τα βιβλία του μιχάλη, i libri di michele

στη χώρα του ποτέ…η 20

Area – Luglio, agosto, settembre (nero)/La mela di Odessa – Ιούλιος, αύγουστος, σεπτέμβρης [μαύρος]/Το μήλο της Οδησσού

L’editore

Ο εκδότης

Ένας νεαρός σκηνοθέτης, ένας καθηγητής πανεπιστημίου, ένας βιβλιοπώλης και μια δημοσιογράφος συναντώνται στη διάρκεια ενός week-end στο  βουνό για να συζητήσουν την πιθανότητα να πραγματοποιήσουν ένα σενάριο ταινίας για την υπόθεση του Giangiacomo Feltrinelli, του εκδότη του ομώνυμου εκδοτικού οίκου που σκοτώθηκε εξ αιτίας μιας έκρηξης που στις προθέσεις του θα έπρεπε να γκρεμίσει έναν πυλώνα υψηλής τάσης στις Segrate, στις πόρτες του Milano.
Η ιστορία εκείνου του δράματος ξεδιπλώνεται μέσα από τη χρήση διαφόρων ηχογραφημένων αφηγήσεων (η ψυχρή επιστημονική γλώσσα των πρακτικών της αυτοψίας στο πτώμα, οι ειδήσεις και η ειδησεογραφική κάλυψη γεμάτη περιττά στερεότυπα, η προφορική διήγηση του κάθε μέλους του κουαρτέτου των »σεναριογράφων» που είχαν γνωρίσει από κοντά και σε βάθος τον πρωταγωνιστή του μυθιστορήματος)
Μέσα από μια εξαιρετική μέθοδο μοντάζ-συναρμολόγησης αυτών των διαφορετικών εγγραφών ο Balestrini καταφέρνει να τοποθετήσει το γεγονός του θανάτου του Feltrinelli στο πυρακτωμένο σκηνικό των κοινωνικών αγώνων των ετών μετά το ’68 απονέμοντας μια δίκαιη αξιοπρέπεια σε μια προσωπικότητα που για μεγάλο χρονικό διάστημα δυσφημίστηκε και μειώθηκε στη βαθμίδα ενός ρομαντικού ονειροπόλου μιας επαναστατικής ελπίδας ανέφικτης απατηλής και επικίνδυνης για το πεπρωμένο της δημοκρατίας.

http://www.deriveapprodi.org/2006/01/leditore/

Ο εκδότης – απόσπασμα από την όγδοη Σκηνή

….. το γεγονός είναι πως βρισκόμαστε εδώ τώρα να συζητάμε για εκείνη την ιστορία και να προσπαθούμε όπως λέγαμε πριν να της δώσουμε μια σημασία ένα νόημα μιαν αξία που σύμφωνα μ’ εμένα είναι σημαντική για να καταλάβουμε τις ιστορίες εκείνων των χρόνων

υπάρχουν οι δύο μεγάλες στιγμές της μετάβασης οι δύο στιγμές καμπή, οι δυο στιγμές ορόσημο που είναι ο θάνατος του εκδότη και στη συνέχεια, η απαγωγή Μόρο η πρώτη που παρήγαγε μια νέα συνείδηση το άνοιγμα μιας διαδικασίας μέσα από μια ρήξη με τις επαναστατικές παραδόσεις που πλέον ανήκουν στο παρελθόν όπως εκείνη της αντίστασης των παρτιζάνων και εκείνη της παλιάς εργατικής τάξης ενώ ανοίγεται ένας άλλος τρελός ιστορικός κύκλος, απίστευτος, που είναι η βαθιά τροποποίηση της εργασίας τίθεται σε κίνηση η κατασκευή μιας προσωπικής και συλλογικής υποκειμενικότητας που έχει αντιστραφεί πλήρως δηλαδή από μια ιστορία σε μιαν άλλη ιστορία από μια υποκειμενικότητα σε μιαν άλλη και τελειώνει η ταξική συνείδηση γεννιέται η αποκεντρωμένη συλλογικότητα τουλάχιστον έτσι λέγαμε κάποτε

η άλλη στιγμή μετάβασης είναι η απαγωγή Μόρο που είναι το βάναυσο τέλος αυτής της διαδικασίας η διαδικασία έχει πλέον επιβληθεί έχει μετατρέψει την κοινωνία έχει μετατρέψει τον κόσμο τον τρόπο ζωής των ανθρώπων τον τρόπο που σκέφτονται αγαπούν τις επιθυμίες και τις συμπεριφορές και αυτό κυρίως χάρη στον φεμινισμό λέει αυτός ευχαριστώ πολύ λέει εκείνη μετέτρεψε και τις λέξεις, ακόμη και το πώς διηγούνται οι ιστορίες και αυτό είναι μια μη αναστρέψιμη μετάλλαξη που σηματοδοτεί επίσης την επόμενη γενιά εκείνη των χρόνων της άμπωτης αυτά τα χρόνια 80 σάπια πλέον τώρα στο τέλος, άθλια, αν και κάνουν τα πάντα για να αποβλακώσουν τελείως αυτές τις νέες γενιές με την τηλεόραση με τα ναρκωτικά ενώ οι εφημερίδες τους εξηγούν πως αυτοί θέλουν μόνο την καριέρα και οικογένεια και ίσως τον θεό

οπότε λέει ο ξανθός αυτός ο θάνατος η ιστορία εκείνου του θανάτου θα μπορούσε να γίνει μια ιστορία που αφηγείται άλλες ιστορίες την ιστορία του ανθρώπου μας την δική μας ιστορία και την ιστορία τόσων πολλών άλλων ανθρώπων την ιστορία εκείνων των τόσο μακρινών χρόνων που είναι όμως τόσο κοντινοί μας διότι ακόμη και σήμερα εμείς είμαστε όλοι φτιαγμένοι από εκείνα τα χρόνια αυτής της ιστορίας και συνεπώς σε εκείνη την ιστορία υπάρχει επίσης η ιστορία αυτών των χρόνων αλλά είναι μια ιστορία που μιλά για τόσες πολλές ιστορίες που δεν θα βρεθούμε ποτέ σε θέση να γράψουμε θα μας έφτανε να καταφέρουμε να κόψουμε ένα μικρό κομμάτι το οποίο να μπορέσει λιγάκι να δώσει τουλάχιστον την αίσθηση εκείνης της ιστορίας

εγώ θυμάμαι είπε ο βιβλιοπώλης τις συζητήσεις εκείνων των ημερών που υπήρξαν μια σημαντική στιγμή διότι το διακύβευμα ήταν να δώσουμε την εικόνα εκείνου τον οποίον όλοι ήθελαν να ξεχάσουν έτσι όπως ήταν υπήρχαν αυτοί που είχαν μια τάση ευσεβίστικη, αυτοί που μιλούσαν για εμπλοκή της Cia όλοι ήθελαν να συγκαλύψουν να τον μεταμφιέσουν δεν ήθελαν να τον δουν σαν μια φιγούρα μέσα σε ένα πλαίσιο και μια συγκυρία που ήταν η κατάσταση εκείνων των χρόνων αυτός ο θάνατος συνέπεσε αμέσως με μιαν ακύρωση και έναν εμπαιγμό αυτής της προσωπικότητας αυτού του χαρακτήρα ακύρωση εμπαιγμό εκτοπισμό τροποποίηση όλα δηλαδή παρά να μιλήσουν για το ίδιο το πράγμα, για αυτό καθεαυτό φθάνει να κοιτάξετε τις εφημερίδες εκείνων των ημερών και καταλαβαίνεις άριστα την ανάγκη να μασκαρέψουν να εκτοπίσουν αυτό τον τόσο άβολο χαρακτήρα

σίγουρα του αναγνώριζαν το γεγονός πως είχε στήσει ένα απ’ τα καλύτερα στον κόσμο ινστιτούτα έρευνας και σπουδών επάνω στο εργατικό κίνημα του αναγνώριζαν τον διάσημο και αναγνωρισμένου κύρους εκδοτικό οίκο υπό το πρίσμα όμως της παρέκκλισης που του συνέβη και της αλλαγής που εκπληρώνει κάποια συγκεκριμένη στιγμή με το ξελόγιασμα του για τον Fidel που τα είδαν όλα αυτά γενικότερα σαν μια διανοητική του σύγχυση ενώ όλοι γνωρίζουμε πως οι αναφορές που γίνονταν τότε στον Φιντέλ και σε όλα τα διάφορα απελευθερωτικά κινήματα δεν ήταν εμμονές και ξελογιάσματα μα ήταν οι πραγματικότητες μέσα στις οποίες κινούμασταν ήταν το τοπίο η συγκυρία το πλαίσιο μέσα στο οποίο και τα πράγματα που γίνονταν στην Ιταλία είχαν τη θέση τους την ένταξη και την αίσθηση τους, το νόημα τους

αυτός τυπώνει τα γραπτά του Fidel και του Che νωρίτερα όμως τύπωσε βιβλία επάνω στην αλγερινή επανάσταση και η εφημερίδα Il Giorno του Italo Pietra καταπιάνονταν με την Algeria μα ήταν η εφημερίδα του Mattei συνεπώς υπήρχε οικονομικό ενδιαφέρον και συμφέρον με την έννοια πως στην μέση υπήρχε το πετρέλαιο της Σαχάρα ήταν μια έξυπνη στρατηγική του Mattei που έλεγε εμείς υποστηρίζουμε τον αλγερινό ανταρτοπόλεμο και όταν αυτός νικήσει με την Γαλλία εμείς θα έχουμε το πετρέλαιο της Σαχάρα μετά ο Mattei πεθαίνει πέφτοντας μυστηριωδώς με το αεροπλάνο του και ένα μήνα αργότερα θυμάμαι σαν περίεργο γεγονός σε όλη την Ιταλία ανοίγουν πρατήρια διανομής Total η γαλλική βενζίνη η οποία όσο ο Mattei βρίσκονταν στη ζωή στην Ιταλία δεν υπήρχε

εκείνη όμως του εκδότη ήταν μια περίπτωση στράτευσης παρείχε εργαλεία στο ιταλικό κίνημα κι αυτός όχι μόνο τύπωνε τα ντοκουμέντα του αλγερινού αντάρτικου μα ήταν επίσης μέσα σε πρώτο πρόσωπο στο reseau Jeanson [1] και είναι εκεί που τον γνώρισα αυτός παρενέβαινε στα πράγματα άμεσα σαν αγωνιστής υπήρχε ίσως και λιγάκι αφέλεια στο πάθος του στην εξέγερση του ενάντια στην καταπίεση και την αδικία που τον έσπρωχναν να κάψει τους χρόνους και να υπερπηδήσει τις διαμεσολαβήσεις σίγουρα στη δράση του υπήρξαν λάθη και αυτοσχεδιασμοί πιθανότατα διέπραξε λόγω γενναιοδωρίας μοιραία λάθη απερισκεψίας που ίσως του κόστισαν τη ζωή

ναι λέει ο ξανθός μα τώρα εγώ νομίζω πως πρέπει να μιλήσουμε και για μια άλλη μεγάλη αποσιώπηση το γεγονός πως όλη η κοινωνία εκείνων των καιρών δεν θέλει να δώσει νομιμοποίηση στον σκληρό εργατικό αγώνα που ξεχύθηκε δυναμικά με το θερμό φθινόπωρο του 69 είναι σαν ολόκληρη η ιταλική κοινωνία να θέλει να τον εξορκίσει και βρίσκει τους λόγους της απόρριψης της στα στοιχεία της αναπόφευκτης βίας μέσα στον σκληρό αγώνα αυτής της νέας εργατικής τάξης που είναι θυμωμένη που κάνει αυτά τα πράγματα και που μέσα στην κοινωνική σύγκρουση συνδέεται με την ριζοσπαστικότητα των νέων οπότε ενάντια σε αυτούς χρησιμοποιείται η βία για να τους καταστρέψουν και ταυτόχρονα τους κατηγορούν για βιαιότητα για απόπειρα και επίθεση ενάντια στους κανόνες της δημοκρατίας ή της δημοκρατικής νομιμότητας όπως λεν οι κομουνιστές κι αυτή είναι η βρώμικη δουλειά των μέσων μαζικής ενημέρωσης και των διανοούμενων της εποχής

η οπτική του Pci και των προοδευτικών δημοκρατών ήταν εκείνη του εργάτη φορέα υγιών αξιών των ηθικών αξιών του σοσιαλισμού της κοινωνίας της εργασίας στην οποίαν αντιπαρατίθεται η ιδέα αυτού που ονομάσαμε η απόρριψη της εργασίας  δηλαδή της τάξης που έχει αρνηθεί ως μοίρα αυτή του εργάτη αυτή είναι η θεμελιώδης σύγκρουση των χρόνων 70 μια πολιτιστική σύγκρουση βασισμένη στην αδυναμία τους να αντιληφθούν τις νέες πολιτιστικές αξίες της ζωής της ύπαρξης και που δημιουργεί μια αγιάτρευτη διάσπαση διότι αυτοί παρότι συνδικαλίζονται και ανήκουν στο Κκι δεν μπορούν να ανεχθούν πως εγώ παιδί εργάτου κάνω τους αγώνες για να αρνηθώ τον εαυτό μου ως εργάτη αλλά όπως εσύ τους αγώνες πρέπει να τους κάνεις για τις μισθολογικές αυξήσεις  ναι όμως συμβατές με το γεγονός πως πρέπει να παραγάγεις περισσότερο μα σκατά λέω εγώ τους αγώνες τους κάνω για να μην είμαι πλέον εργάτης ποτέ πια

είναι εδώ που λαμβάνει χώρα το πέρασμα από μια μορφή αντίστασης σε σχέση με την αντεπανάσταση σχετικά με το πραξικόπημα που είναι μια μορφή η οποία για τους νέους για το κίνημα δεν αρκεί πλέον περνούμε στο γεγονός πως θέλουμε να μετατρέψουμε ριζικά και βίαια την κοινωνία δηλαδή η επανάσταση να λοιπόν όλο αυτό μετά τον θάνατο του εκδότη κάτω από τον πυλώνα έρχεται δραματικά να αποκαλυφθεί όχι μόνο σαν θεωρία και σαν σχεδιασμός αλλά επίσης και σαν καθημερινή πρακτική και τότε ξεσπά εξαπλώνεται ανεξέλεγκτα αυτή η πολυπλοκότητα αυτό το σύμφυρμα, questo mélange, αυτό το κοκτέιλ μολότοφ εμπειριών που στοχεύουν όλες σε μια επαναστατική αλλαγή

έτσι ήταν λέει αυτός και το εμβληματικό ραντεβού του θανάτου του εκδότη αντιπροσωπεύει αυτά τα μονοπάτια τα αντιπροσωπεύει αντικειμενικά αυτά τα βήματα δεν μπορούσε να βρίσκεται σε αυτόν μια οπτική και μια πρόβλεψη διαυγής και ξεκάθαρη όπως δεν μπορούσε να υπάρχει σε κανέναν από εμάς  σε μια περίοδο τόσο αντιφατική και ταραχώδη αυτός είναι το άθροισμα όλων των αντιφάσεων όπου το παλιό και το νέο δεν επιλύονται αλλά αθροίζονται συγκρούονται επικαλύπτονται αναμιγνύονται αλλά αυτός όλων αυτών των πραγμάτων είναι πάντοτε ένας μάρτυρας παθιασμένος τίμιος  βαθιά πληγωμένος που είναι πάντα σε αναζήτηση αυτών των πραγμάτων και έχει κατακλυστεί από αυτά τα πράγματα διεγείρει αυτά τα πράγματα κλείνει-τείνει προς τον κόσμο που αλλάζει μέχρι το σημείο να μεταβάλει την σχέση του με τη δουλειά του με την πολιτιστική του συνθήκη με την τάξη του με την κληρονομιά του και με την οικογένεια του

1 – Le réseau Jeanson était un groupe de militants français, agissant sous les directives de Francis Jeanson, qui opéra en tant que groupe de soutien du FLN durant la guerre d’Algérie, principalement en collectant et en transportant fonds et faux papiers.                   Το δίκτυο Jeanson ήταν μια ομάδα Γάλλων αγωνιστών, που ενεργούσε υπό την καθοδήγηση του Francis Jeanson, η οποία λειτουργεί ως ομάδα υποστήριξης του FLN κατά τη διάρκεια του πολέμου στην Αλγερία, κυρίως με τη συλλογή και τη μεταφορά πόρων και πλαστών εγγράφων.

http://www.nannibalestrini.info/libri/narrativa/editore/editore8/

 

συνεχίζεται

τα βιβλία του μιχάλη, i libri di michele

ΘΘ. χόρεψες πάνω στο φτερό του καρχαρία – 7

ΜΕΡΟΣ ΔΕΥΤΕΡΟ

ΖΟΎΜΕ ΣΤΗΝ ΕΠΟΧΉ ΤΩΝ ΕΙΚΟΝΩΝ, στην, κατά Ντεμπόρ, κοινωνία του θεάματος. Έτσι λοιπόν και για μένα, νεαρό αγόρι στα μακρινά ‘70, οι αφίσες στο σχολείο με τον Νικηταρά και τον Κολοκοτρώνη, με όλο το συμπάθιο, δεν είναι τόσο ελκυστικές όσο τα πρόσωπα στα μπλουζάκια και στα έντυπα των νεαρών του Μπέρκλευ, των σχολών στη Ρώμη,στο Μιλάνο, στο Παρίσι και στη Χιλή, στο Δουβλίνο και τη Φρανκφούρτη, στη Βαρκελώνη και το Λίβερπουλ, που συγκρούονταν με την αστυνομία και το στρατό. Αιώνια σύμβολα καταπίεσης και καταστολής που με όσα προσωπεία ‘δημοκρατίας’ και αν τους στολίσουν δεν παύουν να παραμένουν, ειδικά η αστυνομία πλέον σε αυτά τα μέρη, στο πρόσωπο κάθε νέου, αυτό που είναι πραγματικά: τα σκυλιά των αφεντικών, ο ένοπλος βραχίονας, το οπλισμένο χέρι της κάθε εξουσίας.
Η επανάσταση όπως η καθημερινότητα είναι και θέμα αισθητικήςΚαι σίγουρα ο Γκεβάρα είναι πιο ελκυστικός από τον Χρυσοχοίδη σήμερα ή τον Παπαδόπουλο τότε. Διαβάζεις και για τις απόψεις και τη ζωή και τη διαδρομή του και γίνεται αμέσως ο ήρωας σου. Σε αυτόν θέλεις να μοιάσεις.

Οι Deep Purpple τραγουδούν για την λυσσαλέα αντίσταση των Βιετκόγκ στην Ινδοκίνα, εδώ μας κουρεύουν με την ψιλή, σε αυτούς θέλουμε να μοιάσουμε, στην εμφάνιση και στο ντύσιμο και στην ευαισθησία, θέλουμε μακριά μαλλιά, θέλουμε να αγαπιόμαστε χωρίς περιορισμούς, να φοράμε αυτά που μας αρέσουν,να ακούμε και να χορεύουμε αυτά που μας αγγίζουν, ΝΑ ΣΚΕΦΤΌΜΑΣΤΕ ΌΠΩΣ ΘΈΛΟΥΜΕ ΕΜΕΊΣ . Οι ‘μαλλιάδες’ μας αγγίζουν γιατί μιλάνε γλώσσα που καταλαβαίνουμε. Οι δάσκαλοι που μας μιλούν για τους Μακρυγιάννηδες είναι σπαστικοί, είναι και κακάσχημοι, βαρετοί.

Τον Hendrix ΝΙΏΘΟΥΜΕ ΚΟΝΤΆ Μας, τους Zeppelin νιώθουμε δικούς μας. Είμαστε με τον Santana και την μπάντα του, όχι με τους κοντοκουρεμένους στρατονόμους, που όσο όμορφα και να τους ζωγραφίζει ο Τσαρούχης αυτό που μυρίζει η ψυχή τους είναι σκατά. Η ψυχή της χούντας δεν κρύβεται, μη ξεχνάτε ταινίες σταθμούς,η Ευδοκία,ο Άγγελος, η Παραγγελιά κλπ, εξαιρετικές φωτογραφίες της εποχής όπως και λίγο αργότερα η Γλυκιά Συμμορία και τα Κουρέλια Τραγουδούν Ακόμα. Αν θυμάμαι καλά, για εκείνες τις εποχές μιλά στο βιβλίο του ‘ο Οργισμένος Βαλκάνιος’ ο Νικολαίδης.

Χούντες, σοσιαλδημοκρατία, νεοφιλελευθερισμός, τα διάφορα πρόσωπα του καπιταλισμού. Και το ΚΚΕ να κουβαλάει αιώνια ενοχές για έναν εμφύλιο στον οποίο σύρθηκε σχεδόν με το ζόρι και έχασε διότι ‘συνωμότησε όλο το σύμπαν’ να ηττηθεί ένας λαός σε έναν αγώνα που ήταν εξ ολοκλήρου δικός του, στον οποίο το όραμά του ήταν συντριπτικά πλειοψηφικό. Ένα λοιπόν ενοχικό σύνδρομο κουβαλάει το κόμμα, που το έχει οδηγήσει στη σχιζοφρενική στάση να είναι ‘επαναστατικό’ στα λόγια και στην πράξη να κάνει ότι είναι δυνατόν για να πείθει το κεφάλαιο πως το κουμάντο του δεν θα το απειλήσει ποτέ. Ότι έχει αποδεχθεί πλήρως το ‘δημοκρατικό’ καθήκον ελέγχου οποιασδήποτε ριζοσπαστικής διεκδίκησης και κίνησης των ‘από κάτω’. Μετατρέπει τις ταξικές συγκρούσεις σε διάλογο στη σκηνή της ολιγαρχίας, το κοινοβούλιο, όπου, εκτονώνοντας τις κοινωνικές αντιθέσεις κερδίζει σε αναγνώριση της αποδοχής του θεσμικού του ρόλου,της παραδοχής και πίστης του στην αστική νομιμότητα.

Στα όνειρα επαναστάτες, για να ελέγχουν και το θυμικό των μελών τους που αναμένουν το μεσσιανικό τέλος της ιστορίας και της χωρίς ιδρώτα επικράτησης τους στο θέατρο του παραλόγου που λέγεται κενοβούλιο.
Άσε που σε οποιαδήποτε άλλη σοβαρή χώρα θα είχαν πετάξει μακριά με τις κλωτσιές γραμματέα και όλα τα πολιτικά συμβούλια μετά από τόσες εκλογικές κατραπακιές.

Την ίδια ώρα λοιπόν που ολόκληρος ο κόσμος καίγονταν, πυρπολούνταν κυριολεκτικά, εδώ το ‘μουνί χτενιζόταν’, η Δέσποινα. Παρέα με Ιωαννίδηδες, Ντερτιλήδες και άλλα τέτοια φρούτα που το έπαιζαν πατριώτες αλλά και αυτοί,ως άλλοι κρετίνοι, σαν αυτούς του ’22, έβαλαν το χεράκι τους στη συρρίκνωση του Ελληνισμού μιας και τη μισή την Κύπρο τους την έφαγαν για τα καλά!
Από την άλλη οι πάντες πιάστηκαν στον ύπνο και έγιναν καπνός την ίδια ώρα που ο προδομένος Σαλβαδόρ Αλιέντε πέφτει με το όπλο στο χέρι,βομβαρδισμένος μέσα στο προεδρικό μέγαρο στο Σαντιάγο από τον Πινοσέτ.

Να ολοκληρώσω τη σκέψη μου. Το ΚΚΕ κουβαλάει ενοχές. Σύρθηκε στον εμφύλιο παρ ότι έκανε τα πάντα για να τον αποφύγει και ίσως και να τον κερδίσει. Αλλάζει λοιπόν τακτική, μάλλον επιστρέφει στην παλιά καλή δοκιμασμένη συνταγή, της αποδοχής του αστικού παιχνιδιού, της συνδιαχείρησης [η επανάσταση ήταν ένα κακό όνειρο, μια ατυχής παρένθεση, και τι δεν έκανε από το τέλος του αγώνα και μετά για να αποδείξει στην άρχουσα τάξη ότι θα σεβαστεί τους όρους, ότι είναι πάλι νομοταγείς οι κομμουνιστές!] Αποδέχεται λοιπόν και ξαναπαίζει μπάλα σ’ ένα παιχνίδι στημένο. Εκτός έδρας. Διότι όταν παίζεις με τους όρους του αντιπάλου,σ’ ένα παιχνίδι που ο ίδιος ορίζει, και κατέχει το πηδάλιο και τα μέσα πλοήγησης,το καράβι θα πάει προς τα εκεί που το οδηγούν οι μπουρζουάδες, ο καπετάνιος.

Εσύ ακολουθείς από πίσω με τη βάρκα και τρως από τα ψίχουλα που πετούν στους γλάρους οι μεθυσμένοι πελάτες από την κουπαστή, μαζί με τους τουρίστες. Στα σαλόνια εν τω μεταξύ το φαγοπότι συνεχίζεται. Τώρα τι θα γίνει με τα παγόβουνα δεν νοιάζει κανένα διότι τώρα υπάρχουν τα ελικόπτερα για να σώσουν αυτούς που μετράν κι έχουν τα λεφτά τους στο Λονδίνο και την Ελβετία.
Έγινε λοιπόν η ΕΔΑ για να ξαναμπεί στο πανηγυράκι ο ανανήψας πρώην κομμουνιστής και νυν σοσιαλδημοκράτης. Λίγο κοινωνικό κράτος δεν βλάπτει κανέναν. Και για να είναι ακόμη πιο ασφαλές το σύστημα ανοίγει με τον καιρό και τα σύνορα, φέρνει φτηνό και πιο εύκολα διαχειρίσιμο εργατικό δυναμικό να εκβιάζει τους ντόπιους με χαμηλότερα ανασφάλιστα μεροκάματα,δίνει και ψεύτικο, δανεικό χρήμα στον λαό μετατρέποντας σε μικροαστό τον πρώην προλετάριο που ξεχνάει πλέον σημαίες και ιδανικά και ξυπνάει εθνικιστής και ‘πατριώτης.’ Στην πατρίδα του τζόγου και της αρπαχτής.

Το καράβι μοιάζει αβύθιστο, του προσθέσαν και πατώματα και στεγανά που σύντομα αποδείχθηκε πως έμπαζαν. Ψεύτικη η κόλληση είπαμε! Τα συνθήματα εν τω μεταξύ είχαν μείνει ίδια για να μη παραμυθιάζονται αυτοί που δεν χωράνε στο τραπέζι του γαμπρού. Από κόκκινες έγιναν πράσινες οι σημαίες αλλά ποιος νοιάζονταν.
Το κόμμα ήταν από πίσω, τίμιο και δυνατό, σε κώμα, έφτιαξε καινούρια γραφεία λίγα χρόνια μετά.Οι αστοί ούτε την σαλάτα δεν αφήνουν να τους πάρεις απ’ το πιάτο. Μόλις δυναμώνει η ΕΔΑ ΦΈΡΝΟΥΝ ΤΗ ΧΟΎΝΤΑ, ΤΟ ΠΑΣΟΚ ΜΕΤΆ ΤΟΥΣ ΈΚΑΤΣΕ ΚΑΛΆ ΓΙΑΤΊ ΉΤΑΝ ΣΆΡΚΑ ΑΠΌ ΤΗΝ ΣΆΡΚΑ ΤΟΥΣ. ΤΑ ΊΔΙΑ ΚΑΙ ΣΉΜΕΡΑ, μόλις δυναμώνει ο λαός αρχίζουν πάλι να απειλούν με πραξικόπημα.

Βλέπετε ο λαός σκέφτεται έξυπνα. Άλλο τι θέλουμε, πως θα το αποκτήσουμε, και άλλο η κοροϊδία. Είναι πραγματιστής. Άσε που τον έχουνε κάνει πια ασήκωτο από το ξύλο, ασήκωτο από τον καναπέ. Ανάθεση και άγιος ο θεός. Δεν είπαμε νωρίτερα πως από παιδί τον μαθαίνουν : ο Αλέκος θα βγάλει το φίδι από την τρύπα! Ο Αλέκος θα κόψει τον ‘δεσμό’! πάντα κάποιος Αλέκος, ο Παπάγος ας πούμε και ο κάθε μεγάλος στρατηγός και στρατηλάτης, ανάθεμά μας!

Λέει λοιπόν ο λαός : Οι μεν μας λένε πως μόνο με την επανάσταση θα δούμε άσπρη μέρα, να γίνουμε ανεξάρτητοι, να διώξουμε στόλους και άλλα δεσμά πιο ύπουλα σαν το μάρκο και τη συνθήκη του Μάαστριχτ που μας πνίγουν σαν τη μέγγενη. Λένε αυτά αλλά είναι ανύπαρκτοι στους δρόμους, ούτε τους βουλευτές τους δεν έχουν τη τσίπα και το κουράγιο να προστατεύσουν [Λιάνα μ’ ακούς] ! Κι όταν αποφασίζουν να δείξουν λίγη πυγμή, πως κι αυτοί μετρούν λιγάκι,αρματώνονται και προστατεύουν μαζί με τους βασανιστές και εκτελεστές τους τον ‘σύγχρονο ναό της τρομοκρατίας’. Είπαμε, σχιζοφρένεια!!! δεν τους εμπιστεύεται ούτε η μαμά τους. Σίγουρα η κόρη της Αλέκας θα ψηφίζει Αλέκο που είναι και ομορφόπαιδο. Αν δεν είναι με τα παιδιά που βομβαρδίζουν με πέτρα και φωτιά, μπουρδέλο και σκυλιά !

Μα οι άλλοι είναι πιο τίμιοι, λένε πως ξέρουν πως το παιχνίδι είναι στημένο. Αποδέχονται τους ψευτοκανόνες, την ψευτοδημοκρατία, και ελπίζουν σε λίγο καλύτερη διαχείριση.
Και τα λαμόγια με τα λαμόγια μιας και είδε ο γύφτος τη γενιά του και αγαλλίασε η καρδιά του.

Χοντρικά αυτή είναι η Ελλάδα, έτσι ήταν πάντα, fifty fifty. Όταν μπορούσε δεν τόλμησε, ήταν και το παγκόσμιο σκηνικό στημένο έτσι, από τη Σοβιετική Ένωση βοήθεια δεν μπορούσε να περιμένει μετά τη μοιρασιά της Γιάλτας, δεν συμμάχησε με τους Γιουγκοσλάβους και τους αδέσμευτους, που τα χαλούσαν σιγά σιγά με τους Σοβιετικούς, πάπαλα. Διαβάστε Ραφαηλίδη, τα βιβλία του είναι ξεκάθαρα και γλαφυρά. Τα λέει πολύ όμορφα ο μπαγάσας!

Γι αυτό οι αριστεροί ψηφίζουν πλέον Συριζα ,είπαμε, είναι πιο πειστικοί, λεν την αλήθεια, μέσα στα πλαίσια του συστήματος, ότι θέλουν να το διαχειριστούν καλύτερα. Αυτό το σύστημα, όχι κάποιο άλλο ! Το άλλο κατακτάται, όπως λέει και το ΚΚ .Το οποίο δηλώνει όμως πως θα το κατακτήσει κάποιος άλλος, έτσι απλά, ο λαός,δια της εκλογικής ενδυνάμωσης του κώματος. Χέσε μέσα Πολυχρόνη, ότι καταλάβατε εσείς, καταλαβαίνει κι ο λαός και τους μαυρίζει
Είναι πολλά τα λεφτά !
Επιδοτήσεις, μισθοί, υπόγειες συναλλαγές και μοιρασιές σε θέσεις οφίτσια κλπ, τηλεοπτικός χρόνος, αναγνωρισιμότητα, δημόσιες σχέσεις, επιτροπές, χρηματοδότηση κρατική και υπόγεια. Απ’ όλα έχει ο μπαξές, σιγά μη τον ξεχαρβαλώσουμε. Φύλαγε συ, σπάζε κεφάλια διαδηλωτών, μαγάριζε και συκοφάντησε τους αντιεξουσιαστές. Έχει ο Θεός.
Στα λόγια επαναστάτες
Στην πράξη λαμόγια Χωρίς πατέντα.

Γιατί οι έχοντες πατέντα φρόντισαν να ‘αποκαταστήσουν’ τόσα χρόνια εκατομμύρια κόσμο ! Την σιωπηλή πλειοψηφία που λέγαμε, για να την εκβιάζουν μεταεκλογικά με τις ντιρεκτίβες:
‘Πείτε σε όσους βολέψαμε να μας ψηφίσουν!’
Άντε να ξεφύγεις απ’ την τροχιά του μύλου..
Και αυτό θα συνεχίζεται εσαεί όσο ο λαός,που δεν έχει να χάσει παρά μόνο τα δεσμά του,αποφασίσει να πει την τελευταία λέξη, να πάρει τις τύχες στα χέρια του και να τους στείλει όλους πραγματικά στο χρονοντούλαπο της ιστορίας. Όχι στα ψέματα, όχι στα όνειρα ΑΛΛΆ ΣΤ’ ΑΛΉΘΕΙΑ, ΕΔΏ ΚΑΙ ΤΏΡΑ!
Θυμάμαι πως ξαναείπαμε για την ρήση του ποιητή, θέλει αρετή και τόλμη η ελευθερία!!

  • Πάμε πάλι πίσω στα, παλιά, δώστε μου όμως τη δυνατότητα για ένα μικρό διάλειμμα, μια παρένθεση. Πίνω πρωινό καφεδάκι στο κρασάδικο του Στέργιου στην Παναγία, πάνω από το καρνάγιο. Συναντώ ένα παλιό φίλο, τον Λάζαρο, γνωστό αριστερό. Πιάνουμε κουβέντα για τους Αιγύπτιους που μαχαιρώνουν οι φασίστες,γιατί λέει τους κλέβουν τις δουλειές. ‘Αυτοί οι άνθρωποι δουλεύουν 12 ώρες τη μέρα για 20 ευρώ. Ξέρετε κανέναν ελληνάρα που θα το έκανε; Έχετε δει κάποιο ντόπιο ποτέ εσείς στα σπαράγγια, στις φράουλες, τα μποστάνια, τα ακτινίδια ή ακόμη και σε αυτά τα φανάρια και τα καίκια; Ποτέ’. Λέει ο φίλος:                      ‘έχουν κάνει τη νεολαία μαλθακή. Πήγα τριάντα χρονών στη Τζέντα μαζί με άλλους. Δουλεύαμε κάτω από θερμοκρασίες 50 βαθμών. Σήμερα οι οικογένειες στέλνουν τα παιδιά τους στα 5ετή του στρατού ,ή μπάτσους. Δημόσιο υπαλληλίκι για να σκοτώνεις ατιμωρητί τους λαούς που αντιστέκονται. Για να βαράς απεργούς και αγωνιστές. Βάζουν μέσο για να πάν στο Ιράκ και το Αφγανιστάν με τεσσεράμιση χιλιάρικα μισθό, όσο είναι το ετήσιο εισόδημα ανεργίας, να σκοτώνουν τους ανθρώπους μες την πατρίδα τους και να τους αναγκάζουν να την κοπανάν για να σωθούν. Κι έρχονται προς τα δω μπας και πάρουν καμία ανάσα αυτοί οι καημένοι, για να μαχαιρωθούν από χρυσαυγίτες, στο όνομα κάποιας πατρίδας που τους έχει στο τρέξιμο, επειδή είναι μελαμψοί. Αυτό ονομάζεται κτηνωδία. Του επισφαλώς εργαζόμενου τα ετήσια εισοδήματα είναι σίγουρα χαμηλότερα!’

Σηκώνει ο Λάζαρος το κεφάλι του και κοιτάζει το υδραγωγείο, συνεχίζει. ‘Φτιάξανε αυτή την υπέροχη κατασκευή, τις Καμάρες, που την θαυμάζουμε. Στους αιώνες. Αναρωτήθηκε όμως ποτέ κανείς πόσες χιλιάδες δούλοι εργάστηκαν,έφτυσαν αίμα, ψόφησαν σαν τα σκυλιά τζάμπα και βερεσέ. Για να γίνει αυτό το τεράστιο έργο, όπως και όλα τα ‘θαύματα’ στην υφήλιο. Οι τουρίστες θαυμάζουν αγνοώντας τις κραυγές και τα βογγητά που ακόμη αντιλαλούν στον αέρα. Επειδή γι αυτούς δεν έγραψε ποτέ κανείς΄.

Μετανάστες Μαρκόπουλος Σκούρτης Λάκης Χαλκιάς

Η φάμπρικα δεν σταματά δουλεύει νύχτα μέρα, και πως τον λεν τον διπλανό και τον τρελό τον Ιταλό, να τον ρωτήσω δεν μπορώ ούτε να πάρω αέρα.
Δουλεύω μπρος στη μηχανή στη βάρδια δύο δέκα, κι από την πρώτη τη στιγμή μου στείλανε τον ελεγκτή να μου πετάξει στο αυτί δυό λόγια νέτα σκέτα.
Άκουσε φίλε εμιγκρέ ο χρόνος είναι χρήμα, με τους εργάτες μη μιλάς, την ώρα σου να την κρατάς, το γιο σου μη τον λησμονάς, πεινάει κι είναι κρίμα.
Κι εκεί στο πόστο μου σκυφτός ξεχνάω την μιλιά μου. Είμαι το νούμερο οχτώ, με ξέρουν όλοι με αυτό, κι εγώ κρατάω μυστικό ποιο είναι τ’ όνομά μου.

  • Όμως ας επιστρέψουμε στην Ιταλία.
    Λοιπόν, κι εκεί έχουν ένα πολύ δυνατό αντάρτικο στην διάρκεια της Κατοχής. Μάλιστα τον δικτάτορα τους τον κρεμάσανε στην πλατεία, όχι παίζουμε. Κυβερνούν οι αριστεροί κάποιο διάστημα με την Χριστιανοδημοκρατία, παραμυθιάζονται, χάνουν τις εκλογές κι από τότε παραμένουν σταθερά στο περιθώριο της ιστορίας. Με μεγάλη εκλογική δύναμη αλλά ουσιαστικά ανίσχυροι.
    Ο κόσμος τους απογοητεύεται αλλά σιωπηλά ελπίζει. Περιμένει το σύνθημα. Ο υπαρκτός σοσιαλισμός στροφή κόντρα στροφή. ‘επανάσταση σε μια μόνο χώρα’, ‘υπάρχουν και άλλοι δρόμοι προς τον σοσιαλισμό’, βράστα και άστα ! Μπερδεύονται όλο και περισσότερο οι κομμουνιστές. Μαλώνουν και μεταξύ τους. Μόσχα εναντίον Πεκίνου, εναντίον Βελιγραδίου, εναντίον Τιράνων, ο ένας εναντίον του άλλου. Ο λαός πάντα στο περιθώριο, στην από πίσω.

Το ‘69 ξεσπούν τεράστιες κινητοποιήσεις στα εργοστάσια, συνεχίζονται στα Πανεπιστήμια ο λαός θέλει να ξαναγίνει πρωταγωνιστής. Οι εργάτες και οι φοιτητές κατεβαίνουν στον αγώνα παρά την προσπάθεια των συνδικάτων και κόμματος να ελέγχουν τα πράγματα, να αποριζοσπαστικοποιούν τα νοήματα.
Αποκτούν ανεξάρτητα συμβούλια οι εργάτες και το δικαίωμα σε πληρωμένες ώρες διδασκαλίας στις σχολές σε θέματα που διαλέγουν. Οι φοιτητές και αυτοί οργανωμένοι ανεξάρτητα αρνούνται οι εργασίες τους να καταλήγουν στα χέρια βιομηχάνων που τις χρησιμοποιούν για ίδιο όφελος. Ζητούν κοινωνικό μισθό. Οργανώνονται οι άνεργοι. Υπάρχει μεγάλη εσωτερική μετανάστευση,νέων κυρίως ανθρώπων που ανεβαίνουν από τον Νότο προς αναζήτηση δουλειάς αντιμετωπίζοντας τεράστια προβλήματα να δεθούν σε ένα περιβάλλον εχθρικό, που τους αντιμετωπίζει ρατσιστικά. Και μια και εκεί ο εναγκαλισμός του κόμματος δεν είναι τόσο σφιχτός οργανώνονται ευκολότερα μόνοι τους, στις σχολές και στα εργοστάσια, ακηδεμόνευτοι.
Κατακτώνται σπουδαίες νίκες λοιπόν κάτω από την τεράστια πίεση του εργατικού κινήματος, η εργατική αυτονομία είναι εδώ!

αρνούνται ολόκληρη την φιλοσοφία της εργασίας οι νεαροί προλετάριοι, σαμποτάρουν την παραγωγή, καθημερινά, κερδίζουν ελεύθερο, πληρωμένο, χρόνο

και καθιερώνουν νέες μορφές αγώνα, απροειδοποίητες απεργίες, del gatto selvaggio όπως τις ονόμαζαν, της αγριόγατας, με πορείες μέσα στο εργοστάσιο, τις οποίες φυσικά δεν ανακοινώνουν, πιάνουν τους ρουφιάνους επιστάτες στον ύπνο, μπλοκάρουν την παραγωγική διαδικασία, η »αλυσίδα παραγωγής» εύκολα παρεμποδίζεται, κερδίζουν χρόνο για τον εαυτό τους, κερδίζουν επίσης αναγνώριση των αιτημάτων τους, τρέμει η εργοδοσία αυτό που δεν μπορεί να ελέγξει, τρέμει τον αυθορμητισμό.

http://www.mymovies.it/dizionario/recensione.asp?id=10125

il gatto selvaggio, film

http://www.comingsoon.it/film/il-gatto-selvaggio/10867/scheda/     επίσης

και δεν ήταν μόνο αυτό, για επανοικειοποίηση του πλούτου μιλούν οι νεώτεροι, εκμεταλλεύεστε εσείς την εργασία μας, λένε, και αντλείται υπεραξία ;

αρπάζουμε λοιπόν κι εμείς αυτό που μας ανήκει, εκεί που μπορούμε, στο θέατρο και τον κινηματογράφο, δεν πληρώνουμε εισιτήριο, και στις μετακινήσεις, σας αρπάζουμε το εμπόρευμα από τους ναούς της κατανάλωσης, τις υπεραγορές,

καταλαμβάνουν κτίρια για κατοικία, συνεύρεση και ψυχαγωγία, γα να οργανώσουν την δική τους πολιτιστική πρόταση,

φτάνουν μέχρι την απαλλοτρίωση τραπεζών, αρπάζουν τον πλούτο που τους κατακλέβουν καθημερινά, αρνούνται την εργασία μιας και πρόκειται για την σύγχρονη μορφή δουλείας, απελευθερώνουν τον χρόνο τους υπέρ της απόλαυσης και της εκπλήρωσης των επιθυμιών τους, αυτών των αρχέγονων, που είναι πάντα ίδιες, και σημαίνουν….ελευθερία από κάθε καταναγκασμό!

»παίρνουν πίσω την πόλη τους», από το σύνθημα :  prendiamoci la città, να πάρουμε την πόλη δηλαδή, που σίγουρα εκ των πραγμάτων σημαίνει επιβάλλουν ντε φάκτο αντιεξουσία προλετάρια, εκεί που είναι πραγματοποιήσιμη, που εφαρμόζεται  στις περιοχές από καλά προετοιμασμένες ομάδες περιφρούρησης,

Η αντεπανάσταση οργανώνεται και περνάει στην αντεπίθεση. Η κεντρικότητα του μεγάλου εργοστασίου μπαίνει σε δεύτερη μοίρα, η παραγωγή διαλύεται και αποκεντρώνεται,μοιράζεται σε μικρότερες μονάδες, εργασία στο σπίτι κλπ. Καινούριες στρατιές ανέργων μιας και μεγάλα κομμάτια της παραγωγής δίνονται στα ρομπότ. Στα σπίτια δουλεύουνε πλέον και οι γυναίκες, ακόμη και παιδιά. Η ενότητα διαλύεται. Ο εργάτης μάζα είναι παρελθόν, έχει δημιουργηθεί ο κοινωνικός εργάτης, η εργασία έχει διαχυθεί στην πόλη-εργοστάσιο. Τα πάντα γυρνούν γύρο από τη λέξη κέρδος, τα πάντα έχουν αξία εμπορευματική. Παντού δημιουργείται αξία για τα αφεντικά, στα σχολεία, στις σχολές, στη διασκέδαση, στη χαλάρωση, στον έρωτα. Το κόμμα δεν αντιτίθεται, δεν αντιστέκεται, δεν πολεμά, ζητά να πάρει μέρος στη μοιρασιά.

Οι οργανώσεις της επαναστατικής αριστεράς που είχαν δημιουργηθεί την περίοδο των μεγάλων αγώνων του ‘68,‘69 δεν καταφέρνουν να διαχειριστούν την κατάσταση, ξεπερνιούνται από τα γεγονότα, καρικατούρες του Κόμματος σε μικρογραφία. Γεννιούνται αυτόνομες επιτροπές αγώνα σε όλη την επικράτεια, αυτόνομες συνελεύσεις, circoli giovanili, comitati di lotta autonomi, κύκλοι του νεανικού προλεταριάτου, κολεκτίβες στα εργοστάσια, τις σχολές, στις γειτονιές, στα σχολεία. Και εκεί συγκεντρώνεται η τεράστια πλειοψηφία των militanti, των αγωνιστών, των στρατευμένων και στις ομάδες περιφρούρησης όλων των μεγάλων οργανώσεων που έχουν διαλυθεί.Lotta Continua, Potere Operaio. Movimento Studentesco. Avanguardia Oreraia,[από την οποία έχω περάσει για ένα φεγγάρι όπου και γνώρισα τη Rossana].Αυτοί οι τελευταίοι είναι που κουβαλούν την πείρα των συγκρούσεων για πολλά χρόνια με την αστυνομία,τους φασίστες και τους παρακρατικούς.

κόκκινες καρδιές

Θα πρέπει να σας πω πως όλα αυτά τα χρόνια η συζήτηση της αναγκαιότητας της εξέγερσης και της ένοπλης επανάστασης ενάντια στους κατασταλτικούς μηχανισμούς του κράτους ήταν στην ημερήσια διάταξη. Η ένοπλη περιφρούρηση των πορειών, των διαδηλώσεων και των καταλήψεων δεν ήταν κάτι το παράξενο, η συζήτηση για την αντιβία ενάντια στη βία της εξουσίας, για την αντιεξουσία, contropotere proletario, μέσα και εναντίον της εξουσίας, αυτή η κουβέντα – και από την κουβέντα η πρακτική δεν είχε κατέβει, δεν είχε πέσει από τον Άρη, ήταν καθημερινή διαδικασία επιβίωσης των ίδιων των αγώνων, ήταν ανάγκη που έβγαινε από τους ίδιους τους αγώνες, συζητείτο και έμπαινε σε πράξη από δεκάδες, εκατοντάδες, χιλιάδες συντρόφους σε συνελεύσεις δημόσιες και με τις πόρτες ανοικτές. Σε αίθουσες, πλατείες, γήπεδα, ανάλογα με τη δυναμική του εκάστοτε χώρου και πόλης.

Δεν είχε υπάρξει ποτέ δαιμονοποίηση της χρήσης της βίας,για αμυντικούς σκοπούς σε πρώτη φάση και επιθετικούς αργότερα. Και όταν παρουσιάστηκε η ένοπλη προπαγάνδα των Ερυθρών Ταξιαρχιών τι το ποιο φυσικό για τεράστιο κομμάτι του ιταλικού πληθυσμού.
Ήταν στο DNA ΤΟΥ ΙΤΑΛΙΚΟΎ ΠΡΟΛΕΤΑΡΙΆΤΟΥ Η ΠΕΠΟΊΘΗΣΗ πως αργά ή γρήγορα θα καταλάμβανε το κράτος με τη βία για να επικρατήσει η λαϊκή εξουσία,η νίκη των παραγωγών του κεφαλαίου επί των ιδιοκτητών του κεφαλαίου. Με το στανιό μου κάθεσαι στο λαιμό, με το στανιό θα σε πετάξω. Δε είχε προφανώς προϋπάρξει αυτή η τεράστια προπαγάνδα που παίχτηκε στην Ελλάδα, η πλύση εγκεφάλου για τους κακούς ‘συμμορίτες’ που ήρθαν να αρπάξουν τα παιδιά και τα σπίτια των Ελλήνων για λογαριασμό των Ρώσων κομμουνιστών. Αυτή η αισχρή ψευτιά, αυτό το ολέθριο ψέμα που έχει χαρίσει στην ελληνική δεξιά χρόνια πλουτισμού και απληστίας.

Όταν ο Φελτρινέλλι ανατινάχτηκε στη ρίζα του στύλου που πήγε να σαμποτάρει στις αρχές του ‘70 μάρτη μήνα, σίγουρα οι μεγαλοαστοί ταράχτηκαν. Όχι όμως οι άλλοι. Αυτοί το περίμεναν από καιρό. Όταν οι BR ΑΠΉΓΑΓΑΝ,δίκαζαν και κρεμούσαν στα κάγκελα του εργοστασίου έναν μεγαλοεπιστάτη, η εργατιά πανηγύριζε, ένιωσε δικαιωμένη. Κι όταν αργότερα απήγαγαν τον πρόεδρο της Χριστιανοδημοκρατίας στις ταβέρνες το κρασί έρεε και τα κεράσματα πήγαιναν σύννεφο. Είναι όμως λίγο νωρίς ακόμη, μη τρέχουμε κιόλας. Ας γυρίσουμε πίσω.

Ο εκδότης

Ο εκδότης
Συγγραφείς:   Νάννι Μπαλεστρίνι

Αυτό το μυθιστόρημα αναφέρεται σε μια πραγματική ιστορία. Ήρωάς της είναι ο Τζιαν Τζιάκομο Φελτρινέλλι, ο Ιταλός μεγαλοεκδότης, ιδρυτής της παράνομης οργάνωσης της άκρας αριστεράς, Ομάδες Αντάρτικης Δράσης, που το 1972 βρέθηκε σκοτωμένος κάτω από στύλο του ηλεκτρικού σ ένα προάστιο του Μιλάνου. Γύρω απ αυτή την ιστορία περιστρέφονται όλες οι πολιτικές και κοινωνικές εντάσεις της περιόδου εκείνης στην Ιταλία και το εξωτερικό.

  • Το κίνημα της εργατικής αυτονομίας, οργανωμένης ή όχι ακόμη το μελετούν. Χρησιμοποίησε το σύνθημα των νέων του Μάη ‘τα θέλουμε όλα και τα θέλουμε τώρα’ και το πήγε παρακάτω. Έφερε την πολιτική στην καθημερινότητα, την επανάσταση σε κάθε πράξη της μέρας, στην προσωπική και στην κοινωνική ζωή. Οραματίστηκε τον νέο άνθρωπο, αγωνιστή και προσπάθησε να  ζήσει μαζί του στην καθημερινότητα. ‘Το προσωπικό είναι πολιτικό’. Και ‘ο κομμουνισμός εδώ και τώρα,’ η κοινωνικοποίηση δηλαδή της καθημερινότητας,έξω και πέρα από το κέρδος. Στην σκέψη και στην πράξη, αυτόνομα απ’ ότι γνωρίζαμε μέχρι εκείνη τη στιγμή, αυτόνομα ναι, μακριά από την επίδραση του κόμματος και των συνδικάτων,που έγιναν συνδιαχειριστές της εξουσίας. Και αν αυτή ξερνάει βία και δένει με αλυσίδες, με το ζόρι, θα επιτεθούμε κι εμείς, δεν θα καθίσουμε με σταυρωμένα χέρια. Θα πάρουμε αυτά που μας ανήκουν, όπως μπορούμε, όπου μπορούμε, τώρα.

Καταλήψεις, απαλλοτριώσεις, σούπερ μάρκετς- εμπορικών κέντρων-τραπεζών, αυτο μειώσεις, δωρεάν μεταφορές, πάντα πολλοί μαζί για να ελαχιστοποιούμε τον κίνδυνο.Απελευθέρωση χώρων, πλατειών, συνοικιών ολόκληρων όπου η αστυνομία μένει μακριά. Και σαμποτάζ και δολιοφθορές και μπλοκάρισμα της παραγωγής . Στις ελεύθερες περιοχές η εγκληματικότητα εξαφανίζεται, γιατί δεν χρειάζεται αστυνόμευση εκεί που ο ταξικός διαχωρισμός αμβλύνεται.
Κανείς δεν τα έχει με την μικρή ιδιοκτησία. Ποτέ σύντροφος δεν επιτέθηκε σε μικρομάγαζο. Μόνο οι μεγάλοι και οι πολύ μεγάλοι,με θέση κλειδιά στον καταπιεστικό, προληπτικό ή κατασταλτικό μηχανισμό στοχοποιήθηκαν.

Αυτόνομα πλήρως, οργανώθηκε το κίνημα, αυτόνομα οργανώθηκαν και οι αντάρτικες οργανώσειςΔιάχυτο αντάρτικο χρησιμοποίησε η αυτονομία, όσο πιο πέρα πήγαινες τόσο περισσότερο ‘χόντραινε’ το παιχνίδι, κυρίως με επιθέσεις στον κρατικό μηχανισμό. Εδώ πια παίζει ρόλο η ιδιοσυγκρασία, όχι τόσο η ιδεολογία. Γιατί όλες οι οργανώσεις αριστερά του ΚΚ είναι, πολλές, και με εκατοντάδες αγωνιστές η καθεμιά, όλες λέω είχαν χρησιμοποιήσει επαναστατική φρασεολογία και ιδεολογία κομουνιστική. Απλά, δεν είναι φτιαγμένοι όλοι για όλα, δεν μπορούν όλοι τα μεγάλα παιχνίδια.
Είναι λοιπόν άδικο να κατηγορούμε συντρόφους, χθες-σήμερα-αύριο, για τις πράξεις τους επειδή απλά εμείς δεν τις αντέχουμε ή τέλος πάντων γιατί, για τον οποιονδήποτε και καθ’ όλα κατανοητό και σεβαστό λόγο αδυνατούμε να πράξουμε όπως αυτοί.
Η ζωή στην παρανομία ή και την ημιπαρανομία ακόμη είναι δύσκολη. Εξαιρετικά σκληρή. Μιας και την έζησα έχω το κουράγιο να πω πως δεν το ξανακάνω, δεν έχω τα κότσια πλέον. Αυτό όμως δεν σημαίνει ταυτόχρονα πως θα αποκηρύξω το αυτονόητο, δεν θα αποκηρύξω αυτούς που το κάνουν. Με γεια τους και χαρά τους. Δεν είμαι πια στην πρώτη γραμμή στις αλυσίδες και τον αγώνα. Διαλέγω άλλους δρόμους να πολεμήσω το σύστημα κ. Μπακογιάννη. Που ταιριάζουν στην καινούρια μου κατάσταση, ΣΤΗΝ ΨΥΧΟΛΟΓΊΑ ΠΟΥ ΈΧΩ ΤΏΡΑ. Δίχως δηλαδή να πρέπει διαρκώς να κοιτώ πίσω μου όταν τριγυρίζω με τη γυναίκα και τα παιδιά μου.
Αλλά τους συντρόφους που θυσιάζουν τις μικροχαρές της ζωής μέσα σε συνθήκες παρανομίας τους βγάζω το καπέλο και θα τους τιμώ πάντα,και θα υπερασπιζόμουν τις πράξεις τους σε οποιοδήποτε δικαστήριο μου το ζητούσαν,κι ας μην τους έχω γνωρίσει ποτέ. Και όσο και αν χοροπηδάς στα ψηλά σου ποδάρια η συντροφική και ταξική αλληλεγγύη δεν πετιέται στα σκουπίδια επειδή απλά και μόνο δεν αντέχουμε να σας πολεμάμε από τα μπροστινά χαρακώματα.

θα πληρώσετε ακριβά, θα πληρώσετε για όλα! Α

Ήμουν τυχερός που δεν χρειάστηκε ποτέ στη ζωή μου να προκαλέσω βλάβη σε άνθρωπο. Στα υλικά που ζημίωσα, τα έχω αποπληρώσει κοντά εξήντα χρόνια και με το παραπάνω . Και το κυριότερο από όλα είναι πως κάθε βράδυ μέχρι σήμερα κοιμάμαι με τη συνείδησή μου ήσυχη. ΔΕΝ ΘΑ ΕΛΕΓΑ ΤΟ ΙΔΙΟ ΚΑΙ ΓΙΑ ΣΑΣ. Μιας και δεν έγλυψα ποτές εκεί που έβρισα χθες. Ούτε εκεί που έφτυσα αγκαλιάζω. Η ΤΙΜΗ ΕΧΕΙ ΤΕΛΙΚΑ ΤΙΜΗ.
ΣΊΓΟΥΡΑ ΈΧΩ ΛΑΘΈΨΕΙ ΑΠΕΙΡΕΣ ΦΟΡΕΣ. ΣΤΕΝΑΧΩΡΕΣΑ ΑΝΘΡΩΠΟΥΣ, ΠΟΤΕ ΓΙΑ ΚΕΡΔΟΣ Η ΕΥΝΟΙΑ.

Δεν κυνήγησα χρήματα, θέσεις, μερίδιο σε εξουσίες ή παρόμοια πράγματα. Και οι ιεραρχίες, τα ‘ύψη’, δεν με συγκίνησαν ποτέ, ο χαρακτήρας μου είναι τέτοιος, δεν καυχιέμαι πως έκανα τάχατες κάτι αξιόλογο.Σίγουρα πάντως θα τρελαινόμουν στη χαρά αν μια μέρα η ζωή θελήσει να με βρει με τους νικητές. ΓΙΑ ΝΑ ΜΟΙΡΑΣΤΩ ΤΗ ΝΙΚΗ ΜΕ ΜΑΖΙ ΤΟΥΣ.
ΤΑ ΧΡΌΝΙΑ ΕΚΕΊΝΑ ΛΟΙΠΌΝ ΗΤΑΝ ΌΤΙ ΚΑΛΎΤΕΡΟ ΣΤΗ ΖΩΉ ΜΟΥ, ΜΑΖΊ ΜΕ ΤΌΣΑ ΠΟΛΛΆ ΆΛΛΑ ΠΟΥ ΈΖΗΣΑ ΠΡΊΝ ΚΑΙ ΜΕΤΑ.

Οι εμπειρίες τεράστιες και μοναδικές. Η αδρεναλίνη στα κόκκινα και η συντροφικότητα κάτι που δεν αγοράζετε με καμία περιουσία.
Εκπαιδεύτηκα και εκπαίδευσα, πήρα μέρος σε πολλές ενέργειες δολιοφθοράς κλπ. Σίγουρα δεν έκανα όλα αυτά για τα οποία κατηγορήθηκα.
Σίγησα πάρα πολλά χρόνια, έζησα σαν ‘αόρατος’, ένας άλλος άνθρωπος. Δεν διαπλέχτηκα με το σύστημα , και φυσικά δεν εκμεταλλεύτηκα άνθρωπο και καταστάσεις.

συνεχίζεται

μιχαλης 261

τα βιβλία του μιχάλη, i libri di michele

Υ. στη χώρα του ποτέ ή… 2

Δημοσιεύτηκε στις 21 Απρ 2013

Τα πεπραγμένα της εποχής είναι η αιτία, ο λόγος που θα γεμίσει το σύμπαν με αερικά. Ανυπότακτα πνεύματα ανθρώπων που θα αντιστέκονται στους «καθωσπρέπει» και τους κανόνες τους. Αερικά που θα γίνουν δαίμονες γι’ αυτούς που στο όνομα των ανθρώπων εγκληματούν εις βάρος των ανθρώπων. Αερικά που θα είναι ήρωες για κείνους τους ανθρώπους που υποφέρουν. Το άσπρο ενάντια στο μαύρο. Το ανυπότακτο πνεύμα ενάντια στη λογική των υποταγμένων.

Αερικό – 1998
Στίχοι – Μουσική: Θανάσης Παπακωνσταντίνου
Ερμηνεία: Μελίνα Κανά

 

και…..Μπήκαν στην πόλη οι οχτροί, Νίκος Ξυλούρης.

  • Χτυπά λοιπόν η πόρτα. Πρωί, λίγο μετά που έφυγε στη δουλειά ο πατέρας μου.
    Το κατάλαβα αμέσως το νόημα αυτού του χτυπήματος. Τέτοια ώρα τέτοια λόγια. Η αντίστροφη μέτρηση έχει ξεκινήσει.
    Βεβαιώθηκα κοιτάζοντας αθόρυβα από το ματάκι.
    Τώρα ;
    Την απέλαση της Ρόσσα φοβόμαστε περισσότερο. Δεν έχουμε παντρευτεί ακόμη, να γίνει Ελληνίδα, να μη μας χωρίσουν!
    Γαμώτο!
    Βγαίνουμε στο μπαλκόνι, πέμπτος όροφος, βλέπει λιμάνι, πάνω από το καφενείο ‘Λιμανάκι’ και την Μυροβόλο.
    Πηδάμε πάνω απ’ το διαχωριστικό στο διπλανό διαμέρισμα, πάνω απ’ το περβάζι, βλέπουμε τρεχαλητά στην παραλία. Έχουν κυκλώσει όλο το τετράγωνο οι κουφάλες, μας πήρανε χαμπάρι απ’ το λιμάνι και τρέχουν να ειδοποιήσουν τους δικούς τους.
    Κοινώς, την πατήσαμε!

Γυρνάμε πίσω, ανοίγουμε την πόρτα και παραδινόμαστε. Είχαν ξεκινήσει και τα τηλέφωνα προς τον πατέρα μου να μας πείσει ν’ ανοίξουμε την πόρτα.
Μας κρατούν στην Ασφάλεια δύο μέρες, ξεχωριστά, και μας ανακρίνουν διαρκώς. Δεν χρησιμοποιούν σωματική βία. Ένας σκληρός, ένας μαλακός.
Τους λέω πως ναι, φυσικά και είμαι σύντροφος, μέλος του κινήματος της Αυτονομίας, που θέλει ν’ αλλάξει τα πράγματα στην Ιταλία,
αλλά μέχρι εκεί, σε αντάρτικες οργανώσεις δεν έχω προσχωρήσει, το ίδιο και η κοπέλα.
Με ρωτούν διαρκώς για την 17 του Νοέμβρη και δηλώνω πλήρη άγνοια, είναι η αλήθεια άλλωστε.

Η μόνη μου σχέση με την οργάνωση είναι το λογότυπό της που ζωγράφισα στον τοίχο της σχολής μου την περίοδο της κατάληψης στην οποία συμμετείχα κάποιο καιρό νωρίτερα. Φυσικά και το κρατώ για τον εαυτό μου, όπως και την συμπάθεια που νιώθω για την οργάνωση. Από την πρώτη μέχρι την τελευταία μέρα της ύπαρξής της, μαζί με χιλιάδες άλλους Έλληνες. Και καταθέτω σ’ εσάς με όλη μου την ειλικρίνεια πως δεν έχω γνωρίσει Έλληνα που να την αντιπαθούσε.
Τις πολιτικές της αναλύσεις πάνω στο παγκόσμιο όσο και τον ντόπιο καπιταλισμό κανείς δεν μπόρεσε ποτέ να αντικρούσει άλλωστε, όπως αργότερα αυτές του επαναστατικού Αγώνα. Και αυτές των Ταξιαρχιών στην Ιταλία επίσης.
Εσείς πείτε ότι θέλετε.
Δικαίωμα του καθενός, και ιερό η γνώμη του, και η άποψη!
Συνεχίζω.

Κάποια στιγμή ο σκληρός με απειλεί πως έχει ήδη δώσει εντολή να ετοιμάσουν συμβατικό αυτοκίνητο για να με μεταφέρουν μέσα στην άγρια νύχτα στους παντέρημους εκείνα τα χρόνια και πανέμορφους, αληθινούς αμμόλοφους,
να με βασανίσουν στην ερημιά, μέχρι θανάτου λέει, για να τους τα ξεράσω όλα.
Χέστηκα επάνω μου. Σίγουρα. Με όση ψυχραιμία μου απέμενε του είπα πως είμαι αγωνιστής στο Ιταλικό κίνημα και πως της Ελληνικής πραγματικότητας έχω παντελή άγνοια, πως διασυνδέσεις με ξένες γενικότερα οργανώσεις, στη Φλωρεντία, μια μικρομεσαία κατάσταση δεν είχαμε ποτές, πως η Αυτονομία δεν είναι ένα ενιαίο συμπαγές κίνημα, πως με έλληνα αγωνιστή ή ελληνική οργάνωση δεν έχω ποτέ συναντηθεί.
Με πίστεψαν – δεν με πίστεψαν, δεν γνωρίζω,
πάντως στην ερημιά δεν με πήγαν.

Έχω ένα φιλαράκι, τον Παυλάρα, που κάθε φορά που με συναντούσε στην Ελλάδα, όταν ερχόμουν για διακοπές να συναντήσω τον πατέρα μου, μου έδινε φυλλάδια της ‘αντιπληροφόρησης’, να ενημερώνομαι για τα ελληνικά δρώμενα και καθέκαστα. Αυτή είναι η μοναδική μου σχέση με την ελληνική παρανομία, ας πούμε.
Φυσικά και αυτό το κράτησα για τον εαυτό μου, δεν χρειάζονταν να τρέχουν και τον φίλο μου, δεν υπήρχε κανένας απολύτως λόγος, που τα βρίσκεις ; κλπ.
Το παλικάρι ανέκαθεν ήταν κομμουνιστής, ανένταχτος όμως,
συμπαθούσαμε την ‘Ρήξη’ βέβαια, γιατί μας άρεσαν αυτά που έγραφε,
στην Καβάλα δεν κουνιόταν φύλλο, και ήμασταν εμείς οι δύο μοναχοί που συζητούσαμε καμιά φορά γι αυτά τα πράγματα και τίποτα άλλο.
Την πρώτη φορά που πήραμε μαζί μέρος σε πορεία για το Πολυτεχνείο, τότε που ακόμη και στην Καβάλα κατέβαιναν στον δρόμο χιλιάδες λαού, περπατούσαμε στο τέλος του πλήθους, ανένταχτοι και φωνάξαμε ‘το αίμα κυλάει, εκδίκηση ζητάει’. Μας κοίταζαν σαν να είμαστε εξωγήινοι.
Δεν ήταν λοιπόν, απ’ ότι καταλαβαίνετε για πολλά-πολλά ο κόσμος.

Έτσι κι αλλιώς, περαστικός ήμουν πάντα από εδώ, περαστικός νόμιζα πως θα είμαι και αυτή την φορά!
Ο φίλος μου ελεύθερος ήθελε πάντοτε να είναι, να κάνει του κεφαλιού του, δεν την πήγαινε την καθοδήγηση.
Και στο κάτω-κάτω, για άλλο πράγμα με-μας έχουν προσαγάγει, αυτό είναι στα υπέρ μου και το εκμεταλλεύομαι, όποτε μου δίνεται η ευκαιρία επιστρέφω τη συζήτηση συνεχώς προς τα εκεί.
Ζητώ βέβαια δικηγόρο και τα γνωστά.
Σε δυο μέρες με άφησαν ελεύθερο και έστειλαν την Ρόσσα στην Κομοτηνή, να την δικάσουν για έκδοση απ’ ότι με άφησαν να καταλάβω στην συνέχεια.
Τελικά, οι Ιταλοί, έκδοση ζητούν και για τους δυο μας.

ερυθρές ταξιαρχίες 5

Δημοσιεύτηκε στις 30 Δεκ 2014

Ανέβηκε στις 1 Μαρ 2011
η νύχτα της ‘Δημοκρατίας’ : ο Sergio Zavoli ερωτά τον Prof. Enrico Fenzi ταξιαρχίτη από την Γένοβα ο οποίος διαχώρισε την θέση του στην φυλακή

Walk on the wild side, Lou Reed.

  • Κάνω ένα διάλειμμα για να σας πω δυο λόγια για το ξύπνημα μου το πολιτικό, για το ξεκίνημα
    Καθοριστικό στη ζωή μου στάθηκε το παράδειγμα του Σαλβαδόρ Αλλιέντε, η μεγάλη στιγμή της Ουνιδάδ Ποπουλάρ και η θυσία του Προέδρου στο βομβαρδισμένο Παλάτσο ντελλα Μονέδα. Είμαι μόλις 18, στο ξεκίνημα της πολιτικοποίησης μου και όλη η Ευρώπη βομβαρδίζεται από τις εικόνες του Ανδρός που έπεσε με το όπλο στο χέρι, ενώ τα νέα από τις προσπάθειες του ενωμένου λαού της Χιλής να κτίσει σιγά-σιγά ένα μοντέλο ανεξάρτητου και αυτόνομου κοινωνικοποιημένου κράτους έφταναν καταιγιστικά, κάθε μέρα στα στέκια, εκεί που χτυπά η καρδιά της σκεπτόμενης νεολαίας.
    Βίαια διακόπτεται αυτό το πείραμα και τα νέα της κτηνώδους επέμβασης της φασιστικής αστυνομίας, των μυστικών υπηρεσιών που καθοδηγούν το πραξικόπημα υπό τις οδηγίες και την προστασία της κυβέρνησης των ΗΠΑ, και του στρατού της Χιλής αναστατώνουν τις ψυχές μιας νεολαίας που κατακλύζει καθημερινά τους δρόμους διαμαρτυρόμενη ενάντια στην επέμβαση της Βορειοαμερικανικής στρατιωτικής μηχανής στο Βιετνάμ.

αποκάλυψη τώρα

Εμείς όλοι είμαστε οπαδοί του MIR, συμπαθούντες του Κινήματος της Επαναστατικής Αριστεράς, του οποίου αγαπούσαμε τον τρόπο με τον οποίο σκέφτονταν, οργάνωνε την κίνησή τους, τον τρόπο με τον οποίο δρούσαν. Συγκλονισμένοι με το αγωνιστικό παράδειγμα των μελών της οργάνωσης, πριν, κατά την διάρκεια του πραξικοπήματος και στην συνέχεια στα χρόνια της χούντας, αγαπήσαμε και τον Πρόεδρο που μάχεται ανυποχώρητος μέχρι τέλους, υπερασπιζόμενος και με το όπλο στο χέρι, τα δίκια του λαού του.
Έχουμε παραδείγματα μαχητών πολύ κοντύτερα, ΕΤΑ στην γειτονική Ισπανία, IRA στον βορρά στην Βρετανία και RAF λίγο πιo πάνω στην κοντινή Γερμανία. Αργότερα γεννιέται και η Αξιόν Ντιρέκτ στη Γαλλία.
Για κάποιον ανεξήγητο λόγο, οι περιπέτειες των Χιλιανών συντρόφων μας, όπως και αυτών της Ουρουγουάης, των θρυλικών Τουπαμάρος με έκαναν να τους νιώθω κοντύτερα, μες την καρδιά μου.
Πολύ κοντύτερα.

http://vimeo.com/90865784

κατάσταση πολιορκίας

Και να τους παρακολουθώ πιο άμεσα, όπως έγινε αργότερα με τους Σαντινίστας. Στις εφημερίδες με προσοχή μεγάλη σκάλιζα πρώτ’ απ’ όλα τις σελίδες να βρω νέα για τ’ αδέλφια μας και ύστερα έψαχνα για τα υπόλοιπα. Και στην τηλεόραση παρακολουθούσα μοναχά σαν αναφέρονταν σε αυτούς.
Οι εξόριστοι φοιτητές στην πόλη μας από αυτά τα μέρη γίνονται πάντα αγαπημένοι σύντροφοι. Μιλούσαμε με τις ώρες και δεν τους αφήναμε να κλείσουν το στόμα χωρίς να διηγηθούν και την τελευταία λεπτομέρεια από τις δράσεις αυτών των σπουδαίων ανθρώπων, που έχουν αποκτήσει μια μυθική σπουδαιότητα στα μάτια μας. Ιστορίες από τους τόπους τους, τις περιπέτειες, τις ήττες και τις νίκες!
Το κλίμα ίσως, το ταμπεραμέντο…….

Te Recuerdo Amanda, Victor Jara.

  • Αντιγράφω από το βιβλίο του τεράστιου Γκαμπριέλ Γκαρσία Μάρκες για Τις Περιπέτειες του Μιγκέλ Λιττίν στην Χιλή :
    ‘Ήταν ένας σκηνοθέτης της Χιλής και της Ουνιδάδ Ποπουλάρ όταν έγινε το στρατιωτικό πραξικόπημα του Αουγκούστο Πινοσέτ κατά του λαού. Ο ίδιος ο Αλλιέντε τον είχε ορίσει το 1970 επικεφαλής στην Τσίλε Φίλμς, μέσα από την οποία [και ενώπιον της οποίας] οι χιλιανοί σκηνοθέτες επεδίωκαν την εφαρμογή των θεωριών τους για λαϊκή κουλτούρα, αλλά και λαϊκή κυριαρχία, εισάγοντας νέες μεθόδους παραγωγής και διανομής.

Ο Μιγκέλ Λιττίν, οριστικά εξόριστος από τον δικτάτορα της Χιλής, πέρασε παράνομα τα σύνορα της πατρίδας του στις αρχές του 1985, μεταμφιεσμένος σε ουρουγουανό επιχειρηματία. Ενώ προηγουμένως ήταν μελαχρινός, είχε γένια και ήταν εύσωμος, τώρα εμφανίζεται αδυνατισμένος, χωρίς γένια, με καστανά μαλλιά. ‘Ξαναμαθαίνει’ απ’ την αρχή το γέλιο, όλες τις χειρονομίες και τις κινήσεις. Καθοδηγώντας ταυτόχρονα 5 κινηματογραφικά συνεργεία που δούλευαν σε διαφορετικά μέρη, έγινε και ο ίδιος ηθοποιός, παίζοντας ένα ρόλο που απαιτούσε τελειότητα : το παραμικρό λάθος θα ήταν μοιραίο. Σκοπός του είναι να κινηματογραφήσει την αγαπημένη, λεηλατημένη πατρίδα του, να καταγράψει την ‘αποτρόπαια σιωπή’ σε μια χώρα που βρίσκεται σε κατάσταση πολιορκίας. Η μεταμφίεσή του ήταν τόσο πετυχημένη, που ούτε η ίδια του η μάνα δεν τον αναγνώρισε ! όταν την επισκέφτηκε ξαφνικά.

Ο Σαλβαδόρ Αλλιέντε είχε εκλεγεί πολλές φορές βουλευτής και γερουσιαστής και υπήρξε τέσσερις φορές υποψήφιος πριν εκλεγεί πρόεδρος. Επιπλέον, στην μακριά κοινοβουλευτική του καριέρα, ήταν υποψήφιος στις περισσότερες επαρχίες της χώρας, από τα σύνορα με το Περού ως την Παταγονία, έτσι, όχι μόνο γνώριζε κατά βάθος σε κάθε τετραγωνικό εκατοστό τους διάφορους πολιτισμούς, τους ανθρώπους, τις πίκρες και τα όνειρά τους, αλλά και ολόκληρο τον πληθυσμό τον γνώρισε απ’ την καλή και την ανάποδη. Αντίθετα με τους πολιτικούς που τους έβλεπαν μόνο στον Τύπο και στην τηλεόραση, ή τους άκουγαν από το ραδιόφωνο, ο Αλλιέντε έκανε πολιτική μες τα σπίτια, από σπίτι σε σπίτι, σε άμεση και θερμή επαφή με τον κόσμο, όπως ήταν και στο επάγγελμά του : ένας οικογενειακός γιατρός. Η κατανόηση του ανθρώπου μαζί με ένα σχεδόν ζωώδες ένστικτο του πολιτικού επαγγέλματος κατάφεραν να ξυπνήσουν αντιφατικά συναισθήματα καθόλου εύκολα στη λύση τους. Όταν ήταν πια Πρόεδρος, ένας άνθρωπος παρέλασε μπροστά του σε μια διαδήλωση κρατώντας μια ασυνήθιστη αφίσα : »Έχουμε μια σκατοκυβέρνηση, αλλά είναι η Κυβέρνησή μου’. Σηκώθηκε, τον χειροκρότησε και κατέβηκε για να του σφίξει το χέρι.’

Βλέπουμε εκείνες τις μέρες και την Κατάσταση Πολιορκίας, του Κώστα Γαβρά με μουσική του Μίκη Θεοδωράκη, και πρωταγωνιστή τον Ύβ Μοντάν,1972, ταινία που αναφέρεται στην κατάσταση της Ουρουγουάη, τις επεμβάσεις των Βορειοαμερικανών στις χώρες του Νότου, και το κίνημα των ανταρτών Τουπαμάρος. Έχω ξαναγράψει, δεν θα επεκταθώ.
Έχει προηγηθεί ‘Η Μάχη του Αλγερίου’, του Τζίλο Ποντεκόρβο.
Τους ερωτευόμαστε!

http://www.exashare.com/0132kkzqvhti

η μάχη του Αλγερίου

  • Επιστρέφουμε στη Χιλή :
    ‘Εκεί υπάρχουν δύο πεθαμένοι που ποτέ δεν πεθαίνουν : Αλλιέντε λοιπόν και ο Νερούδα, δυο ζωντανοί πεθαμένοι.
    Η λατρεία τους είναι φανερή παντού. Ο τάφος του Αλλιέντε είναι μόνιμα τόπος προσκυνήματος.
    Στο σπίτι του Νερούδα στην Ίσλα Νέγκρα εξακολουθεί να πηγαίνει εκεί μια νέα γενιά ερωτευμένων που δεν ήταν περισσότερο από οκτώ χρονών όταν ζούσε ο ποιητής. Έρχονται απ’ όλο τον κόσμο και να γράψουν ερωτικά μηνύματα πάνω στο φράκτη που εμποδίζει την είσοδο. Αλλά υπάρχουν κι άλλα που οι φρουροί δεν προλαβαίνουν να τα εμποδίσουν, ούτε να τα σβήσουν! ‘Στρατηγοί, ο έρωτας ποτέ δεν πεθαίνει. Ο Αλλιέντε και ο Νερούδα ζουν. Ενός λεπτού σκοτάδι δεν θα μας τυφλώσει’.
    Είναι γραμμένα στα πιο απίθανα σημεία κι όλος ο φράκτης δίνει την εντύπωση πως υπάρχουν επιγραφές από διάφορες γενιές, η μία πάνω στην άλλη, από την έλλειψη χώρου’.

Μια και μας δίνεται λοιπόν η ευκαιρία μεταφέρω δυο λόγια του μεγάλου ποιητή που αντιγράφω από γράμμα του φυλακισμένου αναρχικού αγωνιστή Κώστα Σακκά στο Athens Indy :
‘Αργοπεθαίνει όποιος δεν διακινδυνεύει τη βεβαιότητα για την αβεβαιότητα για να κυνηγήσει ένα όνειρο, όποιος δεν επιτρέπει στον εαυτό του τουλάχιστον μία φορά στη ζωή του να αποφύγει τις εχέφρονες συμβουλές….
Αποφεύγουμε το θάνατο σε μικρές δόσεις όταν θυμόμαστε πάντοτε ότι για να είσαι ζωντανός χρειάζεται μία προσπάθεια πολύ μεγαλύτερη απ’ το απλό γεγονός της αναπνοής΄.

Gracias a la vida, Violeta Parra.

  • Συνεχίζω λοιπόν από εκεί που σταμάτησα την καβαλιώτικη αφήγηση :

Η Ροσσάνα βρίσκεται κλεισμένη στην Κομοτηνή, εγώ απαγορεύεται να τη δω. Έρχεται από το Ούντινε όπου κατοικεί ο Γκουίντο, ο νεότερος αδελφός της. Ψηλός, αδύνατος, ξανθός. Πολύ όμορφος, όλες τον θαυμάζουν. Καλό παλικάρι, ευγενικός, την επισκέπτεται συχνά κι έτσι ανταλλάσουμε νέα. Μένει σπίτι μας φυσικά. Προφορικά νέα, διότι τα γραπτά τα απαγορεύουν, χρειάζονται μεταφραστή, που να τον βρουν, φοβούνται και τα συνθηματικά. Πηγαίνω δυο φορές να συναντήσω τον δικηγόρο της που με χρειάζεται, τον κ. Γιαλιτάκη, εξαιρετικό νομικό και άνθρωπο
τη μια με αφήνουν να τη δω για πέντε λεπτά από το παραθυράκι της πόρτας που χωρίζει το ανδρικό από το γυναικείο τμήμα. Με πήγε ο φίλος, ο Βασίλης ο Ζωίδης με το κουπεράκι του. Τον γνώρισα στου Νικόλα, το διάστημα που ήμασταν ελεύθεροι και οι δύο. Την δεύτερη φορά μου δάνεισε το αυτοκίνητό του μιας και αδυνατούσε να με συνοδέψει. Τον ευγνωμονώ για πάντα, αυτά τα πράγματα εκείνα τα χρόνια δεν γίνονταν, δεν εμπιστευόσουν το κάρο σου σε κάποιον που γνωρίζεις μονάχα δύο μήνες!

Αργότερα μου χάρισε μάλιστα ένα υπέροχο ταξίδι μιας βδομάδας στα χωριά του Ψιλορείτη, όπου είχε φίλο καρδιακό από τα χρόνια της αντίστασης στη χούντα, στο Πανεπιστήμιο της Θεσσαλονίκης. Αριστερός, λάτρης του καλού κρασιού και του φαγητού.
Περάσαμε αξέχαστα. Αυτός και η σπουδαία σύντροφός του η Άννυ είναι δύο εξαιρετικοί άνθρωποι. Με τον καιρό χαθήκαμε.
Γίνεται τελικά η δίκη, εκεί μπορώ και την αγκαλιάζω για ένα δεκάλεπτο που μας αφήνουν κλεισμένους σε ένα γραφείο του δικαστηρίου,κλειδωμένους.
Αποφασίζουν την έκδοσή της για τις πράξεις για τις οποίες κατηγορείται, αφαιρώντας τη συμμετοχή σε ένοπλη ανατρεπτική ομάδα.
Κατήφεια, απογοήτευση.
Προσφυγή στον Άρειο Πάγο.
Την μεταφέρουν στον Κορυδαλλό και την ίδια μέρα συλλαμβάνουν εμένα, έχει περάσει μήνας απ’ τη μέρα που χτύπησαν την πόρτα.
Είναι Παρασκευή, ο διοικητής του τμήματος μου φέρεται εξαιρετικά, γνωρίζει την οικογένειά μου απ’ την μεριά της δεύτερης γυναίκας του πατέρα μου,
αν θυμάμαι καλά, ο κ. Ηλιόπουλος.
Η μάνα μου πέθανε όταν ήμουν μικρούλης, φωνάζω και νιώθω μάνα μου την καινούρια γυναίκα, την γνώρισα από παιδί.
Αντί να μ’ έχουν μονίμως κλεισμένο στο μικρό κελί που υπάρχει στον δεύτερο όροφο, περνώ τις περισσότερες ώρες σε ένα γραφείο όπου με επισκέπτεται ο πατέρας μου. Δίχως χειροπέδες, με διακριτική παρακολούθηση. Γράφω στην Ρόσσα και εγγυάται πως το γράμμα θα φτάσει στα χέρια της, όπως και έγινε.
Κοιμάμαι το βράδυ στο κελί. Αύριο θα με στείλουν Κομοτηνή. Με ρωτά αν επιθυμώ να περάσω το Σαββατοκύριακο εκεί, νάρχεται κι ο πατέρας μου να με βλέπει.
Δεν θέλω να τον στενοχωρώ περισσότερο, επιθυμώ να βρεθώ μια ώρα νωρίτερα στο περιβάλλον στο οποίο θα ζήσω το επόμενο διάστημα, προτιμώ να με στείλουν στη φυλακή το συντομότερο δυνατό.
Έτσι και γίνεται, περνώ την πόρτα και μετά τα διαδικαστικά με τοποθετούν πρόχειρα σε κάποιο κελί, μόλις που προλαβαίνω να παρακολουθήσω το μπαράζ που γίνεται στον Βόλο ανάμεσα στον Ολυμπιακό και τον Άρη για να αναδειχθεί ο πρωταθλητής του ποδοσφαιρικού πρωταθλήματος!
Για την ιστορία, στεφθήκαμε πρωταθλητές κερδίζοντας 2-0.
Κάθισα μέσα έξι μήνες προφυλακισμένος, σε αναμονή της δίκης μιας και η χώρα μου αποφάσισε να μη με εκδώσει και δέχτηκε να με δικάσει εδώ, ζητώντας την απαραίτητη δικογραφία. Και μιας και ο καιρός περνούσε και η διαδικασία δεν ολοκληρώνονταν,έδωσαν παράταση προφυλάκισης για ένα ακόμη εξάμηνο.

Ο θάλαμος που με τοποθέτησαν οριστικά ήταν πολύ μεγάλος, ήμασταν στριμωγμένοι καμιά δεκαπενταριά εκεί μέσα,με μία ξυλόσομπα στη μέση για τις κρύες μέρες του χειμώνα. Κάποιες περίοδες γινόμασταν και περισσότεροι, όταν η ‘εγκληματικότητα’ αυξάνονταν. Είναι δικαστικές φυλακές αυτές της Κομοτηνής, κάποιοι με μέσον όμως εκτείουν εκεί την ποινή τους.
Κάνω παρέα με τους Ιταλούς που βρίσκω έγκλειστους, τους ξένους γενικότερα. Με τους ντόπιους δεν μπορώ να συγχρωτιστώ, δεν είναι ώρα για μεγάλες αναλύσεις, η ρουφιανιά πέφτει σύννεφο για τα πιο απλά πραγματάκια, άσε που χρόνια στο εξωτερικό έχω αποκτήσει νοοτροπία διαφορετική. Είναι λιγάκι διαφορετικοί και οι κώδικες συμπεριφοράς γενικότερα, μη ξεχνάτε πως το κατώφλι της φυλακής το έχω ξαναπεράσει στη Φλωρεντία, δεν είμαι άσχετος, κι ας η παραμονή μου εκεί είχε κρατήσει λίγο.

Γενικά, τα βρίσκω καλύτερα με τους ξένους που είναι όλοι μέσα για εμπορία ναρκωτικών, ή κατοχή για κάνα δυο, τους πιο τυχερούς.
Πολιτικοί δεν υπάρχουν, είμαι ο μοναδικός.
Θυμάμαι χαρακτηριστικά ένα Γαλλοκαναδό από το Κεμπέκ, έναν υπέροχο Λιβανέζο από το Μπάαλμπεκ και ένα Σέρβο, πολύ σκληρό, όλοι τον τρέμουν. Οι περισσότεροι μέσα με πάνω από τριάντα κιλά νταλαβέρι.Μόνο ο Λίνο, ψαράς από τη νότια Ιταλία που έπεσε έξω στις δουλειές του και έκανε το ταξίδι στην Πόλη για να ορθοποδήσει πιάστηκε στα σύνορα με 3 κιλά άσπρη. Καθαρό, ξεκάθαρο δόσιμο, κάρφωμα. Απ’ τους εμπόρους τους ίδιους
όταν του έκρυβαν στο αυτοκίνητο το ‘πράμα’, ένα σακουλάκι με μισό κιλό δεν χώρεσε, δεν κατάφεραν να το καβατζώσουν και αναγκαστικά το κράτησαν.Το μήνυμα όμως είχε ήδη σταλεί και ο καημένος ο Λίνο έφαγε το ξύλο της χρονιάς του από τους Έλληνες τελωνειακούς για να αποκαλύψει που είχε ‘κρυμμένο’ το τελευταίο δεματάκι.
Ήταν ο μεγαλύτερος απ’ όλους μας αυτός ο συμπαθέστατος ‘γεροντάκος’, με είχε σαν παιδί του.

Λίγο αργότερα ήρθε και ο Λουίτζι, δούλευε στην Αλιτάλια και είχε μεγάλη ευχέρεια στα ταξίδια λόγω τζαμπέ εισιτηρίων σε κάθε γωνιά της γης.
Ελεύθεροι όταν βρεθήκαμε συναντηθήκαμε δύο φορές.
Την πρώτη ήρθε και με βρήκε στην Καβάλα με την κόρη του, πήγαμε για λίγες μέρες και στη Θάσο. Του χάρισα τότε ‘Τα παραπονεμένα λόγια’ που γνώριζε ήδη από τα μπουντρούμια, μ’ έβαζε να του τα τραγουδώ όλη την ώρα ‘ζωντανά’ και η κόρη του ανατρίχιαζε και δάκρυζε.
Τη δεύτερη φορά ήρθε με την κοπελιά του. Κάναμε ένα μεγάλο ταξίδι με το κάμπριο του, το φυσούσε το παραδάκι. Κάναμε σχεδόν τον γύρο της Χαλκιδικής, φτάσαμε τελικά μέχρι την Πάργα. Ένα βράδυ στα Σύβοτα ο Λουίτζι κοιμήθηκε νωρίς και εγώ συνέχισα έξω με το κορίτσι.

Δεν είναι όμορφη, είναι όμως εντυπωσιακή, φοβερό θηλυκό με δυνατή προσωπικότητα. Κάναμε έρωτα σε ένα σκάφος που ήταν αραγμένο μακριά, στην άκρη του μώλου, έρημο εκείνη την ώρα απ’ τους ιδιοκτήτες του. Απ’ τη πρώτη στιγμή που κοιταχτήκαμε γεννήθηκε μεταξύ μας μεγάλη έλξη, μια χημεία μαγική.
Την άλλη μέρα φυσικά του τα είπε όλα. Ο φίλος στράβωσε λιγάκι, δεν άλλαξε όμως καθόλου την συμπεριφορά του. Στην Πάργα δεν άντεξα εγώ, τους χαιρέτησα με θέρμη και έφυγα για Αθήνα. Δεν ξανά έμαθα νέα του. Χαθήκαμε οριστικά.

Στη φυλακή η μονοτονία είναι φοβερή. Ακούμε μουσική από ραδιοφωνάκια, την τηλεόραση από τότε δεν μπορώ να την παρακολουθήσω, δεν την χωνεύω κι ας μην έχει καμία σχέση με την σημερινή εμετική πραγματικότητα. Έχουμε ανοιχτό το προαύλιο για οκτώ ώρες τη μέρα, παίζουμε συνεχώς βόλεϋ, εκεί έκανα την τέλεια ‘προετοιμασία’ που μου χρειάστηκε αργότερα, στα πανέμορφα χρόνια της παραλίας! Πίνουμε καφεδάκια κάτω από τον πλάτανο που βρίσκεται ακριβώς στη μέση της αυλής [ η φυλακή της Κομοτηνής ήταν τότε ένα παλαιό χάνι με τα όλα του που αργότερα μετατράπηκε σε χώρο εγκλεισμού].

Ανταλλάσσω σχεδόν καθημερινά γράμματα με την Ρόσσα. Βλέπω στην τηλεόραση που την χώνουν με το ζόρι στο αεροπλάνο της επιστροφής αφού και η προσφυγή της απερρίφθη.
Μαθαίνω από τις εφημερίδες για την απαγωγή της από το κελί, για την προσπάθειά της να κόψει τις φλέβες για να αποφύγει την πτήση. Άλλοι είπαν με τα δόντια, άλλοι με το βραχιολάκι που φορούσε.
Ο πιλότος δεν δέχεται να την βάλει στο σκάφος, ένας βλάκας γιατρός αναλαμβάνει την ευθύνη, νομίζω την συνοδεύει στο ταξίδι. Η μάνα της που ήρθε να της συμπαρασταθεί τις τελευταίες Αθηναϊκές μέρες, απελπισμένη, εγώ δυστυχισμένος. Ο κ. Μιράσγεζης που κίνησε τις διαδικασίες στον Άρειο Πάγο απογοητευμένος. Μόνες ευχαριστημένες οι φυλλάδες που πουλάνε στον κόσμο ερωτικό ρομάντζο. Μονάχα κάποιες σοβαρές, όπως η δικιά μας ‘Πρωϊνή’ θυμίζει πως λίγο καιρό νωρίτερα, οι Ιταλικές αρχές είχαν αρνηθεί την έκδοση του χουντικού Ασλανίδη, που είχε καταφύγει στη χώρα τους, απαντώντας αρνητικά στο αίτημα των Ελληνικών αρχών.

Εμείς ανέκαθεν γιουσουφάκια.
Μέρες τώρα, από δω το πάνε κι από εκεί, αρνούνται να απαντήσουν στο αίτημα μας να παντρευτούμε, φυλακισμένοι όντες.Μέχρι την τελευταία στιγμή την αφήνουν να πιστεύει πως θα το επιτρέψουν.
Πήγα να τρελαθώ,
άντεξα.
Ο άνθρωπος έχει απίστευτες δυνάμεις στα δύσκολα.
Συνέχισα.

Prodigy, Stand up.

Βρώμικα φιλιά – Λάκης Παπαδόπουλος – vrwmika filia

DSC02242

συνεχίζεται

τα βιβλία του μιχάλη, i libri di michele

Ρ. εκενώστε τους δρόμους από τα όνειρα – 16

Αντί οριστικού επιλόγου λοιπόν θα σας διαβάσω κάποια μικρά αποσπάσματα από το βιβλίο της Κάρμεν Καστίγιο‘Μία νύχτα στο Σαντιάγο’.

Η Κάρμεν Καστίγιο έζησε από κοντά την ιστορία του MIR – Κινήματος της Επαναστατικής Αριστεράς – [όταν η λέξη αριστερά είχε ακόμη σημασία], τόσο πριν όσο και μετά τη δολοφονία του Σαλβαδόρ Αλλιέντε και την άνοδο του Πινοσέτ στην Χιλή.
Από τον πρόλογο λοιπόν του βιβλίου : ‘δεν είναι η στρατευμένη γυναίκα που μιλάει, είναι η γυναίκα. Μια γυναίκα όμως που ανακαλεί στρατευμένους’ τονίζει χαρακτηριστικά για το βιβλίο της το οποίο χαρακτηρίζει ’σπάνιο δημιούργημα’ ο Nouvelle Observateur, που είναι μεγάλη εκδοτική επιτυχία στη Γαλλία, όπου κυκλοφόρησε το 1979.
Διαβάζουμε λοιπόν :

‘Χιλή. Ο Μιγκέλ Ενρίκεζ, γενικός γραμματέας του Επαναστατικού Αριστερού Κινήματος, σκοτώθηκε στο Σαντιάγκο, κατά τη διάρκεια μιας σύγκρουσης με τον στρατό. Σκοτώθηκε το Σάββατο, 5 Οκτώβρη, κατά τη διάρκεια πολύωρης ανταλλαγής πυροβολισμών μεταξύ μελών του MIR που ήταν περικυκλωμένοι σ’ ένα σπίτι του Σαν- Μιγκέλ, λαϊκής συνοικίας του Σαντιάγκο, και ένοπλων δυνάμεων’.

Το σύντομο και λακωνικό επίσημο ανακοινωθέν, που αναγγέλλει το θάνατο του κυριότερου αρχηγού του ΕΑΚ δεν δίνει ούτε τον αριθμό ούτε τα ονόματα των άλλων θυμάτων, εκτός από την κόρη του πρώην πρύτανη του καθολικού Πανεπιστημίου του Σαντιάγκο, κα Κάρμεν Καστίγιο Ετσεβερρία, που αγωνίστηκε στο πλευρό του. Τραυματισμένη, έχει εισαχθεί σε νοσοκομείο.
Μια εφημερίδα του Σαντιάγκο, η Τercera, αναφέρει ότι ένας ανιψιός του τελευταίου προέδρου της Χιλής, ο Αντρές Πασκάλ Αλλιέντε, από τους ηγέτες του MIR, έχει επίσης τραυματιστεί κατά τη διάρκεια της συμπλοκής, αλλά η είδηση δεν επιβεβαιώθηκε επίσημα.
Μ’ αυτές τις λέξεις ανακοίνωσε η Monde της 8ης Οκτώβρη του ‘74 το επεισόδιο απ’ το οποίο αντλεί την καταγωγή του αυτό το βιβλίο. Η Κάρμεν Καστίγιο – που πιάστηκε και, αργότερα, εξορίστηκε στη Γαλλία – επιχειρεί εδώ μια πλατιά αναδρομή στις αναμνήσεις, προς εκείνη την 5η του Οκτώβρη.

Μας εκθέτει ένα ημερολόγιο με πολλές σκηνές : το γαλάζιο σπίτι της Σάντα Φε, όπου ένας άντρας, μια γυναίκα και τα παιδιά τους έζησαν την αντίσταση στη δικτατορία. Το σπίτι των βασανιστηρίων ‘Χοσέ Ντομίνγκο Κάνιας’, στην καρδιά του Σαντιάγκο, η Κούβα, όπου βρίσκονται όσοι επέζησαν, το Παρίσι.
Ένα πολυφωνικό ημερολόγιο, που αντηχεί και τον λόγο των άλλων. Της αδελφής του Αλλιέντε, του βασανιστή αξιωματικού, της μαχήτριας του ΕΑΚ, Της ΒΑΣΑΝΙΖΌΜΕΝΗς, ΤΟΥ ΑΔΕΛΦΟΎ, ΤΟΥ ΦΊΛΟΥ.
ΣΕΛΊΔΕΣ ΥΠΟΒΛΗΤΙΚΈΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΙΚΉ ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΌΤΗΤΑ Της ΚΑΤΑΠΊΕΣΗΣ. ΣΤΟ ΠΡΟΟΔΕΥΤΙΚΌ ΞΕΤΎΛΙΓΜΑ των εικόνων, που όλες τους συγκλίνουν προς εκείνη την ημέρα-τομή, η απελπισία συνυπάρχει με την ζωή, η προσμονή της ελευθερίας με την επιθυμία της εκδίκησης, το μίσος ,η αγάπη. Ανασυντίθεται, κομμάτι-κομμάτι, το παζλ, που αποκαλύπτει με τον καλύτερο τρόπο την Αντίσταση στη Χιλή, ρέει αβίαστα ο λόγος, που ομολογεί ότι κάθε αντίσταση δεν μπορεί να ξεπηδάει παρά μόνο από την αγάπη.

Jean-Claude Barreau.

Σελίδες 170-176:

Η Λάουρα Αλλιέντε, αδελφή του δολοφονημένου Προέδρου, γιαγιά της Καμίλ, βρίσκεται στο νοσοκομείο της Αβάνας βαριά άρρωστη. Εδώ και τρεις μέρες αναλαβαίνει από μια εγχείρηση, πονάει πολύ, πάρα πολύ. Ούτε ένα παράπονο, δεν μπορεί καν ν’ ανεχτεί την ιδέα ότι θα ενοχλήσει τους άλλους. Στην Κούβα, όπου η οικογένεια κρατάει τις βάρδιες στο νοσοκομείο, διαλέγω το βραδινό ωράριο.
Οι επισκέψεις αραιώνουν, μαζί με το σκοτάδι έρχεται κι η γαλήνη. Η Λαουρίτα είναι ξαπλωμένη σ’ ένα λευκό κρεβάτι, απ’ το μικρό παράθυρο φαίνονται μερικά αστέρια σ’ ένα κομμάτι ουρανού, σύννεφα που γλιστρούν γρήγορα, μαρτιάτικος άνεμος φυσάει στην Αβάνα.
Αισθανόμαστε όμορφα, μοναχές μας, και μετά από μια σιωπή, αρχίζουμε αβίαστα, χωρίς κανένα βολονταρισμό- η ερώτηση θαρρείς αναβλύζει.

Πες-μου Λαουρίτα, por favor, που ήσουν το Σάββατο, στις 5 Οκτώβρη ;
Με κοιτάζει, και μου κάνει μια ανεπαίσθητη κίνηση. Μετά δάκρυα- ένα, δύο, κι άλλα, κι άλλα. …και σιωπή.
Φαντάζομαι ότι αποκοιμήθηκε. Θα είναι κουρασμένη, σίγουρα, δεν μπορώ να επιμείνω.
Ξανανοίγει τα μάτια, εκείνα τα ωραία χρυσά μάτια της, πετάει αλλού, πολύ μακριά, κοντά στον Μιγκέλ. Το βλέμμα της καρφωμένο στο ταβάνι, και μετά μένει πάνω μου. Είμαι καθισμένη δίπλα στο κρεβάτι, έτοιμη να την ακούσω.
Γιατί, με ρωτάει, γιατί να βασανιζόμαστε έτσι ;
Δεν ξέρω. …η ανάγκη να μάθουμε περισσότερα, δεν ξεχνούμε – γιατί λοιπόν να σωπαίνουμε ; Κάθε άλλο, είναι καλό να μοιραζόμαστε, να ξαναζούμε τις αγάπες μας μαζί μ’ αυτούς που αγαπούμε. Ο καθένας, βέβαια, το βλέπει διαφορετικά, αν δεν μπορείς, αν δεν θέλεις. …αύριο, ή μεθαύριο. …έχουμε καιρό, δεν πρέπει να βιαζόμαστε.

Η Λαουρίτα αρχίζει να μιλάει, σιγά-σιγά, χωρίς να το καταλάβουμε, η λευκή γύμνια της κάμαρας σβήνει, σκιαγραφεί εικόνες που αρχίζουν να ζουν, το νοσοκομείο εξαφανίζεται, και ξαναβρισκόμαστε στο Σαντιάγκο.
Η νύχτα του Σαββάτου 5 Οκτώβρη : η ψυχρότητα μιας ραδιοφωνικής είδησης, λιγόλογης και αδυσώπητης.
Η Λαουρίτα αποφεύγει εκείνες τις λέξεις, της αναστάτωσης και της φρίκης. Δεν λέει πως ξεπέρασε το χτύπημα και τα πρώτα λεπτά της παγωμένης περισυλλογής. Προχωρεί, στα γρήγορα, σ’ εκείνην τη δύναμη που την έστησε και πάλι όρθια, που την ώθησε έξω, να πάει να βρει εκείνους που υποφέρουν όσο κανείς άλλος.

Η Λαουρίτα ξέρει ότι θα καταφέρει να τους δει, θέλει να πάει εκεί, να είναι με τους γονείς του Μιγκέλ το ίδιο εκείνο βράδυ. Κατευθύνεται, χωρίς δισταγμό, προς το σπίτι της λεωφόρου Προβιντέντσια.
Έχει περάσει μήνας, ίσως, από τότε που οι στρατιωτικοί είχαν μεταφέρει το Δον Εντγκάρντο Ενρίκεζ, υπουργό της λαϊκής κυβέρνησης, από το στρατόπεδο συγκέντρωσης του νησιού Ντάουζον, στο σπίτι του. Του απαγόρευαν κάθε μετακίνηση. Ήταν κρατούμενος, σπίτι του, κάτω από αυστηρή επιτήρηση.

Η Λαουρίτα δεν υπακούει στις διαταγές αυτού του συρφετού των δολοφόνων. Πηγαίνει στο πλευρό του δον Εντγκάρντο και της σενιόρα Ρακέλ, περνάει τα μπλόκα που κυκλώνουν το τετράγωνο.
Είχε πλημμυρίσει ο τόπος, οι δρόμοι και τα πεζοδρόμια, το πάρκο, απέναντι απ’ το κτίριο το πλάτωμα, βρίθουν από στρατιώτες. Άντρες με πολιτικά, οπλισμένοι, είναι μαζεμένοι στο χωλ, στην είσοδο, ακουμπάνε στους τοίχους, στη σκάλα και στους διαδρόμους.
Οι άνθρωποι με τα γκρι και τα μαύρα χαμηλώνουν τα βλέμματα, κολλούν στους τοίχους, εκμηδενίζονται στο πέρασμα αυτής της περήφανης γυναίκας. Φοβούνται και τις σκιές που την συνοδεύουν. Δεν ζητάει την άδεια, περνάει με το αγέρωχο βήμα της, χωρίς καν να τους κοιτάξει.

Η Λαουρίτα, η αριστοκρατικότητα αυτής της γυναίκας, η ομορφιά των λεπτών χαρακτηριστικών της, τα μελιά της μάτια, γεμάτα θέληση. Καταλαβαίνω γιατί δεν τόλμησαν να εμποδίσουν το σίγουρο βήμα της που ανεβαίνει τη σκάλα, προς το μέρος όπου απόθεσαν το σώμα του ‘τρομοκράτη’.
Της ανοίγει την πόρτα ο δον Εντγκάρντο. Είναι ακόμα πιο επιβλητικός απ’ ότι συνήθως, η ευγένεια της φυσιογνωμίας του εντονότερη μέσα στον πόνο του, μια απροσδόκητη λάμψη στο βλέμμα του. Ήταν μόνοι τους, νομίζω, η σενιόρα Ρακέλ κι ο δον Εντγκάρντο. Στη μεγάλη σάλα, το φέρετρο.

Δον Εντγκάρντο : δεν είναι ο υιός μου αυτός, Λαουρίτα, κοιτάξτε πως τον κατάντησαν.
Η Λαουρίτα αρνείται. Όχι, δεν θα τον δει. Ο Μιγκέλ δεν πέθανε. Είναι δυο βδομάδες μόλις που τον είχε συναντήσει. Ο Μιγκέλ γελούσε – δεν θα χαλάσει αυτή την εικόνα, τη λεπτότητα του χιούμορ του, την αλλόκοτη ταχύτητα των λέξεων του, που μπερδεύονται, το πάθος που κυριαρχεί – ο Μιγκέλ έχει τη χάρη, τη λάμψη του γέλιου και απότομα, τη δύναμη της σοβαρότητας. Όχι, η Λαουρίτα μένει στη διπλανή κάμαρα, ένας τοίχος την χωρίζει απ’ το φέρετρο, που δίπλα του ξαπλώνουν αργότερα ο δον Εντγκάρντο και η σενιόρα Ρακέλ, τις ατέλειωτες ώρες μιας νύχτας, της νύχτας του Σαββάτου 5 Οκτώβρη.
Η κηδεία, που μόνο η οικογένεια την ακολουθεί.

Η συνοδεία : δεκάδες στρατιωτικά τζιπ, φορτηγάκια κι άλλα αυτοκίνητα της D.I.N.A. ‘Αυτοί’ φοβόταν, τι όμως ; Στρατιωτικοί, με στολή και με πολιτικά, γεμίζουν τα πεζοδρόμια, τις διασταυρώσεις, τις όχθες του ποταμού Μαπότσο μέχρι την καρδιά της βορειανατολικής περιοχής της πόλης. Πλήθος στρατιωτών στις πόρτες του νεκροταφείου. Οι φάτσες τους, αυτή η επίδειξη δύναμης, δείχνουν καθαρά ότι, ακόμα και στο ζενίθ του θριάμβου τους, αισθάνονται κίνδυνο. Σαν να φοβούνται μήπως πέσει τίποτα στα κεφάλια τους, και πυκνώνουν τις γραμμές τους για να αντιμετωπίσουν αυτήν την εναγώνια, υπερκόσμια προαίσθηση, σαν κάτι να ‘πρεπε να συμβεί. Κι όμως. …ο Μιγκέλ ήταν μόνος, εκείνη την μέρα.

Ένας τάφος είναι σκαμμένος στην σκληρή γη.
Το θάρρος της μητέρας του, η δύναμη της περηφάνιας της : ‘δεν πέθανες, υιέ μου, ζεις στην καρδιά του λαού, ανάμεσά μας’. χρειάζονταν κουράγιο – αλλά και πόση αγάπη! Αυτά τα απλά λόγια ηχούν διαφορετικά, ανάμεσα στις στολές, το γκρίζο και το μαύρο. Μου είπαν ότι πάνω στον τάφο του υπάρχουν κόκκινα λουλούδια όλο τον χρόνο.

Τέλος, η Λαουρίτα φεύγει. Κάτω, στη σκάλα, την συγκρατεί μια ομάδα αντρών της DINA. Καρφώνει πάνω τους τα μάτια της και τους λέει : ‘έχετε άραγε ακόμη την ικανότητα να σκέφτεστε ; Μήπως δεν καταλαβαίνετε ; Σκοτώσατε ένα αγόρι, ένα αγόρι που έδωσε τη ζωή του για σας. Ναι. …δεν ήθελε άλλο, παρά δικαιοσύνη και ελευθερία. Θα έπρεπε να αισθάνεστε να σας πνίγει η ντροπή, ντροπή για την χυδαιότητα της δουλειάς που κάνετε εδώ’.
Μένουν άφωνοι, καρφωμένοι στο πάτωμα, ούτε μια λέξη δεν βγαίνει απ’ το στόμα τους. Η εξουσία τους καταρρέει, γιατί αυτή η γυναίκα δεν τους φοβάται.

Η Λαουρίτα τους αντιπαραθέτει τη σιγουριά της, τους φωνάζει την πίστη της. Ακόμα κι εγώ, σήμερα, είμαι αναστατωμένη. Ποιος θα τολμούσε να μιλήσει έτσι ; Η δύναμη της πίστης της κλονίζει τον εχθρό. Και μας ελέγχει.
Η Λάουρα Αλλιέντε ήταν βουλευτίνα των σοσιαλιστών, με απόλυτη πλειοψηφία στις τρεις ψηφοφορίες, στην περιφέρειά της. Η δημοτικότητά της ανάμεσα στους φτωχούς και τους άκληρους αναγνωρίζεται από φίλους και εχθρούς. Είναι εξήντα χρόνων, μητέρα τεσσάρων παιδιών. Ένα τους, ο Αντρές Πασκάλ Αλλιέντε, ανέλαβε τη διεύθυνση του MIR. έτσι έγραψαν οι εφημερίδες.

Και εμείς, στην Αβάνα, αναθυμόμαστε.
Ο Μιγκέλ λείπει, το ξέρω. Όμως αγαπούμε – και με τι παράξενο πάθος- κι αυτούς που δεν υπάρχουν πια.
Ο Μιγκέλ, είναι μια νίκη ενάντια στην βιαιότητα και την μνησικακία. Για πάντα.
Η Λαουρίτα συνεχίζει την αφήγησή της, ακολουθεί τα νήματα των αναμνήσεών της. Ξεχνάει την αρρώστια της, αυτή τη στιγμή γελάει, μ’ ένα από εκείνα τα ξεσπάσματα του Μιγκέλ, τον καιρό της πρώτης τους συνάντησης στην παρανομία. Ήταν τον Αύγουστο του ‘74, νομίζω, όταν ο Μιγκέλ τα κατάφερε να της στείλει το πρώτο μήνυμα. Μα αυτό το αίτημα, να συμμετάσχει σε μια συγκεκριμένη προσπάθεια, δεν ήταν η πρώτη πράξη της Λαουρίτα ενάντια στους στρατιωτικούς. Απ’ την επαύριο, κιόλας, του πραξικοπήματος, έκανε κάθε είδους διαβήματα, για να βοηθήσει τους ανθρώπους ν’ αντισταθούν στην πείνα και την καταπίεση. Βοηθούσε τους καταζητούμενους να γίνουν δεκτοί στις πρεσβείες, μάζευε χρήματα και τρόφιμα, που τα πήγαινε στις φυλακές και τις φτωχογειτονιές. Μια μέρα είδε το μικρό της διαμέρισμα, στα προάστια του Σαν Βοργία, γεμάτο μέχρι το ταβάνι αυγά, δωρεά, ‘δεν ήξερα τι να τα κάνω, κυριολεκτικά υπήρχαν παντού αυγά’. απ’ τις φυλακές στις φτωχογειτονιές, προλαβαίνοντας τους όλους, έτσι περνούσαν οι μέρες της Λαουρίτα στο Σαντιάγκο. Ένα πρωί κάποιος της έφερε ένα γράμμα του Μιγκέλ, σε κίτρινο χαρτί, από τσιγάρα.

Δεν μπορεί να ξεχάσει το πυκνό γράψιμο, μερικές φράσεις : ‘είναι ανάγκη να σας ζητήσουμε μια υπηρεσία, που μπορεί να σας δημιουργήσει προβλήματα. Δεν πιστεύω, ωστόσο, ότι θα τολμήσουν να σας αγγίξουν. Η υπόθεση είναι ότι πρέπει να συζητήσετε με τον Κόνιο Αγκιλάρ, τον ‘Ισπανό’ – τον ξέρετε – και τον Πελάο, τον ‘φαλακρό’, στην φυλακή της πολεμικής Ακαδημίας της Αεροπορίας, την A.G.A. είναι μια από τις προϋποθέσεις, που βάλαμε στον στρατηγό Σεμπάλλος, αρχηγό της S.I.F.A.[ της μυστικής υπηρεσίας του στρατού αέρος] και που εμπεριέχεται στο πνεύμα μιας υποτιθέμενης ‘διαπραγμάτευσης’ ανάμεσα σ’ αυτούς και σ’ εμάς : μας προτείνει την απελευθέρωση των φυλακισμένων, και αμνήστευση, έξω από τα σύνορα της χώρας – και σε αντάλλαγμα το οριστικό σταμάτημα του αγώνα του ΕΑΚ. ΕΊΝΑΙ ΜΆΛΛΟΝ ΠΕΡΙΤΤΌ ΝΑ Σας ΞΕΚΑΘΑΡΊΣΟΥΜΕ ΌΤΙ ΘΑ ΑΡΝΗΘΟΎΜΕ ΚΙ ΌΤΙ ΘΑ ΚΑΤΑΓΓΕΊΛΟΥΜΕ ΑΥΤΉΝ ΤΗΝ ΠΡΟΣΠΆΘΕΙΑ ΟΥΔΕΤΕΡΟΠΟΊΗΣΉΣ ΜΑΣ και διαίρεσης της αριστεράς. Πίσω απ’ τον Σεμπάλλος θα βρούμε σίγουρα τον στρατηγό Λέιθ – εφ όσον η έκταση της προσφοράς μας κάνει να πιστεύουμε ότι υπάρχει η συγκατάθεση της χούντας. Εν ολίγοις, θέλουμε να χρησιμοποιήσουμε αυτήν την ευκαιρία για να συναντήσουμε τα δύο μέλη του Πολιτικού Γραφείου, που είναι φυλακισμένοι. Αυτό είναι που σας ζητούμε να κάνετε. Ούτε που θα περάσει απ’ το μυαλό του Σεμπάλλος ότι σκεφτήκαμε εσάς.

…αλλά εσείς μας εμπνέετε την μεγαλύτερη εμπιστοσύνη, γι αυτή τη λεπτή υπόθεση. Δεν σας κρύβω ότι μπορεί να υπάρξει, στη συνέχεια, πιθανότητα εξορίας σας από την χώρα. Σας φιλώ. Μιγκέλ’.
Η απάντηση της Λαουρίτα στον Μιγκέλ : ‘ Σύμφωνοι, το μόνο που θέλω είναι να κάνω περισσότερα πράγματα. Είμαι ευτυχής που θα δουλέψω μαζί σου’.

Από την σελίδα 184 :

‘τα λόγια του Μιγκέλ αντηχούν στο δωμάτιο του νοσοκομείου στην Αβάνα, και η Λαουρίτα φέρνει κοντά-κοντά δύο ημερομηνίες, η απόστασή τους ενός χρόνου, σβήνεται για την Λαουρίτα εκείνη η μέρα, η 5η Οκτώβρη, μπερδεύεται, συμπλέκεται με τις 11 Σεπτέμβρη του 1973, τη μέρα του πραξικοπήματος. Τις δύο αυτές μέρες, τις κάνει ένα, κι απ’ την μια φτιάχνει δυο, από τη μια πάει στην άλλη, χωρίς ασυνέχεια, απροειδοποίητα. Βρίσκει περιττή κάθε διευκρίνηση, συνεχίζει, μια και μόνη αφήγηση.

Δεν πρέπει να παρέμβω. Εκείνη έχει τώρα τον λόγο.
Στις 9 Σεπτέμβρη του ‘73, δυο μέρες πριν το πραξικόπημα. Η Λαουρίτα αναλαμβάνει από μια εγχείρηση. Είναι η πρώτη της έξοδος. Πάει να συναντήσει τον Σαλβαδόρ Αλλιέντε, τον Τσίκο, όπως τον έλεγαν οι δικοί του, στο Τόμας Μόρο, την προεδρική κατοικία. Μετά το φαγητό κάνουν μια βόλτα στον κήπο.
Η Λαουρίτα σφίγγεται πάνω του, παίρνει το χέρι του, δάκρυα κυλούν στο πρόσωπό της. Ο Τσίκο την ρωτάει γιατί κλαίει. Του απαντάει ότι δεν ξέρει, ότι αισθάνεται μια καταθλιπτική αγωνία εδώ και λίγες μέρες. Ο Τσίκο, την σφίγγει πιο δυνατά πάνω του, σταματάει, την κοιτάζει στα μάτια, της λέει : ‘Κάναμε το καθήκον μας χωρίς να υποχωρήσουμε ούτε στιγμή. Έκανα ότι μου ήταν δυνατό. …Αν συμβεί και πεθάνω. …[σιωπή. Μετά :]. …έγινε, τι περισσότερο, δηλαδή, θα μπορούσα να κάνω ;’

Μια συνεδρίαση περιμένει τον Σαλβαδόρ Αλλιέντε. Η Λαουρίτα τον αφήνει, δεν θέλει να γυρίσει στο σπίτι της, θα πάει να επισκεφτεί την ανιψιά της. Αλλά μια ώρα αργότερα θα ξαναγυρίσει στο Τομάς Μόρο. Θέλει να ξαναδεί τον Σαλβαδόρ.
Ο Τσίκο είναι στο γραφείο του.
Έλα να σε πάω στο αεροδρόμιο.
Όχι, δεν θέλω. …η παραμικρότερη προσπάθεια με κουράζει, δεν αισθάνομαι καλά.
Τα δάκρυα κυλούν, χωρίς να μπορεί να τα καταπιεί.

Δεν έχει πολύ καιρό που πέθανε η Ινές, η μεγαλύτερη αδελφή του Αλλιέντε. Η Λαουρίτα, αρρώστησε κι εκείνη. Ενάμισι μήνα μακριά από τα πάντα, καμία επαφή με τα γεγονότα, απομακρυσμένη από την μάχη. Δεν ξέρει γιατί αυτή η καταθλιπτική αίσθηση, που απλώνει τα φτερά της πάνω από το Σαντιάγκο.
Ο Τσίκο : Τα πράγματα είναι πολύ άσχημα. …Η Χριστιανοδημοκρατία δεν θέλει να έρθουμε σε συμφωνία.

Θα της εξηγήσει τις διαφορετικές στάσεις των κομμάτων της αριστεράς απέναντι στην κρίση. Σωπαίνει για μια στιγμή, σκέφτεται, σίγουρα, και συνεχίζει : ‘Θέλω να σου πω κάτι, Λαουρίτα, όχι επειδή είσαι μάνα του Αντρές. Δεν έχω κανένα παράπονο απ’ το MIR. Όσες διαφωνίες είχαν μαζί μου, τις συζητούσαν, μου τις εξέθεταν ακόμη και εδώ. Πόσες φορές ήρθε ο Μιγκέλ σ’ αυτό το γραφείο ; Ποτέ δεν με χτύπησαν πισώπλατα, με προειδοποιούσαν όταν επρόκειτο να μου αντιπαρατεθούν δημόσια. Τους εκτιμώ πάρα πολύ’.
Και η Λαουρίτα θα ξαναφύγει. Αγκαλιάζει τον Τσίκο για τελευταία φορά.

Την Τρίτη 11 Σεπτέμβρη, η Λαουρίτα ξυπνάει πολύ νωρίς. Σκέφτεται να πάει πρώτα στη Βουλή και να περάσει μετά από την Μονέδα, να δει τον Αλλιέντε. Κατά τις οχτώ παρά τέταρτο της τηλεφωνεί ένας σύντροφος. Την ειδοποιεί ότι γίνονται κινήσεις στρατιωτικών μονάδων, ν’ ανοίξει το ραδιόφωνο. Είναι το πραξικόπημα. Το μόνο που σκέφτεται η Λαουρίτα είναι να πάει να βρει τον Τσίκο, τους μαχόμενους. Προσπαθεί να βάλει μπρος την 2CV. Αδύνατο. Ο γείτονας ανακαλύπτει ότι τα καλώδια του μοτέρ έχουν βγει απ’ τη θέση τους. Η Λαουρίτα σκέφτεται ότι θα πρέπει να είναι ο καραμπινιέρος που φύλαγε σκοπιά στο σπίτι της. Είχαν γίνει κιόλας πολλές απόπειρες της ακροδεξιάς στο σπίτι της. Την αυγή της 11ης, αυτός ο μπάτσος ολοκλήρωσε το χυδαίο του σαμποτάζ πριν πάει να πυκνώσει τις γραμμές των πραξικοπηματιών. Τέλος, η Λαουρίτα παίρνει τον δρόμο της, αυτόν που ακολουθεί την Κορδελλιέρα και τον ποταμό Ελ Μαπότσο. Οι μετακινήσεις των στρατιωτικών δυνάμεων την μπλοκάρουν πενήντα μέτρα μακριά απ’ την προεδρική κατοικία.

Η Λαουρίτα ξαναθυμάται εκείνη τη στιγμή τα λόγια του Τσίκο, την Κυριακή : ‘Αν συμβεί οτιδήποτε, μην έρθεις, σε παρακαλώ, στην Μονέδα’. Όταν η Λαουρίτα διαμαρτυρήθηκε, πρόσθεσε : ‘Αν δεν μπορείς να μείνεις σπίτι σου, πήγαινε στο σοσιαλιστικό κόμμα, εδώ δεν θα μπορέσεις να με βοηθήσεις, μόνο που θα με απασχολούσες’.
Τα άρματα βομβαρδίζουν την Μονέδα. Κατεβαίνει, αφήνει το αυτοκίνητο με ορθάνοιχτες τις πόρτες. Κάποιος στρατιώτης την απειλεί να την συλλάβει αν δεν πάρει το 2CV απ’ την μέση του δρόμου.

Η Λαουρίτα ξαναπιάνει το τιμόνι, αδύνατο να σταματήσει κάπου κοντά στο προεδρικό μέγαρο, κάτω απ’ το σφύριγμα των οβίδων, την μυρωδιά της σκόνης και τις εκρήξεις των βομβών. Κατευθύνεται προς τα βορινά γραφεία του σοσιαλιστικού κόμματος. Βρίσκει εκεί δύο χωρικούς έξω από την πόρτα, στο πεζοδρόμιο. Κανείς άλλος. Οι δυο άντρες περπάτησαν όλη τη νύχτα απ’ το χωριό τους, την Λάμπα, μέχρι το Σαντιάγκο. Ήρθαν μέχρι το κόμμα για να ειδοποιήσουν γι αυτά που είχαν δει εκεί πέρα, στην ύπαιθρο. Οι στρατιωτικοί είχαν καταλάβει την πυριτιδαποθήκη. Έχοντας φτάσει στην πρωτεύουσα στις έξι το πρωί, οι χωρικοί δεν βρήκαν κανέναν να του ανακοινώσουν το νέο. Και περίμεναν σιωπηλοί απ’ εκείνη την ώρα.

Η Λαουρίτα απογοητεύεται, ότι θα συναντήσει τους συντρόφους. Συνεχίζει να περιπλανιέται στους δρόμους. Προσπαθεί, τώρα, να βρει ένα τρόπο να διασχίσει το κέντρο, να πολεμήσει, κοντά στους pobladores. Ανεβαίνει ξανά προς τα πάνω, ξανακατεβαίνει, αλλά δεν μπορεί να περάσει την αρτηρία προς τα νότια, την λεωφόρο, οι δρόμοι ερημώνουν και μετά πλημμυρίζουν από στρατιωτικές μονάδες. Σε κάποια διασταύρωση βλέπει ένα νεαρό ζευγάρι, τους κάνει νόημα ν’ ανέβουν. Η γυναίκα της λέει ότι ο Πρόεδρος παραδόθηκε. Η Λαουρίτα της απαντάει, με σταθερή φωνή : ‘Ο πρόεδρος Αλλιέντε δεν θα παραδοθεί ποτέ’. ποτέ δεν έμαθαν ποια ήταν εκείνη η γυναίκα που αλώνιζε το Σαντιάγο, μόνη της, μέσα στο 2CV της.

Γύρο με τον γύρο, τα καταφέρνει να πλησιάσει το μέγαρο Τομάς Μόρο. Οι γλώσσες της φωτιάς φτάνουν μέχρι τον ουρανό. Ο βομβαρδισμός έκανε την δουλειά του.
Λαουρίτα : Αφήστε με να περάσω, είμαι η αδελφή του Προέδρου.
Ένας στρατιωτικός : Απαγορεύεται η είσοδος.
Ένας άλλος στρατιωτικός μουρμουρίζει : φύγετε, κυρία μου, δεν υπάρχει πια κανένας μέσα. θα σας πιάσουν άδικα, ούτε η γυναίκα του Προέδρου δεν είναι πια εκεί.
Ένας περαστικός : Λεηλάτησαν τα πάντα. …η πυρκαγιά προχωράει. Θα ήμουν ευτυχής, αν θέλατε να έρθετε σπίτι μου.

Εκεί, στο σπίτι ενός αγνώστου, μαθαίνει ότι ο Σαλβαδόρ Αλλιέντε σκοτώθηκε στη μάχη της Μονέδα. Η Λαουρίτα δεν κλαίει.
Κατά τις τρεις το απόγευμα, ακούει μια στρατιωτική ανακοίνωση : ‘Η Λαουρίτα Αλλιέντε οφείλει να παρουσιαστεί αμέσως στο Υπουργείο Αμύνης’. Αρνείται. Δεν θα πάει να παραδοθεί μόνη της.
Την επόμενη, ανεβαίνει τις σκάλες του Στρατιωτικού Νοσοκομείου. Την ειδοποίησαν ότι εκεί είναι το σώμα του Σαλβατόρ Αλλιέντε, ότι ένα ελικόπτερο θα το πάει στο νεκροταφείο Σάντα Ινές, στη Βίνια ντελ Μάρ. Αλλά μια ομάδα αξιωματικών, την εμποδίζει να μπει, πρέπει να τους δείξει την άδεια του Υπουργείου Αμύνης. Ε λοιπόν, ναι, θα πάει πρώτα εκεί πέρα. Διασχίζει το Σαντιάγκο, οι δρόμοι, στο κέντρο είναι έρημοι – τα ίχνη των μαχών, οι εκρήξεις των οβίδων στα κτίρια, το αίμα που ξερένεται στα πεζοδρόμια, οι γκρίζες στολές και τα κράνη, τα κρύα πολυβόλα στον κρόταφο, σε κάθε γωνία. Και, ακόμα, οι αντάρτες που έχουν καταφύγει στα τελευταία πατώματα του υπουργείου Δημοσίων Έργων και του Ταμιευτηρίου. Οι σφαίρες σφυρίζουν, σκόρπιες, στην αρχή, ύστερα κατά ριπές. Η Λαουρίτα συγκλονίζεται μ’ αυτούς, που αντιστέκονται ακλόνητοι. Ξέρουν ότι μπροστά τους, βρίσκεται ο θάνατος, κι όμως συνεχίζουν τη μάχη, το πρωί της 12ης Σεπτέμβρη.

Στρατιωτικό αεροδρόμιο. Το φέρετρο του Σαλβαδόρ Αλλιέντε. Η Λαουρίτα συναντάει την Τένσα, τη γυναίκα του Προέδρου – υπάρχει επίσης και η μονάδα εδάφους της στρατιωτικής αεροπορίας. Την αγκαλιάζει, τα μάτια υγραίνονται : ‘Λαουρίτα, ο Πρόεδρος ήταν εξαιρετικός άνθρωπος. …το κουράγιο του δεν ήξερε όρια’. η Τένσα ζητάει από έναν αξιωματικό ν’ ανοίξει το σκέπασμα του φέρετρου, ήθελε να δει τον Σαλβατόρ, το πρόσωπό του, για μια μόνο στιγμή. Απαγορεύεται.

Το κοιμητήριο της Βίνια ντελ Μάρ. Οι τέσσερις της οικογένειας και πολλοί ναυτικοί. Η Λαουρίτα κόβει ένα κίτρινο λουλουδάκι, ένα χρυσάνθεμο, ανάμεσα από τα χόρτα που τριγυρίζουν τον τάφο. Το αποθέτει πάνω στο φέρετρο. Το λουλούδι πέφτει στο βάθος του τάφου. Οι στρατιώτες χασκογελούν. Η Λαουρίτα ξεσπάει : ‘Θα έπρεπε να ντρέπεστε. …να ντρέπεστε που θάβετε έτσι τον Πρόεδρο της Χιλής’. Μετά από μια μικρή σιγή, ξαναλέει αργά : ‘Δεν έχει σημασία αυτό. …ότι και να κάνετε, ο λαός της Χιλής δεν τον ξέχασε, ούτε θα τον ξεχάσει’.

Δεν πρόλαβε να τελειώσει τα λόγια της και ο νεκροθάφτης πηδάει στην τρύπα, μαζεύει το λουλούδι και το ξανακουμπάει πάνω στο φέρετρο. Κανείς δεν κινήθηκε.
Μόλις γυρνούν στο Σαντιάγκο, η Τένσα πάει κατευθείαν στην πρεσβεία του Μεξικού, να δει τις κόρες της. Η Λαουρίτα της λέει το τελευταίο αντίο, την despendida : ‘Τένσα, πρέπει να φύγεις από την χώρα, να πας να καταγγείλεις σ’ όλον τον κόσμο αυτά που έγιναν στην Χιλή. Εγώ θα μείνω, αυτό είναι το καθήκον μου, έχω αναλάβει μια υποχρέωση απέναντι στους pobladores που με ψήφισαν βουλευτίνα. Η κάθε μια πρέπει να πάρει τον δρόμο της’.

Λίγες μέρες αργότερα της επιβάλλεται ‘κατ’ οίκον περιορισμός’. Εκείνη όμως κυκλοφορεί στους δρόμους. Κρυμμένη στα μαύρα. ‘Όσο θα βρίσκεστε εσείς στην εξουσία’, απαντάει στον στρατηγό Αρρελάνο Στάρκ, που την ρωτάει, ‘θα φορώ το πένθος της χώρας μου’.
Ανώνυμα χέρια, μες στα σκοτάδια κινηματογραφικών αιθουσών, στις ουρές μπροστά στις πόρτες των φυλακών, στις στάσεις των λεωφορείων, της σφίγγουν το χέρι και της ψιθυρίζουν : ‘Είμαστε εδώ, ο Πρόεδρος δεν σκοτώθηκε άδικα, θα τους νικήσουμε. …’ Η Λαουρίτα μετράει κάθε μέρα τη δύναμη που δίνει η παρουσία της στο Σαντιάγκο.

Οι στρατιωτικοί δεν ξέρουν τι να κάνουν μ’ αυτή τη γυναίκα. Μερικές φορές την πιάνουν. Ο Κοντρέρας την ανακρίνει αυτοπροσώπως, προσπαθεί να της πάρει με κάθε τρόπο πληροφορίες, για τον υιό της, τον Αντρές, το MIR. Δεν ξέρει τίποτα. Την απειλεί για το ότι κυκλοφορεί στην πόλη. Έχει πολλά να κάνει, δεν θα μείνει κλεισμένη στο σπίτι της. Δεν το ‘κανε ποτέ, γιατί να το κάνει τώρα ;

Ένας αστυνόμος της ψιθυρίζει στο αυτί : ‘Πόσο θάρρος είχε ο Πρόεδρος, Λαουρίτα’. Του απαντάει : ‘Έδρασε πάντα με θάρρος, για σας αγωνίστηκε, ενάντια στους πλούσιους και τ’ αφεντικά’.
Ένα χρόνο αργότερα, στα τέλη του Οκτώβρη του ‘74, η Λαουρίτα πιάστηκε από την DINA. ΉΤΑΝ Η ΜΆΝΑ ΤΟΥ ΑΝΘΡΏΠΟΥ, ΓΙΑ ΤΟΝ ΟΠΟΊΟ ΣΤΉΘΗΚΕ ΤΟ ΑΓΡΙΌΤΕΡΟ ΑΝΘΡΩΠΟΚΥΝΗΓΗΤΌ. ΉΘΕΛΑΝ ΝΑ ΤΟΥΣ ΔΏΣΕΙ ΚΆΠΟΙΑ ΠΛΗΡΟΦΟΡΊΑ ΓΙΑ ΤΟΝ ΑΝΤΡΈΣ ΚΑΙ ΤΗΝ ΜΑΙΡΥ-ΑΝ, όφειλε να πληρώσει και γι αυτό το λάθος και για άλλα. Θα την κακοποιήσουν, θα την απομονώσουν για μήνες ολόκληρους. Έμεινε αλύγιστη. Ακόμα και στην τραχεία ερημιά του στρατοπέδου συγκέντρωσης του Τρές Αλάμος, η Λάουρα Αλλιέντε στέκεται όρθια. Κανείς δεν μπορεί να την νικήσει.

Από σελίδα 193 :

Στις αρχές του φθινοπώρου το μήνυμα που περιμέναμε από πολλούς μήνες έφτασε. Μαζί με τις οδηγίες του Μανουέλ. Η συνάντηση επιτέλους θα γίνει.
Θα συναντήσει επιτέλους τον Αντρές. Είναι ζήτημα ζωής και θανάτου τώρα πια, και για κείνον και για τους άλλους. Είναι υποχρεωμένη να κάνει τον μηχανισμό να ξαναδουλέψει. Πρέπει να δικαιώσει την εμπιστοσύνη τους. Είναι υποχρεωμένη να συλλάβει κάθε απόχρωση. Ο κίνδυνος κρύβεται στις λέξεις που περιγράφουν την δράση. Να ξαναπάρουν τις θέσεις τους της μάχης οι σύντροφοι στη Χιλή – γι αυτό πρόκειται, και είναι ήδη πάρα πολύ.

Από σελίδα 209 :

Αρχίζω πάλι να συλλογιέμαι την τελευταία μου έμμονη ιδέα, χρησιμοποιώ ένα ύφος που επιζητά να είναι πειστικό, τι σκέφτεσαι κι εσύ ; Γιατί δεν μιλούμε ποτέ για την ζωή των επαναστατών ; Η μπουρζουαζία στέκεται πάντα στο θάνατο των μαχητών. Μερικές φορές πέφτουμε κι εμείς στην παγίδα, ιεράρχηση των θανάτων, οι ήρωες, οι κοινοί άνθρωποι, και οι αθάνατοι, αυτοί που πληθαίνουν το Πάνθεον. Οι καλοί και οι κακοί – μια γυναίκα που αυτοκτονεί, για παράδειγμα, μας ενοχλεί, δεν ξέρουμε που θα την τοποθετήσουμε, πως να την τιμήσουμε, την βγάζουμε λοιπόν ταχυδακτυλουργικά απ’ την μέση ή την αρνούμαστε, αλλά ο θάνατός της είναι μια πολιτική πράξη στην εξορία, μια τελευταία κραυγή εξέγερσης ενάντια στην απουσία του πολιτικού, μια τελευταία αγωνιστική φλόγα και ίσως-ίσως, η έσχατη απελπισία όπου οδηγεί αυτή η λατρεία του θανάτου. Δεν συμφωνώ να αυτοκτονούν οι άνθρωποι, η ζωή είναι που ενδιαφέρει. Θυμήσου την εμπειρία μας στην Αντίσταση : το να καταφέρεις να επιβιώσεις στην παρανομία, είναι ακριβώς να καταφέρνεις να ζεις.

Κάνουμε σαν να μη ξέρουμε ότι ο θάνατος είναι μια άμεση πραγματικότητα, επιλέγουμε τη ζωή, ακόμα κι αν το κάνουμε για να φτάσουμε στον θάνατο. Αυτό τ’ αλλάζει όλα. Η ευτυχία. …εμείς την είδαμε, την γνωρίσαμε, ήταν εκεί, μέσα στα κρησφύγετα και τις κρύπτες, δίπλα στις γυναίκες, τους άντρες, και τα παιδιά, σε κάθε χώρο, όπου υπήρχε ζωντανή αντίδραση. Περιττό να το κρύβουμε, μόνο η σύζευξη κάποιου με τον αγώνα φέρνει την ευτυχία, ακόμα κι αν αυτά δεν κρατήσουν περισσότερο απ’ όσο κρατήσει ένας στεναγμός.
Σιγά-σιγά φτάνεις να κάνεις μια ζωή κανονική, κοινή, με μερικές απαγορεύσεις. Δεν μπορείς να πας σινεμά, εκδρομή στη θάλασσα, βόλτες στον ζωολογικό κήπο, αλλά είναι μέρες με τον ίδιο ρυθμό, όπως όλου του κόσμου. Τα όπλα ;. …μα ζούμε μαζί τους στο σπίτι, γίνονται κομμάτι μας, προέκταση του χεριού μας. Χάνουν κάθε μυστήριο, ξαναπαίρνουν τις πραγματικές τους διαστάσεις, εντάσσονται στο καθημερινό σκηνικό. Τώρα ξέρω ότι ένα όπλο δεν χρησιμεύει σε τίποτα άλλο παρά για να το χρησιμοποιείς όταν αγωνίζεσαι. Συνηθίζεις τον ρυθμό της γειτονιάς, μέσα στην πείνα και τα πηγαινέλα των στρατιωτικών. Τίποτα το παράξενο, κι όμως αυτός ήταν ο μόνος τρόπος να αντέξεις επί πολύ. Και ν’ αντιστέκεσαι.

Ο Αντρές με ακούει, χαμογελάει με το πάθος μου, απορρίπτει μερικές λέξεις, επικροτεί άλλες, σκέφτεται σιωπηλός, καθησυχάζει την ανυπομονησία μου, ακολουθεί τις δικές του σκέψεις, μου μιλάει – ήρεμα : μας κατηγορούν για βολονταρισμό, που τον θεωρούν αυτοκτονία για το MIR, γι αυτήν την απόφασή μας να μείνουμε στην χώρα στα χρόνια της τρομοκρατίας, του άγριου κυνηγητού που έχει εξαπολύσει πάνω μας η δικτατορία. Αλλά το αύριο εγγράφεται ήδη στο χθες, δεν υπάρχει το ένα χωρίς το άλλο. Κανείς δεν σκέφτηκε να ζητήσει απ’ τον χιλιανό λαό να καταφύγει στις πρεσβείες, ούτε να φύγει μαζικά στο εξωτερικό αφήνοντας έρημα τα εργοστάσια και την ύπαιθρο. Ο Τσέ, ο Μιγκέλ, ο Σαντούτσο, κι όλοι οι άλλοι, γίνονται ζωντανή ιστορία στις μαύρες και κόκκινες σημαίες των Σαντινίστας, παράδειγμα και πάνω απ’ όλα, ενέργεια για το λαϊκό και δημοκρατικό κίνημα της Λατινικής Αμερικής. ‘Αφού μπορούμε, θα μείνουμε – εδώ υπάρχουν οι ανάγκες’, έλεγε ο Μιγκέλ : ‘για να αποφύγουμε τη διάλυση, να οργανώσουμε την υποχώρηση, να οργανώσουμε τον αντιστασιακό αγώνα, να εμποδίσουμε την οριστική σταθεροποίηση της δικτατορίας. Για να απαντήσουμε στο πραξικόπημα, στην στρατιωτική βία, στην ήττα, φτιάχνοντας χαρακώματα, υποχωρώντας μαχόμενοι. Αν ηττηθήκαμε για μια στιγμή, να σκορπιστούμε με τάξη, να ξαναγυρίσουμε απ’ τον ίδιο δρόμο, να υποχωρήσουμε, χωρίς να σταματήσουμε ούτε μια στιγμή την εξέγερση, αγωνιζόμενοι πάντα’, έλεγε στα γράμματά του, που έγραφε σε τσιγαρόχαρτα : ‘η έκταση της ήττας θα εξαρτηθεί από το πως αντιδρά και θα συμπεριφέρεται η αγωνιστική μας θέληση, απ’ το αν θαφτεί, θα ενδώσει, θα γίνει απαισιοδοξία – απ’ το αν θα υποχωρήσει, θα εξασθενήσει και θ’ αφεθεί να νικηθεί. Αν κρατήσει, αν ξεδιπλώσει την πρωτοβουλία και την πανουργία της, τότε θ’ αντέξει, θα διατηρηθεί ακέραια, ζωντανή, και θα εξαπλωθεί’. Είχε δίκιο ο Μιγκέλ : ακόμα και στις χειρότερες στιγμές, προσπαθήσαμε να δείξουμε ότι υπήρχαν κι άλλοι στην Χιλή, εκτός απ’ τους στρατιωτικούς και τ’ αφεντικά – ζωογονήσαμε μια υπόγεια, σιωπηλή αντίσταση. Οι παράνομοι ήταν αυτοί που εξασφάλιζαν την επιβίωση του αγώνα, τώρα αυτή η προσπάθεια αποδίδει καρπούς. Η δράση είχε μια συγκεκριμένη έννοια………

Η ζωή στο Σαντιάγκο είναι αλλιώτικη, πολλά πράγματα έχουν αλλάξει απ’ τη χρονιά 74-75. δεν βλέπεις πια εκείνα τα φοβισμένα, ταπεινωμένα βλέμματα, εκείνη στη σκιασμένη ντροπή που ανάγκαζε τους ανθρώπους να χαμηλώνουν τα μάτια μπροστά στους περαστικούς. Ο φόβος λιγόστεψε, μια απεργία πείνας ξεσπάει σε μια γειτονιά, ξεκινούν κι άλλες, τα συνδικάτα αναδιοργανώνονται, ‘η εργασία σε αργό ρυθμό’ εξαπλώνεται απ’ τα χαλκορυχεία στη σιδηρουργία, το εργοστάσιο ηλεκτρισμού του Κομπίνο παραλύει μετά από ένα σαμποτάζ, σ’ ένα τοπικό γραφείο της DINA γίνεται μια έκρηξη βόμβας και σκοτώνει ένα βασανιστή, η μαχητική ομάδα Manuel Rondriguez μοιράζει ένα φορτίο γάλα Νεστλέ σε μια φτωχογειτονιά, επιτροπές αντίστασης διακινούν την παράνομη προπαγάνδα, ένα βράδυ, μια διαδήλωση σπουδαστών σπάζει την σιωπή. Επιτέλους αναλαμπές, παντού από λίγο, οι άνθρωποι εκφράζουν τα αιτήματά τους, οργανώνονται ,μάχονται. Η κατάσταση αναταράζεται, μισανοίγουν πάλι οι πόρτες, αρχίζει η επίθεση – αλλά η παράνομη δουλειά παραμένει δύσκολη.

Είναι πάλι η ώρα της επιστροφής – αλλά οι περισσότεροι γυρνούν να στήσουν κάποια αντίσταση εκεί όπου δεν υπάρχει τίποτα. Δεν έχουν να τους προσφέρουν ούτε κρυψώνες, ούτε δίκτυα, ο καθένας ψάχνει τον τρόπο να επιβιώσει, τα εργαλεία της δουλειάς του. Η οικονομική στήριξη από το εξωτερικό είναι ανεπαρκής, χρειάζεται να ληστέψεις, καθένας εξασφαλίζει τα της ζωής του. Πηγαίνουν στην χώρα τους, σαν οικοδόμοι, και ξέρω ότι καταλαβαίνεις τις συνέπειες αυτού του γεγονότος. Είδαμε, τελικά, ότι υπάρχουν και ζωντανοί ήρωες, ότι, πρώτα απ’ όλα, χρειαζόμαστε μαχητές – εφ’ όρου ζωής.

  • Και για να έχουμε μια ολοκληρωμένη εικόνα, σας παραθέτω ένα μικρό κείμενο του ΕΝΤΟΥΆΡΝΤΟ ΓΚΑΛΕΆΝΟ. Από την ΟΥΡΟΥΓΟΥΆΗ, φιγουράρει ανάμεσα στους πιο γνωστούς σύγχρονους λατινοαμερικάνους συγγραφείς. Κατά καιρούς έχει υπάρξει δημοσιογράφος και ποιητής, αφηγητής και ιστορικός. Εδώ μας υπενθυμίζει ότι μια μικρή ιστορία έχει να πει μερικές φορές τόσα όσα μια μεγάλη ανάλυση. Το κείμενο αυτό, ΦΩΝΉ ΤΟΥ ΚΑΙΡΟΎ, ΕΊΝΑΙ ΑΠΌΣΠΑΣΜΑ ΑΠΌ ΤΟ ΤΕΛΕΥΤΑΊΟ ΤΟΥ ΈΡΓΟ ΚΑΙ ΜΕΤΑΦΡΆΣΤΗΚΕ ΣΤΑ Γαλλικά. Το πήραμε από το μπλόγκ JAQUOU VS L’ UTOPIE.
    MONTREAL 2011
    Μετάφραση από την LE MONDE DIPLOMATIQUE.
    Δεκέμβρης 2011.

ΚΑΤΑΣΚΕΥΈΣ.
Ήμασταν στο 1964 και η Λερναία Ύδρα του διεθνούς κομμουνισμού είχε ανοίξει διάπλατα τα επτά στόματα της για να καταβροχθίσει τη Χιλή.
Η κοινή γνώμη βομβαρδίζονταν από εικόνες φλεγομένων εκκλησιών, στρατοπέδων συγκέντρωσης, ρωσικών αρμάτων, ενός τείχους του Βερολίνου στη μέση του Σαντιάγο και γενειοφόρων ανταρτών που έκλεβαν τα παιδιά.
Έγιναν εκλογές.
Ο φόβος θριάμβευσε και ο Σαλβαδόρ Αλλιέντε νικήθηκε. Κατά τη διάρκεια αυτών των θλιβερών στιγμών, τον ρώτησα τι τον είχε πληγώσει.

Ο Αλλιέντε μου διηγήθηκε αυτό που συνέβη ακριβώς δίπλα, σε ένα σπίτι της γειτονιάς Προβιντέντσια. Μια γυναίκα που κοψομεσιάζονταν για να δουλεύει μαγείρισσα, να κάνει τις δουλειές του σπιτιού και να είναι και τροφός με αντάλλαγμα έναν ισχνό μισθό έβαλε όλα της τα ρούχα σε μια πλαστική σακούλα και τα έθαψε στον κήπο των αφεντικών της ώστε οι εχθροί της ατομικής ιδιοκτησίας να μην τα καταστρέψουν.

Κάντο Χενεράλ, Πάμπλο Νερούδα, Μίκης Θεοδωράκης.

Εν κατακλείδι λοιπόν. Παντού και πάντα ίδια τα αφεντικά. Φτιασιδώνουν τα καθεστώτα ανάλογα με τα συμφέροντα, τις συγκυρίες και τις αντιστάσεις των λαών. Σκληρά- σκληρότερα ή σκληρότατα. Πάντα για τον ένα και μοναδικό σκοπό, την απρόσκοπη συσσώρευση των κεφαλαίων και της εξουσίας στα ίδια, λιγοστά χέρια.
Την διαιώνιση του είδους των.
Μέχρι να τους μπλοκάρει και εξαφανίσει ο λαϊκός αγώνας, η εξέγερση και η επανάσταση.
Αμήν.

http://www.archivochile.com/Miguel_Enriquez/Doc_sobre_miguel/MEsobre0027.pdf

http://www.lahaine.org/internacional/historia/ultimodiaEnriquez.htm

The Song Remains the Same, Led Zeppelin.

  • Συζητάω με την κόρη μου για κινηματογράφο και της λέω για το πόσο μου άρεσε η ταινία ‘ο Δρόμος της Επανάστασης’, με τον Ντι Κάπριο και την Κέιτ Γουίνσλετ που ξαναείδα προχθές.
    Μου μίλησε για τον ‘Βασιλιά’ που παίζεται αυτές τις μέρες στον ‘Ζέφυρο’, την έψαξε και μου την έστειλε διαδικτυακά.
    Θα την δούμε σήμερα το βράδυ.

Πριν χωρίσουμε της ανέφερα πως
μιας και δεν μπορούμε να κάνουμε την κοινωνική επανάσταση αυτή τη στιγμή ας κάνουμε την προσωπική μας
που σημαίνει πως
έχουμε ιερή υποχρέωση, πάνω απ’ όλα,
ν’ αντέξουμε,
ψυχικά και σωματικά.
Να επιμείνουμε να υπάρχουμε
να μην παραδοθούμε.
Να τινάξουμε από πάνω μας τον αδηφάγο ατομικισμό.

Ν’ ανοιχτούμε στον σύντροφο
με μία τεράστια αγκαλιά,
στον διπλανό, στον κοντινό,
και στον ξένο ακόμη.
Με μπούσουλα την αγάπη, την αδελφοσύνη και την αλληλεγγύη
να προχωρήσουμε
μπροστά.
Ο καπιταλισμός έσβησε.
Δεν έχει πλέον να προσφέρει τίποτα στην ανάπτυξη του ανθρώπου και της κοινωνίας.
Η έχθρα και το μίσος ανάμεσα στους ανθρώπους και τις παρέες, επίσης,

η κηδεία του Πρόσπερο Γκαλλινάρι

DSC02244Είμαστε κοινωνία ανθρώπων
και όχι αγέλη άγριων ζώων που σκοτώνονται για το ποιο θα επικρατήσει.
Ας περιμένουμε λοιπόν με εμπιστοσύνη την μέρα εκείνη που η ιστορία θα μας ζητήσει
και θα μας δώσει την ευκαιρία
να κατασπαράξουμε το τέρας που λέγεται καπιταλισμός και τρώει αχόρταγο και ασταμάτητα τα παιδιά του.

Ευχαριστώ.

In the court of the crimson King, King Crimson.

η διεθνής στην κηδεία του Πρόσπερο

συνεχίζεται

τα βιβλία του μιχάλη, i libri di michele

Π. εκενώστε τους δρόμους από τα όνειρα – 15

ΣΥΜΠΛΗΡΩΜΑΤΙΚΆ :

Γράφω αυτά τα λόγια διανύοντας τις τελευταίες μέρες του Μάρτη ‘13, κρύες μέρες, σκέτη πλήξη. Μπαίνοντας Απρίλης περιμένουμε και την απόφαση του στρατοδικείου στη δίκη του ΕΑ. Εάν μου είχε ζητηθεί, εάν είχα σκεφτεί να καταθέσω μάρτυρας υπεράσπισης των αγωνιστών, ιδιαίτερα του Κώστα Γουρνά που τόσο εντύπωση μου έκανε η τοποθέτησή του, να τι θα έλεγα στους δικαστές :

  • ‘Υπάρχουν δύο ειδών άνθρωποι, χοντρικά. Άνθρωποι σκληρόπετσοι και άνθρωποι ευαίσθητοι. Αυτοί οι τελευταίοι ψάχνονται πολύ, έχουν τις κεραίες ορθές, και για κάποιον ανεξήγητο λόγο σκαλίζουν συνήθως έξω από τα γνωστά κανάλια.

Η πραγματικότητα που τους περιτριγυρίζει τις περισσότερες φορές τους αφήνει αδιάφορους, πολλάκις τους πνίγει μπορώ να πω, επιθυμούν διακαώς να την προσπεράσουν.

Να την αλλάξουν, να την ομορφύνουν.

Είναι αυτή που δημιούργησαν οι προαναφερθέντες σκληρόπετσοι, αυτή που υφίσταται χάρη στην ανοχή των υπολοίπων.

Είναι πολλοί οι σκληρόκαρδοι, γίνονται περισσότεροι όμως χάριν της προπαγάνδας.

Από τα παλιά χρόνια οι κρατούντες έχουν στη διάθεσή τους μέσα πολλά για να διαχέουν τις απόψεις τους, τελευταία μάλιστα τους δόθηκε ένα πανίσχυρο που εκτός από τον λόγο περιλαμβάνει και εικόνα.

Εικόνα που εισβάλλει ακάθεκτη σε κάθε σπίτι, σε όλες τις γωνιές του πλανήτη, κυριεύει τα μυαλά και τα επηρεάζει.

Κάποιοι αντιστέκονται, οι περισσότεροι όχι.

Έτσι έγινε και μ’ εμάς, με πολλούς της γενιάς μου.

Από τη μια βλέπαμε αστροναύτες να πατούν στο φεγγάρι και από την άλλη ένα πανέμορφο παλικάρι αιχμαλωτισμένο ν’ αφήνει την τελευταία του πνοή, δολοφονημένο από κοντοκουρεμένους στρατιώτες.

Από την μία πανίσχυρους στρατοκράτες να μαλώνουν διαμοιράζοντας την παγκόσμια λεία τους και από την άλλη τους άντρες του λαϊκού απελευθερωτικού στρατού με το αστέρι στη στολή τους να ταπεινώνουν τη τρίτη κατά σειρά αυτοκρατορία.

Έναν πρόεδρο να πέφτει με το πολυβόλο στο χέρι αντιμετωπίζοντας τους σύγχρονους ναζί που σταματούν βίαια ένα πανέμορφο κοινωνικό πείραμα.

Λαοί και αγωνιστές να βασανίζονται βάναυσα όταν και εκεί που παλεύουν να βγάλουν αληθινά τα όνειρα και τα ιδανικά τους.

Όλα αυτά στο όνομα του νόμου και της τάξης.

Όλα αυτά στο βωμό του κέρδους, του πλουτισμού, του διαχωρισμού.

Άνθρωποι εναντίον αγορών.

Άνθρωποι εναντίον εμπορεύματος.

‘Ανάπτυξη’ ενάντια στην ελευθερία.

Άνθρωποι ενάντια σε ανθρώπους

Σκλαβιά ενάντια στην αυτονομία.

Εδώ στα μέρη αυτά, μας φλομώνουν με βασιλιάδες και συνταγματάρχες, κομματάρχες και στρατηγούς.

Μας ζαλίζουν τον έρωτα με καραβανάδες ενάντια σε εκτοπισμένους.

Μαθαίνουμε ότι όλοι αυτοί οι καραβανάδες είναι απόγονοι, αδέλφια και ξαδέλφια άλλων τέτοιων ένστολων καθαρμάτων, συνεργατών των ναζί που αφάνισαν την χώρα κάποια χρόνια νωρίτερα. Αυτών που αιματοκύλισαν τον πλανήτη ολάκερο και την δική μας πατρίδα.

Πάλι για να βάλουν στο χέρι τον πλούτο, να ελέγχουν και τα περάσματα.

Όλα για την μαρμίτα, ο άνθρωπος ανύπαρκτος.

Γέμισαν φυλακές και ξερονήσια οι απόγονοι των δημίων με ψυχές.

Φάτσες ξεπλυμένες ενάντια στην ομορφιά και την ευαισθησία.

Στον κόσμο παντού οι νέοι τραγουδούν την ελευθερία και την ανατροπή, εξεγείρονται.

DSC02240

Εξυμνούν τους αντάρτες. Τους μαχητές με τ’ αστέρια στους μπερέδες.

οι ερυθρές Ταξιαρχίες, le Brigate rosse 3

Ελευθερία από την απληστία.

Ελευθερία από τον διαχωρισμό.

Για την αδελφοσύνη και την ισότητα.

Αυτόνομα από τις παλιατζούρες.

Μας αρέσει λοιπόν.

Ερωτευόμαστε τον αγώνα.

Ερωτευόμαστε την αλληλεγγύη και το μοίρασμα.

Ερωτευόμαστε την ομορφιά.

Ερωτευόμαστε τον έρωτα.

Αυτοί είναι και άσχημοι και καταστροφείς.

Είναι και ανέραστοι πανάθεμα με.

Κυνηγούμε το καινούριο.

Ερωτευμένοι με τον φόβο, πουλάνε φόβο, πλασάρουν φόβο.

Σπέρνουν τον φόβο.

Ευνουχισμένοι.

Οι απογοητευμένοι σπέρνουν απογοήτευση.

Φτιάχνουν πατρίδες με το ζόρι.

Διώχνουν ανθρώπους απ’ τα σπίτια τους.

Διχοτομούν λαούς.

Οπαδοί της καταπίεσης, όλα με το ζόρι.

Οργανώνουν πραξικοπήματα, μαντρώνουν χιλιάδες. Σε στάδια, σε γήπεδα, σε φυλακές, σε στρατόπεδα.

Πάντα ο Γολιάθ ενάντια στον Δαυίδ.

Ρίχνουν φωτιά σε δάση και βουνά.

Καταστρέφουν τον πλανήτη. Τον μπουκώνουν χημικά.

Βασανίζουν χιλιάδες. Δολοφονούν χιλιάδες.

Γίνονται σύμβολα παγκόσμια κάποιοι νεαροί με μακριά μαλλιά και μαντίλια στο λαιμό.

Νεολαίοι υμνούν την αντίσταση, τραγουδούν την εξέγερση και την επανάσταση.

Οι αστυνομίες τους κυνηγούν. Σπάζουν κεφάλια, δολοφονούν.

Πληρώνονται να κυνηγούν το λαό.

Πάντα τις λαϊκές μάζες.

Ποτέ τους ευκατάστατους. Ούτως ή άλλως αυτοί δεν διαμαρτύρονται ποτέ, γιατί να το κάνουν!

Ένα μεγάλο γιατί μας στοιχειώνει.

Ρωτάμε, συζητάμε, σκεφτόμαστε, καταλαβαίνουμε.

Αποφασίζουμε.

Hasta la victoria siempre!

Μέχρι την τελική νίκη!

 

Γκεβάρα

Θα παλέψουμε μέχρι την τελική νίκη.

Με όλα μας τα όπλα.

Στο λόγο τους θα αντιτάξουμε τον δικό μας, στα όπλα τους τα δικά μας, στη βία τους την δική μας.

Πολυχρωμία ενάντια στον γύψο.

Καταστρέφουν, ρυπαίνουν, βρωμίζουν τον πλανήτη.

Μόνη τους έγνοια να βάλουν χέρι στους φυσικούς πόρους.

Θυσιάζουν τον άνθρωπο. Διαβάλουν τον άνθρωπο.

Βιάζουν τη φύση.

Μετρώντας παρά.

Διαμοιράζουν τα ιμάτια.

Όλα για τα ιμάτια.

Ο άνθρωπος εξαφανισμένος.

Και ονόμασαν τους αγωνιστές αλήτες.

Παίζουν με τα νοήματα, βιάζουν τα νοήματα. Διαβάλουν τα νοήματα.

Οι τρομοκράτες αποκαλούν έτσι τους αγωνιστές.

Την ανομία ονόμασαν νόμο και την παρανομία νομιμότητα.

Εμείς λοιπόν με αυτή τη νομιμότητα χωρίζουμε.

Την εξαφανίζουμε από το λεξιλόγιό μας γιατί

‘συλλογιέται καλά αυτός που συλλογιέται λεύτερος’.

Ο ελεύθερος.

Αυτοί όλοι δούλοι του μεγάλου τους πάθους. Του χρηματισμού και της εξουσίας.

Λυπούμαστε, δεν θα πάρουμε.

Λυπάμαι, εμείς είμαστε από άλλο ανέκδοτο.

Εσείς τον ονομάζεται ουτοπία αυτόν τον πλανήτη.

Εμείς λέμε ‘κάλλιο αργά παρά ποτέ’.

‘σώπα, όπου να ναι θα σημάνουν οι καμπάνες’ τραγουδά ο ποιητής.

Κάποιοι από εμάς, τα παιδιά μας ίσως, θα είναι εκεί όταν σημάνουν.

Πάλι ο ποιητής γράφει πως ‘σημασία έχει το ταξίδι’, κάποιοι από εμάς θα το γευτούν το τέρμα που δεν τελειώνει.

Νιώθουν γεμάτοι επειδή αγωνίζονται. Δεν σέρνονται σαν τα σκουλήκια.

Καλοί και οι σκώληκες, περήφανα τα λιοντάρια, πανέμορφη η πτήση του αετού.

Λάμπουν τα μάτια του γερακιού, ακονίζει τα νύχια του στην πέτρα.

Λαδώνει το όπλο του ο αντάρτης.

Βαπτίσατε κατάσκοπο καθάρματα τον Μπελογιάννη. Για να τον εκτελέσετε, και τον Πλουμπίδη!

Βαπτίσατε ταραχοποιό τον Αλλιέντε.

Δεν είναι ταραχοποιοί αυτοί που δικάζετε.

Ελεύθεροι άνθρωποι είναι. Εσείς εκτελείτε εντολές.

Το καθεστώς μας εκτελεί κάθε ώρα, κάθε στιγμή. Μη το στηρίζετε.

Αυτοί είναι οι ταραχοποιοί.

Διαχωρίστε τη θέση σας από αυτό το αυταρχικό μόρφωμα, κύριοι.

Συμπλεύστε με την ελευθερία.

Ας επιστρέψουμε λιγάκι παλαιότερα, εκεί που φτιαχνόταν η ψυχή μας :

Μέσα σε γραφεία λουσάτων εταιριών που λυμαίνονται τους πόρους και σε πρεσβείες ατσαλάκωτοι διευθυντάδες οργανώνουν πραξικοπήματα.

Στις φωλιές τους οι μαχητές οργανώνουν την αντίσταση, απαγάγουν τα στελέχη, ζητούν την απελευθέρωση συντρόφων τους, ζητούν να μπει φρένο στο ξεπούλημα. Ανατινάζουν στρατόπεδα, λεηλατούν τράπεζες. Τα παντοτινά σύμβολα της ληστείας. Δημεύουν τα κέρδη.

Πάντα συνέβαινε αυτό, δείτε Κύπρο.

Τώρα τα πραξικοπήματα είναι ‘μοντέρνα’, οργανώνονται στις τράπεζες και τα χρηματιστήρια. Στις εταιρίες διακίνησης κεφαλαίων, μιας και το κεφάλαιο έγινε χρηματιστικό.

Πάντα για τον έλεγχο των πόρων, των διόδων.

Πετρέλαιο, νερό, τα μονοπάτια του εμπορίου, αέριο, τις οδούς.

Ήρθε η Αραβική Άνοιξη και πανηγυρίζατε γιατί είδατε καινούριες ευκαιρίες ληστείας.

Ένα χρόνο μετά και ο αγώνας συνεχίζεται.

Εσείς τώρα τσιμουδιά. Γιατί άραγε ;

Μάλλον γιατί οι λαοί, όπως και σ’ εμάς το ‘21, δεν παλεύουν να διαλέξουν αφεντικό αλλά για την χειραφέτηση.

Στη θέση του Μουμπάρακ μπήκε ένας ‘αδελφός Μουσουλμάνος’. ο λαός ξανά στο περιθώριο.

Στη θέση του Πασά ο  Μαυροκορδάτος, ο Μιαούλης ή ο Κανάρης, ο Όθωνας ή …. το Κενοβούλιο.

κι όλοι πίνουν εις υγείαν του κορόϊδου, οι διεθνείς οίκοι, τα αληθινά αφεντικά

Ο λαός παντοτινά στο περιθώριο, ποιος του δίνει σημασία!

Γι αυτό και οι ευαίσθητοι αγωνίζονται, γιατί είναι κομμάτι αυτού του λαού, το πιο προχωρημένο του, το απαλό και μυρωδάτο. Σαν το χάδι.

Οι χοντρόπετσοι ξέρουν να διατάζουν.

Για τις τσέπες και τα οφίτσια.

Οι λεπτόψυχοι αγωνίζονται.

Για τα δίκια, τη λευτεριά, την αυτονομία.

Τον άνθρωπο.

Όλα για τον άνθρωπο εμείς.

Όλα για τις τσέπες τους αυτοί.

Εσείς στη μέση. Με ποιανού τη μεριά θα πάτε ;

Προς τα που θα γύρει η ζυγαριά σας ;

Σας έδωσαν ένα πόστο, μια δουλειά, ένα καθήκον : να υπηρετείτε τον άνθρωπο, το λαό και το δίκιο.

Αφουγκραστείτε λοιπόν με προσοχή τους εαυτούς σας, τις καρδιές και τη φωνή των απλών ανθρώπων.

Προς τα που πέφτει το δίκιο ;

Ποιοι ζημιώνουν τους απλούς ανθρώπους ;

Tο καθεστώς ή οι αγωνιστές ;

Αναρωτιέμαι : γιατί κάποιες επαναστάσεις να είναι ‘καλές’ και κάποιες όχι ! ;

Τραγουδάμε εμείς κι οι Γάλλοι στον ύμνο μας την επανάσταση. Ας δούμε τι έγινε, ένα λεπτό. Επαναστάτησαν ενάντια στον βασιλιά και τους φεουδάρχες οι λαοί και τους πέρασαν από μαχαίρι. Ζήτω λοιπόν. Τους κοροϊδεύει βέβαια ο βασιλιάς και οι φεουδάρχες- τσιφλικάδες τους ανόητους, διωγμένοι από την πόρτα ξαναμπαίνουν από το παράθυρο. Στο προσκήνιο και πάλι, πιάνουν τα καλά κρεβάτια, το τραπέζι, τους καναπέδες και τις πολυθρόνες, τα ντιβάνια, ρίχνουν τον λαουτζίκο στο υπόγειο, του πετούν και κάτι ψίχουλα, ούτε γάτα ούτε ζημιά. Βάζουν και τους διανοούμενους στο κόλπο να νοηματοδοτούν όσο πιο ύπουλα γίνεται την ληστεία, να γεμίζουν αέρα κοπανιστό τα μυαλά των ανόητων, πως δήθεν όλα γίνονται στο όνομά του, για το καλό του. Φέρνουν και τα σκυλιά τους, τους φορούν και στολές για να κορδώνονται, και να τρομοκρατούν κάθε που πάει να σηκωθεί κεφάλι.

Και ζήσανε αυτοί καλά κι εμείς χειρότερα!

Δημοκρατία, το λέει και η λέξη, είναι το κράτος του δήμου.

Βλέπετε εσείς κανένα Δήμο να κρατεί ;

Εγώ όχι. Τυφλός και κουτός δεν είμαι, ακόμη τουλάχιστον.

Αυτοί που έμαθαν να οικονομούν απ’ των άλλων την δουλειά κρατούν. Αυτοί που ξέρουν να οικονομούν χωρίς να δουλεύουν.

Αυτοί που κατέχουν τη γη, τους πόρους, τα χρήμα, τα περάσματα.

Μεγάλες εταιρείες που φτιάχνουν και διακινούν κεφάλαια, οικονομικά προϊόντα, όπλα, ενέργεια.

Που οργανώνουν τους πολέμους, οικονομικούς και στρατιωτικούς. Για την αρπαγή των πόρων.

Για να ελέγχουν τις οδούς, τα περάσματα.

Όπως ανέκαθεν γίνονταν.

Φωνάζουν και τα παπαγαλάκια και τα ΜΜΕ πως οι αντιπρόσωποι αποφασίσανε, αυτοί που εμείς στείλαμε στο κυνοβούλιο, δημοκρατία γαρ.

Βέβαια δεν λένε ποτέ πως οι αντιπρόσωποι στον αρχηγό υπακούν, που υπακούει στις πιέσεις αυτών που του επιτρέπουν να αρχηγεύει, που χρηματοδοτούν το κόμμα και τα ψώνια τους δηλαδή.

Συναίνεση δημιουργούν οι διανοούμενοι στο κόλπο.

Κέρδισε τον πόλεμο των νοημάτων ο βασιλιάς και η φεουδαρχία, σας τα είπε εξαιρετικά πρωτόδικα ο Κώστας ο Γουρνάς.

Φλομώνει φούμαρα τον λαό η διανόηση, τον τρομοκρατεί διαρκώς με καμπάνιες δηλητήριο.

Τον κρατάει υπόδουλο.

Έκανε λοιπόν επανάσταση ο λαός, καλή η επανάσταση. Καινούρια αφεντικά στο κεφάλι. Σάρκα από την σάρκα του. Μπράβο στον λαό.

Στην θέση του πασά τον βασιλιά, μπράβο.

Στη θέση των προεστών καινούριους νταβατζήδες. Τα λεφτά δανεικά για να τους κρατούν σφιχτά πιασμένους απ’ τ’ αρχίδια, να με συγχωρείτε. Τώρα όλα γίνονται νόμιμα, με την ψήφο. Ανοχής. Στον οίκο ανοχής.

Μπράβο.

Η εκκλησία πανταχού παρούσα, δεν διαμαρτύρεται ποτέ, όλα τα σφάζει-όλα τα μαχαιρώνει. Ευλόγησε όλους του δικτάτορες η εκκλησία. Προνόμια δεν έχασε ποτέ κι από κανέναν. Θεοσεβούμενοι βλέπετε οι δολοφόνοι, να μη κερδίσουν μια θέση στον παράδεισο, επίγειο ή ουράνιο!

Δουλειά κανένας! Είναι αμαρτία, μοναχά το πόπολο να αμαρτάνει!

Άλλοι παράγουν, άλλοι ωφελούνται.

Στο όνομα της δημοκρατίας.

Ο λαός βογκά στο περιθώριο.

Ο δεσπότης ρέβεται.

Από παιδί αναρωτιόμουν γιατί οι παπάδες να είναι χοντροί!

Λεπτός και αποστεωμένος ο Χριστός και οι άγιοι του. Και του λαού οι άγιοι το ίδιο.

Είδατε ποτέ στην ιστορία αντάρτη και χοντρό. Δεν είμαι ρατσιστής ρε γαμώτο, απλά, αναρωτιέμαι. Μάλλον όλοι οι άλλοι σκέφτονται με την κοιλιά!

Το φούσκωμα της τσέπης μάλλον συμβαδίζει με το φούσκωμα του στομαχιού.

Έχω συναντήσει και εξαιρετικούς ανθρώπους του θεού, δεν λέω. Λίγους δυστυχώς.

Άντε

ρίξανε τον βασιλιά.

βάλανε πρόεδρο στην δημοκρατία

τον δήμο δεν τον ρώτησαν νομίζω, δεν τον ρωτάει ποτέ ο πρόεδρος τι να κάνει, απλώς το κάνει.

Δεν είπε ποτέ ο δήμος να μοιράσουν τα ιμάτια μεταξύ τους. Τους πόρους, τις μίζες κλπ. προνόμια.

Τι είναι οι τραπεζίτες, αναρωτηθήκατε ποτές ;

Ποια η δουλειά τους και τι προσφέρουν στο κοινωνικό σύνολο ; Ποια επακόλουθα ; Στο κοινωνικό γίγνεσθαι.

Γιατί απολαμβάνουν τόσα προνόμια, κράτος εν κράτη ;

Ποιος έχει εκλέξει τους τραπεζίτες που μας κυβερνούν ; Για να έχουνε άποψη και λόγο.

Πάντα στις θέσεις κλειδιά βλέπετε διορισμένους. Ποιανού τη θέληση θ’ ακολουθήσουν ;

Στην Ελλάδα, στην Ευρώπη, στον κόσμο.

Φυτεμένοι από τα πάνω.

Με αποφάσεις ληστρικές κυβερνιούνται οι λαοί.

Δημιουργούνται άπειροι μετανάστες.

Έχουμε χιλιάδες αυτοκτονίες. Αριθμοί θα μου πείτε, στατιστικές!

Χρεοκοπίες, ανθρώπων, χώρες ολόκληρες καταρρέουν.

Κι αυτούς που αντιστέκονται, που πολεμούν τους ονομάζουν αλήτες, ταραχοποιούς, τρομοκράτες.

Όλους αυτούς που μας εμποδίζουν να ζούμε τους έχει ήδη καταδικάσει η ιστορία, όλους όσους εμποδίζουν την ιστορία να προχωρήσει μπροστά, ν’ ανοίξει πανιά προς το καινούριο. Το όνειρο.

Δεν μπορείτε να σταματήσετε την ιστορία εσείς που γδέρνετε τα όνειρά μας!

Ο καπιταλισμός έχει πλέον χρεοκοπήσει, βρίσκεται στην εντατική, φτάνει να τραβήξει κάποιος το σωληνάκι, αυτόν τον κάποιον τρέμετε!

Είναι καταδικασμένοι από την ιστορία αυτοί που κρατούν στη ζωή το σύστημα με τεχνητά μέσα.

Νεκροθάφτες είναι της ελπίδας.

Ο πασάς, ο λουδοβίκος, ο σαμαράς κι ο βενιζέλος. Ο γιωργάκης ο κωστάκης και το κακό συναπάντημα, μπήκε και ο τσίπρας στο κόλπο!

και μαζί τους όλοι αυτοί που δεν έχουν την πυγμή να κάνουν πέρα από μόνοι τους.

Που να βρουν άραγε φιλότιμο ; Δεν το πουλάνε ούτε το μοιράζουν στα μέρη που συχνάζουν το φιλότιμο,

ποιος το έχασε για να το βρούνε ;

Στα μέρη τους λέξη άγνωστη κατάντησε!

Λείπει δραματικά από τις γνωριμίες τους, τους φίλους και κουμπάρους.

Το χρονοντούλαπο της ιστορίας άνοιξε και τους περιμένει, αργά ή γρήγορα, είναι αναπόφευκτο, θα τους ρουφήξει, θα το επισκεφτούν, θα τους χώσει η κοινωνία, εκείνη η πλευρά της που αγωνίζεται, που θα πάει!

Λευτερώστε τα καλύτερα παιδιά της.

Λευτερώστε τα καλύτερα παιδιά της!

Ανοίξτε τα μπουντρούμια να μπει καθαρός αέρας.

Δεν μπορείτε να κάνετε πως δεν βλέπετε!

έχουμε γερά γονίδια εμείς, Πανίσχυρα , αντέξαν αιώνες.
μας γέννησε ο Προμηθέας, που αψήφησε τον Δία και τις εντολές του!
μάνα μας η Αντιγόνη, που θυσίασε τη ζωή υπακούοντας την καρδιά της και όχι τους νόμους της όποιας εξουσίας!

Εμείς είμαστε εγγόνια των Μακρονησιωτών, εγγόνια της κομμούνας και των σοβιέτ, ξαδέρφια των Βιετναμέζων μαχητών, αδέρφια των Τουπαμάρος ανταρτών, παιδιά του Φιντέλ και του Γκεβάρα! Του Ενρίκεζ, του Αλλιέντε και των φενταγίν!

Της ανατρεπτικής ιστορίας της ανθρωπότητας παιδιά είναι αυτά που δικάζετε εκεί μέσα.

Μαμή η ανάγκη για ελευθερία και δικαιοσύνη, για αρετή και αλληλεγγύη και αξιοπρέπεια. Παλικαριά και γενναιότητα. Κάλλος και ανδρεία.

Τα γέννησε η ανάγκη του ανθρώπου να σκεφτεί αυτόνομα, να σπάσει την καταπίεση, τα δεσμά του καπιταλισμού και της αλλοτρίωσης!

Η ανάγκη για ανθρωπιά και αλληλεγγύη.

Η ανάγκη να μοιράσουν και να μοιραστούν.

Άλλα τα μονοπάτια αυτών των παιδιών, διαφορετικά τα δικά μας.

Κοινή η πορεία, όμοια και η ρίζα.

Politiqui, Alpha Blondy.

αυθόρμητη συνέντευξη στον πρώην ταξιαρχίτη Paroli

Δημοσιεύτηκε στις 7 Φεβ 2015

Δημοσιεύτηκε στις 19 Μαρ 2011
συνέντευξη που πραγματοποιήθηκε από την Σύνταξη του CORTOCIRCUITO, φοιτητικής εφημερίδας του Reggio Emilia. για πληροφορίες:http://www.cortocircuito.re.it

ΩΧΡΑ ΣΠΕΙΡΟΧΑΙΤΗ-Μπαλάντα για μια λυπημένη χώρα.-

Ανέβηκε στις 18 Δεκ 2009

Οι μέρες είναι μαγικές
όταν μπορούμε και γελάμε δίχως φόβο
όταν δεν έχει θάνατο του πρωινού καφέ η κουβεντούλα

DSC02240

6 σεπτεμβρίου 1971! η απόδραση από την Punta Carretas

6 settembre

 

στις 6 σεπτεμβρίου του 1971, είναι μια όμορφη ηλιόλουστη μέρα, και στην φυλακή της Punta Carretas βασιλεύει εκείνη η φαινομενική ηρεμία που πάντοτε ανακοινώνει πως κάτι μεγάλο πρόκειται να συμβεί. όντως, όταν οι φύλακες βάζουν στα κελιά τους τους κρατούμενους, αντιλαμβάνονται πως λείπουν για τα καλά εκατόν έντεκα. εκατόν έξι τουπαμάρος, περιλαμβανομένου του Raul Sendic, που από τους αντάρτες είναι ο αναγνωρισμένος αρχηγός, και μια ολόκληρη ομάδα ληστών τραπεζών, εκείνη του Negro Vinas, ενός ‘atracador’, ληστού, που πολιτικοποιήθηκε στην φυλακή.

οι αστυνομικοί που προχωρούν προς τα πίσω το τούνελ, διαμέσου του οποίου οι tupamaros το έσκασαν, βρήκαν ένα σημείωμα που έγραφε : »σήμερα όπως πάντα, στον αγώνα για την ελευθερία». οι αντάρτες είχαν όντως αποδράσει χρησιμοποιώντας στο μεγαλύτερο μέρος του το tunnel που σαράντα χρόνια πριν ο Roscigna και οι άνθρωποί του είχαν σκάψει.

σύμφωνα με τον διοικητή της οργάνωσης και σήμερα σενατόρε στην Uruguay, τον Eleuterio Fernández Huidobro, η γέννηση του κινήματος των Tupamaros πηγαίνει πίσω στα 1965.
ξεκίνησαν με δράσεις ληστειών σε τράπεζες, με επιθέσεις σε κύκλους και άλλες επιχειρηματικές δραστηριότητες στα πρώτα χρόνια του εξήντα, και ακολουθούσε η διανομή στις φτωχογειτονιές του Montevideo τροφής και χρημάτων.
με τα χρόνια οι τουπαμάρος απέκτησαν γρήγορα λαϊκή αποδοχή αναγκάζοντας και το κομουνιστικό κόμμα της Ουρουγουάη να συνυπάρχει με το κίνημα, αφού όμως στην αρχή είχε καταδικάσει τις ενέργειες.

από το 1968 και μετά η καταστολή, αστυνομική και στρατιωτική που πραγματοποίησε η κυβέρνηση σκλήρυνε αποδίδοντας την σύλληψη πολλών διαφωνούντων που στη συνέχεια συστηματικά βασανίζονταν σύμφωνα με τις τεχνικές που οι αμερικανοί δίδασκαν στα στρατιωτικά καθεστώτα στους διάφορους στρατιωτικούς λατινοαμερικάνικους μηχανισμούς. έτσι οι tupamaros ξεκινούν να πράττουν πολιτικές απαγωγές και εκτελέσεις, όπως αυτή του Dan Mitrione, του πράκτορα του FBI που κατηγορήθηκε πως εκπαίδευσε σε τεχνικές βασανιστηρίων τις αστυνομικές δυνάμεις σε διάφορες λατινοαμερικανικές χώρες.

τον ιούλιο του 1973 οι στρατιωτικοί αναλαμβάνουν την εξουσία στην Uruguay και η καταστολή γίνεται ακόμα πιο βίαιη με την σύλληψη των διοικητών tupamaros Raúl Sendic, Eleuterio Fernández Huidobro, Mauricio Rosencof, José Mujica, Adolfo Wasem, Julio Marenales, Henry Engler, Jorge Manera και Jorge Zabalza, που φυλακίστηκαν σε συνθήκες κτηνώδους απανθρωπιάς, συνεχών βασανιστηρίων, προσπαθώντας να τους εμποδίσουν οποιαδήποτε επικοινωνία και υπό την απειλή της εκτέλεσης στην περίπτωση οποιαδήποτε δράση θα είχε λάβει χώρα από πλευράς MLN-T, οποιασδήποτε φύσεως και αν ήταν αυτή.

μετά την αποκατάσταση της δημοκρατίας στην Uruguay το 1985, οι Tupamaros επέστρεψαν στην δημόσια ζωή σαν μέρος ενός πολιτικού κόμματος, το Κίνημα Λαϊκής Συμμετοχής, il Movimiento de Participación Popular (Movimento di Partecipazione Popolare)

δημοσιεύτηκε στην Ταξική Ιστορία

infoaut 3.0

http://www.online-movie-films.com/drama/serpico-%CF%83%CE%B5%CF%81%CF%80%CE%AF%CE%BA%CE%BF-1973/

Σέρπικο

 

συνεχίζεται

τα βιβλία του μιχάλη, i libri di michele

Λ. εκενώστε τους δρόμους από τα όνειρα – 10

Με το τέλος της χρονιάς οργανώνεται νέα εθνική διαδήλωση, στο Μιλάνο αυτή τη φορά.
Όλοι οι αυτόνομοι θα είμαστε πάλι εκεί.
Καταλαμβάνουμε ξανά το τρένο και ξεκινάμε. Η ατμόσφαιρα είναι τεταμένη όσο ποτέ. Έχουν αγριέψει πλέον για τα καλά τα πράγματα.
Απειλούν πως θα μας κατεβάσουν με τη βία αν δεν πληρώσουμε εισιτήριο. Αρνούμαστε. Ο σταθμός που ακολουθεί είναι γεμάτος αστυνομικούς παρατεταγμένους για μάχη. Φτιάχνουμε αλυσίδες στους διαδρόμους και περιμένουμε. Η κατάσταση είναι για άλλη μια φορά εκρηκτική. Μυρίζει μπαρούτι. Στιγμές μιας ησυχίας επικίνδυνης. Σιγή που μοιάζει αιώνας.
Το τρένο σφυρίζει και φεύγει μέσα σε αντεκλήσεις.

Ξεσπούμε σε ζητωκραυγές και συνθήματα. Η ένταση εξαφανίζεται, τα πρόσωπα χαλαρώνουν. Μέσα σου προετοιμάζεσαι για τα χειρότερα όταν βλέπεις τους αστυνομικούς να κατεβάζουν τη μάσκα του κράνους. Κραδαίνεις το στάλιν, τη σημαιούλα, και περιμένεις. Και όταν το θηρίο κινείται αργά μουγκρίζοντας καταλαβαίνεις πως ο κίνδυνος πέρασε προς το παρόν. Στεναγμός ανακούφισης.
Κανένα δεν τον γέννησε η μάνα του βίαιο. Ζούμε για να μάθουμε να αγαπάμε.
Φτάνουμε στην πρωτεύουσα της Λομβαρδίας και ξεχυνόμαστε στην πόλη. Υπάρχει διάχυτη ένταση. Δεν είναι όπως παλιότερα. Υπάρχει τώρα και ανησυχία. Γνωρίζουμε όλοι πως πολλές ομάδες μιλούν για εκδίκηση. Το κλίμα όμως δεν είναι πια εκείνο κάποιων μηνών νωρίτερα, της Ρώμης ας πούμε.

Έχουν ετοιμαστεί επιθέσεις, υπάρχει πολύς οπλισμός. Αν ξεσπάσουν μάχες θα γίνει της Πόπης!
Το θέλουμε ;
Ποιος αποφασίζει ;
Νιώθουμε πως θέλουν να μας σπρώξουν κάπου. Όχι προς τα εκεί που θέλουμε να πάμε εμείς. Ξέρουμε πως στην ανοιχτή αντιπαράθεση που μας οδηγούν είμαστε χαμένοι.
Επαναλαμβάνω, υπάρχει πολύς οπλισμός στη γύρα, και από τις δύο πλευρές. Μυρίζει μακελειό!
Η πορεία ξεκινά. Η διαδρομή αλλάζει μια δυο φορές. Συσκέψεις ανάμεσα στους διοργανωτές, διαφωνίες. Επικρατεί σύνεση και ψυχραιμία. Τα χειρότερα αποτρέπονται.
Πρέπει να καταλάβεις πως αποφασιστικότητα και τάσεις αυτοκτονίας δεν ταιριάζουν. Αυτό τα λέει όλα.
Γυρνάμε πίσω σώοι.

Κάτι όμως έχει αλλάξει οριστικά. Δεν εξηγείται πάντα λεκτικά.
Ο ορίζοντας έχει ….θολώσει. Δεν είναι πια καθαρός. Υπάρχει ομίχλη.
Υπάρχει διχογνωμία.
Η σιγουριά με την οποία αντιμετωπίζαμε το παρόν και το μέλλον, την όλη κατάσταση, έχει μεταβληθεί σε σκεπτικισμό.
Δεν είναι ξάστερος ο ουρανός όπως νωρίτερα.
Νιώθουμε λιγάκι μπερδεμένοι, ποιος έχει την πρωτοβουλία ;
Μήπως στη διάρκεια του άλματος που χρειάζεται να κάνουμε, στη ρότα που πρέπει να αλλάξουμε, χάνουμε λιγάκι την επαφή με την πραγματικότητα;
Άλλο τι βλέπεις και άλλο αυτό που θα ήθελες να δεις!
Έχουν αρχίσει λοιπόν να μας ζώνουνε φίδια. Σε κάποιους από εμάς. Όχι σε όλους.
Δεν είναι τόσο εμφανές. Είναι μια αίσθηση. Κάτι που αιωρείται στην ατμόσφαιρα και το νιώθεις βαθιά μέσα σου.
Είναι η ανησυχία που εκδηλώνεται πλέον.
Το μενού που σερβίρεται δεν μυρίζει υπέροχα, η γεύση έχει κάτι από καμένο.

Η επόμενη χρονιά θα είναι καταλυτική. Τι συμβαίνει ;
Τι τρέχει ;
Η επανάσταση, μέχρι στιγμής, είναι υπόθεση της κοινωνίας. Με τον χρόνο όμως που κυλά αρχίζει να γίνεται υπόθεση όλο και λιγότερων. Αυτό συμβαίνει με απλά λόγια.
Από κοινωνική απαίτηση και ανάγκη μετατρέπεται σιγά σιγά σε μάχη παρατάξεων, και από εκεί σε μάχη μηχανισμών. Από ανάγκη απελευθερωτική, ανάγκη επιβίωσης ομάδων.
Φτιάχνουμε ένα στρατό για να πάρει η κοινωνία την κατάσταση στα χέρια της μέσα στις σάρκες της, στους ιστούς της. Η κοινωνία αγωνίζεται, παίρνει μέρος στον αγώνα. Ακολουθεί, συμπαθεί, συμπάσχει.
Οι άλλοι πιστεύουν στο κόμμα, στους μηχανισμούς.

Εμείς ενεργοποιούμε την κοινωνία. Δικός της είναι ο αγώνας, ο πόλεμος. Δεν τον αναθέτει σε κανέναν. Τον διεξάγει η ίδια. Αυτή διαλύει το κράτος, τους υπάρχοντες θεσμούς. Σκέφτεται αυτόνομα.
Εφευρίσκει νέες σχέσεις. Δεν το κάνει άλλος γι αυτήν.
Ο λαός οργανώνει την αυτοάμυνα του, οργανώνει και τις επιθέσεις του. Αντίσταση και επίθεση.
Διαλέγει τον χώρο και τον χρόνο, μετρά τις δυνάμεις του και δρα, πράττει ήδη, ζει, δεν περιμένει. Εξερευνά, ανακαλύπτει. Κινείται.
Με τον καιρό όμως εμείς ξεφεύγουμε μπροστά, αφήνοντας τους υπόλοιπους να παρακολουθούν. Αδυνατούν ν’ ακολουθήσουν. Αυτό συμβαίνει ουσιαστικά. Το νιώθουμε.
Ακολουθούν όλο και λιγότεροι. Αυτό βλέπουμε.

Η αντεπανάσταση ξέρει, αντιλαμβάνεται τη σοβαρότητα της κατάστασης. Το παιχνίδι γνωρίζει να το παίζει καλά, είναι μαέστρος, καταλαβαίνει άριστα τι πρέπει να κάνει σε ένα πεδίο δικό της πλέον εξ ολοκλήρου. Χρησιμοποιεί όλα της τα όπλα με πολύ βαρβαρότητα. Άγρια.
Εκτελεί εν ψυχρώ εδώ και καιρό. Η προπαγάνδα αφηνιάζει.
Βασανίζει. Δημιουργεί εκνευρισμό στους συντρόφους, τάσεις εκδίκησης. Θολώνει ο νους.  Στήνει ενέδρεςδολοφονεί συντρόφους, μαζικά.
Ποινικοποιεί ένα ολόκληρο κίνημα και διχάζει τους συντρόφους με το νόμο για τους ‘μετανιωμένους’ που έγινε η αποθέωση της ρουφιανιάς, με οποιοδήποτε κόστος.
Περνά με λίγα λόγια τον εκνευρισμό, τη δυσπιστία και το φόβο στη μεριά της επανάστασης, στο στρατόπεδο των εξεγερμένων.
Τη διχάζει. Μας μπερδεύει. Μας κάνει να αντιδρούμε σπασμωδικά.
Αρχίζουμε να λαθεύουμε και στους στόχους.
Κάποια στιγμή ξεκόβουμε και από την κοινωνία, όλο και περισσότερο, ίσως εντελώς.
Μέχρι την τελική ήττα

Κάποιοι συνθηκολόγησαν, κάποιοι χάθηκαν στο εξωτερικό. Άλλοι στον μικρόκοσμό τους, στην απογοήτευση.
Κάνουν και τα ναρκωτικά τη δουλειά τους, κυρίως στην περιφέρεια, στον άμεσο ή έμμεσο περίγυρο.
Η μητροπολιτική ζούγκλα εξαφανίζεται. Η κάσμπα μακραίνει, στενεύει.
Χωρίς περίγυρο, δίχως δικά σου εδάφη είσαι χαμένος, η συνέχιση καθίσταται αδύνατη.
Για πρώτη φορά χρησιμοποιείται, με επιτυχία, και η τεχνολογία ενάντια στους επαναστάτες.
Μέχρι πρότινος η καταστολή χρησιμοποιεί τους παραδοσιακούς μηχανισμούς. Διείσδυση, χαφιέδες και μαφιόζους ενάντια στους μαχητές.

Ρίχνει στην μάχη και το ΚΚ τον μηχανισμό του ενάντια σε αυτούς που δεν μπορεί να χειραγωγήσει, να ελέγξει. Πρέπει να ξαναβρεί την ηγεμονία του στις λαϊκές μάζες, που έχει χάσει από καιρό.
Διχάζει, αποπροσανατολίζει, χαφιεδίζει ανοιχτά, κυνηγά.
Ότι κινείται, εκτελείται.
Τα Μέσα, η μαύρη προπαγάνδα. Όλα στη μάχη για την σωτηρία του συστήματος. Του κεφαλαίου.
Ο φόβος λοιπόν περνάει από την εδώ μεριά. Αρχίζουν οι σύντροφοι να δυσπιστούν για τον σύντροφο, για τον διπλανό τους. Διαρρηγνύεται ο ιστός. Το κύτταρο αρρωσταίνει. Ένα θλιβερό θέαμα με τα χρόνια. Όλο και χειρότερο.
Διαμάχες μες τις οργανώσεις, στα κύτταρα, στις δομές.
Και η κοινωνία σφραγίζει τα μάτια και τ’ αυτιά, αρνείται να παρακολουθήσει. Ναρκώνεται. Παγώνουν οι αισθήσεις και οι αισθητήρες.
Θα επανέλθουμε.

Το πρώτο καμπανάκι το νιώσαμε τότες, εκείνη τη μέρα για πρώτη φορά, τη μέρα για την οποία σου μίλησα λίγο νωρίτερα. Έρχεται τρέχοντας το ‘78, εκείνη η τρομερή χρονιά με την επίθεση στην καρδιά του κράτους.
Σηκώνεται πολύ ψηλά ο πήχης για να μπορέσει η κοινωνία να τον ξεπεράσει. Ο Φόσμπερι είναι ακόμη μωρό, ίσως να μην έχει γεννηθεί κιόλας. Ας αποφορτίσουμε λιγάκι.
Δεν δύναται να ακολουθήσει, προφανώς.

Ο χαμένος τα παίρνει όλα, Γιάννης Αγγελάκας.

Ας σταματήσουμε για λίγο τη διήγηση των γεγονότων για να ακούσουμε έναν άλλον από τους πρωταγωνιστές. Θα επανέλθουμε σε λίγο. Ας ακούσουμε :

ΑΠΟΣΠΆΣΜΑΤΑ ΑΠΌ ΤΟ ΒΙΒΛΊΟ ‘ΚΟΝΤΌ ΦΥΤΊΛΙ’ του ΣΕΡΤΖΙΟ ΣΈΤΖΙΟ.

‘Θυμάμαι τη σφαγή στην πλατεία Φοντάνα του Μιλάνο το 1969 που γέμισε πολλούς αγανάκτηση και διάθεση εξέγερσης, την ιδέα πως πρέπει να αντιδράσουν.
Στην καταστολή της αστυνομίας, στις βόμβες των φασιστών, στις απόπειρες πραξικοπήματος. Στην καπιταλιστική εκμετάλλευση επίσης.
Θυμάμαι τους συντρόφους σκοτωμένους στις πλατείες, τις συγκρούσεις με την αστυνομία, τους ξυλοδαρμούς των συλληφθέντων. Κι έπειτα, την οργάνωση των ομάδων περιφρούρησης, τον μαχητικό αντιφασισμό, την παραπληροφόρηση, τα πυρπολημένα γραφεία, τα πυρπολημένα αυτοκίνητα. Τέλος το πέρασμα στην ένοπλη πάλη.
Σκληρύναμε λοιπόν δίχως να καταφέρουμε να διατηρήσουμε την τρυφερότητα μας. Υπερίσχυσε τελικά η προοδευτική μας αναισθητοποίηση.

Η λογική των όπλων άρπαξε, αιχμαλώτισε, υπερίσχυσε όχι μοναχά στα χέρια μας αλλά και στην λογική και την καρδιά μας.
Μέσα σε λίγα χρόνια, τα κινήματα συνεθλίβησαν με αγριότητα. Εκτροχιάστηκαν πιεσμένα ανάμεσα στο ένοπλο κόμμα, την καταστολή, την ηρωίνη που εξαπλώθηκε και την ιδιώτευση που αναδύθηκε.
Δεκάδες χιλιάδες σύντροφοι οργάνωσαν αυτόνομους αγώνες, απεργίες αυθόρμητες, μαζικές διαδηλώσεις και πρωτοποριακές ενέργειες. Οπλίστηκαν και μπήκαν στη μάχη.
Τώρα χιλιάδες είναι φυλακισμένοι, δεκάδες έχασαν τη ζωή τους. Γι αυτό είμαστε εδώ, να λαδώσουμε τα όπλα μας, να οπλίσουμε μιας και σε λιγάκι θα τα χρησιμοποιήσουμε. Σήμερα τουλάχιστον θ’ ανοίξουμε μια χαραμάδα στο τυφλό μονοπάτι για το οποίο συζητάμε.

Η πολιτική ήττα είναι πλέον εμφανής, το όνειρο κατέρρευσε, ανάμικτο με αίμα δικό μας και των θυμάτων μας, στην αγριότητα των Κρατικών φυλακών. Μα προσβάλλοντας σήμερα αυτή τη φυλακή, θα πάρουμε πίσω την ελευθερία των συντρόφων μας.’
Και :
‘Η ιστορία της Πρώτης Γραμμής δεν γράφτηκε ποτέ, ίσως τα γεγονότα τότε να ήταν πολύ κοντά. Τώρα πλέον είναι πολύ μακρινά.
Ίσως αυτό το ‘Κοντό Φυτίλι’ πυροδοτήσει επιτέλους μια επόμενη εργασία πιο πλατιά και συλλογική. Είναι προστιθέμενη αξία που εύχομαι να παραδώσουν αυτές οι σελίδες.

Που κυκλοφορούν σε μια περίοδο πιθανότατα από τις χειρότερες των τελευταίων χρόνων. Μάλλον των δεκαετιών. Στιγμή κατά την οποία αυξάνεται το πνεύμα μνησικακίας και περαιτέρω εκδικητικότητας σε ότι αφορά εκείνα τα γεγονότα των χρόνων του ‘70. Πνεύμα που παραδόξως μεγεθύνθηκε και σαφώς γιγαντώθηκε στην διάρκεια του χρόνου εξ αιτίας εκείνων των γεγονότων και των πληγών που δημιούργησαν.
Θα έπρεπε οι αριθμοί να είναι αρκετοί για να αποκαλύψουν ότι επρόκειτο για ένα φαινόμενο πλατιάς κοινωνικής ριζοσπαστικοποίησης :

Σύμφωνα λοιπόν με υπολογισμούς, ή μάλλον κάτω από τους υπολογισμούς, υπολογίζονται σε 20000 οι έρευνες για πράξεις ένοπλης πάλης και τουλάχιστον 4200 κλείστηκαν στην φυλακή συνέπεια κατηγοριών ένοπλης ομάδας η ανατρεπτικής οργάνωσης. 300 καταδικάστηκαν σε ποινή κάτω των 10 χρόνων, πάνω από 3100 σε ποινή ανώτερη των 10 χρόνων, σχεδόν 600 σε ποινή ανώτερη των 15 χρόνων. Εκατοντάδες τα ισόβια. Πάνω από 50000 χρόνια φυλάκισης έχουν ήδη εκτισθεί. Από τους χιλιάδες αρχικά φυλακισμένους, σχεδόν διακόσιοι βρίσκονται ακόμη εγκλεισμένοι, μερικά ή ολικά. Μεταξύ αυτών 77 ισοβίτες. Ανάλογη και η λίστα με αυτούς που βρήκαν καταφύγιο στο εξωτερικό.
Έχει παραμείνει ο πόνος αυτών που χτυπήθηκαν, των συγγενών τους, όπως επίσης των χαμένων μαχητών και των επί μακρόν φυλακισμένων.
Παρέμεινε επίσης η αιώνια μανία εις βάρος των ηττημένων.’

Sergio Segio, ο κομαντάντε Σίριο, υπήρξε ένας από τους ιδρυτές της Πρώτης Γραμμής, Prima Linea, της ένοπλης οργάνωσης που αριθμούσε χίλιους μαχητές και δεκάδες χιλιάδες συμπαθούντες. Σε αυτό το βιβλίο, Miccia Corta, παρουσιάζει μια από τις πιο συγκλονιστικές και τολμηρές ενέργειες της ένοπλης πάλης στην Ιταλία. Την επίθεση στις φυλακές του Ροβίγκο με την οποία ελευθέρωσε την συντρόφισσα του και δύο ακόμη πολιτικές κρατούμενες. Στις 3 Ιανουαρίου του 1982. Στο περιθώριο παρουσιάζονται εικόνες από τους αγώνες και τα κινήματα των χρόνων του ‘70.

This is the End, The Doors.

  • Αυτά λοιπόν και συνεχίζουμε από εκεί που αφήσαμε την αφήγηση του Μάριο με την πένα του Μιχάλη.

Λέγαμε λοιπόν πως η κοινωνία δεν παρακολουθεί πλέον, δεν μπορεί να ακολουθήσει το ριζοσπαστικότερο κομμάτι της. Μοιάζει να έχει σπάσει ο ομφάλιος λώρος.
Κουράζεται, ατονεί;
Μάλλον. Αυτό δείχνει.
Έτσι τουλάχιστον φαίνεται με το πέρασμα του χρόνου.
Εμείς διαχέουμε το αντάρτικο. Το ένοπλο κόμμα το επικεντρώνει, επιτίθεται στην »καρδιά».Ο καθένας σύμφωνα με τις αναλύσεις του. Είναι όλα γραμμένα, αποτυπώνονται στο χαρτί και στις πράξεις.
Η δύναμη πυρός αυξάνεται τρομερά, όμως. Η επιχειρησιακή ετοιμότητα κάνει άλματα. Η ικανότητα. Οι δεξιότητες.
Τρομάζει αυτό, δεν παρηγορεί τελικά.

Μοιάζει πλέον η επανάσταση, ο αγώνας, μάχη ανάμεσα σε μηχανισμούς που χρησιμοποιούν όλα τα μέσα που έχουν στη διάθεσή τους, θεμιτά και αθέμιτα. Ο κόσμος στην απ’ έξω.
Για την καταστολή δεν το συζητώ, το κάνει σχεδόν από την πρώτη μέρα, για να τρομοκρατήσει. Βλέπε Μάρα Καγκόλ, αιχμάλωτη, εκτελεσμένη εν ψυχρώ, ακινητοποιημένη.
Το ΚΚ απ’ την άλλη, μας μισεί πραγματικά. Ειδικά από την μέρα που έδιωξε το κίνημα τον Λάμα, με ολόκληρο τον μηχανισμό που κουβάλησε μαζί του, για να κάνει επίδειξη δύναμης στο Πανεπιστήμιο της Ρώμης, όπως έχουμε επαναλάβει νωρίτερα. Μας επιτίθεται διαρκώς, απροκάλυπτα και αδιάλειπτα. Επιστρατεύοντας ότι ψεύδος μπορείς να φανταστείς, χρησιμοποιώντας παραμορφωτικούς φακούς αλλοιώνοντας την αλήθεια.

Μέχρι και απεργίες και κινητοποιήσεις προσπαθεί να οργανώσει ενάντια σε κίνημα και μαχητές. Αποτυγχάνει οικτρά στην αρχή. Από την εκτέλεση του Μόρο και μετά, κάτι καταφέρνει, όχι όμως αυτό που προσδοκεί.
Χαφιεδολογεί ανοιχτά, δίχως καν να του το ζητήσουν.
Και μουλαρώνει κυριολεκτικά κάθε φορά που αντάρτες διαπραγματεύονται με την εξουσία.
Φέρεται σαν κράτος χωρίς να είναι.
Και ανοίγει διάπλατα τον δρόμο στον μπερλουσκονισμό ο οποίος προσφέρει αφειδώς στο πόπολο βυζιά με σιλικόνη και τουρλωμένους κώλους. Ξεβράκωτες.

Δεν αξίζει στον ιταλικό λαό τέτοια κατάντια. Στην Ελλάδα διαλύουν τον κοινωνικό ιστό ανάμεσα στα ‘40 και ‘50. Σε εμάς αυτό συμβαίνει από το ‘80 και μετά, χοντρά χοντρά. Ίσως να ξεκινά και λίγο νωρίτερα η διαδικασία αυτή.
Και ζήσανε αυτοί καλά κι εμείς χειρότερα.
Οι συνασπισμένοι παγκόσμιοι κεφαλαιοκράτες.

http://video-morfwsh.blogspot.gr/search/label/%27%CE%A4%CF%81%CE%BF%CE%BC%CE%BF%CE%BA%CF%81%CE%B1%CF%84%CE%AF%CE%B1%27-%CE%A6%CF%85%CE%BB%CE%B1%CE%BA%CE%AE#/page/1

τρομοκρατία, φυλακή

Child in Time, Deep Purple.

Και μιας και αναφερθήκαμε στο ΚΚ, θα σου μιλήσω τώρα και για μια από τις άμεσες εμπειρίες που έχω με αυτούς.
Διοργανώνουν συναυλία, στην διάρκεια της ετήσιας γιορτής του κόμματος, με γνωστό τραγουδιστή προσκαλεσμένο. Μετά από τόσα χρόνια απόσταση αδυνατώ να θυμηθώ λεπτομέρειες. Σε προάστιο της πόλης, αποκεντρώνουν τις γιορτές τους. Σεπτέμβρη μήνα ως είθισται.
Στο γήπεδο της περιοχής έχουν στήσει ολόκληρο χωριό με περίπτερα, εστιατόρια, χώρους προβολών και εκθέσεις. Και αντιπροσωπείες φίλιων κομμάτων από το εξωτερικό. Στην διοργάνωση πολιτιστικών δρώμενων είναι μανούλες.

Ένας ολόκληρος μηχανισμός κινητοποιημένος.
Οι κερκίδες γεμάτες, πίτα και ο μισός αγωνιστικός χώρος. Οι μουσικοί είναι από τους δημοφιλέστερους. Οι πιο ενθουσιώδεις από τους θεατές, ως συνήθως, καταλαμβάνουν τον χώρο μπροστά στην εξέδρα, στο πάλκο.
Αποφασίζω να πάω κι εγώ, δεν με ακολουθεί κανείς από γνωστούς και φίλους, παραδόξως. Δεν με νοιάζει και μόνος, όλα καλά.
Παρακολουθώ την συναυλία, πολύ ζεστή ατμόσφαιρα. Νέοι ενθουσιώδεις και όχι μόνο κομμουνιστές, μοιρασμένες οι προτιμήσεις. Έχουν όμως κατεβάσει όλες τις ομάδες περιφρούρησης της πόλης οι κομματικοί, για τον φόβο επεισοδίων. Κάτι ξέρουν οι μαλάκες, γενικά είναι προκλητικοί με όσων τις φάτσες δεν γουστάρουν. Ξέρεις. Οι γραφειοκράτες κάνουν μπαμ από μακριά. Βολεμένοι, δήθεν κλπ. Και ότι διαφορετικό τους ξενίζει, το φοβούνται. Είναι συντηρητικούρες και το δείχνουν με κάθε πρόφαση, σε κάθε ευκαιρία.

Κάνουν δέκα λεπτά διάλειμμα οι μουσικοί και κάποιος μεγαλόσχημος παίρνει το μικρόφωνο, αποφασίζει να αρχίσει τις αρλούμπες και τις αοριστολογίες. Και χωρίς να υπάρχει κανένας λόγος εξαπολύει λεκτική επίθεση στον χώρο της αυτονομίας.
Ξεκινούν τα ξεφωνητά. Στην αρχή αραιά, σκόρπια. Στη συνέχεια εντονότερα. Ώσπου ξεσπούν οι αντεγκλήσεις, τα σπρωξίματα, οι ψιλές και το γενικευμένο ξύλο.
Την είχανε στημένη. Φαίνονταν από την αρχή. Μεγάλη η κινητοποίηση. Το κακό είναι πως δεν έδωσα σημασία. Έμεινα σε κάποια γωνιά απομονωμένος, ανάμεσα σε άγνωστους.
Τα υπόλοιπα παιδιά, οργανωμένα ή όχι δεν έχει σημασία, ήτανε όλα μαζεμένα και αποχώρησαν συντεταγμένα δίχως απώλειες, σπρωγμένα προς την έξοδο.

Μας έχουν παγιδέψει μέσα στο γήπεδο, με τις εξόδους να τις ελέγχουν οι μπράβοι τους, μας βρίζουν από τα μικρόφωνα. Έχει ξεσπάσει πανδαιμόνιο, μέσα σε όλη αυτή τη φασαρία κάποιος με αναγνωρίζει και με υποδεικνύει, σου έχω ξαναπεί, άσε που το γνωρίζεις Μιχάλη είμαι γνωστός και αναγνωρίσιμος, πολύ κοινωνικός, σε όλους τους πολιτικούς κύκλους και χώρους.
Αρχίζουν λοιπόν να με κυνηγούν για να με λιντσάρουν.
Τους ξεφεύγω διαρκώς. Δεν τρέχω εγώ, δεν είμαι εγώ που ελίσσεται ανάμεσά τους. Κάποιος άλλος το κάνει. Κάποιος με φτερά. Κάποιος μου δίνει φτερά. Δεν υπάρχει Ρεντ Μπούλ ακόμη, κάποιος άλλος το κάνει.

Καταφέρνω με τα πολλά και σκαρφαλώνω ένα τοίχο και πηδώ έξω. Οι πούστηδες πηδούν και αυτοί, τρεις τον αριθμό, με κυνηγούν πλέον στα στενά. Χώνομαι σε ένα σκοτεινό ιδιωτικό υπόγειο πάρκινγκ αυτοκινήτων καβατζάροντας μια στροφή και με χάνουν. Κουρνιάζω κυριολεκτικά κάτω από ένα αυτοκίνητο. Ακούω την καρδιά μου και νομίζω πως είναι έτοιμη να εκραγεί. Φοβάμαι πως κάνει τόση φασαρία που θα με προδώσει, τι θόρυβο που κάνει! θα με ανακαλύψουν!
Τη γλιτώνω.
Αφήνω να περάσει κανένα εικοσάλεπτο, να ηρεμήσω κανονικά και να συνέλθω. Όλο εκείνο το κυνηγητό στάθηκε εξουθενωτικό, να χάσουν οριστικά τα ίχνη μου οι διώκτες. Η αλήθεια όμως είναι πως εάν θέλω να προλάβω το τελευταίο λεωφορείο πρέπει ν’ αρχίσω να ξεκουνιέμαι, η ώρα είναι περασμένη, αρχίζω να βιάζομαι. Πρέπει να του δίνω. Η συγκοινωνία σε λίγο σταματά.

Βγαίνω λοιπόν από το καταφύγιό μου και προχωρώ σταθερά, πρέπει υποχρεωτικά να περάσω μπροστά από το γήπεδο, αγχώνομαι λιγάκι, παίρνω βαθιές αναπνοές και συνεχίζω .
Για καλή μου τύχη, οι μικροπωλητές δεν έχουν ακόμη αποχωρήσει, μαζεύουν αυτή την ώρα την πραμάτεια τους σκορπισμένοι στους γύρω χώρους. Βρίσκω την ευκαιρία λοιπόν ν’ αγοράσω ένα καπελάκι για να αλλάξω λιγάκι το σουλούπι μου, ρίχνω και μια κόκκινη σημαία στις πλάτες μου σαν μανδύα και περνώ ήσυχος μπροστά από την πόρτα όπου πλέον η κίνηση έχει σταθερά μειωθεί, έχουν σχεδόν αποχωρήσει και οι τελευταίοι.

ελεύθεροι πολιορκημένοι

Είμαι πλέον αγνώριστος και άνετος, φτάνω στο πούλμαν το οποίο ξεκινά μετά από ελάχιστο χρόνο. Είμαι πλέον ασφαλής. Σε ένα μισάωρο έφτασα στο κέντρο, έχει πλέον περάσει δύο τη νύχτα όταν φτάνω στο σπίτι φίλης μου, πέρα από το ποτάμι. Δεν θέλω να μείνω μόνος. Που στοίχισε πολύ αυτή η έκρηξη κακίας και μίσους, θέλω να με κανακέψουν.
Ένας ακόμη λόγος για να ευχαριστήσω το καλό μου αστέρι σήμερα.
Σε αυτή την γειτονιά που εκτυλίχθηκε η αποψινή ιστορία κάποια χρόνια πριν γίνεται η γνωριμία μας Μιχάλη. Σε σπίτι φίλου που μας κάλεσε για τσιμπούσι. Μας έβαλες θυμάμαι ν’ ακούσουμε τους ‘Μετανάστες’ του Μαρκόπουλου. Τραγούδια για τους έλληνες που ξενιτεύονται στην Γερμανία. Είναι ο πρώτος σου χρόνος στο εξωτερικό, νιώθεις κι εσύ την νοσταλγία. Θυμάμαι πως δακρύζεις σιγοτραγουδώντας εκείνα τα υπέροχα τραγούδια.

Γιάννης Μαρκόπουλος Γιώργος Σκούρτης Λάκης Χαλκιάς 1974 Μετανάστες

Εδώ στην ξένη χώρα αχ τι στεναχώρια, τι θα φάω τι θα πιω τι θα στείλω στο χωριό
οι γυναίκες είναι χύμα, καίγομαι σαν τις κοιτώ δεν με θέλουν κι είναι κρίμα.
Εδώ στην ξένη χώρα αχ τι στεναχώρια, κάθε βράδυ στο σταθμό τριγυρίζω για να πω μια κουβέντα σ’ ένα φίλο
κι αν μια νύχτα δεν τον βρω μοιάζω με χαμένο σκύλο.
Εδώ στην ξένη χώρα αχ τι στεναχώρια. Θα γυρίσω στο χωριό, δεν αντέχω δεν βαστώ
τι κορμί βασανισμένο, ψάχνω να βρω αδερφό κι όλοι με φωνάζουν ξένο.

Και :
Μιλώ για τα παιδιά μου και ιδρώνω
έχω ένα χρόνο να τα δω και λιώνω
μου γράφει η γιαγιά τους πως ρωτάνε
τα τρένα που ‘ναι στο σταθμό που πάνε.
Αδύνατος μου γράφει ο Στελάκης΄
έχει ανάγκη θάλασσας ο Τάκης
αρχίζει το σχολείο η Μαρίνα
θέλει να γίνει κάποτε γιατρίνα.
Αγόρασα λαχείο στ’ όνομά τους
αχ! Να κερδίσω να σταθώ σιμά τους.

Από τη Βίκυ Μοσχολιού.

‘Μες την κοιλάδα των Τεμπών’, Θανάσης Παπακωνσταντίνου.

Η πόλη είναι γεμάτη νέους από κάθε γωνιά της γης. Κατοικούν διασκορπισμένοι στις γειτονιές της,τα σπίτια τους γίνονται στέκια μας. Έχουμε λοιπόν την ευκαιρία να γνωρίσουμε κάθε σπιθαμή του αστικού τοπίου με τις ομορφιές και τα μυστικά του. Έχουμε φίλους και γνωστούς παντού που μας καλούν καθημερινά. Κεράσματα, κουβεντούλα και γιορτούλες. Έχουμε φιλοξενηθεί, για ώρες ή για μέρες όπου μπορείς να φανταστείς, σε κάθε λογής σπιτικό, όπου το βάζει ο νους σου.

Γίνεται σιγά σιγά η Κάσμπα μας [βλέπε ‘Μάχη του Αλγερίου’, Τζίλο Ποντεκόρβο, 1966, ταινία που μιλά για τους αγώνες του Εθνικού Απελευθερωτικού Μετώπου στην ιστορική συνοικία -ακρόπολη των μουσουλμάνων στην πόλη του Αλγερίου για την ανεξαρτησία τους από τους Γάλλους το 1954. Αυτά για τους άβγαλτους].
Κάσμπα προς το παρόν φιλική η πόλη, με απελευθερωμένες ζώνες όπου φασίστες, άλλοι δεξιοί και μπάτσοι φυσικά αποφεύγουν να πλησιάσουν!

«Η Μάχη του Αλγερίου» (La Battaglia Di Algeri, 1966)

 la-battaglia-di-algeri-photos-6

Όποιος αποικιοκράτης/κατακτητής βρίσκεται στη γη κάποιου άλλου εφαρμόζοντας κάτω από τον έλεγχο του στρατού το ειδικό νομικό καθεστώς γνωστό και ως «Κώδικας των Ιθαγενών» (Code d’ Indigénat), που μεταβάλλει τους πολίτες σε υπηκόους λεηλατώντας τον πλούτο, τα δικαιώματα, τη γλώσσα, την κουλτούρα και την ιστορία μέσω διώξεων, φυλακίσεων, μαζικών δολοφονιών και πογκρόμ, μπορεί να ρίξει μια ματιά στη «Μάχη του Αλγερίου» για να δει τι τον περιμένει…

Αυτό ακριβώς είναι η «Μάχη του Αλγερίου», μια ταινία με άμεση τη σχέση μεταξύ τέχνης και πολιτικής, ένα αριστουργηματικό αντιαποικιοκρατικό ασπρόμαυρο φιλμ (ιταλοαλγερινής παραγωγής) για την αλγερινή επανάσταση, του ιταλού κινηματογραφιστή Τζίλο Ποντεκόρβο και του φωτογράφου Μαρτσέλο Γκάτι.

Η ταινία είναι γυρισμένη στα πραγματικά πεδία των μαχών (στα σοκάκια και τις συγκοινωνούσες ταράτσες του Καζμπάχ) και βασισμένη στο βιβλίο του Σααντί Γιασίφ «Αναμνήσεις από τη Μάχη του Αλγερίου». Ο Γιασίφ είχε συλληφθεί το 1957 και καταδικαστεί σε θάνατο, αλλά η ποινή δεν πρόλαβε να εκτελεστεί. Αμέσως μετά την απελευθέρωση (1962) έγινε μέλος της πρώτης μεταπελευθερωτικής κυβέρνησης, η οποία και αποφάσισε να γυριστεί μια ταινία με το θέμα του βιβλίου. Ο Ποντεκόρβο βρήκε στήριξη και χρηματοδότηση από τον πρώτο πρόεδρο της ανεξάρτητης πια Αλγερίας, Μπεν Μπελά, ο οποίος όμως είχε αρχικά εκφράσει επιφυλάξεις: «Στην αρχή θεώρησα ότι μια τέτοια ταινία θα ήταν σπατάλη, μιας και ήμασταν φτωχή χώρα. Ο Γιασίφ ωστόσο μού είπε ότι ο αγώνας μας δεν ανήκει μόνο στον αλγερίνικο λαό, ανήκει σε όλους τους καταπιεσμένους του κόσμου, και δεν μπορούσαμε να τους προδώσουμε. Έτσι, καταφέραμε και βρήκαμε τα λεφτά για την ταινία».

Μόνο και μόνο για τη ρεαλιστικότατη και αληθοφανέστατη αναπαράσταση του συγκλονιστικού ανταρτοπόλεμου των εξεγερθέντων Αλγερινών, η «Μάχη» θεωρείται (και δικαίως) ένα από τα σημαντικότερα φιλμ του 20ού αιώνα. Ένας ανταρτοπόλεμος που ξεκινά την 1η Νοέμβρη του 1954 με την προκήρυξη-κάλεσμα του FLN (Απευθερωτικό Μέτωπο Αλγερίου) για ανεξαρτησία. Όταν το FLN σκοτώνει μερικούς αστυνομικούς, ο αρχηγός της αστυνομίας σε μια πράξη ωμής αντεκδίκησης τοποθετεί βόμβα σε μια αραβική συνοικία, με συνέπεια να χαθούν πολλοί άμαχοι. Ο χορός της απροκάλυπτης βίας έχει ήδη αρχίσει. Το FLN απαντά με τρεις γυναίκες καμικάζι να επιτίθενται σε δύο καφέ και στα γραφεία της Έιρ Φρανς, στην ευρωπαϊκή συνοικία του Αλγερίου. Ένα ειδικό σώμα περίπου οκτώ χιλιάδων επίλεκτων ανδρών και γυναικών «χωρίς θεό και δίχως νόμο» βρίσκεται αντιμέτωπο με διακόσιες χιλιάδες γάλλους στρατιώτες, που επί εννέα ολόκληρους μήνες απαντούν με αιματοκύλισμα των φτωχογειτονιών της Κάσμπα (το «κάστρο» του FLN, στην πρωτεύουσα Αλγέρι) και προχωρούν σε θηριώδεις αιματοχυσίες, συλλήψεις, βασανισμούς, δολοφονίες και ισοπέδωση ολόκληρων συνοικιών. Και όλα αυτά στο όνομα της «καταπολέμησης της τρομοκρατίας».

Με την απόφασή του να επιλέξει ερασιτέχνες άραβες ηθοποιούς και με την προσθήκη γυναικών (μιας και ήταν ζωτική και ουσιώδης η προσφορά τους στην ανεξαρτησία), αλλά και με ένα μόνο επαγγελματία ηθοποιό (κυρίως θεατρικό), τον Ζαν Μαρτίν (ενσάρκωσε τον συνταγματάρχη Mathieu), ο Ποντεκόρβο συνδυάζει εκπληκτικά δύο διαφορετικά είδη κινηματογράφου: το ντοκιμαντέρ και το κλασσικό σινεμά.
(Χαρακτηριστικό, μα και συνάμα οξύμωρο, είναι το σημείο της ταινίας όπου ο γάλλος συνταγματάρχης Ζαν Μαρτίν κραυγάζει προς την αντίπαλη πλευρά: «Πώς μπορείτε να μας αποκαλείτε “φασίστες”; Ήμασταν μέλη της αντίστασης, πολεμήσαμε το ναζισμό!..» μη μπορώντας να αντιληφθεί τι του καταμαρτυρεί η άλλη πλευρά, καθόσον οι μνήμες του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου ήταν ακόμη νωπές…)

 Η καταιγιστική, θυελλώδης δυναμικότητα της ταινίας, με πλήρη εστίαση στην απροκάλυπτη ωμότητα της βίας και της καταστολής των γαλλικών στρατευμάτων, ενόχλησε τις γαλλικές κυβερνήσεις, οι οποίες και την είχαν απαγορεύσει ώς το 1971, ενώ η γαλλική κοινή γνώμη βρέθηκε μοιρασμένη στα δύο. Η πρώτη προβολή της στο Παρίσι (μια λογοκριμένη έκδοση που κατέβηκε αμέσως) σημαδεύτηκε από συγκρούσεις και διαδηλώσεις από ακροδεξιούς της OAS – Algerie (Οργάνωση Μυστικού Στρατού Αλγερίας) με την αστυνομία. Χαρακτηριστικό, δε, είναι ότι το φιλμ προβλήθηκε στη γαλλική τηλεόραση μόλις το 2004! Η ταινία δεν άφησε όμως «ασυγκίνητο» και το αμερικάνικο υπουργείο Εξωτερικών, καθώς το 2003 το Πεντάγωνο την πρόβαλε με αφορμή την εισβολή του αμερικανικού στρατού στο Ιράκ σε αξιωματικούς του Στρατού και ειδικούς επί πολεμικών θεμάτων υπό τον… ηχηρότατο τίτλο «Πώς να κερδίσετε τη μάχη κατά της τρομοκρατίας και να χάσετε τον πόλεμο των ιδεών», αναφέρουν οι «New York Times».

Τη μουσική της ταινίας έχει επιμεληθεί ο εκπληκτικός ιταλός συνθέτης Έννιο Μορικόνε. Ο Μορικόνε, συνδυάζοντας τον Μπαχ, τη μουσική των Βεδουίνων, τα εμβατήρια αλλά και την τζαζ του ’50, μεγαλουργεί συνθέτοντας ένα απο τα εξαιρετικότερα σάουντρακ ταινιών. Ακόμη και οι κραυγές των γυναικών, οι θρήνοι, οι ήχοι των πυρών και οι εκρήξεις των βομβών γίνονται μουσική, μια ριζοσπαστική μουσική. «Όλα ξεκίνησαν, όταν ο Gillo μού ζήτησε να γράψω τη μουσική για τη “Μάχη του Αλγερίου”» αναφέρει ο ίδιος. «Με εξέπληξε διότι ήμουν ακόμα νέος στο χώρο. Γνώριζα την προηγούμενη ταινία του, το “Kapo”, και το θεωρούσα εκπληκτικό φιλμ. Τον ρώτησα ωστόσο γιατί διάλεξε εμένα. Με εξέπληξε για ακόμα μια φορά, διότι μου είπε πως είχε δει το “Για Μια Χούφτα Δολάρια ”, το δεύτερο γουέστερν του Λεόνε, του άρεσε πολύ η μουσική και έτσι αποφάσισε να μου προτείνει το σάουντρακ της “Μάχης”. Δέχτηκα, μιας και ήμουν σίγουρος πως θα γινόταν ένα καταπληκτικό φιλμ, αλλά και πως θα έκανα πολύ καλή δουλειά». «Και πράγματι» συνεχίζει «ήμουν πολύ περήφανος εκείνο τον καιρό — κι ακόμα είμαι. Από τη μια δεν ήθελα ο σκηνοθέτης να έχει να κάνει με τη μουσική της ταινίας, αλλά ο Gillo ήξερε, διαισθητικά, τη μορφή της μουσικής που χρειαζόταν η ταινία. Η φαντασία και οι γνώσεις του πάνω στη μουσική με βοήθησαν πολύ και στη “Μάχη” αλλά και σε όλα τα υπόλοιπα φιλμ που κάναμε μαζί. Οι τέσσερις νότες που είχε στο μυαλό του για το βασικό μοτίβο ήταν πολύ απλές. Ήταν η βάση για όλη τη μουσική που συνέθεσα για την ταινία. Το σημαντικό είναι ότι αυτό το μικρό θέμα ήταν σε απόλυτη αρμονία με το προφίλ του αλγερινού λαού και, αν και ήταν μια δυτικής μορφής σύνθεση, είχε τις βάσεις της στην τοπική μουσική παράδοση. Στη σκηνή της σφαγής η μουσική είναι κατεξοχήν δική μου. Σ’ αυτό το σημείο δεν ήθελα ο Gillo να έχει καμία ανάμειξη. Ήθελα η μουσική να μην επηρεαστεί ούτε στο ελάχιστο από εκείνον. Είναι η ίδια μουσική που υπάρχει και στη σκηνή της σφαγής στην Κάσμπα αλλά και σε εκείνη της βομβιστικής επίθεσης στο μπαρ. Η πρώτη είναι μεγαλύτερης διάρκειας, αλλά το ίδιο συγκινητική. Ο Gillo έκλαψε όταν την ηχογραφούσαμε».

Στην ταινία απονεμήθηκε το «Χρυσό Λιοντάρι» και το Βραβείο των Κριτικών στο Φεστιβάλ Βενετίας του 1966, ενώ ήταν υποψήφια και για τρία Οσκαρ: Καλύτερης Σκηνοθεσίας, Καλύτερου Σεναρίου και Καλύτερης Ξένης Ταινίας.

Σκηνοθεσία :Τζίλο Ποντεκόρβο Διεύθυνση Φωτογραφίας : Μαρτσέλο Γκάτι.

Παίζουν: Μπραχίμ Χατζιάγκ, Ζαν Μαρτέν, Γιασέφ Σααντί Παραγωγή: ΑΛΓΕΡΙΑ/ΙΤΑΛΙΑ (1966)

Το εγκώμιο όμως για την εκπληκτική δυναμική της «Μάχης» έπλεξε και μία από τις σημαντικότερες εγχώριες μορφές στον χώρο της κριτικής κινηματογράφου, ο Βασίλης Ραφαηλίδης, γράφοντας στην εφημερίδα «Το Βήμα» της 15ης Απριλίου 1975 τα εξής:

«Ένας διπλός θρύλος συνοδεύει τούτη την ταινία, γυρισμένη το 1965 στο Αλγέρι την περίοδο που ο Μπουμεντιέν ανέτρεπε τον Μπεν Μπέλα χρησιμοποιώντας, μεταξύ άλλων, τα άρματα και τους στρατιώτες που είχαν παραχωρηθεί στον Ποντεκόρβο για τις ανάγκες του γυρίσματος, έτσι ώστε, για πρώτη φορά ίσως, ο κινηματογράφος να πάρει μέρος στο «φτιάξιμο» της ιστορίας περνώντας από τη φιξιόν κατευθείαν στην πράξη, προκαλώντας μ’ αυτόν τον τρόπο μια πολύ χαρακτηριστική σύγχυση στους κατοίκους που προς στιγμήν μπέρδεψαν το σινεμά με την πραγματικότητα: 1) Ο Τζίλο Ποντεκόρβο είναι γιος του διάσημου ατομικού επιστήμονα που κατέφυγε στη Σοβιετική Ένωση αμέσως μετά τον πόλεμο, συναποκομίζοντας κάποια μυστικά. Ήταν φυσικό ο θρύλος του πατέρα να συνοδεύει και το γιο, πολύ περισσότερο όταν κι αυτός, όπως ο πατέρας, δεν έκρυβε τη μαρξιστική του τοποθέτηση. Ο Ποντεκόρβο, άνθρωπος κολοσσιαίας κουλτούρας, χρησιμοποιεί τον κινηματογράφο κατά κάποιον τρόπο σαν χόμπι ή μάλλον όταν νομίζει πως έχει να πει κάτι το πολύ σημαντικό. Όντας μαθητής και φίλος του Γιόρις Ίβενς γύρισε πολλά ντοκιμαντέρ — και μόνον τέσσερις ταινίες μεγάλου μήκους από τις οποίες το Καπό (1960) τον έκανε διεθνώς γνωστό. 2) Η μάχη, του Αλγερίου απέχει απ’ τα πραγματικά περιστατικά (στα οποία αναφέρεται) ελάχιστα χρόνια, γυρίστηκε εξ ολοκλήρου στον τόπο όπου αναφέρεται η ιστορία, και χρησιμοποιεί ως κομπάρσους τους ανθρώπους που στον απελευθερωτικό πόλεμο του Αλγερίου ήταν οι πραγματικοί πρωταγωνιστές της Ιστορίας.Αυτοί οι δύο παράγοντες (ο ένας υποκειμενικός και ο άλλος αντικειμενικός) σίγουρα έπαιξαν το ρόλο τους στη φήμη της ταινίας.

Όμως, τούτη η φήμη δεν είναι αποκύημα της μυθοποιητικής φαντασίας μόνο: ο Ποντεκόρβο, ένας μανιακός περφεξιονίστας που δουλεύει χρόνια πάνω σ’ ένα σενάριο, είναι ένας δημιουργός με στιλ απολύτως προσωπικό. Αρνούμενος κατηγορηματικά τις ευκολίες του στούντιο, γυρίζει πάντα σε φυσικούς χώρους, στους οποίους, όμως, κάνει τόσες επεμβάσεις ώστε αυτοί να μεταλλάσσουν σ’ ένα πελώριο ντεκόρ. Έτσι, ο Ποντεκόρβο — ντοκιμαντερίστας βρίσκεται πάντα στο οικείο του περιβάλλον ελέγχοντας και την τελευταία του λεπτομέρεια, σαν να επρόκειτο για ένα στημένο ντεκόρ λίγων τετραγωνικών μέτρων.
Απ’ την άποψη της διευθέτησης ταυ φυσικού χώρου Η μάχη του Αλγερίου είναι ένας σωστός άθλος: η πόλη του Αλγερίου μοιάζει να ‘χει αδειάσει από τους κατοίκους της και να ‘χει ξαναγεμίσει από τους ιδίους, αλλά αυτή τη φορά υπό την ιδιότητα των κομπάρσων που κινούνται στον φυσικό τους χώρο, ο οποίος έπαψε να ‘ναι “φυσικός” καθώς βάφτηκε, ανακαινίστηκε, ξηλώθηκε, γκρεμίστηκε και —προπαντός— φωτίστηκε σαν να ‘ταν μια κολοσσιαία σκηνή θεάτρου.Μέσα σ’ αυτόν το “ρετουσαρισμένο” πραγματικό χώρο τοποθετείται μια “ρετουσαριομένη” πραγματική ιστορία. Η ιστορία τής Κάσμπα (της παλιάς μουσουλμανικής συνοικίας της πόλης), που υπήρξε (κυριολεκτικά) η ακρόπολη της αλγερίνικης επανάστασης.

Όπως και το ντεκόρ, η ιστορία είναι πραγματική αλλά ανασυνθεμένη απ’ τον γόνιμο σεναρίστα του Ποντεκόρβο, τον Φράνκο Σολίνας, με τρόπο ώστε το “ρετούς” να υπηρετεί τις ανάγκες του Ποντεκόρβο και όχι την αντικειμενικότητα της Ιστορίας — μια αντικειμενικότητα που δεν χάνεται, βέβαια, ως αίτημα αλλά και που δεν μπαίνει τροχοπέδη στην άποψη του Ποντεκόρβο γι’ αυτή την Ιστορία, που δεν είναι καθόλου επική.
Εν πάση περιπτώσει, πρόθεση του δεν είναι να κάνει ένα ιστορικό φρέσκο ή ένα έπος σε στιλ “Θωρηκτό Ποτέμκιν” ή ένα ανασυνθεμένο ντοκιμαντέρ, αλλά να ερμηνεύσει τη διαδικασία της γέννησης ενός ιδιόρρυθμου αντάρτικου, το οποίο ως τρόπος δράσης και ως νοοτροπία βρίσκονταν πάρα πολύ κοντά στις απόψεις του Φραντς Φανόν για το επαναστατικό δυναμικό των λούμπεν. (Άλλωστε, ο Φανόν έγραψε το “Της γης οι κολασμένοι” με βάση τις εμπειρίες του απ’ την αλγερίνικη επανάσταση, της οποίας υπήρξε ο θεωρητικός.)

Ένα τέτοιο αντάρτικο δε στηρίζεται στη “διαφώτιση” και συνεπώς στη “λογική” ένταξη, αλλά στην ενεργοποίηση των ενστίκτων του μίσους και της επιθετικότητας του καταπιεσμένου που εκρήγνυται κατά κύματα, άτακτα, αλλά με μια δύναμη σαρωτική. Είναι προφανές ότι μια τέτοια νοοτροπία θα ήταν εντελώς ακατάλληλη να υπαγορεύσει ένα επικό στιλ στον τομέα της αισθητικής, πράγμα που το γνώριζε άριστα ο Ποντεκόρβο. Γι’ αυτό, κοίταξε την Ιστορία μέσα απ’ τα μάτια εντελώς εξατομικευμένων ηρώων που μοιάζουν να βγαίνουν απ’ τη μάζα των κομπάρσων, να παίζουν το ρόλο τους και να ξαναχάνονται στην ίδια μάζα. Έτσι, η ατομική περίπτωση (π.χ. του κεντρικού ήρωα Αλή) παραπέμπει αυτόματα στη γενική που τη συμβολοποιεί και τη συγκεκριμενοποιεί.

Αυτή η σχέση του ήρωα με τη μάζα στην οποία οργανικά ανήκει, γίνεται φανερή και κατά την αντίστροφη φορά: οι κομπάρσοι χάνουν την ανωνυμία και το διακοσμητικό τους χαρακτήρα καθώς αποτελούν την «πηγή» από την οποία ξεκινάει και στην οποία καταλήγει ο εξατομικευόμενος ήρωας. Γι’ αυτό ακριβώς ο θεατής έχει την εντύπωση πως τα πλάνα που περιγράφουν τη δράση ενός συγκεκριμένου ήρωα είναι ΥΠΟΚΕΙΜΕΝΙΚΑ μιας μάζας νοούμενης σαν ένα πολυκέφαλο πρόσωπο. Είναι φανερό, λοιπόν, πως οι κομπάρσοι αποτελούν ένα είδος χορού που άλλοτε σχολιάζει και παρακινεί σε δράση και άλλοτε δρα —ανάλογα με τις γρήγορες μεταπτώσεις— απ’ το γενικό στο ειδικό και αντίστροφα.
Τούτες οι μεταπτώσεις, υπαγορευμένες απ’ την «ψυχολογική» ιδιομορφία της αλγερινής επανάστασης, δικαιολογούν τόσο τα απότομα ξεκινήματα και σταματήματα της δράσης όσο και την εκπληκτική τελευταία σκηνή στην οποία περιγράφεται το απροσδόκητο και εντελώς ξαφνικό (φαινομενικά) χύσιμο στους δρόμους ενός πλήθους έτοιμου να σαρώσει τους πάντες και τα πάντα ύστερα από δύο ολόκληρα χρόνια σχεδόν απόλυτης αδράνειας.

Η ταινία του Ποντεκόρβο δεν είναι μόνον η περιγραφή του πρώτου αντάρτικου των πόλεων. Είναι συγχρόνως και μια σοφή μαρξιστική μελέτη πάνω στο υποκείμενο της Ιστορίας, που είναι ταυτόχρονα και το αντικείμενο της: ο λαός φτιάχνει την Ιστορία για τον εαυτό του και όχι για τους αφεντάδες, τη φτιάχνει μόνος του και όχι διά εντολοδόχων. Βέβαια, έτσι γινόταν πάντα και ο Ποντεκόρβο δεν κομίζει γλαύκα εις Αθήνας. Όμως, γνωρίζετε πολλούς κινηματογραφιστές που κατάφεραν να χρησιμοποιήσουν ταυτόχρονα το υποκείμενο της ιστορίας και ως αντικείμενο της; Ο Ποντεκόρβο δεν απλοποιεί τη διαλεκτική για λόγους σκοπιμότητας και κατανοητότητας. Προτιμάει τη χεγκελιανή φόρμουλα “ταυτότητα της ταυτότητας και τη μη ταυτότητας” παρά την υπεραπλουστευμένη της μορφή “θέση-αντίθεση-σύνθεση” που προκάλεσε τόσες συγχύσεις και τόσες παρανοήσεις με την έννοια της χρονικής διαδοχής που προϋποθέτει. Στο χεγκελιανό σχήμα, κάτι “είναι και ταυτόχρονα παύει να είναι” την ίδια στιγμή, η κατάφαση εμπεριέχει την άρνηση της. Στο εκλαϊκευτικό σχήμα, η άρνηση έπεται χρονικά της κατάφασης και σ’ ένα τρίτο χρονικό στάδιο δημιουργεί μια νέα κατάφαση.

Ο Ποντεκόρβο είναι ένας πολύ μεγάλος διαλεκτικός, και η φήμη του κάθε άλλο παρά μύθος είναι. Ο Γαβράς και οι όμοιοι του, αν τον πρόσεχαν λιγάκι (και αν έπιαναν και κανένα βιβλίο στο χέρι τους), θα ντρέπονταν για ταινίες σαν την “Κατάσταση πολιορκίας” π.χ., με την οποία ο θεατής, αν βρει κάποιες ομοιότητες, θα πρέπει να τις θεωρήσει εντελώς τυχαίες».

 Από την – Arte Povera –

η μάχη του Αλγερίου

Μοναχά οι οργανωμένοι κομουνιστές [που νομίζουν πως είναι τέτοιοι, στην πραγματικότητα δεν είναι άλλο παρά βολεμένα γρανάζια στην ασφάλεια, την θαλπωρή ενός γραφειοκρατικού μηχανισμού-τέρατος που με τον κοινοτισμό έχει τόση σχέση όση εγώ με έναν αστροναύτη της ΝΑΣΑ ]. Αυτοί λοιπόν και η αστυνομία μοναχά μας αντιμετωπίζουν εχθρικά. Με τους πρώτους να καταρρίπτουν όλα τα ρεκόρ μιας και τους χαλούμε το παιχνίδι, ξεσκεπάζοντας καθημερινά στα μάτια του κόσμου την άθλια τους παράσταση.

Rock the casbah, The Clash.

Γνωρίζω ένα πρωινό, στο σιδηροδρομικό σταθμό τρεις αμερικάνους νεαρούς, μια κοπέλα και δύο αγόρια. Τους προσκαλώ στο σπίτι, τους φιλεύω και τους φιλοξενώ τη νύχτα, το χρειάζονταν. Την άλλη μέρα θα φύγουν για Μόντε Κάρλο στη Γαλλία, έτσι λέει το πρόγραμμά τους. Τα σακίδια στις πλάτες τραβούν την προσοχή μου μιας και νιώθω αιώνιος περιπλανώμενος ταξιδευτής.
Βγάζω με χαρά εισιτήριο και φεύγω μαζί τους. Μένουμε στο Πριγκιπάτο δυο μέρες και μια νύχτα και οι δρόμοι μας χωρίζουν. Εκείνοι συνεχίζουν στη Γαλλία κι εγώ επιστρέφω. Είναι όλα υπέροχα, η τσέπη όμως δεν αντέχει, η ζωή κοστίζει πανάκριβα εκεί. Το περπατήσαμε ολόκληρο, κρίμα που δεν πέσαμε σε περίοδο του γκράν πρι για να απολαύσουμε το θέαμα, αν και πιστεύω πως τότε οι τιμές θα τινάζονται στα ύψη.

Δεν σκέφτηκα ποτέ δεύτερη φορά πριν πάρω κάποια απόφαση, εννοώ πως δεν κοντοστάθηκα ποτέ, έδρασα αυθόρμητα, με την καρδιά περισσότερο παρά το μυαλό. Γι αυτό πιθανόν και να μου κάθισαν οι καταστάσεις. Για πολλά χρόνια συμβαίνει αυτό, μόλις μπαίνει στη μέση η αμφιβολία όλα χαλούν. Ίσως αυτό να είναι το αστέρι!
Εάν δεν κομπιάζεις, εάν δεν φοβάσαι το λάθος, τότε όλα πάνε καλύτερα. Τα προβλήματα ξεκινούν με την αμφισβήτηση των αποφάσεών σου, τη διστακτικότητα.
Εμπιστοσύνη. Αυτή είναι η μαγική λέξη που ανοίγει την πόρτα της ζωής διάπλατα.

Απαγορεύεται αυστηρά η γκρίνια.
Εμπιστοσύνη στον εαυτό σου και στο σύμπαν. Στην αρμονία που υπάρχει σε αυτό.
Ας σκεφτόμαστε αυτόνομα, ας δρούμε αυτόνομα, με εμπιστοσύνη και υπομονή. Κάθε στιγμή είναι μαγική, αυτή υπάρχει, ανεξάρτητη από το πριν και το μετά. Να τη ζήσουμε.
Να ακούμε. Να βλέπουμε. Να κοιτάζουμε με προσοχή. Κι αν χρειαστεί να περιμένουμε ένα λεπτό…. Ας το κάνουμε. Θα ακούσουμε. Ας δείξουμε εμπιστοσύνη. Θα δούμε.
Βλέπουμε!

DSC02236

Ματωμένη Κυριακή

Για μένα τραγουδώ – Βασίλης Παπακωνσταντίνου

Συνεχίζεται

τα βιβλία του μιχάλη, i libri di michele

Θ. εκενώστε τους δρόμους από τα όνειρα – 7

Μεγάλη στιγμή για την πόλη, αρχές καλοκαιριού, το Ιστορικό Ποδόσφαιρο της Φλωρεντίας. Ακούστε τι λεν οι ίδιοι οι αγωνιζόμενοι γι αυτή την εμπειρία : ‘υπάρχει ένα αρχαίο παιχνίδι, ένα παιχνίδι δίχως κανόνες, όπου οι σύντροφοι είναι αδελφωμένοι με αίμα και οι αντίπαλοι ορκισμένοι εχθροί. Τέσσερις ομάδες, τέσσερα χρώματα, αγωνίζονται για τις γυναίκες τους, κερδίζουν για τη γειτονιά τους. Πολλοί άντρες, μια μόνο επιθυμία : να νικήσουν το φόβο, να ανακαλύψουν τον εαυτό τους, μέσa από γροθιές, χάδια και βεγγαλικά’.

Είναι λοιπόν το αντίστοιχο μεσαιωνικό ποδόσφαιρο. Στη Σιένα κάνουν το Palio, ιπποδρομίες μέσα στους ειδικά διαμορφωμένους δρόμους του ιστορικού κέντρου της πόλης.
Εδώ αγωνίζονται με την μπάλα, κάτι σαν ράγκμπυ, χρησιμοποιούν και τα πόδια. Πρέπει να βάλουν το γκολ με οποιονδήποτε τρόπο μπορούν, και παίζουν εικοσιπέντε από κάθε πλευρά, χωρίς αλλαγές, για πενήντα λεπτά, κάθε Μάιο.
Ντυμένοι με τις αρχαίες φορεσιές τους οι αθλητές από τις τέσσερις ιστορικές συνοικίες της πόλης, την μέρα που γιορτάζουν τον Αι Γιάννη, προστάτη της Φλωρεντίας.
Κάνουν λοιπόν το τουρνουά τους ντυμένοι στα χρώματα της γειτονιάς.
Κλείνει όλη η πλατεία των Ευγενών, στήνονται ξύλινες κερκίδες γύρω γύρω και στρώνεται χώμα καταγής. Οι παίκτες κυλιούνται, χτυπιούνται και κάνουν τα πάντα για να κερδίσουν το τόπι και να το σπρώξουν στην εστία.

Η φάση είναι αρκετά άγρια, κτυπήματα επιτρέπονται, λεπτομέρειες δεν θυμούμαι. Γίνεται πανζουρλισμός στις κερκίδες με τα τραγούδια και τα συνθήματα.
Και όταν οι καιροί είναι περισσότερο τεταμένοι από το κανονικό δίνεται στην ατμόσφαιρα και κοινωνικοπολιτική χροιά .
Έχει προηγηθεί η πορεία των αθλητών και των συνοδών τους, που τους καθοδηγούν στη διάρκεια του αγώνα πίσω από την εστία οι αρχηγοί της αποστολής.
Πρόπερσι οι θεατές συγκρούστηκαν με την αστυνομία στο τέλος, μέχρι αργά τη νύχτα. Η αφορμή άσχετη με τον αγώνα, αιτία η σκληρή στάση που κράτησε η αστυνομία στη συνοικία του Σταυρού, όπου βρίσκονται οι φυλακές της πόλης, στη διάρκεια διαμαρτυρίας των φυλακισμένων. Όλη η συνοικία στο πόδι ζητά την ικανοποίηση των όρων που θέτουν οι εξεγερμένοι. Η αστυνομία κυριολεκτικά φέρεται σαν στρατός κατοχής και καταστέλλει άγρια τη στάση. Της το φυλάνε λοιπόν οι κάτοικοι και λίγους μήνες μετά ανταπαντούν με την λήξη του τελικού του Ιστορικού Ποδοσφαίρου.

Κλείνουμε λοιπόν την μικρή παρένθεση που ανοίξαμε και επιστρέφουμε στη περιγραφή μας.
Το παιχνίδι τελειώνει πριν τη δύση του ήλιου. Βλέπεις, τα χρόνια που πρωτοπαίχτηκε δεν υπάρχει ηλεκτρισμός
Το Δημαρχείο είναι στολισμένο με τα λάβαρα των διαγωνιζομένων, όλο το σκηνικό είναι στημένο εκεί μπροστά μιας και το Κυβερνείο της πόλης δεσπόζει στην μεγάλη πλατεία με το τεράστιο άγαλμα του Δαυίδ που φιλοτέχνησε ο Μικελάντζελο.

Disoccupate le strade dai sogni, Anno 1977, CLAUDIO LOLLI

ALBA MECCANICA ΜΗΧΑΝΙΚΗ ΑΥΓΗ
Η αυγή επινοεί μια ρόδα στο Torino
Η αυγή επινοεί μια ρόδα στο Milano
στην Bologna
Η αυγή επινοεί μια ρόδα στο Βερολίνο
στη Napoli
στη Ρώμη
Μηχανικά με την έλευση του ήλιου
Αρχίζοντας να γυρνούν όλες μαζί απ’ τον ήλιο
Άρχισαν όλες να γυρνούν…….
Η αυγή επινοεί ένα γρανάζι
ο ήλιος το λειαίνει με το γράσο του
Η αυγή επινοεί μια ρόδα που γυρνά
Ανέπνευσε σύντροφε τον αέρα που φυσά
Ανέπνευσε σύντροφε μια σταγόνα από γράσο
Μα μη την ανασαίνεις σε παρακαλώ
είναι η σοσιαλδημοκρατία
και μη την ανασαίνεις πολύ δυνατά
είναι η μηχανική του θανάτου σου,
η μηχανική του θανάτου σου,
η μηχανική του θανάτου σου, του….

Σε αυτή εδώ την πλατεία, τον μήνα που μας πέρασε, ο Αλμιράντε, ηγέτης του φασιστικού κόμματος, προσπάθησε να βγάλει λόγο. Μίλησε, ναι, γιατί τον προστάτευσε όλη η αστυνομική δύναμη της περιοχής. Την ίδια ώρα όμως, ολόκληρο το κέντρο, γύρω από την πλατεία, έχει μετατραπεί σε πεδίο μάχης από τους χιλιάδες αντιφασίστες που διαδηλώνουν την αντίθεσή τους στην παρουσία των, καταδικασμένων στην ιστορική μνήμη, απογόνων αυτών που αιματοκύλισαν την ανθρωπότητα μόλις λίγα χρόνια νωρίτερα.

Τα σκυλιά των αφεντικών γαβγίζουν και κυνηγούν. Χτυπούν, γεμίζουν τον τόπο χημικά, μόνο και μόνο για να μη διακοπεί η γιορτή της μισαλλοδοξίας. Παντού και πάντα κρυπτοφασίστες. Η φύση της δουλειάς τους τους κάνει τέτοιους. Το να είναι ιδανικό της δουλειάς σου, το καθήκον σου, να δέρνεις κόσμο δεν μπορεί να σταθεί σε έναν φυσιολογικό νου. Πρέπει να είσαι διεστραμμένος, δεν γίνεται διαφορετικά.
Τέλος πάντων. Επί ώρες δίνουμε μάχες, σώμα σώμα κάποιες στιγμές, κυρίως όμως εκ του συστάδην με τις δυνάμεις της ανομίας, προσπαθώντας να προσεγγίσουμε το σημείο.
Κάπου αλλού όμως, εκεί τριγύρω, σύντροφοι πυρπολούν παρκαρισμένες κλούβες που περιμένουν να τους περιμαζέψουν. Βλέπετε, η αχλάδα έχει την ουρά της πίσω.

Μιας λοιπόν και αυτοί είναι απασχολημένοι στο ‘θεάρεστο’, ευλογημένο από την επίσημη εκκλησία έργο τους, τα γραφεία των αεροπορικών εταιρειών της Ισπανίας Γερμανίας και Χιλής φλέγονταν. Η καταστολή και οι δολοφονίες, τα βασανιστήρια συντρόφων σε ημερήσια διάταξη στις τρεις αυτές χώρες. Οι σύντροφοι δεν ξεχνούν, δεν συγχωρούν. Στέκονται αλληλέγγυοι σε ανθρώπους που στενάζουν, που αγωνίζονται σε άλλες γωνιές της γης, προσφέροντας τις ζωές τους.
Άσε δε που, πολυκατάστημα συμφερόντων εταιρείας, μέτοχοι της οποίας δεν κρύβουν τη συμπάθειά τους στις φασιστικές πρακτικές, ‘ξαλαφρώνονται’ από προϊόντα τους. Για να προσφέρουν έτσι στον αγώνα των κοινωνικών πολεμιστών. Για να μη ξεχνιόμαστε.
Όταν συνηθίζεις σε μια τέτοια ένταση, εκεί που η αδρεναλίνη εκρήγνυται, εκεί που η ατμόσφαιρα μυρίζει φωτιά, στην αλληλεγγύη που γεννιέται στα οδοφράγματα, δεν μπορείς να κάτσεις ήσυχος μετά. Θέλεις ξανά, κι άλλο. Το ζητά ο οργανισμός σου! Στην ησυχία ‘παθαίνεις’.

Οι φασίστες δεν έχουν παρουσία στην πόλη. Όλα εκείνα τα χρόνια που έζησα εκεί είναι η μοναδική φορά που ξεμυτίζουν από τις τρύπες τους. Νομίζω πως η περίοδος είναι προεκλογική και δια τούτο κάνουν την απόπειρα.
Είναι τότε που οι οργανώσεις της εξωκοινοβουλευτικής αριστεράς, ή μάλλον ότι έχει απομείνει από αυτές, κατεβαίνουν ενωμένες στην εκλογική φάρσα. Το πιο υγιές κομμάτι τους έχει διαλυθεί μέσα στο κίνημα.

Αναπτύσσονται σε κάθε χώρο αυτόνομες κοινότητες, επιτροπές, συνελεύσεις. Οι σύντροφοι από τις μεγάλες ριζοσπαστικές ανατρεπτικές οργανώσεις διαχέονται εκεί μέσα μεταφέροντας εμπειρίες χρόνων, αφομοιώνοντας καινούριες εντάσεις, νέα προτάγματα. Έχει γεννηθεί ένας καινούριος τρόπος να σκέφτεσαι, να ζεις και να δρας πολιτικά. Μια καινούρια πολιτική κουλτούρα είναι γεγονός.
Αυτόνομη.
Αφομοίωσαν και αφομοιώθηκαν.

  • Πως να ξεχάσεις εκείνες τις Απόκριες! Κάνει κρύο θανατηφόρο, έχει χιονίσει κιόλας, τα πάντα είναι παγωμένα. Μέρες τώρα κρυφές συζητήσεις, ανεπίσημα, στις παρέες, κάτι προετοιμάζουν.
    Έτοιμοι του μεγάλου Καρναβαλιού τη μέρα, παντού στην πόλη τριγυρνούν μεγάλες παρέες μασκαρεμένων. Μπαίνουν στα πολυκαταστήματα και τα ξελαφρώνουν. Γελώντας επισκέπτονται τα εστιατόρια τα απλησίαστα. Παραγγέλνουν με χαρά, χορταίνουν την πείνα τους και αποχωρούν τραγουδιστά. Δίχως να καταβάλουν αντίτιμο. Η μέρα το σηκώνει, η μέρα το ζητά. Στους κινηματογράφους επίσης. Η πρακτική των αναγκών.
    Κουβαλούν στις πλάτες τεράστιες παραστάσεις συγκρούσεων κι έτσι γίνονται άριστοι δάσκαλοι και καθηγητές. Έχουν, επί το πλείστον, αποβάλει ιεραρχικά μοντέλα και διαχωρισμούς, αφήνουν στην άκρη σκέψεις και ιδεολογήματα πρωτοπορίας, έχουν σαφώς δεχθεί ελευθεριακές επιδράσεις και απόψεις από την περιρρέουσα ευρωπαϊκή ατμόσφαιρα που γεννιέται μετά την σφοδρή καταιγίδα του ’68 και των εργατικών αναταραχών στα εργοστάσια του βορρά, από την εργατική αυτονομία στην πράξη και τις συμπεριφορές, νέοι αυτόνομοι από ότι μυρίζει γεροντίλα, αριστερή παράδοση, αριστερή συντήρηση και τα συναφή.

Αρπάζουν την ζωή από τα κέρατα, καβαλούν το φτερό του καρχαρία, επιθυμούν σφόδρα να τον οδηγήσουν εκεί που ονειρεύονται, εκεί που δεν είχε κολυμπήσει κανείς νωρίτερα. Δίχως ευνουχισμούς, δίχως αναβολές. Δεν περιμένουν να ωριμάσει τίποτα.
Το φρούτο έχει πέσει κιόλας από το δέντρο.
Με πυξίδα την καρδιά τους, αλληλεγγύη με όσους υφίστανται καταπίεση, με όλους τους εξουσιασμένους που ασφυκτιούν. Αλληλεγγύη ανάμεσα σε χώρους, εκεί κάτω, διάσπαρτους στη Μητρόπολη, τη ζούγκλα του ‘ανεπτυγμένου’ κόσμου.
Το νέο επαναστατικό υποκείμενο είναι εδώ, δεν σηκώνει την καταπίεση και απαιτεί αυτοδιάθεση, εδώ και τώρα. Αυτονομία.
Δεν δέχονται τους παλιούς κώδικες συμπεριφοράς, δοκιμάζουν τους δικούς τους που αποπνέουν φρεσκάδα, σίγουρα με το βλέμμα στραμμένο και προς εμπειρίες που το ανατρεπτικό κίνημα έχει παράξει τις δεκαετίες που πέρασαν. Ζωγραφίζουν με τα δικά τους πινέλα, αφήνουν το στίγμα τους στη μουσική, το χορό, στις τέχνες γενικότερα και τον πολιτισμό.

Η σεξουαλική απελευθέρωση και τα κινήματα αμφισβήτησης στην Αμερική και Ευρώπη έχουν σταθεί πρόδρομοι. Τα αντάρτικα κινήματα σε Λατινική Αμερική, την Ασία και την Αφρική και τελευταία στην Ευρώπη. Εκφραστές τους ο Μαρκούζε, ο Ντεμπόρ, ο Μάης. Η μάχη του Αλγερίου, οι περιπέτειες και η θυσία του Γκεβάρα. Οι ανίκητοι Βιετναμέζοι επαναστάτες Βιετκόνγκ. Ο Σαλβατόρ Αλιέντε. Η Ισπανική ΕΤΑ τότε που ο φυσικός διάδοχος του Φράνκο, ο Καρέρο Μπλάνκο ίπταται στον ουρανό της Μαδρίτης και προσγειώνεται ένα οικοδομικό τετράγωνο παραπέρα μετά από ενέδρα που του στήνουν οι σύντροφοι.
Οι Τουπαμάρος, η ΡΑΦ και ο ΙΡΑ και το MIR.

http://www.exashare.com/0132kkzqvhti

η μάχη του Αλγερίου

Ο ύπνος τους δεν είναι ήσυχος. Αυτές οι εικόνες στοιχειώνουν τα όνειρα και την φαντασία τους. Βγαίνουν κατευθείαν μέσα από τα σκαμμένα λαγούμια της Ινδοκίνας, από τα κρησφύγετα των ανταρτών όπου φυλάγονται οι απαχθέντες αμερικανοί αξιωματούχοι, που διευθύνουν τον βρώμικο πόλεμο του ιμπεριαλισμού, στην κατοχή της Νότιας Αμερικής.
Έρχεται και η Πορτογαλλική επανάσταση να χρυσώσει το κερασάκι στην τούρτα.
Φελτρινέλι, Κούρτσιο και Μάρα Καγκόλ, οι πρώτοι νεκροί, Ουλρίκε Μάιννχοφ, οι Παλαιστίνιοι αντάρτες και ο Μαύρος Σεπτέμβρης, αεροπειρατίες, Κάρλος το Τσακάλι, η κατάληψη των γραφείων των πετρελαιάδων του ΟΠΕΚ στη Βιέννη, η ματωμένη Ολυμπιάδα του Μονάχου, οι μαύροι Πάνθηρες, υψωμένες μαύρες γροθιές από τους αμερικανούς Ολυμπιονίκες στο Μεξικό, στιγμές ανεπανάληπτες, εξιτάρουν, μας πωρώνουν. Φενταγίν.

Θυμάμαι και τα λόγια των πατεράδων μας στις ταβέρνες ή όταν παίζουν με τις μπότσε, le bocce. Αναπολούν την αντίσταση και το αντάρτικο ενάντια στον Μουσολίνι και τους μελενοχίτωνες του. Νιώθουν προδομένοι από το κόμμα, που μίλησε για επανάσταση και μετά έπεσε σε κώμα.
Κι έρχεται, στη μέση της εφηβείας μας, η εκπαραθύρωση του Πινέλλι από τα γραφεία της αστυνομίας στο Μιλάνο, ‘τυφλές’ βόμβες, piazza Fontana, με δεκάδες νεκρούς στις πλατείες και τα τρένα, στο Μιλάνο, στη Μπρέσια, στη Μπολόνια.

Κρυφές επαφές των μυστικών υπηρεσιών με την Ελληνική χούντα, σχέδια προετοιμασίας πραξικοπήματος και στη χώρα μας.
Δεν ξεχνούμε, δεν συγχωρούμε, οργανωνόμαστε, προετοιμαζόμαστε. Μιας και όλα είναι πιθανά.
Δεν θα μας πιάσουν στον ύπνο.
Θέλουμε να αποφασίζουμε για τις τύχες μας.
Τα θέλουμε όλα, άμεσα. Τώρα.
Τι θέλουμε ; Τη ζωή μας. Να ορίζουμε την ζωή μας. Τις τύχες μας. Έτσι, απλά!

κίνημα ’77

Ακούμε Φραντσέσκο ντε Γκρεγκόρι, Φαμπρίτσιο ντε Αντρέ, Κλάουντιο Λόλλι, Άρεα, Πρεμιάτα Φορνερία Μαρκόνι, Λούτσιο Ντάλλα, Βάσκο Ρόσσι, Φραντσέσκο Γκουτσίνι και όλη την ξένη ροκ σκηνή.
Οι Ίντι Ιλιμάνι επισκέπτονται συχνά την χώρα κι έτσι μας δίνεται η ευκαιρία να εκφράσουμε την αλληλεγγύη μας στον δοκιμαζόμενο Χιλιανό λαό. Βρίσκονταν στην Ευρώπη σε περιοδεία διεθνούς συμπαράστασης στην προσπάθεια της αριστερής κυβέρνησης στη Χιλή να στεριώσει την ειρηνική της επανάσταση όταν συμβαίνει το πραξικόπημα, δεν επέστρεψαν ποτέ. Γυρνούν όλο τον κόσμο σε συναυλίες καταγγελίας του φασισμού και του ιμπεριαλισμού, καταγγέλλοντας τη ΣΙΑ και τις βορειοαμερικάνικες εταιρείες, που σε συνεργασία με την κυβέρνηση των ΗΠΑ δολοφονούν τον χιλιανό λαό και τον ήρωα πρόεδρό του, μαντρώνοντας χιλιάδες στα γήπεδα, εξαφανίζοντας χιλιάδες. Δολοφονώντας τον πολυαγαπημένο τους λαϊκό βάρδο Βίκτορ Χάρα ύστερα από φρικτά βασανιστήρια.
Κάθε συναυλία και διαδήλωση συμπαράστασης στο λαό.
Έτσι και με εσάς τους Έλληνες. Γυρνά ο Θεοδωράκης την Ευρώπη καταγγέλλοντας με μουσική και στίχο την δικτατορία στη χώρα του. Την ανάμιξη των βορειοαμερικάνων. Τη φίμωση και τα βασανιστήρια.
Οργανώνονται αγώνες για την απελευθέρωση των πολιτικών κρατουμένων. Για να αποτραπεί η εξόντωση του ήρωα Αλέκου Παναγούλη.

Γκεβάρα

Άλλοτε χαλαρά. Συχνά ξεσπούν συγκρούσεις. Αλληλεγγύη στους αντιστασιακούς σε κάθε γωνιά της γης.
Στην προβολή του Ζ ξεσπά διαδήλωση.
Αγαπούμε τον κινηματογράφο. Προτιμούμε αυτόν με νόημα.
‘Ο Ρόκο και τ’ αδέλφια του’, του Λουκίνο Βισκόντι, με τους Ντελόν, Ρενάτο Σαλβατόρι, Κλάουντια Καρντινάλε, Αννί Ζιραρντό.
Παθιαζόμαστε με τις ταινίες, ζούμε έντονα κάθε στιγμή, σαν να είμαστε οι πρωταγωνιστές. Παίρνουμε μέρος. Βλέπουμε και ξαναβλέπουμε, σου ανέφερα κάποιες. ‘Φιλμ Αγάπης και Αναρχίας’, με την Μαριάντζελα Μελάτο και τον Τζιανκάρλο Τζανίνι.

Δύο ποιήματα-αριστουργήματα των αδελφών Ταβιάνι από το ’72 και ’73, San Michele aveva un Gallo με τον Τζούλιο Μπρότζι και Allonsanfan με τον Μαρτσέλλο Μαστρογιάννι, που πραγματεύονται τον αγώνα του ανθρώπου, την υπαρξιακή του αγωνία και την επανάσταση.
‘Ο Ξένοιαστος Καβαλάρης’, με τον Πήτερ Φόντα και τον Τζακ Νίκολσον στο ξεκίνημά του και τον Ντένις Χόπερ που κρατά ένα ρόλο.
Θυμάμαι ακόμη ‘το μεγάλο Ανθρωπάκι’ με τον Ντάστιν Χόφμαν. Διηγείται την ιστορία της καταστροφής του δολοφόνου στρατηγού Κάσπερ από τους Ινδιάνους των ΗΠΑ. Πανηγυρίζουμε σαν τα μικρά παιδιά.

»Η άγρια συμμορία, The wild bunch, il mucchio selvaggio του Σαμ Πέκινπα είναι για εμάς κάτι σαν μανιφέστο, όπως και η Queimada του Τζίλο Ποντεκόρβο

»Η ανταρσία του Μπάουντι», με τον Μάρλον Μπράντον

Τον ‘άνθρωπο που έλεγαν Άλογο’, με τον Ρίτσαρντ Χάρις και την Κορίνα Τσοπέϊ. Μιλά για τη ζωή και τις συνήθειες των Ινδιάνων, τα έθιμά τους τα πατροπαράδοτα.
Αγαπάμε πολύ τους Ινδιάνους.
Τους κλέφτες και τους παράνομους.
Και τους σαμουράι. Κινέζους, Γιαπωνέζους.
Τα γουέστερν του Σαμ Πέκινπα, τις ταινίες του Ρόμπερτ Άλτμαν. Και φυσικά Αντονιόνι, Μπερτολούτσι, Φελίνι, Παζολίνι, Στάνλεϊ Κιούμπρικ, εκατό χρόνια μπροστά!
Ήρθε μετά η ‘Πρόβα Ορχήστρας’ του Φελίνι και ‘La Luna’ του Μπερνάρντο Μπερτολούτσι.
Χορεύουμε πολύ ναπολιτάνικες ταραντέλες στα πανηγύρια και τις γιορτές.
Η Νέα Κομπανία ντι Κάντο Ποπολάρε είναι στα φόρτε της αυτό το διάστημα.
Η ζωή στην μπρίζα.

INCUBO NUMERO ZERO, αριθμός Εφιάλτη μηδέν σε ελεύθερη μετάφραση

Η μέρα συνήθως ξεκινά βρώμικη Όπως το μελάνι της εφημερίδας μας Γραμμένο στους λευκούς τοίχους των φυλακών της Ομοσπονδιακής δημοκρατίας Μέρα με την μέρα προχωρώντας ήσυχος Βρίσκομαι σχεδόν μπροστά στο παράθυρο σου Mε μια πορεία από σπινθήρες και τα ταμπούρλα η μπάντα Η ορχήστρα. Σβήστε το φως σκεφτόταν η Ουλρίκε το σκοτεινότερο δάσος είναι κοντά, Μα σήμερα η σελήνη έχει το πρόσωπο μάγισσας Και ο ήλιος άφησε τις ακτίνες του στο υπόγειο. Σβήστε το φως σκεφτόταν η Ουλρίκε Το πιο μαύρο δάσος είναι κοντά, Αλλά ένα jumbojet γράφει »ζήτω η εργασία» Με αίμα, στον ουρανό αυτού του πρωινού.

Με ένα μεγάφωνο επάνω σε ένα κόκκινο λεωφορείο Ένας Χριστός βγαλμένος από το Circo Togni Ξεκινά έναν λόγο με αυτά τα λόγια »ελευθερώστε τους δρόμους, από τα όνειρα Είναι ενοχλητικά, άχρηστα, ζωντανά Και τα ποντίκια και τα σκουπίδια συνελήφθησαν Θα αποκεντρώσουμε το τυρί και τα αρχεία. Ελευθερώστε τους δρόμους από τα όνειρα, για να τα κρατήσουμε σε έναν καλύτερο τρόπο, Μπορούμε να σας παρέχουμε φωτοκόπιες επιταγών, Ένα ψεύτικο δίπλωμα, ένα πορτοφόλι, έναν χαρτοφύλακα. Ελευθερώστε τους δρόμους από τα όνειρα, Και καταταγείτε στην αστυνομία, Θα χρειαστεί να πάρετε μέρος Και αυτός είναι ο τρόπος Στο δικό μας σχέδιο δημοκρατίας. Ελευθερώστε τους δρόμους από τα όνειρα Και συνεχίστε να πληρώνετε το νοίκι Και κάθε ρεμάλι που έχει άλλες ανάγκες Από την απέραντη καλοσύνη μου να τρυπηθεί. Από σήμερα απαγορεύεται ο αυνανισμός Lambro e lambrusco ντυμένοι στα μαύρα Θα ανοίξουν τις λίστες της ανεργίας Επηρεάζοντας στη συνέχεια αυτές του νεκροταφείου, Και μετά, και μετά, Μετά θα χτίσουμε μεγάλα νοσοκομεία, Οι καραμπινιέροι θα είναι καλύτεροι, Η πρόνοια ίσως να είναι δωρεάν εφ όρου ζωής Και καλύτερο φαί στις φυλακές μας. Ελευθερώστε τους δρόμους από τα όνειρα Και χαρίστε μας τα λόγια σας, Να μην σας πιάσουμε κρυμμένους να κάνετε έρωτα Οι εγκληματίες να φωτίζονται από τον ήλιο. Ελευθερώστε τους δρόμους από τα όνειρα, Ελευθερώστε, ελευθερώστε. Ελευθερώστε τους δρόμους από τα όνειρα, Ελευθερώστε, ελευθερώστε. Ελευθερώστε τους δρόμους από τα όνειρα, Ελευθερώστε, ελευθερώστε. Ελευθερώστε τους δρόμους από τα όνειρα, Ελευθερώστε…»

Σε αυτό το σημείο φτάνει ένα τρομπόνι Βαδίζει με τον κώλο όμως μοιάζει ψηλό Και απαγγέλλει μουσικά ένα παράξενο τραγούδι ο Χριστός το τραγουδά και μ’ ένα σάλτο, βρίσκεται επάνω μου. »Ελευθερώστε τους δρόμους από τα όνειρα Δεν θα υπάρξει χώρος για την φαντασία Στον καθάριο παράδεισο που απαιτεί πολύ εργασία Της δικής μας νέας [σοσιαλ] δημοκρατίας»

Σε αυτό το σημείο πηδώ από τον ουρανό πηδώ απ’ το κρεβάτι Και δίνω ένα φιλί στο στόμα σ’ ένα φρικτό τέρας Και γλύφω το μελάνι, γλείφω το μελάνι, γλύφω το μελάνι της εφημερίδας μας.

Είναι αλήθεια πως η ημέρα ήταν βρώμικη Είναι αλήθεια πως η ημέρα ήταν βρώμικη Είναι αλήθεια πως η ημέρα ήταν βρώμικη Είναι αλήθεια πως η ημέρα ήταν βρώμικη

για την Ουλρίκε

Εγώ η Ουλρίκε Μάινχοφ καταγγέλω – Ωχρά Σπειροχαίτη

Ανέβηκε στις 19 Σεπ 2010

Πρόκεται για θεατρικό μονόλογο του Dario Fo και της Franka Rame. Μελοποιήθηκε από Ωχρά Σπειροχαίτη. Η εκτέλεση είναι από live στη θεσσαλονίκη.

 

Τα τραγούδια κουβαλάνε συναίσθημα, κρύβουν νοήματα, δεν είναι κείμενα που διαβάζεις και λένε συγκεκριμένα πράγματα που μεταφράσεις από γλώσσα σε γλώσσα.
Θέλω με την ευκαιρία να αναφέρω πως το έργο ‘DISOCCUPATE LE STRADE DAI SOGNI’ από τον οποίο εμπνεύστηκα τον τίτλο του βιβλίου, και από τον οποίο μόλις μετέφερα δύο τραγούδια, είναι γραμμένο για την Ουλρίκε Μάϊνχοφ και τους έγκλειστους αντάρτες της γερμανικής ΡΑΦ, από τον Κλάουντιο Λόλλι, προφητικό όσον αφορά όλα εκείνα που θα συνέβαιναν το 1977 στην Ιταλία.

  • Συνεχίζουμε.
    Αγοράζω Λαμπρέττα 180άρα, από συντρόφισσα, μεταχειρισμένη, κατεβαίνω στη Ρώμη χεινωνιάτικα με φίλο, χωρίς εξοπλισμό, τίποτα. Ντυμένοι με τζιν. Πως αντέχουμε ένας θεός ξέρει! Κράνη δανειζόμαστε από φίλους.
    Γυρνάμε στα υψώματα της επτάλοφου. Επισκεπτόμαστε όχι μόνο στέκια και συντρόφους αλλά και τις αρχαιότητες.

Have you ever seen the rain, Creedence Clearwater Revival.

DSC02203

La nostalgia e la memoria:poesia di Sante Notarnicola musiche Assalti Frontali

 Η νοσταλγία και η μνήμη: ποίημα του Σάντε Νοταρνικόλα με μουσικές των Assalti Frontali

συνεχίζεται