ένοπλη πάλη, lotta armata

PRIMA LINEA Ένα νέο βιβλίο πηγαίνει στις ρίζες της Πρώτης γραμμής, τον άλλο ένοπλο αγώνα

 

Το «ένοπλο κόμμα» ήταν μια δημοφιλής έκφραση ανάμεσα στα τέλη της δεκαετίας του 1970 και τις αρχές της δεκαετίας του 1980. Δημοσιογραφικά αποτελεσματική, ήταν όμως λανθασμένη και παραπλανητική. Ακόμη και σήμερα επηρεάζει, παραμορφώνοντας, την εικόνα της ιστορικής αυτής φάσης. Στην πραγματικότητα απέδιδε την εικόνα ενός συνεκτικού ένοπλου μπλοκ παρά τις διαιρέσεις. Η όλη εμπειρία του ένοπλου αγώνα ήταν έτσι τυποποιημένη στις έννοιες και τις συνεκδοχές της κύριας οργάνωσης, η οποία όμως ήταν η μόνη που πραγματικά φαντάζονταν τον εαυτό της ως ένοπλο κόμμα: τις Ερυθρές Ταξιαρχίες. Η πραγματικότητα είναι ότι, αν υπήρχε ένα «ένοπλο κόμμα», υπήρξε επίσης και ένα «ένοπλο κίνημα» που ακολουθούσε πολύ διαφορετικές, και συχνά αντίθετες, συντεταγμένες και λογικές.

Η ΚΥΡΙΑ ΚΙΝΗΜΑΤΙΚΗ ΟΜΑΔΑ στα όπλα ήταν η Prima linea, η δεύτερη σημαντική ένοπλη οργάνωση, στην οποία ωστόσο η πληθώρα διαφημιστικών δραστηριοτήτων και η σπάνια ιστοριογραφία δεν έδωσαν μέχρι στιγμής ιδιαίτερη προσοχή, επικεντρωμένες όπως ήταν – και όπως παρέμειναν – στις Br και ειδικότερα στην εντυπωσιακότερη δράση τους, την απαγωγή Moro. Αυτό το κενό, το οποίο όμως δεν ήταν πλήρες, καλύπτεται τώρα από τον Andrea Tanturli, ερευνητή στη Φλωρεντία με το βιβλίο Πρώτη γραμμή. Ο άλλος ένοπλος αγώνας – Prima linea. L’altra lotta armata (1974-1981), vol. 1 (DeriveApprodi, pp. 380, euro 25).

Είναι ένα βιβλίο που πραγματικά δεν πρέπει να χάσουν όσοι ενδιαφέρονται για την ιστορία του ιταλικού επαναστατικού κινήματος της δεκαετίας του ’70. Αντιμετωπίζει την παραβολή της Pl με τα εργαλεία του ιστορικού, ακολουθώντας το χρονολογικό σχήμα αλλά χωρίς να επιδίδεται ούτε στην ανεκδοτολογία ούτε στο τυπικό δικαστικό μοντέλο που στολίζει περιγραφές επιθέσεων αλλά προσπαθεί αντ’ αυτού να ανακατασκευάσει, μέσα από ένα σχολαστικό έργο και επάνω σε ντοκουμέντα, τις πολιτικές ρίζες, την συγκυρία και το κοινωνικό πλαίσιο χωρίς τα οποία είναι αδύνατο να κατανοήσουμε την πραγματικότητα της Pl. Συγχρόνως συλλαμβάνει, μέσα στον καθόλου στρεβλωμένο καθρέπτη την ιστορία της Πγ, τη διαδρομή, το δίλημμα και τέλος την παθητική απόκλιση όλης εκείνης της πλευράς του κινήματος που, μετά από την καμπή, το ορόσημο του 1974, δεν είχε επιλέξει ούτε τη θεσμοποίηση ούτε το παράνομο κόμμα.

ΔΙΑΦΟΡΕΤΙΚΑ απ’ ότι οι Br που πάντα προσέχουν κυρίως στη βάση του Pci-Κκι και του παραδοσιακού εργατικού κινήματος, η Pl γεννιέται από το κίνημα και για το κίνημα. Οι μαχητές και τα ηγετικά στελέχη της, που προέρχονται κυρίως από τις εμπειρίες της συνεχούς Πάλης-Lotta continua και της εργατικής Εξουσίας-Potere operaio, διατηρούν επί μακρόν μια διπλή στράτευση: παρεμβαίνουν τόσο στις κοινωνικές συγκρούσεις όσο και στις ένοπλες ενέργειες. Καθ ‘όλη τη φάση της κυοφορίας και στα πρώτα χρόνια η περιοχή της Χωρίς ανάπαυλα-Senza tregua, μετασχηματισμένη αργότερα στην Πρώτη γραμμή, θεωρεί την ένοπλη εμπειρία αναστρέψιμη: ένα εργαλείο που πρέπει να χρησιμοποιηθεί ή να τεθεί κατά μέρος ανάλογα με τις συνθήκες και τις ανάγκες της ταξικής σύγκρουσης. Επί σειρά ετών περισσότερο «ημιπαράνομη-semiclandestina» παρά παράνομη, η Πγ είναι πολύ λιγότερο διαρθρωμένη από ότι οι BR, χωρίς μια πραγματική ομάδα κορυφής σε εθνικό επίπεδο, καθόλου προσεκτική στις ανάγκες του διαμερισμού, της τμηματοποίησης: συμβαίνει περισσότερες από μια φορές ορισμένοι αγωνιστές να αναγκάζονται να μη πάρουν μέρος σε ένοπλες δράσεις επειδή τραυματίστηκαν παίζοντας ποδόσφαιρο. Είναι παρούσα και δραστηριοποιείται κυρίως στο Μιλάνο, το Τορίνο και τη Φλωρεντία, εκτεινόμενη μέχρι τη Νάπολη. Από την άλλη πλευρά δεν πετυχαίνει ούτε η συνένωση με τους κομμουνιστικούς μαχόμενους Σχηματισμούς, παρά μια σύντομη φάση «ενοποιημένης διοίκησης», ούτε η «αποβίβαση» στην πρωτεύουσα, πιθανώς επειδή η ρωμαϊκή φάλαγγα των Br αποτελεί μια ανωμαλία, ούσα ένα είδος «κινηματίστικης φάλαγγας» .

Η ΟΡΓΑΝΩΣΗ αυτή καθεαυτή είναι ξεχωριστή από τις «ομάδες», οι οποίες έχουν το καθήκον να παρεμβαίνουν στο ζωντανό των συγκρούσεων με επιθέσεις λιγότερο στρατηγικού χαρακτήρα, έστω και αν στην πράξη οι δύο χώροι συχνά καταλήγουν να επικαλύπτονται. Η Pl γεννιέται αυστηρά συνδεδεμένη με τους αγώνες των εργατών, κυρίως σε καταστάσεις όπου το κίνημα είναι περισσότερο παρόν και οι συγκρούσεις περισσότερο αποφασιστικές, αλλά στη συνέχεια θα είναι προσεκτική στις συγκρούσεις που εξαπλώνονται στο κοινωνικό, στην οικολογία, την ηρωίνη, μέχρι τον φεμινισμό. Να την θεωρήσουμε «ένοπλο βραχίονα του κινήματος», τονίζει στον πρόλογο ο Tanturli, είναι όμως ένα λάθος. Η φιλοδοξία ήταν υψηλότερη: να κατευθύνει το κίνημα προς μια κατάληξη και μια νικηφόρα διέξοδο από την αντεπίθεση που έπαιρνε μορφή στο τέλος της ανερχόμενης φάσης της εργατικής σύγκρουσης.

Αυτό τον πρώτο τόμο, ο συγγραφέας αφιέρωσε εκτενώς στη φάση της «κύησης», ακριβώς τα έτη μεταξύ 1974 και 1977. Πρωταγωνιστής δεν είναι μόνο ο χώρος της Χωρίς ανακωχή-Senza tregua, από τον οποίο θα γεννηθεί η Pl, αλλά ολόκληρη η αυτονομία ιδιαίτερα η μιλανέζικη. Η εν λόγω διατομή επιτρέπει να γίνει o απολογισμός της συνολικής εικόνας και της συζήτησης μέσα στην οποία ωρίμασε η ένοπλη επιλογή, σε τομείς πάντα μειοψηφικούς αλλά όχι ασήμαντους του κινήματος. Ήταν μια σε μεγάλο βαθμό αμυντική κίνηση, η προσπάθεια να αποφευχθεί ένα αποτέλεσμα που εμφανίζονταν σε μια προοπτική ήδη καθορισμένη, μετά την αναδιάρθρωση που ακολούθησε το πετρελαϊκό σοκ του ’73, υψώνοντας το διακύβευμα και μετακινώντας το έδαφος της ταξικής σύγκρουσης.

ΣΤΟΝ ΔΕΥΤΕΡΟ ΤΟΜΟ ο Tanturli θα ασχοληθεί με την τελευταία φάση της υπόθεσης Pl: τις διασπάσεις, τις «στρατηγικές οπισθοχωρήσεις», τη διάλυση, τη συλλογική διάσταση. Αλλά ήδη στο τέλος αυτού του τόμου καταγράφεται η ήττα του στοιχήματος της. Η «κινηματίστικη-movimentista» ένοπλη οργάνωση κατέληξε υιοθετώντας εκείνο το ταξιαρχίτικο μοντέλο σε αντίθεση με το οποίο γεννήθηκε. Ο Tanturli δικαιολογεί το στρίψιμο στο τιμόνι με τις συνέπειες της απαγωγής του Μόρο, η οποία ανάγκασε να επικρατήσουν σε όλους οι έννοιες της στρατιωτικής σύγκρουσης έναντι των πολιτικών, αλλά κυρίως στη διάλυση του κινήματος. Χωρίς το οποίο η Pl δεν είχε πλέον λόγο να υπάρχει.

* Πηγή: Andrea Colombo, IL MANIFESTO

ένοπλη πάλη, lotta armata

PRIMA LINEA Στα ίχνη της χίμαιρας. Ξεκινώντας από το βιβλίο “Prima linea. L’altra lotta armata”- »Πρώτη γραμμή. Η άλλη ένοπλη πάλη»

 

Ο προβληματισμός του Girolamo De Michele για την εργασία έρευνας του Andrea Tanturli «Prima linea. Ο άλλος ένοπλος αγώνας (1974-1981)”

 

Το να γράψει κάποιος ένα ιστορικό δοκίμιο  un saggio storico γύρω από την εμπειρία της Πρώτης Γραμμής Prima Linea (Pl) είναι ταυτόχρονα μια επίπονη και απαραίτητη εργασία. Πολύ επίπονη, επειδή η Pl είχε μια πολύπλοκη καταγωγή, η οποία δεν συμπυκνώθηκε αμέσως σε μια μοναδική, μονοσήμαντη και μονολιθική γραμμή: περισσότερο από ένα νήμα, η ιστορία της εμφανίζεται σαν ένα σχοινί που αποτελείται από πολλές μπλεγμένες απαρχές, από τις οποίες κρέμονται άλλα λυμένα σχοινιά. Σε αυτό να προσθέσουμε την απουσία αξιόπιστων ιστορικών ανακατασκευών, σε συνδυασμό με μια προφανή απροθυμία να διηγηθούν τη δική τους ιστορία εκ μέρους των αγωνιστών της (με λίγες εξαιρέσεις: ο Sergio Segio και, πιο πρόσφατα, η Susanna Ronconi και η Marina Premoli). Η γεφύρωση αυτού του κενού στην ιστορία των επαναστατικών μετα-68 κινημάτων στην Ιταλία δεν είναι μόνο ζήτημα ιστοριογραφικής πληρότητας: πρόκειται για την αναγνώριση ότι κάθε ιστορική αναπαράσταση είναι πάντοτε μερική, πάντα διαμεσολαβούμενη από τα διαθέσιμα έγγραφα-ντοκουμέντα και την επιλογή που γίνεται επάνω σε αυτά.

Δεν είναι τυχαίο ότι, στο φαντασιακό που έχει επικρατήσει, για την Πρώτη γραμμή έχουν δοθεί σε μεγάλο μέρος μια σειρά από παραπλανητικές-διαστρεβλωμένες αναπαραστάσεις: μια οργάνωση μικρότερη σε σύγκριση με τις κόκκινες Ταξιαρχίες, με «προδιάθεση» στη μεταμέλεια λόγω των υποκειμενικοτήτων που την συνέθεταν ( εκεί όπου κανένας από τους ιδρυτές της δεν μετανόησε), στερημένη μιας σταθερής πολιτικής γραμμής και επακόλουθης θεωρητικής επεξεργασίας – παρά το γεγονός της διαπίστωσης πως μια σταθερή ορθοδοξία έχει αντ ‘αυτού δημιουργήσει την εκτροπή των εκτελεστών στις φυλακές με αποτέλεσμα και συνέπεια την δημιουργία Κάιν από πλευράς του μεγαλύτερου μέρους των φυλακισμένων ταξιαρχιτών 1. Ακόμη και η σύγκριση, η ταυτοποίηση που μερικές φορές αναφέρεται από ορισμένους μαχητές, με την ταινία Il Mucchio selvaggio-Η άγρια Συμμορία του Sam Peckinpah, βοηθά να δοθεί ένα picaresque-πικαρέσκο χρώμα στην ιστορία της Pl, αλλά κινδυνεύει να επιβεβαιώσει εκείνη την σιωπηρή συμφωνία στην κυρίαρχη ιστοριογραφία γύρω από τα λεγόμενα «χρόνια του μολυβιού» που οδηγεί-αποδίδει ολόκληρη την ένοπλη εξέγερση στις BR. Μια ανακατασκευή που εμφανίζει την ένοπλη ανταρσία ως ένα μοναδικό φαινόμενο, ένα είδος UFO, με αμοιβαία ικανοποίηση εκείνων που θέλουν να αρνηθούν τη διαδεδομένη-διάχυτη φύση της και τις κοινωνικές της ρίζες, και εκείνων που θέλουν να ανοικοδομήσουν μιαν ιστορική τους νομιμοποίηση εκ των υστέρων.

Αυτό θα αρκούσε για να καταστήσει άξια προσοχής την έρευνα του Andrea Tanturli, μιας διδακτορικής διατριβής από την οποία προέρχεται ο πρώτος αυτός τόμος του βιβλίου Πρώτη γραμμή. Ο άλλος ένοπλος αγώνας (1974-1981), ο οποίος πηγαίνει από τις απαρχές μέχρι το τέλος του 1979. Υπάρχουν όμως και συγκεκριμένες πτυχές του ιστοριογραφικού έργου που αξίζει να επισημανθούν, να έρθουν στο φως. Όπως και οποιοσδήποτε αληθινός ιστορικός, ο Tanturli αναρωτήθηκε ποια έγγραφα και ερμηνευτικά πλαίσια να αποδεχτεί ή να απορρίψει: η επιλογή του αποτελεί ένα μικρό μάθημα στη μέθοδο. Σε πρώτη φάση κράτησε απoστάσεις από τις «continuistiche» ανακατασκευές [a] – από τα Κόκκινα Τετράδια Quaderni Rossi στις δολοφονίες των BR χωρίς ενδιάμεσες στάσεις – που εγκαινιάστηκαν από τον Angelo Ventura, τις συνωμοσιολογίες αλά Flamigni, και ορισμένες απερίσκεπτες ανακατασκευές του Gotor. Την ίδια στιγμή, ο Tanturli προειδοποιεί ότι «δεν θα βασίζεται, δεν θα δείξει εμπιστοσύνη μόνο στον ημερήσιο Τύπο για να ανασυγκροτήσει το χρονικό των επεισοδίων» (σ. 340), ούσες οι εφημερίδες «κατάσπαρτες από σφάλματα και ανακρίβειες» και σε κάθε περίπτωση «μια εξαιρετικά επίπεδη πηγή, μη προικισμένη στην εμβάθυνση και δύσκολης επαλήθευσης» (σ. 19).

Η χρήση των δικαστικών πρακτικών και των αναμνήσεων είναι πιο περίπλοκη: αν ο συγγραφέας επιλέγει να «δώσει πίστη, με την απαραίτητη προσοχή, στις δηλώσεις των μαχητών, ακόμη και των μεταμεληθέντων, πεπεισμένος ότι ορισμένοι από αυτούς επέστρεψαν συνολικά μια πιστή εικόνα της ζωής της οργάνωσης» (σ. 19),είναι επίσης αλήθεια ότι κατά την εξέταση των μεμονωμένων δηλώσεων εμφανίζεται μια σαφής υποψία προς ένα συγκεκριμένο είδος μεταμέλειας που, αντί να ανακατασκευάζει ή να ερμηνεύει «τρέφεται από εξαρτήσεις, τείνει να έρχεται να συναντήσει τα ερωτήματα των ανακριτών» 2. Βρισκόμαστε εδώ επάνω στην ράχη που χωρίζει δύο διαφορετικές πραγματικότητες, εκείνη την ανακριτική και δικαστική, και εκείνη την πολιτική και ηθική. Εάν όντως «οι λέξεις» μετανοούντες» και » διαχωρισμένοι» επιβλήθηκαν τότε για να ορίσουν διαφορετικές κατηγορίες και νομικά μέτρα που χωρίς να το συνειδητοποιήσουμε ανέκτησαν από το πιο σκοτεινό βάθος του ιταλικού παρελθόντος κατηγορίες θρησκευτικής προέλευσης όπως η μετάνοια», 3  ο διαχωρισμός υπήρξε έκφραση μιας προσπάθειας να λογαριαστούν με την ιστορία και τα δικά τους λάθη, μέσα στο πλαίσιο μιας ήττας των ένοπλων υποθέσεων των οποίων μόνο ένα μέρος των μαχητών θέλησε να λάβει υπόψιν. Με τα λόγια της Susanna Ronconi: «η διάσταση άνοιξε ένα χώρο, με τους τρόπους που κατέστησε εφικτούς η κατάσταση, και εκείνοι που εκείνη την εποχή δεν την αποδέχτηκαν σήμερα θα έπρεπε να την καταλάβουν, εκ των υστέρων. Ήμασταν οι πρώτοι που ανακατασκευάσαμε την ιστορία μας τοποθετώντας την μέσα στην ιστορία αυτής της χώρας, λέγοντας ότι εάν δεν είχαμε δίκιο είχαμε λόγους, και αυτοί που λεν ότι «ξεπουλήσαμε» μια ιστορία ψεύδονται γνωρίζοντας πώς το κάνουν». 4

Αφού εξερευνήθηκε η εργαλειοθήκη του ιστορικού, φτάνουμε στο αντικείμενο της κατασκευής του. Για την Πρώτη γραμμή ο Tanturli είναι ξεκάθαρος: «τα μέλη της Pl πρώτα από το να είναι παράνομοι μαχητές ήταν αυτόνομοι αγωνιστές». Αλλά η Pl δεν ήταν «sic et simpliciter» , όμορφα κι απλά θα έλεγα, ένας κώδικας κάλυψης για τον κεντρικό εγκέφαλο μιας υποτιθέμενης οργανωμένης Αυτονομίας, είναι επομένως απαραίτητο να βγούμε από το σχήμα της αθωότητας ή της ενοχής, μη ιστοριογραφικές κατηγορίες, πιο κατάλληλες για δικαστές που κάνουν τους ιστορικούς και ιστορικούς με το σύμπλεγμα, το κόμπλεξ των δικαστών » (σ. 8). Το οποίο σημαίνει αναγνώριση της πολυφωνίας, της ποικιλίας, της επιθυμητικής και σχιζομετροπολιτανικής φύσης, για να το πούμε στη γλώσσα της εποχής, της αυτονομίας: «Υπήρχαν περιοχές της αυτονομίας, οι οποίες, μολονότι δεν απέρριπταν την πολιτική βία, έμειναν μακριά από οργανωμένες εξελίξεις υπό την έννοια του ένοπλου αγώνα, άλλες που παρέμειναν μπλεγμένες λίγο-πολύ οικειοθελώς, άλλες που θα εξελιχθούν, όχι χωρίς τραύματα, σε παράνομους σχηματισμούς» (σ. 8). Και επομένως να αναγνωρίσουμε εκείνο το πολύπλοκο, πολυπληθή χαρακτήρα του χώρου της κοινωνικής και πολιτικής ανταρσίας που δεν μπορεί να περιοριστεί σε ενότητα. Έτσι ένα βιβλίο σαν αυτό δεν μπορεί να είναι ο λόγος που κατατάσσει τα πάντα γύρω από την Pl, αλλά μια συμβολή, με τα εργαλεία της ιστορικής έρευνας, που θα έπρεπε – είναι μια ευχή και μια ελπίδα, καθώς και μια ανάγκη – να ενθαρρύνει έναν πολλαπλασιασμό αφηγήσεων, ίσως λιγότερο επιστημονικών και περισσότερο υποκειμενικών, ικανών να δώσουν λόγο, να εξηγήσουν «για την χίμαιρα που για μια φορά μονάχα ενώθηκε με τα κεφάλια στην piazza Solferino: πέθανε λόγω λειτουργικής ανεπάρκειας του τερατώδους οργανισμού της, όπως ορισμένα φτωχά πλάσματα που γεννήθηκαν στα εργαστήρια, πάρα πολύ ή ελάχιστα εξοπλισμένα για να ζήσουν, να αναπνέουν, να τραφούν, όπως κάνουν καθημερινά λιγότερο φιλόδοξοι οργανισμοί » 5.

Λίγο όπως ο Tristam Shandy, η Prima linea χρησιμοποιεί πολύ χρόνο για να γεννηθεί, παρόλο που οι συζητήσεις γίνονταν για πολύ καιρό. Αυτή δεν είναι μια γραμμική και τελεολογική διαδικασία που από τη Lotta continua-Συνεχή Αγώνα και το Potere Operaio-Εργατική Εξουσία, μέσα από την Senza Tregua-Χωρίς Ανακωχή, οδηγεί στην Pl, αλλά μια μια σειρά διασχίσεων, κατά την διάρκεια των οποίων κάθε βήμα περιλαμβάνει αποκτήσεις και απώλειες, οι οποίες ίσως αξίζουν μεγαλύτερη έρευνα και εμβάθυνση (σκέφτομαι κυρίως στη φιγούρα του Mario Dalmaviva). Και, αξίζει να το υπενθυμίζουμε, όπου κάθε πέρασμα δεν υπαγορεύεται από μια θεωρητική αφαίρεση, αλλά από την υποκειμενική ερμηνεία συγκεκριμένης δημιουργίας και ύπαρξης των αγώνων και των ανταγωνισμών. 6 Το οποίο καθιστά δύσκολο να προτείνουμε μια ανασυγκρότηση που να διακρίνει-να ξεχωρίζει «μια πρώτη και μια δεύτερη Πγ, στην οποία να διανέμουμε ετικέτες αυθορμητισμού και βιαιότητας» [σ. 8]: δηλαδή, τον μύθο της προέλευσης του οποίου ακολουθεί αναπόφευκτα μια καταστροφική πτώση. Εκ των πραγμάτων, είναι η ίδια κατηγορία «προέλευσης-καταγωγής» που πρέπει να υποβληθεί σε σκληρή κριτική: σαν η έξωση από τον Κήπο της Εδέμ να υπήρξε ο καρπός μιας προδοσίας της αρχέγονης αγνότητας, ήτοι ήταν ήδη εγγεγραμμένη στην πράξη της γέννησης. Κακή μυθολογία, και στις δύο περιπτώσεις. Αντίθετα, είναι αλήθεια ότι κάθε διαδικασία εκδηλώνει μια πολλαπλότητα δυνατοτήτων, και πως κάθε απόφαση συνεπάγεται τη μείωσή τους, αλλά και την εμφάνιση νέων δυνατοτήτων. Αλλά οι διαδικασίες και τα γεγονότα δεν συμβαίνουν in vitro, [β] αλλά μέσα σε κατοικημένα και απρόβλεπτα πλαίσια, από την αλληλεπίδραση των οποίων η δυναμική της δυνατότητας μπορεί να εκτιναχθεί εκ νέου ή να σκληρυνθεί μέχρι τη σύλληψη, την στάση, την διακοπή. Με αυτό τον τρόπο, ένα ερώτημα που αντηχεί στον πρωταγωνιστή του Piove allʼinsù Βρέχει προς τα πάνω – «Σίγουρα, θα άρεσε και σ’ εμένα να εντοπίσω ένα συγκεκριμένο σημείο κατά τις ημέρες εκείνες, και να δω πού αποφασίστηκε ο πόλεμος των ζωντανών και των νεκρών» –προορίζεται να παραμείνει εκκρεμής λόγω απουσίας, και ταυτόχρονα λόγω υπερβολής απαντήσεων: Piazza Fontana; Feltrinelli; Calabresi; Varalli; Ευλόγως, αξίζει να ακολουθήσουμε την πορεία των γεγονότων, για να επαληθεύσουμε σε ποιες στιγμές η πολλαπλότητα των πιθανών έχει αποκοπεί από την Μεγάλη Θεριστή της ιστορίας, μέχρι το σημείο να καταστεί η διαδρομή μη αναστρέψιμη. Για παράδειγμα, όταν έχει ξεπεραστεί το όριο της ανθρώπινης ζωής, κάνοντας την πολιτική ανθρωποκτονία μια συνηθισμένη, αν όχι αναπόφευκτη, πράξη: και εδώ, περισσότερο από κάθε άλλη θεώρηση, αξίζει η προοδευτική στρατιωτικοποίηση των λεξιλογίων, η παραδοχή της γλώσσας εκείνου του Κράτους που στην ανυπακοή είχε κηρύξει έναν πόλεμο δίχως ενδοιασμούς και χωρίς ανάπαυλα. Η Pl δεν γεννιέται με την ιδέα να ρίξει επάνω στο προλεταριάτο την κομματική γραμμή στην οποία οι μάζες, ανίκανες για αυτόνομη πρωτοβουλία, θα έπρεπε γλυκύτατα να υποβληθούν (για να αναπαράγουν ένα ταξίδι με τρένο που από την εορταστική αναχώρηση τον Οκτώβρη θα είχε για προορισμό τον χειμώνα της Σιβηρίας).

Αν θέλουμε να θέσουμε δύο κατευθυντήριες γραμμές, μπορούμε να τις εντοπίσουμε και να τις σχεδιάσουμε ξεκινώντας από την ανάγκη μιας «πολιτικής ανασύνθεσης της τάξης που καθοδηγείται από τους οργανωμένους (και ένοπλους) τομείς της τάξης, ένα σχέδιο ηγεμονίας του εργοστασίου επάνω στα νέα αναδυόμενα στρώματα του προλεταριάτου», και την πρόταση μιας δομής που τίθεται στην υπηρεσία του κινήματος, που έχει διαρθρωθεί σε πολλά επίπεδα – την οργάνωση αυτή καθεαυτή, τις ομάδες, τις περιπολίες – για να διασχίσουν αυτή τη «στενή πόρτα» που είναι ο «μακροχρόνιος εμφύλιος πόλεμος». Ταυτόχρονα, εκθειάζεται-δοξάζεται «ο ολοκληρωτικός ανταγωνισμός μεταξύ του συστήματος των αναγκών του προλεταριάτου» και της «αναγκαιότητας του κεφαλαίου να επιβάλει τους δικούς του κανόνες σε ολόκληρη την κοινωνική οργάνωση». Αν η επίθεση πρέπει να στρέφεται κατά της «απίστευτης εξάπλωσης των εκφραστών της κυριαρχίας», για τον Tanturli «καθίσταται αυθόρμητο να σκεφτόμαστε σε ένα είδος«μικροφυσικής της εξουσίας», ένα επί πλέον στοιχείο που τοποθετεί την Pl σε μια αν και επισφαλή επικοινωνία με το πολιτισμικό υπόβαθρο στη βάση του προβληματισμού επί της νεωτερικότητας «(σ. 133). Στις διατυπώσεις της Pl αντηχούν, δεν έχει σημασία το πόσο συνειδητά (όπως εξάλλου και σε μεγάλο μέρος της αυτονομίας) οι σελίδες του Foucault από τα βιβλία Επιτήρηση και τιμωρία και Μικροφυσική της εξουσίας. Αλλά εάν οι έρευνες του Foucault είχαν τις ρίζες τους στις πρακτικές των νέων εγκάρσιων αγώνων, έλειπε στις πρακτικές και τις θεωρίες του καιρού μια πλήρης κατανόηση της περίπλοκης σχέσης μεταξύ υποταγής και υποκειμενισμού. Παραμένει πως «η ένδειξη συγκρουόμενων εδαφών όπως εκείνο της υγείας, της ψυχιατρικής, της περιβαλλοντικής τοξικότητας συνεπάγεται έναν λόγο για την ποιότητα της ζωής φιλόδοξο-ανεφάρμοστο στην εφαρμογή του, αλλά σε θέση να αντιληφθεί τις αντιφάσεις του σύγχρονου κόσμου και του μοντέλου ανάπτυξής του» (σ. 337).

Είναι επίσης αλήθεια ότι ολόκληρη η υπόθεση που υποστηρίζει τον γαλαξία της Pl και των ομάδων βασίζεται σε προϋποθέσεις που η σκληρή πραγματικότητα των γεγονότων θα βαλθεί να διαψεύσει. Πρώτον, το ότι υποτίμησε το βάθος των διαδικασιών αναδιάρθρωσης σε εξέλιξη, οι οποίες επαναπροσδιορίζουν ριζικά την ίδια την εργατική υποκειμενικότητα. Η αυτοματοποίηση, η επέκταση των γραμμών παραγωγής στην επικράτεια, η εξωτερική ανάθεση ήταν ήδη διαδικασίες σε εξέλιξη, κατά των οποίων οι επιδρομές στους χώρους μαύρης εργασίας, ή η βία εναντίον των μεμονωμένων προσώπων της «επιχειρησιακής διοίκησης» αποδεικνύονται ανίσχυρες. Το κεφάλαιο ξεκινούσε τις διαδικασίες της παγκοσμιοποίησης, ως απάντηση στον ισχυρό κύκλο των αγώνων που νευρώνουν το ’68 και των επόμενων χρόνων σε μεγάλο μέρος της Δύσης: ενάντια στις οποίες έλειπε η ικανότητα να φανταστεί μια πρακτική στο ύψος των περιστάσεων, της επίθεσης.

Η υποχώρηση του κοινωνικού εργάτη, που παρέμενε αναδιπλωμένος στον εαυτό του – και λόγω της ανικανότητας των διαφορετικών πραγματικοτήτων του κινήματος να τον ξεδιπλώσουν – οδήγησε στη σταδιακή συρρίκνωση εκείνης της περιοχής της υπονόμευσης και της ανταρσίας από την οποία θα έπρεπε να ωφεληθεί, να αποκτήσει σφρίγος ο «εμφύλιος πόλεμος μακράς διάρκειας». Βλέποντας καλύτερα, μέσα στην Pl η έλλειψη επιβεβαίωσης μιας σαφούς ερμηνείας της σχέσης μεταξύ οργάνωσης και ομάδων, και η έλλειψη συγχώνευσης με άλλους μαχόμενους σχηματισμούς, έχουν τη ρίζα τους στην εξάντληση της ώθησης που προέρχεται από τους αγώνες. Ήδη σε τροχιά ξεφτίσματος, η Pl »θα καταναλώσει τις ενέργειες που της απέμειναν επιστρέφοντας στο περιβάλλον από το οποίο ξεκίνησαν όλα, το εργοστάσιο, το οποίο πλέον έχει σχεδόν ισοπεδωθεί στην συγκρουσιακή αρχιτεκτονική του» (σ. 357). Αλλά «να ταμπουρωθεί» στην ανάληψη ενός είδους «αντιπροσώπευσης, υποκατάστασης σε εκείνη που θα έπρεπε να είναι η δύναμη ενός κοινωνικού κινήματος» (Susanna Ronconi, σ. 335) είναι, εκ των πραγμάτων, η παραδοχή μιας ήττας.

Η εξάπλωση της ηρωίνης, με πολύ πιο καταστροφικές συνέπειες από τις βόμβες στις τράπεζες και τις πλατείες και στα τρένα – την οποία υπογραμμίζει ο συγγραφέας αρκετές φορές, αποτυπώνοντας τις ενέργειες των ομάδων ενάντια στους διακινητές μέσα στην «ανάδυση νέων επιπέδων και νέων μορφών ανταγωνισμού» (σ. 200) – είναι, στα ίσα με την αναδιάρθρωση της παραγωγής, κάτι που δεν μπορούσε να αντιμετωπιστεί μόνο με τη δύναμη των όπλων (και που θα διασχίσει την ίδια Pl). Και πιστοποιεί τον κυνισμό του Κράτους που εξαπολύει έναν πόλεμο ενάντια σε μια ολόκληρη γενιά για να στραγγίξει τη θάλασσα της ανατροπής, της ανταρσίας.

Του οποίου κυνισμού, αξίζει να αναφέρουμε δύο έγγραφα. Την έκθεση του Dalla Chiesa του 1979 σχετικά με τη δραστηριότητα του ειδικού πυρήνα του, όπου επιδιώκεται με ωμά λόγια η επιτακτική απομάκρυνση »τουλάχιστον από την άσκηση της ποινικής δράσης» »εκείνων των στοιχείων που είναι ευρέως γνωστά ως εξωκοινοβουλευτικοί»: τους «έχοντες κουλτούρα» και τους «κομιστές» ως νομικούς εγγυητές και νομικίστικου χαρακτήρα – για «διευκολύνσεις» ή «συμβιβασμούς» » (pp. 178-79). Και μια επιστολή του Dino Sanlorenzo, ενός από τους δημιουργούς του διαβόητου ανώνυμου ερωτηματολογίου του τορινέζικου PCI-ΚΚΙ για την τρομοκρατία, σχετικά με την παρουσία του Segio και της Ronconi σε έναν κοινωνικό συνεταιρισμό το 1988: «Ο Δήμος ας τους δώσει και παραγγελίες, […] για παράδειγμα να γυαλίζουν και να τακτοποιούν τους τάφους εκείνων που σκότωσαν, φέρνοντας λουλούδια σε εκείνους που δολοφονήθηκαν από την Πρώτη γραμμή. Θα μπορούσαν να αφιερώσουν τον εαυτό τους σε άτομα με ειδικές ανάγκες ή να φτυαρίζουν χιόνι όταν υπάρχει» (σ. 326): όπου η εξίσωση των «ατόμων με ειδικές ανάγκες» με τις εργασίες στα νεκροταφεία, ή σε κάθε περίπτωση στα απόβλητα, λέει τα πάντα. Όμως πρέπει να υπογραμμιστεί, δίπλα στην υπερεκτίμηση της θέλησης του κοινωνικού εργάτη να κατέβει στο έδαφος του εμφυλίου πολέμου, η υποτίμηση της στρατιωτικής και κοινωνικής δύναμης της εξουσίας έναντι της οποίας οι διάφορες επιλογές του ένοπλου αγώνα διαρρήχθηκαν: ένα ακόμη σοβαρότερο πολιτικό σφάλμα σε ένα σχηματισμό ο οποίος είχε μια πολύ καλή διαίσθηση σχετική με τη μοριακή και δικτυωτή δομή της εξουσίας.

Αλλά αν τελείωσε η επανάσταση, αν το εργοστάσιο, την παραμονή των γιγαντιαίων αντιποίνων πρώτα με τις 61 πολιτικές απολύσεις, και στη συνέχεια με τους 14.500 που εκδιώχθηκαν (που ήταν και αυτές πολιτικές απολύσεις), ήδη έλαμπε από το πικρό φως που φωτίζει τα ερείπια: ήταν δυνατόν να σταματήσουν επάνω σε εκείνο τον δρόμο που θα είχε οδηγήσει σε ενέργειες, καταστροφικές τόσο σε πολιτικό όσο και σε ανθρώπινο επίπεδο, στη δολοφονία του Alessandrini, του Emanuele Iurilli και του William Waccher; Το στιγμιότυπο της κηδείας της Barbara «Carla» Azzaroni, στην οποία συμμετείχαν χιλιάδες σύντροφοι και συντρόφισσες, μπορεί να είναι ενδεικτικό μιας κατάστασης αναστολής που θα μπορούσε ίσως να ήταν εφικτή: «Μια ήρεμη ματιά στην κατάσταση και σε εκείνη την κηδεία θα ήταν αρκετή για να παραιτηθούμε από τα αντίποινα, για να ψυχράνουμε τον θυμό και να ξεκινήσει μια σοβαρή εξέταση του τι πρέπει να κάνουμε. Αλλά ήταν λες και μπροστά σε κάθε σφάλμα και κάθε επιχειρησιακό πλήγμα να αυξάνονταν το πέπλο μπροστά στα μάτια και η θέα να θολώνονταν όλο και περισσότερο» 7. Λες και με τη δολοφονία του Emanuele Iurilli, του αθώου θύματος μιας ενέργειας αντιποίνων, « διαρρηγνύεται οριστικά το λεπτό νήμα μεταξιού που ακόμα μας έδενε στο κίνημα και στην πραγματικότητα» (Bruno Laronga, σ. 333), και διότι εκείνη η σχέση με την πραγματικότητα ήταν ήδη λεπτή σαν μια κλωστή.

Στις αναπαραστάσεις των διαφορετικών εκδηλώσεων του ανταγωνιστικού κινήματος της δεκαετίας του ’70, εμφανίζεται πάντα μια στιγμή στην οποία θα πρέπει να πούμε, και μερικές φορές το λέμε, 8 πως «δεν υπάρχει πλέον χρόνος». Ότι οι πιθανοί έχουν εξαντληθεί, και εν απουσία του δυνατού η ζωή, το κίνημα, το είναι, ασφυκτιά. Είναι αυτό το αίσθημα ασφυξίας που κλείνει αυτόν τον πρώτο τόμο: στο κατώφλι εκείνων των χρόνων Ογδόντα από τα οποία όχι λίγοι βγήκαν πλέον ζωντανοί. «Δεν αρκεί να είσαι σωστός, δεν φτάνει να έχεις δίκιο: πρέπει να σου το δώσουν το δίκιο «, είπε κάποιος, λόγια που ταιριάζουν επίσης στην ιστορία της Πρώτης γραμμής, στους πεσόντες αγωνιστές της (ο καθένας έχει το δικό του Spoon River, η καθεμιά από αυτές αξίζει σεβασμό) και στους πολλούς που έχουν ξαναρχίσει, με νέες μορφές, τους αγώνες που διακόπηκαν από την κράτηση: ένα μεγάλο μέρος εκείνων των εγκάρσιων αγώνων για το περιβάλλον, την αναγνώριση, το δικαίωμα στη ζωή των κρατουμένων, των τοξικομανών,των διαφορετικά κρατουμένων που οι σκέψεις και η εξυπνάδα της Pl είχε διαισθανθεί. Εμφανείς αντιφάσεις, οι οποίες βρίσκουν σε μια ιστορία που σήμερα φαίνεται μακρινή (αρκετά για να μπορεί να ιστοριοποιηθεί) καρστικές ρίζες και διαδρομές.

*****

a] continuismo Τάση μιας συγκεκριμένης ιστορικής κριτικής να υπογραμμίζει μια ουσιαστική συνέχεια μεταξύ στιγμών, φάσεων, ιστορικών εποχών που κανονικά θεωρούνται εντελώς διαφορετικές και διαφοροποιημένες

[β] in vitro  «Στο γυαλί», σχετικά με τη βιολογική διαδικασία που αναπαράγεται στο εργαστήριο εκτός του οργανισμού.»καλλιέργειες in vitro»

Note

  1. Σε σύγκριση με τους 911 καταδικασθέντες των Br, υπάρχουν 923 της Pl, στους οποίους προστίθενται οι 149 των οργανωμένων Κομμουνιστών για την προλεταριακή απελευθέρωση (Colp) και τους δεκάδες μαχητές άλλων μικρών ακρωνυμίων (βλέπε Renato Curcio, La mappa perduta, Ο χαμένος χάρτης Sensibili Alle Foglie 1994- Giorgio Galli, Κόκκινο Μολύβι, Piombo Rosso La storia completa della lotta armata dal 1970 a oggi Η πλήρης ιστορία του ένοπλου αγώνα από το 1970 μέχρι σήμερα, Baldini Castoldi Dalai 2004- Sergio Segio, Μια ζωή στην πρώτη γραμμή Una vita in Prima linea, Rizzoli 2006). Για την περίοδο των «εκτελεστών των φυλακών» βλέπε τη νέα έκδοση του Sergio Segio, Miccia corta. Una storia di Prima linea, Κοντό φυτίλι. Μια ιστορία της Πρώτης γραμμής Milieu 2017, σελ. 206-219; και Toni Negri, Galera ed esilio, Φυλακή και Εξορία με την επιμέλεια του G. De Michele, Ponte alle Grazie 2017, σελ. 41-43. Nella pagina facebook dedicata al libro Στην σελίδα facebook αφιερωμένη στο βιβλίο μπορείτε να βρείτε πολλά αρχειακά έγγραφα και άλλες πηγές (πρωτοβάθμιες και δευτεροβάθμιες) που ο εκδοτικός οίκος του βιβλίου του Andrea Tanturli, DeriveApprodi, θέτει στη διάθεση των αναγνωστών.
  2. Η αναφορά αφορά στην κατάθεση του Michele Viscardi κατά τη διάρκεια της δίκης του Τορίνο στην Pl (συγκεκριμένα, σχετικά με την υπόθεση ενός «ποντικού» στο γραφείο του Εισαγγελέα του Τορίνο που παρέσχε πληροφορίες σχετικά με τον δικαστή Alessandrini: υπόθεση που δεν βρήκε επαλήθευση) (σ. 302).
  3. Adriano Prosperi, «ιταλική Τρομοκρατία. Οι πόρτες εισόδου και εξόδου » Terrorismo italiano. Le porte di entrata e di uscita, στο Παρελθόν και παρόν, Passato e presente, n. 96, 2015, σελ. 164, Ο Prosperi μιλά για την Monica Galfré, Ο πόλεμος τελείωσε. Ιταλία και η έξοδος από την τρομοκρατία 1980-1987, La guerra è finita. LʼItalia e lʼuscita dal terrorismo 1980-1987.
  4. “Susanna Ronconi. Una vita da film” Μια ζωή σαν ταινία», in Rossella Simone, Donne oltre le armi, Γυναίκες πέρα από τα όπλα Derive e approdi, 2017, σ. 98.
  5. Luca Rastello, Piove allʼinsù, Βρέχει προς τα επάνω Boringhieri 2006, σ. 156.
  6. Παραδειγματική, π.χ. η γένεση της Senza Tregua-Δίχως ανακωχή, μέσα στο εργοστάσιο Magneti Marelli του Sesto San Giovanni (σελ. 71-85), που ανακατασκευάστηκε επάνω στο ρυθμό των αγώνων και τις μάχες της αυτονομίας μέσα στην εργοστασιακή σύγκρουση.
  7. Sergio Segio, Una vita in Prima linea, Μια ζωή στην Πρώτη γραμμή, Rizzoli 2006, σ. 168.
  8. Δείτε το εισαγωγικό δοκίμιο των De Lorenzis, Guizzardi, Mita στο Avete pagato caro non avete pagato tutto. La rivista «Rosso» »πληρώσατε ακριβά δεν πληρώσατε τα πάντα. περιοδικό »Κόκκινο»(1973-1979), Derive e Approdi 2008, σ. 69.

Πηγή: Girolamo De Michele, Il lavoro culturale η πολιτιστική δουλειά

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

a Ronconi e Marina Premoli). Colmare questa lacuna nella storia dei movimenti rivoluzionari post-68 in Italia non è solo questione di completezza storiografica: si tratta di riconoscere che ogni rappresentazione storica è sempre parziale, sempre mediata dai documenti disponibili e dalla selezione che su di essi si opera.

Non è casuale che, nell’immaginario che si è affermato, di Prima linea si siano data una serie di rappresentazioni in buona parte distorte: un’organizzazione minoritaria rispetto alle Brigate rosse, “predisposta” al pentimento in ragione delle soggettività che la componevano (laddove nessuno dei suoi fondatori si è pentito), priva di una salda linea politica e di una conseguente elaborazione teorica – a dispetto della constatazione che una salda ortodossia ha per contro prodotto l’aberrazione dei boia nelle carceri e il divenire Caino della parte maggioritaria dei brigatisti detenuti1. Anche il paragone, a volte evocato da alcuni militanti, con Il Mucchio selvaggio di Sam Peckinpah, contribuisce a dare un colore picaresco alla storia di Pl, ma rischia di confermare quel tacito accordo nella storiografia dominante sui cosiddetti “anni di piombo” che riconduce l’intera eversione armata alle sole BR. Una ricostruzione che fa apparire la sovversione armata come un fenomeno unico, una sorta di UFO, con reciproca soddisfazione di chi vuole negarne la natura diffusa e il radicamento sociale, e di chi vuole ricostruirsi una legittimazione storica a posteriori.

Basterebbe questo a rendere meritevole la ricerca di Andrea Tanturli, una tesi di dottorato dalla quale è tratto questo primo volume di Prima linea. L’altra lotta armata (1974-1981), che va dalle origini alla fine del 1979. Ci sono però anche specifici aspetti del lavoro storiografico che meritano di essere messi in luce. Come ogni vero storico, Tanturli si è chiesto quali documenti e quadri interpretativi accettare o rifiutare: la sua scelta costituisce una piccola lezione di metodo. Tanturli ha in prima battuta tenuto a distanza le ricostruzioni “continuistiche” – dai Quaderni Rossi agli omicidi BR senza fermate intermedie – inaugurate da Angelo Ventura, i complottismi alla Flamigni, e certe avventate ricostruzioni di Gotor. Al tempo stesso, Tanturli mette in guardia dallʼ«affidarsi alla sola stampa quotidiana per ricostruire la cronaca degli episodi» (p. 340), essendo i giornali «costellati da errori e imprecisioni», e comunque «una fonte estremamente piatta, poco incline allʼapprofondimento e di difficile verifica» (p. 19).

Più complesso lʼuso degli atti processuali e delle memorie: se lʼautore sceglie di «prestare fede, con le necessarie cautele, alle dichiarazioni dei militanti, anche di quelli pentiti, convinto che alcuni di essi abbiano restituito un quadro tutto sommato fedele della vita dellʼorganizzazione» (p. 19), è altresì vero che nel vagliare le singole dichiarazioni emerge un evidente sospetto verso una particolare tipologia di pentitismo che, invece di ricostruire o interpretare, «si nutre di condizionali, tende a venire incontro alle domande degli inquirenti»2. Siamo qui sul crinale che separa due diverse realtà, quella inquisitoria e giudiziaria, e quella politica e morale. Se infatti «le parole “pentiti” e “dissociati” si imposero allora a definire categorie diverse e misure di legge che senza accorgersene ripresero dal fondo più buio del passato italiano categorie di origine religiosa come il pentimento»,3 la dissociazione è stata espressione di un tentativo di fare i conti con la propria storia e i propri errori, nel quadro di una sconfitta delle ipotesi armate di cui solo una parte dei militanti hanno voluto prendere atto. Con le parole di Susanna Ronconi: «la dissociazione ha aperto uno spazio, nei modi che la situazione ha reso possibili, e anche chi allʼepoca non lʼha condivisa oggi dovrebbe, col senno di poi, capirlo. Siamo stati i primi a ricostruire la nostra storia collocandola nella storia di questo paese, dicendo che se non abbiamo avuto ragione avevamo delle ragioni, e chi dice che abbiamo “svenduto” una storia mente sapendo di farlo».4

Esplorata la cassetta degli attrezzi dello storico, veniamo allʼoggetto della sua costruzione. Su Prima line Tanturli è chiaro: «gli appartenenti a Pl prima di essere militanti clandestini furano militanti autonomi». Ma Pl non era «sic et simpliciter una sigla di copertura per il cervello centrale di una presunta Autonomia organizzata; è necessario quindi uscire dallo schema dellʼinnocenza o della colpevolezza, categorie non storiografiche, più adatte a giudici che si fanno storici e storici col complesso dei giudici» (p. 8). Il che significa riconoscere la natura plurale, variegata, desiderante e schizometropolitana, per dirla col linguaggio dellʼepoca, dellʼautonomia: «Ci furono aree dellʼautonomia, che, pur non rifiutando la violenza politica, furono relativamente immuni da sviluppi organizzati nel senso della lotta armata, altre che ci rimasero invischiate più o meno volontariamente, altre ancora che evolveranno, non senza lacerazioni, in formazioni clandestine» (p. 8). E dunque riconoscere quel carattere molteplice, moltitudinario dellʼarea della sovversione sociale e politica che non può essere ridotta ad unità. Dunque un libro come questo non può essere la parola che tutto squadri su Pl, ma un contributo, con gli strumenti propri della ricerca storica, che dovrebbe – è un auspicio, oltre che unʼesigenza – favorire una proliferazione di narrazioni, forse meno scientifiche e più soggettive, in grado di dar ragione «dellʼircocervo che per una volta soltanto si è unito per le teste in piazza Solferino: è morto per insufficienza funzionale del suo organismo mostruoso, come certe povere creature nate nei laboratori, troppo o troppo poco dotate per vivere, respirare, nutrirsi, come fanno quotidianamente organismi meno ambiziosi»5.

Un poʼ come Tristam Shandy, Prima linea impiega molto a nascere, pur parlando da lungo tempo. Non si tratta di un processo lineare e teleologico che da Lotta continua e Potere Operaio, attraverso Senza tregua, conduce a Pl, ma di una serie di attraversamenti, nel corso dei quali ciascun passaggio comporta acquisti e perdite, che forse avrebbero meritato un maggiore approfondimento (penso soprattutto alla figura di Mario Dalmaviva). E, vale ricordarlo, dove ogni passaggio non è dettato da unʼastrazione teorica, ma dallʼinterpretazione soggettiva del concreto darsi delle lotte e degli antagonismi.6 Il che rende difficile proporre una ricostruzione che distingua «una prima e una seconda Pl, a cui distribuire etichette di spontaneismo e di efferatezza» [p. 8]: ovvero, il mito dellʼorigine cui segue inevitabilmente una rovinosa caduta. Di fatto, è la stessa categoria di “origine” che va sottoposta a dura critica: come se la cacciata dal Giardino dellʼEden fosse il frutto di un tradimento dellʼoriginaria purezza, ovvero fosse già inscritta nellʼatto di nascita. Cattiva mitologia, in ambedue i casi. È invece vero che ogni processo manifesta una molteplicità di possibili, e che ogni decisione comporta la loro riduzione, ma anche il sorgere di nuove possibilità. Ma i processi e gli eventi non accadono in vitro, bensì allʼinterno di contesti popolati e imprevedibili, dalla cui interazione lo slancio del possibile può essere rilanciato oppure irrigidirsi fino allʼarresto. Detta così, una questione che risuona nel protagonista di Piove allʼinsù – «Certo, piacerebbe anche a me rintracciare un punto preciso lungo quei giorni, e vedere dove si è decisa la guerra dei vivi e dei morti» – è destinata a rimanere inevasa per assenza, e al tempo stesso per eccesso di risposte: piazza Fontana? Feltrinelli? Calabresi? Varalli? Più sensatamente, vale la pena di seguire il corso degli eventi, per verificare in quali momenti la molteplicità dei possibili è stata recisa dalla Grande Falciatrice della storia, sino a rendere irreversibile il percorso. Ad esempio, quando è stato oltrepassato il limite della vita umana, facendo dellʼomicidio politico un atto ordinario, se non inevitabile: e qui, più di ogni altra considerazione, vale la progressiva militarizzazione dei linguaggi, lʼassunzione della lingua di quello Stato che allʼinsubordinazione aveva dichiarato una guerra senza scrupoli e senza quartiere. Pl non nasce con lʼidea di calare sul proletariato la linea di partito cui le masse, incapaci di iniziativa autonoma, avrebbero dovuto docilmente assoggettarsi (per replicare un viaggio in treno già visto che dalla festosa partenza in Ottobre avrebbe avuto per destinazione lʼinverno siberiano). Neanche si riconosce nelle teorizzazioni dellʼoperaio sociale, un «neo-movimentismo» nel quale, come in un effetto-notte, lʼoperaio di fabbrica e il giovane operaio mobile del lavoro marginale, il disoccupato e lo studente proletario sono tutti bigi.

Volendo fissare due direttrici, potremmo tracciarle a partire dalla necessità di una «ricomposizione politica della classe guidata dai settori organizzati (e armati) della classe, un progetto di egemonia della fabbrica sui nuovi strati emergenti di proletariato»; e la proposta di una struttura che si metta al servizio del movimento, articolata su più livelli – lʼorganizzazione vera e propria, le squadre, le ronde – per attraversare quella «porta stretta» che è la «guerra civile di lunga durata». Al tempo stesso, viene esaltato «lʼantagonismo totale tra il sistema dei bisogni del proletariato» e la «necessità del capitale di imporre le proprie regole a tutta lʼorganizzazione sociale». Se lʼoffensiva va orientata contro «la proliferazione incredibile di figure di comando», per Tanturli «risulta spontaneo pensare a una sorta di “microfisica del potere”, ulteriore elemento che pone Pl in una seppur precaria comunicazione con il retroterra culturale alla base della riflessione sulla modernità» (p. 133). Nelle enunciazioni di Pl risuonano, non importa quanto consapevoli (come del resto in larga parte dellʼautonomia) le pagine del Foucault di Sorvegliare e punire e della Microfisica del potere. Ma se le ricerche di Foucault si radicavano nelle prassi delle nuove lotte trasversali, mancava alle pratiche e alle teorizzazioni del tempo una piena comprensione della complessa relazione fra assoggettamento e soggettivazione. Resta che «lʼindicazione di terreni conflittuali come quello della sanità, della psichiatria, della nocività ambientale sottintende un discorso sulla qualità della vita velleitario nella sua applicazione, ma in grado di cogliere le contraddizioni del mondo contemporaneo e del suo modello di sviluppo» (p. 337).

È altresì vero che lʼintera ipotesi che sorregge la galassia di Pl e delle squadre si basa su presupposti che la dura realtà dei fatti si incaricherà di smentire. In primo luogo, lʼaver sottovalutato la profondità dei processi di ristrutturazione in atto, che ridefiniscono in modo radicale la stessa soggettività operaia. Lʼautomazione, lʼallungamento delle linee di produzione sul territorio, lʼesternalizzazione erano processi già in corso, contro i quali le irruzioni nei luoghi del lavoro nero, o la violenza contro le singole figure del “comando dʼimpresa” si rivelano impotenti. Il capitale dava lʼavvio ai processi di globalizzazione, in risposta al potente ciclo di lotte che innerva il ʼ68 e gli anni successivi in buona parte dellʼOccidente: contro i quali mancava la capacità di immaginare una prassi allʼaltezza dellʼoffensiva.

Il rifluire dellʼoperaio sociale, che rimaneva ripiegato su se stesso – anche per lʼincapacità delle diverse realtà di movimento di dispiegarlo – determinò il progressivo restringimento di quellʼarea della sovversione dalla quale la “guerra civile di lunga durata” avrebbe dovuto trarre linfa. A ben guardare, dentro Pl la mancata affermazione di un’interpretazione chiara del rapporto fra organizzazione e squadre, e la mancata fusione con altre formazioni combattenti, hanno la loro radice nellʼesaurimento della spinta proveniente dalle lotte. Ormai in procinto di sfilacciarsi, Pl «consumerà le residue energie tornando nellʼambiente da cui tutto era cominciato, la fabbrica, ormai pressoché rasa al suolo nella sua architettura conflittuale» (p. 357). Ma «arroccarsi» nellʼassunzione di una sorta «di delega, di supplenza a quella che avrebbe dovuto essere la forza di un movimento sociale» (Susanna Ronconi, p. 356) è, di fatto, lʼammissione di una sconfitta.

La diffusione dellʼeroina, con esiti ben più devastanti delle bombe nelle banche e nelle piazze e sui treni – che lʼautore sottolinea più volte, inquadrando le azioni delle squadre contro gli spacciatori allʼinterno del «sorgere di nuovi terreni e nuove forme di antagonismo» (p. 200) – è, al pari della ristrutturazione della produzione, qualcosa che non poteva essere contrastata con la sola forza delle armi (e che attraverserà la stessa Pl). E attesta il cinismo dello Stato nello scatenare una guerra contro unʼintera generazione per prosciugare il mare della sovversione.

Del quale cinismo, vale la pena citare due documenti. La relazione del 1979 di Dalla Chiesa sullʼattività del proprio nucleo speciale, dove si richiede con crude parole lʼimperativo allontanamento «almeno dallʼesercizio dellʼazione penale» di «quegli elementi notoriamente indicati quali extraparlamentari»: gli «acculturati» e i «portatori – in veste di legalitari o garantisti – di “benevolenze” o “compromissioni”» (pp. 178-79). E una lettera di Dino Sanlorenzo, uno degli ideatori del famigerato questionario anonimo del Pci torinese sul terrorismo, sulla presenza di Segio e Ronconi in una cooperativa sociale nel 1988: «Il Comune gli dia pure delle commesse, […] per esempio lucidare e tenere in ordine le tombe di quelli che hanno accoppato, portare i fiori a quelli assassinati da Prima linea. Potrebbero dedicarsi agli handicappati o a spalare neve quando cʼè» (p. 326): dove lʼequiparazione degli «handicappati» a lavori cimiteriali, o comunque di scarto, dice tutto. Va però sottolineata, accanto alla sopravvalutazione della volontà dellʼoperaio sociale di scendere sul terreno della guerra civile, la sottovalutazione della forza militare e sociale del potere contro il quale le diverse opzioni di lotta armata si sono infrante: un errore politico ancor più grave in una formazione che aveva intuito più di qualcosa sulla struttura molecolare e reticolare del potere.

Ma se la rivoluzione era finita, se la fabbrica, alla vigilia della gigantesca rappresaglia dapprima dei 61 licenziati politici, e poi dei 14.500 espulsi (che erano anchʼessi licenziamenti politici), già riluceva della livida luce che illumina le macerie: era possibile arrestarsi su quella strada che avrebbe portato alle azioni, catastrofiche sul piano politico oltre che umano, dellʼassassinio di Alessandrini, di Emanuele Iurilli e di William Waccher?Lʼistantanea del funerale bolognese di Barbara “Carla” Azzaroni, cui parteciparono migliaia di compagni e compagne, può essere indicativa di uno stato di sospensione che sarebbe forse stato possibile: «Sarebbe bastato uno sguardo calmo alla situazione e a quel corteo funebre per rinunciare alla rappresaglia, per raffreddare la rabbia e cominciare un serio esame sul che fare. Ma era come se a ogni errore e a ogni smacco operativo crescesse il velo davanti agli occhi e la vista si appannasse sempre di più»7. Se con lʼassassinio di Emanuele Iurilli, vittima innocente di unʼazione di rappresaglia, «si rompe definitivamente il sottile filo di seta che ancora ci legava al movimento e alla realtà» (Bruno Laronga, p. 333), è perché quel rapporto con la realtà era già sottile come un filo.

Nelle ricostruzioni delle diverse manifestazioni del movimento antagonista degli anni ʼ70, compare sempre un momento nel quale si dovrebbe dire, e talvolta lo si dice,8 che «non cʼè più tempo». Che i possibili si sono esauriti, e in assenza del possibile la vita, il movimento, lʼessere, soffoca. È su questa sensazione di soffocamento che chiude questo primo volume: alle soglie di quegli anni Ottanta dai quali non nessuno è mai più uscito vivo. «Non basta avere ragione: bisogna che la ragione te la diano», ha detto qualcuno; un motto che si attaglia anche alla storia di Prima linea, ai suoi militanti caduti (ciascuno ha le proprie Spoon River, e ciascuna di esse merita rispetto), e ai molti che hanno ripreso, con nuove forme, le lotte interrotte dalla detenzione: in buona parte quelle lotte trasversali per lʼambiente, il riconoscimento, il diritto alla vita dei detenuti, dei tossicodipendenti, dei diversamente reclusi che le ragioni di Pl aveva intuito. Contraddizioni apparenti, che trovano in una storia che oggi sembra lontana (abbastanza da poter essere storicizzata) radici e percorsi carsici.

*****

Note

  1. A fronte dei 911 condannati delle Br, vi sono 923 di Pl, a cui si aggiungono i 149 dei Comunisti organizzati per la liberazione proletaria (Colp) e le decine di militanti di altre sigle minori (cfr. Renato Curcio, La mappa perduta, Sensibili Alle Foglie 1994; Giorgio Galli, Piombo Rosso. La storia completa della lotta armata dal 1970 a oggi, Baldini Castoldi Dalai 2004; Sergio Segio, Una vita in Prima linea, Rizzoli 2006). Sul periodo dei “boia delle carceri” si vedano la nuova edizione di Sergio Segio, Miccia corta. Una storia di Prima linea, Milieu 2017, pp. 206-219; e Toni Negri, Galera ed esilio, a cura di G. De Michele, Ponte alle Grazie 2017, pp. 41-43. Nella pagina facebook dedicata al libro si possono trovare molti documenti archivistici e altre fonti  (primarie e secondarie) che la casa editrice del libro di Andrea Tanturli, DeriveApprodi, mette a disposizione dei lettori.
  2. Il riferimento è alla deposizione di Michele Viscardi durante il processo di Torino a Pl (nello specifico, sull’ipotesi di una “talpa” nella Procura di Torino che abbia fornito informazioni sul giudice Alessandrini: ipotesi che non ha trovato riscontri) (p. 302).
  3. Adriano Prosperi, “Terrorismo italiano. Le porte di entrata e di uscita”, in Passato e presente, n. 96, 2015, pp. 164; Prosperi sta recensendo Monica Galfré, La guerra è finita. LʼItalia e lʼuscita dal terrorismo 1980-1987.
  4. “Susanna Ronconi. Una vita da film”, in Rossella Simone, Donne oltre le armi, Derive e approdi, 2017, p. 98.
  5. Luca Rastello, Piove allʼinsù, Boringhieri 2006, p. 156.
  6. Esemplare ad es. la genesi di Senza Tregua allʼinterno della Magneti Marelli di Sesto San Giovanni (pp. 71-85), ricostruita sul ritmo delle lotte e del farsi dellʼautonomia allʼinterno del conflitto di fabbrica.
  7. Sergio Segio, Una vita in Prima linea, Rizzoli 2006, p. 168.
  8. Vedi il saggio introduttivo di De Lorenzis, Guizzardi, Mita a Avete pagato caro non avete pagato tutto. La rivista «Rosso» (1973-1979), Derive e Approdi 2008, p. 69.

Fonte: Girolamo De Michele, Il lavoro culturale

φυλακές, carcere

Αμνηστία, αμέσως. Την Τρίτη δημόσια συνάντηση στη Ρώμη

 

Η ιστορία του Cesare Battisti, με την επικοινωνιακή αντιδραστική κατακραυγή που προκάλεσε, μας οδηγεί να ξαναπάρουμε τον λόγο για την αναγκαιότητα αμνηστίας όσον αφορά τα πολιτικά και κοινωνικά αδικήματα. Για την τρίτη, 22 Ιανουαρίου στη Ρώμη έχει συγκληθεί δημόσια συνάντηση στις 6 και 30 μ.μ. στα Magazzini Popolari Casal Bertone (via Orero 61).

Μετά την ανεξήγητη έκδοση αστραπή από την Βολιβία ο Cesare επέστρεψε στην Ιταλία ως φυλακισμένος ενός πολέμου που έχει τελειώσει. Αλλά η εκδίκηση του Κράτους που κήρυξε αυτό τον πόλεμο εναντίον των οργανώσεων της εξωκοινοβουλευτικής αριστεράς με σφαγές, δολοφονίες και προληπτικές φυλακίσεις δεν έχει τελειώσει. Αφού κέρδισε αυτόν τον αγώνα, με κάθε απαραίτητο μέσο, η άρχουσα τάξη της χώρας συνεχίζει την εκδίκησή της επί των πρωταγωνιστών εκείνης της εποχής, επάνω σε εκείνη την έφοδο στον ουρανό που δεν μπορεί να καταλήξει ανάμεσα στα κάγκελα των φυλακών. Η κυβέρνηση της προπαγάνδας χρησιμοποίησε τη σύλληψη του Battisti για να μετριάσει τις εσωτερικές και εξωτερικές αντιθέσεις της, καθιστώντας τα κρατικά βασανιστήρια – με τις μορφές της απομόνωσης στις φυλακές και την ισόβια κάθειρξη – ένα στοιχείο σταθεροποίησης των συναινέσεων, με τη συνέργεια ενός μεγάλου μέρους της κοινωνίας των πολιτών και του πολιτιστικού humus μιας χώρας που δεν είναι σε θέση να κλείσει τους λογαριασμούς με τη δική της ιστορία.

Πιστεύουμε ότι η σύλληψη του Battisti ανοίγει ξανά επειγόντως το θέμα της αμνηστίας για πολιτικά και κοινωνικά αδικήματα στη χώρα αυτή. Σε μια εποχή όπου η καταστολή και η προληπτική καταστολή γίνονται σκληρότερες δεν μπορούμε να παραδώσουμε τον Cesare στους φύλακες του. Αναγκάζοντας τη χώρα να ασχοληθεί με το παρελθόν της, να ξεκινήσει μια σοβαρή συζήτηση για την Αμνηστία, σημαίνει να υπερασπιστούμε ΣΗΜΕΡΑ την πολιτική και κοινωνική βιωσιμότητα, δυνατότητα δράσης όλων των ακτιβιστών.

Τα 3 σημεία επάνω στα οποία να αναπτύξουμε την πρωτοβουλία

1) όχι στα βασανιστήρια του Battisti μέσω της απομόνωσης κατά τη διάρκεια της ημέρας και της ισόβιας φυλάκισης. Το τέλος της εποχής του ένοπλου αγώνα, η έλλειψη παρουσίας παράνομων δομών στην επικράτεια, η ηλικία και η αδυναμία επανάληψης του αδικήματος από τον Cesare καθιστούν αυτή την ποινή ένα πραγματικό βασανισμό εναντίον του, καθώς και μια περιττή εκδίκηση ενάντια σε μια ιστορία όπου υπήρξε ήδη ένας νικητής.

2) να δώσουμε ξανά φωνή στο θέμα της αμνηστίας για πολιτικά και κοινωνικά εγκλήματα. Ένα κίνημα που δεν αγωνίζεται για την αμνηστία των κρατουμένων και όλων εκείνων που καταγγέλθηκαν για λόγους που συνδέονται με τους κοινωνικούς αγώνες είναι ένα κίνημα που παραιτείται από την πιθανότητα υπεράσπισης και επέκτασης της πολιτικής και κοινωνικής βιωσιμότητάς του, της δυνατότητας του να δράσει.

3) να αποδώσουμε ξανά στη δεκαετία του ’70 και τη δεκαετία του ’80 πολιτική και κοινωνική αξιοπρέπεια αποσπώντας τις από την αφήγηση όλων εκείνων που περιγράφουν εκείνα τα χρόνια ως τυφλή και αδιάκριτη βία.

Στην συζήτηση προβλέπονται οι παρεμβάσεις των Sergio Cararo (σύνταξη του Contropiano), Caterina Calia (δικηγόρος), Nunzio D’Erme (Osservatorio repressione), Marco Lucentini (δικηγόρος), Arturo Salerni (δικηγόρος), Francesco Romeo (δικηγόρος), Paolo Persichetti (δημοσιογράφος) και Davide Steccanella δικηγόρος υπεράσπισης του Cesare Battisti

Η πρωτοβουλία προωθείται από Contropiano, Noi Restiamo, Magazzini popolari Casalbertone

 – © Αναπαραγωγή δυνατή κατόπιν ρητής συναίνεσης της συντακτικής ομάδας του CONTROPIANO

Τελευταία μετατροπή: STAMPA

ένοπλη πάλη, lotta armata

Ο Battisti και η κακιά συνείδηση κάποιων “αριστερών”.

Se c’è qualcosa che rende più cupe queste ore, sono le reazioni di certa “sinistra” di fronte all’arresto di Battisti, e più in generale rispetto all’uso strumentale che viene fatto di questa vicenda per sciorinare giudizi sommari sull’intero ciclo di lotte degli anni Settanta.

ΡΩΜΗ»Η σύλληψη του Cesare Battisti στην Βολιβία είναι ένα εξαιρετικό νέο, για τις οικογένειες των θυμάτων και για την ιταλική δικαιοσύνη. Χάρη στις δυνάμεις της τάξης της Χώρας μας που συνέβαλαν στη σύλληψη του». Το δηλώνει σε ένα tweet η Laura Boldrini.  

Fornaro: Τώρα να φέρουμε πίσω και τον Casimirri                                                                   »H σύλληψη του Cesare Battisti είναι ένα καλό νέο γι αυτούς που πιστεύουν στη δικαιοσύνη και πολέμησαν ενάντια στην τρομοκρατία την εποχή των χρόνων του μολυβιού. Τώρα περιμένουμε τον ίδιο προορισμό για να εκδοθεί στην Ιταλία ένας άλλος επιφανής που διαφεύγει, ο Alessio Casimirri, που αυτή τη στιγμή διατηρεί εστιατόριο στην Νικαράγουα: ένας από τους πρωταγωνιστές της σφαγής στην οδό Fani όπου έχασαν τη ζωή τους οι πέντε άνδρες της συνοδείας του Aldo Moro». Το σημειώνει ο επικεφαλής των Ελεύθερων και Ίσων στην Camera, Federico Fornaro.

 

Πηγαίνουμε από τους εκ των υστέρων στρατηγούς, αυτούς που γνωρίζουν απ’ έξω κι ανακατωτά πως θα πρέπει να γίνει μια επανάσταση (αλλά όμως, ποιος ξέρει γιατί, πάντοτε αυτές τις πολύ σημαντικές πληροφορίες τις κρατούν πολύ σφιχτά για τον εαυτό τους) στους συνήθεις manettari, έτοιμους να κάνουν την ουρά στον «προοδευτικό» δικαστή της βάρδιας λες και είναι ο μαγικός αυλητής, μέχρι να φτάσουμε στους εκτός χρόνου διαχωρισμένους, εκείνους στους οποίους κανείς δεν ζήτησε τίποτα, αλλά που αν δεν μετανοήσουν αισθάνονται ένοχοι.

Το επαναλαμβάνουμε για άλλη μια φορά (και επειδή κάποιος επιμελής λογοκριτής μας διέγραψε το χθεσινό ποστάρισμα στη σελίδα FB): για εμάς το γεγονός ότι ο Battisti είναι ένοχος ή όχι για τα εγκλήματα που του αποδίδονται μας ενδιαφέρει ελάχιστα ή καθόλου. Έχουμε προφανώς τις δικές μας ιδέες σχετικά με αυτό το θέμα, γνωρίζουμε πολύ καλά ποια ήταν η σημασία του καθεστώτος έκτακτης ανάγκης, αλλά δεν πιστεύουμε ότι αυτό είναι το σχέδιο επάνω στο οποίο βασίζεται ολόκληρο το ζήτημα αυτό. Αυτή η χώρα, αρέσει ή όχι, συγκλονίστηκε για πάνω από μια δεκαετία από έναν εμφύλιο πόλεμο χαμηλής έντασης, μια σύγκρουση που έκανε νεκρούς και τραυματίες και από τις δύο πλευρές. Περισσότερους από την δική μας, στην πραγματικότητα, αν θέλουμε πραγματικά να επιδοθούμε σε αυτή την μακάβρια καταμέτρηση. Έναν πόλεμο που έφερε στη φυλακή χιλιάδες προλετάριους που θάφτηκαν από βαριές ποινές. Έναν πόλεμο που, δυστυχώς, χάσαμε. Όλοι. Συμπεριλαμβανομένων αυτών που δεν πήραν τότε τον δρόμο του ένοπλου αγώνα. Και αυτή η ήττα μετριέται καθημερινά στην επισφάλεια των ζωών μας, στους μισθούς που δεν είναι ποτέ αρκετοί- που δεν φθάνουν ποτές, στη μαζική ανεργία. Σήμερα, πάνω από σαράντα χρόνια μετά το τέλος εκείνης της ιστορίας, η μανία και η εκδικητικότητα των νικητών εναντίον των ηττημένων, η damnatio memoriae – η κατάκριση της μνήμης στην οποία θέλουν να καταδικάσουν τους πρωταγωνιστές εκείνης της εποχής, είναι απλώς και μόνο η προσπάθεια να κλείσουν τους λογαριασμούς με τη δεκαετία του ’70, καθώς και η κατασταλτική εικόνα αυτού του Κράτους. Αυτή είναι η βαθιά αίσθηση, η βαθιά έννοια της ιστορίας Battisti ο οποίος, εκείνης της εποχής, ήταν εδώ που τα λέμε ένας μικρότερος πρωταγωνιστής. Και όποιος δεν το καταλαβαίνει, όσον αφορά εμάς, βρίσκεται στην άλλη πλευρά του οδοφράγματος.

6534 letture totali 88 letture oggi  συνολικές και σημερινές αναγνώσεις
ένοπλη πάλη, lotta armata

Λευτεριά στον Battisti. Να ελευθερώσουμε τα χρόνια Εβδομήντα.

 

Από τη χθεσινή νύχτα, δυστυχώς, ο Cesare Battisti είναι και πάλι φυλακισμένος. Υπάρχει κάτι εξαιρετικά σημαντικό στη μανία με την οποία το ιταλικό Κράτος τον κυνηγάει αυτά τα χρόνια, κάτι που ξεπερνά την φιγούρα του, τη συγκεκριμένη περίπτωση του, και έχει τις ρίζες της στο φόβο που αυτός ο κύκλος ταξικών αγώνων, αυτός της δεκαετίας του ’70, μπόρεσε να προκαλέσει στις κυρίαρχες τάξεις αυτής της Χώρας. Μετά από περισσότερα από σαράντα χρόνια μας ενδιαφέρει πραγματικά πολύ λίγο να αντιμετωπίσουμε το ζήτημα σε νομικό επίπεδο. Φυσικά, γνωρίζουμε ότι οι ερήμην εκδικάσεις βλάπτουν τα θεμελιώδη δικαιώματα των εναγομένων, και πιστεύουμε ότι η ισόβια φυλάκιση είναι μια απάνθρωπη τιμωρία όσο μια θανατική ποινή, αλλά το σχέδιο επάνω στο οποίο λαμβάνει χώρα αυτή η υπόθεση είναι καθαρά πολιτικό. Είναι η εκδίκηση εκείνων που βγήκαν νικητές από αυτόν τον πόλεμο. Πρόκειται για την προειδοποίηση σε αυτούς που θα ήθελαν να προσπαθήσουν ακόμη και να φανταστούν να εφορμήσουν στον ουρανό. Για το λόγο αυτό, ενώ τα σκυλιά φρουράς εξακολουθούν να γαβγίζουν, θέλουμε να το πούμε δυνατά:

CESARE BATTISTI LIBERO. LIBERIAMO GLI ANNI SETTANTA. ΛΕΥΤΕΡΙΑ ΣΤΟΝ CESARE BATTISTI. ΝΑ ΕΛΕΥΘΕΡΩΣΟΥΜΕ ΤΑ ΧΡΟΝΙΑ ΕΒΔΟΜΗΝΤΑ

7791 letture totali 334 letture oggi, συνολικές και σημερινές αναγνώσεις
σύγχρονα κινήματα, movimenti di oggi

Το στοίχημα, το διακύβευμα

του Alexik

You don’t need a weatherman to know which way the wind blows”. (Bob Dylan, Subterranean Homesick Blues.)

Το επόμενο Σάββατο, χιλιάδες άνθρωποι θα πορευτούν κατά των Μεγάλων Περιττών και Επιβληθέντων Έργων και για το δικαίωμα στο κλίμα.
Θα κατεβούν στο δρόμο στο Παρίσι όπως στο TorinoPadovaMelendugnoVenosa και Niscemi.
Το ραντεβού της 8ης δεκεμβρίου, που γεννήθηκε στην Valsusa ως επέτειος της απελευθέρωσης της Venaus- della liberazione di Venaus και που στη συμπεριλήφθηκε ως ημερομηνία σύμβολο των κινημάτων ενάντια στις καταστροφές των εδαφών, της γης, φέτος διασυνδέεται με τις διεθνείς κινητοποιήσεις για την κλιματική δικαιοσύνη, ταυτόχρονα με την διεθνή συνδιάσκεψη επάνω στο κλίμα της Κατοβίτσε– conferenza mondiale sul clima di Katowice.

Το διακύβευμα είναι υψηλό: η υπεράσπιση των οικοσυστημάτων και των υδρογεωλογικών ισορροπιών της γης, η υπεράσπιση των συνθηκών διαβίωσης εκείνων που ζουν σε εκείνα τα μέρη, η υπεράσπιση δημόσιων πόρων που δέχονται επίθεση από την ιδιωτική κερδοσκοπία.
Γενικά συμφέροντα της κοινωνίας που τα κινήματα από πάντα αντιπροσωπεύουν, παρά όλους αυτούς που τα κατηγορούν για nimbyismo, nimbyism α].
Αλλά δεν πρόκειται μόνο γι αυτό.
Η δραματικότητα της κλιματικής κατάστασης έκτακτης ανάγκης επέβαλε με αλαζονικό τρόπο μια αλλαγή ρυθμού, μια ανύψωση των στόχων και των συνθημάτων, επειδή είναι το όλο μοντέλο ανάπτυξης – του οποίου η λογική των Μεγάλων Έργων είναι μια έκφραση – που οδηγεί τον Πλανήτη στην κατάρρευση.
Ή καλύτερα: αυτό που καταρρέει είναι οι απαραίτητες συνθήκες για την επιβίωση δεκάδων χιλιάδων ζωντανών ειδών, συμπεριλαμβανομένου του ανθρώπινου.
Ο Πλανήτης στην πραγματικότητα μπορεί να συνεχίσει ήρεμα χωρίς εμάς, ενώ η ζωή στη Γη θα αλλάξει τις μορφές και τις συνήθειες της, όπως έχει ήδη αρχίσει να κάνει 1.

Εκατοντάδες επιστήμονες από όλο τον κόσμο μας επαναλαμβάνουν, εδώ και χρόνια, ότι ο χρόνος που έχουμε στη διάθεσή μας τελειώνει, και σίγουρα δεν μοιάζουν με μεσαιωνικούς χιλιαστές.
Οι άνεμοι που διαπερνούν- που διασπούν τα παράθυρά μας, τα ποτάμια της λάσπης που εισβάλλουν στους δρόμους και τα σπίτια παρασύροντας πράγματα και ανθρώπους, μας το επαναλαμβάνουν με αυξανόμενη συχνότητα.
Αλλού, μακριά από τα μάτια μας και τις τηλεοπτικές οθόνες μας, συμβαίνουν και χειρότερα.
Στην Αφρική, το 2017, η κλιματική καταστροφή έσυρε 39 εκατομμύρια ανθρώπους από 23 χώρες σε επισιτιστική ανασφάλεια αποξηραίνοντας υδάτινους πόρους, βοσκοτόπια και καλλιέργειες, colture2.
Με αυτόν τον τρόπο, μέσα από τον πνιγμό ή την λιμοκτονία, μέρος της ανθρωπότητας γιορτάζει την αύξηση του 1 ° C της θερμοκρασίας της Γης σε σύγκριση με την προ-βιομηχανική εποχή.

Λιγότερο από δύο μήνες πριν 224 επιστήμονες, συνδημιουργοί της τελευταίας Έκθεσης της Διακυβερνητικής Επιτροπής για την Κλιματική Αλλαγή – Intergovernmental Panel On Climate  Change3, μας προειδοποίησαν να μην υπερβούμε το όριο του 1,5°C.
Όχι για να δοθεί τέλος, αλλά μόνο για να περιοριστεί η αύξηση του επιπέδου της θάλασσας, η οξίνιση και η υποξία των ωκεανών, η αύξηση των κινδύνων για την υγεία,  η επισιτιστική ανασφάλεια, τα εμπόδια στην πρόσβαση στο νερό και στα μέσα διαβίωσης-βιοπορισμού για εκατομμύρια ανθρώπους.

Μερικοί από τους συναδέλφους τους μας προειδοποιούν πως, ακόμη και αν παραμείνουμε κάτω από τα όρια που θέτει η Συμφωνία του Παρισιού, είναι πιθανό να ξεκινήσουν μη αναστρέψιμοι μηχανισμοί, ένα φαινόμενο ντόμινο αδύνατο να περιοριστεί 4, σε θέση να θερμάνει τον Πλανήτη έως και 4-5 ° C περισσότερο από ότι κατά την προ-βιομηχανική περίοδο.
Μας μιλούν για το θάνατο των δασών, που μετατράπηκαν σε στέπες και σαβάνα.
Μας λένε για την απόψυξη του permafrost, του αιωνόβιου πάγου στα εδάφη των αρκτικών περιοχών, κάτω από τον οποίο κατοικεί το ένα τρίτο του άνθρακα της Γης, τεράστια στρώματα οργανικής ύλης που έχουν συσσωρευτεί εδώ και χιλιετίες.
Η απόψυξη προσδίδει τροφή στα βακτηρίδια του εδάφους, τα οποία το αποσυνθέτουν επιστρέφοντας το στην ατμόσφαιρα υπό την μορφή διοξειδίου του άνθρακα και μεθανίου.
Κάτω από τον Παγωμένο Αρκτικό Ωκεανό το permafrost περιέχει εκατοντάδες εκατομμύρια τόνους μεθανίου που, απελευθερωμένα από τη θερμότητα, επιστρέφουν στην επιφάνεια σε εντυπωσιακές ποσότητες 5.
Και το μεθάνιο παράγει ένα φαινόμενο θερμοκηπίου 25 φορές μεγαλύτερο από το διοξείδιο του άνθρακα.

Οι προοπτικές για τα ζωντανά όντα είναι καταστροφικές.
Από τα 80.000 φυτικά και ζωικά είδη μέσα σε 35 »Περιοχές Προτεραιότητας» για τη βιοποικιλότητα, 20% των ειδών αναμένεται να εξαφανιστούν το 2080 εάν η αύξηση της θερμοκρασίας διατηρηθεί στο 2 ° C σε σύγκριση με την προβιομηχανική περίοδο (δηλ. τα όρια της Συμφωνίας του Παρισιού).
Στην περίπτωση αύξησης κατά 4,5 ° C η εξαφάνιση θα κάλυπτε σχεδόν το 50% κατά μέσον όρο των ειδών, με κορυφές του 89%, ειδικά για εκείνα, όπως τα αμφίβια, δεν θα είναι σε θέση να μεταναστεύσουν σε περιοχές που θα μπορούσαν ακόμη να είναι κατοικήσιμες, όπου δηλαδή θα μπορούσαν να ζήσουν.6.

Δεν υπάρχει ανάγκη συγκεκριμένων σπουδών για να καταλάβουμε πως, στο πλαίσιο αυτό, μέσα σε αυτή την συγκυρία, στους ανθρώπους το μέλλον επιφυλάσσει σημαντικές μεταναστεύσεις, που θα αφήσουν εποχή – των οποίων οι σημερινές είναι μόνο μια γεύση – και αυξανόμενες συγκρούσεις. Παραλλάσσοντας τα λόγια από τον Guido Viale, “ένα κόσμο γεμάτο πολέμους και συγκρούσεις για να κατανείμουν τους πόρους που απομένουν7

Πόσο μακριά βρισκόμαστε από το σημείο μη επιστροφής;
Μπορούμε να συζητήσουμε εάν θα διαρκέσει μερικά ακόμη χρόνια, μια δεκαετία πάνω κάτω, αλλά η διαδρομή είναι αυτή που περιγράφεται.
Η θερμοκρασία της γης αυξάνεται με έναν ρυθμό 0,17 ° C κάθε δέκα χρόνια 8, και το επίπεδο των αερίων του θερμοκηπίου στην ατμόσφαιρα δεν ήταν ποτέ τόσο υψηλό.
Οι συγκεντρώσεις των αερίων του θερμοκηπίου έφθασαν τα ιστορικά υψηλά από τα προβιομηχανικά επίπεδα το 2017: 405,5 μέρη ανά εκατομμύριο για το CO2, 1859 ppm για το μεθάνιο, 329,9 ppm για το μονοξείδιο του αζώτου. Τιμές που αντιπροσωπεύουν αντιστοίχως αυξήσεις των συγκεντρώσεων του 146%, 257% και 122% σε σύγκριση με εκείνες που εκτιμήθηκαν το 1750 9.

Μπροστά στο υπόκειμαι μιας αποκάλυψης, θα μπορούσαμε να περιμένουμε πως ακόμα και οι πιο αντιδραστικές άρχουσες τάξεις θα έτρεχαν να καλυφθούν με δράσεις αντιμετώπισης.
Δεν είναι έτσι.
Το βλέπουμε κάθε μέρα στα εδάφη, όπου οι γεωτρήσεις, το fracking β], η κατασκευή αγωγών πετρελαίου και αγωγών φυσικού αερίου, θεωρούνται «στρατηγικά έργα», που επιβάλλονται από τα Κράτη και αμυντικά στρατιωτικά σχέδια.
Ανεξαρτήτως της Συμφωνίας του Παρισιού και των συναγερμών που εκτοξεύονται από τους επιστήμονες της IPCC, η παγκόσμια οικονομία πηγαίνει αλλού. Αντίθετα για τα κοινά ανθρώπινα όντα και για τα άλλα ζωντανά όντα του Πλανήτη, η καταστροφή λαμβάνεται από το Κεφάλαιο ως ευκαιρία, όπως αποδεικνύεται από τον σιωπηλό πόλεμο που ήδη από καιρό βρίσκεται σε εξέλιξη για να αρπάξει τους ορυκτούς πόρους της Αρκτικής σε απόψυξη 10, ή το άνοιγμα νέων εμπορικών οδών που κατέστη δυνατό από τη σταδιακή απόσυρση των πάγων 11.

Όσον αφορά την εγκατάλειψη των ορυκτών καυσίμων, η τελευταία ετήσια έκθεση του ΟΠΕΚ είναι ενδιαφέρουσα από την άποψη αυτή 12.
Πρόκειται προφανώς για ένα έγγραφο εκείνης της πλευράς, σε μας αντιπάλου, το οποίο καταρτίζουν όσοι χρησιμοποιούν ορυκτά καύσιμα για να τα πωλούν και να τα τιμολογούν, με προβλέψεις που πρέπει να αποδειχθούν. Αλλά με βάση αυτές τις προβλέψεις βασίζονται οι επενδύσεις, οι πολυεθνικές στρατηγικές και οι Κρατικές πολιτικές.
Η έκθεση προβλέπει, μεταξύ 2015 και 2040, μια αύξηση της συνολικής ζήτησης πρωτογενούς ενέργειας των 96 εκατομμυρίων βαρελιών πετρελαίου ισοδύναμου την ημέρα (mboe / d), που καθοδηγείται κυρίως από την Ινδία και την Κίνα. Προβλέπει ότι η ζήτηση αφορά κυρίως το φυσικό αέριο και – παρά την αύξηση του ποσοστού βάρους των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας – αναμένεται μια περαιτέρω αύξηση σε απόλυτες τιμές της εξόρυξης και της κατανάλωσης πετρελαίου και άνθρακα.
Συνεπώς δεν υπάρχει καμία πραγματική πρόθεση στον ορίζοντα να αντιστραφεί η τάση και να μειωθούν δραστικά οι εκπομπές που αλλάζουν το κλίμα.

Η έκθεση του ΟΠΕΚ αναφέρει τα στοιχεία του ΟΗΕ για την παγκόσμια δημογραφική αύξηση – από 7,3 δισεκατομμύρια ανθρώπους στον πλανήτη το 2015 σε 9,2 δισεκατομμύρια το 2040, οι οποίοι θα γεννηθούν κυρίως στις αναπτυσσόμενες χώρες.
Σχεδόν δύο δισεκατομμύρια περισσότεροι άνθρωποι μαζί με τις σχετικές ανάγκες τους που πρέπει να μετατραπούν σε εμπορεύματα: αυτό είναι το πλαίσιο που προβλέπεται για την ανάπτυξη, καθώς και για την εξόρυξη ενέργειας, συμπεριλαμβανομένης εκείνης των ορυχείων, της αγροτοβιομηχανίας και των υποδομών, επάνω στις οποίες σήμερα αναμετρούνται με όρους αδίστακτου ανταγωνισμού όχι μόνο οι χώρες του κλασσικού ιμπεριαλισμού, αλλά και διάφορες δυνάμεις σε τοπική κλίμακα (ή επίδοξες τέτοιες), και πάνω απ’ όλα η Κίνα, με το δικό της τεράστιο δυναμικό ώθησης προς την κατασκευή του «νέου δρόμου του μεταξιού”.
Σε αυτόν τον δρόμο, ο οποίος οδηγεί την ανθρωπότητα σε αδιέξοδο, ξεκίνησαν όλοι, πέρα από την πολιτική τάξη και τον οικονομικό προσανατολισμό: δημοκρατίες και δικτατορίες, σκληροπυρηνικοί νεοφιλελεύθεροι και σοσιαλιστές της αγοράς.

Τα κινήματα άπτονται του βάρους, της ευθύνης να σταματήσουν όλο αυτό. (Συνεχίζεται)

 

α]  nimbyism: η πρακτική της αντίθεσης σε κάτι που θα επηρεάσει έναν ή θα λάβει χώρα σε κάποιον τόπο – the practice of objecting to something that will affect one or take place in one’s locality

β] fracking, η διαδικασία έγχυσης υγρού υπό υψηλή πίεση σε υπόγεια πετρώματα, γεωτρήσεις κλπ., έτσι ώστε να εξαναγκαστούν να ανοίξουν τις υπάρχουσες ρωγμές και να εξαγάγουν πετρέλαιο ή αέριο.


  1. Brett R. Scheffers, Luc De Meester, Tom C. L. Bridge, Ary A. Hoffmann, John M. Pandolfi, Richard T. Corlett, Stuart H. M. Butchart, Paul Pearce-Kelly, Kit M. Kovacs, David Dudgeon, Michela Pacifici, Carlo Rondinini, Wendy B. Foden, Tara G. Martin, Camilo Mora, David Bickford, James E. M. Watson, The broadfootprint of climatechange from genes to biomes to people, in “Sciences”, Vol. 354, 11 Nov 2016. 
  2. FSIN, Global Report on Food Crises 2018, marzo 2018, pp.201. 
  3. IPCC, Global Warming of 1,5°C, giugno 2018, pp. 792. 
  4. Will Steffen, Johan Rockström, Katherine Richardson, Timothy M. Lenton, Carl Folke, Diana Liverman, Colin P. Summerhayes, Anthony D. Barnosky, Sarah E. Cornell, Michel Crucifix, Jonathan F. Donges, Ingo Fetzer, Steven J. Lade, MartenScheffer, Ricarda Winkelmann, and Hans Joachim Schellnhuber, Trajectories of the Earth System in the Anthropocene, PNAS,  14 Agosto 2018, 115 (33) 8252-8259. 
  5. Steve Connor, Vaste methane ‘plumes’ seen in Artic Ocean as sea ice retreats, Indipendent, 13 dicembre 2011. 
  6. Warren, J. Price, J. VanDerWal, S. Cornelius, H. Sohl, The implications of the United Nations Paris Agreement on climate change for globally significant biodiversity areas,in “Climate Change”, April 2018, Volume 147, pp. 395–409.
    Lo studio è riassunto in italiano nel rapporto WWF 2018: WWF, Il futuro delle specie in un mondo più caldo. Gli effetti del cambiamento climatico sulla biodiversità nelle zone prioritarie WWF, marzo 2018, pp. 24. 
  7. Guido Viale, Un cambiamento irreversibile, Comune-info, 16 ottobre 2018. 
  8. Will Steffen e altri. Op.cit. 
  9. World Meteorological Organization, WMO Greenhouse Gas Bullettin, n. 14, 22 novembre 2018, p. 9. 
  10. Roberto Colella, Geopolitica dell’Artico, tra risorse e interessi espansionistici, Huffingtonpost, 27 febbraio 2017. Nicola Sartori, La guerra silenziosa per controllare il petrolio dell’Artico, Outsidernews, 20 ottobre 2017. 
  11. Laura Canali, Le nuove rotte artiche, Limes, 13 giugno 2008. Francesco Sassi, Chi ci guadagna dalla nuova rotta dell’Artico, Wired, 8 ottobre 2018 
  12. OPEC, 2017 Annual Report, 2018, pp. 110. 
σύγχρονα κινήματα, movimenti di oggi

Ζητήθηκε η ειδική επιτήρηση για πέντε ιταλούς που έχουν υποστηρίξει τον αγώνα ενάντια στο ISIS στην Συρία

Stampa

1.1K42

Στις 3 ιανουαρίου η Digos του Torino έχει κοινοποιήσει το αίτημα ειδικής επιτήρησης για δύο χρόνια με απαγόρευση διαμονής από το Τορίνο, που προωθήθηκε από τον εισαγγελέα του Τορίνο εναντίον εκείνων που υποστήριξαν την επανάσταση της Ροζάβα.

Chiesta la sorveglianza speciale per cinque italiani che hanno sostenuto la lotta all’ISIS in Siria

Οι παραλήπτες αυτού του μέτρου είναι οι Paolo, Eddi, Jak, Davide και Jacopo, πέντε νέοι που για διάφορους λόγους τα τελευταία δύο χρόνια υποστήριξαν στο πεδίο τις προσπάθειες των λαών της Βορείου Συρίας για την υπεράσπιση της συνομοσπονδιακής επανάστασης ενάντια στην επιθετικότητα του Ισλαμικού Κράτους . Η ειδική επιτήρηση είναι ένα διεισδυτικό μέτρο ελέγχου το οποίο επιβάλλει, μετά από απόφαση ενός δικαστή, την απαγόρευση απομάκρυνσης από την κατοικία στην οποία ζει κάποιος και την υποχρέωση να παρουσιάζεται στις εποπτικές αρχές κατά τις προγραμματισμένες ημέρες και κάθε φορά που αυτό θα ζητηθεί. Ένα μέτρο έντονα επιζήμιο για την προσωπική ελευθερία, που προέρχεται από τον φασιστικό κώδικα Rocco αλλά επιβεβαιώνεται επανειλημμένα με τρόπο χειρότερο, και το οποίο μπορεί να ανανεωθεί από το δικαστήριο που το επιβάλλει.

Το αίτημα της εισαγγελικής αρχής Emanuela Pedrotta, η οποία εξειδικεύεται στη συστηματική δίωξη του αγώνα No Tav και των πολιτικών αγωνιστών του Τορίνο, ξεκινά από την υπόθεση της κοινωνικής επικινδυνότητας των πέντε οι οποίοι, αφού ενώθηκαν με τους YPG και τις YPJ, τις λαϊκές μονάδες προστασίας στρατευμένες στην καταπολέμηση του ISIS, θα έχουν διδαχθεί τη χρήση των όπλων. Μια διαδικασία την ίδια στιγμή συνοπτική και προφανής, γελοία. Εάν, αφενός, είναι σίγουρο πως σε μια ζώνη πολέμου είναι απαραίτητο να υπερασπιστούν τον άμαχο πληθυσμό με κάθε τρόπο και όλα τα μέσα,  από τρομοκρατικούς σχηματισμούς ακριβώς όπως το κάνουν οι YPG και YPJ με προφανή λειτουργία προστασίας και όχι κοινωνικής επικινδυνότητας, είναι επίσης αλήθεια, όπως μαρτυρούν οι διάφορες αλληλογραφίες και μαρτυρίες αυτών των πέντε, ότι δεν εντάχθηκαν όλοι στους στρατιωτικούς και λαϊκούς σχηματισμούς αλλά συνέβαλαν στην υπεράσπιση της Ροζάβα υποστηρίζοντας επίσης και συμμετέχοντας στις πολιτικές δομές της Ομοσπονδίας της Βορείου Συρίας. Μια επικίνδυνη γενίκευση που φαίνεται να υπονομεύει το δικαίωμα και το καθήκον καταγραφής και εξιστόρησης των ανθρώπων που φτάνουν και ζουν στην περίπλοκη πραγματικότητα των πολεμικών ζωνών, ειδικά τώρα που υπάρχει ένα εξαιρετικά παραπλανητικό σενάριο στα δυτικά μέσα ενημέρωσης όπως εκείνο της συριακής σύγκρουσης. Σε αυτό το portal όντως με χαρά φιλοξενήσαμε τις ανταποκρίσεις μερικών από τους πέντε σχετικά με την εξέλιξη της λαϊκής αντίστασης στις τζιχαντιστικές συμμορίες στις πόλεις της Afrin ή της Manbij. Μια αξιοσημείωτη συμβολή, σχεδόν απούσα στο ενημερωτικό πανόραμα αυτής της χώρας, και που, όπως επαναλαμβάνει ένας από τους αποδέκτες του αιτήματος της εισαγγελίας αυτές τις ώρες, «θα το έκανα άλλες εκατό φορές».

Για τις 23 ιανουαρίου στις 10 ορίστηκε η ακρόαση του αιτήματος από προωθήθηκε από την εισαγγελέα του Τορίνο. Ενημερώσεις θα ακολουθήσουν για τις κινητοποιήσεις που θα πραγματοποιηθούν από τώρα έως τις 23 ιανουαρίου ενάντια σε αυτήν την επίθεση και τον εκφοβισμό που θα ήθελε να χτυπήσει όσους αγωνίζονται και υποστηρίζουν την ελευθερία των πληθυσμών ενάντια στην τυραννία του Ισλαμικού Κράτους.

Αλληλεγγύη στους πέντε, Biji YPG, Biji YPJ

 

https://www.infoaut.org/conflitti-globali/chiesta-la-sorveglianza-speciale-per-cinque-italiani-che-hanno-sostenuto-la-lotta-all-isis-in-siria