σύγχρονη σκέψη, pensiero di oggi

Ένας παγκόσμιος εμφύλιος πόλεμος – Una guerra civile mondiale

του Sandro Moiso

“Δεν χρειάζονται πλέον τονωτικά ή ιδεολογίες, χρειάζεται μια άλλη ζωή – Non servono più eccitanti o ideologie, ci vuole un’altra vita”
(Franco Battiato, Un’altra vita-Μια άλλη ζωή, 1983)

“Εάν η χειραφέτηση των εργατικών τάξεων απαιτεί την αδελφική συνεργασία τους πώς μπορούν να επιτύχουν αυτή την αποστολή εφόσον μια εξωτερική πολιτική που επιδιώκει εγκληματικά σχέδια επικεντρώνεται επάνω σε εθνικές προκαταλήψεις και σπαταλά το αίμα και τους θησαυρούς των λαών σε πολέμους ληστείας; Όχι η σοφία της άρχουσας-κυρίαρχης τάξης αλλά η ηρωική αντίσταση της αγγλικής εργατικής τάξης στην εγκληματική τρέλα της ήταν αυτό που έσωσε την ευρωπαϊκή Δύση από το να ριχθεί με όλες τις δυνάμεις της σε μια βρώμικη σταυροφορία για να διαδώσει την δουλεία στην άλλη πλευρά του Ατλαντικού. Η επαίσχυντη έγκριση, η υποκριτική συμπάθεια ή η ηλίθια αδιαφορία με την οποία οι ανώτερες τάξεις της Ευρώπης έχουν δει τη Ρωσία να παίρνει το ορεινό φρούριο του Καυκάσου και να εξοντώνει την ηρωική Πολωνία. οι δίχως αντίσταση επιθέσεις αυτής της βαρβαρικής ισχύος, της οποίας η κεφαλή βρίσκεται στην Αγία Πετρούπολη και της οποίας τα χέρια βρίσκονται σε όλα τα ευρωπαϊκά υπουργικά συμβούλια, ανάγκασαν τις εργατικές τάξεις να μυηθούν στα μυστήρια της διεθνούς πολιτικής, να ξαγρυπνήσουν επάνω στις διπλωματικές διαδικασίες των αντίστοιχων κυβερνήσεών τους, αντιπαρατιθέμενες σε αυτές όποτε είναι αναγκαίο με όλα τα μέσα που κατέχουν, και, όταν δεν μπορούν να τα προλάβουν, να ενώνουν τις δυνάμεις τους και να τα καταγγέλλουν ταυτόχρονα και να διεκδικούν τους απλούς νόμους της ηθικής και της δικαιοσύνης που θα έπρεπε να ρυθμίζουν τόσο τις ανώτερες σχέσεις μεταξύ των λαών όσο και τις σχέσεις μεταξύ των ατόμων. Ο αγώνας για μια τέτοια εξωτερική πολιτική είναι μέρος του γενικού αγώνα για την χειραφέτηση της εργατικής τάξης. Προλετάριοι όλων των χωρών, ενωθείτε!” (Karl Marx, Εναρκτήρια ομιλία της διεθνούς Ένωσης Εργατών – Indirizzo inaugurale dell’Associazione internazionale degli operai, τέλος οκτωβρίου 1864)

Δύο αποσπάσματα στην αρχή μπορεί να φαίνονται πάρα πολλά για αρκετούς αναγνώστες.
Πάνω από όλα δύο αποσπάσματα από συγγραφείς περιβάλλοντα και συγκυρίες τόσο μακρινά μεταξύ τους.
Κι όμως, κι όμως …
Η τρέχουσα διεθνής κατάσταση, στην οποία δεν περνά μια μέρα χωρίς νέες διαδηλώσεις να εκρήγνυνται σε όλα τα μέρη του κόσμου, σε Ανατολή όπως στη Δύση και στο Νότο όπως στον Βορρά, πρέπει να μας κάνει να σκεφτούμε-να στοχαστούμε επάνω στην τεράστια κοινωνική δυσαρέσκεια που κινητοποιεί εκατομμύρια ανθρώπους σε κάθε γωνία του πλανήτη.

Μια δυσφορία που δεν μπορεί να βρει απάντηση στις πολιτικές που εφαρμόζουν κυβερνήσεις φαινομενικά τόσο διαφορετικές μεταξύ τους σε θεσμικές μορφές και πολιτικές εκπροσωπήσεις, αλλά ουσιαστικά ενωμένες από την ανάγκη διαφύλαξης των συμφερόντων του διεθνούς χρηματοοικονομικού κεφαλαίου.
Κυβερνήσεις διατεθειμένες, σε κάθε περιοχή του πλανήτη, να καταστρέψουν τη ζωή του είδους και να αφανίσουν το περιβάλλον με το οποίο πρέπει να συνυπάρχουν συνεχίζοντας να κάνουν να ζει αυτό που είναι ήδη νεκρό, από την ίδια την ουσία του.

Πράγματι, το ci vuole un’altra vita – χρειάζεται μια άλλη ζωή, εννοούμενο ως σύνθημα, θα μπορούσε να συνοψίσει πολύ καλά το περιεχόμενο των τρεχουσών διαμαρτυριών: από τις πορείες των νέων για την υπεράσπιση της κλιματικής και περιβαλλοντικής δικαιοσύνης στις διαδηλώσεις για την υπεράσπιση της επαναστατικής εμπειρίας της Ροζάβα, από τις διαμαρτυρίες στο Χονγκ Κονγκ μέχρι τις διαδηλώσεις των ιρακινών νέων, από τις εξεγέρσεις της Χιλής και του Εκουαδόρ σε εκείνες τις Καταλανικές μέχρι των κίτρινων γιλέκων-gilets jaunes και των κινημάτων NoTav και NoTap στις οποίες, έχουν προστεθεί και τις τελευταίες ημέρες και οι διαμαρτυρίες στο Λίβανο (qui).

Καμιά από αυτές τις περιπτώσεις-αγώνες δεν μπορεί να αντιπροσωπεύει το απόλυτο από μόνος του και για τον εαυτό του, αλλά το σύνολο τους, η ολοένα αυξανόμενη συχνότητα των αγώνων και η αναφορά που γίνεται συχνά στον ένα για τους άλλους(η αλληλεγγύη του κινήματος NoTav προς τους μαχητές της Rojava, οι φοιτητές του Hong Kong που φορούν κίτρινα γιλέκα, καταλανοί διαδηλωτές με τις ομπρέλες, η διάδοση σαν κηλίδα λαδιού της ανατρεπτικής μάσκας του Joker στις ταραχές-εξεγέρσεις, για να κάνουμε μερικά παραδείγματα) μας βοηθούν να αναδημιουργήσουμε ένα πολιτικό και κοινωνικό μωσαϊκό συνδεδεμένο από ένα σχέδιο, το οποίο, αν και δεν έχει ακόμα σταθερά οριοθετηθεί, αρχίζει να εκδηλώνει την εγγενή του οργανικότητα. Η οποία πιθανότατα οφείλεται ακριβώς στις απαντήσεις που διατύπωσαν οι κυβερνήσεις με σχεδόν μονοσήμαντο-πανομοιότυπο τρόπο.

Σε όλες τις περιπτώσεις οι διαμαρτυρίες προκύπτουν από μια γενικότερη κακουχία-δυσφορία που έχει τις ρίζες της σε έναν τρόπο παραγωγής στον οποίο η συσσώρευση νεκρής εργασίας που μετασχηματίζεται σε αξία-χρήμα καταπνίγει τη ζωή και τη ζωντανή εργασία του είδους, τόσο στο απλά σωματικό επίπεδο όσο και σε εκείνο το ψυχικό.
Στο όνομα ενός όλο και πιο εφήμερου κέρδους, ειδικά εάν παρατηρήσουμε ότι πλέον ένα 20% των συνολικών Κρατικών τίτλων-ομολόγων και τουλάχιστον το 40% του κινδύνου αθέτησης των εταιρικών χρεών που φυλάσσονται στα χρηματοκιβώτια των οκτώ κυριότερων παγκόσμιων οικονομιών συνίσταται σήμερα σε τίτλους αρνητικού επιτοκίου (qui).

Οι διαφορές που χαρακτηρίζουν όλα τα κινήματα που αναφέρθηκαν παραπάνω μπορούν να κρύψουν μόνο σε ένα σβησμένο μάτι ή τυφλωμένο από την ιδεολογία το γεγονός ότι οι ίδιες προέρχονται όλες από την ανάγκη να διακόψουν μια σχέση υποβολής στην οποία, όπως δήλωνε ένα επιτυχημένο σύνθημα πριν από μερικά χρόνια, Είμαστε το 99% !, η πλειοψηφία της ανθρωπότητας (γυναίκες, εργαζόμενοι μισθωτοί, άνεργοι, νέοι που δεν έχουν μέλλον τόσο από κλιματική και οικονομική άποψη, μεσαίες τάξεις κατεστραμμένες, αυτόχθονοι πληθυσμοί και μικροί αγρότες) αναγκάζεται να μειώσει όλο και περισσότερο τις ελάχιστες απαιτήσεις τους- ανάγκες για την αναζωογόνηση ενός κέρδους που συσσωρεύεται σχεδόν αποκλειστικά στα χέρια μιας όλο και πιο περιορισμένης ομάδας επενδυτών και πολυεθνικών και υπερεθνικών εταιρειών. Ή ιμπεριαλισμών, παλιών και νέων, που βλέπουν όλο και περισσότερο να μειώνονται οι χώροι για την οικονομική και εξωρυκτική τους επέκταση, αν όχι με κίνδυνο νέων και ολοένα και πιο καταστροφικών πολέμων.

Από τους κούρδους της Ροζάβα που δεν θέλουν να βλέπουν κατεστραμμένο το πείραμα αυτοκυβέρνησης τους που έθεσε στο επίκεντρο κάθε πολιτικής και στρατιωτικής πρωτοβουλίας το ζήτημα των γυναικών, του περιβάλλοντος και των νέων μορφών δημοκρατίας που δεν βασίζονται στο Κράτος και την εθνικότητα, στους νέους και τους εξεγερμένους όλων των ειδών και ηλικιών στο Χονγκ Κονγκ, που έχουν πληγεί από μια καταστροφική οικονομική κατάσταση για την πλειοψηφία των κατοίκων της πρώην βρετανικής αποικίας 1, από τα εκατομμύρια των Καταλανών που κατέβηκαν στη πλατεία για τις σκληρές ποινές που επιβλήθηκαν στους πρωτεργάτες του δημοψηφίσματος ανεξαρτησίας του 2017 και για να επιβεβαιώσουν την επιθυμία τους για δημοκρατική ανεξαρτησία και οργάνωση ενάντια σε ένα Κράτος που εξακολουθεί να θεμελιώνει τις ρίζες του στον φρανκικό φασισμό και σε μια μοναρχία πλέον έξω από την Ιστορία, στους ιρακινούς νέους που κατέβηκαν στους δρόμους ενάντια στην αύξηση του κόστους ζωής και την έλλειψη εργασίας ή άλλων πηγών εισοδήματος. στους αυτόχθονες πληθυσμούς του Αμαζονίου στο Εκουαδόρ και τη Βραζιλία μέχρι την κοινωνική έκρηξη του Σαντιάγκο της Χιλής, μέχρι ακόμη τις περιβαλλοντικές και εδαφικές διαμαρτυρίες κινημάτων όπως τα ιταλικά NoTav και NoTap, φαίνεται ότι ένα μοναδικό ουρλιαχτό εξέγερσης ανεβαίνει από τον πλανήτη και μας καλεί να τελειώνουμε με ένα σύστημα εκμετάλλευσης της ζωής, της δικής μας και των άλλων ειδών, τώρα πλέον αφόρητη.

Ο κατάλογος των διαμαρτυριών και των αγώνων θα μπορούσε να συνεχιστεί επί μακρόν, καθώς και εκείνος των μορφών οργάνωσης και των άμεσων αιτημάτων που θέτουν στον αγωνιστικό χώρο οι εξεγερμένοι παντού, αλλά αυτό που πρέπει να τονιστεί εδώ είναι το γεγονός ότι όλοι αυτοί οι αγώνες βρίσκονται μπροστά σε όλο και πιο περιορισμένο περιθώριο ελιγμών και θεσμικών διαπραγματεύσεων, για να είμαι ειλικρινής σχεδόν μηδενικό.
Από τα τεθωρακισμένα που κατεβάζει ο Ερντογάν στο έδαφος της βορειοανατολικής κουρδικής Συρίας, καθώς και του Pinera στη Χιλή, στα περιφρονητικά λόγια του αντιπροσώπου του Σοσιαλιστικού Ισπανικού Εργατικού Κόμματος (PSOE), Pedro Sánchez Pérez-Castejón, κατά των αγωνιστών της ανεξαρτησίας που καταδικάστηκαν στην Ισπανία. από τα τανκς και τα στρατεύματα που μαζεύονται απειλητικά από την κινεζική κυβέρνηση στα σύνορα με το Χονγκ Κονγκ μέχρι την οριστική καταδίκη για τους αγωνιστές NoTav που κατηγορούνται για την παρεμπόδιση ενός διοδίου δρόμου το 2012 ή μέχρι τις δεκάδες καταγγελίες για τους στρατευμένους του κινήματος NoTap για απολύτως γελοίες πράξεις, η απάντηση των κυβερνήσεων δεν είναι άλλη από εκείνη που συνδέεται με τον εκφοβισμό, την καταστολή και την φίμωση, αν όχι τη σφαγή, των κινημάτων και των αγωνιστών που συμμετέχουν σε αυτούς.

Φίμωση και καταστολή που χρησιμοποιούν, ανάλογα με την περίσταση, όπλα, υποκριτικές εκκλήσεις για το μοίρασμα κοινών στόχων (όπως η Πράσινη Νέα Συμφωνία-Green New Deal ή η συλλογή ηλεκτρονικών υπογραφών υπέρ των Κούρδων από πλευράς χαρακτήρων όπως ο Roberto Saviano και ο Enrico Mentana) ενώ η αστυνομία καταστέλλει τις διαδηλώσεις στους δρόμους υπέρ της Rojava (όπως στη Φλωρεντία), η εισαγγελία διερευνά εκείνους που πήγαν να πολεμήσουν για αυτή την υπόθεση (όπως στο Τορίνο) και μαυρίζουν τα προφίλ Fb των εφημερίδων που είναι περισσότερο στρατευμένες στην υπεράσπιση της Rojava, μαζί με εκείνα τα ατομικά αγωνιστών που δραστηριοποιούνται περισσότερο στη διάδοση στο διαδίκτυο πρωτοβουλιών και μηνυμάτων προς αυτή την κατεύθυνση (όπως στη Μπρέσια, αλλά όχι μόνο).

Όλα αυτά φαίνεται να έχουν προκαλέσει την απώλεια της πυξίδας ακόμα και σε πολλούς από αυτούς που θα έπρεπε να έχουν λάβει μια μονοσήμαντη και υποστηρικτική θέση υπέρ όλων αυτών των κινημάτων, ανεξάρτητα από αυτό που δηλώνεται σε πρώτη φάση στα λόγια των οργανώσεών τους ή των εκπροσώπων τους.
Ξεχνώντας το μάθημα του Karl Marx και του Διεθνούς Συνδέσμου των εργαζομένων του 1864, πολλοί άρχισαν να αναρωτιούνται για την εγκυρότητα ή όχι των μεμονωμένων στόχων ή για την υποστήριξη που θα μπορούσαν να λάβουν τέτοια κινήματα από άλλες δυνάμεις, διασφαλίζοντας η κουλτούρα της υποψίας σταλινικής προέλευσης να επιστρέψει με τη μορφή φαινομενικά επιστημονικής γεωπολιτικής ή πολιτικής ανάλυσης, αλλά στην πραγματικότητα μοναχά κοντινής στην ηττοπάθεια.

Τέλος πάντων, μερικοί προσποιούμενοι πως αντιπροσωπεύουν μια αυθεντική μαρξιστική ορθοδοξία κατέληξαν να προδίδουν το πνεύμα που χαρακτήριζε πάντα τη δράση και τον στοχασμό του Moro di Treviri, που πάντα και αποκλειστικά αποσκοπούσε στην εξεύρεση και καταδίκη των ζωτικών γαγγλίων του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής από μια πλευρά, και να προσδιορίσει τους πραγματικούς ανταγωνιστές του μαζί με τους αγώνες που προορίζονται να τον ξεπεράσουν, από την άλλη.

Είναι αλήθεια ότι σήμερα η έκκληση προς την ενότητα δεν μπορεί πλέον να περάσει μόνο μέσω αυτής που απευθύνεται στην εργατική τάξη, αλλά είναι επίσης αλήθεια ότι η έκκληση του 1864 τελείωνε με εκείνο το προλετάριοι όλου του κόσμου ενωθείτε! που ξεπερνούσε το στενό όριο των απλών μισθωτών για να απευθυνθεί σε όλους τους απαλλοτριωμένους της Ευρώπης και ολόκληρου του κόσμου. Σε εκείνο το απέραντο προλεταριάτο στο οποίο, οι διαδικασίες απαλλοτρίωσης και εξαθλίωσης της πλειοψηφίας του πληθυσμού, κατακλύζουν τόσο τα εκατομμύρια προσφύγων και εκτοπισμένων που μεταναστεύουν από τη μία άκρη του πλανήτη στην άλλη, αναζητώντας μια υπαρξιακή και οικονομική ασφάλεια που καμία κυβέρνηση σκοπεύει πραγματικά να τους εγγυηθεί, καθώς και οι φοβισμένες μεσαίες τάξεις της Δύσης, όπου στο σύνθημα των gilets jaunes, Τέλος του κόσμου – τέλος του μήνα ίδιο πράγμα, μπορούν να αναγνωρίσουν μια τέλεια σύνθεση της κατάστασής τους.

Μια γιγαντιαία ανασύνθεση της τάξης στην οποία, σήμερα και πάνω απ ‘όλα στη δυτική πλευρά του πλανήτη, προλεταριάτο και περιθωριακό προλεταριάτο, υποπρολεταριάτο και μισθωτοί εργαζόμενοι συγχωνεύονται συνεχώς χάρη στη διάχυση της επισφαλούς εργασίας, των γραφείων ευρέσεως εργασίας και, κυρίως, της εξαφάνισης οποιαδήποτε εγγύησης της και στον χώρο εργασίας. Η μη κατανόηση αυτού του γεγονότος θα σήμαινε τη μείωση της «εργατικής τάξης» σε ένα απλό φετίχ να ανεμίζουμε με την ευκαιρία των εορτασμών της 1ης μαΐου, καθιστώντας την πέρα από αυτό δούλη σε ένα labourist όραμα που θα την υποβάθμιζε να είναι ένα απλό παράρτημα της παραγωγικής μηχανής πλέον χωρίς καμία πραγματική ταξική αυτονομία.

Ο Μαρξ επίσης κατανοούσε σαφώς ότι «Με τη συνεχή μείωση του αριθμού των μεγιστάνων του κεφαλαίου […] αυξάνεται η μάζα της δυστυχίας-μιζέριας, της πίεσης, της υποδούλωσης, του εκφυλισμού, αλλά αυξάνεται και η εξέγερση”.2 Επιβεβαίωση στην οποία πρέπει να προστεθεί αυτή του Φρίντριχ Ένγκελς, όπου έγραφε: «Ο καπιταλιστικός τρόπος παραγωγής, μετατρέποντας τη μεγάλη πλειοψηφία του πληθυσμού σε προλετάριους σε όλο και μεγαλύτερο βαθμό, δημιουργεί τη δύναμη η οποία, ποινή ο θάνατος, αναγκάζεται να πραγματοποιήσει αυτή την αναταραχή-αναστάτωση, την αλλαγή.”3

Πιθανότατα όχι όλοι όσοι βγαίνουν στους δρόμους της Καταλονίας μοιράζονται τους ίδιους στόχους (μεταξύ της ανεξαρτησίας του Carles Puigdemont i Casamajó και της ανεξαρτησίας των CDR, των επιτροπών υπεράσπισης της δημοκρατίας, ή των επιτροπών γειτονιάς τρέχουν διαφορετικά μήκη απόστασης από άποψη στόχων και μεθόδων αγώνα και οργάνωσης από κάτω), έτσι όπως στο Χονγκ Κονγκ τα συμφέροντα που εμπλέκονται στις αναταραχές μπορούν να είναι τόσα όσα τα υπάρχοντα μεταξύ των κυβερνήσεων που εν μέρει υποστήριξαν, και μετά πρόδωσαν, τους κούρδους της Ροζάβα στον αγώνα τους, που εξαναγκάστηκαν από την αναγκαιότητα της επιβίωσης, ενάντια στο Isis, αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι δεν είναι απολύτως απαραίτητο να στηρίξουμε και να μοιραστούμε όλους αυτούς τους αγώνες, στο όνομα μιας κοινής και απαραίτητης υπερνίκησης όχι μόνο των αδικιών που καταναλώνονται σε πλανητικό επίπεδο, αλλά και του κοινωνικού μοντέλου και του τρόπου παραγωγής που τους καθιστά εύλογους.

Τέλος είναι απαραίτητο να αναλογιστεί κανείς ότι πολλά κινήματα ανεξαρτησίας γεννιούνται ακριβώς από την κρίση των εθνικών κρατών, τα οποία τώρα πλέον έχουν υπερβολικά μειωθεί σε μια απλή κατασταλτική λειτουργία, και ανεπαρκή, ή μηδενική, αυτονομία λήψης αποφάσεων των κυβερνήσεών τους. Χωρίς τέτοιες εκτιμήσεις, οι οποίες θα πρέπει σίγουρα να μελετηθούν σε βάθος, δεν είναι όμως δυνατόν ούτε να κατανοήσουμε την όλο και πιο ολοφάνερη ασημαντότητα των κυβερνώντων και των κομμάτων τους: από τον Di Maio έως τον Trump, περνώντας από το Salvini, το PD, τον Boris Johnson και όλες αυτές τις δυνάμεις που, από καιρό σε καιρό, κυριαρχιστικές, λαϊκιστικές, δημοκρατικές ή φιλελεύθερες, δεν μπορούν να κάνουν τίποτα άλλο παρά να ζεσταίνουν ξανά την ίδια παλιά σούπα και να οδηγούν το ίδιο αρπακτικό καταπιεστικό και κατασταλτικό έργο-σχέδιο.

Ξανά στη δεκαετία των χρόνων Εξήντα του ‘800, ο Μαρξ καλούσε τους άγγλους εργάτες, οι οποίοι αντιτίθενται στον εικαζόμενο ανταγωνισμό εργασίας των ιρλανδών μεταναστών εργαζομένων, να υπερασπίζονται αυτούς τους πιο αδύναμους και λιγότερο εξασφαλισμένους εργαζόμενους αντί να τους πολεμούν, επειδή αυτοί που δεν μπορούν να υπερασπιστούν τα δικαιώματα των άλλων, δεν ξέρουν να το κάνουν ούτε με τα δικά τους. Όλα αυτά εξακολουθούν να ισχύουν, και ίσως ακόμη περισσότερο, για εμάς σήμερα. Αλίμονο να προδώσουμε την εντολή του.

Και διότι σήμερα, σε διεθνές επίπεδο, έγινε απαραίτητο να μιλήσουμε για εμφύλιο πόλεμο, αφού ο απώτερος στόχος αυτής της παγκόσμιας σύγκρουσης θα μπορέσει να ολοκληρωθεί όχι τόσο και μόνο με τη νίκη ενός από τους δύο κύριους παίκτες (εργάτες και αστούς για να απλοποιήσουμε σύμφωνα με έναν κακά χωνεμένο μαρξισμό] αλλά, μάλλον, με την άρνηση και των δυο μέσω μιας άρνησης και μιας υπερνίκησης του σημερινού τρόπου παραγωγής, και μέσω της άμεσης καταστροφής του εθνικού Κράτους, όπως ακριβώς είχε δηλώσει ο Μαρξ μετά την εμπειρία της Κομμούνας του Παρισιού. Εμφύλιο πόλεμο για τον οποίο, μεταξύ άλλων, οι πιο άγριοι υπερασπιστές της υπάρχουσας α/ταξίας δεν διστάζουν πλέον να μιλήσουν ανοιχτά, όπως έκανε ο πρόεδρος της Χιλής Pinera τις ημέρες αυτές (qui).

Φυλακή, στρατόπεδο συγκέντρωσης, θάνατος, βασανιστήρια και βία δεν υπήρξαν κατασταλτικά εργαλεία τυπικά μόνο του παρελθόντος και των ολοκληρωτικών καθεστώτων, αλλά όλο και περισσότερο θα βρίσκονται στο παρόν, σε κάθε γωνιά της Ευρώπης και του κόσμου. Miseria y repression-μιζέρια και καταστολή όπως γράφτηκε σε ένα πανό των χιλιανών διαδηλωτών. Όμως όλο αυτό δεν αποτελεί μόνο μια προσωρινή απόκλιση από την καθημερινή πολιτική και δημοκρατική κανονικότητα, όπως όλα τα μέσα μαζικής ενημέρωσης θα ήθελαν ξανά να μας κάνουν να πιστέψουμε. μάλλον θα πρέπει να αναγνωρίζεται δεόντως και να ονομάζεται με το καταλληλότερο όνομα: εμφύλιος πόλεμος, ανοιχτός ή έρπων κι αν είναι 4, που αναγγέλλεται από τις κυβερνήσεις και τις ελίτ της παγκόσμιας οικονομίας στο όνομα των «ιερών δικαιωμάτων» του κέρδους και της εκμετάλλευσης. Αλλά που θα πρέπει να αντιστραφεί στο αντίθετό του.

Ένας βίαιος και καθόλου υπόγειος εμφύλιος πόλεμος που έχει ανοίξει μεταξύ εκμεταλλευτών, τόσο του ανθρώπινου είδους όσο και του περιβάλλοντος, και εκμεταλλευόμενων που θα επιλυθεί μόνο με τον επαναπροσδιορισμό των κοινωνικών μορφών διακυβέρνησης και παραγωγής. Μορφές που δεν μπορούν ακόμη να δοθούν πλήρως, αλλά που θα μπορούσαν να γίνουν κατά τη διάρκεια των γεγονότων ή να οριστούν πλήρως μόνο στο τέλος τους. είναι βέβαιο ότι πρέπει, με εξυπνάδα και σαφήνεια της σκέψης, να συνειδητοποιήσουμε ότι από την Κομμούνα κι εμπρός όλοι οι αγώνες έως τους σημερινούς, αποτελούν μέρος ενός μακρού, ίσως πολύ μακρού, εμφυλίου πολέμου (όχι μόνο ταξικού, μιας και οι παίκτες συχνά υπήρξαν πιο πολυάριθμοι των δύο τάξεων που αγιοποιήθηκαν από την ιδεολογία) που προορίζεται να επαναπροσδιορίσει τα όρια του μέλλοντος του είδους μας. Μια σύγκρουση, αυτή που ζούμε, που μόνο από το μέλλον, μπορεί να αντλήσει την έμπνευση και τα σωστά κίνητρα, από το μέλλον που εννοείται ως άρνηση των παρόντων και περασμένων-πεπερασμένων κοινωνικών σχέσεων παραγωγής.

Αφήνοντας στους σημερινούς διαχειριστές της τρέχουσας παγκόσμιας αυτοκρατορικής α/ταξίας τον ρόλο που ήδη ανήκε στις χειρότερες συντηρητικές, φιλελεύθερες, φασιστικές ή ψευδώς σοσιαλιστικές κι αν ήταν δυνάμεις του παρελθόντος. Ήτοι, να αρνούνται, με οποιοδήποτε μέσο, ένα διαφορετικό και εφικτό μέλλον έτσι ώστε αυτή να μπορέσει που μπορεί ακόμη να εμποδίσει οποιαδήποτε ενέργεια αλλαγής του παρόντος.

***

N.B.

Με την ευκαιρία της εκδήλωσης Λόγος-Γιορτή της Λέξης Logos-Festa della Parola που θα λάβει χώρα στη Roma από 23 έως 27 οκτωβρίου στο κοινωνικό κέντρο CSOA EX SNIA θα διεξαχθούν συναντήσεις, συζητήσεις και παρουσιάσεις βιβλίων άμεσα συνδεδεμένων με μερικά θέματα που αντιμετωπίστηκαν εδώ, το πρόγραμμα (qui il programma).


  1. Si veda H. Dieter, Poveri e senza casa: le radici sociali della protesta in Hong Kong: una Cina in Bilico, Limes n° 9/2019, pp. 117-120  
  2. K. Marx, Il capitale, Libro primo,cit. in A.Heller, La teoria dei bisogni in Marx, Feltrinelli 1974, p. 87  
  3. F. Engels, Antidühring, in A. Heller, op. cit. p. 87  
  4. cfr. https://www.carmillaonline.com/2019/03/07/tre-secoli-di-guerra-civile/  
βασανιστήρια, tortura

[Θεσσαλονίκη] Παρέμβαση στο δελτίο ειδήσεων της ΕΡΤ3


Σήμερα πραγματοποιήθηκε παρέμβαση στο δελτίο ειδήσεων του ραδιοφώνου της ΕΡΤ3, ως ένδειξη αλληλεγγύης στον απεργό πείνας Δ. Κουφοντίνα. Πετάχτηκαν τρικάκια και διάβαστηκε το παρακάτω κείμενο:

ΝΙΚΗ ΣΤΟΝ ΑΓΩΝΑ ΤΟΥ ΕΠΑΝΑΣΤΑΤΗ ΔΗΜΗΤΡΗ ΚΟΥΦΟΝΤΙΝΑ που βρίσκεται σε απεργία πείνας από 2/5, με αίτημα του τη χορήγηση της έβδομης τακτικής άδειας του.

Στις 27 Φεβρουαρίου το συμβούλιο πλημμελειοδικών Βόλου μετά την αρχική απόρριψη από τον εισαγγελέα της φυλακής, απέρριψε το αίτημα για τη χορήγηση της έβδομης τακτικής άδειας του Δ. Κουφοντίνα (να σημειωθεί εδώ, ότι δικαιούνταν άδεια από το 2010, παρόλα αυτά τα αιτήματα του είχαν απορριφθεί μέχρι και το καλοκαίρι του 2018, οπού και έκανε απεργία πείνας για να καταφέρει να πάρει κάποιες ολιγοήμερες άδειες) .

Η εκδικητική ‘μανία’, με την οποία το κράτος μεταχειρίζεται τόσα χρόνια τον επαναστάτη, είναι αποτέλσμα τόσο της δράσης του ως μέλος της επαναστατικής οργάνωσης 17 Νοέμβρη, αλλά κυρίως λόγω των επιλογών του ολά αυτά τα χρόνια που βρίσκεται αιχμάλωτος στα χέρια του κράτους ( ανάληψη ευθύνης για την συμμετοχή, άρνηση δήλωσης μετάνοιας, συμμετοχή στους αγώνες που διεξήχθησαν μέσα στη φυλακή). Με την στάση του αυτή, καταδυκνύει πως ο εγκλεισμός, η απομόνωση, η λάσπη του δημοσιογραφικού οχετού, το καθεστώς εξαίρεσης και καθετί που μπορεί να εφευρεθεί και να χρησιμοποιηθεί από την εξουσία δεν είναι αρκετό να λυγίσει έναν επαναστάτη.

Η ένοπλη αντιπαράθεση με την κυριαρχία αποτελεί ακόμα ένα μέσο του αναρχικού αγώνα για την καταστροφή της, καταδεικνύοντας την τρωτότητα της και μεταφέροντας το φόβο στο στρατόπεδο του εχθρού. Εμείς από την πλευρά μας, στεκόμαστε αλληλέγγυοι με τον αντάρτη πόλης Δημήτρη Κουφοντίνα, ανεξαρτήτως επιμέρους διαφορετικών ιδεολογικών προσεγγίσεων, αντιλαμβανόμενοι ότι αυτά που μας ενώνουν είναι πολλά παραπάνω από αυτά που μας χωρίζουν.

ΔΥΝΑΜΗ ΣΤΟΝ ΕΠΑΝΑΣΤΑΤΗ ΔΗΜΗΤΡΗ ΚΟΥΦΟΝΤΙΝΑ ΛΕΥΤΕΡΙΑ ΣΕ ΟΣΟΥΣ ΕΙΝΑΙ ΣΤΑ ΚΕΛΙΑ ΜΕΧΡΙ ΤΟ ΓΚΡΕΜΙΣΜΑ ΤΗΣ ΤΕΛΕΥΤΑΙΑΣ ΦΥΛΑΚΗΣ

ΠΟΡΕΙΑ ΣΗΜΕΡΑ ΣΤΙΣ 19:00 ΚΑΜΑΡΑ

Συνέλευση Αναρχικών Ενάντια στην Κοινωνική Μηχανή, σύντροφοι/ισσες

sakm@riseup.net

saekm.espivblogs.net

https://athens.indymedia.org/post/1597947/

Συγκεντρωτικό δράσεων αλληλεγγύης στο Δ. Κουφοντίνα

προσθέστε, συμπληρώστε, διορθώστε

Αλληλεγγύη


  • 04/05 Παρέμβαση και άνοιγμα των μπαρών στο μετρό συντάγματος, Αθήνα
  • 06/05 Ανάρτηση πανό, Ελευσίνα
  • 06/05 Παρέμβασεις στο δημαρχείο και το νοσοκομείο Βόλου, Βόλος
  • 07/05 Παρεμβάσεις στα εκλογικά κέντρα του Σύριζα και της Νέας Δημοκρατίας, Θεσσαλονίκη
  • 07/05 Επίθεση στο Α.Τ Εξαρχείων, Αθήνα
  • 07/05 Πορεία στο κέντρο της Αθήνας, Αθήνα
  • 08/05 Παρέμβαση με βάψιμο συνθημάτων στο γεωπονικό, Αθήνα
  • 08/05 Παρέμβαση στα λεωφορεία Α2, 040, 550 με βάψιμο συνθημάτων και τρικάκια, Αθήνα
  • 08/05 Παρέμβαση στην ομιλία Παπαδημούλη, Κούλογλου στο Αιγάλεω, Αθήνα
  • 08/05 Επίθεση στα τοπικά γραφεία της Ν.Δ στο Ρέντη και του ΣΥΡΙΖΑ στην Παλιά Κοκκινιά, Αθήνα
  • 09/05 Ανάρτηση πανό στην ΑΣΟΕΕ, Αθήνα
  • 09/05 Ανάρτηση πανό, Λάρισα
  • 09/05 Αναγραφή συνθημάτων σε Μελλίσια και Βρηλλίσια, Αθήνα
  • 09/05 Παρέμβαση στο Ελληνο-Αμερικανικό εμπορικό επιμελητήριο, Θεσσαλονίκη
  • 10/05 Παρέμβαση στον ιατρικό σύλλογο, Θεσσαλονίκη
  • 10/05 Κατάληψη στα γραφεία της Αυγής, Αθήνα
  • 10/05 Ανάρτηση πανό στο ΠΑ.ΠΕΙ, Πειραίας
  • 10/05 Αναγραφή συνθημάτων και ανάρτηση πανό, Ελευσίνα
  • 10/05 Νυχτερινή παρέμβαση στο νοσοκομείο Βόλου, Βόλος
  • 10/05 Ανάρτηση πανό, Πάτρα
  • 10 -11 -12/05 Επιθέσεις και σπάσιμο γραφείων του ΣΥΡΙΖΑ σε Ίλιον, Περιστέρι και Πετρούπολη, Αθήνα
  • 11/05 Αναγραφή συνθημάτων σε Ζωγράφου και Ηλίσια, Αθήνα
  • 11/05 Παρέμβαση στη ΔΕΘ, Θεσσαλονίκη
  • 11/05 Ανάρτηση πανό, Αγρίνιο
  • 11/05 Μικροφωνική παρέμβαση για τις άδειες του Δ.Κουφοντίνα ,κινητή βιβλιοθήκη και αναρτήσεις πανό, Καρδίτσα
  • 11/05 Παρέμβαση σε εκδήλωση του ΣΥΡΙΖΑ, Θεσσαλονίκη
  • 12/05 Επίθεση στα κεντρικά γραφεία του ΣΥΡΙΖΑ, Αθήνα
  • 12/05 Παρέμβαση στο μουσείο της Ακρόπολης, Αθήνα
  • 13/05 Ανάρτηση πανό, Σάμος
  • 13/05 Ανάρτηση πανό, Αργυρούπολη, Αθήνα
  • 13/05 Εμπρησμός ΑΤΜ, Πετράλωνα, Αθήνα
  • 13/05 Επίθεση σε γραφεία της ΝΔ στην Φανερωμένη και του ΣΥΡΙΖΑ σε Καλαμαριά και Ξηροκρήνη, Θεσσαλονίκη
  • 13/05 Εμπρησμός του αυτοκινήτου της Μίνας Καραμήτρου, Αθήνα
  • 13/05 Επίθεση στο Α.Τ Καισαριανής, Αθήνα
  • 14/05 Πορεία στο κέντρο της Αθήνας, Αθήνα
  • 14/05 Ανάρτηση πανό, Ζωγράφου, Αθήνα
  • 14/05 Ανάρτηση πανό, Κέρκυρα
  • 15/05 Ανάρτηση πανό και μοίρασμα, Ναύπλιο
  • 15/05 Παρέμβαση στη ομιλία Μειμαράκη, Θεσσαλονίκη
  • 15/05 Επίθεση με μπογιές στο σπίτι του Αμερικανού πρέσβη, Αθήνα
  • 15/05 Eπίθεση σε προεκλογική συγκέντρωση της Ν.Δ, Αθήνα
  • 15/05 Ανάρτηση πανό στα δικαστήρια, Άργος
  • 15/05 Παρέμβαση στο δελτίο ειδήσεων της ΕΡΤ3, Θεσσαλονίκη
  • 15/05 Παρέμβαση στο νοσοκομείο Βόλου, Βόλος

Συγκέντρωση αλληλεγγύης στον απεργό πείνας Δημήτρη Κουφοντίνα

Πέμπτη 16/5, στις 7μμ, στο δημαρχείο Ρεθύμνου

https://athens.indymedia.org/post/1597944/

από Κομμουνιστής 17/05/2019 8:39 πμ.


Επίσης

Πέμπτη 9/5 καταδρομική σε εμπορικά και τράπεζες σε βουκουρεστίου, βαλαωρίτου, αμερικής

14/5 Μπογίες στα γραφεία της ΝΔ Νέας Φιλαδέλφειας

από Α 17/05/2019 9:40 πμ.


Πορεία αλληλεγγύης στον απεργό πείνας Δ. Κουφοντίνα  στη Θεσσαλονίκη την Πέμπτη 16/5

https://athens.indymedia.org/post/1597955/

ιστορία, storia

«Ήταν κάτι θαυμάσιο!» 45 χρόνια από την πορτογαλική επανάσταση

του Luca Cangianti

Μια επανάσταση μπορεί να ξεκινήσει με ένα τραγούδι. Στις 25 απριλίου 1974, είκοσι λεπτά μετά τα μεσάνυχτα, ο Teodomiro Leite de Vasconcelos μεταδίδει στο Radio Renascença το τραγούδι Grândola Vila Morena του José Alfonso. Το Κίνημα των ενόπλων δυνάμεων, αποτελούμενο από προοδευτικούς στρατιωτικούς, παίρνει υπό την κατοχή του στρατηγικά σημεία, ζητά από τους πορτογάλους να παραμείνουν στο σπίτι και επαναλαμβάνει την πρόσκληση δέκα φορές. Ο λαός, ωστόσο, δεν θέλει να ακούσει τίποτα: εκείνο που θα έπρεπε να είναι ένα απλό πραξικόπημα για να τερματιστεί ένας δαπανηρός αποικιακός πόλεμος (40% των κρατικών δαπανών) και χωρίς ελπίδα νίκης, καθίσταται μια εντυπωσιακή επανάσταση που παρασέρνει τα πάντα.

Η μακρύτερη φασιστική δικτατορία διήρκεσε 48 χρόνια. Στα δεκατρία χρόνια των συγκρούσεων στις αποικίες δεν απέφυγε να χρησιμοποιήσει βασανιστήρια και βομβαρδισμούς με ναπάλμ στους τοπικούς πληθυσμούς. Τελικά κατέρρευσε μίζερα, χωρίς αντίσταση, ενώ ο λαός ξεχύνονταν στους δρόμους: οι άνθρωποι αγκάλιαζαν ο ένας τον άλλο, αντάλλασσαν φιλιά, έκλαιγαν από την χαρά, κάλυπταν τους στρατιώτες με κόκκινα και λευκά γαρίφαλα προσφέροντάς τους ζεστό ψωμί και σούπα. Οι πολιτικοί κρατούμενοι απελευθερώθηκαν, οι εργαζόμενοι στις τράπεζες οργανώθηκαν για να αποφύγουν την φυγή κεφαλαίων. Στη Λισαβόνα, την πρώτη εβδομάδα μετά τις 25 απριλίου καταλήφθηκαν 1.500 έως 2.000 λαϊκά σπίτια και η 1η μαΐου γιορτάζεται με μια εντυπωσιακή διαδήλωση μισού εκατομμυρίου ανθρώπων. Στα εργοστάσια δημιουργούνται οι επιτροπές των εργαζομένων που εκκαθαρίζουν τα φασιστικά στοιχεία, οργανώνουν απεργιακές κινητοποιήσεις με διεκδικήσεις και καταλαμβάνουν φρουρώντας τις εγκαταστάσεις έτσι ώστε να μην αφαιρεθούν τα μηχανήματα. Αργότερα άρχισαν να ασκούν μορφές εργατικού ελέγχου πάνω στην παραγωγή. Στις γειτονιές γεννιούνται οι επιτροπές των κατοίκων που διαχειρίζονται καταλήψεις, παιδικούς σταθμούς και κέντρα πολλαπλών χρήσεων στα οποία παρέχονται αμοιβαία και εθελοντικά όλες οι υπηρεσίες. Σε πολλές περιπτώσεις λαϊκά δικαστήρια οργανώνονται ως εγγυητές της δικαιοσύνης και ισονομίας των ενεργειών απαλλοτρίωσης. Τέλος επιτροπές των στρατιωτών με εκλεκτικά και ανακλητά αξιώματα προκύπτουν, όπως και σε όλες τις άλλες περιπτώσεις. Πρόκειται για ένα διακλαδισμένο κοινωνικό δίκτυο αυτόνομων από τα κόμματα οργανώσεων, και από το Συνδικάτο, που θυμίζουν τα ρωσικά σοβιέτ του 1905 και 1917, τα ιταλικά συμβούλια του 1919-20 και εκείνα τα χιλιανά του 1972-73. Πρόκειται για μια παράλληλη εξουσία που ασκεί την δημοκρατία της βάσης και ανταγωνίζεται με αυτήν του κράτους για 19 μήνες, δηλαδή μέχρι το πραξικόπημα της 25ης νοεμβρίου 1975 μετά το οποίο η πορτογαλική πολιτική κατάσταση στρέφεται πίσω στις γραμμές της κοινοβουλευτικής δημοκρατίας.

«Αν και υπήρχαν τα αμερικανικά πλοία μπροστά στην ακτή, κανείς δεν φοβόταν», θυμάται ο Rigel Polani που έφθασε στη Λισαβόνα με ένα Citroën Mehari και τέσσερις φίλους κατά τη διάρκεια της veraõ quente, του καυτού καλοκαιριού του 1975, δηλαδή την περίοδο της μέγιστης κοινωνικής σύγκρουσης. «Οι διαδηλώσεις συχνά δεν είχαν ένα πάλκο για τις παρεμβάσεις. Πορευόμασταν και φωνάζαμε συνθήματα σαν σε μια παράσταση στην οποία ήμασταν ηθοποιοί και θεατές ταυτόχρονα. Δεν θυμάμαι ποτέ να είδαμε την αστυνομία. Ήταν όλοι ευτυχισμένοι, όλοι συμμετείχαν, όλοι αφοσιωμένοι στην οικοδόμηση ενός καλύτερου κόσμου. Η αυτοδιαχειριζόμενη κοινωνία που ονειρευόμουν είχε υλοποιηθεί μπροστά στα μάτια μου». Στους δρόμους της Λισαβόνας άκουγες πολύ συχνά να μιλούν ιταλικά. Χιλιάδες και χιλιάδες νέοι αγωνιστές της επαναστατικής αριστεράς ξεκίνησαν από την Ιταλία. Διέσχισαν τη Γαλλία και την Ισπανία με αυτοκίνητο, με μοτοσικλέτα ή με τρένο για να φτάσουν στα δυτικά σύνορα της Ευρώπης: «Είχαμε πάει στην Πορτογαλία για να δούμε να αναδύεται ένας νέος κόσμος» γράφει ο Sandro Moiso στο Riti di passaggio, ενθυμούμενος το κλίμα της χαρούμενης συλλογικής μέθης: «Σε εκείνες τις μέρες και εκείνα τα χρόνια δεν αισθανθήκαμε ποτέ κουρασμένοι.»
Ο Rigel σταματά για λίγο, δεν είναι σίγουρος ότι εγώ μπορώ να καταλάβω εκείνη την εμπειρία χωρίς να την έχω ζήσει: «Θα σου δώσω ένα παράδειγμα. Μια φορά στο δρόμο συναντάμε νέους ανθρώπους σαν εμάς. Ήταν εργάτες και μας προσκάλεσαν να παρακολουθήσουμε μια συνέλευση στο εργοστάσιό τους. Συζητήσαμε πώς να διαχειριστούμε και να αναπτύξουμε την παραγωγή. Παρά τις γλωσσικές δυσκολίες καταφέραμε να αντιληφθούμε την έντονη αίσθηση επαγγελματικής εμπειρίας, δεξιότητας και πρακτικότητας. Ο λαός είχαν πάρει την κατοχή της ζωής του. Αποφάσιζε το πεπρωμένο του.»

Στην πραγματικότητα μέσα στην επανάσταση υπήρχε επίσης μια σκοτεινή πλευρά, ή ίσως «ενοχλητική»: η τραγωδία των δεκάδων χιλιάδων retornados, αυτών που επέστρεφαν από τις αποικίες με τα διάφορα ανακοινωθέντα ανεξαρτησίας. «Τα πορτογαλικά μαύρα πόδια, pieds noirs – ο Moiso θυμάται – κατέβηκαν στο πολεμικό μονοπάτι. Όπως και τα άγρια εξαγριωμένα παιδιά συνέρρεαν σε μια γη που ήταν ξένη σε αυτούς, συχνά χωρίς να έχουν καν γεννηθεί εκεί. Υπήρχε ο φόβος ταραχών όπως εκείνων που είχαν ήδη σημειωθεί στον Βορά. Μπροστά από το παλάτι του São Bento, έδρα του κοινοβουλίου, βρεθήκαμε λίγοι από εμάς με έναν στρατιωτικό απόσπασμα από τη μια πλευρά και εκατοντάδες διαδηλωτές εχθρικούς από την άλλη. Η αμηχανία ήταν διπλή για εμάς, γιατί από την άλλη πλευρά υπήρχε ένα πλήθος κατατρεγμένων.»
Η Erika Dellacasa τότε ήταν στα είκοσι ένα. Τον απρίλιο και τον μάιο του 1974 στάλθηκε στην Πορτογαλία εξ ονόματος της γενουατικής εφημερίδας «Il Lavoro»: «Υπήρχε μια ατμόσφαιρα μεγάλης ευφορίας που δεν σταματούσε ποτέ. Οι δρόμοι ήταν πάντα γεμάτοι. Υπήρχαν μεγάλες προσδοκίες για το μέλλον, μεγάλη ελπίδα για δικαιοσύνη και τεράστια επιθυμία για ελευθερία. Ήταν κάτι τόσο απτό που συγκινούσε. Δεν είναι ότι μιλούσαν πολύ, αγκάλιαζαν ο ένας τον άλλο και αντάλλασσαν μεγάλες χειραψίες. Δεν ήταν ασυνήθιστο για μερικούς ανθρώπους να κλαίνε. Την πρώτη νύχτα στη Λισαβόνα μου έκανε μεγάλη εντύπωση μια ομάδα τραβεστί εμφανώς μεθυσμένων που τραγουδούσαν και χόρευαν. Ένας έπεσε καταγής και τον βοήθησε να σηκωθεί ένας στρατιωτικός πολύ ευγενικά. Ήταν μια κάπως αταίριαστη σκηνή για το πώς ήταν γνωστή η Πορτογαλία εκείνα τα χρόνια: καταπιεσμένη και καταπιεστική. Ένιωθες έναν αέρα ελευθερίας, ελευθερία να κάνεις πράγματα απαγορευμένα ή αδιανόητα μέχρι πριν λίγες ημέρες. «Στη φασιστική Πορτογαλία το 68% των γυναικών ηλικίας μεταξύ 20 και 54 ετών ήταν νοικοκυρές και δεν επιτρέπονταν να εγκαταλείψουν τη χώρα χωρίς τη συγκατάθεση του συζύγου που είχε επίσης το δικαίωμα να ανοίγει την αλληλογραφία τους. Όπως συμβαίνει συχνά κατά τις επαναστάσεις, η κατάρρευση των παλαιών δομών εξουσίας οδήγησε στην έκρηξη του γυναικείου πρωταγωνισμού. Μετά τις 25 απριλίου ιδρύθηκαν διάφορες φεμινιστικές οργανώσεις και οι γυναίκες βρέθηκαν στην πρώτη γραμμή των καταλήψεων, στις πικετοφορίες και στους αγώνες ενάντια στην ακρίβεια.

Με το πραξικόπημα της 25ης απριλίου, η εθνική- λαϊκή Δράση, το μόνο κόμμα στην εξουσία, διαλύθηκε. Ο Marcelo Caetano, τελευταίος πρόεδρος του συμβουλίου του φασιστικού Estado Novo, συνελήφθη και εξορίστηκε στη Βραζιλία, η μυστική αστυνομία Pide / Dgs διαλύεται αφού όμως έχει προλάβει να δολοφονήσει τέσσερα άτομα που διαδήλωναν μπροστά από την έδρα της στην rua de António Maria Cardoso 22. Στο μέτωπο της αντιπολίτευσης, το σοσιαλιστικό Κόμμα μέχρι το 1974 δεν ήταν παρά ένας κύκλος διανοούμενων εξόριστων και το ίδιο ισχύει και για τους φιλελεύθερους του δημοκρατικού λαϊκού Κόμματος το οποίο παρουσιάζονταν ως σοσιαλδημοκρατικό (ένα όνομα που θα αναλάβει το 1976 παρά την κεντροδεξιά του τοποθέτηση) . Η κατάσταση του κομμουνιστικού Κόμματος της Πορτογαλίας ήταν διαφορετική, σκληρυμένου ύστερα από σχεδόν μισό αιώνα παρανομίας, με τρεις χιλιάδες στρατευμένους υπό τη δικτατορία και ισχυρές ρίζες στα εργοστάσια και στην ύπαιθρο. Τέλος στην πορτογαλική επανάσταση υπήρχαν περίπου εβδομήντα αριστερές ομάδες που κάλυπταν ολόκληρο το φάσμα των ετερόδοξων θέσεων, από τον γκεβαρισμό μέχρι τον τροτσκισμό περνώντας μέσα από διάφορες αποχρώσεις του μαοϊσμού. Ακόμη και μέσα στον τυπικό τους κατακερματισμό αυτοί οι σχηματισμοί έφτασαν στο σημείο να συγκεντρώσουν μια μαχητική δύναμη τριών χιλιάδων ατόμων με θέσεις πλειοψηφίας στα πανεπιστήμια και τις ακολουθούσαν όχι αμελητέες δυνάμεις σε πολλές εργατικές καταστάσεις. Σε αντίθεση με το φιλοσοβιετικό κομμουνιστικό Κόμμα, το οποίο, σύμφωνα με τις συμφωνίες της Γιάλτα και Πότσνταμ, έσπρωχνε προς ένα συμβιβασμό μεταξύ κεφαλαίου και εργασίας μέσα σε ένα δημοκρατικό-κοινοβουλευτικό πλαίσιο, η άκρα αριστερά προετοιμαζόταν για μια δεύτερη φάση της επανάστασης. Αυτή θα είχε οδηγήσει στη διάλυση της συστατικής Συνέλευσης που ψηφίστηκε στις 25 Απριλίου 1975, στην κατάργηση του καπιταλισμού και τη μετάβαση στη λαϊκή εξουσία αποτελούμενη από αυτόνομους οργανισμούς βάσης όπως ήταν οι επιτροπές εργαζομένων, κατοίκων και στρατιωτών. Σοσιαλιστές και κομμουνιστές επιτέθηκαν ενάντια στο κύμα των «αναρχικών» απεργιών που αναπτύχθηκαν το 1974-75 και ένας υπουργός του κπΚ έφτασε στο σημείο να οδηγήσει ακόμη και μια διαδήλωση «ενάντια στην απεργία για την απεργία» υπαινισσόμενος την παρουσία φασιστικών στοιχείων μεταξύ των γραμμών της εργαζομένων.

Ο ισχυρός κοινωνικός αναβρασμός και ο δυϊσμός της εξουσίας που διέσχιζε την πορτογαλική κοινωνία ήταν στη βάση της αστάθειας των έξι προσωρινών κυβερνήσεων που διαδέχτηκαν η μια την άλλη οδηγώντας τη χώρα, των ρωγμών μεταξύ σοσιαλιστών και κομμουνιστών, και των συγκρούσεων μεταξύ μετριοπαθών και επαναστατών μέσα στο Κίνημα των ενόπλων δυνάμεων. Παρά τη δύναμη, το ρίζωμα και την ευρύτατη διάδοση των οργανισμών αντιεξουσίας που διακλαδώθηκαν μέσα και στον ίδιο τον στρατό, δεν υπήρξε ένας επαρκής εθνικός συντονισμός ικανός να αντισταθεί στο αντεπαναστατικό πραξικόπημα του στρατηγού António Ramalho Eanes. Οι κομμουνιστές που με την προσωρινή κυβέρνηση no 5 του Vasco Gonçaves δέχτηκαν την υποστήριξη της άκρας αριστεράς αρνήθηκαν να αντιδράσουν, ενώ οι στρατιώτες της επαναστατικής πτέρυγας του στρατού, προσωποποιημένης από την ιστορική προσωπικότητα του Otelo Saraiva de Carvalho, συνελήφθησαν μαζικά
Σύμφωνα με την ιστορικό Raquel Varela, «η ισορροπία δυνάμεων μεταξύ των κοινωνικών τάξεων μέσα στην επανάσταση (που χαρακτηρίζεται από τη δύναμη των εργατικών τομέων και από την πολιτική και στρατιωτική αποδυνάμωση της πορτογαλικής αστικής τάξης) έθετε τις προϋποθέσεις για μια γενική απεργία … με εξεγερτικό χαρακτήρα. Ωστόσο, οι επιτροπές των εργαζομένων που διηύθυναν αυτές τις απεργίες δεν ήταν ποτέ ενοποιημένες σε ένα εθνικό όργανο διαφορετικό από το Συνδικάτο, το οποίο κατευθύνονταν κυρίως από φιλοκομουνιστικά στοιχεία που αντιτάσσονταν στις απεργίες.»1 Εκτός από την απροθυμία αμφισβήτησης των μεταπολεμικών συμφωνιών μεταξύ της καπιταλιστικής Δύσης και της Ανατολής του υπαρκτού σοσιαλισμού, η ηγεσία του Pcp-πκΚ ήταν στην πραγματικότητα σκεπτικιστική απέναντι στη δυνατότητα νίκης της λαϊκής εξουσίας διότι κατά την άποψή της στην Πορτογαλία ήταν κυρίαρχο το βάρος των μεσαίων τάξεων και της μικρής ιδιοκτησίας.

Η δύναμη της προηγούμενης επαναστατικής ώθησης ωστόσο ανάγκασε την αστική τάξη να δεχτεί πολλές εθνικοποιήσεις για να συγκρατήσει τις κοινωνικές συγκρούσεις και να σώσει το καπιταλιστικό κράτος από την κρίσιμη οικονομική συγκυρία μετά το πετρελαϊκό σοκ. Επίσης όσον αφορά τα εισοδήματα η σχέση μεταξύ των εκείνων που προέρχονταν από την εργασία (μισθοί και κοινωνικές παροχές) και αυτών που προέρχονταν από το κεφάλαιο (τόκοι, κέρδη και ενοίκια) πέρασε από το 50% του ΑΕΠ για καθένα από αυτά τα στοιχεία το 1973, σε μια σχέση του 70 και 30% το 1975.2 Δημιουργήθηκαν επίσης ινστιτούτα για την κοινωνική ασφάλιση, την παροχή βοήθειας, την αναπηρία, τη μητρότητα, την κοινωνική στέγαση και τα επιδόματα ανεργίας.
Με τον τρόπο αυτό πραγματοποιήθηκε ένας «σοσιαλδημοκρατικός συμβιβασμός» που θα επισημοποιηθεί στο Σύνταγμα του 1976 που καθιέρωσε την αμετάκλητη εθνικοποίηση, την δωρεάν εθνική υγειονομική υπηρεσία, τον στόχο της κοινωνικοποίησης των μέσων παραγωγής, την απόρριψη της αποικιοκρατίας και του ιμπεριαλισμού, το δικαίωμα αντίστασης. Ορισμένα από αυτά τα στοιχεία θα τροποποιηθούν κατά τη διάρκεια μεταγενέστερων συνταγματικών αναθεωρήσεων, αλλά ακόμη και σήμερα στο προοίμιο του πορτογαλικού θεμελιώδους νόμου διαβάζουμε ότι είναι βούληση του λαού «να ανοίξει ο δρόμος προς μια σοσιαλιστική κοινωνία».

Σε ένα ντοκιμαντέρ που γυρίστηκε στη Λισαβόνα τις ημέρες της επανάστασης, ο βραζιλιάνικος σκηνοθέτης Glauber Rocha παίρνει συνέντευξη από έναν άνδρα στη μέση ενός πλήθους ανθρώπων στην piazza del Rossio:

«Εσείς, Κύριε, είστε εργάτης ποιου είδους βιομηχανίας;»
«Αστικές κατασκευές.»
«Τι νομίζετε για αυτό που συμβαίνει στην Πορτογαλία;»
«Ήταν ένα θαυμάσιο πράγμα!»
«Ελπίζατε όλα αυτά ή ήταν μια έκπληξη;»
«Ήλπιζα αυτό εδώ και πολύ καιρό και μόνο τώρα συνέβη.»3

Εάν επισκέπτεστε τη Λισαβόνα μπορείτε να χρησιμοποιήσετε ως οδηγό για τις εξερευνήσεις σας το 25 de abril – Roteiro da revolução.4 Είναι ένας τόμος γεμάτος φωτογραφίες, τόπους και μαρτυρίες που θα σας βυθίσουν στη θάλασσα των γεγονότων και των συναισθημάτων εκείνων των ημερών. Στη συνέχεια πηγαίνετε σε ένα από τα τυπικά belvedere που ξεφυτρώνουν στους λόφους της πόλης. Κατά το ηλιοβασίλεμα κλείστε τα μάτια σας, αναγκάστε τον εαυτό σας να αγνοήσει τους τουρίστες, επικεντρωθείτε μόνο στις κραυγές των γλάρων και στον απέραντο ουρανό, χαραγμένο με τα ζεστά χρώματα της ημέρας που τελειώνει. Σήμερα, στη θλιβερή νεοφιλελεύθερη κόλαση της ευρωπαϊκής Ένωσης, εμείς είμαστε όπως ο εργάτης της Rossio πριν από τις 25 απριλίου. Η καθημερινή μελέτη και δράση πρέπει να θρέφουν την ελπίδα μας.

[Fotografie di Rigel Polani]


  1. Raquel Varela, Historia do Povo na Revolução portuguesa 1974-75, Bertrand, 2014, p. 136. È disponibile anche un’edizione in inglese: A People’s History of the Portuguese Revolution, Pluto Press, 2019. 
  2. Cfr. ivi, p. 487. 
  3. Ivi, p. 54. Il documentario è As armas e o Povo
  4. José Mateus, Raquel Varela, Susana Gaudêncio, 25 de abril – Roteiro da revolução, Parsifal, 2017. 
αυτονομία, autonomia

Εξέγερση

«η ιστορία των χρόνων ’70»

«Αυτή είναι μια ιστορία των χρόνων του ’70.
Τότε υπήρχε ένα κίνημα από γυναίκες και άνδρες που πίστευαν ότι θα άλλαζαν τον κόσμο. Ριζικά. Με μια επανάσταση.
Εκείνες οι γυναίκες και οι άνδρες σκέφτονταν ότι να τον αλλάξουν μπορούσε να είναι και διασκεδαστικό. Μάλλον ή ήταν διασκεδαστικό ή δεν άξιζε τον κόπο. Όλα και αμέσως. Δεν ήθελαν να αναβάλουν τίποτα για αργότερα.
Το πιο ριζοσπαστικό μέρος αυτού του κινήματος ήταν οι αυτόνομοι.
Στη συνέχεια εκείνο το κίνημα πιάστηκε σε μια τανάλια και συνεθλίβη. Πολλοί σταμάτησαν ή τους σταμάτησαν. Πολλοί από το κίνημα μετακινήθηκαν στους ένοπλους σχηματισμούς. Πολλοί σκέφτηκαν ότι η μόνη δικαιοσύνη ήταν η προλεταριακή. Κάποιοι, όχι λίγοι, μετάνιωσαν, μεταμελήθηκαν, δηλαδή έγιναν καταδότες.
Είναι λοιπόν και μια φοβερή ιστορία. Είναι μια ιστορία φτιαγμένη από ζωντανούς, νεκρούς και σκοτωμένους. Είναι μια οδυνηρή ιστορία για τον πόνο που προκάλεσε και υπέφερε.
Είναι μια ιστορία που μιλά για τους νέους. Εγώ είμαι ένας άνθρωπος που βαδίζει προς τα εξήντα. Αλλά βλέπω τον εαυτό μου νεαρό και σκέφτομαι: μας έκαναν να πληρώσουμε αλλά το διασκεδάσαμε πολύ.
Αυτή την ιστορία άρχισα να την γράφω στην ειδική φυλακή του Fossombrone το 1982. Τετράδιο και μολύβι.
Στη συνέχεια παίρνω μαζί μου το τετράδιο στην Rebibbia, όπου μεταφέρομαι.
Ο Francone μου δανείζει την Olivetti Lettera 22 του και ξεκινώ από την αρχή. Η συμφωνία είναι ξεκάθαρη: κάθε μέρα αυτός θέλει να διαβάζει και να δίνει την κρίση του: Hemingway, βατό, σκατά. Τα «σκατά» σκίζονται αμέσως μπροστά στη φάτσα του συγγραφέα.
Η εργασία επιβραδύνεται πολύ κατά τη διάρκεια των ακροάσεων της δίκης. Η γραφή μαραζώνει. Το καλοκαίρι του 1984 δίνω το τελευταίο χτύπημα. Αλλά με απελευθερώνουν και ο δεσμός με τον αδίστακτο κριτικό μου σταματά. Παίρνω μαζί μου το δακτυλογραφημένο στο Μιλάνο μέσα στις μαύρες σακούλες σκουπιδιών στις οποίες μαζεύω τα προσωπικά μου αντικείμενα. Να το δημοσιεύσω; Και από ποιον;
Μετά βγαίνει και ο Francone. Ένα βράδυ πριν από δεκαπέντε χρόνια με φέρνει στο σπίτι ο Sergio, ο επονομαζόμενος Sergino επειδή κατά τα χρόνια της αυτονομίας ήταν σχεδόν μωρό. Ο Sergio λέει: Μου αρέσει πολύ, είμαστε ακριβώς εμείς
Σιγά σιγά αρχίζει να δημοσιεύει ξεχωριστά κεφάλαια της ιστορίας σε περιοδικά, βιβλία κ.λ.π. Μετά πέρυσι εμφανίζεται. Και μου λέει: να δημοσιεύουμε τα πάντα. Λέω ναι. Εδώ είναι, να το ».

Από την εισαγωγή του συγγραφέα

Un assaggio… Μια γεύση

Parco Lambro
Χειμώνας ’76. Στο Μιλάνο η αυτομείωση των κινηματογραφικών, των συναυλιών και των θεατρικών εισιτηρίων εξαπλώνεται. Ομάδες νεαρών δίνουν ραντεβού έξω από τους κινηματογράφους και όταν είναι περίπου εκατό πάνε να διαπραγματευτούν με τους διαχειριστές. Συχνά καταλήγουν να συμφωνήσουν επάνω στην τιμή του εισιτηρίου, όταν αντίθετα η συζήτηση πηγαίνει πολύ μακριά απλά διασπούν και μπαίνουν.
Προς τον μάρτιο το φαινόμενο λαμβάνει μαζικές διαστάσεις, ειδικά τα απογεύματα της κυριακής και στις αργίες. Ακόμη και πορείες σχηματίζονται από νέους που γυρνούν από τον έναν κινηματογράφο στον άλλο, μπαίνουν στις αίθουσες διακόπτοντας τις προβολές για να προπαγανδίσουν τις συνθήκες μέσα στις οποίες ζουν.
Από τα προάστια της ακραίας περιφέρειας νέοι που δεν τους είχε δει κανείς νωρίτερα εμφανίζονται από το πουθενά στις πλατείες του Μιλάνο, δεν τους γνωρίζουν ούτε τα παιδιά της αυτονομίας. Κύκλοι με ονόματα που αναφέρονται στους ινδιάνους ή απλά στους δρόμους όπου έχουν κατακτήσει χώρους: άδειες κατοικίες, καταστήματα, αποθήκες.
Ο μόνος που γνωρίζει λιγάκι τους νεαρούς των κύκλων είναι ο Matteo ο οποίος, μέσα από τα παιδιά του Baggio, ξεκίνησε συναντήσεις σε ένα παλιό σταθμό των καραμπινιέρων που εγκαταλείφθηκε και καταλήφθηκε από τα αγόρια της γειτονιάς.
Ο Matteo έγινε λίγο ο ειδικός στον χώρο του περιοδικού »Rosso» σχετικά με αυτό το κίνημα. Ήταν ο πρώτος που μίλησε για αυτό στις συναντήσεις στη via Disciplini. Είναι μόλις είκοσι χρονών, αλλά φαίνεται ότι δεν έχει ηλικία επειδή παρεμβαίνει στις συνελεύσεις στο Μιλάνο εδώ και τουλάχιστον έξι χρόνια. Με λίγα λόγια, έχει την ηλικία του κινήματος.
Πάντα περιβάλλεται, σαν να τον προστατεύουν, από ένα σμήνος παιδιών από τη γειτονιά του, ώστε έτσι να είναι δύσκολο να μιλήσεις μαζί του πρόσωπο με πρόσωπο. Όπως είναι δύσκολο να τα ξεφορτωθείς στο τέλος όλων των συναντήσεων αν δεν τον συνοδεύσεις στο σπίτι. Όποιος το κάνει εκπλήσσεται.
Μένει στο τελευταίο σπίτι του Μιλάνο στο δρόμο προς Βαρέζε. Μετά το σπίτι του ξεκινά ένα λιβάδι.                                                                                                                                              Είναι παράλογο. Λίγα μέτρα μακριά μπορείς να δεις το πίσω μέρος μιας μεγάλης πινακίδας που γράφει «Μιλάνο». Το να τον συνοδεύεις τις χειμωνιάτικες νύχτες αγγίζεις την τραγωδία. Πράγματι το σπίτι του ξεπηδά ξαφνικά μες την ομίχλη, ανάμεσα στα δέντρα.
Σε εκείνο το σπίτι με κήπο, στην τελευταία συνοριακή γραμμή του Μιλάνου, ο Matteo ζει συντροφιά με μια μαϊμού και έναν αδελφό που δεν ενδιαφέρεται απολύτως για την πολιτική. Ο Matteo δεν είχε μιλήσει ποτέ σε κανέναν για την μαϊμού, οπότε μόλις μπήκα στο σπίτι του μια φορά και την είδα ξαφνιάστηκα πολύ.
Η μόνη δημόσια συγκοινωνία που φτάνει στην περιοχή του σπιτιού του είναι το 18 barrato που φεύγει από την Piazza Cairoli κάθε μισή ώρα και κάνει την τελευταία κούρσα τα μεσάνυχτα. Αν το πάρετε από τις δέκα το βράδυ και μετά μοιάζει να μπαίνετε μέσα σε ένα κόμικ τρόμου. Υπάρχει μόνο ο οδηγός που σταματά να διαβάζει την εφημερίδα κάθε μισή ώρα και φεύγει για εκείνο τον τόπο που έχει ξεχαστεί από τον θεό.Από τον Matteo κατάλαβα ότι το πρόβλημα των σκληρών ναρκωτικών, της ηρωίνης, αφορά κυρίως τους φτωχούς και τους περιθωριοποιημένους, όχι τους πλούσιους, όπως πίστευα εγώ. Στο κεφάλι μου ηρωίνη και κοκαΐνη πίστευα ότι αφορούσε μόνο ανθρώπους με πολλά χρήματα. Ο Matteo αντιθέτως με πήγε σε μερικούς δρόμους της γειτονιάς του όπου δεκάδες παιδιά τρυπιούνται, στους κήπους όπου πατάς επάνω σε σύριγγες βρώμικες από αίμα. Μου μιλάει για εκείνο τον φίλο του και για τον άλλον που πήγαιναν στο σχολείο μαζί του και τώρα τρυπιούνται τακτικά. Για εκείνους που πέθαναν από υπερβολική δόση και εκείνους που κατέληξαν στη φυλακή επειδή βρίσκονταν σε εθισμό και άρχισαν να κλέβουν στα διαμερίσματα ή να αρπάζουν απ’ τα παιδάκια χρυσές αλυσίδες.
Καταραμένες ιστορίες περιθωριοποίησης χωρίς βάση για κάποια απόπειρα λύτρωσης. Από αυτές τις θλιβερές και απελπισμένες ιστορίες που διηγείται η συνεχής πτώση αυτών των παιδιών στο τρύπημα με εντυπωσιάζει περισσότερο, έστω κι αν μερικές φορές προσπάθησαν να σταματήσουν.
– Είναι αυτοί οι καταραμένοι διακινητές, – λέει ο Matteo – τα εκβιάζουν και μόλις προσπαθήσουν να σταματήσουν πηγαίνουν σε αυτά με ότι χρειάζονται για να βαρέσουν και να πουλήσουν. Τους μεγάλους έμπορους ναρκωτικών πρέπει να τους σκοτώσουν όλους, χωρίς έλεος.
Ο Matteo κατέληξε να στήσει με τους φίλους του από το Baggio μια περιπολία που κάνει αντιπληροφόρηση επάνω στα σκληρά ναρκωτικά και τους εμπόρους. Ένα βράδυ, όλος υπερηφάνεια, μου δείχνει την «Corriere d’Informazione» που αναδεικνύει την είδηση: «Τινάζεται στον αέρα ένα μπαρ, γνωστός τόπος διακίνησης στην περιοχή Baggio». Φυσικά ο Matteo και τα παιδιά της Baggio καπνίζουν μαλακά ναρκωτικά, όπως τα καπνίζω εγώ και πολλοί σύντροφοι στο Μιλάνο.
Στα τέλη της άνοιξης με την πρώτη ζεστασιά η αυτομείωση των συναυλιών εξαπλώνεται. Όλα αυτομειώνονται, ακόμα και σε συναυλίες που διοργανώνει ο «Re Nudo». Το γεγονός αυτό διεγείρει πολύ ζωηρές συζητήσεις σε όλες τις κολεκτίβες, επειδή εκείνοι του «γυμνού Βασιλιά» είναι σύντροφοι και ζητούν μόνο τα έξοδα, ή έτσι λένε τουλάχιστον.
Η κατάσταση είναι εντελώς ανεξέλεγκτη και κανείς πλέον δεν ηγείται επί των εκατοντάδων συλλογικοτήτων στις γειτονιές, στα κατειλημμένα σπίτια, στα καταστήματα που μετατρέπονται σε κοινωνικά Κέντρα του νεανικού προλεταριάτου.
Στο Parco Lambro έγιναν πράγματα και θάματα και ο »γυμνός Βασιλιάς», λόγω του ταραχώδους κλίματος, βασίστηκε, για να διατηρήσει την τάξη επί των χιλιάδων και χιλιάδων παιδιών που αναμένονταν να φτάσουν από όλη την Ιταλία, στην ομάδα περιφρούρησης της Lotta continua.
Πολλοί περισσότεροι άνθρωποι από το αναμενόμενο καταφθάνουν. Είναι ένα απίστευτο θέαμα: σκηνές, υπνόσακοι παντού, όμορφα και λιγότερο όμορφα κορίτσια, άνθρωποι που τριγυρνούν γυμνοί, παιδάκια που κυνηγιούνται μέσα στα λιβάδια. Το βράδυ μεγασυναυλίες της Premiata Forneria Marconi, του Banco del Mutuo Soccorso και πολλών άλλων λιγότερο διάσημων συγκροτημάτων.
Ένα πάρκο άνθρωποι όπου ο Andrea, ο Coz, ο Matteo, ο Puccio, τα παιδιά της Berchet, εκείνα της Baggio, του Drin-Drin γυρνούν από εδώ κι από εκεί σαν ψάρια στο νερό έτοιμοι να χρησιμοποιήσουν κάθε ευκαιρία για να σπρώξουν προς την απαλλοτρίωση
Ο Matteo με τα παιδιά του ξεκινούν από την πρώτη μέρα κυνηγώντας διακινητές ναρκωτικών. Πέφτει λιγάκι ξύλο και τα αγγλικά κλειδιά προσγειώνονται επάνω σε μερικά κεφάλια. Ήδη από την δεύτερη μέρα αυξάνεται η αγανάκτηση χιλιάδων νεαρών για τις τιμές των τροφίμων που πωλούνται στα περίπτερα των επαναστατικών οργανώσεων. Το μεσημέρι η κατάσταση καθίσταται αβάσταχτη και οι ομάδες αρχίζουν να εφορμούν στους πάγκους για να αρπάξουν φαγητό. Μικρές πορείες τριγυρίζουν το πάρκο με πλακάτ που υποδαυλίζουν την αυτομείωση. Στη συνέχεια, ξαφνικά, μια μεγάλη πορεία κατευθύνεται στο φορτηγό ψυγείο που ενοικιάζεται από τον «Re nudo» το οποίο περιέχει τα κοτόπουλα και το κρέας που μαγειρεύονται στο περίπτερο της Democrazia proletaria. Ένα αγόρι με διαβολεμένο πρόσωπο πηδά στο φορτηγό και ανοίγει την πόρτα. Βουτάει μέσα και αρχίζει να ρίχνει ωμά κοτόπουλα ανάμεσα στον κόσμο. Αμέσως άλλοι ανεβαίνουν στο φορτηγό και με ανοικτές τις πίσω πόρτες αρχίζουν να περνούν προς τα έξω κουτιά με Coca-Cola και διάφορα αναψυκτικά. Από την άλλη πλευρά σμήνη νεαρών καταλήγουν να αδειάσουν τα stand των ομάδων χωρίς καμία διάκριση. Μόνο το δικό μας της αυτονομίας δεν δέχεται επίθεση, από σεβασμό προς προηγούμενες παρεμβάσεις μας, σίγουρα όχι για τη συμπεριφορά μας εκείνες τις ημέρες, σε τίποτα ανόμοια σε οπορτουνισμό.
Το απόγευμα ο Giulio και ο Coz οδηγούν μια χιλιάδα ανθρώπους προς στο πλησιέστερο σούπερ μάρκετ, αλλά με την είσοδο τους πρέπει να υποχωρήσουν γρήγορα επειδή εκφοβιστικοί πυροβολισμοί πέφτουν από ένα σώμα αστυνομικών. Η πομπή επιστρέφει μέσα στο πάρκο μετά από επιδρομή σε όλα τα κοντινά καταστήματα. Η κατάσταση το βράδυ γίνεται εντελώς ανεξέλεγκτη και μόνο η συναυλία και τα διάφορα ναρκωτικά καταφέρνουν να ηρεμήσουν λιγάκι τα πιο αναμμένα πνεύματα.
Ένας πολύ αδύνατος τραγουδιστής ανεβαίνει στη μεγάλη σκηνή και τραγουδά ένα πολύ ωραίο τραγούδι του οποίου θυμάμαι ακόμα τα λόγια:

βρίσκεται στο όνειρο που πραγματοποιείται, βρίσκεται στο γυαλισμένο πολυβόλο. Στη χαρά και στο θυμό, στο να καταστρέφεις το κλουβί. Στο θάνατο του σχολείου, στην άρνηση της εργασίας. Στο έρημο εργοστάσιο, στο σπίτι δίχως πόρτα. Βρίσκεται στη φαντασία, στη μουσική πάνω στο χορτάρι, βρίσκεται στην προβοκάτσια, στη δουλειά του τυφλοπόντικα, στην ιστορία του μέλλοντος, στο παρόν δίχως ιστορία, στις στιγμές του μεθυσιού, στις στιγμές της μνήμης. Βρίσκεται στο μαύρο του δέρματος, στη συλλογική γιορτή, στο ν’ αρπάζουμε τα εμπορεύματα, στο να πιανόμαστε απ’ το χέρι, να πετάμε πέτρες, στην πυρκαγιά στο Μιλάνο, στις σιδερόβεργες στους φασίστες και στις πέτρες ενάντια στα τζιπ. Βρίσκεται στα όνειρα που κάνουν οι αλήτες και στα παιχνίδια των μωρών, στο να μαθαίνουμε το σώμα, στον οργασμό του μυαλού, στην πιο ολοκληρωτική επιθυμία, στη διάφανη κουβέντα. Μα ποιος είπε πως δεν υπάρχει. Βρίσκεται στο βάθος των ματιών σου. Στην άκρη των χειλιών. Μα ποιος είπε πως δεν υπάρχει. Βρίσκεται στο γυαλισμένο πολυβόλο. Στο τέλος του Κράτους. Υπάρχει, ναι, υπάρχει. Μα ποιος είπε πως δεν υπάρχει. Υπάρχει! υπάρχει!

ISBN: 978-88-89969-23-6
PAGINE: 208
ANNO: 2007
COLLAN Narrativa
TEMA:

ΣΥΓΓΡΑΦΕΑΣ

PAOLO POZZI

Ο Paolo Pozzi (1949) αποφοίτησε στην Κοινωνιολογία στο Τρέντο το 1972. Μετακόμισε στο Μιλάνο, στρατεύεται στη συνιστώσα της εργατικής αυτονομίας που συγκεντρώθηκε γύρω από το περιοδικό «Rosso», του οποίου υπήρξε και συντάκτης. Το 1979 συνελήφθη στο πλαίσιο της έρευνας της 7ης απριλίου και εξέτισε αρκετά χρόνια στη φυλακή. Σήμερα είναι διευθυντής εταιρείας που ασχολείται με πολιτιστικά αγαθά.
αθλητισμός, sport

Αθλητισμός και το περιβάλλον του – Επεισόδια μιας συζήτησης για την μπάλα, τον καλύτερο ιδεολογικό μηχανισμό στην υπηρεσία του κεφαλαίου

του Gioacchino Toni

Luca Pisapia, Uccidi Paul Breitner. Frammenti di un discorso sul pallone, Σκότωσε τον Paul Breitner. Επεισόδια μιας κουβέντας για την μπάλα. Edizioni Alegre, Roma, 2018, pp. 285, € 16,00

«[Στην Ιταλία της δεκαετίας του εβδομήντα] ενώ η πολιτική στράτευση από τα κάτω αρχίζει να καταλαμβάνει τις κερκίδες των σταδίων, η ακραία πνευματική αριστερά, πέρα από πολύ σπάνιες εξαιρέσεις, δεν κατανοεί τη στιγμή για να εισέλθει στους μηχανισμούς εκείνης που είναι ήδη η σημαντικότερη πολιτιστική βιομηχανία της χώρας, αφήνοντάς την στα χέρια των αφεντικών που μπορούν, μέσω αυτής, να παράγουν τον κυρίαρχο λόγο. Ακριβώς όταν γεννιέται η στρατευμένη κριτική στον κινηματογράφο, και η εκ νέου γκραμσική ανακάλυψη επιτρέπει να εντοπίζουμε στην τέχνη και τον πολιτισμό ένα ισχυρό ιδεολογικό όπλο ικανό να επηρεάσει και να καταπνίξει την επιθυμία, κανείς δεν κάνει τον κόπο να αποικοδομήσει τη βιομηχανία της μπάλας που γεννιέται, η οποία προορίζεται μέσα σε λίγα χρόνια να υποκαταστήσει τον κινηματογράφο λόγω ευκολίας παραγωγής και κατανάλωσης. […] Κανείς δεν ασχολείται να γκρεμίσει τον τέταρτο τοίχο μεταξύ της ποδοσφαιρικής σκηνής και του θεατή, με τον τρόπο του Bertold Brecht, και η μπάλα παραμένει η πιο ισχυρή ιδεολογική συσκευή στα χέρια του κεφαλαίου: το μεγαλειώδες εργοστάσιο της αλλοτρίωσης»

Αυτό δεν είναι το βιβλίο τους, να το πούμε αμέσως σε όλους τους παθιασμένους του ποδοσφαίρου που έχουν γίνει θηράματα εκείνου του είδους νοσταλγίας της μπάλας για ένα άθλημα που μοιάζει να έχει εξαφανιστεί μαζί με την παιδική τους ηλικία, νοσταλγίας με την οποίαν, και κατά τρόπο απίστευτο, θεωρούν πως έχουν συμβληθεί και πολλοί ανήκοντες σε γενιές που εκείνου του ποδοσφαίρου έχουν μοναχά ακούσει τόσο αξιόπιστες ιστορίες όσο οι καλοκαιρινές περιπέτειες για τις οποίες γίνεται λόγος σε ένα κουρείο του παρελθόντος. Στα Επεισόδια μιας κουβέντας για την μπάλα του Luca Pisapia αυτός που αισθάνεται ορφανός ενός ποδοσφαίρου προηγούμενου του σύγχρονου δεν θα βρει κανένα ίχνος νοσταλγίας σχετικά με ένα άθλημα που ασκείται απ’ όταν οι μύλοι ήταν ακόμα λευκοί, όταν παίζονταν με γυμνά πόδια στα λιβάδια των πολλών via Gluck πριν το χόρτο μετατραπεί σε πόλη, ή όταν ακόμη τις ώρες των ντέρμπι δεν τις αποφάσιζαν οι pay tv. Κατά κάποιον τρόπο το βιβλίο αυτό μας θυμίζει ότι οι εκείνοι οι μύλοι ήταν κάθε άλλο παρά λευκοί, πως σε αυτά τα προαστιακά λιβάδια στην πραγματικότητα σπάζαμε την πλάτη χωρίς πολλή ποιητικότητα και πως στα παιχνίδια που βλέπαμε ασπρόμαυρα με μια Brionvega Algol 11 ιντσών φορητή με απόκλιση ενενήντα βαθμούς γερμένη για να διευκολύνεται η ορατότητα δεν κρύβονταν ρομαντικά ανάμεσα στα τρανζίστορ ένα ποδόσφαιρο και ένας κόσμος πολύ καλύτεροι από εκείνους που είναι κρυμμένοι μεταξύ των επεξεργαστών των σημερινών εκατό ιντσών υψηλής ευκρίνειας έξυπνων τηλεοράσεων.

Πεπεισμένος για την τρέχουσα αδυναμία ενός οργανικού λόγου για την μπάλα, είναι μέσω μιας σειράς επεισοδίων επάνω στην κουβέντα που ο Pisapia προσπαθεί να αποκαταστήσει την πολυπλοκότητά της περιορίζοντας ταυτόχρονα οποιαδήποτε πρόθεση συστηματοποίησης με ένα βιβλίο προικισμένο με αφηγηματική δομή στην οποία οι πραγματικοί και φανταστικοί χαρακτήρες είναι αλληλένδετοι, μυθοπλασία και τεκμηριωμένα γεγονότα, ποδόσφαιρο και πολιτική, οικονομία και μέσα ενημέρωσης. Προσπαθώντας να καταστήσει εύλογο το αληθινό και το αντίστροφο ο συγγραφέας σκοπεύει να εκφράσει την παρουσία του μακρού χεριού του κεφαλαίου στο άθλημα που ακολουθείται περισσότερο στον κόσμο, χέρι που κινεί τα νήματα των μεγάλων θεαματικών γεγονότων σε παγκόσμια θέαση για τον διπλό σκοπό να δημιουργήσει κέρδος και να πλαστογραφήσει φαντασιακά καθιστώντας αυτά που υπάρχουν πίσω από τα παρασκήνια απρόσωπα, μη παρουσιάσιμα.

Το άνοιγμα ανήκει στο αργεντίνικο Mundial του 1978, εκείνο που παίχτηκε στο δέρμα εκείνων των εξαφανισμένων-desaparecidos που βασανίστηκαν και δολοφονήθηκαν κατά τη διάρκεια του Proceso de Reorganización Nacional που τέθηκε σε εφαρμογή από το διαβόητο στρατιωτικό καθεστώς του Jorge Rafael Videla και κρατήθηκαν στο σκοτάδι από τα διεθνή μέσα ενημέρωσης καθ όλη τη διάρκεια των αναμετρήσεων εν μέρη στο όνομα μιας αξιολύπητης ουδετερότητας του αθλητισμού και εν μέρει στο όνομα του κέρδους. Στην Ιταλία της πτωτικής πορείας των κινημάτων και της εθνικής αλληλεγγύης δεν είναι λίγα τα όργανα πληροφόρησης που εμφανίζονται όχι πολύ εχθρικά προς το αργεντίνικο καθεστώς και γενναιόδωρα στην τέχνη της ελαχιστοποίησης της άγριας καταστολής που διεξάγεται στη χώρα. Σε αυτό το μερίδιο του λέοντος ανήκει στην «Corriere della sera» που έχει έναν ιδιοκτήτη της εκδοτικής ομάδας και έναν διευθύνοντα σύμβουλο οι οποίοι είναι εγγεγραμμένοι στην P2 μασονική Στοά, την ίδια στην οποία ανήκουν αρκετοί εξέχοντες στρατιωτικοί της Αργεντινής, όπως ο στρατηγός Suárez Mason και ο ναύαρχος Massera, που δεν φείδεται, αυτός ο τελευταίος, να υποστηρίζει την ομάδα της οδού Solferino στην απόκτηση σε τιμές ευκαιρίας εγκαταστάσεων του μεγαλύτερου εκδοτικού οίκου της Αργεντινής που απαλλοτριώθηκε από το καθεστώς.

«Ενώ η καταστολή το 1978 φθάνει στο αποκορύφωμα της απέχθειας, στο Estadio Monumental του Μπουένος Άιρες οι Ολλανδοί και η Αργεντινή παίζουν τον τελικό του Παγκοσμίου Κυπέλλου. Ο στόχος του καθεστώτος είναι το μεγάλο γεγονός να αποσπάσει την προσοχή από το λουτρό αίματος στο οποίο βυθίζεται η Χώρα. Μάταια προσπαθεί να εξαφανίσει ακόμα και τον Arcadio Lopez, μια μυστηριώδη φιγούρα που αναγκάζεται μέσα σε ένα bunker να παρακολουθεί τον τελικό από μια μικρή τηλεόραση, υποφέροντας από σπαραξικάρδιες κραυγές και εσωτερικές φωνές».

Νάμαστε σε εκείνη την 25η ιουλίου 1978, εκείνη την κυριακή το απόγευμα, που μεταδίδεται παγκοσμίως, στην οποία παίζεται ο τελικός του Παγκοσμίου Κυπέλλου μεταξύ Αργεντινής και Ολλανδίας. Και πάλι ένας τελικός για την Ολλανδία, μετά από αυτόν που έπαιξε το 1974 εναντίον της Δυτικής Γερμανίας όπου, παρά την ήττα, έδειξε στον κόσμο την ουσία του «ολοκληρωτικού ποδοσφαίρου», δηλαδή, για να χρησιμοποιήσουμε τα λόγια του Sandro Modeo, «ένα στυλ παιχνιδιού που βασίζεται στη συνεργασία και τη συλλογική σκέψη, ένα στυλ του οποίου ο ρυθμός βασισμένος στην προσοχή στο χρόνο και το χώρο προσανατολίζει την ομάδα ανεξάρτητα από τον αντίπαλο».

Αυτή του 1974 είναι η Ολλανδία που καθοδηγείται από τον Rinus Michels που έχει πειραματιστεί με τον Ajax ένα συλλογικό ποδόσφαιρο με γεωμετρική ακρίβεια και που στην διήγηση προσδιορίζεται με την «depilastrizzazione που στη δεκαετία του Eξήντα έδωσε τη θέση της στην κατεδάφιση των ιερών πυλώνων στους οποίους ήταν κάθετα χωρισμένη η ολλανδική κοινωνία στο όνομα μιας πιο δυναμικής και λειτουργικής κοινωνικής συνοχής», στις γεωμετρικές τοπικές καλλιέργειες και στον πολεοδομικό σχεδιασμό του Άμστερνταμ »όπου τα εξπρεσιονιστικά κτίρια με τις επικλινείς στέγες και τις εκκεντρικές προσόψεις συνδιαλέγονται με τον λειτουργικό πολεοδομικό σχεδιασμό της κυψέλης, συμβάλλοντας στην κατασκευή μονάδων πολλαπλών χρήσεων όπου κάθε στοιχείο είναι πλήρες μόνο σε σχέση με τα στοιχεία που το περιβάλλουν». Ο Michels, που μοιάζει πραγματικά να ενσαρκώνει την προτεσταντική-καπιταλιστική ηθική, επιβάλλει στις ομάδες του μια σιδερένια πειθαρχία και εξαντλητικές προπονητικές πρακτικές, τόσο πολύ ώστε να αποκαλείται «ο Στρατηγός» από τους παίκτες του. «Όπως ο Ėjzenštejn, έτσι και αυτός σχεδιάζει σκίτσα αμιγούς αφαίρεσης σε λευκά φύλλα, δυναμικές γραμμές που στοχεύουν στην κατάληψη κάθε πιθανού χώρου», πυκνούς ιστούς περασμάτων που επιτίθενται στον χώρο και τον μειώνουν σε ενότητες.

Στα ίδια χρόνια κατά τα οποία η Ολλανδία αφιερώνεται στο totaalvoetbal, στο γήπεδο της Liverpool επιβάλλεται το passing game του William “Bill” Shankly: το ποδόσφαιρο δύο αγγιγμάτων, συλλογική εργασία και τρέξιμο, με την μπάλα που πρέπει να εξημερωθεί και να διανεμηθεί γρήγορα. «Είναι το loop της γραμμής συναρμολόγησης και της εξόρυξης. Είναι η κομμουνιστική πειθαρχία, ο μυστικισμός της μηχανικής […], όπως στο ορυχείο έτσι και στο γήπεδο ποδοσφαίρου παίζουν μαζί, ο καθένας πρέπει να είναι σε θέση να εκπληρώσει το καθήκον του καθενός, να δώσει εκείνο που είναι σε θέση να δώσει για να λάβει αυτό που χρειάζεται να λάβει».

Οι Michels και Shankly, όπως λέει στο βιβλίο, μπορούν να θεωρηθούν ως απόγονοι του ούγγρου Béla Guttmann, «όνομα πολλών συστατικών και λειτουργικών στοιχείων ενός μύστη της μηχανικής που υπάρχει από και για πάντα, το οντολογικό έμφυτο σχέδιο στο οποίο βρίσκουν οι Rinus Michels και Bill Shankly έμπνευση για να θέσουν τα θεμέλια του ολοκληρωτικού ποδοσφαίρου ». Είναι ακριβώς ο Guttmann, μετά τον πόλεμο, που θέτει στη σκηνή ένα παιχνίδι στο οποίο η πειθαρχία και η φαντασία αναμειγνύονται, η νεωτερικότητα και η παρακμή, με βάση το «δώσε την μπάλα-ξαναδώστην και σούταρε», όπου ενώνονται η προσωπική και αντάρτικη έλλειψη δυναμισμού ενός καλλιεργημένου και χαμένου γιου μιας παρηκμασμένης αυτοκρατορίας και η αυστηρότητα του κομμουνιστικού ποδοσφαίρου του Gusztáv Sebes που κάνει μεγάλη την Aranycsapat, την “ομάδα από χρυσάφι”», της Ουγγαρίας των χρόνων Πενήντα.

Ο Ajax του Michels και η Liveroppol του Shankly συναντώνται στο Champions Cup γύρω στα μέσα της δεκαετίας του ’60 που σηματοδοτήθηκε από μια ευρεία επιθυμία συλλογικής χειραφέτησης. «Στα οδοφράγματα που σηκώθηκαν στους δρόμους, στις πορείες που πλημμύριζαν τις πλατείες, στις καταλήψεις που ξαναγράφουν την καθημερινή λειτουργία των τόπων μελέτης και εργασίας και διασκέδασης, οι άνεμοι των ελευθεριακών περιστάσεων πνέουν στην ήπειρο από διαφορετικές κατευθύνσεις. Έτσι και στο ποδόσφαιρο. Το ολοκληρωτικό ποδόσφαιρο του Rinus Michels είναι η καπιταλιστική σοσιαλδημοκρατία κόρη του καλβινισμού. Το ολοκληρωτικό ποδόσφαιρο του Bill Shankly είναι η αμοιβαία κομμουνιστική συνεργασία κόρη των αγώνων των εργατών. Και οι δύο είναι τέτοιες σαν αποτέλεσμα αλλαγής των σχέσεων παραγωγής σε μια δεδομένη ιστορική εποχή και σε ένα δεδομένο γεωγραφικό πλαίσιο, όπως φαίνεται από έναν από τους σημαντικότερους επιγόνους τους: τον ρώσο συνταγματάρχη Valerij Lobanovs’kvj […] την υψηλότερη έκφραση της ακαμψίας του επιστημονικού σοσιαλισμού που εφαρμόζεται στο ποδόσφαιρο […] Απόφοιτος της μηχανολογίας και πιστός στη γραμμή του κόμματος, ο Valerij Lobanovs’kvj γνωρίζει ότι πρέπει να μεταφράσει τη νέα κυβερνητική πορεία του υπαρκτού σοσιαλισμού στα γήπεδα ποδοσφαίρου». Και εδώ ανοίγει μια άλλη ιστορία, όλη να την διαβάσουμε.

Επιστρέφοντας σε εκείνη την 25 ιουλίου του 1978 με εκείνη τη θλιβερή φιγούρα του Arcadio Lopez που αρχίσαμε να γνωρίζουμε στις πρώτες σελίδες του βιβλίου προσπαθώντας να βουλώσει τα αυτιά του μάταια για να μην ακούει τις φωνές που βουίζουν στο κεφάλι του και «τις ελπιδοφόρες διεκδικήσεις για έναν καλύτερο κόσμο να υπόκεινται σε ηλεκτρικές εκκενώσεις που παραμορφώνουν τα γυμνά σώματα που με δυσκολία τις ανέχονται»με τις οποίες βρίσκεται να μοιράζεται το bunker των βασανιστηρίων, εκείνη είναι η ημέρα που η Ολλανδία, προπονούμενη αυτή τη φορά από τον Ernst Happel, βγαίνει ξανά νικημένη από έναν τελικό του Κυπέλλου του κόσμου. Κάτω από τα μάτια του Videla στο Estadio Monumental του Μπουένος Άιρες και των πολλών Arcadio Lopez μπροστά στις τηλεοράσεις, η Αργεντινή που προπονείται από τον σοσιαλιστή César Luis Menotti ο οποίος επιμένει να μας λέει ότι έχει οδηγήσει την ομάδα για τον λαό και όχι για το καθεστώς, γιορτάζει, και μαζί της η στρατιωτική δικτατορία. Σε κάποιους ιταλούς δημοσιογράφους απεσταλμένους στην Αργεντινή δεν απομένει παρά να επιμείνουν στην οργανωτική αποτελεσματικότητα, την ευγένεια των οδηγών ταξί και την νοστιμιά που έχουν οι μπριζόλες που σερβίρονται στο Μπουένος Άιρες. Ούτε οι επίμονες μητέρες της Plaza de Mayo καταστρέφουν την όρεξη και την παράσταση σε μεγάλο μέρος από τους φημισμένους γραφιάδες της δημοσιογραφίας μας (αθλητικής και όχι).

Στο δεύτερο μέρος του βιβλίου η ιστορία μετακινείται στη Βραζιλία, σχεδόν σαράντα χρόνια μετά το Mundial της ντροπής του 1978. Αργεντίνικη ντροπή, φυσικά, αλλά και του υπόλοιπου εκείνου κόσμου που σκέφτηκε, στην καλύτερη περίπτωση, να αναστείλει για τη διάρκεια της παράστασης την κρίση και να εστιάσει την προσοχή μόνο στα πράσινα ορθογώνια που προβάλλονται από τις καθοδικές λυχνίες, σεβόμενος αυστηρά τον κανόνα του θεατή που λέει πως πρέπει να προσποιούμαστε ότι δεν υπάρχει τίποτα έξω από τον αγωνιστικό χώρο, αποφεύγοντας έτσι να σκεφτεί τι απομένει έξω από τα ορθογώνια του παιχνιδιού, έξω από τα τηλεοπτικά πλάνα και από τις διηγήσεις των περισσότερων απεσταλμένων.

Περνάμε λοιπόν σε εκείνα τα Παγκόσμια Κύπελλα του 2014 όπου «τα μέσα μαζικής ενημέρωσης επικεντρώνουν τα φώτα τους στα γήπεδα ποδοσφαίρου της Βραζιλίας, αφήνοντας στη σκιά τις διαμαρτυρίες ενάντια στις σπατάλες και τις βάρβαρες επιχειρήσεις « ευπρεπισμού» της κυβέρνησης. Εδώ συναντάμε, μεταξύ των υψηλότερων κτιρίων στο Ρίο ντε Τζανέιρο τον »κ. Μ., έναν βρώμικο σούπερ αστυνομικό που σκοπεύει να καλύψει τις ίντριγκες της FIFA.» Τα βραζιλιάνικα γεγονότα διασχίζονται από επεισόδια που προέρχονται από την εποχή των σφιγμένων γροθιών στον αθλητισμό: από εκείνες που υψώνονται στον ουρανό από τους αφροαμερικανούς Tommie Smith και John Carlos στους ολυμπιακούς αγώνες του Μεξικού του 1968, που γνωρίζουν καλά πώς να ανάψουν φωτιές και να μείνουν στην ιστορία, σε εκείνες ικανές να προκαλέσουν μοναχά μια σπίθα του Paolo Sollier, του ιταλού ποδοσφαιριστή της Avanguardia operaia που καταγγέλλει δημοσίως τις παραμορφώσεις και υποκρισίες εκείνου του ποδοσφαιρικού κόσμου που θέλει να μείνει έξω από οτιδήποτε άλλο.

Έπειτα, υπάρχει χώρος για την αλληλοσύνδεση του αθλητισμού και της πολιτικής σε εκείνη τη Χιλή η οποία ανακηρύσσει τον στρατηγό Pinochet με κανονιές στις 11 σεπτεμβρίου 1973 με την μη ασήμαντη βοήθεια με αστέρια και ρίγες. Στη συνέχεια πέφτουμε επάνω στην άρνηση της σοβιετικής Ένωσης να παίξει στη Χιλή ένα παιχνίδι για τα προκριματικά του παγκοσμίου κυπέλλου του 1974 στη Γερμανία, άρνηση που αναγκάζει τη χιλιανή στρατιωτική χούντα να υπερβεί τα όρια του γελοίου παρουσιάζοντας την ομάδα της στον αγωνιστικό χώρο απουσία του αντιπάλου και σκοράροντας με τον αρχηγό Francisco Valdés το γκολ της πρόκρισης. Εάν η ΕΣΣΔ διατηρεί την ίδια αδιαλλαξία προς τη χιλιανή δικτατορία και το 1976, όταν αρνείται να αντιμετωπίσει την ομάδα του τένις στον ημιτελικό του Κυπέλλου Davis, αντιθέτως χωρίς πολλούς ενδοιασμούς συμμετέχει κανονικά στο παγκόσμιο κύπελλο ποδοσφαίρου του 1978 στην Αργεντινή των στρατιωτικών.

Άλλα επεισόδια της κουβέντας για την μπάλα είναι αφιερωμένα στον ποδοσφαιριστή Rachid Mekhloufi που εγκαταλείπει τη φανέλα της εθνικής ομάδας της Γαλλίας για να φορέσει εκείνη του αλγερινού Front de Libération nationale, πεπεισμένος ότι αυτό που έχει καταφέρει να κάνει για τους κολασμένους της γης, το έκανε με την μπάλα ανάμεσα στα πόδια, παίζοντας για την επανάσταση. Με ένα άλμα στο Αμβούργο το βιβλίο εστιάζει στον Volker Ippig, τερματοφύλακα της St. Pauli που ζει μεταξύ των καταληψιών της γειτονιάς και που γύρω από τα μέσα της δεκαετίας του Ογδόντα αποφασίζει να μετακινηθεί προς τη Νικαράγουα για έξι μήνες για να διδάξει το ποδόσφαιρο στα παιδιά στα σχολεία του Frente Sandinista de Liberación Nacional, για να επιστρέψει κατόπιν στο Αμβούργο να υπερασπιστεί ξανά την εστία της St. Pauli μέχρι το τέλος της αγωνιστικής δραστηριότητας όταν, μη μπορώντας να ανακυκλωθεί μέσα στον κόσμο του ποδοσφαίρου, τελικά βρίσκει εργασία στο λιμάνι. Σχετικά με τη γερμανική πόλη της Βόρειας Θάλασσας, κάποιες σελίδες του βιβλίου δεν μπορούσαν παρά να είναι αφιερωμένες στην διαπλοκή αθλητισμού- πολιτικής που χαρακτηρίζει την περιοχή μεταξύ της Hafenstrasse και του Millerntor-Stadion της St. Pauli.

Επιστρέφοντας στο Παγκόσμιο Κύπελλο Βραζιλίας του 2014, σε αυτούς η ιταλική εθνική ομάδα φτάνει μετά την κάκιστη φιγούρα τέσσερα χρόνια νωρίτερα στη Νότια Αφρική. Σε εκείνη την περίπτωση ζητήθηκαν οι αιτιολογίες της καταστροφής στην αποβολή του Marchisio, «του μέσου της Γιουβέντους ο οποίος στην πατρίδα απολαμβάνει της ασυλίας που κατοχυρώνεται στους bianconeri από το πρώτο άρθρο του ποδοσφαιρικού Συντάγματος». Ο αποδιοπομπαίος τράγος, φθάνει να μην παραδεχτούν την ήττα ολόκληρου του έθνους, πρέπει να βρεθεί. «Γι αυτό αθλητικοί δημοσιογράφοι, ειδικοί της επικοινωνίας των πρακτορείων μάρκετινγκ που χρησιμοποιεί η ιταλική ομοσπονδία ποδοσφαίρου, πρώην πολιτιστικοί αντάρτες κατά τη διάρκεια του πανεπιστημίου που κεραυνοβολήθηκαν επάνω στην οδό της εξουσίας, θέτουν ήδη σε κίνηση το εργοστάσιο συναίνεσης. Το θύμα, προκειμένου να επαναληφθεί η απόλυτη αθωότητά του, χρειάζεται έναν αποδιοπομπαίο τράγο καταδικασμένο να περιπλανιέται στην έρημο κουβαλώντας επάνω του τις αμαρτίες του έθνους. Για τη Βραζιλία του 2014 επιλέχθηκε ο Mario Balotelli: ο νέγρος».

Το Επεισόδια… Frammenti di un discorso sul pallone μεταφέρει αυτούς που διαβάζουν στο Παγκόσμιο Κύπελλο των ΗΠΑ το 1994, «όταν το ποδόσφαιρο υπέστη την οριστική μετατροπή σε ένα τηλεοπτικό προϊόν, το οποίο παρακολουθούμε μέσα από τα μάτια ενός παιδιού που κοιτάζει μια οθόνη μέσα σε ένα τεράστιο εμπορικό κέντρο με δυστοπική και ballardiana ατμόσφαιρα».

Υποστηρίζει ένας χαρακτήρας στο βιβλίο ότι εάν και το ποδόσφαιρο γνωρίζει την πρώτη βιομηχανική επανάσταση στο τέλος του δέκατου ένατου αιώνα με την κωδικοποίησή του σε «πολιτιστική βιομηχανία που μπορεί να εισαχθεί σε μια καπιταλιστική οικονομία οικογενειακής μήτρας, όπως ο τομέας της κλωστοϋφαντουργίας ή της μεταποίησης», η δεύτερη βιομηχανική επανάσταση θα ξεκινούσε με την έλευση της τηλεόρασης στο ποδόσφαιρο μέσα στη δεκαετία του Εξήντα για να φτάσει στη συνέχεια στο αποκορύφωμά της τις μέρες μας. Η τρίτη επανάσταση αντιθέτως θα έπρεπε να έχει σχέση με τη δυνατότητα που προσφέρεται στο χρήστη από τις νέες τεχνολογίες για την «εξαγωγή εξατομικευμένων προγραμμάτων κατανάλωσης». Πέρα από τους μελλοντικούς μετασχηματισμούς, σίγουρα η εμφάνιση της τηλεόρασης, και όχι μόνο στο ποδόσφαιρο, αποτέλεσε ένα σημαντικό σημείο καμπής, και όταν υπάρχουν στη μέση οι τηλεοράσεις η λέξη κλειδί είναι «the show must go on – η παράσταση πρέπει να συνεχιστεί», και λίγες ιστορίες, και από αυτή την άποψη ούτε οι νεκροί μπορούν να σταματήσουν την μηχανή του θεάματος και των επιχειρηματικών υποθέσεων.

Η επανάσταση της τηλεόρασης έχει συνδυαστεί με εκείνη των «ατομικών καθισμάτων» στα στάδια, δομές που, χάρη στις ολοένα και υψηλότερες τιμές, πρέπει να γίνουν μέρη προσβάσιμα σε περιορισμένο αριθμό θεατών που βρίσκονται υπό έλεγχο ενώ οι άλλοι θα πρέπει να προσφύγουν στη συνδρομητική τηλεόραση. Οι τραγωδίες του Haysel στις Βρυξέλλες στις 29 μαΐου 1985 και του Hillsborough στο Σέφιλντ στις 15 απριλίου 1989, αποδείχτηκαν από αυτή την άποψη ευκαιρίες που δεν πρέπει να χαθούν για να πιεστεί περαιτέρω ο επιταχυντής του μετασχηματισμού που βρίσκεται σε εξέλιξη.

Για να τα πούμε όλα, στην περίπτωση του Σέφιλντ η κυβέρνηση της Μάργκαρετ Θάτσερ προσπαθεί με κάθε τρόπο να αποκρύψει τις οργανωτικές ευθύνες που σχετίζονται με τους χώρους που έχουν δεσμευτεί για τους οπαδούς και την λανθασμένη συμπεριφορά των αστυνομικών δυνάμεων που, μαζί με την ισχυρή περίφραξη ενάντια στις εισβολές που εισήγαγε η κυβέρνηση μετά την τραγωδία του Heysel, βοήθησαν να παγιδευτούν οι παρόντες σε ένα πολύ μικρό χώρο. Η κυβέρνηση της Σιδηρής Κυρίας έφτασε μάλιστα στο σημείο να εκμεταλλευτεί τον εξυπηρετικό προς αυτήν Τύπο για να διαδώσει ψευδείς και παρεκκλίνουσες έρευνες σχετικά με τις ευθύνες για το περιστατικό. “The show must go on”, σίγουρα, και μαζί με το θέαμα πρέπει να γίνουν τα πάντα ώστε να προωθηθεί κάθε προσπάθεια να καταστεί ακόμα πιο κερδοφόρο, με οποιοδήποτε απαραίτητο μέσο. Αλίμονο, ο κόσμος των επιχειρήσεων δεν διστάζει, δεν αμφιταλαντεύεται ποτέ μπροστά στους νεκρούς.

Μερικά αποσπάσματα μπαλαδορικής κουβέντας είναι επίσης αφιερωμένα στον Éric Cantona, έναν μαρσεγιέζο στον οποίο ο ρόλος του απλού ποδοσφαιριστή, αν και εξαιρετικού, του ήταν πάντα σφιχτός και που, πάνω απ ‘όλα, ποτέ δεν απέφυγε να λέει και να κάνει εκείνο που περνούσε απ’ το κεφάλι του: από το πάθος για την ζωγραφική στο να δηλώνει ότι προσελκύεται από την άρνηση της εξουσίας που ασκούσαν οι γάλλοι ληστές της δεκαετίας του ’70 Mesrine και Spaggiari, από τις εκστρατείες για να καταρρεύσει το τραπεζικό σύστημα στο να προσφέρεται για τη διαφήμιση μεγάλων εμπορικών σημάτων, από τη στάση του εναντίον γάλλων πολιτικών στη μόδα μέχρι τις κινηματογραφικές του συμμετοχές.

Αφού άνοιξε με το Παγκόσμιο Κύπελλο του 1978 στην Αργεντινή, το βιβλίο κλείνει με μια ιστορία επικεντρωμένη σε εκείνο τον Paul Breitner που βρίσκουμε στον τίτλο του τόμου, εκείνου του γερμανού ποδοσφαιριστή που συνήθιζε να παρουσιάζεται στις προπονήσεις της Μπάγερν Μονάχου με το Μικρό Κόκκινο Βιβλίο του Μάο πεπεισμένου πως μπορούσε να συμβιώνει τον κομμουνιστικό του λόγο με τα χρήματα που κέρδιζε στην Ρεάλ Μαδρίτης, την ομάδα του Φρανσίσκο Φράνκο, και που γι αυτές του τις αντιφάσεις καταλήγει, σε αυτές τις σελίδες, στόχος ορισμένων μελών της Rote Armee Fraction.

«Ποια σχολή παιχνιδιού, σημαία ή αντίληψη της μπάλας κατάφερε να ξεφύγει από τις λογικές του κεφαλαίου; Όλες, καμία. Επειδή το παιχνίδι της μπάλας γεννιέται ήδη σύγχρονο. Είναι ένα εμπόρευμα, μια συσκευή του θεάματος και ένας μηχανισμός εξουσίας ». Ο Luca Pisapia καταπίνεται βαριά. Οι παθιασμένοι του ποδοσφαίρου αιχμάλωτοι της ρομαντικής νοσταλγίας για το ποδόσφαιρο των αναμνήσεων προειδοποιήθηκαν στην αρχή: το Uccidi Paul Breitner. Frammenti di un discorso sul pallone πραγματικά δεν είναι το βιβλίο τους.

 

https://www.carmillaonline.com/2019/01/22/sport-e-dintorni-frammenti-di-un-discorso-sul-pallone-il-miglior-apparato-ideologico-al-servizio-del-capitale/

σύγχρονα κινήματα, movimenti di oggi

Το διακύβευμα/2

του Alexik

Πόση απόσταση – αβυσσαλέα – ανάμεσα στους δρόμους που σήμερα θα γεμίσουν με πορείες εναντίον των Μεγάλων Περιττών και Επιβληθέντων Έργων και για το δικαίωμα στο κλίμα, και τις αίθουσες των θεσμικών συνομιλιών της COP24 του Κατοβίτσε.
Πόση απόσταση μεταξύ της γενναιοδωρίας αυτών που είναι ικανοί να θέσουν τους εαυτούς τους σε κίνδυνο, και της υποκρισίας των λεγόμενων «πολιτικών ιθυνόντων» που συγκεντρώθηκαν στην Πολωνία, τελευταία από τις ανησυχίες των οποίων φαίνεται να είναι ακριβώς η κλιματικές αλλαγές.

Πιθανότατα κανείς τόπος είναι πιο κατάλληλος από το Κατοβίτσε – στην καρδιά της λεκάνης του άνθρακα της Σιλεσίας – να δώσει την ιδέα ενός κακού κλίματος, τόσο με ατμοσφαιρικούς όσο και με πολιτικούς όρους.Το Katowice βρίσκεται όντως στην 19η θέση της κατάταξης 2016 του OMS των 50 πιο μολυσμένων πόλεων στην Ευρώπη, παρέα με άλλες 32 πολωνικές πόλεις, ως αποτέλεσμα μιας ενεργειακής πολιτικής που βασίζεται κατά 80% στον άνθρακα 1.
Για να διατηρηθεί αυτό το αξιοζήλευτο ρεκόρ η Πολωνία, μοναδική στην Ευρώπη, συνεχίζει να σχεδιάζει νέες εγκαταστάσεις και νέα ορυχεία (ιδίως λιγνίτη, τον πιο ρυπογόνο τύπο άνθρακα) με την ευλογία της Ευρωπαϊκής Επιτροπής η οποία χορήγησε στην πολωνική κυβέρνηση τη δυνατότητα να επιδοτεί τους σταθμούς ηλεκτροπαραγωγής της καύσεως άνθρακα με Κρατική ενίσχυση 2.
Και το ισχυρίζεται – από την πρώτη ημέρα του Συνεδρίου – μέσω του στόματος του προέδρου της Andrzei Duda, ο οποίος κατέστησε αμέσως σαφές ότι δεν ήταν πρόθυμος να εγκαταλείψει τον άνθρακα που “εγγυάται την ενεργητική κυριαρχία των πολωνών”. 3

Εάν αυτό είναι το μήνυμα «καλωσορίσματος» από τους οικοδεσπότες, και οι προϋποθέσεις, οι αρχές της συνάντησης δεν είναι μεταξύ των καλύτερων, κρίνοντας από τον αρνητισμό του Τράμπ – negazionismo di Trump (που στη συνέχεια διαψεύστηκε από την ίδια του την διοίκηση), από την ακύρωση – annullamento από πλευράς αυστραλιανής κυβέρνησης του σχεδίου για την μείωση των εκπομπών διοξειδίου του άνθρακα, και από τις δηλώσεις του νέου βραζιλιάνου υπουργού εξωτερικών – dalle dichiarazioni del neo ministro degli esteri brasiliano, Ernesto Araújo, πεπεισμένου πως οι κλιματικές αλλαγές είναι ένα δόγμα που δημιουργήθηκε από μια ομάδα μαρξιστών για την προώθηση της ανάπτυξης της Κίνας.

Η έναρξη των εργασιών της COP24 της 3ης του περασμένου δεκεμβρίου έδωσε το έναυσμα στη σύγκρουση επάνω στα κύρια θέματα υπό συζήτηση, και ειδικότερα για τη μεταφορά κεφαλαίων, τεχνολογιών και πληροφοριών υπέρ των «αναπτυσσόμενων χωρών» για να στηρίξουν τις προσπάθειές τους προς επίτευξη των στόχων που καθορίστηκαν από τη συμφωνία του Παρισιού.
Η σύγκρουση αφορά επίσης τις έννοιες της δικαιοσύνης, της ισοπολιτείας και της «κοινής αλλά διαφοροποιημένης ευθύνης», η οποία αφορά στην αναγνώριση μεγαλύτερων ιστορικών ευθυνών των «ανεπτυγμένων χωρών» για τις προηγούμενες εκπομπές τους, οι οποίες δεν μπορούν να παραμεληθούν με την επικέντρωση αποκλειστικά στις τρέχουσες και μελλοντικές εκπομπές.

Περιττό να πούμε ότι οι «ανεπτυγμένες χώρες» αντιτίθενται και θέτουν εμπόδια στη μεταφορά κεφαλαίων, τεχνολογιών και πληροφοριών, και στην αναγνώριση των ιστορικών τους ευθυνών, και ότι αποφεύγουν τη συζήτηση όταν πρόκειται να υπολογιστούν, να γίνει απολογισμός για τις ανεκπλήρωτες δεσμεύσεις
Για παράδειγμα όταν κάποιος τις ρωτάει, ζητάει τον λογαριασμό για τα 100 δισεκατομμύρια ετήσια δολάρια που υποσχέθηκαν στη Διάσκεψη του Κανκούν για το κλίμα υπέρ των αναπτυσσόμενων χωρών.

Τα δύο μέτωπα που αντιτίθενται σε αυτή τη διαμάχη, όπου δίδεται μάχη επάνω σε κάθε λέξη των υπό συζήτηση εγγράφων, εκπροσωπούνται σχηματικά από την ομάδα Umbrella (σχηματίστηκε από τις ΗΠΑ, τη Ρωσική Ομοσπονδία, τη Λευκορωσία, το Καζακστάν, την Ουκρανία, την Αυστραλία, τον Καναδά, την Ισλανδία, Νέα Ζηλανδία, Νορβηγία, Ισραήλ) και από την G77, μια ομάδα που σχηματίστηκε το 1964 από 77 αναπτυσσόμενες χώρες.

Θα μπορούσε να φαίνεται σαν μια κλασσική σύγκρουση νεοαποικιακού χαρακτήρα, και σίγουρα είναι εν μέρει.
Το γεγονός είναι ότι κανένα από τα δύο αντιτιθέμενα μπλοκ είναι αξιόπιστο στο μέτωπο του αγώνα κατά της κλιματικής αλλαγής.
Η ομάδα της Umbrella περιλαμβάνει τους αρνητιστές των ΗΠΑ, την Αυστραλία που μόλις έχει απεμπλακεί από τους στόχους περιορισμού των αερίων θερμοκηπίου, την Ρωσική Ομοσπονδία και τη Νορβηγία που έχουν κάθε συμφέρον να συνεχίσουν να πωλούν πετρέλαιο, το Ισραήλ που σχεδιάζει την κατασκευή του EastMed, έναν μακρύ αγωγό μέχρι το Otranto που εξυπηρετεί τη μεταφορά του κλαπέντος αερίου από τους παλαιστινίους.

Από την άλλη πλευρά η G77 περιλαμβάνει μεταξύ των μελών της όλα τα μεμονωμένα κράτη του ΟΠΕΚ. Περιλαμβάνει την Κίνα και την Ινδία, τα έθνη από τα οποία αναμένεται η μεγαλύτερη πρόσθετη ζήτηση ενέργειας από σήμερα μέχρι το 2040 4, και κολοσσιαίες ποσότητες θα χρησιμοποιηθούν για την εξυπηρέτηση του «νέου δρόμου του μεταξιού».
Η G77 εκπροσωπείται στην COP24 από την Αίγυπτο, η οποία μετά την ανακάλυψη της φλέβας Noor χαϊδεύει τη φιλοδοξία να γίνει εξαγωγέας αερίου.

Εν ολίγοις: είμαστε σίγουροι ότι όλος αυτός ο κόσμος έχει την παραμικρή πρόθεση να προχωρήσει προς την υπερπήδηση των ορυκτών καυσίμων;
Μπορούμε να το περιμένουμε από τις πεφωτισμένες δημοκρατίες της Δύσης, οι οποίες για τον έλεγχο των πετρελαϊκών πόρων δεν δίστασαν να καταστρέψουν ολόκληρα Κράτη αφήνοντας χιλιάδες και χιλιάδες νεκρούς στη γη;

Για άλλη μια φορά, το καθήκον της αντιστροφής της τάσης βαραίνει επί των κινημάτων. (Συνεχίζεται)

 


  1. Daniele Olivetti, Smog, studio Oms: le 50 città più inquinate d’Europa, 3 sono italiane, 3bmeteo.com, 19 febbraio 2017 
  2. Marina Forti, Come si vive circondati dal carbone in Polonia, in “Internazionale” , 16 aprile 2018.
    Commissione europea, Aiuti di Stato: la Commissione approva sei meccanismi di regolazione della capacità di energia elettrica per garantire la sicurezza dell’approvvigionamento in Belgio, Francia, Germania, Grecia, Italia e Polonia, Bruxelles, 7 febbraio 2018. 
  3. Cop24, il presidente Duda spiazza tutti: “Polonia non può rinunciare al carbone”, Il Fatto Quotidiano, 3 dicembre 2018. 
  4. OPEC, 2017 Annual Report, 2018, pp. 110. 
TAGGED WITH →  •  •  •  •  •  •  •  • 
σύγχρονα κινήματα, movimenti di oggi

ΔΕΝ ΞΕΧΝΑΜΕ ΔΕ ΣΥΓΧΩΡΟΥΜΕ Πέμπτη, 6/12/2018, στις 18:00, Συγκέντρωση στην Πλατεία Καπνεργάτη, Καβάλα

By anarxikoikavalas | December 2, 2018 – 8:58 pm – Posted in ΑντίστασηΑστυνομοκρατίαΑυτόνομο ΣτέκιΑφίσεςΚαταστολήΠορείες

   

 

By anarxikoikavalas | December 2, 2018 – 8:53 pm – Posted in