ανατρεπτική τέχνη, arte ribelle

«Οι Λεηλάτες του Μεσημεριού»

«Για χρόνια, νύχτες ολόκληρες κυριεύουν τη σκέψη μου οι άνθρωποι που κρατούν όπλο στο χέρι, οι άνθρωποι που τριγυρνούν τις νύχτες στις πόλεις με στουπί και βενζίνη και πυρπολούν τα κέντρα της εξουσίας και του χρήματος. Κι αυτοί οι άλλοι οι δάσκαλοι, που φορούν μακριούς χιτώνες, σανδάλια στα πόδια τους κι έχουν άδεια χέρια, το μόνο όπλο τους είναι ο λόγος τους». Συνάντηση με την Αθηνά Τσάκαλου, μια γυναίκα, μια συγγραφέα, μια μάνα που η φυλάκισή της, της άφησε μια περίεργη συγκίνηση γιατί περπάτησε τους διαδρόμους που περπάτησαν και τα παιδιά της, το γράψιμο έγινε ένας διάλογος με τον εαυτό της και τις επιλογές των παιδιών της και μια αναζήτηση προς την ομορφιά και το όνειρο.

Συνέντευξη στον Γιώργο Μουργή και την Τζένη Τσιροπούλου

Κείμενο: Τζένη Τσιροπούλου

Η Αθηνά ζει σε ένα ελληνικό νησί και το μπαλκόνι της είναι σαν να αρμενίζει στη θάλασσα. Συντροφιά της μονάκριβη είναι τα σκυλιά της, οι γάτες της και ο κήπος της με τη ροδιά, τις φιστικιές, τη βερικοκιά, τις ελιές και τα τριαντάφυλλα. Γεννήθηκε το 1955 στο βλαχοχώρι Τρυγώνα στην ορεινή Θεσσαλία και σπούδασε φιλολογία. Νεαρή κοπέλα, στα 19 της, γνώρισε τον συγγραφέα και στιχουργό, Γεράσιμο Τσάκαλο. Μελοποιημένος από τον Βασίλη Τσιτσάνη, πολλά από τα τραγούδια του έχουν συντροφεύσει στιγμές μας. Χάρη στον Γεράσιμο, η Αθηνά αγάπησε τη λογοτεχνία. Τους διαλόγους των ηρώων της τους πλάθει στο μυαλό της όταν κάνει βόλτα στο βουνό, πριν να τους ακουμπήσει στο χαρτί. Έγνοια της δεν είναι η πραγματικότητα, αλλά το πώς θα φτάσουμε στο όνειρο και τις ουτοπίες μας, πώς δε θα συμφιλιωθούμε με το λίγο, με τα λίγα.

Η Αθηνά Τσάκαλου είναι η μητέρα του Χρήστου και του Μάκη (Γεράσιμου) Τσάκαλου που βρίσκονται στη φυλακή εδώ και μερικά χρόνια ως μέλη της Συνωμοσίας των Πυρήνων της Φωτιάς. Το 2015 συνελήφθη και η ίδια, κατηγορούμενη για υπόθαλψη εγκληματία και συμμετοχή σε τρομοκρατική οργάνωση. Δε μεμψιμοιρεί και ακόμα και μέσα από ένα τέτοιο τραχύ βίωμα, κρατάει μόνο τα καλά που μένουν.

Μια ηλιόλουστη μέρα του Απριλίου μάς φιλοξένησε στο σπίτι της, ένα σπίτι που μοιάζει σαν να κουρνιάζουν μέσα του οι ήρωες από το πρώτο της μυθιστόρημα «Οι Λεηλάτες του Μεσημεριού», το οποίο κυκλοφόρησε τον Μάρτιο από τις Εκδόσεις των Συναδέλφων. Η πρωταγωνίστριά της, η Λένη, είναι μία φοιτήτρια από ένα χωριό με βουνά και πηγές. Μία μαλακή ύπαρξη, που πολλά από τα γνωρίσματα τού χαρακτήρα της «οπισθοχωρούν, μαγκώνονται» για να αφήσει χώρο σε ανθρώπους «που ακόμα κι ο αέρας που τους περιβάλλει αποκτά κάτι από τον πυρετό τους και το γέλιο τους αφήνει αντίλαλο στο δωμάτιο». Ο αδερφός της Λένης, ο Σταύρος, είναι αναρχικός και σκοτώνεται μετά από συμπλοκή με αστυνομικούς, σαν άλλος Ίκαρος που το όνειρό του έβαλε φωτιά στα φτερά του. Η Αθηνά Τσάκαλου αφηγείται την ιστορία του μέσα από τα μάτια της μάνας, του πατέρα μετανάστη και κυρίως της αδελφής τού νεαρού αναρχικού. Από τους ήρωες που έπλασε, ο αγαπημένος της είναι ο μοναχός Δανιήλ που ζει παρέα με κιτρινισμένα βιβλία τα οποία μιλάνε για την επανάσταση.

«Οι Λεηλάτες του Μεσημεριού» μού άφησαν μία μελαγχολία και μία πίστη για τον κόσμο, μία ανάγκη να βρω τους δικούς μου ανθρώπους και μία γεύση από μήλο, κυδώνι και καρύδια, που έκρυβε η Λένη στις τσέπες της.

Βάλαμε καφέ στις κούπες και συζητήσαμε ώρες για τα βιβλία, τη ζωή της, τα παιδιά της, το πώς περνάει τις μέρες της στο νησί το οποίο δε θα εγκατέλειπε με τίποτα για την Αθήνα, τα τραγούδια του άντρα της, τη μάνα της, τα λόγια που γίνονται «εφαλτήριο για να πάνε λίγο πιο μακριά οι πράξεις» και για εκείνους τους ανθρώπους που «τους κυριεύει ένας αλλόκοτος ενθουσιασμός, μια έπαρση σχεδόν θεϊκή».

«Οι Λεηλάτες του Μεσημεριού». Πώς επέλεξες αυτόν τον τίτλο; 

Κοίτα, για μένα υπάρχουν κάποια βιβλία στα οποία πάντα επανέρχομαι, δεν τα βάζω ποτέ σε ράφι βιβλιοθήκης. Είναι κάτι σαν τον Νίτσε που τον ανοίγω όταν απελπίζομαι από την αδυναμία μου, σαν τις ερωτευμένες γυναίκες του Λώρενς όταν θέλω να θυμηθώ τα χρώματα του ρομαντισμού, του υπερβολικού ρομαντισμού, ή σαν τη Βίβλο που συνήθως την διαβάζω για να στηρίζω σθεναρά τις αντιρρήσεις μου. Κάποια κείμενα με γοητεύουν με την ομορφιά τους και κάποια άλλα με συγκινούν με το πένθος τους. Έτσι λοιπόν, τον χειμώνα του 2010, όταν εγώ βίωνα την αρχή μιας δύσκολης ιστορίας -είχαν συλλάβει τον γιο μου τον Μάκη ως μέλος της επαναστατικής οργάνωσης Συνωμοσία των Πυρήνων της Φωτιάς- βρήκα ένα εδάφιο του Ιερεμία που περιείχε όλον τον θρήνο μου: «Ουαί εις εμέ μήτερ μου διότι εγέννησες εμέ άνδρα έριδος και άνδρα φιλονικείας μεθ’ όλης της γης…». Και λίγο παραπάνω λέει: «Έφερα επί τας μητέρας των νέων, λεηλάτην εν μεσημβρία. Επέφερα επ’ αυτάς εξαίφνης ταραχάς και τρόμους». Από αυτούς τους στίχους πήρα τον τίτλο του μυθιστορήματος.

Ποιες ήταν οι πρώτες σου σκέψεις, Αθηνά, όταν πρωτοέμαθες για τη σύλληψη του γιου σου; Και ποιες υπήρξαν τότε οι διέξοδοί σου από αυτή την ταραχή και τον τρόμο; 

Σε τέτοια γεγονότα ξαφνικά όλα ανατρέπονται. Νιώθεις μετέωρος και μέχρι να βρεις ξανά τις ισορροπίες σου χρειάζεσαι χρόνο. Όσο για τις διεξόδους, το γράψιμο υπήρξε μια τέτοια διέξοδος, ένα είδος διαλόγου με τον εαυτό μου και τις επιλογές των παιδιών μου.

Και δεν άργησε και μια άλλη περιπέτεια, όπως την περιγράφεις και στο βιογραφικό σου σημείωμα στο βιβλίο: «Μου έρχεται στον νου η γνωστή φράση του Αντόρνο: “Μετά το Άουσβιτς, είναι βαρβαρότητα να γράφει κανείς ποίηση». Ήταν πριν επτά χρόνια όταν συνέλαβαν τα παιδιά μου για συμμετοχή στην επαναστατική αναρχική οργάνωση Συνωμοσία Πυρήνων της Φωτιάς και ήταν επίσης πριν δύο χρόνια όταν βρέθηκα κι εγώ στη φυλακή για υπόθαλψη εγκληματία (φιλοξένησα μια καταζητούμενη φίλη τους στο σπίτι μου) αλλά κατηγορήθηκα και για μέλος τρομοκρατικής οργάνωσης και υπήρξα ένα χρόνο εξόριστη στη Σαλαμίνα περιμένοντας τη δίκη. Μέσα σε όλα αυτά τα γεγονότα είπα λοιπόν πως οποιαδήποτε ενασχόληση με τη λογοτεχνία θα ήταν τουλάχιστον ακραία κενοδοξία από μέρους μου». 

Γιατί αποφάσισες τελικά να γράψεις και να μας αφηγηθείς αυτή την ιστορία; 

Η αλήθεια είναι πως σε χρόνια ήσυχα, τότε που ακόμα δεν είχε συμβεί τίποτα με τα παιδιά μου, είχα βάλει ένα στοίχημα με τον εαυτό μου: αν θα κατάφερνα να γράψω ένα μυθιστόρημα. Κι αυτό βέβαια δεν προέκυψε έτσι τυχαία. Από τα 19 μου, τότε που γνώρισα τον σύντροφό μου τον Γεράσιμο Τσάκαλο, έναν από τους καλύτερους Έλληνες συγγραφείς που δεν κρύβω ότι θαυμάζω πάντα το έργο του, μαθήτευσα κοντά του στο θέμα της λογοτεχνίας. Μερικά χρόνια μετά τον θάνατό του, έβαλα λοιπόν αυτό το στοίχημα. Κατά παράξενο τρόπο, σαν ένα προμήνυμα για το μέλλον -να σου πω ότι επιτρέπω στον εαυτό μου να μιλώ έτσι γιατί έχω μια βαθιά επιθυμία για τα παράξενα, τα ανεξήγητα που δεν συμβαίνουν συχνά- είχα διαλέξει ήδη πολλά χρόνια νωρίτερα για θέμα, αυτούς για τους οποίους λέω σε κάποιο σημείο του βιβλίου μου: «Για χρόνια, νύχτες ολόκληρες κυριεύουν τη σκέψη μου οι άνθρωποι που κρατούν όπλο στο χέρι, οι άνθρωποι που τριγυρνούν τις νύχτες στις πόλεις με στουπί και βενζίνη και πυρπολούν τα κέντρα της εξουσίας και του χρήματος. Κι αυτοί οι άλλοι οι δάσκαλοι, που φορούν μακριούς χιτώνες, σανδάλια στα πόδια τους κι έχουν άδεια χέρια, το μόνο όπλο τους είναι ο λόγος τους».

Σε μια συνέντευξη σου έχεις πει, μάλιστα, ότι το πρόσωπο του νεκρού αναρχικού Χρήστου Τσουτσουβή, μέσα από την εικόνα που διακινούνταν στην τηλεόραση ώστε αυτός να αναγνωριστεί, ήταν αυτή που σε ενέπνευσε.

Η εικόνα που μου έδωσε την ιδέα για το μυθιστόρημα, ήταν πράγματι μια εικόνα από την δεκαετία του ‘80. Ήταν αυτή η εικόνα του νεκρού Χρήστου Τσουτσουβή στις οθόνες των τηλεοράσεων, όταν σκοτώθηκε σε μια συμπλοκή με αστυνομικούς και επειδή δεν είχε στοιχεία ταυτοποίησης πάνω του, πρόβαλλαν την εικόνα του συνέχεια για να αναγνωριστεί.

«Πόσες φορές θυμόμουνα αυτό το τραγούδι της μάνας μου, όχι το τραγούδι, αυτή τη δειλή και ψιλή φωνή της κι ήταν αυτή η θύμηση, ένα χρυσό σχοινί που με κρατούσε από τα ριψοκίνδυνα μονοπάτια, ήταν δεσμός και χειροπέδη και δεν με άφηνε να τρέξω στους επικίνδυνους, γοητευτικούς ή απλώς άγνωστους δρόμους της ελευθερίας και της παραβατικότητας» λέει η πρωταγωνίστρια, η Λένη σου. 

Η οικογένεια μπορεί να είναι βάρος; Αυτή η αγάπη είναι παράγοντας ανελευθερίας; 

Είναι αυτό ακριβώς που λέει, ένα χρυσό σχοινί, μια χειροπέδη που κάποιους τους κρατάει και δεν τους αφήνει ελεύθερους. Όχι πως αυτοί που τολμούν να περπατήσουν σ’αυτούς τους άλλους δρόμους δεν αγαπούν, αλλά τους κυριεύει ένας αλλόκοτος ενθουσιασμός, μια έπαρση σχεδόν θεϊκή. Νιώθουν καθαροί, λαμπεροί, διεκδικώντας τα πάντα. «Δεν έχουμε τίποτα να φοβηθούμε», λένε σε κάποιο σημείο του βιβλίου, «γιατί στην πραγματικότητα όλοι και εσείς οι απ’ έξω ξέρετε πως η ομορφιά είναι με το μέρος μας».

Και σε ένα άλλο σημείο γράφεις: «Και θα ζήσουν πάλι οι άνθρωποι ήχους εξέγερσης και θα δουν πρόσωπα νεανικά ανδρών και νέων γυναικών να ενσαρκώνουν τους κρυφούς τους πόθους […] αυτοί ορμούν στον κόσμο όχι ως σωτήρες αλλά ως νέοι προμηθείς κρατώντας αναμμένους πυρσούς για να φωτίσουν τις νύχτες του κόσμου και να φωνάξουν: “δεν είναι η μοίρα σας να ζείτε σαν τρυφερά και άβουλα μυρμήγκια”. Και τότε γεμίζουν τα κελιά με Κρατούμενους που επιμένουν να πιστεύουν πως μπορούν οι άνθρωποι να είναι υπέροχοι και μετατρέπουν τις φυλακές στα πιο φωτεινά σημεία του κόσμου ετούτου». 

Αφουγκράζεσαι και εξανθρωπίζεις έναν πολιτικό χώρο, τον αναρχικό χώρο, ο οποίος είναι πεισματικά δαιμονοποιημένος από πολλούς. 

Δεν με φοβίζει ο ηρωικός τόνος που δίνω κάποια στιγμή στην ιστορία μου, δεν με φοβίζει το ότι κάποιες φορές ομορφαίνω ίσως με υπερβολή κάποιες πλευρές αυτών των ανθρώπων. Δεν με φοβίζει γιατί στόχος μου δεν είναι αυτό που λέμε πραγματικότητα, αλλά η επιθυμία, το όνειρο. Και τι είναι πραγματικότητα. Άραγε υπάρχει μόνο μία ανάγνωση της πραγματικότητας;

Αλλά, όχι, δεν εντοπίζω το θέμα ούτε στην αναρχία, ούτε σε κάποια άλλη ιδεολογία. Εκείνο που με απασχολεί είναι γενικά ο επαναστατημένος άνθρωπος.

Ο Χρήστος και ο Μάκης το διάβασαν το βιβλίο; Πώς τους φάνηκε;

Στα παιδιά μου είχα δώσει τα χειρόγραφα. Με ενδιέφερε πολύ η γνώμη τους. Επειδή μιλούσα για πράγματα που τους άγγιξαν περισσότερο, ήθελα να ακούσω πώς έβλεπαν τη δική μου προσέγγιση. Αυτό που κράτησα από την ανάγνωσή τους ήταν ότι μου είπαν πως τους συγκίνησε.

Ποιες ήταν οι δύσκολες στιγμές κατά τη συγγραφή των «Λεηλατών»; 

Θα έλεγα ότι δεν υπήρξαν δύσκολες στιγμές.

Μια φιγούρα αμφίσημη για εμένα ήταν ο μοναχός Δανιήλ. Πιστεύει στην επανάσταση, διαβάζει επαναστατικά βιβλία και ταυτόχρονα ενδύεται τον χιτώνα του μοναχού και ζει στο μοναστήρι. Αναρχία και θρησκεία ακούγεται ένας παράδοξος εναγκαλισμός, σαν δύο αντίθετοι πόλοι -αν και ιστορικά ήρθαν κοντά αυτοί οι δύο χώροι, αλλά σε μας είναι πάντα χωριστοί. Γιατί θέλησες να τα συμφιλιώσεις; 

Ο άνθρωπος ο επαναστατημένος κινείται στα άκρα, ο άνθρωπος που αναζητά, ή καλύτερα θέλει να αναμετρηθεί με τον θεό, να τον κρίνει ή ακόμα και να τον απορρίψει, κι αυτός κινείται στα άκρα. Τους διαπερνά μια κοινή ιερή τρέλα. Θέλουν και οι δύο μιαν άλλη ζωή μέσα από διαφορετικούς δρόμους. Κάτι άλλο που με κάνει να ασχολούμαι με τη θρησκεία είναι η διαπίστωση ότι εδώ στην επαρχία, η εκκλησία είναι τόπος συνάντησης των ανθρώπων και κυρίως των γυναικών που αυτές κυρίως επηρεάζουν, διαπαιδαγωγούν και ανατρέφουν τους νέους ανθρώπους -τους ανταγωνίζεται βέβαια η τηλεόραση αλλά ακόμα έχουν δύναμη στα χέρια τους. Πριν λίγες μέρες παρακολούθησα -ομολογώ πως το έκανα από περιέργεια και μόνο- μία τελετή κουράς ενός μοναχού. Ε, ναι! Ξέρουν να στήνουν τελετές, είπα στον εαυτό μου. Ήταν μια τελετή μεσαιωνικού ύφους, κι εκείνο που πρόσεξα ήταν η ευχαρίστηση και το ρίγος που ένιωσαν οι γυναίκες -και μη νομίσετε τίποτα γυναίκες γριές. Ήταν πολύ νεότερες από μένα, εγώ ίσως ήμουν από τις μεγάλες. Μας αρέσουν τα παραμύθια, οι τελετουργίες, υποκύπτουμε πρόθυμα και γλυκά στην παραπλάνηση, όχι μόνο της θρησκείας, αλλά και του διαδικτύου. Μου φαίνεται πως για να αλλάξει ο κόσμος πρέπει να δοθεί μεγάλη βαρύτητα στους μύθους, να φτιαχτούν καινούργιοι μύθοι. Άλλωστε δεν είναι καθόλου τυχαίο ότι από παιδιά αγαπάμε τα παραμύθια.

Πώς περνάς αλήθεια τις ώρες και τις μέρες σου στο νησί; Διαβάζεις πολύ; 

Το πρώτο που μπορώ να πω είναι πως είμαι αγρότισσα, ίσως ερασιτέχνης ως προς την παραγωγή σοδειάς, αλλά κανονική ως προς τις εργασίες. Οργώνω, κλαδεύω, κόβω τα χορτάρια της άνοιξης -αν και τώρα τελευταία αμφισβητώ την ειρηνικότητα των γεωργικών εργασιών, καθώς η φόρμα που φορώ γεμίζει με το πράσινο αίμα των φυτών που κόβω, με τις κομμένες μέλισσες και τα μαδημένα φτερά των πεταλούδων. Το διάβασμα είναι επίσης μία από τις αγαπημένες μου συνήθειες. Διαβάζω κάθε μέρα αλλά καθώς περνούν τα χρόνια όλο και πιο δύσκολα διαβάζω κανονικά. Συνήθως ξεφυλλίζω και σταματώ κάπου-κάπου και διαβάζω. Ναι, ακούγεται κάπως αυτό, αλλά είναι η αλήθεια.

Αυτές τις μέρες, διαδραματίζονται γεγονότα όπως η απεργία πείνας του κρατούμενου Βασίλη Δημάκη που αγωνίζεται για να σπουδάσει μέσα από τη φυλακή, η ιστορία των νεαρών παιδιών που αθωώθηκαν για συμμετοχή σε τρομοκρατική οργάνωση αλλά καταδικάστηκαν ως «ατομικοί τρομοκράτες», η ιστορία της Ηριάννας, του Περικλή, του Τάσου Θεοφίλου. Με την πείρα της ζωής σου, τη δική σου φυλάκιση, την εμπειρία με τα παιδιά σου, γιατί το κράτος πιστεύεις ότι στοχοποιεί και τιμωρεί δυσανάλογα αυτό το κομμάτι της κοινωνίας του; Εσύ μάλιστα, είχες γράψει στην επιστολή σου από τις φυλακές: «Θα είμαι πάντα υπόλογη απέναντι σ’ αυτή τη νέα γενιά των ανθρώπων γιατί κι εγώ, όπως όλες οι μάνες και οι πατέρες της ηλικίας μου, δεν καταφέραμε να παραδώσουμε στους γιους μας και στις κόρες μας έναν κόσμο καλύτερο».

Γιατί τους στοχοποιεί και τους τιμωρεί δυσανάλογα; Με τα λίγα που ξέρω -έτσι θα το πω γιατί έτσι το νιώθω, δεν είμαι ειδικός και μπορεί να κάνω και λάθος- η παραβατικότητα των πολλών ανθρώπων ξεκινά από προσωπικό όφελος, έτσι όπως ο καθένας μπορεί να το σκεφτεί αυτό, και τελειώνει πάλι με σκοπό το προσωπικό όφελος. Όχι πως στους επαναστατημένους ανθρώπους δεν υπάρχει προσωπικό όφελος, όμως εδώ ο στόχος είναι μια άλλη ποιότητα ζωής και αυτό αφορά ουσιαστικά και όλους τους άλλους. Και είναι ένας λόγος που αν γίνει αντιληπτός από τους πολλούς ενέχει πάντα έναν κίνδυνο εξέγερσης.

Είναι αλήθεια πως νιώθω υπόλογη ως άνθρωπος που τώρα μπαίνει σιγά-σιγά στη σειρά των αναχωρούντων, και κυρίως με καταλαμβάνει ένας φόβος και θυμός γιατί όλο και περισσότερο συνειδητοποιώ τον τρομερό ρόλο των ΜΜΕ. Δεν υπήρξε ποτέ άλλοτε στον κόσμο αυτή η εφιαλτική δυνατότητα ελέγχου και χειραγώγησης των ανθρώπων. Είναι ο πόλεμος που διεξάγεται καθημερινά στους χώρους των σπιτιών μας, ο πόλεμος των μικρών ειδήσεων που κρατά απασχολημένο το μυαλό μας, ο πόλεμος της παραπληροφόρησης που ποτέ δεν μπορείς να ξέρεις ποια είναι αλήθεια, κι όταν δεν ξέρεις την αλήθεια αποδυναμώνεσαι, γίνεσαι άβουλος, ζωντανός νεκρός, προσηλωμένος στις οθόνες της τηλεόρασης, των τάμπλετ, των κινητών τηλεφώνων… Όλα αυτά που λες, η απεργία πείνας του Δημάκη, οι «ατομικοί τρομοκράτες», η Ηριάννα, ο Περικλής, ο Τάσος Θεοφίλου, μπορούν και τα περνούν σε τρίτο και τέταρτο επίπεδο ή ακόμα και τα αποσιωπούν. Και θα πει κανείς, δεν υπάρχει ελπίδα; Αν κάτι μου δίνει ελπίδα στον κόσμο είναι η δυνατότητα δραστικής παρέμβασης που έχουν οι άνθρωποι στην ιστορία, είναι τα «γιατί» που μπορούν και θέτουν οι άνθρωποι σε μορφές καταπίεσης και αδικίας, είναι οι καινούργιες δυνατότητες παρέμβασης που δίνει το διαδίκτυο.

Για να σε προλάβω, αν σκέφτεσαι ότι μιλάω αγνοώντας αυτά που έδειξε η ιστορία, θα σου πω πως η ιστορία δεν τελείωσε. Ναι, είναι αλήθεια πως υπάρχει τεράστιο χάσμα ανάμεσα στα λόγια των φιλοσοφιών, των ποιημάτων, των ουτοπιών και των πράξεων των ανθρώπων που επιθυμούν την αλλαγή. Αλλά λέω πως είναι φυσικό και αναγκαίο αυτό το χάσμα, γιατί οι λέξεις λειτουργούν πάντα ως εφαλτήριο για να πάνε λίγο πιο μακριά οι πράξεις.

Πώς ήταν το να βρίσκεσαι ξαφνικά στη φυλακή λόγω και της ποινικοποίησης της συγγενικής σου σχέσης με τα παιδιά σου;

Αυτό που μου άφησε η φυλάκισή μου, ήταν μια περίεργη συγκίνηση γιατί περπάτησα τους διαδρόμους που περπάτησαν τα παιδιά μου και όχι μόνο. Γιατί κοιμήθηκα σ’ εκείνο το μικρό ασφυκτικό κελί στη ΓΑΔΑ, γιατί διέτρεξα τους δρόμους της πόλης με τα χέρια δεμένα στις πλάτες όπως εκείνοι, και κατάλαβα την τρελή χαρά των οδηγών της αντιτρομοκρατικής όταν με τον ήχο των σειρήνων τρέχουν ως νικητές, τρομοκρατώντας τους άλλους οδηγούς. Είναι η ώρα τους βλέπεις.

Διηγήματα που έγραφες στο Facebook, συλλέχθηκαν και έγιναν το πρώτο σου βιβλίο «Το γέλιο του νερού», τα έσοδα από το οποίο πήγαν στους πολιτικούς κρατούμενους. Εκεί, όπως και στους «Λεηλάτες του Μεσημεριού», η μάνα κατέχει ιδιαίτερη θέση. Ποια ανάγκη σε κάνει να την τοποθετείς στο προσκήνιο τόσο έντονα;

Αυτό είναι αλήθεια και συμβαίνει γιατί εγώ λειτουργώ κυρίως ως μάνα. Αλλά ακόμα, πηγή έμπνευσης για τις ιστορίες του χωριού ήταν η δική μου μάνα, που τα τελευταία χρόνια, τους χειμώνες, όταν καθόμασταν μαζί κοντά στο τζάκι, μου μιλούσε συνέχεια για ιστορίες από τη νεανική της ζωή. Ήταν πολύ καλή αφηγήτρια. Και είναι αλήθεια παράξενο το πόσο επίμονα, όταν περάσουμε ακόμα και τα 80, επιστρέφουμε στους τόπους της πρώτης μας νιότης, επιστρέφουμε στα παιδικά μας χρόνια σαν να συμβαίνει μια παράλογη διαγραφή των ενδιάμεσων χρόνων.

«Δε δέχομαι κανένα στρίμωγμα, καμιά πειθαρχία, ούτε τις εποχιακές τους ηθικές, που είναι σαν τις φράουλες την άνοιξη και σαν τα παγωτά το καλοκαίρι. Δεν αξίζει κανένας κόπος για να ζήσεις ανάμεσα σε τούτον τον κόσμο. Εκείνο που έχει αξία είναι να μπορείς να γίνεσαι ένα ζώο που να τα καταλαβαίνει όλα και να επιμένεις να είσαι ζώο, κι όταν οι άλλοι, για να μπουν στα σπίτια τους, καθαρίζουν τα παπούτσια τους στα ποδόμακτρα, εσύ, που θα έρχεσαι από τους βάλτους, να μπαίνεις με τις λασπωμένες αρβύλες σου στα σαλόνια τους με τα παχιά χαλιά και να αφήνεις αποτυπώματα, κόκκινα αποτυπώματα σαν αίμα. Σε όλα, σε κάθε σου κίνηση να υπάρχει η ηρεμία, η αδιαφορία, το νωχελικό περπάτημα του λιονταριού».

Ένα μικρό κομμάτι από το βιβλίο του Γεράσιμου Τσάκαλου «Τζοτζό θέλω να με λένε», που το έγραψε λίγο πριν φύγει από τη ζωή. Κάποιοι λένε ότι η στάση του πρωταγωνιστή ήταν στάση ζωής και για τον ίδιο τον Γεράσιμο. Θεωρείς ότι ήταν σαν να άφησε μια παρακαταθήκη για τα δυο σας αγόρια, τον Μάκη και τον Χρήστο;

Δύσκολα θα το έλεγα παρακαταθήκη γιατί είναι μια πολύ ακραία στάση ζωής. Σίγουρα όμως είναι μια προτροπή να περιφρονεί κανείς το λούστρο των πραγμάτων και των ανθρωπίνων σχέσεων και να μην διστάσει να γίνει ταξιδευτής και ψαράς που θα ρίχνει σε βαθιές θάλασσες το χρυσό αγκίστρι για να ψαρέψει το καινούργιο και το σπουδαίο.

Πριν σε αποχαιρετήσουμε Αθηνά, «Τι σήμερα, τι αύριο, τι τώρα»: ένα πολύ αγαπημένο μας τραγούδι που μελοποίησε ο Βασίλης Τσιτσάνης, σε στίχους του άντρα σου, Γεράσιμου Τσάκαλου. Έτυχε ποτέ να του το τραγουδήσεις;

Ήταν ένα τραγούδι που το έγραψε πριν γνωριστούμε, και όταν οι άνθρωποι συναντιούνται, όταν ερωτεύονται, ποτέ δεν μιλούν για το παρελθόν. Μιλούν για τα παιδικά τους χρόνια, για τα όνειρά τους, τα σχέδιά τους, αλλά φροντίζουν με πολύ πάθος να μην φανούν στον ορίζοντα περίεργες ζυγαριές και συγκρίσεις.

https://www.thepressproject.gr/article/127081/Oi-Leilates-tou-Mesimeriou

 

τα βιβλία του μιχάλη, i libri di michele

ΧΧ. χόρεψες πάνω στο φτερό του καρχαρία – 17

λεντ ζέπελιν

Έγινα αυτό που είδαμε επειδή αναρωτήθηκα :
Ποιοι ήταν οι κοτσαμπάσηδες στην ιστορία και τι ρόλο έπαιξαν;
Ποιοι οι αρματωλοί και οι κλέφτες και γιατί πολεμούσαν με τους πρώτους;
Εμφύλιοι μεταξύ των Ελλήνων. Κανάρης εναντίον Μιαούλη, πάει ο στόλος, ο με δανεικά φτιαγμένος, μπουμ, μπαμ και κάτω, και τα λιανοτράγουδα της πικρής πατρίδας.
Τι σας θυμίζει ο Λιόντας ο Ληστής; Γιατί τον τραγούδησε ο Νταλάρας, νέος και ενθουσιώδης τότε, τι λόγο -αν- αρθρώνει σήμερα, με γυναίκα υπουργό στη κυβέρνηση των σύγχρονων κοτσαμπάσηδων [ πριν στεγνώσει η μελάνη άρχισαν τα κραξίματα στην ανά την Αθήνα περιοδεία του που κόπηκε απότομα].

Άλλαξε ο Μανωλιός και φόρεσε τα ρούχα του αλλιώς, που λέει ο λαός όταν σκέφτεται!
Και ο Αντώνης του Μίκη από το Μαουτχάουζεν, σας λέει τίποτα;
Μικρούλης όταν ήμουν τηλεόραση δεν υπήρχε. Ακούγαμε ραδιόφωνο στο σπίτι. Κάθε μέρα δελτία για ανθρώπους χαμένους! Θυμάμαι ακόμη πόσο εντύπωση μου έκανε! Όλοι εκείνοι οι άνθρωποι που έψαχναν χρόνια δικούς τους! Τι συνέβη ;
Το έψαξα όταν μεγάλωσα, δεν μπορούσα να ξεχάσω, και έμαθα, κατάλαβα!
Αναρωτιόμουν επίσης παιδάκι μικρό γιατί οι μεγάλοι χαμήλωναν τον τόνο στην κουβέντα, και σοβάρευαν τόσο όταν μιλούσαν για ‘κάποια’ πράγματα;

Κάποια ονόματα ήταν ιερά, χαμήλωνε περισσότερο ο τόνος, μιλούσαν για ντόπιους ‘καπεταναίους’.
Βελουχιώτης, Βαφειάδης, Ζαχαριάδης, Μπελογιάννης, Σάντας και μετά Λαμπράκης, Πέτρουλας.
Έψαξα, έμαθα. Για τα Γιούρα, και τ’ άλλα νησιά. Τα συγχωροχάρτια, Άνθρωποι που έκλαιγαν μια ζωή για κάποια υπογραφή που έβαλαν,για να ξαναδούν τους δικούς τους,σε ένα παλιόχαρτο. Ανθρώπους τους οποίους η συνείδηση στοίχειωνε στον ύπνο και τούς κυνηγούσε και στον ξύπνιο. Γεμάτοι εφιάλτες. Γιατί; Και γι αυτά έμαθα, αφού ρώτησα.
Γιατί ψεκάζουν χημικά ένα, και άλλο, σύμβολα;
Γιατί ψεκάζουν τον Μανώλη Γλέζο;
Διαφώνησα πολλές φορές με τον Μίκη. Τεράστιος δημιουργός και καλλιτέχνης, στην πολιτική όμως! Μαντάρα!

Και το περσινό καλοκαίρι μόνο που δεν σκοτώθηκα,στα λόγια, με τον Γλέζο,στην πλατεία Καπνεργάτη που ήρθε να μιλήσει για την άμεση δημοκρατία και την ίδια στιγμή καλούσε τον κόσμο να αναθέσει για μία ακόμη φορά σε ‘άλλους’,ποιους άραγε, την επίλυση,για να μη πω τη διόρθωση της κατάστασης! οποία υποκρισία!
Αυτό δεν σημαίνει πως δεν θαύμασα την πράξη του, Κάποτε.

Σήμερα όλοι αυτοί έχουν καταντήσει γραφικοί,σέρνουν την παρουσία τους στο πανελλήνιο, δεν έχουν πλέον τη δυνατότητα να αντικρίσουν κατάματα την πραγματικότητα που τους φωνάζει πως απέτυχαν πολιτικά, να την προσεγγίσουν με ξεκάθαρο μάτι,και τότε λόγω των αδιέξοδων χειρισμών και σήμερα το ίδιο, ίσως πια και λόγω κούρασης, ηλικίας, απογοήτευσης κλπ . Γιατί φοβούνται ένα αύριο που τους τρόμαξε και τότε! ΤΟΥΣ ΦΟΒΊΖΕΙ ΚΑΙ ΣΉΜΕΡΑ.

Τα παραδείγματα καθόρισαν την ύπαρξή μου, οι πράξεις δίνουν νόημα στη ζωή, η συνέχεια τον αποκαθήλωσε τον Μανώλη όπως και τον ΜΊΚΗ..

ΑΥΤΟΊ ΚΑΤΆΝΤΗΣΑΝ ΤΟΝ ΣΎΓΧΡΟΝΟ ΈΛΛΗΝΑ ΡΑΓΊΆ ΠΟΥ ΠΡΟΤΙΜΆ ΝΑ ΤΗΝ ΚΆΝΕΙ ΓΙΑ ΆΛΛΕΣ ΠΟΛΙΤΈΙΕΣ,  ΛΈΕΙ Ο ΓΕΊΤΟΝΑΣ ΜΟΥ ‘ΔΕΝ ΈΧΕΙ ΆΛΛΟ, ΔΕΝ ΤΗ ΒΓΆΖΟΥΜΕ’.

ΚΑΙ ΡΩΤΆΩ ΕΓΩ, ΓΙΑΤΊ ΕΜΕΊΣ ΚΑΙ ΌΧΙ ΑΥΤΟΊ ; ΓΙΑΤΊ ΝΑ ΜΗ ΤΟΥΣ ΔΙΏΞΟΥΜΕ, ΝΑ ΟΓΑΝΩΘΟΎΜΕ ΝΑ ΤΟ ΚΆΝΟΥΜΕ ΑΝΤΊ ΝΑ ΠΕΡΙΜΈΝΟΥΜΕ ΜΑΤΑΊΩΣ ΜΉΠΩΣ ΚΑΙ ΤΟ ΚΆΝΕΙ ΚΆΠΟΙΟΣ ΆΛΛΟΣ, Ο ΣΥΡΙΖΑ Ας ΠΟΥΜΕ, ΓΙΑ ΕΜΑΣ;

Αυτό,το παράδειγμα ψεκάζουν, το σύμβολο, την ανυπακοή και όχι τα λόγια, τα λόγια τα ζητάνε κιόλας, γιατί τους δίνουν χρόνο, και περνούν τα μέτρα, και μαζεύουν τα λεφτά μέχρι να μην έχει άλλα,και να κηρύξουν την επίσημη πτώχευση ή όπως αλλιώς την ονομάσουν. Τα λεφτά τους ενδιαφέρουν και οι Έλληνες τρέχουν στις ουρές να τους τα δώσουν, για να μη φάνε πρόστιμο, πανάθεμά τους. Φαύλος κύκλος.

Πραίτωρες κρατούσαν φυλακή τον Κολοκοτρώνη γιατί έπραττε τα αυτονόητα. Έμαθα λοιπόν πως οι απόγονοι των κοτζαμπάσηδων τον έκλεισαν μέσα! Οι σημερινοί τους απόγονοι πάλι σιδερόφρακτους στέλνουν,εκεί στο ίδιο μέρος, να δέρνουν τον κόσμο, και να ανοίγουνε κεφάλια, τον κόσμο που φωνάζει έξω από το ‘παλάτι’, και τον δηλητηριάζουν. Βλέπετε πως πάλι κύκλους κάνει η ιστορία. Τον Θοδωρή τότε τον έκλεισαν στην Ακροναυπλιά. Σήμερα έχουν σύγχρονα κολαστήρια για να τυραννάν τους αντάρτες και τους αγωνιστές. Εφηύραν μάλιστα και το ‘μαρτύριο του κώλου’. Κι όποιος το αρνείται , απομόνωση!
Κι αν κατά λάθος χώσουν κανέναν δικό τους μέσα σε λίγες μέρες τον ξαναφωνάζουν στα παρτάκια τους. Πολιτικοί, μεγαλοεργολάβοι, μεγαλοδικηγόροι, έμποροι μαφιόζοι και μεγαλο παπαγάλοι όλοι μία φάρα, ουνα φάτσα ούνα ράτσα που λέγανε παλιότερα για τους ιταλιάνους.

Και από μεταχείριση άλλο πράμα. Βασανιστήρια και εξευτελισμός για τους μεν, προνόμια και ειδική μεταχείριση για τους δε.
Πάντα δύο μέτρα δύο σταθμά. Ρώτησα, έμαθα, ζύγιασα, διάλεξα, αποφάσισα. Δεν μετάνιωσα για τις επιλογές μου. Άλλαξα σίγουρα με τα χρόνια. Δεν με ακούν τα πόδια. Και η καρδιά συχνά. Τρόμαξα, κοντοστάθηκα, δείλιασα. Ιδιώτευσα. Αυτό όμως δεν σημαίνει πως έχασα και την όραση, την αντίληψη. Η κατάσταση είναι αυτή, και ανατρέπεται.
Και θα επαναλαμβανόμαστε όσο αυτό χρειάζεται, πως πατέρας της ιστορίας ο πόλεμος σύμφωνα με τον Ηράκλειτο.
Αυτό γίνεται σήμερα. Πόλεμος του χρηματοπιστωτικού κεφαλαίου, ΑΓΟΡΕΣ ΕΝΑΝΤΙΟΝ ΑΝΘΡΩΠΩΝ. Να τους τον γυρίσουμε λοιπόν πίσω. Μιλώντας και πράττοντας ξεκάθαρα.
Αυτοί μιλάνε για κέρδη και ζημιές, εμείς γι ανθρώπινες ζωές.
Nous avons la rage ! έχουμε την οργή!
Να οργανωθούν οι εκμεταλλευόμενοι ενάντια στους εκμεταλλευτές και όχι να αναθέτουν σε κάποιον ‘πατριώτη’ ή ‘σωτήρα’.
Αυτονομία ενάντια στον ετεροκαθορισμό, αυτοδιαχείρηση απέναντι στην ανάθεση.
Όλα κυλούν, ξανά ο μεγάλος φιλόσοφος, η ιστορία δεν πέθανε, δεν μπορείς να ακολουθήσεις τον Νίτσε κύριε Φουκουγιάμα, τους βασιλιάδες ακολούθησε η αστική επανάσταση και έρχεται η ώρα του πλήθους! Δεν είναι ουτοπία. Που είναι οι δούλοι, οι μακρινοί είλωτες; Θα μου πείτε με όλο σας το δίκιο, Νάτοι , εδώ είναι, εμείς είμαστε, ναι! ώρα για γενικό ξεσηκωμό λοιπόν!
Να ξεπεταχθούμε ! Να νικήσουμε !
Η διαφορά του Αλέξανδρου από τον Μακρυγιάννη;
Ο ένας μοίραζε!
Ο άλλος αγόραζε περί πάρτης, η συνοικία Μακρυγιάννη στην Αθήνα, του ανήκαν τα πάντα εκεί, ήταν ήδη πλούσιος πριν την Επανάσταση. Πώς; Αγόραζε αβέρτα.
‘Των Ελλήνων οι κοινότητες φτιάχνουν άλλο γαλαξία’. Όχι στα κόμματα λοιπόν, φτάνει πια με τους σύγχρονους νταβατζήδες!
Ανατρεπτική εκπομπή, ανατρέποντας τον κατεστημένο λόγο, μιλώντας αλλιώς, λέγοντας καινούρια πράγματα, αυτό είναι επανάσταση.
[ Επανάσταση έκανε και το ’21 ο λαός για να ελευθερωθεί από Τούρκους και κοτσαμπάσηδες, άσχετα εάν δεν πρόλαβε να αποτινάξει τον ζυγό των τελευταίων. Ενάντια στη θέληση Φαναριωτών, υψηλού κλήρου και λογίων. Πατριαρχείου επίσης. Όλοι αυτοί φοβόνταν τα προνόμια που απολάμβαναν από τους Τούρκους ότι θα έχαναν. Αυτό τους ενδιέφερε μονάχα και γύρισαν την πλάτη στους μόνους αδούλωτους, τους κλέφτες. Η πλέμπα έκανε την επανάσταση, έλληνες, τούρκοι της Ελλαδικής γης και αρβανίτες ενωμένοι ενάντια στην αριστοκρατία την ελληνική που χρησιμοποιούσε σε όλες της θέσεις κλειδιά στην Οθωμανική αυτοκρατορία το παλάτι. Διαβάστε Σκαρίμπα, διαβάστε Ραφαηλίδη, ακούστε και τη θαμμένη πλευρά της ιστορίας. Κλήρος και αριστοκρατία μαζί με τους διανοούμενους μονίμως ενάντια στον λαό. Τον φοβούνται. Τον σιχαίνονται]
Η επανάσταση των σύγχρονων ειλώτων. Σκλάβοι είμαστε, τον εαυτό μας πουλάμε 24 ώρες την μέρα ! Οι πολλοί, το πλήθος.

Νιώθω τον πατριωτισμό σαν μελέτη. Να μελετάς τα ήθη και τα έθιμα,τις παραδόσεις, να βελτιώνεις τη ζωή σου. Να μελετάμε την ιστορία του τόπου μελετώντας την παγκόσμια ιστορία,να αντλούμε διδάγματα, διδάγματα αξιόλογα.
Δεν είναι μιμητισμός, δεν είναι πατριδολαγνεία. ‘Να ζεις, ν’ αγαπάς και να μαθαίνεις’.
Να αντλούμε διδάγματα που να μπορούν να ταιριάξουν στη σύγχρονη πραγματικότητα και να την ταρακουνήσουν.
Μου έκανε εντύπωση ο τρόπος που μίλησε ο Τούρκος μηχανικός στην εκπομπή της ΕΡΤ, για την ανακάλυψη, κατά τη διάρκεια κατασκευής του Μετρό στην Κωνσταντινούπολη του λιμανιού του Ιουστινιανού. Είπε λοιπόν για το πόσο περήφανος ένιωθε που πήρε μέρος σε ένα τόσο ιστορικό γεγονός στην πόλη του,που αφορούσε την ιστορία των προγόνων του. Ο άνθρωπος δεν φοβήθηκε να ακουμπήσει στο προφανές! Κανείς δεν μπορεί να αρνηθεί πως εκεί πέρα έζησαν και μεγαλούργησαν άνθρωποι που δεν ήταν μωαμεθανοί ή μουσουλμάνοι.

Και πως οι σύγχρονοι έχουν κληρονομήσει τόσα και τόσα από όλους εκείνους. Το τι παίζει με την γεωπολιτική στρατηγική είναι άλλου παπά ευαγγέλιο,και δεν μας δίνει κανένα δικαίωμα να βρίζουμε και να επιτιθέμεθα σε ανθρώπους που ξάπλωσαν να ξεκουραστούν σε παρτέρι της Καβάλας. Συνέβη μόλις χθες, εγώ πληκτρολογώ το κείμενό μου έχοντας μόλις διαβάσει τα σημερινά νέα,σε ένα διάλειμμα.
Δεν μας λέει τίποτα εμάς τους καβαλιώτες το όνομα του Μωχάμετ Άλι; ο πρόγονός μας είναι βρε παιδιά! Τι σημαίνει για τους θεσσαλονικείς η κληρονομιά να είναι γενέθλια πόλις του Ατατούρκ; Τι έχουμε διδαχθεί,αναρωτηθήκατε ποτέ, και τι έχουμε να ‘κερδίσουμε’; Αφήνω τον Μπουτάρη να μιλά για τουρισμό και καλώ τους ‘ειδικούς’ περί Γεωπολιτικής και Στρατηγικών μελετών να απαντήσουν, όχι σε μένα φυσικά.
Και ξέρω πως ήμασταν,τίνγκα που λένε, γεμάτοι εβραϊκές κοινότητες σε όλη τη χώρα, και πως στη διάρκεια του μεγάλου διωγμού τους βοηθήσαμε τόσο όσο δεν έπαιρνε! πώς είναι λοιπόν τόσο δύσκολο να μη δυνάμεθα να αξιοποιήσουμε τίποτα από όλα αυτά, χρόνια πολλά τώρα,και να γκρινιάζουμε μονίμως πως όλοι μας μισούν και εποφθαλμιούν τα εδάφη μας Είναι πολύ εύκολο να λέμε ότι είμαστε τριγυρισμένοι από εχθρούς εάν το έχουμε επιτρέψει εμείς οι ίδιοι.

Του αδύναμου τα εδάφη θα τα γλυκοκοιτάξει και η κωλοπετινίτσα, νομοτελειακά, το διδάσκει η ιστορία ρε γαμώτο. Λοιπόν, εάν την ιστορία επιτρέπουμε να μας την διδάσκουν όπως θέλουν οι προσκυνημένοι, οι δεν ξέρω εγώ τι άλλο μπορεί να είναι, δεν τους συναναστρέφομαι για να γνωρίζω για ποιο λόγο φέρονται και φαίνονται τόσο αδύναμοι και ανόητοι και ανίκανοι και τα κάνουν διαρκώς ιστορικά μαντάρα, ΘΑ ΤΑ ΜΆΘΟΥΜΕ ΌΛΑ ΑΝΆΠΟΔΑ!
Και μιας και μιλήσαμε για εβραίους. Μου άρεσε από παιδί η ιδέα των κιμπούτς. Αντί λοιπόν να φτιάχνουμε στρατόπεδα συγκέντρωσης για να μπουζουριάζουμε καημένους που οι σύγχρονοι πόλεμοι και η ανέχεια, που κι εμάς σπρώχνει ξανά προς τα ξένα, τους ωθούν προς τα μέρη μας, να φτιάχναμε σύγχρονα αυτόνομα, αυτάρκη και αυτοδιαχειριζόμενα κιμπούτς να βλέπαμε χαίρι,αντί να ψάχνουμε αλλού την μοίρα μας, αφήνοντας τις ελίτ να αλωνίζουν. Συνεργατικά.
Κοινοτισμός, συνομοσπονδία, αυτονομία. Κάτι μου θυμίζει από Φίλιππο, κάτι από το όραμα που τον κινούσε στα τελευταία του, κάτι που σχεδίαζε στους Δελφούς,αν θυμάμαι καλά, να ενώσει σε ομοσπονδία τους Έλληνες.

‘Η Ελλάδα που αντιστέκεται, η Ελλάδα που επιμένει, κι όποιος δεν καταλαβαίνει δεν ξέρει που πατά και που πηγαίνει!
Αυτή είναι η μία της πλευρά. Η άλλη ,‘ο μασκαράς’ του Μηλιώκα. Και πάλι πίσω, Άγιος Φεβρουάριος και Μούτσης-Φράγμα, και το Αξιον Εστί ενός περήφανου ανθρώπου, αυτή είναι η πατρίδα μου. ‘Πως να δεθεί η Μεσόγειος με σκοινιά’ ρε καραγκιόζηδες! στρατοκράτες εσείς και οι απόγονοί σας,
‘Κι έχω κρυμμένο το σουγιά, για το καλό μου’. ‘Χαιρετίσματα λοιπόν’, ‘δεν ακούς τις φωνές μας τις ηλεκτρικές, μέσα απ’ τις υπόγειες τις στοές;’ ‘χώρα ατέλειωτη παράγκα’, ο παλιάτσος κι ο ληστής. Είπα ληστής και θυμήθηκα τον Βενάρδο, με τις γλαδιόλες, Νίκο πρέπει να τον έλεγαν, ψάξτε λίγο κι εσείς να με βοηθήσετε. Όλοι τον είχαμε αγαπήσει, μες την καρδιά της χούντας.
Και ο ‘κόκκινος ήλιος’ που στάθηκε στην κάμαρά μας.

Ήρθαν μετά οι πρασινοφρουροί, τα πράσινα και τα μπλε καφενεία πανάθεμα τους. Το ΠΑΣΟΚ στην κυβέρνηση και ο λαός στην εξουσία, η μεγάλη παραμύθα! Εθνική Ανεξαρτησία, λαϊκή κυριαρχία, έξω από παντού! Τώρα θα μας σουτάρουν αυτοί! Μόνοι μας ούτε αυτό δεν μπορούμε να κάνουμε!
Βάλτε ευρωλιγούρηδες, αυτός ο απαράδεκτος  Ζουράρις πολύ εύστοχα τους έχει αποκαλέσει εκείνους που λιγουρεύονται μα δεν μπορούν, γιατί αν μπορούσαν δεν θα λιγουρεύονταν! Βάλτε λοιπόν στο πικάπ και ακούστε :
Το σαββατόβραδο στην Καισαριανή,του Λευτέρη του Παπαδόπουλου που κι αυτός κάποτε ήταν ευαίσθητος. Από τον Ξαρχάκο , Νυν και Αεί , πάντα Ξαρχάκος, τώρα με Γκάτσο, Μάνα μου Ελλάς ,αφιερωμένο εξαιρετικά σε όλους τους Ελληναράδες που ‘πεινάνε’ εξαιτίας του ότι δεν καταδέχονται να κάνουν τις βρωμοδουλιές που αφήνουμε στους πιο καταδεκτικούς ξένους οι οποίοι πεινάνε πραγματικά. Και φτωχολογιά, και άπονη ζωή, Τα τρένα που φύγαν. Και ‘να με θυμάσαι να μ’ αγαπάς. ‘

Άνθρωπος που μεγάλωσε ακούγοντας αυτούς τους θησαυρούς δεν μπορεί να συμπαραταχθεί με το κεφάλαιο και τον ρατσισμό όποιο κουστούμι κι αν φορέσουν! Θα είναι πάντα αντιφασίστας και κοινωνικός επαναστάτης. Αυτόνομος.
Θέλετε κι άλλα, βάλε dj μουσική στο πλατό :Καίγομαι καίγομαι, Άσπρη μέρα για πάντα, Γκάτσος for ever! και ύμνος εθνικός : ‘Βάλε κι άλλο πιάτο στο τραπέζι, κάποιος πονεμένος θα φανεί, άνοιξε στο φώς το παραθύρι, δέσε μια κορδέλα στα μαλλιά, βάλε το λουλούδι στο τραπέζι, να γεμίσει η κάμαρη ευωδιά. Βγάλε από την πόρτα το κλειδί. Το παιδί ξανάρχισε να παίζει, το κανάρι πάλι κελαηδεί’. Αυτά ήταν τ’ ακούσματα στο σπίτι καθώς μεγάλωνα, έτσι δημιουργήσαμε προσωπικότητα, δεν βγαίνεις Ματατζής έτσι, με αυτά φτιάχνεται άνθρωπος και όχι ανθρωποειδές, ανθρωπάριο. Αυτός είναι ο ψυχισμός μας.
‘Με τι καρδιά’, μα τι καρδιά μας χάρισες Νίκο Γκάτσο και Σταύρο Ξαρχάκο! Ευχαριστούμε.

Αν εσείς εννοείται πολιτισμό αυτό που έγινε στην περίπτωση του Μπίν Λάντεν στο Πακιστάν, απ’ όλες τις απόψεις και με όλες τις λεπτομέρειες που έγιναν γνωστές, σας τον επιστρέφουμε αυτόν τον πολιτισμό. Χίλιες φορές Δημήτρης Μητροπάνος, ‘για να σ’ εκδικηθώ’, με τη ‘Ρόζα’ του και ‘τα κόκκινα μπλούζ’ και ‘τα λαδάδικα’ που έχουν διαμορφώσει χαρακτήρες ακέραιους σαν κι αυτόν, ευαίσθητους στην ομορφιά και την ανδρεία.

Άκης Πάνου, ‘αδιόρθω αναρχί, επτά νομά σ’ ένα δωμά’, και οι αδερφοί Κατσιμίχα με τον Φάνη τους και ένα σωρό άλλα υπέροχα τραγούδια που συνόδεψαν τη ζωή μας.
Με διάλειμμα στη χούντα που μας έκανε να μισήσουμε την παραδοσιακή μας μουσική με εκείνα τα καραγκιοζιλίκια, όπου ‘μούμιες’ καραβανάδες σέρνανε τον χορό προσβάλλοντας αισθητική, ήθη και έθιμα του λαού που έχει γράψει ιστορία στον πολιτισμό.
Μωρά στη φωτιά, Τρύπες και Σπαθιά, Διάφανα Κρίνα και Υπόγεια Ρεύματα με Ενδελέχεια.
‘Μ’ αρέσει να μη λέω πολλά, μ’ αρέσει να κοιτάω ψηλά’ και Μιχάλης Δέλτα και Κωνσταντίνος Βήτα και νωρίτερα ο Άσιμος και η Γώγου σημάδεψαν μία γενιά.
‘Ακούω την αγάπη και δεν ακούω τις σκέψεις μου’ και οι ‘φωτιές στο λιμάνι’.

Και για χρόνια στην Αλμύρα με τα ηλεκτρονικά progressive πάρτι’ς με Έλληνες και ξένους Djs.
Και το φεστιβάλ στην Waterland στη Θεσσαλονίκη με Paul Oakenfold και Αντονυ Πάππας και πολλά άλλα ονόματα που αυτή τη στιγμή μου διαφεύγουν.
Και ποιος ξεχνάει τους Κλάςς και την Πάτι Σμίθ, και τον Φράνκ Ζάππα, και τον Νήλ Γιάνγκ με τα Τρελά του Άλογα, και τον Ίαν Άντερσον τον τεράστιο φλαουτίστα με τους Τζέθρο Τάλλ,και τον Έρικ Κλάπτον τον τεράστιο κιθαρίστα, και Έμερσον Λέικ Πάλμερ.
Και τις αντιχουντικές εκδηλώσεις- διαμαρτυρίες ενάντια στη χούντα σε όλον τον κόσμο εκεί που προβλήθηκε ο Σέρπικο με τον Πατσίνο στον παρθενικό του ρόλο και μουσική επένδυση από τον Θεοδωράκη. Το ίδιο συνέβη και στην προβολή της θαυμάσιας ‘Κατάστασης πολιορκίας’ , ταινίας που αναφέρεται σε απαγωγή αμερικάνου αξιωματούχου από τους Τουπαμάρος,με μουσική από τον Μίκη. Τις είδα και τις δύο στη Φλωρεντία.

http://vimeo.com/90865784

Εξαιρετικές μουσικές ταινίες εκείνων των περασμένων χρόνων που παραμένουν αθάνατες είδα τέσσερις, αξέχαστες. Πίνκ Φλόϊντ γυρισμένη μέσα στην αρχαία Πομπηία, Τommy αυτοβιογραφική των Χού. Τον ανεπανάληπτο ‘Τοίχο’ φυσικά, και τέλος μια επίσης αυτοβιογραφική των Ζέππελιν.

http://watch32.com/movies-online/tommy-3575

Ταινία σταθμός επίσης, αντισυμβατική με τα όλα της : ‘Ζαμπρίνσκι Πόϊντ’ του Αντονιόνι, ξανά με μουσική των Φλόϊντ, αθάνατη. Όπως επίσης και η ιστορία των αναρχικών αγωνιστών Νικόλα Σάκκο και Μπαρτολομέο Βαντζέτι. Να μη μιλήσω για το υπέροχο Easy Rider!

Και γυρίζουμε πάλι στη Μεσόγειο για να τραγουδήσουμε με την Δημητριάδη και τον ‘Μικρούλη’, όπως τον αποκαλεί ο Πρόδρομος χαϊδευτικά ,‘αν η μισή μου καρδιά γιατρέ βρίσκεται εδώ πέρα,η άλλη μισή στην Κίνα βρίσκεται,’ τότε που όλοι αγαπήσαμε την εξωτική χώρα αναπολώντας την τεράστια πορεία προς το Πεκίνο της στρατιάς του Μάο.
Ανακαλώ στο νου γεγονότα, τοποθεσίες, ονόματα σημαδιακά. Ποταμός Μεκόνγκ. Μπιέν Ντιέν Φού, 13 μαρτίου 1954, σαν σήμερα δηλαδή,

και ακόμη πλατεία Τιέν Άν Μέν, Αλγέρι με την κάσμπα και την περίφημη μάχη, αντάρτικο στα στενά της παλιάς πόλης,που αριστοτεχνικά σκηνοθέτησε ο Τζίλο Ποντεκόρβο. Φενταγίν, Χαμάς, Φατάχ,Φρουροί της Επανάστασης, Μοντονέρος.
Ανδρέας Μπάαντερ, Ουλρίκε Μάϊνχοφ, Χόλγκερ Μάϊνς, Μπόμπυ Σάντς, και τόσοι άλλοι ήρωες που γέμισαν τα δωμάτιά μας με τις μορφές τους και σμίλεψαν τον χαρακτήρα μας ανεξίτηλα. Και η Αξιόν Ντιρέκτ και η απαράμιλλη ΕΤΑ και ο ναύαρχος Καρέρο Μπλάνκο, φυσικός διάδοχος του Φράνκο, να ταξιδεύει στον αέρα της Μαδρίτης. Και Χρήστος Τσουτσουβής, και Χριστόφορος Μαρίνος, και Μιχάλης Πρέκας, και Κλέαρχος Σμυρναίος,και Θεόφιλος Μαυρόπουλος και οι αγωνιστές των Πυρήνων που με τη στάση τους χαστουκίζουν το σύστημα απ’ όπου και αν το κοιτάξεις. Κώστας Γουρνάς για πάντα.

http://www.exashare.com/0132kkzqvhti

η μάχη του Αλγερίου

1992 εξέγερση αδερφοί κατσιμίχα
‘με τα μαντήλια και τους λοστούς μελανιασμένες βραχνές φωνές ,στις κρύες ταράτσες ανάβουν οι φωτιές. Καίνε τα στρώματα, καίνε τις φυλακές. μάνα……
μέσα στον άδειο τον πανικό η πόλη κλειδωμένη ακούει κρυφά τον εαυτό της,
τον άλλο της εαυτό
τον ματωμένο, τον σκοτεινό,
τον άλλο της εαυτό’.

‘Χρόνια και χρόνια στον τροχό’, Νίκος Ξυλούρης αθάνατος, Γιάννης Μαρκόπουλος Ιθαγένεια, Θητεία, Ελεύθεροι πολιορκημένοι, και τόσα άλλα υπέροχα έργα αθάνατα, δούλεμα ψυχής με καλέμι και σφυρί και σφήνες. Και Μετανάστες,και Χαράλαμπος Γαργανουράκης, και Βασιλική Λαβίνα.

Η συναυλία,στη κατάμεστη Στέγη, του Θάνου με όλο το επιτελείο.
Και το ‘Κεντρικόν’ στη πλατεία με τα Αιγυπτιακά μνημεία και τον ‘Αστέρα’ της να την ομορφαίνει. Και τα ‘Ολύμπια’, και τη Ροδόπη’, και το ‘Αττικόν’, και τα ‘Τιτάνια’. Και τον ‘Βράχο’ στη Ραψάνη. Και τους αμμόλοφους στην παραλία, εκεί που σήμερα ασχημαίνει τα πάντα το διοικητήριο. Μέχρι το Φάληρο υπήρχαν αμμόλοφοι. Την Καλαμίτσα γεμάτη παραδοσιακές ταβερνούλες. Κάθε έννοια περί αισθητικής έχει πάει στο βρόντο με το σημερινό χάλι. ‘Από το πάρκο στη Μυροβόλο το μηχανάκι αστράφτει στον ήλιο’ μας τραγουδά ο Μπακιρτζής με τους Κολυμβητές του. Για να μη ξεχνιόμαστε !

και με την ευκαιρία, να χαιρετήσω τις αγαπημένες φιλενάδες Καρακάντζα, την Σοφία ιδιαίτερα, με αυτήν είχα τα περισσότερα πάρε δώσε, μιας και μοιραστήκαμε για μεγαλύτερο διάστημα μέρη κοινά.

Να χαιρετήσω επίσης τον αγαπημένο Αποστόλη, που με πήρε μια μέρα απ’ το χέρι και με πήγε στο αρχονταρίκι του παπά Φιλόθεου Φάρου στην Πλάκα, εκεί όπου ο κομουνισμός των ονείρων μας ήταν μια καθημερινή πραγματικότητα!

Στις εξεγέρσεις οι νεαροί τα σπάνε. Σπάζουν τις βιτρίνες, είναι η βιτρίνα του καπιταλισμού, είναι αυτά που δεν αρέσουν, το σπάσιμο της εμπορευματοποίησης, του 24ωρου της ζωής του μέσου ‘καταναλωτή’ ψηφοφόρου. Σπάνε συνήθως αλυσίδες και τράπεζες,και τώρα τελευταία ενεχυροδανειστήρια. Και μεγάλα αυτοκίνητα. Σπάσιμο της βιτρίνας, του άκρατου καταναλωτισμού. Άσε που για κάποιους είναι και το σπάσιμο του μικροαστισμού στις ‘καρδιές’ των πολιτών, της ‘σιωπηλής πλειοψηφίας’ των νοικοκυραίων, στυλ Αυτιά. Αυτοί που έχουν αγιοποιήσει την περιουσία, εξαρτημένοι μέχρι αηδίας από χρήμα-κέρδος.

Ο Κοσμάς ο Αιτωλός έλεγε, και αυτό επιμελώς το αποκρύπτουν οι καπηλευτές, πως έχουμε υποχρέωση να γκρεμίζουμε τις εκκλησίες και να φτιάχνουμε σχολεία. Και το τότε κατεστημένο τον κυνήγησε.
Ο Καζαντζάκης μέσα από τα βιβλία του ύμνησε την ταπεινότητα με τον ‘φτωχούλη του Θεού’ και ‘ζωγράφισε’ την ιστορία μας με τον ξεχωριστό του λόγο,που παρεπιπτόντως έσπαζε κόκαλα. Ας μην ήταν ο λαός που τον αγαπούσε και η Ευρώπη που τον τίμησε,θα σας έλεγα εγώ για το επίσημο κράτος.

Ζορμπάς, Αδερφοφάδες, Τελευταίος πειρασμός κα.
Ο Σολωμός τραγούδησε τον αγώνα για τη λευτεριά και ο Καβάφης μας έδειξε τον δρόμο. Ο Ρίτσος, ο Ελευθερίου και ο Καμπανέλλης τους αγώνες και τα πάθη του λαού, ο Ιωάννου τη διαφορετικότητα.

Κάποτε, συζητώντας με ένα σύντροφο παρατήρησα πως στην Ελλάδα δεν έχουμε σοβαρή παράδοση ανάπτυξης κινημάτων από τα κάτω. Απάντησε πως έχουμε όμως παράδοση στο ‘κλέφτικο’. Τους πρόδρομους των ανταρτών και του ΕΛΑΣ. Συμφώνησα. Να μιλάμε χωρίς προκαταλήψεις.

‘Βγήκε λοιπόν σεργιάνι το χαφιεδότσουρμο, αυτοί που αποτελούνε τον εθνικό κορμό’!
Δεν υπάρχουν πλέον ‘αριστερά’ και ‘δεξιά’ κόμματα, παρά μόνο κόμματα. Μία ξεχωριστή τάξη μέσα στις τάξεις, που ενδιαφέρεται για την συντήρησή της και μόνο,μέσα σ’ αυτό το σύστημα, που θέλει να υπάρχει για να υπάρχει, για τα προνόμια και μόνο που απολαμβάνει χάρη στην ανοχή μας. Είναι ο μοναδική αιτία ύπαρξής της. Διαχειρίζεται και ισορροπεί μέσα στις αντιθέσεις του. Λένε πως μας εκπροσωπούν για να διαχειρίζονται τα προβλήματά μας. Και ποιος ο λόγος εκπροσώπησης;
Και από κοντά τα συνδικάτα. Διαχειρίζονται στο όνομα άλλων συντεχνιακά προβλήματα, με ανθρώπους που σταματούν να εργάζονται για να εκπροσωπούν. Και βγάζουν χρήματα για να κάνουν τους ισορροπιστές. Όλοι αυτοί είναι άχρηστοι! ακροβατούν πάνω στους πιο απίθανους συμβιβασμούς.

Έχουμε χρόνια τώρα ένα στημένο παιχνίδι, στο γήπεδο ενός αδίστακτου αντίπαλου που με εμάς δεν έχει καμία σχέση,παίζουμε εκτός έδρας.
‘Άντε θύμα άντε ψώνιο, άντε σύμβολο αιώνιο, σαν ξυπνήσεις μονομιάς θάρθει ανάποδα ο ντουνιάς’.
‘ΚΑΙ ΆΝ ΔΕΝ ΜΠΟΡΕΙΣ ΝΑ ΚΑΜΕΙΣ ΤΗ ΖΩΗ ΣΟΥ ΌΠΩΣ ΤΗΝ ΘΕΛΕΙΣ,ΤΟΥΤΟ ΠΡΟΣΠΑΘΗΣΕ ΤΟΥΛΑΧΙΣΤΟΝ, ΟΣΟ ΜΠΟΡΕΙΣ, ΜΗ ΤΗΝ ΕΞΕΥΤΕΛΙΖΕΙΣ !’ Κ.Κ.
ΔΕΝ ΦΈΡΝΟΥΝ ΤΑ ΛΕΦΤΆ ΤΗΝ ΧΑΡΆ ΑΛΛΆ Η ΠΡΟΣΦΟΡΆ.
Τους αρχαίους ήρωες τα κοινωφελή έργα τους έκαναν τέτοιους, η προσφορά !

Κατάργηση των κομμάτων λοιπόν! αυτού του αυτόνομου κομματιού πολιτών μέσα στην κοινωνία που ζει και απολαμβάνει τελείως ξεκομμένο από αυτήν. Να βάλουμε τέλος στην εθελοδουλία!
Με δεκάδες προνόμια, προσποιείται πως αφουγκράζεται, τάζει αλλά πάντα ανακαλεί και φυσικά διαπλέκεται με οικονομικά συμφέροντα που την βοηθούν να επανεκλεγεί. Πρέπει να δοθεί τέλος σε αυτό το σύστημα αντιπροσωπευτικής ολιγαρχίας.
Ίσως το τέλος των συγκρούσεων έρθει με το τέλος των τάξεων.
Δευτέρα, 2 Μαΐου 2011

 

συνεχίζεται
μιχαλης 281

τα βιβλία του μιχάλη, i libri di michele

ΤΤ. χόρεψες πάνω στο φτερό του καρχαρία – 14

Είναι απαραίτητη η δημιουργία της καινούριας συλλογικότητας που θα ενώσει τα ανά την χώρα εγχειρήματα και τις δομές όλου του χώρου που κινείται στην επαναστατική λογική, και η πρόταση που κάνει ο blackblocknoname για την δημιουργία ενός Δικτύου των Αυτόνομων Μαχητικών Κοινοτήτων,όλων αυτών που φανταζόμαστε έναν άλλο κόσμο, που επιθυμούμε και βιώνουμε μια διαφορετική καθημερινότητα, που κτίζουμε διαφορετικές σχέσεις, που δίνουμε μικρές και μεγάλες μάχες ενάντια στην βαρβαρότητα που μας περιβάλει, που εμείς πρέπει να φτιάξουμε μιας και κανείς δεν θα το κάνει για μας, όπως χαρακτηριστικά λέει, με βρίσκει απολύτως σύμφωνο.

Είμαι με αυτούς όλους που θέλουν να κάνουν το πήδημα προς τα εμπρός, πέρα από τη μιζέρια της σύγχρονης πραγματικότητας. Με αυτούς που θέλουν ν’ αφήσουν το στίγμα τους στο σήμερα, για να είναι σημάδι και μήνυμα για τους επόμενους.

Η εξέλιξη, οι ‘ανέσεις’ εμπόδισαν μέχρι και σταμάτησαν την εσωτερική αναζήτηση.
Η ψυχή χωρίς τροφή μαραίνεται.Σήμερα τις απαντήσεις τις δίνει η TV και καμιά φορά οι επαίοντες. Μόνο που αυτοί είναι πολύ ‘ειδικοί’,μερικοί, τμηματικοί, γνωρίζουν κάτι συγκεκριμένο.
Δεν υπάρχει φιλοσοφία και αυτό είναι πισωγύρισμα.
Αυτός ο πολιτισμός πρέπει να καταστραφεί για να υπάρξει αναγέννηση! Όσο το γρηγορότερο τόσο καλύτερα γιατί παραείμαστε στάσιμοι.

Μόνο η επιστήμη τρέχει, κι αυτήν την έχουν καταντήσει εμπόρευμα.
Φτιάχνουμε και καταναλώνουμε εμπορεύματα, αυτό ήμαστε μόνο.
Ο πολιτισμός έχει σταματήσει στους αρχαίους λαούς. Από τότε όλα επαναλαμβάνονται.
Τα πάντα ρέουν..
Σήμερα όμως ο κόσμος φοβάται την ροή, είναι στάσιμος, αυτό είναι θάνατος.
Γι αυτό πρέπει να καταστραφεί το υπάρχον για να ξεπεταχτεί το νέον.
‘Πόλεμος πατήρ πάντων.’

Και όσο υπάρχουν καταπιεστές θα υπάρχει πόλεμος, πίσω και από οποιονδήποτε μανδύα και αν κρύβουν αυτόν τον πόλεμο. [Τέλος της ιστορίας – τέλος στην πάλη των ιδεολογιών, Φουκουγιάμα][ ή σύγκρουση πολιτισμών, Χάντινγκτον.] Όσο υπάρχει καταπίεση θα υπάρχει Αντίσταση, πάλη, ανυπακοή, επανάσταση.

Ας μιλήσουμε λίγο για υποκρισία. Έχω στο σπίτι ένα βιβλίο που αναφέρεται σε Σολωμό, Κάλβο, έπεσε καθαρισμός στη βιβλιοθήκη και οι τόμοι αραδιάστηκαν στο δωμάτιο. Θυμήθηκα λοιπόν τα περί του ‘Ύμνου στην ελευθερία που είναι ο ύμνος στην βία που έφερε την λευτεριά. Αναφέρεται στο πόσο αίμα χύθηκε για να μπορώ να γράφω αυτά τα κείμενα και εσείς να τα διαβάζετε. Ύμνος στην απελευθερωτική βία. Αναρωτιέμαι λοιπόν γιατί να επιτρέπεται η χρήση της βίας για να ελευθερώνονται οι άνθρωποι από κάποιους καταπιεστές και όχι από κάποιους άλλους;Έχουμε διαχωρισμό των καταπιεστών σε ‘καλούς’ και σε ‘κακούς’; Kαι ποιος αποφασίζει γι αυτό ;

Άσε που την απελευθέρωση από τους Τούρκους οι κοτσαμπάσηδες δεν την ήθελαν μιας και τους χαλούσε τη μάσα, άσχετα εάν αργότερα την χρησιμοποίησαν για να ανανεώσουν τα προνόμιά τους καθιστάμενοι νέοι φεουδάρχες! Οι τσιφλικάδες και η εκκλησία το ίδιο. Δεν είναι λοιπόν η επανάσταση μοναχά εθνικοαπελευθερωτική, και κοινωνική είναι! Ίσως η μοναδική στιγμή στην παγκόσμια ιστορία που ένα απελευθερωτικό κίνημα να συνδυάζει και τις δύο αυτές συνθήκες! Έτσι λέγουν τουλάχιστον αυτοί που έχουν μελετήσει διεξοδικά το θέμα, ερευνώντας πηγές από διάφορες πλευρές, όχι μονόπατα δηλαδή, καθεστωτικά.
Δυστυχώς κατέληξε σε μία από τα ίδια.

Για να γίνει επανάσταση χρειάζονται τόσο οι αντικειμενικές όσο και υποκειμενικές συνθήκες. Για να εξηγούμαι : να υπάρχει ένα κομμάτι της κοινωνίας ήδη έτοιμο για την καινούρια κατάσταση, να μπορεί και να θέλει να την στηρίξει, να είναι δηλαδή αναγκαία για την προκοπή τους κατάσταση.
Να υπάρχει συγχρόνως και η θέληση και η δυνατότητα να προχωρήσει η διαδικασία της απελευθέρωσης, η βούληση, η οργάνωση δηλαδή αυτού του κινήματος.
Πρέπει λοιπόν οι επαναστάτες να δουλεύουμε για την ανάπτυξη αμφότερων των προϋποθέσεων.

Ήμουν ανέκαθεν κοινωνικός, ας μου επιτραπεί η έκφραση, από ιδιοσυγκρασίας λοιπόν κοντύτερα στους ‘κοινωνιστές’. Αυτούς δηλαδή που μέσα στον κόσμο και τα κινήματα πάλευαν για αυτών την ‘ανάπτυξη’ την κοινωνικοπολιτική, και όχι τόσο κοντά στην οργάνωση.Δεν θα είναι ποτέ δυνατό να γίνει επανάσταση που να αλλάξει τα δεδομένα χωρίς να αναπτυχθούν όμως και οι δύο προϋποθέσεις. Πάντα μου άρεσε να βρίσκομαι μέσα στις καταστάσεις, βέβαια με τα χρόνια έχω κλειστεί πολύ και μου αρέσει η ησυχία της μοναξιάς, μου αρέσει όμως και η βαβούρα καμιά φορά.
Πάντως σίγουρα ανάμεσα σε αυτές τις δύο καταστάσεις- κατηγορίες θα πρέπει να υπάρχει σύγκλιση, ζεύξη. ΣΎΝΘΕΣΗ.

Ήμαστε χώρα σταυροδρόμι πολιτισμών και αυτό θα έπρεπε να εκμεταλλευτούμε, και γεωπολιτικά ακόμη.
Σημαίνει ότι ήμαστε κοσμοπολίτες και πολυπολιτισμικοί. Άσχετα εάν τώρα τελευταία κάποιοι στενόμυαλοι μιλούν για περιχαράκωση, μάλλον τα μυαλά τους πρέπει να έχουν φρακάρει.
Πατριωτισμός, για μένα, σημαίνει πολιτιστική κληρονομιά και η δική μας έχει συλλέξει από τα πάντα. Γιατί κι από εδώ μέσα έχουν περάσει για να μείνουν διάφοροι και εμείς έχουμε ταξιδέψει για να εγκατασταθούμε μόνιμα στις τέσσερις γωνιές του πλανήτη!

Έχουν περάσει για να θρονιαστούν στο τέλος για τα καλά δεκάδες λαοί από αυτή την τόσο τυχερή ακριβώς γι αυτό το λόγο χώρα και την τόσο άτυχη συνάμα διότι δεν κατάφερε ίσως ποτέ, τα τελευταία χρόνια σίγουρα όχι, να εκμεταλλευτεί προς όφελός της αυτό το προνόμιο, που λείπει σε πολλούς. Και όταν μιλώ για οφέλη φυσικά και εννοώ κατάσταση προς όφελος του λαού της, που ας μη γελιόμαστε είναι με απλά λόγια ένα ‘μίγμα’ από όλους αυτούς που στην διάρκεια της ιστορίας ΕΝΩΘΗΚΑΝ για να δημιουργήσουν αυτό που ήμαστε σήμερα και απέχει παρασάγγας από αυτό που ήμασταν στα πολύ παλιά χρόνια. Κληρονομώ τον Αχιλλέα και τον Λεωνίδα, στο παράδειγμα όμως, γιατί μ’ αρέσει πως έζησαν, γιατί θα μου άρεσε να έχω κάτι από την δόξα και την ανδρεία τους. Το αίμα μου όμως με αυτών εδώ των μεγάλων, και όσων ήταν μαζί τους και κοντά τους για να μοιράζονται τις εμπειρίες και τα συναισθήματα ξέρω πως δεν γίνεται να έχει καμία σχέση.

Δεν γίνεται να αγαπούν τους ήρωες μου στις τέσσερις γωνιές του πλανήτη, που είναι η μάνα όλων μας,και εγώ να κυνηγάω με μαχαίρια και λοστούς τα παιδιά τους που ήρθαν να βρουν εδώ άσπρη μέρα. Που νομίζουν πως θα βρουν άσπρη μέρα Είναι ντροπή και εξευτελισμός να ανοίγω κεφάλια και καρδιές όλων αυτών που εξυμνούν τους ήρωες μου.
Αντί λοιπόν να περιχαρακωνόμαστε και να δημιουργούμε ΦΡΑΚΤΕΣ στις καρδιές και τα μυαλά μας,ας ανοίξουμε τις καρδιές μας ΣΤΟΥΣ ΟΜΟΙΟΥΣ ΜΑΣ, ΑΣ ΑΝΟΊΞΟΥΜΕ ΤΗΝ ΨΥΧΉ ΚΑΙ ΤΑ ΦΤΕΡΆ ΜΑΣ ΓΙΑ ΝΑ ΠΕΤΆΞΟΥΜΕ ΜΑΚΡΙΆ ΑΠΌ ΤΗΝ ΜΙΣΑΛΟΔΟΞΙΑ ΚΑΙ ΤΟ ΤΥΦΛΟ ΜΙΣΟΣ.
Οι κτητικοί αγαπούν μονάχα την ’τσάντα’ με το χρήμα, δεν υπάρχει γι αυτούς πατρίδα.

Και ξέρω επίσης πως η ιστορία μπορεί να κάνει και κύκλους, πίσω όμως δεν γυρίζει, μόνο του βλάκα το μυαλό γυρίζει πίσω, είναι γνώρισμά του αυτό.Η παρελθοντολογία είναι επιστήμη μόνο για αυτούς που δεν θέλουν ή δεν μπορούν να αντιμετωπίσουν την πραγματικότητα
Για να αποκρύψει ο Χάντινκτον πως οι άνθρωποι για τα δικαιώματά τους παλεύουν και την ελευθερία, για να σιγοντάρει και τον Φουκουγιάμα που ανακάλυψε τάχατις πως οι ταξικοί πόλεμοι απέθαναν,έριξε την βόμβα του λέγοντας πως οι σύγχρονες διαμάχες πλανητικά θα γίνονται για τους πολιτισμούς. Και ξαναχώρισαν τους ανθρώπους,και τους βάζουν να σκοτώνονται για χάρη του Αλλάχ ή της φυλής, ενώ αυτοί [οι πλούσιοι καπιταλιστές] κάνουν γιορτή και μοιράζουν τη λεία, τα ιμάτια.

Ο καπιταλισμός είναι πλέον τελειωμένος,τον κρατούν στη ζωή με τεχνικά μέσα. Δεν προσφέρει πια τίποτα στην ανάπτυξη του ανθρώπου, καταστρέφει εκατομμύρια ανθρώπους για να την βγάλουν στον αφρό οι λίγοι. Δεν προσφέρει στην κοινωνική ανάπτυξη παρά μόνο δεινά. Είναι οριστικά τελειωμένος, χρόνια σας το κραυγάζει ο Ραφαηλίδης.
Βέβαια οι κοινωνικές αλλαγές δεν γίνονται από την μία μέρα στην άλλη, θα πάρει χρόνια αυτή η κολόνια, θα κρατήσει καιρό αυτή η διαδικασία, ξαναλέω πως μπορεί και να μη προλάβουμε εμείς να δούμε το καινούριο, χρόνια τώρα το οσφριζόμαστε όμως!

Κινητήριος δύναμη της ιστορίας είναι ο αγώνας ανάμεσα στους καταπιεσμένους και τους καταπιεστές τους. Όπως και να προσπαθήσουν να διαιρέσουν τους από κάτω οι Κύριοί τους, ΌΠΩΣ ΚΑΙ ΑΝ ΟΝΟΜΆΣΟΥΝ ΤΟ ΠΑΡΑΜΎΘΙ ΤΟΥΣ, Η ΑΝΑΖΉΤΗΣΗ Της ΚΟΙΝΩΝΙΚΉΣ ΔΙΚΑΙΟΣΎΝΗΣ ΘΑ ΚΙΝΕΊ ΤΟΥΣ ΑΝΘΡΏΠΟΥΣ.Κανείς δεν μπορεί να σταματήσει την κίνηση της ιστορίας! Ότι και να ψευτο βγάλει απ’ το μυαλό του,όπως και να το ψευτο αποκαλέσει αυτός που ενδιαφέρεται να συντηρήσει το υπάρχον!

1992 συγνώμη για την άμυνα Μαρία Δημητριάδη. ΑΝΕΜΟΛΟΓΙΟ
»Έβγαλε βρώμα η ιστορία ότι ξοφλήσαμε, είμαστε λέει το παρατράγουδο στα ωραία άσματα,
και επιτέλους σκασμός οι ρήτορες πολύ μιλήσαμε, στο εξής θα παίζουμε σ’ αυτό το θίασο μόνο ως φαντάσματα.
Κάτω οι σημαίες στις λεωφόρους που παρελάσαμε, άλλαξαν λέει τ’ ανεμολόγια και οι ορίζοντες,
μας κάνουν χάρη που μας ανέχονται και που γελάσαμε
τώρα δημόσια θα έχουν μικρόφωνο μόνο οι γνωρίζοντες.
Βγήκαν δελτία και επισήμως ανακοινώθηκε, είμαστε λάθος μες στο κεφάλαιο του λάθος λήμματος
ο σάπιος κόσμος εκεί που σάπιζε ξανα τονώθηκε, και οι εξεγέρσεις μας είναι εν γένει εκτός του κλίματος.
Δήλωσε η τσούλα η ιστορία ότι γεράσαμε, τις εμμονές μας περισυλλέγουνε τα σκουπιδιάρικα,
όνειρα ξένα ράκη αλλότρια ζητωκραυγάσαμε ,και τώρα εισπράττουμε απ’ την εξέδρα μας βροχή δεκάρικα.
ΞΈΣΚΙΣΕ Η ΠΌΡΝΗ Η ΙΣΤΟΡΊΑ ΑΡΧΑΊΑ ΟΡΆΜΑΤΑ, ΤΏΡΑ ΓΙΑ ΣΈΡΒΙΣ ΜΑΣ ΞΑΠΟΣΤΕΛΝΕΙ ΚΑΙ ΓΙΑ ΧΑΜΟΜΗΛΟ,
την παρθενιά της επανορθώσαμε σφιχτά με ράμματα,
την κουβαλήσαμε και μας κουβάλησε στον ανεμόμυλο».
ΘΑΝΟΣ ΜΙΚΡΟΥΤΣΙΚΟΣ ΚΩΣΤΑΣ ΤΡΙΠΟΛΙΤΗΣ.

εργατική αυτονομία  2 Guizzardi

Η πάλη των τάξεων κινεί την ιστορία, ο αγώνας ενάντια στην εκμετάλλευση, άλλο τόσο σημαντικός επίσης ο αγώνας για ελευθερία και αυτονομία. Αυτά αλληλοσυμπληρώνονται. Σίγουρα σημαντικό το γουργούρισμα της κοιλιάς, το ξαναείπαμε, και η ανάγκη για κοινωνική δικαιοσύνη και δικαιότερη κατανομή, διανομή του πλούτου – το κοινωνικό κράτος – αλλά ακόμη σπουδαιότερη η ανάγκη να στέκεσαι στα πόδια σου ανεξάρτητα από τις χίλιες δυο κοινωνικές συμβάσεις. Όχι να πρέπει να γίνεις κομματικός για να προχωρείς, ή να τα χεις καλά με τον παπά της ενορίας, ή το τάδε στέλεχος κλπ.
Ζούσε και βασίλευε η σύγχρονη φεουδαρχία στην Ιταλία του τότε, όπως και στην Ελλάδα του σήμερα και του χθες.

Και για να ξανάρθουμε στο σήμερα, τρεις είναι οι προτάσεις για τον δρόμο που πρέπει να ακολουθήσει το κίνημα αυτή τη στιγμή.
Α. Ο πρώτος μιλά για την γενικευμένη απεργία, την πλήρη αποχή από τα πάντα, καταναλωτισμό, εργασία, γενικευμένη παύση πληρωμών, πλήρη αποχή από το καθημερινό γίγνεσθαι, όσο φυσικά αυτό είναι δυνατό για τον καθένα. Μιας και οτιδήποτε άλλο έχει επιχειρηθεί μέχρι σήμερα έχει υποστεί ήττα οπότε δεν ωφελεί σε τίποτα να ξανα διαβούμε τον ίδιο δρόμο. Ζητά 20 ώρες εργασία και εγγυημένο κοινωνικό μισθό [από τους Negri και Hardt, οι οποίοι στο βιβλίο τους για την ‘Αυτοκρατορία’ ζητούν αυτά τα πράγματα]. Θέλω επίσης να προσθέσω πως από τη δεκαετία του 70 ακόμη, πάγιο αίτημα της εργατικής αυτονομίας ήταν το 35ωρο.

Β. Στη δεύτερη πρόταση υπάρχει η παραδοχή της αποτυχίας στους τρόπους με τους οποίους επιχειρήθηκε η ανατροπή,υπάρχει επίσης η παραδοχή της μεγάλης παρακαταθήκης που άφησαν πίσω τους οι αγώνες που έγιναν, σε μια διαδρομή που ξεκινά στο τέλος της προηγούμενης χιλιετίας με αρχές αυτής που διανύουμε και ξεκίνησε με τις κινητοποιήσεις, διεθνώς, ενάντια στην παγκοσμιοποίηση, πέρασε από την εξέγερση του 2008 για να φτάσει στα κινήματα των πλατειών και στο σήμερα, στους αγώνες ενάντια στην βιαιότατη επίθεση στον λαό για την αναπαραγωγή του κεφαλαίου.

Αυτή λοιπόν η παρακαταθήκη που άφησαν οι αγώνες είναι οι αντιδομές που έχουν δημιουργηθεί όλα αυτά τα χρόνια στα κοινωνικά στρώματα και που προκαλούν ρωγμές στον καπιταλιστικό ιστό, στο οικοδόμημα του συστήματος. Καταλήψεις, συνελεύσεις γειτονιάς, απελευθέρωση δημόσιου χώρου από την καταστολή και τους πρεζέμπορους, παράκαμψη μεσαζόντων,ανταλλακτική και χαριστική οικονομία κλπ, μαζί με όλη την κουβέντα που έχει ανοίξει εδώ και καιρό για την αποανάπτυξη.
Εκατοντάδες ρωγμές που όσο πληθαίνουν, και αυτό είναι το ζητούμενο, θα μειώνουν την αντίσταση της αντίδρασης μέχρι να την καταστήσουν εντελώς άχρηστη και αδύναμη. Δεν αρνούνται την κοινωνική αντιβία αυτοί οι σύντροφοι,σε συνάρτηση με τις προσπάθειες της αντεπανάστασης να καταστείλει αυτές τις μορφές αυτοοργάνωσης και αγώνα.

Γ. Τρίτος είναι ο δρόμος της οργάνωσης της ένοπλης αντιπαράθεσης.
Πιστεύω πως χρειάζεται σύνθεση αυτών των τριών εμπειριών… μιας και κανείς δεν περισσεύει, μιας και όλοι χρειάζονται, η ζωή έχει διδάξει την σύνθεση!
Όλοι αυτοί που πραγματεύονται αυτά τα μεγάλα και σοβαρά θέματα θέλουν και ονειρεύονται χοντρά -χοντρά την ίδια κατάληξη. Ας μην αφήσουμε το μονοπάτι να τους χωρίσει, όλοι οι καλοί χωράνε έχουμε ξαναπεί!

Στον χαρακτήρα και στην ιδιοσυγκρασία και στις καταβολές και στο πως φτάσαμε μέχρις εδώ μπορεί να διαφέρουμε, έχουμε όμως όλοι αυτοί οι ‘ωραίοι δικοί μας’ που λέει ο ποιητής στην παράσταση που συνδυάστηκε με το τέλος της 7ετίας των συνταγματαρχών, όλοι εμείς λοιπόν μοιραζόμαστε το ίδιο όραμα. Να το κάνουμε πραγματικότητα λοιπόν κι ας αφήσουμε τις μιζεριές περί ‘τέλους της ιστορίας’!.
Οι κοινωνικές συνθήκες και η προσωπική συνθήκη σπρώχνει τον καθένα να διαλέξει το μονοπάτι που του ταιριάζει περισσότερο, φτάνει να το περπατήσει!

Και βέβαια,άλλο το να ζεις στη μεγαλούπολη και άλλο στο χωριό.
Στο μικρό μέρος, πολλές φορές, οι αντιθέσεις αμβλύνονται. Στο κέντρο είναι πιο οξυμένες, εκεί ο αγώνας για την επιβίωση είναι πιο τραχύς και άγριος.
Οι κοινωνικές σχέσεις στην επαρχία είναι πιο στενές, δεν έχουν διαρραγεί τόσο όσο στο κέντρο.

‘Γιατί εμείς δεν τραγουδάμε για να ξεχωρίσουμε αδελφέ μου απ’ τον κόσμο, εμείς τραγουδάμε για να σμίξουμε τον κόσμο’

Η αλήθεια πάντως είναι πως η κατά μέτωπο στρατιωτική αντιπαράθεση με το κράτος στη σύγχρονη δύση έχει αποδειχθεί καταστροφική για τους προλετάριους!

Όσον αφορά τον εσωτερισμό τώρα.
Όσον αφορά τον δρόμο για την εσωτερική ‘γνωριμία’, ύστερα από χρόνια βιωματικής εμπειρίας, έχω να πω αυτά :
Οι πατέρες και οι νηπτικοί λένε πως την τελείωση, την θέωση οι άνθρωποι την επιτυγχάνουν με δύο τρόπους.
Ή τους δίδεται απευθείας με τη χάρη του Θεού, απροσδόκητα, απροειδοποίητα επειδή για κάποιον λόγο επιλέχθηκαν.
Ή εξ αιτίας των αγώνων και των έργων τους, των προσπαθειών τους.
Ύψιστη και δυσκολότερη των αρετών η διάκρισης. [ Άντε να καταλάβεις λοιπόν και να είσαι σίγουρος πως αυτό που ‘βιώνεις’ δεν είναι από τον πονηρό, και είναι η χάρις του Θεού ]. Ή δεν είναι αυθυποβολή.
Από την άλλη τεράστια αρετή το ταπεινό πνεύμα.

Όσα περισσότερα προσπαθείς λοιπόν και κάνεις τόσο περισσότερο κινδυνεύεις να σε υπερβεί το εγώ. Να σε ξεπεράσει, σε μπουρδουκλώνει διαρκώς.
Διαλέγω λοιπόν την ταπεινότητα, αφήνομαι με εμπιστοσύνη στο αύριο, στην αρμονία του Σύμπαντος, αφήνομαι. Και περιμένω. Με εμπιστοσύνη .Έχω εμπιστοσύνη.

Ακολουθώ τον δρόμο του γέροντος Παϊσίου, που μου τον μετέφερε χρόνια πριν ο καλός μου φίλος, κι ας μη συναντιόμαστε ποτέ, ο Βασίλης ο Μαρουλάς. Είπε λοιπόν ο γέροντας σε παρευρισκόμενους πιστούς στο καλυβάκι του πως τίποτα μεγαλύτερο από το ‘γεννηθήτω το θέλημά σου’ , δίχως όμως γογγυσμούς και διαμαρτυρίες για τα συμβάντα της καθημερινότητας, ένα απλούστατο ‘ας γίνει όπως νομίζεις’ φτάνει και περισσεύει για να βιώσεις αυτό που σου μέλλει, δίχως όμως παράπονο για τον δρόμο που παρεμβάλλεται ανάμεσα σε εσένα και αυτό.

Το ίδιο και το αυτό βρίσκω στη διδαχή του Κρισναμούρτι που με γοητεύει. Το ξανασυναντώ επίσης και στη διδαχή του Σιντάρτα, από τον μεγάλο Γερμανό, τον Έσσε, το ξαναβρίσκω στον Όσσο.
Ο ίδιος δρόμος άλλοι πολιτισμοί. Δεν είναι τυχαίο.
Παρατήρηση, ησυχία, υπομονή, εμπιστοσύνη.
Ότι έχουμε μέσα δεν είναι δικό μας,είναι βάρος, δημιουργήθηκε με τα χρόνια και μας εμποδίζει να βλέπουμε, να βλέπουμε με αθωότητα, να αντιλαμβανόμαστε. Δεν λέγονται αυτά, βιώνονται. Έχει δημιουργηθεί με τα χρόνια και μας φυλακίζει. ΕΙΝΑΙ ΟΙ ΣΩΡΡΕΥΜΕΝΕΣ ΕΜΠΕΙΡΙΕΣ ΠΟΥ ΜΑΣ ΟΔΗΓΟΥΝ ΕΚΕΙ ΠΟΥ ΘΕΛΟΥΝ ΑΥΤΕΣ, Ή ΜΑΣ ΑΠΟΤΡΕΠΟΥΝ ΑΠΟ ΑΥΤΑ ΠΟΥ ΕΚΕΙΝΕΣ ΔΙΑΛΕΓΟΥΝ.
Υπάρχει μόνο είμαι, είναι αυταπάτη να θέλεις να γίνεις κάπως αλλιώς, αγωνίζεσαι και σπας τα μούτρα σου. Κάνε ειρήνη με τον εαυτό σου, αποδέξου τον και αμέσως θα έλθει η γαλήνη. Κι αν έχεις ακόμη καλές προθέσεις θα νιώσεις και την χάρη. Δεν μπορώ εγώ να σου πω ότι είναι από τον Θεό, αφήνω τους καιροσκόπους και τους κερδοσκόπους να το κάνουν.

σούφι

Το να προσπαθείς να φτιάξεις έναν άλλο εαυτό δημιουργεί σύγκρουση, η δράση θα φέρει οπωσδήποτε αντίδραση και ούτω κάθε εξής και δεν θα γαληνέψεις ποτές.Και πως θα ακούσεις αν δεν είσαι γαλήνιος; Πως θα δεις.; Θα περάσει μπροστά σου αλλά εσύ θα είσαι αλλού!!!
Το ‘θα ήθελα να είμαι έτσι’ θα φέρει σύντομα και το αντίθετο του. Και θα πηγαίνει λέγοντας.
Αφέσου λοιπόν με εμπιστοσύνη.
Γίνε σαν το ποτάμι, δεν σταματάει ποτέ την κίνησή του και είναι παντού την ίδια στιγμή.
Πάντα το ίδιο, πάντα διαφορετικό,την ίδια στιγμή που κοιτάζεις είναι άλλο!

Κυλάει. Όπως ο Ηράκλειτος λέει. Βλέπεις τι όμορφα ξαναγυρίζουμε στα γράμματά μας, να πω στα χώματα μας αν σας αρέσει καλύτερα. Δεν ξέρω.
Βλέπετε τι όμορφους κύκλους που κάνει η ζωή και η εμπειρία, από εδώ εκεί. Και πιο πέρα. Και ύστερα στη μήτρα! Γιατί η Μάνα είναι μία, με άπειρα παιδιά, που όλο τριγυρνάνε σε χορό για να καταλήξουν στην αγκαλιά Της,αργά ή γρήγορα! Με ένα γλυκό φιλί!
Έχω εμπιστοσύνη λοιπόν και κυλάω.
Παρατηρώ.

Και για να μη χάνομαι στους λαβυρίνθους του μυαλού μου παρατηρώ την αναπνοή μου. Κάνω έτσι καλό και στην υγεία μου,στην κυκλοφορία του αίματος που κυλάει κι αυτό καλύτερα όταν δεν σφιγγόμαστε από τα βάρη της καθημερινότητας. Χαλαρώνουν οι μύες και το κορμί.
Και περιμένω, με εμπιστοσύνη.
Και προσπαθώ να τρώω με μέτρο.
Και δεν τρελαίνομαι όταν δεν τα καταφέρνω.
Και συγχωρώ τον εαυτό μου και τους άλλους, όταν μπορώ.
Και το να ‘ξεφύγεις’ ανθρώπινο είναι.
Το κουβαλάμε.

Κανείς δεν είναι τέλειος.
Ας μη φοβόμαστε το λάθος.
‘Άσε με να κάνω λάθος, μη παριστάνεις τον σοφό, δεν μ’ αρέσουν οι σοφίες. Δεν γουστάρω να σωθώ.’ Δεν ξέρω αν το μετανιώσω. Θα φανεί στην πορεία. Η πορεία είναι που έχει όλο το ζουμί λέει και ο ποιητής !
Η σοφία βρίσκεται παντού.
Να σαι ανοικτός, όσο μπορείς.
Μπορείς.
Αρκεί.

1994 λένα παπά αδελφοί κατσιμίχα το δωμάτιο
»μες το κλειστό δωμάτιο μπορείς να βρεις ότι δεν τόλμησες ποτέ να ονειρευτείς
και ότι μέσα σου βαθιά αγάπησες κι όμως ποτέ δεν είδες να βγαίνει αληθινό,
όλα είναι εκεί, εκεί υπάρχουν όλα
μες το κλειστό δωμάτιο, όλα και τίποτα
αγάλματα θεών λησμονημένων και της Ελένης το πουκάμισο, όλα είναι εκεί κι άλλα πολλά, που κάποτε φαντάστηκες.
Ο φόβος του Χριστού στον κήπο της Γεθσημανή, τα βήματα της θλίψης του, της αίγλης του το φως
το αίμα των θυσιασμένων και οι χαμένοι στόχοι τους, το ψύχος το δριμύ των χωρισμών.
Το διαμαντένιο αηδόνι του βασιλιά της Κίνας σινιάλα από φάρους που σβηστήκαν
και μαγικά τοτέμ από άγνωστες φυλές
κι εφηβικά κορμιά και καλοκαίρια γαλανά θάνατοι και φωτιές κι αόρατη ομορφιά.
Αν έχεις μάτια να τα δεις, αν έχεις χέρια να τ’ αγγίξεις
μπορείς να βρεις κλειδί να ξεκλειδώσεις τη σιωπή τους
αρκεί να πας, ολάνοιχτος, γυρεύοντάς τα».

Κι το να ψάχνεις τον εαυτό σου δεν σημαίνει πως θα παρατήσεις τον κοινωνικό αγώνα. Αυτή τη ζωή γνωρίζουμε κι αυτή θα παλέψουμε να κάνουμε καλύτερη.

Μια επισήμανση τώρα. Σε όλες τις εκδηλώσεις τους τα καθεστωτικά κόμματα και τα φασιστικά μορφώματα με τους οπαδούς τους ανεμίζουν σύμβολα, ελληνικές σημαίες.
Είναι όλοι τους υπεύθυνοι για το χάλι, τον κατακερματισμό της ελληνικής κοινωνίας αυτοί που πουλάνε πατριωτισμό στο παζάρι της ψήφου και της ζωής. Πρώτο λοιπόν μειονέκτημα όσον αφορά τον στρατηγικό σχεδιασμό στο τραπέζι της Γεωπολιτικής για κόμματα και ηγεσίες [ συνταξιούχος των μυστικών υπηρεσιών ο γραμματέας του φασιστικού κόμματος, σας μοιάζουν για αντισυστημικοί είπατε; ]

Κατακερματισμός λοιπόν!
Είναι επίσης υπεύθυνοι για την καταβαράθρωση της οικονομίας η οποία στηρίζεται, η ετοιμόρροπη, από γεννήσεως αυτού του μορφώματος που ονόμασαν ελληνικό κράτος μόνο από δανεικά, με ότι αυτό συνεπάγεται πάλι στα ‘παιχνίδια’ των Γεωπολιτικών σχεδιασμών και στρατηγικής. ΜΕ ΣΥΝΕΊΔΗΣΗ δηλαδή δεν φτιάξαμε ποτές μια αυτάρκη να ζήσει και να προκόψει με τους ανθρώπους της χώρα. Άλλο τεράστιο ντεζαβαντάζ λοιπόν !
Είναι επίσης αυτοί οι ίδιοι που δεκαετίες τώρα έμαθαν στον νεοέλληνα να ξοδεύει περισσότερα από όσα παράγει – Τρίτη τρικλοποδιά για τους μελετητές Γεωστρατηγικής – όταν λοιπόν καταφέρνει να παράξει,πάντα είναι λιγότερα από αυτά που καταναλώνει!

Όλοι αυτοί λοιπόν μιλούν για πατριωτισμό, και μιλούν για αυτόν επίσης εκείνοι που χρόνια ολόκληρα πίνουν νερό στο όνομά τους, και τους στηρίζουν,και μας βγάζουν το λάδι. Βρε μαγκούρα που σας χρειάζεται !
Όσοι έχουν κυβερνήσει από γεννησιμιού του αυτόν τον πολύπαθο τόπο, για να μη πω και γι αυτούς που τους στηρίξανε, είναι ένοχοι εσχάτης προδοσίας. Με όλο τον θίασο σκιών βεβαίως. Τα υπόλοιπα τα ακούω βερεσέ !!!

 

συνεχίζεται

μιχαλης 267

τα βιβλία του μιχάλη, i libri di michele

ΠΠ. χόρεψες πάνω στο φτερό του καρχαρία – 11

μιχαλης 280

Μπέλλου , πλατεία Βάθης

Για το κίνημα των πλατειών και πάλι. Ήταν η φυσική εξέλιξη της επίθεσης που δέχτηκε επί χρόνια το βιοτικό επίπεδο του Έλληνα, η καθίζηση στην ποιότητα ζωής του. Βγήκε από το σπίτι του για να εκφράσει την αγανάκτησή του για το σύστημα που από πελάτη τον καθιστά αποδιοπομπαίο τράγο. Λένε πως ο πελάτης έχει πάντα δίκιο. Τώρα ο μαγαζάτορας, κάτω από την πίεση της τρόικας αφήνει στην άκρη,όσο γίνεται φυσικά, την πελατειακή σχέση και σκέφτεται μονόπλευρα, δρα μονόπατα, σκίζει και πετά στα σκουπίδια το συμβόλαιο, προς το παρόν τουλάχιστον.

Κι ο πελάτης τον μουτζώνει ουρλιάζοντας. Τον προδότη, τον πουλημένο. Θέλει να ξαναγυρίσει πίσω,να βρει καινούρια αφεντικά, πιο έντιμα, πιο σταθερά στις συμφωνίες τους.
Η διαπλοκή έχει δύο πόλους, το ‘μαζί τα φάγαμε’ προϋποθέτει πολλούς συνδαιτημόνες. Που φυσικά τρώνε ανάλογα με την όρεξη και τις δυνάμεις. Δεν μπορούν όλοι το ίδιο, δεν γίνεται.
Έλα μου ντε όμως που υπάρχει κι ένα άλλο πρόβλημα, ένα άλλο κομμάτι,που χαλάει την πιάτσα. Γιατί σ’ αυτό το φαγοπότι δεν πήρε ποτέ μέρος. Είτε από συνείδηση, επειδή θεληματικά αρνήθηκε να γίνει πελάτης του μαγαζιού, είτε γιατί δεν μπορούσε, δεν χωρούσε στο τραπέζι, δεν είχε τα φόντα, δεν φορούσε το κατάλληλο κοστούμι, δεν διέθετε κοσμήματα που θαμπώνουν το μάτι. Δεν κατείχε γνωριμίες.

Ή δεν το χρειάζονταν στο κάτω- κάτω οι υπάλληλοι του μαγαζιού ή το αφεντικό. Για να τρώνε με πολλά κουτάλια κι όχι με ένα δύο. Για την Ελλάδα ρε γαμώτο, την πατρίδα μας την αληθινή, την απληστία.
Όλοι αυτοί,χοντρά χοντρά, βρέθηκαν στις πλατείες. Οι μεν περιορίστηκαν στις μούντζες και άρχισαν να ψάχνουν το νέο αφεντικό, ανάλογα κιόλας με τις ‘οπαδικές’ τους προτιμήσεις, πράσινοι, μπλε, γαλάζιοι, ροζ, μαύροι, ήταν όλοι εκεί. Κραδαίνοντας ελληνικές σημαίες, λες και το κέρδος έχει πατρίδα.
Οι άλλοι,πιο κάτω, προτίμησαν να συζητήσουν. Να καταλάβουν το γιατί, να βρουν το τι χρειάζεται να γίνει.
Και αυτοί χωρίστηκαν στα δύο, χοντρά χοντρά. Κάποιοι θέλανε να ξαναγίνουν πολίτες,κάποιοι να παραμείνουν υπήκοοι, κάτω από καλύτερες συνθήκες.

Οι μεν ν’ αποφασίζουν οι ίδιοι κάθε φορά για τα ζητήματά τους, για το πως θα τα διευθετήσουν, να εκτελούν οι ίδιοι τις αποφάσεις τους και όχι να  αναθέτουν σε ειδικούς,ξέρουν πως οι ειδικοί είναι ένας μύθος, μια μούφα, για να αναπαράγονται αιώνια ρόλοι εξουσίας και υποταγής. Να δικάζουν οι ίδιοι τις υποθέσεις τους, να νομοθετούν οι ίδιοι τις σχέσεις τους, να οργανώνουν οι ίδιοι την άμυνά τους έναντι των αντιτιθεμένων.
Οι άλλοι ήθελαν καινούριους διαχειριστές, αρκούνταν στα ίδια αφεντικά.

Υπέστησαν όλοι μαζί φοβερή καταστολή, ξύλο μέχρι αηδίας και τόνους χημικά στα σωθικά. Κι όσοι-όσο άντεξαν άντεξαν, ήρθε και ο Αύγουστος, καιρός για μπάνια του λαού. Όταν επέστρεψαν ήταν πλέον αργά να οργανώσουν ξανά το πράγμα, έλειπε πια η ορμή, ήλιος και θάλασσα χαλαρώνουν.
Άφησαν τεράστια παρακαταθήκη: κατάληψη δημόσιου χώρου που ανήκει στην κοινωνίακαι όχι στα κόμματα.
Συνέλευση, συζήτηση, αυτοοργάνωση, αυτοδιαχείριση των αναγκών και όλων των υποθέσεων.
Αλληλεγγύη.

Συζήτηση για την ισότητα των πάντων, για την ελευθερία, την κοινότητα και την κοινοκτημοσύνη.
Ίσως το κυριότερο απ’ όλα. Ρίζωσε η αυτόνομη συνέλευση σε κάθε γειτονιά, δημιουργήθηκε επίσης σε χώρους δουλειάς, μάθησης και εκπαίδευσης.

Δύο λόγια για τις συζητήσεις πάνω στη μεθοδολογία και τα μέσα του αγώνα. Έχουν ειπωθεί πολλά, για τη βία της εξουσίας και την αντιβία, για ειρηνιστές,βίαιους χούλιγκανς κλπ. Έχετε όλοι μια άποψη. Με δύο γραμμές μόνο θα σταθώ σε αυτό που κανένας, έτσι νομίζω τουλάχιστον, δεν πρόσεξε να αναφέρει.

Χωρίζω λοιπόν τους μετέχοντες στη συζήτηση σε πραγματιστές και μη. Πραγματιστές είναι αυτοί που ξέρουν ότι ενοχλούν και οργανώνουν την άμυνά τους η οποία κάποια στιγμή θα γίνει και επιθετική, υποχρεωτικά,εκ των πραγμάτων.
Και τους αιθεροβάμονες, τους μη πραγματιστές, που λεν για να λεν, διότι ίσως να γνωρίζουν βαθιά ή λιγότερο βαθιά μέσα τους πως αυτά που λεν δεν τα πιστεύουν και απλά έτσι τα λεν. Ή στοχεύουν κάπου αλλού, για το εγγύς ή το απώτερο μέλλον.
Αυτά!

θα πληρώσετε για όλα 4

Κάτι ακόμη, για τους συμβολισμούς, που δεν είναι μόνο συμβολισμοί.
Το κέντρο της πόλης, της σύγχρονης μητρόπολης, αλλά και της μικρότερης, συμβολίζει την εξουσία. Της ανήκει. Γι αυτό και συγκεντρώνει στο κέντρο όλα τα κτίρια που την απαρτίζουν.
Γι αυτό και οι σύγχρονοι προλετάριοι καταλαμβάνουν το κέντρο, όταν της επιτίθενται, αυτό συμβολίζει η κατάληψη της πλατείας.
Ο αγώνας όμως παντού και πάντα πρέπει και να αποκεντρώνεται. Διασπάς βέβαια τις δυνάμεις σου, διασπάται όμως έτσι και ο εχθρός.
Και τις περισσότερες φορές η νίκη είναι πιο κοντά σ’ αυτόν που έχει την πρωτοβουλία, το πλεονέκτημα του αιφνιδιασμού. Αυτός που πηγαίνει σε προκαθορισμένο ραντεβού, σε τοποθεσία που έχει διαλέξει ο αντίπαλος, γιατί γνωρίζει τις λεπτομέρειες όλες, λέω λοιπόν πως η νίκη είναι πολύ κοντύτερα σε αυτόν τον τελευταίο.
Τα γνώριζαν αυτά οι Ιταλοί σύντροφοι και επιτίθενται συχνά εκεί που διάλεγαν οι ίδιοι, με τον συμβολισμό που έδιναν στον χαρακτήρα της επίθεσης, διαλέγοντας οι ίδιοι τον στόχο, μακρά από το πλήθος του οποίου όμως την άμυνα την είχαν οργανώσει επίσης όσο καλύτερα γίνονταν.

Έτσι πρέπει να έγινε στις 12 Φλεβάρη φέτος στην Αθήνα του 12. Αυτά.

  • Και μιας και ξαναπέταξε ο νους μου σε προηγούμενα χρόνια θα ήθελα να αναφερθώ στον Βασίλη τον Ζωίδη με την εξαιρετική του σύντροφο την Άννη που σαν πραγματικά αδέρφια μ’ αγκάλιασαν τον πολύ πρώτο καιρό τον δυσκολότερο της εδώ προσαρμογής μου, τότε μάλιστα που έτρεχα στην Κομοτηνή για την Rossa.
  • Λέω όμως τι όμορφη που είναι τελικά η ζωή με τα απρόβλεπτα της, πόσες ομορφιές κρύβει η καθημερινότητά! θύμησες ξεπηδούν από παντού.
    Εκεί που περπατάς αμέριμνος στα όμορφα σοκάκια της Παναγίας, πίσω από τα ανακαινισμένα καπνομάγαζα πέφτεις πάνω σε φίλο και ξυπνάς 35 χρόνια πίσω, στο Περιγιάλι, στον τότε ‘Μιχάλη’, Μανώλης Τζίμας, Γιάννης Κωνσταντινίδης [Κόνυ] και Θοδωρής Βαλσαμίδης, όλοι καλοί φίλοι,τραγουδούν αντάρτικα, επαναστατικά και λαϊκά τραγούδια Κι εγώ με το φιλαράκι μου τον Παύλο τα δίνουμε όλα.
  • Πέφτω λοιπόν πάνω στον Κόνυ και αναπολούμε τα παλιά ΕΚΕΊΝΑ ΧΡΌΝΙΑ ΠΟΥ ΟΙ ΆΝΘΡΩΠΟΙ ΉΤΑΝ ΠΙΌ ΚΟΝΤΆ, ΚΑΙ ΕΥΚΟΛΌΤΕΡΗ Η ΑΛΛΗΛΕΓΓΎΗ ΚΑΙ Η ΑΔΕΛΦΟΣΎΝΗ.
    Είναι λοιπόν αλήθεια πως οι παρέες γράφουν ιστορία.

Λίγο πιο κάτω νάσου ο Ιορδάνης ο Ανθόπουλος, ‘73, ‘74, Φλωρεντία,Δημοκρατικός Αγώνας, αντίσταση στη χούντα                                                                                                    από από την λαοκρατία καταλήξαμε πάλι στα ίδια.                                                                              Και τα νέα παιδιά ν’ ακούν με προσοχή. Τους λέμε να παρακολουθούν την καρδιά τους, ν’ ακούν τα μηνύματα, να διδάσκονται από την ιστορία. Τα συμπεράσματα θα είναι δικά τους, μόνοι τους θα διαχειριστούν το σήμερα, είναι δική τους δουλειά. Δική τους υπόθεση.

Με την ευκαιρία θέλω να χαιρετήσω ανθρώπους που δεν είναι άλλο μαζί μας, που συντρόφευσαν τη ζωή μας και έβαλαν και ένα χεράκι στο να γίνουμε αυτοί που ήμαστε. Τον Μάνο τον Ξυδούς, τη Μαρία Δημητριάδη, την Σωτηρία Μπέλλου, και τον Δημήτρη Μητροπάνο, όλους τους χάσαμε τώρα κοντά. Ξεχνώ πολλούς, ένα γεια χαρά σε όλους. ‘Χαιρετίσματα λοιπόν στην εξουσία,εγώ κρατάω την ουσία και ονειρεύομαι!’
Γεια χαρά και σε σένα μεγάλε Άλκη Αλκαίο που μας άφησες πολύ πρόσφατα κι εσύ.

‘Εγώ με τις ιδέες μου κι εσείς με τα λεφτά σας,’ όπως χαρακτηριστικά τραγουδούσε ένας άλλος μεγάλος μακαρίτης. Και αν για πολλούς είναι ζήτημα ιδεών, για τους περισσότερους από εμάς πλέον είναι ζήτημα επιβίωσης. Είναι ζήτημα αξιοπρέπειας. Για την ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ ΡΕ ΓΑΜΩΤΟ !!! Και την αυτονομία!
‘Κατούρα την Βουλή και σπάστους τα γραφεία, να πάει να γαμηθεί η γραφειοκρατία, και φόρεσε κουκούλα ωσάν σε πρίζουνε, σε κάθε αναμπουμπούλα μη σε γνωρίζουνε!’ τραγουδά εδώ και χρόνια ο φευγάτος φίλος μας. Φωνάζει έτσι στον κ Σαμαρά πως εάν είχε πάρει έστω και ένα μικρό μέρος από τα γονίδια της φημισμένης του πρόγονης θα είχε αυτοκτονήσει, όπως εκείνη μόλις μπήκαν οι Γερμανοί στην Αθήνα το μακρινό τότε. Γι αυτό να αφήσει στην ησυχία τους ‘κουκουλοφόρους’ που έχουν τη τσίπα που τόσο πολύ του λείπει και ίσως θα ήθελε να έχει κι εκείνος. Γιατί είναι πολύ εύκολο να πουλάς μαγκιά κρυμμένος πίσω από τις πλάτες ατέλειωτων πραιτόρων.

Θα του θυμίσω επίσης πως ένας άλλος μεγάλος φευγάτος τραγούδησε πως ‘οι μάγκες δεν υπάρχουν πια μιας και τους πάτησε το τραίνο’. Τζάμπα μάγκες είστε, βουτυρόπαιδα.
Παρομοιάζει τους σύγχρονους αγωνιστές με τους πληρωμένους χίτες, ταγματασφαλίτες και προδότες που κουκουλωμένοι από το φόβο και την ντροπή τους κατέδιδαν,οι τότες έλληνες ψευτοπατριώτες τους αληθινούς, τους αγωνιστές της ελευθερίας στους κατακτητές του τότες,που είναι και οι κατακτητές του σήμερα. Το χρήμα δεν είχε ποτέ πατρίδα κάπηλοι του πάντα, του τότε και του σήμερα. Θα είναι η ιστορία, θα είναι η ευτυχία που θα σας τσακίσει,όσους μπούληδες και αν επιστρατεύσετε για να μας απειλούν!!!
Γερμανούς και κάθε εθνικότητας φονιάδες γουστάρει η τσακαλοπαρέα σας από συστάσεως. Γιατί νομίζετε πως ξεχάσαμε πως ονομάσατε τα πρώτα κόμματα που δημιουργήσατε για να πατρονάρετε τον λαό αμέσως μετά την απελευθέρωση; Για όποιον λοιπόν ξεχνά λέμε πως ήταν το Γαλλικό, το Αγγλικό και το Ρώσικο, ανάλογα την προέλευση των χρημάτων, μιας και τότε οι πολυεθνικές και οι χωρίς όνομα εταιρίες δεν πρέπει να είχαν σχεδιαστεί ακόμη.

‘Κουφάλες δεν ξοφλήσαμε, αυτό έχω μόνο να σας πω. Τα όνειρα των εραστών δεν σβήνουν’
Όμοια στα όμοια. Να θυμάται ο κάθε κύριος Σαμαράς και ο θίασος σκιών που διευθύνει πως η καταπίεση γεννά αγωνιστές, θα του πω επίσης πως ‘η αχλάδα έχει πίσω την ουρά’ και θα του θυμίσω επίσης το ανέκδοτο του ξεχωριστού γέροντος Παίσιου που έλεγε πως αν ρίξεις αλογόμυγα σ’ ένα τεράστιο λιβάδι με λουλούδια αυτή θα τρέξει να ξετρυπώσει τη μοναδική κουράδα που υπάρχει στη γειτονιά. Και πως η μέλισσα που τριγυρνά μες την ομήγυρη σκατών θα ανακαλύψει στο πι και φι το μοναδικό λουλούδι που κατάφερε ν’ ανθίσει μέσα σε αυτή την αηδία.

ΚΑΙ ΕΓΏ ΠΟΥ ΑΓΆΠΗΣΑ ΤΟΝ ΓΈΡΟΝΤΑ, ΑΓΑΠΏ ΑΚΌΜΑ ΠΕΡΙΣΣΌΤΕΡΟ ΑΥΤΟΎΣ ΠΟΥ ΤΟΥ ΈΚΑΝΑΝ ΣΤΑ ΕΞΆΡΧΕΙΑ ΕΚΕΊΝΗ ΤΗΝ ΦΑΝΤΑΣΤΙΚΉ ΧΙΟΥΜΟΡΙΣΤΙΚΉ ΛΙΤΑΝΕΊΑ,ΠΟΥ ΘΑ ΈΚΑΝΕ ΚΑΙ ΑΥΤΌΝ ΤΟΝ ΊΔΙΟ ΝΑ ΞΕΣΠΆΣΕΙ ΣΕ ΓΈΛΙΑ.
Έβγαλε βρώμα η ιστορία ότι ξοφλήσατε!. Στην ιστορία θα σας γράψουν όλους εσάς ξοφλημένους με μεγάλα γράμματα, κι ας κάνετε πως δεν το καταλαβαίνετε. Είστε σαν τον Τσαουσέσκου, τον Γκαντάφι, ακόμη και αυτόν τον Σαντάμ. Πιάνεστε στον ύπνο νομίζοντας πως είστε άτρωτοι.
Ίσως εμείς να μη προλάβουμε να το δούμε. Δεν μας νοιάζει όμως διότι το κίνητρο που μας κινεί δεν είναι το κέρδος ή η ανάγκη να κατέχουμε εξουσία οποιασδήποτε μορφής. Λέμε και κάνουμε αφιλοκερδώς. Με συνείδηση και αξιοπρέπεια., όπως διαρκώς επαναλαμβάνουμε. Γιατί θέλουμε να μοιάξουμε τον Αχιλλέα τον Λεωνίδα και όχι τον Εφιάλτη, τον Άρη και όχι τους γερμανοτσολιάδες. Που προτίμησαν τη δόξα από το συμφέρον, αν θέλεις την αγάπη και την αιώνια αναγνώριση από το πρόσκαιρο κέρδος, την εξουσία- τη ζωή την ίδια θυσίασαν για τα ιδανικά που στοιχειώνουν τον ύπνο τόσων και τόσων γενεών έκτοτε!

Ψιλά γράμματα για εσάς ίσως. Ήδη κύριοί μου ο ΓΑΠ είναι εξαφανισμένος, τον είδατε εσείς πουθeνά;
Αμ ο άλλος ο Κωστάκης. Τέτοια φυλάει η ιστορία στους τζάμπα μάγκες.
Όσων κι αν κλέβετε ζωές καταπιεσμένων, άλλους τόσους αγωνιστές θα γεννάτε, hasta la victoria siempre! μέχρι την τελική νίκη!
Βάλτε τον Βενιζέλο ή εκείνο τον κατουρημένο Κουβέλη μπροστά στον ανεπανάληπτο Χρόνη Μίσσιο, αυτόν τον ασύγκριτο άνθρωπο. Σαν φορτωμένες στο χιόνι ιτιές θα σκύψουν να προσκυνήσουν!
Ξέρω πως θα μου πείτε ότι ο πόλεμος σήμερα γίνεται από τα μετόπισθεν.

Ξέρω πως πιο σπουδαίος είναι ο ψυχολογικός, αυτός που γίνεται επί του μυαλού, εκμεταλλευόμενοι τον φόβο που ελέγχεται από τον εγκέφαλο, με τα μηνύματα που σκορπούν απ’ όλες τις πλευρές στους ανθρώπους σπέρνοντας τον τρόμο την αγωνία και την ανασφάλεια, κερδίζουν τον αγώνα πριν ακόμα αυτός διεξαχθεί.
Κι όταν, λόγω των απροόπτων που είναι ιστορικά τόσα πολλά, το πράγμα ξεφύγει και κατέβουμε στο πεδίο της μάχης, οι ηγέτες, οι αρχηγοί, οι στρατηγοί κλπ είναι καλά κρυμμένοι στα μετόπισθεν. Δεν ζούμε στις εποχές των ηρώων που αγωνίζονταν στην πρώτη γραμμή και πάντα στο δεξί άκρο όπου συνήθως η σύγκρουση γίνονταν σφοδρότερη.
Δεν υπάρχουν σήμερα Αλέξανδροι, που όταν το στράτευμα κοντοστεκόταν βαρεμένο, αυτός πηδούσε μόνος του τον τοίχο για να αναγκάσει τους υπόλοιπους να τον ακολουθήσουν στους δύσβατους βράχους στο Κανταχάρ, στο σημερινό Αφγανιστάν νομίζω, μπορεί και Πακιστάν.

Κι όμως, υπάρχουν!

  • Τώρα, άλλη σελίδα. Αμ στους σύγχρονους ναζί, τι χουνέρι τους έκανε η Μέρκελ και η παρέα της, οι κοντινοί τους συγγενείς! Έχωσαν στην ποδοσφαιρική τους ομάδα δεν ξέρω εγώ πόσους υιούς μεταναστών,παικταράδες, μεγαλωμένους στην Γερμανία, τη σύγχρονη πολυπολιτισμική όπου το να χαιρετάς ναζιστικά απαγορεύεται[ σε εμάς σε λίγο θα είναι υποχρεωτικό!], τους έβαλαν λοιπόν μέσα στην ομάδα να μας πετάξουνε τα μάτια έξω, έκλεισαν τα μάτια στις δικές μας ανοιχτές σηκωμένες παλάμες και πήγαν για ύπνο. Οι αντίπαλοι προπονητές και ποδοσφαιριστές έδιναν τα χέρια και οι φίλαθλοι βρίζονταν στο διαδίκτυο για μέρες. Κατά τα άλλα μας παραμυθιάζουν πως το ποδόσφαιρο είναι απλά ένα παιχνίδι. Ρατσισμός, σεξισμός και ότι χειρότερο έχει να επιδείξει ένας λαός το δείχνει στις κερκίδες. Το καλύτερο πολλές φορές μέσα στο γήπεδο. Όπου άσπροι, μαύροι, κίτρινοι και μελαμψοί αποχωρούν αγκαλιασμένοι ανεξαρτήτως νικητή και νικημένου. Αυτό ναι, είναι πολιτισμός.

Πάει μου στριψε, όμως όχι, ξέρω πως είναι αλήθεια, ο άνθρωπος είναι ενέργεια, σκεφτείτε τι πολλά που μπορούν οι πολλοί εάν θελήσουν! ναι! Χρησιμοποιώντας την ενέργεια αυτή, σκεπτόμενοι όλοι μαζί, με ένταση, το ίδιο πράγμα, την ανάγκη τους, το ποτάμι το στρέφουν προς τα πίσω. Σίγουρα!

10 χρόνια προετοίμαζαν οι Ζαπατίστας την ’έφοδό’ τους στην Μεξικάνικη και την παγκόσμια κοινότητα στις ζούγκλες των Τσιάπας. 30 χρόνια έκαναν οι Σαντινίστας να ετοιμαστούν,να βρουν τη κατάλληλη στιγμή για να γράψουν τη δική τους ιστορία στη γη της Νικαράγουα. Να πάρουν με το λαό τους αυτό που του ανήκει!
Δουλεύοντας όπως ο τυφλοπόντικας, ανοίγοντας διαρκώς λαγούμια, για να υποσκάψουν τα θεμέλια του φαντασιακού στον κόσμο,της νομιμότητας της αναγκαιότητας του καπιταλισμού στα μυαλά στις νοοτροπίες και τις βεβαιότητες του λαού. Αυτό να γίνουμε, σύγχρονοι τυφλοπόντικες στα ριζά της κοινωνίας. Αυτό προσπαθήσαμε να κάνουμε με τους Ιταλούς συντρόφους και τότες.

  • Ήδη η κουβέντα για μία ‘ιστορική αναδίπλωση’ είχε ξεκινήσει πριν τον Απρίλη του ’79, με τις μαζικές συλλήψεις.Φαίνονταν πως η κοινωνία είχε αρχίσει να μουδιάζει για τα καλά, να μη παρακολουθεί, να μη συμμετέχει στο πρόταγμα του αγώνα, έτσι όπως τον σχεδίαζε η εμπειρία της ανατρεπτικής διάθεσης και προοπτικής. Κουρασμένη από τις αλλεπάλληλες επιθέσεις η κοινωνία έδειχνε φανερά τα σημάδια απαγκίστρωσης.
    Χρειάζονταν να διαλογιστούμε από την αρχή, να αλλάξουμε σχηματισμό, να τον προσαρμόσουμε στις συνθήκες που φάνταζαν πλέον εχθρικές. Δεν προλάβαμε, έγινε εντός των τειχών, αργότερα και από μειονεκτική θέση και κατάσταση πλέον.
    Φαίνονταν το πράγμα, μύριζε. Θα είχε γίνει κάτω από άλλες προϋποθέσεις εάν είχαμε ταρακουνηθεί νωρίτερα, εάν είχαμε αναπροσαρμόσει λόγο και πρακτικές νωρίτερα, όταν υπήρχε ακόμη χρόνος, όταν είχαμε ακόμη χώρο, σε περιβάλλον πιο ευνοϊκό. Με τους χιλιάδες μαχητές ελεύθερους και όχι υπό κατάσταση ομηρίας.
    Όταν οι σύντροφοι αποφάσισαν ότι ‘ήταν καιρός τα όπλα να ξαναμπούν στα σεντούκια’ ήταν λίγο πολύ αργά. Παίζαμε εκτός έδρας πλέον, ξανά σε ξένο γήπεδο. Και με διαθέσεις ρεβανσισμού από τον αντίπαλο. Η ιστορία επαναλαμβάνεται. Ξερονήσια εδώ, φυλακές υψίστης ασφαλείας εκεί.

Και εγώ έχω γλυτώσει από καθαρή τύχη. Ένα καλό αστέρι με φύλαξε, να έχει την ευχή μου παντοτινά. Κέρδισα κάποια χρόνια, έχασα σίγουρα κάτι άλλο, αυτό ακόμη δεν το έχω συνειδητοποιήσει οριστικά.

Θέλω επίσης να σκεφτώ ακόμη δυο πράγματα πάνω στη συνθηκολόγηση των παλιών μου συντρόφων, Στην κουβέντα που έγινε εκείνα τα χρόνια εγώ δεν πήρα μέρος μιας και ήμουν τόσο μακριά και δίαυλοι επικοινωνίας στην πράξη δεν υπήρχαν. Μου στοίχισε πολύ και το κατάλαβα πολύ αργότερα μιας και τότε προείχε να γιάνουν οι πληγές. Θέλω λοιπόν να πω μονάχα πως ίσως θα μπορούσε να είχε γίνει με διαφορετικό τρόπο και κάτω από άλλες συνθήκες. Ήταν τόσοι πολλοί οι σύντροφοι και οι μαχητές που κανέναν δεν τον συνέφερε να τους κρατά μέσα. Το να αντιληφθείς ότι το σχέδιο απέτυχε σήμαινε μια συλλογική ήττα που συνέβη έτσι κι αλλιώς. Η κοινωνική επανάσταση ενδιέφερε και αυτή είχε προς το παρόν απομακρυνθεί. Αυτό αντιλήφθηκαν και οπισθοχώρησαν, συνθηκολόγησαν. Αυτό το τελευταίο ίσως να μπορούσε να είχε αποφευχθείΕπαναλαμβάνω, είναι πολύ εύκολο να μιλάς τόσα χρόνια μετά και μάλιστα για κάτι που στον καιρό του δεν μπόρεσες να λάβεις μέρος στη διαμόρφωσή του.

Μας ενοχλεί αφάνταστα η συζήτηση πάνω σε αυτά τα θέματα από ανθρώπους αγέννητους ακόμη εκείνα τα χρόνια, όσο και αν εκτιμούμε και θαυμάζουμε την περήφανη στάση τους. Και μιλώ στον πληθυντικό μιας και είμαι διακόσια στα εκατό σίγουρος πως η σκέψη μου συγκεντρώνει τις σκέψεις των παλιών μου φίλων και συντρόφων και συμμαχητών.
Ήταν όμως τόσο διαφορετικά τα πράγματα τότε, η πραγματικότητα. Η αντεπανάσταση είχε πετύχει, το αντάρτικο ήταν πολυδιασπασμένο, τεράστια πολεμική υπήρχε στο εσωτερικό του, το κίνημα εξαφανισμένο και ο νεοφιλελευθερισμός κάλπαζε ανενόχλητος, χωρίς το παραμικρό εμπόδιο.

ΤΙΜΟΥΜΕ ΤΗ ΣΤΑΣΗ ΤΩΝ ΣΥΝΤΡΟΦΩΝ ΠΟΥ ΔΕΝ ΣΥΝΘΗΚΟΛΟΓΗΣΑΝ ΠΟΤΕ. ΊΣΩΣ ΝΑ Μας ΞΕΝΊΖΕΙ Η ΣΤΆΣΗ ΆΛΛΩΝ ΠΟΥ ΕΝΣΩΜΑΤΏΘΗΚΑΝ ΚΑΙ ΜΑΛΙΣΤΑ ΓΙΑ ΤΑ ΚΑΛΑ. Ο άνθρωπος για να επιβιώσει πολλές φορές παίρνει τις πιο απίστευτες αποφάσεις .
Και έρχομαι να ‘αποκαταστήσω’ την σε κάποια πράγματα ‘χαμένη τιμή’ της εργατικής αυτονομίας η οποία θεωρώ πως επλήγη από τη γενικότερη στάση που κράτησε εις εκ των θεωρητικών της, και δικός μου δάσκαλος σε πολλά, ο Αντόνιο Νέγκρι. Ο οποίος, πάνω στην πρεμούρα του να τη διαχωρίσει από τις ερυθρές Ταξιαρχίες, και μέχρις εδώ τα πάμε καλά, έφτασε στο σημείο να αρνηθεί εκείνο το μέρος της κληρονομιάς της που ενοχλούσε περισσότερο: την επιθετική, την αντάρτικη. Έτσι τουλάχιστον φάνηκε στα δικά μου μάτια η στάση του εκείνα τα χρόνια, από την 9η Απριλίου και μετά. Μπορεί να κάνω και λάθος, η εντύπωσή μου είναι αυτή και την καταθέτω.

Είναι αλήθεια πως μεγάλη υπαρξιακή κρίση δημιουργήθηκε μέσα μας, έχω αναφερθεί αρκετά, όταν αντιληφθήκαμε πόσο ξεκάθαρη ήταν η τεράστια στρατιωτική υπεροπλία του αντιπάλου.
Ενέδρες δολοφονικές που έστησε σε διάφορους συντρόφους, η μεγάλη καταστολή στους δρόμους, στο δημόσιο χώρο κλπ. Οδήγησε λοιπόν σε κρίση ταυτότητας με δεκάδες συντρόφους να την κάνουν στο εξωτερικό, πολλούς προς Γαλλία, άλλους προς Ινδία. Να ‘χαθούν’ για κάποιο διάστημα, μέχρι να ηρεμήσουν τα πράγματα. Έτσι αποφασίσαμε κι εμείς το ταξίδι προς Κεντρική Αμερική.

Αυτή την αίσθηση παντοδυναμίας του αντιπάλου στα μέσα και την αποφασιστικότητα την βίωσα ξανά λίγο αργότερα, στην Ελλάδα όντας πλέον, διαβάζοντας σε προκήρυξη της 17 Νοέμβρη για τον τρόπο και την τεχνολογία που χρησιμοποίησαν οι αρχές στην Ιταλία, με την βοήθεια Νατοϊκών αξιωματούχων για να ανακαλύψουν το κρησφύγετο όπου οι Ταξιαρχίες έκρυβαν τον απαχθέντα στρατηγό  Ντόζιερ, και να τον ελευθερώσουν,ύστερα από ξαφνική επίθεση, [κάμερα σε βανάκι με ‘μάτι’ που διαπερνούσε τους τοίχους! Και έβλεπε στο εσωτερικό των κτισμάτων!!] Αυτά

η αλήθεια αποκαταστάθηκε με τα χρόνια, τον στρατηγό τον βρήκαν αφού βασάνισαν ένα ζευγάρι συντρόφων που δεν άντεξαν και οδήγησαν με την κατάθεση του ανδρός στην ανακάλυψη του κρησφύγετου όπου οι αντάρτες έκρυβαν τον βορειοαμερικανό!

Θέλω να σταματήσω εδώ. Μακάρι μια μέρα να καταφέρουμε να ξανασυναντηθούμε όλοι μαζί. Μέσα στην κοινωνία που κερδίζει το στοίχημα με το όνειρο ελευθερίας της ακόμη καλύτερα. Όμως ακόμη δύο λόγια θα προσθέσω. Φτιάχναμε έναν στρατό για να πάρουμε την εξουσία και να την παραδώσουμε στις κοινότητες που φτιάχνονταν ταυτόχρονα, δύο καταστάσεις που πήγαιναν χέρι χέρι. Μέρος και των δύο ήμασταν, το οπλισμένο χέρι της κοινότητας. Καθημερινά, στις επιτροπές και τις συνελεύσεις,παντού.

εξέγερση, rivolta

Άλλοι έφτιαχναν το μαχόμενο κόμμα. Εμείς ήμασταν κάτι διαφορετικό. Το ότι ο λαός δεν ακολούθησε οφείλεται σε πολλούς λόγους, και αυτό σύμφωνα με το τότε σκεπτικό και μέσα από την ιστορία και τις διαδικασίες που είχαν αναπτυχθεί έκανε τους συντρόφους τελικά να συνθηκολογήσουν. Ήταν φυσικό επακόλουθο νομίζω, απλά η ιστορία δείχνει πως θα μπορούσαν να περιμένουν ώστε να διαπραγματευτούν με καλύτερες συνθήκες.

  • Μου αρέσει το πήγαινε έλα στον χρόνο όπως μου αρέσει γενικότερα το πήγαινε έλα.

Συνάντησα φίλο μου γιατρό στο Νοσοκομείο που πήγαμε για να βγάλουμε ράμματα του Προδρομάκου. Θα σας μεταφέρω όσα κατόρθωσα να συγκρατήσω από τον συγκλονιστικό του μονόλογο,στήθηκε κυριολεκτικά ένα απίστευτο μονόπρακτο, πως θα το μεταφέρω εγώ είναι ένα άλλο θέμα.
Μου λέει για το πως το σύστημα στον πόλεμο που έχει ανοίξει εναντίον της κοινωνίας επιτυγχάνει καθημερινά θανάτους με υπογραφές! Κάθε μέτρο που λαμβάνεται φέρνει κοντά στην εξαθλίωση καινούριες φουρνιές. ‘Έρχονται άνθρωποι Μιχάλη’, λέει , ‘καθημερινά,που τους γνωρίζουμε χρόνια, κατεστραμμένοι πλέον. Δεν έχουν τα 5 ευρώ για να εξεταστούν, ή τα 17 για τις ακτίνες. Άνθρωποι ανασφάλιστοι γιατί δεν δύνανται πλέον να πληρώσουν στα Ταμεία. Και κάνουμε ταχυδακτυλουργικά κόλπα για να μη τους διώξουμε. Ψάχνουμε για βιβλιάρια δεξιά κι αριστερά για να μπορέσουμε να τους καταχωρήσουμε. Βιβλιάρια νοσηλευτών, γιατρών, προσωπικού κλπ για να μη διώξουμε ανθρώπους που αγωνιούν, να τους εξετάσουμε, να τους γιατρέψουμε.

Μια τζίφρα, ένα μέτρο κι έχουμε αυτοκτονίες. Και για να τελέσει ο παπάς το μυστήριο μας παρακαλούν οι συγγενείς να γράψουμε πως πήγαν από ανακοπή, βλέπεις υπάρχει και το κουτσομπολιό στη γειτονιά μεταξύ των άλλων. Δίπλα στις επίσημες αυτοκτονίες έχουμε και δεκάδες τέτοιες.
Είναι αποδεδειγμένο, και κρύβεται επιμελώς από τους σύγχρονους τρομοκράτες των καναλιών και του τύπου, πως σε ποσοστό εικοσιπέντε με τριάντα στα εκατό ευθύνεται η άτυπη κατάθλιψη την οποία ο άνθρωπος δεν γνωρίζει με αποτέλεσμα να είναι ευάλωτος και να καταλήξει.

Κατάφεραν και τρομοκράτησαν τον κόσμο, έστρεψαν τον ένα εναντίον του άλλου, διέλυσαν την ταξική αλληλεγγύη, φταίνε αυτοί, όχι φταίνε οι άλλοι, η μία κατηγορία εναντίον της άλλης, οι πραγματικοί ένοχοι κρυμμένοι επιμελώς. Κάθε εργαζόμενος έχει υιοθετήσει έναν άνεργο εφ’ όρου ζωής. Κρατούν 5% του μισθού μας για τους ανέργους και τους μειώνουν το επίδομα, μειώνοντας και τα δικά μας έσοδα. Και αντί να τους ορμήξουμε ενωμένοι τρωγόμαστε μεταξύ μας.
Κι αν δεν καταφέρουμε να διατηρήσουμε τη δημόσια υγεία τα πράγματα θα γίνουν ακόμη χειρότερα. Επί τη εμφανίσει στο Νοσοκομείο θα πρέπει πρώτα να πέφτει το παραδάκι με υψηλότερο αντίτιμο, αλλιώς διώξιμο.’

‘Δεν υπάρχει πλέον άλλοθι Μιχάλη,’ συνεχίζει, ‘όλοι γνωρίζουμε καλά τι τρέχει. Δεν χρειάζεται να έχει διαβάσει κάποιος Μπακούνιν ή Κροπότκιν για να καταλάβει τι συμβαίνει, γιατί,και τι πρέπει να κάνει. Δρόμος είναι η συμμετοχή του καθένα στα κοινά και στον αγώνα, από το μετερίζι του. Να οργανωθούμε σε δομές,σε στέκια, σε επιτροπές αγώνα, παντού. Υπάρχουν, να τα βρούμε, να φτιάξουμε καινούρια. Όχι άλλο απάθεια, όχι στην απαισιοδοξία, όχι στη μιζέρια.
Ο κόσμος ξυπνά οργισμένος, ξεσπά όπου του κατέβει. Φτάνει πια,να στρέψουμε την οργή μας εκεί που χρειάζεται. Όχι στο φόβο, ναι στην ελπίδα! ναι στον αγώνα.’

‘Ρε συ Μιχάλη’ ολοκληρώνει, ‘κατάφερα να συνεννοηθώ με τον καρκίνο, δεν θα τα καταφέρω με τους ανθρώπους; Τον κάθισα και του είπα, βγες έξω να κουβεντιάσουμε, Σήκω, φύγε, έχω χρόνια ακόμη μπροστά μου, θέλω να ζήσω! Εδώ θα κάτσω. Σηκώθηκε κι έφυγε! Και θα με πεθάνουν οι άνθρωποι τώρα; Όχι, όχι, δεν το δέχομαι! Δεν υπάρχει περίπτωση!. Όχι, δεν έχουμε πια άλλοθι!’

Δεν χρειάζεται να προσθέσω τίποτα. Πριν πολλά χρόνια άκουγα τον Μανώλη τον Τζίμα στο ΝΟΚ ή στου Σαλαβάτη να τραγουδά με εκείνη την τόσο χαρακτηριστική και ζεστή φωνή του για ‘τον νοητό ήλιο της δικαιοσύνης’ και να του ζητά ‘να μη ξεχάσει τη χώρα μας’! Και λέω πως εμείς έχουμε ξεχάσει τη χώρα μας παραμελώντας τους εαυτούς μας. Γιατί όπως πολύ σωστά έλεγε λίγο πριν τη ναυμαχία στη Σαλαμίνα ο στρατηγός Μιλτιάδης, πατρίδα είναι οι άνθρωποι και όχι τα κάστρα, τα δέντρα και τα σπίτια,αλλά εμείς οι ίδιοι!

Να υπερασπιστούμε λοιπόν εμείς οι ίδιοι τους εαυτούς μας και τους γύρω μαζί. Σε αυτόν τον ανελέητο πόλεμο που το διεθνισμένο κεφάλαιο έχει εξαπολύσει ενάντια στους αδύνατους.

  • Κατέβηκα να κολυμπήσω στην Άσπρη Άμμο με τον Πρόδρομο,κοιτάζοντας τους αμμόλοφους θυμήθηκα και του διηγήθηκα πως παλιότερα θάβονταν μέσα στην άμμο,για ώρα πολύ, άνθρωποι που έπασχαν φαντάζομαι από αρθριτικά και τέτοιες ασθένειες, για να ανακουφιστούν. Και ήταν ένα παράξενο,διασκεδαστικό θέαμα να βλέπεις μες τη ντάλα όλα εκείνα τα σκεπασμένα κεφαλάκια διάσπαρτα στα αμμοϋψώματα!

Και αγναντεύοντας απ’ την αμμουδιά την Ηρακλίτσα απέναντι του λέω πως εκείνα τα χρόνια τα παλιά στο χωριό πήγαινες με καίκι, όπως και στη Θάσο. Και θυμήθηκα τον ‘Αλέξη’ αργότερα και τον ‘Παπαγεωργίου,’ την ‘Αρκούδα’ με τα ωραία της τα πάρτι, τις στρωματσάδες κάτω από τα πεύκα και τόσα άλλα που δεν υπάρχουν πλέον. ‘Τα πάντα ρεί’ λοιπόν!
Και μιας και βρέθηκα εκεί κοντά να σας πω πως κάποιους χειμώνες συνήθιζα με το μοτόρι και τον φίλο μου τον Θοδωρή τον Σαραϊδάρη να κατεβαίνουμε στα Σπαθιά, παίζαμε μπαλίτσα και ρακέτες τις ηλιόλουστες μέρες ρίχνοντας και καμιά γρήγορη βουτιά. Μιλάμε για το μακρινό ‘80, τα πρώτα, πρώτα χρόνια του στεκιού.

Εκείνο τον καιρό είναι που ο Διαμαντής ο Σιμήτας φτιάχνει κρέπες στη Βενιζέλου, δίπλα στο βιβλιοπωλείο των Μακρήδων, απέναντι από τον Άγιο Γιάννη. Και λίγο πιο πίσω ο ‘γάλλος’ μες το ‘happy sailor’, αργότερα έγινε ‘Οverdose’, δυνατό ροκάδικο.
Τότε που είχαμε φέρει τον Καραμπελιά της Ρήξης, για να κουβεντιάσουμε,σε ένα τριώροφο στη Δεξαμενή στο οποίο έμενε κάποιος από εμάς,τις προοπτικές του κινήματος, στην Ελλάδα,και τις προοπτικές της ρήξης.

Εκείνο το διάστημα έμαθα να οδηγώ εντούρο με τον Σάκη τον Αρβανίτη. Σκαρφαλώναμε κάθε μεσημέρι το μονοπάτι με τα πέτρινα γεφύρια που βγάζει από τον Άγιο Κωνσταντίνο στην Παλιά Καβάλα. Φτάναμε στα Τρία Καραγάτσια, γυρνούσαμε τις πίστες και επιστρέφαμε από το Φουντουκλή, καμιά φορά και από το χωματόδρομο που βγάζει στον Άγιο Τρύφωνα. Αυτά γίνονταν πριν το ‘85 με τις μεγάλες φωτιές που έκαψαν υπέροχα πευκοδάση εκεί πάνω. Έπρεπε βλέπετε να ανοιχτεί ο μεγάλος εθνικός δρόμος εκεί ακριβώς! Τυχαίο;
Και μιας και μιλάμε για φωτιά, είναι φοβερό το θέαμα που προσφέρει, καταστρέφει τα πάντα στο πέρασμά της,αλλά τα μάτια δεν μπορείς να τα ξεκολλήσεις από πάνω της. Όλο το δάσος πάνω από την πόλη κρανίου τόπος, στο νησί το ίδιο θέαμα. Απίστευτο, αλλά μεγάλη στεναχώρια, κηδεία.

Έμενα εκείνες τις χρονιές της καταστροφής σε Θάσο και Καβάλα στο Εστέλλα, ήταν καλοκαίρι και τις δύο φορές. Θυμάμαι ένα ατέλειωτο καραβάνι αυτοκίνητα ξένων,όλη μέρα,να εγκαταλείπουν την περιοχή άρον άρον. Δούλευα και στο Απαραίτητο τα βράδια, δεν μπορούσαμε να ξεκολλήσουμε τα μάτια μας από τις πύρινες γλώσσες που ξεπηδούσαν μανιασμένες στα βουνά τις Θάσου, τρέχοντας, πηδώντας και σταματώντας,ανάλογα με τις διαθέσεις του αέρα που φυσούσε τρελά! Και εκεί που θαυμάζαμε εκεί ξεσπούσαμε σε λυγμούς! Σαν να μην υπήρχε παρέα μουσική κλπ,μόνο φωτιά!

Η ενέργεια που απελευθερώνει η μανία της στον αέρα που φλέγεται σε μαγνητίζει! Δεν μπορείς να ξεκολλήσεις τα μάτια από πάνω της. Ιδιαίτερα όταν δεν μπορείς να κάνεις κάτι για τον περιορισμό της.
Έγινε μεγάλο κακό στην τουριστική κίνηση της περιοχής τότε, ήρθε και ο πόλεμος στην Γιουγκοσλαβία και έκτοτε η μεριά αυτή εδώ ερήμωσε.
Αναγκάστηκα και εγώ να αφήσω τη θάλασσα μιας και η κίνηση μειώθηκε δραστικά.

Τεράστια συλλαλητήρια ενάντια στους Νατοϊκούς βομβαρδισμούς,υπήρχε μεγάλη οργή απέναντι στην αμερικάνικη παρέμβαση. Το ποιόν του καθεστώτος γνωστό. Τι να πεις και για εκείνες τις φιγούρες των μακελάρηδων ανεξαρτήτου χρώματος και θρησκείας, με πρώτο και ‘καλύτερο’ τον ανεκδιήγητο Αρκάν,που την πλήρωσε με το ίδιο νόμισμα που χρησιμοποίησε ενάντια στους αντιπάλους του.
Ο θάνατος στο Σεράγεβο πάει!

Και μια και μιλάμε για μουσική :
Magic de Spell Θοδωρής Βλαχάκης.
Βαδίζω με μάτια κλειστά τα βαστώ σφαλιστά κι ονειρεύομαι
Μη μ’ αγγίζεις μη με ξυπνάς,την αλήθεια σας πια δεν τη δέχομαι.
Δεν ανοίγω τα μάτια μου καν,διασχίζω τον κόσμο και φλέγομαι,αν μ’ αγαπάς μη μιλάς
άλλα ψέματα δεν τα ανέχομαι
ΦΩΝΑΞΕ, η ζωή μας χάνεται πάει
ΔΙΑΛΥΣΕ, τη σκόνη που σκεπάζει το φώς
Ο ΘΑΝΑΤΟΣ , διακοπές στο Σαράγιεβο πάει
ΞΥΠΝΗΣΕ, στις ειδήσεις τα βλέπεις και τρως
Απόψε τα βλέπω διπλά,ήλιος λάμπει κι ας είναι μεσάνυχτα
δυο τσιγάρα πολύ δυνατά, κι εκτοξεύομαι μες το διάστημα!
μια οθόνη μου δείχνει μηδέν,εποχές που δεν γίνονται θαύματα
ένα στόμα φωνάζει πως δεν θα με πείσεις με χίλια τεχνάσματα.

Ένα αντίο και στον μεγάλο Τεό.

συνεχίζεται

η Αποστολή

εσύ εκεί, Μάνος Ξυδούς

μιχαλης 297

τα βιβλία του μιχάλη, i libri di michele

Σ. εκενώστε τους δρόμους από τα όνειρα – 16

 

31 Αυγούστου του ’13 σήμερα, ξαναπιάνω μολύβι στα χέρια, ο λόγος που λέγει. Όχι πια, αποφάσισα επιτέλους να γράψω απευθείας στον υπολογιστή, ηλεκτρονικά.
Χθες πέρασα μια πολύ στενάχωρη μέρα. Κατάφερε να με ‘σηκώσει’ κάποια στιγμή η Βίκυ, με μουσική και χορό, και την ευγνωμονώ.
Μου μετέφερε κάποια στιγμή τα λόγια που τραγουδούσε ο ερμηνευτής, δεν τον θυμάμαι, δεν έχει και πολύ σημασία.
Μου άνοιξαν την καρδιά και το μυαλό. Όταν έρχεσαι αντιμέτωπος με την αλήθεια είναι αποκάλυψη,
ΉΤΑΝ ΜΙΑ ΔΙΚΉ ΜΟΥ ΑΠΟΚΆΛΥΨΗ, πρώτη φορά ήρθα τόσο απροκάλυπτα αντιμέτωπος με την αλήθεια,
έλεγε λοιπόν το παλικάρι λίγο πριν αυτοκτονήσει πως ‘ τα είδε όλα πολύ νέος και έκτοτε δεν υπήρχε κάτι καινούριο στη ζωή του’.
Αυτά τα λόγια μου έδειξαν πόσο κοντά βρίσκεται και η δική μου κατάσταση.
Μου θύμισαν επίσης πως η δική μου αντίσταση έγκειται ακριβώς σε αυτό. Στο ότι δηλαδή έχω υποχρέωση να την αντέξω αυτή την άοσμη και άχρωμη πραγματικότητα, την τόσο αποπνικτική και ανυπόφορη και να προχωρήσω.
Αυτά λοιπόν γίνονται τα αντικαταθλιπτικά μου, τα κείμενα, μιας και αποκομμένος από τα γύρω, τις συλλογικότητες, επικοινωνώ με τα κείμενα.
Πολλοί οι επαναστατημένοι και σήμερα. Άλλες ηλικίες όμως, άλλες συνήθειες.
Θυμάστε που σας έγραφα πως αυτό το τεράστιο που μας ένωνε εκείνα τα χρόνια τους αγωνιστές έντονα και δυνατά ήταν το ότι ήμασταν μαζί! και κάναμε πράγματα !

και αντιπαλευόμασταν την εργασία,

και επανοικειοποιούμασταν τον πλούτο που μας είχανε αρπάξει εν τω μεταξύ,
Είμαι μαζί με την μοναξιά μου σήμερα.
Σας στέλνω τα κείμενα λοιπόν.

placebo

Έχω τον φίλο μου και σύντροφο και συναγωνιστή στο σπίτι για καμιά εικοσαριά ημέρες.
Ύστερα από 35 χρόνια ξανασυναντηθήκαμε.
Μου μίλησε πολύ.
Για όλα.
Αυτό που κρατώ για εσάς, προς το παρόν τουλάχιστον, είναι εκείνο που αφορά το σήμερα.
Στην Ιταλία, όπως ακριβώς και στην Ελλάδα, το τώρα είναι ‘πεθαμένο, αν εξαιρέσουμε κάποια επιμέρους κινήματα, με συνέχεια και προοπτική.
Για τη συνέχεια δεν χρειάζεται να πούμε κάτι επιπλέον.
Για την προοπτική, πολλά.
Εδώ έχουμε το κίνημα στην Χαλκιδική, όπως νωρίτερα Κερατέα και Λευκίμμη.
Εκεί το κίνημα ενάντια στο TAV, στην Κοιλάδα της Σούζα, στο Πιεμόντε.
Κινήματα λοιπόν που αγκάλιασαν και αγκαλιάστηκαν από την συντριπτική πλειονότητα της κοινωνίας. Αυτής που πλήττεται από την καπιταλιστική επίθεση, και όχι μόνο.

Στο διάστημα αυτό βρέθηκα αντιμέτωπος με κάποια κείμενα που περιγράφουν απόλυτα σκέψεις που είναι και δικές μου. Θα σας τα μεταφέρω αυτούσια.
Τα πρώτα θα τα μεταφράσω, είναι ο απολογισμός των αγώνων που χρόνια τώρα διεξάγουν οι Ιταλοί πολίτες της περιοχής του Πιεμόντε ενάντια στην καταστροφή του τόπου τους και τον αυταρχισμό.
Το άλλο αφορά τις σκέψεις Ισπανού φιλοσόφου πάνω στο θέμα της επανάστασης.
ΔΕΝ ΧΡΕΙΆΖΟΝΤΑΙ ΠΕΡΙΣΣΌΤΕΡΑ, Ας ΠΡΟΧΩΡΉΣΟΥΜΕ ΛΟΙΠΌΝ, ας αφουγκραστούμε το μέσα μας.
Και μιας και έχουμε πολλάκις επαναλάβει πως μουσική και στίχος απελευθερώνουν, ας τραγουδήσουμε και χορέψουμε παρέα με τον τεράστιο Θανάση Παπακωνσταντίνου. Άκουσα την Ανδρομέδα του ξανά εχθές, για πολλοστή φορά. Για πρώτη όμως έδωσα βάση, με τόση ένταση, στους τελευταίους στίχους.
Ακόμη κι από το μνήμα μας λοιπόν ας γίνουμε απειλή φοβερή για τους απαίσιους δυνάστες μας!

Άιντε μες της γης το πυρωμένο κέντρο
άιντε δυό πουλιά φιλιούνται σ’ ένα δέντρο
άιντε πέφτει λάβα, λάβα απ’ τα φιλιά τους
άιντε και φτερά απολιθωμένα απ’ τα κορμιά τους.
Άιντε εκεί μακριά, μακριά στην Ανδρομέδα
άιντε πίνουν τσίπουρο και τρων λακέρδα
άιντε κάτι όντα περίεργα κι ωραία
άιντε που είναι μόνα και ψάχνουν για παρέα.
Άιντε εκεί ψηλά στην άκαρπη Μελούνα
άιντε φύτρωσε, φύτρωσε μια παπαρούνα
άιντε που ‘χει στόμα, στόμα και δαγκάνει
άιντε κι όλο λέει πως δεν το ξανακάνει.
Άιντε εκεί βαθιά, βαθιά στα σωθικά μου
άιντε κάτι γίνεται κυρά μου
άιντε χίλια άλογα τυφλά γυρίζουν
άιντε έξοδο ζητάν και μ’ αλωνίζουν.
Άιντε εδώ σιμά, κοντά δυο μέτρα βάθος
άιντε λεν πως φυλακίζουνε το πάθος
άιντε ρίχνουν χώμα με λουλούδια ραίνουν
άιντε και θαρρούν, θαρρούν πως ξεμπερδεύουν.

Ένα φανταστικό τραγούδι από μία μεγάλη καρδιά.

Εν τω μεταξύ έπεσε στα χέρια μου το HOT DOC του Κώστα Βαξεβάνη που μιλούσε για την εκτέλεση του Σ. Γκιόλια από την Σέχτα Επαναστατών. Δεν στέκομαι καθόλου στα συμπεράσματα του. Γνωρίζω ελάχιστα και δια τούτο προσπερνώ. Θέλω όμως να πω μοναχά δύο λόγια για τη νοοτροπία του ανθρώπου, που είναι η ίδια με αυτή εκατομμυρίων άλλων που μας τριγυρίζουν και είναι οι πυλώνες του συστήματος.
Το σύστημα, η καθεστηκυία τάξης, δεν είναι κάτι απρόσωπο. Αποτελείται από σάρκα και οστά παραγεμισμένα με κανόνες, συνήθειες, νόρμες. Ένας τρόπος να ζεις και να σκέφτεσαι γενικότερα.
Ο επαναστατημένος άνθρωπος αμφισβητεί στην πράξη αυτό το όλον.
Δεν του λείπουν υποχρεωτικά τα χρήματα.
Νιώθει πως το αξιακό σύστημα γενικότερα τον καταπιέζει, τον πνίγει.
Πλαντάζει μέσα σε μια κοινωνία χάλια, με λίγα λόγια, όσα κι αν έχει για να ξοδέψει, μπας και ελαφρύνει την βαρβαρότητα.
Βαρβαρότητα που ζέχνει καθημερινά από όλες τις μπάντες.
Αυτούς όλους τους ‘διανοούμενους’-δεκανίκια του καπιταλισμού [ γιατί αυτό είναι δυστυχώς στην πραγματικότητα] τίποτα δεν τους αγγίζει. ίσως ελάχιστα.
Περνούν καλά δηλαδή. Κριτικάρουν γιατί ξέρουν πως θα μπορούσαν να περνούν λίγο καλύτερα.
Δεν τους νοιάζει η πραγματική αλλαγή, τους τρομάζει αντίθετα, τους τρομάζει το διαφορετικό, αυτό που δεν ελέγχουν, η αλλαγή, το πραγματικά καινούριο τους τρομάζει.
δια τούτο βρίζουν και κατηγορούν ότι δεν αντιλαμβάνονται, αυτό που δεν κατανοούν.
Ένας επαναστατημένος, στην καθημερινότητά του, κάνει τα αδύνατα δυνατά να σπάσει λίγους από τους κανόνες, ότι καταφέρει, όποτε και με οποιονδήποτε τρόπο,
αποδρά από τα συνηθισμένα, τους κανόνες τις συνήθειες και τις ρέγουλες.
Παραβαίνει διάολε.
Νόρμες, αυτό που ονομάζεται νομιμότητα.
Η νομιμότητα είναι εχθρός διάολε.
Είναι εχθρός ακριβώς επειδή έτσι αρέσει, έτσι βολεύει στους κρατούντες.
Δεν αναγνωρίζει την νομιμότητα, περισσότερο ή λιγότερο.
Οι δεκάδες μικρές ή μεγαλύτερες παραβάσεις είναι γι αυτόν απελευθερωτικές.
Η ελευθερία είναι το ζητούμενο.
Και ποσώς τον ενδιαφέρει εάν ο κάθε Βαξεβάνης αυτή του την ορμή την ονομάζει επαναστατική γιόγκα ή όπως αλλιώς θέλει.
Όλοι τους, κομματικοί ή αντιπολιτευόμενοι είναι ίδιοι γιατί ακριβώς αγαπούν το σύστημα, την τάξη, την ομοιομορφία. Στις συμπεριφορές και τις αξίες.
όταν ο επαναστατημένος τις παραβαίνει, με όποιο όπλο καταφέρνει, [τα όπλα, λεν οι Ζαπατίστας είναι τα λόγια, οι σκέψεις και οι καρδιές τους. Είναι και αυτά που κουβαλούν στην πλάτη, σε αυτά όμως το κράτος είναι ισχυρότερο, ψάχνουν τις αδυναμίες του λοιπόν, κι εκεί εστιάζουν.]
Επαναστατημένος είναι αυτός που δεν έχει να σπουδάσει τα παιδιά του, με σφιγμένο το στομάχι χωρίς λόγο και το άγχος στα ύψη, κλεισμένος στο σπίτι γιατί η τσέπη άδεια, αναγκασμένος να τρώει στη μάπα τα χειρότερα σκουπίδια που του σερβίρουν για ψυχαγωγία. [εδώ γελάνε, μιλάμε για την ‘καλύτερη δυνατή’ αγωγή της ψυχής’].
Δίπλα του αυτός που έχει χρήματα να πάει διακοπές,                                                      κάποιος άλλος ύστερα από χρόνια, και αναγκάζεται να υπομένει κατειλημμένες παραλίες και νησιά από πλαστικό και κακογουστιά, καμμένα βουνά, καταπατημένα από μπάζα και σκουπίδια. Από ηχορύπανση και καταγέλαστα θεάματα.
Φτιάξανε τη ζωή σκουπίδι, την ξεπουλούν στους εργολάβους, μετατρέψανε την Γη σ’ ένα τεράστιο σκουπιδότοπο, ναρκοθετημένο.
Η καθημερινότητα μια διαρκής αγοραπωλησία, ο άνθρωπος πουλάει και αγοράζει, πουλιέται και αγοράζεται με εξαιρετική ευκολία, στην καλύτερη τιμή, με επιθετικότητα απεχθή.
Η ζωή συνεχής πλύση εγκεφάλου, καθαρή λοβοτομή.
Πορνό, σωματεμπορία, σκληρά ναρκωτικά το μέλλον της νεολαίας.
Δεν θα πάρουμε.
Κάντε παραβάσεις, είναι απελευθερωτικό.
Κάνετε παράβαση, κάνει καλό.
Κάνουμε παράβαση λοιπόν και γουστάρουμε, τότε γουστάρουμε, γιατί το υπόλοιπο είναι πλήξη και ανία, αυτή που σας συμφέρει να μας ρίχνετε, για να μας αποβλακώνετε.
Αυτά τα λίγα λοιπόν. Δεν θα ψοφήσουμε ποτέ κουφάλα νεκροθάφτη!
Αστοί καθωσπρέπει, είστε ερωτευμένοι με το καθώς πρέπει, μπορείτε να το βάλετε εκεί που ξέρετε!

1

 

ξένοιαστος καβαλάρης

πριν τελειώσω με αυτό το κομμάτι οριστικά, θέλω να κλείσω τους λογαριασμούς μου με όλους αυτούς που με βλέπουν σαν κόκκινο πανί! είτε για την συμπάθεια μου στους σπαρτιάτες, είτε γι αυτήν προς τον Αλέξανδρο και τον Λεωνίδα, τον Αχιλλέα και άλλους ήρωες, τον Διγενή και τον Παλαιολόγο ας πούμε τον τελευταίο, την συμπάθεια μου προς τον Χριστό τον Βούδα τον Μωάμεθ και άλλους! κλπ κλπ, καταλαβαίνω πως είμαι αιρετικός, αλλά και αυτή η μονολιθικότητα που έχει πέσει θυμίζει ΚΚΕ επί εποχής εμφυλίου πολέμου, τότε με τα συγχωροχάρτια και τις υπογραφές, καλά τους τα είπε ο Μίσσιος! τέλος πάντων, δεν θα μου ξεριζώσουν πράγματα που έχω μέσα στην ψυχή μου από παιδί επειδή θέλουν να σκέφτονται σήμερα, 2500 μετά από εκείνα τα συμβάντα με τον τρόπο που θέλουν αυτοί, για ανθρώπους που γεννιόντουσαν και πέθαιναν κάτω από τελείως διαφορετικές συνθήκες και μέσα σε κοσμοθεωρίες τελείως διαφορετικές από αυτές μέσα στις οποίες ζούμε σήμερα εμείς.

Ας τα πάρουμε όμως απ’ την αρχή:

Αλέξανδρος, ένας άνθρωπος που λατρεύω, και αυτό διότι αυτό που είμαι εγώ σήμερα το οφείλω και στον μεγάλο άνθρωπο,
βλέπεις, τον μήτσο και τον κάθε μήτσο ο οποίος γράφει απαξιωτικά για τον βολιώτη ήρωα δεν θα τον γνωρίσω ποτές, κι όσο κι αν σέβομαι τον άνθρωπο μήτσο, άλλο τόσο τον θεωρώ ανιστόρητο, και αυτό διότι θεωρώ απαράδεκτο να κρίνουμε ανθρώπους ή γεγονότα που συνέβησαν κοντά 3.000 χρόνια πριν με κριτήρια σημερινά!

Τότες θεωρούνταν αυτονόητα πράγματα που σήμερα, πολύ σωστά,  μας είναι απεχθή,
διαβάζω δεκάδες παπαριές στα μέσα καθημερινά για τον Αλέξανδρο, ο οποίος φυσικά δεν ήταν κανένας άγιος, άγιος δεν είμαι ούτε εγώ, με τους δαίμονες μας πολεμούμε καθημερινά, όπως κι αυτός, που ανατράφηκε βασιλιάς, είχε απ’ τον πατέρα του κληρονομήσει τον μεγάλο σκοπό να νικήσει τους Πέρσες, ο πόλεμος δεν είναι ποτές κάτι όμορφο, κάτι που γίνεται με όμορφα μέσα! Γαλουχημένος γιος του Δία από την μάνα του, ανακηρύχθηκε θεός στο μαντείο του Άμμωνα Δία στην Αίγυπτο, κλπ, κλπ. Κανείς ιστορικά δεν σκέφτηκε ποτέ να κατηγορήσει τον Οδυσσέα επειδή κατόρθωσε με το κόλπο του οι έλληνες να εισχωρήσουν και να καταστρέψουν την Τροία, αρπάζοντας ανθρώπους και αγαθά, πράγματα φυσικά για εκείνους τους χρόνους! Αλλά βλέπεις ο Αλέξανδρος ήταν καταστροφέας, ιμπεριαλιστής και πλιατσικολόγος! Βλέπεις δεν κατέστρεψαν οι αθηναίοι την Μήλο γιατί τόλμησε να σηκώσει κεφάλι, ούτε οι σπαρτιάτες την αττική, και πάει λέγοντας. Κανείς δεν σκέφτηκε ποτέ να κατηγορήσει τον Αγαμέμνονα που θυσίασε την κόρη του για να ξεκινήσουν οι αχαιοί το ταξίδι, ιμπεριαλιστές κι αυτοί για τον μήτσο και κάθε μήτσο που δεν ξέρουμε τι θα έκανε αν ήταν γιος του Μενέλαου, του Αχιλλέα ή του Αίαντα.
Φίλε μου αγαπητέ, υπήρξα παιδί και μεγάλωσα με αυτές τις ιστορίες, κι όταν ανδρώθηκα και άρχισα να καταλαβαίνω καλύτερα τα πράγματα, δεν πρόδωσα τους ήρωές μου, ούτε τους απαρνήθηκα. Διότι κι αυτοί δεν με πρόδωσαν ποτές, αν είμαι σήμερα κάποιος σε αυτούς το οφείλω, και σε όλα τα μεγάλα που με δίδαξαν, διότι σήμερα που μεγάλωσαν μπορώ να ξεδιαλύνω αυτά που πρέπει και χρειάζονται, από τα άλλα που δεν πρέπει,

έτσι προχωρά η ιστορία, δεν είναι στάσιμη, »καθαρότητα» δεν υπάρχει, κανείς δεν είναι τέλειος, μέσα στο άσπρο υπάρχει και το μαύρο, μαζί με τον θεό και ο διάβολος, ο λύκος της στέπας μεταξύ των αγαπημένων βιβλίων μαζί με τον Όμηρο και τα βιβλία για τον Αλέξανδρο, και τον Λεωνίδα και τον Αχιλλέα που μου έμαθαν την ανδρεία και το κάλλος, και πολλά πολλά άλλα!

αν ο μήτσος, και ο κάθε μήτσος θεωρεί τον εαυτό του τέλειο, σίγουρα στη ζωή του, πολύ φοβάμαι, δεν θα έχει πετάξει ποτές προς απάτητες κορφές, εκεί που το σωστό και το λάθος διαπλέκονται, γιατί αυτό που για σένα λάθος για τον άλλον σωστό και πάει λέγοντας. Χρέος του ανθρώπου να αγωνίζεται να ξεπεράσει τον εαυτό του και τα όρια, τα σύνορα, και είναι βέβαιο πως όλοι αυτοί το κατάφεραν, ο Αχιλλέας, ο »φασίστας» Λεωνίδας ή ο »ιμπεριαλιστής δολοφόνος» Αλέξανδρος!

Αγαπώ τους σπαρτιάτες. Θα ήθελα να τους μοιάσω σε αυτό που θεωρώ σπουδαίο: νίκη επί του φόβου, του φόβου του θανάτου, απ’ όπου ξεκινούν όλοι οι μετέπειτα φόβοι ταυτόχρονα με τις μεγάλες πράξεις! Φοβερό πράγμα. Από τα γενοφάσκια ακόμη. Μεγάλη υπόθεση. Ειδικότερα σήμερα που ο άνθρωπος ξερνάει χολή, μόνος κι έρημος, το άτομο, τώρα που τα κόμματα μόνο κακό κάνουν στην κοινωνία και ο άνθρωπος έχει κλειστεί στον εαυτό και τρέμει τον ίσκιο του.

Σήμερα που χρειάζεται να σταθούμε όρθιοι απέναντι στην επέλαση της κακίας και της απανθρωπιάς δίπλα στον φίλο και τον γείτονα, τον συνάνθρωπο στην παρέα,

το κύτταρο της δημιουργίας του σήμερα έγινε η παρέα, αυτή φτιάχνει το αύριο, εκεί μέσα γκαστρώνεται η ιστορία.

Έχω φοβηθεί πολύ στη ζωή μου, δυο τρεις φορές, την πρώτη με την οργάνωση, την δεύτερη με τις αρρώστιες – φυλακή, ασθένειες, μεγάλος ο γολγοθάς, πολύ θα ήθελα να γνωρίζω εκείνη τη μέθοδο νίκης του φόβου του θανάτου,

και εκείνοι ήταν μάστοροι σε αυτό τον αγώνα.

Συν το ότι από μικροί απογαλακτίζονταν σε κοινόβια μαθαίνοντας να ζουν όλοι μαζί, γυμνάζονταν δε μαζί με τα κορίτσια, μεγάλη υπόθεση και αυτή στις τότε ανδροκρατούμενες κοινωνίες.

Άσε που δεν αγαπούσαν καθόλου το χρήμα και το έδειχναν με όλους τους δυνατούς τρόπους, μέχρις βέβαια τους κερδίσει ο περσικός πακτωλός κι αυτούς!

Κρατάμε λοιπόν τα καλά, κι αυτά μέχρις κάποια εποχή φυσικά, γιατί από κάποια στιγμή και μετά τους πήρε η κάτω βόλτα.

Οι αθηναίοι; μα βέβαια και οι αθηναίοι! με τα ξύλινα τείχη τους! που ήταν η πολιτεία τους, σπίτια και πατρίδα τους αληθινή! αυτό που λέμε »όπου γης και πατρίς!» κυριολεκτικά! και ξέρετε τι εννοώ, καταλαβαίνετε νομίζω.

Αλέξανδρος; μα φυσικά! ο αγαπημένος όλων! γεννήθηκε από τη μάνα του και από τον Δία, έτσι ήξερε, κι εσείς μου λέτε πως πρέπει να ήταν νορμάλ όταν κατέκτησε όλο τον κόσμο! εσείς θα ήσασταν; δεν θυμάμαι ποιος ήταν που μου έμαθε, ένας απ’ τους δασκάλους μου, μικρότερος όταν ήμουν, Μιχάλη μου είπε, αν θέλεις να σκέφτεσαι καλά, όταν συλλογάσαι, θα μπαίνεις στου αλλουνού τη θέση για να καταλάβεις πως εκείνος σκέφτηκε ! άντε λοιπόν να κάνεις κουμάντο στου Αλέκου το μυαλό την ώρα που μάχεται πάνω στον Βουκεφάλα και ίπτανται ακόντια βέλη και καρφιά και μαίνονται τα ξίφη κι έρχονται αναφορές απ’ όλες τις πλευρές και πρέπει να δώσει διαταγές και συγχρόνως μάχεται για τη ζωή του στη μάχη του Υδάσπη, στα νερά του Γρανικού ή στην πόλη του Ερμπίλ, άντε λοιπόν εσύ καϋμένε αναρχικούλη θέλεις το παλικάρι που γεννήθηκε για να ενώσει όλο τον γνωστό τότε κόσμο κι έφτασε στα τριάντα για να μηδίσει και να πάρουν λιγάκι ή περισσότερο αέρα τα μυαλά του να σκέφτεται σαν νεαρός Εξαρχιώτης αφού πρώτα όμως κατάφερε να νικήσει πείνα και δίψα στην Γεδρωσία έρημο  αρνούμενος να πιει νεράκι το οποίο έχυσε μιας και δεν έφτανε για να πιουν και οι άνδρες του όλοι.

Θυμάσαι βέβαια πως εκεί ψηλά, στα τείχη της Κανταχάρ, όταν οι άνδρες του αρνήθηκαν να πολεμήσουν, πήδηξε μονάχος του πίσω από τα τείχη της πόλης αναγκάζοντας πρώτα την φρουρά του και στη συνέχεια το στράτευμα να τον ακολουθήσει βρίσκοντας τον κατατρυπημένο αλλά για μιαν ακόμη φορά νικητή γιατί ήθελε πάντα να είναι νικητής, τέτοιον άντρα θέλεις πάντα κοντά σου! να χύνει το νερό αν δεν έχει για τους συντρόφους του, που την ώρα του θανάτου να θυμάται ένα ένα τα ονόματα καθενός ξεχωριστά από αυτούς, γιατί κάθε μέρα ζούσε μαζί τους!  μοιράζονταν τα πάντα! πόνους χαρές λύπες!

Τέλος..η αγάπη! θα μιλήσουμε για την αγάπη, όλα για την αγάπη! έκλεισε η παράδεισος, γέμισε, δεν υπάρχουν πλέον κενές θέσεις, εσύ τι θα κάνεις; θα είσαι με την αγάπη έτσι κι αλλιώς; ή δεν σαι νοιάζει;

δεν υπάρχει ανταμοιβή! δεν υπάρχει αντάλλαγμα! Το είπε ο Χριστός, το είπε και ο Βούδας, το είπε και ο Μωάμεθ. Και οι τρεις μιλούν για την αγάπη και οι αναρχικοί βγάζουν σπυριά κι εγώ ξέρεις άρχισα να ξύνομαι στον πωπό μου ή αλλιώς κώλο μου

με λίγα λόγια τώρα τελευταία γνώρισα κάτι γιαλαντζί ντολμάδες, έφαγα στο μαγειρείο κλπ, άσε φίλε μου λοιπόν για να έχουμε καλό ρώτημα γράφω και λέω ότι θέλω κι επειδή με απείλησαν κιόλας λέω λοιπόν πως είμαι περήφανος που δεν υπήρξα ποτές ερυθρές Ταξιαρχίες και πως ήμουν αυτόνομος και Πρώτη Γραμμή και κάποτε αριστεριστής και γαύρος και ποτέ μετανιωμένος ούτε διαχώρισα τη θέση μου και άντε γεια!

κληρονόμησα τον ναρκισσισμό του Αχιλλέα, την τσατίλα του Ιουστινιάνη και το πείσμα των Ασσασίνων, τη θέρμη του Ρουμί, την καρτερία του Ακρίτα και βρέθηκα εδώ να υπομένω τις βλακείες του πρώην συνεργάτη ο οποίος, ναι, γιαλαντζί ο τύπος….

 

Αποτέλεσμα εικόνας

Και φτιάξαμε γεφύρι για να περάσουμε από την χώρα της Λατινικής Αμερικής και τους μύθους μας στην  στη χώρα του ποτέ…ή ce n’ est qu’ un debut, continouons le combat 

 

τα βιβλία του μιχάλη, i libri di michele

Ξ. εκενώστε τους δρόμους από τα όνειρα – 13

Αγαπώ πολύ αυτήν την πόλη. Υπάρχουν γύρω- γύρω οι αγαπημένες μου γωνιές. Η καρδιά όμως είναι το τετράγωνο πλατεία Σάντα Κρότσε, [ Piazza Santa Croce ], πλατεία  Σινιορία [Piazza Signoria ] με το Παλάτσο Βέκιο [ Palazzo Vecchio ], το Δημαρχείο δηλαδή και την Γκαλλερία Ουφίτσι, Galleria degli Uffizi ], το τεράστιο Μουσείο-Πινακοθήκη. Πάμε Πόντε Σάντα Τρίνιτα, [Ponte Santa Trinita] η γέφυρα της Αγίας Τριάδας, περνάμε το ποτάμι από την άλλη μεριά, φτάνουμε μέχρι την πλατεία ντέι Μότζι, Piazza dei Mozzi] διασχίζουμε την γέφυρα των Ευχαριστιών [Ponte alle Grazie] και επιστρέφουμε στην πλατεία του Τίμιου Σταυρού. Παραποτάμια και μη είναι η αγαπημένη περιοχή, η καθημερινή βόλτα που απλώνεται μέχρι την πλατεία του αγίου Μάρκου. Με χαριτωμένα δρομάκια, κίνηση, φασαρία, πολυκοσμία, εξαιρετικά κτίρια, μεγάλη ομορφιά.

Και πάνω από τα κεφάλια μας, ψηλά στους λόφους, ανεβαίνοντας από στριφογυριστούς κατάφυτους δρόμους, δρομάκια και μονοπάτια, το πανέμορφο Piazzale Michelangelo, το τεράστιο Πιατσάλε του Μιχαήλ Άγγελου. Μέχρι την Fortezza da Basso, το Κάστρο. Και πάλι κάτω.
Με ήλιο και συννεφιά. Η ομορφιά είναι ανίκητη.
Στο ξανάπα. Η καντίνα για την οποία ήδη μίλησα είναι εκεί κάτω, μέσα σε αυτό το μεγάλο τετράγωνο, πίσω ακριβώς από την πλατεία Mozzi. Εκεί, στην ίδια περιοχή, στη γωνία του δρόμου, στο ισόγειο, μες τη βουή κατοίκησα μια χρονιά. Έχω για παρέα τον γάτο που κάποιος φίλος μου δώρισε και ονομάζω Ερνέστο. Και του μιλώ με τις ώρες για τις εξελίξεις πίνοντας και καπνίζοντας, δεν παραλείπω να του αδειάσω κι εκείνου μια τζούρα!

Η πλατεία έχει κήπο. Στο δρόμο που την διασχίζει υπάρχει μπαράκι που για κάτι φεγγάρια το κάνουμε στέκι. Αργότερα μαθαίνουμε πως έχει γυριστεί ταινία εκεί, περίφημη. Του Mario Monicelli. Mε πλειάδα γνωστών την εποχή ηθοποιών που φωτογραφίες τους κοσμούν την εσωτερική του σάλα. Ugo Tognazzi, Philippe Noiret, Duilio del Prete, Gastone Moschin, η Όλγα Καρλάτου και ο Αντόλφο Τσέλι γυρίζουν κάμποσες σκηνές εκεί μέσα το 1975. ‘Οι εντιμότατοι φίλοι μου’ λέγεται η ταινία. ‘Amici miei’, έδωσε το όνομα και στο καφέ.
Έχει μείνει από αυτή τη ταινία γνωστή στην ιστορία εκείνη η στιγμή που οι φίλοι μας, μαζεμένοι στον σιδηροδρομικό σταθμό, χαστουκίζουν! τους ταξιδιώτες οι οποίοι σκύβουν από τα παράθυρα του τραίνου που αναχωρεί για να αποχαιρετήσουν φίλους και συγγενείς. Μες τα γέλια και την καλή χαρά.

Έχει καινούρια φλιπεράκια τοποθετήσει ο ιδιοκτήτης εκείνους τους καιρούς κι έτσι μας κερδίζει. Και οι συμπαθέστατοι πρωταγωνιστές μας κοιτούν αφ’ υψηλού να σπάζουμε τα ρεκόρ μας, την μια μέρα μετά την άλλη.
Είναι τα χρόνια που ξεκινούν να ξεφυτρώνουν στην πόλη τα πρώτα μακροβιοτικά εστιατόρια και κάνουν αμέσως θόρυβο. Δύο για την ακρίβεια.
Θυμάμαι πολύ καλά το πρώτο διότι το επισκέπτομαι συχνά. Ένα μεγάλο υπόγειο, λιτά επιπλωμένο με ξύλο, στην συνοικία Σάντο Σπίριτο, διασχίζοντας το γεφύρι της Σάντα Τρίνιτα κόβεις αριστερά. Υπάρχει μεγάλη περιέργεια για τις ‘καινούριες’ τροφές και γεύσεις, δειλά -δειλά ξεκινά η κουβέντα για την σωστή διατροφή. Καταστήματα πάντως να πωλούν προϊόντα εναλλακτικά δεν υπάρχουν ακόμη, βιολογικά κλπ.
Λίγο νωρίτερα, κάποια μέτρα μακρύτερα, στην κεντρική πλατεία της γειτονιάς, μπροστά στην εκκλησία, γίνεται και η συναυλία των Άρεα.
Πίτα στον νεαρόκοσμο, μένω αποσβολωμένος με τις φωνητικές δυνατότητες αυτού του σπουδαίου Έλληνα καλλιτέχνη, του Δημήτρη του Στράτου. Έχουμε ακούσει πολλά να λέγονται γι αυτόν αλλά το να παρακολουθείς από κοντά συναυλία του είναι το κάτι άλλο. Τον έχουμε γνωρίσει λίγες μέρες νωρίτερα στο σπίτι γνωστού σου όταν ήρθε για να φιξάρει τα οργανωτικά θέματα που έχουν να κάνουν με το κοντσέρτο. Είναι συμπαθών της Avanguardia Operaia, τριγυρίζεις κι εσύ εκεί γύρω εκείνο τον καιρό και έτσι έχεις τα κονέ, τις διασυνδέσεις. Εσένα καλούν για καφεδάκι στο σπίτι που γίνεται η συνάντηση και με παίρνεις μαζί σου.

Έτσι έχουμε την μεγάλη τύχη να συναντήσουμε αυτόν τον σπουδαίο άνθρωπο και να τα πούμε από κοντά. ΑΦΉΝΕΙ ΤΗΝ ΤΕΛΕΥΤΑΊΑ ΤΟΥ ΠΝΟΉ ΛΊΓΑ ΧΡΌΝΙΑ ΑΡΓΌΤΕΡΑ ΣΤΗΝ Νέα Υόρκη, νικημένος από μια καιά ασθένεια. Στο Μιλάνο διοργανώνουν συναυλία οικονομικής ενίσχυσης για την θεραπεία του και μαζεύονται εκατό χιλιάδες νέοι. Πεθαίνει λίγες ώρες νωρίτερα και η ανακοίνωση γίνεται από τα μικρόφωνα στο συγκεντρωμένο πλήθος. Φαντάζεστε το κλίμα, την συγκίνηση !
Τέλος ‘70, αρχές του ογδόντα.
Φανταστικός άνθρωπος, μεγάλη παράσταση, υπέροχη βραδιά. Όταν παίζουν τη διεθνή με εκείνο τον μοναδικό, τζαζίστικο-ροκ τρόπο γίνεται χαμός!

area χαρά και επανάσταση

 

Νομίζω πως η συντροφιά μας φτάνει σιγά σιγά προς το τέλος της. Μέχρι να τελειώσουμε το κρασί μας θα σου μιλήσω για μια απαλλοτρίωση που κάναμε σε τράπεζα σε κωμόπολη έξω από την πόλη, στο βουνό.
Στις διάφορες δράσεις εκπαιδεύονται οι σύντροφοι σταδιακά, και θα περάσουν από όλες. Με μέτρο. Για να υπάρχει η σιγουριά και η απόδοση. Πάντα με άλλους εμπειρότερους θα δράσεις, θα κάνεις τα βήματα, όλα, ένα προς ένα. Από το απλό στο σύνθετο και πάει λέγοντας.

Αν εν τω μεταξύ μου έρθουν και άλλα πράγματα στο μυαλό που θα αξίζει να τα αναφέρουμε, εδώ είμαστε.
Νομίζω πως έδωσα παραστατικά, συνοπτικά, όλο τον αέρα που φυσούσε εκείνο το διάστημα. Το περιεχόμενο των ημερών, την καθημερινότητά μας. Ένα ημερολόγιο στάθηκε η κουβέντα μας ζωής και αγώνα, έρωτα, δράσης, σχέσεων, σκέψης. Ένα ημερολόγιο αυτονομίας, και όχι μόνο.
Το άνοιγμα προς το μέλλον ήδη από το παρόν.

Απαλλοτριώσαμε καταστήματα πολυτελείας και υπεραγορές, επιτεθήκαμε σε σταθμούς αστυνομίας, ιδιωτικής και κρατικής και πυρπολήσαμε τα μέσα με τα οποία καταστέλλει, επιτεθήκαμε σε στρατόπεδα καραμπινιέρων και σε κομματικά γραφεία, απαλλοτριώσαμε τράπεζες και οπλοπωλεία. Και πάνω απ’ όλα, βάλαμε αλληλεγγύη και ελευθερία στη ζωή μας! Αυτοδιάθεση.

Smoke on the Water, Deep Purple.

Ανοίγω όμως μια μικρή παρένθεση, αυτό που σου έλεγα νωρίτερα. Πριν αναφερθούμε λοιπόν στην ληστεία ας δώσουμε την συνέχεια της αφήγησης του ταξιδιού προς Montalto di Castro.
Επιστρέψαμε στην Φλωρεντία λοιπόν. Λίγες μέρες αργότερα, ενώ φεύγω από την σχολή πέφτω πάνω στην Πάολα, φιλενάδα της Ρέα στην ομάδα με τις φεμινίστριες, μια από τις περισσότερο ενεργές αγωνίστριες.
Μου ζητάει τον λόγο που ‘άρπαξα τη φιλενάδα μέσα από τα χέρια της’ εκείνο το απόγευμα! Βλέπεις, εμφανίστηκα σαν φάντης μπαστούνι από το πουθενά, είχαν σκοπό να την φύγουνε μαζί!

Περνάμε από την βινερία, [κρασάδικο], που έχει ανοίξει λίγο πριν το σπίτι μου και είναι πάνω στον δρόμο μας, πίνουμε και τσιμπάμε κάτι μεζεδάκια, είμαστε και οι δυο νηστικοί από το πρωί. Καταλήγουμε κάποια στιγμή στο κρεβάτι. Να πω το κρίμα μου, το έχω απωθημένο, μου αρέσει από ανέκαθεν πάρα πολύ. Δυνατός χαρακτήρας, εκρηκτική και πολύ χαριτωμένη. Έχουμε μια σχέση πολύ τεταμένη. Ίδιοι κατά βάθος, στα καλά και τα κακά. Βαράτε με κι ας κλαίω.
Το διαμερισματάκι στο οποίο μένω αυτό το διάστημα είναι μια κούκλα. Στο ισόγειο υπάρχει ένα μικρούλη κατάστημα. Αργότερα οι σύντροφοι το νοικιάζουν και το δουλεύουν φωτοτυπικό. Ανεβαίνεις μερικές σκάλες και υπάρχει η είσοδος του σπιτιού μας. Λίγες σκάλες ακόμη και βρίσκεσαι στον κυρίως χώρο. Πλήρως και πολύ μοντέρνα επιπλωμένο. Σαλόνι τραπεζαρία μαζί, μπάνιο τουαλέτα στην μέση και υπνοδωμάτιο μετά. Υπάρχει το παράθυρο που βλέπει στο μπροστινό δρομάκι και παράθυρο στο υπνοδωμάτιο σε αυλή, ακάλυπτο χώρο με τον οποίο δεν έχουμε επαφή.

Στο καθιστικό υπάρχει σκάλα ξύλινη που σε ανεβάζει σε σοφίτα, μέσα στο διαμέρισμα που είναι πολύ ψηλοτάβανο και την χωρά άνετα. Είναι ένα επιπλέον δωμάτιο ύπνου κλπ, χωρά ένα τεράστιο κρεβάτι με κομοδίνα από τις δυο του πλευρές. Όλα τα δωμάτια είναι κοινά στα δύο αγόρια και στο κορίτσι που μοιραζόμαστε το διαμέρισμα. Δεν υπάρχει δικό μου και δικό σου. Κοιμόμαστε όπου βρούμε βασικά. Συνήθως, όποιος έχει παρέα χρησιμοποιεί την σοφίτα. Μοιραζόμαστε τα πάντα, ακόμη και τα ρούχα για όλο το διάστημα που μένουμε μαζί, νομίζω κοντά στα δυο χρόνια, ίσως και λίγο παραπάνω.

Το «Να ζεις, ν’ αγαπάς και να μαθαίνεις», είναι ένα από τα καλύτερα και πιο πολυδιαβασμένα βιβλία του Λέο Μπουσκάλια. Είναι ένας ολόκληρος θησαυρός και μία ατελείωτη πηγή έμπνευσης, θάρρους και αποφασιστικότητας για όλους όσους αναζητούν μία καινούρια διάσταση στην προσωπικότητα τους και στη ζωή τους μέσα από τους δρόμους της κατανόησης και της αγάπης. Καθηγητής της παιδαγωγικής στο Πανεπιστήμιο της Νότιας Καλιφόρνια, ψυχολόγος και συναρπαστικός ομιλητής, ο Μπουσκάλια σε καθηλώνει και σε μεταμορφώνει με τα βιβλία του, που όλα σχεδόν πηγάζουν από ομιλίες, διαλέξεις και ελεύθερες συζητήσεις μέσα και έξω από τις πανεπιστημιακές αίθουσες, «φωνάζει, μιμείται, γελά, δακρύζει και κλαίει», γράφει ένας σχολιαστής και συμπληρώνει: «Το να παρακολουθείς το Μπουσκάλια να μιλά είναι σαν να κουβεντιάζεις μ’ έναν παλιό φίλο πάνω σ’ ένα κοινό και ποθητό θέμα».

Jefferson Airplane – White Rabbit (Grace Slick, Woodstock, aug 17 1969)

Εκεί λοιπόν μας βρίσκει αργά το βράδυ η Ρέα. Μας έχει πάρει ο ύπνος κάποια στιγμή. Κουνά το κεφάλι και φεύγει. Έχουν προηγηθεί στιγμές θύελλας, έρωτα γέλιου νεύρου θρήνου, όλα μαζί. Είμαστε και οι δύο κάτσε καλά, έρως και θυμός, αγάπη και αντιπαλότητα μαζί, έχουμε και την Ρέα κοινή φιλενάδα και αγαπημένη. Φωνές, θυμός, κραυγές, χαστούκια, φιλιά! Είναι και η θέση της τέτοια, υπάρχει αυτή η αντιπαλότητα που έχει ξεσπάσει, στα φόρτε της αυτή ακριβώς τη στιγμή ανάμεσα στα αγόρια και τα κορίτσια. Απ’ την άλλη μοιραζόμαστε τους ίδιους κινδύνους όλοι, ένα μπλέξιμο γενικότερα. Νιώθουν διχασμό τα κορίτσια μέσα τους.

You say love is a temple, love a higher law
Love is a temple, love the higher law

You ask me to enter, but then you make me crawl
And I can’t be holding on to what you got
When all you got is hurt       
One love, one blood
One life, you got to do what you should
One life with each other
Sisters, brothers

One life, but we’re not the same
We get to carry each other, carry each other
One
One
                                    U2                                                                             

Και δίνονται και δεν δίνονται, ψάχνονται και μεταξύ τους, υπάρχουν οι σκληρές που ούτε τον λόγο μας απευθύνουν στα ξαφνικά, που να συζητήσεις για σχέσεις!
Δεν την ξεχνώ ποτές. Δεν γίνεται να συμβιώσουμε. Το παλιό έχει ξεψυχήσει μα το καινούριο είναι πολύ άγουρο. Δύσκολα νικιέται ο εγωισμός, τόσο στους άντρες όσο και στις γυναίκες. Η κτητικότητα.
Πάντως προχωράμε.
Δεν κάναμε ποτέ σχέση, είναι αδύνατον, φτάνει η παρέα, δεν γίνεται και παραπάνω.
Πολύ ενέργεια και στις δύο πλευρές, απαγορευτική.
Κλείνω την παρένθεση και συνεχίζω.

AC/DC – Thunderstruck (Live – River Plate – Concert Clip)

Η κατάσταση έχει αλλάξει ριζικά πλέον. Ήδη η ανεμελιά προηγούμενων εποχών έχει παρέλθει οριστικά. Έχουν σοβαρέψει τα πράγματα θεαματικά, αλλάζουμε και εμείς με τον καιρό μαζί με τα καινούρια μας καθήκοντα. Είμαστε διαρκώς σε εγρήγορση. Προσέχουμε τα βήματά μας, τις διαδρομές. Τώρα το βλέμμα είναι καρφωμένο πίσω από την πλάτη. Από καιρό δηλαδή, τώρα όμως έχουμε αρχίσει να το συνειδητοποιούμε σε όλο του το εύρος.
Εδώ και χρόνο οι συνήθειες έχουν αλλάξει.
Οι αισθήσεις γίνονται ολοένα οξύτερες.
Ασχολούμαστε όλο και περισσότερο με τα όπλα, όλο και συχνότερα. Αυτό αυξάνει τα μέτρα και τις προφυλάξεις, την επιφυλακή.

Οι χαρούμενες εκδρομούλες στη φύση, συνδυασμένες με πικ νικ έχουν αντικατασταθεί από εξορμήσεις σε περιοχές με ιδιαίτερα χαρακτηριστικά, απομονωμένες και δύσβατες για να γίνεται ακίνδυνα η πρακτική εκπαίδευση στα όπλα. Στήνουμε λοιπόν κανονικές επιχειρήσεις που απασχολούν ολόκληρη την μέρα μας για να πάμε και να γυρίσουμε με ασφάλεια, από ξεχωριστούς δρόμους άνθρωποι και εξοπλισμός.
Που πρέπει επίσης να συντηρούμε, στην πόλη, ανά τακτά διαστήματα κλπ. Όπως καταλαβαίνεις, για να φτάσεις εκεί που φυλάγονται, ας πούμε για να τα καθαρίσεις, πρέπει να πάρεις όλες τις απαραίτητες επιχειρησιακές προφυλάξεις. Είναι δράση.
Είσαι πλέον μάχιμος ολοένα και συχνότερα, σχεδόν σε καθημερινή βάση, τις περισσότερες ώρες της μέρας.

Αλλάζει η ψυχολογία, η ψυχοσύνθεση, ο χαρακτήρας.
Έχει συγχρόνως ξεκινήσει η επιδρομή της ηρωίνης, αποδεκατίζει εκατοντάδες νέους σε κάθε πόλη. Και όχι μόνο αυτό. Μαζί με τα κορμιά χάνονται και οι συνειδήσεις, εξίσου τραγικό. Σου ξαναλέω, για τους αναγνώστες κυρίως, εσύ ήσουν εκεί και τα έζησες, καταλαβαίνεις καλύτερα, τα είδες με τα μάτια σου.
Ο διάλογος για την αυτονομία, την επανάσταση και την ένοπλη εκδοχή της διεξήχθη δημόσια. Κυριολεκτικά.
Για πολλά χρόνια, ένα μεγάλο διάστημα.

The Rolling Stones – Sister Morphine (RARE LIVE VERSION)

Πήρε μέρος πλήθος κόσμου, χιλιάδες άνθρωποι σε κάθε γωνιά της χώρας, και στην πιo απομακρυσμένη. Αυτό συνεπάγεται πως στην ανατρεπτική διαδικασία αναμίχθηκαν αμέτρητοι άνθρωποι. Όσο τα πράγματα σοβαρεύουν και οξύνονται, πολλοί από αυτούς κάνουν πέρα, μπαίνουν στην άκρη, δεν αντέχουν την ευθύνη. Δεν είναι μομφή, είναι γεγονός.
Όταν λοιπόν εισβάλλει στην καθημερινότητα ορμητική η ηρωίνη, με ότι αυτό συνεπάγεται, χιλιάδες εξολοθρεύονται. Είναι πλέον όμηροι της. Αιχμάλωτοι. Επιρρεπείς σε κάθε εκβιασμό.
Έχει χαθεί η συνείδηση, οι αρχές κρατούν στο χέρι ένα μεγάλο μέρος της νεολαίας, έτοιμο στα πάντα προκειμένου να εξασφαλίσει δόση στο ….θάνατο!

Πιόνια, για να τους παίξεις στα ζάρια. Εν δυνάμει πληροφοριοδότες, στ’ αλήθεια και στα ψέματα. Με την πρώτη ευκαιρία θα συνεργαστούν στην εξόντωση των μαχητών.
Ότι κινείται, εκτελείται !
Για το κράτος, με ένα σμπάρο δυο τρυγόνια. Ξεφορτώνεται ένα μεγάλο κομμάτι δυνητικών αντιπάλων, διασπά το μέτωπο του αγώνα, δημιουργεί σύγχυση και δυσπιστία, σπέρνει διχόνοια, δημιουργεί συγχρόνως δεκάδες ρουφιάνους. Κι όταν εξ αιτίας της καταστολής και της κατάληψης του δημόσιου χώρου από τα στρατεύματά της, τεράστιες δυνάμεις καραμπινιέρων και αστυνομίας κινητοποιούνται και καταλαμβάνουν τις πόλεις, εμποδίζονται τα ντήλια, τότε μεγάλο κομμάτι της ποινικής παρανομίας που είχε παραμείνει αμέτοχο, συντάσσεται και αυτό με τη υποταγή την ρουφιανιά και την αντεπανάσταση για να κερδίσει χαμένο έδαφος. Περνά με το μέρος της εξουσίας, χρησιμοποιείται κατά κόρον ενάντια στους ανατροπείς, διευκολύνοντας αφάνταστα τον πόλεμο ενάντια στην ελευθερία και τους αγωνιστές και μαχητές της.

Έχουμε ταυτόχρονα και τους νεκρούς ανάμεσα στις γραμμές μας.
Οι σύντροφοι γνωριζόμαστε από χρόνια, είμαστε όλοι κοινωνικοί αγωνιστές, όποια πέτρα κι αν σηκώσεις σύντροφος βρίσκεται από κάτω. Σε όλα τα μετερίζια. Έχουμε αναπτύξει δεσμούς χρόνιους με όλα τα κινήματα, σε κάθε διεκδίκηση.
Μεγαλώνουμε ξαφνικά δεκαετίες.
Δεν είναι εύκολο πράγμα.
Τα χρόνια της αθωότητας έχουν χαθεί ανεπιστρεπτί, κάποιο νήμα έχει σπάσει.
Πρέπει να προσαρμοστούμε στα καινούρια δεδομένα, δεν το καταφέρνουν όλοι.

Κακά τα ψέματα, δεν ταιριάζουν σε όλους οι μεγάλες αποφάσεις, οι ζόρικες..
Το διαπιστώνουμε, το αναφέρουμε.
Χρειάζεται αναδίπλωση. Γίνεται κουβέντα μεγάλη. Κίνδυνος διάσπασης.
Αντέχουμε.
Ξεκινούν οι συλλήψεις. Συνεχίζεται η συζήτηση εντός των τειχών. Παρένθεση:

οι ερυθρές Ταξιαρχίες, le Brigate rosse 1

Ένας αντικαπιταλιστής, αγαπημένος ακτιβιστής, τραγουδά, ήδη από το 2007 :
Serj Tankian Empty Walls

Your empty walls
Pretentius attention
Dismissive apprehension
Don’t waste your time, on coffins today
when we decline, from the confines of our mind
Don’t you see their bodies burning ?
desolate and full of yearning
dying of anticipation
choking from intoxication
I want you
to bee
left behind those empty walls
Told you
to see
from behind those empty walls
Those empty walls
I loved you
yesterday, before
you killed my family.

Λίγα χρόνια νωρίτερα, τραγουδάμε το 1975, μαζί με τον Eugenio Finardi :

‘η Anna είναι δεκαοκτώ χρονών κι αισθάνεται πολύ μόνη έχει θλιμμένο πρόσωπο και δεν βγάζει μιλιά έτσι κι αλλιώς είναι σίγουρη πως κανείς δεν θα την καταλάβαινε κι ακόμη και αν καταλάβει σίγουρα θα την προδώσει. Και το βράδυ στο δωμάτιο πριν κοιμηθεί διαβάζει για αγάπες και όλες τις περιπέτειες μέσα στα βιβλία που κάποιος άλλος γράφει που ονειρεύεται το βράδυ, αλλά την μέρα όμως δεν ζει Και ακούει το αγαπημένο της ραδιόφωνο για να νιώσει ένα κομματάκι κοινής λογικής και φωνές γεμάτες θέρμη και τους χαύνους στίχους όλων εκείνων των τραγουδιστών με παιδικά πρόσωπα και τις σπασμένες καρδιές τους Μα εδώ και λίγο καιρό είναι δύσκολο να ξεφύγεις, υπάρχει κάτι στον αέρα που δεν μπορεί να αγνοηθεί είναι γλυκό, μα δυνατό και δεν σ’ αφήνει ποτέ είναι ένα κύμα που μεγαλώνει και σε ακολουθεί όπου κι αν πας Είναι η μουσική, η εξεγερμένη, η αντάρτισσα μουσική που δονείται στα οστά σου και μπαίνει μες το δέρμα σου που σου λέει να βγεις που σου ουρλιάζει να αλλάξεις να παρατήσεις τις βλακείες και την πλήξη και να μπεις στον αγώνα
ο Marco από δίσκους κάνει συλλογή και γνωρίζει από μνήμης κάθε γκρουπ και εν τω μεταξύ ονειρεύεται να πάει στην Καλιφόρνια ή στις πόρτες του κόσμου που βρίσκονται επάνω στην Γερμανία Και λέει: »Εδώ σε μας, κατά βάθος, η μουσική δεν είναι άσχημη, εκείνο που δεν αντέχω είναι μόνο τα λόγια». Αλλά μετά τα ξαναβρίσκει αυτά τα λόγια κάθε φορά που βγαίνει έξω μέσα στις αφίσες ή γραμμένα πάνω στους τοίχους Είναι η μουσική, η εξεγερμένη, η αντάρτισσα μουσική που δονείται στα οστά σου και μπαίνει μες το δέρμα σου που σου λέει να βγεις που σου ουρλιάζει να αλλάξεις να παρατήσεις τις βλακείες και την πλήξη και να μπεις στον αγώνα’

  • Συνεχίζουμε: Με λίγα λόγια, μέχρι το ‘80 ας πούμε. Νωρίτερα; Μέχρι την απαγωγή Μόρο ;
    Δεν έχει σημασία, μέχρι τότε λοιπόν, την πρωτοβουλία στις κινήσεις την έχουν οι επαναστάτες στις διάφορες μορφές που αυτή εμφανίζεται. Στη συνέχεια αναλαμβάνει το κράτος.
    Από το ‘83 και μετά αρχίζει η κατάρρευση, οριστικά.
    Στο ενδιάμεσο, το επαναστατικό κίνημα μπορεί και οργανώνει αντεπιθέσεις. Από το ‘85 και μετά σχεδόν τελειώνουν όλα, σπασμωδικές κινήσεις. Κι όποιος αντέξει.

Desaparecido, Manu Chao.

Για δες πως τρέχουν τα γεγονότα  :
Δευτέρα 18 Φεβρουαρίου‘13 , αντιγράφω:

‘ομάδα ελεύθερων πολιτών έκανε επίθεση τα ξημερώματα της Κυριακής στο εργοτάξιο της εταιρείας Ελληνικός Χρυσός στις Σκουριές Χαλκιδικής. Σύμφωνα με τις δυνάμεις κατοχής, οι ελεύθεροι πολίτες προκάλεσαν ζημιές σε μηχανήματα, κοντέινερ και οχήματα της εταιρείας.

Οι κατοχικές δυνάμεις δεν κατάφεραν να συλλάβουν κανέναν από τους επιτιθέμενους και οι ελεύθεροι πολίτες παραμένουν ελεύθεροι, δίνοντας κουράγιο και ελπίδα στους σκλαβωμένους Έλληνες.
Τα καθεστωτικά μέσα μεταδίδουν την είδηση της επίθεσης, αν και έχουν αποκρύψει εντελώς τις αντιδράσεις και τις διαδηλώσεις των κατοίκων της Χαλκιδικής ενάντια στην επέκταση των μεταλλευτικών δραστηριοτήτων και τη βίαιη καταστολή των διαδηλώσεων από τις δυνάμεις κατοχής.
Η εταιρεία Ελληνικός Χρυσός έχει ξεσκιστεί να βάζει διαφημίσεις σε διάφορα ΜΜΕ, ώστε να εξαγοράσει τη σιωπή τους.
Άρα, η επίθεση των ελεύθερων πολιτών κρίνεται απόλυτα επιτυχημένη, αφού αναγκάζει τα καθεστωτικά μέσα να μεταδώσουν την είδηση της επίθεσης, αν και τη μεταδίδουν με άπειρα ψέματα.

Τώρα αναμένουμε την προκήρυξη της ομάδας των ελεύθερων πολιτών για να μάθουμε την αλήθεια και να πιούμε ένα ποτήρι κρασί στην υγειά τους.
[έτσι πρέπει να γράφονται αυτές οι χαρμόσυνες ειδήσεις. Στέλνω τους αγωνιστικούς μου χαιρετισμούς σε όλους τους ελεύθερους πολίτες. Καλή λευτεριά και στους υπόλοιπους.]

Freedom, Richie Havens.

  • Διασχίζουμε τη γειτονιά του Σάντο Σπίριτο, από το ποτάμι προς τα επάνω και βγαίνουμε από την πόλη, ξεκινάμε να σκαρφαλώνουμε τα υψώματα από τον επαρχιακό δρόμο. Έχουμε μια ώρα δρόμο και χαλαρώνουμε θαυμάζοντας το περιβάλλον. Φτάνουμε στη μικρή πολιτεία, περνούμε την μεγάλη πλατεία με τα σκαλιά και την εκκλησία, αφήνουμε το αυτοκίνητο με τον οδηγό στο προκαθορισμένο μέρος, στη στροφή ακριβώς. Απέναντι είναι η τράπεζα, κρυμμένη από αυτό το σημείο του δρόμου.

Γνωρίζουμε πως Παρασκευή σαν σήμερα, νωρίς το πρωί, η τράπεζα είναι γεμάτη χρήμα. Υπάρχουν μεγάλα αγροκτήματα στην περιοχή και κάμποσα εργοτάξια, την συγκεκριμένη μέρα γίνονται οι πληρωμές. Γνωστός μας που δουλεύει καιρό σε αυτά τα μέρη, σε ανύποπτο χρόνο, το έχει πληροφορηθεί από άνθρωπο με τον οποίο συναντήθηκε κάποιες φορές και είναι υπάλληλος τραπεζικός, σε κοντινό υποκατάστημα.
Την περιοχή την έχουμε επισκεφτεί τη χρονική περίοδο και μέρα που μας ενδιαφέρει πολλές φορές, έχουμε χαρτογραφήσει τα πάντα σε κάθε λεπτομέρεια και έχουμε καταστρώσει εναλλακτικό σχέδιο διαφυγής επίσης.

Σε παράδρομο, στην είσοδο της μικρής αυτής πόλης υπάρχει το αυτοκίνητο με το οποίο θα αποχωρήσουμε. Σύντροφος που οδηγεί κλεμμένο το ίδιο πρωινό αμάξι της τηλεφωνικής κρατικής εταιρείας, φορτηγάκι που επιμελείται τις βλάβες, στον ίδιο δρομάκο μας παραδίδει νωρίτερα τον οπλισμό και όλα τα σύνεργα που θα μας κάνουν αγνώριστους, μπουφάν, μουστάκια και περούκες Εκεί στα γρήγορα γινόμαστε άλλοι άνθρωποι και προσεγγίζουμε ήσυχα την τράπεζα.

Μικρό και βολικό υποκατάστημα, με πολλά χρήματα αυτή την στιγμή. Εισβάλουμε στο λεπτό δείχνοντας απλώς πως είμαστε οπλισμένοι, ένας παρακολουθεί από την πόρτα, ένας επιβλέπει στο εσωτερικό τους δυο πελάτες και τους υπαλλήλους την ώρα που ο τρίτος συγκεντρώνει στην τσάντα του τα χρήματα.
Όλα τελειώνουν σε ελάχιστο χρονικό διάστημα. Την ίδια ώρα έχουν εξουδετερωθεί από τον άλλο μας σύντροφο τα τηλέφωνα της περιοχής, έτσι γνωρίζουμε πως η ειδοποίηση των αρχών θα καθυστερήσει.

Απομακρυνόμαστε ήρεμα προς τον γνωστό μας παράδρομο. Παραδίδουμε εξοπλισμό, σύνεργα και χρήματα στον σύντροφό μας που αποχωρεί με το φορτηγάκι του. Όσοι τον δουν στον δρόμο θα πιστέψουν πως βρίσκεται στην περιοχή για να επιβλέψει την διόρθωση των τηλεφωνικών γραμμών. Εμείς θα επιστρέψουμε στην πόλη άνετοι και πεντακάθαροι, από δρόμο δευτερεύουσας κυκλοφοριακής σημασίας, για όλα τα ενδεχόμενα.
Ούτε γάτα ούτε ζημιά, όλα πηγαίνουν πρίμα. Στην κωμόπολη φτάσαμε απαρατήρητοι και φεύγουμε με τον ίδιο τρόπο. Τα χρήματα και ο εξοπλισμός το ίδιο.

Το βαν του τηλεφωνικού συνεργείου έχει κλαπεί τα χαράματα από το μέρος που το αφήνει ο υπάλληλος της τηλεφωνικής εταιρείας κάθε νύχτα. Όταν αντιλαμβάνεται το πρωί την κλοπή πριν πάει στην δουλειά, εμείς την ίδια σχεδόν ώρα, διαπράττουμε την ληστεία χιλιόμετρα πολλά μακριά. Μέχρι να ξεκινήσουν οι έρευνες της αστυνομίας ο σύντροφός μας είναι ήδη ασφαλής όπως και το πολύτιμο για εμάς περιεχόμενο του αυτοκινήτου.
Φτάνοντας στην πόλη διασκορπιζόμαστε στις δουλειές μας. Στο δρόμο έχουμε ξεμακιγιαριστεί τελείως, στα σπίτια αλλάζουμε τα ρούχα μας, χαλαρώνουμε και ξεχυνόμαστε στις συνηθισμένες μας ασχολίες.
Συναντιόμαστε το μεσημέρι για φαγητό στην ταβέρνα της Βία ντει Νέρι, σου μίλησα νωρίτερα, έχουμε φάει και μαζί εκεί. Αυτή του Μάριο είναι κλειστή για λίγες μέρες, κάποιες εργασίες συντήρησης βλέπεις.

Μη μου ζητάς τραγούδια
χθεσινά ξαναφορεμένα
μην ψάχνεις τα φεγγάρια
τα παλιά τα περπατημένα.
Η ζωή
ξεκινά δυνατά και πατά
σ’ άλλους γαλαξίες
συγχωρεί
τους πολύ τολμηρούς
τους τρελούς και τις αξίες
η ζωή
τρέχει μ’ έτη φωτός
ο καιρός δεν την τρομάζει
προχωρεί
και γι’ αγάπες παλιές
ούτε που το κουβεντιάζει.
Μη μου ζητάς θυσίες
αρκετές έκανα για σένα
έχω πολλές αιτίες
που κρατώ το αύριο για μένα.

Η όρεξή μας φυσικά είναι μεγαλύτερη από το κανονικό, συζητάμε για άσχετα θέματα, εμφανώς χαρούμενοι μιας και τα χρήματα από τη σημερινή δράση εξασφαλίζουν τα έξοδα της οργάνωσης και των ομάδων για μεγάλο διάστημα.
Πριν γυρίσω στο σπίτι έχω να κάνω κάποια ψώνια, ανεβαίνω τον δρόμο προς τα πάνω, διασχίζω την πλατεία των Ευγενών, μπροστά από το Δημαρχείο. Έχει κόσμο στα portici, στο μουσείο. Πόσες φορές δεν μαζέψαμε αγόρια και κορίτσια, τα προηγούμενα χρόνια από εκεί για να εξασφαλίσουν στέγη ζεστή κάποιες νύχτες των ταξιδιών τους.

Συνηθίζουν να απλώνουν τους υπνόσακους κάτω από τα φιλόξενα υπόστεγα για να περνούν τη νύχτα τους οι ταξιδευτές. Βέβαια, τώρα όλα αυτά έχουν δραματικά μειωθεί. Λίγο τα σκληρά ναρκωτικά έχουν δημιουργήσει κλίμα καχυποψίας στις τάξεις των συντρόφων, των νέων γενικότερα. Είναι και η φάση που έχει σοβαρέψει ριζικά και χρειάζεται γενικότερα προσοχή, τις διεισδύσεις φοβόμαστε δηλαδή, δεν ξέρεις από που μπορεί να σε βρει το κακό.
Εντάξει, τα διαμερίσματά μας είναι καθαρά, άσκοπες συζητήσεις δεν γίνονται πουθενά, όμως, όπως και νωρίτερα κατάλαβες από τα λεγόμενα, το κλίμα δεν είναι εκείνο το χαλαρό και ανέμελο των περασμένων χρόνων. Όταν τα πράγματα σοβαρεύουν μια γενικότερη αλλαγή στους κώδικες συμπεριφοράς και στην νοοτροπία είναι αναπόφευκτη, και αυτό συμβαίνει τις περισσότερες φορές αυθόρμητα, δίχως συζήτηση, και σχεδόν χωρίς το καταλαβαίνεις, απλώς συμβαίνει, δίχως τυμπανοκρουσίες και …βεγγαλικά. Απλά συμβαίνει.

Έχουμε πάντως γνωρίσει με αυτόν τον τρόπο άπειρο κόσμο ο οποίος αργότερα μας καλεί στη γενέτειρά του για να ανταποδώσει τη φιλοξενία.
Μου μένει αξέχαστη η νύχτα που με δυο κορίτσια και το αγόρι από το Τορίνο ξημερωνόμαστε κάτω από τα υπόστεγα στο γεφύρι Βέκιο καίγοντας, κομμάτι-κομμάτι τα τρία ρολά υγείας που κουβαλούν για τις ανάγκες τους! Μια παγωμένη κυριολεκτικά νύχτα του χειμώνα που το κρύο περονιάζει αλλά η ανάγκη και χαρά για παρέα δεν νικιέται με τίποτα. Ποιος μένει ακριβώς στη συνοικία από εκεί πίσω και μας ανεβάζει σχεδόν με το στανιό να μας κοιμίσει σπίτι του, με το χάραμα, αυτό δεν το θυμάμαι.
Μια σουρεαλιστική εικόνα, πέρα από την πραγματικότητα, κάποιων νεαρών μέσα στη νύχτα, πάνω από το πνιγμένο στην ομίχλη ποτάμι, να καίνε μικρά κομματάκια χαρτί για να ζεσταθούν! Με τα χέρια απλωμένα πάνω στην φωτίτσα την τοσοδούλα, δήθεν για να νικήσουν το κρύο!

‘Ο φωτογράφος των Τρικάλων Α.Μάνθος’, Θανάσης Παπακωνσταντίνου.

CANCELLI DELLA MEMORIA 5 καγκελόπορτες της μνήμης 5, καταλήγοντας

Λίγα μέτρα απόσταση υπάρχει ένας παράδρομος που κατεβάζει προς το ποτάμι, κάτω από την γέφυρα ντέλλε Γκράτσιε, εκατό μέτρα από το σπίτι μας. Κάποιο απόγευμα, λίγους μήνες αργότερα, είναι πλέον ζεστή άνοιξη, έχουμε σταματήσει το αυτοκίνητο στη γωνία, ακριβώς μετά την είσοδο αυτού του χωματόδρομου, στην αρχή της κατηφόρας. Στρίβουμε τσιγάρο και ακριβώς τη στιγμή που είναι έτοιμο και πάω να το ανάψω, μας την πέφτουνε οι μπάτσοι. Μου το παίρνουν μέσα από τα χέρια, είμαστε τρεις και εγώ κάθομαι πίσω μοναχός. Ζητούν στοιχεία και κάνουν έλεγχο από τον ασύρματο. Από τις κουβέντες τους καταλαβαίνουμε πως έχουν πληροφορίες για κάποιο ντήλι που γίνεται εκείνη την ώρα κάπου κάτω από το γιοφύρι και μας περνούν για τους ύποπτους.

Τζίφος, έξω από το τσιγάρο αυτό δεν υπάρχει τίποτα άλλο, μας αφήνουν αμέσως και συνεχίζουν. Το ωραίο είναι πως μου επιστρέφουν στα χέρια το τζόϊντ πριν απομακρυνθούν. Κι εμείς συνεχίζουμε το δρόμο μας, με το κάρο και το αναμμένο πλέον τσιγαράκι!
Στάθηκε μεγάλη καμπάνα για μας το γεγονός, από εκείνη τη μέρα η προσοχή μας αυξήθηκε κατακόρυφα, τέρμα και τα δίφραγκα. Τα ρίσκα ελαχιστοποιούνται σημαντικά, η προσοχή αυξάνεται ραγδαία, οι κεραίες ξεσκονίζονται πλέον ολοσχερώς.
Και για να μη σου πολυλογώ, δεν περνά ούτε βδομάδα, κατεβαίνω με παρέα τα σκαλιά πιτσερίας κοντά στην σχολή, καινούριο μαγαζί και στέκι ,[μόλις τώρα διαπιστώνω πως στη συντριπτική τους πλειοψηφία, οι χώροι στους οποίους συχνάζουμε, για παράδοξο λόγο, είναι υπόγεια!] βλέπω ένα τύπο στο βάθος να πετάγεται απάνω και να αλλάζει θέση, με την πλάτη στον τοίχο. Είναι ο αξιωματικός που ηγείτο της επιχείρησης στο ποτάμι! αυτός που μου επέστρεψε το τσιγάρο. Περισσότερο τσιτωμένος αυτή τη φορά!
Το καμπανάκι γίνεται καμπάνα! Οι καιροί λοιπόν έχουν αλλάξει οριστικά. Τα κεφάλια μέσα!

The Unforgiven, Mettalica.

Αυτή είναι η εξαετία μου Μιχάλη στην πόλη.
Που από πόλη των ονείρων γίνεται και του εφιάλτη.
Διακόπτεται απότομα. Ανωτέρα βία.
Η δίωξη ξεκινά και για μένα οριστικά πλέον, βρίσκομαι αυτοεξόριστος στο εξωτερικό. Από καθαρή τύχη, όπως κι εσύ επίσης, στο κάτω κάτω.
Το αστέρι μου με τραβά έξω από το στόμα του λύκου κυριολεκτικά την τελευταία στιγμή.
Μέχρι τον Μάρτη του ‘78 δημιουργούμε. Πενήντα μέρες μετά όλα έχουν αλλάξει, εμείς η κοινωνία, ο ίδιος ο αντίπαλος. Μάλλον όχι, αυτός δεν έχει αλλάξει, βγάζει απλά την μάσκα που φοράει.
Από εδώ και μπρος απολογούμαστε, προς την κοινωνία, τους εαυτούς μας.

Η ζωή γίνεται πολύ δύσκολη, ασφυκτική. Η ένταση φοβερή. Η πίεση αφόρητη.
Θα σου θυμίσω το περιστατικό που μου συμβαίνει κοντά στην πλατεία Μότζι, στην αγαπημένη μου διαδρομή με αυτοκίνητο, κατεβαίνουμε από ψηλά το Πιατσάλε προς την πόλη, με πεντακοσαράκι, τρεις φίλοι.
Πέφτουμε πάνω σε μπλόκο, αστυνομία ή καράμπα, δεν θυμάμαι.

Στριμωγμένοι μέσα στο αυτοκινητάκι με τις κάνες των όπλων κυριολεκτικά καρφωμένες πάνω μας. Ζητούν χαρτιά και τους τα δίνουμε. Αργούν πολύ να τα επιστρέψουν. Ανοιχτά παράθυρα καταχείμωνο, παγωνιά, αρχίζουμε να τουρτουρίζουμε. Η ένταση χτυπά κόκκινο, ζητώ να βγω, να κουνηθώ λιγάκι, μου επιτρέπουν. Πολύ προσεκτικά, με τα χέρια στο κεφάλι, για σιγουριά, κολλημένα, βγαίνω έξω. Πηδώ πάνω κάτω, κρύο, ένταση, τι να σου πω. Ο αξιωματικός τσιτώνει παραπάνω, μου κολλάει το πολυβόλο στα πλευρά την ώρα που ακούγεται η εντολή από τον ασύρματο να μας αφήσουν να φύγουμε.
Ανακούφιση για όλους, κι εμάς και αυτούς.

Λίγες μόλις μέρες νωρίτερα τα δελτία ειδήσεων έχουν βουίξει για τον πρόεδρο των μιλανέζων βιοτεχνών που έχασε τη ζωή του με τον πιο ηλίθιο τρόπο. Εξαιτίας ακριβώς αυτής της πίεσης για την οποία μιλάμε. Από ένα τερτίπι της μοίρας.
Ανθρώπινο λάθος, παράπλευρες απώλειες, το έγκλημα βρίσκουν πάντα να το ονομάσουν έτσι που να ακούγεται αθώο.
Ανάπηρος, δίχως χέρι, πέφτει σε μπλόκο. Κάνει να βγάλει από το ντουλαπάκι τα χαρτιά του, το μεταλλικό στοιχείο στη θέση του χεριού αστράφτει στο φως της λάμπας του στύλου κάτω από τον οποίο έχουν ακινητοποιήσει το αμάξι του.
Μπαμ και κάτω. Μέχρι το όργανο να αντιληφθεί το λάθος το κακό έχει γίνει. Αυτό που γυαλίζει στο φως δεν είναι όπλο αλλά τεχνητό μέλος. Ο νεκρός δεν είναι ο στυγνός τρομοκράτης, δυστυχώς. Κι επειδή είναι ευπόληπτος γίνεται και ντόρος. Όταν όμως ο νεκρός είναι κάποιος φτωχοδιάβολος….

Αυτό είναι το κλίμα. Σου ξαναείπα δε για τις τόσες ενέδρες που στήνουν σε συντρόφους εκτελώντας εν ψυχρώ. Λόγος δε δόθηκε ποτέ.
Έτσι σιγά σιγά πεθαίνει αυτό που είναι το μεγαλύτερο αντάρτικο κίνημα, πείραμα στη σύγχρονη Ευρώπη, ίσως στην οικουμένη ολόκληρη, αν εξαιρέσεις τα απελευθερωτικά του Τρίτου Κόσμου.
Τώρα τελευταία άρχισαν να γράφουν τις εμπειρίες τους οι σύντροφοι για να τις μεταφέρουν στην κοινωνία. Ότι γράφτηκε νωρίτερα είναι από τρίτους. Σκέψεις, απόψεις, προσπάθεια ανάλυσης, καμιά φορά και εμπειρίες άμεσα εμπλεκόμενων που μεταφέρονται μέσω άλλων, όπως στην περίπτωση του Μπαλεστρίνι που σαν κι εσένα έτσι κι εκείνος έζησε μέσα στα γεγονότα δίχως να έχει εμπλακεί άμεσα σε επιθετικές δράσεις.

Εμπειρικά βιβλία γράφονται λοιπόν τώρα τελευταία. Και η δική μας προσπάθεια θα προσφέρει στον διάλογο, θα σταθεί πετραδάκι που θα σχηματίσει το μωσαϊκό.
Εγώ διηγήθηκα. Εάν μου πεις να στρώσω τον πισινό μου, να παλουκωθώ και να γράψω, αδυνατώ. Κάνε το εσύ λοιπόν για μένα, αν τα καταφέρεις. Εμένα δεν μου βγαίνει.
Βρέθηκες εκεί, τον παλμό τον γνωρίζεις, τον έπιασες τον σφυγμό. Έζησες τον αγώνα σε πολλές από τις μορφές του. Στο δρόμο, στις σχολές, στις γειτονιές.

Στα εργοστάσια, όταν κατεβαίναμε να δώσουμε χέρι αλληλεγγύης στους αγωνιζόμενους εργάτες. Στην πόλη μας δεν αναπτύχθηκε ποτέ αξιόλογο εργατικό κίνημα, τις λίγες φορές που χρειάστηκε όμως είμαστε εκεί.
Είμαστε παντού. Διεθνιστές, κινητοποιούμαστε οπουδήποτε η αλληλεγγύη μας καλεί.

Too old to Rock ‘n’ Roll, Too young to die, Jethro Tull.

Τελειώνω με τη διήγηση ενός γεγονότος που με ταρακουνά φοβερά, όσο μικρό και να φαίνεται, έχει τεράστια σημασία, δεν είναι καθόλου ουδέτερο.
Στο συνεδριακό κέντρο της πόλης διοργανώνουμε μάζωξη παγκόσμια πάνω σε θέματα αλληλεγγύης που απασχολούν διάφορες κοινότητες.
Έχει μεγάλη δύναμη, φορτώνει κυριολεκτικά η ομιλία της συντρόφισσας από την Χιλή που μας μεταφέρει εμπειρίες πριν, κατά την διάρκεια και μετά το πείραμα του συντρόφου Προέδρου Σαλβαδόρ Αλιέντε. Το να ακούς από κάποιον που τα ζει στιγμιότυπα από εμπειρίες πριν, κατά τη διάρκεια του πραξικοπήματος και της ζωής στη δικτατορία και την παρανομία στη χώρα του Νερούδα και του ΜΙR είναι συγκλονιστικό.

Ξεσπά καταιγίδα ερωτήσεων στη γυναίκα με το τέλος της ομιλίας της. Μια κοπέλα, ερωτά την γνώμη της πάνω σε θέματα φεμινισμού, είναι η περίοδος που το γυναικείο ζήτημα και κίνημα γράφει δυνατές στιγμές σε όλη την Ευρώπη, ιδιαίτερα στην Ιταλία.
Με αφοπλιστική ειλικρίνεια η κυρία βάζει στην θέση της την ερωτούσα λέγοντάς της πως η πραγματικότητα στην παρανομία ενός στρατιωτικού καθεστώτος είναι τόσο ιδιαίτερη που αδυνατεί προφανώς να την κατανοήσει ερωτώντας τέτοια πράγματα. Πως έχουν τόσα πολλά να αντιμετωπίσουν και να ξεπεράσουν στην δύσκολη καθημερινότητά τους, τόσα να σκεφτούν και να προβλέψουν ώστε χώρος στο μυαλό τους για τέτοιες ‘πολυτέλειες’ δεν υπάρχει, [έτσι ακριβώς, δεν θα το ξεχάσω ποτέ]. Πως ελίσσονται καθημερινά μέσα από συμπληγάδες και πως οι καταστάσεις που ζητούν απαντήσεις είναι πολύ σοβαρότερες. Και πως τέτοια θέματα δεν τους απασχολούν.

Μια κοπελιά που εάν την δεις στην αγορά, έτσι εύθραυστη και γλυκιά θα πεις πως…. βγήκε να ψωνίσει μακιγιάζ. Κατά βάθος όμως, ναι, με φωτιά και μπαρούτι.

Hey Joe, Jimi Hendrix.

Αυτή είναι η αφήγησή μας.
Κάποιες στιγμές που φωτογράφισαν μια περίοδο.
Που την έζησε ένα κομμάτι της ιταλικής κοινωνίας καθόλου ευκαταφρόνητο, που την διέσχισαν κατά μήκος και κατά πλάτος, τα πιο ριζοσπαστικά της κομμάτια.
Έπεσε ένα πέπλο σιγής πάνω σε αυτή την πραγματικότητα, να την εξαφανίσει, σαν να μην έχει συμβεί ποτέ.
Θέλησαν να καταστήσουν τους αγωνιστές αόρατους.
Τα γεγονότα βγαίνουν ξανά στην επιφάνεια, θα δώσουν έναυσμα στην συζήτηση.
Για να αντλούμε συμπεράσματα.

Μα το κορμί είν’ αφορμή σε μια πορεία
και η σοφία το τέρμα της

Δεν ξεχνάμε.
Ταξιδεύουμε από το σήμερα στο χθες και ξαναεπιστρέφουμε στο σήμερα. Μέσα από τις διηγήσεις και τα κείμενα αγωνιστών που διαλέγουν διάφορα μονοπάτια για να κτυπήσουν την καπιταλιστική ασχήμια.
Όλοι χωρούν στις καρδιές μας. Κανείς δεν περισσεύει. Τα μονοπάτια είναι πολλά και διαφορετικά, ο καθείς διαλέγει ανάλογα με τον χαρακτήρα του, προς τα εκεί που τον τραβά η καρδιά του αρμενίζει.
Κι εγώ δεν είμαι ίδιος με το χθες. Χρόνια προστέθηκαν στην πλάτη μου, φοβίες συσσωρεύτηκαν, συντήρηση δημιουργήθηκε.
Οι συμπάθειες όμως δεν κρύβονται .

Δεν μπορείς να έχεις την απαίτηση από ένα νέο είκοσι χρονών να σκέφτεται όπως ένας πενηντάρης ή εξηντάρης.
Ας αφήσουμε όλα τα λουλούδια να ανθίσουν, όλα τα δέντρα να καρπίσουν.
Δεν υπάρχει αυτός που κρατά το κλειδί του Παραδείσου.
Κλειδιά υπάρχουν δεκάδες.
Όλα χρειάζονται.
Δεν υπάρχει πράξη αγωνιστική πιο σπουδαία από την άλλη.
Η σπορά μετράει.
Ότι σπέρνεται σήμερα αύριο θα καρπίσει.
Ας σταματήσουν λοιπόν οι σεχταρισμοί και οι καταδίκες των άλλων, των διαφορετικών, των απλησίαστων.
Αυτοί που θέλουν να αγωνιστούν θα βρουν αυτό που τους ταιριάζει και θα το πλαισιώσουν.
Ας αφήσουν τους υπόλοιπους στην ησυχία τους, να χαρτογραφήσουν, ν’ αυτοσχεδιάσουν.
Σταματείστε ν’ ασχολείστε με τους διαφορετικούς.
Ας κοιτάξει ο καθένας την καμπούρα του!

‘και την ιστορία την πουτάνα έτσι την γράφουνε, και οι αστοί και οι κομμουνιστές : οριζόντια, επίπεδη. Μιλάνε για λαούς, μιλάνε για μάζες, κανένας απ’ αυτούς δεν μπόρεσε ποτέ να νιώσει την ένταση, το πάθος, την κορύφωση και την πτώση κόσμων ολόκληρων σε ένα μονάχα 24ωρο από τη ζωή του επαναστάτη. Ξέρουν γράμματα, διαβάζουν, γράφουν και δεν κατάλαβαν ποτέ πως ο κάθε άνθρωπος είναι ένας κόσμος ολόκληρος, είναι μια ολόκληρη ιστορία….

Δεν ξέρω, αλλά νομίζω πως όταν ο άνθρωπος ξανακατακτήσει την ανθρωπιά του, όταν ξαναρχίσει να δημιουργεί ανθρώπινο πολιτισμό, να γράφει πια την ιστορία του κάθετα, όχι για λαούς και μάζες, αλλά για τον Παύλο, για την Ρηνιώ, για την Ελένη, για τον μαστρο-Στέφανο…… Τότε μονάχα οι άνθρωποι θα ξέρουν τι κοστίζει η συμμετοχή, τι θα πει η φράση ‘εκατό χιλιάδες νεκροί’ ή ‘βασανίζεται ένας άνθρωπος σε κάποια ασφάλεια’.
ΧΡΟΝΗΣ ΜΙΣΣΙΟΣ.

Για το καλό μου, Γιάννης Μηλιώκας.

Λίγο πριν αποχαιρετιστούμε, χαμένοι στο Ελληνικό πέλαγος και στις θύμησες μας, ο φίλος μου προσφέρει ένα μπουκάλι ρακί. Μου ζητά να τον θυμάμαι κάθε φορά που πίνω ένα ποτηράκι, να εύχομαι στην Πρώτη Γραμμή και στην επαναστατική εμπειρία και προοπτική. Του το υπόσχομαι με την καρδιά μου. Μέχρι σήμερα τηρώ τον λόγο που έδωσα.
Να διευκρινήσω με την ευκαιρία πως ύστερα από τις διηγήσεις του φίλου μου κατάλαβα πως από τη στιγμή των συλλήψεων και μετά η διαδρομή τους στάθηκε άψογη, έδρασαν όπως έπρεπε, μέσα σε κλίμα βασανιστηρίων, ξύλου από όλες τις πλευρές, αποφασιστικότητας από μέρος τους, εξεγέρσεων, ανταρσιών και καταστροφών στα κολαστήρια. Αζινάρα, Τράνι, Πάλμι, Νουόρο, Σολιτσιάνο, μερικά από τα φοβερά ονόματα.

Κέρδισαν την ελευθερία με το σπαθί τους.
Να χαιρετήσω με την ευκαιρία τον Γκουίντο Μανίνα, τον Νικόλα, τον Τζιάνι Μάτζι και τον Κλάουντιο Βάκερ. Δεν συναντηθήκαμε ποτέ με τους περισσότερους μέχρι στιγμής αλλά γνωριζόμαστε από τις διηγήσεις του κοινού μας φίλου και συντρόφου.
Καλό κουράγιο σε όλους.
Φυσικά θα αποκηρύξω τον ανεκδιήγητο Ενρίκο, του οποίου τα ‘κατορθώματα’ μόλις πληροφορήθηκα.
Και να προσθέσω πως τον συμπαθέστατο Γκαμπριέλε τον έχω ήδη συγχωρήσει πριν ακόμη έρθουμε σε επαφή. Καλές πλεύσεις του εύχομαι.

συνεχίζεται

DSC02248

τα βιβλία του μιχάλη, i libri di michele

Λ. εκενώστε τους δρόμους από τα όνειρα – 10

Με το τέλος της χρονιάς οργανώνεται νέα εθνική διαδήλωση, στο Μιλάνο αυτή τη φορά.
Όλοι οι αυτόνομοι θα είμαστε πάλι εκεί.
Καταλαμβάνουμε ξανά το τρένο και ξεκινάμε. Η ατμόσφαιρα είναι τεταμένη όσο ποτέ. Έχουν αγριέψει πλέον για τα καλά τα πράγματα.
Απειλούν πως θα μας κατεβάσουν με τη βία αν δεν πληρώσουμε εισιτήριο. Αρνούμαστε. Ο σταθμός που ακολουθεί είναι γεμάτος αστυνομικούς παρατεταγμένους για μάχη. Φτιάχνουμε αλυσίδες στους διαδρόμους και περιμένουμε. Η κατάσταση είναι για άλλη μια φορά εκρηκτική. Μυρίζει μπαρούτι. Στιγμές μιας ησυχίας επικίνδυνης. Σιγή που μοιάζει αιώνας.
Το τρένο σφυρίζει και φεύγει μέσα σε αντεκλήσεις.

Ξεσπούμε σε ζητωκραυγές και συνθήματα. Η ένταση εξαφανίζεται, τα πρόσωπα χαλαρώνουν. Μέσα σου προετοιμάζεσαι για τα χειρότερα όταν βλέπεις τους αστυνομικούς να κατεβάζουν τη μάσκα του κράνους. Κραδαίνεις το στάλιν, τη σημαιούλα, και περιμένεις. Και όταν το θηρίο κινείται αργά μουγκρίζοντας καταλαβαίνεις πως ο κίνδυνος πέρασε προς το παρόν. Στεναγμός ανακούφισης.
Κανένα δεν τον γέννησε η μάνα του βίαιο. Ζούμε για να μάθουμε να αγαπάμε.
Φτάνουμε στην πρωτεύουσα της Λομβαρδίας και ξεχυνόμαστε στην πόλη. Υπάρχει διάχυτη ένταση. Δεν είναι όπως παλιότερα. Υπάρχει τώρα και ανησυχία. Γνωρίζουμε όλοι πως πολλές ομάδες μιλούν για εκδίκηση. Το κλίμα όμως δεν είναι πια εκείνο κάποιων μηνών νωρίτερα, της Ρώμης ας πούμε.

Έχουν ετοιμαστεί επιθέσεις, υπάρχει πολύς οπλισμός. Αν ξεσπάσουν μάχες θα γίνει της Πόπης!
Το θέλουμε ;
Ποιος αποφασίζει ;
Νιώθουμε πως θέλουν να μας σπρώξουν κάπου. Όχι προς τα εκεί που θέλουμε να πάμε εμείς. Ξέρουμε πως στην ανοιχτή αντιπαράθεση που μας οδηγούν είμαστε χαμένοι.
Επαναλαμβάνω, υπάρχει πολύς οπλισμός στη γύρα, και από τις δύο πλευρές. Μυρίζει μακελειό!
Η πορεία ξεκινά. Η διαδρομή αλλάζει μια δυο φορές. Συσκέψεις ανάμεσα στους διοργανωτές, διαφωνίες. Επικρατεί σύνεση και ψυχραιμία. Τα χειρότερα αποτρέπονται.
Πρέπει να καταλάβεις πως αποφασιστικότητα και τάσεις αυτοκτονίας δεν ταιριάζουν. Αυτό τα λέει όλα.
Γυρνάμε πίσω σώοι.

Κάτι όμως έχει αλλάξει οριστικά. Δεν εξηγείται πάντα λεκτικά.
Ο ορίζοντας έχει ….θολώσει. Δεν είναι πια καθαρός. Υπάρχει ομίχλη.
Υπάρχει διχογνωμία.
Η σιγουριά με την οποία αντιμετωπίζαμε το παρόν και το μέλλον, την όλη κατάσταση, έχει μεταβληθεί σε σκεπτικισμό.
Δεν είναι ξάστερος ο ουρανός όπως νωρίτερα.
Νιώθουμε λιγάκι μπερδεμένοι, ποιος έχει την πρωτοβουλία ;
Μήπως στη διάρκεια του άλματος που χρειάζεται να κάνουμε, στη ρότα που πρέπει να αλλάξουμε, χάνουμε λιγάκι την επαφή με την πραγματικότητα;
Άλλο τι βλέπεις και άλλο αυτό που θα ήθελες να δεις!
Έχουν αρχίσει λοιπόν να μας ζώνουνε φίδια. Σε κάποιους από εμάς. Όχι σε όλους.
Δεν είναι τόσο εμφανές. Είναι μια αίσθηση. Κάτι που αιωρείται στην ατμόσφαιρα και το νιώθεις βαθιά μέσα σου.
Είναι η ανησυχία που εκδηλώνεται πλέον.
Το μενού που σερβίρεται δεν μυρίζει υπέροχα, η γεύση έχει κάτι από καμένο.

Η επόμενη χρονιά θα είναι καταλυτική. Τι συμβαίνει ;
Τι τρέχει ;
Η επανάσταση, μέχρι στιγμής, είναι υπόθεση της κοινωνίας. Με τον χρόνο όμως που κυλά αρχίζει να γίνεται υπόθεση όλο και λιγότερων. Αυτό συμβαίνει με απλά λόγια.
Από κοινωνική απαίτηση και ανάγκη μετατρέπεται σιγά σιγά σε μάχη παρατάξεων, και από εκεί σε μάχη μηχανισμών. Από ανάγκη απελευθερωτική, ανάγκη επιβίωσης ομάδων.
Φτιάχνουμε ένα στρατό για να πάρει η κοινωνία την κατάσταση στα χέρια της μέσα στις σάρκες της, στους ιστούς της. Η κοινωνία αγωνίζεται, παίρνει μέρος στον αγώνα. Ακολουθεί, συμπαθεί, συμπάσχει.
Οι άλλοι πιστεύουν στο κόμμα, στους μηχανισμούς.

Εμείς ενεργοποιούμε την κοινωνία. Δικός της είναι ο αγώνας, ο πόλεμος. Δεν τον αναθέτει σε κανέναν. Τον διεξάγει η ίδια. Αυτή διαλύει το κράτος, τους υπάρχοντες θεσμούς. Σκέφτεται αυτόνομα.
Εφευρίσκει νέες σχέσεις. Δεν το κάνει άλλος γι αυτήν.
Ο λαός οργανώνει την αυτοάμυνα του, οργανώνει και τις επιθέσεις του. Αντίσταση και επίθεση.
Διαλέγει τον χώρο και τον χρόνο, μετρά τις δυνάμεις του και δρα, πράττει ήδη, ζει, δεν περιμένει. Εξερευνά, ανακαλύπτει. Κινείται.
Με τον καιρό όμως εμείς ξεφεύγουμε μπροστά, αφήνοντας τους υπόλοιπους να παρακολουθούν. Αδυνατούν ν’ ακολουθήσουν. Αυτό συμβαίνει ουσιαστικά. Το νιώθουμε.
Ακολουθούν όλο και λιγότεροι. Αυτό βλέπουμε.

Η αντεπανάσταση ξέρει, αντιλαμβάνεται τη σοβαρότητα της κατάστασης. Το παιχνίδι γνωρίζει να το παίζει καλά, είναι μαέστρος, καταλαβαίνει άριστα τι πρέπει να κάνει σε ένα πεδίο δικό της πλέον εξ ολοκλήρου. Χρησιμοποιεί όλα της τα όπλα με πολύ βαρβαρότητα. Άγρια.
Εκτελεί εν ψυχρώ εδώ και καιρό. Η προπαγάνδα αφηνιάζει.
Βασανίζει. Δημιουργεί εκνευρισμό στους συντρόφους, τάσεις εκδίκησης. Θολώνει ο νους.  Στήνει ενέδρεςδολοφονεί συντρόφους, μαζικά.
Ποινικοποιεί ένα ολόκληρο κίνημα και διχάζει τους συντρόφους με το νόμο για τους ‘μετανιωμένους’ που έγινε η αποθέωση της ρουφιανιάς, με οποιοδήποτε κόστος.
Περνά με λίγα λόγια τον εκνευρισμό, τη δυσπιστία και το φόβο στη μεριά της επανάστασης, στο στρατόπεδο των εξεγερμένων.
Τη διχάζει. Μας μπερδεύει. Μας κάνει να αντιδρούμε σπασμωδικά.
Αρχίζουμε να λαθεύουμε και στους στόχους.
Κάποια στιγμή ξεκόβουμε και από την κοινωνία, όλο και περισσότερο, ίσως εντελώς.
Μέχρι την τελική ήττα

Κάποιοι συνθηκολόγησαν, κάποιοι χάθηκαν στο εξωτερικό. Άλλοι στον μικρόκοσμό τους, στην απογοήτευση.
Κάνουν και τα ναρκωτικά τη δουλειά τους, κυρίως στην περιφέρεια, στον άμεσο ή έμμεσο περίγυρο.
Η μητροπολιτική ζούγκλα εξαφανίζεται. Η κάσμπα μακραίνει, στενεύει.
Χωρίς περίγυρο, δίχως δικά σου εδάφη είσαι χαμένος, η συνέχιση καθίσταται αδύνατη.
Για πρώτη φορά χρησιμοποιείται, με επιτυχία, και η τεχνολογία ενάντια στους επαναστάτες.
Μέχρι πρότινος η καταστολή χρησιμοποιεί τους παραδοσιακούς μηχανισμούς. Διείσδυση, χαφιέδες και μαφιόζους ενάντια στους μαχητές.

Ρίχνει στην μάχη και το ΚΚ τον μηχανισμό του ενάντια σε αυτούς που δεν μπορεί να χειραγωγήσει, να ελέγξει. Πρέπει να ξαναβρεί την ηγεμονία του στις λαϊκές μάζες, που έχει χάσει από καιρό.
Διχάζει, αποπροσανατολίζει, χαφιεδίζει ανοιχτά, κυνηγά.
Ότι κινείται, εκτελείται.
Τα Μέσα, η μαύρη προπαγάνδα. Όλα στη μάχη για την σωτηρία του συστήματος. Του κεφαλαίου.
Ο φόβος λοιπόν περνάει από την εδώ μεριά. Αρχίζουν οι σύντροφοι να δυσπιστούν για τον σύντροφο, για τον διπλανό τους. Διαρρηγνύεται ο ιστός. Το κύτταρο αρρωσταίνει. Ένα θλιβερό θέαμα με τα χρόνια. Όλο και χειρότερο.
Διαμάχες μες τις οργανώσεις, στα κύτταρα, στις δομές.
Και η κοινωνία σφραγίζει τα μάτια και τ’ αυτιά, αρνείται να παρακολουθήσει. Ναρκώνεται. Παγώνουν οι αισθήσεις και οι αισθητήρες.
Θα επανέλθουμε.

Το πρώτο καμπανάκι το νιώσαμε τότες, εκείνη τη μέρα για πρώτη φορά, τη μέρα για την οποία σου μίλησα λίγο νωρίτερα. Έρχεται τρέχοντας το ‘78, εκείνη η τρομερή χρονιά με την επίθεση στην καρδιά του κράτους.
Σηκώνεται πολύ ψηλά ο πήχης για να μπορέσει η κοινωνία να τον ξεπεράσει. Ο Φόσμπερι είναι ακόμη μωρό, ίσως να μην έχει γεννηθεί κιόλας. Ας αποφορτίσουμε λιγάκι.
Δεν δύναται να ακολουθήσει, προφανώς.

Ο χαμένος τα παίρνει όλα, Γιάννης Αγγελάκας.

Ας σταματήσουμε για λίγο τη διήγηση των γεγονότων για να ακούσουμε έναν άλλον από τους πρωταγωνιστές. Θα επανέλθουμε σε λίγο. Ας ακούσουμε :

ΑΠΟΣΠΆΣΜΑΤΑ ΑΠΌ ΤΟ ΒΙΒΛΊΟ ‘ΚΟΝΤΌ ΦΥΤΊΛΙ’ του ΣΕΡΤΖΙΟ ΣΈΤΖΙΟ.

‘Θυμάμαι τη σφαγή στην πλατεία Φοντάνα του Μιλάνο το 1969 που γέμισε πολλούς αγανάκτηση και διάθεση εξέγερσης, την ιδέα πως πρέπει να αντιδράσουν.
Στην καταστολή της αστυνομίας, στις βόμβες των φασιστών, στις απόπειρες πραξικοπήματος. Στην καπιταλιστική εκμετάλλευση επίσης.
Θυμάμαι τους συντρόφους σκοτωμένους στις πλατείες, τις συγκρούσεις με την αστυνομία, τους ξυλοδαρμούς των συλληφθέντων. Κι έπειτα, την οργάνωση των ομάδων περιφρούρησης, τον μαχητικό αντιφασισμό, την παραπληροφόρηση, τα πυρπολημένα γραφεία, τα πυρπολημένα αυτοκίνητα. Τέλος το πέρασμα στην ένοπλη πάλη.
Σκληρύναμε λοιπόν δίχως να καταφέρουμε να διατηρήσουμε την τρυφερότητα μας. Υπερίσχυσε τελικά η προοδευτική μας αναισθητοποίηση.

Η λογική των όπλων άρπαξε, αιχμαλώτισε, υπερίσχυσε όχι μοναχά στα χέρια μας αλλά και στην λογική και την καρδιά μας.
Μέσα σε λίγα χρόνια, τα κινήματα συνεθλίβησαν με αγριότητα. Εκτροχιάστηκαν πιεσμένα ανάμεσα στο ένοπλο κόμμα, την καταστολή, την ηρωίνη που εξαπλώθηκε και την ιδιώτευση που αναδύθηκε.
Δεκάδες χιλιάδες σύντροφοι οργάνωσαν αυτόνομους αγώνες, απεργίες αυθόρμητες, μαζικές διαδηλώσεις και πρωτοποριακές ενέργειες. Οπλίστηκαν και μπήκαν στη μάχη.
Τώρα χιλιάδες είναι φυλακισμένοι, δεκάδες έχασαν τη ζωή τους. Γι αυτό είμαστε εδώ, να λαδώσουμε τα όπλα μας, να οπλίσουμε μιας και σε λιγάκι θα τα χρησιμοποιήσουμε. Σήμερα τουλάχιστον θ’ ανοίξουμε μια χαραμάδα στο τυφλό μονοπάτι για το οποίο συζητάμε.

Η πολιτική ήττα είναι πλέον εμφανής, το όνειρο κατέρρευσε, ανάμικτο με αίμα δικό μας και των θυμάτων μας, στην αγριότητα των Κρατικών φυλακών. Μα προσβάλλοντας σήμερα αυτή τη φυλακή, θα πάρουμε πίσω την ελευθερία των συντρόφων μας.’
Και :
‘Η ιστορία της Πρώτης Γραμμής δεν γράφτηκε ποτέ, ίσως τα γεγονότα τότε να ήταν πολύ κοντά. Τώρα πλέον είναι πολύ μακρινά.
Ίσως αυτό το ‘Κοντό Φυτίλι’ πυροδοτήσει επιτέλους μια επόμενη εργασία πιο πλατιά και συλλογική. Είναι προστιθέμενη αξία που εύχομαι να παραδώσουν αυτές οι σελίδες.

Που κυκλοφορούν σε μια περίοδο πιθανότατα από τις χειρότερες των τελευταίων χρόνων. Μάλλον των δεκαετιών. Στιγμή κατά την οποία αυξάνεται το πνεύμα μνησικακίας και περαιτέρω εκδικητικότητας σε ότι αφορά εκείνα τα γεγονότα των χρόνων του ‘70. Πνεύμα που παραδόξως μεγεθύνθηκε και σαφώς γιγαντώθηκε στην διάρκεια του χρόνου εξ αιτίας εκείνων των γεγονότων και των πληγών που δημιούργησαν.
Θα έπρεπε οι αριθμοί να είναι αρκετοί για να αποκαλύψουν ότι επρόκειτο για ένα φαινόμενο πλατιάς κοινωνικής ριζοσπαστικοποίησης :

Σύμφωνα λοιπόν με υπολογισμούς, ή μάλλον κάτω από τους υπολογισμούς, υπολογίζονται σε 20000 οι έρευνες για πράξεις ένοπλης πάλης και τουλάχιστον 4200 κλείστηκαν στην φυλακή συνέπεια κατηγοριών ένοπλης ομάδας η ανατρεπτικής οργάνωσης. 300 καταδικάστηκαν σε ποινή κάτω των 10 χρόνων, πάνω από 3100 σε ποινή ανώτερη των 10 χρόνων, σχεδόν 600 σε ποινή ανώτερη των 15 χρόνων. Εκατοντάδες τα ισόβια. Πάνω από 50000 χρόνια φυλάκισης έχουν ήδη εκτισθεί. Από τους χιλιάδες αρχικά φυλακισμένους, σχεδόν διακόσιοι βρίσκονται ακόμη εγκλεισμένοι, μερικά ή ολικά. Μεταξύ αυτών 77 ισοβίτες. Ανάλογη και η λίστα με αυτούς που βρήκαν καταφύγιο στο εξωτερικό.
Έχει παραμείνει ο πόνος αυτών που χτυπήθηκαν, των συγγενών τους, όπως επίσης των χαμένων μαχητών και των επί μακρόν φυλακισμένων.
Παρέμεινε επίσης η αιώνια μανία εις βάρος των ηττημένων.’

Sergio Segio, ο κομαντάντε Σίριο, υπήρξε ένας από τους ιδρυτές της Πρώτης Γραμμής, Prima Linea, της ένοπλης οργάνωσης που αριθμούσε χίλιους μαχητές και δεκάδες χιλιάδες συμπαθούντες. Σε αυτό το βιβλίο, Miccia Corta, παρουσιάζει μια από τις πιο συγκλονιστικές και τολμηρές ενέργειες της ένοπλης πάλης στην Ιταλία. Την επίθεση στις φυλακές του Ροβίγκο με την οποία ελευθέρωσε την συντρόφισσα του και δύο ακόμη πολιτικές κρατούμενες. Στις 3 Ιανουαρίου του 1982. Στο περιθώριο παρουσιάζονται εικόνες από τους αγώνες και τα κινήματα των χρόνων του ‘70.

This is the End, The Doors.

  • Αυτά λοιπόν και συνεχίζουμε από εκεί που αφήσαμε την αφήγηση του Μάριο με την πένα του Μιχάλη.

Λέγαμε λοιπόν πως η κοινωνία δεν παρακολουθεί πλέον, δεν μπορεί να ακολουθήσει το ριζοσπαστικότερο κομμάτι της. Μοιάζει να έχει σπάσει ο ομφάλιος λώρος.
Κουράζεται, ατονεί;
Μάλλον. Αυτό δείχνει.
Έτσι τουλάχιστον φαίνεται με το πέρασμα του χρόνου.
Εμείς διαχέουμε το αντάρτικο. Το ένοπλο κόμμα το επικεντρώνει, επιτίθεται στην »καρδιά».Ο καθένας σύμφωνα με τις αναλύσεις του. Είναι όλα γραμμένα, αποτυπώνονται στο χαρτί και στις πράξεις.
Η δύναμη πυρός αυξάνεται τρομερά, όμως. Η επιχειρησιακή ετοιμότητα κάνει άλματα. Η ικανότητα. Οι δεξιότητες.
Τρομάζει αυτό, δεν παρηγορεί τελικά.

Μοιάζει πλέον η επανάσταση, ο αγώνας, μάχη ανάμεσα σε μηχανισμούς που χρησιμοποιούν όλα τα μέσα που έχουν στη διάθεσή τους, θεμιτά και αθέμιτα. Ο κόσμος στην απ’ έξω.
Για την καταστολή δεν το συζητώ, το κάνει σχεδόν από την πρώτη μέρα, για να τρομοκρατήσει. Βλέπε Μάρα Καγκόλ, αιχμάλωτη, εκτελεσμένη εν ψυχρώ, ακινητοποιημένη.
Το ΚΚ απ’ την άλλη, μας μισεί πραγματικά. Ειδικά από την μέρα που έδιωξε το κίνημα τον Λάμα, με ολόκληρο τον μηχανισμό που κουβάλησε μαζί του, για να κάνει επίδειξη δύναμης στο Πανεπιστήμιο της Ρώμης, όπως έχουμε επαναλάβει νωρίτερα. Μας επιτίθεται διαρκώς, απροκάλυπτα και αδιάλειπτα. Επιστρατεύοντας ότι ψεύδος μπορείς να φανταστείς, χρησιμοποιώντας παραμορφωτικούς φακούς αλλοιώνοντας την αλήθεια.

Μέχρι και απεργίες και κινητοποιήσεις προσπαθεί να οργανώσει ενάντια σε κίνημα και μαχητές. Αποτυγχάνει οικτρά στην αρχή. Από την εκτέλεση του Μόρο και μετά, κάτι καταφέρνει, όχι όμως αυτό που προσδοκεί.
Χαφιεδολογεί ανοιχτά, δίχως καν να του το ζητήσουν.
Και μουλαρώνει κυριολεκτικά κάθε φορά που αντάρτες διαπραγματεύονται με την εξουσία.
Φέρεται σαν κράτος χωρίς να είναι.
Και ανοίγει διάπλατα τον δρόμο στον μπερλουσκονισμό ο οποίος προσφέρει αφειδώς στο πόπολο βυζιά με σιλικόνη και τουρλωμένους κώλους. Ξεβράκωτες.

Δεν αξίζει στον ιταλικό λαό τέτοια κατάντια. Στην Ελλάδα διαλύουν τον κοινωνικό ιστό ανάμεσα στα ‘40 και ‘50. Σε εμάς αυτό συμβαίνει από το ‘80 και μετά, χοντρά χοντρά. Ίσως να ξεκινά και λίγο νωρίτερα η διαδικασία αυτή.
Και ζήσανε αυτοί καλά κι εμείς χειρότερα.
Οι συνασπισμένοι παγκόσμιοι κεφαλαιοκράτες.

http://video-morfwsh.blogspot.gr/search/label/%27%CE%A4%CF%81%CE%BF%CE%BC%CE%BF%CE%BA%CF%81%CE%B1%CF%84%CE%AF%CE%B1%27-%CE%A6%CF%85%CE%BB%CE%B1%CE%BA%CE%AE#/page/1

τρομοκρατία, φυλακή

Child in Time, Deep Purple.

Και μιας και αναφερθήκαμε στο ΚΚ, θα σου μιλήσω τώρα και για μια από τις άμεσες εμπειρίες που έχω με αυτούς.
Διοργανώνουν συναυλία, στην διάρκεια της ετήσιας γιορτής του κόμματος, με γνωστό τραγουδιστή προσκαλεσμένο. Μετά από τόσα χρόνια απόσταση αδυνατώ να θυμηθώ λεπτομέρειες. Σε προάστιο της πόλης, αποκεντρώνουν τις γιορτές τους. Σεπτέμβρη μήνα ως είθισται.
Στο γήπεδο της περιοχής έχουν στήσει ολόκληρο χωριό με περίπτερα, εστιατόρια, χώρους προβολών και εκθέσεις. Και αντιπροσωπείες φίλιων κομμάτων από το εξωτερικό. Στην διοργάνωση πολιτιστικών δρώμενων είναι μανούλες.

Ένας ολόκληρος μηχανισμός κινητοποιημένος.
Οι κερκίδες γεμάτες, πίτα και ο μισός αγωνιστικός χώρος. Οι μουσικοί είναι από τους δημοφιλέστερους. Οι πιο ενθουσιώδεις από τους θεατές, ως συνήθως, καταλαμβάνουν τον χώρο μπροστά στην εξέδρα, στο πάλκο.
Αποφασίζω να πάω κι εγώ, δεν με ακολουθεί κανείς από γνωστούς και φίλους, παραδόξως. Δεν με νοιάζει και μόνος, όλα καλά.
Παρακολουθώ την συναυλία, πολύ ζεστή ατμόσφαιρα. Νέοι ενθουσιώδεις και όχι μόνο κομμουνιστές, μοιρασμένες οι προτιμήσεις. Έχουν όμως κατεβάσει όλες τις ομάδες περιφρούρησης της πόλης οι κομματικοί, για τον φόβο επεισοδίων. Κάτι ξέρουν οι μαλάκες, γενικά είναι προκλητικοί με όσων τις φάτσες δεν γουστάρουν. Ξέρεις. Οι γραφειοκράτες κάνουν μπαμ από μακριά. Βολεμένοι, δήθεν κλπ. Και ότι διαφορετικό τους ξενίζει, το φοβούνται. Είναι συντηρητικούρες και το δείχνουν με κάθε πρόφαση, σε κάθε ευκαιρία.

Κάνουν δέκα λεπτά διάλειμμα οι μουσικοί και κάποιος μεγαλόσχημος παίρνει το μικρόφωνο, αποφασίζει να αρχίσει τις αρλούμπες και τις αοριστολογίες. Και χωρίς να υπάρχει κανένας λόγος εξαπολύει λεκτική επίθεση στον χώρο της αυτονομίας.
Ξεκινούν τα ξεφωνητά. Στην αρχή αραιά, σκόρπια. Στη συνέχεια εντονότερα. Ώσπου ξεσπούν οι αντεγκλήσεις, τα σπρωξίματα, οι ψιλές και το γενικευμένο ξύλο.
Την είχανε στημένη. Φαίνονταν από την αρχή. Μεγάλη η κινητοποίηση. Το κακό είναι πως δεν έδωσα σημασία. Έμεινα σε κάποια γωνιά απομονωμένος, ανάμεσα σε άγνωστους.
Τα υπόλοιπα παιδιά, οργανωμένα ή όχι δεν έχει σημασία, ήτανε όλα μαζεμένα και αποχώρησαν συντεταγμένα δίχως απώλειες, σπρωγμένα προς την έξοδο.

Μας έχουν παγιδέψει μέσα στο γήπεδο, με τις εξόδους να τις ελέγχουν οι μπράβοι τους, μας βρίζουν από τα μικρόφωνα. Έχει ξεσπάσει πανδαιμόνιο, μέσα σε όλη αυτή τη φασαρία κάποιος με αναγνωρίζει και με υποδεικνύει, σου έχω ξαναπεί, άσε που το γνωρίζεις Μιχάλη είμαι γνωστός και αναγνωρίσιμος, πολύ κοινωνικός, σε όλους τους πολιτικούς κύκλους και χώρους.
Αρχίζουν λοιπόν να με κυνηγούν για να με λιντσάρουν.
Τους ξεφεύγω διαρκώς. Δεν τρέχω εγώ, δεν είμαι εγώ που ελίσσεται ανάμεσά τους. Κάποιος άλλος το κάνει. Κάποιος με φτερά. Κάποιος μου δίνει φτερά. Δεν υπάρχει Ρεντ Μπούλ ακόμη, κάποιος άλλος το κάνει.

Καταφέρνω με τα πολλά και σκαρφαλώνω ένα τοίχο και πηδώ έξω. Οι πούστηδες πηδούν και αυτοί, τρεις τον αριθμό, με κυνηγούν πλέον στα στενά. Χώνομαι σε ένα σκοτεινό ιδιωτικό υπόγειο πάρκινγκ αυτοκινήτων καβατζάροντας μια στροφή και με χάνουν. Κουρνιάζω κυριολεκτικά κάτω από ένα αυτοκίνητο. Ακούω την καρδιά μου και νομίζω πως είναι έτοιμη να εκραγεί. Φοβάμαι πως κάνει τόση φασαρία που θα με προδώσει, τι θόρυβο που κάνει! θα με ανακαλύψουν!
Τη γλιτώνω.
Αφήνω να περάσει κανένα εικοσάλεπτο, να ηρεμήσω κανονικά και να συνέλθω. Όλο εκείνο το κυνηγητό στάθηκε εξουθενωτικό, να χάσουν οριστικά τα ίχνη μου οι διώκτες. Η αλήθεια όμως είναι πως εάν θέλω να προλάβω το τελευταίο λεωφορείο πρέπει ν’ αρχίσω να ξεκουνιέμαι, η ώρα είναι περασμένη, αρχίζω να βιάζομαι. Πρέπει να του δίνω. Η συγκοινωνία σε λίγο σταματά.

Βγαίνω λοιπόν από το καταφύγιό μου και προχωρώ σταθερά, πρέπει υποχρεωτικά να περάσω μπροστά από το γήπεδο, αγχώνομαι λιγάκι, παίρνω βαθιές αναπνοές και συνεχίζω .
Για καλή μου τύχη, οι μικροπωλητές δεν έχουν ακόμη αποχωρήσει, μαζεύουν αυτή την ώρα την πραμάτεια τους σκορπισμένοι στους γύρω χώρους. Βρίσκω την ευκαιρία λοιπόν ν’ αγοράσω ένα καπελάκι για να αλλάξω λιγάκι το σουλούπι μου, ρίχνω και μια κόκκινη σημαία στις πλάτες μου σαν μανδύα και περνώ ήσυχος μπροστά από την πόρτα όπου πλέον η κίνηση έχει σταθερά μειωθεί, έχουν σχεδόν αποχωρήσει και οι τελευταίοι.

ελεύθεροι πολιορκημένοι

Είμαι πλέον αγνώριστος και άνετος, φτάνω στο πούλμαν το οποίο ξεκινά μετά από ελάχιστο χρόνο. Είμαι πλέον ασφαλής. Σε ένα μισάωρο έφτασα στο κέντρο, έχει πλέον περάσει δύο τη νύχτα όταν φτάνω στο σπίτι φίλης μου, πέρα από το ποτάμι. Δεν θέλω να μείνω μόνος. Που στοίχισε πολύ αυτή η έκρηξη κακίας και μίσους, θέλω να με κανακέψουν.
Ένας ακόμη λόγος για να ευχαριστήσω το καλό μου αστέρι σήμερα.
Σε αυτή την γειτονιά που εκτυλίχθηκε η αποψινή ιστορία κάποια χρόνια πριν γίνεται η γνωριμία μας Μιχάλη. Σε σπίτι φίλου που μας κάλεσε για τσιμπούσι. Μας έβαλες θυμάμαι ν’ ακούσουμε τους ‘Μετανάστες’ του Μαρκόπουλου. Τραγούδια για τους έλληνες που ξενιτεύονται στην Γερμανία. Είναι ο πρώτος σου χρόνος στο εξωτερικό, νιώθεις κι εσύ την νοσταλγία. Θυμάμαι πως δακρύζεις σιγοτραγουδώντας εκείνα τα υπέροχα τραγούδια.

Γιάννης Μαρκόπουλος Γιώργος Σκούρτης Λάκης Χαλκιάς 1974 Μετανάστες

Εδώ στην ξένη χώρα αχ τι στεναχώρια, τι θα φάω τι θα πιω τι θα στείλω στο χωριό
οι γυναίκες είναι χύμα, καίγομαι σαν τις κοιτώ δεν με θέλουν κι είναι κρίμα.
Εδώ στην ξένη χώρα αχ τι στεναχώρια, κάθε βράδυ στο σταθμό τριγυρίζω για να πω μια κουβέντα σ’ ένα φίλο
κι αν μια νύχτα δεν τον βρω μοιάζω με χαμένο σκύλο.
Εδώ στην ξένη χώρα αχ τι στεναχώρια. Θα γυρίσω στο χωριό, δεν αντέχω δεν βαστώ
τι κορμί βασανισμένο, ψάχνω να βρω αδερφό κι όλοι με φωνάζουν ξένο.

Και :
Μιλώ για τα παιδιά μου και ιδρώνω
έχω ένα χρόνο να τα δω και λιώνω
μου γράφει η γιαγιά τους πως ρωτάνε
τα τρένα που ‘ναι στο σταθμό που πάνε.
Αδύνατος μου γράφει ο Στελάκης΄
έχει ανάγκη θάλασσας ο Τάκης
αρχίζει το σχολείο η Μαρίνα
θέλει να γίνει κάποτε γιατρίνα.
Αγόρασα λαχείο στ’ όνομά τους
αχ! Να κερδίσω να σταθώ σιμά τους.

Από τη Βίκυ Μοσχολιού.

‘Μες την κοιλάδα των Τεμπών’, Θανάσης Παπακωνσταντίνου.

Η πόλη είναι γεμάτη νέους από κάθε γωνιά της γης. Κατοικούν διασκορπισμένοι στις γειτονιές της,τα σπίτια τους γίνονται στέκια μας. Έχουμε λοιπόν την ευκαιρία να γνωρίσουμε κάθε σπιθαμή του αστικού τοπίου με τις ομορφιές και τα μυστικά του. Έχουμε φίλους και γνωστούς παντού που μας καλούν καθημερινά. Κεράσματα, κουβεντούλα και γιορτούλες. Έχουμε φιλοξενηθεί, για ώρες ή για μέρες όπου μπορείς να φανταστείς, σε κάθε λογής σπιτικό, όπου το βάζει ο νους σου.

Γίνεται σιγά σιγά η Κάσμπα μας [βλέπε ‘Μάχη του Αλγερίου’, Τζίλο Ποντεκόρβο, 1966, ταινία που μιλά για τους αγώνες του Εθνικού Απελευθερωτικού Μετώπου στην ιστορική συνοικία -ακρόπολη των μουσουλμάνων στην πόλη του Αλγερίου για την ανεξαρτησία τους από τους Γάλλους το 1954. Αυτά για τους άβγαλτους].
Κάσμπα προς το παρόν φιλική η πόλη, με απελευθερωμένες ζώνες όπου φασίστες, άλλοι δεξιοί και μπάτσοι φυσικά αποφεύγουν να πλησιάσουν!

«Η Μάχη του Αλγερίου» (La Battaglia Di Algeri, 1966)

 la-battaglia-di-algeri-photos-6

Όποιος αποικιοκράτης/κατακτητής βρίσκεται στη γη κάποιου άλλου εφαρμόζοντας κάτω από τον έλεγχο του στρατού το ειδικό νομικό καθεστώς γνωστό και ως «Κώδικας των Ιθαγενών» (Code d’ Indigénat), που μεταβάλλει τους πολίτες σε υπηκόους λεηλατώντας τον πλούτο, τα δικαιώματα, τη γλώσσα, την κουλτούρα και την ιστορία μέσω διώξεων, φυλακίσεων, μαζικών δολοφονιών και πογκρόμ, μπορεί να ρίξει μια ματιά στη «Μάχη του Αλγερίου» για να δει τι τον περιμένει…

Αυτό ακριβώς είναι η «Μάχη του Αλγερίου», μια ταινία με άμεση τη σχέση μεταξύ τέχνης και πολιτικής, ένα αριστουργηματικό αντιαποικιοκρατικό ασπρόμαυρο φιλμ (ιταλοαλγερινής παραγωγής) για την αλγερινή επανάσταση, του ιταλού κινηματογραφιστή Τζίλο Ποντεκόρβο και του φωτογράφου Μαρτσέλο Γκάτι.

Η ταινία είναι γυρισμένη στα πραγματικά πεδία των μαχών (στα σοκάκια και τις συγκοινωνούσες ταράτσες του Καζμπάχ) και βασισμένη στο βιβλίο του Σααντί Γιασίφ «Αναμνήσεις από τη Μάχη του Αλγερίου». Ο Γιασίφ είχε συλληφθεί το 1957 και καταδικαστεί σε θάνατο, αλλά η ποινή δεν πρόλαβε να εκτελεστεί. Αμέσως μετά την απελευθέρωση (1962) έγινε μέλος της πρώτης μεταπελευθερωτικής κυβέρνησης, η οποία και αποφάσισε να γυριστεί μια ταινία με το θέμα του βιβλίου. Ο Ποντεκόρβο βρήκε στήριξη και χρηματοδότηση από τον πρώτο πρόεδρο της ανεξάρτητης πια Αλγερίας, Μπεν Μπελά, ο οποίος όμως είχε αρχικά εκφράσει επιφυλάξεις: «Στην αρχή θεώρησα ότι μια τέτοια ταινία θα ήταν σπατάλη, μιας και ήμασταν φτωχή χώρα. Ο Γιασίφ ωστόσο μού είπε ότι ο αγώνας μας δεν ανήκει μόνο στον αλγερίνικο λαό, ανήκει σε όλους τους καταπιεσμένους του κόσμου, και δεν μπορούσαμε να τους προδώσουμε. Έτσι, καταφέραμε και βρήκαμε τα λεφτά για την ταινία».

Μόνο και μόνο για τη ρεαλιστικότατη και αληθοφανέστατη αναπαράσταση του συγκλονιστικού ανταρτοπόλεμου των εξεγερθέντων Αλγερινών, η «Μάχη» θεωρείται (και δικαίως) ένα από τα σημαντικότερα φιλμ του 20ού αιώνα. Ένας ανταρτοπόλεμος που ξεκινά την 1η Νοέμβρη του 1954 με την προκήρυξη-κάλεσμα του FLN (Απευθερωτικό Μέτωπο Αλγερίου) για ανεξαρτησία. Όταν το FLN σκοτώνει μερικούς αστυνομικούς, ο αρχηγός της αστυνομίας σε μια πράξη ωμής αντεκδίκησης τοποθετεί βόμβα σε μια αραβική συνοικία, με συνέπεια να χαθούν πολλοί άμαχοι. Ο χορός της απροκάλυπτης βίας έχει ήδη αρχίσει. Το FLN απαντά με τρεις γυναίκες καμικάζι να επιτίθενται σε δύο καφέ και στα γραφεία της Έιρ Φρανς, στην ευρωπαϊκή συνοικία του Αλγερίου. Ένα ειδικό σώμα περίπου οκτώ χιλιάδων επίλεκτων ανδρών και γυναικών «χωρίς θεό και δίχως νόμο» βρίσκεται αντιμέτωπο με διακόσιες χιλιάδες γάλλους στρατιώτες, που επί εννέα ολόκληρους μήνες απαντούν με αιματοκύλισμα των φτωχογειτονιών της Κάσμπα (το «κάστρο» του FLN, στην πρωτεύουσα Αλγέρι) και προχωρούν σε θηριώδεις αιματοχυσίες, συλλήψεις, βασανισμούς, δολοφονίες και ισοπέδωση ολόκληρων συνοικιών. Και όλα αυτά στο όνομα της «καταπολέμησης της τρομοκρατίας».

Με την απόφασή του να επιλέξει ερασιτέχνες άραβες ηθοποιούς και με την προσθήκη γυναικών (μιας και ήταν ζωτική και ουσιώδης η προσφορά τους στην ανεξαρτησία), αλλά και με ένα μόνο επαγγελματία ηθοποιό (κυρίως θεατρικό), τον Ζαν Μαρτίν (ενσάρκωσε τον συνταγματάρχη Mathieu), ο Ποντεκόρβο συνδυάζει εκπληκτικά δύο διαφορετικά είδη κινηματογράφου: το ντοκιμαντέρ και το κλασσικό σινεμά.
(Χαρακτηριστικό, μα και συνάμα οξύμωρο, είναι το σημείο της ταινίας όπου ο γάλλος συνταγματάρχης Ζαν Μαρτίν κραυγάζει προς την αντίπαλη πλευρά: «Πώς μπορείτε να μας αποκαλείτε “φασίστες”; Ήμασταν μέλη της αντίστασης, πολεμήσαμε το ναζισμό!..» μη μπορώντας να αντιληφθεί τι του καταμαρτυρεί η άλλη πλευρά, καθόσον οι μνήμες του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου ήταν ακόμη νωπές…)

 Η καταιγιστική, θυελλώδης δυναμικότητα της ταινίας, με πλήρη εστίαση στην απροκάλυπτη ωμότητα της βίας και της καταστολής των γαλλικών στρατευμάτων, ενόχλησε τις γαλλικές κυβερνήσεις, οι οποίες και την είχαν απαγορεύσει ώς το 1971, ενώ η γαλλική κοινή γνώμη βρέθηκε μοιρασμένη στα δύο. Η πρώτη προβολή της στο Παρίσι (μια λογοκριμένη έκδοση που κατέβηκε αμέσως) σημαδεύτηκε από συγκρούσεις και διαδηλώσεις από ακροδεξιούς της OAS – Algerie (Οργάνωση Μυστικού Στρατού Αλγερίας) με την αστυνομία. Χαρακτηριστικό, δε, είναι ότι το φιλμ προβλήθηκε στη γαλλική τηλεόραση μόλις το 2004! Η ταινία δεν άφησε όμως «ασυγκίνητο» και το αμερικάνικο υπουργείο Εξωτερικών, καθώς το 2003 το Πεντάγωνο την πρόβαλε με αφορμή την εισβολή του αμερικανικού στρατού στο Ιράκ σε αξιωματικούς του Στρατού και ειδικούς επί πολεμικών θεμάτων υπό τον… ηχηρότατο τίτλο «Πώς να κερδίσετε τη μάχη κατά της τρομοκρατίας και να χάσετε τον πόλεμο των ιδεών», αναφέρουν οι «New York Times».

Τη μουσική της ταινίας έχει επιμεληθεί ο εκπληκτικός ιταλός συνθέτης Έννιο Μορικόνε. Ο Μορικόνε, συνδυάζοντας τον Μπαχ, τη μουσική των Βεδουίνων, τα εμβατήρια αλλά και την τζαζ του ’50, μεγαλουργεί συνθέτοντας ένα απο τα εξαιρετικότερα σάουντρακ ταινιών. Ακόμη και οι κραυγές των γυναικών, οι θρήνοι, οι ήχοι των πυρών και οι εκρήξεις των βομβών γίνονται μουσική, μια ριζοσπαστική μουσική. «Όλα ξεκίνησαν, όταν ο Gillo μού ζήτησε να γράψω τη μουσική για τη “Μάχη του Αλγερίου”» αναφέρει ο ίδιος. «Με εξέπληξε διότι ήμουν ακόμα νέος στο χώρο. Γνώριζα την προηγούμενη ταινία του, το “Kapo”, και το θεωρούσα εκπληκτικό φιλμ. Τον ρώτησα ωστόσο γιατί διάλεξε εμένα. Με εξέπληξε για ακόμα μια φορά, διότι μου είπε πως είχε δει το “Για Μια Χούφτα Δολάρια ”, το δεύτερο γουέστερν του Λεόνε, του άρεσε πολύ η μουσική και έτσι αποφάσισε να μου προτείνει το σάουντρακ της “Μάχης”. Δέχτηκα, μιας και ήμουν σίγουρος πως θα γινόταν ένα καταπληκτικό φιλμ, αλλά και πως θα έκανα πολύ καλή δουλειά». «Και πράγματι» συνεχίζει «ήμουν πολύ περήφανος εκείνο τον καιρό — κι ακόμα είμαι. Από τη μια δεν ήθελα ο σκηνοθέτης να έχει να κάνει με τη μουσική της ταινίας, αλλά ο Gillo ήξερε, διαισθητικά, τη μορφή της μουσικής που χρειαζόταν η ταινία. Η φαντασία και οι γνώσεις του πάνω στη μουσική με βοήθησαν πολύ και στη “Μάχη” αλλά και σε όλα τα υπόλοιπα φιλμ που κάναμε μαζί. Οι τέσσερις νότες που είχε στο μυαλό του για το βασικό μοτίβο ήταν πολύ απλές. Ήταν η βάση για όλη τη μουσική που συνέθεσα για την ταινία. Το σημαντικό είναι ότι αυτό το μικρό θέμα ήταν σε απόλυτη αρμονία με το προφίλ του αλγερινού λαού και, αν και ήταν μια δυτικής μορφής σύνθεση, είχε τις βάσεις της στην τοπική μουσική παράδοση. Στη σκηνή της σφαγής η μουσική είναι κατεξοχήν δική μου. Σ’ αυτό το σημείο δεν ήθελα ο Gillo να έχει καμία ανάμειξη. Ήθελα η μουσική να μην επηρεαστεί ούτε στο ελάχιστο από εκείνον. Είναι η ίδια μουσική που υπάρχει και στη σκηνή της σφαγής στην Κάσμπα αλλά και σε εκείνη της βομβιστικής επίθεσης στο μπαρ. Η πρώτη είναι μεγαλύτερης διάρκειας, αλλά το ίδιο συγκινητική. Ο Gillo έκλαψε όταν την ηχογραφούσαμε».

Στην ταινία απονεμήθηκε το «Χρυσό Λιοντάρι» και το Βραβείο των Κριτικών στο Φεστιβάλ Βενετίας του 1966, ενώ ήταν υποψήφια και για τρία Οσκαρ: Καλύτερης Σκηνοθεσίας, Καλύτερου Σεναρίου και Καλύτερης Ξένης Ταινίας.

Σκηνοθεσία :Τζίλο Ποντεκόρβο Διεύθυνση Φωτογραφίας : Μαρτσέλο Γκάτι.

Παίζουν: Μπραχίμ Χατζιάγκ, Ζαν Μαρτέν, Γιασέφ Σααντί Παραγωγή: ΑΛΓΕΡΙΑ/ΙΤΑΛΙΑ (1966)

Το εγκώμιο όμως για την εκπληκτική δυναμική της «Μάχης» έπλεξε και μία από τις σημαντικότερες εγχώριες μορφές στον χώρο της κριτικής κινηματογράφου, ο Βασίλης Ραφαηλίδης, γράφοντας στην εφημερίδα «Το Βήμα» της 15ης Απριλίου 1975 τα εξής:

«Ένας διπλός θρύλος συνοδεύει τούτη την ταινία, γυρισμένη το 1965 στο Αλγέρι την περίοδο που ο Μπουμεντιέν ανέτρεπε τον Μπεν Μπέλα χρησιμοποιώντας, μεταξύ άλλων, τα άρματα και τους στρατιώτες που είχαν παραχωρηθεί στον Ποντεκόρβο για τις ανάγκες του γυρίσματος, έτσι ώστε, για πρώτη φορά ίσως, ο κινηματογράφος να πάρει μέρος στο «φτιάξιμο» της ιστορίας περνώντας από τη φιξιόν κατευθείαν στην πράξη, προκαλώντας μ’ αυτόν τον τρόπο μια πολύ χαρακτηριστική σύγχυση στους κατοίκους που προς στιγμήν μπέρδεψαν το σινεμά με την πραγματικότητα: 1) Ο Τζίλο Ποντεκόρβο είναι γιος του διάσημου ατομικού επιστήμονα που κατέφυγε στη Σοβιετική Ένωση αμέσως μετά τον πόλεμο, συναποκομίζοντας κάποια μυστικά. Ήταν φυσικό ο θρύλος του πατέρα να συνοδεύει και το γιο, πολύ περισσότερο όταν κι αυτός, όπως ο πατέρας, δεν έκρυβε τη μαρξιστική του τοποθέτηση. Ο Ποντεκόρβο, άνθρωπος κολοσσιαίας κουλτούρας, χρησιμοποιεί τον κινηματογράφο κατά κάποιον τρόπο σαν χόμπι ή μάλλον όταν νομίζει πως έχει να πει κάτι το πολύ σημαντικό. Όντας μαθητής και φίλος του Γιόρις Ίβενς γύρισε πολλά ντοκιμαντέρ — και μόνον τέσσερις ταινίες μεγάλου μήκους από τις οποίες το Καπό (1960) τον έκανε διεθνώς γνωστό. 2) Η μάχη, του Αλγερίου απέχει απ’ τα πραγματικά περιστατικά (στα οποία αναφέρεται) ελάχιστα χρόνια, γυρίστηκε εξ ολοκλήρου στον τόπο όπου αναφέρεται η ιστορία, και χρησιμοποιεί ως κομπάρσους τους ανθρώπους που στον απελευθερωτικό πόλεμο του Αλγερίου ήταν οι πραγματικοί πρωταγωνιστές της Ιστορίας.Αυτοί οι δύο παράγοντες (ο ένας υποκειμενικός και ο άλλος αντικειμενικός) σίγουρα έπαιξαν το ρόλο τους στη φήμη της ταινίας.

Όμως, τούτη η φήμη δεν είναι αποκύημα της μυθοποιητικής φαντασίας μόνο: ο Ποντεκόρβο, ένας μανιακός περφεξιονίστας που δουλεύει χρόνια πάνω σ’ ένα σενάριο, είναι ένας δημιουργός με στιλ απολύτως προσωπικό. Αρνούμενος κατηγορηματικά τις ευκολίες του στούντιο, γυρίζει πάντα σε φυσικούς χώρους, στους οποίους, όμως, κάνει τόσες επεμβάσεις ώστε αυτοί να μεταλλάσσουν σ’ ένα πελώριο ντεκόρ. Έτσι, ο Ποντεκόρβο — ντοκιμαντερίστας βρίσκεται πάντα στο οικείο του περιβάλλον ελέγχοντας και την τελευταία του λεπτομέρεια, σαν να επρόκειτο για ένα στημένο ντεκόρ λίγων τετραγωνικών μέτρων.
Απ’ την άποψη της διευθέτησης ταυ φυσικού χώρου Η μάχη του Αλγερίου είναι ένας σωστός άθλος: η πόλη του Αλγερίου μοιάζει να ‘χει αδειάσει από τους κατοίκους της και να ‘χει ξαναγεμίσει από τους ιδίους, αλλά αυτή τη φορά υπό την ιδιότητα των κομπάρσων που κινούνται στον φυσικό τους χώρο, ο οποίος έπαψε να ‘ναι “φυσικός” καθώς βάφτηκε, ανακαινίστηκε, ξηλώθηκε, γκρεμίστηκε και —προπαντός— φωτίστηκε σαν να ‘ταν μια κολοσσιαία σκηνή θεάτρου.Μέσα σ’ αυτόν το “ρετουσαρισμένο” πραγματικό χώρο τοποθετείται μια “ρετουσαριομένη” πραγματική ιστορία. Η ιστορία τής Κάσμπα (της παλιάς μουσουλμανικής συνοικίας της πόλης), που υπήρξε (κυριολεκτικά) η ακρόπολη της αλγερίνικης επανάστασης.

Όπως και το ντεκόρ, η ιστορία είναι πραγματική αλλά ανασυνθεμένη απ’ τον γόνιμο σεναρίστα του Ποντεκόρβο, τον Φράνκο Σολίνας, με τρόπο ώστε το “ρετούς” να υπηρετεί τις ανάγκες του Ποντεκόρβο και όχι την αντικειμενικότητα της Ιστορίας — μια αντικειμενικότητα που δεν χάνεται, βέβαια, ως αίτημα αλλά και που δεν μπαίνει τροχοπέδη στην άποψη του Ποντεκόρβο γι’ αυτή την Ιστορία, που δεν είναι καθόλου επική.
Εν πάση περιπτώσει, πρόθεση του δεν είναι να κάνει ένα ιστορικό φρέσκο ή ένα έπος σε στιλ “Θωρηκτό Ποτέμκιν” ή ένα ανασυνθεμένο ντοκιμαντέρ, αλλά να ερμηνεύσει τη διαδικασία της γέννησης ενός ιδιόρρυθμου αντάρτικου, το οποίο ως τρόπος δράσης και ως νοοτροπία βρίσκονταν πάρα πολύ κοντά στις απόψεις του Φραντς Φανόν για το επαναστατικό δυναμικό των λούμπεν. (Άλλωστε, ο Φανόν έγραψε το “Της γης οι κολασμένοι” με βάση τις εμπειρίες του απ’ την αλγερίνικη επανάσταση, της οποίας υπήρξε ο θεωρητικός.)

Ένα τέτοιο αντάρτικο δε στηρίζεται στη “διαφώτιση” και συνεπώς στη “λογική” ένταξη, αλλά στην ενεργοποίηση των ενστίκτων του μίσους και της επιθετικότητας του καταπιεσμένου που εκρήγνυται κατά κύματα, άτακτα, αλλά με μια δύναμη σαρωτική. Είναι προφανές ότι μια τέτοια νοοτροπία θα ήταν εντελώς ακατάλληλη να υπαγορεύσει ένα επικό στιλ στον τομέα της αισθητικής, πράγμα που το γνώριζε άριστα ο Ποντεκόρβο. Γι’ αυτό, κοίταξε την Ιστορία μέσα απ’ τα μάτια εντελώς εξατομικευμένων ηρώων που μοιάζουν να βγαίνουν απ’ τη μάζα των κομπάρσων, να παίζουν το ρόλο τους και να ξαναχάνονται στην ίδια μάζα. Έτσι, η ατομική περίπτωση (π.χ. του κεντρικού ήρωα Αλή) παραπέμπει αυτόματα στη γενική που τη συμβολοποιεί και τη συγκεκριμενοποιεί.

Αυτή η σχέση του ήρωα με τη μάζα στην οποία οργανικά ανήκει, γίνεται φανερή και κατά την αντίστροφη φορά: οι κομπάρσοι χάνουν την ανωνυμία και το διακοσμητικό τους χαρακτήρα καθώς αποτελούν την «πηγή» από την οποία ξεκινάει και στην οποία καταλήγει ο εξατομικευόμενος ήρωας. Γι’ αυτό ακριβώς ο θεατής έχει την εντύπωση πως τα πλάνα που περιγράφουν τη δράση ενός συγκεκριμένου ήρωα είναι ΥΠΟΚΕΙΜΕΝΙΚΑ μιας μάζας νοούμενης σαν ένα πολυκέφαλο πρόσωπο. Είναι φανερό, λοιπόν, πως οι κομπάρσοι αποτελούν ένα είδος χορού που άλλοτε σχολιάζει και παρακινεί σε δράση και άλλοτε δρα —ανάλογα με τις γρήγορες μεταπτώσεις— απ’ το γενικό στο ειδικό και αντίστροφα.
Τούτες οι μεταπτώσεις, υπαγορευμένες απ’ την «ψυχολογική» ιδιομορφία της αλγερινής επανάστασης, δικαιολογούν τόσο τα απότομα ξεκινήματα και σταματήματα της δράσης όσο και την εκπληκτική τελευταία σκηνή στην οποία περιγράφεται το απροσδόκητο και εντελώς ξαφνικό (φαινομενικά) χύσιμο στους δρόμους ενός πλήθους έτοιμου να σαρώσει τους πάντες και τα πάντα ύστερα από δύο ολόκληρα χρόνια σχεδόν απόλυτης αδράνειας.

Η ταινία του Ποντεκόρβο δεν είναι μόνον η περιγραφή του πρώτου αντάρτικου των πόλεων. Είναι συγχρόνως και μια σοφή μαρξιστική μελέτη πάνω στο υποκείμενο της Ιστορίας, που είναι ταυτόχρονα και το αντικείμενο της: ο λαός φτιάχνει την Ιστορία για τον εαυτό του και όχι για τους αφεντάδες, τη φτιάχνει μόνος του και όχι διά εντολοδόχων. Βέβαια, έτσι γινόταν πάντα και ο Ποντεκόρβο δεν κομίζει γλαύκα εις Αθήνας. Όμως, γνωρίζετε πολλούς κινηματογραφιστές που κατάφεραν να χρησιμοποιήσουν ταυτόχρονα το υποκείμενο της ιστορίας και ως αντικείμενο της; Ο Ποντεκόρβο δεν απλοποιεί τη διαλεκτική για λόγους σκοπιμότητας και κατανοητότητας. Προτιμάει τη χεγκελιανή φόρμουλα “ταυτότητα της ταυτότητας και τη μη ταυτότητας” παρά την υπεραπλουστευμένη της μορφή “θέση-αντίθεση-σύνθεση” που προκάλεσε τόσες συγχύσεις και τόσες παρανοήσεις με την έννοια της χρονικής διαδοχής που προϋποθέτει. Στο χεγκελιανό σχήμα, κάτι “είναι και ταυτόχρονα παύει να είναι” την ίδια στιγμή, η κατάφαση εμπεριέχει την άρνηση της. Στο εκλαϊκευτικό σχήμα, η άρνηση έπεται χρονικά της κατάφασης και σ’ ένα τρίτο χρονικό στάδιο δημιουργεί μια νέα κατάφαση.

Ο Ποντεκόρβο είναι ένας πολύ μεγάλος διαλεκτικός, και η φήμη του κάθε άλλο παρά μύθος είναι. Ο Γαβράς και οι όμοιοι του, αν τον πρόσεχαν λιγάκι (και αν έπιαναν και κανένα βιβλίο στο χέρι τους), θα ντρέπονταν για ταινίες σαν την “Κατάσταση πολιορκίας” π.χ., με την οποία ο θεατής, αν βρει κάποιες ομοιότητες, θα πρέπει να τις θεωρήσει εντελώς τυχαίες».

 Από την – Arte Povera –

η μάχη του Αλγερίου

Μοναχά οι οργανωμένοι κομουνιστές [που νομίζουν πως είναι τέτοιοι, στην πραγματικότητα δεν είναι άλλο παρά βολεμένα γρανάζια στην ασφάλεια, την θαλπωρή ενός γραφειοκρατικού μηχανισμού-τέρατος που με τον κοινοτισμό έχει τόση σχέση όση εγώ με έναν αστροναύτη της ΝΑΣΑ ]. Αυτοί λοιπόν και η αστυνομία μοναχά μας αντιμετωπίζουν εχθρικά. Με τους πρώτους να καταρρίπτουν όλα τα ρεκόρ μιας και τους χαλούμε το παιχνίδι, ξεσκεπάζοντας καθημερινά στα μάτια του κόσμου την άθλια τους παράσταση.

Rock the casbah, The Clash.

Γνωρίζω ένα πρωινό, στο σιδηροδρομικό σταθμό τρεις αμερικάνους νεαρούς, μια κοπέλα και δύο αγόρια. Τους προσκαλώ στο σπίτι, τους φιλεύω και τους φιλοξενώ τη νύχτα, το χρειάζονταν. Την άλλη μέρα θα φύγουν για Μόντε Κάρλο στη Γαλλία, έτσι λέει το πρόγραμμά τους. Τα σακίδια στις πλάτες τραβούν την προσοχή μου μιας και νιώθω αιώνιος περιπλανώμενος ταξιδευτής.
Βγάζω με χαρά εισιτήριο και φεύγω μαζί τους. Μένουμε στο Πριγκιπάτο δυο μέρες και μια νύχτα και οι δρόμοι μας χωρίζουν. Εκείνοι συνεχίζουν στη Γαλλία κι εγώ επιστρέφω. Είναι όλα υπέροχα, η τσέπη όμως δεν αντέχει, η ζωή κοστίζει πανάκριβα εκεί. Το περπατήσαμε ολόκληρο, κρίμα που δεν πέσαμε σε περίοδο του γκράν πρι για να απολαύσουμε το θέαμα, αν και πιστεύω πως τότε οι τιμές θα τινάζονται στα ύψη.

Δεν σκέφτηκα ποτέ δεύτερη φορά πριν πάρω κάποια απόφαση, εννοώ πως δεν κοντοστάθηκα ποτέ, έδρασα αυθόρμητα, με την καρδιά περισσότερο παρά το μυαλό. Γι αυτό πιθανόν και να μου κάθισαν οι καταστάσεις. Για πολλά χρόνια συμβαίνει αυτό, μόλις μπαίνει στη μέση η αμφιβολία όλα χαλούν. Ίσως αυτό να είναι το αστέρι!
Εάν δεν κομπιάζεις, εάν δεν φοβάσαι το λάθος, τότε όλα πάνε καλύτερα. Τα προβλήματα ξεκινούν με την αμφισβήτηση των αποφάσεών σου, τη διστακτικότητα.
Εμπιστοσύνη. Αυτή είναι η μαγική λέξη που ανοίγει την πόρτα της ζωής διάπλατα.

Απαγορεύεται αυστηρά η γκρίνια.
Εμπιστοσύνη στον εαυτό σου και στο σύμπαν. Στην αρμονία που υπάρχει σε αυτό.
Ας σκεφτόμαστε αυτόνομα, ας δρούμε αυτόνομα, με εμπιστοσύνη και υπομονή. Κάθε στιγμή είναι μαγική, αυτή υπάρχει, ανεξάρτητη από το πριν και το μετά. Να τη ζήσουμε.
Να ακούμε. Να βλέπουμε. Να κοιτάζουμε με προσοχή. Κι αν χρειαστεί να περιμένουμε ένα λεπτό…. Ας το κάνουμε. Θα ακούσουμε. Ας δείξουμε εμπιστοσύνη. Θα δούμε.
Βλέπουμε!

DSC02236

Ματωμένη Κυριακή

Για μένα τραγουδώ – Βασίλης Παπακωνσταντίνου

Συνεχίζεται