ιστορία, storia

«Ήταν κάτι θαυμάσιο!» 45 χρόνια από την πορτογαλική επανάσταση

του Luca Cangianti

Μια επανάσταση μπορεί να ξεκινήσει με ένα τραγούδι. Στις 25 απριλίου 1974, είκοσι λεπτά μετά τα μεσάνυχτα, ο Teodomiro Leite de Vasconcelos μεταδίδει στο Radio Renascença το τραγούδι Grândola Vila Morena του José Alfonso. Το Κίνημα των ενόπλων δυνάμεων, αποτελούμενο από προοδευτικούς στρατιωτικούς, παίρνει υπό την κατοχή του στρατηγικά σημεία, ζητά από τους πορτογάλους να παραμείνουν στο σπίτι και επαναλαμβάνει την πρόσκληση δέκα φορές. Ο λαός, ωστόσο, δεν θέλει να ακούσει τίποτα: εκείνο που θα έπρεπε να είναι ένα απλό πραξικόπημα για να τερματιστεί ένας δαπανηρός αποικιακός πόλεμος (40% των κρατικών δαπανών) και χωρίς ελπίδα νίκης, καθίσταται μια εντυπωσιακή επανάσταση που παρασέρνει τα πάντα.

Η μακρύτερη φασιστική δικτατορία διήρκεσε 48 χρόνια. Στα δεκατρία χρόνια των συγκρούσεων στις αποικίες δεν απέφυγε να χρησιμοποιήσει βασανιστήρια και βομβαρδισμούς με ναπάλμ στους τοπικούς πληθυσμούς. Τελικά κατέρρευσε μίζερα, χωρίς αντίσταση, ενώ ο λαός ξεχύνονταν στους δρόμους: οι άνθρωποι αγκάλιαζαν ο ένας τον άλλο, αντάλλασσαν φιλιά, έκλαιγαν από την χαρά, κάλυπταν τους στρατιώτες με κόκκινα και λευκά γαρίφαλα προσφέροντάς τους ζεστό ψωμί και σούπα. Οι πολιτικοί κρατούμενοι απελευθερώθηκαν, οι εργαζόμενοι στις τράπεζες οργανώθηκαν για να αποφύγουν την φυγή κεφαλαίων. Στη Λισαβόνα, την πρώτη εβδομάδα μετά τις 25 απριλίου καταλήφθηκαν 1.500 έως 2.000 λαϊκά σπίτια και η 1η μαΐου γιορτάζεται με μια εντυπωσιακή διαδήλωση μισού εκατομμυρίου ανθρώπων. Στα εργοστάσια δημιουργούνται οι επιτροπές των εργαζομένων που εκκαθαρίζουν τα φασιστικά στοιχεία, οργανώνουν απεργιακές κινητοποιήσεις με διεκδικήσεις και καταλαμβάνουν φρουρώντας τις εγκαταστάσεις έτσι ώστε να μην αφαιρεθούν τα μηχανήματα. Αργότερα άρχισαν να ασκούν μορφές εργατικού ελέγχου πάνω στην παραγωγή. Στις γειτονιές γεννιούνται οι επιτροπές των κατοίκων που διαχειρίζονται καταλήψεις, παιδικούς σταθμούς και κέντρα πολλαπλών χρήσεων στα οποία παρέχονται αμοιβαία και εθελοντικά όλες οι υπηρεσίες. Σε πολλές περιπτώσεις λαϊκά δικαστήρια οργανώνονται ως εγγυητές της δικαιοσύνης και ισονομίας των ενεργειών απαλλοτρίωσης. Τέλος επιτροπές των στρατιωτών με εκλεκτικά και ανακλητά αξιώματα προκύπτουν, όπως και σε όλες τις άλλες περιπτώσεις. Πρόκειται για ένα διακλαδισμένο κοινωνικό δίκτυο αυτόνομων από τα κόμματα οργανώσεων, και από το Συνδικάτο, που θυμίζουν τα ρωσικά σοβιέτ του 1905 και 1917, τα ιταλικά συμβούλια του 1919-20 και εκείνα τα χιλιανά του 1972-73. Πρόκειται για μια παράλληλη εξουσία που ασκεί την δημοκρατία της βάσης και ανταγωνίζεται με αυτήν του κράτους για 19 μήνες, δηλαδή μέχρι το πραξικόπημα της 25ης νοεμβρίου 1975 μετά το οποίο η πορτογαλική πολιτική κατάσταση στρέφεται πίσω στις γραμμές της κοινοβουλευτικής δημοκρατίας.

«Αν και υπήρχαν τα αμερικανικά πλοία μπροστά στην ακτή, κανείς δεν φοβόταν», θυμάται ο Rigel Polani που έφθασε στη Λισαβόνα με ένα Citroën Mehari και τέσσερις φίλους κατά τη διάρκεια της veraõ quente, του καυτού καλοκαιριού του 1975, δηλαδή την περίοδο της μέγιστης κοινωνικής σύγκρουσης. «Οι διαδηλώσεις συχνά δεν είχαν ένα πάλκο για τις παρεμβάσεις. Πορευόμασταν και φωνάζαμε συνθήματα σαν σε μια παράσταση στην οποία ήμασταν ηθοποιοί και θεατές ταυτόχρονα. Δεν θυμάμαι ποτέ να είδαμε την αστυνομία. Ήταν όλοι ευτυχισμένοι, όλοι συμμετείχαν, όλοι αφοσιωμένοι στην οικοδόμηση ενός καλύτερου κόσμου. Η αυτοδιαχειριζόμενη κοινωνία που ονειρευόμουν είχε υλοποιηθεί μπροστά στα μάτια μου». Στους δρόμους της Λισαβόνας άκουγες πολύ συχνά να μιλούν ιταλικά. Χιλιάδες και χιλιάδες νέοι αγωνιστές της επαναστατικής αριστεράς ξεκίνησαν από την Ιταλία. Διέσχισαν τη Γαλλία και την Ισπανία με αυτοκίνητο, με μοτοσικλέτα ή με τρένο για να φτάσουν στα δυτικά σύνορα της Ευρώπης: «Είχαμε πάει στην Πορτογαλία για να δούμε να αναδύεται ένας νέος κόσμος» γράφει ο Sandro Moiso στο Riti di passaggio, ενθυμούμενος το κλίμα της χαρούμενης συλλογικής μέθης: «Σε εκείνες τις μέρες και εκείνα τα χρόνια δεν αισθανθήκαμε ποτέ κουρασμένοι.»
Ο Rigel σταματά για λίγο, δεν είναι σίγουρος ότι εγώ μπορώ να καταλάβω εκείνη την εμπειρία χωρίς να την έχω ζήσει: «Θα σου δώσω ένα παράδειγμα. Μια φορά στο δρόμο συναντάμε νέους ανθρώπους σαν εμάς. Ήταν εργάτες και μας προσκάλεσαν να παρακολουθήσουμε μια συνέλευση στο εργοστάσιό τους. Συζητήσαμε πώς να διαχειριστούμε και να αναπτύξουμε την παραγωγή. Παρά τις γλωσσικές δυσκολίες καταφέραμε να αντιληφθούμε την έντονη αίσθηση επαγγελματικής εμπειρίας, δεξιότητας και πρακτικότητας. Ο λαός είχαν πάρει την κατοχή της ζωής του. Αποφάσιζε το πεπρωμένο του.»

Στην πραγματικότητα μέσα στην επανάσταση υπήρχε επίσης μια σκοτεινή πλευρά, ή ίσως «ενοχλητική»: η τραγωδία των δεκάδων χιλιάδων retornados, αυτών που επέστρεφαν από τις αποικίες με τα διάφορα ανακοινωθέντα ανεξαρτησίας. «Τα πορτογαλικά μαύρα πόδια, pieds noirs – ο Moiso θυμάται – κατέβηκαν στο πολεμικό μονοπάτι. Όπως και τα άγρια εξαγριωμένα παιδιά συνέρρεαν σε μια γη που ήταν ξένη σε αυτούς, συχνά χωρίς να έχουν καν γεννηθεί εκεί. Υπήρχε ο φόβος ταραχών όπως εκείνων που είχαν ήδη σημειωθεί στον Βορά. Μπροστά από το παλάτι του São Bento, έδρα του κοινοβουλίου, βρεθήκαμε λίγοι από εμάς με έναν στρατιωτικό απόσπασμα από τη μια πλευρά και εκατοντάδες διαδηλωτές εχθρικούς από την άλλη. Η αμηχανία ήταν διπλή για εμάς, γιατί από την άλλη πλευρά υπήρχε ένα πλήθος κατατρεγμένων.»
Η Erika Dellacasa τότε ήταν στα είκοσι ένα. Τον απρίλιο και τον μάιο του 1974 στάλθηκε στην Πορτογαλία εξ ονόματος της γενουατικής εφημερίδας «Il Lavoro»: «Υπήρχε μια ατμόσφαιρα μεγάλης ευφορίας που δεν σταματούσε ποτέ. Οι δρόμοι ήταν πάντα γεμάτοι. Υπήρχαν μεγάλες προσδοκίες για το μέλλον, μεγάλη ελπίδα για δικαιοσύνη και τεράστια επιθυμία για ελευθερία. Ήταν κάτι τόσο απτό που συγκινούσε. Δεν είναι ότι μιλούσαν πολύ, αγκάλιαζαν ο ένας τον άλλο και αντάλλασσαν μεγάλες χειραψίες. Δεν ήταν ασυνήθιστο για μερικούς ανθρώπους να κλαίνε. Την πρώτη νύχτα στη Λισαβόνα μου έκανε μεγάλη εντύπωση μια ομάδα τραβεστί εμφανώς μεθυσμένων που τραγουδούσαν και χόρευαν. Ένας έπεσε καταγής και τον βοήθησε να σηκωθεί ένας στρατιωτικός πολύ ευγενικά. Ήταν μια κάπως αταίριαστη σκηνή για το πώς ήταν γνωστή η Πορτογαλία εκείνα τα χρόνια: καταπιεσμένη και καταπιεστική. Ένιωθες έναν αέρα ελευθερίας, ελευθερία να κάνεις πράγματα απαγορευμένα ή αδιανόητα μέχρι πριν λίγες ημέρες. «Στη φασιστική Πορτογαλία το 68% των γυναικών ηλικίας μεταξύ 20 και 54 ετών ήταν νοικοκυρές και δεν επιτρέπονταν να εγκαταλείψουν τη χώρα χωρίς τη συγκατάθεση του συζύγου που είχε επίσης το δικαίωμα να ανοίγει την αλληλογραφία τους. Όπως συμβαίνει συχνά κατά τις επαναστάσεις, η κατάρρευση των παλαιών δομών εξουσίας οδήγησε στην έκρηξη του γυναικείου πρωταγωνισμού. Μετά τις 25 απριλίου ιδρύθηκαν διάφορες φεμινιστικές οργανώσεις και οι γυναίκες βρέθηκαν στην πρώτη γραμμή των καταλήψεων, στις πικετοφορίες και στους αγώνες ενάντια στην ακρίβεια.

Με το πραξικόπημα της 25ης απριλίου, η εθνική- λαϊκή Δράση, το μόνο κόμμα στην εξουσία, διαλύθηκε. Ο Marcelo Caetano, τελευταίος πρόεδρος του συμβουλίου του φασιστικού Estado Novo, συνελήφθη και εξορίστηκε στη Βραζιλία, η μυστική αστυνομία Pide / Dgs διαλύεται αφού όμως έχει προλάβει να δολοφονήσει τέσσερα άτομα που διαδήλωναν μπροστά από την έδρα της στην rua de António Maria Cardoso 22. Στο μέτωπο της αντιπολίτευσης, το σοσιαλιστικό Κόμμα μέχρι το 1974 δεν ήταν παρά ένας κύκλος διανοούμενων εξόριστων και το ίδιο ισχύει και για τους φιλελεύθερους του δημοκρατικού λαϊκού Κόμματος το οποίο παρουσιάζονταν ως σοσιαλδημοκρατικό (ένα όνομα που θα αναλάβει το 1976 παρά την κεντροδεξιά του τοποθέτηση) . Η κατάσταση του κομμουνιστικού Κόμματος της Πορτογαλίας ήταν διαφορετική, σκληρυμένου ύστερα από σχεδόν μισό αιώνα παρανομίας, με τρεις χιλιάδες στρατευμένους υπό τη δικτατορία και ισχυρές ρίζες στα εργοστάσια και στην ύπαιθρο. Τέλος στην πορτογαλική επανάσταση υπήρχαν περίπου εβδομήντα αριστερές ομάδες που κάλυπταν ολόκληρο το φάσμα των ετερόδοξων θέσεων, από τον γκεβαρισμό μέχρι τον τροτσκισμό περνώντας μέσα από διάφορες αποχρώσεις του μαοϊσμού. Ακόμη και μέσα στον τυπικό τους κατακερματισμό αυτοί οι σχηματισμοί έφτασαν στο σημείο να συγκεντρώσουν μια μαχητική δύναμη τριών χιλιάδων ατόμων με θέσεις πλειοψηφίας στα πανεπιστήμια και τις ακολουθούσαν όχι αμελητέες δυνάμεις σε πολλές εργατικές καταστάσεις. Σε αντίθεση με το φιλοσοβιετικό κομμουνιστικό Κόμμα, το οποίο, σύμφωνα με τις συμφωνίες της Γιάλτα και Πότσνταμ, έσπρωχνε προς ένα συμβιβασμό μεταξύ κεφαλαίου και εργασίας μέσα σε ένα δημοκρατικό-κοινοβουλευτικό πλαίσιο, η άκρα αριστερά προετοιμαζόταν για μια δεύτερη φάση της επανάστασης. Αυτή θα είχε οδηγήσει στη διάλυση της συστατικής Συνέλευσης που ψηφίστηκε στις 25 Απριλίου 1975, στην κατάργηση του καπιταλισμού και τη μετάβαση στη λαϊκή εξουσία αποτελούμενη από αυτόνομους οργανισμούς βάσης όπως ήταν οι επιτροπές εργαζομένων, κατοίκων και στρατιωτών. Σοσιαλιστές και κομμουνιστές επιτέθηκαν ενάντια στο κύμα των «αναρχικών» απεργιών που αναπτύχθηκαν το 1974-75 και ένας υπουργός του κπΚ έφτασε στο σημείο να οδηγήσει ακόμη και μια διαδήλωση «ενάντια στην απεργία για την απεργία» υπαινισσόμενος την παρουσία φασιστικών στοιχείων μεταξύ των γραμμών της εργαζομένων.

Ο ισχυρός κοινωνικός αναβρασμός και ο δυϊσμός της εξουσίας που διέσχιζε την πορτογαλική κοινωνία ήταν στη βάση της αστάθειας των έξι προσωρινών κυβερνήσεων που διαδέχτηκαν η μια την άλλη οδηγώντας τη χώρα, των ρωγμών μεταξύ σοσιαλιστών και κομμουνιστών, και των συγκρούσεων μεταξύ μετριοπαθών και επαναστατών μέσα στο Κίνημα των ενόπλων δυνάμεων. Παρά τη δύναμη, το ρίζωμα και την ευρύτατη διάδοση των οργανισμών αντιεξουσίας που διακλαδώθηκαν μέσα και στον ίδιο τον στρατό, δεν υπήρξε ένας επαρκής εθνικός συντονισμός ικανός να αντισταθεί στο αντεπαναστατικό πραξικόπημα του στρατηγού António Ramalho Eanes. Οι κομμουνιστές που με την προσωρινή κυβέρνηση no 5 του Vasco Gonçaves δέχτηκαν την υποστήριξη της άκρας αριστεράς αρνήθηκαν να αντιδράσουν, ενώ οι στρατιώτες της επαναστατικής πτέρυγας του στρατού, προσωποποιημένης από την ιστορική προσωπικότητα του Otelo Saraiva de Carvalho, συνελήφθησαν μαζικά
Σύμφωνα με την ιστορικό Raquel Varela, «η ισορροπία δυνάμεων μεταξύ των κοινωνικών τάξεων μέσα στην επανάσταση (που χαρακτηρίζεται από τη δύναμη των εργατικών τομέων και από την πολιτική και στρατιωτική αποδυνάμωση της πορτογαλικής αστικής τάξης) έθετε τις προϋποθέσεις για μια γενική απεργία … με εξεγερτικό χαρακτήρα. Ωστόσο, οι επιτροπές των εργαζομένων που διηύθυναν αυτές τις απεργίες δεν ήταν ποτέ ενοποιημένες σε ένα εθνικό όργανο διαφορετικό από το Συνδικάτο, το οποίο κατευθύνονταν κυρίως από φιλοκομουνιστικά στοιχεία που αντιτάσσονταν στις απεργίες.»1 Εκτός από την απροθυμία αμφισβήτησης των μεταπολεμικών συμφωνιών μεταξύ της καπιταλιστικής Δύσης και της Ανατολής του υπαρκτού σοσιαλισμού, η ηγεσία του Pcp-πκΚ ήταν στην πραγματικότητα σκεπτικιστική απέναντι στη δυνατότητα νίκης της λαϊκής εξουσίας διότι κατά την άποψή της στην Πορτογαλία ήταν κυρίαρχο το βάρος των μεσαίων τάξεων και της μικρής ιδιοκτησίας.

Η δύναμη της προηγούμενης επαναστατικής ώθησης ωστόσο ανάγκασε την αστική τάξη να δεχτεί πολλές εθνικοποιήσεις για να συγκρατήσει τις κοινωνικές συγκρούσεις και να σώσει το καπιταλιστικό κράτος από την κρίσιμη οικονομική συγκυρία μετά το πετρελαϊκό σοκ. Επίσης όσον αφορά τα εισοδήματα η σχέση μεταξύ των εκείνων που προέρχονταν από την εργασία (μισθοί και κοινωνικές παροχές) και αυτών που προέρχονταν από το κεφάλαιο (τόκοι, κέρδη και ενοίκια) πέρασε από το 50% του ΑΕΠ για καθένα από αυτά τα στοιχεία το 1973, σε μια σχέση του 70 και 30% το 1975.2 Δημιουργήθηκαν επίσης ινστιτούτα για την κοινωνική ασφάλιση, την παροχή βοήθειας, την αναπηρία, τη μητρότητα, την κοινωνική στέγαση και τα επιδόματα ανεργίας.
Με τον τρόπο αυτό πραγματοποιήθηκε ένας «σοσιαλδημοκρατικός συμβιβασμός» που θα επισημοποιηθεί στο Σύνταγμα του 1976 που καθιέρωσε την αμετάκλητη εθνικοποίηση, την δωρεάν εθνική υγειονομική υπηρεσία, τον στόχο της κοινωνικοποίησης των μέσων παραγωγής, την απόρριψη της αποικιοκρατίας και του ιμπεριαλισμού, το δικαίωμα αντίστασης. Ορισμένα από αυτά τα στοιχεία θα τροποποιηθούν κατά τη διάρκεια μεταγενέστερων συνταγματικών αναθεωρήσεων, αλλά ακόμη και σήμερα στο προοίμιο του πορτογαλικού θεμελιώδους νόμου διαβάζουμε ότι είναι βούληση του λαού «να ανοίξει ο δρόμος προς μια σοσιαλιστική κοινωνία».

Σε ένα ντοκιμαντέρ που γυρίστηκε στη Λισαβόνα τις ημέρες της επανάστασης, ο βραζιλιάνικος σκηνοθέτης Glauber Rocha παίρνει συνέντευξη από έναν άνδρα στη μέση ενός πλήθους ανθρώπων στην piazza del Rossio:

«Εσείς, Κύριε, είστε εργάτης ποιου είδους βιομηχανίας;»
«Αστικές κατασκευές.»
«Τι νομίζετε για αυτό που συμβαίνει στην Πορτογαλία;»
«Ήταν ένα θαυμάσιο πράγμα!»
«Ελπίζατε όλα αυτά ή ήταν μια έκπληξη;»
«Ήλπιζα αυτό εδώ και πολύ καιρό και μόνο τώρα συνέβη.»3

Εάν επισκέπτεστε τη Λισαβόνα μπορείτε να χρησιμοποιήσετε ως οδηγό για τις εξερευνήσεις σας το 25 de abril – Roteiro da revolução.4 Είναι ένας τόμος γεμάτος φωτογραφίες, τόπους και μαρτυρίες που θα σας βυθίσουν στη θάλασσα των γεγονότων και των συναισθημάτων εκείνων των ημερών. Στη συνέχεια πηγαίνετε σε ένα από τα τυπικά belvedere που ξεφυτρώνουν στους λόφους της πόλης. Κατά το ηλιοβασίλεμα κλείστε τα μάτια σας, αναγκάστε τον εαυτό σας να αγνοήσει τους τουρίστες, επικεντρωθείτε μόνο στις κραυγές των γλάρων και στον απέραντο ουρανό, χαραγμένο με τα ζεστά χρώματα της ημέρας που τελειώνει. Σήμερα, στη θλιβερή νεοφιλελεύθερη κόλαση της ευρωπαϊκής Ένωσης, εμείς είμαστε όπως ο εργάτης της Rossio πριν από τις 25 απριλίου. Η καθημερινή μελέτη και δράση πρέπει να θρέφουν την ελπίδα μας.

[Fotografie di Rigel Polani]


  1. Raquel Varela, Historia do Povo na Revolução portuguesa 1974-75, Bertrand, 2014, p. 136. È disponibile anche un’edizione in inglese: A People’s History of the Portuguese Revolution, Pluto Press, 2019. 
  2. Cfr. ivi, p. 487. 
  3. Ivi, p. 54. Il documentario è As armas e o Povo
  4. José Mateus, Raquel Varela, Susana Gaudêncio, 25 de abril – Roteiro da revolução, Parsifal, 2017. 
αυτονομία, autonomia

Η Αντιγόνη στην Ιθάκη – μέρος πρώτο

Screenshot_2018-12-10-12-19-02 (1)

ΑΝΟΙΚΤΗ ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΣΤΟΝ CARLO
FELTRINELLI

Αγαπητέ Carlo,
Λες πως εγώ «προσέβαλα» την μνήμη του πατέρα σου, διότι είπα πως μεταξύ ιουλίου του ’71 και της στιγμής του θανάτου του, αυτός, φίλος μου που πέρασε στην παρανομία, επανειλημμένα μου μίλησε για την τρομερή  ‘ιστορική αναγκαιότητα» να εκτελεστεί ο κομισάριος Luigi Calabresi. Ο πατέρας σου ήταν ένας τρυφερός άνθρωπος, και σίγουρα δεν έλεγε ελαφριά τη καρδία κάτι τέτοιο, αλλά θεωρούσε και δικό του καθήκον να προχωρήσει στις πρακτικές συνέπειες αυτής της  ‘αναγκαιότητας». Τώρα ξέρουμε – εγώ, εσύ και πολλοί άλλοι – πόσες καταστροφές και πολύ πιο σοβαρές του θανάτου ενός κομισάριου της δημόσιας ασφάλειας πιθανότατα δολοφόνου ενός αναρχικού, έχει δημιουργήσει αυτή η ιδεολογία της  ‘αίσθηση της Ιστορίας», των »νόμων της ανάπτυξης της», της επιστημονικής θεμελίωσης της απόφασης του »επαναστατικού επείγοντος» ως νέας πηγής νομιμοποίησης. Μα λοιπόν, αν και με τρόπους και με κουλτούρες και θεωρίες αρκετά διαφορετικές, όλοι παίζαμε λιγάκι αυτή την παρτιτούρα.
Γι αυτό, Carlo, εγώ δεν »προσέβαλα» τον πατέρα σου. Αντίθετα, προσπάθησα να του ξαναεπιστρέψω ένα κομμάτι από εκείνη την ταυτότητα και αλήθεια που ήταν δικιά του, που και πάλι του αρνούνται, για πολύ μίζερους λόγους.

Στο λέω εγώ, Carlo, που τον γνώρισα πολύ καλύτερα απ’ όσο, δυστυχώς, σ’ εσένα δόθηκε να τον γνωρίσεις: είναι πάνω απ’ όλα ως
«σύντροφος Osvaldo», μαχόμενος κομουνιστής, που ο μπαμπάς σου θα αγαπούσε να τον θυμούνται: εκείνοι τον απεχθάνονταν, εμείς τον αγαπούσαμε («βλέπεις, αυτή είναι η δική τους
Westminster», έλεγε ο Lenin στον Trotzkii
γυρνώντας στους δρόμους του Λονδίνου… ).

ΙΘΑΚΗ

Έτσι, μέσα σε όλα αυτά τα χρόνια, ο «Osvaldo, παρέμεινε δίχως ταφή. Και αυτοί, ξεκινώντας από τον κοντινό του ‘entourage’- ‘περίγυρο’, θέλησαν να του αρνηθούν την ανάμνηση και την επεξήγηση των δικών του, ίσως συζητήσιμων, αιτιών και λόγων, δεν είναι παρά ένα κλαν (όχι μια λεγεώνα) «ασβεστωμένων τάφων. Μιλώ,
έτσι για να μην κάνουμε ονόματα, του lobby των
«miglioristi’. Ξέρουμε, οι σταλινικοί – σε ισχύ ή καθαιρεμένοι – διατηρούν μια σχέση με την αλήθεια αρκετά περιστασιακή. Και από την άλλη πλευρά, αυτές οι γραμμές των «miglioristi,
που είναι στρατευμένοι κυρίως για να «migliorare» – ‘καλυτερεύουν’ το δικό τους ‘status’, δεν είναι αυτοί που, για να χρυσώσουν το οικόσημο, έστειλαν προς καταστροφή τα »μαρξιστικά έντυπα» και την »μαρξιστική ύλη», με μια χειρονομία Ιεράς Εξέτασης, πογκρόμ, »νύχτας κρυστάλλων», σοβιετικού Υπουργείου της Αλήθειας που κόβει και βάζει αυτό κι εκείνο στις συσκευές για νταγκεροτυπία της ομάδας, σαν μακαρθική έρευνα;  Είναι άνθρωποι που επεξεργάστηκαν τις ιδεολογίες της άρνησης,
του θριάμβου της κουλτούρας της ‘μετάνοιας’ της ‘μεταμέλειας’ και του ‘διαχωρισμού», της ‘διάστασης’, του πληβείου αγώνα και σαν parvenus να θυσιάσουν στο χυδαίο μαντείο της νεοφιλελεύθερης αλαζονείας… –
Ίσως νομίζεις, Carlo, πως σου λέω πράγματα σοβαρά, άδικα και ακραία:
παρόλα αυτά σε παρακαλώ να τα σκεφτείς, αν και μπορεί
να αποτελεί αυτό μια σκληρή άσκηση.
Όσον αφορά εμένα, πίστεψε με, έχω την πιο μεγάλη περιφρόνηση γι αυτή
την χούφτα σφετεριστών, που έχουν αδράξει,
που έγιναν κύριοι της πετρώδους Ιθάκης του πατέρα σου, την οποία
αυτή την φορά ο Οδυσσέας δεν θα ξαναδεί ποτέ πια.

OSVALDO

Σε μια μπροσούρα στη μνήμη του,
ο Giampiero Brega αναφέρεται στον Gianqiacomo
Feltrinelli με ένα απόσπασμα δεν ξέρω πλέον ποιου:
«είναι ο μόνος και ο μοναδικός homo novus που εγώ έχω γνωρίσει.»                                Είναι αλήθεια. Εγώ τον
θεωρούσα, και, ξεροκέφαλο, ρομαντικό, αρχαϊκό θεωρητικά, ονειροπόλο,                  «παλαιο-κομουνιστή’ και λιγάκι
απλά  «τριτοκοσμικό» και
καστρικό. Μαλώναμε σχετικά με τη φύση
της Εσσδ, για τον «σοσιαλιστικό χώρο», για την εμμονή του
με τον φασισμό και το πραξικόπημα, για τον
Secchia. Αλλά σεβόμασταν αλλήλους. Όταν
(ακόμη ισχυρός εκδότης που μας βοηθούσε με
μια προ-αγορά μιας χιλιάδας φύλλων της εφημερίδας Potere Operaio) πρότεινε να καταχωρήσουμε στο εβδομαδιαίο μας ένα φύλλο του
«Rassegna comunista-κομουνιστική Ανασκόπηση«, που στα μάτια μας ήταν                  υστερο-αντιστασιακή, άρρωστος με το νεο-παρτιζανισμό και τον «fochismo-φοκισμό».
χρειάστηκε να του πούμε όχι και να μην επιμένει [έκανε στη συνέχεια, σχεδόν μόνος, την δική του  » Voce comunista«- »κομουνιστική Φωνή»).                                                                       Όταν επεξεργάζονταν και εξέδιδε -‘»από τον Feltrinelli'», όπως έλεγε αυτός- το περιοδικό Compagni-Σύντροφοι (στην σύντομη ζωή του οποίου πήραν μέρος και οι                              Eco, Nanni Baleslrini και άλλοι διανοούμενοι ‘πρώτης γραμμής’) μας
πρότεινε ντροπαλά να του δημοσιεύσουμε
μια συνέντευξη, στην οποία εξηγούσε τους λόγους
του περάσματος του στην παρανομία
ευρύτερα από αυτό που μπόρεσε να κάνει στην περίφημη επιστολή στο περιοδικό Espresso. Ήταν
τα πάντα. Εκείνους τους καιρούς των Berlusconi, ένα σπάνιο
μάθημα στυλ.
Μαλώναμε (η ξεροκεφαλιά του ήταν
παροιμιώδης – και η δική μας, «θεωρητική»‘) αλλά
πάντα κρατήσαμε μεταξύ μας κάτι περισσότερο από φιλία, αλληλεγγύη
συναίσθημα, στοργή: μια βαθιά συνενοχή.

‘TRANCHES DE VIE’
ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΑΡΑΝΟΜΙΑ

Έτσι, όταν αποφάσισε να φύγει, εγώ και κάποιοι άλλοι σύντροφοι
τον βοηθήσαμε,
αν και δεν συμμεριζόμασταν τις προβλέψεις του για  ‘πραξικόπημα’, και από την προτίμηση που έδειχνε στον  «αγώνα που έδινε ενάντια στον αμερικανικό ιμπεριαλισμό και τον γερμανικό sub-ιμπεριαλισμό» προτιμούσαμε τον εργατικό αγώνα ενάντια σε εκείνο του σπιτιού μας.
Όταν μου ζήτησε να πάω στην βιβλιοθήκη
του lstituto Feltrinelli για να ανακτήσω από τις εφημερίδες
τον έλεγχο των νεκρών από λευκούς θανάτους, ή να
πάω να περιμαζέψω στο Lugano μια βαλίτσα γεμάτη
μπροσούρες της «Brigata Gap Canossi» (που αλάτιζε τις μπετονιέρες των
εργοταξίων των λευκών θανάτων, εκείνων όπου
οι οικοδόμοι σκοτώνονταν πέφτοντας από τις σκαλωσιές, μετά από super-εργασία και λόγω έλλειψης μέτρων ασφαλείας, που τα αφεντικά θεωρούσαν πολύ ακριβά να εγκαταστήσουν) το έκανα.

IVALDI

Θυμάμαι πως διάλεξε το όνομα «Osvaldo».
Βολτάραμε στην Genova, είδαμε
μια φωτεινή επιγραφή με γραμμένο επάνω της
«Osvaldo lvaldi», αυτός έπρεπε να φύγει και ήθελε ένα όνομα σε κωδικό.
«Να- είπε – θα ονομαστώ Osvaldo».
Όταν το ξανασκέφτηκα επιστρέφοντας στο Terni με
τραίνο, το κρύο πρωινό της ημέρας της Πρωτοχρονιάς ’70, μου είπε πως ήταν ένας αθεράπευτα ρομαντικός: Osvaldo είναι το όνομα του
Pesce, του θρυλικού αρχηγού των «Gruppi
d’azione patriottica»-»Ομάδων πατριωτικής δράσης» της Αντίστασης της πόλης, και «lvaldi» το όνομα μάχης του,
όπως αυτός ο ίδιος διηγείται στο «Senza
tregua, la guerra dei Gap»΄»Χωρίς ανακωχή, ο πόλεμος των Gap». Και από την sigla Gap
ο Osvaldo εμπνεύστηκε τις δικές του ‘‘Ομάδες παρτιζάνικης δράσης»- «Gruppi d’azione
partigiana» (όπως άλλες, στη συνέχεια, οι εφήμερες ‘οπλισμένες’ και ‘προλεταριακές’
«Gruppi armati partigiani», και «proletari»).

Θυμάμαι πως είχε δάκρυα στα μάτια,
ένα κρύο ηλιόλουστο πρωινό με αέρα στη γέφυρα της οδού Farini στο Milano, δυο βήματα από τα γραφεία μας, την επομένη που είχε συμβεί η τραγωδία της ‘’22 Οκτώβρη»- «22 Ottobre» στη
Genova (στη διάρκεια μιας ληστείας ο Mario Rossi
– άνθρωπος γνωστός κατά τα άλλα για την ηπιότητα του – είχε άθελα του σκοτώσει τον μεταφορέα αξιών Alessandro Floris, κάποιος κατάφερε να τον αποθανατίσει σε μια  foto που κατέστη διάσημη,
τον κατεδίωξαν και συνέλαβαν).

O Osvaldo προτιμούσε να φτιάχνει τα ‘timers’ με τα
κουτιά από φασόλια, όπως του είχε μάθει ο
Fidel, και δέχονταν να διακινδυνεύει αυτοπροσώπως
να πηγαίνει να πάρει χρήματα σε μια τράπεζα,
όχι βέβαια για να μην  ‘σπαταλήσει’ την
περιουσία του (είναι τη ζωή που στην συνέχεια έθεσε σε κίνδυνο), ούτε μόνο λόγω πίστης στις παραδόσεις και
στους ‘νόμους’ των επαναστατικών κινημάτων και κομμάτων
και των αντάρτικων οργανώσεων. Ούτε (όπως ήταν για εμένα εκείνο τον καιρό) επειδή  «ο εργατικός μισθός, εξ ορισμού, δεν φθάνει για να καλύψει τα κόστη της ταξικής οργάνωσης.» Μα
κυρίως λόγω μιας προσωπικής και βαθιάς αιτίας, της οποίας ντρεπόταν: ήξερε
πως, εάν είχε υποκύψει στον πειρασμό
της ευκολότερης οδού, εκείνης να κάνει τον
προστάτη διότι «ο σκοπός αγιάζει τα μέσα’,
θα είχε εισάγει ένα στοιχείο που θα είχε
διαφθείρει το μαχητικό δίκτυο στο οποίο ήταν δεμένος, και θα είχε καταλήξει αναπόφευκτα
να περιτριγυριστεί από «μισθοφόρους» (στη ζωή του ως εκδότης
συχνά περιτριγυρίζονταν, παρά την θέληση του, από αυλικούς.                                     

2018-12-10 12.21.29

Θυμάμαι πως, μιλώντας για την παραμονή του                                                                            με τους «Tupamaros» (των οποίων βρήκε τον τρόπο να δημοσιεύσει δυο βιβλία), συνήθιζε να διηγείται πως, για
παράδειγμα, εκείνοι οι σύντροφοι θεωρούσαν
δικαίως την «kidnapping» αντίθετη στην
«επαναστατική ηθική». Είχε δίκιο, και επιπλέον γινόταν τρυφερός, μαλάκωνε: είμαι σίγουρος πως
σκέφτονταν και σε εσένα, τον μικρό Carlo
Fitzgerald, για τον οποίον όταν μιλούσε –
αυτός
συνήθως ντροπαλός και χαμηλών τόνων –
φωτίζονταν το πρόσωπο του και γελούσαν τα μάτια του.
Όταν έμαθε πως για εμένα και την Lucia
γεννήθηκε ο γιος μας Emiliano, μου έφερε ένα ξύλινο παιχνίδι. Το θυμήθηκα οκτώ μήνες μετά, όταν ο Emiliano πέθανε λόγω
«rio morbo selvaggio’-  η οποία όρμηξε ξαφνικά στην μικρούλα ζωή του

RADIO GAP

Ο Osvaldo ήταν όλα εκτός από »τρομοκράτης»,
ήθελε να εξηγήσει στον κόσμο με τα λόγια,
δεν ήθελε να τους αφήσει μόνους μπροστά το τετελεσμένο γεγονός
των δράσεων. Δεν είναι τυχαίο πως στρατεύτηκε σαν τρελός για το «Radio Gap» (στο οποίο έκανε ηχώ από την Ρώμη το «Radio clandestina
operaia- εργατικό παράνομο ραδιόφωνο», περιβάλλοντος – έλεγε
αυτός –
«sindacalista rivoluzionaria-επαναστατικού συνδικαλισμού», πιο
κοντινό στην κουλτούρα μας).

BLACK OUT ΣΤΟ MILANO

Τον είδα για τελευταία φορά σε έναν κινηματογράφο
(όπως συχνά αγαπούσε να κάνει, πράγμα που μου
έδωσε το άλλοθι να δω κάποιες όμορφες ταινίες
που ειδάλλως θα είχα μετανιώσει) λίγες ημέρες
πριν το θάνατο του, τον μάρτη του ’72.

Στο Milano η εξωκοινοβουλευτική αριστερά
όλη ενωμένη προετοίμαζε μια κινητοποίηση για
να εμποδίσει ένα συλλαλητήριο του [φασίστα] Almirante στην piazza
Castello. Allora non si trattava di «sparare
sull’ambulanza». O Almirante ήταν στο 7 στα εκατό, στην κυβέρνηση υπήρχε η κεντροδεξιά των
Andreotti και Malagodi. Σίγουρα, εμείς δεν
συμφωνήσαμε ποτέ με τις χοντράδες σαν αυτές που μιλούσαν για
τον «fanfascismo» που αγαπούσε πολύ η Lotta
Continua, και είχαμε μια δυσπιστία
«bordighista» για κάθε μορφή μετώπου
που μας φαίνονταν (συνεχίζω να πιστεύω,
δικαίως) ως επιβλαβές για την αυτονομία
πολιτική και κοινωνική της εργατικής τάξης, η οποία
θα ήταν οριστικά εξαρτώμενη από το δημοκρατικό Κράτος.                                                Όμως μας ενδιέφερε να χτυπήσουμε στους φασίστες την ακραία παραφυάδα ενός αντεργατικού δικτύου στους τόπους δουλειάς
και στις προλεταριακές συνοικίες.

ΟΜΑΔΕΣ ΦΩΤΙΑΣ

Ο Osvaldo με έψαξε διότι προβλέπονταν
σοβαρές συγκρούσεις, με τον συνήθη
νεκρό που θα προκαλούνταν από τις αστυνομικές δυνάμεις. Με ρώτησε
εάν κατά την γνώμη μου το κίνημα θα είχε
μπορέσει να αποδεχτεί αυτός και κάποιοι
σύντροφοι του να έρχονταν στη διαδήλωση οπλισμένοι, με καθήκοντα
μιας πιθανής αυτοάμυνας. Ήταν η πρώτη φορά που
άκουσα την έκφραση »ομάδες φωτιάς».
Το σκέφτηκα, του απάντησα αρνητικά. Μοναχά τρεις μήνες
πριν εμείς του Potere Operaio είχαμε δεχτεί επίθεση και
απομονωθήκαμε από την υπόλοιπη
εξωκοινοβουλευτική αριστερά (εκτός από κάποιες σπάνιες εξαιρέσεις), διότι ήμασταν αποφασισμένοι να  απορρίψουμε την απαγόρευση του
Αστυνομικού διευθυντή να διαδηλώσουμε, στην δεύτερη επέτειο των βομβών της piazza Fontana και του
θανάτου του Pinelli, και πρώτη επέτειο του θανάτου (στη διάρκεια των συγκρούσεων που συνέβησαν
στις 12 δεκεμβρίου του ’70] του νεαρού
bordighista αγωνιστή Saverio
Saltarelli. Κι όταν – αφού αφεθήκαμε μόνοι και κατηγορηθήκαμε για »τυχοδιωκτισμό»
η αστυνομία μας είχε βρει 250 μπουκάλια
‘molotov’ και είχε συλλάβει επτά συντρόφους, σχεδόν όλοι δεν εξέφρασαν καμιά αλληλεγγύη.
Το να φέρουν πυροβόλα όπλα σε μια διαδήλωση ήταν συνεπώς, τότε,
πολιτικά αδύνατο να υποστηριχθεί:
αυτά, ουσιαστικά, είπα στον
πατέρα σου. Αυτός αισθάνθηκε άσχημα, πικράθηκε, απογοητεύτηκε,
ταράχτηκε. Ξεκίνησε μια κάποια πολεμική όχι καινούρια
σχετικά με τον ‘κινηματικό τυχοδιωκτισμό» μας που εκδηλώνονταν
στο γεγονός πως  «τραβούσαμε την ουρά μας», και στη συνέχεια
υποβαθμίζαμε την «αντεπανάσταση» και
το ‘στρατιωτικό ζήτημα». Για μια ακόμη φορά
προσέτρεξε σε μιαν εικόνα που του ήταν πολύ αγαπητή: εμείς οι εξωκοινοβουλευτικοί ήμασταν σαν τα μπαλάκια του ping-pong που χόρευαν στον αέρα υποστηριζόμενα από τα νερά που αναπηδούσαν από ένα σιντριβάνι. Το νερό που εκτοξεύονταν ήταν οι κοινωνικοί αγώνες: όταν- αναπόφευκτα, μιας και
ο αγώνας ήταν κυκλικός –
αυτοί θα αποδυναμώνονταν, εμείς θα νεκρώναμε.
Το πρόβλημα του ήταν εκείνο να δει πως θα διατηρηθεί η μονιμότητα της επιθετικότητας (ή τουλάχιστον η ανάπτυξη
αντεπίθεσης και αντίστασης) στους σκληρούς καιρούς
της ‘κοιλότητας του κύματος’ που προετοιμάζονταν.
Γι αυτό, υπήρχε το πρόβλημα ενός
πολιτικού-στρατιωτικού σκελετού του κινήματος. Που αυτός δεν έβλεπε στη  μορφή του »αντάρτικου Κόμματος, Partito-guerriglia», [όπως μετά, για παράδειγμα οι Ερυθρές Ταξιαρχίες) αλλά σε εκείνη ενός διαρθρωμένου πλουραλιστικού και πολύμορφου μετώπου.
Στο οποίο, μια ημέρα – κι εδώ ριζικά διαφέραμε – θα αναγκάζονταν από τα γεγονότα και τις συγκυρίες να πάρουν μέρος και οι »ιστορικές» οργανώσεις
του ρεφορμιστικού εργατικού Κινήματος.

 

https://www.inventati.org/cope/wp/wp-content/uploads/2016/08/148_OScalzone_Frigidaire95Ottobre1988OTT.pdf

τα βιβλία του μιχάλη, i libri di michele

στη χώρα του ποτέ…η 20

Area – Luglio, agosto, settembre (nero)/La mela di Odessa – Ιούλιος, αύγουστος, σεπτέμβρης [μαύρος]/Το μήλο της Οδησσού

L’editore

Ο εκδότης

Ένας νεαρός σκηνοθέτης, ένας καθηγητής πανεπιστημίου, ένας βιβλιοπώλης και μια δημοσιογράφος συναντώνται στη διάρκεια ενός week-end στο  βουνό για να συζητήσουν την πιθανότητα να πραγματοποιήσουν ένα σενάριο ταινίας για την υπόθεση του Giangiacomo Feltrinelli, του εκδότη του ομώνυμου εκδοτικού οίκου που σκοτώθηκε εξ αιτίας μιας έκρηξης που στις προθέσεις του θα έπρεπε να γκρεμίσει έναν πυλώνα υψηλής τάσης στις Segrate, στις πόρτες του Milano.
Η ιστορία εκείνου του δράματος ξεδιπλώνεται μέσα από τη χρήση διαφόρων ηχογραφημένων αφηγήσεων (η ψυχρή επιστημονική γλώσσα των πρακτικών της αυτοψίας στο πτώμα, οι ειδήσεις και η ειδησεογραφική κάλυψη γεμάτη περιττά στερεότυπα, η προφορική διήγηση του κάθε μέλους του κουαρτέτου των »σεναριογράφων» που είχαν γνωρίσει από κοντά και σε βάθος τον πρωταγωνιστή του μυθιστορήματος)
Μέσα από μια εξαιρετική μέθοδο μοντάζ-συναρμολόγησης αυτών των διαφορετικών εγγραφών ο Balestrini καταφέρνει να τοποθετήσει το γεγονός του θανάτου του Feltrinelli στο πυρακτωμένο σκηνικό των κοινωνικών αγώνων των ετών μετά το ’68 απονέμοντας μια δίκαιη αξιοπρέπεια σε μια προσωπικότητα που για μεγάλο χρονικό διάστημα δυσφημίστηκε και μειώθηκε στη βαθμίδα ενός ρομαντικού ονειροπόλου μιας επαναστατικής ελπίδας ανέφικτης απατηλής και επικίνδυνης για το πεπρωμένο της δημοκρατίας.

http://www.deriveapprodi.org/2006/01/leditore/

Ο εκδότης – απόσπασμα από την όγδοη Σκηνή

….. το γεγονός είναι πως βρισκόμαστε εδώ τώρα να συζητάμε για εκείνη την ιστορία και να προσπαθούμε όπως λέγαμε πριν να της δώσουμε μια σημασία ένα νόημα μιαν αξία που σύμφωνα μ’ εμένα είναι σημαντική για να καταλάβουμε τις ιστορίες εκείνων των χρόνων

υπάρχουν οι δύο μεγάλες στιγμές της μετάβασης οι δύο στιγμές καμπή, οι δυο στιγμές ορόσημο που είναι ο θάνατος του εκδότη και στη συνέχεια, η απαγωγή Μόρο η πρώτη που παρήγαγε μια νέα συνείδηση το άνοιγμα μιας διαδικασίας μέσα από μια ρήξη με τις επαναστατικές παραδόσεις που πλέον ανήκουν στο παρελθόν όπως εκείνη της αντίστασης των παρτιζάνων και εκείνη της παλιάς εργατικής τάξης ενώ ανοίγεται ένας άλλος τρελός ιστορικός κύκλος, απίστευτος, που είναι η βαθιά τροποποίηση της εργασίας τίθεται σε κίνηση η κατασκευή μιας προσωπικής και συλλογικής υποκειμενικότητας που έχει αντιστραφεί πλήρως δηλαδή από μια ιστορία σε μιαν άλλη ιστορία από μια υποκειμενικότητα σε μιαν άλλη και τελειώνει η ταξική συνείδηση γεννιέται η αποκεντρωμένη συλλογικότητα τουλάχιστον έτσι λέγαμε κάποτε

η άλλη στιγμή μετάβασης είναι η απαγωγή Μόρο που είναι το βάναυσο τέλος αυτής της διαδικασίας η διαδικασία έχει πλέον επιβληθεί έχει μετατρέψει την κοινωνία έχει μετατρέψει τον κόσμο τον τρόπο ζωής των ανθρώπων τον τρόπο που σκέφτονται αγαπούν τις επιθυμίες και τις συμπεριφορές και αυτό κυρίως χάρη στον φεμινισμό λέει αυτός ευχαριστώ πολύ λέει εκείνη μετέτρεψε και τις λέξεις, ακόμη και το πώς διηγούνται οι ιστορίες και αυτό είναι μια μη αναστρέψιμη μετάλλαξη που σηματοδοτεί επίσης την επόμενη γενιά εκείνη των χρόνων της άμπωτης αυτά τα χρόνια 80 σάπια πλέον τώρα στο τέλος, άθλια, αν και κάνουν τα πάντα για να αποβλακώσουν τελείως αυτές τις νέες γενιές με την τηλεόραση με τα ναρκωτικά ενώ οι εφημερίδες τους εξηγούν πως αυτοί θέλουν μόνο την καριέρα και οικογένεια και ίσως τον θεό

οπότε λέει ο ξανθός αυτός ο θάνατος η ιστορία εκείνου του θανάτου θα μπορούσε να γίνει μια ιστορία που αφηγείται άλλες ιστορίες την ιστορία του ανθρώπου μας την δική μας ιστορία και την ιστορία τόσων πολλών άλλων ανθρώπων την ιστορία εκείνων των τόσο μακρινών χρόνων που είναι όμως τόσο κοντινοί μας διότι ακόμη και σήμερα εμείς είμαστε όλοι φτιαγμένοι από εκείνα τα χρόνια αυτής της ιστορίας και συνεπώς σε εκείνη την ιστορία υπάρχει επίσης η ιστορία αυτών των χρόνων αλλά είναι μια ιστορία που μιλά για τόσες πολλές ιστορίες που δεν θα βρεθούμε ποτέ σε θέση να γράψουμε θα μας έφτανε να καταφέρουμε να κόψουμε ένα μικρό κομμάτι το οποίο να μπορέσει λιγάκι να δώσει τουλάχιστον την αίσθηση εκείνης της ιστορίας

εγώ θυμάμαι είπε ο βιβλιοπώλης τις συζητήσεις εκείνων των ημερών που υπήρξαν μια σημαντική στιγμή διότι το διακύβευμα ήταν να δώσουμε την εικόνα εκείνου τον οποίον όλοι ήθελαν να ξεχάσουν έτσι όπως ήταν υπήρχαν αυτοί που είχαν μια τάση ευσεβίστικη, αυτοί που μιλούσαν για εμπλοκή της Cia όλοι ήθελαν να συγκαλύψουν να τον μεταμφιέσουν δεν ήθελαν να τον δουν σαν μια φιγούρα μέσα σε ένα πλαίσιο και μια συγκυρία που ήταν η κατάσταση εκείνων των χρόνων αυτός ο θάνατος συνέπεσε αμέσως με μιαν ακύρωση και έναν εμπαιγμό αυτής της προσωπικότητας αυτού του χαρακτήρα ακύρωση εμπαιγμό εκτοπισμό τροποποίηση όλα δηλαδή παρά να μιλήσουν για το ίδιο το πράγμα, για αυτό καθεαυτό φθάνει να κοιτάξετε τις εφημερίδες εκείνων των ημερών και καταλαβαίνεις άριστα την ανάγκη να μασκαρέψουν να εκτοπίσουν αυτό τον τόσο άβολο χαρακτήρα

σίγουρα του αναγνώριζαν το γεγονός πως είχε στήσει ένα απ’ τα καλύτερα στον κόσμο ινστιτούτα έρευνας και σπουδών επάνω στο εργατικό κίνημα του αναγνώριζαν τον διάσημο και αναγνωρισμένου κύρους εκδοτικό οίκο υπό το πρίσμα όμως της παρέκκλισης που του συνέβη και της αλλαγής που εκπληρώνει κάποια συγκεκριμένη στιγμή με το ξελόγιασμα του για τον Fidel που τα είδαν όλα αυτά γενικότερα σαν μια διανοητική του σύγχυση ενώ όλοι γνωρίζουμε πως οι αναφορές που γίνονταν τότε στον Φιντέλ και σε όλα τα διάφορα απελευθερωτικά κινήματα δεν ήταν εμμονές και ξελογιάσματα μα ήταν οι πραγματικότητες μέσα στις οποίες κινούμασταν ήταν το τοπίο η συγκυρία το πλαίσιο μέσα στο οποίο και τα πράγματα που γίνονταν στην Ιταλία είχαν τη θέση τους την ένταξη και την αίσθηση τους, το νόημα τους

αυτός τυπώνει τα γραπτά του Fidel και του Che νωρίτερα όμως τύπωσε βιβλία επάνω στην αλγερινή επανάσταση και η εφημερίδα Il Giorno του Italo Pietra καταπιάνονταν με την Algeria μα ήταν η εφημερίδα του Mattei συνεπώς υπήρχε οικονομικό ενδιαφέρον και συμφέρον με την έννοια πως στην μέση υπήρχε το πετρέλαιο της Σαχάρα ήταν μια έξυπνη στρατηγική του Mattei που έλεγε εμείς υποστηρίζουμε τον αλγερινό ανταρτοπόλεμο και όταν αυτός νικήσει με την Γαλλία εμείς θα έχουμε το πετρέλαιο της Σαχάρα μετά ο Mattei πεθαίνει πέφτοντας μυστηριωδώς με το αεροπλάνο του και ένα μήνα αργότερα θυμάμαι σαν περίεργο γεγονός σε όλη την Ιταλία ανοίγουν πρατήρια διανομής Total η γαλλική βενζίνη η οποία όσο ο Mattei βρίσκονταν στη ζωή στην Ιταλία δεν υπήρχε

εκείνη όμως του εκδότη ήταν μια περίπτωση στράτευσης παρείχε εργαλεία στο ιταλικό κίνημα κι αυτός όχι μόνο τύπωνε τα ντοκουμέντα του αλγερινού αντάρτικου μα ήταν επίσης μέσα σε πρώτο πρόσωπο στο reseau Jeanson [1] και είναι εκεί που τον γνώρισα αυτός παρενέβαινε στα πράγματα άμεσα σαν αγωνιστής υπήρχε ίσως και λιγάκι αφέλεια στο πάθος του στην εξέγερση του ενάντια στην καταπίεση και την αδικία που τον έσπρωχναν να κάψει τους χρόνους και να υπερπηδήσει τις διαμεσολαβήσεις σίγουρα στη δράση του υπήρξαν λάθη και αυτοσχεδιασμοί πιθανότατα διέπραξε λόγω γενναιοδωρίας μοιραία λάθη απερισκεψίας που ίσως του κόστισαν τη ζωή

ναι λέει ο ξανθός μα τώρα εγώ νομίζω πως πρέπει να μιλήσουμε και για μια άλλη μεγάλη αποσιώπηση το γεγονός πως όλη η κοινωνία εκείνων των καιρών δεν θέλει να δώσει νομιμοποίηση στον σκληρό εργατικό αγώνα που ξεχύθηκε δυναμικά με το θερμό φθινόπωρο του 69 είναι σαν ολόκληρη η ιταλική κοινωνία να θέλει να τον εξορκίσει και βρίσκει τους λόγους της απόρριψης της στα στοιχεία της αναπόφευκτης βίας μέσα στον σκληρό αγώνα αυτής της νέας εργατικής τάξης που είναι θυμωμένη που κάνει αυτά τα πράγματα και που μέσα στην κοινωνική σύγκρουση συνδέεται με την ριζοσπαστικότητα των νέων οπότε ενάντια σε αυτούς χρησιμοποιείται η βία για να τους καταστρέψουν και ταυτόχρονα τους κατηγορούν για βιαιότητα για απόπειρα και επίθεση ενάντια στους κανόνες της δημοκρατίας ή της δημοκρατικής νομιμότητας όπως λεν οι κομουνιστές κι αυτή είναι η βρώμικη δουλειά των μέσων μαζικής ενημέρωσης και των διανοούμενων της εποχής

η οπτική του Pci και των προοδευτικών δημοκρατών ήταν εκείνη του εργάτη φορέα υγιών αξιών των ηθικών αξιών του σοσιαλισμού της κοινωνίας της εργασίας στην οποίαν αντιπαρατίθεται η ιδέα αυτού που ονομάσαμε η απόρριψη της εργασίας  δηλαδή της τάξης που έχει αρνηθεί ως μοίρα αυτή του εργάτη αυτή είναι η θεμελιώδης σύγκρουση των χρόνων 70 μια πολιτιστική σύγκρουση βασισμένη στην αδυναμία τους να αντιληφθούν τις νέες πολιτιστικές αξίες της ζωής της ύπαρξης και που δημιουργεί μια αγιάτρευτη διάσπαση διότι αυτοί παρότι συνδικαλίζονται και ανήκουν στο Κκι δεν μπορούν να ανεχθούν πως εγώ παιδί εργάτου κάνω τους αγώνες για να αρνηθώ τον εαυτό μου ως εργάτη αλλά όπως εσύ τους αγώνες πρέπει να τους κάνεις για τις μισθολογικές αυξήσεις  ναι όμως συμβατές με το γεγονός πως πρέπει να παραγάγεις περισσότερο μα σκατά λέω εγώ τους αγώνες τους κάνω για να μην είμαι πλέον εργάτης ποτέ πια

είναι εδώ που λαμβάνει χώρα το πέρασμα από μια μορφή αντίστασης σε σχέση με την αντεπανάσταση σχετικά με το πραξικόπημα που είναι μια μορφή η οποία για τους νέους για το κίνημα δεν αρκεί πλέον περνούμε στο γεγονός πως θέλουμε να μετατρέψουμε ριζικά και βίαια την κοινωνία δηλαδή η επανάσταση να λοιπόν όλο αυτό μετά τον θάνατο του εκδότη κάτω από τον πυλώνα έρχεται δραματικά να αποκαλυφθεί όχι μόνο σαν θεωρία και σαν σχεδιασμός αλλά επίσης και σαν καθημερινή πρακτική και τότε ξεσπά εξαπλώνεται ανεξέλεγκτα αυτή η πολυπλοκότητα αυτό το σύμφυρμα, questo mélange, αυτό το κοκτέιλ μολότοφ εμπειριών που στοχεύουν όλες σε μια επαναστατική αλλαγή

έτσι ήταν λέει αυτός και το εμβληματικό ραντεβού του θανάτου του εκδότη αντιπροσωπεύει αυτά τα μονοπάτια τα αντιπροσωπεύει αντικειμενικά αυτά τα βήματα δεν μπορούσε να βρίσκεται σε αυτόν μια οπτική και μια πρόβλεψη διαυγής και ξεκάθαρη όπως δεν μπορούσε να υπάρχει σε κανέναν από εμάς  σε μια περίοδο τόσο αντιφατική και ταραχώδη αυτός είναι το άθροισμα όλων των αντιφάσεων όπου το παλιό και το νέο δεν επιλύονται αλλά αθροίζονται συγκρούονται επικαλύπτονται αναμιγνύονται αλλά αυτός όλων αυτών των πραγμάτων είναι πάντοτε ένας μάρτυρας παθιασμένος τίμιος  βαθιά πληγωμένος που είναι πάντα σε αναζήτηση αυτών των πραγμάτων και έχει κατακλυστεί από αυτά τα πράγματα διεγείρει αυτά τα πράγματα κλείνει-τείνει προς τον κόσμο που αλλάζει μέχρι το σημείο να μεταβάλει την σχέση του με τη δουλειά του με την πολιτιστική του συνθήκη με την τάξη του με την κληρονομιά του και με την οικογένεια του

1 – Le réseau Jeanson était un groupe de militants français, agissant sous les directives de Francis Jeanson, qui opéra en tant que groupe de soutien du FLN durant la guerre d’Algérie, principalement en collectant et en transportant fonds et faux papiers.                   Το δίκτυο Jeanson ήταν μια ομάδα Γάλλων αγωνιστών, που ενεργούσε υπό την καθοδήγηση του Francis Jeanson, η οποία λειτουργεί ως ομάδα υποστήριξης του FLN κατά τη διάρκεια του πολέμου στην Αλγερία, κυρίως με τη συλλογή και τη μεταφορά πόρων και πλαστών εγγράφων.

http://www.nannibalestrini.info/libri/narrativa/editore/editore8/

 

συνεχίζεται

τα βιβλία του μιχάλη, i libri di michele

ΘΘ. χόρεψες πάνω στο φτερό του καρχαρία – 7

ΜΕΡΟΣ ΔΕΥΤΕΡΟ

ΖΟΎΜΕ ΣΤΗΝ ΕΠΟΧΉ ΤΩΝ ΕΙΚΟΝΩΝ, στην, κατά Ντεμπόρ, κοινωνία του θεάματος. Έτσι λοιπόν και για μένα, νεαρό αγόρι στα μακρινά ‘70, οι αφίσες στο σχολείο με τον Νικηταρά και τον Κολοκοτρώνη, με όλο το συμπάθιο, δεν είναι τόσο ελκυστικές όσο τα πρόσωπα στα μπλουζάκια και στα έντυπα των νεαρών του Μπέρκλευ, των σχολών στη Ρώμη,στο Μιλάνο, στο Παρίσι και στη Χιλή, στο Δουβλίνο και τη Φρανκφούρτη, στη Βαρκελώνη και το Λίβερπουλ, που συγκρούονταν με την αστυνομία και το στρατό. Αιώνια σύμβολα καταπίεσης και καταστολής που με όσα προσωπεία ‘δημοκρατίας’ και αν τους στολίσουν δεν παύουν να παραμένουν, ειδικά η αστυνομία πλέον σε αυτά τα μέρη, στο πρόσωπο κάθε νέου, αυτό που είναι πραγματικά: τα σκυλιά των αφεντικών, ο ένοπλος βραχίονας, το οπλισμένο χέρι της κάθε εξουσίας.
Η επανάσταση όπως η καθημερινότητα είναι και θέμα αισθητικήςΚαι σίγουρα ο Γκεβάρα είναι πιο ελκυστικός από τον Χρυσοχοίδη σήμερα ή τον Παπαδόπουλο τότε. Διαβάζεις και για τις απόψεις και τη ζωή και τη διαδρομή του και γίνεται αμέσως ο ήρωας σου. Σε αυτόν θέλεις να μοιάσεις.

Οι Deep Purpple τραγουδούν για την λυσσαλέα αντίσταση των Βιετκόγκ στην Ινδοκίνα, εδώ μας κουρεύουν με την ψιλή, σε αυτούς θέλουμε να μοιάσουμε, στην εμφάνιση και στο ντύσιμο και στην ευαισθησία, θέλουμε μακριά μαλλιά, θέλουμε να αγαπιόμαστε χωρίς περιορισμούς, να φοράμε αυτά που μας αρέσουν,να ακούμε και να χορεύουμε αυτά που μας αγγίζουν, ΝΑ ΣΚΕΦΤΌΜΑΣΤΕ ΌΠΩΣ ΘΈΛΟΥΜΕ ΕΜΕΊΣ . Οι ‘μαλλιάδες’ μας αγγίζουν γιατί μιλάνε γλώσσα που καταλαβαίνουμε. Οι δάσκαλοι που μας μιλούν για τους Μακρυγιάννηδες είναι σπαστικοί, είναι και κακάσχημοι, βαρετοί.

Τον Hendrix ΝΙΏΘΟΥΜΕ ΚΟΝΤΆ Μας, τους Zeppelin νιώθουμε δικούς μας. Είμαστε με τον Santana και την μπάντα του, όχι με τους κοντοκουρεμένους στρατονόμους, που όσο όμορφα και να τους ζωγραφίζει ο Τσαρούχης αυτό που μυρίζει η ψυχή τους είναι σκατά. Η ψυχή της χούντας δεν κρύβεται, μη ξεχνάτε ταινίες σταθμούς,η Ευδοκία,ο Άγγελος, η Παραγγελιά κλπ, εξαιρετικές φωτογραφίες της εποχής όπως και λίγο αργότερα η Γλυκιά Συμμορία και τα Κουρέλια Τραγουδούν Ακόμα. Αν θυμάμαι καλά, για εκείνες τις εποχές μιλά στο βιβλίο του ‘ο Οργισμένος Βαλκάνιος’ ο Νικολαίδης.

Χούντες, σοσιαλδημοκρατία, νεοφιλελευθερισμός, τα διάφορα πρόσωπα του καπιταλισμού. Και το ΚΚΕ να κουβαλάει αιώνια ενοχές για έναν εμφύλιο στον οποίο σύρθηκε σχεδόν με το ζόρι και έχασε διότι ‘συνωμότησε όλο το σύμπαν’ να ηττηθεί ένας λαός σε έναν αγώνα που ήταν εξ ολοκλήρου δικός του, στον οποίο το όραμά του ήταν συντριπτικά πλειοψηφικό. Ένα λοιπόν ενοχικό σύνδρομο κουβαλάει το κόμμα, που το έχει οδηγήσει στη σχιζοφρενική στάση να είναι ‘επαναστατικό’ στα λόγια και στην πράξη να κάνει ότι είναι δυνατόν για να πείθει το κεφάλαιο πως το κουμάντο του δεν θα το απειλήσει ποτέ. Ότι έχει αποδεχθεί πλήρως το ‘δημοκρατικό’ καθήκον ελέγχου οποιασδήποτε ριζοσπαστικής διεκδίκησης και κίνησης των ‘από κάτω’. Μετατρέπει τις ταξικές συγκρούσεις σε διάλογο στη σκηνή της ολιγαρχίας, το κοινοβούλιο, όπου, εκτονώνοντας τις κοινωνικές αντιθέσεις κερδίζει σε αναγνώριση της αποδοχής του θεσμικού του ρόλου,της παραδοχής και πίστης του στην αστική νομιμότητα.

Στα όνειρα επαναστάτες, για να ελέγχουν και το θυμικό των μελών τους που αναμένουν το μεσσιανικό τέλος της ιστορίας και της χωρίς ιδρώτα επικράτησης τους στο θέατρο του παραλόγου που λέγεται κενοβούλιο.
Άσε που σε οποιαδήποτε άλλη σοβαρή χώρα θα είχαν πετάξει μακριά με τις κλωτσιές γραμματέα και όλα τα πολιτικά συμβούλια μετά από τόσες εκλογικές κατραπακιές.

Την ίδια ώρα λοιπόν που ολόκληρος ο κόσμος καίγονταν, πυρπολούνταν κυριολεκτικά, εδώ το ‘μουνί χτενιζόταν’, η Δέσποινα. Παρέα με Ιωαννίδηδες, Ντερτιλήδες και άλλα τέτοια φρούτα που το έπαιζαν πατριώτες αλλά και αυτοί,ως άλλοι κρετίνοι, σαν αυτούς του ’22, έβαλαν το χεράκι τους στη συρρίκνωση του Ελληνισμού μιας και τη μισή την Κύπρο τους την έφαγαν για τα καλά!
Από την άλλη οι πάντες πιάστηκαν στον ύπνο και έγιναν καπνός την ίδια ώρα που ο προδομένος Σαλβαδόρ Αλιέντε πέφτει με το όπλο στο χέρι,βομβαρδισμένος μέσα στο προεδρικό μέγαρο στο Σαντιάγο από τον Πινοσέτ.

Να ολοκληρώσω τη σκέψη μου. Το ΚΚΕ κουβαλάει ενοχές. Σύρθηκε στον εμφύλιο παρ ότι έκανε τα πάντα για να τον αποφύγει και ίσως και να τον κερδίσει. Αλλάζει λοιπόν τακτική, μάλλον επιστρέφει στην παλιά καλή δοκιμασμένη συνταγή, της αποδοχής του αστικού παιχνιδιού, της συνδιαχείρησης [η επανάσταση ήταν ένα κακό όνειρο, μια ατυχής παρένθεση, και τι δεν έκανε από το τέλος του αγώνα και μετά για να αποδείξει στην άρχουσα τάξη ότι θα σεβαστεί τους όρους, ότι είναι πάλι νομοταγείς οι κομμουνιστές!] Αποδέχεται λοιπόν και ξαναπαίζει μπάλα σ’ ένα παιχνίδι στημένο. Εκτός έδρας. Διότι όταν παίζεις με τους όρους του αντιπάλου,σ’ ένα παιχνίδι που ο ίδιος ορίζει, και κατέχει το πηδάλιο και τα μέσα πλοήγησης,το καράβι θα πάει προς τα εκεί που το οδηγούν οι μπουρζουάδες, ο καπετάνιος.

Εσύ ακολουθείς από πίσω με τη βάρκα και τρως από τα ψίχουλα που πετούν στους γλάρους οι μεθυσμένοι πελάτες από την κουπαστή, μαζί με τους τουρίστες. Στα σαλόνια εν τω μεταξύ το φαγοπότι συνεχίζεται. Τώρα τι θα γίνει με τα παγόβουνα δεν νοιάζει κανένα διότι τώρα υπάρχουν τα ελικόπτερα για να σώσουν αυτούς που μετράν κι έχουν τα λεφτά τους στο Λονδίνο και την Ελβετία.
Έγινε λοιπόν η ΕΔΑ για να ξαναμπεί στο πανηγυράκι ο ανανήψας πρώην κομμουνιστής και νυν σοσιαλδημοκράτης. Λίγο κοινωνικό κράτος δεν βλάπτει κανέναν. Και για να είναι ακόμη πιο ασφαλές το σύστημα ανοίγει με τον καιρό και τα σύνορα, φέρνει φτηνό και πιο εύκολα διαχειρίσιμο εργατικό δυναμικό να εκβιάζει τους ντόπιους με χαμηλότερα ανασφάλιστα μεροκάματα,δίνει και ψεύτικο, δανεικό χρήμα στον λαό μετατρέποντας σε μικροαστό τον πρώην προλετάριο που ξεχνάει πλέον σημαίες και ιδανικά και ξυπνάει εθνικιστής και ‘πατριώτης.’ Στην πατρίδα του τζόγου και της αρπαχτής.

Το καράβι μοιάζει αβύθιστο, του προσθέσαν και πατώματα και στεγανά που σύντομα αποδείχθηκε πως έμπαζαν. Ψεύτικη η κόλληση είπαμε! Τα συνθήματα εν τω μεταξύ είχαν μείνει ίδια για να μη παραμυθιάζονται αυτοί που δεν χωράνε στο τραπέζι του γαμπρού. Από κόκκινες έγιναν πράσινες οι σημαίες αλλά ποιος νοιάζονταν.
Το κόμμα ήταν από πίσω, τίμιο και δυνατό, σε κώμα, έφτιαξε καινούρια γραφεία λίγα χρόνια μετά.Οι αστοί ούτε την σαλάτα δεν αφήνουν να τους πάρεις απ’ το πιάτο. Μόλις δυναμώνει η ΕΔΑ ΦΈΡΝΟΥΝ ΤΗ ΧΟΎΝΤΑ, ΤΟ ΠΑΣΟΚ ΜΕΤΆ ΤΟΥΣ ΈΚΑΤΣΕ ΚΑΛΆ ΓΙΑΤΊ ΉΤΑΝ ΣΆΡΚΑ ΑΠΌ ΤΗΝ ΣΆΡΚΑ ΤΟΥΣ. ΤΑ ΊΔΙΑ ΚΑΙ ΣΉΜΕΡΑ, μόλις δυναμώνει ο λαός αρχίζουν πάλι να απειλούν με πραξικόπημα.

Βλέπετε ο λαός σκέφτεται έξυπνα. Άλλο τι θέλουμε, πως θα το αποκτήσουμε, και άλλο η κοροϊδία. Είναι πραγματιστής. Άσε που τον έχουνε κάνει πια ασήκωτο από το ξύλο, ασήκωτο από τον καναπέ. Ανάθεση και άγιος ο θεός. Δεν είπαμε νωρίτερα πως από παιδί τον μαθαίνουν : ο Αλέκος θα βγάλει το φίδι από την τρύπα! Ο Αλέκος θα κόψει τον ‘δεσμό’! πάντα κάποιος Αλέκος, ο Παπάγος ας πούμε και ο κάθε μεγάλος στρατηγός και στρατηλάτης, ανάθεμά μας!

Λέει λοιπόν ο λαός : Οι μεν μας λένε πως μόνο με την επανάσταση θα δούμε άσπρη μέρα, να γίνουμε ανεξάρτητοι, να διώξουμε στόλους και άλλα δεσμά πιο ύπουλα σαν το μάρκο και τη συνθήκη του Μάαστριχτ που μας πνίγουν σαν τη μέγγενη. Λένε αυτά αλλά είναι ανύπαρκτοι στους δρόμους, ούτε τους βουλευτές τους δεν έχουν τη τσίπα και το κουράγιο να προστατεύσουν [Λιάνα μ’ ακούς] ! Κι όταν αποφασίζουν να δείξουν λίγη πυγμή, πως κι αυτοί μετρούν λιγάκι,αρματώνονται και προστατεύουν μαζί με τους βασανιστές και εκτελεστές τους τον ‘σύγχρονο ναό της τρομοκρατίας’. Είπαμε, σχιζοφρένεια!!! δεν τους εμπιστεύεται ούτε η μαμά τους. Σίγουρα η κόρη της Αλέκας θα ψηφίζει Αλέκο που είναι και ομορφόπαιδο. Αν δεν είναι με τα παιδιά που βομβαρδίζουν με πέτρα και φωτιά, μπουρδέλο και σκυλιά !

Μα οι άλλοι είναι πιο τίμιοι, λένε πως ξέρουν πως το παιχνίδι είναι στημένο. Αποδέχονται τους ψευτοκανόνες, την ψευτοδημοκρατία, και ελπίζουν σε λίγο καλύτερη διαχείριση.
Και τα λαμόγια με τα λαμόγια μιας και είδε ο γύφτος τη γενιά του και αγαλλίασε η καρδιά του.

Χοντρικά αυτή είναι η Ελλάδα, έτσι ήταν πάντα, fifty fifty. Όταν μπορούσε δεν τόλμησε, ήταν και το παγκόσμιο σκηνικό στημένο έτσι, από τη Σοβιετική Ένωση βοήθεια δεν μπορούσε να περιμένει μετά τη μοιρασιά της Γιάλτας, δεν συμμάχησε με τους Γιουγκοσλάβους και τους αδέσμευτους, που τα χαλούσαν σιγά σιγά με τους Σοβιετικούς, πάπαλα. Διαβάστε Ραφαηλίδη, τα βιβλία του είναι ξεκάθαρα και γλαφυρά. Τα λέει πολύ όμορφα ο μπαγάσας!

Γι αυτό οι αριστεροί ψηφίζουν πλέον Συριζα ,είπαμε, είναι πιο πειστικοί, λεν την αλήθεια, μέσα στα πλαίσια του συστήματος, ότι θέλουν να το διαχειριστούν καλύτερα. Αυτό το σύστημα, όχι κάποιο άλλο ! Το άλλο κατακτάται, όπως λέει και το ΚΚ .Το οποίο δηλώνει όμως πως θα το κατακτήσει κάποιος άλλος, έτσι απλά, ο λαός,δια της εκλογικής ενδυνάμωσης του κώματος. Χέσε μέσα Πολυχρόνη, ότι καταλάβατε εσείς, καταλαβαίνει κι ο λαός και τους μαυρίζει
Είναι πολλά τα λεφτά !
Επιδοτήσεις, μισθοί, υπόγειες συναλλαγές και μοιρασιές σε θέσεις οφίτσια κλπ, τηλεοπτικός χρόνος, αναγνωρισιμότητα, δημόσιες σχέσεις, επιτροπές, χρηματοδότηση κρατική και υπόγεια. Απ’ όλα έχει ο μπαξές, σιγά μη τον ξεχαρβαλώσουμε. Φύλαγε συ, σπάζε κεφάλια διαδηλωτών, μαγάριζε και συκοφάντησε τους αντιεξουσιαστές. Έχει ο Θεός.
Στα λόγια επαναστάτες
Στην πράξη λαμόγια Χωρίς πατέντα.

Γιατί οι έχοντες πατέντα φρόντισαν να ‘αποκαταστήσουν’ τόσα χρόνια εκατομμύρια κόσμο ! Την σιωπηλή πλειοψηφία που λέγαμε, για να την εκβιάζουν μεταεκλογικά με τις ντιρεκτίβες:
‘Πείτε σε όσους βολέψαμε να μας ψηφίσουν!’
Άντε να ξεφύγεις απ’ την τροχιά του μύλου..
Και αυτό θα συνεχίζεται εσαεί όσο ο λαός,που δεν έχει να χάσει παρά μόνο τα δεσμά του,αποφασίσει να πει την τελευταία λέξη, να πάρει τις τύχες στα χέρια του και να τους στείλει όλους πραγματικά στο χρονοντούλαπο της ιστορίας. Όχι στα ψέματα, όχι στα όνειρα ΑΛΛΆ ΣΤ’ ΑΛΉΘΕΙΑ, ΕΔΏ ΚΑΙ ΤΏΡΑ!
Θυμάμαι πως ξαναείπαμε για την ρήση του ποιητή, θέλει αρετή και τόλμη η ελευθερία!!

  • Πάμε πάλι πίσω στα, παλιά, δώστε μου όμως τη δυνατότητα για ένα μικρό διάλειμμα, μια παρένθεση. Πίνω πρωινό καφεδάκι στο κρασάδικο του Στέργιου στην Παναγία, πάνω από το καρνάγιο. Συναντώ ένα παλιό φίλο, τον Λάζαρο, γνωστό αριστερό. Πιάνουμε κουβέντα για τους Αιγύπτιους που μαχαιρώνουν οι φασίστες,γιατί λέει τους κλέβουν τις δουλειές. ‘Αυτοί οι άνθρωποι δουλεύουν 12 ώρες τη μέρα για 20 ευρώ. Ξέρετε κανέναν ελληνάρα που θα το έκανε; Έχετε δει κάποιο ντόπιο ποτέ εσείς στα σπαράγγια, στις φράουλες, τα μποστάνια, τα ακτινίδια ή ακόμη και σε αυτά τα φανάρια και τα καίκια; Ποτέ’. Λέει ο φίλος:                      ‘έχουν κάνει τη νεολαία μαλθακή. Πήγα τριάντα χρονών στη Τζέντα μαζί με άλλους. Δουλεύαμε κάτω από θερμοκρασίες 50 βαθμών. Σήμερα οι οικογένειες στέλνουν τα παιδιά τους στα 5ετή του στρατού ,ή μπάτσους. Δημόσιο υπαλληλίκι για να σκοτώνεις ατιμωρητί τους λαούς που αντιστέκονται. Για να βαράς απεργούς και αγωνιστές. Βάζουν μέσο για να πάν στο Ιράκ και το Αφγανιστάν με τεσσεράμιση χιλιάρικα μισθό, όσο είναι το ετήσιο εισόδημα ανεργίας, να σκοτώνουν τους ανθρώπους μες την πατρίδα τους και να τους αναγκάζουν να την κοπανάν για να σωθούν. Κι έρχονται προς τα δω μπας και πάρουν καμία ανάσα αυτοί οι καημένοι, για να μαχαιρωθούν από χρυσαυγίτες, στο όνομα κάποιας πατρίδας που τους έχει στο τρέξιμο, επειδή είναι μελαμψοί. Αυτό ονομάζεται κτηνωδία. Του επισφαλώς εργαζόμενου τα ετήσια εισοδήματα είναι σίγουρα χαμηλότερα!’

Σηκώνει ο Λάζαρος το κεφάλι του και κοιτάζει το υδραγωγείο, συνεχίζει. ‘Φτιάξανε αυτή την υπέροχη κατασκευή, τις Καμάρες, που την θαυμάζουμε. Στους αιώνες. Αναρωτήθηκε όμως ποτέ κανείς πόσες χιλιάδες δούλοι εργάστηκαν,έφτυσαν αίμα, ψόφησαν σαν τα σκυλιά τζάμπα και βερεσέ. Για να γίνει αυτό το τεράστιο έργο, όπως και όλα τα ‘θαύματα’ στην υφήλιο. Οι τουρίστες θαυμάζουν αγνοώντας τις κραυγές και τα βογγητά που ακόμη αντιλαλούν στον αέρα. Επειδή γι αυτούς δεν έγραψε ποτέ κανείς΄.

Μετανάστες Μαρκόπουλος Σκούρτης Λάκης Χαλκιάς

Η φάμπρικα δεν σταματά δουλεύει νύχτα μέρα, και πως τον λεν τον διπλανό και τον τρελό τον Ιταλό, να τον ρωτήσω δεν μπορώ ούτε να πάρω αέρα.
Δουλεύω μπρος στη μηχανή στη βάρδια δύο δέκα, κι από την πρώτη τη στιγμή μου στείλανε τον ελεγκτή να μου πετάξει στο αυτί δυό λόγια νέτα σκέτα.
Άκουσε φίλε εμιγκρέ ο χρόνος είναι χρήμα, με τους εργάτες μη μιλάς, την ώρα σου να την κρατάς, το γιο σου μη τον λησμονάς, πεινάει κι είναι κρίμα.
Κι εκεί στο πόστο μου σκυφτός ξεχνάω την μιλιά μου. Είμαι το νούμερο οχτώ, με ξέρουν όλοι με αυτό, κι εγώ κρατάω μυστικό ποιο είναι τ’ όνομά μου.

  • Όμως ας επιστρέψουμε στην Ιταλία.
    Λοιπόν, κι εκεί έχουν ένα πολύ δυνατό αντάρτικο στην διάρκεια της Κατοχής. Μάλιστα τον δικτάτορα τους τον κρεμάσανε στην πλατεία, όχι παίζουμε. Κυβερνούν οι αριστεροί κάποιο διάστημα με την Χριστιανοδημοκρατία, παραμυθιάζονται, χάνουν τις εκλογές κι από τότε παραμένουν σταθερά στο περιθώριο της ιστορίας. Με μεγάλη εκλογική δύναμη αλλά ουσιαστικά ανίσχυροι.
    Ο κόσμος τους απογοητεύεται αλλά σιωπηλά ελπίζει. Περιμένει το σύνθημα. Ο υπαρκτός σοσιαλισμός στροφή κόντρα στροφή. ‘επανάσταση σε μια μόνο χώρα’, ‘υπάρχουν και άλλοι δρόμοι προς τον σοσιαλισμό’, βράστα και άστα ! Μπερδεύονται όλο και περισσότερο οι κομμουνιστές. Μαλώνουν και μεταξύ τους. Μόσχα εναντίον Πεκίνου, εναντίον Βελιγραδίου, εναντίον Τιράνων, ο ένας εναντίον του άλλου. Ο λαός πάντα στο περιθώριο, στην από πίσω.

Το ‘69 ξεσπούν τεράστιες κινητοποιήσεις στα εργοστάσια, συνεχίζονται στα Πανεπιστήμια ο λαός θέλει να ξαναγίνει πρωταγωνιστής. Οι εργάτες και οι φοιτητές κατεβαίνουν στον αγώνα παρά την προσπάθεια των συνδικάτων και κόμματος να ελέγχουν τα πράγματα, να αποριζοσπαστικοποιούν τα νοήματα.
Αποκτούν ανεξάρτητα συμβούλια οι εργάτες και το δικαίωμα σε πληρωμένες ώρες διδασκαλίας στις σχολές σε θέματα που διαλέγουν. Οι φοιτητές και αυτοί οργανωμένοι ανεξάρτητα αρνούνται οι εργασίες τους να καταλήγουν στα χέρια βιομηχάνων που τις χρησιμοποιούν για ίδιο όφελος. Ζητούν κοινωνικό μισθό. Οργανώνονται οι άνεργοι. Υπάρχει μεγάλη εσωτερική μετανάστευση,νέων κυρίως ανθρώπων που ανεβαίνουν από τον Νότο προς αναζήτηση δουλειάς αντιμετωπίζοντας τεράστια προβλήματα να δεθούν σε ένα περιβάλλον εχθρικό, που τους αντιμετωπίζει ρατσιστικά. Και μια και εκεί ο εναγκαλισμός του κόμματος δεν είναι τόσο σφιχτός οργανώνονται ευκολότερα μόνοι τους, στις σχολές και στα εργοστάσια, ακηδεμόνευτοι.
Κατακτώνται σπουδαίες νίκες λοιπόν κάτω από την τεράστια πίεση του εργατικού κινήματος, η εργατική αυτονομία είναι εδώ!

αρνούνται ολόκληρη την φιλοσοφία της εργασίας οι νεαροί προλετάριοι, σαμποτάρουν την παραγωγή, καθημερινά, κερδίζουν ελεύθερο, πληρωμένο, χρόνο

και καθιερώνουν νέες μορφές αγώνα, απροειδοποίητες απεργίες, del gatto selvaggio όπως τις ονόμαζαν, της αγριόγατας, με πορείες μέσα στο εργοστάσιο, τις οποίες φυσικά δεν ανακοινώνουν, πιάνουν τους ρουφιάνους επιστάτες στον ύπνο, μπλοκάρουν την παραγωγική διαδικασία, η »αλυσίδα παραγωγής» εύκολα παρεμποδίζεται, κερδίζουν χρόνο για τον εαυτό τους, κερδίζουν επίσης αναγνώριση των αιτημάτων τους, τρέμει η εργοδοσία αυτό που δεν μπορεί να ελέγξει, τρέμει τον αυθορμητισμό.

http://www.mymovies.it/dizionario/recensione.asp?id=10125

il gatto selvaggio, film

http://www.comingsoon.it/film/il-gatto-selvaggio/10867/scheda/     επίσης

και δεν ήταν μόνο αυτό, για επανοικειοποίηση του πλούτου μιλούν οι νεώτεροι, εκμεταλλεύεστε εσείς την εργασία μας, λένε, και αντλείται υπεραξία ;

αρπάζουμε λοιπόν κι εμείς αυτό που μας ανήκει, εκεί που μπορούμε, στο θέατρο και τον κινηματογράφο, δεν πληρώνουμε εισιτήριο, και στις μετακινήσεις, σας αρπάζουμε το εμπόρευμα από τους ναούς της κατανάλωσης, τις υπεραγορές,

καταλαμβάνουν κτίρια για κατοικία, συνεύρεση και ψυχαγωγία, γα να οργανώσουν την δική τους πολιτιστική πρόταση,

φτάνουν μέχρι την απαλλοτρίωση τραπεζών, αρπάζουν τον πλούτο που τους κατακλέβουν καθημερινά, αρνούνται την εργασία μιας και πρόκειται για την σύγχρονη μορφή δουλείας, απελευθερώνουν τον χρόνο τους υπέρ της απόλαυσης και της εκπλήρωσης των επιθυμιών τους, αυτών των αρχέγονων, που είναι πάντα ίδιες, και σημαίνουν….ελευθερία από κάθε καταναγκασμό!

»παίρνουν πίσω την πόλη τους», από το σύνθημα :  prendiamoci la città, να πάρουμε την πόλη δηλαδή, που σίγουρα εκ των πραγμάτων σημαίνει επιβάλλουν ντε φάκτο αντιεξουσία προλετάρια, εκεί που είναι πραγματοποιήσιμη, που εφαρμόζεται  στις περιοχές από καλά προετοιμασμένες ομάδες περιφρούρησης,

Η αντεπανάσταση οργανώνεται και περνάει στην αντεπίθεση. Η κεντρικότητα του μεγάλου εργοστασίου μπαίνει σε δεύτερη μοίρα, η παραγωγή διαλύεται και αποκεντρώνεται,μοιράζεται σε μικρότερες μονάδες, εργασία στο σπίτι κλπ. Καινούριες στρατιές ανέργων μιας και μεγάλα κομμάτια της παραγωγής δίνονται στα ρομπότ. Στα σπίτια δουλεύουνε πλέον και οι γυναίκες, ακόμη και παιδιά. Η ενότητα διαλύεται. Ο εργάτης μάζα είναι παρελθόν, έχει δημιουργηθεί ο κοινωνικός εργάτης, η εργασία έχει διαχυθεί στην πόλη-εργοστάσιο. Τα πάντα γυρνούν γύρο από τη λέξη κέρδος, τα πάντα έχουν αξία εμπορευματική. Παντού δημιουργείται αξία για τα αφεντικά, στα σχολεία, στις σχολές, στη διασκέδαση, στη χαλάρωση, στον έρωτα. Το κόμμα δεν αντιτίθεται, δεν αντιστέκεται, δεν πολεμά, ζητά να πάρει μέρος στη μοιρασιά.

Οι οργανώσεις της επαναστατικής αριστεράς που είχαν δημιουργηθεί την περίοδο των μεγάλων αγώνων του ‘68,‘69 δεν καταφέρνουν να διαχειριστούν την κατάσταση, ξεπερνιούνται από τα γεγονότα, καρικατούρες του Κόμματος σε μικρογραφία. Γεννιούνται αυτόνομες επιτροπές αγώνα σε όλη την επικράτεια, αυτόνομες συνελεύσεις, circoli giovanili, comitati di lotta autonomi, κύκλοι του νεανικού προλεταριάτου, κολεκτίβες στα εργοστάσια, τις σχολές, στις γειτονιές, στα σχολεία. Και εκεί συγκεντρώνεται η τεράστια πλειοψηφία των militanti, των αγωνιστών, των στρατευμένων και στις ομάδες περιφρούρησης όλων των μεγάλων οργανώσεων που έχουν διαλυθεί.Lotta Continua, Potere Operaio. Movimento Studentesco. Avanguardia Oreraia,[από την οποία έχω περάσει για ένα φεγγάρι όπου και γνώρισα τη Rossana].Αυτοί οι τελευταίοι είναι που κουβαλούν την πείρα των συγκρούσεων για πολλά χρόνια με την αστυνομία,τους φασίστες και τους παρακρατικούς.

κόκκινες καρδιές

Θα πρέπει να σας πω πως όλα αυτά τα χρόνια η συζήτηση της αναγκαιότητας της εξέγερσης και της ένοπλης επανάστασης ενάντια στους κατασταλτικούς μηχανισμούς του κράτους ήταν στην ημερήσια διάταξη. Η ένοπλη περιφρούρηση των πορειών, των διαδηλώσεων και των καταλήψεων δεν ήταν κάτι το παράξενο, η συζήτηση για την αντιβία ενάντια στη βία της εξουσίας, για την αντιεξουσία, contropotere proletario, μέσα και εναντίον της εξουσίας, αυτή η κουβέντα – και από την κουβέντα η πρακτική δεν είχε κατέβει, δεν είχε πέσει από τον Άρη, ήταν καθημερινή διαδικασία επιβίωσης των ίδιων των αγώνων, ήταν ανάγκη που έβγαινε από τους ίδιους τους αγώνες, συζητείτο και έμπαινε σε πράξη από δεκάδες, εκατοντάδες, χιλιάδες συντρόφους σε συνελεύσεις δημόσιες και με τις πόρτες ανοικτές. Σε αίθουσες, πλατείες, γήπεδα, ανάλογα με τη δυναμική του εκάστοτε χώρου και πόλης.

Δεν είχε υπάρξει ποτέ δαιμονοποίηση της χρήσης της βίας,για αμυντικούς σκοπούς σε πρώτη φάση και επιθετικούς αργότερα. Και όταν παρουσιάστηκε η ένοπλη προπαγάνδα των Ερυθρών Ταξιαρχιών τι το ποιο φυσικό για τεράστιο κομμάτι του ιταλικού πληθυσμού.
Ήταν στο DNA ΤΟΥ ΙΤΑΛΙΚΟΎ ΠΡΟΛΕΤΑΡΙΆΤΟΥ Η ΠΕΠΟΊΘΗΣΗ πως αργά ή γρήγορα θα καταλάμβανε το κράτος με τη βία για να επικρατήσει η λαϊκή εξουσία,η νίκη των παραγωγών του κεφαλαίου επί των ιδιοκτητών του κεφαλαίου. Με το στανιό μου κάθεσαι στο λαιμό, με το στανιό θα σε πετάξω. Δε είχε προφανώς προϋπάρξει αυτή η τεράστια προπαγάνδα που παίχτηκε στην Ελλάδα, η πλύση εγκεφάλου για τους κακούς ‘συμμορίτες’ που ήρθαν να αρπάξουν τα παιδιά και τα σπίτια των Ελλήνων για λογαριασμό των Ρώσων κομμουνιστών. Αυτή η αισχρή ψευτιά, αυτό το ολέθριο ψέμα που έχει χαρίσει στην ελληνική δεξιά χρόνια πλουτισμού και απληστίας.

Όταν ο Φελτρινέλλι ανατινάχτηκε στη ρίζα του στύλου που πήγε να σαμποτάρει στις αρχές του ‘70 μάρτη μήνα, σίγουρα οι μεγαλοαστοί ταράχτηκαν. Όχι όμως οι άλλοι. Αυτοί το περίμεναν από καιρό. Όταν οι BR ΑΠΉΓΑΓΑΝ,δίκαζαν και κρεμούσαν στα κάγκελα του εργοστασίου έναν μεγαλοεπιστάτη, η εργατιά πανηγύριζε, ένιωσε δικαιωμένη. Κι όταν αργότερα απήγαγαν τον πρόεδρο της Χριστιανοδημοκρατίας στις ταβέρνες το κρασί έρεε και τα κεράσματα πήγαιναν σύννεφο. Είναι όμως λίγο νωρίς ακόμη, μη τρέχουμε κιόλας. Ας γυρίσουμε πίσω.

Ο εκδότης

Ο εκδότης
Συγγραφείς:   Νάννι Μπαλεστρίνι

Αυτό το μυθιστόρημα αναφέρεται σε μια πραγματική ιστορία. Ήρωάς της είναι ο Τζιαν Τζιάκομο Φελτρινέλλι, ο Ιταλός μεγαλοεκδότης, ιδρυτής της παράνομης οργάνωσης της άκρας αριστεράς, Ομάδες Αντάρτικης Δράσης, που το 1972 βρέθηκε σκοτωμένος κάτω από στύλο του ηλεκτρικού σ ένα προάστιο του Μιλάνου. Γύρω απ αυτή την ιστορία περιστρέφονται όλες οι πολιτικές και κοινωνικές εντάσεις της περιόδου εκείνης στην Ιταλία και το εξωτερικό.

  • Το κίνημα της εργατικής αυτονομίας, οργανωμένης ή όχι ακόμη το μελετούν. Χρησιμοποίησε το σύνθημα των νέων του Μάη ‘τα θέλουμε όλα και τα θέλουμε τώρα’ και το πήγε παρακάτω. Έφερε την πολιτική στην καθημερινότητα, την επανάσταση σε κάθε πράξη της μέρας, στην προσωπική και στην κοινωνική ζωή. Οραματίστηκε τον νέο άνθρωπο, αγωνιστή και προσπάθησε να  ζήσει μαζί του στην καθημερινότητα. ‘Το προσωπικό είναι πολιτικό’. Και ‘ο κομμουνισμός εδώ και τώρα,’ η κοινωνικοποίηση δηλαδή της καθημερινότητας,έξω και πέρα από το κέρδος. Στην σκέψη και στην πράξη, αυτόνομα απ’ ότι γνωρίζαμε μέχρι εκείνη τη στιγμή, αυτόνομα ναι, μακριά από την επίδραση του κόμματος και των συνδικάτων,που έγιναν συνδιαχειριστές της εξουσίας. Και αν αυτή ξερνάει βία και δένει με αλυσίδες, με το ζόρι, θα επιτεθούμε κι εμείς, δεν θα καθίσουμε με σταυρωμένα χέρια. Θα πάρουμε αυτά που μας ανήκουν, όπως μπορούμε, όπου μπορούμε, τώρα.

Καταλήψεις, απαλλοτριώσεις, σούπερ μάρκετς- εμπορικών κέντρων-τραπεζών, αυτο μειώσεις, δωρεάν μεταφορές, πάντα πολλοί μαζί για να ελαχιστοποιούμε τον κίνδυνο.Απελευθέρωση χώρων, πλατειών, συνοικιών ολόκληρων όπου η αστυνομία μένει μακριά. Και σαμποτάζ και δολιοφθορές και μπλοκάρισμα της παραγωγής . Στις ελεύθερες περιοχές η εγκληματικότητα εξαφανίζεται, γιατί δεν χρειάζεται αστυνόμευση εκεί που ο ταξικός διαχωρισμός αμβλύνεται.
Κανείς δεν τα έχει με την μικρή ιδιοκτησία. Ποτέ σύντροφος δεν επιτέθηκε σε μικρομάγαζο. Μόνο οι μεγάλοι και οι πολύ μεγάλοι,με θέση κλειδιά στον καταπιεστικό, προληπτικό ή κατασταλτικό μηχανισμό στοχοποιήθηκαν.

Αυτόνομα πλήρως, οργανώθηκε το κίνημα, αυτόνομα οργανώθηκαν και οι αντάρτικες οργανώσειςΔιάχυτο αντάρτικο χρησιμοποίησε η αυτονομία, όσο πιο πέρα πήγαινες τόσο περισσότερο ‘χόντραινε’ το παιχνίδι, κυρίως με επιθέσεις στον κρατικό μηχανισμό. Εδώ πια παίζει ρόλο η ιδιοσυγκρασία, όχι τόσο η ιδεολογία. Γιατί όλες οι οργανώσεις αριστερά του ΚΚ είναι, πολλές, και με εκατοντάδες αγωνιστές η καθεμιά, όλες λέω είχαν χρησιμοποιήσει επαναστατική φρασεολογία και ιδεολογία κομουνιστική. Απλά, δεν είναι φτιαγμένοι όλοι για όλα, δεν μπορούν όλοι τα μεγάλα παιχνίδια.
Είναι λοιπόν άδικο να κατηγορούμε συντρόφους, χθες-σήμερα-αύριο, για τις πράξεις τους επειδή απλά εμείς δεν τις αντέχουμε ή τέλος πάντων γιατί, για τον οποιονδήποτε και καθ’ όλα κατανοητό και σεβαστό λόγο αδυνατούμε να πράξουμε όπως αυτοί.
Η ζωή στην παρανομία ή και την ημιπαρανομία ακόμη είναι δύσκολη. Εξαιρετικά σκληρή. Μιας και την έζησα έχω το κουράγιο να πω πως δεν το ξανακάνω, δεν έχω τα κότσια πλέον. Αυτό όμως δεν σημαίνει ταυτόχρονα πως θα αποκηρύξω το αυτονόητο, δεν θα αποκηρύξω αυτούς που το κάνουν. Με γεια τους και χαρά τους. Δεν είμαι πια στην πρώτη γραμμή στις αλυσίδες και τον αγώνα. Διαλέγω άλλους δρόμους να πολεμήσω το σύστημα κ. Μπακογιάννη. Που ταιριάζουν στην καινούρια μου κατάσταση, ΣΤΗΝ ΨΥΧΟΛΟΓΊΑ ΠΟΥ ΈΧΩ ΤΏΡΑ. Δίχως δηλαδή να πρέπει διαρκώς να κοιτώ πίσω μου όταν τριγυρίζω με τη γυναίκα και τα παιδιά μου.
Αλλά τους συντρόφους που θυσιάζουν τις μικροχαρές της ζωής μέσα σε συνθήκες παρανομίας τους βγάζω το καπέλο και θα τους τιμώ πάντα,και θα υπερασπιζόμουν τις πράξεις τους σε οποιοδήποτε δικαστήριο μου το ζητούσαν,κι ας μην τους έχω γνωρίσει ποτέ. Και όσο και αν χοροπηδάς στα ψηλά σου ποδάρια η συντροφική και ταξική αλληλεγγύη δεν πετιέται στα σκουπίδια επειδή απλά και μόνο δεν αντέχουμε να σας πολεμάμε από τα μπροστινά χαρακώματα.

θα πληρώσετε ακριβά, θα πληρώσετε για όλα! Α

Ήμουν τυχερός που δεν χρειάστηκε ποτέ στη ζωή μου να προκαλέσω βλάβη σε άνθρωπο. Στα υλικά που ζημίωσα, τα έχω αποπληρώσει κοντά εξήντα χρόνια και με το παραπάνω . Και το κυριότερο από όλα είναι πως κάθε βράδυ μέχρι σήμερα κοιμάμαι με τη συνείδησή μου ήσυχη. ΔΕΝ ΘΑ ΕΛΕΓΑ ΤΟ ΙΔΙΟ ΚΑΙ ΓΙΑ ΣΑΣ. Μιας και δεν έγλυψα ποτές εκεί που έβρισα χθες. Ούτε εκεί που έφτυσα αγκαλιάζω. Η ΤΙΜΗ ΕΧΕΙ ΤΕΛΙΚΑ ΤΙΜΗ.
ΣΊΓΟΥΡΑ ΈΧΩ ΛΑΘΈΨΕΙ ΑΠΕΙΡΕΣ ΦΟΡΕΣ. ΣΤΕΝΑΧΩΡΕΣΑ ΑΝΘΡΩΠΟΥΣ, ΠΟΤΕ ΓΙΑ ΚΕΡΔΟΣ Η ΕΥΝΟΙΑ.

Δεν κυνήγησα χρήματα, θέσεις, μερίδιο σε εξουσίες ή παρόμοια πράγματα. Και οι ιεραρχίες, τα ‘ύψη’, δεν με συγκίνησαν ποτέ, ο χαρακτήρας μου είναι τέτοιος, δεν καυχιέμαι πως έκανα τάχατες κάτι αξιόλογο.Σίγουρα πάντως θα τρελαινόμουν στη χαρά αν μια μέρα η ζωή θελήσει να με βρει με τους νικητές. ΓΙΑ ΝΑ ΜΟΙΡΑΣΤΩ ΤΗ ΝΙΚΗ ΜΕ ΜΑΖΙ ΤΟΥΣ.
ΤΑ ΧΡΌΝΙΑ ΕΚΕΊΝΑ ΛΟΙΠΌΝ ΗΤΑΝ ΌΤΙ ΚΑΛΎΤΕΡΟ ΣΤΗ ΖΩΉ ΜΟΥ, ΜΑΖΊ ΜΕ ΤΌΣΑ ΠΟΛΛΆ ΆΛΛΑ ΠΟΥ ΈΖΗΣΑ ΠΡΊΝ ΚΑΙ ΜΕΤΑ.

Οι εμπειρίες τεράστιες και μοναδικές. Η αδρεναλίνη στα κόκκινα και η συντροφικότητα κάτι που δεν αγοράζετε με καμία περιουσία.
Εκπαιδεύτηκα και εκπαίδευσα, πήρα μέρος σε πολλές ενέργειες δολιοφθοράς κλπ. Σίγουρα δεν έκανα όλα αυτά για τα οποία κατηγορήθηκα.
Σίγησα πάρα πολλά χρόνια, έζησα σαν ‘αόρατος’, ένας άλλος άνθρωπος. Δεν διαπλέχτηκα με το σύστημα , και φυσικά δεν εκμεταλλεύτηκα άνθρωπο και καταστάσεις.

συνεχίζεται

μιχαλης 261

τα βιβλία του μιχάλη, i libri di michele

Υ. στη χώρα του ποτέ ή… 2

Δημοσιεύτηκε στις 21 Απρ 2013

Τα πεπραγμένα της εποχής είναι η αιτία, ο λόγος που θα γεμίσει το σύμπαν με αερικά. Ανυπότακτα πνεύματα ανθρώπων που θα αντιστέκονται στους «καθωσπρέπει» και τους κανόνες τους. Αερικά που θα γίνουν δαίμονες γι’ αυτούς που στο όνομα των ανθρώπων εγκληματούν εις βάρος των ανθρώπων. Αερικά που θα είναι ήρωες για κείνους τους ανθρώπους που υποφέρουν. Το άσπρο ενάντια στο μαύρο. Το ανυπότακτο πνεύμα ενάντια στη λογική των υποταγμένων.

Αερικό – 1998
Στίχοι – Μουσική: Θανάσης Παπακωνσταντίνου
Ερμηνεία: Μελίνα Κανά

 

και…..Μπήκαν στην πόλη οι οχτροί, Νίκος Ξυλούρης.

  • Χτυπά λοιπόν η πόρτα. Πρωί, λίγο μετά που έφυγε στη δουλειά ο πατέρας μου.
    Το κατάλαβα αμέσως το νόημα αυτού του χτυπήματος. Τέτοια ώρα τέτοια λόγια. Η αντίστροφη μέτρηση έχει ξεκινήσει.
    Βεβαιώθηκα κοιτάζοντας αθόρυβα από το ματάκι.
    Τώρα ;
    Την απέλαση της Ρόσσα φοβόμαστε περισσότερο. Δεν έχουμε παντρευτεί ακόμη, να γίνει Ελληνίδα, να μη μας χωρίσουν!
    Γαμώτο!
    Βγαίνουμε στο μπαλκόνι, πέμπτος όροφος, βλέπει λιμάνι, πάνω από το καφενείο ‘Λιμανάκι’ και την Μυροβόλο.
    Πηδάμε πάνω απ’ το διαχωριστικό στο διπλανό διαμέρισμα, πάνω απ’ το περβάζι, βλέπουμε τρεχαλητά στην παραλία. Έχουν κυκλώσει όλο το τετράγωνο οι κουφάλες, μας πήρανε χαμπάρι απ’ το λιμάνι και τρέχουν να ειδοποιήσουν τους δικούς τους.
    Κοινώς, την πατήσαμε!

Γυρνάμε πίσω, ανοίγουμε την πόρτα και παραδινόμαστε. Είχαν ξεκινήσει και τα τηλέφωνα προς τον πατέρα μου να μας πείσει ν’ ανοίξουμε την πόρτα.
Μας κρατούν στην Ασφάλεια δύο μέρες, ξεχωριστά, και μας ανακρίνουν διαρκώς. Δεν χρησιμοποιούν σωματική βία. Ένας σκληρός, ένας μαλακός.
Τους λέω πως ναι, φυσικά και είμαι σύντροφος, μέλος του κινήματος της Αυτονομίας, που θέλει ν’ αλλάξει τα πράγματα στην Ιταλία,
αλλά μέχρι εκεί, σε αντάρτικες οργανώσεις δεν έχω προσχωρήσει, το ίδιο και η κοπέλα.
Με ρωτούν διαρκώς για την 17 του Νοέμβρη και δηλώνω πλήρη άγνοια, είναι η αλήθεια άλλωστε.

Η μόνη μου σχέση με την οργάνωση είναι το λογότυπό της που ζωγράφισα στον τοίχο της σχολής μου την περίοδο της κατάληψης στην οποία συμμετείχα κάποιο καιρό νωρίτερα. Φυσικά και το κρατώ για τον εαυτό μου, όπως και την συμπάθεια που νιώθω για την οργάνωση. Από την πρώτη μέχρι την τελευταία μέρα της ύπαρξής της, μαζί με χιλιάδες άλλους Έλληνες. Και καταθέτω σ’ εσάς με όλη μου την ειλικρίνεια πως δεν έχω γνωρίσει Έλληνα που να την αντιπαθούσε.
Τις πολιτικές της αναλύσεις πάνω στο παγκόσμιο όσο και τον ντόπιο καπιταλισμό κανείς δεν μπόρεσε ποτέ να αντικρούσει άλλωστε, όπως αργότερα αυτές του επαναστατικού Αγώνα. Και αυτές των Ταξιαρχιών στην Ιταλία επίσης.
Εσείς πείτε ότι θέλετε.
Δικαίωμα του καθενός, και ιερό η γνώμη του, και η άποψη!
Συνεχίζω.

Κάποια στιγμή ο σκληρός με απειλεί πως έχει ήδη δώσει εντολή να ετοιμάσουν συμβατικό αυτοκίνητο για να με μεταφέρουν μέσα στην άγρια νύχτα στους παντέρημους εκείνα τα χρόνια και πανέμορφους, αληθινούς αμμόλοφους,
να με βασανίσουν στην ερημιά, μέχρι θανάτου λέει, για να τους τα ξεράσω όλα.
Χέστηκα επάνω μου. Σίγουρα. Με όση ψυχραιμία μου απέμενε του είπα πως είμαι αγωνιστής στο Ιταλικό κίνημα και πως της Ελληνικής πραγματικότητας έχω παντελή άγνοια, πως διασυνδέσεις με ξένες γενικότερα οργανώσεις, στη Φλωρεντία, μια μικρομεσαία κατάσταση δεν είχαμε ποτές, πως η Αυτονομία δεν είναι ένα ενιαίο συμπαγές κίνημα, πως με έλληνα αγωνιστή ή ελληνική οργάνωση δεν έχω ποτέ συναντηθεί.
Με πίστεψαν – δεν με πίστεψαν, δεν γνωρίζω,
πάντως στην ερημιά δεν με πήγαν.

Έχω ένα φιλαράκι, τον Παυλάρα, που κάθε φορά που με συναντούσε στην Ελλάδα, όταν ερχόμουν για διακοπές να συναντήσω τον πατέρα μου, μου έδινε φυλλάδια της ‘αντιπληροφόρησης’, να ενημερώνομαι για τα ελληνικά δρώμενα και καθέκαστα. Αυτή είναι η μοναδική μου σχέση με την ελληνική παρανομία, ας πούμε.
Φυσικά και αυτό το κράτησα για τον εαυτό μου, δεν χρειάζονταν να τρέχουν και τον φίλο μου, δεν υπήρχε κανένας απολύτως λόγος, που τα βρίσκεις ; κλπ.
Το παλικάρι ανέκαθεν ήταν κομμουνιστής, ανένταχτος όμως,
συμπαθούσαμε την ‘Ρήξη’ βέβαια, γιατί μας άρεσαν αυτά που έγραφε,
στην Καβάλα δεν κουνιόταν φύλλο, και ήμασταν εμείς οι δύο μοναχοί που συζητούσαμε καμιά φορά γι αυτά τα πράγματα και τίποτα άλλο.
Την πρώτη φορά που πήραμε μαζί μέρος σε πορεία για το Πολυτεχνείο, τότε που ακόμη και στην Καβάλα κατέβαιναν στον δρόμο χιλιάδες λαού, περπατούσαμε στο τέλος του πλήθους, ανένταχτοι και φωνάξαμε ‘το αίμα κυλάει, εκδίκηση ζητάει’. Μας κοίταζαν σαν να είμαστε εξωγήινοι.
Δεν ήταν λοιπόν, απ’ ότι καταλαβαίνετε για πολλά-πολλά ο κόσμος.

Έτσι κι αλλιώς, περαστικός ήμουν πάντα από εδώ, περαστικός νόμιζα πως θα είμαι και αυτή την φορά!
Ο φίλος μου ελεύθερος ήθελε πάντοτε να είναι, να κάνει του κεφαλιού του, δεν την πήγαινε την καθοδήγηση.
Και στο κάτω-κάτω, για άλλο πράγμα με-μας έχουν προσαγάγει, αυτό είναι στα υπέρ μου και το εκμεταλλεύομαι, όποτε μου δίνεται η ευκαιρία επιστρέφω τη συζήτηση συνεχώς προς τα εκεί.
Ζητώ βέβαια δικηγόρο και τα γνωστά.
Σε δυο μέρες με άφησαν ελεύθερο και έστειλαν την Ρόσσα στην Κομοτηνή, να την δικάσουν για έκδοση απ’ ότι με άφησαν να καταλάβω στην συνέχεια.
Τελικά, οι Ιταλοί, έκδοση ζητούν και για τους δυο μας.

ερυθρές ταξιαρχίες 5

Δημοσιεύτηκε στις 30 Δεκ 2014

Ανέβηκε στις 1 Μαρ 2011
η νύχτα της ‘Δημοκρατίας’ : ο Sergio Zavoli ερωτά τον Prof. Enrico Fenzi ταξιαρχίτη από την Γένοβα ο οποίος διαχώρισε την θέση του στην φυλακή

Walk on the wild side, Lou Reed.

  • Κάνω ένα διάλειμμα για να σας πω δυο λόγια για το ξύπνημα μου το πολιτικό, για το ξεκίνημα
    Καθοριστικό στη ζωή μου στάθηκε το παράδειγμα του Σαλβαδόρ Αλλιέντε, η μεγάλη στιγμή της Ουνιδάδ Ποπουλάρ και η θυσία του Προέδρου στο βομβαρδισμένο Παλάτσο ντελλα Μονέδα. Είμαι μόλις 18, στο ξεκίνημα της πολιτικοποίησης μου και όλη η Ευρώπη βομβαρδίζεται από τις εικόνες του Ανδρός που έπεσε με το όπλο στο χέρι, ενώ τα νέα από τις προσπάθειες του ενωμένου λαού της Χιλής να κτίσει σιγά-σιγά ένα μοντέλο ανεξάρτητου και αυτόνομου κοινωνικοποιημένου κράτους έφταναν καταιγιστικά, κάθε μέρα στα στέκια, εκεί που χτυπά η καρδιά της σκεπτόμενης νεολαίας.
    Βίαια διακόπτεται αυτό το πείραμα και τα νέα της κτηνώδους επέμβασης της φασιστικής αστυνομίας, των μυστικών υπηρεσιών που καθοδηγούν το πραξικόπημα υπό τις οδηγίες και την προστασία της κυβέρνησης των ΗΠΑ, και του στρατού της Χιλής αναστατώνουν τις ψυχές μιας νεολαίας που κατακλύζει καθημερινά τους δρόμους διαμαρτυρόμενη ενάντια στην επέμβαση της Βορειοαμερικανικής στρατιωτικής μηχανής στο Βιετνάμ.

αποκάλυψη τώρα

Εμείς όλοι είμαστε οπαδοί του MIR, συμπαθούντες του Κινήματος της Επαναστατικής Αριστεράς, του οποίου αγαπούσαμε τον τρόπο με τον οποίο σκέφτονταν, οργάνωνε την κίνησή τους, τον τρόπο με τον οποίο δρούσαν. Συγκλονισμένοι με το αγωνιστικό παράδειγμα των μελών της οργάνωσης, πριν, κατά την διάρκεια του πραξικοπήματος και στην συνέχεια στα χρόνια της χούντας, αγαπήσαμε και τον Πρόεδρο που μάχεται ανυποχώρητος μέχρι τέλους, υπερασπιζόμενος και με το όπλο στο χέρι, τα δίκια του λαού του.
Έχουμε παραδείγματα μαχητών πολύ κοντύτερα, ΕΤΑ στην γειτονική Ισπανία, IRA στον βορρά στην Βρετανία και RAF λίγο πιo πάνω στην κοντινή Γερμανία. Αργότερα γεννιέται και η Αξιόν Ντιρέκτ στη Γαλλία.
Για κάποιον ανεξήγητο λόγο, οι περιπέτειες των Χιλιανών συντρόφων μας, όπως και αυτών της Ουρουγουάης, των θρυλικών Τουπαμάρος με έκαναν να τους νιώθω κοντύτερα, μες την καρδιά μου.
Πολύ κοντύτερα.

http://vimeo.com/90865784

κατάσταση πολιορκίας

Και να τους παρακολουθώ πιο άμεσα, όπως έγινε αργότερα με τους Σαντινίστας. Στις εφημερίδες με προσοχή μεγάλη σκάλιζα πρώτ’ απ’ όλα τις σελίδες να βρω νέα για τ’ αδέλφια μας και ύστερα έψαχνα για τα υπόλοιπα. Και στην τηλεόραση παρακολουθούσα μοναχά σαν αναφέρονταν σε αυτούς.
Οι εξόριστοι φοιτητές στην πόλη μας από αυτά τα μέρη γίνονται πάντα αγαπημένοι σύντροφοι. Μιλούσαμε με τις ώρες και δεν τους αφήναμε να κλείσουν το στόμα χωρίς να διηγηθούν και την τελευταία λεπτομέρεια από τις δράσεις αυτών των σπουδαίων ανθρώπων, που έχουν αποκτήσει μια μυθική σπουδαιότητα στα μάτια μας. Ιστορίες από τους τόπους τους, τις περιπέτειες, τις ήττες και τις νίκες!
Το κλίμα ίσως, το ταμπεραμέντο…….

Te Recuerdo Amanda, Victor Jara.

  • Αντιγράφω από το βιβλίο του τεράστιου Γκαμπριέλ Γκαρσία Μάρκες για Τις Περιπέτειες του Μιγκέλ Λιττίν στην Χιλή :
    ‘Ήταν ένας σκηνοθέτης της Χιλής και της Ουνιδάδ Ποπουλάρ όταν έγινε το στρατιωτικό πραξικόπημα του Αουγκούστο Πινοσέτ κατά του λαού. Ο ίδιος ο Αλλιέντε τον είχε ορίσει το 1970 επικεφαλής στην Τσίλε Φίλμς, μέσα από την οποία [και ενώπιον της οποίας] οι χιλιανοί σκηνοθέτες επεδίωκαν την εφαρμογή των θεωριών τους για λαϊκή κουλτούρα, αλλά και λαϊκή κυριαρχία, εισάγοντας νέες μεθόδους παραγωγής και διανομής.

Ο Μιγκέλ Λιττίν, οριστικά εξόριστος από τον δικτάτορα της Χιλής, πέρασε παράνομα τα σύνορα της πατρίδας του στις αρχές του 1985, μεταμφιεσμένος σε ουρουγουανό επιχειρηματία. Ενώ προηγουμένως ήταν μελαχρινός, είχε γένια και ήταν εύσωμος, τώρα εμφανίζεται αδυνατισμένος, χωρίς γένια, με καστανά μαλλιά. ‘Ξαναμαθαίνει’ απ’ την αρχή το γέλιο, όλες τις χειρονομίες και τις κινήσεις. Καθοδηγώντας ταυτόχρονα 5 κινηματογραφικά συνεργεία που δούλευαν σε διαφορετικά μέρη, έγινε και ο ίδιος ηθοποιός, παίζοντας ένα ρόλο που απαιτούσε τελειότητα : το παραμικρό λάθος θα ήταν μοιραίο. Σκοπός του είναι να κινηματογραφήσει την αγαπημένη, λεηλατημένη πατρίδα του, να καταγράψει την ‘αποτρόπαια σιωπή’ σε μια χώρα που βρίσκεται σε κατάσταση πολιορκίας. Η μεταμφίεσή του ήταν τόσο πετυχημένη, που ούτε η ίδια του η μάνα δεν τον αναγνώρισε ! όταν την επισκέφτηκε ξαφνικά.

Ο Σαλβαδόρ Αλλιέντε είχε εκλεγεί πολλές φορές βουλευτής και γερουσιαστής και υπήρξε τέσσερις φορές υποψήφιος πριν εκλεγεί πρόεδρος. Επιπλέον, στην μακριά κοινοβουλευτική του καριέρα, ήταν υποψήφιος στις περισσότερες επαρχίες της χώρας, από τα σύνορα με το Περού ως την Παταγονία, έτσι, όχι μόνο γνώριζε κατά βάθος σε κάθε τετραγωνικό εκατοστό τους διάφορους πολιτισμούς, τους ανθρώπους, τις πίκρες και τα όνειρά τους, αλλά και ολόκληρο τον πληθυσμό τον γνώρισε απ’ την καλή και την ανάποδη. Αντίθετα με τους πολιτικούς που τους έβλεπαν μόνο στον Τύπο και στην τηλεόραση, ή τους άκουγαν από το ραδιόφωνο, ο Αλλιέντε έκανε πολιτική μες τα σπίτια, από σπίτι σε σπίτι, σε άμεση και θερμή επαφή με τον κόσμο, όπως ήταν και στο επάγγελμά του : ένας οικογενειακός γιατρός. Η κατανόηση του ανθρώπου μαζί με ένα σχεδόν ζωώδες ένστικτο του πολιτικού επαγγέλματος κατάφεραν να ξυπνήσουν αντιφατικά συναισθήματα καθόλου εύκολα στη λύση τους. Όταν ήταν πια Πρόεδρος, ένας άνθρωπος παρέλασε μπροστά του σε μια διαδήλωση κρατώντας μια ασυνήθιστη αφίσα : »Έχουμε μια σκατοκυβέρνηση, αλλά είναι η Κυβέρνησή μου’. Σηκώθηκε, τον χειροκρότησε και κατέβηκε για να του σφίξει το χέρι.’

Βλέπουμε εκείνες τις μέρες και την Κατάσταση Πολιορκίας, του Κώστα Γαβρά με μουσική του Μίκη Θεοδωράκη, και πρωταγωνιστή τον Ύβ Μοντάν,1972, ταινία που αναφέρεται στην κατάσταση της Ουρουγουάη, τις επεμβάσεις των Βορειοαμερικανών στις χώρες του Νότου, και το κίνημα των ανταρτών Τουπαμάρος. Έχω ξαναγράψει, δεν θα επεκταθώ.
Έχει προηγηθεί ‘Η Μάχη του Αλγερίου’, του Τζίλο Ποντεκόρβο.
Τους ερωτευόμαστε!

http://www.exashare.com/0132kkzqvhti

η μάχη του Αλγερίου

  • Επιστρέφουμε στη Χιλή :
    ‘Εκεί υπάρχουν δύο πεθαμένοι που ποτέ δεν πεθαίνουν : Αλλιέντε λοιπόν και ο Νερούδα, δυο ζωντανοί πεθαμένοι.
    Η λατρεία τους είναι φανερή παντού. Ο τάφος του Αλλιέντε είναι μόνιμα τόπος προσκυνήματος.
    Στο σπίτι του Νερούδα στην Ίσλα Νέγκρα εξακολουθεί να πηγαίνει εκεί μια νέα γενιά ερωτευμένων που δεν ήταν περισσότερο από οκτώ χρονών όταν ζούσε ο ποιητής. Έρχονται απ’ όλο τον κόσμο και να γράψουν ερωτικά μηνύματα πάνω στο φράκτη που εμποδίζει την είσοδο. Αλλά υπάρχουν κι άλλα που οι φρουροί δεν προλαβαίνουν να τα εμποδίσουν, ούτε να τα σβήσουν! ‘Στρατηγοί, ο έρωτας ποτέ δεν πεθαίνει. Ο Αλλιέντε και ο Νερούδα ζουν. Ενός λεπτού σκοτάδι δεν θα μας τυφλώσει’.
    Είναι γραμμένα στα πιο απίθανα σημεία κι όλος ο φράκτης δίνει την εντύπωση πως υπάρχουν επιγραφές από διάφορες γενιές, η μία πάνω στην άλλη, από την έλλειψη χώρου’.

Μια και μας δίνεται λοιπόν η ευκαιρία μεταφέρω δυο λόγια του μεγάλου ποιητή που αντιγράφω από γράμμα του φυλακισμένου αναρχικού αγωνιστή Κώστα Σακκά στο Athens Indy :
‘Αργοπεθαίνει όποιος δεν διακινδυνεύει τη βεβαιότητα για την αβεβαιότητα για να κυνηγήσει ένα όνειρο, όποιος δεν επιτρέπει στον εαυτό του τουλάχιστον μία φορά στη ζωή του να αποφύγει τις εχέφρονες συμβουλές….
Αποφεύγουμε το θάνατο σε μικρές δόσεις όταν θυμόμαστε πάντοτε ότι για να είσαι ζωντανός χρειάζεται μία προσπάθεια πολύ μεγαλύτερη απ’ το απλό γεγονός της αναπνοής΄.

Gracias a la vida, Violeta Parra.

  • Συνεχίζω λοιπόν από εκεί που σταμάτησα την καβαλιώτικη αφήγηση :

Η Ροσσάνα βρίσκεται κλεισμένη στην Κομοτηνή, εγώ απαγορεύεται να τη δω. Έρχεται από το Ούντινε όπου κατοικεί ο Γκουίντο, ο νεότερος αδελφός της. Ψηλός, αδύνατος, ξανθός. Πολύ όμορφος, όλες τον θαυμάζουν. Καλό παλικάρι, ευγενικός, την επισκέπτεται συχνά κι έτσι ανταλλάσουμε νέα. Μένει σπίτι μας φυσικά. Προφορικά νέα, διότι τα γραπτά τα απαγορεύουν, χρειάζονται μεταφραστή, που να τον βρουν, φοβούνται και τα συνθηματικά. Πηγαίνω δυο φορές να συναντήσω τον δικηγόρο της που με χρειάζεται, τον κ. Γιαλιτάκη, εξαιρετικό νομικό και άνθρωπο
τη μια με αφήνουν να τη δω για πέντε λεπτά από το παραθυράκι της πόρτας που χωρίζει το ανδρικό από το γυναικείο τμήμα. Με πήγε ο φίλος, ο Βασίλης ο Ζωίδης με το κουπεράκι του. Τον γνώρισα στου Νικόλα, το διάστημα που ήμασταν ελεύθεροι και οι δύο. Την δεύτερη φορά μου δάνεισε το αυτοκίνητό του μιας και αδυνατούσε να με συνοδέψει. Τον ευγνωμονώ για πάντα, αυτά τα πράγματα εκείνα τα χρόνια δεν γίνονταν, δεν εμπιστευόσουν το κάρο σου σε κάποιον που γνωρίζεις μονάχα δύο μήνες!

Αργότερα μου χάρισε μάλιστα ένα υπέροχο ταξίδι μιας βδομάδας στα χωριά του Ψιλορείτη, όπου είχε φίλο καρδιακό από τα χρόνια της αντίστασης στη χούντα, στο Πανεπιστήμιο της Θεσσαλονίκης. Αριστερός, λάτρης του καλού κρασιού και του φαγητού.
Περάσαμε αξέχαστα. Αυτός και η σπουδαία σύντροφός του η Άννυ είναι δύο εξαιρετικοί άνθρωποι. Με τον καιρό χαθήκαμε.
Γίνεται τελικά η δίκη, εκεί μπορώ και την αγκαλιάζω για ένα δεκάλεπτο που μας αφήνουν κλεισμένους σε ένα γραφείο του δικαστηρίου,κλειδωμένους.
Αποφασίζουν την έκδοσή της για τις πράξεις για τις οποίες κατηγορείται, αφαιρώντας τη συμμετοχή σε ένοπλη ανατρεπτική ομάδα.
Κατήφεια, απογοήτευση.
Προσφυγή στον Άρειο Πάγο.
Την μεταφέρουν στον Κορυδαλλό και την ίδια μέρα συλλαμβάνουν εμένα, έχει περάσει μήνας απ’ τη μέρα που χτύπησαν την πόρτα.
Είναι Παρασκευή, ο διοικητής του τμήματος μου φέρεται εξαιρετικά, γνωρίζει την οικογένειά μου απ’ την μεριά της δεύτερης γυναίκας του πατέρα μου,
αν θυμάμαι καλά, ο κ. Ηλιόπουλος.
Η μάνα μου πέθανε όταν ήμουν μικρούλης, φωνάζω και νιώθω μάνα μου την καινούρια γυναίκα, την γνώρισα από παιδί.
Αντί να μ’ έχουν μονίμως κλεισμένο στο μικρό κελί που υπάρχει στον δεύτερο όροφο, περνώ τις περισσότερες ώρες σε ένα γραφείο όπου με επισκέπτεται ο πατέρας μου. Δίχως χειροπέδες, με διακριτική παρακολούθηση. Γράφω στην Ρόσσα και εγγυάται πως το γράμμα θα φτάσει στα χέρια της, όπως και έγινε.
Κοιμάμαι το βράδυ στο κελί. Αύριο θα με στείλουν Κομοτηνή. Με ρωτά αν επιθυμώ να περάσω το Σαββατοκύριακο εκεί, νάρχεται κι ο πατέρας μου να με βλέπει.
Δεν θέλω να τον στενοχωρώ περισσότερο, επιθυμώ να βρεθώ μια ώρα νωρίτερα στο περιβάλλον στο οποίο θα ζήσω το επόμενο διάστημα, προτιμώ να με στείλουν στη φυλακή το συντομότερο δυνατό.
Έτσι και γίνεται, περνώ την πόρτα και μετά τα διαδικαστικά με τοποθετούν πρόχειρα σε κάποιο κελί, μόλις που προλαβαίνω να παρακολουθήσω το μπαράζ που γίνεται στον Βόλο ανάμεσα στον Ολυμπιακό και τον Άρη για να αναδειχθεί ο πρωταθλητής του ποδοσφαιρικού πρωταθλήματος!
Για την ιστορία, στεφθήκαμε πρωταθλητές κερδίζοντας 2-0.
Κάθισα μέσα έξι μήνες προφυλακισμένος, σε αναμονή της δίκης μιας και η χώρα μου αποφάσισε να μη με εκδώσει και δέχτηκε να με δικάσει εδώ, ζητώντας την απαραίτητη δικογραφία. Και μιας και ο καιρός περνούσε και η διαδικασία δεν ολοκληρώνονταν,έδωσαν παράταση προφυλάκισης για ένα ακόμη εξάμηνο.

Ο θάλαμος που με τοποθέτησαν οριστικά ήταν πολύ μεγάλος, ήμασταν στριμωγμένοι καμιά δεκαπενταριά εκεί μέσα,με μία ξυλόσομπα στη μέση για τις κρύες μέρες του χειμώνα. Κάποιες περίοδες γινόμασταν και περισσότεροι, όταν η ‘εγκληματικότητα’ αυξάνονταν. Είναι δικαστικές φυλακές αυτές της Κομοτηνής, κάποιοι με μέσον όμως εκτείουν εκεί την ποινή τους.
Κάνω παρέα με τους Ιταλούς που βρίσκω έγκλειστους, τους ξένους γενικότερα. Με τους ντόπιους δεν μπορώ να συγχρωτιστώ, δεν είναι ώρα για μεγάλες αναλύσεις, η ρουφιανιά πέφτει σύννεφο για τα πιο απλά πραγματάκια, άσε που χρόνια στο εξωτερικό έχω αποκτήσει νοοτροπία διαφορετική. Είναι λιγάκι διαφορετικοί και οι κώδικες συμπεριφοράς γενικότερα, μη ξεχνάτε πως το κατώφλι της φυλακής το έχω ξαναπεράσει στη Φλωρεντία, δεν είμαι άσχετος, κι ας η παραμονή μου εκεί είχε κρατήσει λίγο.

Γενικά, τα βρίσκω καλύτερα με τους ξένους που είναι όλοι μέσα για εμπορία ναρκωτικών, ή κατοχή για κάνα δυο, τους πιο τυχερούς.
Πολιτικοί δεν υπάρχουν, είμαι ο μοναδικός.
Θυμάμαι χαρακτηριστικά ένα Γαλλοκαναδό από το Κεμπέκ, έναν υπέροχο Λιβανέζο από το Μπάαλμπεκ και ένα Σέρβο, πολύ σκληρό, όλοι τον τρέμουν. Οι περισσότεροι μέσα με πάνω από τριάντα κιλά νταλαβέρι.Μόνο ο Λίνο, ψαράς από τη νότια Ιταλία που έπεσε έξω στις δουλειές του και έκανε το ταξίδι στην Πόλη για να ορθοποδήσει πιάστηκε στα σύνορα με 3 κιλά άσπρη. Καθαρό, ξεκάθαρο δόσιμο, κάρφωμα. Απ’ τους εμπόρους τους ίδιους
όταν του έκρυβαν στο αυτοκίνητο το ‘πράμα’, ένα σακουλάκι με μισό κιλό δεν χώρεσε, δεν κατάφεραν να το καβατζώσουν και αναγκαστικά το κράτησαν.Το μήνυμα όμως είχε ήδη σταλεί και ο καημένος ο Λίνο έφαγε το ξύλο της χρονιάς του από τους Έλληνες τελωνειακούς για να αποκαλύψει που είχε ‘κρυμμένο’ το τελευταίο δεματάκι.
Ήταν ο μεγαλύτερος απ’ όλους μας αυτός ο συμπαθέστατος ‘γεροντάκος’, με είχε σαν παιδί του.

Λίγο αργότερα ήρθε και ο Λουίτζι, δούλευε στην Αλιτάλια και είχε μεγάλη ευχέρεια στα ταξίδια λόγω τζαμπέ εισιτηρίων σε κάθε γωνιά της γης.
Ελεύθεροι όταν βρεθήκαμε συναντηθήκαμε δύο φορές.
Την πρώτη ήρθε και με βρήκε στην Καβάλα με την κόρη του, πήγαμε για λίγες μέρες και στη Θάσο. Του χάρισα τότε ‘Τα παραπονεμένα λόγια’ που γνώριζε ήδη από τα μπουντρούμια, μ’ έβαζε να του τα τραγουδώ όλη την ώρα ‘ζωντανά’ και η κόρη του ανατρίχιαζε και δάκρυζε.
Τη δεύτερη φορά ήρθε με την κοπελιά του. Κάναμε ένα μεγάλο ταξίδι με το κάμπριο του, το φυσούσε το παραδάκι. Κάναμε σχεδόν τον γύρο της Χαλκιδικής, φτάσαμε τελικά μέχρι την Πάργα. Ένα βράδυ στα Σύβοτα ο Λουίτζι κοιμήθηκε νωρίς και εγώ συνέχισα έξω με το κορίτσι.

Δεν είναι όμορφη, είναι όμως εντυπωσιακή, φοβερό θηλυκό με δυνατή προσωπικότητα. Κάναμε έρωτα σε ένα σκάφος που ήταν αραγμένο μακριά, στην άκρη του μώλου, έρημο εκείνη την ώρα απ’ τους ιδιοκτήτες του. Απ’ τη πρώτη στιγμή που κοιταχτήκαμε γεννήθηκε μεταξύ μας μεγάλη έλξη, μια χημεία μαγική.
Την άλλη μέρα φυσικά του τα είπε όλα. Ο φίλος στράβωσε λιγάκι, δεν άλλαξε όμως καθόλου την συμπεριφορά του. Στην Πάργα δεν άντεξα εγώ, τους χαιρέτησα με θέρμη και έφυγα για Αθήνα. Δεν ξανά έμαθα νέα του. Χαθήκαμε οριστικά.

Στη φυλακή η μονοτονία είναι φοβερή. Ακούμε μουσική από ραδιοφωνάκια, την τηλεόραση από τότε δεν μπορώ να την παρακολουθήσω, δεν την χωνεύω κι ας μην έχει καμία σχέση με την σημερινή εμετική πραγματικότητα. Έχουμε ανοιχτό το προαύλιο για οκτώ ώρες τη μέρα, παίζουμε συνεχώς βόλεϋ, εκεί έκανα την τέλεια ‘προετοιμασία’ που μου χρειάστηκε αργότερα, στα πανέμορφα χρόνια της παραλίας! Πίνουμε καφεδάκια κάτω από τον πλάτανο που βρίσκεται ακριβώς στη μέση της αυλής [ η φυλακή της Κομοτηνής ήταν τότε ένα παλαιό χάνι με τα όλα του που αργότερα μετατράπηκε σε χώρο εγκλεισμού].

Ανταλλάσσω σχεδόν καθημερινά γράμματα με την Ρόσσα. Βλέπω στην τηλεόραση που την χώνουν με το ζόρι στο αεροπλάνο της επιστροφής αφού και η προσφυγή της απερρίφθη.
Μαθαίνω από τις εφημερίδες για την απαγωγή της από το κελί, για την προσπάθειά της να κόψει τις φλέβες για να αποφύγει την πτήση. Άλλοι είπαν με τα δόντια, άλλοι με το βραχιολάκι που φορούσε.
Ο πιλότος δεν δέχεται να την βάλει στο σκάφος, ένας βλάκας γιατρός αναλαμβάνει την ευθύνη, νομίζω την συνοδεύει στο ταξίδι. Η μάνα της που ήρθε να της συμπαρασταθεί τις τελευταίες Αθηναϊκές μέρες, απελπισμένη, εγώ δυστυχισμένος. Ο κ. Μιράσγεζης που κίνησε τις διαδικασίες στον Άρειο Πάγο απογοητευμένος. Μόνες ευχαριστημένες οι φυλλάδες που πουλάνε στον κόσμο ερωτικό ρομάντζο. Μονάχα κάποιες σοβαρές, όπως η δικιά μας ‘Πρωϊνή’ θυμίζει πως λίγο καιρό νωρίτερα, οι Ιταλικές αρχές είχαν αρνηθεί την έκδοση του χουντικού Ασλανίδη, που είχε καταφύγει στη χώρα τους, απαντώντας αρνητικά στο αίτημα των Ελληνικών αρχών.

Εμείς ανέκαθεν γιουσουφάκια.
Μέρες τώρα, από δω το πάνε κι από εκεί, αρνούνται να απαντήσουν στο αίτημα μας να παντρευτούμε, φυλακισμένοι όντες.Μέχρι την τελευταία στιγμή την αφήνουν να πιστεύει πως θα το επιτρέψουν.
Πήγα να τρελαθώ,
άντεξα.
Ο άνθρωπος έχει απίστευτες δυνάμεις στα δύσκολα.
Συνέχισα.

Prodigy, Stand up.

Βρώμικα φιλιά – Λάκης Παπαδόπουλος – vrwmika filia

DSC02242

συνεχίζεται

τα βιβλία του μιχάλη, i libri di michele

Ρ. εκενώστε τους δρόμους από τα όνειρα – 16

Αντί οριστικού επιλόγου λοιπόν θα σας διαβάσω κάποια μικρά αποσπάσματα από το βιβλίο της Κάρμεν Καστίγιο‘Μία νύχτα στο Σαντιάγο’.

Η Κάρμεν Καστίγιο έζησε από κοντά την ιστορία του MIR – Κινήματος της Επαναστατικής Αριστεράς – [όταν η λέξη αριστερά είχε ακόμη σημασία], τόσο πριν όσο και μετά τη δολοφονία του Σαλβαδόρ Αλλιέντε και την άνοδο του Πινοσέτ στην Χιλή.
Από τον πρόλογο λοιπόν του βιβλίου : ‘δεν είναι η στρατευμένη γυναίκα που μιλάει, είναι η γυναίκα. Μια γυναίκα όμως που ανακαλεί στρατευμένους’ τονίζει χαρακτηριστικά για το βιβλίο της το οποίο χαρακτηρίζει ’σπάνιο δημιούργημα’ ο Nouvelle Observateur, που είναι μεγάλη εκδοτική επιτυχία στη Γαλλία, όπου κυκλοφόρησε το 1979.
Διαβάζουμε λοιπόν :

‘Χιλή. Ο Μιγκέλ Ενρίκεζ, γενικός γραμματέας του Επαναστατικού Αριστερού Κινήματος, σκοτώθηκε στο Σαντιάγκο, κατά τη διάρκεια μιας σύγκρουσης με τον στρατό. Σκοτώθηκε το Σάββατο, 5 Οκτώβρη, κατά τη διάρκεια πολύωρης ανταλλαγής πυροβολισμών μεταξύ μελών του MIR που ήταν περικυκλωμένοι σ’ ένα σπίτι του Σαν- Μιγκέλ, λαϊκής συνοικίας του Σαντιάγκο, και ένοπλων δυνάμεων’.

Το σύντομο και λακωνικό επίσημο ανακοινωθέν, που αναγγέλλει το θάνατο του κυριότερου αρχηγού του ΕΑΚ δεν δίνει ούτε τον αριθμό ούτε τα ονόματα των άλλων θυμάτων, εκτός από την κόρη του πρώην πρύτανη του καθολικού Πανεπιστημίου του Σαντιάγκο, κα Κάρμεν Καστίγιο Ετσεβερρία, που αγωνίστηκε στο πλευρό του. Τραυματισμένη, έχει εισαχθεί σε νοσοκομείο.
Μια εφημερίδα του Σαντιάγκο, η Τercera, αναφέρει ότι ένας ανιψιός του τελευταίου προέδρου της Χιλής, ο Αντρές Πασκάλ Αλλιέντε, από τους ηγέτες του MIR, έχει επίσης τραυματιστεί κατά τη διάρκεια της συμπλοκής, αλλά η είδηση δεν επιβεβαιώθηκε επίσημα.
Μ’ αυτές τις λέξεις ανακοίνωσε η Monde της 8ης Οκτώβρη του ‘74 το επεισόδιο απ’ το οποίο αντλεί την καταγωγή του αυτό το βιβλίο. Η Κάρμεν Καστίγιο – που πιάστηκε και, αργότερα, εξορίστηκε στη Γαλλία – επιχειρεί εδώ μια πλατιά αναδρομή στις αναμνήσεις, προς εκείνη την 5η του Οκτώβρη.

Μας εκθέτει ένα ημερολόγιο με πολλές σκηνές : το γαλάζιο σπίτι της Σάντα Φε, όπου ένας άντρας, μια γυναίκα και τα παιδιά τους έζησαν την αντίσταση στη δικτατορία. Το σπίτι των βασανιστηρίων ‘Χοσέ Ντομίνγκο Κάνιας’, στην καρδιά του Σαντιάγκο, η Κούβα, όπου βρίσκονται όσοι επέζησαν, το Παρίσι.
Ένα πολυφωνικό ημερολόγιο, που αντηχεί και τον λόγο των άλλων. Της αδελφής του Αλλιέντε, του βασανιστή αξιωματικού, της μαχήτριας του ΕΑΚ, Της ΒΑΣΑΝΙΖΌΜΕΝΗς, ΤΟΥ ΑΔΕΛΦΟΎ, ΤΟΥ ΦΊΛΟΥ.
ΣΕΛΊΔΕΣ ΥΠΟΒΛΗΤΙΚΈΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΙΚΉ ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΌΤΗΤΑ Της ΚΑΤΑΠΊΕΣΗΣ. ΣΤΟ ΠΡΟΟΔΕΥΤΙΚΌ ΞΕΤΎΛΙΓΜΑ των εικόνων, που όλες τους συγκλίνουν προς εκείνη την ημέρα-τομή, η απελπισία συνυπάρχει με την ζωή, η προσμονή της ελευθερίας με την επιθυμία της εκδίκησης, το μίσος ,η αγάπη. Ανασυντίθεται, κομμάτι-κομμάτι, το παζλ, που αποκαλύπτει με τον καλύτερο τρόπο την Αντίσταση στη Χιλή, ρέει αβίαστα ο λόγος, που ομολογεί ότι κάθε αντίσταση δεν μπορεί να ξεπηδάει παρά μόνο από την αγάπη.

Jean-Claude Barreau.

Σελίδες 170-176:

Η Λάουρα Αλλιέντε, αδελφή του δολοφονημένου Προέδρου, γιαγιά της Καμίλ, βρίσκεται στο νοσοκομείο της Αβάνας βαριά άρρωστη. Εδώ και τρεις μέρες αναλαβαίνει από μια εγχείρηση, πονάει πολύ, πάρα πολύ. Ούτε ένα παράπονο, δεν μπορεί καν ν’ ανεχτεί την ιδέα ότι θα ενοχλήσει τους άλλους. Στην Κούβα, όπου η οικογένεια κρατάει τις βάρδιες στο νοσοκομείο, διαλέγω το βραδινό ωράριο.
Οι επισκέψεις αραιώνουν, μαζί με το σκοτάδι έρχεται κι η γαλήνη. Η Λαουρίτα είναι ξαπλωμένη σ’ ένα λευκό κρεβάτι, απ’ το μικρό παράθυρο φαίνονται μερικά αστέρια σ’ ένα κομμάτι ουρανού, σύννεφα που γλιστρούν γρήγορα, μαρτιάτικος άνεμος φυσάει στην Αβάνα.
Αισθανόμαστε όμορφα, μοναχές μας, και μετά από μια σιωπή, αρχίζουμε αβίαστα, χωρίς κανένα βολονταρισμό- η ερώτηση θαρρείς αναβλύζει.

Πες-μου Λαουρίτα, por favor, που ήσουν το Σάββατο, στις 5 Οκτώβρη ;
Με κοιτάζει, και μου κάνει μια ανεπαίσθητη κίνηση. Μετά δάκρυα- ένα, δύο, κι άλλα, κι άλλα. …και σιωπή.
Φαντάζομαι ότι αποκοιμήθηκε. Θα είναι κουρασμένη, σίγουρα, δεν μπορώ να επιμείνω.
Ξανανοίγει τα μάτια, εκείνα τα ωραία χρυσά μάτια της, πετάει αλλού, πολύ μακριά, κοντά στον Μιγκέλ. Το βλέμμα της καρφωμένο στο ταβάνι, και μετά μένει πάνω μου. Είμαι καθισμένη δίπλα στο κρεβάτι, έτοιμη να την ακούσω.
Γιατί, με ρωτάει, γιατί να βασανιζόμαστε έτσι ;
Δεν ξέρω. …η ανάγκη να μάθουμε περισσότερα, δεν ξεχνούμε – γιατί λοιπόν να σωπαίνουμε ; Κάθε άλλο, είναι καλό να μοιραζόμαστε, να ξαναζούμε τις αγάπες μας μαζί μ’ αυτούς που αγαπούμε. Ο καθένας, βέβαια, το βλέπει διαφορετικά, αν δεν μπορείς, αν δεν θέλεις. …αύριο, ή μεθαύριο. …έχουμε καιρό, δεν πρέπει να βιαζόμαστε.

Η Λαουρίτα αρχίζει να μιλάει, σιγά-σιγά, χωρίς να το καταλάβουμε, η λευκή γύμνια της κάμαρας σβήνει, σκιαγραφεί εικόνες που αρχίζουν να ζουν, το νοσοκομείο εξαφανίζεται, και ξαναβρισκόμαστε στο Σαντιάγκο.
Η νύχτα του Σαββάτου 5 Οκτώβρη : η ψυχρότητα μιας ραδιοφωνικής είδησης, λιγόλογης και αδυσώπητης.
Η Λαουρίτα αποφεύγει εκείνες τις λέξεις, της αναστάτωσης και της φρίκης. Δεν λέει πως ξεπέρασε το χτύπημα και τα πρώτα λεπτά της παγωμένης περισυλλογής. Προχωρεί, στα γρήγορα, σ’ εκείνην τη δύναμη που την έστησε και πάλι όρθια, που την ώθησε έξω, να πάει να βρει εκείνους που υποφέρουν όσο κανείς άλλος.

Η Λαουρίτα ξέρει ότι θα καταφέρει να τους δει, θέλει να πάει εκεί, να είναι με τους γονείς του Μιγκέλ το ίδιο εκείνο βράδυ. Κατευθύνεται, χωρίς δισταγμό, προς το σπίτι της λεωφόρου Προβιντέντσια.
Έχει περάσει μήνας, ίσως, από τότε που οι στρατιωτικοί είχαν μεταφέρει το Δον Εντγκάρντο Ενρίκεζ, υπουργό της λαϊκής κυβέρνησης, από το στρατόπεδο συγκέντρωσης του νησιού Ντάουζον, στο σπίτι του. Του απαγόρευαν κάθε μετακίνηση. Ήταν κρατούμενος, σπίτι του, κάτω από αυστηρή επιτήρηση.

Η Λαουρίτα δεν υπακούει στις διαταγές αυτού του συρφετού των δολοφόνων. Πηγαίνει στο πλευρό του δον Εντγκάρντο και της σενιόρα Ρακέλ, περνάει τα μπλόκα που κυκλώνουν το τετράγωνο.
Είχε πλημμυρίσει ο τόπος, οι δρόμοι και τα πεζοδρόμια, το πάρκο, απέναντι απ’ το κτίριο το πλάτωμα, βρίθουν από στρατιώτες. Άντρες με πολιτικά, οπλισμένοι, είναι μαζεμένοι στο χωλ, στην είσοδο, ακουμπάνε στους τοίχους, στη σκάλα και στους διαδρόμους.
Οι άνθρωποι με τα γκρι και τα μαύρα χαμηλώνουν τα βλέμματα, κολλούν στους τοίχους, εκμηδενίζονται στο πέρασμα αυτής της περήφανης γυναίκας. Φοβούνται και τις σκιές που την συνοδεύουν. Δεν ζητάει την άδεια, περνάει με το αγέρωχο βήμα της, χωρίς καν να τους κοιτάξει.

Η Λαουρίτα, η αριστοκρατικότητα αυτής της γυναίκας, η ομορφιά των λεπτών χαρακτηριστικών της, τα μελιά της μάτια, γεμάτα θέληση. Καταλαβαίνω γιατί δεν τόλμησαν να εμποδίσουν το σίγουρο βήμα της που ανεβαίνει τη σκάλα, προς το μέρος όπου απόθεσαν το σώμα του ‘τρομοκράτη’.
Της ανοίγει την πόρτα ο δον Εντγκάρντο. Είναι ακόμα πιο επιβλητικός απ’ ότι συνήθως, η ευγένεια της φυσιογνωμίας του εντονότερη μέσα στον πόνο του, μια απροσδόκητη λάμψη στο βλέμμα του. Ήταν μόνοι τους, νομίζω, η σενιόρα Ρακέλ κι ο δον Εντγκάρντο. Στη μεγάλη σάλα, το φέρετρο.

Δον Εντγκάρντο : δεν είναι ο υιός μου αυτός, Λαουρίτα, κοιτάξτε πως τον κατάντησαν.
Η Λαουρίτα αρνείται. Όχι, δεν θα τον δει. Ο Μιγκέλ δεν πέθανε. Είναι δυο βδομάδες μόλις που τον είχε συναντήσει. Ο Μιγκέλ γελούσε – δεν θα χαλάσει αυτή την εικόνα, τη λεπτότητα του χιούμορ του, την αλλόκοτη ταχύτητα των λέξεων του, που μπερδεύονται, το πάθος που κυριαρχεί – ο Μιγκέλ έχει τη χάρη, τη λάμψη του γέλιου και απότομα, τη δύναμη της σοβαρότητας. Όχι, η Λαουρίτα μένει στη διπλανή κάμαρα, ένας τοίχος την χωρίζει απ’ το φέρετρο, που δίπλα του ξαπλώνουν αργότερα ο δον Εντγκάρντο και η σενιόρα Ρακέλ, τις ατέλειωτες ώρες μιας νύχτας, της νύχτας του Σαββάτου 5 Οκτώβρη.
Η κηδεία, που μόνο η οικογένεια την ακολουθεί.

Η συνοδεία : δεκάδες στρατιωτικά τζιπ, φορτηγάκια κι άλλα αυτοκίνητα της D.I.N.A. ‘Αυτοί’ φοβόταν, τι όμως ; Στρατιωτικοί, με στολή και με πολιτικά, γεμίζουν τα πεζοδρόμια, τις διασταυρώσεις, τις όχθες του ποταμού Μαπότσο μέχρι την καρδιά της βορειανατολικής περιοχής της πόλης. Πλήθος στρατιωτών στις πόρτες του νεκροταφείου. Οι φάτσες τους, αυτή η επίδειξη δύναμης, δείχνουν καθαρά ότι, ακόμα και στο ζενίθ του θριάμβου τους, αισθάνονται κίνδυνο. Σαν να φοβούνται μήπως πέσει τίποτα στα κεφάλια τους, και πυκνώνουν τις γραμμές τους για να αντιμετωπίσουν αυτήν την εναγώνια, υπερκόσμια προαίσθηση, σαν κάτι να ‘πρεπε να συμβεί. Κι όμως. …ο Μιγκέλ ήταν μόνος, εκείνη την μέρα.

Ένας τάφος είναι σκαμμένος στην σκληρή γη.
Το θάρρος της μητέρας του, η δύναμη της περηφάνιας της : ‘δεν πέθανες, υιέ μου, ζεις στην καρδιά του λαού, ανάμεσά μας’. χρειάζονταν κουράγιο – αλλά και πόση αγάπη! Αυτά τα απλά λόγια ηχούν διαφορετικά, ανάμεσα στις στολές, το γκρίζο και το μαύρο. Μου είπαν ότι πάνω στον τάφο του υπάρχουν κόκκινα λουλούδια όλο τον χρόνο.

Τέλος, η Λαουρίτα φεύγει. Κάτω, στη σκάλα, την συγκρατεί μια ομάδα αντρών της DINA. Καρφώνει πάνω τους τα μάτια της και τους λέει : ‘έχετε άραγε ακόμη την ικανότητα να σκέφτεστε ; Μήπως δεν καταλαβαίνετε ; Σκοτώσατε ένα αγόρι, ένα αγόρι που έδωσε τη ζωή του για σας. Ναι. …δεν ήθελε άλλο, παρά δικαιοσύνη και ελευθερία. Θα έπρεπε να αισθάνεστε να σας πνίγει η ντροπή, ντροπή για την χυδαιότητα της δουλειάς που κάνετε εδώ’.
Μένουν άφωνοι, καρφωμένοι στο πάτωμα, ούτε μια λέξη δεν βγαίνει απ’ το στόμα τους. Η εξουσία τους καταρρέει, γιατί αυτή η γυναίκα δεν τους φοβάται.

Η Λαουρίτα τους αντιπαραθέτει τη σιγουριά της, τους φωνάζει την πίστη της. Ακόμα κι εγώ, σήμερα, είμαι αναστατωμένη. Ποιος θα τολμούσε να μιλήσει έτσι ; Η δύναμη της πίστης της κλονίζει τον εχθρό. Και μας ελέγχει.
Η Λάουρα Αλλιέντε ήταν βουλευτίνα των σοσιαλιστών, με απόλυτη πλειοψηφία στις τρεις ψηφοφορίες, στην περιφέρειά της. Η δημοτικότητά της ανάμεσα στους φτωχούς και τους άκληρους αναγνωρίζεται από φίλους και εχθρούς. Είναι εξήντα χρόνων, μητέρα τεσσάρων παιδιών. Ένα τους, ο Αντρές Πασκάλ Αλλιέντε, ανέλαβε τη διεύθυνση του MIR. έτσι έγραψαν οι εφημερίδες.

Και εμείς, στην Αβάνα, αναθυμόμαστε.
Ο Μιγκέλ λείπει, το ξέρω. Όμως αγαπούμε – και με τι παράξενο πάθος- κι αυτούς που δεν υπάρχουν πια.
Ο Μιγκέλ, είναι μια νίκη ενάντια στην βιαιότητα και την μνησικακία. Για πάντα.
Η Λαουρίτα συνεχίζει την αφήγησή της, ακολουθεί τα νήματα των αναμνήσεών της. Ξεχνάει την αρρώστια της, αυτή τη στιγμή γελάει, μ’ ένα από εκείνα τα ξεσπάσματα του Μιγκέλ, τον καιρό της πρώτης τους συνάντησης στην παρανομία. Ήταν τον Αύγουστο του ‘74, νομίζω, όταν ο Μιγκέλ τα κατάφερε να της στείλει το πρώτο μήνυμα. Μα αυτό το αίτημα, να συμμετάσχει σε μια συγκεκριμένη προσπάθεια, δεν ήταν η πρώτη πράξη της Λαουρίτα ενάντια στους στρατιωτικούς. Απ’ την επαύριο, κιόλας, του πραξικοπήματος, έκανε κάθε είδους διαβήματα, για να βοηθήσει τους ανθρώπους ν’ αντισταθούν στην πείνα και την καταπίεση. Βοηθούσε τους καταζητούμενους να γίνουν δεκτοί στις πρεσβείες, μάζευε χρήματα και τρόφιμα, που τα πήγαινε στις φυλακές και τις φτωχογειτονιές. Μια μέρα είδε το μικρό της διαμέρισμα, στα προάστια του Σαν Βοργία, γεμάτο μέχρι το ταβάνι αυγά, δωρεά, ‘δεν ήξερα τι να τα κάνω, κυριολεκτικά υπήρχαν παντού αυγά’. απ’ τις φυλακές στις φτωχογειτονιές, προλαβαίνοντας τους όλους, έτσι περνούσαν οι μέρες της Λαουρίτα στο Σαντιάγκο. Ένα πρωί κάποιος της έφερε ένα γράμμα του Μιγκέλ, σε κίτρινο χαρτί, από τσιγάρα.

Δεν μπορεί να ξεχάσει το πυκνό γράψιμο, μερικές φράσεις : ‘είναι ανάγκη να σας ζητήσουμε μια υπηρεσία, που μπορεί να σας δημιουργήσει προβλήματα. Δεν πιστεύω, ωστόσο, ότι θα τολμήσουν να σας αγγίξουν. Η υπόθεση είναι ότι πρέπει να συζητήσετε με τον Κόνιο Αγκιλάρ, τον ‘Ισπανό’ – τον ξέρετε – και τον Πελάο, τον ‘φαλακρό’, στην φυλακή της πολεμικής Ακαδημίας της Αεροπορίας, την A.G.A. είναι μια από τις προϋποθέσεις, που βάλαμε στον στρατηγό Σεμπάλλος, αρχηγό της S.I.F.A.[ της μυστικής υπηρεσίας του στρατού αέρος] και που εμπεριέχεται στο πνεύμα μιας υποτιθέμενης ‘διαπραγμάτευσης’ ανάμεσα σ’ αυτούς και σ’ εμάς : μας προτείνει την απελευθέρωση των φυλακισμένων, και αμνήστευση, έξω από τα σύνορα της χώρας – και σε αντάλλαγμα το οριστικό σταμάτημα του αγώνα του ΕΑΚ. ΕΊΝΑΙ ΜΆΛΛΟΝ ΠΕΡΙΤΤΌ ΝΑ Σας ΞΕΚΑΘΑΡΊΣΟΥΜΕ ΌΤΙ ΘΑ ΑΡΝΗΘΟΎΜΕ ΚΙ ΌΤΙ ΘΑ ΚΑΤΑΓΓΕΊΛΟΥΜΕ ΑΥΤΉΝ ΤΗΝ ΠΡΟΣΠΆΘΕΙΑ ΟΥΔΕΤΕΡΟΠΟΊΗΣΉΣ ΜΑΣ και διαίρεσης της αριστεράς. Πίσω απ’ τον Σεμπάλλος θα βρούμε σίγουρα τον στρατηγό Λέιθ – εφ όσον η έκταση της προσφοράς μας κάνει να πιστεύουμε ότι υπάρχει η συγκατάθεση της χούντας. Εν ολίγοις, θέλουμε να χρησιμοποιήσουμε αυτήν την ευκαιρία για να συναντήσουμε τα δύο μέλη του Πολιτικού Γραφείου, που είναι φυλακισμένοι. Αυτό είναι που σας ζητούμε να κάνετε. Ούτε που θα περάσει απ’ το μυαλό του Σεμπάλλος ότι σκεφτήκαμε εσάς.

…αλλά εσείς μας εμπνέετε την μεγαλύτερη εμπιστοσύνη, γι αυτή τη λεπτή υπόθεση. Δεν σας κρύβω ότι μπορεί να υπάρξει, στη συνέχεια, πιθανότητα εξορίας σας από την χώρα. Σας φιλώ. Μιγκέλ’.
Η απάντηση της Λαουρίτα στον Μιγκέλ : ‘ Σύμφωνοι, το μόνο που θέλω είναι να κάνω περισσότερα πράγματα. Είμαι ευτυχής που θα δουλέψω μαζί σου’.

Από την σελίδα 184 :

‘τα λόγια του Μιγκέλ αντηχούν στο δωμάτιο του νοσοκομείου στην Αβάνα, και η Λαουρίτα φέρνει κοντά-κοντά δύο ημερομηνίες, η απόστασή τους ενός χρόνου, σβήνεται για την Λαουρίτα εκείνη η μέρα, η 5η Οκτώβρη, μπερδεύεται, συμπλέκεται με τις 11 Σεπτέμβρη του 1973, τη μέρα του πραξικοπήματος. Τις δύο αυτές μέρες, τις κάνει ένα, κι απ’ την μια φτιάχνει δυο, από τη μια πάει στην άλλη, χωρίς ασυνέχεια, απροειδοποίητα. Βρίσκει περιττή κάθε διευκρίνηση, συνεχίζει, μια και μόνη αφήγηση.

Δεν πρέπει να παρέμβω. Εκείνη έχει τώρα τον λόγο.
Στις 9 Σεπτέμβρη του ‘73, δυο μέρες πριν το πραξικόπημα. Η Λαουρίτα αναλαμβάνει από μια εγχείρηση. Είναι η πρώτη της έξοδος. Πάει να συναντήσει τον Σαλβαδόρ Αλλιέντε, τον Τσίκο, όπως τον έλεγαν οι δικοί του, στο Τόμας Μόρο, την προεδρική κατοικία. Μετά το φαγητό κάνουν μια βόλτα στον κήπο.
Η Λαουρίτα σφίγγεται πάνω του, παίρνει το χέρι του, δάκρυα κυλούν στο πρόσωπό της. Ο Τσίκο την ρωτάει γιατί κλαίει. Του απαντάει ότι δεν ξέρει, ότι αισθάνεται μια καταθλιπτική αγωνία εδώ και λίγες μέρες. Ο Τσίκο, την σφίγγει πιο δυνατά πάνω του, σταματάει, την κοιτάζει στα μάτια, της λέει : ‘Κάναμε το καθήκον μας χωρίς να υποχωρήσουμε ούτε στιγμή. Έκανα ότι μου ήταν δυνατό. …Αν συμβεί και πεθάνω. …[σιωπή. Μετά :]. …έγινε, τι περισσότερο, δηλαδή, θα μπορούσα να κάνω ;’

Μια συνεδρίαση περιμένει τον Σαλβαδόρ Αλλιέντε. Η Λαουρίτα τον αφήνει, δεν θέλει να γυρίσει στο σπίτι της, θα πάει να επισκεφτεί την ανιψιά της. Αλλά μια ώρα αργότερα θα ξαναγυρίσει στο Τομάς Μόρο. Θέλει να ξαναδεί τον Σαλβαδόρ.
Ο Τσίκο είναι στο γραφείο του.
Έλα να σε πάω στο αεροδρόμιο.
Όχι, δεν θέλω. …η παραμικρότερη προσπάθεια με κουράζει, δεν αισθάνομαι καλά.
Τα δάκρυα κυλούν, χωρίς να μπορεί να τα καταπιεί.

Δεν έχει πολύ καιρό που πέθανε η Ινές, η μεγαλύτερη αδελφή του Αλλιέντε. Η Λαουρίτα, αρρώστησε κι εκείνη. Ενάμισι μήνα μακριά από τα πάντα, καμία επαφή με τα γεγονότα, απομακρυσμένη από την μάχη. Δεν ξέρει γιατί αυτή η καταθλιπτική αίσθηση, που απλώνει τα φτερά της πάνω από το Σαντιάγκο.
Ο Τσίκο : Τα πράγματα είναι πολύ άσχημα. …Η Χριστιανοδημοκρατία δεν θέλει να έρθουμε σε συμφωνία.

Θα της εξηγήσει τις διαφορετικές στάσεις των κομμάτων της αριστεράς απέναντι στην κρίση. Σωπαίνει για μια στιγμή, σκέφτεται, σίγουρα, και συνεχίζει : ‘Θέλω να σου πω κάτι, Λαουρίτα, όχι επειδή είσαι μάνα του Αντρές. Δεν έχω κανένα παράπονο απ’ το MIR. Όσες διαφωνίες είχαν μαζί μου, τις συζητούσαν, μου τις εξέθεταν ακόμη και εδώ. Πόσες φορές ήρθε ο Μιγκέλ σ’ αυτό το γραφείο ; Ποτέ δεν με χτύπησαν πισώπλατα, με προειδοποιούσαν όταν επρόκειτο να μου αντιπαρατεθούν δημόσια. Τους εκτιμώ πάρα πολύ’.
Και η Λαουρίτα θα ξαναφύγει. Αγκαλιάζει τον Τσίκο για τελευταία φορά.

Την Τρίτη 11 Σεπτέμβρη, η Λαουρίτα ξυπνάει πολύ νωρίς. Σκέφτεται να πάει πρώτα στη Βουλή και να περάσει μετά από την Μονέδα, να δει τον Αλλιέντε. Κατά τις οχτώ παρά τέταρτο της τηλεφωνεί ένας σύντροφος. Την ειδοποιεί ότι γίνονται κινήσεις στρατιωτικών μονάδων, ν’ ανοίξει το ραδιόφωνο. Είναι το πραξικόπημα. Το μόνο που σκέφτεται η Λαουρίτα είναι να πάει να βρει τον Τσίκο, τους μαχόμενους. Προσπαθεί να βάλει μπρος την 2CV. Αδύνατο. Ο γείτονας ανακαλύπτει ότι τα καλώδια του μοτέρ έχουν βγει απ’ τη θέση τους. Η Λαουρίτα σκέφτεται ότι θα πρέπει να είναι ο καραμπινιέρος που φύλαγε σκοπιά στο σπίτι της. Είχαν γίνει κιόλας πολλές απόπειρες της ακροδεξιάς στο σπίτι της. Την αυγή της 11ης, αυτός ο μπάτσος ολοκλήρωσε το χυδαίο του σαμποτάζ πριν πάει να πυκνώσει τις γραμμές των πραξικοπηματιών. Τέλος, η Λαουρίτα παίρνει τον δρόμο της, αυτόν που ακολουθεί την Κορδελλιέρα και τον ποταμό Ελ Μαπότσο. Οι μετακινήσεις των στρατιωτικών δυνάμεων την μπλοκάρουν πενήντα μέτρα μακριά απ’ την προεδρική κατοικία.

Η Λαουρίτα ξαναθυμάται εκείνη τη στιγμή τα λόγια του Τσίκο, την Κυριακή : ‘Αν συμβεί οτιδήποτε, μην έρθεις, σε παρακαλώ, στην Μονέδα’. Όταν η Λαουρίτα διαμαρτυρήθηκε, πρόσθεσε : ‘Αν δεν μπορείς να μείνεις σπίτι σου, πήγαινε στο σοσιαλιστικό κόμμα, εδώ δεν θα μπορέσεις να με βοηθήσεις, μόνο που θα με απασχολούσες’.
Τα άρματα βομβαρδίζουν την Μονέδα. Κατεβαίνει, αφήνει το αυτοκίνητο με ορθάνοιχτες τις πόρτες. Κάποιος στρατιώτης την απειλεί να την συλλάβει αν δεν πάρει το 2CV απ’ την μέση του δρόμου.

Η Λαουρίτα ξαναπιάνει το τιμόνι, αδύνατο να σταματήσει κάπου κοντά στο προεδρικό μέγαρο, κάτω απ’ το σφύριγμα των οβίδων, την μυρωδιά της σκόνης και τις εκρήξεις των βομβών. Κατευθύνεται προς τα βορινά γραφεία του σοσιαλιστικού κόμματος. Βρίσκει εκεί δύο χωρικούς έξω από την πόρτα, στο πεζοδρόμιο. Κανείς άλλος. Οι δυο άντρες περπάτησαν όλη τη νύχτα απ’ το χωριό τους, την Λάμπα, μέχρι το Σαντιάγκο. Ήρθαν μέχρι το κόμμα για να ειδοποιήσουν γι αυτά που είχαν δει εκεί πέρα, στην ύπαιθρο. Οι στρατιωτικοί είχαν καταλάβει την πυριτιδαποθήκη. Έχοντας φτάσει στην πρωτεύουσα στις έξι το πρωί, οι χωρικοί δεν βρήκαν κανέναν να του ανακοινώσουν το νέο. Και περίμεναν σιωπηλοί απ’ εκείνη την ώρα.

Η Λαουρίτα απογοητεύεται, ότι θα συναντήσει τους συντρόφους. Συνεχίζει να περιπλανιέται στους δρόμους. Προσπαθεί, τώρα, να βρει ένα τρόπο να διασχίσει το κέντρο, να πολεμήσει, κοντά στους pobladores. Ανεβαίνει ξανά προς τα πάνω, ξανακατεβαίνει, αλλά δεν μπορεί να περάσει την αρτηρία προς τα νότια, την λεωφόρο, οι δρόμοι ερημώνουν και μετά πλημμυρίζουν από στρατιωτικές μονάδες. Σε κάποια διασταύρωση βλέπει ένα νεαρό ζευγάρι, τους κάνει νόημα ν’ ανέβουν. Η γυναίκα της λέει ότι ο Πρόεδρος παραδόθηκε. Η Λαουρίτα της απαντάει, με σταθερή φωνή : ‘Ο πρόεδρος Αλλιέντε δεν θα παραδοθεί ποτέ’. ποτέ δεν έμαθαν ποια ήταν εκείνη η γυναίκα που αλώνιζε το Σαντιάγο, μόνη της, μέσα στο 2CV της.

Γύρο με τον γύρο, τα καταφέρνει να πλησιάσει το μέγαρο Τομάς Μόρο. Οι γλώσσες της φωτιάς φτάνουν μέχρι τον ουρανό. Ο βομβαρδισμός έκανε την δουλειά του.
Λαουρίτα : Αφήστε με να περάσω, είμαι η αδελφή του Προέδρου.
Ένας στρατιωτικός : Απαγορεύεται η είσοδος.
Ένας άλλος στρατιωτικός μουρμουρίζει : φύγετε, κυρία μου, δεν υπάρχει πια κανένας μέσα. θα σας πιάσουν άδικα, ούτε η γυναίκα του Προέδρου δεν είναι πια εκεί.
Ένας περαστικός : Λεηλάτησαν τα πάντα. …η πυρκαγιά προχωράει. Θα ήμουν ευτυχής, αν θέλατε να έρθετε σπίτι μου.

Εκεί, στο σπίτι ενός αγνώστου, μαθαίνει ότι ο Σαλβαδόρ Αλλιέντε σκοτώθηκε στη μάχη της Μονέδα. Η Λαουρίτα δεν κλαίει.
Κατά τις τρεις το απόγευμα, ακούει μια στρατιωτική ανακοίνωση : ‘Η Λαουρίτα Αλλιέντε οφείλει να παρουσιαστεί αμέσως στο Υπουργείο Αμύνης’. Αρνείται. Δεν θα πάει να παραδοθεί μόνη της.
Την επόμενη, ανεβαίνει τις σκάλες του Στρατιωτικού Νοσοκομείου. Την ειδοποίησαν ότι εκεί είναι το σώμα του Σαλβατόρ Αλλιέντε, ότι ένα ελικόπτερο θα το πάει στο νεκροταφείο Σάντα Ινές, στη Βίνια ντελ Μάρ. Αλλά μια ομάδα αξιωματικών, την εμποδίζει να μπει, πρέπει να τους δείξει την άδεια του Υπουργείου Αμύνης. Ε λοιπόν, ναι, θα πάει πρώτα εκεί πέρα. Διασχίζει το Σαντιάγκο, οι δρόμοι, στο κέντρο είναι έρημοι – τα ίχνη των μαχών, οι εκρήξεις των οβίδων στα κτίρια, το αίμα που ξερένεται στα πεζοδρόμια, οι γκρίζες στολές και τα κράνη, τα κρύα πολυβόλα στον κρόταφο, σε κάθε γωνία. Και, ακόμα, οι αντάρτες που έχουν καταφύγει στα τελευταία πατώματα του υπουργείου Δημοσίων Έργων και του Ταμιευτηρίου. Οι σφαίρες σφυρίζουν, σκόρπιες, στην αρχή, ύστερα κατά ριπές. Η Λαουρίτα συγκλονίζεται μ’ αυτούς, που αντιστέκονται ακλόνητοι. Ξέρουν ότι μπροστά τους, βρίσκεται ο θάνατος, κι όμως συνεχίζουν τη μάχη, το πρωί της 12ης Σεπτέμβρη.

Στρατιωτικό αεροδρόμιο. Το φέρετρο του Σαλβαδόρ Αλλιέντε. Η Λαουρίτα συναντάει την Τένσα, τη γυναίκα του Προέδρου – υπάρχει επίσης και η μονάδα εδάφους της στρατιωτικής αεροπορίας. Την αγκαλιάζει, τα μάτια υγραίνονται : ‘Λαουρίτα, ο Πρόεδρος ήταν εξαιρετικός άνθρωπος. …το κουράγιο του δεν ήξερε όρια’. η Τένσα ζητάει από έναν αξιωματικό ν’ ανοίξει το σκέπασμα του φέρετρου, ήθελε να δει τον Σαλβατόρ, το πρόσωπό του, για μια μόνο στιγμή. Απαγορεύεται.

Το κοιμητήριο της Βίνια ντελ Μάρ. Οι τέσσερις της οικογένειας και πολλοί ναυτικοί. Η Λαουρίτα κόβει ένα κίτρινο λουλουδάκι, ένα χρυσάνθεμο, ανάμεσα από τα χόρτα που τριγυρίζουν τον τάφο. Το αποθέτει πάνω στο φέρετρο. Το λουλούδι πέφτει στο βάθος του τάφου. Οι στρατιώτες χασκογελούν. Η Λαουρίτα ξεσπάει : ‘Θα έπρεπε να ντρέπεστε. …να ντρέπεστε που θάβετε έτσι τον Πρόεδρο της Χιλής’. Μετά από μια μικρή σιγή, ξαναλέει αργά : ‘Δεν έχει σημασία αυτό. …ότι και να κάνετε, ο λαός της Χιλής δεν τον ξέχασε, ούτε θα τον ξεχάσει’.

Δεν πρόλαβε να τελειώσει τα λόγια της και ο νεκροθάφτης πηδάει στην τρύπα, μαζεύει το λουλούδι και το ξανακουμπάει πάνω στο φέρετρο. Κανείς δεν κινήθηκε.
Μόλις γυρνούν στο Σαντιάγκο, η Τένσα πάει κατευθείαν στην πρεσβεία του Μεξικού, να δει τις κόρες της. Η Λαουρίτα της λέει το τελευταίο αντίο, την despendida : ‘Τένσα, πρέπει να φύγεις από την χώρα, να πας να καταγγείλεις σ’ όλον τον κόσμο αυτά που έγιναν στην Χιλή. Εγώ θα μείνω, αυτό είναι το καθήκον μου, έχω αναλάβει μια υποχρέωση απέναντι στους pobladores που με ψήφισαν βουλευτίνα. Η κάθε μια πρέπει να πάρει τον δρόμο της’.

Λίγες μέρες αργότερα της επιβάλλεται ‘κατ’ οίκον περιορισμός’. Εκείνη όμως κυκλοφορεί στους δρόμους. Κρυμμένη στα μαύρα. ‘Όσο θα βρίσκεστε εσείς στην εξουσία’, απαντάει στον στρατηγό Αρρελάνο Στάρκ, που την ρωτάει, ‘θα φορώ το πένθος της χώρας μου’.
Ανώνυμα χέρια, μες στα σκοτάδια κινηματογραφικών αιθουσών, στις ουρές μπροστά στις πόρτες των φυλακών, στις στάσεις των λεωφορείων, της σφίγγουν το χέρι και της ψιθυρίζουν : ‘Είμαστε εδώ, ο Πρόεδρος δεν σκοτώθηκε άδικα, θα τους νικήσουμε. …’ Η Λαουρίτα μετράει κάθε μέρα τη δύναμη που δίνει η παρουσία της στο Σαντιάγκο.

Οι στρατιωτικοί δεν ξέρουν τι να κάνουν μ’ αυτή τη γυναίκα. Μερικές φορές την πιάνουν. Ο Κοντρέρας την ανακρίνει αυτοπροσώπως, προσπαθεί να της πάρει με κάθε τρόπο πληροφορίες, για τον υιό της, τον Αντρές, το MIR. Δεν ξέρει τίποτα. Την απειλεί για το ότι κυκλοφορεί στην πόλη. Έχει πολλά να κάνει, δεν θα μείνει κλεισμένη στο σπίτι της. Δεν το ‘κανε ποτέ, γιατί να το κάνει τώρα ;

Ένας αστυνόμος της ψιθυρίζει στο αυτί : ‘Πόσο θάρρος είχε ο Πρόεδρος, Λαουρίτα’. Του απαντάει : ‘Έδρασε πάντα με θάρρος, για σας αγωνίστηκε, ενάντια στους πλούσιους και τ’ αφεντικά’.
Ένα χρόνο αργότερα, στα τέλη του Οκτώβρη του ‘74, η Λαουρίτα πιάστηκε από την DINA. ΉΤΑΝ Η ΜΆΝΑ ΤΟΥ ΑΝΘΡΏΠΟΥ, ΓΙΑ ΤΟΝ ΟΠΟΊΟ ΣΤΉΘΗΚΕ ΤΟ ΑΓΡΙΌΤΕΡΟ ΑΝΘΡΩΠΟΚΥΝΗΓΗΤΌ. ΉΘΕΛΑΝ ΝΑ ΤΟΥΣ ΔΏΣΕΙ ΚΆΠΟΙΑ ΠΛΗΡΟΦΟΡΊΑ ΓΙΑ ΤΟΝ ΑΝΤΡΈΣ ΚΑΙ ΤΗΝ ΜΑΙΡΥ-ΑΝ, όφειλε να πληρώσει και γι αυτό το λάθος και για άλλα. Θα την κακοποιήσουν, θα την απομονώσουν για μήνες ολόκληρους. Έμεινε αλύγιστη. Ακόμα και στην τραχεία ερημιά του στρατοπέδου συγκέντρωσης του Τρές Αλάμος, η Λάουρα Αλλιέντε στέκεται όρθια. Κανείς δεν μπορεί να την νικήσει.

Από σελίδα 193 :

Στις αρχές του φθινοπώρου το μήνυμα που περιμέναμε από πολλούς μήνες έφτασε. Μαζί με τις οδηγίες του Μανουέλ. Η συνάντηση επιτέλους θα γίνει.
Θα συναντήσει επιτέλους τον Αντρές. Είναι ζήτημα ζωής και θανάτου τώρα πια, και για κείνον και για τους άλλους. Είναι υποχρεωμένη να κάνει τον μηχανισμό να ξαναδουλέψει. Πρέπει να δικαιώσει την εμπιστοσύνη τους. Είναι υποχρεωμένη να συλλάβει κάθε απόχρωση. Ο κίνδυνος κρύβεται στις λέξεις που περιγράφουν την δράση. Να ξαναπάρουν τις θέσεις τους της μάχης οι σύντροφοι στη Χιλή – γι αυτό πρόκειται, και είναι ήδη πάρα πολύ.

Από σελίδα 209 :

Αρχίζω πάλι να συλλογιέμαι την τελευταία μου έμμονη ιδέα, χρησιμοποιώ ένα ύφος που επιζητά να είναι πειστικό, τι σκέφτεσαι κι εσύ ; Γιατί δεν μιλούμε ποτέ για την ζωή των επαναστατών ; Η μπουρζουαζία στέκεται πάντα στο θάνατο των μαχητών. Μερικές φορές πέφτουμε κι εμείς στην παγίδα, ιεράρχηση των θανάτων, οι ήρωες, οι κοινοί άνθρωποι, και οι αθάνατοι, αυτοί που πληθαίνουν το Πάνθεον. Οι καλοί και οι κακοί – μια γυναίκα που αυτοκτονεί, για παράδειγμα, μας ενοχλεί, δεν ξέρουμε που θα την τοποθετήσουμε, πως να την τιμήσουμε, την βγάζουμε λοιπόν ταχυδακτυλουργικά απ’ την μέση ή την αρνούμαστε, αλλά ο θάνατός της είναι μια πολιτική πράξη στην εξορία, μια τελευταία κραυγή εξέγερσης ενάντια στην απουσία του πολιτικού, μια τελευταία αγωνιστική φλόγα και ίσως-ίσως, η έσχατη απελπισία όπου οδηγεί αυτή η λατρεία του θανάτου. Δεν συμφωνώ να αυτοκτονούν οι άνθρωποι, η ζωή είναι που ενδιαφέρει. Θυμήσου την εμπειρία μας στην Αντίσταση : το να καταφέρεις να επιβιώσεις στην παρανομία, είναι ακριβώς να καταφέρνεις να ζεις.

Κάνουμε σαν να μη ξέρουμε ότι ο θάνατος είναι μια άμεση πραγματικότητα, επιλέγουμε τη ζωή, ακόμα κι αν το κάνουμε για να φτάσουμε στον θάνατο. Αυτό τ’ αλλάζει όλα. Η ευτυχία. …εμείς την είδαμε, την γνωρίσαμε, ήταν εκεί, μέσα στα κρησφύγετα και τις κρύπτες, δίπλα στις γυναίκες, τους άντρες, και τα παιδιά, σε κάθε χώρο, όπου υπήρχε ζωντανή αντίδραση. Περιττό να το κρύβουμε, μόνο η σύζευξη κάποιου με τον αγώνα φέρνει την ευτυχία, ακόμα κι αν αυτά δεν κρατήσουν περισσότερο απ’ όσο κρατήσει ένας στεναγμός.
Σιγά-σιγά φτάνεις να κάνεις μια ζωή κανονική, κοινή, με μερικές απαγορεύσεις. Δεν μπορείς να πας σινεμά, εκδρομή στη θάλασσα, βόλτες στον ζωολογικό κήπο, αλλά είναι μέρες με τον ίδιο ρυθμό, όπως όλου του κόσμου. Τα όπλα ;. …μα ζούμε μαζί τους στο σπίτι, γίνονται κομμάτι μας, προέκταση του χεριού μας. Χάνουν κάθε μυστήριο, ξαναπαίρνουν τις πραγματικές τους διαστάσεις, εντάσσονται στο καθημερινό σκηνικό. Τώρα ξέρω ότι ένα όπλο δεν χρησιμεύει σε τίποτα άλλο παρά για να το χρησιμοποιείς όταν αγωνίζεσαι. Συνηθίζεις τον ρυθμό της γειτονιάς, μέσα στην πείνα και τα πηγαινέλα των στρατιωτικών. Τίποτα το παράξενο, κι όμως αυτός ήταν ο μόνος τρόπος να αντέξεις επί πολύ. Και ν’ αντιστέκεσαι.

Ο Αντρές με ακούει, χαμογελάει με το πάθος μου, απορρίπτει μερικές λέξεις, επικροτεί άλλες, σκέφτεται σιωπηλός, καθησυχάζει την ανυπομονησία μου, ακολουθεί τις δικές του σκέψεις, μου μιλάει – ήρεμα : μας κατηγορούν για βολονταρισμό, που τον θεωρούν αυτοκτονία για το MIR, γι αυτήν την απόφασή μας να μείνουμε στην χώρα στα χρόνια της τρομοκρατίας, του άγριου κυνηγητού που έχει εξαπολύσει πάνω μας η δικτατορία. Αλλά το αύριο εγγράφεται ήδη στο χθες, δεν υπάρχει το ένα χωρίς το άλλο. Κανείς δεν σκέφτηκε να ζητήσει απ’ τον χιλιανό λαό να καταφύγει στις πρεσβείες, ούτε να φύγει μαζικά στο εξωτερικό αφήνοντας έρημα τα εργοστάσια και την ύπαιθρο. Ο Τσέ, ο Μιγκέλ, ο Σαντούτσο, κι όλοι οι άλλοι, γίνονται ζωντανή ιστορία στις μαύρες και κόκκινες σημαίες των Σαντινίστας, παράδειγμα και πάνω απ’ όλα, ενέργεια για το λαϊκό και δημοκρατικό κίνημα της Λατινικής Αμερικής. ‘Αφού μπορούμε, θα μείνουμε – εδώ υπάρχουν οι ανάγκες’, έλεγε ο Μιγκέλ : ‘για να αποφύγουμε τη διάλυση, να οργανώσουμε την υποχώρηση, να οργανώσουμε τον αντιστασιακό αγώνα, να εμποδίσουμε την οριστική σταθεροποίηση της δικτατορίας. Για να απαντήσουμε στο πραξικόπημα, στην στρατιωτική βία, στην ήττα, φτιάχνοντας χαρακώματα, υποχωρώντας μαχόμενοι. Αν ηττηθήκαμε για μια στιγμή, να σκορπιστούμε με τάξη, να ξαναγυρίσουμε απ’ τον ίδιο δρόμο, να υποχωρήσουμε, χωρίς να σταματήσουμε ούτε μια στιγμή την εξέγερση, αγωνιζόμενοι πάντα’, έλεγε στα γράμματά του, που έγραφε σε τσιγαρόχαρτα : ‘η έκταση της ήττας θα εξαρτηθεί από το πως αντιδρά και θα συμπεριφέρεται η αγωνιστική μας θέληση, απ’ το αν θαφτεί, θα ενδώσει, θα γίνει απαισιοδοξία – απ’ το αν θα υποχωρήσει, θα εξασθενήσει και θ’ αφεθεί να νικηθεί. Αν κρατήσει, αν ξεδιπλώσει την πρωτοβουλία και την πανουργία της, τότε θ’ αντέξει, θα διατηρηθεί ακέραια, ζωντανή, και θα εξαπλωθεί’. Είχε δίκιο ο Μιγκέλ : ακόμα και στις χειρότερες στιγμές, προσπαθήσαμε να δείξουμε ότι υπήρχαν κι άλλοι στην Χιλή, εκτός απ’ τους στρατιωτικούς και τ’ αφεντικά – ζωογονήσαμε μια υπόγεια, σιωπηλή αντίσταση. Οι παράνομοι ήταν αυτοί που εξασφάλιζαν την επιβίωση του αγώνα, τώρα αυτή η προσπάθεια αποδίδει καρπούς. Η δράση είχε μια συγκεκριμένη έννοια………

Η ζωή στο Σαντιάγκο είναι αλλιώτικη, πολλά πράγματα έχουν αλλάξει απ’ τη χρονιά 74-75. δεν βλέπεις πια εκείνα τα φοβισμένα, ταπεινωμένα βλέμματα, εκείνη στη σκιασμένη ντροπή που ανάγκαζε τους ανθρώπους να χαμηλώνουν τα μάτια μπροστά στους περαστικούς. Ο φόβος λιγόστεψε, μια απεργία πείνας ξεσπάει σε μια γειτονιά, ξεκινούν κι άλλες, τα συνδικάτα αναδιοργανώνονται, ‘η εργασία σε αργό ρυθμό’ εξαπλώνεται απ’ τα χαλκορυχεία στη σιδηρουργία, το εργοστάσιο ηλεκτρισμού του Κομπίνο παραλύει μετά από ένα σαμποτάζ, σ’ ένα τοπικό γραφείο της DINA γίνεται μια έκρηξη βόμβας και σκοτώνει ένα βασανιστή, η μαχητική ομάδα Manuel Rondriguez μοιράζει ένα φορτίο γάλα Νεστλέ σε μια φτωχογειτονιά, επιτροπές αντίστασης διακινούν την παράνομη προπαγάνδα, ένα βράδυ, μια διαδήλωση σπουδαστών σπάζει την σιωπή. Επιτέλους αναλαμπές, παντού από λίγο, οι άνθρωποι εκφράζουν τα αιτήματά τους, οργανώνονται ,μάχονται. Η κατάσταση αναταράζεται, μισανοίγουν πάλι οι πόρτες, αρχίζει η επίθεση – αλλά η παράνομη δουλειά παραμένει δύσκολη.

Είναι πάλι η ώρα της επιστροφής – αλλά οι περισσότεροι γυρνούν να στήσουν κάποια αντίσταση εκεί όπου δεν υπάρχει τίποτα. Δεν έχουν να τους προσφέρουν ούτε κρυψώνες, ούτε δίκτυα, ο καθένας ψάχνει τον τρόπο να επιβιώσει, τα εργαλεία της δουλειάς του. Η οικονομική στήριξη από το εξωτερικό είναι ανεπαρκής, χρειάζεται να ληστέψεις, καθένας εξασφαλίζει τα της ζωής του. Πηγαίνουν στην χώρα τους, σαν οικοδόμοι, και ξέρω ότι καταλαβαίνεις τις συνέπειες αυτού του γεγονότος. Είδαμε, τελικά, ότι υπάρχουν και ζωντανοί ήρωες, ότι, πρώτα απ’ όλα, χρειαζόμαστε μαχητές – εφ’ όρου ζωής.

  • Και για να έχουμε μια ολοκληρωμένη εικόνα, σας παραθέτω ένα μικρό κείμενο του ΕΝΤΟΥΆΡΝΤΟ ΓΚΑΛΕΆΝΟ. Από την ΟΥΡΟΥΓΟΥΆΗ, φιγουράρει ανάμεσα στους πιο γνωστούς σύγχρονους λατινοαμερικάνους συγγραφείς. Κατά καιρούς έχει υπάρξει δημοσιογράφος και ποιητής, αφηγητής και ιστορικός. Εδώ μας υπενθυμίζει ότι μια μικρή ιστορία έχει να πει μερικές φορές τόσα όσα μια μεγάλη ανάλυση. Το κείμενο αυτό, ΦΩΝΉ ΤΟΥ ΚΑΙΡΟΎ, ΕΊΝΑΙ ΑΠΌΣΠΑΣΜΑ ΑΠΌ ΤΟ ΤΕΛΕΥΤΑΊΟ ΤΟΥ ΈΡΓΟ ΚΑΙ ΜΕΤΑΦΡΆΣΤΗΚΕ ΣΤΑ Γαλλικά. Το πήραμε από το μπλόγκ JAQUOU VS L’ UTOPIE.
    MONTREAL 2011
    Μετάφραση από την LE MONDE DIPLOMATIQUE.
    Δεκέμβρης 2011.

ΚΑΤΑΣΚΕΥΈΣ.
Ήμασταν στο 1964 και η Λερναία Ύδρα του διεθνούς κομμουνισμού είχε ανοίξει διάπλατα τα επτά στόματα της για να καταβροχθίσει τη Χιλή.
Η κοινή γνώμη βομβαρδίζονταν από εικόνες φλεγομένων εκκλησιών, στρατοπέδων συγκέντρωσης, ρωσικών αρμάτων, ενός τείχους του Βερολίνου στη μέση του Σαντιάγο και γενειοφόρων ανταρτών που έκλεβαν τα παιδιά.
Έγιναν εκλογές.
Ο φόβος θριάμβευσε και ο Σαλβαδόρ Αλλιέντε νικήθηκε. Κατά τη διάρκεια αυτών των θλιβερών στιγμών, τον ρώτησα τι τον είχε πληγώσει.

Ο Αλλιέντε μου διηγήθηκε αυτό που συνέβη ακριβώς δίπλα, σε ένα σπίτι της γειτονιάς Προβιντέντσια. Μια γυναίκα που κοψομεσιάζονταν για να δουλεύει μαγείρισσα, να κάνει τις δουλειές του σπιτιού και να είναι και τροφός με αντάλλαγμα έναν ισχνό μισθό έβαλε όλα της τα ρούχα σε μια πλαστική σακούλα και τα έθαψε στον κήπο των αφεντικών της ώστε οι εχθροί της ατομικής ιδιοκτησίας να μην τα καταστρέψουν.

Κάντο Χενεράλ, Πάμπλο Νερούδα, Μίκης Θεοδωράκης.

Εν κατακλείδι λοιπόν. Παντού και πάντα ίδια τα αφεντικά. Φτιασιδώνουν τα καθεστώτα ανάλογα με τα συμφέροντα, τις συγκυρίες και τις αντιστάσεις των λαών. Σκληρά- σκληρότερα ή σκληρότατα. Πάντα για τον ένα και μοναδικό σκοπό, την απρόσκοπη συσσώρευση των κεφαλαίων και της εξουσίας στα ίδια, λιγοστά χέρια.
Την διαιώνιση του είδους των.
Μέχρι να τους μπλοκάρει και εξαφανίσει ο λαϊκός αγώνας, η εξέγερση και η επανάσταση.
Αμήν.

http://www.archivochile.com/Miguel_Enriquez/Doc_sobre_miguel/MEsobre0027.pdf

http://www.lahaine.org/internacional/historia/ultimodiaEnriquez.htm

The Song Remains the Same, Led Zeppelin.

  • Συζητάω με την κόρη μου για κινηματογράφο και της λέω για το πόσο μου άρεσε η ταινία ‘ο Δρόμος της Επανάστασης’, με τον Ντι Κάπριο και την Κέιτ Γουίνσλετ που ξαναείδα προχθές.
    Μου μίλησε για τον ‘Βασιλιά’ που παίζεται αυτές τις μέρες στον ‘Ζέφυρο’, την έψαξε και μου την έστειλε διαδικτυακά.
    Θα την δούμε σήμερα το βράδυ.

Πριν χωρίσουμε της ανέφερα πως
μιας και δεν μπορούμε να κάνουμε την κοινωνική επανάσταση αυτή τη στιγμή ας κάνουμε την προσωπική μας
που σημαίνει πως
έχουμε ιερή υποχρέωση, πάνω απ’ όλα,
ν’ αντέξουμε,
ψυχικά και σωματικά.
Να επιμείνουμε να υπάρχουμε
να μην παραδοθούμε.
Να τινάξουμε από πάνω μας τον αδηφάγο ατομικισμό.

Ν’ ανοιχτούμε στον σύντροφο
με μία τεράστια αγκαλιά,
στον διπλανό, στον κοντινό,
και στον ξένο ακόμη.
Με μπούσουλα την αγάπη, την αδελφοσύνη και την αλληλεγγύη
να προχωρήσουμε
μπροστά.
Ο καπιταλισμός έσβησε.
Δεν έχει πλέον να προσφέρει τίποτα στην ανάπτυξη του ανθρώπου και της κοινωνίας.
Η έχθρα και το μίσος ανάμεσα στους ανθρώπους και τις παρέες, επίσης,

η κηδεία του Πρόσπερο Γκαλλινάρι

DSC02244Είμαστε κοινωνία ανθρώπων
και όχι αγέλη άγριων ζώων που σκοτώνονται για το ποιο θα επικρατήσει.
Ας περιμένουμε λοιπόν με εμπιστοσύνη την μέρα εκείνη που η ιστορία θα μας ζητήσει
και θα μας δώσει την ευκαιρία
να κατασπαράξουμε το τέρας που λέγεται καπιταλισμός και τρώει αχόρταγο και ασταμάτητα τα παιδιά του.

Ευχαριστώ.

In the court of the crimson King, King Crimson.

η διεθνής στην κηδεία του Πρόσπερο

συνεχίζεται

τα βιβλία του μιχάλη, i libri di michele

Π. εκενώστε τους δρόμους από τα όνειρα – 15

ΣΥΜΠΛΗΡΩΜΑΤΙΚΆ :

Γράφω αυτά τα λόγια διανύοντας τις τελευταίες μέρες του Μάρτη ‘13, κρύες μέρες, σκέτη πλήξη. Μπαίνοντας Απρίλης περιμένουμε και την απόφαση του στρατοδικείου στη δίκη του ΕΑ. Εάν μου είχε ζητηθεί, εάν είχα σκεφτεί να καταθέσω μάρτυρας υπεράσπισης των αγωνιστών, ιδιαίτερα του Κώστα Γουρνά που τόσο εντύπωση μου έκανε η τοποθέτησή του, να τι θα έλεγα στους δικαστές :

  • ‘Υπάρχουν δύο ειδών άνθρωποι, χοντρικά. Άνθρωποι σκληρόπετσοι και άνθρωποι ευαίσθητοι. Αυτοί οι τελευταίοι ψάχνονται πολύ, έχουν τις κεραίες ορθές, και για κάποιον ανεξήγητο λόγο σκαλίζουν συνήθως έξω από τα γνωστά κανάλια.

Η πραγματικότητα που τους περιτριγυρίζει τις περισσότερες φορές τους αφήνει αδιάφορους, πολλάκις τους πνίγει μπορώ να πω, επιθυμούν διακαώς να την προσπεράσουν.

Να την αλλάξουν, να την ομορφύνουν.

Είναι αυτή που δημιούργησαν οι προαναφερθέντες σκληρόπετσοι, αυτή που υφίσταται χάρη στην ανοχή των υπολοίπων.

Είναι πολλοί οι σκληρόκαρδοι, γίνονται περισσότεροι όμως χάριν της προπαγάνδας.

Από τα παλιά χρόνια οι κρατούντες έχουν στη διάθεσή τους μέσα πολλά για να διαχέουν τις απόψεις τους, τελευταία μάλιστα τους δόθηκε ένα πανίσχυρο που εκτός από τον λόγο περιλαμβάνει και εικόνα.

Εικόνα που εισβάλλει ακάθεκτη σε κάθε σπίτι, σε όλες τις γωνιές του πλανήτη, κυριεύει τα μυαλά και τα επηρεάζει.

Κάποιοι αντιστέκονται, οι περισσότεροι όχι.

Έτσι έγινε και μ’ εμάς, με πολλούς της γενιάς μου.

Από τη μια βλέπαμε αστροναύτες να πατούν στο φεγγάρι και από την άλλη ένα πανέμορφο παλικάρι αιχμαλωτισμένο ν’ αφήνει την τελευταία του πνοή, δολοφονημένο από κοντοκουρεμένους στρατιώτες.

Από την μία πανίσχυρους στρατοκράτες να μαλώνουν διαμοιράζοντας την παγκόσμια λεία τους και από την άλλη τους άντρες του λαϊκού απελευθερωτικού στρατού με το αστέρι στη στολή τους να ταπεινώνουν τη τρίτη κατά σειρά αυτοκρατορία.

Έναν πρόεδρο να πέφτει με το πολυβόλο στο χέρι αντιμετωπίζοντας τους σύγχρονους ναζί που σταματούν βίαια ένα πανέμορφο κοινωνικό πείραμα.

Λαοί και αγωνιστές να βασανίζονται βάναυσα όταν και εκεί που παλεύουν να βγάλουν αληθινά τα όνειρα και τα ιδανικά τους.

Όλα αυτά στο όνομα του νόμου και της τάξης.

Όλα αυτά στο βωμό του κέρδους, του πλουτισμού, του διαχωρισμού.

Άνθρωποι εναντίον αγορών.

Άνθρωποι εναντίον εμπορεύματος.

‘Ανάπτυξη’ ενάντια στην ελευθερία.

Άνθρωποι ενάντια σε ανθρώπους

Σκλαβιά ενάντια στην αυτονομία.

Εδώ στα μέρη αυτά, μας φλομώνουν με βασιλιάδες και συνταγματάρχες, κομματάρχες και στρατηγούς.

Μας ζαλίζουν τον έρωτα με καραβανάδες ενάντια σε εκτοπισμένους.

Μαθαίνουμε ότι όλοι αυτοί οι καραβανάδες είναι απόγονοι, αδέλφια και ξαδέλφια άλλων τέτοιων ένστολων καθαρμάτων, συνεργατών των ναζί που αφάνισαν την χώρα κάποια χρόνια νωρίτερα. Αυτών που αιματοκύλισαν τον πλανήτη ολάκερο και την δική μας πατρίδα.

Πάλι για να βάλουν στο χέρι τον πλούτο, να ελέγχουν και τα περάσματα.

Όλα για την μαρμίτα, ο άνθρωπος ανύπαρκτος.

Γέμισαν φυλακές και ξερονήσια οι απόγονοι των δημίων με ψυχές.

Φάτσες ξεπλυμένες ενάντια στην ομορφιά και την ευαισθησία.

Στον κόσμο παντού οι νέοι τραγουδούν την ελευθερία και την ανατροπή, εξεγείρονται.

DSC02240

Εξυμνούν τους αντάρτες. Τους μαχητές με τ’ αστέρια στους μπερέδες.

οι ερυθρές Ταξιαρχίες, le Brigate rosse 3

Ελευθερία από την απληστία.

Ελευθερία από τον διαχωρισμό.

Για την αδελφοσύνη και την ισότητα.

Αυτόνομα από τις παλιατζούρες.

Μας αρέσει λοιπόν.

Ερωτευόμαστε τον αγώνα.

Ερωτευόμαστε την αλληλεγγύη και το μοίρασμα.

Ερωτευόμαστε την ομορφιά.

Ερωτευόμαστε τον έρωτα.

Αυτοί είναι και άσχημοι και καταστροφείς.

Είναι και ανέραστοι πανάθεμα με.

Κυνηγούμε το καινούριο.

Ερωτευμένοι με τον φόβο, πουλάνε φόβο, πλασάρουν φόβο.

Σπέρνουν τον φόβο.

Ευνουχισμένοι.

Οι απογοητευμένοι σπέρνουν απογοήτευση.

Φτιάχνουν πατρίδες με το ζόρι.

Διώχνουν ανθρώπους απ’ τα σπίτια τους.

Διχοτομούν λαούς.

Οπαδοί της καταπίεσης, όλα με το ζόρι.

Οργανώνουν πραξικοπήματα, μαντρώνουν χιλιάδες. Σε στάδια, σε γήπεδα, σε φυλακές, σε στρατόπεδα.

Πάντα ο Γολιάθ ενάντια στον Δαυίδ.

Ρίχνουν φωτιά σε δάση και βουνά.

Καταστρέφουν τον πλανήτη. Τον μπουκώνουν χημικά.

Βασανίζουν χιλιάδες. Δολοφονούν χιλιάδες.

Γίνονται σύμβολα παγκόσμια κάποιοι νεαροί με μακριά μαλλιά και μαντίλια στο λαιμό.

Νεολαίοι υμνούν την αντίσταση, τραγουδούν την εξέγερση και την επανάσταση.

Οι αστυνομίες τους κυνηγούν. Σπάζουν κεφάλια, δολοφονούν.

Πληρώνονται να κυνηγούν το λαό.

Πάντα τις λαϊκές μάζες.

Ποτέ τους ευκατάστατους. Ούτως ή άλλως αυτοί δεν διαμαρτύρονται ποτέ, γιατί να το κάνουν!

Ένα μεγάλο γιατί μας στοιχειώνει.

Ρωτάμε, συζητάμε, σκεφτόμαστε, καταλαβαίνουμε.

Αποφασίζουμε.

Hasta la victoria siempre!

Μέχρι την τελική νίκη!

 

Γκεβάρα

Θα παλέψουμε μέχρι την τελική νίκη.

Με όλα μας τα όπλα.

Στο λόγο τους θα αντιτάξουμε τον δικό μας, στα όπλα τους τα δικά μας, στη βία τους την δική μας.

Πολυχρωμία ενάντια στον γύψο.

Καταστρέφουν, ρυπαίνουν, βρωμίζουν τον πλανήτη.

Μόνη τους έγνοια να βάλουν χέρι στους φυσικούς πόρους.

Θυσιάζουν τον άνθρωπο. Διαβάλουν τον άνθρωπο.

Βιάζουν τη φύση.

Μετρώντας παρά.

Διαμοιράζουν τα ιμάτια.

Όλα για τα ιμάτια.

Ο άνθρωπος εξαφανισμένος.

Και ονόμασαν τους αγωνιστές αλήτες.

Παίζουν με τα νοήματα, βιάζουν τα νοήματα. Διαβάλουν τα νοήματα.

Οι τρομοκράτες αποκαλούν έτσι τους αγωνιστές.

Την ανομία ονόμασαν νόμο και την παρανομία νομιμότητα.

Εμείς λοιπόν με αυτή τη νομιμότητα χωρίζουμε.

Την εξαφανίζουμε από το λεξιλόγιό μας γιατί

‘συλλογιέται καλά αυτός που συλλογιέται λεύτερος’.

Ο ελεύθερος.

Αυτοί όλοι δούλοι του μεγάλου τους πάθους. Του χρηματισμού και της εξουσίας.

Λυπούμαστε, δεν θα πάρουμε.

Λυπάμαι, εμείς είμαστε από άλλο ανέκδοτο.

Εσείς τον ονομάζεται ουτοπία αυτόν τον πλανήτη.

Εμείς λέμε ‘κάλλιο αργά παρά ποτέ’.

‘σώπα, όπου να ναι θα σημάνουν οι καμπάνες’ τραγουδά ο ποιητής.

Κάποιοι από εμάς, τα παιδιά μας ίσως, θα είναι εκεί όταν σημάνουν.

Πάλι ο ποιητής γράφει πως ‘σημασία έχει το ταξίδι’, κάποιοι από εμάς θα το γευτούν το τέρμα που δεν τελειώνει.

Νιώθουν γεμάτοι επειδή αγωνίζονται. Δεν σέρνονται σαν τα σκουλήκια.

Καλοί και οι σκώληκες, περήφανα τα λιοντάρια, πανέμορφη η πτήση του αετού.

Λάμπουν τα μάτια του γερακιού, ακονίζει τα νύχια του στην πέτρα.

Λαδώνει το όπλο του ο αντάρτης.

Βαπτίσατε κατάσκοπο καθάρματα τον Μπελογιάννη. Για να τον εκτελέσετε, και τον Πλουμπίδη!

Βαπτίσατε ταραχοποιό τον Αλλιέντε.

Δεν είναι ταραχοποιοί αυτοί που δικάζετε.

Ελεύθεροι άνθρωποι είναι. Εσείς εκτελείτε εντολές.

Το καθεστώς μας εκτελεί κάθε ώρα, κάθε στιγμή. Μη το στηρίζετε.

Αυτοί είναι οι ταραχοποιοί.

Διαχωρίστε τη θέση σας από αυτό το αυταρχικό μόρφωμα, κύριοι.

Συμπλεύστε με την ελευθερία.

Ας επιστρέψουμε λιγάκι παλαιότερα, εκεί που φτιαχνόταν η ψυχή μας :

Μέσα σε γραφεία λουσάτων εταιριών που λυμαίνονται τους πόρους και σε πρεσβείες ατσαλάκωτοι διευθυντάδες οργανώνουν πραξικοπήματα.

Στις φωλιές τους οι μαχητές οργανώνουν την αντίσταση, απαγάγουν τα στελέχη, ζητούν την απελευθέρωση συντρόφων τους, ζητούν να μπει φρένο στο ξεπούλημα. Ανατινάζουν στρατόπεδα, λεηλατούν τράπεζες. Τα παντοτινά σύμβολα της ληστείας. Δημεύουν τα κέρδη.

Πάντα συνέβαινε αυτό, δείτε Κύπρο.

Τώρα τα πραξικοπήματα είναι ‘μοντέρνα’, οργανώνονται στις τράπεζες και τα χρηματιστήρια. Στις εταιρίες διακίνησης κεφαλαίων, μιας και το κεφάλαιο έγινε χρηματιστικό.

Πάντα για τον έλεγχο των πόρων, των διόδων.

Πετρέλαιο, νερό, τα μονοπάτια του εμπορίου, αέριο, τις οδούς.

Ήρθε η Αραβική Άνοιξη και πανηγυρίζατε γιατί είδατε καινούριες ευκαιρίες ληστείας.

Ένα χρόνο μετά και ο αγώνας συνεχίζεται.

Εσείς τώρα τσιμουδιά. Γιατί άραγε ;

Μάλλον γιατί οι λαοί, όπως και σ’ εμάς το ‘21, δεν παλεύουν να διαλέξουν αφεντικό αλλά για την χειραφέτηση.

Στη θέση του Μουμπάρακ μπήκε ένας ‘αδελφός Μουσουλμάνος’. ο λαός ξανά στο περιθώριο.

Στη θέση του Πασά ο  Μαυροκορδάτος, ο Μιαούλης ή ο Κανάρης, ο Όθωνας ή …. το Κενοβούλιο.

κι όλοι πίνουν εις υγείαν του κορόϊδου, οι διεθνείς οίκοι, τα αληθινά αφεντικά

Ο λαός παντοτινά στο περιθώριο, ποιος του δίνει σημασία!

Γι αυτό και οι ευαίσθητοι αγωνίζονται, γιατί είναι κομμάτι αυτού του λαού, το πιο προχωρημένο του, το απαλό και μυρωδάτο. Σαν το χάδι.

Οι χοντρόπετσοι ξέρουν να διατάζουν.

Για τις τσέπες και τα οφίτσια.

Οι λεπτόψυχοι αγωνίζονται.

Για τα δίκια, τη λευτεριά, την αυτονομία.

Τον άνθρωπο.

Όλα για τον άνθρωπο εμείς.

Όλα για τις τσέπες τους αυτοί.

Εσείς στη μέση. Με ποιανού τη μεριά θα πάτε ;

Προς τα που θα γύρει η ζυγαριά σας ;

Σας έδωσαν ένα πόστο, μια δουλειά, ένα καθήκον : να υπηρετείτε τον άνθρωπο, το λαό και το δίκιο.

Αφουγκραστείτε λοιπόν με προσοχή τους εαυτούς σας, τις καρδιές και τη φωνή των απλών ανθρώπων.

Προς τα που πέφτει το δίκιο ;

Ποιοι ζημιώνουν τους απλούς ανθρώπους ;

Tο καθεστώς ή οι αγωνιστές ;

Αναρωτιέμαι : γιατί κάποιες επαναστάσεις να είναι ‘καλές’ και κάποιες όχι ! ;

Τραγουδάμε εμείς κι οι Γάλλοι στον ύμνο μας την επανάσταση. Ας δούμε τι έγινε, ένα λεπτό. Επαναστάτησαν ενάντια στον βασιλιά και τους φεουδάρχες οι λαοί και τους πέρασαν από μαχαίρι. Ζήτω λοιπόν. Τους κοροϊδεύει βέβαια ο βασιλιάς και οι φεουδάρχες- τσιφλικάδες τους ανόητους, διωγμένοι από την πόρτα ξαναμπαίνουν από το παράθυρο. Στο προσκήνιο και πάλι, πιάνουν τα καλά κρεβάτια, το τραπέζι, τους καναπέδες και τις πολυθρόνες, τα ντιβάνια, ρίχνουν τον λαουτζίκο στο υπόγειο, του πετούν και κάτι ψίχουλα, ούτε γάτα ούτε ζημιά. Βάζουν και τους διανοούμενους στο κόλπο να νοηματοδοτούν όσο πιο ύπουλα γίνεται την ληστεία, να γεμίζουν αέρα κοπανιστό τα μυαλά των ανόητων, πως δήθεν όλα γίνονται στο όνομά του, για το καλό του. Φέρνουν και τα σκυλιά τους, τους φορούν και στολές για να κορδώνονται, και να τρομοκρατούν κάθε που πάει να σηκωθεί κεφάλι.

Και ζήσανε αυτοί καλά κι εμείς χειρότερα!

Δημοκρατία, το λέει και η λέξη, είναι το κράτος του δήμου.

Βλέπετε εσείς κανένα Δήμο να κρατεί ;

Εγώ όχι. Τυφλός και κουτός δεν είμαι, ακόμη τουλάχιστον.

Αυτοί που έμαθαν να οικονομούν απ’ των άλλων την δουλειά κρατούν. Αυτοί που ξέρουν να οικονομούν χωρίς να δουλεύουν.

Αυτοί που κατέχουν τη γη, τους πόρους, τα χρήμα, τα περάσματα.

Μεγάλες εταιρείες που φτιάχνουν και διακινούν κεφάλαια, οικονομικά προϊόντα, όπλα, ενέργεια.

Που οργανώνουν τους πολέμους, οικονομικούς και στρατιωτικούς. Για την αρπαγή των πόρων.

Για να ελέγχουν τις οδούς, τα περάσματα.

Όπως ανέκαθεν γίνονταν.

Φωνάζουν και τα παπαγαλάκια και τα ΜΜΕ πως οι αντιπρόσωποι αποφασίσανε, αυτοί που εμείς στείλαμε στο κυνοβούλιο, δημοκρατία γαρ.

Βέβαια δεν λένε ποτέ πως οι αντιπρόσωποι στον αρχηγό υπακούν, που υπακούει στις πιέσεις αυτών που του επιτρέπουν να αρχηγεύει, που χρηματοδοτούν το κόμμα και τα ψώνια τους δηλαδή.

Συναίνεση δημιουργούν οι διανοούμενοι στο κόλπο.

Κέρδισε τον πόλεμο των νοημάτων ο βασιλιάς και η φεουδαρχία, σας τα είπε εξαιρετικά πρωτόδικα ο Κώστας ο Γουρνάς.

Φλομώνει φούμαρα τον λαό η διανόηση, τον τρομοκρατεί διαρκώς με καμπάνιες δηλητήριο.

Τον κρατάει υπόδουλο.

Έκανε λοιπόν επανάσταση ο λαός, καλή η επανάσταση. Καινούρια αφεντικά στο κεφάλι. Σάρκα από την σάρκα του. Μπράβο στον λαό.

Στην θέση του πασά τον βασιλιά, μπράβο.

Στη θέση των προεστών καινούριους νταβατζήδες. Τα λεφτά δανεικά για να τους κρατούν σφιχτά πιασμένους απ’ τ’ αρχίδια, να με συγχωρείτε. Τώρα όλα γίνονται νόμιμα, με την ψήφο. Ανοχής. Στον οίκο ανοχής.

Μπράβο.

Η εκκλησία πανταχού παρούσα, δεν διαμαρτύρεται ποτέ, όλα τα σφάζει-όλα τα μαχαιρώνει. Ευλόγησε όλους του δικτάτορες η εκκλησία. Προνόμια δεν έχασε ποτέ κι από κανέναν. Θεοσεβούμενοι βλέπετε οι δολοφόνοι, να μη κερδίσουν μια θέση στον παράδεισο, επίγειο ή ουράνιο!

Δουλειά κανένας! Είναι αμαρτία, μοναχά το πόπολο να αμαρτάνει!

Άλλοι παράγουν, άλλοι ωφελούνται.

Στο όνομα της δημοκρατίας.

Ο λαός βογκά στο περιθώριο.

Ο δεσπότης ρέβεται.

Από παιδί αναρωτιόμουν γιατί οι παπάδες να είναι χοντροί!

Λεπτός και αποστεωμένος ο Χριστός και οι άγιοι του. Και του λαού οι άγιοι το ίδιο.

Είδατε ποτέ στην ιστορία αντάρτη και χοντρό. Δεν είμαι ρατσιστής ρε γαμώτο, απλά, αναρωτιέμαι. Μάλλον όλοι οι άλλοι σκέφτονται με την κοιλιά!

Το φούσκωμα της τσέπης μάλλον συμβαδίζει με το φούσκωμα του στομαχιού.

Έχω συναντήσει και εξαιρετικούς ανθρώπους του θεού, δεν λέω. Λίγους δυστυχώς.

Άντε

ρίξανε τον βασιλιά.

βάλανε πρόεδρο στην δημοκρατία

τον δήμο δεν τον ρώτησαν νομίζω, δεν τον ρωτάει ποτέ ο πρόεδρος τι να κάνει, απλώς το κάνει.

Δεν είπε ποτέ ο δήμος να μοιράσουν τα ιμάτια μεταξύ τους. Τους πόρους, τις μίζες κλπ. προνόμια.

Τι είναι οι τραπεζίτες, αναρωτηθήκατε ποτές ;

Ποια η δουλειά τους και τι προσφέρουν στο κοινωνικό σύνολο ; Ποια επακόλουθα ; Στο κοινωνικό γίγνεσθαι.

Γιατί απολαμβάνουν τόσα προνόμια, κράτος εν κράτη ;

Ποιος έχει εκλέξει τους τραπεζίτες που μας κυβερνούν ; Για να έχουνε άποψη και λόγο.

Πάντα στις θέσεις κλειδιά βλέπετε διορισμένους. Ποιανού τη θέληση θ’ ακολουθήσουν ;

Στην Ελλάδα, στην Ευρώπη, στον κόσμο.

Φυτεμένοι από τα πάνω.

Με αποφάσεις ληστρικές κυβερνιούνται οι λαοί.

Δημιουργούνται άπειροι μετανάστες.

Έχουμε χιλιάδες αυτοκτονίες. Αριθμοί θα μου πείτε, στατιστικές!

Χρεοκοπίες, ανθρώπων, χώρες ολόκληρες καταρρέουν.

Κι αυτούς που αντιστέκονται, που πολεμούν τους ονομάζουν αλήτες, ταραχοποιούς, τρομοκράτες.

Όλους αυτούς που μας εμποδίζουν να ζούμε τους έχει ήδη καταδικάσει η ιστορία, όλους όσους εμποδίζουν την ιστορία να προχωρήσει μπροστά, ν’ ανοίξει πανιά προς το καινούριο. Το όνειρο.

Δεν μπορείτε να σταματήσετε την ιστορία εσείς που γδέρνετε τα όνειρά μας!

Ο καπιταλισμός έχει πλέον χρεοκοπήσει, βρίσκεται στην εντατική, φτάνει να τραβήξει κάποιος το σωληνάκι, αυτόν τον κάποιον τρέμετε!

Είναι καταδικασμένοι από την ιστορία αυτοί που κρατούν στη ζωή το σύστημα με τεχνητά μέσα.

Νεκροθάφτες είναι της ελπίδας.

Ο πασάς, ο λουδοβίκος, ο σαμαράς κι ο βενιζέλος. Ο γιωργάκης ο κωστάκης και το κακό συναπάντημα, μπήκε και ο τσίπρας στο κόλπο!

και μαζί τους όλοι αυτοί που δεν έχουν την πυγμή να κάνουν πέρα από μόνοι τους.

Που να βρουν άραγε φιλότιμο ; Δεν το πουλάνε ούτε το μοιράζουν στα μέρη που συχνάζουν το φιλότιμο,

ποιος το έχασε για να το βρούνε ;

Στα μέρη τους λέξη άγνωστη κατάντησε!

Λείπει δραματικά από τις γνωριμίες τους, τους φίλους και κουμπάρους.

Το χρονοντούλαπο της ιστορίας άνοιξε και τους περιμένει, αργά ή γρήγορα, είναι αναπόφευκτο, θα τους ρουφήξει, θα το επισκεφτούν, θα τους χώσει η κοινωνία, εκείνη η πλευρά της που αγωνίζεται, που θα πάει!

Λευτερώστε τα καλύτερα παιδιά της.

Λευτερώστε τα καλύτερα παιδιά της!

Ανοίξτε τα μπουντρούμια να μπει καθαρός αέρας.

Δεν μπορείτε να κάνετε πως δεν βλέπετε!

έχουμε γερά γονίδια εμείς, Πανίσχυρα , αντέξαν αιώνες.
μας γέννησε ο Προμηθέας, που αψήφησε τον Δία και τις εντολές του!
μάνα μας η Αντιγόνη, που θυσίασε τη ζωή υπακούοντας την καρδιά της και όχι τους νόμους της όποιας εξουσίας!

Εμείς είμαστε εγγόνια των Μακρονησιωτών, εγγόνια της κομμούνας και των σοβιέτ, ξαδέρφια των Βιετναμέζων μαχητών, αδέρφια των Τουπαμάρος ανταρτών, παιδιά του Φιντέλ και του Γκεβάρα! Του Ενρίκεζ, του Αλλιέντε και των φενταγίν!

Της ανατρεπτικής ιστορίας της ανθρωπότητας παιδιά είναι αυτά που δικάζετε εκεί μέσα.

Μαμή η ανάγκη για ελευθερία και δικαιοσύνη, για αρετή και αλληλεγγύη και αξιοπρέπεια. Παλικαριά και γενναιότητα. Κάλλος και ανδρεία.

Τα γέννησε η ανάγκη του ανθρώπου να σκεφτεί αυτόνομα, να σπάσει την καταπίεση, τα δεσμά του καπιταλισμού και της αλλοτρίωσης!

Η ανάγκη για ανθρωπιά και αλληλεγγύη.

Η ανάγκη να μοιράσουν και να μοιραστούν.

Άλλα τα μονοπάτια αυτών των παιδιών, διαφορετικά τα δικά μας.

Κοινή η πορεία, όμοια και η ρίζα.

Politiqui, Alpha Blondy.

αυθόρμητη συνέντευξη στον πρώην ταξιαρχίτη Paroli

Δημοσιεύτηκε στις 7 Φεβ 2015

Δημοσιεύτηκε στις 19 Μαρ 2011
συνέντευξη που πραγματοποιήθηκε από την Σύνταξη του CORTOCIRCUITO, φοιτητικής εφημερίδας του Reggio Emilia. για πληροφορίες:http://www.cortocircuito.re.it

ΩΧΡΑ ΣΠΕΙΡΟΧΑΙΤΗ-Μπαλάντα για μια λυπημένη χώρα.-

Ανέβηκε στις 18 Δεκ 2009

Οι μέρες είναι μαγικές
όταν μπορούμε και γελάμε δίχως φόβο
όταν δεν έχει θάνατο του πρωινού καφέ η κουβεντούλα

DSC02240

6 σεπτεμβρίου 1971! η απόδραση από την Punta Carretas

6 settembre

 

στις 6 σεπτεμβρίου του 1971, είναι μια όμορφη ηλιόλουστη μέρα, και στην φυλακή της Punta Carretas βασιλεύει εκείνη η φαινομενική ηρεμία που πάντοτε ανακοινώνει πως κάτι μεγάλο πρόκειται να συμβεί. όντως, όταν οι φύλακες βάζουν στα κελιά τους τους κρατούμενους, αντιλαμβάνονται πως λείπουν για τα καλά εκατόν έντεκα. εκατόν έξι τουπαμάρος, περιλαμβανομένου του Raul Sendic, που από τους αντάρτες είναι ο αναγνωρισμένος αρχηγός, και μια ολόκληρη ομάδα ληστών τραπεζών, εκείνη του Negro Vinas, ενός ‘atracador’, ληστού, που πολιτικοποιήθηκε στην φυλακή.

οι αστυνομικοί που προχωρούν προς τα πίσω το τούνελ, διαμέσου του οποίου οι tupamaros το έσκασαν, βρήκαν ένα σημείωμα που έγραφε : »σήμερα όπως πάντα, στον αγώνα για την ελευθερία». οι αντάρτες είχαν όντως αποδράσει χρησιμοποιώντας στο μεγαλύτερο μέρος του το tunnel που σαράντα χρόνια πριν ο Roscigna και οι άνθρωποί του είχαν σκάψει.

σύμφωνα με τον διοικητή της οργάνωσης και σήμερα σενατόρε στην Uruguay, τον Eleuterio Fernández Huidobro, η γέννηση του κινήματος των Tupamaros πηγαίνει πίσω στα 1965.
ξεκίνησαν με δράσεις ληστειών σε τράπεζες, με επιθέσεις σε κύκλους και άλλες επιχειρηματικές δραστηριότητες στα πρώτα χρόνια του εξήντα, και ακολουθούσε η διανομή στις φτωχογειτονιές του Montevideo τροφής και χρημάτων.
με τα χρόνια οι τουπαμάρος απέκτησαν γρήγορα λαϊκή αποδοχή αναγκάζοντας και το κομουνιστικό κόμμα της Ουρουγουάη να συνυπάρχει με το κίνημα, αφού όμως στην αρχή είχε καταδικάσει τις ενέργειες.

από το 1968 και μετά η καταστολή, αστυνομική και στρατιωτική που πραγματοποίησε η κυβέρνηση σκλήρυνε αποδίδοντας την σύλληψη πολλών διαφωνούντων που στη συνέχεια συστηματικά βασανίζονταν σύμφωνα με τις τεχνικές που οι αμερικανοί δίδασκαν στα στρατιωτικά καθεστώτα στους διάφορους στρατιωτικούς λατινοαμερικάνικους μηχανισμούς. έτσι οι tupamaros ξεκινούν να πράττουν πολιτικές απαγωγές και εκτελέσεις, όπως αυτή του Dan Mitrione, του πράκτορα του FBI που κατηγορήθηκε πως εκπαίδευσε σε τεχνικές βασανιστηρίων τις αστυνομικές δυνάμεις σε διάφορες λατινοαμερικανικές χώρες.

τον ιούλιο του 1973 οι στρατιωτικοί αναλαμβάνουν την εξουσία στην Uruguay και η καταστολή γίνεται ακόμα πιο βίαιη με την σύλληψη των διοικητών tupamaros Raúl Sendic, Eleuterio Fernández Huidobro, Mauricio Rosencof, José Mujica, Adolfo Wasem, Julio Marenales, Henry Engler, Jorge Manera και Jorge Zabalza, που φυλακίστηκαν σε συνθήκες κτηνώδους απανθρωπιάς, συνεχών βασανιστηρίων, προσπαθώντας να τους εμποδίσουν οποιαδήποτε επικοινωνία και υπό την απειλή της εκτέλεσης στην περίπτωση οποιαδήποτε δράση θα είχε λάβει χώρα από πλευράς MLN-T, οποιασδήποτε φύσεως και αν ήταν αυτή.

μετά την αποκατάσταση της δημοκρατίας στην Uruguay το 1985, οι Tupamaros επέστρεψαν στην δημόσια ζωή σαν μέρος ενός πολιτικού κόμματος, το Κίνημα Λαϊκής Συμμετοχής, il Movimiento de Participación Popular (Movimento di Partecipazione Popolare)

δημοσιεύτηκε στην Ταξική Ιστορία

infoaut 3.0

http://www.online-movie-films.com/drama/serpico-%CF%83%CE%B5%CF%81%CF%80%CE%AF%CE%BA%CE%BF-1973/

Σέρπικο

 

συνεχίζεται