεί το αντικείμενο «ένοπλος αγώνας», το τι και το πώς, οι ερμηνείες του.

Είναι σημαντικό, για παράδειγμα, ότι γύρω από τον ένοπλο αγώνα υπάρχει μια στάση ηθικής καταδίκης που, αν δεν απέκλεισε τη μελέτη του, την επηρέασε και συνεχίζει να την επηρεάζει, εμποδίζοντας τους μελετητές να έχουν μια βέβηλη, ριζοσπαστική στάση, τόσο ώστε κάποιοι να αισθάνονται υποχρεωμένοι να δηλώσουν την ηθική τους αποδοκιμασία ως προς το αντικείμενο της μελέτης, ή να δώσουν μια αρνητική υποδήλωση με ηθικούς όρους στα κείμενά τους 4, παραμένοντας μέσα στην πορεία που σχεδιάστηκε από την πολιτική για την οποία ο ένοπλος αγώνας είναι ένα εγκληματικό και αδικαιολόγητο φαινόμενο, ακατανόητο μέσα στο πλαίσιο ενός δημοκρατικού συστήματος. Ένα ζήτημα, συνεπώς, που αφορά τη συνείδηση και όχι τη γνώση. Και είναι εξίσου σημαντικό το γεγονός πως η ιστοριογραφία έχει αναλάβει άκριτα το πολιτικό-επικοινωνιακό λεξιλόγιο που χτίστηκε γύρω από τη δεκαετία του Εβδομήντα, και ειδικότερα τον ένοπλο αγώνα, χωρίς να αμφισβητεί, χωρίς να αναρωτηθεί σχετικά με την ορθότητα, από ιστοριογραφική άποψη, των ερμηνευτικών κατηγοριών που, αντί να παράγουν ιστορική γνώση και κατανόηση, καταλήγουν να αναπαράγουν την κοινή λογική [Ο όρος κοινή λογική αντικατοπτρίζει την «αίσθηση» που έχει κανείς για κάτι χωρίς πολλή σκέψη, στηριγμένος στη μέση εμπειρία και γνώση του καθημερινού ανθρώπου]. Ξεκινώντας από τους κεντρικούς όρους που χρησιμοποιούνται, όπως τρομοκρατία ή βία, τον πιο ευρέως χρησιμοποιούμενο, ένα είδος μπαμπούλα, φόβητρου που ανεμίζεται αν χρειαστεί. Σίγουρα δεν ζούμε σε έναν λιγότερο βίαιο κόσμο σήμερα, αλλά η βία της δεκαετίας του ’70 αφηγείται, περιγράφεται ως η πιο άγρια. H ad hoc τερατοποίηση που δημιουργήθηκε επί των πρωταγωνιστών της τελευταίας ταξικής σύγκρουσης του εικοστού αιώνα – από τις τρελές δολοφονίες τις απομονωμένες από την κοινωνία, σε αυτούς που παρεισφρύουν, στους ανόητους ετεροκαθοδηγούμενους – εξυπηρετεί στο να καλύπτει το πραγματικό ακάλυπτο νεύρο εκείνης της ιστορικής περιόδου, δηλαδή, την πρακτική και θεωρητική αμφισβήτηση, του μονοπωλίου της Κρατικής βίας από τις κατώτερες τάξεις. Η βία της δεκαετίας του ’70 είναι ανείπωτη γιατί υπήρξε βία των κυριαρχούμενων προς τους κυρίαρχους.

Εκείνοι που μελετούν την ιστορία των ένοπλων σχηματισμών, και ειδικότερα των Ερυθρών Ταξιαρχιών, γνωρίζουν ότι πρέπει να μας δώσουν πίσω, πρώτα απ ‘όλα, την αυθεντικότητα τους, στην διάρκεια των τελευταίων 30 χρόνων, μεταξύ δύο κυρίαρχων παραδειγμάτων: εκείνο το διετρολογικό [α]-συνωμοσιολογικό που έχει σκοπό να επηρεάσει, να ακυρώσει την αυθεντικότητα μιας πολιτικής διαδρομής, και εκείνο το θυματοποιητικό, με στόχο την ανάθεση του μονοπωλίου του λόγου και της ιστορίας στα θύματα του ένοπλου αγώνα. Ακριβώς αυτά τα δύο παραδείγματα αντιπροσωπεύουν τα δύο μεγαλύτερα εμπόδια, όχι τόσο για το πως φτιάχνεται η ιστορία εκείνης της περιόδου, κάτι που συμβαίνει τα τελευταία χρόνια εκ των πραγμάτων αλλά, πάνω απ ‘όλα, στην εμφάνιση της σε σχέση με μια επίσημη αφήγηση που έχει ελάχιστη σχέση με την Ιστορία και που είναι αντιθέτως το αποτέλεσμα της επιβεβαίωσης μιας κυρίαρχης μνήμης, με τη σειρά την ενδεικτική των σημερινών σχέσεων εξουσίας, της σημερινής ισορροπίας δυνάμεων.

2.

Τι είδους μνήμη έχει εδραιωθεί για τον ένοπλο αγώνα; Από πότε και μέσα σε ποιο πλαίσιο επικράτησε η θυματοποιητική ιδεολογία; Στο πλαίσιο του επαναπροσδιορισμού ενός νέου συμβολικού ιδρυτικού συμφώνου της Δεύτερης Δημοκρατίας που οδήγησε στην καθιέρωση αρκετών ημερών μνήμης, το 2006 υποβλήθηκαν διάφορα νομοσχέδια για την καθιέρωση της ημέρας μνήμης για τα θύματα της τρομοκρατίας. Η συζήτηση επικεντρώνεται στην επιλογή της πιο κατάλληλης ημερομηνίας. Και η προσοχή εστιάζεται σε εκείνη την 12 δεκεμβρίου, ημερομηνία της σφαγής της piazza Fontana στο Μιλάνο το 1969, αναγνωρισμένης ως αρχή της «στρατηγικής της έντασης», για την οποία μέχρι σήμερα δεν υπάρχει μια δικαστική αλήθεια, και στην 9 μαΐου, ημερομηνία της δολοφονίας του Aldo Moro από τις BR, για την οποία διεξήχθησαν πέντε δίκες και εκδόθηκαν οι αντίστοιχες αποφάσεις. Η πρόταση που θα περάσει θα είναι η δεύτερη, που υποβλήθηκε από τη Sabina Rossa, γερουσιαστή του Δημοκρατικού Κόμματος, κόρη του Guido, συνδικαλιστή ηγέτη του αριστερού συνδικάτου CGIL που σκοτώθηκε στη Γένοβα από τις BR το 1979. Η κουβέντα για τις δύο ημερομηνίες υπογράμμιζε, στην κοινοβουλευτική συζήτηση, την αναβίωση των αναγνώσεων και ερμηνειών που εδραιώθηκαν τα προηγούμενα χρόνια σχετικά με τα γεγονότα που διέσχισαν τα τέλη της δεκαετίας του 1960 και έφθασαν στις αρχές των χρόνων ’80. Από την θέση της σύγκρουσης μεταξύ αντίθετων εξτρεμισμών, στην ανθρωποκτονική τρέλα, στην θεωρία του διπλού κράτους, στην θέση του «εκφυλισμού» του 1968, ενός 1968 που θα έπρεπε να διασωθεί και να διαχωριστεί από αυτό που συνέβη στη συνέχεια, ένα πολιτισμικό και γενεαλογικό φαινόμενο με εξτρεμιστικές εξάρσεις και υπερβολές που υπαγορεύονταν από νεανικό ενθουσιασμό που στη συνέχεια επιμελώς υποχώρησε,επέστρεψε στην κανονικότητα. Ή, από την αντίθετη άποψη, του 1968 ως προέλευση του κακού και της βίας. Βρήκε επίσης χώρο ένα από τα θεωρήματα που προτάθηκαν επανειλημμένα από παράγοντες του κινήματος της εποχής, δηλαδή εκείνο της «τρομοκρατίας» της αριστεράς ως αιτίας της κρίσης των κινημάτων, που βρέθηκαν να συμπιέζονται μεταξύ της βίας των ένοπλων οργανώσεων και της καταστολής του Κράτους 5. Δεν υπήρξε καμία αναφορά στην πολιτική φύση του φαινομένου, ούτε στην ευθύνη των πολιτικών δυνάμεων σε εκείνη τη σύγκρουση. Παρόλο που δεν υπήρξε ομοφωνία σχετικά με την ημερομηνία, πολλοί από τους ομιλητές στη συζήτηση, ενώ αναγνώρισαν στην 12η του δεκέμβρη ως την πιο σωστή ημερομηνία – επειδή ημερομηνία περιοδολόγησης της ιταλικής ιστορίας – προκειμένου να ευνοηθεί η κατασκευή μίας «κοινής μνήμης», επέλεξαν την 9η μαΐου, ημερομηνία που αναφέρεται στην πρόταση νόμου ως σύμβολο της ένωσης όλων των πολιτικών κομμάτων και της κοινωνίας κατά της τρομοκρατίας, η οποία πέρασε με την ευνοϊκή ψήφο όλων των κομμάτων, την αποχή της Κομμουνιστικής Επανίδρυσης και του Κόμματος ιταλών κομουνιστών και μία ψήφο κατά.

Τα λόγια της Olga D’Antona, συζύγου του Massimo D’Antona, που σκοτώθηκε στη Ρώμη από τις Νέες Ερυθρές Ταξιαρχίες το 1999, συνόψιζαν τη θέση που εκφράστηκε από την πλειοψηφία :

Ελπίδα είναι ότι η ημέρα της μνήμης μπορεί να αποτελέσει την ευκαιρία να δοθεί τελικά φωνή σε εκείνους που έχουν πέσει θύματα εκείνων των πράξεων τρόμου. Ήρθε η ώρα να δώσουμε φωνή σε εκείνους των οποίων οι ζωές έχουν καταστραφεί για πάντα και οι οποίοι, στις περισσότερες των περιπτώσεων, έχουν καταδικαστεί στη λήθη και στη σιωπή. Είναι καιρός η δική μας ιστορία τρομοκρατίας να ειπωθεί όχι μόνο από τους τρομοκράτες και επιτέλους να συνειδητοποιήσουμε τι συνέβη από την άλλη πλευρά, από την πλευρά εκείνων των αθώων και ανυπεράσπιστων πολιτών που υπήρξαν θύματα της 6.

Η κεντρικότητα των θυμάτων, το ότι τους δίδεται φωνή και το ότι ασχολούμαστε με αυτούς συγκεκριμένα, καθίσταται από εκείνη τη στιγμή, για λόγους που στην πραγματικότητα δεν έχουν να κάνουν με το σεβασμό της μνήμης τους, πρίσμα της κυρίαρχης ανάγνωσης επί της ιστορίας της δεκαετίας του ’70.

Αρχικά και κατά τη διάρκεια των χρόνων ’90 οι συγγενείς των θυμάτων που σκοτώθηκαν σε συγκρούσεις με ένοπλες οργανώσεις ζητούσαν από το Κράτος, μέσω της αναγνώρισης του καθεστώτος τους, οικονομική αποζημίωση 7. Για να το εισάγουμε σε ένα πλαίσιο και να κατανοήσουμε την προέλευσή του, είναι απαραίτητο να επιστρέψουμε στα μέσα της δεκαετίας του ’80, στη φάση της «εξόδου από την κατάσταση έκτακτης ανάγκης της τρομοκρατίας». Οι ένοπλες οργανώσεις εξαρθρώθηκαν, το σχέδιο και το πολιτικό υποκείμενο που τις είχε δημιουργήσει μέσα στα μεγάλα εργοστάσια του Βορρά στα τέλη της δεκαετίας του ’60, ηττήθηκε πολιτικά – η τάξη και η παραγωγική αναδιάρθρωση πέρασαν στα εργοστάσια – ,μεγάλο μέρος των αγωνιστών συνελήφθησαν και καταδικάστηκαν ή βρίσκονταν με δίκες υπό εξέλιξη. Το ιταλικό Κράτος είχε να αντιμετωπίσει χιλιάδες καταδίκες για πολιτικά εγκλήματα. Ήταν, όπως επισημαίνει ο Sommie 8, μια μοναδική περίπτωση στην Ευρώπη και στις δυτικές δημοκρατίες, με έναν πολύ μεγάλο αριθμό πολιτικών κρατουμένων και την ανάγκη να κλείσει και να εξομαλυνθεί μια μακρά περίοδος κοινωνικής σύγκρουσης. Οι νόμοι εξαίρεσης και η στρατιωτική επίθεση από μόνη της δεν ήταν επαρκείς για να υπονομεύσουν τον κοινωνικό ιστό από τον οποίο οι ένοπλες οργανώσεις αντλούσαν δύναμη, σε απόδειξη του πόσο βαθιά ριζωμένος και ευρέως διάχυτος ήταν αυτός. Από αυτό, η ανάγκη παρέμβασης όχι μόνο στο κατασταλτικό επίπεδο, έπρεπε να βρεθεί ένα είδος πολιτικής λύσης για να τερματιστεί η κοινωνική και ένοπλη σύγκρουση εκείνων των χρόνων. Η απόφαση της πολιτικής ήταν να την αποπολιτικοποιήσει, αναθέτοντας την στο δικαστικό σώμα και στη συνέχεια στον σωφρονιστικό μηχανισμό. Έτσι γεννιέται ο θεσμός της διάστασης-διαχωρισμού και η φιγούρα του «διαχωρισμένου», που ευνοείται από το μεταβαλλόμενο κοινωνικό, πολιτικό και οικονομικό πλαίσιο-περιβάλλον. Σε αυτή την κατάσταση, τα μέλη των ένοπλων οργανώσεων στη φυλακή, παίρνοντας αποστάσεις από τον ένοπλο αγώνα του οποίου υπήρξαν πρωταγωνιστές, πρότειναν μια συνεργασία με τα θεσμικά όργανα, την αποκήρυξη της ιστορίας τους με αντάλλαγμα μια μείωση της ποινής. Το κάνει πρώτα απ ‘όλους ο Toni Negri το 1982 απευθυνόμενος απευθείας στον Domenico Sica στον οποίο προτείνει να αγωνιστούν μαζί ενάντια στους «τρομοκράτες» και θα ακολουθηθεί μετά από λίγο από την Prima Linea, η οποία θα αναλάβει τη διάσταση ως ενιαία θέση της οργάνωσης, και από την πλειοψηφία των μελών της φάλαγγας Walter Alasia των ΕΤ. Οι επιπτώσεις αυτής της θέσης ήταν καταστροφικές για τις ένοπλες οργανώσεις και αποδείχτηκε έτσι ένας από τους ισχυρότερους μηχανισμούς της διάλυσης τους, με την επίθεση στην εσωτερική τους αλληλεγγύη και απομακρύνοντας τες από την ιστορία τους.

Ασχολούμενο περισσότερο με τους τρομοκράτες απ ‘ότι με τα θύματα σήμαινε λοιπόν να δίνει προτεραιότητα, μέσα από τον διαχωρισμό και την μετάνοια-μεταμέλεια, στην επίλυση μιας πολιτικό-κοινωνικής σύγκρουσης, «ομαλοποιώντας» την, ένα πρόβλημα που για το Κράτος ήταν επείγον και βαρύ σε σχέση με τα αιτήματα αποζημίωσης που ταυτόχρονα προέρχονταν από τις οικογένειες των θυμάτων και που εκ των πραγμάτων για αρκετά χρόνια παρέμεναν ανήκουστα. Η AIVITER (Ιταλική Ένωση Θυμάτων Τρομοκρατίας και Ανατρεπτικής Δράσης κατά της συνταγματικής τάξης του Κράτους) ιδρύεται το 1985 ακριβώς με σκοπό να ζητήσει νομοθετικές παρεμβάσεις αντισταθμιστικού χαρακτήρα υπέρ όσων σκοτώθηκαν κατά τη σύγκρουση με τις ένοπλες οργανώσεις. Και ακριβώς επάνω στο διαχωρισμό-διάσταση, που θα γίνει νόμος το 1987, αλλά που άρχισε να εφαρμόζεται ήδη από νωρίτερα, ξεκίνησε η πρώτη πολεμική της ένωσης των θυμάτων της τρομοκρατίας. Ο Maurizio Puddu, επαρχιακός σύμβουλος της χριστιανοδημοκρατίας DC, ένα από τα θύματα των ΕΤ, και πρόεδρος του Συλλόγου, δήλωνε ότι ήταν απαραίτητος ο σεβασμός του νόμου, αλλά πως το δίκαιο δεν πρέπει να παραμορφώνεται κατ ‘αυτόν τον τρόπο. Η μετάνοια δεν απαιτείται στα άρθρα της διάταξης, μόνο η διάσταση. Θα μπορούσε τουλάχιστον να συμπεριληφθεί μια σημείωση με την οποία στους τρομοκράτες επιβάλλονταν να ζητούν από τα θύματα συγνώμη 9.

Στην πραγματικότητα, σε αντίθεση με την ερμηνεία του Puddu, η διάσταση ήταν η πραγματική πράξη μετάνοιας: αντίθετα με τον «μετανοημένο» (παραδοσιακή φιγούρα του καταδότη), ο πρώην «διαχωρισμένος τρομοκράτης» λάμβανε υπόψη τα λάθη του, αποκήρυσσε το παρελθόν του και δεσμεύονταν για το μέλλον να μην χρησιμοποιεί πλέον τη βία ως μέθοδο πολιτικής πάλης. Συνεργάζονταν ενεργά να γκρεμίσει τα θεμέλια της οργάνωσής του και να θέσει και τις άλλες σε κρίση, προσφέροντας στο Κράτος μια πολύ πιο αποτελεσματική δουλειά από αυτήν του καταδότη και για την οποία απολάμβανε την επιείκεια του Κράτους, δηλαδή τη μείωση της ποινής. Μια πρακτική πολύ παρόμοια με τις διαδικασίες που διεξάγονταν πριν από αιώνες από την Εκκλησία ενάντια σε αιρετικούς και μακριά από το δίκαιο που με αυτή την έννοια, ναι, έβγαινε παραμορφωμένο, και όχι μόνο για τις μειώσεις της τιμωρίας που χορηγούνταν με βάση τη «μετάνοια, την αποκατάσταση». Στη συνέχεια, στα τέλη της δεκαετίας του ’90, το αίτημα του Puddu – το υστερόγραφο που απαιτούσε από τον φυλακισμένο να ζητήσει ρητά τη συγχώρεση των θυμάτων – έγινε αποδεκτό. Πράγματι, αν και δεν προβλεπόταν σε κανένα νόμο, οι εποπτικοί δικαστές, κατά την κρίση τους, επέβαλαν ως περαιτέρω απαίτηση για την απόκτηση της υπό όρους απελευθέρωσης την γραπτή επαφή μεταξύ κρατουμένων και θυμάτων ή συγγενών των θυμάτων, στραπατσάροντας εκ νέου το δίκαιο 10, μερικούς αιώνες ιστορίας του δικαίου. Ολόκληρος ο αγώνας κατά της τρομοκρατίας διεξήχθη, εξάλλου, διαφορετικά από ότι ισχυρίζονταν τότε τα κόμματα και τα θεσμικά όργανα, και από αυτά που επαναλαμβάνουν σήμερα, με μέσα και εργαλεία που δεν καλύπτονται, δεν προβλέπονται από το «δημοκρατικό Κράτος δικαίου ».

Η πολεμική από πλευράς των θυμάτων αυξήθηκε όταν, μεταξύ του 1987 και του 1988, άρχισε να υποτίθεται η δυνατότητα χάριτος για τους μη διαχωρισθέντες και αμετανόητους, μετά την πρόταση μιας πολιτικής λύσης που πρότειναν οι κύριοι ηγέτες των BR: σημειώνοντας την εξάντληση ενός κύκλου αγώνων και το ανεπανάληπτο των εμπειριών που τον χαρακτήριζαν, έθεταν την ανάγκη μιας «υπέρβασης», χωρίς αποκηρύξεις και μεταμέλειες σχετικές με την ιστορία τους, και την αναγκαιότητα μιας αμνηστίας για τους πολιτικούς κρατούμενους και για τους εξόριστους. Όχι μια πράξη ειρήνευσης, αλλά μια πολιτική διάταξη η οποία, θεωρώντας μια εποχή κλεισμένη-τελειωμένη, θα επέτρεπε έναν ιστορικό-πολιτικό και μη δικαστικό προβληματισμό, με μια σύγκριση-αντιπαράθεση επεκταθείσα σε όλα τα εμπλεκόμενα μέρη. Η πρόταση προκάλεσε μια συζήτηση στα κυριότερα κόμματα, πρωτίστως DC, PCI και PSI – χριστιανοδημοκρατία κομουνιστές και σοσιαλιστές – βρίσκοντας στο εσωτερικό τους, αν και μεταξύ διακρίσεων, την προθυμία για άνοιγμα ενός διαλόγου. Μικρότερη διαθεσιμότητα, από την αρχή, εκφράστηκε από τα θύματα και ένα μεγάλο μέρος του τύπου. Ήταν η Maria Cristina Tarantelli, η αδελφή του Ezio, που σκοτώθηκε από τις Br, που απάντησε από τις σελίδες της La Repubblica – την εφημερίδα που ήταν περισσότερο αφοσιωμένη στο μέτωπο του όχι στην πολιτική λύση – επιτιθέμενη στο Κράτος, ακλόνητη μπροστά στα αιτήματα οικονομικής υποστήριξης για τα θύματα, σκεπτικιστική προς τις μετάνοιες και τους διαχωρισμούς 11. Μέχρι εκείνη τη στιγμή, από την πλευρά των συγγενών και των ενώσεων των θυμάτων, το ζήτημα συνέχιζε ουσιαστικά να γυρνά γύρω από το αίτημα αποζημίωσης. Ήταν το αντίθετο μέτωπο, παρόν εγκάρσια μέσα σε όλα τα κόμματα, μπροστά στα ανοίγματα, που ανακινεί με χρηστικό τρόπο ακριβώς το ζήτημα του σεβασμού των θυμάτων να εμποδίζει τη συζήτηση 12, η οποία ξεκίνησε ούτως ή άλλως. Υπήρξαν μια σειρά συναντήσεων στη φυλακή μεταξύ αντιπροσώπων όλων των κομμάτων και ορισμένων θεσμικών αξιωματούχων και μαχητών των ΕΤ που είχαν ενταχθεί στην πρόταση της πολιτικής λύσης. Οι συναντήσεις διακόπτονται όταν, το 1988, οι αγωνιστές των BR που εξακολουθούσαν να δραστηριοποιούνται, ενάντιοι στην προοπτική ξεπεράσματος του ένοπλου αγώνα, σκότωσαν τον Ruffilli σε μια δράση. Για τους αμετανόητους και μη διαχωρισμένους πολιτικούς κρατούμενους, των οποίων ο αριθμός ήταν υψηλός και αποτελούσε ένα πρόβλημα για το Κράτος, ο πολιτικός κόσμος επέλεξε μια «ατομική διέξοδο», αναθέτοντας, αυτή τη φορά στο σωφρονιστικό μηχανισμό, την αναζήτηση μιας λύσης, δίνοντας στους πολιτικούς κρατούμενους που δεν συμμετείχαν στη διάσταση τη δυνατότητα πρόσβασης στα οφέλη που προβλέπονταν για τους κοινούς κρατούμενους στον νόμο Gozzini. Ανεξάρτητα από έναν νόμο και ένα γενικό πρόγραμμα, όλα εξαρτώνταν από τις κατευθυντήριες γραμμές και τους προσανατολισμούς των διευθυντών φυλακών, των εποπτικών δικαστών, οι οποίοι αποφάσιζαν, κατά περίπτωση, τη χορήγηση αδειών, την πρόσβαση σε εξωτερικές εργασίες και την ακόλουθη διαδικασία για την απόκτηση της ελευθερίας υπό όρους. Οι προσπάθειες για την εξεύρεση λύσης συνεχίστηκαν επανειλημμένα, όχι πλέον ως συζήτηση μεταξύ πολιτικών κρατουμένων και θεσμικών εκπροσώπων, αλλά ως πρωτοβουλίες των κομμάτων ή μεμονωμένων βουλευτών. Το 1989 υποβλήθηκε σχέδιο νόμου του οποίου η πρόθεση, σαφώς από τη διατύπωση των άρθρων που το απάρτιζαν, πρότεινε μια δικαστική λύση, θέτοντας το ζήτημα της επανεξισορρόπησης των κυρώσεων, οι οποίες για τους πολιτικούς κρατούμενους ήταν μεγαλύτερες από εκείνες των κοινών κρατουμένων επειδή επιδεινώνονταν από τους ειδικούς νόμους. Παρόλο που δεν ήταν συνεπώς θέμα «συγχώρεσης», η συζήτηση, ειδικά στον Τύπο, πήρε αυτά τα περιγράμματα. Την επομένη της υποβολής του νομοσχεδίου, η εφημερίδα La Repubblica – στη μέση της εκστρατείας κατά της αμνηστίας / χάριτος – έδιδε ξανά χώρο στην Maria Cristina Tarantelli, φιλοξενώντας μια επιστολή που απευθύνονταν στον Πρόεδρο της Δημοκρατίας με πολύ σκληρούς τόνους, με τους οποίους επαναλαμβάνονταν η ανισότητα της προσοχής που υπάρχει ανάμεσα στα θύματα, ακόμη σε αναμονή ενός νόμου για να τα αποζημιώνει, και τους «εκτελεστές-δημίους», προς τους οποίους το Κράτος κινούνταν βιαστικά για την κοινωνική επανένταξή τους 13. Για περίπου δύο χρόνια παρεμβάσεις εναλλάσσονταν μέσω δημόσιων συζητήσεων, μεταξύ εκείνων που θεωρούσαν ώριμες τις συνθήκες να κλείσουν οριστικά ένα κεφάλαιο της ιταλικής ιστορίας και εκείνων οι οποίοι, αντιθέτως, πίστευαν ότι οποιαδήποτε διάταξη έπρεπε να θεωρηθεί καθυστερημένη πολιτική αναγνώριση που χορηγείται στους ένοπλους σχηματισμούς, στις ΕΤ πρώτη απ’ όλες.

Σε αυτό το περιβάλλον μέσα η φιγούρα του θύματος αρχίζει να παίρνει μια δημόσια διάσταση, γίνεται το νέο όχημα μέσω του οποίου η πολιτική, αφού πρώτα αποπολιτικοποίησε την κοινωνική σύγκρουση της δεκαετίας του ’70 αναθέτοντας τη διαχείριση της κατάστασης έκτακτης ανάγκης στο δικαστικό σώμα και εκ των πραγμάτων πολιτικοποιώντας τις λειτουργίες αυτού του τελευταίου, θα προσπαθήσει να την αποπολιτικοποιήσει στο επίπεδο της μνήμης και της ιστορίας.

Ο τύπος της συζήτησης, που αρχικά επικεντρώθηκε σε συγκεκριμένα ζητήματα πολιτικού χαρακτήρα που θα έπρεπε να είχαν οδηγήσει στο πολιτικό κλείσιμο εκείνης της ιστορικά εξαντληθείσας σύγκρουσης, επισημοποιώντας το σε νομοθετικό επίπεδο, ανέλαβε μια χροιά που στηρίζονταν πλήρως στην ηθική σφαίρα και που έπαιζε χρηστικά στο ζήτημα του σεβασμού των θυμάτων. Ο ιδιωτικός χώρος, ο πόνος και η μνησικακία, καθώς και η διάθεση προς συγχώρεση εκείνων που επηρεάστηκαν προσωπικά από τη σύγκρουση εκείνων των χρόνων, σταδιακά μονοπωλεί τη δημόσια σφαίρα, της πολιτικής, με λίγες κριτικές φωνές να παραμένουν αντιμέτωπες. Ο Franco Fortini, ειδικότερα, είχε καταλάβει με ευφυία το έδαφος στο οποίο γλιστρούσαμε και που αργότερα θα αποτελούσε το θεμέλιο της θυματοποιητικής ιδεολογίας – dell’ideologia vittimaria – όταν, το 1988, έγραφε :

Τότε τι είναι αυτός ο άνθρωπος, εκείνος ο άνθρωπος για τον οποίο μιλάτε, όταν του αφαιρείται η διάσταση της κοινής δράσης για την αλληλεγγύη, τη δικαιοσύνη, την ελευθερία και την ισότητα, εγώ πραγματικά δεν μπορώ να τον φανταστώ. Τι είναι ένας άνθρωπος που περιορίζεται στην απλή διάσταση της ηθικής εσωτερικότητας; Έχω την δική μου, για να μην αναφέρω τους μέγιστους χριστιανούς, τον Μαρξ, τον Νίτσε, τον Φρόιντ και τον Σαρτ. Με καθησυχάζουν αυτοί: πρέπει να πρόκειται για έναν αχρείο. Ή για ένα θύμα. Και τι θέλουν πράγματι από εμάς οι θεματοφύλακες της Κρατικής δεοντολογίας, της ηθικής του Κράτους αν όχι να μας καταστήσουν απατεώνες ή θύματα; 14

Η δεκαετία του ’90 θα χαρακτηρίζεται από την ίδια διαμάχη, με την ευκαιρία της πρότασης τoυ Cossiga να χορηγήσει χάρη στον Renato Curcio 15, τις πρώτες άδειες που χορηγήθηκαν στα πιο γνωστά ονόματα του ένοπλου αγώνα, σε όλες τις περιπτώσεις δημόσιας έκθεσης των «τρομοκρατών». Στο βάθος, από έναν αφηρημένο πολιτικό κόσμο ο οποίος εν τω μεταξύ αντιμετωπίζει τις άλλες δομικές «καταστάσεις έκτακτης ανάγκης», από τη μαφία στην Tangentopoli, επανεμφανίζεται κάθε τόσο το ζήτημα της αμνηστίας, η κουβέντα της οποίας συζητήθηκε και πάλι στην Επιτροπή Δικαιοσύνης της Βουλής το 1997 για να τερματιστεί σε ένα τίποτα, και στην οποία οι ενώσεις των οικογενειών των θυμάτων εκφράστηκαν και πάλι με αντίθετο τρόπο. Εν τω μεταξύ η νομοθετική διαδικασία υπέρ των θυμάτων της τρομοκρατίας συνεχίζονταν με αργούς ρυθμούς, η οποία προχώρησε από το 1980 έως το 2000 μέσω μιας σειράς κανονισμών, και μόνο το 2004 θα καταστεί νόμος 16.

Ακριβώς μέσα σ ‘αυτή την προοπτική όπου κυριαρχεί η ηθική σφαίρα, η αγανάκτηση προς τους «αμετανόητους-αμετακίνητους» εδραιώνονταν στην επικοινωνιακή συζήτηση, τους «μη μετανιωμένους ή διαχωρισμένους τρομοκράτες» που άρχισαν να έχουν πρόσβαση στα πρώτα οφέλη του νόμου Gozzini. Πέρα από τη θρησκευτική-ηθική κατηγορία που προκαλούν οι όροι, κάποιος «ξεχνούσε» ότι επρόκειτο αποκλειστικά για νομικές κατηγορίες. Και η κατηγορία του «αμετακίνητου» συγκέντρωνε, πέρα από τις διάφορες θέσεις που ανέλαβαν τότε τα άτομα σε σχέση με τη δική τους ιστορία, όλους εκείνους που δεν εντάσσονταν, σύμφωνα με την εξαιρετική νομοθεσία, στις κατηγορίες του μετανοημένου ή διαχωρισμένου. Το γεγονός να είναι κάποιος αμετανόητος και μη διαχωρισμένος είναι συνεπώς ισοδύναμο με το γεγονός ότι εκτίει ποινές μεγαλύτερης διάρκειας από εκείνους που έχουν επωφεληθεί από τις παροχές που προβλέπονται από τη νομοθεσία του κράτους.

Να εξουδετερώνει το πολιτικό κλείσιμο υπήρξε πάντοτε παρόν, είναι σημαντικό να τονιστεί, ένας άλλος παράγοντας: ζητούνταν από τους ταξιαρχίτες να λένε «όλη την αλήθεια» για την υπόθεση Μόρο, η οποία εν τω μεταξύ τροφοδοτούνταν με έρευνες εντυπωσιασμού κενές πραγματικών απαντήσεων-αντιστοιχιών, που έδιδαν ζωή σε μια ανεξάντλητη φλέβα διετρολογικής-συνωμοσιολογικής λογοτεχνίας, τα «μυστήρια της υπόθεσης Moro», σε ένα είδος επαναπροσδιορισμού της πολιτικής της αποφασιστικότητας που περνούσε τώρα στο ιστορικό-πολιτικό επίπεδο, για να απομακρύνει κάθε συζήτηση σχετική με τις ευθύνες των κυριότερων υπέρμαχων της, DC και PCI. Υπό αυτή την έννοια η ανάγνωση του PCI, η οποία θεωρούσε ότι οι κρίσεις των δικαστηρίων των διαφόρων δικών Moro δεν ήταν εξαντλητικές, κέρδιζε δύναμη, και διάβαζε την ιταλική ιστορία την μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο ως μια μακρά ανατρεπτική ίντριγκα ενάντια στη δημοκρατία – και το κόμμα – από τη σφαγή της Portella della Ginestra στις σφαγές της δεκαετίας του ’70 και του ’80, στον κομμουνιστικό ένοπλο αγώνα. Με την υιοθέτηση ενός μονοπωλίου διαφωνίας που δεν προέβλεπε ούτε παραδέχονταν άλλες μορφές έκφρασης στα αριστερά του, πολύ περισσότερο «αυθεντικά» υποκείμενα που θα μπορούσαν να την ερμηνεύσουν, το PCI κατέφυγε, στην διάρκεια των δεκαετιών, στις θεωρίες συνωμοσίας, των προβοκατόρων και των παρεισφρύσεων ενάντια στο κόμμα, ένα επιχείρημα που, στο επίπεδο της προπαγάνδας, ειδικά στην αριστερά, έβρισκε γόνιμο έδαφος και στην δύναμη του αντικομμουνισμού μέσα στην ιταλική κοινωνία.

3.

Είναι στις αρχές της δεκαετίας του 2000 που, δίπλα στο συνωμοσιολογικό παράδειγμα, διαμορφώνεται πλήρως εκείνο της θυματοποίησης. Από τον κόσμο που είχε γεννήσει τον ένοπλο αγώνα, δεν είχε μείνει πλέον τίποτε άλλο παρά οι μαχητές των ένοπλων σχηματισμών, οι οποίες είχαν εξαφανιστεί εδώ και σχεδόν είκοσι χρόνια, και εξακολουθούσαν να κρατούνται στη φυλακή. Τα κόμματα είχαν αλλάξει τα ονόματά τους, άλλα γεννήθηκαν και κυβερνούσαν. Τα «παιδιά του Salò» γιορτάστηκαν στο κοινοβούλιο από τον Luciano Violante, δικαστή και ηγετικό στέλεχος του PCI-PDS-DS που στρατεύτηκε στην πρώτη γραμμή ενάντια στους «τρομοκράτες». Ο εξαντλημένος 20ος αιώνας και οι επαναστάσεις του, οι οποίες όμως αν και ατελείς είχαν έτσι κι αλλιώς απελευθερώσει εκατομμύρια ανθρώπους προηγουμένως αόρατους, είχαν ηττηθεί, και μαζί τους και η έννοια της αντιπαλότητας, η συγκρουσιακή έννοια ως κινητήρια δύναμη της ιστορίας, που εκδιώκονταν πίσω από τον σύγχρονο πολιτικό ορίζοντα και από την Ιστορία. Ο θριαμβευτικός νεοφιλελευθερισμός και η ιδεολογία του, που προωθούνταν μιλώντας για «τέλος της ιστορίας», βιαστικά απαλλάσσονταν από αυτόν: ο Εικοστός αιώνας έγινε ο αιώνας της φρίκης, των γενοκτονιών, των ολοκληρωτισμών. Η ιστορία ηγεμονεύεται από τη μνήμη και μπερδεύεται με αυτήν, συγχέεται, σαν να ήταν συνώνυμη με αυτήν. Η αφηγηματική μνήμη που αφηγείται τον Εικοστό αιώνα είναι μνήμη του πόνου, είναι ο μάρτυρας των φρικαλεοτήτων των ολοκληρωτισμών του σύντομου αιώνα, του Ολοκαυτώματος επί των πάντων. Και αναδύεται ως κεντρικός πρωταγωνιστής το θύμα. Το θύμα τοποθετείται ως ιδανικό μοντέλο για να εμπνευστεί ο καθείς από αυτό: είναι η παθητικοποίηση του υπάρχοντος, το να υποβάλλεσαι και να υπομένεις που επιβάλλεται στη δράση, να κάνεις τίποτα, να μην αντιδράς, να μην λερώνεις τα χέρια σου ως υπέρτατη αξία της ειρηνευμένης κοινωνίας στην ομόφωνη φιλελεύθερη συναίνεση 17.

Η προσωπική ιστορία, η οικεία και οικογενειακή διάσταση, δηλαδή η ιδιωτική διάσταση, καταλαμβάνει το δημόσιο χώρο. Η Iστορία με τις μη γραμμικές, αντιφατικές διεργασίες της, με τις συγκρούσεις της εξαφανίζεται. Οι ανανεωμένες ιταλικές άρχουσες τάξεις εκφράζουν σε μια γλώσσα που είναι εν μέρει μόνο νέα, διότι είναι ήδη παρούσα αλλά όχι ακόμη πλήρως δομημένη, την αφήγηση των » θλιβερών χρόνων του μολυβιού». Αυτή τη φορά το κενό της θεσμικής πολιτικής γεμίζει με τον ιδιωτικό πόνο των θυμάτων, και ιδίως των θυμάτων του ένοπλου αγώνα, των εχθρών του δημοκρατικού Κράτους. Δεν θα μπορούσαν να είναι τα θύματα των σφαγών, που στερούνται δικαστικής αλήθειας καθώς και ιστορικής, σε έναν χώρο που παραμένει αδιαφανής περιοχή. Το λέει ξεκάθαρα ο Giorgio Napolitano στην ομιλία του κατά τον εορτασμό της πρώτης Ημέρας μνήμης των θυμάτων της τρομοκρατίας, όταν δηλώνει την κυριαρχία, μέσα στην ιταλική ιστορία των χρόνων του ’70, των «ανατρεπτικών μηχανορραφιών» της «εξτρεμιστικής και επαναστατικής αριστεράς» και ειδικότερα της «διασποράς της τρομοκρατίας των ερυθρών Ταξιαρχιών» σε σχέση με εκείνες του «νεοφασιστικής δεξιάς […] με συμπαιγνίες ακόμα και μέσα στους μηχανισμούς του Κράτους». Δεν υπάρχει θαμπάδα όσον αφορά το γεγονός πως οι Ερυθρές Ταξιαρχίες πολέμησαν εναντίον του Κράτους. Όσον αφορά τις συνενοχές και τις ευθύνες του κρατικού μηχανισμού στις επιθέσεις που προκάλεσαν σφαγές, αντίθετα, οι πολλές περιοχές αδιαφάνειας-θαμπάδας δεν διαλύθηκαν. Στη συνέχεια πρέπει να διευκρινίσουμε, σύμφωνα με τα στοιχεία που μας επιστρέφει η ιστορία, ότι δεν ήταν ο ένοπλος αγώνας που έκανε τον μεγαλύτερο αριθμό θυμάτων. 18. Αλλά το θυματοποιητικό παράδειγμα-πρότυπο δεν χρειάζεται την Ιστορία για την αφήγησή του, τροφοδοτείται μιας μοναδικής κυρίαρχης μνήμης που κάποιοι θα ήθελαν να γίνει «κοινή μνήμη, κοινόχρηστη».

Το σημάδι της νέας εποχής είχε αποκαλυφθεί με παραδειγματικό τρόπο από τον κινηματογράφο λίγα χρόνια νωρίτερα, με την ταινία του Mimmo Calopresti Η δεύτερη φορά- La seconda volta (1995), μια τεχνητή απόπειρα αντιπαράθεσης-συνάντησης μεταξύ ενός πρώην τρομοκράτη και του θύματος του που αποδεικνύεται αδύνατη, επειδή δεν προβλέπεται, στην ταινία και στην πραγματικότητα, να δίνεται ο λόγος στον »δήμιο» παρά μόνο για να εκφράσει και επιβεβαιώσει την αλήθεια των νικητών. Κυριαρχεί ο υπερκείμενος μονόλογος του θύματος που δεν έχει τίποτα να ακούσει, πεπεισμένος για την απόλυτη αλλοτριότητα και τυχαιότητα αυτού που του συνέβη, αγνοώντας και ξεχνώντας ένα κοινωνικό και πολιτικό πλαίσιο-περιβάλλον του οποίου ήταν μέρος και μέσα στο οποίο γίνονταν πολιτική και με τα όπλα 19. Η αλλαγή του παραδείγματος-προτύπου είναι ορατή και κυρίως στην τηλεοπτική δημοσιογραφία, η οποία εγκαινιάζει, χρησιμοποιώντας τον ορισμό του De Luna, την «τηλεόραση του πόνου». Το 1989 ο Enzo Biagi, απαντώντας στη χήρα του δικαστή Terranova που σκοτώθηκε από τη μαφία, που εξέφραζε κριτική και λύπη για την επιλογή του δημοσιογράφου για συνέντευξη από τον Luciano Liggio, έλεγε: «Μοιράζομαι τον πόνο της κυρίας Terranova και του γιου του αξιωματικού Mancuso. Αλλά δεν είναι καθήκον των οικογενειών των θυμάτων να ορίζουν τι είναι σωστό και τι όχι να γίνεται στην τηλεόραση 20 ». 18 χρόνια μετά, το 2007, ο Corrado Augias καλωσόριζε την έκκληση των συγγενών των νεκρών στη Via Fani και του Giorgio Napolitano, «που είχαν φρικάρει 21 » για μια συνέντευξη που μεταδόθηκε στην τηλεόραση του πρώην ταξιαρχίτη διαχωρισμένου Alberto Franceschini που γυρίστηκε στη Via Fani. Μια τηλεόραση στην οποία ούτε καν ο Sergio Zavoli, συγγραφέας του Η νύχτα της Δημοκρατίας-La notte della Repubblica, θα έβρισκε πλέον χώρο.

Πάντα κατά την πρώτη γιορτή της ημέρας αφιερωμένης στα θύματα της τρομοκρατίας, ο τότε πρόεδρος της Δημοκρατίας, Giorgio Napolitano, ο οποίος έζησε το σύνολο και διαδραμάτισε ηγετικό ρόλο στην πολιτική της δεκαετίας του ’70, δήλωνε την ανάγκη να «δοθεί φωνή όχι σε όσους πυροδότησαν την τρομοκρατική βία, αλλά σε εκείνους που την υπέφεραν 22 ». Εάν μείνουμε στην περίοδο που υποδεικνύεται από τον Napolitano, δηλαδή από το 1969 έως τα μέσα της δεκαετίας του ’80, τα δεδομένα της κοινής μνήμης και εκείνα της Ιστορίας αποκλίνουν. Για την Ιστορία, δύσκολα μπορούμε να βεβαιώσουμε ότι οι ένοπλοι σχηματισμοί πυροδότησαν την τρομοκρατική βία, ειδικά εάν σιωπήσουμε αναφορικά με το πολιτικό και κοινωνικό πλαίσιο και το περιβάλλον που βρίσκεται στην απαρχή της γέννησή τους. Το γεγονός που επιταχύνει το σχηματισμό των ένοπλων ομάδων, σύμφωνα με τις δηλώσεις εκείνων που αγωνίστηκαν σε αυτές και με μια εδραιωμένη ιστοριογραφία, είναι η σφαγή της 12ης δεκεμβρίου 1969 η οποία, πρέπει να θυμόμαστε, έρχεται στο τέλος ενός έτους που κατέγραψε τον μεγαλύτερο αριθμό ωρών απεργιών (250 εκατομμύρια συνολικά, λαμβάνοντας υπόψη όλες τις κατηγορίες) και ένα επίπεδο συγκρουσιμότητας των εργατών που ούτε τα συνδικάτα, ούτε τα αριστερά κόμματα κατάφερναν να συγκρατήσουν. Το πρώτο θύμα στα χέρια μιας ένοπλης ομάδας έλαβε χώρα στη Γένοβα το 1971, κατά τη διάρκεια ληστείας από την Banda XXII Ottobre. Ο πρώτος πολιτικός φόνος είναι εκείνος του αστυνομικού κομισάριου Calabresi (1972), που θεωρήθηκε υπεύθυνος για το θάνατο του αναρχικού Giuseppe Pinelli, ο οποίος εκπαραθυρώθηκε από το αστυνομικό τμήμα ενώ ανακρίνονταν ως ύποπτος δράστης της σφαγής της piazza Fontana. Η δολοφονία του Calabresi, την ευθύνη της οποίας δεν ανέλαβε ποτέ καμία οργάνωση, θα αποδοθεί πολλά χρόνια αργότερα από ένα δικαστήριο στην Lotta Continua. Η πρώτη σχεδιασμένη εκτέλεση της οποίας την ευθύνη ανέλαβαν οι κόκκινες Ταξιαρχίες είναι του 1976.

Αλλά ο Napolitano λέει και άλλα: «Όσοι έχουν διευθετήσει τους λογαριασμούς τους με τη δικαιοσύνη έχουν το δικαίωμα να επανενταχθούν στην κοινωνία, αλλά με διακριτικότητα και μέτρο και να μην ξεχνούν ποτέ τις ηθικές τους ευθύνες ακόμα κι ας μην είναι πλέον ποινικές 23 ». Για το θυματοποιητικό πρότυπο, ο «δήμιος» δεν επιστρέφει, αφού έχει εκτίσει την ποινή του, στις λειτουργίες που έχουν ρυθμιστεί από τους νόμους του δημοκρατικού Κράτους, να είναι ένας ελεύθερος πολίτης, αλλά υποχρεούται σε μια μόνιμη κατάσταση σιωπής, λόγω ηθικών ευθυνών ακατάσβεστων, οι οποίες συνεπώς δείχνουν ένα άδειασμα των κανόνων δικαίου. Το επιβεβαιώνει η αποκαταστατική δικαιοσύνη, χρησιμοποιώντας μορφές φαινομενικά πιο ανοιχτές και συμφιλιωτικές σε σχέση με τις αυταρχικές εκείνες που εκφράστηκαν κυρίως από τις ενώσεις των θυμάτων και ενισχύθηκαν από το επικοινωνιακό σύστημα που θα επιθυμούσε ένα είδος πολιτικής ισόβιας ποινής για τους «δημίους» του ένοπλου αγώνα, αλλά στην πραγματικότητα πιο ύπουλες λόγω των επιπτώσεων που παρουσιάζουν. Η αποκαταστατική δικαιοσύνη επιβεβαιώνει, θέτοντας τις βάσεις για το άδειασμα και την υπέρβαση της αμεροληψίας του δικαίου, πως η εξιλέωση μιας ποινικής τιμωρίας είναι ανεπαρκής απάντηση στο πένθος των θυμάτων, δεν εκπληρώνει το αίτημα για δικαιοσύνη, δεν επιτρέπει την ενσωμάτωση στη μήτρα της κοινότητας και την επανεκπαίδευση που το άρθρο 27 του Συντάγματος αποδίδει στην τιμωρία ως στόχο, στον επίσημο εορτασμό της δύναμης της δημοκρατίας 24 », όπως γράφει ο Luigi Manconi. Μέσα σε αυτό τον χώρο δίδεται ο λόγος, η αποκατάσταση επιτρέπεται, για να χρησιμοποιήσουμε μια έκφραση που χρησιμοποιήθηκε από τον Giancarlo Caselli, σε εκείνους που «έχουν συνειδητοποιήσει τον παραλογισμό τους». Μπορούν να μιλήσουν χρησιμοποιώντας επικυρωμένα λόγια σε έναν εγκεκριμένο χώρο, ή για να λέμε καλύτερα, σε έναν νέο χώρο φυλακισμένο, μέσα σε μια αφήγηση που αποσκοπεί στο να επιβεβαιώσει εκείνη την ανάγνωση σύμφωνα με την οποία μέρος μιας γενιάς, οδηγούμενης από εγκληματική τρέλα και μια αιματηρή ιδεολογία, έθεσε σε κίνδυνο, για μια στιγμή, τις αντοχές του «δημοκρατικού Κράτους». Τόσο στην πρώτη όσο και στη δεύτερη περίπτωση, εκτός από το άδειασμα του δικαίου, ήμαστε μπροστά σε μια διαδρομή κληρικο-μετανοούσα και μια επιχείρηση κατασκευής κοινής μνήμης, σκοπός της οποίας είναι να αρνηθεί και να εξαλείψει το συγκρουσιακό πολιτικό σχέδιο που έχει εγγραφεί στην ιστορία. Μια περαιτέρω εμπεριστατωμένη μελέτη των εγγενών επιπτώσεων της διάστασης, όπου η ανταλλαγή μεταξύ της αναθεώρησης της καταδίκης και της ιδεολογικής αναθεώρησης είναι ενεργή προσκόλληση-συγκατάθεση στην κοινή μνήμη, με αποτέλεσμα να επηρεάζει και να διαστρεβλώνει την ανάγνωση της ιστορίας.

Μεταξύ 2006 και 2009, κατασκευάζονταν κομμάτι με κομμάτι, το μονοπώλιο του λόγου, και της ιστορίας, των θυμάτων του ένοπλου αγώνα, αρνούμενοι τη νομιμότητα της ύπαρξης των αναμνήσεων του ένοπλου αγώνα, και όχι μόνο εκείνων που δεν συμμορφώνονται με την κοινή μνήμη.Οι κύριοι πρωταγωνιστές του ένοπλου αγώνα δεν είχαν δικαίωμα να γράφουν και, πάνω απ ‘όλα, να δημοσιεύουν και να συζητούν σε δημόσιους χώρους, βροντούσε η ιταλική διανόηση από τις σελίδες των κυριότερων εφημερίδων 25. Στους πρώην μαχητές αντιτάσσονταν, σε μια μεγάλη εκστρατεία επικοινωνιακή / διαφημιστική, και πάνω από όλα ιδεολογική, από τις σελίδες των μεγάλων εφημερίδων, οι εκδόσεις των «διάσημων» παιδιών των θυμάτων, από τον Tobagi έως τον Calabresi, στην Rossa, τα βιβλία των οποίων έγιναν η νέα παράμετρος για να μπορούμε να μιλήσουμε για τα χρόνια του ’70. Ονόματα που κατέχουν σημαντικές θέσεις στον πολιτικό και δημοσιογραφικό κόσμο, που έχουν στη διάθεση τους ενώσεις, τα οποία έχουν μετατραπεί σε εξουσιοδοτημένους αποδέκτες της αφήγησης των «χρόνων του μολυβιού», ακριβώς δυνάμει της ταυτότητάς τους ως συγγενών των θυμάτων της «τρομοκρατίας». Όταν δίνεται στο θύμα η εξουσία της λογοκρισίας και του μονοπωλίου του λόγου, απορρίπτεται η ταυτότητά του ως θύμα. Το θύμα γίνεται άσκηση ενός επαγγέλματος λογοκριτικού, που προστατεύεται από το κέλυφος μιας υποτιθέμενης ανώτερης ηθικής.

Το θύμα και η οικογένεια του θύματος, καθαγιασμένοι στην επίσημη τελετουργία της ημέρας μνήμης, θεσμοθετημένοι από τον δημόσιο λόγο, θεαματοποιημένοι επικοινωνιακά, φτάνουν στην πραγματικότητα στο σημείο να ενσωματώνουν μια ανώτερη ηθική. Ο λόγος τους, ανεξάρτητα από το αν είναι σωστός σε σχέση με τα γεγονότα ή τους ανθρώπους για τους οποίους μιλά, και η θέση τους που εκφράζει απόλυτη δημόσια εκδηλωμένη στενοχώρια και πόνο, γίνεται απρόσβλητος, η κριτική καθίσταται βρισιά, προσβολή. Φτάνει κάτι πολύ λιγότερο από την κριτική, φτάνει σήμερα και μόνο το γεγονός να κατατίθεται ένας άλλος λόγος που να ξεφεύγει από τη ρητορική του πόνου και της καταδίκης του κακού, ώστε να ξεσπάσει η λογοκρισία και η δημόσια αποδοκιμασία που επιβάλλεται επικοινωνιακά, ακόμη και το άνοιγμα αρχείων – ακόμη και χωρίς την υπόθεση τέλεσης αδικήματος – από πλευράς εισαγγελιών, οι καταγγελίες ενώπιον των δικαστηρίων από τις ενώσεις των θυμάτων της τρομοκρατίας 26. Ακόμη και η συμμετοχή στην κηδεία ενός ταξιαρχίτη διαμορφώνεται ως δυνητικό έγκλημα και κοστίζει την κατηγορία της υποκίνησης εγκληματικών πράξεων. Είναι μια οργισμένη αγανάκτηση εκείνη που εξέφρασε η Benedetta Tobagi, με αφορμή το θάνατο του Prospero Gallinari, το 2013 – στου οποίου την κηδεία πήραν μέρος όχι μόνο οι σύντροφοι του, αλλά από αρκετές εκατοντάδες ανθρώπων, συμπεριλαμβανομένων πολλών νεαρών, για την « καθαγίαση σε πρωταγωνιστή της Ιστορίας «, για τους» θύλακες που αντιστέκονται σε ένα έδαφος κοινά αποδεκτών αξιών 27 ». Είναι κατανοητή, πάνω από όλα ανθρώπινη, από εκείνους που έχουν υποστεί προσωπικές απώλειες ή ταλαιπωρία πένθος και πόνο, μια αντίδραση αγανάκτησης και διαμαρτυρίας μπροστά στον υπεύθυνο για το θάνατο ενός μέλους της οικογένειας. Η έκφραση του μίσους, της εκδίκησης, της δυσαρέσκειας γίνεται κατανοητή και έχει το λόγο ύπαρξης ως προσωπικές και ιδιωτικές εκδηλώσεις του πόνου καθενός. Ανήκουν ακριβώς στην ιδιωτική σφαίρα. Και είναι εξίσου προφανές ότι ο ιδιωτικός πόνος, που μεταφέρεται στην δημόσια και θεσμοθετημένη σφαίρα, μετατρέπεται σε άσκηση λογοκρισιακής εξουσίας που δεν έχει καμία σχέση με το «σεβασμό προς τα θύματα» και τη μνήμη των θυμάτων, αλλά περισσότερο με ένα είδος σύγχρονου δικαστηρίου πολιτικού-επικοινωνιακού όπου οι «κοινές αξίες» είναι οι κυρίαρχες αξίες, χωρίς τη δυνατότητα κριτικής έκφρασης και διαφωνίας. Ο Franco Fortini το είχε εκφράσει σαφώς, ξεκάθαρα :

Οποιαδήποτε πνευματική και πολιτική δύναμη οργανώνεται ως αντίπαλη στους ήδη καθιερωμένους τρόπους έκφρασης των συμφερόντων και της θέλησης καταγγέλλεται αμέσως σαν συνεργός ή απολογητής ή εξομοιωτής της τρομοκρατίας. Οποιοσδήποτε ιστορικός ή θεωρητικός προβληματισμός σχετικά με το ρόλο και το νόημα της βίας μέσα στην ανθρώπινη ιστορία που δεν τελειώνει με τον εορτασμό και την εξύψωση, την εξύμνηση του καθεστώτος της κοινοβουλευτικής δημοκρατίας ως ανώτατης κορυφής-κορύφωσης της ανθρώπινης συνύπαρξης (και με την καταδίκη της αναζήτησης οποιουδήποτε άλλου τρόπου ή δρόμου) απορρίπτεται ως έργο διαφθοράς 28.

Είναι σαφές ότι είναι από τις πολιτικές σχέσεις εξουσίας, από τις πολιτικές ισορροπίες δυνάμεων, από τους κοινωνικούς ρόλους, από εκείνους που έχουν κερδίσει και από εκείνους που έχασαν, που το καθεστώς του θύματος είναι προσβάσιμο, επειδή τα θύματα δεν είναι όλα ίδια. Η διαφοροποίηση μεταξύ των αδύναμων θυμάτων και των ισχυρών θυμάτων, των υποκειμένων θυμάτων και των κυρίαρχων θυμάτων, και κατά συνέπεια μεταξύ των υποτελών αναμνήσεων και των κυρίαρχων αναμνήσεων, εξαρτάται από τις πολιτικές ισορροπίες δυνάμεων. Είναι πάρα πολύ τετριμμένο – και κατά βάθος είναι ακριβώς επάνω στην ανωριμότητα της ανάγνωσης και της ιστορικής κατανόησης που βασίζεται στην θυματοποιητική ιδεολογία – να επιβεβαιώνεται πως από την προοπτική που αναλαμβάνεται θα έχουν ένα διαφορετικό βάρος οι πολλές προλεταριακές σφαγές που είναι διάσπαρτες στην δημοκρατική ιστορία, οι τουφεκισμοί της αστυνομίας στους διαδηλωτές στις πλατείες, οι σφαγές – όταν ακόμη οι ΕΤ ήταν πολύ μακριά από το να υπάρχουν – και οι πεσόντες με στολή του Κράτους από τα χέρια των ΕΤ. Μια λογική που καταλήγει να καταπιεί μέσα της ακόμη και εκείνους που επικρίνουν τον θυματοποιητικό μηχανισμό, την στιγμή κατά την οποία παρουσιάζουν και αντιπαραβάλλουν θύματα στα θύματα, δίνοντάς τους τροφή και αναγνώριση ως ερμηνευτική και αξιολογική κατηγορία που οδηγεί στο ίδιο αποτέλεσμα της παγίωσης της αίσθησης και της ιστορικής και πολιτικής κατανόησης. Υπάρχουν θύματα και δολοφόνοι εκεί όπου δεν υπάρχει μια σύγκρουση. Και ότι για ένα διάστημα είκοσι χρόνων υπήρξε μια κοινωνική σύγκρουση εντός της οποίας και ο ένοπλος αγώνας βρήκε χώρο είναι εγγεγραμμένο στην Ιστορία, το λεν οι αριθμοί, οι νεκροί στα αντιτιθέμενα μέτωπα, οι ειδικοί νόμοι, η ειδική φυλακή, τα βασανιστήρια, οι εξόριστοι. Να ξεχνάμε ότι το κράτος έχει κάνει τις οικογένειες των θυμάτων της σφαγής της Πιάτσα Φοντάνα να πληρώσουν τις δικαστικές δαπάνες χωρίς καν να τους δώσουν μια δικαστική αλήθεια σίγουρα δεν μπορούμε, δεν γίνεται. Και αν η δικαστική αλήθεια δεν έχει πλέον πολύ νόημα σήμερα, είναι σημαντική αντίθετα μια ιστορική αλήθεια. Η οποία δεν μπορεί να εφαρμοστεί εάν η Ιστορία διαβάζεται ως σύγκρουση μεταξύ καλού και κακού – όπου το καλό και τα θύματα συμπίπτουν με τις αξίες που επιβάλλονται ως κυρίαρχες, και είναι τέτοιες ακριβώς επειδή είναι το αποτέλεσμα της πολιτικής και κοινωνικής ισορροπίας δυνάμεων που καθορίστηκε από το αποτέλεσμα των συγκρούσεων – , εάν η Ιστορία χρησιμοποιείται για τη θεσμοθέτηση της μνησικακίας, ως κοινωνική και πολιτική εκδίκηση των νικητών. Δεν είναι μια ιταλική ιδιαιτερότητα, είναι η ιδεολογική βάση του νεοφιλελευθερισμού και ο σκοπός της είναι ακριβώς να απομακρύνει την αντιπαλότητα , να διώξει την συγκρουσιακή διάθεση που βρίσκεται στην ιστορία και την πολιτική, αποπολιτικοποιώντας την. Αλλά η Ιταλία προηγήθηκε των καιρών σε αυτή την περίπτωση, αμφισβητώντας, αρνούμενη επανειλημμένα την πολιτική διάσταση εκείνης της σύγκρουσης: κατά την διάρκεια της ανάπτυξής της, με την πολιτική της αποφασιστικότητας, στην κατάληξη, με τον διαχωρισμό και τη λύση της «εξατομικευμένης εξόδου», απαλλασσόμενη του προβλήματος των πολιτικών κρατουμένων χωρίς να αναλαμβάνει ένα μέτρο πολιτικής φύσεως στο τέλος μιας εποχής πολιτικά και ιστορικά ολοκληρωμένης, και τέλος, σε αυτά τα τελευταία χρόνια, προσπαθώντας να διαγράψει τη μνήμη εκείνης της σύγκρουσης με την θυματοποιημένη αφήγηση και να αφαιρέσει την αυθεντικότητά της με αυτή τη μεγάλη «ψεύτικη αφήγηση» – « fake narration » που είναι η διετρολογία-συνωμοσιολογία. Να αφαιρέσουν το λόγο, και την ιστορία, σε αυτούς που υπήρξαν οι πρωταγωνιστές μιας κοινωνικής σύγκρουσης, της οποίας ο ένοπλος αγώνας ήταν αναπόσπαστο μέρος, είναι μια εξαιρετικά ιδεολογική επιχείρηση, τέλεια για να κρύβει αυτό που δεν μπορεί να σιγήσει από την άποψη της ιστορίας, στο επίπεδο της ιστορίας και που επανεμφανίζεται κάθε φορά που πλησιάζουμε στις πηγές της ιστορίας. Η μνήμη – η άμεση μαρτυρία αυτών που ενσάρκωσαν εκείνη τη σύγκρουση – είναι μία από τις πηγές για την ανασυγκρότηση της ιστορίας, και η ιστοριογραφική έρευνα μπορεί να αγνοηθεί από τη μνήμη των παιδιών και των εγγονών των θυμάτων, να είναι ανεξάρτητη από αυτές τις μνήμες, αλλά δεν μπορεί να κάνει χωρίς τις αναμνήσεις των «εκτελεστών, των δημίων». Για την Ιστορία, η ύπαρξη μιας πληθώρας αναμνήσεων, μαρτύρων των γεγονότων, σε σύγκρουση μεταξύ τους, είναι απαραίτητη για την ανακατασκευή, την κατανόηση και την αποτίμηση της κοινωνικής πολυπλοκότητας και των φαινομένων που αυτή δημιούργησε, των σχέσεων δύναμης παρόντων σε συγκεκριμένες περιστάσεις και εποχές, απαραίτητων για την ιστορική γνώση. Και όσο περισσότερο επεκτείνεται και εμβαθύνεται η μελέτη του κοινωνικού περιβάλλοντος της περιόδου, των ιστοριών, των πολιτικών διαδρομών των μαχητών των ένοπλων οργανώσεων, με άλλα λόγια, όσο περισσότερο απομακρύνεται μια ιστορική περίοδος από την «κανονικοποίηση» κάτω από την οποία συμπιέστηκε, τόσο περισσότερο πέφτουν τα κλισέ, οι κοινοτοπίες μέσα στις οποίες όλη εκείνη η εποχή των αγώνων – και των κατακτήσεων που έχουν σχεδόν ολοκληρωτικά διαγραφεί σήμερα – περιορίστηκε.

Για τη σύγκρουση μεταξύ καλού και κακού, μεταξύ θύματος και δημίου, για το θυματοποιητικό παράδειγμα, όλα αυτά είναι άχρηστα, Η Ιστορία είναι άχρηστη, δεν χρειάζεται: αντιθέτως, είναι ένα πρόβλημα.

Silvia De Bernardinis

α]. διετρολογία  – Στην πολιτική και δημοσιογραφική γλώσσα δείχνει, με πολεμικό τόνο, την τάση, των λεγόμενων διετρολόγων, να αποδίδουν στα γεγονότα της δημόσιας ζωής αιτίες διαφορετικές από εκείνες τις δηλωμένες ή προφανείς, συχνά υποθέτοντας μυστικούς λόγους και αιτιάσεις, με την αξίωση ότι γνωρίζουν τι πραγματικά «στέκεται πίσω» σε κάθε μεμονωμένο γεγονός.

1 Δες AaVv., La mappa perduta-ο χαμένος χάρτης, Roma, Sensibili alle foglie, 1994 και Steccanella Davide, Τα χρόνια του ένοπλου αγώνα-Gli anni della lotta armata, Milano, Bietti, 2018.

2 De luna Giovanni, « Tribunale speciale per la difesa dello Stato-ειδικό Δικαστήριο για την υπεράσπιση του Κράτους », στο De Grazia Victoria, Luzzatto Sergio (dir.),Dizionario del fascismo-Λεξικό του φασισμού, Torino, Einaudi, 2003, vol. 2, p. 739.

3 Agamben Giorgio, « Cattive memorie-Κακές αναμνήσεις », Il Manifesto, 23 δεκεμβρίου 1997.

4 Τα παραδείγματα είναι πολυάριθμα, αναφέρω ένα πρόσφατο και εμβληματικό από την Anna Maria Vinci η οποία, αναφερόμενη στη σπουδαιότητα της μελέτης των πηγών, καταλήγει ως εξής: «Επομένως δεν ασκεί καμία μορφή «ταξιαρχίτικου υποκειμενισμού» αυτός που προσεγγίζει στην διαστρεβλωμένη και σκοτεινή πρόζα εκείνων των ανατρεπτικών κινημάτων: είναι ένα αναγκαίο πέρασμα που απαιτεί, μεταξύ άλλων, μια σημαντική κριτική προσπάθεια (και υπομονή). Οι μηρυκασμοί που δεν διαβάζονται πολλών από τις πηγές που αναφέρθηκαν αξίζουν, πράγματι, μια μη αποστασιοποιημένη αξιολόγηση του λεξιλογίου μιας γενιάς, στη συνεύρεση και / ή στη σύγκρουση μεταξύ ιδιωτικού και δημόσιου, ανάμεσα στο «οικογενειακό λεξικό» και τον πολιτικό λόγο «, Battelli Giuseppe, Vinci Anna Maria, Parole e violenza politica. Gli anni Settanta nel Novecento italiano-Λόγια και πολιτική βία. Η δεκαετία του ’70 στον ιταλικό εικοστό αιώνα, Roma, Carocci Editore, 2013, p. 21.

5 Συζήτηση του νομοσχεδίου: S. 1003 – Γερουσιαστές Rossa και άλλοι: Δημιουργία της «Ημέρας της Μνήμης» αφιερωμένης στα θύματα της τρομοκρατίας και των σφαγών αυτής της μήτρας (Εγκρίθηκε από τη μόνιμη Επιτροπή της Γερουσίας) (Α.C.2489), και των προτεινόμενων νόμων Ascierto , Angela Napoli , Zanella και άλλοι , Zanotti και άλλοι (A.C. 1071136119952007), Συνεδρίαση n. 150, 2 μάιος 2007, στο

http://documenti.camera.it/apps/nir/getRiferimentiNormativi.aspx?base=1&blnDea=0&strURL=http://documenti.camera.it/leg15/resoconti/assemblea/html/sed0150/stenografico.htm

6 D’Antona Olga, Ibid, Ίδια αναφορά

7 Σύμφωνα με τα στοιχεία που υπάρχουν στο The Lost Map- La mappa perduta-Ο χαμένος χάρτης, τα θύματα των ένοπλων οργανώσεων της αριστεράς ήταν 128, εκ των οποίων περισσότεροι από τους μισούς ήταν της Αστυνομίας του Κράτους (38), των Carabinieri (21), της ιδιωτικής αστυνομίας (10), της σωφρονιστικής αστυνομίας (8), των ενόπλων δυνάμεων (2) , του δικαστικού σώματος (8), πολιτικών (6).

8 Sommier Isabelle, Pentimento e dissociazione. Fine degli anni di piombo in Italia ?, Μετάνοια και διάσταση. Τέλος των ετών μολυβιού στην Ιταλία ;, στο http://www.bellaciao.org/it/spip.php?article3213

9 Patruno Roberto, « Primo sconto per i dissociati BR »,«Πρώτη έκπτωση για τους διαχωρισμένους BR», La Repubblica, 12 μαρτίου 1987.

10 Η πρώτη περίπτωση κατά την οποία ένα δικαστήριο επιτήρησης απευθύνθηκε στην Ένωση θυμάτων ήταν εκείνη του Vincenzo Acella, BR που διαχώρισε τη θέση του το 1999.

11 Tarantelli Maria Cristina, « Vittime e carnefici- Θύματα και δήμιοι», La Repubblica, 21 ιανουαρίου 1988.

12 Ο Cesare Salvi, επικεφαλής του τμήματος Δικαιοσύνης του PCI, δήλωνε: «Οι οικογένειες των θυμάτων δεν μπορούν να αποτελούν εμπορεύματα ανταλλαγής. Είναι ντροπιαστικό το γεγονός ότι το Κράτος δεν έχει εκπληρώσει τα καθήκοντά του απέναντι τους, αλλά αυτό δεν έχει καμία σχέση με τις συζητούμενες πρωτοβουλίες. Πρέπει να ακούσουμε τη φωνή τους, αλλά δεν μπορούμε να ξεφορτωθούμε στους ώμους τους αυτό που είναι δουλειά του κράτους », M.S.,« Το ΚΚΙ- PCI ζητάει σαφήνεια », La Repubblica, 28 Ιανουαρίου 1988.

13 Tarantelli Maria Cristina, « Έτσι το Κράτος προστατεύει τους τρομοκράτες αλλά δεν φροντίζει τα θύματα », La Repubblica, 21 ιουλίου 1989.

14 Fortini Franco, « Non è solo a voi che sto parlando-Δεν είναι μόνο σε εσάς που μιλώ », στις Απείθειες ΙΙ– Disobbedienze II, Roma, Il Manifesto Libri-Βιβλία, 1996.

15 Σε μια διαμάχη με τον τότε πρόεδρο της χριστιανοδημοκρατίας DC, Ciriaco De Mita, και με τον Υπουργό Χάρης και Δικαιοσύνης, Martelli, ο Francesco Cossiga δήλωνε: «μόνο όσοι πολέμησαν τον πόλεμο μπορούν να ζητήσουν ειρήνη», στο Rizzo Renato, «Αγαπητέ Martelli, δεν είμαστε παιδάκια »La Stampa, 18 αυγούστου 1991.

16 Διάβασε 3 αυγούστου 2004, n. 206, Νέοι κανόνες υπέρ των θυμάτων της τρομοκρατίας και των σφαγών αυτής της μήτρας – Nuove norme in favore delle vittime del terrorismo e delle stragi di tale matrice.

17 Cfr. Giglioli Daniele, Critica della vittima-Κριτική του θύματος, Milano, Nottetempo, 2014.

18 Ο αριθμός των θυμάτων, για την περίοδο από το 1969 έως το 1982, είναι 351, σύμφωνα με τα στοιχεία που ανακοίνωσαν οι Dalla PortaDonatella, Rossi Maurizio, Σκληροί αριθμοί. Απολογισμός της ιταλικής τρομοκρατίας-Cifre crudeli. Bilancio dei terrorismi italiani, Μπολόνια, Ερευνητικό υλικό του Ινστιτούτου Cattaneo, 1984. Πιο συγκεκριμένα του ένοπλου αγώνα, σύμφωνα με τα στοιχεία που συλλέχθηκαν από την Progetto Memoria- Σχέδιο Μνήμης,τα θύματα που προκλήθηκαν από τους ένοπλους σχηματισμούς της αριστεράς ήταν 128 , από αυτά τα 72 προκλήθηκαν από τις δράσεις των BR όσον αφορά την περίοδο 1970-1988. Εάν εξετάσουμε την περίοδο 1970-1981 – από την ίδρυση της οργάνωσης έως την πρώτη διάσπαση της φάλαγγας Walter Alasia – τα θύματα είναι 48. Στη συνέχεια, 6 θάνατοι προκλήθηκαν από δράσεις της W. Alasia (1981-1983), 12 από τις BR-PG (μεταξύ απριλίου 1981 και οκτωβρίου 1982), 6 από τις BR-PCC (από το 1981 έως το 1988 ), βλ Ο χαμένος χάρτης-La mappa perdutaop. cit.

19 Cfr. Balzerani Barbara, Compagna luna-Συντρόφισσα Σελήνη, Roma, DeriveApprodi, 1998, p. 125-133.

20 Bolzoni Attilio, « Quell’infame discorso di Liggio-Εκείνη η βρώμικη ομιλία του Liggio », La Repubblica, 23 μαρτίου 1989.

21 Augias Corrado, « Να ακούμε τους δολοφόνους των αγαπημένων μας στην τηλεόραση », La Repubblica, 9 μαρτίου 2007.

22 Napolitano Giorgio, Ομιλία του Προέδρου της Δημοκρατίας Giorgio Napolitano στην Ημέρα Μνήμης αφιερωμένη στα θύματα της τρομοκρατίας, Palazzo del Quirinale, 9 μαΐου 2008, in http://presidenti.quirinale.it/elementi/Continua.aspx?tipo=Discorso&key=1246

23 Ibid.

24 Manconi Luigi, Graziani Federica, « Η δίκαιος χωρισμός από το βάρος  εκείνων των χρόνων-Il giusto congedo dal peso di quegli anni », Il Manifesto, 24 ιανουαρίου 2017.

25 Υπό την έννοια αυτή, ο Antonio Tabucchi ήταν πρόδρομος το 1998, με μια παρέμβαση λογοκρισίας, από τις σελίδες της Corriere della Sera, εναντίον του βιβλίου της Barbara Balzerani, Compagna Luna-Συντρόφισσα Σελήνη, που εκδόθηκε από τον οίκο Feltrinelli, και δικό του εκδοτικό οίκο, στον οποίο έστειλε τελεσίγραφο, απαιτώντας από αυτόν να επιλέξει μεταξύ της παραμονής της Balzerani ή του ιδίου. Και αυτή η απειλή έληξε υπέρ αυτού.

26 Αυτό που συνέβη με τη Barbara Balzerani όταν είπε ότι εκείνο του θύματος είναι ένα λογοκριτικό επάγγελμα με την ευκαιρία της παρουσίασης ενός από τα βιβλία της στο Centro Popolare Autogestito-Λαϊκό Αυτοδιαχειριζόμενο Κέντρο (CPA) στη Φλωρεντία στις 16 μαρτίου 2018. Με την ευκαιρία αυτή το όλο γεγονός γυρίστηκε χωρίς άδεια , με κρυφές κάμερες, και μετά μεταδόθηκε σε ένα τηλεοπτικό πρόγραμμα με σκοπό να προκαλέσει εντυπώσεις.

27 Tobagi Benedetta, « Se il carceriere di Moro diventa eroe sul web- Αν ο δεσμοφύλακας του Moro γίνεται ήρωας στον ιστό», La Repubblica, 15 ιανουαρίου 2013, e Id., « Irriducibili. Perché gli ultimi terroristi fanno ancora discutere- Αμετακίνητοι. Γιατί οι τελευταίοι τρομοκράτες εξακολουθούν να συζητιούνται», La Repubblica, 24 ιανουαρίου 2013.

28 Fortini Franco, Non è solo a voi che sto parlandoop. cit., p. 37-38. Δεν είναι μόνο σε εσάς που μιλώ

 

Un contributo sul “Paradigma vittimario”

σύγχρονα κινήματα, movimenti di oggi

ΑΔΕΙΑ ΤΩΡΑ ΣΤΟΝ ΑΠΕΡΓΟ ΠΕΙΝΑΣ ΔΗΜΗΤΡΗ ΚΟΥΦΟΝΤΙΝΑ

Ως ελάχιστη ένδειξη αλληλεγγύης στον αγωνιστή απεργό πείνας Δημήτρη Κουφοντίνα, κολλήσαμε την παρακάτω αφίσα στην πόλη της Καβάλας και κρεμάσαμε πανό στο Πάρκο Φαλήρου.

ΜΕΧΡΙ ΤΟ ΓΚΡΕΜΙΣΜΑ ΚΑΘΕ ΦΥΛΑΚΗΣ

ΑΜΕΣΗ ΧΟΡΗΓΗΣΗ ΑΔΕΙΑΣ ΣΤΟΝ Δ. ΚΟΥΦΟΝΤΙΝΑ

This entry was posted on Friday, May 10th, 2019 at 1:40 am and is filed under ΑλληλεγγύηΑντίστασηΑυτόνομο Στέκι,Ενοπλοι Αντάρτες – ΕπαναστάτεςΚαταστολήΠολιτικοί κρατούμενοιΦυλακές-Φυλακισμένοι.

ΑΔΕΙΑ ΤΩΡΑ ΣΤΟΝ ΑΠΕΡΓΟ ΠΕΙΝΑΣ ΔΗΜΗΤΡΗ ΚΟΥΦΟΝΤΙΝΑ

Δημήτρης Κουφοντίνας: Μέχρι το τέλος – Οι δικαστές λειτούργησαν σαν πρωτοδίκες του εμφυλίου! – Ο λόγος τώρα στον κόσμο του αγώνα για να μην επιτρέψει να εκτελεστεί μια θανατική καταδίκη ενός αγωνιστή.

Από ΒΑΘΥ ΚΟΚΚΙΝΟ , Παρασκευή, 10 Μαΐου 2019 | 6:47 μ.μ.

Παγωμάρα επικράτησε αρχικά,σε αρκετό κόσμο, για να την διαδεχθεί η οργή, όταν έγινε γνωστό ότι οι δικαστές Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Βόλου υπέγραψαν την θανατική καταδίκη του Δημήτρη Κουφοντίνα αφού απέρριψαν το αίτημα του απεργού πείνας για άδεια απ’ τις φυλακές.

Και ο λόγος που επικαλέστηκαν είναι ξεκάθαρος. ΔΕΝ ΥΠΟΓΡΑΦΕΙ ΔΗΛΩΣΗ ΜΕΤΑΝΟΙΑΣ.
‘Η διαφορετικά όμως το αναφέρουν στο σκεπτικό -που σημειωτέον ήταν ομόφωνο-  ο απεργός πείνας έχει δείξει «παντελής και απολύτως συνειδητή έλλειψη οποιασδήποτε μεταμέλειας» και συνεπώς «δεν είναι πρόθυμος να αλλάξει στάση ζωής».

Σύμφωνα με την ειδησεογραφία: ταυτόχρονα, από τους δικαστές συνεντιμήθηκε και το γεγονός ότι ο Δ. Κουφοντίνας «καλεί σε συμπαράσταση και αλληλεγγύη προς υποστήριξη του αγώνα του για τη λήψη άδειας εξόδου από το σωφρονιστικό κατάστημα και ομάδες εκτός της φυλακής, αμφισβητήσιμης νομιμότητας, αναφερόμενος και πάλι στο κόκκινο νήμα της ζωής, που από το μέσο άνθρωπο δύναται να ερμηνευθεί και ως «αίμα».

Μάλιστα, σε αυτό το πλαίσιο εντάσσουν και την τελευταία ανάρτηση ηγετικού στελέχους του Ρουβίκωνα , ενόψει της δικής του κρίσης για την υπόθεση.

Και το σκεπτικό των δικαστών υπογραμμίζει: Ενόψει και των ανωτέρω δηλώσεων παρέπεται ότι ο ως άνω κατάδικοςδεν είναι πρόθυμος να αλλάξει στάση ζωής, αλλά εμμένει στην άποψή του περί ένοπλης ανατροπής του «κρατικού μονοπωλίου της βίας» και άρα καθιστά εναργές ότι ευκαιρίας δοθείσης, δεν αποκλείεται να τελέσει και νέες αξιόποινες πράξεις ιδιαίτερης απαξίας.
Περαιτέρω, καλεί σε συμπαράσταση και αλληλεγγύη προς υποστήριξη του αγώνα του για τη λήψη άδειας εξόδου από το σωφρονιστικό κατάστημα και ομάδες εκτός της φυλακής, αμφισβητήσιμης νομιμότητας, αναφερόμενος και πάλι στο κόκκινο νήμα της ζωής, που από το μέσο άνθρωπο δύναται να ερμηνευθεί και ως «αίμα».

Ο λόγος τώρα στον κόσμο του αγώνα για να μην επιτρέψει να εκτελεστεί μια θανατική καταδίκη ενός αγωνιστή.

Δημήτρης Κουφοντίνας: Μέχρι το τέλος

Μόλις έμαθε την απόρριψη του αιτήματός του για κανονική άδεια από το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Βόλου, ο Δημήτρης Κουφοντίνας διεμήνυσε μέσω της συνηγόρου του τα εξής:

«Δεν λειτούργησαν ως δικαστές δημοκρατίας, αλλά ως πρωτοδίκες εμφυλίου. Ανέλαβαν, ως απρόσωπος κρατικός μηχανισμός, την εκτέλεση της εντολής από την κυβέρνηση, τη γνωστή οικογένεια και την πρεσβεία που διαφεντεύει τη χώρα.

Το θέμα δεν αφορά πια μια ατομική άδεια, αλλά την επίθεση στο δικαίωμα του λόγου και της έκφρασης, στα δικαιώματα του κρατούμενου, στα δικαιώματα του λαού. Πέραν αυτών, είναι και ζήτημα αγωνιστικής αξιοπρέπειας.

Η απεργία πείνας είναι ύστατο μέσο πάλης, είναι το μέσο που τίμησαν με τους αγώνες και τις θυσίες τους τόσοι και τόσοι αγωνιστές, παλεύοντας μέχρι το τέλος. Θα ήμουν πολύ μικρός αν δεν ακολουθούσα μέχρι το τέλος αυτόν τον μεγάλο δρόμο.

Γι’ αυτό συνεχίζω την απεργία πείνας, μέχρι τη δικαίωση ή μέχρι το τέλος.

Αρνούμαι κάθε ιατρική βοήθεια και απαλλάσσω τους αγαπημένους μου από την ευθύνη της απόφασης να με επαναφέρουν οι γιατροί σε περίπτωση που χάσω τη συνείδηση.

Ευχαριστώ τις συντρόφισσες και τους συντρόφους και κάθε προοδευτικό άνθρωπο που στέκεται κοντά όχι σε εμένα αλλά σε μια δίκαιη υπόθεση.

Δημήτρης Κουφοντίνας

2ο υπόγειο Νοσοκομείου Βόλου

10 Μάη του 2019».

Μ. Καλογήρου, υπουργός Δικαιοσύνης: Οι δικαστές λαμβάνουν αποφάσεις καθ’ υπαγόρευση της πολιτικής εξουσία. – Με αφορμή την εξέλιξη στην απεργία πείνας του Δ. Κουφοντίνα

Από giorgis , Παρασκευή, 10 Μαΐου 2019 | 9:17 μ.μ.

Του Γ. Γ.

 «Γιατί έγινε αυτή η παρανομία; Μα επειδή μπορούν να την κάνουν. Η Δικαιοσύνη επιτρέπει στον εαυτό της να προβαίνει σε τέτοιου είδους πράξεις. Ίσως γιατί η εικαζόμενη βούληση της εκτελεστικής εξουσίας της το επιβάλλει». 

Ποιος δήλωνε τα παραπάνω; Συγκρατηθείτε. Είναι δηλώσεις του σημερινού υπουργού «Δικαιοσύνης» Μιχάλη Καλογήρου, την εποχή που σαν δικηγόρος  υπερασπιζόταν τον Κώστα Σακκά
(Ο εντολές του Καλογήρου είχε κατηγορηθεί σαν μέλος των «Πυρήνων της Φωτιάς). Βρισκόμενος τότε φυλακισμένος ο Κ. Σακκάς, είχε προχωρήσει σε απεργία πείνας σαν ένδειξη διαμαρτυρίας για την παράταση της προσωρινής του κράτησης για έξι μήνες ενώ είχε συμπληρώσει το ανώτατο όριο της προφυλάκισης και δεν είχε ακόμη δικαστεί.

Με δυο λόγια ο σημερινός υπουργός ΣΥΡΙΖΑ είχε κατηγορήσει τους δικαστές ότι λαμβάνουν αποφάσεις καθ’ υπαγόρευση της πολιτικής εξουσία. 

Σήμερα μπροστά στην προκλητικότατη απαίτηση των δικαστών να κάνει δήλωση μετανοίας ο Δ.  Κουφοντίνας, για να του χορηγήσουν ολιγοήμερη άδεια απ’ τις φυλακές γιατί ο Καλογήρου κάνει γαργάρα με ταβανόπροκες. Τον έχει διαβρώσει τόσο πολύ το εξουσιαστικό αφιόνι;

Και κάτι άλλο. Αν θέλουν να έχουν το παραμικρό ουσιαστικό αντίκρισμα οι τοποθετήσεις του ο υποψήφιου ευρωβουλευτή του ΣΥΡΙΖΑ, Πάνου Λάμπρουδεν έχει παρά να παραιτηθεί απο την στελέχωση του ευρωψηφοδελτίου του κυβερνητικού κόμματος.  Διαφορετικά οι δηλώσεις του είναι ανούσιες.

Παρέμβαση της εισαγγελέα του Αρείου Πάγου για τον απεργό πείνας Δ. Κουφοντίνα

Από ΒΑΘΥ ΚΟΚΚΙΝΟ , Παρασκευή, 10 Μαΐου 2019 | 7:17 μ.μ.

Πηγή: ΚΟΝΤΡΑ

Η εισαγγελέας του Αρείου Πάγου Ξένη Δημητρίου ζήτησε το βούλευμα του Δικαστικού Συμβουλίου Βόλου, τον ιατρικό φάκελο του Δημήτρη Κουφοντίνα, το τελευταίο ιατρικό πιστοποιητικό από το νοσοκομείο του Βόλου όπου ο νοσηλεύεται ο απεργός πείνας πολιτικός κρατούμενοςκαι την έκθεση της κοινωνικής λειτουργού της φυλακής, προκειμένου να τα μελετήσει και να κρίνει αν θα ζητήσει αίτηση αναίρεσης.

Η κυρία Δημητρίου έχει επιδείξει στο πρόσφατο παρελθόν ιδιαίτερο μένος εναντίον του Δ. Κουφοντίνα. Είναι αυτή που άσκησε πειθαρχικές διώξεις κατά των εισαγγελέων που ενέκριναν τις δυο πρώτες άδειές του (ενόσω βρισκόταν στις Φυλακές Κορυδαλλού). Εχει, λοιπόν, κι αυτή ευθύνη για τις σημερινές εξελίξεις, για το βασανισμό στον οποίο υποβάλλεται ο Δ. Κουφοντίνας.

Επειδή δεν υπάρχει χρόνος για κωλυσιεργία, επειδή ο Δ. Κουφοντίνας ξεκαθάρισε ότι συνεχίζει την απεργία πείνας μέχρι τη δικαίωση ή μέχρι το θάνατο, επειδή σε βάρος του αγωνιστή πολιτικού κρατούμενου διαπράττεται ένα έγκλημα, επειδή κάθε μέρα που περνά προσθέτει νέα βάρη στην ήδη κλονισμένη υγεία του Δ. Κουφοντίνα, απαιτούμε να τελειώσουν την υπόθεση «εδώ και τώρα»!

Αν περιμένουν να φτάσει ο Κουφοντίνας στα πρόθυρα του κώματος, αν παρακολουθούν τις ιατρικές εξετάσεις για να δουν «πόσο περιθώριο έχει ακόμα», θα μας θυμίσουν τους γιατρούς-βασανιστές που παρακολουθούσαν τα βασανιστήρια των αγωνιστών στα άντρα βασανιστηρίων της χούντας, γνωματεύοντας πόσο ακόμα αντέχει ο βασανιζόμενος.

Νίκη στην απεργία πείνας του κομμουνιστή επαναστάτη Δημήτρη Κουφοντίνα

Από την Πέμπτη 2 Μαΐου 2019, ο κομμουνιστής πολιτικός κρατούμενος Δημήτρης Κουφοντίνας βρίσκεται, για πολλοστή φορά στην επαναστατική του διαδρομή, σε απεργία πείνας ύστερα από νέο εισαγγελικό βέτο που άσκησε ο εισαγγελέας Κωνσταντίνου όσον αφορά τη χορήγηση τακτικής άδειας. Ο Δημήτρης Κουφοντίνας αιτείται την κατάργηση του εισαγγελικού βέτο αλλά και τη χορήγηση της τακτικής άδειας που δικαιούται. Τη Δευτέρα 6 Μαΐου εισήχθη στο “Αχιλλοπούλειο” Νοσοκομείο Βόλου, όπου υποβλήθηκε σε εξετάσεις, καθώς η υγεία του είναι επιβαρυμένη, αρνούμενος ρητά την οποιαδήποτε επιχείριση αναγκαστικής σίτισής του.

Το εισαγγελικό βέτο, συνοπτικά, θέτει υπό αχρηστία το συμβούλιο των φυλακών καθώς παρέχει στον οποιονδήποτε εισαγγελέα τη δυνατότητα να ακυρώσει επί του πρακτέου τις αποφάσεις του συμβουλίου και να φρενάρει στο διηνεκές τις ελπίδες των κρατουμένων αναφορικά με τη χορήγηση 48ωρης άδειας.

Η χορήγηση άδειας μετά από σκληρούς και πολυετείς αγώνες, εντός και εκτός φυλακών, αποτελεί κεκτημένο δικαίωμα των κρατουμένων το οποίο τίθεται υπό διαρκή αμφισβήτηση, αφού πλέον βρίσκεται έρμαιο στα χέρια του κάθε εισαγγελέα. Αυτό το γεγονός δε μας προκαλεί καμία εντύπωση αφού η εκδικητική μανία του κράτους απέναντι στους πολιτικούς κρατούμενους είναι σύμφυτη με τις «αξίες» της αστικής δημοκρατίας.

Είναι τουλάχιστον κυνικό οι αγωνιστές να παρουσιάζονται ως κίνδυνος για την «εύρυθμη» λειτουργία της κοινωνίας από αυτούς που έχουν οδηγήσει σε πλήρη εξαθλίωση την συντριπτική πλειονότητα της και δεν είναι άλλοι παρά τα αφεντικά και το πολιτικό τους προσωπικό.

Είναι πλέον δεδομένο ότι όποιος αμφισβητεί έμπρακτα τον καπιταλισμό αλλά και το μονοπώλιο της κρατικής βίας καταδικάζεται και θα συνεχίσει να καταδικάζεται εσαεί με πολλαπλά μέσα όπως στη συγκεκριμένη περίπτωση είναι η άρνηση χορήγησης τακτικής άδειας στο πρόσωπο του Δημήτρη Κουφοντίνα, ο οποίος αρνείται να μετανοήσει σκύβοντας το κεφάλι στους ταξικούς του εχθρούς όσο και αν το επιθυμούν διακαώς οι τελευταίοι.

Απέναντι στη συνεχή καταδίκη και τη συκοφάντηση των φυλακισμένων αγωνιστών η μόνη λύση είναι ο πολυδιάστατος και ανυποχώρητος αγώνας εντός και εκτός των τειχών για την προστασία των κεκτημένων μας και την κατάκτηση νέων ως την ανατροπή της κυρίαρχης τάξης πραγμάτων.

Η περίπτωση του Δημήτρη Κουφοντίνα δεν είναι μοναδική, έρχεται να προστεθεί σε μια σειρά δικαστικών επιθέσεων, στο πρόσφατο παρελθόν, σε ανθρώπους που έχουν σχέση με τους κοινωνικούς αγώνες, όπως τον Τάσο Θεοφίλου, την Ηριάννα, τον Περικλή κ.α..

Κάθε περίπτωση έχει τις ιδιαιτερότητες της. Κάθε διωκόμενος εκφράζει ένα ιδιαίτερο πολιτικό περιεχόμενο. Για τους καταπιεσμένους, ανεξάρτητα με ποια πολιτικά περιεχόμενα μπορεί να ταυτίζονται, αυτό που έχει σημασία είναι ότι η κάθε μια από αυτές τις περιπτώσεις, αλλά και όλες μαζί καταδεικνύουν τον ουσιαστικό πολιτικό πυρήνα κάτω από την επιφάνεια «αμεροληψίας» που η αστική δικαιοσύνη αξιώνει για τον εαυτό της. Ο πολιτικός αυτός πυρήνας παράγει μία γκρίζα ζώνη αυτό-αναίρεσης του «κράτους δικαίου», η οποία ανάλογα με τη συγκυρία μπορεί να διογκωθεί αισθητά. Μια τέτοια συγκυρία είναι η σημερινή, κατά την οποία γινόμαστε μάρτυρες μιας συστηματικής επίθεσης μέσα από την κινητοποίηση ενός ολόκληρου μηχανισμού: καταστρατηγήσεις δικαιωμάτων, καταδίκες χωρίς στοιχεία, αναιρέσεις αποφάσεων, διασπορά ψευδών ειδήσεων.

Στεκόμαστε αλληλέγγυοι στον αγωνιστή Δημήτρη Κουφοντίνα και καλούμε την εργατική τάξη να στηρίξει όλες τις κινητοποιήσεις αλληλεγγύης που θα υπάρξουν ανά την Ελλάδα.

ΝΙΚΗ ΣΤΗΝ ΑΠΕΡΓΙΑ ΠΕΙΝΑΣ ΤΟΥ ΔΗΜΗΤΡΗ ΚΟΥΦΟΝΤΙΝΑ

ΝΑ ΑΝΤΑΠΑΝΤΗΣΟΥΜΕ ΣΤΟΝ ΚΡΑΤΙΚΟ ΡΕΒΑΝΣΙΣΜΟ ΜΕ ΟΠΛΟ ΜΑΣ ΤΗΝ ΑΛΛΗΛΕΓΓΥΗ

ΑΜΕΣΗ ΧΟΡΗΓΗΣΗ ΤΑΚΤΙΚΗΣ ΑΔΕΙΑΣ ΣΤΟΝ ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΗ ΕΠΑΝΑΣΤΑΤΗ ΔΗΜΗΤΡΗ ΚΟΥΦΟΝΤΙΝΑ

ΑΜΕΣΗ ΚΑΤΑΡΓΗΣΗ ΤΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΙΚΟΥ ΒΕΤΟ

ΜΙΚΡΟΦΩΝΙΚΗ ΣΥΓΚΕΝΤΡΩΣΗ ΑΛΛΗΛΕΓΓΥΗΣ:

ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ 10 ΜΑΪΟΥ 2019

 17:00, ΤΣΙΜΙΣΚΗ ΜΕ ΝΑΥΑΡΙΝΟΥ

Ελευθεριακή Πρωτοβουλία Θεσσαλονίκης (μέλος της Αναρχικής Ομοσπονδίας)

lib_thess@hotmail.com

http://www.libertasalonica.wordpress.com

σύγχρονα κινήματα, movimenti di oggi

Διαμαρτυρία στο Μετρό: Ενάντια στο βασανισμό του Δημήτρη Κουφοντίνα

Δεκάδες μέλη της Συνέλευσης Αλληλεγγύης στον πολιτικό κρατούμενο Δημήτρη Κουφοντίνα, πραγματοποίησαν σήμερα (Σάββατο, 4 του Μάη), στη 1 μετά το μεσημέρι, αγωνιστική παρέμβαση στο Μετρό στην πλατεία Συντάγματος, καταγγέλλοντας το βασανισμό στον οποίο υποβάλλει το αστικό κράτος και η κυβέρνησή του τον Δημήτρη Κουφοντίνα και απαιτώντας να του δοθεί η κανονική άδεια που δικαιούται (και έπαιρνε), η οποία κόπηκε ετσιθελικά και παράνομα, με συνέργεια της κυβέρνησης του ΣΥΡΙΖΑ και του δικαστικού μηχανισμού, εξαναγκάζοντας τον Δημήτρη Κουφοντίνα να αρχίσει μια ακόμα απεργία πείνας, θέτοντας σε μεγάλο κίνδυνο τη ζωή του (ο Δ. Κουφοντίνας είναι 61 ετών, ενώ ο οργανισμός του είναι ιδιαίτερα εξασθενημένος, μετά την πολυήμερη απεργία πείνας που έκανε πριν από ένα χρόνο, πάλι για το δικαίωμα της άδειας).

Οι διαδηλωτές κατέβηκαν στην κεντρική πλατφόρμα του σταθμού, άνοιξαν τις μπάρες για να περνούν ελεύθερα οι επιβάτες, άπλωσαν το πανό τους, φώναξαν συνθήματα, κόλλησαν αυτοκόλλητα και μοίρασαν την ανακοίνωση της Συνέλευσης στους επιβάτες.

«Αδεια τώρα στον απεργό πείνας Δημήτρη Κουφοντίνα – Να καταργηθεί το εισαγγελικό βέτο – Πορεία Τρίτη 7/5, Προπύλαια, 7μμ», έγραφε το πανό.

«Η δημοκρατία σας είναι μια βιτρίνα, άδεια τώρα στον Μήτσο Κουφοντίνα», «Το πάθος για τη λευτεριά είναι δυνατότερο απ’ όλα τα κελιά», «Αυτόν που έπνιξε τον κόσμο στο ΣΑΜΙΝΑ δεν τον λέγανε Δημήτρη Κουφοντίνα», ήταν μερικά από τα συνθήματα που δόνησαν το χώρο του μετρό για τρία τέταρτα περίπου.

Οταν μοιράστηκαν όλες οι ανακοινώσεις που είχαν τυπωθεί, οι διαδηλωτές αποχώρησαν οργανωμένα, όπως είχαν προσέλθει.

Θυμίζουμε ότι την ερχόμενη Τρίτη (7 του Μάη), στις 7μμ, οργανώνεται πορεία αλληλεγγύης, η οποία θα ξεκινήσει από τα Προπύλαια.

Ακολουθεί ολόκληρη η ανακοίνωση της Συνέλευσης Αλληλεγγύης και φωτογραφίες από την παρέμβαση:

ΑΔΕΙΑ ΤΩΡΑ ΣΤΟΝ ΑΠΕΡΓΟ ΠΕΙΝΑΣ ΔΗΜΗΤΡΗ ΚΟΥΦΟΝΤΙΝΑ

Να καταργηθεί το εισαγγελικό βέτο

Με αντιμετωπίζετε ως πολιτικό αντίπαλο.
Γι’ αυτό κι εγώ ξαναπιάνω το κόκκινο νήμα των αγώνων.
Αρχίζω απεργία πείνας.
Δημήτρης Κουφοντίνας
Φυλακές Κασσαβέτειας
2.5.2019

Για ακόμα μια φορά ο πολιτικός κρατούμενος Δημήτρης Κουφοντίνας βρίσκεται στο επίκεντρο των κατασταλτικών μεθοδεύσεων της δικαστικής και πολιτικής εξουσίας. Για δεύτερη φορά, ο εισαγγελέας έθεσε βέτο στην απόφαση του Συμβουλίου Φυλακής για τη χορήγηση στον Δ. Κουφοντίνα της κανονικής άδειας που δικαιούται.

Ο εισαγγελέας Κωνσταντίνου, που έθεσε το νέο βέτο, ήταν από τους εισαγγελείς που είχαν εγκρίνει μία από τις προηγούμενες άδειες του Δ. Κουφοντίνα (έξι τον αριθμό). Τώρα «θυμήθηκε» τη φράση «να ξαναπιάσουμε το κόκκινο νήμα των αγώνων μέσα κι έξω από τη φυλακή», που είχε χρησιμοποιήσει ο πολιτικός κρατούμενος στη δήλωση γνωστοποίησης της προηγούμενης απεργίας πείνας (Μάιος – Ιούνιος 2018), με την οποία διεκδίκησε και κέρδισε την τρίτη κατά σειρά άδεια, όσο ακόμα βρισκόταν στις φυλακές Κορυδαλλού.

Κυνικά και απροκάλυπτα, η κρατική εξουσία έθεσε και πάλι στον Δ. Κουφοντίνα το δίλημμα: ή αποκηρύσσεις τις ιδέες σου και υπογράφεις δήλωση μετάνοιας ή σου κόβουμε τις άδειες που έπαιρνες. ‘Η υποτάσσεσαι στις αποφάσεις μας, που παραβιάζουν ακόμα και τον ισχύοντα νόμο, ή βάζεις σε κίνδυνο την ίδια τη ζωή σου.

Ο Δ. Κουφοντίνας δεν είχε άλλη επιλογή από το να χρησιμοποιήσει το έσχατο μέσο πάλης που έχει ένας κρατούμενος: την απεργία πείνας. Αυτή η επιλογή ήταν μονόδρομος για έναν αγωνιστή με τα δικά του χαρακτηριστικά.

Από τη μεριά της εξουσίας, όμως, ο εκβιασμός αυτός ισοδυναμεί με υποβολή του πολιτικού κρατούμενου Δ. Κουφοντίνα στο βασανιστήριο της πείνας. Ιδιαίτερα αν λάβουμε υπόψη την ηλικία του και την κλονισμένη από την προηγούμενη απεργία πείνας υγεία του.

Μετά τη χορήγηση της τρίτης άδειας και τη μεταφορά του Κουφοντίνα στις φυλακές Βόλου, ακολούθησε ένα κρεσέντο τρομοϋστερίας, μιντιακού κυνηγιού μαγισσών από τα διάφορα δημοσιογραφικά παπαγαλάκια και πιέσεων και παρεμβάσεων τόσο του ντόπιου αστικού πολιτικού προσωπικού όσο και της αμερικάνικης πρεσβείας.

Επαναφέρθηκε η εκβιαστική απαίτηση της δικαστικής και πολιτικής εξουσίας προς τους πολιτικούς κρατούμενους να παραδώσουν δηλώσεις μετάνοιας και αποκήρυξης της πολιτικής τους ιστορίας, αλλά και ολόκληρης της επαναστατικής ιστορίας του τόπου, ώστε να ανταλλάξουν την προσωπική και πολιτική τους αξιοπρέπεια με την χορήγηση της άδειας. Επαναφέρθηκε η επιδίωξη του αστικού κράτους να ταπεινώνει τους πολιτικούς του αντιπάλους για να πείσει τους καταπιεσμένους πως κάθε αντίσταση απέναντι στους δυνάστες τους είναι μάταιη.

Η άρνηση χορήγησης άδειας δεν είναι μια προσωπική υπόθεση του Δ. Κουφοντίνα. Στο πρόσωπό του χτυπιέται ολόκληρο το κίνημα, χτυπιούνται όλοι οι καταπιεσμένοι και κολασμένοι, χτυπιέται ο ίδιος ο λαός. Χτυπιέται οποιοσδήποτε επιχειρεί να σπάσει το κρατικό μονοπώλιο της βίας και να αμφισβητήσει την απόλυτη κυριαρχία της αστικής εξουσίας. Χτυπιέται οποιαδήποτε απειθαρχία απέναντι σε ένα σύστημα που βασισμένο πάνω στην ταξική εκμετάλλευση γεννά τη βία, την αδικία, τον πόλεμο και το θάνατο.

Δεν μπορούμε να μην αναφέρουμε και την απόλυτη συνενοχή της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ απέναντι σ’ αυτήν την αυταρχική εκτροπή. Της κυβέρνησης των yes men, της «κυβερνώσας αριστεράς» που έχει προσκυνήσει όσο κανένας άλλος τον αμερικάνικο ιμπεριαλισμό. Δεν ξεχνάμε πως ο ΣΥΡΙΖΑ, παρά τις αντίθετες εξαγγελίες, διατηρεί εδώ και τέσσερα χρόνια την αυταρχική διάταξη Δένδια που δίνει δικαίωμα βέτο στους εισαγγελείς για τις άδειες των κρατούμενων. Ταυτόχρονα, με τον καινούριο Ποινικό Κώδικα που βρίσκεται σε διαδικασία διαβούλευσης, ο ΣΥΡΙΖΑ διατηρεί και αυστηροποιεί τον 187Α, τον «αντι»τρομοκρατικό νόμο με τον οποίο δικάζονται και καταδικάζονται αναρχικοί και κομμουνιστές αγωνιστές. Την ίδια στιγμή, ο υπουργός δικαιοσύνης Μιχάλης Καλογήρου δηλώνει ευθαρσώς ότι «ο νόμος είναι συγκεκριμένος και η χώρα έχει από το 2015 ένα συγκεκριμένο σχέδιο σωφρονιστικής πολιτικής, το οποίο είναι δημοκρατικό και φιλελεύθερο» και ότι «η δημοκρατία δεν εκδικείται». Η διατήρηση όμως της διάταξης Δένδια και οι απαιτήσεις δηλώσεων μετάνοιας από το Δ. Κουφοντίνα αποδεικνύουν ακριβώς το αντίθετο.

Η αλληλεγγύη στους πολιτικούς κρατούμενους είναι αναπόσπαστο κομμάτι του αγώνα ενάντια στην κρατική και καπιταλιστική τρομοκρατία. Στη συγκυρία που βρισκόμαστε, στις μεθοδεύσεις της δικαστικής και πολιτικής εξουσίας κατά του Δημήτρη Κουφοντίνα συμπυκνώνεται η ουσία της καταστολής που εξαπολύεται ενάντια σε ολόκληρο το κίνημα. Κόντρα στις μεθοδεύσεις αυτές, ενάντια στην «αντι»τρομοκρατική νομοθεσία και στη διάταξη περί εισαγγελικού βέτο για τις άδειες, οι δυνάμεις του ευρύτερου κοινωνικού και ταξικού κινήματος οφείλουν να σταθούν δίπλα στο Δημήτρη Κουφοντίνα που καλείται για μια ακόμη φορά να διεκδικήσει το αυτονόητο.

ΣΥΓΚΕΝΤΡΩΣΗ και ΠΟΡΕΙΑ, ΤΡΙΤΗ 7/5, ΠΡΟΠΥΛΑΙΑ, 7μμ

Συνέλευση αλληλεγγύης στον πολιτικό κρατούμενο Δημήτρη Κουφοντίνα

Σάββατο 04 Μαΐου 2019