σύγχρονα κινήματα, movimenti di oggi

Ρουβίκωνας: Παρέμβαση στην οικία του πρέσβη της Βραζιλίας (+βίντεο)

Το πάθος του καπιταλισμού για κέρδη και επέκταση είναι ακόρεστο. Οι επιπτώσεις της περιβαλλοντικής καταστροφής αργούν λίγα χρόνια να φανούν, δεν υπάρχει η άμεση απειλή. Γιαυτό και οι περιβαλλοντικές μάχες είναι πάντα δύσκολες. Αλλά τελικά περιοχές που κάηκαν πλημμυρίζουν και κόσμος πεθαίνει. Η θερμοκρασία ανεβαίνει παντού. Τα νερά λιγοστεύουν. Εκτός από τον Αμαζόνιο κάηκε και η Σιβηρία. Στο νοσηρό αυτό πάθος του κέρδους τα θύματα θα είμαστε όλοι. Δεν είναι βέβαιο ότι ο αγώνας αυτός θα κερδηθεί πριν η ζημιά να γίνει ανεπίστρεπτη. Για να κερδηθεί όμως πρέπει να γιγαντωθεί, πρέπει να απειλήσει το κράτος με την ισχύ του. Ο καθένας και η καθεμιά πρέπει να αναρωτηθεί αν τελικά θα συνεχίσει να μην παίρνει χαμπάρι τίποτα και να αδιαφορεί για το που και πως θα ζει μετά από 4-5 χρονια αυτός/ή και τα παιδιά… Ή αν θα πληροφορηθεί τι συμβαίνει και θα πλαισιώσει τους αγώνες που διεξάγονται σε τόσα μέτωπα στην Ελλάδα δίνοντας την μάχη για την γη και την ελευθερία…

Βραζιλία Περιβάλλον / Οικολογία Καταστροφή δασών


Ας κάνουμε μια υποθετική προβολή αυτού που συμβαίνει στην Βραζιλία, εδώ στην Ελλάδα.

Η μισή χώρα δηλαδή να ήταν τροπικό δάσος στο οποίο ζουν διάσπαρτες φυλές «πρωτόγονων» ιθαγενών. Το δάσος αυτό θα μπορούσε να προμηθεύσει άπειρη ξυλεία, θα μπορούσε να χερσωθεί και να γίνει είτε καλλιεργήσιμη γη είτε βοσκοτόπια για αγελάδες, ενώ στο υπέδαφός του υπάρχουν τεράστια κοιτάσματα χαλκού, χρυσού και άλλων ορυκτών. Την ίδια στιγμή αυτό το δάσος είναι καθοριστικής σημασίας για την περιβαλλοντική επιβίωση, όχι μόνο της Βραζιλίας, αλλά όλου του πλανήτη. Τι θα είχε συμβεί εδώ;

Θα είχαν διαμορφωθεί τέσσερις πλευρές. Μια πλευρά δεν θα είχε πάρει χαμπάρι τίποτα και δεν θα την ένοιαζε τίποτα. Μια πλευρά θα ήταν αυτοί που θα προσπαθούσαν να υπερασπιστούν το δάσος με κάθε μέσο και θα υποστήριζαν ότι πρέπει, χωρίς δεύτερη σκέψη, να χαθούν τα κέρδη, να μην έρθει η ανάπτυξη που μας προπαγανδίζουν με την εκμετάλλευση του δάσους. Μια άλλη πλευρά θα έλεγε πως ανάπτυξη και προστασία «συμβιβάζονται», θα έβγαζε οικολογικές κορώνες ενώ θα έκοβε με τακτ κομμάτια από το δάσος για να τα δώσει προς εκμετάλλευση στα μουλωχτά. Η τέταρτη πλευρά θα αμφισβητούσε την χρησιμότητα του δάσους, θα έλεγε πως πρόκειται για ψέματα «οικολόγων» ή για δικαιολογίες «ακραίων» ή για σχέδια εχθρών του Ελληνισμού, ότι οι ιθαγενείς είναι λίγοι, βάρβαροι και κλέφτες. Θα έλεγε ότι στόχος είναι η ανάπτυξη, ότι έτσι θα μειωθεί η ανεργία και θα ετοίμαζε τις συμφωνίες με τις πολυεθνικές. Αυτές οι πλευρές υπάρχουν και στην Βραζιλία. Και οι πιο ακραίοι της τελευταίας πλευράς είναι σήμερα στην εξουσία. Και ο Αμαζόνιος καίγεται.

Ένα δάσος που αγνοώντας κάθε ιδέα συνόρων και κρατών προμηθεύει όλο τον πλανήτη με το 20% του οξυγόνου, που φιλοξενεί τις τελευταίες ίσως κοινότητες ιθαγενών που διατηρούν πλήρως τον αρχέγονο πολιτισμό τους, που κρατάει σταθερό το κλίμα του κόσμου μας. Και το ερώτημα είναι αν θα μετατραπεί σε κέρδος εταιρειών ή όχι. Για δεκαετίες το τροπικό δάσος μικραίνει. Επίσημα ή ανεπίσημα εκτάσεις του καταπατούνται είτε από φτωχούς αγρότες που σπρώχνονται από το κράτος για να ανοίξουν δρόμο στην καταστροφή που ακολουθεί, είτε από μεγάλες εταιρείες κτηνοτροφίας αλλά και εξορυκτικές δραστηριότητες. Ο νέος πρόεδρος της Βραζιλίας, Ο Ζαΐχ Μπολσονάρου, που φυσικά εκλέχθηκε «δημοκρατικά», επιθυμεί να ανοίξει τον δρόμο στην ανάπτυξη και στην πλήρη εκμετάλλευση του τροπικού δάσους.

Ο Μπολσονάρου είναι ένας φασίστας, πρώην αξιωματικός του στρατού της Βραζιλιάνικης χούντας (που μπροστά της η Ελληνική ήταν πολύ μετριοπαθής) και καταδικασμένος για ακροδεξιά τρομοκρατία. Αντικομμουνιστής, με ατζέντα «νόμος και τάξη» και ασφαλώς πιστεύει απόλυτα στην ελεύθερη οικονομία και την ανάπτυξη. Δεν θα πούμε πως τις χιλιάδες τώρα ενεργές φωτιές παντού μέσα στο δάσος, τις έχει βάλει η κυβέρνηση της Βραζιλίας. Η εξήγηση της υπερθέρμανσης του πλανήτη και της κλιματικής αλλαγής, με εξαίρεση τους «ψεκασμένους» συνωμοσιολόγους που την αρνούνται, φτάνει και περισσεύει για να τις εξηγήσει. Η αλήθεια όμως είναι ότι η καπιταλιστική ανάπτυξη, που αυτή ευθύνεται για την κλιματική αλλαγή βοηθάει τον εαυτό της. Είναι η κυβέρνηση Μπολσονάρου που θα πρέπει να σβήσει τις πυρκαγιές, είναι αυτή που μετά το τέλος τους θα πρέπει να προστατέψει τις καμένες εκτάσεις. Καθόλου αισιόδοξη προοπτική. Ούτε και στην Ελλάδα η προοπτική είναι αισιόδοξη.

Αυτό που γίνεται εκεί, στο τροπικό δάσος του Αμαζονίου μπορούμε πραγματικά πλέον να το προβάλουμε εδώ. Εδώ λοιπόν στα δάση της Ηπείρου, σε όλη την Δυτική Ελλάδα ανεξέλεγκτες πετρελαϊκές εταιρείες (παγκόσμιοι κολοσσοί) αλωνίζουν και κάνουν γεωτρήσεις μέσα σε προστατευόμενες περιοχές, σε χωράφια, μες την νύχτα σαν μαφιόζοι. Αγωγοί πετρελαίου θα περάσουν από παρθένα δάση, εξορυκτικές εταιρείες καταστρέφουν βουνά και τα χωριά τους στην Χαλκιδική, φράγματα σχεδιάζονται, οι τελευταίοι ελεύθεροι χώροι στην αττική θα γίνουν «ουρανοξύστες». Ακόμα βέβαια στην Ελλάδα δεν έχουν επιστρατευτεί δολοφόνοι για να εκτελούν περιβαλλοντικούς ακτιβιστές ή αντιστεκόμενους ιθαγενείς όπως στην Βραζιλία. Να μην αμφιβάλλουμε ότι αυτό συμβαίνει μόνο γιατί τα κέρδη που απειλούνται είναι πολύ μικρότερα από αυτά του Αμαζονίου.

Ξέρουμε ότι σε πολύ κόσμο όλα αυτά ακούγονται ξένα και αδιάφορα. Η Ήπειρος είναι μακριά πόσο μάλλον ο Αμαζόνιος. Είναι αυτή η πρώτη πλευρά στην κοινωνική βάση που δεν έχει πάρει χαμπάρι τίποτα και δεν την νοιάζει τίποτα. Και τελικά αυτή η πλευρά, όσες δικαιολογίες κι αν έχει για την άγνοια ή την αδιαφορία της, είναι που φέρει το μεγαλύτερο μερίδιο ευθύνης. Οι πιο αριστερές εξουσίες το πάνε «με το μαλακό», οι πιο δεξιές πιο άμεσα, αλλά αυτή είναι η δουλειά των εξουσιών. Το να μην μας απασχολεί κάτι μόνο και μόνο γιατί η επίδραση του φαίνεται χρόνο με τον χρόνο αντί για μέρα με την μέρα, είναι αυτοκτονικό.

Πέρα από ένα λιθαράκι αύξησης της πίεσης προς την βραζιλιάνικη κυβέρνηση, μέσω της διεθνοποίησης, δεν υπάρχουν πολλά άλλα που μπορούμε να προσφέρουμε από την Ελλάδα στην σωτηρία του Αμαζονίου. Μπορούμε όμως να προσφέρουμε πολλά προστατεύοντας την «φύση» που είναι κοντά μας. Μπορούμε να εμποδίσουμε τα σχέδια που έχουν ξεκινήσει και, με αιχμή την βιομηχανία ενέργειας – παραδοσιακή ή ανανεώσιμη- απειλούν το περιβάλλον, αλλάζουν το κλίμα, υποβαθμίζουν την ζωή όλων. Πρέπει να πούμε ξεκάθαρα ότι δεν τις θέλουμε τις «νέες θέσεις εργασίας» αν, όποτε και όσες κι αν υπάρξουν μέσα από την περιβαλλοντική καταστροφή. Δεν θέλουμε να «κινηθεί το χρήμα», να αυξηθεί το ΑΕΠ, να «δανείζεται φτηνά η χώρα». Δεν θέλουμε επίσης ούτε το «δώρο» που θα κάνουν – γιατί σίγουρα κάποιο καρότο κοινωνικής πολιτικής θα εμφανίσουν για να πείσουν τους πολλούς να σιωπήσουν για το μεγάλο έργο.

Μπορούμε να κινητοποιηθούμε και να σώσουμε αυτά που είναι δίπλα μας. Με κάθε μέσο, νόμιμο ή λιγότερο νόμιμο. Ατομικό, αλλά πάνω από όλα συλλογικό. Στις πόλεις αλλά και τα ίδια τα χωριά. Κάτοικοι και αλληλέγγυοι. Να μην αφήσουμε να μολυνθούν τα νερά που πίνουμε ή ο αέρας που αναπνέουμε.. Να μην χερσωθεί η γη. Τα βουνά να παραμείνουν άγρια και οι λίγοι που επέλεξαν – ή υποχρεώνονται από την επιβίωση– να ζουν σε αυτά, να συνεχίσουν τουλάχιστον να το κάνουν σε ένα ανθρώπινο μέρος.

Το πάθος του καπιταλισμού για κέρδη και επέκταση είναι ακόρεστο. Οι επιπτώσεις της περιβαλλοντικής καταστροφής αργούν λίγα χρόνια να φανούν, δεν υπάρχει η άμεση απειλή. Γιαυτό και οι περιβαλλοντικές μάχες είναι πάντα δύσκολες. Αλλά τελικά περιοχές που κάηκαν πλημμυρίζουν και κόσμος πεθαίνει. Η θερμοκρασία ανεβαίνει παντού. Τα νερά λιγοστεύουν. Εκτός από τον Αμαζόνιο κάηκε και η Σιβηρία. Στο νοσηρό αυτό πάθος του κέρδους τα θύματα θα είμαστε όλοι. Δεν είναι βέβαιο ότι ο αγώνας αυτός θα κερδηθεί πριν η ζημιά να γίνει ανεπίστρεπτη. Για να κερδηθεί όμως πρέπει να γιγαντωθεί, πρέπει να απειλήσει το κράτος με την ισχύ του. Ο καθένας και η καθεμιά πρέπει να αναρωτηθεί αν τελικά θα συνεχίσει να μην παίρνει χαμπάρι τίποτα και να αδιαφορεί για το που και πως θα ζει μετά από 4-5 χρονια αυτός/ή και τα παιδιά… Ή αν θα πληροφορηθεί τι συμβαίνει και θα πλαισιώσει τους αγώνες που διεξάγονται σε τόσα μέτωπα στην Ελλάδα δίνοντας την μάχη για την γη και την ελευθερία…
ΑΓΩΝΑΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΓΗ ΚΑΙ ΤΗΝ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ

Η ΑΝΑΠΤΥΞΗ ΤΟΥΣ ΕΙΝΑΙ Η ΚΑΤΑΣΤΡΟΦΗ ΜΑΣ
Αναρχική συλλογικότητα Ρουβίκωνας

Αρχεία:

vrazil22.mp4

   

 

https://athens.indymedia.org/post/1599916/

ιστορία, storia

Το λεωφορείο του Στάλιν L’autobus di Stalin

  • Παρασκευή, 25 Δεκεμβρίου 2015 12:00
  • Antonio Pennacchi *
  • 210

L’autobus di Stalin

Ένα απόσπασμα από το άρθρο του Antonio Pennacchi που βρίσκεται στο La Russia in Gioco [2004]

Worst case – Prologo

Το προηγούμενο βράδυ που βρισκόμουν στον αυτοκινητόδρομο Appia – ενώ σκεφτόμουν για την ηθική και την πολιτική και τις «φρικαλεότητες» του Stalin –ξαφνικά διέσχισε τον δρόμο ένα αλεπουδάκι. Δεν ήταν πλέον ένα κουτάβι, ούτε όμως ακόμη και ενήλικας: ήταν μονάχα μια νεαρή αλεπού στο πρώτο της ταξίδι για μύηση.


Ο δρόμος ήταν έρημος. Aυτή βρίσκονταν στην αριστερή άκρη και ταξίδευε στην ίδια κατεύθυνση με ‘μένα: αν έστριβε – προς το χαντάκι – ή αν συνέχιζε ήρεμη, δεν θα συναντιόμασταν ποτές, ο καθένας θα συνέχιζε τον δρόμο του. Όμως οι φάροι, ή ο κινητήρας, την έκαναν επιφυλακτική: έστριψε δεξιά, μετά αριστερά, ξανά δεξιά, όπως της είχε μάθει η μάνα της για να γλιτώνει απ’ τα σκυλιά. Όμως εγώ δεν ήμουν σκυλί, ήμουν μια μηχανή. Επιβράδυνα,προσπάθησα μαλακά να φρενάρω, αλλά αυτή μετακινήθηκε προς την μέση. Την βρήκα.


Κράτησα σταθερά και με δύναμη το τιμόνι  – ίσια – και την χτύπησα. Έκλαψε η καρδιά μου, αλλά δεν μπορούσα να κάνω τίποτα άλλο. Ίσως να μην είχε ακόμη πιάσει το πρώτο θήραμά της, ίσως να μην είχε ακόμη κάνει έρωτα, και μάλλον η μάνα της τώρα θα την κλαίει. Δεν θα αποκτήσει ποτέ παιδάκια. Μια ζωή – αλεπουδίσια – για πάντα χαμένη. Τι θα μπορούσα να κάνω? Στην σχολή οδηγών – πριν πολλά χρόνια – είχαν σταθεί κατηγορηματικοί: «Εάν συναντηθείτε με ζώο μην στρίψετε το τιμόνι, μην προσπαθήσετε να το αποφύγετε: κόψτε ταχύτητα κι εάν δυνατόν φρενάρετε, όμως μαλακά, όχι απότομα, και κρατήστε γερά το τιμόνι, ίσια. Εάν προσπαθήσετε να στρίψετε είναι πολύ πιθανό να βγείτε εκτός δρόμου, όπως κι εάν φρενάρετε απότομα. Κρατήστε σταθερά το τιμόνι, σημαδέψετε ευθεία το ζώο, διότι το χτύπημα μπορεί να σας βγάλει από την πορεία και να βγείτε από τον δρόμο. Καλύτερα το ζώο από εσάς».


Εάν διασταυρωθείς με έναν χριστιανό το πράγμα αντιθέτως είναι διαφορετικό, το πράγμα γίνεται πολυπλοκότερο, πέρα απ’ την βλάβη στην καροτσερία που έτσι κι αλλιώς θα ήταν μεγαλύτερη. Ποιος όμως είναι δικαιότερο να πεθάνει, αυτός ή εγώ? Στο επίπεδο της ηθικής δεν θα μπορούσες με τίποτα να επιπλήξεις την συμπεριφορά αυτού που αποφασίζει να συμμορφωθεί με την σχολή οδηγών: προσπαθείς να φρενάρεις αλλά κρατάς ίσιο το τιμόνι, κι ότι γίνει, mors tua vita mea, ο θάνατός σου η ζωή μου. Το ένστικτο της επιβίωσης, τελικά, δεν είναι  optional που εσύ διάλεξες, είναι χτυπημένος αριθμός πλαισίου στον εαυτό σου από την μητέρα που σε γέννησε. Βέβαια θα ήταν ωραιότερο εάν κάποιος έλεγε: «Προτιμώ να πεθάνω εγώ παρά να σκοτώσω κάποιον άλλον» (εγώ το λέω κάθε μέρα, στα λόγια όμως, μετά βέβαια πρέπει να δούμε τα γεγονότα).


Σίγουρα θα ήταν πιο όμορφο, αλλά ακριβώς επειδή δεν είναι φυσικό, είναι μια εξαίρεση, μια παράσταση πέραν του δέοντος που αποδίδει αυτόματα σε αυτόν που την εκτελεί τους ρόλους του ηρωισμού και της αγιοσύνης. Όμως ένας άνθρωπος νορμάλ δεν έχει αμφιβολίες: μεταξύ εσού κι ενός άλλου ενήλικα – ενός ισοδύναμου ανθρώπινου όντος  – που διέσχισε τον δρόμο δίχως δική σου ευθύνη, είσαι απολύτως νομιμοποιημένος να διαλέξεις την δική σου επιβίωση. Με φυσικά ειρήνη στην ψυχή σου.


Όμως εάν διασχίζει τον δρόμο ένα παιδάκι αυτό είναι πρόβλημα. Εάν το βάλεις από κάτω είσαι υιός πουτάνας. Πρέπει να κάνεις τα πάντα για να το σώσεις, να φρενάρεις απότομα, να κάνεις πέρα, να πέσεις εσύ κάτω απ΄τ’ αυτοκίνητο, να κάνεις τα πάντα φτάνει να μην το πατήσεις. Πρέπει να φύγεις έξω απ’ τον δρόμο διακινδυνεύοντας εσύ να σκοτωθείς, αλλά να το σώσεις. Δεν είναι πλέον μια παρέμβαση πέραν του δέοντος, είναι μια δική σου ακριβής και αρχέγονη υποχρέωση. Πιο δυνατό από το ένστικτο επιβίωσης είναι εκείνο της διατήρησης του είδους. Ανάμεσα σ’ εσένα και το παιδί σου δεν συζητάμε: πρέπει να πεθάνεις πρώτα εσύ, και κάθε παιδάκι είναι σαν να ήταν δικό σου. Και αυτό είναι ηθική.


Μα εάν στο αυτοκίνητο δεν είσαι μόνος σου, μάλιστα εάν είσαι εσύ που οδηγείς ένα λεωφορείο γεμάτο κόσμο  και μάλιστα παιδάκια – εάν οδηγείς ένα σχολικό – κι έξαφνα ένα παιδάκι διασχίζει τον δρόμο, εσύ δεν έχεις την παραμικρή επιλογή. Πρέπει να κάνεις ότι και με το αλεπουδάκι. Κρατάς ίσιο το τιμόνι και δεν κάνεις το παραμικρό, ίδια και το βάζεις από κάτω. Πρέπει να πας ίσια. Να το βρεις γεμάτο. Δίχως σκέψη. Είναι η χειρότερη περίπτωση, είναι ένα «worst case», αλλά και αυτό είναι ηθική.


Appunti per un Elogium Σημειώσεις για ένα εγκώμιο

Είναι ξεκάθαρο πως εάν λέει «Οι φρικαλεότητες του κομουνισμού» και αρχίζει να σκέφτεται τα gulag, τα εκατομμύρια νεκρών, την ζωή μες τις κακουχίες, στριμωγμένους στις παράγκες, λίγο ψωμί και λίγο κρασί, στους τριάντα υπό το μηδέν, στην μέση της στέπας ή στην σιβηρική τούντρα, καταναγκαστικά έργα, χιλιάδες χιλιόμετρα πορεία με τα πόδια, οι βασανιστές να σε πυροβολούν, οι σταλινικές εκκαθαρίσεις, η μυστική αστυνομία Ceka ή η Ghepeù που έρχονται να σε μαζέψουν μες τη καρδιά της νύχτας απ’ την θαλπωρή του σπιτιού σου, απ’ την γυναίκα και τα παιδιά σου, στην φυλακή στην Lubianka, τα βασανιστήρια, και μετά Σιβηρία, κι άντε να μιλήσεις, και σε ποιόν, ακόμη και τα μωρά καρφώνουν, είναι ξεκάθαρο πως εάν σκεφτεί σε όλα αυτά κάποιος σίγουρα θ’ αρχίσει να τραβάει τα μαλλιά του: «Κι αυτοί ήθελαν να φτιάξουν έναν καινούργιο κόσμο δικαιοσύνης? Mα αυτό είναι το απόλυτο κακό».


Ξεκάθαρα έτσι είναι, κι όμως σ’ εμένα κάποιες φορές έρχονται αμφιβολίες: εάν εσύ θέλεις να πράξεις το καλό, δεν είναι με το κακό πως θα το καταφέρεις. Όμως αυτή είναι ηθική, δεν είναι πολιτική, και δεν είναι ούτε ιστορία. Η ιστορία είναι να παίρνεις κάθε πράγμα και να το τοποθετείς στο πλαίσιο των καιρών του, με την σωστή αξιολόγηση όλων των γεγονότων και όλων των σχέσεων που με κάποιον τρόπο τα καθόρισαν. Λες: «Ωραία’, μα εδώ έχεις λίγα ν’ αξιολογήσεις, φτάνει λίγη κοινωνική ευαισθησία για να εξεγερθείς απέναντι σε συγκεκριμένα πράγματα». Να λοιπόν: η κοινωνική ευαισθησία. Κι αυτή ένα ιστορικό γεγονός είναι, ιστορικά καθορισμένο. Δεν είναι πως σε κάποια γωνιά του διαστήματος υπάρχει κάτι που ονομάζεται κοινωνική ευαισθησία και συνείδηση και που βρίσκεται εκεί για όλους τους αιώνες των αιώνων, φτάνει να πας να την πάρεις απ’ το χέρι και την έχεις μαζί σου, καλή και μια για πάντα.


Η κοινωνική ευαισθησία είναι ένα πράγμα που ακολουθεί τους καιρούς, δημιουργείται στον χρόνο και τον χώρο, είναι καλή εδώ και μόνο εδώ, σε αυτή την συγκεκριμένη ιστορική περίοδο. Είκοσι χρόνια πριν και είκοσι χρόνια μετά είναι ήδη διαφορετική. Εσύ δεν μπορείς να πάρεις την κοινωνική ευαισθησία σου του τώρα και να μετρήσεις με αυτήν,  αυτό που συνέβη σε κάποιον άλλο χρόνο, και ίσως μάλιστα κάπου αλλού. Η κοινωνική ευαισθησία που έχει μια φυλή στον Αμαζόνιο δεν είναι η ίδια με αυτήν σε ένα διαμέρισμα στην Ρώμη, το οποίο με την σειρά του δεν έχει την ίδια με αυτή σε ένα δρομάκι στο  Cori. […].


Τώρα εγώ δεν είναι πως θέλω να πω πως ο  Stalin ήταν ένας άγιος. Δεν το ξέρω. Θα μπορούσε και να ήταν. Σίγουρα για πολύ καιρό πολύς κόσμος το σκέφτονταν, σε όλο τον κόσμο, πως ήταν ένας αληθινός ευεργέτης της ανθρωπότητας και εκατομμύρια άνθρωποι – στον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο και μετά επίσης, πολεμώντας για την δικαιοσύνη και την ελευθερία – πέθαναν με το όνομά τους στα χείλια τους. Στο Beslan, πριν λίγες μέρες, dopo l’eccidio, μετά την σφαγή, το πρώτο πράγμα που έκαναν οι συγγενείς των θυμάτων ήταν μια πορεία κάτω από το άγαλμά του, ένα από τα λίγα που έχουν απομείνει στην Ρωσία. Ωστόσο ο  Stalin, ίσως, να μην ήταν ένας άγιος κι εάν τώρα, ένα βράδυ, έρχονταν για να με πάρουν για ένα  gulag, το πράγμα σίγουρα δεν θα με χαροποιούσε. Αντίθετα μάλιστα, σίγουρα θα προκαλούσε αηδία στην κοινωνική μου ευαισθησία.


Mα εκείνο που θέλω να πω είναι πως την κάθε ιστορία  – θεωρούμενη σαν διήγηση, λόγος η έκδοση, άποψη – την παίρνουμε cum grano salis, με λίγη καλή θέληση, την ξεσκονίζουμε καλά και την παρατηρούμε με προσοχή απέναντι απ’ το φως, διότι συχνά  τα πράγματα δεν είναι όπως μας τα λεν. Κι εάν εσύ έχεις το κάθε δικαίωμα να κάνεις ιστορικό ρεβιζιονισμό επί του φασισμού ή της χριστιανικής δημοκρατίας  Dc, έχεις όμως το καθήκον να εφαρμόσεις τις ίδιες κατηγορίες και την ίδια καλή θέληση και για τον σταλινισμό.  Άρα: εάν παρουσιάζεσαι με το calumet ανά χείρας και λες: «Ελάτε εδώ, να κάτσουμε γύρω απ’ το τραπέζι και να προσπαθήσουμε να χτίσουμε μαζί το μέλλον», είναι ένα θέμα. Μα εάν παρουσιάζεσαι λέγοντας: «Ζήτω εμείς» – εννοώντας με κείνο το εμείς τις ανισορροπίες του καπιταλισμού και των υποτιθέμενων δημοκρατιών, που χτίστηκαν στις πλάτες των πιο αδύναμων ανθρώπων και λαών  – εγώ δεν μπορώ παρά να σου απαντήσω: «Viva Stalin».


Mα ας έρθουμε στο ζουμί. Πρώτα απ’ όλα ένα ελάχιστο ιστορικής κρίσης δεν μπορεί να μην βασίζεται σε συγκεκριμένα στοιχεία, που να έχουν ελεγχθεί και επαληθευτεί. Εδώ αντιθέτως υπάρχουν μόνο αριθμοί στο lotto. Πόσοι είναι με ακρίβεια οι νεκροί που υποτίθεται προκάλεσαν τα gulag και ο Stalin, δεν το  ξέρει ούτε η Vanna Marchi. Όλοι λεν «εκατομμύρια», αόριστα, αλλά ένας αριθμός και ένας ακριβής έλεγχος δεν υπάρχει. Τυχερός αυτός που θα τον βρει. […].


509 col 7 trasferimenti 800 1
[Carta di Laura Canali]μετακινήσεις λαών


Αυτοί οι πολύ ανακριβείς ιστορικοί  έθεσαν στον έλεγχο των νεκρών όλους εκείνους που μεταφέρθηκαν  – συμπεριλαμβανομένων των έξι εκατομμυρίων κουλάκων – από την Ουκρανία και τον Βόλγα στην Σιβηρία. Πιθανότατα πολλοί από αυτούς ζουν ακόμη σήμερα. Και όλοι οι άλλοι πέθαναν στον χρόνο – γιατί αργά ή γρήγορα όλοι πεθαίνουν – κάποιος σε αυτοκινητιστικό δυστύχημα και κάποιος από έμφραγμα ή γηρατειά. Σίγουρα κάποιοι θα πέθαναν και τότε, στο ταξίδι, από τα βάσανα, τις κακουχίες. Μα 15 εκατομμύρια όχι, με εκείνους κατοίκησαν την Ασία και την Σιβηρία. Αντιθέτως εσύ λες : «Όχι, ο Στάλιν το έκανε, τους σκότωσε όλους αυτός, ο κομουνισμός, έχοντάς τους εξορίσει».


Τότε λοιπόν και την μητέρα μου την σκότωσε ο Mussolini. Πέθανε πριν δέκα χρόνια, όμως είναι σαν να την δολοφόνησε ο Mussolini, γιατί ήταν απ’ το Veneto αλλά το ’32 την  «εξόρισαν» στο Agro Pontino. Τελικά  πέθανε εδώ, όχι στο Veneto: φταίει ο Duce. Mα τι είναι αυτά που κατεβάζει η κούτρα σου? Και ο Agnelli? Λίγους σκότωσε λοιπόν ο Agnelli? Σκέψου τα εκατομμύρια τους σικελούς και τους καλαβρέζους που χρειάστηκε να αφήσουν το χωριουδάκι τους για να παν να δουλέψουν στην Φίατ στο Mirafiori, μην όμως μετρήσεις αυτούς που πέθαναν μες το εργοστάσιο – μόνο στην Fulgorcavi πέθαναν επτά – κάτω απ’ τις πρέσες ή μέσα στους μύλους, ή κάτω από τις σκαλωσιές των εργοτάξιων. Εσύ πρέπει να μετρήσεις εκείνους που πέθαναν από γηρατειά – στην σύνταξη – όπως και εκείνους που θα πεθάνουν στο Torino τα επόμενα χρόνια. Δεν μπορείς να λογαριάζεις με δυο μέτρα και δυο σταθμά. Εάν αυτό ισχύει για τον Stalin πρέπει το ίδιο να ισχύσει και για τον Agnelli, για το κόμμα της Democrazia cristiana που κυβέρνησε όλα εκείνα τα χρόνια (για να μην μιλήσουμε για τις βόμβες της Piazza Fontana).


Λες: «Καλά’, μα δεν μπορείς να συγκρίνεις τους εξορισμένους του Stalin με τα συνηθισμένα μεταναστευτικά κύματα: ο σικελός ή ο καλαβρός πήγαινε στον Βορρά με την θέλησή του, οι ουκρανοί κουλάκοι όχι». Κι εδώ κάνεις λάθος. Η μοναδική διαφορά είναι μεταξύ κεντρικά σχεδιαζόμενης και ελεγχόμενης πολιτικής και προκαλούμενων φαινομένων. […].


Γιατί λοιπόν σήμερα εσύ εμποδίζεις τους κούρδους και τους σουδανούς να έρθουν εδώ? Η απαγόρευσή σου αντιστοιχεί ακριβώς στην υποχρέωση να παν που έδινε ο Stalin. Λες: «Mα όχι, δεν υπάρχει σχέση, αυτό είναι το σπίτι μου, εδώ, υπάρχουν τα σύνορα, είναι πρόβλημα Κρατών». Όλα βλακείες. Τι σημασία έχουν τα σύνορα, τα Κράτη, σπίτι μου, σπίτι σου, όταν μιλάμε για ηθική και φυσικό δίκαιο? Εάν είναι δίκαιο φυσικό είναι φυσικό. Έχουν καμιά σημασία, στα μάτια της ηθικής και του κόσμου, οι γραμμές που εσύ – σε ένα ελαχιστότατο κλάσμα του Χρόνου  – αυθαίρετα χάραξες σε αυτή την χαμένη πέτρα στην μέση του Σύμπαντος? Ma vaffallippa va’, Μα φύγε από δω. Εάν ο  Stalin δεν είχε το δικαίωμα να στείλει τους κουλάκους στην Siberia, εσύ δεν έχεις εκείνο του να εμποδίσεις τους αφρικάνους να έρθουν στην Ευρώπη.


Να πούμε εδώ πως οι λεγόμενοι κουλάκοι, δεν ήταν παρά οι πλούσιοι χωρικοί,  οι  μεγάλοι ιδιοκτήτες γης, κι εκείνο αντιθέτως ήταν ένα Κράτος αντίθετο στην ατομική ιδιοκτησία: αυτοί ήταν οι νόμοι του, αυτό το δικό του fundamentum. Ένα Κράτος δεν έχει το δικαίωμα να δώσει στον εαυτό του τους νόμους που θέλει? Υπάρχει αυτό που επιτρέπει τις εκτρώσεις και αυτό που τις απαγορεύει, αυτός που κατασκευάζει και διανέμει αλκοόλ και αυτός που το απαγορεύει; οι Usa, μέσα σε όλα τα χρόνια του Είκοσι, έβαζαν στην φυλακή τους εμπόρους αλκοόλ – η Σαουδική Αραβία ακόμη και σήμερα – και μια κάποια ημέρα, εντελώς ξαφνικά, το κατέστησαν ελεύθερο. Τους είπε κανείς τίποτα? Ήταν πλήρες τους δικαίωμα. Και δικό μου πλήρες δικαίωμα να είμαι ενάντια στην ατομική ιδιοκτησία, γιατί εγώ ήμουν το Κράτος των εργατών και των αγροτών, αυτών που τους εκμεταλλεύονταν και που είχαν βαρεθεί να είναι εκμεταλλευόμενοι. Λες: «Ma αυτό είναι απεχθές στην δημοκρατική μου και πολιτική συνείδηση». Στην δική σου, όχι στην δική τους (και ούτε στην δική μου). Η κοινωνική συνείδηση και ευαισθησία στην Εσσδ ήταν άλλη, και ήταν πως το όλον ήτανε για όλους.


Λες: «Mα δεν λειτούργησε». Αυτό είναι μια άλλη κουβέντα. Σε κάποιο σημείο, όντως, δεν λειτούργησε πλέον, μιας και ανάμεσα στα χρόνια Εβδομήντα και Ογδόντα παρουσιάστηκε η αντικειμενική απονέκρωση, μια γάγγραινα, από πλευράς σοβιετικού συστήματος, των λεγόμενων παραγωγικών δυνάμεων. Δεν υπήρξε πλέον ανάπτυξη. Κατέρρευσε. Και ο  «υπαρκτός σοσιαλισμός έπεσε όχι από έλλειψη ελευθερίας – ατομικής ή πλουραλιστικο-δημοκρατικής – αλλά γιατί δεν μπόρεσε να δώσει εκείνη την κατάσταση ανέσεων, τις tv-color, τα αυτοκίνητα, τα ψυγεία τις ντισκοτέκ κλπ: λύγισε. Αντιθέτως ο καπιταλισμός όχι. Εδώ οι παραγωγικές δυνάμεις ενισχύθηκαν, εκτινάχθηκαν στο μέγιστο. Αυτό δεν σημαίνει πως ο καπιταλισμός είναι τόσο πολύ η ανώτερη φιλοδοξία του ανθρώπινου είδους  – η επί γης πραγματοποίηση της πόλης του Θεού – μιας και μου φαίνεται πως κάποιο πρόβλημα πλανητικής ανισορροπίας, κάποιο βαθύτερο τέλος πάντων πρόβλημα πρέπει να έχει και αυτός.


IΟι λογαριασμοί όμως γίνονται στο τέλος – κι αν όχι ακριβώς στο τέλος της Ιστορίας, γίνονται τουλάχιστον με όρους ιστορικών εποχών – δεν είναι όμως αυτό το σημείο. Εάν συνεπώς είναι αλήθεια πως στην τελική του φάση – χρόνια Εβδομήντα-Oγδόντα του περασμένου αιώνα – το σοβιετικό σύστημα φράκαρε εξαιτίας της ολοκληρωτικής απονέκρωσης των δυνάμεων παραγωγής, είναι άλλο τόσο αλήθεια πως από το 1917 μέχρι στα χρόνια Εβδομήντα το σύστημα κολεκτιβοποιήσεων και σχεδιασμού είχε κάνει μια πεινασμένη Ρωσία ημιφεουδαρχική την δεύτερη βιομηχανική δύναμη, με την χειραφέτηση εξοντωμένων μαζών απόκληρων. Κι αυτό είναι ένα γεγονός, που έγινε με την ανύψωση των συνθηκών της ζωής, σύστημα υγείας,  standard κατοίκησης, υψηλότατη σχολική εκπαίδευση και πλήρης κοινωνική δικαιοσύνη.


Πάντως παραμένει πως στους κουλάκους, στην αρχική φάση, η ιδιοκτησία των γαιών τους αφέθηκε, για ολόκληρη την Nep – Νέα οικονομική πολιτική Nuova politica economica – από το 1921 στο 1928. Έπρεπε όμως να παραδίδουν το σιτάρι στην αποθήκευση. Και η υποχρεωτική αποθήκευση , με επιβαλλόμενη τιμή, είναι ένα μέτρο που το υιοθέτησαν επίσης, όχι μόνο στην φασιστική Italia αλλά και στην δημοκρατική. Δεν μπορούσε να το θεσπίσει η Urss? Κι όμως εκείνοι το στάρι το έκρυψαν. Δεν το παρέδωσαν. Έκαναν πράξη χειραγώγησης, αναμένοντας να ανέβουν οι τιμές. Και οι πόλεις επείνασαν.  Υπήρξε πείνα, λιμός – και εν τω μεταξύ στα σύνορα, και μέσα, μαίνονταν οι πολιτοφυλακές των Λευκών, οι στρατιές του Kornilov και του Denikin, οι δυνάμεις της αντεπανάστασης πληρωμένες από τις καπιταλιστικές δυνάμεις – και ο κόσμος στις πόλεις πέθαινε της πείνας (ίσως να είναι αυτά τα  6 εκατομμύρια νεκρών για τα οποία μιλά ο Rumiz, πεινασμένα όμως από τους  kulaki, όχι από τον  Stalin).


Κι εγώ, Κράτος socialista e proletario, δεν έχω το δικαίωμα να με υπερασπιστώ και να κάνω τους νόμους μου να ισχύσουν? Μα πιο δικαίωμα, υποχρέωση έχω. Και σε στέλνω να δουλέψεις στην  Siberia, δρόμο. Έτσι και αλλιώς είναι δόγμα Usa κατά τα άλλα – αυτό σε ισχύ αυτή την στιγμή στο Guantanamo – όπου «η ακεραιότητα του εχθρού μπορεί να κοστίζει όσο η ζωή των δικών μας»? Λες: «Μα οι συνθήκες ζωής ήταν απάνθρωπες: πείνα, αρρώστιες, κρύο πάγος, εργασία με το ζόρι, εκτελεστικά αποσπάσματα γι αυτούς που εξεγείρονταν». Δεν δυσκολεύομαι να πιστέψω πως υπήρχε μια κάποια καταπίεση εις βάρος κάθε φαινόμενου αντίστασης ή ανταρσίας, που στέκεται απεχθές στην κοινωνική μου ευαισθησία ανθρώπου γεννημένου και ζώντος, τυχερός, στα χρόνια και στην χώρα του αποκτημένου ευ ζην.


Όμως οι συνθήκες ζωής της αναγκαστικής μετανάστευσης στην Εσσδ και στο αρχιπέλαγος gulag δεν ήταν – όσο κι αν είναι ακραίες – διαφορετικές ουσιαστικά από εκείνες του υπόλοιπου σοβιετικού πληθυσμού, τουλάχιστον στο μεγαλύτερο μέρος του. Είναι σε όλην την μετά-τσαρική Ρωσία πως υπήρχε πείνα. Και πριν υπήρχε. Είναι από εκεί που ξεκινά η Urss. Από την υπανάπτυξη. Και χτίζει ανάπτυξη. Η δεύτερη μεγαλύτερη βιομηχανική και οικονομική δύναμη του κόσμου. Μια διαστημική δύναμη. Ξεκινά όμως από την πείνα. Μια πείνα ακόμα πο μαύρη από αυτήν που υπήρχε στην Ιταλία την ίδια περίοδο, όπου όμως επίσης οι συνθήκες ζωής εκατομμυρίων ανθρώπων δεν είναι πολύ ανώτερες από εκείνες στα gulag. Φτάνει να δείτε μια κάποια αναφορά για την στεγαστική κατάσταση: οι οικογένειες που στριμώχνονται σε δέκα ή περισσότερα άτομα σε ένα μόνο δωμάτιο, ή μια καλύβα, είναι ο κανόνας σε όλες τις αγροτικές ζώνες όχι μόνο στην Κεντρική και Νότια Ιταλία αλλά και στην Βόρεια, την Altitalia. Και ο πατέρας μου στις Paludi Pontine – όπου ο κόσμος ζούσε στις  lestre, ξύλινες καλύβες, με καλάμια και θάμνους – για χρόνια έτρωγε μια φορά την μέρα. Καμιά φορά και καμία. Σκέψου λοιπόν τι συνέβαινε στην Russia. Λες: «Mα εκεί έκανε κρύο». Σύντροφε, τον περασμένο χειμώνα στην Latina πέθανε ένας μετανάστης, ποιος ξέρει αν ρουμάνος, πολωνός ή ουκρανός και αυτός. Πέθανε απ’ το κρύο, παγωμένος. Τον βρήκαν το πρωί στο πάρκο, μέσα σε χαρτόνια. Δεν λέω όμως πως τον σκότωσε ο  Berlusconi, ή ο δήμαρχος  Zaccheo.


Εκείνος – ο Stalin – έπρεπε να χτίσει τον σοσιαλισμό  «σε μια μόνον χώρα», που ακριβώς ήταν το θέμα που τον χώριζε με τον Trotzkij, που έλεγε αντιθέτως πως αυτό δεν γίνονταν, πως ο σοσιαλισμός έπρεπε να χτιστεί σε όλο τον κόσμο, πως χρειάζονταν να φέρουν την επανάσταση παντού, διότι σε μια μόνον χώρα δεν θα σε άφηναν να το κάνεις και ο καπιταλισμός θα σε είχε σφαγιάσει. Σίγουρα και στον Στάλιν θα είχε αρέσει να το κάνει παντού, μα εν τω μεταξύ είχε βαλθεί να το κάνει εκεί, «σε μια μόνον χώρα», αρχίζοντας από την πείνα και την υποανάπτυξη, περικυκλωμένος από τον καπιταλισμό και μάλιστα με τα μπαστούνια των τροτσκιστών ανάμεσα στις ρόδες.  Και σε εκείνη την κατάσταση – περικύκλωση, πείνα, πραγματικοί λιμοί και υποανάπτυξη – βρέθηκε να ηγείται μιας χώρας που είχε κάποιες περιοχές απολύτως υπερκατοικημένες, με  15 εκατομμύρια που του αυξάνονταν, και από την άλλη πλευρά χώρους ατέλειωτους, γεμάτους με όλα τα καλά του Θεού, γεμάτους κάθε πλούτο, ορυχεία, πετρέλαιο, απολύτως έρημα όμως, δίχως κανέναν να τα συλλέξει. Mo’, σύμφωνα μ’ εσένα, δεν θα μετακινούσε εκείνα τα 15 εκατομμύρια?


Morale ηθικόν δίδαγμα

Λες: «θα ήθελα να δω εσένα, τι θα έλεγες στην θέση του Solzenicyn». Be’, εν τω μεταξύ δεν ξέρω εάν θα μπορούσα να γράψω την Μια ημέρα στην ζωή του Ivan Denisovic, intanto non so se avrei saputo scrivere Una giornata di Ivan Denisovic – ένα αριστούργημα της παγκόσμιας λογοτεχνίας – όμως το αρχιπέλαγος γκούλαγκ σίγουρα δεν θα μου είχε αρέσει και, στην θέση του Σολτζενίτσιν, θα είχα προσπαθήσει  να αυξήσω την κόλαση κι εγώ. Mα στην θέση του οδηγού του λεωφορείου θα σε έριχνα από κάτω δίχως να το σκεφτώ δευτερόλεπτο.   Worst case. (συνεχίζεται

Το πλήρες άρθρο βρίσκεται σε ένα numero του Limes του 2004 La Russia in gioco