αυτονομία, autonomia

14 μαίου 1977: Μιλάνο, μια »ήρεμη» ανταλλαγή πυροβολισμών – 14 maggio 1977: Milano, una sparatoria «tranquilla»

Milano, 12 μαίου 1977; την ώρα που οι ειδικές δυνάμεις του Υπουργού Εσωτερικών Κοσσίγκα που έχουν παρεισφρήσει πυροβολούν τους διαδηλωτές στην Piazza Navona και σκοτώνουν 14 maggio

την Giorgiana Masi, ο εισαγγελέας Luigi De Liguori διατάζει την σύλληψη κάποιων προσώπων, μεταξύ των οποίων δυο γνωστούς δικηγόρους της Κόκκινης Βοήθειας,  di Soccorso Rosso, τους Giovanni (Nanni) Cappelli και Sergio Spazzali. Η ποιο σοβαρή κατηγορία εις βάρος τους είναι εκείνη της προώθησης ανατρεπτικής ένωσης. Οι ομάδες της εξωκοινοβουλευτικής αριστεράς και οι συλλογικότητες του χώρου της αυτονομίας συγκαλούν για το απόγευμα της 14 μαίου μια διαδήλωση ενάντια στην καταστολή.

 

To πρωινό της 14ης μαίου, οι τέσσερις  υπεύθυνοι των ομάδων περιφρούρησης των διαφόρων ψυχών της μιλανέζικης Αυτονομίας συναντιούνται στο Πανεπιστήμιο Statale για να αξιολογήσουν την κατάσταση και να αποφασίσουν τις δράσεις στην πλατεία και τον δρόμο. Είναι οι Pietro Mancini (Piero), Raffaele Ventura (Coz) και Maurizio Gibertini (Gibo) για την ομάδα που συναθροίζονταν γύρω από το περιοδικό «Rosso», ο Oreste Scalzone για τις ομάδες που ήταν κοντά στην Εργατική Εξουσία, per i gruppi vicini a Potere Operaio, ο Andrea Bellini για την κολλεκτίβα «Casoretto» και τέλος μια αντιπροσωπεία του μαρξιστικού-λενινιστικού κόμματος. Αποφασίζουν για μια σκληρή πορεία, που σε κάποια συγκεκριμένη στιγμή θα αποσπαστεί από τις ομάδες της εξωκοινοβουλευτικής αριστεράς (με την Προλεταριακή Δημοκρατία,Democrazia Proletaria στην κεφαλή) για να συνεχίσει τον δρόμο της γύρω από τις φυλακές του San Vittore για να μεταφέρει την αλληλεγγύη στους συλληφθέντες πριν δυο ημέρες δικηγόρους . Μια πορεία »σκληρή», αυτό ναι, μα που δεν είχε προκαθοριστεί να καταλήξει σε ένοπλη μάχη με την αστυνομία, ούτε κάποια άλλη προβοκάτσια. Καθόλου molotov, ούτε σιδερόβεργες, καθόλου σφεντόνες ούτε πέτρες, τίποτα. Με τις πρώτες φασαρίες θα εγκαταλείπονταν η πορεία, αυτή ήταν η συμφωνία.

 

To προηγούμενο βράδυ, όμως, και η ένοπλη συνιστώσα της συλλογικότητας Romana-Vittoria, που εκπροσωπούνταν από τους  Marco Barbone, Enrico Pasini Gatti, Giuseppe Memeo, Marco Ferrandi, Luca Colombo και Giancarlo De Silvestri συναντιέται για να καθορίσει το σχέδιο για την διαδήλωση της επομένης ημέρας. Πρέπει να προκαλέσει την αστυνομία κοντά στην San Vittore, για να διαλύσει την πορεία και να την ενώσει ξανά στην ζώνη της Porta Genova, όπου και να την προφυλάξει στρατιωτικά όσο το δυνατόν για περισσότερο χρόνο. Η κολλεκτίβα Romana-Vittoria θα ανοίξει την πορεία.

 

 

Η πορεία ξεκινά στις 16,45 από την piazza Santo Stefano, οι διαδηλωτές ξεπερνούν τις 10.000. Στην διασταύρωση via San Vittore-Via Olona ο κορμός της αυτονομίας, γύρω στους 1000 διαδηλωτές, εγκαταλείπει τον κύριο κορμό όπως είχε προαποφασιστεί. Ξεκινούν ευθύς τα συνθήματα: «Da San Vittore all’Ucciardone, un solo grido: evasione», «Carabiniere, sbirro maledetto, te l’accendiamo noi la fiamma sul berretto» – »Από την San Vittore μέχρι την Ucciardone, μια και μόνη κραυγή: απόδραση», »Καραμπινιέρο, μπάτσε καταραμένο, εμείς θα ανάψουμε την φλόγα που έχεις στον μπερέ σου».

Σε κάποια συγκεκριμένη στιγμή η φάλαγγα της αστυνομίας (μέχρι τότε στέκονταν πολύ μακριά από την πορεία) του τρίτου τμήματος ταχείας ανάπτυξης παρατάσσεται με πλήρη εξοπλισμό [μια σειρά από ασπίδες, και μια δεύτερη με εκτοξευτές δακρυγόνων) στη γωνία μεταξύ της Via Olona και της οδού De Amicis. Μετά από μια σύντομη διαβούλευση, η ένοπλη ομάδα της Romana- Vittoria αποφασίζει να επιτεθεί, και εύκολα παρακάμπτει τα κορδόνια συγκράτησης που είχαν επικεφαλής τον Bellini και Scalzone, που συνειδητοποιούσαν τι επρόκειτο να συμβεί.

 

Υψώνεται μια απότομη κραυγή: «Ρομάνα έξω!» ακολουθούμενη από μια επόμενη: «Πυρ!». Μέσα σε ένα μόνο λεπτό οι Ferrandi, Memeo, Poodle, Pasini Gatti, De Silvestri και Colombo, στους οποίους στέκονταν κοντά μερικοί μαθητές του Cattaneo οπλισμένοι με βόμβες μολότοφ, από την συλλογικότητα της Viale Puglie και από τη συλλογικότητα Barona ξεκινούν μια βίαιη ένοπλη μάχη με τις δυνάμεις της τάξης, κατά τη διάρκεια της οποίας τραυματίζεται θανατηφόρα ο υποταξίαρχος Custra. Δύο ακόμη καραμπινιέροι τραυματίστηκαν ελαφρά, ενώ ένας περαστικός, ο Marzio Golinelli, χάνει ένα μάτι και ένας άλλος περαστικός, η Patrizia Roveri, τραυματίζεται όχι σοβαρά στο κεφάλι.

 

Η οδός De Amicis επισκιάζεται από τον καπνό των δακρυγόνων, των μολότοφ και του τρόλεϊ 96 που έχει παραδοθεί στη φωτιά. Όλοι όσοι βρίσκονταν στον δρόμο καταφτάνουν τρέχοντας στην οδό Carducci διάδρομο όπου κάποιοι διαδηλωτές αυτοσχεδιάζουν ένα οδόφραγμα με οικοδομικό υλικό ενός εργοτάξιου .

Το βράδυ της 14ης στο σπίτι του Κολόμπο συγκεντρώνονται μερικά από τα ηγετικά στελέχη του Rosso για να συνεννοηθούν με τους Ferrandi, Poodle, Memeo, Pasini, Κολόμπο και De Silvestri. Η είδηση ότι ο αξιωματικός Custra είναι κλινικά νεκρός διαδόθηκε από τις ραδιοφωνικές ειδήσεις και μέσω των τηλεοπτικών ειδήσεων. Τα ηγετικά στελέχη του Κόκκινου είναι πρόθυμα να παρέχουν τα χρήματα και τα πλαστά έγγραφα για την προληπτική απομάκρυνση των Pasini Gatti, Ferrandi και τρειών μαθητών του Cattaneo. Γεννιέται τότε μια βίαιη αντιπαράθεση ανάμεσα στον Mancini, που ήταν πολύ κριτικός σε σχέση με τη δράση της Ρομάνα-Victoria, και του Alunni, που αντιθέτως αναλαμβάνει την άμυνα αυτών. Ως αποτέλεσμα αυτού και άλλων προσωπικών διαφωνιών, τον Ιούλιο οι Alunni, Μαρόκκο, Ricciardi, Μπαρμπόνε, Κολόμπο, De Silvestri θα δώσουν ζωή, μαζί με άλλους και άλλες αγωνίστριες, στους Κομμουνιστικούς Μαχόμενους Σχηματισμούς. Αργότερα, ο Ferrandi θα εισέλθει στην Πρώτη Γραμμή, ο Memeo στους ένοπλες Προλετάριοους για τον Κομμουνισμό, τέλος ο Pasini Gatti στην Ταξιαρχία Antonio Lo Muscio.

Κατά τη διάρκεια της δίκης για τα γεγονότα της 14ης Μαΐου, οι κατηγορούμενοι Ferrandi, Barbone και Pasini Gatti θα παρουσιαστούν με το προφίλ, που έχουν ήδη αναλάβει κατά τη στιγμή της σύλληψης, των λεγόμενων «μετανιωμένων».

 

Δημοσιεύουμε παρακάτω μερικές φωτογραφίες της 14ης Μαίου 1977 που ανακαλύφθηκαν πρόσφατα και δημοσιεύτηκαν στον τόμο «Ιστορία μιας φωτογραφίας» από τον Sergio Bianchi, που δημοσιεύτηκε από τον οίκο Derive Approdi.

 

GALLERIA IMMAGINI

  • Click to open image!
  • Click to open image!
  • Click to open image!
  • Click to open image!

το βιβλίο:

 
Το κίνημα του ’77 είναι αυτό που έχει διαγραφεί περισσότερο και το πιο «καταραμένο» μεταξύ των στιγμών της ταξικής σύγκρουσης αυτής της χώρας, ίσως ακριβώς γιατί ήταν το πιο βίαιο και το πιο επικίνδυνο. Το να ανακατασκευάσουμε την ιστορία του σημαίνει πως πρέπει να καθαρίσουμε το έδαφος από την παραχάραξη, από τις εύκολες ανακατασκευές, έργο των μεγάλων κομμάτων ή των μικρών ομάδων, από την ιδεολογία της μετάνοιας, από τον αθωωτισμό, από τον σοσιαλδημοκρατικό εξορκισμό πρώτα και τον φιλελεύθερο δημοκρατικό στην συνέχεια.

Οι τεχνικές της προφορικής ιστορίας μας επιτρέπουν να πραγματοποιήσουμε την πρώτη εργασία της ιστοριογραφίας: να καθορίσουμε τις μαρτυρίες, να αποκαταστήσουμε την πολυφωνία της πραγματικότητας. Η αλήθεια ηχεί σε μεγάλο βαθμό αξίωση, ανάληψη ευθύνης. Αυτό δεν σημαίνει να πούμε «στοπ» στη σκέψη σε σχέση με την φωτογραφία της στιγμής που χάθηκε, αλλά να αποκαταστήσουμε το νόημα στις πράξεις των μερών που μάχονταν. Όλων των πλευρών, εάν είναι δυνατόν.

Από την πλευρά του κινήματος, ως εκ τούτου έχουμε ακούσει: τον Vincenzo Miliucci, ιστορική φυσιογνωμία της ρωμαϊκής εργατικής αυτονομίας, τον Mario Moretti, από τα κύρια ηγετικά στελέχη των Ερυθρών Ταξιαρχιών, τον Oreste Scalzone, γνωστότατο εκφραστή του κινήματος, τον Raoul Mordant, εξ ονόματος της «Ομάδας των 11», τον Enzo Modugno, θεωρητικό της αυτονομίας, τον Tano D’Amico, φωτογράφο όλων των διαδηλώσεων και της «ζωής του Κινήματος», κ.λπ.
Ως εχθρός, ο γερουσιαστής. Φραντσέσκο Κοσσίγκα, γιατί τότε ήταν υπουργός Εσωτερικών και σήμερα μάρτυρας όχι μυστικοπαθής. Και στην συνέχεια ένα μεγάλο αριθμό των «συντρόφων της βάσης» – μητροπολιτικών ινδιάνων και φεμινιστριών, σκληρών της αυτονομίας, ημι-παράνομων των BR – οι οποίοι διέτρεξαν οποίος στη συνέχεια τροχιές ζωής ποικιλόμορφες, αλλά των οποίων τα λόγια συχνά φωτίζουν όλους τους τόπους που αφέθηκαν στη σκιά από τις ανακατασκευές των ηγετών.
A quiet shoot-outA quotation to explain the title:«What’s going on?»
«Well, the police didn’t want to let us pass, so we went round – there
wasn’t a real clash.»
«But they’re shooting…»
«Yeah, but they’re just firing at the wall, the same as us. Really it’s
all quiet… it’s a quiet shoot-out.»

http://existingactually.blogspot.com/2005/06/meme-i_07.html

ιστορία, storia

PRIMA LINEA Πρώτη Γραμμή

Ιστορικά στοιχεία PRIMA LINEA

Οι απαρχές, η καταγωγή

Στην διάρκεια των χρόνων Εβδομήντα στην Ιταλία βαθαίνει η κοινωνική και πολιτική σύγκρουση. Στην διάχυτη θέληση ριζικού μετασχηματισμού, σε κομουνιστική κατεύθυνση, της κοινωνίας, κάποιοι τομείς του Κράτους απαντούν με την τρομοκρατία της στρατηγικής της έντασης. Βόμβες και απειλές πραξικοπήματος εμφανώς αποσταθεροποιητικές, που στοχεύουν στην πραγματικότητα να σταθεροποιήσουν μιαν εξουσία που έχανε την αξιοπιστία της στα μάτια μεγάλων στρωμάτων του πληθυσμού. Εν τω μεταξύ, το Κκι, που προχωρά δυνατά στις δημοτικές εκλογές του 1975 αυξάνοντας εντυπωσιακά τα ποσοστά του και ακόμη περισσότερο στις πολιτικές του 1976, απογοητεύει  τις προσδοκίες μιας πλευράς των εκλογέων του, η οποία θεωρεί μια προδοσία τον ιστορικό συμβιβασμό, την πολιτική εθνικής αλληλεγγύης και την υπεράσπιση των αστικών θεσμών, τις εκκλήσεις για θυσίες και την λιτότητα.

Μέσα στα ίδια χρόνια πολλαπλασιάζονται στον κόσμο οι νικηφόρες εκβάσεις των ανταρτοπολέμων, των κινημάτων εθνικής απελευθέρωσης ενάντια στην αποικιοκρατία, ενώ το δραματικό πραξικόπημα στην Χιλή του 1973 σε μεγάλο μέρος της επαναστατικής αριστεράς μοιάζει σαν μια επιβεβαίωση της αδυναμίας μιας ειρηνικής οδού για την κατάκτηση της εξουσίας από πλευράς των λαϊκών μαζών.

Μέσα στα δεύτερα μισά της δεκαετίας λαμβάνει χώρα η οριστική διάλυση των εξωκοινοβουλευτικών ομάδων. Η  Lotta continua διαλύεται με ανεπίσημο τρόπο το φθινόπωρο του 1976. Ένας αριθμός όλο και μεγαλύτερος νέων πείθεται πως η χρήση του ένοπλου αγώνα είναι απαραίτητη για να συγκεκριμενοποιηθεί και πραγματοποιηθεί εκείνη η επιθετική προέλαση η οποία, τα προηγούμενα χρόνια, υπήρξε κληρονομιά όλης της πιο ριζοσπαστικής αριστεράς, και εκφράζονταν μέσα από την σκληρότητα των συνθημάτων που φωνάζοντας στις πορείες.   Εάν οι ερυθρές Ταξιαρχίες, Brigate rosse εκφράζουν το παράδειγμα της συγκεντρωτικής οργάνωσης, που έχει σκοπό να οικοδομήσει ένα κόμμα σε συνέχεια με την μαρξιστική λενινιστική θεωρία και την πράξη, σε συνέχεια με την ιστορία του διεθνούς κομουνιστικού κινήματος, άλλα τμήματα υποστηρίζουν την υπόθεση ενός διάχυτου ανταρτοπόλεμου σε στενή επαφή με τους μαζικούς αγώνες. Όχι το ένοπλο κόμμα, συνεπώς, μα το ένοπλο κίνημα. Επισφαλείς, δίχως σπίτι, εργαζόμενοι τους οποίους η αναδιάρθρωση απέβαλε από τους παραγωγικούς κύκλους, νέοι γκετοποιημένοι στις hinterland των πόλεων που διεκδικούν τις ανάγκες τους. Ο «κοινωνικός εργάτης» σύμφωνα με την θεωρία του Toni Negri, o οποίος αμφισβητεί έντονα και τίθεται αντιμέτωπος στην συμμαχία Dc-Pci, των χριστιανοδημοκρατών με τους κομουνιστές δηλαδή, σε σημείο να συγκρούεται, ακόμη και σωματικά στις πλατείες, με τις ιστορικές οργανώσεις του εργατικού κινήματος.

Γεννιέται κατ’ αυτό τον τρόπο ένας χώρος που σχηματίζεται από αγωνιστές που φεύγουν από την Lotta continua σε διάφορες δόσεις μέσα στο 1974, μετά την «στροφή προς  την νομιμοφροσύνη» του προηγούμενου χρόνου, με την οποίαν η ομάδα αποκηρύσσει τις εκκλήσεις στην επαναστατική βία ενάντια στο  Κράτος. Σε αυτούς συνενώνονται ορφανά της διαλυμένης εργατικής Εξουσίας, Potere operaio, οι οποίοι συγκλίνουν στην εργατική Αυτονομία, Autonomia operaia, η οποία γίνεται ένα είδος καταφυγίου των πιο ριζοσπαστικών θέσεων. Εργοστασιακές επιτροπές, Επιτροπές του τριτογενούς τομέα, των συνοικιών, οι οποίες θεωριτικοποιούν τον μαζικό εξοπλισμό και λαμβάνουν μέρος σε ευρέως διαδεδομένες πρακτικές μάχης. Μέσα σε αυτή την συγκυρία δημιουργούνται οι κομουνιστικές Επιτροπές για την εργατική Εξουσία, i Comitati comunisti per il Potere operaio και, το 1975, ο χώρος και το περιοδικό »Χωρίς ανακωχή»,  «Senza tregua», που συνενώνει αυτούς που πήραν μέρος στο Εξήντα οκτώ και στις εξωκοινοβουλευτικές ομάδες, μα και νεότατους που πλησιάζουν στην πολιτική, που έλκονται μερικές φορές από τον μύθο της προδομένης Αντίστασης. Αυτός ο χώρος εκφράζεται με ένα διπλό επίπεδο, νόμιμο και παράνομο. Ενώ στην εφημερίδα διεξάγεται η συζήτηση για τον μαζικό εξοπλισμό,εργατικών πολιτοφυλακών, μιας διαδρομής προλεταριακής οργάνωσης μέσα σε ένα πλαίσιο εμφυλίου πολέμου μακράς διάρκειας, υπάρχουν καταλήψεις, απαλλοτριώσεις, δράσεις αυτοχρηματοδότησης, εισβολές στις ενώσεις των βιομηχάνων, τραυματισμοί διοικητικών στελεχών εργοστασίων.

Τον οκτώβρη του 1976 στο Salò, στην επαρχία της Brescia, στο εσωτερικό της «Senza Tregua» λαμβάνει χώρα εκείνο που ονομάστηκε »πραξικόπημα από τους λοχίες», «golpe dei sergenti». Τα μεσαία στελέχη, που προέρχονταν από την Lotta continua, αναλαμβάνουν την ομάδα εκδιώκοντας τους «διανοούμενους», πρώην του Potere operaio, που διευθύνουν το περιοδικό. Μετά από μια περίοδο αναστολής, οι δημοσιεύσεις αρχίζουν ξανά σαν «Δεύτερη σειρά».

Στο περιβάλλον των στρατευμένων που εκδιώχτηκαν σχηματίζονται οι μαχόμενες κομουνιστικές Μονάδες, le Unità comuniste combattenti (Ucc) και οι επαναστατικές κομουνιστικές Επιτροπές, Comitati comunisti rivoluzionari (Cocori).

Η γέννηση

Είναι δύσκολο να προσδιορίσουμε ένα ακριβές σημείο για το ξεκίνημα της οργάνωσης. Η επονομασία Prima linea εμφανίζεται στις 30 νοεμβρίου 1976 στην ανάληψη ευθύνης της εισβολής στο Torino στην έδρα της Ένωσης διευθυντικών στελεχών απ’ όπου παίρνουν μαζί τους οι εισβολείς τα αρχεία του συνδέσμου. Στο φυλλάδιο μεταξύ άλλων διαβάζουμε: η Prima linea δεν είναι ένας καινούργιος μαχόμενος κομουνιστικός πυρήνας, μα η συνένωση διάφορων αντάρτικων πυρήνων οι οποίοι μέχρι σήμερα έχουν δράσει κάτω από διάφορες ονομασίες.  η Prima linea δεν είναι η απόρροια άλλων ένοπλων οργανώσεων όπως οι Br και οι Nap. Η μοναδική διεύθυνση που αναγνωρίζουμε είναι οι εσωτερικές [στα εργοστάσια] πορείες, οι άγριες απεργίες, τα σαμποτάζ, οι αχρηστεύσεις των εχθρικών πρακτόρων, η αυθόρμητη ευφορία, η extraπαράνομη συγκρουσιακή κατάσταση.

Το ενεργό στρατευμένο σώμα στα προηγούμενα χρόνια με διάφορες επονομασίες είναι εκείνο που έχει σημείο αναφοράς την «Senza Tregua». Ανάμεσα στο 1976 και το 1977 διάφορα μέλη της μελλοντικής πολιτικής-στρατιωτικής κορυφής της οργάνωσης καταλήγουν προσωρινά στην φυλακή. Σε αυτή την φάση, που στην συνέχεια ονομάστηκε pre-Prima linea, της αποδόθηκε, μεταξύ άλλων, η θανάσιμη ενέδρα στον επαρχιακό σύμβουλο του φασιστικού Msi Enrico Pedenovi, in risposta all’omicidio da parte dei neofascisti di Gaetano Amoroso, il 27 aprile 1976 στο Milano. Μια επιχείρηση που απολαμβάνει την συναίνεση μεγάλου τομέα της επαναστατικής αριστεράς.

η Prima linea συστήνεται επίσημα σε ένα συνέδριο στο San Michele a Torri, κοντά στο Scandicci, τον απρίλη του 1977. Παίρνουν μέρος μια τριανταριά αντιπρόσωποι από το Milano, Bergamo, Torino, Firenze, Napoli. Ο προαγωγός πυρήνας προέρχεται σε μεγάλο μέρος από το Sesto San Giovanni. Oνομάζονταν το Στάλινγκραντ της Ιταλίας.Πρώτα για όσα είχε συνεισφέρει στην Αντίσταση, μετά στους εργατικούς αγώνες. Δυνατές είναι οι πραγματικότητες από το Μπέργκαμο και το Τορίνο. Ένα Καταστατικό 31 άρθρων ανακοινώνει τις αρχές εκείνης που ορίζεται μια «εθελοντική οργάνωση μαχητών για τον κομουνισμό». Χαρακτηρίζονταν από δυο ξεχωριστά επίπεδα. Το πρώτο είναι ένα δίκτυο υποστήριξης και ώθησης στις παράνομες συμπεριφορές και στην προλεταριακή μάχη, αποτελούμενο από Ronde και Squadre, Περιπολίες και Ομάδες, οι οποίες λαμβάνουν διάφορες επωνυμίες (Squadre armate proletarie, territoriali, operaie – ένοπλες προλεταριακές Ομάδες, εδαφικές, εργατικές) και πραγματοποιούν σαμποτάζ, πυρπολήσεις, απαλλοτριώσεις, επιθέσεις σε επικεφαλής τμημάτων στα εργοστάσια. Το δεύτερο είναι μια δομή συγκεντρωτική στης οποίας την κεφαλή υπάρχει μια εθνική Διοίκηση, un Comando nazionale, η οποία πρέπει να δίνει αναφορά για τις δραστηριότητες της στην Διάσκεψη της οργάνωσης.

Το ξεκίνημα, στο κίνημα

η Prima linea κινεί τα πρώτα βήματα της μέσα σε μια διαδρομή συνδεδεμένη με το ανομοιογενές κίνημα του Εβδομήντα επτά, στοχεύοντας να ανυψώσει τα επίπεδα σύγκρουσης. Ήδη στο όνομα προσδιορίζονται αυτά τα χαρακτηριστικά.Η οργάνωση θέλει να βρίσκεται στην κορυφή της ριζοσπαστικής κριτικής του συστήματος. Η πρώτη γραμμή είναι όντως εκείνη των ομάδων περιφρούρησης στις πορείες. Σε ένα ντοκουμέντο με ημερομηνία 1977 διαβάζουμε: Οι ημέρες του μάρτη υπήρξαν ένα μεγάλο μάθημα: από αντικειμενικές συνθήκες που τυποποιούσαν ανάγκες και χαρακτήρες πολιτικούς του προλεταριάτου περάσαμε στον μαζικό αγώνα ενάντια στο Κράτος. Σε αυτόν κατέστησαν σαφείς οι διαφορετικές πολιτικές υποθέσεις και παραδοχές που ζουν μέσα στον επαναστατικό χώρο μεταξύ των μαχομένων οργανώσεων. […] To πολιτικό ζήτημα και η ανάγκη που αναπτύχθηκε αυτούς τους μήνες, η αναζήτηση ξεκάθαρων απαντήσεων, ενός διαυγούς σχεδιασμού προοπτικής και οργάνωσης, επιβάλει να να διαρρήξουμε όλες τις επί μέρους αντιλήψεις: από την αυτόνομη μέχρι την ένοπλη, να εξαπολύσουμε την πολιτική μάχη, να ελέγξουμε ξανά και να συγκρίνουμε πολιτικές προτάσεις με την επαναστατική ένταση που ζει μέσα στο προλεταριάτο και στην εργατική τάξη.

Την άνοιξη του 1977 το κλίμα στην Ιταλία είναι αυτό. Το επίπεδο της βίας στις πλατείες πολύ υψηλό. Οι διαδηλωτές χρησιμοποιούν πυροβόλα όπλα κι έχουμε πεσόντες και από τις δυο πλευρές. Στις 11 μαρτίου στην Bologna δολοφονείται από έναν καραμπινιέρο ο Francesco Lorusso, στρατευμένος στην Lotta continua. Την επόμενη ημέρα στην Roma και στην Bologna ξεσπούν σκληρές συγκρούσεις. Τις ίδιες ώρες στο Torino σκοτώνεται σε αντίποινα ο ταξίαρχος του πολιτικού Γραφείου της Ασφάλειας Giuseppe Ciotta. Σύντροφοι, δεν είναι πλέον καιρός για παραδειγματικές ενέργειες και προπαγάνδας. Η κήρυξη πολέμου του Κράτους πρέπει να γίνει αποδεκτή. Στο επίπεδο του πολέμου που εξελίσσεται πρέπει να επαληθευθούν σήμερα, αμέσως, οι μαχόμενοι σχηματισμοί: αυτός που απομακρύνει από αυτή την πρακτική την δική του οργάνωση δεν έχει δικαίωμα λόγου μέσα στον μαχόμενο χώρο. Η αξίωση είναι των μαχόμενων κομουνιστικών Ταξιαρχιών, του χώρου της Πρώτης Γραμμής –  Brigate comuniste combattenti, area Prima linea. Στις 21 απριλίου στην Roma και στις 14 μαίου στο Milano στην διάρκεια πορειών σκοτώνονται δυο αστυνομικοί. Στις 12 μαίου στη Roma σκοτώνεται μια διαδηλώτρια, η Giorgiana Masi, χτυπημένη από αστυνομικούς με πολιτικά. Το φθινόπωρο αρχίζει η ύφεση του κινήματος. Πολλοί νέοι αρχίζουν να δίνουν τροφή στις γραμμές των ένοπλων οργανώσεων. Στην αρχή η Pl δρα κυρίως μέσα σε μια οπτική υποστήριξης του αγώνα στα εργοστάσια και στην προλεταριακή μάχη, με πυρπολήσεις, τραυματισμούς τμηματαρχών και διευθυντών, μα πραγματοποιεί δράσεις και μέσα στον κοινωνικό χώρο, ενάντια στην μαύρη εργασία και την ακρίβεια, και με επιθέσεις στην Χριστιανοδημοκρατία και στις δυνάμεις της αστυνομίας. Οι αγωνιστές και μαχητές, μεταξύ των οποίων και πολλοί νεότατοι, συχνά κινούνται μέσα σε διπλή ζωή. Είναι παράνομοι κατά τα μισά, με ένα πεδίο πολιτικής απασχόλησης δημόσιο και ένα παράνομο. Δεν έχουν βάσεις, φυλάγουν τα όπλα στο σπίτι και τα επιδεικνύουν στις πορείες.

Η ένοπλη πάλη θεωρείται παροδική, αναστρέψιμη, μια αναγκαιότητα κάποιες ιστορικές στιγμές για να προκληθούν οι μάζες σε μιαν επίθεση για να προσβάλουν τις διάφορες διαρθρώσεις της καπιταλιστικής διοίκησης. Θεωρείται θεμελιώδης μια άμεση σχέση μεταξύ μαζών και οργάνωσης, ώστε μέσα στην τάξη να αναπτυχθεί παράλληλα ο διάλογος επάνω στην μαχόμενη προλεταριακή οργάνωση και επάνω στο κόμμα […]. Η διαδικασία χτισίματος του προλεταριακού στρατού σε μια χώρα προωθημένου καπιταλισμού  περνά μέσα από την πλέξη μεταξύ μαχόμενης οργάνωσης και οργάνων εξουσίας της τάξης.

Ενάντια στην καπιταλιστική διοίκηση

Σύμφωνα με την Prima linea το Κράτος δεν έχει μια μόνο «καρδιά». Ο στόχος συνεπώς δεν είναι εκείνος της κατάκτησης της εξουσίας, μα μια προοδευτική του αποδιάρθρωση και διάλυση και η δημιουργία μιας ριζωμένης και διάχυτης  αντιεξουσίας. Το 1977 η οργάνωση γράφει: Εάν το Κράτος αντιπροσωπεύει την κεντρική ανάληψη της ρύθμισης των καπιταλιστικών σχέσεων παραγωγής, κάθε πράγμα είναι μέρος του Κράτους, όλη η κοινωνική ζωή γίνεται Κράτος, βίαιη διαχείριση των αναγκών του κεφαλαίου. Η κοινωνικοποίηση της διοίκησης είναι η πηγή της νομιμοποίησης για την ίδια την διοίκηση. […] Η εργατική τάξη αρχίζει ακριβώς σε αυτούς τους μήνες να εκφράζει αγώνες προσανατολισμένους ρητώς ενάντια στην καπιταλιστική διοίκηση κι ενάντια στην παραγωγή σαν εργαλείο διοίκησης. […] Αυτό το πολιτικό άλμα είναι θεμελιώδες διότι επιτρέπει μια γενίκευση των πολιτικών ενδείξεων και κατευθύνσεων μάχης, πρωτοβουλίας αγώνα, από την μαχόμενη οργάνωση στο προλετάριο στέλεχος που μάχεται και στα όργανα του αγώνα των μαζών.

Τα μέλη της Pl παραβαίνουν συχνά τους κανόνες ενός παράνομου σχηματισμού. Κάποιες είναι ομάδες φίλων που συναντιούνται στις ταβέρνες με τις οικογένειες, βλέπουν τους εαυτούς τους και αυτοχαρακτηρίζονται σαν τους επαναστάτες εκτός νόμου των ταινιών western, έτσι ώστε να αυτοαποκαλούνται Mucchio selvaggio, wild Bunch, άγριο Κοπάδι. Τον ιούλιο του 1977 βρίσκονται στην θέση να λογαριαστούν με το πρώτο πένθος. o Romano Tognini δέχεται χτύπημα θανατηφόρο στην διάρκεια απαλλοτρίωσης ενός οπλοπωλείου στην Tradate, που στην συνέχεια θα υποστεί μεγάλες ζημιές με εκρηκτικά για αντίποινα.

Στις 2 δεκεμβρίου 1977 μια Squadra, που υποστηρίζονταν από την Pl, τραυματίζει μέσα στο studio του τον «ηλεκτρολόγο του Collegno», τον γιατρό του φρενοκομείου, ο οποίος είχε μείνει ατιμώρητος, παρά το ότι είχε καταδικαστεί για τα βασανιστήρια στα οποία είχε υποβάλει τους τροφίμους, τους έγκλειστους. Πολλοί χειροκροτούν την πράξη.

Παραμονή Χριστουγέννων η  Prima linea επιτίθεται στο σωφρονιστικό ίδρυμα Le Vallette που βρίσκονταν ακόμη υπό κατασκευή. Η φυλακή, η καταστολή, η απελευθέρωση των αιχμαλώτων έχουν ρόλο κεντρικό σε όλη την ιστορία της ομάδας. Αποδράσεις για τις οποίες έγιναν απόπειρες, και άλλες με επιτυχή κατάληξη, τραυματισμοί και εκτελέσεις δικαστικών, τεχνικών, ανθρωποφυλάκων, εκρηκτικά ενάντια σε  φυλακές. Στις αρχές του  1978 δημιουργείται μια ενοποιημένη διοίκηση των δυο κυριότερων ένοπλων «movimentiste, κινηματικών » οργανώσεων, Prima linea και Formazioni comuniste combattenti (Fcc), μαχόμενοι κομουνιστικοί Σχηματισμοί, που γεννήθηκαν το καλοκαίρι του 1977 από μια διάσπαση των κομουνιστικών Ταξιαρχιών, Brigate comuniste, που δρούσαν στον παράνομο χώρο που σχηματίζονταν γύρω από το περιοδικό «Rosso». Η εμπειρία διαρκεί λίγους μήνες, στη διάρκεια των οποίων διαπράττονται κάποιοι τραυματισμοί και μια στρατιωτική άσκηση στην Γαλλία που είχε οργανωθεί από τους βάσκους της Eta. Τον μάρτιο του ίδιου χρόνου, οι Brigate rosse απαγάγουν τον Aldo Moro. η Prima linea δεν επικροτεί την ενέργεια, δεν την εγκρίνει, την οποίαν θεωρεί ασύνδετη σχετικά με το  κίνημα και διαλυτική, διασπαστική, πως αποδιαρθρώνει το κίνημα καθώς και το Κράτος. Εκείνη την περίοδο ανυψώνει ωστόσο το δικό της επίπεδο στρατιωτικής σύγκρουσης, χάρη και σε μια προμήθεια βαρέων όπλων που προέρχονταν από τον Λίβανο.

Ανεβάζει τον πήχη

Στις 11 οκτωβρίου 1978 για πρώτη φορά η Pl αναλαμβάνει επίσημα την ευθύνη μιας εκτέλεσης. Το θύμα είναι ο Alfredo Paolella, καθηγητής εγκληματικού δικαίου στο Πανεπιστήμιο της Napoli, σύμβουλου του Υπουργείου Δικαιοσύνης με αποστολή την εγκληματολογική παρατήρηση στην φυλακή του Poggioreale.

Mα η δράση που δημιούργησε τον μεγαλύτερο θόρυβο θόρυβο έγινε στις 29 ιανουαρίου 1979, όταν στο Milano χτυπήθηκε θανατηφόρα ο Emilio Alessandrini. Είναι ένας δικαστικός που θεωρείται δημοκρατικός, έχει κατευθύνει προς τους νεοφασίστες τις έρευνες για την σφαγή της piazza Fontana, φέρνοντας στο φως τον ρόλο των μυστικών υπηρεσιών και τις θεσμικές συγκαλύψεις. Γαι την Prima linea ο Alessandrini αντιπροσωπεύει την αιχμή του δόρατος της αντεπανάστασης. Ανήκει στον τομέα δικαστικών που βρίσκονται μέσα σ εκείνη την αριστερά που  «έγινε Κράτος», διαχειρίζεται τους νόμους της κατάστασης έκτακτης ανάγκης, της κατάστασης εξαίρεσης, εξορθολογίζει τους μηχανισμούς της δικαιοσύνης για να ξαναδώσει αξιοπιστία και αποτελεσματικότητα στον μηχανισμό της εξουσίας. ο Alessandrini διερευνούσε τα κινήματα και τις ένοπλες οργανώσεις , έπρεπε να αναλάβει την διεύθυνση ενός τμήματος της Αντιτρομοκρατικής στο δικαστήριο του Μιλάνο, να πραγματοποιήσει μια τράπεζα δεδομένων και να συντονίσει μια έρευνα επάνω στην πολιτική βία. Είναι μια περίοδος μεγάλων ρήξεων μέσα στην αριστερά. Λίγες ημέρες νωρίτερα οι Brigate rosse έχουν χτυπήσει τον συνδικαλιστή του κομουνιστικού Κόμματος Guido Rossa. Πολλοί αγωνιστές νιώθουν αποπροσανατολισμένοι.

Το Pci, από την πλευρά του, συνεργάζεται δραστικά με το Κράτος, ακόμη και με την δική του ερευνητική εργασίας. Τον φεβρουάριο του 1979 στο Torino μοιράζει ένα ερωτηματολόγιο αντιτρομοκρατικό που προκαλεί αμηχανία σε διάφορα περιβάλλοντα. η Prima linea αποφασίζει να δώσει μιαν απάντηση. Στις 28 φεβρουαρίου, μετά από μια σήμανση, οι σύντροφοι του κομάντο αιφνιδιάζονται μέσα σε ένα bar από κάποιους αστυνομικούς. Υπάρχει μια συμπλοκή, πυροβολισμοί, ριπές αυτομάτων. Σκοτώνονται δυο μαχητές, η Barbara Azzaroni και ο Matteo Caggegi. Στην κηδεία παίρνουν μέρος μεγάλα τμήματα του κινήματος. Η συγκίνηση είναι μεγάλη, όπως και η επιθυμία για εκδίκηση.

η Prima linea πραγματοποιεί δυο ενέργειες αντιποίνων. Στις 9 marzo μαρτίου στήνει μια ενέδρα σε ένα περιπολικό. Στην διάρκεια της ανταλλαγής πυρών σκοτώνεται ατυχώς ένας νεαρός περαστικός. Στις 18 ιουλίου χτυπιέται ο ιδιοκτήτης του μπαρ Carmine Civitate, με βάση την λανθασμένη πεποίθηση πως ήταν ο υπεύθυνος της παρέμβασης της αστυνομίας.

Αυτή η τραγική αλυσίδα γεγονότων προκαλεί μια μακρά εσωτερική συζήτηση. Στην Διάσκεψη της οργάνωσης τον σεπτέμβρη του 1979, στην Bordighera, στην επαρχία της Imperia, αναπτύσσεται μια πολιτική μάχη ανάμεσα σε δυο θέσεις. Υπάρχουν αυτοί που υποστηρίζουν απαραίτητο να επιστρέψουν στις ρίζες τους, στο ρίζωμα μέσα στις ζωτικές περιοχές τους και να ασκήσουν τον διάχυτο πόλεμο και αυτούς αντιθέτως που θεωρούν πως πρέπει να αυξήσουν την ένταση της σύγκρουσης με τους θεσμικούς μηχανισμούς. O κόμπος δεν λύνεται. Αποφασίζεται μια οργανωτική αναδιάρθρωση, με την δημιουργία ενός εθνικού Εκτελεστικού, μα εμφανίζεται και μια πρώτη διάσπαση. Κάποιοι μαχητές,πεπεισμένοι πως η κατάσταση απαιτεί μια οπισθοχώρηση, στήνουν την ομάδα Για τον κομουνισμό, Per il comunismo. Σύντομα καταφεύγουν στο Παρίσι, όπου συλλαμβάνονται και εκδίδονται.

H οργάνωση εξαπολύει μια εκστρατεία επικεντρωμένη στο εργοστάσιο, αντικείμενο πολύ σκληρών αναδιαρθρώσεων. Το σύνθημα είναι Να χτυπήσουμε την διοίκηση της επιχείρησης,  Colpire il comando d’impresa. Τον σεπτέμβρη του 1979 η Prima linea σκοτώνει στο Torino τον Carlo Ghiglieno, μηχανικό υπεύθυνο του Τμήματος σχεδιασμού και πρόεδρο της Επιτροπής που οδηγεί τον κλάδο εφοδιασμού της Fiat. Σε απάντηση στις επανειλημμένες επιθέσεις που ασκούν οι διάφορες μαχόμενες ομάδες ενάντια σε διοικούντες και στην αλληλεγγύη της οποίας απολαμβάνουν μεταξύ των εργατών οι ένοπλες οργανώσεις, η εταιρεία υιοθετεί μα σκληρή γραμμή. Τον οκτώβρη, μετά από διαβουλεύσεις με τα συνδικάτα, απολύονται 61 operai, στους οποίους η εταιρεία προσάπτει μια συμπεριφορά «ανατρεπτική, eversivo». Η μαζική κινητοποίηση που επακολουθεί είναι δυναμική και αποφασιστική. Την επόμενη χρονιά η Fiat ανακοινώνει σχεδόν δεκαπέντε χιλιάδες απολύσεις, που στην συνέχεια μετατρέπονται σε cassa integrazione [απόλυση με ταμείο αρωγής, ή και μείωση του χρόνου εργασίας με παράλληλη μείωση αποδοχών, μάλλον αυτό που εμείς ονομάζουμε ‘διαθεσιμότητα’]για περίπου είκοσι τρεις χιλιάδες εργαζομένους.  Ύστερα από 35 ημέρες αγώνα, στις 14 οκτωβρίου γίνεται εκείνη που αποκαλέστηκε «πορεία των σαράντα χιλιάδων, marcia dei quarantamila». Υπάλληλοι Fiat, άσπροι γιακάδες, τμηματάρχες και στελέχη που ζητούν το τέλος των μπλόκων των εργοστασίων και τη δυνατότητα να επιστρέψουν στην δουλειά. Το συνδικάτο αποδέχεται μια άνευ όρων παράδοση.

Στις 11 δεκεμβρίου 1979 μια ομάδα της Pl καταλαμβάνει στρατιωτικά στο Torino την Σχολή εταιρικής εκπαίδευσης της Fiat, όπου εκπαιδεύονται οι νέοι  manager. Σχεδόν διακόσιοι φοιτητές μαζεύονται στο auditorium, όπου ένας μαχητής εξηγεί πως το ινστιτούτο δέχτηκε επίθεση μιας και είναι κέντρο νευραλγικής σημασίας στον μηχανισμό διοίκησης της εταιρείας. Η εισβολή ολοκληρώνεται με τον τραυματισμό στις γάμπες πέντε καθηγητών, εκ των διοικητικών στελεχών του εργοστασίου Olivetti, και πέντε φοιτητών. Τρεις ημέρες μετά, στις 14 δεκεμβρίου 1979, ένας πυρήνας της οργάνωσης αιφνιδιάζεται την ώρα που ετοίμαζε μιαν επίθεση ενάντια σε ένα εργοστάσιο στο Rivoli. Στην μάχη που ακολουθεί οι καραμπινιέροι σκοτώνουν τον νεαρό μαχητή Roberto Pautasso.

Στις 5 φεβρουαρίου 1980, σε μιαν εκστρατεία για την ποιότητα ζωής και την υγεία, στην Monza εκτελείται ο μηχανικός Paolo Paoletti, που θεωρείται μεταξύ των υπευθύνων για την καταστροφή που συνέβη στο Seveso το 1976, όταν από την εταιρεία χημικών Icmesa ξέφυγε ένα νέφος διοξίνης υψηλής τοξικότητας.

Στις 19 μαρτίου 1980 σκοτώνεται ο δικαστής Guido Galli, καθηγητής, μέλος της επιτροπής του Υπουργείου Δικαιοσύνης για την μεταρρύθμιση του ποινικού Κώδικα και συνεργάτη του Ινστιτούτου Πρόληψης και άμυνας. Ανήκει στην ρεφορμιστική συνιστώσα των μιλανέζων δικαστικών, που προσδιορίζεται σαν εργαλείο καταστολής του ανταγωνισμού. Συνεχίζεται η εκστρατεία των κομουνιστικών οργανώσεων για την αποδιοργάνωση της δικαστικής εξουσίας και μαζί με αυτήν του σχεδίου αναδιοργάνωσης των στοιχείων διοίκησης στην χώρα μας. […] Σκοπός είναι να παραχθεί μια παρέμβαση κατά την οποίαν το καπιταλιστικό στρατόπεδο να βγει από αυτή την φάση βαρέως αποδυναμωμένο, αποδιοργανωμένο και αποσταθεροποιημένο, κι επάνω σε αυτή την παρέμβαση να αναπτυχθεί με σταθερό τρόπο το επαναστατικό προλεταριακό στρατόπεδο.

Οι μετανιωμένοι και η κατάρρευση

Στις αρχές του 1980 η Prima linea βρίσκεται στην δυσάρεστη θέση να λογαριαστεί με τους καταδότες, ένα πρόβλημα που λίγο αργότερα θα συνεισφέρει με αποφασιστικό τρόπο στο γρήγορο τέλος της ομάδας. ο William Waccher, ένας νεαρός του δικτύου της οργάνωσης, τον οποίον ακολουθούσε ένα ένταλμα σύλληψης, παραδίδεται στους ερευνητές και συνεργάζεται με τους δικαστές. Ο ρόλος του και οι καταθέσεις του είναι οριακές, μα είναι η πρώτη φορά που συμβαίνει και το γεγονός μοιάζει απαράδεκτο. Χτυπιέται θανάσιμα από έναν πυρήνα του εθνικού Εκτελεστικού στις 7 φεβρουαρίου έξω από το Milano. Οι υποδείξεις του Waccher στις αρχές θα είχαν επιτρέψει την ταυτοποίηση του «comandante Alberto», δηλαδή του Marco Donat Cattin, μα θα παραμείνουν δίχως συνέπειες. Είναι ο Patrizio Peci, μετανιωμένος των Br, που αποκαλύπτει λίγο αργότερα την ταυτότητα του γιου του χριστιανοδημοκράτη σενατόρε, που καταφέρνει να το σκάσει στην Γαλλία. Οι πολεμικές που προκλήθηκαν από την υπόθεση αναγκάζουν τον ισχυρό πολιτικό άνδρα να παραιτηθεί από την θέση του αντιπροέδρου του κόμματος. Πάντα ο Peci δίδει και το όνομα του Roberto Sandalo ο οποίος, αμέσως με την σύλληψη του, ξεκινά μια ομολογία ποταμό. Κατηγορούμενος για διάφορες εκτελέσεις, ύστερα από δυο χρόνια στην φυλακή βγαίνει χάρη στο νόμο για τους μετανιωμένους, που εγκρίθηκε τον μάη του 1982. Συλλαμβάνεται εκ νέου το 2002 για ληστεία και το 2008 για επιθέσεις ενάντια σε τζαμιά και ισλαμικά πολιτιστικά κέντρα.

η Prima linea συνεχίζει τις δράσεις. Στις 2 μαίου 1980 τραυματίζεται βαριά ο Sergio Lenci, πανεπιστημιακός καθηγητής και αρχιτέκτων, δημιουργός του σχεδίου αναδιάρθρωσης της φυλακής της Rebibbia, που χαρακτηρίζεται «τεχνικός της μάχης ενάντια στον αστικό ανταρτοπόλεμο». Στις 26 ιουνίου πραγματοποιείται μια θεαματική πρωτοβουλία προπαγάνδας στο τρένο Susa-Torino, με την διανομή φυλλαδίων που υποκινούν στον ένοπλο αγώνα και τον εμφύλιο πόλεμο.

Τον αύγουστο του 1980 η ηγεσία της Πρώτης γραμμής συζητά για την νέα κατάσταση, που χαρακτηρίζεται από τις αλυσιδωτές συλλήψεις και την ρήξη της εσωτερικής αλληλεγγύης, με την εξάπλωση της μάστιγας της μεταμέλειας. Δεν κατακτάται κάποια συμφωνία και λίγο αργότερα κάποιοι μαχητές βγαίνουν από την οργάνωση. Τον οκτώβρη συλλαμβάνεται ο Michele Viscardi. Αμέσως ξεκινά να μιλά συνοδεύοντας τους καραμπινιέρους γυρίζοντας όλη την Ιταλία. Μπαίνει σε κίνηση μια αλυσίδα που ταχύτατα οδηγεί στην διάλυση της οργάνωσης.

Τον απρίλιο του 1981 επικυρώνεται το ξεπέρασμα της Prima linea και ο σχηματισμός ενός οργανωμένου Πόλου, σημείου αναφοράς για τους μαχητές που αναζητούνται. Από τις στάχτες της οργάνωσης το 1981 γεννιούνται οι οργανωμένοι Κομουνιστές για την προλεταριακή απελευθέρωση, i Comunisti organizzati per la liberazione proletaria (Colp) και ο Πυρήνας των κομουνιστών, Nucleo di comunisti που στήθηκε στα πόδια του από τον φυγόδικο Sergio Segio, τον «comandante Sirio».

Οι δυο ομάδες περιορίζονται σε ληστείες χρηματοδότησης, σε δράσεις ενάντια στην καταστολή και για την απελευθέρωση των φυλακισμένων. Στις 3 ιανουαρίου 1982, συνεργαζόμενες, πραγματοποιούν μιαν επιχείρηση εντυπωσιακή. Ένα κομάντο οδηγούμενο από τονi Sergio Segio ελευθερώνει από την φυλακή του Rovigo τέσσερις κρατούμενες, μεταξύ των οποίων την σύντροφο του Susanna Ronconi. Από συγκοπή, πεθαίνει ατυχώς ένας περαστικός, ένας συνταξιούχος εγγεγραμμένος στο Pci. Λίγες μέρες μετά ο Lucio Di Giacomo, ένας από τους συμμετέχοντες στην απόδραση, σκοτώνεται σε μάχη με τους καραμπινιέρους. Ο Πυρήνας και οι Colp σύντομα διαμελίζονται από τις συλλήψεις.

Η διάλυση και ο διαχωρισμός, η διάσταση

Το 1982 ξεκινά η εποχή των maxiδικών. η Prima linea είναι η ένοπλη ιταλική οργάνωση με τον μεγαλύτερο αριθμό παραπεμφθέντων: 923, μεταξύ των οποίων 201 γυναίκες. στην Pl και στοις δομές με αυτήν συνδεδεμένες ανάγονται εκατοντάδες επιχειρήσεων. 23 με κατάληξη τον θάνατο, συνέπειες θανατηφόρες δηλαδή, εκτός από έναν αστυνομικό που σκοτώθηκε από μια ομάδα αποχωρησάντων. 11 είναι ακουσίως νεκροί, όχι εκ προμελέτης.

Το οριστικό κλείσιμο της εμπειρίας, μετά από μια διαδρομή συζητήσεων μεταξύ των φυλακισμένων μαχητών, ανακοινώνεται στην διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας στο Torino τον ιούνιο του 1983. Στο ντοκουμέντο Sarà che nella testa avete un maledetto muro, Θα είναι που στο κεφάλι σας έχετε έναν καταραμένο τοίχο, που γράφτηκε στην φυλακή Le Vallette και θεωρείται το τελευταίο της Prima linea, δηλώνεται δίχως πλέον καμία νομιμοποίηση η πρακτική του ένοπλου αγώνα για τον κομουνισμό στην Italia. Οπότε ασκείται κριτική στην διάσταση των κατηγορουμένων της 7 απρίλη, del 7 aprile που βρίσκονται έγκλειστοι στην φυλακής της Rebibbia, η οποία βασίζεται επάνω σε μιαν «κατάλυση της μνήμης, ablazione di memoria» και επάνω σε μιαν  «άρνηση της υπευθυνότητας» και «irriducibilismo continuista, [μη μεταμέλεια που οδηγεί στην συνέχιση…]» αυτού που δεν θεωρεί τελειωμένη την μαχόμενη εμπειρία.

Επισημοποιημένης της διάλυσης, σχεδόν όλοι οι πρώην μαχητές της Prima linea ξεκινούν την διαδρομή της διάστασης [διαχωρίζουν την θέση τους από  τον ένοπλο αγώνα], της κοινωνικής επανένταξης, της διαπραγμάτευσης με το  Κράτος, δημιουργώντας τις λεγόμενες Aree omogenee, τους ομοιογενείς Χώρους σε κάποια ανδρικά και γυναικεία τμήματα των μεγάλων μητροπολιτικών συγκροτημάτων εγκλεισμού. Θέσεις που συμβάλλουν στην διάρρηξη της αλληλεγγύης, ξεσκίζουν την κοινότητα των πολιτικών κρατουμένων, που εκείνα τα χρόνια υποβάλλονται σε σκληρές συνθήκες κράτησης με την εφαρμογή του άρθρου 90 της μεταρρύθμισης του 1975, η οποία είχε αναστείλει το φυσιολογικό καθεστώς φυλάκισης αφήνοντας χώρο σε απαγορεύσεις, περιορισμούς, συνομιλίες με τζάμια και ενδοεπικοινωνία. Οι διασπαστικές συνέπειες της διάστασης υπεισέρχονται μέσα σε ένα κλίμα που στις ειδικές φυλακές υψίστης ασφαλείας είχε ήδη καταστεί πολύ βαρύ εξ αιτίας του φαινομένου της μεταμέλειας και είχε οδηγήσει τον δεκέμβρη του 1981 και τον ιούλιο του 1982 στην εκτέλεση από πλευράς των φυλακισμένων του χώρου των ταξιαρχιτών του Giorgio Soldati, πρώην μαχητή της Pl, και του Br Ennio Di Rocco, που είχαν θεωρηθεί καταδότες. Η σύγκρουση μεταξύ αυτών που διαχώρισαν την θέση τους και κρατουμένων που αρνούνται τον διάλογο με το Κράτος είναι σκληρή.

Και ένα μέρος της εξωτερικής στην φυλακή ανταγωνιστικής αριστεράς οδηγεί έναν δριμύ αγώνα ενάντια στην διάσταση, θεωρώντας πως πολεμά και εκκαθαρίζει όλον τον ταξικό αγώνα, πέρα από την μαχόμενη πρακτική. Για αντίθετους λόγους, λόγω δηλαδή της επιμονής και της εμμονής στον «τρομοκρατικό κίνδυνο, pericolo terrorista», μεγάλα τμήματα του Κράτους και του δικαστικού σώματος αντιτίθεται στην διάλυση του ποινικού και δικαστικού μηχανισμού της εξαίρεσης, της κατάστασης έκτακτης ανάγκης δηλαδή, του σκληρού καθεστώτος μεταχείρισης μέσα στις ειδικές φυλακές, και της εξάπλωσης για τους εν διαστάσει της νομοθεσίας επιβράβευσης που προβλέπονταν για τους μετανιωμένους.

Οι κρατούμενοι στους ομοιογενείς Χώρους συνεχίζουν τον διάλογο με τους θεσμούς, μέσα σε μια διαδρομή που αποκαλούν  «συγκρουσιακής-εμπόλεμης διαμεσολάβησης, mediazione conflittuale». Τον ιούνιο του 1984 η Prima linea παραδίδει τα όπλα που της είχαν απομείνει στον καρδινάλιο του Milano, Carlo Maria Martini, που είχε εμφανιστεί ανοιχτός στο θέμα της κοινωνικής συμφιλίωσης.

Το 1986 ψηφίζεται ο νόμος 663, που αποκαλείται Legge Gozzini, ο οποίος προβλέπει εναλλακτικά μέτρα στον εγκλεισμό εισάγοντας μια λογική βασισμένη στο διωνυμικό βραβείο-τιμωρία,  premio-punizione σε σχέση με την συμπεριφορά του έγκλειστου. Τον φεβρουάριο του 1987 έρχεται να αποδώσει καρπούς η μακρά διαδικασία του νόμου n. 34, που παραχωρεί εκπτώσεις στις ποινές σε αυτούς που διαχωρίζουν την θέση τους από την ένοπλη πάλη. Αυτοί οι δυο νόμοι, σε συνδυασμό, επιτρέπουν στους εν διαστάσει να αφήσουν προοδευτικά την φυλακή, ενώ οι φυλακισμένοι που αρνούνται κάθε μορφή διάστασης και πολιτικής λύσης, που αποκαλούνται αμετανόητοι «irriducibili, αμείωτοι», παραμένουν ακόμη επί μακρόν στις ειδικές φυλακές.

η Κάρτα είναι από το βιβλίο: Paola Staccioli, Sebben che siamo donne. Storie di rivoluzionarie, Roma, DeriveApprodi 2015.

http://www.sebbenchesiamodonne.it/scheda-storica-prima-linea/

ιστορία, storia

η δίκη του περιοδικού Metropoli, processo – στ] μέρος

METROPOLIΔίκη Processo Metropoli

  • Δήλωνε ο Savasta στην διάρκεια της ανάκρισης από την Δημόσιο Κατήγορο της  Padova στις 10/2/1982: “Από τον πολιτικό διάλογο που μέσα στην Διοίκηση της ρωμαϊκής φάλαγγας επακολούθησε την ολοκλήρωση της επιχείρησης Moro μπόρεσα να συμπεράνω πως τα διευθυντικά όργανα της οργάνωσης μα και οι Pace και ο Piperno ήταν σύμφωνοι με την ανύψωση του επιπέδου της σύγκρουσης, όπου στόχευε και η ίδια η επιχείρηση, αν και στην συνέχεια παρατηρήθηκαν ουσιαστικές διαφοροποιήσεις γύρω από την τελική διαχείριση της απαγωγής, που, όπως ήδη έχω προσδιορίσει, θα έπρεπε να ολοκληρωθεί, σύμφωνα με τις πολιτικές θέσεις που προτείνονταν από τον Morucci – με την απελευθέρωση του αιχμαλώτου.
    Στην συνέχεια, με την επιχείρηση να έχει καθοριστεί, θα είχε γίνει λόγος για μιαν προσπάθεια “διείσδυσης” στις B.R., μέσα από τον Morucci και την Faranda και τον ίδιο τον Pace, ήδη στρατευμένο στην “υπηρεσιακή ταξιαρχία” (ακρόαση στον ανακριτή Roma 14/2/82).
    Το άρθρο “Από την τρομοκρατία στον ανταρτοπόλεμο” του F. Piperno είχε προκαλέσει μια σκληρή πολεμική στην διοίκηση της φάλαγγας στην διάρκεια μιας συνάντησης που έλαβε χώρα σε μια βάση στο Moiano.
    Ήταν παρόντες ο ίδιος ο Savasta και οι, Seghetti, Piccioni, Gallinari, Morucci και Faranda και Balzarani.
    ο Gallinari, χτυπώντας την εφημερίδα επάνω στο τραπέζι και υποδεικνύοντας το άρθρο, είχε προσάψει στους Morucci και Faranda πως ήταν από πάντα φορείς μιας πολιτικής γραμμής ξένης από εκείνη των B.R.. Είχε, πρακτικά, ωριμάσει η πεποίθηση πως εκείνη η κατάσταση διενέργειας των διαπραγματεύσεων “ανάμεσα στους Pace και Piperno και το σοσιαλιστικό P.S.I.” ήταν η στιγμή της “πολιτικής παρέμβασης” των δυο  “για να αναλάβουν την Διεύθυνση όλου του μαχόμενου κινήματος και ειδικότερα των B.R. (κατάθ. ανακρ. Roma 23/4/82).

Στην συνέχεια, με την ωρίμανση της διχογνωμίας, ο Moretti είχε καλέσει συνάντηση της Διεύθυνσης της φάλαγγας με σκοπό να ανοίξει μια εις βάθος και διεξοδική συζήτηση γύρω από τους “πολιτικούς λόγους της αντίθεσης” για να φθάσουν σ ένα ξεκαθάρισμα. Στο τέλος αυτής της συνάντησης ο Morucci και η Faranda είχαν προσκληθεί να εκφράσουν σε ένα ντοκουμέντο γραπτό την οριστική τους κρίση “επί όλης της πολιτικής δράσης της οργάνωσης ” (παρ. Savasta στον ανακρ.Cagliari 27/2/82). Έγγραφο που θα κυκλοφορούσε μέσα στην οργάνωση σαν συνεισφορά στην συζήτηση.
Λίγο μετά οι Morucci και Faranda είχαν “δώσει τις παραιτήσεις τους από την φάλαγγα”, λέγοντας πως δεν αναγνώριζαν πλέον την αρχή της.
Το εκτελεστικό, λαμβάνοντας υπόψιν την σοβαρότητα της κατάστασης, είχε αποφασίσει να “επιλύσει με δραστικό τρόπο την κατάσταση” διατάσσοντας τους δυο τους να μεταβούν σε μια βάση της οργάνωσης για να ετοιμάσουν το έγγραφο που τους ζητήθηκε και μια λίστα με όσα βρίσκονταν στην κατοχή τους.
Όμως από εκείνη την βάση κατάφεραν να το σκάσουν με την βοήθεια του Pace (κατάθ. Faranda ακρ. 2/3/87) παίρνοντας μαζί τους όπλα, εργαλεία παραποίησης και διάφορα έγγραφα, αγήνοντας γραμμένο: “όχι, στην αστυνομική κράτηση – no, al fermo di polizia”.
Συγχρόνως αποχώρησαν από τις B.R. οι
Massimo Cianfanelli, Norma Andriani, Carlo Drogi και Arnaldo Maj.

Οι  “πρώην σύντροφοι” θορυβημένοι, δίχως να χάσουν χρόνο, είχαν προέβησαν στην κίνηση να να έρθουν σε επαφή με όλες τις παρακείμενες εξτρεμιστικές ομάδες για να τις ενημερώσουν για όσα είχαν συμβεί και για τις αρνητικές επιπτώσεις που θα προέκυπταν σε περίπτωση βοήθειας που θα παρέχονταν στους αποστάτες.
Μα οι πολεμικές συνεχίστηκαν δίχως σταματημό ούτε μετά την σύλληψη των Morucci και Faranda.
“Θυμάμαι” – προσέθετε ο Cianfanelli – “πως αμέσως μετά την έξοδο από τις B.R. συναντήθηκα με τον Gallinari σε ένα bar κοντά στην Piazza di Spagna, κατόπιν πρόσκλησης των Savasta και Libera, που ήρθαν να με συναντήσουν στο σπίτι.
ο Gallinari ενδιαφέρονταν ξεκάθαρα για την επιστροφή μου στην Οργάνωση και κυρίως για την ανάκτηση των όπλων που είχε πάρει μαζί του ο Morucci . ο Gallinari μου είπε πως αυτός και η Faranda ήταν δυο κακοποιοί που αφέθηκαν να τους καθοδηγούν οι Piperno και Pace, ακόμα πριν και στην διάρκεια της απαγωγής Moro. Απάντησα στον Gallinari πως δεν γνώριζα τίποτα για τις σχέσεις μεταξύ των Morucci και Faranda και Piperno και Pace…Προσπάθησα κατόπιν συμφωνίας με τον Gallinari να ταιριάξω ένα ραντεβού ανάμεσα στην Faranda και κάποιον από τις B.R.. Ύστερα από λίγες ημέρες είδα ξανά τον Morucci, που συναντούσα συχνά, και μιλήσαμε τόσο για το ζήτημα των όπλων και για άλλα θέματα συνδεδεμένα με τα προβλήματα της οργάνωσης του “M.C.R.” (που αρχικά έπρεπε να ονομαστεί “M.C.C.”, Movimento comunista combattente – κομουνιστικό μαχόμενο Κίνημα), όσο και για τις σχέσεις του με τον Piperno και τον Pace, και μετά την είσοδο του στις B.R..
ο Morucci απάντησε πως τους είχε συναντήσει και πως αυτό κατά τα άλλα δεν σήμαινε τίποτα μιας και αυτός ήταν δεμένος με αυτούς με φιλία παλιά. Με εκείνη την ίδια ευκαιρία ή κάτω από άλλες συνθήκες, ο Rosati είπε πως οι Piperno και Pace είχαν εκφράσει την αντίθεση τους με την έξοδο του Morucci και της Faranda από τις B.R., επειδή αυτοί έπρεπε να συνεχίσουν την μάχη τους για μιαν διαφορετική πολιτική κατεύθυνση μέσα στην οργάνωση”.

Όπως και νάχει τόσο για τον Piperno όσο και για τον Pace – διευκρίνιζε ο Cianfanelli στην ακρόαση της 17/2/87 (S. III) – πάντα δίδονταν μέσα στις B.R. μια αρνητική εκτίμηση, αφού θεωρούνταν, τίποτα περισσότερο από “ομιλούντα τριζόνια, δηλαδή άνθρωποι που τους άρεσε να μιλούν, που τους άρεσε να στέκονται στο παράθυρο να κοιτούν…με την φιλοδοξία της εξουσίας επί των άλλων”.

Με την μπροσούρα με τίτλο “Brigate Rosse n°7 Ιούλιος 1979: από  το στρατόπεδο συγκέντρωσης της Asinara” που είχαν επισυνάψει στο φυλλάδιο με το οποίο αναλάμβαναν την ευθύνη για την εκτέλεση του αστυνόμου Domenico Taverna, στην υπόθεση θέλησαν να παρεμβληθούν επίσης και  “αιχμάλωτοι μαχητές”, οι οποίοι επιτέθηκαν στους Valerio Morucci και Adriana Faranda, κατατάσσοντας τους στην κατηγορία των “νεόφυτων του ψυχολογικού αντιανταρτοπόλεμου, φτωχών ανόητων χρησιμοποιημένων από την αντεπανάσταση”, ενάντια στον “βαρώνο Piperno” και όλους τους “αυτοκαλούμενους αυτόνομους” οι οποίοι “από την ησυχία της καθηγεσίας τους και των περιοδικών τους παρότρυναν τους κρατούμενους προλετάριους σε πιο σκληρό αγώνα και σήμερα, ντροπαλά αρνάκια, αναθέτουν στην απεργία πείνας την αξίωση της αθωότητας τους”.
Στην πραγματικότητα, σύμφωνα με τα λεγόμενα ενός εκ των “ιστορικών ηγετών” των Brigate rosse, του Alberto Franceschini (ακρ. 17/XII/86), η βασική αντίθεση ήταν κυρίως μια “αντίθεση για τους διαφορετικούς τρόπους που αντιλαμβάνονταν την οργάνωση” σε σχέση με το “Κίνημα”.
Και ήταν μια αντίθεση που περνούσε και μέσα στην ομάδα της φυλακής.
Τέτοια ώστε ίχνη της θα βρούμε μέσα στο ανακοινωθέν n°19 που εκδόθηκε στην διάρκεια της “δίκης του Torino”, όπου υπήρχε ένα κάλεσμα  “σε μιαν επιστροφή στον μαζικό αγώνα” και σε μιαν “συσχέτιση του με την πραγματικότητα”. Και προηγουμένως, σε ένα ανακοινωθέν που εκδόθηκε στην Bologna τον φεβρουάριο-μάρτιο 1977, όπου ήταν ανιχνεύσιμη μια κριτική στον “αυθορμητισμό”, όπως και στον “οργανωτισμό” κατανοητό ως  “τάση σύλληψης της οργάνωσης ξέχωρης από το κίνημα”.

Μα η δημοσίευση στην εφημερίδα “Lotta Continua”, μετά την σύλληψη του Morucci, τους πρώτους μήνες του ’79, ενός ντοκουμέντου με υπογραφή δική του και της Faranda στο οποίο γίνονταν προσπάθεια να επιβεβαιωθεί η γραμμή που αυτοί ανέπτυξαν μέσα στις B.R. με επίκληση εκείνης που είχε τις αρχές της και κατάγονταν από τους  “ιστορικούς Πατέρες” (όπως διατυπώθηκε στο ανακοινωθέν n°19 που αναφέραμε), είχε προκαλέσει φόβους πως η σιωπή των ιδίων “ιστορικών Πατέρων” θα μπορούσε να εκληφθεί ως επιβεβαίωση των παραδοχών του ιδίου Morucci. Και πως, γι αυτό, θα μπορούσε να αποκομίσει την δυνατότητα εκμετάλλευσης τους μέσα στο πλαίσιο “εξωτερικών διατριβών” τελείως άσχετων με αυτούς. Τόσο άσχετων, που, την στιγμή κατά την οποίαν αυτοί είχαν συνάψει εκείνο το γραπτό, αγνοούσαν πως οι Morucci και Faranda είχαν βγει από την οργάνωση εξ αιτίας της διαφωνίας που είχε ωριμάσει στο εσωτερικό.
Ωστόσο η ίδια η οργάνωση εκείνο το έγγραφο το είχε “διαχειριστεί”μετέπειτα, το φθινόπωρο του ίδιου χρόνου, για να υποστηρίξει την επίσημη γραμμή (β. ακ. 17/XII/86).
Επιβεβαίωνε ο Franceschini την ανακολουθία όσων υποστήριξε ο Buonavita, που σε εκείνη την συζήτηση μέσα στην φυλακή της Asinara ούτε καν είχε λάβει μέρος (όντως, εκείνη την εποχή, ήταν κρατούμενος αλλού) πως δηλαδή η πρωτοβουλία του Morucci είχε ερμηνευτεί σαν να ήταν κατευθυνόμενη από τον  Πιπέρνο (και από τους σοσιαλιστές του P.S.I. που στέκονταν από πίσω του) και, σαν τέτοια, θεωρούνταν επικίνδυνη για την Οργάνωση.

Σύμφωνη ήταν η κατάθεση επί τούτου του Lauro Azzolini, συνδιαμορφωτή του ντοκουμέντου της Asinara. Η γραμμή των Morucci και Faranda δεν ήταν  “μια γραμμή εξεζητημένη”, έχοντας την δυναμική, κατά συνέπεια, “διαβρώσει σε κάποια επίπεδα την οργάνωση”. Θα ήταν, συνεπώς, σκόπιμο η συζήτηση να συνεχίζονταν μέσα στην οργάνωση για να μην υπάρξει ο κίνδυνος συνεπειών που θα οδηγούσαν σε τραυματική ρήξη.
Ακόμη περισσότερο επειδή τα βασικά κίνητρα των θέσεων των Morucci και Faranda ανάβλυζαν “από τα βάθη της οργάνωσης” και, συνεπώς, άξιζαν να αναπτυχθούν “στο εσωτερικό της”.
Αυτές οι απόψεις είχαν οδηγήσει τους έγκλειστους συντρόφους να συντάξουν εκείνο το “φυλλάδιο”, μετά την δημοσίευση στην “Lotta continua” του ντοκουμέντου του Μορούτσι και των συντρόφων του.
(…)
Μετά την έξοδο των Morucci και Faranda από τις B.R. κάποιοι από τους ορθόδοξους αγωνιστές της οργάνωσης ζήτησαν από τον Pace, να συναντήσουν τον Piperno, βέβαιοι πως οι δυο διαφωνούντες βρίσκονταν σε επαφή μαζί του.
Αυτοί θεωρούσαν τον Piperno και τον ίδιο τον Pace υπεύθυνους για όσα είχαν συμβεί, για την διάσπαση ,δηλαδή, που είχε λάβει χώρα στην οργάνωση.
ο Piperno – σύμφωνα με τα λεγόμενα του Morucci – είχε αμέσως μεταβεί στο ραντεβού και ήταν πιθανότατα σε εκείνη την περίπτωση που απειλήθηκε.

Ενδιαφέρουσα σχετικά με αυτά η κατάθεση που έδωσε ο Savasta (ανάκριση στην Ρώμη 9/2/82): “ένα άλλο επεισόδιο που δείχνει τους στενούς δεσμούς που υπάρχουν ανάμεσα στους Piperno και Pace, Morucci και Faranda, συνίσταται στο  γεγονός πως αμέσως μετά την φυγή του Morucci και της Faranda, τα στελέχη της Διοίκησης φάλαγγας Seghetti, Gallinari, Balzarani, Piccioni κι εγώ ο ίδιος απευθυνθήκαμε στον Pace, όταν συναντηθήκαμε τυχαία στο bar Fassi, για να ξεκαθαρίσουμε το ζήτημα των σχέσεων των B.R. με τους Morucci και Faranda και της επιστροφής των όπλων (βλ. πρακτικά κοινοβουλευτικής επιτροπής για την σφαγή της οδού Fani ανάκρ. Savasta 6/7 απριλίου 1982).
Σε εκείνη την περίπτωση συμφωνήσαμε για μιαν επόμενη συνάντηση που θα έπρεπε να γίνει στο σπίτι του Piperno ή σε ένα σπίτι που θα έθετε στην διάθεση μας ο Piperno. Πράγματι εκείνη η συνάντηση έλαβε χώρα. Σε αυτή πήραν μέρος οι Moretti, Balzarani, Pace και Piperno. Στην διάρκεια της σύσκεψης , μπροστά στις κατηγορίες του Moretti και της Balzarani, οι Piperno και Pace δεν αρνήθηκαν πως από πάντοτε διατηρούσαν προσωπικές σχέσεις και πολιτικές με τον Morucci και την Faranda, των οποίων υποστήριζαν πως αγνοούσαν το καταφύγιο.
Έλεγαν επίσης πως το “Metropoli” πάντοτε θα υποστήριζε, όπως είχε κάνει μέχρι εκείνη την στιγμή, την δράση των ερυθρών Ταξιαρχιών, σχετικά με τις οποίες εκείνοι τοποθετούνταν σε μιαν δράση υποστήριξης ιδεολογικής και πολιτικής.
Λίγο χρόνο αργότερα το περιοδικό “Metropoli” δημοσίευε ένα άρθρο στο οποίο γίνονταν λόγος για την επίθεση στον Schittini, στο οποίο διατυπώνονταν μια θετική κρίση”(βλέπε προηγούμενες σελίδες 102 και 103 της παρούσης απόφασης).

Επίσης, ενδιαφέρουσα, η κατάθεση του Buonavita στον ανακριτή της Roma στις 7/3/83 (β. επίσης ανάκρ. Emilia Libera, τομ.5, F.9, S.29):
“Σχετικά με τον Piperno εμείς κρατούμενοι των B.R. στην φυλακή του Palmi μάθαμε πως η εκτελεστική επιτροπή της οργάνωσης μας αξιολογούσε αρνητικά το έργο του ίδιου του Piperno, διότι διαμέσου των ανθρώπων που ήταν συνδεδεμένοι μαζί του, και ήταν παρόντες στην οργάνωση μας, αυτός δημιουργούσε ρήξεις και αντιθέσεις. Η εκτελεστική επιτροπή, αποφάσισε, ως εκ τούτου, να παρέμβει πολύ σκληρά ενάντια στον Piperno. Ο Gallinari κατάφερε να έρθει σε επαφή μαζί του σε ένα bar της Roma και μιλώντας στο όνομα του εκτελεστικού τον προειδοποίησε να μην συνεχίσει τις μανούβρες του με σκοπό να καπελώσει πολιτικά τις B.R. και την ίδια στιγμή ζήτησε την επιστροφή των όπλων και του υλικού που οι Morucci και Faranda είχαν αποσπάσει από την οργάνωση παίρνοντας τα μαζί τους”. Αυτό – προσέθετε ο Buonavita – το είχε μάθει διαβάζοντας μια έκθεση που οι Seghetti και Gallinari είχαν διαθέσει στην ταξιαρχία του στρατοπέδου της φυλακής του Palmi “γύρω από την κατάσταση της ρωμαϊκής φάλαγγας”.

Μια επιβεβαίωση σημαντική της ύπαρξης μιας σχέσης που δεν αποκόπηκε ποτέ εντελώς από τον Pace με στελέχη των B.R. προέρχεται από την ίδια την φωνή του Morucci (ακ. 9/3/87), ο οποίος δήλωνε πως είχε μάθει ότι, μετά την έξοδο τους από την οργάνωση, ο Moretti είχε αναθέσει στον Seghetti να ψάξει τον Pace, με την ελπίδα πως αυτός θα μπορούσε να καθορίσει επαφές μεταξύ των B.R. και της P.L.. ο Pace, πράγματι, ενδεχομένως δεν είχε πάψει να έχει διασυνδέσεις με πρώην αγωνιστές του P.O. που κατέληξαν στην μια ή στην άλλη οργάνωση.
ο Seghetti εμφανίστηκε δύστροπος στο να έρθει σε επαφή με τον Pace, μα ο Moretti είχε επιμείνει στο αίτημα του, ίσως διότι ήταν πεπεισμένος πως ο Pace ήταν το πιο ιδανικό πρόσωπο, το “λιγότερα επικίνδυνο κανάλι” γι αυτό τον σκοπό.
Παρά την έλλειψη μιας πολιτικής συμφωνίας με την Πρώτη Γραμμή, δεδομένων των διαφορών στην τακτική και την στρατηγική – εξηγούσε ο Morucci – ίδιος ήταν ο στόχος που επιδιώκονταν: “η ανατροπή της κοινωνικής τάξης” και μπροστά σε έναν τέτοιο στόχο “ήταν απαραίτητο να μειωθούν οι αποστάσεις, πραγματοποιώντας επιχειρησιακές συμφωνίες χρήσιμες για το χτίσιμο ενός μοναδικού μαχόμενου κομουνιστικού μετώπου”.

Και για τον Savasta (ανάκρ. Δημ. Κατ. Padova 5/2/82) ο Pace ήταν ένα  “υποχρεωτικό κανάλι” για να οριστεί μια επαφή ανάμεσα σε B.R. και  P.L., τόσο “υποχρεωτικό” ώστε η απόφαση να προστρέξουν σε αυτόν είχε ληφθεί στην Διοίκηση φάλαγγας (πράξεις Επιτρ. κοινοβ. σφαγής via Fani, ακροαματικές διαδικασίες 6-7 απριλίου . β. Φάκελ. ανακρ. Savasta). Ήδη στο παρελθόν είχε γίνει προσπάθεια να “επεκταθεί το μέτωπο μάχης” και να καθοριστεί μια ενότητα επίθεσης στην D.C. στο πλαίσιο της λεγόμενης “εκστρατείας της άνοιξης”.

“Στην τελευταία φάση της απαγωγής Moro” – διευκρίνιζε ο Sandalo Roberto – ” υπήρξαν τουλάχιστον δυο συναντήσεις στο Milano μεταξύ στελεχών των Brigate rosse και της Prima Linea”. Σύμφωνα με αυτά που του μετέφερε ο Marco Donat Cattin “για τις B.R. πήραν μέρος ο Azzolini και, μάλλον, ο Franco Bonisoli; για την P.L. πήραν μέρος ο ίδιος ο Donat Cattin και ο Nicola Solimano”.
Εκτός από την γενικότερη συζήτηση, οι B.R. “ζήτησαν μια βοήθεια κυρίως στρατιωτική από την οργάνωση P.L. για να διασπάσουν την περικύκλωση; δηλαδή, ένιωθαν λιγάκι την ανάσα να τους κόβεται. Να οδηγούν εκείνη την επιχείρηση στην Πρωτεύουσα και να έχουν τα μάτια όλων των δυνάμεων της τάξης καρφωμένα επάνω τους συνεπάγονταν μεγάλα υλικοτεχνικά προβλήματα και μετακινήσεων. Ως εκ τούτου, καθώς η Πρώτη Γραμμή ήταν πολύ ριζωμένη στην βόρεια Ιταλία, τους ζητήθηκε η οργάνωση να πράξει μια σειρά επιχειρήσεων στο Milano, στο Torino, σε άλλα μέρη, όπου ήταν παρούσα, για να αποσπάσει την προσοχή από την Πρωτεύουσα, ακριβώς για να στηρίξει στρατιωτικά την εκστρατεία που οι ΕΤ οδηγούσαν”.

ο Marco Donat Cattin και ο Nicola Solimano όμως, “αρνήθηκαν την πρόταση, δηλώνοντας πως η οργάνωση τους δεν συμφωνούσε με την επίθεση στην D.C. και κατά συνέπεια με την απαγωγή του Aldo Moro”. Και εξέφρασαν έντονα μια αρνητική εκτίμηση της επιχείρησης, θεωρώντας πως δεν ενδείκνυτο “να υψωθεί το επίπεδο σύγκρουσης” εναντίον της D.C.

αυτονομία, autonomia

η δίκη του περιοδικού Metropoli, processo – γ] μέρος

METROPOLIΔίκη Processo Metropoli

  • Στην συνέχιση του διαλόγου γύρω από τις B.R., γίνεται όλο και πιο επίμονη η κοινή τοποθέτηση των Morucci και Faranda επάνω στην αναγκαιότητα να συνδυαστεί η  “πρακτική του ένοπλου αγώνα” με την  “κοινωνική συγκρουσιακή διάθεση, conflittualità sociale” που εκφράζονταν εκείνα τα χρόνια και, συνεπώς, να δημιουργηθεί ένα “πλατύ μέτωπο, εκτεταμένο (MPRO) πυρήνων εν μέρει παρανόμων και εν μέρει νομίμων μέσα στην διάθεση σύγκρουσης που αναφέρθηκε, θέση σε έντονη αντίθεση με τον “ακραίο ολιγαρχισμό στην επιλογή των στόχων και στην στρατιωτική πρακτική της οργάνωσης”, είχαμε φθάσει στο σημείο της αγιάτρευτης ρήξης που είχε τονιστεί από την χειρονομία του Gallinari ο οποίος, κτυπώντας επάνω σε ένα τραπέζι της “γιάφκας” του Mogliano ένα τεύχος του “Pre-print”, στο οποίο εμφανίζονταν ένα άρθρο του Piperno με τίτλο “Από την τρομοκρατία στον ανταρτοπόλεμο”, είχε σκληρά επιτεθεί στους δυο αντιφρονούντες, εγκαλώντας τους λέγοντας πως ήταν πάντοτε φορείς μέσα στην οργάνωση της πολιτικής γραμμής των “παλιών τους φίλων”, ξένης στα αξιώματα της ίδιας της οργάνωσης;

Όσον αφορά τον αποκαλούμενο, “χώρο Metropoli”, αποφαίνονταν ο Morucci επρόκειτο για την συμβατική επέκταση της ονομασίας μιας ομάδας ανθρώπων που δρούσαν στο Milano, της οποίας αυτός, κατά τα άλλα, δεν γνώριζε ούτε την δομή ούτε τις οργανωτικές σχέσεις και τους δεσμούς, αν και δεν μπορούσε να αποκλείσει πως αυτή ήταν διαρθρωμένη σε δυο επίπεδα, το ένα να ενδιαφέρεται για “πολιτικές δραστηριότητες”, το άλλο για » paralegal δραστηριότητες” και πως αυτό το τελευταίο θα είχε συνεισφέρει στην χρηματοδότηση του ταξιδιού του Folini στην Μέση Ανατολή, για την απόκτηση των όπλων.
Ωστόσο, από τις ΕΤ δεν εκτιμούσαν και πολύ άτομα σαν τους Scalzone, Negri, Piperno και Pace, που θεωρούνταν “πολυλογάδες, άνθρωποι που μιλούσαν για τον ένοπλο αγώνα έτσι για να μιλούν”, που αγνοούσαν την λενινιστική πειθαρχία, την αυστηρότητα μιας παράνομης οργάνωσης. Σίγουρα θα ήταν παρατραβηγμένο να υποστηρίξουμε την ενότητα και την μοναδικότητα της πολιτικής γραμμής μέσα στο  περιοδικό που είχε στηθεί, την στιγμή που ενώ ο  Scalzone είχε συνεχίσει να διατηρεί μια δική του πολιτική “υποκειμενικότητα”, πρόσωπα σαν τον Piperno και τον Pace είχαν πάψει για κάποια περίοδο να κάνουν ενεργή πολιτική δραστηριότητα, έτσι ώστε η απόσταση κάποιων χρόνων έκανε αναμενόμενο να έχει ωριμάσει σε αυτούς και να έχουν διαμορφώσει έναν τύπο θεωρητικής επεξεργασίας, απομακρυσμένο από την καθημερινότητα, από τα τρέχοντα φαινόμενα.
Με δεδομένη την συνέχεια της πολιτικής γραμμής του Scalzone αυτός, ο Morucci, ήταν σε θέση να προβλέπει μια μεγαλύτερη προσέγγιση των “δικών του πολιτικών θέσεων” με εκείνες του ίδιου του Scalzone (περισσότερο απ’ ότι με εκείνες του Piperno), μια πολιτική άποψη, ακριβώς,  “κινηματικού”τύπου.
O στόχος που έπρεπε να επιδιωχθεί, ουσιαστικά, ήταν ο ίδιος, ενώ η αναζήτηση γίνονταν κάτω από διαφορετικές οπτικές γωνίες, αυτός, ο Scalzone απ’ το Κίνημα και εκείνος από τις B.R.: εκείνος, δηλαδή, που θα οδηγούσε σε μιαν ικανότητα οργάνωσης στο στρατιωτικό επίπεδο αρκετά υψηλή δίχως να χάνεται “η ικανότητα παραμονής μέσα στην κοινωνική συγκρουσιακή διάθεση”.
Θα ήταν, συνεπώς, τουλάχιστον επικίνδυνο να θεωρούμε πως αυτός, ο Morucci, υπήρξε φορέας της άποψης του Piperno και Pace εντός των B.R., όταν σκεφτούμε πως οι δυο, ακριβώς λόγω του ότι “απομακρυσμένης θέσης” από την οποίαν αξιολογούσαν το φαινόμενο του ’77”, επειδή δεν είχαν εμπλακεί άμεσα, είχαν φτάσει στο σημείο να θεωρούν τις B.R. μια  “τρελαμένη μεταβλητή, variabile impazzita”, “ανεξέλεγκτη, incontrollabile”, ολοκληρωτικά αποκολλημένη από τις εσωτερικές δυναμικές του κινήματος, από μια λογική εσωτερική της κοινωνικής συγκρουσιακής διάθεσης”.
Παρόλα αυτά, μολονότι αποσυνδεδεμένες από την επαναστατική διαδικασία, οι B.R. επηρέαζαν εκείνη την διαδικασία, διαχέοντας  την δραστηριότητα της επίθεσης τους στην καρδιά του Κράτους μέσα στο φαινόμενο της κοινωνικής διαμάχης; μέχρι του σημείου να φαίνεται σκόπιμο, μάλλον απαραίτητο “να προσληφθεί” εκείνη η “ανεξάρτητη μεταβλητή” και να γίνει προσπάθεια να καταστεί αντιληπτό το πως η ίδια θα μπορούσε να αναπτυχθεί μέσα στην ιταλική πραγματικότητα, έχοντας υπόψη, τουλάχιστον στην  “θετική” “αποδιαρθρωτική επίδραση, σαρωτική” που αυτή θα μπορούσε να έχει σε θεσμικό επίπεδο.
Να, λοιπόν, που o “αντικειμενικός στόχος” της “σύζευξης”, που εκθειάζει ο Piperno στις στήλες του “Pre-print” τελικά τεκμηριώνεται στην αποδιάρθρωση του Κράτους και στο άνοιγμα μιας επαναστατικής διαδικασίας.

Με αναφορά στο άρθρο του F. Piperno στο οποίο αναφερθήκαμε νωρίτερα με τίτλο “Από την τρομοκρατία στον ανταρτοπόλεμο”, που δημοσιεύτηκε στο “Pre-print” τον Δεκέμβρη του ’78,  ο Paolo Virno, συντάκτης του “Metropoli”, συνδέοντας αυτό το γραπτό detto με εκείνο που έγραψε ο ίδιος και εμφανίστηκε στο n° 1 του “Metropoli” με τον τίτλο “Piazza Nicosia, να αρχίσουμε να συζητάμε γι αυτήν”, εξηγούσε πως ο σκοπός που γράφονταν αυτά ήταν να διατυπωθεί μια εις βάθος κριτική στις  ερυθρές Ταξιαρχίες,  Brigate rosse: επικεντρωμένη στις διαφορές της ένοπλης πάλης που αυτή υποστηρίζει “από τις λογικές του κινήματος”, που εννοούσαν με “ανώμαλο”τρόπο  πως έπρεπε να καλλιεργηθεί μια “προοπτική πολέμου μακράς διάρκειας, εμφυλίου πολέμου και αντιεξουσίας” δίχως ουσιαστικά να δίδεται απάντηση στα “βασικά προβλήματα του κινήματος”, και που έρχονταν σε αντίθεση, τελικά, με την εικόνα που οι ίδιες ήθελαν να παρουσιάζουν για τον εαυτό τους σαν “μια αντάρτικη δύναμη ριζωμένη μέσα στις λαϊκές μάζες”.
Τόσο στο άρθρο του Piperno όσο και στο δικό του, είχαν διατυπωθεί απλές κριτικές εκτιμήσεις του έργου των BR σε σχέση με τις ανάγκες  “της κοινωνικής ιταλικής πραγματικότητας”, δίχως την πρόθεση ούτε από την πλευρά του Piperno να υπογραμμιστεί τίποτα περισσότερο από “μιαν υπόθεση κομουνιστικής επανάστασης” με στόχο να κερδηθεί ένα άνοιγμα, μια θέση ανάμεσα στην “στην στρατιωτική ισχύ που έχει ξεδιπλωθεί από τον μηχανισμό των BR στην via Fani και το μαζικό κίνημα”, ούτε από την δική του πλευρά να κάνει το εγκώμιο της επίθεσης στον “σπιτονοικοκύρη” Schettini.

Αξιοσημείωτου ενδιαφέροντος, κυρίως εκείνο που αφορά την ρωμαϊκή κατάσταση, εμφανίζονται οι δηλώσεις του Canfanelli Massimo, έμπειρου στελέχους της ένοπλης πάλης και μαχητή των B.R.. Αυτός είχε μάθει από τον Andrea Morelli και από τον De Feo πληροφορίες για το λεγόμενο “σχέδιο Metropoli” και για εκείνο που οι “υποκινητές του” (Piperno, Pace, Scalzone, Virno, Castellano, Accascina και ο ίδιος De Feo) πρότειναν, δημιουργώντας μια οργάνωση ικανή ηγεμονεύσει και να κατευθύνει όλους τους υπάρχοντες σχηματισμούς που δρούσαν στον ένοπλο αγώνα, συμπεριλαμβανομένων των ομάδων της οργανωμένης Αυτονομίας.
Αυτό το σχέδιο στην αρχή χρηματοδοτήθηκε μέσα από νόμιμα κανάλια και ειδικότερα μέσα από ένα κέντρο ερευνών με την ονομασία CERPET. Σε μια δεύτερη φάση, κυρίως μέσα από ληστείες που επιτέλεσε ο “ένοπλος βραχίονας” της οργάνωσης, διοικούμενος από τους Scalzone, De Feo και Morelli.
Όσον αφορά τις νόμιμες χρηματοδοτήσεις,αντίθετα, βεβαίωνε ο Canfanelli πως είχε ακούσει να λέγεται από τους Rosati, Davoli, De Feo και Morelli, πως αυτές οι ίδιες είχαν ληφθεί και διαμέσου εντολών που παραχωρήθηκαν στο CERPET από Δημόσιους Οργανισμούς, χάρη στις παροτρύνσεις πολιτικών που είχαν σχέσεις φιλίας με τους Pace και Piperno.
“Έμαθα από τους De Feo και Morelli” – συνέχιζε ο Canfanelli -” πως αυτοί είχαν πάρει μέρος στις συναντήσεις της Διεύθυνσης του Metropoli, στην διάρκεια των οποίων συζητήθηκε ο προϋπολογισμός του σχεδιασμού και των χρηματοδοτήσεων τόσο αυτών των νόμιμων όσο και εκείνων που προέρχονταν από ληστείες (β. κατ. 5/6/1982 και κατ. 2.12.1982 Ανακρ. Roma, τομ. V F.5.).
Προσθέτουμε πως κάποια από τα όπλα που απέκτησε ο Folini στην Μέση Ανατολή και διαχειρίστηκαν στο Milano ου Co.Co.Ri. είχαν φτάσει σε αυτόν την περίοδο που αυτός ήταν στρατευμένος στο M.C.R., κίνημα που είχε ξεκινήσει ο Morucci και η Faranda μετά την αποχώρηση τους από τις B.R.

Για τον ρόλο του “Metropoli” και των κυριότερων πρωταγωνιστών του μιλούσε επίσης ο Emilio Libera – (ακρ. 25.11.1986).
Ήταν ο Seghetti που απέδωσε στους Morucci και Faranda τον ρόλο πως “είχαν παρεισφρήσει” στις B.R., σαν φορείς της πολιτικής γραμμής των Piperno και Pace. Ίσως για να σμικρύνει το μέγεθος της συνεισφοράς τους στο εσωτερικό της οργάνωσης χαρακτηρίζοντας την πολιτική τους θέση κενή αυθεντικότητας και πρωτοτυπίας και αγκυροβολημένη σε κινηματικές παραδόσεις με καλούπι poteroperaistico, με καταγωγή δηλαδή από την Εργατική Εξουσία.
Με την σειρά του ο Lombino Maurizio, αφού δήλωσε στον ανακριτή του Bergamo πως δεν ήταν σε θέση να βεβαιώσει εάν το περιοδικό “Metropoli” χρηματοδοτούνταν ή όχι με χρήμα, προερχόμενο από ληστείες, μπορώντας, αντιθέτως,  “να αποκλείσει το γεγονός” στην βάση αυτών που γνωρίζει γύρω από την ύπαρξη “νόμιμων και θεσμικών καναλιών” χρηματοδότησης “τουλάχιστον με το ξεκίνημα της μετατροπής του περιοδικού σε  Κέντρο Σπουδών οικονομικών-κοινωνικών”, στην ανάκριση που διεξήχθη από τον ανακριτή της Roma στις 6/5/82, μιλώντας για το περιοδικό “Metropoli” έλεγε επί λέξη: “Σχετικά με την χρηματοδότηση του περιοδικού Metropoli, μπορώ να δηλώσω πως αυτή γίνονταν με δυο τρόπους: τόσο διαμέσου των επιχειρήσεων παράνομης χρηματοδότησης (ληστείες, κλοπές, κλπ.) – η οργάνωση είχε επιβάλει τον συγκεντρωτισμό κάθε προσόδου από ληστείες που τα συντονιστικά και τα κύτταρα τους ήταν σε θέση να πραγματοποιήσουν – τόσο μέσα από χρηματοδοτήσεις νόμιμες και θεσμικές”.
Αυτό ήταν συνέπεια του γεγονότος πως στους κόλπους της οργάνωσης είχε έρθει να αναπαραχθεί “μέσω του σχεδιασμού” εκείνη η διπλοπροσωπία στις παρεμβάσεις που ήδη είχε χαρακτηρίσει την δραστηριότητα άλλων οργανώσεων; από την μια το στρατιωτικό επίπεδο, στεγανοποιημένο και “ομοσπονδιοποιημένο” μέρος των δομών των συντονιστικών και από την άλλη το δημόσιο και νόμιμο επίπεδο που αποτελείτο από το περιοδικό “Metropoli”.
Αντιστρόφως ο Giorgio Accascina ήδη Πρόεδρος του Συμβουλίου Διαχείρισης του Συνεταιρισμού “Linea di condotta, Γραμμή συμπεριφοράς”, που χτίστηκε τον νοέμβρη του 1978 με σκοπό να δημοσιεύσει το περιοδικό “Metropoli” και “Pre-print” δήλωνε πως της έναρξης του περιοδικού είχε προηγηθεί μια κουβέντα επάνω στον πολιτικό σχεδιασμό του ίδιου σε σχέση με τις “νέες θεματικές” που είχαν εκφραστεί  “από το κίνημα του ’77”.
Μακράν από το να αυτοπροταθεί σαν σβόλιασμα όλου του ένοπλου αγώνα στην Italia, το ζήτημα υπήρξε, αντικείμενο “θετικής κριτικής” από πλευράς της εφημερίδας, με την έννοια πως εμφάνιζε τον ένοπλο αγώνα έκφραση ιδιαίτερη και χαρακτηριστική, τυπική της ιταλικής κατάστασης, παρά φαινόμενο που προκλήθηκε από τις ανατολικές Χώρες ή υπό την διαχείριση των μυστικών υπηρεσιών.
Όσο για το ντοκουμέντο που βρέθηκε στην κατοικία του Piperno, στην via dei Coronari, n° 99, που αποδίδονταν στον Scalzone, υποστήριζε ο Accascina πως αυτό αναπαρήγαγε μόνο τις αντιλήψεις του συγγραφέα του, σίγουρα όχι εκείνες της σύνταξης και πολύ λιγότερο την δική του πρόθεση για την δρομολόγηση της εκδοτικής πρωτοβουλίας.
Δεν υπήρχε κανένας σύνδεσμος μεταξύ του “Metropoli” και του εκδοτικού οίκου “Lirici”, όπου αυτός εργάζονταν.
Ούτε πολιτικές  συναντήσεις έγιναν ποτέ στα γραφεία της via del Babuino, 96 αν και κάποιοι φίλοι, μεταξύ των οποίων και μέλη του συνεταιρισμού για να τον βρουν.
Όσον αφορά τις χρηματοδοτήσεις της εφημερίδας παράνομης προέλευσης ο Accascina δεν φαίνονταν να γνωρίζει κάτι όπως επίσης και για τις στρατεύσεις του Pace και των άλλων συντακτών σε ανατρεπτικούς σχηματισμούς.
Επέμενε να επαναλαμβάνει πως το “Metropoli” χρηματοδοτούνταν αποκλειστικά από τα χρήματα των πωλήσεων της ίδιας της εφημερίδας; και για αυτό τον λόγο παρήγαγε ένα pro-memoria που επεξηγούσε τον  “κυκλικό μηχανισμό” που χρησιμοποιήθηκε για να επιδοτήσει την εφημερίδα, διαρθρωμένο σε προκαταβολές που κατατίθονταν από τον διανομέα για κάθε τεύχος του περιοδικού, και σε πιστώσεις που παραχωρούνταν από διάφορους προμηθευτές, με συνημμένα ορισμένα στοιχεία, συμπεριλαμβανομένης μιας πιστοποίησης από τους επιμελητές πτώχευσης που βεβαίωνε την πτώχευση που είχε λάβει χώρα της Εταιρείας “Linea di condotta”.
Μα, παρά τις απαλλακτικές  δηλώσεις του Accascina, ο ανακριτής, υπό το πρίσμα των καταθέσεων και των αποδεικτικών στοιχείων που αποκτήθηκαν μεταξύ των οποίων η κατάληξη πως “το σχέδιο Metropoli δεν ήταν ένα πρόγραμμα αφηρημένο ουτοπιστικό, μα η έκφραση μιας συγκεκριμένης οργάνωσης, έχοντας το πολιτικό-οικολογικό του κέντρο στην Roma και πολλές ένοπλες διαρθρώσεις, που δρούσαν κάτω από διαφορετικές ονομασίες σε διάφορες ιταλικές περιοχές” και πως “μέσα στην στρατηγική προοπτική της ένωσης όλων των ένοπλων οργανώσεων που υπήρχαν στην, οι εμπνευστές του σχεδίου “Metropoli” απέδιδαν ένα θεμελιώδη ρόλο στο περιοδικό.

αυτονομία, autonomia

η δίκη του περιοδικού Metropoli, processo – β]μέρος

METROPOLIΔίκη Processo Metropoli

  • o “Aldo” του είχε εξηγήσει πως η καινούργια οργάνωση (c.d. Metropoli) είχε σκοπό να πραγματοποιήσει “μια νέα συνάθροιση των επαναστατικών δυνάμεων εκμεταλλευόμενη τα διαθέσιμα θεσμικά πεδία και τομείς γεμίζοντας ξανά ένα ιστορικό κενό στον χώρο της Autonomia, αποτελούμενο από την απουσία μιας κοινής πολιτιστικής κληρονομιάς”.Έναν σημαντικό ρόλο θα έπρεπε να παίξει, για τον σκοπό αυτό, “το ανοιχτό στην συνεισφορά των διαφορετικών δυνάμεων ομώνυμο περιοδικό”.“Είχε μελετηθεί η διατήρηση ενός παράνομου και ένοπλου οργάνου μα υπό αμυντική σκοπιά εκτός από τους σκοπούς χρηματοδότησης.

Προσδιόριζε ο Gasser στην ακροαματική διαδικασία (ακρ. 18.3.1987), που ξεκίνησε όταν ακόμα ήταν εν ζωή οι Co.co.Ri., πως είχε λάβει σχήμα σε εποχή επόμενη της διάλυσης τους.
Είχε καταγραφεί “μια ανύψωση του επιπέδου σύγκρουσης στην Italia. Είχε προκληθεί από το είδος δράσεων που διεξάγονταν από κάποιες ένοπλες οργανώσεις όπως οι  B.R. και P.L. και μια ακραία κατάτμηση του “κινήματος της ένοπλης πάλης”, που του έλειπε εκείνη η ομοιογένεια και συνοχή χρήσιμες να του προσδώσουν την επίπτωση που οφείλονταν στην επιδίωξη των επαναστατικών στόχων”. Κατά συνέπεια το πρόβλημα που ο Scalzone έθετε ήταν εκείνο της δημιουργίας “ενός σημείου αναφοράς όλων των εμπλεκόμενων μικροτμημάτων στον ένοπλο αγώνα” διαμέσου, ακριβώς, ενός περιοδικού (“Metropoli”) προορισμένου να παράσχει “έναν χώρο πολιτικού διαλόγου” για την ανακατασκευή του ένοπλου κινήματος (ακρ. 10.11.86 f. 106)
Επιβεβαίωνε τις δηλώσεις του Costa σχετικά με τα χρήματα που δόθηκαν στον Scalzone και συντρόφους για την χρηματοδότηση του περιοδικού, επιπλέον εκείνων που ξοδεύτηκαν για την πληρωμή των όπλων που εισήχθησαν από τον Φολίνι. Μετά την διάσπαση, ανάμεσα στην ομάδα του Scalzone και τα άλλα τμήματα είχε επιφυλαχθεί μια σχέση επιχειρησιακής συνεργασίας, με αποτέλεσμα το εισόδημα από ληστείες που διαπράχθησαν από κοινού από στοιχεία των διάφορων τμημάτων, κάθε ομάδα έκανε του μεριδίου της την χρήση που ήθελε δίχως να ενδιαφέρεται για την χρήση που τα άλλα έκαναν του δικού τους.
Στην αντιπαράσταση με τον Balducchi, (ακρ. 18.3.87) ο οποίος συνέχιζε να υποστηρίζει πως ποτέ χρήματα εδόθησαν στον Scalzone ή σε άλλον γι αυτόν για την χρηματοδότηση του περιοδικού, ο Gasser επέμενε πως έμαθε για μιαν παράδοση χρημάτων που έγινε στον Scalzone ή στον Farsi ή στον Morelli για το περιοδικό.
Η εκδοχή που έδωσε ο Gasser επεκτάθηκε στην συνέχεια από τον Sandino Sergio ο οποίος στην ανάκριση της 30/6/82 (και σε εκείνο της 1/7/82) που διεξήχθησαν από τον ΔΚ του svolti dal P.M. Milano, ανέφερε για το πρώτο ταξίδι, στο οποίο είχε πάρει μέρος, που έγινε με την βάρκα από τον Folini στον Libano το καλοκαίρι του ’78 του οποίου είχε προηγηθεί μια συνάντηση προετοιμασίας στην Roma μεταξύ του ιδίου του Folini και μαχητών των Co.co.Ri.
Το ταξίδι είχε γίνει, ακολουθώντας μια πορεία κατά μήκος των ακτών της Ελλάδας, περνώντας από την Κύπρο, μέχρι το λιμάνι της Beirut.
Πριν την άφιξη στην Κύπρο αυτός, ο Sandino, χρειάστηκε να επιστρέψει στην Ιταλία για να αρχίσει ξανά την εργασιακή του δραστηριότητα.
Όμως, λίγες ημέρες αργότερα, είχε προφτάσει στην Δαμασκό τον Folini.
Μαζί πήγαν στην Βηρυτό όπου ο”Armando” (αυτό είναι το όνομα μάχης του Folini, που επίσης φωνάζανε Corto maltese) είχε συναντήσει άραβες και παλαιστίνιους ντόπιους.
Στην συνέχεια, επέστρεψαν στην Κύπρο για να πάρουν την βάρκα η οποία είχε φτάσει με τον Folini μετά την στάση στην Citere και, φθάνοντας στην Beirut, φόρτωσαν τα όπλα, βοηθούμενοι από κάποιους παλαιστίνιους.
Από την Βηρυτό επέστρεψαν στην Cipro, συνεχίζοντας για Ρόδο, όπου τους έφτασε ο Balducchi, που είχε έρθει με αεροπλάνο στο τοπικό αεροδρόμιο.
Από την Ρόδο ο Balducchi έφυγε, στην συνέχεια με το αεροπλάνο για την Ρώμη και ο Sandino για το Μιλάνο.
Όλα τα όπλα πέρασαν στην διάθεση των Co.Co.Ri. και, στην συνέχεια, μοιράστηκαν μεταξύ της ομάδας που πλήθυνε τις γραμμές του Metropoli και εκείνης που συγχωνεύτηκε στην Πρώτη Γραμμή P.L.
Στις αρχές του 1979 είχε ο Folini οργανώσει ένα δεύτερο ταξίδι στον Libano για την απόκτηση ενός δεύτερου φορτίου όπλων. Το Metropoli είχε συνδράμει με συγκεκριμένο τρόπο στην χρηματοδότηση του ταξιδιού (αυτό του είχε ειπωθεί από τον ίδιο τον Folini και από τον Merendino (β.).
Εκτός από άλλες οργανώσεις, όπως οι Pac, Guerriglia rossa (ηγείτο ο Barbone), και την ομάδα του Del Giudice, της οποίας ο ίδιος ο Sandino ήταν μέλος.
Αρνούνταν, ωστόσο, αυτός ενώπιον του δικαστηρίου, (ακρ. 10/11/1986) πως τα χρήματα, προερχόμενα από ληστείες στις οποίες είχε πάρει μέρος αυτός για την ομάδα “Del Giudice” είχαν ποτέ διαρρεύσει στην χρηματοδότηση ενός περιοδικού.
Γι αυτό το δεύτερο ταξίδι του Folini στην Μέση Ανατολή μιλούσε ο  Merendino Finocchiello Antonino, στην ανάκριση που έλαβε χώρα από τον ΔΚ του Milano στις 10/7/82. “Αυτό χρηματοδοτήθηκε με χρήμα προερχόμενο από ληστείες που πραγματοποιήθηκαν από την οργάνωση Co.co.Ri. Metropoli”. Τα όπλα που αποκτήθηκαν ήταν αυτόματα, πιστόλια, διάφορες χειροβομβίδες, πυρομαχικά διάφορα και εκρηκτικά.
Μεταξύ των όπλων που αποκτήθηκαν απ’ το “Metropoli” κάποια πέρασαν στα MCR. (Movimenti comunisti rivoluzionari, επαναστατικά κομουνιστικά Κινήματα) που είχαν στηθεί από τους Morucci και Faranda, μετά  την έξοδο τους από τις ΕΤ και επακριβώς:
1) ένα αυτόματο τουφέκι marca MR0 παρασκευασμένο το 1974, αριθμός μητρώου 3371;
2)  ένα τουφέκι Winchester a pompa διαμ. 6;
3) ένα αυτόματο τουφέκι tipo Colt διαμ. 227 mod. SPI, με αποξεσμένα τα στοιχεία του και δυο άδειους γεμιστήρες;
4) ένα αυτόματο τουφέκι Breda δια. 12 μητρ. SLC25548 με κομμένο το κοντάκι;
5) ένα πιστόλι δια. 22 marca (…)
6) ένα revolver δίχως μητρώο
7) όπλα και εκρηκτικό διάφορου είδους όλα κατασχεμένα από την Αστυνομία.

Να υπογραμμίσουμε, σχετικά, πως ο Savasta στην ανάκριση που του έγινε από τον Ανακριτή της Roma il 15/2/1982 (vol. 5, F. 13, G. 62) ανέφερε πως ένα μέρος των όπλων του Metropoli ήρθαν στην διάθεση των B.R. μέσα από τον Morucci, που μιλούσε στο όνομα των Piperno και Pace.
“Θυμάμαι πως τον σεπτέμβρη/οκτώβρη ’78, όταν έπαιρνα μέρος στην Διοίκηση της ρωμαϊκής φάλαγγας, έμαθα από τον Morucci πως είχε φτάσει στην Ιταλία ένα φορτίο όπλων που προέρχονταν από την Μέση Ανατολή, μεταξύ των οποίων διάφορα Kalashnikov.
ο Morucci είπε πως ένα μέρος αυτών των όπλων μπορούσαν να δοθούν στην δική μας οργάνωση (B.R.), η οποία θα παραλάμβανε τα όπλα δίχως να χρειαστεί να πληρώσει χρήματα, μα με την πολιτική δέσμευση να σφίξει τις σχέσεις με τις άλλες μαχόμενες οργανώσεις που υπήρχαν στην Italia, μεταξύ των οποίων η Prima Linea και οι ένοπλες ομάδες σε τροχιά γύρω από τον χώρο του Metropoli. Si discusse di questa proposta di Morucci nella Direzione di colonna, nella quale era noto che effettivamente era giunto un carico di armi che era nelle disponibilità di Piperno, Pace e Scalzone. Dopo un ampio dibattito si decise di rifiutare la proposta di Morucci per evitare condizionamenti politici.

Οι περιστάσεις οι σχετικές με το αναφερθέν φορτίο όπλων του  Folini και μιας ομάδος scalzoniani που έπαιρναν μέρος στις Co.Co.Ri. επιβεβαιώνονταν από σημαντικές καταθέσεις ομολογίες που έγιναν στην δικαστική Αρχή της Roma από τους Cereda Pierangelo, Squadrani Marcello (β. ακρ. 10/11/86), Graziani Paola και Cianfanelli Massimo.
Αυτοί έδωσαν την ευκαιρία να αποκτηθούν περισσότερα γνωστικά στοιχεία για την δομή και την δραστηριότητα των “Co.Co.Ri. Metropoli” και, ειδικότερα, για τον ρόλο προσώπων σημαντικών όπως οι Ernesto Balducchi, Andrea Morelli, Domenico De Feo, Pietro Del Giudice και άλλοι.

η Granata Anna Maria, στην κατάθεση που έδωσε στον ΔΚ του Milano στις 9.3.1981 επιβεβαίωνε πως, γύρω στο δεύτερο μισό του 1978, ο Folini Maurizio αποκαλούμενος “Κόρτο μαλτέζε” ή “Armando”, μιλώντας με αυτήν και τον συγκάτοικο της  Alfredo Azzaroni, είχε δηλώσει πως ήταν φίλος με τον Oreste Scalzone.
Καυχήθηκε ,επίσης, γνωριμίες στον Libano και διασυνδέσεις με τον λοχαγό Gheddafi στην Libia. Αυτός είχε δείξει ενδιαφέρον στην εγκατάσταση ενός ραδιοφωνικού σταθμού ή βιβλιοπωλείου σε μια πόλη όπως η Napoli, τοποθετημένης στο κέντρο του μεσογειακού χώρου.
Ο Folini είχε προσθέσει πως το αντάλλαγμα εκείνης της χρηματοδότησης θα έπρεπε να είναι μια υλικοτεχνική υποστήριξη από πλευράς ναπολιτάνων για την αποβίβαση όπλων που αυτός ο ίδιος θα είχε μεταφέρει με την βάρκα του ή με βάρκα νοικιασμένη το καλοκαίρι του 1979. Εκείνη την ίδια περίοδο είχαν λάβει χώρα οι επαφές του Azzaroni και της Granata με τον Scalzone, αυτός πραγματοποιούσε το σχέδιο του περιοδικού “Metropoli”, στο οποίο ενδιαφέρονταν επίσης οι Domenico De Feo και Claudio Minervino.
Στην συνέχεια (20.3.81) η Granata προσδιόριζε πως η γνωριμία του Folini είχε γίνει διαμέσου του Scalzone.
Προσέθετε πως οι ναπολιτάνοι σύντροφοι, στους οποίους αυτή και ο  Azzaroni είχαν απευθυνθεί για την υλικοτεχνική υποστήριξη στην διάρκεια της προβλεπόμενης εκφόρτωσης των όπλων από τον Folini στην ναπολιτάνικη ακτή, είχαν απαντήσει πως δεν είχαν σκοπό να χρησιμοποιηθούν από πρόσωπα όπως οι Scalzone και Lanfranco Pace, για τον οποίον μάλιστα, αυτό τον τελευταίο ειδικότερα, έλεγαν πως ήταν ένα “μακρύ χέρι” των B.R. στο εσωτερικό της Αυτονομίας.
Για την οργάνωση της μεταφοράς των όπλων, η Granata ανέφερε πως ξαναείδε τον Folini τον σεπτέμβρη του ’78 στο Milano και σε εκείνη την περίπτωση αυτός είχε ανακοινώσει πως η εκφόρτωση των όπλων είχε πραγματοποιηθεί.
η Granata μιλούσε επίσης και για τις διαπραγματεύσεις ανάμεσα στον Folini και Marocco για την πώληση ενός “Kala”, δηλώνοντας πως έμαθε από τον Scalzone επιβεβαίωση της μεταφοράς από πλευράς Folini του φορτίου των όπλων, το καλοκαίρι του 1978, σε μια τοποθεσία του Lazio.
η Granata κατέληγε πως είχε συναντήσει τον Folini στο “Millibar” (μαζί με τους De Feo και Scalzone, και με την ευκαιρία που της δόθηκε ζήτησε από αυτούς να πάρει μέρος στο σεμινάριο για το “Metropoli” που είχε προγραμματιστεί για εκείνο το διάστημα, μα είχε λάβει μια ξεκάθαρη άρνηση.
Με τον Folini, η Granata είχε γνωρίσει τον Andrea Morelli, φίλο του Scalzone και κάποιον Bruno Pastori, ο οποίος προετοίμαζε κάποια προσχέδια του περιοδικού “Pre-print”.

ο Azzaroni Alfredo, που ανακρίθηκε από τον εισαγγελέα του Milano στις 18.3.81, επιβεβαίωνε όλες τις δηλώσεις που ακούστηκαν νωρίτερα, προσθέτοντας πως ο Scalzone του είχε επιβεβαιώσει την στράτευση του Folini στις Co.Co.Ri., των οποίων ο ίδιος ο Scalzone υπήρξε ένας από τους μεγαλύτερους διοικούντες σε εθνικό επίπεδο.
Η εικόνα που περιέγραψε η Granata και ο Azzaroni, αντικατοπτρίζονταν επίσης, στις καταθέσεις που έδωσε ο Pasini Gatti Enrico, τρομοκράτης που διαχώρισε την θέση του από τον ένοπλο αγώνα.
Αυτός δήλωνε πως είχε γνωρίσει τους πρώτους μήνες του 1979 ένα πρόσωπο που το αποκαλούσαν “Κόρτο μαλτέζε”, που του είχε  πει πως ήταν σε θέση να προμηθεύσει μεγάλες ποσότητες όπλων προέλευσης κυρίως λιβυκής.
Με την ευκαιρία μια συνάντησης που έγινε (σε ένα εστιατόριο του Milano, αυτός του είχε αναφέρει πως είχε στρατευτεί στις U.C.C. , Κομουνιστικές Μαχόμενες Μονάδες, για να έρθει στην συνέχεια κοντύτερα στην οργανωμένη Αυτονομία.
Είχε καυχηθεί για την φιλία του με τον Oreste Scalzone και σαν προοπτική είχε και στόχο και φιλοδοξίας του “την ένωση των γραμμών της αυτονομίας” για μια νέα ώθηση του αγώνα.
Έγινε λόγος, επίσης, για την εφημερίδα “Metropoli” και για τον σχεδιασμό που θα γίνονταν γι αυτήν, που συνοψίζονταν στην φόρμουλα “ιστία και κανόνια” με προφανή αναφορά στην διάρθρωση σε δυο επίπεδα, ένα νόμιμο και ένα άλλο “ένοπλης πάλης”.
Σχετικά με τα εισαχθέντα όπλα, ο Folini του είχε πει πως αυτά είχαν, επίσης,  “ένα πολιτικό κόστος”, έχοντας σαν προϋπόθεση ο εφοδιασμός τους από πλευράς των λίβυων την διαβεβαίωση πως θα παραχωρούνταν “σε επαναστατικά κινήματα και όχι σε οργανώσεις σαν τις B.R. ή την P.L.”.

Μεγάλου ενδιαφέροντος, με σκοπό την ανακατασκευή της υπόθεσης του φορτίου των όπλων, είναι επίσης η κατάθεση που δόθηκε στον ανακριτή του Torino στις 5.3.1981 από τον Marco Donat Cattin, ήδη μαχητή της P.L. μέχρι τον οκτώβρη του 1979, όταν είχε βγει από την οργάνωση μαζί με άλλους συντρόφους, εξ αιτίας μιας συζήτησης που είχε ανάψει μεταξύ αυτών που υποστήριζαν “τον οργανωτικό λόγο” και εκείνων που επέλεγαν “μιαν άμεση σύνδεση με την κοινωνική πραγματικότητα”.
Μιλούσε ο Donat Cattin για μια προμήθεια όπλων (ίσως μόνο για ένα “Kala”) που έγινε από την P.L. από συμμετέχοντες σε ένα τμήμα των Co.Co.Ri., του οποίου ηγούνταν ο Oreste Scalzone, όπως οι Maurizio Costa και Piergiorgio Palmero, που στην συνέχεια συνέκλιναν στην P.L. Και ήταν το “ επίπεδο που συνιστούσε τον παράνομο στρατιωτικό μηχανισμό των Co.Co.Ri. που είχε οργανώσει μια μεταφορά όπλων από τον Libano intorno το καλοκαίρι του 1978; όπλα που, όμως, δεν θα έπρεπε να προορίζονται ούτε για την Π.Γ. ούτε για τις Ε.Τ. μα “για μικρότερες ομάδες” σύμφωνα με μια στρατηγική “που σε μιαν ιστορική φάση έλλειψης ισορροπιών, είχε ήδη δοκιμαστεί από την U.R.S.S. στην Palestina”. (Ο στόχος θα ήταν εκείνος του να είναι δυνατή και υπολογίσιμη μια πιο πολύπλοκη κατάσταση μέσα στο πλαίσιο του ένοπλου αγώνα).
Αν και στην συνέχεια κάποια από αυτά τα όπλα είχαν έρθει στην κατοχή των B.R. πιθανότατα “λόγω προσωπικών σχέσεων” ή λόγω της ανάγκης που κάποιοι κύκλοι των Co.Co.Ri. είχαν νιώσει ώστε να καθιερώσουν δεσμούς με άλλος ένοπλες ομάδες.

Άλλο φορτίο όπλων (συμπεριλαμβανομένων ρουκετών) αναμένονταν για το καλοκαίρι του 1979, που θα εισάγονταν πάντα από τον Folini. Κάποια από αυτά θα πέρασαν στους “συντρόφους τους προσκείμενους στον Μορούτσι” διαμέσου του Andrea Morelli.
Προσέθετε ο Donat-Cattin ότι ήταν σίγουρος πως οι Co.Co.Ri. είχαν ένα δικό τους παράνομο επίπεδο, και πως “τμήματα του εν λόγω επιπέδου” είχαν αναπαραχθεί στους κόλπους του “Metropoli” την περίοδο της αποδοχής του  Scalzone και αυτών που τον ακολουθούσαν στην εκδοτική πρωτοβουλία.  Αυτό το “επίπεδο” είχε εκτελέσει πολλές ληστείες και, στην συνέχεια, θα είχε θέσει στον εαυτό του το πρόβλημα  “μιας υπερβολικής διαφοροποίησης καθηκόντων μεταξύ εκείνων που δεσμεύονταν στρατιωτικά και επιχειρησιακά και εκείνων που επιτελούσαν κυρίως πολιτική εργασία.

Έτσι συνέχιζε ο  Donat-Cattin:
“H πολιτική εργασία που διεξήγαγε αυτή η οργάνωση ήταν ακραία έντονη και ποικίλη, με την έννοια πως περιείχε επαφές με πολλούς χώρους και παρήγαγε πολλές πρωτοβουλίες τουλάχιστον σε επίπεδο σχεδίων… ”
“είχαν δημοσιευτεί περιοδικά και εφημερίδες και από τον Scalzone και από τους συντρόφους που ήταν κοντύτερα σε αυτόν είχε καλλιεργηθεί” το σχέδιο ενός μεγάλου περιοδικού που θα έπρεπε να γίνει ο πόλος έλξης και αναφοράς ενός μεγάλου χώρου της αριστεράς, που θα πήγαινε πέρα “από εκείνον της Autonomia”.
Η οργάνωση στην συνέχεια διαλύθηκε, σε τέσσερα μέρη: το πρώτο με επικεφαλής τους Thomas, Palmero και άλλους, που υποστήριζαν την αναγκαιότητα μια οργάνωσης πιο αυστηρά παράνομης, εισήλθε στην P.L., ακολουθούμενο τον σεπτέμβρη του ’79 από την ομάδα του Costa;
Το δεύτερο που αποτελούνταν από τους (…), είχε εισρεύσει στο ήδη υπάρχον “Κέντρο Κομουνιστικής Πρωτοβουλίας, Centro di Iniziativa Comunista”που δρούσε στην Padova;
το τρίτο “παρέμεινε συνδεδεμένο με τον Scalzone και το σχέδιο Metropoli” και καλλιεργούσε “μια προοπτική γενικής πολιτικής καθοδήγησης ολόκληρου του κινήματος (συμπεριλαμβάνοντας τις ένοπλες συνιστώσες του) παρά την συγκρότηση μιας αυτοτελούς οργάνωσης  (έπαιρνε μέρος ο Del Giudice, leader κοινωνικού κέντρου “Lenin” του Sesto S. Giovanni);
η τέταρτη, δίχως συγκεκριμένη χροιά, περιλάμβανε πρόσωπα από Milano και Torino.
Και αυτούς της di P.L. είχε πλησιάσει ο Scalzone για να παρέμβει σε μια συνάντηση όπου θα γίνονταν συζήτηση για την δημιουργία του περιοδικού στο οποίο θα μπορούσαν να αναγνωριστούν και να εκπροσωπηθούν από αυτό “όλα οι δυνάμεις που ασκούσαν την ένοπλη πάλη”.
ο Scalzone μιλούσε γι αυτό το περιοδικό σαν μια πρόταση της ομάδας του προς τις άλλες ομάδες. Μα την πρόσκληση την αρνήθηκε η P.L. που υποπτεύονταν προσπάθειες ηγεμονισμού της ένοπλης πάλης από πλευράς του ίδιου του Scalzone.

Mε την σειρά του, ο Valerio Morucci επιβεβαίωνε (ακρ. 13.X.86) πως είχε ακριβώς από τον Scalzone λάβει την πρόταση μιας προμήθειας όπλων, πρόταση που αυτός γύρισε προς την Διοίκηση των φαλαγγών, μα που δεν έγινε αποδεκτή, διότι εκείνο τον καιρό οι B.R. θεωρούσαν άκρως επικίνδυνο “να αποκτήσουν όπλα περνώντας μέσα από πολιτικές επαφές μεάλλεςόμάδες που δεν είχαν μαζί τους στενή πολιτική ενότητα, δηλαδή πλήρη ταύτιση πολιτική, ενοποίησης στην πραγματικότητα”.
Και θα είναι ακριβώς ο Gigetto Dell’Aglio που επισημαίνει πως “με την απόκτηση εκείνων των όπλων ο Scalzone πίστευε πως θα αποκτήσει μια δυναμική θέση κύρους σχετικά με άλλες ένοπλες οργανώσεις  (B.R.-P.L.) των οποίων τις πολιτικές θέσεις θα μπορούσε ευκολότερα να επηρεάσει, σαν πρόσχημα για να πραγματοποιήσει αυτό που περισσότερο είχε στην καρδιά του:
“να αναλάβει την πολιτική διεύθυνση όλου του πανοράματος της ένοπλης πάλης στην Italia”. Η πολιτική του συμπεριφορά ήταν μήτρας “θεσμικής”, με την έννοια της δυνατότητας χρήσης νόμιμων μηχανισμών πληροφόρησης για να δημιουργήσει την “Αντιεξουσία, Contropotere” μιας οργάνωσης με όρους “Κράτους” εν Κράτει.
Από εδώ “η μέγιστη σημασία” που αποδίδονταν στον ρόλο του περιοδικού “Metropoli”.

Από το 1977 ακόμη – έλεγε ο Morucci – γίνονταν λόγος, με τον Lanfranco Pace για την δημιουργία ενός περιοδικού θεωρητικού-πρακτικού εθνικού χαρακτήρα. Γι αυτό τον σκοπό είχε ανιχνευτεί μια παλιά εφημερίδα της αριστεράς, με όνομα  “Tempi moderni, μοντέρνοι Καιροί” όμως το σχέδιο δεν βρήκε λιμάνι λόγω διαφωνιών που εμφανίστηκαν σχετικά με τον πολιτικό καθορισμό και σχεδιασμό του ίδιου του περιοδικού.
Στην συνέχεια, μέσα στο ’78, η ιδέα επανήλθε μετά από την “ριζική μεταστροφή του πολιτικού ορίζοντα παρέμβασης” λόγω της τεράστιας εισόδου νέων υποκειμένων στο έδαφος της κοινωνικής διένεξης”, απ’ όπου η αναγκαιότητα που απ’ όλους έγινε αισθητή να γίνει εμβάθυνση “της θεωρητικής επεξεργασίας” και, συνεπώς, να δρομολογηθεί ένα περιοδικό. Μα και μέσα σε αυτή την προοπτική ήρθαν να οριοθετηθούν δυο βασικές τάσεις: εκείνη της οποίας ηγείτο ο Toni Negri που αποσκοπούσε στην “ενίσχυση των συγκεκριμένων χαρακτηριστικών αυτής της νέας υποκειμενικότητας” “δηλαδή του νεανικού προλεταριάτου”, θεωρώντας πως από μόνα τους αυτά τα χαρακτηριστικά ήταν “εκρηκτικά… αντικρατικά, και πως, συνεπώς, θα είχαν οδηγήσει αυτές τις υποκειμενικότητες “να πέσουν επάνω στους θεσμούς, να τους χτυπήσουν”; και από την άλλη να θέσουν “ένα θέμα μεγαλύτερης επιλεκτικότητας”, “μιας θεωρητικής εμβάθυνσης …. επιλογής της συνέχισης” που θα εκφράζονταν από αυτές τις υποκειμενικότητες, άξιες περαιτέρω ανάπτυξης, “με την μετάγγιση εκείνων της απλής αυθόρμητης και άγριας ανταρσίας”.
Η δυσκολία στην σύνθεση αυτών των δυο τάσεων είχε καταστήσει τον χώρο πρωτοβουλίας σε λίγα υποκείμενα που συνδέονταν μεταξύ τους με »μιαν συνέχεια φιλική»παρά με  “μιαν πολιτική συνέχεια”, αρχίζοντας ξανά ορισμένοι από αυτούς την πολιτική δραστηριότητα μετά τις “σπίθες του ’77”, (όπως ο Piperno, που τα προηγούμενα χρόνια είχε ξαναρχίσει την διδασκαλία στην Καλαβρία και ο Pace που δραστηριοποιούνταν ανάμεσα  “στις έρευνες του CERPET” και “τις παρτίδες poker fino μέχρι τις 5 το πρωί”) με την κίνηση της προσπάθειας να αναλυθεί το κοινωνικό φαινόμενο που προήλθε από τις κινήσεις και τις προτάσεις του ’77, “αντλώντας από τις ενδείξεις θεωρητικού χαρακτήρα για την έναρξη μιας πολιτικής δραστηριότητας μέσα στην νέα κοινωνική διαμάχη”.

Όλη αυτή η προσπάθεια που τέθηκε σε εφαρμογή από τον ίδιο τον Morucci, ήδη το ’77, για να συμπεριληφθούν οι B.R. στην εκδοτική και συντακτική πρωτοβουλία, στην παραδοχή πως το νέο περιοδικό, αν και δεν μπορούσε προφανώς να προτείνει ολοκληρωτικά τις πολιτικές γραμμές της οργάνωσης, θα μπορούσε, ωστόσο, να καταστεί φορέας μιας θεωρητικής επεξεργασίας” τείνουσας σε “μια μεγαλύτερη πολιτική συσπείρωση”, “σε μιαν μεγαλύτερη προσοχή προς τα οργανωτικά προβλήματα”, της “επιλογής των στόχων” και, συνεπώς, στην δημιουργία ενός πολιτικού χώρου μέσα στο κίνημα που θα μπορούσε να έχει επιτρέψει στις B.R. “να ριζώσουν, να ταυτιστούν και να ενσωματωθούν, να αναπτυχθούν, να αλιεύσουν νέα μέλη  με μια κριτική προς τον αυθορμητισμό, που θα μπορούσε να είχε θέσει με τρόπο αιχμηρό  “το πρόβλημα της επιλογής των στόχων”, η  “αναγκαιότητα να δοθεί μια οργανωμένη δομή στις ανάγκες που εκφράζονταν από το νέο κοινωνικό υποκείμενο, δεν είχε ευτυχή κατάληξη. Οι B.R. μην έχοντας ποτέ αποδεχτεί  “να οδηγήσουν την πολιτική τους γραμμή υπό μεταμφίεση” είχαν δηλώσει πως ήταν αντίθετοι στην πρόταση του Morucci, θεωρώντας πως το περιοδικό, αν και θα άγγιζε έναν πιο υψηλό αριθμό αναγνωστών, θα κατέληγε στο σημείο να αντιπροσωπεύει και να προτείνει μια πολιτική γραμμή διαφορετική από εκείνη των B.R.

Παρομοίως αντίθετοι είχαν εκφραστεί σε ανάλογη πρόταση που προώθησε ο Morucci τον αύγουστο του ’78, στην διάρκεια συναντήσεων της Διεύθυνσης των φαλαγγών που έλαβαν χώρα σε εκείνη του Mogliano.
Είχε, πράγματι, επαναληφθεί η συζήτηση σχετικά με το παλιό σχέδιο να δρομολογηθεί ένα περιοδικό  “θεωρητικού, κριτικού, στοχαστικού”χαρακτήρα.
Ήταν ο Pace που μίλησε γι αυτό σε εποχή επόμενη στην έξοδο του από τις B.R., στην διάρκεια μιας συνάντησης στην οποίαν είχε προβάλει την πρόταση μιας συνέντευξης στις B.R. για λογαριασμό ενός ξένου τηλεοπτικού δικτύου (ABC ή NBC).
Όμως η μη διαθεσιμότητα της οργάνωσης να  “διατηρήσει παρατεταμένες πολιτικές σχέσεις ” με όποιον δεν μοιράζονταν “ολοκληρωτικά” την πολιτική της γραμμή, είχε ενημερωθεί με ακλόνητη σταθερότητα.

Συνεχίζεται

αυτονομία, autonomia

η δίκη του περιοδικού Metropoli, processo – α]μέρος

METROPOLIΔίκη Processo Metropoli

01. Nota introduttiva εισαγωγικό σημείωμα

REPUBBLICA ITALIANA Ιταλική Δημοκρατία
IN NOME DEL POPOLO ITALIANO Στο όνομα του Ιταλικού Λαού

LA CORTE DI ASSISE DI ROMA Το Κακουργιοδικείο της Ρώμης
(16 maggio 1986) 16 μαίου 1986

DELLA SENTENZA DEL PROCESSO “METROPOLI” Για την απόφαση της δίκης »Μetropoli»

Presidente: Dott. SEVERINO SANTIAPICHI; Πρόεδρος
Giudice: Dott. FERNANDO ATTOLICO; Δικαστής
Pubblico Ministero: Dott. ANTONIO MARINI; Δημόσιος Κατήγορος
Segretario: Pietro DI GIOVANNANTONIO. Γραμματέας

Giudici popolari: Λαϊκοί δικαστές
Sig. MAUR0 BONAVENTURA;
Sig. ENRICO GIARE;
Sig. ANTONIO POCHESCI;
Sig. MARINO CECCARINI;
Sig. GUALTIERO RONDINARA;
Sig. MAURO DI BARTOLOMEIS.

SENTENZA contro: Απόφαση ενάντια σε
1) PIPERNO FRANCESCO γεννημένο στο Catanzaro στις 5.1.1942
κάτ. Campo dei Fiori n. 42 Roma.
LATITANTE CONTUMACE Φυγόδικο

2) PACE LANFRANCO γεννημένο στο Fagnano Alto στις 1.1.1947
κάτ, via Pisa n. 20 Roma
LATITANTE CONTUMACE Φυγόδικο

Και άλλους

Η δίκη “Metropoli” ξεκινά στις 26 ιουνίου 1986, προετοιμασμένη από μιαν έρευνα του δικαστού Amato μεγάλη 1018 σελίδες που παρουσιάστηκε στις 31 μαρτίου 1981. Η δίκη ασχολείται ουσιαστικά με τις σχέσεις ανάμεσα στο σχέδιο του περιοδικού “Metropoli” και κάποιων από τους συντάκτες του, ειδικότερα των Pace και Piperno, με την οργάνωση Brigate Rosse, υποθέτοντας συνεπώς πως μεταξύ του Potere Operaio – του οποίου οι δυο υπήρξαν leader -, της Autonomia Operaia και των BR υπήρξε μια στενή σύνδεση, μια προσπάθεια  ένωσης μάλλον όλων των ένοπλων σχηματισμών.
Ο ρόλος που έπαιξαν οι Piperno και Pace στην διάρκεια της απαγωγής Moro, οι επαφές με τους σοσιαλιστές και με τον Morucci, η προσπάθεια να βρεθεί μια μεσολάβηση για την διαπραγμάτευση, ερμηνεύονταν,  αν και ήταν γνωστές οι διαφορές, σαν μια συμφωνία και μια προσπάθεια να ανατραπεί το Κράτος. Οι ‘αποδείξεις ’ βρίσκονταν στα άρθρα που γράφτηκαν στο περιοδικό και σε δημοσιεύματα συνδεδεμένα με αυτό.
Στις 9 φεβρουαρίου 1984 ο δικαστής Imposimato είχε ολοκληρώσει μια δεύτερη έρευνα για την “υπόθεση Metropoli”. Μέσα από καταθέσεις μετανιωμένων ο δικαστής ήταν πεπεισμένος πως μπορούσε να αποδείξει πως οι Piperno e Pace ήταν μεταξύ των υποκινητών της απαγωγής Moro, που είχαν δράσει για να υποχρεώσουν το Κράτος να υποκύψει στον εκβιασμό των BR, και πως είχαν την πρόθεση να ηγεμονεύσουν επί όλων των ένοπλων οργανώσεων.
Η δίκη εισέρχεται στην ακροαματική διαδικασία μόνο το φθινόπωρο του 1986, πρόεδρος Severino Santiapichi. Οι μάρτυρες, Morucci, Franceschini, Azzolini, Bonisoli, Faranda, οι μετανιωμένοι Savasta και Fioroni, ο δημοσιογράφος Bocca, ακούστηκαν μέχρι την άνοιξη του 1987. Κάποιοι συνέχισαν να εξηγούν την ιστορία των Ερυθρών Ταξιαρχιών και την σχέση που αυτές είχαν με τους “θεωρητικούς” του κινήματος, άλλοι μίλησαν για όσα εγνώριζαν γύρω από τους Pace και Piperno και για τις προσπάθειες τους στην διάρκεια της απαγωγής.
Στις 21 ιουλίου 1987 η Έδρα εξέδωσε την απόφαση. Από την αρχική κατηγορία ποινικής ευθύνης για τον θάνατο της συνοδείας του Μόρο, φθάσαμε, με άσκηση κριτικής της διερεύνησης για ελλείψεις και υπερβολές, σε μιαν καταδίκη για ανατρεπτικές δραστηριότητες. Οι  ‘συγκεκριμένες πράξεις’ επιδείκνυαν με κανέναν τρόπο μια σύνδεση μεταξύ του σχεδίου “Metropoli” και των Brigate Rosse.

02. Progetto “Metropoli” το Σχέδιο

Στην κατοικία του Piperno, στην via dei Coronari, n° 99 και στην έδρα του Συνεταιρισμού “Linea di Condotta”, εκδοτικού οίκου του περιοδικού “Metropoli”, του “Pre-print” βρέθηκαν δυο φωτοαντίγραφα ενός “υπομνήματος για την συζήτηση επάνω στην εφημερίδα” με ημερομηνία 10 μαρτίου 1977, που περιείχε πολλές χειρόγραφες διορθώσεις.
Στο ντοκουμέντο υποστηρίζονταν η αναγκαιότητα μιας εξέτασης πέρα από την αυτονομία όπως επίσης και “σχεδιασμού πέρα από την εξουσία”, για την επιστροφή στην συνέχεια στην εργατική εξουσία σαν προσδιορισμού μιας “μεγάλης τακτικής” του γενικότερου στρατηγικού σχεδιασμού “κομουνιστικής απελευθέρωσης, liberazione comunista”, προσθέτοντας πως “η εφημερίδα πρέπει να είναι μέσα στο κίνημα, και γι αυτό είναι απαραίτητο να πραγματοποιηθεί μια πολιτική συμφωνία μεταξύ του μεγαλύτερου δυνατού αριθμού οργανισμών, τμημάτων και ομάδων που συνθέτουν την εργατική αυτονομία”.
Διακρίνεται η αυτονομία σε “οργανωμένη” και “διάχυτη”, προσφέρεται ένας ακριβής ορισμός “της οργανωμένης αυτονομίας” εννοούμενης ως “σύνολο τμημάτων κομουνιστικών επαναστατικών που τοποθετούνται στο εσωτερικό κάποιων βασικών διακρίσεων που έχουν μια πολλαπλότητα μορφών; από την επίσημη σύνθετη οργάνωση σε ένα δίκτυο συντονισμένο και ενοποιημένο επιτροπών, στην μαχόμενη ομάδα ”.
“Κοινό στοιχείο είναι η συμφωνία των τμημάτων με τα στρατηγικά περιεχόμενα της αυτονομίας της τάξης σαν θεμέλιο της κομουνιστικής προοπτικής του επαναστατικού σχεδιασμού”
Στην χρηματοδότηση της εφημερίδας θα είχαν φροντίσει οι συνιστώσες που αντιπροσωπεύονταν στην σύνταξη.
Η πολιτική συμφωνία ανάμεσα στο μεγαλύτερο δυνατό νούμερο οργανισμών, τμημάτων και οργανωμένων ομάδων έπρεπε να “υλοποιηθεί “σε μια μορφή αποτελεσματικής συνεργασίας , (συνεπώς, όχι μόνο αλληλεγγύης και υποστήριξης) στο πεδίο της αρχικής χρηματοδότησης του σχεδίου και της δέσμευσης των συντρόφων” (στην συντακτικής εργασία, και σε εκείνην “άνωθεν”, και “κάτωθεν ”, αυτής).
Η πρωτοβουλία υλοποιούνταν με την έξοδο του Περιοδικού Metropoli και του παραρτήματος του “Pre-print”.
Προσέφεραν το έργο τους σαν “συντάκτες”, οι Piperno, Pace, Scalzone, Zagato, Maesano, Virno, Castellano και De Feo.
Το περιεχόμενο και νόημα πολλών άρθρων (που εξυμνούσαν τον ένοπλο αγώνα, την χρήση της βίας για να κομματιαστεί το σύστημα και να “διευρυνθούν οι ρωγμές” που θα δημιουργούνταν “στην καρδιά του Κράτους”, ΄καθιστούσε εύλογο να θεωρηθεί πως “η κύρια λειτουργία τόσο του “Metropoli” όσο και του “Pre-print” ήταν εκείνη της “διάδοσης” του αντιθεσμικού προγράμματος, να υποστηρίζει, συνδέει, συγκεντρώνει τις διάφορες ένοπλες ομάδες και μη, που αποτελούσαν και τροφοδοτούσαν στην Ιταλία την εξέγερση, την πολιτική βία σε όλα τα επίπεδα, την τρομοκρατία.
Φτάνει να σταθούμε σε δυο από τα σημαντικότερα γραπτά.

Εκείνο με τίτλο “Από την τρομοκρατία στον ανταρτοπόλεμο” του Franco Piperno, στο οποίο μεταξύ άλλων, διαβάζουμε:
“Η περίπτωση Moro σημάδεψε, όντως, από πολλές  απόψεις, το υψηλότερο σημείο και, την ίδια στιγμή, τα όρια της τρομοκρατίας. Αυτός σήμερα είναι υποχρεωμένος να διαλέξει – ή σταθεροποιείται και, ίσως τελειοποιείται σαν διαχωρισμένη πρακτική λαϊκό-εκτελεστική, με μορφές, χρόνους και στόχους σχεδόν ιδιωτικούς, για παράδειγμα επιμένοντας στην έμμονη θεματική της απελευθέρωσης των φυλακισμένων.  Σε αυτή την περίπτωση, όπως ήδη έχει συμβεί σε άλλες χώρες, το  φαινόμενο της πολιτικής βίας θα φθάσει στο σημείο να τοποθετείται μέσα στην ποικίλη σοφιστική ηθικολογία της κοινωνικής δυσανεξίας του ύστερου καπιταλισμού – ένα από τα κοινωνικά κόστη που καθημερινά πληρώνει η κυριαρχία, ή ακόμη καλύτερα, επιβαρύνει με αυτό την κοινωνία για την επιβίωση της  – ή αυτή διατρυπά με μορφές ανταρτοπόλεμου στην κυριολεξία – ακολουθώντας συνειδητά το ρίζωμα του μέσα στον νέο αυθορμητισμό. Αυτό, όμως, συνεπάγεται μια βαθιά αναδιάρθρωση της στρατιωτικής οργάνωσης, της οποίαν η ικανότητα να διαρκεί και να εξαπλώνεται ανατίθεται στις  “κοινωνικές συνενοχές” περισσότερο παρά στην αυτάρκεια της ίδιας της οργάνωσης.
Είναι αυτονόητο ότι μια επιτυχία σε αυτό το επίπεδο θα είχε ως αποτέλεσμα ένα άλμα στην επιθετική ικανότητα του ένοπλου αγώνα”. “Δεν μπορούμε, πράγματι, να ξεχάσουμε πως  “η απαλλοτρίωση του αγώνα” και της μαζικής πρωτοβουλίας παρεμβαίνει εκεί όπου το κίνημα συμπλέκεται ενάντια σε εμπόδια που δεν καταφέρνει να μετακινήσει με δράσεις επαρκείς”; και, άσκοπα πλήρες του καλού του δικαιώματος, δεν εξοπλίζεται για να το επιβάλλει; έτσι ώστε η ένταση του καταναλώνεται σε μιαν κενή “επανάληψη της κοινής δράσης”, που είναι μοναχά ο πρόλογος της αδυναμίας και της παθητικότητας.
Να γιατί το πάντρεμα της τρομερής ομορφιάς εκείνης της 12ης μαρτίου 1977 στους δρόμους της Ρώμης με την γεωμετρική ισχύ που ξεδιπλώθηκε στην via Fani καθίσταται η στενή πύλη διαμέσου της οποίας μπορεί να μεγαλώσει ή να χαθεί η επαναστατική διαδικασία”.

Και εκείνο με τίτλο “Piazza Navona, ας ξεκινήσουμε να μιλάμε γι αυτήν” του Paolo Virno (n° 1 της “Metropoli”) στο οποίο μεταξύ άλλων ο συντάκτης, σημειώνοντας πως η επιχείρηση της Piazza Nicosia [κατάληψη των γραφείων του χριστιανοδημοκρατικού κόμματος] είχε αποτελέσει “ένα σημείο καμπής” “σχετικά με όλη την πολιτικο-στρατιωτική εμπειρία των B.R., συμπεριλαμβανομένης και της via Fani”, με την έννοια  “του περάσματος, που επιδιώχθηκε συνειδητά, από ένα τρομοκρατικό επιχειρησιακό μοντέλο σε ένα ανταρτοπόλεμου” διατύπωνε επιφυλάξεις για την συνάφεια της βλαστάνουσας “μορφής-ανταρτοπόλεμος” σε σχέση με τους στόχους που έπρεπε να επιδιωχθούν.
” (…) αναφερόμενοι αυστηρότερα στις ποιότητες των εξεγερτικών συμπεριφορών της ζωντανής εργασίας, ενισχύοντας την επίδραση τους και διασφαλίζοντας τους “τις συμβατικές δυνάμεις”, η ένοπλη πρωτοβουλία προχωρά γραμμικά σε ένα έργο αποσταθεροποίησης του συστήματος των κομμάτων. Η ”αυτονομία του πολιτικού” είναι, να το πούμε έτσι, η πιο αληθινή της προϋπόθεση. Η χριστιανοδημοκρατία D.C. δεν χτυπήθηκε ωσάν διάρθρωση της σχέσης παραγωγής, από αυτήν ευρέως νομιμοποιημένη, μα σαν  “πλεονασμός της Εξουσίας, σαν αστικό Κόμμα, σαν εκλογική Μηχανή”.
Σε αυτό το σημείο, παρατηρούσε ο συντάκτης, πως μεγαλύτερη πολιτική αποτελεσματικότητα είχε “η εκτέλεση του αφεντικού της  casa Schittini”, παρά το ότι είχε απαιτήσει αυτή η επιχείρηση “μια οργανωτική ανάληψη υποχρεώσεων πολύ μικρότερη από εκείνην της Piazza Nicosia”.
Σε αυτήν, είναι αλήθεια, είχε εισαχθεί ένα “κριτήριο μέτρου” της πολιτικής αποτελεσματικότητας της ένοπλης δράσης, “συνιστώσα μέτρησης που δόθηκε, στην συγκεκριμένη περίπτωση, από την ενδυνάμωση του κινήματος για κατάληψη σπιτιών” και, γενικότερα, από τα υλικά επιτεύγματα…οικονομικά, κανονιστικά, που κατακτήθηκαν από προλεταριακά στρώματα με την συνδρομή της αντάρτικης πρωτοβουλίας.

το “Metropoli”, συνεπώς, παρουσιάζονταν στον κόσμο της εξέγερσης, σαν μια ένοπλη οργάνωση σε εθνικό επίπεδο που είχε ηγεσία τους Piperno, Scalzone, Pace (v. dich. int. Enzo Pasini Gatti).

Θα πει ο Marco Barbone (ακρόαση., 14/X/80) πως το ενδιαφέρον που είχε προκληθεί σε αυτόν από ένα άρθρο που εμφανίστηκε στο περιοδικό “Pre-print” με υπογραφή του Oreste Scalzone επάνω στην “μαχόμενη μονοδιαστασιμότητα των οργανωμένων μικροτμημάτων”, όπου επισκιάζονταν η υπόθεση μιας  “πιθανής οργάνωσης, στην οποίαν θα συζούσαν διάφορα επίπεδα, μεταξύ των οποίων το κοινωνικό των δημόσιων διασκορπισμένων αγώνων και εκείνο το παράνομο… με σκοπό την αποδόμηση του Κράτους”, τον είχε σπρώξει να έρθει σε επαφή, “μέσω ενός στρατευμένου του Pio, κάποιον από τον κύκλο του Metropoli”. Με αυτό τον τρόπο γνώρισε τον De Feo, από τον οποίον έμαθε στην πραγματικότητα πως το περιοδικό “Metropoli” ήταν η νόμιμη βιτρίνα της οργάνωσης, που χαρακτηρίζονταν, επίσης, από ένα παράνομο επίπεδο προσώπων που είχαν στόχο να πραγματοποιήσουν μια σειρά ένοπλων αναίμακτων δράσεων, όπως ληστείες για αυτοχρηματοδότηση ή πρωτοβουλίες  (…) που κατατάσσονταν σε ένα σχέδιο απελευθέρωσης κρατουμένων που έπρεπε να προωθήσουν.
Του είχε, επίσης, αναφέρει ο De Feo για μιαν διακίνηση όπλων.

Εδώ και κάποιον χρόνο, τον δεκέμβρη του ’79, έλαβε χώρα μια συνάντηση σε ένα ευαγγελικό Κέντρο στο Milano, όπου πήραν μέρος, μετά από πρόσκληση του De Feo, o Barbone και ο Daniele Laus, εκπροσωπώντας την “Guerriglia Rossa”, »Κόκκινο Ανταρτοπόλεμο», παρόντες άλλα τέσσερα στελέχη – σύμφωνα με τα λεγόμενα τους – “του πυρήνα συντονισμού του Metropoli”. Σε αυτήν προτάθηκε στον Barbone και στην ομάδα του να διαπράξουν κάποιες ληστείες για να χρηματοδοτήσουν το περιοδικό και να αντιμετωπίσουν τις οικονομικές ανάγκες των κρατουμένων και, τελικά, να εισέλθουν στην οργάνωση τους.
ο Barbone και οι δικοί του άδραξαν την ευκαιρία για να θέσουν το ζήτημα της αναγκαιότητας να εμπλουτίσουν και να καλυτερεύσουν, τον εξοπλισμός τους και, για τον σκοπό αυτό, δεν είχαν διστάσει να ζητήσουν δανεικά (λαμβάνοντας τα) από “εκείνους του Metropoli” ένα αυτόματο AK 47 Kalashinskov, ένα πιστόλι διαμετρήματος 9 και ένα revolver διαμ. 38. Αυτά τα όπλα στην συνέχεια, από την “guerriglia rossa” χρησιμοποιήθηκαν για να τελέσουν ληστείες τραπέζης – (βλέπε καταθέσεις του  Barbone, (ακρ., 15.X.80).

Συνέχιζε ο Barbone σχετικά με τις συζητήσεις που είχε με τον De Feo:
“Εγώ και ο Laus του λέγαμε πως μας φαίνονταν υπερβολική η τιμή που πληρώθηκε από το Metropoli για εκείνο το σχέδιο, αναφερόμενοι στις πολλές συλλήψεις που είχαν πραγματοποιηθεί στον χώρος της σύνταξης του περιοδικού, επειδή η Δικαστική Αρχή είχε εντοπίσει αυτήν σαν όργανο του ένοπλου Κόμματος”. “Εννοούσαμε τις συλλήψεις των Virno, Castellano, Scalzone, Maesano, Piperno και Pace”. “Η απάντηση του De Feo ήταν πως πράγματι το κόστος υπήρξε υψηλό μα πως εκείνη ήταν η ιστορική στιγμή που έπρεπε να προσπαθήσουν να πραγματοποιήσουν, εν τούτοις, το σχέδιο τους”.
Σχετικά με τις “διασπάσεις” της ρωμαϊκής φάλαγγας των B.R., με την έξοδο του Morucci και της Faranda, ο De Feo του είχε εκμυστηρευτεί πως από την πλευρά του “Metropoli” υπήρξε μια προσπάθεια μεσολάβησης μεταξύ των morucciani από την μια πλευρά και τις B.R. από  την άλλην. Ένα στέλεχος του “Metropoli” είχε συναντηθεί σε ένα ρωμαϊκό bar με τους εκπροσώπους των ΕΤ και πως διαμέσου αυτού είχε γίνει προσπάθεια να επιστραφούν τα όπλα που ο Morucci είχε “εσφαλμένα” πάρει μαζί του.
Αυτός, έχοντας δείξει πως ταλαντεύεται, είχε απειληθεί από τον ταξιαρχίτη.
Από εκείνες τις συζητήσεις – συνέχιζε ο Barbone – “συμπεραίναμε πως η ομάδα του Metropoli, επωφελούμενη και εισερχόμενη μέσα σε διαδικασίες αποσύνθεσης ή ανασύνθεσης οργανωτικής που βρίσκονταν σε εξέλιξη τόσο στις B.R. όσο και στην Πρώτη Γραμμή P.L. είχε προσπαθήσει να θέσει τον εαυτό της σαν ηγεμονική ομάδα της μιας και της άλλης δομής, έστω και μόνο σε ιδεολογικό επίπεδο.
Μέχρι του σημείου που είχε καταστεί σαφές πως οι “Minervino, De Feo και οι άλλοι του “Metropoli” αποτελούσαν  “μόνο το μιλανέζικο παράρτημα (και πιθανότατα δεν το εξαντλούσαν) ενός εκτενέστερου σχεδίου του οποίου οι ίδιοι… είχαν μιλήσει και που προχωρούσε, και είχε προωθηθεί, από πρόσωπα σημαντικά όπως, ακριβώς, οι συλληφθέντες συντάκτες στην ρωμαϊκή έρευνα”

ο De Feo – επισήμαινε επί πλέον ο Barbone στην κατάθεση που έδωσε στον Δημόσιο Κατήγορο της Padova στις 19.5.1981 “μιλούσε για το περιοδικό “Metropoli” σαν ένα πολιτικό εργαστήρι καθορισμού των νέων γραμμών του εξεγερτικού και ανατρεπτικού προγράμματος.
…Επάνω στηνAutonomia και σαν σημείο αναφοράς μιας πλατιάς οργάνωσης που χτίζονταν, της οποίας η παράνομη δομή έπρεπε να είχε κυρίως καθήκοντα οργανωτικά υλικοτεχνικά σχετικά με την χρηματοδότηση. όμως, απορρίφθηκε από τον Barbone και τους δικούς του η πρόσκληση να εισέλθουν στην οργάνωση του Metropoli, μιας και αυτοί δεν αποκόμισαν μια θετική εντύπωση για τον De Feo κάτω από το προφίλ των ικανοτήτων πολιτικής διοίκησης και έχοντας αποκομίσει, επιπλέον, την εντύπωση πως τελικά το να καταταχθούν θα μπορούσε να έχει σαν σκοπό μοναχά την χρησιμοποίηση τους για την πραγματοποίηση ληστειών για την χρηματοδότηση της εφημερίδας.

Μα επιστρέφοντας στην διάσπαση που συνέβη σχετικά με τις Κομουνιστικές Επαναστατικές Επιτροπές  Co.Co.Ri. , θα εξηγήσει ο Costantini, στην ακροαματική διαδικασία της 27/X/80, τις αιτίες που την είχαν προκαλέσει. Στην διάρκεια της συζήτησης που διεξήχθη στους κόλπους αυτής της οργάνωσης στην συνέχεια της εκτέλεσης του αξιοτ. Moro, το φθινόπωρο του 1978, ήρθαν να διαφανούν διάφορες πολιτικές γραμμές.
ήδη το καλοκαίρι είχε αποφασιστεί σε επίπεδο Διοίκησης να  “εξέλθουν” με ένα νέο περιοδικό, του οποίου το πρώτο νούμερο είχε ονομαστεί “Pre-print”.
Είχε συζητηθεί, σχετικά, εάν θα έπρεπε να αναπτυχθεί η κουβέντα γύρω από την συνηθισμένη δομή διαρθρωμένη σε δυο επίπεδα, ένα νόμιμο, το άλλο παράνομο, ή να “ενδυναμωθεί” ο τρέχον κεντρικός μηχανισμός. ο  Scalzone είχε εντοπίσει την δυνατότητα να δοθεί περισσότερο εύρος σε παρεμβάσεις πολιτικού χαρακτήρα. Η υπόθεση “Metropoli” ήταν εμπνευσμένη με σκοπό να συμπεριλάβει ένα τόξο δυνάμεων, μέσα στις αριστερές, όσο το δυνατόν πλατύτερο, ξεκινώντας από “καταστάσεις κινημάτων αγώνα”, για να αποφευχθούν “αποδράσεις προς τα εμπρός (οργανώσεων όπως οι B.R. και P.L.) και να φθάσει σε ένα είδος  “ομοσπονδίας,  “συγκεκριμένης δράσης” εισηγμένης σε “ένα μοναδικό πολιτικό σχεδιασμό”
Έπρεπε να είναι η εφημερίδα “μέσα σε έναν χώρο πολιτικής συζήτησης” ηγεμονευμένη από τις CO.CO.RI. για να επηρεάζει ; έχοντας συγχρόνως πολιτικές δραστηριότητες, έναν διάλογο πιο ολοκληρωμένο ένοπλης πάλης στην Italia”.
Μα πλέον οι άλλες οργανώσεις είχαν σχεδιάσει την πολιτική τους γραμμή (τροφοδοτώντας μια σταθερή κατάσταση επιθετικότητας ενάντια στο Κράτος), επιδεικνύοντας την δική τους “δύναμη πυρός”, την “εκρηκτική δύναμη αφανισμού” των ένοπλων πρωτοβουλιών τους.
Το νούμερο μηδέν του “Pre-print” είχε, με αυτό τον τρόπο, δημοσιευτεί με το χρήμα που προέρχονταν από ληστείες που πραγματοποιήθηκαν από τους ένοπλους μηχανισμούς των Co.Co.Ri., πριν φθάσουμε στην διάλυση τους. Της σύνταξης του εν τη γενέσει περιοδικού έπαιρναν μέρος αγωνιστές αυτής της δομής που είχαν πάρει μέρος σε ενέργειες χρηματοδότησης (Morelli, Farsi, Zagato). Προσδιόριζε ο Costantini πως εκείνο το πρώτο τεύχος της εφημερίδας είχε κοστίσει αρκετά εκατομμύρια επειδή, “παρά την ροή χρήματος που έφτανε στον Scalzone, αυτός είχε τρύπια χέρια” και έδιδε χρήματα σε όλους, “σε έναν για κάποιο φυλλάδιο”, “σε άλλον για μιαν αφίσα, σε άλλον “για κάτι άλλο… ”
Παρόλα αυτά αυτός συνέχιζε να τραβά το ενδιαφέρον των B.R. και P.L σε εκείνο το καινούργιο διάστημα, επάνω στο οποίο θα έπρεπε να ξαναρχίσει ο πολιτικός διάλογος σε διάφορα επίπεδα, νόμιμος και παράνομος.
Από εδώ η σημασία της απόκτησης όπλων που μπήκαν στην Ιταλία από τον Folini και ελήφθησαν από την οργάνωση το φθινόπωρο του 1978; αυτά θα χρησιμοποιούνταν για  “να αποκτήσει αξιοπιστία” και να δοθεί σε αυτήν“μια μεγαλύτερη βαρύτητα” μέσα στο ανατρεπτικό ιταλικό πανόραμα.
Άλλη σημαντική συνεισφορά στην ανακατασκευή της υπόθεσης “Metropoli” έρχονταν από τον Balducchi Ernesto; leader του στρατιωτικού πυρήνα, αποφασισμένου να αναλάβει εκ νέου, μετά την διάλυση των Co.Co.Ri., “μια συζήτηση πολιτικής παρέμβασης σε επίπεδων κολεκτίβων στην επικράτεια.
Από την περίοδο ακόμη του συνεδρίου της Bologna το 1977, θα πει ο Balducchi στην ακροαματική διαδικασία, στις 24.2.87, σε συναντήσεις συντονισμού του χώρου της Αυτονομίας, τονίζονταν η αντίληψη “χτισίματος ενός ενωτικού οργάνου, που θα εξέφραζε την τάση” την πιο ριζοσπαστική που το κίνημα ζούσε εκείνη την στιγμή”, ένα όργανο τύπου που θα συγκέντρωνε τις περιπτώσεις των διαφόρων ομάδων, που σε αυτό θα μπορούσαν να απευθύνονται, να παραπέμπονται σε αυτό”.
Στην διάρκεια της συζήτησης το θέμα ήρθε σε έντονη αντιδιαστολή από όσους θεωρούσαν πως δεν ήταν απαραίτητη “μια δομή που θα συνέθετε” το νέο επίπεδο της σύγκρουσης, μα πως αρκούσε ένα ενωτικό “επίπεδο συνείδησης”. Μια εκδοτική πρωτοβουλία ενωτική υποψήφια ενός ευρύτερου χώρου συναίνεσης θα μπορούσε να χρηματοδοτηθεί από μόνη της. Το πολύ οι Co.Co.Ri. θα μπορούσαν να χρηματοδοτήσουν ένα “δικό τους” εκδοτικό όργανο ανοιχτό ίσως σε εξωτερικές συνεργασίες, εάν το είχαν θεωρήσει χρήσιμο και παραγωγικό με τους στόχους τους.
Επιβεβαίωνε ο Balducchi την πραγματοποιηθείσα απόκτηση όπλων από πλευράς της οργάνωσης, που είχαν εισέλθει στην χώρα από τον Folini από Χώρες της Μέσης Ανατολής.
Είχε θεωρηθεί περισσότερο από κάθε άλλη φορά απαραίτητο να εξοπλιστούν με  “βαρύ οπλισμό” για να  “ανυψώσουν την δύναμη πυρός”. Είχε διατεθεί ένα σημαντικό ποσό (γύρω στα 60 εκατομμύρια) και από τον ίδιο τον Balducchi είχε διατεθεί επίσης ότι χρειάζονταν για την μεταφορά του stock των όπλων από το Otranto στο Fiumicino και από εδώ στο Milano, όπου είχαν παραμείνει φυλαγμένα στην κατοικία του Costantini.
Στην συνέχεια, μετά την διάσπαση που έλαβε χώρα στους κόλπους των CO.CO.RI., οι διάφορες ομάδες πήραν τα όπλα που τους αναλογούσαν, πηγαίνοντας να τα παραλάβουν απευθείας από την αποθήκη όπου φυλάσσονταν για δυο περίπου μήνες.
Προσέθετε ο  Balducchi πως εάν χρήματα που προέρχονταν από ληστείες, είχαν ξοδευτεί από τον πυρήνα του για την απόκτηση όπλων, σίγουρα δεν είχαν ξοδευτεί για να χρηματοδοτήσουν ένα περιοδικό, αλλά αν μη τι άλλο για την απόκτηση φυλλαδίων, εντύπων, κλπ.
Εξάλλου, από την στιγμή της διάλυσης των Co.Co.Ri. αυτός και οι δικοί του ούτε καν εγνώριζαν πως βρίσκονταν ήδη σε δραστηριότητα η σύνταξη του “Metropoli”.
Προς επιβεβαίωση του διπλού επιπέδου στο οποίο κινούνταν η οργάνωση των Co.Co.Ri. ήρθαν να βοηθήσουν οι δηλώσεις του Costa, ο οποίος των Co.Co.Ri. υπήρξε ένας από τους ιδρυτές (ακρ. 27/X/86).
Στο Milano η οργάνωση εκτελούσε  “μια δημόσια πολιτική δραστηριότητα, συνδικαλιστικής αγκιτάτσιας, δημόσιας πολιτικής πρότασης” έστω κι αν ήταν εξτρεμιστικού τύπου, υποστηριζόμενη “από μια δομή στρατιωτικού τύπου.
Ενεργούσε σαν “ομόλογη” η ρωμαϊκή ομάδα, έχοντας μια διαφορετική διαμόρφωση, που έφτασε στο σημείο της διάλυσης μέσα στο 1978 συμπίπτοντας με τα γεγονότα της via FANI, καταβάλλοντας με ακανόνιστο τρόπο την συνεργασία της με τρόπο “υποστηρικτικό στην μιλανέζικη ομάδα, (όπως, για παράδειγμα, στην περίπτωση της εισαγωγής των όπλων από τον Λίβανο).
Στην στρατιωτική ομάδα έπαιρναν μέρος οι Costantini, Balducchi, Palmero, Farsi, Gasser και άλλοι.
Η Διοίκηση, σχηματισμένη μεταξύ άλλων από τους Scalzone, Del Giudice, Morelli, είχε καθήκον  “διαλόγου και πολιτικής κατεύθυνσης”. Ήταν “μια δομή συντεταγμένη”.
Αυτός, ο Costa, είχε στην διάθεση του το χρήμα, που έπρεπε να χρησιμοποιηθεί για την απόκτηση όπλων, να χρηματοδοτηθούν οι “στρατιωτικές”επιχειρήσεις, να αμειφθούν τα έμμισθα στελέχη του στρατιωτικού πυρήνα.
Θύμιζε πως, από την στιγμή που συνέβη η πράξη διάσπασης των Co.co.Ri παραδόθηκε στον Scalzone “σαν αποζημίωση” το ποσό των είκοσι εκατομμυρίων που προήλθε από ληστείες, που αυτός είχε ζητήσει για το περιοδικό.
Πάντως ανάμεσα στην ομάδα του Scalzone και εκείνη την αμιγώς στρατιωτική, είχε επέλθει μια σιωπηρή συμφωνία, οπότε αυτός δεν θα είχε προβάλει αντίθεση στην εισαγωγή των όπλων από τον Λίβανο, με την προϋπόθεση να μην του τοποθετούνταν εμπόδια για την έναρξη λειτουργίας του περιοδικού. Αυτός σκέφτονταν, μέσα από ένα εκδοτικό όργανο, να χτίσει, έναν νέο επαναστατικό κόμμα της αριστεράς”, το οποίο βασικά θα μπορούσε να έχει απορροφήσει όλα τα “οπλισμένα τμήματα” από τις ένοπλες ομάδες της τρομοκρατίας στα πιο εξτρεμιστικά νόμιμα τμήματα”.
Πάντως, με την πράξη της διάσπασης, εκτός από τα χρήματα που αναφέρθηκαν, η ομάδα του Scalzone πήρε μαζί της τρία αυτόματα τουφέκια, κάποια κοντά όπλα (περίστροφα, κλπ.), που ουσιαστικά αποσύρθηκαν από τους Farsi και Morelli.
Ένας άλλος μαχητής των Co.co.Ri, Gasser Alberto, μιλώντας για ληστείες και δράσεις αφοπλισμού που έπραξε με τους Palmero, Balducchi, και άλλα στελέχη που στην συνέχεια εισήλθαν στο “Metropoli”, στέκονταν λεπτομερώς στο θέμα της εισαγωγής των όπλων από την Μέση Ανατολή. Είχαν πάρει μέρος στην επιχείρηση οι Folini, Costa Maurizio, Balducchi Ernesto, Palmero Piergiorgio και άλλοι μιλανέζοι.
Τα όπλα είχαν φθάσει με την βάρκα του Folini στο Otranto και  από εδώ είχαν μεταφερθεί με την ίδια βάρκα, οδικώς, στο Fiumicino.
Σε αυτό τον τόπο αποσύρθηκαν από τον ίδιο, από κάποιον “Giovanni”, και από τους Balducchi, Palmero, “Ilario ” (Andrea Morelli) στρατιωτικό αρχηγό του »σχεδίου Metropoli” και δυο μαχητών από τις ρωμαϊκές φάλαγγες και μεταφέρθηκαν μέσα σε μεγάλες τσάντες στον σταθμό Termini, απ’ όπου όλα στην συνέχεια έφυγαν για το Milano. Τρεις ήταν οι επιχειρήσεις μεταφοράς, μεταξύ Roma, Ostia και Milano, των όπλων, που περιλάμβαναν: 15 αυτόματα Kalasnikov, ένα τουφέκι ακριβείας MI, col. 33 ένα Fal εκτοξευτήρα χειροβομβίδων, γύρω στις 90 χειροβομβίδες τύπου ananas, γύρω στις εβδομήντα χειροβομβίδες λείες, εκτοξευτήρα χειροβομβίδων “energe”, ένα bazooka, δυο πιστόλια Browing διαμ. 9, μια σημαντική ποσότητα πολεμοφοδίων, δυναμίτη και πυροκροτητή.
Τα όπλα στην συνέχεια διαχωρίστηκαν ανάμεσα στα διαφορετικά τμήματα που σχηματίστηκαν από τις διασπάσεις της Οργάνωσης: ένα μέρος συμπτύχθηκε γύρω από τον Scalzone “Ilario”, “Aldo” και άλλους, δεσμευμένους στην πραγματοποίηση του περιοδικού “Metropoli”; ένα άλλο μέρος γύρω από τον Maurizio Costa, που στην συνέχεια εντάχθηκε στην Πρώτη Γραμμή P.L. .
Μετά τις διασπάσεις ο Gasser είχε σχέσεις με τους “Aldo” “Ilario ” και Scalzone.

Συνεχίζεται

αυτονομία, autonomia

Οι εφημερίδες σε δίκη: η υπόθεση 7 απρίλη, δέκατη τέταρτη συνέχεια – I giornali a processo: il caso 7 aprile – Quattordicesima parte

του Luca Barbieri

GliInvisibili.jpgQui οι προηγούμενες συνέχειες

(c) 2002 – Eπιτρέπεται η μερική ή πλήρης αναπαραγωγή του έργου και η διάδοση του ηλεκτρονικά, φτάνει να μην είναι για εμπορικούς σκοπούς και με τον όρο πως αυτή η διατύπωση θα αναπαραχθεί.

Περνά και ο σεπτέμβρης. Η αληθινή δίκη αναμένεται για τις αρχές του 1982. Στα τέλη οκτώβρη η Repubblica παίρνει συνέντευξη στον Palombarini. Ένα άρθρο μεγάλο μια ολόκληρη σελίδα που δημοσιεύεται στις 30 oκτωβρίου με έναν τίτλο αρκετά ουδέτερο: “Εκείνο που σκέφτομαι για την Αυτονομία και εκείνο που σκέφτομαι για τον Calogero, για τον Toni Negri και για την 7 απρίλη”. Παίρνει την συνέντευξη ο Enrico Filippini ο οποίος παρατηρεί στον Palombarini πως μέρος της κοινής γνώμης και μέρος του τύπου θεωρεί ακόμη τον Negri και μέρος των άλλων συλληφθέντων σαν εγκέφαλο των  BR. «Η εντύπωση σας μου φαίνεται σωστή — απαντά ο Palombarini — αλλά δεν μου προκαλεί έκπληξη. Δεν πρέπει να ξεχνάτε με πόση σιγουριά, για ολόκληρο το 1979, κάποιοι άνθρωποι υποδεικνύονταν σαν εκείνους που οργάνωναν και διοικούσαν τις ερυθρές Ταξιαρχίες, και πόσο επιτακτικά και με πλούτο λεπτομερειών μεγάλο μέρος των οργάνων επικοινωνίας, τυπωμένων ή ομιλούντων, δήλωνε το βάσιμο αυτής της υπόθεσης κατηγορίας. Αυτό όλο είχε τις συνέπειες του που είναι κατανοητές: το πιο σοβαρό πολιτικό έγκλημα μετά τον πόλεμο στην Ευρώπη, η απαγωγή και η δολοφονία του αξιότιμου Moro, δεν είχαν πλέον μυστήρια. Για τον κόσμο ήταν το τέλος ενός εφιάλτη…». Είναι ίσως η πρώτη φορά που οι εφημερίδες δίδουν μεγάλο χώρο στις απόψεις που εδώ και δυο χρόνια βρίσκονται σε καθημερινή αντίθεση με εκείνες του δημόσιου κατήγορου Calogero.

Τον δεκέμβρη να επισημάνουμε μια πολεμική που φιλοξενείται από τις στήλες της Unità. Στις 22 ο Ibio Paolucci που παρακολουθεί από την αρχή την έρευνα, κάτω από τους υπότιτλους “Μια δίκη που ήρθε πλέον η ώρα να ξεκινήσει”, δημοσιεύει ένα άρθρο με τίτλο “Κάποια πράγματα για την επτά απριλίου”. Την πηγή έμπνευσης ο Paolucci την παίρνει από μια παρέμβαση του Scalzone ο οποίος, φυγόδικος, με αφορμή την επέτειο της 21 δεκεμβρίου, δημοσίευσε μια παρέμβαση στο περιοδικό Metropoli, το οποίο βρίσκεται στο κέντρο μιας δικαστικής διερεύνησης με την σειρά του ύποπτο πως εκπροσωπεί στον τύπο ημιεπίσημα τις ΕΤ, ζητώντας λευτεριά «για εκατοντάδες προλετάριους ένοχους για κάποιαν ληστεία τραπέζης». Αλλά μαζί με τον Scalzone, ο Paolucci νιώθει την υποχρέωση να απαντήσει και στους Massimo Cacciari και Stefano Rodotà οι οποίοι στο περιοδικό Politica ed Economia, που πρόσκειται στο ΚΚΙ, δημοσίευσαν δυο παρεμβάσεις που στοχεύουν την προσοχή κυρίως στην περίπτωση του  Alberto Magnaghi που κατηγορούνταν μονάχα από την μαρτυρία του Fioroni που αναφέρονταν μάλιστα στο 1971. «Mα λοιπόν — σκέφτεται ο Paolucci — θα πρέπει να ξεχάσουμε τα παρασκήνια της σφαγής της  Piazza Fontana μόνον διότι εκείνες οι βόμβες έσκασαν δώδεκα χρόνια νωρίτερα? Μια πέτρα επάνω και στις συνενοχές των στρατηγών των μυστικών υπηρεσιών SID και του γενικού επιτελείου άμυνας και των ανθρώπων της τότε κυβέρνησης?». Η απάντηση των Cacciari και Rodotà, δημοσιευμένη στις 30 δεκεμβρίου 1981, είναι πολύ σκληρή.Είναι ίσως η πρώτη φορά που η Unità φιλοξενεί (ή μήπως είναι υποχρεωμένη να φιλοξενήσει) παρεμβάσεις τόσο αντίθετες με το “θεώρημα Calogero” που θεωρείται και από τους δυο «μια υπόθεση αθροιστική». Η μεγάλη παρέμβαση, πλούσια σε συγκεκριμένες αναφορές στις πράξεις και τα έγγραφα, σαρώνει από την κατάσταση του Magnaghi σε εκείνη κάποιων παντοβάνων κατηγορούμενων (Bianchini, Serafini, Del Re). «Και δεν θα έπρεπε, λοιπόν ναι,  — καταλήγει η παρέμβαση — “να ντρεπόμαστε” που κατηγορίες σχηματίστηκαν με τέτοιον τρόπο ώστε να παρατείνουν επ’ αόριστον τους όρους και τις ημερομηνίες της προληπτικής φυλάκισης, για να κρατήσουν κόσμο στην φυλακή πέρα από κάθε λογικό όριο, τέλος πάντων, ώστε να εκτίσει την ποινή προληπτικά?». Στο περιθώριο βέβαια ο Paolucci διατηρεί για τον εαυτό του την δυνατότητα να μπορεί να πει τον τελευταίο λόγο. Τα όσα είπαν οι Cacciari και Rodotà για τον Paolucci είναι απαράδεκτα. «Άλλο είναι, όντως, να προκαλεί ανησυχίες, καθόλα νόμιμες, το  κατηγορητήριο; άλλο είναι να χαμηλώνει ο τόνος της κουβέντας από την κριτική στην προσβολή […] πρόκειται πάντα για ένα κατηγορητήριο που αξίζει σεβασμό». Να λοιπόν: οι Cacciari και Rodotà προσβάλουν (μα που και πως?) οπότε δεν μιλάω άλλο.

Μεταξύ του 1981 και του 1982, ακριβώς όπως είχε γίνει ένα χρόνο πριν με την απαγωγή D’Urso, τα χρονικά επιστρέφουν να διασταυρώνουν την 7 aprile και τις BR. Η φυσική γειτνίαση των φυλακισμένων έχει πλέον μετατραπεί σε ένα αναπόσπαστο κουβάρι. Όπου υπάρχουν οι BR υπάρχει η Autonomia και συνεπώς η 7 aprile. Στις 17 δεκεμβρίου 1981 απαγάγεται στην Verona ο αμερικανός στρατηγός James Lee Dozier. Η απαγωγή ολοκληρώνεται στην Padova στις 28 ιανουαρίου 1982 όταν μια ομάδα των NOCS, χάρη στην υπόδειξη ενός μετανιωμένου, εισβάλει σε μια γιάφκα στην οδό Pindemonte και ελευθερώνει τον στρατηγό. Η εξίσωση είναι γρήγορη και ξεκάθαρη: Padova=Autonomia. Αναδύεται η υποψία. Για κάποιους (l’Unità για παράδειγμα) είναι μια επιβεβαίωση, για άλλους μια σύμπτωση που πρέπει να αποδειχθεί. Γεγονός είναι πως οι ομολογίες του Antonio Savasta, ενός από τους ταξιαρχίτες του commando, οδηγούν στην φυλακή και πολλούς αγωνιστές ή πρώην αγωνιστές του χώρου της Αυτονομίας. Η υποψία κυκλοφορεί ήδη από τις αρχές ιανουαρίου όταν εξ αιτίας της σύλληψης τεσσάρων αυτόνομων κατάσχονται «έγγραφα με περιεχόμενο σίγουρα παράνομο, μα δίχως (έτσι τουλάχιστον φαίνεται) αναφορές σε συγκεκριμένες τρομοκρατικές ενέργειες». Το γράφει η εφημερίδα il Gazzettino στις 2 ιανουαρίου του 1982 που τιτλοφορεί “η Autonomia έχει έναν ενεργό ένοπλο βραχίονα που δρα σε σχέση με τις Brigate Rosse”. «Σύμφωνα με τους καραμπινιέρους, κάποιοι από αυτούς τους αυτόνομους δεύτερου επιπέδου,  (που δεν είχαν τελείως καεί από την έρευνα του Calogero) μόλις αποφυλακίστηκαν απομακρύνθηκαν από το κίνημα.Και αυτοί ακριβώς έσφιξαν δεσμούς με τις ερυθρές ταξιαρχίες». Η επιβεβαίωση στις υποψίες των αρχών του έτους έρχεται με τις ομολογίες του Antonio Savasta. Η πιο σημαντική σύλληψη σχετική με τις αποκαλύψεις του είναι εκείνη του Fausto Schiavetto, ερευνητού στου Ινστιτούτου ιστορίας των Πολιτικών Επιστημών. Η σύλληψη του ερμηνεύεται σαν μια επιπλέον απόδειξη της σύνδεσης  7 aprile- BR. Μάλιστα γίνεται λόγος για μια νέα διερεύνηση. Μιλούν στην Unità της 11 φεβρουαρίου. “Από τις έρευνες επάνω στην απαγωγή Dozier γεννιέται μια νέα έρευνα στην Padova”, υπότιτλοι στο άρθρο “Autonomia, ανοίγει εκ νέου το κεφάλαιο”. Στην σύνοψη: “Οι ομολογίες πολλών μετανιωμένων έφεραν ξανά στο προσκήνιο πρόσωπα ήδη εμπλεκόμενα στην 7 aprile. Ποιες ήταν οι σχέσεις με τις BR?”. «Μια φωνή που διαχέεται στην Padova εξηγεί το πως οι δικαστές θα είχαν αρχίσει ξανά να εμβαθύνουν τις στενές σχέσεις που υπάρχουν ανάμεσα στις BR και την οργανωμένη Αυτονομία». Η σχέση μεταξύ BR και 7 aprile συγκροτείται από την σύλληψη του Schiavetto. Αυτό είναι το πορτρέτο του και ο ρόλος που είχε στην έρευνα 7 aprile όπως το διηγείται ο Michele Sartori:

ο Fausto Schiavetto, 37 χρονών, υπήρξε επί μακρόν στρατευμένος στο κομουνιστικό Κόμμα: επαρχιακός γραμματέας της νεολαίας του κόμματος FGCI στα τέλη των χρόνων εβδομήντα, στην συνέχεια δημοτικός σύμβουλος. Στις πολιτικές Επιστήμες είχε πάρει το δίπλωμα του, και παρέμεινε στην σχολή ως καθηγητής, εγκαταλείποντας προοδευτικά το κόμμα και πλησιάζοντας την ομάδα Negri, στην οποίαν πλέον παραμένει μόνιμα μέχρις ότου ξεσπά η έρευνα 7 aprile.  Εκείνη την διερεύνηση το όνομα του την διατρέχει πολλές φορές: η χωρισμένη του γυναίκα μαρτυρεί για πολλές συναντήσεις οργανωτικές της κορυφής των αυτόνομων στο σπίτι τους, και αναφέρει και σχέσεις του Schiavetto με τον Daniele Pifano. O ανακριτής (Palombarini, σημειώνει μια ) αντιθέτως τον είχε ακούσει μόνο σαν μάρτυρα υπεράσπισης άλλων καθηγητών των πολιτικών επιστημών που είχαν συλληφθεί. […] Ένας από τους φύλακες του Dozier θα είχε αναφέρει πως ναι, σχετικά με αυτά που εγνώριζε, όλο εκείνο το υλικό παρέχονταν στις BR από  τους υπεύθυνους του τομέα  “αντιπληροφόρησης” της Αυτονομίας της Πάντοβα. Ονόματα, κανένα. […] Εάν τα λόγια έχουν κάποιο νόημα, αυτό σημαίνει πως υπάρχει μια ευρεία δομή που είναι και παραμένει αυτόνομη. Όμως χτυπιέται περνώντας διαμέσου των Ερυθρών Ταξιαρχιών. Οι οποίες για να την γνωρίζουν με τόσην ακρίβεια θα έπρεπε έτσι κι αλλιώς να διατηρούσαν με αυτήν στενές σχέσεις και όχι περιστασιακές.

Μια κουβέντα που κυλά ομαλά. Οι κατηγορούμενοι της 7 απρίλη συνδέονται με την απαγωγή Dozier. Η σύλληψη του Schiavetto (ο οποίος, πρέπει να γνωρίζουμε, στην δίκη θα αθωωθεί) το 1982 για την Unità είναι μια απόδειξη. Οπότε το θεώρημα Calogero βρίσκει μιαν ακόμη επιβεβαίωση.

Στις 4 φεβρουαρίου, δίχως πολλές φανφάρες, ο Carlo Fioroni αφήνει την φυλακή της Matera όπου βρίσκονταν έγκλειστος για τον θάνατο του Carlo Saronio. Γιατί να γίνει λόγος εξάλλου? Διότι οι εφημερίδες, και κυρίως η Unità και η Corriere, είχαν πάντοτε υποστηρίξει την αξιοπιστία της ομολογίας του, απ’ όπου κατάγεται το blitz της 21 δεκεμβρίου 1979, με την επιχειρηματολογία πως αυτή δεν μπορούσε να είναι “ενδιαφερόμενη”, να έχει συμφέρον δηλαδή, διότι τότε δεν είχαν ακόμη προβλεφθεί εκπτώσεις ποινής για τους “μετανιωμένους”. La legge Cossiga infatti venne dopo le confessioni rilasciate nel dicembre del ’79. Στον Fioroni πάντως εφαρμόστηκε, σε δεύτερο βαθμό, μια ουσιαστική έκπτωση ποινής. Τα 27 χρόνια μειώθηκαν σε 10 και τέλος σε 7 με την αμνηστία των τελευταίων 3 χρόνων. Είναι ενδιαφέρον να δούμε το πως οι εφημερίδες διηγούνται αυτή την αποφυλάκιση. Πρώτη απ’ όλες η Corsera που στις 5 φεβρουαρίου αφιερώνει στην είδηση ένα άρθρο στα χαμηλά της πέμπτης σελίδας. Το τίτλος εντυπωσιάζει διότι δεν κάνει καμία αναφορά στην 7 aprile ούτε στην απαγωγή Saronio: “Ελεύθερος από εχθές ο Fioroni (υπόθεση Feltrinelli) ο πρώτος μετανιωμένος της ιταλικής τρομοκρατίας”. Και στον υπότιτλο “μετά από επτά χρόνια στο σωφρονιστικό ίδρυμα προστατεύεται από αστυνομικούς”. Ο ρόλος του Fioroni στην περίπτωση Feltrinelli είναι ίσως το πιο ανούσιο πράγμα που θα μπορούσε να ειπωθεί για λογαριασμό του. η Repubblica αφιερώνει στον Fioroni το άνοιγμα της έβδομης σελίδας, “ο Fioroni επιστρέφει στην ελευθερία, υπήρξε ο πρώτος των μετανιωμένων”, και μια μικρή συνέντευξη, “Δεν το περίμενα”, στην οποίαν ο  “καθηγητάκος” επιβεβαιώνει τους ηθικούς και πολιτικούς λόγους στην βάση της μετάνοιας του. ο Fabrizio Ravelli την απελευθέρωση του Fioroni την διαβάζει με αυτό τον τρόπο: «ο Fioroni επιστρέφει ελεύθερος με ένα μέτρο που έχει την βαρύτητα ενός μηνύματος που στέλνεται στην γενιά των μετανιωμένων. Δύσκολα θα ξανά ακούσουμε να μιλούν για αυτόν. Αφήνει πίσω του τα τέσσερα κελιά που είχαν τροποποιηθεί σε διαμέρισμα στην ειδική ακτίνα της φυλακής της Matera και ξεκινά μιαν ύπαρξη  “κυνηγημένου”. Κανείς δεν ομιλεί πλέον γι αυτόν, το πιθανότερο είναι πως τους παρείχαν τα μέσα για να το σκάσει από το αμείλικτο κυνήγι που από τα σήμερα και στην συνέχεια το ένοπλο κόμμα θα εξαπολύσει εναντίον του». η Unità δημοσιεύει την είδηση στην δεύτερη σελίδα με μιαν έκδοση ολοκληρωτικά αφιερωμένη στις εξελίξεις της απαγωγής Dozier κάτω από τους υπότιτλους “Κι άλλα κτυπήματα στην τρομοκρατική εκτροπή, νέες συλλήψεις, μετά την επιχείρηση Dozier και την ανακάλυψη και άλλων γιαφκών”. Το άρθρο, “Επιστρέφει ελεύθερος ο Carlo Fioroni, ο πρώτος που συνεργάστηκε με την δικαιοσύνη”, μιλά  ξανά για τις πιο σημαντικές αποκαλύψεις του μετανιωμένου για την δίκη 7 aprile.

Στις 7 ιουνίου 1982 στην Roma θα έπρεπε να ξεκινήσει η ακροαματική φάση της δίκης 7 aprile. Η δίκη θα πρέπει να διεξαχθεί μπροστά στο πρώτο Κακουργιοδικείο ταυτόχρονα με την δίκη των ταξιαρχιτών υπεύθυνων της δολοφονίας του Aldo Moro. Οι δυο διαδικασίες θα έπρεπε να διεξάγονται εναλλάξ μέρα παρά μέρα μπροστά στην ίδια δικαστική έδρα. Οι κατηγορούμενοι της ομάδας 7 aprile διαμαρτύρονται παραπονούμενοι για τον κίνδυνο πρόκλησης σύγχυσης που αυτή η αλληλεπικάλυψη θα μπορούσε να γεννήσει στην κοινή γνώμη και η έδρα προσανατολίζεται πράγματι για μιαν αναβολή στο νοέμβρη της δίκης. Οι κοντινές στην έναρξη της ακρόασης ημέρες προσφέρουν έτσι κι αλλιώς στις εφημερίδες την ευκαιρία για να αφιερώσουν μεγάλο χώρο με δουλειές που ξεδιπλώνουν, σχεδόν συνολικά, τις κατηγορίες στους εναγόμενους.  η  Gazzettino σε αυτή την αναπαράσταση αφιερώνει μάλιστα ένα ειδικό αφιέρωμα δημοσιευμένο σε δυο συνέχειες στις 4 και 5 ιουνίου 1982. Δυο σελίδες που κάνουν εντύπωση διότι δίδουν χώρο αποκλειστικά στις θέσεις που εκτίθενται στην παραπομπή σε δίκη από τον δικαστή Francesco Amato. Το πρώτο μέρος, εκείνο της 4 ιουνίου, παρουσιάζει ένα “γενικό” πλάνοτου κατηγορητηρίου σε εννέα στήλες, με υπογραφή του Enzo Iacopino, υπό τον τίτλο: “ο Toni Negri ήταν ο ηγέτης μιας ένοπλης συμμορίας που έσπερνε μίσος και στόχευε στον εμφύλιο πόλεμο”. Στο μέσον ψηλά στην σελίδα μια κάρτα, με τον έλεγχο των αδικημάτων, “όλα τα αδικήματα, έγκλημα προς έγκλημα”, και στο βάθος η κάρτα εννέα κατηγορουμένων. Εννέα φωτογραφίες  (Negri, Bignami, Monferdin, Vesce, Ferrari Bravo, Gavazzeni, Maesano, Strano, Scalzone) και μια μικρή στήλη που παρουσιάζει για τον καθένα τις κυριότερες κατηγορίες. Όλα υπό τον τίτλο: “Τα πιο γνωστά πρόσωπα μιας συνωμοσίας που ήθελε να καταστρέψει την Repubblica”. Στο εσωτερικό χαμηλά που είναι αφιερωμένο στους κατηγορούμενους μια κάρτα για τους δικαστές της έδρας, “ο Santiapichi, μια εγγύηση για Κράτος και κατηγορούμενους”.

Η επόμενη συνέχεια του αφιερώματος του Gazzettino, δημοσιευμένη στις 5 ιουνίου, επικεντρώνει αντιθέτως την προσοχή, με άρθρα που λειτουργούν σαν “κάρτες εμβάθυνσης”, επάνω σε μεμονωμένα εγκλήματα για τα οποία κατηγορούνται οι εναγόμενοι. Ο τίτλος στην κεφαλή, σε εννέα στήλες, αναφορικά με το άρθρο για την ληστεία του Argelato: “Σκότωναν λέγοντας: «Είμαστε αυτόνομοι»”. Ο υπότιτλος είναι: “Οι επιχειρήσεις της μπάντας του Toni Negri: η δολοφονία του Argelato του δεκανέα Andrea Lombardini”. Ψηλά  στην σελίδα και το σχόλιο του Enzo Iacopino: “Απειλούν την ελευθερία” (να σημειωθεί η χρήση του παρόντος για πρόσωπα που εδώ και τρία χρόνια κρατούνται στην φυλακή). «Έσπερναν βακίλους θανάτου. Το έκαναν για πολλά χρόνια με μια escalation που, για όσον τους αφορά, κατέληξε με την δολοφονία του Carlo Saronio. […] Είναι επίσης σε ανθρώπους σαν κι αυτούς που ο καθένας από εμάς οφείλει την μείωση των προσωπικών χώρων ελευθερίας που καθορίστηκε από μιαν νομοθεσία εξαίρεσης-έκτακτης ανάγκης που κατέστη απαραίτητη από την πρακτική του μίσους, όνειρο και προορισμός του Toni Negri και της μπάντας του. Ναι, εκτός απ’ τα πολλά πένθη, σε αυτούς οφείλουμε και αυτό». Στην μέση και χαμηλά της σελίδας ανακατασκευάζονται άλλα τρία επεισόδια για τα οποία κατηγορείται ο Negri: η επίθεση στην Face-Standard (“Δισεκατομμύρια ζημιών εξ αιτίας του κόκκινου τρόμου”), ο θάνατος του Saronio (“Όταν ο σύντροφος σκότωσε τον σύντροφο”), και μια λίστα απαγωγών, μεταξύ των οποίων μια για τον Eugenio Cefis, και επιθέσεις που, σύμφωνα με την κατηγορούσα αρχή, το Potere operaio θα είχε σχεδιάσειa (“Montedison, δημοσιογράφοι και καθηγητές στο σκόπευτρο των «εργατών» του Negri”). Δυο μικρές στήλες αφιερώνονται επίσης στον “Fioroni: ο πρώτος μεταξύ των μεγάλων μετανιωμένων” και “Piperno και Pace, δυο απουσίες ανησυχητικές”.

η Corriere della Sera βγαίνει στο θέμα στις 6 ιουνίου  υποδεικνύοντας ήδη στο συνοπτικό πως “προβλέπεται η αναβολή για το φθινόπωρο μετά από μια ή δυο ακροαματικές διαδικασίες”. Το αφιέρωμα αποτελείται από ένα άρθρο, με τίτλο σε έξι στήλες, του Paolo Graldi, “Στο κακουργοδικείο ο Negri και άλλοι 71 της 7 aprile”, και ένα σχόλιο του Giancarlo Pertegato (χρονογράφου ο οποίος μαζί με τον Antonio Ferrari διηγήθηκε την αυγή της έρευνας) που αναρωτιέται: “Η στρατιά της τρομοκρατίας είχε ένα γενικό επιτελείο?”. ο Pertegato διαπιστώνει τις θετικές συνέπειες της έρευνας (η εξαφάνιση του ανατρεπτικού φαινομένου από την Padova) και αναρωτιέται εάν θα γίνει δυνατό να αποδειχθεί πως η Autonomia operaia ήταν πραγματικά μια οργάνωση με έναν διευθυντικό εγκέφαλο.

η Unità, που τις προηγούμενες ημέρες αγνόησε πως η προθεσμία πλησίαζε, δημοσιεύει στις 8 ιουνίου ένα σύντομο άρθρο του Sergio Criscuoli, “Ξεκίνησε και αμέσως ανεβλήθη η δίκη της 7 aprile”. “Αίθουσα γεμάτη δικηγόρους, κλουβιά των κατηγορουμένων έρημα”, είναι ο υπότιτλος.

Και στην συνέχεια, προαναγγελθέντος, η αναβολή για τις 9 Νοεμβρίου. Μα η ιστορία που διηγούμαστε είναι ένα είδος  “ατέλειωτης ιστορίας” (που δεν οριοθετείται στον χρόνο και ίσως ούτε και στον χώρο). Τον νοέμβρη η Έδρα, υπερφορτωμένη από την εργασία της δίκης Moro, επιλέγει μιαν επί πλέον τεχνική αναβολή για την άνοιξη του 1983. Η περίπτωση ωστόσο πρέπει να υπογραμμιστεί: για πρώτη φορά ο professor Antonio Negri εμφανίζεται πίσω από τα κάγκελα σε μιαν αίθουσα bunker. Η δεύτερη αναβολή προκαλεί απογοήτευση.η  Gazzettino, που δείχνει να στοχεύει πολύ στο θεώρημα Calogero (επίσης διότι η δίκη Moro θα είχε δείξει μιαν συγκεκριμένη «ιστορική ιδεολογική συνέχεια και συνάφεια» ανάμεσα στην Autonomia και τις BR) είχε αποστείλει στην περιοχή τον Giampiero Rizzon. η Lietta Tornabuoni, που ακολουθεί αυτή την σύντομη εμφάνιση για την εφημερίδα la Stampa του Torino, αντιθέτως καταγράφει μιαν σουρεαλιστική ατμόσφαιρα που θα μεταφερθεί επίσης στην συνέχεια και από άλλους μάρτυρες της επανέναρξης της δίκης. Γεγονός είναι πως αυτή που ανακοινώθηκε στην αρχή σαν η  “δίκη του αιώνα”, δεν έχει τίποτα που να προκαλεί εντύπωση. Πίσω από τα κάγκελα, οι κατηγορούμενοι, περισσότερο από στρατηγικός εγκέφαλος της ιταλικής τρομοκρατίας, μοιάζουν μοναχά σαν άνθρωποι εκτός τόπου. η Tornabuoni καταγράφει αυτό το είδος απογοήτευσης σε ένα κομμάτι, “Τα χαμένα χρόνια της 7 aprile”, δημοσιευμένο στις 10 νοεμβρίου 1982. «Με την αναγγελία της έναρξης κανείς δεν φωνάζει, κανείς δεν διαμαρτύρεται πίσω από τα κάγκελα, ανάμεσα σε εκείνα τα συζητήσιμα πρόσωπα, πρόσωπα που ταιριάζουν στο πανεπιστήμιο, στο βιβλιοπωλείο ή στο σεμινάριο, ανάμεσα σε εκείνες τις γενειάδες που γκριζάρισαν λιγάκι,  με τα κοτλέ τους ρούχα, εκείνες τις πρόωρες φαλάκρες». Οι γνώμες που εκθέτονται από την Tornabuoni μεταφέρουν μιαν αίσθηση “αποστράτευσης”, ενός δραστικού ξεφουσκώματος της δίκης. όπως εκείνη του Marco Boato: «Μια παρόμοια ιδέα κατέρρευσε, του Negri και των άλλων σαν ιδεολόγων ή εγκεφάλων των BR δεν γίνεται πλέον λόγος εδώ και κάποιο διάστημα […] Φυσικά για τους θεσμούς είναι πολύ ντροπιαστικό να πρέπει να φέρουν στο φως το ξεφούσκωμα αυτής της ιστορίας…». η Tornabuoni καταλήγει με αυτό τον τρόπο: «Εάν οι ιστορικές πολιτικές δίκες έβλεπαν στην κοινή γνώμη τον ανταγωνισμό μεταξύ συντηρητικών και προοδευτικών, αυτή η υπόθεση πλήγωσε την ιταλική αριστερά χωρίζοντας το PCI από όλες τις άλλες ομάδες ή κόμματα. Έχοντας γίνει σήμερα λιγότερο αποδεικτικοί, και οι κομουνιστές εκφράζουν την λύπη τους για την αναβολή: σχεδόν τέσσερα χρόνια προληπτικής φυλάκισης είναι μια απρέπεια, προειδοποιεί η Amnesty International, και η “περίπτωση 7 aprile” πρέπει απλούστατα να ξαναγίνει η “δίκη 7 aprile”».

“Η δίκη σε λίστα αναμονής. Νέα ακροαματική διαδικασία αναβολή της 7 aprile στην Roma”, τιτλοφορεί η Unità της 10 νοεμβρίου. Να σημειώσουμε πως εδώ και πολύ καιρό η εφημερίδα του PCI παραπονιέται για την καθυστέρηση της δίκης. Ο λόγος βρίσκεται στο γεγονός πως τα κακουργοδικεία στην Roma είναι μονάχα τρία και όλα κατειλημμένα με σημαντικές δίκες. Το PCI, σημειώνει εδώ και καιρό η Unità, έχει υπογράψει μια πρόταση νόμου για την δημιουργία μιας τέταρτης έδρας. ο Sergio Criscuoli καταγράφει και νέες πολεμικές μεταξύ κατηγορουμένων και PCI:

”Εάν η δίκη δεν ξεκινά ζητούμε την αποφυλάκιση με εγγύηση για όλους τους φυλακισμένους κρατουμένους ”, επάνω σε αυτό το σύνθημα έχτισαν όλοι τα λόγια τους, στα οποία η δίκαιη διαμαρτυρία για την απίστευτη αλυσίδα αναβολών συνοδεύεται από τις πλέον κοινότοπες υπερασπιστικές θέσεις σύμφωνα με τις οποίες η απαγγελία κατηγορίας για την  7 aprile θα ήταν μια υπερβολή, θα ήταν στημένη, μια προσπάθεια δηλαδή να δικαστούν οι ιδέες, που φυσικά προωθούσε το ΚΚΙ. Οι συνήθεις επιθέσεις στο κομουνιστικό κόμμα προτείνονται ξανά με τρόπο προσωποποιημένο και  σαφή. Οι κατηγορούμενοι θυμώνουν με το “Τμήμα για τα προβλήματα του Κράτους” του PCI, ανακαλώντας στην μνήμη του χρονογράφου τους χρόνους κατά τους οποίους μπάντες ένοπλων αυτόνομων, μεταξύ επιθέσεων με πυροβολισμούς και μιας προλεταριακής απαλλοτρίωσης τριγυρνούσαν γράφοντας στους τοίχους το όνομα του συντρόφου  Pecchioli con la kappa, με κ δηλαδή

Η απόφαση προκαλεί πάντως και μεγάλες πολεμικές, τόσο από την μία όσο και από την άλλη πλευρά. Εξοργίζεται ο Giorgio Bocca στην Repubblica της 11 νοεμβρίου, σε ένα λακωνικό σχόλιο με τίτλο “Η δίκη της 7 aprile”. «Η αναβολή της δίκης 7 aprile είναι το  τελευταίο μιας ντροπιαστικής σειράς, αν και μπορεί να γυρίσει υπέρ των κατηγορουμένων και της δικαιοσύνης. Ντροπιαστική λόγω του ότι ένα πολιτισμένο Κράτος δεν κρατά στην φυλακή τους πολίτες του για τρία χρόνια δίχως να τους δικάσει, και δεν τους κρατά ενώ την ίδια ώρα ελευθερώνει τους σίγουρα ενόχους όπως εκείνον τον Fioroni, που σήμερα εξαφανίστηκε στο πουθενά, που απήγαγε και σκότωσε τον καλύτερο του φίλο». ο Bocca υποστηρίζει πως, σχετικά με εκείνη των ταξιαρχιτών, αυτή της “7 aprile” είναι «μια άλλη ιστορία, μια άλλη ανθρωπότητα». «Το μοναδικό ανατρεπτικό σχέδιο ή ο εγκέφαλος της τρομοκρατίας υπήρξαν στην καλύτερη των περιπτώσεων μια εξαναγκαστική ερμηνεία, μια υπερβολή κάτι θεληματικό, μια επιθυμία, σίγουρα όχι αξιέπαινη, των κομμάτων για να λυγίσουν την δικαιοσύνη προς δικό τους όφελος, σύμφωνα με τα συμφέροντα τους». Εξοργίζεται για την εκ νέου αναβολή της δίκης ξανά η Unità. Ταυτόχρονα με εκείνο του Bocca βγαίνει ένα άρθρο με υπογραφή του Ibio Paolucci με τίτλο “Σκανδαλώδεις καθυστερήσεις για την δίκη 7 aprile”, και στον υπότιτλο “Ενώ συνεχίζεται μια παράλογη πολεμική με το PCI”. «Ανυπόφοροι και σκανδαλώδεις: δεν βρίσκουμε άλλα επίθετα για να χαρακτηρίσουμε τους χρόνους της καθυστέρησης στην έναρξη της δίκης αποκαλούμενης 7 aprile», γράφει ο Paolucci. Μα γιατί είναι σκανδαλώδης αυτή η καθυστέρηση?

Έχει επιτευχθεί μια κατάσταση εξευτελιστική για ένα κράτος δικαίου. Με εκείνη την δίκη “σε λίστα αναμονής” , οι κατηγορούμενοι μπορούν να επιβεβαιώσουν πως αυτή η δίκη, δεν είναι επιθυμητή, πως θέλουν να την “θάψουν κάτω από την άμμο” και να την  “κρύψουν” για να προστεθεί στην συνέχεια πως πρόκειται για μιαν δίκη “σχεδόν δίχως συγκεκριμένα αδικήματα” (και αντιθέτως υπάρχουν δεκάδες και δεκάδες, συμπεριλαμβανομένων δολοφονιών), καρπός (το λέει ο prof. Antonio Negri) “σκευωριών οργανωμένων από τις μυστικές υπηρεσίες, από την αντιδραστική δικαιοσύνη, από τον διαπλεκόμενο τύπο και από τις πολιτικές δυνάμεις του ιστορικού συμβιβασμού Επί πλέον αυτή η κατάσταση που έχει βαλτώσει, επιτρέπει στον εκπρόσωπο των κατηγορουμένων να επιρρίψει ευθύνες ενάντια σε ένα νομικό της πολιτικής αγωγής, τον Fausto Tarsitano που απλώς τελεί το καθήκον του δικηγόρου (του οποίου εδώ στο πλάι δημοσιεύουμε μιαν επιστολή απάντησης) και ενάντια στο κόμμα μας, που εκείνης της  »συνωμοσίας” θα ήταν ο μεγάλος σκηνοθέτης».

Εκείνη του Tarsitano, δικηγόρου ναι της πολιτικής αγωγής, μα εκείνο που ίσως μετρά περισσότερο, στελέχους του PCI, είναι μια φιγούρα που θα είναι αντικείμενο πολεμικών από πλευράς υπεράσπισης για όλη την διάρκεια της δίκης.

To 1981 και το 1982 αντιπροσωπεύουν ένα είδος κρανίου τόπο. Μια ολίσθηση που έχει παραχθεί από τις συνεχείς αναβολές της δίκης και από την προληπτική φυλάκιση. Η προσοχή των εφημερίδων, απόντων των σημαντικών ειδήσεων, δεν μπορεί παρά να μεταβάλλεται. Είναι δυο χρονιές που σφίγγονται μεταξύ δυο χρονικών: εκείνου της διερευνητικής φάσης (’79 και ’80) και εκείνου της δίκης (’83-’84). Παράθυρα ανοίγονται σπασμωδικά ταυτόχρονα με την κατάθεση των δικαστικών εγγράφων. Το χρονικό όμως μοιάζει αρτηριοσκληρωτικό, ακραία παθητικό. ο Calogero σέρνει την αμφιβολία πως ο Negri και η 7 aprile μπορούν να συνδεθούν εκ νέου με την απαγωγή Moro? Έτσι είναι. Ξεχνώντας τον Peci και όλα τα υπόλοιπα. Τα στοιχεία που εξυψώνονται είναι μόνο εκείνα που επιβεβαιώνουν την αρχική εικόνα. Τα κατηγορητήρια παρέχουν πλέον τα σωστά λόγια που πρέπει να περιληφθούν. Είναι κομμάτια που κατά τα άλλα θεωρούνται εύκολα. Όχι γιατί δεν υπάρχει πολύ διάβασμα που θα προκαλέσει κούραση. Μα διότι πλέον είναι γνωστό τι πρέπει να ψαχτεί  μέσα σ’ εκείνες τις χιλιάδες σελίδες.

8. 1983 — 1984: η δίκη

Το 1983 είναι η χρονιά κατά την οποίαν ξεκινά, επί τέλους, η δίκη 7 aprile. Mα υπάρχει ακόμη χρόνος για μιαν mini αναβολή. Η έναρξη των ακροάσεων ορίσθηκε για τις 24 φεβρουαρίου αλλά η ημερομηνία θα αναβληθεί για τις 7 μαρτίου λόγω της έναρξης στο Milano μιας ανάλογης δίκης στην Autonomia που βλέπει εμπλεκόμενους, αν όχι τους κατηγορουμένους (στους οποίους δεν παραχωρήθηκε η άδεια μεταφοράς) τουλάχιστον τους δικηγόρους. Η προσοχή, παρότι είναι γνωστή ήδη η προβλεπόμενη αναβολή για τα μέσα του μαρτίου, είναι υψηλή.  Οι τίτλοι των μεγάλων εφημερίδων είναι πάντως αρκετά ουδέτεροι, και φέρονται να καταγράφουν περισσότερο την πολυπλοκότητα της υπόθεσης παρά ένα θόρυβο που πλέον τέτοιος δεν υπάρχει. η Corriere della Sera κάνει λόγο στις 24 φεβρουαρίου, με την πένα του Antonio Ferrari, στην σελίδα 7. Ένα άρθρο σε επτά στήλες πλαισιωμένο από μιαν μεγάλη foto του Toni Negri. “Πως γεννήθηκε η Autonomia Operaia στην Padova”, είναι ο τίτλος. Ο  υπότιτλος: “Η δίκη επτά απρίλη ύστερα από σχεδόν τέσσερα χρόνια από τις πρώτες συλλήψεις των leader της άκρας αριστεράς”. Να καταγράψουμε πως σχεδόν το ένα τρίτο της μεγάλης σύνοψης (αντίθετα από το άρθρο που συμπυκνώνει το άρθρο  σε λίγες γραμμές) θυμίζει πως “Ο παντοβάνος ανακριτής Giovanni Palombarini, αντιθέτως, θεώρησε τις ενδείξεις ανεπαρκείς ώστε να υποδειχθεί η ύπαρξη της ένοπλης συμμορίας που ο δημόσιος κατήγορος εντόπισε”. Όπως συνέβη και τον προηγούμενο νοέμβρη ο Ferrari καταγράφει μια κάποια αποξένωση: «Ο χρόνος φαίνεται να έχει μειώσει το μεγάλο ζήτημα, που άνοιξε η 7 aprile του ’79, σε μιαν απλή διαλεκτική άσκηση: ωσάν η πολεμική για τον εγγυητισμό να είναι η μοναδική ψυχή της δίκης, ωσάν η συζήτηση να πρέπει να παραμείνει στον αέρα, μετέωρη, και να μην κατέβει στα συγκεκριμένα επεισόδια: στις νύχτες με τις φωτιές, στις επιθέσεις, στις ληστείες, στις απόπειρες απαγωγής, στα κρυμμένα σε αποθήκες όπλα, στις κλοπές ταυτοτήτων. Υπάρχει ένας ξεκάθαρος διαχωρισμός ανάμεσα στην πολεμική και την πραγματικότητα».

Όμως το μεγάλο τσίρκο της πληροφόρησης είναι κινητοποιημένο. Μπορούμε να μιλήσουμε για ένα είδος κυκλώματος. Αναπτύσσονται μηχανισμοί και απεσταλμένοι, μα στην συνέχεια η πλατεία για το κοινό (με την γελοία ιδιαιτερότητα πως οι τρεις πρώτες σειρές αφήνονται κενές για λόγους ασφάλειας) αποκαλύπτεται κενή. Ίσως τον κόσμο δεν τον ενδιαφέρει πλέον το θέμα και οι εφημερίδες προσαρμόζονται. ο Paolo Guzzanti, απεσταλμένος για την Repubblica, καταγράφει όλο αυτό στις 25 φεβρουαρίου του’83. Το άρθρο, έχει τίτλο: “Επιτέλους έφθασε η μέρα του Toni Negri και των φίλων του”. Ο υπότιτλος: “Ήρεμος, κομψός, άσπροι οι κρόταφοι, ένα χαμόγελο αμήχανο” αναφέρεται στον Negri. Ένα πορτρέτο για το στυλ του πρωταγωνιστή που ξεκινά από την ενδυμασία και φθάνει στις εκτιμήσεις του κατά πόσον οι κατηγορούμενοι είναι αστοί ή προλετάριοι. Όλοι καλοντυμένοι, κι ένας, ο Negri ακριβώς, που είναι και υποψήφιος στις επόμενες πολιτικές εκλογές. «Τα τελευταία “click” των φωτογράφων ακολουθούν τα “zip” των φερμουάρ. Μεγάλες τσάντες και μηχανήματα στην πλάτη, οι κυνηγοί εικόνων προχωρούν προς την έξοδο. […] Μα το  πάθος, το δράμα, δεν ειδώθηκε».
Στις 26 φεβρουαρίου, όταν καταγράφεται η νέα αναβολή (“Ανεβλήθη για της 7 μαρτίου η δίκη ενάντια στον Negri” στην Corriere σε έξι στήλες) και η εφημερίδα της via Solferino βουτά στην ατμόσφαιρα. «Εκείνα τα ζωγραφισμένα και αδιαπέραστα κλουβιά, αυτά τα κάγκελα που καθιστούν ομιχλώδη τα εσωτερικά, και όπου τα πρόσωπα μοιάζουν καθαρά και οι φωνές φυσικές που συγκρατούνται από το μέταλλο παραμένουν μια εικόνα ανυπόφορη, διότι είναι επίσης η εικόνα μιας δικαιοσύνης που παρουσιάζεται στο  ραντεβού με τους κατηγορούμενους σε τέσσερα χρόνια απόσταση από την σύλληψη τους» γράφει Graldi στο κομμάτι με το ρεπορτάζ. Στον Ferrari το καθήκον να καταγράψει ξανά την απογοήτευση (το άρθρο έχει τίτλο “Λίγοι θεατές, κάποιες αψιμαχίες”): «Είναι μια δίκη που έχει σμικρυνθεί, αυτή της 7 aprile, ενάντια στους αρχηγούς της οργανωμένης Autonomia operaia, με άρωμα τρομοκρατίας. Σμικρύνθηκε γιατί δεν είναι όπως πριν. Στην θέση του πάθους και των πολεμικών μπήκε η σιωπή, ή μια γενικευμένη απουσία. […] Απέχει η προσοχή της κοινής γνώμης, που μοιάζει κουρασμένη γι αυτές τις υποθέσεις πολιτικό-δικαστικές, μακρές και δυσκίνητες».

Στις 7 μαρτίου, επιτέλους, ξεκινά η πραγματική δίκη.Eπαναλαμβάνεται και καταγράφεται μια αβυσσαλέα απόσταση ανάμεσα στην σοβαρότητα των κατηγοριών και της ατμόσφαιρας στην αίθουσα. Το bunker του Foro Italico φρουρείται ακόμη και με ένα αμφίβιο θωρακισμένο και από ελικόπτερα που πετούν στον ουρανό. Τα metal detector στην είσοδο συλλαμβάνουν κάθε μεταλλικό αντικείμενο. Οι δημοσιογράφοι, η Rossanda, η Tornabuoni, Graldi, καταγράφουν τις πρώτες δικαστικές αψιμαχίες. Διαβάζοντας το άρθρο της Corriere, “Το κράτος πολιτική αγωγή στην δίκη της Roma ενάντια στον Negri και άλλους 70 αυτόνομους κατηγορούμενους”, θαμμένο στο βάθος της έβδομης σελίδας, η δίκη του αιώνα είναι μια θανάσιμη ανία. Η μοναδική εφημερίδα που καταφέρνει να δώσει ζωντανή μιαν ημέρα στην οποίαν έτσι κι αλλιώς θέλει αποδώσει μεγάλη προσοχή είναι το Manifesto, που επικεντρώνει το  βλέμμα του στην απρόοπτη σύνταξη σαν πολιτική αγωγή του Ιταλικού Κράτους. Το γεγονός διηγείται ένας νεότατος Gianni Riotta (“Το κράτος ζητά και τις ζημιές από τους κατηγορούμενους για επανάσταση”). «Η μεγάλη δίκη για την μεγάλη ένοπλη επανάσταση ενάντια στις εξουσίες του κράτους καθίσταται μικρή μικρή, σαν λεπτοδουλειά, σαν σχολαστική λογιστική κατάσταση, έκθεση. Γιατί το κράτος νιώθει την ανάγκη να συσταθεί σαν πολιτική αγωγή? Διότι έχει ένα “αντικειμενικό δικαίωμα” και συνεπώς θέλει να κυνηγήσει τους κατηγορούμενους για τις επιταγές  “εκατό εκατομμυρίων” που έδωσε στα θύματα της τρομοκρατίας». Συστήνονται λοιπόν πολιτική αγωγή ενάντια στους κατηγορούμενους της 7 aprile «η προεδρία του υπουργικού συμβουλίου, το υπουργείο οικονομικών, των εσωτερικών και της δικαιοσύνης». Εκτός απ’ τον Riotta, όπως ειπώθηκε, το Manifesto τοποθετεί την Rossanda, έκπληκτη από την ανάγνωση των απαγγελιών κατηγορίας:

Υπάρχει απ’ όλα. Όχι, λείπει ο βιασμός, πρέπει να ξεχάστηκαν, το παρέβλεψαν. Η αίθουσα θα έπρεπε να ακούει κεραυνοβολημένη και αντιθέτως ακούει απόμακρη, δίχως να πιστεύει στ’ αυτιά της, την διαπερνά μια δυσφορία. […] Παράξενο που, αφού πληροφορηθήκαμε πως εκείνη η χούφτα διανοουμένων κατηγορήθηκαν ούτε λίγο ούτε πολύ και για ένοπλη επανάσταση και εμφύλιο πόλεμο, ούτε ένας από αυτούς ή ένας δικηγόρος υπεράσπισης ή ένας καραμπινιέρος δεν μπορεί να πει: “Συγνώμη, κύριε πρόεδρε, για ποιον εμφύλιο πόλεμο μιλάτε? Ποια επανάσταση? Που? Πότε?”. […] Όλο και λιγότερο, μέσα σε αυτόν τον ανοιξιάτικο ήλιο, πιστεύω πως εδώ υπάρχει η θέληση να γίνει η γιορτή στην Autonomia. Αυτήν προσπαθεί να την κάνει ο Spataro στο Milano, ο Calogero στην Padova. Εδώ, στον Foro Italico, στην σκηνή βρίσκεται το θεώρημα του μοναδικού ανατρεπτικού εγκεφάλου που σκηνοθέτησε τα πάντα στην Italia.

Και η Silvana Mazzocchi, που παρακολουθεί τώρα την δίκη για την Repubblica, μιλά για την σύσταση σαν πολιτική αγωγή του Κράτους. “Το Κράτος πολιτική αγωγή στην δίκη 7 aprile. «Δέχτηκε μιαν θεσμική ζημιά»” τιτλοφορεί στην σελίδα 14. η Mazzocchi μιλά για μάχη καθαρά συμβολική: «Στην υπόθεση 7 aprile, περισσότερο απ ότι σε άλλες, η διαδικαστική μάχη που χαρακτηρίζει κάθε ξεκίνημα δίκης, φάνηκε από τις πρώτες στιγμές κυρίως συμβολική. […] Κάνει εντύπωση πως, στην αίθουσα όπου τελείται μια από τις πιο μεγάλες δίκες αυτής της δικαστικής εποχής, που ορίζεται τουλάχιστον από τους πάντες μια δίκη με πολιτικά κίνητρα, γίνεται λόγος σε αυτή την φάση περισσότερο για υλικές ζημιές, για  αποζημιώσεις και για χρήμα κι όχι για κινδύνους επανάστασης,  ένοπλων συμμοριών ή τρομοκρατίας, που επίσης είναι έννοιες εμπνευσμένες από την μεγάλη διάταξη παραπομπής στην δίκη».

Πρέπει να πούμε πως οι εφημερίδες στην αρχή ακολουθούν την δίκη με μεγάλη σχολαστικότητα. Η 7 aprile επιστρέφει λοιπόν να είναι συνεχής παρουσία στις εφημερίδες. Πρόκειται όμως σχεδόν για ένα ρεπορτάζ σχεδόν αφηρημένο. Ακόμη λιγότερη σημασία δίδεται όταν είναι καθημερινό. Μιλάμε για μιαν στείρα έκθεση ανταλλαγής διατυπώσεων δίχως κανένα σχόλιο, δίχως καμιά πρωτότυπη πρόταση, μιαν επαλήθευση, μια τρίτη φωνή.  Από τις πολλές γραμμένες δημοσιογραφικές αναφορές προτείνεται ένα πλάνο επικεντρωμένο στους κατηγορούμενους και στα πιο ανάγλυφα γεγονότα, τα πιο σημαντικά.

Η δίκη είναι, πρέπει να το αναγνωρίσουμε, βαρετή. Οι μοναδικές εξάρσεις χρήσιμες για το ρεπορτάζ προέρχονται από τις ακροάσεις των σημαντικότερων κατηγορουμένων. η Corriere della Sera τους ακολουθεί με τον Marco Nese. Και πρέπει να πούμε πως αυτή, μετά από τέσσερα χρόνια, είναι η πρώτη ευκαιρία που δίδεται στους Emilio Vesce, Luciano Ferrari Bravo και άλλους να μιλήσουν, να ακουστεί από το κοινό η φωνή τους, να έχουν ένα πρόσωπο στην εφημερίδα συνεπώς να βγουν από την σκιά  του Toni Negri κάτω από την οποίαν βρίσκονταν μέχρι εκείνη την στιγμή. Ο πρώτος μεγάλος κατηγορούμενος που απάντησε στις ερωτήσεις των δικαστών είναι ο Luciano Ferrari Bravo. “o Ferrari Bravo στους δικαστές : «Γιατί σύμφωνα με εμένα ήταν ένα λάθος η ποινικοποίηση της Autonomia»” ο τίτλος της Corriere στις 4 μαίου. ο Ferrari Bravo (φυσικά χαρακτηρίζεται με βάση της σχέσης του με τον Negri, συνεπώς στους υπότιτλους “Ο βοηθός του Negri…”) εκθέτει στην ανάκριση εκείνη που είναι η ερμηνεία του για την ιταλική τρομοκρατία και για τις συνέπειες που η 7 aprile θα είχε επί αυτής. Είναι μια εξήγηση που θα αναδυθεί ξανά πολλές φορές (κυρίως στην Gazzettino της οποίας ο Ferrari Bravo στα χρόνια Ενενήντα θα γίνει ένας από τους προτιμώμενους συνεντευξιαζόμενους) και που αναφέρεται με καθαρότητα και απλότητα:

Ο θάνατος του Tobagi — υποστηρίζει ο Ferrari Bravo — έγινε όταν εμείς της Autonomia βρισκόμασταν στην φυλακή και δεν μπορούσαμε πλέον να επιτελέσουμε εκείνο τον ρόλο ελέγχου και φρένου σε μιαν μεγάλη ζώνη νεαρών […] Στην πραγματικότητα οι πρώτοι νεκροί από την τρομοκρατία έγιναν το 1980, ύστερα από την εξάλειψη της δικής μας πολιτικής διαμεσολάβησης: εάν εξετάσουμε πως πήγαν τα πράγματα στο Veneto, θα δούμε πως η φάλαγγα των Brigate Rosse έβαλε πόδι μετά την σύλληψη μας. το PCI οδήγησε μια πολιτική μάχη ενάντια σε εμάς και το Κράτος δεν μπόρεσε να καταλάβει τι συνέβαινε […] Το σημείο εκκίνησης για να γίνουν αντιληπτά τα επεισόδια τρομοκρατίας είναι το  1977 όταν αναπτύχθηκε ένα μεγάλο και διαρθρωμένο νεανικό Κίνημα. οι Brigate rosse μελέτησαν καλά το φαινόμενο και όταν απήγαγαν τον Aldo Moro κατά την γνώμη μου δεν είχαν σαν στόχο να νικήσουν το ιμπεριαλιστικό Κράτος και να χτυπήσουν τον ιστορικό συμβιβασμό.  Σκοπός τους ήταν να ανυψώσουν το επίπεδο της σύγκρουσης για να παρασύρουν μαζί τους όλους εκείνους του Κινήματος. οι BR ήθελαν να επιβάλουν την ηγεσία τους σε όλες τις ομάδες.

Στις 11 μαίου είναι η ώρα του Emilio Vesce (“Στην δίκη 7 aprile ο Vesce δηλώνει: «Είμαι ένας ανατρεπτικός μα δεν έκανα ποτέ να χυθεί μια σταγόνα αίμα», πάντα στην Corriere). «Σαν να παρέδιδε μάθημα, ο Vesce ξεσκονίζει τον Marcuse, την “φωτισμένη” σκέψη του, ανακαλεί τον γαλλικός μάη και το μεγάλο όνειρο του τότε, εκείνο της “σύνδεσης των αγώνων των φοιτητών με εκείνους των εργατών”». Πρέπει να πούμε πως το καθήκον να συνοψίσουμε σε άρθρα των 50-60 γραμμών το  πολύ ανακρίσεις τόσο μεγάλες σε μέγεθος (μπορούν να διαβαστούν εξ ολοκλήρου σε δυο βιβλία που υποδεικνύονται στην βιβλιογραφία) είναι επιχείρηση πραγματικά απίθανη. Ο χρονογράφος όντως δεν καταφέρνει να μεταγγίσει στο κομμάτι την αίσθηση του παραλόγου που συλλέγεται στα πρακτικά. Οι αποδείξεις και οι ενδείξεις γι αυτούς τους δυο κατηγορούμενους είναι πράγματα και γραπτά τόσο ασήμαντα που είναι αδύνατον να εξηγηθούν σε λίγες σειρές.  Έτσι ο χρονογράφος σίγουρα είναι αναγκασμένος όπου μπορεί να κάνει μιαν αναφορά και αλλού να κάνει ένα collage των καλύτερων παραθέσεων και εκείνων που πολιτικά είναι οι σημαντικότερες. Τίποτα περισσότερο και ειλικρινά θα ήταν άδικο να περιμένουμε περισσότερα, να έχουμε μεγαλύτερες απαιτήσεις δηλαδή. Όμως το αποτέλεσμα που έχουμε είναι εκείνο του να βρισκόμαστε μπροστά σε ανθρώπους, τους κατηγορούμενους,  “έξω απ’τον κόσμο”,  που τους αποδίδουν ένοπλη εξέγερση και επανάσταση και οι οποίοι ξεκινούν να συζητούν για τον Marcuse, το ’68, το σοσιαλιστικό PSIUP και για τις διάφορες φάσεις της ζωής του κινήματος  δίχως να έχουν την πλήρη κατανόηση της σοβαρότητας των κατηγοριών που τους απευθύνονται.

Στα τέλη του μαίου όλοι οι προβολείς ανάβουν ξανά, είναι η σειρά του professor Negri, και η 7 aprile επιστρέφει στην πρώτη σελίδα. Η πρώτη ανάκριση λαμβάνει χώρα στις 25 μαίου. “ο Negri διηγείται την δική του αλήθεια για την Autonomia” ο τίτλος της Corriere στην πρώτη σελίδα την επόμενη ημέρα. “Κύριο θέμα της ακροαματικής διαδικασίας ο δεσμός μεταξύ των εξωκοινοβουλευτικών ομάδων και BR – «Μέχρι το ’74 είχα τρεις ή τέσσερις συναντήσεις με τον Curcio. Οι συζητήσεις ήταν γύρω από την πολιτική στρατηγική» – «Δεν έχω τίποτα κοινό με τους ζοφερούς εκπροσώπους της τρομοκρατίας»”, λέγει συνοπτικά. Το άρθρο αφιερώνει στον κατηγορούμενο ένα πορτραίτο και στην συνέχεια ξεκινά με το collage από αναφορές και ανταλλαγές διατυπώσεων με τον πρόεδρο της Έδρας. «ο Negri — καταλήγει ο Marco Nese — έκανε έναν μονόλογο ενός τετάρτου της ώρας που κάποιος χαρακτήρισε “ένα μάθημα του καθηγητού για το ’68. Άλλοι, πιο κακόβουλοι, μίλησαν για μιαν “πρώτη αγόρευση” (ο Negri είναι υποψήφιος στις επόμενες εκλογές με τις λίστες των ριζοσπαστών)».
Πολύ πιο ενδιαφέρουσα και ζωντανή η δεύτερη ημέρα της ανάκρισης. Οι ερωτήσεις των δικαστών οδηγούν τον Negri να αναπαραστήσει τις επαφές με τον Giangiacomo Feltrinelli και με τον Renato Curcio. “ο Negri: οι διάλογοι μου με τους  Feltrinelli και Curcio”, τιτλοφορεί η Corriere στην δεύτερη σελίδα. Στην σύνοψη μια περίληψη της ανάκρισης: “ο καθηγητής, ανακαλώντας στην μνήμη του τις σχέσεις με τον εκδότη, μίλησε για την στράτευση του με την κουλτούρα της αριστεράς — «Κι όμως δεν πέθανε από την κουλτούρα», αντιγυρίζει ο πρόεδρος Santiapichi – «Πρότεινε το άμεσο πέρασμα στην ένοπλη πάλη, μια οπτική από  την οποίαν βρισκόμουν πολύ μακριά – συνέχισε ο κατηγορούμενος — μόνο ένας τρελός θα πάει να βάλει μια βόμβα στον στύλο» – Όταν το ’73 οι ταξιαρχίτες είπαν πως ήταν απαραίτητη η επίθεση στο Κράτος «οι δρόμοι μας χώρισαν»”. ο Nese καταγράφει έναν μεγαλύτερο εκνευρισμό από πλευράς Negri, τα γελάκια του που εμβολίζουν τις σημαντικότερες φράσεις, τα επιφωνήματα όπως «Oh, Χριστέ, Θεέ» και τις αντεγκλήσεις με τους δικαστές («Mα αν ήμουν ταξιαρχίτης θα σας το λεγα » αναφωνεί ο Negri).

Η ανάκριση συνεχίζεται. Στις εφημερίδες της πρώτης ιουνίου ήρθε ο καιρός να ακολουθηθεί η διεθνής πίστα και να ελεγχθούν οι δηλώσεις του Fioroni. “Στην δίκη ο παντοβάνος καθηγητής αντέκρουσε τις κατηγορίες διασυνδέσεων με τους παλαιστινίους αντάρτες” είναι ο υπότιτλος στο άρθρο “Negri: ήταν ο Fioroni υπέρ του ένοπλου αγώνα όχι εγώ” δημοσιευμένο στην Corriere. Μεταξύ των ζεστών θεμάτων: μια επιστολή του ’71 που θα έκαναν δυνατή την υπόθεση μιας σχέσης μεταξύ Potere operaio και τους παλαιστινίους αντάρτες για την παρακολούθησε ενός σεμιναρίου «α.» που οι ερευνητές ερμηνεύουν σαν «ανταρτοπόλεμο», και οι μαρτυρίες του Fioroni μεταξύ των οποίων εκείνη σύμφωνα με την οποίαν ο Negri «είχε ένα προνομιακό κανάλι  με τον Gheddafi». Στις διασυνδέσεις με τους παλαιστινίους τρυπώνει το κομμάτι της Unità που παρακολουθεί την δίκη με τον Sergio Criscuoli. “Μια κάρτα από την Beirut: «Αγαπητέ Toni, για το σεμινάριο α. όλα είναι έτοιμα» τιτλοφορεί η εφημερίδα του PCI. Σε σχέση με την Corriere, η Unità δίδει μεγαλύτερη σημασία σε αυτή την αναφορά, υποδεικνύει μιαν μεγαλύτερη ασάφεια του Negri (που λέει πως δεν θυμάται) και μιλά αντιθέτως, σχετικά λίγο για τον Fioroni.
Η έβδομη ακρόαση του Negri ανάβει αρκετά. “ο Negri προσβάλει τους μετανιωμένους και παραθέτει Brecht”, είναι ο περίεργος τίτλος της Unità που προσεγγίζει δυο γεγονότα όχι πολύ ομοιόμορφα. ο Criscuoli μεταφέρει μια περίληψη σχεδόν στενογραφική κάποιων ανταλλαγών σχολίων μεταξύ του Negri και του Προέδρου και προσθέτει εκεί πάνω στην κεφαλή μια ανασκόπηση των προσβολών που μοίρασε ο Negri στα κείμενα: «Borromeo, Borromeo…τον ξαναείδα εδώ μετά  από επτά χρόνια σαν το ηλίθιο φάντασμα ενός ζωντανού προσώπου […] ο Fioroni είναι ένας μανιακός, ένας πράκτορας προβοκάτορας, ένας καϋμενούλης».

Η δίκη συνεπώς άρχισε πραγματικά και φαίνεται να εισέρχεται σε ζωντανή φάση. Μα ο Calogero σταμάτησε? Την Πέμπτη 23 ιουνίου  1983 ξεσπά ένα ακόμη blitz. Θα περάσει στην ιστορία και στα χρονικά σαν το “εκλογικό blitz” διότι λαμβάνει χώρα ακριβώς παραμονές των πολιτικών εκλογών που στις 26 ιουνίου είδαν την εκλογή στο Κοινοβούλιο του Negri. η Repubblica αφιερώνει στην επιδρομή ένα άρθρο στην σελίδα 15, με υπογραφή Roberto Bianchin, που πλέον ακολουθεί τα γεγονότα στην Πάντοβα. “Πήρε μπρος η 7 aprile bis”, ο τίτλος της εφημερίδας του Scalfari, μα στην πραγματικότητα πρόκειται για το έβδομο blitz στον κύκλο τεσσάρων χρόνων:

Ο δικαστής υπέγραψε σαράντα ένα εντάλματα σύλληψης και έναν απροσδιόριστο αριθμό δικαστικών ειδοποιήσεων.Ο μισός αριθμός αφορούσε παλιούς κατηγορούμενους της 7 aprile ’79 ήδη φυλακισμένους, όπως οι  Toni Negri, Emilio Vesce, Luciano Ferrari Bravo και το άλλο μισό επανέφερε στα κάγκελα στελέχη της Αυτονομίας που είχαν συλληφθεί πριν τέσσερα χρόνια και που στο μεταξύ είχαν βγει λόγω παρέλευσης των όρων ή για λόγους υγείας όπως οι Marzio Sturaro, Luciano Mioni, Alberto Galeotto, Susanna Scotti και πολλοί άλλοι. Αντιθέτως κάποιοι φυγοδικούν όπως  Alisa Del Re, που εδώ και πολύ καιρό είχε καταφύγει στο Παρίσι, οι Pietro Despali, Gianfranco Pancino. […] Επί πλέον τα νέα εντάλματα σύλληψης ανοίγουν ξανά τους όρους της προληπτικής φυλάκισης για πολλούς κατηγορούμενους που ήδη έχουν περάσει, για τα ίδια αδικήματα, διάφορα χρόνια στην φυλακή αναμένοντας να δικαστούν. […] Στον καθηγητή ο Calogero δεν προσάπτει πλέον την ένοπλη εξέγερση, για την οποίαν ήδη κατηγορείται, μα τον κατηγορεί, μαζί με άλλους, για κατοχή όπλων (εκείνα που χρησιμοποιήθηκαν στις επιθέσεις στο Veneto από το ’78 και μετά και άλλα που θα τους παρείχε το Rosso) με σκοπό να ανατρέψουν την Κρατική νομοθεσία και τάξη με το επιβαρυντικό στοιχείο πως έδρασαν με πολλούς άλλους.

Οι δικηγόροι των κατηγορουμένων παραπονιούνται πως το blitz θα ήταν καρπός μόνον μιας νέας ερμηνείας γνωστών ήδη συμβάντων και ήδη στην βάση άλλων επιχειρήσεων.

Περνούν οι σπουδαίες ακροάσεις και οι “προβολείς ” σβήνουν. Στα τέλη ιουνίου ο Toni Negri, υποψήφιος στην Camera στις λίστες των radicali, εκλέγεται στο Κοινοβούλιο με δεκαπέντε χιλιάδες σταυρούς προτίμησης οπότε αποφυλακίζεται. Η δέσμευση που ο Toni Negri ανέλαβε με τους εκλογείς είναι εκείνη του να προωθήσει μιαν υπέρβαση της νομοθεσίας εξαίρεσης και να πολεμήσει ενάντια στην χυδαιότητα της προληπτικής φυλάκισης. Όμως η εισαγγελία ζητά από το Κοινοβούλιο τόσο την εξουσιοδότηση να προχωρήσει εναντίον του βουλευτού όσο και την σύλληψη του. Στα μέσα του σεπτέμβρη η  Camera παραχωρεί αμφότερες τις εξουσιοδοτήσεις και του Negri χάνονται τα ίχνη. Τώρα ο κατηγορούμενος Toni Negri είναι φυγόδικος.

Το φθινόπωρο του 1983 περνά μέσα σε “μικρότερες” ακροάσεις-ανακρίσεις και την επανεμφάνιση των παλαιών κατηγοριών.  “ο Negri κατηγορείται για την δολοφονία Campanile” τιτλοφορεί η Corsera στις 12 oκτωβρίου (“Nέες κατηγορίες για τον φυγόδικο βουλευτή και στην δίκη 7 aprile” λέγουν οι υπότιτλοι). Η κατηγορία εμφανίστηκε όπως θα θυμηθούμε και στην περίοδο του blitz στις 21 δεκεμβρίου ’79 μα στην συνέχεια αποσιωποιήθηκε. Οι  “νέες κατηγορίες” είναι καρπός της κατάθεσης στην αίθουσα στην Roma της Caterina Pilenga. Η αίθουσα του δικαστηρίου επιβεβαιώνεται τόπος  “ενθυμήσεων”. Δεν επανεμφανίζεται μονάχα η ιστορία του Potere operaio, μα και η ατμόσφαιρα που βιώθηκε στο Πανεπιστήμιο της Padova. Στις 23 νοεμβρίου στις εφημερίδες εμφανίζεται η μαρτυρία του καθηγητού  Severino Galante. “Έτσι η Αυτονομία τρομοκρατούσε το Πανεπιστήμιο”, τιτλοφορεί η Corriere, που γράφει:

“Μας κάνει να ζήσουμε ξανά  “τα χρόνια του μολυβιού” στην Πάντοβα ο καθηγητής Severino Galante, καθηγητής της ιστορίας των πολιτικών κομμάτων στην ίδια σχολή του Toni Negri και δημοτικός σύμβουλος του PCI. ο Galante κατέθεσε στην δίκη 7 aprile […] Ήταν διαδεδομένη άποψη στο Πανεπιστήμιο — είπε ο καθηγητής — πως ο Toni Negri ήταν ο αδιαφιλονίκητος ηγέτης της Autonomia […] Σε μιαν περίπτωση ο Galante άκουσε  τον συνάδελφο του Sabino Acquaviva να δηλώνει: “ο Negri είναι ο αρχηγός του αστικού ανταρτοπόλεμου” […] “Είδα με τα μάτια μου τον καθηγητή Luciano Ferrari Bravo και την συνάδελφο Alisa Del Re ενώ εκπονούσαν μαζί με τους φοιτητές αφίσες που περιείχαν απειλές, εκφοβισμούς ή απλή προπαγάνδα”.

Τον νοέμβρη φθάνει στην αίθουσα ο πιο σημαντικός μάρτυρας, ο συνδικαλιστής της κομουνιστικής CGIL και στρατευμένος στο PCI Antonio Romito. Η δική του, δεδομένης της απουσίας του Fioroni, είναι μια από τις κυριότερες μαρτυρίες της δίκης. Το αποτέλεσμα είναι μια μισή άρνηση όσων δήλωσε στην διάρκεια των ανακρίσεων του Calogero. “7 aprile: μάρτυρας σε πολεμική με τον Calogero”, τιτλοφορεί η Corriere. «Ο “σούπερ μάρτυρας” Antonio Romito, ο άνθρωπος επάνω στης δηλώσεις του οποίου ο παντοβάνος δικαστής Pietro Calogero έχτισε την έρευνα 7 aprile, συνεχίζει να είναι πολύ αόριστος στην διήγηση του. […] ο Romito έκανε και δηλώσεις που θα μπορούσαν να επηρεάσουν στην τελική εκτίμηση της υπόθεσης 7 aprile. Σύμφωνα με τον Romito, όντως, παρότι παραμένουν έγκυρα τα περιεχόμενα των πρακτικών από τις ανακρίσεις που συνέταξε ο dottor Calogero, παρόλα αυτά πρέπει να τους δοθεί ένα νέο κλειδί ανάγνωσης, διότι, γράφοντας τα,  “ξέφυγε πολύ μπροστά στα σχήματα”».

Πρακτικά ο μάρτυρας κλειδί της 7 aprile λέει πως ερμηνεύτηκε κακώς, ή καλύτερα “παρερμηνεύτηκε”. Η απομυθοποίηση της μαρτυρίας περνά μέσα από την ανάμνηση συγκεκριμένων γεγονότων. «Είπε πως άκουσε, στο συνέδριο της Rosolina, τον Negri και τον Piperno να εκφράζουν απόψεις θετικές σχετικά με τις απαγωγές του Sossi και του Amerio. “Mα οι απαγωγές έγιναν ένα χρόνο μετά το συνέδριο!”, φώναξαν μέσα απ’ το κλουβί. Τότε ο Romito είπε πως άκουσε τα σχόλια των δυο leaders σε κάποιαν άλλη περίπτωση». Είναι λίγες γραμμές μα και η Corriere μετά τον μάρτυρα Romito περιγράφει το όλον με τόνους σουρεαλιστικούς και δύσπιστους. Και μετά, σαν να μην έφτανε η αρχή, υπάρχουν οι άμεσες αντιπαραθέσεις με τους κατηγορούμενους. “Ίσως δεν θυμάμαι καλά τραυλίζει στον Dalmaviva ο μάρτυρας του Calogero”, τιτλοφορεί το Manifesto στις 24 νοεμβρίου. ο Romito, που χαρακτηρίζεται από το Manifesto «καλογερική φάλαγγα της κατηγορούσας αρχής», μπροστά σε έναν κατηγορούμενο που τον προτρέπει προχωρά με τα “λένε” και τα  “δεν θυμάμαι καλά”.

Πιθανότατα ο Sergio Criscuoli της Unità παρακολούθησε μιαν διαφορετική ακροαματική διαδικασία. Το άρθρο, πολύ σύντομο και επιφυλακτικό μα στην κεφαλή της σελίδας 5, έχει τίτλο “Ο μάρτυρας  Romito πρόσωπο με πρόσωπο με τρεις κατηγορούμενους της 7 aprile επιβεβαιώνει όλες τις καταθέσεις του”. Δεν υπάρχει ούτε λέξη γύρω από τους ενδοιασμούς και τις δυσκολίες που οι άλλες εφημερίδες εκθέτουν. Γράφει ο Criscuoli: «Το βήμα του είναι αποφασιστικό, λίγο θυμωμένο, στο πρόσωπο του έχει τις ρυτίδες της πίκρας. Ύστερα από τέσσερα χρόνια απειλών, ανησυχιών, τις ψυχικές έγνοιες της συζύγου και των παιδιών, περιφερόμενος στην Ιταλία και στο εξωτερικό κάτω από την προστασία των συντρόφων του συνδικάτου και του ΚΚΙ, η στράτευση του για την δικαιοσύνη τελείωσε […] ο Romito επιβεβαιώνει μέχρι το τελευταίο κόμμα την κατάθεση του […] Στην συνέχεια ο μάρτυρας τίθεται σε αναπαράσταση τόσο με τον Lauso Zagato όσο και με τον Gianni Sbrogiò: και στις δυο περιπτώσεις απορρίπτει τις αιτιάσεις των κατηγορουμένων, επιβεβαιώνοντας όλες τις δηλώσεις του».
Πιο ουδέτερη η Repubblica που τιτλοφορεί στα βάθος της σελίδας 13 “Romito και Dalmaviva πρόσωπο με πρόσωπο” που όμως αναφέρει για τις δυσκολίες του Romito στην διάρκεια των άμεσων αντιπαραθέσεων με τους κατηγορουμένους.

Όσον αφορά τον παντοβάνο κορμό η πορεία πλησιάζοντας την δίκη, της οποίαν η έναρξη είναι ορισμένη για τις 19 δεκεμβρίου είναι διάσπαρτη με αναπαραστάσεις και παλιές-νέες αποκαλύψεις. Μα, ενώ οι εθνικές εφημερίδες είναι ακόμη όλες επικεντρωμένες στον ρωμαϊκό κορμό, είναι η il Gazzettino που μετακινεί σταδιακά την προσοχή στα θέματα που θα συζητηθούν στην Padova. Το κάνει ο Gabriele Coltro που από το 1983 θα ακολουθήσει σταθερά την δίκη. Ανάμεσα στους κυριότερους “σταθμούς” προσέγγισης σημειώνεται η είδηση (Gazzettino, 18 νοεμβρίου) πως “Και η il Gazzettino ζημιωμένη στην μεγάλη δίκη”, σχετικά με μια εισβολή που συνέβη στις 25 οκτωβρίου του 1976 στην σύνταξη της Πάντοβα της εφημερίδας από μιαν τριανταριά αυτόνομους. Η δίκη στην πόλη είναι «ένα γιγάντιο puzzle», η γραμματεία του δικαστηρίου στην πόλη είναι βυθισμένη στην δουλειά.  «Ένα πραγματικό βουνό διαταγμάτων παράθεσης να σταλθούν στους 95 τρέχοντες κατηγορούμενους, στους αντίστοιχους δικηγόρους, στους πάνω από  250 μεταξύ μαρτύρων και ζημιωθέντων πλευρών». Μια από τις πιο σημαντικές αποκαλύψεις (που θα εμφανιστεί τον δεκέμβρη και σε μιαν από τις ακροαματικές διαδικασίες στην Ρώμη) θα έρθει από τον κατηγορούμενο Roberto Sandalo, έναν «big» της ιταλικής τρομοκρατίας. Δυο τα σημαντικά γεγονότα στα οποία μπορεί να καταθέσει. Κυρίως η εκτέλεση δυο φασιστών το 1974 στην via Zabarella (μα οι εκδοχές που απολαμβάνουν μιας κάποιας αξιοπιστίας είναι μάλιστα τρεις). «Η δεύτερη αποκάλυψη που έγινε στους δικαστές από τον Roberto Sandalo, αφορά το σχέδιο μιας επίθεσης στον αναπληρωτή εισαγγελέα Pietro Calogero, δημόσιο κατήγορο στην μεγάλη δίκη που θα ξεκινήσει στις 19 δεκεμβρίου που μας έρχεται. Ενάντια στο αυτοκίνητο του δικαστού ένα commando θα έπρεπε να ρίξει χτύπημα με bazooka». Το σχέδιο στην συνέχεια θα παρέμεινε στα χαρτιά διότι κόπηκε από πλευράς του εθνικού εκτελεστικού της Prima Linea.

Τον δεκέμβρη ξεκινά (κι εδώ ψεύτικη εκκίνηση) η δίκη για τον κορμό της Πάντοβα. Μια άριστη ευκαιρία για να ενωθούν οι δυο διαδικασίες σε ένα ενιαίο τμήμα της εφημερίδας. όπως κάνει η Corriere που στις 20 δεκεμβρίου συνενώνει κάτω από τον ίδιο τίτλο και ίδιους υπότιτλους (με διαφορετικά συνοπτικά όμως) τις δυο ανταποκρίσεις από Padova και από Roma. Ο τίτλος αναφέρεται στην έναρξη της νέας δίκης, “Ξεκίνησε στην Padova η δίκη στην Autonomia”. Ο υπότιτλος, “Στην 7 aprile ο Sandalo αποκαλύπτει το σχέδιο μιας επίθεσης στον Calogero”. Κι επίσης: “Η καινούργια και τεράστια αίθουσα-bunker όμως ήταν άδεια: από τους 95 κατηγορούμενους παρουσιάστηκαν 5; απών το κοινό”. «Άνοιξε με μιαν απεργία. Δεν απήργησαν οι άνθρωποι της δικαιοσύνης ή τα θύματα μιας δεκαετίας τρόμου, αυτομόλησαν, με αποφασιστικότητα, oι κατηγορούμενοι, οι συγγενείς των κατηγορουμένων, οι υποστηριχτές  […] Έτσι στο τεράστιο bunker, σκοτεινό από τα φώτα neon, που χτίστηκε σε χρόνο ρεκόρ στην εξοχή της Padova (κόστος: 9 δις) ακριβώς στην πλάτη της φυλακής, και διπλάσιο από εκείνο της Roma, στο Foro Italico, ήταν σχεδόν έρημο. Άδειο ένα απ’ τα κλουβιά, άδεια η πλατιά περιφραγμένη σκάλα για τους ελεύθερους κατηγορούμενους, άδειο το μεγάλο τετράγωνο προορισμένο για το κοινό. Τους μετρήσαμε: υπήρχαν δέκα άνθρωποι». Και μιας και η πρώτη ημέρα δίκης περνά μέσα στις χρονοβόρες διαδικασίες η Corriere συνοψίζει την περίπλοκη δικαστική παντοβάνα περίπτωση: «Η τρέχουσα ακροαματική διαδικασία, συνενώνει, όπως είναι γνωστό, τρεις έρευνες, που συντονίζει ο δημόσιος κατήγορος Pietro Calogero: η πρώτη ανέρχεται στο 1977, η δεύτερη στην περίφημη 7 aprile 1979 (που αποκεφαλίστηκε από τους VIP, δικηγόροι στην Roma), η τρίτη στο άλλο blitz του Calogero της11 μαρτίου 1980. Παραμένουν απ έξω άλλες δυο: το dossier της Quaresima-Σαρακοστής 1982, που συνενώνει τις γαμποποιήσεις (στον δημοσιογράφο Garzotto και στον professor Ventura) και τους τραυματισμούς των καθηγητών Petter, Marone, Trovato, Cillo, Tarantello, Lucarello, Molinari, κλπ, τις βραδιές με τις φωτιές τις επιθέσεις στα γραφεία DC στην πόλη και έξω; και μετά το τελευταίο blitz της 23 του περασμένου ιουνίου κατά το οποίο ο Calogero προσαρμόζει τον στόχο του περίφημου “θεωρήματος του” και, παίρνοντας ξανά τις παλιές κατηγορίες, τις χωρίζει σύμφωνα με τις ιστορικές περιόδους και τις πολιτικές ονομασίες. Είναι αλήθεια, ένα μεγάλο μισό των προσωπικοτήτων που εμπλέκονται σε αυτές τις μελλοντικές δίκες βρίσκεται ήδη στον έλεγχο των τρεχόντων κατηγορουμένων. Γιατί λοιπόν να μην τους ενώσει όλους σε μια δίκη?» Εκείνο λοιπόν που όντως περιμένουμε, καταλήγει ο Gino Fantin, είναι η αναβολή. Το άλλο άρθρο που δημοσιεύεται από την Corriere αφορά αντιθέτως των ρωμαϊκό κορμό. “Στην Roma ανακρίθηκε και ο Carlo Casirati (υπόθεση Saronio) — Ανάμεσα στα πολλά «δεν θυμάμαι» μίλησε για τις συναντήσεις με τον Negri που θα του είχε κάνει «πλύση εγκεφάλου»”, είναι η σύνοψη. Και η μαρτυρία στην αίθουσα του Casirati, μετά από αυτήν του Romito, τέλος πάντων, δεν ανταποκρίνεται στις προσδοκίες. «Πριν τρία χρόνια έκανε στον μιλανέζο δικαστή Spataro μιαν διήγηση πλούσια σε λεπτομέρειες. Σήμερα, στην δίκη 7 aprile, δεν θυμάται πλέον τίποτα διότι “πέρασε πολύς καιρός”. ο Carlo Casirati είναι ένας ακόμη μετανιωμένος που — αφού έλαβε τα οφέλη από τον νόμο (είναι ελεύθερος παρότι καταδικασμένος για την απαγωγή Saronio) — έχασε την μνήμη. Ή διατηρεί αναμνήσεις πολύ γενικού χαρακτήρα».

η Repubblica συνενώνει τις δυο ειδήσεις στην σελίδα 17. Η τιμητική θέση ανήκει στην κατάθεση του Casirati. “«Mου προτάθηκαν ληστείες ». Mα η επαφή του ήταν πάντα ο Fioroni”, ο τίτλος. «Όταν εισέρχεται ο Carlo Casirati στην αίθουσα της 7 aprile οι κατηγορούμενοι βγαίνουν συμβολικά απ’ τα κλουβιά για να “διαμαρτυρηθούν ενάντια σε εκείνον που απήγαγε τον φίλο”». Και για την Silvana Mazzocchi, που έγραψε το κείμενο, ο Casirati «μοιάζει μπερδεμένος και ενοχλημένος». Αυτό που προσλαμβάνουμε από την ανάκριση είναι πως η “σαφής” επαφή του (δηλαδή το μοναδικό πρόσωπο με το οποίο μίλησε για εγκληματικές πράξεις ) ήταν ο Carlo Fioroni. Την πρώτη ακρόαση στην Πάντοβα παρακολούθησε ο Roberto Bianchin (“Μόνο πέντε κατηγορούμενοι στο bunker στην Padova”). η Repubblica περιγράφει και τις εντάσεις στην διάρκεια της παραμονής. «Να ζωντανέψει την παραμονή υπήρξε ένα raid των “κομουνιστικών πυρήνων” ενάντια στην “Ward-Glass”, το εργοστάσιο που παρείχε τα αλεξίσφαιρα τζάμια για τα κλουβιά των κατηγορουμένων, και εμφανίστηκαν συνθήματα που έλεγαν”εδώ κατοικεί ο προβοκάτορας χαφιές υπηρέτης του Calogero και του PCI” στους τοίχους των σπιτιών κάποιων μαρτύρων όπως οι Antonio Romito, Gianni Canova, Antonio Temil, των καθηγητών Severino Galante και Angelo Ventura».

(13 – CONTINUA) 13 – ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ

I giornali a processo: il caso 7 aprile – Quattordicesima parte