ένοπλη πάλη, lotta armata

Περί αλληλεγγύης και συλλογικότητας: πριν από είκοσι χρόνια διαλύονταν η RAF

Να βρούμε ένα νέο Έξω, Trovare un nuovo Fuori

»Γνωρίζαμε ότι αυτό το σύστημα σε παγκόσμιο επίπεδο θα είχε αφήσει σε όλο και λιγότερους ανθρώπους τη δυνατότητα μιας αξιοπρεπούς ζωής. Και γνωρίζαμε ότι αυτό το σύστημα θέλει μια ολοκληρωτική πρόσληψη επί των ανθρώπων ώστε να υποτάσσονται από μόνοι τους στις αξίες αυτού του συστήματος και τις καθιστούν δικές τους. Από αυτό το προαίσθημα προέρχονταν η ριζοσπαστικότητα μας. Δεν είχαμε καμία σχέση με αυτό το σύστημα εμείς.«

»Παρ ‘όλα αυτά, η αναταραχή επάνω στη βία μας έχει και παράλογα χαρακτηριστικά. Επειδή ο πραγματικός τρόμος βρίσκεται στην κανονική κατάσταση του οικονομικού συστήματος.«

(από την ανακοίνωση διαλύσεως της RAF, η οποία γράφτηκε τον μάρτιο και δημοσιεύθηκε τον απρίλιο 1998)

 

Πριν από 20 χρόνια, η Rote Armee Fraction, σε μια ανακοίνωση αρκετών σελίδων, κήρυξε τη διάλυση της. Μόνο λίγοι σύντροφοι και συντρόφισσες εξακολουθούσαν να κρύβονται, τρεις από τους οποίους εξακολουθούν να είναι φυγάδες σήμερα, και, υποθέτω, ελπίζω ότι υποστηρίζονται από δομές αλληλεγγύης και ποτέ δεν θα συλληφθούν. Επειδή δεν θα μπορούσαν να περιμένουν τίποτα διαφορετικό από τη γερμανική προστυχιά και δολιότητα προς επαναστάτες και εξεγερμένους, η εναλλακτική λύση θα ήταν να προδώσουν τα πάντα ή να περάσουν το υπόλοιπο της ζωής τους στη φυλακή.

Το 1970 η RAF ιδρύθηκε, την εποχή εκείνη η ανακοίνωση συνδέθηκε με μια ενέργεια, την απελευθέρωση του Andreas Baader από τη φυλακή. Η τελική δήλωση απέφυγε να παρουσιαστεί υπό τη μορφή μιας δράσης. Εν τω μεταξύ, πέρασαν 28 χρόνια, η τελευταία ενέργεια της RAF, να ανατινάξει τη νεόχτιστη φυλακή της Weiterstadt, είχε λάβει χώρα ακριβώς πέντε χρόνια νωρίτερα. Περίπου πέντε χρόνια πέρασαν από τη σύγκρουση με το GSG 9 ** στο Bad Kleinen, στην οποίαν είχαν φτάσει στην «εξωδικαστική εκτέλεση» του μέλους της RAF, Wolfgang Grams, ο οποίος κατά την αρχική φάση της σύγκρουσης είχε σκοτώσει το μέλος του GSG-9 Michael Newrzella.

Καμιά επιστροφή

Από πολιτική άποψη, η αυτο-διάλυση της RAF θα μπορούσε να είχε φθάσει ακόμα νωρίτερα, αλλά κανείς από την RAF δεν ήταν σε θέση μα το πράξει. Η ρήξη με την κοινωνία του κεφαλαίου ήταν πολύ βαθιά, ο διαχωρισμός ήταν υπερβολικά οριστικός για να μπορεί απλά να ανακληθεί. Μια επιστροφή για μας δεν είχε προγραμματιστεί ποτέ. Δεν είχαμε καμία σχέση με το κυρίαρχο σύστημα. Η απόφαση να διαλυθεί η αδιάλλακτη σχέση στην πρακτική, προέρχονταν από την αναγνώριση ότι δεν μπορούσε να ανοιχτεί ένας επαναστατικός χώρος. Μια ενέργεια που είναι αδιανόητη χωρίς πικρία.

Εκείνοι που έχουν αγγίξει έστω για μια φορά την εμπειρία της απελευθέρωσης δεν εγκαταλείπεται ποτέ πλέον. Ο Pier Paolo Pasolini έχει καταγράψει αυτό το γεγονός, αυτό το στοιχείο κινηματογραφικά ξεκινώντας από μια ζοφερή προαίσθηση. Η ταινία του «Θεώρημα» του 1967, ήδη ασχολήθηκε με τις συνέπειες μιας απελευθέρωσης, που έζησε και μετά εξαφανίστηκε. Το άγνωστο και ανώνυμο σε αυτή την ταινία, που εμφανίζεται ως μια θεότητα μέσα στην αστική τάξη και καθιστά όλους ευτυχισμένους, με την εξίσου άκοπη, δίχως λόγο εξαφάνιση του, αφήνει το δράμα και την πληγή μιας απελευθέρωσης που διακόπηκε.

Πραγματική δυνατότητα Possibilità reale

Αναφέρομαι στην ταινία αυτή επειδή, κατά τη γνώμη μου, μπορεί να θεωρηθεί ως αλληγορία του κινήματος του 1968, όπου το «68» εμφανίζεται μόνο ως αριθμός για το σημείο καμπής μιας κυρίως κοινωνικής νεολαίας ξεκινώντας από τα μέσα της δεκαετίας του ’60 στον κόσμο. Τότε στον ορίζοντα υπήρχε η ιδέα της ζωής που δεν γίνεται πλέον αντιληπτή μέσω της εκμετάλλευσης και της καταπίεσης, της κυριαρχίας και της υποτέλειας, του πολέμου και της εξουσίας, ως διαρρηγμένης και καταστροφικής. Η απελευθέρωση από όλα αυτά έγινε μια πραγματική δυνατότητα. Ξεκινώντας από αυτή την αντίληψη της πραγματικότητας, η αλληλεγγύη και η συλλογικότητα ήταν απλές. Σήμερα, υπό την κατάσταση της παγκοσμιοποιημένης καταστροφής, όπου κάθε διέξοδος από ένα δεσποτικό παρόν φαίνεται να είναι κλεισμένη, η σκέψη της απόλυτης, της ολοκληρωμένης απελευθέρωσης φαίνεται όλο και πιο αφηρημένη και στην καθημερινή ζωή αντικαθίσταται από το αντιδραστικό «ο σώζων εαυτόν σωθήτω».

Αλληλεγγύη και συλλογικότητα δεν επικοινωνούν, δεν μεταδίδονται πλέον ξεκινώντας από την κοινή εμπειρία ενός αριστερού μέλλοντος. Εκείνη την εποχή κάποιος έπρεπε να μετατρέψει σε δράση αυτήν την ελπίδα επανάστασης που καταλήφθηκε με λάγνο σχεδόν τρόπο, και να τολμήσει αυτό το πέρασμα στην ένοπλη επίθεση. Η RAF, οι Κόκκινες Ταξιαρχίες, [η Πρώτη Γραμμή] και πολλές άλλες ένοπλες ομάδες μιας θεμελιωδώς αγωνιστικής, μαχητικής αριστεράς, στρατευμένης, δεν ήθελαν να υποταχθούν στις συνέπειες μιας απελευθέρωσης που διακόπηκε και να διατηρήσουν ανοιχτές τις ιστορικές δυνατότητες.

Πολλά αρνητικά πράγματα μπορούν επίσης να ειπωθούν για την RAF. Πώς θα μπορούσε να είναι διαφορετικά; Μια ένοπλη σύγκρουση δεν πηγαίνει ομαλά για κανέναν. Αυτό συμβαίνει έτσι κι αλλιώς εδώ και δεκαετίες στο χώρο των μέσων μαζικής ενημέρωσης του συστήματος και συχνά καταλήγει στην υπερβολή μιας ηλίθιας αδικίας, στην κακία, στο ψεύδους και στην αναζήτηση της πιο πρόστυχης, αχρείας ερμηνείας εναντίον των παλαιών ηθοποιών του, αλλά με ειρωνικό τρόπο σήμερα βρίσκεται σε αντίθεση με λεκτικές εκφράσεις σε ιδιωτικές συνομιλίες και ημιδημόσιες με πολίτες πολύ μικροαστούς, όταν με πρόθυμο τρόπο κάνουν γνωστό πως σύμφωνα με αυτούς η RAF «θα είχε θέση σήμερα» και θα την υποστήριζαν.

Η αντιεξουσία Il contropotere

Σε σχέση με την RAF και όλες αυτές τις ένοπλες ομάδες, ωστόσο, μπορεί κανείς να το σκεφτεί διαφορετικά: η RAF υπήρξε η προσπάθεια να ενισχυθεί η ιδέα που τρέφεται από την εμπειρία μιας ζωής εκτός του καπιταλισμού στην επίθεση ενάντια σε όλα. Με αυτό τον τρόπο, μέσα στην κοινωνία και σε σχέση με το κράτος, έθεσε το ζήτημα της εξουσίας που πρέπει να θέτει κάθε πραγματικός ταξικός αγώνας και κάθε θεμελιώδης αντιπαράθεση, αντιπολίτευση, αν δεν θέλει να αποκοπεί με ρεφορμιστικό τρόπο. Θεωρούσε τον εαυτό της ως αντίθετη δύναμη, αντιεξουσία και ως τέτοια επίσης πολεμήθηκε. Αυτή η εκ των πραγμάτων κατάσταση, αυτό το γεγονός από την πλευρά του Κράτους είναι επίσης το σενάριο για τη σχέση νίκη-ή-θάνατος που ο Helmut Schmidt έθεσε ως λογική του κράτους, [ Ο λόγος του κράτους ή της λογικής του κράτους είναι το σύνολο των προτεραιοτήτων που αφορούν την επιβίωση και την ασφάλεια του κράτους, γεγονός που μπορεί να ωθήσει τον υπεύθυνο λήψης πολιτικών αποφάσεων να δικαιολογήσει παράνομη δράση από πλευράς διεθνούς δικαίου ή εσωτερικού δικαίου] για την περίπτωση του Hans-Martin Schleyer και τους επιβάτες που απήχθησαν ενός αεροσκάφους της Lufthansa, έτσι όπως και τη σύσταση της σχέσης – φίλος-εχθρός, τεκμηριωμένης με τον πιο άμεσο τρόπο από μια ατέρμονη δίωξη των συμπαθούντων, όπου ήδη η έλλειψη δήλωσης υπέρ του κράτους κηρύχθηκε εχθρική πράξη.

Το κίνημα του 68 έθεσε θεωρητικά το ζήτημα της εξουσίας σε σχέση με την κοινωνική τάξη που καταρτίστηκε σύμφωνα με τον καπιταλισμό, αλλά το άφησε να πέσει μετά από κάποιες αψιμαχίες στους δρόμους. Ο φόβος του σφαγιασμού ήταν πολύ μεγάλος. Στην FTR, η RAF αποδέχθηκε στην πράξη αυτό το ακάλυπτο ζήτημα στην πρακτική, προσπαθώντας να του δώσει μια απάντηση.

Σήμερα, αυτό το Fuori, Outside, αυτό το Έξω σε συγκεκριμένο επίπεδο φαίνεται αδιανόητο και χαμένο. Ακόμα κι αν το σύστημα του καπιταλισμού παραμένει εγκληματικό όπως ποτέ άλλοτε, έχει ριζώσει στους ανθρώπους σαν να μην υπάρχουν εναλλακτικές λύσεις. Οι πόλεμοι γίνονται ενδημικοί, η ολική εκμετάλλευση του ανθρώπου και της φύσης έχει γίνει καθημερινότητα. Η μείωσή του σε αντικείμενο και εκπαίδευση, ο έλεγχος και η προσαρμογή του, η υποταγή του σε πολίτη προσαρμοσμένο και λειτουργικό ηλίθιο της κατανάλωσης, πάντα έτοιμο για κάθε παραλογισμό ενός κόσμου εμπορευμάτων συχνά ταπεινωτικό, είναι οργανωμένα με τον πιο ολοκληρωτικό τρόπο από ποτέ, τον πιο γιγάντιο μηχανισμό καταστολής καταπίεσης και ελέγχου από εκείνον του παλιού φασισμού. Αντί να ανοίξει έναν κοινωνικό ορίζοντα στον άνθρωπο, το βλέμμα του συνθλίβεται προς το πάτωμα και η λανθασμένη ύπαρξη δηλώνεται «χωρίς εναλλακτικές». Όλες οι αξίες επαναπροσδιορίζονται στη μόνη πραγματική τάξη της πώλησης αυτών των ίδιων και της κατανάλωσης. Αυτό έχει καθιερωθεί ως το πλαίσιο όλης της ζωής, τόσο από χρονική όσο και από γεωγραφική άποψη. Το σύστημα με τη στρατηγική του για διεφθαρμένη ολοκλήρωση, διεφθαρμένη κοινωνική ένταξη και εξόντωση έχει κερδίσει και κερδίζει καθημερινά στη διεύρυνση της εξάλειψης, του ξεριζώματος και της μείωσης στην ανικανότητα, την αδυναμία του προσώπου, του ανθρώπου.

Η διάλυση της RAF ήρθε μετά από την αναγνώριση ότι μια μειονότητα, ανεξάρτητα από το πόσο πολύ μπορεί να πιέσει, από μόνη της δεν μπορεί να παράξει ένα Έξω. Αλλά θα το χρειαστούμε αν δεν θέλουμε να υποκύψουμε. Ο καπιταλισμός είναι η μεγαλύτερη απειλή για την ανθρωπότητα. Θα βγούμε από τον κίνδυνο αυτού μόνο αν βρούμε ένα νέο Out, Fuori, Έξω και επιστρέψουμε στο ζήτημα του συστήματος.

Από junge Welt: Έκδοση της 20.4.2018

Μετάφραση σε επιμέλεια της Sveva Haertter

Πρωτότυπο κείμενο στα γερμανικά, Testo originale in tedesco: https://www.jungewelt.de/artikel/331127.ein-neues-au%C3%9Fen-finden.html

*Karl-Heinz Dellwo ήταν και είναι: συγγραφέας, εκδότης, παραγωγός ντοκιμαντέρ. Μέλος της RAF. Συνολικά 21 χρόνια φυλάκισης, πολλά από αυτά σε ατομική απομόνωση ή σε μικρές ομάδες.

** ομάδα δερμάτινων κεφαλών της Γερμανίας «που χρησιμοποιείται για εθνικές και διεθνείς αντιτρομοκρατικές επιχειρήσεις, ειδικές επιχειρήσεις δημόσιας τάξης, απελευθέρωση ομήρων, συνοδεία αρχηγών κρατών και επιδρομές ξηράς και θάλασσας»

 

 – © Αναπαραγωγή δυνατή κατόπιν σαφούς συναίνεσης της συντακτικής ομάδας του CONTROPIANO

Τελευταία μετατροπή : STAMPA

ένοπλη πάλη, lotta armata

Sergio Segio: “Να γιατί ξεκίνησε (και τέλειωσε) η ένοπλη πάλη”

 

“Η ιστορία του ένοπλου αγώνα αναφέρεται σε συγκρούσεις και όχι σε μηχανισμούς εξαπάτησης, συνωμοσιολογία. Όσο αφορά την Prima Linea δεν υπήρξαν ποτέ υπόνοιες, έτσι όπως και Br δεν ήταν σίγουρα ένα φαινόμενο που κατευθύνονταν από ψηλά ”

 

Συνελήφθη το 1983: προετοίμαζε μια επίθεση στην ειδική φυλακή της Fossombrone. Εξέτισε μια ποινή 22 ετών, ο Sergio Segio, τελευταίος που βγήκε από τη φυλακή μεταξύ των πρώην μαχητών της Front Line, Πρώτης Γραμμής, μεταξύ των κυριότερων ιταλικών τρομοκρατικών οργανώσεων (της οποίας υπήρξε ένας από τους ιδρυτές), συμμετέχει πλέον στην κοινωνική εργασία, όσον αφορά τα ζητήματα του σωφρονιστικού συστήματος και της δικαιοσύνης, των ναρκωτικών και της τοξικομανίας, του εθελοντισμού και των νέων κινημάτων. Είναι δημοσιογράφος, δημιουργός και συντάκτης της Έκθεσης για τα Global Rights, που δημοσιεύεται ετησίως από τις εκδόσεις Ediesse. Είχε την ευθύνη της επικοινωνίας του Abele Group και μεταξύ των στενότερων συνεργατών του don Luigi Ciotti. Σχεδίασε και δημιούργησε το Social Yearbook, το οποίο δημοσιεύθηκε για μερικά χρόνια από τον εκδοτικό οίκο Feltrinelli και διηύθηνε τα περιοδικά Narcomafie και Fuoriluogo. Συνεργάζεται με το συνδικάτο CGIL και άλλες εμπειρίες του συνεταιρίζεσθαι. Και μόλις δημοσίευσε ένα βιβλίο: «Μια ζωή στην πρώτη γραμμή» (εκδοτικός οίκος Rizzoli, 400 σελίδες, € 18.50).

Γιατί αυτό το βιβλίο;
«Για να κατανοήσουμε τα μονοπάτια και τους λόγους που οδήγησαν στην επιλογή να πάρουμε στα χέρια τα όπλα. Στη συνέχεια προσπάθησα επίσης να κρατήσω μαζί το παρελθόν με το παρόν για να επεξεργαστώ την περίπτωση, την υπόθεση «.

Η διάθεση σας τώρα που σκέφτεστε τα χρόνια της στράτευσης;
«Είμαι ήρεμος σε σχέση με αυτά, πράγμα που δεν σημαίνει ότι δεν λυπάμαι για εκείνο που έκανα».  

Είκοσι χρόνια στη φυλακή. Σχεδόν ένα τέταρτο του αιώνα …
«Δίνουν την αίσθηση της αλλαγής. Αυτή είναι η τρίτη ζωή μου. Υπήρξε η στράτευση, η φυλακή (μια μεγάλη αναμονή) και τώρα το μετά τη φυλακή ».

Il libro/ Το βιβλίο, Διοικητής Sirio, O μύθος του. Comandante Sirio. Il suo mito: Simon Wiesenthal. Ο Sergio Segio ξεκινά την πολιτική στράτευση του στην Lotta Continua στις αρχές των χρόνων Εβδομήντα, έξω από τα εργοστάσια του Sesto S. Giovanni, τo »Στάλινγκραντ της Ιταλίας» –  “Stalingrado d’Italia” (segue…)  ακολουθεί…

Πότε ξεκίνησε η περιπέτεια της Prima Linea;
«Επισήμως το 1976, αλλά το στρατευμένο σώμα ήταν ενεργό από τα προηγούμενα χρόνια. Η έκρηξη έγινε την εποχή του κινήματος του ’77. Οι Br δεν προσαρμόστηκαν στις αλλαγές εκείνων των ετών. Έτσι, η στράτευση στην Pl εξαπλώθηκε, η οποία ήταν προγραμματιστικά μέσα στο εκκολαπτόμενο κίνημα, του οποίου είχε σκοπό να βρίσκεται «στην πρώτη γραμμή» «.

Ποιοι ήταν οι πρώτοι μαχητές;
»Οι πρώτοι προέρχονταν από τη Lotta Continua και, σε μικρότερο βαθμό, από το Potere Operaio».

Οι Br και η Pl δεν σχετίστηκαν ποτέ, αντίθετα. Ποιες ήταν οι διαφορές μεταξύ των δύο ομάδων;
«Οι Br είχαν την τάση να θεωρούν τους εαυτούς τους ως την πολιτική διεύθυνση των κινημάτων, ενώ αντίθετα, η Pl υποστήριζε και διεκδικούσε τη δική της αποστολή σε μια εσωτερική διασύνδεση και σχέση με το κίνημα».

Ποιο είναι το επεισόδιο που σηματοδοτεί το τέλος της Pl;
«Ο θάνατος των συντρόφων Κάρλα και Τσάρλι, Carla e Charlie, που εξαπέλυσε εκείνη που εγώ αποκαλώ μανία του ταύρου στην αρένα. Έκτοτε υπήρξε ένα παιχνίδι ανύψωσης των επιπέδων σύγκρουσης. Έτρεχε το 1979. Όλοι ήθελαν να μπουν στη μάχη και κανείς πλέον δεν νοιαζόταν για την πολιτική παρέμβαση στην επικράτεια, τη διεύρυνση της συναίνεσης σε συγκεκριμένες καταστάσεις, στην καθημερινότητα, το έργο της έρευνας »

Πώς είναι ο κόσμος στον οποίον ζείτε;                                                                                «Ένας εντελώς διαφορετικός κόσμος. Έχουμε περάσει από έναν κόσμο χωρισμένο σε δύο μπλοκ σε έναν παγκοσμιοποιημένο κόσμο. Δεν υπάρχει πλέον ο ψυχρός πόλεμος, τα αντιτιθέμενα μπλοκ, το συγκρουσιακό κίνημα των φοιτητών και των εργατών εναντίον της αστυνομίας και των θεσμών ».

Το τείχος του Βερολίνου έπεσε ενώ ήσασταν στη φυλακή. Ποια ιστορική σημασία αποδίδετε στο γεγονός;
«Η πτώση του τοίχου είναι το σύμβολο της πτώσης των αξιών του ‘900».

Αφήσατε το Μιλάνο στη δεκαετία του ’80 για να το δείτε ξανά μετά από 22 χρόνια φυλάκισης στον εικοστό πρώτο αιώνα. Πώς το βρήκατε;
«Εντελώς διαφορετικό: από αρχιτεκτονική, πολεοδομική και κοινωνική σκοπιά. Οι μοναξιές έχουν αυξηθεί. Στη δεκαετία του ’70 και του ’80, το Μιλάνο είχε τη διάσταση μιας κοινότητας, παρά τις διαμάχες του και τις πληγές. Το Μιλάνο που βρήκα ξανά είκοσι χρόνια αργότερα έγινε ένα συγκρότημα κατοικιών, μια συνύπαρξη, συγκατοίκηση που πλέον δεν συνδέεται με μια υπόθεση κοινού ενδιαφέροντος. Βρίσκω τον εαυτό μου σε αυτό που είπε ο αρχιεπίσκοπος Tettamanzi δηλαδή ότι υπάρχει κίνδυνος μιας υπαρξιακής εκριζωμένης κατάστασης για όσους ζουν σε αυτή την πόλη ».

Η αστυνομία της δεκαετίας του ’70 για την οποίαν μιλάτε στο βιβλίο σας είναι ένας μη δημοκρατικός θεσμός. Και αυτή του σήμερα;
«Τότε οι περισσότεροι αρχηγοί της αστυνομίας προέρχονταν από τις τάξεις του φασισμού. Το παρόν είναι ένα άλλο πράγμα. Έχω αλλάξει εγώ. Ο κόσμος έχει αλλάξει. Και η αστυνομία άλλαξε έντονα. Αλλά θα έλεγα ότι δεν έχει αλλάξει τελείως. Ο καραμπινιέρος που πυροβόλησε στη Γένοβα, σκοτώνοντας τον Carlo Giuliani στη G8, μας θύμισε, για παράδειγμα, ότι όταν επέστρεψε στο στρατόπεδο, υπήρχαν εκείνοι που γιόρταζαν το νεκρό αγόρι. Προφανώς υπάρχουν ακόμη πολλά που πρέπει να βελτιωθούν …

Μετά από 22 χρόνια φυλάκισης, μόλις αποκτήσατε το διαβατήριο, ποια ήταν τα πρώτα ταξίδια;
«Έκανα τα πρώτα ταξίδια μου στο Νταχάου, στο Μαουτχάουζεν, στο Gusen και στο Harteim. Χρειαζόμουν να ξαναβρώ εκείνες τις αλήθειες, σήμερα απομακρυσμένες και ανείπωτες, και εκείνα τα θεμελιώδη κομμάτια της συλλογικής ταυτότητας που κατέληξαν στην άλεση των συνοπτικών κρίσεων. Αμέσως μετά τα ταξίδια στα στρατόπεδα συγκέντρωσης, επισκέφθηκα το γκουλάγκ του Τίτο, στο Goli Otok. Υπάρχουν τα ερείπια από τις παράγκες και τα εργαστήρια, ενώ η φύση έχει πάρει το πάνω χέρι παντού. Δεν γνωρίζουμε πόσοι ήταν εδώ οι εκτοπισμένοι, οι επίσημοι αριθμοί είναι σίγουρα μικρότεροι. Αλλά οι μαρτυρίες των βετεράνων μετριούνται στα χέρια. Ακόμα, αναρωτιέμαι γιατί, δεν μπορεί να είναι λόγω του φόβου για βεντέτες ή λόγω της τήρησης των ενδείξεων της PCI του Togliatti, οι οποίες επέβαλαν απόλυτη σιωπή και ομερτά ».

Δίχως να εντάσσουμε τον ένοπλο αγώνα μέσα στη σιδερένια λογική του πολέμου, δεν μπορούμε να καταλάβουμε εκείνο το κομμάτι της ιστορίας, γράφετε. Αλλά ενοχές όταν σκοτώνατε δεν αιστανθήκατε ποτέ;
«Τη στιγμή εκείνη όχι. Σιγά σιγά καθώς διαχωριζόμασταν από τη λογική της βίας και εγκαταλείψαμε τα όπλα, άρχισε να αναδύεται η συνείδηση, να εμφανίζεται. Στη δεκαετία του ’70 δεν είχαμε καθαρό μυαλό, και με αυτό δεν ψάχνω δικαιολογίες. Πιστεύω όμως ότι σε κάθε πόλεμο καταλήγουμε να γινόμαστε θύματα μιας αναπόφευκτης δυναμικής που κάνει τους ανθρώπους να χάνουν την αίσθηση της ανθρωπιάς. Για να σκοτώσεις πρέπει να αρνηθείς την ανθρωπιά του άλλου ανθρώπου, ώστε να μην τον αναγνωρίζεις ως άτομο. Έτσι δεν έχεις τύψεις «.

Κάποιος είπε ότι ο ένοπλος αγώνας χρησιμοποιήθηκε-χειραγωγήθηκε από την εξουσία. Τι νομίζεις;
«Η ιστορία του ένοπλου αγώνα αναφέρεται σε συγκρούσεις και όχι σε εξαπάτηση, μηχανορραφίες. Όσον αφορά την Prima Linea, δεν υπήρξαν ποτέ υπόνοιες, όπως ακριβώς οι Br δεν ήταν σίγουρα ένα φαινόμενο που κατηύθυναν από ψηλά. Αλλά στην ιστορία των Br υπάρχουν αναπάντητα σημεία που πρέπει να εξερευνηθούν. Αυτές είναι λεπτομέρειες, όμως «.

Τι ρόλο είχαν οι μετανοούμενοι στην ήττα της τρομοκρατίας;
«Σχετικό. Οι μετανιωμένοι έγιναν ένα εργαλείο της διερεύνησης, των ερευνητικών αρχών, έχουν συμβάλει ίσως στην αποφυγή νέων επιθέσεων. Αλλά παραδόξως προκάλεσαν την αύξηση επίσης της διάρκειας και της τελικής έντασης του αγώνα. Εκείνοι που λένε ότι έπαιξαν σημαντικό ρόλο δίνουν μια στρατιωτική ανάγνωση στο τέλος της τρομοκρατίας. Αλλά η πραγματική ήττα ήταν η πολιτική και πολιτιστική. Η στρατιωτική υπήρξε πράγματι προσωρινή «.

Ποια είναι η ήττα του ένοπλου αγώνα συνεπώς, που οφείλεται;
«Στη διάσταση, στον διαχωρισμό, ο οποίος προκάλεσε μια αναθεώρηση των μύθων από τους οποίους γεννήθηκε ο ένοπλος αγώνας, με αποτέλεσμα να υπονομεύσει τα θεμέλιά του».  

Στη δεκαετία του 60 γίνονταν αγώνες για το διαζύγιο. Σήμερα για τα Pacs ..
«Ναι. Είμαστε μια νέα κοινωνία που χρειάζεται νέα δικαιώματα. Εκατομμύρια άνθρωποι ζουν μαζί και προσποιούμαστε ότι δεν το βλέπουμε. Σε αυτά τα εκατομμύρια των ανθρώπων πρέπει να δοθεί αντιθέτως μια νομική αναγνώριση ».

Ποια είναι η γνώμη σου για την αριστερά του Πρόντι;                                                     «Δεν είμαι ο καλύτερος άνθρωπος για να μιλήσω για την πολιτική, αλλά μπορώ να πω ότι μπροστά στα προβλήματα των περιθωριοποιημένων, αυτό η αριστερά έχει ακόμα πολλά να κάνει». 

Nicole Cavazzuti

 

https://www.micciacorta.it/2015/09/sergio-segio-ecco-perche-inizio-e-fini-la-lotta-armata/

ένοπλη πάλη, lotta armata

Η ένοπλη πάλη, η αριστερά και το Εννιακόσια – La lotta armata, le sinistre e il Novecento

το ευέλικτο και ρευστό εργοστάσιο. Cybernetics, η κυβερνητική και ο προηγμένος τριτογενής τομέας. Μια επανάσταση. Που για να μην περάσει χρειάζονταν μια ήττα των εργατών, μια αριθμητική και πολιτική μείωση των εργαζομένων, και των πρωτοποριών τους, ιστορικής σημασίας

Εισαγωγή του επιμελητή

Ποιος είναι ο Sergio Segio λέγεται σύντομα: μεγάλωσε στο Sesto San Giovanni, στα βόρεια προάστια του Μιλάνο, κατά τη διάρκεια των σπουδών του στη φιλοσοφία στο Πανεπιστήμιο Statale ξεκινά να ασχολείται με την πολιτική για να ενταχθεί στην Lotta Continua. Το 1976 ιδρύει την ένοπλη οργάνωση Prima Linea. Στις 29 ιανουαρίου 1979 είναι ο εκτελεστής της δολοφονίας του δικαστή Emilio Alessandrini, στις 19 μαρτίου 1980 σκοτώνει έναν άλλο δικαστή, Guido Galli. Στις 3 Ιανουαρίου 1982, κατάφερε με επιτυχία μια επιχείρηση για να αποδράσουν τέσσερις κρατούμενες από τη φυλακή του Rovigo, συμπεριλαμβανομένης της συντρόφου του Susanna Ronconi (απεικονίζεται στα δεξιά με τον Segio). Συνελήφθη στο Μιλάνο στις 13 ιανουαρίου 1983, σε ηλικία είκοσι επτά ετών. Το Ανώτατο Δικαστήριο τον καταδικάζει σε ισόβια κάθειρξη, στη συνέχεια μετατρέπεται σε φυλάκιση τριάντα ετών σύμφωνα με το νόμο Gozzini. Βγαίνει από τη φυλακή το 2004, στην ηλικία των 49 ετών, τελευταίο μέλος της Prima Linea που θα ανακτήσει την ελευθερία. Το 2005 έγραψε τη Miccia corta. Μια ιστορία της Prima Linea, της Πρώτης Γραμμής (που δημοσιεύτηκε από τον οίκο DeriveApprodi) και το επόμενο έτος για τον Rizzoli. Πέρυσι η βιογραφία του ήταν το θέμα μιας ταινίας του Renato De Maria, της La Prima Linea.

Σήμερα, ο Segio ασχολείται με ζητήματα που σχετίζονται με το σωφρονιστικό σύστημα και τη δικαιοσύνη, τα ναρκωτικά και την τοξικομανία, τον εθελοντισμό και τα νέα κινήματα, συνεργαζόμενος μεταξύ άλλων με τον Όμιλο Abel και τον Don Luigi Ciotti, με το συνδικάτο CGIL, με το πολιτιστικό κέντρο San Fedele του Μιλάνο και με τον πρώην χρηματοδότη Sergio Cusani (πηγή: wikipedia).

Δεν τον γνώρισα προσωπικά, απλά του έστειλα τις ερωτήσεις με mail και αυτός με ευγένεια – ύστερα από λίγη αναμονή, δεδομένου του εύρους των θεμάτων που του απηύθυνα» – μου απάντησε. Μέχρι πρόσφατα ήταν ένα από τα πολλά ονόματα που ανέφεραν οι ιστορικοί σχετικά με τα διάφορα κινήματα του ένοπλου αγώνα, και μια μέρα, επιστρέφοντας στο σπίτι από τη μητέρα μου, βρίσκω ένα βιβλίο στο κομοδίνο της: Μια ζωή στην Πρώτη Γραμμή, Una vita in Prima Linea. Μια αποφασιστικά ασυνήθιστη ανάγνωση. Παραξενεύτηκα και ενδιαφέρθηκα. Απαντά ότι το δοκίμιο γράφτηκε από τον Sergio Segio, έναν συμμαθητή της κατά τη διάρκεια του γυμνασίου στο Sesto, ενώ ο παππούς μου μοχθούσε στο εργοστάσιο Falck και η γιαγιά μου φρόντιζε το οικογενειακό μπαρ στη Viale Casiraghi. Και ότι εκείνος ο Segio, όταν μεγάλωσε, έγινε επικίνδυνος τρομοκράτης. Η περίεργη και ελαφριά αλληλεπίδραση ανάμεσα στην ήσυχη ιστορία της οικογένειάς μου και στην Ιστορία που διάβασα στα βιβλία του Ίντρο Μοντανέλι, του Indro Montanelli, του Giorgio Galli και του Mario Calabresi μου άναβε φωτιές. Καταβροχθίζω το βιβλίο μέσα σε λίγες μέρες. Μετά, συμπτωματικά, μερικές εβδομάδες αργότερα βγαίνει στον αέρα και η ταινία με πρωταγωνιστή τον Riccardo Scamarcio. Τα γεγονότα που αναφέρθηκαν, τόσο στο βιβλίο όσο και στην ταινία, είναι οι θεμελιώδεις και αντιφατικές στήλες της πιο πρόσφατης ιστορίας της Ιταλίας, έχοντας ωριμάσει με τον πιο αποτελεσματικό λογοτεχνικό τόπο: την άμεση μαρτυρία. Σκέφτηκα ότι θα ήταν χρήσιμο να εμβαθύνω περισσότερο το ζήτημα.

Ελπίζω ότι αυτή η σύντομη συνέντευξη θα επιτύχει, μέσα στα όριά της, να παραδώσει στον αναγνώστη μια επαρκώς χαρακτηριστική εικόνα του ποιος ήταν ο Sergio Segio, ποια υπήρξε η αριστερή τρομοκρατία, οι ευθύνες και τα πλεονεκτήματα ή τα μειονεκτήματα της πολιτικής και ποια από τα χιλιάδες πρόσωπα της Ιταλίας της δεκαετίας του ’70 κοσμούσαν τα μάτια των πολιτών. Χωρίς ποτέ να ξεχνάμε, ούτε για μια στιγμή, τα θύματα της τρομοκρατίας. Και τους ανθρώπους που τους αγαπούσαν.

Milano, 23 ιανουαρίου 2010

M.A.B.

1. Πριν από λίγο καιρό υπήρξε η τεσσαρακοστή επέτειος της σφαγής της Piazza Fontana, που θεωρήθηκε ομόφωνα η αρχή των χρόνων του Μολυβιού. Σύμφωνα με τους ιστορικούς,δύο κύματα αριστερής τρομοκρατίας είναι αναγνωρίσιμα: το πρώτο άμεσο γέννημα του κλίματος που επικράτησε μετά την Πλατεία Φοντάνα, η οποία βρίσκει την ενσάρκωση της στις ενέργειες των Ερυθρών Ταξιαρχιών των Curcio, Franceschini και Cagol, το δεύτερο κύμα μπορεί να τοποθετηθεί μεταξύ του 1976 και του 1977, με τη σύλληψη του Curcio και την έλευση του Moretti στην κεφαλή των BR, η γέννηση της Prima Linea και οι αναταραχές στα πανεπιστήμια που ξεκίνησαν τον φεβρουάριο του ’77. Ποια κίνητρα και ποιες αιτίες οδήγησαν τη γενιά σου, ήσουν μόνο ένας έφηβος στην εποχή της Piazza Fontana, δέκα χρόνια μετά το πρώτο κύμα να αναλάβεις, να ξεκινήσεις τον ένοπλο αγώνα;

Δεν πιστεύω ότι υπήρξαν δύο ξεχωριστές και διαχωρίσιμες φάσεις του ένοπλου αγώνα: υπήρξε μια φάση επώασης, θεωρητικοποίησης, πειραματισμού, προπαγάνδας και στη συνέχεια, με μια φυσική εξέλιξη, μια φάση ανάπτυξης. Φάσεις που ακολούθησαν, αν και με τρόπο κλιμακωτό χρονικά, τις δυναμικές και τις καμπύλες ανάπτυξης και κρίσης του κινήματος και των εργατικών αγώνων εκείνων των ετών.
Εάν η ανατολή του ένοπλου αγώνα μπορεί να βρεθεί στην υψηλή φάση των αγώνων, η επεκτατική φάση αντιστοιχούσε αντ ‘αυτού στην φάση της αναδίπλωσης του κινήματος, ιδιαίτερα εκείνου του 77, του οποίου η παρακμή και η εξάντληση παρήγαγαν ένα κύμα στρατολόγησης εντός των μαχόμενων οργανώσεων.
Κατά τον ίδιο τρόπο, η προηγούμενη φάση είδε τη γέννηση των πρώτων οργανώσεων μάχης σε μια σχέση αιτίας-αποτελέσματος με την εξάντληση των εξωκοινοβουλευτικών ομάδων που είχαν διαδραματίσει σημαντικό ρόλο και ήταν μεγάλες σε μέγεθος, στα τέλη της δεκαετίας του Εξήντα και στις αρχές της δεκαετίας του ’70. Οι δύο μεγάλες δεξαμενές της Prima Linea – η οποία γεννιέται επίσημα το 1976, αλλά το σχέδιο της οποίας λειτουργούσε από το 1974, έτσι όπως οι αγωνιστές της, οι μαχητές της ήταν ενεργοί ήδη από αρκετό χρόνο, συχνά αποτελώντας μέρος των δομών της περιφρούρησης, που ήταν και οπλισμένες, των εξωκοινοβουλευτικών ομάδων – ήταν ο χώρος της εργατικής Εξουσίας, Potere operaio, οργάνωση που διαλύθηκε ήδη από το 1973 και, κυρίως, οι προοδευτικές ρήξεις και διαρροές από τη Lotta Continua, η οποία όμως θα διαλυθεί μόνο το 1976.
Αυτό σημαίνει επίσης ότι η ανάπτυξη του ένοπλου αγώνα στην Ιταλία θα πρέπει να θεωρηθεί ως μια ακολουθία συνέχειας και ρήξεων μέσα σε μια επαναστατική υπόθεση και ένα έντονα πολιτικοποιημένο και συγκρουσιακό πλαίσιο και συγκυρία, όχι σαν μια «ώρα x» ή ως μια απόφαση που πάρθηκε στο τραπέζι. Μερικοί συγγραφείς, σχετικά με εκείνα τα πρώτα χρόνια, μίλησαν για έναν «υφέρποντα εμφύλιο πόλεμο», για ένα μακρύ κύμα της ιταλικής μεταπολεμικής περιόδου.
Ο Karl von Clausewitz έγραψε ότι ο πόλεμος είναι συνέχεια της πολιτικής με άλλα μέσα. Στην πραγματικότητα, πιο σωστά, είναι ένας εκφυλισμός της πολιτικής, και εκείνα τα «άλλα μέσα» είναι οι βαρβαρότητες των σφαγών και του αίματος, της δολοφονίας ανθρώπων που θεωρούνται εχθροί, και ως εκ τούτου αποανθρωπισμένοι.
Αυτό ισχύει για τον πόλεμο, αλλά ισχύει και για την τρομοκρατία. Και είχε επίσης ισχύ, σε μικρότερο βαθμό και για εμάς, πριν από 30 χρόνια. Όταν, όπως συνηθίζαμε να λέμε τότε, αποφασίσαμε να περάσουμε από τη δύναμη της λογικής στους λόγους,στη συλλογιστική της βίας. Και στην πραγματικότητα, ο πολιτικός διάλογος στην Lotta Continua, στην οποία πολλοί από εμάς ήταν στρατευμένοι – ξεκίνησε το 1972 και τελείωσε το 1974 με την έξοδο πολλών από εμάς, συμπεριλαμβανομένου και εμού, ονομάστηκε ακριβώς έτσι: «ζήτημα της δύναμης, της ισχύος».

Έτσι, τουλάχιστον για μένα και για εκατοντάδες άλλους συντρόφους, άρχισε η πορεία του ένοπλου αγώνα. Μια τροχιά που γεννήθηκε από ένα μείγμα ατομικών επιλογών και εξαναγκασμών και ένα πολύ ιδιαίτερο πλαίσιο,συγκυρία, όπως ήταν η ιταλική στις αρχές της δεκαετίας του Εβδομήντα. Ένα πλαίσιο , μια συγκυρία – λέξη σήμερα που έχει εξαλειφθεί από το λεξιλόγιο όσον αφορά τον ιστορικό προβληματισμό για εκείνα τα χρόνια, αλλά απαραίτητη αν θέλουμε να προσπαθήσουμε να διαβάσουμε τα φαινόμενα και όχι μόνο να τα εξορκίσουμε και να τα δαιμονοποιήσουμε – που χαρακτηρίζεται συνοπτικά::
– από ένα πολύ ευρύ εργατικό και φοιτητικό κίνημα, το οποίο αποτελούσε το μακρύ κύμα του 68-69, μια ιταλική ανωμαλία, σε σύγκριση με τις άλλες χώρες που γνώρισαν επίσης τις αναταραχές του ’68,
– από τη ριζοσπαστικότητα που εκφράζεται αυτό, δηλαδή από την ισχυρή ιδεολογικοποίηση του και από μια συνεχή πρακτική αντιφασισμού και βίας και στους δρόμους και τις πλατείες, η οποία έγινε ακόμη πιο ριζοσπαστική και μαζική στο 77,
– από την παρουσία μιας δεξιάς σφαγών, από ισχυρές νεοφασιστικές ομάδες και νεοναζί που οργανώνονται στρατιωτικά, καλύπτονται και χρησιμοποιούνται από ιταλικούς κρατικούς τομείς και υποστηρίζονται από ξένες χώρες υπό δικτατορικό καθεστώς, κυρίως την Ελλάδα: στις πορείες στη Ρώμη ή στο Μιλάνο η λεγόμενη «σιωπηλή πλειοψηφία» και οι νεοφασίστες φώναζαν: » Άγκυρα, Αθήνα, τώρα έρχεται η Ρώμη «, ενώ στην πρωτεύουσα διαδήλωναν εκείνοι που αποκαλούνταν» Φίλοι των ενόπλων δυνάμεων «, υπό την ηγεσία του στρατηγού των καραμπινιέρων, στη συνέχεια επικεφαλή των μυστικών υπηρεσιών, Giovanni De Lorenzo, φωνάζοντας «Αρκετά με τα μπουρδέλα, θέλουμε τους συνταγματάρχες»,
– από μια συνεχή και βίαιη καταστολή από τις δυνάμεις της τάξης, η οποία συχνά προκάλεσε θανάτους κατά τη διάρκεια των διαδηλώσεων, θανάτους που παρέμειναν κανονικά ατιμώρητοι
– από κομμάτια θεσμών που εκτρέπονταν και συνέπαιζαν με νεοφασιστικές ομάδες – από τομείς των πολιτικών δυνάμεων, και ειδικότερα από τη χριστιανοδημοκρατία DC, εξίσου προσανατολισμένους να καλύπτουν και να χρησιμοποιούν τόσο τις αποκλίσεις-εκτροπές της αστυνομίας όσο και τις φασιστικές και παραστρατιωτικές οργανώσεις,
– από το μακρύ κύμα της κληρονομιάς της Γιάλτας και τον διαχωρισμό του κόσμου σε μπλοκ και από παραστρατιωτικές δομές και πολιτισμούς ιδεολογικής αντιπαράθεσης που και στην Ιταλία, είχαν προκύψει
– από τη συμφόρηση, την δυσχέρεια των αγώνων και κάθε χώρου κριτικής και ριζοσπαστικής πολιτικής ευκινησίας αποτέλεσμα της θεωρητικοποίησης και στη συνέχεια της πρακτικής του ιστορικού συμβιβασμού από πλευράς του κομουνιστικού κόμματος PCI, μετά το πραξικόπημα του 1973 στη Χιλή.

Σήμερα έχει αφαιρεθεί από τη συλλογική μνήμη, από τις εφημερίδες και τα βιβλία, αλλά εκείνο ήταν το κλίμα, αυτά ήταν τα θεσμικά όργανα. Εν ολίγοις, υπήρξε ένας πυροκροτητής αποτελούμενος από ένα αναπόσπαστο μείγμα παραγόντων, εκτός από εκείνους τους προσωπικούς και συναισθηματικούς παράγοντες: και εδώ ένας ισχυρός αλλά αποφασιστικός ρόλος υπήρξε στην πραγματικότητα η μητέρα όλων των σφαγών, εκείνη της Piazza Fontana.
Στην τρέχουσα ρεβιζιονιστική μανία, που αποσκοπεί στο να αποδίδει στην αριστερά κάθε ενοχή και να απαλλάσσει τη δεξιά, ακόμη και την ριζοσπαστική και ρητά φασιστική, και γενικότερα το πολιτικό σύστημα της Πρώτης Δημοκρατίας και των δύο οδηγών πυλώνων της, DC και PCI, ορισμένοι λένε ότι δεν είναι αλήθεια ότι η σφαγή εκείνη οδήγησε στο να «χάσει την αθωότητα» της μια γενιά, ότι δεν είναι αλήθεια ότι εκείνο είναι το σημείο ενεργοποίησης των ένοπλων και βίαιων αποτελεσμάτων, συνεπειών, γιατί σε κάθε περίπτωση, ακόμη και πριν, υπήρχαν βίαιες θεωρητικοποιήσεις και πρακτικές στα αριστερά. Και εδώ αρκεί να εξετάσουμε τις στατιστικές, οι οποίες δείχνουν ότι από το 1969 έως το 1973 το 95% των επιθέσεων και των πράξεων πολιτικής βίας που πραγματοποιήθηκαν ήταν το έργο της φασιστικής δεξιάς, καθώς και το 85% το 1974 και το 78% το 1975.

Πιστεύω αντ ‘αυτού ότι ένα σημαντικό μερίδιο αυτής της γενιάς είδε, αντιλήφθηκε και επεξεργάστηκε τη σφαγή της Piazza Fontana σαν ένα πραγματικό σημείο μη επιστροφής και ως απόδειξη ότι, πέρα από ένα ορισμένο όριο, οι ειρηνικοί αγώνες δεν μπορούσαν να οδηγήσουν πουθενά, παρά στην καταστολή , ότι σε αυτό το είδος τρομοκρατίας έπρεπε να απαντήσουν διαφορετικά και όχι μόνο με μαζικές διαδηλώσεις.
Εκείνη την εποχή, πολλοί από εμάς αποκτήσαμε συνείδηση μιας βαθιάς ανομίας, αδικίας που αποτέλεσε την πρωταρχική, συχνά αποφασιστική, αναγκαιότητα και κίνητρο για την εξτρεμιστική και μετά ένοπλη πολιτική πολιτοφυλακή. Αυτή η κατάσταση της ανομίας μας φαίνονταν άμεση συνέπεια της ατιμωρησίας που είχε πάντα ο Κρατικός μηχανισμός και ορισμένοι τομείς του νεοφασισμού που συνδέονταν με τον πρώτο, και, γενικότερα, της έλλειψης ή της ανεπαρκούς αναπαραγωγής στο πολιτικο-θεσμικό επίπεδο των συλλογικών απαιτήσεων, των ριζοσπαστικών διεκδικήσεων, των αιτημάτων για μετασχηματισμό που εξέφρασαν τα μαζικά εργατικά και τα φοιτητικά κινήματα το 68-69.
Κατάσταση ατιμωρησίας και έλλειψη αναπαραγωγής-προσαρμογής παρήγαγαν σε εμάς μια έντονη τάση προς την υποκατάσταση, την αναπλήρωση, και αυτή εκφράστηκε στην προσπάθεια να υλοποιήσουμε και να διαχειριστούμε μια «εναλλακτική δικαιοσύνη», επαναστατική, μέσω της επιβεβαίωσης, της κήρυξης ενός ουσιαστικού δικαίου, αληθινού, αντιτιθέμενου σε ένα τυπικό μη εκπληρούμενο, ασυνεπές δίκαιο.

2. Πώς θεωρούσατε την πολιτική του Ιταλικού Κομμουνιστικού Κόμματος σε αυτή την ιστορική περίοδο;

Συμβιβαστική και ηττοπαθή και, τουλάχιστον μετά το 1973, επικίνδυνη, διότι μέσω της στρατηγικής επιλογής του ιστορικού συμβιβασμού καθιστούσε ανήμπορα, αβοήθητα και παρέδιδε στην ήττα τα κινήματα, τους εργατικούς και τους κοινωνικούς αγώνες. Το στρατιωτικό πραξικόπημα στη Χιλή της 11ης σεπτεμβρίου 1973, που ήθελαν και υποστήριξαν οι ΗΠΑ, το οποίο είχε ανατρέψει την κυβέρνηση της Unidad Popular υπό την ηγεσία του σοσιαλιστή Salvador Allende, δημοκρατικά εκλεγμένου, η επακόλουθη ήττα της χιλιανής αριστεράς και ο θάνατος του Allende καθιστούσαν στα μάτια μας εμφανή τα όρια και τους κινδύνους του εκλογικού και «ειρηνικού δρόμου» προς τον σοσιαλισμό και για την Ιταλία.

Όπως η σφαγή της Piazza Fontana, έτσι και τα γεγονότα αυτά ανέλαβαν τα περιγράμματα ενός κομβικού σημείου, μετά το οποίο τίποτα δεν μπορούσε και δεν έπρεπε να παραμείνει όπως πριν. Από την άλλη πλευρά, το PCI του Enrico Berlinguer αντέδρασε στην σοβαρή εσωτερική και διεθνή κατάσταση αποκηρύσσοντας την αντιπολίτευση. Υποστηρίζοντας την πρότασή του για έναν ιστορικό συμβιβασμό με την DC, ο Berlinguer έφτασε στο σημείο να υποστηρίζει ότι ακόμη και στην περίπτωση της εκλογικής νίκης του, ακόμη και αν έφτανε στο 51% των ψήφων, η κυβέρνηση της αριστεράς δεν θα μπορούσε να είναι εγγυημένη στην Ιταλία. Εκ νέου, για εμάς αυτό φάνηκε να λέει – και πράγματι έλεγε – ότι η δημοκρατία ήταν καθαρή μυθοπλασία, ότι δεν ήταν αρκετό να κερδίσεις τις εκλογές για να μπορείς να κυβερνήσεις, ότι η Ιταλία ήταν μια χώρα με περιορισμένη κυριαρχία. Αυτή ήταν η θεωρητικοποίηση που έγινε και η οποία μπροστά και αντιμέτωπη με τους αυταρχικούς και πραξικοπηματικούς κινδύνους, που αναγνωρίστηκαν όχι μόνο πραγματικοί και συγκεκριμένοι, αλλά εντελώς τρέχοντες και «πάντα διαφαινόμενοι και επικείμενοι» από το ίδιο το PCI, τις παρεμβάσεις και την επιρροή των ΗΠΑ και της ατλαντικής συμμαχίας, το κόμμα αυτό αντί να πληροφορήσει, να καταγγείλει,να αντιδράσει και να κινητοποιήσει τον κόσμο, έπρεπε να συμφωνήσει με τις δυνάμεις που απειλούσαν τη δημοκρατία, με τη DC που κάλυπτε και χρησιμοποιούσε τους συνομωτικούς μηχανισμούς, την απάτη και την εξαπάτηση.
Στα μάτια μας και στις σκέψεις της κριτικής αριστεράς, τα αιτήματα του Μπερλινγκουέρ αποτελούσαν το φυσικό σημείο άφιξης της μακράς πορείας ενός ρεφορμισμού ανίκανου για μεταρρυθμίσεις και πραγματική αλλαγή. Αυτό βοήθησε στην ριζοσπαστικοποίηση των απόψεών μας και των πρακτικών μας και, αφετέρου, η συμμαχία ΚΚΙ-DC, η απόρριψη της αντιπολίτευσης, καθόρισε το προοδευτικό κλείσιμο των χώρων και της πολιτικής ευκινησίας για τους αγώνες και τα κινήματα και μια μεγαλύτερη ελευθερία στην καταστολή από το κράτος.

Η επίδειξη και η τραγική έκβαση αυτού θα γίνουν εμφανή το 77, όταν στη Μπολόνια οι καραμπινιέροι σκότωσαν έναν νεαρό αγωνιστή της Lotta Continua, τον Francesco Lorusso, που πυροβολήθηκε στην πλάτη κατά τη διάρκεια μιας διαδήλωσης. Το PCI, αντί να καταδικάζει τη δολοφονία του φοιτητή, επιτέθηκε «στον ρόλο εκφοβισμού και προβοκάτσιας των neosquadristici ομάδων».  [squadrismo είναι η οργάνωση των φασιστικών ομάδων σε τάγματα εφόδου. Εκείνο το διάστημα το ΚΚΙ συνέκρινε τους φασίστες με τους συντρόφους, αποκαλώντας τους εδώ νεοφασίστες!]
Έτσι λοιπόν η κόκκινη Μπολόνια έγινε το γυμναστήριο μιας νέας φάσης και ενός μη αναστρέψιμου ανταγωνισμού μεταξύ της παλιάς κομμουνιστικής αριστεράς και των νέων κινημάτων. Από τη μια πλευρά, υπήρξε ένα ολοένα και πιο βίαιο και ριζοσπαστικό κίνημα, από την άλλη, η πρακτική συμμαχία στην κατασταλτική λειτουργία μεταξύ της DC του Francesco Cossiga και του PCI του Ugo Pecchioli, με τα τανκς που αναπτύσσονται στους δρόμους.
Ειλικρινά, τα τελευταία χρόνια, ο Cossiga παραδέχθηκε: «Υπήρξαμε υπεύθυνοι για τη χειραγώγηση της γλώσσας: όταν συνειδητοποιήσαμε ότι οι ανατρεπτικοί είχαν πέραση στους εργάτες, τους εντυπωσίαζαν θετικά, αρχίσαμε να τους αποκαλούμε εγκληματίες. (…). Αποστέλλοντας στη Μπολόνια, μετά το θάνατο του Λορούσο, τα θωρακισμένα των καραμπινιέρων με τα πολυβόλα, που τα υποδέχτηκαν με χειροκροτήματα οι μπολονιέζοι κομμουνιστές (…) πολλοί μετακινήθηκαν προς τις Ερυθρές Ταξιαρχίες και την Πρώτη Γραμμή »  Και πάλι: «Εξάλλου ήμουν εγώ και ένα μέλος του κόμματος του Napolitano, ο Ugo Pecchioli που οργανώσαμε μια επιχείρηση ψυχολογικού πολέμου για να μετατρέψουμε τους κόκκινους τρομοκράτες σε κοινούς εγκληματίες. Ο Pecchioli, ένας πολύ σοβαρός άνθρωπος, οργανωτής της Gladio Rossa, ασχολήθηκε πολύ με αυτά τα πράγματα. Μας είχε παραδώσει τα ονόματα εκείνων που δεν είχαν ανανεώσει την κάρτα μέλους του PCI (πιθανούς νεοσύλλεκτους [στην ένοπλη πάλη]). Και χάρη σε αυτόν, διεισδύσαμε νεαρούς του ΚΚΙ στην αυτονομία που έκαναν τότε για εμάς τους κατασκόπους ».

Μέχρι σήμερα, από το πρώην κομμουνιστικό κόμμα δεν υπήρξε καμία ένδειξη μετάνοιας σε σχέση με εκείνη την περίοδο. Φυσικά, à la guerre comme à la guerre. Μπροστά στην εμβάθυνση και την επέκταση της βίας, από την δική του οπτική, το PCI θεμιτά πίστευε ότι ο πρωταρχικός εχθρός που θα έπρεπε να νικήσει. με οποιοδήποτε μέσο, ήταν εκείνο το ανώμαλο κίνημα του 77, ο πολλαπλασιασμός των ένοπλων και παράνομων ομάδων .  Αλλά στη βάση αυτού του εκφυλισμού και εκείνης της ανάπτυξης υπήρχαν και τα σφάλματα και οι πολιτικές μυωπίες του ΚΚI, και γενικά μια ιδέα της αυταρχικής και με πολιτική αποκλεισμού δημοκρατίας, που επίσης θεωρητικοποιήθηκε από το ίδιο κόμμα με τις παρεμβάσεις του Asor Rosa σχετικά με τις »δύο κοινωνίες», που στην Μπολόνια ήρθαν αντιμέτωπες: η« οργανωμένη εργατική τάξη », οι εγγυημένοι, αφενός, και οι νεαροί προλετάριοι, οι επισφαλείς, οι άνεργοι, τα νέα κινήματα, αφετέρου.

3. Ο Ίντρο Μοντανέλι, Indro Montanelli γράφει – στην δική του Ιστορία της Ιταλίας – στην προσπάθεια να βρεθεί ένας λόγος για τη δολοφονία που εντυπωσίασε περισσότερο την κοινή γνώμη, εκείνη του δικαστή Emilio Alessandrini: «Και πάλι διαβασμένες με τη μεγαλύτερη δυνατή προθυμία να καταλάβουμε, αν όχι να δικαιολογήσουμε, οι εξηγήσεις που έδωσαν οι δολοφόνοι που οδηγούσε ο Marco Donat Cattin για την εκτέλεση του Alessandrini παραμένουν βασανιστικές, στα όρια του παραληρήματος (…). Φυσικά, υπήρχαν εκείνοι που προσπάθησαν να ερμηνεύσουν (…) τις έννοιες που ενέπνευσαν τους τρομοκράτες. Και είπαν ότι αυτοί υπάκουαν σε έναν κανόνα που πάντα σεβάστηκε ο αριστερός εξτρεμισμός: εκείνον του να θεωρούνται οι ρεφορμιστές, μεταρρυθμιστές, περισσότερο επικίνδυνοι των συντηρητικών, οι «κλειστοί» εχθροί πιο ύπουλοι των «ανοικτών», ο Moro χειρότερος από τον Scalfaro, ο Alessandrini χειρότερος από τον Sossi. Αυτός ο ίδιος συλλογισμός εφαρμόστηκε στη συνέχεια στην «εκτέλεση» του Walter Tobagi ». Πόση αλήθεια υπάρχει στην ερμηνεία του δημοσιογράφου του Fucecchio;

Σίγουρα ο Montanelli έγραψε οξεία λόγια, πέρα από τα επίθετα. Συγκεκριμένα, αναφερόμενος στο γεγονός ότι η σύγκρουση ανάμεσα στους μαξιμαλιστές και τους μεταρρυθμιστές είναι μια ιστορική σταθερά. Σίγουρα αυτό δεν εφευρέθηκε από την Πρώτη Γραμμή. Δοσμένη από το 1921 του κομμουνιστικού συνεδρίου του Λιβόρνο, από τη ρωσική επανάσταση και ακόμη νωρίτερα από τις κινητοποιήσεις του 19ου αιώνα και από την ίδια την γαλλική επανάσταση. Μια συχνά αιματηρή σύγκρουση, με θύματα όχι μόνο στη μία πλευρά, υπενθυμίζουμε για παράδειγμα τη δολοφονία της Rosa Luxembourg και του Karl Liebknecht και την σκληρή καταστολή των σπαρτακιστών από τη σοσιαλδημοκρατική κυβέρνηση στη Γερμανία των πρώτων δεκαετιών του Εικοστού αιώνα.
Αυτό, φυσικά, δεν δικαιολογεί τίποτα. Μα είναι η πολιτική ανθρωποκτονία ως τέτοια που είναι αποκλίνουσα μορφή πάλης. Μερικές φορές, ωστόσο, στην επακόλουθη ανάγνωση εκείνων των ετών, θα μπορούσαν κατά κάποιο τρόπο να υπάρχουν κάποιες κατανοητές δολοφονίες και άλλες τρελές και παράφρονες, ειδικά αυτές που αντιμετώπισαν οι ρεφορμιστές, ειδικότερα ο Alessandrini και ο Tobagi.
Όσο για όλα τα άλλα, και από αυτή την οπτική, εμείς οδηγήσαμε στις πιο ακραίες, τραγικές και ανεπανόρθωτες συνέπειες μια σκέψη που είχαμε κληρονομήσει από τους πατέρες μας, δηλαδή από τα κομμουνιστικά κινήματα του Εικοστού αιώνα. Σύμφωνα με την οποία ο πιο ύπουλος και θανατηφόρος εχθρός κάθε επανάστασης είναι, ακριβώς, ο ρεφορμισμός. Από την άλλη, συμμετρικά και πολύ πριν από την ίδια την ύπαρξή μας, για το PCI, ο προνομιούχος εχθρός υπήρξε πάντα εκείνος στα αριστερά του: οι αναρχικοί και το POUM στον ισπανικό εμφύλιο πόλεμο, ο Bordigismο και οι Τροτσκιστές της κόκκινης Σημαίας κατά τη διάρκεια της Αντίστασης, η ομάδα του «il manifesto» το ’68, η εξωκοινοβουλευτική αριστερά, η αυτόνομη αριστερά και τέλος η ένοπλη αριστερά στη δεκαετία του ’70.

Εκείνη τη στιγμή ο Αλεσσαντρίνι αντιπροσώπευε για εμάς το Κράτος, τη δικαιοσύνη που διαχειριζόταν τους νόμους έκτακτης ανάγκης, που είχε αποδεχθεί την «εκπροσώπηση» από την πολιτική για να αντιταχθεί στα κινήματα και να νικήσει τις ένοπλες οργανώσεις. Μια λειτουργία στην οποία η ιδεολογία του Κράτους ανακτήθηκε επίσης από την αριστερά ως αξία που έπρεπε να την υπερασπιστεί και όχι ως έκφραση της ισορροπίας δυνάμεων, της κυριαρχίας μιας πολιτικής πλευράς και μιας τάξης επί των άλλων.
Για την αριστερά στην κυβέρνηση, μετά την επιλογή του ιστορικού συμβιβασμού, το Κράτος των σφαγών είχε γίνει ένα φετίχ που έπρεπε να υιοθετηθεί, και όχι πλέον να ξεσκεπαστεί και να ανατραπεί. Οι δημοκρατικοί δικαστές, μερικοί από τους οποίους μέχρι πριν λίγο θεωρούνταν «πέμπτος πυλώνας και πέμπτη φάλαγγα» της επανάστασης μέσα στα θεσμικά όργανα, τώρα στα ίδια θεσμικά όργανα μέσα έθεταν υποψηφιότητα να γίνουν επιστύλια, ένα προηγμένο τμήμα που εξασφάλιζε νέα αξιοπιστία και αποτελεσματικότητα σε έναν μηχανισμό αυταρχικής εξουσίας , από πάντα αφιερωμένο στην υπεράσπιση των προνομίων της αστικής τάξης, για να εγγυάται την ατιμωρησία στην αστυνομία και τους μηχανισμούς που προήγαγαν και διαχειρίζονταν τη «στρατηγική της έντασης». Και εξασφάλιζαν τη γνώση των κινημάτων, κατέχοντας τους πολιτιστικούς «κώδικες» αυτών.
Σήμερα πιστεύω ότι η ανάλυση μας εκείνων των χρόνων ήταν λάθος, αλλά δεν ξέρω αν ήταν «στα πρόθυρα του παραληρήματος», όπως έγραψε ο Montanelli. Φυσικά ήταν ανάλογη με εκείνη πολλών άλλων κομματιών του αριστερού χώρου εκείνης της εποχής, ακόμη και τομέων της Magistratura Democratica, δηλαδή του ίδιου ρεύματος στο οποίο ανήκε ο Alessandrini.

Όντος, μια κρίση ανησυχίας σχετικά με τον νέο και αυξανόμενο ρόλο του δικαστικού σώματος, την ευθυγράμμισή του στο χτύπημα των αγώνων και του κινήματος πίσω από την ομπρέλα της έκτακτης ανάγκης και της υπεράσπισης της τάξης, την πολιτισμική μετατόπιση της αριστεράς που την οδήγησε να »γίνεται Κράτος», δεν ήταν μόνο δική μας. Δική μας και αδικαιολόγητη υπήρξε η μετάφραση μιας πολιτικής αξιολόγησης σε μια απάνθρωπη πρακτική, όπως είναι – πάντα – εκείνη της πολιτικής ανθρωποκτονίας. Αλλά η δική μας ήταν μια ανάγνωση και μια πολιτική καταγγελία παρόμοιες, για παράδειγμα, με εκείνη που είχαν ξεκινήσει είκοσι δικαστές της Magistratura Democratica, του Δημοκρατικού Δικαστικού Σώματος, με ένα έγγραφο με την ευκαιρία της διάσκεψης κατά της καταστολής της Μπολόνια το 1977: «Για άλλη μια φορά είναι στην επικαιρότητα το ζήτημα της καταστολής και της συμπεριφοράς του Κράτους. Μια απάντηση στα ερωτηματικά που είχαν προτείνει για το θέμα αυτό δεν μπορεί παρά να ξεκινήσει από την βαθιά πολιτική αλλαγή που είχε επικυρώσει επίσημα η συμφωνία των έξι μερών [τον ιούλιο του 1977 τα κόμματα DC, PCI, PSI, PSDI, PLI και PRI είχαν εγκρίνει μια πρόταση κατεύθυνσης για το κυβερνητικό πρόγραμμα, · μετά την κυβέρνηση της «μη εμπιστοσύνης» και την προεδρία της Camera που ανατέθηκε στον κομμουνιστή Pietro Ingrao, ως εκ τούτου η συμμετοχή του PCI στον τομέα της κυβέρνησης αυξάνονταν, σημείωση δική μου]. Με αυτόν τον τρόπο παράγεται μια βαθιά διαδικασία φτωχοποίησης εκείνων των ιδεολογικών εργαλείων που στο παρελθόν είχαν επιτρέψει στην εργατική τάξη να εμποδίσει τις πιο μαζικές επιθέσεις εναντίον της αυτά τα χρόνια. Για παράδειγμα, χθες προσδιορίζονταν με σαφήνεια το ακριβές ταξικό σημάδι στη διαχείριση της στρατηγικής έντασης. Σήμερα, τα επεισόδια εκείνης της ίδιας στρατηγικής που συνεχίζουν να τροφοδοτούνται, αποδίδονται γενικά στη δράση ενός σκοτεινού εχθρού όλων των τάξεων ή στην ύφανση συνομωσιών που εισάγονται από το εξωτερικό, παραβλέποντας να προσδιορίσουν την πολιτική μήτρα τους.  Την καταγγελία του ρόλου που έπαιξαν οι διάφοροι μηχανισμοί του κράτους στην επίθεση επικάλυψε η μη κριτική έννοια θεσμών των οποίων το σημάδι είναι έτσι κι αλλιώς δημοκρατικό ακόμα και όταν η εσωτερική δομή, οι μέθοδοι διαχείρισης, η αδυναμία ανοίγματος σε έναν λαϊκό έλεγχο παρέμειναν ουσιαστικά αμετάβλητες ». Κατηγορηματικά λόγια, αδιαμφισβήτητα, όχι αντίθετα από τα δικά μας.

4. Τι σκεφτήκατε όταν στις 16 μαρτίου 1978 οι Ερυθρές Ταξιαρχίες απήγαγαν τον Aldo Moro;

Σε αντίθεση με άλλους, δεν γοητεύτηκα από τη «ισχύ». Επίσης επειδή, για λογαριασμό της PL, είχα σχέσεις με τα ηγετικά στελέχη των BR και μια σχετική γνώση των ορίων τους. Αλλά οι επιφυλάξεις μου ήταν πάνω από όλα πολιτικές. Εκείνη η δράση, με όλο το ειδικό βάρος της, ταρακούνησε με δύναμη το κίνημα, το έθετε μπροστά σε μια αναγκαστική επιλογή: να αποδεχτεί το νέο επίπεδο σύγκρουσης, τρομερά υψηλό, ή να κάνει πίσω, ν’ αδειάσει. Από την ταξιαρχίτικη άποψη, εκείνη ήταν μια συνεπής επιχείρηση, γραμμική με την αντίληψη που είχαν για τον εαυτό τους και την ανάπτυξη της επαναστατικής διαδικασίας: εκείνη ενός κομμουνιστικού κόμματος, συγκεντρωτικού και εξωτερικού των κινημάτων, που καθοδηγεί τις μάζες και αποφασίζει χρόνους και στρατηγικές, στην περίπτωση εκείνη, ένα άλμα από την ένοπλη προπαγάνδα που μέχρι τότε ασκούσε στη νέα φάση της επίθεσης στην «καρδιά του Κράτους». Από τη δική μας σκοπιά, ήταν ένα στρατηγικό λάθος, ένα άλμα στο σκοτάδι και το κενό. Σίγουρα δεν θα μπορούσε ποτέ να περάσει απ’ το κεφάλι μας να απαγάγουμε τον Μόρο. Όχι τόσο για τη στρατιωτική δυσκολία και όχι μόνο για την κάθετη ανύψωση του επιπέδου της σύγκρουσης και των επακόλουθων δυσκολιών που αυτό συνεπαγόταν για τα κινήματα. Ένας από τους μεγάλους αρχιτέκτονες της απαγωγής Moro, και ένας από τους λίγους ταξιαρχίτες που αντιτάχθηκαν στη εκτέλεση του, ο Morucci, το αναγνώρισε, ο οποίος σε ένα από τα βιβλία του έγραψε: «Αν οι BR χρησιμοποιούσαν την τρομοκρατία για πολιτικούς σκοπούς, η Prima Linea την χρησιμοποιούσε πιστεύοντας ότι με εκείνη άνοιγε χώρους, αφαιρώντας εμπόδια στην ανάπτυξη της κοινωνικής σύγκρουσης […]. Εκείνη της Prima Linea ήταν μια τρομοκρατία σε αρμονία με τα φαινόμενα απόγνωσης εκείνων των ετών, σε αντίθεση με εκείνη των BR, η οποία έλκυε την αρχική ώθηση της από τις μούμιες του Κρεμλίνου. Και μόνο σε εκείνες έριχναν ματιές για να έχουν την βουβή επιδοκιμασία τους. Εκείνοι της Prima Linea, οι οποίοι επίσης σκότωναν οπουδήποτε, το να απαγάγουν τον Moro και να εισέλθουν με αυτό τον τρόπο στην ιστορία, δεν θα το είχαν σκεφτεί ποτέ ούτε κατά διάνοια ».
Στην πραγματικότητα, σε αντίθεση με ό, τι λέει ο Morucci, η PL τότε δεν είχε αρχίσει ακόμη να «σκοτώνει παντού». Θα αρχίσει να το πράττει αργότερα, σύντομα στη συνέχεια, και αυτό θα γίνεται σε μικρότερο βαθμό από τις BR, επειδή παρασύρθηκε από το επίπεδο της σύγκρουσης που προκάλεσαν αυτές με την απαγωγή και τη δολοφονία του Moro. Ωστόσο, παραμένει αλήθεια ότι μια τέτοια δράση αποκλείονταν πλήρως από τα σχέδιά μας και από την οπτική μας, ας πούμε δηλαδή «οριζόντια» και όχι κάθετη οπτική της σύγκρουσης [που δεν προέρχονταν δηλαδή από τα επάνω, από την κορυφή, την ηγεσία] , που αποσκοπούσε να αναμετρηθεί με την διακλάδωση του αντιτιθέμενου κοινωνικού μπλοκ και όχι με μια ανύπαρκτη » καρδιά του Κράτους «, με τις διάχυτες εξουσίες, όχι με ένα μονολιθικό και εξίσου εξωπραγματικό και παρωχημένο χειμερινό Ανάκτορο. Που ήθελε να διεκδικήσει και να διακηρύξει απελευθερωμένους χώρους, αντιεξουσίας, όχι να αναλάβει την εξουσία.

5. Ποιοι είναι οι λόγοι, αν υπάρχουν, που έφεραν την αποτυχία, την ήττα της αριστερής τρομοκρατίας;

Είναι πολλοί και αλληλένδετοι. Αυτοί είναι κατά το μάλλον ή ήττον οι ίδιοι που οδήγησαν στην κρίση της αριστεράς στο σύνολό της, στις άπειρες παραλλαγές της, και στην εκκένωση του ρόλου της εργατικής τάξης και εκείνου που αποκαλούσαμε κοινωνικό εργάτη. Υπήρξαν διάφοροι τρόποι και οι τόποι, θέσεις, με διαφορετικές ευθύνες. Αλλά οι χρόνοι, οι αρχές της δεκαετίας του ’80, ήταν σχετικά κοινοί, με τη συμβολική, ισχυρή, που άφησε εποχή ήττα των εργατών της FIAT τον οκτώβριο του 1980
Εκείνη ήταν η αναπαράσταση του τέλους, όπως πάντα η ιστορία είναι διαδικαστική, μα  δύναται να συμπιεσθεί σε συγκεκριμένες ημερομηνίες. Αλλά η ιστορία, πράγματι, είχε προχωρήσει χωρίς μας. Μας είχε εκτοπίσει και μπερδέψει και τελικά μας παρέδωσε σε μια σκληρή ήττα. Αυτό ισχύει για εμάς, όπως και για ολόκληρη την αριστερά και για την ταξική σύνθεση που είχε λάβει χώρα κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του 60 και της δεκαετίας του ’70.
Η εργατική τάξη και η συνδικαλιστική οργάνωση δεν χτυπήθηκαν, δεν νικήθηκαν χάρη στους τρομοκράτες, όπως υποστήριζε το ΚΚI, αλλά από την αναδιάρθρωση που είχε ξεκινήσει από καιρό. Με την αυτοματοποίηση της παραγωγής και με την υπέρβαση των γραμμών παραγωγής και της γραμμής συναρμολόγησης, ισχυρό όργανο πειθαρχίας και διοίκησης, αλλά ταυτόχρονα ένα ευάλωτο σημείο της παραγωγής, όπως είχαν τονίσει οι αγώνες. Τώρα θα υπήρχαν τα παραγωγικά νησιά, το ευέλικτο και ρευστό εργοστάσιο. Cybernetics, η κυβερνητική και ο προηγμένος τριτογενής τομέας. Μια επανάσταση. Που για να περάσει χρειάστηκε μια εργατική ήττα, μια αριθμητική και πολιτική μείωση των εργαζομένων και των πρωτοποριών τους, ιστορικής σημασίας.
Στο σύνολο της ομάδας FIAT, οι 212.000 εργάτες το 1980 μειώθηκαν σχεδόν κατά το ήμισυ, φτάνοντας τους 129.000 το 1986. Η αιμορραγία των εργαζομένων στον τομέα των αυτοκινήτων ήταν εξίσου δραστική: από τους 102.508 εργαζόμενους και υπαλλήλους που το 1979 αποτελούσαν το εργατικό δυναμικό της FIAT Auto στο Πιεμόντε το 1984 μόνο 55.398 παρέμειναν. Ο κύκλος εργασιών διπλασιάστηκε, η παραγωγικότητα αυξήθηκε, η σύγκρουση πέθανε, το συνδικάτο επέστρεψε σχεδόν στην εποχή του Valletta: το 1985 μόνο κάτι περισσότερο από έναν εργαζόμενο στους δέκα καταγράφηκε εγγεγραμμένος. Και είναι η ιστορία του σήμερα.

6. Δεν βρίσκατε περίεργο ότι εκείνη τη στιγμή, δίπλα στα παιδιά των λιγότερο ευνοημένων κοινωνικών τάξεων, παιδιά της πιο εξέχουσας «αστικής τάξης» όπως ο Marco Donat Cattin ή ο Paolo Morandini εισήλθαν στις τρομοκρατικές οργανώσεις;

Φαίνεται αδύνατο, ο Τσε Γκεβάρα δεν ήταν ένας υπο-προλετάριος. Θα έλεγα ότι σε κάθε εποχή και χώρα σχεδόν πάντα οι ανταρτοπόλεμοι και οι επαναστατικές προσπάθειες είδαν ως προεξέχοντες ανθρώπους από τις εύπορες κοινωνικές τάξεις, το οποίο είναι κατανοητό, καθώς οι πιο μορφωμένοι και λιγότερο επηρεάσιμοι από τον οικονομικό εκβιασμό έχουν προφανώς μεγαλύτερες δυνατότητες να αναπτύξουν ριζοσπαστικές ρήξεις και κριτική νοημοσύνη, έχοντας μεγαλύτερο πολιτιστικό σχηματισμό και εκπαίδευση. Σε αποτυχημένες επαναστάσεις και ανταρτοπόλεμους, είναι προφανώς και κατά μέσο όρο και εκείνοι που έχουν μια ακόμη ευκαιρία ζωής. Αλλά αυτό είναι ένα άλλο θέμα, το οποίο αν μη τι άλλο μαρτυρεί επίσης την ανάγκη για ριζική αλλαγή με την έννοια μιας μεγαλύτερης κοινωνικής ισότητας.
Τούτου λεχθέντος, μου φαίνεται χυδαία η δημοσιογραφική εικόνα των «τρομοκρατών παιδιών του μπαμπά». Τα στατιστικά στοιχεία για τις οργανώσεις αυτές δίνουν μια ουσιαστικά διαφορετική εικόνα. Για την PL, δικάστηκαν 923 μαχητές (συμπεριλαμβανομένων 201 γυναικών, το 65% ηλικίας μεταξύ 20 και 30 χρόνων, 83 με λιγότερα από 20 χρόνια). Το 21,3% είχε μεσαία μόρφωση, 25,6% υψηλότερη, το 21,7% είχε πανεπιστημιακές σπουδές. Οι πιο αντιπροσωπευτικές κατηγορίες ήταν οι εργάτες (18,1%), οι φοιτητές (18,3%), οι υπάλληλοι (6,7%), οι άνεργοι (6,1%), οι εκπαιδευτικοί (4,3% ] οι εργαζόμενοι στις υπηρεσίες (4,4%). Οι επαγγελματίες ήταν μόνο το 2,6%. Ο εργατικός χαρακτήρας των BR είναι ακόμη πιο έντονος. Από τους 911 μαχητές στους οποίους απαγγέλθηκαν κατηγορίες σε αυτή την οργάνωση, το 23,5% ήταν εργάτες, το 8,9% υπάλληλοι, το 12,2% φοιτητές, το 5,8% εργαζόμενοι στις υπηρεσίες, το 3,9% εκπαιδευτικοί, το 2,9% άνεργοι και μόνο το 3,8% επαγγελματίες.

7. Ποια είναι η εντύπωση που έχετε, ειδικά υπό το πρίσμα της προσωπικής του ιστορίας, να βλέπετε ανθρώπους όπως ο Marco Barbone (ο εκτελεστής του Walter Tobagi, εκδ.) – και όπως αυτού και πολλών άλλων – που χάρη στον νόμο για τη μετάνοια έχουν αποκατασταθεί κοινωνικά χωρίς να εκτίσουν στην πραγματικότητα οποιαδήποτε ποινή;

Πάντα έκρινα αρνητικά την επιλογή της δικαστικής συνεργασίας, η οποία εξευγενίστηκε με το όνομα της «μετάνοιας» από τους δικαστές και τα μέσα μαζικής ενημέρωσης. Όχι μόνο εξ αιτίας ενός ηθικού προβλήματος, ως ρήξη των ανθρώπινων και συναισθηματικών δεσμών, πριν από τα οργανωτικά, και έκφραση της «κανιβαλιστικής» λογικής του mors tua vita mea, ο θάνατος σου η ζωή μου. Αλλά και επειδή η επιλογή αυτή, η οποία εξερράγη στις αρχές της δεκαετίας του ’80, ανταποκρίνονταν σε μια λογική που ήταν ακόμα και παράδοξα «στρατιωτική» και απλώς κατασταλτική, με αποτέλεσμα να αναβάλει την αντίθετη της, εκείνη που επέλεγε να συνεχίσουν οι μαχητές να κρατούν τα όπλα ακόμη και παρά την προφανή ήττα. Και ενώ θα ήταν ένα είδος «πολιτικής λύσης» ο δρόμος που θα μπορούσε να σταματήσει για πάντα και ολοκληρωτικά τα όπλα. Τα πιο διαυγή στελέχη της τότε κριτικής αριστεράς, όπως η Rossana Rossanda, το κατάλαβαν τέλεια, η οποία έγραψε: «Οι πιο ευάλωτοι υποστηρικτές παρέμειναν στην οπτική του »πολέμου», μετακομίζοντας προς την άλλη πλευρά, ως ενεργοί μετανοούμενοι, συνεργάτες της αστυνομίας, ως τέτοιοι βοήθησαν στην ανακάλυψη γιαφκών και διοικήσεων, οδήγησαν επίσης σε απαράδεκτες επιχειρήσεις όπως αυτές της οδού Fracchia. Αλλά αυτή η μετάβασή τους στη προδοσία, στην καταγγελία, θα είχε αντιθέτως ανασυγκροτήσει τις μαχόμενες οργανώσεις (…) αν αυτές δεν είχαν πλέον αποδυναμωθεί από την πολιτική κρίση του σχεδίου τους ».
Ή μορφές υψηλού ηθικού και πνευματικού προφίλ, όπως ο πατέρας David Turoldo: «Τι να πούμε για ένα κράτος που βασίζει την ασφάλειά του στην καταγγελία και την προδοσία και δεν λαμβάνει επαρκώς υπόψη τον διαχωρισμό, ο οποίος αντιθέτως σημαίνει ακριβώς νέα συνείδηση και συνεργασία για» κατανόηση «; Στην πραγματικότητα, ο μετανιωμένος δεν λέει γιατί το έκανε, λέει μόνο ποιος ήταν εκεί. Αντίθετα, ο διαχωρισμένος δεν λέει ποιος ήταν εκεί, αλλά λέει γιατί το έκανε. Και αυτό είναι ακόμη σημαντικότερο για ένα κράτος που σέβεται τον εαυτό του. Φυσικά αν θέλει να «καταλάβει» και να επωφεληθεί από αυτό, και ίσως να αλλάξει ».

Αυτό είναι το σημείο: τότε το κράτος, και ακόμη αργότερα, απλώς ήθελε να κερδίσει, θάβοντας μερικές χιλιάδες ανθρώπους στη φυλακή. Δεν τον ενδιέφερε να πείσει, ως εκ τούτου «να καταλάβει» τα γιατί και να επεξεργαστεί πραγματικά και να ξεπεράσει εκείνη την πληγή. Για το λόγο αυτό, αν και σε μικρότερη κλίμακα, τις επόμενες δεκαετίες, έγιναν νέες προσπάθειες για την οργάνωση του ένοπλου αγώνα. Όλες οι πληγές που δεν γιατρεύτηκαν προορίζονται να μολυνθούν.

Φυσικά, και εδώ, όπως και σε όλες τις «κατηγορίες» μεταξύ των λεγόμενων «μετανιωμένων», μπορεί να υπήρχαν άνθρωποι με καλή την πίστη, που συνεργάστηκαν με την αγνή πρόθεση να περιορίσουν τους νεκρούς, και άλλοι αντιθέτως που ευνόησαν μόνο τη δική τους άνεση και ατιμωρησία, όπως ο Ρομπέρτο Σάνταλο, Roberto Sandalο ο οποίος συνέχισε να δρα μέχρι σήμερα με παράνομο τρόπο, με έναν ρόλο προβοκάτσιας στην πιθανή υπηρεσία κάποιου υπόκοσμου της αστυνομίας ή μυστικής υπηρεσίας.
Άλλοι, όπως ο Barbone ή ο ίδιος ο Donat Cattin, παρά την ατιμωρησία που εξασφάλισαν, έλαβαν αντ ‘αυτού από τη ζωή ένα περιπαικτικό και οδυνηρό πεπρωμένο.

Ωστόσο, δεν νομίζω ότι η μόνη ποινή και αντιστάθμιση που μπορεί να υπάρξει είναι αυτές της φυλακής. Παρόλο που εγώ εξέτισα την πολύ μεγαλύτερη ποινή απ’ όλους τους συντρόφους μου της PL, παρά το ότι ευθύνονταν και καταδικάστηκαν για τα ίδια αδικήματα, δεν έχω καμία δυσαρέσκεια προς κανέναν, συμπεριλαμβανομένων των «pentiti, μετανιωμένων». Είχα την εμπειρία και την ευκαιρία να καταλάβω ότι η φυλακή δεν είναι φάρμακο, μάλλον είναι συχνά η ασθένεια και ότι οι άνθρωποι συχνά αλλάζουν και βελτιώνονται όχι χάρη στην κράτηση, αλλά παρά το γεγονός αυτό. Έτσι κι αλλιώς δεν την εύχομαι πραγματικά σε κανέναν.

8. Στην Ιταλία υπάρχει μια συγκεκριμένη περιοχή αμφισβητητών της δεκαετίας του 70, περισσότερο ή λιγότερο επιθετικών,οι οποίοι σήμερα κάθονται άνετα στις έδρες της εξουσίας. Για να αναφέρουμε μόνο λίγους: οι Marco Boato, Luigi Manconi, Paolo Cento και Marco Rizzo είναι και υπήρξαν επί μακρόν βουλευτές, ο Gianfranco Miccichè είναι επί του παρόντος υφυπουργός, ο Paolo Liguori, ο Giampiero Mughini και ο Toni Capuozzo υψηλόβαθμα στελέχη της Mediaset, για να μην μιλήσουμε για τον Adriano Sofri, ο οποίος από εκλεπτυσμένος πολιτικός επιστήμονας πέρασε στο σημείο να κατηγορείται ως αποστολέας δολοφονίας. Και αυτά τα ονόματα είναι μόνο μέρος του χώρου της Lotta Continua. Είναι πιθανό να υπάρχει ένα λόμπι, ίσως βασισμένο στον εκβιασμό, που ενώνει αυτούς τους ανθρώπους ακόμα και σήμερα;

Αυτοί οι άνθρωποι, όσο γνωστοί και αντιπροσωπευτικοί κι αν είναι, είναι ένα απειροελάχιστο μέρος των κινημάτων της εποχής. Δεν πιστεύω ότι είναι ένα λόμπι, παρόλο που πολλοί από αυτούς επέλεξαν να αφαιρέσουν αυτό το είδος μνήμης και εμπειρίας από το νου τους και να αρνούνται την εγγύτητα και συνάφεια. Άλλοι, όπως ο Luigi Manconi, το έχουν διερευνήσει, ακόμη και αυτοκριτικά, μέσω βιβλίων και μαρτυριών. Φυσικά, εμείς οι μαχητές τώρα είμαστε και μας παρουσιάζουν ως παιδιά κανενός, όταν αντιθέτως PL γεννιέται ουσιαστικά στα γραφεία της LC και οι BR σε εκείνα του PCI, για να χωρίσουν αμέσως οι δρόμοι τους στη συνέχεια .  Ή μάλιστα οι χθεσινοί εξτρεμιστές να ισχυρίζονται ότι μια λειτουργία συγκράτησης της μιλιταριστικής τάσης να οφείλεται σε αυτούς την στιγμή που αυτή ήταν έργο δικό μας. Εδώ μου φαίνεται πιο ειλικρινής για μένα η λογική του Erri De Luca, επίσης της Lotta Continua: «Ο ένοπλος αγώνας, σε σύγκριση με αυτόν που κάναμε εμείς, ήταν διαφορετικός μόνο επειδή οι άλλοι έκαναν εκείνη τη δραστηριότητα μόνη μορφή πολιτικής έκφρασης. Για εμάς εκείνο ήταν απλά ένα καταραμένο αξεσουάρ του μεγάλου δημόσιου πολιτικού αγώνα ». Και η ανάμνηση του για τα όπλα που βρίσκονταν στην κατοχή της Lotta Continua: «Απ’ ότι ξέρω εκείνοι που τα είχαν τα πέρασαν στις μαχόμενες ομάδες. Εάν κλείσεις μια εφημερίδα την τυπογραφία την περνάς σε εκείνους που θέλουν να φτιάξουν μιαν άλλη. Τα όπλα τα περνάς σε εκείνους που θέλουν να πυροβολούν.».

https://www.micciacorta.it/2015/09/le-interviste-del-buon-caffe-sergio-segio/

ιστορία, storia

“Ήμασταν αντάρτες, όχι τρομοκράτες»: συνέντευξη στον Sergio Segio

Μια συνέντευξη του »Ελεύθερου Προμηθέα», “Prometeo Libero” στον Segio, μια ευκαιρία να εμβαθύνουμε μια εποχή της ιστορίας μας από μια οπτική που δεν δημοσιεύεται πλατιά, συχνά γνωστή με επιφανειακό τρόπο και όχι από τη φωνή των πρωταγωνιστών της

 

Είναι ένας άνδρας που ξεχωρίζει, έχει κάτι παραπάνω από εξήντα χρόνια και ασχολείται με τα ανθρώπινα δικαιώματα και τις κοινωνικές ανισότητες. Αν ένα 15χρονο αγόρι τον ακούσει να μιλάει, θα πίστευε ότι ο Sergio Segio είναι μακροχρόνιος πανεπιστημιακός καθηγητής. Δεν θα μπορούσε ποτέ να φανταστεί ότι ο Segio πέρασε το μεγαλύτερο μέρος της ζωής του στη φυλακή και ήταν ο στρατιωτικός διοικητής μιας ακρο αριστερής ένοπλης οργάνωσης: Prima Linea. Μια ομάδα πρωταγωνίστρια στα « χρόνια του Μολυβιού» της βίας και των ανθρωποκτονιών εναντίον πανεπιστημιακών καθηγητών, δικαστών και αστυνομικών. Μετά από περισσότερα από 20 χρόνια φυλάκισης, ο Segio είναι ελεύθερος από το 2004 και εκτός από την εθελοντική εργασία έχει συνεργαστεί με διάφορες εθνικές εφημερίδες και εδώ και κάποιο χρόνο διευθύνει το περιοδικό Global Rights. Αυτή η συνέντευξη – την οποία μας παραχώρησε ευγενικά ο Σέτζιο και η οποία έλαβε χώρα έμμεσα, με την υποβολή γραπτών ερωτήσεων και τη γραπτή παρουσίαση των απαντήσεων – δεν γεννήθηκε ως απολογία για τον ένοπλο αγώνα ή ως αποκατάσταση της εικόνας ενός αμφιλεγόμενου προσώπου. Αλλά ως πρόσχημα για να εμβαθύνει μια εποχή της ιστορίας μας από μια άποψη που δεν κυκλοφορεί συχνά, συχνά γνωστή επιφανειακά και όχι από τη φωνή των πρωταγωνιστών της.

 

unnamed
Ο Sergio Segio απεικονίζεται από τον Livio Patriarca για το Prometeo Libero

 

Segio, η τρομοκρατική ομάδα που ιδρύσατε, η Prima Linea, σε έξι χρόνια (1976-1983) πραγματοποίησε 23 φόνους. Μεταξύ των διαφόρων αιτιών για τύψεις, ποια είναι τα πράγματα που σας έκαναν να μετανιώσετε περισσότερο;

“Στην εισαγωγή, μου φαίνεται αναγκαίο να επισημάνω ότι η Prima Linea ήταν αριστερή οργάνωση μάχης. Η τρομοκρατία είναι ιστορικά, αλλά και «τεχνικά», ένα άλλο πράγμα. Στην ιταλική περίπτωση, τρομοκρατικές ήταν οι πολυάριθμες, ατιμώρητες, σφαγές που έχουν εκτρέψει την ιστορία της χώρας. Καταλαβαίνω ότι έχει εισέλθει στην κοινή γλώσσα, αλλά αυτό δεν είναι μόνο μια απλούστευση: είναι μια πραγματική σημασιολογική απάτη. Και κοιτάξτε πως δεν το λέω εγώ: στη συνέχεια, το αναγνώρισε ένας από τους κυριότερους και πιο αποφασισμένους αντιπάλους που είχαμε εκείνα τα χρόνια, ο Francesco Cossiga, τότε υπουργός Εσωτερικών και αργότερα τον Αρχηγός του Κράτους. Στα τέλη της δεκαετίας του ’90, δήλωσε «Είμαστε υπεύθυνοι για τη χειραγώγηση της γλώσσας: όταν συνειδητοποιήσαμε ότι οι ανατρεπτικοί είχαν πέραση, επηρέαζαν τους εργάτες θετικά, αρχίσαμε να τους αποκαλούμε εγκληματίες». Και πάλι: «Ξαναδιαβάζοντας τους τώρα, με δεδομένο ότι υπήρξαν έξι με επτά χιλιάδες άνθρωποι που κατέληξαν στη φυλακή για μικρότερες ή μεγαλύτερες περιόδους, πρέπει να θυμόμαστε ότι ο Μόρο είχε δίκιο: αντιμετωπίζαμε, βρισκόμασταν μπροστά σε μια μεγάλη έκρηξη ανατρεπτική, μπροστά σε μια μεγάλη εξέγερση. Όχι τρομοκρατίας. Η τρομοκρατία έχει μιαν αναρχική μήτρα που επικεντρώνεται στην αξία επίδειξης μιας επίθεσης ή μιας σφαγής. Η αριστερή εξέγερση δεν έκανε ποτέ σφαγές. Ήμασταν αντιμέτωποι με μια κατάσταση ανατρεπτική, με μιαν εξέγερση. Σε ένα πολιτικό φαινόμενο. Σε ένα κεφάλαιο της πολιτικής ιστορίας της Χώρας».

Όσον αφορά την ουσία του ερωτήματος, είναι πάντοτε δύσκολο, ειδικά για μένα, να μεταφράσω την περίοδο εκείνη σε λογιστική καταγραφή των θυμάτων, η οποία είναι πιθανόν να καταστεί στείρα. Όμως, μιας και με ρωτάτε, μου φαίνεται απαραίτητο να εξηγήσω ότι οι δραματικοί αριθμοί εκείνων των ετών, καθώς και ολόκληρης της υπόλοιπης ιστορικής περιόδου, πρέπει να ενθυμούνται και να αναλύονται με μια πληρότητα των πληροφοριών, η οποία δεν πρέπει να είναι απούσα όπως αντιθέτως συχνά συμβαίνει. 128 άνθρωποι σκοτώθηκαν από τις αριστερές ένοπλες οργανώσεις, εκ των οποίων 74 από τις BR (58%), 20 από την PL (15,6%), οι υπόλοιποι 34 από 19 διαφορετικά ακρωνύμια. Εάν στα θύματα που αποδίδονται άμεσα στην Πρώτη Γραμμή προστεθούν αυτά των ομάδων που συνδέονται με αυτήν, φθάνουμε όντως συνολικά στα 23. Από αυτούς τους θανάτους, 11 δεν είναι προμελετημένοι, δηλαδή συνέβησαν ατυχώς κατά κύριο λόγο στη διάρκεια ανταλλαγής πυροβολισμών με τις δυνάμεις επιβολής του νόμου, συγκρούσεις στη διάρκεια των οποίων σκοτώθηκαν και 5 μαχητές. Συνολικά οι μαχητές των διαφόρων ένοπλων οργανώσεων που σκοτώθηκαν από τις δυνάμεις της τάξης υπήρξαν 36. Ίσως οι τυχαίοι θάνατοι είναι αυτοί που βαραίνουν και στοιχίζουν περισσότερο, λόγω της τρομερής, αλλά όχι λιγότερο υπεύθυνης, τυχαιότητας. Γι αυτό σήμερα είμαι βαθιά πεπεισμένος για τα λόγια του ποιητή John Donne: «Ο θάνατος οποιουδήποτε ανθρώπου με μειώνει, επειδή εγώ είμαι μέρος της ανθρωπότητας». Οποιουδήποτε ανθρώπου, ανεξάρτητα από το επάγγελμά του, την ιδεολογία, την κοινωνική κατάσταση. Ο κόσμος στον οποίο ζούμε και το σύστημα που τον κυβερνά καθημερινά μας θέτουν μπροστά, αντιθέτως, με μια συνεχή σφαγή που αγανακτεί λίγους και για την οποία κανείς δεν αισθάνεται υπεύθυνος. Μόνο ένα παράδειγμα φθάνει, από τa πολλά πιθανά: από το 2000 μέχρι σήμερα είναι τουλάχιστον 60.000 οι άνδρες, οι γυναίκες και παιδιά που πέθαναν, ως επί το πλείστον πνίγηκαν στη Μεσόγειο, σε μια προσπάθεια να ξεφύγουν από τον πόλεμο, την πείνα και τις διώξεις. Κανείς δεν αισθάνεται υπεύθυνος, ούτε καν κατηγορείται ούτε διώκεται για αυτόν τον πραγματικό πόλεμο, κι όμως αυτός προκαλείται σε μεγάλο βαθμό από πολιτικές και οικονομικές επιλογές που λαμβάνονται από κυβερνήσεις και μεμονωμένους ανθρώπους και όχι από θεία θέληση.

Αλλά για να παραμείνουμε στη δεκαετία του Εβδομήντα, ίσως θα ήταν απαραίτητο να συνοδεύσουμε τον αριθμό που αναφέρατε, με άλλους που κανείς δεν αναφέρει ποτέ. Για παράδειγμα, εκείνους που λένε ότι το 95% των επιθέσεων και των πράξεων πολιτικής βίας από το 1969 έως το 1973 ήταν έργο της φασιστικής δεξιάς, καθώς και το 85% το 1974 και το 78% το 1975. Ή ότι ο μεγαλύτερος αριθμός θυμάτων ήταν αποτέλεσμα των σφαγών, των οποίων η ευθύνη είναι ιστορικά αλλά και δικαστικά επιβεβαιωμένη πως ανήκε στις φασιστικές οργανώσεις που καλύπτονταν και υποστηρίζονταν από κρατικούς μηχανισμούς. Από το 1969 έως το 1984, η Ιταλία αιματοκυλίστηκε από οκτώ σφαγές που είχαν ως αποτέλεσμα 149 θανάτους, 688 τραυματίες. Ή, ακόμη, κανείς δεν θυμάται ούτε καν αγανακτεί με το γεγονός ότι υπήρξαν αρκετές εκατοντάδες θύματα από τις δυνάμεις επιβολής της τάξης, σε μεγάλο βαθμό επρόκειτο για ανυπεράσπιστους διαδηλωτές, εργάτες σε απεργία, φοιτητές σε αγώνα, απλούς περαστικούς. Για παράδειγμα, ο Νόμος Reale για τη δημόσια τάξη του 1975, επικεφαλής ολόκληρης της νομοθεσίας έκτακτης ανάγκης, που αύξησε τους όρους της προληπτικής κράτησης, επέτρεπε στην αστυνομία να κρατεί για 96 ώρες χωρίς την επικύρωση από δικαστή και επέτρεπε τη χρήση πυροβόλων όπλων από τις δυνάμεις της τάξης, όχι μόνο με την παρουσία βίας ή αντίστασης, αυτός ο νόμος είχε ως αποτέλεσμα τουλάχιστον 254 νεκρούς και 371 τραυματίες: συχνά απλούς περαστικούς και πολίτες χτυπημένους κατά τη διάρκεια αστυνομικών ελέγχων ή σε σημεία ελέγχου.

Μόνο κατά το δεύτερο ήμισυ της δεκαετίας του εβδομήντα ξεκινά σταδιακά μια οργανωμένη βία εκ μέρους των αριστερών ομάδων. Φυσικά αυτό δεν δικαιολογεί τίποτα ή κανέναν: η άσκηση βίας, και ακόμη περισσότερο αν είναι ανεπανόρθωτη, όπως η αφαίρεση της ζωής ενός άλλου ανθρώπου, είναι επίσης μια υποκειμενική επιλογή, η οποία συνεπώς συνεπάγεται ευθύνη. Ωστόσο, η Ιστορία έχει έναν διαδικαστικό χαρακτήρα και δυναμικές αλληλεπίδρασης: εάν διαγράψετε το πριν, θα έχετε ένα μετά δυσνόητο και αντικειμενικά παραποιημένο.

Μιλώντας για αυτά τα επώδυνα γεγονότα σε απόσταση σαράντα ετών έχει νόημα μόνο αν η πρόθεση είναι ακριβώς να προσπαθήσουμε να κατανοήσουμε, να ξανακτίσουμε με ειλικρίνεια και πληρότητα, με τιμιότητα, όχι μόνο να στιγματίζουμε, και επί πλέον σε μονή κατεύθυνση, όπως αντιθέτως γίνεται επί το πλείστον.”

Ποιες ιδεολογικές μάχες, που διεξήχθησαν στη δεκαετία του ’70, εξακολουθείτε να διεκδικείτε ακόμη και σήμερα Sergio Segio, στις αρχές του 2018;

“Εγώ και οι περισσότεροι από τους συντρόφους μου της εποχής δεν γεννηθήκαμε με τα πιστόλια στο χέρι, ούτε με προσωπική τάση να ασκούμε βία. Αν μη τι άλλο, το αντίθετο, δεδομένου ότι ως νεαρός φοιτητής μου συνέβη πολλές φορές, όπως σε χιλιάδες άλλους, να με σταματήσουν κατά τη διάρκεια διαδηλώσεων, να με οδηγήσουν στο στρατόπεδο ή στο αστυνομικό τμήμα και να πέσω θύμα ξυλοδαρμών και βιαιοτήτων. Μεγαλώσαμε μέσα στους πολιτικούς και κοινωνικούς αγώνες της εποχής. Στα εργοστάσια, στα σχολεία, στα γραφεία, στις γειτονιές. Στους αγώνες για το σπίτι, για τη βελτίωση της εργατικής κατάστασης, που ήταν υποδουλωμένη στη γραμμή συναρμολόγησης, ή για να εναντιωθούμε σε ένα σχολείο που θεωρείτο ταξικό, λειτουργικό για να διαιωνίζει την κοινωνική διαίρεση. Στους αγώνες ενάντια στον αναζωπυρωμένο φασισμό και τον αυταρχισμό της κρατικής μηχανής, που εκείνη την εποχή εμπλέκονταν αρκετές φορές σε προσπάθειες πραξικοπήματος, σε συνωμοσίες για την εγκαθίδρυση στην Ιταλία στρατιωτικής δικτατορίας, όπως είχε συμβεί στην Ελλάδα και όπως ήταν εκείνη την εποχή στην Ισπανία και τη Πορτογαλία.

Και εδώ, αν η προσπάθεια είναι εκείνη να κατανοήσουμε, πρέπει να θυμόμαστε ότι ακόμη στην ιταλική δεκαετία του ’60 και του ’70, 62 από τους 64 νομάρχες πρώτης τάξης προέρχονταν από τις τάξεις της διαχείρισης του Κράτους στο καθεστώς του Μουσολίνι όπως επίσης όλοι οι 241 αντινομάρχες, οι 135 κομισάριοι της αστυνομίας και οι 139 αναπληρωτές κομισάριοι. Ή να θυμάστε ότι ο στρατηγός των καραμπινιέρων Giovanni De Lorenzo, ο οποίος κατά τη δεκαετία του ’60 ήταν επικεφαλής της στρατιωτικής μυστικής υπηρεσίας και μετά Αρχηγός του γενικού επιτελείου του Ιταλικού Στρατού, οδηγούσε εκείνα τα χρόνια διαδηλώσεις της λεγόμενης «σιωπηλής πλειοψηφίας», που αποτελείτο κυρίως από μοναρχικούς και φασίστες, όπου φώναζαν: «Άγκυρα, Αθήνα, τώρα έρχεται η Ρώμη», ή «Αρκετά με τους οίκους ανοχής, θέλουμε τους συνταγματάρχες». Ή να πάμε να ξαναδιαβάσουμε τις εκτιμήσεις του Giovanni Pellegrino, ο οποίος για πολλά χρόνια προήδρευσε μια κοινοβουλευτική εξεταστική Επιτροπή για την τρομοκρατία και τις σφαγές στην Ιταλία: «Κατά την περίοδο του 68 -74 τομείς του πολιτικού κόσμου, θεσμικοί μηχανισμοί, ομάδες και κινήματα της ριζοσπαστικής δεξιάς επεξεργάστηκαν και έθεσαν σε εφαρμογή μια στρατηγική έντασης (…) · σε αυτή τη στρατηγική αποδόθηκαν απόπειρες πραξικοπήματος (…) τρεις μεγάλες σφαγές ατιμώρητες κατά την περίοδο 69-74 (…) · οι υπηρεσίες πληροφοριών και ασφάλειας, ακόμα και μετά το 1974, υπήρξαν δράστες δραστηριοτήτων οδήγησης προς εσφαλμένη κατεύθυνση και κάλυψης όσον αφορά στοιχεία της ριζοσπαστικής δεξιάς που προσδιορίστηκαν ως πιθανοί δράστες γεγονότων σφαγής».

Πριν να γίνουν οργανωμένη και ένοπλη βία, τέλος πάντων, οι αγώνες μου και οι αγώνες μας υπήρξαν αγώνες για κοινωνική δικαιοσύνη, για τα δικαιώματα των εργαζομένων, για πραγματική δημοκρατία, ενάντια σε μια αυταρχική και καταπιεστική κοινωνία και ενάντια στους κινδύνους στρατιωτικού πραξικοπήματος και φασιστικού. Αξίες και πρακτικές που δεν είχαν μόνο ιδεολογικό περιεχόμενο, αλλά αν μη τι άλλο ιδανικών και κοινωνικό και ακόμη και σήμερα, υπό συνθήκες και χρόνους που έχουν αλλάξει, αισθάνομαι σαν δικές μου.

Εκ των υστέρων, η εκτίμηση είναι ότι η στρατηγική της έντασης και οι σφαγές που πραγματοποιήθηκαν από Κρατικούς τομείς εργάστηκαν, εκτροχιάζοντας ένα μέρος των μεγάλων κινημάτων εκείνων των ετών (εγώ ήμουν μέλος της εξωκοινοβουλευτικής ομάδας της Lotta Continua) κατά μήκος της ολισθηρής πλαγιάς των όπλων. Μια στρατηγική που αποσκοπούσε στην αποσταθεροποίηση για την αποσταθεροποίηση και, πάνω απ ‘όλα, να νικήσει το ισχυρό εργατικό κίνημα εκείνων των αρχών της δεκαετίας του ’70, το οποίο αμφισβήτησε όχι μόνο την εκμετάλλευση στο εργοστάσιο, αλλά και το ίδιο το σύστημα της εξουσίας. Για να καταλάβουμε το κλίμα της εποχής, το οποίο εμείς αντιλαμβανόμασταν ως προ-επαναστατικό, πρέπει να θυμόμαστε, για παράδειγμα, την κατάληψη της FIAT το 1973.  Ή το κίνημα του ’77, του οποίου πιο άμεσα ήταν μέρος η Prima Linea, όταν δεκάδες χιλιάδες άνθρωποι εξέφραζαν έναν ριζοσπαστικό ανταγωνισμό και γενικευμένη διαθεσιμότητα για αντιπαράθεση, για σύγκρουση, σε μαζικές διαδηλώσεις συχνά οπλισμένες.

Πολλοί, ειδικά σήμερα, θα μπορούσαν να σκεφτούν ότι βλέπαμε τις πυγολαμπίδες για φανάρια, ότι η παρόρμηση για επανάσταση ήταν απλώς τρέλα μας, λαχτάρα, παραφροσύνη. Αλλά θα ήταν αρκετό να διαβάσετε αυτό που γράφτηκε από μια πηγή σίγουρα μη ύποπτη για συμπάθεια προς τον εξτρεμισμό, όπως ο πρώην πρεσβευτής Sergio Romano, όταν σχετικά με τις ΗΠΑ, μίλησε ρητά για μια κατάσταση προ-επαναστατική : «Μεταξύ του δεύτερου μισού της δεκαετίας του 60 και της αρχής της δεκαετία του ’70 η Αμερική βρίσκονταν από πολλές απόψεις σε μια προ-επαναστατική κατάσταση. Ο πόλεμος του Βιετνάμ είχε προκαλέσει πολυάριθμες εξεγέρσεις της νεολαίας. Οι πανεπιστημιουπόλεις είχαν γίνει φυτώρια διαμαρτυρίας και εξέγερσης. Η Ουάσινγκτον διασχίζονταν από πορείες διαδηλωτών. Η αμερικανική σημαία και οι κάρτες κλήσης στα όπλα καίγονταν στον δημόσιο χώρο, σε κοινή θέα. Τα μαύρα γκέτο των μεγάλων πόλεων ήταν το σκηνικό εξεγέρσεων και λεηλασιών. Οι τρομοκρατικές επιθέσεις και οι βίαιες διαδηλώσεις ήταν στην ημερήσια διάταξη «. Επίσης, τα ίδια «συστατικά» ήταν παρόντα εκείνα τα χρόνια στην Ιταλία, εμπλέκοντας και πείθοντας δεκάδες χιλιάδες νέους. Ένας τεράστιος χώρος τον οποίον το επόμενο πέρασμα στον ένοπλο αγώνα δεν αποστράγγισε, εάν είναι αληθινοί οι αριθμοί που υποδεικνύει η αμερικανική CIA σε ένα έγγραφο του απριλίου 1982, στον οποίο οι συμπαθούντες του ένοπλου αγώνα στην Ιταλία υπολογίζονταν σε ένα εκατομμύριο, με μια δεξαμενή υποστήριξης και πιθανής στρατολόγησης που υπολογίζονταν στο 2% των εργατών σε εθνική βάση και μεταξύ των δέκα χιλιάδων στρατευμένων στο κίνημα της εργατικής Αυτονομίας.

Το λάθος της αξιολόγησής μας, αν μη τι άλλο, ήταν ότι παρερμηνεύσαμε θεωρώντας ένα ηλιοβασίλεμα για την αυγή, δηλαδή δεν κατανοήσαμε επαρκώς τον εξελισσόμενο μετασχηματισμό των καιρών, τη μετάβαση από τον φορντισμό στον μεταφορντισμό, και επομένως την ήττα της προηγούμενης ταξικής σύνθεσης , η οποία έγινε εμφανής σε όλους μόνο το 1980, με τη συμβολική πορεία των «σαράντα χιλιάδων» στη FIAT και το τέλος ενός ιστορικού κύκλου. Ένα σοβαρό λάθος, το οποίο προκάλεσε σοβαρές συνέπειες. Όμως, πρέπει να ειπωθεί, δεν ήταν μόνο δικό μας, αλλά αφορούσε ολόκληρη την αριστερά αυτής της χώρας, συμπεριλαμβανομένης της κοινοβουλευτικής, σε όλες τις συνιστώσες και τις πτυχές, τις όψεις της.”

Μείνατε στη φυλακή για 24 χρόνια και για άλλα τόσα ασχοληθήκατε με την υπεράσπιση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Η πορεία αποκατάστασης σε εσάς φαίνεται να έχει δουλέψει. Αλλά δεν φαίνεται να λειτουργεί πάντοτε, αντιθέτως. Γιατί;

“Το λέω πολύ απλά αλλά με πεποίθηση, σιγουριά και σαφήνεια: διότι παρά το ότι εγώ και όσοι έχουν ζήσει τη δική μου εμπειρία έχουμε διαπράξει αδικήματα, ακόμη και πολύ σοβαρά, δεν ήμασταν παρακινημένοι από εγκληματική ενέργεια, διάθεση. Μάλλον, όπως έχω προσπαθήσει να εξηγήσω εδώ, από μια ώθηση – ή αν προτιμάτε μια επαναστατική ψευδαίσθηση -. Με τον τερματισμό αυτής η επανένταξη στην κοινωνία και στους κανόνες της ήταν ένα φυσικό γεγονός. Η φυλακή, και ειδικά η βίαιη με τις ειδικές ενότητες στις οποίες είχαμε εγκλειστεί επί μακρόν, έχει κάπως επιβραδύνει και μερικές φορές παρεμποδίσει αυτό το μονοπάτι. Η αποκατάσταση, αν αυτός είναι ο κατάλληλος όρος, συνέβη συχνά παρά τη φυλάκιση, όχι εξ αιτίας αυτής.

Σήμερα η φυλακή είναι γεμάτη από πολύ διαφορετικές φιγούρες, κυρίως ανθρώπους με προβλήματα ναρκωτικών, ξένους, άρρωστους. Θυμάμαι τα λόγια ενός δικαστή που, όταν κλήθηκε σε κορυφαίες θέσεις της σωφρονιστικής διοίκησης, πριν καιρό είπε: «Έφθασα νομίζοντας πως θα βρω την φυλακή γεμάτη εγκληματίες, ανακάλυψα πως είναι γεμάτη από φτωχούς».

Εδώ και καιρό, με το τέλος της προωθητικής ώθησης της μεταρρύθμισης Gozzini και της πολιτικής κουλτούρας που στέκονταν πίσω από αυτή και την είχαν καταστήσει δυνατή, η φυλακή φαίνεται να έχει εγκαταλείψει όλες τις φιλοδοξίες επανένταξης και τους σκοπούς αυτής, περιοριζόμενη να περιέχει αυξανόμενους αριθμούς αποκλεισμένων ατόμων, να ασκεί υποκατάστατα καθήκοντα και λειτουργίες σε σχέση με την απουσία κοινωνικών πολιτικών έξω από αυτήν αφενός, και αφετέρου, να σηματοδοθείται ως μια πραγματική κοινωνική εκδίκηση, ως απάντηση στην οργή που είναι διαδεδομένη στην κοινωνία όχι μόνο προς εκείνους που εγκληματούν αλλά προς τους αποκλεισμένους και τους φτωχούς γενικότερα.”

Πρέπει το 4bis να καταργηθεί ή έχει κάποιο λόγο να υπάρχει;

“Το 4bis είναι η νομική τυποποίηση της απόρριψης των επανενταξιακών λειτουργιών που αποδίδει το Σύνταγμα στην ποινή εγκλεισμού σε σχέση με ορισμένες κατηγορίες αδικημάτων και συνεπώς κρατουμένων. Επομένως, θα πρέπει να καταργηθεί, όπως και το 41bis και η ισόβια ποινή που λέγεται πως αποτελεί εμπόδιο, που συνιστούν τίποτα άλλο παρά μια νομιμοποιημένη μορφή βασανιστηρίων. Και οι δύο κανόνες είναι αποτέλεσμα της ίδιας λογικής έκτακτης ανάγκης που διέκρινε τη δικαστική και σωφρονιστική απάντηση στα ένοπλα φαινόμενα της δεκαετίας του ’70. Τότε υπήρξε η αδιάκριτη και εκτεταμένη χρήση των αδικημάτων που αναφέρονταν σε ενώσεις-οργανώσεις, της «ηθικής συνέργειας, συνενοχής», η δίχως φραγμούς χρήση των αποκαλούμενων μετανιωμένων, τα βασανιστήρια των συλληφθέντων, οι ειδικές φυλακές και το άρθρο 90. Σήμερα οι κανόνες έκτακτης ανάγκης έχουν ονόματα και στόχους διαφορετικούς, αλλά είναι ίδιο το τραύμα που παράγουν στο κράτος δικαίου και τη συνολική σκλήρυνση του σωφρονιστικού συστήματος.”

Σε ένα πρόσφατο συνέδριο αναφέρατε μια παλιά έρευνα της Rai για τις φυλακές, στην οποία ο απεσταλμένος – παρατηρώντας το εσωτερικό των φυλακών – δεν διαπίστωνε μεγάλο αριθμό εγκληματιών αλλά μεγάλο αριθμό φτωχών ανθρώπων. Από ποια ξένα συστήματα φυλακών μπορεί να εμπνευστεί η Ιταλία για να αποτρέψει οι φυλακές να παραμείνουν κοινωνικές χωματερές;

“Ναι, ο υπεύθυνος αυτής της έρευνας, αφού επισκέφθηκε μεγάλο αριθμό φυλακών, είχε καταλήξει στο ίδιο συμπέρασμα με εκείνο τον δικαστή που ανέφερα προηγουμένως. Ισχυρίστηκε ότι ο κρατούμενος πληθυσμός έμοιαζε με μια «αυλή των θαυμάτων», ότι τα πρόσωπα που συναντιόνταν εκεί «είναι τα ίδια με εκείνα των αθλίων του Βίκτωρα Ουγκό, των θαμμένων ζωντανών του Ντοστογιέφσκι». Ένας πληθυσμός που αποτελείτο από άτομα με χαμηλή εκπαίδευση, χωρίς εργασία, κυρίως από νότια προέλευση. Μια φωτογραφία που τραβήχτηκε πριν από περίπου μισό αιώνα, αλλά εξαιρετικά, και ανησυχητικά, παρόμοια με την τρέχουσα. Σήμερα πρέπει να προστεθούν οι αλλοδαποί, οι οποίοι έφτασαν το 34% των κρατουμένων, αλλά ο κύριος λόγος για τον οποίο καταλήγουν στη φυλακή παραμένουν τα αδικήματα κατά της περιουσίας και η επικρατούσα κοινωνικοοικονομική σύνθεση παραμένει εκείνη της περιθωριοποίησης, του αποκλεισμού.

Υπάρχουν χώρες των οποίων τα σωφρονιστικά συστήματα έχουν κάνει και κέρδισαν μεταρρυθμιστικά στοιχήματα, όπως η Ισλανδία. Αλλά επίσης και μερικές μεγαλύτερες χώρες, ίσως με αντιφάσεις, έχουν πολιτικές μεγαλύτερης ανοικτότητας και μεγαλύτερης προσοχής στα δικαιώματα των φυλακισμένων, νομίζω, για παράδειγμα, εκείνο που έχει να κάνει με την τρυφερότητα, τις προσωπικές σχέσεις ή την κατάργηση της αέναης τιμωρίας.

Μπορεί κάποιος να αντιτάξει ότι η Ιταλία έχει ποινικές ιδιαιτερότητες, όπως αυτές των μαφιών. Νομίζω όμως ότι αυτό είναι ένα αδύναμο και απατηλό επιχείρημα, μια δικαιολογία, διότι, όπως είπε ο Leonardo Sciascia, ο οποίος γνώριζε καλά το φαινόμενο, οι μαφίες μάχονται με το κράτος δικαίου, όχι με τις τρομερές τιμωρίες. Η ισόβια κάθειρξη, όπως η θανατική ποινή, δεν αποτελεί πραγματικό αποτρεπτικό παράγοντα. Η σκληρή φυλακή οδηγεί σε μια βίαιη σπείρα όχι σε μια πραγματική κυβέρνηση των φυλακών.

Πριν από τα μοντέλα που πρέπει να ακολουθηθούν, και υπάρχουν, όμως χρειαζόμαστε μια διαφορετική κουλτούρα της τιμωρίας και της λειτουργίας της. Για να το θέσω όπως ο καρδινάλιος Martini, «πρέπει να προσπαθήσουμε να φανταστούμε και να δοκιμάσουμε εναλλακτικές λύσεις στην τιμωρία, όχι μόνο εναλλακτικές ποινές». Ενώ περιμένουμε τον Godot, δηλαδή μέχρι η πολιτική τάξη (δεξιά, κεντρώα και αριστερή) να βρει αυτό το θάρρος και αυτό το όραμα, θα μπορούσαμε και θα έπρεπε να αρχίσουμε τουλάχιστον να καθιστούμε την ποινή εγκλεισμού ακραία λύση, παρά προτιμώμενη συντόμευση για κάθε είδος αδικήματος και αποκλίσεως, πράγμα που συμβαίνει τώρα.”

Ας μιλήσουμε λίγο για την πολιτική. Εάν ο Sergio Segio ήταν 20 ετών, τι είδους πολιτική δέσμευση θα είχε σήμερα; Θα ψηφίζατε για κάποιο συγκεκριμένο κόμμα;

“Κοιτάξτε, εγώ είχα ένα αριστερό imprinting, αποτύπωμα και συναισθηματική εκπαίδευση αριστερή και παραμένω πεπεισμένος ότι η κοινωνική δικαιοσύνη και η ισότητα είναι αξίες και στόχοι που είναι ουσιώδεις, απαραίτητοι, επιτακτικοί. Ποτέ δεν στρατεύτηκα ούτε ψήφισα κόμματα, αλλά κυρίως σε εξωκοινοβουλευτικά κινήματα και ομάδες. Είχα ενεργές συμπάθειες για το τελευταίο μεγάλο κίνημα που εκφράστηκε στα τέλη της δεκαετίας του ’90 σε ολόκληρο τον κόσμο και το οποίο καταστάλθηκε αιματηρά στη Γένοβα το 2001. Ένα κίνημα εναλλακτικό προς την παγκοσμιοποίηση που έπεται το τέλος του εικοστού αιώνα, το οποίο είχε τη φιλοδοξία να προσπαθήσει να αλλάξει τον κόσμο χωρίς να πάρει την εξουσία και το οποίο είχε σημαντικές και ακόμα τρέχουσες ιδέες γνώσεις και απόψεις. Αν και το κίνημα αυτό έχει διαλυθεί, οι λογικές του και η σοφία του είναι περισσότερο από ποτέ έγκυρες και εμφανείς και οι αναλύσεις του εξακολουθούν να αποτελούν μια δεξαμενή προτάσεων, οι οποίες στις Ηνωμένες Πολιτείες καταφέρνουν να μολύνουν θετικά το πρόγραμμα ενός υποψηφίου προέδρου όπως ο Bernie Sanders και στην Ισπανία εκείνο των Podemos, αλλά γενικότερα δεν κατάφεραν να αλλάξουν την πολιτική και να επηρεάσουν τις μεγάλες παγκόσμιες επιλογές. Αυτό δεν υπονομεύει τη σημασία του γεγονότος ότι οι ομάδες αυτές είχαν δίκιο, τα συνδικάτα αυτά, εκείνα τα τμήματα της κοινωνίας των πολιτών που προειδοποιούσαν τότε για τους κινδύνους της χρηματιστικοποίησης της οικονομίας, για τους κινδύνους που συνδέονται με τη μεταβίβαση εξουσιών και προνομίων από τις κυβερνήσεις και τα κοινοβούλια υπέρ οργανισμών χωρίς δημοκρατική αντιπροσωπευτικότητα όπως το ΔΝΤ, η Παγκόσμια Τράπεζα και ο ΠΟΕ. Που αντιτάχθηκαν πρώτα στον ίδιο τον Παγκόσμιο Οργανισμό Εμπορίου και στη συνέχεια στη στρατιωτική παρέμβαση στο Ιράκ. Που κατήγγειλαν τα ιδιωτικά συμφέροντα των Τζορτζ Μπους, των Ντικ Τσένι και των Ντόναλντ Ράμσφελντ και τη συνενοχή του Τόνι Μπλερ στην εισβολή του Ιράκ, δημιουργώντας ψευδή στοιχεία για να μπορέσουν να το πράξουν, και που προκάλεσαν και θεωρητικοποίησαν έναν «ατελείωτο πόλεμο », του οποίου οι συνέπειες συνεχίζουν σήμερα να καταστρέφουν τη Μέση Ανατολή και να αποσταθεροποιούν ολόκληρες γεωγραφικές περιοχές και έμμεσα την ίδια Ευρώπη, τον κύριο αποδέκτη των ροών μεταναστών που ξεφεύγουν από τους βομβαρδισμούς και τις σφαγές. Μόνο ο πόλεμος στη Συρία, που βρίσκεται σε εξέλιξη από το 2011, έχει μέχρι στιγμής παράξει σχεδόν μισό εκατομμύριο νεκρούς, δύο εκατομμύρια τραυματίες, 12 εκατομμύρια πρόσφυγες. Η νεοαποικιοκρατία, τα στρατηγικά ενεργειακά συμφέροντα και οι δυτικές βιομηχανίες του πολέμου ευθύνονται για τα εκατομμύρια των θανάτων και τις δεκάδες εκατομμύρια προσφύγων που σημάδεψαν την αρχή του νέου αιώνα και συνεχίζουν χωρίς περιορισμούς ή επανεξέταση. Και χωρίς ακόμη περισσότερο εκείνο το παγκόσμιο κίνημα που είχε τη δύναμη και τη σαφήνεια να την καταγγείλει. Σήμερα μόνο η φωνή του Πάπα Φραγκίσκου παραμένει, με κύρος αλλά χωρίς πραγματικές συνέπειες στις πολιτικές επιλογές.

Παραμένω πεπεισμένος ότι, ειδικά σε αυτή την εποχή της παγκοσμιοποίησης και της τεχνοκρατικής διακυβέρνησης, τα κοινοβούλια αποφασίζουν ελάχιστα. Μαζί με την ανάπτυξη της εξουσίας της χρηματοδότησης και των μεγάλων πολυεθνικών ομάδων, οι θεσμοί της νομοθετικής εξουσίας και της ίδιας της δημοκρατίας έχουν αδειάσει. Οι μεγάλες παγκόσμιες αποφάσεις λαμβάνονται στα διοικητικά συμβούλια αυτών των εταιρειών, corporationς και επηρεάζουν τη ζωή μας πολύ περισσότερο από οποιοδήποτε κοινοβούλιο. Επιπλέον, αν πολλές πολυεθνικές και τράπεζες έχουν υψηλότερους προϋπολογισμούς από το ΑΕΠ των Κρατών, δεν είναι δύσκολο να καταλάβουμε ποιος διοικεί στον κόσμο. Το αμερικανικό γιγαντιαίο σούπερ μάρκετ Walmart απασχολεί 2,2 εκατομμύρια ανθρώπους και έχει κύκλο εργασιών άνω των 485 δισεκατομμυρίων δολαρίων, όπως ολόκληρο το ΑΕΠ της Αργεντινής. Ο προϋπολογισμός της τράπεζας BNP-Paribas, σχεδόν 2.000 δισεκατομμύρια ευρώ, είναι ισοδύναμος με το ΑΕΠ της χώρας στην οποία βρίσκεται, έχει έδρα, τη Γαλλία, την έκτη μεγαλύτερη οικονομία, κι όμως η BNP είναι «μόνο» η όγδοη τράπεζα στον κόσμο. Η κεφαλαιοποίηση γιγάντων όπως η Google και η Apple υπερβαίνουν το ΑΕΠ της Σουηδίας, της Πολωνίας ή της Νιγηρίας, που είναι η πολυπληθέστερη χώρα στην Αφρική, με 180 εκατομμύρια κατοίκους. Ολόκληροι τομείς ζωτικής σημασίας για την ανθρωπότητα, όπως εκείνος των τροφίμων και η αγροχημεία είναι στα χέρια και στην εξουσία λίγων εταιρειών. Τα τρία τέταρτα της αγοράς σπόρων ανήκουν μόνο σε δέκα πολυεθνικές εταιρείες, η αμερικανική Monsanto, από μόνη της, έχει πάνω από το ένα τέταρτο της παγκόσμιας αγοράς. Όλα αυτά συμβάλλουν να κενωθούν οι ρόλοι και οι δυνατότητες των πολιτικών κομμάτων, και το βλέπουμε ως συνέπεια του αυξανόμενου λαϊκισμού και της όλο και πιο απειλητικής αύξησης των εθνικισμών.

Σε κάθε περίπτωση, για όσους προέρχονται από την ιστορία μου μετά την λήξη της ποινής φυλάκισης, συνεχίζεται μια άλλη ατελείωτη, ένα είδος κοινωνικής ισόβιας φυλάκισης και λόγου. Μεταξύ των πολιτικών δικαιωμάτων τα οποία στερούμαστε, υπάρχουν και πολιτικά, συνεπώς, ακόμη και αν ήθελα, δεν θα μπορούσα να ψηφίσω ούτε να με ψηφίσουν.

Το μόνο κόμμα στο οποίο έχω εγγραφεί ποτέ και με το οποίο διατηρώ σχέσεις και συμπάθεια είναι το ριζοσπαστικό κόμμα. Πρώτα απ ‘όλα σε αναγνώριση, δεδομένου ότι στη δεκαετία του Εβδομήντα και τη δεκαετία του Ογδόντα οι ριζοσπάστες ήταν από τους λίγους που κατήγγειλαν τα συχνότατα επεισόδια βασανιστηρίων κατά των συλληφθέντων μαχητών και τις συνθήκες κράτησης στις ειδικές φυλακές. Μια ευγνωμοσύνη όχι μόνο γενικά, αλλά και για την υποστήριξη και την εγγύτητα που μου εξέφρασαν με την ευκαιρία μιας μακράς απεργίας πείνας που είχαμε μαζί με την Susanna Ronconi για να διαμαρτυρηθούμε ενάντια σε απόφαση του προέδρου του δικαστηρίου επιτήρησης του Τορίνο. Μια απόφαση που άνοιξε μια σύγκρουση, και νομική, μεταξύ αυτού του δικαστή και της σωφρονιστικής διοίκησης, η οποία είχε κανονίσει και την δική μας πρόσβαση στην εργασία εκτός όπως ήδη είχε συμβεί για όλους τους άλλους πολιτικούς κρατούμενους του τμήματος μας, αλλά την οποία ο δικαστής μας απέρριπτε. Το γεγονός είναι ότι σε κάποια στιγμή η Susanna και εγώ αποφασίσαμε να προχωρήσουμε σε μια απεργία πείνας ενάντια σε μια αντικειμενικά αδικαιολόγητη διάκριση εναντίον μας (άποψη, κατά τα άλλα, από κοινού και υπογεγραμμένη από σημαντικές πολιτικές και νομικές προσωπικότητες, όπως ο πρώην δικαστής και στη συνέχεια πρόεδρος της Κάμερας Luciano Violante, ο μελλοντικός υπουργός Δικαιοσύνης Piero Fassino, ο γερουσιαστής Mario Gozzini, ο νομικός Neppi Modona και πολλοί άλλοι). Μια ολοκληρωτική και αποφασιστική απεργία, έτσι ώστε μετά από μόλις μία εβδομάδα είχαμε εισέλθει στο τμήμα bunker του νοσοκομείου Molinette στο Τορίνο. Μια απεργία την οποία δεν θέλαμε ως εκβιασμό αλλά ως μάχη που, αν και ξεκινώντας από την κατάστασή μας, έθετε ένα γενικότερο ζήτημα δικαίου. Ήταν μια αποφασιστικά απελπιστική κατάσταση. Ήμασταν πραγματικά αποφασισμένοι να κατακτήσουμε να μας αντιμετωπίζουν όπως τους άλλους, ή διαφορετικά να πεθάνουμε. Λοιπόν, και για να το κάνουμε σύντομο, ανάμεσα στους πολύ λίγους που μας υποστήριξαν σε αυτήν τη μάχη ζωής και θανάτου υπήρξε ολόκληρο το Ριζοσπαστικό Κόμμα και όλοι οι κοινοβουλευτικοί του, ο Marco Pannella επικεφαλής. Μέχρις ότου παρενέβη ο τότε υπουργός Giuliano Vassalli, ο δικαστής αναγκάστηκε να συμφωνήσει να επιτρέψει την εξωτερική εργασίας πρώτα για τη Susanna και κάποια στιγμή αργότερα και για μένα, αν και υπό την εποπτεία και τη συνεχή επαγρύπνηση των σωφρονιστικών αστυνομικών: εξωτερική εργασία υπό συνοδεία που απετέλεσε ένα περισσότερο μοναδικό γεγονός παρά σπάνιο στην ιταλική ιστορία των φυλακών.

Αλλά πέρα από τα προσωπικά γεγονότα και την ευγνωμοσύνη, στη συνέχεια και μαζί, υπάρχει για μένα η θεώρηση μιας βαθιάς συνέπειας τους και επίσης της θετικής τους ανωμαλίας, δεδομένου ότι είναι ένα «μη κόμμα» κόμμα, δεδομένου ότι έχει εδώ και καιρό επιλέξει να μην παρουσιάζεται στις εκλογές και να χαρακτηρίζεται από ένα διεθνικό σχέδιο. Πράγμα που εξισορροπεί την αποφασιστική απόσταση που νιώθω για τις νεοφιλελεύθερες θέσεις τους στα οικονομικά. Τέλος, αλλά εξίσου σημαντικό, διότι τα τελευταία χρόνια παρέμειναν η μόνη πολιτική δύναμη στρατευμένη στην υπεράσπιση του κράτους δικαίου και ενός προστατευτισμού που δεν είναι εναλλασσόμενο ρεύμα, καθώς και ενάντια στην ισόβια φυλάκιση και τη σκληρή φυλακή του 41bis.”

Εάν έπρεπε να ορίσετε με ένα επίθετο τους Renzi, Bersani, Berlusconi, Grillo και Salvini, ποιο θα χρησιμοποιούσατε για καθέναν από αυτούς;

“Πιστεύω ότι από τα όσα είπα μέχρι τώρα είναι σαφές ότι δεν έχω καμία εγγύτητα με καμία από τις πολιτικές δυνάμεις που εκπροσωπούνται από τα κόμματα, αν και για ορισμένα, που χαρακτηρίζονται από μια κουλτούρα μισαλλοδοξίας, κοινωνικού εγωισμού και ξενοφοβικών συμπεριφορών, αισθάνομαι μεγαλύτερη απόσταση. Τους μεμονωμένους ανθρώπους έχω συνηθίσει να μην εκφράζω κρίσεις, μιας και πολύ συχνά έχω κριθεί εγώ, για να μην πω πως έχω κριθεί με προκατάληψη ή με γελοιοποίησαν και με αντιμετώπισαν με περιφρόνηση δημόσια. Οι καιροί που ζούμε, δείχνουν ευκολία στις ομιλίες μίσους, προσβολής, σε κρίσεις λασπώδεις και λακωνικές στις οποίες νομίζω ότι πρέπει να αντιταχθούμε, σε όλα τα επίπεδα και απέναντι σε όλους.”

Ποια είναι τα πάθη του Segio – ακόμα και αυτά που σας δεσμεύουν λιγότερο – που κανείς δεν γνωρίζει στο μουσικό, κινηματογραφικό, αθλητικό μέτωπο ..;

“Νομίζω ότι αυτό ισχύει για πολλούς, αλλά αισθάνομαι και στην πραγματικότητα ανταγωνίζομαι συχνά με το χρόνο, ένα αγαθό που γίνεται όλο και πιο σπάνιο, δεδομένων των μορφών που επιτεύχθηκαν από την κοινωνική οργάνωση. Οι δραστηριότητές μου και η κοινωνική μου δέσμευση μου επιτρέπουν επομένως πολύ λίγα περιθώρια για να αφιερωθώ σε κάτι άλλο. Τον χρόνο που μπορώ να κερδίσω τον επενδύω στην ανάγνωση, ακούω αρκετή μουσική, στο βάθος, σιγανά ακόμα και όταν δουλεύω ή γράφω, δυστυχώς πηγαίνω πολύ σπάνια στον κινηματογράφο. Τα λογοτεχνικά, μουσικά και κινηματογραφικά μου γούστα παρέμειναν αρκετά πίσω στον περασμένο αιώνα. Ποτέ δεν έχω ενδιαφερθεί για τον αθλητισμό, πόσο μάλλον για το ποδόσφαιρο, το οποίο εξακολουθώ να θεωρώ ένα όπλο μαζικής απόσπασης της προσοχής, καθώς και πλέον μια επιχείρηση και όχι ένα παιχνίδι. Αλλά εδώ και μερικά χρόνια ασκώ τις κούρσες, συμμετέχοντας σε μαραθώνιους. Τούτου λεχθέντος, το κύριο πάθος μου παραμένει η πολιτική, με την έννοια που ελπίζω ότι μέχρι στιγμής έχω περιγράψει επαρκώς: δηλαδή, στην κοινωνική στράτευση και συμμετοχή.”

Πριν από λίγο καιρό, σε μια συνάντηση στην έδρα του Ριζοσπαστικού Κόμματος, ο Βαλέριο Φιοραβάντι, Valerio Fioravanti, καθόταν ακριβώς πίσω της. Τον χαιρετίσατε;

“Όχι, αλλά απλά επειδή δεν τον είδα. Σε εκείνη την περίπτωση χαιρέτισα την Francesca Mambro, με την οποία συμμερίζομαι την στράτευση και τις μάχες κατά της θανατικής ποινής και για τα ανθρώπινα δικαιώματα στην ένωση Nessuno Tocchi Caino, στην οποία είμαι μέλος της διοίκησης και με την οποία επίσης συνεργάζεται ο Valerio και η Francesca.

Μια μεγάλη και ευγενής φιγούρα, δυστυχώς έφυγε τον αύγουστο του 2016, η οποία υπήρξε επί μακρόν εποπτική δικαστής και για πολύ μικρό χρονικό διάστημα επικεφαλής της σωφρονιστικής διοίκησης, ο Sandro Margara, έγραψε κάποτε ότι «η φυλακή δημιουργεί αθωότητα, μετατρέποντας και τον ένοχο σε θύμα «, μια βαθιά αλήθεια την οποίαν πάρα πολλοί δεν θέλουν να ακούσουν, ειδικά σε αυτούς τους καιρούς που έχουν γίνει κακοί . Νομίζω ότι η φυλακή δημιουργεί φυσικά συναισθήματα αμοιβαίας αλληλεγγύης μεταξύ εκείνων που ζουν στην ίδια κατάσταση και ότι, ως εκ τούτου, ωθεί να ξεπεραστούν αποστάσεις και προλήψεις, προφυλάξεις ακόμη και μεταξύ «πρώην εχθρών”.”

Πηγή: GIACOMO DI STEFANO, PROMETEO LIBERO

ιστορία, storia

Γυναίκες και ένοπλος αγώνας στην Ιταλία – Donne e lotta armata in Italia (1970-1985)

Donne e lotta armata in Italia (1970-1985)

«L’ombra rosa del conflitto armato: tra narrativa storica e biografica» »Η ροζ σκιά της ένοπλης σύγκρουσης: ανάμεσα στην ιστορική και την βιογραφική αφήγηση»

Το βιβλίο αυτό περιγράφει το κοινωνικοπολιτιστικό και πολιτικό υπόβαθρο-background ορισμένων γυναικών που στρατεύτηκαν και αγωνίστηκαν στις Ερυθρές Ταξιαρχίες-Brigate Rosse και στην Πρώτη Γραμμή-Prima Linea. Επανασυνθέτει τους ρόλους, τα καθήκοντα και τις λειτουργίες των μαχητριών στις δύο ένοπλες ομάδες και αντικατοπτρίζει τη σχέση μεταξύ γυναικών και πολιτικής βίας. Αποκαθιστά επίσης και χτίζει ξανά τους τρόπους με τους οποίους τερματίζουν τον αγώνα και την κινηματική τους εμπειρία, και αναπτύσσουν το πως στη συνέχεια εκ νέου επεξεργάστηκαν τις επιλογές τους εκ των υστέρων. Στα προαναφερθέντα ζητήματα, που αφορούσαν ορισμένες στρατευμένες στις δύο εξτρεμιστικές αριστερές ομάδες, προστέθηκε η ανασυγκρότηση του κοινωνικοπολιτιστικού και πολιτικού υπόβαθρου της Francesca Mambro και ο ρόλος της στην ομάδα της άκρας δεξιάς των Επαναστατικών Ένοπλων Πυρήνων – Nuclei Armati Rivoluzionari. Η έρευνα διεξήχθη με τη βοήθεια πρωτίστως άμεσων πηγών και αναπτύχθηκε σε δύο φάσεις: την ανάγνωση και την ανάλυση των αυτοβιογραφιών που έγραψαν μερικές γυναίκες μέλη των Ερυθρών Ταξιαρχιών και αυτοβιογραφικές ή βιογραφικές διατριβές γραμμένες από άλλες πρώην αγωνίστριες στην επαναστατική αριστερά, τη συλλογή δεδομένων μέσω άμεσων συνεντεύξεων με κάποιες πρώην στρατευμένες γυναίκες και μέσω μιας αναζήτησης αρχείων. Οι ιδιαιτερότητες της μελέτης συνίστανται στην επιλογή της άποψης των συμμετεχουσών γυναικών και στην έγκαιρη, διαρκώς διασταυρούμενη ανάλυση της γλώσσας που χρησιμοποιούν οι πρώην μαχήτριες σε αυτοβιογραφίες, συνεντεύξεις και μαρτυρίες που με την πάροδο του χρόνου έχουν γράψει και κυκλοφορήσει και οι οποίες αποτελούν πηγή ενδιαφέροντος για τους τρόπους με τους οποίους, συχνά μετά από χρόνια, έχουν λειτουργήσει σαν ένας απολογισμός για τη ζωή τους.

http://www.deriveapprodi.org/2017/05/donne-e-violenza-politica-in-italia/

αυτονομία, autonomia

14 μαίου 1977: Μιλάνο, μια »ήρεμη» ανταλλαγή πυροβολισμών – 14 maggio 1977: Milano, una sparatoria «tranquilla»

Milano, 12 μαίου 1977; την ώρα που οι ειδικές δυνάμεις του Υπουργού Εσωτερικών Κοσσίγκα που έχουν παρεισφρήσει πυροβολούν τους διαδηλωτές στην Piazza Navona και σκοτώνουν 14 maggio

την Giorgiana Masi, ο εισαγγελέας Luigi De Liguori διατάζει την σύλληψη κάποιων προσώπων, μεταξύ των οποίων δυο γνωστούς δικηγόρους της Κόκκινης Βοήθειας,  di Soccorso Rosso, τους Giovanni (Nanni) Cappelli και Sergio Spazzali. Η ποιο σοβαρή κατηγορία εις βάρος τους είναι εκείνη της προώθησης ανατρεπτικής ένωσης. Οι ομάδες της εξωκοινοβουλευτικής αριστεράς και οι συλλογικότητες του χώρου της αυτονομίας συγκαλούν για το απόγευμα της 14 μαίου μια διαδήλωση ενάντια στην καταστολή.

 

To πρωινό της 14ης μαίου, οι τέσσερις  υπεύθυνοι των ομάδων περιφρούρησης των διαφόρων ψυχών της μιλανέζικης Αυτονομίας συναντιούνται στο Πανεπιστήμιο Statale για να αξιολογήσουν την κατάσταση και να αποφασίσουν τις δράσεις στην πλατεία και τον δρόμο. Είναι οι Pietro Mancini (Piero), Raffaele Ventura (Coz) και Maurizio Gibertini (Gibo) για την ομάδα που συναθροίζονταν γύρω από το περιοδικό «Rosso», ο Oreste Scalzone για τις ομάδες που ήταν κοντά στην Εργατική Εξουσία,  Potere Operaio, ο Andrea Bellini για την κολλεκτίβα «Casoretto» και τέλος μια αντιπροσωπεία του μαρξιστικού-λενινιστικού κόμματος. Αποφασίζουν για μια σκληρή πορεία, που σε κάποια συγκεκριμένη στιγμή θα αποσπαστεί από τις ομάδες της εξωκοινοβουλευτικής αριστεράς (με την Προλεταριακή Δημοκρατία, Democrazia Proletaria στην κεφαλή) για να συνεχίσει τον δρόμο της γύρω από τις φυλακές του San Vittore για να μεταφέρει την αλληλεγγύη στους συλληφθέντες πριν δυο ημέρες δικηγόρους . Μια πορεία »σκληρή», αυτό ναι, μα που δεν είχε προκαθοριστεί να καταλήξει σε ένοπλη μάχη με την αστυνομία, ούτε κάποια άλλη προβοκάτσια. Καθόλου molotov, ούτε σιδερόβεργες, καθόλου σφεντόνες ούτε πέτρες, τίποτα. Με τις πρώτες φασαρίες θα εγκαταλείπονταν η πορεία, αυτή ήταν η συμφωνία.

 

To προηγούμενο βράδυ, όμως, και η ένοπλη συνιστώσα της συλλογικότητας Romana-Vittoria, που εκπροσωπούνταν από τους  Marco Barbone, Enrico Pasini Gatti, Giuseppe Memeo, Marco Ferrandi, Luca Colombo και Giancarlo De Silvestri συναντιέται για να καθορίσει το σχέδιο για την διαδήλωση της επομένης ημέρας. Πρέπει να προκαλέσει την αστυνομία κοντά στην San Vittore, για να διαλύσει την πορεία και να την ενώσει ξανά στην ζώνη της Porta Genova, όπου και να την προφυλάξει στρατιωτικά όσο το δυνατόν για περισσότερο χρόνο. Η κολλεκτίβα Romana-Vittoria θα ανοίξει την πορεία.

 

 

Η πορεία ξεκινά στις 16,45 από την piazza Santo Stefano, οι διαδηλωτές ξεπερνούν τις 10.000. Στην διασταύρωση via San Vittore-Via Olona ο κορμός της αυτονομίας, γύρω στους 1000 διαδηλωτές, εγκαταλείπει τον κύριο κορμό όπως είχε προαποφασιστεί. Ξεκινούν ευθύς τα συνθήματα: «Da San Vittore all’Ucciardone, un solo grido: evasione», «Carabiniere, sbirro maledetto, te l’accendiamo noi la fiamma sul berretto» – »Από την San Vittore μέχρι την Ucciardone, μια και μόνη κραυγή: απόδραση», »Καραμπινιέρο, μπάτσε καταραμένε, εμείς θα ανάψουμε την φλόγα που έχεις στον μπερέ σου».

Σε κάποια συγκεκριμένη στιγμή η φάλαγγα της αστυνομίας (μέχρι τότε στέκονταν πολύ μακριά από την πορεία) του τρίτου τμήματος ταχείας ανάπτυξης παρατάσσεται με πλήρη εξοπλισμό [μια σειρά από ασπίδες, και μια δεύτερη με εκτοξευτές δακρυγόνων) στη γωνία μεταξύ της Via Olona και της οδού De Amicis. Μετά από μια σύντομη διαβούλευση, η ένοπλη ομάδα της Romana- Vittoria αποφασίζει να επιτεθεί, και εύκολα παρακάμπτει τα κορδόνια συγκράτησης που είχαν επικεφαλής τον Bellini και Scalzone, που συνειδητοποιούσαν τι επρόκειτο να συμβεί.

 

Υψώνεται μια απότομη κραυγή: «Ρομάνα έξω!» ακολουθούμενη από μια επόμενη: «Πυρ!». Μέσα σε ένα μόνο λεπτό οι Ferrandi, Memeo, Poodle, Pasini Gatti, De Silvestri και Colombo, στους οποίους στέκονταν κοντά μερικοί μαθητές του Cattaneo οπλισμένοι με βόμβες μολότοφ, από την συλλογικότητα της Viale Puglie και από τη συλλογικότητα Barona ξεκινούν μια βίαιη ένοπλη μάχη με τις δυνάμεις της τάξης, κατά τη διάρκεια της οποίας τραυματίζεται θανατηφόρα ο υποταξίαρχος Custra. Δύο ακόμη καραμπινιέροι τραυματίστηκαν ελαφρά, ενώ ένας περαστικός, ο Marzio Golinelli, χάνει ένα μάτι και ένας άλλος περαστικός, η Patrizia Roveri, τραυματίζεται όχι σοβαρά στο κεφάλι.

 

Η οδός De Amicis επισκιάζεται από τον καπνό των δακρυγόνων, των μολότοφ και του τρόλεϊ 96 που έχει παραδοθεί στη φωτιά. Όλοι όσοι βρίσκονταν στον δρόμο καταφτάνουν τρέχοντας στην οδό Carducci διάδρομο όπου κάποιοι διαδηλωτές αυτοσχεδιάζουν ένα οδόφραγμα με οικοδομικό υλικό ενός εργοτάξιου .

Το βράδυ της 14ης στο σπίτι του Κολόμπο συγκεντρώνονται μερικά από τα ηγετικά στελέχη του Rosso για να συνεννοηθούν με τους Ferrandi, Poodle, Memeo, Pasini, Κολόμπο και De Silvestri. Η είδηση ότι ο αξιωματικός Custra είναι κλινικά νεκρός διαδόθηκε από τις ραδιοφωνικές ειδήσεις και μέσω των τηλεοπτικών ειδήσεων. Τα ηγετικά στελέχη του Κόκκινου είναι πρόθυμα να παρέχουν τα χρήματα και τα πλαστά έγγραφα για την προληπτική απομάκρυνση των Pasini Gatti, Ferrandi και τρειών μαθητών του Cattaneo. Γεννιέται τότε μια βίαιη αντιπαράθεση ανάμεσα στον Mancini, που ήταν πολύ κριτικός σε σχέση με τη δράση της Ρομάνα-Victoria, και του Alunni, που αντιθέτως αναλαμβάνει την άμυνα αυτών. Ως αποτέλεσμα αυτού και άλλων προσωπικών διαφωνιών, τον Ιούλιο οι Alunni, Μαρόκκο, Ricciardi, Μπαρμπόνε, Κολόμπο, De Silvestri θα δώσουν ζωή, μαζί με άλλους και άλλες αγωνίστριες, στους Κομμουνιστικούς Μαχόμενους Σχηματισμούς. Αργότερα, ο Ferrandi θα εισέλθει στην Πρώτη Γραμμή, ο Memeo στους ένοπλες Προλετάριοους για τον Κομμουνισμό, τέλος ο Pasini Gatti στην Ταξιαρχία Antonio Lo Muscio.

Κατά τη διάρκεια της δίκης για τα γεγονότα της 14ης Μαΐου, οι κατηγορούμενοι Ferrandi, Barbone και Pasini Gatti θα παρουσιαστούν με το προφίλ, που έχουν ήδη αναλάβει κατά τη στιγμή της σύλληψης, των λεγόμενων «μετανιωμένων».

 

Δημοσιεύουμε παρακάτω μερικές φωτογραφίες της 14ης Μαίου 1977 που ανακαλύφθηκαν πρόσφατα και δημοσιεύτηκαν στον τόμο «Ιστορία μιας φωτογραφίας» από τον Sergio Bianchi, που δημοσιεύτηκε από τον οίκο Derive Approdi.

 

GALLERIA IMMAGINI

  • Click to open image!
  • Click to open image!
  • Click to open image!
  • Click to open image!

το βιβλίο:

 
Το κίνημα του ’77 είναι αυτό που έχει διαγραφεί περισσότερο και το πιο «καταραμένο» μεταξύ των στιγμών της ταξικής σύγκρουσης αυτής της χώρας, ίσως ακριβώς γιατί ήταν το πιο βίαιο και το πιο επικίνδυνο. Το να ανακατασκευάσουμε την ιστορία του σημαίνει πως πρέπει να καθαρίσουμε το έδαφος από την παραχάραξη, από τις εύκολες ανακατασκευές, έργο των μεγάλων κομμάτων ή των μικρών ομάδων, από την ιδεολογία της μετάνοιας, από τον αθωωτισμό, από τον σοσιαλδημοκρατικό εξορκισμό πρώτα και τον φιλελεύθερο δημοκρατικό στην συνέχεια.

Οι τεχνικές της προφορικής ιστορίας μας επιτρέπουν να πραγματοποιήσουμε την πρώτη εργασία της ιστοριογραφίας: να καθορίσουμε τις μαρτυρίες, να αποκαταστήσουμε την πολυφωνία της πραγματικότητας. Η αλήθεια ηχεί σε μεγάλο βαθμό αξίωση, ανάληψη ευθύνης. Αυτό δεν σημαίνει να πούμε «στοπ» στη σκέψη σε σχέση με την φωτογραφία της στιγμής που χάθηκε, αλλά να αποκαταστήσουμε το νόημα στις πράξεις των μερών που μάχονταν. Όλων των πλευρών, εάν είναι δυνατόν.

Από την πλευρά του κινήματος, ως εκ τούτου έχουμε ακούσει: τον Vincenzo Miliucci, ιστορική φυσιογνωμία της ρωμαϊκής εργατικής αυτονομίας, τον Mario Moretti, από τα κύρια ηγετικά στελέχη των Ερυθρών Ταξιαρχιών, τον Oreste Scalzone, γνωστότατο εκφραστή του κινήματος, τον Raoul Mordant, εξ ονόματος της «Ομάδας των 11», τον Enzo Modugno, θεωρητικό της αυτονομίας, τον Tano D’Amico, φωτογράφο όλων των διαδηλώσεων και της «ζωής του Κινήματος», κ.λπ.
Ως εχθρός, ο γερουσιαστής. Φραντσέσκο Κοσσίγκα, γιατί τότε ήταν υπουργός Εσωτερικών και σήμερα μάρτυρας όχι μυστικοπαθής. Και στην συνέχεια ένα μεγάλο αριθμό των «συντρόφων της βάσης» – μητροπολιτικών ινδιάνων και φεμινιστριών, σκληρών της αυτονομίας, ημι-παράνομων των BR – οι οποίοι διέτρεξαν οποίος στη συνέχεια τροχιές ζωής ποικιλόμορφες, αλλά των οποίων τα λόγια συχνά φωτίζουν όλους τους τόπους που αφέθηκαν στη σκιά από τις ανακατασκευές των ηγετών.
A quiet shoot-outA quotation to explain the title:«What’s going on?»
«Well, the police didn’t want to let us pass, so we went round – there
wasn’t a real clash.»
«But they’re shooting…»
«Yeah, but they’re just firing at the wall, the same as us. Really it’s
all quiet… it’s a quiet shoot-out.»
http://existingactually.blogspot.com/2005/06/meme-i_07.html