σύγχρονα κινήματα, movimenti di oggi

Mοτοπορεία για τον Απεργό Πείνας Δ. Κουφοντίνα. Σάββατο 18/5 12.00 Πεδίον Άρεως.

By  | May 16, 2019
ΑΔΕΙΑ ΤΩΡΑ ΣΤΟΝ ΑΠΕΡΓΟ ΠΕΙΝΑΣ ΔΗΜΗΤΡΗ ΚΟΥΦΟΝΤΙΝΑΝα καταργηθεί το εισαγγελικό βέτο

Με αντιμετωπίζετε ως πολιτικό αντίπαλο . Γι’ αυτό κι εγώ ξαναπιάνω το κόκκινο νήμα των αγώνων. Αρχίζω απεργία πείνας.

Δημήτρης Κουφοντίνας

Φυλακές Κασσαβέτειας

2.5.2019

Για ακόμα μια φορά ο πολιτικός κρατούμενος Δημήτρης Κουφοντίνας βρίσκεται στο επίκεντρο των κατασταλτικών μεθοδεύσεων της δικαστικής και πολιτικής εξουσίας. Για δεύτερη φορά, ο εισαγγελέας έθεσε βέτο στην απόφαση του Συμβουλίου Φυλακής για τη χορήγηση στον Δ. Κουφοντίνα της κανονικής άδειας που δικαιούται.

Ο εισαγγελέας Κωνσταντίνου, που έθεσε το νέο βέτο, ήταν από τους εισαγγελείς που είχαν εγκρίνει μία από τις προηγούμενες άδειες του Δ. Κουφοντίνα (έξι τον αριθμό). Τώρα «θυμήθηκε» τη φράση «να ξαναπιάσουμε το κόκκινο νήμα των αγώνων μέσα κι έξω από τη φυλακή», που είχε χρησιμοποιήσει ο πολιτικός κρατούμενος στη δήλωση γνωστοποίησης της προηγούμενης απεργίας πείνας (Μάιος – Ιούνιος 2018), με την οποία διεκδίκησε και κέρδισε την τρίτη κατά σειρά άδεια, όσο ακόμα βρισκόταν στις φυλακές Κορυδαλλού.

Κυνικά και απροκάλυπτα, η κρατική εξουσία έθεσε και πάλι στον Δ. Κουφοντίνα το δίλημμα: ή αποκηρύσσεις τις ιδέες σου και υπογράφεις δήλωση μετάνοιας ή σου κόβουμε τις άδειες που έπαιρνες. ‘Η υποτάσσεσαι στις αποφάσεις μας, που παραβιάζουν ακόμα και τον ισχύοντα νόμο, ή βάζεις σε κίνδυνο την ίδια τη ζωή σου.

Ο Δ. Κουφοντίνας δεν είχε άλλη επιλογή από το να χρησιμοποιήσει το έσχατο μέσο πάλης που έχει ένας κρατούμενος: την απεργία πείνας. Αυτή η επιλογή ήταν μονόδρομος για έναν αγωνιστή με τα δικά του χαρακτηριστικά.

Από τη μεριά της εξουσίας, όμως, ο εκβιασμός αυτός ισοδυναμεί με υποβολή του πολιτικού κρατούμενου Δ. Κουφοντίνα στο βασανιστήριο της πείνας. Ιδιαίτερα αν λάβουμε υπόψη την ηλικία του και την κλονισμένη από την προηγούμενη απεργία πείνας υγεία του.

Μετά τη χορήγηση της τρίτης άδειας και τη μεταφορά του Κουφοντίνα στις φυλακές Βόλου, ακολούθησε ένα κρεσέντο τρομοϋστερίας, μιντιακού κυνηγιού μαγισσών από τα διάφορα δημοσιογραφικά παπαγαλάκια και πιέσεων και παρεμβάσεων τόσο του ντόπιου αστικού πολιτικού προσωπικού όσο και της αμερικάνικης πρεσβείας.

Επαναφέρθηκε η εκβιαστική απαίτηση της δικαστικής και πολιτικής εξουσίας προς τους πολιτικούς κρατούμενους να παραδώσουν δηλώσεις μετάνοιας και αποκήρυξης της πολιτικής τους ιστορίας, αλλά και ολόκληρης της επαναστατικής ιστορίας του τόπου, ώστε να ανταλλάξουν την προσωπική και πολιτική τους αξιοπρέπεια με την χορήγηση της άδειας. Επαναφέρθηκε η επιδίωξη του αστικού κράτους να ταπεινώνει τους πολιτικούς του αντιπάλους για να πείσει τους καταπιεσμένους πως κάθε αντίσταση απέναντι στους δυνάστες τους είναι μάταιη.

Η άρνηση χορήγησης άδειας δεν είναι μια προσωπική υπόθεση του Δ. Κουφοντίνα. Στο πρόσωπό του χτυπιέται ολόκληρο το κίνημα, χτυπιούνται όλοι οι καταπιεσμένοι και κολασμένοι, χτυπιέται ο ίδιος ο λαός. Χτυπιέται οποιοσδήποτε επιχειρεί να σπάσει το κρατικό μονοπώλιο της βίας και να αμφισβητήσει την απόλυτη κυριαρχία της αστικής εξουσίας. Χτυπιέται οποιαδήποτε απειθαρχία απέναντι σε ένα σύστημα που βασισμένο πάνω στην ταξική εκμετάλλευση γεννά τη βία, την αδικία, τον πόλεμο και το θάνατο.

Δεν μπορούμε να μην αναφέρουμε και την απόλυτη συνενοχή της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ απέναντι σ’ αυτήν την αυταρχική εκτροπή. Της κυβέρνησης των yes men, της «κυβερνώσας αριστεράς» που έχει προσκυνήσει όσο κανένας άλλος τον αμερικάνικο ιμπεριαλισμό. Δεν ξεχνάμε πως ο ΣΥΡΙΖΑ, παρά τις αντίθετες εξαγγελίες, διατηρεί εδώ και τέσσερα χρόνια την αυταρχική διάταξη Δένδια που δίνει δικαίωμα βέτο στους εισαγγελείς για τις άδειες των κρατούμενων. Ταυτόχρονα, με τον καινούριο Ποινικό Κώδικα που βρίσκεται σε διαδικασία διαβούλευσης, ο ΣΥΡΙΖΑ διατηρεί και αυστηροποιεί τον 187Α, τον «αντι»τρομοκρατικό νόμο με τον οποίο δικάζονται και καταδικάζονται αναρχικοί και κομμουνιστές αγωνιστές. Την ίδια στιγμή, ο υπουργός δικαιοσύνης Μιχάλης Καλογήρου δηλώνει ευθαρσώς ότι «ο νόμος είναι συγκεκριμένος και η χώρα έχει από το 2015 ένα συγκεκριμένο σχέδιο σωφρονιστικής πολιτικής, το οποίο είναι δημοκρατικό και φιλελεύθερο» και ότι «η δημοκρατία δεν εκδικείται». Η διατήρηση όμως της διάταξης Δένδια και οι απαιτήσεις δηλώσεων μετάνοιας από το Δ. Κουφοντίνα αποδεικνύουν ακριβώς το αντίθετο.

Η αλληλεγγύη στους πολιτικούς κρατούμενους είναι αναπόσπαστο κομμάτι του αγώνα ενάντια στην κρατική και καπιταλιστική τρομοκρατία. Στη συγκυρία που βρισκόμαστε, στις μεθοδεύσεις της δικαστικής και πολιτικής εξουσίας κατά του Δημήτρη Κουφοντίνα συμπυκνώνεται η ουσία της καταστολής που εξαπολύεται ενάντια σε ολόκληρο το κίνημα. Κόντρα στις μεθοδεύσεις αυτές, ενάντια στην «αντι»τρομοκρατική νομοθεσία και στη διάταξη περί εισαγγελικού βέτο για τις άδειες, οι δυνάμεις του ευρύτερου κοινωνικού και ταξικού κινήματος οφείλουν να σταθούν δίπλα στο Δημήτρη Κουφοντίνα που καλείται για μια ακόμη φορά να διεκδικήσει το αυτονόητο.

ΜΟΤΟΠΟΡΕΙΑ, ΣΑΒΒΑΤΟ 18-5-2019, ΠΕΔΙΟΝ ΤΟΥ ΑΡΕΩΣ, 12.00

Συνέλευση αλληλεγγύης στον πολιτικό κρατούμενο Δημήτρη Κουφοντίνα

https://taksiki-antepithesi.espivblogs.net/archives/1685

Εκδηλώσεις αλληλεγγύης στον Δ. Κουφοντίνας

Δεκάδες αγωνιστές πορεύτηκαν και σήμερα προς το Νοσοκομείο του Βόλου, εκφράζοντας την αλληλεγγύη τους στον απεργό πείνας Δημήτρη Κουφοντίνα, που νοσηλεύεται στη Μονάδα Εντατικής Θεραπείας. Εκδήλωση έχει προγραμματιστεί και για αύριο.
Το μεσημέρι, εκατό περίπου δίκυκλα έκαναν ένα μεγάλο γύρο στους δρόμους της Αθήνας, στην προγραμματισμένη από τη Συνέλευση Αλληλεγγύης μοτοπορεία. Οι δικυκλιστές ξεκίνησαν από το Πεδίον του Αρεως, ανέβηκαν τη Λεωφόρο Αλεξάνδρας (με στάση έξω από την Αρειο Πάγο), έστριψαν στη Βασ. Σοφίας (με στάσεις στη ζωσμένη από κλούβες και ΜΑΤ αμερικάνικη πρεσβεία, στη Ρηγίλλης, στο ύψος της τουρκικής πρεσβείας, και στη Βουλή) και στη συνέχεια, μέσω Πανεπιστημίου και Ασκληπιού κατέληξαν στην Πλατεία Εξαρχείων, όπου η μοτοπορεία ολοκληρώθηκε.
Την Τρίτη θα γίνει στην Αθήνα νέα πορεία αλληλεγγύης. Συγκέντρωση στις 6 στο Μοναστηράκι.
μεγαλείο χαρακτήρα!, grandezza carattere !

Αντιμετωπίζοντας το θάνατο για να ζήσω – με τα λόγια ενός απεργού πείνας

Για να σπάσουμε την απομόνωση του Abdullah Ocalan και του κουρδικού λαού

Affrontare la morte per vivere – nelle parole di uno scioperante della fame

 

Με αφορμή τις ημέρες εθνικής κινητοποίησης στις 11 και 12 μαΐου για να σπάσει η απομόνωση του Abdullah Ocalan και του κουρδικού λαού μεταφέρουμε από το Komun Akademy την παρέμβαση του Imam Sis, ενός από τους 7.000 απεργούς πείνας που εντάχθηκαν στη δράση που ξεκίνησε στις 8 νοεμβρίου 2018 από την βουλευτή του HDP Leyla Guven · η οποία – σε επιστολή που απευθύνεται σε ένα συνέδριο αλληλεγγύης που διοργανώθηκε στο community center της κουρδικής κοινότητας του Newport, στην Ουαλία – υπενθυμίζει τις θυσίες επαναστατών όπως ο Bobby Sands (κοντά στην επέτειο του θανάτου του) και του Kemal Pir, συνδέοντας τη σχέση που υπάρχει μεταξύ των εθνικών απελευθερωτικών αγώνων στην Ιρλανδία, την Τουρκία και τον κόσμο.

***

Αγαπητοί σύντροφοι, αγαπητοί φίλοι!

Πιστέψτε με [εάν λέω] ότι τα λόγια δεν αρκούν για να περιγράψουν τη σημασία των συνεισφορών σας στον αγώνα μας για την ανθρωπιά, τη δικαιοσύνη, την απελευθέρωση και την αξιοπρέπεια. Θέλω να επεκτείνω την ατέλειωτη ευγνωμοσύνη μου σε εκείνους που έχουν οργανώσει και συνέβαλαν σε αυτό το panel και σε όλους εκείνους που βρίσκονται εκεί σήμερα ώστε να κάνουν δυνατό να ακουστούν οι φωνές μας.

Σήμερα είναι η 27η μαρτίου. Την ημέρα αυτή, το 1981, ο ιρλανδός επαναστάτης Bobby Sands διέσχιζε την 27η ημέρα της διαμαρτυρίας του με την απεργία πείνας κατά της αγγλικής αποικιοκρατίας για να αποκτήσει το καθεστώς του πολιτικού κρατουμένου. Ο σύντροφος Μπόμπι Σάντς, του οποίου η κληρονομιά περιλαμβάνει ποιήματα και γράμματα σημαντικά, έχει αφήσει το σημάδι του στην ιστορία ως ένας από τους σημαντικότερους εκπροσώπους του αγώνα του ιρλανδικού λαού για την απελευθέρωση και την αξιοπρέπεια. Όταν ξεκίνησε την δράση απεργίας πείνας την 1η μαρτίου, ο σύντροφος Μπόμπι έγραψε τα ακόλουθα λόγια στο ημερολόγιό του:

«Η καρδιά μου είναι βαθιά πληγωμένη επειδή ξέρω ότι έχω σπάσει την καρδιά της φτωχής μου μητέρας, και το σπίτι μου χτυπήθηκε από μια αφόρητη ανησυχία. Αλλά εξέτασα όλες τις θέσεις και προσπάθησα με κάθε τρόπο να αποφύγω αυτό που κατέστη αναπόφευκτο: αυτό που επιβλήθηκε με τη βία σε εμένα και στους συντρόφους μου εδώ και τέσσερα χρόνια ωμής απάνθρωπης συμπεριφοράς.

Είμαι ένας πολιτικός κρατούμενος. Είμαι ένας πολιτικός κρατούμενος επειδή είμαι θύμα ενός πολυετούς πολέμου που διεξάγεται μεταξύ του καταπιεσμένου ιρλανδικού λαού και ενός αλλότριου, καταπιεστικού, ανεπιθύμητου καθεστώτος, που αρνείται να αποσυρθεί από τη γη μας.

Πιστεύω στο θεϊκό δικαίωμα του ιρλανδικού έθνους στην ανεξάρτητη κυριαρχία και το υποστηρίζω, όπως στο δικαίωμα κάθε ιρλανδού να διεκδικεί αυτό το δικαίωμα στην ένοπλη επανάσταση. Να γιατί είμαι φυλακισμένος, απογυμνωμένος και βασανισμένος. »

Πραγματικά, φίλοι! Όταν ο Bobby Sands, ένας από τους πιο όμορφους αγωνιστές του σοσιαλισμού και της ανθρώπινης ιστορίας – που είχε αρχίσει την αντίσταση της απεργίας πείνας με τέτοιες υπέροχες λέξεις γεμάτες συγκίνηση και νόημα – έκλεισε τα μάτια του στον κόσμο στις 5 μαΐου 1981, η αρχηγός της αγγλικής αποικιοκρατίας της εποχής, η Margaret Thatcher, έκλεινε τα μάτια της στα ανθρώπινα αιτήματά του. Μίλησε για το θάνατο του συντρόφου Μπόμπι με αμείλικτο και παγωμένο τρόπο όταν είπε: «Ο κ. Sands ήταν ένας ήδη καταδικασμένος εγκληματίας. Επέλεξε να αφαιρέσει τη ζωή του. Είναι μια επιλογή που η οργάνωση του δεν παραχώρησε σε πολλά από τα θύματά του».

Ωστόσο, ο Μπόμπι Σαντς, που απεικονίστηκε τότε ως ένας εκτός νόμου εγκληματίας από κράτη εκμεταλλευτικά που οδηγούνται από σκληρούς και αδίστακτους δολοφόνους, απάντησε στη βαρβαρότητα των αποικιοκρατών λέγοντας πως «η εκδίκησή μας θα είναι το γέλιο των παιδιών μας», σε αυτό αποκαλύπτοντας σε όλους ποιοι ήταν οι πραγματικοί δολοφόνοι και εγκληματίες.

Υπάρχει ένα διάσημο απόσπασμα του γερμανού φιλοσόφου Karl Marx. Λέει:

“Ο Χέγκελ επισημαίνει κάπου ότι όλα τα σπουδαία γεγονότα και τα ιστορικά πρόσωπα του κόσμου, εκδηλώνονται δύο φορές. Ξέχασε να προσθέσει: την πρώτη φορά ως τραγωδία, τη δεύτερη ως φάρσα.”

Χωρίς αμφιβολία, σύντροφοι. Η Μάργκαρετ Θάτσερ, που εξολόθρευσε τον Μπόμπι Σάντς, νόμιμα εκλεγμένο μέλος του κοινοβουλίου που εκπροσωπούσε τις νόμιμες απαιτήσεις απελευθέρωσης του ιρλανδικού λαού, αποκάλεσε και τον Νέλσον Μαντέλα ως «τρομοκράτη». Ο πνευματική της δίδυμη, η Theresa May, κινείται με αποφασιστικό βήμα στο να να επιβεβαιώνει αυτά τα λόγια του Καρλ Μαρξ σήμερα.

Με κωμιτραγικό τρόπο, κατά την 100ή επέτειο της συμφωνίας Sykes-Picot, η οποία εγκαινίασε τη διαίρεση και την καταστροφή στη Μέση Ανατολή, η Theresa May – η οποία αναφέρεται στον ιστορικό αρχηγό του κουρδικού λαού σαν ένα «τρομοκράτη» και αναπτύσσει όλο και περισσότερες σχέσεις με τον τούρκο πρόεδρο Ερντογάν, πνευματικό δίδυμο του Χίτλερ – έχει φέρει διχασμό και καταστροφή στην ίδια της τη χώρα επιμένοντας στη συμφωνία της για Brexit.

Ανεξαρτήτως του τόπου στον κόσμο -όπως υπογράμμισε ο Μαρξ- οι ηγέτες και οι εκμεταλλευτές καταλήγουν πάντα στην τραγωδία ή στην φάρσα: για τους καταπιεσμένους και τους εκμεταλλευόμενους το αποτέλεσμα θα είναι πάντα το ίδιο: ανεξάρτητα από το αποτέλεσμα, μέσα από την αντίσταση θα ολοκληρώσουμε τον αγώνα μας σε νίκη.

Με την ηγεσία του Αμπντουλάχ Οτσαλάν, ο κουρδικός λαός διεξήγαγε για 45 χρόνια έναν αγώνα για την ανθρωπιά, τη δικαιοσύνη, την ισότητα και την ελευθερία κατά όλων των μορφών εκμετάλλευσης στη Μέση Ανατολή, κατά της αποικιοκρατίας, της καθυστέρησης, της γενοκτονίας, πατριαρχίας και καπιταλισμού. Η απαίτηση μας για απελευθέρωση είναι δίκαιη και νόμιμη. Πρέπει να γίνει κατανοητό ότι εκείνοι που προσπαθούν να ποινικοποιήσουν αυτόν τον αγώνα ή να τον ονομάσουν τρομοκρατικό είναι στην πραγματικότητα εκείνοι που παρέχουν τη μέγιστη υποστήριξη στην τρομοκρατία.

Αγαπητοί σύντροφοι, αγαπητές αδελφές και αδελφοί!

Δεδομένου πως έχω ήδη επισημάνει πολλά πράγματα σε αρκετές περιπτώσεις, δεν επιθυμώ να επαναλάβω τον εαυτό μου. Ζητώ από όλους εσάς εδώ σήμερα να δεσμευθείτε το συντομότερο δυνατό σε οποιαδήποτε ενέργεια μέσα στα μέσα και τις δυνατότητές σας. Θυσιάζοντας τη ζωή τους, οι απεργοί πείνας όχι μόνο αμφισβητούν τις ανεύθυνες πολιτικές του τουρκικού κράτους και των διεθνών θεσμών, αλλά μας επικρίνουν και όλους, επειδή οι κύκλοι αλληλεγγύης δεν υποστηρίζουν τις ενέργειες απεργίας πείνας με τον τρόπο που απαιτείται σήμερα.Χρειάζεται αυτοκριτική εκ μέρους μας μπροστά σε αυτή την θυσιαστική κριτική και πρέπει να οργανώσουμε το συντομότερο δυνατό μεγάλες διαδηλώσεις, διαμαρτυρίες και συγκεντρώσεις για να προλάβουμε περαιτέρω απώλειες της ζωής. Για να σπάσουμε την απομόνωση που επιβάλλεται στον Abdullah Öcalan, πρέπει να ασκήσουμε πίεση στη αγγλική κυβέρνηση, στο Συμβούλιο της Ευρώπης και στην Επιτροπή του για την Πρόληψη των Βασανιστηρίων – σε όλους όσους έχουν την εξουσία να επηρεάζουν το τουρκικό κράτος.

Αγαπητοί σύντροφοι, αγαπητοί φίλοι!

Τελειώνοντας αυτά που λέγω, θέλω να σας μιλήσω για έναν άνθρωπο που έζησε στην ίδια ιστορική περίοδο με τον Bobby Sands, αν και σε διαφορετικό μέρος. Ένα πρόσωπο που υπεράσπισε ιδέες παρόμοιες με αυτές του ιρλανδού επαναστάτη, ενός μαχητή στον αγώνα για τον σοσιαλισμό και την ανθρωπότητα, και που θα μπορούσε να περιγραφεί ως το πνευματικό δίδυμο του στο Κουρδιστάν. Θα ήθελα να σας διηγηθώ για έναν επαναστάτη αιχμάλωτο, ο οποίος ξεκίνησε μια απεργία πείνας με τους συντρόφους του για να αντιπαλέψει τις πολιτικές του τουρκικού κράτους να βασανίζουν τους ανθρώπους μέχρι την παράδοση και την υποταγή τους στη φυλακή του Amed (Diyarbakir), και που πέθανε στις 7 σεπτεμβρίου 1982, την 55η ημέρα της δράσης απεργίας πείνας. Θα ήθελα να σας μιλήσω για έναν τούρκο επαναστάτη από το Κουρδιστάν – για τον Kemal Pir …

Ο γιατρός της φυλακής Orhan Özcanli έβαλε τα δυνατά του για να πείσει τον Kemal Pir να σταματήσει από την δράση απεργίας πείνας του. Αυτή είναι μια συζήτηση που τεκμηριώνεται από τους συντρόφους του που φυλακίστηκαν μαζί του:

“Κοίτα, Κεμάλ. Πεθαίνεις, ο θάνατος σε πλησιάζει βήμα προς βήμα. Απλά σκέψου αυτό, πλησιάζεις στο τέλος της ζωής σου. Πρόκειται να μεταναστεύσεις από αυτόν τον κόσμο. Σταμάτησε αυτό το πράγμα και φτάνει. Δεν υπάρχει διέξοδος σε αυτόν τον δρόμο…”

Kemal Pir: “Γιατρέ, κοιτάξτε με με προσοχή! Ανοίξτε τα αυτιά σας και ακούστε. Αποτυπώστε τα λόγια μου στο κεφάλι σας. Ξεκίνησα αυτή την υπόθεση οικειοθελώς. Γνωρίζω πολύ καλά ότι ο θάνατος με περιμένει στο τέλος του δρόμου. Συνειδητοποιώ επίσης ότι είμαι στο τέλος αυτού του δρόμου ακριβώς τώρα. Μπορώ να αισθανθώ την παρουσία του θανάτου και του δημίου του. Τους ακούω να αναπνέουν.»

Γιατρός: “Η ζωή είναι ωραία, Kemal. Θα πρέπει να αγαπάς τη ζωή. Ακόμα κι αν οι άνθρωποι είναι θνητοί, θέλουν να ζουν σε αυτόν τον κόσμο, και γι αυτό φοβούνται τον θάνατο πάρα πολύ. Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο είναι ψέμα να ισχυριζόμαστε ότι δεν φοβόμαστε τον θάνατο. Βλέπουμε όσους θεωρούν τους εαυτούς τους πιο γενναίους και πιο θαρραλέους να τρέμουν με φόβο μπροστά στο θάνατο. Και επειδή είσαι κι εσύ άνθρωπος, σίγουρα φοβάσαι κι εσύ. Αλλά μπορώ ακόμα να σε σώσω, ακόμα και σε αυτή την κατάσταση όπου βρίσκεσαι…»

Kemal Pir: “Ποιος νομίζεται ότι είμαι, γιατρέ; Ακόμα δεν καταφέρατε να με μάθετε; Είμαι ο Kemal Pir. Όχι για να καυχηθώ, αλλά άνοιξα τα μάτια μου στη ζωή στις ακτές της Μαύρης Θάλασσας. Και με τα δώρα αυτής της περιοχής ανακάλυψα τη ζωή στην πληρέστερη και καθαρότερη μορφή της ανάμεσα στους γνήσιους ανθρώπους, που ξέρουν πως να είναι φίλοι προς τους φίλους και εχθροί προς τους εχθρούς. Είμαι ο Κεμάλ Πίρ, ο οποίος έφτασε σε αυτή την ημέρα συναντώντας ανθρώπους από εβδομήντα δύο έθνη στα εδάφη της Ανατολίας, για να αφιερωθεί στη συνέχεια στην ελευθερία του κουρδικού λαού. Δεν είμαι σίγουρος αν ήμουν αρκετά σαφής;»

Γιατρός: “Είσαι, αλλά…”

Kemal Pir: “Δεν υπάρχει ένα ‘αλλά’ σχετικά με αυτό, γιατρέ. Παρουσιάστηκα σε εσάς όπως είμαι, χωρίς υπερβολή ή ψέματα, ειλικρινά και τίμια, σε απλή γλώσσα. Ωστόσο, εάν συνεχίσετε να λέτε ‘αλλά’ μετά από αυτό, είναι πρόβλημα σας.»

Γιατρός: “Αλλά η ζωή πηγαίνει διαφορετικά, Kemal. Ανεξάρτητα από το πώς περιγράφεις τον εαυτό σου, κανείς δεν μπορεί να ξεφύγει από το να σκέφτεται το ίδιο πράγμα μπροστά στον θάνατο. Ο φόβος του θανάτου είναι ένα τρομακτικό συναίσθημα. Δημιουργεί ένα σεισμό συναισθημάτων που μπορεί να σε βάλει σε οποιαδήποτε κατάσταση ή μορφή. Είναι ένας σεισμός που μπορεί να σου αφαιρέσει την ανθρωπιά σου.»

Kemal Pir: “ Επιτέλους βγήκε από το στόμα σας κάτι σωστό τελικά.”

Γιατρός: “Τι θες να πεις;”

Kemal Pir: “Δεν είναι κατανοητό;”

Γιατρός: “Μιλώ για ζωή και φόβο. Υποστηρίζω ότι κάθε άνθρωπος είναι ίδιος μπροστά στο θάνατο. Όλοι φοβούνται τον θάνατο. Οποιοσδήποτε βρίσκεται σε αυτή την κατάσταση θα έτρεμε σαν να είχε πυρετό. Ακόμα κι αν το πρόσωπο αυτό είναι ο Kemal Pir.”

Kemal Pir: “Κοιτάξτε, γιατρέ. Γνωρίζω πολύ καλά την έννοια της ζωής και του θανάτου. Ξέρω ακριβώς ποιος φοβάται το θάνατο και ποιος τρέμει πριν από αυτόν. Γνωρίζω επίσης ότι οδηγούμε θνητές ζωές και γνωρίζω τις έννοιες του παραδείσου και της κόλασης πέρα από το μνήμα. Είστε εσείς και αυτοί όπως εσείς που δεν γνωρίζετε τέτοια πράγματα. Που δεν καταλαβαίνετε και, που ακόμα κι αν το κάνετε, συμπεριφέρεστε σαν να μην καταλαβαίνετε. Και θέλετε να σας πω κάτι ακόμη, γιατρέ;»

Dottore: “Σίγουρα.”

Kemal Pir: “ΑΓΑΠΩ ΤΌΣΟ ΠΟΛΥ ΤΗΝ ΖΩΗ ΩΣΤΕ ΝΑ ΘΕΛΩ ΝΑ ΠΕΘΑΝΩ ΓΙ ΑΥΤΗΝ!!

Στο πρόσωπο αυτών των επαναστατών, που φωτίζουν την πορεία μας στην επαναστατική ιστορία του κόσμου διαμέσου των αγώνων τους και των δράσεων απεργίας πείνας τους – Bobby Sands στην Ιρλανδία και ανθρώπους όπως ο Mehmet Hayri Durmus και ο Kemal Pir στο Κουρδιστάν, αντίστοιχα το 1981 και 1982 – για άλλη μια φορά φόρο τιμής, με αγάπη και λαχτάρα, εκείνων των επαναστατών που έχασαν τη ζωή τους κατά τη διάρκεια αυτών των ενεργειών. Ανανεώνω τη συλλογική μας υπόσχεση να οδηγήσουμε στη νίκη τους απελευθερωτικούς αγώνες που έχουν ξεκινήσει και να τερματίσουμε το σύστημα καπιταλιστικής εκμετάλλευσης στον κόσμο.

Σας χαιρετώ όλους από τα βάθη της καρδιάς μου. Με την πίστη ότι όλοι θα αναλάβουν την ευθύνη που απαιτείται λόγω του επείγοντος χαρακτήρα της κατάστασης, εύχομαι σε όλους εσάς την καλύτερη επιτυχία.

Μακρά ζωή στον αγώνα για την ελευθερία των καταπιεσμένων λαών! Ζήτω η αλληλεγγύη μεταξύ όλων των λαών του κόσμου!

Ζήτω στον Δημοκρατικό Συνομοσπονδισμό και το σοσιαλισμό!

Ζήτω ο ηγέτης των καταπιεσμένων λαών, Abdullah Öcalan!

 

https://www.infoaut.org/approfondimenti/affrontare-la-morte-per-vivere-nelle-parole-di-uno-scioperante-della-fame

ιστορία, storia

Μια συνεισφορά στο “Μοντέλο vittimario”-θυματοποιητικό

Ένοπλος αγώνας. Ιστορία, μνήμη και μοντέλο vittimario

της   Silvia De Bernardinis

1.

Η παρέμβαση μου επικεντρώνεται στο θυματοποιητικό μοντέλο, το οποίο συνδέει και συγχέει την κυρίαρχη μνήμη – που παρουσιάζεται ως κοινή μνήμη – και την ιστορία, στην προσέγγιση της μελέτης του ένοπλου αγώνα στην Ιταλία στα χρόνια του ’70 και του ’80. Όπως σωστά γράφουν οι διοργανωτές του συνεδρίου, είναι δύσκολο να μιλήσουμε για την δεκαετία του ’70 στην Ιταλία χωρίς να διακινδυνεύουμε να αναμοχλεύσουμε και να προκαλέσουμε εντάσεις.

269 ένοπλοι σχηματισμοί, 7 866 επιθέσεις σε πράγματα και 4 290 σε ανθρώπους, 36.000 πολίτες που διερευνήθηκαν και πάνω από 6.000 άνθρωποι καταδικάστηκαν σε φυλάκιση δεκαετιών 1, εκατοντάδες ποινές ισόβιας κάθειρξης, προσφυγή σε βασανιστήρια (συστηματικά κατά τη διάρκεια του 1982) και νόμους εξαίρεσης σε 18 χρόνια ιστορίας. Για να δοθεί το μέγεθος του φαινομένου, είναι ενδιαφέρον να σημειωθεί ότι, σε περιόδους φασιστικής δικτατορίας, μεταξύ του 1926 (έτος ίδρυσης του Ειδικού Δικαστηρίου) και του 1943, 15 806 αντιφασίστες παραπέμφθηκαν στο Ειδικό Δικαστήριο, 5 620 δικάστηκαν, βάσει των καταγγελιών της Οvra, και καταδικάστηκαν 4 596 2. Αυτά είναι μερικά από τα στοιχεία που μας επιστρέφει η Ιστορία, αλλά φαίνεται να μην αρκούν – όπως επίσης φαίνεται πως δεν αρκούν τα 40 χρόνια που μας χωρίζουν από το τέλος αυτού του κύκλου κοινωνικών αγώνων των οποίων ο ένοπλος αγώνας υπήρξε μία από τις εκδηλώσεις – για να ελευθερώσουν το έδαφος, που τροφοδοτείται από την πολιτική και τα μέσα μαζικής ενημέρωσης αλλά υποστηρίζεται και από ένα μεγάλο μέρος της ιστοριογραφίας, από μια σειρά κοινοτοπιών-κλισέ που της προσδίδουν μια παραμορφωμένη εικόνα και νόημα. Ο ένοπλος αγώνας στην Ιταλία προέκυψε μέσα σε ένα ακριβές ιστορικό περιβάλλον, το οποίο διήρκεσε περίπου είκοσι χρόνια, από το 1969 έως το δεύτερο μισό των χρόνων ’80. Μια κρίσιμη περίοδος στην ιταλική και διεθνή ιστορία, η οποία φέρει ολόκληρη την περίοδο μετάβασης από τον φορντισμό στον μεταφορντισμό, δηλαδή μια φάση αλλαγών που άφησαν εποχή και που έχουν μεταμορφώσει και επανασχεδιάσει τον κόσμο, τα οικονομικά, πολιτικά και κοινωνικά του σενάρια. Μια αναταραχή, μια αναστάτωση που προκλήθηκε από τις ίδιες δυναμικές του κεφαλαίου υπό μετασχηματισμό. Κόρη μιας περιόδου κατά την οποία οι επαναστατικές διαδικασίες και ανυποταξίας στο υπάρχον εκδηλώνονταν σε όλες τις περιοχές του πλανήτη τότε χωρισμένου στα δύο, εκείνες υπό τον ατλαντικό έλεγχο και εκείνες υπό τον σοσιαλιστικό έλεγχο. Κόρη μιας περιόδου που έκανε να αναδυθούν υποκειμενικότητες μέχρι τότε αόρατες ή περιθωριακές μετατρέποντάς τες σε πρωταγωνιστές των διαδικασιών πολιτικής χειραφέτησης. Ο ένοπλος αγώνας ιστορικά ανήκει σε αυτό το περιβάλλον, γεννιέται στο φορντικό εργοστάσιο, όπου η άρνηση της εργασίας δημιούργησε ένα ταξικό κίνημα που για μερικά χρόνια, στην Ιταλία, κανείς δεν κατόρθωσε να κυβερνά, από τα συνδικάτα στα κόμματα, στις δυνάμεις της τάξης, σε μια διαδικασία μη αναστρέψιμης ρήξης μεταξύ θεσμικής αριστεράς και επαναστατικής αριστεράς: Δεν υπάρχει νίκη, δεν υπάρχει κατάκτηση χωρίς το μεγάλο κομμουνιστικό κόμμα, φώναζε και ξαναφώναζε το PCI-ΚΚΙ στις διαδηλώσεις στους δρόμους και τις πλατείες. Ένα σύνθημα που ήθελε να σημαίνει κατεύθυνση και έλεγχο επί των αγώνων στο εργοστάσιο και στην κοινωνία, αλλά και μονοπώλιο της διαφωνίας και της διαμάχης σύμφωνα με το οποίο δεν επιτρέπονταν ούτε γίνονταν αποδεκτές άλλες μορφές έκφρασης της διαφωνίας και του αγώνα στα αριστερά του ΚΚΙ, ούτε υποκείμενα που θα μπορούσαν να την ερμηνεύσουν. Τα χρόνια του ’68 υπήρξαν η συγκεκριμένη διάψευση, ακόμα κι αν αυτό δεν σήμαινε την ανικανότητα του κόμματος να κεφαλαιοποιήσει και να κάνει δικούς του, στη συνέχεια, να προσαρμόσει εκείνους τους αγώνες που κοιτούσε με καχυποψία, που δεν τους ήθελε και που βοήθησε στην αποδυνάμωση τους, ένα εμπόδιο επί της πορείας οικοδόμησης μιας «δημοκρατικής αξιοπιστίας και σεβασμού» που θα το άλλαζαν αμετάκλητα.

Η χρονική απόσταση είναι ένα από τα στοιχεία που επιτρέπουν τον ιστορικισμό, αλλά όχι το μοναδικό. Μια περίοδος που έχει τελειώσει ιστορικοποιείται και ακριβώς η έλλειψη πολιτικού κλεισίματος μοιάζει να συνιστά το βασικό της εμπόδιο, αφήνοντάς το σε αναστολή, σε ένα είδος ελεύθερης ζώνης όπου ένας πόλεμος νοημάτων βγαίνει στη σκηνή που περνά σήμερα μέσα από το πεδίο της μνήμης. Όπως έγραψε ο Agamben πριν από είκοσι χρόνια δικαιολογώντας την ανάγκη αμνηστίας για τα πολιτικά αδικήματα εκείνης της περιόδου, «αυτό που πρέπει να αποτελέσει αντικείμενο ιστορικής έρευνας αντιμετωπίζεται ως ένα πολιτικό πρόβλημα του σήμερα  3 ». Και είκοσι δύο χρόνια μετά από τα λόγια του Agamben, η κατάσταση επιδεινώθηκε ακόμα περισσότερο, με το κυνήγι των «επικίνδυνων δολοφόνων» που σήμερα έχουν περάσει τα εξήντα και έχουν ζήσει τα τελευταία σαράντα χρόνια σε μια πολύ λιγότερο χρυσή εξορία από αυτήν που, χωρίς την παραμικρή απόδειξη, πλασάρεται από τα μέσα μαζικής ενημέρωσης. Μέσα σε αυτή την οπτική μπορεί να αναγνωσθεί, εν μέρει, η έλλειψη του ιστοριογραφικού κορμού που παράγεται μέχρι σήμερα, δηλαδή, ως συντριβή επί του παρόντος, σε μια χρονικογραφική διάσταση που για πολλά χρόνια έκανε δυνατό να μην θεωρείται αντικείμενο ιστορικής έρευνας. Κατά τον ίδιο τρόπο δεν είναι δύσκολο να προσδιοριστεί το βάρος του παρόντος επί του παρελθόντος εάν παρατηρηθούν οι όροι που χρησιμοποιούνται για να οριοθετηθεί το αντικείμενο «ένοπλος αγώνας», το τι και το πώς, οι ερμηνείες του.

Είναι σημαντικό, για παράδειγμα, ότι γύρω από τον ένοπλο αγώνα υπάρχει μια στάση ηθικής καταδίκης που, αν δεν απέκλεισε τη μελέτη του, την επηρέασε και συνεχίζει να την επηρεάζει, εμποδίζοντας τους μελετητές να έχουν μια βέβηλη, ριζοσπαστική στάση, τόσο ώστε κάποιοι να αισθάνονται υποχρεωμένοι να δηλώσουν την ηθική τους αποδοκιμασία ως προς το αντικείμενο της μελέτης, ή να δώσουν μια αρνητική υποδήλωση με ηθικούς όρους στα κείμενά τους 4, παραμένοντας μέσα στην πορεία που σχεδιάστηκε από την πολιτική για την οποία ο ένοπλος αγώνας είναι ένα εγκληματικό και αδικαιολόγητο φαινόμενο, ακατανόητο μέσα στο πλαίσιο ενός δημοκρατικού συστήματος. Ένα ζήτημα, συνεπώς, που αφορά τη συνείδηση και όχι τη γνώση. Και είναι εξίσου σημαντικό το γεγονός πως η ιστοριογραφία έχει αναλάβει άκριτα το πολιτικό-επικοινωνιακό λεξιλόγιο που χτίστηκε γύρω από τη δεκαετία του Εβδομήντα, και ειδικότερα τον ένοπλο αγώνα, χωρίς να αμφισβητεί, χωρίς να αναρωτηθεί σχετικά με την ορθότητα, από ιστοριογραφική άποψη, των ερμηνευτικών κατηγοριών που, αντί να παράγουν ιστορική γνώση και κατανόηση, καταλήγουν να αναπαράγουν την κοινή λογική [Ο όρος κοινή λογική αντικατοπτρίζει την «αίσθηση» που έχει κανείς για κάτι χωρίς πολλή σκέψη, στηριγμένος στη μέση εμπειρία και γνώση του καθημερινού ανθρώπου]. Ξεκινώντας από τους κεντρικούς όρους που χρησιμοποιούνται, όπως τρομοκρατία ή βία, τον πιο ευρέως χρησιμοποιούμενο, ένα είδος μπαμπούλα, φόβητρου που ανεμίζεται αν χρειαστεί. Σίγουρα δεν ζούμε σε έναν λιγότερο βίαιο κόσμο σήμερα, αλλά η βία της δεκαετίας του ’70 αφηγείται, περιγράφεται ως η πιο άγρια. H ad hoc τερατοποίηση που δημιουργήθηκε επί των πρωταγωνιστών της τελευταίας ταξικής σύγκρουσης του εικοστού αιώνα – από τις τρελές δολοφονίες τις απομονωμένες από την κοινωνία, σε αυτούς που παρεισφρύουν, στους ανόητους ετεροκαθοδηγούμενους – εξυπηρετεί στο να καλύπτει το πραγματικό ακάλυπτο νεύρο εκείνης της ιστορικής περιόδου, δηλαδή, την πρακτική και θεωρητική αμφισβήτηση, του μονοπωλίου της Κρατικής βίας από τις κατώτερες τάξεις. Η βία της δεκαετίας του ’70 είναι ανείπωτη γιατί υπήρξε βία των κυριαρχούμενων προς τους κυρίαρχους.

Εκείνοι που μελετούν την ιστορία των ένοπλων σχηματισμών, και ειδικότερα των Ερυθρών Ταξιαρχιών, γνωρίζουν ότι πρέπει να μας δώσουν πίσω, πρώτα απ ‘όλα, την αυθεντικότητα τους, στην διάρκεια των τελευταίων 30 χρόνων, μεταξύ δύο κυρίαρχων παραδειγμάτων: εκείνο το διετρολογικό [α]-συνωμοσιολογικό που έχει σκοπό να επηρεάσει, να ακυρώσει την αυθεντικότητα μιας πολιτικής διαδρομής, και εκείνο το θυματοποιητικό, με στόχο την ανάθεση του μονοπωλίου του λόγου και της ιστορίας στα θύματα του ένοπλου αγώνα. Ακριβώς αυτά τα δύο παραδείγματα αντιπροσωπεύουν τα δύο μεγαλύτερα εμπόδια, όχι τόσο για το πως φτιάχνεται η ιστορία εκείνης της περιόδου, κάτι που συμβαίνει τα τελευταία χρόνια εκ των πραγμάτων αλλά, πάνω απ ‘όλα, στην εμφάνιση της σε σχέση με μια επίσημη αφήγηση που έχει ελάχιστη σχέση με την Ιστορία και που είναι αντιθέτως το αποτέλεσμα της επιβεβαίωσης μιας κυρίαρχης μνήμης, με τη σειρά την ενδεικτική των σημερινών σχέσεων εξουσίας, της σημερινής ισορροπίας δυνάμεων.

2.

Τι είδους μνήμη έχει εδραιωθεί για τον ένοπλο αγώνα; Από πότε και μέσα σε ποιο πλαίσιο επικράτησε η θυματοποιητική ιδεολογία; Στο πλαίσιο του επαναπροσδιορισμού ενός νέου συμβολικού ιδρυτικού συμφώνου της Δεύτερης Δημοκρατίας που οδήγησε στην καθιέρωση αρκετών ημερών μνήμης, το 2006 υποβλήθηκαν διάφορα νομοσχέδια για την καθιέρωση της ημέρας μνήμης για τα θύματα της τρομοκρατίας. Η συζήτηση επικεντρώνεται στην επιλογή της πιο κατάλληλης ημερομηνίας. Και η προσοχή εστιάζεται σε εκείνη την 12 δεκεμβρίου, ημερομηνία της σφαγής της piazza Fontana στο Μιλάνο το 1969, αναγνωρισμένης ως αρχή της «στρατηγικής της έντασης», για την οποία μέχρι σήμερα δεν υπάρχει μια δικαστική αλήθεια, και στην 9 μαΐου, ημερομηνία της δολοφονίας του Aldo Moro από τις BR, για την οποία διεξήχθησαν πέντε δίκες και εκδόθηκαν οι αντίστοιχες αποφάσεις. Η πρόταση που θα περάσει θα είναι η δεύτερη, που υποβλήθηκε από τη Sabina Rossa, γερουσιαστή του Δημοκρατικού Κόμματος, κόρη του Guido, συνδικαλιστή ηγέτη του αριστερού συνδικάτου CGIL που σκοτώθηκε στη Γένοβα από τις BR το 1979. Η κουβέντα για τις δύο ημερομηνίες υπογράμμιζε, στην κοινοβουλευτική συζήτηση, την αναβίωση των αναγνώσεων και ερμηνειών που εδραιώθηκαν τα προηγούμενα χρόνια σχετικά με τα γεγονότα που διέσχισαν τα τέλη της δεκαετίας του 1960 και έφθασαν στις αρχές των χρόνων ’80. Από την θέση της σύγκρουσης μεταξύ αντίθετων εξτρεμισμών, στην ανθρωποκτονική τρέλα, στην θεωρία του διπλού κράτους, στην θέση του «εκφυλισμού» του 1968, ενός 1968 που θα έπρεπε να διασωθεί και να διαχωριστεί από αυτό που συνέβη στη συνέχεια, ένα πολιτισμικό και γενεαλογικό φαινόμενο με εξτρεμιστικές εξάρσεις και υπερβολές που υπαγορεύονταν από νεανικό ενθουσιασμό που στη συνέχεια επιμελώς υποχώρησε,επέστρεψε στην κανονικότητα. Ή, από την αντίθετη άποψη, του 1968 ως προέλευση του κακού και της βίας. Βρήκε επίσης χώρο ένα από τα θεωρήματα που προτάθηκαν επανειλημμένα από παράγοντες του κινήματος της εποχής, δηλαδή εκείνο της «τρομοκρατίας» της αριστεράς ως αιτίας της κρίσης των κινημάτων, που βρέθηκαν να συμπιέζονται μεταξύ της βίας των ένοπλων οργανώσεων και της καταστολής του Κράτους 5. Δεν υπήρξε καμία αναφορά στην πολιτική φύση του φαινομένου, ούτε στην ευθύνη των πολιτικών δυνάμεων σε εκείνη τη σύγκρουση. Παρόλο που δεν υπήρξε ομοφωνία σχετικά με την ημερομηνία, πολλοί από τους ομιλητές στη συζήτηση, ενώ αναγνώρισαν στην 12η του δεκέμβρη ως την πιο σωστή ημερομηνία – επειδή ημερομηνία περιοδολόγησης της ιταλικής ιστορίας – προκειμένου να ευνοηθεί η κατασκευή μίας «κοινής μνήμης», επέλεξαν την 9η μαΐου, ημερομηνία που αναφέρεται στην πρόταση νόμου ως σύμβολο της ένωσης όλων των πολιτικών κομμάτων και της κοινωνίας κατά της τρομοκρατίας, η οποία πέρασε με την ευνοϊκή ψήφο όλων των κομμάτων, την αποχή της Κομμουνιστικής Επανίδρυσης και του Κόμματος ιταλών κομουνιστών και μία ψήφο κατά.

Τα λόγια της Olga D’Antona, συζύγου του Massimo D’Antona, που σκοτώθηκε στη Ρώμη από τις Νέες Ερυθρές Ταξιαρχίες το 1999, συνόψιζαν τη θέση που εκφράστηκε από την πλειοψηφία :

Ελπίδα είναι ότι η ημέρα της μνήμης μπορεί να αποτελέσει την ευκαιρία να δοθεί τελικά φωνή σε εκείνους που έχουν πέσει θύματα εκείνων των πράξεων τρόμου. Ήρθε η ώρα να δώσουμε φωνή σε εκείνους των οποίων οι ζωές έχουν καταστραφεί για πάντα και οι οποίοι, στις περισσότερες των περιπτώσεων, έχουν καταδικαστεί στη λήθη και στη σιωπή. Είναι καιρός η δική μας ιστορία τρομοκρατίας να ειπωθεί όχι μόνο από τους τρομοκράτες και επιτέλους να συνειδητοποιήσουμε τι συνέβη από την άλλη πλευρά, από την πλευρά εκείνων των αθώων και ανυπεράσπιστων πολιτών που υπήρξαν θύματα της 6.

Η κεντρικότητα των θυμάτων, το ότι τους δίδεται φωνή και το ότι ασχολούμαστε με αυτούς συγκεκριμένα, καθίσταται από εκείνη τη στιγμή, για λόγους που στην πραγματικότητα δεν έχουν να κάνουν με το σεβασμό της μνήμης τους, πρίσμα της κυρίαρχης ανάγνωσης επί της ιστορίας της δεκαετίας του ’70.

Αρχικά και κατά τη διάρκεια των χρόνων ’90 οι συγγενείς των θυμάτων που σκοτώθηκαν σε συγκρούσεις με ένοπλες οργανώσεις ζητούσαν από το Κράτος, μέσω της αναγνώρισης του καθεστώτος τους, οικονομική αποζημίωση 7. Για να το εισάγουμε σε ένα πλαίσιο και να κατανοήσουμε την προέλευσή του, είναι απαραίτητο να επιστρέψουμε στα μέσα της δεκαετίας του ’80, στη φάση της «εξόδου από την κατάσταση έκτακτης ανάγκης της τρομοκρατίας». Οι ένοπλες οργανώσεις εξαρθρώθηκαν, το σχέδιο και το πολιτικό υποκείμενο που τις είχε δημιουργήσει μέσα στα μεγάλα εργοστάσια του Βορρά στα τέλη της δεκαετίας του ’60, ηττήθηκε πολιτικά – η τάξη και η παραγωγική αναδιάρθρωση πέρασαν στα εργοστάσια – ,μεγάλο μέρος των αγωνιστών συνελήφθησαν και καταδικάστηκαν ή βρίσκονταν με δίκες υπό εξέλιξη. Το ιταλικό Κράτος είχε να αντιμετωπίσει χιλιάδες καταδίκες για πολιτικά εγκλήματα. Ήταν, όπως επισημαίνει ο Sommie 8, μια μοναδική περίπτωση στην Ευρώπη και στις δυτικές δημοκρατίες, με έναν πολύ μεγάλο αριθμό πολιτικών κρατουμένων και την ανάγκη να κλείσει και να εξομαλυνθεί μια μακρά περίοδος κοινωνικής σύγκρουσης. Οι νόμοι εξαίρεσης και η στρατιωτική επίθεση από μόνη της δεν ήταν επαρκείς για να υπονομεύσουν τον κοινωνικό ιστό από τον οποίο οι ένοπλες οργανώσεις αντλούσαν δύναμη, σε απόδειξη του πόσο βαθιά ριζωμένος και ευρέως διάχυτος ήταν αυτός. Από αυτό, η ανάγκη παρέμβασης όχι μόνο στο κατασταλτικό επίπεδο, έπρεπε να βρεθεί ένα είδος πολιτικής λύσης για να τερματιστεί η κοινωνική και ένοπλη σύγκρουση εκείνων των χρόνων. Η απόφαση της πολιτικής ήταν να την αποπολιτικοποιήσει, αναθέτοντας την στο δικαστικό σώμα και στη συνέχεια στον σωφρονιστικό μηχανισμό. Έτσι γεννιέται ο θεσμός της διάστασης-διαχωρισμού και η φιγούρα του «διαχωρισμένου», που ευνοείται από το μεταβαλλόμενο κοινωνικό, πολιτικό και οικονομικό πλαίσιο-περιβάλλον. Σε αυτή την κατάσταση, τα μέλη των ένοπλων οργανώσεων στη φυλακή, παίρνοντας αποστάσεις από τον ένοπλο αγώνα του οποίου υπήρξαν πρωταγωνιστές, πρότειναν μια συνεργασία με τα θεσμικά όργανα, την αποκήρυξη της ιστορίας τους με αντάλλαγμα μια μείωση της ποινής. Το κάνει πρώτα απ ‘όλους ο Toni Negri το 1982 απευθυνόμενος απευθείας στον Domenico Sica στον οποίο προτείνει να αγωνιστούν μαζί ενάντια στους «τρομοκράτες» και θα ακολουθηθεί μετά από λίγο από την Prima Linea, η οποία θα αναλάβει τη διάσταση ως ενιαία θέση της οργάνωσης, και από την πλειοψηφία των μελών της φάλαγγας Walter Alasia των ΕΤ. Οι επιπτώσεις αυτής της θέσης ήταν καταστροφικές για τις ένοπλες οργανώσεις και αποδείχτηκε έτσι ένας από τους ισχυρότερους μηχανισμούς της διάλυσης τους, με την επίθεση στην εσωτερική τους αλληλεγγύη και απομακρύνοντας τες από την ιστορία τους.

Ασχολούμενο περισσότερο με τους τρομοκράτες απ ‘ότι με τα θύματα σήμαινε λοιπόν να δίνει προτεραιότητα, μέσα από τον διαχωρισμό και την μετάνοια-μεταμέλεια, στην επίλυση μιας πολιτικό-κοινωνικής σύγκρουσης, «ομαλοποιώντας» την, ένα πρόβλημα που για το Κράτος ήταν επείγον και βαρύ σε σχέση με τα αιτήματα αποζημίωσης που ταυτόχρονα προέρχονταν από τις οικογένειες των θυμάτων και που εκ των πραγμάτων για αρκετά χρόνια παρέμεναν ανήκουστα. Η AIVITER (Ιταλική Ένωση Θυμάτων Τρομοκρατίας και Ανατρεπτικής Δράσης κατά της συνταγματικής τάξης του Κράτους) ιδρύεται το 1985 ακριβώς με σκοπό να ζητήσει νομοθετικές παρεμβάσεις αντισταθμιστικού χαρακτήρα υπέρ όσων σκοτώθηκαν κατά τη σύγκρουση με τις ένοπλες οργανώσεις. Και ακριβώς επάνω στο διαχωρισμό-διάσταση, που θα γίνει νόμος το 1987, αλλά που άρχισε να εφαρμόζεται ήδη από νωρίτερα, ξεκίνησε η πρώτη πολεμική της ένωσης των θυμάτων της τρομοκρατίας. Ο Maurizio Puddu, επαρχιακός σύμβουλος της χριστιανοδημοκρατίας DC, ένα από τα θύματα των ΕΤ, και πρόεδρος του Συλλόγου, δήλωνε ότι ήταν απαραίτητος ο σεβασμός του νόμου, αλλά πως το δίκαιο δεν πρέπει να παραμορφώνεται κατ ‘αυτόν τον τρόπο. Η μετάνοια δεν απαιτείται στα άρθρα της διάταξης, μόνο η διάσταση. Θα μπορούσε τουλάχιστον να συμπεριληφθεί μια σημείωση με την οποία στους τρομοκράτες επιβάλλονταν να ζητούν από τα θύματα συγνώμη 9.

Στην πραγματικότητα, σε αντίθεση με την ερμηνεία του Puddu, η διάσταση ήταν η πραγματική πράξη μετάνοιας: αντίθετα με τον «μετανοημένο» (παραδοσιακή φιγούρα του καταδότη), ο πρώην «διαχωρισμένος τρομοκράτης» λάμβανε υπόψη τα λάθη του, αποκήρυσσε το παρελθόν του και δεσμεύονταν για το μέλλον να μην χρησιμοποιεί πλέον τη βία ως μέθοδο πολιτικής πάλης. Συνεργάζονταν ενεργά να γκρεμίσει τα θεμέλια της οργάνωσής του και να θέσει και τις άλλες σε κρίση, προσφέροντας στο Κράτος μια πολύ πιο αποτελεσματική δουλειά από αυτήν του καταδότη και για την οποία απολάμβανε την επιείκεια του Κράτους, δηλαδή τη μείωση της ποινής. Μια πρακτική πολύ παρόμοια με τις διαδικασίες που διεξάγονταν πριν από αιώνες από την Εκκλησία ενάντια σε αιρετικούς και μακριά από το δίκαιο που με αυτή την έννοια, ναι, έβγαινε παραμορφωμένο, και όχι μόνο για τις μειώσεις της τιμωρίας που χορηγούνταν με βάση τη «μετάνοια, την αποκατάσταση». Στη συνέχεια, στα τέλη της δεκαετίας του ’90, το αίτημα του Puddu – το υστερόγραφο που απαιτούσε από τον φυλακισμένο να ζητήσει ρητά τη συγχώρεση των θυμάτων – έγινε αποδεκτό. Πράγματι, αν και δεν προβλεπόταν σε κανένα νόμο, οι εποπτικοί δικαστές, κατά την κρίση τους, επέβαλαν ως περαιτέρω απαίτηση για την απόκτηση της υπό όρους απελευθέρωσης την γραπτή επαφή μεταξύ κρατουμένων και θυμάτων ή συγγενών των θυμάτων, στραπατσάροντας εκ νέου το δίκαιο 10, μερικούς αιώνες ιστορίας του δικαίου. Ολόκληρος ο αγώνας κατά της τρομοκρατίας διεξήχθη, εξάλλου, διαφορετικά από ότι ισχυρίζονταν τότε τα κόμματα και τα θεσμικά όργανα, και από αυτά που επαναλαμβάνουν σήμερα, με μέσα και εργαλεία που δεν καλύπτονται, δεν προβλέπονται από το «δημοκρατικό Κράτος δικαίου ».

Η πολεμική από πλευράς των θυμάτων αυξήθηκε όταν, μεταξύ του 1987 και του 1988, άρχισε να υποτίθεται η δυνατότητα χάριτος για τους μη διαχωρισθέντες και αμετανόητους, μετά την πρόταση μιας πολιτικής λύσης που πρότειναν οι κύριοι ηγέτες των BR: σημειώνοντας την εξάντληση ενός κύκλου αγώνων και το ανεπανάληπτο των εμπειριών που τον χαρακτήριζαν, έθεταν την ανάγκη μιας «υπέρβασης», χωρίς αποκηρύξεις και μεταμέλειες σχετικές με την ιστορία τους, και την αναγκαιότητα μιας αμνηστίας για τους πολιτικούς κρατούμενους και για τους εξόριστους. Όχι μια πράξη ειρήνευσης, αλλά μια πολιτική διάταξη η οποία, θεωρώντας μια εποχή κλεισμένη-τελειωμένη, θα επέτρεπε έναν ιστορικό-πολιτικό και μη δικαστικό προβληματισμό, με μια σύγκριση-αντιπαράθεση επεκταθείσα σε όλα τα εμπλεκόμενα μέρη. Η πρόταση προκάλεσε μια συζήτηση στα κυριότερα κόμματα, πρωτίστως DC, PCI και PSI – χριστιανοδημοκρατία κομουνιστές και σοσιαλιστές – βρίσκοντας στο εσωτερικό τους, αν και μεταξύ διακρίσεων, την προθυμία για άνοιγμα ενός διαλόγου. Μικρότερη διαθεσιμότητα, από την αρχή, εκφράστηκε από τα θύματα και ένα μεγάλο μέρος του τύπου. Ήταν η Maria Cristina Tarantelli, η αδελφή του Ezio, που σκοτώθηκε από τις Br, που απάντησε από τις σελίδες της La Repubblica – την εφημερίδα που ήταν περισσότερο αφοσιωμένη στο μέτωπο του όχι στην πολιτική λύση – επιτιθέμενη στο Κράτος, ακλόνητη μπροστά στα αιτήματα οικονομικής υποστήριξης για τα θύματα, σκεπτικιστική προς τις μετάνοιες και τους διαχωρισμούς 11. Μέχρι εκείνη τη στιγμή, από την πλευρά των συγγενών και των ενώσεων των θυμάτων, το ζήτημα συνέχιζε ουσιαστικά να γυρνά γύρω από το αίτημα αποζημίωσης. Ήταν το αντίθετο μέτωπο, παρόν εγκάρσια μέσα σε όλα τα κόμματα, μπροστά στα ανοίγματα, που ανακινεί με χρηστικό τρόπο ακριβώς το ζήτημα του σεβασμού των θυμάτων να εμποδίζει τη συζήτηση 12, η οποία ξεκίνησε ούτως ή άλλως. Υπήρξαν μια σειρά συναντήσεων στη φυλακή μεταξύ αντιπροσώπων όλων των κομμάτων και ορισμένων θεσμικών αξιωματούχων και μαχητών των ΕΤ που είχαν ενταχθεί στην πρόταση της πολιτικής λύσης. Οι συναντήσεις διακόπτονται όταν, το 1988, οι αγωνιστές των BR που εξακολουθούσαν να δραστηριοποιούνται, ενάντιοι στην προοπτική ξεπεράσματος του ένοπλου αγώνα, σκότωσαν τον Ruffilli σε μια δράση. Για τους αμετανόητους και μη διαχωρισμένους πολιτικούς κρατούμενους, των οποίων ο αριθμός ήταν υψηλός και αποτελούσε ένα πρόβλημα για το Κράτος, ο πολιτικός κόσμος επέλεξε μια «ατομική διέξοδο», αναθέτοντας, αυτή τη φορά στο σωφρονιστικό μηχανισμό, την αναζήτηση μιας λύσης, δίνοντας στους πολιτικούς κρατούμενους που δεν συμμετείχαν στη διάσταση τη δυνατότητα πρόσβασης στα οφέλη που προβλέπονταν για τους κοινούς κρατούμενους στον νόμο Gozzini. Ανεξάρτητα από έναν νόμο και ένα γενικό πρόγραμμα, όλα εξαρτώνταν από τις κατευθυντήριες γραμμές και τους προσανατολισμούς των διευθυντών φυλακών, των εποπτικών δικαστών, οι οποίοι αποφάσιζαν, κατά περίπτωση, τη χορήγηση αδειών, την πρόσβαση σε εξωτερικές εργασίες και την ακόλουθη διαδικασία για την απόκτηση της ελευθερίας υπό όρους. Οι προσπάθειες για την εξεύρεση λύσης συνεχίστηκαν επανειλημμένα, όχι πλέον ως συζήτηση μεταξύ πολιτικών κρατουμένων και θεσμικών εκπροσώπων, αλλά ως πρωτοβουλίες των κομμάτων ή μεμονωμένων βουλευτών. Το 1989 υποβλήθηκε σχέδιο νόμου του οποίου η πρόθεση, σαφώς από τη διατύπωση των άρθρων που το απάρτιζαν, πρότεινε μια δικαστική λύση, θέτοντας το ζήτημα της επανεξισορρόπησης των κυρώσεων, οι οποίες για τους πολιτικούς κρατούμενους ήταν μεγαλύτερες από εκείνες των κοινών κρατουμένων επειδή επιδεινώνονταν από τους ειδικούς νόμους. Παρόλο που δεν ήταν συνεπώς θέμα «συγχώρεσης», η συζήτηση, ειδικά στον Τύπο, πήρε αυτά τα περιγράμματα. Την επομένη της υποβολής του νομοσχεδίου, η εφημερίδα La Repubblica – στη μέση της εκστρατείας κατά της αμνηστίας / χάριτος – έδιδε ξανά χώρο στην Maria Cristina Tarantelli, φιλοξενώντας μια επιστολή που απευθύνονταν στον Πρόεδρο της Δημοκρατίας με πολύ σκληρούς τόνους, με τους οποίους επαναλαμβάνονταν η ανισότητα της προσοχής που υπάρχει ανάμεσα στα θύματα, ακόμη σε αναμονή ενός νόμου για να τα αποζημιώνει, και τους «εκτελεστές-δημίους», προς τους οποίους το Κράτος κινούνταν βιαστικά για την κοινωνική επανένταξή τους 13. Για περίπου δύο χρόνια παρεμβάσεις εναλλάσσονταν μέσω δημόσιων συζητήσεων, μεταξύ εκείνων που θεωρούσαν ώριμες τις συνθήκες να κλείσουν οριστικά ένα κεφάλαιο της ιταλικής ιστορίας και εκείνων οι οποίοι, αντιθέτως, πίστευαν ότι οποιαδήποτε διάταξη έπρεπε να θεωρηθεί καθυστερημένη πολιτική αναγνώριση που χορηγείται στους ένοπλους σχηματισμούς, στις ΕΤ πρώτη απ’ όλες.

Σε αυτό το περιβάλλον μέσα η φιγούρα του θύματος αρχίζει να παίρνει μια δημόσια διάσταση, γίνεται το νέο όχημα μέσω του οποίου η πολιτική, αφού πρώτα αποπολιτικοποίησε την κοινωνική σύγκρουση της δεκαετίας του ’70 αναθέτοντας τη διαχείριση της κατάστασης έκτακτης ανάγκης στο δικαστικό σώμα και εκ των πραγμάτων πολιτικοποιώντας τις λειτουργίες αυτού του τελευταίου, θα προσπαθήσει να την αποπολιτικοποιήσει στο επίπεδο της μνήμης και της ιστορίας.

Ο τύπος της συζήτησης, που αρχικά επικεντρώθηκε σε συγκεκριμένα ζητήματα πολιτικού χαρακτήρα που θα έπρεπε να είχαν οδηγήσει στο πολιτικό κλείσιμο εκείνης της ιστορικά εξαντληθείσας σύγκρουσης, επισημοποιώντας το σε νομοθετικό επίπεδο, ανέλαβε μια χροιά που στηρίζονταν πλήρως στην ηθική σφαίρα και που έπαιζε χρηστικά στο ζήτημα του σεβασμού των θυμάτων. Ο ιδιωτικός χώρος, ο πόνος και η μνησικακία, καθώς και η διάθεση προς συγχώρεση εκείνων που επηρεάστηκαν προσωπικά από τη σύγκρουση εκείνων των χρόνων, σταδιακά μονοπωλεί τη δημόσια σφαίρα, της πολιτικής, με λίγες κριτικές φωνές να παραμένουν αντιμέτωπες. Ο Franco Fortini, ειδικότερα, είχε καταλάβει με ευφυία το έδαφος στο οποίο γλιστρούσαμε και που αργότερα θα αποτελούσε το θεμέλιο της θυματοποιητικής ιδεολογίας – dell’ideologia vittimaria – όταν, το 1988, έγραφε :

Τότε τι είναι αυτός ο άνθρωπος, εκείνος ο άνθρωπος για τον οποίο μιλάτε, όταν του αφαιρείται η διάσταση της κοινής δράσης για την αλληλεγγύη, τη δικαιοσύνη, την ελευθερία και την ισότητα, εγώ πραγματικά δεν μπορώ να τον φανταστώ. Τι είναι ένας άνθρωπος που περιορίζεται στην απλή διάσταση της ηθικής εσωτερικότητας; Έχω την δική μου, για να μην αναφέρω τους μέγιστους χριστιανούς, τον Μαρξ, τον Νίτσε, τον Φρόιντ και τον Σαρτ. Με καθησυχάζουν αυτοί: πρέπει να πρόκειται για έναν αχρείο. Ή για ένα θύμα. Και τι θέλουν πράγματι από εμάς οι θεματοφύλακες της Κρατικής δεοντολογίας, της ηθικής του Κράτους αν όχι να μας καταστήσουν απατεώνες ή θύματα; 14

Η δεκαετία του ’90 θα χαρακτηρίζεται από την ίδια διαμάχη, με την ευκαιρία της πρότασης τoυ Cossiga να χορηγήσει χάρη στον Renato Curcio 15, τις πρώτες άδειες που χορηγήθηκαν στα πιο γνωστά ονόματα του ένοπλου αγώνα, σε όλες τις περιπτώσεις δημόσιας έκθεσης των «τρομοκρατών». Στο βάθος, από έναν αφηρημένο πολιτικό κόσμο ο οποίος εν τω μεταξύ αντιμετωπίζει τις άλλες δομικές «καταστάσεις έκτακτης ανάγκης», από τη μαφία στην Tangentopoli, επανεμφανίζεται κάθε τόσο το ζήτημα της αμνηστίας, η κουβέντα της οποίας συζητήθηκε και πάλι στην Επιτροπή Δικαιοσύνης της Βουλής το 1997 για να τερματιστεί σε ένα τίποτα, και στην οποία οι ενώσεις των οικογενειών των θυμάτων εκφράστηκαν και πάλι με αντίθετο τρόπο. Εν τω μεταξύ η νομοθετική διαδικασία υπέρ των θυμάτων της τρομοκρατίας συνεχίζονταν με αργούς ρυθμούς, η οποία προχώρησε από το 1980 έως το 2000 μέσω μιας σειράς κανονισμών, και μόνο το 2004 θα καταστεί νόμος 16.

Ακριβώς μέσα σ ‘αυτή την προοπτική όπου κυριαρχεί η ηθική σφαίρα, η αγανάκτηση προς τους «αμετανόητους-αμετακίνητους» εδραιώνονταν στην επικοινωνιακή συζήτηση, τους «μη μετανιωμένους ή διαχωρισμένους τρομοκράτες» που άρχισαν να έχουν πρόσβαση στα πρώτα οφέλη του νόμου Gozzini. Πέρα από τη θρησκευτική-ηθική κατηγορία που προκαλούν οι όροι, κάποιος «ξεχνούσε» ότι επρόκειτο αποκλειστικά για νομικές κατηγορίες. Και η κατηγορία του «αμετακίνητου» συγκέντρωνε, πέρα από τις διάφορες θέσεις που ανέλαβαν τότε τα άτομα σε σχέση με τη δική τους ιστορία, όλους εκείνους που δεν εντάσσονταν, σύμφωνα με την εξαιρετική νομοθεσία, στις κατηγορίες του μετανοημένου ή διαχωρισμένου. Το γεγονός να είναι κάποιος αμετανόητος και μη διαχωρισμένος είναι συνεπώς ισοδύναμο με το γεγονός ότι εκτίει ποινές μεγαλύτερης διάρκειας από εκείνους που έχουν επωφεληθεί από τις παροχές που προβλέπονται από τη νομοθεσία του κράτους.

Να εξουδετερώνει το πολιτικό κλείσιμο υπήρξε πάντοτε παρόν, είναι σημαντικό να τονιστεί, ένας άλλος παράγοντας: ζητούνταν από τους ταξιαρχίτες να λένε «όλη την αλήθεια» για την υπόθεση Μόρο, η οποία εν τω μεταξύ τροφοδοτούνταν με έρευνες εντυπωσιασμού κενές πραγματικών απαντήσεων-αντιστοιχιών, που έδιδαν ζωή σε μια ανεξάντλητη φλέβα διετρολογικής-συνωμοσιολογικής λογοτεχνίας, τα «μυστήρια της υπόθεσης Moro», σε ένα είδος επαναπροσδιορισμού της πολιτικής της αποφασιστικότητας που περνούσε τώρα στο ιστορικό-πολιτικό επίπεδο, για να απομακρύνει κάθε συζήτηση σχετική με τις ευθύνες των κυριότερων υπέρμαχων της, DC και PCI. Υπό αυτή την έννοια η ανάγνωση του PCI, η οποία θεωρούσε ότι οι κρίσεις των δικαστηρίων των διαφόρων δικών Moro δεν ήταν εξαντλητικές, κέρδιζε δύναμη, και διάβαζε την ιταλική ιστορία την μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο ως μια μακρά ανατρεπτική ίντριγκα ενάντια στη δημοκρατία – και το κόμμα – από τη σφαγή της Portella della Ginestra στις σφαγές της δεκαετίας του ’70 και του ’80, στον κομμουνιστικό ένοπλο αγώνα. Με την υιοθέτηση ενός μονοπωλίου διαφωνίας που δεν προέβλεπε ούτε παραδέχονταν άλλες μορφές έκφρασης στα αριστερά του, πολύ περισσότερο «αυθεντικά» υποκείμενα που θα μπορούσαν να την ερμηνεύσουν, το PCI κατέφυγε, στην διάρκεια των δεκαετιών, στις θεωρίες συνωμοσίας, των προβοκατόρων και των παρεισφρύσεων ενάντια στο κόμμα, ένα επιχείρημα που, στο επίπεδο της προπαγάνδας, ειδικά στην αριστερά, έβρισκε γόνιμο έδαφος και στην δύναμη του αντικομμουνισμού μέσα στην ιταλική κοινωνία.

3.

Είναι στις αρχές της δεκαετίας του 2000 που, δίπλα στο συνωμοσιολογικό παράδειγμα, διαμορφώνεται πλήρως εκείνο της θυματοποίησης. Από τον κόσμο που είχε γεννήσει τον ένοπλο αγώνα, δεν είχε μείνει πλέον τίποτε άλλο παρά οι μαχητές των ένοπλων σχηματισμών, οι οποίες είχαν εξαφανιστεί εδώ και σχεδόν είκοσι χρόνια, και εξακολουθούσαν να κρατούνται στη φυλακή. Τα κόμματα είχαν αλλάξει τα ονόματά τους, άλλα γεννήθηκαν και κυβερνούσαν. Τα «παιδιά του Salò» γιορτάστηκαν στο κοινοβούλιο από τον Luciano Violante, δικαστή και ηγετικό στέλεχος του PCI-PDS-DS που στρατεύτηκε στην πρώτη γραμμή ενάντια στους «τρομοκράτες». Ο εξαντλημένος 20ος αιώνας και οι επαναστάσεις του, οι οποίες όμως αν και ατελείς είχαν έτσι κι αλλιώς απελευθερώσει εκατομμύρια ανθρώπους προηγουμένως αόρατους, είχαν ηττηθεί, και μαζί τους και η έννοια της αντιπαλότητας, η συγκρουσιακή έννοια ως κινητήρια δύναμη της ιστορίας, που εκδιώκονταν πίσω από τον σύγχρονο πολιτικό ορίζοντα και από την Ιστορία. Ο θριαμβευτικός νεοφιλελευθερισμός και η ιδεολογία του, που προωθούνταν μιλώντας για «τέλος της ιστορίας», βιαστικά απαλλάσσονταν από αυτόν: ο Εικοστός αιώνας έγινε ο αιώνας της φρίκης, των γενοκτονιών, των ολοκληρωτισμών. Η ιστορία ηγεμονεύεται από τη μνήμη και μπερδεύεται με αυτήν, συγχέεται, σαν να ήταν συνώνυμη με αυτήν. Η αφηγηματική μνήμη που αφηγείται τον Εικοστό αιώνα είναι μνήμη του πόνου, είναι ο μάρτυρας των φρικαλεοτήτων των ολοκληρωτισμών του σύντομου αιώνα, του Ολοκαυτώματος επί των πάντων. Και αναδύεται ως κεντρικός πρωταγωνιστής το θύμα. Το θύμα τοποθετείται ως ιδανικό μοντέλο για να εμπνευστεί ο καθείς από αυτό: είναι η παθητικοποίηση του υπάρχοντος, το να υποβάλλεσαι και να υπομένεις που επιβάλλεται στη δράση, να κάνεις τίποτα, να μην αντιδράς, να μην λερώνεις τα χέρια σου ως υπέρτατη αξία της ειρηνευμένης κοινωνίας στην ομόφωνη φιλελεύθερη συναίνεση 17.

Η προσωπική ιστορία, η οικεία και οικογενειακή διάσταση, δηλαδή η ιδιωτική διάσταση, καταλαμβάνει το δημόσιο χώρο. Η Iστορία με τις μη γραμμικές, αντιφατικές διεργασίες της, με τις συγκρούσεις της εξαφανίζεται. Οι ανανεωμένες ιταλικές άρχουσες τάξεις εκφράζουν σε μια γλώσσα που είναι εν μέρει μόνο νέα, διότι είναι ήδη παρούσα αλλά όχι ακόμη πλήρως δομημένη, την αφήγηση των » θλιβερών χρόνων του μολυβιού». Αυτή τη φορά το κενό της θεσμικής πολιτικής γεμίζει με τον ιδιωτικό πόνο των θυμάτων, και ιδίως των θυμάτων του ένοπλου αγώνα, των εχθρών του δημοκρατικού Κράτους. Δεν θα μπορούσαν να είναι τα θύματα των σφαγών, που στερούνται δικαστικής αλήθειας καθώς και ιστορικής, σε έναν χώρο που παραμένει αδιαφανής περιοχή. Το λέει ξεκάθαρα ο Giorgio Napolitano στην ομιλία του κατά τον εορτασμό της πρώτης Ημέρας μνήμης των θυμάτων της τρομοκρατίας, όταν δηλώνει την κυριαρχία, μέσα στην ιταλική ιστορία των χρόνων του ’70, των «ανατρεπτικών μηχανορραφιών» της «εξτρεμιστικής και επαναστατικής αριστεράς» και ειδικότερα της «διασποράς της τρομοκρατίας των ερυθρών Ταξιαρχιών» σε σχέση με εκείνες του «νεοφασιστικής δεξιάς […] με συμπαιγνίες ακόμα και μέσα στους μηχανισμούς του Κράτους». Δεν υπάρχει θαμπάδα όσον αφορά το γεγονός πως οι Ερυθρές Ταξιαρχίες πολέμησαν εναντίον του Κράτους. Όσον αφορά τις συνενοχές και τις ευθύνες του κρατικού μηχανισμού στις επιθέσεις που προκάλεσαν σφαγές, αντίθετα, οι πολλές περιοχές αδιαφάνειας-θαμπάδας δεν διαλύθηκαν. Στη συνέχεια πρέπει να διευκρινίσουμε, σύμφωνα με τα στοιχεία που μας επιστρέφει η ιστορία, ότι δεν ήταν ο ένοπλος αγώνας που έκανε τον μεγαλύτερο αριθμό θυμάτων. 18. Αλλά το θυματοποιητικό παράδειγμα-πρότυπο δεν χρειάζεται την Ιστορία για την αφήγησή του, τροφοδοτείται μιας μοναδικής κυρίαρχης μνήμης που κάποιοι θα ήθελαν να γίνει «κοινή μνήμη, κοινόχρηστη».

Το σημάδι της νέας εποχής είχε αποκαλυφθεί με παραδειγματικό τρόπο από τον κινηματογράφο λίγα χρόνια νωρίτερα, με την ταινία του Mimmo Calopresti Η δεύτερη φορά- La seconda volta (1995), μια τεχνητή απόπειρα αντιπαράθεσης-συνάντησης μεταξύ ενός πρώην τρομοκράτη και του θύματος του που αποδεικνύεται αδύνατη, επειδή δεν προβλέπεται, στην ταινία και στην πραγματικότητα, να δίνεται ο λόγος στον »δήμιο» παρά μόνο για να εκφράσει και επιβεβαιώσει την αλήθεια των νικητών. Κυριαρχεί ο υπερκείμενος μονόλογος του θύματος που δεν έχει τίποτα να ακούσει, πεπεισμένος για την απόλυτη αλλοτριότητα και τυχαιότητα αυτού που του συνέβη, αγνοώντας και ξεχνώντας ένα κοινωνικό και πολιτικό πλαίσιο-περιβάλλον του οποίου ήταν μέρος και μέσα στο οποίο γίνονταν πολιτική και με τα όπλα 19. Η αλλαγή του παραδείγματος-προτύπου είναι ορατή και κυρίως στην τηλεοπτική δημοσιογραφία, η οποία εγκαινιάζει, χρησιμοποιώντας τον ορισμό του De Luna, την «τηλεόραση του πόνου». Το 1989 ο Enzo Biagi, απαντώντας στη χήρα του δικαστή Terranova που σκοτώθηκε από τη μαφία, που εξέφραζε κριτική και λύπη για την επιλογή του δημοσιογράφου για συνέντευξη από τον Luciano Liggio, έλεγε: «Μοιράζομαι τον πόνο της κυρίας Terranova και του γιου του αξιωματικού Mancuso. Αλλά δεν είναι καθήκον των οικογενειών των θυμάτων να ορίζουν τι είναι σωστό και τι όχι να γίνεται στην τηλεόραση 20 ». 18 χρόνια μετά, το 2007, ο Corrado Augias καλωσόριζε την έκκληση των συγγενών των νεκρών στη Via Fani και του Giorgio Napolitano, «που είχαν φρικάρει 21 » για μια συνέντευξη που μεταδόθηκε στην τηλεόραση του πρώην ταξιαρχίτη διαχωρισμένου Alberto Franceschini που γυρίστηκε στη Via Fani. Μια τηλεόραση στην οποία ούτε καν ο Sergio Zavoli, συγγραφέας του Η νύχτα της Δημοκρατίας-La notte della Repubblica, θα έβρισκε πλέον χώρο.

Πάντα κατά την πρώτη γιορτή της ημέρας αφιερωμένης στα θύματα της τρομοκρατίας, ο τότε πρόεδρος της Δημοκρατίας, Giorgio Napolitano, ο οποίος έζησε το σύνολο και διαδραμάτισε ηγετικό ρόλο στην πολιτική της δεκαετίας του ’70, δήλωνε την ανάγκη να «δοθεί φωνή όχι σε όσους πυροδότησαν την τρομοκρατική βία, αλλά σε εκείνους που την υπέφεραν 22 ». Εάν μείνουμε στην περίοδο που υποδεικνύεται από τον Napolitano, δηλαδή από το 1969 έως τα μέσα της δεκαετίας του ’80, τα δεδομένα της κοινής μνήμης και εκείνα της Ιστορίας αποκλίνουν. Για την Ιστορία, δύσκολα μπορούμε να βεβαιώσουμε ότι οι ένοπλοι σχηματισμοί πυροδότησαν την τρομοκρατική βία, ειδικά εάν σιωπήσουμε αναφορικά με το πολιτικό και κοινωνικό πλαίσιο και το περιβάλλον που βρίσκεται στην απαρχή της γέννησή τους. Το γεγονός που επιταχύνει το σχηματισμό των ένοπλων ομάδων, σύμφωνα με τις δηλώσεις εκείνων που αγωνίστηκαν σε αυτές και με μια εδραιωμένη ιστοριογραφία, είναι η σφαγή της 12ης δεκεμβρίου 1969 η οποία, πρέπει να θυμόμαστε, έρχεται στο τέλος ενός έτους που κατέγραψε τον μεγαλύτερο αριθμό ωρών απεργιών (250 εκατομμύρια συνολικά, λαμβάνοντας υπόψη όλες τις κατηγορίες) και ένα επίπεδο συγκρουσιμότητας των εργατών που ούτε τα συνδικάτα, ούτε τα αριστερά κόμματα κατάφερναν να συγκρατήσουν. Το πρώτο θύμα στα χέρια μιας ένοπλης ομάδας έλαβε χώρα στη Γένοβα το 1971, κατά τη διάρκεια ληστείας από την Banda XXII Ottobre. Ο πρώτος πολιτικός φόνος είναι εκείνος του αστυνομικού κομισάριου Calabresi (1972), που θεωρήθηκε υπεύθυνος για το θάνατο του αναρχικού Giuseppe Pinelli, ο οποίος εκπαραθυρώθηκε από το αστυνομικό τμήμα ενώ ανακρίνονταν ως ύποπτος δράστης της σφαγής της piazza Fontana. Η δολοφονία του Calabresi, την ευθύνη της οποίας δεν ανέλαβε ποτέ καμία οργάνωση, θα αποδοθεί πολλά χρόνια αργότερα από ένα δικαστήριο στην Lotta Continua. Η πρώτη σχεδιασμένη εκτέλεση της οποίας την ευθύνη ανέλαβαν οι κόκκινες Ταξιαρχίες είναι του 1976.

Αλλά ο Napolitano λέει και άλλα: «Όσοι έχουν διευθετήσει τους λογαριασμούς τους με τη δικαιοσύνη έχουν το δικαίωμα να επανενταχθούν στην κοινωνία, αλλά με διακριτικότητα και μέτρο και να μην ξεχνούν ποτέ τις ηθικές τους ευθύνες ακόμα κι ας μην είναι πλέον ποινικές 23 ». Για το θυματοποιητικό πρότυπο, ο «δήμιος» δεν επιστρέφει, αφού έχει εκτίσει την ποινή του, στις λειτουργίες που έχουν ρυθμιστεί από τους νόμους του δημοκρατικού Κράτους, να είναι ένας ελεύθερος πολίτης, αλλά υποχρεούται σε μια μόνιμη κατάσταση σιωπής, λόγω ηθικών ευθυνών ακατάσβεστων, οι οποίες συνεπώς δείχνουν ένα άδειασμα των κανόνων δικαίου. Το επιβεβαιώνει η αποκαταστατική δικαιοσύνη, χρησιμοποιώντας μορφές φαινομενικά πιο ανοιχτές και συμφιλιωτικές σε σχέση με τις αυταρχικές εκείνες που εκφράστηκαν κυρίως από τις ενώσεις των θυμάτων και ενισχύθηκαν από το επικοινωνιακό σύστημα που θα επιθυμούσε ένα είδος πολιτικής ισόβιας ποινής για τους «δημίους» του ένοπλου αγώνα, αλλά στην πραγματικότητα πιο ύπουλες λόγω των επιπτώσεων που παρουσιάζουν. Η αποκαταστατική δικαιοσύνη επιβεβαιώνει, θέτοντας τις βάσεις για το άδειασμα και την υπέρβαση της αμεροληψίας του δικαίου, πως η εξιλέωση μιας ποινικής τιμωρίας είναι ανεπαρκής απάντηση στο πένθος των θυμάτων, δεν εκπληρώνει το αίτημα για δικαιοσύνη, δεν επιτρέπει την ενσωμάτωση στη μήτρα της κοινότητας και την επανεκπαίδευση που το άρθρο 27 του Συντάγματος αποδίδει στην τιμωρία ως στόχο, στον επίσημο εορτασμό της δύναμης της δημοκρατίας 24 », όπως γράφει ο Luigi Manconi. Μέσα σε αυτό τον χώρο δίδεται ο λόγος, η αποκατάσταση επιτρέπεται, για να χρησιμοποιήσουμε μια έκφραση που χρησιμοποιήθηκε από τον Giancarlo Caselli, σε εκείνους που «έχουν συνειδητοποιήσει τον παραλογισμό τους». Μπορούν να μιλήσουν χρησιμοποιώντας επικυρωμένα λόγια σε έναν εγκεκριμένο χώρο, ή για να λέμε καλύτερα, σε έναν νέο χώρο φυλακισμένο, μέσα σε μια αφήγηση που αποσκοπεί στο να επιβεβαιώσει εκείνη την ανάγνωση σύμφωνα με την οποία μέρος μιας γενιάς, οδηγούμενης από εγκληματική τρέλα και μια αιματηρή ιδεολογία, έθεσε σε κίνδυνο, για μια στιγμή, τις αντοχές του «δημοκρατικού Κράτους». Τόσο στην πρώτη όσο και στη δεύτερη περίπτωση, εκτός από το άδειασμα του δικαίου, ήμαστε μπροστά σε μια διαδρομή κληρικο-μετανοούσα και μια επιχείρηση κατασκευής κοινής μνήμης, σκοπός της οποίας είναι να αρνηθεί και να εξαλείψει το συγκρουσιακό πολιτικό σχέδιο που έχει εγγραφεί στην ιστορία. Μια περαιτέρω εμπεριστατωμένη μελέτη των εγγενών επιπτώσεων της διάστασης, όπου η ανταλλαγή μεταξύ της αναθεώρησης της καταδίκης και της ιδεολογικής αναθεώρησης είναι ενεργή προσκόλληση-συγκατάθεση στην κοινή μνήμη, με αποτέλεσμα να επηρεάζει και να διαστρεβλώνει την ανάγνωση της ιστορίας.

Μεταξύ 2006 και 2009, κατασκευάζονταν κομμάτι με κομμάτι, το μονοπώλιο του λόγου, και της ιστορίας, των θυμάτων του ένοπλου αγώνα, αρνούμενοι τη νομιμότητα της ύπαρξης των αναμνήσεων του ένοπλου αγώνα, και όχι μόνο εκείνων που δεν συμμορφώνονται με την κοινή μνήμη.Οι κύριοι πρωταγωνιστές του ένοπλου αγώνα δεν είχαν δικαίωμα να γράφουν και, πάνω απ ‘όλα, να δημοσιεύουν και να συζητούν σε δημόσιους χώρους, βροντούσε η ιταλική διανόηση από τις σελίδες των κυριότερων εφημερίδων 25. Στους πρώην μαχητές αντιτάσσονταν, σε μια μεγάλη εκστρατεία επικοινωνιακή / διαφημιστική, και πάνω από όλα ιδεολογική, από τις σελίδες των μεγάλων εφημερίδων, οι εκδόσεις των «διάσημων» παιδιών των θυμάτων, από τον Tobagi έως τον Calabresi, στην Rossa, τα βιβλία των οποίων έγιναν η νέα παράμετρος για να μπορούμε να μιλήσουμε για τα χρόνια του ’70. Ονόματα που κατέχουν σημαντικές θέσεις στον πολιτικό και δημοσιογραφικό κόσμο, που έχουν στη διάθεση τους ενώσεις, τα οποία έχουν μετατραπεί σε εξουσιοδοτημένους αποδέκτες της αφήγησης των «χρόνων του μολυβιού», ακριβώς δυνάμει της ταυτότητάς τους ως συγγενών των θυμάτων της «τρομοκρατίας». Όταν δίνεται στο θύμα η εξουσία της λογοκρισίας και του μονοπωλίου του λόγου, απορρίπτεται η ταυτότητά του ως θύμα. Το θύμα γίνεται άσκηση ενός επαγγέλματος λογοκριτικού, που προστατεύεται από το κέλυφος μιας υποτιθέμενης ανώτερης ηθικής.

Το θύμα και η οικογένεια του θύματος, καθαγιασμένοι στην επίσημη τελετουργία της ημέρας μνήμης, θεσμοθετημένοι από τον δημόσιο λόγο, θεαματοποιημένοι επικοινωνιακά, φτάνουν στην πραγματικότητα στο σημείο να ενσωματώνουν μια ανώτερη ηθική. Ο λόγος τους, ανεξάρτητα από το αν είναι σωστός σε σχέση με τα γεγονότα ή τους ανθρώπους για τους οποίους μιλά, και η θέση τους που εκφράζει απόλυτη δημόσια εκδηλωμένη στενοχώρια και πόνο, γίνεται απρόσβλητος, η κριτική καθίσταται βρισιά, προσβολή. Φτάνει κάτι πολύ λιγότερο από την κριτική, φτάνει σήμερα και μόνο το γεγονός να κατατίθεται ένας άλλος λόγος που να ξεφεύγει από τη ρητορική του πόνου και της καταδίκης του κακού, ώστε να ξεσπάσει η λογοκρισία και η δημόσια αποδοκιμασία που επιβάλλεται επικοινωνιακά, ακόμη και το άνοιγμα αρχείων – ακόμη και χωρίς την υπόθεση τέλεσης αδικήματος – από πλευράς εισαγγελιών, οι καταγγελίες ενώπιον των δικαστηρίων από τις ενώσεις των θυμάτων της τρομοκρατίας 26. Ακόμη και η συμμετοχή στην κηδεία ενός ταξιαρχίτη διαμορφώνεται ως δυνητικό έγκλημα και κοστίζει την κατηγορία της υποκίνησης εγκληματικών πράξεων. Είναι μια οργισμένη αγανάκτηση εκείνη που εξέφρασε η Benedetta Tobagi, με αφορμή το θάνατο του Prospero Gallinari, το 2013 – στου οποίου την κηδεία πήραν μέρος όχι μόνο οι σύντροφοι του, αλλά από αρκετές εκατοντάδες ανθρώπων, συμπεριλαμβανομένων πολλών νεαρών, για την « καθαγίαση σε πρωταγωνιστή της Ιστορίας «, για τους» θύλακες που αντιστέκονται σε ένα έδαφος κοινά αποδεκτών αξιών 27 ». Είναι κατανοητή, πάνω από όλα ανθρώπινη, από εκείνους που έχουν υποστεί προσωπικές απώλειες ή ταλαιπωρία πένθος και πόνο, μια αντίδραση αγανάκτησης και διαμαρτυρίας μπροστά στον υπεύθυνο για το θάνατο ενός μέλους της οικογένειας. Η έκφραση του μίσους, της εκδίκησης, της δυσαρέσκειας γίνεται κατανοητή και έχει το λόγο ύπαρξης ως προσωπικές και ιδιωτικές εκδηλώσεις του πόνου καθενός. Ανήκουν ακριβώς στην ιδιωτική σφαίρα. Και είναι εξίσου προφανές ότι ο ιδιωτικός πόνος, που μεταφέρεται στην δημόσια και θεσμοθετημένη σφαίρα, μετατρέπεται σε άσκηση λογοκρισιακής εξουσίας που δεν έχει καμία σχέση με το «σεβασμό προς τα θύματα» και τη μνήμη των θυμάτων, αλλά περισσότερο με ένα είδος σύγχρονου δικαστηρίου πολιτικού-επικοινωνιακού όπου οι «κοινές αξίες» είναι οι κυρίαρχες αξίες, χωρίς τη δυνατότητα κριτικής έκφρασης και διαφωνίας. Ο Franco Fortini το είχε εκφράσει σαφώς, ξεκάθαρα :

Οποιαδήποτε πνευματική και πολιτική δύναμη οργανώνεται ως αντίπαλη στους ήδη καθιερωμένους τρόπους έκφρασης των συμφερόντων και της θέλησης καταγγέλλεται αμέσως σαν συνεργός ή απολογητής ή εξομοιωτής της τρομοκρατίας. Οποιοσδήποτε ιστορικός ή θεωρητικός προβληματισμός σχετικά με το ρόλο και το νόημα της βίας μέσα στην ανθρώπινη ιστορία που δεν τελειώνει με τον εορτασμό και την εξύψωση, την εξύμνηση του καθεστώτος της κοινοβουλευτικής δημοκρατίας ως ανώτατης κορυφής-κορύφωσης της ανθρώπινης συνύπαρξης (και με την καταδίκη της αναζήτησης οποιουδήποτε άλλου τρόπου ή δρόμου) απορρίπτεται ως έργο διαφθοράς 28.

Είναι σαφές ότι είναι από τις πολιτικές σχέσεις εξουσίας, από τις πολιτικές ισορροπίες δυνάμεων, από τους κοινωνικούς ρόλους, από εκείνους που έχουν κερδίσει και από εκείνους που έχασαν, που το καθεστώς του θύματος είναι προσβάσιμο, επειδή τα θύματα δεν είναι όλα ίδια. Η διαφοροποίηση μεταξύ των αδύναμων θυμάτων και των ισχυρών θυμάτων, των υποκειμένων θυμάτων και των κυρίαρχων θυμάτων, και κατά συνέπεια μεταξύ των υποτελών αναμνήσεων και των κυρίαρχων αναμνήσεων, εξαρτάται από τις πολιτικές ισορροπίες δυνάμεων. Είναι πάρα πολύ τετριμμένο – και κατά βάθος είναι ακριβώς επάνω στην ανωριμότητα της ανάγνωσης και της ιστορικής κατανόησης που βασίζεται στην θυματοποιητική ιδεολογία – να επιβεβαιώνεται πως από την προοπτική που αναλαμβάνεται θα έχουν ένα διαφορετικό βάρος οι πολλές προλεταριακές σφαγές που είναι διάσπαρτες στην δημοκρατική ιστορία, οι τουφεκισμοί της αστυνομίας στους διαδηλωτές στις πλατείες, οι σφαγές – όταν ακόμη οι ΕΤ ήταν πολύ μακριά από το να υπάρχουν – και οι πεσόντες με στολή του Κράτους από τα χέρια των ΕΤ. Μια λογική που καταλήγει να καταπιεί μέσα της ακόμη και εκείνους που επικρίνουν τον θυματοποιητικό μηχανισμό, την στιγμή κατά την οποία παρουσιάζουν και αντιπαραβάλλουν θύματα στα θύματα, δίνοντάς τους τροφή και αναγνώριση ως ερμηνευτική και αξιολογική κατηγορία που οδηγεί στο ίδιο αποτέλεσμα της παγίωσης της αίσθησης και της ιστορικής και πολιτικής κατανόησης. Υπάρχουν θύματα και δολοφόνοι εκεί όπου δεν υπάρχει μια σύγκρουση. Και ότι για ένα διάστημα είκοσι χρόνων υπήρξε μια κοινωνική σύγκρουση εντός της οποίας και ο ένοπλος αγώνας βρήκε χώρο είναι εγγεγραμμένο στην Ιστορία, το λεν οι αριθμοί, οι νεκροί στα αντιτιθέμενα μέτωπα, οι ειδικοί νόμοι, η ειδική φυλακή, τα βασανιστήρια, οι εξόριστοι. Να ξεχνάμε ότι το κράτος έχει κάνει τις οικογένειες των θυμάτων της σφαγής της Πιάτσα Φοντάνα να πληρώσουν τις δικαστικές δαπάνες χωρίς καν να τους δώσουν μια δικαστική αλήθεια σίγουρα δεν μπορούμε, δεν γίνεται. Και αν η δικαστική αλήθεια δεν έχει πλέον πολύ νόημα σήμερα, είναι σημαντική αντίθετα μια ιστορική αλήθεια. Η οποία δεν μπορεί να εφαρμοστεί εάν η Ιστορία διαβάζεται ως σύγκρουση μεταξύ καλού και κακού – όπου το καλό και τα θύματα συμπίπτουν με τις αξίες που επιβάλλονται ως κυρίαρχες, και είναι τέτοιες ακριβώς επειδή είναι το αποτέλεσμα της πολιτικής και κοινωνικής ισορροπίας δυνάμεων που καθορίστηκε από το αποτέλεσμα των συγκρούσεων – , εάν η Ιστορία χρησιμοποιείται για τη θεσμοθέτηση της μνησικακίας, ως κοινωνική και πολιτική εκδίκηση των νικητών. Δεν είναι μια ιταλική ιδιαιτερότητα, είναι η ιδεολογική βάση του νεοφιλελευθερισμού και ο σκοπός της είναι ακριβώς να απομακρύνει την αντιπαλότητα , να διώξει την συγκρουσιακή διάθεση που βρίσκεται στην ιστορία και την πολιτική, αποπολιτικοποιώντας την. Αλλά η Ιταλία προηγήθηκε των καιρών σε αυτή την περίπτωση, αμφισβητώντας, αρνούμενη επανειλημμένα την πολιτική διάσταση εκείνης της σύγκρουσης: κατά την διάρκεια της ανάπτυξής της, με την πολιτική της αποφασιστικότητας, στην κατάληξη, με τον διαχωρισμό και τη λύση της «εξατομικευμένης εξόδου», απαλλασσόμενη του προβλήματος των πολιτικών κρατουμένων χωρίς να αναλαμβάνει ένα μέτρο πολιτικής φύσεως στο τέλος μιας εποχής πολιτικά και ιστορικά ολοκληρωμένης, και τέλος, σε αυτά τα τελευταία χρόνια, προσπαθώντας να διαγράψει τη μνήμη εκείνης της σύγκρουσης με την θυματοποιημένη αφήγηση και να αφαιρέσει την αυθεντικότητά της με αυτή τη μεγάλη «ψεύτικη αφήγηση» – « fake narration » που είναι η διετρολογία-συνωμοσιολογία. Να αφαιρέσουν το λόγο, και την ιστορία, σε αυτούς που υπήρξαν οι πρωταγωνιστές μιας κοινωνικής σύγκρουσης, της οποίας ο ένοπλος αγώνας ήταν αναπόσπαστο μέρος, είναι μια εξαιρετικά ιδεολογική επιχείρηση, τέλεια για να κρύβει αυτό που δεν μπορεί να σιγήσει από την άποψη της ιστορίας, στο επίπεδο της ιστορίας και που επανεμφανίζεται κάθε φορά που πλησιάζουμε στις πηγές της ιστορίας. Η μνήμη – η άμεση μαρτυρία αυτών που ενσάρκωσαν εκείνη τη σύγκρουση – είναι μία από τις πηγές για την ανασυγκρότηση της ιστορίας, και η ιστοριογραφική έρευνα μπορεί να αγνοηθεί από τη μνήμη των παιδιών και των εγγονών των θυμάτων, να είναι ανεξάρτητη από αυτές τις μνήμες, αλλά δεν μπορεί να κάνει χωρίς τις αναμνήσεις των «εκτελεστών, των δημίων». Για την Ιστορία, η ύπαρξη μιας πληθώρας αναμνήσεων, μαρτύρων των γεγονότων, σε σύγκρουση μεταξύ τους, είναι απαραίτητη για την ανακατασκευή, την κατανόηση και την αποτίμηση της κοινωνικής πολυπλοκότητας και των φαινομένων που αυτή δημιούργησε, των σχέσεων δύναμης παρόντων σε συγκεκριμένες περιστάσεις και εποχές, απαραίτητων για την ιστορική γνώση. Και όσο περισσότερο επεκτείνεται και εμβαθύνεται η μελέτη του κοινωνικού περιβάλλοντος της περιόδου, των ιστοριών, των πολιτικών διαδρομών των μαχητών των ένοπλων οργανώσεων, με άλλα λόγια, όσο περισσότερο απομακρύνεται μια ιστορική περίοδος από την «κανονικοποίηση» κάτω από την οποία συμπιέστηκε, τόσο περισσότερο πέφτουν τα κλισέ, οι κοινοτοπίες μέσα στις οποίες όλη εκείνη η εποχή των αγώνων – και των κατακτήσεων που έχουν σχεδόν ολοκληρωτικά διαγραφεί σήμερα – περιορίστηκε.

Για τη σύγκρουση μεταξύ καλού και κακού, μεταξύ θύματος και δημίου, για το θυματοποιητικό παράδειγμα, όλα αυτά είναι άχρηστα, Η Ιστορία είναι άχρηστη, δεν χρειάζεται: αντιθέτως, είναι ένα πρόβλημα.

Silvia De Bernardinis

α]. διετρολογία  – Στην πολιτική και δημοσιογραφική γλώσσα δείχνει, με πολεμικό τόνο, την τάση, των λεγόμενων διετρολόγων, να αποδίδουν στα γεγονότα της δημόσιας ζωής αιτίες διαφορετικές από εκείνες τις δηλωμένες ή προφανείς, συχνά υποθέτοντας μυστικούς λόγους και αιτιάσεις, με την αξίωση ότι γνωρίζουν τι πραγματικά «στέκεται πίσω» σε κάθε μεμονωμένο γεγονός.

1 Δες AaVv., La mappa perduta-ο χαμένος χάρτης, Roma, Sensibili alle foglie, 1994 και Steccanella Davide, Τα χρόνια του ένοπλου αγώνα-Gli anni della lotta armata, Milano, Bietti, 2018.

2 De luna Giovanni, « Tribunale speciale per la difesa dello Stato-ειδικό Δικαστήριο για την υπεράσπιση του Κράτους », στο De Grazia Victoria, Luzzatto Sergio (dir.),Dizionario del fascismo-Λεξικό του φασισμού, Torino, Einaudi, 2003, vol. 2, p. 739.

3 Agamben Giorgio, « Cattive memorie-Κακές αναμνήσεις », Il Manifesto, 23 δεκεμβρίου 1997.

4 Τα παραδείγματα είναι πολυάριθμα, αναφέρω ένα πρόσφατο και εμβληματικό από την Anna Maria Vinci η οποία, αναφερόμενη στη σπουδαιότητα της μελέτης των πηγών, καταλήγει ως εξής: «Επομένως δεν ασκεί καμία μορφή «ταξιαρχίτικου υποκειμενισμού» αυτός που προσεγγίζει στην διαστρεβλωμένη και σκοτεινή πρόζα εκείνων των ανατρεπτικών κινημάτων: είναι ένα αναγκαίο πέρασμα που απαιτεί, μεταξύ άλλων, μια σημαντική κριτική προσπάθεια (και υπομονή). Οι μηρυκασμοί που δεν διαβάζονται πολλών από τις πηγές που αναφέρθηκαν αξίζουν, πράγματι, μια μη αποστασιοποιημένη αξιολόγηση του λεξιλογίου μιας γενιάς, στη συνεύρεση και / ή στη σύγκρουση μεταξύ ιδιωτικού και δημόσιου, ανάμεσα στο «οικογενειακό λεξικό» και τον πολιτικό λόγο «, Battelli Giuseppe, Vinci Anna Maria, Parole e violenza politica. Gli anni Settanta nel Novecento italiano-Λόγια και πολιτική βία. Η δεκαετία του ’70 στον ιταλικό εικοστό αιώνα, Roma, Carocci Editore, 2013, p. 21.

5 Συζήτηση του νομοσχεδίου: S. 1003 – Γερουσιαστές Rossa και άλλοι: Δημιουργία της «Ημέρας της Μνήμης» αφιερωμένης στα θύματα της τρομοκρατίας και των σφαγών αυτής της μήτρας (Εγκρίθηκε από τη μόνιμη Επιτροπή της Γερουσίας) (Α.C.2489), και των προτεινόμενων νόμων Ascierto , Angela Napoli , Zanella και άλλοι , Zanotti και άλλοι (A.C. 1071136119952007), Συνεδρίαση n. 150, 2 μάιος 2007, στο

http://documenti.camera.it/apps/nir/getRiferimentiNormativi.aspx?base=1&blnDea=0&strURL=http://documenti.camera.it/leg15/resoconti/assemblea/html/sed0150/stenografico.htm

6 D’Antona Olga, Ibid, Ίδια αναφορά

7 Σύμφωνα με τα στοιχεία που υπάρχουν στο The Lost Map- La mappa perduta-Ο χαμένος χάρτης, τα θύματα των ένοπλων οργανώσεων της αριστεράς ήταν 128, εκ των οποίων περισσότεροι από τους μισούς ήταν της Αστυνομίας του Κράτους (38), των Carabinieri (21), της ιδιωτικής αστυνομίας (10), της σωφρονιστικής αστυνομίας (8), των ενόπλων δυνάμεων (2) , του δικαστικού σώματος (8), πολιτικών (6).

8 Sommier Isabelle, Pentimento e dissociazione. Fine degli anni di piombo in Italia ?, Μετάνοια και διάσταση. Τέλος των ετών μολυβιού στην Ιταλία ;, στο http://www.bellaciao.org/it/spip.php?article3213

9 Patruno Roberto, « Primo sconto per i dissociati BR »,«Πρώτη έκπτωση για τους διαχωρισμένους BR», La Repubblica, 12 μαρτίου 1987.

10 Η πρώτη περίπτωση κατά την οποία ένα δικαστήριο επιτήρησης απευθύνθηκε στην Ένωση θυμάτων ήταν εκείνη του Vincenzo Acella, BR που διαχώρισε τη θέση του το 1999.

11 Tarantelli Maria Cristina, « Vittime e carnefici- Θύματα και δήμιοι», La Repubblica, 21 ιανουαρίου 1988.

12 Ο Cesare Salvi, επικεφαλής του τμήματος Δικαιοσύνης του PCI, δήλωνε: «Οι οικογένειες των θυμάτων δεν μπορούν να αποτελούν εμπορεύματα ανταλλαγής. Είναι ντροπιαστικό το γεγονός ότι το Κράτος δεν έχει εκπληρώσει τα καθήκοντά του απέναντι τους, αλλά αυτό δεν έχει καμία σχέση με τις συζητούμενες πρωτοβουλίες. Πρέπει να ακούσουμε τη φωνή τους, αλλά δεν μπορούμε να ξεφορτωθούμε στους ώμους τους αυτό που είναι δουλειά του κράτους », M.S.,« Το ΚΚΙ- PCI ζητάει σαφήνεια », La Repubblica, 28 Ιανουαρίου 1988.

13 Tarantelli Maria Cristina, « Έτσι το Κράτος προστατεύει τους τρομοκράτες αλλά δεν φροντίζει τα θύματα », La Repubblica, 21 ιουλίου 1989.

14 Fortini Franco, « Non è solo a voi che sto parlando-Δεν είναι μόνο σε εσάς που μιλώ », στις Απείθειες ΙΙ– Disobbedienze II, Roma, Il Manifesto Libri-Βιβλία, 1996.

15 Σε μια διαμάχη με τον τότε πρόεδρο της χριστιανοδημοκρατίας DC, Ciriaco De Mita, και με τον Υπουργό Χάρης και Δικαιοσύνης, Martelli, ο Francesco Cossiga δήλωνε: «μόνο όσοι πολέμησαν τον πόλεμο μπορούν να ζητήσουν ειρήνη», στο Rizzo Renato, «Αγαπητέ Martelli, δεν είμαστε παιδάκια »La Stampa, 18 αυγούστου 1991.

16 Διάβασε 3 αυγούστου 2004, n. 206, Νέοι κανόνες υπέρ των θυμάτων της τρομοκρατίας και των σφαγών αυτής της μήτρας – Nuove norme in favore delle vittime del terrorismo e delle stragi di tale matrice.

17 Cfr. Giglioli Daniele, Critica della vittima-Κριτική του θύματος, Milano, Nottetempo, 2014.

18 Ο αριθμός των θυμάτων, για την περίοδο από το 1969 έως το 1982, είναι 351, σύμφωνα με τα στοιχεία που ανακοίνωσαν οι Dalla PortaDonatella, Rossi Maurizio, Σκληροί αριθμοί. Απολογισμός της ιταλικής τρομοκρατίας-Cifre crudeli. Bilancio dei terrorismi italiani, Μπολόνια, Ερευνητικό υλικό του Ινστιτούτου Cattaneo, 1984. Πιο συγκεκριμένα του ένοπλου αγώνα, σύμφωνα με τα στοιχεία που συλλέχθηκαν από την Progetto Memoria- Σχέδιο Μνήμης,τα θύματα που προκλήθηκαν από τους ένοπλους σχηματισμούς της αριστεράς ήταν 128 , από αυτά τα 72 προκλήθηκαν από τις δράσεις των BR όσον αφορά την περίοδο 1970-1988. Εάν εξετάσουμε την περίοδο 1970-1981 – από την ίδρυση της οργάνωσης έως την πρώτη διάσπαση της φάλαγγας Walter Alasia – τα θύματα είναι 48. Στη συνέχεια, 6 θάνατοι προκλήθηκαν από δράσεις της W. Alasia (1981-1983), 12 από τις BR-PG (μεταξύ απριλίου 1981 και οκτωβρίου 1982), 6 από τις BR-PCC (από το 1981 έως το 1988 ), βλ Ο χαμένος χάρτης-La mappa perdutaop. cit.

19 Cfr. Balzerani Barbara, Compagna luna-Συντρόφισσα Σελήνη, Roma, DeriveApprodi, 1998, p. 125-133.

20 Bolzoni Attilio, « Quell’infame discorso di Liggio-Εκείνη η βρώμικη ομιλία του Liggio », La Repubblica, 23 μαρτίου 1989.

21 Augias Corrado, « Να ακούμε τους δολοφόνους των αγαπημένων μας στην τηλεόραση », La Repubblica, 9 μαρτίου 2007.

22 Napolitano Giorgio, Ομιλία του Προέδρου της Δημοκρατίας Giorgio Napolitano στην Ημέρα Μνήμης αφιερωμένη στα θύματα της τρομοκρατίας, Palazzo del Quirinale, 9 μαΐου 2008, in http://presidenti.quirinale.it/elementi/Continua.aspx?tipo=Discorso&key=1246

23 Ibid.

24 Manconi Luigi, Graziani Federica, « Η δίκαιος χωρισμός από το βάρος  εκείνων των χρόνων-Il giusto congedo dal peso di quegli anni », Il Manifesto, 24 ιανουαρίου 2017.

25 Υπό την έννοια αυτή, ο Antonio Tabucchi ήταν πρόδρομος το 1998, με μια παρέμβαση λογοκρισίας, από τις σελίδες της Corriere della Sera, εναντίον του βιβλίου της Barbara Balzerani, Compagna Luna-Συντρόφισσα Σελήνη, που εκδόθηκε από τον οίκο Feltrinelli, και δικό του εκδοτικό οίκο, στον οποίο έστειλε τελεσίγραφο, απαιτώντας από αυτόν να επιλέξει μεταξύ της παραμονής της Balzerani ή του ιδίου. Και αυτή η απειλή έληξε υπέρ αυτού.

26 Αυτό που συνέβη με τη Barbara Balzerani όταν είπε ότι εκείνο του θύματος είναι ένα λογοκριτικό επάγγελμα με την ευκαιρία της παρουσίασης ενός από τα βιβλία της στο Centro Popolare Autogestito-Λαϊκό Αυτοδιαχειριζόμενο Κέντρο (CPA) στη Φλωρεντία στις 16 μαρτίου 2018. Με την ευκαιρία αυτή το όλο γεγονός γυρίστηκε χωρίς άδεια , με κρυφές κάμερες, και μετά μεταδόθηκε σε ένα τηλεοπτικό πρόγραμμα με σκοπό να προκαλέσει εντυπώσεις.

27 Tobagi Benedetta, « Se il carceriere di Moro diventa eroe sul web- Αν ο δεσμοφύλακας του Moro γίνεται ήρωας στον ιστό», La Repubblica, 15 ιανουαρίου 2013, e Id., « Irriducibili. Perché gli ultimi terroristi fanno ancora discutere- Αμετακίνητοι. Γιατί οι τελευταίοι τρομοκράτες εξακολουθούν να συζητιούνται», La Repubblica, 24 ιανουαρίου 2013.

28 Fortini Franco, Non è solo a voi che sto parlandoop. cit., p. 37-38. Δεν είναι μόνο σε εσάς που μιλώ

 

Un contributo sul “Paradigma vittimario”

σύγχρονα κινήματα, movimenti di oggi

ΑΔΕΙΑ ΤΩΡΑ ΣΤΟΝ ΑΠΕΡΓΟ ΠΕΙΝΑΣ ΔΗΜΗΤΡΗ ΚΟΥΦΟΝΤΙΝΑ

Ως ελάχιστη ένδειξη αλληλεγγύης στον αγωνιστή απεργό πείνας Δημήτρη Κουφοντίνα, κολλήσαμε την παρακάτω αφίσα στην πόλη της Καβάλας και κρεμάσαμε πανό στο Πάρκο Φαλήρου.

ΜΕΧΡΙ ΤΟ ΓΚΡΕΜΙΣΜΑ ΚΑΘΕ ΦΥΛΑΚΗΣ

ΑΜΕΣΗ ΧΟΡΗΓΗΣΗ ΑΔΕΙΑΣ ΣΤΟΝ Δ. ΚΟΥΦΟΝΤΙΝΑ

This entry was posted on Friday, May 10th, 2019 at 1:40 am and is filed under ΑλληλεγγύηΑντίστασηΑυτόνομο Στέκι,Ενοπλοι Αντάρτες – ΕπαναστάτεςΚαταστολήΠολιτικοί κρατούμενοιΦυλακές-Φυλακισμένοι.

ΑΔΕΙΑ ΤΩΡΑ ΣΤΟΝ ΑΠΕΡΓΟ ΠΕΙΝΑΣ ΔΗΜΗΤΡΗ ΚΟΥΦΟΝΤΙΝΑ

Δημήτρης Κουφοντίνας: Μέχρι το τέλος – Οι δικαστές λειτούργησαν σαν πρωτοδίκες του εμφυλίου! – Ο λόγος τώρα στον κόσμο του αγώνα για να μην επιτρέψει να εκτελεστεί μια θανατική καταδίκη ενός αγωνιστή.

Από ΒΑΘΥ ΚΟΚΚΙΝΟ , Παρασκευή, 10 Μαΐου 2019 | 6:47 μ.μ.

Παγωμάρα επικράτησε αρχικά,σε αρκετό κόσμο, για να την διαδεχθεί η οργή, όταν έγινε γνωστό ότι οι δικαστές Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Βόλου υπέγραψαν την θανατική καταδίκη του Δημήτρη Κουφοντίνα αφού απέρριψαν το αίτημα του απεργού πείνας για άδεια απ’ τις φυλακές.

Και ο λόγος που επικαλέστηκαν είναι ξεκάθαρος. ΔΕΝ ΥΠΟΓΡΑΦΕΙ ΔΗΛΩΣΗ ΜΕΤΑΝΟΙΑΣ.
‘Η διαφορετικά όμως το αναφέρουν στο σκεπτικό -που σημειωτέον ήταν ομόφωνο-  ο απεργός πείνας έχει δείξει «παντελής και απολύτως συνειδητή έλλειψη οποιασδήποτε μεταμέλειας» και συνεπώς «δεν είναι πρόθυμος να αλλάξει στάση ζωής».

Σύμφωνα με την ειδησεογραφία: ταυτόχρονα, από τους δικαστές συνεντιμήθηκε και το γεγονός ότι ο Δ. Κουφοντίνας «καλεί σε συμπαράσταση και αλληλεγγύη προς υποστήριξη του αγώνα του για τη λήψη άδειας εξόδου από το σωφρονιστικό κατάστημα και ομάδες εκτός της φυλακής, αμφισβητήσιμης νομιμότητας, αναφερόμενος και πάλι στο κόκκινο νήμα της ζωής, που από το μέσο άνθρωπο δύναται να ερμηνευθεί και ως «αίμα».

Μάλιστα, σε αυτό το πλαίσιο εντάσσουν και την τελευταία ανάρτηση ηγετικού στελέχους του Ρουβίκωνα , ενόψει της δικής του κρίσης για την υπόθεση.

Και το σκεπτικό των δικαστών υπογραμμίζει: Ενόψει και των ανωτέρω δηλώσεων παρέπεται ότι ο ως άνω κατάδικοςδεν είναι πρόθυμος να αλλάξει στάση ζωής, αλλά εμμένει στην άποψή του περί ένοπλης ανατροπής του «κρατικού μονοπωλίου της βίας» και άρα καθιστά εναργές ότι ευκαιρίας δοθείσης, δεν αποκλείεται να τελέσει και νέες αξιόποινες πράξεις ιδιαίτερης απαξίας.
Περαιτέρω, καλεί σε συμπαράσταση και αλληλεγγύη προς υποστήριξη του αγώνα του για τη λήψη άδειας εξόδου από το σωφρονιστικό κατάστημα και ομάδες εκτός της φυλακής, αμφισβητήσιμης νομιμότητας, αναφερόμενος και πάλι στο κόκκινο νήμα της ζωής, που από το μέσο άνθρωπο δύναται να ερμηνευθεί και ως «αίμα».

Ο λόγος τώρα στον κόσμο του αγώνα για να μην επιτρέψει να εκτελεστεί μια θανατική καταδίκη ενός αγωνιστή.

Δημήτρης Κουφοντίνας: Μέχρι το τέλος

Μόλις έμαθε την απόρριψη του αιτήματός του για κανονική άδεια από το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Βόλου, ο Δημήτρης Κουφοντίνας διεμήνυσε μέσω της συνηγόρου του τα εξής:

«Δεν λειτούργησαν ως δικαστές δημοκρατίας, αλλά ως πρωτοδίκες εμφυλίου. Ανέλαβαν, ως απρόσωπος κρατικός μηχανισμός, την εκτέλεση της εντολής από την κυβέρνηση, τη γνωστή οικογένεια και την πρεσβεία που διαφεντεύει τη χώρα.

Το θέμα δεν αφορά πια μια ατομική άδεια, αλλά την επίθεση στο δικαίωμα του λόγου και της έκφρασης, στα δικαιώματα του κρατούμενου, στα δικαιώματα του λαού. Πέραν αυτών, είναι και ζήτημα αγωνιστικής αξιοπρέπειας.

Η απεργία πείνας είναι ύστατο μέσο πάλης, είναι το μέσο που τίμησαν με τους αγώνες και τις θυσίες τους τόσοι και τόσοι αγωνιστές, παλεύοντας μέχρι το τέλος. Θα ήμουν πολύ μικρός αν δεν ακολουθούσα μέχρι το τέλος αυτόν τον μεγάλο δρόμο.

Γι’ αυτό συνεχίζω την απεργία πείνας, μέχρι τη δικαίωση ή μέχρι το τέλος.

Αρνούμαι κάθε ιατρική βοήθεια και απαλλάσσω τους αγαπημένους μου από την ευθύνη της απόφασης να με επαναφέρουν οι γιατροί σε περίπτωση που χάσω τη συνείδηση.

Ευχαριστώ τις συντρόφισσες και τους συντρόφους και κάθε προοδευτικό άνθρωπο που στέκεται κοντά όχι σε εμένα αλλά σε μια δίκαιη υπόθεση.

Δημήτρης Κουφοντίνας

2ο υπόγειο Νοσοκομείου Βόλου

10 Μάη του 2019».

Μ. Καλογήρου, υπουργός Δικαιοσύνης: Οι δικαστές λαμβάνουν αποφάσεις καθ’ υπαγόρευση της πολιτικής εξουσία. – Με αφορμή την εξέλιξη στην απεργία πείνας του Δ. Κουφοντίνα

Από giorgis , Παρασκευή, 10 Μαΐου 2019 | 9:17 μ.μ.

Του Γ. Γ.

 «Γιατί έγινε αυτή η παρανομία; Μα επειδή μπορούν να την κάνουν. Η Δικαιοσύνη επιτρέπει στον εαυτό της να προβαίνει σε τέτοιου είδους πράξεις. Ίσως γιατί η εικαζόμενη βούληση της εκτελεστικής εξουσίας της το επιβάλλει». 

Ποιος δήλωνε τα παραπάνω; Συγκρατηθείτε. Είναι δηλώσεις του σημερινού υπουργού «Δικαιοσύνης» Μιχάλη Καλογήρου, την εποχή που σαν δικηγόρος  υπερασπιζόταν τον Κώστα Σακκά
(Ο εντολές του Καλογήρου είχε κατηγορηθεί σαν μέλος των «Πυρήνων της Φωτιάς). Βρισκόμενος τότε φυλακισμένος ο Κ. Σακκάς, είχε προχωρήσει σε απεργία πείνας σαν ένδειξη διαμαρτυρίας για την παράταση της προσωρινής του κράτησης για έξι μήνες ενώ είχε συμπληρώσει το ανώτατο όριο της προφυλάκισης και δεν είχε ακόμη δικαστεί.

Με δυο λόγια ο σημερινός υπουργός ΣΥΡΙΖΑ είχε κατηγορήσει τους δικαστές ότι λαμβάνουν αποφάσεις καθ’ υπαγόρευση της πολιτικής εξουσία. 

Σήμερα μπροστά στην προκλητικότατη απαίτηση των δικαστών να κάνει δήλωση μετανοίας ο Δ.  Κουφοντίνας, για να του χορηγήσουν ολιγοήμερη άδεια απ’ τις φυλακές γιατί ο Καλογήρου κάνει γαργάρα με ταβανόπροκες. Τον έχει διαβρώσει τόσο πολύ το εξουσιαστικό αφιόνι;

Και κάτι άλλο. Αν θέλουν να έχουν το παραμικρό ουσιαστικό αντίκρισμα οι τοποθετήσεις του ο υποψήφιου ευρωβουλευτή του ΣΥΡΙΖΑ, Πάνου Λάμπρουδεν έχει παρά να παραιτηθεί απο την στελέχωση του ευρωψηφοδελτίου του κυβερνητικού κόμματος.  Διαφορετικά οι δηλώσεις του είναι ανούσιες.

Παρέμβαση της εισαγγελέα του Αρείου Πάγου για τον απεργό πείνας Δ. Κουφοντίνα

Από ΒΑΘΥ ΚΟΚΚΙΝΟ , Παρασκευή, 10 Μαΐου 2019 | 7:17 μ.μ.

Πηγή: ΚΟΝΤΡΑ

Η εισαγγελέας του Αρείου Πάγου Ξένη Δημητρίου ζήτησε το βούλευμα του Δικαστικού Συμβουλίου Βόλου, τον ιατρικό φάκελο του Δημήτρη Κουφοντίνα, το τελευταίο ιατρικό πιστοποιητικό από το νοσοκομείο του Βόλου όπου ο νοσηλεύεται ο απεργός πείνας πολιτικός κρατούμενοςκαι την έκθεση της κοινωνικής λειτουργού της φυλακής, προκειμένου να τα μελετήσει και να κρίνει αν θα ζητήσει αίτηση αναίρεσης.

Η κυρία Δημητρίου έχει επιδείξει στο πρόσφατο παρελθόν ιδιαίτερο μένος εναντίον του Δ. Κουφοντίνα. Είναι αυτή που άσκησε πειθαρχικές διώξεις κατά των εισαγγελέων που ενέκριναν τις δυο πρώτες άδειές του (ενόσω βρισκόταν στις Φυλακές Κορυδαλλού). Εχει, λοιπόν, κι αυτή ευθύνη για τις σημερινές εξελίξεις, για το βασανισμό στον οποίο υποβάλλεται ο Δ. Κουφοντίνας.

Επειδή δεν υπάρχει χρόνος για κωλυσιεργία, επειδή ο Δ. Κουφοντίνας ξεκαθάρισε ότι συνεχίζει την απεργία πείνας μέχρι τη δικαίωση ή μέχρι το θάνατο, επειδή σε βάρος του αγωνιστή πολιτικού κρατούμενου διαπράττεται ένα έγκλημα, επειδή κάθε μέρα που περνά προσθέτει νέα βάρη στην ήδη κλονισμένη υγεία του Δ. Κουφοντίνα, απαιτούμε να τελειώσουν την υπόθεση «εδώ και τώρα»!

Αν περιμένουν να φτάσει ο Κουφοντίνας στα πρόθυρα του κώματος, αν παρακολουθούν τις ιατρικές εξετάσεις για να δουν «πόσο περιθώριο έχει ακόμα», θα μας θυμίσουν τους γιατρούς-βασανιστές που παρακολουθούσαν τα βασανιστήρια των αγωνιστών στα άντρα βασανιστηρίων της χούντας, γνωματεύοντας πόσο ακόμα αντέχει ο βασανιζόμενος.

Νίκη στην απεργία πείνας του κομμουνιστή επαναστάτη Δημήτρη Κουφοντίνα

Από την Πέμπτη 2 Μαΐου 2019, ο κομμουνιστής πολιτικός κρατούμενος Δημήτρης Κουφοντίνας βρίσκεται, για πολλοστή φορά στην επαναστατική του διαδρομή, σε απεργία πείνας ύστερα από νέο εισαγγελικό βέτο που άσκησε ο εισαγγελέας Κωνσταντίνου όσον αφορά τη χορήγηση τακτικής άδειας. Ο Δημήτρης Κουφοντίνας αιτείται την κατάργηση του εισαγγελικού βέτο αλλά και τη χορήγηση της τακτικής άδειας που δικαιούται. Τη Δευτέρα 6 Μαΐου εισήχθη στο “Αχιλλοπούλειο” Νοσοκομείο Βόλου, όπου υποβλήθηκε σε εξετάσεις, καθώς η υγεία του είναι επιβαρυμένη, αρνούμενος ρητά την οποιαδήποτε επιχείριση αναγκαστικής σίτισής του.

Το εισαγγελικό βέτο, συνοπτικά, θέτει υπό αχρηστία το συμβούλιο των φυλακών καθώς παρέχει στον οποιονδήποτε εισαγγελέα τη δυνατότητα να ακυρώσει επί του πρακτέου τις αποφάσεις του συμβουλίου και να φρενάρει στο διηνεκές τις ελπίδες των κρατουμένων αναφορικά με τη χορήγηση 48ωρης άδειας.

Η χορήγηση άδειας μετά από σκληρούς και πολυετείς αγώνες, εντός και εκτός φυλακών, αποτελεί κεκτημένο δικαίωμα των κρατουμένων το οποίο τίθεται υπό διαρκή αμφισβήτηση, αφού πλέον βρίσκεται έρμαιο στα χέρια του κάθε εισαγγελέα. Αυτό το γεγονός δε μας προκαλεί καμία εντύπωση αφού η εκδικητική μανία του κράτους απέναντι στους πολιτικούς κρατούμενους είναι σύμφυτη με τις «αξίες» της αστικής δημοκρατίας.

Είναι τουλάχιστον κυνικό οι αγωνιστές να παρουσιάζονται ως κίνδυνος για την «εύρυθμη» λειτουργία της κοινωνίας από αυτούς που έχουν οδηγήσει σε πλήρη εξαθλίωση την συντριπτική πλειονότητα της και δεν είναι άλλοι παρά τα αφεντικά και το πολιτικό τους προσωπικό.

Είναι πλέον δεδομένο ότι όποιος αμφισβητεί έμπρακτα τον καπιταλισμό αλλά και το μονοπώλιο της κρατικής βίας καταδικάζεται και θα συνεχίσει να καταδικάζεται εσαεί με πολλαπλά μέσα όπως στη συγκεκριμένη περίπτωση είναι η άρνηση χορήγησης τακτικής άδειας στο πρόσωπο του Δημήτρη Κουφοντίνα, ο οποίος αρνείται να μετανοήσει σκύβοντας το κεφάλι στους ταξικούς του εχθρούς όσο και αν το επιθυμούν διακαώς οι τελευταίοι.

Απέναντι στη συνεχή καταδίκη και τη συκοφάντηση των φυλακισμένων αγωνιστών η μόνη λύση είναι ο πολυδιάστατος και ανυποχώρητος αγώνας εντός και εκτός των τειχών για την προστασία των κεκτημένων μας και την κατάκτηση νέων ως την ανατροπή της κυρίαρχης τάξης πραγμάτων.

Η περίπτωση του Δημήτρη Κουφοντίνα δεν είναι μοναδική, έρχεται να προστεθεί σε μια σειρά δικαστικών επιθέσεων, στο πρόσφατο παρελθόν, σε ανθρώπους που έχουν σχέση με τους κοινωνικούς αγώνες, όπως τον Τάσο Θεοφίλου, την Ηριάννα, τον Περικλή κ.α..

Κάθε περίπτωση έχει τις ιδιαιτερότητες της. Κάθε διωκόμενος εκφράζει ένα ιδιαίτερο πολιτικό περιεχόμενο. Για τους καταπιεσμένους, ανεξάρτητα με ποια πολιτικά περιεχόμενα μπορεί να ταυτίζονται, αυτό που έχει σημασία είναι ότι η κάθε μια από αυτές τις περιπτώσεις, αλλά και όλες μαζί καταδεικνύουν τον ουσιαστικό πολιτικό πυρήνα κάτω από την επιφάνεια «αμεροληψίας» που η αστική δικαιοσύνη αξιώνει για τον εαυτό της. Ο πολιτικός αυτός πυρήνας παράγει μία γκρίζα ζώνη αυτό-αναίρεσης του «κράτους δικαίου», η οποία ανάλογα με τη συγκυρία μπορεί να διογκωθεί αισθητά. Μια τέτοια συγκυρία είναι η σημερινή, κατά την οποία γινόμαστε μάρτυρες μιας συστηματικής επίθεσης μέσα από την κινητοποίηση ενός ολόκληρου μηχανισμού: καταστρατηγήσεις δικαιωμάτων, καταδίκες χωρίς στοιχεία, αναιρέσεις αποφάσεων, διασπορά ψευδών ειδήσεων.

Στεκόμαστε αλληλέγγυοι στον αγωνιστή Δημήτρη Κουφοντίνα και καλούμε την εργατική τάξη να στηρίξει όλες τις κινητοποιήσεις αλληλεγγύης που θα υπάρξουν ανά την Ελλάδα.

ΝΙΚΗ ΣΤΗΝ ΑΠΕΡΓΙΑ ΠΕΙΝΑΣ ΤΟΥ ΔΗΜΗΤΡΗ ΚΟΥΦΟΝΤΙΝΑ

ΝΑ ΑΝΤΑΠΑΝΤΗΣΟΥΜΕ ΣΤΟΝ ΚΡΑΤΙΚΟ ΡΕΒΑΝΣΙΣΜΟ ΜΕ ΟΠΛΟ ΜΑΣ ΤΗΝ ΑΛΛΗΛΕΓΓΥΗ

ΑΜΕΣΗ ΧΟΡΗΓΗΣΗ ΤΑΚΤΙΚΗΣ ΑΔΕΙΑΣ ΣΤΟΝ ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΗ ΕΠΑΝΑΣΤΑΤΗ ΔΗΜΗΤΡΗ ΚΟΥΦΟΝΤΙΝΑ

ΑΜΕΣΗ ΚΑΤΑΡΓΗΣΗ ΤΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΙΚΟΥ ΒΕΤΟ

ΜΙΚΡΟΦΩΝΙΚΗ ΣΥΓΚΕΝΤΡΩΣΗ ΑΛΛΗΛΕΓΓΥΗΣ:

ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ 10 ΜΑΪΟΥ 2019

 17:00, ΤΣΙΜΙΣΚΗ ΜΕ ΝΑΥΑΡΙΝΟΥ

Ελευθεριακή Πρωτοβουλία Θεσσαλονίκης (μέλος της Αναρχικής Ομοσπονδίας)

lib_thess@hotmail.com

http://www.libertasalonica.wordpress.com

σύγχρονα κινήματα, movimenti di oggi

Διαμαρτυρία στο Μετρό: Ενάντια στο βασανισμό του Δημήτρη Κουφοντίνα

Δεκάδες μέλη της Συνέλευσης Αλληλεγγύης στον πολιτικό κρατούμενο Δημήτρη Κουφοντίνα, πραγματοποίησαν σήμερα (Σάββατο, 4 του Μάη), στη 1 μετά το μεσημέρι, αγωνιστική παρέμβαση στο Μετρό στην πλατεία Συντάγματος, καταγγέλλοντας το βασανισμό στον οποίο υποβάλλει το αστικό κράτος και η κυβέρνησή του τον Δημήτρη Κουφοντίνα και απαιτώντας να του δοθεί η κανονική άδεια που δικαιούται (και έπαιρνε), η οποία κόπηκε ετσιθελικά και παράνομα, με συνέργεια της κυβέρνησης του ΣΥΡΙΖΑ και του δικαστικού μηχανισμού, εξαναγκάζοντας τον Δημήτρη Κουφοντίνα να αρχίσει μια ακόμα απεργία πείνας, θέτοντας σε μεγάλο κίνδυνο τη ζωή του (ο Δ. Κουφοντίνας είναι 61 ετών, ενώ ο οργανισμός του είναι ιδιαίτερα εξασθενημένος, μετά την πολυήμερη απεργία πείνας που έκανε πριν από ένα χρόνο, πάλι για το δικαίωμα της άδειας).

Οι διαδηλωτές κατέβηκαν στην κεντρική πλατφόρμα του σταθμού, άνοιξαν τις μπάρες για να περνούν ελεύθερα οι επιβάτες, άπλωσαν το πανό τους, φώναξαν συνθήματα, κόλλησαν αυτοκόλλητα και μοίρασαν την ανακοίνωση της Συνέλευσης στους επιβάτες.

«Αδεια τώρα στον απεργό πείνας Δημήτρη Κουφοντίνα – Να καταργηθεί το εισαγγελικό βέτο – Πορεία Τρίτη 7/5, Προπύλαια, 7μμ», έγραφε το πανό.

«Η δημοκρατία σας είναι μια βιτρίνα, άδεια τώρα στον Μήτσο Κουφοντίνα», «Το πάθος για τη λευτεριά είναι δυνατότερο απ’ όλα τα κελιά», «Αυτόν που έπνιξε τον κόσμο στο ΣΑΜΙΝΑ δεν τον λέγανε Δημήτρη Κουφοντίνα», ήταν μερικά από τα συνθήματα που δόνησαν το χώρο του μετρό για τρία τέταρτα περίπου.

Οταν μοιράστηκαν όλες οι ανακοινώσεις που είχαν τυπωθεί, οι διαδηλωτές αποχώρησαν οργανωμένα, όπως είχαν προσέλθει.

Θυμίζουμε ότι την ερχόμενη Τρίτη (7 του Μάη), στις 7μμ, οργανώνεται πορεία αλληλεγγύης, η οποία θα ξεκινήσει από τα Προπύλαια.

Ακολουθεί ολόκληρη η ανακοίνωση της Συνέλευσης Αλληλεγγύης και φωτογραφίες από την παρέμβαση:

ΑΔΕΙΑ ΤΩΡΑ ΣΤΟΝ ΑΠΕΡΓΟ ΠΕΙΝΑΣ ΔΗΜΗΤΡΗ ΚΟΥΦΟΝΤΙΝΑ

Να καταργηθεί το εισαγγελικό βέτο

Με αντιμετωπίζετε ως πολιτικό αντίπαλο.
Γι’ αυτό κι εγώ ξαναπιάνω το κόκκινο νήμα των αγώνων.
Αρχίζω απεργία πείνας.
Δημήτρης Κουφοντίνας
Φυλακές Κασσαβέτειας
2.5.2019

Για ακόμα μια φορά ο πολιτικός κρατούμενος Δημήτρης Κουφοντίνας βρίσκεται στο επίκεντρο των κατασταλτικών μεθοδεύσεων της δικαστικής και πολιτικής εξουσίας. Για δεύτερη φορά, ο εισαγγελέας έθεσε βέτο στην απόφαση του Συμβουλίου Φυλακής για τη χορήγηση στον Δ. Κουφοντίνα της κανονικής άδειας που δικαιούται.

Ο εισαγγελέας Κωνσταντίνου, που έθεσε το νέο βέτο, ήταν από τους εισαγγελείς που είχαν εγκρίνει μία από τις προηγούμενες άδειες του Δ. Κουφοντίνα (έξι τον αριθμό). Τώρα «θυμήθηκε» τη φράση «να ξαναπιάσουμε το κόκκινο νήμα των αγώνων μέσα κι έξω από τη φυλακή», που είχε χρησιμοποιήσει ο πολιτικός κρατούμενος στη δήλωση γνωστοποίησης της προηγούμενης απεργίας πείνας (Μάιος – Ιούνιος 2018), με την οποία διεκδίκησε και κέρδισε την τρίτη κατά σειρά άδεια, όσο ακόμα βρισκόταν στις φυλακές Κορυδαλλού.

Κυνικά και απροκάλυπτα, η κρατική εξουσία έθεσε και πάλι στον Δ. Κουφοντίνα το δίλημμα: ή αποκηρύσσεις τις ιδέες σου και υπογράφεις δήλωση μετάνοιας ή σου κόβουμε τις άδειες που έπαιρνες. ‘Η υποτάσσεσαι στις αποφάσεις μας, που παραβιάζουν ακόμα και τον ισχύοντα νόμο, ή βάζεις σε κίνδυνο την ίδια τη ζωή σου.

Ο Δ. Κουφοντίνας δεν είχε άλλη επιλογή από το να χρησιμοποιήσει το έσχατο μέσο πάλης που έχει ένας κρατούμενος: την απεργία πείνας. Αυτή η επιλογή ήταν μονόδρομος για έναν αγωνιστή με τα δικά του χαρακτηριστικά.

Από τη μεριά της εξουσίας, όμως, ο εκβιασμός αυτός ισοδυναμεί με υποβολή του πολιτικού κρατούμενου Δ. Κουφοντίνα στο βασανιστήριο της πείνας. Ιδιαίτερα αν λάβουμε υπόψη την ηλικία του και την κλονισμένη από την προηγούμενη απεργία πείνας υγεία του.

Μετά τη χορήγηση της τρίτης άδειας και τη μεταφορά του Κουφοντίνα στις φυλακές Βόλου, ακολούθησε ένα κρεσέντο τρομοϋστερίας, μιντιακού κυνηγιού μαγισσών από τα διάφορα δημοσιογραφικά παπαγαλάκια και πιέσεων και παρεμβάσεων τόσο του ντόπιου αστικού πολιτικού προσωπικού όσο και της αμερικάνικης πρεσβείας.

Επαναφέρθηκε η εκβιαστική απαίτηση της δικαστικής και πολιτικής εξουσίας προς τους πολιτικούς κρατούμενους να παραδώσουν δηλώσεις μετάνοιας και αποκήρυξης της πολιτικής τους ιστορίας, αλλά και ολόκληρης της επαναστατικής ιστορίας του τόπου, ώστε να ανταλλάξουν την προσωπική και πολιτική τους αξιοπρέπεια με την χορήγηση της άδειας. Επαναφέρθηκε η επιδίωξη του αστικού κράτους να ταπεινώνει τους πολιτικούς του αντιπάλους για να πείσει τους καταπιεσμένους πως κάθε αντίσταση απέναντι στους δυνάστες τους είναι μάταιη.

Η άρνηση χορήγησης άδειας δεν είναι μια προσωπική υπόθεση του Δ. Κουφοντίνα. Στο πρόσωπό του χτυπιέται ολόκληρο το κίνημα, χτυπιούνται όλοι οι καταπιεσμένοι και κολασμένοι, χτυπιέται ο ίδιος ο λαός. Χτυπιέται οποιοσδήποτε επιχειρεί να σπάσει το κρατικό μονοπώλιο της βίας και να αμφισβητήσει την απόλυτη κυριαρχία της αστικής εξουσίας. Χτυπιέται οποιαδήποτε απειθαρχία απέναντι σε ένα σύστημα που βασισμένο πάνω στην ταξική εκμετάλλευση γεννά τη βία, την αδικία, τον πόλεμο και το θάνατο.

Δεν μπορούμε να μην αναφέρουμε και την απόλυτη συνενοχή της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ απέναντι σ’ αυτήν την αυταρχική εκτροπή. Της κυβέρνησης των yes men, της «κυβερνώσας αριστεράς» που έχει προσκυνήσει όσο κανένας άλλος τον αμερικάνικο ιμπεριαλισμό. Δεν ξεχνάμε πως ο ΣΥΡΙΖΑ, παρά τις αντίθετες εξαγγελίες, διατηρεί εδώ και τέσσερα χρόνια την αυταρχική διάταξη Δένδια που δίνει δικαίωμα βέτο στους εισαγγελείς για τις άδειες των κρατούμενων. Ταυτόχρονα, με τον καινούριο Ποινικό Κώδικα που βρίσκεται σε διαδικασία διαβούλευσης, ο ΣΥΡΙΖΑ διατηρεί και αυστηροποιεί τον 187Α, τον «αντι»τρομοκρατικό νόμο με τον οποίο δικάζονται και καταδικάζονται αναρχικοί και κομμουνιστές αγωνιστές. Την ίδια στιγμή, ο υπουργός δικαιοσύνης Μιχάλης Καλογήρου δηλώνει ευθαρσώς ότι «ο νόμος είναι συγκεκριμένος και η χώρα έχει από το 2015 ένα συγκεκριμένο σχέδιο σωφρονιστικής πολιτικής, το οποίο είναι δημοκρατικό και φιλελεύθερο» και ότι «η δημοκρατία δεν εκδικείται». Η διατήρηση όμως της διάταξης Δένδια και οι απαιτήσεις δηλώσεων μετάνοιας από το Δ. Κουφοντίνα αποδεικνύουν ακριβώς το αντίθετο.

Η αλληλεγγύη στους πολιτικούς κρατούμενους είναι αναπόσπαστο κομμάτι του αγώνα ενάντια στην κρατική και καπιταλιστική τρομοκρατία. Στη συγκυρία που βρισκόμαστε, στις μεθοδεύσεις της δικαστικής και πολιτικής εξουσίας κατά του Δημήτρη Κουφοντίνα συμπυκνώνεται η ουσία της καταστολής που εξαπολύεται ενάντια σε ολόκληρο το κίνημα. Κόντρα στις μεθοδεύσεις αυτές, ενάντια στην «αντι»τρομοκρατική νομοθεσία και στη διάταξη περί εισαγγελικού βέτο για τις άδειες, οι δυνάμεις του ευρύτερου κοινωνικού και ταξικού κινήματος οφείλουν να σταθούν δίπλα στο Δημήτρη Κουφοντίνα που καλείται για μια ακόμη φορά να διεκδικήσει το αυτονόητο.

ΣΥΓΚΕΝΤΡΩΣΗ και ΠΟΡΕΙΑ, ΤΡΙΤΗ 7/5, ΠΡΟΠΥΛΑΙΑ, 7μμ

Συνέλευση αλληλεγγύης στον πολιτικό κρατούμενο Δημήτρη Κουφοντίνα

Σάββατο 04 Μαΐου 2019
ένοπλη πάλη, lotta armata

Ανταρτοπόλεμος στη Γερμανία: συζήτηση επάνω στην ιστορία της RAF

                                                                        (il Manifesto 22.05.1975)
                       StefanWisniewski: 

Ήμασταν τόσο τρομερά συνεπείς.

Μια συνέντευξη επάνω στην ιστορία της RAF

 ID Berlin 2003, TAZ 11/10/97  (tageszeitung, μια αριστερή βερολινέζικη εφημερίδα)

Premessa 

20 χρόνια από το φθινόπωρο του 1977 υπήρξε μια επικοινωνιακή παράσταση που δεν είχαμε ξαναδεί. Σε όλα τα τηλεοπτικά κανάλια, με τα ραδιοφωνικά προγράμματα, σε ειδικά ένθετα και σε μια σειρά από εφημερίδες με μεγάλο όνομα αντιμετωπίζονται τα γεγονότα σχετικά με την απαγωγή Schleyer, τους νεκρούς του Stammheim και τη δράση του GSG9[1] στο Mogadiscio. Εκατοντάδες δημοσιογράφοι και σχολιαστές εξυπηρετούν το δημόσιο ενδιαφέρον τους τελευταίους μήνες χωρίς να γίνονται γνωστά νέα γεγονότα.
Στην συνέντευξη που ακολουθεί μιλάει ένας που έλαβε μέρος στην απαγωγή του Schleyer, μιλώντας για τα γεγονότα του 1977.
Ο Stefan Wisniewski έπαιρνε μέρος στο κομάντο της RAF Siegfried Hausner. Τον μάιο του 1978 συνελήφθη στο Παρίσι και εκδόθηκε στη Γερμανία. Το 1981 καταδικάστηκε σε ισόβια κάθειρξη για την απαγωγή και τη δολοφονία του Schleyer. Δεν έκανε οποιαδήποτε δήλωση στις αρχές. Τον οκτώβριο του 1997 μπόρεσε να παραχωρήσει μια ελεύθερη συνέντευξη σε δύο δημοσιογράφους της TAZ, τους Petra Groll και Jürgen Gottschlich. Αναδημοσιεύουμε υπό μορφή βιβλίου αφού τα άρθρα των εφημερίδων συχνά καταπίνονται γρήγορα από τη φρενίτιδα της αγοράς. Πρώτα απ ‘όλα επειδή το κείμενο θεωρήθηκε ως μια συμβολή συζήτησης και, πράγματι, έτσι ήταν.[2]
Ο Stefan Wisniewski έχει συναινέσει στην αναδημοσίευση, παρά το ότι οι συνθήκες της συνέντευξης επέτρεπαν μόνο μια περιορισμένη αναφορά στη συζήτηση εκείνης της εποχής και συνεπώς προσέλαβαν μόνο έναν προσωρινό χαρακτήρα.
Η συζήτηση είναι μεταξύ των σημαντικότερων εγγράφων για τα γεγονότα του 1977. Υπάρχει μια ουσιαστική διαφορά με τον τόνο της σύγχρονης κουβέντας στα μέσα μαζικής ενημέρωσης που ξεχωρίζει για την απουσία άβολων μαρτυριών των πρωταγωνιστών. Έτσι, στην εξαιρετικά υπερβολική ταινία του Erich Breloer «Todesspiel» δεν συμβουλεύτηκαν κανένα από τους κρατούμενους που βρίσκονται ακόμα στη φυλακή. Πρώην αριστερίζοντες του 68 κάνουν εικασίες για την RAF και απλώς αγνοούν το γεγονός ότι κατά το πρώτο μισό της δεκαετίας του ’70 πολλοί άνθρωποι θεωρούσαν τον ένοπλο αγώνα μια πιθανή πολιτική στρατηγική. Σε αντίθεση με το γενικό ξεπούλημα και τις ανοησίες των αποκαλούμενων ειδικών της τρομοκρατίας, ο Stefan Wisniewski περιγράφει τις εξελίξεις στην πολιτική του βιογραφία επίμονος, νηφάλιος και αυτοκριτικός και μας δίνει μια ματιά επάνω στην RAF εκείνης της εποχής.                                           

Ήμασταν τόσο τρομερά συνεπείς

Το έτος 1977 ήταν το έτος της αντιπαράθεσης μεταξύ της RAF και του κράτους. Όταν εστιάσατε όλες τις δυνατότητές σας στην απελευθέρωση των κρατουμένων, αυτοί ήταν μέσα μόνο από λίγα χρόνια (5/7).

 Stefan Wisniewski: Η πρώτη ένοπλη δράση της RAF, σχεδόν η γέννησή της, ήταν [14 μαρτίου] η απελευθέρωση του Andreas Baader, ο οποίος είχε μερικά χρόνια πίσω και μπροστά του (είχε 3 χρόνια και ήταν φυλακισμένος από 1). Μετά την εμπειρία των 4/5 ετών πριν από το 1977, είπαμε: με αυτόν τον τρόπο δεν μπορεί πλέον να προχωρήσει η κατάσταση. Η Ulrike Meinhof ήταν νεκρή, ο Holger Meins ήταν νεκρός, η Katharina Hammerschmidt ήταν νεκρή όπως και ο Siegfried Hausner ήταν νεκρός[3].

Καταδικάστηκες στη μέγιστη ποινή για τη χώρα αυτή, σε ισόβια κάθειρξη, και εξέτισες σχεδόν 20 χρόνια.

Παρ ‘όλα αυτά δεν έχασα την επανάσταση. Εκ των υστέρων πρέπει φυσικά να αναλύσουμε «την εποχή της ανυπομονησίας μας.”

Ποια είναι η κατάσταση τώρα;

Η φυλακή φυσικά δεν έχει καμία προοπτική εκτός από το να κρατείσαι εδώ χωρίς κανένα νόημα.

Πώς είναι οι επαφές σου προς τα έξω εκτός από την οικογένεια; Πώς ενημερώνεσαι;

Με τα χρόνια, μέσω των επισκέψεων, αναπτύχθηκαν επαφές, με όλες τις διάφορες πολιτικές διαφορετικότητες. Μερικοί από εμάς εν τω μεταξύ έχουν απελευθερωθεί και έχουν φτάσει νέοι άνθρωποι. Πολλά από αυτά που κάνουν, πολύ δύσκολα μπορώ να παρακολουθήσω και να μοιραστώ: να έχω παιδιά, βλέποντάς τα να μεγαλώνουν και να παίζουν, τον αιώνιο υπαρξιακό αγώνα μεταξύ ζωής και θανάτου που παίζεται έξω από τους τοίχους … διαβάζω πολύ, κυρίως βιβλία. Στα πρώτα 10 χρόνια είχα απαγόρευση της τηλεόρασης, αλλά δεν έχασα πολλά, εκτός από μερικές λεπτομέρειες: το ταχυδρομείο μου καταχωρήθηκε στο δικαστήριο και υπάρχουν πάντα απαγορευτικές διατάξεις. Ζω και καταριέμαι τη φυλακή όπως και οι υπόλοιποι κρατούμενοι, δουλεύω εδώ και 2 μήνες μετά την απαγόρευση της εργασίας για όλα αυτά τα χρόνια.

ΠΑΝΤΑ ΑΓΩΝΙΣΤΗΚΕΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΚΑΝΟΝΙΚΗ ΦΥΛΑΚΗ

Έχω πάντα αρνηθεί την ιδέα, γιατί δεν πιστεύω ότι αυτό το σωφρονιστικό ίδρυμα είναι φυσιολογικό, ακόμα και για τους άλλους κρατούμενους. Αλλά πάντα έβλεπα τη φυλακή ως ένα κοινωνικό έδαφος, από το οποίο δεν ήθελα να απομονώσω τον εαυτό μου.

Αντιθέτως η RAF πάντα ζητούσε τη συνάντηση των πολιτικών κρατουμένων και όχι την ένταξη σε κανονική φυλακή.

Αρχικά και η RAF προσπάθησε την συνάντηση με τους άλλους κρατούμενους. Υπήρχαν επίσης προσδοκίες για ένα επαναστατικό κίνημα μεταξύ των κρατουμένων. Το γεγονός είναι ότι από την αρχή αυτές οι διατάξεις απομόνωσης ελήφθησαν εναντίον μας. Στη συνέχεια ξεκίνησαν οι δίκες και έγιναν προσπάθειες να τις χρησιμοποιήσουμε ενωμένοι και με πολιτικό τρόπο. Ήταν και είναι θεμιτό να ζητηθεί η συνάντηση των πολιτικών κρατουμένων για να συζητήσουμε μαζί και να σπάσουμε την απομόνωση στις φυλακές.

Το έχουμε διαβάσει από τα πρώτα ανακοινωθέντα. Αλλά η γραμμή άλλαξε γρήγορα: όλα αναφέρονταν στο καθεστώς των αιχμαλώτων πολέμου.

Όταν αυτό έγινε απόλυτο ως γραμμή, είπα: εντάξει μπορούμε να το συζητήσουμε πολιτικά, αλλά εγώ μπορώ επίσης να ακολουθήσω μια άλλη πολιτική πορεία. Αν δεν μπορούμε να καταφέρουμε να συναντιόμαστε εδώ με άλλους κρατούμενους, πώς μπορούμε να το κάνουμε στη συνέχεια έξω με τον κόσμο. Εδώ, όπου είναι έγκλειστοι, μαθαίνουν πραγματικά τι είναι το σύστημα. Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο δεν είναι απαραίτητη μια κοινωνιολογική έρευνα, αν και μια ανάλυση της νέας σύνθεσης και δομής των φυλακών θα ήταν κάτι περισσότερο από λογική.

Περισσότεροι από τους μισούς κρατούμενους είναι αλλοδαποί, και πολλοί από αυτούς απειλούνται με μεταφορά σε χώρες όπου ασκούνται τα βασανιστήρια.

Είναι σε αυτό το σημείο που υπήρξε μια ρήξη ανάμεσα σε εσένα και τους φυλακισμένους της RAF;

Εγώ δεν την είδα ούτε την εννόησα ως ρήξη. Το θέμα ξεκίνησε με τη δίκη μου το 1981, ήταν η πρώτη δίκη για την απαγωγή του Schleyer.

Ήθελα να διεξάγω τη δίκη μου με επιθετικό τρόπο.

Ήμουν σε προληπτική φυλακή μέχρι τότε. Είχα ήδη δύο ανοιχτές δίκες: η πρώτη γιατί έδωσα μια γροθιά στη μύτη ενός δικαστή, ήταν αμέσως μετά την έκδοσή μου από τη Γαλλία, όταν προκλητικά διέκοψε ένα τηλεφώνημα με τον δικηγόρο μου, αφού την προηγούμενη ημέρα, στο αεροδρόμιο Orly , εμποδίστηκα να μιλήσω με έναν γάλλο δικηγόρο.

Η έκδοσή σου ήταν αστραπιαία, πιθανώς επειδή με το αντιγερμανικό κλίμα της εποχής, θα έπρεπε ίσως να ασχοληθούν με τη δυνατότητα πολιτικού ασύλου.

Ναι όλα συνέβησαν σε αστυνομικό επίπεδο. Και ο δικαστής αναγνώρισε ότι δεν έγιναν όλα σε κανονική βάση. Αλλά δεν ήταν το πιο σημαντικό. Το σημαντικό ήταν ότι πλέον με είχαν. Για την μπουνιά στον ομοσπονδιακό δικαστή μου έδωσαν 7 μήνες, που μου προστέθηκαν στα 20 χρόνια της ποινής και άλλα 6 χρόνια μου προστέθηκαν για μια προσπάθεια διαφυγής και αυτή η καταδίκη χρησίμευσε για να αποδείξει την επικινδυνότητα μου. Το φόντο αυτής της δικαστικής υπόθεσης ήταν ότι δεν είχαν σχεδόν τίποτα στο χέρι τους εναντίον μου. Έτσι προσπάθησαν να δείξουν την επικινδυνότητα μου με τη δίκη Schleyer. Σε κάθε περίπτωση παρέμεινα απομονωμένος για 3 χρόνια πριν ξεκινήσει η δίκη. Οι κρατούμενοι σχεδίαζαν τότε μια απεργία πείνας. Δεδομένου ότι ο τύπος ήρθε στη δίκη έπρεπε να διαβάσω σχεδόν αμέσως τη δήλωση της έναρξης της απεργίας πείνας. Εκεί είπα αρκετά, φτάνει. Αν βρισκόμαστε σε απεργία πείνας, η δίκη γίνεται μια αντιπαράθεση γύρω από την απεργία πείνας. Εμένα ενδιέφερε ωστόσο να οδηγήσω τη δίκη με επιθετικό τρόπο. Ήθελα την αντιπαράθεση γύρω από το 1977.[4]

Οι φυλακισμένοι άρχισαν την απεργία πείνας ούτως ή άλλως.

Είχαν βρει έναν άλλο δρόμο για να καταστήσουν δημόσια την απεργία πείνας. Στη συνέχεια αυτό που έπρεπε να συμβεί συνέβη. H κατάσταση η σχετική με τα πολιτικά ζητήματα στο δικαστήριο και στην κοινή γνώμη επιδεινώνεται ολοένα και περισσότερο. Τα ερωτήματα ήταν: Μπορούν οι κρατούμενοι να επιβιώσουν; Ποιοι θέλουν να συναντούνται με ποιους; κ.λπ. Ευτυχώς υπήρχαν επίσης πολλοί κοινωνικοί κρατούμενοι με τους οποίους συμμεριζόμασταν εν μέρει τις απαιτήσεις της απεργίας πείνας και στους οποίους θα μπορούσα να αναφερθώ, όταν συμμετείχα επί 6 εβδομάδες, με αιτήματα που είχαν ωριμάσει μέσα από τη συγκεκριμένη εμπειρία μου.

Ο Sigurd Debus πέθανε κατά τη διάρκεια αυτής της απεργίας πείνας μέσω του βασανιστηρίου της αναγκαστικής σίτισης. Στη συνέχεια στο δικαστήριο πέρασα λιγάκι πέρα από τα συνήθη εθιμοτυπικά της αντιπαράθεσης με τη γερουσία.

Συνεπώς σημαίνει ότι απομακρύνεσαι από την RAF το 1981.

Η απάρνηση και η υποβολή δεν είναι για μένα. Έψαχνα άλλες δυνατότητες, αφού είχαμε τοποθετήσει την πρόκλησή μας απέναντι στο κράτος γύρω από το καθεστώς των αιχμαλώτων, το αδύναμο σημείο μας. Αυτό το κραυγαλέο λάθος δεν ήθελα να επαναλάβω σε καμία περίπτωση ως φυλακισμένος.

Αλλά η ιστορία της RAF συνεχίστηκε με αρκετούς νεκρούς.

Θα έπρεπε να ρωτήσεις τους συγγραφείς και τους υποστηρικτές της γραμμής του αντιιμπεριαλιστικού μετώπου στην οποία δεν ανήκω. Το βήμα μου υπήρξε μια επιστροφή στις ρίζες, ένα «Back to the Roots», σε όλα τα ζητήματα που μας έκαναν να γίνουμε θυμωμένοι και αγωνιστές.

Πώς έφτασες στη RAF;

Λοιπόν, πρώτα πρέπει να σας πω πώς ήρθα στο αντιαυταρχικό κίνημα..…

Γεννήθηκα στη δεκαετία του 1950 σε ένα ειδυλλιακό χωριουδάκι στο Μέλανα Δρυμό, γιος ενός πολωνού εξαναγκασμένου εργάτη. Καμία θεαματική ιστορία, στην Πολωνία θα ήταν μια ιστορία όπως χίλιες, αλλά σε αυτό το χωριό η μητέρα μου με πίεζε: «Μη λες τίποτα για την ιστορία του πατέρα σου, αλλιώς θα έχεις πρόβλημα» στο χωριό υπήρχαν αρκετοί πρώην SS ή SA και πολλοί που έκαναν τα στραβά μάτια, μετρούσαν ως πολίτες με κύρος. Ο πατέρας μου επέζησε μόνο 8 χρόνια μετά το τέλος του πολέμου από την εξολόθρευση των στρατοπέδων συγκέντρωσης, εγώ τότε ήμουν παιδί και η αδελφή μου είχε φύγει. Η μητέρα μου ήθελε να με μεγαλώσει χωρίς μίσος στην ψυχή, αλλά ούτε και η προοπτική της σιωπής δεν ήταν εφικτή. Για διάφορους λόγους βρέθηκα σε ένα κέντρο υποδοχής το οποίο γέμιζαν με παιδιά που ήταν «δύσκολο να εκπαιδευτούν». Η πλειοψηφία προέρχονταν από τα χαμηλότερα στρώματα, πολλά ήταν έγχρωμα, παιδιά πρώην Gl (στρατιώτες των ΗΠΑ), Sinti και ένα αγόρι πολωνικής καταγωγής. Έπρεπε να κάνουμε μαθήματα με τους δασκάλους που μας συμπεριφέρονταν με κουβέντες όπως «Με σας κάτω από τον Χίτλερ θα είχαμε κάνει μια σύντομη δίκη». Το έσκασα 7 φορές μέσα σε ένα χρόνο από εκεί και μερικές φορές με έπιαναν μετά από περιπετειώδες κυνήγι από την αστυνομία. Όταν όλα τέλειωσαν και με τη βοήθεια της μητέρας μου, πήγα στο Αμβούργο για να μπαρκάρω. Δεν ήταν καθόλου ρομαντικό, εκεί είδα την δυστυχία του τρίτου κόσμου, όταν στα αφρικανικά λιμάνια έρχονταν οι άνδρες για να προσφέρουν τις γυναίκες τους σε αντάλλαγμα αυτών που περίσσευαν από το φαγητό μας. Εκείνοι που δεν ντρέπονται γι αυτό, πρέπει να δοθούν τροφή στους καρχαρίες. Στη συνέχεια παρέμεινα στο Αμβούργο, δούλευα και πήγαινα σε ένα νυχτερινό σχολείο.

Πόσων χρόνων ήσουν;

Ήμουν μόλις 20 ετών. Σε κάθε μία από αυτές τις φάσεις θα μπορούσα να είχα πάρει μια διαφορετική πορεία. Για μένα το αντιαυταρχικό κίνημα και οι νέες μορφές ζωής ήταν καθοριστικές. Οι κοινότητες, οι Πέτρες-Gli Stones, οι μακρυμάλληδες, αυτό ασκούσε μια τεράστια έλξη επάνω μου. Ο σοσιαλισμός και οι επαναστατικές θεωρίες προστέθηκαν, πρώτα απ ‘όλα η αίσθηση του δικαιώματος που γεννήθηκε από την εξέγερση. Εγώ μπήκα στο Rote Hilfe (Red Rescue-Κόκκινη Βοήθεια), ήμουν στην κατάληψη της Eckhoffstrasse ένα σπίτι της  Neuen Heimat [5]. Ήμασταν ναι αγωνιστές, αλλά κάναμε και κοινωνική εργασία για τους άστεγους και υποστήριξη σε μαθητές. Αστυνομία και Τύπος Springer[6], ορισμένοι κάνανε ένα χρόνο στη φυλακή, και ήταν μόνο σύμπτωση ότι δεν ήμουν ένας από αυτούς. Τότε είχαμε πραγματικά την αίσθηση ότι μπορούσαμε να αλλάξουμε κάτι παρά το γεγονός ότι η υποχώρηση αυτών του 68 γίνονταν αισθητή εδώ και μεγάλο χρονικό διάστημα και ο κατασταλτικός μηχανισμός χτυπούσε όλο και πιο σκληρά.

Σε αυτή την κατάσταση η RAF μας φαινόταν αξιόπιστη, καθώς έβαζαν τη ζωή τους σε κίνδυνο για ένα ιδανικό. Όταν συνελήφθησαν οι πρώτοι άνθρωποι υπήρξε μια απίστευτη εκστρατεία κατασυκοφάντησης. Ήδη από αυτό μας φάνηκε ενδιαφέρουσα, βλέποντας αυτή την παραπληροφόρηση. Υπήρχαν πολλά διαφορετικά ερεθίσματα, τα οποία με οδήγησαν να δεσμευτώ με την RAF,στρατεύτηκα. Πήγα λοιπόν στο Βερολίνο.

Ήμουν κι εγώ το 1974 στο Βερολίνο και για πρώτη φορά έφαγα πραγματικό ξύλο στη διαδήλωση μετά το θάνατο του Holger Meins. Πολλοί βίωσαν αυτήν την κατάσταση αλλά πολύ λίγοι πήγαν στην RAF.

Θα μπορούσαμε να είχαμε συναντηθεί εκεί. Εκείνη την εποχή βρισκόμουν στο κέντρο νεότητας της Potsdamerstrasse, εξαιτίας της απεργίας πείνας. Είχαμε κινητοποιήσει όλους, από τη Διεθνή Αμνηστία μέχρι τον πάστορα Albertz, όλα όσα μας φαίνονταν χρήσιμα. Έκανα μια ομιλία εκεί, όταν ήρθε η είδηση «ο Holger είναι νεκρός». Δάκρυα ήρθαν στα μάτια μου – και όχι μόνο σε εμένα. Μερικοί από εκείνους που ήταν οι κύριοι επικριτές της RAF άρχισαν να κατασκευάζουν μολότοφ, και στη συνέχεια κατέβηκαν στην Kudamm[7].

“Αν αυτοί αρχίσουν να σκοτώνουν ή αφήνουν τους φυλακισμένους να πεθάνουν – σκεφτόμασταν – τότε έπρεπε να συμβεί κάτι άλλο ». Όλα όσα είχα κάνει για τους κρατούμενους μέχρι τότε, μου φάνηκαν να μην έχουν κανένα αποτέλεσμα. Έτσι δεν μπορούσαμε να συνεχίσουμε. Η συμμετοχή στην οργάνωση της κηδείας του Holger Meins ήταν η τελευταία μου νόμιμη πολιτική δράση. Εκείνο το γεγονός για μένα ήταν σαν να περνούσα ένα κατώφλι.

Τότε είχα επαφές και με την 2 Ιουνίου αλλά κάποιος άφησε άδειο το ταχυδρομικό κουτί [8] ή μου είπαν για ένα λαθεμένο, οπότε η επαφή δεν είχε αποτέλεσμα.

Θα σου ταίριαζαν καλύτερα.

Ναι, μου το είπαν πολλοί, αλλά τα πράγματα πήγανε αλλιώς[9].

Ίσως δεν ήταν σημαντικό;

Στην 2 Ιούνη- 2 Giugno δεν υπήρχαν μόνο εργαζόμενοι και στην RAF όχι μόνο baby αστοί, αυτό πρέπει να το διευκρινίσουμε. Όταν ήμουν στο Βερολίνο, ακόμη νόμιμος, επισκέφτηκα τις γυναίκες του Κινήματος της 2ας Ιουνίου και της RAF. Είχαν τις αντιθέσεις τους, αλλά για μένα αυτό δεν σήμαινε πολλά.

Γνώριζες τις διαφορές ανάμεσα στις δυο ομάδες;

Αν επισκέφτηκα την Ina Siepmann του Κινήματος 2 Ιουνίου ή την Ingrid Schubert της RAF, δεν είχε σημασία. Το μόνο σημαντικό πράγμα ήταν ότι κάποιος από το κίνημα ήταν μέσα και δεν μπορούσαμε ούτε θέλαμε να τον αφήσουμε στον άσσο.

Φυσικά ήξερα τις διαφορές μεταξύ των δύο ομάδων! Αλλά τότε οι θεωρίες δεν είχαν τεθεί ακόμη σε εφαρμογή. Η απαγωγή Lorenz[10] και η δράση της Στοκχόλμης δεν είχε ακόμη λάβει χώρα. Σήμερα θα ήταν πολύ ενδιαφέρον να διερευνηθεί η εξέλιξη των θεωριών. Η αποδέσμευση της RAF από τα κοινωνικά κινήματα με τις καταστροφικές συνέπειές της θα έλθει με το ’77. Το Κίνημα 2 Ιουνίου, το οποίο χαμήλωσε τη δύναμη του και τις επιπτώσεις της ρητορικής στην αλληλεπίδραση με το κοινωνικό περιβάλλον του, σίγουρα είχε σε αυτή τη σχέση καλύτερα χαρτιά να παίξει. Όταν το κοινωνικό του πεδίο αναφοράς και η βάση του σταδιακά άρχισαν να χάνονται ή απευθύνθηκαν σε νέα θέματα, ένα μέρος από αυτούς δεν έμεινε μακριά από λάθη όπως εμείς. Το ίδιο μπορεί να λεχθεί και για τις RZ και Rote Zora11] οι οποίες διερεύνησαν τις αδυναμίες μας σε βάθος και οι οποίες παρέμειναν με τη δομή τους δίπλα το κίνημα. Ούτε η διεθνής τους πτέρυγα διασώθηκε από την καταστροφή.

Στις αρχές της δεκαετίας του 1970 οι ενέργειες της RAF αφορούσαν τον πόλεμο στο Βιετνάμ.

Υπήρξε μια συναίνεση στο κίνημα που παρέμεινε από το 1968. Εάν πραγματοποιηθεί εδώ μια επανάσταση, πρέπει να έχει έναν αντιιμπεριαλιστικό χαρακτήρα και να σκέφτεται να μελετά, να εξετάζει τα κινήματα στον τρίτο κόσμο. Χωρίς το Βιετνάμ, χωρίς την ανάπτυξη στον τρίτο κόσμο, η RAF δεν θα είχε γίνει αυτό που έγινε. Οι ελπίδες μας ήταν οι Μαύροι Πάνθηρες και οι Tupamaros.

Αλλά γρήγορα εστιάσατε στο ερώτημα πώς να βγάλετε έξω τους κρατούμενους.

Προβληματιστήκαμε και επάνω στις δυνατότητες που υπήρχαν σε άλλους τομείς. Όντες όμως μια μικρή ομάδα, νομίζαμε ότι θα γινόμαστε ισχυροί αν είχαμε επιτύχει κάτι σε αυτό το σημείο. Η αντικειμενική μας εκτίμηση ήταν ότι κράτος και κεφάλαιο κυριαρχούσαν τόσο πολύ στην τρέχουσα κατάσταση ώστε το κίνημα που είχε ξεσπάσει το 67/68 δεν μπορούσε πλέον να επιβιώσει. Σχετικά με το ζήτημα των κρατουμένων θέλαμε να επικοινωνήσουμε κάτι στο κράτος: τον χαρακτήρα του και την ιστορία του.

Σε ποιον θέλατε να το επικοινωνήσετε;

Δεν ήμασταν προσανατολισμένοι στο βιομηχανικό προλεταριάτο, όπως οι ομάδες ΜΛ. Απορρίψαμε αυτές τις σκέψεις με την ανάλυση της αριστοκρατίας της εργατικής τάξης στη μητρόπολη. Για εμάς το επαναστατικό υποκείμενο δεν ήταν εκτιμητέο οικονομικά. Είπαμε: όποιος παλεύει μπορεί να είναι επαναστάτης. Δεδομένου ότι ενεργήσαμε ευρύτερα, δεν είχαμε το απαραίτητο διορθωτικό μιας κοινωνικής βάσης. Αυτό ήταν αλήθεια για τις BR που ήταν αρκετά ριζωμένες στο εργοστάσιο.

Η Ιταλία ήταν διαφορετική

Η Ιταλία ήταν άλλο πράγμα, και η Ιρλανδία, αλλά είδαμε τους εαυτούς μας σε σχέση με αυτούς. Φυσικά, εάν είχαμε βρεθεί στην Ιταλία, θα είχαμε κάνει σαν τις Ερυθρές Ταξιαρχίες, το έχουμε πει ήδη από τα πρώτα κείμενα. Στην Ιταλία υπήρξε μια μεγάλη αντίσταση, στην οποία είχε συνδεθεί η ιστορία των χριστιανοδημοκρατών. Εδώ ο φασισμός είχε καταστρέψει αυτό που παρέμενε από το εργατικό κίνημα. Εδώ υπήρχε ένα άλλο είδος συνέχειας που έπρεπε να διαρραγεί.

Η διεθνής υποστήριξή μας βασίζονταν στο γεγονός ότι μέσω της πολιορκίας της υπαίθρου εις βάρος της πόλης θα μπορούσαμε να γονατίσουμε το «μοντέλο Γερμανία» έτσι ώστε να μπορέσουμε να αγκιστρωθούμε και να συνδεθούμε κοινωνικά σε αυτή τη ρωγμή σε μια μακροπρόθεσμη προοπτική.

Πως επιζητούσατε την αναγνώριση, με τις εδώ συνθήκες ή με το παγκόσμιο κίνημα;

Ενδεχομένως και με τους δύο, αλλά αυτή η ερώτηση δεν έχει επιλυθεί στρατηγικά μέχρι σήμερα. Είναι ένα γεγονός πως ζούμε σε μια μητρόπολη, με τεράστιο πλούτο και προνόμιο, ενώ σε άλλες χώρες βασιλεύει η μιζέρια και η προσέγγιση για ένα επαναστατικό κίνημα είναι εντελώς διαφορετική. Σήμερα προστίθενται τα «νησιά του τρίτου κόσμου» στις μητροπόλεις και τις φτωχές περιφέρειες στα ανατολικά. Και για τις δύο αυτές πραγματικότητες, η επίλυση του κοινωνικού ζητήματος έχει γίνει ζήτημα επιβίωσης που πρέπει να κάνει να εκραγούν τα όρια του εθνικού κράτους και ταυτόχρονα να εξαφανιστεί οποιοσδήποτε αφηρημένος διεθνισμός. Αν τοποθετηθούμε σε αυτή τη διεθνή σχέση, υπάρχει μεγάλος κίνδυνος να χάσουμε τις κοινωνικές επαφές και τα κρίσιμα σημεία τριβής καθώς και να αποφύγουμε οποιαδήποτε κριτική επικαλούμενοι αποκλειστικά τις διεθνείς συνθήκες.

Έτσι μου φάνηκαν και οι συζητήσεις των ομάδων Κόκκινης Βοήθειας-Red Aid που έζησα στα μέσα των χρόνων ’70 στο περιβάλλον μου του Kreuzberg.

Πρέπει να ρωτήσουμε τους βερολινέζους συντρόφους/σες. Την εποχή εκείνη γνώριζα το RH του Αμβούργου. Υπήρξαν πολλές διαφορετικές προσεγγίσεις εκεί. Αυτό δεν οδήγησε σε εκείνο που συνεπάγονταν σχετικά με κοινωνικές ουτοπίες, σήμερα συνειδητοποιώ ότι πολλές μεμονωμένες ομάδες που ασχολούνται με τις φυλακές προωθούνται από δεξιές οργανώσεις που προσπαθούν να δημιουργήσουν μια ρατσιστική δυναμική. Με αυτούς βρέθηκα αρκετές φορές σε αντιπαράθεση και σε διαφορετικά σωφρονιστικά ιδρύματα. Αυτό είναι ένα έδαφος που έχει εγκαταλείψει το κίνημα, και η TAZ, που τότε είχε μια σελίδα για την φυλακή.

Δεν αμφισβητούμε ότι τότε υπήρχε μια ουσιαστική δουλειά, και σήμερα επίσης. Τότε όμως είχαμε την εντύπωση ότι εκείνοι που αποκαλούνται πρωτοπορία δεν μιλούσαν καθόλου για τα θέματα που μας ενδιέφεραν.

Μιλήσαμε γι ‘αυτό, στο μέτρο του δυνατού, για μια ανταλλαγή απόψεων με τους συντρόφους μέσα στη νομιμότητα, χωρίς να δεχόμαστε εμφανώς τα ζητήματα αυτά στην πρακτική μας. Θα προχωρήσω περισσότερο σε κριτική ενδοσκοπική σκέψη: Το ζήτημα των κρατουμένων συμμορφώνονταν σε μεγάλο βαθμό με τους κανόνες της ηθικής από ένα μέρος των κρατουμένων και τις επιτροπές ενάντιες στα βασανιστήρια, με αυτόν τον τρόπο ξενερώσαμε πολλούς από τους αριστερούς που συζητούσαν μαζί μας με κριτικό πνεύμα αλλά με συμπάθεια. Ο Peter Brückner και άλλοι προσβλήθηκαν, υπάρχουν πολλά δυσάρεστα πράγματα που πρέπει να επανεξετάσουμε. Το πρόβλημα δεν τελείωνε εκεί, διότι, παράλληλα με την υποχώρηση του 68, υπήρχε μια μαζική εγκατάλειψη της αλληλεγγύης. Αυτό είχε ένα μπούμερανγκ αποτέλεσμα: Όσοι προσποιήθηκαν ότι δεν βλέπουν τις συνθήκες των κρατουμένων στις ακτίνες απομόνωσης και δεν ανέλαβαν τις ευθύνες τους, για παράδειγμα μέσω μιας δικής τους θέσης, δεν πρέπει να εκπλήσσονται του γεγονότος ότι το ζήτημα των κρατουμένων έφτασε στο στρατιωτικό επίπεδο το φθινόπωρο του 1977.

«Θέλαμε να συνεχίσουμε να φέρουμε τις επαναστατικές αρχές»

Όπως ήδη ειπώθηκε, η κατάστασή μας ήταν διαφορετική. Είχαμε χαρακτηριστεί από την κατάρρευση της εξέγερσης του 68. Θέλαμε να συνεχίσουμε να φέρουμε τις επαναστατικές αρχές και ο ορίζοντας των νέων κοινωνικών κινημάτων δεν ήταν ακόμα εφικτός για εμάς. Υποβαθμίσαμε εδώ και πολύ καιρό τη σημασία του αντιπυρηνικού κινήματος ή το αντιμετωπίσαμε μόνο από την άποψη της αγωνιστικότητας τους έναντι του κράτους. Ίσως ακόμη πιο βαριά ήταν η έλλειψη αντιπαράθεσης και διαλόγου με το φεμινιστικό κίνημα. Δεν θα ήθελα να ψάξω δικαιολογίες γι ‘αυτό. Αν και είχαμε διαλυθεί μέσα στο κίνημα, κάτι που δεν θα είχε αναγκαστικά νόημα, το θέμα των κρατουμένων θα παρέμενε. Ήταν μέσα και για την κοινή ιστορία του κινήματος και γι ‘αυτό ακριβώς είχαν ταφεί στους ειδικούς βραχίονες για χρόνια και χρόνια. Θέλαμε να τραβήξουμε έξω τους φυλακισμένους και να εστιάσουμε σε αυτό την αναμέτρηση με την εξουσία. Ήταν ακριβώς από την ήττα της Στοκχόλμης που αναπτύχθηκε η ιδέα ότι πρέπει να αναπτυχθεί μια πιο ακριβής δράση.

Συνεπώς η δράση Schleyer ήταν ένα άμεσο αποτέλεσμα της αναγνώρισης της Στοκχόλμης ως λάθους;

Η Στοκχόλμη ήταν ο λάθος δρόμος. Τα αποτελέσματα το έδειξαν, οι συνέπειες: 4 νεκροί, δύο σε κάθε πλευρά, κανείς δεν βγήκε, αντίθετα η κλιμάκωση ήταν ακόμα πιο πικρή.

Η ανάλυση σας ήταν ότι η κατάληψη μιας πρεσβείας δεν αρκεί για να αναγκάσει στην απελευθέρωση των κρατουμένων;

Ότι μια πρεσβεία δεν είναι αρκετή και ότι πρέπει να πιάσουμε πολιτικά ένα σημείο που να είναι εναντίον τους αν δεν κάνουν πίσω.

Σε αυτό τον προβληματισμό υπήρξε ήδη συγκεκριμένα το πρόσωπο του Schleyer;

Όχι, όχι, το πράγμα δεν πήγε τόσο γρήγορα. Δεν χρειάζεται να φανταστείτε ότι μια δράση έρχεται αμέσως μετά την άλλη. Πριν μπω στην παρανομία, είχα κι εγώ άλλες προσδοκίες για το τι είναι η RAF και για το τι είναι δυνατό. Όταν ήμουν ακόμη νόμιμος άκουγα πολλούς ανθρώπους να μιλούν για το πώς ήθελαν να στηρίξουν την RAF. Μετά όταν κι εγώ ο ίδιος βρισκόμουν στη παρανομία συνειδητοποίησα ότι τα πράγματα δεν πήγαιναν καθόλου κατ’ εκείνο τον τρόπο. Μετά τη Στοκχόλμη, βρισκόμουν σχεδόν μπροστά στο τίποτα. Υπήρχαν μόνο ένα δυο Marchi και δύο πιστόλια που κι αυτά δεν δούλευαν καλά.

Πως φτάσατε στον Schleyer;

Ο Schleyer για το πως παρουσιάζονταν στην κοινή γνώμη, στις συνεντεύξεις και σε όλες τις εμφανίσεις, ήταν απλώς ένας μαγνήτης. Μια προφανής σκέψη. Υπήρχαν και άλλες υποθέσεις, όπως για παράδειγμα ο Filbinger, ο υπουργός [δικαιοσύνης;] της Baden Württemberg. Το παρελθόν του ως ναζιστή δικαστή του ναυτικού δεν ήταν ακόμη δημόσια γνωστό. Ωστόσο, ήταν γνωστό ότι, μετά την ναζιστική εποχή, είχε γίνει ανενόχλητα σχεδόν πατέρας της πατρίδας. Στην περίπτωσή του όμως είδαμε ότι έπρεπε να επιτεθούμε στο περιφερειακό συμβούλιο (Landtag). Φυσικά δεν κάναμε τίποτα. Έτσι έμεινε μόνο ο Schleyer. Προς στιγμήν, αμέσως μετά τη Στοκχόλμη, ήταν μόνο προβληματισμοί, η ομάδα δεν είχε ακόμη σχηματιστεί. Δύο ομάδες που δεν αναφέρονταν στη RAF συγχωνεύθηκαν. Δεν υπήρχαν ακόμα συγκεκριμένα σχέδια, αλλά υπήρξε μια κατεύθυνση και θέλαμε, συνειδητοποιημένα διαφορετικά από τη Στοκχόλμη, να ξεκαθαρίσουμε με αυτό τον άνθρωπο ποιοι είμαστε, από πού προερχόμαστε και για τι πράγμα ακριβώς αγωνιζόμαστε.

Νομίζατε ότι με τον Schleyer ο Schmidt δεν θα είχε παραμείνει στη σκληρή γραμμή και ότι θα τον αντάλλαζε;

Όχι, αυτός ο προβληματισμός δεν είχε προχωρήσει τόσο πολύ. Πρώτα είδαμε τον Schleyer, επειδή σε αυτόν ήταν συγκεντρωμένα όλα εκείνα εναντίον των οποίων όλοι, η αριστερά είχε εξεγερθεί. Θυμάμαι καλά όλη την ιστορία του Schleyer στο περιοδικό Stern του 1974. Εκείνη την εποχή δεν επρόκειτο μόνο για τη ναζιστική του ιστορία αλλά, πρώτα απ’ όλα, γι αυτή την τερατουργία, το πώς εννοούσε μια αδιάλειπτη μετάβαση την επόμενη καριέρα του και την άνοδό του στο BDI και BDA[12]σαν πολιτικός αρχηγός του κεφαλαίου. Είχε καυχηθεί για όλα αυτά. Δεν ήταν σίγουρα ένα ακροβατικό να φτάσουμε σε αυτόν.

Εσείς όμως δεν είπατε «Απαγάγουμε τον Schleyer για να δείξουμε τη συνέχεια του φασισμού στην Γερμανία. Στην Ιταλία υπήρξαν σαφείς δράσεις. Οι BR προσπάθησαν να επιτεθούν μέσα στο πλαίσιο των τρεχόντων εργατικών αγώνων: έχουν απαγάγει manager που τους απελευθερώνοντας με κατεβασμένα τα βρακιά μπροστά στο εργοστάσιο κατά την αλλαγή βάρδιας. Αυτό μιλούσε από μόνο του.

Και εμείς πάντα λέγαμε ότι οι καλύτερες ενέργειες είναι αυτές που μιλούν από μόνες τους. Με τον Schleyer δεν έπρεπε να αφήσουμε ένα μεγάλο ανακοινωθέν για να πούμε γιατί απαγάγαμε αυτόν και όχι έναν άλλο εκπρόσωπο της άρχουσας τάξης. Όπως στην Ιταλία, συνέβη επίσης στην Αργεντινή όταν οι Μοντονέρος απήγαγαν έναν εκπρόσωπο της Daimler-Benz. Απαίτησαν την επανένταξη εκείνων που είχαν υποστεί απολύσεις και υψηλότερους μισθούς. Πιστεύω ότι στις διαπραγματεύσεις ήταν παρόν και ο Schleyer.

Μα δεν είναι εύκολο να πραγματοποιηθούν τέτοιες ενέργειες, μετά κοιτάξτε τη διαφορά των μισθών μεταξύ ενός εργαζομένου της Daimler στη Στουτγάρδη και ενός στο Μπουένος Άιρες. Προς στιγμήν όμως το πράγμα δεν είχε ακόμη καθοριστεί. Ο περιορισμός στην ανταλλαγή των κρατουμένων οφείλονταν και στην κλιμάκωση, την επιδείνωση της κατάστασης, στην οποία κινηθήκαμε με το ζήτημα των κρατουμένων καθ ‘όλη τη διάρκεια του 1977.

Μίλησε μας για την δραματουργία σας. Πριν από την απαγωγή Schleyer υπήρξε η εκτέλεση του Buback και του Ponto[13]

Ο Buback ήταν ο επικεφαλής «κυνηγός τρομοκρατών» με τoν υψηλότερο βαθμό και ήταν υπεύθυνος για τις συνθήκες στις φυλακές τους. Για εμάς ήταν επίσης υπεύθυνος για το θάνατο του Siegfried Hausner, τον οποίο επανέφερε στην πατρίδα από τη Στοκχόλμη, παρά το γεγονός ότι τραυματίστηκε σοβαρά και διέτρεχε κίνδυνο για τη ζωή του. Τον βλέπαμε επίσης υπεύθυνο για το νεκρό βραχίονα και τις συνθήκες της Ulrike Meinhof. Θέλαμε να τον σταματήσουμε.

Να προσθέσουμε ότι είχατε ισχυρές πιέσεις από τους κρατουμένους του Stammheim όπως διηγείται ο Peter Jürgen Boock.

Δεν θέλω να σχολιάζω τις νέες παραλλαγές του Boock κάθε φορά. Για αυτόν ταιριάζει καλά αυτό που έγραψε ο Regis Debray στο βιβλίο του για τη Λατινική Αμερική «Κριτική των όπλων»: «Οι μεγαλύτεροι μιλιταριστές, γίνονται οι μεγαλύτεροι αποστάτες». Ενώ ο Boock μοιάζει με εκπαιδευμένο αρκουδάκι στα Talk show, υπάρχουν άλλοι που δεν έχουν τη δυνατότητα να κάνουν δηλώσεις, όπως η Brigitte Mohnhaupt που είναι θαμμένη ζωντανή σε μια βαυαρική φυλακή.

Εσύ τώρα έχεις αυτή τη δυνατότητα: Οι φυλακισμένοι σας έθεσαν υπό πίεση;

Μπορούμε να το εξετάσουμε μόνο όταν όλοι οι κρατούμενοι έχουν τη δυνατότητα να πουν κάτι. Ο Boock αναφέρεται ακριβώς σε μια φερόμενη ή πραγματική αλληλογραφία με εκείνους του Stammheim που, εκτός από τον ίδιο, πρέπει να γνωρίζει μόνο την Brigitte Mohnhaupt. Τι πρέπει να προσθέσω; Σίγουρα ότι οι φυλακισμένοι ήθελαν να βγουν ούτως ή άλλως, και αυτό το συναίσθημα να περνάς μέσα από τους τοίχους με το μυαλό σου, σίγουρα όλοι οι κρατούμενοι το γνωρίζουν. Το ερώτημα είναι ποια δράση είναι ηθικά και πολιτικά βιώσιμη, υποστηρίξιμη. Κατ αρχήν οι συνθήκες οι ίδιες άσκησαν πίεση. Επιπλέον υπήρχε η θεωρία για τον νέο φασισμό που προέρχονταν από τα θεσμικά όργανα και δεν χρειάζονταν καμία μαζική βάση. Και οι δύο δεν στέκονταν. Αυτή η λανθασμένη θεωρία που δεν επαναλαμβάνονταν παπαγαλία μόνο από την RAF, μας οδήγησε να περιορίσουμε τη δράση μας σε μια στρατιωτική ανταλλαγή χτυπημάτων. Ταυτόχρονα υποτιμήσαμε την παραγωγή ρατσιστικών νοοτροπιών που λειτουργούσαν απ’ τα ψηλά στα χαμηλά και δεν είναι κάτι καινούργιο. Το 1977 ήταν επίσης το έτος κατά το οποίο πολλές παραδοσιακές ενώσεις SS, εκτός από μερικές διαμαρτυρίες από το VVN[14], συναντιούνται ανενόχλητες. Γιατί δεν επιτεθήκαμε σε αυτούς; Αντί αυτού, έγιναν ξέγνοιαστοι και απερίσκεπτοι συσχετισμοί μεταξύ της απομόνωσης και της εξόντωσης στη φυλακή και στο Άουσβιτς, που οδήγησαν όχι μόνο σε αλλόκοτα λανθασμένες εκτιμήσεις και σε ενέργειες υπό καθεστώς πίεσης, αλλά που υπήρξαν επίσης μικροπρεπείς προς τα θύματα των στρατοπέδων συγκέντρωσης. Οι συνθήκες στους βραχίονες απομόνωσης ήταν ήδη σκληρές από μόνες τους, δεν χρειάζονταν καμία πρόσθετη πίεση για να ενεργήσουμε εναντίον τους. Δεν ήμασταν ούτε μια ομάδα που περίμενε διαταγές από το Stammheim. Με τέτοιες δηλώσεις κάποιος προσπαθεί να αποφύγει τις ευθύνες του. Αυτό δεν σημαίνει ότι δεν θα έπρεπε να ασκήσουμε κριτική σε εκείνους του Stammheim. Συχνά αναρωτιόμουν τι θα συνέβαινε εάν πραγματικά τους είχαμε τραβήξει έξω. Τότε το θεωρούσα δεδομένο, σήμερα είμαι αρκετά σκεπτικιστής. Όμως αν είχαν βγει θα μπορούσαμε τουλάχιστον να τους είχαμε κριτικάρει. Ο πόνος πως δεν στάθηκε δυνατό παραμένει μέχρι σήμερα. Τότε πιστεύαμε ότι, αν τους είχαμε απομακρύνει, θα είχαμε επιστρέψει στην RAF των πρώτων ημερών, στους στόχους και τους σκοπούς που ήδη υπήρχαν στην εξέγερση του 1968. 

Προηγουμένως ξεκίνησες να περιγράφεις τη δυναμική του 1976/77. Σταμάτησες στη δράση του Buback. Η επίθεση εναντίον του έπρεπε να προστατεύσει τους φυλακισμένους. Πετύχατε τους στόχους σας;

Όχι, αλλιώς θα είχαμε μπορέσει να αποφύγουμε την κλιμάκωση που ακολούθησε. Μετά το Meins και τον δικαστή Drenkmann, υπήρξε μια συνέντευξη στο Spiegel, όπου εκείνοι του Stammheim είπαν σαφώς: Αν υπάρχουν κηδείες, πόνος, στενοχώρια και θλίψη, ας είναι και στις δύο πλευρές[15].

Δεν θα μπορούσατε να είχατε αποφύγει αυτή την αντιπαράθεση;

Θα σήμαινε ότι εγκαταλείπαμε τους κρατούμενους και ότι έπρεπε να παραδεχτούμε ότι μια δράση απελευθέρωσης δεν είναι πλέον δυνατή, άλλες πρωτοβουλίες είναι πιο επείγουσες. Σήμερα λέω ότι θα έπρεπε να είχαμε δείξει περισσότερη υπομονή, αν και είναι πολύ δύσκολο να στέκεσαι να κοιτάς πώς το κράτος συμπεριφέρεται σκληρά με άρρωστους κρατουμένους όπως ο Helmut Pohl ή ο Adelheid Schulz.

Έτσι μέσα σε σύντομο διάστημα στήσατε την υποδομή για να απαγάγετε τον Schleyer. Πώς πήγε;

Όπως ήδη αναφέρθηκα αρχικά υπήρξαν αρκετές ομάδες που δεν ήταν σε σχέση με την RAF.

Έτσι το 77 υπήρξε ένας μεταγενέστερος σχηματισμός ή ένας νέος σχηματισμός;

Η έννοια μιας δεύτερης γενιάς της RAF δεν είναι ακριβής. Υπήρχαν και πρόσωπα που είχαν παραμείνει από τα πρώτα χρόνια, καθώς και νέοι άνθρωποι που έλεγαν πως ξεκινούσαν από τις δικές τους εμπειρίες

“ τώρα μαζί με την RAF ανοίγουν νέες ευκαιρίες για το μέλλον.

Οι ελπίδες σας προσανατολίστηκαν στην επιτυχία της Απαγωγής Lorenz; Ή μήπως σκεφτήκατε ότι έναν τόσο σημαντικό όσο ο Schleyer θα τον αντάλλασσαν σε κάθε περίπτωση;

Ναι θα μπορούσαμε να λάβουμε ως παράδειγμα τις παραμέτρους της δράσης του Κινήματος 2 Ιουνίου. Όμως και η απαγωγή του Lorenz άλλαξε τις σχέσεις δύναμης. Στην αρχή ξεκινήσαμε από το γεγονός ότι μόνο ο Schleyer δεν ήταν αρκετός για μια ανταλλαγή. Έτσι, εκτός από τον Schleyer, ο Ponto, ο επικεφαλής της Dresdner Bank, θα έπρεπε επίσης να είχε απαχθεί. Έτσι θα είχαμε με ένα χτύπημα το παρελθόν (SS) του χρηματιστικού κεφαλαίου της και τον Schleyer στο ρόλο του ως πολιτικού ηγέτη, (πρόεδρος της Ένωσης βιομηχάνων). Σκεφτόμασταν ότι από ένα τέτοιο βάρος δεν θα μπορούσαν να προσπεράσουν. Μέσω των γνωριμιών μιας τότε συντρόφισσας με την οικογένεια Ponto[16] η απαγωγή του φαινόταν η ευκολότερη δράση. Όπως είναι γνωστό πήγε στραβά. Ο Ponto κατέληξε πυροβολισμένος, επειδή ένας από μας αξιολόγησε εσφαλμένα την κατάσταση. Ήταν επίσης λάθος να χρησιμοποιούμε τις ιδιωτικές γνωριμίες για κάτι τέτοιο. Αυτό είχε περιορίσει σε μεγάλο βαθμό τις πιθανότητες επιτυχίας ευθύς εξ αρχής. Η δεύτερη δυσκολία ήταν ότι στην αρχή ο Schleyer δεν είχε αυτούς τους σωματοφύλακες SEK[17]. Αυτά τα μέτρα ασφαλείας θεσπίστηκαν μετά την ιστορία του Ponto. Αντιμέτωποι με αυτές τις δυσκολίες είχαμε ήδη επιφυλάξεις μπροστά στην ενέργεια. Επιπλέον υπήρξαν 4 νεκροί, ο οδηγός και οι τρεις σωματοφύλακες. Έτσι η κλιμάκωση σκλήρυνε και μια ανταλλαγή ήταν λιγότερο πιθανή.

“Φοβόμασταν ότι θα υπήρχαν και πάλι νεκροί στη φυλακή” 

Αλλά είχατε παρακολουθήσει λεπτομερώς τον Schleyer και θα έπρεπε να γνωρίζετε για τη συνοδεία.

Ναι, το γνωρίζαμε. Εκείνη την ημέρα όμως υπήρχαν 3 αντί για τους συνηθισμένους 2. Αυτό δεν ήταν προβλέψιμο. Προβλέψιμο ήταν ότι δεν μπορούσαμε να πούμε τώρα βγείτε ήρεμα, αλλά ότι το πράγμα θα λειτουργούσε μόνο αν τους ρίχναμε κάτω. Θέλαμε να σώσουμε τον οδηγό. Ήταν μια κοινή πολιτική επιλογή. Αλλά στη συνέχεια η ενέργεια ολοκληρώθηκε με στρατιωτική λογική. Πρέπει να θρηνήσουμε για κάθε θύμα και από τις δύο πλευρές, αλλά οι αστυνομικοί πέσαν κάτω σε μάχη, έχοντας πυροβολήσει 11 σφαίρες από τα αυτόματα και 3 από τα πιστόλια. Ο οδηγός είχε δίπλωμα εργοστασιακής ασφάλειας, αλλά ήταν άοπλος. Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο εγώ, και όχι μόνο, βρίσκω αυτό το θάνατο ιδιαίτερα λυπηρό, δυσάρεστο.

Αλλά παρά όλους τους λόγους του σκεπτικισμού, δεν είχατε σκεφτεί να εγκαταλείψετε τη δράση;

Υπήρξε ναι αυτή η συζήτηση, αλλά φοβόμασταν τις συνθήκες στη φυλακή, ότι εάν υπήρχαν νέοι θάνατοι υπό αυτές τις συνθήκες, εμείς θα μπορούσαμε μόνο να αντισταθούμε και να στενοχωριόμαστε. Αυτά είπαμε μεταξύ μας

«Τώρα πρέπει να είναι σε θέση να βιώσουν το συναίσθημα που έχουν οι φυλακισμένοι μας»

Ο Schleyer κατάλαβε; 

Από το βίντεο προειδοποίησε να μην επιλυθεί στρατιωτικά το πρόβλημα των φυλακισμένων. Είχε ήδη συνειδητοποιήσει ότι οι δικοί του θα τον εγκατέλειπαν. Το καταλάβαμε.

Έτσι σύντομα θα είχατε την εντύπωση ότι η κυβέρνηση δεν θα ανταποκρίνονταν στα αιτήματά σας;

Γνωρίζαμε ότι σε λίγες μέρες θα φαίνονταν τι θα αποφάσιζε η μονάδα κρίσης. Για παράδειγμα αν δημοσίευαν τα βίντεο και τα ανακοινωθέντα που είχαμε κάνει, θα ήταν δύσκολο μετά να αρνηθούν μια ανταλλαγή. Έτσι είχαμε σύντομα τα σημάδια ότι το πράγμα δεν κυλούσε τόσο γρήγορα. Ωστόσο η δράση δεν σχεδιάστηκε για μεγάλη διάρκεια, θέλαμε μια γρήγορη ανταλλαγή. Εάν δεν πήγαινε έτσι, ο Schleyer έπρεπε να σκοτωθεί.

Μιλήσατε γι αυτά με τον Schleyer;

Ναι, ήταν ξεκάθαρο από την αρχή, όταν είδαμε ότι η μονάδα κρίσης αναζητούσε νέους τρόπους για να αναβάλει την ανταλλαγή. Προσπαθούσαν μοναχά να μας βρουν και να μας εξολοθρεύσουν. Όταν βρήκαν το πρώτο διαμέρισμα εφόρμησαν χωρίς να κοιτάξουν αν υπήρχε κάποιος μέσα. Αυτό ξεκαθάριζε τη στάση τους, τη συμπεριφορά τους. Στη συνέχεια έπρεπε να σκεφτούμε πώς θα προχωρούσε, εάν αναβάλαμε το τελεσίγραφο και αν ναι, υπήρχε πιθανότητα να αυξηθεί η πίεση σε αυτή την περίπτωση; Έπρεπε να αποφασίσουμε να βρούμε ένα νέο κρησφύγετο. Ήταν η δεύτερη πιο σημαντική απόφαση.

Είχατε ακόμη ελπίδες;

Είχαμε την άποψη ότι αν υπήρχαν αντιφάσεις στο ενωμένο μέτωπο, ήταν απαραίτητο να τους δοθεί χρόνος να δράσουν. Για παράδειγμα έπρεπε να επιτραπεί στις δυνάμεις του βιομηχανικού πεδίου να δράσουν. Ο Schleyer εργάστηκε επίσης σκληρά, έγραψε στους πολιτικούς του φίλους.

Ήταν δικές του ιδέες; 

Σίγουρα. Είναι σαφές ότι αυτά είναι πράγματα που δεν μπορούσαμε να γράψουμε εμείς, για παράδειγμα μιλά για τρομοκράτες. Γνώριζε τους φίλους του και την πολιτική του τάξη καλύτερα από εμάς και ήξερε πού να στραφεί ζητώντας υποστήριξη. Ο ίδιος ήξερε ότι δεν μπορούσε να κινητοποιήσει όλους για μια ανταλλαγή, αλλά προσπάθησε να κάνει ότι μπορούσε ώστε οι δικοί του να μην τον παρατήσουν αβοήθητο. Ήταν μια από τις εμπειρίες που τον έπληξαν περισσότερο βλέποντας πως παρ όλη τη δύναμη που είχε, ξαφνικά οι φίλοι του έκαναν πίσω. Δεν συνέβη από την αρχή αλλά αυτή την ανθρώπινη τραγωδία που έπαιρνε σιγά σιγά σχήμα τη νιώσαμε κι εμείς ..

Είναι ένα τέτοιο συναίσθημα δυνατό μέσα σε μια κατάσταση που απαιτεί μεγάλη αποφασιστικότητα και σκληρότητα από την πλευρά σας;

Μια τέτοια κατάσταση κανείς δεν την περνά αλώβητος. Με όλη την προσπάθεια, κανείς δεν συμπεριφέρεται τόσο λογικά σύμφωνα με τις πολιτικές πεποιθήσεις του σε μια τέτοια κατάσταση.

Αναπτύχθηκαν καταστάσεις διαλόγου μεταξύ σας και του Schleyer;

Θα έλεγα μόνο καταστάσεις διαλόγου. Δεν μπορούσαμε να κάνουμε τους αστυνομικούς που ανακρίνουν. Ούτε που προσπαθήσαμε να το κάνουμε

Δεν θέλαμε να αποθαρρύνουμε τον Schleyer και να του πετάξουμε στην μούρη την πραγματικότητα.

Μα καταγράψατε την συνομιλία του στην ταινία …

Σίγουρα είχαμε ορισμένα στοχευμένα πολιτικά ερωτήματα, αλλά ήταν αντιπαραθέσεις. Οι συζητήσεις αυτές δεν αποτελούσαν ανάκριση.

Γιατί δεν δουλέψατε δημοσίως επάνω στο παρελθόν του Schleyer;

Ήταν σίγουρα ένα πολιτικό λάθος, αλλά δεν θέλαμε να αποθαρρύνουμε τον Schleyer και να τον επιδεικνύουμε επειδή γνώριζε ότι η δράση θα μπορούσε να τελειώσει θανάσιμα γι ‘αυτόν. Ο Schleyer δεν ήταν ούτε αγαπητός ούτε δημοφιλής και είχαμε την εντύπωση ότι δεν θα ήταν πλέον ανταλλάξιμος αν τον υποβάλαμε σε στραπάτσο.

Για αυτό είχαμε αφήσει κατά μέρος την ιδέα να του κρεμάσουμε μια καρτέλα ένα σημάδι με τον αριθμό του μητρώου του στα SS και την επιγραφή: «Αιχμάλωτος της δικής του ιστορίας». Εκ των υστέρων είχε ένα αντίθετο αποτέλεσμα, για εκείνα που είπε και έγραψε, ο S. σχεδόν έγινε ένας παραδειγματικός οικογενειάρχης και ένα θύμα.

Είχατε ιδέα πώς να αντιμετωπίσετε το επιχείρημα της κυβέρνησης πως μια απελευθέρωση θα προκαλούσε νέα αδικήματα από τους κρατούμενους που ua απελευθερώνονταν μόλις βρίσκονταν ξανά στην παρανομία; Σκέφτηκε κάποιος να δηλώσει δημοσίως να δοθεί ένα τέλος στον ένοπλο αγώνα;

ο Baader έκανε μια τέτοια πρόταση σε έναν εκπρόσωπο της κυβέρνησης. Ξέρετε τι επακολούθησε

Δεν εξετάσατε σοβαρά να συνδεθείτε με το αίτημα του Baader;

Δεν γνωρίζαμε τίποτα για αυτή την προσφορά. Δεν είχε προσδιοριστεί αν θα είχαμε συνεχίσει τον ένοπλο αγώνα με τον τρόπο αυτό, αλλά δεν θέλαμε να το παρουσιάσουμε το πράγμα με αυτούς τους όρους.

Γιατί όχι;

Δες το έτσι. Είχαμε τον Schleyer και η άλλη πλευρά όχι μόνο δεν ήταν ευέλικτη αλλά επέβαλε το μπλοκάρισμα των επαφών, παραβίαζαν τους δικούς τους κανόνες. Πάνω απ ‘όλα προκαλούν παντού. Λένε ότι δεν κάνουν καμία έρευνα και παρουσιάζουν εκ των πραγμάτων το μεγαλύτερο κυνήγι της ιστορίας, δίνουν το σήμα να κυνηγηθούν όλοι εκείνοι που έχουν πει κάτι επικριτικό για το κράτος, και τελικά διατάζουν το μπλοκάρισμα των ειδήσεων. Μέσα σε αυτή την κατάσταση η οποία απαιτεί να σκληρύνουμε την στάση μας, εάν είχαμε πει ότι «δεν το εννοούσαμε κατ ‘αυτόν τον τρόπο, απλά θέλαμε μόνο να βοηθήσουμε τα παιδιά των παλαιστινίων σε κάποιο προσφυγικό στρατόπεδο» κανείς δεν θα μας είχε πιστέψει. Το ερώτημα είναι αν θα μπορούσαν να υπάρχουν πρωτοβουλίες, βρίσκουν ένα σημείο εκκίνησης στο επίπεδο μιας ανταλλαγής, για το οποίο θα μπορούσε να ειπωθεί: Τώρα φτάνει, υπήρξαν πάρα πολλοί νεκροί, ψάχνουμε για κάτι άλλο. Δεν μπορώ να πω πως θα είχαμε αντιδράσει, αν είχαμε μάθει αυτό που είχε προσφέρει ο Baader. Θα ήταν τουλάχιστον μια ευκαιρία να αναφερθούμε σε κάτι. Αλλά για εμάς οι φυλακισμένοι είχαν εξαφανιστεί για 6 εβδομάδες. Δεν ξέραμε αυτό που τους συνέβαινε. Στη φαντασία μας μπορούσαμε να φανταστούμε όλες τις παραλλαγές, οι φήμες για την επανεισαγωγή της θανατικής ποινής συνέβαλαν.

Αντιθέτως αυξήσατε την πίεση. Πρώτα ο Schleyer έγραψε στους πολιτικούς του φίλους και έπειτα ήρθε η αεροπειρατεία. Ήταν μια προσφορά από τους παλαιστινίους ή εσείς απευθυνθήκατε στους παλαιστινίους;

Ήρθε ως προσφορά. Δεν ξέρω ακριβώς πώς, επειδή δεν ήμουν με το τμήμα της ομάδας που ήταν στη Βαγδάτη, αλλά οι άλλοι φυσικά μας ρώτησαν αν συμφωνούσαμε.

Δεν είχατε κανένα πρόβλημα με την απαγωγή ενός αεροπλάνου γεμάτου παραθεριστές; Οι απαγωγές δεν έρχονταν σε αντίθεση με τα πιστεύω της RAF;

Μέχρι τότε είχαμε δει την απαγωγή από την οπτική της παλαιστινιακής υπόθεσης, αλλά όχι κατάλληλη για να φέρουμε εις πέρας τους σκοπούς μας στην Ευρώπη. Υπάρχει ένα έγγραφο εκείνων του Stammheim στο οποίο επικρίνουν έντονα τις αεροπειρατείες μετά το Entebbe. Το κριτικό σημείο ήταν η συμμετοχή δύο μελών των γερμανικών RZ σε μια δράση εναντίον του Ισραήλ, μια χώρα διαφυγής μετά το ολοκαύτωμα. Αλλά στο έγγραφο διευκρινίζεται ότι πρέπει να αξιολογηθεί διαφορετικά το εάν καταλαμβάνεται ένα γερμανικό αεροπλάνο. Μετά από μια μακρά συζήτηση υπήρξε ένα αποφασιστικό σημείο για το ψήφισμά μας, διότι οι φυλακισμένοι είχαν αφήσει αυτό το ζήτημα ανοιχτό και εμείς είχαμε την αίσθηση πως δεν πηγαίναμε ενάντια στα συμφέροντά τους. Δεν θα είχαμε ενεργήσει σε καμία περίπτωση ενάντια στη βούληση των κρατουμένων.

Ήταν λοιπόν πρωτοβουλία σας. Ο κόσμος σας, ο Boock και οι άλλοι, είπαν στους παλαιστινίους

«Πρέπει να μας βοηθήσετε, δεν μπορούμε να συνεχίσουμε μόνοι μας»;

Όχι. Σίγουρα δεν πήγε έτσι. Από αυτή την άποψη πρέπει να περιγράψω ακριβώς, πως ήταν συνεργασία μας με τους παλαιστινίους. Οι παλαιστίνιοι είχαν τα δικά τους συμφέροντα σε μια τέτοια ενέργεια. Ήταν επίσης σημαντικό για αυτούς να βγουν οι φυλακισμένοι, υπήρχαν και δύο παλαιστίνιοι που κρατούνταν στην Τουρκία στον κατάλογο, αλλά υπήρχε και ένα άλλο παρασκήνιο γι αυτούς. Είπαν: μια χώρα όπως η Γερμανία, η σημαντικότερη χώρα στην Ευρώπη εμπλέκεται σε μια αντιπαράθεση στην οποία κοιτάζει όλος ο κόσμος, έτσι μπορούμε να εκπληρώσουμε τα αιτήματά μας. Στο στρατόπεδο προσφύγων του Tel al  Zataar[18] στη Βηρυτό οι σύριοι είχαν έρθει σε βοήθεια των φαλαγγιτών, όταν αυτοί σφαγίασαν 6.000 παλαιστίνιους. Η φράξια μέσα στην παλαιστινιακή αντίσταση που απήγαγε τον Landshut[19] ήθελε να αποτρέψει σε αυτή την κατάσταση τη Συρία ή μια άλλη αραβική χώρα να ενωθεί με το Ισραήλ εις βάρος των παλαιστινίων. Σε αυτή τη σύγκρουση συμμετείχαμε και αναφερόμενοι στη γερμανική ιστορία τη σχετική με το Ισραήλ.

Δεν σας ήταν σαφές, τι σημαίνει ότι 80 παραθεριστές σκοτώνονται σε μια αεροπειρατεία;

Σίγουρα δεν αποτελεί μια δικαιολογία, αλλά εμπνευστήκαμε από τις αεροπειρατείες της Leila Kahled, της οποίας το βιβλίο[20] κυκλοφορούσε ήδη από καιρό σαν λατρευτικό κείμενο στα αριστερά βιβλιοπωλεία. Ήταν ένα πρόβλημα για μας να βάλουμε τον Schleyer και τους παραθεριστές της Μαγιόρκα στο ίδιο επίπεδο. Σε αυτή την ειδική κατάσταση, στην δυναμική που αναπτύχθηκε αυτή η προσφορά θα μπορούσε να είναι η λύση. Ξεκινήσαμε από την προϋπόθεση ότι η ομοσπονδιακή κυβέρνηση εξ αιτίας της απαγωγής στον αέρα θα έλεγε: εντάξει παραμείναμε σκληροί με τον Schleyer, αλλά τώρα δεν μπορούμε πλέον να το κάνουμε, πρέπει να υποχωρήσουμε στην ανταλλαγή.

Μέσα σε αυτή την στάση κρύβονταν μια γκροτέσκα αντίφαση. Από τη μία πλευρά πιστέψαμε ότι η Δυτική Γερμανία βρίσκονταν σε μια εξέλιξη προς τον φασισμό και θεωρήσαμε επομένως την πολιτική τάξη ικανή για όλα. Αλλά σε αυτό ακριβώς το σημείο, δεν πήραμε στα σοβαρά την ανάλυσή μας και είπαμε: τώρα πρέπει να ανταλλάξουν, δεν μπορούν πλέον να αντέξουν μια τέτοια στροφή. Γιατί όχι, προς την χάρη; Δεν αναλάβαμε τις ευθύνες, επειδή πιστεύαμε ότι θα παραδίδονταν. Αλλά για εμάς η λύση θα ήταν: ο Schleyer δεν σκοτώνεται και οι φυλακισμένοι απελευθερώνονται.

Μετά την απαγωγή του Landshut, πιστεύαμε σε μια ανταλλαγή.

Πιστεύατε ότι οι 80 άνθρωποι δεν βρίσκονταν σε κίνδυνο;

Σκεφτήκαμε ότι πιθανότατα θα ανταλλάσσονταν. Αλλά ξεκινήσαμε υποθέτοντας λαθεμένα. Η ενέργεια πήγε διαφορετικά από ότι είχε προγραμματιστεί. Η απαγωγή επρόκειτο να τερματιστεί στη Νότια Υεμένη. Εκεί η GSG9 δεν θα είχε φθάσει ποτέ στο αεροσκάφος χωρίς να βρει μπροστά της στραμμένα τα όπλα όλης της χώρας και του ανατολικού μπλοκ. Η ομοσπονδιακή κυβέρνηση θα έπρεπε να είχε διαπραγματευτεί.

Γιατί πήγε στραβά στο Aden;

Απ ότι εγνώριζα για την κατάσταση στο Άντεν, η Ανατολική Γερμανία ή η Σοβιετική Ένωση, ενδιαφέρθηκαν με την προϋπόθεση το αεροπλάνο να μην μείνει εκεί. Η απόφαση αυτή δεν λήφθηκε μόνο στο Aden. Αυτοί είχαν μια εντελώς διαφορετική στάση απέναντι στους παλαιστίνιους, δεν θα τους είχαν στείλει ποτέ στη Σομαλία.

Είχατε από τους παλαιστίνιους την διαβεβαίωση ότι η πιθανότητα 80 νεκρών δεν θα πραγματοποιούνταν σε καμία περίπτωση; Δεν αναρωτηθήκατε τι κάνουμε σαν πολιτική ομάδα αν γι αυτή την ενέργεια σκοτωθούν 80 παραθεριστές;

Γνωρίζαμε ότι οι παλαιστίνιοι είχαν επίγνωση του πως να πραγματοποιήσουν απαγωγές αεροσκαφών. Αν ξέραμε το αποτέλεσμα δεν θα είχαμε συμφωνήσει. Αλλά σκεφτήκαμε μόνο την καλή περίπτωση, την πολιτική λύση

Η σκέψη σας ήταν ομόφωνη;

Ναι, ήταν μια κοινή εκτίμηση. Σκεφτόμασταν την επιτυχία που είχε ο Ιαπωνικός Κόκκινος Στρατός σχεδόν ταυτόχρονα[21]. Από την άλλη πλευρά τίποτα δεν κινήθηκε εδώ. Δεν μιλάω απλά για την μονάδα κρίσης, την ομοσπονδιακή κυβέρνηση, αλλά κάποιες άλλες πρωτοβουλίες, ηθικές παρουσίες ή άλλες αριστερές ομάδες δεν πήραν με τίποτα τον λόγο. Είδαμε τη Γερμανία μόνο από την πλευρά των «κολασμένων της γης».

Θα είχατε παραδοθεί εάν μια επικριτική κοινή γνώμη σας έλεγε εκείνη τη στιγμή «Αφήστε τον Schleyer ελεύθερο, σώστε τους ομήρους του Landshut»;

Τότε υπήρχε αυτή η με το ζόρι διάσταση. Αν στο εσωτερικό της αριστεράς είχαν φτάσει σε μια ανεξάρτητη θέση, σίγουρα. Αλλά δεν παρουσιάστηκε μπροστά μας αυτή η εναλλακτική.

Είχατε πιστέψει ότι τότε υπήρχε υποστήριξη στα αιτήματα απελευθέρωσης των κρατουμένων ;

Πράγματι ναι. Δεν υπολογίσαμε στο μπλοκάρισμα των ειδήσεων. Ήταν μια κατάσταση στην οποία βρεθήκαμε στριμωγμένοι. Δεν είδαμε πλέον τις αναφορές.

Νιώσατε την έλλειψη τους; Δεν ξαναβρεθήκατε; Δεν είχατε πλέον; αναφορές.

Τι σημαίνει «αισθανόμαστε την έλλειψη»; Σκεφτήκαμε ότι μετά την απαγωγή και άλλοι θα είχαν επίσης ακουστεί.

Με πόσο κόσμο συζητήσατε πραγματικά. Οι συζητήσεις διεξήχθησαν από δύο ή τρία άτομα, ή συζήτησαν όλοι εκείνοι που συμμετείχαν στην απαγωγή;

Υπήρχαν καταστάσεις στις οποίες δεν ήταν όλοι παρόντες. Άνθρωποι με διαφορετικές εμπειρίες συναντιόνταν, αλλά όλοι είχαν καταστεί συμμετέχοντες, σύμφωνα με τις δυνατότητες, στις αποφάσεις. Δεν γνωρίζω κανέναν που τότε να παραπονέθηκε ότι δεν συμπεριλήφθηκε στις συζητήσεις.

Είχε φτάσει σε εσάς κάποια αντίδραση και από την αριστερά;

Δεν ήταν αυτό το σημείο. Η ενέργεια έπρεπε να επιλυθεί μέσα σε μερικές ημέρες. Σε αυτή την κατάσταση είναι αδύνατο να διεξαχθεί δημοσίως συζήτηση. Μετά ήταν επίσης δύσκολο. Εάν είχαμε γράψει ένα έγγραφο για την αριστερά δεν θα είχε φτάσει σε αυτούς. Εάν ο παραλήπτης δεν το παρέδιδε αμέσως στην αστυνομία, κατέληγε στη φυλακή.

Υπήρχε η δυνατότητα επικοινωνίας μέσω της εφημερίδας «Liberation»

Ίσως. Δεν είμαι τόσο σίγουρος αν σε αυτή την περίπτωση θα ήταν δυνατή μια συζήτηση με την αριστερά. Στην πραγματικότητα δεν υπήρξε μια απόπειρα αυτού του είδους από πλευράς μας ούτε από την αριστερά. Η ιστορία είναι όπως είναι και όλοι εμείς πρέπει να αναλάβουμε την ευθύνη. Αν και ντρέπομαι πρέπει να πω ότι κι εγώ κατάλαβα αργότερα, μόνο στην αρχή της δίκης μου όταν άρχισα να το βλέπω από μια άλλη οπτική γωνία το πράγμα, ότι θα έπρεπε να καταστήσουμε περισσότερο σαφέστερο το γιατί παίρναμε ακριβώς τον Schleyer. Θα έπρεπε να είχαμε κάνει αιτήματα που πήγαιναν προς μια άλλη κατεύθυνση. Θα ήταν σωστό να ζητήσουμε από την Daimler Benz να ανοίξει τα αρχεία τα σχετικά με τους καταναγκαστικούς εργάτες και πως το βιομηχανικό συγκρότημα να κατέβαλλε τις ζημίες στους καταναγκαστικούς εργάτες. Θα μπορούσαμε να είχαμε πει, επάνω στο ζήτημα των κρατουμένων υπάρχει μοναχά μια θανατηφόρα αντιπαράθεση, αλλά σε ένα άλλο επίπεδο επιστρέφουμε στο γιατί ακριβώς αυτόν. Από μια τέτοια θέση ίσως θα ήταν εφικτό ένα άλλο τέλος, και να βρούμε για τον Schleyer μια ανθρώπινη λύση.

Μιλήσατε γι αυτά μέσα στην ομάδα;

Μιλήσαμε μόνο για τις συνέπειες αυτής της ενέργειας, όταν ήταν δυνατόν. Εκ των υστέρων πρέπει να πω ότι δεν δοκιμάσαμε τίποτα για να σπάσουμε την αναγκαστική πορεία του πράγματος. Αλλά τότε κανείς δεν ήταν έτοιμος να κάνει μια τέτοια παραχώρηση. Αυτό θα σήμαινε ότι αυτό που είδαμε αργότερα, θα το είχαμε προβλέψει / προτρέξει. Θα έπρεπε να είχαμε πει: ο ένοπλος αγώνας έτσι όπως πραγματοποιήθηκε δεν λειτουργεί.

Στο ανακοινωθέν ήταν σαφές ότι εάν αυτοί δεν έβγαιναν, ο Schleyer θα εκτελούνταν. Αλλά ένα πράγμα είναι τα ανακοινωθέντα και άλλο είναι αυτό που πραγματικά συμβαίνει.

Συμπεριφερθήκαμε και διαφορετικά από το ανακοινωθέν. Επικριθήκαμε από τις άλλες ομάδες, επειδή δεν ολοκληρώσαμε τη δράση πυροβολώντας τον Schleyer. Μας είπαν «από τη στιγμή που διστάζετε και προκαλείτε την τακτική καθυστερήσεων της κυβέρνησης καθιστάτε αδύνατο να ληφθείτε στα σοβαρά υπόψη στην περίπτωση μεταγενέστερων προσπαθειών απελευθέρωσης των κρατουμένων.

Υπήρχε τότε μια τομή, μια στιγμή κατά την οποία έληξε η σπείρα των αμοιβαίων απειλών. Ήταν μετά τις 18 oκτωβρίου. Το αεροπλάνο στο Μογκαντίσου δέχτηκε επίθεση, απελευθερώθηκαν οι όμηροι, τρεις δολοφονημένοι παλαιστίνιοι και οι φυλακισμένοι στο Stammheim ήταν νεκροί. Γιατί δεν μπορούσατε να κάνετε πίσω και να στείλετε τον Schleyer στο σπίτι;

Αυτό θα είχε σημάνει για εμάς ότι επιβεβαιώναμε και νομιμοποιούσαμε την πολιτική της μονάδας κρίσης. Μια απελευθέρωση χωρίς την εκπλήρωση των όρων, δεν θα είχε ληφθεί υπόψη ως ανθρώπινη χειρονομία, αλλά ως παραδοχή της ήττας, ως πλήρης επιτυχία της μονάδας κρίσης, σύμφωνα με το σύνθημα «η σκληρότητα πληρώνει». Με τη σημερινή μου κρίση βλέπω τις χαμένες μας πιθανότητες, αυτό που μας έλειψε, και τις δυνατότητες πολιτικής παρέμβασης που θα μπορούσαν να είχαν προετοιμάσει το δρόμο για την επιστροφή του Schleyer στο σπίτι.

Είχατε σκεφτεί επάνω σε κάποιες εναλλακτικές, υπήρχαν κάποιες γραμμές συμβιβασμού, για παράδειγμα να απελευθερώνονταν λιγότεροι κρατούμενοι, βελτιώσεις του καθεστώτος των φυλακών και της αναγνώρισης του καθεστώτος πολιτικών κρατουμένων;

Αν στην τότε κατάσταση η πρόταση του Andreas, για την υποχώρηση των κρατουμένων είχε προκαλέσει μια απάντηση, εάν υπήρχε μια κάποια ένδειξη πολιτικής αποδοχής, για παράδειγμα εάν είχε προσφερθεί μια διεθνής επιτροπή, τότε φυσικά θα είχαμε αντιδράσει, τότε θα ήταν αδιανόητο για εμάς να αγκιστρωθούμε στις αρχικές απαιτήσεις και να πυροβολήσουμε τον Schleyer. Πολλά πράγματα μπορούν να επικριθούν σε εμάς, αλλά όχι ότι αγνοήσαμε το συμφέρον των κρατουμένων.

«Ένας συμβιβασμός ήταν από την πλευρά μας δυνατός»

Τι ρόλο έπαιξε η γνωριμία σας με τον Schleyer για 6 εβδομάδες;

Φυσικά έπαιξε ρόλο, ήταν ταυτόχρονα συμπονετικός και συνηθισμένος, όπως και για εκείνους που φοβούνται για τη ζωή τους. Αλλά για εμάς ο Schleyer δεν ήταν μόνο ένας που έχει οικογένεια. Μήπως ο Schleyer ανησύχησε για τους φυλακισμένους εργαζόμενους;

Ο Schleyer δεν εξέφρασε ποτέ τη λύπη του για το ρόλο του στο προτεκτοράτο της Βοημίας και της Μοραβίας, ήταν υπεύθυνος των SS για την ένταξη των τσεχικών βιομηχανιών στη γερμανική πολεμική οικονομία, το γραφείο του απείχε μόλις 60 χιλιόμετρα από το στρατόπεδο συγκέντρωσης στο Terezin, στρατόπεδο διαλογής προς το Άουσβιτς. Επιπλέον η ομοσπονδιακή κυβέρνηση εμπόδισε τη μετάδοση της εκπομπής στην οποία ο ίδιος ο Schleyer απηύθυνε έκκληση στις ανθρώπινες πτυχές. Ούτε μάλιστα επέτρεψε να μιλήσουν οι κρατούμενοι, επειδή η προσφορά του Baader θα είχε γνωστοποιηθεί και οι φυλακισμένοι θα είχαν κατακτήσει μια άλλη εικόνα στην κοινή γνώμη. Και αυτοί είχαν φίλους και οικογένεια που θα ήθελαν ευχαρίστως να δουν ξανά. Αλλά η ανθρώπινη διάσταση, οι οπτικές των ανθρώπων είχαν συνειδητά επισκιαστεί από τη μονάδα κρίσης. Μέσα στη λογική της ενέργειας και το πικρό τέλος της δράσης υπήρχε σαν συνέπεια.

Αλλά για τους ανθρώπινους και πολιτικούς μας σκοπούς ήταν μια καταστροφή.

Ήμασταν τόσο τρομερά συνεπείς και επακόλουθοι, στη φάση που θα έπρεπε να δείξουμε ανθρώπινη δύναμη και γενναιοδωρία και υπήρξαμε πολιτικά τόσο λίγο ριζοσπαστικοί, τόσο αβλαβείς, όταν το διακύβευμα ήταν να ανατρέψουμε τις κοινωνικές συνθήκες και να τις κάνουμε να κλονιστούν.

Ο Stefan Wisniewsi ήταν μέχρι την απόλυση του το 1981, καλλιτέχνης με μερική απασχόληση στην RAF. Στη συνέχεια η φυλακή και σήμερα είναι καλλιτέχνης επιβίωσης με τον κοινωνικό μισθό (…). να θυμίσουμε επίσης τη συνέντευξή του στον Klaus Viehmann «Απέναντι στην αριστερά το κράτος δεν ξεχνά τίποτα».

Πολιτικά συμμετέχει στον κοινωνικό αγώνα και είναι μέρος της ριζοσπαστικής αριστεράς, στην δουλειά αντιφασιστικής και αντιρατσιστικής διαπαιδαγώγησης και κατά της παλιάς και της νέας σωφρονιστικής βιομηχανίας. Διεξήγαγε επίσης πολλές συναντήσεις κριτικής και προβληματισμού για τον ένοπλο αγώνα της δεκαετίας του 70. Πιστεύει ότι η διατήρηση παραδόσεων όπως το 48°G. στο Pfingsten στο Mittenwald (συντεχνία παλαιών και νέων φασιστικών και συναφών στρατιωτικών εργαλείων) πρέπει να δεχτούν επίθεση και αμέσως.

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

[1] γερμανικές Ειδικές Δυνάμεις

[2]Σημείωση στη γερμανική έκδοση: Πρώτη ισπανική έκδοση “ Fuimos tan teriblemente consecuentes ” Virus Editorial, Barcelona 1997 μαζί με το “La guerrilla urbana ahora è historia”. Ανακοινωθέν διάλυσης της RAF.

[3] Meinhof †♀9-5-76, Holger meins 9/11/74 Katherina Hammerschmidt ? 1974, Siegfried Hausner 29? //4/1976

[4] Stefan Wisniewski: Prozesserklarung. Αυτοπαράγωγο παράνομης έκδοσης 1981

[5] Κυριολεκτικά νέα πατρίδα = οικοδομικός συνεταιρισμός που ανήκει στην DGB (το πλειοψηφικό γερμανικό συνδικάτο).

[6] Εκδότης που κατείχε πολυάριθμες εφημερίδες και συγγραφέας εκστρατειών μίσους κατά των κινημάτων διαμαρτυρίας, των ομοφυλόφιλων κλπ.

[7] Διαμαντένιο όνομα διαλέκτου Kürfurstendamm (οδός των εκλογικών πριγκίπων) γνωστή chic λεωφόρος του δυτικού Βερολίνου.

[8] Tote Briefkaste = ήταν ο συνωμοτικός τρόπος επικοινωνίας. Σε ορισμένα παλιά μπλοκ κατοικιών είχαν προστεθεί γραμματοκιβώτια που χρησιμοποιούνταν για την ανταλλαγή μηνυμάτων.

[9] Ερώτηση επάνω στις δηλώσεις του Gabi Rollnik.

[10] Ο Lorenz ήταν ο πρόεδρος της βερολινέζικης CDU, χριστιανοδημοκρατίας. Απήχθη από το Κίνημα 2 Ιουνίου από τις 28/2 έως τις 4/3/75 και απελευθερώθηκε σε αντάλλαγμα  5 (ο έκτος αρνήθηκε) πολιτικών κρατουμένων που εστάλθησαν στη Νότια Υεμένη.

[11] Αντίστοιχα «επαναστατικά Κύτταρα» και «Zora η κόκκινη» (μια ομάδα που γεννήθηκε από τις RZ και πήρε το όνομά της από ένα διάσημο γερμανικό μυθιστόρημα),βρίσκεται μοναχά αποσπασματική τεκμηρίωση στα ιταλικά.

[12] Αντίστοιχα ομοσπονδία γερμανικών βιομηχανιών και ένωση γερμανών βιομηχάνων.

[13] Αντίστοιχα ομοσπονδιακός εισαγγελέας που σκοτώθηκε στις 7/4/77 και πρόεδρος της Τράπεζας Dresdner που σκοτώθηκε σε μια απόπειρα απαγωγής στις 30/7/77

[14] Verband des Verfolgtes des Naziregimes. Σύλλογος διωκόμενων από το ναζιστικό καθεστώς.

[15] Spiegel 1975 στο RAF “ο ανταρτοπόλεμος στην μητρόπολη”. Bertani Verona 1979

[16] Πρόκειται για την Susanne Albrecht, στη συνέχεια αποχώρησε από την RAF και έφυγε στη ΛΔΓ. Συνελήφθη μετά την πτώση του τείχους, κάνοντας καταδοτικές δηλώσεις στην αρχές, λαμβάνοντας μια έκπτωση ποινής.

[17] SonderEinsazKommando= κομάντο ειδικών δράσεων

[19] Το όνομα του αεροσκάφους της γραμμής Μαγιόρκα Φρανκφούρτη που απήχθη στις 13/10/77 στο οποίο εφόρμησαν γερμανικές δυνάμεις στις 18 οκτωβρίου.

 Leila Kahled: My People shall live. The autobiograpy of a revolutionary. London Hodder and Stoughton 1973. την ίδια χρονιά βγήκε σε γαλλική έκδοση.

[21] 27 Σεπτεμβρίου 1977.

  * μετάφραση σε επιμέλεια Sergio Rossi

 

Guerriglia in Germania: colloquio sulla storia della RAF

ιστορία, storia

«Ήταν κάτι θαυμάσιο!» 45 χρόνια από την πορτογαλική επανάσταση

του Luca Cangianti

Μια επανάσταση μπορεί να ξεκινήσει με ένα τραγούδι. Στις 25 απριλίου 1974, είκοσι λεπτά μετά τα μεσάνυχτα, ο Teodomiro Leite de Vasconcelos μεταδίδει στο Radio Renascença το τραγούδι Grândola Vila Morena του José Alfonso. Το Κίνημα των ενόπλων δυνάμεων, αποτελούμενο από προοδευτικούς στρατιωτικούς, παίρνει υπό την κατοχή του στρατηγικά σημεία, ζητά από τους πορτογάλους να παραμείνουν στο σπίτι και επαναλαμβάνει την πρόσκληση δέκα φορές. Ο λαός, ωστόσο, δεν θέλει να ακούσει τίποτα: εκείνο που θα έπρεπε να είναι ένα απλό πραξικόπημα για να τερματιστεί ένας δαπανηρός αποικιακός πόλεμος (40% των κρατικών δαπανών) και χωρίς ελπίδα νίκης, καθίσταται μια εντυπωσιακή επανάσταση που παρασέρνει τα πάντα.

Η μακρύτερη φασιστική δικτατορία διήρκεσε 48 χρόνια. Στα δεκατρία χρόνια των συγκρούσεων στις αποικίες δεν απέφυγε να χρησιμοποιήσει βασανιστήρια και βομβαρδισμούς με ναπάλμ στους τοπικούς πληθυσμούς. Τελικά κατέρρευσε μίζερα, χωρίς αντίσταση, ενώ ο λαός ξεχύνονταν στους δρόμους: οι άνθρωποι αγκάλιαζαν ο ένας τον άλλο, αντάλλασσαν φιλιά, έκλαιγαν από την χαρά, κάλυπταν τους στρατιώτες με κόκκινα και λευκά γαρίφαλα προσφέροντάς τους ζεστό ψωμί και σούπα. Οι πολιτικοί κρατούμενοι απελευθερώθηκαν, οι εργαζόμενοι στις τράπεζες οργανώθηκαν για να αποφύγουν την φυγή κεφαλαίων. Στη Λισαβόνα, την πρώτη εβδομάδα μετά τις 25 απριλίου καταλήφθηκαν 1.500 έως 2.000 λαϊκά σπίτια και η 1η μαΐου γιορτάζεται με μια εντυπωσιακή διαδήλωση μισού εκατομμυρίου ανθρώπων. Στα εργοστάσια δημιουργούνται οι επιτροπές των εργαζομένων που εκκαθαρίζουν τα φασιστικά στοιχεία, οργανώνουν απεργιακές κινητοποιήσεις με διεκδικήσεις και καταλαμβάνουν φρουρώντας τις εγκαταστάσεις έτσι ώστε να μην αφαιρεθούν τα μηχανήματα. Αργότερα άρχισαν να ασκούν μορφές εργατικού ελέγχου πάνω στην παραγωγή. Στις γειτονιές γεννιούνται οι επιτροπές των κατοίκων που διαχειρίζονται καταλήψεις, παιδικούς σταθμούς και κέντρα πολλαπλών χρήσεων στα οποία παρέχονται αμοιβαία και εθελοντικά όλες οι υπηρεσίες. Σε πολλές περιπτώσεις λαϊκά δικαστήρια οργανώνονται ως εγγυητές της δικαιοσύνης και ισονομίας των ενεργειών απαλλοτρίωσης. Τέλος επιτροπές των στρατιωτών με εκλεκτικά και ανακλητά αξιώματα προκύπτουν, όπως και σε όλες τις άλλες περιπτώσεις. Πρόκειται για ένα διακλαδισμένο κοινωνικό δίκτυο αυτόνομων από τα κόμματα οργανώσεων, και από το Συνδικάτο, που θυμίζουν τα ρωσικά σοβιέτ του 1905 και 1917, τα ιταλικά συμβούλια του 1919-20 και εκείνα τα χιλιανά του 1972-73. Πρόκειται για μια παράλληλη εξουσία που ασκεί την δημοκρατία της βάσης και ανταγωνίζεται με αυτήν του κράτους για 19 μήνες, δηλαδή μέχρι το πραξικόπημα της 25ης νοεμβρίου 1975 μετά το οποίο η πορτογαλική πολιτική κατάσταση στρέφεται πίσω στις γραμμές της κοινοβουλευτικής δημοκρατίας.

«Αν και υπήρχαν τα αμερικανικά πλοία μπροστά στην ακτή, κανείς δεν φοβόταν», θυμάται ο Rigel Polani που έφθασε στη Λισαβόνα με ένα Citroën Mehari και τέσσερις φίλους κατά τη διάρκεια της veraõ quente, του καυτού καλοκαιριού του 1975, δηλαδή την περίοδο της μέγιστης κοινωνικής σύγκρουσης. «Οι διαδηλώσεις συχνά δεν είχαν ένα πάλκο για τις παρεμβάσεις. Πορευόμασταν και φωνάζαμε συνθήματα σαν σε μια παράσταση στην οποία ήμασταν ηθοποιοί και θεατές ταυτόχρονα. Δεν θυμάμαι ποτέ να είδαμε την αστυνομία. Ήταν όλοι ευτυχισμένοι, όλοι συμμετείχαν, όλοι αφοσιωμένοι στην οικοδόμηση ενός καλύτερου κόσμου. Η αυτοδιαχειριζόμενη κοινωνία που ονειρευόμουν είχε υλοποιηθεί μπροστά στα μάτια μου». Στους δρόμους της Λισαβόνας άκουγες πολύ συχνά να μιλούν ιταλικά. Χιλιάδες και χιλιάδες νέοι αγωνιστές της επαναστατικής αριστεράς ξεκίνησαν από την Ιταλία. Διέσχισαν τη Γαλλία και την Ισπανία με αυτοκίνητο, με μοτοσικλέτα ή με τρένο για να φτάσουν στα δυτικά σύνορα της Ευρώπης: «Είχαμε πάει στην Πορτογαλία για να δούμε να αναδύεται ένας νέος κόσμος» γράφει ο Sandro Moiso στο Riti di passaggio, ενθυμούμενος το κλίμα της χαρούμενης συλλογικής μέθης: «Σε εκείνες τις μέρες και εκείνα τα χρόνια δεν αισθανθήκαμε ποτέ κουρασμένοι.»
Ο Rigel σταματά για λίγο, δεν είναι σίγουρος ότι εγώ μπορώ να καταλάβω εκείνη την εμπειρία χωρίς να την έχω ζήσει: «Θα σου δώσω ένα παράδειγμα. Μια φορά στο δρόμο συναντάμε νέους ανθρώπους σαν εμάς. Ήταν εργάτες και μας προσκάλεσαν να παρακολουθήσουμε μια συνέλευση στο εργοστάσιό τους. Συζητήσαμε πώς να διαχειριστούμε και να αναπτύξουμε την παραγωγή. Παρά τις γλωσσικές δυσκολίες καταφέραμε να αντιληφθούμε την έντονη αίσθηση επαγγελματικής εμπειρίας, δεξιότητας και πρακτικότητας. Ο λαός είχαν πάρει την κατοχή της ζωής του. Αποφάσιζε το πεπρωμένο του.»

Στην πραγματικότητα μέσα στην επανάσταση υπήρχε επίσης μια σκοτεινή πλευρά, ή ίσως «ενοχλητική»: η τραγωδία των δεκάδων χιλιάδων retornados, αυτών που επέστρεφαν από τις αποικίες με τα διάφορα ανακοινωθέντα ανεξαρτησίας. «Τα πορτογαλικά μαύρα πόδια, pieds noirs – ο Moiso θυμάται – κατέβηκαν στο πολεμικό μονοπάτι. Όπως και τα άγρια εξαγριωμένα παιδιά συνέρρεαν σε μια γη που ήταν ξένη σε αυτούς, συχνά χωρίς να έχουν καν γεννηθεί εκεί. Υπήρχε ο φόβος ταραχών όπως εκείνων που είχαν ήδη σημειωθεί στον Βορά. Μπροστά από το παλάτι του São Bento, έδρα του κοινοβουλίου, βρεθήκαμε λίγοι από εμάς με έναν στρατιωτικό απόσπασμα από τη μια πλευρά και εκατοντάδες διαδηλωτές εχθρικούς από την άλλη. Η αμηχανία ήταν διπλή για εμάς, γιατί από την άλλη πλευρά υπήρχε ένα πλήθος κατατρεγμένων.»
Η Erika Dellacasa τότε ήταν στα είκοσι ένα. Τον απρίλιο και τον μάιο του 1974 στάλθηκε στην Πορτογαλία εξ ονόματος της γενουατικής εφημερίδας «Il Lavoro»: «Υπήρχε μια ατμόσφαιρα μεγάλης ευφορίας που δεν σταματούσε ποτέ. Οι δρόμοι ήταν πάντα γεμάτοι. Υπήρχαν μεγάλες προσδοκίες για το μέλλον, μεγάλη ελπίδα για δικαιοσύνη και τεράστια επιθυμία για ελευθερία. Ήταν κάτι τόσο απτό που συγκινούσε. Δεν είναι ότι μιλούσαν πολύ, αγκάλιαζαν ο ένας τον άλλο και αντάλλασσαν μεγάλες χειραψίες. Δεν ήταν ασυνήθιστο για μερικούς ανθρώπους να κλαίνε. Την πρώτη νύχτα στη Λισαβόνα μου έκανε μεγάλη εντύπωση μια ομάδα τραβεστί εμφανώς μεθυσμένων που τραγουδούσαν και χόρευαν. Ένας έπεσε καταγής και τον βοήθησε να σηκωθεί ένας στρατιωτικός πολύ ευγενικά. Ήταν μια κάπως αταίριαστη σκηνή για το πώς ήταν γνωστή η Πορτογαλία εκείνα τα χρόνια: καταπιεσμένη και καταπιεστική. Ένιωθες έναν αέρα ελευθερίας, ελευθερία να κάνεις πράγματα απαγορευμένα ή αδιανόητα μέχρι πριν λίγες ημέρες. «Στη φασιστική Πορτογαλία το 68% των γυναικών ηλικίας μεταξύ 20 και 54 ετών ήταν νοικοκυρές και δεν επιτρέπονταν να εγκαταλείψουν τη χώρα χωρίς τη συγκατάθεση του συζύγου που είχε επίσης το δικαίωμα να ανοίγει την αλληλογραφία τους. Όπως συμβαίνει συχνά κατά τις επαναστάσεις, η κατάρρευση των παλαιών δομών εξουσίας οδήγησε στην έκρηξη του γυναικείου πρωταγωνισμού. Μετά τις 25 απριλίου ιδρύθηκαν διάφορες φεμινιστικές οργανώσεις και οι γυναίκες βρέθηκαν στην πρώτη γραμμή των καταλήψεων, στις πικετοφορίες και στους αγώνες ενάντια στην ακρίβεια.

Με το πραξικόπημα της 25ης απριλίου, η εθνική- λαϊκή Δράση, το μόνο κόμμα στην εξουσία, διαλύθηκε. Ο Marcelo Caetano, τελευταίος πρόεδρος του συμβουλίου του φασιστικού Estado Novo, συνελήφθη και εξορίστηκε στη Βραζιλία, η μυστική αστυνομία Pide / Dgs διαλύεται αφού όμως έχει προλάβει να δολοφονήσει τέσσερα άτομα που διαδήλωναν μπροστά από την έδρα της στην rua de António Maria Cardoso 22. Στο μέτωπο της αντιπολίτευσης, το σοσιαλιστικό Κόμμα μέχρι το 1974 δεν ήταν παρά ένας κύκλος διανοούμενων εξόριστων και το ίδιο ισχύει και για τους φιλελεύθερους του δημοκρατικού λαϊκού Κόμματος το οποίο παρουσιάζονταν ως σοσιαλδημοκρατικό (ένα όνομα που θα αναλάβει το 1976 παρά την κεντροδεξιά του τοποθέτηση) . Η κατάσταση του κομμουνιστικού Κόμματος της Πορτογαλίας ήταν διαφορετική, σκληρυμένου ύστερα από σχεδόν μισό αιώνα παρανομίας, με τρεις χιλιάδες στρατευμένους υπό τη δικτατορία και ισχυρές ρίζες στα εργοστάσια και στην ύπαιθρο. Τέλος στην πορτογαλική επανάσταση υπήρχαν περίπου εβδομήντα αριστερές ομάδες που κάλυπταν ολόκληρο το φάσμα των ετερόδοξων θέσεων, από τον γκεβαρισμό μέχρι τον τροτσκισμό περνώντας μέσα από διάφορες αποχρώσεις του μαοϊσμού. Ακόμη και μέσα στον τυπικό τους κατακερματισμό αυτοί οι σχηματισμοί έφτασαν στο σημείο να συγκεντρώσουν μια μαχητική δύναμη τριών χιλιάδων ατόμων με θέσεις πλειοψηφίας στα πανεπιστήμια και τις ακολουθούσαν όχι αμελητέες δυνάμεις σε πολλές εργατικές καταστάσεις. Σε αντίθεση με το φιλοσοβιετικό κομμουνιστικό Κόμμα, το οποίο, σύμφωνα με τις συμφωνίες της Γιάλτα και Πότσνταμ, έσπρωχνε προς ένα συμβιβασμό μεταξύ κεφαλαίου και εργασίας μέσα σε ένα δημοκρατικό-κοινοβουλευτικό πλαίσιο, η άκρα αριστερά προετοιμαζόταν για μια δεύτερη φάση της επανάστασης. Αυτή θα είχε οδηγήσει στη διάλυση της συστατικής Συνέλευσης που ψηφίστηκε στις 25 Απριλίου 1975, στην κατάργηση του καπιταλισμού και τη μετάβαση στη λαϊκή εξουσία αποτελούμενη από αυτόνομους οργανισμούς βάσης όπως ήταν οι επιτροπές εργαζομένων, κατοίκων και στρατιωτών. Σοσιαλιστές και κομμουνιστές επιτέθηκαν ενάντια στο κύμα των «αναρχικών» απεργιών που αναπτύχθηκαν το 1974-75 και ένας υπουργός του κπΚ έφτασε στο σημείο να οδηγήσει ακόμη και μια διαδήλωση «ενάντια στην απεργία για την απεργία» υπαινισσόμενος την παρουσία φασιστικών στοιχείων μεταξύ των γραμμών της εργαζομένων.

Ο ισχυρός κοινωνικός αναβρασμός και ο δυϊσμός της εξουσίας που διέσχιζε την πορτογαλική κοινωνία ήταν στη βάση της αστάθειας των έξι προσωρινών κυβερνήσεων που διαδέχτηκαν η μια την άλλη οδηγώντας τη χώρα, των ρωγμών μεταξύ σοσιαλιστών και κομμουνιστών, και των συγκρούσεων μεταξύ μετριοπαθών και επαναστατών μέσα στο Κίνημα των ενόπλων δυνάμεων. Παρά τη δύναμη, το ρίζωμα και την ευρύτατη διάδοση των οργανισμών αντιεξουσίας που διακλαδώθηκαν μέσα και στον ίδιο τον στρατό, δεν υπήρξε ένας επαρκής εθνικός συντονισμός ικανός να αντισταθεί στο αντεπαναστατικό πραξικόπημα του στρατηγού António Ramalho Eanes. Οι κομμουνιστές που με την προσωρινή κυβέρνηση no 5 του Vasco Gonçaves δέχτηκαν την υποστήριξη της άκρας αριστεράς αρνήθηκαν να αντιδράσουν, ενώ οι στρατιώτες της επαναστατικής πτέρυγας του στρατού, προσωποποιημένης από την ιστορική προσωπικότητα του Otelo Saraiva de Carvalho, συνελήφθησαν μαζικά
Σύμφωνα με την ιστορικό Raquel Varela, «η ισορροπία δυνάμεων μεταξύ των κοινωνικών τάξεων μέσα στην επανάσταση (που χαρακτηρίζεται από τη δύναμη των εργατικών τομέων και από την πολιτική και στρατιωτική αποδυνάμωση της πορτογαλικής αστικής τάξης) έθετε τις προϋποθέσεις για μια γενική απεργία … με εξεγερτικό χαρακτήρα. Ωστόσο, οι επιτροπές των εργαζομένων που διηύθυναν αυτές τις απεργίες δεν ήταν ποτέ ενοποιημένες σε ένα εθνικό όργανο διαφορετικό από το Συνδικάτο, το οποίο κατευθύνονταν κυρίως από φιλοκομουνιστικά στοιχεία που αντιτάσσονταν στις απεργίες.»1 Εκτός από την απροθυμία αμφισβήτησης των μεταπολεμικών συμφωνιών μεταξύ της καπιταλιστικής Δύσης και της Ανατολής του υπαρκτού σοσιαλισμού, η ηγεσία του Pcp-πκΚ ήταν στην πραγματικότητα σκεπτικιστική απέναντι στη δυνατότητα νίκης της λαϊκής εξουσίας διότι κατά την άποψή της στην Πορτογαλία ήταν κυρίαρχο το βάρος των μεσαίων τάξεων και της μικρής ιδιοκτησίας.

Η δύναμη της προηγούμενης επαναστατικής ώθησης ωστόσο ανάγκασε την αστική τάξη να δεχτεί πολλές εθνικοποιήσεις για να συγκρατήσει τις κοινωνικές συγκρούσεις και να σώσει το καπιταλιστικό κράτος από την κρίσιμη οικονομική συγκυρία μετά το πετρελαϊκό σοκ. Επίσης όσον αφορά τα εισοδήματα η σχέση μεταξύ των εκείνων που προέρχονταν από την εργασία (μισθοί και κοινωνικές παροχές) και αυτών που προέρχονταν από το κεφάλαιο (τόκοι, κέρδη και ενοίκια) πέρασε από το 50% του ΑΕΠ για καθένα από αυτά τα στοιχεία το 1973, σε μια σχέση του 70 και 30% το 1975.2 Δημιουργήθηκαν επίσης ινστιτούτα για την κοινωνική ασφάλιση, την παροχή βοήθειας, την αναπηρία, τη μητρότητα, την κοινωνική στέγαση και τα επιδόματα ανεργίας.
Με τον τρόπο αυτό πραγματοποιήθηκε ένας «σοσιαλδημοκρατικός συμβιβασμός» που θα επισημοποιηθεί στο Σύνταγμα του 1976 που καθιέρωσε την αμετάκλητη εθνικοποίηση, την δωρεάν εθνική υγειονομική υπηρεσία, τον στόχο της κοινωνικοποίησης των μέσων παραγωγής, την απόρριψη της αποικιοκρατίας και του ιμπεριαλισμού, το δικαίωμα αντίστασης. Ορισμένα από αυτά τα στοιχεία θα τροποποιηθούν κατά τη διάρκεια μεταγενέστερων συνταγματικών αναθεωρήσεων, αλλά ακόμη και σήμερα στο προοίμιο του πορτογαλικού θεμελιώδους νόμου διαβάζουμε ότι είναι βούληση του λαού «να ανοίξει ο δρόμος προς μια σοσιαλιστική κοινωνία».

Σε ένα ντοκιμαντέρ που γυρίστηκε στη Λισαβόνα τις ημέρες της επανάστασης, ο βραζιλιάνικος σκηνοθέτης Glauber Rocha παίρνει συνέντευξη από έναν άνδρα στη μέση ενός πλήθους ανθρώπων στην piazza del Rossio:

«Εσείς, Κύριε, είστε εργάτης ποιου είδους βιομηχανίας;»
«Αστικές κατασκευές.»
«Τι νομίζετε για αυτό που συμβαίνει στην Πορτογαλία;»
«Ήταν ένα θαυμάσιο πράγμα!»
«Ελπίζατε όλα αυτά ή ήταν μια έκπληξη;»
«Ήλπιζα αυτό εδώ και πολύ καιρό και μόνο τώρα συνέβη.»3

Εάν επισκέπτεστε τη Λισαβόνα μπορείτε να χρησιμοποιήσετε ως οδηγό για τις εξερευνήσεις σας το 25 de abril – Roteiro da revolução.4 Είναι ένας τόμος γεμάτος φωτογραφίες, τόπους και μαρτυρίες που θα σας βυθίσουν στη θάλασσα των γεγονότων και των συναισθημάτων εκείνων των ημερών. Στη συνέχεια πηγαίνετε σε ένα από τα τυπικά belvedere που ξεφυτρώνουν στους λόφους της πόλης. Κατά το ηλιοβασίλεμα κλείστε τα μάτια σας, αναγκάστε τον εαυτό σας να αγνοήσει τους τουρίστες, επικεντρωθείτε μόνο στις κραυγές των γλάρων και στον απέραντο ουρανό, χαραγμένο με τα ζεστά χρώματα της ημέρας που τελειώνει. Σήμερα, στη θλιβερή νεοφιλελεύθερη κόλαση της ευρωπαϊκής Ένωσης, εμείς είμαστε όπως ο εργάτης της Rossio πριν από τις 25 απριλίου. Η καθημερινή μελέτη και δράση πρέπει να θρέφουν την ελπίδα μας.

[Fotografie di Rigel Polani]


  1. Raquel Varela, Historia do Povo na Revolução portuguesa 1974-75, Bertrand, 2014, p. 136. È disponibile anche un’edizione in inglese: A People’s History of the Portuguese Revolution, Pluto Press, 2019. 
  2. Cfr. ivi, p. 487. 
  3. Ivi, p. 54. Il documentario è As armas e o Povo
  4. José Mateus, Raquel Varela, Susana Gaudêncio, 25 de abril – Roteiro da revolução, Parsifal, 2017.