διεθνισμός, internazionalismo

Φλωρεντία. Κάτω τα χέρια από τους/τις διεθνιστές/ες!

Κάτω τα χέρια από αυτούς/αυτές που αγωνίζονται για την ελευθερία!

Αυτές τις ώρες πραγματοποιείται η ακρόαση για την επικύρωση της αίτησης για περιοριστικά μέτρα της προσωπικής ελευθερίας σε πέντε διεθνιστές του Τορίνο, οι οποίοι κατηγορούνται για «κοινωνική επικινδυνότητα» από τους Δημόσιους Εισαγγελείς του Τορίνο υπό την ένδειξη της Digos και της τοπικής αστυνομικής αρχής.

Για αυτούς τους συντρόφους απαιτήθηκε η ειδική Επιτήρηση με την υποχρέωση διαμονής, ένα μέτρο το οποίο, αν και επινοήθηκε στα διάφορα διατάγματα ασφαλείας των τελευταίων ετών, τοποθετείται μέσα στην παράδοση παρόμοιων μέτρων παρόντων στον φασιστικό ποινικό κώδικα. Το διαβατήριο και η άδεια οδήγησης αποσύρονται από τον ειδικά επιτηρούμενο, κάθε άδεια ή εγγραφή στο επαγγελματικό μητρώο ανακαλείται, και ο τρόπος ζωής τους επηρεάζεται από μια σειρά υποχρεώσεων (να παρουσιάζονται στις εποπτικές αρχές κατά τις καθορισμένες ημέρες) και απαγορεύσεις [ να συναντούν περισσότερα από τρία άτομα κάθε φορά, να κάνουν παρέα με άτομα που έχουν καταδικαστεί, να μένουν έξω από το σπίτι μετά από κάποια ώρα κλπ.) με στόχο την απομόνωση των ατόμων που έχουν πληγεί από αυτά τα μέτρα.

Ο λόγος αυτής της κατηγορίας προς τους συντρόφους που επέστρεψαν από τη Ροζάβα (Συριακό Κουρδιστάν), όπου στρατεύτηκαν με τις τάξεις των Λαϊκών Μονάδων της Λαϊκής Άμυνας και των Γυναικών (YPG-YPJ) ή είχαν εργαστεί στις λαϊκές δομές της κοινωνίας των πολιτών, τελώντας ένα πολύτιμο έργο πληροφόρησης σχετικής με αυτό που συνέβαινε στις περιοχές που βρίσκονταν υπό επίθεση από τον τουρκικό στρατό και τις πολιτοφυλακές των τζιχαντιστών, σύμφωνα με τους εισαγγελείς θα πρέπει να εντοπίζονταν στο γεγονός πως εκπαιδεύτηκαν στη χρήση των όπλων.

Η βαρύτητα της υπόθεσης είναι ίση με την υποκρισία εκείνων που ισχυρίζονται ότι μάχονται ενάντια στους πολέμους και το ISIS και στη συνέχεια υποστηρίζουν συμφωνίες και επιχειρήσεις με χώρες όπως η Τουρκία και οι πετρομοναρχίες του Κόλπου, εκείνων που «κλαίνε» και μνημονεύουν έναν νεκρό εθελοντή που πέθανε στη Συρία, αλλά στη συνέχεια ελέγχουν και δικάζουν εκείνους που επιστρέφουν από τη Ροζάβα, εκείνων που προετοιμάζονται να αποποινικοποιήσουν και ενθαρρύνουν τη χρήση όπλων με το νόμο για τη νόμιμη άμυνα, και δεν ανέχονται να μαθαίνουν να τα χρησιμοποιούν να είναι οι πολιτικοί αγωνιστές των περιβόητων κοινωνικών κέντρων ή ακτιβιστές των κινημάτων No Tav

Κοινωνικά επικίνδυνη δεν είναι τόσο η εμπειρία τους στη Rojava, αλλά το φαινόμενο της επίγνωσης και συνειδητοποίησης, πως είναι όλο και περισσότερο αναγκαίο να αγωνιζόμαστε και να οργανωνόμαστε για να εφαρμόσουμε ένα πολιτικό σύστημα και σχέσεις που τερματίζουν τον καπιταλισμό και την πατριαρχία.

Αυτό που φοβίζει τους δικαστές, την κυβέρνηση και την αστυνομία είναι ότι βίωσαν από πρώτο χέρι πως οι ιδέες και η δύναμη των αξιών της ισότητας και της αλληλεγγύης και της κοινωνικής δικαιοσύνης της επανάστασης που προωθεί το κουρδικό κίνημα, το οποίο είναι σήμερα ένα χειραφετητικό εργαλείο για τις γυναίκες, για τους εργαζόμενους και για τους λαούς όλης της Μέσης Ανατολής, μπορούν και πρέπει να τεθούν σε εφαρμογή και από όλους και όλες μας!

Ως εκ τούτου, θέλουμε να επαναλάβουμε την αλληλεγγύη μας προς τους τορινέζους συντρόφους και μαζί τους σε όλους τους άλλους διεθνείς που στην Ιταλία και την Ευρώπη πλήττονται από την καταστολή κατά την επιστροφή τους από τη βόρεια Συρία. Θέλουμε να επιβεβαιώσουμε ότι, ανεξάρτητα από το αποτέλεσμα των ακροάσεων και των δικαστικών υποθέσεων, κανείς από αυτούς δεν πρέπει να μείνει μόνος διότι η αλληλεγγύη είναι και παραμένει το πιο ισχυρό μας όπλο. Και θα το κάνουμε με δύναμη και κατά τη διάρκεια της πορείας που θα διασχίσει τους δρόμους της Φλωρεντίας την Κυριακή 31 μαρτίου για να αποτίσουμε φόρο τιμής στον σύντροφο Orso Tekoser και σε όλους εκείνους που αφιερώνουν τη ζωή τους στον αγώνα.

 

 – © Αναπαραγωγή δυνατή κατόπιν ρητής συναίνεσης της σύνταξης του CONTROPIANO

Τελευταία μετατροπή: STAMPA

http://contropiano.org/regionali/toscana/2019/03/26/firenze-giu-le-mani-dagli-dalle-internazionalisti-e-0113796
αυτονομία, autonomia

Οι αυτόνομοι – δεύτερος τόμος, Gli autonomi – volume II

Gli autonomi – volume II

Οι ιστορίες, οι αγώνες, οι θεωρίες

Μεταξύ του 1973 και του 1979 επικεντρώνεται ο ορισμός των παραδειγμάτων της θεωρητικής παραγωγής και του πρακτικού πειραματισμού του επαναστατικού σχεδίου της περιοχής της εργατικής αυτονομίας

Στην εκπόνηση αυτού του σχεδίου, μέσω της ανάπτυξης μιας ολοένα πιο σφικτής συζήτησης, συμμετείχαν αρκετά διαφορετικές πολιτικές, κοινωνικές και εδαφικές συνιστώσες. Αυτός ο τόμος προσπαθεί να κάνει τον λογαριασμό με αυτή τη διαδικασία μέσω της ανθολογικής συλλογής μέρους των εγγράφων που τροφοδότησαν αυτό το πρωτότυπο-αυθεντικό εργαστήριο ανατρεπτικής γνώσης. Μια αναλυτική-λεπτομερής χρονολόγηση των κυριότερων πολιτικών και κοινωνικών γεγονότων της εποχής είναι ένας οδηγός για μια ιστορική τοποθέτηση-εισαγωγή των θεμάτων που συζητήθηκαν.Στη συνέχεια υπάρχει μια «διεθνής ενότητα» με συνεισφορές συγγραφέων από διάφορες χώρες. Γεννήθηκε γύρω από την παρατήρηση ενός παραδόξου: ενώ στην Ιταλία η εργατική Αυτονομία καταδιώκεται, συλλαμβάνεται, φυλακίζεται, διασκορπίζεται, οι θεωρίες και οι πρακτικές της γίνονται προνομιακό έδαφος παρατήρησης και αναφοράς για τα κινήματα σε αγώνα στον κόσμο και για την κριτική σκέψη. Τα βιβλία της, οι ιστορίες του, οι συγγραφείς της μεταφράζονται πλέον σε όλες τις γλώσσες. Η Αυτονομία γίνεται ένα από τα λίγα ιταλικά «προϊόντα εξαγωγής», λίγο πολύ όπως η Vespa των χρόνων Πενήντα ή τα Armani της δεκαετίας του ’80. Για την Ιταλία της δεκαετίας του εβδομήντα δεν υπάρχουν πολλά άλλα για τα οποία κάποιος να μιλήσει.

Παρεμβάσεις των: César Altamira, Franco Berardi (Bifo), Martin Birkner, Lucio Castellano, Patrick Cuninghame, Silvia Federici, Robert Foltin, Felix Guattari, Michael Hardt, Roberto Lauricella, Vincenzo Miliucci, Primo Moroni, Toni Negri, Sirio Paccino, Daniele Pifano, Carlos Prieto del Campo, Alvaro Reyes, Suely Rolnik, Roberta Tomassini, Mario Tronti.
Υλικό από: «7 aprile», Assemblea autonoma dell’Alfa Romeo, «A/traverso», Collettivi politici operai, Comitati autonomi operai, Comitato per il salario al lavoro domestico, Collettivi politici operai, «Comunismo», Gruppo Gramsci, «I Volsci», «Il corrispondente operaio», «Lavoro zero», «Linea di condotta», «Magazzino», Potere operaio, «Rivolta di classe», «Rosso», «Senza padroni. Giornale dell’Assemblea autonoma dell’Alfa Romeo», «Senza tregua»

ΜΙΑ ΓΕΥΣΗ

Ευρετήριο

Πρόλογοι

Η άρνηση της εργασίας
εργατική Αυτονομία: χθες και σήμερα
Γέννηση και σημασία του όρου «αυτονομία»

Χρονολογία και ανθολογία

1973
Από το «Μanifesto» έως την οργανωμένη αυτονομία
Η Διάσκεψη των Αυτόνομων Συνελεύσεων, των Επιτροπών και των αυτόνομων Οργανισμών του εργοστασίου και της επικράτειας στην Μπολόνια τον μάρτιο του 1973
Εισαγωγική έκθεση για την προετοιμασία της Διάσκεψης
Ένα βήμα μπροστά, δύο πίσω: το τέλος των ομάδων
Οργανωτικές διαρθρώσεις και γενική οργάνωση: το κόμμα του Mirafiori
Ξεκινώντας πάλι από την αρχή δεν σημαίνει να γυρίζεις πίσω
Μια πρόταση για έναν διαφορετικό τρόπο να κάνεις πολιτική

1974
Μισθός και αυτόνομη οργάνωση
αυτόνομη Οργάνωση υποχρεωτικό πέρασμα για να νικήσουμε τα αφεντικά και τους ρεφορμιστές
Συμβόλαια 35 x 40. Περισσότερος μισθός και λιγότερος χρόνος εργασίας
Σχετικά με το χτίσιμο φεμινιστικών επιτροπών
Αλλά ο αγώνας μας είναι για την εξουσία
Μισθός κατά της οικιακής εργασίας
Η οργανωμένη εργατική Αυτονομία
Οργάνωση της αυτονομίας

1975
«Φεμινιστικός σεκταρισμός»
Οι ημέρες του απριλίου
Από την «εργατική Εξουσία» στον «Τρόπο συμπεριφοράς»
Πολιτικές προϋποθέσεις για την οργάνωση της εργατικής Αυτονομίας
νεανικό Προλεταριάτο
Η πορεία της ανασύνθεσης
Απελευθερώνοντας τη ζωή από την εργασία

1976
Ενεργώντας συλλογικά και αυτόνομα στην τρέχουσα φάση
Ρώμη: η νέα νομιμότητα των σοβιέτ
Ξανά για την αυτονομία
εργατική Αυτονομία κατά των εκλογών Δημιουργούμε οργανώνουμε αντιεξουσία
Ρεαλισμός της επαναστατικής πολιτικής
Να πάρουμε πίσω στα χέρια μας τον Μαρξ ενάντια στην ιδεολογία
Μια εφημερίδα για το νότο

1977
Η δουλειά καθιστά ελεύθερους και ωραίους
Πρόταση
Επιτέλους ο ουρανός έπεσε στη γη. Η επανάσταση είναι σωστή απαραίτητη δυνατή
Στις μαζικές συνελεύσεις του Πανεπιστημίου αναδύεται το νέο προλεταριακό υποκείμενο
Για την αυτονομία
Στους αγώνες ζει ήδη μια ανταγωνιστική συνεργασία στη διαδικασία της ανάπτυξης-δημιουργίας αξίας: είναι απαραίτητο να μετατραπεί σε κομμουνιστική συνεργασία
Να κατανοήσουμε αμέσως, να ξεκινήσουμε εκ νέου!
Για μια νέα άνοιξη αγώνα
Μια δύναμη που θα σας θάψει
Από «νέοι εξεγερμένοι» σε ένα πολιτικό κίνημα ενάντια στο Κράτος
Αγώνας, επίθεση, οργάνωση. Χτίζουμε την εργατική και προλεταριακή πολιτοφυλακή για την κομμουνιστική εξουσία
Αντιπυρηνικοί αγώνες
εργατική Αυτονομία: από τον αγώνα της τάξης η διαδικασία της προλεταριακής οργάνωσης στο έδαφος του εμφυλίου πολέμου

1978
«Senza Tregua. Εφημερίδα των εργατών και των προλετάριων κομουνιστών»
«Δίχως αφεντικά. Εφημερίδα της αυτόνομης κολεκτίβας Alfa Romeo»
«I Volsci. Μηνιαίο περιοδικό της ρωμαϊκής εργατικής Αυτονομίας»
«Addavenì»
Ανακοινωθέν στον Τύπο των αυτόνομων εργατικών Επιτροπών
Τι να κάνουμε
«Rosso. Για την εργατική εξουσία»
Για το κόμμα της αυτονομίας
MAO – Κίνημα της Εργατικής Αυτονομίας

1979
Σημειώσεις για την αυτονομία του πολιτικού
Εργασία και πολιτικό. Μια νέα σύνθεση; ή άρνηση της εργασίας και καταστροφή του Κράτους: ένα νέο κόμμα;
ο Lama βρίσκεται στο Θιβέτ
Τεχνική συγκρότηση και πολιτική ταξική συγκρότηση
Και νόμιζαν ότι θα γλιτώσουν κατηγορώντας την ιστορία για ένοπλη μπάντα…
Μια θεσμική συνωμοσία

Κόσμος

Η αυτονομία στο Ηνωμένο Βασίλειο
Patrick Cuninghame
Τα θέλουμε όλα! Αυτόνομη σκέψη στην Γερμανία
Martin Birkner και Robert Foltin
Αυτονομία, ηγεμονία, general intellect, πολιτική
Carlo Prieto del Campo
Η αυτονομία στην Αργεντινή
César Altamira
Μικροπολιτικές
Felix Guattari και Suely Rolnik
Η κρυφή σχέση μεταξύ του Huey Newton και της αυτονομίας
Michael Hardt
Huey Newton και η γέννηση της αυτονομίας
Alvaro Reyes

ISBN: 978-88-89969-35-9
PAGINE: ΣΕΛΙΔΕΣ 480
ANNO: ΕΤΟΣ 2007
COLLANA: ΣΥΛΛΟΓΗ I libri di DeriveApprodi  τα βιβλία
TEMA: ΘΕΜΑ Anni Settanta  Χρόνια Εβδομήντα
ΣΥΓΓΡΑΦΕΙΣ

LANFRANCO CAMINITI

σικελός, ζει απομονωμένος, γράφει άρθρα και δοκίμια, διαβάζει πολλές ιστορίες και συμβαίνει να στήνει και κάποιες. Δεν έκανε πάντα αυτό: όταν ήταν αγόρι βρίσκονταν κυρίως στο δρόμο, όπως και πολλοί στη δεκαετία του Εβδομήντα. Τα γραπτά του [που συλλέγονται στη διεύθυνση http://www.lanfranco.org] περιηγούνται στο Διαδίκτυο όπου αναδημοσιεύονται και μερικές φορές μεταφράζονται.

SERGIO BIANCHI

ο Sergio Bianchi εργάστηκε για τον κινηματογράφο και την τηλεόραση. Υπήρξε μεταξύ των ιδρυτών του περιοδικού και στη συνέχεια του εκδοτικού οίκου DeriveApprodi, του οποίου είναι διαχειριστής μοναδικός και εκδοτικός διευθυντής. Επεξεργάστηκε τα δοκίμια: L’Orda d’oro. La grande ondata rivoluzionaria e creativa, politica ed esistenziale (Feltrinelli); La sinistra populista. Equivoci e contradizioni del caso italiano (Castelvecchi); με τον Lanfranco Caminiti: Settantasette. La rivoluzione che viene και τους τόμους I, II, III de Gli autonomi. Le storie, le lotte, le teorie (DeriveApprodi); με την Raffaella Perna: Le polaroid di Moro (DeriveApprodi); με τον Nanni Balestrini e Franco Berardi Bifo: Il ’68 sociale politico culturale (alfabeta2). Είναι επίσης συγγραφέας των: Milano, via De Amicis, 14 maggio 1977. La costruzione dell’immagine icona degli «anni di piombo» (DeriveApprodi); Figli di nessuno. Storia di un movimento autonomo (Milieu) και του μυθιστορήματος La gamba del Felice (Sellerio).
ιστορία, storia

5 MΑΙΟΥ 1981: ΠΕΘΑΙΝΕΙ Ο ΚΟΡΥΔΑΛΛΟΣ ΤΗΣ ΙΡΛΑΝΔΙΑΣ – MUORE L’ALLODOLA D’IRLANDA

του Gianni Sartori

Ο θάνατος του Bobby Sands το 1981 αντιπροσώπευε για πολλούς ανθρώπους ένα γεγονός από εκείνα που σε σημαδεύουν, σε αλλάζουν, αν όχι ακριβώς τον τρόπο που ζεις, αλλάζουν τουλάχιστον την αντίληψη που έχεις γι την ζωή (καθώς και για την ιστορία, την πολιτική …).

Γι αυτόν που γράφει τα πράγματα πήγαν διαφορετικά. Μετά από μια στράτευση που άρχισε το ’68 σκέφτηκα ότι είχα ολοκληρώσει τη δέσμευσή μου (λόγω υπαρξιακής κούρασης, αίσθηση αδυναμίας μπροστά στην δυνατότητα να αλλάξουν τα πράγματα, δυσμενείς συνθήκες … αποφασίσετε εσείς) με τις, μερικές φορές, σκληρές διαδηλώσεις στις οποίες είχα συμμετάσχει το 1974 (εκτέλεση του Puig Antich ) και το 1975 (βλ. τις διαμαρτυρίες για τη δολοφονία των Varalli, Zibecchi και Micciché και, τον σεπτέμβριο για τον τουφεκισμό δύο etarra [μαχητών της ΕΤΑ] – Txiki και Otaegi – και τριών μαχητών του FRAP). Για κάποιο διάστημα αφιερώθηκα σε άλλα πράγματα, διατηρώντας παράλληλα την περιέργεια για όσα κινούνταν στον κόσμο και τον αναστάτωναν (με μερικά ταξίδια στην μετα-Φρανκοκρατούμενη Ισπανία, για παράδειγμα …). Στη συνέχεια ήρθε η απεργία πείνας των Ιρλανδών Ρεπουμπλικανών μαχητών και ο τραγικός επίλογος. Παράτησα τα πάντα (σχεδόν όλα, στην πραγματικότητα) και έφυγα για το Μπέλφαστ. Έκτοτε συνέχισα βασικά, καλώς ή κακώς.

Αυτός έφταιγε, ο Μπόμπι. Ακούς εκεί, που θα μπορούσε να είναι ακόμη στον κόσμο, ζωντανός. Ήταν στην πραγματικότητα νεώτερος από μένα και το πράγμα με χτύπησε πολύ, με εντυπωσίασε (μέχρι τότε ήταν κυρίως σύντροφοι από τα μέρη μου που πέθαιναν: Salvador Puig Antich, Saltarelli, Franco Serantini, Txiki …). Μετά από τόσα χρόνια – επίσης, βλέποντας και το πώς πήγαν τα πράγματα στην Ιρλανδία – αναρωτιέμαι αν πραγματικά άξιζε τον κόπο. Αλλά αυτό δεν μειώνει καθόλου το θάρρος του και εκείνο των 9 συντρόφων του.

Μια σύντομη περίληψη ακολουθεί, χωρίς να ξεχνάμε ότι σε κάθε περίπτωση «ζούμε για να καταπατήσουμε τους βασιλιάδες» όπως συχνά αναφερόμαστε (*) σε κάποιες εξεγερτικές διαδηλώσεις.

Μοιάζει μόνο χθες αλλά αντίθετα σχεδόν 40 χρόνια έχουν περάσει. Κάτω από τα έκπληκτα βλέμματα μιας γηραιάς Ευρώπης κορεσμένης και ικανοποιημένης, 10 νεαροί ιρλανδοί ρεπουμπλικανοί θυσίαζαν τη ζωή τους για να διεκδικήσουν αναπαλλοτρίωτα δικαιώματα όπως εκείνο της αυτοδιάθεσης και για την αναγνώριση του καθεστώτος πολιτικού κρατουμένου για όσους φυλακίζονταν κατά τη διάρκεια ενός απελευθερωτικού πολέμου.

Η απεργία πείνας μέχρι τις ακραίες συνέπειες είναι μέρος της ιρλανδικής κελτικής παράδοσης. Αλλά αυτή που διεξήχθη με ακραία αποφασιστικότητα από τους κρατούμενους του H Block, περισσότερο από μια ρητή αναφορά στο παραδοσιακό γαελικό δίκαιο και στους druidic νόμους, [- Το σύμπλεγμα των θρησκευτικών πεποιθήσεων των druids], τους νόμους των δρυίδων δηλαδή, αντιπροσώπευε μια καθαρά πολιτική πράξη μέσα σε μια συλλογική διαδικασία απελευθέρωσης.

Περισσότεροι από είκοσι είναι οι ιρλανδοί πολιτικοί κρατούμενοι που πέθαναν τον περασμένο αιώνα σε απεργία πείνας.

Ο πρώτος από αυτόν τον κατάλογο είναι ο Thomas Ashe, ένας από τους πρωταγωνιστές του «Πάσχα του αίματος» του Δουβλίνου (1916), πέθανε το 1917 αφού αναγκάστηκε να καταναλώσει τροφή με τη βία. Το 1920, ο Terence McSweeney, δήμαρχος του Cork, κρατούμενος στη φυλακή Brixton (Λονδίνο) μετά από 74 ημέρες απεργίας πείνας. Οι Fitzgerald Michael και Murphy Joseph πέθαναν επίσης κατά την ίδια διαμαρτυρία. Το 1923, κατά τη διάρκεια του πραγματικού εμφύλιου πολέμου μεταξύ του IRA και των υποστηρικτών του «Ελεύθερου Κράτους», πρόθυμων να αποδεχτούν τη διαίρεση του νησιού, στην ιρλανδική φυλακή του Montioy έχασαν τη ζωή τους – μετά από περισσότερες από 40 ημέρες απεργίας πείνας – οι Andrew Sullivan και Dennis Barry.

Πάντα στην Ιρλανδία, στη φυλακή του Hill Arbor, το 1940 πέθαναν μετά από 50 ημέρες απεργίας πείνας οι Jack McNeela και Tony d’Arcy. Σε μια άλλη ιρλανδική φυλακή η ίδια τύχη έλαχε στον Joseph Witty. Το 1943, μετά από 31 ημέρες απεργίας πείνας και δίψας, ο εθελοντής του Ira Sean Mc Caughey έσβηνε στη φυλακή του Δουβλίνου.

Στις αρχές της δεκαετίας του ’70 η κατάσταση στη Βόρειο Ιρλανδία χειροτερεύει: στις 6 φεβρουαρίου 1971 ο Ira σκοτώνει έναν άγγλο στρατιώτη (θύμα που προστίθεται στους στρατιώτες που ήδη σκοτώθηκαν το 1969 από τους προτεστάντες ελεύθερους σκοπευτές) και η αντίδραση δεν καθυστερεί. Στις 9 αυγούστου του ίδιου έτους εισήχθη ο επ’ αόριστον εγκλεισμός (εκείνο το ίδιο πρωινό, 342 άνθρωποι, κυρίως καθολικοί, συνελήφθησαν) κατά τη διάρκεια του οποίου θα χρησιμοποιούνται τακτικά τα σωματικά βασανιστήρια.

Οι συγκρούσεις στους δρόμους εντείνονται και στις 30 ιανουαρίου 1972, ο βρετανικός στρατός σφαγιάζει δεκατρείς ανυπεράσπιστους ανθρώπους στο Derry («ματωμένη κυριακή»).

Δύο μήνες αργότερα, το Λονδίνο αναλαμβάνει απευθείας τη διοίκηση του Ulster και «χορηγεί» στους ρεπουμπλικανούς κρατούμενους το καθεστώς πολιτικών κρατουμένων. Αλλά η δικαστική πίεση γίνεται όλο και πιο βαριά. Το 1973 εισήχθησαν τα ειδικά δικαστήρια, χωρίς επιτροπή ενόρκων, και το 1974, με την εισαγωγή της πράξης «Πρόληψης της τρομοκρατικής δράσης», “Preven-tion of terrorism act”, η αστυνομική κράτηση έφθασε στις επτά ημέρες. Κατά την αμέσως επόμενη περίοδο, η απεργία πείνας προκαλεί δύο ακόμη θύματα στις αγγλικές φυλακές: τον Michael Gaugham το 1974 και τον Frank Staff το 1976.

Εν τω μεταξύ, το καθεστώς του πολιτικού κρατουμένου είχε αρθεί.

Στις 27 οκτωβρίου 1980, στο H Block της φυλακής Long Kesh (με το παρατσούκλι «Maze«) μια απεργία πείνας που – αφού αναστάλθηκε τα Χριστούγεννα για να επαναληφθεί την 1η μαρτίου 1981 – θα οδηγήσει στο θάνατο 10 ρεπουμπλικανών μαχητών. Τα ονόματά τους μπορούν να ζουν για πάντα στο μυαλό, στην καρδιά και στους αγώνες όλων των καταπιεσμένων και εκμεταλλευόμενων του κόσμου. Ισχυρότεροι από το θάνατο.

Το πρωί της 5ης μαΐου 1981, μετά από 66 ημέρες, πεθαίνει ο Robert Gerard Sands. Γεννημένος στο Μπέλφαστ το 1954 από μια καθολική μητέρα και έναν προτεστάντη πατέρα, είχε εισέλθει στον ΙΡΑ όταν ήταν μόλις 18 ετών. Όταν πέθανε ήταν 27 χρονών. Σήμερα ο Μπόμπι είναι θαμμένος στο Milltown, το καθολικό νεκροταφείο στο Δυτικό Μπέλφαστ, που βρίσκεται κατά μήκος της «Falls Road», της περίφημης δημοκρατικής αρτηρίας “Falls”. Πολλοί μάρτυρες της ιρλανδικής υπόθεσης αναπαύονται εδώ: αγωνιστές όπως ο Μπόμπι Σάντς και ο Τζο Μακ Ντόνελ, Joe McDonnel, ή απλοί πολίτες που δολοφονήθηκαν από την αστυνομία όπως ο Σον Ντάουνς, Sean Downes. Θυμάμαι ότι στις 16 μαρτίου 1988 το Milltown ήταν το σκηνικό μιας βίαιης ένοπλης επίθεσης από έναν φανατικό νομοταγή (φιλοβρετανό πολιτοφύλακα) που ολοκληρώθηκε με μια σφαγή καθολικών, εναντίον μιας πομπής κηδείας.

Στις 14 μαΐου, μετά από μια απεργία 59 ημερών, ο Francis Hughes, ηλικίας 25 ετών, πεθαίνει. Ονομάστηκε ο «Che Guevara του Ulster», το 1978 συνελήφθη και καταδικάστηκε σε ισόβια κάθειρξη με την κατηγορία της θανάτωσης οκτώ βρετανών στρατιωτών.

Ο Raimond McCreesh πεθαίνει στις 21 μαΐου, μετά από 61 ημέρες. Όταν εισήλθε στον ΙΡΑ ήταν μόνο 16 ετών, συνελήφθη το ’76 μετά από μια ενέδρα εναντίον του στρατού. Όταν πέθανε ήταν 24 χρονών και εξέφρασε στον ιερέα αδερφό του που τον συνέδραμε την επιθυμία ο θάνατός του να μην προκαλέσει καμία βίαιη ενέργεια.

Ο Patsy O’Hara είχε απομακρυνθεί από τον IRA και εντάχθηκε, το 1975, στον Inla (Irish National Liberation Army) του Derry. Μετά τη σύλληψη υπέστη κάθε είδους σωματική και ψυχική βία στη φυλακή. Πέθανε στις 21 μαΐου σε ηλικία 24 ετών. Το 2015, και η μητέρα του, Peggy O’Hara, έφυγε επίσης. Την είχα γνωρίσει και την επισκέφθηκα στο Derry, στο σπίτι της, κάποιες φορές. Μου παραχώρησε, πέρα από μια δραματική συνέντευξη (**), όπου μίλησε για εκείνες τις ημέρες τεράστιου πόνου, και μερικές φωτογραφίες του γιου της και μια συγκινητική αφιέρωση στο βιβλίο που μου είχε χαρίσει («The Irish Hunger Strike» του T. Collins). Και φέτος, τον ιανουάριο, πέθανε η μητέρα του Bobby Sands, Rosaleen.

Στις 8 ιουλίου 1981, μετά από 61 ημέρες αποχής από το φαγητό, πέθανε ο Joe McDonnel, μέλος του IRA στο Μπέλφαστ και μεγαλύτερος της ομάδας. Μεταξύ των συντρόφων που ξεκίνησαν την απεργία μετά τους πρώτους τέσσερις θανάτους ήταν η σειρά του να πάρει την θέση του Μπόμπι Σάντς, μαζί με τον οποίο είχε συλληφθεί και μαζί με τον οποίον είναι θαμμένος σήμερα.

Ο Martin Hurson συνελήφθη τον νοέμβριο του 1976 για συνωμοσία και κατοχή εκρηκτικών. Μεταφέρθηκε στο Long Kesh, ανακρίθηκε και βασανίστηκε. Πέθανε στις 13 ιουλίου, 24 χρονών, μετά από 46 ημέρες απεργίας πείνας.

Ο Kevin Lynch, μαχητής του Inla, συνελήφθη το ’76 μετά την εκτέλεση ενός αστυνομικού, βασανίστηκε και καταδικάστηκε σε δέκα χρόνια. Την απεργία ξεκίνησε στις 23 μαΐου και πέθανε στις 21 αυγούστου, στην ηλικία των 25 ετών.

Ο Kieran Doherty, ήδη ενεργός αγωνιστής του IRA, κατά τη διάρκεια της απεργίας πείνας διαδραμάτισε ηγετικό ρόλο, αναγνωρισμένο από τους άλλους κρατούμενους, ειδικά στις επαφές με την Εκκλησία. Πέθανε στις 2 αυγούστου, σε ηλικία 25 ετών, αφού κατάφερε να επιβιώσει χωρίς τροφή για 73 ημέρες.

Ο Thomas McIlwee, στέλεχος του Ira, πέρασε το μεγαλύτερο μέρος της φυλάκισής του στο μπλοκ τιμωρίας. Όταν πέθανε, μετά από 62 ημέρες απεργίας πείνας, ήταν μόλις 23 ετών.

Η ζωή του Micki Devine είναι εμβληματική. Ζώντας ως παιδί σε συνθήκες ακραίας φτώχειας (διηγήθηκε ότι συχνά έπασχε από πείνα), ήταν ένα από τα πρώτα μέλη του Inla του Derry. Ξεκίνησε την απεργία πείνας στα μέσα ιουνίου και πέθανε στις 20 αυγούστου, στην ηλικία των 27 ετών.

Δύο άλλοι κρατούμενοι σώθηκαν όταν βρίσκονταν ήδη σε κώμα. Ένας από αυτούς, ο Pat McGeown, πέθανε το 1994. Ο άλλος, Lawrence McKeown, συγγραφέας και λέκτορας, έμεινε σημαδεμένος σωματικά.

Είχα την τιμή να συναντηθώ (και να φιλοξενήσω) το McKeown στην δεκαετία του ’90 κατά τη διάρκεια ενός γύρου διαλέξεων. Φυσικά τον ρώτησα πού βρήκε την αποφασιστικότητα να προσθέσει και το δικό του όνομά στον κατάλογο των εθελοντών που θα έπρεπε να αντικαταστήσουν τους συντρόφους που πέθαιναν κατά τη διάρκεια της διαμαρτυρίας. «Πρακτικά είναι αδύνατον – μου είχε πει – να καταλάβεις πως φτάσαμε σε αυτή την απόφαση δίχως να γνωρίζεις αυτά που είχαν συμβεί στην Long Kesh κατά τα προηγούμενα πέντε χρόνια, μετά την κατάργηση του καθεστώτος  αιχμαλώτων πολέμου. Οι συνθήκες των κρατουμένων ήταν άγριες και καμία μορφή διαμαρτυρίας δεν φαινόταν ικανή να τις τροποποιήσει. Ήμασταν όλοι πολύ νέοι, ηλικίας μεταξύ 20 και 30 ετών. Οι περισσότεροι όταν μπήκαμε στη φυλακή ήμασταν λίγο μεγαλύτεροι από έφηβοι. Ήμασταν πολύ ενωμένοι, είχαμε μεγάλη αλληλεγγύη μεταξύ μας και ισχυρές πολιτικές πεποιθήσεις, τις ίδιες που με έκαναν να εισέλθω στον ΙΡΑ, γνωρίζοντας πολύ καλά ότι η προοπτική της φυλακής και του θανάτου ήταν οτιδήποτε άλλο παρά απομακρυσμένη.

Βλέποντας με τα μάτια μου την σκληρή καταστολή στην οποίαν υποβάλλονταν οι κρατούμενοι μου συνέβη να ενισχυθούν οι πεποιθήσεις μου. Η βρετανική κυβέρνηση προσπαθούσε με κάθε τρόπο να μας ποινικοποιήσει, να μας κάνει να μοιάζουμε με κοινούς εγκληματίες. Έπρεπε να επαναστατήσουμε για να δείξουμε ότι οι επιλογές και οι ενέργειές μας ήταν πολιτικές, όχι εγκληματικές ». Στη συνέχεια, πρόσθεσε ότι «πολλοί από τους εθελοντές φυλακισμένους του Ιra πέθαναν σε απεργία πείνας στη δεκαετία του ’20, του ’40 και του ’70 … και ούτω καθεξής μέχρι το 1981. Συνολικά οι ιρλανδοί πολιτικοί κρατούμενοι που έχασαν τη ζωή τους κατά τη διάρκεια μιας απεργίας πείνας τα τελευταία 80 χρόνια είναι 22. Για όλους αυτούς μπορούμε να πούμε ότι είναι «νεκροί έτσι ώστε άλλοι να είναι ελεύθεροι» (όπως είναι γραμμένο στον τάφο του Micky Devine και του Patsy O’Hara, στο Derry). Και αυτό το καθεστώς πολιτικού κρατουμένου είχε κατακτηθεί, το 1972, με μια απεργία πείνας. Στη συνέχεια το απέσυραν το 1976 «.

Επομένως η απόφασή τους δεν ελήφθη ελαφριά τη καρδία. «Όσον αφορά εμένα – συνέχισε ο McKeown – ήξερα καλά ότι αυτή η απεργία θα προχωρούσε μέχρι τα άκρα. Βάζοντας το όνομά μας στον κατάλογο των εθελοντών δεν ξέραμε πότε θα έρθει η σειρά μας, ποιος θα πεθάνει και ποιος θα επιβιώσει. Είχα σκεφτεί πολύ, επί μακρόν για τις συνέπειες που θα υφίστατο οικογένειά μου … Ήμουν παντρεμένος αλλά τουλάχιστον δεν είχα παιδιά, σε αντίθεση με άλλους εθελοντές, όπως ο Bobby Sands … ».

Τα βασικά αιτήματα των απεργών του Long Kesh ήταν πέντε, που συνδέονται στενά με την απαίτηση του καθεστώτος πολιτικών κρατουμένων: να μην φορούν στολές φυλάκισης, να μην διεξάγουν εργασίες εγκληματιών, ελευθερία μελέτης και διασύνδεσης – να μπορούν δηλαδή να συναντιούνται τακτικά – δυνατότητα να δέχονται επισκέψεις και δέματα, δικαίωμα σε μείωση ποινής. Αυτά τα αιτήματα, έστω και με τρόπο όχι εμφανή και χωρίς την τυπική επανεισαγωγή του καθεστώτος πολιτικού κρατουμένου, αναγνωρίστηκαν στη συνέχεια και ικανοποιήθηκαν στην ουσία τους.

Πράγματι, στις αρχές νοεμβρίου του 1981, μετά το τέλος της απεργίας πείνας, ο υπουργός Prior παρουσίασε τις μεταρρυθμίσεις φυλακών που επέτρεψαν στους ρεπουμπλικάνους φυλακισμένους του «Λαβύρινθου-Maze» την δυνατότητα να φορούν τα ρούχα τους, τη δυνατότητα να επωφεληθούν από τη μείωση της ποινής κ.λπ. Δεν υπάρχει τίποτα άλλο που πρέπει να προσθέσουμε και δεν έχει ήδη ειπωθεί από τους άμεσους ενδιαφερόμενους με την τόσο ριζοσπαστική και οριστική-τελική χειρονομία τους.

Όσον αφορά εμένα: «Σε οποιοδήποτε μέρος με ξαφνιάσει ο θάνατος, θάψτε την καρδιά μου στη Milltown».

(*) Αυτό είναι το ακριβές απόσπασμα από τον «Χένρι IV» του Σαίξπηρ: «Αν ζούμε είναι για να περπατήσουμε στα κεφάλια των Βασιλέων. Αν πεθάνουμε, ω τι όμορφος θάνατος, όταν οι Πρίγκιπες πεθαίνουν μαζί μας. Τώρα για τις συνειδήσεις μας τα όπλα είναι σωστά. Όταν η πρόθεση να τα φέρουμε μαζί μας είναι λογική «.

(**) Gianni Sartori http://csaarcadia.org/in-memoria-di-peggy-ohara/

IN BOTTEGA CFR Scor-data: 1 marzo 1981 (di David Lifodi) e Scor-data: 5 maggio 1981 (di Energu) ma anche Che c’entra Bobby Sands con Casa Pound? (di Gianni Sartori) e Sporchi (di Mark Adin)

MA COSA SONO LE «SCOR-DATE»? NOTA PER CHI CAPITASSE QUI SOLTANTO ADESSO.               

Per «scor-data» qui in “bottega” si intende il rimando a una persona o a un evento che il pensiero dominante e l’ignoranza che l’accompagna deformano, rammentano “a rovescio” o cancellano; a volte i temi possono essere più leggeri ché ogni tanto sorridere non fa male, anzi. Ovviamente assai diversi gli stili e le scelte per raccontare; a volte post brevi e magari solo un titolo, una citazione, una foto, un disegno. Comunque un gran lavoro. E si può fare meglio, specie se il nostro “collettivo di lavoro” si allargherà. Vi sentite chiamate/i “in causa”? Proprio così, questo è un bando di arruolamento nel nostro disarmato esercituccio. Grazie in anticipo a chi collaborerà, commenterà, linkerà, correggerà i nostri errori sempre possibili, segnalerà qualcun/qualcosa … o anche solo ci leggerà.

La redazione – abbastanza ballerina – della bottega από την σύνταξη

http://www.labottegadelbarbieri.org/5-maggio-1981-muore-lallodola-dirlanda/

σύγχρονα κινήματα, movimenti di oggi

Γιατί θέλουμε να φθάσουμε στην Αφρίν: μιλούν οι ιταλοί μαχητές στην βόρεια Συρία – «Perché vogliamo raggiungere Afrin»: parlano i combattenti italiani in Siria del nord

Stampa

 

20513

Λαμβάνουμε και διαδίδουμε, Riceviamo e diffondiamo.

«Γιατί θέλουμε να πάμε στην Afrin»: μιλούν οι ιταλοί μαχητές στη βόρεια Συρία

Είμαστε ιταλοί μαχητές και πολίτες στη Συρία. Βρισκόμαστε στη δημοκρατική Ομοσπονδία της βόρειας Συρίας που γεννήθηκε από την Ροζάβα, Rojava. Είμαστε αφοσιωμένοι στην επανάσταση των γυναικών και της νεολαίας σε αυτά τα εδάφη και στον πόλεμο ενάντια στο Ντάες, Daesh. Βρισκόμαστε σε αυτά τα μέρη εδώ και αρκετό καιρό και είμαστε υπερήφανοι που συμμετέχουμε σε αυτή τη σημαντική επανάσταση για την ιστορία του Κουρδιστάν, της Συρίας και της Μέσης Ανατολής.

Αποφασίσαμε να μεταβούμε στην Αφρίν, όπου τώρα ο άμαχος πληθυσμός σφαγιάζεται από αεροπλάνα, τεθωρακισμένα και τουρκικά ολμοβόλα. Οι απειλές του φασίστα Ερντογάν έχουν γίνει πραγματικότητα. Δεκάδες αθώα θύματα δεν λείπουν, ακόμα και παιδιά. Πρέπει να μείνουμε απαθείς και να παρακολουθούμε;

Ήρθαμε στη Συρία για να πολεμήσουμε το ISIS, αλλά γνωρίζουμε ότι υπάρχουν πολλοί δολοφόνοι που κόβουν λαιμούς στη Συρία και έχουν διαφορετικά ονόματα. Και η Hayat Tahirir al-Sham, γνωστή και ως Al-Qaeda, δεν διαφέρει από το Daesh. Επιβάλλουν τις ίδιες ασχήμιες και την ίδια βιαιότητα στον πληθυσμό της Συρίας. Υποστηρίζονται από την Τουρκία σε αυτούς τους τομείς, σε αυτές τις περιοχές. Το ίδιο ισχύει και για το Ahrar al-Sham και άλλους πολλούς ψεύτικους «αντάρτες, εξεγερμένους» που σκοτώνουν τους πολίτες και κόβουν τα χέρια ή τα κεφάλια σε ανθρώπους σε αυτή την κακοποιημένη, βασανισμένη χώρα.

Αυτές είναι οι πολιτοφυλακές που επιτίθενται στην Αφρίν, υποστηριζόμενες από το δεύτερο στρατό του ΝΑΤΟ, την Τουρκία. Αυτό είναι ντροπή. Δεν σκοπεύουμε να αποδεχτούμε ότι η επανάσταση που συντρίβει το Ντάες και απελευθέρωσε την Ράκκα, Raqqa θα δεχτεί επίθεση από εκείνους που έφεραν μόνο πόνο στη Συρία και στην ίδια την Τουρκία: τον φασίστα δικτάτορα Ερντογάν

Είμαστε Ιταλοί, αλλά δεν είμαστε αδιάφοροι για αυτό που συμβαίνει στον κόσμο και στη Συρία. Πολλοί από εμάς είναι μέρος των YPG. Να πολεμήσουμε το Daesh ήταν η προτεραιότητα μας. Τώρα ο δρόμος μας είναι για τον ίδιο αγώνα, προς την Afrin

Serkeftin yan serkeftin

Βόρεια Συρία, Siria del Nord, 24.01.18

https://www.infoaut.org/conflitti-globali/perche-vogliamo-raggiungere-afrin-parlano-i-combattenti-italiani-in-siria-del-nord

μεγαλείο χαρακτήρα!, grandezza carattere !

Karim Franceschi, ο ιταλός παρτιζάνος της ταξιαρχίας αντί-Isis διηγείται την ιστορία του

Karim Franceschi, il partigiano italiano della brigata anti-Is racconta la sua storia

Ο Karim Franceschi στη Kobane

Όνομα μάχης Marcello, είναι ο μοναδικός ιταλός που συμμετείχε στην απελευθέρωση της Kobane. Έφθασε στο μέτωπο σαν απλός στρατιώτης και σύντομα μετατράπηκε σε ικανό ελεύθερο σκοπευτή. Τώρα σε ένα βιβλίο εξηγεί τι τον έφερε στην Συρία

του ROBERTO SAVIANO

ο Karim Franceschi, γεννημένος το 1989 στη Senigallia από ιταλό πατέρα και μαροκινή μητέρα, τον ιανουάριο του 2015 αποφασίζει να προσεγγίσει την Kobane και να ενωθεί με τις κουρδικές πολιτοφυλακές που αντιστέκονται στην προώθηση των δυνάμεων του  ισλαμικού κράτους Is στην Συρία. Στο βιβλίο του Karim Franceschi , «Il combattente, ο μαχητής», ο νεαρός αγωνιστής διατρέχει την ιστορία του. 

Η ιστορία του Karim Franceschi είναι μια ιστορία που μοιάζει να φθάνει από πολύ μακριά. Ένας νεαρός που βλέπει έναν λαό να βιάζεται από μια δύναμη άγρια και σκοταδιστική και δεν θέλει να παραμείνει μοναχά ένας παρατηρητής. Δεν έχει κανένα στρατιωτικό προσόν, μα ξεκινά έτσι κι αλλιώς. Θέλει να πολεμήσει. Δεν ξέρει να πυροβολεί, δεν γνωρίζει κουρδικά, τα αγγλικά του είναι άχρηστα. Δεν έχει ιδέα του τι θα κάνει: μα θέλει να πάει. Να είστε νέοι και να βρίσκετε αηδιαστική την ακινησία, άνανδρο να συνεχίσετε να ζείτε άνετα τη ζωή σας ενώ δεν είναι πολύ μακριά αυτά που συμβαίνουν, πράγματα τρομακτικά, βαρβαρότητες: η μυρωδιά αυτής της ιστορίας είναι πανομοιότυπη με εκείνη που γεύεσαι σε δεκάδες βιβλία εθελοντών που διαλέγουν έναν σκοπό και έναν αγώνα και παν να πολεμήσουν. Αισθάνομαι το άρωμα του βιβλίου Omaggio alla Catalogna, Φόρο Τιμής στην Καταλονία, εκεί που ο Όργουελ αφηγείται το πως έφτασε στην Ισπανία το ’36 για να πολεμήσει με τους τροτσκιστές πολιτοφύλακες του ρεπουμπλικανικού μετώπου.

Μα πως και εμπιστεύτηκαν οι κούρδοι ένα αγόρι από την Senigallia; Η μάνα του μαροκινή και ο πατέρας του παρτιζάνος, μα δεν είναι αυτό που τους έπεισε. «Με εμπιστεύτηκαν γιατί δεν ήταν η πρώτη φορά που πήγαινα σε εκείνα τα μέρη, ήξεραν πως ήμουν στρατευμένος στα κοινωνικά κέντρα». Ο Karim αντιλαμβάνεται πως η απάντηση με εκπλήσσει και μου κάνει ένα αστείο: «όταν μου έγραψες και έκανες παράπονα πως στις διαδηλώσεις στη Νάπολι υπήρχαν οι ίδιες παλιές φάτσες του ριζοσπαστισμού δεν είδες την δική μου που αντιθέτως ήταν καινούργια!»

με κάνει να γελάσω, έχει μια καθαρότητα σαν παιδάκι μα μια αποφασιστικότητα πολύ ώριμη. Δεν παίζει τον πόλεμο, είναι ένας συνειδητοποιημένος στρατιώτης για κάθε ένα πέρασμα αυτής της καινούργιας του ζωής: «Μπορούσα να πολεμήσω με τον Fsa (Free Syrian Army) μα διάλεξα τις Ypg, τις Unità di protezione del popolo, Μονάδες προστασίας του λαού. Διότι έχουν τις αξίες του ιταλικού Συντάγματος, έχουν τα ιδανικά της δικαιοσύνης στα οποία αναγνωρίζω τον εαυτό μου, πολεμώ για τους συντρόφους που υπερασπίζονται τη δημοκρατία, τον φεμινισμό, τον κοσμικό χαρακτήρα της κοινωνίας. Με το Ισλαμικό κράτος στις πόρτες της πόλης οργανώθηκαν όχι μόνο για να αμυνθούν μα επίσης για να χτίσουν μια διαφορετική κοινωνία». Τον ρωτώ: «Με τους κούρδους των Ypg είσαι λοιπόν σε πλήρη συμφωνία;». «Πρέπει να λες μοναχά  Ypg, μην τους αποκαλείς κούρδους», μου απαντά. «Δεν είναι εθνικιστές, δεν θέλουν ένα Κράτος κουρδικό, αγωνίζονται, αγωνιζόμαστε για έναν δημοκρατικό συνοσπονδισμό. Στοχεύουμε στις περιφερειακές αυτονομίες, στην άμεση λαϊκή δημοκρατία βασισμένη σε επιτροπές των χωριών, επιτροπές των γυναικών». Τέλος πάντων βρισκόμαστε μπροστά σε μια οργάνωση πιο κοντά στον ζαπατισμό παρά στο  Pkk (του οποίου οι Ypg είναι εντούτοις σύμμαχοι ).

Οι ερωτήσεις που βουίζουν στο κεφάλι οποιουδήποτε συναντά είναι δυο: «Γιατί το κάνεις;». Η απάντηση είναι αυτή ενός αγοριού του περασμένου αιώνα: «Όχι για χρήματα, είναι σαφές: έρχομαι και φεύγω από την χώρα με δικά μου έξοδα, δεν παίρνω μια. Όχι, το κάνω από ιδεολογία: οι σοσιαλιστικές ιδέες είναι οι ιδέες μου, εγώ είμαι κομουνιστής. Ο πατέρας μου έκανε την αντίσταση» (όντως ο πατέρας, όπως ο Karim διηγήθηκε σε μια συνέντευξη στον δημοσιογράφο Tonacci un’intervista a Fabio Tonacci su Repubblica, υπήρξε παρτιζάνος). Μα πως μπορεί ένας νεαρός ιταλός που είχε πυροβολήσει μοναχά στα video παιχνίδια, του οποίου η ζωή δεν είχε υποστεί τραύματα από βομβιστικές επιθέσεις, πολέμους, βεντέτες, να γίνει στρατιώτης σε μια πραγματικότητα τελείως διαφορετική από την δική του; Πως μπορεί να σκοτώσει; Τι νιώθει; Αυτή είναι μια άλλη ερώτηση την οποία ο Karim πάντοτε περιμένει. Έμαθε να απαντά με μια παραπομπή, με ένα απόσπασμα: «Όταν ένας ναζί καταλήγει στο σκόπευτρο μου ξέρω πως δεν θα σκοτώσει το παιδάκι που είδα στο γεφύρι σήμερα το πρωί».

Karim, ένας ιταλός ανάμεσα στους κούρδους : »Στη Kobane ενάντια στο Ισλαμικό Κράτος, πολέμησα για τον κόσμο»

ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ ΑΠΟ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ 
«Marcello…».
Ξυπνώ με ένα τράνταγμα. Και αυτόματα κοιτώ το ρολόι, όπως κάνω πάντα όταν ένας σύντροφος ειδοποιεί πως ήρθε η ώρα για τη δική μου βάρδια. Τρεις και πέντε λεπτά. Λείπουν εικοσιπέντε για την αλλαγή, και αυτό ήδη με ενοχλεί. Στρέφομαι απότομα προς τον Hawer με την πρόθεση να διαμαρτυρηθώ για το πρώιμο ξύπνημα, μα το χλωμό του σαν κουρέλι πρόσωπο με εμποδίζει. Με το δάχτυλο εμπρός στη μύτη μου κάνει σήμα να νεκρωθώ.
«Daesh…» ψιθυρίζει με ένα νήμα φωνής.

Αρπάζω το Kalashnikov και ξεκινώ να κοιτάζω μαζί του απ’ το παραθυράκι του ορύγματος. Έχει σταματήσει να χιονίζει, και ένα φεγγάρι όχι ακόμη γεμάτο κρυφοκοιτάζει ανάμεσα στα χαμηλά γκρίζα σύννεφα, φωτίζοντας το ασβεστωμένο τοπίο. Δεν βλέπω τίποτα. Όμως, στην υπόκωφη σιωπή της κοιλάδας, ακούμε ευκρινώς ένα θόρυβο που έρχεται πίσω από τον λόφο που καλύπτεται από το χιόνι. Ίσως η μηχανή κάποιου οχήματος, ή τέλος πάντων κάτι μηχανικό. Στο άλλο όρυγμα, κανείς δεν κουνιέται.

Τεντώνω ένα χέρι μου και μαζεύω ένα πετραδάκι. Το πετώ προς την οπή του Ali και του Delsoz, χάνοντας όμως το στόχο. Δοκιμάζω ξανά, και τώρα τους χτυπώ. Έτσι κι αυτοί αντιλαμβάνονται πως κάτι δεν πάει καλά. Ο Ali σηκώνει το πανί της παραλλαγής και σέρνεται προς τα μπρος, δίχως τουφέκι, μέχρις ένα σημείο απ’ όπου μπορεί να βλέπει τι υπάρχει πίσω από το λόφο.  Ξαπλωμένος στο χιόνι σταματάει ένα δευτερόλεπτο για να παρατηρήσει, μετά οπισθοχωρεί στη διπλάσια ταχύτητα, σερνόμενος σαν ένα φίδι και μετακινώντας με τα χέρια το χιόνι έτσι ώστε να καλύπτει τα ίχνη που αφήνει το σώμα του.

Τι στ’ αρχίδια συμβαίνει; Ο Hawer με κοιτάζει σαν χαμένος, άφωνος. Ο Ali δεν μας έδωσε καμία σημασία, πριν ξαναχωθεί στη τρύπα του. Φτάνει, έχω ανάγκη να ξέρω. Από εδώ μέχρι το σημείο που έφτασε ο Ali θα είναι τριάντα μέτρα, καμιά εξηνταριά βήματα το πολύ. Σηκώνω το δίχτυ και γλιστρώ έξω, περπατώντας σκυφτός μα δίχως να σέρνομαι, γιατί δεν θέλω να γίνω περισσότερο μούσκεμα απ’ ότι είμαι ήδη. Κρυμμένος πίσω από ένα βράχο, παρατηρώ. Σε όχι περισσότερο από εκατόν πενήντα μέτρα από τα μικρά μας ορύγματα, βλέπω μια εικοσαριά πολιτοφύλακες του Daesh, ένα τεθωρακισμένο T-72 και ένα Hummer, με αναμμένα τα φανάρια και ένα τεράστιο πολυβόλο τοποθετημένο επάνω του. Έχω ξαναδεί ένα ίδιο, μια φορά: Ο Giano τότε μου εξήγησε που ρίχνει σφαίρες σε θέση να κάνουν κομματάκια τις πέτρες και να διαπεράσουν τα σακιά με την άμμο. Η επιτροπή υποδοχής του χαλίφη al-Baghdadi έρχεται προς τα εμάς, κι όμως εγώ παραμένω ήρεμος, αδικαιολόγητα ήρεμος. Επιστρέφω αργά, δίδοντας μου τον χρόνο για να καλύψω τα ίχνη που άφησαν οι μπότες μου επάνω στο φρέσκο χιόνι. Μπαίνω στην τρύπα με ένα μισό χαμόγελο ζωγραφισμένο στο πρόσωπο, κοιτώ μες τα μάτια τον σύντροφο μου. Του το λέω στα κουρδικά ότι πρόκειται να πεθάνει, έτσι για να μην υπάρχουν παρεξηγήσεις.

Em sahiden, heval Hawer…
Στην γλώσσα του, em sahiden σημαίνει «είμαστε μάρτυρες». Εάν αυτοί αντιληφθούν την παρουσία μας δεν έχουμε διαφυγή. Δεν είναι καν ο αριθμός των πολιτοφυλάκων, είκοσι ή κάτι λιγότερο, που καθιστά παράλογη οποιαδήποτε υπόθεση ένοπλης σύγκρουσης. Είναι το tank που κλείνει το θέμα. Για να μη μιλήσουμε μετά για εκείνο το πολυβόλο το τοποθετημένο επάνω στο Hummer: θα έφτανε από μόνο του να μας βγάλει όλους εκτός μάχης. Ενώ προσπαθώ να εξηγήσω τι υπάρχει πίσω από την άλλη πλευρά του λόφου με χειρονομίες, με πιάνει μια υστερική επίθεση από γέλια. Γαμώτο, διάλεξα τη λάθος νύχτα για να αφήσω το Pkm στο στρατόπεδο. Ο Hawer με κοιτά με μια έκφραση ανάμεσα στο τρομοκρατημένο και στο παραιτημένο, αγωνίζεται να καταπιεί ακόμα και το σάλιο του. Για διαφυγή ούτε να το σκέφτεσαι, διότι για να το σκάσουμε θα έπρεπε να τρέξουμε για ένα μεγάλο κομμάτι σε ανοιχτό πεδίο, μπροστά τους, σε εκείνο το σημείο θα αρκούσε μια ριπή σαν χαλάζι από το πολυβόλο για να μας σκοτώσει και τους τέσσερις. Ας κάνουμε λοιπόν το μόνο πράγμα που παραμένει να κάνουμε: την απόπειρα της απελπισίας. Μαζεύουμε όσο το δυνατόν περισσότερο χιόνι και το σπέρνουμε πάνω από την παραλλαγή και στην τρύπα, για να την καμουφλάρουμε όσο  καλύτερα γίνεται. Χρησιμοποιούμε επίσης κάποιο βράχο, έτσι ώστε να την μπερδέψουμε ακόμη περισσότερο με το υπόλοιπο τοπίο. Έπειτα χωνόμαστε μέσα, δίχως να αφήσουμε καμία χαραμάδα. Βρισκόμαστε στο απόλυτο σκοτάδι, θαμμένοι ανάμεσα σε υγρούς σωρούς χιονιού και πέτρες. Είμαι ξαπλωμένος με την πλάτη δίπλα στο Kalashnikov μου και στον σύντροφο Hawer. Αμφότεροι γνωρίζουμε καλά τι πρέπει να κάνουμε, δεν χρειάζεται να το πούμε. Με το αριστερό χέρι τραβώ μια χειροβομβίδα από το τακτικό γιλέκο και την ακουμπώ στο στήθος μου, σφίγγοντας την με δύναμη. Περνάω το μεσαίο δάχτυλο του δεξιού μου χεριού στο μεταλλικό δαχτυλίδι που σταματάει την ενεργοποίηση της βόμβας, και εκεί σταματώ. Η τελευταία εικόνα που θα δει αυτός που θα σηκώσει εκείνο το πανί θα είναι τον Karim Franceschi να του δείχνει το μεσαίο δάχτυλο, μια στιγμή πριν εκραγεί.

Πλησιάζουν, το νιώθω. ο θόρυβος των ερπυστριών του τεθωρακισμένου έγινε δυνατότερος, και μάλιστα νομίζω πως αντιλαμβάνομαι την δόνηση στο έδαφος. Κατά βάθος το ήξερα πως κάπως έτσι θα τελείωνε, σε αυτή την απελπισμένη προσπάθεια. Το ήξερα. Η καρδιά κτυπά σφυριές μες το στήθος, φλόγες ξεκινούν από τις πλάτες μου κι απ’ τον λαιμό μου από την ένταση, μα δεν καταφέρνουν πραγματικά να με ζεστάνουν, και η αίσθηση είναι περισσότερο εκείνη πως είμαι παγιδευμένος σε μια κυψέλη ψύξης. Φοβάμαι, όσο δεν φοβήθηκα ποτέ στη ζωή μου. Πάντα φανταζόμουν το θάνατο μου μέσα από τα μάτια εκείνων που αγαπώ περισσότερο και ακόμη και τώρα, με το νου, επιστρέφω στο σπίτι στη Senigallia. Φαντάζομαι το πληγωμένο πρόσωπο της μάνας μου, που κλαίει απεγνωσμένη. Ο πόνος της είναι σαν μια λεπίδα που φυτεύεται αργά στην καρδιά μου. Η σκέψη τρέχει στην Leila, ενώ νιώθω το τέλος να πλησιάζει. Στα γεμάτα της χείλη, στα μάτια της από νεφρίτη, στην υπόσχεση της επιστροφής στην Ιταλία που δεν θα κρατήσω. Περνούν τα δευτερόλεπτα, δεν μπορώ να ξεφύγω από την θύμηση της γυναίκας που αγαπώ. Δεν θέλω να πεθάνω χωρίς να την έχω δει μια τελευταία φορά…

Να τοι, είναι πολύ κοντά. Στα τριάντα ή σαράντα μέτρα από εμάς, όχι περισσότερο. Ο θόρυβος της μηχανής diesel του tank υπερκαλύπτει τις φωνές των πολιτοφυλάκων. Κρατώ την αναπνοή και αντιλαμβάνομαι πως και ο Hawer κάνει το ίδιο. Ο αυχένας και η μασέλα με πονούν από το σφίξιμο. Έξω η φάλαγγα σταμάτησε, το τεθωρακισμένο πλέον δεν προχωρεί. Είμαστε τελειωμένοι. Είμαι σίγουρος: κάποιος μας ανακάλυψε και, έτσι όπως έχουν τα πράγματα,  μου φαίνεται πως είναι το μοναδικό μας πεπρωμένο. Είναι αναπόφευκτο, είναι ήδη μοναχά ένα ζήτημα δευτερολέπτων. Θα τραβήξω το δαχτυλίδι, ναι. Δεν θα αφήσω να με αιχμαλωτίσουν αυτοί οι στοιχειωμένοι, για να καταλήξω κομμένος σε κομμάτια και να μεταμορφωθώ σε ένα σωρό από άκρα με το κεφάλι μου στην κορυφή, όπως συνέβη με τους άτυχους συντρόφους που είδα στη Kobane.

Εάν είναι γραμμένο πως σήμερα το βράδυ πρέπει να πεθάνω, θα πεθάνω σαν παρτιζάνος, όπως θα είχε κάνει ο πατέρας μου Πρώτος: με περηφάνια, παίρνοντας μαζί μου κάποιον απ’ τους εχθρούς. Με τον αντίχειρα του αριστερού χεριού αγγίζω την τσέπη του μπουφάν, για να αγγίξω το φυλακτό μου. Σφίγγω τη βόμβα ακόμη δυνατότερα, και πιέζω λίγο περισσότερο το δαχτυλίδι, ο κύλινδρος μετακινείται μερικά χιλιοστά. Σφίγγω τα μάτια, μες την αγωνία. Έχω χάσει την αίσθηση του χρόνου. Μπαμπά, μαμά… δώστε μου το κουράγιο να το κάνω. Σας αγαπώ.

Δυο διαδοχικά μουγκρίσματα της μηχανής του T-72, ακολουθούμενα από το τρίξιμο μηχανικών γραναζιών που ξαναρχίζουν να γυρνούν, με κάνουν να γουρλώσω τα μάτια. Το θωρακισμένο κινείται, ελπίζω ακολουθούμενο από το Hummer και από την ομάδα των πολιτοφυλάκων. Μένω ακίνητος, επικεντρώνοντας όλη μου την ικανότητα αντίληψης στα αυτιά. Δεν σκέφτομαι με τίποτα να ρίξω μια ματιά έξω απ’ την παραλλαγή, δεν έχω καμία πρόθεση να προκαλέσω την τύχη. Ναι, φεύγουν! Όμως μετακινούνται με κατεύθυνση το στρατόπεδο μας και, εάν ο Ali δεν κατάφερε να δώσει τον συναγερμό μέσα από το ράδιο, ο Zardesh και οι άλλοι από το tabur διατρέχουν μεγάλο κίνδυνο.

Ένα δευτερόλεπτο μετά το άλλο νιώθω την ελπίδα να ξαναγεννιέται μέσα μου, αν και δεν βρισκόμαστε ακόμη εκτός κινδύνου: μου φαίνεται πως η φάλαγγα σταμάτησε εκ νέου. Ένα στρατιωτικό καταδιωκτικό περνά από πάνω μας. Θα μπορούσε να είναι ένα νυχτερινό raid, μιας και οι πιλότοι των αεροπλάνων μπορούν να εκμεταλλεύονται θερμικούς αισθητήρες με τους οποίους χτυπούν και στο σκοτάδι, όταν από την ηγεσία τους έχουν το ok να πετούν και οι καιρικές συνθήκες δεν είναι εξ ολοκλήρου απαγορευτικές. Περνούν τα λεπτά, ο βρυχηθμός των jet έρχεται και φεύγει, τώρα μοιάζει πολύ κοντά τώρα πολύ μακρινός, χιλιόμετρα, μα δεν ακούγονται ούτε εκρήξεις ούτε πυροβολισμοί. Ελέγχω το ρολόι: τέσσερις ακριβώς. Δεν πέρασε ούτε μια ώρα, κι όμως μου φαίνεται πριν μια βδομάδα. Πρέπει να αποφασίσουμε τι να κάνουμε. Οι τζιχαντιστές είναι ακόμη κοντά, σίγουρα, κι αν βγούμε τώρα κινδυνεύουμε να γίνουμε αντιληπτοί. Ίσως να είναι στημένοι ακριβώς εδώ μπροστά, σε ένα χαράκωμα σαν το δικό μας, έτοιμοι να μας λιανίσουν με τα δικά τους Ak-47 μόλις βγάλουμε τη μύτη μας εκεί έξω. Δεν μας απομένει παρά να περιμένουμε λίγο ακόμη.

http://www.repubblica.it/cultura/2016/01/08/news/saviano_foreign_fighter_libro_tonacci-130812959/

 

μεγαλείο χαρακτήρα!, grandezza carattere !

Η ψυχοπαθολογία της αποικιοκρατίας

Η ψυχοπαθολογία της αποικιοκρατίας

Posted on 24 Οκτωβρίου, 2010 11:50 μμ από

3

Απόσπασμα από το βιβλίο του Φραντς Φανόν* “Les Damnés de la Terre” (Της Γης οι Κολασμένοι) – εκδόσεις “Maspero” 1961 –Πρόλογος από τον Ζαν Πωλ Σαρτρ.

Τη μετάφραση και την επιλογή έκανε το Καπυμπάρα

Στο απόσπασμα επιλέξαμε δύο αυθεντικά ψυχιατρικά ιστορικά από την εποχή που ο συγγραφέας ήταν διορισμένος ως ψυχίατρος στην γαλλοκρατούμενη Αλγερία. Επιλέχτηκαν γιατί αποτυπώνουν με πολύ χαρακτηριστικό τρόπο τις επιπτώσεις που είχε η αποικιοκρατική καταπίεση και ο πόλεμος της ανεξαρτησίας στον ψυχισμό τόσο των αποικιοκρατών, όσο και των αποικιοκρατούμενων.

Σειρά Α΄ – Ιστορικό 5. Ευρωπαίος αστυνομικός επιθεωρητής, που βασανίζει τη σύζυγο και τα παιδιά του.

Ο Ρ. είναι τριάντα ετών. Ήρθε να ζητήσει τη συμβουλή μας με δική του πρωτοβουλία. Ήταν αστυνομικός επιθεωρητής και δήλωσε ότι για αρκετές βδομάδες «τα πράγματα δεν πήγαιναν καλά». Ήταν παντρεμένος με τρία παιδιά. Κάπνιζε πολύ: πέντε πακέτα την ημέρα. Είχε χάσει την όρεξή του και ο ύπνος του ταρασσόταν συχνά από εφιάλτες. Οι εφιάλτες αυτοί δεν είχαν κάποια ιδιαίτερα χαρακτηριστικά. Αυτό που τον ενοχλούσε περισσότερο ήταν αυτό που αποκαλούσε «εκρήξεις τρέλας». Καταρχάς, δεν του άρεσε να του αντιμιλούν:

Μπορείς να μου το εξηγήσεις αυτό γιατρέ; Από τη στιγμή που κάποιος θα μου φέρει αντίρρηση, θέλω να τον χτυπήσω! Ακόμα κι εκτός δουλειάς, νιώθω να θέλω να κανονίσω τους τύπους που μπαίνουν στο δρόμο μου, ακόμη και  χωρίς κανέναν πραγματικά λόγο. Άκου για παράδειγμα αυτό. Ας υποθέσουμε ότι πηγαίνω στο περίπτερο για εφημερίδα. Έχει πολύ κόσμο. Πρέπει φυσικά να περιμένει κανείς. Απλώνω το χέρι μου (ο περιπτεράς είναι φίλος μου) για να πάρω την εφημερίδα. Κάποιος στην ουρά, μου ρίχνει ένα προκλητικό βλέμμα και μου λέει «περίμενε τη σειρά σου». Λοιπόν, νιώθω ότι θέλω να τον χτυπήσω και σκέφτομαι, «αν σ’ είχα για λίγες ώρες στα χέρια μου φιλαράκο, δεν θα έδειχνες τόσο έξυπνος μετά».

Ο ασθενής δυσανασχετεί με τους θορύβους. Στο σπίτι θέλει διαρκώς να χτυπήσει τους πάντες. Για την ακρίβεια, χτυπά πράγματι τα παιδιά του, ακόμη και το βρέφος των είκοσι μηνών, με ασυνήθιστη βαρβαρότητα.

Όμως αυτό που τον τρόμαξε πραγματικά συνέβη όταν ένα απόγευμα η σύζυγός του τον κατέκρινε επειδή χτυπούσε τα παιδιά του πάρα πολύ. (Μάλιστα του είπε «στο λόγο μου, θα ‘λεγε κανείς ότι τρελαίνεσαι.») Έπεσε πάνω της, τη χτύπησε, την έδεσε σε μια καρέκλα, μονολογώντας: «θα σου μάθω μια και καλή ότι εγώ είμαι το αφεντικό σ’ αυτό το σπίτι».

Ευτυχώς τα παιδιά του άρχισαν να φωνάζουν και να κλαίνε. Τότε συνειδητοποίησε πλήρως τη σοβαρότητα της συμπεριφοράς του, έλυσε τη σύζυγό του και την επόμενη μέρα αποφάσισε να συμβουλευτεί έναν γιατρό, «έναν ειδικό για τα νεύρα». Δήλωσε πως «παλιά, δεν ήταν έτσι», είπε ότι πολύ σπάνια τιμωρούσε τα παιδιά του και  πως σε κάθε περίπτωση ποτέ δεν καβγάδιζε με τη γυναίκα του. Τα παρόντα φαινόμενα εμφανίστηκαν «απ’ όταν ξεκίνησαν οι μπελάδες». «Η αλήθεια είναι», είπε,

«ότι τώρα πρέπει να δουλεύουμε σαν στρατιωτικοί. Την προηγούμενη βδομάδα για παράδειγμα, λάβαμε μέρος σε επιχειρήσεις, σαν να ήμασταν μέλη του στρατού. Αυτοί οι κύριοι στην κυβέρνηση λένε ότι δεν υπάρχει πόλεμος στην Αλγερία και πως το χέρι του νόμου, δηλαδή η αστυνομία, οφείλει να αποκαταστήσει την τάξη. Αλλά στην Αλγερία υπάρχει ένας πόλεμος που συνεχίζεται και όταν ξυπνήσουν και το ανακαλύψουν θα είναι πολύ αργά Αυτό που με σκοτώνει περισσότερο απ’ όλα είναι τα βασανιστήρια. Δεν ξέρεις τι είναι αυτό, ε; Κάποιες φορές βασανίζω ανθρώπους για εννιά ώρες στη σειρά…»

– Τι παθαίνεις όταν βασανίζεις;

Μπορεί να μην το συνειδητοποιείς, αλλά είναι πολύ κουραστικό… Η αλήθεια είναι ότι το κάνουμε με βάρδιες, αλλά το σημαντικό είναι να ξέρεις πότε να παραχωρήσεις τη θέση σου στον επόμενο. Ο καθένας νομίζει ότι θα αποσπάσει τις πληροφορίες ανά πάσα στιγμή και φροντίζει έτσι ώστε το πουλάκι να μην πετάξει στη βάρδια του επόμενου, αφού αυτός τον έχει μαλακώσει έτσι ωραία, και πάρει ο άλλος όλη τη δόξα και την τιμή γι’ αυτό. Έτσι, άλλες φορές τους αφήνουμε να φύγουν και άλλες όχι.

Κάποιες φορές προσφέρουμε στον τύπο ακόμη και λεφτά, λεφτά από την τσέπη μας, προσπαθώντας να τον κάνουμε να μιλήσει. Το πρόβλημά μας είναι το ακόλουθο: μπορείς να κάνεις αυτόν τον τύπο να μιλήσει; Είναι θέμα προσωπικής επιτυχίας. Βλέπεις, ανταγωνίζεσαι τους άλλους. Στο τέλος οι γροθιές σου καταστρέφονται. Έτσι, φέρνεις μέσα τους Σενεγαλέζους. Αλλά αυτοί είτε χτυπούν πολύ σκληρά και σου τον χαλάνε είτε δε χτυπούν αρκετά σκληρά, πράγμα που δεν είναι καθόλου καλό. Στην πραγματικότητα πρέπει να είσαι έξυπνος για να πετύχεις σ’ αυτήν τη δουλειά. Πρέπει να ξέρεις πότε να ξεκινάς και πότε να σταματάς. Πρέπει να έχεις κλίση σ’ αυτή τη δουλειά. Όταν ο τύπος έχει μαλακώσει, δεν αξίζει να συνεχίσεις να τον χτυπάς. Γι’ αυτό πρέπει να κάνεις τη δουλειά μόνος σου, μπορείς να κρίνεις καλύτερα πότε να συνεχίσεις. Είμαι ενάντια σ’ αυτούς που αφήνουν άλλους να ασχολούνται με τον τύπο και απλά έρχονται κάθε τόσο να δουν σε τι κατάσταση βρίσκεται. Πάνω απ’ όλα δεν πρέπει να του δώσεις την εντύπωση ότι δεν θα φύγει ζωντανός από σένα, γιατί τότε θα αναρωτιέται ποιο το νόημα να μιλήσει, αν αυτό δεν θα του σώσει τη ζωή. Σ’ αυτήν την περίπτωση δεν έχεις καμία πιθανότητα να του αποσπάσεις τίποτα. Πρέπει να συνεχίσει να ελπίζει, η ελπίδα θα τον κάνει να μιλήσει.

Όμως, αυτό που με ανησυχεί περισσότερο είναι η σχέση μου με τη γυναίκα μου. Είναι σίγουρο ότι κάτι δεν πάει καλά με μένα. Γιατρέ, πρέπει να με γιατρέψεις.

Οι ανώτεροί του αρνήθηκαν να του δώσουν αναρρωτική άδεια, και από τη στιγμή που κι ο ασθενής δεν επιθυμούσε να λάβει ψυχιατρική γνωμοδότηση, προσπαθήσαμε να τον θεραπεύσουμε ενώ δούλευε με πλήρες ωράριο. Μπορεί εύκολα να φανταστεί κανείς τις αδυναμίες μιας τέτοιας διαδικασίας. Αυτός ο άνδρας γνώριζε πολύ καλά ότι οι διαταραχές του προκλήθηκαν απευθείας από το είδος της δραστηριότητάς του μέσα στα δωμάτια που διαδραματίζονταν οι ανακρίσεις, αν και προσπαθούσε να ρίξει την ευθύνη πλήρως στους «σημερινούς μπελάδες». Από τη στιγμή που δεν μπορούσε να δει την προοπτική να σταματήσει να βασανίζει ανθρώπους (του φαινόταν ανόητο, γιατί στην περίπτωση αυτή θα έπρεπε να παραιτηθεί) μου ζήτησε χωρίς περιστροφές να τον βοηθήσω να συνεχίσει να βασανίζει Αλγερινούς πατριώτες χωρίς τύψεις συνειδήσεως, χωρίς προβλήματα συμπεριφοράς και με πλήρη πνευματική ισορροπία.

(Με αυτές τις παρατηρήσεις βρισκόμαστε μπροστά στην παρουσία ενός συστήματος με εσωτερική συνοχή, που δεν αφήνει τίποτα άθικτο. Ο εκτελεστής που αγαπά τα πουλιά και απολαμβάνει την ηρεμία της ακρόασης μιας συμφωνίας ή μιας σονάτας αποτελεί απλά ένα στάδιο της διαδικασίας. Προχωρώντας περισσότερο μέσα σ’ αυτήν μπορούμε μάλιστα να βρούμε μια ύπαρξη που ολόκληρη εισάγεται στον πλήρη και απόλυτο σαδισμό).

Σειρά Β΄ – Ιστορικό 1. Η δολοφονία από δύο νεαρούς Αλγερινούς δεκατριών και δεκατεσσάρων ετών αντίστοιχα του Ευρωπαίου συμμαθητή τους.

Μας ζητήθηκε να δώσουμε ιατρική πραγματογνωμοσύνη σε μια νομική υπόθεση. Δύο νεαροί Αλγερινοί δεκατριών και δεκατεσσάρων ετών, μαθητές του δημοτικού σχολείου, κατηγορούνταν ότι είχαν σκοτώσει έναν από τους Ευρωπαίους συμμαθητές τους. Ομολόγησαν ότι το είχαν κάνει. Το έγκλημα αναπαραστάθηκε και προστέθηκαν φωτογραφίες στο αρχείο. Σ’ αυτές μπορούμε να δούμε το ένα παιδί να κρατάει το θύμα, ενώ το άλλο το χτυπά με ένα μαχαίρι. Οι μικροί κατηγορούμενοι δεν απέσυραν τις καταθέσεις τους. Είχαμε μακρές συζητήσεις μαζί τους. Εδώ αναπαράγουμε τα πιο χαρακτηριστικά από τα σχόλιά τους:

(α) Ο δεκατριάχρονος:

«Δεν ήμασταν καθόλου τσακωμένοι μαζί του. Κάθε Πέμπτη πηγαίναμε να παίξουμε μαζί του με τις σφεντόνες, στο λόφο πάνω από το χωριό. Ήτανε καλός μας φίλος. Είχε σταματήσει να πηγαίνει σχολείο γιατί ήθελε να γίνει χτίστης σαν τον πατέρα του. Μια μέρα αποφασίσαμε να τον σκοτώσουμε γιατί οι Ευρωπαίοι θέλουνε να σκοτώσουνε όλους τους Άραβες. Δεν μπορούμε να σκοτώσουμε μεγάλους. Αλλά μπορούμε να σκοτώσουμε μικρούς σαν κι αυτόν, γιατί είχε την ίδια ηλικία με μας. Δεν ξέραμε πώς να τον σκοτώσουμε. Θέλαμε να τον πετάξουμε σ’ ένα χαντάκι, αλλά θα χτυπούσε μόνο. Έτσι πήραμε απ’ το σπίτι το μαχαίρι και τον σκοτώσαμε.»

-Γιατί επιλέξατε αυτόν;

«Γιατί έπαιζε μαζί μας. Κανένα άλλο παιδί δεν θ’ ανέβαινε στο λόφο μαζί μας.»

-Αλλά παρόλ’ αυτά ήσασταν φιλαράκια;

«Τότε γιατί θέλουν να μας σκοτώσουν; Ο πατέρας του είναι στην πολιτοφυλακή και είπε ότι θα ‘πρεπε να μας σφάξουν.»

-Όμως αυτός, δεν είχε πει τίποτα σε σας;

«Αυτός; Όχι.»

-Ξέρεις ότι τώρα είναι νεκρός;

«Ναι.»

-Τί σημαίνει να είσαι νεκρός;

«Όταν όλα τελειώνουν, πας στον Παράδεισο.»

-Εσύ τον σκότωσες;

«Ναι.»

-Το ότι σκότωσες κάποιον δεν σε κάνει να ανησυχείς;

«Όχι, αφού θέλουν να μας σκοτώσουν, έτσι…»

-Σε νοιάζει αν πας φυλακή;

«Όχι.»

(β) Ο δεκατετράχρονος:

Αυτός ο νεαρός  κατηγορούμενος βρισκόταν σε αξιοσημείωτη αντίθεση με τον συμμαθητή του. Ήταν ήδη σχεδόν άνδρας, και ενήλικος επίσης στη σωματική του διάπλαση, την εμφάνισή του και τη σιγουριά των απαντήσεών του. Δεν αρνήθηκε ούτε αυτός ότι σκότωσε. Γιατί σκότωσε; Δεν απάντησε, αλλά με ρώτησε αν έχω δει ποτέ Ευρωπαίο στη φυλακή. Έχει συλληφθεί ποτέ κανείς Ευρωπαίος και έχει σταλεί στη φυλακή για το φόνο ενός Αλγερινού; Του απάντησα ότι πράγματι, δεν έχω δει Ευρωπαίους στη φυλακή.

«Κι όμως, Αλγερινοί σκοτώνονται κάθε μέρα, δεν είναι έτσι;»

-Ναι.

«Τότε γιατί είναι μόνο Αλγερινοί στις φυλακές; Μπορείτε να μου το εξηγήσετε αυτό;»

-Όχι, αλλά πες μου, γιατί σκότωσες αυτό το παιδί που ήταν φίλος σου;

«Θα σας πω γιατί. Έχετε ακούσει για τη δουλειά στο Ριβέ; (Το Ριβέ είναι ένα χωριό που από μια συγκεκριμένη μέρα του έτους 1956 κι έπειτα έγινε διάσημο στην περιοχή γύρω από το Αλγέρι. Γιατί εκείνη την ημέρα η πολιτοφυλακή εισέβαλε στο χωριό, έσειρε σαράντα άντρες από τα κρεβάτια τους και στη συνέχεια τους δολοφόνησε).»

-Ναι.

«Δύο μέλη της οικογένειάς μου σκοτώθηκαν τότε. Στο σπίτι είπαν ότι οι Γάλλοι έχουν ορκιστεί να μας σκοτώσουν όλους, τον έναν μετά τον άλλον. Μήπως συνέλαβαν έστω έναν Γάλλο για όλους αυτούς τους Αλγερινούς που σκοτώθηκαν;»

-Δεν γνωρίζω.

«Λοιπόν, ούτε έναν δεν συνέλαβαν. Ήθελα να ανέβω στο βουνό, αλλά ήμουν πολύ νέος. Έτσι, ο Χ κι εγώ είπαμε να σκοτώσουμε έναν Ευρωπαίο.»

-Γιατί;

«Κατά τη γνώμη σας τι θα έπρεπε να έχουμε κάνει;»

-Δεν γνωρίζω. Αλλά είσαι παιδί και αυτό που συμβαίνει αφορά τους μεγάλους.

«Αλλά σκοτώνουν και παιδιά…»

-Αυτός δεν είναι λόγος για να σκοτώσεις τον φίλο σου.

«Λοιπόν, τον σκότωσα. Τώρα μπορείτε να κάνετε ό,τι θέλετε.»

-Ο φίλος σου σου είχε κάνει κανένα κακό;

«Όχι, τίποτα.»

-Λοιπόν;

«Λοιπόν, εδώ είμαστε…»

Ο Φραντς Φανόν (1925 – 1961) καταγόταν από την Μαρτινίκα, γαλλική αποικία της Καραϊβικής. Ήταν ψυχίατρος, συγγραφέας, μαρξιστής διανοούμενος και επαναστάτης. Το 1953 διορίστηκε σε νοσοκομείο της Αλγερίας την εποχή του αγώνα της ανεξαρτησίας. Οι εμπειρίες και οι παρατηρήσεις του τον έκαναν να συνταχθεί ολόψυχα με τους αντάρτες.

Δεν έζησε να δει την Αλγερία ανεξάρτητη. Το 1961 διαγνώστηκε με λευχαιμία. Η ασθένειά του δεν τον εμπόδισε να συνεχίσει να είναι αφοσιωμένος στη δουλειά του και στον αντιαποικιακό αγώνα. Μετά από θεραπεία στην ΕΣΣΔ και τις ΗΠΑ πέθανε το Δεκέμβρη του 1961. Θάφτηκε στο «Κοιμητήριο των Μαρτύρων του Πολέμου» στο Άιν Κέρμα, κοντά στα σύνορα της Αλγερίας με την Τυνησία.

Τα έργα του με θέμα την αποαποικιοποίηση και την ψυχοπαθολογία της αποικιοκρατίας άσκησαν μεγάλη επιρροή στα αντιιμπεριαλιστικά και αντιαποικιακά απελευθερωτικά κινήματα για τέσσερις δεκαετίες.

Σόρτλινκ: http://wp.me/p1pa1c-3fU

https://parallhlografos.wordpress.com/2010/10/24/%CE%B7-%CF%88%CF%85%CF%87%CE%BF%CF%80%CE%B1%CE%B8%CE%BF%CE%BB%CE%BF%CE%B3%CE%AF%CE%B1-%CF%84%CE%B7%CF%82-%CE%B1%CF%80%CE%BF%CE%B9%CE%BA%CE%B9%CE%BF%CE%BA%CF%81%CE%B1%CF%84%CE%AF%CE%B1%CF%82/

ιστορία, storia

Τιμή στην μαχήτρια Μόνικα Έρτλ! – Onore alla combattente Monika Ertl!

Η κοπέλα που εκδικήθηκε τον Τσε Γκεβάρα

της Nina Ramon – Cubadebate

Σαν σήμερα σκοτώνονταν η Monika Ertl που δεν την θυμόμαστε ποτέ  όπως θα έπρεπε. Την τιμούμε.

Monika Ertl: η γυναίκα που εκτέλεσε τον άνδρα που έκοψε τα χέρια του Τσε.

Στο Amburgo, στην Γερμανία, ήταν δέκα παρά είκοσι του πρωινού της 1 απριλίου του 1971. Μια όμορφη και κομψή γυναίκα με βαθιά μάτια στο χρώμα του ουρανού μπαίνει στο γραφείο του πρόξενου της Βολιβίας και, περιμένει υπομονετικά να γίνει δεκτή.

Την ώρα που αναμένει στον προθάλαμο, κοιτάζει αδιάφορα τους πίνακες που κοσμούν το  γραφείο. ο Roberto Quintanilla, βολιβιανός πρόξενος, κομψά ντυμένος με ένα σκούρο ένδυμα μάλλινο, εμφανίζεται στο γραφείο και χαιρετά, εντυπωσιασμένος από την ομορφιά εκείνης της γυναίκας που λέει πως είναι αυστραλή, και που λίγες ημέρες νωρίτερα του είχε ζητήσει συνέντευξη.

Για μια στιγμή φευγαλέα, οι δυο τους στέκονται απέναντι, ο ένας στην άλλη. Η εκδίκηση εμφανίζεται ενσαρκωμένη σε ένα γυναικείο πρόσωπο πολύ ελκυστικό. Η γυναίκα, εξαιρετικής ομορφιάς, τον κοιτάζει σταθερά κατάματα και δίχως να πει τίποτα βγάζει ένα πιστόλι και πυροβολεί τρεις φορές. Αντίσταση δεν υπήρξε, ούτε αγώνας. Οι σφαίρες βρήκαν τον στόχο τους. Φεύγοντας, άφησε πίσω της μια περούκα, την τσάντα της, το Colt Cobra 38 Special πιστόλι της, και ένα κομμάτι χαρτί όπου μπορούσες να διαβάσεις : “Νίκη ή θάνατος. ELN”.

Ποια ήταν αυτή η τολμηρή γυναίκα και γιατί  είχε σκοτώσει τον “Toto” Quintanilla?

Στην γκεβαρική πολιτοφυλακή υπήρχε μια γυναίκα που την φώναζαν Imilla, που στην γλώσσα quechua και aymara είναι Niña ή νεαρή αυτόχθων. Το βαπτιστικό της όνομα: Monica (Monika) Ertl. Γεννημένη γερμανίδα, που είχε πραγματοποιήσει ένα ταξίδι έντεκα χιλιάδων χιλιομέτρων από την χαμένη Βολιβία, με μοναδικό σκοπό να εκτελέσει έναν άνδρα, το πιο μισητό πρόσωπο από την παγκόσμια αριστερά: τον Roberto Quintanilla Pereira.

Αυτή, από εκείνη την στιγμή, μεταμορφώθηκε στην πιο καταζητούμενη γυναίκα στον κόσμο. Κατέλαβε τις πρώτες σελίδες των εφημερίδων όλης της Αμερικής. Ποιους λόγους όμως επικαλέστηκε και από που κατάγονταν?

Ας επιστρέψουμε στην 3 μαρτίου 1950, ημερομηνία κατά την οποίαν η Monica έφτανε στην Bolivia με τον Hans Ertl –πατέρα της–διαμέσου εκείνης που θα γίνονταν γνωστή σαν διαδρομή των ποντικών, μονοπάτι που διευκόλυνε την διαφυγή στελεχών του ναζιστικού καθεστώτος προς την Νότια Αμερική, όταν τέλειωσε η πιο μεγάλη και αιματηρή σύγκρουση της παγκόσμιας ιστορίας: ο II Παγκόσμιος Πόλεμος.

Η ιστορία της Monica έγινε γνωστή χάρη στις έρευνες του Jürgen Schreiber. Αυτό που εγώ σας παρουσιάζω είναι μόλις μια μικρή πλευρά αυτής της συναρπαστικής ιστορίας που περιλαμβάνει πολλά συναισθήματα και προσωπικότητες.

ο Hans Ertl (Γερμανία, 1908-Bolivia, 2000) ορειβάτης, εφευρέτης υποβρύχιων τεχνικών, εξερευνητής, συγγραφέας, εφευρέτης και πραγματοποιητής ονείρων, αγρότης, ιδεολόγος αγωνιστής που μετατράπηκε, κινηματογραφιστής, λάτρης ανθρωπολόγος και εθνογράφος. Πολύ σύντομα κατάφερε να γίνει γνωστός απεικονίζοντας τους διοικητές του εθνικοσοσιαλιστικού κόμματος όταν κινηματογραφούσε την μεγαλοπρέπεια, την σωματική αισθητική και τις αθλητικές δεξιότητες των συμμετεχόντων στους Ολυμπιακούς Αγώνες του Βερολίνου (1936), κάτω από την διεύθυνση του κινηματογραφιστή Leni Riefenstahl, που δόξασε τους ναζιστές.

Ωστόσο, είχε την ατυχία να αναγνωριστεί από την ιστορία (και είναι η μετέπειτα ντροπή του), σαν ο φωτογράφος του Adolfo Hitler, αν και εικονογράφος επίσημος του Führer υπήρξε ο Heinrich Hoffman του αποσπάσματος υπεράσπισης. Αναφέρουν κάποιες πηγές πως ο Hans ανέλαβε το  καθήκον να κινηματογραφήσει τις ζώνες δράσης του συντάγματος του περίφημου στρατάρχη, με την επωνυμία η “Αλεπού της Ερήμου” Erwin Rommel, διασχίζοντας από το Tobruk, την Africa.

Σαν στοιχείο αξιοπερίεργο, ο Hans δεν ανήκε στο ναζιστικό κόμμα όμως, παρότι μισούσε τον πόλεμο, παρουσίαζε με περηφάνια το σακάκι που είχε σχεδιαστεί από τον Hugo Boss για τον γερμανικό στρατό, σαν σύμβολο των κατορθωμάτων του παρελθόντος του, και την αρειανική του χάρη. Απεχθάνονταν να τον αποκαλούν “ναζιστή”, δεν είχε τίποτα εναντίον τους, μα ούτε και τίποτα ενάντια στους εβραίους. Προς ειρωνεία φαίνεται πως ήταν ένα ακόμα θύμα της Schutzstaffel.

Στο τέλος του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου, όταν το Τρίτο Ράιχ κατέρρευσε, οι ηγέτες, συνεργάτες και συγγενείς του ναζιστικού καθεστώτος το έσκασαν από την ευρωπαϊκή δικαιοσύνη καταφεύγοντας σε διάφορες χώρες, μεταξύ των οποίων, εκείνες της αμερικανικής ηπείρου, με τις ευλογίες των αντιστοίχων κυβερνήσεων και την υποστήριξη άνευ όρων των ΗΠΑ.  Λέγεται πως ήταν ένας άνθρωπος πολύ ειρηνικός και πως δεν είχε εχθρούς, έτσι ώστε επέλεξε να παραμείνει στην Γερμανία για ένα διάστημα, εργαζόμενος σε αποστολές μικρότερες του δικού του status, μέχρι που μετανάστευσε με την οικογένεια του. Πρώτα στην Χιλή, στο νότιο αρχιπέλαγος του Juan Fernandez, “συναρπαστικό χαμένο παράδεισο”, όπου πραγματοποίησε το ντοκιμαντέρ Robinson (1950), πριν από άλλα σχέδια.

Μετά από ένα μακρύ ταξίδι, ο Ertl εγκαθίσταται το 1951 στην Chiquitania, σε 100 χιλιόμετρα από την πόλη της Santa Cruz. Μέχρι εκεί έφτασε για να εγκατασταθεί στις εύφορες και παρθένες γαίες σαν ένας κατακτητής του XV αιώνα, μέσα στην πυκνή και περίπλοκη βλάστηση βραζιλιο-βολιβιανή. Μια ιδιοκτησία 3.000 εκταρίων όπου έχτισε με τα χέρια του και με ύλη αυτόχθονη εκείνο που υπήρξε το σπίτι του μέχρι τις τελευταίες ημέρες; “την Dolorida”.

O περιπλανώμενος των ορέων, όπως ήταν γνωστός από τους εξερευνητές και τους επιστήμονες, περιδιαβαίνει με το παρελθόν στις πλάτες του, στην απέραντη φύση με το άπληστο όραμα να εξετάσει και συλλάβει με τον φακό του όλο εκείνο  που γίνεται αντιληπτό στο μαγικό του περιβάλλον στην Bolivia, ενώ ξεκινούσε μια νέα ζωή συνοδευόμενος από την γυναίκα του και τις κόρες του. Η μεγαλύτερη ονομάζονταν Monica, ήταν 15 χρόνων όταν ξεκίνησε η εξορία και, εδώ ξεκινά η ιστορία της…

η Monica είχε ζήσει τα παιδικά της χρόνια μέσα στον αναβρασμό των ναζισμών της Γερμανίας και όταν μετανάστευσαν στην Bolivia έμαθε την τέχνη του πατέρα της, πράγμα που της χρειάστηκε για να δουλέψει στην συνέχεια με τον βολιβιανό Jorge Ruiz. ο Hans πραγματοποίησε στην Bolivia διάφορα film (Paitití και Hito Hito) και μετέδωσε στην Monica το πάθος για την φωτογραφία.Σίγουρα μπορούμε να θεωρήσουμε την Monica σαν μια πρωτοπόρα, την πρώτη γυναίκα που έφτιαξε ντοκιμαντέρ στην ιστορία του σινεμά.

η Monica μεγάλωσε μέσα σε έναν κύκλο πολύ κλειστό σαν ρατσιστής, μέσα στον οποίον έλαμπαν τόσο ο πατέρας της όπως και μια άλλη αιχμηρή προσωπικότητα την οποίαν συνήθιζε να αποκαλεί στοργικά “Ο θείος Klaus”. Ένας γερμανός επιχειρηματίας (ψευδώνυμο του Klaus Barbie (1913-1991) και πρώην αρχηγού της Gestapo στην Lyon, στην Γαλλία) που ήταν καλύτερα γνωστός σαν “ο Χασάπης της Λυών.”

ο Klaus Barbie, θα αλλάξει το επίθετο του σε “Altmann” πριν εμπλακεί με την οικογένεια Ertl. Στον ίδιο στενό κύκλο προσώπων στην La Paz, όπου αυτός ο άνδρας απέκτησε αρκετή εμπιστοσύνη ούτως ώστε, ο ίδιος ο πατέρας της Monica, κατάφερε να τον κάνει να αναλάβει την πρώτη του δουλειά στην Bolivia σαν πολίτης Εβραίος Γερμανός, και στην συνέχεια αφιερώθηκε στο να είναι σύμβουλος των νοτιο-αμερικάνικων δικτατοριών.

Η διάσημη πρωταγωνίστρια αυτής της ιστορίας, παντρεύτηκε με έναν άλλον γερμανό στην La Paz και έζησε κοντά στα ορυχεία χαλκού στον βορρά της Χιλής μα, μετά από δέκα χρόνια, ο γάμος της απέτυχε και αυτή μεταμορφώθηκε σε μιαν δραστήρια πολιτική που υποστήριζε ευγενείς σκοπούς. Μεταξύ άλλων βοήθησε να ιδρυθεί ένα σπίτι για ορφανά στην La Paz, που τώρα έχει μετατραπεί σε νοσοκομείο.

Έζησε μέσα σε έναν ακραίο κόσμο περικυκλωμένη από γέρους λύκους ναζιστές βασανιστές. Οποιαδήποτε αλλόκοτη ένδειξη δεν αποτελούσε γι αυτήν κάτι το παράξενο. Όμως, ο θάνατος του αργεντίνου αντάρτη Ernesto Che Guevara στην βολιβιανή ζούγκλα (oκτώβρης του 1967) είχε σημάνει γι αυτήν την οριστική ώθηση για τα ιδανικά της. η Monica –σύμφωνα με την αδελφή της Beatriz–“λάτρευε τον “Che” σαν να ήταν ένας Θεός.”

Εξ αιτίας αυτού, η σχέση ανάμεσα σε πατέρα και κόρη ήταν δύσκολη λόγω αυτού του συνδυασμού : ένας φανατισμός που προσχώρησε σε ένα εξεγερτικό πνεύμα; ποιος ξέρει εκρηκτικοί παράγοντες που προκάλεσαν μια μαχόμενη θέση, ιδεαλιστική, επίμονη. Ο πατέρας της εξεπλάγην περισσότερο και, με ραγισμένη καρδιά, την έδιωξε από το κτήμα. Ίσως αυτή η πρόκληση να παρήγαγε σε αυτόν μιαν κάποια μεταμόρφωση ιδεολογική στα χρόνια 60, μέχρι να τον μετατρέψει σε έναν συνεργάτη και έμμεσο υπερασπιστή της Αριστεράς στην Νότια Αμερική.

“η Monica ήταν η αγαπημένη του κόρη, ο πατέρας μου ήταν πολύ κρύος ως προς εμάς κι αυτή φαίνονταν να είναι η μοναδική που αγαπούσε. Ο πατέρας μου γεννήθηκε σαν αποτέλεσμα μιας βίας, η γιαγιά μου δεν του έδειξε ποτέ στοργή και αυτό τον σημάδεψε για πάντα. Η μοναδική στοργή που επέδειξε ήταν για την Monika”, είπε η Beatriz σε μιαν συνέντευξη στο BBC News.

Στα τέλη των χρόνων εξήντα, όλα άλλαξαν με τον θάνατο του Che Guevara, η Monica διέρρηξε με τις ρίζες της και έδωσε μια δραστική αλλαγή για να εισέλθει καθ’ όλα στις στρατιωτικές ομάδες στο Αντάρτικο της Ñancahuazú, όπως είχε κάνει ο ήρωας της εν ζωή, για να πολεμήσει την κοινωνική ανισότητα.

η Monica έπαψε να είναι εκείνο το παθιασμένο κορίτσι για την φωτογραφική μηχανή για να μετατραπεί σε “Imilla η επαναστάτρια” έχοντας καταφύγει σε ένα καταυλισμό των λόφων της Βολιβίας. Με την σταδιακή εξάλειψη από το πρόσωπο της Γης του μεγαλύτερου μέρους των μελών της, ο πόνος της μετατρέπεται σε δύναμη για να αξιώσει δικαιοσύνη, μετατρέποντας την σε ένα επιχειρησιακό κλειδί  για το ELN.

Στην διάρκεια των τεσσάρων χρόνων που παρέμεινε στο στρατόπεδο έγραψε στον πατέρα της μόνο μια φορά τον χρόνο, για να πει επί λέξη: “να μην ανησυχείτε για εμένα… είμαι καλά”. Θλιβερά, δεν μπόρεσε να την δει ποτέ ξανά; ούτε ζωντανή, ούτε νεκρή.

Το 1971 διασχίζει τον Ατλαντικό και επιστρέφει στην Γερμανία της, και στο Amburgo σκοτώνει προσωπικά τον Βολιβιανό πρόξενο, τον λοχαγό Roberto Quintanilla Pereira, άμεσο υπεύθυνο της τελικής προσβολής στον Guevara: τον ακρωτηριασμό των χεριών του, μετά τον τουφεκισμό του στην La Higuera. Με εκείνη την βεβήλωση υπέγραψε την καταδίκη του σε θάνατο και, από τότε, η πιστή “Imilla” πρότεινε μιαν αποστολή υψηλού ρίσκου: υποσχέθηκε πως θα εκδικούνταν τον Che Guevara.

Αφού πέτυχε τον στόχο της ξεκίνησε ένα κυνήγι που διέσχισε χώρες και θάλασσες και τελείωσε μοναχά όταν η Monica έπεσε το 1973, σε μιαν ενέδρα που σύμφωνα με κάποιες αξιόπιστες πηγές της έστησε ο προδότης “θειός” της Klaus Barbie.

Μετά τον θάνατο της, ο Hans Erlt συνέχισε να ζει και να κινηματογραφεί ντοκιμαντέρ στην Bolivia, όπου πέθανε σε ηλικία 92 χρόνων (έτος 2000) στο κτήμα του που τώρα έχει μετατραπεί σε μουσείο χάρη στην βοήθεια κάποιων θεσμών της Ισπανίας και της Βολιβίας. Εκεί παραμένει θαμμένος, συνοδευόμενος από το παλιό του γερμανικό στρατιωτικό  σακάκι, πιστό του σύντροφο των τελευταίων χρόνων. Το μνήμα του βρίσκεται ανάμεσα σε δυο πεύκα και χώμα από την Βαυαρία του. Αυτός ο ίδιος το ετοίμασε και η κόρη του Heidi πραγματοποίησε την επιθυμία του. ο Hans είχε πει σε μιαν συνέντευξη που παραχώρησε στο πρακτορείο Reuters:

“Δεν θέλω να επιστρέψω στην χώρα μου. Ακόμη και μετά θάνατον, θέλω, να παραμείνω σε αυτή τη νέα μου γη”.

Σε ένα κοιμητήριο της La Paz, λέγεται πως αναπαύονται “συμβολικά” τα λείψανα της Monica Ertl. Στην πραγματικότητα δεν αποδόθηκαν ποτέ στον πατέρα της. Οι εκκλήσεις του αγνοήθηκαν από τις αρχές. Αυτά παραμένουν σε τόπο άγνωστο της βολιβιανής χώρας. Κείνται σε ομαδικό τάφο μέσα, δίχως σταυρό, δίχως όνομα, δίχως την ευλογία του πατέρα της.

Έτσι ήταν η ζωή αυτής της γυναίκας που σε μιαν περίοδο, σύμφωνα με την φασιστική δεξιά εκείνων των χρόνων, εξασκούσε  “τον κομουνισμό” και συνεπώς “την τρομοκρατία” στην Ευρώπη. Για κάποιους το όνομα της παραμένει χαραγμένο στους κήπους της μνήμης σαν αντάρτισσα, δολοφόνος ή ποιος ξέρει τρομοκράτισσα, για άλλους μια γυναίκα θαρραλέα, που εξετέλεσε μια αποστολή.

Σύμφωνα με εμένα, είναι ένα θηλυκό κομμάτι μιας επανάστασης που αγωνίστηκε για τις ουτοπίες της εποχής της, και που στο φως των δικών μας ματιών μας αναγκάζει να στοχαστούμε, γι άλλη μια φορά επάνω σε αυτή την φράση: “Μην υποτιμάς ποτέ την αξία μιας γυναίκας.”

[Μετάφραση από την καστιλιάνικη για το Cubadebate της Ida Garberi]

ALBAinformazione

di Nina Ramon – Cubadebate

Oggi veniva uccisa Monika Ertl mai ricordata come doveva. Onore a lei 

Monika Ertl: la donna che giustiziò l’uomo che tagliò le mani al Che.

Ad Amburgo, in Germania, erano le dieci meno venti della mattina del 1° aprile 1971. Una bella ed elegante donna dai profondi occhi color del cielo entra nell’ufficio del console della Bolivia e, aspetta pazientemente di essere ricevuta.

Mentre fa anticamera, guarda indifferente i quadri che adornano l’ufficio. Roberto Quintanilla, console boliviano, vestito elegantemente con un abito oscuro di lana, appare nell’ufficio e saluta, colpito dalla bellezza di quella donna che dice di essere australiana, e che pochi giorni prima gli aveva chiesto un’intervista.

Per un istante fugace, i due si trovano di fronte, uno all’altra. La vendetta appare incarnata in un viso femminile molto attraente. La donna, di bellezza esuberante, lo guarda fissamente negli occhi e senza dire nulla…

Δείτε την αρχική δημοσίευση 1.648 επιπλέον λέξεις