ανατρεπτική τέχνη, arte ribelle

Από κοινωνικός αντάρτης κομμουνιστής αγωνιστής, χωρίς να χάσει την τρυφερότητα – Da ribelle sociale a militante comunista, senza perdere la tenerezza

του Fiorenzo Angoscini

annaPasquale Abatangelo, Correvo pensando ad Anna. Una storia degli anni settanta, Έτρεχα σκεπτόμενος την Άννα. Μια ιστορία των χρόνων εβδομήντα, Edizioni Εκδόσεις Dea, Firenze 2017, σελ. 325, € 16,00

Παραφράζοντας τον Bertolt Brecht, και ίσως να βιάσουμε λιγάκι κάποια ερμηνεία του, στέκεται σαφές ότι «ο κομμουνισμός είναι ένα απλό πράγμα, δύσκολο να το κάνεις ’,1 θεώρηση κατάλληλη στην διήγηση της ιστορίας-εμπειρίας ζωής του Pasquale Abatangelo που καταλήγει, επίσης, να συμπίπτει με την ιστορία της γέννησης, της μικρής διάρκειας και της καθοδικής παραβολής των Ενόπλων Προλεταριακών Πυρήνων.

Είναι η ιστορία ενός «επιστρέφοντος μετανάστη», του οποίου οι παππούδες αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν την χώρα τους για να παν στην Ελλάδα λόγω της φτώχειας που διανέμονταν ελεύθερα από την μοναρχία των Savoy, ενώ οι γονείς (που γεννήθηκαν στην Πάτρα) υπήρξαν μεταξύ των πολλών θυμάτων ενός εγκληματικού καθεστώτος, αποικιοκρατικού αλλά κουρελιάρικου συγχρόνως, με ευνουχισμένες αυτοκρατορικές φιλοδοξίες.
Έτσι, οι ιταλοί της Ελλάδας, gli skylofraghi- οι σκυλόφραγκοι: ‘cani italiani’, »ιταλικά σκυλιά», χρειάστηκε να εγκαταλείψουν την ελληνική χερσόνησο, μιας και “ Είκοσι χρόνια επιθετικής πολιτικής του φασισμού, η κατάληψη της χώρας και η συμμαχία με τους Ναζί, δεν άφηνε περιθώρια για πολλές διακρίσεις … Η ενοχή της πατρίδας καταγωγής στιγμάτιζε κάθε άνδρα και γυναίκα ιταλικής προέλευσης. Λόγω του φασισμού, αυτοί οι άνθρωποι έχασαν την αξιοπρέπεια του πολίτη, και σύντομα τα σπίτια και κάθε περιουσιακό στοιχείο που κατείχαν”.

Είναι εντυπωσιακό να εξακριβώνουμε, ακόμα περισσότερο στην επιλήσμονα Ιταλία του σήμερα που επικαλύπτει με επιθετικά επίθετα τους μετανάστες, πως η περιφρόνηση, η ξενοφοβία και ο ρατσισμός εις βάρος των ιταλών μεταναστών ήταν κοινές και σε άλλες δυτικές χώρες: στην Ελλάδα ήταν »ιταλικά σκυλιά», στο Βέλγιο, όταν οι συμπατριώτες μας πήγαιναν να »γεμίσουν αέρια» στα ορυχεία της Βαλλονίας, στις βιτρίνες των μπαρ, καταστημάτων και δημόσιων ιδρυμάτων και υπηρεσιών, ξεχώριζαν πλακάτ που έγραφαν: ‘απαγορεύεται η είσοδος σε σκύλους και ιταλούς’ . Πάντα στο τεχνητό βελγικό κράτος, αλλά και σε αυτή την πολύ πολιτισμένη Ελβετία, χρησιμοποιούσαν την απόστροφο με ένα προσβλητικό «ιταλοί, cìngali» (τσιγγάνοι). Προσθέτοντας, σε αυτή την περίπτωση, την φυλετική διάκριση σε αυτή την εθνική.

 

Η οικογένεια Abatangelo, με καταγωγή από την Puglia, με αυτό τον τρόπο αναγκάστηκε να επιστρέψει στην Italia.
Αποβιβάστηκαν στο Bari, μετακόμισαν στην Bologna “σε ένα εμπορικό τρένο επάνω που χρησιμοποιούνταν για την μεταφορά ζώων…βρήκαν καταφύγιο σαν τα ζώα μέσα στους στάβλους για άλογα ενός στρατιωτικού στρατοπέδου…ύστερα από έξι μήνες παραμονής στην Bologna σε εκείνες τις συνθήκες, έλαβε χώρα μια νέα μετακίνηση…προορισμός ήταν η Firenze, σε ένα παλιό στρατόπεδο που δεν χρησιμοποιούνταν πλέον και είχε μετατραπεί σε κέντρο προσφύγων”.
Η οικογένεια Abatangelo, που στην αρχή αποτελούνταν από οκτώ άτομα, στην οποίαν προστέθηκαν οι Nicola και Pasquale (που γεννήθηκαν αντίστοιχα το 1947 και το 1950, στην Φλωρεντία ), υποχρεώθηκε να ζει για τουλάχιστον (1946-1956) μέσα σε μια κάμαρα “σε συγκατοίκηση με άλλες έξι οικογένειες, σε ένα σύνολο πενήντα ανθρώπων”.

Επιτέλους οι Abatangelo, το 1956, μετακομίζουν  “στις νέες λαϊκές κατοικίες που είχαν επ ευκαιρίας χτιστεί για τους πρόσφυγες…ήταν διαμερίσματα των σαρανταπέντε τετραγωνικών μέτρων χωρισμένων σε τρία δωμάτια, συν το μπάνιο…σε εμάς που ήμασταν δέκα έδωσαν δυο διαμερίσματα στον ίδιο όροφο, που συγκοινωνούσαν με μια μικρή ταράτσα”. Αληθινά «το ελάχιστο δυνατό», αν και δεν βρισκόμασταν πλέον σε κατάσταση στρατιωτικού στρατωνισμού. Η εξαθλίωση, ανάγκασε το καλοκαίρι του 1957 την ιταλο-ελληνική οικογένεια να στείλει τον Pasquale σε ίδρυμα, στην Casa Pia del Lavoro της οδού Montedomini, όπου βρισκόταν ήδη ο Nicola.

Το οίκημα ήταν πολύ μεγάλο και φιλοξενούσε, αν μπορώ να το πω έτσι, παιδάκια, εφήβους, νεαρούς ενήλικες, ηλικιωμένους και γέρους σε αρκετά κακή κατάσταση, συχνά άρρωστους και κοντά στο θάνατο. Μέσα σε αυτό το θλιβερό περιβάλλον συγκατοικούσαν παιδιά του κανενός που προέρχονταν από ορφανοτροφεία, παιδιά ανθρώπων που ζουν σε συνθήκες φτώχειας, και συντρίμμια στο τέλος της κούρσας, που είχαν απλά εγκαταλειφθεί στην τύχη τους. Με λίγα λόγια, όλοι οι απόβλητοι”. Προθάλαμος της φυλακής για τους νέους, του νεκροταφείου για τους ηλικιωμένους. Αυτή η δραματική, ανήμπορη αλλά ρεαλιστική μαρτυρία του συγγραφέα που, σε αυτό το «προαύλιο της κολάσεως», εξακολουθεί να παραμένει για να τελειώσει το γυμνάσιο, σχεδόν στα δεκαέξι του.

Και πριν ακόμη κλείσει τα δεκαέξι, ο Pasquale, υφίσταται την πρώτη σύλληψη (μαζί με τον Nicola και έναν ξάδελφο) με κράτηση σε φυλακές ανηλίκων. Η σύλληψη, την οποία θεωρεί άδικη, αβάσιμη, συνέπεια πρακτικών χειραγωγημένων, τον πείθει όλο και περισσότερο ότι δεν θέλει να εισέλθει »στον κύκλο της κόπωσης και της κοινωνικής πειθαρχίας ‘’.
Εν μέσω όλων αυτών των απότομων και ξαφνικών αναταραχών-ανατροπών συναντά την Άννα, την αγάπη του. Και μιλά για την εξέλιξη της σύνθετης και πολύπλοκης ζωής τους (βιαστικές εξαφανίσεις, συλλήψεις, αποδράσεις, παρανομία, πολιτική στράτευση, ειδικές φυλακές με ταραχές και εξεγέρσεις, ξυλοδαρμούς, απομόνωση, απαγόρευση συνομιλιών και συναντήσεων στις φυλακές μετά από ημέρες ταξιδιού και διασχισμένα χιλιόμετρα, ή μόνο μέσω ενδοεπικοινωνίας,διαχωρισμένοι, αυτή και πολύ συχνά και τα παιδιά, από ένα γυάλινο τοίχο), αλλά σταθερή σχέση, η οποία διέσχισε σχεδόν μισό αιώνα. Περιγράφει τα συναισθήματα, τα αισθήματα, την οργή και τον πόνο τους.

Έξω από τον φράκτη του καθωσπρεπισμού κάνει τις πρώτες κλοπές και ληστείες προς όφελος »και προσωπική του χρήση». Συλλαμβάνεται, συναντά στην φυλακή έναν αγωνιστή της επαναστατικής αριστεράς, τον Luca Mantini, φιορεντίνο στρατευμένο στη Lotta Continua, Συνεχής Αγώνας, που τον ‘βοηθά’ να πάει ακόμη παραπέρα, να παντρέψει την ανταρσία και την εξέγερση με τον αγώνα και να μοιραστούν τα αυθεντικά ιδανικά της αλληλεγγύης, ισότητας και δικαιοσύνης.

Μαζί με τον Mantini ο οποίος, εγκαταλείπει την LC και συστήνει την Επιτροπή, Comitato George Jackson, οργανώνοντας πρωτοβουλίες υποστήριξης στους φυλακισμένους,  αρχίζει να εντοπίζει σαν ‘συνένοχη’ εκείνη την πλούσια πλευρά περιθωριακού προλεταριάτου που εποικεί τις φυλακές και που προώθησε  καλλιέργησε και ανέπτυξε το κίνημα αγώνων στις φυλακές στα τέλη της δεκαετίας του εξήντα, αρχές εβδομήντα, στο οποίο έχουν τις ρίζες του και ξεκινούν τη δράση οι Nuclei Armati Proletari, Ένοπλοι Προλεταριακοί Πυρήνες. Ακριβώς εκείνη την περίοδο κατά την οποίαν και διάφορες φιγούρες από τους παράνομους, dagli extra-legali, αρχίζουν να γνωρίζουν προσωπικά την σκληρότητα της φυλακής, συνέπεια του κύκλου αγώνων του ’68-’69. Φοιτητές, εργάτες, διδάσκαλοι περνούν τις πύλες και τα κάγκελα των διαφόρων σωφρονιστικών κέντρων ως αποτέλεσμα συγκρούσεων με την αστυνομία στη διάρκεια διαδηλώσεων στις πλατείες και τους δρόμους, καταλήψεις σχολείων και πανεπιστημίων, δράσεις μαχητικού αντιφασισμού και διεθνιστικής αλληλεγγύης.

anna1Πολλές οργανώσεις της εξωκοινοβουλευτικής αριστεράς σχηματίζουν ενότητες συγκεκριμένες που ασχολούνται με το ζήτημα του εγκλεισμού. Η πιο δραστήρια και γνωστή είναι δίχως άλλο εκείνη της LC, που αφιερώνει στον περιοδικό τύπο της μια σταθερή αρθρογραφία: ‘I dannati della terra, της γης οι κολασμένοι’ . Τον ιούνιο 1972 δημοσιεύει ένα βιβλίο, Να ελευθερώσουμε όλους της γης τους κολασμένους, που “συλλέγει ντοκουμέντα, γράμματα, ειδήσεις και χρονικά γραμμένα από κρατουμένους που διατήρησαν μια συνεχή πολιτική σύνδεση και δεσμό με τους εξωτερικούς πυρήνες παρέμβασης στις φυλακές της Lotta Continua”. Έναν χρόνο αργότερα διαδίδει το Αναλάβαμε την ελευθερία να αγωνιζόμαστε. Το μαζικό κίνημα των φυλακισμένων από τον ιανουάριο στον σεπτέμβριο ’73 – Ci siamo presi la libertà di lottare. Il movimento di massa dei detenuti da gennaio a settembre ‘73.2

Πάντα σε εκείνες τις αρχές των χρόνων εβδομήντα, αναφορικά μονάχα σε ιταλούς συγγραφείς, δημοσιεύτηκαν ειδικές εργασίες και στοχευμένες, που πραγματοποιήθηκαν από έναν δημοσιογράφο συγγραφέα ανεξάρτητο, από έναν κοινωνιολόγο πρώην φυλακισμένο, και πρώην φασίστα 3 ‘που μεταστράφηκε’ στην φυλακή προς την αριστερή στράτευση και από μιαν πολιτική δραστήρια αγωνίστρια. L’ “Inchiesta sulle carceri”, η »Έρευνα επάνω στις φυλακές» του Emilio Sanna, γραπτή μεταφορά μιας τηλεοπτικής μετάδοσης, Μέσα στην φυλακή, Dentro il carcere, επάνω στο ιταλικό σωφρονιστικό σύστημα, που μεταδόθηκε σε τρία επεισόδια από το δεύτερο κανάλι Rai4 . Ο Giulio Salierno, μαζί με τον Aldo Ricci, πραγματοποιεί στη συνέχεια μια έρευνα επάνω στις ιταλικές φυλακές, που αναγνωρίστηκε σαν σημείο αναφοράς – σαν ορόσημο στην κοινωνιολογία της ποινής στην Italia5 . Tέλος ο Salierno πραγματοποιεί μια έρευνα επάνω στο υποπρολεταριάτο “για μια προσέγγιση πολιτική και μεθοδολογική στο πρόβλημα της συμμαχίας μεταξύ εργατικής τάξης και ‘Lumpenproletariat’” και σπεύδει να προσδιορίσει: “Αυτή η εργασία δεν είναι και δεν θέλει να έχει καμιά συνολική απαίτηση, ούτε αντιπροσωπεύει μια τελική ανάλυση για το πρόβλημα του υποπρολεταριάτου-του οποίου αυτός ο ίδιος ο ορισμός πρέπει να αξιολογηθεί και να επαληθευτεί-αλλά απλούστατα αποτελεί μια εισαγωγή, ένα ερέθισμα, μια συμβολή στην συζήτηση και την μελέτη του ιδίου”.6

Κλείνουμε αυτό το εκδοτικό παράθυρο με την έρευνα της Irene Invernizzi,  Η φυλακή ως σχολή επανάστασης, αφιερωμένη με σημασία  ‘Στους μάρτυρες της Άττικα-Ai martiri di Attica’,7 που διευκρινίζει: “Εάν η οργάνωση και η εκπόνηση αυτού του βιβλίου είναι δικές μου, η επεξεργασία του είναι φρούτο της συλλογικής εργασίας μιας ομάδας αγωνιστών της Lotta Continua οι οποίοι, ξεκινώντας από την άνοιξη 1971, έθεσαν στους εαυτούς τους το πρόβλημα της φυλακής σαν αντικείμενο πολιτικής παρέμβασης, και φυσικά πολλών κρατουμένων με τους οποίους είχαμε επαφή”. 8

anna 2Ο Abatangelo, έχοντας εισέλθει στην φυλακή ‘κακοποιός’, βγαίνει από αυτήν με μια πολιτική συνείδηση  χάρη στο  κίνημα που αναπτύχθηκε μέσα και γύρω από αυτήν. Κι έτσι το καλοκαίρι του 1974 αποφασίζει, μαζί με κάποιους συντρόφους φιορεντίνους της κολεκτίβας ‘George Jackson’ να πάρει μέρος στους NAP. Μια οργάνωση ακόμη σε εμβρυακή κατάσταση αλλά ήδη παρούσα στη Napoli και στη Roma. Στις 2 oκτώβρη με δεδομένη την πρώτη δημόσια δράση των νεο συσταθέντων ‘Πυρήνων’: ένα αυτοκίνητο, εξοπλισμένο με μεγάφωνο, διαδίδει ένα ακουστικό μήνυμα μπροστά, αντίστοιχα, στις φυλακές της Napoli, Milano και Roma-Rebibbia. Στο τέλος του μαγνητοφωνημένου μηνύματος τα αυτοκίνητα καταστέφονται με έκρηξη. Λίγες ημέρες αργότερα γίνεται προσπάθεια επανάληψης της πράξης μπροστά στις φυλακές Murate της Firenze. Λόγω τεχνικής βλάβης δεν υπάρχει καλό τέλος.

Mα είναι στη διάρκεια της 29 oκτωβρίου που καταγράφεται το αληθινό ‘βάπτισμα του πυρός’. Για να συγκεντρωθούν τα χρήματα που απαιτούνται για να αγοραστεί ένα μεγάλο φορτίο όπλων αποφασίζουν να πραγματοποιήσουν μια «προλεταριακή απαλλοτρίωση» σε μια τράπεζα. Διάφοροι λόγοι και απρόβλεπτες καταστάσεις υποχρεώνουν τους nappisti να κατευθύνουν τη δράση της σε ένα πιστωτικό ίδρυμα διαφορετικό από εκείνο που είχαν εντοπίσει και μελετήσει. Η επιλογή πέφτει επί της τραπέζης Cassa di Risparmio της Φλωρεντίας, στο κατάστημα της Piazza Leon Battista Alberti, που γνώριζε ακριβώς ο Pasquale Abatangelo διότι την είχε ληστέψει έναν χρόνο πριν.

Στο βιβλίο του ο, Abatangelo, στέκεται στον τραγικό επίλογο της προσπάθειας απαλλοτρίωσης: “Η ληστεία της Piazza Alberti και ο θάνατος των Luca Mantini και Sergio Romeo προκάλεσαν μια τεράστια αίσθηση στην κοινή γνώμη και στο επαναστατικό κίνημα. Ήταν οι πρώτοι νεκροί του ιταλικού ανταρτοπόλεμου μετά τον Giangiacomo Feltrinelli, και η δυναμική των γεγονότων δημιούργησε σε πολλούς την εντύπωση μια παγίδας, μιας ενέδρας των καραμπινιέρων απέναντι μας. Αλλά είναι ξεκάθαρο πως δεν συνέβη τίποτα τέτοιο. Η αλήθεια είναι πως πολλά εξαρτήθηκαν από την τύχη και το πείσμα μας…Mα χρειάζεται  να έχουμε το κουράγιο να αναγνωρίσουμε τα λάθη και να κοιτάξουμε κατάματα τα πράγματα. Έχουμε λαθέψει στη βιασύνη τόσο στην τελευταία συνάντηση, όσο και στον τομέα της ενέργειας, της δράσης. Η παρτίδα των όπλων ήταν σίγουρα σημαντική, αλλά όχι τόσο ώστε να επιτρέψει μια ληστεία χωρίς μια σοβαρή και ενδελεχή έρευνα … Και δεν πέσαμε επάνω σε ενέδρα ”.

Το Rosso, εφημερίδα μέσα στο κίνημα, στην ειδική έκδοση ‘Ενάντια στην καταστολή,Contro la repressione’, του μαρτίου-απριλίου 75, είχε αφιερώσει μια ανακατασκευή (σελ. 68-73) πλούσια σε φωτογραφίες, σχέδια, σκίτσα και υποθέσεις ‘ευφάνταστες’ πιέζοντας πολύ και τον τίτλο: “Η ενέδρα της Firenze”. Τώρα, ο Pasquale Abatangelo, καθαρίζει το πεδίο από παρεξηγήσεις και φαντασία, την αποκαθιστώντας μια για πάντα τα πραγματικά γεγονότα, την αλήθεια των συμβάντων.

anna 3Οι NAP υπήρξαν μια οργάνωση ένοπλη αυθεντική και ιδιαίτερη, ένα ενδιαφέρον μείγμα πολιτικών αγωνιστών και πρώην ‘κακοποιών’-προλετάριων κρατουμένων-περιθωριακών, με δυο (κυρίως) υλικοτεχνικά-επιχειρησιακά κέντρα: εκείνο της Firenze, στα κέντρο βόρεια, και εκείνο της Napoli, στο  νότο. Η διάρκεια της δραστηριότητας τους, σχετικά σύντομη, ξεκινά τον οκτώβρη ’74 και τελειώνει, κατά προσέγγιση, τον ιούλιο του ’77 ,με τον θάνατο του Antonino Lo Muscio στη Roma, πρώην φυλακισμένου προλετάριου και τέκνου μιας κομουνιστικής οικογένειας του Pci. Η πολιτική-στρατιωτική δράση της οργάνωσης είναι γεμάτη, όπως ξεκαθαρίζει και μαρτυρεί ο Abatangelo, από απροσεξία, αυτοσχεδιασμό, αποδιοργάνωση και βολονταρισμό. Αυτό επιβεβαιώνεται από πολλές δράσεις αποτυχημένες, ή που κατέληξαν με τρόπο τραγικό, από την άποψη του υψηλού αριθμού των ανθρωπίνων ζωών που θυσιάστηκαν: Luca και Annamaria Mantini, Sergio Romeo, Giovanni Taras, Martino Zicchitella,9 Vito Principe, Tonino Lo Muscio, Alberto Buonoconto .

Ο Pasquale Abatangelo έζησε, παρά την θέληση του, όλους τους διάφορους βαθμούς εγκλεισμού: από το ίδρυμα στην σούπερ φυλακή με συμπλήρωμα το άρθρο 90 και «τις ακτίνες του θανάτου». Στη φυλακή, όπου παρέμεινε κλεισμένος συνεχώς για περισσότερα από 20 χρόνια, έγινε κομμουνιστής, υπέφερε τον πόνο του πολιτικού διαχωρισμού από τους συντρόφους του.

Θα είναι μεταξύ των τριών αγωνιστών των ΕΠΠ, οι οποίοι θεωρώντας πως έχει εξαντληθεί η εμπειρία nappista, αρχικά θα ενταχθούν στις Ερυθρές Ταξιαρχίες: εκτός από τον ίδιο, ο Domenico Delli Veneri και ο Giorgio Panizzari. Στη συνέχεια, και άλλοι μαχητές, θα εφαρμόσουν την ίδια επιλογή. Στη φυλακή σπούδασε. Κείμενα ιδεολογικά και πολιτική θεωρία, αλλά και λογοτεχνία και ποίηση. Απέκτησε σημαντική κριτική ικανότητα και την πιο δύσκολη πρακτική της αυτοκριτικής. Όταν οι BR »διασπώνται’, όπως σχεδόν όλοι οι κρατούμενοι αγωνιστές (με λίγες εξαιρέσεις: Gallinari, Piccioni, Seghetti και κάποιο άλλοι του Μαχόμενου Κομμουνιστικού Κόμματος) προσχώρησε στο Partito Guerriglia, αλλά είναι σε θέση να καταλάβει, μετά από κάποιες δράσεις και πρωτοβουλίες »υπερβολικές»που διαπράττονται από τους συντρόφους της »συνιστώσας», πως   “το κόμμα του ολοκληρωτικού κοινωνικού πολέμου” δεν κάνει γι αυτόν : “… η περίπτωση του Giorgio Soldati, που σκοτώθηκε στο Cuneo τον δεκέμβρη του 1981, και εκείνη του Ennio Di Rocco, που στραγγαλίστηκε στο Trani τον ιούλιο του 1982, ήταν πράγματα δικά μας, και φαινόταν πως έγιναν επίτηδες για να δημιουργήσουν αμφιβολίες και απώθηση ανάμεσα στους ίδιους τους υποστηρικτές της επαναστατικής πειθαρχίας… 10 Όσον αφορά τους αδύναμους, οι τιμωρίες ήταν ένα καθήκον, είχα καταδικάσει πολλές φορές, αλλά ήθελα να συνεχίσω να κρίνω με ισορροπία, επίσης και με ανθρωπιά…Και στη συνέχεια ένα απίστευτο συμβάν, στις 21 οκτωβρίου στο Torino λαμβάνει χώρα μια ληστεία σε τράπεζα, στην διάρκεια της οποίας ο εκτελεστικός πυρήνας του Partito Guerriglia σκοτώνει εν ψυχρώ δυο αστυνομικούς της Mondialpol που είχαν καθήκον φρουράς στο κατάστημα, με μόνο σκοπό να τονίσουν μια δήλωση που αβάσιμα κατηγορούσε για προδοσία τη Natalia Ligas…οι νέες μέθοδοι της «υπερβατικής κοινωνικής επικοινωνίας» … Τι σχέση είχαν όλα αυτά με το όνειδος του Τορίνο;11

O Abatangelo, όταν χρειάστηκε, ήξερε να είναι σκληρός, μα δεν έχασε ποτέ την τρυφερότητα. ‘Προλετάριος απλός’, στην φυλακή συνάντησε τους κομουνιστές και αγκάλιασε τον κομουνισμό, έμαθε την ‘άλφα βήτα’ θεωρητικά και ιδεολογικά, αλλά ποτέ δεν υπέφερε τους “κόκκινους παπάδες και τους ματαιόδοξους καθηγητάκους”. Με μια έντονη φωτογραφία της στιγμής, ακίνητη, και χωρίς λεζάντα, δίχως ανάγκη διδασκαλίας, προσδιορίζει με ακρίβεια τις «μύγες αμαξάδες» ή, αν προτιμάτε, τους « γρύλους που μιλούν» μιας ορισμένης διανόησης αλαζονικής: τους θεωρητικούς σοφιστικέ.  “Αλλά τα «πλήθη» και η “αυτοκρατορία”ήταν πολύ εύθραυστες λέξεις και υδατικές για να αντέξουν το κύριο βάρος της απάντησης της εξουσίας ”. Αντιθέτως, εξέφρασε συμπάθεια και στοργή, ανθρώπινη και πολιτική εκτίμηση απέναντι στον κομουνιστή της Reggio Emilia: τον Prospero Gallinari, και εκτίμησε  “την ανθρωπιά του, την σεμνότητα του, και κυρίως το ανάστημα και το εύρος της ακλόνητης κομουνιστικής του ταυτότητας”.

anna 5Στις τελευταίες σελίδες της μαρτυρίας του θυμάται αυτούς που ήταν πάντα κοντά του, τους ‘συνενόχους’ των πρώτων κλοπών και ληστειών, τα μέλη των ομάδων από ‘εγκληματίες’ που πλέον πολεμούσαν την καθεστηκυία και αλαζονική τάξη. Υπάρχουν ‘οι καταραμένοι της γης’, οι πρώτοι σύντροφοι που συνάντησε, εκείνοι με τους οποίους ξεκίνησαν να σκέφτονται τον τρόπο να καταστρέψουν το τέρας, με τους οποίους δημιούργησαν τους NAP. Υπάρχουν και οι σύντροφοι με τους οποίους μοιράστηκε της στράτευση στις Brigate Rosse, από τις ‘πρώτες’, μονολιθικές έγκυρες και επίσημες, στα χίλια ρεύματα στα οποία διαιρέθηκαν και διαλύθηκαν. Υπάρχει η ανάμνηση των νεκρών ‘του’. Για άλλη μια φορά δίχως να ξεχωρίζει την πολιτική σχέση από την προσωπική. Κυρίως υπάρχει η προσκόλληση και η αγάπη, εκτός από αυτήν στα παιδιά του, για τις γυναίκες του, την Anna “που ήταν πάντα εκεί και μεγάλωσε τα παιδιά μαςc” και για την μάνα του, “την ελληνίδα πρόσφυγα που μας γέννησε μέσα στο στρατόπεδο της via della Scala”. Και σε αυτόν τον ορισμό δεν υπάρχει γλωσσικός ρατσισμός, καμία διαφοροποίηση, διαχωρισμός, απόσταση ή υπεροχή, αλλά η αναγνώριση των μεγαλύτερων ταπεινώσεων και διακρίσεων που υπέστησαν λόγω της κατάστασης »μεταναστών που επέστρεφαν». Η δική του δύναμη και αξιοπρέπεια.

NAP: απαραίτητη βιβλιογραφία
Για την πολιτική ιστορία των Nap: καταβολές, ανάπτυξη, δράση και δίκες, είναι πολύ ενδιαφέρουσες και καλά τεκμηριωμένες δυο δημοσιεύσεις, αμφότερες αποδοτέες στο περιοδικό CONTROinformazione. Η πρώτη, και σε χρονολογικούς όρους (έτος 1976) δημοσίευσης, πραγματοποιήθηκε από την συντακτική ομάδα του περιοδικού (η μεγαλύτερη συνεισφορά ήταν ενός από τα στελέχη της, Ermanno Gallo) έχει απλά τον τίτλοsi  NUCLEI ARMATI PROLETARI, Quaderno n. 1 Τετράδιο ν.1 της CONTROinformazione. Στο πρώτο μέρος συγκρίνονται οι διαφορετικές και αποκλίνουσες απόψεις (Μαρξισμός και περιθωριοποίηση) των κυριότερων μαρξιστών-λενινιστών ιδεολόγων, από τον Marx και Engels οι οποίοι στιγματίζουν και απεχθάνονται πολιτικά “Το υποπρολεταριάτο, ένα συνονθύλευμα ενστίκτων δίχως ιστορία”, στον Lenin που αφήνει περιθώρια “Το υποπρολεταριάτο, ένας πιθανός στρατιώτης της προλεταριακής εξέγερσης”, μέχρι τον πραγματιστή-ρεαλιστή Mao Tse Tung “Το υποπρολεταριάτο, μια ταξική συνιστώσα που έχει ανάγκη μιαν αυστηρή στρατηγική διοίκηση”, για να φθάσουμε στους μοντέρνους μελετητές του υποπρολεταριάτου: Frantz Fanon του I dannati della terra, της γης οι κολασμένοι 12 και George Jackson13 του »μαύρος σκλάβος: μια πυροδοτημένη βόμβα ενάντια στον ιμπεριαλιστικό φασισμό»,  ‘Schiavo nero: una bomba innescata contro il fascismo imperialista’. Το δεύτερο μέρος διαχωρίζει την ‘Συνέντευξη στους συντρόφους των επΠ’, l’ ‘Intervista ai compagni dei Nap’, της χρονοϊστορία των δραστηριοτήτων, τις επιχειρήσεις, τους θανάτους, τις συλλήψεις, τις βιογραφίες κάποιων μαχητών που ‘έπεσαν’.  Το ‘τετράδιο’ ολοκληρώνεται με την πρόταση της  ‘Comunicato N° 1 Ανακοίνωσης Νο 1 στη δίκη των NAP που ξεκίνησε στη Napoli στις 22 νοεμβρίου 1976’. Η L’Unità, στην έκδοση της στις 30 μαίου 1977 (σελ. 3) τους ‘αφιέρωσε’ μια δηλητηριώδη κριτική με υπογραφή Duccio Trombadori: “L’arsenale ‘teorico’ dei NAP”, »Το ‘θεωρητικό οπλοστάσιο των ΕΠΠ», γράφοντας τα εξής υπερβολικά, μεταξύ άλλων: ‘Πίσω από τις εγκληματικές ενέργειες που χτύπησαν τη χώρα μας’, καθώς και μιαν απίθανη περίληψη, μα καταπληκτικής φαντασίας: “ Μια παραληρηματική οπτική γωνία που αναθέτει ρόλους επαναστατικής πρωτοπορίας σε περιθωριοποιημένα κοινωνικά στοιχεία, «μη εγγυημένους», κρατουμένους – Οι φυλακές ως προνομιακός τόπος του σχηματισμού και της πάλης για να «φέρουν την επίθεση στην καρδιά του κράτους» – Τα σημεία επαφής με τον χώρο της «αυτονομίας’“. Το άλλο δημοσίευμα, που εκδόθηκε σαν συμπλήρωμα του περιοδικού, είναι μια εφημερίδα με μορφή δελτίου με τίτλο “Νότος, προλετάριοι σε εξέγερση. Να μετατρέψουμε την δίκη στους συντρόφους των N.A.P. αφετηρία ενός διαλόγου επί της ένοπλης πάλης”, που πραγματοποιήθηκε ταυτόχρονα με την έναρξη της δίκης της Napoli.

Έτσι όπως ο κύκλος αγώνων στο εσωτερικό / ενάντια στην φυλακή στις αρχές του εβδομήντα τόνωσε τη διάρθρωση των ειδικών επιτροπών εντός της «ακραίας» αριστεράς, με αποτέλεσμα την παραγωγή φυλλαδίων, βιβλίων, στηλών εφημερίδων σχετικά με την κατάσταση στις φυλακές, οι μαζικές συλλήψεις συνέπεια της ανάπτυξης και του ριζώματος των μαχόμενων οργανώσεων προς τα μισά των ίδιων χρόνων, και η δημιουργία των ειδικών φυλακών, είχαν ως αποτέλεσμα τη δημιουργία και τη διάδοση πολλών πολυγραφημένων κειμένων, ενημερωτικών δελτίων, περιοδικών, θεμάτων ειδικού περιεχομένου ενάντια στον κατεξοχήν ολοκληρωτικό θεσμό . Nα σας θυμίσουμε κάποια. Ήδη το καλοκαίρι του 1975 στο Milano τυπώνεται ένα ενημερωτικό δελτίο με ασυνεπή συχνότητα: »Μαχητική Αλληλεγγύη», ‘Solidarietà Militante’. Πληροφορίες της Διεθνούς Επιτροπής Υπεράσπισης των Πολιτικών Κρατουμένων στην Ευρώπη. Τον χειμώνα του 1976 ξεκινούν οι δημοσιεύσεις ‘Carcere Informazione’- ‘Φυλακή Πληροφορία’, σε επιμέλεια του Κέντρου  Τεκμηρίωσης-Centro di Documentazione της Pistoia μέχρι το n. 16; τα nn. 17 και 18 εμφανίζονται σαν συμπληρωματικά στην Stampa Alternativa- Εναλλακτικός Τύπος έτσι όπως τα n. 19-20 (φεβρ.-μαρτ. ’79) σε συνέκδοση με το »Δίχως Φυλακές»- ‘Senza Galere’-και το ‘Φυλακή Σήμερα’  ‘Carcere Oggi…και για την ενημέρωση του Υπουργού Δικαιοσύνης,  del Soccorso Rosso Milanese, της Κόκκινης Βοήθειας του Μιλάνο. Στο Livorno, η Αναρχική Κολεκτίβα ‘Niente più sbarre’ – »Όχι άλλα κάγκελα» δημοσιεύει το πολυγραφημένο ομώνυμο το οποίο, στο τελευταίο νούμερο που ανακτήθηκε (ιανουάριος 1979) μετατρέπεται σε Bollettino-Δελτίο της Αναρχικής κολεκτίβας του Livorno. Στο Torino, η επιτροπή ‘Ενάντια στα δεσμά»- ‘Controsbarre’ διανέμει το  ‘Δελτίο πληροφόρησης από τις φυλακές’, που στην συνέχεια (νοέμ.-δεκ. 1977) θα δημοσιεύει το ‘ονομάζουμε κομουνιστική…μια κοινωνία Δίχως Φυλακές’, εφημερίδα του κομουνιστικού προλεταριάτου υπό κράτηση. Μονογραφικό νούμερο είναι το ‘Φυλακή και ταξικός αγώνας’ του μαίου 1976, πολυγραφημένο σε συνεργασία ανάμεσα στην τορινέζικη ενότητα της Διεθνούς Επιτροπής Υπεράσπισης Πολιτικών Κρατουμένων στην Ευρώπη, την Μιλανέζικη Κόκκινη Βοήθεια και την ΄Μαχητική Αλληλεγγύη’ -‘Solidarietà Militante’ του Trento. Δυο τελευταίες αναφορές: τον νοέμβρη του 1976, σε επιμέλεια τους μιλανέζικου Soccorso Rosso, τυπώνεται, για τις Εκδόσεις- Edizioni Ghisoni, το »δεν αρκούν οι φυλακές για να μας κρατήσουν κλεισμένους…»“non bastano le galere per tenerci chiusi…” και, τον οκτώβρη 1978, Speciale Asinara. La settimana rossa. Ειδικό τεύχος Αζινάρα 19-26 αυγούστου, 21-23 σεπτεμβρίου 1978, Εκδόσεις Edizioni Anarchismo, Catania. Στις αρχές των χρόνων ογδόντα ξεκινούν, στο Milano, οι δημοσιεύσεις του »Δελτίου» “Il Bollettino” του Συντονιστικού των Επιτροπών ενάντια στην Καταστολή.

I NAP. Storia politica dei Nuclei Armati Proletari e requisitoria del Tribunale di Napoli, a cura del Soccorso Rosso Napoletano, Collettivo Editoriale Libri Rossi, Milano, 1976   πολιτική ιστορία των Ένοπλων Προλεταριακών Πυρήνων και κατηγορητήριο του Δικαστηρίου της Νάπολι, σε επιμέλεια της Ναπολιτάνικης Κόκκινης Βοήθειας, Εκδοτική Κολεκτίβα Κόκκινα Βιβλία, Μιλάνο, 1976
CHI PROCESSA CHI! Non si può processare la rivoluzione, Collettivo di Controinformazione Napoletano, Napoli, s.i.d.   ΠΟΙΟΣ ΔΙΚΑΖΕΙ ΠΟΙΟΝ! Δεν μπορείτε να δικάσετε την επανάσταση, Ναπολιτάνικη Κολεκτίβα Αντιπληροφόρησης
Criminalizzazione e lotta armata, Quaderni d’informazione politica 1, Collettivo Editoriale Libri Rossi, Milano, s.i.d.   Ποινικοποίηση και ένοπλος αγώνας, Τετράδια πολιτικής πληροφόρησης 1, Εκδοτική Κολεκτίβα Κόκκινα Βιβλία, Μιλάνο
Processo allo stato, Quaderni d’informazione politica 2. Collettivo Editoriale Libri Rossi, Milano, 1977   Δίκη στο κράτος, Τετράδια πολιτικής πληροφόρησης 2
Processo alla rivoluzione. La parola ai NAP, Quaderni d’informazione politica 3, Collettivo Editoriale Libri Rossi, Milano, 1978   Δίκη στην επανάσταση. Ο λόγος στους ΕΠΠ, Τετράδια πολιτικής πληροφόρησης 3
Alessandro Silj, “Mai più senza fucile!”, Alle origini dei NAP e delle BR, Vallecchi, Firenze, 1977   »Ποτέ πια δίχως τουφέκι!», Στις καταβολές των ΕΠΠ και των ΕΤ
Franca Rame, Non parlarmi degli archi, parlami delle tue galere, Alberto Buonoconto 7.8.1953/20.12.1980, F.R. Edizioni, Milano, 1984   Μη που μιλάς για αψίδες, μίλα μου για τις φυλακές σου
Rossella Ferrigno, Nuclei Armati Proletari. Carceri, protesta, lotta armata, La Città del Sole, Napoli, 2008 Ένοπλοι Προλεταριακοί Πυρήνες. Φυλακές, διαμαρτυρία, ένοπλη πάλη, Η Πόλη του Ήλιου, Νάπολι
Roberto Silvi, La memoria e l’oblio, Colibrì edizioni, Milano, 2009   Η μνήμη και η λήθη
Valerio Lucarelli, Vorrei che il futuro fosse oggi. Nuclei Armati Proletari. Ribellione, rivolta e lotta armata, Ancora del Mediterraneo, s.i.l., 2010  Θα ήθελα το  μέλλον να ήταν σήμερα. Ένοπλοι Προλεταριακοί Πυρήνες. Ανταρσία, εξέγερση και ένοπλη πάλη


  1. Bertolt Brecht, “Lode del comunismo” »Έπαινος του κομουνισμού», (1933) in “Poesie e canzoni”, »Ποιήματα και τραγούδια», Einaudi, Torino, 1975  
  2. a cura della Commissione carceri di Lotta Continua, από την Επιτροπή φυλακές της οργάνωσης, Edizioni Lotta Continua, νοέμβριος 1973  
  3. Giulio Salierno, Autobiografia di un picchiatore fascista, Αυτοβιογραφία ενός φασίστα τραμπούκου, Einaudi,Torino, 1976  
  4. Emilio Sanna, Inchiesta sulle carceri, Έρευνα για τις φυλακές, De Donato, Bari, luglio 1970  
  5. Aldo Ricci, Giulio Salierno, Il carcere in Italia, Η φυλακή στην Ιταλία, Einaudi, Torino, 1971  
  6. Giulio Salierno, Il sottoproletariato in Italia. Per un approccio politico e metodologico al problema dell’alleanza tra classe operaia e ‘Lumpenproletariat, Το υποπρολεταριάτο στην Ιταλία. Για μια προσέγγιση πολιτική και μεθοδολογική της συμμαχίας ανάμεσα στην εργατική τάξη και το λούμπεν προλεταριάτο, ‘Edizioni Samonà e Savelli, Roma, 1972  
  7. Φυλακή του Κράτους της New York όπου εξ αιτίας της δολοφονίας, που έγινε στις 21 αυγούστου στην φυλακή του San Quintino, του George Jackson αγωνιστή του Black Panther Party, στις 9 σεπτεμβρίου 1971 ξέσπασε μια εξέγερση που κατέστειλε η παρέμβαση  500 πολιτοφυλάκων των διαφόρων αστυνομικών δυνάμεων USA, με αποτέλεσμα 40 θύματα και 200 τραυματίες. Ενώ πολλοί από τους επιζήσαντες εξεγερμένους χτυπήθηκαν και βασανίστηκαν  
  8. Irene Invernizzi, Il carcere come scuola di rivoluzione, Η φυλακή σαν σχολείο της επανάστασης, Einaudi, Torino, 1973  
  9. Memoriale redatto da Martino Zicchitella, Αναμνήσεις που συγκεντρώθηκαν από τον Martino Zicchitella, Anarchismo, Χρόνος II- ν. 10/11, Edizioni La Fiaccola, 1976  
  10. Soldati και Di Rocco, βασανίστηκαν άγρια και ‘μίλησαν’ αλλά στη συνέχεια ανακάλεσαν. Βρίσκονταν στην ‘ενότητα’ με τους μη μετανιωμένους, ούτε αυτούς που διαχώρισαν τη θέση τους, nda  
  11. Γύρω από την δημιουργία του Partito Guerriglia, για το ιδρυτικό του μανιφέστο, για τα επόμενα που επεξεργάστηκαν και παρήχθησαν στη φυλακή: ‘Il documentone, το μεγάλο ντοκουμέντο’, ‘L’ape e il comunista, η μέλισσα και ο κομουνιστής’, ’Forzare l’orizzonte, εξαναγκάζοντας τον ορίζοντα’, ‘La volpe e l’uva, η αλεπού και τα σταφύλια’, ‘Gocce di sole nella città degli spettri, σταγόνες ήλιου στη στοιχειωμένη πόλη’, ‘Wkhy’, ‘Politica e rivoluzione, πολιτική και επανάσταση’, θα επιστρέψουμε ευρύτερα στο επόμενο άρθρο, εκείνο που παίρνει έναυσμα από την αναβίωση, διευρυμένη και αναθεωρημένη από τον Giorgio Panizzari, του ‘L’albero del peccato, το δέντρο της αμαρτίας’  
  12. Franzt Fanon, I dannati della terra, Της γης οι κολασμένοι, Einaudi, Torino, 1962  
  13. I fratelli di Soledad. Lettere dal carcere di George Jackson, Τ’ αδέλφια της Soledad. Επιστολές από την φυλακή του George Jackson, Einaudi, Torino, 1971; G. Jackson, Col sangue agli occhi. Il ‘fascismo americano’ e altri scritti, Με αίμα στα μάτια. Ο ‘αμερικανικός φασισμός’ και άλλα γραπτά, Einaudi, Torino, 1972. Το βιβλίο μεταφέρει αυτή την αφιέρωση με σημασία: “Ai giovani comunisti. Ai loro padri. D’ora in poi criticheremo l’ingiustizia con le armi”, »Στους νεαρούς κομουνιστές. Στους πατεράδες τους. Από εδώ και μπρος θα κριτικάρουμε την αδικία με τα όπλα»  

https://www.carmillaonline.com/2017/05/17/ribelle-sociale-militante-comunista-senza-perdere-la-tenerezza/

http://www.militant-blog.org/?p=14476#more-14476

http://contropiano.org/eventi/napoli-correvo-pensando-ad-anna

ιστορία, storia

Τα συναισθήματα της καρδιάς, η ψυχρότητα της λογικής, η πραγματικότητα των γεγονότων. – Le emozioni del cuore, la freddezza della ragione, la realtà dei fatti.

του Fiorenzo Angoscini

brigate rosseMarco Clementi, Paolo Persichetti, Elisa Santalena, Brigate Rosse. Dalle fabbriche alla ‘campagna di primavera’, Από τα εργοστάσια στην ‘εκστρατεία της άνοιξης’, Τόμος I, DeriveApprodi, Roma, φεβρουάριος 2017, σελ. 550, € 28,00

Η εργασία των Marco Clementi, Paolo Persichetti, Elisa Santalena, διαφέρει λόγω του τεράστιου όγκου εγγράφων που συμβουλεύτηκαν. Του μεγάλο υλικού που αναλύθηκε και των διαφόρων και διαφορετικών αρχείων. Της ανάγνωσης των εκθέσεων των κοινοβουλευτικών επιτροπών της έρευνας για την υπόθεση Moro, της μελέτης των νομικών εγγράφων, των ερευνών και των διαφόρων εκθέσεων εμπειρογνωμόνων σχετικών με τις πολλές δίκες που σχετίζονται με την απαγωγή και την εκτέλεση του χριστιανοδημοκράτη παράγοντα. Της διαθεσιμότητας αδημοσίευτων συζητήσεων με μαχητές πρωταγωνιστές της ένοπλης εμπειρίας, του διαδεδομένου ανταρτοπόλεμου, του αγώνα στις φυλακές και των σφαγών που διαπράχθησαν σε μερικές από αυτές:Le Murate και Alessandria, καθώς και για τις νέες λεπτομέρειες που επισημαίνονται, την επισήμανση (μνήμες, αναμνήσεις) αφαιρεθέντων ιδιαιτεροτήτων. Της διάψευσης μιας πρόσφατης συνωμοσιολογίας με πολλαπλές παρουσίες, ποικίλες και ετερογενείς κατά τις διάφορες φάσεις της επιχείρησης στην οδό Fani. Των μαρτυριών αυτοπτών μαρτύρων οι οποίοι διαψεύδουν τους εαυτούς τους, μοτοσικλετών που μεταφέρουν άγνωστους shooters φαντάσματα και πολλά άλλα.
Επιπλέον, η αναπαράσταση και η ανακατασκευή τους ευνοεί την ανάκτηση και την αναδιάταξη της μνήμης.Της συλλογικής και της ατομικής: μας, της δικής μας, του καθενός από εμάς.

Οι συγγραφείς έχουν σημαντικά «προηγούμενα» σχετικά με τα θέματα που καλύπτονται στο βιβλίο που εκδόθηκε πρόσφατα.

Ο Clementi, πριν δέκα χρόνια, πραγματοποίησε μια “Storia delle Brigate Rosse”;1 »Ιστορία των Ερυθρών Ταξιαρχιών», πριν χρόνια είχε δημοσιεύσει μια μελέτη που θα μπορούσαμε να ορίσουμε πως σχετίζεται με το σχέδιο ‘Victor’, δηλαδή πως να εξουδετερώσουν ανθρωπίνως, πολιτικά, προσωπικά και πνευματικά τον πρόεδρο του Εθνικού Συμβουλίου των χριστιανοδημοκρατών της DC, il presidente del Consiglio Nazionale DC, σε περίπτωση που αυτός είχε απελευθερωθεί.2
Το σχέδιο που θα εισέρχονταν σε δράση σε περίπτωση θανάτωσης του ομήρου, είχε επονομαστεί ‘Mike’.
Απλούστερα, προέβλεπε να ενημερωθεί μια ολόκληρη σειρά από θεσμικά στοιχεία, δικαστικά και πολιτικά, άμεση απομόνωση του τόπου όπου βρέθηκε το σώμα του θύματος, απαγόρευση του ιδίου στους συγγενείς, την δημιουργία μιας αποτελεσματικής υπηρεσίας ασφαλείας μπροστά από το studio και το σπίτι του Moro, παρέχοντας τις πληροφορίες στον τύπο και την τηλεόραση ως αμφιβόλου αξιοπιστίας.

O Persichetti, μαζί με τον Oreste Scalzone, έγραψε το βιβλίο “Il nemico inconfessabile”3 »Ο ανήθικος εχθρός» και, σχεδόν καθημερινά στο ‘Insorgenze.net’ διεξάγει μια συστηματική προσέγγιση επίμονης διάψευσης και διόρθωσης ειδήσεων … ψευδών και παραπλανητικών. Όσον αφορά εκδηλώσεις και γεγονότα που σχετίζονται με την ένοπλη πάλη και τους αγωνιστές της, την καταστολή, τα βασανιστήρια, τις κρατικές »δολοφονίες», την πολιτική και τον πολιτισμό.

Τέλος, η Santalena, εκπόνησε μια διδακτορική διατριβή έρευνα στο Πανεπιστήμιο της Grenoble επάνω στην , «La gauche révolutionnaire et la question carcérale: une approche des années 70 italiennes», »Επαναστατική αριστερά και το ζήτημα των φυλακών: μια προσέγγιση στα ιταλικά χρόνια 70», (8 δεκεμβρίου, 2014) με σαφή κεφάλαια: «Από τις φασιστικές φυλακές, στις φυλακές σε εξέγερση (1969-1973)» «Από τη μεταρρύθμιση στην αντιμεταρρύθμιση: μεταξύ καταπίεσης και καταστολής, ένοπλου αγώνα και απόδρασης (1974-1977)», «Οι φυλακές στο κέντρο της σύγκρουσης: ανάμεσα στον ένοπλο αγώνα και τη διαχείριση έκτακτης ανάγκης της αντιτρομοκρατίας (1977-1987)

Λεπτομέρειες και ιδιαιτερότητες

Εμβαθύνοντας στην ανάγνωση συναντούμε κάποιες λεπτομέρειες, ή ιδιαιτερότητες, αν όχι άγνωστες, σίγουρα δεν είναι γνωστές. Έτσι, μαθαίνουμε ότι την 9η του Μάη 1978 το πρωί, ο χώρος όπου θα βρεθεί στη Via Caetani (στα μισά του δρόμου μεταξύ της εθνικής έδρας των Χριστιανοδημοκρατών και εκείνης του PCI) το Renault 4 χρώμα αμάραντο έχοντας στο εσωτερικό του το άψυχο σώμα του Moro, είχε καταληφθεί το προηγούμενο βράδυ από τον Bruno Seghetti που είχε σταθμεύσει εκεί το προσωπικό του αυτοκίνητο, ένα Renault 6 πράσινου χρώματος. Αυτό γίνεται για να αποφευχθούν εμπόδια και ατυχήματα της τελευταίας στιγμής. Με αυτόν τον τρόπο υπήρχε η σιγουριά ότι ο τόπος που έχει επιλεγεί για την τοποθέτηση του αυτοκινήτου που θα χρησιμοποιούνταν για την τελευταία μεταφορά, και την επακόλουθη ανακάλυψη του άψυχου σώματος του χριστιανοδημοκράτη βουλευτή δεν θα εμποδίζονταν από την παρουσία άλλων οχημάτων που θα ήταν σταθμευμένα παράκαιρα στη θέση του.

Ένα άλλο ερώτημα που δεν εξετάστηκε επαρκώς είναι η δράση που ανέλαβε ο Fulvio Croce, πρόεδρος του Συμβουλίου της Τάξης των Δικηγόρων του Τορίνο, διορισμένος δικηγόρος από τον Πρόεδρο του κακουργιοδικείου του Τορίνο, το οποίο έπρεπε να κρίνει (μάιος 1976 ) τον λεγόμενο «ιστορικό πυρήνα» (χαρακτηρισμό που ανέκαθεν αρνήθηκαν οι κατηγορούμενοι) της μαχόμενης κομμουνιστικής οργάνωσης, αφού οι μαχητές των BR είχαν αποπέμψει τους δικηγόρους της εμπιστοσύνης τους, προειδοποιώντας το δικαστήριο να μην διορίσει άλλους αυτεπάγγελτα και είχαν, προς στιγμήν, καταφέρει να κλονίσουν τους κλασικούς μηχανισμούς της δικαστικής εξουσίας, διεκδικώντας για τους εαυτούς τους το δικαίωμα στην άμυνα, να ήθελαν να υπερασπιστούν μόνοι τους εαυτούς τους δηλαδή, για να διεξάγουν την λεγόμενη »δίκη ανταρτοπόλεμου 4» και να ‘τινάξουν στον αέρα’ την διαδικασία.

br-processo

Παρά την αποδοχή των υψηλότερων αιτιολογήσεων του κράτους, αναθέτοντας την τεχνική υπεράσπιση σε οκτώ άλλους δικηγόρους της τορινέζικης τάξης, ο πρόεδρος της εγκληματολογικής ένωσης, εκμεταλλευόμενος την αναβολή για την 16η σεπτεμβρίου 1976 – σε αναμονή για την απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου να εξαργυρώσει μια σύγκρουση εδαφικής δικαιοδοσίας μεταξύ Τορίνο και Μιλάνο – μακριά από τη βοή των μέσων ενημέρωσης, έγινε υποστηρικτής και προαγωγός της προτεινόμενης θέσπισης ενός «μικρού νόμου» (όπως την αποκαλούσε σε επιστολή του προς τον πρόεδρο του εθνικού δικανικού Συμβουλίου) ad hoc που θα επέτρεπε στους κατηγορούμενους που το επιθυμούσαν να υπερασπιστούν τον εαυτό τους μόνοι τους.

Επίσης, κατά τη διάρκεια της προσπάθειας για τη δημιουργία του δικαστηρίου, της έδρας για τη διεξαγωγή της δίκης, εκτός από τον ορισμό «τεχνικών υπερασπιστών, δικηγόρων», συναντήθηκαν σημαντικές δυσκολίες στον εντοπισμό των λαϊκών ενόρκων, λόγω της απόρριψης να αποδεχθούν πολλών από αυτούς. Για να ξεπεραστεί αυτό το εμπόδιο ανέλαβαν δράση κορυφαία στελέχη του τορινέζικου Κκι, με τον Giuliano Ferrara να ηγείται, που υποστηρίζονταν ανεπίσημα από δύο εισαγγελείς, τους Luciano Violante και Gian Carlo Caselli ο οποίος, σύμφωνα με τον βουλευτή και μέλος του Κκι τουΤορίνο Saverio Vertone, «Συμμετείχε στις συνεδριάσεις της ομοσπονδιακής επιτροπής. Ίσως, αλλά δεν είμαι σίγουρος, επίσης, έπαιρνε το λόγο στις συναντήσεις της γραμματείας …» Ενώ ο ελεφαντίνος ( G Ferrara) συμμετείχε σε κάποιες συναντήσεις με ενόρκους της μάξι-δίκης εναντίον των ταξιαρχιτών για να τους πείσει να μην εγκαταλείψουν την ανάθεση» (Μ. Caprara).

Πάντα ο Ferrara, αναλάμβανε την ευθύνη του Pci για την δημιουργία του κατάπτυστου ερωτηματολόγιου ενάντια στην τρομοκρατία, στην ερώτηση ν. 5, καλούσε στην καταγγελία.» [έψαχνε άμεσα καταδότες]… τότε φυσικά προσφέραμε ένα χεράκι, πέρα από το χέρι που έδινε το Κράτος. Το Κράτος πρόσφερε την προστασία του, εμείς θα μπορούσαμε να προσθέσουμε την δική μας. (…) Για παράδειγμα σπίτια. Ρωτούσαμε: «Πες μας ποια είναι τα προβλήματά σου, αν είσαι φοβισμένος. Να ξέρεις πως εμείς είμαστε εδώ». Διαμέσου ενός «έγκυρου» διοικητικού του στελέχους, του G. Ferrara, το Κκι γίνονταν Κράτος.

Πριν από τις Ερυθρές Ταξιαρχίες και τις στρατεύσεις στο Pci

Ήδη αμέσως μετά την Απελευθέρωση σχηματίστηκαν, δομήθηκαν ομάδες και οργανώσεις Κομουνιστικές που ασκούσαν τον ένοπλο αγώνα. Με διάφορες μορφές και τρόπους. Από το Κίνημα Αντίστασης Παρτιζάνικης-Κίνημα Προλεταριακής Ενότητας, Movimento Resistenza Partigiana-Movimento di Unità Proletaria του Carlo Andreoni, του οποίου, όμως, θα πρέπει να διευκρινιστούν κάποιες ασαφείς γραμμές,  στο »IX Τμήμα Ερυθρός Αστέρας παράνομη ταξιαρχία ‘808’, “IX Divisione Stella Rossa Brigata clandestina ‘808’ “ του Armando Valpreda,5 προέδρου της Ένωσης παρτιζάνων Anpi στο Asti, μεταξύ των υποκινητών της εξέγερσης στην Santa Libera,6 μέχρι και εκείνη την ομάδα των καλών παιδιών που συναντιούνταν στο  Σπίτι του Λαού, presso la Casa del Popolo της Lambrate (Mi) για να χτίσουν την ‘Κόκκινη Φτερωτή’, ‘Volante Rossa’.7 Για να φθάσουμε σε εκείνους τους αγωνιστές απ’ την Εμίλια,  (παράνομους και φαινομενικά δίχως ενωτική οργάνωση) που έσπειραν στις επαρχίες του Ρέτζιο, της Μόντενα, της Φερράρα και της Μπολόνια πολλές ένοπλες ενέργειες, κυρίως εξολόθρευση φασιστών και συνεργών τους.

Σε πιο κοντινά χρόνια στην δεύτερη κόκκινη διετία (1968-1969) υπάρχουν εμπειρίες αντίστασης και ένοπλης επίθεσης που θα μπορούσαμε να αποκαλέσουμε προπαιδευτικές στην πιο σημαντική (για διάρκεια, νούμερο αγωνιστών και δράσεων) οργάνωση που ‘επωμίστηκε το ντουφέκι’ και για την οποίαν  ‘γίνεται λόγος’ στο βιβλίο.
Μιλάμε για την τορινέζικη ομάδα που αποτελείτο από τους Piero Cavallero, Danilo Crepaldi, Sante Notarnicola,8Adriano Rovoletto, όλοι αγωνιστές τους εργατίστικου Κκι των προλεταριακών ‘Barriere’ , ‘Φραγμάτων’, του Torino. “Ήδη το 1959 είχαμε πραγματοποιήσει την πρώτη μας δράση και προχωρήσαμε μέχρι το 1967, στιγμή της σύλληψης μας. Ο Piero ήταν ο συντονιστής των ενοτήτων Pci του ‘Φράγματος του Milano’ , μιας λαϊκής περιφέρειας με σχεδόν 70.000 κατοίκους. Εγώ, ήμουν γραμματέας της οργάνωσης νεολαίας του κόμματος (Fgci) στην Biella και αριθμούσαμε περίπου 3.000 εγγεγραμμένους. Στις αρχές των χρόνων εξήντα είχαμε αντιληφθεί πως δεν ήμασταν πλέον συντονισμένοι με το ‘κόμμα’. Χωμένο μες τον γύψο, κονφορμιστικό και όχι πια ‘επαναστατικό’9 .

Μια άλλη ένωση αγωνιστών εγγεγραμμένων στο Pci, ενότητα “Rino Mandoli” του Ponte Carrega στην Genova, που είδε  ‘την ώρα του τουφεκιού’, είναι εκείνη που χυδαία και από τα μέσα ενημέρωσης βαπτίστηκε  XXII Ottobre, δραστήρια στην Γένοβα από τις 22 οκτώβρη 1969 (ημερομηνία σχηματισμού της) μέχρι τις 26 μαρτίου 1971, ημέρα της ληστείας στον ταχυδρόμο της κατασκευαστικής εταιρείας Iacp. Στην πραγματικότητα, αυτός που υποδεικνύεται σαν ένας από τους ιδρυτές της περιπόλου νέων παρτιζάνων, ο Mario Rossi, αν και με επιφυλάξεις, με μεγάλη σύνεση και επιφυλακτικότητα, επισημαίνει: “Συμμεριζόμασταν τις θέσεις των Gap, γίναμε στην πράξη η ομάδα Gap της Γένοβας, καθώς υπήρχαν ήδη στο Μιλάνο και το Tρέντο. Όμως, το είπα και το επαναλαμβάνω, ήμασταν πάντα αυτόνομοι από τους άλλους σχηματισμούς που δημιουργούνταν ή που ήδη ήταν δραστήριοι αλλού ”.10

Η εμπειρία του Rossi, και η ανάγνωση του βιβλίου των Clementi-Persichetti-Santalena, μας προσφέρουν την ευκαιρία να εξερευνήσουμε, να εμβαθύνουμε και μιαν άλλη πτυχή, που σχετίζεται με τους μαχητές των πρώτων ένοπλων ομάδων, αλλά και των Ερυθρών Ταξιαρχιών: την προέλευσή τους, την ένταξη και την πολιτική δράση τους.

Από την μαρτυρία που συνέλεξε η Donatella Alfonso (δημοσιογράφος της εφημερίδας “La Repubblica”) ο Rossi επαναλαμβάνει,
Εγώ, στην πραγματικότητα, αισθάνομαι ακόμα ένας αγωνιστής του Κομμουνιστικού Κόμματος της δεκαετίας του εξήντα … Εκείνα τα χρόνια εκεί σου τύχαινε να παρακολουθείς το κόμμα, να παίρνεις μέρος στις διαδικασίες του, ιδίως στο χώρο εργασίας, στις ενότητες του εργοστασίου, γιατί αισθανόσουν τον σφυγμό του εργάτη που ήταν αυτός που σου δίδασκε να δουλεύεις και μετά να σκέφτεσαι … (Εμείς) ήμασταν όλοι σφυρηλατημένοι και με την 30 ιουνίου του ’60, όταν η Γένοβα απέρριψε την συνέδριο του φασιστικού Msi. Ήμασταν όλοι εκεί, και η τελευταία φορά που είδα πραγματικά το κομμουνιστικό Κόμμα στην πλατεία ήταν εκείνη η ημέρα, με τους παρτιζάνους και τους εργάτες του λιμανιού με το γάντζο στο χέρι”.

Στην ανακατασκευή των πολιτικών του επιλογών, αποκαλύπτει επίσης μια εμβληματική ιδιαιτερότητα, “…ένα άλλο γεγονός για το οποίο δεν έχω μιλήσει ποτέ για να μην φέρω σε δύσκολη θέση κανέναν, όμως εγώ συνέχισα να έχω την ταυτότητα του PCI: μέχρι το θάνατό του, ένας παλιός σύντροφος της Γένοβας μου την ανανέωνε κάθε χρόνο, ακόμα και όταν ήμουν στη φυλακή … Ακούγεται τρελό, αλλά εγώ ποτέ δεν αποβλήθηκα από το κομμουνιστικό Κόμμα ”.

feltrinelliΑυτές οι δυο ‘μικρότερες’ οργανώσεις και προηγούμενες του ξεδιπλώματος των BR και των άλλων οργανώσεων με εθνική δομή αν και με ανομοιογενή διανομή (Nuclei Armati Proletari Ένοπλοι Προλεταριακοί Πυρήνες και Πρώτη Γραμμή Prima Linea) μαζί με τις Ομάδες Παρτιζάνικης Δράσης  Gruppi d’ Azione Partigiana που σχηματίστηκαν από τον Giangiacomo Feltrinelli (έδρασαν στο Trento, Milano και Genova, οι μαχητές των οποίων κατά πλειοψηφία, και ουσιαστικά, συνέκλιναν στις Brigate Rosse μετά τον θάνατο του εκδότη,14 μαρτίου 1972) υπήρξαν ένα σύνολο πολλών ‘εγγεγραμμένων’ στο Κόμμα (Στις έρευνες για τους Gap διερευνήθηκαν οι G.B. Lazagna, Marisa και Vittorio Togliatti, nipoti del Migliore, εγγόνια του Καλύτερου, κι άλλοι ακόμη ‘πλησιέστεροι’ στο Κκι) που κινήθηκαν συλλογικά, αλλά υπάρχουν επίσης και συμπτωματικές ατομικότητες η σύντροφοι ημι-οργανωμένοι, με προσωπικές επαφές. Ο μιλανέζος εκδότης δανείζει το πιστόλι του  (ένα Colt Cobra) στην Monika Ertl, όνομα μάχης ‘Imilla’, όταν την πρώτη απριλίου 1971, στο Αμβούργο, σκοτώνει τον Roberto Quintanilla Pereira, εκπρόσωπο της κυβέρνησης της Βολιβίας στην Γερμανία και δολοφόνου του Ernesto Che Guevara.11

Ο Clementi και οι συνεργάτες συγγραφείς μας θυμίζουν την περίπτωση της Maria Elena Angeloni, της θείας του Carlo Giuliani, που τινάχτηκε στον αέρα – μαζί με τον κύπριο αγωνιστή Georgios Christou Tsdikouris – από το αυτοκίνητο βόμβα που οδηγούσαν προς την πρεσβεία των ηνωμένων πολιτειών στην Αθήνα (2 σεπτεμβρίου 1970) που ήταν γραμμένη στην ενότητα 25 Aπριλίου του μιλανέζικου Pci. “Στην κηδεία της Elena, στο Milano, για την ελληνική Αντίσταση ήταν εκεί η Melina Mercouri. Υπάρχουν οι σύντροφοι, οι φίλοι, οι αγωνιστές του Pci. Ατομικά. το Κόμμα δεν ήταν εκεί. Αν και επίσημα υποστηρίζει την Αντίσταση. Ο γραμματέας της ενότητας 25 απρίλη υποχρεώθηκε από την Ομοσπονδία να καταστρέψει το μητρώο της ταυτότητας της Elena”.12

Ένα άλλο παράδειγμα που επισημαίνεται στις «Ερυθρές Ταξιαρχίες. Από τα εργοστάσια στην ‘εκστρατεία της άνοιξης’ είναι εκείνο του Angelo Basone, εργάτη στις πρέσες του Mirafiori, συνδικαλιστικού εκπροσώπου και επικεφαλής της ενότητας του εργοστασίου του Κκι, που ποτέ δεν αποβλήθηκε από το κόμμα, ο οποίος βρίσκονταν στον κατάλογο των 61 εργατών που θα απολύονταν και γνωστού και αναγνωρισμένου αγωνιστή της οργάνωσης με το πεντάκτινο αστέρι. Καταδικάστηκε για συμμετοχή σε ένοπλη συμμορία, πολιτικού κρατουμένου στις ειδικές φυλακές.

Εκείνες που αναφέρονται παραπάνω είναι οι πολιτικές βιογραφίες κάποιων κομμουνιστών αγωνιστών (αγωνιστών του κομμουνιστικού Κόμματος), οι οποίοι έχουν αναλάβει τον ένοπλο αγώνα. Πολιτικοί αγωνιστές με τα όλα τους, που συμμετείχαν στις δραστηριότητες της ενότητας, συνέβαλαν στη συζήτηση κατά τη διάρκεια των συναντήσεων, παρενέβαιναν στα συνέδρια του κόμματος, διοργάνωναν διαδηλώσεις και συλλαλητήρια, συνέτασσαν και διένειμαν φυλλάδια, μοίραζαν τον τύπο: την εφημερίδα «L’Unita», τα εβδομαδιαία «Νέοι Δρόμοι,Vie Nuove » και «Εμείς οι γυναίκες,‘Noi Donne ». Δεν έπαιζαν να κάνουν τα στρατιωτάκια.

Η πιο σημαντική, ίσως, είναι η συνεπής πορεία-τροχιά που σχεδιάστηκε από τον Prospero Gallinari. Ήδη στρατευμένος στο Reggio Emilia, της οργάνωσης νεολαίας του κομμουνιστικού Κόμματος, από το 1968 με διπλή κάρτα-ταυτότητα, ακόμα και αυτή του Κόμματος13 όταν και εκδιώχθηκε (1969) για απείθεια, συμμετέχει στις συνεδριάσεις της «Πολιτικής Συλλογικότητας Εργάτες-Φοιτητές, ‘Collettivo Politico Operai-Studenti’, που ονομάστηκε« Ομάδα του διαμερίσματος», ‘Gruppo dell’appartamento’ ( μετά Προλεταριακή Αριστερά του Βασιλιά-CPM, Sinistra Proletaria di Re). Μετά από μια ατυχή (έτσι την χαρακτηρίζει στην αυτοβιογραφία του) εμπειρία (1971-1972) στο Superclan του Corrado Simioni, παίρνει επισήμως μέρος στις Ερυθρές Ταξιαρχίες, γενόμενος ένας από τους πιο αντιπροσωπευτικούς της μαχητές.

Ο Mario Moretti, όταν πεθαίνει ο Gallinari, τον θυμάται με αυτό τον τρόπο: “Το όνομα μάχης του Prospero ήταν Ιωσήφ, Giuseppe, και σίγουρα δεν είναι τυχαίο. Το είχε επιλέξει με πολύ ειρωνεία αλλά για έναν παλιό κομμουνιστή εκείνο το όνομα σημαίνει κάτι. Ο Prospero είναι ένας από τους συντρόφους της εμπιστοσύνης και της γραμμής, είναι αυτός που οδηγεί την πολιτική μάχη μαζί με τον Morucci στη ρωμαϊκή φάλαγγα. O Prospero είναι o μαρξισμός-λενινισμός, όλα όσα μας συμβαίνουν, άνοδοι και πτώσεις, αυτός τα διαβάζει υπό το πρίσμα, υπό το φως της σχέσης ανάμεσα στο κόμμα και τις μάζες, την πρωτοπορία και τις μάζες. Πιστεύει ότι εκεί υστερούμε. Έρχεται από την εμπειρία της Εμίλια, γι ‘αυτόν το κόμμα είναι το παν, η πολιτική συνέπεια είναι τα πάντα, και έχει μια πολύ ισχυρή αίσθηση της ηθικής. Ο καθένας ζει την ήττα με διαφορετικό τρόπο … γι ‘αυτόν, αν τα πράγματα επιστρέφουν πάλι στα μαρξιστικά-λενινιστικά παραδείγματα όλα καλά, και από εκεί δεν μετακινείται ακόμη και αν τον πυροβολήσεις. Όταν οι Br έχουν εξαντληθεί, ελπίζει σε μια συνέχεια σε κάτι άλλο που δεν είναι οι Br. Πράγμα που κατά τη γνώμη μου δεν έχει νόημα, και του το είπα, πάντα με το μεγάλο σεβασμό που έχω για αυτόν. Ο Prospero είναι ένας από εκείνους με τους οποίους καταλαβαινόμασταν, είναι από ατσάλι, ατσάλινος ακριβώς, έτσι είναι φτιαγμένος, είναι ένας παλιός αγρότης του κομμουνιστικού Κόμματος. Ο Prospero είναι σημαντικότατος. Ciao, Prospero, Γεια σου ”.14

Και ο Andrea Colombo,15 σε μιαν άλλη προοπτική και οπτική, του απονέμει τις τιμές της Πολιτικής: “ Ο Prospero Gallinari ήταν ένας υπέροχος άνθρωπος. Πολλοί το ξέρουν μα λίγοι θα το γράψουν. Αντιθέτως είναι καλό να ειπωθεί. Ήταν γενναιόδωρος, αλτρουιστής, θαρραλέος. Ήταν ένας γι αυτούς που λέμε πως έχουν ‘μεγάλη καρδιά’…Ήταν ένας άνθρωπος άλλων καιρών. Ένας στρατευμένος κομουνιστής από εκείνους που για δυο αιώνες έφτιαξαν την ιστορία. Ένας παρτιζάνος που τυχαία γεννήθηκε όταν ο πόλεμος είχε  τελειώσει. Από παιδί περπατούσε χιλιόμετρα για να πάει να διαβάσει την l’Unità στο bar του κοντινότερου χωριού στο αγρόκτημα όπου είχε μεγαλώσει. Όταν πλέον μεγάλωσε εξακολούθησε να είναι εκείνο το αγόρι. Μαζί μας, παιδιά του κινήματος, που στα χρόνια ’70 το Pci το μισούσαμε και το πολεμούσαμε είχε πολύ λίγα κοινά. Εγώ – μου είπε μια φορά – υπήρξα πάντα ένας αγωνιστής του ιταλικού κομουνιστικού Κόμματος και, αν και θα σου φανεί παράξενο, σε όλες τις  άλλες  οργανώσεις στις οποίες πήρα μέρος πάντα εκπροσωπούσα την μετριοπαθή πτέρυγα’ “.

Η συγκρότηση των BR                                                                                                                    

Οι συντάκτες αυτού του πρώτου τόμου, τον οποίον θα ακολουθήσουν και άλλοι, έχουν ανακατασκευάσει με λεπτομέρειες το πώς, και πότε, συγκροτήθηκε η πρώτη και πιο σημαντική, μεταπολεμική ιταλική ένοπλη οργάνωση με μια μεγάλη διακλάδωση σχεδόν σε όλη την εθνική επικράτεια. Ποιες ήταν οι οργανώσεις, συλλογικότητες και πολιτικές επιτροπές που συνέβαλαν στην ίδρυσή της. Νωρίτερα υπογραμμίσαμε το πως αυτό το έργο είναι βοήθεια και ενθάρρυνση για την ανάκτηση της μνήμης, και για τον λόγο αυτό το θεωρούμε χρήσιμο κείμενο και θεμελιώδες.

Από το Trento, μια ουσιαστική συμβολή παρείχαν η Margherita Cagol και ο Renato Curcio οι οποίοι, στη συνέχεια, μαζί με τον Mauro Rostagno (Κίνημα για ένα Αρνητικό Πανεπιστήμιο,Movimento per una Università Negativa) «μετανάστευσαν» στη Βερόνα, προκειμένου να έχουν μια μεγαλύτερη πολιτική ανάσα, όπου συνεργάστηκαν με το «Κέντρο πληροφόρησης,Centro d’informazione»που δημοσίευε το περιοδικό »Πολιτική Εργασία, Lavoro Politico» που διηύθυνε ο Walter Peruzzi. Στη συνέχεια, σχεδόν το σύνολο της συντακτικής ομάδας προσχώρησε στο Κομμουνιστικό Κόμμα της Ιταλίας, το οποίο στη συνέχεια χωρίζεται σε «μαύρη γραμμή» και «κόκκινη γραμμή».

Ο Curcio και η ‘Mara’ προσχώρησαν σε αυτή την τελευταία, μέχρις ότου, αύγουστος 1969, αποβλήθησαν μαζί με τον Peruzzi και τον ‘τρεντίνο’ Duccio Berio. Από την Verona μετακόμισαν στο Milano, και συνάντησαν τους Συντρόφους της Πολιτικής Μητροπολιτικής Κολεκτίβας, i Compagni del Collettivo Politico Metropolitano (που έγινε στην συνέχεια Sinistra Proletaria, Προλεταριακής Αριστερά), τους συντρόφους των αυτόνομων συνδικαλιστικών ομάδων Cub στα εργοστάσια Pirelli, Alfa, Sit-Siemens, Marelli, όπως και τα μέλη των Ομάδων Μελέτης, dei Gruppi di Studio των εργοστασίων Sit και της Ibm. Αυτή η τελευταία ομάδα, έναν χρόνο αργότερα περίπου, πραγματοποιεί μια σημαντική εργασία έρευνας επί της πολυεθνικής των ηνωμένων πολιτειών: “IBM, ιμπεριαλιστικό κεφάλαιο και σύγχρονο προλεταριάτο”.16 Αλλά και στις συνοικίες της περιφερειακής ζώνης επίσης υπάρχουν ‘αυτόνομες’ πραγματικότητες που αρχίζουν μια κάποια πολιτική κριτική: ιπτάμενα συλλαλητήρια, διάδοση υλικού προπαγάνδας και στρατιωτική προπαγάνδα, κυρίως εμπρησμούς αυτοκινήτων φασιστών, επιστατών και ηγετίσκων των εργοστασίων.

Ιδιαίτερα ριζωμένη, στην συνοικία ,  Lorenteggio-Giambellino, είναι η »Προλεταριακή Ομάδα Ιούλιος ’60»,  il “Gruppo Proletario Luglio ’60” αυτόνομη κομουνιστική. Ψυχή και μέλη σε αυτό τον οργανισμό είναι όλοι (μια εκατοστή) πρώην αγωνιστές εγγεγραμμένοι στην ενότητα συνοικίας του Pci, με το όνομα του παρτιζάνου ‘Giancarlo Battaglia’. Παρτιζάνοι είναι ο ιστορικός αγωνιστής του συνοικιακού διαμερίσματος: ο Gino Montemezzani, ένας από τους λίγους μαοϊκούς που συνάντησε προσωπικά τον Mao Tse Tung,17 και ο Giacomo ‘Lupo’ Cattaneo, στην συνέχεια κομουνιστής μαχόμενος στις Brigate Rosse. Στην επιτροπή “Luglio ’60” στελέχη επίσης είναι οι εννέα αδελφοί Morlacchi,18 παιδιά μιας ‘κομουνιστικής οικογένειας’. Έξι από αυτούς θα διωχθούν για σύσταση και συμμετοχή σε ένοπλη συμμορία: τις BR. Ο Pierino, εκτός από το ότι ήταν ένας από τους προαγωγούς της οργάνωσης υπήρξε επίσης στην πρώτη εκτελεστική επιτροπή με τους Curcio, Cagol και Moretti.

Στο Reggio Emilia, το μεγαλύτερο μέρος των συμμετεχόντων στο ‘Collettivo Politico Operai-Studenti’, »Πολιτική Κολεκτίβα Εργάτες-Φοιτητές», προέρχονταν από το Pci και την οργάνωση νεολαίας του Fgci, και μαζί με τους οργανισμούς που αναφέραμε νωρίτερα, μαζί με μια ομάδα συντρόφων από το Borgomanero (No) και μιαν της περιοχής Lodi-Casalpusterlengo (τότε επαρχία του Milano) βρέθηκαν να συζητούν και να διαλέγονται, στα τέλη δεκεμβρίου 1969 στο πανδοχείο ‘Stella Maris’ του Chiavari (Ge) και, μετά, στο ‘ιδρυτικό συνέδριο’ σε εκείνο το σεμινάριο-διάσκεψη τριών ημερών που διεξήχθη στο εστιατόριο ‘Da Gianni’, frazione Costaferrata, στην ζώνη των Απεννίνων της επαρχίας του Ρέτζιο Εμίλια τον αύγουστο του 1970. Έτσι, ουσιαστικά, συστήνονται οι Brigate Rosse.

Μνήμη και λήθη
Συχνά επαναλαμβάνεται ότι η μνήμη είναι ένα συλλογικό γρανάζι. Αλλά είναι επίσης ένα «ανατρεπτικό» εργαλείο. Οι τρεις ερευνητές, συγγραφείς αυτής της σύνθετης ανθρώπινης ανασυγκρότησης, ιστορικής και πολιτικής μας προσφέρουν την ευκαιρία να συνδυάσουμε τις δύο ενέργειες. Τα επεισόδια, σε αυτό τον πρώτο τόμο, είναι πολλά, κάποια μας έχουν πλήξει ιδιαίτερα. Θυμόμαστε εκείνα που αισθανόμαστε ότι έχουν μια μεγαλύτερη πολιτική σημασία.

Εκείνο με το μεγαλύτερο εύρος και «βάρος», από κάθε άποψη, αναφέρεται στο διαβόητο (αξίζει να το επαναλαμβάνουμε) σκάνδαλο Lockheed. Οι συγγραφείς μας το θυμίζουν 19 με ακρίβεια. “Το σκάνδαλο Lockheed γεννήθηκε από τις αποκαλύψεις της εξεταστικής Επιτροπής των ΗΠΑ με επικεφαλής τον γερουσιαστή Frank Church, σύμφωνα με τις οποίες η εταιρεία Lockheed είχε πληρώσει δωροδοκίες σε πολλές χώρες για να πουλήσει την πολεμική παραγωγή στους εθνικούς στρατούς. Όσον αφορούσε την Ιταλία, επρόκειτο για μίζες για την απόκτηση 14 αεροπλάνων C-130 που αγοράστηκαν από  την ιταλική κυβέρνηση ανάμεσα στο 1972 και το 1974, αεροπλάνων F-104S και τεθωρακισμένων Leopard. Δίπλα στον Gui (Υπουργό των Εσωτερικών και moroteo, nda) ενεπλάκη και ο υπουργός Άμυνας Mario Tanassi ενώ, πάντοτε σύμφωνα με τις αποκαλύψεις των ηνωμένων πολιτειών, πίσω από κάποια κωδικοποιημένα ονόματα (Antelope Cobbler και Pun) κρύβονταν ένας πρώην πρωθυπουργός…Το όνομα με κωδικό ‘Antelope’, σύμφωνα με τις αμερικανικές αποκαλύψεις, υποδείκνυε έναν πρωθυπουργό των χρόνων από το 1965 μέχρι το 1970, συμπεριλαμβάνοντας με αυτό τον τρόπο, εκτός από τον Moro (1963-1968), την λεγόμενη παραθαλάσσια κυβέρνηση του Giovanni Leone (ιούνιος-νοέμβριος 1968) και εκείνη του Mariano Rumor (δεκέμβριος 1968-ιούλιος 1970). Οι τρεις θα διαψεύσουν κάθε ανάμιξη και στις 29 απριλίου ο πρεσβευτής των ηνωμένων πολιτειών σημείωσε πως, κάνοντας το, είχαν δώσει την εντύπωση πως έκριναν ένοχο ο ένας τον άλλον”.

Repubblica MoroΑπό την στιγμή που δεν συμμεριζόμαστε, ούτε αγκαλιάζουμε, κανέναν τύπο συνωμοσιολογικής θεωρίας, αμέσως προσδιορίζουμε πως δεν αποδίδουμε σε κανέναν από τους προαναφερθέντες συγκεκριμένες αστοχίες και ακριβείς ενοχές, όμως θυμόμαστε…Θυμόμαστε λοιπόν και υπενθυμίζουμε πως την πέμπτη 16 μαρτίου 1978, την ημέρα της απαγωγής Moro, στην πρώτη σελίδα της εφημερίδας “La Repubblica” υπήρχε αυτό  το ‘box’: “Antelope Cobbler είναι ο Aldo Moro?” που παρέπεμπε σε ένα εσωτερικό άρθρο: “Antelope Cobbler? Απλούστατο Aldo Moro, πρόεδρος της DC”.

Δεν θα επεκταθούμε περισσότερο επειδή δεν είναι απαραίτητο. Σημειώνουμε ότι η είδηση θα μπορούσε να διερευνηθεί, επαληθευτεί, επιβεβαιωθεί, διαψευσθεί. Όπως όλη υπόθεση των λεγόμενων «ιπτάμενων φέρετρων», έτσι είχαν επίσης αποκαλεστεί τα αεροπλάνα Lockheed F-104, η οποία είχε ως αποτέλεσμα τις καταδίκες «μόνο» των Tanassi (Psdi), του προσωπικού γραμματέα του, των ιταλών εκπροσώπων της Lockheed και του τότε προέδρου της Finmeccanica (με κρατική συμμετοχή). Δεν γνωρίζουμε πώς τελείωσε, πως κατέληξε η ψευδής (;) κατηγορία της εφημερίδας που διευθύνονταν από τον Eugenio Scalfari κατά του Moro.

Με την ανακατασκευή τους, οι Clementi, Persichetti, Santalena, μας βοηθούν να καθορίσουμε ξανά τους χρόνους και τους τρόπους με τους οποίους έχουν συσταθεί οι ειδικές φυλακές, την ‘κόκκινη εβδομάδα’ της Asinara, τις μάχες στις Pianosa και Saluzzo, την απεργία πείνας στην Nuoro, ακριβώς για να μπορέσουν να ξεπεράσουν οι κρατούμενοι και να διαλύσουν τα απάνθρωπα οχυρά: Kampi. Στρατόπεδα συγκέντρωσης. Την κατασκευή και τα εγκαίνια της πρώτης γυναικείας υπέρ-φυλακής: εκείνη της Voghera και την διαδήλωση-με ζωώδεις επιθέσεις και ξύλο στους μετέχοντες-του ιουλίου 1983, για την εξουδετέρωση της. Την ‘ελευθερία κινήσεων’ που παραχωρήθηκε στον Carlo Alberto Dalla Chiesa και στον ειδικό αντιτρομοκρατικό πυρήνα του. Την εισαγωγή της συστηματικής χρήσης των βασανιστηρίων ενάντια στους συλληφθέντες για να τους κάνουν να μιλήσουν.
Ήδη από το 1975, με τον Alberto Buonoconto, μετά τους Enrico Triaca, Cesare Di Lenardo, Paola Maturi, Sandro Padula, Emanuela Frascella, δυστυχώς πολλούς άλλους.

Είναι ακριβώς στην θεσμοθέτηση αυτής της σκληρής πρακτικής και στις πολλές περιπτώσεις που αναφέρθηκαν, οι συντάκτες των «Ερυθρών Ταξιαρχιών» θα αφιερώσουν εμβαθύνσεις και αρκετό χώρο στους επόμενες τόμους. Χωρίς να παραμελούνται η απαγωγή D’Urso, Dozier και οι τέσσερις απαγωγές της ‘εκστρατείας της άνοιξης’: Cirillo, Taliercio, Sandrucci και Πέτσι. Δεν παραμελούν τη γέννηση του Κόμματος Guerilla, del Partito Guerriglia, της απομάκρυνσης της φάλλαγγας Walter Αlasia, της αναγγελίας της στρατηγικής υποχώρησης και του τέλος μιας εμπειρίας.                                                       Έτσι όπως και για την σφαγή της Via Fracchia στη Γένοβα και την εκτέλεση του Roberto Serafini και του Walter Pezzoli στο Μιλάνο.                                                                               “La storia continua, Η ιστορία συνεχίζεται”.20

N. B. Αυτή είναι η πρώτη από τις τρεις συνεισφορές που σχετίζονται με την ένοπλη πάλη, τη φυλακή, το εκτός νόμου προλεταριάτο, που πραγματοποιήθηκαν λαμβάνοντας ως παράδειγμα από πολλές πρόσφατες δημοσιεύσεις. Εκτός από αυτήν των Clementi-Persichetti-Santalena, οι επόμενες θα είναι η αυτοβιογραφία του Pasquale Abatangelo «Έτρεχα σκεπτόμενος την Άννα, Correvo pensando ad Anna» και «Το Δέντρο της αμαρτίας», “L’albero del peccato”, που δημοσιεύθηκε χάρη στον Giorgio Panizzari, ενημερωμένο και σημαντικά ενισχυμένο σε σχέση με την έκδοση του 1983, που διατέθηκε με την υπογραφή της «Κολεκτίβας κομμουνιστών κρατουμένων των Ερυθρών Ταξιαρχιών, ‘Collettivo prigionieri comunisti delle Brigate Rosse’. (F.A.)


  1. Marco Clementi, Storia delle Brigate Rosse, Odradek Edizioni, Roma, 2007  ↩
  2. Marco Clementi, La ‘pazzia’ di Aldo Moro, Odradek Edizioni, Roma, 2001  ↩
  3. Paolo Persichetti-Oreste Scalzone, Il nemico inconfessabile. Sovversione sociale, lotta armata e stato di emergenza in Italia dagli anni settanta ad oggi, Odradek Edizioni, Roma, 1999  ↩
  4. Jacques M. Verges, Strategia del processo politico, Einaudi, Torino, 1969  ↩
  5. Στο δοκίμιο της Laurana Lajolo, Οι αντάρτες της Santa Libera. Ιστορία μιας παρτιζάνικης εξέγερσης. Αύγουστος 1946-I ribelli di Santa Libera. Storia di un’ insurrezione partigiana. Agosto 1946, ο leader των ξεσηκωμένων, ‘Armando’, “…μαζί με κάποιους συντρόφους, σχημάτισε, μετά την απελευθέρωση, μια παράνομη ομάδα με το όνομα ‘808’ προς  τιμής ενός ισχυρού εκρηκτικού και ο οποίος, μπροστά στην προοδευτική συμπεριφορά επιείκειας των δικαστών απέναντι στους φασίστες, αποφάσισε να αναλάβει το καθήκον να αποδώσει δικαιοσύνη.”  ↩
  6. Alice Diacono, Η παρτιζάνικη εξέγερση της Santa Libera [αύγουστος 1946] και το δύσκολο πέρασμα από τον φασισμό στην δημοκρατία, ακαδημαϊκό έτος 2009-2010 / L’insurrezione partigiana di Santa Libera (agosto 1946) e il difficile passaggio dal fascismo alla democrazia, anno accademico 2009-2010, Giovanni Rocca (Primo), Ένας στρατός ρακένδυτων στην υπηρεσία της ελευθερίας – Un esercito di straccioni al servizio della libertà, Art pro Arte, Canelli (Cn), 1984; Laurana Lajolo, I ribelli di Santa Libera. Storia di un’insurrezione partigiana. Agosto 1946, Edizioni Gruppo Abele, Torino, marzo 1995; Giovanni Gerbi, I giorni di Santa Libera, Οι ημέρες της Santa Libera, οκτώ επεισόδια στην εκπομπή “ L’eco del lunedì”, εβδομαδιαία, settimanale di Asti, οκτώβριος-νοέμβριος 1995; Marco Rossi, Ribelli senza congedo. Rivolte partigiane dopo la Liberazione. 1945-1947, Αντάρτες δίχως άδεια. Παρτιζάνικες εξεγέρσεις μετά την Απελευθέρωση. Edizioni Zero in condotta, Milano, 2009; Claudia Piermarini, I soldati del popolo. Arditi, partigiani e ribelli: dalle occupazioni del biennio 1919-20 alle gesta della Volante Rossa, storia eretica delle rivoluzioni mancate in Italia- Οι στρατιώτες του λαού. Arditi, αντάρτες και επαναστάτες: από τις καταλήψεις της διετίας 1919-1920 στα κατορθώματα της Κόκκινης Φτερωτής, αιρετική ιστορία των αποτυχημένων επαναστάσεων στην Ιταλία, Red Star Press, Roma, giugno 2013  ↩
  7. Cesare Bermani, La Volante Rossa. Storia e mito di ‘un gruppo di bravi ragazzi’, Η Κόκκινη Φτερωτή. Ιστορία και μύθος »μιας ομάδας καλών παιδιών», Colibrì Edizioni, Milano, 2009; Carlo Guerriero-Fausto Rondelli, La Volante Rossa, Datanews, Roma, 1996; Massimo Recchioni, Ultimi fuochi di Resistenza. Storia di un combattente della Volante Rossa, Τελευταίες φωτιές Αντίστασης. Ιστορία ενός μαχητή της Κόκκινης Φτερωτής, DeriveApprodi, Roma, 2009; M. Recchioni, Il tenente Alvaro, la Volante Rossa e i rifugiati politici italiani in Cecoslovacchia, Ο υπολοχαγός Αλβάρο, η Κόκκινη Φτερωτή και οι πολιτικοί πρόσφυγες στην Τσεχοσλοβακία, DeriveApprodi, Roma, 2011; Francesco Trento, La guerra non era finita. I partigiani della Volante Rossa, Ο πόλεμος δεν είχε τελειώσει. Οι παρτιζάνοι  της Κόκκινης Φτερωτής, Edizioni Laterza, Roma-Bari, 2014  ↩
  8. Sante Notarnicola, L’evasione impossibile, Η αδύνατη απόδραση, Feltrinelli, 1972  ↩
  9. Da una conversazione con Sante Notarnicola, Από μια κουβέντα με τον Σάντε Νοταρνικόλα, 14 aprile 2017  ↩
  10. Donatella Alfonso, Animali di periferia. Le origini del terrorismo tra golpe e resistenza tradita. La storia inedita della banda XXII Ottobre, Ζώα της περιφέρειας. Οι καταβολές της τρομοκρατίας ανάμεσα στο πραξικόπημα και την προδομένη αντίσταση. Η ανέκδοτη ιστορία της μπάντας 22 Οκτώβρη, Castelvecchi Rx, Roma, 2012  ↩
  11. Jurgen Schreiber, La ragazza che vendicò Che Guevara. Storia di Monika Ertl, Το κορίτσι που εκδικήθηκε τον Τσε Γκεβάρα. Η ιστορία της Μόνικα Έρτλ, casa editrice Nutrimenti, Roma, 2011  ↩
  12. Paola Staccioli, Sebben che siamo donne. Storie di rivoluzionarie, Κι ας είμαστε γυναίκες. Ιστορίες επαναστατριών, DeriveApprodi, Roma, 2015  ↩
  13. Prospero Gallinari, Un contadino nella metropoli. Ricordi di un militante delle Brigate Rosse, Αναμνήσεις ενός μαχητή των Ερυθρών Ταξιαρχιών, Bompiani Overlook, Milano, 2006  ↩
  14. Mario Moretti, Per Prospero, Για τον Πρόσπερο,14 gennaio 2013  ↩
  15. Gli Altri online, 14 gennaio 2013  ↩
  16. Sapere Edizioni, Milano, 1973  ↩
  17. Gino Montemezzani, Come stai compagno Mao?, Πως είσαι σύντροφε Μάο; Edizioni LiberEtà, Roma, 2006  ↩
  18. Manolo Morlacchi, La fuga in avanti. La rivoluzione è un fiore che non muore, H φυγή προς τα εμπρός. Η επανάσταση είναι ένα λουλούδι που δεν πεθαίνει. Agenzia X, Milano, 2007  ↩
  19. nn.14 e 15, σελ. 149  ↩
  20. P. Gallinari, Un contadino nella metropoli, Ένας αγρότης στην μητρόπολη, cit.  ↩

https://www.carmillaonline.com/2017/04/26/le-emozioni-del-cuore-la-d-della-ragione-la-realta-dei-fatti/

ανατρεπτική τέχνη, arte ribelle

ΕΡΥΘΡΈΣ ΤΑΞΙΑΡΧΊΕΣ BRIGATE ROSSE, ι

image

Μα τι θα είχαν κάνει εάν εκείνη η βραδινή αποστολή τους είχε το αποτέλεσμα που φοβόντουσαν;

Μαζί με την φρίκη, την αβεβαιότητα και τον φόβο, είχε περάσει από το μυαλό της επίσης μια δυσάρεστη αίσθηση ανεπάρκειας. Σαν ανησυχία για τα περιθώρια επιβίωσης, της δυνατότητας να πορευτεί στη ζωή της που εξακολουθούσαν να είναι επιτρεπτά, ενώ, όλο και συχνότερα, προεικόνιζε μαζί με τους συντρόφους της τα σενάρια ενός πολέμου που έλεγαν πως ήταν έτοιμοι να πολεμήσουν.

Θα ήταν πραγματικά σε θέση να τον αντιμετωπίσουν; Πώς να συνδυάσουν μια παρόμοια προοπτική με μια καθημερινότητα ακόμα γεμάτη μέλλον που την διαπερνούσε η αναζήτηση του παιχνιδιού, της χαράς και της ευχαρίστησης, της ξεγνοιασιάς; Και εκείνο το πρωί επίσης, δεν την άφηνε στην ησυχία της εκείνη η δυσάρεστη αίσθηση πως δεν είχε ακόμη κλείσει όλες τις πόρτες πίσω της.

Σαν να ήταν δυνατό να το πράξουν πριν ακόμη νιώσουν πραγματικά αναγκασμένοι να το κάνουν.

Έπρεπε, όπως πάντα, να κρατήσει σε απόσταση το τέρας που την κρατούσε σε εγρήγορση με σήματα για την διαφαινόμενη καταστροφή που θα υφίσταται κάθε φορά που θα ξηλώνει τους κανόνες. Έρχονταν από μια προσωπική ιστορία στην οποία δεν είχε διδαχτεί πως υπάρχει επιείκεια γι αυτούς που χάνονταν πίσω από την αυτοκτονική ψευδαίσθηση να αλλάξουν τον κόσμο, και όπου ήταν άγνωστη η ανοχή στη νεανική επαναστατικότητα που στη συνέχεια έγινε της μόδας.

Τίποτα δεν ήταν δεδομένο και όλα έπρεπε να κερδηθούν. Στην οικογένειά της, οι μεγαλύτεροι είχαν ξεκινήσει να πηγαίνουν στο εργοστάσιο απ’ όσο ήταν ακόμη παιδιά, και μόνο το κερδισμένο με ιδρώτα ψωμί έδινε ταυτότητα και το δικαίωμα στο λόγο. Πράγματα απαγορευμένα σε εκείνους που έτρωγαν με τις πλάτες τρίτων, εκμεταλλευόμενοι την σκληρή δουλειά των άλλων – όπως, εννοείται φυσικά, λιγότερο ή περισσότερο, οι γυναίκες, από φύση αδύναμες και αναξιόπιστες, φορείς κάθε αταξίας και αδυναμίας. Δεν υπήρχε λοιπόν κανένας λόγος αδημονίας της. Έπρεπε να είναι συγκρατημένη, να λογοδοτεί κάθε φορά που της έλλειπε το μέτρο, και δεν θα έπρεπε να περιμένει από κανέναν εκείνο που θα μπορούσε να προσφέρει μόνο της στον εαυτό της. Ειδικά εκείνη την ελευθερία που πήγαινε γυρεύοντας. Έπρεπε να στηριχθεί στις δικές της δυνάμεις και, με όλο το θράσος εκείνων που, χλευάζοντας κάθε γενικό κανόνα, τολμώντας να πάνε να κοιτάξουν στα μάτια ένα νόθο παιχνίδι, έπρεπε να διασχίσει κάθε φορά χωρίς δισταγμούς και προσχήματα τα περιθώρια της αποφασιστικότητά της.

Και αν δεν ήθελε να φθάσει στο σημείο να συντριβεί, έπρεπε να φτιάξει ακόμη πιο δυνατό κεφάλι απ’ ότι οι τοίχοι ενάντια στους οποίους συνέχιζε να πηγαίνει να χτυπάει κόντρα. Αυτό το είχε μάθει πολύ καιρό πριν,  έχοντας την πεποίθηση ότι θα μπορέσει να επιβιώσει μόνο εάν χρησιμοποιήσει τη μεγαλύτερη δυνατή αποφασιστικότητα και να πάει μέχρι τέλους, γιατί η σύγκρουση ήταν μια από εκείνες που δεν προέβλεπαν αιχμαλώτους.

Κι έτσι φτιάχνε και ξαναφτιάχνε το πλαίσιο του πόσο ακόμη, με κάθε νέα ρήξη, έριχνε στο παιχνίδι τις δυνάμεις της, χωρίς να επιτρέπει στον εαυτό της περιθώρια διαφυγής.

Μα ποιες είναι οι πιθανές επιλογές; Ποιες οι εναλλακτικές λύσεις;

H επιστροφή στο σπίτι για να ξεφύγει από τον τρόμο; να φθάσει στο σημείο να πιστεύει ότι η μόνη επανάσταση που μπορεί να εννοηθεί δεν ήταν πραγματικά τίποτα περισσότερο από την «προοδευτική δημοκρατία» των κατοικούντων στις Botteghe Oscure; 1], εκείνη που δεν οδηγούσε στον κομμουνισμό και, στην πραγματικότητα, ούτε ακόμα και στο σοσιαλισμό, αλλά υπόσχονταν, σε αντάλλαγμα για μια σημαντική οπισθοχώρηση θέσεων, ένα καταφύγιο, υπόσχονταν προστασία από τους πειρασμούς της φασιστικής δεξιάς που δεν καταλάγιασαν ποτέ μέσα στο πέρασμα του χρόνου;

Σαν να συνεχίζονταν ακόμη το ξόρκι, τα μάγια με το τέλος του πολέμου, σαν να μην είχε συμβεί τίποτα μέσα σε εκείνη την αφύπνιση των συνειδήσεων και των αγώνων. Αν το ’45 υπήρχε εκεί ο στόλος που εμπόδιζε, τώρα υπήρχαν οι πραξικοπηματίες δολοφόνοι των σφαγών. Στη μέση ένα ποικιλόμορφο κίνημα που έπρεπε να οδηγηθεί ξανά στη συνετή κίνηση μιας παράδοσης περισσότερο ή λιγότερο έντιμης, που έπρεπε να το αναγκάσουν να υπογράψει τη »νέα συμφωνία των παραγωγικών δυνάμεων» ή να το κτυπήσουν, να το νικήσουν, να το απονομιμοποιήσουν και να κάνουν ότι είναι δυνατό, να σιγουρευτούν πως δεν θα συνεχίσει να προκαλεί ζημιές.

Άλλο δεν υπήρχε.

Αλλά πραγματικά δεν θα μπορούσε να υπάρχει κάτι άλλο; Και ποιος είναι υπεύθυνος για τόσο μεγάλη δυστυχία στις πολιτικές προοπτικές;

Σε ένα τέτοιο περιορισμένο ορίζοντα και της απουσίας πολιτικής διαμεσολάβησης, το πιο εύκολο πράγμα ήταν να βρεθεί στο σημείο να παίζει τον ρόλο του εξτρεμιστή. Πολύ αστείο. Εκείνη που εξτρεμιστής δεν αισθάνθηκε. Που βρίσκονταν όμως ο χώρος για μια πολιτική που να έχει ένα νόημα, μέσα σε εκείνες τις δυναμικές ανάληψης ρόλων και ευθυνών τους οποίους οι μηχανισμοί μιας στραβικής αριστεράς δεν γνώριζαν πλέον, μιας και με τόση αποφασιστικότητα αποποιούνταν, αναιρούσαν και τα τελευταία κομμάτια του εαυτού τους που είχαν έστω και σχέση μακρινή με κάθε τι οδοφραγματικό; για να μην μιλήσουμε για τη συνετή στάση που κράτησαν ακόμα και στη μάχη του δημοψηφίσματος για το διαζύγιο, τότε που στέκονταν να παρακολουθούν από απόσταση τα τεκταινόμενα.

Αλλά εν τω μεταξύ οι καιροί τρέχουν πίσω απ’ τα γεγονότα και μας παροτρύνουν να κινηθούμε,  δεν αφήνουν πλέον περιθώρια για πολλές ερωτήσεις. Από τους εκατό χιλιάδες στο γήπεδο του Σαντιάγκο της Χιλής, σαν μαστίγωμα κατάφατσα, το αποφασιστικό ταρακούνημα στο εύθραυστο πλαίσιο των στάσεων που πρέπει να κρατηθούν.

Και ο καθένας έπρεπε να αποφασίσει.

Εκεί, στα χέρια των χασάπηδων, βρίσκονταν τα σώματα και οι ιδέες της ελευθερίας των συντρόφων που επίσης ανήκαν σε αυτές. Αυτή ήταν μια τραγωδία που συγκλόνιζε τους πάντες.

Ο καθένας έκανε την δική του ανάγνωση για αυτή την τραγωδία.

Πολλοί, και αυτή μαζί τους, με μάτια θολά και την ψυχή ανάμεσα στα δόντια, ορκίστηκαν ότι ποτέ ξανά δεν θα άφηναν να τους βρουν δίχως τουφέκι. Εκείνη η σφαγή κατέστρεφε κάθε κατάλοιπο αξιοπιστίας στην ύπαρξη μιας ειρηνικής οδού για ουσιαστικές κυβερνητικές αλλαγές. Οι καιροί των βίαιων επαναστάσεων δεν είχαν με τίποτα τελειώσει και το να αντιστέκεσαι αργότερα καθίστατο μια παγίδα θανάτου, θανατηφόρα.

Συνεχίζεται

 

1] Botteghe Oscure: η οδός όπου βρίσκονται τα κεντρικά γραφεία του ιταλικού Κ.Κ.

https://compagnograber.wordpress.com/2015/03/05/compagna-luna/comment-page-1/

ανατρεπτική τέχνη, arte ribelle

ΕΡΥΘΡΈΣ ΤΑΞΙΑΡΧΊΕΣ BRIGATE ROSSE, θ

image

Emily Dickinson, Σιωπές

Στο βάθος του διαδρόμου, κάτω από το παράθυρο, μιας και οι θάνατοι συνέχιζαν το δρόμο τους λάμβαναν θέσεις οι φωτογραφίες στη μνήμη των συγγενών που είχαν αναχωρήσει. Ιδιαίτερα τη νύχτα, όταν σε εκείνα τα άγνωστα πρόσωπα αντανακλάται το τρεμάμενο φως των αναθηματικών λαμπτήρων, η εικόνα ήταν από εκείνες που σε κάνουν να ανατριχιάζεις, σου σηκώνονταν η τρίχα.

Ποιοι είναι; … Αλληλουχία ονομάτων χωρίς καμία επίκληση ανάμνησης για μένα, πολύ μικρή ακόμη για να έχω βιώσει το θάνατο από κοντά.

Και αυτός, που βάζεις στη μέση από τον θείο Giovanni και η γιαγιά Olga, ποιος είναι; ένας σπουδαίος άνθρωπος, μου απαντούσες. Έτσι ξερά.

Θα είναι επειδή εκείνη η γωνία του σπιτιού μόνον ένα μήνα αργότερα θα ήταν η σκηνής της γέννησης για μια πολύ διαφορετική γιορτή, θα είναι λόγω εκείνων των δυσάρεστων προσώπων βυθισμένων στο πένθος, αλλά κάθε χρόνο, δεν έβλεπα την στιγμή που θα διαλύονταν εκείνη η τρομακτική σκηνογραφία γεμάτη ανησυχητικά μυστήρια.

Φοβόμουν εκείνες τις παρουσίες και ιδιαίτερα εκείνο τον κύριο εκεί στη μέση, ο οποίος εκτός του ότι ήταν νεκρός και είχε αφήσει εκείνη την άσχημη φωτογραφία, είχε κάνει επίσης το σφάλμα να απαιτεί το επώδυνο βλέμμα μου χωρίς καν το ελαφρυντικό να είναι κάποιος της οικογένειας μας. Δεν ήταν αρκετό να με καθησυχάζει το γεγονός ότι πρέπει να ήταν ένας καλός άνθρωπος από τη στιγμή που εσύ , καλωσυνάτος πατέρας, του αναγνώριζες τα σημάδια μιας βαθιάς ευγνωμοσύνης. Αργότερα, πολύ αργότερα, ανακάλυψα ότι ήταν ο Μπενίτο Μουσσολίνι, ο οποίος στα μάτια σου είχε ασκήσει μιαν έντιμη διοίκηση της χώρας, την ίδια που στη συνέχεια θα αναγνωρίσεις επίσης στην Κίνα του Μάο ή στην Κούβα του Κάστρο.

Ποιος να στο είχε πει ότι μόνο λίγα χρόνια αργότερα, σήμερα, η δική σου θα έπρεπε να θεωρείται όχι μια αδύναμη σκέψη αλλά το πολιτιστικό σήμα κατατεθέν του καθησυχαστικού συμφιλιωτή ρεβιζιονισμού αυτής της αναγνωρισμένης μεταθανάτιου εποχής;

Συνεχίσαμε να συζητούμε και να μαλώνουμε επάνω σε όλα εκείνα τα παράδοξα δικά σου. Κι εσύ δεν μπορούσες να αντέξεις μακριά από την πρόθεση να με πείσεις, πιστεύοντας πως αστειευόμουν όταν σου έλεγα ότι αυτός ο άνθρωπος δεν θα μπορούσε ποτέ να μου αρέσει διότι, πρώτα ακόμη και από το ότι υπήρξε ένας δικτάτορας, τον θυμόμουν ως ένα από τα τέρατα που είχαν κατοικήσει στους παιδικούς μου εφιάλτες.

Ο κλήρος για την πολιορκία του κτιρίου της ραδιοτηλεόρασης  Rai είχε τύχει σε αυτήν.

Αυτή τη φορά ο συναγερμός φαίνονταν σοβαρός: Απόψε όλοι εκείνοι των αριστερών κομμάτων κοιμούνται μακριά από το σπίτι, έξω …

Πραξικόπημα.

Όχι, αυτοί δεν θα άφηναν να τους πιάσουν και θα οργάνωναν την ένοπλη αντίσταση. Πρώτα έπρεπε να ελέγξουν τι απ’ όλα αυτά ήταν αληθινό. Και αυτό ακόμη ήταν εύκολο. Θα έπρεπε να δουν τα τεθωρακισμένα να προσεγγίζουν την περιοχή των Κτιρίων της εξουσίας. Ήταν αρκετό να είναι εκεί και να ελέγξουν εάν αυτό θα συνέβαινε.

Ξαναβρισκόμαστε αύριο το πρωί…μάτια ανοικτά!

Πρώτα χρόνια του εβδομήντα και για τη γενιά της αυτό δεν ήταν μια ταινία. Εκ των υστέρων δεν είναι εύκολο να θυμηθούμε πού έβρισκαν τόση ασυναίσθητη σταθερότητα διακινδυνεύοντας τη ζωή τους, παίζοντας την στα χαρτιά. Δεν ήταν παρά μικρές ομάδες νεαρών συντρόφων, που ασφυκτιούσαν μες τους ενδοιασμούς μιας εξωκοινοβουλευτικής αριστεράς στριμωγμένης στα σχοινιά, που δεν είχαν με τίποτα άλλο μαζί τους παρά την αποφασιστικότητα να βρουν νέους δρόμους για να συνεχίσουν εκείνη την επανάσταση που είχε καταναλώσει γρήγορα την αθωότητα των πρώτων ενθουσιασμών, μπροστά στο μελανό πρόσωπο μιας εξουσίας δολοφόνου, της εξουσίας των μαζικών σφαγών, και μιας θεσμικής αριστεράς που τελειοποιούσε το παρανοϊκό σύνδρομο ηττοπάθειας που ένιωθε κυκλωμένη από παντού και περικύκλωνε τα πάντα.

Αυτό που είναι εκπληκτικό σήμερα είναι ότι τότε μπορεί να φαίνονταν φυσιολογικό που συνέβαινε όλο αυτό, έτσι ώστε το να το συζητάμε σήμερα διακινδυνεύουμε το φανταστικό, σαν τους αόρατους πολέμους του συνταγματάρχη Buendia. Ωστόσο συνέβαινε.

Πώς γίνεται αντιθέτως όμως να μιλάμε για μια αναπτυσσόμενη χώρα, ειρηνική και που εργάζονταν σκληρά, που δεν διατρέχονταν καθόλου από μεγάλες εντάσεις, αν δεν ήταν για όλους εκείνους που, στις σκιές, δολοπλοκούσαν, συνωμοτούσαν υποβοηθούμενοι αντικειμενικά από ένα κίνημα εξτρεμιστικό και αυτοκτονικό;

Πως γίνεται και δεν λεν ότι οι βόμβες και η βία της αντίδρασης των αφεντικών και της πολιτικής που είχε καταντήσει εργαλείο δύναμης και εξουσίας εμπόδιζαν τον κόσμο να πιστέψει στην αποτελεσματικότητα, την αξιοπιστία, ακόμα και την αθωότητα των φθαρμένων διαμεσολαβήσεων των κομμάτων;

Πώς γίνεται να μην γίνεται απαιτητή η ανάληψη ευθύνης απ’ όλους εκείνους που επινόησαν πως η κοινωνική σύγκρουση ήταν ασυμβίβαστη με τις τακτικές και τις συμμαχίες των ηγεσιών; απ’ όλους αυτούς που τράβηξαν πρώτοι την σκανδάλη, υποθηκεύοντας τα χρόνια που ακολουθούσαν;

Η νύχτα πέρασε και εκείνα που φοβόμασταν δεν συνέβησαν. Μια αίσθηση ανακούφισης αλλά και μια δυσφορία που με κάνει να αισθάνομαι σαν να βρίσκομαι έξω από το πλαίσιο. Ο κίνδυνος που απεφεύχθη και η καταδρομική δράση μας βαραίνουν επάνω μου με όλη την δυσαναλογία τους, τώρα που ταχύτατα αλλάζει η σκηνή μπροστά στο συνηθισμένο καπουτσίνο με κρουασάν, όπως γίνεται κάθε πρωί. Τώρα που ξέρω πως σήμερα το βράδυ θα είμαστε ακόμα εκεί, στην πλατεία, θα ξενυχτήσουμε .

Και κάθε αμφιβολία για πιθανότητα απερισκεψίας δεν μπορεί να χωρέσει πουθενά όταν , επιστρέφοντας στο συμφωνημένο σπίτι, πέφτω επάνω στη γυναίκα ενός από την ομάδα μας των επίδοξων συμμοριτών. Αυτή, πολύ λιγότερο ηρωικά, επιστρέφει από τη νυχτερινή της βάρδια στην εργασία. Πρέπει να εξηγήσω σε εκείνη την γυναίκα το νόημα της πρόχειρης αυτοσχέδιας βάσης-καταφυγίου που είχαμε στήσει στο σπίτι της. Κάνω μια προσπάθεια: «Ξέρεις, φθάσαν στ’ αυτιά μας πολύ σοβαρές ειδήσεις … πρέπει να οργανωθούμε … να αντισταθούμε …». Αυτή με κοιτάζει ψόφια από την κούραση και φαίνεται πως είναι ξένη, μακριά απ’ όλα αυτά, που της φαίνονται κινέζικα,  μάλλον πρέπει να πιστεύει πως πρόκειται για ένα ένα είδος παιχνιδιού ανόητων αργόσχολων – και με ένα «Ναι, ναι, βέβαια …» μου κλείνει αποφασιστικά στο πρόσωπο την πόρτα του υπνοδωμάτιου της, και νιώθω να ξαναβλέπω μπρος στα μάτια μου εκείνη την έκφραση που πάντοτε με τρόμαζε, κάτι μεταξύ τσατίλας και συμπόνιας, που φορούσε η μητέρα μου όταν με καλούσε να σταματήσω την ονειροπόληση μου, πως εκεί στο σπίτι υπήρχαν τόσα πολλά που έπρεπε να γίνουν.

E ogni dubbio di sconsideratezza diventa incontenibile quando, tornando nella casa convenuta, mi imbatto nella moglie di uno del nostro gruppo di aspiranti cospiratori. Lei, molto meno eroicamente, sta tornando dal suo turno di lavoro di notte. Bisogna spiegare a quella donna il senso dell’improvvisato bivacco in cui abbiamo trasformato la sua casa. Ci provo: “Sai, notizie gravissime… dobbiamo organizzarci… resistere…”. Lei mi guarda stravolta dalla stanchezza e molto poco partecipe di quello che deve giudicare una specie di gioco per mentecatti sfaccendati – e con un “Sì, sì, certo…” mi chiude in faccia con risolutezza la porta della sua camera da letto facendomi riapparire davanti agli occhi quella temutissima espressione, tra l’irritato e il compassionevole, che metteva su mia madre quando mi invitava a smettere di sognare, che in casa c’era tanto da fare.

συνεχίζεται

https://compagnograber.wordpress.com/2015/03/05/compagna-luna/comment-page-1/

ανατρεπτική τέχνη, arte ribelle

ΕΡΥΘΡΈΣ ΤΑΞΙΑΡΧΊΕΣ BRIGATE ROSSE, η

image

Να μάθω να ζω στρατευμένη. Να σηκώνομαι κάθε πρωί με την αυγή. Οι εργάτες και φοιτητές ενωμένοι στον αγώνα. Ανάθεμα σε αυτούς που εκτός των άλλων τα εργοστάσια (όπως και τις φυλακές) τα φτιάχνουν τόσο μακριά, έξω στα προάστια, στην περιφέρεια της πόλης, που το πρωί είναι ακόμα σκοτάδι, άλλωστε μέχρι και στη Ρώμη μπορεί να βρεις την ομίχλη. Η πρώτη προσέγγιση με τους εργάτες οι οποίοι δεν εμπιστεύονταν καθόλου εκείνους τους παράξενους φοιτητές που έλεγαν ότι αγωνίζονταν εναντίον των ίδιων των δικών τους προνομίων.

Πρέπει να επινοήσουμε τα πάντα, περνώντας μέσα από την ατυχή ερώτηση του νεαρού συντρόφου στον πρώτο εργάτη που πλησίαζε στην έξοδο από τις πύλες:

»…Βρίσκεσαι στην αλυσίδα;»

»…Μα τι είμαι,  σκυλί;!»

Όμως οι καιροί ήταν οι σωστοί, και το εργατικό ’69 εκκινούσε την συναρπαστική εποχή της πολιτικής αυτονομίας μιας τάξης που διέλυε τα εμπόδια και τους περιορισμούς των παλαιών εκπροσωπήσεων και έχτιζε ανέκδοτες συμμαχίες με αυτούς που δεν είχαν κομματικές ή συνδικαλιστικές ταυτότητες, με αυτούς που δεν είχαν δουλειά, με τους δίχως ιστορία. Τινάζονταν στον αέρα οι μηχανισμοί των αναθέσεων και των αποφάσεων με το έτσι θέλω από τις ηγεσίες και, κυρίως εκείνης της πολιτικής που ήταν τόσο μακριά από τους τόπους και τις μορφές μέσα στις οποίες έμαθαν οι εργάτες να οργανώνονται, να αγωνίζονται, και όπου ανακάλυπταν ότι ήταν ακόμη δυνατό το να κερδίσουν, εκμεταλλευόμενοι το πλεονέκτημα της πρωτοβουλίας.

Πολλά έχουν ειπωθεί για εκείνο το κίνημα και τις εκβάσεις του. Κάθε πολιτική πλευρά έχει διεκδικήσει για τον εαυτό της επιβεβαιωμένη πατρότητα, ομορφαίνοντας επιδέξια τα γνωρίσματα του, οικειοποιούμενη τα προσόντα και τις νίκες του, αποδίνοντας σε άλλους σφάλματα, φρίκες και απώλειες. Για όλα αυτά, ένας αναστοχασμός και προβληματισμός ίσως θα ήταν ακόμα χρήσιμος για το σήμερα και όχι ένα άχρηστο «εάν» με το οποίο, λένε, την ιστορία δεν είσαι σε θέση να την φτιάξεις.

Γι αυτό, ίσως λοιπόν να μην είναι εξ ολοκλήρου χάσιμο χρόνου να προσπαθήσουμε να την αντιμετωπίσουμε.

Για να καταλάβουμε.

Για να καταλάβουμε το γιατί αυτής της επίμονης ανωμαλίας που καταπνίγει την πολιτική κουλτούρα αυτής της χώρας μέσα στην εμμονή της διασφάλισης της σταθερότητας της διακυβέρνησης, της επιβίωσης των συμφωνιών καταμερισμού της εξουσίας με κάθε κόστος, αυτή την ίδια που εμποδίζει την κυβέρνηση των συγκρούσεων και τα ίδιων κοινωνικών κακών και συμπεριφέρεται πάντα σαν να τίθεται κάθε φορά ζήτημα υπεράσπισης του τελευταίου προκεχωρημένου φυλάκιου της πολιτικής συνύπαρξης.

Με σπανιότατες και ανίσχυρες εξαιρέσεις , καμιά πολιτική πλευρά δεν μπόρεσε να ξεχωρίσει μέσα στην ικανότητά να κάνει δικά της εκείνα τα κοινωνικά αιτήματα για αλλαγή και να βρει απαντήσεις στο ύψος της αναγκαίας πολιτικής διαμεσολάβησης.

Έχοντας κάνει τις αναγκαίες διακρίσεις, βλέπουμε πάντα την ίδια φυσιογνωμία που μοιάζει βουβή ενοχλητική και απειλητική πίσω από τις αστυνομικές δυνάμεις που στάλθηκαν ενάντια σε διαδηλώσεις πορείες και απεργίες, πίσω από την κοντόφθαλμη αλαζονεία αποφάσεων που λαμβάνονται από κόμματα και συνδικάτα, αποφάσεων διαχωρισμένων από την λαϊκή βούληση, πίσω από την απόσταση που χωρίζει τα σύγχρονα Ανάκτορα από τη νέα πολιτική και από την κοινωνική ζωή, πίσω από τα λόγια ενός πάπα να ζυγίζουν βαριά επάνω στην μοίρα του Άλντο Μόρο, αιχμάλωτου των Ερυθρών Ταξιαρχιών.

Η ίδια πολιτική κουλτούρα που δεν δέχεται καμία εξοικείωση με τη διαφοροποίηση των πιθανών λύσεων και που ταλαντεύεται μεταξύ επικύρωσης και αδιάφορου πλουραλισμού, μέσα στην εμμονή να αρνείται τους λόγους και τις αιτίες και τη μεταμορφωτική δύναμη των συγκρούσεων.

Τι θα είχε συμβεί αν …; Πως θα είχαν πάει τα πράγματα εάν…; Έχει πραγματικά κάποια δυναμική αυτή η ερώτηση; Ή μάλλον εξακολουθεί να είναι μια πίστωση του προβληματισμού που μπορούν κάποιοι να χρειάζονται για να να ξεφύγουν το θάνατο του νοήματος, της πολιτικής επαναχρησιμοποίησης της ιστορίας για σκοπούς και συμφέροντα πολύ άμεσου ενδιαφέροντος;

Πραξικόπημα

Η έλλειψη του Παντός, με εμπόδισε

να αισθανθώ την έλλειψη των μικρότερων πραγμάτων.

ήταν το ξεχαρβάλωμα ενός κόσμου

ή η εξαφάνιση του ήλιου, τίποτα δεν ήταν τόσο σημαντικό ώστε να με κάνει να σηκώσω το κεφάλι,

απ’ τη δουλειά,

αναρωτιέμαι.

Συνεχίζεται

https://compagnograber.wordpress.com/2015/03/05/compagna-luna/comment-page-1/

σύγχρονη σκέψη, pensiero di oggi

Πέρα απ’ τον ήρωα: η επαναστατική »διαδικασία» – Oltre l’eroe: il “processo” rivoluzionario

του Fabio Ciabatti

«Η πράξη της απελευθέρωσης δεν είναι σολιπσιστική, που πραγματοποιείται από μια μοναδική ευφυή οντότητα : τον ηγέτη … Είναι πάντα μια πράξη διυποκειμενική, συλλογική, κοινή συναινέσει … Πρόκειται για μια δράση « οπισθοφυλακής » από τον ίδιο τον λαό» .1 Όσο κι αν συμφωνούμε, αυτή η δήλωση από τον Enrique Dussel εμφανίζεται σε αντίθεση με το γεγονός πως κάθε επανάσταση φαίνεται να έχει τον ήρωά της από τον οποίον, τουλάχιστον σε κάποιο βαθμό, εξαρτώνται οι τύχες της: από τον Ροβεσπιέρο στον Toussaint Louverture, από τον Λένιν στο Μάο, για να τελειώσουμε με τους Μοράλες και Τσάβες . Για αυτό πρέπει να αποδομήσουμε την εικόνα, την φιγούρα του ήρωα, όχι για να αρνηθούμε την ύπαρξη ή τη σημασία της, αλλά να προσπαθήσουμε να την τοποθετήσουμε στο πραγματικό της μέγεθος, στην πραγματική της διάσταση.

l43-venezuela-hugo-chavez-130110162034_bigΕν προκειμένω, η σύγχρονη Νότια Αμερική αντιπροσωπεύει ένα ενδιαφέρον εργαστήριο και στο πλαίσιο αυτό μου φαίνεται χρήσιμο να ξεκινήσω από την εικόνα του Τσάβες μέσα από ένα πρόσφατο βιβλίο: Δημιουργήσαμε τον Chavez, We Created Chavez .2 Σύμφωνα με τον συγγραφέα, τον George Ciccariello-Maher, για να κατανοήσουμε τον πραγματικό ρόλο που επιτέλεσε ο ηγέτης της Βενεζουέλα, θα πρέπει να ξαναγράψουμε την ιστορία από τα κάτω και αυτό σημαίνει να αλλάξουμε το χρονικό τόξο, την χρονική περίοδο αναφοράς: η ιστορία από τα επάνω εστιάζει στο 1992 (το αποτυχημένο πραξικόπημα του Τσάβες ενάντια σε μια κυβέρνηση ένοχη αιματηρής καταστολής κατά του λαού) και στο 1998 ( πρώτη εκλογική νίκη του Τσάβες), δηλαδή στο προσωπικό έργο, στην κατάληψη του κράτους, της καθεστηκυίας τάξης. Η ιστορία από τα κάτω αντιθέτως επικεντρώνεται στο 1989 (η λαϊκή εξέγερση που πέρασε μέσα από τα πρωτοσέλιδα ως Caracazo, εκείνη που δίνει το έναυσμα στην δράση του Τσάβες) και στο 2002 (η νικηφόρα λαϊκή αντίσταση στο πραξικόπημα κατά του Τσάβες), αναγνωρίζοντας ότι το προσωπικό έργο κλίνει και ακουμπά επάνω σε μια μαζική βάση, στην συντακτική εξουσία.

Το 1989, ο πρόεδρος Pérez εγκαινιάζει ένα άγριο πακέτο νεοφιλελεύθερων μεταρρυθμίσεων. Η λαϊκή εξέγερση είναι αυθόρμητη και μαζική. Eμφανίζεται ένας μεγάλος συντονισμός μεταξύ των μεμονωμένων πραγματικοτήτων και μια γρήγορη πολιτικοποίηση της λεηλασίας. Η κυβέρνηση διακηρύττει την κατάσταση πολιορκίας: 300 είναι επίσημα οι νεκροί, πολλοί σκοτώθηκαν στα σπίτια τους. Οι τεράστιες αυξήσεις της βενζίνης στην χώρα διαρρηγνύουν το κοινωνικό σύμφωνο που βλέπει τα προϊόντα του υπεδάφους ως κοινή περιουσία. To Caracazo σπάει την ψευδαίσθηση της κοινωνικής αρμονίας και ιδιαιτερότητας της Βενεζουέλα, και τελικά οδηγεί σε μια διαίρεση στο στρατό.
Το 2002 γινόμαστε μάρτυρες μιας άνευ προηγουμένου συμμαχίας μεταξύ της καθιερωμένης εξουσίας και της συντακτικής εξουσίας: οι υπουργοί της έκπτωτης κυβέρνησης Τσάβες τίθενται υπό την προστασία των κοινωνικών κινημάτων – ιδιαίτερα των ένοπλων πολιτοφυλακών του Barrio 23 de Enero – την ώρα που αυτές βγαίνουν στους δρόμους για να αποκαταστήσουν την συνταγματική τάξη. Εκατομμύρια φτωχοί βεμνεζουελάνοι κατεβαίνουν στους δρόμους με τρόπο φαινομενικά αυθόρμητο από τους λόφους που περιτριγυρίζουν το Καράκας, μπλοκάροντας κάθε δρόμο, που συγκλίνουν προς το κέντρο. Η καταστολή των πραξικοπηματιών ήταν ταχεία και αυστηρή. Ο στρατός πιστός στον Τσάβες κινείται, αλλά μόνο υπό την πίεση του λαού.

Η αυθόρμητη μαζική αντίδραση που λαμβάνει χώρα και στις δύο περιπτώσεις, δεν πρέπει να μας κάνει να ξεχνάμε ότι ο αυθορμητισμός είναι το αποτέλεσμα οργανωτικών προσπαθειών που διήρκησαν δεκαετίες, ιδίως στο αστικό υποπρολεταριάτο, την πιο σταθερή βάση της τσαβισμού. Η μαζική αστικοποίηση, ταχεία και ανεξέλεγκτη, οδηγεί τους κατοίκους των μπάριος να αντιμετωπίζουν τόσο την έλλειψη των πιο βασικών υπηρεσιών, όσο και την αστυνομική βία. Έτσι αρχίζουν δυναμικές αυτοκυβέρνησης στις γειτονιές, στα μπάριος δηλαδή, με ένοπλες πολιτοφυλακές θεμελιωδώς με αμυντικούς σκοπούς. Η πολιτική πράξη, της οποίας πρωταγωνιστές είναι οι ίδιοι οι κάτοικοι των barrios, βρίσκεται μεταξύ νομιμότητας και παρανομίας, και οδηγεί σε μια έντονη κοινωνική παρέμβαση. Ενοποιητικό καθήκον είναι η εκδίωξη των εμπόρων ναρκωτικών. Σε αυτήν την περίοδο οι ταξικές απαιτήσεις έχουν αποκτήσει έτσι μια εδαφική χροιά δημιουργώντας ένα είδος συνείδησης ή κουλτούρας του barrio, τόπου όπου οι παραδόσεις της αγροτικής κοινότητας ταυτόχρονα αναπαράγονται και μεταμορφώνονται (π.χ. η συνήθεια να μαγειρεύουν και να πίνουν συλλογικά σε εξωτερικούς χώρους), δημιουργώντας κοινότητες γειτονιάς. Η συγκέντρωση των σωμάτων στις φαβέλες, σαν προϋπόθεση πολιτικής συνάθροισης, αντικαθιστά εκείνη την εμπειρία που ασκήθηκε νωρίτερα στους χώρους εργασίας. Αυτός είναι ο μηχανισμός που έχει υποστηρίξει τις πρώτες λαϊκές συνελεύσεις που άνθισαν κατά την περίοδο πριν από το Caracazo, και, στην αμέσως επόμενη περίοδο, τα πατριωτικά στέκια και τα μπολιβαριανά στέκια, μέχρι τα πιο πρόσφατα δημοτικά συμβούλια.

Ο ρόλος της άτυπης εργασίας ήταν απόρροια στρατηγικής θέσης της: το κατώτερο προλεταριάτο, που εργάζεται ως μέρος της κυκλοφορίας και την αναπαραγωγής, με την υψηλή κινητικότητα του και την καθημερινή του παρουσία στους γεμάτους ζωή δρόμους της πόλης, συντονίζει και συνδέει την πόλη. Αλλά υπάρχουν και άλλα. Είναι μια πολύ μεγάλη κοινωνική συνιστώσα (από 35% το 1980 σε 53% το 1989) που χαρακτηρίζεται από άμεσα πολιτικά αιτήματα, μιας και δεν έχει συνδικαλιστικούς διαύλους μέσω των οποίων να εκφραστεί.

Η ιστορία του αποτυχημένου πραξικοπήματος δείχνει ότι η δύναμη του Τσάβες έχει εξαρτηθεί, τελικά, από τη λαϊκή και ένοπλη κινητοποίηση, και από τις οργανώσεις είχε προς τα αριστερά του, αν και αυτές είχαν μερικές φορές δεχτεί σκληρή επίθεση από τον πρόεδρο της Βενεζουέλας. Οι τομείς αυτοί δεν είχαν σχέση με το πρόσωπο του Τσάβες, αλλά με αυτό που αντιπροσώπευε, με αυτό που ονομάζεται «διαδικασία». Είναι στήριξη υπό όρους. Έτσι ο Τσάβες ήταν, τουλάχιστον εν μέρει, έκφραση μιας δύναμης εναλλακτικής από τα κάτω που δεν κατάκτησε την κρατική εξουσία, αλλά έχει τοποθετήσει ένα πρόσωπο σε μια στρατηγική θέση εντός του κράτους. Ή, για να το πούμε καλύτερα, ο ίδιος ο Τσάβες αποτέλεσε το αντικείμενο ενός αγώνα για την ηγεμονία. Φυσικά, κατά τη διάρκεια αυτού του αγώνα, ο πρόεδρος της Βενεζουέλας σταδιακά ριζοσπαστικοποιείται και κατά συνέπεια παρεμβαίνει αρκετές φορές από την κορυφή για να διευκολύνει την ανάπτυξη της επαναστατικής δύναμης από τα κάτω, για παράδειγμα μέσω του νόμου περί δημοτικών συμβουλίων. Πρόκειται ουσιαστικά για μια δυναμική δυαδικής εξουσίας, δηλαδή, για έναν αστερισμό εκ φύσεως ασταθή δυνάμεων που, ως εκ τούτου, δεν μπορούν να ενοποιηθούν, αλλά πρέπει να επεκτείνονται, να εξαπλώνονται ή να αποσύρονται. Η κατάληψη της εξουσίας γίνεται η ίδια μια διαδικασία, που οδηγείται και, τουλάχιστον κατά καιρούς, ηγεμονεύεται από κάτω, από χαμηλά.

Αυτή η ώθηση από τα κάτω αποκτά την αποφασιστική της δύναμη μετά από μια περίοδο διασποράς των λαϊκών δυνάμεων, που ήταν αποτέλεσμα της ήττας του ανταρτοπόλεμου. Μια πολλαπλότητα κινημάτων και αγώνων, που γεννήθηκαν και αναπτύχθηκαν ανεξάρτητα, βρήκαν μια επανένωση στην αλυσίδα των γεγονότων που ξεκινά από το Caracazo και φτάνει στην εκλογή του Τσάβες. Tο πρόβλημα που πρέπει να επιλυθεί σε αυτό το σημείο είναι το εξής: πώς δημιουργήθηκε αυτή η διαδικασία ενοποίησης γύρω από την φιγούρα του Τσάβες; Ή, με άλλα λόγια, είναι ο Τσάβες ο οποίος δημιουργεί αυτή την ενοποίηση ή είναι η διαδικασία ενοποίησης που δημιουργεί την φιγούρα του Τσάβες; Σύμφωνα με τον Ciccarello-Maher, η δυναμική στο ερώτημα μπορεί να νοηθεί με δύο τρόπους: αφενός με την έννοια του σημαίνοντος κενού του Laclau, από την άλλη, μέσα από αυτό που ο Dussel (ακολουθώντας τον Boaventura de Sousa) ονομάζει «διάλογο και μετάφραση» μεταξύ των συνιστωσών του μπλόκ των οπαδών του Τσάβες.

Θα είναι χρήσιμο να επαναλάβουμε στο σημείο αυτό ότι αυτά που λέμε εδώ δεν στοχεύουν στο να αρνηθούμε τη σημασία προσωπικοτήτων όπως ο Τσάβες. Ένας από τους ανθρώπους που ερωτήθηκαν στο βιβλίο που έχουμε αναλύσει μέχρι αυτό το σημείο, ο Valentin Santana, ηγέτης του Barrio la Piedrita, υποστήριξε ότι ο πρόεδρος της Βενεζουέλα ήταν η μόνος σε θέση να αποτρέψει η κοινωνική σύγκρουση στη χώρα της Νότιας Αμερικής να μετατραπεί σε εμφύλιο πόλεμο. Ως εκ τούτου, ο Τσάβες ήταν ένα σημείο ισορροπίας μεταξύ των δυνάμεων στον αγωνιστικό χώρο και, ταυτόχρονα, το πρόσωπο που μπορούσε να έχει μια σημαντική συμβολή, από πάνω, για να προωθήσει τη «διαδικασία». Στην πραγματικότητα, μετά το θάνατο του Τσάβες και την διαδοχή του από τον Maduro, leader σίγουρα λιγότερο χαρισματικό από τον προκάτοχό του, ο εμφύλιος πόλεμος είναι μια από τις πιθανότερες εκβάσεις στην υπόθεση της Βενεζουέλα. Σε κάθε περίπτωση, οι πιθανότητες να προστατευτούν οι κατακτήσεις της μπολιβαριανής επανάστασης που βρίσκεται κάτω από βαριά επίθεση πρακτικά θα ήταν σχεδόν μηδενικές, αν εξαρτιόταν εξ ολοκλήρου ή σε μεγάλο βαθμό από τη δράση του αείμνηστου ηγέτη. Η ελπίδα θα ήταν ακόμα ζωντανή, αν αντιθέτως αυτά τα επιτεύγματα και αυτές οι κατακτήσεις ήταν το αποτέλεσμα μιας πράξης συλλογικής απελευθέρωσης.

 


  1. Enrique Dussel, 20 tesi di politica, Asterios, 2008, p. 137. ↩
  2. George Ciccariello-Maher, We Created Chavez. A People History of Venezuelan Revolution, Duke University Press, 2013. ↩

Oltre l’eroe: il “processo” rivoluzionario

ανατρεπτική τέχνη, arte ribelle

Μια νύχτα στο Σαντιάγκο,το γαλάζιο σπίτι της Σάντα Φέ – δ]

Στο μεταξύ, στο πράσινο σπίτι της Γκράν Αβενίντα, η ασταμάτητη δουλειά της Αμπουέλα άρχισε να αποδίδει καρπούς. Διαλαλούσε στη γειτονιά: »Ο γυιός μου κι ο γαμπρός μου είναι εμπορικοί αντιπρόσωποι – αλλ’ αυτό το ξέρετε, έ; Στις 11 Σεπτέμβρη βρίσκονταν στο Βαλπαραίζο. Κι όπως θα φαντάζεστε,δεν μπορούσαν να γυρίσουν εξαιτίας της ανωμαλίας. Θα τους είναι δύσκολο να ξαναρχίσουν κανονικά τη δουλειά. Θα χρειαστεί να λείπουν συχνότερα- και ξέρετε, Senora, τους είχα συνηθίσει να τους βλέπω όλους γύρω μου. Το αφεντικό – ευτυχώς – είναι καλός άνθρωπος, τους δάνεισε και το αυτοκίνητο του. Έτσι,τουλάχιστον, θα πηγαίνουν πιο γρήγορα απ’ το ένα μέρος στο άλλο. Εγώ, Senora, από πολιτική δεν καταλαβαίνω. Τίποτα καλό δεν μπορεί να βγει απ’ αυτήν την κόλαση. Παλιά, στην παλιά μου γειτονιά, είχ’ αρχίσει να μελετώ τη Βίβλο. Senora, λένε ότι η συντέλεια του κόσμου δεν είναι μακριά. Αυτό πρέπει να πιστέψουμε…αν δούμε πως απλώνεται το κακό…Τα παιδιά; Θα τα κρατήσω σπίτι: θα τρώνε καλύτερα, θα είναι πιο ήσυχα.Μπα, καθόλου δεν μου είναι βάρος, παίζουν μεταξύ τους. Ούτε μ’ αρέσει να είμαι συνέχεια στο δρόμο. Αυτά τα παιδιά, τα callejeros, κακομαθαίνουν.

Έπρεπε να βρούμε καιρό, για να μάθουμε στα παιδιά τους καινούργιους κανόνες του παιχνιδιού. Τα τρία εγγονάκια της Αμπουέλα κατάλαβαν τον κίνδυνο που δημιουργούσε το επίθετο τους. Άκουγαν στο ραδιόφωνο και στην τηλεόραση τις στρατιωτικές ειδήσεις, κάθε μισή ώρα, που ανακοίνωναν τον κατάλογο των είκοσι κορυφαίων καταζητούμενων – ανάμεσα τους φιγουράριζε ο πατέρας τους και οι θείοι τους. Δεν δυσκολεύτηκαν να θυμούνται ένα καινούργιο όνομα. Να σταματήσουν το σχολείο δυο μήνες πριν τελειώσει η σχολική χρονιά; – δεν είχαν καμία αντίρρηση. Η Μαρίζα προσφέρθηκε να συνεχίσει τα μαθήματα τους.

Για την Καμίλ και την Χαβιέρα, τα πράγματα ήταν πιο σύνθετα. Ήταν τεσσάρων χρόνων. Ο Μιγκέλ έκανε ένα τραγούδι, σκάρωσε ποιηματάκια, ήταν τρισευτυχισμένες. Τα πιο όμορφα κοριτσάκια του κόσμου δεν γινόταν να λέγονται αλλιώς: Καμίλ Λίντα, Καμίλ Σιμπέλλ, Χαβιέρα Λίντα, Χαβιέρα Σιμπέλλ. Έβαλαν τα ονόματα τους βαθιά στο μυαλό τους.

Στην κλειστή από παντού αυλή, ξεχύνονταν οι φωνές των κοριτσιών που καλούσαν τους γονείς τους. Οι γείτονες χαμογελούσαν, διασκεδάζοντας: »Τι ωραία να τις ακούς». Η καλοπροαίρετη περιέργεια τους ξεπεράστηκε, η παρουσία των παιδιών γινόταν η ζωντανή έκφραση μιας φυσιολογικής οικογένειας. Η ομάδα αποκτούσε μια οντότητα. Οι οικογένειες οργανώνονταν: αστυνομικές ταυτότητες, οικογενειακό βιβλιάριο για κάθε ανδρόγυνο, κάρτες εγγραφής στο εθνικό Κόμμα, άδεια οδηγού, αριθμός εγγραφής στην Εφορία, πιστοποιητικά γέννησης. Ο καθένας είχε κι από ένα φουσκωμένο χαρτοφύλακα, χωρίς να χρειαστεί να περάσει από τις απαραίτητες διοικητικές διατυπώσεις.

 

Έφτασε έτσι μια μέρα που αποφάσισες να ξαναμείνεις για λίγες εβδομάδες στο πράσινο σπίτι.

H άνοιξη προχωρούσε, το χιόνι της Κορδιλλιέρας έλιωνε σιγά-σιγά, το νερό του ποταμού Έλ Μαπότσο ανέβαινε και κυλούσε κάνοντας κυματάκια. Ήταν Οκτώβρης του ’73. Για τρεις βδομάδες ο μικρός τομέας πληροφόρησης είχε δουλέψει συνέχεια, οι καταζητούμενοι – χωρίς κομματικές διακρίσεις – έπαιρναν καινούργιες ταυτότητες, τα δίκτυα αποκτούσαν αθόρυβα ένα ρυθμό, συνήθιζαν στο κλίμα των καιρών, δούλευαν με τάξη και ακρίβεια. Το στροβίλισμα σε προσωρινές κρύπτες τελείωσε, οι παράνομοι ήταν κάπου εγκατεστημένοι και σκορπισμένοι στην πόλη, μπορούσαμε τώρα να επιβραδύνουμε το ρυθμό, να στραφούμε σε καινούργιες επιτακτικές ανάγκες. Έπρεπε να ασχοληθούμε με την ανάλυση του πραξικοπήματος, να αποσαφηνίσουμε την συνθετότητα της περιόδου που άρχιζε, να ανιχνεύσουμε τις προοπτικές, να συγκεκριμενοποιήσουμε τα καθήκοντα. Είχες ανάγκη από ένα σταθερό, ειρηνικό κατάλυμα, ξαναγύρισες στο δωμάτιο που έβλεπε στον κήπο, εργαζόσουν εκεί, πυρετωδώς: να ξαναδείς τους φακέλλους με τις πληροφορίες για τους τελευταίους μήνες της λαϊκής κυβέρνησης, να διακρίνεις την εξέλιξη των κινήσεων του στρατού στο πραξικόπημα, τις ταξικές συμμαχίες, τις στρατηγικές των αντιπάλων.  Ξαναδιάβαζες το αρχείο του τύπου, παρακολουθούσες με προσοχή κάθε απόφαση,  κάθε διάταγμα, ή διακήρυξη της δικτατορίας – αναμετρούσες το μέγεθος της ήττας, την κατάσταση που βρίσκονταν οι δυνάμεις της Αριστεράς,  του μαζικού κινήματος – μάζευες στοιχεία, όσο πιο πολλά και πιο συγκεκριμένα μπορούσες.

Ο μαρξισμός,το εργαλείο για την ανάλυση της πραγματικότητας, που θα έπρεπε να καθορίσει μια πρακτική…Σου χρειαζόταν ένα μίνιμουμ θεωρητικών και πολιτικών βιβλίων, κατάφεραν να κυκλοφορούν στο Σαντιάγκο, λίγο μεταποιημένα: με το κόλπο αλλαγής εξωφύλλου, ο Τρότσκυ περνούσε για το »Όσα παίρνει ο Άνεμος», ο Κλαουντίν για το »Κόκκινο και Μαύρο», ο Λένιν για τους »Άθλιους», ο Πουλαντζάς σαν το »LA CASA VERDE»…

Καθόσουν κι έγραφες στο μεγάλο τραπέζι, το  τραπέζι με το κρυφό συρτάρι που μας συντρόφευε χρόνια…Σε βλέπω, σκυμμένο στα χαρτιά σου, συνοφρυωμένο, ψάχνοντας μια ιδέα, και ξαφνικά, τη χαρά στο πρόσωπο σου: το βρήκα, Κατίτα…Η αλληλογραφία είχε ποτιστεί απ’ αυτόν τον ζωηρό τόνο, η πολεμική πάντα ανοιχτή – πως να χαρακτηριστεί η αντεπανάσταση; πως θα οργανωθεί η αντίσταση; δεκαπέντε μέρες, όλα’ αυτά αποκρυσταλλώθηκαν σ’ ένα ντοκουμέντο: κάθε λέξη του και μια συγκεκριμένη έννοια, κάθε ιδέα οδηγός για δράση. Δεν μπορώ να το παραθέσω ολόκληρο, – αυτή η ανάλυση όμως, της δικτατορίας στη Χιλή, δεν έχει χάσει μέχρι σήμερα, τέσσερα χρόνια μετά την σύνταξη της, την επικαιρότητα της. Εκφράζει σ’ ένα βαθμό, την ευφυία σου ως πολιτικού ανδρός, εκείνη την επιμονή που εξέπληττε φίλους και εχθρούς. Βλέπω το πάθος που ακτινοβολούσε, και που γέμιζε όλο το σπίτι, όταν εκφραζόσουν. Έγραφες, η Κατίτα – η μελάνη υγρή ακόμη – χτυπούσε κάθε σελίδα στην γέρικη γραφομηχανή, η Μαρίζα φωτογράφιζε. Τα πρώτα αντίτυπα, σε μικρογραφία, μοιράστηκαν το Νοέμβρη σ’ όλους τους πυρήνες του MIR. Πολύ απείχαν απ’ την επιθυμητή τελειότητα, μερικές σελίδες δεν διαβάζονταν, αλλά και πόση περηφάνια έκλεινε μέσα του κάθε κουτάκι nivea, κάθε πακέτο μακαρόνια lucketti, κάθε barretin, κάθε κρύπτη όπου κλείναμε την μπροσούρα και διάφορα μηνύματα, προσεκτικά τυλιγμένα σε πλαστικό. Το MIR καθόριζε μια τακτική δράσης, εξαιρετικά στενά χρονικά περιθώρια, όσοι πυρήνες αντίστασης δημιουργούνταν, δέχονταν ένα σαφή προσανατολισμό και καθοδηγητικές γραμμές.

 

Το πράσινο σπίτι…αυτό μας προστάτεψε τους πρώτους μήνες, μας έσπρωξε απαλά στο χώρο της παρανομίας, εκεί μου ανοίχτηκες, εκεί ανακαλύψαμε ο ένας τον άλλον. Έλεγες αν η άστατη μνήμη μου δεν με ξεγελά, Μιγκέλ: εδώ είναι καλύτερα απ’ οποιοδήποτε πολυσύχναστο τόπο, πρέπει, όμως ν’ αποφεύγουμε να παίζουμε με την baraka…

Ένα πρωί ρώτησες: Κατίτα, τι σκοπεύεις να κάνεις; το σκέφτηκες καλά; και τα κορίτσια;…

 

Δεν χρειαζόταν να προσποιηθεί ότι σκέφτεται, δεν δίσταζε πια, ακολουθούσε, απλά, το δρόμο της. Γύρω της, δεν έβλεπε τίποτα άλλο από πρόσωπα αποφασισμένα,άντρες και γυναίκες, που μάτωναν κάτω απ’ τα χτυπήματα αλλά το μόνο τους μέλημα ήταν να τ’ανταποδώσουν, που βασανίζονταν γι αυτόν τον λαό που αργοπέθαινε, αλλά δεν υποχωρούσαν. Απ’αυτούς άρχισε να παίρνει μαθήματα για να νικήσει την αδυναμία της – κι έμαθε γρήγορα. Αναφαίνονταν τώρα οι υποχρεώσεις μιας δεύτερης ή και τρίτης ζωής,το κοινωνικό πρόσωπο της Κατίτας εξανεμίζονταν, κι αυτή, απελευθερωμένη, χαρούμενη, παραδίνονταν σε μια πρωτόγνωρη εσωτερική γαλήνη, αυτό ήταν η παρανομία. Η μάχη γινόταν κάτι απτό, υλικό, ξεκάθαρο, καθημερινό, την Κατίτα δεν την ένοιαζε  τίποτ’ άλλο παρά να μπει κι αυτή στο  παιχνίδι. Βιαζόταν ν’ ανακαλύψει τη συμπεριφορά που απαιτούνταν, ήθελε να πάρει μια θέση δίπλα στον άντρα της.

Στάθηκε η ίδια απέναντι στη μοίρα της, την άρπαξε – γιατί να την αποφύγει: αυτή, που ήταν όλη αγάπη, που έδινε και τον εαυτό της από αγάπη; Κανείς δεν την υποχρέωνε για τίποτα. Στην ερώτηση του, η απάντηση ήταν σταθερή: θα μείνω…ακόμα κι αν δεν θέλεις, ακόμα και μακριά σου. Τα κορίτσια;…Δεν βλέπω τι άλλο καλύτερο μπορούμε να τους προσφέρουμε απ’ το να μείνουμε όλοι μαζί. Την κοίταξε απορημένος, έκπληκτος απ’ την βεβαιότητα, τη σιγουριά της, κι έσκασε στα γέλια. Είδε ότι δεν υπήρχε τίποτα ηρωικό σ’ αυτήν, ότι ήταν…λάθος. »Πήγαινε, λοιπόν, ανάλαβε να βρεις ένα καινούργιο σπίτι, θα ξανακουβεντιάσουμε τις λεπτομέρειες για την εγγύηση».

 

Θα την θυμόταν, αργότερα, αυτή τη στιγμή. Πάντα με απορία. Ούτε ο παραμικρός δισταγμός, ούτε μια στιγμή δυσφορίας, θα του κρατούσε κακία σ’ όλη της τη ζωή. Είχε ακολουθήσει μια διαίσθηση: την περίμενε το απρόβλεπτο, το ακατονόμαστο. Είχε αντιδράσει απ’ την πρώτη στιγμή, και για τον εαυτό της.

Ναι, η Κατίτα ξανάζησε, αισθάνθηκε, υψώθηκε σε κάθε στιγμή εκείνης της εποχής, όταν η άρνηση της να εγκαταλείψει τη χώρα φάνταζε σαν την πιο εγωιστική πράξη της ζωής της…Τη θυμόταν μ’ευχαρίστηση. Της συνέβαινε συχνά να μιλάει δυνατά μόνη της, να γελάει χωρίς λόγο, να αφαιρείται, ξαφνικά. Κάποτε-κάποτε την κοίταζαν παράξενα, εξηγούσε αόριστα: είμαι χαρούμενη, αυτό είν’ όλο…Αδύνατο να καταλάβουν ότι το χαμόγελο της ξεπηδούσε απ αυτή την ανυπότακτη θύμηση που την συνέπαιρνε απροειδοποίητα, που κύλαγε απ τα μάτια στο στόμα.

 

συνεχίζεται

Μιά νύχτα στο Σαντιάγκο, της Κάρμεν Καστίγιο