ιστορία, storia

20 ιουνίου 1986: έφοδος του FMLN ενάντια στον στρατό

Stampa

 

5

Ήταν ο μεγαλύτερος σχηματισμός που αντιπαρατέθηκε στη στρατιωτική δικτατορία κατά τον εμφύλιο πόλεμο του Σαλβαδόρ, μια δικτατορία που χρηματοδοτήθηκε από την κυβέρνηση των Ηνωμένων Πολιτειών.

20 giugno 1986: assalto del FMLN all’esercito

Το FMLN, το ‘Μέτωπο Farabundo Martí για την Εθνική Απελευθέρωση’ του El Salvador, γεννημένο σαν οργάνωση επαναστατικού ανταρτοπόλεμου δημιουργήθηκε από την ένωση τεσσάρων οργανώσεων της αριστεράς, το 1980.Το FMLN οδήγησε εργάτες και αγρότες σε μια εξέγερση για να ενθαρρύνει, να ανυψώσει τις τύχες της κοινωνίας του Σαλβαδόρ, που είχε εξουδετερωθεί από το στρατιωτικό καθεστώς υπό την ηγεσία του στρατηγού Maximiliano Hernández Martínez, ο οποίος είχε καταλάβει την εξουσία το 1931 μετά από ένα πραξικόπημα.

Η πρώτη μεγάλη στρατιωτική τους επίθεση έγινε στις 10 ιανουαρίου 1981.

Κατά τη διάρκεια αυτής της επίθεσης, το FMLN ανέπτυξε έναν επιχειρησιακό έλεγχο ο οποίος διατηρήθηκε για την υπόλοιπη διάρκεια του εμφυλίου πολέμου.

Ανάμεσα στις 19 και 20 ιουνίου 1986, οι εξεγερμένοι κατόρθωσαν να επιτεθούν στη βάση του στρατού του San Miguel.

Καμουφλαρισμένοι χάρη στα μαύρα ρούχα και πασπαλισμένoι με γράσο κατά μήκος του σώματος, κατόρθωσαν να αποφύγουν την επιτήρηση και τον έλεγχο έτσι ώστε να γλιστρήσουν πέρα από το συρματόπλεγμα.

Χρησιμοποιώντας επίσης ρουκέτες RPG διείσδυσαν στο εσωτερικό, δημιουργώντας το απαραίτητο χάος για να συνεχίσουν την επίθεση και να διατηρήσουν τον έλεγχο από πλευράς των συντρόφων που κατέφτασαν από έξω.

Χάρη σε αυτήν και τις επακόλουθες επιθέσεις στις στρατιωτικές δυνάμεις, όπως τη μεγαλύτερη το νοέμβριο του 1989, το FMLN κατάφερε να πάρει τον έλεγχο μεγάλων τομέων της χώρας.

Στο Σαν Σαλβαδόρ, μπόρεσαν να εισέλθουν γρήγορα και να αναλάβουν και πάλι την κριτική κατάσταση πολλών φτωχών συνοικιών, μέχρι που ο στρατός έφτασε στο σημείο να βομβαρδίσει και σε αυτές τις περιοχές της πόλης.

Η επιθετική εκστρατεία του 1989 φάνηκε πως ήταν η κρίσιμη καμπή στον εμφύλιο πόλεμο, όπου κατέστη σαφές ότι η κυβέρνηση δεν θα μπορούσε να νικήσει στρατιωτικά το FMLN.

Μετά από αυτή τη ξεκάθαρη ήττα, η αμερικανική κυβέρνηση και αυτή του Ελ Σαλβαδόρ δεν έκαναν άλλο παρά να υποχωρήσουν και να παραδοθούν όπως και να ξεκινήσουν τις διαπραγματεύσεις, οι οποίες ολοκληρώθηκαν το 1992.

https://www.infoaut.org/storia-di-classe/20-giugno-1986-assalto-del-fmln-allesercito

θεωρία, teoria

Χρόνια πολλά, Buon compleanno, Marx!

Στις 5 μαΐου του 1818 γεννιόταν ο Καρλ Μαρξ, έχουν περάσει δύο αιώνες και σήμερα είναι πιο επίκαιρος από ποτέ. Είναι σίγουρα πιο επίκαιρος σήμερα από ό, τι τα προηγούμενα χρόνια κατά τα οποία την μισή Ευρώπη κυβερνούσαν σοσιαλιστικά κράτη και την άλλη μισή ο συμβιβασμός μεταξύ κεφαλαίου και εργασίας, που είχε προκαλέσει το κοινωνικό κράτος. Ο μαρξισμός ήταν η ηγεμονική κουλτούρα μιας μεγάλης διαδικασίας χειραφέτησης των λαών σε όλο τον κόσμο, της απελευθέρωσης από την αποικιοκρατία, της οικοδόμησης ανεξάρτητων κοινωνιών και σε σύγκρουση σχετικά με τα κέντρα εξουσίας του παγκόσμιου καπιταλισμού.

Παραδόξως, αυτή η πολιτική και πολιτισμική δύναμη του μαρξισμού παραμελούσε τον θεμελιώδη πυρήνα της, εκείνον της εκμετάλλευσης της εργασίας ως βασική υποχρέωση και χαρακτηριστικό της καπιταλιστικής κοινωνίας. Μόνο ριζοσπαστικές μειονότητες, οι οποίες αργότερα απέκτησαν μεγάλη επιρροή στο παγκόσμιο κίνημα του 1968, είχαν επικεντρώσει το ενδιαφέρον τους στην αλλοτρίωση και στη συνεχιζόμενη απαλλοτρίωση που από την ίδια του την φύση ο καπιταλισμός παράγει προς την εργασία. Ωστόσο, ακόμη και αυτοί που επικεντρώθηκαν περισσότερο στον πυρήνα της σκέψης του Μαρξ παραμελούσαν ένα εξίσου σημαντικό κομμάτι αυτής. Ο καπιταλισμός, λόγω της φύσης του, έχει ανάγκη να αυξάνει συνεχώς την εκμετάλλευση της εργασίας και να την υποβάλλει ολοένα και περισσότερο στην παραγωγική του οργάνωση, και πρέπει να το κάνει σε παγκόσμια κλίμακα.

Ιδού, αυτό το σημείο που σήμερα εμείς ονομάζουμε παγκοσμιοποίηση, τότε στη στιγμή της μέγιστης πολιτιστικής ηγεμονίας του μαρξισμού, δεν κατανοήθηκε. Οι λόγοι ήταν προφανώς πολιτικοί ιστορικοί, η σοβιετική επανάσταση και η παγκόσμια ήττα του φασισμού είχαν σταματήσει την επέκταση του καπιταλισμού σε παγκόσμια κλίμακα. Ομοίως, η χειραφέτηση του αποικιακού κόσμου. Και μετά οι εργατικοί και κοινωνικοί αγώνες στις πιο ανεπτυγμένες χώρες είχαν θέσει όρια, μετά ειπώθηκε πως ήταν δίχτυα που παγίδεψαν, στη δύναμη της καπιταλιστικής αγοράς. Έτσι, ο Μαρξ που περιγράφει τον μηχανισμό της εκμετάλλευσης ως ένα είδος ιού που δεν μπορεί παρά να εξαπλωθεί σε ολόκληρο τον κόσμο, λοιπόν εκείνος ο Μαρξ θεωρήθηκε ουσιαστικά σχεδόν εξ ολοκλήρου ξεπερασμένος, από μια πραγματικότητα όπου αντιθέτως εκείνος ο ιός έμοιαζε πεπερασμένος, σίγουρα ακόμα ισχυρός και επικίνδυνος, αλλά στη διαδικασία της οριοθέτησης, ακόμη και της εξάλειψης.

“Η ανάγκη για όλο και πιο εκτεταμένες διεξόδους για τα προϊόντα της ωθεί την αστική τάξη, την μπουρζουαζία σε όλη την χερσαία σφαίρα. Αυτή πρέπει να φυτευτεί παντού, παντού να εδραιωθεί, να ενισχύσει, να σφίξει παντού σχέσεις.

Με την εκμετάλλευση της παγκόσμιας αγοράς, η μπουρζουαζία έχει καταστήσει την παραγωγή και την κατανάλωση όλων των χωρών κοσμοπολίτικη ..”

Με αυτά τα λόγια το 1848, και εδώ υπάρχει μια επέτειος, στο Κομμουνιστικό Μανιφέστο, ο Μαρξ και ο Ένγκελς ανακοίνωναν τον κόσμο του σήμερα. Πριν από 170 χρόνια, ο καπιταλισμός είχε εγκατασταθεί μόνο σε λίγες ευρωπαϊκές περιφέρειες και στις Ηνωμένες Πολιτείες, η εργατική τάξη απαρτίζονταν από μερικές δεκάδες εκατομμύρια ανθρώπων σε έναν πληθυσμό του οποίου η μεγάλη πλειοψηφία, και στην Ευρώπη, ήταν αφιερωμένη στη γεωργία. Ωστόσο, η ιδιοφυΐα του Μαρξ και του Ένγκελς ήταν ικανή να συλλάβει από την σχολαστική ανάλυση αυτών των ακόμα σχετικά μικρών μερών των κοινωνιών εκείνης της εποχής το πεπρωμένο ολόκληρου του πλανήτη: de te fabula narratur, ‘είναι για σένα που μιλάμε σε αυτό το παραμύθι’ προσέθεσαν στη συνέχεια σε εκείνους που τους κατηγόρησαν για υπερβολή με τα οράματα τους.

Μέχρι τη δεκαετία του ’70 του περασμένου αιώνα, ο καπιταλισμός έμοιαζε σε υποχώρηση ή, σε κάθε περίπτωση, κάτω από αυξανόμενη πίεση, περιορισμό, ο κόσμος φαίνονταν να κινείται προς μια αυξανόμενη χαλιναγώγηση των ζωικών διαθέσεων της αγοράς, το έκανε και πάνω απ ‘όλα χάρη σε όλα όσα είχε προωθήσει και εκθέσει ο μαρξισμός, διαψεύδοντας έτσι τις προβλέψεις του Μαρξ. Αλλά τότε υπήρξε η αντίδραση.

Το 1973 το άγριο πραξικόπημα στη Χιλή που υλοποίησε ο Pinochet με την υποστήριξη των Ηνωμένων Πολιτειών, σηματοδότησε μια καμπή στις παγκόσμιες κοινωνικές και οικονομικές σχέσεις. Η χιλιανή δικτατορία ήταν η πρώτη παγκόσμια περίπτωση της επιστροφής στον αδίστακτο και άγριο καπιταλισμό που ανέλυσε ο Μαρξ. Μέσα στη θάλασσα αίματος των μαρξιστών, ακριβώς έτσι αποκαλούνταν οι υποστηρικτές της σοσιαλιστικής κυβέρνησης του Allende, επάνω στoν αφανισμό του εργατικού κινήματος, το πρώτο φιλελεύθερο πείραμα χτίστηκε. Στη συνέχεια, με τον Ρέιγκαν στις Ηνωμένες Πολιτείες και με την Θάτσερ στη Βρετανία, ο φιλελεύθερος καπιταλισμός εξαπλώθηκε στις πρωτεύουσες του δυτικού κόσμου και επιτέθηκε σε όλους τους αντιπάλους του: τις εργατικές τάξεις, τις χώρες με σοσιαλιστικό σύστημα, στις πρώην αποικιακές. Τους επιτέθηκε, τους προσέβαλε και κέρδισε. Σε αντίθεση με όσα φαίνονταν, με όσα πίστευαν πριν από πενήντα χρόνια, ο καπιταλισμός που θριάμβευε δεν ήταν αυτός ο Κεϋνσιανός, του κοινωνικού συμβιβασμού, τότε τον αποκαλούσαν νεοκαπιταλισμό. Όχι, ήταν ο πιο άγριος veterocapitalism που ανελάμβανε την κυριαρχία του κόσμου, o παλιός, ο ξεπερασμένος.

«Πως επέστρεψε καυχιέσαι και να προχωρήσει ζητάς, Del ritornar ti vanti e procedere il chiami». Έτσι, ο Giacomo Leopardi στην La Ginestra κατηγορεί τον «θαυμάσιο και ανόητο» αιώνα του, δηλαδή την αποκατάσταση των αρχών του δέκατου ένατου αιώνα μετά τη γαλλική επανάσταση. Τότε, όπως σήμερα μια γιγαντιαία τεχνολογική διαδικασία συνοδεύονταν από μια βαθιά οπισθοδρόμηση σε πολιτικό και πολιτιστικό επίπεδο. Η καπιταλιστική αποκατάσταση που υποφέρουμε σήμερα επέβαλε μια επιστροφή στο κοινωνικό-οικονομικό σύστημα παγκόσμιας εκμετάλλευσης που αναλύθηκε και πολεμήθηκε από τον Μαρξ.

Αυτή η παγκόσμια αποκατάσταση σε παγκόσμια κλίμακα του καπιταλισμού του 19ου αιώνα δεν πραγματοποιήθηκε μέσα από τις αυθόρμητες δυνάμεις της αγοράς, όπως μπορεί αντιθέτως να υπερηφανεύεται η προπαγάνδα του. Ήταν η δράση της πολιτικής, η παρέμβαση των κρατών και οι θεσμικές κατασκευές που ελευθέρωσαν τον καπιταλισμό από τους περιορισμούς, τα φρένα που του είχαν επιβληθεί από εκατό χρόνια αγώνων και επαναστάσεων. Είναι η χρήση του κράτους υπέρ της αγοράς, που θεωρητικοποιήθηκε από τον Von Hayek, η ιδιωτικοποίηση του κοινού, του δημόσιου, που διέταξαν την επιστροφή στον άγριο και φιλελεύθερο καπιταλισμό, αυτόν που ονομάστηκε ordoliberismo. Και γραφειοκρατικοί και αυταρχικοί θεσμοί όπως η Ευρωπαϊκή Ένωση έχουν χρησιμοποιηθεί για να εξουδετερώσουν τα κοινωνικά επιτεύγματα και κατακτήσεις στις χώρες που ανήκουν σε αυτήν. Και κάτω από την εντολή, την διοίκηση της ΕΕ η Ελλάδα έχει γίνει το νέο ινδικό χοιρίδιο για τα πιο άγρια κοινωνικά πειράματα.

Το κράτος, τα θεσμικά όργανα και η πολιτική έχουν κάνει το βρώμικο έργο της καπιταλιστικής αποκατάστασης, παρέχοντας σε αυτήν τα υλικά εργαλεία και την ιδεολογική κάλυψη. Η ενιαία και μοναδική φιλελεύθερη σκέψη έχει γίνει η κοινή λογική των κοινωνιών που καταστράφηκαν από την αποκατάσταση της πιο άγριας εκμετάλλευσης. Και οι κυβερνήσεις επέστρεψαν να είναι εκείνες οι «αστικές εμπορικές επιτροπές» του Μανιφέστο του 1848.

Η δικτατορία της αγοράς και του κέρδους φαίνεται να έχει θριαμβεύσει. Δεν υπάρχουν εναλλακτικές λύσεις, μας εξηγoύν καθημερινά από τα massmedia εδώ και σαράντα χρόνια. Αλλά στον κόσμο που σήμερα σέβεται, λατρεύει και προσκυνά το χειρότερο της φιλοσοφίας του Αdam Smith, πρέπει να θυμόμαστε ότι ο Καρλ Μαρξ ήρθε μετά από τον ανώτατο θεωρητικό της ελεύθερης αγοράς, και αποσυναρμολόγησε το ιδεολογικό και πολιτικό οικοδόμημα του κομμάτι προς κομμάτι. Ακριβώς η αποκατάσταση του καπιταλισμού του Σμιθ καθιστά σήμερα τον Μαρξ πιο επίκαιρο από ποτέ.

Η ήττα του σοσιαλισμού, σε όλες τις εκδοχές του, τον τελευταίο αιώνα ήταν αποκλειστικά πολιτική, καθορίστηκε από τη μεγαλύτερη δύναμη και βία του καπιταλισμού. Ήταν ο παγκόσμιος ταξικός αγώνας που σημάδεψε τη νίκη της μπουρζουαζίας. Προς το παρόν, επειδή η ανθρώπινη ιστορία διδάσκει ότι αυτό που η πολιτική, δηλαδή η ανθρώπινη δράση, καταστρέφει, η ίδια η πολιτική μπορεί να ανοικοδομήσει. Μετά από δεκαετίες καπιταλιστικής αποκατάστασης, είναι η ίδια η επιμονή και επιδείνωση της παγκόσμιας κρίσης που προετοιμάζουν την επιστροφή μιας πολιτικής απέναντι από εκείνη και αντίθετη αυτής που μέχρι τώρα έχει θριαμβεύσει. Τα πράγματα μπορούν και πρέπει να αλλάξουν επειδή οι νόμοι της αγοράς κρύβουν στην πραγματικότητα σχέσεις μεταξύ ανθρώπων, και όταν οι άνθρωποι το συνειδητοποιούν, τότε λοιπόν το καθεστώς του κέρδους και της εκμετάλλευσης αποκαλύπτει ότι όλα τα τερατώδη του πρέπει να κατεδαφιστούν.

Στην αναγκαιότητα της επιστροφής μιας πολιτικής που στρέφεται κατά της κυριαρχίας της αγοράς, υπάρχει όλη η ισχύς και η επικαιρότητα του Μαρξ. Χρόνια πολλά στον Μαρξ, η σκέψη του είναι νεότατη.

 – © Αναπαραγωγή εφικτή κατόπιν ρητής συναίνεσης της σύνταξης του CONTROPIANO

Τελευταία μετατροπή: STAMPA

ιστορία, storia

8 απριλίου 1964: ο Malcom X παρεμβαίνει στο Militant Labour Forum

Stampa

Στις 8 απριλίου 1964 ο Malcolm X, ιστορικός επαναστάτης Αφροαμερικανός ηγέτης, μίλησε στο meeting του Militant Labour Party,

8 aprile 1964: Malcom X interviene al Militant Labour Forum

Το 1964, για τον Malcolm, ήταν ένα κρίσιμο έτος. Εκείνη τη χρονιά έφτασε όντως σε μια μεγαλύτερη ωριμότητα της πολιτικής του σκέψης που τον ώθησε να κάνει ταξίδι στην Αφρική το οποίο τον άλλαξε πολύ, και ήταν επίσης το έτος κατά το οποίο απομακρύνθηκε σχεδόν εντελώς από τον ισλαμικό σεκταρισμό, για να χτίσει μια διαδικασία επαναστατική για την απελευθέρωση των μαύρων και για τα ανθρώπινα δικαιώματα ευρύτερη και πιο δομημένη.

Μίλησε στο labur φόρουμ αρκετές φορές κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου της ζωής του, και η εφημερίδα που συνδέεται με αυτό η «Militant», του έδωσε άφθονο χώρο για δημοσίευση και ήταν ένας από τους λίγους χώρους που μετά την απομάκρυνση του από το ισλαμικό έθνος συνέχισαν να τον υποστηρίζουν ανοιχτά.

Κατά τη διάρκεια της συζήτησης, του τέθηκε μια ερώτηση που έθεσε το ερώτημα σχετικά με το αν ήταν δυνατόν οι μαύροι (τόσο οι αφροαμερικανοί όσο και οι αφρικανοί) να απελευθερωθούν χωρίς τη βοήθεια λευκών ριζοσπαστών, οι οποίοι είχαν συσσωρεύσει περισσότερη εμπειρία πάλης με την πάροδο του χρόνου. Αυτή η ερώτηση, σίγουρα προκλητική, αναφέρονταν στο πρόσφατο πραξικόπημα κατά του Lumumba στο Κονγκό, και στην διαμαρτυρία των μη βίαιων φοιτητών (λευκών) κάτω από την έδρα του ΟΗΕ στη Νέα Υόρκη, για να ζητήσουν την παρέμβαση για την υπεράσπιση των μαύρων στις ΗΠΑ. Απάντησε με το να σπάσει την απάντηση στα δύο: αφενός μίλησε για την υπόθεση Lumumba, και αφετέρου για τις μεθόδους που χρησιμοποιούσαν οι προοδευτικοί και φιλελεύθεροι λευκοί για να κάνουν αλληλεγγύη με τους μαύρους. Ο Lumumba ήταν επικεφαλής του απελευθερωτικού κινήματος του Κονγκό και έγινε πρωθυπουργός στα τέλη της δεκαετίας του 1950. Δολοφονήθηκε μετά από πραξικόπημα που είχε φέρει εις πέρας ο συνταγματάρχης Mobutu το 1960. Κατά τη διάρκεια της συζήτησης, ο Malcolm επανέλαβε ότι η πραξικοπηματική επέμβαση διεξήχθη και υποστηρίχθηκε από τις Ηνωμένες Πολιτείες και ότι αυτό που χαρακτηρίστηκε ως αποτυχία της αφρικανικής αυτοδιάθεσης, στην πραγματικότητα δεν ήταν τίποτα άλλο παρά η επίμονη, μια ακόμη ιμπεριαλιστική παρέμβαση των λευκών στην Αφρική.

Όσον αφορά το δεύτερο μέρος της ερώτησης, θα είναι πολύ πιο διεξοδικό να παράσχουμε άμεσα ένα απόσπασμα από την απάντηση που έδωσε ο μαύρος ηγέτης: «Όταν πρόκειται για την ελευθερία των μαύρων, ο λευκός κάνει τον freedom rider και διάφορα sit-in, είναι μη βίαιος και τραγουδά We Shall Overcome και τέτοιου είδους πράγματα. Όμως όταν η ιδιοκτησία του λευκού απειλείται ή η ελευθερία του λευκού απειλείται, τότε ο λευκός δεν είναι πλέον μη βίαιος … Επομένως, αν σε αυτό τον αγώνα είναι ειλικρινείς, οι λευκοί θα δείξουν στον μαύρο πώς να επιβάλουν ή να χρησιμοποιήσουν τακτικές καλύτερες, τακτικές που δίνουν αποτελέσματα, άμεσα και όχι μετά από εκατό χρόνια Αν αυτό είναι το σπίτι της ελευθερίας, της δικαιοσύνης, της ισότητας για όλους (αναφερόμενος στα κεντρικά γραφεία του labur forum) αν είναι πραγματικά όλα αυτά, τότε ας πάρουμε αυτά τα πράγματα. Kαι αν δεν μπορούμε όλοι εμείς να τα έχουμε, κανένας δεν θα τα έχει.

ένοπλη πάλη, lotta armata

Η ένοπλη πάλη, η αριστερά και το Εννιακόσια – La lotta armata, le sinistre e il Novecento

το ευέλικτο και ρευστό εργοστάσιο. Cybernetics, η κυβερνητική και ο προηγμένος τριτογενής τομέας. Μια επανάσταση. Που για να μην περάσει χρειάζονταν μια ήττα των εργατών, μια αριθμητική και πολιτική μείωση των εργαζομένων, και των πρωτοποριών τους, ιστορικής σημασίας

Εισαγωγή του επιμελητή

Ποιος είναι ο Sergio Segio λέγεται σύντομα: μεγάλωσε στο Sesto San Giovanni, στα βόρεια προάστια του Μιλάνο, κατά τη διάρκεια των σπουδών του στη φιλοσοφία στο Πανεπιστήμιο Statale ξεκινά να ασχολείται με την πολιτική για να ενταχθεί στην Lotta Continua. Το 1976 ιδρύει την ένοπλη οργάνωση Prima Linea. Στις 29 ιανουαρίου 1979 είναι ο εκτελεστής της δολοφονίας του δικαστή Emilio Alessandrini, στις 19 μαρτίου 1980 σκοτώνει έναν άλλο δικαστή, Guido Galli. Στις 3 Ιανουαρίου 1982, κατάφερε με επιτυχία μια επιχείρηση για να αποδράσουν τέσσερις κρατούμενες από τη φυλακή του Rovigo, συμπεριλαμβανομένης της συντρόφου του Susanna Ronconi (απεικονίζεται στα δεξιά με τον Segio). Συνελήφθη στο Μιλάνο στις 13 ιανουαρίου 1983, σε ηλικία είκοσι επτά ετών. Το Ανώτατο Δικαστήριο τον καταδικάζει σε ισόβια κάθειρξη, στη συνέχεια μετατρέπεται σε φυλάκιση τριάντα ετών σύμφωνα με το νόμο Gozzini. Βγαίνει από τη φυλακή το 2004, στην ηλικία των 49 ετών, τελευταίο μέλος της Prima Linea που θα ανακτήσει την ελευθερία. Το 2005 έγραψε τη Miccia corta. Μια ιστορία της Prima Linea, της Πρώτης Γραμμής (που δημοσιεύτηκε από τον οίκο DeriveApprodi) και το επόμενο έτος για τον Rizzoli. Πέρυσι η βιογραφία του ήταν το θέμα μιας ταινίας του Renato De Maria, της La Prima Linea.

Σήμερα, ο Segio ασχολείται με ζητήματα που σχετίζονται με το σωφρονιστικό σύστημα και τη δικαιοσύνη, τα ναρκωτικά και την τοξικομανία, τον εθελοντισμό και τα νέα κινήματα, συνεργαζόμενος μεταξύ άλλων με τον Όμιλο Abel και τον Don Luigi Ciotti, με το συνδικάτο CGIL, με το πολιτιστικό κέντρο San Fedele του Μιλάνο και με τον πρώην χρηματοδότη Sergio Cusani (πηγή: wikipedia).

Δεν τον γνώρισα προσωπικά, απλά του έστειλα τις ερωτήσεις με mail και αυτός με ευγένεια – ύστερα από λίγη αναμονή, δεδομένου του εύρους των θεμάτων που του απηύθυνα» – μου απάντησε. Μέχρι πρόσφατα ήταν ένα από τα πολλά ονόματα που ανέφεραν οι ιστορικοί σχετικά με τα διάφορα κινήματα του ένοπλου αγώνα, και μια μέρα, επιστρέφοντας στο σπίτι από τη μητέρα μου, βρίσκω ένα βιβλίο στο κομοδίνο της: Μια ζωή στην Πρώτη Γραμμή, Una vita in Prima Linea. Μια αποφασιστικά ασυνήθιστη ανάγνωση. Παραξενεύτηκα και ενδιαφέρθηκα. Απαντά ότι το δοκίμιο γράφτηκε από τον Sergio Segio, έναν συμμαθητή της κατά τη διάρκεια του γυμνασίου στο Sesto, ενώ ο παππούς μου μοχθούσε στο εργοστάσιο Falck και η γιαγιά μου φρόντιζε το οικογενειακό μπαρ στη Viale Casiraghi. Και ότι εκείνος ο Segio, όταν μεγάλωσε, έγινε επικίνδυνος τρομοκράτης. Η περίεργη και ελαφριά αλληλεπίδραση ανάμεσα στην ήσυχη ιστορία της οικογένειάς μου και στην Ιστορία που διάβασα στα βιβλία του Ίντρο Μοντανέλι, του Indro Montanelli, του Giorgio Galli και του Mario Calabresi μου άναβε φωτιές. Καταβροχθίζω το βιβλίο μέσα σε λίγες μέρες. Μετά, συμπτωματικά, μερικές εβδομάδες αργότερα βγαίνει στον αέρα και η ταινία με πρωταγωνιστή τον Riccardo Scamarcio. Τα γεγονότα που αναφέρθηκαν, τόσο στο βιβλίο όσο και στην ταινία, είναι οι θεμελιώδεις και αντιφατικές στήλες της πιο πρόσφατης ιστορίας της Ιταλίας, έχοντας ωριμάσει με τον πιο αποτελεσματικό λογοτεχνικό τόπο: την άμεση μαρτυρία. Σκέφτηκα ότι θα ήταν χρήσιμο να εμβαθύνω περισσότερο το ζήτημα.

Ελπίζω ότι αυτή η σύντομη συνέντευξη θα επιτύχει, μέσα στα όριά της, να παραδώσει στον αναγνώστη μια επαρκώς χαρακτηριστική εικόνα του ποιος ήταν ο Sergio Segio, ποια υπήρξε η αριστερή τρομοκρατία, οι ευθύνες και τα πλεονεκτήματα ή τα μειονεκτήματα της πολιτικής και ποια από τα χιλιάδες πρόσωπα της Ιταλίας της δεκαετίας του ’70 κοσμούσαν τα μάτια των πολιτών. Χωρίς ποτέ να ξεχνάμε, ούτε για μια στιγμή, τα θύματα της τρομοκρατίας. Και τους ανθρώπους που τους αγαπούσαν.

Milano, 23 ιανουαρίου 2010

M.A.B.

1. Πριν από λίγο καιρό υπήρξε η τεσσαρακοστή επέτειος της σφαγής της Piazza Fontana, που θεωρήθηκε ομόφωνα η αρχή των χρόνων του Μολυβιού. Σύμφωνα με τους ιστορικούς,δύο κύματα αριστερής τρομοκρατίας είναι αναγνωρίσιμα: το πρώτο άμεσο γέννημα του κλίματος που επικράτησε μετά την Πλατεία Φοντάνα, η οποία βρίσκει την ενσάρκωση της στις ενέργειες των Ερυθρών Ταξιαρχιών των Curcio, Franceschini και Cagol, το δεύτερο κύμα μπορεί να τοποθετηθεί μεταξύ του 1976 και του 1977, με τη σύλληψη του Curcio και την έλευση του Moretti στην κεφαλή των BR, η γέννηση της Prima Linea και οι αναταραχές στα πανεπιστήμια που ξεκίνησαν τον φεβρουάριο του ’77. Ποια κίνητρα και ποιες αιτίες οδήγησαν τη γενιά σου, ήσουν μόνο ένας έφηβος στην εποχή της Piazza Fontana, δέκα χρόνια μετά το πρώτο κύμα να αναλάβεις, να ξεκινήσεις τον ένοπλο αγώνα;

Δεν πιστεύω ότι υπήρξαν δύο ξεχωριστές και διαχωρίσιμες φάσεις του ένοπλου αγώνα: υπήρξε μια φάση επώασης, θεωρητικοποίησης, πειραματισμού, προπαγάνδας και στη συνέχεια, με μια φυσική εξέλιξη, μια φάση ανάπτυξης. Φάσεις που ακολούθησαν, αν και με τρόπο κλιμακωτό χρονικά, τις δυναμικές και τις καμπύλες ανάπτυξης και κρίσης του κινήματος και των εργατικών αγώνων εκείνων των ετών.
Εάν η ανατολή του ένοπλου αγώνα μπορεί να βρεθεί στην υψηλή φάση των αγώνων, η επεκτατική φάση αντιστοιχούσε αντ ‘αυτού στην φάση της αναδίπλωσης του κινήματος, ιδιαίτερα εκείνου του 77, του οποίου η παρακμή και η εξάντληση παρήγαγαν ένα κύμα στρατολόγησης εντός των μαχόμενων οργανώσεων.
Κατά τον ίδιο τρόπο, η προηγούμενη φάση είδε τη γέννηση των πρώτων οργανώσεων μάχης σε μια σχέση αιτίας-αποτελέσματος με την εξάντληση των εξωκοινοβουλευτικών ομάδων που είχαν διαδραματίσει σημαντικό ρόλο και ήταν μεγάλες σε μέγεθος, στα τέλη της δεκαετίας του Εξήντα και στις αρχές της δεκαετίας του ’70. Οι δύο μεγάλες δεξαμενές της Prima Linea – η οποία γεννιέται επίσημα το 1976, αλλά το σχέδιο της οποίας λειτουργούσε από το 1974, έτσι όπως οι αγωνιστές της, οι μαχητές της ήταν ενεργοί ήδη από αρκετό χρόνο, συχνά αποτελώντας μέρος των δομών της περιφρούρησης, που ήταν και οπλισμένες, των εξωκοινοβουλευτικών ομάδων – ήταν ο χώρος της εργατικής Εξουσίας, Potere operaio, οργάνωση που διαλύθηκε ήδη από το 1973 και, κυρίως, οι προοδευτικές ρήξεις και διαρροές από τη Lotta Continua, η οποία όμως θα διαλυθεί μόνο το 1976.
Αυτό σημαίνει επίσης ότι η ανάπτυξη του ένοπλου αγώνα στην Ιταλία θα πρέπει να θεωρηθεί ως μια ακολουθία συνέχειας και ρήξεων μέσα σε μια επαναστατική υπόθεση και ένα έντονα πολιτικοποιημένο και συγκρουσιακό πλαίσιο και συγκυρία, όχι σαν μια «ώρα x» ή ως μια απόφαση που πάρθηκε στο τραπέζι. Μερικοί συγγραφείς, σχετικά με εκείνα τα πρώτα χρόνια, μίλησαν για έναν «υφέρποντα εμφύλιο πόλεμο», για ένα μακρύ κύμα της ιταλικής μεταπολεμικής περιόδου.
Ο Karl von Clausewitz έγραψε ότι ο πόλεμος είναι συνέχεια της πολιτικής με άλλα μέσα. Στην πραγματικότητα, πιο σωστά, είναι ένας εκφυλισμός της πολιτικής, και εκείνα τα «άλλα μέσα» είναι οι βαρβαρότητες των σφαγών και του αίματος, της δολοφονίας ανθρώπων που θεωρούνται εχθροί, και ως εκ τούτου αποανθρωπισμένοι.
Αυτό ισχύει για τον πόλεμο, αλλά ισχύει και για την τρομοκρατία. Και είχε επίσης ισχύ, σε μικρότερο βαθμό και για εμάς, πριν από 30 χρόνια. Όταν, όπως συνηθίζαμε να λέμε τότε, αποφασίσαμε να περάσουμε από τη δύναμη της λογικής στους λόγους,στη συλλογιστική της βίας. Και στην πραγματικότητα, ο πολιτικός διάλογος στην Lotta Continua, στην οποία πολλοί από εμάς ήταν στρατευμένοι – ξεκίνησε το 1972 και τελείωσε το 1974 με την έξοδο πολλών από εμάς, συμπεριλαμβανομένου και εμού, ονομάστηκε ακριβώς έτσι: «ζήτημα της δύναμης, της ισχύος».

Έτσι, τουλάχιστον για μένα και για εκατοντάδες άλλους συντρόφους, άρχισε η πορεία του ένοπλου αγώνα. Μια τροχιά που γεννήθηκε από ένα μείγμα ατομικών επιλογών και εξαναγκασμών και ένα πολύ ιδιαίτερο πλαίσιο,συγκυρία, όπως ήταν η ιταλική στις αρχές της δεκαετίας του Εβδομήντα. Ένα πλαίσιο , μια συγκυρία – λέξη σήμερα που έχει εξαλειφθεί από το λεξιλόγιο όσον αφορά τον ιστορικό προβληματισμό για εκείνα τα χρόνια, αλλά απαραίτητη αν θέλουμε να προσπαθήσουμε να διαβάσουμε τα φαινόμενα και όχι μόνο να τα εξορκίσουμε και να τα δαιμονοποιήσουμε – που χαρακτηρίζεται συνοπτικά::
– από ένα πολύ ευρύ εργατικό και φοιτητικό κίνημα, το οποίο αποτελούσε το μακρύ κύμα του 68-69, μια ιταλική ανωμαλία, σε σύγκριση με τις άλλες χώρες που γνώρισαν επίσης τις αναταραχές του ’68,
– από τη ριζοσπαστικότητα που εκφράζεται αυτό, δηλαδή από την ισχυρή ιδεολογικοποίηση του και από μια συνεχή πρακτική αντιφασισμού και βίας και στους δρόμους και τις πλατείες, η οποία έγινε ακόμη πιο ριζοσπαστική και μαζική στο 77,
– από την παρουσία μιας δεξιάς σφαγών, από ισχυρές νεοφασιστικές ομάδες και νεοναζί που οργανώνονται στρατιωτικά, καλύπτονται και χρησιμοποιούνται από ιταλικούς κρατικούς τομείς και υποστηρίζονται από ξένες χώρες υπό δικτατορικό καθεστώς, κυρίως την Ελλάδα: στις πορείες στη Ρώμη ή στο Μιλάνο η λεγόμενη «σιωπηλή πλειοψηφία» και οι νεοφασίστες φώναζαν: » Άγκυρα, Αθήνα, τώρα έρχεται η Ρώμη «, ενώ στην πρωτεύουσα διαδήλωναν εκείνοι που αποκαλούνταν» Φίλοι των ενόπλων δυνάμεων «, υπό την ηγεσία του στρατηγού των καραμπινιέρων, στη συνέχεια επικεφαλή των μυστικών υπηρεσιών, Giovanni De Lorenzo, φωνάζοντας «Αρκετά με τα μπουρδέλα, θέλουμε τους συνταγματάρχες»,
– από μια συνεχή και βίαιη καταστολή από τις δυνάμεις της τάξης, η οποία συχνά προκάλεσε θανάτους κατά τη διάρκεια των διαδηλώσεων, θανάτους που παρέμειναν κανονικά ατιμώρητοι
– από κομμάτια θεσμών που εκτρέπονταν και συνέπαιζαν με νεοφασιστικές ομάδες – από τομείς των πολιτικών δυνάμεων, και ειδικότερα από τη χριστιανοδημοκρατία DC, εξίσου προσανατολισμένους να καλύπτουν και να χρησιμοποιούν τόσο τις αποκλίσεις-εκτροπές της αστυνομίας όσο και τις φασιστικές και παραστρατιωτικές οργανώσεις,
– από το μακρύ κύμα της κληρονομιάς της Γιάλτας και τον διαχωρισμό του κόσμου σε μπλοκ και από παραστρατιωτικές δομές και πολιτισμούς ιδεολογικής αντιπαράθεσης που και στην Ιταλία, είχαν προκύψει
– από τη συμφόρηση, την δυσχέρεια των αγώνων και κάθε χώρου κριτικής και ριζοσπαστικής πολιτικής ευκινησίας αποτέλεσμα της θεωρητικοποίησης και στη συνέχεια της πρακτικής του ιστορικού συμβιβασμού από πλευράς του κομουνιστικού κόμματος PCI, μετά το πραξικόπημα του 1973 στη Χιλή.

Σήμερα έχει αφαιρεθεί από τη συλλογική μνήμη, από τις εφημερίδες και τα βιβλία, αλλά εκείνο ήταν το κλίμα, αυτά ήταν τα θεσμικά όργανα. Εν ολίγοις, υπήρξε ένας πυροκροτητής αποτελούμενος από ένα αναπόσπαστο μείγμα παραγόντων, εκτός από εκείνους τους προσωπικούς και συναισθηματικούς παράγοντες: και εδώ ένας ισχυρός αλλά αποφασιστικός ρόλος υπήρξε στην πραγματικότητα η μητέρα όλων των σφαγών, εκείνη της Piazza Fontana.
Στην τρέχουσα ρεβιζιονιστική μανία, που αποσκοπεί στο να αποδίδει στην αριστερά κάθε ενοχή και να απαλλάσσει τη δεξιά, ακόμη και την ριζοσπαστική και ρητά φασιστική, και γενικότερα το πολιτικό σύστημα της Πρώτης Δημοκρατίας και των δύο οδηγών πυλώνων της, DC και PCI, ορισμένοι λένε ότι δεν είναι αλήθεια ότι η σφαγή εκείνη οδήγησε στο να «χάσει την αθωότητα» της μια γενιά, ότι δεν είναι αλήθεια ότι εκείνο είναι το σημείο ενεργοποίησης των ένοπλων και βίαιων αποτελεσμάτων, συνεπειών, γιατί σε κάθε περίπτωση, ακόμη και πριν, υπήρχαν βίαιες θεωρητικοποιήσεις και πρακτικές στα αριστερά. Και εδώ αρκεί να εξετάσουμε τις στατιστικές, οι οποίες δείχνουν ότι από το 1969 έως το 1973 το 95% των επιθέσεων και των πράξεων πολιτικής βίας που πραγματοποιήθηκαν ήταν το έργο της φασιστικής δεξιάς, καθώς και το 85% το 1974 και το 78% το 1975.

Πιστεύω αντ ‘αυτού ότι ένα σημαντικό μερίδιο αυτής της γενιάς είδε, αντιλήφθηκε και επεξεργάστηκε τη σφαγή της Piazza Fontana σαν ένα πραγματικό σημείο μη επιστροφής και ως απόδειξη ότι, πέρα από ένα ορισμένο όριο, οι ειρηνικοί αγώνες δεν μπορούσαν να οδηγήσουν πουθενά, παρά στην καταστολή , ότι σε αυτό το είδος τρομοκρατίας έπρεπε να απαντήσουν διαφορετικά και όχι μόνο με μαζικές διαδηλώσεις.
Εκείνη την εποχή, πολλοί από εμάς αποκτήσαμε συνείδηση μιας βαθιάς ανομίας, αδικίας που αποτέλεσε την πρωταρχική, συχνά αποφασιστική, αναγκαιότητα και κίνητρο για την εξτρεμιστική και μετά ένοπλη πολιτική πολιτοφυλακή. Αυτή η κατάσταση της ανομίας μας φαίνονταν άμεση συνέπεια της ατιμωρησίας που είχε πάντα ο Κρατικός μηχανισμός και ορισμένοι τομείς του νεοφασισμού που συνδέονταν με τον πρώτο, και, γενικότερα, της έλλειψης ή της ανεπαρκούς αναπαραγωγής στο πολιτικο-θεσμικό επίπεδο των συλλογικών απαιτήσεων, των ριζοσπαστικών διεκδικήσεων, των αιτημάτων για μετασχηματισμό που εξέφρασαν τα μαζικά εργατικά και τα φοιτητικά κινήματα το 68-69.
Κατάσταση ατιμωρησίας και έλλειψη αναπαραγωγής-προσαρμογής παρήγαγαν σε εμάς μια έντονη τάση προς την υποκατάσταση, την αναπλήρωση, και αυτή εκφράστηκε στην προσπάθεια να υλοποιήσουμε και να διαχειριστούμε μια «εναλλακτική δικαιοσύνη», επαναστατική, μέσω της επιβεβαίωσης, της κήρυξης ενός ουσιαστικού δικαίου, αληθινού, αντιτιθέμενου σε ένα τυπικό μη εκπληρούμενο, ασυνεπές δίκαιο.

2. Πώς θεωρούσατε την πολιτική του Ιταλικού Κομμουνιστικού Κόμματος σε αυτή την ιστορική περίοδο;

Συμβιβαστική και ηττοπαθή και, τουλάχιστον μετά το 1973, επικίνδυνη, διότι μέσω της στρατηγικής επιλογής του ιστορικού συμβιβασμού καθιστούσε ανήμπορα, αβοήθητα και παρέδιδε στην ήττα τα κινήματα, τους εργατικούς και τους κοινωνικούς αγώνες. Το στρατιωτικό πραξικόπημα στη Χιλή της 11ης σεπτεμβρίου 1973, που ήθελαν και υποστήριξαν οι ΗΠΑ, το οποίο είχε ανατρέψει την κυβέρνηση της Unidad Popular υπό την ηγεσία του σοσιαλιστή Salvador Allende, δημοκρατικά εκλεγμένου, η επακόλουθη ήττα της χιλιανής αριστεράς και ο θάνατος του Allende καθιστούσαν στα μάτια μας εμφανή τα όρια και τους κινδύνους του εκλογικού και «ειρηνικού δρόμου» προς τον σοσιαλισμό και για την Ιταλία.

Όπως η σφαγή της Piazza Fontana, έτσι και τα γεγονότα αυτά ανέλαβαν τα περιγράμματα ενός κομβικού σημείου, μετά το οποίο τίποτα δεν μπορούσε και δεν έπρεπε να παραμείνει όπως πριν. Από την άλλη πλευρά, το PCI του Enrico Berlinguer αντέδρασε στην σοβαρή εσωτερική και διεθνή κατάσταση αποκηρύσσοντας την αντιπολίτευση. Υποστηρίζοντας την πρότασή του για έναν ιστορικό συμβιβασμό με την DC, ο Berlinguer έφτασε στο σημείο να υποστηρίζει ότι ακόμη και στην περίπτωση της εκλογικής νίκης του, ακόμη και αν έφτανε στο 51% των ψήφων, η κυβέρνηση της αριστεράς δεν θα μπορούσε να είναι εγγυημένη στην Ιταλία. Εκ νέου, για εμάς αυτό φάνηκε να λέει – και πράγματι έλεγε – ότι η δημοκρατία ήταν καθαρή μυθοπλασία, ότι δεν ήταν αρκετό να κερδίσεις τις εκλογές για να μπορείς να κυβερνήσεις, ότι η Ιταλία ήταν μια χώρα με περιορισμένη κυριαρχία. Αυτή ήταν η θεωρητικοποίηση που έγινε και η οποία μπροστά και αντιμέτωπη με τους αυταρχικούς και πραξικοπηματικούς κινδύνους, που αναγνωρίστηκαν όχι μόνο πραγματικοί και συγκεκριμένοι, αλλά εντελώς τρέχοντες και «πάντα διαφαινόμενοι και επικείμενοι» από το ίδιο το PCI, τις παρεμβάσεις και την επιρροή των ΗΠΑ και της ατλαντικής συμμαχίας, το κόμμα αυτό αντί να πληροφορήσει, να καταγγείλει,να αντιδράσει και να κινητοποιήσει τον κόσμο, έπρεπε να συμφωνήσει με τις δυνάμεις που απειλούσαν τη δημοκρατία, με τη DC που κάλυπτε και χρησιμοποιούσε τους συνομωτικούς μηχανισμούς, την απάτη και την εξαπάτηση.
Στα μάτια μας και στις σκέψεις της κριτικής αριστεράς, τα αιτήματα του Μπερλινγκουέρ αποτελούσαν το φυσικό σημείο άφιξης της μακράς πορείας ενός ρεφορμισμού ανίκανου για μεταρρυθμίσεις και πραγματική αλλαγή. Αυτό βοήθησε στην ριζοσπαστικοποίηση των απόψεών μας και των πρακτικών μας και, αφετέρου, η συμμαχία ΚΚΙ-DC, η απόρριψη της αντιπολίτευσης, καθόρισε το προοδευτικό κλείσιμο των χώρων και της πολιτικής ευκινησίας για τους αγώνες και τα κινήματα και μια μεγαλύτερη ελευθερία στην καταστολή από το κράτος.

Η επίδειξη και η τραγική έκβαση αυτού θα γίνουν εμφανή το 77, όταν στη Μπολόνια οι καραμπινιέροι σκότωσαν έναν νεαρό αγωνιστή της Lotta Continua, τον Francesco Lorusso, που πυροβολήθηκε στην πλάτη κατά τη διάρκεια μιας διαδήλωσης. Το PCI, αντί να καταδικάζει τη δολοφονία του φοιτητή, επιτέθηκε «στον ρόλο εκφοβισμού και προβοκάτσιας των neosquadristici ομάδων».  [squadrismo είναι η οργάνωση των φασιστικών ομάδων σε τάγματα εφόδου. Εκείνο το διάστημα το ΚΚΙ συνέκρινε τους φασίστες με τους συντρόφους, αποκαλώντας τους εδώ νεοφασίστες!]
Έτσι λοιπόν η κόκκινη Μπολόνια έγινε το γυμναστήριο μιας νέας φάσης και ενός μη αναστρέψιμου ανταγωνισμού μεταξύ της παλιάς κομμουνιστικής αριστεράς και των νέων κινημάτων. Από τη μια πλευρά, υπήρξε ένα ολοένα και πιο βίαιο και ριζοσπαστικό κίνημα, από την άλλη, η πρακτική συμμαχία στην κατασταλτική λειτουργία μεταξύ της DC του Francesco Cossiga και του PCI του Ugo Pecchioli, με τα τανκς που αναπτύσσονται στους δρόμους.
Ειλικρινά, τα τελευταία χρόνια, ο Cossiga παραδέχθηκε: «Υπήρξαμε υπεύθυνοι για τη χειραγώγηση της γλώσσας: όταν συνειδητοποιήσαμε ότι οι ανατρεπτικοί είχαν πέραση στους εργάτες, τους εντυπωσίαζαν θετικά, αρχίσαμε να τους αποκαλούμε εγκληματίες. (…). Αποστέλλοντας στη Μπολόνια, μετά το θάνατο του Λορούσο, τα θωρακισμένα των καραμπινιέρων με τα πολυβόλα, που τα υποδέχτηκαν με χειροκροτήματα οι μπολονιέζοι κομμουνιστές (…) πολλοί μετακινήθηκαν προς τις Ερυθρές Ταξιαρχίες και την Πρώτη Γραμμή »  Και πάλι: «Εξάλλου ήμουν εγώ και ένα μέλος του κόμματος του Napolitano, ο Ugo Pecchioli που οργανώσαμε μια επιχείρηση ψυχολογικού πολέμου για να μετατρέψουμε τους κόκκινους τρομοκράτες σε κοινούς εγκληματίες. Ο Pecchioli, ένας πολύ σοβαρός άνθρωπος, οργανωτής της Gladio Rossa, ασχολήθηκε πολύ με αυτά τα πράγματα. Μας είχε παραδώσει τα ονόματα εκείνων που δεν είχαν ανανεώσει την κάρτα μέλους του PCI (πιθανούς νεοσύλλεκτους [στην ένοπλη πάλη]). Και χάρη σε αυτόν, διεισδύσαμε νεαρούς του ΚΚΙ στην αυτονομία που έκαναν τότε για εμάς τους κατασκόπους ».

Μέχρι σήμερα, από το πρώην κομμουνιστικό κόμμα δεν υπήρξε καμία ένδειξη μετάνοιας σε σχέση με εκείνη την περίοδο. Φυσικά, à la guerre comme à la guerre. Μπροστά στην εμβάθυνση και την επέκταση της βίας, από την δική του οπτική, το PCI θεμιτά πίστευε ότι ο πρωταρχικός εχθρός που θα έπρεπε να νικήσει. με οποιοδήποτε μέσο, ήταν εκείνο το ανώμαλο κίνημα του 77, ο πολλαπλασιασμός των ένοπλων και παράνομων ομάδων .  Αλλά στη βάση αυτού του εκφυλισμού και εκείνης της ανάπτυξης υπήρχαν και τα σφάλματα και οι πολιτικές μυωπίες του ΚΚI, και γενικά μια ιδέα της αυταρχικής και με πολιτική αποκλεισμού δημοκρατίας, που επίσης θεωρητικοποιήθηκε από το ίδιο κόμμα με τις παρεμβάσεις του Asor Rosa σχετικά με τις »δύο κοινωνίες», που στην Μπολόνια ήρθαν αντιμέτωπες: η« οργανωμένη εργατική τάξη », οι εγγυημένοι, αφενός, και οι νεαροί προλετάριοι, οι επισφαλείς, οι άνεργοι, τα νέα κινήματα, αφετέρου.

3. Ο Ίντρο Μοντανέλι, Indro Montanelli γράφει – στην δική του Ιστορία της Ιταλίας – στην προσπάθεια να βρεθεί ένας λόγος για τη δολοφονία που εντυπωσίασε περισσότερο την κοινή γνώμη, εκείνη του δικαστή Emilio Alessandrini: «Και πάλι διαβασμένες με τη μεγαλύτερη δυνατή προθυμία να καταλάβουμε, αν όχι να δικαιολογήσουμε, οι εξηγήσεις που έδωσαν οι δολοφόνοι που οδηγούσε ο Marco Donat Cattin για την εκτέλεση του Alessandrini παραμένουν βασανιστικές, στα όρια του παραληρήματος (…). Φυσικά, υπήρχαν εκείνοι που προσπάθησαν να ερμηνεύσουν (…) τις έννοιες που ενέπνευσαν τους τρομοκράτες. Και είπαν ότι αυτοί υπάκουαν σε έναν κανόνα που πάντα σεβάστηκε ο αριστερός εξτρεμισμός: εκείνον του να θεωρούνται οι ρεφορμιστές, μεταρρυθμιστές, περισσότερο επικίνδυνοι των συντηρητικών, οι «κλειστοί» εχθροί πιο ύπουλοι των «ανοικτών», ο Moro χειρότερος από τον Scalfaro, ο Alessandrini χειρότερος από τον Sossi. Αυτός ο ίδιος συλλογισμός εφαρμόστηκε στη συνέχεια στην «εκτέλεση» του Walter Tobagi ». Πόση αλήθεια υπάρχει στην ερμηνεία του δημοσιογράφου του Fucecchio;

Σίγουρα ο Montanelli έγραψε οξεία λόγια, πέρα από τα επίθετα. Συγκεκριμένα, αναφερόμενος στο γεγονός ότι η σύγκρουση ανάμεσα στους μαξιμαλιστές και τους μεταρρυθμιστές είναι μια ιστορική σταθερά. Σίγουρα αυτό δεν εφευρέθηκε από την Πρώτη Γραμμή. Δοσμένη από το 1921 του κομμουνιστικού συνεδρίου του Λιβόρνο, από τη ρωσική επανάσταση και ακόμη νωρίτερα από τις κινητοποιήσεις του 19ου αιώνα και από την ίδια την γαλλική επανάσταση. Μια συχνά αιματηρή σύγκρουση, με θύματα όχι μόνο στη μία πλευρά, υπενθυμίζουμε για παράδειγμα τη δολοφονία της Rosa Luxembourg και του Karl Liebknecht και την σκληρή καταστολή των σπαρτακιστών από τη σοσιαλδημοκρατική κυβέρνηση στη Γερμανία των πρώτων δεκαετιών του Εικοστού αιώνα.
Αυτό, φυσικά, δεν δικαιολογεί τίποτα. Μα είναι η πολιτική ανθρωποκτονία ως τέτοια που είναι αποκλίνουσα μορφή πάλης. Μερικές φορές, ωστόσο, στην επακόλουθη ανάγνωση εκείνων των ετών, θα μπορούσαν κατά κάποιο τρόπο να υπάρχουν κάποιες κατανοητές δολοφονίες και άλλες τρελές και παράφρονες, ειδικά αυτές που αντιμετώπισαν οι ρεφορμιστές, ειδικότερα ο Alessandrini και ο Tobagi.
Όσο για όλα τα άλλα, και από αυτή την οπτική, εμείς οδηγήσαμε στις πιο ακραίες, τραγικές και ανεπανόρθωτες συνέπειες μια σκέψη που είχαμε κληρονομήσει από τους πατέρες μας, δηλαδή από τα κομμουνιστικά κινήματα του Εικοστού αιώνα. Σύμφωνα με την οποία ο πιο ύπουλος και θανατηφόρος εχθρός κάθε επανάστασης είναι, ακριβώς, ο ρεφορμισμός. Από την άλλη, συμμετρικά και πολύ πριν από την ίδια την ύπαρξή μας, για το PCI, ο προνομιούχος εχθρός υπήρξε πάντα εκείνος στα αριστερά του: οι αναρχικοί και το POUM στον ισπανικό εμφύλιο πόλεμο, ο Bordigismο και οι Τροτσκιστές της κόκκινης Σημαίας κατά τη διάρκεια της Αντίστασης, η ομάδα του «il manifesto» το ’68, η εξωκοινοβουλευτική αριστερά, η αυτόνομη αριστερά και τέλος η ένοπλη αριστερά στη δεκαετία του ’70.

Εκείνη τη στιγμή ο Αλεσσαντρίνι αντιπροσώπευε για εμάς το Κράτος, τη δικαιοσύνη που διαχειριζόταν τους νόμους έκτακτης ανάγκης, που είχε αποδεχθεί την «εκπροσώπηση» από την πολιτική για να αντιταχθεί στα κινήματα και να νικήσει τις ένοπλες οργανώσεις. Μια λειτουργία στην οποία η ιδεολογία του Κράτους ανακτήθηκε επίσης από την αριστερά ως αξία που έπρεπε να την υπερασπιστεί και όχι ως έκφραση της ισορροπίας δυνάμεων, της κυριαρχίας μιας πολιτικής πλευράς και μιας τάξης επί των άλλων.
Για την αριστερά στην κυβέρνηση, μετά την επιλογή του ιστορικού συμβιβασμού, το Κράτος των σφαγών είχε γίνει ένα φετίχ που έπρεπε να υιοθετηθεί, και όχι πλέον να ξεσκεπαστεί και να ανατραπεί. Οι δημοκρατικοί δικαστές, μερικοί από τους οποίους μέχρι πριν λίγο θεωρούνταν «πέμπτος πυλώνας και πέμπτη φάλαγγα» της επανάστασης μέσα στα θεσμικά όργανα, τώρα στα ίδια θεσμικά όργανα μέσα έθεταν υποψηφιότητα να γίνουν επιστύλια, ένα προηγμένο τμήμα που εξασφάλιζε νέα αξιοπιστία και αποτελεσματικότητα σε έναν μηχανισμό αυταρχικής εξουσίας , από πάντα αφιερωμένο στην υπεράσπιση των προνομίων της αστικής τάξης, για να εγγυάται την ατιμωρησία στην αστυνομία και τους μηχανισμούς που προήγαγαν και διαχειρίζονταν τη «στρατηγική της έντασης». Και εξασφάλιζαν τη γνώση των κινημάτων, κατέχοντας τους πολιτιστικούς «κώδικες» αυτών.
Σήμερα πιστεύω ότι η ανάλυση μας εκείνων των χρόνων ήταν λάθος, αλλά δεν ξέρω αν ήταν «στα πρόθυρα του παραληρήματος», όπως έγραψε ο Montanelli. Φυσικά ήταν ανάλογη με εκείνη πολλών άλλων κομματιών του αριστερού χώρου εκείνης της εποχής, ακόμη και τομέων της Magistratura Democratica, δηλαδή του ίδιου ρεύματος στο οποίο ανήκε ο Alessandrini.

Όντος, μια κρίση ανησυχίας σχετικά με τον νέο και αυξανόμενο ρόλο του δικαστικού σώματος, την ευθυγράμμισή του στο χτύπημα των αγώνων και του κινήματος πίσω από την ομπρέλα της έκτακτης ανάγκης και της υπεράσπισης της τάξης, την πολιτισμική μετατόπιση της αριστεράς που την οδήγησε να »γίνεται Κράτος», δεν ήταν μόνο δική μας. Δική μας και αδικαιολόγητη υπήρξε η μετάφραση μιας πολιτικής αξιολόγησης σε μια απάνθρωπη πρακτική, όπως είναι – πάντα – εκείνη της πολιτικής ανθρωποκτονίας. Αλλά η δική μας ήταν μια ανάγνωση και μια πολιτική καταγγελία παρόμοιες, για παράδειγμα, με εκείνη που είχαν ξεκινήσει είκοσι δικαστές της Magistratura Democratica, του Δημοκρατικού Δικαστικού Σώματος, με ένα έγγραφο με την ευκαιρία της διάσκεψης κατά της καταστολής της Μπολόνια το 1977: «Για άλλη μια φορά είναι στην επικαιρότητα το ζήτημα της καταστολής και της συμπεριφοράς του Κράτους. Μια απάντηση στα ερωτηματικά που είχαν προτείνει για το θέμα αυτό δεν μπορεί παρά να ξεκινήσει από την βαθιά πολιτική αλλαγή που είχε επικυρώσει επίσημα η συμφωνία των έξι μερών [τον ιούλιο του 1977 τα κόμματα DC, PCI, PSI, PSDI, PLI και PRI είχαν εγκρίνει μια πρόταση κατεύθυνσης για το κυβερνητικό πρόγραμμα, · μετά την κυβέρνηση της «μη εμπιστοσύνης» και την προεδρία της Camera που ανατέθηκε στον κομμουνιστή Pietro Ingrao, ως εκ τούτου η συμμετοχή του PCI στον τομέα της κυβέρνησης αυξάνονταν, σημείωση δική μου]. Με αυτόν τον τρόπο παράγεται μια βαθιά διαδικασία φτωχοποίησης εκείνων των ιδεολογικών εργαλείων που στο παρελθόν είχαν επιτρέψει στην εργατική τάξη να εμποδίσει τις πιο μαζικές επιθέσεις εναντίον της αυτά τα χρόνια. Για παράδειγμα, χθες προσδιορίζονταν με σαφήνεια το ακριβές ταξικό σημάδι στη διαχείριση της στρατηγικής έντασης. Σήμερα, τα επεισόδια εκείνης της ίδιας στρατηγικής που συνεχίζουν να τροφοδοτούνται, αποδίδονται γενικά στη δράση ενός σκοτεινού εχθρού όλων των τάξεων ή στην ύφανση συνομωσιών που εισάγονται από το εξωτερικό, παραβλέποντας να προσδιορίσουν την πολιτική μήτρα τους.  Την καταγγελία του ρόλου που έπαιξαν οι διάφοροι μηχανισμοί του κράτους στην επίθεση επικάλυψε η μη κριτική έννοια θεσμών των οποίων το σημάδι είναι έτσι κι αλλιώς δημοκρατικό ακόμα και όταν η εσωτερική δομή, οι μέθοδοι διαχείρισης, η αδυναμία ανοίγματος σε έναν λαϊκό έλεγχο παρέμειναν ουσιαστικά αμετάβλητες ». Κατηγορηματικά λόγια, αδιαμφισβήτητα, όχι αντίθετα από τα δικά μας.

4. Τι σκεφτήκατε όταν στις 16 μαρτίου 1978 οι Ερυθρές Ταξιαρχίες απήγαγαν τον Aldo Moro;

Σε αντίθεση με άλλους, δεν γοητεύτηκα από τη «ισχύ». Επίσης επειδή, για λογαριασμό της PL, είχα σχέσεις με τα ηγετικά στελέχη των BR και μια σχετική γνώση των ορίων τους. Αλλά οι επιφυλάξεις μου ήταν πάνω από όλα πολιτικές. Εκείνη η δράση, με όλο το ειδικό βάρος της, ταρακούνησε με δύναμη το κίνημα, το έθετε μπροστά σε μια αναγκαστική επιλογή: να αποδεχτεί το νέο επίπεδο σύγκρουσης, τρομερά υψηλό, ή να κάνει πίσω, ν’ αδειάσει. Από την ταξιαρχίτικη άποψη, εκείνη ήταν μια συνεπής επιχείρηση, γραμμική με την αντίληψη που είχαν για τον εαυτό τους και την ανάπτυξη της επαναστατικής διαδικασίας: εκείνη ενός κομμουνιστικού κόμματος, συγκεντρωτικού και εξωτερικού των κινημάτων, που καθοδηγεί τις μάζες και αποφασίζει χρόνους και στρατηγικές, στην περίπτωση εκείνη, ένα άλμα από την ένοπλη προπαγάνδα που μέχρι τότε ασκούσε στη νέα φάση της επίθεσης στην «καρδιά του Κράτους». Από τη δική μας σκοπιά, ήταν ένα στρατηγικό λάθος, ένα άλμα στο σκοτάδι και το κενό. Σίγουρα δεν θα μπορούσε ποτέ να περάσει απ’ το κεφάλι μας να απαγάγουμε τον Μόρο. Όχι τόσο για τη στρατιωτική δυσκολία και όχι μόνο για την κάθετη ανύψωση του επιπέδου της σύγκρουσης και των επακόλουθων δυσκολιών που αυτό συνεπαγόταν για τα κινήματα. Ένας από τους μεγάλους αρχιτέκτονες της απαγωγής Moro, και ένας από τους λίγους ταξιαρχίτες που αντιτάχθηκαν στη εκτέλεση του, ο Morucci, το αναγνώρισε, ο οποίος σε ένα από τα βιβλία του έγραψε: «Αν οι BR χρησιμοποιούσαν την τρομοκρατία για πολιτικούς σκοπούς, η Prima Linea την χρησιμοποιούσε πιστεύοντας ότι με εκείνη άνοιγε χώρους, αφαιρώντας εμπόδια στην ανάπτυξη της κοινωνικής σύγκρουσης […]. Εκείνη της Prima Linea ήταν μια τρομοκρατία σε αρμονία με τα φαινόμενα απόγνωσης εκείνων των ετών, σε αντίθεση με εκείνη των BR, η οποία έλκυε την αρχική ώθηση της από τις μούμιες του Κρεμλίνου. Και μόνο σε εκείνες έριχναν ματιές για να έχουν την βουβή επιδοκιμασία τους. Εκείνοι της Prima Linea, οι οποίοι επίσης σκότωναν οπουδήποτε, το να απαγάγουν τον Moro και να εισέλθουν με αυτό τον τρόπο στην ιστορία, δεν θα το είχαν σκεφτεί ποτέ ούτε κατά διάνοια ».
Στην πραγματικότητα, σε αντίθεση με ό, τι λέει ο Morucci, η PL τότε δεν είχε αρχίσει ακόμη να «σκοτώνει παντού». Θα αρχίσει να το πράττει αργότερα, σύντομα στη συνέχεια, και αυτό θα γίνεται σε μικρότερο βαθμό από τις BR, επειδή παρασύρθηκε από το επίπεδο της σύγκρουσης που προκάλεσαν αυτές με την απαγωγή και τη δολοφονία του Moro. Ωστόσο, παραμένει αλήθεια ότι μια τέτοια δράση αποκλείονταν πλήρως από τα σχέδιά μας και από την οπτική μας, ας πούμε δηλαδή «οριζόντια» και όχι κάθετη οπτική της σύγκρουσης [που δεν προέρχονταν δηλαδή από τα επάνω, από την κορυφή, την ηγεσία] , που αποσκοπούσε να αναμετρηθεί με την διακλάδωση του αντιτιθέμενου κοινωνικού μπλοκ και όχι με μια ανύπαρκτη » καρδιά του Κράτους «, με τις διάχυτες εξουσίες, όχι με ένα μονολιθικό και εξίσου εξωπραγματικό και παρωχημένο χειμερινό Ανάκτορο. Που ήθελε να διεκδικήσει και να διακηρύξει απελευθερωμένους χώρους, αντιεξουσίας, όχι να αναλάβει την εξουσία.

5. Ποιοι είναι οι λόγοι, αν υπάρχουν, που έφεραν την αποτυχία, την ήττα της αριστερής τρομοκρατίας;

Είναι πολλοί και αλληλένδετοι. Αυτοί είναι κατά το μάλλον ή ήττον οι ίδιοι που οδήγησαν στην κρίση της αριστεράς στο σύνολό της, στις άπειρες παραλλαγές της, και στην εκκένωση του ρόλου της εργατικής τάξης και εκείνου που αποκαλούσαμε κοινωνικό εργάτη. Υπήρξαν διάφοροι τρόποι και οι τόποι, θέσεις, με διαφορετικές ευθύνες. Αλλά οι χρόνοι, οι αρχές της δεκαετίας του ’80, ήταν σχετικά κοινοί, με τη συμβολική, ισχυρή, που άφησε εποχή ήττα των εργατών της FIAT τον οκτώβριο του 1980
Εκείνη ήταν η αναπαράσταση του τέλους, όπως πάντα η ιστορία είναι διαδικαστική, μα  δύναται να συμπιεσθεί σε συγκεκριμένες ημερομηνίες. Αλλά η ιστορία, πράγματι, είχε προχωρήσει χωρίς μας. Μας είχε εκτοπίσει και μπερδέψει και τελικά μας παρέδωσε σε μια σκληρή ήττα. Αυτό ισχύει για εμάς, όπως και για ολόκληρη την αριστερά και για την ταξική σύνθεση που είχε λάβει χώρα κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του 60 και της δεκαετίας του ’70.
Η εργατική τάξη και η συνδικαλιστική οργάνωση δεν χτυπήθηκαν, δεν νικήθηκαν χάρη στους τρομοκράτες, όπως υποστήριζε το ΚΚI, αλλά από την αναδιάρθρωση που είχε ξεκινήσει από καιρό. Με την αυτοματοποίηση της παραγωγής και με την υπέρβαση των γραμμών παραγωγής και της γραμμής συναρμολόγησης, ισχυρό όργανο πειθαρχίας και διοίκησης, αλλά ταυτόχρονα ένα ευάλωτο σημείο της παραγωγής, όπως είχαν τονίσει οι αγώνες. Τώρα θα υπήρχαν τα παραγωγικά νησιά, το ευέλικτο και ρευστό εργοστάσιο. Cybernetics, η κυβερνητική και ο προηγμένος τριτογενής τομέας. Μια επανάσταση. Που για να περάσει χρειάστηκε μια εργατική ήττα, μια αριθμητική και πολιτική μείωση των εργαζομένων και των πρωτοποριών τους, ιστορικής σημασίας.
Στο σύνολο της ομάδας FIAT, οι 212.000 εργάτες το 1980 μειώθηκαν σχεδόν κατά το ήμισυ, φτάνοντας τους 129.000 το 1986. Η αιμορραγία των εργαζομένων στον τομέα των αυτοκινήτων ήταν εξίσου δραστική: από τους 102.508 εργαζόμενους και υπαλλήλους που το 1979 αποτελούσαν το εργατικό δυναμικό της FIAT Auto στο Πιεμόντε το 1984 μόνο 55.398 παρέμειναν. Ο κύκλος εργασιών διπλασιάστηκε, η παραγωγικότητα αυξήθηκε, η σύγκρουση πέθανε, το συνδικάτο επέστρεψε σχεδόν στην εποχή του Valletta: το 1985 μόνο κάτι περισσότερο από έναν εργαζόμενο στους δέκα καταγράφηκε εγγεγραμμένος. Και είναι η ιστορία του σήμερα.

6. Δεν βρίσκατε περίεργο ότι εκείνη τη στιγμή, δίπλα στα παιδιά των λιγότερο ευνοημένων κοινωνικών τάξεων, παιδιά της πιο εξέχουσας «αστικής τάξης» όπως ο Marco Donat Cattin ή ο Paolo Morandini εισήλθαν στις τρομοκρατικές οργανώσεις;

Φαίνεται αδύνατο, ο Τσε Γκεβάρα δεν ήταν ένας υπο-προλετάριος. Θα έλεγα ότι σε κάθε εποχή και χώρα σχεδόν πάντα οι ανταρτοπόλεμοι και οι επαναστατικές προσπάθειες είδαν ως προεξέχοντες ανθρώπους από τις εύπορες κοινωνικές τάξεις, το οποίο είναι κατανοητό, καθώς οι πιο μορφωμένοι και λιγότερο επηρεάσιμοι από τον οικονομικό εκβιασμό έχουν προφανώς μεγαλύτερες δυνατότητες να αναπτύξουν ριζοσπαστικές ρήξεις και κριτική νοημοσύνη, έχοντας μεγαλύτερο πολιτιστικό σχηματισμό και εκπαίδευση. Σε αποτυχημένες επαναστάσεις και ανταρτοπόλεμους, είναι προφανώς και κατά μέσο όρο και εκείνοι που έχουν μια ακόμη ευκαιρία ζωής. Αλλά αυτό είναι ένα άλλο θέμα, το οποίο αν μη τι άλλο μαρτυρεί επίσης την ανάγκη για ριζική αλλαγή με την έννοια μιας μεγαλύτερης κοινωνικής ισότητας.
Τούτου λεχθέντος, μου φαίνεται χυδαία η δημοσιογραφική εικόνα των «τρομοκρατών παιδιών του μπαμπά». Τα στατιστικά στοιχεία για τις οργανώσεις αυτές δίνουν μια ουσιαστικά διαφορετική εικόνα. Για την PL, δικάστηκαν 923 μαχητές (συμπεριλαμβανομένων 201 γυναικών, το 65% ηλικίας μεταξύ 20 και 30 χρόνων, 83 με λιγότερα από 20 χρόνια). Το 21,3% είχε μεσαία μόρφωση, 25,6% υψηλότερη, το 21,7% είχε πανεπιστημιακές σπουδές. Οι πιο αντιπροσωπευτικές κατηγορίες ήταν οι εργάτες (18,1%), οι φοιτητές (18,3%), οι υπάλληλοι (6,7%), οι άνεργοι (6,1%), οι εκπαιδευτικοί (4,3% ] οι εργαζόμενοι στις υπηρεσίες (4,4%). Οι επαγγελματίες ήταν μόνο το 2,6%. Ο εργατικός χαρακτήρας των BR είναι ακόμη πιο έντονος. Από τους 911 μαχητές στους οποίους απαγγέλθηκαν κατηγορίες σε αυτή την οργάνωση, το 23,5% ήταν εργάτες, το 8,9% υπάλληλοι, το 12,2% φοιτητές, το 5,8% εργαζόμενοι στις υπηρεσίες, το 3,9% εκπαιδευτικοί, το 2,9% άνεργοι και μόνο το 3,8% επαγγελματίες.

7. Ποια είναι η εντύπωση που έχετε, ειδικά υπό το πρίσμα της προσωπικής του ιστορίας, να βλέπετε ανθρώπους όπως ο Marco Barbone (ο εκτελεστής του Walter Tobagi, εκδ.) – και όπως αυτού και πολλών άλλων – που χάρη στον νόμο για τη μετάνοια έχουν αποκατασταθεί κοινωνικά χωρίς να εκτίσουν στην πραγματικότητα οποιαδήποτε ποινή;

Πάντα έκρινα αρνητικά την επιλογή της δικαστικής συνεργασίας, η οποία εξευγενίστηκε με το όνομα της «μετάνοιας» από τους δικαστές και τα μέσα μαζικής ενημέρωσης. Όχι μόνο εξ αιτίας ενός ηθικού προβλήματος, ως ρήξη των ανθρώπινων και συναισθηματικών δεσμών, πριν από τα οργανωτικά, και έκφραση της «κανιβαλιστικής» λογικής του mors tua vita mea, ο θάνατος σου η ζωή μου. Αλλά και επειδή η επιλογή αυτή, η οποία εξερράγη στις αρχές της δεκαετίας του ’80, ανταποκρίνονταν σε μια λογική που ήταν ακόμα και παράδοξα «στρατιωτική» και απλώς κατασταλτική, με αποτέλεσμα να αναβάλει την αντίθετη της, εκείνη που επέλεγε να συνεχίσουν οι μαχητές να κρατούν τα όπλα ακόμη και παρά την προφανή ήττα. Και ενώ θα ήταν ένα είδος «πολιτικής λύσης» ο δρόμος που θα μπορούσε να σταματήσει για πάντα και ολοκληρωτικά τα όπλα. Τα πιο διαυγή στελέχη της τότε κριτικής αριστεράς, όπως η Rossana Rossanda, το κατάλαβαν τέλεια, η οποία έγραψε: «Οι πιο ευάλωτοι υποστηρικτές παρέμειναν στην οπτική του »πολέμου», μετακομίζοντας προς την άλλη πλευρά, ως ενεργοί μετανοούμενοι, συνεργάτες της αστυνομίας, ως τέτοιοι βοήθησαν στην ανακάλυψη γιαφκών και διοικήσεων, οδήγησαν επίσης σε απαράδεκτες επιχειρήσεις όπως αυτές της οδού Fracchia. Αλλά αυτή η μετάβασή τους στη προδοσία, στην καταγγελία, θα είχε αντιθέτως ανασυγκροτήσει τις μαχόμενες οργανώσεις (…) αν αυτές δεν είχαν πλέον αποδυναμωθεί από την πολιτική κρίση του σχεδίου τους ».
Ή μορφές υψηλού ηθικού και πνευματικού προφίλ, όπως ο πατέρας David Turoldo: «Τι να πούμε για ένα κράτος που βασίζει την ασφάλειά του στην καταγγελία και την προδοσία και δεν λαμβάνει επαρκώς υπόψη τον διαχωρισμό, ο οποίος αντιθέτως σημαίνει ακριβώς νέα συνείδηση και συνεργασία για» κατανόηση «; Στην πραγματικότητα, ο μετανιωμένος δεν λέει γιατί το έκανε, λέει μόνο ποιος ήταν εκεί. Αντίθετα, ο διαχωρισμένος δεν λέει ποιος ήταν εκεί, αλλά λέει γιατί το έκανε. Και αυτό είναι ακόμη σημαντικότερο για ένα κράτος που σέβεται τον εαυτό του. Φυσικά αν θέλει να «καταλάβει» και να επωφεληθεί από αυτό, και ίσως να αλλάξει ».

Αυτό είναι το σημείο: τότε το κράτος, και ακόμη αργότερα, απλώς ήθελε να κερδίσει, θάβοντας μερικές χιλιάδες ανθρώπους στη φυλακή. Δεν τον ενδιέφερε να πείσει, ως εκ τούτου «να καταλάβει» τα γιατί και να επεξεργαστεί πραγματικά και να ξεπεράσει εκείνη την πληγή. Για το λόγο αυτό, αν και σε μικρότερη κλίμακα, τις επόμενες δεκαετίες, έγιναν νέες προσπάθειες για την οργάνωση του ένοπλου αγώνα. Όλες οι πληγές που δεν γιατρεύτηκαν προορίζονται να μολυνθούν.

Φυσικά, και εδώ, όπως και σε όλες τις «κατηγορίες» μεταξύ των λεγόμενων «μετανιωμένων», μπορεί να υπήρχαν άνθρωποι με καλή την πίστη, που συνεργάστηκαν με την αγνή πρόθεση να περιορίσουν τους νεκρούς, και άλλοι αντιθέτως που ευνόησαν μόνο τη δική τους άνεση και ατιμωρησία, όπως ο Ρομπέρτο Σάνταλο, Roberto Sandalο ο οποίος συνέχισε να δρα μέχρι σήμερα με παράνομο τρόπο, με έναν ρόλο προβοκάτσιας στην πιθανή υπηρεσία κάποιου υπόκοσμου της αστυνομίας ή μυστικής υπηρεσίας.
Άλλοι, όπως ο Barbone ή ο ίδιος ο Donat Cattin, παρά την ατιμωρησία που εξασφάλισαν, έλαβαν αντ ‘αυτού από τη ζωή ένα περιπαικτικό και οδυνηρό πεπρωμένο.

Ωστόσο, δεν νομίζω ότι η μόνη ποινή και αντιστάθμιση που μπορεί να υπάρξει είναι αυτές της φυλακής. Παρόλο που εγώ εξέτισα την πολύ μεγαλύτερη ποινή απ’ όλους τους συντρόφους μου της PL, παρά το ότι ευθύνονταν και καταδικάστηκαν για τα ίδια αδικήματα, δεν έχω καμία δυσαρέσκεια προς κανέναν, συμπεριλαμβανομένων των «pentiti, μετανιωμένων». Είχα την εμπειρία και την ευκαιρία να καταλάβω ότι η φυλακή δεν είναι φάρμακο, μάλλον είναι συχνά η ασθένεια και ότι οι άνθρωποι συχνά αλλάζουν και βελτιώνονται όχι χάρη στην κράτηση, αλλά παρά το γεγονός αυτό. Έτσι κι αλλιώς δεν την εύχομαι πραγματικά σε κανέναν.

8. Στην Ιταλία υπάρχει μια συγκεκριμένη περιοχή αμφισβητητών της δεκαετίας του 70, περισσότερο ή λιγότερο επιθετικών,οι οποίοι σήμερα κάθονται άνετα στις έδρες της εξουσίας. Για να αναφέρουμε μόνο λίγους: οι Marco Boato, Luigi Manconi, Paolo Cento και Marco Rizzo είναι και υπήρξαν επί μακρόν βουλευτές, ο Gianfranco Miccichè είναι επί του παρόντος υφυπουργός, ο Paolo Liguori, ο Giampiero Mughini και ο Toni Capuozzo υψηλόβαθμα στελέχη της Mediaset, για να μην μιλήσουμε για τον Adriano Sofri, ο οποίος από εκλεπτυσμένος πολιτικός επιστήμονας πέρασε στο σημείο να κατηγορείται ως αποστολέας δολοφονίας. Και αυτά τα ονόματα είναι μόνο μέρος του χώρου της Lotta Continua. Είναι πιθανό να υπάρχει ένα λόμπι, ίσως βασισμένο στον εκβιασμό, που ενώνει αυτούς τους ανθρώπους ακόμα και σήμερα;

Αυτοί οι άνθρωποι, όσο γνωστοί και αντιπροσωπευτικοί κι αν είναι, είναι ένα απειροελάχιστο μέρος των κινημάτων της εποχής. Δεν πιστεύω ότι είναι ένα λόμπι, παρόλο που πολλοί από αυτούς επέλεξαν να αφαιρέσουν αυτό το είδος μνήμης και εμπειρίας από το νου τους και να αρνούνται την εγγύτητα και συνάφεια. Άλλοι, όπως ο Luigi Manconi, το έχουν διερευνήσει, ακόμη και αυτοκριτικά, μέσω βιβλίων και μαρτυριών. Φυσικά, εμείς οι μαχητές τώρα είμαστε και μας παρουσιάζουν ως παιδιά κανενός, όταν αντιθέτως PL γεννιέται ουσιαστικά στα γραφεία της LC και οι BR σε εκείνα του PCI, για να χωρίσουν αμέσως οι δρόμοι τους στη συνέχεια .  Ή μάλιστα οι χθεσινοί εξτρεμιστές να ισχυρίζονται ότι μια λειτουργία συγκράτησης της μιλιταριστικής τάσης να οφείλεται σε αυτούς την στιγμή που αυτή ήταν έργο δικό μας. Εδώ μου φαίνεται πιο ειλικρινής για μένα η λογική του Erri De Luca, επίσης της Lotta Continua: «Ο ένοπλος αγώνας, σε σύγκριση με αυτόν που κάναμε εμείς, ήταν διαφορετικός μόνο επειδή οι άλλοι έκαναν εκείνη τη δραστηριότητα μόνη μορφή πολιτικής έκφρασης. Για εμάς εκείνο ήταν απλά ένα καταραμένο αξεσουάρ του μεγάλου δημόσιου πολιτικού αγώνα ». Και η ανάμνηση του για τα όπλα που βρίσκονταν στην κατοχή της Lotta Continua: «Απ’ ότι ξέρω εκείνοι που τα είχαν τα πέρασαν στις μαχόμενες ομάδες. Εάν κλείσεις μια εφημερίδα την τυπογραφία την περνάς σε εκείνους που θέλουν να φτιάξουν μιαν άλλη. Τα όπλα τα περνάς σε εκείνους που θέλουν να πυροβολούν.».

https://www.micciacorta.it/2015/09/le-interviste-del-buon-caffe-sergio-segio/

ανατρεπτική τέχνη, arte ribelle

Από κοινωνικός αντάρτης κομμουνιστής αγωνιστής, χωρίς να χάσει την τρυφερότητα – Da ribelle sociale a militante comunista, senza perdere la tenerezza

του Fiorenzo Angoscini

annaPasquale Abatangelo, Correvo pensando ad Anna. Una storia degli anni settanta, Έτρεχα σκεπτόμενος την Άννα. Μια ιστορία των χρόνων εβδομήντα, Edizioni Εκδόσεις Dea, Firenze 2017, σελ. 325, € 16,00

Παραφράζοντας τον Bertolt Brecht, και ίσως να βιάσουμε λιγάκι κάποια ερμηνεία του, στέκεται σαφές ότι «ο κομμουνισμός είναι ένα απλό πράγμα, δύσκολο να το κάνεις ’,1 θεώρηση κατάλληλη στην διήγηση της ιστορίας-εμπειρίας ζωής του Pasquale Abatangelo που καταλήγει, επίσης, να συμπίπτει με την ιστορία της γέννησης, της μικρής διάρκειας και της καθοδικής παραβολής των Ενόπλων Προλεταριακών Πυρήνων.

Είναι η ιστορία ενός «επιστρέφοντος μετανάστη», του οποίου οι παππούδες αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν την χώρα τους για να παν στην Ελλάδα λόγω της φτώχειας που διανέμονταν ελεύθερα από την μοναρχία των Savoy, ενώ οι γονείς (που γεννήθηκαν στην Πάτρα) υπήρξαν μεταξύ των πολλών θυμάτων ενός εγκληματικού καθεστώτος, αποικιοκρατικού αλλά κουρελιάρικου συγχρόνως, με ευνουχισμένες αυτοκρατορικές φιλοδοξίες.
Έτσι, οι ιταλοί της Ελλάδας, gli skylofraghi- οι σκυλόφραγκοι: ‘cani italiani’, »ιταλικά σκυλιά», χρειάστηκε να εγκαταλείψουν την ελληνική χερσόνησο, μιας και “ Είκοσι χρόνια επιθετικής πολιτικής του φασισμού, η κατάληψη της χώρας και η συμμαχία με τους Ναζί, δεν άφηνε περιθώρια για πολλές διακρίσεις … Η ενοχή της πατρίδας καταγωγής στιγμάτιζε κάθε άνδρα και γυναίκα ιταλικής προέλευσης. Λόγω του φασισμού, αυτοί οι άνθρωποι έχασαν την αξιοπρέπεια του πολίτη, και σύντομα τα σπίτια και κάθε περιουσιακό στοιχείο που κατείχαν”.

Είναι εντυπωσιακό να εξακριβώνουμε, ακόμα περισσότερο στην επιλήσμονα Ιταλία του σήμερα που επικαλύπτει με επιθετικά επίθετα τους μετανάστες, πως η περιφρόνηση, η ξενοφοβία και ο ρατσισμός εις βάρος των ιταλών μεταναστών ήταν κοινές και σε άλλες δυτικές χώρες: στην Ελλάδα ήταν »ιταλικά σκυλιά», στο Βέλγιο, όταν οι συμπατριώτες μας πήγαιναν να »γεμίσουν αέρια» στα ορυχεία της Βαλλονίας, στις βιτρίνες των μπαρ, καταστημάτων και δημόσιων ιδρυμάτων και υπηρεσιών, ξεχώριζαν πλακάτ που έγραφαν: ‘απαγορεύεται η είσοδος σε σκύλους και ιταλούς’ . Πάντα στο τεχνητό βελγικό κράτος, αλλά και σε αυτή την πολύ πολιτισμένη Ελβετία, χρησιμοποιούσαν την απόστροφο με ένα προσβλητικό «ιταλοί, cìngali» (τσιγγάνοι). Προσθέτοντας, σε αυτή την περίπτωση, την φυλετική διάκριση σε αυτή την εθνική.

 

Η οικογένεια Abatangelo, με καταγωγή από την Puglia, με αυτό τον τρόπο αναγκάστηκε να επιστρέψει στην Italia.
Αποβιβάστηκαν στο Bari, μετακόμισαν στην Bologna “σε ένα εμπορικό τρένο επάνω που χρησιμοποιούνταν για την μεταφορά ζώων…βρήκαν καταφύγιο σαν τα ζώα μέσα στους στάβλους για άλογα ενός στρατιωτικού στρατοπέδου…ύστερα από έξι μήνες παραμονής στην Bologna σε εκείνες τις συνθήκες, έλαβε χώρα μια νέα μετακίνηση…προορισμός ήταν η Firenze, σε ένα παλιό στρατόπεδο που δεν χρησιμοποιούνταν πλέον και είχε μετατραπεί σε κέντρο προσφύγων”.
Η οικογένεια Abatangelo, που στην αρχή αποτελούνταν από οκτώ άτομα, στην οποίαν προστέθηκαν οι Nicola και Pasquale (που γεννήθηκαν αντίστοιχα το 1947 και το 1950, στην Φλωρεντία ), υποχρεώθηκε να ζει για τουλάχιστον (1946-1956) μέσα σε μια κάμαρα “σε συγκατοίκηση με άλλες έξι οικογένειες, σε ένα σύνολο πενήντα ανθρώπων”.

Επιτέλους οι Abatangelo, το 1956, μετακομίζουν  “στις νέες λαϊκές κατοικίες που είχαν επ ευκαιρίας χτιστεί για τους πρόσφυγες…ήταν διαμερίσματα των σαρανταπέντε τετραγωνικών μέτρων χωρισμένων σε τρία δωμάτια, συν το μπάνιο…σε εμάς που ήμασταν δέκα έδωσαν δυο διαμερίσματα στον ίδιο όροφο, που συγκοινωνούσαν με μια μικρή ταράτσα”. Αληθινά «το ελάχιστο δυνατό», αν και δεν βρισκόμασταν πλέον σε κατάσταση στρατιωτικού στρατωνισμού. Η εξαθλίωση, ανάγκασε το καλοκαίρι του 1957 την ιταλο-ελληνική οικογένεια να στείλει τον Pasquale σε ίδρυμα, στην Casa Pia del Lavoro της οδού Montedomini, όπου βρισκόταν ήδη ο Nicola.

Το οίκημα ήταν πολύ μεγάλο και φιλοξενούσε, αν μπορώ να το πω έτσι, παιδάκια, εφήβους, νεαρούς ενήλικες, ηλικιωμένους και γέρους σε αρκετά κακή κατάσταση, συχνά άρρωστους και κοντά στο θάνατο. Μέσα σε αυτό το θλιβερό περιβάλλον συγκατοικούσαν παιδιά του κανενός που προέρχονταν από ορφανοτροφεία, παιδιά ανθρώπων που ζουν σε συνθήκες φτώχειας, και συντρίμμια στο τέλος της κούρσας, που είχαν απλά εγκαταλειφθεί στην τύχη τους. Με λίγα λόγια, όλοι οι απόβλητοι”. Προθάλαμος της φυλακής για τους νέους, του νεκροταφείου για τους ηλικιωμένους. Αυτή η δραματική, ανήμπορη αλλά ρεαλιστική μαρτυρία του συγγραφέα που, σε αυτό το «προαύλιο της κολάσεως», εξακολουθεί να παραμένει για να τελειώσει το γυμνάσιο, σχεδόν στα δεκαέξι του.

Και πριν ακόμη κλείσει τα δεκαέξι, ο Pasquale, υφίσταται την πρώτη σύλληψη (μαζί με τον Nicola και έναν ξάδελφο) με κράτηση σε φυλακές ανηλίκων. Η σύλληψη, την οποία θεωρεί άδικη, αβάσιμη, συνέπεια πρακτικών χειραγωγημένων, τον πείθει όλο και περισσότερο ότι δεν θέλει να εισέλθει »στον κύκλο της κόπωσης και της κοινωνικής πειθαρχίας ‘’.
Εν μέσω όλων αυτών των απότομων και ξαφνικών αναταραχών-ανατροπών συναντά την Άννα, την αγάπη του. Και μιλά για την εξέλιξη της σύνθετης και πολύπλοκης ζωής τους (βιαστικές εξαφανίσεις, συλλήψεις, αποδράσεις, παρανομία, πολιτική στράτευση, ειδικές φυλακές με ταραχές και εξεγέρσεις, ξυλοδαρμούς, απομόνωση, απαγόρευση συνομιλιών και συναντήσεων στις φυλακές μετά από ημέρες ταξιδιού και διασχισμένα χιλιόμετρα, ή μόνο μέσω ενδοεπικοινωνίας,διαχωρισμένοι, αυτή και πολύ συχνά και τα παιδιά, από ένα γυάλινο τοίχο), αλλά σταθερή σχέση, η οποία διέσχισε σχεδόν μισό αιώνα. Περιγράφει τα συναισθήματα, τα αισθήματα, την οργή και τον πόνο τους.

Έξω από τον φράκτη του καθωσπρεπισμού κάνει τις πρώτες κλοπές και ληστείες προς όφελος »και προσωπική του χρήση». Συλλαμβάνεται, συναντά στην φυλακή έναν αγωνιστή της επαναστατικής αριστεράς, τον Luca Mantini, φιορεντίνο στρατευμένο στη Lotta Continua, Συνεχής Αγώνας, που τον ‘βοηθά’ να πάει ακόμη παραπέρα, να παντρέψει την ανταρσία και την εξέγερση με τον αγώνα και να μοιραστούν τα αυθεντικά ιδανικά της αλληλεγγύης, ισότητας και δικαιοσύνης.

Μαζί με τον Mantini ο οποίος, εγκαταλείπει την LC και συστήνει την Επιτροπή, Comitato George Jackson, οργανώνοντας πρωτοβουλίες υποστήριξης στους φυλακισμένους,  αρχίζει να εντοπίζει σαν ‘συνένοχη’ εκείνη την πλούσια πλευρά περιθωριακού προλεταριάτου που εποικεί τις φυλακές και που προώθησε  καλλιέργησε και ανέπτυξε το κίνημα αγώνων στις φυλακές στα τέλη της δεκαετίας του εξήντα, αρχές εβδομήντα, στο οποίο έχουν τις ρίζες του και ξεκινούν τη δράση οι Nuclei Armati Proletari, Ένοπλοι Προλεταριακοί Πυρήνες. Ακριβώς εκείνη την περίοδο κατά την οποίαν και διάφορες φιγούρες από τους παράνομους, dagli extra-legali, αρχίζουν να γνωρίζουν προσωπικά την σκληρότητα της φυλακής, συνέπεια του κύκλου αγώνων του ’68-’69. Φοιτητές, εργάτες, διδάσκαλοι περνούν τις πύλες και τα κάγκελα των διαφόρων σωφρονιστικών κέντρων ως αποτέλεσμα συγκρούσεων με την αστυνομία στη διάρκεια διαδηλώσεων στις πλατείες και τους δρόμους, καταλήψεις σχολείων και πανεπιστημίων, δράσεις μαχητικού αντιφασισμού και διεθνιστικής αλληλεγγύης.

anna1Πολλές οργανώσεις της εξωκοινοβουλευτικής αριστεράς σχηματίζουν ενότητες συγκεκριμένες που ασχολούνται με το ζήτημα του εγκλεισμού. Η πιο δραστήρια και γνωστή είναι δίχως άλλο εκείνη της LC, που αφιερώνει στον περιοδικό τύπο της μια σταθερή αρθρογραφία: ‘I dannati della terra, της γης οι κολασμένοι’ . Τον ιούνιο 1972 δημοσιεύει ένα βιβλίο, Να ελευθερώσουμε όλους της γης τους κολασμένους, που “συλλέγει ντοκουμέντα, γράμματα, ειδήσεις και χρονικά γραμμένα από κρατουμένους που διατήρησαν μια συνεχή πολιτική σύνδεση και δεσμό με τους εξωτερικούς πυρήνες παρέμβασης στις φυλακές της Lotta Continua”. Έναν χρόνο αργότερα διαδίδει το Αναλάβαμε την ελευθερία να αγωνιζόμαστε. Το μαζικό κίνημα των φυλακισμένων από τον ιανουάριο στον σεπτέμβριο ’73 – Ci siamo presi la libertà di lottare. Il movimento di massa dei detenuti da gennaio a settembre ‘73.2

Πάντα σε εκείνες τις αρχές των χρόνων εβδομήντα, αναφορικά μονάχα σε ιταλούς συγγραφείς, δημοσιεύτηκαν ειδικές εργασίες και στοχευμένες, που πραγματοποιήθηκαν από έναν δημοσιογράφο συγγραφέα ανεξάρτητο, από έναν κοινωνιολόγο πρώην φυλακισμένο, και πρώην φασίστα 3 ‘που μεταστράφηκε’ στην φυλακή προς την αριστερή στράτευση και από μιαν πολιτική δραστήρια αγωνίστρια. L’ “Inchiesta sulle carceri”, η »Έρευνα επάνω στις φυλακές» του Emilio Sanna, γραπτή μεταφορά μιας τηλεοπτικής μετάδοσης, Μέσα στην φυλακή, Dentro il carcere, επάνω στο ιταλικό σωφρονιστικό σύστημα, που μεταδόθηκε σε τρία επεισόδια από το δεύτερο κανάλι Rai4 . Ο Giulio Salierno, μαζί με τον Aldo Ricci, πραγματοποιεί στη συνέχεια μια έρευνα επάνω στις ιταλικές φυλακές, που αναγνωρίστηκε σαν σημείο αναφοράς – σαν ορόσημο στην κοινωνιολογία της ποινής στην Italia5 . Tέλος ο Salierno πραγματοποιεί μια έρευνα επάνω στο υποπρολεταριάτο “για μια προσέγγιση πολιτική και μεθοδολογική στο πρόβλημα της συμμαχίας μεταξύ εργατικής τάξης και ‘Lumpenproletariat’” και σπεύδει να προσδιορίσει: “Αυτή η εργασία δεν είναι και δεν θέλει να έχει καμιά συνολική απαίτηση, ούτε αντιπροσωπεύει μια τελική ανάλυση για το πρόβλημα του υποπρολεταριάτου-του οποίου αυτός ο ίδιος ο ορισμός πρέπει να αξιολογηθεί και να επαληθευτεί-αλλά απλούστατα αποτελεί μια εισαγωγή, ένα ερέθισμα, μια συμβολή στην συζήτηση και την μελέτη του ιδίου”.6

Κλείνουμε αυτό το εκδοτικό παράθυρο με την έρευνα της Irene Invernizzi,  Η φυλακή ως σχολή επανάστασης, αφιερωμένη με σημασία  ‘Στους μάρτυρες της Άττικα-Ai martiri di Attica’,7 που διευκρινίζει: “Εάν η οργάνωση και η εκπόνηση αυτού του βιβλίου είναι δικές μου, η επεξεργασία του είναι φρούτο της συλλογικής εργασίας μιας ομάδας αγωνιστών της Lotta Continua οι οποίοι, ξεκινώντας από την άνοιξη 1971, έθεσαν στους εαυτούς τους το πρόβλημα της φυλακής σαν αντικείμενο πολιτικής παρέμβασης, και φυσικά πολλών κρατουμένων με τους οποίους είχαμε επαφή”. 8

anna 2Ο Abatangelo, έχοντας εισέλθει στην φυλακή ‘κακοποιός’, βγαίνει από αυτήν με μια πολιτική συνείδηση  χάρη στο  κίνημα που αναπτύχθηκε μέσα και γύρω από αυτήν. Κι έτσι το καλοκαίρι του 1974 αποφασίζει, μαζί με κάποιους συντρόφους φιορεντίνους της κολεκτίβας ‘George Jackson’ να πάρει μέρος στους NAP. Μια οργάνωση ακόμη σε εμβρυακή κατάσταση αλλά ήδη παρούσα στη Napoli και στη Roma. Στις 2 oκτώβρη με δεδομένη την πρώτη δημόσια δράση των νεο συσταθέντων ‘Πυρήνων’: ένα αυτοκίνητο, εξοπλισμένο με μεγάφωνο, διαδίδει ένα ακουστικό μήνυμα μπροστά, αντίστοιχα, στις φυλακές της Napoli, Milano και Roma-Rebibbia. Στο τέλος του μαγνητοφωνημένου μηνύματος τα αυτοκίνητα καταστέφονται με έκρηξη. Λίγες ημέρες αργότερα γίνεται προσπάθεια επανάληψης της πράξης μπροστά στις φυλακές Murate της Firenze. Λόγω τεχνικής βλάβης δεν υπάρχει καλό τέλος.

Mα είναι στη διάρκεια της 29 oκτωβρίου που καταγράφεται το αληθινό ‘βάπτισμα του πυρός’. Για να συγκεντρωθούν τα χρήματα που απαιτούνται για να αγοραστεί ένα μεγάλο φορτίο όπλων αποφασίζουν να πραγματοποιήσουν μια «προλεταριακή απαλλοτρίωση» σε μια τράπεζα. Διάφοροι λόγοι και απρόβλεπτες καταστάσεις υποχρεώνουν τους nappisti να κατευθύνουν τη δράση της σε ένα πιστωτικό ίδρυμα διαφορετικό από εκείνο που είχαν εντοπίσει και μελετήσει. Η επιλογή πέφτει επί της τραπέζης Cassa di Risparmio της Φλωρεντίας, στο κατάστημα της Piazza Leon Battista Alberti, που γνώριζε ακριβώς ο Pasquale Abatangelo διότι την είχε ληστέψει έναν χρόνο πριν.

Στο βιβλίο του ο, Abatangelo, στέκεται στον τραγικό επίλογο της προσπάθειας απαλλοτρίωσης: “Η ληστεία της Piazza Alberti και ο θάνατος των Luca Mantini και Sergio Romeo προκάλεσαν μια τεράστια αίσθηση στην κοινή γνώμη και στο επαναστατικό κίνημα. Ήταν οι πρώτοι νεκροί του ιταλικού ανταρτοπόλεμου μετά τον Giangiacomo Feltrinelli, και η δυναμική των γεγονότων δημιούργησε σε πολλούς την εντύπωση μια παγίδας, μιας ενέδρας των καραμπινιέρων απέναντι μας. Αλλά είναι ξεκάθαρο πως δεν συνέβη τίποτα τέτοιο. Η αλήθεια είναι πως πολλά εξαρτήθηκαν από την τύχη και το πείσμα μας…Mα χρειάζεται  να έχουμε το κουράγιο να αναγνωρίσουμε τα λάθη και να κοιτάξουμε κατάματα τα πράγματα. Έχουμε λαθέψει στη βιασύνη τόσο στην τελευταία συνάντηση, όσο και στον τομέα της ενέργειας, της δράσης. Η παρτίδα των όπλων ήταν σίγουρα σημαντική, αλλά όχι τόσο ώστε να επιτρέψει μια ληστεία χωρίς μια σοβαρή και ενδελεχή έρευνα … Και δεν πέσαμε επάνω σε ενέδρα ”.

Το Rosso, εφημερίδα μέσα στο κίνημα, στην ειδική έκδοση ‘Ενάντια στην καταστολή,Contro la repressione’, του μαρτίου-απριλίου 75, είχε αφιερώσει μια ανακατασκευή (σελ. 68-73) πλούσια σε φωτογραφίες, σχέδια, σκίτσα και υποθέσεις ‘ευφάνταστες’ πιέζοντας πολύ και τον τίτλο: “Η ενέδρα της Firenze”. Τώρα, ο Pasquale Abatangelo, καθαρίζει το πεδίο από παρεξηγήσεις και φαντασία, την αποκαθιστώντας μια για πάντα τα πραγματικά γεγονότα, την αλήθεια των συμβάντων.

anna 3Οι NAP υπήρξαν μια οργάνωση ένοπλη αυθεντική και ιδιαίτερη, ένα ενδιαφέρον μείγμα πολιτικών αγωνιστών και πρώην ‘κακοποιών’-προλετάριων κρατουμένων-περιθωριακών, με δυο (κυρίως) υλικοτεχνικά-επιχειρησιακά κέντρα: εκείνο της Firenze, στα κέντρο βόρεια, και εκείνο της Napoli, στο  νότο. Η διάρκεια της δραστηριότητας τους, σχετικά σύντομη, ξεκινά τον οκτώβρη ’74 και τελειώνει, κατά προσέγγιση, τον ιούλιο του ’77 ,με τον θάνατο του Antonino Lo Muscio στη Roma, πρώην φυλακισμένου προλετάριου και τέκνου μιας κομουνιστικής οικογένειας του Pci. Η πολιτική-στρατιωτική δράση της οργάνωσης είναι γεμάτη, όπως ξεκαθαρίζει και μαρτυρεί ο Abatangelo, από απροσεξία, αυτοσχεδιασμό, αποδιοργάνωση και βολονταρισμό. Αυτό επιβεβαιώνεται από πολλές δράσεις αποτυχημένες, ή που κατέληξαν με τρόπο τραγικό, από την άποψη του υψηλού αριθμού των ανθρωπίνων ζωών που θυσιάστηκαν: Luca και Annamaria Mantini, Sergio Romeo, Giovanni Taras, Martino Zicchitella,9 Vito Principe, Tonino Lo Muscio, Alberto Buonoconto .

Ο Pasquale Abatangelo έζησε, παρά την θέληση του, όλους τους διάφορους βαθμούς εγκλεισμού: από το ίδρυμα στην σούπερ φυλακή με συμπλήρωμα το άρθρο 90 και «τις ακτίνες του θανάτου». Στη φυλακή, όπου παρέμεινε κλεισμένος συνεχώς για περισσότερα από 20 χρόνια, έγινε κομμουνιστής, υπέφερε τον πόνο του πολιτικού διαχωρισμού από τους συντρόφους του.

Θα είναι μεταξύ των τριών αγωνιστών των ΕΠΠ, οι οποίοι θεωρώντας πως έχει εξαντληθεί η εμπειρία nappista, αρχικά θα ενταχθούν στις Ερυθρές Ταξιαρχίες: εκτός από τον ίδιο, ο Domenico Delli Veneri και ο Giorgio Panizzari. Στη συνέχεια, και άλλοι μαχητές, θα εφαρμόσουν την ίδια επιλογή. Στη φυλακή σπούδασε. Κείμενα ιδεολογικά και πολιτική θεωρία, αλλά και λογοτεχνία και ποίηση. Απέκτησε σημαντική κριτική ικανότητα και την πιο δύσκολη πρακτική της αυτοκριτικής. Όταν οι BR »διασπώνται’, όπως σχεδόν όλοι οι κρατούμενοι αγωνιστές (με λίγες εξαιρέσεις: Gallinari, Piccioni, Seghetti και κάποιο άλλοι του Μαχόμενου Κομμουνιστικού Κόμματος) προσχώρησε στο Partito Guerriglia, αλλά είναι σε θέση να καταλάβει, μετά από κάποιες δράσεις και πρωτοβουλίες »υπερβολικές»που διαπράττονται από τους συντρόφους της »συνιστώσας», πως   “το κόμμα του ολοκληρωτικού κοινωνικού πολέμου” δεν κάνει γι αυτόν : “… η περίπτωση του Giorgio Soldati, που σκοτώθηκε στο Cuneo τον δεκέμβρη του 1981, και εκείνη του Ennio Di Rocco, που στραγγαλίστηκε στο Trani τον ιούλιο του 1982, ήταν πράγματα δικά μας, και φαινόταν πως έγιναν επίτηδες για να δημιουργήσουν αμφιβολίες και απώθηση ανάμεσα στους ίδιους τους υποστηρικτές της επαναστατικής πειθαρχίας… 10 Όσον αφορά τους αδύναμους, οι τιμωρίες ήταν ένα καθήκον, είχα καταδικάσει πολλές φορές, αλλά ήθελα να συνεχίσω να κρίνω με ισορροπία, επίσης και με ανθρωπιά…Και στη συνέχεια ένα απίστευτο συμβάν, στις 21 οκτωβρίου στο Torino λαμβάνει χώρα μια ληστεία σε τράπεζα, στην διάρκεια της οποίας ο εκτελεστικός πυρήνας του Partito Guerriglia σκοτώνει εν ψυχρώ δυο αστυνομικούς της Mondialpol που είχαν καθήκον φρουράς στο κατάστημα, με μόνο σκοπό να τονίσουν μια δήλωση που αβάσιμα κατηγορούσε για προδοσία τη Natalia Ligas…οι νέες μέθοδοι της «υπερβατικής κοινωνικής επικοινωνίας» … Τι σχέση είχαν όλα αυτά με το όνειδος του Τορίνο;11

O Abatangelo, όταν χρειάστηκε, ήξερε να είναι σκληρός, μα δεν έχασε ποτέ την τρυφερότητα. ‘Προλετάριος απλός’, στην φυλακή συνάντησε τους κομουνιστές και αγκάλιασε τον κομουνισμό, έμαθε την ‘άλφα βήτα’ θεωρητικά και ιδεολογικά, αλλά ποτέ δεν υπέφερε τους “κόκκινους παπάδες και τους ματαιόδοξους καθηγητάκους”. Με μια έντονη φωτογραφία της στιγμής, ακίνητη, και χωρίς λεζάντα, δίχως ανάγκη διδασκαλίας, προσδιορίζει με ακρίβεια τις «μύγες αμαξάδες» ή, αν προτιμάτε, τους « γρύλους που μιλούν» μιας ορισμένης διανόησης αλαζονικής: τους θεωρητικούς σοφιστικέ.  “Αλλά τα «πλήθη» και η “αυτοκρατορία”ήταν πολύ εύθραυστες λέξεις και υδατικές για να αντέξουν το κύριο βάρος της απάντησης της εξουσίας ”. Αντιθέτως, εξέφρασε συμπάθεια και στοργή, ανθρώπινη και πολιτική εκτίμηση απέναντι στον κομουνιστή της Reggio Emilia: τον Prospero Gallinari, και εκτίμησε  “την ανθρωπιά του, την σεμνότητα του, και κυρίως το ανάστημα και το εύρος της ακλόνητης κομουνιστικής του ταυτότητας”.

anna 5Στις τελευταίες σελίδες της μαρτυρίας του θυμάται αυτούς που ήταν πάντα κοντά του, τους ‘συνενόχους’ των πρώτων κλοπών και ληστειών, τα μέλη των ομάδων από ‘εγκληματίες’ που πλέον πολεμούσαν την καθεστηκυία και αλαζονική τάξη. Υπάρχουν ‘οι καταραμένοι της γης’, οι πρώτοι σύντροφοι που συνάντησε, εκείνοι με τους οποίους ξεκίνησαν να σκέφτονται τον τρόπο να καταστρέψουν το τέρας, με τους οποίους δημιούργησαν τους NAP. Υπάρχουν και οι σύντροφοι με τους οποίους μοιράστηκε της στράτευση στις Brigate Rosse, από τις ‘πρώτες’, μονολιθικές έγκυρες και επίσημες, στα χίλια ρεύματα στα οποία διαιρέθηκαν και διαλύθηκαν. Υπάρχει η ανάμνηση των νεκρών ‘του’. Για άλλη μια φορά δίχως να ξεχωρίζει την πολιτική σχέση από την προσωπική. Κυρίως υπάρχει η προσκόλληση και η αγάπη, εκτός από αυτήν στα παιδιά του, για τις γυναίκες του, την Anna “που ήταν πάντα εκεί και μεγάλωσε τα παιδιά μαςc” και για την μάνα του, “την ελληνίδα πρόσφυγα που μας γέννησε μέσα στο στρατόπεδο της via della Scala”. Και σε αυτόν τον ορισμό δεν υπάρχει γλωσσικός ρατσισμός, καμία διαφοροποίηση, διαχωρισμός, απόσταση ή υπεροχή, αλλά η αναγνώριση των μεγαλύτερων ταπεινώσεων και διακρίσεων που υπέστησαν λόγω της κατάστασης »μεταναστών που επέστρεφαν». Η δική του δύναμη και αξιοπρέπεια.

NAP: απαραίτητη βιβλιογραφία
Για την πολιτική ιστορία των Nap: καταβολές, ανάπτυξη, δράση και δίκες, είναι πολύ ενδιαφέρουσες και καλά τεκμηριωμένες δυο δημοσιεύσεις, αμφότερες αποδοτέες στο περιοδικό CONTROinformazione. Η πρώτη, και σε χρονολογικούς όρους (έτος 1976) δημοσίευσης, πραγματοποιήθηκε από την συντακτική ομάδα του περιοδικού (η μεγαλύτερη συνεισφορά ήταν ενός από τα στελέχη της, Ermanno Gallo) έχει απλά τον τίτλοsi  NUCLEI ARMATI PROLETARI, Quaderno n. 1 Τετράδιο ν.1 της CONTROinformazione. Στο πρώτο μέρος συγκρίνονται οι διαφορετικές και αποκλίνουσες απόψεις (Μαρξισμός και περιθωριοποίηση) των κυριότερων μαρξιστών-λενινιστών ιδεολόγων, από τον Marx και Engels οι οποίοι στιγματίζουν και απεχθάνονται πολιτικά “Το υποπρολεταριάτο, ένα συνονθύλευμα ενστίκτων δίχως ιστορία”, στον Lenin που αφήνει περιθώρια “Το υποπρολεταριάτο, ένας πιθανός στρατιώτης της προλεταριακής εξέγερσης”, μέχρι τον πραγματιστή-ρεαλιστή Mao Tse Tung “Το υποπρολεταριάτο, μια ταξική συνιστώσα που έχει ανάγκη μιαν αυστηρή στρατηγική διοίκηση”, για να φθάσουμε στους μοντέρνους μελετητές του υποπρολεταριάτου: Frantz Fanon του I dannati della terra, της γης οι κολασμένοι 12 και George Jackson13 του »μαύρος σκλάβος: μια πυροδοτημένη βόμβα ενάντια στον ιμπεριαλιστικό φασισμό»,  ‘Schiavo nero: una bomba innescata contro il fascismo imperialista’. Το δεύτερο μέρος διαχωρίζει την ‘Συνέντευξη στους συντρόφους των επΠ’, l’ ‘Intervista ai compagni dei Nap’, της χρονοϊστορία των δραστηριοτήτων, τις επιχειρήσεις, τους θανάτους, τις συλλήψεις, τις βιογραφίες κάποιων μαχητών που ‘έπεσαν’.  Το ‘τετράδιο’ ολοκληρώνεται με την πρόταση της  ‘Comunicato N° 1 Ανακοίνωσης Νο 1 στη δίκη των NAP που ξεκίνησε στη Napoli στις 22 νοεμβρίου 1976’. Η L’Unità, στην έκδοση της στις 30 μαίου 1977 (σελ. 3) τους ‘αφιέρωσε’ μια δηλητηριώδη κριτική με υπογραφή Duccio Trombadori: “L’arsenale ‘teorico’ dei NAP”, »Το ‘θεωρητικό οπλοστάσιο των ΕΠΠ», γράφοντας τα εξής υπερβολικά, μεταξύ άλλων: ‘Πίσω από τις εγκληματικές ενέργειες που χτύπησαν τη χώρα μας’, καθώς και μιαν απίθανη περίληψη, μα καταπληκτικής φαντασίας: “ Μια παραληρηματική οπτική γωνία που αναθέτει ρόλους επαναστατικής πρωτοπορίας σε περιθωριοποιημένα κοινωνικά στοιχεία, «μη εγγυημένους», κρατουμένους – Οι φυλακές ως προνομιακός τόπος του σχηματισμού και της πάλης για να «φέρουν την επίθεση στην καρδιά του κράτους» – Τα σημεία επαφής με τον χώρο της «αυτονομίας’“. Το άλλο δημοσίευμα, που εκδόθηκε σαν συμπλήρωμα του περιοδικού, είναι μια εφημερίδα με μορφή δελτίου με τίτλο “Νότος, προλετάριοι σε εξέγερση. Να μετατρέψουμε την δίκη στους συντρόφους των N.A.P. αφετηρία ενός διαλόγου επί της ένοπλης πάλης”, που πραγματοποιήθηκε ταυτόχρονα με την έναρξη της δίκης της Napoli.

Έτσι όπως ο κύκλος αγώνων στο εσωτερικό / ενάντια στην φυλακή στις αρχές του εβδομήντα τόνωσε τη διάρθρωση των ειδικών επιτροπών εντός της «ακραίας» αριστεράς, με αποτέλεσμα την παραγωγή φυλλαδίων, βιβλίων, στηλών εφημερίδων σχετικά με την κατάσταση στις φυλακές, οι μαζικές συλλήψεις συνέπεια της ανάπτυξης και του ριζώματος των μαχόμενων οργανώσεων προς τα μισά των ίδιων χρόνων, και η δημιουργία των ειδικών φυλακών, είχαν ως αποτέλεσμα τη δημιουργία και τη διάδοση πολλών πολυγραφημένων κειμένων, ενημερωτικών δελτίων, περιοδικών, θεμάτων ειδικού περιεχομένου ενάντια στον κατεξοχήν ολοκληρωτικό θεσμό . Nα σας θυμίσουμε κάποια. Ήδη το καλοκαίρι του 1975 στο Milano τυπώνεται ένα ενημερωτικό δελτίο με ασυνεπή συχνότητα: »Μαχητική Αλληλεγγύη», ‘Solidarietà Militante’. Πληροφορίες της Διεθνούς Επιτροπής Υπεράσπισης των Πολιτικών Κρατουμένων στην Ευρώπη. Τον χειμώνα του 1976 ξεκινούν οι δημοσιεύσεις ‘Carcere Informazione’- ‘Φυλακή Πληροφορία’, σε επιμέλεια του Κέντρου  Τεκμηρίωσης-Centro di Documentazione της Pistoia μέχρι το n. 16; τα nn. 17 και 18 εμφανίζονται σαν συμπληρωματικά στην Stampa Alternativa- Εναλλακτικός Τύπος έτσι όπως τα n. 19-20 (φεβρ.-μαρτ. ’79) σε συνέκδοση με το »Δίχως Φυλακές»- ‘Senza Galere’-και το ‘Φυλακή Σήμερα’  ‘Carcere Oggi…και για την ενημέρωση του Υπουργού Δικαιοσύνης,  del Soccorso Rosso Milanese, της Κόκκινης Βοήθειας του Μιλάνο. Στο Livorno, η Αναρχική Κολεκτίβα ‘Niente più sbarre’ – »Όχι άλλα κάγκελα» δημοσιεύει το πολυγραφημένο ομώνυμο το οποίο, στο τελευταίο νούμερο που ανακτήθηκε (ιανουάριος 1979) μετατρέπεται σε Bollettino-Δελτίο της Αναρχικής κολεκτίβας του Livorno. Στο Torino, η επιτροπή ‘Ενάντια στα δεσμά»- ‘Controsbarre’ διανέμει το  ‘Δελτίο πληροφόρησης από τις φυλακές’, που στην συνέχεια (νοέμ.-δεκ. 1977) θα δημοσιεύει το ‘ονομάζουμε κομουνιστική…μια κοινωνία Δίχως Φυλακές’, εφημερίδα του κομουνιστικού προλεταριάτου υπό κράτηση. Μονογραφικό νούμερο είναι το ‘Φυλακή και ταξικός αγώνας’ του μαίου 1976, πολυγραφημένο σε συνεργασία ανάμεσα στην τορινέζικη ενότητα της Διεθνούς Επιτροπής Υπεράσπισης Πολιτικών Κρατουμένων στην Ευρώπη, την Μιλανέζικη Κόκκινη Βοήθεια και την ΄Μαχητική Αλληλεγγύη’ -‘Solidarietà Militante’ του Trento. Δυο τελευταίες αναφορές: τον νοέμβρη του 1976, σε επιμέλεια τους μιλανέζικου Soccorso Rosso, τυπώνεται, για τις Εκδόσεις- Edizioni Ghisoni, το »δεν αρκούν οι φυλακές για να μας κρατήσουν κλεισμένους…»“non bastano le galere per tenerci chiusi…” και, τον οκτώβρη 1978, Speciale Asinara. La settimana rossa. Ειδικό τεύχος Αζινάρα 19-26 αυγούστου, 21-23 σεπτεμβρίου 1978, Εκδόσεις Edizioni Anarchismo, Catania. Στις αρχές των χρόνων ογδόντα ξεκινούν, στο Milano, οι δημοσιεύσεις του »Δελτίου» “Il Bollettino” του Συντονιστικού των Επιτροπών ενάντια στην Καταστολή.

I NAP. Storia politica dei Nuclei Armati Proletari e requisitoria del Tribunale di Napoli, a cura del Soccorso Rosso Napoletano, Collettivo Editoriale Libri Rossi, Milano, 1976   πολιτική ιστορία των Ένοπλων Προλεταριακών Πυρήνων και κατηγορητήριο του Δικαστηρίου της Νάπολι, σε επιμέλεια της Ναπολιτάνικης Κόκκινης Βοήθειας, Εκδοτική Κολεκτίβα Κόκκινα Βιβλία, Μιλάνο, 1976
CHI PROCESSA CHI! Non si può processare la rivoluzione, Collettivo di Controinformazione Napoletano, Napoli, s.i.d.   ΠΟΙΟΣ ΔΙΚΑΖΕΙ ΠΟΙΟΝ! Δεν μπορείτε να δικάσετε την επανάσταση, Ναπολιτάνικη Κολεκτίβα Αντιπληροφόρησης
Criminalizzazione e lotta armata, Quaderni d’informazione politica 1, Collettivo Editoriale Libri Rossi, Milano, s.i.d.   Ποινικοποίηση και ένοπλος αγώνας, Τετράδια πολιτικής πληροφόρησης 1, Εκδοτική Κολεκτίβα Κόκκινα Βιβλία, Μιλάνο
Processo allo stato, Quaderni d’informazione politica 2. Collettivo Editoriale Libri Rossi, Milano, 1977   Δίκη στο κράτος, Τετράδια πολιτικής πληροφόρησης 2
Processo alla rivoluzione. La parola ai NAP, Quaderni d’informazione politica 3, Collettivo Editoriale Libri Rossi, Milano, 1978   Δίκη στην επανάσταση. Ο λόγος στους ΕΠΠ, Τετράδια πολιτικής πληροφόρησης 3
Alessandro Silj, “Mai più senza fucile!”, Alle origini dei NAP e delle BR, Vallecchi, Firenze, 1977   »Ποτέ πια δίχως τουφέκι!», Στις καταβολές των ΕΠΠ και των ΕΤ
Franca Rame, Non parlarmi degli archi, parlami delle tue galere, Alberto Buonoconto 7.8.1953/20.12.1980, F.R. Edizioni, Milano, 1984   Μη που μιλάς για αψίδες, μίλα μου για τις φυλακές σου
Rossella Ferrigno, Nuclei Armati Proletari. Carceri, protesta, lotta armata, La Città del Sole, Napoli, 2008 Ένοπλοι Προλεταριακοί Πυρήνες. Φυλακές, διαμαρτυρία, ένοπλη πάλη, Η Πόλη του Ήλιου, Νάπολι
Roberto Silvi, La memoria e l’oblio, Colibrì edizioni, Milano, 2009   Η μνήμη και η λήθη
Valerio Lucarelli, Vorrei che il futuro fosse oggi. Nuclei Armati Proletari. Ribellione, rivolta e lotta armata, Ancora del Mediterraneo, s.i.l., 2010  Θα ήθελα το  μέλλον να ήταν σήμερα. Ένοπλοι Προλεταριακοί Πυρήνες. Ανταρσία, εξέγερση και ένοπλη πάλη


  1. Bertolt Brecht, “Lode del comunismo” »Έπαινος του κομουνισμού», (1933) in “Poesie e canzoni”, »Ποιήματα και τραγούδια», Einaudi, Torino, 1975  
  2. a cura della Commissione carceri di Lotta Continua, από την Επιτροπή φυλακές της οργάνωσης, Edizioni Lotta Continua, νοέμβριος 1973  
  3. Giulio Salierno, Autobiografia di un picchiatore fascista, Αυτοβιογραφία ενός φασίστα τραμπούκου, Einaudi,Torino, 1976  
  4. Emilio Sanna, Inchiesta sulle carceri, Έρευνα για τις φυλακές, De Donato, Bari, luglio 1970  
  5. Aldo Ricci, Giulio Salierno, Il carcere in Italia, Η φυλακή στην Ιταλία, Einaudi, Torino, 1971  
  6. Giulio Salierno, Il sottoproletariato in Italia. Per un approccio politico e metodologico al problema dell’alleanza tra classe operaia e ‘Lumpenproletariat, Το υποπρολεταριάτο στην Ιταλία. Για μια προσέγγιση πολιτική και μεθοδολογική της συμμαχίας ανάμεσα στην εργατική τάξη και το λούμπεν προλεταριάτο, ‘Edizioni Samonà e Savelli, Roma, 1972  
  7. Φυλακή του Κράτους της New York όπου εξ αιτίας της δολοφονίας, που έγινε στις 21 αυγούστου στην φυλακή του San Quintino, του George Jackson αγωνιστή του Black Panther Party, στις 9 σεπτεμβρίου 1971 ξέσπασε μια εξέγερση που κατέστειλε η παρέμβαση  500 πολιτοφυλάκων των διαφόρων αστυνομικών δυνάμεων USA, με αποτέλεσμα 40 θύματα και 200 τραυματίες. Ενώ πολλοί από τους επιζήσαντες εξεγερμένους χτυπήθηκαν και βασανίστηκαν  
  8. Irene Invernizzi, Il carcere come scuola di rivoluzione, Η φυλακή σαν σχολείο της επανάστασης, Einaudi, Torino, 1973  
  9. Memoriale redatto da Martino Zicchitella, Αναμνήσεις που συγκεντρώθηκαν από τον Martino Zicchitella, Anarchismo, Χρόνος II- ν. 10/11, Edizioni La Fiaccola, 1976  
  10. Soldati και Di Rocco, βασανίστηκαν άγρια και ‘μίλησαν’ αλλά στη συνέχεια ανακάλεσαν. Βρίσκονταν στην ‘ενότητα’ με τους μη μετανιωμένους, ούτε αυτούς που διαχώρισαν τη θέση τους, nda  
  11. Γύρω από την δημιουργία του Partito Guerriglia, για το ιδρυτικό του μανιφέστο, για τα επόμενα που επεξεργάστηκαν και παρήχθησαν στη φυλακή: ‘Il documentone, το μεγάλο ντοκουμέντο’, ‘L’ape e il comunista, η μέλισσα και ο κομουνιστής’, ’Forzare l’orizzonte, εξαναγκάζοντας τον ορίζοντα’, ‘La volpe e l’uva, η αλεπού και τα σταφύλια’, ‘Gocce di sole nella città degli spettri, σταγόνες ήλιου στη στοιχειωμένη πόλη’, ‘Wkhy’, ‘Politica e rivoluzione, πολιτική και επανάσταση’, θα επιστρέψουμε ευρύτερα στο επόμενο άρθρο, εκείνο που παίρνει έναυσμα από την αναβίωση, διευρυμένη και αναθεωρημένη από τον Giorgio Panizzari, του ‘L’albero del peccato, το δέντρο της αμαρτίας’  
  12. Franzt Fanon, I dannati della terra, Της γης οι κολασμένοι, Einaudi, Torino, 1962  
  13. I fratelli di Soledad. Lettere dal carcere di George Jackson, Τ’ αδέλφια της Soledad. Επιστολές από την φυλακή του George Jackson, Einaudi, Torino, 1971; G. Jackson, Col sangue agli occhi. Il ‘fascismo americano’ e altri scritti, Με αίμα στα μάτια. Ο ‘αμερικανικός φασισμός’ και άλλα γραπτά, Einaudi, Torino, 1972. Το βιβλίο μεταφέρει αυτή την αφιέρωση με σημασία: “Ai giovani comunisti. Ai loro padri. D’ora in poi criticheremo l’ingiustizia con le armi”, »Στους νεαρούς κομουνιστές. Στους πατεράδες τους. Από εδώ και μπρος θα κριτικάρουμε την αδικία με τα όπλα»  

https://www.carmillaonline.com/2017/05/17/ribelle-sociale-militante-comunista-senza-perdere-la-tenerezza/

http://www.militant-blog.org/?p=14476#more-14476

http://contropiano.org/eventi/napoli-correvo-pensando-ad-anna

ιστορία, storia

Τα συναισθήματα της καρδιάς, η ψυχρότητα της λογικής, η πραγματικότητα των γεγονότων. – Le emozioni del cuore, la freddezza della ragione, la realtà dei fatti.

του Fiorenzo Angoscini

brigate rosseMarco Clementi, Paolo Persichetti, Elisa Santalena, Brigate Rosse. Dalle fabbriche alla ‘campagna di primavera’, Από τα εργοστάσια στην ‘εκστρατεία της άνοιξης’, Τόμος I, DeriveApprodi, Roma, φεβρουάριος 2017, σελ. 550, € 28,00

Η εργασία των Marco Clementi, Paolo Persichetti, Elisa Santalena, διαφέρει λόγω του τεράστιου όγκου εγγράφων που συμβουλεύτηκαν. Του μεγάλο υλικού που αναλύθηκε και των διαφόρων και διαφορετικών αρχείων. Της ανάγνωσης των εκθέσεων των κοινοβουλευτικών επιτροπών της έρευνας για την υπόθεση Moro, της μελέτης των νομικών εγγράφων, των ερευνών και των διαφόρων εκθέσεων εμπειρογνωμόνων σχετικών με τις πολλές δίκες που σχετίζονται με την απαγωγή και την εκτέλεση του χριστιανοδημοκράτη παράγοντα. Της διαθεσιμότητας αδημοσίευτων συζητήσεων με μαχητές πρωταγωνιστές της ένοπλης εμπειρίας, του διαδεδομένου ανταρτοπόλεμου, του αγώνα στις φυλακές και των σφαγών που διαπράχθησαν σε μερικές από αυτές:Le Murate και Alessandria, καθώς και για τις νέες λεπτομέρειες που επισημαίνονται, την επισήμανση (μνήμες, αναμνήσεις) αφαιρεθέντων ιδιαιτεροτήτων. Της διάψευσης μιας πρόσφατης συνωμοσιολογίας με πολλαπλές παρουσίες, ποικίλες και ετερογενείς κατά τις διάφορες φάσεις της επιχείρησης στην οδό Fani. Των μαρτυριών αυτοπτών μαρτύρων οι οποίοι διαψεύδουν τους εαυτούς τους, μοτοσικλετών που μεταφέρουν άγνωστους shooters φαντάσματα και πολλά άλλα.
Επιπλέον, η αναπαράσταση και η ανακατασκευή τους ευνοεί την ανάκτηση και την αναδιάταξη της μνήμης.Της συλλογικής και της ατομικής: μας, της δικής μας, του καθενός από εμάς.

Οι συγγραφείς έχουν σημαντικά «προηγούμενα» σχετικά με τα θέματα που καλύπτονται στο βιβλίο που εκδόθηκε πρόσφατα.

Ο Clementi, πριν δέκα χρόνια, πραγματοποίησε μια “Storia delle Brigate Rosse”;1 »Ιστορία των Ερυθρών Ταξιαρχιών», πριν χρόνια είχε δημοσιεύσει μια μελέτη που θα μπορούσαμε να ορίσουμε πως σχετίζεται με το σχέδιο ‘Victor’, δηλαδή πως να εξουδετερώσουν ανθρωπίνως, πολιτικά, προσωπικά και πνευματικά τον πρόεδρο του Εθνικού Συμβουλίου των χριστιανοδημοκρατών της DC, il presidente del Consiglio Nazionale DC, σε περίπτωση που αυτός είχε απελευθερωθεί.2
Το σχέδιο που θα εισέρχονταν σε δράση σε περίπτωση θανάτωσης του ομήρου, είχε επονομαστεί ‘Mike’.
Απλούστερα, προέβλεπε να ενημερωθεί μια ολόκληρη σειρά από θεσμικά στοιχεία, δικαστικά και πολιτικά, άμεση απομόνωση του τόπου όπου βρέθηκε το σώμα του θύματος, απαγόρευση του ιδίου στους συγγενείς, την δημιουργία μιας αποτελεσματικής υπηρεσίας ασφαλείας μπροστά από το studio και το σπίτι του Moro, παρέχοντας τις πληροφορίες στον τύπο και την τηλεόραση ως αμφιβόλου αξιοπιστίας.

O Persichetti, μαζί με τον Oreste Scalzone, έγραψε το βιβλίο “Il nemico inconfessabile”3 »Ο ανήθικος εχθρός» και, σχεδόν καθημερινά στο ‘Insorgenze.net’ διεξάγει μια συστηματική προσέγγιση επίμονης διάψευσης και διόρθωσης ειδήσεων … ψευδών και παραπλανητικών. Όσον αφορά εκδηλώσεις και γεγονότα που σχετίζονται με την ένοπλη πάλη και τους αγωνιστές της, την καταστολή, τα βασανιστήρια, τις κρατικές »δολοφονίες», την πολιτική και τον πολιτισμό.

Τέλος, η Santalena, εκπόνησε μια διδακτορική διατριβή έρευνα στο Πανεπιστήμιο της Grenoble επάνω στην , «La gauche révolutionnaire et la question carcérale: une approche des années 70 italiennes», »Επαναστατική αριστερά και το ζήτημα των φυλακών: μια προσέγγιση στα ιταλικά χρόνια 70», (8 δεκεμβρίου, 2014) με σαφή κεφάλαια: «Από τις φασιστικές φυλακές, στις φυλακές σε εξέγερση (1969-1973)» «Από τη μεταρρύθμιση στην αντιμεταρρύθμιση: μεταξύ καταπίεσης και καταστολής, ένοπλου αγώνα και απόδρασης (1974-1977)», «Οι φυλακές στο κέντρο της σύγκρουσης: ανάμεσα στον ένοπλο αγώνα και τη διαχείριση έκτακτης ανάγκης της αντιτρομοκρατίας (1977-1987)

Λεπτομέρειες και ιδιαιτερότητες

Εμβαθύνοντας στην ανάγνωση συναντούμε κάποιες λεπτομέρειες, ή ιδιαιτερότητες, αν όχι άγνωστες, σίγουρα δεν είναι γνωστές. Έτσι, μαθαίνουμε ότι την 9η του Μάη 1978 το πρωί, ο χώρος όπου θα βρεθεί στη Via Caetani (στα μισά του δρόμου μεταξύ της εθνικής έδρας των Χριστιανοδημοκρατών και εκείνης του PCI) το Renault 4 χρώμα αμάραντο έχοντας στο εσωτερικό του το άψυχο σώμα του Moro, είχε καταληφθεί το προηγούμενο βράδυ από τον Bruno Seghetti που είχε σταθμεύσει εκεί το προσωπικό του αυτοκίνητο, ένα Renault 6 πράσινου χρώματος. Αυτό γίνεται για να αποφευχθούν εμπόδια και ατυχήματα της τελευταίας στιγμής. Με αυτόν τον τρόπο υπήρχε η σιγουριά ότι ο τόπος που έχει επιλεγεί για την τοποθέτηση του αυτοκινήτου που θα χρησιμοποιούνταν για την τελευταία μεταφορά, και την επακόλουθη ανακάλυψη του άψυχου σώματος του χριστιανοδημοκράτη βουλευτή δεν θα εμποδίζονταν από την παρουσία άλλων οχημάτων που θα ήταν σταθμευμένα παράκαιρα στη θέση του.

Ένα άλλο ερώτημα που δεν εξετάστηκε επαρκώς είναι η δράση που ανέλαβε ο Fulvio Croce, πρόεδρος του Συμβουλίου της Τάξης των Δικηγόρων του Τορίνο, διορισμένος δικηγόρος από τον Πρόεδρο του κακουργιοδικείου του Τορίνο, το οποίο έπρεπε να κρίνει (μάιος 1976 ) τον λεγόμενο «ιστορικό πυρήνα» (χαρακτηρισμό που ανέκαθεν αρνήθηκαν οι κατηγορούμενοι) της μαχόμενης κομμουνιστικής οργάνωσης, αφού οι μαχητές των BR είχαν αποπέμψει τους δικηγόρους της εμπιστοσύνης τους, προειδοποιώντας το δικαστήριο να μην διορίσει άλλους αυτεπάγγελτα και είχαν, προς στιγμήν, καταφέρει να κλονίσουν τους κλασικούς μηχανισμούς της δικαστικής εξουσίας, διεκδικώντας για τους εαυτούς τους το δικαίωμα στην άμυνα, να ήθελαν να υπερασπιστούν μόνοι τους εαυτούς τους δηλαδή, για να διεξάγουν την λεγόμενη »δίκη ανταρτοπόλεμου 4» και να ‘τινάξουν στον αέρα’ την διαδικασία.

br-processo

Παρά την αποδοχή των υψηλότερων αιτιολογήσεων του κράτους, αναθέτοντας την τεχνική υπεράσπιση σε οκτώ άλλους δικηγόρους της τορινέζικης τάξης, ο πρόεδρος της εγκληματολογικής ένωσης, εκμεταλλευόμενος την αναβολή για την 16η σεπτεμβρίου 1976 – σε αναμονή για την απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου να εξαργυρώσει μια σύγκρουση εδαφικής δικαιοδοσίας μεταξύ Τορίνο και Μιλάνο – μακριά από τη βοή των μέσων ενημέρωσης, έγινε υποστηρικτής και προαγωγός της προτεινόμενης θέσπισης ενός «μικρού νόμου» (όπως την αποκαλούσε σε επιστολή του προς τον πρόεδρο του εθνικού δικανικού Συμβουλίου) ad hoc που θα επέτρεπε στους κατηγορούμενους που το επιθυμούσαν να υπερασπιστούν τον εαυτό τους μόνοι τους.

Επίσης, κατά τη διάρκεια της προσπάθειας για τη δημιουργία του δικαστηρίου, της έδρας για τη διεξαγωγή της δίκης, εκτός από τον ορισμό «τεχνικών υπερασπιστών, δικηγόρων», συναντήθηκαν σημαντικές δυσκολίες στον εντοπισμό των λαϊκών ενόρκων, λόγω της απόρριψης να αποδεχθούν πολλών από αυτούς. Για να ξεπεραστεί αυτό το εμπόδιο ανέλαβαν δράση κορυφαία στελέχη του τορινέζικου Κκι, με τον Giuliano Ferrara να ηγείται, που υποστηρίζονταν ανεπίσημα από δύο εισαγγελείς, τους Luciano Violante και Gian Carlo Caselli ο οποίος, σύμφωνα με τον βουλευτή και μέλος του Κκι τουΤορίνο Saverio Vertone, «Συμμετείχε στις συνεδριάσεις της ομοσπονδιακής επιτροπής. Ίσως, αλλά δεν είμαι σίγουρος, επίσης, έπαιρνε το λόγο στις συναντήσεις της γραμματείας …» Ενώ ο ελεφαντίνος ( G Ferrara) συμμετείχε σε κάποιες συναντήσεις με ενόρκους της μάξι-δίκης εναντίον των ταξιαρχιτών για να τους πείσει να μην εγκαταλείψουν την ανάθεση» (Μ. Caprara).

Πάντα ο Ferrara, αναλάμβανε την ευθύνη του Pci για την δημιουργία του κατάπτυστου ερωτηματολόγιου ενάντια στην τρομοκρατία, στην ερώτηση ν. 5, καλούσε στην καταγγελία.» [έψαχνε άμεσα καταδότες]… τότε φυσικά προσφέραμε ένα χεράκι, πέρα από το χέρι που έδινε το Κράτος. Το Κράτος πρόσφερε την προστασία του, εμείς θα μπορούσαμε να προσθέσουμε την δική μας. (…) Για παράδειγμα σπίτια. Ρωτούσαμε: «Πες μας ποια είναι τα προβλήματά σου, αν είσαι φοβισμένος. Να ξέρεις πως εμείς είμαστε εδώ». Διαμέσου ενός «έγκυρου» διοικητικού του στελέχους, του G. Ferrara, το Κκι γίνονταν Κράτος.

Πριν από τις Ερυθρές Ταξιαρχίες και τις στρατεύσεις στο Pci

Ήδη αμέσως μετά την Απελευθέρωση σχηματίστηκαν, δομήθηκαν ομάδες και οργανώσεις Κομουνιστικές που ασκούσαν τον ένοπλο αγώνα. Με διάφορες μορφές και τρόπους. Από το Κίνημα Αντίστασης Παρτιζάνικης-Κίνημα Προλεταριακής Ενότητας, Movimento Resistenza Partigiana-Movimento di Unità Proletaria του Carlo Andreoni, του οποίου, όμως, θα πρέπει να διευκρινιστούν κάποιες ασαφείς γραμμές,  στο »IX Τμήμα Ερυθρός Αστέρας παράνομη ταξιαρχία ‘808’, “IX Divisione Stella Rossa Brigata clandestina ‘808’ “ του Armando Valpreda,5 προέδρου της Ένωσης παρτιζάνων Anpi στο Asti, μεταξύ των υποκινητών της εξέγερσης στην Santa Libera,6 μέχρι και εκείνη την ομάδα των καλών παιδιών που συναντιούνταν στο  Σπίτι του Λαού, presso la Casa del Popolo της Lambrate (Mi) για να χτίσουν την ‘Κόκκινη Φτερωτή’, ‘Volante Rossa’.7 Για να φθάσουμε σε εκείνους τους αγωνιστές απ’ την Εμίλια,  (παράνομους και φαινομενικά δίχως ενωτική οργάνωση) που έσπειραν στις επαρχίες του Ρέτζιο, της Μόντενα, της Φερράρα και της Μπολόνια πολλές ένοπλες ενέργειες, κυρίως εξολόθρευση φασιστών και συνεργών τους.

Σε πιο κοντινά χρόνια στην δεύτερη κόκκινη διετία (1968-1969) υπάρχουν εμπειρίες αντίστασης και ένοπλης επίθεσης που θα μπορούσαμε να αποκαλέσουμε προπαιδευτικές στην πιο σημαντική (για διάρκεια, νούμερο αγωνιστών και δράσεων) οργάνωση που ‘επωμίστηκε το ντουφέκι’ και για την οποίαν  ‘γίνεται λόγος’ στο βιβλίο.
Μιλάμε για την τορινέζικη ομάδα που αποτελείτο από τους Piero Cavallero, Danilo Crepaldi, Sante Notarnicola,8Adriano Rovoletto, όλοι αγωνιστές τους εργατίστικου Κκι των προλεταριακών ‘Barriere’ , ‘Φραγμάτων’, του Torino. “Ήδη το 1959 είχαμε πραγματοποιήσει την πρώτη μας δράση και προχωρήσαμε μέχρι το 1967, στιγμή της σύλληψης μας. Ο Piero ήταν ο συντονιστής των ενοτήτων Pci του ‘Φράγματος του Milano’ , μιας λαϊκής περιφέρειας με σχεδόν 70.000 κατοίκους. Εγώ, ήμουν γραμματέας της οργάνωσης νεολαίας του κόμματος (Fgci) στην Biella και αριθμούσαμε περίπου 3.000 εγγεγραμμένους. Στις αρχές των χρόνων εξήντα είχαμε αντιληφθεί πως δεν ήμασταν πλέον συντονισμένοι με το ‘κόμμα’. Χωμένο μες τον γύψο, κονφορμιστικό και όχι πια ‘επαναστατικό’9 .

Μια άλλη ένωση αγωνιστών εγγεγραμμένων στο Pci, ενότητα “Rino Mandoli” του Ponte Carrega στην Genova, που είδε  ‘την ώρα του τουφεκιού’, είναι εκείνη που χυδαία και από τα μέσα ενημέρωσης βαπτίστηκε  XXII Ottobre, δραστήρια στην Γένοβα από τις 22 οκτώβρη 1969 (ημερομηνία σχηματισμού της) μέχρι τις 26 μαρτίου 1971, ημέρα της ληστείας στον ταχυδρόμο της κατασκευαστικής εταιρείας Iacp. Στην πραγματικότητα, αυτός που υποδεικνύεται σαν ένας από τους ιδρυτές της περιπόλου νέων παρτιζάνων, ο Mario Rossi, αν και με επιφυλάξεις, με μεγάλη σύνεση και επιφυλακτικότητα, επισημαίνει: “Συμμεριζόμασταν τις θέσεις των Gap, γίναμε στην πράξη η ομάδα Gap της Γένοβας, καθώς υπήρχαν ήδη στο Μιλάνο και το Tρέντο. Όμως, το είπα και το επαναλαμβάνω, ήμασταν πάντα αυτόνομοι από τους άλλους σχηματισμούς που δημιουργούνταν ή που ήδη ήταν δραστήριοι αλλού ”.10

Η εμπειρία του Rossi, και η ανάγνωση του βιβλίου των Clementi-Persichetti-Santalena, μας προσφέρουν την ευκαιρία να εξερευνήσουμε, να εμβαθύνουμε και μιαν άλλη πτυχή, που σχετίζεται με τους μαχητές των πρώτων ένοπλων ομάδων, αλλά και των Ερυθρών Ταξιαρχιών: την προέλευσή τους, την ένταξη και την πολιτική δράση τους.

Από την μαρτυρία που συνέλεξε η Donatella Alfonso (δημοσιογράφος της εφημερίδας “La Repubblica”) ο Rossi επαναλαμβάνει,
Εγώ, στην πραγματικότητα, αισθάνομαι ακόμα ένας αγωνιστής του Κομμουνιστικού Κόμματος της δεκαετίας του εξήντα … Εκείνα τα χρόνια εκεί σου τύχαινε να παρακολουθείς το κόμμα, να παίρνεις μέρος στις διαδικασίες του, ιδίως στο χώρο εργασίας, στις ενότητες του εργοστασίου, γιατί αισθανόσουν τον σφυγμό του εργάτη που ήταν αυτός που σου δίδασκε να δουλεύεις και μετά να σκέφτεσαι … (Εμείς) ήμασταν όλοι σφυρηλατημένοι και με την 30 ιουνίου του ’60, όταν η Γένοβα απέρριψε την συνέδριο του φασιστικού Msi. Ήμασταν όλοι εκεί, και η τελευταία φορά που είδα πραγματικά το κομμουνιστικό Κόμμα στην πλατεία ήταν εκείνη η ημέρα, με τους παρτιζάνους και τους εργάτες του λιμανιού με το γάντζο στο χέρι”.

Στην ανακατασκευή των πολιτικών του επιλογών, αποκαλύπτει επίσης μια εμβληματική ιδιαιτερότητα, “…ένα άλλο γεγονός για το οποίο δεν έχω μιλήσει ποτέ για να μην φέρω σε δύσκολη θέση κανέναν, όμως εγώ συνέχισα να έχω την ταυτότητα του PCI: μέχρι το θάνατό του, ένας παλιός σύντροφος της Γένοβας μου την ανανέωνε κάθε χρόνο, ακόμα και όταν ήμουν στη φυλακή … Ακούγεται τρελό, αλλά εγώ ποτέ δεν αποβλήθηκα από το κομμουνιστικό Κόμμα ”.

feltrinelliΑυτές οι δυο ‘μικρότερες’ οργανώσεις και προηγούμενες του ξεδιπλώματος των BR και των άλλων οργανώσεων με εθνική δομή αν και με ανομοιογενή διανομή (Nuclei Armati Proletari Ένοπλοι Προλεταριακοί Πυρήνες και Πρώτη Γραμμή Prima Linea) μαζί με τις Ομάδες Παρτιζάνικης Δράσης  Gruppi d’ Azione Partigiana που σχηματίστηκαν από τον Giangiacomo Feltrinelli (έδρασαν στο Trento, Milano και Genova, οι μαχητές των οποίων κατά πλειοψηφία, και ουσιαστικά, συνέκλιναν στις Brigate Rosse μετά τον θάνατο του εκδότη,14 μαρτίου 1972) υπήρξαν ένα σύνολο πολλών ‘εγγεγραμμένων’ στο Κόμμα (Στις έρευνες για τους Gap διερευνήθηκαν οι G.B. Lazagna, Marisa και Vittorio Togliatti, nipoti del Migliore, εγγόνια του Καλύτερου, κι άλλοι ακόμη ‘πλησιέστεροι’ στο Κκι) που κινήθηκαν συλλογικά, αλλά υπάρχουν επίσης και συμπτωματικές ατομικότητες η σύντροφοι ημι-οργανωμένοι, με προσωπικές επαφές. Ο μιλανέζος εκδότης δανείζει το πιστόλι του  (ένα Colt Cobra) στην Monika Ertl, όνομα μάχης ‘Imilla’, όταν την πρώτη απριλίου 1971, στο Αμβούργο, σκοτώνει τον Roberto Quintanilla Pereira, εκπρόσωπο της κυβέρνησης της Βολιβίας στην Γερμανία και δολοφόνου του Ernesto Che Guevara.11

Ο Clementi και οι συνεργάτες συγγραφείς μας θυμίζουν την περίπτωση της Maria Elena Angeloni, της θείας του Carlo Giuliani, που τινάχτηκε στον αέρα – μαζί με τον κύπριο αγωνιστή Georgios Christou Tsdikouris – από το αυτοκίνητο βόμβα που οδηγούσαν προς την πρεσβεία των ηνωμένων πολιτειών στην Αθήνα (2 σεπτεμβρίου 1970) που ήταν γραμμένη στην ενότητα 25 Aπριλίου του μιλανέζικου Pci. “Στην κηδεία της Elena, στο Milano, για την ελληνική Αντίσταση ήταν εκεί η Melina Mercouri. Υπάρχουν οι σύντροφοι, οι φίλοι, οι αγωνιστές του Pci. Ατομικά. το Κόμμα δεν ήταν εκεί. Αν και επίσημα υποστηρίζει την Αντίσταση. Ο γραμματέας της ενότητας 25 απρίλη υποχρεώθηκε από την Ομοσπονδία να καταστρέψει το μητρώο της ταυτότητας της Elena”.12

Ένα άλλο παράδειγμα που επισημαίνεται στις «Ερυθρές Ταξιαρχίες. Από τα εργοστάσια στην ‘εκστρατεία της άνοιξης’ είναι εκείνο του Angelo Basone, εργάτη στις πρέσες του Mirafiori, συνδικαλιστικού εκπροσώπου και επικεφαλής της ενότητας του εργοστασίου του Κκι, που ποτέ δεν αποβλήθηκε από το κόμμα, ο οποίος βρίσκονταν στον κατάλογο των 61 εργατών που θα απολύονταν και γνωστού και αναγνωρισμένου αγωνιστή της οργάνωσης με το πεντάκτινο αστέρι. Καταδικάστηκε για συμμετοχή σε ένοπλη συμμορία, πολιτικού κρατουμένου στις ειδικές φυλακές.

Εκείνες που αναφέρονται παραπάνω είναι οι πολιτικές βιογραφίες κάποιων κομμουνιστών αγωνιστών (αγωνιστών του κομμουνιστικού Κόμματος), οι οποίοι έχουν αναλάβει τον ένοπλο αγώνα. Πολιτικοί αγωνιστές με τα όλα τους, που συμμετείχαν στις δραστηριότητες της ενότητας, συνέβαλαν στη συζήτηση κατά τη διάρκεια των συναντήσεων, παρενέβαιναν στα συνέδρια του κόμματος, διοργάνωναν διαδηλώσεις και συλλαλητήρια, συνέτασσαν και διένειμαν φυλλάδια, μοίραζαν τον τύπο: την εφημερίδα «L’Unita», τα εβδομαδιαία «Νέοι Δρόμοι,Vie Nuove » και «Εμείς οι γυναίκες,‘Noi Donne ». Δεν έπαιζαν να κάνουν τα στρατιωτάκια.

Η πιο σημαντική, ίσως, είναι η συνεπής πορεία-τροχιά που σχεδιάστηκε από τον Prospero Gallinari. Ήδη στρατευμένος στο Reggio Emilia, της οργάνωσης νεολαίας του κομμουνιστικού Κόμματος, από το 1968 με διπλή κάρτα-ταυτότητα, ακόμα και αυτή του Κόμματος13 όταν και εκδιώχθηκε (1969) για απείθεια, συμμετέχει στις συνεδριάσεις της «Πολιτικής Συλλογικότητας Εργάτες-Φοιτητές, ‘Collettivo Politico Operai-Studenti’, που ονομάστηκε« Ομάδα του διαμερίσματος», ‘Gruppo dell’appartamento’ ( μετά Προλεταριακή Αριστερά του Βασιλιά-CPM, Sinistra Proletaria di Re). Μετά από μια ατυχή (έτσι την χαρακτηρίζει στην αυτοβιογραφία του) εμπειρία (1971-1972) στο Superclan του Corrado Simioni, παίρνει επισήμως μέρος στις Ερυθρές Ταξιαρχίες, γενόμενος ένας από τους πιο αντιπροσωπευτικούς της μαχητές.

Ο Mario Moretti, όταν πεθαίνει ο Gallinari, τον θυμάται με αυτό τον τρόπο: “Το όνομα μάχης του Prospero ήταν Ιωσήφ, Giuseppe, και σίγουρα δεν είναι τυχαίο. Το είχε επιλέξει με πολύ ειρωνεία αλλά για έναν παλιό κομμουνιστή εκείνο το όνομα σημαίνει κάτι. Ο Prospero είναι ένας από τους συντρόφους της εμπιστοσύνης και της γραμμής, είναι αυτός που οδηγεί την πολιτική μάχη μαζί με τον Morucci στη ρωμαϊκή φάλαγγα. O Prospero είναι o μαρξισμός-λενινισμός, όλα όσα μας συμβαίνουν, άνοδοι και πτώσεις, αυτός τα διαβάζει υπό το πρίσμα, υπό το φως της σχέσης ανάμεσα στο κόμμα και τις μάζες, την πρωτοπορία και τις μάζες. Πιστεύει ότι εκεί υστερούμε. Έρχεται από την εμπειρία της Εμίλια, γι ‘αυτόν το κόμμα είναι το παν, η πολιτική συνέπεια είναι τα πάντα, και έχει μια πολύ ισχυρή αίσθηση της ηθικής. Ο καθένας ζει την ήττα με διαφορετικό τρόπο … γι ‘αυτόν, αν τα πράγματα επιστρέφουν πάλι στα μαρξιστικά-λενινιστικά παραδείγματα όλα καλά, και από εκεί δεν μετακινείται ακόμη και αν τον πυροβολήσεις. Όταν οι Br έχουν εξαντληθεί, ελπίζει σε μια συνέχεια σε κάτι άλλο που δεν είναι οι Br. Πράγμα που κατά τη γνώμη μου δεν έχει νόημα, και του το είπα, πάντα με το μεγάλο σεβασμό που έχω για αυτόν. Ο Prospero είναι ένας από εκείνους με τους οποίους καταλαβαινόμασταν, είναι από ατσάλι, ατσάλινος ακριβώς, έτσι είναι φτιαγμένος, είναι ένας παλιός αγρότης του κομμουνιστικού Κόμματος. Ο Prospero είναι σημαντικότατος. Ciao, Prospero, Γεια σου ”.14

Και ο Andrea Colombo,15 σε μιαν άλλη προοπτική και οπτική, του απονέμει τις τιμές της Πολιτικής: “ Ο Prospero Gallinari ήταν ένας υπέροχος άνθρωπος. Πολλοί το ξέρουν μα λίγοι θα το γράψουν. Αντιθέτως είναι καλό να ειπωθεί. Ήταν γενναιόδωρος, αλτρουιστής, θαρραλέος. Ήταν ένας γι αυτούς που λέμε πως έχουν ‘μεγάλη καρδιά’…Ήταν ένας άνθρωπος άλλων καιρών. Ένας στρατευμένος κομουνιστής από εκείνους που για δυο αιώνες έφτιαξαν την ιστορία. Ένας παρτιζάνος που τυχαία γεννήθηκε όταν ο πόλεμος είχε  τελειώσει. Από παιδί περπατούσε χιλιόμετρα για να πάει να διαβάσει την l’Unità στο bar του κοντινότερου χωριού στο αγρόκτημα όπου είχε μεγαλώσει. Όταν πλέον μεγάλωσε εξακολούθησε να είναι εκείνο το αγόρι. Μαζί μας, παιδιά του κινήματος, που στα χρόνια ’70 το Pci το μισούσαμε και το πολεμούσαμε είχε πολύ λίγα κοινά. Εγώ – μου είπε μια φορά – υπήρξα πάντα ένας αγωνιστής του ιταλικού κομουνιστικού Κόμματος και, αν και θα σου φανεί παράξενο, σε όλες τις  άλλες  οργανώσεις στις οποίες πήρα μέρος πάντα εκπροσωπούσα την μετριοπαθή πτέρυγα’ “.

Η συγκρότηση των BR                                                                                                                    

Οι συντάκτες αυτού του πρώτου τόμου, τον οποίον θα ακολουθήσουν και άλλοι, έχουν ανακατασκευάσει με λεπτομέρειες το πώς, και πότε, συγκροτήθηκε η πρώτη και πιο σημαντική, μεταπολεμική ιταλική ένοπλη οργάνωση με μια μεγάλη διακλάδωση σχεδόν σε όλη την εθνική επικράτεια. Ποιες ήταν οι οργανώσεις, συλλογικότητες και πολιτικές επιτροπές που συνέβαλαν στην ίδρυσή της. Νωρίτερα υπογραμμίσαμε το πως αυτό το έργο είναι βοήθεια και ενθάρρυνση για την ανάκτηση της μνήμης, και για τον λόγο αυτό το θεωρούμε χρήσιμο κείμενο και θεμελιώδες.

Από το Trento, μια ουσιαστική συμβολή παρείχαν η Margherita Cagol και ο Renato Curcio οι οποίοι, στη συνέχεια, μαζί με τον Mauro Rostagno (Κίνημα για ένα Αρνητικό Πανεπιστήμιο,Movimento per una Università Negativa) «μετανάστευσαν» στη Βερόνα, προκειμένου να έχουν μια μεγαλύτερη πολιτική ανάσα, όπου συνεργάστηκαν με το «Κέντρο πληροφόρησης,Centro d’informazione»που δημοσίευε το περιοδικό »Πολιτική Εργασία, Lavoro Politico» που διηύθυνε ο Walter Peruzzi. Στη συνέχεια, σχεδόν το σύνολο της συντακτικής ομάδας προσχώρησε στο Κομμουνιστικό Κόμμα της Ιταλίας, το οποίο στη συνέχεια χωρίζεται σε «μαύρη γραμμή» και «κόκκινη γραμμή».

Ο Curcio και η ‘Mara’ προσχώρησαν σε αυτή την τελευταία, μέχρις ότου, αύγουστος 1969, αποβλήθησαν μαζί με τον Peruzzi και τον ‘τρεντίνο’ Duccio Berio. Από την Verona μετακόμισαν στο Milano, και συνάντησαν τους Συντρόφους της Πολιτικής Μητροπολιτικής Κολεκτίβας, i Compagni del Collettivo Politico Metropolitano (που έγινε στην συνέχεια Sinistra Proletaria, Προλεταριακής Αριστερά), τους συντρόφους των αυτόνομων συνδικαλιστικών ομάδων Cub στα εργοστάσια Pirelli, Alfa, Sit-Siemens, Marelli, όπως και τα μέλη των Ομάδων Μελέτης, dei Gruppi di Studio των εργοστασίων Sit και της Ibm. Αυτή η τελευταία ομάδα, έναν χρόνο αργότερα περίπου, πραγματοποιεί μια σημαντική εργασία έρευνας επί της πολυεθνικής των ηνωμένων πολιτειών: “IBM, ιμπεριαλιστικό κεφάλαιο και σύγχρονο προλεταριάτο”.16 Αλλά και στις συνοικίες της περιφερειακής ζώνης επίσης υπάρχουν ‘αυτόνομες’ πραγματικότητες που αρχίζουν μια κάποια πολιτική κριτική: ιπτάμενα συλλαλητήρια, διάδοση υλικού προπαγάνδας και στρατιωτική προπαγάνδα, κυρίως εμπρησμούς αυτοκινήτων φασιστών, επιστατών και ηγετίσκων των εργοστασίων.

Ιδιαίτερα ριζωμένη, στην συνοικία ,  Lorenteggio-Giambellino, είναι η »Προλεταριακή Ομάδα Ιούλιος ’60»,  il “Gruppo Proletario Luglio ’60” αυτόνομη κομουνιστική. Ψυχή και μέλη σε αυτό τον οργανισμό είναι όλοι (μια εκατοστή) πρώην αγωνιστές εγγεγραμμένοι στην ενότητα συνοικίας του Pci, με το όνομα του παρτιζάνου ‘Giancarlo Battaglia’. Παρτιζάνοι είναι ο ιστορικός αγωνιστής του συνοικιακού διαμερίσματος: ο Gino Montemezzani, ένας από τους λίγους μαοϊκούς που συνάντησε προσωπικά τον Mao Tse Tung,17 και ο Giacomo ‘Lupo’ Cattaneo, στην συνέχεια κομουνιστής μαχόμενος στις Brigate Rosse. Στην επιτροπή “Luglio ’60” στελέχη επίσης είναι οι εννέα αδελφοί Morlacchi,18 παιδιά μιας ‘κομουνιστικής οικογένειας’. Έξι από αυτούς θα διωχθούν για σύσταση και συμμετοχή σε ένοπλη συμμορία: τις BR. Ο Pierino, εκτός από το ότι ήταν ένας από τους προαγωγούς της οργάνωσης υπήρξε επίσης στην πρώτη εκτελεστική επιτροπή με τους Curcio, Cagol και Moretti.

Στο Reggio Emilia, το μεγαλύτερο μέρος των συμμετεχόντων στο ‘Collettivo Politico Operai-Studenti’, »Πολιτική Κολεκτίβα Εργάτες-Φοιτητές», προέρχονταν από το Pci και την οργάνωση νεολαίας του Fgci, και μαζί με τους οργανισμούς που αναφέραμε νωρίτερα, μαζί με μια ομάδα συντρόφων από το Borgomanero (No) και μιαν της περιοχής Lodi-Casalpusterlengo (τότε επαρχία του Milano) βρέθηκαν να συζητούν και να διαλέγονται, στα τέλη δεκεμβρίου 1969 στο πανδοχείο ‘Stella Maris’ του Chiavari (Ge) και, μετά, στο ‘ιδρυτικό συνέδριο’ σε εκείνο το σεμινάριο-διάσκεψη τριών ημερών που διεξήχθη στο εστιατόριο ‘Da Gianni’, frazione Costaferrata, στην ζώνη των Απεννίνων της επαρχίας του Ρέτζιο Εμίλια τον αύγουστο του 1970. Έτσι, ουσιαστικά, συστήνονται οι Brigate Rosse.

Μνήμη και λήθη
Συχνά επαναλαμβάνεται ότι η μνήμη είναι ένα συλλογικό γρανάζι. Αλλά είναι επίσης ένα «ανατρεπτικό» εργαλείο. Οι τρεις ερευνητές, συγγραφείς αυτής της σύνθετης ανθρώπινης ανασυγκρότησης, ιστορικής και πολιτικής μας προσφέρουν την ευκαιρία να συνδυάσουμε τις δύο ενέργειες. Τα επεισόδια, σε αυτό τον πρώτο τόμο, είναι πολλά, κάποια μας έχουν πλήξει ιδιαίτερα. Θυμόμαστε εκείνα που αισθανόμαστε ότι έχουν μια μεγαλύτερη πολιτική σημασία.

Εκείνο με το μεγαλύτερο εύρος και «βάρος», από κάθε άποψη, αναφέρεται στο διαβόητο (αξίζει να το επαναλαμβάνουμε) σκάνδαλο Lockheed. Οι συγγραφείς μας το θυμίζουν 19 με ακρίβεια. “Το σκάνδαλο Lockheed γεννήθηκε από τις αποκαλύψεις της εξεταστικής Επιτροπής των ΗΠΑ με επικεφαλής τον γερουσιαστή Frank Church, σύμφωνα με τις οποίες η εταιρεία Lockheed είχε πληρώσει δωροδοκίες σε πολλές χώρες για να πουλήσει την πολεμική παραγωγή στους εθνικούς στρατούς. Όσον αφορούσε την Ιταλία, επρόκειτο για μίζες για την απόκτηση 14 αεροπλάνων C-130 που αγοράστηκαν από  την ιταλική κυβέρνηση ανάμεσα στο 1972 και το 1974, αεροπλάνων F-104S και τεθωρακισμένων Leopard. Δίπλα στον Gui (Υπουργό των Εσωτερικών και moroteo, nda) ενεπλάκη και ο υπουργός Άμυνας Mario Tanassi ενώ, πάντοτε σύμφωνα με τις αποκαλύψεις των ηνωμένων πολιτειών, πίσω από κάποια κωδικοποιημένα ονόματα (Antelope Cobbler και Pun) κρύβονταν ένας πρώην πρωθυπουργός…Το όνομα με κωδικό ‘Antelope’, σύμφωνα με τις αμερικανικές αποκαλύψεις, υποδείκνυε έναν πρωθυπουργό των χρόνων από το 1965 μέχρι το 1970, συμπεριλαμβάνοντας με αυτό τον τρόπο, εκτός από τον Moro (1963-1968), την λεγόμενη παραθαλάσσια κυβέρνηση του Giovanni Leone (ιούνιος-νοέμβριος 1968) και εκείνη του Mariano Rumor (δεκέμβριος 1968-ιούλιος 1970). Οι τρεις θα διαψεύσουν κάθε ανάμιξη και στις 29 απριλίου ο πρεσβευτής των ηνωμένων πολιτειών σημείωσε πως, κάνοντας το, είχαν δώσει την εντύπωση πως έκριναν ένοχο ο ένας τον άλλον”.

Repubblica MoroΑπό την στιγμή που δεν συμμεριζόμαστε, ούτε αγκαλιάζουμε, κανέναν τύπο συνωμοσιολογικής θεωρίας, αμέσως προσδιορίζουμε πως δεν αποδίδουμε σε κανέναν από τους προαναφερθέντες συγκεκριμένες αστοχίες και ακριβείς ενοχές, όμως θυμόμαστε…Θυμόμαστε λοιπόν και υπενθυμίζουμε πως την πέμπτη 16 μαρτίου 1978, την ημέρα της απαγωγής Moro, στην πρώτη σελίδα της εφημερίδας “La Repubblica” υπήρχε αυτό  το ‘box’: “Antelope Cobbler είναι ο Aldo Moro?” που παρέπεμπε σε ένα εσωτερικό άρθρο: “Antelope Cobbler? Απλούστατο Aldo Moro, πρόεδρος της DC”.

Δεν θα επεκταθούμε περισσότερο επειδή δεν είναι απαραίτητο. Σημειώνουμε ότι η είδηση θα μπορούσε να διερευνηθεί, επαληθευτεί, επιβεβαιωθεί, διαψευσθεί. Όπως όλη υπόθεση των λεγόμενων «ιπτάμενων φέρετρων», έτσι είχαν επίσης αποκαλεστεί τα αεροπλάνα Lockheed F-104, η οποία είχε ως αποτέλεσμα τις καταδίκες «μόνο» των Tanassi (Psdi), του προσωπικού γραμματέα του, των ιταλών εκπροσώπων της Lockheed και του τότε προέδρου της Finmeccanica (με κρατική συμμετοχή). Δεν γνωρίζουμε πώς τελείωσε, πως κατέληξε η ψευδής (;) κατηγορία της εφημερίδας που διευθύνονταν από τον Eugenio Scalfari κατά του Moro.

Με την ανακατασκευή τους, οι Clementi, Persichetti, Santalena, μας βοηθούν να καθορίσουμε ξανά τους χρόνους και τους τρόπους με τους οποίους έχουν συσταθεί οι ειδικές φυλακές, την ‘κόκκινη εβδομάδα’ της Asinara, τις μάχες στις Pianosa και Saluzzo, την απεργία πείνας στην Nuoro, ακριβώς για να μπορέσουν να ξεπεράσουν οι κρατούμενοι και να διαλύσουν τα απάνθρωπα οχυρά: Kampi. Στρατόπεδα συγκέντρωσης. Την κατασκευή και τα εγκαίνια της πρώτης γυναικείας υπέρ-φυλακής: εκείνη της Voghera και την διαδήλωση-με ζωώδεις επιθέσεις και ξύλο στους μετέχοντες-του ιουλίου 1983, για την εξουδετέρωση της. Την ‘ελευθερία κινήσεων’ που παραχωρήθηκε στον Carlo Alberto Dalla Chiesa και στον ειδικό αντιτρομοκρατικό πυρήνα του. Την εισαγωγή της συστηματικής χρήσης των βασανιστηρίων ενάντια στους συλληφθέντες για να τους κάνουν να μιλήσουν.
Ήδη από το 1975, με τον Alberto Buonoconto, μετά τους Enrico Triaca, Cesare Di Lenardo, Paola Maturi, Sandro Padula, Emanuela Frascella, δυστυχώς πολλούς άλλους.

Είναι ακριβώς στην θεσμοθέτηση αυτής της σκληρής πρακτικής και στις πολλές περιπτώσεις που αναφέρθηκαν, οι συντάκτες των «Ερυθρών Ταξιαρχιών» θα αφιερώσουν εμβαθύνσεις και αρκετό χώρο στους επόμενες τόμους. Χωρίς να παραμελούνται η απαγωγή D’Urso, Dozier και οι τέσσερις απαγωγές της ‘εκστρατείας της άνοιξης’: Cirillo, Taliercio, Sandrucci και Πέτσι. Δεν παραμελούν τη γέννηση του Κόμματος Guerilla, del Partito Guerriglia, της απομάκρυνσης της φάλλαγγας Walter Αlasia, της αναγγελίας της στρατηγικής υποχώρησης και του τέλος μιας εμπειρίας.                                                       Έτσι όπως και για την σφαγή της Via Fracchia στη Γένοβα και την εκτέλεση του Roberto Serafini και του Walter Pezzoli στο Μιλάνο.                                                                               “La storia continua, Η ιστορία συνεχίζεται”.20

N. B. Αυτή είναι η πρώτη από τις τρεις συνεισφορές που σχετίζονται με την ένοπλη πάλη, τη φυλακή, το εκτός νόμου προλεταριάτο, που πραγματοποιήθηκαν λαμβάνοντας ως παράδειγμα από πολλές πρόσφατες δημοσιεύσεις. Εκτός από αυτήν των Clementi-Persichetti-Santalena, οι επόμενες θα είναι η αυτοβιογραφία του Pasquale Abatangelo «Έτρεχα σκεπτόμενος την Άννα, Correvo pensando ad Anna» και «Το Δέντρο της αμαρτίας», “L’albero del peccato”, που δημοσιεύθηκε χάρη στον Giorgio Panizzari, ενημερωμένο και σημαντικά ενισχυμένο σε σχέση με την έκδοση του 1983, που διατέθηκε με την υπογραφή της «Κολεκτίβας κομμουνιστών κρατουμένων των Ερυθρών Ταξιαρχιών, ‘Collettivo prigionieri comunisti delle Brigate Rosse’. (F.A.)


  1. Marco Clementi, Storia delle Brigate Rosse, Odradek Edizioni, Roma, 2007  ↩
  2. Marco Clementi, La ‘pazzia’ di Aldo Moro, Odradek Edizioni, Roma, 2001  ↩
  3. Paolo Persichetti-Oreste Scalzone, Il nemico inconfessabile. Sovversione sociale, lotta armata e stato di emergenza in Italia dagli anni settanta ad oggi, Odradek Edizioni, Roma, 1999  ↩
  4. Jacques M. Verges, Strategia del processo politico, Einaudi, Torino, 1969  ↩
  5. Στο δοκίμιο της Laurana Lajolo, Οι αντάρτες της Santa Libera. Ιστορία μιας παρτιζάνικης εξέγερσης. Αύγουστος 1946-I ribelli di Santa Libera. Storia di un’ insurrezione partigiana. Agosto 1946, ο leader των ξεσηκωμένων, ‘Armando’, “…μαζί με κάποιους συντρόφους, σχημάτισε, μετά την απελευθέρωση, μια παράνομη ομάδα με το όνομα ‘808’ προς  τιμής ενός ισχυρού εκρηκτικού και ο οποίος, μπροστά στην προοδευτική συμπεριφορά επιείκειας των δικαστών απέναντι στους φασίστες, αποφάσισε να αναλάβει το καθήκον να αποδώσει δικαιοσύνη.”  ↩
  6. Alice Diacono, Η παρτιζάνικη εξέγερση της Santa Libera [αύγουστος 1946] και το δύσκολο πέρασμα από τον φασισμό στην δημοκρατία, ακαδημαϊκό έτος 2009-2010 / L’insurrezione partigiana di Santa Libera (agosto 1946) e il difficile passaggio dal fascismo alla democrazia, anno accademico 2009-2010, Giovanni Rocca (Primo), Ένας στρατός ρακένδυτων στην υπηρεσία της ελευθερίας – Un esercito di straccioni al servizio della libertà, Art pro Arte, Canelli (Cn), 1984; Laurana Lajolo, I ribelli di Santa Libera. Storia di un’insurrezione partigiana. Agosto 1946, Edizioni Gruppo Abele, Torino, marzo 1995; Giovanni Gerbi, I giorni di Santa Libera, Οι ημέρες της Santa Libera, οκτώ επεισόδια στην εκπομπή “ L’eco del lunedì”, εβδομαδιαία, settimanale di Asti, οκτώβριος-νοέμβριος 1995; Marco Rossi, Ribelli senza congedo. Rivolte partigiane dopo la Liberazione. 1945-1947, Αντάρτες δίχως άδεια. Παρτιζάνικες εξεγέρσεις μετά την Απελευθέρωση. Edizioni Zero in condotta, Milano, 2009; Claudia Piermarini, I soldati del popolo. Arditi, partigiani e ribelli: dalle occupazioni del biennio 1919-20 alle gesta della Volante Rossa, storia eretica delle rivoluzioni mancate in Italia- Οι στρατιώτες του λαού. Arditi, αντάρτες και επαναστάτες: από τις καταλήψεις της διετίας 1919-1920 στα κατορθώματα της Κόκκινης Φτερωτής, αιρετική ιστορία των αποτυχημένων επαναστάσεων στην Ιταλία, Red Star Press, Roma, giugno 2013  ↩
  7. Cesare Bermani, La Volante Rossa. Storia e mito di ‘un gruppo di bravi ragazzi’, Η Κόκκινη Φτερωτή. Ιστορία και μύθος »μιας ομάδας καλών παιδιών», Colibrì Edizioni, Milano, 2009; Carlo Guerriero-Fausto Rondelli, La Volante Rossa, Datanews, Roma, 1996; Massimo Recchioni, Ultimi fuochi di Resistenza. Storia di un combattente della Volante Rossa, Τελευταίες φωτιές Αντίστασης. Ιστορία ενός μαχητή της Κόκκινης Φτερωτής, DeriveApprodi, Roma, 2009; M. Recchioni, Il tenente Alvaro, la Volante Rossa e i rifugiati politici italiani in Cecoslovacchia, Ο υπολοχαγός Αλβάρο, η Κόκκινη Φτερωτή και οι πολιτικοί πρόσφυγες στην Τσεχοσλοβακία, DeriveApprodi, Roma, 2011; Francesco Trento, La guerra non era finita. I partigiani della Volante Rossa, Ο πόλεμος δεν είχε τελειώσει. Οι παρτιζάνοι  της Κόκκινης Φτερωτής, Edizioni Laterza, Roma-Bari, 2014  ↩
  8. Sante Notarnicola, L’evasione impossibile, Η αδύνατη απόδραση, Feltrinelli, 1972  ↩
  9. Da una conversazione con Sante Notarnicola, Από μια κουβέντα με τον Σάντε Νοταρνικόλα, 14 aprile 2017  ↩
  10. Donatella Alfonso, Animali di periferia. Le origini del terrorismo tra golpe e resistenza tradita. La storia inedita della banda XXII Ottobre, Ζώα της περιφέρειας. Οι καταβολές της τρομοκρατίας ανάμεσα στο πραξικόπημα και την προδομένη αντίσταση. Η ανέκδοτη ιστορία της μπάντας 22 Οκτώβρη, Castelvecchi Rx, Roma, 2012  ↩
  11. Jurgen Schreiber, La ragazza che vendicò Che Guevara. Storia di Monika Ertl, Το κορίτσι που εκδικήθηκε τον Τσε Γκεβάρα. Η ιστορία της Μόνικα Έρτλ, casa editrice Nutrimenti, Roma, 2011  ↩
  12. Paola Staccioli, Sebben che siamo donne. Storie di rivoluzionarie, Κι ας είμαστε γυναίκες. Ιστορίες επαναστατριών, DeriveApprodi, Roma, 2015  ↩
  13. Prospero Gallinari, Un contadino nella metropoli. Ricordi di un militante delle Brigate Rosse, Αναμνήσεις ενός μαχητή των Ερυθρών Ταξιαρχιών, Bompiani Overlook, Milano, 2006  ↩
  14. Mario Moretti, Per Prospero, Για τον Πρόσπερο,14 gennaio 2013  ↩
  15. Gli Altri online, 14 gennaio 2013  ↩
  16. Sapere Edizioni, Milano, 1973  ↩
  17. Gino Montemezzani, Come stai compagno Mao?, Πως είσαι σύντροφε Μάο; Edizioni LiberEtà, Roma, 2006  ↩
  18. Manolo Morlacchi, La fuga in avanti. La rivoluzione è un fiore che non muore, H φυγή προς τα εμπρός. Η επανάσταση είναι ένα λουλούδι που δεν πεθαίνει. Agenzia X, Milano, 2007  ↩
  19. nn.14 e 15, σελ. 149  ↩
  20. P. Gallinari, Un contadino nella metropoli, Ένας αγρότης στην μητρόπολη, cit.  ↩

https://www.carmillaonline.com/2017/04/26/le-emozioni-del-cuore-la-d-della-ragione-la-realta-dei-fatti/

ανατρεπτική τέχνη, arte ribelle

ΕΡΥΘΡΈΣ ΤΑΞΙΑΡΧΊΕΣ BRIGATE ROSSE, ι

image

Μα τι θα είχαν κάνει εάν εκείνη η βραδινή αποστολή τους είχε το αποτέλεσμα που φοβόντουσαν;

Μαζί με την φρίκη, την αβεβαιότητα και τον φόβο, είχε περάσει από το μυαλό της επίσης μια δυσάρεστη αίσθηση ανεπάρκειας. Σαν ανησυχία για τα περιθώρια επιβίωσης, της δυνατότητας να πορευτεί στη ζωή της που εξακολουθούσαν να είναι επιτρεπτά, ενώ, όλο και συχνότερα, προεικόνιζε μαζί με τους συντρόφους της τα σενάρια ενός πολέμου που έλεγαν πως ήταν έτοιμοι να πολεμήσουν.

Θα ήταν πραγματικά σε θέση να τον αντιμετωπίσουν; Πώς να συνδυάσουν μια παρόμοια προοπτική με μια καθημερινότητα ακόμα γεμάτη μέλλον που την διαπερνούσε η αναζήτηση του παιχνιδιού, της χαράς και της ευχαρίστησης, της ξεγνοιασιάς; Και εκείνο το πρωί επίσης, δεν την άφηνε στην ησυχία της εκείνη η δυσάρεστη αίσθηση πως δεν είχε ακόμη κλείσει όλες τις πόρτες πίσω της.

Σαν να ήταν δυνατό να το πράξουν πριν ακόμη νιώσουν πραγματικά αναγκασμένοι να το κάνουν.

Έπρεπε, όπως πάντα, να κρατήσει σε απόσταση το τέρας που την κρατούσε σε εγρήγορση με σήματα για την διαφαινόμενη καταστροφή που θα υφίσταται κάθε φορά που θα ξηλώνει τους κανόνες. Έρχονταν από μια προσωπική ιστορία στην οποία δεν είχε διδαχτεί πως υπάρχει επιείκεια γι αυτούς που χάνονταν πίσω από την αυτοκτονική ψευδαίσθηση να αλλάξουν τον κόσμο, και όπου ήταν άγνωστη η ανοχή στη νεανική επαναστατικότητα που στη συνέχεια έγινε της μόδας.

Τίποτα δεν ήταν δεδομένο και όλα έπρεπε να κερδηθούν. Στην οικογένειά της, οι μεγαλύτεροι είχαν ξεκινήσει να πηγαίνουν στο εργοστάσιο απ’ όσο ήταν ακόμη παιδιά, και μόνο το κερδισμένο με ιδρώτα ψωμί έδινε ταυτότητα και το δικαίωμα στο λόγο. Πράγματα απαγορευμένα σε εκείνους που έτρωγαν με τις πλάτες τρίτων, εκμεταλλευόμενοι την σκληρή δουλειά των άλλων – όπως, εννοείται φυσικά, λιγότερο ή περισσότερο, οι γυναίκες, από φύση αδύναμες και αναξιόπιστες, φορείς κάθε αταξίας και αδυναμίας. Δεν υπήρχε λοιπόν κανένας λόγος αδημονίας της. Έπρεπε να είναι συγκρατημένη, να λογοδοτεί κάθε φορά που της έλλειπε το μέτρο, και δεν θα έπρεπε να περιμένει από κανέναν εκείνο που θα μπορούσε να προσφέρει μόνο της στον εαυτό της. Ειδικά εκείνη την ελευθερία που πήγαινε γυρεύοντας. Έπρεπε να στηριχθεί στις δικές της δυνάμεις και, με όλο το θράσος εκείνων που, χλευάζοντας κάθε γενικό κανόνα, τολμώντας να πάνε να κοιτάξουν στα μάτια ένα νόθο παιχνίδι, έπρεπε να διασχίσει κάθε φορά χωρίς δισταγμούς και προσχήματα τα περιθώρια της αποφασιστικότητά της.

Και αν δεν ήθελε να φθάσει στο σημείο να συντριβεί, έπρεπε να φτιάξει ακόμη πιο δυνατό κεφάλι απ’ ότι οι τοίχοι ενάντια στους οποίους συνέχιζε να πηγαίνει να χτυπάει κόντρα. Αυτό το είχε μάθει πολύ καιρό πριν,  έχοντας την πεποίθηση ότι θα μπορέσει να επιβιώσει μόνο εάν χρησιμοποιήσει τη μεγαλύτερη δυνατή αποφασιστικότητα και να πάει μέχρι τέλους, γιατί η σύγκρουση ήταν μια από εκείνες που δεν προέβλεπαν αιχμαλώτους.

Κι έτσι φτιάχνε και ξαναφτιάχνε το πλαίσιο του πόσο ακόμη, με κάθε νέα ρήξη, έριχνε στο παιχνίδι τις δυνάμεις της, χωρίς να επιτρέπει στον εαυτό της περιθώρια διαφυγής.

Μα ποιες είναι οι πιθανές επιλογές; Ποιες οι εναλλακτικές λύσεις;

H επιστροφή στο σπίτι για να ξεφύγει από τον τρόμο; να φθάσει στο σημείο να πιστεύει ότι η μόνη επανάσταση που μπορεί να εννοηθεί δεν ήταν πραγματικά τίποτα περισσότερο από την «προοδευτική δημοκρατία» των κατοικούντων στις Botteghe Oscure; 1], εκείνη που δεν οδηγούσε στον κομμουνισμό και, στην πραγματικότητα, ούτε ακόμα και στο σοσιαλισμό, αλλά υπόσχονταν, σε αντάλλαγμα για μια σημαντική οπισθοχώρηση θέσεων, ένα καταφύγιο, υπόσχονταν προστασία από τους πειρασμούς της φασιστικής δεξιάς που δεν καταλάγιασαν ποτέ μέσα στο πέρασμα του χρόνου;

Σαν να συνεχίζονταν ακόμη το ξόρκι, τα μάγια με το τέλος του πολέμου, σαν να μην είχε συμβεί τίποτα μέσα σε εκείνη την αφύπνιση των συνειδήσεων και των αγώνων. Αν το ’45 υπήρχε εκεί ο στόλος που εμπόδιζε, τώρα υπήρχαν οι πραξικοπηματίες δολοφόνοι των σφαγών. Στη μέση ένα ποικιλόμορφο κίνημα που έπρεπε να οδηγηθεί ξανά στη συνετή κίνηση μιας παράδοσης περισσότερο ή λιγότερο έντιμης, που έπρεπε να το αναγκάσουν να υπογράψει τη »νέα συμφωνία των παραγωγικών δυνάμεων» ή να το κτυπήσουν, να το νικήσουν, να το απονομιμοποιήσουν και να κάνουν ότι είναι δυνατό, να σιγουρευτούν πως δεν θα συνεχίσει να προκαλεί ζημιές.

Άλλο δεν υπήρχε.

Αλλά πραγματικά δεν θα μπορούσε να υπάρχει κάτι άλλο; Και ποιος είναι υπεύθυνος για τόσο μεγάλη δυστυχία στις πολιτικές προοπτικές;

Σε ένα τέτοιο περιορισμένο ορίζοντα και της απουσίας πολιτικής διαμεσολάβησης, το πιο εύκολο πράγμα ήταν να βρεθεί στο σημείο να παίζει τον ρόλο του εξτρεμιστή. Πολύ αστείο. Εκείνη που εξτρεμιστής δεν αισθάνθηκε. Που βρίσκονταν όμως ο χώρος για μια πολιτική που να έχει ένα νόημα, μέσα σε εκείνες τις δυναμικές ανάληψης ρόλων και ευθυνών τους οποίους οι μηχανισμοί μιας στραβικής αριστεράς δεν γνώριζαν πλέον, μιας και με τόση αποφασιστικότητα αποποιούνταν, αναιρούσαν και τα τελευταία κομμάτια του εαυτού τους που είχαν έστω και σχέση μακρινή με κάθε τι οδοφραγματικό; για να μην μιλήσουμε για τη συνετή στάση που κράτησαν ακόμα και στη μάχη του δημοψηφίσματος για το διαζύγιο, τότε που στέκονταν να παρακολουθούν από απόσταση τα τεκταινόμενα.

Αλλά εν τω μεταξύ οι καιροί τρέχουν πίσω απ’ τα γεγονότα και μας παροτρύνουν να κινηθούμε,  δεν αφήνουν πλέον περιθώρια για πολλές ερωτήσεις. Από τους εκατό χιλιάδες στο γήπεδο του Σαντιάγκο της Χιλής, σαν μαστίγωμα κατάφατσα, το αποφασιστικό ταρακούνημα στο εύθραυστο πλαίσιο των στάσεων που πρέπει να κρατηθούν.

Και ο καθένας έπρεπε να αποφασίσει.

Εκεί, στα χέρια των χασάπηδων, βρίσκονταν τα σώματα και οι ιδέες της ελευθερίας των συντρόφων που επίσης ανήκαν σε αυτές. Αυτή ήταν μια τραγωδία που συγκλόνιζε τους πάντες.

Ο καθένας έκανε την δική του ανάγνωση για αυτή την τραγωδία.

Πολλοί, και αυτή μαζί τους, με μάτια θολά και την ψυχή ανάμεσα στα δόντια, ορκίστηκαν ότι ποτέ ξανά δεν θα άφηναν να τους βρουν δίχως τουφέκι. Εκείνη η σφαγή κατέστρεφε κάθε κατάλοιπο αξιοπιστίας στην ύπαρξη μιας ειρηνικής οδού για ουσιαστικές κυβερνητικές αλλαγές. Οι καιροί των βίαιων επαναστάσεων δεν είχαν με τίποτα τελειώσει και το να αντιστέκεσαι αργότερα καθίστατο μια παγίδα θανάτου, θανατηφόρα.

Συνεχίζεται

 

1] Botteghe Oscure: η οδός όπου βρίσκονται τα κεντρικά γραφεία του ιταλικού Κ.Κ.

https://compagnograber.wordpress.com/2015/03/05/compagna-luna/comment-page-1/