ανατρεπτική τέχνη, arte ribelle

Η μελαγχολία της αριστεράς. Μια κρυμμένη παράδοση. – Malinconia di sinistra. Una tradizione nascosta

Malinconia di sinistra. Una tradizione nascosta. Η μελαγχολία της αριστεράς. Μια κρυμμένη παράδοση είναι ένα βιβλίο του Enzo Traverso που βγήκε την προηγούμενη χρονιά για τoν Feltrinelli. Tη μελαγχολία πράγματι δεν πρέπει να την παραβλέπουμε ούτε και να την απομακρύνουμε, μας λέει ο συγγραφέας με ξεκάθαρη προοπτική που παραπέμπει στον Benjamin, οφείλεται δε με ρητό τρόπο στον Daniel Bensaïd. Η επαναστατική μελαγχολία όντως στρέφει το βλέμμα της προς τους χαμένους, όχι προς τα θύματα. Η διαφορά είναι ουσιαστική, σημαντική: οι πρώτοι πολέμησαν, αγωνίστηκαν, οι δεύτεροι αποκλειστικά υπέστησαν, στην σιωπηρή αποδοχή ενός πεπρωμένου που κρίθηκε αναπόφευκτο . Μέσα από αυτή την προοπτική γωνιά, αναδιατυπώνοντας τη σχέση ανάμεσα στην ιστορία και τη μνήμη, ο Traverso διατρέχει το παρελθόν για να προσφέρει τη συμβολή του σε μια ριζοσπαστική σκέψη στο ύψος του παρόντος. Pubblichiamo la recensione di Gigi RoggeroΔημοσιεύουμε την ανασκόπηση του Gigi Roggero

Dimenticare il futuro

11 του Αυγούστου 2017.

ο Gigi Roggero επανεξετάζει την »Μελαγχολία της αριστεράς» – “Malinconia di sinistra” του Enzo Traverso

Η Carmen Castillo είναι μια κινηματογραφίστρια, ο άντρας της Miguel Enríquez ήταν ο leader του χιλιανού επαναστατικού κινήματος Mir, που δολοφονήθηκε τον οκτώβρη του 1974 από την αστυνομία του Pinochet. Τόπος όπου σκοτώθηκε ο Μιγκέλ είναι η Rue Santa Fe, που ήταν τότε η παράνομη βάση του Mir και το σπίτι όπου ζούσαν η Carmen, ο Miguel και άλλοι επαναστάτες μαχητές. Στην Rue Santa Fe είναι αφιερωμένο ένα film της Castillo, που βγήκε στις αίθουσες το 2007. Στο δεύτερο μέρος της ταινίας, αφού περιέγραψε την σημασία που αποκρυσταλλώθηκε σε εκείνο τον τόπο, η Castillo διηγείται την ιδέα της να αποκτήσει το σπίτι για να το κάνει μουσείο. Είναι κάποιοι νεαροί χιλιανοί αγωνιστές που την μεταπείθουν, που παραβιάζουν και διαρρηγνύουν εκείνη την μελαγχολική εικόνα που στερείται προοπτικής και επιστρέφει ένα πλαίσιο φαινομενικά ομαλοποιημένο, μέσα στο οποίο να κυριαρχούν ήταν η αλαζονεία των νικητών και η θλίψη των ηττημένων. “Κατάλαβα πως αυτοί οι νεαροί ήμαστε εμείς”, υποστηρίζει η Castillo; καταλαβαίνει δηλαδή πως η μνήμη πρέπει να καταστεί ζωντανή σάρκα για τον αγώνα στο παρόν και όχι μουσειοποίηση ενός παρελθόντος που δεν μπορεί πλέον να εξαργυρωθεί.

Αυτή είναι μια από τις ιστορίες που διηγείται ο Enzo Traverso στο βιβλίο η Μελαγχολία της αριστεράς – Malinconia di sinistra (Feltrinelli, 2016). Η αριστερά για την οποία μιλά ο Traverso χαρακτηρίζεται με όρους “ontologici,  οντολογικούς: τα κινήματα τα οποία, στην διάρκεια της ιστορίας, αγωνίστηκαν για να αλλάξουν την κοινωνία θέτοντας την αρχή της ισότητας ”. Η μνήμη του είναι “μια τεράστια ήπειρος, ένα πρίσμα μέσα στο οποίο διαθλώνται κατακτήσεις και ήττες, ενώ η μελαγχολία είναι ένα συναίσθημα, μια κατάσταση της ψυχής μια διάθεση και ένα μείγμα συναισθημάτων”. Πρόκειται λοιπόν να κάνουμε να αναδυθεί μια κρυμμένη παράδοση, όπως υποδύεται ο υπότιτλος. Μια παράδοση θαμμένη κάτω από τις ήττες της και, με τον ίδιο τρόπο κάτω από τα ερείπια των κατακτήσεων της. Το 1989, υποστηρίζει ο συγγραφέας, σφραγίζει την οριστική δημόσια υπαγωγή στον ολοκληρωτικό κανόνα ολόκληρης της ιστορίας του κομουνισμού, αυτό δημιούργησε κοινωνίες  έχουσες εμμονές με το παρελθόν, εύκολα θύματα του εθνικισμού, έρμαια αυτού.

Η μελαγχολία δεν πρέπει να παρακάμπτεται ή να αφαιρείται, μας λέει ο Traverso σε μια προοπτική καθαρά benjaminiana, ρητά την οφείλουμε στον Daniel Bensaïd. Η επαναστατική μελαγχολία στρέφει το βλέμμα της προς τους ηττημένους, όχι στα θύματα. Η διαφορά είναι ουσιαστική: οι πρώτοι πολέμησαν, οι δεύτεροι αποκλειστικά υπέστησαν μια μοίρα που θεώρησαν αναπόφευκτη. Ο Koselleck επιβεβαίωσε την επιστημολογική υπεροχή των ηττημένων στην ερμηνεία της ιστορίας, ενώ οι νικητές πέφτουν αναγκαστικά σε μια απολογητική ανασυγκρότηση του παρελθόντος. Και είναι γνωστό πως ο Schmitt χαρακτηρίζονταν, από την αντιδραστική πλευρά, ένας ηττημένος που γράφει την ιστορία. Δεν μιλάμε απλά πως πρέπει να τιμούμε τους ηττημένους , αλλά πως πρέπει επίσης να τους εκδικούμαστε και ως έχουμε καθήκον να ανακαλύψουμε ξανά εκείνη την ιστορία για την οποία αγωνίστηκαν, πολέμησαν.

Εξ άλλου ο τύπος της μελαγχολίας για τον οποίον γίνεται λόγος στο βιβλίο πάντα υπήρχε, σε μια πολύπλοκη και ευμετάβλητη σχέση μεταξύ ιστορίας και μνήμης. Η μαρξιστική μνήμη ήταν στρατηγική, προσανατολισμένη προς το μέλλον. Το τέλος του σοσιαλισμού είχε ως αποτέλεσμα μια κατάρρευση μεταξύ παρελθόντος και μέλλοντος σε ένα είδος αιώνιου παρόντος. Αυτό συνέπεσε με μια μετάβαση από την ουτοπία στη μνήμη. Την ίδια στιγμή, η εξαφάνιση του μέλλοντος οδήγησε τα κινήματα να επινοήσουν εκ νέου τους εαυτούς τους δίχως να εφεύρουν μια παράδοση, όπως αντιθέτως είχαν κάνει περασμένες γενιές αγωνιστών. Έτσι εξηγείται επίσης το γιατί αυτά τα κινήματα τείνουν συχνά σε  “identity politics”, να καταφεύγουν δηλαδή σε πολιτικές ταυτότητας, δηλαδή την πολιτική εκείνων των μικρών ομάδων που διεκδικούν περισσότερα δικαιώματα για τους ανήκοντες στην δική τους κοινωνική ομάδα ή στην μικροσκοπική κοινοτική ομάδα. Η μνήμη, ξεκαθαρίζει ακόμη ο συγγραφέας, δεν μπορεί να περιοριστεί στον εορτασμό του παρελθόντος, δεν μπορεί να είναι κάτι σαν μνημόσυνο του παρελθόντος: χρειάζεται αντιθέτως να την χρησιμοποιούμε στον αγώνα ενάντια στις αδικίες του σήμερα. Η έλλειψη αυτής, η απουσία της είναι συνεπώς ένα πρόβλημα καθαρά πολιτικό: οι αραβικές εξεγέρσεις, υποστηρίζει για παράδειγμα ο Traverso, δεν είχαν ένα μοντέλο του παρελθόντος και μια φαντασία, μια μυθοπλασία του μέλλοντος. Αυτό που ακολούθησε είναι το χρονικό των ημερών μας.

Όλες λοιπόν οι μνήμες δεν είναι ίδιες. Η μνήμη του Ολοκαυτώματος καταβρόχθισε και αφαίρεσε την μνήμη των αγώνων. Από την εκδίκηση των ηττημένων περάσαμε στον εορτασμό των θυμάτων. Η καθεστηκυία τάξη έχει έτσι επαναφέρει τα πράγματα στη θέση τους, σε τάξη. Ο Traverso υποδηλώνει επομένως την ανάγκη να ξανασκεφτούμε και να επανεφεύρουμε μια πολιτική βασισμένη σε μια διαφορετική συμμαχία ανάμεσα στην ιστορία και τη μνήμη. Για την επαναστατική δράση, μας λέει, χρειάζεται ένα στρατηγικό θεμέλιο έτσι όπως ένα συναισθηματικό θεμέλιο, των οποίων η μελαγχολία είναι μέρος. Υπάρχει μετά η μελαγχολία που κατακρημνίζει την δράση και εκείνη που συνοδεύει τον προβληματισμό, αυτές ανήκουν σε στιγμές και φάσεις διαφορετικές, μα είναι συνδεδεμένες μεταξύ τους. Δεν πρέπει να συγχέουμε καμία από τις δυο με την παραίτηση, και οι δυο έχουν ακυρωθεί από την κεντρικότητα που έχει αποδοθεί στα θύματα. Η επανάσταση δεν πρέπει να εορτάζεται, αλλά να υπενθυμίζεται, δηλαδή, για να επανενεργοποιήσουμε το παρελθόν πρέπει να αλλάξουμε το παρόν.

Για τον Traverso η μελαγχολία μπορεί συνεπώς να μετατραπεί σε μια διαδικασία ενεργή, είναι η προϋπόθεση για μια συλλογική επεξεργασία του πένθους που ανοίγει τον δρόμο για την σύγκρουση με το υπάρχον: “τα φαντάσματα που τριγυρνούν σήμερα στην Ευρώπη δεν είναι οι εξεγέρσεις του μέλλοντος, μα οι ηττημένες επαναστάσεις του παρελθόντος”. Στην 18η μπρυμαίρ ο Marx δηλώνει πως οι προλεταριακές επαναστάσεις, αντίθετα από αυτές τις αστικές, δεν προχωρούν από επιτυχία σε επιτυχία, αλλά “διακόπτουν κάθε στιγμή την πορεία τους, επιστρέφουν σε αυτό που ήδη φαίνονταν πως ήδη είχε επιτευχθεί για να ξεκινήσουν πάλι από την αρχή”. Είναι μέσα από την ήττα που η επαναστατική εμπειρία μεταδίδεται από την μια γενιά στην άλλη, διότι μέσα σε αυτή την διαδικασία αναπόλησης έχει αποκτηθεί επίγνωση των δυνατοτήτων του παρελθόντος, εκείνων που δεν εκφράστηκαν ή προδόθηκαν. Αυτή η διαδικασία υποδεικνύει την πίστη στις υποσχέσεις της επανάστασης, όχι στα αποτελέσματα της.

Η “διαλεκτική της ήττας”, ωστόσο, υπήρξε μέρος του μαρξιστικού ιστορικισμού, της ιδέας δηλαδή πως η ήττα προαναγγέλλει τη νίκη, την οδηγεί αντικειμενικά στην μήτρα της. Είναι ορατή στις ταινίες των κομουνιστών σκηνοθετών που αναλύονται στο κείμενο, για παράδειγμα στον Pontecorvo. Η μνήμη χρησιμεύει δηλαδή για το μέλλον, η διαλεκτική της ήττας γίνεται τελεολογία της αναγκαίας νίκης. Έτσι το τώρα μειώνεται σε διαλεκτικό πέρασμα μεταξύ ενός παρελθόντος ημιτελούς και ενός μέλλοντος ουτοπικού. Εδώ είναι που πρέπει να σπάσουμε την αλυσίδα της ιστορίας, να διακόψουμε την γραμμική αφήγηση των νικητών και εκείνη των θυμάτων, να ανοίξουμε ξανά το παρόν στην επαναστατική πιθανότητα-δυνατότητα.

Κατά κάποιο τρόπο ήδη ο Traverso αντιστρέφει την σχέση ανάμεσα στην μνήμη και την ιστορία που έχει θωρακιστεί στον μαρξισμό, σύμφωνα με την οποία η πρώτη είναι υποκειμενική συνεπώς αναξιόπιστη, η δεύτερη αντικειμενική οπότε επιστημονική. Εκείνη η μνήμη όμως δεν πρέπει να καταστεί ένας τόπος, ένα μουσείο μέσα στο οποίο θα αρχειοθετήσουμε ένα παρελθόν το οποίο θέλουμε να αφοπλίσουμε από την δυναμική του, από τις δυνατότητες που έχει για το παρόν. Να προσθέσουμε πως, μαζί με μιαν ριζική κριτική της τελεολογίας, θα έπρεπε άλλο τόσο ριζικά να ασκηθεί κριτική και στην ουτοπία, που έτσι κι αλλιώς είναι η άλλη της πλευρά, το άλλο της πρόσωπο. Δεν νιώθουμε καμιά νοσταλγία για το μέλλον, γιατί αυτό το μέλλον χρησιμοποιήθηκε σαν εργαλείο για να μπλοκαριστούν οι επαναστατικές δυνατότητες, θυσιάστηκαν στο βωμό ενός ήλιου που θα ανέτειλε, στον βωμό του μελλοντικού ήλιου που θα φώτιζε αναγκαστικά την πρόοδο της ιστορίας. Δεν πρέπει λοιπόν να υποπέσουμε στο λάθος να μετατρέψουμε την γενεαλογία σε παρελθόν, το παρόν σε presentismo, την προοπτική σε μέλλον. Μόνο έτσι θα μπορέσουμε να αποσπάσουμε την μνήμη από τον εορτασμό των θυμάτων, να την αντιστρέψουμε σε κατασκευή μιας ιστορίας της δικής μας πλευράς ενάντια στην ιστορία των νικητών. Διότι το τέλος βρίσκεται στην θέληση για αγώνα, όχι στο πεπρωμένο της ιστορίας.

Επομένως είναι απολύτως κατανοητή και μοιραζόμαστε μαζί τους την κριτική της πίστης στην πρόοδο και την πεφωτισμένη θρησκεία η οποία, συνεπής με την άποψη που αναφέρεται στον Benjamin διατρέχει όλο το βιβλίο. Ο Traverso μας θυμίζει για παράδειγμα πως, αντίθετα στις κυρίαρχες ερμηνείες, ο φασισμός δεν ήταν η βαρβαρότητα στην οποία αντιτάχθηκε ο πολιτισμός,  αλλά μάλλον ένα παιδί του πεφωτισμένου πολιτισμού, ένας αντιδραστικός μοντερνισμός, απλά σκεφτείτε την τυφλή λατρεία της σύγχρονης τεχνολογίας που τον χαρακτήριζε . Σε αυτό το σημείο μας έρχεται να αναρωτηθούμε γιατί ο συγγραφέας πεισματικά παραπέμπει τον εαυτό του κι εμάς, ακόμη κι από τον τίτλο, στην αριστερά, με την πίστη του στην πρόοδο και στον διαφωτιστικό ιστορικισμό, με την νοσταλγία του στην παθολογική έννοια του όρου, δηλαδή μια λατρεία των θυμάτων που τείνει να αποτρέπει την εκδίκηση των ηττημένων, με το να γίνεται ο εκπρόσωπος μιας ήττας και ενός πόνου  (των άλλων) που γι αυτήν πρέπει να παραμείνουν έτσι. Αυτή είναι η οντολογία του. Οπότε είναι μάταιο να αναζητούμε εκεί ένα καταφύγιο ταυτότητας, για να καθορίσουμε πως σε αυτό που είμαστε πάντοτε με αποφασιστικότητα αντιτέθηκε . Αντί αυτού θα άξιζε τον κόπο να ανακαλύψουμε ξανά τα νήματα της ιστορίας της δικιάς μας πλευράς ξεκινώντας να υποστηρίζουμε πως το αντίθετο της αριστεράς δεν είναι δεξιά, μα επανάσταση. Να λοιπόν πως ίσως η δική μας τίγρης μπορεί να επιστρέψει να πηδά κόντρα στην ιστορία των νικητών.

 

http://www.commonware.org/index.php/gallery/784-dimenticare-il-futuro