σκόρπιες σκέψεις...

Αλληλεγγύη στους αγωνιστές του Ρουβίκωνα, αλληλεγγύη στον Δημήτρη Κουφοντίνα

Δεν θα μασήσω τα λόγια μου, απλά δυο λόγια θα εκφράσω, γιατί τα πράγματα είναι ξεκάθαρα

Αυτή τη στιγμή στην κοινωνία μας αναπνέουν γενικότερα δυο τύποι ανθρώπων:

πρώτοι εκείνοι που έχουν αποδεχτεί τη μοίρα που άλλοι έχουν αποφασίσει για τους ίδιους, πιστεύοντας πως είναι αυτοί που την καθορίζουν επειδή τους επιτρέπεται μια φορά κάθε πέντε ή τέσσερα χρόνια να ψηφίζουν ώστε ο Μανωλιός να φοράει το ρούχο του αλλιώς,

στέκονται απαθείς κοινωνοί του αξιακού συστήματος με το οποίο το καθεστώς με τους διαφορετικούς μηχανισμούς του ναρκώνει τα πλήθη δημιουργώντας τον μαζάνθρωπο που αντιμετωπίζουμε καθημερινά στα μέσα δικτύωσης και στα μέσα παραπληροφόρησης, αυτόν που πιθηκίζει και θέλει να ονειρεύεται πως μιαν όμορφη ημέρα θα καταφέρει να μοιάξει στα είδωλα που βλέπει στις διάφορες οθόνες!

Υπάρχουν και κάποιοι άλλοι, πολλοί λιγότεροι, που αποφασίζουν πως θέλουν να σταθούν απέναντι σε αυτή την υποτέλεια και αγωνίζονται με μέσα που οι ίδιοι, αυτόνομα, διαλέγουν ενάντια στην καθεστηκυία τάξη,

Σήμερα, αυτοί που διοικούν την »πρώτη κοινωνία» αποφάσισαν να εξολοθρεύσουν με κάθε τρόπο »τη δεύτερη», την ανυπότακτη, και ποινικοποιούν ότι κινείται κόντρα στα κελεύσματα τους, εκδικούμενοι αυτούς που δεν σκύβουν το κεφάλι, που δεν προσκυνούν, διαλέγοντας την αξιοπρέπεια και όχι την υποταγή!

Τέτοιοι, ανυπότακτοι, στέκονται απέναντι στους καταπιεστές, στους καταστολείς της κοινωνικής, αξιακής ανταρσίας οι νέοι του Ρουβίκωνα, ο Δημήτρης Κουφοντίνας και άλλοι έλληνες και ξένοι αγωνιστές που μαρτυρούν μέσα και έξω από τα τείχη που ‘αριστεροί’ και δεξιοί εκμεταλλευτές συντηρούν προσπαθώντας να καταπνίξουν την ανταγωνιστική ορμή αυτών που Αξίζει να λέγονται Άνθρωποι!

Στεκόμαστε αλληλέγγυοι με όλη την καρδιά μας σε αυτούς όλους τους αγωνιστές, τους αληθινούς μαχόμενους της ελευθερίας, της κοινωνικής απελευθέρωσης!

Υστερόγραφο:

μιλούν με αποστροφή για την βία αυτοί όλοι που με τη βία διατηρούν την εξουσία τους. Θα τους θυμίσω λοιπόν πως ακριβώς αυτή την εξουσία που κατέχουν, με επανάσταση την πήραν, με λουτρά αίματος σε όλη την υφήλιο. Η μπουρζουαζία που κυβερνά παγκοσμίως Βαστίλες γκρέμισε, βασιλιάδες καρατόμησε, λαούς εκτόπισε και εκτοπίζει για τα συμφέροντα της, αναγκάζοντας τους με τη βια να αλλαξοπιστήσουν, εθνοκαθάρσεις διέπραξε, χώρες βομβάρδισε και βομβαρδίζει, λαούς αυτόχθονες εξολόθρευσε και τους άρπαξε την γης και τους πόρους, φεουδάρχες και κοτσαμπάσηδες όλων των ειδών αφάνισε, την φύση καταστρέφει ολημερίς και οληνυκτίς, νόμιμους προέδρους καθαίρεσε ή δολοφόνησε απανταχού στον πλανήτη γιατί δεν της έκαναν τα κέφια. Οι μόνοι που δεν έχουν κανένα, μα κανένα δικαίωμα να καταδικάζουν την βία, ‘απ’ όπου κι αν προέρχεται’, είναι οι κυβερνώντες, οι ‘αντιπολιτευόμενοι’ αυτούς και όλοι οι παρατρεχάμενοι λακέδες τους,

όλοι αυτοί που τους στηρίζουν είναι εξίσου ένοχοι, στηρίζουν την καθημερινοί βία που δεχόμαστε όλοι εμείς που επιζητούμε την απελευθέρωση από τα δεσμά της κυριαρχίας που απέκτησαν με τη βία αστοί και μπουρζουάδες, με την στήριξη κάθε νοικοκυραίου, που μόνο νοικοκύρης δεν είναι!

αυτοί όλοι που αποδέχονται την μιζέρια μιας επιβίωσης, όσο πολυτελής κι αν είναι, είναι εγκληματίες και πρέπει να τιμωρηθούν παραδειγματικά. Όλοι εμείς που αποδεχόμαστε σιωπηλά, όσο κι αν λέμε πως μέσα μας στενοχωριόμαστε, που δεν κάνουμε τίποτα ώστε να σταματήσουν να πνίγονται στις θάλασσες πρόσφυγες και μετανάστες,  που αποδεχόμαστε φασίστες χρυσαυγίτες και άλλοι κρυμμένοι πίσω από ψευτοπατριωτικές προβιές να κυκλοφορούν ανενόχλητοι και να προβοκάρουν, ρατσιστές ανθρωπάρια σαν τον Σαλβίνι και το γκουβέρνο του να υπάρχουν και να διοικούν χώρες με τεράστια ιστορία αγώνων όπως η Ιταλία, όλοι εμείς που έχουμε λουφάξει φτάνει να νομίζουμε πως το σπιτάκι μας θα παραμείνει ανέγγιχτο, όλοι εμείς λοιπόν ήμαστε εξ ίσου ένοχοι με αυτούς που δίδουν τις εντολές και μας βιάζουν καθημερινά!

Υστερόγραφο νο 2: Η ιστορία μας έχει διδάξει πως μόνο με επανάσταση έρχεται το καινούργιο, μόνο η συντήρηση και τα λιμνάζοντα ύδατα, η σαπίλα αγαπούν την ακινησία, η μοιρολατρία είναι θάνατος αργός, όποιος είναι ερωτευμένος με το νέο το καινούργιο το ζωντανό, είναι ερωτευμένος με την επανάσταση

Ευχαριστώ για την υπομονή σας

 

διεθνισμός, internazionalismo

Πάντα οι διοικητές γερνούν άσχημα. Για τις διαμαρτυρίες στη Νικαράγουα

Stampa

 

785

Φυσικά η κατάσταση στη Νικαράγουα εξομαλύνεται, αλλά η διαδικασία που ξεκίνησε με τις ημέρες του απριλίου δεν έχει τελειώσει. Τα δημοσιευμένα στοιχεία, από την άλλη πλευρά, πιστοποιούν τον αριθμό των θανάτων σε 45 και 200 τραυματιών τις ημέρες μεταξύ 18 και 30 απριλίου. Οι περισσότεροι αυτών φοιτητές. Σχεδόν όλοι οι θάνατοι αποδίδονται στις δυνάμεις δημόσιας ασφάλειας και τις ομάδες σύγκρουσης, γνωστές ως «νέοι σαντινίστας». Οι συγκρούσεις έχουν σταματήσει αλλά οι διαμαρτυρίες συνεχίζονται. Πώς τοποθετούνται αυτές οι διαμαρτυρίες στο σενάριο της περιοχής; Ποιες διεκδικήσεις διατύπωσε το κίνημα που ξεκίνησε από την διαμαρτυρία ενάντια στην συνταξιοδοτική μεταρρύθμιση; Ποιο είναι το βάρος που έχουν η Εκκλησία και οι ΗΠΑ;

I comandanti invecchiano sempre male. Sulle proteste in Nicaragua.

Λατινική Αμερική, ο 21ος αιώνας και ο σοσιαλισμός“[…]Los estudiantes no quieren imágenes que simbolicen el autoritarismo. En las calles han comprendido el sentido de la vida: instantánea, frágil y absurda.”

Περίπου δύο χρόνια πριν, πολλοί παρατηρητές στην Ευρώπη και τη Νότια Αμερική, άρχισαν να παρίστανται σε μια μεταβολή της τάσης στη νοτιοαμερικανική ήπειρο, μια αναστροφή που έβλεπε μια αποδυνάμωση και έναν προοδευτικό τερματισμό των κύκλων των μεγάλων προοδευτικών κομμάτων και των σοσιαλιστικών οργανώσεων της ηπείρου.
Αυτοί οι κύκλοι άρχισαν το δεύτερο μισό της δεκαετίας του ’90 με μια σειρά μαζικών κινημάτων και αγώνων, διαφοροποιημένων, αντιφατικών, αυτόνομων, με αντι-νεοφιλελεύθερη έννοια, που οδήγησαν στην εκλογή σοσιαλιστικών κομμάτων τα οποία πολύ σύντομα κατάπιαν τις πιο ανεξάρτητες τάσεις και χαρακτηρίστηκαν, έστω και με τις δικές τους εδαφικές ιδιαιτερότητες, από την κρατική παρέμβαση ως μέσο οικονομικής αναδιανομής και κοινωνικής προστασίας, από την καταπολέμηση της φτώχειας με οικονομικές πολιτικές αντιφατικές μεταξύ τους σε κάποια σημεία, από την κοινωνική δικαιοσύνη ως θεμελιώδη αξία, από την κεντρική φιγούρα του αρχηγού σωτήρα της χώρας, όλα αυτά με μια ισχυρή λατινοαμερικανική κλίση.
Το τέλος αυτής της ακολουθίας οδήγησε σε μια επακόλουθη ενίσχυση των εθνικών δεξιών, παραδείγματα μεταξύ άλλων είναι η κρίση της Βενεζουέλα, η αποτυχία της προσπάθειας δημοκρατικής μετάβασης των FARC, οι δυσκολίες του Μοράλες στη Βολιβία για την προσαρμογή των μεταρρυθμίσεών του στις πραγματικές ανάγκες των αυτόχθονων λαών, η παράνομη κατάκτηση της εξουσίας του Temer στη Βραζιλία και οι επιθέσεις εναντίον του πρώην Προέδρου Λούλα, οι φρικτές μεταρρυθμίσεις του Macrì στην Αργεντινή και το αμφιλεγόμενο αποτέλεσμα των πολιτικών εκλογών της Ονδούρα, που χαρακτηρίζονται πάντα από αδελφοκτόνους αγώνες για την εξουσία, με την εκλογή του Χουάν Ορλάντο Χερνάντεζ, Juan Orlando Hernàndez, παρά τη συνταγματική απαγόρευση μιας νέας επανεκλογής του.

Ωστόσο, δύο χρόνια αργότερα, μπορούμε να δούμε πώς αυτή η ανατροπή της τάσης είναι κάθε άλλο παρά αιφνίδια και ανώδυνη, και οι δεξιές αντιμετωπίζουν δυσκολίες στην πορεία τους εξαιτίας της πολιτικής ανικανότητας, της σκληρότητας των μεταρρυθμίσεων, την έλλειψη δημοτικότητας και την ασυμβατότητα του δυτικού νεοφιλελεύθερου μοντέλου με τις τοπικές δομές και ίσως ακόμη και μια ελαφρά μείωση της πολιτικής πίεσης της αμερικανικής κυβέρνησης, που ασχολείται με άλλες περιπτώσεις, μετά την κρίση της Βενεζουέλα του 2017. Επιπλέον, η σταδιακή παρακμή των προαναφερθέντων αριστερών πραγματικοτήτων δεν σημαίνει τον τερματισμό των συγκρούσεων ή της πολιτικής συμμετοχής στην πλατεία, στον δρόμο, ή τη δυσπιστία στις σοσιαλιστικές ιδέες όπως θα μπορούσε να προβλεφθεί, αντιθέτως, σε πολλές περιπτώσεις ανοίγει το δρόμο για μια νέα συνειδητοποίηση στον πληθυσμό, είναι ένα άνοιγμα αν όχι μια προσπέλαση από αριστερά των πλατειών που πρώτα πνίγονταν από τις δυσκίνητες προοδευτικές δομές, χάρη και στην εμπειρία που ωρίμασε και αποκτήθηκε στα πρώτα είκοσι χρόνια αυτού του αιώνα. Κινήματα που γεννήθηκαν από τα κάτω, δομημένα με τρόπο πιο ρευστό και αυτόνομο από την άκαμπτη οργάνωση των κομμάτων, συχνά αυθόρμητα, φορείς αναφορών και αιτημάτων ριζοσπαστικών και φεμινιστικών γεννήθηκαν σε ολόκληρη την ήπειρο, αμφισβητώντας δεξιές και αριστερές, απαιτώντας δικαιώματα και συμμετοχή, αύξηση του εισοδήματος και των υπηρεσιών, καταπολέμηση της διαφθοράς, βελτίωση της εκπαίδευσης, καταπολέμηση της φτώχειας.
Φθάνει να σκεφτείτε, όσον αφορά την Αργεντινή, τις ωκεανικές διαδηλώσεις εναντίον του προέδρου Macrì, προς τον οποίον η συναίνεση καταρρέει και ο οποίος τις τελευταίες ημέρες έχει ανακοινώσει ακόμη μια αίτηση για υποστήριξη στο Διεθνές Νομισματικό Ταμείο λόγω της υποτίμησης του αργεντίνικου πέσο και των αγώνων των ντόπιων ιθαγενών Mapuche. Την επίθεση στο Κογκρέσο της Παραγουάη μετά την προσπάθεια συνταγματικής μεταρρύθμισης του προέδρου για να επιτραπεί η επανεκλογή του, τις συγκρούσεις και τις διαμαρτυρίες στην Ονδούρα λόγω παρόμοιων αιτιών για τις επαίσχυντες εκλογικές αδικίες που έχουν ήδη αφήσει 30 νεκρούς στους δρόμους, και η κατάσταση είναι κάθε άλλο παρά ειρηνευμένη. Στο Μεξικό η αυτόχθον υποψήφια Marichuy που υποστηρίζεται και από φοιτητικές συνιστώσες και διανοούμενους, η οποία θεωρείται η υποψήφια των Ζαπατίστας, προσπαθεί να καταφέρει να ανασυνθέσει τους αυτόχθονες λαούς για έναν ριζοσπαστικό μετασχηματισμό της μεξικανικής κοινωνίας. Οι κοντινές εκλογές στη Βενεζουέλα και την Κολομβία, ίσως, θα μπορέσουν να μας δώσουν και άλλες γραμμές των τάσεων σχετικά με τις κοινωνικοπολιτικές διαδικασίες που βρίσκονται σε εξέλιξη.

Μέσα σε πολλά από τα κινήματα ένα κεντρικό στοιχείο είναι η ενότητα που αντιπροσωπεύουν ορισμένοι αυτόχθονες λαοί που επικεντρώνονται σε αιτήματα για δικαιώματα και αυτονομία, καθιστώντας τους εαυτούς τους φορείς ενός πολιτιστικού φαντασιακού »αποαποικιοκρατικού», μιας απόρριψης του μοντέλου δυτικού πολιτισμού ξεκινώντας από τη γλώσσα, από τις χρήσεις, τα έθιμα, την παιδεία, την οικονομία, την πολιτική, σε μια προσπάθεια να δοθεί αξιοπρέπεια και σεβασμός στους λαούς τους, συχνά εκριζωμένους από τη γη τους, τον πολιτισμό τους, την ιστορία τους, τη γλώσσα τους.
Ενδιαφέρουσα από αυτή την άποψη είναι η εργασία της συλλογικότητας Grupo Modernidad / Colonialidad, που συγκεντρώνει διεπιστημονικούς διανοούμενους που τις τελευταίες δεκαετίες προσπαθούν να αναπτύξουν μια αποαποικιοκρατική προοπτική ξεκινώντας από τις σχέσεις εξουσίας που εδραιώνονται στην ήπειρο και που βλέπει στον ρατσισμό και την προσπάθεια επιβολής του δυτικού και ευρωκεντρικού κοινωνικο-πολιτιστικού μοντέλου τη βάση της καπιταλιστικής αναπαραγωγής στην ήπειρο. (Να σημειώσουμε μεταξύ άλλων, το έργο της Catherine Walsh σχετικά με τις «αποαποικιοκρατικές παιδαγωγικές δραστηριότητες», το οποίο έχει το πλεονέκτημα ότι δεν δίνει εύκολες απαντήσεις αλλά αναζητεί ένα νήμα οδηγό που ενώνει εγκάρσια τις διάφορες εμπειρίες σε όλη την ήπειρο που προσπαθούν να πειραματιστούν με μια διαφορετική επιστήμη της εκπαίδευσης από εκείνη την κυρίαρχη δυτική).

Ένας άλλος παράγοντας σ ‘αυτούς τους αγώνες είναι ο πρωταγωνισμός και η επέκταση των φεμινιστικών κινημάτων στην ήπειρο, που παρασύρονται από το κίνημα ni una menos, ο machismo είναι πολύ ισχυρός σε όλη τη Νότια Αμερική, σε ορισμένες αγροτικές περιοχές η κατάσταση φθάνει στο σημείο να γίνεται δραματική όσον αφορά την παράνομη εμπορία απαχθέντων ανθρώπων, γάμους και πρώιμες εγκυμοσύνες · το ποσοστό της γυναικοκτονίας εξακολουθεί να είναι πολύ υψηλό και η άμβλωση συνεχίζει να θεωρείται ως ταμπού σε μεγάλο μέρος της Λατινικής Αμερικής, καθώς και έγκλημα σχεδόν σε όλες τις εθνικές νομοθεσίες. Η Εκκλησία και η θρησκεία είναι σίγουρα οι κύριοι υπεύθυνοι για τη δυσκολία στην πολιτιστική αλλαγή με αυτή την έννοια.

Οι πρόσφατες διαμαρτυρίες στη Νικαράγουα παρουσιάζουν όλες αυτές τις ιδιαιτερότητες και τοποθετούνται σε αυτό το δυναμικό, αντιφατικό μάγμα γεννημένο μέσα σε αγώνες, αιτήματα, διαμαρτυρίες και πολιτικές και κοινωνικές αλλαγές.

31947981 10217038670627047 1780007135212470272 n

Πως εξελίχθηκε η διαμαρτυρία;

Στις 16 απριλίου του 2018, η κυβέρνηση ανακοίνωσε μια νέα μεταρρύθμιση του Εθνικού Ινστιτούτου κοινωνικής Ασφάλισης η οποία επιδεινώνει την κατάσταση του εργαζόμενου πληθυσμού της Νικαράγουα.
Την Τετάρτη 18 απριλίου, οι πορείες που συγκλήθηκαν αυτόνομα από φοιτητές και άλλους πολίτες, σε διαφορετικά μέρη της χώρας, πολιορκήθηκαν και δέχτηκαν απειλές από την αστυνομία. Η εθνική κατάσταση κατέστη πιο περίπλοκη, σε σημείο πολλά τηλεοπτικά μέσα να λογοκριθούν, αλλά πλέον ήταν πολύ αργά, την πέμπτη 19 απριλίου, η καταστολή εντατικοποιήθηκε και οι πρώτοι φοιτητές σκοτώθηκαν.
Ο πρώτος νεκρός ήταν ένας νεαρός που ονομάζονταν Darwin Urbina, θύμα ανταλλαγής πυροβολισμών κοντά στο Πολυτεχνείο κατά τη διάρκεια των συγκρούσεων της 19 απριλίου. Σύμφωνα με την οικογένεια, επέστρεφε σπίτι μετά από μια μέρα δουλειάς στο σούπερ μάρκετ.

download 2

Η αντιπρόεδρος Murillo, σύζυγος του προέδρου Daniel Ortega, ιστορικού διοικητή του Frente Sandinista de Liberación Nacional που νίκησε τη δικτατορία του Σομόζα, δήλωσε ότι το χτύπημα είχε φύγει μέσα από την πανεπιστημιακή περίμετρο, όπου είχαν ταμπουρωθεί πολλοί φοιτητές. Εκείνη την ίδια ημέρα, η πρώτη κυρία διαβεβαίωσε ότι η κυβέρνησή της δεν είχε κρατούμενους πολίτες και ότι οι υπεύθυνοι για τη βία ήταν «ομάδες γεμάτες μίσος».
Καθώς περνούσαν οι μέρες, η πραγματικότητα διέψευσε την αντιπρόεδρο. Η οικογένεια του Urbina κατηγόρησε την αστυνομία ότι έριξε πραγματικές και όχι καουτσούκ σφαίρες.  Στις 20 απριλίου, τα θύματα και οι διώξεις κατά πανεπιστημιακών φοιτητών άρχισαν να αυξάνονται. πολλοί έχουν εξαφανιστεί. Οι διαδηλώσεις διαμαρτυρίας πυροδοτήθηκαν, οι διασυνδέσεις μεταξύ των πόλεων έγιναν πιο δύσκολες, ακολουθούμενες από συγκρούσεις, οδοφράγματα, μολότοφ, ένοπλες μάχες, λεηλασίες από την πλευρά του πληθυσμού και εκείνες που ενορχηστρώθηκαν από άτομα που διείσδυσαν στο κίνημα, φιλοκυβερνητικές ένοπλες ομάδες, ειρηνικές διαδηλώσεις, το θάρρος μιας γενιάς. Αντιμέτωποι με την αύξηση της λαϊκής και διεθνούς πίεσης, η κυβέρνηση αναγκάστηκε να απελευθερώσει δεκάδες φυλακισμένους την τρίτη 24 απριλίου, οι οποίοι ανέφεραν, κατήγγειλαν ότι ξυλοκοπήθηκαν και βασανίστηκαν στα κελιά των αστυνομικών κέντρων. Οι «μικροσκοπικές ομάδες» μετατράπηκαν στον πυρήνα της γενικευμένης διαμαρτυρίας που μπόρεσε να μεταβάλει ολόκληρη την πολιτική πορεία της Νικαράγουα.

Η ροτόντα του Jean Paul Genie, κοντά στα Πανεπιστήμια, υπήρξε τόπος όπου οι νέοι ξαγρυπνούσαν σχεδόν κάθε βράδυ. Ακριβώς εδώ, οι διαδηλωτές ανέτρεψαν δύο από τα εκατοντάδες «δέντρα της ζωής» που κοσμούν το αστικό τοπίο της πρωτεύουσας: τεράστιες σιδερένιες κατασκευές που φωτίζονται από led και μιμούνται τα δέντρα και θέλουν να είναι φορείς ευημερίας, όπως είπε η Rosario Murillo, Πρώτη Κυρία της Νικαράγουα και Αντιπρόεδρος, η οποία θέλησε την κατασκευή και το στήσιμο τους. Οι νικαραγουανοί τα γνωρίζουν ως «los chayopalos» (η Murillo είναι γνωστή με το ψευδώνυμο «La Chayo«). Η πτώση τους μετατράπηκε σε εικονική φωτογραφία της εξέγερσης μιας νέας γενιάς: σε μια στιγμή, η πτώση των chayopalos συνδέθηκε, στα κοινωνικά δίκτυα, με την κατεδάφιση του αγάλματος του Σομόζα. Εκατοντάδες από αυτές τις κατασκευές κοσμούν την πρωτεύουσα της Νικαράγουα και πολλά από αυτά υπέστησαν φθορές και τώρα φέρουν τις πληγές των διαμαρτυριών. Όπου υπήρχαν πριν τα chayopalos, οι διαδηλωτές φύτευσαν αληθινά δέντρα με τα ονόματα δεκάδων νέων που σκοτώθηκαν. Η αγρυπνία έχει γίνει μιας έκφραση αρμονίας όλων των οικονομικών και κοινωνικών στρωμάτων, μιας έκφρασης που ενώνει όλα τα κοινωνικά στρώματα.

31958587 10217038670747050 7058804761297944576 n

Στις 28 απριλίου, δέκα μέρες μετά την πρώτη διαμαρτυρία, δεκάδες χιλιάδες νικαραγουανών έκαναν πορεία από διαφορετικά σημεία στη Μanagua για να βρεθούν στον Καθεδρικό Ναό, την πορεία διοργάνωσε η καθολική εκκλησία.
Οι διαδηλωτές όχι μόνο έδειξαν ότι δεν φοβόταν το Κράτος αλλά του έκλεψαν και τις σημαίες του. Όλες. Και τις ανεμίζουν μαζί με τις αξίες του, ακόμη και εις βάρος των μηνυμάτων που, στις προθέσεις των καθολικών διοργανωτών, θα έπρεπε να μεταφέρει η πορεία. Τραγούδησαν τα τραγούδια της επανάστασης, γκρέμισαν chayopalos για να φυτεύσουν δένδρα, απήγγειλαν τα ποιήματα του Ernesto Cardenal [μία από τις φιγούρες σύμβολο της θεολογίας της απελευθέρωσης] και τραγούδησαν τα τραγούδια των αδελφών Mejía Godoy [τραγουδοποιών σύμβολα της Επανάστασης] αναλαμβάνοντας τα μεγάλα σαντινιστικά θέματα.

Είναι αυτό που καθιστά την κατάσταση πολύπλοκη για τον Ortega και αντιφατική στα εξωτερικά μάτια: οι αντίπαλοί του θεωρούν τους εαυτούς τους sandinistas. «Sandinistas, no orteguistas» διαφορά που, εδώ και κάποιο διάστημα, τα μέλη της νεολαίας Sandinista είχαν αρχίσει να υπογραμμίζουν. Ένα άλλο σημαντικό γεγονός, μεταξύ των πρώτων που συμμετείχαν στις διαμαρτυρίες υποστηρίζοντας τους φοιτητές της πρωτεύουσας, ήταν οι κάτοικοι του Monimbó, στην Masaya, γηγενή περιοχή, αυτόχθονων, γη των παρτιζάνων και των μαγίστρων, πρώτη πόλη που απελευθερώθηκε στη δεκαετία του 70, κοιτίδα και προπύργιο της επανάστασης των Σαντινίστας. Ήταν η πόλη όπου κατασκευάζονταν σπιτικές βόμβες, αυτοσχέδιες, που επαναχρησιμοποιήθηκαν κατά τις διαδηλώσεις στην πόλη, σημάδι της μετάδοσης των εργαλείων της εξέγερσης από γενιά σε γενιά. Και εκεί είχαμε νεκρούς στις 19 απριλίου. «Επανάσταση ή θάνατος, Θα Κερδίσουμε» έλεγε ένα πανό στην πορεία της 28ης απριλίου, κοντά στις σημαίες της Νικαράγουα και του Βατικανού. «Μπορείτε να σκοτώσετε έναν επαναστάτη, αλλά όχι την επανάσταση», έλεγε ένα άλλο. Οι πόλεις στις οποίες έχουμε τις μεγαλύτερες διαδηλώσεις, όχι τυχαία, είναι εκείνες στις οποίες ιστορικά το Frente υπήρξε ισχυρότερο και από όπου η επανάσταση, πριν από σαράντα χρόνια, είχε εξαπλωθεί, ενώ ήταν ασθενέστερη αν όχι απούσα στις πόλεις παραδοσιακά πιο συντηρητικές, όπου κατοικούν περισσότερα κεφάλαια και οι άνθρωποι είναι πιο εχθρικοί στην επανάσταση.

Η αντιπρόεδρος, στη συνέχεια έκανε έκκληση για συμφιλίωση και τώρα γιορτάζει τις  νεκρικές αγρυπνίες αλλά οι διαδηλωτές ζητούν την παραίτησή της και αυτή του συζύγου της, του προέδρου Ortega. Ο αρχηγός του κράτους υποστήριξε ως επί το πλείστον μια συζήτηση στην οποία τα φοιτητικά αιτήματα συνδέονται με τα αίτια, τους λόγους για τους οποίους πολέμησαν οι πρώτοι Σαντινίστας, αιτίες και λόγοι που στο τελευταίο διάστημα παραποιήθηκαν ή εν μέρει εγκαταλείφθηκαν. Η ιστορική μνήμη της επανάστασης είναι στην πραγματικότητα λιγότερο προστατευμένη από ό, τι μπορεί να πιστέψει κανείς, στο όνομα της κοινωνικής ειρήνης, αλλά παρόλα αυτά οι νέοι αποδεικνύουν ότι φυλάσσουν αυτή την ιστορική μνήμη περισσότερο από ό, τι θα μπορούσε κανείς να φανταστεί, για τις πρακτικές που εφαρμόστηκαν και την αναγνώριση ενός κοινού νήματος μεταξύ των αγώνων τους και εκείνων των γονιών και των παππούδων τους.

download 4

Στις 30 Απριλίου, στην γιορτή της Ημέρας των Εργαζομένων, ο Ortega πραγματοποίησε τη συγκέντρωσή του μπροστά σε δεκάδες χιλιάδες ανθρώπους σε μια πλατεία με δεκάδες σημαίες νικαραγουανές και του FSLN, σε μια επίδειξη άτονης δύναμης. Στην ομιλία του δεν αναγνώρισε καμία ευθύνη των δυνάμεων του για τη βία, αλλά ζήτησε ενός λεπτού σιωπή για τα θύματα. Όπως και στις άλλες δημόσιες παρεμβάσεις του, υποστήριξε την αξιοπρέπεια και τo δίκαιο των φοιτητικών διαμαρτυριών υπέρ των εργαζομένων, αναγνωρίζοντας την έλλειψη διαβουλεύσεων πριν από τη μεταρρύθμιση, αποφασίζοντας να την εμποδίσει, να την μπλοκάρει και να επικαλεστεί μια νέα η οποία θα μπορούσε  να φέρει όλους κοντά σε συμφωνία. Για τον Ortega, οι ευθύνες των διαμαρτυριών θα έπρεπε να καταλογιστούν αλλού: ειδικότερα στον ιμπεριαλισμό των ΗΠΑ και στην διείσδυση ομάδων που χρηματοδοτήθηκαν από αυτές μέσα στις διαμαρτυρίες. Από την άλλη πλευρά, ο Ορτέγκα φοβάται ότι η Νικαράγουα θα γίνει μια άλλη Βενεζουέλα, και μόνο έτσι μπορεί να εξηγηθεί η έκρυθμη αντίδραση που είχαν τα θεσμικά όργανα μπροστά στις πρώτες ειρηνικές διαμαρτυρίες των νέων. Εδώ και πολλά χρόνια πραγματικά το FSLN αγωνίζεται ενάντια στις παρεμβολές στην εγχώρια πολιτική που ορισμένες δυτικές ΜΚΟ προσπάθησαν να επιβάλουν, αλλά θα ήταν κοντόφθαλμο να πιστεύουμε ότι όλο αυτό που συμβαίνει οφείλεται στους yankees. Οι ΗΠΑ ενδιαφέρονται σίγουρα για την ανατροπή της σημερινής κυβέρνησης της Νικαράγουα, αλλά σίγουρα δεν είναι ο μεγάλος χειραγωγός πίσω από αυτές τις διαμαρτυρίες που επικαλούνται καλύτερες συνθήκες διαβίωσης και όχι άλλους θανάτους, των οποίων η ιστορία της Νικαράγουα είναι ήδη γεμάτη.

«¡Que se rinda tu madre!» »Να παραδοθεί η μάνα σου!». Είναι ένα από τα συνθήματα μάχης, το hashtag που παρέσυρε την εξέγερση, το μάντρα της. Είναι μια φράση που μετατράπηκε σε επαναστατικό τραγούδι, που αποδίδεται στον ποιητή πολεμιστή των σαντινίστας Leonel Rugama, ο οποίος την ξεστόμισε πριν πεθάνει ενώπιον του σομοζιστή στρατηγού που απαιτούσε την παράδοσή του. «¡Que se rinda tu madre!» Αυτό, μαζί με την ιστορική κραυγή «¡Que viva Νιcaragua libre!», που ήταν κάποτε και η κραυγή του Daniel Ortega. Σήμερα είναι η παράσταση της πλατείας για να τον ξεφορτωθεί. Η μνήμη της επανάστασης των Σαντινίστας που κληρονόμησε τον διοικητή ανάμεσα στους ήρωες της πατρίδας, στρέφεται σήμερα εναντίον του. Διάφορα πανό έχουν συνοδεύσει πράγματι μια διαφορετική ερμηνεία αυτών των ημερών, σαν να θέλουν να δείξουν ότι ο Ortega έχει χάσει την ισχυρή επαφή του με τους δρόμους, θεμέλιο της επιτυχίας του: Ο DANIEL ΚΑΙ Ο SOMOZA ΕΙΝΑΙ ΤΟ ΙΔΙΟ ΠΡΑΓΜΑ.   

5ae5f7aacd702e6324f8de4b

Ποιος Σαντινισμός; Και ποια Εκκλησία; 

Μετά που το Frente Sandinista de Liberacion Nacional, το FSLN, έχασε τις προεδρικές εκλογές του 1990, μέσα σε ένα πλαίσιο, σε μια συγκυρία πολέμου και ακραίας φτώχειας, η χώρα άρχισε να κατακερματίζεται, και οι εσωτερικές διαφορές προκάλεσαν το γεγονός πολλά ηγετικά στελέχη και διανοούμενοι που είχαν αγωνιστεί ενάντια στη δικτατορία somozista να αφήσουν το Frente, το Μέτωπο.   Κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του ’90 υπήρξε ένας συνεχής αγώνας εναντίον των νεοφιλελεύθερων κυβερνήσεων, «από κάτω», όπως υποστηρίχτηκε από την πρώτη ομιλία μετά την ήττα από τον Ορτέγκα, ο οποίος μαζί με τη σύζυγό του και σημερινή αντιπρόεδρο οικειοποιήθηκαν τους συμβολισμούς των Sandinista για να δημιουργήσουν μια σταθερή εκλογική βάση σε διαφορετικούς τομείς του πληθυσμού, αποσταθεροποιώντας τις αντιπολιτεύσεις που ήταν φτωχές σε ικανότητα και πολιτικές προτάσεις. Οι κυβερνήσεις που ακολούθησαν η μια την άλλη στα νεοφιλελεύθερα είκοσι χρόνια, μεταξύ διαφθοράς και αθετήσεις υποχρεώσεων, δεν μπόρεσαν να βγάλουν τη χώρα από τη φτώχεια.

Το 2007 ο πρόεδρος του FSLN επέστρεψε στην εξουσία, ο πληθυσμός ζήτησε αλλαγή, τα σύμβολα της επανάστασης είχαν γίνει καθησυχαστικά και αντιπροσώπευαν τη δυνατότητα να πραγματοποιηθεί μια θετική αλλαγή πορείας για τη χώρα. Με το πέρασμα των χρόνων παρακολουθήσαμε μια εξέλιξη στα πολιτικά ζητήματα. Η Rosario Murillo με τον Ορτέγκα γίνεται φορέας ενός λόγου ειρήνης, αγάπης και αλληλεγγύης (προωθώντας συνθήματα όπως «στην ευλογία, την ευημερία και τη νίκη» ή «χριστιανική πατρίδα, αλληλέγγυα και σοσιαλιστική»). Μια προοδευτική αλλαγή στα περιεχόμενα που, κατά την εποχή εκείνη, θεωρούνται σύμβολα μιας νέας πορείας sandinista.

Γι ‘αυτό, πρώτα απ’ όλα, είναι σημαντικό να διευκρινιστεί ότι οι νικαραγουανοί δεν αγωνίζονται αυτή την στιγμή ενάντια στο κόμμα των Σαντινίστας που κάποτε επέβαλε την παρουσία της Νικαράγουα στην παγκόσμια πολιτική σκηνή, και ούτε πολεμά ενάντια σε εκείνη την Juventud, την Νεολαία των Σαντινίστας, που οργάνωσε μια από τις πιο επιτυχημένες εκστρατείες αλφαβητισμού στη σύγχρονη ιστορία, την Cruzada de Alfabetización Heroes y Màrtires por la Liberación de Νicaragua: ένα μεγάλο μαζικό κίνημα στο οποίο συμμετείχαν χιλιάδες νικαραγουανοί όλων των κοινωνικών τάξεων, μαζί με χιλιάδες εκπαιδευτικούς που έστειλε η Κούβα και χιλιάδες διεθνείς που συνεργάστηκαν (εκτιμάται ότι οι συμμετέχοντες ήταν 60.000). Οι εθελοντές έφθασαν στις πιο απομακρυσμένες γωνιές της χώρας για να διδάξουν την ανάγνωση και τη γραφή, σε ένα χρόνο ο δείκτης αναλφαβητισμού πέρασε από το περισσότερο του 50% που ήταν σε 12%. Μετά από 16 χρόνια καπιταλιστικών και νεοφιλελεύθερων κυβερνήσεων, ο αναλφαβητισμός αυξήθηκε και πάλι στο 36,9%, το 2006, ενθαρρύνοντας την εφαρμογή του προγράμματος “Yo si puedo” που σχεδιάστηκε από την Κούβα για την προώθηση της ανάγνωσης και της γραφής σε μαζικό επίπεδο. Στις διαμαρτυρίες, υπάρχει αντιθέτως μια βαθιά συνεύρεση με τον χριστιανισμό, που ενώνεται σε στοιχεία μυστικισμού και λαογραφίας και σε βαθιά σοσιαλιστικά και επαναστατικά ιδεώδη που συνδυάζονται αρμονικά στην Κεντρική Αμερική. Όλα αυτά φαίνονται αντιφατικά και δύσκολα διαβάζονται στα δυτικά μάτια και ιδιαίτερα στα ιταλικά, δεδομένης της χρονικής εξουσίας που απολαμβάνει η Εκκλησία στην επικράτειά μας και το ότι είναι, εκ των πραγμάτων, ο αντίπαλος σε διάφορους αγώνες. Ωστόσο, πρέπει να θεωρήσουμε ότι ο αποικισμός και η διάδοση του ευαγγελίου στην Κεντρική Αμερική υπήρξαν τόσο ισχυροί ώστε τα χαρακτηριστικά του χριστιανισμού να είναι έντονα ριζωμένα σε πολιτιστικό επίπεδο (αν και στη Νικαράγουα ίσως ξεκινά να παρουσιάζεται μια αργή αλλαγή μεταξύ των νέων). Η Θεολογία της Απελευθέρωσης διαπότιζε την σαντινιστική επανάσταση, στις κυβερνήσεις της εισήλθαν σαν υπουργοί οι ιησουίτες Fernando και Ernesto Cardenal, και ο θρησκευόμενος Miguel d’Escoto ως καγκελάριος. Ήταν οι ηγέτες της «λαϊκής Εκκλησίας», που υποστήριζε την επανάσταση και την υπόθεση των φτωχών ενάντια στα συντηρητικά σχέδια της πλειοψηφίας του κλήρου, εναντίον μιας πολύ παραδοσιακής επισκοπής και εναντίον του ίδιου του Βατικανού. Ένα μείγμα που συγκρούστηκε με τη συντηρητική κλίση Woijtila. Όλοι θυμούνται την αγανάκτηση του Πάπα για το τεράστιο πανό που τον υποδέχτηκε στο αεροδρόμιο κατά την επίσκεψή του στη χώρα το 1983, το οποίο του απευθύνονταν με τα λόγια: «Bienvenido a la Nicaragua libre gracias a Dios ya la revolución» και αυτό εξηγεί άριστα αυτή την συνεύρεση της θρησκείας και της επανάστασης. Αγανακτισμένος, ο Juan Pablo II άρπαξε την πρώτη ευκαιρία που του παρουσιάστηκε, για να κατακρίνει δημοσίως τον Ernesto Cardenal. Εκείνη η περίφημη φωτογραφία έκανε τον γύρο του κόσμου, με τον Πάπα βγαίνοντας από το αεροπλάνο να υψώνει το δάχτυλό του και απαιτώντας από τον Cardenal να εγκαταλείψει την πολιτική, ενώ ο ιησουίτης κάρφωνε το γόνατο στο έδαφος, έβγαζε τον μπερέ, τον κοίταζε με κάτι μεταξύ χαμόγελου και έκπληξης, ενώ ανέχονταν στωικά την επίπληξη.

juanpabloii ernestocardenal

Στην πλατεία μπροστά από την κύρια πόρτα του σύγχρονου καθεδρικού ναού, στο τέλος της πορείας της 28ης απριλίου, ο βοηθός επίσκοπος της Μανάγκουα, Silvio Báez, υποστηρικτής του Πάπα Φραγκίσκου, χαιρετίστηκε όπως κανένα άλλο άτομο σε αυτές τις εξεγέρσεις. Ο Báez έχει μετατραπεί σε σύμβολο και εκπρόσωπος μιας εκκλησίας που επικρίνει το καθεστώς Ortega. Ήταν ο πρώτος που καταδίκασε την καταστολή της αστυνομίας και υπερασπίστηκε τους φοιτητές, ενώ η πρώτη κυρία και αντιπρόεδρος τους κατηγορούσε ότι είναι «μικροσκοπικές» ομάδες στην υπηρεσία των συμφερόντων που αποσταθεροποιούν την κυβέρνηση. Με τον Báez, η καθολική εκκλησία της Νικαράγουα έχει μετατραπεί σε μοναδικό εγγυητή αυτής της συγκεχυμένης διαδικασίας, χάρη στην αποφασιστικότητα του προκαθήμενου να συνοδεύει τους φοιτητές.
Πριν από αυτή την καταστολή, η Εκκλησία είχε διατηρήσει μια «σχετική ουδετερότητα με το καθεστώς», σύμφωνα με τον κοινωνιολόγο Óscar René Vargas. Παρότι τις τελευταίες εβδομάδες, οι επίσκοποι, με επικεφαλής τον Monsignor Silvio Báez, τοποθετήθηκαν υπερασπιζόμενοι τους φοιτητές που σφαγιάστηκαν από τις δυνάμεις σύγκρουσης της κυβέρνησης και αποδέχθηκαν την πρόσκληση να είναι εγγυητές του εθνικού διαλόγου που κάλεσε ο Ortega, διατήρησε η Εκκλησία μια σχέση που από κάθε άποψη σέβεται την κυβέρνηση και αυτό οδηγεί στο να υποθέσουμε ότι υπάρχει ένα ρήγμα μέσα στους κληρικούς μεταξύ φιλοκυβερνητικών επισκόπων και επισκόπων εναντίον της κυβέρνησης.

Η Εκκλησία έχει συγκαλέσει σε ένα τραπέζι εθνικού διαλόγου που θα μπορούσε να χρησιμεύσει και σαν οξυγόνο για τον Ortega: με το πλήθος στις πλατείες και στους δρόμους να απαιτεί την απομάκρυνση του, ένα τραπέζι διαλόγου θα επιτρέψει στην κυβέρνηση να αναδιοργανωθεί, να ψυγχράνει τις διαδηλώσεις στους δρόμους και να δείξει ανοίγματα. Ας θυμηθούμε πάντοτε ότι μιλάμε για την Εκκλησία της Ρώμης, ένα θεσμό που έχει κάθε συμφέρον να συγκεντρώσει περισσότερη δύναμη, εξουσία και συναίνεση στη Νικαράγουα για να νομιμοποιήσει τις αποστολές της (μια χώρα στην οποία υπάρχουν όλα τα διαφορετικά χριστιανικά ρεύματα και είναι πολυάριθμα, και εκείνο το καθολικό, ειδικά σε ορισμένες περιοχές, απέχει πολύ από το να είναι το ισχυρότερο), εκμεταλλευόμενη και εξομαλύνοντας τις διαμαρτυρίες με αντιδραστική έννοια. Από την άλλη πλευρά, αυτή η πιθανότητα διαλόγου, έχει ήδη ανακοινώσει με ελαφρύτητα η Εκκλησία, δεν είναι αιώνια.

Η ανάπτυξη της Nicaragua

Ο ερχομός του Daniel Ortega στην εξουσία συνέπεσε με την αποκορύφωση της πετρελαϊκής χάριτος του Hugo Chávez στη Βενεζουέλα. Η σημασία της συνεργασίας με την Βενεζουέλα, μέσω πιστώσεων που σχετίζονται με το πετρέλαιο, τις εξαγωγές, τις επενδύσεις σε σταθμούς ηλεκτροπαραγωγής, μεταξύ άλλων, έφτασαν να αντιπροσωπεύουν σχεδόν το 13,7% του ΑΕΠ. Η συμφωνία συνεργασίας έφερε περισσότερα από τέσσερα χιλιάδες εκατομμύρια δολαρίων σε αυτά τα 11 χρόνια της κυβέρνησης του Frente. Επιπλέον, η Βενεζουέλα μετατράπηκε στον δεύτερο σημαντικότερο προορισμό για τις εξαγωγές της Νικαράγουα.

Τα γεμάτα κρατικά ταμεία επέτρεψαν στην κυβέρνηση τη χρηματοδότηση κοινωνικών προγραμμάτων, να αγοράσει μέσα μαζικής ενημέρωσης και να διατηρήσει τα οφέλη για τους εργοδότες μέσα από επιδοτήσεις και απαλλαγές. Έχουν δημοσιοποιήσει και είναι δωρεάν για όλους οι τομείς της υγείας και της εκπαίδευσης. Το εθνικό νόμισμα ενισχύθηκε. Η Νικαράγουα υποστήριξε και έδωσε ώθηση στο εμπόριο και την ασφάλεια, είχε το προνόμιο μιας αξιοσημείωτης αύξηση του τουρισμού που οφείλεται, μεταξύ άλλων, στα 26 φυσικά καταφύγια που δημιουργήθηκαν από την Σαντινιστική Επανάσταση,
χάρη στην επανάσταση πρώτα και στις πολιτικές του κόμματος του Ortega, στη συνέχεια, η Νικαράγουα έχει γίνει η ασφαλέστερη χώρα της Κεντρικής Αμερικής, δεν υπάρχουν οι ομάδες οργανωμένου εγκλήματος που δραστηριοποιούνται αντιθέτως απροκατάληπτα σε όλα σχεδόν τα άλλα γειτονικά κράτη. Παρ ‘όλα αυτά, εδώ και δύο χρόνια, η νικαραγουανή οικονομία άρχισε να καταγράφει αντικρουόμενα σημάδια: πάνω απ’ όλα την μείωση των πωλήσεων αυτοκινήτων, σπιτιών και της κατανάλωσης γενικότερα. Η έλλειψη χρημάτων και η είσοδος στο ΔΝΤ με τα τελεσίγραφα έχει, επίσης, αναγκάσει την κυβέρνηση να λάβει μέτρα λιτότητας για να σώσει τον κρατικό προϋπολογισμό.
Παρ ‘όλα αυτά υπάρχουν πολλά άλλα στοιχεία που συνέβαλαν στη διατήρηση της σταθερότητας στη χώρα. Παρά τις εμπορικές συμφωνίες με την Κίνα και παρά τη συζήτηση στο αμερικανικό Κογκρέσο του Nica Act – με τον οποίο οι Ηνωμένες Πολιτείες θα μπορούσαν να εμποδίσουν οποιοδήποτε δάνειο στην κυβέρνηση του Ορτέγκα από διεθνή χρηματοπιστωτικά ιδρύματα και μια εξεταστική επιτροπή να παρακολουθεί τις βελτιώσεις στη «δημοκρατία» του κράτους της Νικαράγουα – η επίθεση από τις Ηνωμένες Πολιτείες είναι λιγότερο ισχυρή αυτή τη στιγμή.

Οι φοιτητές, η αυτονομία

Οι φοιτητές σε όλα τα πανεπιστήμια του δυτικού τμήματος της χώρας έδειξαν με τις διαμαρτυρίες τους, ότι δεν αποδέχονται καμία καταστολή. Ήταν από το 2009 που δεν υπήρχαν ισχυρές διαδηλώσεις στη Νικαράγουα, και ήδη τότε το Frente φαινόταν να είναι στα πρόθυρα της πτώσης αλλά άντεξε. Στις ημέρες του απριλίου, διάφορες κινήσεις διαμαρτυρίας εξαπλώθηκαν σαν τις κηλίδες της λεοπάρδαλης με τους διαδηλωτές που έβγαιναν στους δρόμους ανά πάσα στιγμή, οποιαδήποτε ώρα της ημέρας. Οι ηγέτες του κόμματος δεν πίστευαν ότι οι γενιές των millennials θα μπορούσαν να χτίσουν τσιμεντένια οχυρώματα οπλισμένοι με χειροποίητα ολμοβόλα, τα οποία ήταν πάντα το προτιμώμενο εργαλείο των νικαραγουανών εξεγέρσεων, μαζί με τους πολίτες που τους στήριζαν φέρνοντας τρόφιμα, φάρμακα, τους περιέθαλπταν τoυς μετέδιδαν τις δικές τους εμπειρίες σε μια πραγματική κατάσταση αντιεξουσίας. Οι σπουδαστές ζήτησαν χρόνο να επιλέξουν τους αντιπροσώπους τους αλλά, πάνω απ ‘όλα, να καθορίσουν τι συμβαίνει ανάμεσα στις τάξεις τους. Η ένταση αυξάνεται και η αναζήτηση της οργάνωσης είναι ισχυρή σε εθνικό επίπεδο.

31947093 10217038671467068 8059898312997732352 n

Απ’ όταν οι διαμαρτυρίες κατά της κυβέρνησης, που ονομάστηκε «καθεστώς» από τους διαδηλωτές, επανεμφανίστηκαν στις 18 του περασμένου απριλίου, οι φοιτητές μετατράπηκαν σε πρωταγωνιστές μιας ιστορίας της οποίας τώρα θα πρέπει να προσπαθήσουν να κρατήσουν τα γκέμια. Χωρίς στρατηγικές, χωρίς ατζέντα, χωρίς οργάνωση οποιουδήποτε είδους, έχουν αποκτήσει μια υπευθυνότητα, μια ευθύνη και μια ισχύ χάρη στις σχέσεις δύναμης που ήταν σε θέση να χτίσουν δρόμο προς δρόμο. Πρόκειται για μια γενιά που ανατίναξε αυθόρμητα όλους τους φόβους, όλες τις λογοκρισίες και τις απαγορεύσεις, όλη την καταπίεση και την καταστολή που συσσωρεύτηκε κατά τη διάρκεια δεκαετιών ελέγχου από όλους τους κρατικούς μηχανισμούς. Κανείς δεν μπορούσε να προβλέψει αυτή την έκρηξη. Τώρα που έχουν εισέλθει με ένα τεντωμένο πόδι σε αυτή την ιστορική διαδικασία, η ελπίδα είναι ότι οι φοιτητές θα δώσουν μια ανθεκτική μορφή στην αυτοσχέδια εξέγερση. Σίγουρα υπάρχουν δυσκολίες, κόπωση, απειρία, υπάρχει ο φόβος γι αυτούς που θα διεισδύσουν, υπάρχει ο φόβος γι αυτούς που θα θελήσουν να τους εκμεταλλευτούν, που πιθανότατα ήδη ξεκίνησαν να το κάνουν. Πέρασαν περισσότερες από δύο εβδομάδες και δεν υπάρχει ακόμα μια σαφής ηγεσία, leadership.
Σήμερα ισχυρίζονται ότι πολεμούν εναντίον μιας οικογένειας που χρησιμοποιεί το παρελθόν της για δική της ευκολία με λόγια που, εκτός από το να πείσουν τους πολίτες σχετικά με μια ειρήνη συμφιλιωτική, καθιστούν εμφανείς τις αυταρχικές πολιτικές που λογοκρίνουν κάθε είδος διαφορετικού λόγου. Τον απρίλιο του 2018, οι αντιφάσεις στη Νικαράγουα εξερράγησαν. Οι αυθαίρετες αποφάσεις του προέδρου Ortega και της αντιπροέδρου Murillo εξασφάλισαν οι φοιτητές να κατέβουν στους δρόμους και να βαδίσουν ειρηνικά ενάντια σε αυτά τα λάθη. Οι αρχές από την πλευρά τους απάντησαν με μια σκληρή γροθιά στον φοιτητικό πληθυσμό ζυγίζοντας πως θα επιλύσουν γρήγορα τα πράγματα χωρίς να σκεφτούν την απίστευτη ταχύτητα της διάδοσης πληροφοριών μέσω των κοινωνικών δικτύων, τα οποία έδωσαν τη δυνατότητα τα νέα και η ηχώ τους να επιτύχουν μια απίστευτη έκταση. Αυτοί οι νέοι που κατέβηκαν στους δρόμους και τις πλατείες, έφηβοι ή νεαροί εργαζόμενοι, πανεπιστημιακοί φοιτητές, είναι μια γενιά που δεν έχει βιώσει ούτε την επανάσταση ούτε τον εμφύλιο πόλεμο, η πρώτη που έχει μια σημαντική επαφή με τον κόσμο της Δύσης και της Λατινικής Αμερικής χάρη σε μια μεγαλύτερη κίνηση ανθρώπων που εισέρχονται και βγαίνουν από τη χώρα. Το Πολυτεχνείο μετατράπηκε σε γενικό επιτελείο των φοιτητών. Μέχρι πριν από περίπου δέκα μέρες ήταν ένας αναβρασμός ανθρώπων που έφερναν τρόφιμα και φάρμακα για να βοηθήσουν τους φοιτητές που ήταν ταμπουρωμένοι στο πανεπιστήμιο. Αν και παραμένει ακόμη κατειλημμένο, τώρα οι αριθμοί προοδευτικά και φυσιολογικά μειώθηκαν. Σε αυτό, ένα μεγάλο έργο τομαλοποίησης της διαμαρτυρίας πραγματοποιήθηκε από την Εκκλησία, η οποία με την παρέμβαση της έχει πράγματι ρίξει νερό στην πυρκαγιά, υποσχόμενη συμμετοχή στους φοιτητές και τους παροτρύνει να βρουν πιο «δημοκρατικές» μορφές, με τρόπο ώστε να εκτονώσει τις συγκρούσεις που γνωρίζουμε πολύ καλά .

Οι άνθρωποι κοιτάζονται στα μάτια και δίδουν, ίσως χωρίς να το γνωρίζουν, μορφή σε ένα κίνημα το οποίο με αυτόνομες πρακτικές ζητά μεγαλύτερη ελευθερία, τη δυνατότητα να επιλέξει το δικό του μέλλον, περισσότερο εισόδημα, εκπαίδευση και έλεγχο της ζωής τους, και το θέλει για όλες και όλους, για όλο τον λαό της Νικαράγουα με ένα κοινό νήμα με τα αιτήματα της πρώτης επανάστασης των Σαντινίστας, μια επανάσταση που ήταν πραγματικά μαζική και ευρέως διαδεδομένη. Πολύ σημαντική σε πολιτιστικό επίπεδο, είναι η έννοια της Πατρίδας που φέρει και σε αυτά τα μέρη διάφορες αμφιθυμίες – ασάφειες: η χώρα αποτελείται από ένα μείγμα πολιτισμών, εθίμων, ιθαγενών ομάδων, και δεν είναι καθόλου ομοιογενής, αλλά η πατρίδα εδώ φαίνεται ακριβώς ως μια κοινότητα που βρίσκεται σε μάχη, μια πατρίδα που απελευθερώθηκε, και ελευθέρωσε όλη τη επικράτεια δεκαετίες πριν, και ως εκ τούτου θέλει να επιστρέψει να είναι ελεύθερη ξεκινώντας από τις διαφορές, «το ένα τρίτο του πληθυσμού έζησε κατά τη διάρκεια της Επανάστασης, γνωρίζουμε ήδη πώς γίνεται [η επανάσταση]» λένε οι διαδηλωτές.

download 1

Ένας άλλος χαρακτήρας που δένει το νέο κύμα διαμαρτυριών στην επανάσταση Sandinista είναι ο ηγετικός ρόλος των γυναικών. Ακριβώς αυτές οι τελευταίες, σε αυτές τις ημέρες του αγώνα, έχουν γίνει πρωταγωνίστριες και οι διαδηλώσεις έχουν γίνει μια πλατφόρμα που επεκτάθηκε και για τα φεμινιστικά κινήματα και τα θέματα φύλου. Η Νικαράγουα απολαμβάνει έναν σημαντικό νόμο κατά της βίας εναντίον των γυναικών, ένα πραγματικό παράδειγμα για την περιοχή, αλλά απέχει πολύ από το να έχει αφήσει πίσω μια έντονα πατριαρχική και machista κουλτούρα, αν και αυτή η νοοτροπία αλλάζει μεταξύ των νέων, χάρη και στο ακούραστο έργο των κολεκτίβων γυναικών που είναι παρούσες σε όλη την επικράτεια.   Τα κινήματα απαιτούν την πλήρη εφαρμογή του νόμου 779 και την παύση της βίας. Ο αριθμός των γυναικοκτονιών και των καταχρήσεων είναι στην πραγματικότητα πολύ υψηλός, και στις πιο απομακρυσμένες περιοχές μια έφηβη παρθένα εξακολουθεί να θεωρείται ιδιοκτησία, αλλά πρωτίστως πιθανή πηγή εισοδήματος, καθώς και μια κοπέλα που βρίσκεται στην καλύτερη στιγμή να αποκτήσει παιδιά. Οι φεμινίστριες έπαιξαν σημαντικό ρόλο στις στιγμές της αντιπαράθεσης, καθώς και στην οργάνωση και τη φροντίδα, καλύπτοντας θεμελιώδεις ρόλους στις ιεραρχίες του κινήματος. Το να είναι μαζί και να σχετίζονται, να δημιουργούν κοινότητα, να ανταλλάσσουν γνώσεις, ιδέες, διηγήσεις, όνειρα σχετικά με τον τρόπο με τον οποίο οι νέοι θα ήθελαν να είναι ο κόσμος είναι θεμελιώδεις στιγμές των αγώνων που υποκειμενοποιούν τους επαναστάτες και δίνουν νόημα και μορφή, ερέθισμα για να έρθουν σε επαφή και κίνηση και να δοκιμάσουν πράγματα καινούργια που δεν τα έκαναν ποτέ νωρίτερα, από τη φροντίδα μιας πληγής μέχρι το να μιλήσουν στη συνέλευση ή να ετοιμάσουν μια μολότοφ.

“Aquí no hay líderes”. Αυτή η έλλειψη ηγεσίας είναι, προς το παρόν, η κύρια δύναμη αυτού του κινήματος, αλλά και η μεγαλύτερη αδυναμία του. Εξευγενίζει το κίνημα των φοιτητών και μέσα σε αυτή την στιγμή κατά την οποίαν δεν ξέρεις ποιον να εμπιστευτείς είναι η εγγύηση ότι κανείς δεν βρίσκεται πίσω από τις ταραχές για να αποκτήσει εξουσία. Αλλά εμποδίζει τη δημιουργία μιας απαραίτητης πολιτικής ατζέντας. Και είναι εδώ που ξεκινούν οι διαιρέσεις.

Το βράδυ της 26ης απριλίου, τρεις φοιτητές ανακοίνωσαν στην τηλεόραση τη γέννηση του Κινήματος 19 Απριλίου, Movimento 19 di Aprile, εκπροσωπώντας όλους τους σπουδαστές ανακοινώνοντας ότι αποδέχονταν την πρόσκληση στο τραπέζι του διαλόγου που συγκάλεσε η Εκκλησία, υπό την προϋπόθεση ότι θα διασφαλιστεί ότι δεν θα υπάρξουν διώξεις ούτε φυσικές ούτε ακαδημαϊκές κατά των συμμετεχόντων φοιτητών. Λίγα λεπτά αργότερα, οι εκπρόσωποι των καταληψιών του πολυτεχνείου αντιθέτως διέψευσαν τη νομιμότητα των αυτοαποκαλούμενων «ηγετών». Φοιτητές διαφόρων πανεπιστημίων κατηγόρησαν την κυβέρνηση ότι έχει «διεισδύσει» στο κίνημα και υπάρχει πάντα το φόβητρο πιθανών χειρισμών, χειραγώγησης,  από πλευράς των ηνωμένων Πολιτειών που μπορούν να ωθήσουν προς μια κατεύθυνση ή την άλλη. Από τότε, όλοι υποπτεύονται όλους. Φαίνεται ότι οι ημέρες του Upoli [Universidad Politecnica de Nicaragua] έρχονται προς το τέλος τους και πως οι φοιτητές εισέρχονται, ψηλαφιστά, σε ένα άλλο στάδιο.

Από το UCA (Universidad CentroAmericana) για παράδειγμα, ενώ γεννιόταν το  Movimento 19 de Abril, άλλοι φοιτητές συμμετέχοντες στις πορείες, αλλά που βρίσκονται έξω από το campus του Upoli, δημιούργησαν ένα άλλο κίνημα που ονόμασαν » Ένωση των Πανεπιστημιακών της Νικαράγουα» –  «l’Associazione di Universitari del Nicaragua”, μαζί με φοιτητές άλλων πανεπιστημίων, υποστηρίζοντας τον μονσινιόρ Silvio Báez. Ο επίσκοπος φαίνεται να είναι αυτός που έχει επί του παρόντος πραγματικό διάλογο με τους φοιτητές, προεδρεύει της τράπεζας διαλόγου και επομένως μπορεί να καθορίσει ολόκληρη τη διαδικασία.

Ωστόσο, οι κύριες φωνές των φοιτητών έχουν ήδη στείλει τον κατάλογο των αιτημάτων απαραίτητων για τον διάλογο: την έξοδο από την σκηνή του Ορτέγκα, την παραίτηση των ηγεσιών αστυνομίας και στρατού, μια διεθνή επιτροπή της Αλήθειας που να διερευνήσει την καταστολή και τις εκλογικές μεταρρυθμίσεις που απαγορεύουν τις επανεκλογές. Αυτό, για αρχή. «Γνωρίζουμε ότι δεν υπάρχουν οι προϋποθέσεις για τον διάλογο, αλλά θέλουμε να δώσουμε ώθηση, να σπρώξουμε, έτσι ώστε  να μην υπάρχουν αμφιβολίες για το στόχο μας» λένε οι ανακοινώσεις των φοιτητών. Αυτό που ξεκίνησε ως διαμαρτυρία για τη μεταρρύθμιση του συνταξιοδοτικού συστήματος μετατράπηκε σε αυτόνομο και αντι-συστημικό νεανικό κίνημα, με την φιλοδοξία να είναι ηγετικός παράγοντας-πρωταγωνιστής σε όλες τις σφαίρες και όλους τους τομείς της χώρας.

download

Αλλά δεν υπάρχουν μόνο οι φοιτητές. Το Ανώτερο Συμβούλιο Ιδιωτικών Επιχειρήσεων, COSEP, Consiglio Superiore dell’Impresa Privata, είναι το ισοδύναμο της ιταλικής confindustria, της ένωσης βιομηχάνων. Αντιπροσωπεύει τα μεγαλύτερα κεφάλαια της χώρας που υποστήριξαν την κυβέρνηση Ortega. Οι μεγάλοι επιχειρηματίες της Νικαράγουα στήριξαν πράγματι την κυβέρνηση με αντάλλαγμα φορολογικά οφέλη και συμβάσεις με το κράτος. Αυτός ο καυτός απρίλιος άνοιξε τα μάτια στους πολίτες για πολλά πράγματα, ακόμη και για το ρόλο του, διάφορα πανό απαιτούσαν μια σαφέστερη στάση εκ μέρους του Cosep, ενώ άλλα χαρακτήριζαν ξεκάθαρα την κακή πίστη και τον προφανή οπορτουνισμό του.
Το Cosep κάλεσε μια πορεία την περασμένη δευτέρα [7η Μαΐου] για τη στήριξη της ειρήνης. Μετατράπηκε σε μια από τις πιο πολυάριθμες διαμαρτυρίες από τις ημέρες της επανάστασης των Σαντινίστας. Αλλά ύστερα από τόσα χρόνια αυτού που οι ηγέτες των φοιτητών σήμερα θεωρούν πλέον μια συνενοχή του επιχειρηματικού κόσμου με τον Ortega, οι υποψίες δεν έχουν διαλυθεί. Κατά τη διάρκεια της πορείας, κάποιος σήκωσε ένα άλλο πανό:  ΟΙ ΝΕΚΡΟΙ ΔΕΝ ΚΑΝΟΥΝ ΔΙΑΛΟΓΟ. Ένα άλλο θέμα των ημερών αυτών. Οι νεκροί, δεκάδες περιττοί θάνατοι, έχουν καταστεί ο κύριος ενοποιητικός παράγοντας των διαδηλωτών. Στην ρίζα, το κύριο θέμα της εξέγερσης. Το τεράστιο λάθος του ζευγαριού Ortega-Murillo.

Για να πάμε που;

Ο πρόεδρος χτίζει τον λόγο του προς την εθνική και διεθνή κοινή γνώμη, παρουσιάζοντας τον εαυτό του ως θύμα της συνωμοσίας που χρηματοδοτείται, όπως λέει, από αμερικανικές οργανώσεις που επιθυμούν να αποσταθεροποιήσουν την κυβέρνηση. Οργανώσεων των οποίων, σε αυτό το χαοτικό και ποικίλο τοπίο, η παρουσία είναι βέβαιη (οι τελευταίες πιο παρεμβατικές δηλώσεις από τις Ηνωμένες Πολιτείες δεν κάνουν άλλο από να το επιβεβαιώνουν).

Είναι δύσκολο να απαντηθεί το ερώτημα που ζητείται από τον κόσμο: τι πραγματικά συμβαίνει στη Νικαράγουα; Το πρόβλημα δεν είναι μόνο ότι η κυβέρνηση διακήρυξε, στις 16 απριλίου, μια αντι-κοινωνική μεταρρύθμιση, η οποία ανακλήθηκε στις 22 απριλίου για να δημιουργήσει μια υποτιθέμενη σταθεροποίηση στη χώρα, ούτε ότι άφησε να καεί ένα από τα σημαντικότερα φυσικά καταφύγια της Κεντρικής Αμερικής, αυτό της Indio Maiz, με το να μην δεχτεί ξένες ενισχύσεις και βοήθειες, που τις θεώρησαν ως ευκαιρίες για να παρέμβουν στην εσωτερική πολιτική της χώρας όπως στο παρελθόν. Υπάρχουν διάφορα προβλήματα, όπως η αύξηση των τιμών της βενζίνης και της ηλεκτρικής ενέργειας, η δυνατότητα καλύτερων συνθηκών σπουδών για τους φοιτητές, ο φόβος που προκαλεί μια αστυνομία που ασκεί βία κατά του πληθυσμού ανά πάσα στιγμή του χρόνου, λόγω του υψηλού επιπέδου διαφθοράς.

Θα δούμε πώς θα εξελιχθεί η κατάσταση, μέσα σε αυτό το μπερδεμένο σκηνικό, μεταξύ της αγνότητας των νέων, του προστατευτισμού της κυβέρνησης, της αμφιλεγόμενης στάσης της εκκλησίας, του αμερικανικού φαντάσματος που παρακολουθεί από τη θάλασσα και ποιος ξέρει από πόσες άλλες πλευρές.
Η σημερινή κατάσταση αναμονής, εκ πρώτης όψεως, αποδυναμώνει τους σπουδαστές και ενισχύει την κυβέρνηση, από την άλλη πλευρά δεν έχει ακόμη καθοριστεί μια ημερομηνία έναρξης των εργασιών της τράπεζας διαπραγματεύσεων, αλλά, αν και είναι αναγκαία μια ανασύνθεση στο κερματισμένο κίνημα, κατά βάθος η βιασύνη είναι ένας κακός σύμβουλος. Αν και το κύμα του πρωταγωνισμού και ο ενθουσιασμός των ημερών αυτών οδήγησαν τους νέους να πιστεύουν ότι είναι ήδη κοντά στην επιτυχία, με την ταχύτητα και σε μερικές περιπτώσεις τον ερασιτεχνισμό τυπική της κοινωνικής επικοινωνίας γνωρίζουμε ότι οι διαδικασίες αυτές είναι μακρές, σύνθετες και με διακυμάνσεις, όμως σίγουρα αυτό που βλέπουμε είναι η αρχή ενός σημαντικού γεγονότος που το μέλλον θα μας πει ποια κατεύθυνση θα πάρει.download 3

Potrebbe interessarti

  • Ahi! Nicaragua, piccola Nicaragua

    Riprendiamo questo contributo di Raúl Zibechi, giornalista militante e studioso dei movimenti sociali dell’America Latina, sulle grandi manifestazioni che stanno attraversando il Nicaragua in

  • ||||

    Nicaragua, la frenata di Ortega sulle riforme non ricompone la frattura dopo i tumulti e i 25 morti nel Paese

    Il Governo del Nicaragua ha deciso di fare un passo indietro (almeno per ora) e ritirare la riforma strutturale del sistema previdenziale avallata

  • 17 settembre 1980: giustiziato il dittatore Anastasio Somoza Debayle

    17 settembre 1980: giustiziato il dittatore Anastasio Somoza Debayle

    Da meno di un anno Anastasio Somoza Debayle, ultimo della cosiddetta “dinastia dei Somoza”, è esiliato in Paraguay, dopo che la vittoria del Frente sandinista

 https://www.infoaut.org/approfondimenti/i-comandanti-invecchiano-sempre-male-sulle-proteste-in-nicaragua
αθλητισμός, sport

Ακόμη τριάντα πέντε δευτερόλεπτα. Tommie Smith και John Carlos: η θυσία και η δόξα.

[Εδώ και κάτι λίγο περισσότερο από ένα μήνα βγήκε το καινούργιο βιβλίο του Lorenzo Iervolino, της συλλογικότητας TerraNullius, και οι δρόμοι μας ξανασυναντιούνται. Είχε συμβεί το 2014 με το Μια θλιβερή ημέρα, τόσο ευτυχισμένη- Un giorno triste, così felice, αφιερωμένο στον Socrates Sampaio de Sousa Vieira de Oliveira, protagonistaπρωταγωνιστή της ρουμπρίκας μας WuMingWood στο GQ Italia και μετά ενός τραγουδιού  una canzone του Wu Ming Contingent. Συμβαίνει ξανά με το Ακόμη τριάντα πέντε δευτερόλεπτα- Trentacinque secondi ancora, που διηγείται τις ζωές και τους αγώνες των Tommie Smith και John Carlos, πριν και μετά το βάθρο της Πόλης του Μεξικού, 1968. Σύμφωνα με τον Simone Scaffidi, που έκανε μια ανασκόπηση του βιβλίου για τον Giap, ο Iervolino μας επιστρέφει την φωνή του Smith-και-Carlos σαν να τους παρατηρεί από το δεύτερο σκαλί εκείνου του βάθρου, αυτού που καταλαμβάνει ο Peter Norman. Και το Wu Ming Contingent έγραψε ένα τραγούδι και γι αυτόν anche per lui…]

Μέσα στην φωτογραφία. Οι φωνές των Smith-και-Carlos

του Simone Scaffidi

Μεξικό ’68, 19η έκδοση των Ολυμπιακών Αγώνων. Οι αφροαμερικανοί αθλητές Tommie Smith και John Carlos ανεβαίνουν στο βάθρο του αγώνα των 200 μέτρων. Παγκόσμιο ρεκόρ και χρυσό μετάλλιο για τον Smith. Τρίτη θέση και χάλκινο για τον Carlos. Χειρονομίες από πρωτόκολλο, χαμόγελα, χειραψίες .. ένα σενάριο που φαίνεται ήδη γραμμένο, αλλά τότε συμβαίνει κάτι που μοιάζει με ένα βραχυκύκλωμα. Είναι 20,41 στις 16 οκτωβρίου 1968 και ο ύμνος των Ηνωμένων Πολιτειών της Αμερικής ακούγεται στο Estadio Olímpico Universitario της Πόλης του Μεξικού. Ο Tommie και ο John υψώνουν τη γροθιά τους που φορά μαύρο γάντι στον ουρανό. Δεν έχουν παπούτσια αλλά μαύρες κάλτσες στα πόδια τους. Ο Smith έχει τα μάτια του κλειστά. Ο Carlos ένα κολιέ από χρωματιστές πέτρες στο στήθος. Shoot!

Η Nikon του John Dominis σταματάει τον χρόνο, αποθανατεί τη στιγμή, παραδίδοντας στην Ιστορία του αθλητισμού μία από τις πιο διάσημες εικόνες του. Δεν χρειάζονται φωνές. Να ακουστούν λόγια. Είναι τα σώματα που μιλούν. Η γλώσσα της διαμαρτυρίας είναι φτιαγμένη από κρέας, το ίδιο των μεξικανών φοιτητών που σφαγιάστηκαν στην Πλατεία των Τριών Πολιτισμών μόλις 14 ημέρες πριν από τον αγώνα αυτό, όπως τα διάτρητα σώματα του Malcolm X, του Μάρτιν Λούθερ Κινγκ και των χιλιάδων μαύρων αμερικανών που σκοτώθηκαν από το φυλετικό μίσος και από τις δυνάμεις επιβολής του νόμου. Αρκεί μια στιγμή και τα σώματα των Σμιθ-και-Κάρλος θρυμματίζουν το συμμορφούμενο, τρυπούν την αδιαφορία, ανατρέπουν το κυρίαρχο φανταστικό. Τα καλύτερα άλογα κούρσας των αστεριών στα χρώματα της αμερικανικής σημαίας μετατρέπονται σε μαύρο πλήθος και διαδηλώνουν σε παγκόσμια μετάδοση την υπερηφάνεια ενός λαού.

Ο Lorenzo Iervolino, στο βιβλίο Τριάντα πέντε δευτερόλεπτα ακόμα. Ο Τόμι Σμιθ και ο Τζον Κάρλος: η θυσία και η δόξα (66ος δεύτερος, 2016), μιλά για το τι υπάρχει μέσα σε εκείνη τη διάσημη φωτογραφία, επαναφέροντας στον αναγνώστη τα λόγια του Κάρλος: «Δείχνουν πάντα την εικόνα, αλλά ποτέ δεν διηγούνται την ιστορία» . Δεν είναι σπάνιο ότι η σειριακή αναπαραγωγή μιας εικονικής φωτογραφίας, η υπερέκθεση και η εμπορευματοποίησή της, ευνοεί την αισθητική των αναγνώσεων με μια επακόλουθη απώλεια ιστοριών και εννοιών-σημασιών. Σε αυτές τις σελίδες ο συγγραφέας προσπαθεί να επιστρέψει την πυκνότητα των εννοιών που περικλείονται σε εκείνο το πλάνο. Ο Iervolino σκάβει, είναι πλήρως τεκμηριωμένος σε πρώτο πρόσωπο, ταξιδεύει, συναντά τους πρωταγωνιστές της ιστορίας που θέλει να αφηγηθεί, διαβάζει τα βιβλία τους αλλά κυρίως ακούει. Ακούει τις φωνές τους και αυτές των συναγωνιστών τους.

Πως έφτασαν ο Tommie και ο John επάνω σε εκείνο το βάθρο; Γιατί με εκείνο ακριβώς τον τρόπο και όχι μ’ έναν άλλο; Πρέπει να μπούμε στην φωτογραφία, να γυρίσουμε προς τα πίσω την ταινία – rec stop – Harlem,  ο αγροτικός Νότος, η εφηβεία των Tommie και John – ffwd stop – Ο Tommie και ο John με τον καθηγητή κοινωνιολογίαςc Harry Edwards συμμετέχουν στο Ολυμπιακό Πρόγραμμα για τα Ανθρώπινα Δικαιώματα – zoom – ο Harry Edwards, τα γραπτά του, το πάθος που βγαίνει από τα μάτια του – ffwd stop – οι Tommie και John αποκλείονται από την ομάδα των ηνωμένων πολιτειών, οι απειλές θανάτου και ο οστρακισμός του αθλητικού κόσμου – rec stop – η foto – ffwd stop – Alfonso de Alba, μεξικανός-αμερικανός περιέργως γεννηθείς ακριβώς στις 16 οκτωβρίου του 1968, μάχεται στο San José State University, το πανεπιστήμιο στο οποίο συναντήθηκαν οι Tommie και John, για να ανεγερθεί ένα άγαλμα προς τιμήν της χειρονομίας της Πόλης του Μεξικού. Είναι ο ρυθμός ενός καλλιτέχνη που ξέρει πώς να διαχειριστεί την αναπνοή και να διατηρήσει την ποιότητα του καλπάσματος. Έλεγχος του στίβου, της πίστας, αναδρομές, πλευρικές ματιές, μια καλή δόση συναισθήματος και μεγάλη συντήρηση, απαραίτητη για να διασφαλιστεί η αποτελεσματικότητα της κούρσας.

Οι Tommie και John τον οκτώβριο του 1968 είναι οι ταχύτεροι άντρες στον πλανήτη. Οι μόνοι άνθρωποι που έχουν σπάσει το τείχος των 20 δευτερολέπτων στα 200 μέτρα. Ωστόσο, είναι πολύ περισσότερο. Είναι μαύροι νεαροί ηλικίας 23 και 24 ετών που μεγάλωσαν στις Ηνωμένες Πολιτείες μεταξύ της δεκαετίας του ’50 και της δεκαετίας του ’60. Να ρίχνουν τοίχους είναι μια καθημερινή άσκηση αξιοπρέπειας που διαρκεί περισσότερο από μια ζωή. Επειδή η Ιστορία δεν προσφέρει εκπτώσεις και στην δική τους ζωή, πρέπει να προστεθούν εκείνες των δούλων παππούδων, των εκμεταλλευόμενων γονέων και των παιδιών που μόλις έρχονται στον κόσμο. Ο Σμιθ είναι σίγουρος ότι μόλις ανέβει στο βάθρο της Πόλης του Μεξικού θα τον πυροβολήσουν.
Από τις κερκίδες, θα τον πυροβολήσουν. Αυτή η ζωή δεν είναι αρκετή και θα του την αφαιρέσουν. Εάν είσαι μαύρος αμερικανός. Αν θέλεις να αναπνεύσεις. Αν θέλεις να σπάσεις τις αλυσίδες της καταπίεσης και των διακρίσεων, ξέρεις πολύ καλά ότι η ζωή σου βρίσκεται στο πιάτο. Shoot!

Αλλά ο Smith δεν πέφτει στο έδαφος. Ούτε και ο John. Και μετά από σχεδόν 50 χρόνια από αυτή τη χειρονομία, ο Iervolino συναντά ζωντανά και στην λογοτεχνία εκείνους τους δυο εβδομηνταπεντάρηδες που έγραψαν ένα κομμάτι ιστορίας του αθλητισμού και της ανθρώπινης αξιοπρέπειας. Ωστόσο, στο βιβλίο ο συγγραφέας δεν επιδεικνύει ποτέ αυτή τη συνάντηση, αλλά μάλλον την κρύβει ανάμεσα στις πτυχές της αφήγησης. Ξέρει πολύ καλά ότι η ιστορία και η άποψη των πρωταγωνιστών του είναι πολύ πιο σημαντική από το εγώ αυτού που γράφει. Επιστρέφει τη φωνή τους ως συνεργός όχι πρωταγωνιστής. Όπως όταν στις πρώτες σελίδες του βιβλίου, εκτοξεύει ένα μικρό βότσαλο που στην οικονομία του κειμένου θα γίνει καθίζηση: «Είχα από καιρό αναφέρει ότι στο βιβλίο που έγραφα θα υπήρχαν μόνο τα σημάδια της αφροαμερικανικής ιστορίας ορατά στον Smith-και-Carlos. Εκείνα τα θραύσματα του μονοπατιού ενός λαού που μπορούσαν να φιλτραριστούν από την άμεση υποκειμενική τους αντίληψη ».

Υπάρχει η προσπάθεια του συγγραφέα να αναλάβει την προοπτική των χαρακτήρων του με την συνειδητοποίηση, ωστόσο, ότι δεν είναι σε θέση να την συλλάβει πλήρως, πως δεν μπορεί να αντικαταστήσει τη φωνή του σε εκείνη του Smith-και-Carlos, σε εκείνη των μαύρων αμερικανών . Με αυτή την έννοια ο Lorenzo Iervolino ανεβαίνει για 288 σελίδες στο δεύτερο σκαλί του βάθρου στην Πόλη του Μεξικού. Καταλαμβάνει το χώρο που αφέθηκε ελεύθερος από τον αυστραλό αθλητή Peter Norman, ο οποίος, κατά την εγκαινίαση του άγαλματος αφιερωμένου στη χειρονομία του Tommie και του John που έλαβε χώρα το 2005 στο Κρατικό Πανεπιστήμιο του San Jose, επανέλαβε την έννοια: το σώμα μου δεν υπάρχει, όχι γιατί δεν ήμουν αλληλέγγυος στον αγώνα τους, αλλά επειδή καθένας από εσάς να μπορεί να έχει την τιμή να είναι συνεργός και να είναι στο πλευρό των Tommie και John. Ο συγγραφέας, με το έργο του, διατηρεί πίστη στα λόγια του Νόρμαν, παίρνει τη θέση του για λίγο , στην εικόνα και στο άγαλμα, φορά την καρφίτσα του Ολυμπιακού Σχεδίου για τα Ανθρώπινα Δικαιώματα που του χάρισαν στα αποδυτήρια οι δύο αφροαμερικανοί αθλητές, και εκδηλώνει την αλληλεγγύη σε εκείνη την χειρονομία με μια πλευρική παρουσία: ελαφριά, γιατί ποτέ στο προσκήνιο, και συμμετέχουσα επειδή ποτέ στο παρασκήνιο. Αν θέλετε να καταλάβετε τι υπάρχει μέσα σε εκείνη την εικόνα, διαβάστε αυτό το βιβλίο, είναι μια μεγάλη ευκαιρία να έχετε την τιμή να τρέξετε για λίγο δίπλα στους Tommie και John.

Scarica questo articolo in formato ebook (ePub o Kindle)Scarica questo articolo in formato ebook (ePub o Kindle)

Print Friendly, PDF & Email
ιστορία, storia

Ζώο του βουνού. Harry Villegas, όνομα μάχης “Pombo”


Συχνά αυτό που παραδίδεται στη μνήμη ως το τέλος μιας περίπτωσης είναι μια πνευματική κατασκευή, μια έννοια. Η πραγματικότητα μοιάζει περισσότερο με μια διαδικασία παρά μια συλλογή γεγονότων. Δύσκολο, σχεδόν αυθαίρετο να καθορίσουμε την αρχή και το τέλος. Θα ήταν ίσως πιο σωστό να μιλάμε για άνοδο και πτώση, εκδήλωση και εξάντληση. Αυτό που είναι βέβαιο είναι ότι στα γεγονότα που χτίζουν την ιστορία των ανθρώπων θα ήταν δύσκολο να προσανατολιστούμε χωρίς να ορίζουμε συντεταγμένες. Χωρίς μια ιδέα για το τέλος και την αρχή, είναι αδύνατο να εφαρμοστούν οι ηθικές έννοιες. Συχνά το Τέλος είναι υποδειγματικό.
Ας πάρουμε την περίπτωση του Ερνέστο Γκεβάρα στη Βολιβία. Ο Τσε και οι δικοί του, ο ανταρτοπόλεμος. Η σύλληψη. Η δολοφονία. Το τραγικό τέλος, που καθορίζει την ανάδυση της χριστολογικής εικόνας. Όλοι συμφωνούμε ότι το τέλος του Τσε είναι η αρχή του θρύλου του. Αυτή η δυναμική – τέλος που είναι επίσης αρχή σε ένα άλλο επίπεδο – είναι γνωστή σε εμάς, την αντιλαμβανόμαστε ως προφανή, είναι σχεδόν κοινός τόπος.
Αλλά στην ιστορία του Ερνέστο Γκεβάρα και των δικών του υπάρχει κάτι συγκεκριμένο, ζωντανό, που ξεφεύγει από το θάνατο, εκείνη η έννοια που θεωρούμε πως είναι ένα γεγονός και αυτό για εμάς είναι το κατεξοχήν τέλος. Κάτι, ή καλύτερα, κάποιος: Pombo, Benigno, Urbano.
Ονόματα μάχης, κουβανοί διεθνιστές αντάρτες. Διέσχισαν ένα γεγονός που κατέληξε στην ιστορία ως ένα τέλος. Επέζησαν για να συναντήσουν άλλα γεγονότα παρόμοιου σημαδιού. Στην περίπτωση του Pombo, ο αγώνας στην Αγκόλα εναντίον των πορτογάλων αποικιοκρατών και των ρατσιστών της Νότιας Αφρικής, ο αγώνας στη Νικαράγουα μαζί με τους Sandinistas.

Ο Pombo είναι σήμερα στο κατώφλι των εβδομήντα ετών, και στη χώρα του είναι ένας ήρωας.
Ο Harry Antonio Villegas Tamayo γεννήθηκε σε μια φτωχή αγροτική οικογένεια αφροκουβανών. Από την ηλικία των δεκατεσσάρων ετών ασκεί δραστηριότητες εναντίον της δικτατορίας του Fulgencio Batista. Στα δεκαοκτώ του χρόνια καταφτάνει στον ανταρτοπόλεμο στη Sierra Maestra, αλλά ο Τσε τον στέλνει πίσω στις πεδιάδες επειδή τα όπλα με τα οποία παρουσιάστηκε είναι μικρού διαμετρήματος και δεν μπορεί να αντιμετωπίσει τον στρατό με αυτά. Μετά από λίγο καιρό, ο Χάρι επιστρέφει με τα σωστά όπλα.  
Η καριέρα του σαν αντάρτης αρχίζει εδώ. Σε μια πρόσφατη συνέντευξη δηλώνει:

«ο αντάρτικος πόλεμος είναι μια από τις πιο πολύπλοκες και δύσκολες μορφές Επαναστατικού Πολέμου. Απαιτεί μεγάλη ικανότητα για θυσίες και μεγάλη αντοχή. Υπάρχει μια στιγμή που απαιτείται από εσένα να παραιτηθείς από όλες τις αστικές ανέσεις. Σε μετατρέπει σε ένα ορεινό ζώο, και αυτό απαιτεί πολύ βαθιές πεποιθήσεις. Για το λόγο αυτό ο Τσε έλεγε ότι ο ανταρτοπόλεμος επιτρέπει να φτάσεις στο υψηλότερο επίπεδο του ανθρώπινου είδους.»

Στην ίδια συνέντευξη καταλαβαίνουμε καλύτερα τα κίνητρα που τον οδήγησαν σε αυτή την επιλογή. Έναν πνευματικό σχηματισμό, το άνοιγμα μιας προοπτικής για τον κόσμο: όλα τα πράγματα που σε έναν κουβανό αγρότη, εκείνη την εποχή, ήταν αποκλεισμένα. Και εξακολουθούν να αποκλείονται από τους αγρότες πολλών χωρών του πλανήτη ακόμη και σήμερα. Παράθυρα στο πιθανό, στη δυνατότητα, η οποία δεν πρέπει απαραίτητα να είναι ταυτόσημη με την ήδη υπάρχουσα. Πρωτογενείς ανάγκες, όπως το ψωμί, το νερό και ο ρουχισμός.
Μετά την κατάληψη της εξουσίας, ο Che έγινε υπουργός βιομηχανίας και επιφυλάσσει σημαντικά καθήκοντα στον Villegas. Αλλά τώρα πλέον και οι δύο έχουν μετατραπεί σε ζώα του βουνού, που η πεποίθηση και η πίστη σε ένα ιδανικό μετατρέπουν σε παραδείγματα ανθρωπιάς για την ανθρωπότητα.                                                                  Προς τα μέσα της δεκαετίας γίνεται αισθητή η έκκληση του διεθνιστικού αγώνα. Ο Villegas θα ήθελε να φτάσει στο βόρειο τμήμα της Αργεντινής, όπου γίνεται προσπάθεια να ανάψει μια επαναστατική φωτιά, αλλά το χρώμα του δέρματός του θα τον εμπόδιζε πάρα πολύ. Χρώμα που όμως τον καθιστά ιδανικό για τον ανταρτοπόλεμο στο Κονγκό. Αλλά η αποστολή στην τεράστια χώρα της Κεντρικής Αφρικής είναι όλα παρά μια επιτυχία. Το κίνημα των Simba, εμπνευσμένο από τον μαρξισμό, πρέπει να αντιμετωπίσει εσωτερικούς και εξωτερικούς εχθρούς. Βρετανούς και νοτιοαφρικανούς μισθοφόρους, εκτοπισμένους κουβανούς αντικαστρικούς: η αποστολή του Che στοχεύεται από ενέδρες, συστηματικά οι επικοινωνίες κατασκοπεύονται ή εκτρέπονται, αποκόπτονται οι γραμμές ανεφοδιασμού. Ο Villegas αγωνίζεται με αξία, πάντα στο πλευρό του Τσε. Είναι εδώ που κερδίζει το όνομα της μάχης, Pombo («λέμφος» στη Σουαχίλη). Μετά από επτά μήνες χωρίς σημαντικές επιτυχίες, ο Τσε πείθεται να εγκαταλείψει το πεδίο της μάχης από τους άνδρες του και από δύο απεσταλμένους του Φιντέλ Κάστρο.
Τα κίνητρα που ωθούν έναν μαχητή όπως ο Pombo μπερδεύονται συχνά, από μια εποχή που φοράει τα γυαλιά του προσωπικού κέρδους με κάθε κόστος, με μια μορφή φανατισμού. Η κατηγορία, με πιο προσεκτική ματιά, περιλαμβάνει όλα αυτά που ταιριάζουν άσχημα με ένα όραμα για τον κόσμο όπως το δικό μας. Αλλά ανάμεσα στον «φανατισμό» του Pombo και των δικών του και σε αυτό που αναδύεται πάνω σε μια βάση ταυτότητας, πολιτιστική, που επανεφευρίσκει ή εφευρίσκει στο σύνολο τους όρια, «παραδόσεις» και σύνορα υπάρχει μια ηθική άβυσσος. Ο Pombo είναι διεθνιστής μαχητής. Στα λόγια του: «αλληλεγγύη δεν είναι να διανέμεις αυτό που περισσεύει, αλλά να μοιράζεσαι αυτό που έχεις».
Οι αντίλαλοι από μια εποχή που αγωνίζονταν για το ανθρώπινο είδος, για όλους τους ανθρώπους, που αναζητούσε στον αγνό χρόνο της εξέγερσης, για να τα πούμε μαζί με τον Jean-Paul Sartre, την υλοποίηση του ανθρώπου στον άνθρωπο.
Μετά το τελευταίο κεφάλαιο, η Βολιβία. Είναι το 1967. Η φάλαγγα των ανταρτών του Guevara μετρά περίπου πενήντα άντρες. Το ELN (Ejército de Liberación Nacional de Bolivia, Εθνικός Απελευθερωτικός Στρατός της Βολιβίας) είναι καλά εξοπλισμένο και αρχικά επιτυγχάνει καλά αποτελέσματα κατά των βολιβιανών δυνάμεων. Το έδαφος του αγώνα είναι εκείνο το δύσκολο και ορεινό τοπίο της περιοχής Camiri. Ωστόσο, τον Σεπτέμβριο ο βολιβιανός στρατός καταφέρνει ένα πολύ σκληρό πλήγμα. Εξολοθρεύει δύο ομάδες ανταρτών, σκοτώνοντας έναν από τους αρχηγούς.
Ένας αγρότης δείχνει στον Στρατό τον τόπο όπου οι αντάρτες θα διασχίσουν τον ποταμό Guapay. Ένα μέρος της επαναστατικής φάλαγγας αναγκάζεται να πολεμήσει. Αργότερα, ο Τσε περικυκλώνεται, τραυματίζεται και αιχμαλωτίζεται. Μετά θα τον σκοτώσουν με την ησυχία τους. Θα ακρωτηριάσουν το σώμα, θα το θάψουν με μεγάλη μυστικότητα.
Για εκείνους που διέφυγαν από την περικύκλωση, πρώτα η απόδραση στη Χιλή ( καθοριστικός για τον επαναπατρισμό στην Κούβα ήταν ο Σαλβαδόρ Αλλιέντε, φίλος του Τσε από πολλά χρόνια) και στη συνέχεια – στην περίπτωση του Pombo – ξανά ο αγώνας, στην Αγκόλα, στη Νικαράγουα.
Ο Pombo παραμένει πιστός στο μάθημα που έμαθε στη Σιέρα, όπου γνώρισε τον Τσε και τη δυνατότητα προσωπικής και συλλογικής χειραφέτησης, πλέον πολλά χρόνια πριν.
Όταν το ιδανικό για το οποίο πολεμάς είναι σωστό, να γίνεις ένα ορεινό ζώο είναι ένας παράδοξος τρόπος να επιτύχεις την υψηλότερη ανθρωπιά.

Articolo uscito sul mensile GQ – edizione italiana, novembre 2010

.
[Υπάρχει ένα ιταλικό βιβλίο εντελώς αφιερωμένο στον Harry Villegas, που έγραψε ο δημοσιογράφος Roberto Borroni. Τιτλοφορείται PomboDalla Sierra Maestra a La Higuera: Dieci anni con Che Guevara,  εκδόσεις Negretto, Mantova 2009.]

αθλητισμός, sport

Γραμμές διαφυγής. Τα ίχνη από θειάφι του μεγαλειώδους Éric Cantona

τοτ Gioacchino Toni

Je so’ pazzo je so’ pazzo / e vogl’essere chi vogl’io / ascite fora d’a casa mia / je so’ pazzo je so’ pazzo / c’ho il popolo che mi aspetta / e scusate vado di fretta / non mi date sempre ragione / io lo so che sono un errore / nella vita voglio vivere / almeno un giorno da leone / e lo Stato questa volta / non mi deve condannare / pecché so’ pazzo / je so’ pazzo / e oggi voglio parlare (Pino Daniele)

Στις 11 μαΐου 1997 είδαμε για τελευταία φορά στον αγωνιστικό χώρο την φανέλα με τον αριθμό 7 της Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ να φέρει στην πλάτη το όνομα του Cantona. Εκείνη τη μέρα ένας κόμπος στο λαιμό εξαπλώθηκε όχι μόνο στις κερκίδες του Old Trafford αλλά και σε πολλούς λάτρεις του ποδοσφαίρου που, ανεξάρτητα από τη φανέλα που υποστήριζαν, ήταν αρκετά τυχεροί να έχουν παρακολουθήσει τα κατορθώματα του Éric Daniel Pierre Cantona και δεν είχε σημασία εάν ήταν αντίπαλος . Εάν τα παπούτσια του γάλλου στο τέλος του παιχνιδιού που έπαιξε εναντίον της West Ham εκείνη την ημέρα του μαίου σταμάτησαν να δίνουν παράσταση, η αύρα του Καντονά έχει επιβιώσει και αν οι υποστηρικτές, οι supporters της United, που έχουν δει να φορούν την κόκκινη φανέλα θρύλοι του ποδοσφαίρου όπως ο Best, ο Law και ο Charlton, τον έχουν εκλέξει ως «ποδοσφαιριστή του αιώνα», πρέπει να υπάρχει κάτι το ιδιαίτερο σε αυτόν τον ευερέθιστο ποδοσφαιριστή που γεννήθηκε το 1966 στο Les Caillols, ένα προάστιο της Μασσαλίας, από μητέρα καταλανή και πατέρα σάρδο.

Κατά κάποιον τρόπο, ο Cantona υπήρξε μια από τις τελευταίες μεγάλες φιγούρες ενός ποδοσφαίρου που έχει πλέον μεταμορφωθεί από ένα δημοφιλές άθλημα πνιγμένο ανάμεσα στις κόκκινες πέτρες των σπιτιών και των παμπ στη γειτονιά του Trafford, στην Greater Manchester, σε τηλεοπτική παράσταση που διαχέεται από αλληγορίες, από μύθους σε παγκόσμιο επίπεδο. Ο γάλλος δημοσιογράφος Philippe Auclair αφιερώνει το μνημειώδες βιβλίο Cantona. Ο αντάρτης που θέλησε να γίνει βασιλιάς, σε αυτόν τον καλλιτέχνη του ποδοσφαίρου που δεν απαξιώνει να δοκιμαστεί με την ζωγραφική και τον κινηματογράφο, και δημοσιεύθηκε το 2017 στα ιταλικά από τον εκδότη Le Milieu.

Ο Éric Cantona είναι κάτι περισσότερο από ένας απλός ποδοσφαιριστής: είναι μια ανήσυχη ψυχή που ζει το ποδόσφαιρο ως μια τέχνη μεταξύ των άλλων, ως ένα εργαλείο με το οποίο εκφράζεται η ευαισθησία και η τρέλα που είναι μέρος του ανθρώπου και που δεν πρέπει ποτέ να ασφυκτιούν, να πνίγονται. Αυτός είναι ο τρόπος με τον οποίο ο Cantona εκφράζει τον εαυτό του σε μια συνέντευξη με το περιοδικό «France Football» το φθινόπωρο του 1987: «Χρειάζομαι, έχω ανάγκη τρελών αντιδράσεων για να είμαι ευτυχής – και επίσης για να σταθώ στο γήπεδο, να αποδώσω. Πρέπει να έχεις τη δύναμη να είσαι τρελός. Όχι στη στιγμή, όταν η ειλικρίνεια είναι θεμελιώδης, αλλά αργότερα, για να διεκδικήσεις την αυθεντικότητα σου. Το ποδόσφαιρο δεν δέχεται τις διαφορές, και αυτή είναι η πτυχή που με απογοητεύει περισσότερο. Οι παίκτες είναι πάρα πολύ μπανάλ, ασήμαντοι, κοινότυποι. Είναι μηχανήματα κατασκευασμένα για να παίζουν, δεν έχουν το δικαίωμα να σκέφτονται με το δικό τους κεφάλι. […] Είμαι πολύ απογοητευμένος από το περιβάλλον του ποδοσφαίρου. Οι άνθρωποι που έρχονται για να παρακολουθήσουν τα παιχνίδια δεν έχουν καμία ευαισθησία, καμιά τρέλα, καμία ικανότητα να σκέφτονται. Είναι ένα πλαίσιο και μια συγκυρία στο οποίο δεν ζω τη ζωή που θα ήθελα να ζήσω. Απλά, μοναχά πλησιάζω σε μιαν άλλη ζωή, μιαν άλλη ζωή που περιμένω […] Το ποδόσφαιρο είναι μια μικρότερη τέχνη. Εμένα ενδιαφέρει η μεγάλη τέχνη […] όλοι ξέρουν ότι ζωγραφίζω. Αλλά έχω άλλα πάθη. Θέλω να ζήσω μέσα στην τρέλα του καλλιτέχνη δημιουργού «(σελ. 74-75). «Υπάρχει ένα λεπτό σύνορο ανάμεσα στην ελευθερία και το χάος. Με κάποιους τρόπους, αγκαλιάζω την ιδέα της αναρχίας. Αυτό που πραγματικά αναζητώ είναι μια αναρχία σκέψης, μια απελευθέρωση του νου από όλες τις συμβάσεις »(σελ.267).

Είναι σίγουρα ασυνήθιστο να βρεθεί ένας ποδοσφαιριστής που ισχυρίζεται ότι προσελκύεται από φιγούρες ληστών που ταρακούνησαν τη δεκαετία του ’70 την Γαλλίας. «Τα ονόματα του Mesrine και του Spaggiari για τους γάλλους έχουν βαθιά και ζοφερή απήχηση. Ήταν και οι δύο διάσημοι ληστές της δεκαετίας του εβδομήντα, οι οποίοι έγιναν ήρωες για ορισμένους τομείς της κοινωνίας επειδή είχαν επιτεθεί με θαρραλέο τρόπο στα σύμβολα του αστικού establishment […]. Για αυτούς, ή τουλάχιστον αυτά έλεγαν, το έγκλημα αποτελούσε και μια πράξη εξέγερσης, έναν ηθικό και πολιτικό λόγο, ο οποίος, με κάποιους τρόπους, τους οδηγούσε πέρα από τα όρια που δημιουργήθηκαν μεταξύ του καλού και του κακού. Ο Spaggiari είχε κάποια δικαιολογία για να το δηλώνει. Ήταν ο δράστης μιας από τις πιο εκπληκτικές ληστείες όλων των εποχών, την κλοπή πενήντα εκατομμυρίων φράγκων από την Société Générale της Νίκαιας το 1976, αφήνοντας το σύνθημα «Sans armes, ni haine, ni violenc» (χωρίς όπλα, ούτε μίσος, ούτε βία) ) επάνω σε ένα χρηματοκιβώτιο. O Mesrine, ο οποίος στην επιτυχημένη αυτοβιογραφία του, γραμμένη στη φυλακή (Tο ένστικτο του θανάτου) υπερηφανευόταν ότι είχε κάνει όχι λιγότερες από τριάντα εννέα δολοφονίες, ενσαρκώνει ένα είδος Ρομπέν των Δασών της σύγχρονης εποχής, αμφισβητήσιμο. Μετά από μια απίθανη απόδραση από ένα δωμάτιο ανάκρισης, ο Spaggiari πέρασε στην παρανομία τα τελευταία δώδεκα χρόνια της ζωής του, πριν πεθάνει στην Ιταλία από έναν όγκο στο λαιμό. Ο Mesrine, ένας εγκληματίας με μεγάλο χάρισμα ο οποίος, με ένα πούρο ανάμεσα στα χείλη του, προσέφερε σαμπάνια στον αστυνομικό που τον είχε ανακαλύψει στο κρησφύγετο του, πέθανε διάτρητος από ένα χαλάζι σφαίρες το 1979, με χειροβομβίδες στα χέρια του και αυτόματα όπλα στα πόδια του . Θα ήταν εύκολο να σκεφτεί κανείς ότι η αναφορά του Cantona σε εκείνους τους διάσημους εγκληματίες ήταν συνδεδεμένη με τις συμβάσεις στη γαλλική κοινωνία – θυμάμαι τα ονόματα των Spaggiari και Mesrine να αναφέρονται με ένα συγκεκριμένο θαυμασμό στη διάρκεια δείπνου στην οικογένειά μου τον καιρό των δράσεων τους – αλλά, εκτός από το ότι προδίδουν μια ταυτοποίηση με τον αντικαθεστωτικό τυχοδιωκτισμό, το γεγονός αποκαλύπτει επίσης έναν πολιτικό μηδενισμό που για περισσότερο από έναν αιώνα υπήρξε ένας συνεχής πειρασμός για τους ατομικιστές. Η πολιτική υπόκλιση του Éric δεν μπορεί να οριστεί σύμφωνα με την κλασική διχοτόμηση δεξιά-αριστερά. […] Αυτό που ένωνε τους Mesrine και Spaggiari – και που πρέπει να είχε αποπλανήσει τον Cantona – ήταν η απόρριψη των αρχών, της εξουσίας, όποια κι αν ήταν αυτή. Ο Éric ποτέ δεν συντάχθηκε με οποιοδήποτε πολιτικό κόμμα, αλλά ήταν μάλλον πολύ ευτυχής να σηκώνεται όρθιος και να ανταποκρίνεται, να απαντά όταν του ζητούσαν να πάρει θέση (από τους φίλους ή τις περιστάσεις) να εκφράζεται ενάντια στους πολιτικούς ή στις ιδέες που μισούσε. Το «σύστημα». Τον ρατσισμό. Τα δικαστική λάθη (κάποια στιγμή εξέφρασε την υποστήριξή του προς τον κορσικανό πάστορα Yvan Colonna, που καταδικάστηκε για τη δολοφονία του νομάρχη Érignac). Είναι εκείνος […] που είχει δηλώσει ζωντανά στην τηλεόραση: «Πρέπει να επαινέσουμε τον Ναπολέοντα, αν και έχει αποκαταστήσει τη δουλεία. Ένας γίγαντας, ενώ αντιθέτως ήταν ένας νάνος που αντικαταστάθηκε σήμερα από ένα Le Pen που φοράει μια μάσκα: τον Σαρκοζί «. Διαβάζοντας ξανά μερικά αποσπάσματα από τα απομνημονεύματα του Mesrine, έπεσα επάνω σε αυτή την πρόταση: «Αν ζείτε στις σκιές, ποτέ δεν θα πλησιάσετε τον ήλιο.» Και σκέφτηκα ότι θα μπορούσε να είναι του Καντονά. Το θράσος, η τόλμη αυτής της δήλωσης, χωρίς απάνθισμα, μου θύμισε πολλά από εκείνα τα ωραία που είπε στους δημοσιογράφους όταν ήταν ένας πολλά υποσχόμενος νεαρός στην Auxerre: δείχνοντας θεατρικά την κλίση του για την αλήθεια και αποκαλύπτοντας όμως μιαν επιθυμία και μια ανάγκη να τον δουν σαν έναν révolté, έναν αντάρτη, έναν εξεγερμένο, μια λέξη της οποίας δεν μπορώ να βρω μιαν αντίστοιχη της στα αγγλικά. Ίσως ένας «επαναστάτης», του οποίου όμως η εξέγερση προέρχεται από μια έμφυτη δίψα για δικαιοσύνη, την οποία ξέρει ότι δεν μπορεί να καταπνίξει »(σελ. 265).

Ο Philippe Auclair ανακατασκευάζει τη ζωή του «βασιλιά Éric», όπως ακόμα και σήμερα χαρακτηρίζεται από τους υποστηρικτές των κόκκινων διαβόλων, επισκεπτόμενος τους χώρους όπου έζησε και παίρνοντας συνεντεύξεις από περισσότερους από διακόσιους μάρτυρες των πράξεών του μέσα και έξω από το πράσινο ορθογώνιο, από τους πρώτους προπονητές μέχρι τους συντρόφους στις ομάδες. Δυσανεκτικός με την εξουσία και τις αρχές, εκτός και εντός γηπέδου, ιδιόμορφος και απρόβλεπτος, ο Cantona καίει γρήγορα τις φάσεις και τις αποστάσεις ποδοπατώντας τα γαλλικά γήπεδα της Auxerre, της Μασσαλίας, του Bordeaux, του Montpellier και της Nîmes και στη συνέχεια διασχίζει το κανάλι και πηγαίνει στο Leeds μέχρι να προσγειωθεί, απόλυτος πρωταγωνιστής, στη σκηνή του Old Trafford στο Μάντσεστερ.

Το βιβλίο, το οποίο ανοίγει με μια τοιχογραφία της μητρικής μπάσταρδης περιφέρειας της Μασσαλίας, δεν παραλείπει να τονίσει τις πτυχές του Καντονά που ο κόσμος της μπάλας θεωρεί απλώς υπερβολικά βίτσια αυτού που σκοπεύει να είναι πρωτότυπος, αυθεντικός με κάθε κόστος, όπως στην περίπτωση του πάθους για την ζωγραφική του Éric, πάθος που του προκαλεί κάτι παραπάνω από λίγα κοροϊδευτικά σχόλια στο τραχύ ποδοσφαιρικό περιβάλλον. «Ένας ποδοσφαιριστής που ζωγραφίζει; Τι γέλιο, ένας παραλογισμός. Στο αρσενικό σύμπαν του ποδοσφαίρου, και ιδιαίτερα του αγγλικού, μεταξύ των λόγων του οστρακισμού, μια καλλιτεχνική κλίση, ειδικά αν μια αγνή κλίση όπως αυτή του Καντονά, ταξινομείται αμέσως μετά την ομοφυλοφιλία. Για τους εχθρούς του, το ενδιαφέρον του για την τέχνη δεν ήταν τίποτα άλλο παρά μια ακόμη απόδειξη της ανυπόφορης αλαζονείας του.   Το «Ζωγραφίζω» σήμαινε: «Είμαι καλύτερος από εσάς». Το οποίο ήθελε να πει πως πραγματικά γνωρίζουμε πολύ λίγο τον άνθρωπο (κάτι που θα συνέβαινε συχνά). Η ματαιοδοξία δεν είχε καμία σχέση με εκείνη την ανάγκη για ενδοσκόπηση «(σελ. 29-30). «Η ιδέα που έχουν οι άνθρωποι για μένα δεν με ενδιαφέρει. Όταν βρίσκομαι στην πασαρέλα του Paco Rabanne, για παράδειγμα, δεν χρειάζεται να πάμε να ψάξουμε έναν άλλο λόγο, δίνω μοναχά ευχαρίστηση στο σώμα μου. Το πιο σημαντικό πράγμα είναι να αισθανόμαστε άνετα με το σώμα μας, χωρίς εξαπάτηση. Ποζάροντας για έναν μεγάλο φωτογράφο είναι μια εγωιστική ευχαρίστηση – αλλά στη ζωή δεν υπάρχει τίποτα αθώο. «Tout est égoïsme» » (σελ. 223).

Το πρώτο επαγγελματικό συμβόλαιο o Cantona τo υπογράφει με την Auxerre και τα καλά αποτελέσματα που επιτεύχθηκαν σύντομα τον οδηγούν στο Stade Vélodrome της δικής του Olympique Marsiglia όπου όμως, και λόγω του δύσκολου χαρακτήρα του, δεν έχει τα αναμενόμενα αποτελέσματα και καταλήγει να ντυθεί σε εναλλασσόμενες φάσεις με τις φανέλες της Μπορντό, της Μονπελιέ και της Nîmes. Καυγάδες και μανιώδεις διαμάχες με τους συμπαίκτες και τους διαιτητές, έντονη κριτική εναντίον του προπονητή της γαλλικής Εθνικής καταλήγουν να του δημιουργήσουν διάφορους πονοκεφάλους στους οποίους αντιδρά με τη συνήθη αλαζονική συμπεριφορά.
Στις 7 δεκεμβρίου του 1991, κατά τη διάρκεια του παιχνιδιού της Nimes εναντίον της Σεντ Ετιέν, μετά τη νιοστή φορά που δέχεται φάουλ το οποίο δεν σφυρίχτηκε, ο Cantona θέτει στη σκηνή μια από τις αξιομνημόνευτες, αξέχαστες coup de théâtre: σουτάρει την μπάλα επάνω στον διαιτητή και πηγαίνει απευθείας στα αποδυτήρια χωρίς να στραφεί προς τον ατυχή που ανεμίζει αδέξια μια κόκκινη κάρτα προς την κατεύθυνση του. Στην πειθαρχική επιτροπή ο Cantona δηλώνει ότι είναι έτοιμος να πληρώσει το λογαριασμό από την άποψη του αποκλεισμού αλλά ζητά να αντιμετωπιστεί όπως οποιοσδήποτε άλλος παίκτης. Αλλά ο Καντονά δεν είναι ένας παίκτης όπως οποιοσδήποτε άλλος, προς θεού! «Δεν μπορούμε να σας κρίνουμε σαν οποιονδήποτε άλλο παίκτη. Όταν περνάτε, αφήνετε πάντα πίσω σας ίχνη από θειάφι. Από ανθρώπους σαν εσάς μπορούμε να περιμένουμε τα πάντα «(σελ. 128). Έτσι εκφράζεται ο πρόεδρος του πειθαρχικού. Η αντίδραση του Καντονά; Εξετάζει ένα προς ένα τα μέλη της επιτροπής, επαναλαμβάνοντας ένα στεγνό και κατηγορηματικό όρο: «Idiot», κερδίζοντας έτσι άλλους δυο μήνες αποκλεισμού, εκτός από την τιμωρία τεσσάρων αγώνων αποκλεισμού που μόλις είχε δεχτεί. Μια αυτοκτονία, ποδοσφαιρικά μιλώντας. Πράγματι, μια πρώτη ποδοσφαιρική αυτοκτονία, διότι ο δικός μας θα αυτοκτονήσει, πάντα μιλώντας ποδοσφαιρικά, μια δεύτερη φορά.

Το κλίμα στη Γαλλία έγινε βαρύ γι ‘αυτόν, οπότε καταλαβαίνει ότι ίσως είναι καλύτερο να αλλάξει αέρα και αποφασίζει να μετακομίσει στο West Yorkshire, στο θρυλικό Elland Road της Leeds United, το στάδιο που έχει υποδείξει ο Alex Ferguson ως το πιο εκφοβιστικό που έχει ποτέ παίξει ή προπονήσει. Στην αναπαράσταση της κατάστασης του αγγλικού ποδοσφαίρου την στιγμή που ο νεαρός μαρσεγιέζος πατά το πόδι του στο Λιντς, ο δημοσιογράφος Philippe Auclair γράφει: «Η απαγόρευση από τους ευρωπαϊκούς αγώνες μετά την εποχή Heysel είχε ωθήσει το ποδόσφαιρο να ζαρώσει προς την χειρότερη πλευρά του, ένα στρεβλωμένο μείγμα φόβου – των άλλων, των ξένων, των εκκεντρικών – και δοξασίας προς τις »ανδρικές» αρετές, στις οποίες ένας αμερόληπτος παρατηρητής θα μπορούσε να δει μόνο τραχύτητα και αγριότητα. Το θέαμα στον αγωνιστικό χώρο αντανακλούσε αυτό που συνέβαινε στις κερκίδες. Το ποδόσφαιρο στα τέλη της δεκαετίας του ’80 και στις αρχές της δεκαετίας του ’90 προσέφερε ένα θαμπό και μερικές φορές βίαιο θέαμα.. Υπήρχε αφθονία κεντρώων ποδοσφαιριστών με ένα μόνο πόδι που έτρεχαν από την μια περιοχή του γηπέδου στην άλλη, ικανών μονάχα στο σκληρό παιχνίδι, να εξουδετερώνουν τον αντίπαλο και να κάνουν μακρινές μπαλιές. Σχεδόν όλες οι ομάδες είχαν τον λεγόμενο «τυπικό» ή «παλιομοδίτικο» επιθετικό, σέντερ φορ, όλο κεφαλιές και αγκωνιές. Μερικοί ήταν καλοί επαγγελματίες […]. Αλλά πολλοί άλλοι ήταν μόνο νταήδες, φόβητρα, που θα είχαν εκδιωχθεί με τα δύο πόδια στην Ήπειρο. Οι κεντρικοί αμυντικοί πετούσαν μακριά από την επικίνδυνη ζώνη τις μπάλες με την ευλογία των προπονητών τους. Όλοι έτρεχαν με εκατό την ώρα, βαπτίζοντας τις φανέλες τους με έναν έντιμο ιδρώτα, κλωτσώντας, αρπάζοντας κλωτσιές, θυσιάζοντας το ενδεχόμενο ταλέντο τους στην αδιάκοπη αναζήτηση για νίκη […] Κατά τη διάρκεια των οκτώ ετών που έτρεξαν μεταξύ του μακελειού του Heysel και του πρώτου τίτλου της Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ από το 1967, το αγγλικό ποδόσφαιρο έδινε την εντύπωση ότι έπαιζε μέσα στην καρδιά του χειμώνα, στους ανεμοδαρμένους και λασπώδεις από τη βροχή αγωνιστικούς χώρους. Θα μπορούσε να έχει ακόμα μια γοητεία για τους habitué του σαββάτου, αλλά ήταν όλο και λιγότεροι, παρά τις δημοφιλείς τιμές των εισιτηρίων, και όχι μόνο επειδή οι αποκαλούμενοι κανονικοί οπαδοί ήθελαν να αποφύγουν τα προβλήματα. Ο χουλιγκανισμός ήταν το σύμπτωμα, και όχι απαραίτητα μια αιτία, εκείνης της θλιβερής παρακμής «(σελ. 164-165).

Από ορισμένες απόψεις, υποστηρίζει ο Auclair, η τύχη του Cantona είναι πως φτάνει στην Αγγλία σε μια εποχή όπου το τοπικό ποδόσφαιρο είναι το αντίθετο του δικού του παιχνιδιού «beau geste»: σε περίπτωση αποτυχίας, θα μπορούσε εύκολα η ενοχή να αποδοθεί στην ασυμβατότητα μεταξύ των δύο φιλοσοφιών του ποδοσφαίρου, σε περίπτωση επιτυχίας, ωστόσο, η πίστωση θα πήγαινε στον παίκτη ικανό να επιβληθεί ενάντια σε όλα και σε όλους. Οι διαφορές μεταξύ των δύο τρόπων αντιμετώπισης να ζει κάποιος το ποδόσφαιρο εξηγούνται καλά από τον συντάκτη του βιβλίου που ξεκινά από μερικές γαλλικές εκφράσεις ποδοσφαιρικές που δεν έχουν άμεσο αντίστοιχο αγγλικό. «Το πρώτο πρόβλημα που αντιμετώπισα ήταν η αναζήτηση του ισοδύναμου του l’amour du geste, μιας έκφρασης που o Éric πάντα αγαπούσε να χρησιμοποιεί. Το «Geste» δεν έχει ισοδύναμο στην αγγλική γλώσσα, εκτός αν κάποιος αποφασίσει να πάρει για καλή την «τεχνική χειρονομία», στην οποία όμως λείπει η ευγένεια (ίσως υπερβολική) του γαλλικού ουσιαστικού, του οποίου η σημασιολογική ιστορία περιέχει τόσο την μυθοπλασία όσο και τη λογοτεχνία της ιπποσύνης (την οποία στη Γαλλία ονομάζουμε chanson de geste – ο Cantona στο ρόλο του Lancelot, εδώ είναι μια καλή ιδέα για μια ταινία). Οι Βρετανοί είχαν «μοσχοκάρυδο» για την pétit pont (μικρή σήραγγα, μια έκφραση που δεν χρειάζεται περαιτέρω εξήγηση) αλλά τίποτα για το grand pont, το οποίο στη Γαλλία χρησιμοποιούμε όταν ένας παίκτης παρακάμπτει τον αντίπαλο αγγίζοντας τη μπάλα από τη μια πλευρά και ρίχνοντας τον εαυτό του από την άλλη για να την ανακτήσει αφού ξεπεράσει τον αντίπαλο. Όλα τα άλλα τα ονόμαζαν άγγιγμα. Ποτέ δεν βρήκα τίποτα που να έμοιαζε με το «aile de pigeon» (φτερό περιστεριού, φυσικά), μια θαυμάσια σημασιολογική συντόμευση για ένα από τα πιο κομψά «gestes» στο ποδόσφαιρο: το ιπτάμενο τακουνάκι, με το οποίο φέρνουμε μπροστά τη μπάλα , αφού μας ήρθε πολύ πίσω ή δίνουμε πάσα σε ένα σύντροφο. Εμείς έχουμε επίσης το «madjer», από τον μαροκινό παίκτη Rabah Madjer, για να περιγράψουμε μια παρόμοια κίνηση που χρησιμοποιείται για να σκοράρουμε ένα γκολ. Και το «coup du sombrero», μια ειδικότητα του Patrick Vieira, με την οποία η μπάλα, συνήθως αμέσως μετά το σταμάτημα, περνάει πάνω από το κεφάλι του αντιπάλου για να ανακτηθεί στη συνέχεια. Για να βρείτε ένα σωστό παράδειγμα, κοιτάξτε το αριστούργημα του Cantona με τη φανέλα της Leeds εναντίον της Chelsea προς το τέλος της σεζόν 1991-1992, όταν ο ατυχής Paul Elliot υπέστη – δύο φορές στη σειρά – ένα τέλειο κρέμασμα. Ο Paul Gascoigne που χλευάζει τον Colin Hendry πριν σκοράρει ένα από τα ωραιότερα γκολ του με την εθνική στο Wembley. Υπάρχουν πολλές άλλες λέξεις αυτού του είδους, μεταξύ των οποίων η «feuille morte» – το νεκρό φύλλο, που είναι ένα σουτ, συνήθως σε φάουλ, που χτυπιέται με ελάχιστη δύναμη και το οποίο, χάρη στην ακρίβειά του και στη συνέπεια της έκπληξης, καταλήγει αργά κάτω από τη γωνιά των δοκαριών εξαπατώντας τον τερματοφύλακα – και η » coup du foulard» – το χτύπημα rabona – είναι μόνο δύο από τα πιο γνωστά στη χώρα μου. Ακόμη και για μια στοιχειώδη χειρονομία σαν μια «απόκρουση,“déviation”» στην Αγγλία, ο όρος «άγγιγμα» χρησιμοποιείται πάντοτε. Αυτό που με εκπλήσσει περισσότερο είναι ότι αυτά τα «κομάτια δεξιότητας» δεν προέρχονται από έναν πλανήτη άγνωστο στους βρετανούς παίκτες. Όλα ήταν μέρος του ρεπερτορίου των George Best, Robin Friday και Chris Waddle. […] Το εκπληκτικό γεγονός είναι ότι οι Βρετανοί δεν δημιούργησαν ποτέ ένα λεξιλόγιο που θα τους επέτρεπε να αναφερθούν (στην προπόνηση, στις αναφορές για τους αγώνες ή σε δημόσιο λόγο, στις pub) σε μερικές από τις πιο αρμονικές και μερικές φορές πιο αποτελεσματικές εκδηλώσεις του ταλέντου ενός ποδοσφαιριστή σε έναν αγωνιστικό χώρο. Ίσως επειδή αυτές οι φανταστικές πινελιές-αγγίγματα ήταν και εξακολουθούν να θεωρούνται αθέμιτες, ανέντιμες; Ή επειδή ήταν υπερβολικά αλαζονικές και πήγαιναν ενάντια στο αληθινό πνεύμα του παιχνιδιού; »(Σελ. 220-221).

Επιστρέφοντας στην παρουσία τoυ Cantona στην Λιντς, αν και σύντομη είναι αρκετή για να τον δούμε να ετοιμάζει τις βαλίτσες αφού ήταν μεταξύ των πρωταγωνιστών της εποχής της νίκης του τίτλου του 1992 και έχοντας κάνει ένα ιστορικό hat-trick στο Λίβερπουλ στην με 4 – 3 νίκη στην Charity Shield. Στα νέα του αποχαιρετισμού στην ομάδα, ο τηλεφωνικός πίνακας της «Post» του Leeds βυθίστηκε από 1337 τηλεφωνήματα οπαδών και 1065 από αυτούς είναι εξοργισμένοι για την παραχώρηση του, αισθάνονται προδομένοι από την αναχώρησή του προς ένα μισητό club αλλά διάφορες προσωπικότητες χαρακτήρες που αιωρούνται γύρω από τη λέσχη της πόλεως του Δυτικού Γιορκσάιρ, αναπνέουν ένα αναστεναγμό ανακούφισης, έχοντας απαλλαγεί από έναν χαρακτήρα δύσκολο, που τους έφερνε σε δύσκολη θέση, αλαζονικό χαρακτήρα και, επιπλέον, γάλλο. Η προδοσία είναι ένα κακό τέρας στο ποδόσφαιρο και σε μια στιγμή οι πανηγυρικοί των κερκίδων του Elland Road για τον Καντόνα μετατρέπονται σε μίσος. Εν τω μεταξύ, σε γαλλικό εθνικό επίπεδο, οι ευρωπαϊκοί του 1992, που στη συνέχεια κέρδισε η Δανία, είναι καταστροφικοί: παρά την ποιότητα των παικτών, η Γαλλία βγαίνει κακήν κακώς από την διοργάνωση και η συμβολή του Καντονά αποδεικνύεται υποθετική. Οι τσάντες που έχουν κλείσει στο Λιντς ξανανοίγονται στην πόλη του Μάντσεστερ όπου ο παίκτης φθάνει στην United του Alex Ferguson United και είναι εκεί όπου ο παίκτης καθαγιάζεται ως θρύλος. «Αν ένας τέλειος παίκτης για την Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ υπήρξε ποτέ στη γη, αυτός ήταν ο Καντονά. Νομίζω ότι είχε ψάξει κάποιον που θα τον κοίταζε και θα τον έκανε να νιώθει σαν στο σπίτι σε όλη του τη ζωή. Είχε ταξιδέψει πολύ: ορισμένοι άνθρωποι έχουν κάποια τάση να είναι νομάδες. Αλλά όταν έφτασε εδώ, το κατάλαβε αμέσως: αυτό είναι το σπίτι μου » Alex Ferguson (σελ. 200).

Τα κλιπ που βρίσκονται στο διαδίκτυο και που έχουν την απαίτηση μέσα σε λίγα λεπτά να δείξουν l’ amour du geste που έριχνε στη σκηνή ο Cantona με το μπλουζάκι της Manchester United, προσφέρουν μόνο μια χλωμή ιδέα εκείνου που ζούσαν οι οπαδοί ζωντανά στις κερκίδες και που ad libitum έχουν ειπωθεί μεταξύ μιας μπύρας και της άλλης στις παμπ. Στις 25 Ιανουαρίου του 1995, ο βασιλιάς Éric, ποδοσφαιρικά μιλώντας, αυτοκτονεί για δεύτερη φορά: έχοντας αποβληθεί, εγκαταλείποντας τον αγωνιστικό χώρο, εξαπέλυσε ένα δολοφονικό κτύπημα kung-fu σε έναν οπαδό της Crystal Palace σε ανταπόδοση των προσβολών που δέχονταν.   Αυτή η τρέλα κοστίζει στον παίκτη εννέα μήνες αποκλεισμού. Στη συνέντευξη Τύπου, κάτω από τα μάτια δεκάδων φωτογραφικών μηχανών και τηλεοπτικών μηχανών, ο Cantona δεν βρίσκει τίποτα καλύτερο από το να αντιμετωπίσει αυτό που συνέβη βγαίνοντας με μια φράση που προορίζεται να παραμείνει στην ιστορία: «Όταν οι γλάροι [μια γουλιά νερό] ακολουθούν ένα αλιευτικό σκάφος [ ένα σχεδόν ανεπαίσθητο »ο», τεντώνεται προς τα πίσω, χαμογελώντας και σταματώντας και πάλι], είναι επειδή σκέφτονται [μια ακόμη παύση] πως οι σαρδέλες πρόκειται να πεταχτούν [μικρός δισταγμός] στη θάλασσα (ένα χαμόγελο και ένα νεύμα με το κεφάλι). Σας ευχαριστώ, πραγματικά «(σελ. 309). Οι ερμηνείες του αθλητικού τύπου σπαταλούνται, μάταια. «Ο δικηγόρος μου και οι διοικούντες ήθελαν να μιλήσω. Έτσι έκανα. Δεν ήταν τίποτα σπουδαίο αυτό που είπα, δεν είχε κάποια κρυφή σημασία. Θα μπορούσα να είχα πει: «Οι κουρτίνες είναι ροζ, αλλά μου αρέσουν εξ ίσου» »(σελ. 309). Την 1η οκτωβρίου 1995 ο Cantona επιστρέφει στο γήπεδο στον αγώνα ενάντια στη Λίβερπουλ και μέχρι τις 11 μαΐου 1997 εξακολουθεί να προσφέρει απολαύσεις στους οπαδούς με l’amour du geste.

Στη συνέχεια η ιστορία γίνεται διαφορετική, ή ίσως όχι. Ανάμεσα σε χίλιες αντιφάσεις η ανησυχία του Καντονά συνεχίζει να κατακτά τη σκηνή, ανάμεσα σε εκστρατείες για την εξουδετέρωση- την κατάρρευση του τραπεζικού συστήματος, κερδοφόρες διαφημίσεις για πολυεθνικές και κινηματογραφικές συμμετοχές. Μεταξύ όλων αυτών, πρέπει να θυμηθούμε τουλάχιστον την κυκλοφορία το 2009 της ταινίας Looking for Eric (My friend Eric) σε σκηνοθεσία Ken Loach, με βάση μια ιδέα του ίδιου του Cantona με σενάριο του Paul Laverty.

Share
σύγχρονη σκέψη, pensiero di oggi

Scalzone, «Το μέλλον δεν υπάρχει, το μέλλον είναι η αφήγηση των κυρίαρχων – Il futuro non esiste, il futuro è la narrazione dei dominanti»

Δύο ημερομηνίες που συλλέχθηκαν σε μια περίοδο 10 ετών: 16 μαρτίου 1968, 16 μαρτίου 1978. Στο μεταξύ υπάρχουν όλα. Ο Scalzone επιστρέφει στους τόπους και μιλά για το πρωινό των συγκρούσεων στα σκαλιά της αρχιτεκτονικής σχολής στη Ρώμη, ένας topos του ’68. Οι φασίστες που απέτυχαν στην προσπάθεια να διεισδύσουν στο κίνημα, ο αρχηγός τους, Almirante που κινδύνεψε λιντσαρίσματος, ο Παζολίνι ο οποίος δεν είχε καταλάβει τίποτα από αυτή την εξέγερση, ο Μουσολίνι και η πραγματική ουσία του ιταλικού φασισμού, «ο πόλεμος ενάντια στις οργανώσεις των εργατών, από τις πιο ρεφορμιστικές στις πιο ανατρεπτικές, όχι στην εργατική τάξη ως τέτοια που μπορεί να επιλεγεί από τις corporationς», τον σημερινό ρατσισμό. Δέκα χρόνια αργότερα, η συνέλευση που συγκαλέστηκε στο piazzale della Minerva, της Sapienza, αμέσως μετά την είδηση της απαγωγής του Άλντο Μόρο, «Εκείνη τη ημέρα – εξηγεί – έζησα μια ρήξη, μια πληγή, ένιωθα ξένος προς την »καταδίκη» που εκφράστηκε από τους Αυτόνομους και σκέφτηκα να παρέμβω με τις Br πριν ωθηθούν στον αναμενόμενο επίλογο και όπως ορίζεται σε μια ετυμηγορία ». Μετά ήρθε η συνωμοσιολογία, η οποία έγινε η μεγάλη πολιτιστική τραγωδία της αριστεράς. Παραμένει η γνώση, η μοίρα που μας διακρίνει από άλλα είδη και εκείνο το μέλλον που δεν υπάρχει, που έγινε «το αφήγημα των κυρίαρχων» στο οποίο θα πρέπει να αντιπαραθέσουμε το παρόν, βιωμένο ολοκληρωτικά

 

Daniele Zaccaria, Il Dubbio 23 μαρτίου 2018, H Aμφιβολία

Η συνομιλία με τον Oreste Scalzone είναι μια εμπειρία Proustian και Futurist την ίδια στιγμή. Η ροή της μνήμης ρέει σαν χείμαρρος, αλλά δεν είναι πάντα μια ήσυχη πορεία, μέσα στα νερά οι στροβιλισμοί αναδύονται ξαφνικά, και η δίνη των αναμνήσεων προχωράει αναστατωμένη από έναν περιπλανώμενο δαίμονα, με το βλέμμα που καρφώνεται σταθερά στον ορίζοντα σε ένα είδος αιώνιου παρόντος. «Είμαι ένας υπερμνησιακός (η υπερβολική εξέλιξη της μνήμης R. R.), ακόμη και αν μερικές φορές, όπως έλεγε ο Φρόιντ και όπως συνέβαινε στον Rashomon του Kurosawa, μπορώ να ζήσω κάποια ψευδαίσθηση της μνήμης».
Πριν από πενήντα χρόνια, όταν η δυτική κοινωνία συγκλονίστηκε από την επανάσταση του ’68, ο Scalzone ήταν νεαρός ηγέτης του φοιτητικού κινήματος. Σε αυτές τις μέρες μουσιακών εορτασμών που κάνουν εκείνη την φοβερή χρονιά ένα είδος παραμελημένης Αναγέννησης, ο Scalzone συμφωνεί να επιστρέψει στον «τόπο του εγκλήματος» για να σκιαγραφήσει εκείνο που ονομάζει με σεμνότητα έναν «αντι-εορτασμό», μια «αντι-τελετή», . Αλλά πριν επιστρέψει σε εκείνες τις μέρες του μαρτίου ’68 θέλει να βγάλει ένα βότσαλο από το παπούτσι του: «Αυτή η ιστορία των φασιστών που θα είχαν επαφή με το φοιτητικό κίνημα για να οργανώσουν τις συγκρούσεις της Valle Giulia είναι μια συνολική ψεύτικη μνήμη που βασίζεται αποκλειστικά σε δηλώσεις του Delle Chiaie Stefano, γνωστού ως «caccola, μύξα». 
 Τον Della Chiaie μισούσαν καταρχάς οι λεγόμενοι «καθαροί» φασίστες, που τον ήθελαν ως άνθρωπο των μυστικών υπηρεσιών. Το κίνημα δεν γνώριζε εκείνες τις δυναμικές, είναι πιθανό ότι υπήρξαν προσπάθειες διείσδυσης αλλά όμως απέτυχαν. Οι φασίστες ήταν ταμπουρωμένοι στη νομική σχολή και η επιτροπή αναβρασμού του Πανεπιστημίου είχε αποφασίσει απλώς να τους αγνοήσει, σαν να ήταν ένας νεκρός καρκίνος, δεν τους βλέπαμε και γύρω τους υπήρχε ένα είδος υγειονομικής ζώνης. Τα πράγματα άλλαξαν κατά τη διάρκεια της νύχτας μεταξύ 15 και 16 μαρτίου, όταν ομάδες τραμπούκων του φασιστικού κόμματος Msi μπήκαν στην La Sapienza και επιτέθηκαν στους εξωκοινοβουλευτικούς τους εκκενώνοντας στρατιωτικά και επιτέθηκαν στην περιφρούρηση του κινήματος στη σχολή Γραμμάτων τραυματίζοντας κάποιους συντρόφους ».

Τι θυμάσαι από εκείνο το πρωινό;

Έφτασα στο πανεπιστήμιο σε εύθετο χρόνο, εκείνοι του MSI είχαν ήδη ταμπουρωθεί μέσα στη νομική με τους αξιότιμους Almirante και Caradonna. Σε αυτό το σημείο ξεκινήσαμε μια επίθεση, αλόγιστη, γενναιόδωρη αλλά αλόγιστη, έτσι ώστε προχωρώντας λιγάκι μπορούσαμε να μετρούμε τους τραυματίες, από την άλλη μας έριχναν τα πάντα, σιδερένιες μπίλιες, τζάμια, αντικείμενα όλων των ειδών, τότε ακούω κάτι να συντρίβεται, ο πάγκος που πέταξαν από πάνω χτυπά στραβά μια καρέκλα με την οποία προσπαθούσα να καλυφτώ κακήν κακώς …, το χτύπημα θα μου συντρίψει δύο σπονδύλους, με τραβούν μακριά, με πηγαίνουν στο νοσοκομείο, ενώ η μάχη συνεχίζεται. Κάποιοι σύντροφοι ανακαλύπτουν μια δευτερεύουσα πόρτα και καταφέρνουν να μπουν μέσα, είναι μια δωδεκαριά και βρίσκουν μπροστά τους μοναχό τον Almirante, [ ο αντίστοιχος Μιχαλολιάκος εδώ και σήμερα], θα μπορούσαν να τον λιντσάρουν, αλλά όπως αντιλαμβάνεστε διστάζουν και η στιγμή περνά, χάνεται, ευτυχώς δεν είχαν την στόφα του λιντσαρίσματος … Στο σημείο αυτό μπαίνει με όλες τις δυνάμεις η αστυνομία. Τώρα, για εκείνους που υποστηρίζουν ότι υπήρχε συνεννόηση μεταξύ του κινήματος και της ακροδεξιάς, παραθέτω τον Δρ Paolo Mieli και τον καθηγητή Agostino Giovagnoli, τι θα έπρεπε να είχαμε πράξει; Να λιντσάρουμε τον Almirante για να δείξουμε το αντίθετο; Επιπλέον για εκείνες τις μέρες συνεχίζουν να γράφονται και να λέγονται τεράστιες ανοησίες. Πολλές από αυτές εμπνέονται από έναν άθλιο «παζολινισμό» επιστροφής.

Τι εννοείς?

Μιλώ για αυτή την τεχνητή διαίρεση μεταξύ των αστυνομικών γιων του προλεταριάτου που αποστέλλονται στις πόλεις για να αρπάξουν ξύλο από τα παιδιά της μπουρζουαζίας. Σίγουρα ο Paolo Mieli ήταν γιος της μπουρζουαζίας, εγώ πηγαινοερχόμουν απλά από το Terni, μα για τι πράγμα μιλάμε; Στην La Sapienza υπήρχαν περισσότεροι από 70 χιλιάδες εγγεγραμμένοι, το πανεπιστήμιο ήταν ήδη ένας μαζικός τόπος και στο κίνημα υπήρχαν τα πάντα, συμπεριλαμβανομένων των παιδιών των «cafoni, αγροίκων» του νότου, οι γιοι των εργατών που στέλλονταν για σπουδές στη μεγάλη πόλη για να γίνουν μηχανικοί. Φυσικά, η πλειοψηφία των ηγετών προερχόταν από μορφωμένες οικογένειες αλλά μόνο επειδή, όπως έλεγε ο Don Milani, κατείχαν τον απαραίτητο λόγο για να γίνουν οι ηγέτες, στις σχολές και στις πλατείες, αλλά ο πρωταγωνιστής ήταν άλλος, έτσι δεν είναι;  

Ο Pasolini είχε άδικο λοιπόν;

Σίγουρα έκανε λάθος όσον αφορά την κοινωνική σύνθεση του φοιτητικού κινήματος και να πούμε ότι θα ήταν αρκετό να έχει ακούσει μια μισή ομιλία του Franco Piperno, δεν λέω να είχε διαβάσει τον Μαρξ. Ήταν επίσης λάθος στην ποιητική μυθολογία της εργατικής τάξης που γι ‘αυτόν ήταν ενσάρκωση μονάχα από τους εργάτες με τη φόρμα και τα «επαγγελματικά» χέρια με τους κάλους, όταν πλέον τότε η κεντρική φιγούρα ήταν οι εργάτες της αλυσίδας, κυρίως μετανάστες από το Νότο, εκείνοι για τους οποίους μιλά το βιβλίο Vogliamo tutto! του Balestrini, Tα θέλουμε όλα. Επιπλέον ήδη από τότε πήγαινε μπροστά η επισφάλεια, οι επισφαλείς των νεότερων γενιών. Ήταν επίσης λάθος και για τη φύση του ΚΚΙ, PCI, σε αυτό συμφωνώ με τον ιστορικό Giovanni De Luna, ο Pasolini λέει στους νέους να πάνε προς το PCI, το να πιστεύει ότι το κίνημα εκείνο θα μπορούσε να μεταβεί προς στο κομμουνιστικό Κόμμα ήταν μια ανοησία. Ούτε καν ο γραμματέας Luigi Longo είχε το θάρρος να πει κάτι τέτοιο. Τελικά έκανε λάθος για τους αστυνομικούς, γι αυτόν ήταν «άσχημοι αθώοι» επειδή τους θεωρούσε ανεύθυνα ζωάκια «έτσι τους έχουν καταντήσει». Και σε αυτή την περίπτωση πρόκειται για μια απλοϊκή ανάγνωση, λίγη ψυχανάλυση θα έφτανε, σκέφτομαι τον Willelm Reich: υπάρχει ένα περιθώριο ευθύνης σε εκείνους που διαπράττουν βίαιες και σαδιστικές πράξεις, είναι η ψυχοπαθολογία του τελευταίου των σταυροφόρων που στήνεται στη γραμμή πίσω από τον Πέτρο τον Ερημίτη για να φτιάξει τον «αιώνιο συρφετό» ενώ στην Ιερουσαλήμ, γράφουν οι ιστορικοί, «το αίμα έφτανε στα γόνατα». Ο ίδιος όχλος που περιγράφηκε από τον Varlam Salamov στις Ιστορίες της Kolymache στην περίπτωση εκείνη ήταν οι Cechists, αλλά θα μπορούσαμε επίσης να μιλήσουμε για τους Κόκκινους Φρουρούς, γι αυτούς που πήγαιναν να ευαγγελίσουν, να κηρύξουν ευαγγέλιο, αυτούς που πήγαιναν να εξισλαμίσουν, αυτούς που πήγαιναν να αποικίσουν.

Μία θανατηφόρα και μιμητική σχέση εκείνη της επαναστατικής και ελευθεριακής αριστεράς με την καθιερωμένη, καθεστηκυία εξουσία και βία  

Εμπνευσμένος από τον Foucault της Μικροφυσικής της εξουσίας, όταν συστήνεται ένα δικαστήριο του λαού ή του προλεταριάτου, μια καθιερωμένη δικαιοσύνη, η μετάλλαξη έχει ήδη γίνει, η επανάσταση έχει ήδη γίνει αντι-επανάσταση. Το πέρασμα από την «συστατική εξουσία, ιδρυτική» σε «καθεστηκυία», όπως λέει ο Agamben, υπήρξε η τραγωδία όλων των «Επαναστάσεων» που «ανέλαβαν, πήραν την εξουσία». Αυτό, μικροφυσικά, είναι πάντα μια ενέδρα και για μας. Στις ημέρες της απαγωγής του Moro, ήμουν πεπεισμένος ότι το κίνημα έπρεπε να «παρέμβει» με τις Ερυθρές Ταξιαρχίες προκειμένου να αποφευχθεί ο κίνδυνος να αφεθούν να ωθηθούν σε έναν ανακοινωμένο επίλογο, αναμενόμενο και με τον τρόπο που προέβλεπε την θανατική ποινή.

Έχετε επανειλημμένα επικρίνει την αριστερά και τον φυλετικό αντιφασισμό της, τι εννοείτε;

Τα γεγονότα της Acca Larentia έρχονται στο μυαλό μου (καθώς και ο Sergio Ramelli): αν ένα κομάντο της άκρας αριστεράς ανοίγει πυρ σε μια μικρή ομάδα φασιστών σκοτώνοντας δύο και στη συνέχεια εκείνοι βγαίνουν [στους δρόμους] με αίματα στα μάτια και η αστυνομία σκοτώνει άλλον ένα, εγώ αισθάνομαι πολύ άβολα όπως είπα τότε στον Giorgio Bocca ο οποίος μου πήρε συνέντευξη για την εφημερίδα Repubblica. Οι φασίστες δεν μπορούν να αντιμετωπίζονται ως «διαφορετικοί», αυτή είναι μια εθνοτική, φυλετική προσέγγιση στην πολιτική σύγκρουση και ο αντιφασισμός κινδυνεύει να γίνει ένα περαιτέρω μέσο του καθεστώτος. Την εποχή εκείνη επικρίθηκα πολύ για τη θέση μου αυτή, στην προκειμένη περίπτωση σαν τον Che Guevara, ο οποίος ήταν επίσης ένας σκληρός άνθρωπος: «Πρέπει να είμαστε αμείλικτοι στη μάχη και ελεήμονες, ευσπλαχνικοί στη νίκη».  

Ο «φασισμός» αναφέρεται συνεχώς σαν να ήταν το συνώνυμο, το γενικό ισοδύναμο, του απόλυτου κακού 

Θα μπορούσα να απαντήσω ότι τα λόγια είναι σημαντικά, και ότι η αντιστοιχία-ισοδυναμία φασισμός-απόλυτο κακό είναι αντιφατική γιατί δύο ολοκληρωτισμοί δεν μπορούν να συνυπάρξουν. Αντ ‘αυτού, θα ξεκινούσα από τον ιστορικό φασισμό, του οποίου δημιουργός ήταν ο Μπενίτο Μουσολίνι, φιγούρα μιας αμφισημίας αντάξιας του μεταμοντερνισμού. Ο Μουσολίνι είχε σίγουρα διαβάσει το κομμουνιστικό Μανιφέστο, αλλά αγνοούσε το πρώτο βιβλίο του Κεφαλαίου. Με αναρχικό πατέρα και μητέρα δασκάλα με κόκκινο στυλό, έγινε σε πολύ νεαρή ηλικία η κορυφαία φιγούρα της ιταλικής μαξιμαλιστικής αριστεράς όπως έγραψε ο ίδιος ο Λένιν.  Ένας κοινωνικά μπερδεμένος χαρακτήρας, αλλά ακόμα και αυτό δεν είναι κατ ‘ανάγκην σφάλμα, ακόμη και ο φίλος μου Pannella θα μπορούσε να μοιάζει με ένα φιλελεύθερο-φιλελευθεριακό Cagliostro που ανακάτευε τα πάντα. Soreliano, [Σορέλ] σοσιαλιστής, πρώτα ειρηνιστής που φώναζε «πόλεμος κατά του πολέμου», στη συνέχεια η διαμετακόμιση για τον δημοκρατικό παρεμβατισμό του Salvemini ενός χώρου από τον οποίον πέρασαν επίσης οι Gramsci και Togliatti. Μετά αλλάζει ξανά, φτάνει στον αλυτρωτισμό, στον μεγαλοϊδεατισμό, ως τυχοδιώκτης εκμεταλλεύεται τον αναγωγισμό [1] των [2, 3] «terroni di trincea» που έρχoνται σε σύγκρουση με τους εργάτες των εργοστασίων του βορρά, θεωρούμενοι ως εργατική αριστοκρατία των Συμβουλίων που συμμετείχαν στην πολεμική παραγωγή. Σαν ταλαντούχος τυχοδιώκτης ο Μουσολίνι καταφέρνει να αναμειγνύει πολλά στοιχεία, κλέβει το όνομα των Fasci της Σικελίας, παίρνει το μαύρο πουκάμισο των αναρχικών, παίρνει μαζί του επαναστάτες συνδικαλιστές όπως ο De Ambris και ο Corridoni, παίρνει τον ιταλικό σουπρεματιστικό φουτουρισμό, αλλά και τον ρωσικό και δημιουργεί ένα παράξενο μείγμα, σχεδόν ένα μεταμοντέρνο kitsch.

Ο αντισημιτισμός ήταν εγγενής στο καθεστώς;

Όχι, ο Μουσολίνι δεν ήταν αντισημίτης. Το 1932, απαντώντας σε μια ερώτηση σχετικά με το εβραϊκό ζήτημα που του έθεσε ο γερμανός βιογράφος Emil Ludwig, δήλωσε ξερά: «Αυτό είναι δικό σας θέμα. Θέματα ξανθών, για γερμανούς. » Οι διαδοχικές στροφές του καθεστώτος λήφθηκαν από οπορτουνισμό και όχι από ιδεολογική πεποίθηση. Όμως σε όλο αυτό το ατέλειωτο κιτς παραμένει ένα ουσιαστικό και συνεκτικό στοιχείο που μπορεί να καθορίσει τον φασισμό: ο πόλεμος εναντίον των εργατικών οργανώσεων, όχι στην εργατική τάξη ως τέτοια που μπορεί να εννοηθεί από τις corporations, αλλά στις οργανώσεις της, από τις πιο μεταρρυθμιστικές μέχρι τις πιο ανατρεπτικές. Αυτός είναι ο εχθρός, η επίμονη εμμονή του, όπως ο αντισημιτισμός ήταν η ψυχωτική εμμονή των ναζί. Εδώ υπάρχει ένα κοινό νήμα που οδηγεί κατευθείαν στη συνωμοσιολογία, ένα απειλητικό παράδειγμα, το οποίο μπορεί επίσης να καθοδηγήσει εκείνους που ανεμίζουν τις κόκκινες σημαίες και οποιουδήποτε χρώματος. Έχοντας πει όλα αυτά, θα ήθελα όμως να διευκρινίσω ένα σημείο. 

Παρακαλώ

Οι όροι μετρούν επίσης ως αυτοπροσδιορισμοί, ο «τρόμος» γεννιέται σαν αυτοπροσδιορισμός του Saint Just και του Roberspierre, ο «ολοκληρωτισμός» δεν είναι μια λέξη που εφευρέθηκε από τη Hannah Arendt αλλά από τον Μουσολίνι Μπενίτο ακριβώς για να καθορίσει το καθεστώς του.

Υπάρχει πραγματικός κίνδυνος σήμερα στην Ευρώπη ότι ακρο δεξιά κινήματα ή καθεστώτα, ρατσιστικά και αυταρχικά να κερδίσουν το πάνω χέρι;

Πάρτε την υπόθεση Τραίνι, τον νεο-ναζιστή ψυχοπαθητικό και ultras leghista [λέγκα του βορρά] της Macerata που ήθελε να σφαγιάσει μετανάστες, σε αυτό το σημείο σκέφτομαι όπως ο Felix Guattari: ο Traini είναι ασφαλώς ένας ψυχοπαθής αλλά εάν δέκα ψυχοπαθείς βάλουν μια στολή των Sa δεν γίνεται να καθαρίσουμε με το θέμα λέγοντας πως είναι εγκεφαλικά ασθενείς, καθίστανται εχ-θροί. Και εδώ δημιουργείται ένα μεγάλο πρόβλημα. Σε αυτό συμφωνώ με την ανάλυση του Bifo που μιλά για «διαταραγμένο ασυνείδητο του έθνους».

Ποιος είναι ο πιο μεγάλος εχθρός της αριστεράς;

Είναι ένας εσωτερικός εχθρός και ονομάζεται συνωμοσιολογία, μια πραγματική πολιτισμική τραγωδία, μια δαιμονική και συνωμοτική σκέψη που γίνεται υπεύθυνη για τη μετάλλαξη εκείνη για την οποία μίλησα, τη μετάβαση από τη συστατική εξουσία στη συγκροτημένη δύναμη, την συντεταγμένη εξουσία, μου αρέσει να παραθέτω τον Agamben και την επιτυχημένη του φόρμουλα [ σπινοζικής απήχησης) «εκθρονισμένη ισχύς». Για τη συνωμοσιολογία κάθε χειρονομία εξέγερσης, από τον Camus του Homme revolté μέχρι την αυτοκτονία του Jan Palach, είναι πάντα μια χειραγωγημένη χειρονομία, heterodirect, ετεροκαθοδηγούμενη, αλλά η συνωμοσιολογία ζει από ψεύδη, αναλήθειες, αντι-ρεβιζιονισμούς και γενικεύσεις, ποτέ δεν αγγίζει δόντι σε όσους αποκαλεί χειραγωγούς, είναι αβλαβής, ακίνδυνη για την εξουσία αλλά θανατηφόρα για εκείνους που πολεμούν την εξουσία. 

Είναι η μοίρα των ανθρώπων η εξέγερση; 

To να μην ασκείται η εξαγωγή συμπερασμάτων για το ανθρώπινο είδος το θέτει κάτω από τα άλλα είδη, το είδος μας κλίνει πέρα από το είναι για να επιδιώξει τη γνώση, την τέχνη, την πολιτική. Σε αντίθεση με τους γυρίνους και τα πουλάρια εμείς γεννιόμαστε πρόωρα, ανώριμοι, αρχίζουμε να περπατάμε ενάμισι χρόνο μετά ενώ το πουλάρι περπατά ήδη λίγες ώρες μετά τη γέννηση. Το λιοντάρι είναι θηρευτής και κυνηγάει τη γαζέλα που σαν θύμα προσπαθεί να δραπετεύσει, κανένας από αυτούς τους δυο είναι ευτυχισμένος ή δυστυχισμένος. Αντιθέτως, εμείς χρειαζόμαστε την πρόθεση της γνώσης για να συνειδητοποιήσουμε τους εαυτούς μας, για να πραγματωθούμε Το δέντρο της αμαρτίας με αυτή την έννοια είναι ακριβώς μια πολύ όμορφη μεταφορά της μοίρας μας.  

Και το μέλλον;

Το μέλλον δεν υπάρχει, το μέλλον είναι η αφήγηση των ηγεμόνων.  

Scalzone, «Il futuro non esiste, il futuro è la narrazione dei dominanti»

  1. αναγωγισμός s. μ. [Der. του βετεράνου]. – Η στάση και η συμπεριφορά των ομάδων βετεράνων πολέμου που απαιτούν ειδικά οφέλη, οφέλη και πλεονεκτήματα, ιδίως οικονομικά και καριέρα, σε αντάλλαγμα για τα πλεονεκτήματα, μερικές φορές τεκμαιρόμενα ή υπερβολικά, που αποκτήθηκαν ως μαχητές, στον πόλεμο: η επανάληψη του φαινομένου του r. μετά από κάθε πόλεμο.

2. Ο όρος terrone είναι ένας όρος της ιταλικής γλώσσας που υποδεικνύει την προέλευση στις δουλοπρεπείς τάξεις, που είναι «συνδεδεμένες με τη γη». [1] Από τα μέσα του εικοστού αιώνα, χρησιμοποιείται από τους Ιταλούς του βορρά σε ένα υποτιμητικό τόνο για να χαρακτηρίσει τους κατοίκους της νότιας Ιταλίας, σε μια περίοδο μεγάλων μεταναστεύσεων των τελευταίων προς τα αστικά κέντρα του βορρά

3. trincea: χαρακώματα

Scalzone, «Il futuro non esiste, il futuro è la narrazione dei dominanti»

ιστορία, storia

All power to the people! O Mumia Abu-Jamal είναι η φωνή της Αμερικής

«Εκατοντάδες Πάνθηρες παρατάχθηκαν στην αυλή μιας σχολής της West Side στο Σικάγο, έτοιμοι να κάνουν την καθημερινή τους δουλειά. Ο »Πρόεδρος Fred» ήθελε ο αρχηγός του γενικού επιτελείου του να δει το έργο του τμήματος του Illinois. Οι Πάνθηρες του Σικάγο, εξήγησε ο Φρεντ, παρατάσσονταν έτσι κάθε πρωί, σε μια επίδειξη πειθαρχίας και δέσμευσης. Ο Φρεντ θεωρούσε ότι ήταν ένας καλός τρόπος για να ξεκινήσει η μέρα. Και ήταν. 

“Δεν θα πεθάνω γλιστρώντας στον πάγο! «, φώναξε ο Φρεντ με ένα μεγάφωνο, επιθεωρώντας την ανάπτυξη ως βαπτιστής ιεροκήρυκας. «Δεν θα πεθάνω γλιστρώντας στον πάγο!», απάντησαν οι Πάνθηρες με μια κραυγή.  

“Δεν θα πεθάνω σε αεροπορικό δυστύχημα! «» Δεν θα πεθάνω σε αεροπορικό δυστύχημα! «, απάντησαν ομόφωνα.

“Θα πεθάνω για τον λαό! «, φώναξε ο πρόεδρος σηκώνοντας τη γροθιά μες την πρωινή παγωνιά. «Θα πεθάνω για τον λαό!» ήρθε η ηχώ. «Επειδή ζω για τους ανθρώπους!» «… Ζω για τον λαό !”

“ Γιατί ενδιαφέρομαι για τους ανθρώπους! «» … ενδιαφέρομαι για τον λαό!”

“γιατί αγαπώ τους ανθρώπους! «» … »…Λατρεύω τον λαό!”

“Η εξουσία στους ανθρώπους! Η εξουσία στον λαό! Η εξουσία στον λαό!”»

Θέλουμε την ελευθερία. Μια ζωή στο Κόμμα των Μαύρων Πανθήρων, Mumia Abu-Jamal, Mimesis Edizioni, 2018

Αυτό το άρθρο είναι η επαναπροσαρμογή ενός μέρους της εισαγωγής στην αυτοβιογραφία του Mumia Abu Jamal στους Μαύρους Πάνθηρες: «Θέλουμε την Ελευθερία», την οποία συν-μετέφρασα και επιμελήθηκα. Σε αυτή τη συνεισφορά παρέχω τα ουσιώδη στοιχεία της ζωής του Mumia, και των δικαστικών περιπετειών του, με σκοπό να επαναλάβω την εκστρατεία για την απελευθέρωσή του, όπως και αυτή όλων των «πολιτικών κρατουμένων» που κρατούνται στις αμερικανικές φυλακές.

Ο τόμος θέλει να συμβάλει στον αγώνα των αφροαμερικανών στις Ηνωμένες Πολιτείες μέχρι σήμερα, αλλά και να δώσει τροφή για προβληματισμό σχετικά με την πιθανή εξέλιξη της Λαϊκής Εξουσίας μεταξύ των «Κολασμένων της Γης» και στη Χώρα μας σε ένα πλαίσιο και μια συγκυρία μέσα όπου η «αμερικανικοποίηση» της κοινωνίας είναι ένα καθιερωμένο γεγονός.

Η κατανόηση της προέλευσης και της ανάπτυξης της λευκής ανωτερότητας, η διακυβέρνηση των κοινωνικών αντιθέσεων ενός τμήματος του κοινωνικού μπλοκ, καθώς και οι παρελθόντες και οι σημερινές μορφές αντίστασης ενός σημαντικού τμήματος του στρατού των αποκλεισμένων στις Ηνωμένες Πολιτείες – στο συνδυασμό τους μεταξύ ικανοποίησης των αναγκών που του αρνήθηκαν και του αγώνα για την πολιτική χειραφέτηση – μπορεί να αποτελέσει πηγή πολιτικού προβληματισμού για το παρόν μας ακόμη και σε αυτά τα γεωγραφικά πλάτη και ένας πόρος για να φτιάξουμε όσο το δυνατόν πιο συγκεκριμένη την φόρμουλα: «να δημιουργήσουμε και να οργανώσουμε Λαϊκή Εξουσία».

Στα τέλη της δεκαετίας του εξήντα, στις αρχές της δεκαετίας του εβδομήντα, η αφρo-αμερικανική κοινότητα έγινε μια σφήνα που διαπερνά την καρδιά της αυτοκρατορίας.

Η δύναμη αυτής της χειραφετικής ώθησης όχι μόνο τροφοδοτείται από το οργανωτικό επίπεδο που επιτεύχθηκε από την στράτευση των Μαύρων μέσα στα σύνορα των ΗΠΑ, αλλά και από τους αγώνες που αναπτύσσονται σε επίπεδο «τριηπειρωτικό».

Το Βιετνάμ θα νικήσει είναι ένα προφητικό σύνθημα που θα ενώσει τους λαούς της Tricontinent, καθώς και τις νεότερες γενιές των «προηγμένων καπιταλιστικών» κοινωνιών των δυτικών δημοκρατιών.

Η αντίσταση στην Ινδοκίνα θα γίνει η ιδέα-δύναμη της συγκεκριμένης δυνατότητας να νικηθεί η μεγαλύτερη δύναμη που βγήκε από τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο.

Οι δεσμοί μεταξύ του αγώνα των Αφροαμερικανών και εκείνου των αποικισμένων λαών είχαν εκφραστεί σαφώς από τον Malcolm X σε μια ομιλία της 20ης δεκεμβρίου 1964: το Μισισιπή, το Κονγκό, είναι το ίδιο πράγμα. Τα ίδια συμφέροντα διακυβεύονται.

Η αντιιμπεριαλιστική αντίληψη του Μάλκομ θα είναι μια γόνιμη πηγή έμπνευσης για όσους σχηματίσουν το Κόμμα των Μαύρων Πανθήρων και μια ακριβής πολιτική ένδειξη για το επίπεδο που πρέπει να τεθεί η σύγκρουση σε εξέλιξη στις States.

Με την έκρηξη των μητροπολιτικών γκέτο και τον σχηματισμό των Μαύρων Πανθήρων, ο αγώνας θα υπερβεί τα στενά «ενοποιητικά» όρια που έως τότε χαρακτήριζαν το κίνημα των πολιτικών δικαιωμάτων και τις μη βίαιες μορφές δράσης που θα δώσουν τη θέση τους σε μια ένοπλη αντίσταση εναντίον Του Θείου Σαμ.

Το 6ο σημείο των 10 προγραμματικών σημείων των Πανθήρων αναφέρει: Εμείς δεν θα πολεμήσουμε ενάντια σε άλλους έγχρωμους λαούς που, όπως οι Μαύροι, είναι θύματα της ρατσιστικής κυβέρνησης της Λευκής Αμερικής.

Η σύνδεση μεταξύ του αγώνα κατά των ειδικών συνθηκών ύπαρξης των αφροαμερικανών στις States, και ο αγώνας στο πλευρό των άλλων λαών της Τricontinent καθιστούν τους Μαύρους Πάνθηρες ένα πολιτικό ίζημα ικανό να πυρπολήσει το λιβάδι των ΗΠΑ.

Ο Mumia έχει διασχίσει την ιστορία τους και μας την διηγείται.

Η φιγούρα του Mumia Abu-Jamal εξακολουθεί να πολώνει, να μαγνητίζει το αμερικανικό πολιτικό φάσμα ενώ η δικαστική του υπόθεση, μετά από περισσότερα από τριάντα χρόνια από τη σύλληψή του, δεν έχει ακόμη τελειώσει.

Την περασμένη άνοιξη η δυνατότητα μιας νέας κρίσης γι αυτόν άνοιξε ξανά.

Ο Mumia πάντα υποστήριξε την αθωότητα του.

Στις πρώτες πρωινές ώρες της 9ης δεκεμβρίου 1981, ενώ οδηγούσε το ταξί στο οποίο εργάζονταν, είδε τον αδελφό του Μπίλι να χτυπιέται από τον αστυνομικό Ντάνιελ Φάουλνερ, Daniel Faulkner.

Ο Mumia κατεβαίνει και χτυπιέται από μια σφαίρα στο στομάχι, που τον ρίχνει στο πεζοδρόμιο ετοιμοθάνατο, ενώ ο Faulkner είναι νεκρός.

Αν και τραυματισμένος σοβαρά, δέρνεται από την αστυνομία, τον κλωτσούν, τον χτυπούν πάνω σε ένα στύλο και τον πετούν στο πάτωμα ενός νοσοκομείου, όπου »ξυλοκοπήθηκε» ξανά. Τον κλείνουν μέσα για την κατηγορία της δολοφονίας ενός αστυνομικού.

Ο Mumia καταδικάστηκε σε θάνατο στις 4 ιουλίου 1982 από μια τελείως λευκή κριτική επιτροπή, η οποία τον απέκλεισε σωματικά από τη διεξαγωγή της δίκης »του» για το μεγαλύτερο διάστημα αυτής, ενώ οι μάρτυρες που παρίσταντο στο σημείο του διαπληκτισμού και είδαν την αθωότητά του εξαλείφθηκαν, εκδιώχτηκαν – για να μην αναφέρουμε ορισμένα γεγονότα «εντυπωσιακά «σχετικά με τη δίκη – με μια δικαστική μηχανή που εργάστηκε για να χτίσει αποδεικτικά στοιχεία της ενοχής του σε μια θανατηφόρα συμβίωση μεταξύ αστυνομικών, ερευνητικών και δικαστικών μηχανισμών.

Σύμφωνα με τις δηλώσεις της Διεθνούς Αμνηστίας: «Η δίκη πάσχει, διαβρώθηκε από στοιχεία εγγενή στην πολιτική και τη φυλή και δεν έχει φτάσει στα διεθνή κριτήρια μιας δίκαιης δίκης».

Η όλη υπόθεση του επιβεβαιώνει τη σημασία των προφητικών λόγων του W.E. DuBois, που έγραψε το 1903: το πρόβλημα του εικοστού αιώνα είναι το πρόβλημα της γραμμής του χρώματος.

Ο Mumia είναι έξω από τον «βραχίονα θανάτου» και δεν περιμένει πλέον την εκτέλεση, εκτίοντας το αντίστοιχο μιας ποινής ισόβιας κάθειρξης. Έχει πάνω από 36 χρόνια φυλάκισης πίσω του, τριάντα από τα οποία πέρασαν στο προαύλιο που προηγείται της θανατικής ποινής.

Πρόσφατα του παραχωρήθηκαν – λόγω της πίεσης που οφείλεται σε μια σημαντική κινητοποίηση – τα φάρμακα που του έσωσαν τη ζωή και είναι απαραίτητα για την ηπατίτιδα C που είχε αποκτήσει λόγω μιας μετάγγισης αίματος που είχε καταστεί αναγκαία λόγω των συνεπειών των πυροβολισμών που προηγήθηκαν της σύλληψης, ενώ οι συνθήκες υγείας του παραμένουν ωστόσο κρίσιμες..

Στα τέλη Μαρτίου 2015 νοσηλεύτηκε για διαβητικό σοκ και κρατήθηκε σε εντατική θεραπεία στο νοσοκομείο Pottsville.

Λόγω της θεραπείας που του είχε πεισματικά απορριφθεί για δύο χρόνια, πάσχει από ηπατικές επιπλοκές.

Παρόλο που η θανατική ποινή μετατράπηκε σε ισόβια κάθειρξη, είναι σαφές ότι το αμερικανικό Prison-Industrial Complex – στο οποίο κρατούνται ο μεγαλύτερος αριθμός και το μεγαλύτερο ποσοστό κρατουμένων στον κόσμο – προσπάθησε να σκοτώσει τον Mumia, ακόμη και χωρίς να προχωρήσει στην επίσημη εκτέλεση.

O Mumia προέρχεται από την Philadelfia.

Η ιστορία της Φιλαδέλφεια προσφέρει μια προνομιούχα οπτική γωνία για να καταλάβουμε ποια ήταν ιστορικά η λευκή ανωτερότητα.

Πρόκειται για μια πόλη γεμάτη φυλετικές εντάσεις μεταξύ των λευκών και αφροαμερικανικών κοινοτήτων, αμφοτέρων φτωχών, όπου κάθε βελτίωση της κατάστασης των μαύρων θεωρείται από τους λευκούς ως απειλή για το καθεστώς τους, για το status τους, προκαλώντας βία που έχει ιστορικά επιφέρει πραγματικές φυλετικές ταραχές και επιθέσεις όπως το 1871.

Είναι η αστική «επέκταση» της καθυπόταξης που ωρίμασε στον Αγροτικό Νότο, η κληρονομιά του λιντσαρίσματος και της τρομοκρατίας εναντίον της Μαύρης Κοινότητας: μια κληρονομιά που υιοθετήθηκε από τις δυνάμεις της αστυνομίας της πόλης.

Εάν θέλετε να έχετε το σχήμα της ρατσιστικής φύσης της πόλης, μπορείτε να κάνετε ένα παράδειγμα παγκόσμια κατανοητό καταφεύγοντας σε ένα ασήμαντο αθλητικό ανέκδοτο, λαμβάνοντας υπόψη τη «λατρεία της μνήμης» μεταξύ του καλύτερου αμερικανού μαύρου μποξέρ από την Philadelphia, του Joe Frazer και ενός προϊόντος της κινηματογραφικής βιομηχανίας: του Rocky Balboa. Όπως λέει ο Mumia:

Το γεγονός ότι έχουν αφιερώσει ένα άγαλμα στον Rocky Balboa, έναν λευκό μποξέρ αποκύημα φαντασίας – αντί του μαύρου μποξέρ – τα λέει όλα …

 Η Edith Louise, μητέρα του Mumia έφτασε στη δεκαετία του ’50 στη Philly, μια πόλη σε ταχεία μεταμόρφωση λόγω του μεγάλου μεταναστευτικού κύματος που ονομάστηκε Great Migration, Μεγάλη Μετανάστευση.

Κατά την μεταπολεμική περίοδο, οι αφροαμερικανοί έφυγαν από το νότο των διακρίσεων για να φτάσουν στις συνοικίες- γκέτο των τεράστιων μητροπόλεων, όπου ο αστικός διαχωρισμός, η εργασιακή τοποθέτηση σε ελάχιστα εγγυημένα σύνολα της εργατικής τάξης και γενικότερα οι συνθήκες ύπαρξης άλλαζαν την μορφή αλλά όχι την ουσία του βορειοαμερικανικού «Apertheid».

Η Αμερική είναι ο Missisipi. Ο Βοράς και ο Νότος είναι ίδιοι δήλωνε εμφατικά ο Malcom X.

Ο Mumia ζει σε ένα λαϊκό συγκρότημα κατοικιών με 250-300 οικογένειες αποτελούμενες από μετανάστες πρώτης ή δεύτερης γενιάς.

Σε αυτό, όπως και σε άλλα αστικά γκέτο, παραμένουν οι μορφές κοινωνικοποίησης και κατανομής της μαύρης κοινότητας του Νότου, ενώ οι χώροι γύρω από τα Projects είναι «ο κόσμος» στον οποίο μεγαλώνουν οι νεαροί αφροαμερικανοί.

Είναι ένα σύμπαν στο οποίο διαμορφώνονται οι μορφές πολιτιστικού αποικισμού στις νέες γενιές, για παράδειγμα, μέσα από τα «κόμικς» της Marvel, όπου όλοι οι ήρωες με τους οποίους ταυτοποιούνταν, συμπεριλαμβανομένου του Mumia, ήταν λευκοί. Σε αυτό το πλαίσιο, ο Muhammed Ali έγινε ένας από τους πρωτοπόρους της μαύρης συνείδησης ανάμεσα στα μαύρα αγόρια: Cassius Clay ήταν το όνομα μου σαν σκλάβος, εγώ είμαι ο Mohamed Ali διακηρύσσει περιφρονητικά μπροστά στις κάμερες ο μεγαλύτερος μποξέρ όλων των εποχών.

Ο Mumia αρχίζει να εξερευνά τον κόσμο στην ηλικία των 10 ετών, σε μια πρώιμη πνευματική αναζήτηση μεταξύ των διαφόρων πίστεων, ένα είδος αρχέτυπου των δημοσιογραφικών του ερευνών και της προσοχής του στις μορφές πολιτιστικής αντίστασης στις οποίες οι αφροαμερικανοί προσέτρεχαν για να αντιμετωπίσουν την κατάσταση τους, τις δικές τους συνθήκες από την εποχή της δουλείας: ένα θέμα στο οποίο θα αφιερώσει, μεταξύ άλλων, μια σημαντική μελέτη που γράφτηκε κατά τη διάρκεια της κράτησής του: Faith of our Fathers, Πίστη των Πατέρων μας.

Αλλάζει το όνομά του όταν συναντά έναν δάσκαλο που γνώριζε τα Σουαχίλι και σύντομα έρχεται σε σύγκρουση με τη μητέρα του που φαίνεται αρχικά να μην δέχεται την εγκατάλειψη του ονόματος με το οποίο τον είχε βαπτίσει.

Ένα γεγονός σημαδεύει ανεξίτηλα τον πολιτικό σχηματισμό του Mumia: το συλλαλητήριο του πιο ριζοσπάστη πρωταθλητή στις διακρίσεις στην Philadelfia.

Πρόκειται για τον Corley Wallace, κυβερνήτη της Αλαμπάμα από το ’63 έως το ’67 ο οποίος στην εναρκτήρια ομιλία της εντολής του είχε εκφράσει τα λόγια: διακρίσεις χθες, σήμερα και για πάντα. Στα τέλη της δεκαετίας του εξήντα, μη βρισκόμενος σε θέση να επανεμφανιστεί στις εκλογές ως κυβερνήτης, θέτει υποψηφιότητα για τις προεδρικές εκλογές για το American Indipendent Party, Αμερικανικό Ανεξάρτητο Κόμμα.

Ο Mumia, μαζί με άλλους 3 έγχρωμους συνομηλίκους του, φωνάζοντας: «Ungawa! Black Power! προσπαθούν να αντιπαρατεθούν στην ομιλία του Wallace στο Spectrum με ένα κοινό δεκάδων χιλιάδων λευκών.

Ο όχλος τους επιτέθηκε και ένας αστυνομικός ενώ ο Μούμια βρίσκεται στο έδαφος – ζητώντας αφελώς βοήθεια αφού αντιλήφθηκε την παρουσία του – τρέχει και τον κλωτσάει στο πρόσωπο.

Πάντοτε ευχαριστούσα εκείνο τον αστυνομικό δήλωσε ο Μumia επειδή με έστειλε κατευθείαν στους Μαύρους Πάνθηρες.

Μια ανάγνωση ενός μεγάλου άρθρου από τους Rampants που ασχολείται με τους BPP τον γοητεύει: ένα χρόνο αργότερα ήταν ένας από τους ιδρυτές του στη Φιλαδέλφεια.

Μερικοί κριτικοί υποστηρίζοντας την ανωριμότητα, την αυθάδεια των λογοτεχνικών του ιδιοτήτων πιστεύουν ότι στα 15 χρόνια του ο Μουμία έγραφε ήδη όπως γράφει τώρα, εκτός από ό, τι αφορά τη ρητορική της πολιτικής γλώσσας της εποχής. ‘Το έργο μου είναι η δημοσιογραφία, κατανοητή σε μια μαύρη και επαναστατική οπτική. Το γράψιμο για τους ανθρώπους μας χωρίς λογοκρισία’ ήταν, κατά τη γνώμη του, η προσέγγιση που ανέπτυξε και εξακολουθεί να διατηρεί.

Κατά τη διάρκεια της περιόδου κατά την οποία λειτουργεί και γράφει ο Mumia, ο οποίος μεγάλωσε γρήγορα και αμέσως έθεσε σε δράση τον δημοσιογραφικό του ρόλο, η Black Panther, που διανέμονταν στις γωνίες του δρόμου από τους αγωνιστές του, πουλούσε 250.000 αντίτυπα την εβδομάδα!

Οι μαχητές του BPP συνδυάζουν μια έντονη αγωνιστική δραστηριότητα και στράτευση με την πνευματική δουλειά, και βυθίζονται στην ανάγνωση των επαναστατών του περασμένου αιώνα από τους κλασικούς του μαρξισμού μέχρι τους ηγέτες των κινημάτων για την ανεξαρτησία των λαών της Tricontinent.

Ο Wesley Cook, το όνομα με το οποίο βαφτίστηκε ο Mumia, εμφανίζεται στις κάρτες της COINTELPRO, από την ηλικία των 14 ετών, σε μια φωτογραφία του φακέλου που αφορά τον Mumia είναι γραμμένο με στυλό: νεκρός.

Συμμετέχει στην αντιπροσωπεία που πήγε στον τόπο της δολοφονίας του Fred Hampton που με την πάροδο του χρόνου αποδείχθηκε ότι δολοφονήθηκε, στις 4 δεκεμβρίου 1969, χάρη στη δράση ενός που είχε διεισδύσει, ενός χαφιέ. Αυτός ο «πληροφοριοδότης» έδωσε στον νεαρό ηγέτη των Black Panthers στο Σικάγο ένα κοκτέιλ βαρβιτουρικών πριν από τον ύπνο και έδωσε όλες τις απαραίτητες ενδείξεις για τη θανατηφόρα επιδρομή και εισβολή της αστυνομίας εναντίον αυτού και του Mark Clark.

Κατά τη διάρκεια της κηδείας, στην οποία ο Μουμία είναι ένας από τους κύριους ομιλητές, αναφέρει τα λόγια του προέδρου Μάο: «Η πολιτική δύναμη πηγάζει από την κάνη του τουφεκιού».

Το 1972, χάρη σε μια γενναιόδωρη υποτροφία, πήγε στο Βερμόντ για να σπουδάσει σε ένα πνευματικά διεγερτικό περιβάλλον, το οποίο χαρακτηρίζεται από τα αντι-πολιτιστικά φαινόμενα που διασχίζουν το φοιτητικό σώμα εκείνα τα χρόνια. Ενώ στη Φιλαδέλφεια, όπως δήλωσε ένας δημοσιογράφος που εκείνους τους καιρούς ανήκε στη ριζοσπαστική σκηνή: αν είχες μακριά μαλλιά, ήσουν ένας λευκός νέγρος για την αστυνομία.

Οι σημερινοί πιο μετριοπαθείς ιστορικοί λένε ότι η Φιλαδέλφεια είχε γίνει ένα «αστυνομικό κράτος», μια πόλη στην οποία ο επικεφαλής, όπως και μελλοντικός δήμαρχος, ο Frank Rizzo ασκεί ένα είδος απόλυτης εξουσίας πάνω σε ένα στρατιωτικοποιημένο σώμα που συμπεριφέρεται, ειδικά προς την κοινότητα των αφροαμερικανών, όπως ένας στρατός σε μια κατειλημμένη περιοχή.

Φημισμένη ή μάλλον διαβόητη, η φωτογραφία που τον απεικονίζει in frac κρατώντας στο χέρι ένα γκλομπ που ξεπηδά από την κουμπωμένη πλευρά του σακακιού όταν πηγαίνει σε πρώτο πρόσωπο σε μια αστυνομική δράση, έχοντας κληθεί ξαφνικά στο «καθήκον» κατά τη διάρκεια ενός επισήμου βραδινού γεύματος.

Το έργο του Rizzo είναι μια πρόβλεψη των δομικών μετασχηματισμών και του τρόπου λειτουργίας που θα έχουν οι δυνάμεις της τάξης στο μέλλον, όπως έδειξαν στον κόσμο οι εικόνες των κινητοποιήσεων του Φέργκιουσον μετά τη δολοφονία του αφοπλισμένου νεαρού αφροαμερικάνου Micheal Brown στις 9 αυγούστου 2014. Η στρατιωτική απάντηση της αστυνομίας αποκάλυψε το επίπεδο που επέτυχαν τα τοπικά αστυνομικά τμήματα επειδή ήταν εφοδιασμένα με όπλα, στρατιωτική τεχνολογία και στρατιωτική εκπαίδευση, όπως έγραψε η Angela Davies, η οποία καταλήγει στο συμπέρασμα: νομίζω ότι είναι σημαντικό να αναγνωρίσουμε το επίπεδο στο οποίο, μετά την εμφάνιση, την έλευση της πολιτικής του« πολέμου κατά της τρομοκρατίας », τα αστυνομικά τμήματα σε όλη την επικράτεια των Ηνωμένων Πολιτειών έχουν εξοπλιστεί με τα μέσα που έχουν σχεδιαστεί για την « καταπολέμηση της τρομοκρατίας ».

Ο Mumia Abu Jamal είναι ένας από τους λίγους δημοσιογράφους που καταγγέλλουν το έργο του Rizzo.

Στα 15 χρόνια, ο Rizzo και ο επικεφαλής του πολιτικού τμήματος, Georg Fencl, τον κρατούσαν ήδη υπό έλεγχο.

Ο Rizzo έγινε επικεφαλής της αστυνομίας το 1972, ακριβώς όταν οι Move, μια αφροαμερικανική οργάνωση κοινοτικού χρώματος στη Φιλαδέλφεια, κινούσε τα πρώτα βήματα: μια εμπειρία που ο Rizzo θα προσπαθήσει να εξαλείψει με οποιοδήποτε μέσο μέχρι να βομβαρδίσει κυριολεκτικά τα σπίτια τους στα μέσα της δεκαετίας του ’80 .

Στις 13 μαΐου 1985 ξεκίνησε όντως μια στρατιωτική επίθεση στα σπίτια των MOVE στην οποία χρησιμοποιούνται περισσότερα από 10.000 πυρομαχικά. Ένα ελικόπτερο ρίχνει μια βόμβα πλαστικού που παρέχει το FBI. Η κατάληξη είναι 11 νεκροί, συμπεριλαμβανομένων 5 παιδιών: κανείς δεν έχει κατηγορηθεί ποτέ για οποιοδήποτε έγκλημα για τη σφαγή αυτή στην οποία οι Ηνωμένες Πολιτείες αποφασίζουν να βομβαρδίσουν πολίτες της.

Η Ramona Africa, ένοχη πως επιβίωσε της σφαγής ωστόσο φυλακίζεται.

Όπως θα πει ο Mumia, η λογική αυτής της επιχείρησης ήταν εκείνη που χρησιμοποιήθηκε με την Da Nang στο Βιετνάμ:
ήταν απαραίτητο να καταστρέψουν το χωριό για να το σώσουν.

Οι περισσότεροι αγνοούν το γεγονός ότι ο πρώτος ξυλοδαρμός ενός αφροαμερικανού από την αστυνομία που τραβήχτηκε από τις τηλεκάμερες δεν ήταν αυτός του Rodney King που συνέβη στη δεκαετία του ’90, ένα σημαντικό επεισόδιο επειδή η αθώωση των αστυνομικών που ήταν υπεύθυνοι για την επίθεση ήταν ένας από τους λόγους που προκάλεσαν την αστική εξέγερση του Λος Άντζελες το 1992, αλλά εκείνος του Delbert Αfrica κατά τη διάρκεια μιας πρώτης απόπειρας εκκένωσης από στρατιωτικά χέρια των Move στις 8 αυγούστου του 1978.

Ο Μουμία ήταν ο μόνος δημοσιογράφος που μίλησε με τους Move για να ακούσει την άποψή τους, ενώ τα ΜΜΕ υποστήριζαν την αστυνομική επιχείρηση με όλες τους τις δυνάμεις. Αυτό τον οδήγησε σε μια σύγκρουση «με τα αφεντικά του», έτσι ώστε για να ζήσει τον εαυτό του και την οικογένειά του αναγκάστηκε να αρχίσει να κάνει τον νυχτερινό ταξιτζή.

Λόγω της επιμονής του να μιλά για την περίπτωση των Move, ο υπεύθυνος για αυτόν του είπε μια μέρα οργισμένος πως τον αποκαλούσαν «Mumia Africa» επειδή ως ραδιοφωνικός δημοσιογράφος τους έδιδε το μικρόφωνο του και τα λόγια τους μεταδίδονταν από έναν από τους σημαντικότερους σταθμούς της πόλης.

Η αδιαλλαξία του τον οδήγησε να απορρίψει μια σύμβαση εκατομμυριούχου με τηλεοπτικό σταθμό στη Φιλαδέλφεια επειδή του είχαν ζητήσει να κόψει τα dreads. Ο Μουμία δεν το κάνει ένα αισθητικό ζήτημα, αλλά πιστεύει ότι η αποδοχή αυτής της επιβολής μπορεί και να αποτελέσει έναν συμβιβασμό, έτσι ώστε η μικρή παραίτηση στην αρχή θα μπορούσε να σημαίνει ότι θα υπέκυπτε πολύ περισσότερο αργότερα.

Το 1981 έγινε πρόεδρος της εθνικής ένωσης μαύρων δημοσιογράφων της  Filadelfia:

ANGN και αγωνίζεται για έναν πιο έντονο πολιτικό προσανατολισμό αυτής και για μια «χωρίς αποκλεισμούς» στάση έναντι των λατινοαμερικανών δημοσιογράφων, υποστηρίζοντας την ιστορία κοινών αγώνων των δύο κοινοτήτων.

Δεν λείπουν οι εκστρατείες απαξίωσης του, εκ των οποίων η πιο διάσημη είναι εκείνη του βραβείου Pulizer Buzz Bissinger που αποσκοπούσε στη δυσφήμηση του δημοσιογραφικού επαγγελματισμού του.

Για να αποδείξουμε πόσο ψευδείς είναι αυτές οι πολεμικές αρκεί να θυμόμαστε ότι για τις υπηρεσίες που πραγματοποιήθηκαν κατά την επίσκεψη του Πάπα Ιωάννη Παύλου ΙΙ στη Φιλαδέλφεια το 1979, κέρδισε το διάσημο βραβείο Major Armstrong του Πανεπιστημίου Columbia, ή ακόμη πως είναι ένα από τα 80 σχετικά άτομα «που έπρεπε να προσεχθούν»σύμφωνα με ένα ευρύτατα διαδεδομένο τοπικό περιοδικό που τον επαινεί για την ποιότητα της ραδιοφωνικής δημοσιογραφίας του.

Το 1981 εργάζεται ως ανεξάρτητος δημοσιογράφος για το ραδιόφωνο και μερικά μικρά τοπικά περιοδικά, έχοντας περιθωριοποιηθεί για τη συνέπεια του ακόμη και από τα έγχρωμα μέσα της πόλης: οι καιροί αλλάζουν, αλλά ο Mumia σίγουρα δεν θέλει να «παίξει τη μουσική που αρέσει στον κύριο, στο αφεντικό «.

***

Αν ο χριστός έρχονταν σήμερα στις ΗΠΑ και ενοχλούσε τους λάθος ανθρώπους, θα τον καταδίκαζαν στην ηλεκτρική καρέκλα. Και εμείς οι χριστιανοί θα βάζαμε ηλεκτρικές καρέκλες γύρω από τους λαιμούς μας. Και μετά πώς θα κάναμε το σημάδι της καρέκλας; «

Richard Claxton Gregory

To 1981 ξεκινά ο εγκλεισμός του.

Από την Filadelfia μεταφέρεται ένα χρόνο αργότερα στην Huntingdon στη Pennsylvenia:

Είναι σχεδόν αδύνατο να κατανοήσει κάποιος την ζωή στην ακτίνα του θανάτου αν δεν την έχει δοκιμάσει, λέει ο Mumia.

Οι συνομιλίες στις επισκέψεις με τα τζάμια διαιρέτες, οι χειροπέδες στους καρπούς και μετά να πρέπει να υποβληθείς στην εξευτελιστική εξέταση στον πρωκτό είναι ο κανόνας …

Αλλά ο Mumia δεν παραιτείται από τη συγγραφή και μιλώντας για τον Mumia η Angela Davis λέει: πιστεύω ότι μας θυμίζει την έννοια του γραψίματος.

Γράφει όλα τα βιβλία με το χέρι, δεν έχει πρόσβαση στο διαδίκτυο και δεν έχει δει ποτέ υπολογιστή, με μεγάλη δυσκολία να βρει τα κείμενα.

Το 1991 κυκλοφόρησε το «Tethering on the Brink: Between Death and Life», στο οποίο περιγράφει την κατάσταση των φυλακών με τους εξής όρους: Και η ζωή εδώ κυμαίνεται μεταξύ του τραγικού και του ΑΛΛΟΚΟΤΟΥ.

Τον Ιούλιο του 1992, ο διευθυντής του Prison Radio, Noel Hanrahn πήγε στην Pensilvenia για να καταγράψει την πρώτη ραδιοφωνική εκπομπή του Mumia μετά τη σύλληψη ύστερα από δέκα μακρά χρόνια σιωπής.

Το 1994, ο Mumia θα έπρεπε να γίνει κανονικός επισκέπτης σε μια ραδιοφωνική εκπομπή «All Things Considered» για ένα ραδιοφωνικό κανάλι: National Public Radio, με ένα αξιοσημείωτο κοινό, αλλά οι πιέσεις στο ραδιοφωνικό κανάλι θα την απομακρύνουν από το χρονοδιάγραμμα του προγράμματος και τα σχόλιά του θα είναι μέρος του » Live from a Death Row «που βγαίνει το επόμενο έτος.

Μετά την έκδοση του Death Row, η σωφρονιστική αρχή αποφάσισε να απαγορεύσει να του παίρνουν συνεντεύξεις.

Κέρδισε και οι αρχές απαγόρευσαν τη χρήση κασετόφωνων και τηλεοπτικών μηχανών, και ο κυβερνήτης υπογράφει την ποινή του θανάτου.

Το 1995 μεταφέρεται στην ακτίνα του θανάτου SCI Green, φυλακή υψίστης ασφαλείας που βρίσκεται στους λόφους της Πενσιλβάνια, τόπος μαθητείας ενός από τους βασανιστές του Abu Ghraib.

Οι ρίζες του Γκουαντάναμο, του Abu Ghraib, της βάσης Bagram και των μυστικών θαλάμων βασανιστηρίων των ΗΠΑ που λειτουργούν σε όλο τον κόσμο, είναι βαθιά μέσα στην αμερικανική ζωή, λέει ο Mumia.

Η συναισθηματική εκπαίδευση των αμερικανών στρατιωτών, που σε πόζες θριαμβευτικές και μες τη χαρά φωτογράφιζαν τα βασανιστήρια που προκαλούσαν στους φυλακισμένους στην φυλακή του υπό κατοχή Ιράκ, εμφανίστηκαν το 2004, έλαβε χώρα στις φυλακές της Βόρειας Αμερικής.

Το 2004, όταν ήρθαν στο φως οι πληροφορίες για το τι συνέβαινε στη φυλακή του Abu Ghraib, ο πρόεδρος Bush είπε: «αυτό που συμβαίνει σε εκείνο το μέρος δεν αντιπροσωπεύει την Αμερική που γνωρίζω.» Ατυχώς, πάνω από δύο εκατομμύρια κρατούμενοι στις αμερικανικές φυλακές, τα μέλη των οικογενειών τους και οι δικηγόροι τους γνωρίζουν από πρώτο χέρι και στο δέρμα τους τις εμπειρίες που αποτελούν τον κανόνα στις Ηνωμένες Πολιτείες. Αυτό που συνέβη στο Abu Ghraib, αυτό που συμβαίνει σε όλες τις μυστικές φυλακές σε όλο τον κόσμο, αυτό που συμβαίνει στον κόλπο του Γκουαντάναμο, είναι αντανακλάσεις πρακτικών που αφορούν την καθημερινή ζωή ανδρών, γυναικών και ανήλικων πίσω από τα κάγκελα έγραψε ο ακτιβιστής και δικηγόρος Bonnie Kerness στο Μέσα στις αμερικανικές φυλακές.

Το 1997, Democracy Now, τότε στα πρώτα ραδιοφωνικό της βήματα στο ντεμπούτο πριν γίνει κανάλι πολυμέσων, αποφάσισε να μεταδώσει τα σχόλια του Mumia και ορισμένα κανάλια στα οποία θα έπρεπε να βγει στον αέρα μπλοκάρουν όχι μόνο τη μετάδοσή της, αλλά και ολόκληρο τον προγραμματισμό.

Η θεατρική παράσταση στην οποία διαβάζονταν τα γραπτά του αντιμετωπίζει ενεργό μποϊκοτάζ:

“All things Censored, Όλα τα πράγματα λογοκρίνονται” σε μια προσπάθεια εκ των πραγμάτων να αποτραπεί η εξέλιξη του.

Και τα βιβλία του γνωρίζουν την ίδια μεταχείριση, αλλά όσο περισσότερο η δημοσίευση ή η διάδοση τους παρεμποδίζεται με οποιονδήποτε τρόπο, τόσο περισσότερο αυξάνεται το κοινό.

Τι προσφέρει λοιπόν στην » ανθρωπότητα που υποφέρει » το Θέλουμε την ελευθερία;

Απαντάμε με τα λόγια που ο Μουμία δεν αφιερώνει στο βιβλίο του, αλλά στη μελέτη της ιστορίας σε μια συνέντευξη που έγινε μετά την κυκλοφορία του τελευταίου του τόμου για την αστυνομική βία.

Η Ιστορία προσφέρει μια ανεξάντλητη πηγή ανθρώπινης εμπειρίας που οι άνθρωποι, οι κοινότητες και τα κινήματα μπορούν να αντλήσουν για να προχωρήσουν στο μέλλον. Η Ιστορία, επειδή είναι γεμάτη με παραδείγματα αγάπης των ανθρώπων για την ελευθερία είναι μια ισχυρή πηγή για το παρόν και το μέλλον! […] Η ιστορία δεν είναι αυτό που συνέβη πριν από χρόνια ή χθες. Εξηγεί γιατί το παρόν είναι όπως είναι, και παρέχει ιδέες για το πώς να μεταμορφώσουμε τις μέρες που θα έρθουν.1

Και οι μέρες που έρχονται θα κάνουν ακόμη πιο τρέχουσα την κραυγή της ελευθερίας που ποτέ δεν πνίγηκε και το σύνθημα : all power to the People!

1 Exclusive interview: Mumia Abu Jamal speaks about black lives matter and police violence, Tasasha Henderson, Truthout, 17 luglio 2017 http://www.truth-out.org/opinion/item/41279-exclusive-interview-mumia-abu-jamal-speaks-about-black-lives-matter-and-police-violence

 – © Αναπαραγωγή δυνατή κατόπιν ρητής συναίνεσης της σύνταξης του CONTROPIANO

Τελευταία μετατροπή: STAMPA