σύγχρονη σκέψη, pensiero di oggi

Ένας παγκόσμιος εμφύλιος πόλεμος – Una guerra civile mondiale

του Sandro Moiso

“Δεν χρειάζονται πλέον τονωτικά ή ιδεολογίες, χρειάζεται μια άλλη ζωή – Non servono più eccitanti o ideologie, ci vuole un’altra vita”
(Franco Battiato, Un’altra vita-Μια άλλη ζωή, 1983)

“Εάν η χειραφέτηση των εργατικών τάξεων απαιτεί την αδελφική συνεργασία τους πώς μπορούν να επιτύχουν αυτή την αποστολή εφόσον μια εξωτερική πολιτική που επιδιώκει εγκληματικά σχέδια επικεντρώνεται επάνω σε εθνικές προκαταλήψεις και σπαταλά το αίμα και τους θησαυρούς των λαών σε πολέμους ληστείας; Όχι η σοφία της άρχουσας-κυρίαρχης τάξης αλλά η ηρωική αντίσταση της αγγλικής εργατικής τάξης στην εγκληματική τρέλα της ήταν αυτό που έσωσε την ευρωπαϊκή Δύση από το να ριχθεί με όλες τις δυνάμεις της σε μια βρώμικη σταυροφορία για να διαδώσει την δουλεία στην άλλη πλευρά του Ατλαντικού. Η επαίσχυντη έγκριση, η υποκριτική συμπάθεια ή η ηλίθια αδιαφορία με την οποία οι ανώτερες τάξεις της Ευρώπης έχουν δει τη Ρωσία να παίρνει το ορεινό φρούριο του Καυκάσου και να εξοντώνει την ηρωική Πολωνία. οι δίχως αντίσταση επιθέσεις αυτής της βαρβαρικής ισχύος, της οποίας η κεφαλή βρίσκεται στην Αγία Πετρούπολη και της οποίας τα χέρια βρίσκονται σε όλα τα ευρωπαϊκά υπουργικά συμβούλια, ανάγκασαν τις εργατικές τάξεις να μυηθούν στα μυστήρια της διεθνούς πολιτικής, να ξαγρυπνήσουν επάνω στις διπλωματικές διαδικασίες των αντίστοιχων κυβερνήσεών τους, αντιπαρατιθέμενες σε αυτές όποτε είναι αναγκαίο με όλα τα μέσα που κατέχουν, και, όταν δεν μπορούν να τα προλάβουν, να ενώνουν τις δυνάμεις τους και να τα καταγγέλλουν ταυτόχρονα και να διεκδικούν τους απλούς νόμους της ηθικής και της δικαιοσύνης που θα έπρεπε να ρυθμίζουν τόσο τις ανώτερες σχέσεις μεταξύ των λαών όσο και τις σχέσεις μεταξύ των ατόμων. Ο αγώνας για μια τέτοια εξωτερική πολιτική είναι μέρος του γενικού αγώνα για την χειραφέτηση της εργατικής τάξης. Προλετάριοι όλων των χωρών, ενωθείτε!” (Karl Marx, Εναρκτήρια ομιλία της διεθνούς Ένωσης Εργατών – Indirizzo inaugurale dell’Associazione internazionale degli operai, τέλος οκτωβρίου 1864)

Δύο αποσπάσματα στην αρχή μπορεί να φαίνονται πάρα πολλά για αρκετούς αναγνώστες.
Πάνω από όλα δύο αποσπάσματα από συγγραφείς περιβάλλοντα και συγκυρίες τόσο μακρινά μεταξύ τους.
Κι όμως, κι όμως …
Η τρέχουσα διεθνής κατάσταση, στην οποία δεν περνά μια μέρα χωρίς νέες διαδηλώσεις να εκρήγνυνται σε όλα τα μέρη του κόσμου, σε Ανατολή όπως στη Δύση και στο Νότο όπως στον Βορρά, πρέπει να μας κάνει να σκεφτούμε-να στοχαστούμε επάνω στην τεράστια κοινωνική δυσαρέσκεια που κινητοποιεί εκατομμύρια ανθρώπους σε κάθε γωνία του πλανήτη.

Μια δυσφορία που δεν μπορεί να βρει απάντηση στις πολιτικές που εφαρμόζουν κυβερνήσεις φαινομενικά τόσο διαφορετικές μεταξύ τους σε θεσμικές μορφές και πολιτικές εκπροσωπήσεις, αλλά ουσιαστικά ενωμένες από την ανάγκη διαφύλαξης των συμφερόντων του διεθνούς χρηματοοικονομικού κεφαλαίου.
Κυβερνήσεις διατεθειμένες, σε κάθε περιοχή του πλανήτη, να καταστρέψουν τη ζωή του είδους και να αφανίσουν το περιβάλλον με το οποίο πρέπει να συνυπάρχουν συνεχίζοντας να κάνουν να ζει αυτό που είναι ήδη νεκρό, από την ίδια την ουσία του.

Πράγματι, το ci vuole un’altra vita – χρειάζεται μια άλλη ζωή, εννοούμενο ως σύνθημα, θα μπορούσε να συνοψίσει πολύ καλά το περιεχόμενο των τρεχουσών διαμαρτυριών: από τις πορείες των νέων για την υπεράσπιση της κλιματικής και περιβαλλοντικής δικαιοσύνης στις διαδηλώσεις για την υπεράσπιση της επαναστατικής εμπειρίας της Ροζάβα, από τις διαμαρτυρίες στο Χονγκ Κονγκ μέχρι τις διαδηλώσεις των ιρακινών νέων, από τις εξεγέρσεις της Χιλής και του Εκουαδόρ σε εκείνες τις Καταλανικές μέχρι των κίτρινων γιλέκων-gilets jaunes και των κινημάτων NoTav και NoTap στις οποίες, έχουν προστεθεί και τις τελευταίες ημέρες και οι διαμαρτυρίες στο Λίβανο (qui).

Καμιά από αυτές τις περιπτώσεις-αγώνες δεν μπορεί να αντιπροσωπεύει το απόλυτο από μόνος του και για τον εαυτό του, αλλά το σύνολο τους, η ολοένα αυξανόμενη συχνότητα των αγώνων και η αναφορά που γίνεται συχνά στον ένα για τους άλλους(η αλληλεγγύη του κινήματος NoTav προς τους μαχητές της Rojava, οι φοιτητές του Hong Kong που φορούν κίτρινα γιλέκα, καταλανοί διαδηλωτές με τις ομπρέλες, η διάδοση σαν κηλίδα λαδιού της ανατρεπτικής μάσκας του Joker στις ταραχές-εξεγέρσεις, για να κάνουμε μερικά παραδείγματα) μας βοηθούν να αναδημιουργήσουμε ένα πολιτικό και κοινωνικό μωσαϊκό συνδεδεμένο από ένα σχέδιο, το οποίο, αν και δεν έχει ακόμα σταθερά οριοθετηθεί, αρχίζει να εκδηλώνει την εγγενή του οργανικότητα. Η οποία πιθανότατα οφείλεται ακριβώς στις απαντήσεις που διατύπωσαν οι κυβερνήσεις με σχεδόν μονοσήμαντο-πανομοιότυπο τρόπο.

Σε όλες τις περιπτώσεις οι διαμαρτυρίες προκύπτουν από μια γενικότερη κακουχία-δυσφορία που έχει τις ρίζες της σε έναν τρόπο παραγωγής στον οποίο η συσσώρευση νεκρής εργασίας που μετασχηματίζεται σε αξία-χρήμα καταπνίγει τη ζωή και τη ζωντανή εργασία του είδους, τόσο στο απλά σωματικό επίπεδο όσο και σε εκείνο το ψυχικό.
Στο όνομα ενός όλο και πιο εφήμερου κέρδους, ειδικά εάν παρατηρήσουμε ότι πλέον ένα 20% των συνολικών Κρατικών τίτλων-ομολόγων και τουλάχιστον το 40% του κινδύνου αθέτησης των εταιρικών χρεών που φυλάσσονται στα χρηματοκιβώτια των οκτώ κυριότερων παγκόσμιων οικονομιών συνίσταται σήμερα σε τίτλους αρνητικού επιτοκίου (qui).

Οι διαφορές που χαρακτηρίζουν όλα τα κινήματα που αναφέρθηκαν παραπάνω μπορούν να κρύψουν μόνο σε ένα σβησμένο μάτι ή τυφλωμένο από την ιδεολογία το γεγονός ότι οι ίδιες προέρχονται όλες από την ανάγκη να διακόψουν μια σχέση υποβολής στην οποία, όπως δήλωνε ένα επιτυχημένο σύνθημα πριν από μερικά χρόνια, Είμαστε το 99% !, η πλειοψηφία της ανθρωπότητας (γυναίκες, εργαζόμενοι μισθωτοί, άνεργοι, νέοι που δεν έχουν μέλλον τόσο από κλιματική και οικονομική άποψη, μεσαίες τάξεις κατεστραμμένες, αυτόχθονοι πληθυσμοί και μικροί αγρότες) αναγκάζεται να μειώσει όλο και περισσότερο τις ελάχιστες απαιτήσεις τους- ανάγκες για την αναζωογόνηση ενός κέρδους που συσσωρεύεται σχεδόν αποκλειστικά στα χέρια μιας όλο και πιο περιορισμένης ομάδας επενδυτών και πολυεθνικών και υπερεθνικών εταιρειών. Ή ιμπεριαλισμών, παλιών και νέων, που βλέπουν όλο και περισσότερο να μειώνονται οι χώροι για την οικονομική και εξωρυκτική τους επέκταση, αν όχι με κίνδυνο νέων και ολοένα και πιο καταστροφικών πολέμων.

Από τους κούρδους της Ροζάβα που δεν θέλουν να βλέπουν κατεστραμμένο το πείραμα αυτοκυβέρνησης τους που έθεσε στο επίκεντρο κάθε πολιτικής και στρατιωτικής πρωτοβουλίας το ζήτημα των γυναικών, του περιβάλλοντος και των νέων μορφών δημοκρατίας που δεν βασίζονται στο Κράτος και την εθνικότητα, στους νέους και τους εξεγερμένους όλων των ειδών και ηλικιών στο Χονγκ Κονγκ, που έχουν πληγεί από μια καταστροφική οικονομική κατάσταση για την πλειοψηφία των κατοίκων της πρώην βρετανικής αποικίας 1, από τα εκατομμύρια των Καταλανών που κατέβηκαν στη πλατεία για τις σκληρές ποινές που επιβλήθηκαν στους πρωτεργάτες του δημοψηφίσματος ανεξαρτησίας του 2017 και για να επιβεβαιώσουν την επιθυμία τους για δημοκρατική ανεξαρτησία και οργάνωση ενάντια σε ένα Κράτος που εξακολουθεί να θεμελιώνει τις ρίζες του στον φρανκικό φασισμό και σε μια μοναρχία πλέον έξω από την Ιστορία, στους ιρακινούς νέους που κατέβηκαν στους δρόμους ενάντια στην αύξηση του κόστους ζωής και την έλλειψη εργασίας ή άλλων πηγών εισοδήματος. στους αυτόχθονες πληθυσμούς του Αμαζονίου στο Εκουαδόρ και τη Βραζιλία μέχρι την κοινωνική έκρηξη του Σαντιάγκο της Χιλής, μέχρι ακόμη τις περιβαλλοντικές και εδαφικές διαμαρτυρίες κινημάτων όπως τα ιταλικά NoTav και NoTap, φαίνεται ότι ένα μοναδικό ουρλιαχτό εξέγερσης ανεβαίνει από τον πλανήτη και μας καλεί να τελειώνουμε με ένα σύστημα εκμετάλλευσης της ζωής, της δικής μας και των άλλων ειδών, τώρα πλέον αφόρητη.

Ο κατάλογος των διαμαρτυριών και των αγώνων θα μπορούσε να συνεχιστεί επί μακρόν, καθώς και εκείνος των μορφών οργάνωσης και των άμεσων αιτημάτων που θέτουν στον αγωνιστικό χώρο οι εξεγερμένοι παντού, αλλά αυτό που πρέπει να τονιστεί εδώ είναι το γεγονός ότι όλοι αυτοί οι αγώνες βρίσκονται μπροστά σε όλο και πιο περιορισμένο περιθώριο ελιγμών και θεσμικών διαπραγματεύσεων, για να είμαι ειλικρινής σχεδόν μηδενικό.
Από τα τεθωρακισμένα που κατεβάζει ο Ερντογάν στο έδαφος της βορειοανατολικής κουρδικής Συρίας, καθώς και του Pinera στη Χιλή, στα περιφρονητικά λόγια του αντιπροσώπου του Σοσιαλιστικού Ισπανικού Εργατικού Κόμματος (PSOE), Pedro Sánchez Pérez-Castejón, κατά των αγωνιστών της ανεξαρτησίας που καταδικάστηκαν στην Ισπανία. από τα τανκς και τα στρατεύματα που μαζεύονται απειλητικά από την κινεζική κυβέρνηση στα σύνορα με το Χονγκ Κονγκ μέχρι την οριστική καταδίκη για τους αγωνιστές NoTav που κατηγορούνται για την παρεμπόδιση ενός διοδίου δρόμου το 2012 ή μέχρι τις δεκάδες καταγγελίες για τους στρατευμένους του κινήματος NoTap για απολύτως γελοίες πράξεις, η απάντηση των κυβερνήσεων δεν είναι άλλη από εκείνη που συνδέεται με τον εκφοβισμό, την καταστολή και την φίμωση, αν όχι τη σφαγή, των κινημάτων και των αγωνιστών που συμμετέχουν σε αυτούς.

Φίμωση και καταστολή που χρησιμοποιούν, ανάλογα με την περίσταση, όπλα, υποκριτικές εκκλήσεις για το μοίρασμα κοινών στόχων (όπως η Πράσινη Νέα Συμφωνία-Green New Deal ή η συλλογή ηλεκτρονικών υπογραφών υπέρ των Κούρδων από πλευράς χαρακτήρων όπως ο Roberto Saviano και ο Enrico Mentana) ενώ η αστυνομία καταστέλλει τις διαδηλώσεις στους δρόμους υπέρ της Rojava (όπως στη Φλωρεντία), η εισαγγελία διερευνά εκείνους που πήγαν να πολεμήσουν για αυτή την υπόθεση (όπως στο Τορίνο) και μαυρίζουν τα προφίλ Fb των εφημερίδων που είναι περισσότερο στρατευμένες στην υπεράσπιση της Rojava, μαζί με εκείνα τα ατομικά αγωνιστών που δραστηριοποιούνται περισσότερο στη διάδοση στο διαδίκτυο πρωτοβουλιών και μηνυμάτων προς αυτή την κατεύθυνση (όπως στη Μπρέσια, αλλά όχι μόνο).

Όλα αυτά φαίνεται να έχουν προκαλέσει την απώλεια της πυξίδας ακόμα και σε πολλούς από αυτούς που θα έπρεπε να έχουν λάβει μια μονοσήμαντη και υποστηρικτική θέση υπέρ όλων αυτών των κινημάτων, ανεξάρτητα από αυτό που δηλώνεται σε πρώτη φάση στα λόγια των οργανώσεών τους ή των εκπροσώπων τους.
Ξεχνώντας το μάθημα του Karl Marx και του Διεθνούς Συνδέσμου των εργαζομένων του 1864, πολλοί άρχισαν να αναρωτιούνται για την εγκυρότητα ή όχι των μεμονωμένων στόχων ή για την υποστήριξη που θα μπορούσαν να λάβουν τέτοια κινήματα από άλλες δυνάμεις, διασφαλίζοντας η κουλτούρα της υποψίας σταλινικής προέλευσης να επιστρέψει με τη μορφή φαινομενικά επιστημονικής γεωπολιτικής ή πολιτικής ανάλυσης, αλλά στην πραγματικότητα μοναχά κοντινής στην ηττοπάθεια.

Τέλος πάντων, μερικοί προσποιούμενοι πως αντιπροσωπεύουν μια αυθεντική μαρξιστική ορθοδοξία κατέληξαν να προδίδουν το πνεύμα που χαρακτήριζε πάντα τη δράση και τον στοχασμό του Moro di Treviri, που πάντα και αποκλειστικά αποσκοπούσε στην εξεύρεση και καταδίκη των ζωτικών γαγγλίων του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής από μια πλευρά, και να προσδιορίσει τους πραγματικούς ανταγωνιστές του μαζί με τους αγώνες που προορίζονται να τον ξεπεράσουν, από την άλλη.

Είναι αλήθεια ότι σήμερα η έκκληση προς την ενότητα δεν μπορεί πλέον να περάσει μόνο μέσω αυτής που απευθύνεται στην εργατική τάξη, αλλά είναι επίσης αλήθεια ότι η έκκληση του 1864 τελείωνε με εκείνο το προλετάριοι όλου του κόσμου ενωθείτε! που ξεπερνούσε το στενό όριο των απλών μισθωτών για να απευθυνθεί σε όλους τους απαλλοτριωμένους της Ευρώπης και ολόκληρου του κόσμου. Σε εκείνο το απέραντο προλεταριάτο στο οποίο, οι διαδικασίες απαλλοτρίωσης και εξαθλίωσης της πλειοψηφίας του πληθυσμού, κατακλύζουν τόσο τα εκατομμύρια προσφύγων και εκτοπισμένων που μεταναστεύουν από τη μία άκρη του πλανήτη στην άλλη, αναζητώντας μια υπαρξιακή και οικονομική ασφάλεια που καμία κυβέρνηση σκοπεύει πραγματικά να τους εγγυηθεί, καθώς και οι φοβισμένες μεσαίες τάξεις της Δύσης, όπου στο σύνθημα των gilets jaunes, Τέλος του κόσμου – τέλος του μήνα ίδιο πράγμα, μπορούν να αναγνωρίσουν μια τέλεια σύνθεση της κατάστασής τους.

Μια γιγαντιαία ανασύνθεση της τάξης στην οποία, σήμερα και πάνω απ ‘όλα στη δυτική πλευρά του πλανήτη, προλεταριάτο και περιθωριακό προλεταριάτο, υποπρολεταριάτο και μισθωτοί εργαζόμενοι συγχωνεύονται συνεχώς χάρη στη διάχυση της επισφαλούς εργασίας, των γραφείων ευρέσεως εργασίας και, κυρίως, της εξαφάνισης οποιαδήποτε εγγύησης της και στον χώρο εργασίας. Η μη κατανόηση αυτού του γεγονότος θα σήμαινε τη μείωση της «εργατικής τάξης» σε ένα απλό φετίχ να ανεμίζουμε με την ευκαιρία των εορτασμών της 1ης μαΐου, καθιστώντας την πέρα από αυτό δούλη σε ένα labourist όραμα που θα την υποβάθμιζε να είναι ένα απλό παράρτημα της παραγωγικής μηχανής πλέον χωρίς καμία πραγματική ταξική αυτονομία.

Ο Μαρξ επίσης κατανοούσε σαφώς ότι «Με τη συνεχή μείωση του αριθμού των μεγιστάνων του κεφαλαίου […] αυξάνεται η μάζα της δυστυχίας-μιζέριας, της πίεσης, της υποδούλωσης, του εκφυλισμού, αλλά αυξάνεται και η εξέγερση”.2 Επιβεβαίωση στην οποία πρέπει να προστεθεί αυτή του Φρίντριχ Ένγκελς, όπου έγραφε: «Ο καπιταλιστικός τρόπος παραγωγής, μετατρέποντας τη μεγάλη πλειοψηφία του πληθυσμού σε προλετάριους σε όλο και μεγαλύτερο βαθμό, δημιουργεί τη δύναμη η οποία, ποινή ο θάνατος, αναγκάζεται να πραγματοποιήσει αυτή την αναταραχή-αναστάτωση, την αλλαγή.”3

Πιθανότατα όχι όλοι όσοι βγαίνουν στους δρόμους της Καταλονίας μοιράζονται τους ίδιους στόχους (μεταξύ της ανεξαρτησίας του Carles Puigdemont i Casamajó και της ανεξαρτησίας των CDR, των επιτροπών υπεράσπισης της δημοκρατίας, ή των επιτροπών γειτονιάς τρέχουν διαφορετικά μήκη απόστασης από άποψη στόχων και μεθόδων αγώνα και οργάνωσης από κάτω), έτσι όπως στο Χονγκ Κονγκ τα συμφέροντα που εμπλέκονται στις αναταραχές μπορούν να είναι τόσα όσα τα υπάρχοντα μεταξύ των κυβερνήσεων που εν μέρει υποστήριξαν, και μετά πρόδωσαν, τους κούρδους της Ροζάβα στον αγώνα τους, που εξαναγκάστηκαν από την αναγκαιότητα της επιβίωσης, ενάντια στο Isis, αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι δεν είναι απολύτως απαραίτητο να στηρίξουμε και να μοιραστούμε όλους αυτούς τους αγώνες, στο όνομα μιας κοινής και απαραίτητης υπερνίκησης όχι μόνο των αδικιών που καταναλώνονται σε πλανητικό επίπεδο, αλλά και του κοινωνικού μοντέλου και του τρόπου παραγωγής που τους καθιστά εύλογους.

Τέλος είναι απαραίτητο να αναλογιστεί κανείς ότι πολλά κινήματα ανεξαρτησίας γεννιούνται ακριβώς από την κρίση των εθνικών κρατών, τα οποία τώρα πλέον έχουν υπερβολικά μειωθεί σε μια απλή κατασταλτική λειτουργία, και ανεπαρκή, ή μηδενική, αυτονομία λήψης αποφάσεων των κυβερνήσεών τους. Χωρίς τέτοιες εκτιμήσεις, οι οποίες θα πρέπει σίγουρα να μελετηθούν σε βάθος, δεν είναι όμως δυνατόν ούτε να κατανοήσουμε την όλο και πιο ολοφάνερη ασημαντότητα των κυβερνώντων και των κομμάτων τους: από τον Di Maio έως τον Trump, περνώντας από το Salvini, το PD, τον Boris Johnson και όλες αυτές τις δυνάμεις που, από καιρό σε καιρό, κυριαρχιστικές, λαϊκιστικές, δημοκρατικές ή φιλελεύθερες, δεν μπορούν να κάνουν τίποτα άλλο παρά να ζεσταίνουν ξανά την ίδια παλιά σούπα και να οδηγούν το ίδιο αρπακτικό καταπιεστικό και κατασταλτικό έργο-σχέδιο.

Ξανά στη δεκαετία των χρόνων Εξήντα του ‘800, ο Μαρξ καλούσε τους άγγλους εργάτες, οι οποίοι αντιτίθενται στον εικαζόμενο ανταγωνισμό εργασίας των ιρλανδών μεταναστών εργαζομένων, να υπερασπίζονται αυτούς τους πιο αδύναμους και λιγότερο εξασφαλισμένους εργαζόμενους αντί να τους πολεμούν, επειδή αυτοί που δεν μπορούν να υπερασπιστούν τα δικαιώματα των άλλων, δεν ξέρουν να το κάνουν ούτε με τα δικά τους. Όλα αυτά εξακολουθούν να ισχύουν, και ίσως ακόμη περισσότερο, για εμάς σήμερα. Αλίμονο να προδώσουμε την εντολή του.

Και διότι σήμερα, σε διεθνές επίπεδο, έγινε απαραίτητο να μιλήσουμε για εμφύλιο πόλεμο, αφού ο απώτερος στόχος αυτής της παγκόσμιας σύγκρουσης θα μπορέσει να ολοκληρωθεί όχι τόσο και μόνο με τη νίκη ενός από τους δύο κύριους παίκτες (εργάτες και αστούς για να απλοποιήσουμε σύμφωνα με έναν κακά χωνεμένο μαρξισμό] αλλά, μάλλον, με την άρνηση και των δυο μέσω μιας άρνησης και μιας υπερνίκησης του σημερινού τρόπου παραγωγής, και μέσω της άμεσης καταστροφής του εθνικού Κράτους, όπως ακριβώς είχε δηλώσει ο Μαρξ μετά την εμπειρία της Κομμούνας του Παρισιού. Εμφύλιο πόλεμο για τον οποίο, μεταξύ άλλων, οι πιο άγριοι υπερασπιστές της υπάρχουσας α/ταξίας δεν διστάζουν πλέον να μιλήσουν ανοιχτά, όπως έκανε ο πρόεδρος της Χιλής Pinera τις ημέρες αυτές (qui).

Φυλακή, στρατόπεδο συγκέντρωσης, θάνατος, βασανιστήρια και βία δεν υπήρξαν κατασταλτικά εργαλεία τυπικά μόνο του παρελθόντος και των ολοκληρωτικών καθεστώτων, αλλά όλο και περισσότερο θα βρίσκονται στο παρόν, σε κάθε γωνιά της Ευρώπης και του κόσμου. Miseria y repression-μιζέρια και καταστολή όπως γράφτηκε σε ένα πανό των χιλιανών διαδηλωτών. Όμως όλο αυτό δεν αποτελεί μόνο μια προσωρινή απόκλιση από την καθημερινή πολιτική και δημοκρατική κανονικότητα, όπως όλα τα μέσα μαζικής ενημέρωσης θα ήθελαν ξανά να μας κάνουν να πιστέψουμε. μάλλον θα πρέπει να αναγνωρίζεται δεόντως και να ονομάζεται με το καταλληλότερο όνομα: εμφύλιος πόλεμος, ανοιχτός ή έρπων κι αν είναι 4, που αναγγέλλεται από τις κυβερνήσεις και τις ελίτ της παγκόσμιας οικονομίας στο όνομα των «ιερών δικαιωμάτων» του κέρδους και της εκμετάλλευσης. Αλλά που θα πρέπει να αντιστραφεί στο αντίθετό του.

Ένας βίαιος και καθόλου υπόγειος εμφύλιος πόλεμος που έχει ανοίξει μεταξύ εκμεταλλευτών, τόσο του ανθρώπινου είδους όσο και του περιβάλλοντος, και εκμεταλλευόμενων που θα επιλυθεί μόνο με τον επαναπροσδιορισμό των κοινωνικών μορφών διακυβέρνησης και παραγωγής. Μορφές που δεν μπορούν ακόμη να δοθούν πλήρως, αλλά που θα μπορούσαν να γίνουν κατά τη διάρκεια των γεγονότων ή να οριστούν πλήρως μόνο στο τέλος τους. είναι βέβαιο ότι πρέπει, με εξυπνάδα και σαφήνεια της σκέψης, να συνειδητοποιήσουμε ότι από την Κομμούνα κι εμπρός όλοι οι αγώνες έως τους σημερινούς, αποτελούν μέρος ενός μακρού, ίσως πολύ μακρού, εμφυλίου πολέμου (όχι μόνο ταξικού, μιας και οι παίκτες συχνά υπήρξαν πιο πολυάριθμοι των δύο τάξεων που αγιοποιήθηκαν από την ιδεολογία) που προορίζεται να επαναπροσδιορίσει τα όρια του μέλλοντος του είδους μας. Μια σύγκρουση, αυτή που ζούμε, που μόνο από το μέλλον, μπορεί να αντλήσει την έμπνευση και τα σωστά κίνητρα, από το μέλλον που εννοείται ως άρνηση των παρόντων και περασμένων-πεπερασμένων κοινωνικών σχέσεων παραγωγής.

Αφήνοντας στους σημερινούς διαχειριστές της τρέχουσας παγκόσμιας αυτοκρατορικής α/ταξίας τον ρόλο που ήδη ανήκε στις χειρότερες συντηρητικές, φιλελεύθερες, φασιστικές ή ψευδώς σοσιαλιστικές κι αν ήταν δυνάμεις του παρελθόντος. Ήτοι, να αρνούνται, με οποιοδήποτε μέσο, ένα διαφορετικό και εφικτό μέλλον έτσι ώστε αυτή να μπορέσει που μπορεί ακόμη να εμποδίσει οποιαδήποτε ενέργεια αλλαγής του παρόντος.

***

N.B.

Με την ευκαιρία της εκδήλωσης Λόγος-Γιορτή της Λέξης Logos-Festa della Parola που θα λάβει χώρα στη Roma από 23 έως 27 οκτωβρίου στο κοινωνικό κέντρο CSOA EX SNIA θα διεξαχθούν συναντήσεις, συζητήσεις και παρουσιάσεις βιβλίων άμεσα συνδεδεμένων με μερικά θέματα που αντιμετωπίστηκαν εδώ, το πρόγραμμα (qui il programma).


  1. Si veda H. Dieter, Poveri e senza casa: le radici sociali della protesta in Hong Kong: una Cina in Bilico, Limes n° 9/2019, pp. 117-120  
  2. K. Marx, Il capitale, Libro primo,cit. in A.Heller, La teoria dei bisogni in Marx, Feltrinelli 1974, p. 87  
  3. F. Engels, Antidühring, in A. Heller, op. cit. p. 87  
  4. cfr. https://www.carmillaonline.com/2019/03/07/tre-secoli-di-guerra-civile/  
ανατρεπτική τέχνη, arte ribelle

ΕΡΥΘΡΈΣ ΤΑΞΙΑΡΧΊΕΣ BRIGATE ROSSE, ι

image

Μα τι θα είχαν κάνει εάν εκείνη η βραδινή αποστολή τους είχε το αποτέλεσμα που φοβόντουσαν;

Μαζί με την φρίκη, την αβεβαιότητα και τον φόβο, είχε περάσει από το μυαλό της επίσης μια δυσάρεστη αίσθηση ανεπάρκειας. Σαν ανησυχία για τα περιθώρια επιβίωσης, της δυνατότητας να πορευτεί στη ζωή της που εξακολουθούσαν να είναι επιτρεπτά, ενώ, όλο και συχνότερα, προεικόνιζε μαζί με τους συντρόφους της τα σενάρια ενός πολέμου που έλεγαν πως ήταν έτοιμοι να πολεμήσουν.

Θα ήταν πραγματικά σε θέση να τον αντιμετωπίσουν; Πώς να συνδυάσουν μια παρόμοια προοπτική με μια καθημερινότητα ακόμα γεμάτη μέλλον που την διαπερνούσε η αναζήτηση του παιχνιδιού, της χαράς και της ευχαρίστησης, της ξεγνοιασιάς; Και εκείνο το πρωί επίσης, δεν την άφηνε στην ησυχία της εκείνη η δυσάρεστη αίσθηση πως δεν είχε ακόμη κλείσει όλες τις πόρτες πίσω της.

Σαν να ήταν δυνατό να το πράξουν πριν ακόμη νιώσουν πραγματικά αναγκασμένοι να το κάνουν.

Έπρεπε, όπως πάντα, να κρατήσει σε απόσταση το τέρας που την κρατούσε σε εγρήγορση με σήματα για την διαφαινόμενη καταστροφή που θα υφίσταται κάθε φορά που θα ξηλώνει τους κανόνες. Έρχονταν από μια προσωπική ιστορία στην οποία δεν είχε διδαχτεί πως υπάρχει επιείκεια γι αυτούς που χάνονταν πίσω από την αυτοκτονική ψευδαίσθηση να αλλάξουν τον κόσμο, και όπου ήταν άγνωστη η ανοχή στη νεανική επαναστατικότητα που στη συνέχεια έγινε της μόδας.

Τίποτα δεν ήταν δεδομένο και όλα έπρεπε να κερδηθούν. Στην οικογένειά της, οι μεγαλύτεροι είχαν ξεκινήσει να πηγαίνουν στο εργοστάσιο απ’ όσο ήταν ακόμη παιδιά, και μόνο το κερδισμένο με ιδρώτα ψωμί έδινε ταυτότητα και το δικαίωμα στο λόγο. Πράγματα απαγορευμένα σε εκείνους που έτρωγαν με τις πλάτες τρίτων, εκμεταλλευόμενοι την σκληρή δουλειά των άλλων – όπως, εννοείται φυσικά, λιγότερο ή περισσότερο, οι γυναίκες, από φύση αδύναμες και αναξιόπιστες, φορείς κάθε αταξίας και αδυναμίας. Δεν υπήρχε λοιπόν κανένας λόγος αδημονίας της. Έπρεπε να είναι συγκρατημένη, να λογοδοτεί κάθε φορά που της έλλειπε το μέτρο, και δεν θα έπρεπε να περιμένει από κανέναν εκείνο που θα μπορούσε να προσφέρει μόνο της στον εαυτό της. Ειδικά εκείνη την ελευθερία που πήγαινε γυρεύοντας. Έπρεπε να στηριχθεί στις δικές της δυνάμεις και, με όλο το θράσος εκείνων που, χλευάζοντας κάθε γενικό κανόνα, τολμώντας να πάνε να κοιτάξουν στα μάτια ένα νόθο παιχνίδι, έπρεπε να διασχίσει κάθε φορά χωρίς δισταγμούς και προσχήματα τα περιθώρια της αποφασιστικότητά της.

Και αν δεν ήθελε να φθάσει στο σημείο να συντριβεί, έπρεπε να φτιάξει ακόμη πιο δυνατό κεφάλι απ’ ότι οι τοίχοι ενάντια στους οποίους συνέχιζε να πηγαίνει να χτυπάει κόντρα. Αυτό το είχε μάθει πολύ καιρό πριν,  έχοντας την πεποίθηση ότι θα μπορέσει να επιβιώσει μόνο εάν χρησιμοποιήσει τη μεγαλύτερη δυνατή αποφασιστικότητα και να πάει μέχρι τέλους, γιατί η σύγκρουση ήταν μια από εκείνες που δεν προέβλεπαν αιχμαλώτους.

Κι έτσι φτιάχνε και ξαναφτιάχνε το πλαίσιο του πόσο ακόμη, με κάθε νέα ρήξη, έριχνε στο παιχνίδι τις δυνάμεις της, χωρίς να επιτρέπει στον εαυτό της περιθώρια διαφυγής.

Μα ποιες είναι οι πιθανές επιλογές; Ποιες οι εναλλακτικές λύσεις;

H επιστροφή στο σπίτι για να ξεφύγει από τον τρόμο; να φθάσει στο σημείο να πιστεύει ότι η μόνη επανάσταση που μπορεί να εννοηθεί δεν ήταν πραγματικά τίποτα περισσότερο από την «προοδευτική δημοκρατία» των κατοικούντων στις Botteghe Oscure; 1], εκείνη που δεν οδηγούσε στον κομμουνισμό και, στην πραγματικότητα, ούτε ακόμα και στο σοσιαλισμό, αλλά υπόσχονταν, σε αντάλλαγμα για μια σημαντική οπισθοχώρηση θέσεων, ένα καταφύγιο, υπόσχονταν προστασία από τους πειρασμούς της φασιστικής δεξιάς που δεν καταλάγιασαν ποτέ μέσα στο πέρασμα του χρόνου;

Σαν να συνεχίζονταν ακόμη το ξόρκι, τα μάγια με το τέλος του πολέμου, σαν να μην είχε συμβεί τίποτα μέσα σε εκείνη την αφύπνιση των συνειδήσεων και των αγώνων. Αν το ’45 υπήρχε εκεί ο στόλος που εμπόδιζε, τώρα υπήρχαν οι πραξικοπηματίες δολοφόνοι των σφαγών. Στη μέση ένα ποικιλόμορφο κίνημα που έπρεπε να οδηγηθεί ξανά στη συνετή κίνηση μιας παράδοσης περισσότερο ή λιγότερο έντιμης, που έπρεπε να το αναγκάσουν να υπογράψει τη »νέα συμφωνία των παραγωγικών δυνάμεων» ή να το κτυπήσουν, να το νικήσουν, να το απονομιμοποιήσουν και να κάνουν ότι είναι δυνατό, να σιγουρευτούν πως δεν θα συνεχίσει να προκαλεί ζημιές.

Άλλο δεν υπήρχε.

Αλλά πραγματικά δεν θα μπορούσε να υπάρχει κάτι άλλο; Και ποιος είναι υπεύθυνος για τόσο μεγάλη δυστυχία στις πολιτικές προοπτικές;

Σε ένα τέτοιο περιορισμένο ορίζοντα και της απουσίας πολιτικής διαμεσολάβησης, το πιο εύκολο πράγμα ήταν να βρεθεί στο σημείο να παίζει τον ρόλο του εξτρεμιστή. Πολύ αστείο. Εκείνη που εξτρεμιστής δεν αισθάνθηκε. Που βρίσκονταν όμως ο χώρος για μια πολιτική που να έχει ένα νόημα, μέσα σε εκείνες τις δυναμικές ανάληψης ρόλων και ευθυνών τους οποίους οι μηχανισμοί μιας στραβικής αριστεράς δεν γνώριζαν πλέον, μιας και με τόση αποφασιστικότητα αποποιούνταν, αναιρούσαν και τα τελευταία κομμάτια του εαυτού τους που είχαν έστω και σχέση μακρινή με κάθε τι οδοφραγματικό; για να μην μιλήσουμε για τη συνετή στάση που κράτησαν ακόμα και στη μάχη του δημοψηφίσματος για το διαζύγιο, τότε που στέκονταν να παρακολουθούν από απόσταση τα τεκταινόμενα.

Αλλά εν τω μεταξύ οι καιροί τρέχουν πίσω απ’ τα γεγονότα και μας παροτρύνουν να κινηθούμε,  δεν αφήνουν πλέον περιθώρια για πολλές ερωτήσεις. Από τους εκατό χιλιάδες στο γήπεδο του Σαντιάγκο της Χιλής, σαν μαστίγωμα κατάφατσα, το αποφασιστικό ταρακούνημα στο εύθραυστο πλαίσιο των στάσεων που πρέπει να κρατηθούν.

Και ο καθένας έπρεπε να αποφασίσει.

Εκεί, στα χέρια των χασάπηδων, βρίσκονταν τα σώματα και οι ιδέες της ελευθερίας των συντρόφων που επίσης ανήκαν σε αυτές. Αυτή ήταν μια τραγωδία που συγκλόνιζε τους πάντες.

Ο καθένας έκανε την δική του ανάγνωση για αυτή την τραγωδία.

Πολλοί, και αυτή μαζί τους, με μάτια θολά και την ψυχή ανάμεσα στα δόντια, ορκίστηκαν ότι ποτέ ξανά δεν θα άφηναν να τους βρουν δίχως τουφέκι. Εκείνη η σφαγή κατέστρεφε κάθε κατάλοιπο αξιοπιστίας στην ύπαρξη μιας ειρηνικής οδού για ουσιαστικές κυβερνητικές αλλαγές. Οι καιροί των βίαιων επαναστάσεων δεν είχαν με τίποτα τελειώσει και το να αντιστέκεσαι αργότερα καθίστατο μια παγίδα θανάτου, θανατηφόρα.

Συνεχίζεται

 

1] Botteghe Oscure: η οδός όπου βρίσκονται τα κεντρικά γραφεία του ιταλικού Κ.Κ.

https://compagnograber.wordpress.com/2015/03/05/compagna-luna/comment-page-1/

ανατρεπτική τέχνη, arte ribelle

Μια νύχτα στο Σαντιάγκο, το γαλάζιο σπίτι της Σάντα Φέ, [στ]

Ήταν, νομίζω, Απρίλης του 71. Η Κατίτα ήταν μεσ’ την ανακατωσούρα. Ούτε τρεις νύχτες στο ίδιο μέρος, ελάχιστος ύπνος, πολλή δουλειά για την επομένη. Αν συνεχίζονταν η ίδια άσκοπη περιπλάνηση, η εξάντληση θα ήταν αναπόφευκτη. Αυτή πήρε την κατάσταση στα χέρια της, θα νοικιάζαμε το σπίτι. Ο Μπαούτσι την ενθάρρυνε.

Ένα απόγευμα επισκέφτηκε ένα σπιτάκι, δεν το σκέφτηκε ούτε λεπτό – υπήρχε μια σόμπα »Κόμετ» στο μεγάλο  δωμάτιο, πολυτέλεια για το χειμώνα. Δεν υποχώρησε ούτε όταν ανακάλυψε ότι ο ιδιοκτήτης ήταν απόστρατος αξιωματικός. Μέχρι και επίσκεψη του έκανε, πολύ φυσιολογικά, μ’ ένα πακέτο τσάι για την αδελφή του.

Το σπίτι βρισκόταν, σαν από λάθος στημένο, στο κέντρο της πλούσιας συνοικίας Λάς Κόντες, στ’ ανατολικά του Σαντιάγκο, στις πλαγιές  της Κορδιλλιέρας. Με τον κήπο του, προστατεύονταν από τον θόρυβο των κατσαρολικών, εκείνο το ρυθμικό χτύπημα, κάθε βράδυ, απ’τις γυναίκες των μπουρζουάδων που διαδήλωναν έτσι ενάντια στην κυβέρνηση Αλλιέντε. Κι οι ομάδες προστασίας, οι οργανώσεις της δεξιάς που ήθελαν σώνει και καλά να υπερασπιστούν τις υψηλές συνοικίες από τις εφόδους του λαού…

Επί δυόμισυ χρόνια επίπλωνε το σπίτι η Κατίτα. Στην αρχή της είχε δώσει τα βασικά ο αδερφός της. Η εξώπορτα σκόνταφτε στο μεγάλο, μαυρισμένο, ξύλινο κρεβάτι, σκεπασμένο με μια σκωτσέζικη κουβέρτα, αριστερά του το τραπέζι του μπρίτζ, στο πάτωμα, πάνω απ’ τον μουσαμά, ένα μάλλινο χαλί. Επέμενες να μαζεύεις ότι αγαπούσες γύρω απ’ το κρεβάτι. Τόσο το χειρότερο, θα παραξενεύονταν οι απρόσμενοι επισκέπτες. Ούτε λόγος να κάνουμε σαλόνια. Ο Μπαούτσι εγκαταστάθηκε στο δωμάτιο, στα δεξιά του διαδρόμου, ένα χάος από χαρτιά, πουκάμισα και βιβλία. Τα βιβλία…τα μόνα πραγματικά αγαθά. Τάβλεπες παντού, στοίβες βιβλία από δω κι από κει, καταγής, πάνω σε ξύλινα ράφια στηριγμένα σε κονσερβοκούτια ή σε κολόνες από τούβλα. Δεν υπήρχαν τοίχοι αρκετοί για να μπουν στη σειρά. Τα μπαούλα γίνονταν σωρός. Τα χρώματα των βιβλίων, μικρών και μεγάλων, το μπλε των DEUTSCHERS, το απαλό ρόζ του Ράιχ, το γκρί -με τις κόκκινες ρίγες- του Λένιν και του Σαντλέρ -»Άπαντα»- το ανοιχτό πράσινο του Μάρξ και του Γκαρσία Μάρκες, το ζωηρό κόκκινο -του Τρότσκυ και της Κόκκινης Ορχήστας, τα καφέ των εκδόσεων Έρα και του Σαίν-Ζύστ, τα μπλέ-γκρί- του Μάο, το λεπτό φύλλο των κλασσικών μυθιστορημάτων, και πόσα άλλα…Αυτή η άσβεστη δίψα να μάθουν τα πάντα, που γέμιζε τοσπίτι στην Λάς Κόντες, απ’ τοένα δωμάτιο στο άλλο, απ’ τον Μπαούτσι στον Μιγκέλ. Κάτι άρπαξε απ’ όλα αυτά η Κατίτα.

Ο Μπαούτσι, ο φίλος του Μιγκέλ, απ’ τα δώδεκα τους. Στο σχολείο, στο λύκειο, στην ιατρική, οι καλύτεροι μαθητές, πάντα. Όλοι τά’ξεραν, εκείνα τα όμορφα αγοράκια, στην Κονσεπσιόν. Μια μέρα, ήρθε το M.I.R., και πάλι μαζί, απ’το πρωί ως το βράδυ. Άγγιζε τα όρια του αστείου, δεν μπορούσες να κάνεις τίποτα χωρίς τον Μπαούτσι: είμαι ανυπόφορος, δεν υπάρχει άλλος, εκτός απ’ τον Μπαούτσι, που θα μπορούσε να αντέξει να ζήσει μαζί μου, έλεγες. Ο Μιγκέλ, ο »κόκκινος ήλιος»…Ο Μπαούτσι αγνοούσε τη ζήλεια, τη μικρότητα.

Κι όταν εσύ έφυγες ταξίδι, ο Μπαούτσι έμεινε, καλός άγγελος των ημερών της Κατίτα: όταν δεν ερχόταν να κοιμηθεί στο σπίτι, στην Λάς Κόντες, φρόντιζε να μάθει νέα της, της τηλεφωνούσε στην casona της Λά Κίντα: τι γίνεται; Η τρυφερότητα δεν είναι στις συνήθειες των μελών του M.I.R. και, τώρα, της ήταν τόσο ευχάριστη. Ο Μπαούτσι την βοηθάει διακριτικά. Γίνεται φίλος της.

Εσύ στην Αβάνα.Το εκμεταλλεύεται για να το σκάσει, στην παραλία του Αλγκαρόμπο, να φιλήσει την Καμίλ. Βιάζομαι για το τίποτα, η Κατίτα τό σκασε, μου ξέφυγε. Μακριά ή κοντά είναι τα μαλλιά της; Την ενοχλούν, άραγε, ακόμα  τα ίσια μαλλιά; Μήπως έδεσε το σώμα της, στην άμμο και την κρύα θάλασσα;…Όχι, δεν φορούσε πια το πουκάμισο με τα ρόζ λουλούδια…Δεν μπορώ να δω παρά μόνο τα χέρια της στο τιμόνι του κόκκινου Φίατ 600.

Θυμάμαι ότι η Κατίτα είχε πάει στη θάλασσα τον Γενάρη του 72, το θυμάμαι γιατί τη νύχτα που γύρισες απ’ το ταξίδι, ο Μπαούτσι είχε ανοίξει την πόρτα του σπιτιού των Λάς Κόντες, τον ακολουθούσες εσύ, μαυρισμένος, τα μαλλιά σου είχαν μακρύνει, φορτωμένος βιβλία και τσιγάρα – populares- τα πέταξες όλα καταγής μόλις την είδες, εκείνη, σε πλησιάζει, αισθάνεσαι τη μυρωδιά του αλατιού, την αγκάλιασες τόσο σφιχτά, τόσο…δεν θα ξεχάσω ποτέ τη δύναμη των χεριών σου, την τρεμούλα των δικών μου, που αργόσβηνε, σαν διωγμένη από εκείνη την ενέργεια, την άγρια δύναμη που ακτινοβολούσες, εκείνη, γέλασε, σου ξέφυγε, την τράβηξες στην κουζίνα να φτιάξεις ένα mojitos, ο Μπαούτσι κρατούσε ένα φύλλο μ’εντας, εσύ έρριξες το ρούμι και λεμόνι στιμένο. Αργότερα, τους διηγήθηκες πως πέρασες, ξαπλωμένοι όλοι στο μεγάλο κρεβάτι. Μια έντονη νύχτα αγρύπνιας, μια νύχτα που διαρκεί…ακόμα.

Τον Μπαούτσι ξαπλωμένο στη σκωτσέζικη κουβέρτα του μαυρισμένου ξύλινου κρεβατιού, τα βλέπω στη φαντασία μου ακόμα, χρόνια αργότερα, δεκαπέντε μέρες πριν τη σύλληψη του. Είμαστε μόνοι μας στο δωμάτιο, η πόρτα κλειστή, ο Μιγκέλ μόλις βγήκε, ο Μπαούτσι χαμογελάει, μου μιλά, ο ήχος της φωνής του δίνει ένα σχήμα στην αγάπη του Μιγκέλ. Ο Μπαούτσι με δυσκολία αποκαλύπτει το ανομολόγητο. Η Κατίτα κοιτάζει έξω, τον γαλανό νοεμβριάτικο ουρανό, που κοκκινίζει.

Δεν φανταζόμουν ότι ήταν η τελευταία φορά, Μπαούτσι. Είχες αρνηθεί να μείνεις στο σπίτι. Πάνω απ’ όλα, επειδή δεν ήθελες να βάλεις τον Μιγκέλ σε άσκοπους κινδύνους. Έχω ένα καλό κρησφύγετο, θ’αλλάξω αυτοκίνητο αύριο, του είχες πει με σιγουριά. Κι έτσι σ’ αφήσαμε, μετά το βραδινό, να φύγεις, -ένα δείπνο πραγματικά προς »τιμή σου»- γελούσαμε τόσο πολύ, εσύ να προσπαθείς να σταθείς όρθιος στην στενή σκάλα, με τα πόδια μπερδεμένα στα καλώδια του πομπού, που έπρεπε να ξεμοντάρουμε στην σκοτεινή σοφίτα. Αστειευόμασταν συνέχεια, πίνοντας κόκκινο κρασί. Μερικές μέρες μετά, Μπαούτσι…σ’ έπιασαν.

Ο Μπαούτσι, ο μόνος πραγματικός συνωμότης στην ερωτική ζωή της Κατίτα.

Ο Μπαούτσι…οδηγώντας έξι ώρες, απ’ το Σαντιάγκο στην Κονσεπσιόν, χωρίς στάση, το μπλέ σακάκι του, το γκάζι πατημένο μέχρι τέρμα, ο Μιγκέλ κοιμισμένος, πίσω. Φυγή για δυο μέρες, αποφασισμένη τα μεσάνυχτα, ο Μιγκέλ λέγοντας: οπωσδήποτε πρέπει να σου δείξω, Κατίτα, την desembocadura του Bio- Bio, εκεί που το ποτάμι γίνεται θάλασσα, τους λόφους και τα παρθένα δάση τους, τις απότομες ακτές. Ναι, η Ινές, η Γκατονσίτα, μας περιμένει. Πάμε κι οι τρεις μαζί. Μα κοίτα, κοίτα καλά αυτούς τους βράχους, τα πελώρια κατάλευκα κύματα…κι εκεί – κάτω, πάνω σ’ εκείνη την κορφή του βουνού, ναι, το τελευταίο οχυρό των Αραουκανών κατά των Ισπανών. Η πεζοπορία μέσα στα μονοπάτια που διασχίζουν τους λόφους, οι φωτογραφίες που τραβούσε ο Μπαούτσι, καρρέ-φίξ, γέλια ασταμάτητα.

Ο Μπαούτσι, και οι συζητήσεις για τον Φρόυντ και τον Ράιχ, με την Μαρία και τον Κάρλος,, μια Κυριακή απόγευμα στο πάρκο της λεωφόρου Λύντς.

Ο ΜΠαούτσι κι ο Χοσέ Μιγκέλ Καρρέρα, οι μάχες για την Εθνική Ανεξαρτησία, ο προδότης ‘Ο Χίγγινς.

Ο Μπαούτσι και το βίντεο, οι χωρικοί του Νότου, η κατοχή στο Πρινγκιπούλλι, οι εικόνες στο πανί: πρώτα η έκπληξη, και μετά το ξαναρχίνισμα της ζωηρής συζήτησης.

Ο Μπαούτσι και τα κύρια άρθρα στο EL REBELDE, την εβδομαδιαία επιθεώρηση του M.I.R., οι σκληρές διαμάχες στο εσωτερικό της ηγεσίας του.

Ο Μπαούτσι, όλο με καινούρια πουκάμισα. Πάλι!…- έλεγε ο Μιγκέλ.

Ο Μπαούτσι και η κινέζικη κουζίνα, κυριακάτικο δώρο στους κατοίκους του σπιτιού Λάς Κόντες.

Ο Μπαούτσι κι η Γκλάντυς, το σκοτεινό διαμέρισμα της συνοικίας Σάντα Χούλια, όπου μας πήγαινε στις τρεις το πρωί.

Ο Μπαούτσι κι ο Πάμπλο, ο γιός του, παίζουν μαζί, στην μαύρη άμμο της μακριάς, ατέλειωτης παραλίας του Τσιμπιρίνγκο. Ο Μπαούτσι με το βλέμμα, για μια στιγμή, χαμένο. Ο Μπαούτσι κι η Ινές.

Ο Μπαούτσι κι ο Τζέμς, τη νύχτα της 13ης του Δεκέμβρη του 73, στο παλιό εκκλησάκι των Λός Καπουτσίνος, στη γωνιά της οδού Μητροπόλεως και της λεωφόρου Βραζιλίας. Το Αμπάχο, η παλιά συνοικία του Σαντιάγκο, κοιμάται. Τι έκανε άραγε ο Μπαούτσι όταν »εκείνοι» μπήκαν στην εκκλησία; Μήπως διάβαζε; Μήπως είχε, απλά, κλειστά τα μάτια; Μην ονειρεύονταν;

Ο Μπαούτσι έπεσε, ανώνυμα στόματα ψελλίζουν το μήνυμα, κομμάτια φράσεων, καταλήξεις προτάσεων, δεν ξέρουμε πια από που μας έρχεται αυτός ο ψίθυρος, ποιος πρώτος το είπε, δεν μπορείς βέβαια ν’ απαντήσεις, ούτε π ό τ ε, ούτε, κύρια, πώς, είναι παράνομο, απομόνωση. Ο εχθρός θολώνει τα νερά, ψεύδεται, κάνει τρύκ με κομμάτια αλήθειας, επιβεβαιώνει, κατηγορηματικός, το ψεύτικο, μ’ εκείνη την ασφαλή μέθοδο: να λέει ότι δεν ξέρει τίποτα για κανέναν, τίποτα για την τύχη κάποιου Μπαουτίστα Βάν Σώβεν, συλληφθέντος σε μια εκκλησία στα Βόρεια του Σαντιάγκο, στις 13 του Δεκέμβρη του 1973.

Ποιος ήρθε πρώτος να μας το αναγγείλει; Δεν θυμάμαι πια ούτ’ εγώ, ούτε οι άλλοι. Για να ακριβολογούμε, έσβησαν γρήγορα τις πηγές: όσο λιγότερα ίχνη υπήρχαν για να ακολουθήσει κανείς, όσο λιγότερες αμφίβολες πληροφορίες για να διασταυρωθούν με διηγήσεις του κρατούμενου Βάν Σώβεν, τόσο λιγότερες ερωτήσεις θα είχαν να φοβούνται. Μας χρειάζονταν η πίστη, η δύναμη της  ελπίδας, η αφοσίωση που δείχνουν στη ζωή τους και στην παράλογη συμπεριφορά τους οι επαναστάτες, κρεμόντουσαν λοιπόν και με τα δυο χέρια από δυο λέξεις, τις τελευταίες. Κινούνταν, γραμμένες σε τσιγαρόχαρτο, τις ψιθύριζαν στις επαφές: Ο Μπαούτσι -το είχε ακούσει κάποιος- φωνάζει σε αυτούς που τον βασανίζουν: »Εσείς δεν ξέρετε γιατί βασανίζετε, εγώ ξέρω γιατί πεθαίνω». Ο Μπαούτσ κραυγάζει την πίστη του. Τους φτύνει κατά πρόσωπο: PUEBLO, CONCIENCIA, FUSIL, M.I.R., M.I.R. »O λαός θα νικήσει, το M.I.R.συνεχίζει» ξερνάει στ’ αυτιά τους. Πιστός, πάντα. Δεν άκουσαν άλλες λέξεις απ’ τα χείλια του.

Κάρμεν Καστίγιο

Συνεχίζεται

ιστορία, storia

CUBA,HISTORIA Οι αντικειμενικές αλήθειες και τα όνειρα

fidel.JPG

Το ανθρώπινο είδος επαναβεβαιώνει με ανατρεπτική δύναμη την ύπαρξή του, εδώ και περίπου 230 χιλιάδες χρόνια.

Δεν φέρνω στην μνήμη μου άλλη τέτοια επιβεβαίωση, τέτοιου μεγέθους. Ναι, υπήρξαν άλλα ανθρώπινα είδη, όπως οι Neandertal ευρωπαϊκής ρίζας, ή ένα τρίτο, το ανθρωποειδές της Denisova  στα βόρεια της Ασίας.

Όμως, σε καμιά περίπτωση, δεν υπάρχουν πιο παλιά απολιθώματα, από αυτά του Homo Sapiens στην Αιθιοπία.

Αντίθετα, τέτοια απομεινάρια υπάρχουν από αναρίθμητα είδη που ζούσαν τότε, όπως οι δεινόσαυροι, των οποίων τα απολιθώματα μας δίνουν στοιχεία για πάνω από 200 εκατομμύρια χρόνια. Πολλοί επιστήμονες μιλούν για την ύπαρξή τους πριν την πτώση του μετεωρίτη στον Ισθμό τουTahuantepec  που προκάλεσε τον θάνατό τους και κάποιοι από αυτούς είχαν περίπου 60 μέτρα μήκος.

  Επίσης είναι γνωστή και η προϊστορία του πλανήτη  που σήμερα κατοικούμε, που αποχωρίστηκε από το νεφελώδες ηλιακό σύστημα και πέρασε στην εποχή των παγετώνων σαν συμπαγής μάζα σχεδόν επίπεδη, αποτελούμενη από μια ποσότητα αναπτυσσόμενης ύλης σαφώς καθορισμένης, που σιγά-σιγά θα αποκτούσε ορατά χαρακτηριστικά.  Ούτε γνωρίζουμε ακόμα, πόσα υπολείπονται να ανακαλυφθούν, αλλά και τις ασυνήθιστες χρήσεις που η μοντέρνα τεχνολογία μπορεί να προσφέρει στα ανθρώπινα όντα.

Είναι γνωστό ότι οι σπόροι κάποιων βρώσιμων φυτών ανακαλύφθηκαν και άρχισαν να χρησιμοποιούνται γύρω στα 40 χιλιάδες χρόνια πριν. Ανακαλύφθηκε επίσης χαραγμένο σε πέτρα, αυτό που ονομάστηκε ημερολόγιο σποράς  και που υπήρχε  περίπου  πριν 10 χιλιάδες χρόνια.  Οι επιστήμες πρέπει να μας διδάξουν να είμαστε πάνω από όλα ταπεινοί, δεδομένης της εκ γενετής αυτάρκειάς μας.  Θα ήμασταν πιο προετοιμασμένοι να αντιμετωπίσουμε και συγχρόνως να απολαύσουμε το σπάνιο προνόμιο της ύπαρξης.

  Στον κόσμο της εκμετάλλευσης και της λεηλασίας ζουν αναρίθμητοι γενναιόδωροι και με πνεύμα αυτοθυσίας άνθρωποι, ιδιαίτερα οι μανάδες, στις οποίες η ίδια η φύση δώρισε το εξαίρετο πνεύμα της θυσίας.  Η έννοια του πατέρα, αντίθετα, που δεν υπάρχει στην φύση, είναι καρπός κοινωνικής εκπαίδευσης των ανθρώπινων όντων και παρατηρείται σε κάθε γωνιά, από την Αρκτική που ζουν οι Εσκιμώοι, μέχρι τις πιο θερμές ζούγκλες της Αφρικής, όπου εκεί οι γυναίκες όχι μόνο προσέχουν την οικογένεια, αλλά και δουλεύουν την γη, για να παράξουν τρόφιμα. Όποιος διαβάζει τις ειδήσεις  που βγαίνουν κάθε μέρα, γύρω από τις παλιές και νέες συμπεριφορές της φύσης και τις ανακαλύψεις των μεθόδων για να αντιμετωπίσουμε το χθες, το σήμερα και το αύριο, θα καταλάβαινε τις απαιτήσεις του καιρού μας.   

  Οι υιοί μεταλλάσσονται  με απρόβλεπτο  τρόπο και πλήττουν τα πιο παραγωγικά φυτά ή τα ζώα που προορίζονται για ανθρώπινη τροφή, πράγμα που κάνει πιο ανασφαλή και πιο ακριβή την υγεία του είδους μας και γεννούν και κάνουν πιο βαριές τις αρρώστιες, που χτυπούν, κυρίως, τους μεγαλύτερους ηλικιακά ή τους πιο μικρούς.      

  Πώς να αντιμετωπίσουμε έντιμα τον αυξανόμενο αριθμό δυσκολιών,  που υφίστανται οι κάτοικοι αυτού του πλανήτη;  Θα θεωρούσαμε ότι πάνω από 200 ανθρώπινες ομάδες ανταγωνίζονταν τους πόρους της μάνας Γης. Ο πατριωτισμός είναι απλά το πιο διευρυμένο αλληλέγγυο αίσθημα. Ποτέ δεν θα λέγαμε ότι ήταν λίγο. Με σιγουριά μπορούμε να πούμε, ότι είχε την απαρχή του  στις δραστηριότητες ολιγάριθμων ανθρώπινων ομάδων  που αποτελούσαν οικογένειες, τις οποίες οι ιστορικοί συγγραφείς κατέταξαν στις οικογενειακές φατρίες. Διέτρεξαν την πορεία της συνεργασίας ανάμεσα στις οικογενειακές ομάδες, που δούλευαν μαζί για να εκπληρώσουν τις δουλειές του βεληνεκούς τους. Υπήρξε αγώνας ανάμεσα σε αυτές τις οικογενειακές ομάδες σε άλλα στάδια, μέχρι να φτάσουν τα ανώτερα επίπεδα οργάνωσης, που χωρίς αμφιβολία ήταν η φυλή.  Διένυσαν πάνω από εκατό χιλιάδες χρόνια.  Τα γραπτά στοιχεία που βρίσκονται σε περγαμηνές, παρ όλα αυτά, περιέχουν δεδομένα όχι πάνω από 4 χιλιάδες χρόνια.   

  Η ανθρώπινη ικανότητα να σκέφτεται και να επεξεργάζεται ιδέες ήταν πια αξιοσημείωτη και ειλικρινά δεν πιστεύω ότι οι έλληνες ήταν λιγότερο έξυπνοι, από τον σημερινό άνθρωπο. Τα ποιήματά τους, τα φιλοσοφικά τους κείμενα, τα γλυπτά τους, οι ιατρικές τους γνώσεις, οι ολυμπιακοί αγώνες τους. Οι καθρέπτες τους, με τους οποίους άναβαν τις δάδες, συγκεντρώνοντας τις ηλιακές ακτίνες. Τα έργα του Σωκράτη, του Πλάτωνα, του Αριστοτέλη, του Ασκληπιού, του Αρχιμήδη και άλλων γέμισαν με φως τον αρχαίο κόσμο. Ήταν άνθρωποι ασυνήθιστου ταλέντου. Φτάνουμε, μέσα από μια μακρά πορεία, στο σύγχρονο στάδιο της ιστορίας του ανθρώπου. Κρίσιμες μέρες δεν άργησαν να παρουσιαστούν για την Πατρίδα μας, στα 90 μίλια από το ηπειρωτικό έδαφος των Ηνωμένων Πολιτειών, μετά από μια βαθιά κρίση που χτύπησε την Σοβιετική Ένωση.

  Από την 1η Ιανουαρίου του 1959 η χώρα μας πήρε στα χέρια της την εξουσία της ίδιας της της μοίρας, μετά από 402 χρόνια ισπανικής αποικιοκρατίας και 59 σαν νεοαποικία. Δεν ήμασταν πια ιθαγενείς που δεν μιλούσαν, ούτε καν την ίδια γλώσσα. Ήμασταν μια μίξη λευκών, νέγρων και ινδιάνων  που ενσωματωθήκαμε σε ένα νέο έθνος, με τις αρετές του και με τα ελαττώματά του, όπως όλα τα άλλα.  Κυριαρχούσε στο νησί η τραγωδία της ανεργίας, η υπανάπτυξη και ένα πολύ φτωχό επίπεδο εκπαίδευσης. Οι γνώσεις καθορίζονταν από τον τύπο και από την κυρίαρχη λογοτεχνία των Ηνωμένων Πολιτειών, που παραγνώριζε, αν όχι υποτιμούσε, τα συναισθήματα ενός έθνους που πολέμησε με τα όπλα, για δεκαετίες, για την ανεξαρτησία της χώρας και εν τέλει, ενάντια σε εκατοντάδες χιλιάδες στρατιώτες στην υπηρεσία της ισπανικής μητρόπολης. Είναι απαραίτητο να μην ξεχνάμε την ιστορία του “Ώριμου Φρούτου” (“Fruta Madura”), κυρίαρχη στην αποικιακή νοοτροπία του γειτονικού ισχυρού έθνους, νοοτροπία που έκανε την δύναμή του να επικρατήσει και αρνιόταν στην χώρα, όχι μόνο το δικαίωμα να υπάρχει ελεύθερη σήμερα, αύριο και για πάντα, αλλά και είχε την πρόθεση να προσαρτήσει το νησί μας στο έδαφος αυτής της πανίσχυρης χώρας.   

  Όταν στο λιμάνι της Αβάνας εξερράγη το  βορειοαμερικάνικο θωρηκτό Maine ο ισπανικός στρατός  που απαριθμούσε εκατοντάδες χιλιάδες άνδρες, είχε ήδη πια ηττηθεί. Όπως κάποια μέρα, οι Βιετναμέζοι νίκησαν,   με τον ηρωισμό τους, τον πανίσχυρο στρατό που είχε στην διάθεσή του ανώτερο εξοπλισμό, συμπεριλαμβανομένου και του “ΑgenteNaranja” που επηρέασε τόσους Βιετναμέζους για όλη τους την ζωή. Ο Νίξον, περισσότερο από μια φορά, δοκίμασε την χρήση των πυρηνικών όπλων,  ενάντια σε αυτόν τον ηρωικό λαό. Και όχι μάταια, προσπάθησε, μέσω συζητήσεων, να μαλακώσει τους σοβιετικούς για την παραγωγή τροφίμων σε εκείνη την χώρα. 

  Δεν θα ήμουν ξεκάθαρος, αν δεν αναφέρω ένα πικρό στιγμιότυπο των σχέσεών μας με την ΕΣΣΔ. Αυτό προήλθε από την αντίδραση που είχαμε, όταν μάθαμε την απόφαση του Νικήτα Χρουτσόφ σε σχέση με την Κρίση του Οκτώβρη του 1962, από την οποία τον επόμενο  Οκτώβρη συμπληρώνονται 51 χρόνια.

  Όταν μάθαμε ότι ο Χρουτσόφ είχε συμφωνήσει με τον Kένεντι   την απόσυρση των πυρηνικών βλημάτων από την χώρα, δημοσίευσα ένα κείμενο με τα 5 Σημεία που θεώρησα απαραίτητα για μια συμφωνία.  Ο σοβιετικός ηγέτης γνώριζε ότι αρχικά εμείς, είχαμε προειδοποιήσει τον επικεφαλή Υποστράτηγο της σοβιετικής πυραυλικής άμυνας, ότι η Κούβα δεν ενδιαφερόταν να εμφανιστεί σαν μια εγκατάσταση πυραύλων της ΕΣΣΔ, δεδομένης της φιλοδοξίας της να αποτελέσει παράδειγμα για τις υπόλοιπες χώρες της Λατινικής Αμερικής, στον αγώνα για την ανεξαρτησία των λαών μας. Όμως, παρά ταύτα, ο επικεφαλής Υποστράτηγος αυτών των όπλων, ένας εξαιρετικός άνθρωπος, επέμενε ότι ήταν αναγκαίο να έχουμε κάποιο όπλο που θα έπειθε τους επιτιθέμενους.  Αφού ο ίδιος επέμενε στο θέμα, του εξέφρασα ότι, αν εκείνοι το θεωρούσαν απαραίτητη αναγκαιότητα για την άμυνα του σοσιαλισμού, τότε επρόκειτο πια για άλλο πράγμα, διότι πάνω από όλα ήμασταν επαναστάτες. Του ζήτησα  2 ώρες, ώστε το Διευθυντήριο της Επανάστασής μας να πάρει μια απόφαση. 

  Ο Χρουτσόφ είχε φερθεί πολύ μεγαλόψυχα απέναντι στην Κούβα. Όταν οι Ηνωμένες Πολιτείες σταμάτησαν εντελώς να αγοράζουν την ζάχαρη και απέκλεισαν το εμπόριό μας, αυτός αποφάσισε να αγοράσει ότι είχε απομείνει και στις ίδιες τιμές. Όταν κάποιους μήνες μετά, εκείνη η χώρα διέκοψε να μας δίνει πετρέλαιο, η ΕΣΣΔ μας προμήθευσε τις αναγκαίες ποσότητες αυτού του ζωτικού προϊόντος, χωρίς το οποίο η οικονομία μας θα είχε υποστεί μεγάλη κατάρρευση: ένας αγώνας μέχρι θανάτου θα είχε επιβληθεί, αφού η Κούβα δεν θα παραδινόταν ποτέ. Οι μάχες θα ήταν πολύ αιματηρές τόσο για τους επιτιθέμενους, όσο και για μας. Είχαμε συγκεντρώσει πάνω από 300 χιλιάδες όπλα, συμπεριλαμβανομένων και των  100 χιλιάδων που είχαμε κρατήσει από την τυραννία του Μπατίστα.

  Ο σοβιετικός ηγέτης είχε συγκεντρώσει μεγάλο κύρος. Αυτό ξεκινούσε από την κατάληψη του Καναλιού του Σουέζ, από την Γαλλία και την Αγγλία, τις δύο δυνάμεις που ήταν ιδιοκτήτριες του καναλιού,  αφού με την υποστήριξη ισραηλίτικων δυνάμεων επιτέθηκαν και κατέλαβαν  αυτή την δίοδο. Ο Χρουτσόφ προειδοποίησε ότι θα χρησιμοποιούσε τα πυρηνικά του όπλα ενάντια στους επιτιθέμενους Γάλλους και Άγγλους, που είχαν καταλάβει αυτό το σημείο. Οι Ηνωμένες Πολιτείες κάτω από την καθοδήγηση του Αϊζενχάουερ, δεν ήταν διατεθειμένες εκείνη την στιγμή να εμπλακούν σε ένα πόλεμο. Θυμάμαι μια φράση του Χρουτσόφ εκείνες τις μέρες: “Οι δικοί μας πύραυλοι μπορούν να πετύχουν κουνούπι στον αέρα”. Όχι πολύ καιρό μετά, ο κόσμος αντιμετώπισε ξανά έναν πολύ σοβαρό κίνδυνο πολέμου. Δυστυχώς ήταν ο πιο σοβαρός που γνωρίσαμε μέχρι τότε.

  Ο Χρουτσόφ δεν ήταν ένας οποιοσδήποτε ηγέτης, κατά την διάρκεια  του Μεγάλου Πατριωτικού Πολέμου είχε ξεχωρίσει σαν επικεφαλής Κομισάριος στην άμυνα του Στάλινγκραντ, το σημερινό Βόλβογκραντ, την πιο σκληρή μάχη που είχε διεξαχθεί παγκοσμίως, με την συμμετοχή 4 εκατομμυρίων ανδρών. Οι ναζί έχασαν πάνω από μισό εκατομμύριο στρατιώτες. Η Κρίση του Οκτώβρη στην Κούβα, του κόστισε την θέση. Το 1964, αντικαταστάθηκε από τον Λεονίντ Μπρέζνιεφ.

Υποτίθεται ότι, αν και με υψηλό τίμημα, οι Ηνωμένες Πολιτείες θα εκπλήρωναν την δέσμευσή τους να μην εισβάλουν στην Κούβα. Ο Μπρέζνιεφ ανέπτυξε εξαιρετικές σχέσεις με την χώρα μας, μας επισκέφτηκε στις 28 Ιανουαρίου του 1974, εξέλιξε την στρατιωτική ισχύ της Σοβιετικής Ένωσης, εκπαίδευσε στις στρατιωτικές σχολές της μεγάλης χώρας του πολλούς αξιωματικούς των δικών μας Ενόπλων Δυνάμεων, συνέχισε την δωρεάν  προμήθεια στρατιωτικού εξοπλισμού στην χώρα μας, προώθησε την κατασκευή ενός  ηλεκτροπυρηνικού κέντρου με ψύξη νερού, στο οποίο εφαρμόστηκαν τα μεγαλύτερα δυνατά μέτρα ασφαλείας και υποστήριξε τους οικονομικούς στόχους της χώρας μας.

  Με τον θάνατό του, στις 10 Νοεμβρίου του 1982, τον διαδέχθηκε ο Γιούρι Αντρόποφ, διευθυντής της KGB, ο οποίος και προήδρευσε της τελετής ταφής του Μπρέζνιεφ και ανέλαβε την θέση του Προέδρου της ΕΣΣΔ. Αυτός ήταν ένας πολύ σοβαρός άνθρωπος, έτσι τον εκτιμώ, και επίσης πολύ ειλικρινής.                           

  Μας είπε, ότι αν δεχόμασταν επίθεση από τις Ηνωμένες Πολιτείες θα έπρεπε να αγωνιστούμε μόνοι μας. Τον ρωτήσαμε εάν θα μπορούσε να μας προμηθεύει όπλα δωρεάν, όπως γινόταν μέχρι εκείνη την στιγμή. Μας απάντησε πως ναι. Του απαντήσαμε τότε: “Μην ανησυχείς, στείλε μας τα όπλα και με τους εισβολείς θα ασχοληθούμε εμείς”. Για αυτό το θέμα μόνο λίγοι σύντροφοι γνωρίζαμε, αφού ήταν πολύ επικίνδυνο να έχει ο εχθρός στην διάθεσή του αυτήν την πληροφορία.   

 Αποφασίσαμε να ζητήσουμε από άλλους φίλους τα απαραίτητα όπλα για ένα εκατομμύριο κουβανούς μαχητές. Ο σύντροφος Κιμ Ιλ Σουνγκ, βετεράνος και άψογος μαχητής, μας έστειλε 100 χιλιάδες όπλα ΑΚ και το αντίστοιχο πολεμικό υλικό, χωρίς να χρεώσει ούτε ένα σεντ.                          

 

  Ποιες ήταν οι αιτίες για να ξεσπάσει η κρίση; O Χρουτσόφ είχε αντιληφθεί την ξεκάθαρη πρόθεση του Κένεντι να εισβάλει στην Κούβα πολύ σύντομα, είχαν προετοιμάσει  τις πολιτικές και διπλωματικές συνθήκες, ειδικά μετά την συντριπτική ήττα της μισθοφορικής εισβολής στον Κόλπο των Χοίρων, συνοδευόμενη από αποβατικά  σκάφη του σώματος πεζοναυτών και ένα αεροπλανοφόρο των γιάνκις. Οι μισθοφόροι έλεγχαν τον εναέριο χώρο με πάνω από 40  αεροπλάνα, ανάμεσά τους βομβαρδιστικά Β-26, μεταγωγικά και άλλα υποστηρικτικά. Μια προηγούμενη αιφνιδιαστική επίθεση στην κεντρική αεροπορική βάση, δεν πέτυχε τα αεροσκάφη μας, αφού τα είχαμε διασκορπίσει σε διάφορα σημεία, αυτά που μπορούσαν να μετακινηθούν. Μετά βίας  χτύπησαν κάποια. Την ημέρα της προδοτικής εισβολής, τα σκάφη μας ήταν στον αέρα πριν το ξημέρωμα, με κατεύθυνση τηνPlaya  Girón.  Θα λέγαμε ότι μόνο ένας ειλικρινής βορειοαμερικάνος συγγραφέας περιέγραψε εκείνο το γεγονός σαν καταστροφή. Φτάνει να πούμε, ότι τελικά από εκείνη την περιπέτεια, μόνο 2-3 από τους εισβολείς μπόρεσαν να επιστρέψουν στο Μαιάμι.                                                                  

 

Η εισβολή που προγραμματιζόταν από τις ένοπλες δυνάμεις των Ηνωμένων Πολιτειών ενάντια στο νησί θα είχε τεράστιες απώλειες, πολύ μεγαλύτερες από τους 50 χιλιάδες στρατιώτες που έχασαν στο Βιετνάμ. Δεν είχαν τότε, την εμπειρία που απέκτησαν πολύ αργότερα.

Υπενθυμίζεται ότι στις 28 Οκτωβρίου του 1962 εγώ δήλωσα ότι δεν ήμουν σύμφωνος με την απόφαση – για την οποία δεν μας είχαν συμβουλευτεί και η Κούβα αγνοούσε – της ΕΣΔΔ να αποσύρει τα στρατηγικά της βλήματα, για τα οποία προετοιμάζονταν οι ράμπες εκτόξευσης, που θα ήταν συνολικά σαράντα δύο. Στον σοβιετικό ηγέτη εξήγησα ότι αυτό το βήμα δεν το είχε συζητήσει μαζί μας, βασική και αναγκαία προϋπόθεση  των συμφωνιών μας. Αυτή η ιδέα συμπυκνώνεται σε μία φράση: “ Εσείς μπορείτε να με πείσετε ότι κάνω λάθος, όμως δεν μπορείτε να μου πείτε ότι κάνω λάθος, χωρίς να με πείσετε”, και απαρίθμησα πέντε Σημεία που παρέμειναν ανέγγιχτα:  Τερματισμός του οικονομικού Αποκλεισμού και όλων των μέτρων εμπορικής και οικονομικής πίεσης που εξασκούν οι Ηνωμένες Πολιτείες σε όλα τα μέρη του κόσμου, ενάντια στην χώρα μας. Τερματισμός όλων των υπονομευτικών δραστηριοτήτων, εκτοξεύσεων όπλων και εκρηκτικών, από αέρα και θάλασσα, οργάνωση μισθοφορικών επεμβάσεων, αποστολή κατασκόπων και σαμποτέρ, δράσεις που γίνονται από το έδαφος των Ηνωμένων Πολιτειών και κάποιων συνενόχων χωρών.  Τερματισμός των πειρατικών επιθέσεων, που γίνονται από τις υπάρχουσες βάσεις στις Ηνωμένες Πολιτείες και το Πουέρτο Ρίκο. Τερματισμός όλων των παραβιάσεων του θαλάσσιου και εναέριου χώρου μας από βορειοαμερικάνικα αεροπλάνα και πολεμικά πλοία. Και την απόσυρση της Ναυτικής Βάσης του Γκουαντάναμο και επιστροφή του Κουβανικού εδάφους,  που κατέχουν οι Ηνωμένες Πολιτείες.                                                    

  Είναι πασίγνωστο επίσης, ότι ο Γάλλος δημοσιογράφος Ζαν Ντανιέλ είχε πάρει συνέντευξη από τον πρόεδρο Κένεντι μετά την Κρίση του Οκτώβρη. Του  διηγήθηκε την πολύ δύσκολη εμπειρία που είχε ζήσει και τον είχε ρωτήσει, εάν εγώ γνώριζα πραγματικά τον κίνδυνο εκείνης της στιγμής. Ζήτησε από τον Γάλλο δημοσιογράφο να ταξιδέψει στην Αβάνα, να μιλήσει μαζί μου και να ξεκαθαρίσει αυτό το ερώτημα.  

  Αυτός ταξίδεψε στην Αβάνα και ζήτησε την συνέντευξη.  Επικοινώνησα εκείνο το βράδυ  μαζί του και του είπα ότι ήθελα να τον δω και να συζητήσω μαζί του για το θέμα και του πρότεινα να συζητήσουμε στο Βαραδέρο. Φτάνοντας εκεί, τον προσκάλεσα να φάμε. Ήταν ήδη μεσημέρι. Έβαλα ραδιόφωνο και εκείνη την στιγμή ένα παγερό μήνυμα πληροφορούσε, ότι ο Πρόεδρος είχε δολοφονηθεί στο Ντάλας.   

  Πρακτικά πια, δεν υπήρχε κάτι να πούμε. Εγώ, μετέπειτα, του ζήτησα να μου μιλήσει για την συζήτησή του με τον Κένεντι. Εκείνος ήταν πραγματικά εντυπωσιασμένος με την επαφή μαζί του. Μου είπε ότι ο Κένεντι ήταν μια μηχανή σκέψης, ήταν πραγματικά σοκαρισμένος. Δεν τον ξαναείδα. Από μεριάς μου ερεύνησα ότι μπορούσα, ή καλύτερα υπέθεσα τι έγινε εκείνη την μέρα. Ήταν παράξενη η συμπεριφορά του Λη Χάρβει Όσβαλντ. Ήξερα ότι είχε προσπαθήσει να επισκεφθεί την Κούβα, όχι πολύ καιρό πριν την δολοφονία του Κένεντι και υποτίθεται, ότι πυροβόλησε με μία ημιαυτόματη καραμπίνα με τηλεσκοπικό φακό, ενάντια σε έναν κινούμενο στόχο. Επιπλέον, γνωρίζω την χρήση αυτού του όπλου. Το στόχαστρο όταν πυροβολείς, κινείται και ο στόχος για μια στιγμή χάνεται, πράγμα που δεν συμβαίνει  με τα άλλου τύπου συστήματα στόχευσης οποιουδήποτε όπλου. Το τηλεσκόπιο είναι πολύ ακριβές αν το όπλο στηρίζεται σε βάση, όμως δυσκολεύει αν έχει να κάνει με κινούμενο στόχο. Λέγεται ότι ήταν δύο, διαδοχικοί οι θανάσιμοι πυροβολισμοί σε κλάσματα δευτερολέπτου. Η παρουσία ενός γνωστού λούμπεν, που σκοτώνει τον Όσβλαντ μέσα σε ένα αστυνομικό τμήμα, συγκινημένος από τον πόνο της συζύγου του Κένεντι, φαντάζει ένα κυνικό αστείο.   

  Ο Τζόνσον, ένας ικανός μεγιστάνας του πετρελαίου, δεν έχασε ούτε λεπτό, πήρε το αεροπλάνο με κατεύθυνση την Ουάσιγκτον. Δεν θέλω να καταλογίσω ευθύνες. Είναι δικό τους θέμα, όμως έχει να κάνει με το ότι,  ήταν στα σχέδια    να εμπλέξουν  την Κούβα στην δολοφονία του Κένεντι. Πολύ αργότερα, περνώντας τα χρόνια, με επισκέφτηκε ο γιός του δολοφονημένου Προέδρου και δείπνησε μαζί μου. Ήταν ένας νέος γεμάτος ζωή που του άρεσε να γράφει. Λίγο καιρό μετά, ταξιδεύοντας μια θυελλώδη νύχτα προς ένα νησί για τις διακοπές του, με ένα απλό αεροπλάνο, φαίνεται ότι δεν βρήκαν τον δρόμο και κατέπεσε. Επίσης γνώρισα στο Καράκας την σύζυγο και τα μικρά παιδιά του Ρόμπερτ Κένεντι, που ήταν εισαγγελέας και είχε τελέσει διαπραγματευτής με τον απεσταλμένο του Χρουτσόφ  και είχε ήδη δολοφονηθεί. Έτσι πορευόταν από τότε ο κόσμος.                                                                                                  

  Πολύ σύντομα, τελειώνοντας αυτή την αναφορά, που συμπίπτει με τις 13 Αυγούστου, 87η επέτειο του συγγραφέα της, παρακαλώ να με συγχωρήσετε για οποιαδήποτε ανακρίβεια. Δεν είχα το χρόνο να συμβουλευτώ ντοκουμέντα.                       

 Τα σχεδόν καθημερινά  τηλεγραφικά μηνύματα μιλούν για ανησυχητικά θέματα, που συσσωρεύονται στον παγκόσμιο ορίζοντα.

 Ο  Νόαμ Τσόμσκι, σύμφωνα με το website του τηλεοπτικού καναλιού Η Ρωσία Σήμερα, εξέφρασε: “Η πολιτική των Ηνωμένων Πολιτειών είναι σχεδιασμένη για να αυξάνει την τρομοκρατία”.

“Σύμφωνα με τον έγκυρο φιλόσοφο, η πολιτική των ΗΠΑ είναι σχεδιασμένη με τέτοιο τρόπο ώστε να αυξάνει τον τρόμο μέσα στον πληθυσμό”.                                        

“Οι ΗΠΑ φέρνουν σε πέρας την πιο εντυπωσιακή διεθνή τρομοκρατική καμπάνια που έχουμε δει ποτέ […]”.

“Αυτή η καμπάνια δημιουργεί εν δυνάμει τρομοκράτες”.

“ Κατά την κρίση του, είναι απόλυτα εκπληκτικό, ότι η βορειοαμερικάνικη χώρα, από την μια μεριά διεξάγει καμπάνια μαζικού τρόμου, που μπορεί να γεννήσει τρομοκράτες  ενάντια και σε αυτούς τους ίδιους, και από την άλλη, αξιώνει ότι είναι απόλυτα αναγκαίο, να υπάρχει μαζική αστυνόμευση που να προστατεύει ενάντια στην τρομοκρατία”.

“ Σύμφωνα με τον Τσόμσκι υπάρχουν αναρίθμητες παρόμοιες περιπτώσεις. Μια από τις πιο ονομαστές, κατά την γνώμη του, είναι αυτή του Λουίς Ποσάδα Καρίλες, που κατηγορήθηκε από την Βενεζουέλα για  συμμετοχή  σε  απόπειρα ενάντια σε αεροπλάνο, στο οποίο πέθαναν 73 άνθρωποι”.

  Σήμερα διαφυλάσσω την εξαιρετική ανάμνηση του καλύτερου φίλου που είχα ποτέ στα ενεργά πολιτικά μου χρόνια – ο οποίος πολύ ταπεινός και φτωχός σφυρηλατήθηκε στον Μπολιβαριανό Στρατό της Βενεζουέλας – ,  τον Ούγκο Τσάβες Φρίας. 

  Ανάμεσα στα πολλά βιβλία που διάβασα, εμποτισμένα με την ποιητική και περιγραφική του γλώσσα, υπάρχει ένα που αναδεικνύει την πλούσια κουλτούρα του και την ικανότητά του να εκφράζει με αυστηρούς όρους την εξυπνάδα του  και τις συμπάθειές του, μέσα από τις πάνω από δύο χιλιάδες ερωτήσεις  του δημοσιογράφου, επίσης Γάλλου, Ιγνάσιο Ραμονέ.

 Στις 26 Ιουλίου αυτού του έτους, όταν επισκέφθηκε το Σαντιάγκο της Κούβας, με αφορμή την 60η επέτειο από την επίθεση στο στρατόπεδο της Μονκάδα και  του Κάρλος Μ. ντε Σέσπεδες, μου αφιέρωσε το τελευταίο του βιβλίο:   Oύγκο Τσάβες, η πρώτη μου ζωή

  Έζησα ο ίδιος την εμπειρία και με γεμίζει περηφάνια, ότι έχω συνεισφέρει στην επεξεργασία αυτού του έργου, διότι ο Ραμονέ με υπέβαλε σε ανάλογο αδυσώπητο ερωτηματολόγιο, που εκτός των άλλων χρησίμευσε για την προπόνηση του συγγραφέα σε αυτό το υλικό.  

  Το χειρότερο είναι ότι δεν μπόρεσα να ολοκληρώσω το έργο μου σαν καθοδηγητής, όταν του υποσχέθηκα να το ξαναδώ.  

  Στις 26 Ιουλίου του 2006 αρρώστησα βαριά. Μόλις κατάλαβα ότι ήταν οριστικό, δεν δίστασα ούτε στιγμή να  ζητήσω, στις 31 Ιουλίου, να σταματήσω να εξασκώ τις ευθύνες μου σαν Πρόεδρος του Συμβουλίου του Κράτους και των Υπουργών και πρότεινα στον εντεταλμένο σύντροφο να ασχοληθεί με το έργο της άμεσης διαδοχής. 

  Μου απέμεινε να ολοκληρώσω την επανεξέταση που είχα υποσχεθεί στο 100 ώρες με το Φιδέλ. Ήμουν ξαπλωμένος, έτρεμα μην χάσω την ροή της γνώσης καθώς υπαγόρευα και μερικές φορές με έπαιρνε ο ύπνος. Ωστόσο, μέρα με την μέρα ανταποκρινόμουν στις διαβολεμένες ερωτήσεις, που μου φαίνονταν ατέλειωτα μεγάλες. Όμως επέμεινα, μέχρι που τελείωσα. 

  Δεν μπορούσα να φανταστώ ότι η ζωή μου θα παρατεινόταν άλλα επτά χρόνια. Μόνο έτσι είχα το προνόμιο να διαβάσω και να μελετήσω πολλά πράγματα που έπρεπε να έχω μάθει νωρίτερα. Θεωρώ ότι οι νέες ανακαλύψεις μας έχουν εκπλήξει όλους. 

  Στον Ούγκο Τσάβες υπήρχαν πολλά ερωτήματα προς απάντηση, από την πιο σημαντική στιγμή της ύπαρξής του, όταν ανέλαβε το πόστο του σαν Πρόεδρος της Δημοκρατίας της Βενεζουέλας.

Δεν υπάρχει μία μόνο ερώτηση προς απάντηση, στις πιο λαμπρές στιγμές της ζωής του. Αυτοί που τον γνώρισαν καλά, ξέρουν την προτεραιότητα που έδινε στις ιδεολογικές προκλήσεις. Άνθρωπος της δράσης και των ιδεών,  τον αιφνιδίασε αυτή η μορφή της επιθετικής αρρώστιας που τον έκανε να υποφέρει αρκετά, όμως  την αντιμετώπισε με μεγάλη αξιοπρέπεια και βαθύ πόνο για την οικογένεια και τους κοντινούς φίλους, που τόσο αγάπησε. Ο Μπολίβαρ ήταν ο δάσκαλός του και ο οδηγητής, που προσανατόλισε τα βήματά του στην ζωή. Και οι δύο συγκέντρωσαν το αναγκαίο μεγαλείο, για να καταλάβουν μια τιμητική θέση στην ανθρώπινη ιστορία.

 Όλοι περιμένουμε τώρα το Ούγκο Τσάβες η δεύτερη ζωή μου.   Χωρίς αυτόν, την αυθεντικότερη από όλες τις ιστορίες, κανείς δεν θα μπορούσε να την γράψει καλύτερα. 

Φιδέλ Κάστρο Ρουζ

cubaniagriega

https://solidariagriega.wordpress.com/2016/07/01/%CE%BF%CE%B9-%CE%B1%CE%BD%CF%84%CE%B9%CE%BA%CE%B5%CE%B9%CE%BC%CE%B5%CE%BD%CE%B9%CE%BA%CE%AD%CF%82-%CE%B1%CE%BB%CE%AE%CE%B8%CE%B5%CE%B9%CE%B5%CF%82-%CE%BA%CE%B1%CE%B9-%CF%84%CE%B1-%CF%8C%CE%BD%CE%B5/

ανατρεπτική τέχνη, arte ribelle

Μια νύχτα στο Σαντιάγκο,το γαλάζιο σπίτι της Σάντα Φέ – ε]

Νοέμβρης του ’73, ο άνεμος χορεύει ανάμεσα στις λεύκες.Η Οφήλια κάθεται, στη σκιά, σ’ ένα τραπεζάκι ενός καφέ της λεωφόρου Σουεσία. Η Κατίτα προσέχει το ζωηρό κόκκινο πουκάμισο και τα μαύρα γυαλιά πάνω στο περιοδικό μόδας, την αγκαλιάζει χωρίς κανένα δισταγμό. Οι έγνοιες πετούν μακριά στο ανοιξιάτικο αεράκι. Η άνεση της Οφηλίας, σαν να ειρηνεύει τον παραλογισμό εκείνων των ημερών. Η Οφηλία συμφωνεί, θ’ αγοράσει στ’ όνομα της το γαλάζιο Σπίτι της Σάντα Φε.

Δεν καταλαβαίνει και πολύ καλά γιατί θέλει τόσο πολύ εκείνο το αστείο σπίτι, με την εξεζητημένη διακόσμηση και την άβολη διαρρύθμιση. Η κουζίνα στην άλλη άκρη της ταράτσας, τεράστιο μπάνιο, με εκείνο το γελοίο ντους στη μέση, και, μόνο τρία, μικρά δωματιάκια. Η αλήθεια είναι ότι βρίσκεται σε καλή κατάσταση και είναι χαρούμενο σπίτι: οι τοίχοι της αυλής σαν ζωγραφισμένοι, με τις αναρριχόμενες τριανταφυλλιές, ένα φροντισμένο κλήμα  τριγυρίζει το μαύρο πλακόστρωτο.

Η ιδιοκτήτρια εκστασιάζεται μπροστά στην Οφήλια, αυτή τη νέα γυναίκα με το επιχειρηματικό μυαλό, πλούσια από πρώτη ματιά, που ζητάει να επενδύσει σε ακίνητα την κληρονομιά που δέχτηκε πρόσφατα, πριν φύγει στο εξωτερικό για σπουδές. Η ιδιοκτήτρια είναι μια χοντρή, δραστήρια πενηντάρα, ίδια καρικατούρα του επιθετικού μικροαστισμού. Κοκορεύεται αρειμανίως για τη δράση της στην απεργία των γυναικών των φορτηγατζήδων, στους κήπους της βουλής. Υμνολογάει τις δόξες και τις καλοσύνες της στρατιωτικής κυβέρνησης. Δεν την εμπόδιζαν ούτε και τα προβλήματα που άρχιζε νάχει. Έβλεπε ότι ήταν αναγκασμένη να πουλήσει το σπίτι της, το σπίτι που έχτισε με τα ίδια της τα χέρια. Η Οφηλία παρηγορούσε κάπως τα βάσανα της.

 

Η πληρωμή πρέπει να γίνει,νωρίς το πρωί, σε μια τράπεζα της Γκραν Αβενίντα. H Oφηλία φέρνει το ρευστό μέσα σ’ ένα καλάθι. Έτρεμε απ’ την προηγούμενη κιόλας, στη σκέψη ότι είχε να κρύψει τόσα χαρτονομίσματα μέσα σ’ ένα σωρό κουρέλια. Στην τράπεζα οι υπάλληλοι εκπλήσσονται στη θέα των δεσμίδων, τους παίρνει ώρες να τα μετρήσουν ένα-ένα.

 

H δουλειά τέλειωσε. Το απόγευμα, η Οφήλια, η ιδιοκτήτρια κι η Κατίτα ξανασυναντιούνται στο γαλάζιο σπίτι της Σάντα Φέ.

Η ιδιοκτήτρια: Θα νοικιάσετε, λοιπόν, δεσποινίς Οφηλία, το σπίτι στη φιληνάδα σας, αλλά θα ξαναγυρίσετε σ’ ένα χρόνο, ε; Μην ξεχνάτε, εκεί-πέρα, ότι δεν υπάρχει καλύτερο πράγμα στον κόσμο από την Πατρίδα.

Οφηλία: Κυρία μου, από δω η Χιμένα, έχει δυο δίδυμα κοριτσάκια, σας έχω πει ήδη ότι ο άνδρας της υποφέρει από μια αρρώστια στα νεφρά, κι ότι θάρθουν να μείνουν για λίγο μαζί της ο άντρας της κι η κουνιάδα της.

Η ιδιοκτήτρια: Αυτή είναι οικογένεια, δεν σταματώ να το επαναλαμβάνω στους γυιούς μου.

Φαίνεται να μαλακώνει μπροστά στη νέα γυναίκα και τη δυστυχία της. Σιγουρεύτηκε και για το σπίτι, οι νοικάρηδες είναι καλοί άνθρωποι, φτωχοί αλλ’ από καλή οικογένεια.

Η ιδιοκτήτρια: Καημένη μικρή μου, σας καταλαβαίνω, οι άνθρωποι δεν έγιναν για να αρρωσταίνουν…Τα κοριτσάκια θα περάσουν καλά εδώ, η γειτονιά είναι ήσυχη. Μην τ’ αφήνετε όμως απ’ τα μάτια σας, υπάρχουν πολλές δυσάρεστες εκπλήξεις στις νότιες συνοικίες του Σαντιάγκο…Και το συγύρισμα του σπιτιού, σενιόρα Χιμένα, χρειάζεται χρόνο…Να περιποιείστε το κλήμα, μέσα σε δυο χρόνια θάχετε ωραία μαύρα σταφύλια.Για το κρέας και τα πουλερικά, δεν υπάρχει καλύτερος και φθηνότερος απ’τον φίλο μου το χασάπη, τριάντα μέτρα πιο κάτω. Τον ξέρω χρόνια, πάντα, τα χρόνια της έλλειψης τροφίμων, μου φύλαγε καλά κομμάτια. Και πολέμησε πολύ τον Αλλιέντε και τους κομουνιστές…Σας αρέσει αυτό το σκούρο μπλε χρώμα της κάμαρας που βγάζει στον κήπο; Το καλύτερο δωμάτιο, δίκιο έχετε, εκεί κοιμόμουνα. Πάρτε και το τηλέφωνο μου, δεν ξέρεις καμιά φορά…μπορεί να χρειαστείτε και άλλες πληροφορίες.

Της ερχόταν άσχημα, της ιδιοκτήτριας, ν’ απομακρυνθεί οριστικά από το σπίτι της. Η ιστορία που, πολύ διακριτικά, σκάρωσε η Οφηλίας, κυκλοφορούσε κιόλας στη γειτονιά. Τέλεια.

 

Ένας μήνας και κάτι βδομάδες δουλειάς και απρόοπτων συναντήσεων, κινδύνων και παράξενων στιγμών, που ζήσαμε μαζί. Ο χρόνος δεν κυλούσε με τον ίδιο τρόπο. Η φιλία ποτέ δεν θα χαθεί. Τα μελιά μάτια της Οφήλιας, η ομορφιά και η αυστηρότητα της.

Η Οφηλία δούλευε στο θέατρο με τη μητέρα μου. Στ’ όνομα της αγοράστηκε το σπίτι της Σάντα Φέ. Εκείνη ζούσε στην Μ. Βρετανία. Δεν μπορούσαν να την αγγίξουν, θα της απαγόρευαν όμως, σε λίγο την παραμονή στη Χιλή.

 

Στις αρχές του Δεκέμβρη του ’73, είχαμε επί τέλους, ευπρεπίσει το σπίτι. Τώρα έπρεπε να το κάνει η Κατίτα κατοικήσιμο, να φροντίσει με πολύ προσοχή κάθε λεπτομέρεια για την ασφάλεια μας: χρειάζονταν κουρτίνες στα παράθυρα που έβλεπαν στο δρόμο, καθώς και μερικές λάμπες, γλόμποι, μπλε και άσπροι, μερικά έπιπλα, για να δίνουμε περισσότερο την εντύπωση μιας κανονικής οικογένειας. Ο Μιγκέλ ανέλαβε την μετακόμιση μερικών πραγμάτων απ’ το πράσινο σπίτι. Δεν ξέρω από που ξετρύπωσε το φορτηγάκι.

Αλλά η ευθυμία δεν ήταν όση θάπρεπε. Απ’ τις 13 του Δεκέμβρη ψάχναμε απελπισμένα τον Μπαούτσι. Ο Μιγκέλ, ο Αντρές και οι άλλοι όργωναν τους δρόμους, ξεγλιστρούσαν απ’ τους ελέγχους του στρατού, σύχναζαν σε κάθε δημόσιο μέρος, κάθε συνοικία, όπου θα μπορούσε να πάει ο Μπαούτσι. Ο Μιγκέλ έφτασε να πλησιάσει μέχρι και την εκκλησία, όπου έλεγαν ότι πέρασε την τελευταία του νύχτα, πριν εξαφανιστεί, ο Μπαούτσι. Κατάστρωνε ενέδρες, με την τρελή ελπίδα να πάρει πίσω τον Μπαούτσι σε καμιά μεταφορά απ’ την φυλακή, να εμποδίσει πάση θυσία τον εχθρό να τον βάλει οριστικά στο χέρι. Κοπιαστικές μέρες, διαδέχονταν η μια την άλλη. Τίποτα. Ούτ’ ένα ίχνος του Μπαούτσι.

Μερικές μέρες πριν τα Χριστούγεννα, οι λινές κουρτίνες είχαν κρεμαστεί στα παράθυρα. Υπήρχαν ήδη τα χρειώδη, δεν είχε όμως ακόμα καθοριστεί η μέρα της εγκατάστασης. Η Κατίτα βιαζόταν ν’αρχίσει μια καινούργια ζωή σ’ αυτό το σπίτι όπου ο Μιγκέλ θα ήταν ασφαλής. Η αναζήτηση του Μπαούτσι ήταν πια πολύ επικίνδυνη.

Το βράδυ της 24ης Δεκέμβρη του 73, ο Μιγκέλ μπαίνει για πρώτη φορά στο σπίτι, στη Σάντα Φέ. Δεν είδε, δεν πρόσεξε το μπλε, αν και θα μπορούσε να κάνει την σύγκριση – το γαλάζιο χρώμα του σπιτιού, σαν το εξωτερικό των τοίχων του άλλου στη Λας Κόντες, όπου έζησε τόσον καιρό μαζί του ο Μπαούτσι. Εκείνα τα σπίτια…Το ένα μου υποβάλλει το άλλο.

συνεχίζεται

 

 

ανατρεπτική τέχνη, arte ribelle

Μια νύχτα στο Σαντιάγκο,το γαλάζιο σπίτι της Σάντα Φέ – δ]

Στο μεταξύ, στο πράσινο σπίτι της Γκράν Αβενίντα, η ασταμάτητη δουλειά της Αμπουέλα άρχισε να αποδίδει καρπούς. Διαλαλούσε στη γειτονιά: »Ο γυιός μου κι ο γαμπρός μου είναι εμπορικοί αντιπρόσωποι – αλλ’ αυτό το ξέρετε, έ; Στις 11 Σεπτέμβρη βρίσκονταν στο Βαλπαραίζο. Κι όπως θα φαντάζεστε,δεν μπορούσαν να γυρίσουν εξαιτίας της ανωμαλίας. Θα τους είναι δύσκολο να ξαναρχίσουν κανονικά τη δουλειά. Θα χρειαστεί να λείπουν συχνότερα- και ξέρετε, Senora, τους είχα συνηθίσει να τους βλέπω όλους γύρω μου. Το αφεντικό – ευτυχώς – είναι καλός άνθρωπος, τους δάνεισε και το αυτοκίνητο του. Έτσι,τουλάχιστον, θα πηγαίνουν πιο γρήγορα απ’ το ένα μέρος στο άλλο. Εγώ, Senora, από πολιτική δεν καταλαβαίνω. Τίποτα καλό δεν μπορεί να βγει απ’ αυτήν την κόλαση. Παλιά, στην παλιά μου γειτονιά, είχ’ αρχίσει να μελετώ τη Βίβλο. Senora, λένε ότι η συντέλεια του κόσμου δεν είναι μακριά. Αυτό πρέπει να πιστέψουμε…αν δούμε πως απλώνεται το κακό…Τα παιδιά; Θα τα κρατήσω σπίτι: θα τρώνε καλύτερα, θα είναι πιο ήσυχα.Μπα, καθόλου δεν μου είναι βάρος, παίζουν μεταξύ τους. Ούτε μ’ αρέσει να είμαι συνέχεια στο δρόμο. Αυτά τα παιδιά, τα callejeros, κακομαθαίνουν.

Έπρεπε να βρούμε καιρό, για να μάθουμε στα παιδιά τους καινούργιους κανόνες του παιχνιδιού. Τα τρία εγγονάκια της Αμπουέλα κατάλαβαν τον κίνδυνο που δημιουργούσε το επίθετο τους. Άκουγαν στο ραδιόφωνο και στην τηλεόραση τις στρατιωτικές ειδήσεις, κάθε μισή ώρα, που ανακοίνωναν τον κατάλογο των είκοσι κορυφαίων καταζητούμενων – ανάμεσα τους φιγουράριζε ο πατέρας τους και οι θείοι τους. Δεν δυσκολεύτηκαν να θυμούνται ένα καινούργιο όνομα. Να σταματήσουν το σχολείο δυο μήνες πριν τελειώσει η σχολική χρονιά; – δεν είχαν καμία αντίρρηση. Η Μαρίζα προσφέρθηκε να συνεχίσει τα μαθήματα τους.

Για την Καμίλ και την Χαβιέρα, τα πράγματα ήταν πιο σύνθετα. Ήταν τεσσάρων χρόνων. Ο Μιγκέλ έκανε ένα τραγούδι, σκάρωσε ποιηματάκια, ήταν τρισευτυχισμένες. Τα πιο όμορφα κοριτσάκια του κόσμου δεν γινόταν να λέγονται αλλιώς: Καμίλ Λίντα, Καμίλ Σιμπέλλ, Χαβιέρα Λίντα, Χαβιέρα Σιμπέλλ. Έβαλαν τα ονόματα τους βαθιά στο μυαλό τους.

Στην κλειστή από παντού αυλή, ξεχύνονταν οι φωνές των κοριτσιών που καλούσαν τους γονείς τους. Οι γείτονες χαμογελούσαν, διασκεδάζοντας: »Τι ωραία να τις ακούς». Η καλοπροαίρετη περιέργεια τους ξεπεράστηκε, η παρουσία των παιδιών γινόταν η ζωντανή έκφραση μιας φυσιολογικής οικογένειας. Η ομάδα αποκτούσε μια οντότητα. Οι οικογένειες οργανώνονταν: αστυνομικές ταυτότητες, οικογενειακό βιβλιάριο για κάθε ανδρόγυνο, κάρτες εγγραφής στο εθνικό Κόμμα, άδεια οδηγού, αριθμός εγγραφής στην Εφορία, πιστοποιητικά γέννησης. Ο καθένας είχε κι από ένα φουσκωμένο χαρτοφύλακα, χωρίς να χρειαστεί να περάσει από τις απαραίτητες διοικητικές διατυπώσεις.

 

Έφτασε έτσι μια μέρα που αποφάσισες να ξαναμείνεις για λίγες εβδομάδες στο πράσινο σπίτι.

H άνοιξη προχωρούσε, το χιόνι της Κορδιλλιέρας έλιωνε σιγά-σιγά, το νερό του ποταμού Έλ Μαπότσο ανέβαινε και κυλούσε κάνοντας κυματάκια. Ήταν Οκτώβρης του ’73. Για τρεις βδομάδες ο μικρός τομέας πληροφόρησης είχε δουλέψει συνέχεια, οι καταζητούμενοι – χωρίς κομματικές διακρίσεις – έπαιρναν καινούργιες ταυτότητες, τα δίκτυα αποκτούσαν αθόρυβα ένα ρυθμό, συνήθιζαν στο κλίμα των καιρών, δούλευαν με τάξη και ακρίβεια. Το στροβίλισμα σε προσωρινές κρύπτες τελείωσε, οι παράνομοι ήταν κάπου εγκατεστημένοι και σκορπισμένοι στην πόλη, μπορούσαμε τώρα να επιβραδύνουμε το ρυθμό, να στραφούμε σε καινούργιες επιτακτικές ανάγκες. Έπρεπε να ασχοληθούμε με την ανάλυση του πραξικοπήματος, να αποσαφηνίσουμε την συνθετότητα της περιόδου που άρχιζε, να ανιχνεύσουμε τις προοπτικές, να συγκεκριμενοποιήσουμε τα καθήκοντα. Είχες ανάγκη από ένα σταθερό, ειρηνικό κατάλυμα, ξαναγύρισες στο δωμάτιο που έβλεπε στον κήπο, εργαζόσουν εκεί, πυρετωδώς: να ξαναδείς τους φακέλλους με τις πληροφορίες για τους τελευταίους μήνες της λαϊκής κυβέρνησης, να διακρίνεις την εξέλιξη των κινήσεων του στρατού στο πραξικόπημα, τις ταξικές συμμαχίες, τις στρατηγικές των αντιπάλων.  Ξαναδιάβαζες το αρχείο του τύπου, παρακολουθούσες με προσοχή κάθε απόφαση,  κάθε διάταγμα, ή διακήρυξη της δικτατορίας – αναμετρούσες το μέγεθος της ήττας, την κατάσταση που βρίσκονταν οι δυνάμεις της Αριστεράς,  του μαζικού κινήματος – μάζευες στοιχεία, όσο πιο πολλά και πιο συγκεκριμένα μπορούσες.

Ο μαρξισμός,το εργαλείο για την ανάλυση της πραγματικότητας, που θα έπρεπε να καθορίσει μια πρακτική…Σου χρειαζόταν ένα μίνιμουμ θεωρητικών και πολιτικών βιβλίων, κατάφεραν να κυκλοφορούν στο Σαντιάγκο, λίγο μεταποιημένα: με το κόλπο αλλαγής εξωφύλλου, ο Τρότσκυ περνούσε για το »Όσα παίρνει ο Άνεμος», ο Κλαουντίν για το »Κόκκινο και Μαύρο», ο Λένιν για τους »Άθλιους», ο Πουλαντζάς σαν το »LA CASA VERDE»…

Καθόσουν κι έγραφες στο μεγάλο τραπέζι, το  τραπέζι με το κρυφό συρτάρι που μας συντρόφευε χρόνια…Σε βλέπω, σκυμμένο στα χαρτιά σου, συνοφρυωμένο, ψάχνοντας μια ιδέα, και ξαφνικά, τη χαρά στο πρόσωπο σου: το βρήκα, Κατίτα…Η αλληλογραφία είχε ποτιστεί απ’ αυτόν τον ζωηρό τόνο, η πολεμική πάντα ανοιχτή – πως να χαρακτηριστεί η αντεπανάσταση; πως θα οργανωθεί η αντίσταση; δεκαπέντε μέρες, όλα’ αυτά αποκρυσταλλώθηκαν σ’ ένα ντοκουμέντο: κάθε λέξη του και μια συγκεκριμένη έννοια, κάθε ιδέα οδηγός για δράση. Δεν μπορώ να το παραθέσω ολόκληρο, – αυτή η ανάλυση όμως, της δικτατορίας στη Χιλή, δεν έχει χάσει μέχρι σήμερα, τέσσερα χρόνια μετά την σύνταξη της, την επικαιρότητα της. Εκφράζει σ’ ένα βαθμό, την ευφυία σου ως πολιτικού ανδρός, εκείνη την επιμονή που εξέπληττε φίλους και εχθρούς. Βλέπω το πάθος που ακτινοβολούσε, και που γέμιζε όλο το σπίτι, όταν εκφραζόσουν. Έγραφες, η Κατίτα – η μελάνη υγρή ακόμη – χτυπούσε κάθε σελίδα στην γέρικη γραφομηχανή, η Μαρίζα φωτογράφιζε. Τα πρώτα αντίτυπα, σε μικρογραφία, μοιράστηκαν το Νοέμβρη σ’ όλους τους πυρήνες του MIR. Πολύ απείχαν απ’ την επιθυμητή τελειότητα, μερικές σελίδες δεν διαβάζονταν, αλλά και πόση περηφάνια έκλεινε μέσα του κάθε κουτάκι nivea, κάθε πακέτο μακαρόνια lucketti, κάθε barretin, κάθε κρύπτη όπου κλείναμε την μπροσούρα και διάφορα μηνύματα, προσεκτικά τυλιγμένα σε πλαστικό. Το MIR καθόριζε μια τακτική δράσης, εξαιρετικά στενά χρονικά περιθώρια, όσοι πυρήνες αντίστασης δημιουργούνταν, δέχονταν ένα σαφή προσανατολισμό και καθοδηγητικές γραμμές.

 

Το πράσινο σπίτι…αυτό μας προστάτεψε τους πρώτους μήνες, μας έσπρωξε απαλά στο χώρο της παρανομίας, εκεί μου ανοίχτηκες, εκεί ανακαλύψαμε ο ένας τον άλλον. Έλεγες αν η άστατη μνήμη μου δεν με ξεγελά, Μιγκέλ: εδώ είναι καλύτερα απ’ οποιοδήποτε πολυσύχναστο τόπο, πρέπει, όμως ν’ αποφεύγουμε να παίζουμε με την baraka…

Ένα πρωί ρώτησες: Κατίτα, τι σκοπεύεις να κάνεις; το σκέφτηκες καλά; και τα κορίτσια;…

 

Δεν χρειαζόταν να προσποιηθεί ότι σκέφτεται, δεν δίσταζε πια, ακολουθούσε, απλά, το δρόμο της. Γύρω της, δεν έβλεπε τίποτα άλλο από πρόσωπα αποφασισμένα,άντρες και γυναίκες, που μάτωναν κάτω απ’ τα χτυπήματα αλλά το μόνο τους μέλημα ήταν να τ’ανταποδώσουν, που βασανίζονταν γι αυτόν τον λαό που αργοπέθαινε, αλλά δεν υποχωρούσαν. Απ’αυτούς άρχισε να παίρνει μαθήματα για να νικήσει την αδυναμία της – κι έμαθε γρήγορα. Αναφαίνονταν τώρα οι υποχρεώσεις μιας δεύτερης ή και τρίτης ζωής,το κοινωνικό πρόσωπο της Κατίτας εξανεμίζονταν, κι αυτή, απελευθερωμένη, χαρούμενη, παραδίνονταν σε μια πρωτόγνωρη εσωτερική γαλήνη, αυτό ήταν η παρανομία. Η μάχη γινόταν κάτι απτό, υλικό, ξεκάθαρο, καθημερινό, την Κατίτα δεν την ένοιαζε  τίποτ’ άλλο παρά να μπει κι αυτή στο  παιχνίδι. Βιαζόταν ν’ ανακαλύψει τη συμπεριφορά που απαιτούνταν, ήθελε να πάρει μια θέση δίπλα στον άντρα της.

Στάθηκε η ίδια απέναντι στη μοίρα της, την άρπαξε – γιατί να την αποφύγει: αυτή, που ήταν όλη αγάπη, που έδινε και τον εαυτό της από αγάπη; Κανείς δεν την υποχρέωνε για τίποτα. Στην ερώτηση του, η απάντηση ήταν σταθερή: θα μείνω…ακόμα κι αν δεν θέλεις, ακόμα και μακριά σου. Τα κορίτσια;…Δεν βλέπω τι άλλο καλύτερο μπορούμε να τους προσφέρουμε απ’ το να μείνουμε όλοι μαζί. Την κοίταξε απορημένος, έκπληκτος απ’ την βεβαιότητα, τη σιγουριά της, κι έσκασε στα γέλια. Είδε ότι δεν υπήρχε τίποτα ηρωικό σ’ αυτήν, ότι ήταν…λάθος. »Πήγαινε, λοιπόν, ανάλαβε να βρεις ένα καινούργιο σπίτι, θα ξανακουβεντιάσουμε τις λεπτομέρειες για την εγγύηση».

 

Θα την θυμόταν, αργότερα, αυτή τη στιγμή. Πάντα με απορία. Ούτε ο παραμικρός δισταγμός, ούτε μια στιγμή δυσφορίας, θα του κρατούσε κακία σ’ όλη της τη ζωή. Είχε ακολουθήσει μια διαίσθηση: την περίμενε το απρόβλεπτο, το ακατονόμαστο. Είχε αντιδράσει απ’ την πρώτη στιγμή, και για τον εαυτό της.

Ναι, η Κατίτα ξανάζησε, αισθάνθηκε, υψώθηκε σε κάθε στιγμή εκείνης της εποχής, όταν η άρνηση της να εγκαταλείψει τη χώρα φάνταζε σαν την πιο εγωιστική πράξη της ζωής της…Τη θυμόταν μ’ευχαρίστηση. Της συνέβαινε συχνά να μιλάει δυνατά μόνη της, να γελάει χωρίς λόγο, να αφαιρείται, ξαφνικά. Κάποτε-κάποτε την κοίταζαν παράξενα, εξηγούσε αόριστα: είμαι χαρούμενη, αυτό είν’ όλο…Αδύνατο να καταλάβουν ότι το χαμόγελο της ξεπηδούσε απ αυτή την ανυπότακτη θύμηση που την συνέπαιρνε απροειδοποίητα, που κύλαγε απ τα μάτια στο στόμα.

 

συνεχίζεται

Μιά νύχτα στο Σαντιάγκο, της Κάρμεν Καστίγιο