σύγχρονη σκέψη

Διέξοδος Via d’uscita

Δ ευτέρα  11 Μαίου 2015

Via d’uscita διέξοδος

anti2

αντί-οικονομία και αντιπολιτική – 2Anti-economia ed antipolitica – 2 

– για την επαναδιατύπωση της κοινωνικής χειραφέτησης μετά το τέλος του »μαρξισμού» –
– Sulla riformulazione dell’emancipazione sociale dopo la fine del «marxismo» –
του Robert Kurz

  1.  η έννοια των παραγωγικών δυνάμεων και η μικροηλεκτρονική επανάσταση  Il concetto di forze produttive e la rivoluzione microelettronica

αντί να αφεθούμε να μας καταδιώκουν τα φαντάσματα του παρελθόντος, θα πρέπει να ψάξουμε να επεξεργαστούμε ορισμούς κοινωνικούς-οικονομικούς μιας εμβρυακής μορφής,  πέρα από την παραγωγή εμπορευμάτων, σε επίπεδο του παρόντος βαθμού κοινωνικοποίησης, δίχως να πέσουμε σε έναν ακατέργαστο  πραγματισμό.  δεν πρόκειται με τίποτα, λοιπόν, για άμεσες υποδείξεις δράσης  (που όντως μπορούν να αναπτυχθούν μόνο μέσα στο πλαίσιο ενός κοινωνικού κινήματος ), αλλά για στοχασμούς θεωρητικούς και αναλυτικούς με σκοπό να συγκεκριμενοποιήσουν την κριτική της αξίας.  το ζήτημα της εμβρυακής μορφής μιας αναπαραγωγής  χωρίς πλέον την μεσολάβηση από τις νομισματικές σχέσεις και αυτές της αγοράς πρέπει να αντιμετωπιστεί με ιστορικό τρόπο, αναλυτικό και θεωρητικό.

μπορούμε να ξεκινήσουμε από μια μαρξιστική προβληματική: από το ζήτημα των παραγωγικών δυνάμεων και από την σχέση τους με τις σχέσεις παραγωγής. δεν είναι καθόλου απαραίτητο, ωστόσο, να αποδεχτούμε μια ντετερμινιστική, αιτιοκρατική ακολουθία κοινωνικών σχηματισμών »όλο και προοδευτικότερων», των οποίων η στέψη να πρέπει να είναι, εν τέλει, ο »σοσιαλισμός». σε έναν ορισμένο τρόπο, μπορούμε να πούμε πως οι παραγωγικές δυνάμεις αναπτύσσονται πάντα, καθώς το ανθρώπινο πνεύμα  δεν αναπαύεται ποτέ ; μόνο που αυτή η ανάπτυξη, είναι προφανές, μπορεί να ακολουθήσει τελείως διαφορετικές κατευθύνσεις (και να απομακρυνθεί, για παράδειγμα, από την ίδια την παραγωγή, με την ακατέργαστη οικονομική ή υλική έννοια, όταν εννοούμε την κοινωνική αναπαραγωγή, και τις »δυνάμεις» της, σε μια συνολική εικόνα και, τότε, επίσης πολιτιστική).

η πορεία της διαδικασίας ανάπτυξης αποφασίζεται στην κοινωνική αντιπαράθεση.  γι αυτό το θέμα, μπορούμε να πούμε πως, στην διάρκεια του πρώιμου Μεσαίωνα, μετά την πανούκλα, δεν αποφασίστηκε καθόλου, και ούτε καθορίστηκε, πως »έφτανε η ώρα» του καπιταλισμού. εκείνο τον καιρό, ήταν ακόμη δυνατές κατευθύνσεις ανάπτυξης τελείως διαφορετικές, που δεν οδηγούσαν απαραίτητα στον καπιταλισμό (και ούτε, σίγουρα, στην άμεση χειραφέτηση των φετιχιστικών μορφών σχέσεων  ). είναι ένα ιστορικό ζήτημα που θα άξιζε τον κόπο να ερευνηθεί, γιατί δύναται να ας παρέχει ένα μέσο αντίθεσης της άκαμπτης ιστορικής νομοτέλειας του παλαιού μαρξισμού. με μια άλλη κατεύθυνση και μια άλλη μορφή ανάπτυξης, το ίδιο το ζήτημα της κοινωνικής χειραφέτησης θα διαμορφώνονταν, προφανώς, με διαφορετικούς όρους.

όμως μετά τα μέσα του  XIX αιώνα, ο καπιταλισμός επιβλήθηκε, με την συγκεκριμένη του μορφή ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων, το ζήτημα της κοινωνικής χειραφέτησης και της υπέρβασης μιας τυφλής κοινωνικότητας και ασυνείδητης μπόρεσε να διαμορφωθεί μόνο υπό την μορφή μιας υπέρβασης του ιδιαίτερα καπιταλιστικού φετιχισμού  και του τρόπου να κοινωνικοποιείται.  ωστόσο, από την άλλη, οι φετιχιστικές μορφές παραγωγής και συνείδησης, που έχουν εγκατασταθεί από το καπιταλιστικό εμπόρευμα, επικράτησαν στην μακρά του επιτυχή ιστορία, και έχουν καθορίσει την ίδια την σκέψη της κοινωνικής κριτικής  (ο μαρξισμός του εργατικού κινήματος παρέχει μια καθαρή μαρτυρία γι αυτό ).

αυτή η διατύπωση χειραφέτησης πρέπει, σε μια πρώτη στιγμή, να παραμείνει κρυμμένη στην μήτρα της ιστορίας και πρέπει να υποφέρει μια μακρά περίοδο επώασης. για μιαν ολόκληρη εποχή, μπορέσαμε μονάχα να ερευνήσουμε το ιστορικό κενό στο εσωτερικό του περιβλήματος του μοντέρνου συστήματος παραγωγού εμπορευμάτων, δηλαδή, το θέμα της χειραφέτησης μπόρεσε να τεθεί μόνο με μιαν έννοια μειωμένη και έμφυτη στην καπιταλιστική διαμόρφωση – έννοια, που είδε το φως σαν αστική χειραφέτηση της εργατικής τάξης,  δηλαδή με την ιδιότητα του πολίτη ή σαν κοινωνική μεταρρύθμιση, ή, ακόμη, σαν αστική χειραφέτηση ενός »καθυστερημένου εκσυγχρονισμού» σε κοινωνία της καπιταλιστικής περιφέρειας που ελήφθησαν ως ιστορικά καθυστερημένες.

αυτός ο αστερισμός, του οποίου την κληρονομιά σήμερα υποφέρουμε το βάρος, δεν οφείλεται με κανέναν τρόπο σε μια οντολογική προδιάθεση, αλλά αυτή είναι η ίδια το αποτέλεσμα μιας ιστορίας ανοιχτής από την αρχή και αμφιλεγόμενης. αφού το σύστημα παραγωγός εμπορευμάτων επιβλήθηκε βάναυσα, και κατέστη η γενική μορφή της συνείδησης, έγινε εκείνο που είχε πει ο Μάρξ, με γενικούς όρους,  όσον αφορά την κοινωνική διαδικασία  : την στιγμή που θα εγκατασταθεί ιστορικά ένα σύστημα, δεν μπορούμε να γυρίσουμε πίσω  – αυτό πρέπει, να το πω έτσι, να διατρέξει όλο τον ζωτικό του κύκλο, μέχρις ότου εξαντληθεί και φτάσει τα εσωτερικά του όρια. αυτά τα όρια επιτυγχάνονται όταν η ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων οδηγεί σε ένα σημείο στο οποίο οι ίδιες οι παραγωγικές δυνάμεις γίνονται  ασυμβίβαστες με τις σχέσεις παραγωγής.

το περίβλημα των αντικειμενικοποιημένων κοινωνικών μορφών που έχει πετρώσει, τότε σπάζει βάναυσα διαμέσου καταστροφικών εκρήξεων, κι έτσι μπορεί να διασχισθεί με τρόπο ώστε να φτάσει σε ανανεωμένες και ανώτερες μορφές κοινωνικότητας που να είναι συμβατές με τις νέες παραγωγικές δυνάμεις.

σε αυτό το σχήμα που έχει από »ιστορικό υλισμό», πρέπει να ασκήσουμε κριτική στο γεγονός πως αυτό γενικεύει απότομα, με μορφή υπέρ-ιστορική, εκείνο που ίσως να είναι έγκυρο μόνο για την ιδιαίτερη ιστορία του καπιταλισμού.  θεωρώντας όμως πως έχουμε ακόμη να κάνουμε με αυτόν, δεν μπορούμε να απορρίψουμε απλά το σύστημα του  Marx. στην πραγματικότητα, αυτό δεν είναι με κανέναν τρόπο »αντικειμενιστικό», όπως πάντα υπέθεταν οι ίδιοι οι κριτικοί της αριστεράς, αλλά μονάχα λαμβάνει υπόψη τις πραγματικές αντικειμενικότητες του φετιχισμού, που την ίδια στιγμή αναγνωρίζονται σαν ουσιαστικά δυνάμενες να ξεπεραστούν.

εάν αυτή η υπέρβαση παρουσιάζει ακόμη μια στιγμή ιστορικής προϋπόθεσης, αυτή είναι η απαραίτητη στιγμή ενός κινήματος που θα περάσει από τον καπιταλισμό στον μη-καπιταλισμό , από τον φετιχισμό στον μη-φετιχισμό. μια υπέρβαση άμεση της προϋπόθεσης θα ήταν αντιφατική. ο μαρξισμός του εργατικού κινήματος παρέμεινε στην οπτική της αστικής κοινωνίας, όχι διότι θα είχε αναγνωρίσει την στιγμή της προϋπόθεσης, αλλά διότι η ανάπτυξή του δεν στάθηκε ικανή να ξεπεράσει την φετιχιστική μορφή της αξίας.

το σύστημα του Marx για τον ρόλο των παραγωγικών δυνάμεων, κινητοποιήθηκε από τον ιστορικό μαρξισμό μόνο σε σχέση με την εσωτερική ιστορία του συστήματος παραγωγού εμπορευμάτων, αλλά όχι για εκείνο που αναφέρεται στην υπέρβαση αυτού του ίδιου του συστήματος. στην πραγματικότητα, η αντίθεση ανάμεσα στις παραγωγικές δυνάμεις και τις σχέσεις παραγωγής φέρνει μόνο στην απόλυτη κρίση, στο τέλος της συστημικής ιστορίας της ανάπτυξης και γέρνει στο κατώφλι της υπέρβασης. όμως ευθύς εξ αρχής αυτή η αντίθεση υπήρξε επίσης ο εσωτερικός κινητήρας της καπιταλιστικής ανάπτυξης, έφερε προς σχετικές κρίσεις  («κρίσεις επιβεβαίωσης») και ξεπέρασε τους ιστορικά παρωχημένος σχηματισμούς του παραγωγού συστήματος εμπορευμάτων, δίχως αυτό να νιώσει το άγγιγμα στην βασική του μορφή.

μόνο σε αυτήν την »αδύναμη» έκδοση, ο μαρξισμός υπήρξε ικανός να αντιληφθεί την έννοια μετασχηματισμού του  Marx, δηλαδή όταν ήταν αιχμάλωτος της ανολοκλήρωτης ιστορίας της ανάπτυξης της νεωτερικότητας. γι αυτό ο σοσιαλισμός, πήρε υπό την κατοχή του την κληρονομιά του φιλελευθερισμού,  έτσι όπως ο φιλελευθερισμός είχε πάρει υπό την κατοχή του της κληρονομιά της απολυταρχίας : προτεσταντική ή καλβινιστική μεταρρύθμιση και απόλυτος συγκεντρωτισμός, γαλλική και αμερικανική Επανάσταση, ρώσικη επανάσταση του οκτώβρη και εθνικά κινήματα όπως και αντί-αποικιακά απελευθέρωσης συνθέτουν ένα μοναδικό δίκτυο στην ιστορία της επικράτησης κοινωνικότητας διαμέσου  της μορφής εμπορεύματος,  στην οποίαν κάθε στιγμή χειραφέτησης σε σχέση με μια προηγούμενη κατάσταση αντιπροσώπευε έναν νέο σταθμό καταπίεσης και αποτροπής.

ο Κρατικός σοσιαλισμός της Ανατολής και ο απελευθερωτικός εθνικισμός του Νότου, βρίσκονται σήμερα  εκ θεμελίων ανυπόληπτοι, ωσάν παραδείγματα κοινωνικής χειραφέτησης, στα οποία μόνον βλάκες ιστορικοί μπορούν να προσκολληθούν, μαζί με τις »αδύναμες» έννοιες μετασχηματισμού που από αυτά μπορούν να προέλθουν. εάν αντιλαμβανόμαστε την κατάρρευση αυτών των παραδειγμάτων, σύμφωνα με την ιστορική τους ταξινόμηση, όχι σαν »νίκη» του δυτικού καπιταλισμού, αλλά σαν αρχή μιας απόλυτης κρίσης του συστήματος παραγωγού εμπορευμάτων,  στο οποίο τελικά θρυμματίζονται όλες οι ιστορικές εξελικτικές αλυσίδες της μορφής αξίας, να λοιπόν που εισέρχεται στην σκηνή η »ισχυρή» έκδοση του σχήματος μετασχηματισμού  Marx.  στο επίπεδο των παραγωγικών δυνάμεων, είναι δίχως αμφιβολία η μικροηλεκτρονική, σαν καθολική τεχνολογία εξορθολογισμού και επικοινωνίας, που έφερε στο κατώφλι ενός είδους μετασχηματισμού όχι πλέον εγγενούς στο σύστημα.

στον ίδιο βαθμό κατά τον οποίον η μικροηλεκτρονική επανάσταση καθίσταται δύναμη παραγωγής κρίσης για το σύστημα παραγωγού εμπορευμάτων, μπορεί λοιπόν αυτή επίσης να γίνει δύναμη παραγωγής χειραφέτησης κοινωνικής από τις φετιχιστικές μορφές της αξίας.

ήδη με αυτό παγιώνεται μια βασική διαφορά με τα εναλλακτικά κινήματα των χρόνων  70 και 80. από την στιγμή που οι παλαιές έννοιες μιας »μορφής ζωής και παραγωγής διαφορετικής» ήταν σε μεγάλο μέρος δεσμευμένες σε μια »αντιδραστική κριτική των παραγωγικών δυνάμεων». η μικροηλεκτρονική, οι υπολογιστές και η δυναμική αυτοματοποίησης στην βιομηχανική παραγωγή αφορίζονταν. αυτή η κριτική των παραγωγικών δυνάμεων δεν μπορούσε, ούτε ήθελε, να προσδέσει το ζήτημα της κοινωνικής χειραφέτησης στο ξεπέρασμα της »αφηρημένης εργασίας», αλλά, αντιθέτως, ήθελε να την δεσμεύσει στην επιστροφή ενός κατώτερου ιστορικού επιπέδου.

με αυτό τον τρόπο, το εναλλακτικό κίνημα διατηρούνταν αιχμάλωτο των »θέσεων εργασίας» – προσλάμβανε το κόμμα της »εργασίας»(να το τελειοποιήσει με τρόπο δήθεν εναλλακτικό και κοινωνικά ικανοποιητικό ) ενάντια στις παραγωγικές δυνάμεις που γεννούσε ο καπιταλισμός.  σε αυτή την μορφή, καθίστατο συμβατό μέχρι και με τις συντηρητικές ιδεολογίες και πολιτιστικά απαισιόδοξες, που από τα τέλη του  XVIII αιώνα  – για παράδειγμα, στην φιγούρα του λογοτεχνικού ρομαντισμού, πολιτικού και κοινωνικό-οικονομικού – έψαχναν να γυρίσουν προς τα πίσω τον τροχό της ιστορίας (αν και ο ρομαντισμός δεν εξαντλείται καθόλου σε αυτή την απλή ώθηση).

στην πλειοψηφία των περιπτώσεων, κάποια προηγούμενα στάδια της ανάπτυξης, μέσα στην ιστορία επικράτησης του καπιταλισμού, μεταμορφώνονταν φαντασμαγορικά και μετατρέπονταν σε μιαν ουτοπία »μαύρη» αντιδραστική. το εναλλακτικό κίνημα δεν ήταν ταυτόσημο με τον πολιτικό και πολιτιστικό συντηρητισμό, αλλά, στο μέτρο κατά το οποίο έψαχνε να επιλύσει το ζήτημα της κοινωνικής χειραφέτησης με όρους οπισθοδρομικούς, ενάντια στις παραγωγικές δυνάμεις, καθίστατο η είσοδος πρόσβασης για τις πολιτικά συντηρητικές ιδέες μέσα στα »νέα κοινωνικά κινήματα».

στο Πράσινο Κόμμα, Nel Partito Verde, εκείνο που παρέμεινε από την δημόσια συζήτηση γύρω από τις αρχές της δεκαετίας  1980 υπήρξε σχεδόν απόλυτα το φλέρτ του πολιτικού συνασπισμού με μια κλίκα, »συντηρητική όσον αφορά την αξία», όπως με την CDU (Unione Democratico-Cristiana),  Ένωση Δημοκρατική-Χριστιανική, το κόμμα της κυβέρνησης, il partito di governo.

σε αντίθεση με αυτό, πρέπει να επιστρέψουμε, σε αυτό το σημείο, στο ριζοσπαστικό κίνημα χειραφέτησης που πρότεινε ο  Marx, δηλαδή, στην »δυνατή» αίσθηση μετασχηματισμού, στην ανάληψη θέσης για τις μικροηλεκτρονικές δυνάμεις παραγωγής ενάντια στις σχέσεις παραγωγής του κεφαλαίου. αυτή όμως δεν μπορεί να είναι μια επέκταση του παλιού μαρξισμού και της φετιχοποίησής του των παραγωγικών δυνάμεων – επέκταση αυτή, ανελαστική και με μιαν απλή κριτική της αξίας, επιπόλαιη. αυτό συνεπάγεται  τόσο για την έννοια των παραγωγικών δυνάμεων όσο και για το ζήτημα της σημασίας τους σε μια εμβρυακή μορφή που μετατρέπει τις κοινωνικές σχέσεις δίχως να τις βυθίζει στην μορφή εμπόρευμα. θα πρέπει να γίνει, ως εκ τούτου, μια επιστροφή »κατακτητής» της έννοιας μετασχηματισμού στον Marx, και όχι μια απλή επανάληψη.

είναι ακριβώς αυτό το πρόβλημα που η πλειοψηφία των εκπροσώπων εκείνου που παρέμεινε από τον »ορθόδοξο» μαρξισμό και της κριτικής Θεωρίας δεν θέλουν ούτε δύνανται να αντιληφθούν.  φαντάζονται τους εαυτούς τους ικανούς να ανταπαντήσουν στην κριτική της παραγωγικής δύναμης του εναλλακτικού κινήματος, με μια απλή επανάληψη των μαρξιστικών βασικών θέσεων που αφορούν την σχέση ανάμεσα στις παραγωγικές δυνάμεις και σχέσεις παραγωγής. με αυτόν τον τρόπο, αυτοί αγνοούν μια αποφασιστική στιγμή, που πάντα καθόρισε το αδύναμο σημείο του μαρξισμού  : το γεγονός πως η κριτική στην φυσική επιστήμη, στην τεχνική και στον βιομηχανισμό δεν είναι μόνον αντιδραστικής και παράλογη, αλλά αυτή θέτει επίσης σε επιφυλακή, προειδοποιεί – και όχι άνευ αιτίας – γύρω από τον καταστροφικό χαρακτήρα και καταπιεστικό της καπιταλιστικής ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων.

ο μαρξισμός ήθελε να αθωώσει από την κατηγορία καταστολής την επιστημονική και τεχνολογική πλευρά του εκσυγχρονισμού και να κάνει, αυτής της καταπίεσης, μόνον ένα παράγωγο αποκλειστικό της ιδιοκτησίας και του καπιταλιστικού κέρδους (που κατάφερνε να αντιληφθεί μόνο σε μορφή κοινωνιολογικά και λογιστικά μειωμένη). επιστήμη φυσική, τεχνική και βιομηχανία έπρεπε να εξομοιωθούν στον »σοσιαλισμό», δίχως καμιάν μεταβολή, τροποποίηση.

τώρα, αυτό αντιστοιχεί, επακριβώς, στην »αδύναμη» εκδοχή ενός απλού μετασχηματισμού της εσωτερικής ιστορίας, στην οποίαν αναθέτει ακούσια στον μαρξισμό/σοσιαλισμό – για παράδειγμα, με τον κευνσιανό του ξάδελφο ακόμη πιο αδύναμο, σε μια συγκεκριμένη εποχή – το καθήκον να εκπροσωπήσει τις πιο προοδευτικές δυνάμεις παραγωγής [φορντικές] της στιγμής, με σκοπό ένα νέο κύμα ανάπτυξης του συστήματος παραγωγού εμπορευμάτων.  έτσι, η καταστρεπτική και καταπιεστική πλευρά της καπιταλιστικής αξίας χρήσης – στην παραγωγή και την κατανάλωση – ήταν άλλο τόσο ανεπίδεκτη της φετιχιστικής μορφής βάσης της αξίας, να συμπεριληφθεί στην κριτική.

προέκυπτε, απαραίτητα, μια διπλή συσχέτιση: μια κριτική περιορισμένη μόνο στην εσωτερική ιστορία των σταδίων ανάπτυξης που είχαν καταστεί άνευ αντικειμένου του συστήματος παραγωγής εμπορευμάτων που δεν είχε ακόμη εξαντληθεί, και μια τυφλή επικράτηση της τελευταίας, και νεότερης, τεχνικής-υλικής φιγούρας του κεφαλαίου, πήγαν να συνθέσουν μια ενότητα τόσο άρρηκτη όσο το ήταν, αντιστρόφως, εκείνη μεταξύ της ριζοσπαστικής κριτικής της μορφής βάσης της αξίας και η αντίστοιχη κριτική της τεχνικής δομής και της καπιταλιστικής αξίας χρήσης.

λόγω του ότι ο μαρξισμός δεν είχε την πρόθεση και ούτε μπορούσε να ασκήσει κριτική στο »πραγματικά αφηρημένο» της αξίας, ήταν μοιραίο πως του διέφευγε επίσης  η στενή σχέση λογική και ιστορική ανάμεσα στην ελευθερωμένη μορφή εμπόρευμα και τις επιστημονικές αφαιρέσεις. με αυτό τον τρόπο, μια πτυχή της κριτικής του καπιταλισμού παρέμεινε νεφελώδης (και στον ίδιο τον  Marx), το οποίο επέτρεψε την παράλογη υιοθέτησή της από πλευράς του αντιδραστικού ρομαντισμού, ο οποίος συνόδεψε σαν σκιά την προώθηση του εκσυγχρονισμού υπό την μορφή του εμπορεύματος.

ξεκινώντας απ’ τα χρόνια 1970, όταν γίνονταν όλο και πιο ξεκάθαρο πως η κρίση του φορντικού μοντέλου ανάπτυξης συνεπάγονταν επίσης μια οικολογική κρίση, και όταν ο καταστροφικός αφανισμός των φυσικών πόρων στις Χώρες του υπαρκτού σοσιαλισμού έγινε γνωστή, το εναλλακτικό κίνημα των Πράσινων,  διαδόχων της εξέγερσης του 1968, εγκατέλειψε σε μεγάλο μέρος τον μαρξισμό και άρχισε να κάνει χρήση των αντί-βιομηχανικών λόγων και αιτιάσεων και της κριτικής της επιστήμης.  η τότε ανοδική οικολογική κριτική της εμφατικής μαρξιστικής έννοιας  παραγωγικών δυνάμεων μπορεί να χαρακτηριστεί – με την έννοια της χεγκελιανής κριτικής της υπέρβασης – ως κατηγορηματική άρνηση.

αυτή η άρνηση ήταν διπλά ανεπαρκής : παρόμοια με τις καταστρεπτικές και καταπιεστικές στιγμές της ιστορίας εκσυγχρονισμού του, η ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων αμφισβητούνταν γενικότερα, δηλαδή πετιόνταν μακριά το μωρό μαζί με τα βρώμικα νερά. συνεπώς, αυτή η κριτική των παραγωγικών δυνάμεων έφερνε ακόμα λιγότερο σε μια κριτική της μορφής αξία και του φετιχισμού της, αλλά έφερνε μοναχά σε διαφορετικές ιδέες παραγωγής μικροαστικής εμπορευμάτων, για να επιστρέψει στην συνέχεια, στην »πράσινη οικονομική πολιτική», σε μοντέλα κεϋνσιανά. ο μαρξισμός του εργατικού κινήματος  και το οικολογικό του deficit, έλλειμμα δεν ξεπερνιόνταν,  με αυτόν τον τρόπο, αλλά μόνον καταστέλλονταν ιδεολογικά.

με τον ίδιο βαθμό που η απόλυτη κρίση του συστήματος παραγωγού εμπορευμάτων και, στην συνέχεια, ο »δυνατός» μετασχηματισμός εισέρχονταν στο πεδίο προβολής, καθίστατο απαραίτητη, στο θέμα των παραγωγικών δυνάμεων, η δεύτερη άρνηση, η »άρνηση της άρνησης», η οποία, όπως είναι γνωστό, δεν φέρνει στο αρχικό σημείο εκκίνησης, αλλά, αντιθέτως, υπερβαίνει τους αδιαμεσολάβητους ανταγωνισμούς.  πρόκειται, ως εκ τούτου, να διαλέξουν πλευρά οι μικροηλεκτρονικές παραγωγικές δυνάμεις, ενάντια στις καπιταλιστικές σχέσεις παραγωγής, αλλά, την ίδια στιγμή, αφορά την υπερνίκηση της καταστροφικής αξίας χρήσης του καπιταλιστικού μηχανισμού παραγωγής και κατανάλωσης.

αυτή η υπερβατική κριτική πρέπει να ξεχωρίζει ανάμεσα σε ουσία και εμφάνιση της μικροηλεκτρονικής επανάστασης. η ουσία αυτών των νέων παραγωγικών δυνάμεων είναι δυνητική, δηλαδή, μια δυνατότητα που ο καπιταλισμός δεν έχει παράξει προς δικό του όφελος, αλλά μόνο για τον αφηρημένο του αυτοσκοπό δημιουργίας αξίας. η φαινομενική πραγματικότητα αυτού του δυναμικού δεν μπορεί να πάψει να επηρεάζεται από ένα τέτοιο γεγονός.   σύμφωνα με την υλική του διαμόρφωση, η συγκεκριμένη μορφή των παραγωγικών μικροηλεκτρονικών δυνάμεων είναι επίσης καπιταλιστική, οπότε πρέπει να ξεπεραστεί μαζί με την κοινωνική της μορφή.

αυτή η άρνηση της άρνησης είναι πολύ πιο απαραίτητη όταν, ειρωνικώς, η μεταμοντέρνα αριστερά – σαν αδιαμεσολάβητη αντίδραση στην απλά ανεπαρκή άρνηση του μαρξισμού – σήμερα φαίνεται να επιστρέφει στον ακατέργαστο φετιχισμό του παλιού εργατικού κινήματος, διαμέσου της κριτικής της παραγωγικής δύναμης του πράσινου εναλλακτικού κινήματος. δίχως έναν κάποιο στοχασμό στο σύνολο (παγκόσμιο και διαρθρωτικό ) των συνθηκών αναπαραγωγής στην κοινωνική και οικολογική σφαίρα, »η τελευταία λέξη» της τεχνικής της καπιταλιστικής κατανάλωσης γίνεται ένα «must», δίχως ούτε καν να γίνουν κατανοητά τα όρια της ταλαιπωρίας, της ηλιθιότητας και του δημόσιου κινδύνου.

η ίδια φετιχιστική αντιστροφή ανάμεσα σε κοινωνική σχέση και υλική σχέση, που εμφανίζεται κάτω επίσης από την εμφάνιση της καπιταλιστικής αξίας χρήσης, αναγνωρίζεται σαν θετική όψη του μέλλοντος. κάτι παρόμοιο χλευάζει κάθε χειραφετική αξίωση. όχι τυχαία, αυτή η μεταμοντέρνα τάση πηγαίνει χέρι χέρι με μια αδιαφορία όσον αφορά τις μορφές διαμεσολάβησης, σιωπηρά παραδεκτές, του χρήματος, του οποίου η υπέρβαση δεν θα συνιστούσε ένα σοβαρό θέμα.

ο παλιός μαρξισμός του εργατικού κινήματος, η εναλλακτική κριτική των παραγωγικών δυνάμεων που προώθησε το Πράσινο Κόμμα και η μεταμοντέρνα αριστερά, αντιπροσωπεύουν μόνον μεταβλητές της ίδιας ανικανότητας  (e della stessa cattiva volontà) να ξεπεραστεί το σύστημα παραγωγός εμπορευμάτων. ενάντια σε όλο αυτό, πρέπει να επικαλεστούμε ένα ξεπέρασμα της φετιχιστικής μορφής αξίας, που να περιέχει σε μια υπερβατική άρνηση τόσο την φαινομενική μορφή της διαμεσολάβησης του χρήματος όσο την φαινομενική μορφή της καπιταλιστικής αξίας χρήσης, εκμεταλλευόμενοι τις δυνατότητες της μικροηλεκτρονικής επανάστασης ακριβώς χάρη στο γεγονός που επιτρέπει να διαλέξουμε με τρόπο κριτικό τα καπιταλιστικά εκθέματα, αντί να μας υποβάλει, δίχως καμιά κριτική, η καταπιεστική και κατασταλτική αξία χρήσης.

αυτή η κουβέντα χειροτερεύει σε σχέση με το ζήτημα της εμβρυακής μορφής. με τον φόβο να ξαναπέσουμε σε ένα χαμηλότερο επίπεδο σε σχέση με τις καπιταλιστικές παραγωγικές δυνάμεις, ο ίδιος ο κριτικός μαρξισμός, μαζί με μέρος της μεταμοντέρνας αριστεράς, επιμένει σε μια άμεση επανάσταση της κοινωνίας σαν σύνολο, αν και από την άλλη πλευρά  (τουλάχιστον εν μέρει), ασκεί κριτική στον κρατισμό και τον πολιτικισμό. εδώ αναδεικνύεται μια κάποια σκοτεινιά και έλλειψη συνοχής, καθώς η αποκήρυξη μιας εμβρυακής μορφής κοινωνικό-οικονομικής αναπαραγωγής που να πηγαίνει πέρα από την αξία είναι δεμένη, με το ζόρι, σε μια κρατικίστικη σύλληψη της επανάστασης που γίνεται »από ψηλά», δηλαδή, ξεκινώντας από ένα αρχιμήδειο σημείο στήριξης.

η αναφορά στα συμβούλια σαν όργανα κοινωνικής εκπροσώπησης παραμένει ανεπαρκής, καθώς τα συμβούλια πρέπει, μετά από όλα αυτά, να αντιπροσωπεύουν κάτι, δηλαδή, πρέπει να αποτελούνται από στοιχεία. η φτώχεια των ιστορικών κινημάτων των συμβουλίων συνίσταται ακριβώς στο γεγονός πως μπορούσε να αντιπροσωπεύει μόνον τις καπιταλιστικές μορφές της »εργασίας» (επιχειρήσεις ή εταιρείες που μεσολαβούσαν ανάμεσα στο σπίτι και την αγορά), όχι όμως τις εμβρυακές μορφές μιας ανεξάρτητης αναπαραγωγής από την κοινωνικοποίηση διαμέσου της πραγματικής αφαίρεσης της αξίας.

ακριβώς γι αυτό, η μορφή οργάνωσης των συμβουλίων κατέληξε ξανά στην αστική μορφή του πολιτικού κόμματος κρατικού προσανατολισμού, και υπήρξε από αυτό καθοδηγούμενη και απορροφήθηκε.

είναι ξεκάθαρο πως η φτώχεια έχει να κάνει κάτι με τον χαρακτήρα των παραγωγικών δυνάμεων που έχουν φτάσει στο σημείο κορυφής της καπιταλιστικής ανάπτυξης, με αυτό τον τρόπο, ο παλιός μαρξισμός του εργατικού κινήματος μπορούσε να προσκομίσει, προς όφελος της δικιάς του κρατικής και συγκεντρωτικής αντίληψης μετασχηματισμού, την ίδια κατάσταση των παραγωγικών δυνάμεων : από τους χρόνους τους ατμού και των σιδηροδρόμων μέχρι την άνοιξη των φορντικών βιομηχανιών, οι ομάδες δυνητικών τεχνο-επιστημονικών ήταν εκ των πραγμάτων εκπροσωπούμενοι μόνο διαμέσου ενός κοινωνικού μέτρου σχετικά μεγάλου.   αυτό εφαρμόζονταν, κατά γράμμα, στις μηχανές, στα κτίρια και στις τεχνικές εφοδιασμού ενέργειας.

μπροστά στα τερατώδη μηχανήματα, το άτομο ήταν μικρό. και »μεγάλο» αντιθέτως ήταν συνώνυμο της ανάπτυξης. από εδώ, επίσης το αποτέλεσμα, να το πω έτσι, μιας κάποιας μεγαλομανίας παιδαριώδους: επιχειρήσεις και έθνη διαγωνίζονταν με σκοπό να κατασκευάσουν την πιο μεγάλη τουρμπίνα του κόσμου, το υψηλότερο κτίριο του κόσμου, το μεγαλύτερο δεξαμενόπλοιο ή το πολεμικό πλοίο μεγαλύτερο στον κόσμο.

συνεπώς, ήταν μεγάλο επίσης το μέγεθος της οργάνωσης για να μπορέσει να πραγματοποιήσει και να κινητοποιήσει τέτοιες παραγωγικές δυνάμεις. αυτό συνιστούσε ήδη έναν παράγοντα αυθόρμητης δημιουργίας του καπιταλισμού. εκ των πραγμάτων, η πιο παλιά εμβρυακή μορφή της νεωτερικότητας, όσον αφορά τις παραγωγικές δυνάμεις, υπήρξε, στην πραγματικότητα, μια δύναμη καταστροφική : η καινοτομία των πυροβόλων όπλων. τα ισχυρά κανόνια στο ξεκίνημα της νέας μοντέρνας εποχής, και οι μεγαλομανείς οχυρώσεις συνδεδεμένες με αυτά τα κανόνια, δεν μπορούσαν πλέον να εκπροσωπούνται στην αποκεντρωμένη και αυτοκτονική μορφή των παλαιών αγροτικών κοινωνιών, αλλά χρειάζονταν την κινητοποίηση της βιομηχανίας των εξοπλισμών, των μόνιμων στρατιών, της νομισματικής οικονομίας και της κοινωνικής συγκεντροποίησης.

οι εμβρυακές μορφές καπιταλιστικού τρόπο παραγωγής μπορούσαν να αναπτυχθούν μόνον σε αυτή την βάση. και όλοι οι παρτιζάνοι άλλων εστιών ανάπτυξης του συστήματος παραγωγού εμπορευμάτων, συμπεριλαμβανομένου του σοσιαλισμού και των κομμάτων του, παρέμειναν αιχμάλωτοι της ιδέας μιας μορφής κοινωνικοποίησης υπέρ-συγκεντρωτικής και διαμορφωμένης υπό μορφή πυραμίδας. όχι μόνο οι δικτατορίες του »καθυστερημένου εκσυγχρονισμού», αλλά και οι πιο ανεπτυγμένες δυτικές δημοκρατίες είναι »Κράτη του Ήλιου» αρνητικά ουτοπικά και,  υπό όλες τις απόψεις, κατασκευαστές πυραμίδων. οι γραφειοκρατικοί μηχανισμοί και οι αγορές εθνικής εμβέλειας ή ηπειρωτικής αντιστοιχούν σε παραγωγικές δυνάμεις ή καταστροφικές, με αυτούς που ενσωματώνονται  σε αυτές να μπορούν να τεθούν σε κίνηση μόνον διαμέσου τεράστιων »στρατιών εργασίας» και διαμέσου του πολέμου.

σε σχέση με όλο αυτό, η μικροηλεκτρονική επανάσταση όχι μόνο σπρώχνει μέχρι το παράλογο την ζωντανή ουσία του κεφαλαίου, την αφηρημένη »εργασία», αλλά χαμηλώνει επίσης και την συγκεντροποίηση που προωθείται από τα Κράτη και τις αγορές σε μια αρχαϊκή μορφή και ανάρμοστη οργάνωσης, καθιστώντας γελοία την μεγαλομανία της νεωτερικότητας.  στον ίδιο βαθμό που ο καπιταλισμός τεχνολογικά σπρώχνεται σε έναν αγώνα για μικρογράφηση, διαμέσου των παραγωγικών δυνάμεων από αυτόν τον ίδιο δημιουργημένων, αποσυντίθεται όχι μόνο η ουσία του, αλλά επίσης η εξωτερική του μορφή. εάν, μέχρι πριν λίγες δεκαετίες, οι παλαιοί υπολογιστές καταλάμβαναν ακόμη ολόκληρες αίθουσες και χρειάζονταν την δύναμη του κεφαλαίου των μεγάλων επιχειρήσεων, σήμερα φορητές συσκευές κρύβουν δυνατότητες πολύ μεγαλύτερες και μπορούν να αποκτηθούν από τον μέσο άνθρωπο.

η κοινωνικοποίηση δεν κατοικεί πλέον στην μεγαλοσύνη, αλλά, αντιθέτως, στα μικρά πράγματα της τεχνολογίας. η πιο ανεπτυγμένη δύναμη των λειτουργούντων μηχανών, των τεχνολογιών ελέγχου και των μέσων επικοινωνίας μπορούν τώρα να κινητοποιηθούν σε μικρή σκάλα και δεν χρειάζονται πλέον καμία »στρατιά εργασίας» ή μια κοινωνική συγκεντροποίηση.  η αναπαραγωγή μπορεί να επιστρέψει σε μια αποκεντρωμένη μορφή, αλλά όχι στις μορφές της αποκεντρωμένης αναπαραγωγής και σχετικά απομονωμένες μεταξύ τους στην αγροτική κοινωνία, που ήταν συνδεδεμένες μόνο επιφανειακά διαμέσου μηχανισμών κυριαρχίας ; σε ανώτερα επίπεδα ανάπτυξης, θα πρέπει να εξελίξει μιαν αποκεντρωμένη δομή, συνδεδεμένη σε ένα επικοινωνιακό δίκτυο.

παρεπιπτόντως, αυτό δεν ισχύει μονάχα για την μικροηλεκτρονική, αλλά, τουλάχιστον σε προοπτική, ισχύει επίσης για την αντικατάσταση της ορυκτής ενέργειας από πλευράς της ηλιακής ενέργειας. εάν τα ενεργητικά συστήματα με ορυκτά καύσιμα χρειάζονται μεγάλες τεχνολογίες και οργανωτικές μορφές συγκεντρωτικές, η ηλιακή τεχνική, από πλευράς της, είναι τόσο αποκεντρωμένη και χρησιμοποιήσιμη σε μικρή σκάλα, όσο  το είναι η μικροηλεκτρονική.  ίσως οι εκπρόσωποι του κεφαλαίου έχουν τρομάξει από την αναγκαστική ανάπτυξη της ηλιακής ενέργειας, λόγω του γεγονότος πως διαισθάνονται ότι, με αυτήν, ο καπιταλισμός και οι συγκεντρωτικές μορφές κυριαρχίας θα μπορούσαν να πέσουν μέσα στην λεκάνη της τουαλέτας.

ο δεσμός ανάμεσα στην μικροηλεκτρονική και την ηλιακή ενέργεια ανοίγει για τον άνθρωπο την δυνατότητα να μπορέσει να το σκάσει , να ξεφύγει (εν μέρει, βήμα βήμα ) από τον καπιταλισμό, και να σπάσει την ολοκληρωτική του πρόφαση, το ολοκληρωτικό του πρόσχημα, πράγμα που, στο παρελθόν, ήταν δυνατό μονάχα με την μετανάστευση προς ανεξερεύνητες περιοχές από τον καπιταλισμό (της εποχή των πρωτοπόρων στις Ηνωμένες Πολιτείες, παραδείγματος χάριν, αυτό συνέβαινε με την έξοδο προς την μακρινή δύση, πράγμα που ήταν επίσης, συχνά, μια απόδραση από τις καπιταλιστικές απαιτήσεις).

μόνο που αυτή η δυνατότητα απόδρασης, σήμερα με τρόπο τελείως καινούργιο και διαφορετικό, κατοικεί στην ανάπτυξη των ίδιων των παραγωγικών δυνάμεων. ο χώρος απόδρασης δεν είναι πλέον εξωτερικός, εδαφικός, αλλά εσωτερικός και κοινωνικός. και ούτε πρόκειται για μιαν επιστροφή στην κοινωνικοποίηση σε πρωτόγονη κατάσταση, όπως προέβλεπε το εναλλακτικό κίνημα στα τέλη των χρόνων  70 και στις αρχές των χρόνων 80 – κίνημα που ασκούσε κριτική στις παραγωγικές δυνάμεις και ήταν, με τον χειρότερο δυνατό τρόπο, »ρομαντικό». αντιθέτως, στους πόρους και πάνω στα ερείπια της καπιταλιστικής κοινωνικοποίησης όλο και αρχαϊκότερης μπορούν να ανθίσουν οι εμβρυακές μορφές μιας αναπαραγωγής που δεν υπαγορεύεται πλέον από την μορφή εμπόρευμα, μια αναπαραγωγή που μπαίνει υπό αμφισβήτηση και εναλλαγή με το κεφάλαιο, δηλώνοντας το δικαίωμά της στην ύπαρξη και, τελικά, θα ξεπεράσει, ολοκληρωτικά, την καπιταλιστική αναπαραγωγή.

η ανάλυση της σχέσης ανάμεσα σε παραγωγικές δυνάμεις και σχέσεις παραγωγής υπό τις προϋποθέσεις της μικροηλεκτρονικής ξεκαθαρίζουν επίσης πως για την »ισχυρή» αναπαραγωγή  δεν υπάρχει πλέον ανάγκη ενός κεντρικού μοχλού, με την άμεση υποστήριξη στην κοινωνία που να θεωρείται σαν ένα σύνολο. αυτή η σκέψη πληρώνει επίσης ένα αντίτιμο στην παλιά σύλληψη του κόσμου των μοντέρνων προ-ηλεκτρονικών παραγωγικών δυνάμεων.  σήμερα, ο χαρακτήρας της κοινωνίας στο σύνολό της μοιάζει, κυρίως, σαν να διαμεσολαβείται στην προοπτική, σαν μορφή κινήματος, και όχι σαν κεντρικό γεγονός της επανάστασης.

κατά τον ίδιο τρόπο κατά τον οποίον οι βορειοαμερικανοί πρωτοπόροι αποδρούσαν πρόσκαιρα από τον καπιταλισμό, κι ας μετέφεραν μαζί τους εργαλεία,  (εκτός από τα είδη πρώτης ανάγκης) που είχαν παραχθεί από τον καπιταλισμό, σήμερα μπορούμε, σε ένα στάδιο πολύ υψηλότερο ανάπτυξης, να ξεφύγουμε από τις καπιταλιστικές απαιτήσεις ακόμη και στην μέση της καπιταλιστικής περιοχής, χρησιμοποιώντας την μικροηλεκτρονική και την ηλιακή ενέργεια προς όφελος μορφών αναπαραγωγής μη-καπιταλιστικής.

αυτό όμως σημαίνει επίσης πως μια εμβρυακή μορφή κοινωνικής αναπαραγωγής πέρα από την αξία δεν θα ξεκινά από την παραγωγή, αλλά με την χρήση των τσιπ,  chip. όντως, η παραγωγή του στοιχείου της βάσης της μικροηλεκτρονικής χρειάζεται μια εισαγωγή κεφαλαίου μεγαλύτερου των παλαιών φορντικών παραγωγικών δυνάμεων, μολονότι δεν χρειάζεται »στρατιές εργασίας». τα έξοδα συγκεντροποιούνται, κυρίως, στην πολυπλοκότητα των συνθηκών παραγωγής των  chip, που σήμερα φτάνουν μέχρι του σημείου να αναγκάζουν διεθνείς εταιρείες να υπογράφουν »στρατηγικές συμμαχίες»για την ανάπτυξη της μελλοντικής γενιάς των chip.

η Ανατολική Γερμανία, τουλάχιστον εν μέρη, κατεστράφη γιατί θέλησε, με κάθε κόστος, να αναπτύξει και παράξει το δικό της chip, πράγμα που κατανάλωσε πολλούς πόρους, αντί να το αγοράσει σε μετριότερη τιμή στην παγκόσμια αγορά. αυτό όμως το λάθος υπολογισμού δεν υπήρξε τυχαίο. προήλθε από την ριζωμένη συνείδηση του συγκεντρωτικού σοσιαλισμού, του οποίου τα μεταφυσικά υποκείμενα »κόμμα και τάξη» πρέπει να ασκήσουν, ευθύς εξ αρχής, τον απόλυτο έλεγχο επί όλης της παραγωγής, όπου καθίσταται αποφασιστική, για τόσο πολύ,  κυρίως η βασική βιομηχανία. γι αυτό η σοσιαλιστική προσοχή συγκεντρώθηκε, στην αρχή, στις επιχειρήσεις κάρβουνου, σιδήρου και χάλυβα, των οποίων οι απασχολούμενοι κατατάχθηκαν σαν »πυρήνας της τάξης».

ένα παρόμοιο σκεπτικό μεταφέρθηκε στις μικροηλεκτρονικές παραγωγικές δυνάμεις. το κίνημα υπέρβασης της μορφής αξίας θα θέσει υπό έλεγχο το σύστημα αναπαραγωγής από μια προοπτική τελείως αντίστροφη. οι βιομηχανίες και η παραγωγή βάσης της ίδιας της μικροηλεκτρονικής δεν θα είναι το δοκιμαστικό τεστ, αλλά το κλείσιμο του κύκλου αναπαραγωγής. δεν πρόκειται για κεντρικό έλεγχο, αλλά για δημιουργία και ανάπτυξη των κοινωνικών χώρων της χειραφέτησης.

με την χρήση της μικροηλεκτρονικής για χειραφετικούς σκοπούς συμβαίνει κάτι μιας διαφορετικής ολοκλήρωσης. εάν η τεχνολογία παραγωγής πρέπει να παραμείνει, για την ώρα, στα χέρια του κεφαλαίου, η χρήση, με την σειρά της, δεν πρέπει να αντιστοιχεί σε μοντέλα που υπαγορεύονται από τον καπιταλισμό. ακριβώς εδώ κατοικοεδρεύει το πρώτο σημείο εκκίνησης προς μια κριτική της καπιταλιστικής δομής της αξίας χρήσης.

οι εμφανείς μορφές χρήσης των μικροηλεκτρονικών παραγωγικών δυνάμεων είναι απολύτως προσανατολισμένες σε καπιταλιστικούς σκοπούς παραγωγής και κατανάλωσης, στους οποίους εμφανίζεται ο αυτοσκοπός της αξίας και η φετιχιστική υποστασιοποίηση του εμπορεύματος.
ενώ η μεταμοντέρνα αριστερά βλέπει με καλό μάτι τον πραγμοποιημένο κομουνισμό και, ως προς τις επιπτώσεις του, υψηλά καταστροφικό, αυτή θα εκτρέπεται προς την περιοχή καπιταλιστικής δράσης και θα εισάγεται στους κοινωνικό-ψυχολογικούς μηχανισμούς του καταναλωτικού  status και μέσα στους αυτό-καταφατικούς του ανταγωνισμού.

η αιτιολογία για την οποίαν η κριτική δυνατότητα αυτής της κοινωνίας πρέπει να καταργηθεί  (ή αποκλειστικά και μόνο ) για το γεγονός πως ο καπιταλισμός δεν είναι πλέον ικανός να υπερνικήσει τις ανάγκες που αυτός ο ίδιος δημιούργησε, είναι πολύ απλουστευτική. δεδομένου ότι η δομή των αναγκών είναι αποτέλεσμα της ιδιαίτερα καπιταλιστικής δομής αξίας χρήσης, αυτή γίνεται αναπόσπαστο μέρος της φετιχιστικής αφαίρεσης της αξίας και, ως εκ τούτου, της προστασίας των ανθρώπων από πλευράς των κοινωνικών μορφών δίχως υποκείμενο.

ως εκ τούτου, να προσφεύγουμε σε αυτές τις αναγκαιότητες, για τις οποίες δεν θα παραχθεί ποτέ μια επαρκής χρηματική απόδοση, δεν θα μας φέρει ποτέ σεένα χειραφετικό κίνημα. η αντίθεση ανάμεσα στον καπιταλισμό και τις δυνατότητες που αυτός ο ίδιος δημιούργησε βρίσκεται σε ένα επίπεδο τελείως διαφορετικό και δεν αφήνεται να κινητοποιηθεί έτσι απλά.

οι δυνατότητες της χρήσης μιας χειραφετικής μορφής εμβρυακής δεν βρίσκονται στα παιχνίδια του  Nintendo. εξάλλου, οι ίδιοι ειδικοί συζητούν για το εάν η μετάβαση από τον δίσκο βινυλίου στο CD, για παράδειγμα, αντιπροσώπευσε μια πρόοδο στον χώρο της αξίας χρήσης (αναφερόμενοι στην ποιότητα του ήχου). μια τέτοια ανάπτυξη είχε σαν στόχο μόνο εκείνο του να φτάσει σε νέα επίπεδα παραγωγής, με σκοπό να διατηρηθεί η  μηχανή της εργασίας σε κίνηση.

αυτό είναι μόνο ένα από τα πολλά παραδείγματα του γεγονότος πως ο αυτοσκοπός της ανάπτυξης σφίγγει σαν τανάλια τον μηχανισμό κατανάλωσης εδώ και καιρό. σε αντίθεση με αυτό, ένα κοινωνικό κίνημα ενάντια στο σύστημα παραγωγό εμπορευμάτων θα πρέπει να κατευθύνει το μικροηλεκτρονικό δυναμικό του προς έναν χειραφετικό σκοπό αναπαραγωγής.

εάν οι μικροηλεκτρονικές συσκευές αποτελούνται όλο και περισσότερο από ενότητες που διαφεύγουν της επίθεσης μετασχηματισμού των χρηστών ή ότι ακόμη εμποδίζουν την απλή επιδιόρθωση, αυτή η τάση δεν αναφέρεται μόνο σε οικονομικούς λόγους  («προγραμματισμένη φθορά»), αλλά στην προσπάθεια κοινωνικού ελέγχου: η σχέση των προσώπων με τα προϊόντα δεν μπορεί να είναι ουδέτερη, αλλά τα πρόσωπα πρέπει να συμμορφώνονται, σαν ηλίθιοι φετιχιστές στην κατανάλωση και την εργασίας, στον προκαθορισμένο μηχανισμό της καπιταλιστικής αξίας χρήσης.

ως εκ τούτου, η ίδια η χειραφετική χρήση της μικροηλεκτρονικής θα πρέπει εκ νέου να διατυπωθεί και να πειραματιστεί, δηλαδή, πρέπει να αναπτυχθεί ένας συνδυασμός που να κατέχει  hardware και software, που να καθορίζεται από στόχους που να μπορούν να οριστούν με σαφήνεια. γι αυτό υπάρχει ανάγκη, χωρίς αμφιβολία, της αντίστοιχης γνώσης και της συμμετοχής προσώπων ικανών να αντεπεξέλθουν στις δυνατότητες της μικροηλεκτρονικής.

τέλος, είναι απαραίτητη, μια συνειδητή επέκταση αυτής της γνώσης, όπως, για παράδειγμα, στην φιγούρα μιας »πολυτεχνικής εκπαίδευσης-κατάρτισης» στην μικροηλεκτρονική και στην ηλιακή ενέργεια, που να μπορεί τόσο να οργανωθεί για λογαριασμό της όσο και να διαμορφωθεί σαν ανάγκη του συστήματος εκπαίδευσης.

οι παλιές σοσιαλιστικές ιδέες, λοιπόν, ανακαινίζονται πλήρως σε μορφές ανάλογες και προσαρμοσμένες στα νέα καθήκοντα. ο στόχος της χειραφέτησης δεν μπορεί να είναι ο χαζός αυτοματοποιημένος στο εκατό τοις εκατό, αλλά το πρόσωπο το αυτό-στοχαστικό, που ρυθμίζει συνειδητά το πλαίσιο της ζωής του και δεν κυριαρχείται από τα νεκρά πράγματα. ένας τέτοιος στόχος πρέπει να εμφανίζεται στις εμβρυακές μορφές αναπαραγωγής, καθώς, διαφορετικά, αυτές δεν θα δικαιούνταν αυτό το όνομα.

Robert Kurzδημοσιεύτηκε στο περιοδικό KRISIS, nº 19, του 1997(2 από 5, συνεχίζεται …)

πηγή: EXIT!