σύγχρονη σκέψη, pensiero di oggi

Για μια «ζωή που ν’ αξίζει κάποιος να την ζει»

Stampa

 

10

Per una “vita degna di essere vissuta”

Μεταφέρουμε την εισαγωγή της Silvia Federici στο “Reincantare il mondo, να αποπλανήσουμε ξανά τον κόσμο” που δημοσιεύτηκε από το CommonwareCommonware.

 

Ο ήχος ορισμένων φωνών από το πιο μακρινό αμερικανικό παρελθόν έρχεται από το μέλλον. Αρχαίες φωνές. Συνεχίζουν να μας λένε, για παράδειγμα, ότι εμείς είμαστε παιδιά της γης, και ότι η μητέρα δεν πωλείται ούτε παραδίδεται προς ενοικίαση. Ενώ στην Πόλη του Μεξικού πέφτει μια βροχή από νεκρά πουλιά, και τα ποτάμια μετατρέπονται σε υπονόμους και οι θάλασσες σε σκουπιδότοπους και τα δάση σε έρημο, αυτές οι φωνές πεισματικά ζωντανές μας αναγγέλλουν έναν άλλο κόσμο, διαφορετικό από αυτόν τον δηλητηριαστή των υδάτων, του εδάφους, του αέρα. Και της ψυχής. Και έναν άλλο κόσμο μας ανακοινώνουν δυνατό οι αρχαίες φωνές που μιλάνε για την κοινότητα. Η κοινότητα, ο κοινοτικός τρόπος παραγωγής και ζωής, είναι η πιο απομακρυσμένη παράδοση της Αμερικής, η πιο αμερικανική όλων των παραδόσεων: ανήκει στις ρίζες των καιρών και των λαών, αλλά και των επόμενων καιρών, είναι ο προάγγελος ενός Νέου Κόσμου.

Eduardo Galeano,  Il libro degli abbracci το βιβλίο των εναγκαλισμών

Η δημοσίευση ενός βιβλίου που αφιερώνεται στην πολιτική των κοινών, commons, σήμερα μπορεί να φαίνεται μια πράξη μεγάλης αθωότητας, αφέλειας, καθώς ήμαστε περιτριγυρισμένοι από τη συνεχή απειλή των πολέμων και οικονομικών και οικολογικών κρίσεων που μαστίζουν ολόκληρες περιοχές. Ωστόσο, ακριβώς αυτή η διαρκής απειλή καθιστά αναγκαίο να επιβεβαιώσουμε ότι παρά τα εμπόδια ένας άλλος κόσμος αναδύεται, σαν το χορτάρι που φυτρώνει ανάμεσα στις ρωγμές τους αστικού τσιμέντου, φθείροντας την ηγεμονία του ιδιωτικού και του Κράτους, γιατί μέσα σε ένα πλαίσιο και μια συγκυρία όπου ανάπτυξη σημαίνει βία και η θεσμική πολιτική είναι όλο και πιο ασήμαντη και αμελητέα για την πλειοψηφία του πληθυσμού, το να αναγνωρίζουμε την δική μας ουσιαστική αλληλεξάρτηση και να ενισχύσoυμε την ικανότητά μας για συνεργασία είναι ο μόνος τρόπος για την επιβίωση. Αυτή είναι η δύναμη που εκφράζεται από τους πολλούς αγώνες που, σε οποιοδήποτε μέρος της γης, αντιτίθενται στην επέκταση των καπιταλιστικών σχέσεων, για την υπεράσπιση του κοινού συμφέροντος και των κοινών καλών και για να οικοδομήσουμε κοινωνίες που βασίζονται στην αλληλεγγύη και την κοινή χρήση των φυσικών και παραγόμενων πλούτων.

Είναι μέσα στο πλαίσιο αυτών των αγώνων που αναπτύχθηκε από τη δεκαετία του ’90 μια τεράστια βιβλιογραφία, που συμπεριλαμβάνει θεωρητικές αναλύσεις, ιστορικές ανακατασκευές, καθώς και αναφορές σχετικά με τον πειραματισμό που διεξάγεται σε διάφορες χώρες αφιερωμένες στα κοινά. Στο προσάρτημα αυτού του τόμου υπέδειξα τα σημαντικότερα έργα, ειδικά στον φεμινιστικό τομέα, για την εργασία μου. Εδώ θέλω μόνο να υπογραμμίσω ότι τα δοκίμια που συλλέχθηκαν σε αυτόν τον τόμο είναι χρεωμένα σε αυτή τη σημαντική παραγωγή, της οποίας μοιράζομαι τις βασικές διατριβές και θέσεις και την πολιτική προοπτική που την διαμορφώνει, που της δίδει μορφή. Αυτό που η έννοια των κοινών, αν και μπορούμε να την αποκαλέσουμε με διάφορους τρόπους – commons, commoning, el común, comunalidad -, είναι σήμερα η γλώσσα στην οποία εκφράζεται η εναλλακτική προς τη λογική του καπιταλισμού, και αναφέρεται σε μία περίπλοκη πραγματικότητα στην οποία τα υλικά αγαθά που έχουμε να μοιραστούμε, οι κοινωνικές σχέσεις και οι κανονισμοί που αφορούν τη χρήση και τη φροντίδα του φυσικού ή παραγόμενου πλούτου σχηματίζουν ένα σύνολο που είναι αδιαίρετο τόσο θεωρητικά όσο και στην πρακτική. Αυτό σημαίνει πως, όπως υποστηρίζει ο Massimo de Angelis στο Omnia Sunt Communia[1][1],  με την λέξη commons εννοούμε ένα κοινωνικό σύστημα, έναν τρόπο παραγωγής, με μια λογική ενιαία και την ικανότητα να αυτο-αναπαράγεται2][2]. Ταυτόχρονα, το «κοινό» υπάρχει ήδη, σε εμβρυϊκή μορφή, σε μια μεγάλη ποικιλία σχεδιασμών και πρωτοβουλιών – από τους αστικούς κήπους στις καταλήψεις στα ανακτηθέντα εργοστάσια, από το κίνημα του ελεύθερου λογισμικού μέχρι τους comedores populares – με τους οποίους αναζητούνται λύσεις στα προβλήματα που ο καπιταλισμός δεν μπορεί να επιλύσει”[3][3].

Σε αυτό το πλαίσιο, η ανάλυση που προτείνω επεκτείνει την θεματική των κοινών σε έναν τομέα που δεν έχει διερευνηθεί μέχρι στιγμής, τουλάχιστον στη βιβλιογραφία σχετικά με τα κοινά που παράγεται στις Ηνωμένες Πολιτείες. Πρόκειται για το σύνολο των δραστηριοτήτων που προβλέπουν στην αναπαραγωγή της καθημερινής ζωής και της εργατικής- δύναμης, οι οποίες εξακολουθούν να εκτελούνται κυρίως από τις γυναίκες. Όπως παρατήρησε η Dolores Hayden, στο κλασικό έργο της The Grand Domestic Revolution, η επιθυμία να κοινωνικοποιηθεί αυτό το έργο έχει μακρά ιστορία[4][4]. Ήδη στο τέλος του δέκατου ένατου αιώνα, στις Ηνωμένες Πολιτείες, φεμινίστριες σοσιαλίστριες (fourieriane, oweniste) και μεταρρυθμίστριες έδωσαν ζωή σε σημαντικά πειράματα, τείνοντας να σπάσουν την απομόνωση στην οποία η οργάνωση της οικιακής εργασίας καταδίκαζε τις γυναίκες, συνδέοντας το σπίτι με την γειτονιά και οικοδομώντας συλλογικές μορφές αναπαραγωγής, όπως οι συλλογικές κουζίνες[5][5].

Σήμερα, αυτά που στο τέλος του δέκατου ένατου αιώνα παρέμεναν πειράματα περιορισμένα σε ομάδες και δίκτυα φεμινιστριών ή γυναικών που ήταν στρατευμένες σε θεσμικό επίπεδο σε σχέδια σοσιαλδημοκρατικών μεταρρυθμίσεων της κοινωνικής αναπαραγωγής, επανεμφανίζονται αλλά πραγματοποιούμενα σε μεγάλη κλίμακα, υπαγορευμένα όχι από πολιτικές ιδεολογίες αλλά από την ανάγκη να επινοηθούν συλλογικά νέες μορφές επιβίωσης.

Αυτή η πτυχή της κοινής πολιτικής των commons βρίσκεται στο επίκεντρο του ενδιαφέροντος μου εδώ και χρόνια, διότι είμαι πεπεισμένη ότι η οικοδόμηση πιο συνεργάσιμων μορφών αναπαραγωγής είναι η προϋπόθεση όχι μόνο μιας «ζωής που να αξίζει κάποιος να την ζήσει» – η σημερινή αξίωση διαφόρων φεμινιστικών και μη κινημάτων – αλλά και της αντίστασης στην προώθηση των καπιταλιστικών σχέσεων και της δημιουργίας μιας κοινωνίας που δεν υποτάσσεται στη λογική του κέρδους και της αγοράς.

Διάφορα άρθρα που συγκεντρώθηκαν εδώ («Φεμινισμός και πολιτική των κοινών, Femminismo e la politica dei commons», «Η κοινότητα της πόλης, “Il comune della città”», «Από την κρίση στα κοινά, “Dalla crisi ai commons”» και «Μαρξ, φεμινισμός και ανασυγκρότηση των κοινών, “Marx, il femminismo e la ricostruzione dei commons”») είναι αφιερωμένα σε αυτό το θέμα, το οποίο είναι σε μεγάλο μέρος εμπνευσμένο από τους αγώνες των γυναικών στη Λατινική Αμερική, όπως οι αγώνες των mujeres villeras του Μπουένος Άιρες, που συναντήθηκαν στη Villa Retiro Bis[6][6]. Όμως το βιβλίο αντιμετωπίζει και άλλες θεματικές.

Αναπόφευκτα, το πρώτο μέρος είναι αφιερωμένο στις νέες μορφές enclosure [περιφράξεων] που αποτελούν τη ραχοκοκαλιά της παγκοσμιοποίησης και είναι εν μέρει το κίνητρο, o λόγος για την εμφάνιση μιας πολιτικής των κοινών. Για το σκοπό αυτό χρησιμοποίησα δοκίμια που δημοσιεύτηκαν στις “Midnight Notes” της δεκαετίας του ’90, επιστρέφοντας από μια περίοδο διδασκαλίας στη Νιγηρία κατά τη διάρκεια της οποίας μπορέσαμε να δούμε άμεσα την εμφάνιση μιας νέας φάσης ανάπτυξης και επαναποικιοποίησης, που προωθούσε η Παγκόσμια Τράπεζα και το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο στο όνομα της κρίσης του χρέους, με στόχο την αποκοπή από τις ρίζες από την αφρικανική ήπειρο, όπου εξακολουθεί να έχει βαθιές ρίζες, κάθε μορφή κοινοτικοποίησης, κομουναλισμού, ειδικά όσον αφορά την ιδιοκτησία της γης. Ιδιαίτερα σημαντικό μεταξύ αυτών είναι το δοκίμιο The New Enclosures[7][7] (εδώ αναδημοσιεύθηκε ως «Οι Νέοι Φράχτες», “Le nuove recinzioni” ), ένα από τα πρώτα στις Ηνωμένες Πολιτείες που διάβασε την παγκοσμιοποίηση ως μια διαδικασία «πρωταρχικής συσσώρευσης». Η θεωρητική γραμμή που προτείνει αυτό το δοκίμιο εκφράζεται στη συνέχεια σε δύο δοκίμια αφιερωμένα στις συνέπειες της διαρθρωτικής προσαρμογής στην Αφρική και της μετάβασης στον καπιταλισμό στην Κίνα, στόχος του οποίου είναι να υπογραμμίσει ότι παρά την ποικιλομορφία των τρόπων και στις πολιτικές και γεωγραφικές σφαίρες-πεδία δράσης, η καταστροφή των κοινοτικών καθεστώτων και της πρόσβασης στα μέσα της (ανα) παραγωγής, παραμένει η πρωταρχική προϋπόθεση της καπιταλιστικής ανάπτυξης, και είναι ο λόγος της βίας που την συνοδεύει, αυτή την στιγμή.

Παραδείγματα αυτής της βίας εξετάζονται σε δύο δοκίμια του πρώτου Μέρους («Κυνήγι μαγισσών, παγκοσμιοποίηση και φεμινιστική αλληλεγγύη» και «Βία κατά των γυναικών και νέες μορφές συσσώρευσης»). Το πρώτο αφορά το νέο κυνήγι μαγισσών, το οποίο βήμα προς βήμα με την ιδιωτικοποίηση της γης και τη μετάβαση σε καθεστώτα ατομικών τίτλων έχει εξαπολυθεί σε διάφορες περιοχές της Αφρικής, της Ινδίας, του Νεπάλ και άλλων περιοχών, κυρίως σε περιοχές που προορίζονται για εμπορικές χρήσεις. Το δεύτερο εξετάζει, σε μια γενικότερη μορφή, το ποσοτικό και ποιοτικό άλμα που σημειώθηκε τα τελευταία χρόνια, παγκοσμίως στη βία κατά των γυναικών, η οποία σήμερα παίρνει μορφές που υπενθυμίζουν το κυνήγι μαγισσών του δέκατου έκτου και δέκατου έβδομου αιώνα. Και στις δύο περιπτώσεις πρόκειται για έναν πραγματικό πόλεμο που, όχι τυχαία, χτυπά τη γυναίκα ως υποκείμενο που είναι πιο άμεσα υπεύθυνο για την αναπαραγωγή της κοινότητας και για τη διατήρηση της συλλογικής της μνήμης και της συνοχής της. Το να υπογραμμίζεται αυτή η σχέση μεταξύ της ιδιωτικοποίησης και των νέων μορφών βίας κατά των γυναικών είναι ιδιαίτερα σημαντικό σε μια εποχή που, στο όνομα του «Ni una menos»[8][8], ένα νέο φεμινιστικό κίνημα αναπτύσσεται σχεδόν σε κάθε μέρος του κόσμου για να καταγγείλει αυτή τη βία και να αποκαλύψει τους ενόχους και τα αίτια.

Ενώ το πρώτο μέρος ανασυνθέτει το πλαίσιο μέσα στο οποίο έχει ωριμάσει η πολιτική των κοινών, το δεύτερο προσπαθεί να καθορίσει τη σημασία των κοινών τόσο ως πραγματικότητα που ασκείται στο παρόν όσο και ως προβλεπόμενη προοπτική σε εμβρυϊκό επίπεδο ενός κόσμου πέρα από τον καπιταλισμό.

Όπως ανέφερα ήδη εν συντομία, τα πιο προτεινόμενα-δημιουργικά μέρη αυτής της ανάλυσης είναι εκείνα που εμπνέονται από τα κινήματα των γυναικών που ασχολούνται με τον λεγόμενο «λαϊκό φεμινισμό» στη Λατινική Αμερική, που βλέπουν την προστασία των φυσικών αγαθών, τη δημιουργία συνεργατικών μορφών αναπαραγωγής και τον αγώνα ενάντια στον καπιταλισμό και την πατριαρχία ως ουσιαστικά στοιχεία μιας ενιαίας διαδικασίας κοινωνικού μετασχηματισμού. Σήμερα, μέρος αυτού του αγώνα κατευθύνεται επίσης κατά των ανισοτήτων που χαρακτηρίζουν τις σχέσεις εξουσίας σε διάφορα κοινοτικά καθεστώτα στην Αφρική και τη Λατινική Αμερική και που, ξεκινώντας από την Διάσκεψη του Πεκίνου (1995), έχουν αξιοποιηθεί έξυπνα από την Παγκόσμια Τράπεζα για να προωθήσουν την ιδιωτικοποίηση και την ατομική τιτλοποίηση, οι οποίες αμφότερες παρουσιάζονται ως μια υπεράσπιση του δικαιώματος των γυναικών να έχουν πρόσβαση στη γη. Το μάθημα, στην προκειμένη περίπτωση, όπως αποδεικνύει η Gladys Tzul Tzul, σχετικά με τη συμμετοχή των γυναικών στα κοινοτικά καθεστώτα του οροπεδίου του Totonicapan (Guatemala)[9][9] είναι ότι η αναγνώριση της εξουσίας λήψης αποφάσεων των γυναικών είναι, εκτός από μια αρχή-συστατικό δικαιοσύνης, μια εγγύηση ζωής για τα κοινά, που διαφορετικά θα ήταν αλλοιωμένα από εσωτερικές διαιρέσεις που θα τα εξέθεταν ευκολότερα σε απαλλοτρίωση.

Πώς λοιπόν να ξεχωρίσουμε κοινοτικά καθεστώτα ή πειράματα ικανά να δημιουργήσουν μια εναλλακτική λύση στη λογική της εκμετάλλευσης από μορφές κομμουναλισμού που λειτουργούν, αντιθέτως, ως βαλβίδες ασφαλείας, με τις οποίες ένα καπιταλιστικό σύστημα σε κρίση προσπαθεί να ελαφρύνει τις εντάσεις που η ώθηση στην ιδιωτικοποίηση κάθε αγαθού και κοινωνικής σχέσης αναπόφευκτα δημιουργεί; Στην Omnia sunt Communia, ο Massimo de Angelis μας προειδοποιεί σωστά να μην προσπαθήσουμε να εξαναγκάσουμε την αναγκαστικά ρευστή πραγματικότητα, πειραματική, κάθε μορφής communalidad μέσα στα στενά ιδεολογικών μοντέλων καθορισμένων a priori, εκ των προτέρων. Ωστόσο, είναι αδύνατο να μην αναρωτηθούμε από την άποψη αυτή, πολιορκημένοι όπως είμαστε από τον πολλαπλασιασμό των κοινών που, ναι, ενώνονται (με βάση τις εθνοτικές, ταξικές, θρησκευτικές ταυτότητες) αλλά μόνο για να αποκλείσουν, για να προστατεύσουν προνόμια και πλεονεκτήματα ή, όπως αναφέρθηκε , για να εκτρέψουν την αντίθεση στην ιδιωτικοποίηση.

Είναι με αυτόν τον στόχο που, στο «Commons Against and beyond Capitalism», “Commons contro e oltre il capitalismo”, που γράφτηκε σε συνεργασία με τον Γιώργο Καφεντζή, George Caffentzis, έχει διευκρινιστεί ότι η πολιτική των κοινών δεν είναι μια επιστροφή στο παρελθόν, αλλά μια πραγματικότητα που μπορεί να οικοδομηθεί μόνο μέσα από αγώνες, και επίσης ότι τα κοινά δεν μπορούν να διαλυθούν στο «δημόσιο», ότι η ύπαρξή τους εξαρτάται από την ύπαρξη μιας κοινότητας και αυτή, με τη σειρά της, βασίζεται στη συνεργασία, στη συλλογική εργασία, στην αμοιβαία φροντίδα μεταξύ των ανθρώπων και μεταξύ αυτών και το περιβάλλον.

Με τον ίδιο στόχο εξέτασα επίσης τη σχέση μεταξύ κοινοτισμού και κομμουνισμού στο έργο του Μαρξ, τουλάχιστον σε εκείνο το μέρος του έργου του που ο Μαρξ αποφάσισε να δημοσιεύσει και που επηρέασε πιο άμεσα το σοσιαλιστικό κίνημα σε διεθνές επίπεδο. Η ανάλυση μου σχετικά είναι μόνο μερική, καθώς περιορίζεται στην καταγραφή των πιο εμφανών διαφορών μεταξύ της εικόνας των κοινών που προβάλλονται από τα σημερινά κοινωνικά κινήματα και, αφενός, της μαρξιάνας κριτικής στον «ουτοπικό σοσιαλισμό» και αφετέρου, στο όραμα του Μαρξ για τον κομμουνισμό όπως μπορεί να συναχθεί από τις διάφορες αναφορές του στον ρόλο του Κράτους, στη δικτατορία του προλεταριάτου, στην ενοποιητική λειτουργία της επέκτασης των παγκόσμιων καπιταλιστικών σχέσεων και ούτω καθεξής[10][10]. Αυτό που λείπει σε αυτή την ανάλυση είναι η ανακατασκευή του περάσματος – κατά προσέγγιση ανιχνεύσιμου στα τέλη του δέκατου όγδοου αιώνα – από μια ιστορική-πολιτική στιγμή στην οποία η ιδέα της κοινoχρησίας των αγαθών – που ταυτίζεται με την κοινοχρησία της γης – που εξακολουθεί να αποτελεί τον πρωταρχικό ισχυρισμό, την πρωταρχική διεκδίκηση των επαναστατών στην Ευρώπη (από τον Winstanley στον Babeuf), σε μια στιγμή κατά την οποίαν επιβάλλεται ο «κομμουνισμός», που προσδιορίζεται με τη απαλλοτρίωση και την από κοινού διαχείριση, των μέσων παραγωγής, από ελεύθερες ενώσεις παραγωγών. Ωστόσο, δύο στοιχεία διακρίνονται, ακόμα και σήμερα, να διαχωρίζουν τους θεωρητικούς των κοινών που κινούνται σε φεμινιστικούς, οικολογικούς, αναρχικούς και μαρξιστικούς φεμινιστικούς τομείς και χώρους από τους θεωρητικούς desarrollisti – developmentalists – a] ή επιταχυντές – accelerazionisti, οι οποίοι (όπως συχνά ο Μαρξ) βλέπουν την καταστροφή των υφιστάμενων commons ως αναγκαία συνθήκη για την υλοποίηση της μελλοντικής κομμουνιστικής κοινωνίας. Αυτά είναι η απόδοση στο Κράτος του καθήκοντος της απαλλοτρίωσης των απαλλοτριωτών και της εξάλειψης της ιδιωτικής ιδιοκτησίας – σε σχέση με το χτίσιμο, ξεκινώντας από το παρόν, μορφών έστω και περιορισμένων αυτοκυβέρνησης – και η ώθηση προς την καθολίκευση των καπιταλιστικών σχέσεων ως ενοποιητικό στοιχείο του προλεταριάτου σε παγκόσμιο επίπεδο, κατά της επιβεβαίωσης της ανάγκης για πολλαπλές μορφές  κομουναλισμού, σε αντιστοιχία με τις διαφορές στις ιστορικές και πολιτιστικές τροχιές και τις διαφορετικές γεωγραφικές και περιβαλλοντικές συνθήκες.Oι σημερινοί commoners  δεν πιστεύουν στο Κράτος και διεκδικούν την ικανότητα να αποφασίζουν για τη δική τους ζωή, να ανακτήσουν τον έλεγχο των πιο ουσιωδών συνθηκών αναπαραγωγής τους, καθώς θεωρούν καταπιεστική την επιβολή ενιαίου μοντέλου κοινωνικής και πολιτιστικής ζωής. Όχι μόνο αυτό. Εκατόν πενήντα χρόνια μετά τη δημοσίευση του Κεφαλαίου μπορούμε να επαληθεύσουμε ότι η τεχνολογική ανάπτυξη στην οποία ο Μαρξ ανέθετε την κατασκευή των υλικών βάσεων του κομμουνισμού καταστρέφει όχι μόνο τα κοινοτικά καθεστώτα που υπάρχουν ακόμη, αλλά τις δυνατότητες αναπαραγωγής και ζωής για έναν συνεχώς αυξανόμενο αριθμό ειδών στον πλανήτη μας.

Είναι σε όσες και όσους αγωνίζονται, με μεγάλους κινδύνους για τη ζωή τους, εναντίον αυτής της καταστροφής, που αυτό το βιβλίο είναι αφιερωμένο..

 

a] [desarrollismo, σημαίνει ιδεολογία που υποστηρίζει την καθαρά οικονομική ανάπτυξη ως στόχο προτεραιότητας.]

[1][1] Massimo de Angelis, Omnia Sunt Communia. On the Commons and the Transformation to Postcapitalism, Zed Books, Londra 2017.

[2][2] Ivi, pp. 240 ss. “Omnia sunt Communia” – “tutto deve essere in comune, όλα πρέπει να είναι κοινά” – είναι τα τελευταία λόγια, λέγεται, που πρόφερε ο Thomas Müntzer, ο leader του πολέμου των χωρικών στη Γερμανία, που συνελήφθη μετά την μάχη του Frankenhausen στα 1525, πριν πεθάνει από βασανιστήρια.

[3][3] Ivi, p. 270.

[4][4] Dolores Hayden, The Grand Domestic Revolution, MiT Press, Cambridge MA 1985.

[5][5] Γράφει η Hayden: “Μεταξύ του τέλους του εμφυλίου πολέμου και της έναρξης της Μεγάλης ύφεσης, τρεις γενεές υλιστών φεμινιστριών εξέτασαν, αξιολόγησαν θεμελιωδώς τη λεγόμενη «γυναικεία σφαίρα» και «εργασία των γυναικών». […] Για να ξεπεράσουν ένα μοντέλο αστικού και οικιακού χώρου που απομόνωνε τις γυναίκες και καθιστούσε την οικιακή εργασία αόρατη, ανέπτυξαν νέες μορφές οργάνωσης γειτονιάς, όπως οι συνεταιρισμοί των νοικοκυρών, τα νηπιαγωγεία, οι δημόσιες κουζίνες και οι λέσχες – εστιατόρια της κοινότητας. Φαντάστηκαν επίσης ιδανικές φεμινιστικές πόλεις. Επαναπροσδιορίζοντας την οικιακή εργασία και τις ανάγκες των γυναικών και των οικογενειών τους σχετικά με το σπίτι, αυτές έσπρωξαν τους αστικούς αρχιτέκτονες και σχεδιαστές να επανεξετάσουν τις επιπτώσεις της αρχιτεκτονικής στην οικογενειακή ζωή.” (ivi, p. 1).

[6][6] “Villa” είναι το όνομα που δίνεται στην Αργεντινή στις λαϊκές γειτονιές που χτίστηκαν χωρίς άδεια, είναι το ισοδύναμο της favela στη Βραζιλία. Η Villa 31 Retiro Bis είναι μια «villa μιζέρια», δηλαδή ένας από τους πολλούς ανεπίσημους οικισμούς που βρίσκονται στην πόλη του Μπουένος Άιρες. Ιδρύθηκε το 1932, με το όνομα της Villa ανεργία, αποτέλεσε αντικείμενο πολλών προσπαθειών από τις αρχές να την καταστρέψουν, που όμως ποτέ δεν ήταν επιτυχείς. Σχετικά με την Villa Retiro Bis σε σχέση με την πολιτική των κοινών, δείτε Raúl Zibechi, Descolonizar el pensamiento crítico y la práticas emancipatorias, Ediciones desde abajo, Bogotà 2015, σελ. 99-100.

[7][7] Midnight Notes #10, The New Enclosures, Jamaica Plain MA, φθινόπωρο 1990.

[8][8] Αυτό είναι το σύνθημα με το οποίο, τον οκτώβριο του 2016, οι φεμινίστριες της Αργεντινής, που συγκεντρώθηκαν για την ετήσια συνάντησή τους στην πόλη του Ροζάριο, εξαπέλυσαν μια έκκληση ώστε η 8η μαρτίου του 2017 να αφιερωθεί στον αγώνα εναντίον της βίας κατά των γυναικών. Αυτό αφού τις ίδιες μέρες της συνάντησης μια άλλη νεαρή γυναίκα σκοτώθηκε με βαρβαρότητα στην πόλη Mar de la Plata.

[9][9] Gladys Tzul Tzul, Sistemas de Gobierno Comunal Indígena. Mujeres y tramas de parentesco en Chuimeq’ena’, Editorial Maya Wuj, Guatemala 2016.

[10][10] Δείτε Gerrard Winstanley, La nuova legge di giustizia (1649), Ο νέος νόμος για την δικαιοσύνη, in Atonino recupero (a cura di), La terra a chi la lavora!, H γη σε αυτόν που την δουλεύει, Guaraldi, Firenze 1974. Δείτε επίσης Maurice Dommanget, Babeuf e la congiura degli uguali, και η συνωμοσία των ίσων, Edizioni- Εκδόσεις immanenza, Napoli 2015.

https://www.infoaut.org/segnalazioni/per-una-vita-degna-di-essere-vissuta

σύγχρονη σκέψη, pensiero di oggi

Οι Ζαπατίστας, η ρεφορμιστική αριστερά και οι λέξεις

 Γιώργος X. Παπασωτηρίου / Κόσμος / 20.06.18 ]

 

Διαβάζω ότι ο Andres Manuel Lopez Obrador (AMLO) είναι ο υποψήφιος για τις προεδρικές εκλογές στο Μεξικό και ότι θεωρείται αριστερός. Αναζητώ την αλήθεια. Δηλαδή, τι είδους «αριστερός» είναι. Βρίσκω ότι ηγείται σ’ έναν συνασπισμό της αριστεράς. Για την ακρίβεια ανήκει στην δεξιά πτέρυγα της αριστεράς. Άρα είναι ένας σοσιαλδημοκράτης. Η τελευταία δημοσκόπηση που δημοσίευσε η εφημερίδα Reforma έδωσε στον AMLO το 48% της πρόθεσης ψήφου, ενώ ο δεξιός Ricardo Anaya είναι πολύ πίσω με 26%.

Αναζητώ αμέσως να βρω την άποψη των Ζαπατίστας για τον Ομπραδόρ. Ο καπιταλισμός δεν θα επιτρέψει σε καμία αριστερή ρεφορμιστική κυβέρνηση στη Λατινική Αμερική να κυβερνήσει, σε κανέναν Λούλα(ήδη είναι στη φυλακή), σε καμία Κίρχνερ(δεν είναι πλέον στην κυβέρνηση), στον Ορτέγκα (ο εμφύλιος μαίνεται στη Νικαράγουα), «ούτε στον Lopez Obradors, ούτε σε οτιδήποτε προσφέρεται για να πάρει μια ανάσα ο κόσμος», δήλωσε ο υποδιοικητής Γκαλεάνο(πρώην Μάρκος).

Μιλώντας στον κύκλο των διασκέψεων με τίτλο «Looks, Listens, Words, Thinking Forbidden? » ο Γκαλεάνο δήλωσε ότι οι Ζαπατίστας δεν θέλουν «μεταρρύθμιση, αλλά αντίσταση και εξέγερση», επειδή ο καπιταλισμός δεν θα επιτρέψει σε κανέναν να μας δώσει ανάσα μέσω των μεταρρυθμίσεων.

Ο Galeano λέει πως στη Λατινική Αμερική ανεβαίνουν οι δεξιές κυβερνήσεις και οι πιο προοδευτικές είτε βρίσκονται υπό μεγάλη διεθνή πίεση είτε έχουν πέσει θύματα πραξικοπημάτων.

Κάποιοι λένε: «αν μας προσφέρουν μια ανάσα πρέπει να την πάρουμε». Αυτή η ανάσα “δεν θα είναι δυνατή «, δήλωσε ο Galeano.

Και τι κάνουμε λοιπόν; Αρνούμαστε την όποια ανάσα; Δεν θα την επιτρέψουν επιμένει ο πρώην υποδιοικητής Μάρκος (τώρα Γκαλεάνο), αντιτάσσοντας σ’ εκείνους που αρνούνται την εξέγερση: «Κάποιοι παρατήρησαν πως το να αντιταχθεί κανείς στην παγκοσμιοποίηση ισοδυναμεί με το να πάει κόντρα στο νόμο της βαρύτητας, Οπότε ούτε συζήτηση: Κάτω ο νόμος της βαρύτητας!»

Ο Μάρκος είχε περιγράψει στον Μονταλμπάν τα επτά πεδία της σημερινής ανεστραμμένης πραγματικότητας του Τέταρτου παγκοσμίου πολέμου: Ένα πεδίο είναι η συσσώρευση από τη μια πλούτου και από την άλλη της φτώχιας στους δύο πόλους της διεθνούς κοινωνίας. Ένα άλλο πεδίο είναι η πλήρης εκμετάλλευση του συνόλου του κόσμου. Το τρίτο είναι ο εφιάλτης ενός μέρους της ανθρωπότητας που είναι αναγκασμένο να περιπλανιέται. Το τέταρτο, η εμετική σχέση ανάμεσα στο έγκλημα και στην Εξουσία. Το πέμπτο είναι η βία του κράτους, έκτο η μεγαπολιτική και έβδομο ο πολύμορφος θύλακος της αντίστασης… Και το ερώτημα που τίθεται είναι: Τι μπορεί να ενώσει τις πολύμορφες αντιστάσεις; Μια καινούργια ιδέα της νεωτερικότητας, μια νέα, ουμανιστική ιδέα της προόδου και του τρόπου άσκησης της πολιτικής με βάση το «ηγούμαι υπακούοντας». Η ανυπακοή του ηγήτορα σημαίνει άμεση ανάκληση από τους εκπροσωπούμενους. Έτσι η λαϊκή κυριαρχία αναδομείται και μεταβάλλεται σε κανονιστική αρχή του δημόσιου βίου.

Πάνω απ’ όλα, όμως, πρέπει να δημιουργήσουμε τη δική μας αφήγηση, γιατί «Δεν είναι δικό μας το σπίτι του πόνου και της δυστυχίας. Μας το παρέστησε έτσι αυτός που μας κλέβει και μας εξαπατά… δεν είναι δική μας η γη του θανάτου και της αγωνίας. Δεν είναι δικός μας ο δρόμος του πολέμου. Δεν είναι δική μας η προδοσία και δεν χωρά στο βήμα μας η λησμονιά. Δεν είναι δικά μας το άδειο χώμα και ο κούφιος ουρανός». Ο λόγος είναι ποιητικός, γιατί ο κώδικας επικοινωνίας των πονεμένων ψυχών είναι η ποίηση. Γιατί η ποίηση αλλάζει το περιεχόμενο της «μεταφοράς» των λέξεων, κάνοντάς τες και πάλι αληθινές και όχι πολύσημες και αμφίσημες. Γιατί είναι ψέμα πως οι λέξεις δεν έχουν αφεντικά. «Ακόμη και αν χάσουμε, θα νικήσουμε…» έλεγε ο πρώην υποδιοικητής Μάρκος. Γιατί, ακόμα και αν «Ορισμένες απαντήσεις απέτυχαν, εξακολουθούν όμως να ισχύουν οι ερωτήσεις»… Για την ώρα αυτό «που έχασαν (οι χωρικοί) είναι η απελπισία, η πικρία, η παραίτηση. Η φτώχια των ιθαγενών είναι πιο πλούσια από άλλες φτώχιες, επειδή τώρα έχει ελπίδα».

Τον Ιανουάριο του 2003 ο τότε υποδιοικητής Μάρκος έλεγε: Διδάσκουμε τα παιδιά ότι υπάρχουν τόσες λέξεις όσα και χρώματα και ότι υπάρχουν τόσες πολλές σκέψεις επειδή μέσα τους βρίσκεται ο κόσμος που γεννιούνται αυτές οι λέξεις. «Όπλο μας οι Λέξεις» (Our Word is Our Weapon) έγραφε στο ομότιτλο βιβλίο ο ηγέτης των Ζαπατίστας. Όπλο μας η ποίηση λέμε εμείς. Γι’ αυτό «εφ’ όπλου ποίηση».

http://artinews.gr/%CE%BF%CE%B9-%CE%B6%CE%B1%CF%80%CE%B1%CF%84%CE%AF%CF%83%CF%84%CE%B1%CF%82-%CE%B7-%CF%81%CE%B5%CF%86%CE%BF%CF%81%CE%BC%CE%B9%CF%83%CF%84%CE%B9%CE%BA%CE%AE-%CE%B1%CF%81%CE%B9%CF%83%CF%84%CE%B5%CF%81%CE%AC-%CE%BA%CE%B1%CE%B9-%CE%BF%CE%B9-%CE%BB%CE%AD%CE%BE%CE%B5%CE%B9%CF%82.html

μα τι χαρακτήρας!, grandezza carattere !

Ένας Έλληνας Αναρχικός Μιλάει για τις Μέρες που Πολέμησε το Ισλαμικό Κράτος —

Ο Νικόλας Ματαράγκας διηγείται πώς αποφάσισε να εκπαιδευτεί στρατιωτικά και να πολεμήσει ενάντια στον ISIS.

via Ένας Έλληνας Αναρχικός Μιλάει για τις Μέρες που Πολέμησε το Ισλαμικό Κράτος —

ιστορία, storia

5 MΑΙΟΥ 1981: ΠΕΘΑΙΝΕΙ Ο ΚΟΡΥΔΑΛΛΟΣ ΤΗΣ ΙΡΛΑΝΔΙΑΣ – MUORE L’ALLODOLA D’IRLANDA

του Gianni Sartori

Ο θάνατος του Bobby Sands το 1981 αντιπροσώπευε για πολλούς ανθρώπους ένα γεγονός από εκείνα που σε σημαδεύουν, σε αλλάζουν, αν όχι ακριβώς τον τρόπο που ζεις, αλλάζουν τουλάχιστον την αντίληψη που έχεις γι την ζωή (καθώς και για την ιστορία, την πολιτική …).

Γι αυτόν που γράφει τα πράγματα πήγαν διαφορετικά. Μετά από μια στράτευση που άρχισε το ’68 σκέφτηκα ότι είχα ολοκληρώσει τη δέσμευσή μου (λόγω υπαρξιακής κούρασης, αίσθηση αδυναμίας μπροστά στην δυνατότητα να αλλάξουν τα πράγματα, δυσμενείς συνθήκες … αποφασίσετε εσείς) με τις, μερικές φορές, σκληρές διαδηλώσεις στις οποίες είχα συμμετάσχει το 1974 (εκτέλεση του Puig Antich ) και το 1975 (βλ. τις διαμαρτυρίες για τη δολοφονία των Varalli, Zibecchi και Micciché και, τον σεπτέμβριο για τον τουφεκισμό δύο etarra [μαχητών της ΕΤΑ] – Txiki και Otaegi – και τριών μαχητών του FRAP). Για κάποιο διάστημα αφιερώθηκα σε άλλα πράγματα, διατηρώντας παράλληλα την περιέργεια για όσα κινούνταν στον κόσμο και τον αναστάτωναν (με μερικά ταξίδια στην μετα-Φρανκοκρατούμενη Ισπανία, για παράδειγμα …). Στη συνέχεια ήρθε η απεργία πείνας των Ιρλανδών Ρεπουμπλικανών μαχητών και ο τραγικός επίλογος. Παράτησα τα πάντα (σχεδόν όλα, στην πραγματικότητα) και έφυγα για το Μπέλφαστ. Έκτοτε συνέχισα βασικά, καλώς ή κακώς.

Αυτός έφταιγε, ο Μπόμπι. Ακούς εκεί, που θα μπορούσε να είναι ακόμη στον κόσμο, ζωντανός. Ήταν στην πραγματικότητα νεώτερος από μένα και το πράγμα με χτύπησε πολύ, με εντυπωσίασε (μέχρι τότε ήταν κυρίως σύντροφοι από τα μέρη μου που πέθαιναν: Salvador Puig Antich, Saltarelli, Franco Serantini, Txiki …). Μετά από τόσα χρόνια – επίσης, βλέποντας και το πώς πήγαν τα πράγματα στην Ιρλανδία – αναρωτιέμαι αν πραγματικά άξιζε τον κόπο. Αλλά αυτό δεν μειώνει καθόλου το θάρρος του και εκείνο των 9 συντρόφων του.

Μια σύντομη περίληψη ακολουθεί, χωρίς να ξεχνάμε ότι σε κάθε περίπτωση «ζούμε για να καταπατήσουμε τους βασιλιάδες» όπως συχνά αναφερόμαστε (*) σε κάποιες εξεγερτικές διαδηλώσεις.

Μοιάζει μόνο χθες αλλά αντίθετα σχεδόν 40 χρόνια έχουν περάσει. Κάτω από τα έκπληκτα βλέμματα μιας γηραιάς Ευρώπης κορεσμένης και ικανοποιημένης, 10 νεαροί ιρλανδοί ρεπουμπλικανοί θυσίαζαν τη ζωή τους για να διεκδικήσουν αναπαλλοτρίωτα δικαιώματα όπως εκείνο της αυτοδιάθεσης και για την αναγνώριση του καθεστώτος πολιτικού κρατουμένου για όσους φυλακίζονταν κατά τη διάρκεια ενός απελευθερωτικού πολέμου.

Η απεργία πείνας μέχρι τις ακραίες συνέπειες είναι μέρος της ιρλανδικής κελτικής παράδοσης. Αλλά αυτή που διεξήχθη με ακραία αποφασιστικότητα από τους κρατούμενους του H Block, περισσότερο από μια ρητή αναφορά στο παραδοσιακό γαελικό δίκαιο και στους druidic νόμους, [- Το σύμπλεγμα των θρησκευτικών πεποιθήσεων των druids], τους νόμους των δρυίδων δηλαδή, αντιπροσώπευε μια καθαρά πολιτική πράξη μέσα σε μια συλλογική διαδικασία απελευθέρωσης.

Περισσότεροι από είκοσι είναι οι ιρλανδοί πολιτικοί κρατούμενοι που πέθαναν τον περασμένο αιώνα σε απεργία πείνας.

Ο πρώτος από αυτόν τον κατάλογο είναι ο Thomas Ashe, ένας από τους πρωταγωνιστές του «Πάσχα του αίματος» του Δουβλίνου (1916), πέθανε το 1917 αφού αναγκάστηκε να καταναλώσει τροφή με τη βία. Το 1920, ο Terence McSweeney, δήμαρχος του Cork, κρατούμενος στη φυλακή Brixton (Λονδίνο) μετά από 74 ημέρες απεργίας πείνας. Οι Fitzgerald Michael και Murphy Joseph πέθαναν επίσης κατά την ίδια διαμαρτυρία. Το 1923, κατά τη διάρκεια του πραγματικού εμφύλιου πολέμου μεταξύ του IRA και των υποστηρικτών του «Ελεύθερου Κράτους», πρόθυμων να αποδεχτούν τη διαίρεση του νησιού, στην ιρλανδική φυλακή του Montioy έχασαν τη ζωή τους – μετά από περισσότερες από 40 ημέρες απεργίας πείνας – οι Andrew Sullivan και Dennis Barry.

Πάντα στην Ιρλανδία, στη φυλακή του Hill Arbor, το 1940 πέθαναν μετά από 50 ημέρες απεργίας πείνας οι Jack McNeela και Tony d’Arcy. Σε μια άλλη ιρλανδική φυλακή η ίδια τύχη έλαχε στον Joseph Witty. Το 1943, μετά από 31 ημέρες απεργίας πείνας και δίψας, ο εθελοντής του Ira Sean Mc Caughey έσβηνε στη φυλακή του Δουβλίνου.

Στις αρχές της δεκαετίας του ’70 η κατάσταση στη Βόρειο Ιρλανδία χειροτερεύει: στις 6 φεβρουαρίου 1971 ο Ira σκοτώνει έναν άγγλο στρατιώτη (θύμα που προστίθεται στους στρατιώτες που ήδη σκοτώθηκαν το 1969 από τους προτεστάντες ελεύθερους σκοπευτές) και η αντίδραση δεν καθυστερεί. Στις 9 αυγούστου του ίδιου έτους εισήχθη ο επ’ αόριστον εγκλεισμός (εκείνο το ίδιο πρωινό, 342 άνθρωποι, κυρίως καθολικοί, συνελήφθησαν) κατά τη διάρκεια του οποίου θα χρησιμοποιούνται τακτικά τα σωματικά βασανιστήρια.

Οι συγκρούσεις στους δρόμους εντείνονται και στις 30 ιανουαρίου 1972, ο βρετανικός στρατός σφαγιάζει δεκατρείς ανυπεράσπιστους ανθρώπους στο Derry («ματωμένη κυριακή»).

Δύο μήνες αργότερα, το Λονδίνο αναλαμβάνει απευθείας τη διοίκηση του Ulster και «χορηγεί» στους ρεπουμπλικανούς κρατούμενους το καθεστώς πολιτικών κρατουμένων. Αλλά η δικαστική πίεση γίνεται όλο και πιο βαριά. Το 1973 εισήχθησαν τα ειδικά δικαστήρια, χωρίς επιτροπή ενόρκων, και το 1974, με την εισαγωγή της πράξης «Πρόληψης της τρομοκρατικής δράσης», “Preven-tion of terrorism act”, η αστυνομική κράτηση έφθασε στις επτά ημέρες. Κατά την αμέσως επόμενη περίοδο, η απεργία πείνας προκαλεί δύο ακόμη θύματα στις αγγλικές φυλακές: τον Michael Gaugham το 1974 και τον Frank Staff το 1976.

Εν τω μεταξύ, το καθεστώς του πολιτικού κρατουμένου είχε αρθεί.

Στις 27 οκτωβρίου 1980, στο H Block της φυλακής Long Kesh (με το παρατσούκλι «Maze«) μια απεργία πείνας που – αφού αναστάλθηκε τα Χριστούγεννα για να επαναληφθεί την 1η μαρτίου 1981 – θα οδηγήσει στο θάνατο 10 ρεπουμπλικανών μαχητών. Τα ονόματά τους μπορούν να ζουν για πάντα στο μυαλό, στην καρδιά και στους αγώνες όλων των καταπιεσμένων και εκμεταλλευόμενων του κόσμου. Ισχυρότεροι από το θάνατο.

Το πρωί της 5ης μαΐου 1981, μετά από 66 ημέρες, πεθαίνει ο Robert Gerard Sands. Γεννημένος στο Μπέλφαστ το 1954 από μια καθολική μητέρα και έναν προτεστάντη πατέρα, είχε εισέλθει στον ΙΡΑ όταν ήταν μόλις 18 ετών. Όταν πέθανε ήταν 27 χρονών. Σήμερα ο Μπόμπι είναι θαμμένος στο Milltown, το καθολικό νεκροταφείο στο Δυτικό Μπέλφαστ, που βρίσκεται κατά μήκος της «Falls Road», της περίφημης δημοκρατικής αρτηρίας “Falls”. Πολλοί μάρτυρες της ιρλανδικής υπόθεσης αναπαύονται εδώ: αγωνιστές όπως ο Μπόμπι Σάντς και ο Τζο Μακ Ντόνελ, Joe McDonnel, ή απλοί πολίτες που δολοφονήθηκαν από την αστυνομία όπως ο Σον Ντάουνς, Sean Downes. Θυμάμαι ότι στις 16 μαρτίου 1988 το Milltown ήταν το σκηνικό μιας βίαιης ένοπλης επίθεσης από έναν φανατικό νομοταγή (φιλοβρετανό πολιτοφύλακα) που ολοκληρώθηκε με μια σφαγή καθολικών, εναντίον μιας πομπής κηδείας.

Στις 14 μαΐου, μετά από μια απεργία 59 ημερών, ο Francis Hughes, ηλικίας 25 ετών, πεθαίνει. Ονομάστηκε ο «Che Guevara του Ulster», το 1978 συνελήφθη και καταδικάστηκε σε ισόβια κάθειρξη με την κατηγορία της θανάτωσης οκτώ βρετανών στρατιωτών.

Ο Raimond McCreesh πεθαίνει στις 21 μαΐου, μετά από 61 ημέρες. Όταν εισήλθε στον ΙΡΑ ήταν μόνο 16 ετών, συνελήφθη το ’76 μετά από μια ενέδρα εναντίον του στρατού. Όταν πέθανε ήταν 24 χρονών και εξέφρασε στον ιερέα αδερφό του που τον συνέδραμε την επιθυμία ο θάνατός του να μην προκαλέσει καμία βίαιη ενέργεια.

Ο Patsy O’Hara είχε απομακρυνθεί από τον IRA και εντάχθηκε, το 1975, στον Inla (Irish National Liberation Army) του Derry. Μετά τη σύλληψη υπέστη κάθε είδους σωματική και ψυχική βία στη φυλακή. Πέθανε στις 21 μαΐου σε ηλικία 24 ετών. Το 2015, και η μητέρα του, Peggy O’Hara, έφυγε επίσης. Την είχα γνωρίσει και την επισκέφθηκα στο Derry, στο σπίτι της, κάποιες φορές. Μου παραχώρησε, πέρα από μια δραματική συνέντευξη (**), όπου μίλησε για εκείνες τις ημέρες τεράστιου πόνου, και μερικές φωτογραφίες του γιου της και μια συγκινητική αφιέρωση στο βιβλίο που μου είχε χαρίσει («The Irish Hunger Strike» του T. Collins). Και φέτος, τον ιανουάριο, πέθανε η μητέρα του Bobby Sands, Rosaleen.

Στις 8 ιουλίου 1981, μετά από 61 ημέρες αποχής από το φαγητό, πέθανε ο Joe McDonnel, μέλος του IRA στο Μπέλφαστ και μεγαλύτερος της ομάδας. Μεταξύ των συντρόφων που ξεκίνησαν την απεργία μετά τους πρώτους τέσσερις θανάτους ήταν η σειρά του να πάρει την θέση του Μπόμπι Σάντς, μαζί με τον οποίο είχε συλληφθεί και μαζί με τον οποίον είναι θαμμένος σήμερα.

Ο Martin Hurson συνελήφθη τον νοέμβριο του 1976 για συνωμοσία και κατοχή εκρηκτικών. Μεταφέρθηκε στο Long Kesh, ανακρίθηκε και βασανίστηκε. Πέθανε στις 13 ιουλίου, 24 χρονών, μετά από 46 ημέρες απεργίας πείνας.

Ο Kevin Lynch, μαχητής του Inla, συνελήφθη το ’76 μετά την εκτέλεση ενός αστυνομικού, βασανίστηκε και καταδικάστηκε σε δέκα χρόνια. Την απεργία ξεκίνησε στις 23 μαΐου και πέθανε στις 21 αυγούστου, στην ηλικία των 25 ετών.

Ο Kieran Doherty, ήδη ενεργός αγωνιστής του IRA, κατά τη διάρκεια της απεργίας πείνας διαδραμάτισε ηγετικό ρόλο, αναγνωρισμένο από τους άλλους κρατούμενους, ειδικά στις επαφές με την Εκκλησία. Πέθανε στις 2 αυγούστου, σε ηλικία 25 ετών, αφού κατάφερε να επιβιώσει χωρίς τροφή για 73 ημέρες.

Ο Thomas McIlwee, στέλεχος του Ira, πέρασε το μεγαλύτερο μέρος της φυλάκισής του στο μπλοκ τιμωρίας. Όταν πέθανε, μετά από 62 ημέρες απεργίας πείνας, ήταν μόλις 23 ετών.

Η ζωή του Micki Devine είναι εμβληματική. Ζώντας ως παιδί σε συνθήκες ακραίας φτώχειας (διηγήθηκε ότι συχνά έπασχε από πείνα), ήταν ένα από τα πρώτα μέλη του Inla του Derry. Ξεκίνησε την απεργία πείνας στα μέσα ιουνίου και πέθανε στις 20 αυγούστου, στην ηλικία των 27 ετών.

Δύο άλλοι κρατούμενοι σώθηκαν όταν βρίσκονταν ήδη σε κώμα. Ένας από αυτούς, ο Pat McGeown, πέθανε το 1994. Ο άλλος, Lawrence McKeown, συγγραφέας και λέκτορας, έμεινε σημαδεμένος σωματικά.

Είχα την τιμή να συναντηθώ (και να φιλοξενήσω) το McKeown στην δεκαετία του ’90 κατά τη διάρκεια ενός γύρου διαλέξεων. Φυσικά τον ρώτησα πού βρήκε την αποφασιστικότητα να προσθέσει και το δικό του όνομά στον κατάλογο των εθελοντών που θα έπρεπε να αντικαταστήσουν τους συντρόφους που πέθαιναν κατά τη διάρκεια της διαμαρτυρίας. «Πρακτικά είναι αδύνατον – μου είχε πει – να καταλάβεις πως φτάσαμε σε αυτή την απόφαση δίχως να γνωρίζεις αυτά που είχαν συμβεί στην Long Kesh κατά τα προηγούμενα πέντε χρόνια, μετά την κατάργηση του καθεστώτος  αιχμαλώτων πολέμου. Οι συνθήκες των κρατουμένων ήταν άγριες και καμία μορφή διαμαρτυρίας δεν φαινόταν ικανή να τις τροποποιήσει. Ήμασταν όλοι πολύ νέοι, ηλικίας μεταξύ 20 και 30 ετών. Οι περισσότεροι όταν μπήκαμε στη φυλακή ήμασταν λίγο μεγαλύτεροι από έφηβοι. Ήμασταν πολύ ενωμένοι, είχαμε μεγάλη αλληλεγγύη μεταξύ μας και ισχυρές πολιτικές πεποιθήσεις, τις ίδιες που με έκαναν να εισέλθω στον ΙΡΑ, γνωρίζοντας πολύ καλά ότι η προοπτική της φυλακής και του θανάτου ήταν οτιδήποτε άλλο παρά απομακρυσμένη.

Βλέποντας με τα μάτια μου την σκληρή καταστολή στην οποίαν υποβάλλονταν οι κρατούμενοι μου συνέβη να ενισχυθούν οι πεποιθήσεις μου. Η βρετανική κυβέρνηση προσπαθούσε με κάθε τρόπο να μας ποινικοποιήσει, να μας κάνει να μοιάζουμε με κοινούς εγκληματίες. Έπρεπε να επαναστατήσουμε για να δείξουμε ότι οι επιλογές και οι ενέργειές μας ήταν πολιτικές, όχι εγκληματικές ». Στη συνέχεια, πρόσθεσε ότι «πολλοί από τους εθελοντές φυλακισμένους του Ιra πέθαναν σε απεργία πείνας στη δεκαετία του ’20, του ’40 και του ’70 … και ούτω καθεξής μέχρι το 1981. Συνολικά οι ιρλανδοί πολιτικοί κρατούμενοι που έχασαν τη ζωή τους κατά τη διάρκεια μιας απεργίας πείνας τα τελευταία 80 χρόνια είναι 22. Για όλους αυτούς μπορούμε να πούμε ότι είναι «νεκροί έτσι ώστε άλλοι να είναι ελεύθεροι» (όπως είναι γραμμένο στον τάφο του Micky Devine και του Patsy O’Hara, στο Derry). Και αυτό το καθεστώς πολιτικού κρατουμένου είχε κατακτηθεί, το 1972, με μια απεργία πείνας. Στη συνέχεια το απέσυραν το 1976 «.

Επομένως η απόφασή τους δεν ελήφθη ελαφριά τη καρδία. «Όσον αφορά εμένα – συνέχισε ο McKeown – ήξερα καλά ότι αυτή η απεργία θα προχωρούσε μέχρι τα άκρα. Βάζοντας το όνομά μας στον κατάλογο των εθελοντών δεν ξέραμε πότε θα έρθει η σειρά μας, ποιος θα πεθάνει και ποιος θα επιβιώσει. Είχα σκεφτεί πολύ, επί μακρόν για τις συνέπειες που θα υφίστατο οικογένειά μου … Ήμουν παντρεμένος αλλά τουλάχιστον δεν είχα παιδιά, σε αντίθεση με άλλους εθελοντές, όπως ο Bobby Sands … ».

Τα βασικά αιτήματα των απεργών του Long Kesh ήταν πέντε, που συνδέονται στενά με την απαίτηση του καθεστώτος πολιτικών κρατουμένων: να μην φορούν στολές φυλάκισης, να μην διεξάγουν εργασίες εγκληματιών, ελευθερία μελέτης και διασύνδεσης – να μπορούν δηλαδή να συναντιούνται τακτικά – δυνατότητα να δέχονται επισκέψεις και δέματα, δικαίωμα σε μείωση ποινής. Αυτά τα αιτήματα, έστω και με τρόπο όχι εμφανή και χωρίς την τυπική επανεισαγωγή του καθεστώτος πολιτικού κρατουμένου, αναγνωρίστηκαν στη συνέχεια και ικανοποιήθηκαν στην ουσία τους.

Πράγματι, στις αρχές νοεμβρίου του 1981, μετά το τέλος της απεργίας πείνας, ο υπουργός Prior παρουσίασε τις μεταρρυθμίσεις φυλακών που επέτρεψαν στους ρεπουμπλικάνους φυλακισμένους του «Λαβύρινθου-Maze» την δυνατότητα να φορούν τα ρούχα τους, τη δυνατότητα να επωφεληθούν από τη μείωση της ποινής κ.λπ. Δεν υπάρχει τίποτα άλλο που πρέπει να προσθέσουμε και δεν έχει ήδη ειπωθεί από τους άμεσους ενδιαφερόμενους με την τόσο ριζοσπαστική και οριστική-τελική χειρονομία τους.

Όσον αφορά εμένα: «Σε οποιοδήποτε μέρος με ξαφνιάσει ο θάνατος, θάψτε την καρδιά μου στη Milltown».

(*) Αυτό είναι το ακριβές απόσπασμα από τον «Χένρι IV» του Σαίξπηρ: «Αν ζούμε είναι για να περπατήσουμε στα κεφάλια των Βασιλέων. Αν πεθάνουμε, ω τι όμορφος θάνατος, όταν οι Πρίγκιπες πεθαίνουν μαζί μας. Τώρα για τις συνειδήσεις μας τα όπλα είναι σωστά. Όταν η πρόθεση να τα φέρουμε μαζί μας είναι λογική «.

(**) Gianni Sartori http://csaarcadia.org/in-memoria-di-peggy-ohara/

IN BOTTEGA CFR Scor-data: 1 marzo 1981 (di David Lifodi) e Scor-data: 5 maggio 1981 (di Energu) ma anche Che c’entra Bobby Sands con Casa Pound? (di Gianni Sartori) e Sporchi (di Mark Adin)

MA COSA SONO LE «SCOR-DATE»? NOTA PER CHI CAPITASSE QUI SOLTANTO ADESSO.               

Per «scor-data» qui in “bottega” si intende il rimando a una persona o a un evento che il pensiero dominante e l’ignoranza che l’accompagna deformano, rammentano “a rovescio” o cancellano; a volte i temi possono essere più leggeri ché ogni tanto sorridere non fa male, anzi. Ovviamente assai diversi gli stili e le scelte per raccontare; a volte post brevi e magari solo un titolo, una citazione, una foto, un disegno. Comunque un gran lavoro. E si può fare meglio, specie se il nostro “collettivo di lavoro” si allargherà. Vi sentite chiamate/i “in causa”? Proprio così, questo è un bando di arruolamento nel nostro disarmato esercituccio. Grazie in anticipo a chi collaborerà, commenterà, linkerà, correggerà i nostri errori sempre possibili, segnalerà qualcun/qualcosa … o anche solo ci leggerà.

La redazione – abbastanza ballerina – della bottega από την σύνταξη

http://www.labottegadelbarbieri.org/5-maggio-1981-muore-lallodola-dirlanda/

ανατρεπτική τέχνη, arte ribelle

BOLOGNA, 25 AΠΡΙΛΙΟΥ: Ο ROGER WATERS (ΠΡΩΗΝ PINK FLOYD) ΣΕ ΣΥΝΑΥΛΙΑ

Καλή μουσική και καλή πολιτική καθώς και όμορφες εικόνες (τις βρίσκετε στην ουρά). Ο Luca Cumbo – με την έγκριση και λίγο φθόνο της La Bottega del Barbieri – πήγε να δει τη συναυλία του Roger Waters στο Casalecchio di Reno, Bologna.

Ο Roger Waters υπήρξε μπασίστας και συνιδρυτής των Pink Floyd, θρυλικού μουσικού συγκροτήματος που γεννήθηκε στο Ηνωμένο Βασίλειο στη χρυσή εποχή της λεγόμενης «ψυχεδέλειας» που είναι το δεύτερο μισό της δεκαετίας του ’60. Ο Waters ήταν επίσης δημιουργός των περισσότερων στίχων των τραγουδιών των Pink Floyd, καθώς και των μουσικών, μετά τη θλιβερή έξοδο από την ομάδα του Syd Barrett που συνδέεται με προβλήματα κατάχρησης παραισθησιογόνων ουσιών που πιθανώς επιδείνωσαν μια λανθάνουσα ψυχική δυσφορία.

Από τα τέλη της δεκαετίας του 1960, το αντιμιλιταριστικό θέμα στα κείμενα του Waters γίνεται αμέσως σαφές: ο δεκανέας Clegg (στο Saucerful of Secrets, 1968), αν και με τον ειρωνικό και σουρεαλιστικό τόνο χαρακτηριστικό της εποχής, μιλά για την ιστορία του δεκανέα Clegg που «κερδίζει» στον πόλεμο ένα ξύλινο πόδι ως ανταμοιβή της θυσίας του προς τιμήν της βασίλισσας («clegg» θα μπορούσε να είναι ένα παιχνίδι με τις λέξεις που ανακαλεί στη μνήμη τις έννοιες «tafano, σπασαρχίδης» και «τεχνητό πόδι»).

Εδώ το κείμενο με μετάφραση και video:

https://www.antiwarsongs.org/canzone.php?id=2364&lang=it

Ο πατέρας του Waters πέθανε στην Ιταλία κατά τη διάρκεια των μαχών κατά των ναζιστικών-φασιστικών στρατευμάτων μετά την απόβαση των συμμάχων στο Anzio το 1944. Και ο Waters γνωρίζει καλά την ιταλική αντίσταση. Επίσης για αυτό το λόγο τα κείμενα κατά του πολέμου και εναντίον του φασισμού υπήρχαν πάντα στα έργα του μουσικού, τόσο κατά την εμπειρία με τους Pink Floyd όσο και κατά την ατομική καριέρα.

Στη δεκαετία του ’70 – και ειδικότερα με το The Dark Side of the Moon (1973) – ο Waters αρχίζει να υπογράφει κείμενα που καταγγέλλουν την αλλοτρίωση που παράγει η σύγχρονη καπιταλιστική αγγλική κοινωνία, τη δουλεία μπροστά στο χρόνο (Time), στα χρήματα (Money) που οδηγεί στην εξαθλίωση και την απανθρωπιά και, ως εκ τούτου, στην τρέλα (Brain Damage). Περνούν μερικά χρόνια και στο Welcome to the Machine, που έχει ληφθεί από το άλμπουμ «Wish You Here» (1975) που δεν είναι τυχαίο πως είναι αφιερωμένο στον Syd Barrett, ο άνθρωπος περιγράφεται ως αυτόματο, σκλάβος σε μια τεχνολογία στην υπηρεσία της εξουσίας.

Είναι με το άλμπουμ Animals (1977), εντυπωσιακό και θαρραλέο, μακρινό χιλιάδες έτη φωτός από τη σύγχρονη πανκ μόδα, που ο Waters εξευγενίζει και καθιστά σαφείς στα κείμενα του τους φιλιππικούς ενάντια στην εξουσία αλλά και εναντίον των μαζών που πάσχουν, υποφέρουν παθητικά χωρίς να εξεγείρονται. Το Animals είναι ένα σκοτεινό, ανήσυχο, απειλητικό, αγχωτικό άλμπουμ, μακρά κομμάτια (από 10 έως 17 λεπτά αν εξαιρεθούν οι δύο πολύ σύντομες μπαλάντες στην αρχή και το κλείσιμο του άλμπουμ) που δεν αφήνουν διαδρομές διαφυγής, αλλά παραδίδονται στη ροή της μουσικής, στις ξαφνικές επιταχύνσεις και στις αιφνίδιες πτώσεις, θα μας κάνει να συνειδητοποιήσουμε ότι το Animals είναι ένα αριστούργημα.

Οι στίχοι, χαλαρά εμπνευσμένοι από την Φάρμα των ζώων, La Fattoria degli animali του George Orwell, χωρίζουν την ανθρωπότητα σε τρία μακρά κομμάτια / κατηγορίες: σκύλους (Dogs), γουρούνια (Pigs, Three different ones), πρόβατα (Sheep).

Εδώ το περίφημο εξώφυλλο με τον ιπτάμενο χοίρο ανάμεσα στις καμινάδες του ηλεκτροπαραγωγικού σταθμού Battersea Power Station του Λονδίνου:

Μετά το Animals είναι η σειρά του διπλού The Wall (1979) μαζί με το ομώνυμο film του Alan Parker (του 1982, που παρουσιάστηκε στο 35° festival di Cannes, των Κανών) να αναλάβει πιο ρητά το αντιμιλιταριστικό θέμα, υπάρχουν επίσης αυτοβιογραφικές αναφορές για το θάνατο του πατέρα του Waters, όπως στο κομμάτι When the tigers broke free: https://www.youtube.com/watch?v=E_5DRKZI1Ow

Το The Final Cut (1983) – τελευταίο album του Waters με τους Pink Floyd – παρουσιάζεται ως το “requiem del sogno del dopoguerra, ρέκβιεμ του μεταπολεμικού ονείρου” . Στο τραγούδι με το οποίο ξεκινά The Post War Dream δέχεται μετωπική επίθεση η “Maggie” Margaret Thatcher για τις κοινωνικές πολιτικές της και για τον πόλεμο στα νησιά Falkland/Malvinas (1982): What have we done Maggie what have we done

What have we done to England

Should we shout should we scream

What happened to the post war dream?

Αυτή η μακρά εισαγωγή, για την οποία ζητούμε συγγνώμη από τους μη οπαδούς, αυτούς που δεν είναι παθιασμένοι με τον καλλιτέχνη, πριν μιλήσουμε για την συναυλία αυτή καθεαυτήν, ήταν απαραίτητη για να πούμε ότι ένα θέαμα του Roger Waters δεν είναι απλώς ένα καλλιτεχνικό συμβάν, αλλά ένα πολιτικό γεγονός. Η παγκόσμια περιοδεία του Waters αγγίζει όλες τις ηπείρους με εκατοντάδες ημερομηνίες και εκατομμύρια θεατές. Όλα τα ραντεβού συνοδεύονται πάντοτε, σε κάθε στάδιο, από πολλές συνεντεύξεις στις οποίες ο Waters μιλά περισσότερο για πολιτική απ ‘ό, τι για μουσική.

Ο Waters καταγγέλλει εδώ και καιρό την δουλικότητα των δυτικών μέσων μαζικής ενημέρωσης, αποκαλώντας τα «μέσα προπαγάνδας για πόλεμο». Οι συναυλίες του πρώην-Pink Floyd είναι μαζικά φαινόμενα, με γεμάτα γήπεδα ποδοσφαίρου, εκατομμύρια συμμετέχοντες, ένα πολύ διαφορετικό ακροατήριο στο οποίο δυνητικά εν μέρει ποτέ δεν έφτασαν πληροφορίες και ιδέες σε αντίθεση με την κυρίαρχη λογοτεχνία (αφήγηση, αν προτιμάτε, ή »μοναδική σκέψη», διαλέξτε εσείς).

Έτσι ο Waters χρησιμοποιεί τις συναυλίες του για να προσπαθήσει να τονώσει μια πληροφόρηση διαφορετική: το leit motiv της περιοδείας είναι «RESIST», το οποίο εμφανίζεται συχνά στις μεγάλες οθόνες, στα μπλουζάκια τoυ χορού, στα χαρτάκια με τα σημειώματα που ρίχνονται στο κοινό. Αντίσταση στον πόλεμο, στις κυβερνήσεις, στα μέσα μαζικής ενημέρωσης, αντίσταση στον Trump, την Theresa May, τον Μπερλουσκόνι και τον Σαλβίνι, όλοι χαστουκίζονται σε πλάνα που τρέχουν με βίντεο προς το κοινό που είναι παρόν.

Ο Waters μιλά για τους μετανάστες, μιλά για υποδοχή, καλωσόρισμα, για νέα (παλιά) – αποικιοκρατία. Το μεταπολεμικό όνειρο είναι στην πραγματικότητα ένας εφιάλτης, ο δυτικός πατιναρισμένος κόσμος είναι ένα reality show από το οποίο πρέπει να ξυπνήσουμε, ενώ εκείνοι που είναι ήδη αφυπνισμένοι πρέπει να αντισταθούν.

Ο Waters παίρνει αυτό το καθήκον πολύ σοβαρά με τίμημα να γίνει δυσάρεστος και να οδηγηθεί ενάντια στους ίδιους τους οπαδούς του. Στα αμερικανικά ραντεβού της περιοδείας υπήρχαν στιγμές που ορισμένοι θεατές, υποστηρικτές του Trump, εγκατέλειψαν τη συναυλία πριν από το τέλος.

Ερωτηθείς για το θέμα, ο Waters έστειλε όντως εκείνους τους (φερόμενους) fans από εκεί που ήρθαν, ισχυριζόμενος ότι όσοι δεν θέλουν να τον ακούν να μιλά για πολιτική, πρέπει να πάνε στις συναυλίες της Katy Perry και όχι στις δικές του.

Εδώ μια από τις σχετικές συνεντεύξεις του όπως και οι δηλώσεις υπέρ του BDS Movement:

https://www.youtube.com/watch?v=5WYa-pNhxmQ

Κατά τη διάρκεια της συναυλίας στη Μπολόνια ήταν ενδιαφέρον να ακούσει κανείς τα σχόλια του κοινού, να βρεθεί δίπλα-δίπλα με υποστηριχτές της λίγκας του βορρά, της forza nuova, κλπ, πολλοί φυσικά έδειξαν αδιαφορία συνεχίζοντας να καταγράφουν τα πάντα με τα γαμημένα τηλέφωνά τους (μα τι νόημα έχει να πληρώνεις για μια συναυλία και στη συνέχεια να παρακολουθείς όλα μέσω του τηλεφώνου αντί να τhn απολαμβάνεις;) αλλά άλλοι καταλήφθησαν από αμφιβολία, συζητούσαν, ρωτούσαν και αναρωτιόντουσαν. Ποιος ξέρει.

Ο Waters επικεντρώνει την συναυλία στην αναβίωση των Animals, στην περίφημη σκηνογραφία φτιαγμένη με τεράστια ιπτάμενα και γεμάτα τατουάζ γουρούνια με το σύμβολο του δολαρίου και το πρόσωπο του Trump, με τις σκηνικές χορογραφίες που σχετίζεται με τον ηλεκτροπαραγωγό σταθμό Battersea, καθώς και κάποια άλλα αποσπάσματα από το τελευταίο σόλο άλμπουμ του Is this the life we really want? (2017). Φυσικά δεν λείπουν κομμάτια παρμένα από το The Dark Side oh the Moon και to The Wall. Αλλοτρίωση και πόλεμος, αν πέσουμε στην πρώτη να που έρχεται ο δεύτερος, γι αυτό πρέπει να ξυπνήσουμε, να αντισταθούμε και να αγωνιστούμε.

Ίσως λόγω της καυτής ζέστης του κλειστού γηπέδου του Casalecchio που κάνει τον μουσικό να φαίνεται λίγο κουρασμένος, ίσως και για την ηλικία του (ο Waters κλείνει τα 75 τον σεπτέμβριο) ο μπασίστας παίζει λίγο ο ίδιος αφήνοντας αρκετό χώρο για τους άλλους μουσικούς στη σκηνή , αλλά σε κάποιο σημείο εκπλήσσει τους πάντες παίρνοντας μια ηλεκτρική κιθάρα (σίγουρα όχι το όργανο του) και ρίχνοντας τον εαυτό του σε ένα σόλο που τραβήχτηκε από ένα τραγούδι του τελευταίου άλμπουμ. Αστειεύτηκε με αυτό και ευχαρίστησε τον νεαρότερο Jonathan Wilson, αμερικανό κιθαρίστα μέλος του συγκροτήματος, που του έμαθε να παίζει την κιθάρα σαν σολίστ.

Η συναυλία ανοίγει με το κλασικό Breathe που τραβήχτηκε από το The Dark Side of the Moon: πιο κατάλληλη εισαγωγή δεν μπορούσε να υπάρξει. Αμέσως μετά να η chicca One of these days (που λήφθηκε από το Meddle του 1971), το παλιότερο από τα τραγούδια των Floyd που εκτελέστηκαν. Τότε είναι η σειρά του The Great Gig in the sky (και πάλι από τo Dark Side) με μια διπλή θηλυκή φωνή στη θέση της μοναδικής σόλο φωνής του original, αμφισβητήσιμη επιλογή στην επιτυχία της ερμηνείας, αλλά καλύτερη από άλλες τραγικές εκδόσεις που ακούστηκαν στο παρελθόν και στις ίδιες περιοδείες των Pink Floyd για να ολοκληρωθεί η ιστορική περίοδος. Ακολούθησε το κλασσικό Welcome To The Machine (σπάνια παιγμένο ζωντανά τα τελευταία 40 χρόνια) και τρία τραγούδια από την τελευταία δουλειά Είναι αυτή η ζωή που πραγματικά θέλουμε; Is This the Life We Really Want? που συνάδουν με το πλαίσιο μιας και μοιάζουν πολύ με αποκόμματα που ανασυντάχθηκαν από τα παλιά τραγούδια των Floyd.  Στη συνέχεια, το αναπόφευκτο κερασάκι στην τούρτα Wish You Were Here (από το ομώνυμο άλμπουμ) για το σύνθετο κοινό και το αναπόφευκτο Another Brick in the Wal (προφανώς από το The Wall ) που υποδέχεται στη σκηνή έναν πολυεθνικό χορό των ευλόγως ενθουσιασμένων παιδιών που προέρχονται από το Antoniano της Μπολόνια. Όλα τα τραγούδια από το ρεπερτόριο των Pink Floyd προτείνονται με σεβασμό στη μουσική φιλοσοφία τους. Οι ήχοι είναι εκείνοι οι σωστοί, στα όργανα της σκηνής περιλαμβάνονται τόσο τα ιστορικά όργανο Hammond και αναλογικά συνθεσάϊζερ, όσο η ηλεκτρονική ενορχήστρωση που είναι απαραίτητη για μια πειστική ζωντανή απόδοση της μουσικής ατμόσφαιρας των Pink FloydΗ μόνη εξαίρεση ήταν το Welcome to the Machine, για το οποίο μιλήσαμε παραπάνω, η επανερμηνεία του οποίου, με κάποιες σκόπιμες στρεβλώσεις στο κεντρικό μέρος, δεν έπεισε τον γράφοντα: όχι τόσο για την παραμόρφωση από μόνη της – αυτή ήταν η αρχή σχεδόν όλων των τραγουδιών στις ζωντανές εμφανίσεις των Pink Floyd (τουλάχιστον μέχρι την περιοδεία του The Wall) – αλλά επειδή είναι καταναγκαστική, δεν ρέει, σαν να ήθελε να την αλλάξει με κάθε κόστος χωρίς μια συγκεκριμένη ιδέα στο ξεκίνημα.

Αντιθέτως οι εκτελέσεις των δύο μεγάλων κομματιών που λαμβάνονται από τα Animals: Dogs and Pigs (Three different ones), είναι υπέροχες, μαζί μισή ώρα μουσικής όπου όλα φαίνονται στο σωστό μέρος, μίξη, φωνητικά, ρυθμικές και σόλο κιθάρες από τους εξαιρετικούς Dave Kilminster, Jonathan Wilson, το μπάσο του Gus Seyffert, το όργανο και τα synths του Bo Koster και του Jon Carin, τα ντραμς του Joey Waronker, όλοι τέλειοι χωρίς περιττά στολίδια εδώ όπως και στην υπόλοιπη σύνθεση της συναυλίας.

Κρίμα που δεν προβλέπονταν το Sheep, η άλλη εξαιρετική suite από το Animals.

Ανάμεσα στο ένα τραγούδι και το  άλλο ο Waters δεν ξέχασε να καταδικάσει και αυτή την φορά το Ισραήλ για το apartheid που έχει επιβάλει στους παλαιστίνιους και θύμισε τον Vittorio Arrigoni: “Να παραμείνουμε ανθρώπινοι” επαναλαμβάνει πολλές φορές. Ο Waters αρνήθηκε πολλές φορές να εμφανιστεί στο Ισραήλ, συμμετέχει επίσημα στην εκστρατεία  BDS-Boycott, Divestment and Sanctions, προσκαλώντας τους μουσικούς συναδέλφους του να κάνουν το ίδιο και ασκώντας κριτική σε εκείνους που δεν το έκαναν (τον ιούλιο του 2017 ο Waters κάλεσε, δίχως να εισακουστεί, τον Tom Yorke και τους Radiohead να μην παίξουν στο Tel Aviv). Μα δεν τελειώνει εδώ: ο Waters επιτέθηκε στην Ευρώπη και τις ΗΠΑ για τον πόλεμο στη Συρία, κατηγόρησε τα αποκαλούμενα Λευκά Κράνη (White Helmets, δήθεν ΜΚΟ πολιτικής προστασίας της Συρίας) ως μια ψεύτικη ανθρωπιστική οργάνωση και προκάλυμμα των σχηματισμών τζιχάντ. Κατά το ραντεβού της Βαρκελώνης ήταν ακόμη πιο σαφής

https://www.youtube.com/watch?v=0Wh1ppnkSag

Μετά το μέρος της συναυλίας που αφιερώνεται στα Animals, ένα άλλο ζευγάρι κλασικών (Money και στη συνέχεια Us and Them που δίνει το όνομα στην περιοδεία), στη συνέχεια Smell the roses που λαμβάνεται από το τελευταίο σόλο έργο του Waters και το μεγάλο φινάλε με το ζευγάρι Brain Damage / Eclipse , που αντιστοιχούν και στο κλείσιμο του The Dark Side of the Moon, όλα συνοδευόμενα από μια τεράστια πυραμίδα λέιζερ τρυπημένη από ένα ουράνιο τόξο χρωμάτων για να ανακαλέσει το διάσημο εξώφυλλο του άλμπουμ.

Καταλήγοντας, μετά το αναπόφευκτο Confortably Numb και το μπιζάρισμα με τo Μother που είναι παρμένα από το The Wall, ο Roger Waters παίρνει από το ακροατήριο κάτω από την σκηνή μια σημαία της Εθνικής Ένωσης Ιταλικών Παρτιζάνων, την σηκώνει προς το κοινό ως ένδειξη σεβασμού, την φιλάει, τη βάζει γύρω στο λαιμό του και αποτραβιέται.

Le fotografie sono di, Οι φωτογραφίες είναι του Ennio Cerami

http://www.labottegadelbarbieri.org/bologna-25-aprile-roger-waters-ex-pink-floyd-in-concerto/

αθλητισμός, sport

Duncan Edwards, ο πιο μεγάλος. Πρόλογος στην ιταλική έκδοση

Δημοσιεύτηκε στις   

Working Class Hero

La madre Teti, la dea dai piedi d’argento, ridisse           
che due sorti mi portano al termine di morte;
se, rimanendo, combatto intorno a Troia,
perirà il mio ritorno, la gloria però sarà eterna;
se invece torno a casa, alla mia patria terra,
perirà la nobile gloria, ma a lungo la vita
godrò, non verrà subito a me destino di morte
– Iliade, IX, 410-416 Ιλιάδα

Η μητέρα Θέτις, η θεά με τα ασημένια  πόδια, επανέλαβε
ότι δύο μοίρες με οδηγούν στο τέρμα του θανάτου
εάν, παραμένοντας, παλεύω γύρω από την Τροία,
θα αφανιστεί η επιστροφή μου, η δόξα όμως θα είναι αιώνια
αν αντίθετα επιστρέψω σπίτι, στην πατρίδα μου τη γη μου,
θα χαθεί η ευγενική δόξα, αλλά τη ζωή για μεγάλο χρονικό διάστημα
θα απολαύσω, δεν θα έρθει αμέσως σε μένα μοίρα θανάτου

Let us die young or let us live forever
We don’t have the power, but we never say never
Sitting in a sandpit, life is a short trip
The music’s for the sad man
– Alphaville, Forever Young

Σε έναν από τους εξωτερικούς τείχους του Old Trafford, το στάδιο της Manchester United, υπάρχει μια πινακίδα που τιμά τη μνήμη των πεσόντων της 6ης φεβρουαρίου 1958. Είναι μια ημερομηνία που σφραγίζεται με φωτιά στην ιστορία της αγγλικής λέσχης, η οποία σηματοδοτεί το τέλος των Busby Babes , των παιδιών του Matt Busby που την μεταμόρφωναν σε ισχυρότερη ομάδα στην Ευρώπη. Εκείνη τη μέρα στο αεροδρόμιο του Μονάχου υπήρχε χιόνι, και αυτό βοήθησε να εμποδιστεί η απογείωση του αεροπλάνου που θα έπρεπε να φέρει στο σπίτι τους κόκκινους διαβόλους, i Red Devils, που επέστρεφαν από ένα αγώνα του ευρωπαϊκού Κυπέλλου Πρωταθλητριών. Η ειρωνεία της τύχης ήθελε η συντριβή να συμβεί πριν ακόμη το αεροπλάνο αποκολληθεί από το έδαφος. Παρόλα αυτά οι μισοί από τους επιβάτες έχασαν τη ζωή τους.   

Εννέα χρόνια μετά την τραγωδία της Superga, στην οποία είχε εξαφανιστεί η Μεγάλη Τορίνο, il Grande Torino, το αγγλικό ποδόσφαιρο γνώρισε το ίδιο πένθος, αναστατωμένο, διαταραγμένο σε συναισθηματικό επίπεδο, και ακρωτηριασμένο σε εκείνο το ιστορικό. Η τραγωδία ξήλωσε πράγματι τους καλύτερους νέους παίκτες από την Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ και την αγγλική εθνική ομάδα, αλλάζοντας έτσι την ιστορία του ευρωπαϊκού και παγκόσμιου ποδοσφαίρου. Είναι η διατριβή, η θέση πολλών μαρτύρων που εμφανίζονται σε αυτό το βιβλίο. Βιβλίο του οποίου δεδηλωμένη πρόθεση είναι, ωστόσο, μια άλλη, να δώσει μια απάντηση στην ερώτηση που κάθε φίλαθλος τουλάχιστον μία φορά στη ζωή έχει κάνει. Ποιος υπήρξε ο μεγαλύτερος ποδοσφαιριστής όλων των εποχών;
Ο σκεπτικισμός του συντάκτη, του συγγραφέα την πρώτη φορά που πέφτει επάνω στην απάντηση ενός παλιού λάτρη του ποδοσφαίρου είναι ο ίδιος με του αναγνώστη που πρόκειται να αντιμετωπίσει αυτές τις σελίδες. Ο Duncan Edwards; Ας μην κάνουμε αστεία, παρακαλώ. Ενός παίκτη που πέθανε μόλις στα είκοσι ένα μπορεί να ειπωθεί στην καλύτερη περίπτωση ότι θα γίνονταν ο μεγαλύτερος, αλλά βάζοντας τον μπροστά από την ιδιοφυία που ξεδιπλώνεται του Pelé ή του Maradona, ή των Ρονάλντο και Μέσι της εποχής μας, ακούγεται σαν μια πρόκληση, προβοκάτσια.
Αλλά το βιβλίο του Leighton είναι κάθε άλλο παρά προκλητικό. Η μέθοδος διερεύνησης του είναι απλή και γραμμική: να ξαφρίσει τον θρύλο του Duncan Edwards και των Busby Babes από την αύρα της αγιότητας λόγω του τραγικού τους τέλους, για να αντιμετωπίσει και να ασχοληθεί με απλά αθλητικά χρονικά. Ο Leighton καταβροχθίζει, αλέθει άρθρα επί άρθρων, είτε πρόκειται για εκθέσεις και αναφορές των παιχνιδιών νεανικών πρωταθλημάτων σε τοπικές εφημερίδες, ή εκείνων των συναντήσεων της Πρώτης αγγλικής κατηγορίας και της εθνικής σε μεγάλες εφημερίδες του βασιλείου. Συνθέτει έτσι την ιστορία, την αφήγηση μιας καριέρας τόσο γρήγορης όσο ήταν σύντομη. Και ενώ διερευνά τις γραπτές πηγές, δεν παραιτείται από τη συζήτηση με μάρτυρες που ζουν ακόμα ή από την αναφορά των δηλώσεων εκείνων που έχουν χαθεί. Με αυτό τον τρόπο σκιαγραφεί την προσωπικότητα του πρωταθλητή, ένα μη δευτερογενές συστατικό για την αξιολόγηση του μεγέθους του.
Τελικά φθάνει να δώσει μια απάντηση καθόλου ρομαντική, αλλά ουσιαστικά τεχνική και ψυχολογική, που μας αφήνει έκπληκτους, αποπροσανατολισμένους από τη σαφήνεια και την απλότητα της.

Αυτή είναι και η ιστορία ενός ήρωα. Ήρωα με την κλασική έννοια, μια φιγούρα που συνδυάζει τη δύναμη και το πεπρωμένο του Αχιλλέα με την ηρεμία και την ανθρωπιά του Έκτορα. Νέος, δυνατός και υγιής, τέλειος για να ενσαρκώνει τον ιδανικό τύπο γιο της Aλβιώνας, σήμερα ο Edwards απεικονίζεται σε ένα άγαλμα στο κέντρο της πόλης όπου γεννήθηκε και όχι μπροστά σε ένα γήπεδο όπως άλλοι μεγάλοι του αγγλικού ποδοσφαίρου.
Duncan Edwards, ποιος ήταν αυτός; Οι μαυρόασπρες ταινίες στο Youtube μας δίνουν την λαμπερή φιγούρα ενός αγοριού με πρόσχαρο πρόσωπο, με ένα ισχυρό σουτ σαν λίγα και μια μεγάλη γκάμα από πάσες. Τίποτα άλλο.
Το μητρώο μας λέει ότι γεννήθηκε το 1936, στην μικρή πόλη Dudley, στη λεγόμενη Black Country, Μαύρη Χώρα, περιοχή των West Midlands που παίρνει το όνομά της από την εμφάνιση του τοπίου. Μαύρο γιατί κυριαρχείται από τις φλέβες και τα ανθρακωρυχεία, από τα μεγάλα εργοστάσια παραγωγής χάλυβα και από τις βιομηχανικές αναθυμιάσεις που έκρυβαν τον ήλιο και δηλητηρίαζαν τον αέρα. Ένα τοπίο που έχει εμπνεύσει ορισμένες λογοτεχνικές περιγραφές συγγραφέων όπως ο Dickens και ο Tolkien, αυτός ο τελευταίος μεγάλωσε λίγα μίλια πιο πέρα.
Κάτω από εκείνο τον ουρανό χρώματος μολυβί απλώνονταν μια θάλασσα από σπίτια βαλμένα στη σειρά, αυτών που κέρδιζαν για να ζήσουν σε εκείνα τα εργοστάσια και στα ορυχεία.

Από εκεί έρχονταν ο ήρωας που αποθανατίστηκε από το μύθο των καταπληκτικών Busby Babes. Και από εκεί δεν προχώρησε πολύ περισσότερο. Μόνο μια μεταφορά στο βορρά, σε ένα άλλο βιομηχανικό αστικό συγκρότημα , εκείνο του Μάντσεστερ, σε ένα ελαφρώς αστικό σπίτι, όπου μοιράζονταν τους χώρους με τoυς άλλους απογόνους της United.
Ο Έντουαρντς ήταν γιος της εργατικής τάξης και ενσωμάτωνε τα όνειρα εξαγοράς-λύτρωσης εκείνων που είχαν βγει από τον πόλεμο και επιδίωκαν να ξεφύγουν από τη φτώχεια. Μια λύτρωση που δεν περνούσε τότε μέσα από τον πλουτισμό, επειδή δεν μπορούσε να γίνει έτσι, οι αθλητικοί νόμοι της εποχής το απαγόρευαν. Ήταν μάλλον ζήτημα αποφυγής του ορυχείου ή του κλιβάνου, προσφέροντας έτσι μια λιγότερο αχάριστη μοίρα από αυτή των πατέρων.
Αν δεν κοιτάξουμε το πλαίσιο μέσα στο οποίο βρισκόταν το Old Trafford, το Θέατρο των Ονείρων που περιβάλλονταν από καμινάδες, όπου έβγαιναν στη σκηνή πολλά από τα κατορθώματα των Busby Babes, λίγα μπορεί να δει κανείς από την εικόνα του Edwards. Η υπερηφάνεια εκείνων που πήγαιναν στο γήπεδο αντανακλάται σε αυτή των παικτών του Matt Busby. Ένα σάββατο στα δύο στις τρεις το μεσημέρι, οι Babes έπαιζαν για τους δικούς τους ανθρώπους, για εκείνη την εν δυνάμει Mancunia Worker Republic που είχε το επίκεντρo της στο Old Trafford.

Nα γιατί ο Jimmy Murphy, το αδιαχώριστο δεξί χέρι του Busby, χαμογελούσε μπροστά στην αυταρέσκεια του θεατρικού Mohammed Ali όταν τον άκουγε να λέει ότι ήταν ο μεγαλύτερος και απαντούσε: «Ο μεγαλύτερος υπήρξε ένας ποδοσφαιριστής που ονομάζεται Duncan Edwards». Αυτοί οι τραχείς άντρες, ο Murphy, ο Busby, οι οποίοι με τη σειρά τους βγήκαν από τις ουαλικές κοιλάδες και τα ορυχεία της Σκωτίας, ξεπλυμένοι αλλά με πρόσωπα που μιλούσαν για δουλειά και μόχθο και πόλεμο, έβλεπαν στον Edwards την πρακτική υλοποίηση του ποδοσφαίρου έτσι όπως το ήθελαν: ένα παιχνίδι φτιαγμένο από δύναμη, μαεστρία, ταχύτητα και πολλή θάρρος. Μία μάχη προσομοιωμένη, έντεκα ενάντια σε έντεκα, η οποία επιτέλους δίνονταν στα ίσα, μεταξύ ανδρών, ανεξάρτητα από την προέλευση και τα επώνυμα. Ήταν η ευκαιρία για εκείνους που έρχονταν από τις «μαύρες» περιοχές της χώρας να δείξουν σε όλους από τι πάστα ήταν φτιαγμένοι, χωρίς την προοπτική ενός άλματος που θα τους εκτόξευε στο αντίθετο άκρο της κοινωνικής σκάλας.
Σήμερα είναι αδιανόητο οι ποδοσφαιριστές των μεγάλων συλλόγων να μην είναι τόσο πλούσιοι και διάσημοι όσο οι ηθοποιοί του Χόλιγουντ ή τα ροκ αστέρια, με δίπλα τους φίλες και συζύγους που φαίνονται (και μερικές φορές είναι) μοντέλα. Το αστέρι Κριστιάνο Ρονάλντο μπορεί να προσφερθεί να διευθετήσει τα δάνεια εκατομμυρίων του με τις φορολογικές αρχές υπογράφοντας μια λευκή επιταγή, όπως ένας άραβας σεΐχης. Παρακαλώ, γράψτε εσείς το ποσό. Όσο ταπεινή κι αν είναι η προέλευση του, ο άνθρωπος που ξέρει να παίζει εξαιρετικά καλά το ποδόσφαιρο είναι στην κορυφή του κόσμου, και εκείνη την προέλευση του την βλέπει με κιάλια. Τα εκατομμύρια των κοινών θνητών που τον βλέπουν να παίζει βλέπουν εκείνον που τα κατάφερε, ο οποίος έχει πραγματοποιήσει το ατομικό όνειρο της επιτυχίας, της φήμης, του πλούτου, έναν που θα μπορούν να θαυμάσουν και να ζηλέψουν, σίγουρα όχι κάποιον με τον οποίον μπορούν να ταυτιστούν συλλογικά.

Η ιστορία του Duncan Edwards έρχεται λοιπόν από έναν άλλο κόσμο και ένα άλλο ποδόσφαιρο, που μερικές φορές θα μπορούσε να φανεί συγκινητικό. Στη δεκαετία του ’50, δεν παίζονταν σε όμορφους χλοοτάπητες αλλά αγγλικά, αντιθέτως, τα παιχνίδια παλεύονταν συχνά μέσα στη λάσπη χωρίς φυλακισμένους, με εξοπλισμό και υλικά από  τρίτο χέρι, και σεμνές επιστροφές στο σπίτι με δημόσια μέσα μεταφοράς ή ιδιωτικά πεντάλ. Όλα χωρίς την κάλυψη των σημερινών μέσων μαζικής ενημέρωσης, έτσι ώστε οι πρωταθλητές να αναγνωρίζονται μόνο από τους δικούς τους οπαδούς, ίσως γείτονές τους.
Ο Leighton, ωστόσο, στέκεται μακριά και αποφεύγει να δείξει επιείκεια και νοσταλγία για τις παλιές μέρες. Αντίθετα, προσφέρει μια πολύ διαυγή ματιά στους κινδύνους και τα όρια εκείνου του ποδοσφαίρου. Φυσικοί κίνδυνοι, σωματικοί, όταν οι κανονισμοί ήταν πολύ πιο ήπιοι όσον αφορά τις αντιπαραθέσεις του παιχνιδιού, και περιορισμούς στην ελευθερία των παικτών, των ποδοσφαιριστών να διαπραγματεύονται τις αμοιβές και τις εταιρικές υποχρεώσεις, δηλαδή το επαγγελματικό τους πεπρωμένο.

Κυρίως, υπάρχει ένα άλλο στοιχείο του «αρχαίου» έπους των Busby Babes επάνω στο οποίο φαίνεται να επιμένει ο Leighton, δηλαδή την σημασία που είχε η φιλία σε εκείνη την εμπειρία. Το παρατσούκλι, η ονομασία προέρχονταν από το γεγονός ότι ήταν κάτι λίγο παραπάνω από έφηβοι. Το σύστημα επιλογής και προετοιμασίας που είχε στηθεί από τον Matt Busby στη Manchester United στόχευε στους πολύ νέους. Ο Busby τους έψαχνε και τους φρόντιζε, περιμένοντας τους να είναι έτοιμοι, χωρίς βιασύνη προκειμένου να μην κάψουν τα μεταβατικά στάδια.  Έτσι τα αγόρια μεγάλωναν μαζί, ζούσαν μαζί, μαζί προπονούνταν και περνούσαν τον ελεύθερο χρόνο τους, και όταν έβγαιναν στον αγωνιστικό χώρο αυτό γίνονταν μια ακόμη στιγμή της κοινής ζωής τους. Οι δεύτεροι πατεράδες τους Busby και Murphy σχημάτιζαν με αυτό τον τρόπο μια συμπαγή ομάδα, την οποία ούτε η καλή ούτε η κακή τύχη θα μπορούσε να διασπάσει. Μαζί έκαναν πράξη μια γενετική και πνευματική επανάσταση στο ποδόσφαιρο, η οποία συνέπεσε με μια ευρύτερη μεταμόρφωση της κοινωνίας και του φαντασιακού.
Αυτό το βιβλίο είναι επομένως και η ιστορία μιας ομάδας φίλων και του στοιχήματος, της πρόκλησης, που εκτόξευσαν στον κόσμο. Μια ιστορία χωρίς ένα ευτυχές τέλος, επειδή το παιχνίδι μετατράπηκε σε τραγωδία, σαν να είχε αντικαταστήσει ένας πραγματικός πόλεμος τον προσομοιωμένο πόλεμο, με νεκρούς, τραυματίες και επιζώντες οι οποίοι επλήγησαν από το αίσθημα της ενοχής.

Ένας από αυτούς τους επιζώντες είναι ακόμα στο σπίτι του στο Old Trafford. Ο Sir Bobby Charlton, γεννημένος το 1937, δεν χάνει την ευκαιρία να θυμάται αυτή τη σύντομη αλλά έντονη εποχή δόξας που έχει σημάδεψε τη ζωή του για πάντα. Είναι η ζωντανή μνήμη αυτός, ο επιζών φίλος της σφαγής, ο οποίος έκανε αυτό που θα έπρεπε να κάνει ο Έντουαρντς: να κερδίσει ένα Παγκόσμιο Κύπελλο, ένα Κύπελλο Πρωταθλητριών, τη χρυσή Μπάλα, να λάβει την τιμητική διάκριση του ιππότη και να γίνει ένας διευθυντής της Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ . Ακούγοντας τον να μιλά σήμερα κάνει μια ορισμένη εντύπωση, αλλά τα λόγια του όμως είναι απολύτως διαυγή, όταν λέει: «Ο Duncan Edwards ήταν ο μόνος παίκτης που με έκανε να αισθάνομαι κατώτερος. Ήταν φανταστικός και τον αγαπούσα. »
Η αρχή αυτού του βιβλίου, στην οποία ο Leighton φαντάζεται πως θα συνέβαιναν τα πράγματα εάν οι δύο φίλοι είχαν επιζήσει και οι δύο, είναι μια πικρή αντίστροφη υπόθεση στην ιστορία, αυτή στην οποία ο Αχιλλέας της Britannia κερδίζει τον πόλεμο και επιστρέφει σπίτι για να μεγαλώσει παιδιά και να γεράσει. Το φινάλε είναι ένα Σαιξπηρικό δράμα αντιθέτως, στο οποίο τα θανατηφόρα συμπτώματα συσσωρεύονται μέχρι να φτάσουν στην καταστροφή, μετά σε ένα αδύναμο και ακόμη και σκληρό νήμα ελπίδας, στη συνέχεια στην τραγωδία και το πένθος. Ο αναγνώστης ανακαλύπτει τον εαυτό του ευγνώμονα στον Leighton για την διακριτικότητα με την οποία ασχολείται με τη μοίρα των συγγενών του Edwards, χωρίς να επιδίδεται σε λεπτομέρειες οίκτου και λέγοντας λίγα πράγματα που ήδη λένε τα πάντα.
Ο κατάλογος των μεταθανάτιων, post mortem αφιερωμάτων και εορτασμών δείχνει πόσο μεγάλο ήταν το αντίκτυπο που είχε εκείνη η εξαφάνιση στον κόσμο του βρετανικού και ευρωπαϊκού ποδοσφαίρου, αλλά δεν λέει ακόμα τίποτα για την κληρονομιά του ή καλύτερα για το συμβολικό φορτίο που φέρνει μαζί της η φιγούρα του.  Δεν είναι τυχαίο ότι ο Leighton μιλάει για αυτόν ως ένα ηθικό πρότυπο για τον αθλητισμό. Και μάλλον δεν κάνει λάθος.

Πρώτα απ ‘όλα, επειδή ο Edwards δεν γνώρισε ποτέ τον ναρκισσισμό του πρωταθλητή. Έχοντας ζήσει πριν από την μεγάλη θεαματοποίηση του ποδοσφαίρου στην τηλεόραση, γλίτωσε τη μετατροπή των παικτών σε αστέρια της show business, κάτι που θα ήταν ασυμβίβαστο με τον ντροπαλό χαρακτήρα του, την ταπεινοφροσύνη και το πάθος του για το ίδιο το παιχνίδι, αυτό καθεαυτό. Δεν υπάρχει αμφιβολία όντως ότι μια συγκεκριμένη αφήγηση του ποδοσφαίρου για τα μέσα μαζικής ενημέρωσης, επικοινωνιακή, με καταναγκαστική επιμονή στο ατομικό ταλέντο, σε συνδυασμό με τις αστρονομικές τζίφρες που καταβάλλονται για τους μεγάλους παίκτες, καταλήγει να ρυθμίζει, να επηρεάζει την αντίληψη του παιχνιδιού και αυτήν που ο πρωταθλητής έχει για τον εαυτό του.
Πόσες φορές έχουμε δει και ξαναδεί το δεύτερο γκολ του Ντιέγκο Μαραντόνα κατά της Αγγλίας στο Παγκόσμιο Κύπελλο του 1986 στο Μεξικό, κάτι που πολλοί θεωρούν ότι είναι το πιο όμορφο που έγινε ποτέ; Ένας δαιμόνιος και άπιαστος παίκτης ξεκινά με την μπάλα στα πόδια από την μέση του γηπέδου, ντριμπλάρει ολόκληρη την αντίπαλη ομάδα συμπεριλαμβανομένου του τερματοφύλακα και σκοράρει. Συγκρίνετε το με το γκολ που περιγράφεται σε αυτό το βιβλίο στη σελίδα 179, όπου η δράση ξετυλίγεται σε ολόκληρο το γήπεδο και είναι χορική, και με το ίδιο αντίκτυπο, με ισοπαλία στις εντυπώσεις θα έχουμε ξεκάθαρη την διαφορά μεταξύ δύο εικόνων του πρωταθλητή πολύ διαφορετικών.

Δίχως να παραπέμπουμε στην εκκεντρική προσωπικότητα του Maradona, σκεφτείτε επίσης τα λόγια του Ρονάλντο σχετικά με τη νεανική του ηλικία στην United, σε μια πολύ πιο πρόσφατη εποχή: «Όταν άρχισα να παίζω στη Manchester United ξεκίνησα να το πιστεύω: είδα ότι δεν υπήρχαν πολλοί άνθρωποι με το ταλέντο μου, την αφοσίωσή μου, τις προσπάθειές μου, την ποδοσφαιρική ηθική μου. Κανείς δεν μπορεί να συγκριθεί με μένα, κανείς άλλος δεν θα είναι ποτέ Κριστιάνο Ρονάλντο. »

Το εγώ του σύγχρονου πρωταθλητή αντικαθιστά το «εμείς» της ομάδας με ένα πλήθος μοναδικών κτητικών επιθέτων. Ταλέντο, αφοσίωση, προσπάθεια, αθλητική δεοντολογία, γίνονται ατομικές ιδιότητες που αποθεώνουν την αριστεία, την υπεροχή του ατόμου.
Αν και συχνά βρέθηκε να κάνει την διαφορά μέσα στο γήπεδο, ο Edwards, για την συγκυρία, το ρόλο, τη νοοτροπία και τον χαρακτήρα, δεν θα μπορούσε ποτέ να ειδωθεί με αυτό τον τρόπο ούτε να μιλήσει έτσι, με αυτό τον τρόπο ο ίδιος, ούτε να μιλήσουν άλλοι έτσι γι αυτόν.

Ο δεύτερος λόγος για τον οποίον ο Edwards μπορεί να είναι ένα μοντέλο είναι η αυθεντικότητα του, η οποία τον τοποθετεί σε αντίθεση με τους υποψήφιους στο θρόνο του καλύτερου παίκτη στην ιστορία.
Τι κοινό υπάρχει ανάμεσα στους Di Stéfano, Pelé, Best, Cruyff, Maradona, Platini κ.λπ., μέχρι τον Messi και τον Ronaldo;
Η απάντηση είναι εύκολη: όλοι είναι επιθετικοί. Οι μισοί από αυτούς είναι οι αριθμοί 10, σέντερ φορ, εκείνοι που ολοκληρώνουν τις ενέργειες, οι οποίοι ντριμπλάρουν τις άμυνες, οι οποίοι σκοράρουν.
Ο Έντουαρντς μπορούσε να παίξει και σέντερ φορ, στην πραγματικότητα, και μερικές φορές το έκανε με εμφανείς συνέπειες στα αποτελέσματα των αγώνων, αλλά πρώτα απ ‘όλα ήταν ένας αμυντικός. Στην πλάτη του φορούσε τον αριθμό 6 και έπαιζε σε εκείνο το διάστημα μεταξύ της άκρης της περιοχής και του κέντρου του γηπέδου που ήταν το κλειδί για το ποδόσφαιρο τότε. Μεσαίος ακραίος ή η αριστερός στο κέντρο, αν προτιμάτε, ο ίδιος αφιερώνονταν έντονα τόσο στην απαγόρευση του παιχνιδιού των αντιπάλων όσο και στην προώθηση ενεργειών προς τα εμπρός. Ενέργειες που μπορούσαν να προκληθούν από τα διάσημες μακρινές του πάσες για τους ακραίους, ή από τα ανοίγματα του για τους κεντρώους, ή ακόμα και από πραγματικά ασταμάτητoυς καλπασμούς προς τα εμπρός .
Αυτό που τον έκανε να ξεχωρίζει είναι ότι ξεκινούσε από θέση oπισθοχωρημένη, από τα πίσω. Ο Duncan Edwards δεν ήταν ένας goleador, δεν κέρδισε ποτέ την κορυφαία βαθμολογία των σκόρερς. Σκοράριζε, και πολύ μάλιστα, αλλά κυρίως σταματούσε το παιχνίδι του αντιπάλου, όταν ήταν απαραίτητο, έσωζε την εστία, και υπαγόρευε την επανεκκίνηση προς τα εμπρός, όταν δεν ξεκλείδωνε το αποτέλεσμα με μια τορπίλη κάτω από το οριζόντιο δοκάρι. Σε ορισμένες περιπτώσεις έκανε όλα αυτά μαζί.

Αν λοιπόν η ιστορία των πράξεών του με τα Busby Babes ή με την εθνική αγγλική ομάδα μπορεί να είναι μεταφορά αλτρουισμού, αντοχής, θάρρους, αφοσίωσης, ας σηκώσει το χέρι αυτός που δεν θα υποδείκνυε αυτές τις αξίες ως πυξίδα στα αγόρια που ξεκινούν σήμερα να κλωτσούν μια μπάλα με έναν αριθμό στη φανέλα, ή πιο απλά να αντιμετωπίζουν τη ζωή. Για το λόγο αυτό, ενώ ο Leighton ψάχνει σε αυτόν έναν καλό άγγλο ήρωα, η φιγούρα του Edwards υπερβαίνει τα βρετανικά νησιά και καθίσταται καθολική ακριβώς επειδή λειτουργεί ως ένας μύθος ή ένας θρύλος.
Λέγεται ότι δόθηκε στον Αχιλλέα μια επιλογή. Να έχει μια μακρά και ειρηνική ζωή, χωρίς να αφήσει το σημάδι, ή μια σύντομη και γρήγορη ζωή σαν ένα βέλος, γεμάτη αξέχαστες πράξεις
Ο αχαιός ήρωας επέλεξε τη δόξα.

Ίσως ο Duncan Edwards δεν είχε χρόνο να εκφράσει όλη την ποδοσφαιρική δυναμική του, αλλά με αυτόν τον τρόπο γλίτωσε και από τους τραυματισμούς, την παρακμή, το τέλος της καριέρας του σε κάποια ομάδα της Βόρειας Αμερικής ή την συμπαιγνία με το σύστημα ισχύος και εξουσίας που έγινε το ποδόσφαιρο διεθνώς. Ακόμη και όταν ο τελευταίος φίλος θα τον έχει αγγίξει, θα έχει έρθει σε επαφή μαζί του στο άλμπουμ των αναμνήσεων, ο «Big Dunc» θα εξακολουθεί να παραμένει αθάνατος, να αποθανατίζεται σε κάθε σκηνικό, σε κάθε μαύρο και άσπρο πλάνο, ως αρχαίος πολεμιστής στο πεδίο της μάχης. Για πάντα νέος. Για πάντα ισχυρός. Για πάντα μεγάλος. Ένα διακριτικό φάντασμα, όμορφο, που κάθε νεανική ομάδα θα ήθελε να έχει στα αποδυτήρια ένα λεπτό πριν από την είσοδο στον αγωνιστικό χώρο, ικανό να την καθησυχάσει με την εντυπωσιακή παρουσία του, ένα χαμόγελο και τις σωστές λέξεις:
«Στο τέλος όλα θα πάνε καλά, γιατί το ποδόσφαιρο είναι ένα παιχνίδι που ανταμείβει όσους δείχνουν θάρρος. Ας μπούμε μέσα, παιδιά, πάμε! »

Bologna, μάρτιος 2018

[La biografia di Duncan Edwards, η βιογραφία του Duncan Edwards που έγραψε ο James Leighton και μεταφράστηκε από το Wu Ming 4 θα βγει στα βιβλιοπωλεία την πέμπτη 26 απριλίου, giovedì 26 aprile]

https://www.wumingfoundation.com/giap/2018/04/duncan-edwards-il-piu-grande-prefazione-alledizione-italiana-di-wu-ming-4/#more-33627

ιστορία, storia

Ζώο του βουνού. Harry Villegas, όνομα μάχης “Pombo”


Συχνά αυτό που παραδίδεται στη μνήμη ως το τέλος μιας περίπτωσης είναι μια πνευματική κατασκευή, μια έννοια. Η πραγματικότητα μοιάζει περισσότερο με μια διαδικασία παρά μια συλλογή γεγονότων. Δύσκολο, σχεδόν αυθαίρετο να καθορίσουμε την αρχή και το τέλος. Θα ήταν ίσως πιο σωστό να μιλάμε για άνοδο και πτώση, εκδήλωση και εξάντληση. Αυτό που είναι βέβαιο είναι ότι στα γεγονότα που χτίζουν την ιστορία των ανθρώπων θα ήταν δύσκολο να προσανατολιστούμε χωρίς να ορίζουμε συντεταγμένες. Χωρίς μια ιδέα για το τέλος και την αρχή, είναι αδύνατο να εφαρμοστούν οι ηθικές έννοιες. Συχνά το Τέλος είναι υποδειγματικό.
Ας πάρουμε την περίπτωση του Ερνέστο Γκεβάρα στη Βολιβία. Ο Τσε και οι δικοί του, ο ανταρτοπόλεμος. Η σύλληψη. Η δολοφονία. Το τραγικό τέλος, που καθορίζει την ανάδυση της χριστολογικής εικόνας. Όλοι συμφωνούμε ότι το τέλος του Τσε είναι η αρχή του θρύλου του. Αυτή η δυναμική – τέλος που είναι επίσης αρχή σε ένα άλλο επίπεδο – είναι γνωστή σε εμάς, την αντιλαμβανόμαστε ως προφανή, είναι σχεδόν κοινός τόπος.
Αλλά στην ιστορία του Ερνέστο Γκεβάρα και των δικών του υπάρχει κάτι συγκεκριμένο, ζωντανό, που ξεφεύγει από το θάνατο, εκείνη η έννοια που θεωρούμε πως είναι ένα γεγονός και αυτό για εμάς είναι το κατεξοχήν τέλος. Κάτι, ή καλύτερα, κάποιος: Pombo, Benigno, Urbano.
Ονόματα μάχης, κουβανοί διεθνιστές αντάρτες. Διέσχισαν ένα γεγονός που κατέληξε στην ιστορία ως ένα τέλος. Επέζησαν για να συναντήσουν άλλα γεγονότα παρόμοιου σημαδιού. Στην περίπτωση του Pombo, ο αγώνας στην Αγκόλα εναντίον των πορτογάλων αποικιοκρατών και των ρατσιστών της Νότιας Αφρικής, ο αγώνας στη Νικαράγουα μαζί με τους Sandinistas.

Ο Pombo είναι σήμερα στο κατώφλι των εβδομήντα ετών, και στη χώρα του είναι ένας ήρωας.
Ο Harry Antonio Villegas Tamayo γεννήθηκε σε μια φτωχή αγροτική οικογένεια αφροκουβανών. Από την ηλικία των δεκατεσσάρων ετών ασκεί δραστηριότητες εναντίον της δικτατορίας του Fulgencio Batista. Στα δεκαοκτώ του χρόνια καταφτάνει στον ανταρτοπόλεμο στη Sierra Maestra, αλλά ο Τσε τον στέλνει πίσω στις πεδιάδες επειδή τα όπλα με τα οποία παρουσιάστηκε είναι μικρού διαμετρήματος και δεν μπορεί να αντιμετωπίσει τον στρατό με αυτά. Μετά από λίγο καιρό, ο Χάρι επιστρέφει με τα σωστά όπλα.  
Η καριέρα του σαν αντάρτης αρχίζει εδώ. Σε μια πρόσφατη συνέντευξη δηλώνει:

«ο αντάρτικος πόλεμος είναι μια από τις πιο πολύπλοκες και δύσκολες μορφές Επαναστατικού Πολέμου. Απαιτεί μεγάλη ικανότητα για θυσίες και μεγάλη αντοχή. Υπάρχει μια στιγμή που απαιτείται από εσένα να παραιτηθείς από όλες τις αστικές ανέσεις. Σε μετατρέπει σε ένα ορεινό ζώο, και αυτό απαιτεί πολύ βαθιές πεποιθήσεις. Για το λόγο αυτό ο Τσε έλεγε ότι ο ανταρτοπόλεμος επιτρέπει να φτάσεις στο υψηλότερο επίπεδο του ανθρώπινου είδους.»

Στην ίδια συνέντευξη καταλαβαίνουμε καλύτερα τα κίνητρα που τον οδήγησαν σε αυτή την επιλογή. Έναν πνευματικό σχηματισμό, το άνοιγμα μιας προοπτικής για τον κόσμο: όλα τα πράγματα που σε έναν κουβανό αγρότη, εκείνη την εποχή, ήταν αποκλεισμένα. Και εξακολουθούν να αποκλείονται από τους αγρότες πολλών χωρών του πλανήτη ακόμη και σήμερα. Παράθυρα στο πιθανό, στη δυνατότητα, η οποία δεν πρέπει απαραίτητα να είναι ταυτόσημη με την ήδη υπάρχουσα. Πρωτογενείς ανάγκες, όπως το ψωμί, το νερό και ο ρουχισμός.
Μετά την κατάληψη της εξουσίας, ο Che έγινε υπουργός βιομηχανίας και επιφυλάσσει σημαντικά καθήκοντα στον Villegas. Αλλά τώρα πλέον και οι δύο έχουν μετατραπεί σε ζώα του βουνού, που η πεποίθηση και η πίστη σε ένα ιδανικό μετατρέπουν σε παραδείγματα ανθρωπιάς για την ανθρωπότητα.                                                                  Προς τα μέσα της δεκαετίας γίνεται αισθητή η έκκληση του διεθνιστικού αγώνα. Ο Villegas θα ήθελε να φτάσει στο βόρειο τμήμα της Αργεντινής, όπου γίνεται προσπάθεια να ανάψει μια επαναστατική φωτιά, αλλά το χρώμα του δέρματός του θα τον εμπόδιζε πάρα πολύ. Χρώμα που όμως τον καθιστά ιδανικό για τον ανταρτοπόλεμο στο Κονγκό. Αλλά η αποστολή στην τεράστια χώρα της Κεντρικής Αφρικής είναι όλα παρά μια επιτυχία. Το κίνημα των Simba, εμπνευσμένο από τον μαρξισμό, πρέπει να αντιμετωπίσει εσωτερικούς και εξωτερικούς εχθρούς. Βρετανούς και νοτιοαφρικανούς μισθοφόρους, εκτοπισμένους κουβανούς αντικαστρικούς: η αποστολή του Che στοχεύεται από ενέδρες, συστηματικά οι επικοινωνίες κατασκοπεύονται ή εκτρέπονται, αποκόπτονται οι γραμμές ανεφοδιασμού. Ο Villegas αγωνίζεται με αξία, πάντα στο πλευρό του Τσε. Είναι εδώ που κερδίζει το όνομα της μάχης, Pombo («λέμφος» στη Σουαχίλη). Μετά από επτά μήνες χωρίς σημαντικές επιτυχίες, ο Τσε πείθεται να εγκαταλείψει το πεδίο της μάχης από τους άνδρες του και από δύο απεσταλμένους του Φιντέλ Κάστρο.
Τα κίνητρα που ωθούν έναν μαχητή όπως ο Pombo μπερδεύονται συχνά, από μια εποχή που φοράει τα γυαλιά του προσωπικού κέρδους με κάθε κόστος, με μια μορφή φανατισμού. Η κατηγορία, με πιο προσεκτική ματιά, περιλαμβάνει όλα αυτά που ταιριάζουν άσχημα με ένα όραμα για τον κόσμο όπως το δικό μας. Αλλά ανάμεσα στον «φανατισμό» του Pombo και των δικών του και σε αυτό που αναδύεται πάνω σε μια βάση ταυτότητας, πολιτιστική, που επανεφευρίσκει ή εφευρίσκει στο σύνολο τους όρια, «παραδόσεις» και σύνορα υπάρχει μια ηθική άβυσσος. Ο Pombo είναι διεθνιστής μαχητής. Στα λόγια του: «αλληλεγγύη δεν είναι να διανέμεις αυτό που περισσεύει, αλλά να μοιράζεσαι αυτό που έχεις».
Οι αντίλαλοι από μια εποχή που αγωνίζονταν για το ανθρώπινο είδος, για όλους τους ανθρώπους, που αναζητούσε στον αγνό χρόνο της εξέγερσης, για να τα πούμε μαζί με τον Jean-Paul Sartre, την υλοποίηση του ανθρώπου στον άνθρωπο.
Μετά το τελευταίο κεφάλαιο, η Βολιβία. Είναι το 1967. Η φάλαγγα των ανταρτών του Guevara μετρά περίπου πενήντα άντρες. Το ELN (Ejército de Liberación Nacional de Bolivia, Εθνικός Απελευθερωτικός Στρατός της Βολιβίας) είναι καλά εξοπλισμένο και αρχικά επιτυγχάνει καλά αποτελέσματα κατά των βολιβιανών δυνάμεων. Το έδαφος του αγώνα είναι εκείνο το δύσκολο και ορεινό τοπίο της περιοχής Camiri. Ωστόσο, τον Σεπτέμβριο ο βολιβιανός στρατός καταφέρνει ένα πολύ σκληρό πλήγμα. Εξολοθρεύει δύο ομάδες ανταρτών, σκοτώνοντας έναν από τους αρχηγούς.
Ένας αγρότης δείχνει στον Στρατό τον τόπο όπου οι αντάρτες θα διασχίσουν τον ποταμό Guapay. Ένα μέρος της επαναστατικής φάλαγγας αναγκάζεται να πολεμήσει. Αργότερα, ο Τσε περικυκλώνεται, τραυματίζεται και αιχμαλωτίζεται. Μετά θα τον σκοτώσουν με την ησυχία τους. Θα ακρωτηριάσουν το σώμα, θα το θάψουν με μεγάλη μυστικότητα.
Για εκείνους που διέφυγαν από την περικύκλωση, πρώτα η απόδραση στη Χιλή ( καθοριστικός για τον επαναπατρισμό στην Κούβα ήταν ο Σαλβαδόρ Αλλιέντε, φίλος του Τσε από πολλά χρόνια) και στη συνέχεια – στην περίπτωση του Pombo – ξανά ο αγώνας, στην Αγκόλα, στη Νικαράγουα.
Ο Pombo παραμένει πιστός στο μάθημα που έμαθε στη Σιέρα, όπου γνώρισε τον Τσε και τη δυνατότητα προσωπικής και συλλογικής χειραφέτησης, πλέον πολλά χρόνια πριν.
Όταν το ιδανικό για το οποίο πολεμάς είναι σωστό, να γίνεις ένα ορεινό ζώο είναι ένας παράδοξος τρόπος να επιτύχεις την υψηλότερη ανθρωπιά.

Articolo uscito sul mensile GQ – edizione italiana, novembre 2010

.
[Υπάρχει ένα ιταλικό βιβλίο εντελώς αφιερωμένο στον Harry Villegas, που έγραψε ο δημοσιογράφος Roberto Borroni. Τιτλοφορείται PomboDalla Sierra Maestra a La Higuera: Dieci anni con Che Guevara,  εκδόσεις Negretto, Mantova 2009.]