σύγχρονα κινήματα, movimenti di oggi

Το στοίχημα, το διακύβευμα

του Alexik

You don’t need a weatherman to know which way the wind blows”. (Bob Dylan, Subterranean Homesick Blues.)

Το επόμενο Σάββατο, χιλιάδες άνθρωποι θα πορευτούν κατά των Μεγάλων Περιττών και Επιβληθέντων Έργων και για το δικαίωμα στο κλίμα.
Θα κατεβούν στο δρόμο στο Παρίσι όπως στο TorinoPadovaMelendugnoVenosa και Niscemi.
Το ραντεβού της 8ης δεκεμβρίου, που γεννήθηκε στην Valsusa ως επέτειος της απελευθέρωσης της Venaus- della liberazione di Venaus και που στη συμπεριλήφθηκε ως ημερομηνία σύμβολο των κινημάτων ενάντια στις καταστροφές των εδαφών, της γης, φέτος διασυνδέεται με τις διεθνείς κινητοποιήσεις για την κλιματική δικαιοσύνη, ταυτόχρονα με την διεθνή συνδιάσκεψη επάνω στο κλίμα της Κατοβίτσε– conferenza mondiale sul clima di Katowice.

Το διακύβευμα είναι υψηλό: η υπεράσπιση των οικοσυστημάτων και των υδρογεωλογικών ισορροπιών της γης, η υπεράσπιση των συνθηκών διαβίωσης εκείνων που ζουν σε εκείνα τα μέρη, η υπεράσπιση δημόσιων πόρων που δέχονται επίθεση από την ιδιωτική κερδοσκοπία.
Γενικά συμφέροντα της κοινωνίας που τα κινήματα από πάντα αντιπροσωπεύουν, παρά όλους αυτούς που τα κατηγορούν για nimbyismo, nimbyism α].
Αλλά δεν πρόκειται μόνο γι αυτό.
Η δραματικότητα της κλιματικής κατάστασης έκτακτης ανάγκης επέβαλε με αλαζονικό τρόπο μια αλλαγή ρυθμού, μια ανύψωση των στόχων και των συνθημάτων, επειδή είναι το όλο μοντέλο ανάπτυξης – του οποίου η λογική των Μεγάλων Έργων είναι μια έκφραση – που οδηγεί τον Πλανήτη στην κατάρρευση.
Ή καλύτερα: αυτό που καταρρέει είναι οι απαραίτητες συνθήκες για την επιβίωση δεκάδων χιλιάδων ζωντανών ειδών, συμπεριλαμβανομένου του ανθρώπινου.
Ο Πλανήτης στην πραγματικότητα μπορεί να συνεχίσει ήρεμα χωρίς εμάς, ενώ η ζωή στη Γη θα αλλάξει τις μορφές και τις συνήθειες της, όπως έχει ήδη αρχίσει να κάνει 1.

Εκατοντάδες επιστήμονες από όλο τον κόσμο μας επαναλαμβάνουν, εδώ και χρόνια, ότι ο χρόνος που έχουμε στη διάθεσή μας τελειώνει, και σίγουρα δεν μοιάζουν με μεσαιωνικούς χιλιαστές.
Οι άνεμοι που διαπερνούν- που διασπούν τα παράθυρά μας, τα ποτάμια της λάσπης που εισβάλλουν στους δρόμους και τα σπίτια παρασύροντας πράγματα και ανθρώπους, μας το επαναλαμβάνουν με αυξανόμενη συχνότητα.
Αλλού, μακριά από τα μάτια μας και τις τηλεοπτικές οθόνες μας, συμβαίνουν και χειρότερα.
Στην Αφρική, το 2017, η κλιματική καταστροφή έσυρε 39 εκατομμύρια ανθρώπους από 23 χώρες σε επισιτιστική ανασφάλεια αποξηραίνοντας υδάτινους πόρους, βοσκοτόπια και καλλιέργειες, colture2.
Με αυτόν τον τρόπο, μέσα από τον πνιγμό ή την λιμοκτονία, μέρος της ανθρωπότητας γιορτάζει την αύξηση του 1 ° C της θερμοκρασίας της Γης σε σύγκριση με την προ-βιομηχανική εποχή.

Λιγότερο από δύο μήνες πριν 224 επιστήμονες, συνδημιουργοί της τελευταίας Έκθεσης της Διακυβερνητικής Επιτροπής για την Κλιματική Αλλαγή – Intergovernmental Panel On Climate  Change3, μας προειδοποίησαν να μην υπερβούμε το όριο του 1,5°C.
Όχι για να δοθεί τέλος, αλλά μόνο για να περιοριστεί η αύξηση του επιπέδου της θάλασσας, η οξίνιση και η υποξία των ωκεανών, η αύξηση των κινδύνων για την υγεία,  η επισιτιστική ανασφάλεια, τα εμπόδια στην πρόσβαση στο νερό και στα μέσα διαβίωσης-βιοπορισμού για εκατομμύρια ανθρώπους.

Μερικοί από τους συναδέλφους τους μας προειδοποιούν πως, ακόμη και αν παραμείνουμε κάτω από τα όρια που θέτει η Συμφωνία του Παρισιού, είναι πιθανό να ξεκινήσουν μη αναστρέψιμοι μηχανισμοί, ένα φαινόμενο ντόμινο αδύνατο να περιοριστεί 4, σε θέση να θερμάνει τον Πλανήτη έως και 4-5 ° C περισσότερο από ότι κατά την προ-βιομηχανική περίοδο.
Μας μιλούν για το θάνατο των δασών, που μετατράπηκαν σε στέπες και σαβάνα.
Μας λένε για την απόψυξη του permafrost, του αιωνόβιου πάγου στα εδάφη των αρκτικών περιοχών, κάτω από τον οποίο κατοικεί το ένα τρίτο του άνθρακα της Γης, τεράστια στρώματα οργανικής ύλης που έχουν συσσωρευτεί εδώ και χιλιετίες.
Η απόψυξη προσδίδει τροφή στα βακτηρίδια του εδάφους, τα οποία το αποσυνθέτουν επιστρέφοντας το στην ατμόσφαιρα υπό την μορφή διοξειδίου του άνθρακα και μεθανίου.
Κάτω από τον Παγωμένο Αρκτικό Ωκεανό το permafrost περιέχει εκατοντάδες εκατομμύρια τόνους μεθανίου που, απελευθερωμένα από τη θερμότητα, επιστρέφουν στην επιφάνεια σε εντυπωσιακές ποσότητες 5.
Και το μεθάνιο παράγει ένα φαινόμενο θερμοκηπίου 25 φορές μεγαλύτερο από το διοξείδιο του άνθρακα.

Οι προοπτικές για τα ζωντανά όντα είναι καταστροφικές.
Από τα 80.000 φυτικά και ζωικά είδη μέσα σε 35 »Περιοχές Προτεραιότητας» για τη βιοποικιλότητα, 20% των ειδών αναμένεται να εξαφανιστούν το 2080 εάν η αύξηση της θερμοκρασίας διατηρηθεί στο 2 ° C σε σύγκριση με την προβιομηχανική περίοδο (δηλ. τα όρια της Συμφωνίας του Παρισιού).
Στην περίπτωση αύξησης κατά 4,5 ° C η εξαφάνιση θα κάλυπτε σχεδόν το 50% κατά μέσον όρο των ειδών, με κορυφές του 89%, ειδικά για εκείνα, όπως τα αμφίβια, δεν θα είναι σε θέση να μεταναστεύσουν σε περιοχές που θα μπορούσαν ακόμη να είναι κατοικήσιμες, όπου δηλαδή θα μπορούσαν να ζήσουν.6.

Δεν υπάρχει ανάγκη συγκεκριμένων σπουδών για να καταλάβουμε πως, στο πλαίσιο αυτό, μέσα σε αυτή την συγκυρία, στους ανθρώπους το μέλλον επιφυλάσσει σημαντικές μεταναστεύσεις, που θα αφήσουν εποχή – των οποίων οι σημερινές είναι μόνο μια γεύση – και αυξανόμενες συγκρούσεις. Παραλλάσσοντας τα λόγια από τον Guido Viale, “ένα κόσμο γεμάτο πολέμους και συγκρούσεις για να κατανείμουν τους πόρους που απομένουν7

Πόσο μακριά βρισκόμαστε από το σημείο μη επιστροφής;
Μπορούμε να συζητήσουμε εάν θα διαρκέσει μερικά ακόμη χρόνια, μια δεκαετία πάνω κάτω, αλλά η διαδρομή είναι αυτή που περιγράφεται.
Η θερμοκρασία της γης αυξάνεται με έναν ρυθμό 0,17 ° C κάθε δέκα χρόνια 8, και το επίπεδο των αερίων του θερμοκηπίου στην ατμόσφαιρα δεν ήταν ποτέ τόσο υψηλό.
Οι συγκεντρώσεις των αερίων του θερμοκηπίου έφθασαν τα ιστορικά υψηλά από τα προβιομηχανικά επίπεδα το 2017: 405,5 μέρη ανά εκατομμύριο για το CO2, 1859 ppm για το μεθάνιο, 329,9 ppm για το μονοξείδιο του αζώτου. Τιμές που αντιπροσωπεύουν αντιστοίχως αυξήσεις των συγκεντρώσεων του 146%, 257% και 122% σε σύγκριση με εκείνες που εκτιμήθηκαν το 1750 9.

Μπροστά στο υπόκειμαι μιας αποκάλυψης, θα μπορούσαμε να περιμένουμε πως ακόμα και οι πιο αντιδραστικές άρχουσες τάξεις θα έτρεχαν να καλυφθούν με δράσεις αντιμετώπισης.
Δεν είναι έτσι.
Το βλέπουμε κάθε μέρα στα εδάφη, όπου οι γεωτρήσεις, το fracking β], η κατασκευή αγωγών πετρελαίου και αγωγών φυσικού αερίου, θεωρούνται «στρατηγικά έργα», που επιβάλλονται από τα Κράτη και αμυντικά στρατιωτικά σχέδια.
Ανεξαρτήτως της Συμφωνίας του Παρισιού και των συναγερμών που εκτοξεύονται από τους επιστήμονες της IPCC, η παγκόσμια οικονομία πηγαίνει αλλού. Αντίθετα για τα κοινά ανθρώπινα όντα και για τα άλλα ζωντανά όντα του Πλανήτη, η καταστροφή λαμβάνεται από το Κεφάλαιο ως ευκαιρία, όπως αποδεικνύεται από τον σιωπηλό πόλεμο που ήδη από καιρό βρίσκεται σε εξέλιξη για να αρπάξει τους ορυκτούς πόρους της Αρκτικής σε απόψυξη 10, ή το άνοιγμα νέων εμπορικών οδών που κατέστη δυνατό από τη σταδιακή απόσυρση των πάγων 11.

Όσον αφορά την εγκατάλειψη των ορυκτών καυσίμων, η τελευταία ετήσια έκθεση του ΟΠΕΚ είναι ενδιαφέρουσα από την άποψη αυτή 12.
Πρόκειται προφανώς για ένα έγγραφο εκείνης της πλευράς, σε μας αντιπάλου, το οποίο καταρτίζουν όσοι χρησιμοποιούν ορυκτά καύσιμα για να τα πωλούν και να τα τιμολογούν, με προβλέψεις που πρέπει να αποδειχθούν. Αλλά με βάση αυτές τις προβλέψεις βασίζονται οι επενδύσεις, οι πολυεθνικές στρατηγικές και οι Κρατικές πολιτικές.
Η έκθεση προβλέπει, μεταξύ 2015 και 2040, μια αύξηση της συνολικής ζήτησης πρωτογενούς ενέργειας των 96 εκατομμυρίων βαρελιών πετρελαίου ισοδύναμου την ημέρα (mboe / d), που καθοδηγείται κυρίως από την Ινδία και την Κίνα. Προβλέπει ότι η ζήτηση αφορά κυρίως το φυσικό αέριο και – παρά την αύξηση του ποσοστού βάρους των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας – αναμένεται μια περαιτέρω αύξηση σε απόλυτες τιμές της εξόρυξης και της κατανάλωσης πετρελαίου και άνθρακα.
Συνεπώς δεν υπάρχει καμία πραγματική πρόθεση στον ορίζοντα να αντιστραφεί η τάση και να μειωθούν δραστικά οι εκπομπές που αλλάζουν το κλίμα.

Η έκθεση του ΟΠΕΚ αναφέρει τα στοιχεία του ΟΗΕ για την παγκόσμια δημογραφική αύξηση – από 7,3 δισεκατομμύρια ανθρώπους στον πλανήτη το 2015 σε 9,2 δισεκατομμύρια το 2040, οι οποίοι θα γεννηθούν κυρίως στις αναπτυσσόμενες χώρες.
Σχεδόν δύο δισεκατομμύρια περισσότεροι άνθρωποι μαζί με τις σχετικές ανάγκες τους που πρέπει να μετατραπούν σε εμπορεύματα: αυτό είναι το πλαίσιο που προβλέπεται για την ανάπτυξη, καθώς και για την εξόρυξη ενέργειας, συμπεριλαμβανομένης εκείνης των ορυχείων, της αγροτοβιομηχανίας και των υποδομών, επάνω στις οποίες σήμερα αναμετρούνται με όρους αδίστακτου ανταγωνισμού όχι μόνο οι χώρες του κλασσικού ιμπεριαλισμού, αλλά και διάφορες δυνάμεις σε τοπική κλίμακα (ή επίδοξες τέτοιες), και πάνω απ’ όλα η Κίνα, με το δικό της τεράστιο δυναμικό ώθησης προς την κατασκευή του «νέου δρόμου του μεταξιού”.
Σε αυτόν τον δρόμο, ο οποίος οδηγεί την ανθρωπότητα σε αδιέξοδο, ξεκίνησαν όλοι, πέρα από την πολιτική τάξη και τον οικονομικό προσανατολισμό: δημοκρατίες και δικτατορίες, σκληροπυρηνικοί νεοφιλελεύθεροι και σοσιαλιστές της αγοράς.

Τα κινήματα άπτονται του βάρους, της ευθύνης να σταματήσουν όλο αυτό. (Συνεχίζεται)

 

α]  nimbyism: η πρακτική της αντίθεσης σε κάτι που θα επηρεάσει έναν ή θα λάβει χώρα σε κάποιον τόπο – the practice of objecting to something that will affect one or take place in one’s locality

β] fracking, η διαδικασία έγχυσης υγρού υπό υψηλή πίεση σε υπόγεια πετρώματα, γεωτρήσεις κλπ., έτσι ώστε να εξαναγκαστούν να ανοίξουν τις υπάρχουσες ρωγμές και να εξαγάγουν πετρέλαιο ή αέριο.


  1. Brett R. Scheffers, Luc De Meester, Tom C. L. Bridge, Ary A. Hoffmann, John M. Pandolfi, Richard T. Corlett, Stuart H. M. Butchart, Paul Pearce-Kelly, Kit M. Kovacs, David Dudgeon, Michela Pacifici, Carlo Rondinini, Wendy B. Foden, Tara G. Martin, Camilo Mora, David Bickford, James E. M. Watson, The broadfootprint of climatechange from genes to biomes to people, in “Sciences”, Vol. 354, 11 Nov 2016. 
  2. FSIN, Global Report on Food Crises 2018, marzo 2018, pp.201. 
  3. IPCC, Global Warming of 1,5°C, giugno 2018, pp. 792. 
  4. Will Steffen, Johan Rockström, Katherine Richardson, Timothy M. Lenton, Carl Folke, Diana Liverman, Colin P. Summerhayes, Anthony D. Barnosky, Sarah E. Cornell, Michel Crucifix, Jonathan F. Donges, Ingo Fetzer, Steven J. Lade, MartenScheffer, Ricarda Winkelmann, and Hans Joachim Schellnhuber, Trajectories of the Earth System in the Anthropocene, PNAS,  14 Agosto 2018, 115 (33) 8252-8259. 
  5. Steve Connor, Vaste methane ‘plumes’ seen in Artic Ocean as sea ice retreats, Indipendent, 13 dicembre 2011. 
  6. Warren, J. Price, J. VanDerWal, S. Cornelius, H. Sohl, The implications of the United Nations Paris Agreement on climate change for globally significant biodiversity areas,in “Climate Change”, April 2018, Volume 147, pp. 395–409.
    Lo studio è riassunto in italiano nel rapporto WWF 2018: WWF, Il futuro delle specie in un mondo più caldo. Gli effetti del cambiamento climatico sulla biodiversità nelle zone prioritarie WWF, marzo 2018, pp. 24. 
  7. Guido Viale, Un cambiamento irreversibile, Comune-info, 16 ottobre 2018. 
  8. Will Steffen e altri. Op.cit. 
  9. World Meteorological Organization, WMO Greenhouse Gas Bullettin, n. 14, 22 novembre 2018, p. 9. 
  10. Roberto Colella, Geopolitica dell’Artico, tra risorse e interessi espansionistici, Huffingtonpost, 27 febbraio 2017. Nicola Sartori, La guerra silenziosa per controllare il petrolio dell’Artico, Outsidernews, 20 ottobre 2017. 
  11. Laura Canali, Le nuove rotte artiche, Limes, 13 giugno 2008. Francesco Sassi, Chi ci guadagna dalla nuova rotta dell’Artico, Wired, 8 ottobre 2018 
  12. OPEC, 2017 Annual Report, 2018, pp. 110. 
ανατρεπτική τέχνη, arte ribelle

Ένα ταξίδι για τους φίλους: #Hevalen πάνω κάτω στο στιβάλι. Για τι πράγμα μιλάμε όταν μιλάμε για την Συρία;

Stampa

του Davide Grasso *

Un viaggio per gli amici: #Hevalen su e giù per lo Stivale. Di cosa parliamo quando parliamo di #Siria?

Παρουσίαση του Hevalen στο Πανεπιστήμιο L’Orientale της Napoli, 21 μαρτίου 2018.

Στα τέλη νοεμβρίου του 2017 προσγειωνόμουν για δεύτερη φορά σε ένα ευρωπαϊκό αεροδρόμιο αφού βρέθηκα στη Συρία. Αυτή τη φορά είχα αφήσει δύο φίλους πίσω μου: η Eddi και ο Jacopo παρέμειναν για να υπερασπιστούν και να συνεχίσουν την επανάσταση του βορρά. Θα είχα φθάσει στο Τορίνο το βράδυ και, το επόμενο βράδυ, θα είχα προσεγγίσει στην πλατεία Santa Giulia, όπου θα είχα παρατηρήσει – για άλλη μια φορά – τη νυχτερινή ζωή μιας μεγάλης πόλης έχοντας μια ζώνη πολέμου στα μάτια μου. Όχι ότι η βόρεια Συρία – ή η Ροζάβα – είναι απλά μια ζώνη πολέμου. Είναι ο τόπος όπου σήμερα, μέσα στο πρώτο τέταρτο του εικοστού πρώτου αιώνα, αναπτύσσεται το μεγαλύτερο επαναστατικό κίνημα της γης, σε έναν κόσμο χωρίς επαναστάσεις. Ακόμη μια φορά, μετά από δύο μήνες μεσοποταμιακών διαδρομών, συνελεύσεων, συναντήσεων και σεμιναρίων που υποστηρίχτηκαν με πολεμικούς ρυθμούς – σαν να ήμασταν ζωντανοί, σαν να προσπαθούσαμε να αλλάξουμε τον κόσμο – δεν μπορούσα παρά να κοιτάζω με αμηχανία την αντανάκλαση του εαυτού μου σε όλα τα κοκτέιλ και τα χαμόγελα εκείνης της νυχτερινής Παρασκευής. Γιατί δεν οργανώναμε κάτι μεγάλο κι εδώ, αντί να ουρλιάζουμε άσκοπα με μερικές μπύρες στο χέρι;

Τότε, εννέα μήνες πριν, δεν ήμουν ακόμη σε θέση να αγγίξω ένα αντίγραφο του βιβλίου που είχα γράψει μερικούς μήνες νωρίτερα, εκείνο στο οποίο διηγούμουν για το χάσμα μεταξύ Ευρώπης και Μέσης ανατολής, και για τον λόγο για τον οποίον είχα πάει για να πολεμήσω το Isis, ή το Daesh. Μετά το βράδυ στην Piazza Santa Giulia δεν περίμενα πολύ να επιστρέψω στο ταξίδι. Αυτή τη φορά ήταν η Ιταλία που είχα σκοπό να διασχίσω, με το βιβλίο που είχα γράψει. Όπως είναι γνωστό, τα τουφέκια απέχουν πολύ από το να είναι το μοναδικό όπλο που θα χρησιμοποιηθεί σε αυτόν τον κόσμο, και, όπως εξήγησα στους φίλους μου στη Συρία, το Hevalen είναι μια πολιτική δράση: γραμμένο διαφορετικά από το πώς θα το είχαν εκδώσει οι μεγάλοι εκδοτικοί οίκοι, ίσως ακόμη και διαφορετικά από το πώς οι αναγνώστες θα το είχαν θελήσει, το σκέφτηκα με τρόπο τέτοιο ώστε να προσπαθεί να μεταδώσει – όσο μπορεί να γίνει δυνατή η μετάδοση – αυτό που είναι πιο οδυνηρό εκεί όπου πονάει περισσότερο: δηλαδή ότι δεν υπάρχει κανένας τρόπος μέσα στον οποίο εσείς και εγώ μπορούμε να είμαστε ειλικρινείς και τίμιοι με τους εαυτούς μας, ζωντανοί, σε έναν τέτοιο κόσμο.

Από τότε, μέχρι την τελευταία παρουσίαση στο festival Υψηλή Ευτυχία-Alta Felicità, στην Val Susa, στις 27 ιουλίου που μόλις πέρασε  [Audio στο κάτω μέρος σε αυτό το post, N.d.R.], γύρισα την Ιταλία να φέρω σε πέρας πενήντα οκτώ παρουσιάσεις σε άλλες τόσες δημόσιες αίθουσες, κύκλους, ταβέρνες, πανεπιστήμια, σχολεία, κοινωνικά κέντρα, σπίτια του λαού, συνδικαλιστικά γραφεία, σε χωριά των 600 κατοίκων όπως και σε μητροπόλεις εκατομμυρίων ανθρώπων, από τους Δολομίτες μέχρι το Παλέρμο, από την Αδριατική μέχρι τις δυτικές γωνιές της Σαρδηνίας. Είδα ξανά φίλους, συνάντησα διαφορετικά πρόσωπα και ανθρώπους, άκουγα διαλέκτους, κλίσεις και αδυναμίες, έθιμα φιλοξενίας και πολύ διαφορετικούς τρόπους έκφρασης των αμφιβολιών ή των ιδεών τους. Μερικές φορές με περίμενε η ερώτηση: πώς είσαι; Πώς είναι εκεί κάτω; Υπάρχει ελπίδα; Μερικές φορές φαίνονταν να θέλουν να εννοήσουν πως, αν υπάρχει, μπορεί να υπάρχει και εδώ. Άλλες φορές φαίνονταν ότι το υπόβαθρο της ερώτησης ήταν περισσότερο απογοητευμένο. «Μιας κι εδώ απ’ ότι φαίνεται ελπίδα δεν υπάρχει… θα μας πεις για εκείνους τους μακρινούς τόπους;»

Γιατί να μιλήσουμε γι αυτό που είναι μακριά; Σε κάποιους η αίσθηση, η έννοια αυτής της δραστηριότητας μου διαφεύγει, αλλά πρέπει να πάμε μακριά, μερικές φορές, για να βρούμε κοντινές απαντήσεις, ειδικά όταν, στη γύρω περιοχή, φαίνεται να βρίσκουμε μόνο τοίχους για να χτυπήσουμε το κεφάλι.

Στην Bologna, σε έναν από τους πρώτους σταθμούς, συνάντησα τον Wu Ming 1, που με είχε ακολουθήσει στη συγγραφή του βιβλίου. Η παρέμβαση του ενώπιον των φοιτητών με ταρακούνησε. Πάντα πίστευα ότι αν κάποιος είχε διαβάσει, εκτός από το Hevalen, το μοναδικό άλλο βιβλίο που είχα γράψει (τέσσερα χρόνια νωρίτερα, όταν είχα επιστρέψει από μια περίοδο σπουδών στις States, και η Συρία δεν καταλάμβανε ούτε κατά διάνοια τις σκέψεις μου), δεν θα μπορούσε να πιστέψει πως ο συγγραφέας ήταν ο ίδιος. Εγώ πρώτος δυσκολεύομαι να το πιστέψω. New York Regina Underground  ήταν αυτοβιογραφικός απολογισμός για τις μητροπολιτικές τρέλες, γιορτές και παράδοξα της ευχαρίστησης και, κατά κάποιο τρόπο, και για το βίτσιο. Το Hevalen ονομάζει γεγονότα στα οποία, ως επί το πλείστον, θα ήθελα να καταφέρω να μην σκέφτομαι πλέον, αν μη τι άλλο επειδή δεν δημιουργούν μόνο εμμονές, αλλά κάστρα από εμμονές. Ωστόσο όχι μόνο είμαι ο ίδιος συγγραφέας, είπε ο Wu Ming 1, αλλά μάλιστα θα έπρεπε να διαβάσετε το Νέα Υόρκη Regina Underground πριν διαβάσετε το Hevalen.

Με την πρώτη ματιά θα μπορούσε να εμφανιστεί σχεδόν σαν μια προσέγγιση όχι και τόσο διακριτική, και είναι εύκολο, μπροστά στον πόλεμο, να λείπει ακούσια ο σεβασμός. Δεν ήταν έτσι: ο Wu Ming 1 είχε καταλάβει πόσο βαθιά είναι απαραίτητο να κατανοήσουμε την αρχή του Hevalen για να απαντήσουμε στην ερώτηση που γράφτηκε στο εξώφυλλο. Δεν ήταν ίσως τα χαμόγελα του Bataclan και τα cocktails της Rue de Charonne, που κάποτε πνίγηκαν στο αίμα στις 13 νοεμβρίου του 2015, που με ώθησαν να πάρω ένα όπλο για πρώτη φορά στη ζωή μου, να αντιμετωπίσω τους υπεύθυνους για εκείνη τη σφαγή με τα ίδια μέσα που είχαν χρησιμοποιήσει για να την φέρουν σε πέρας; Και δεν ήταν, εκείνα τα κοκτέιλ και τα χαμόγελα εκείνα, τα ίδια που ήταν οι πρωταγωνιστές του πρώτου μου πραγματικού ταξιδιού έξω από την Ευρώπη – προς τα δυτικά – και συνεπώς του πρώτου βιβλίου; σίγουρα: μια παρόμοια αγάπη για τη δική μου νυκτερινή αντανάκλαση, και για τη διάθλασή της σε εκατομμύρια άλλων σε χίλιες άλλες νύχτες, μπορεί να ενοχλήσει. Παρ ‘όλα αυτά, ακριβώς επειδή είναι αλήθεια δεν κάνει τίποτα για να ευχαριστήσει.

Όταν ένα μπλουζάκι του God Save The Queen των Sex Pistols έχει τα ίδια χρώματα της σημαίας των YPG. Κοινωνικό κέντρο Cartella, Reggio Calabria, 10 ιουλίου 2018.

Και άλλοι διεθνείς μαχητές γνώριζαν επίσης κάτι για την αγάπη αυτή, στην Rojava, καθένας με διαφορετικό τρόπο. Κατά τη διάρκεια των παρουσιάσεων του βιβλίου συναντήθηκα με άλλα παιδιά που είχαν πολεμήσει στις YPG μετά από μένα. Τους παρατήρησα: μικροκαμωμένοι, παιδιά, μερικές φορές με παιδικά πρόσωπα, μπλουζάκια που κρέμονται σε μικροσκοπικούς ώμους ή ένα χαρτάκι για να στρίβουν τον καπνό στο χέρι τους. Αυτοί; Μαχητές; Μαχητές στη Συρία; ενάντια στο Isis; Είναι μια ολοκληρωτικά κατανοητή δυσπιστία, που πολλοί δεν μπορούν παρά να έχουν και για λογαριασμό μου. Είναι ότι το έχουμε ξεχάσει, με όλους αυτούς τους Rambo και αυτούς τους Terminator που περνούν στις εφημερίδες και στην τηλεόραση, με αυτούς τους επαγγελματίες στρατιώτες οι οποίοι, ψηλοί και φουσκωμένοι, πομπώδεις, επηρμένοι, περιπολούν τους σταθμούς και τους δρόμους της νύχτας, ξεχάσαμε λοιπόν πως πάντοτε τον πραγματικό πόλεμο εμείς τον κάναμε: φτωχοί και losers, με τους πατέρες και τα παιδιά μας. Τον κάνουν τα αγόρια της Manbij και του Deir El Zor με τα πολύ μακριά τους πόδια ή πολύ στραβά, με τις κυρτές τους μύτες και το βλέμμα τους χαμένο ποιος ξέρει που, κρατώντας το τουφέκι σαν να μην θέλουν να είναι στον κόσμο με αυτό το πράγμα, και οι δύο στην ίδια στιγμή! Ξύπνα! Μας έχει απομείνει λιγάκι μνήμη; Πώς ήταν οι νεκροί μας του Caporetto, οι νεκροί της Grappa; Πώς ήταν οι νεαροί που μαχαιρώθηκαν στις πλάτες στη Γαλλία, της υποχώρησης της Ρωσίας, της Balmafol; Πάντα δικοί μας είναι οι νεκροί, αλλά και οι μαχόμενοι: πρέπει να θυμόμαστε.

Συμβαίνει λοιπόν, για αυτούς τους ανθρώπους, πως οι μητέρες, οι ελιές, τα χαμόγελα ή οι προσευχές να είναι σημαντικές. Είμαι υπερήφανος που αγωνίστηκα, που πολέμησα με τον ήχο των χορδών των Dire Straits στο μυαλό, δίπλα σε νέους ανθρώπους που τα πρόσωπα τους έλαμπαν εάν, σε ένα σπίτι που μόλις κατέλαβαν κατά τη διάρκεια των μαχών, έβρισκαν ένα αντίγραφο του Κορανίου. Επειδή για εμάς τους κοινούς θνητούς, πιστούς ή όχι, η συνύπαρξη μέσα στη διαφορά – και η συνεργασία μέσα στη διαφορά – είναι μια αναγκαιότητα.

Στην Φλωρεντία ήταν ο Wu Ming 4 που παρουσίασε το Hevalen. Με είχε ήδη βοηθήσει να καταλάβω καλύτερα γιατί πήγα στη Συρία χάρη σε ένα αξιόλογο κριτικό δοκίμιο που έγραψε αυτός και το οποίο διάβασα κατόπιν σύστασής του στην επιστροφή, L’eroe imperfetto, Ο ατελής ήρωας. Είχε μιλήσει στους σπουδαστές για μια φλασιά που είχε στο Λονδίνο, νομίζω στο Hyde Park. Ο γιος του έπαιζε με άλλα παιδάκια και, όπως συχνά συμβαίνει σε εκείνη την πόλη, οι οικογένειες που βρίσκονταν γύρω ήταν: ένα πολύ ξανθό ζευγάρι, ίσως ουαλοί, μια κυρία που φορούσε το hijab με τον σύζυγό της, ίσως αιγύπτια, και άτομα με ινδοκινεζικά χαρακτηριστικά, ή αφρικανοί. Κοιτάζοντας εκείνη τη σκηνή συνειδητοποίησε ότι εκείνο «ήταν όλο αυτό για το οποίο είχα και για το οποίο θα είχα θελήσει να πολεμήσω», και ήταν το ίδιο, συνειδητοποιούσε τώρα, για το οποίο αγωνίζονταν οι σύριοι, οι άραβες, οι κούρδοι, οι ιρανοί, οι μεσοανατολίτες και οι δυτικοί του Hevalen. Στο Hevalen, είπε στη Φλωρεντία, γίνεται λόγος για ένα «τρόπο, για ένα στυλ ζωής»: δεν είναι όμως ο «τρόπος ζωής» του Emmanuel Macron ή της Theresa May, που βλέπει στον καταναγκασμό της επανάληψης του εστιατορίου και του dehor, της βιτρίνας ως τη μόνη δυνατή ταυτότητα, την νιχιλιστική επιτακτική ανάγκη της κατανάλωσης, χωρίς δονήσεις και χωρίς ζωή. Είναι το στυλ ζωής εκατομμυρίων νέων προλετάριων του παγκόσμιου melting pot, χωνευτηρίου – που κάνουν εκατομμύρια νύχτες να είναι ζωντανές και δονητικές, και στη μουσική, και στη νυχτερινή ζωή.

Είναι σαφές ότι δεν μπορούμε να είμαστε ικανοποιημένοι με ένα τέτοιο σενάριο ή, ακόμα λιγότερο, με την περισυλλογή επί αυτού. Ο κόσμος είναι αμφίθυμος, αντιμαχόμενος. Οι μόνες ψευδείς σημαίες είναι εκείνες που πιστεύουν ότι κυματίζουν στον άνεμο που φυσά μόνο από μία κατεύθυνση. Πίσω από τα ουράνια τόξα που πρέπει να υπερασπιστούμε υπάρχουν οι καταιγίδες του αβυσσαλέου χάσματος που προκαλείται από την αδικία. Προσπάθησα να διευκρινίσω κατά μήκος της μπότας ότι το βιβλίο μου είναι ένα βιβλίο επάνω στην αδικία – μέχρι τις ακραίες συνέπειες. Αντιμετώπισα, κατόπιν παρότρυνσης του Christian Raimo, στη Ρώμη, την αφιέρωση στην αρχή του κειμένου, που λόγω ενός ταρακουνήματος υλισμού – χειρονομία εξέγερσης της οποίας ο αναγνώστης βρίσκει στη συνέχεια την εξήγηση – δεν περιλαμβάνει τους πεσόντες. Οι πεσόντες είναι οι πρωταγωνιστές του βιβλίου, αλλά το βιβλίο δεν είναι αφιερωμένο σε αυτούς. Πρέπει να αισθανόμαστε την απουσία τους για να τους είμαστε πιστοί. Πρέπει να καταλάβουμε ότι δεν υπάρχουν πλέον. Δεν μπορούν να μας ακούνε.

Παρουσίαση του Hevalen στο Barrio Campagnola του Bergamo, 7 μαρτίου 2018.

Με τα παιδιά του κοινωνικού κέντρου Dordoni και με τον βιβλιοπώλη από την Κρεμόνα Mario Feraboli συζήτησα για αυτό το διάκενο μεταξύ του «εμείς» που (επι)βιώνουμε και «αυτών», που πεθαίνουν. Δεν είναι εύκολο. Χωρίς επιφυλακτικότητα ή αξιολύπητες πόζες, με απόλυτη ειλικρίνεια. Το καταφέραμε στην Cremona. Εξ αιτίας όσων ήταν εκεί εκείνο το βράδυ, αλλά και κατά πρώτο λόγο λόγω εκείνων που δεν ήταν εκεί. Των παιδιών που αγωνίζονται στη Συρία και που με άλλαξαν, καθιστώντας ένα ελάχιστο, ένα απειροελάχιστο λιγότερο διαστρεβλωμένη και εγωκεντρική την προσωπικότητά μου, των πεσόντων, που με καρφώνουν στις ευθύνες μου μπροστά σε οποιονδήποτε. Των πεσόντων σχετικά με τους οποίους μπόρεσα για τελευταία φορά να αντιμετωπίσω τον φίλο Peppino, αγωνιστή του Boccaccio της Monza, που λίγο αργότερα μας άφησε. Υπάρχει ένας αξιοπρεπής και σεβαστός τρόπος με τον οποίο μπορούμε να εκφράσουμε τις αναφορές μας στην καταραμένη αναγκαιότητα της βίας; Αυτός γνώριζε τις συνέπειες αυτής της αναγκαιότητας, εξαιτίας του φίλου του για τον οποίον μου είχε μιλήσει, που είχε βοηθήσει τους Ypg και έπειτα αφαίρεσε την ζωή του, για αυτό που υπήρξε αναγκαίο. Αναγκαίο; Για ποιον; Για αυτούς, για μας; Για μένα; Στο Παλέρμο, η φιλόσοφος Serena Marcenò μου υπενθύμισε ότι, γι αυτή την αναγκαιότητα, ακόμα και μετά την ανάγνωση του βιβλίου μου, κάποιος μπορεί να παραμείνει κάθε άλλο παρά πεπεισμένος.

Όταν προσγειώθηκα στην piazza Santa Giulia, πριν από εννέα μήνες, η Raqqa μόλις είχε απελευθερωθεί και η εκστρατεία κατά του Daesh στην ανατολική έρημο είχε ξεκινήσει. Η ειρήνη φαίνονταν κοντινή. Το συριακό καθεστώς έσπρωχνε τον εχθρό από το νότο, χωρίς να περιφρονεί να βομβαρδίζει και τους συντρόφους μας. Ένας δύσκολος αλλά αναγκαίος συμβιβασμός μεταξύ δύο αντιτιθέμενων δυνάμεων – ένα σοσιαλιστικό και ελευθεριακό κίνημα από την μία πλευρά, ένα αυταρχικό και φασιστικό κράτος από την άλλη – ενωμένων από το κοινό συμφέρον για να εμποδιστεί η γέννηση μιας θεοκρατικής Συρίας, φαίνονταν να επιτυγχάνεται χάρη στη φυσική διαμεσολάβηση της Ρωσίας, στρατιωτικού συμμάχου και των δύο. Αντιθέτως δύο μήνες αργότερα το σενάριο αυτό θάφτηκε από τον Πούτιν, ο οποίος προτιμούσε να ευνοήσει την τουρκική περιφερειακή δύναμη, κάποτε εχθρική σε αυτόν, παραδίδοντας της την Αφρίν, προπύργιο της επανάστασης.

Γυρνώντας την Ιταλία με το Hevalen στο χέρι προσπάθησα να ενημερώσω για τις φάσεις του αγώνα και της μάχης, μοιράστηκα τα βίντεο που έστειλαν οι Jacopo, Eddi, Gelhat, Dilsoz – όλοι ιταλοί στρατευμένοι και μαχόμενοι – ενώ κινούμουν από το Βένετο στην Ούμπρια, από Λάτσιο έως Λομβαρδία και στις Marche, στην περιοχή της Emilia Romagna. Δρομολόγησα ξανά τα συνθήματα αντίστασης από τις πορείες του Τορίνο και του Μιλάνο. Με βρίσκουν στο Φεστιβάλ παλαιστινιακού κινηματογράφου στο Κάλιαρι όταν όμως η Αφρίν, ξαφνικά, μεταξύ 17 και 18 μαρτίου, έπεσε, εκκενώθηκε από τις επαναστατικές δυνάμεις. Από την σφαγή του πληθυσμού, ο οποίος παρέμεινε ως επί το πλείστον στην πόλη, είχε προτιμηθεί ο ανταρτοπόλεμος, η αντίσταση σε καθεστώς παρανομίας που εξακολουθεί να διαρκεί. Σε εκείνη την τρομερή φάση το να δέχομαι βροντερά χειροκροτήματα για την προηγούμενη στρατιωτική μου στράτευση, όπως συνέβη στην αρχή της παρέμβασής μου στο Δημαρχείο της Πάντοβα, υπήρξε ευκαιρία να μην κάνω τον αδιάφορο, αλλά να αντιμετωπίσω το κρυφό πρόβλημα που σε εκείνα τα χειροκροτήματα ήταν κρυμμένο.

Η πρόθεση στα χειροκροτήματα, στα σφιξίματα στα χέρια και στην απόδοση εκτίμησης απέναντι μου, και απέναντι στους άλλους ιταλούς των YPG, είναι σαφής, ξεκάθαρη και καλή, αλλά είναι το αποτέλεσμα, η συνέπεια για εκείνους που έχουν πάρει τα όπλα σε έναν πόλεμο, ακόμα σε εξέλιξη, που είναι αντιφατική. Με αυτή την ευκαιρία χρειάστηκα δύο λεπτά για να εξηγήσω ότι τα χειροκροτήματα και τα συγχαρητήρια είναι κατανοητά και αποδεκτά σύμφωνα με την ιταλική οπτική, που εκείνοι που πολέμησαν στη Συρία κατέχουν πλέον μόνο εν μέρει. Από τη συριακή οπτική, από την επαναστατική άποψη, το να έχουμε διαθέσει το σώμα μας για πέντε μήνες, όπως έκανα εγώ, δεν είναι τίποτα. Αυτή είναι η αλήθεια. Κάποιος με ρώτησε: πώς μπορείς να γυρνάς όλη την ώρα, χωρίς ποτέ να σταματάς; Δεν είσαι κουρασμένος; Είναι τίποτα. Εκεί οι άνθρωποι αγωνίζονται και μάχονται μια ζωή. Οι νεαροί μάχονται και εξακολουθούν να αγωνίζονται, να μάχονται, μέχρι το νέο χωριό και τη νέα επιχείρηση, μέχρι το θάνατο, και είναι νέοι που χαμογελούν σαν εμένα και σαν εσάς, που κλαίνε σαν εσάς, που έχουν θάρρος και φόβο σαν κι εσάς. Ποιο δικαίωμα έχουμε για να δεχόμαστε επαίνους λαϊκούς;

A και V στον πίνακα. Λύκειο Walther von der Vogelweide, Bozen/Bolzano, 20 απριλίου 2018.

Είναι σωστό ότι η παρουσίαση του Hevalen χρησίμευσε επίσης για να επεξηγήσει αυτό: επειδή αυτό είναι γραμμένο στο βιβλίο. Είναι γραμμένο ότι αυτά τα παιδιά μας φωνάζουν πως το να ελπίζει κανείς, ή να προσποιείται πως ελπίζει, δεν εξυπηρετεί, πρέπει να αγωνιστούμε – ακόμη και στο έδαφος της ειρήνης γιατί, αν όχι ο πόλεμος, είναι ο αγώνας που είναι παγκόσμιος. Τις ημέρες των λεηλασιών της Afrin, προσγειώθηκα στη Νάπολη. Μια ομάδα παράξενων σπουδαστών έκανε να βρεθεί μια τρίχρωμη σημαία με τρία αστέρια ευθυγραμμισμένα πάνω από την πύλη της Orientale: την σημαία του λεγόμενου Ελεύθερου Συριακού Στρατού, ο οποίος – παράδοξο – δεν ήταν ποτέ ελεύθερος και ποτέ δεν υπήρξε συριακός (και ποτέ δεν υπήρξε ένας στρατός ). Είναι η ίδια σημαία που είχαν κρεμάσει δυο μέρες πριν οι αλήτες που κατέλαβαν την Αφρίν σε ένα παρόμοιο μπαλκόνι, εκείνο του δημαρχείου της, δίπλα στην τουρκική σημαία. Εκείνο το έμβλημα θανάτου και κλοπής, παντού όπως στην πόλη εκείνη προοίμιο της αναγκαστικής μεταλλαγής των μειονοτήτων, των συστηματικών βασανιστηρίων των αντιφρονούντων, της εθνοκάθαρσης, της απομόνωσης και των διακρίσεων των γυναικών, κυμάτιζε στους τοίχους ενός από τα ευγενέστερα ιταλικά πανεπιστήμια. Είπα στους σπουδαστές που με είχαν καλέσει πως θα απομάκρυνα τη σημαία εγώ ο ίδιος, εάν δεν το έκαναν αυτοί. Σε λίγα λεπτά εξαφανίστηκε.

Μόλις κάθισα, άρχισα να καταγράφω τα εγκλήματα και τις φρικαλεότητες που διαπράττονται στη Συρία πίσω από αυτό το έμβλημα από τους τζιχαντιστές που οι τελεειδήσεις μας, λόγω της πρόστυχης ιταλικής εξωτερικής πολιτικής, αποκαλούν «αντάρτες». Ένα κορίτσι με τα μαλλιά να καλύπτονται από το hijab, στην τρίτη σειρά, προσπάθησε να με διακόψει. Δεν με ενδιέφεραν τα παράπονά της. Το ντύσιμο της μπορούσε να την κατατάξει ως πρώην αποικισμένη, ή μετανάστρια. Πρέπει να ευχαριστήσω τη Συρία που με έκανε απρόσβλητο – τουλάχιστον το ελπίζω – από εκείνο τον συγκεκριμένο ρατσισμό, της «αριστεράς» αυτή τη φορά, που χαρακτηρίζεται ως αφόρητος πατερναλισμός, αλόγιστος κατευνασμός σε οποιαδήποτε συμπεριφορά που προέρχεται, για παράδειγμα, από ανθρώπους που θεωρούνται ως μουσουλμάνοι, λες και ο σεβασμός προς τον άλλον δεν εκφράζεται πρώτα απ’ όλα ακριβώς στο να δίνεις στον καθένα την αξιοπρέπεια να είναι πραγματικός συνομιλητής και όχι μόνο τυπικά, όχι είδος ανήλικου διαταραγμένου μειωμένης ικανότητας να αντιπαρατεθεί, αν χρειαστεί έντονα, στα ίσα και να δεχτεί, εάν χρειαστεί, κριτικές. Μία νοοτροπία που θα με είχε ωθήσει να υποκύψω στις πιέσεις αυτού του κοριτσιού, μόνο και μόνο για το πέπλο που φορούσε. Αντιθέτως συνέχισα. Τους είπα – για τα θύματα, για τους μάρτυρες. Το κορίτσι άρχισε να κλαίει. Συνέχισα. Αυτή όπως και όλοι έπρεπε να ακούσει την αλήθεια των αποκεφαλισμένων παιδιών, των γυναικών που βιάστηκαν, των οικογενειών που ήταν κλειδωμένες στα κλουβιά. Όταν τελείωσα, ζήτησε συγγνώμη για τη συμπεριφορά της και είπε ότι γνώριζε από καιρό ότι δεν μπoρούσε πλέον να ανεμίζει εκείνη τη σημαία, πως έπρεπε να την κρατά «κλειδωμένη στο συρτάρι, εξαιτίας εκείνων που πρόδωσαν τα αρχικά ιδανικά». Μέσα στον κοινό σεβασμό για τις απαρχές της συριακής επανάστασης σφίξαμε τα χέρια στο τέλος της συζήτησης. Ανακάλυψα ότι ήταν ιταλίδα, που είχε ασπαστεί το Ισλάμ.

Το ταξίδι μέσα στην Ιταλία καθιστά δυνατή την κατανόηση πως η πραγματικά κακή πίστη δεν κατοικεί, συχνά, μέσα στους πρώτους ύποπτους, αλλά τους πολίτες πάνω από κάθε υποψία. Κατά τη διάρκεια της παρουσίασης της Περούτζια γνώρισα μια ομάδα τοπικών οπαδών που τους απέκλεισαν από κάθε αθλητική διοργάνωση επειδή άνοιξαν, κατά τη διάρκεια ενός αγώνα, ένα πανό με την επιγραφή «Defend Afrin, terrorist Erdogan, Να υπερασπιστούμε την Αφρίν, Ερντογάν τρομοκράτη». Ο διοικητής της αστυνομίας δικαιολόγησε τη διάταξη σύμφωνα με την οποία το πανό προσέβαλε στην τιμή ενός αρχηγού ξένου κράτους. Επωφελήθηκα από την παρέμβασή μου για να προσκαλέσω τον διοικητή της Περούτζια να μετακομίσει με την οικογένειά του στη νέα Αφρίν του Ερντογάν, για να νιώσει τι ζουν κάτω από μια θεοκρατική εξουσία που διοικείται από κακοποιούς, ανάμεσα σε αντιφρονούντες που κρέμονται από στύλους και αποκεφαλισμούς στην πλατεία με την κραυγή «Allah Akhbar, ο Θεός είναι Μεγάλος !». Στην Πίζα οι σπουδαστές που με υποδέχτηκαν είχαν μόλις φτιάξει μια τοιχογραφία για την Αφρίν, αλλά είχε σβηστεί από το πανεπιστήμιο. Αν μόνο ο πρύτανης της Πίζα έπρεπε να αγκαλιάσει κάποιον που αιμορραγεί για την υπεράσπιση της πόλης του, ή για την ίδια την δυνατότητα να υπάρχουν τα πανεπιστήμια, θα καταλάβαινε πως ορισμένες χειρονομίες είναι αποδεκτές μόνο από μια ιταλική οπτική, εκείνη που εμείς έχουμε εν μέρει χάσει.

Στη μνήμη του Francesco Viviani, καθηγητού αντιφασισμού στο Liceo Ariosto της Ferrara, στη συνέχεια διοικητικού στελέχους του βερονέζικου CLN, που πέθανε στο  Buchenwald.

Ήταν κουραστικό, αλλά και όμορφο, να βλέπω τη χώρα μου, την οποία αγαπώ. Στο Appennino παρενέβην στις Casematte της Aquila, όπου χιλιάδες άνθρωποι βρήκαν καταφύγιο κατά τη διάρκεια του σεισμού, στη Φερράρα. Συζήτησα με αξιολάτρευτους φοιτητές – μερικοί ιταλοί, άλλοι παλαιστίνιοι (το Hevalen είναι επίσης ένα βιβλίο για την Παλαιστίνη) – στο Λύκειο Αριόστο. Στους τοίχους του σχολείου μια πλάκα με έκανε να ανακαλύψω ότι ένας από τους καθηγητές λατινικών και ελληνικών πέθανε από το ναζιστικό-φασιστικό χέρι. Το να διασχίζεις την Ιταλία είναι να διασχίζεις αναμνήσεις αντίστασης: φθάνει να σταματήσεις για μια στιγμή και να μην προχωρήσεις περισσότερο, να δώσεις στον εαυτό σου χρόνο. Ένας φίλος με μετέφερε με ένα φορτηγό από το Carpi στο Reggio Emilia, δείχνοντάς μου την ατέλειωτη ροή των μνημάτων των καταδικασθέντων και το στρατόπεδο συγκέντρωσης του Fossoli, σε εκείνο το τρίγωνο του θανάτου όπου ο απαραίτητος αγώνας ενάντια στον φασισμό υπήρξε τόσο σκληρός. Μεταξύ των υψηλών και επιβλητικών βουνών της Val Belluna, όπου είχαν ενεργήσει άλλες μονάδες παρτιζάνων, συνάντησα και πάλι τον μαχητή δίχως όπλα Fabio Vettorel, ο οποίος αντιστάθηκε με σαφήνεια και συνέπεια στις γερμανικές φυλακές μετά τη σύνοδο των G20 στο Αμβούργο.

Στο Bozen / Bolzano συνάντησα μια γερμανόφωνη σχολική ομάδα με τους οποίους συζήτησα τη σημασία της γλωσσικής προστασίας, της άρνησης της αφομοίωσης και του συστήματος των δημοκρατικών αυτονομιών στη βόρεια Συρία ως πρότυπο που θα μπορούσαμε να προωθήσουμε και στην Ευρώπη. Πολλοί, εκεί και αλλού, με ρώτησαν: είναι πιθανό μερικές από τις κατακτήσεις της Rojava να βρουν επιβεβαίωση στα μέρη μας; Τίποτα δεν μπορεί να εξαχθεί σαν ένα δέμα πατάτες, στην πολιτική, αλλά οι σύριοι ή οι κούρδοι έχουν δύο πόδια και δύο χέρια σαν κι εμάς, έτσι ώστε να έχουν δημιουργήσει μια κοινωνία που βασίζεται στις κοινότητες, η ιδέα της οποίας προέρχεται από την ευρωπαϊκή επαναστατική ιστορία, και οι κοινότητες διήρκεσαν στην Ροζάβα περισσότερο από ό, τι στο Παρίσι, σίγουρα δεν κόστισαν λιγότερο αίμα απ’ ότι εδώ σε εμάς. Υπάρχουν πηγές έμπνευσης σε όλες τις επαναστάσεις, και εκείνη της βόρειας Συρίας δεν αποκλείεται, ακόμα περισσότερο επειδή δίπλα στους πρακτικούς μετασχηματισμούς βρίσκονται σε διεργασία εκεί κάτω βαθιές και χρήσιμες θεωρητικές σκέψεις και προβληματισμοί επάνω στην ιστορία του σοσιαλισμού, του κομμουνισμού και της αποικιοκρατίας, και επάνω στην αυτοκριτική που πρέπει να εμβαθύνουν οι επαναστάτες αυτού του αιώνα (της οποίας ένα από τα πιο πολύτιμα χαρακτηριστικά είναι, τελικά και επιτέλους, να κατανοήσουν κριτικά το 1989).

Παλαιστίνη και PKK. Padova, Δημαρχείο, 1 ιουνίου 2018.

Σίγουρα, λίγο χρησιμεύει να αντλήσουμε έμπνευση από τις κοινότητες και τα συνέδρια των γυναικών, ή από τους συνεταιρισμούς ισονομίας της Ροζάβα, εάν δεν θέσουμε στους εαυτούς μας το πρόβλημα του πώς άρχισαν όλα και πώς μπορεί να υπάρξει συνέχεια: μιας και όλοι όσοι έχουν διασχίσει αυτή τη διαδικασία αλλαγής ξέρουν πόσο καθοριστικός είναι ο ρόλος ενός ισχυρού και οργανωμένου κινήματος, του επαναστατικού υποκειμένου και των αγωνιστών του. Η αλήθεια είναι αυτή: ούτε μια κοινότητα δεν θα είχε αναδυθεί χωρίς τη δράση ερεθίσματος, ώθησης, κατάρτισης και οργάνωσης που ασκείται από το κόμμα, ακόμη και πριν από τις αναταραχές του 2011, όταν κάτω από τo τακούνι του Assad ενεργούσαν στην παρανομία, και το πιο παράδοξο είναι ότι για μερικούς, στη Συρία όπως στην Ιταλία, αυτό καταλήγει να είναι θεμέλιο σκεπτικισμού, και όχι προβληματισμού ξεκινώντας από τις δικές τους αποτυχίες, οι οποίες με αυτό το θέμα δύσκολα μπορεί να μην σχετίζονται. Σήμερα το έργο και η νοοτροπία των συνομοσπονδιακών μαχητών είναι το πιο πολύτιμο κληροδότημα για τους νέους που αναζητούν ένα παράδειγμα αφοσίωσης, θάρρους, οράματος, πραγματισμού και πειθαρχίας στην Ευρώπη.

Άλλοι με ρώτησαν: πώς μπορούμε να βοηθήσουμε, από εδώ; Πάντα απάντησα ότι είναι απαραίτητο να βρούμε το θάρρος να ταξιδέψουμε, παρόλο που αυτά τα ταξίδια δεν μπορούν και δεν πρέπει να αναληφθούν με επιπολαιότητα, ούτε να τα κάνουμε μόνοι. Το ταξίδι είναι σημαντικό όχι για να πολεμήσουμε, αλλά για να δείξουμε ότι είμαστε πρόθυμοι να κάνουμε διαφορετικά τις διαδρομές που κάνουν άλλοι για να βρουν μια καλύτερη ζωή ή να σωθούν, και για να αποδείξουμε εκ των πραγμάτων ότι δεν είναι όλοι οι «δυτικοί» ίδιοι, αν υπάρχει ακόμη και εκείνος που είναι πρόθυμος, τουλάχιστον σε ένα μικρό βαθμό, να γίνει μετανάστης απ’ την ανάποδη. Μπορούμε επίσης να πληροφορηθούμε και να ενημερώσουμε, πάντα είπα, και να δωρίσουμε στην Ερυθρά Ημισέληνο Κουρδιστάν Ιταλία Onlus για να υποστηρίξουμε τους τραυματίες και τους πρόσφυγες.

Ήμουν έτοιμος να φύγω για το τελευταίο μέρος του ταξιδιού μου, τον ιούνιο προς νότο, όταν η Eddi και ο Jacopo, που είχα αφήσει στη Συρία το νοέμβριο, ξαφνικά, επέστρεψαν. Χωρίς να σκεφτούν δύο φορές, δίχως να πάρουν αναπνοή, ενώθηκαν το ταξίδι μου, ως πραγματικοί hevalen και μαζί βρεθήκαμε στο Pigantaro, στη Sparanise, στο Venaus και στην Cosenza, αυτή η τελευταία μια βραδιά που για μένα θα παραμείνει ξεχωριστή, διότι προστέθηκε εκεί σχεδόν κατά τύχη η μαρτυρία και του Dilsoz, ενός Ιταλού μαχητή Ypg που επέστρεψε πριν πολύ λίγο από την Afrin, όπως και αυτοί.

Η απώλεια της Afrin στάθηκε τρομερή για όλους. Ακόμη και για μένα που, σε αντίθεση με αυτούς, δεν βρέθηκα ποτέ εκεί. Οι hevalen αντιστέκονται, επιτίθενται στον εχθρό όποτε μπορούν, βρίσκοντας καταφύγιο στις αγροικίες, στις εγκαταλελειμμένες γειτονιές και χωριά, σε macchie, στην ύπαιθρο. Είναι πεπεισμένοι ότι μια μέρα η πόλη θα επιστρέψει ελεύθερη, όπως μόνο αυτοί που πιστεύουν και αγωνίζονται μπορούν να είναι πεπεισμένοι. Η «Οργή των ελαιόδεντρων» (έτσι αποκάλεσαν την αντίσταση) χτυπά επίσης στην καρδιά των ισλαμιστικών γαιών που έχουν καταληφθεί από την Τουρκία, στην Idlib, στο Azaz, και ο αγώνας ενάντια στο ISIS δεν έχει με τίποτα τελειώσει, στο Deir El Zor.

Ο Dilsoz, μια φορά, ενώ ανταλλάσσαμε χαμόγελα και πίναμε κοκτέιλ, ξαφνικά σταμάτησε. Μου έδειξε την φωτογραφία ενός αγοριού. Ήταν ένα παιδί άραβας ακριβώς από την Deir El Zor, το οποίο είχε γνωρίσει. Είχε πεθάνει προσπαθώντας να απελευθερώσει το χωριό του από το Isis.

Προσεύχονταν πέντε φορές την μέρα, μου είπε.

Γι αυτούς τους φίλους πρέπει να κάνουμε ότι είναι δυνατόν.

Να γράψουμε βιβλία, αν είναι απαραίτητο, και ακόμη πολλά άλλα.

*Ο Davide Grasso έχει δημοσιεύσει ανεξάρτητα ρεπορτάζ από τις Ηνωμένες Πολιτείες και τη Μέση ανατολή και αρκετά άρθρα σχετικά με τη φιλοσοφία της τέχνης και τη θεωρία της κοινωνικής πραγματικότητας. Το 2013 δημοσίευσε New York Regina Underground. Racconti dalla Grande Mela για τον Stilo Editrice. Από το 2015 δραστηριοποιείται μεταξύ Ευρώπης και Συρίας σε υποστήριξη της δημοκρατικής Ομοσπονδίας της Βόρειας Συρίας. Το 2016 ενώθηκε στις συριακές Δυνάμεις για να πολεμήσει το Daesh. Την εμπειρία του διηγείται στο βιβλίο Hevalen. Perché sono andato a combattere l’Isis in Siria, που βγήκε για τις Edizioni Alegre στην συλλογή Quinto Tipo σε επίβλεψη από το Wu Ming 1.

από wumingfoundation.com

logoinfoaut

αυτονομία, autonomia

Toni Negri: Η ΗΤΤΑ ΤΟΥ ’77.

Στην Ιταλία το ’77 είναι η δεύτερη φάση του ’68. Σε όλες τις υπόλοιπες ευρωπαϊκές χώρες το ’68 εξαντλείται γρήγορα πρακτικά μεταξύ του τέλους του ’67 και των αρχών του ’69. Στην Ιταλία αντιθέτως το ’68 υπήρξε η αρχή μιας εξαιρετικά έντονης περιόδου κατά την οποίαν ταξικός αγώνας, φοιτητική αναταραχή- διαμαρτυρία και επινόηση-εμπλουτισμός του τρόπου ζωής (οι κοινότητες, η γυναικεία απελευθέρωση κλπ.), λόγω πολύ ιδιαίτερων συνθηκών και καταστάσεων, βρήκαν μια συνέχεια τους. Νομίζω ότι αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι στην Ιταλία ξεκινήσαμε από μια εξαιρετικά καθυστερημένη κατάσταση. Το σύνολο των αναγκών απελευθέρωσης, χειραφέτησης, παρεμποδίζονταν από πολύ ισχυρές και άκαμπτες αντιφάσεις. Για το λόγο αυτό το κίνημα αναγκάστηκε να κινηθεί στο έδαφος αυτό και να απελευθερωθεί από τους αρχικούς αυτούς προσδιορισμούς.Πρέπει επίσης να επιμένουμε στο γεγονός πως στο ’68 υπήρξε εμφανής και σημαντική μέσα στο κίνημα η παρουσία ενός ορισμένου ιταλικού τύπου κομμουνισμού, δηλαδή ενός πρωταρχικού και συντηρητικού σοσιαλισμού, που διαπερνούσε την καθημερινή ζωή.Από αυτή την άποψη, τα λενινιστικά κόκκινα βιβλία, μαοϊστικά, τροτσκιστικά, τσε γκεβαρικά υπήρξαν θεμελιώδους σημασίας κείμενα, πολύ περισσότερο απ ‘ό, τι του Marcuse ή της Σχολής της Φρανκφούρτης, πολύ περισσότερο απ’ ότι μια σειρά διαφορετικών και πιο προηγμένων-προχωρημένων πολιτισμικών λόγων που ζούσαν ήδη για παράδειγμα στο γαλλικό ή το γερμανικό κίνημα.Το ιταλικό κίνημα υπήρξε επί μακρόν επηρεασμένο από το επίσημο εργατικό κίνημα και οι διαμαρτυρίες κατά του ρεβιζιονισμού μόλις απέκρυπταν τον ομφάλιο σύνδεσμο που, αντίθετα με ό, τι συνέβαινε σε άλλες χώρες, συνέδεε το κίνημα με το ιδεολογικό και οργανωτικό σύμπαν του σοσιαλιστικού κόσμου.Τώρα, σχεδόν αμέσως το κίνημα ήταν υποχρεωμένο να απελευθερωθεί από αυτούς τους αρχικούς προσδιορισμούς, και να εξοργίσει και να καεί μέσα σε αυτή την οργή-την απελπισία, τη σχέση του με το εργατικό κίνημα. Αλλά υπήρξε ακριβώς αυτό το πέρασμα κριτικής εμβάθυνσης και κρίσης της σχέσης με το επίσημο εργατικό κίνημα, που παρήγαγε μια σειρά εξαιρετικά σημαντικών επιπτώσεων, γεγονός που καθιστά την ιταλική περίπτωση της δεκαετίας του ’70 ένα εξαιρετικό κοινωνικό και πολιτικό εργαστήριο.

Για να το πούμε απλά, στα τέλη του 1968-69 το κίνημα βρέθηκε να έχει ένα πραγματικά σταθερό μαζικό ακροατήριο, μια πολύ ισχυρή διείσδυση στους χώρους εργασίας, μια εξαιρετικά εκλεπτυσμένη μεθοδολογία πολιτικής και πολιτιστικής δουλειάς, και ένα σύνολο υλικών μέσων για την ανάπτυξή του, παρόλα αυτά, ευέλικτο και πλούσιο.Υπήρχαν τρεις εφημερίδες, δεκάδες και δεκάδες περιοδικά, εκδοτικοί οίκοι που εργάζονταν για το κίνημα, ένας απροσδιόριστος αλλά σταθερός αριθμός χώρων και εδρών πολιτικής οργάνωσης κλπ..Όλα αυτά επέτρεψαν στο κίνημα (πέρα από εκείνη που συχνά ήταν η γελοία περίπτωση των πολιτικών του κατευθύνσεων) να ριζώσει κοινωνικά με τρόπο τελείως άγνωστο στις άλλες ευρωπαϊκές χώρες. Αν όντως στις άλλες ευρωπαϊκές χώρες το ’68 συνέχισε να επηρεάζει τα κοινωνικά και θεσμικά κινήματα από πολιτιστική άποψη (και / ή παράνομη τρομοκρατική) ως κοινωνική δύναμη ήταν πολύ λιγότερο ισχυρό.Στην Ιταλία αντιθέτως – μόνη χώρα στην Ευρώπη – το κίνημα καθιερώθηκε ως κοινωνική δύναμη για μεγάλο χρονικό διάστημα, αναπτύσσοντας μια δυναμική που ήρθε σταδιακά να επιδεικνύει τη σημασία της ιστορικής καινοτομίας του 1968. Αυτή η καινοτομία περιλάμβανε την ανακάλυψη του εδάφους της αυτονομίας, τη ρήξη του συστήματος των κομμάτων, την εκκαθάριση του σοσιαλισμού, την πρόταση κομμουνιστικών θεματικών, τη συγκεκριμένη κριτική στην μισθωτή εργασία.Όλο αυτό αντιπροσώπευσε το περιεχόμενο της φαντασίας στην εξουσία, και αναπτύχθηκε για ολόκληρη μια δεκαετία. Το 1977 είναι η τελευταία ημερομηνία κατά την οποία η διαδικασία αυτή ολοκληρώνεται, συνεπώς μια διαδικασία ρήξης αλλά πάνω απ ‘όλα συνέχειας, «work in progress».Η σχέση μεταξύ του ’68 και του ’77 είναι μια πολύ στενή σχέση, εσωτερική, ζεστή, οικεία, αλλά ταυτόχρονα εξαιρετικά διαφορετική διότι η αυστηρή-επιτακτική πολεμική που ανοίγει ανάμεσα στο επαναστατικό κίνημα και το επίσημο εργατικό κίνημα το ’68, το ’77 καταλήγει σε μη αναστρέψιμη ρήξη. Το κίνημα του ’77 έχει μια δύναμη απολύτως καινοτόμα .Το ’68, πέρα από τα λόγια, στην πραγματικότητα η εμβάθυνση της πολιτιστικής κριτικής, η τροποποίηση των συστημάτων της ζωής, η σύσταση κοινοτήτων, παρέμεναν δηλώσεις προθέσεων, συχνά αναποτελεσματικών, άκαρπων: όλα αυτά το ’77 γίνονται πραγματικότητα. Η αυτονομία του κινήματος ανακαλύπτεται και αναπτύσσεται κατά τα έτη που πηγαίνουν από το 1968 έως το ’77, αλλά πραγματοποιείται ως μαζικό φαινόμενο μόνο το ’77.

Το ’77 είναι η επινόηση μιας πολιτικής νέου τύπου, πολιτική της βάσης, εντελώς εγκάρσια, άμεση άσκηση της αντιεξουσίας. Είναι επίσης μια πρώτη απόκτηση εργαλείων μαζικής επικοινωνίας, υπαγόμενων στην επαναστατική πρωτοβουλία. Νομίζω πως η κουβέντα σχετικά με την άρνηση της εργασίας μπορεί να αντιπροσωπεύει την πραγματική αμφισημία της σχέσης 1968-77.Η συζήτηση για την άρνηση της εργασίας αντιπροσωπεύει μαζί τη συνέχεια, την απόγνωση και την υπερνίκηση της σοσιαλιστικής κριτικής της εργασίας: σε αυτό βρίσκεται η αμφισημία της. Αλλά σε αυτό συνίσταται και ο πλούτος της, διότι αν ο άμεσος υπαινιγμός στον κομμουνισμό τον αποσπά από την σοσιαλιστική ιδεολογία της εργασίας, η ανάγκη να οικοδομηθεί μια νέα κοινωνική πραγματικότητα, μια δύναμη, ένας νέος τρόπος εργασίας τον ενώνει με τα θετικά περιεχόμενα μιας ουτοπίας της χειραφέτησης.Γίνεται έτσι σαφές ότι η άρνηση της εργασίας πρέπει να ανακαλυφθεί ως κάτι θετικό, ενεργό, υπό την έννοια της κατασκευής ενός συνόλου σχέσεων, ιδεών, μορφών παραγωγής και αναπαραγωγής. Και από την άποψη αυτή η άρνηση της εργασίας ερμηνεύτηκε όχι με τρόπο περιοριστικό από το ’77.Ωστόσο, αυτό δεν ήταν αρκετό για να εξαλείψει ένα μεγάλο πρόβλημα που αντιμετωπίσαμε στο περιθώριο και στο όριο της άρνησης της εργασίας: αυτή η θετική ουτοπία δεν κατάφερνε να οριστεί ως πολιτικό πρόγραμμα. Ο κίνδυνος ήταν μεγάλος γιατί υπήρχε η πιθανότητα εδώ να επανεισαχθούν, όπως επανεισήχθησαν, στοιχεία σταλινισμού και τρομοκρατικά ένστικτα.Θέλω να πω πως όταν φτάναμε εκεί και αναρωτιόμασταν: τι κάνουμε; και ανακαλύπταμε ότι δεν υπήρχαν προκατασκευασμένα μοντέλα, δεν υπήρχε πρόγραμμα, ήταν εύκολο να επανεισαχθεί από το παράθυρο ένας ορισμένος τύπος παλαιού σοσιαλισμού αφού είχε πεταχτεί έξω από την πόρτα.Αντιθέτως έπρεπε να ακολουθήσουμε την οδό της κοινωνικής εναλλακτικής με αυστηρότητα και συνοχή. Η κουβέντα για την άρνηση της εργασίας έπρεπε να τροποποιηθεί, να διορθωθεί, να αναπτυχθεί όχι μόνο εναντίον κάθε τρομοκρατικής συντόμευσης και κατά της επανεμφάνισης της σοσιαλιστικής ιδεολογίας: έπρεπε να μελετηθεί μέσα στις νέες συνθήκες αναδιάρθρωσης του τρόπου παραγωγής (αυτοματισμού, πληροφορικής), σε συνδυασμό με τις εμπειρίες της αυτο-αξιοποίησης, με εκείνη δηλαδή που είναι η αυτοδιάθεση των νέων πολιτικών υποκειμένων.
Με αυτό φτάνουμε σε μιαν άλλη θεμελιώδη κουβέντα του ’77, μια συζήτηση που εξακολουθεί να είναι σήμερα επίκαιρη και ξεκινά από την διαπίστωση του γεγονότος ότι οι νέοι και γενικότερα το στρώμα των εργαζομένων, των εργατών που ήταν περιθωριοποιημένοι, αποκομμένοι από την παραγωγική ανάπτυξη, δεν ήθελαν πλέον να επανενταχθούν στο παλαιό παραγωγικό σύστημα, αλλά ήθελαν να εκπροσωπούνται επαρκώς μέσα σε ένα νέο τρόπο παραγωγής.Έτσι, όταν μιλούσαμε για άρνηση της εργασίας ήταν σωστό να την καταλαβαίνουμε ως άρνηση «της εργασίας στο εργοστάσιο» (έτσι όπως το είχαμε δει να καθιερώνεται στην Ιταλία μεταξύ της δεκαετίας του ’50 και της δεκαετίας του ’60 μέχρι το ’68), αλλά από την άλλη πλευρά έπρεπε υπογραμμίζονται τουλάχιστον δύο νέες συνθήκες: ότι βρισκόμασταν, καταρχάς, αντιμέτωποι με την Τρίτη βιομηχανική επανάσταση και ότι προς στιγμήν αυτή είχε απλώς σαν συνέπεια μια μαζική περιθωριοποίηση, δεύτερον ότι βρισκόμασταν μπροστά (και ήταν ακόμη πιο σημαντικό) σε ένα νέο υποκείμενο που είχε τα χαρακτηριστικά μιας επινοητικής, δημιουργικής, πνευματικής, εντελώς αφηρημένης εργατικής δύναμης: ένα υποκείμενο που μπορούσε να παράγει μόνο μέσα σε νέες καταστάσεις και συνθήκες του βιομηχανικού οικονομικού κοινωνικού συστήματος, ένα κοινωνικό επαναστατικό υποκείμενο.Το θέμα της απόρριψης της εργασίας ήταν, λοιπόν, και εξακολουθεί να είναι, ένας τρομερός μοχλός επειδή φέρει μαζί της μια ολόκληρη σειρά διεκδικήσεων, από τη μείωση του χρόνου εργασίας στο θέμα του κοινωνικού ή πολιτικού μισθού, μέχρι την πλήρη αναδιάρθρωση της κοινωνικής εργάσιμης ημέρας, μέχρι την πολιτική της δημόσιας δαπάνης, και τις συνδέει με μια ισχυρή αναφορά στον κομμουνισμό.Γύρω στο θέμα της απόρριψης της εργασίας υπάρχουν λοιπόν μια σειρά από νέες προβληματικές διαστάσεις που ανοίγουν: πρέπει να καταφέρουμε να καταλάβουμε τι είναι ο κομμουνισμός, μέχρι τα βάθη, όχι απλώς ως μια αναδιοργάνωση ενός καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής (που παραμένει τέτοιος ακόμη κι αν οι άνθρωποι εργάζονται δύο ώρες την ημέρα).Το πρόβλημα ήταν και είναι να εισαχθούν στόχοι, μια διαφορετική ορθολογικότητα στον τρόπο παραγωγής: αυτά είναι θέματα που ήταν εξ ολοκλήρου εμφανή και παρόντα το ’77.
Αλλά δεν αρκεί να έχουμε αυτά τα ζητήματα μπροστά στα μάτια μας. Μάλλον ηττηθήκαμε λόγω της ανικανότητας μας να παράξουμε ένα νέο κοινωνικό μοντέλο από τα μέσα της απόρριψης της εργασίας, να συνδέσουμε ένα πρόγραμμα στην πρακτική μας. Χάσαμε λόγω της έλλειψης πνευματικού εξτρεμισμού.Συνεπώς εξτρεμιστής υπήρξε αντιθέτως ο αντίπαλος που χρησιμοποίησε τις νέες παραγωγικές δυνατότητες για να μας απομονώσει, να μας περιθωριοποιήσει και να μας καταστρέψει. Σήμερα βρισκόμαστε αντιμέτωποι με το ίδιο πρόβλημα, δηλαδή με το γεγονός ότι η πληροφορική και το σύστημα αυτοματισμού καθίστανται ένα τελειοποιημένο είδος τεϊλορισμού-taylorism και πως οι νέες μηχανές, αντί να μας δίνουν περισσότερη ελευθερία, οργανώνουν και το πνευματικό εργατικό δυναμικό (αυτόματες μηχανές, υπολογιστές, ρομποτική) και αυξάνουν τον βαθμό της εκμετάλλευσης.Ολόκληρη η νέα οργάνωση της εργασίας αποσκοπεί, στην Τρίτη βιομηχανική επανάσταση, στην αποταμίευση ζωντανής εργασίας στο εργοστάσιο και στην ανάκτηση της ζωντανής εργασίας στην κοινωνία. Το πρόβλημα του κομμουνισμού σήμερα είναι εκείνο να καταλάβουμε τι σημαίνει να αντιστρέψουμε αυτή τη χρήση των μηχανών.Πρόκειται για ένα πολύπλοκο πρόβλημα και σίγουρα δεν είναι η λενινιστική αντίληψη του προβλήματος της οργάνωσης που θα μας βοηθήσει να το λύσουμε.Αυτή η αντίληψη μας οδηγούσε στο μοναδικό πρόγραμμα της δολιοφθοράς.Ένα άθλιο πρόγραμμα.Σαμποτάζ ήταν να πάμε ενάντια στις μηχανές που υπήρχαν.Αντίθετα δεν μπορούσαμε να επινοήσουμε μια μέθοδο για να σαμποτάρουμε τις μελλοντικές μηχανές: και γι ‘αυτό χάσαμε. Από το γεγονός ότι η φαντασία μας, η φαντασία μας για δολιοφθορά, δεν μπορούσε να υπερβεί το υπάρχον.Και ήταν σχεδόν αναπόφευκτο ότι η τρομοκρατία, σε αυτό το σημείο καμπής, να εμφανίζεται ως θεωρία της πρόσβασης στην εμβάθυνση της θεματικής της οργάνωσης, μια πρακτική οπορτουνιστική απλούστευσης ή διαφυγής από τα στρατηγικά προβλήματα.
Αλλά ας προσπαθήσουμε να καταλάβουμε πώς, σε κάποιο κεντρικό σημείο, το ’77 δεν είναι τόσο η συνέπεια και η ολοκλήρωση του ’68, αλλά μάλλον η πρόβλεψη εκείνων των προβλημάτων που σήμερα αποτελούν το αντικείμενο των αγώνων και τα οποία προτείνονται στην μετασχηματιστική κριτική.Μπορεί λοιπόν να είναι χρήσιμο να παρατηρήσουμε πώς αναπτύσσεται η μορφή του εργοστασίου που σήμερα επιβάλλεται με όρους κοινωνικούς, δηλαδή με όρους ενοποίησης, οργάνωσης, πειθάρχισης της κοινωνικά διάχυτης εργασίας.Η δημιουργία αυτής της ενιαίας διαδικασίας – που έχει επεκταθεί όσο επεκτείνεται η κοινωνία – κατέστη δυνατή λόγω του γεγονότος πως η κοινωνία έχει καταστεί πλήρως διαφανής από τις ροές της επικοινωνίας.Είναι διαμέσου των διαύλων της επικοινωνίας που η κοινωνική παραγωγικότητα απορροφάται και η συλλογική γνώση τίθεται στη διάθεση της παραγωγής. Τόσο περισσότερο όσο αυτή τη γνώση είναι εναλλακτική, της βάσης, αυθόρμητη: ακόμη περισσότερο αν αυτή είναι ο καρπός της «άρνησης της εργασίας» του εργοστασίου.Χρειάζεται πλέον να ζωγραφίσουμε την κοινωνία ως ένα ελεύθερο σύνολο επικοινωνιακών ροών που αντιπροσωπεύουν θέσεις και φιγούρες της κοινωνικής εργασίας: τώρα, η εξουσία θέλει να τα οργανώσει, να τα περιορίσει στην δική της πειθαρχία, να τα απορροφήσει και να τα αναπαράγει ως πληροφορία.Σε αυτό συνίσταται η εκμετάλλευση, σήμερα.Κατά συνέπεια, η νέα μορφή της προλεταριακής οργάνωσης και απελευθέρωσης πρέπει να περάσει μέσα από την επανοικειοποίηση της κοινωνικής επικοινωνίας.Το πρόβλημα των αγώνων κατά της εκμετάλλευσης σήμερα είναι εκείνο του αγώνα ενάντια στην απαλλοτρίωση της επικοινωνίας και της καπιταλιστικής οργάνωσης της πληροφόρησης.
Τώρα, το 77, στο κίνημα, η ευαισθησία σε αυτό το ζήτημα υπήρχε και ήταν επίσης πολύ αναπτυγμένη: αλλά και σε αυτή την περίπτωση με διφορούμενο τρόπο. Στην πραγματικότητα μπερδέψαμε τον εκδημοκρατισμό της επικοινωνίας με ασαφείς προθέσεις ελευθερίας (καλά συγκεκριμένες μόνο από την πλευρά της καπιταλιστικής άποψης), την επανοικειοποίηση της πληροφορίας με τον εκσυγχρονισμό της.Κινηθήκαμε σύμφωνα με μια θεωρία δυο χρόνων – πρώτα η απελευθέρωση, μετά ο εκδημοκρατισμός – που ήταν σίγουρα η πιο μακρινή και ξένη προς τις συμπεριφορές της αυτονομίας αντίληψη. Έτσι τα παίξαμε τελείως, γίναμε η αιτία της απελευθέρωσης του αιθέρα, ως εκ τούτου, οι παραγωγοί, των πιο σκανδαλωδών μορφών απαλλοτρίωσης της γνώσης και ενστάλαξης των θεωριών του καθεστώτος.Εμείς ήμασταν το 1977 που καθορίσαμε τον Μπερλουσκόνι, αυτή είναι η πραγματικότητα. Δεν κάναμε μέχρι τέλους το ’77 μια μάχη για την δημόσια επανοικειοποίηση από τα κάτω της πληροφόρησης. Με αυτό τον τρόπο θέσαμε τις συνθήκες για μια γενικότερη ήττα.Η μάχη για την πληροφόρηση ήταν στην πραγματικότητα ένα μέρος εκείνης που ταυτόχρονα διεξάγεται γύρω από τη νέα οργάνωση της κοινωνικής επικοινωνίας, δηλαδή της κοινωνικής παραγωγής .Αυτό ήταν το θέμα επάνω στο οποίο έπρεπε να είμαστε δεσμευμένοι, να στρατευτούμε. Αντιθέτως εκείνο ήταν επάνω στο οποίο τα αφεντικά αναδιάρθρωσαν τα μεγάλα εργοστάσια και την FIAT πάνω από όλα.Αδειάζουν τα εργοστάσια όχι τόσο από τους εργάτες, όσο από την εργατική οργάνωση. Αν μετά η εργατική οργάνωση ήταν αυτόνομη, της βάσης, και συνέπεπτε με την πλειοψηφία των εργατών, τότε τα αφεντικά έστελναν όλους στο σπίτι. Πως θα συνεχίσουν να παράγουν; Μέσα από την αναδιοργάνωση της περιοχής γύρω από το εργοστάσιο, και τη χρήση της κοινωνικά διάχυτης εργασίας – πρώτα, σε δεύτερη φάση, μέσω της αυτοματοποίησης της παραγωγής στο εργοστάσιο.

Και οι δύο αυτοί στόχοι ( εισαγωγή και εφαρμογή συστημάτων πληροφορικής στην κοινωνία, αυτοματοποίηση των εργοστασίων) θεωρούσαν ως προϋπόθεση την υποταγή της κοινωνικής και επιστημονικής επικοινωνίας στο σχέδιο του αφεντικού. Για παράδειγμα να θυμηθούμε τι συνέβη στη Fiat, αυτό τον υποδειγματικό πόλο της ταξικής πάλης στην Ιταλία: εδώ χάσαμε μετά από δέκα χρόνια αγώνων, μεταξύ του 1979 και 1981, πρώτα με την εκκαθάριση των 61 (συμβολικά, η επίθεση και το διώξιμο των επαναστατών πρωτοποριών συνέβη στις 7 απριλίου) και μετά,ενάμιση χρόνο αργότερα, με το πορεία των 40 χιλιάδων ενάντια στους απεργούς.Αλλά και στην Fiat στην πραγματικότητα ήμασταν εμείς που είχαμε δώσει το έναυσμα στην αυτοματοποίηση για μια ορισμένη χρήση από τα αφεντικά της κοινωνικής επικοινωνίας. Τα αφεντικά, στη Fiat, παρήγαγαν σύγχρονα συστήματα ρομποτισμού επάνω στα οποία πειραματίζονταν από τις αρχές της δεκαετίας του ’70. Αυτά αποτελούσαν μια συνέπεια των μεγάλων αγώνων της δεκαετίας του εξήντα, το προϊόν της άρνησης της εργασίας και μια απάντηση στην πρώτη διαμόρφωση της κοινωνικής οργάνωσης του νέου υποκειμένου.Τώρα αυτή η διαθεσιμότητα της νέας τεχνολογίας, η οποία αντιστοιχούσε στις νέες ανάγκες των εργατών, της απόρριψης της εργασίας και παραγωγικής κοινωνικοποίησης, μπλοκαρίστηκε, αυτή η νέα τεχνολογική δύναμη παρέμεινε αχρησιμοποίητη, μέχρι να επιλυθεί η σύγκρουση της εξουσίας. Τα αφεντικά Φίατ κράτησαν τα αυτόματα, τα ρομπότ και όλα τα εξελιγμένα σχέδια προηγμένης αναδιάρθρωσης, σε αναμονή (το πολύ χρησιμοποίησαν μερικούς ενδιάμεσους μηχανισμούς) για τουλάχιστον δέκα χρόνια.Μόνο αφού κέρδισαν στη μάχη της εξουσίας, τα αφεντικά πέρασαν τον εκσυγχρονισμό.Συνέβη λοιπόν και στα εργοστάσια εκείνο που συνέβη στην πληροφόρηση: υπήρξαμε στοιχεία εκσυγχρονισμού. Η αυτοκριτική μας πρέπει να αρχίσει να εξελίσσεται από αυτή την παραδοχή. Δεν υπήρξε από την πλευρά μας αγώνας εξουσίας μπροστά σε έναν εκσυγχρονισμό που και εμείς, η εργατική τάξη, τάξη κοινωνική των παραγωγών, είχαμε παράξει και που τώρα οι ιδιοκτήτες δίπλωναν προς την οργάνωσή τους.Δεν αρκεί να κατηγορούμε τα κόμματα, τις συνδικαλιστικές οργανώσεις, την προδοσία και την τρομοκρατία. Πρέπει να μάθουμε από τα λάθη και να ξαναρχίσουμε. Να καταλάβουμε πώς να επικρατήσουμε οργανωτικά, να καταλάβουμε τι είναι ο ανταγωνισμός, ποιες είναι οι οργανωτικές πολικότητες στο νέο επίπεδο της ταξικής πάλης, ποιο είναι το σαμποτάζ σε αυτό το επίπεδο της αναδιαρθρωμένης κοινωνίας, ποια είναι η επανοικειοποίηση.

αυτονομία, autonomia

Η ΕΚΚΛΗΣΗ ΤΩΝ ΓΑΛΛΩΝ ΔΙΑΝΟΟΥΜΕΝΩΝ (17).

Στη στιγμή κατά την οποίαν, για δεύτερη φορά, η διάσκεψη Ανατολής-Δύσης πραγματοποιείται στο Βελιγράδι, θέλουμε να επιστήσουμε την προσοχή στα σοβαρά γεγονότα που συμβαίνουν την παρούσα στιγμή στην Ιταλία και, ειδικότερα, στην καταστολή που επιπίπτει στους στρατευμένους εργάτες και διανοούμενους σε αγώνα ενάντια στον ιστορικό συμβιβασμό. Υπό αυτές τις συνθήκες, τι σημαίνει σήμερα, στην Ιταλία, «ιστορικός συμβιβασμός»; Ο «σοσιαλισμός με ανθρώπινο πρόσωπο» αποκάλυψε την πραγματική του όψη τους τελευταίους μήνες: από την μια πλευρά ανάπτυξη ενός συστήματος καταπιεστικού-κατασταλτικού ελέγχου σε μια εργατική τάξη και ένα νεανικό προλεταριάτο που αρνούνται να πληρώσουν το τίμημα της κρίσης, από την άλλη σχεδιασμός κατανομής του κράτους με την DC (τράπεζες και στρατό στην Χ. Δ., αστυνομία, κοινωνικός και εδαφικός έλεγχος στο Κ.Κ.Ι.) μέσω ενός πραγματικού «μοναδικού» κόμματος, είναι ενάντια σε αυτή την ντε φάκτο κατάσταση που εξεγέρθηκαν οι νεαροί προλετάριοι και οι διαφωνούντες διανοούμενοι τους τελευταίους μήνες.

Πώς φτάσαμε σε αυτήν την κατάσταση; Τι συνέβη ακριβώς; Από τον μήνα φεβρουάριο η Ιταλία κλονίζεται από την εξέγερση των νέων προλετάριων, των ανέργων και των φοιτητών, των ξεχασμένων από τον ιστορικό συμβιβασμό και από το θεσμικό παιχνίδι. Στην πολιτική λιτότητας και θυσιών αυτοί απάντησαν με την κατάληψη των πανεπιστημίων, τις μαζικές διαδηλώσεις, τον αγώνα ενάντια στη μαύρη δουλειά, τις άγριες απεργίες, το σαμποτάζ και την απουσία στα εργοστάσια, χρησιμοποιώντας όλη την άγρια ειρωνεία και την δημιουργικότητα εκείνων που, αποκλεισμένοι από την εξουσία, δεν έχουν τίποτα περισσότερο να χάσουν: «Θυσίες! Θυσίες!» «Lama,μαστίγωσε μας«, «Οι χριστιανοδημοκράτες κλέφτες είναι αθώοι, οι αληθινοί εγκληματίες ήμαστε εμείς!«, «Περισσότερες εκκλησίες, λιγότερα σπίτια!». Η απάντηση της αστυνομίας, της D.C. και του P.C.I. υπήρξε χωρίς σκιά αμφισημίας: απαγόρευση οποιασδήποτε διαδήλωσης στη Ρώμη, μόνιμη κατάσταση πολιορκίας στη Μπολόνια με τεθωρακισμένα στους δρόμους, πυροβολισμούς στο πλήθος. Και είναι εναντίον αυτής της μόνιμης πρόκλησης-προβοκάτσιας που το κίνημα έπρεπε να αμυνθεί. Σε εκείνους που τους κατηγορούν πως χρηματοδοτούνται από την Cia και από την K.G.B., οι αποκλεισμένοι από τον ιστορικό συμβιβασμό απαντούν: «Η συνωμοσία μας είναι η νοημοσύνη, η εξυπνάδα μας, η δική σας είναι αυτή που χρειάζεστε για να χρησιμοποιήσετε το εξεγερσιακό κίνημά μας για να ξεκινήσετε την κλιμάκωση του τρόμου».

Πρέπει να υπενθυμίσουμε πως: – Τρεις εκατοντάδες αγωνιστές, μεταξύ των οποίων πολλοί εργάτες, βρίσκονται αυτή την στιγμή στη φυλακή στην Ιταλία. – Οι υπερασπιστές τους συστηματικά διώκονται: σύλληψη των δικηγόρων Cappelli, Senese, Spazzali και εννέα άλλων αγωνιστών της κόκκινης Βοήθειας, της Red Relief, Soccorso rosso, μορφές καταστολής αυτές που εμπνέονται από τις μεθόδους που χρησιμοποιούνται στη Γερμανία. – Ποινικοποίηση των καθηγητών και φοιτητών του Ινστιτούτου πολιτικών επιστημών στην Πάντοβα, εκ των οποίων δώδεκα κατηγορούνται για «ανατρεπτική ένωση»:  Guido Bianchini,  Luciano Ferrari Bravo,  Antonio Negri κ.λπ. – Έρευνες σε εκδοτικούς οίκους: Area, Erba Voglio, Bertani, με τη σύλληψη αυτού του τελευταίου εκδότη. Γεγονός χωρίς προηγούμενο: η συλλογή αποδεικτικών στοιχείων προέρχεται από ένα βιβλίο για το κίνημα της Μπολόνια. Έρευνες στα σπίτια των συγγραφέων Nanni Balestrini και Elvio Fachinelli.Σύλληψη του Angelo Pasquini, συντάκτη του λογοτεχνικού περιοδικού «Zut». – Κλείσιμο του σταθμού Radio Alice στη Μπολόνια και κατάσχεση του υλικού, σύλληψη δώδεκα συντακτών του Radio Alice. – Εκστρατεία του τύπου με στόχο: ταύτιση της πάλης του κινήματος και των πολιτιστικών εκφράσεών του με μια συνωμοσία, υποκίνηση του κράτους να οργανώσει ένα πραγματικό «κυνήγι μαγισσών».

Οι υπογράφοντες ζητούν την άμεση απελευθέρωση όλων των συλληφθέντων αγωνιστών, το τέλος της δίωξης και της εκστρατείας δυσφήμισης ενάντια στο κίνημα και την πολιτιστική του δραστηριότητα, διακηρύσσοντας την αλληλεγγύη τους με όλους τους αντιφρονούντες που βρίσκονται υπό διερεύνηση.J.P. Sartre, M. Foucault, F. Guattari, G. Deleuze, R. Barthes, F.Vahl, P. Sollers, D. Roche, P. Gavi, M. A. Macciocchi, C. Guillerme e altri.

https://www.academia.edu/28083383/Nanni-Balestrini-Primo-Moroni-L-Orda-d-Oro-1968-1977-la-grande-ondata-rivoluzionaria-e-creativa-politica-ed-esistenziale.pdf

αυτονομία, autonomia

Lucia Martini e Oreste Scalzone: ΦΑΙΝΟΜΕΝΑ ΕΝΟΠΛΗΣ ΠΑΛΗΣ ΠΛΑΙ ΚΑΙ ΜΕΣΑ ΣΤΟ ΚΙΝΗΜΑ

Το «Εξήντα οκτώ των εργατών» είναι ο θρίαμβος της μη αναγώγιμης ζωής στην οικονομία, στους κανόνες της συμβατότητας. Είναι εκεί που ξεκινά η εμφάνιση μιας απαίτησης για κοινωνικό μετασχηματισμό σε πολύ υψηλό επίπεδο, χωρίς να δίνεται διέξοδος. Τότε, οι κουλτούρες του κινήματος «θέλουμε τα πάντα» ήταν το αίτημα όλης της εξουσίας, της εξουσίας και της δύναμης να μετασχηματιστεί ριζικά η ζωή της κοινωνίας και των ατόμων.

Σχετική εικόνα

Σήμερα ίσως μπορούμε να πούμε ότι ο αγώνας για την εξουσία είναι μια παγίδα που οδηγεί στον σοσιαλισμό, δηλαδή σε έναν τρόπο κρατικής παραγωγής (καπιταλιστικό κρατικό), που αρνείται την απαίτηση για κομμουνιστική απελευθέρωση που υπάρχει μέσα στους αγώνες.Σήμερα ίσως μπορούμε να πούμε ότι το μέγιστο της επανάστασης που είναι ιστορικά δυνατή ήταν εκείνη, εκείνη η υπέροχη αταξία κάτω από τον ουρανό, εκείνη η εργατική και προλεταριακή εξουσία σαν δύναμη άρνησης και απόρριψης. Αλλά τότε ψάχναμε το σημείο μη επιστροφής, ζητούσαμε την διέξοδο μιας εξουσίας ακόμη και εξωτερικής, τυπικής.

Σχετική εικόνα

Καμιά μεταρρυθμιστική πολιτική μετάφραση ελάχιστα επαρκής όλου αυτού υπήρξε.Ο «ένοπλοςαγώνας» ήταν επομένως η επιδίωξη, η συνέχιση – παρεξηγημένη – αυτής της τροχιάς. Όχι πως ήθελαν όλοι τον εμφύλιο πόλεμο, αλλά «όλοι» προκαθόρισαν τις πολιτιστικές και πραγματικές του προϋποθέσεις. Και κάποιοι – όχι λίγοι – υπέστησαν τις συνέπειες. Και επάνω σε αυτό το πρόβλημα της «διεξόδου» έχει το αποτελείωμα της η εξωκοινοβουλευτική εμπειρία. Σε κάποιο σημείο, υπήρχαν είτε το P.C.I. και το συνδικάτο, ή οι ερυθρές Ταξιαρχίες. Στη μέση, η κρίση, που βιώθηκε με διαύγεια, της εργατικής Εξουσίας, di Potere operaio, ή η ανεύθυνη λεκτική δημαγωγία των άλλων ομάδων. Κ.Κ.Ι. και συνδικάτο πήγαν στην κρίσιμη καμπή του Eur, στην κυβέρνηση εθνικής ενότητας, δηλαδή στο «να γίνουν κράτος». Σε πολλούς, δεν έμεινε παρά η πολιτική διαμαρτυρία του «ένοπλουαγώνα» . Παρανοημένη διέξοδος, γιατί; Επειδή η ριζοσπαστική κριτική της πολιτικής δεν είχε καταναλωθεί, Της πολιτικής ακόμη και στη μορφή της «επαναστατικής έκτακτης ανάγκης». Της πολιτικής και σαν θεωρίας των σταδίων μετάβασης.

Σχετική εικόνα

Της πολιτικής και σαν μια θεωρία του ημικράτους. Της πολιτικής και σαν ακολουθία: ρήξη της μηχανής του κράτους / εγκαθίδρυση της δικτατορίας του προλεταριάτου / μετάβαση στο σοσιαλισμό / σοσιαλιστική μετάβαση.Μετά την πετρελαϊκή κρίση και τον καπιταλιστικό ελιγμό που επάνω σε αυτήν νευρώνεται, ξεκινά η αντεπανάσταση. Μια επανάσταση από τα πάνω που, στα σημεία κλειδιά, όπως η Fiat, θα θέσει επικεφαλής το μετατεϊλοριστικό εργοστάσιο της αυτοματοποίησης. Ο εργατικός εξτρεμισμός εμπλέκεται σε έναν αγώνα για να αντισταθεί μέχρι θανάτου ενάντια στην αναδιάρθρωση. Θεωρούμε ότι ο αγώνας αυτός είναι στρατηγικά υπολειμματικός και χάνει, οδηγείται στον φετιχισμό των ριζοσπαστικών μορφών δράσης, αλλά στείρου αμυντικού περιεχομένου. Παρόλα αυτά, υπάρχει η σκέψη ότι εκεί μπορεί να διαμορφωθεί μια επαναστατική εργατική τάξη η οποία στη συνέχεια θα μπορέσει να επανακαταρτίσει ποιοτικά τα περιεχόμενα της. Το πολικό αστέρι αυτής της διαδικασίας οργάνωσής μας – οι κομμουνιστικές Επιτροπές για την εργατική εξουσία – είναι η Magneti Marelli του Sesto San Giovanni. Αξίζει να διηγηθούμε κάποιες στιγμές ιστορίας.

Το 1976, μετά έναν σκληρό αγώνα ενάντια στην αναδιάρθρωση που είδε την εισβολή των γραφείων της διοίκησης, τέσσερα μέλη της Επιτροπής απολύονται από την εταιρεία. Ξεκινά ένας αγώνας αντοχής μεταξύ των εργατών και της διοίκησης.Κάθε πρωί, οι τέσσερις απολυμένοι σύντροφοι μεταφέρονται μέσα, στο εργοστάσιο, από μια πορεία που σχηματίζεται στην είσοδο.Ταυτόχρονα, υπάρχει η συζήτηση για τη διαφορά στο δικαστήριο εργασίας. Σε κάθε βαθμό κρίσης, η ετυμηγορία αλλάζει: διατάγματα επαναπρόσληψης και επιβεβαιώσεις της απόλυσης αλληλοδιαδέχονται.Οι τέσσερις σύντροφοι, ωστόσο, συνεχίζουν να εισέρχονται κάθε μέρα μεταφερόμενοι από την πορεία. Σε μια συγκεκριμένη στιγμή, οι τέσσερις σύντροφοι συλλαμβάνονται στη Valgrande ενώ ασκούνται στα όπλα. Η Επιτροπή «διαχειρίζεται» τη συζήτηση για τη σύλληψή τους, διανέμοντας ένα φυλλάδιο σε ένα συλλαλητήριο του Trentin στην Piazza Castello στο Μιλάνο. Λέει, το φυλλάδιο, πως τα στρώματα της μικρής και μεσαίας εμπορικής μπουρζουαζίας οπλίζονται, ότι τα αφεντικά διαθέτουν τα δικά τους ιδιωτικά ένοπλα σώματα, και ότι ως εκ τούτου είναι νόμιμο να κάνουν το ίδιο οι εργάτες. Κατά τη συζήτηση για την υπόθεση της εργασίας, το δικαστήριο δέχεται κανονική εισβολή από εργατικές πορείες. Υπάρχουν συγκρούσεις με τους καραμπινιέρους στο εσωτερικό του δικαστηρίου, ενώ στην ποινική διαδικασία για την υπόθεση με τα όπλα η αίθουσα είναι γεμάτη από συντρόφους που φωνάζουν συνθήματα αλληλεγγύης. Λίγο μετά τη δίκη πραγματοποιούνται στο εργοστάσιο οι εκλογές για το συμβούλιο των εκπροσώπων. Ο Enrico Baglioni, ένας από τους απολυμένους και συνελήφθησαν στην Valgrande είναι μεταξύ των πρώτων εκλεγμένων.

Αποτέλεσμα εικόνας για Enrico Baglioni, anni 70

Η διαμάχη για τις απολύσεις θα συνεχιστεί, και μετά την απελευθέρωση των συντρόφων, έως ότου η εταιρεία πληρώσει για να αποδεχτούν την απόλυση – που είχε ήδη δηλωθεί εκτελεστική από την τελευταίo βαθμό του εργατικού Δικαστηρίου – 25 εκατομμύρια στον καθένα, τα οποία θα δωρηθούν για την κατασκευή ενός νηπιαγωγείου για τα παιδιά των εργατριών. Μέσα στην περίπτωση αυτή υπάρχει μια ολόκληρη κοινωνική, πολιτιστική και πολιτική εμπειρία. Ήταν ο λόγος, η συζήτηση επάνω στα «εργατικά διατάγματα», επάνω στην ικανότητα ενός δικτύου επαναστατικών ταξικών πρωτοποριών να εκφράσουν την αντιεξουσία τους στην επικράτεια, σε ολόκληρη την κοινωνική οργάνωση. Η μείωση του χρόνου εργασίας και ο κοινωνικός μισθός, το εγγυημένο εισόδημα για όλους όπως και το δικαίωμα στη ζωή: με δεδομένους αυτούς τους δύο άξονες αξιώσεων το ζήτημα ήταν να γίνουν μέρος στις μορφές του αγώνα. Αγώνας ενάντια στον τρόπο με τον οποίον διοικούνταν η επιχείρηση, ενάντια στην πειθαρχία του εργοστασίου, την αύξηση της παραγωγικότητας, ενάντια στις αυξήσεις των τιμών, των τιμολογίων, των ενοικίων.

Αποτέλεσμα εικόνας για autonomia operaia organizzata

Είναι κάτι διαφορετικό, πιο σκληρό και πιο πικρό από το «τα θέλουμε όλα» του ’69: πρόκειται για την επιβεβαίωση ενός είδους νέας «citoyenneté», μιας νέας ‘ιθαγένειας’, η εισαγωγή μη αναστρέψιμων τροποποιήσεων στην κοινωνική κατάσταση των πραγμάτων. Όταν, το ’76, μια ένοπλη ομάδα επιδράμει στην είσοδο του εργοστασίου και πυροβολεί στα πόδια τον αρχηγό των «φρουρών», Matteo Palmieri, η Επιτροπή μποϊκοτάρει την ώρα απεργίας για διαμαρτυρία που καλέστηκε από τα συνδικάτα. «Ούτε ένα δάκρυ, ούτε ένα λεπτό απεργίας για τον επικεφαλής των φρουρών», γράφει το φυλλάδιο της Επιτροπής.

Αλλά η Magneti είναι η αιχμή ενός πολύ μεγαλύτερου και βαθύτερου παγόβουνου.Tο Μιλάνο τοy 1977 του νεαρού προλεταριάτου της επισφαλούς πνευματικής εργασίας και της ανεργίας προκαταβλήθηκε από τους Κύκλους του νεανικού προλεταριάτου, από τις καταλήψεις των σπιτιών, από τις ελεύθερες εισόδους στον κινηματογράφο, από τα «riots» στα σούπερ μάρκετ. Το μιλανέζικο ’77 θα είναι μάλλον η στιγμή έκφρασης και έκρηξης μιας «σπαρτακιστικής» εργατικής αριστεράς. Με την ευκαιρία της γενικής απεργίας της 18ης μαρτίου, μια εργατική πορεία παρελαύνει στην πλευρά της πλατείας Duomo και στη συνέχεια ξεδιπλώνει την «πολεμική διαδρομή» της που θα πλήξει πολλούς «στόχους», από το κτίριο της διοίκησης της Marelli στα γραφεία μιας επιχείρησης (της Bassani Ticino) που εκμεταλλεύεται το χαμηλόμισθο έργο των κρατουμένων της φυλακής San Vittore. Είναι στα τέλη του ’77, που αρχίζει την έξοδος από το εργοστάσιο.

Μας έρχεται να σκεφτούμε τους αμερικανούς επαναστατικούς συνδικαλιστές που περιγράφονται στον «Δυναμίτη», in»Dynamite» του Adamich. Ευρισκόμενοι σε αναστολή από την εργασία, απολυμένοι, σε cassa integrazione [α], τα εργατικά »στελέχη» αρχίζουν να εγκαταλείπουν το εργοστάσιο. Ξεκινούν οι αυτοαπολύσεις. Εμφανίζεται μια εξαιρετική όσμωση μεταξύ αυτών των υποκειμένων και των άλλων στρωμάτων που αποτελούν την πολυμορφική και πρωτεϊκή μορφή του κοινωνικού εργάτη. Και οι τυπικές οργανώσεις διαλύονται. Δίπλα στου πολλούς αγωνιστές που συγκεντρώνονται μέσα στην Πρώτη γραμμή- in Prima linea, στις Ερυθρές Ταξιαρχίες ή σε άλλες ομάδες μάχης, δίπλα σε εκείνους που αγωνίζονται στα Συντονιστικά της εργατικής αντίθεσης, nei Coordinamenti dell’opposizione operaia ή στις επαναστατικές κομμουνιστικές Επιτροπές,Comitati comunisti rivoluzionari ή στις εργατικές πολιτικές Κολεκτίβες,nei Collettivi politici operai – οργανωμένη Αυτονομία – υπάρχουν πολλοί που δίνουν ζωή σε μικρές συγγενείς συσσωματώσεις. Δημιουργούνται μικρές ομάδες «μαχόμενης αυτοσυνείδησης». Η απώλεια της συλλογικής πολιτικής διάστασης σπρώχνει σε μια πρακτική άμεσης αυτοαξιολόγησης.

image

Δεν υπάρχει διαδικασία «ποινικοποίησης» αυτών των ανθρώπων, αλλά μια ακύρωση, μια αδυναμία διάκρισης των συνόρων μεταξύ επαναστατικής πολιτικής δράσης και παραβατικής δράσης, εκτός νόμου, ατομικής ή μικρής ομαδικής δράσης. Λιγάκι σαν τους αναρχικούςτης ομάδας Bonnot, σαν τους wobbly επιζήσαντες μετά την Κρίση, σαν τους αμερικανούς επαναστάτες συνδικαλιστές στην δεκαετία του 1930, οι ομάδες αυτές πιστεύουν ότι θα εκμηδενίσουν τη διάκριση ανάμεσα στην «απαλλοτρίωση» και τη «ληστεία». Το νεφέλωμα αυτών των συγγενών μικροοργανισμών θα κρατήσει τη σκηνή μέχρι τα τέλη της δεκαετίας του ’70.

image

a] cassa integrazione  το ταμείο παροχών ανεργίας είναι ένας από τους κύριους κοινωνικούς απορροφητές κραδασμών που προβλέπει το νομικό σύστημα και συνίσταται, σε γενικές γραμμές, στην καταβολή από το INPS χρηματικού ποσού υπέρ των εργαζομένων των οποίων ο εργοδότης έχει μειώσει την αμοιβή τους ως αποτέλεσμα μιας μείωσης (ή μια ριζικής αναστολής) της εργασίας λόγω πολλαπλών αιτιών

i libri di michele · αυτονομία, autonomia

Lucio Castellano: Η ΑΥΤΟΝΟΜΙΑ, ΟΙ ΑΥΤΟΝΟΜΙΕΣ.

Αποτέλεσμα εικόνας για rosso, giornale, anni '70, autonomia

Η ιστορία της «αυτονομίας» αποτελείται από μια σειρά από αρθρωτές και ανομοιογενείς πολιτικές εμπειρίες που ξεδιπλώνονται σε όλη τη δεκαετία του εβδομήντα και των οποίων η ταυτότητα περιστρέφεται γύρω από την ιδέα- δύναμη της «άρνησης της εργασίας». Δεν είναι μόνο μια ιδεολογία της χειραφέτησης, αλλά ένας τρόπος ανάγνωσης της καπιταλιστικής κοινωνίας, των πρωταγωνιστών της, του τρόπου διανομής της εξουσίας σε αυτήν, της δυναμικής της ανάπτυξης της και του τερματισμού της, που αποτελεί το σχήμα προσανατολισμού και τον ηγεμονικό συνδετικό ιστό που διατρέχει δέκα χρόνια πολιτικής αντιπαράθεσης με το οργανωμένο εργατικό κίνημα. Σε αυτή τη βάση, μπορεί να καθοριστεί η συνέχεια που τρέχει μεταξύ της «άγριας συγκρουσιμότητας» του 1968 και των εργατικών επιτροπών βάσης (που αποτελούν μεγάλο μέρος της κοινής καταγωγής της εργατικής Εξουσίας και του συνεχή Αγώνα, Potere operaio e Lotta continua ), των «κοινωνικών» αγώνων και της «αντίστασης στην αναδιάρθρωση «που αυτών των οργανώσεων σηματοδοτούν το αποκορύφωμα και το τέλος, και τις θεματικές των νέων αναγκών και του» κοινωνικού εργάτη «που θα εκραγούν μεταξύ του 1976 και του ’77. Δεν είναι μια εκ του προχείρου σύνδεση που πηδά πάνω στις διαφορές, βαθιές εξάλλου, και αγνοεί το πλήθος των συνεισφορών και την ασυνέχεια των προσανατολισμών. Είναι η ανίχνευση μιας ενιαίας πορείας προβλημάτων και των τρόπων επίλυσης μέσα σε μια πρακτική της οργάνωσης που επιδιώκει να προσδιορίσει πολιτική και οικονομία και αναγνωρίζει στην επείγουσα ανάγκη των συγκρουσιακών αναγκών την δημιουργία της κοινωνικής και πολιτικής αυτονομίας του επαναστατικού υποκειμένου.

Αποτέλεσμα εικόνας για autonomia anni 70

«Άρνηση της εργασίας» σημαίνει ότι μέσα στην δομή και την ιεραρχία των κοινωνικών σχέσεων που διοικούνται από την μισθωτή εργασία ζει πάντα ένας ιστός επικοινωνίας και οργάνωσης, που έχει στην κατοχή του πληροφορίες, «γνώσεις», γνωρίζει πράγματα, που τους αντιτίθεται και στις οποίες είναι εναλλακτικός. Είναι μια κοινωνική δομή που γεννιέται μέσα στον αγώνα, για τον αγώνα – για περισσότερα χρήματα, λιγότερη δουλειά, για λιγότερο βλαβερή εργασία, ή βαριά για να «αισθάνεται, να ζει καλύτερα», ή σε κάθε περίπτωση να μην πεθάνει από εργοστάσιο – αλλά που είναι ήδη δύναμη, εξουσία επάνω στην «παραγωγή» και της «παραγωγής», επειδή είναι φτιαγμένη ακριβώς από τα ίδια στοιχεία που απαρτίζουν την εργατική απόδοση-λειτουργία, μόνο που έχει ανεστραμμένο το σημάδι, εκείνο της μη συνεργασίας, της αφαίρεσης πόρων και διαθεσιμότητας.  Η γνώση του παραγωγικού κύκλου της εργατικής τάξης, η ικανότητα να σταματά, να δραπετεύει, να αποτραβιέται, να σαμποτάρει είναι η επιστήμη της αντίστασης, με την ικανότητά της να επηρεάζει πάντα την κατανομή του πλούτου και της οργάνωσης της εργασίας. Σαν να λέμε πως οι κοινωνική εξουσία, η κοινωνική γνώση, διαιρούνται ανάμεσα στην εντολή-την διοίκηση και την αντίσταση, και οι κοινωνικές σχέσεις διασπώνται, οργανωμένες μαζί με την εργασία και τον αγώνα εναντίον της, και πως η παραγωγή δεν είναι δυναμική ουδέτερη, «οικονομία», αλλά τόπος αντιπαράθεσης, σύγκρουσης και διαμεσολάβησης μεταξύ αυτών των δύο δυνάμεων-εξουσιών εχθρών μεταξύ τους.

Αποτέλεσμα εικόνας για quaderni rossi panzieri

Δεν υπάρχει μόνο εκμετάλλευση σε αυτή την κοινωνία, αλλά και αυτονομία από αυτήν και αγώνας. «Πόσoι κοινωνικοί πόροι ελέγχονται μέσα στην ιεραρχία που χτίζεται από την μισθωτή εργασιακή σχέση και πόσοι δεσμεύονται αντιθέτως με την εμφάνιση αυτόνομων ταξικών αναγκών, ποτέ δεν είναι πράγμα οριστικό μια για πάντα, αλλά είναι το αντικείμενο αυτού του πολιτικού αγώνα που πηγαίνει κάτω από το όνομα της ανάπτυξης και της κρίσης «. Σε αυτή την εκδοχή, η κουβέντα είναι ήδη ολόκληρη μέσα στα »Κόκκινα Τετράδια», «Quaderni Rossi» του Panzieri και του Tronti. Και εδώ έχουμε ήδη περιλάβει τις μεγάλες θεωρητικές ρήξεις με την σοσιαλιστική παράδοση του εργατικού κινήματος, επειδή δεν υπάρχει πλέον αυτονομία στο «οικονομικό» και καμία αντικειμενικότητα στην κρίση, αλλά παντού σύγκρουση συμφερόντων και οργανώσεων.

Αποτέλεσμα εικόνας για quaderni rossi panzieri

Επειδή η εξουσία δεν βρίσκεται μόνο στη μία πλευρά, και δεν υπάρχει μια τάξη «παραγωγών» σε αντίθεση στους «εκμεταλλευτές», αλλά μια σχέση που είναι παραγωγική διότι σύγκρουση συμφερόντων σε αγώνα, έτσι δεν υπάρχει δυνατότητα απελευθέρωσης που να περνά από την απλή «εξάλειψη των εκμεταλλευτών», δηλαδή από την «κοινωνικοποίηση της σχέσης», τον σοσιαλισμό: δεν υπάρχει ανωτερότητα του σχεδιασμού επί της αγοράς, αλλά μόνο δυνατότητα διοίκησης επί της σχέσης της ανάπτυξης, καταναγκασμός να παραχθεί περισσότερη εργατική τάξη και λιγότερο κεφάλαιο. Πρόκειται για σημαντικές ρήξεις, μέσω των οποίων περνά ένας εντελώς διαφορετικός προσανατολισμός των χειραφετητικών θεματικών. Πρώτα απ ‘όλα, ο περιορισμός του ρόλου της κατάκτησης της πολιτικής εξουσίας μέσα στην απελευθερωτική διαδικασία και, μέσα σε αυτή, η ανατίμηση της ιστορίας των δυτικών εργατικών τάξεων. Στη συνέχεια, η σταθερή αγκυροβόληση κάθε συζήτησης επί της οργάνωσης στο σύστημα των υλικών εκφρασμένων αναγκών, το οποίο είναι το δεδομένο επίπεδο της ταξικής αυτονομίας. Είναι ένας λόγος γεννημένος με τους όρους της ταξικής πολιτικής αυτονομίας, δηλαδή αυτονομίας του συστήματος των αναγκών, αυτονομίας της εργατικής εξουσίας: συγκρουσιακή συμμετοχή στην ανάπτυξη και απειλή του αποκλεισμού, δηλαδή συνειδητή διαπραγμάτευση ενόψει της επίτευξης των συμφερόντων της δικής μας πλευράς.

Σχετική εικόνα

Είναι ένας λόγος, μια συζήτηση που μεγαλώνει γρήγορα ωστόσο, επειδή οι βάσεις είναι πλούσιες. Από τη στιγμή, μάλιστα, που μπορείτε να διαβάσετε την καπιταλιστική κοινωνία όχι πλέον ως τόπο της αδιαφιλονίκητης διοίκησης των συμφερόντων της πλευράς του κεφαλαίου, της ιεραρχίας που εκφράζεται στη σχέση μισθωτής εργασίας, αλλά ως την περιοχή της σύγκρουσης μεταξύ της εργασίας και της άρνησης της εργασίας , αφού αναγνωριστεί σαν αγώνας οργανώνονται οι ίδιοι πόροι που αποτελούν την ουσία της ανάπτυξης του κεφαλαίου, και ότι οι κοινωνικές ανάγκες διαθέτουν μια αυτονομία από την εντολή-την διοίκηση επί της εργασίας, ότι στην ιεραρχία που χτίστηκε γύρω από το χρόνο της εργασίας αντιτίθεται μια άλλη που χτίζεται γύρω από το χρόνο του αγώνα, τον χρόνο που απελευθερώνεται από την εργασία, και πως και αυτή κατέχει επίσης τη γνώση, είναι ο ιστός της επικοινωνίας και της κοινωνικής οργάνωσης, είναι παραγωγική δύναμη,  έχοντας αναγνωρίσει όλα αυτά, το πρόβλημα καθίσταται εκείνο της ανάπτυξης και του εμπλουτισμού των πόρων που παρουσιάζονται ως «μη-κεφάλαιο, εκείνο του μπλοκαρίσματος της κοινωνικής σύνθεσης της καπιταλιστικής πλευράς, της δυνατότητας μιας διαφορετικής σύνθεσης στο έδαφος όχι τόσο της οργάνωσης της πολιτικής εξουσίας, όσο επάνω σε εκείνο της δομής των παραγωγικών δυνάμεων ». Δηλαδή, καθίσταται η αποσύνθεση της κεφαλαιακής σχέσης.

Σχετική εικόνα

 Αν η κοινωνία δεν θεωρείται πλέον ως θέατρο ενός και μοναδικού παράγοντα, το συμφέρον της καπιταλιστικής πλευράς, αλλά η κεφαλαιακή σχέση, εμφανίζεται η κουραστική σύνθεση των συμφερόντων δύο εχθρικών πλευρών, εάν, παράλληλα με την κανονιστική αρχή της ανταλλαγματικής αξίας, ισχυρός κινητήρας της κοινωνικής παραγωγής είναι το συμφέρον των εργατών στην αξία χρήσης, εάν η κοινωνική δύναμη-εξουσία είναι διαιρεμένη, τότε η δυναμική της εργατικής εξουσίας – όχι εκείνη η «πολιτική», που θα ήθελε να κυβερνήσει το κράτος, που δεν υπάρχει και του οποίου δεν νιώθουμε την έλλειψη, αλλά εκείνη η «κοινωνική» που υπάρχει, και συμμετέχει δυναμικά στη διακυβέρνηση αυτού του κόσμου – η δυναμική της ανάπτυξης της εργατικής δύναμης-εξουσίας και της υποταγής της, οι αδιάκοποι όροι του δικού της αγώνα/διαπραγμάτευσης, πρέπει να διερευνηθούν και να αναθεωρηθούν με τα μάτια εκείνων που αναζητούν τους νόμους και την αρχή της διάρθρωσης, δηλαδή την ικανότητα να είναι μια μετακαπιταλιστική κοινωνική οργάνωση, κομμουνισμός.

Σχετική εικόνα

«Περισσότερος μισθός, λιγότερη δουλειά», «μισθός ξεκομμένος από την παραγωγικότητα»: αυτά τα ισχυρά μαζικά συνθήματα, λέξεις-κλειδιά, που θα εκραγούν το εργατικό φθινόπωρο του 1969 μοιάζουν η πολιτική βάση πάνω στην οποία συγκροτούνται οι πρώτες αυτόνομες εμπειρίες οργάνωσης. Όχι μόνο και όχι τόσο λόγω της ικανότητάς τους να διαταράσσουν τους παραδοσιακούς οργανωτικούς μηχανισμούς, ούτε λόγω της «εξτρεμιστικής τους αξίας» να προκαλούν οικονομικές και πολιτικές «κρίσεις», αλλά επειδή σε αυτές διαβάζεται ένα πιθανό, αναδυόμενο πρόγραμμα εξουσίας. Με την έννοια ότι με αυτές η σχέση ανάμεσα στην καπιταλιστική διοίκηση επί της παραγωγής πλούτου και η παραγωγή των κοινωνικών αναγκών φαίνεται να σπάει . Η ιεραρχία που εκφράζεται μέσα στην παραγωγική διαδικασία, οι λειτουργικές διαιρέσεις γύρω από τις οποίες αυτή οδηγεί το εργατικό σώμα, φαίνονται ανικανότητα να διαχειριστεί, να κουμαντάρει τις κοινωνικές απαιτήσεις, τους διαύλους γύρω από τους οποίους είναι δομημένες. Ανάμεσα στην ταξική σύνθεση – και δηλαδή μεταξύ της δομής των ρόλων, της μορφής της κυκλοφορίας των παραγωγικών ικανοτήτων, της πληροφόρησης, των αναγκών των εργατών – και της παραγωγικής οργάνωσης εμφανίζεται ένα βαθύ κενό που είναι ήδη διπλασιασμός των ιεραρχιών, ανοικτή σύγκρουση δυνάμεων και των κριτηρίων γύρω από τα οποία διατάσσονται. Επειδή η αντίθεση μεταξύ αναγκών και παραγωγής δεν είναι σαν αυτή μεταξύ του «ονείρου» και της «πραγματικότητας»: εκφράζει τη σύγκρουση μεταξύ καναλιών κοινωνικής επικοινωνίας, μεταξύ οργανώσεων ανθρώπων, εκφράζει την ανικανότητα από την κοινωνική ιεραρχία που διατάσσει την παραγωγή να διοικεί ολόκληρη την κοινωνία, εκφράζει δηλαδή το γεγονός ότι είναι πολύ μικρό μέρος αυτής, ότι σε αυτήν δεν εισρέει μια επαρκής ποσότητα κοινωνικών πόρων, και πως αρχίζει να σχηματίζεται ένα διαφορετικό σημείο συνάθροισης. «Αυτοαξιολόγηση» και «νέα υποκείμενα».

Αποτέλεσμα εικόνας για autunno operaio '69

Οι θεματικές των «νέων αναγκών», του «κοινωνικού εργάτη», της «αυτο-αξιολόγησης», που είναι το σημείο προσγείωσης της «αυτονομίας», είναι η γραμμική ανάπτυξη αυτής της προσέγγισης. Το χάσμα μεταξύ της παραγωγής κεφαλαίου και της κοινωνικής οργάνωσης εμβαθύνθηκε ώστε να κάνει να αντιστοιχεί σε ένα κοινωνικό άτομο γεμάτο δεξιότητες, πληροφορίες, γνώσεις, ανάγκες, επιθυμίες, μια φτωχή παραγωγή που καταφέρνει να οργανώνει όχι μόνο ένα ολοένα μειωμένο μέρος του χρόνου του, αλλά εκείνο το μέρος αυτού που είναι πιο άθλιο και άδειο, μαζί, των πραγμάτων που γνωρίζει και εκείνων που επιθυμεί. Μια παραγωγή που αποτελεί μόνο ένα μέρος των κοινωνικών σχέσεων μεταξύ εκείνων που συμμετέχουν σε αυτήν, που είναι ένα κλάσμα και όχι η σύνθεση όλης της κοινωνικής συνεργασίας, πάνω από όλα, μια παραγωγή που μια τέτοια συνεργασία, στο σύνολό της, δεν μπορεί πλέον να διοικεί και να διατάσσει. Η κυκλοφορία των ρόλων και των γνώσεων με αυξανόμενο και σημαντικό τρόπο δεν διατάσσεται πλέον σύμφωνα με τα κριτήρια της παραγωγικής εργασίας του κεφαλαίου, σύμφωνα με τους κανόνες της παράστασης-απόδοσης εργασίας. Αυτοί οι κανόνες διέπουν μια ποσότητα πόρων που δεν επαρκούν πλέον για να διατάξουν το σύνολο της κοινωνικής αναπαραγωγής, τα σημεία διασποράς και διαταραχής σε σχέση με αυτήν έχουν πολλαπλασιαστεί υπερβολικά και ήδη μπορούμε να έχουμε μια γεύση από τα πρώτα, αχνά σημάδια μιας πιθανής διαφορετικής διατακτικής αρχής : αξία χρήσης ενάντια σε αξία ανταλλαγής, ορθότητα των αναγκών του «πλούσιου κοινωνικού ατόμου» που αντιτίθεται στο σειριακό σύμπαν, ικανό μόνο για ποσοτικό προσδιορισμό, από την αναπαραγωγική ανάγκη της εργατικής δύναμης στην αφηρημένη ανάγκη της «αναγκαιότητας», της «φυσικής έλλειψης».

Σχετική εικόνα

Δεν είναι πλέον μόνο μισθός έναντι κέρδους, δηλαδή η αυτονομία των αντιτιθέμενων συμφερόντων μέσα στην ενότητα ενός κοινωνικού μηχανισμού, αλλά ο εντοπισμός μιας πιθανής αντιπαράθεσης μεταξύ δύο τρόπων παραγωγής, δύο συμπάντων κοινωνικών σχέσεων.

Αυτό που ορίζει τη μετάβαση από την πρώτη άρθρωση του λόγου – τον μισθό – στην δεύτερη – το «κίνημα της αξίας χρήσης» είναι τελικά η κρίση της έννοιας της ανάπτυξης: που είναι η ικανότητα καπιταλιστικής σύνθεσης της δυαδικότητας των δυνάμεων-εξουσιών που ζουν στον τρόπο παραγωγής. Από αυτή την άποψη, η μακρά εναλλαγή της κρίσης και της στασιμότητας που ξεκινά με τη δεκαετία του εβδομήντα, στην Ιταλία και σε ολόκληρη τη Δύση, φαίνεται στην αυτονομία ως ανικανότητα του συμφέροντος της καπιταλιστικής πλευράς να αποτελεί σύνθεση όλης της οργάνωσης, επικοινωνίας, κοινωνικής γνώσης, ως αδυναμία να οργανώσει όλους τους κοινωνικούς πόρους μέσα στο χρόνο εργασίας και πίσω από την ιεραρχία που τον διοικεί όλο τον κοινωνικό χρόνο. Σαν να λέμε πως η παραγωγική και πολιτική σύνθεση που προσφέρει η σχέση του κεφαλαίου φαίνεται φτωχή μπροστά στον αυξανόμενο πλούτο του κοινωνικού ιστού που χτίζεται γύρω από τους αγώνες. Γύρω από αυτό έλκεται μια εξαιρετικά υψηλή ποσότητα παραγωγικών πόρων με όρους ικανότητας για κοινωνική συνεργασία, ανταλλαγή και επεξεργασία πληροφοριών και γνώσεων, διοίκηση επί του κοινωνικού χρόνου.

Σχετική εικόνα

Η κοινωνική επικοινωνία φαίνεται να διευρύνεται δραματικά, σε μεγάλο βαθμό απαλλαγμένη από την αρχή της απόδοσης που ρυθμίζει τον μισθολογικό συντελεστή, και αυτή δεν είναι πλέον σε θέση να διοικήσει πλήρως, να ελέγξει την κοινωνική ιεραρχία: ένα αυξανόμενο μερίδιο του κοινωνικού πλούτου είναι καθηλωμένο, καρφωμένο να χρηματοδοτεί, μέσα από τις πιο ποικίλες μορφές βοήθειας-συνδρομής, όχι την παράσταση της εργασίας, αλλά την ακαμψία σε σχέση με αυτήν και την απόρριψή της, ενώ παράλληλα καθιστά κοινωνικά αμελητέο, όχι περιθωριοποιητικό, τον αποκλεισμό από αυτήν. Από την άλλη, το εργοστάσιο δεν ελέγχει πλέον όλες τις κοινωνικές συμπεριφορές μέσω της αγοράς εργασίας, και η κοινωνική συνεργασία εμφανίζεται ευρύτερη και πλουσιότερη από αυτή που κινεί, που δίνει ζωή στο παραγωγικό έργο του κεφαλαίου: κοινωνικές ομάδες που εκδιώχθηκαν σε μεγάλο βαθμό από την αγορά εργασίας, οι νέοι και οι γυναίκες, αποκτούν δύναμη έκφρασης και κοινωνικής εξουσίας, και ενώ ο χρόνος εργασίας του καθενός όχι μόνο υφίσταται υποκειμενικά ως απαλλοτρίωση της ζωής, ως καταδίκη και δυστυχία, μιζέρια, αλλά αντικειμενικά αδειάζει από γνώση και δημιουργική δύναμη , ο ελεύθερος χρόνος παύει ολοένα και περισσότερο να είναι ο δευτερεύων χρόνος της αναπαραγωγής της εργατικής δύναμης για να γίνει ένας χρόνος πλούσιος σε ανταλλαγές και κοινωνικές σχέσεις, ικανός για επικοινωνία, επεξεργασία, συντονισμό, κατοχή τεράστιων πόρων και γνώσεων, εν συντομία, μια παραγωγική δύναμη, η οποία δεν είναι ίση με την εργασία, που δεν είναι ίδια με αυτήν, έχει ένα ευρύτερο κοινωνικό καθεστώς, κατοικείται ενεργά, δραστικά, από τον αγώνα κατά της εργασίας.

Αποτέλεσμα εικόνας για dal operaio massa al operaio sociale, anni '70, libro, negri

Όλος αυτός ο ιστός νέων δεδομένων, αυτή η βαθιά τροποποίηση που παρενέβη στον τρόπο παραγωγής, είναι ισχυρό γεγονός, όχι περιθωριοποιήσιμο. Με την σειρά του όμως δεν είναι ικανό να είναι μεμονωμένα δύναμη μιας εναλλακτικής σύνθεσης: πάρα πολλά πράγματα δεν μπορεί να τα χειριστεί, του ξεφεύγουν πολλοί πόροι, αν και δεν είναι αλήθεια ότι έχει αυτή την κακή σχέση με την τεχνολογία που λέγεται, και ακόμα κι αν στον τομέα της παραγωγής άρχισε να εισέρχεται όχι μόνο ως αντίσταση και σαμποτάζ, αλλά και ως δημιουργική δύναμη. Πρόκειται για μια συζήτηση σχετικά με τη μετάβαση, τη μαζική μετανάστευση από την παραγωγική εργασία κεφαλαίου, και τις πιθανές εκβάσεις της. «Στην ουσία, σε σχέση με τις ρήξεις που έλαβαν χώρα από τον εργατισμό στο θεωρητικό »σώμα» του μαρξισμού-λενινισμού, η »αυτόνομη» εμπειρία προσθέτει μια σύλληψη της κρίσης που δεν είναι πλέον εκείνη της « κοινωνικής κατάρρευσης », της έκρηξης, της σε βάθος ανικανότητας του κεφαλαίου να αντιμετωπίσει τις κοινωνικές ανάγκες, αλλά και της έκρηξης των κοινωνικών σχέσεων, που είναι πάρα πολύ πλούσιες για να επαναφερθούν στη κεφαλαιακή σχέση, εκείνη των ορίων της κεφαλαιακής διοίκησης πάνω σε ολόκληρη την κοινωνία: όχι η ανάπτυξη της δυστυχίας, αλλά του κινήματος χειραφέτησης, βρίσκεται στη βάση της ‘ανάγκης για κομμουνισμό’. Σαν να λέμε, το αντίθετο μιας θεωρίας της καταστροφής: στη βάση όλων συνειδητοποιούμε ότι υπάρχει η ανίχνευση της ανεπάρκειας, της φτώχειας των παρόντων σχέσεων εξουσίας, μπροστά στον πλούτο των κοινωνικών σχέσεων που έχουν αναπτυχθεί και λειτουργούν. H «μετανάστευση» από την μισθωτή εργασία και το ζήτημα του κράτους.

Αποτέλεσμα εικόνας για quaderni rossi panzieri

Μέσα σε αυτό το ύφος του λόγου το πρόβλημα της «εξουσίας» παίρνει διαστάσεις που είναι αρκετά ιδιαίτερες και γίνεται η θέση της «δύσκολης ταυτότητας» της αυτονομίας, ο τόπος γύρω από τον οποίο είναι αρθρωμένη η αντιφατική οργανωτική της εμπειρία.Καθ όλη την ιστορία του εργατικού κινήματος, τόσο στην ρεφορμιστική, σοσιαλδημοκρατική εκδοχή, όσο και στην επαναστατική, το ζήτημα της εξουσίας είναι η ισχυρή αρχή της ταυτότητας, η βάση του σχεδίου κοινωνικής μεταρρύθμισης. Με την έννοια ότι η πολιτική επανάσταση θέλει να προηγηθεί της κοινωνικής, και η κατάληψη του κράτους να είναι η βάση για την τροποποίηση των σχέσεων παραγωγής: το κράτος είναι, κατά τον Χέγκελ, το πιο προηγμένο επίπεδο κοινωνικής συνεργασίας και καθοδηγεί όλα τα άλλα. Ξεκινώντας από την αστική επανάσταση, αυτό είναι – και με αυτό τον τρόπο ο Στάλιν θα ολοκληρώσει μια συζήτηση που ξεκίνησε από τον Μαρξ – ο οποίος διαφοροποιεί την προλεταριακή επανάσταση από την αστική επανάσταση, που αυτή η τελευταία πρώτα κυρίευσε την κοινωνία και μετά το κράτος, ενώ η πρώτη προορίζεται να ακολουθήσει την αντίστροφη πορεία, να κυβερνήσει από πάνω, από ψηλά, από το σημείο της μέγιστης συγκέντρωσης της εξουσίας, την επανάσταση των κοινωνικών σχέσεων.Όλα αυτά δεν μπορούν να υπάρχουν στην κουβέντα που κάναμε, επειδή η καρδιά της είναι η αλλαγή »που βρίσκεται σε εξέλιξη» στις σχέσεις παραγωγής, η νέα εξάρθρωση-μετατόπιση της εξουσίας στην κοινωνία πολύ πριν απ’ ότι στους θεσμούς, το πρόβλημα της πολιτικής εξουσίας ακολουθεί, δεν προηγείται και περιορίζεται στο πρόβλημα του τρόπου με τον οποίο το κράτος προσαρμόζεται στην αλλαγή.

Αποτέλεσμα εικόνας για quaderni rossi panzieri

Το «σοσιαλιστικό» ζήτημα της κατάληψης του κράτους, της προλεταριακής «ανάληψης της εξουσίας» δεν προκύπτει στην πραγματικότητα: επειδή η νέα εξουσία που αναδύεται δεν είναι κρατική εκπροσώπηση, δεν μπορεί να ανατεθεί, δεν μπορεί να διαχωριστεί από εκείνους που την ασκούν, δεν είναι πολιτική, αλλά «παραγωγική», «σβήνει το κράτος». «Πραγματικά το νόημα ενός λόγου, μιας συζήτησης επί της φτωχοποίησης της κεφαλαιακής σύνθεσης και για τον πλούτο των πόρων που παραμένουν ξένοι σε αυτήν είναι ότι υπάρχει μια διασπορά της κοινωνικής εξουσίας, μια μετατόπιση των εξουσιών διαχείρισης επί των πόρων από την « αφηρημένη ισχύ στην κοινωνική συνεργασία » που διατάσσεται μέσα στην μισθωτή εργασία στις συγκεκριμένες κοινότητες, οι οποίες είναι ανεπίσημα δομημένες γύρω από αυτή την κατακτημένη διαθεσιμότητα κοινωνικού χρόνου, και πως αδιακρίτως τοποθετούνται έξω από τη σχέση εργασίας ή την διασχίζουν «. Αυτή η θολερότητα στην κοινωνική κατανομή της εξουσίας, αυτή η διασπορά που επενδύει την ομαλή ιεραρχική της άρθρωση και αποδυναμώνει το μεγάλο αφηρημένο και σύνθετο σύστημα υπέρ του μικρού συγκεκριμένου και απλού, επιτίθεται στα θεμέλια της μαρξιστικής ανάλυσης της εξουσίας. Με την έννοια πως βάση αυτής είναι η παραδοχή της συγκέντρωσης της εξουσίας στην κοινωνία του κεφαλαίου και η δυνατότητα να δοθεί σε αυτήν μια θετική μορφή, μετατρέποντας τη μορφή του κράτους με τρόπο ώστε να μεγιστοποιηθεί η «δημοκρατική συμμετοχή», να αυξηθεί η νομιμότητα και η δυνατότητα ελέγχου του.

Σχετική εικόνα

Σε αυτό το σημείο, ωστόσο, προκύπτει ένα πρόβλημα: ο λόγος για το κράτος είναι στον Μαρξ, όπως σε όλη την δημοκρατική πολιτική σκέψη, ένας λόγος για την «ισότητα», ο λόγος για τον κομμουνισμό είναι ένας λόγος για την ελεύθερη ανάπτυξη των «διαφορών», για το τέλος του δικαίου και την απάνθρωπη παράληψη του. «Η σχέση μεταξύ των δύο λόγων δεν είναι διαλεκτική στον Μαρξ, απλώς δεν υπάρχει». Υπάρχει μαζί η εξύμνηση της πολιτικής, της ισότητας, και η κριτική της. Σοσιαλιστική επανάσταση στο όνομα της ισότητας, για να «φέρει εις πέρας την γαλλική Επανάσταση», αλλά κομμουνισμός ως κριτική της. Επειδή η ισότητα μεταξύ των ανθρώπων είναι ένας διαχωρισμός, μια αφαίρεση, η οποία περνάει πάνω από τις συγκεκριμένες διαφορές των προτιμήσεων, των ιδιοσυγκρασιών, των αναγκών και των επιθυμιών, και μπορεί να το κάνει αυτό επειδή θεωρεί τους ανθρώπους εμπορεύματα, εναλλάξιμα στην απόδοση της εργασίας: γι αυτό είναι ισότητα »μόνο» πολιτική, επειδή αυτή η αληθινή, υλική είναι η αναγνώριση των διαφορών, η κατάργηση του δικαίου. Η «ισότητα» είναι η μόνη δυνατή βάση για κάθε ανάθεση και συμμετοχή, το θεμέλιο της πολιτικής, μαζί με τη δυνατότητα και το πεπρωμένο της, αλλά η βάση της είναι η αγορά, η μισθωτή εργασία, όπου «ένας άνθρωπος μιας ώρας «αξίζει έναν άλλο άνθρωπο μιας ώρας.Το «γενικό συμφέρον» του κόσμου της πολιτικής βασίζεται σε αυτή τη γενική ισοδυναμία του κόσμου των εμπορευμάτων επί της αφηρητότητας της μισθωτής εργασίας, αλλά η « κριτική της πολιτικής », η κριτική των σχέσεων ανάθεσης έχει και αυτή μια ισχυρή βάση.

Αποτέλεσμα εικόνας για autunno operaio '69

Τι συμβαίνει πραγματικά όταν ο χρόνος εργασίας, στον οποίο όλοι είναι ίσοι, χάνει εξουσία και παραγωγική δύναμη, γίνεται ένα κλάσμα όλου του κοινωνικού χρόνου, και ο χρόνος της μη εργασίας παύει να είναι δευτερεύουσα λειτουργία της κοινωνικής αναπαραγωγής και αρχίζει να είναι ένας συμμετέχων στον πλούτο των παραγωγικών δυνάμεων; Όταν οι σχέσεις μεταξύ των ανθρώπων αρχίζουν να είναι τόσο πλούσιες ώστε δεν μετριούνται πλέον με βάση την ισοτιμία και η κοινωνική επικοινωνία αρχίζει να διαρθρώνεται γύρω από τον ποιοτικό χρόνο, πλούσιο σε διαφορές, που παρακάμπτει, αποφεύγει και απομακρύνεται από την διοίκηση, τον έλεγχο του μισθού; «Ο λόγος της ισότητας παύει να κυβερνά τη διαδικασία της απελευθέρωσης, που πάει να ξεδιπλωθεί γύρω από ένα νέο πρόβλημα: πώς αρθρώνουμε την εξουσία όχι γύρω από την αφηρημένη ισότητα που επιβάλλει η αγορά, αλλά γύρω από τις συγκεκριμένες διαφορές που ζωντανεύουν τη νέα εποχή, το νέο χρόνο της πλούσιας κοινωνικής συνεργασίας; » Ο Μαρξ μιλούσε για τη «γενική διάνοια, general intellect», την αποσύνδεση της παραγωγής από την αναγκαιότητα. Πώς λειτουργεί η ανάθεση εξουσιών, όταν η κοινωνική παραγωγή του πλούτου αρχίζει να απελευθερώνεται από τα πλέγματα της αφηρημένης εργασίας, όταν η συμμετοχή του καθενός στην παραγωγή δεν μειώνεται πλέον στο χρόνο εργασίας του, αλλά επενδύει την ποιότητα της ύπαρξης του σαν «πλούσιου κοινωνικού ατόμου» , και πώς είναι αντιπροσωπεύσιμοι οι άνθρωποι που συμμετέχουν στην κοινωνία στη βάση όχι της απόδοσής τους, αλλά από αυτό που κάνουν, γνωρίζουν, θέλουν και επιθυμούν, διότι όλο αυτό εισέρχεται σήμερα στην ισχύ της κοινωνικής συνεργασίας; Δεν είναι αλήθεια με την ισχυρή έννοια όλο αυτό: ο χρόνος εργασίας είναι ακόμη πραγματική ουσία της παραγωγής, και από αυτόν παίρνουν δύναμη υλική η ανάθεση, η ισότητα, το «πολιτικό», αλλά υπάρχει αυτή η απελευθέρωση του κοινωνικού χρόνου, με ένα μη περιθωριακό τρόπο, και είναι ικανή να παράξει ισχυρά αποτελέσματα, και διασχίζει όλα τα θεσμικά όργανα με απονομιμοποιητική δύναμη.

Σχετική εικόνα

Αυτό που εκρήγνυται σε όλα τα επίπεδα, δεν είναι ένα αίτημα για «συμμετοχή» με βάση την ισότητα, αλλά απαίτηση για ευρύτερη εξάρθρωση της εξουσίας, της διάδοσής της, αυτονομίας των χώρων διαχείρισης στη βάση της «ποικιλομορφίας», της »διαφορετικότητας», της μη αναστρεψιμότητας σε «γενικό συμφέρον», στην σχέση πλειοψηφίας. Τα κινήματα αγώνα αυτών των χρόνων, παντού, έχουν αυτό το σημάδι: κανένα αίτημα για διαφορετική διαχείριση της εξουσίας, ούτε διεκδίκηση της «ισότητας», δηλαδή της πλειοψηφικής νομιμότητας, αλλά επιβεβαίωση μιας κάποιας μη αναστρέψιμης διαφορετικότητας που γίνεται , σαν τέτοια, απαίτηση ισχύος, άνοιγμα για διαπραγμάτευση, αίτημα για αυτονομία. Απαίτηση να έχουν φωνή μιας και είναι «διαφορετικά», όχι λόγω της ισότητας, απαίτηση αναγνώρισης της δύναμης-εξουσίας που είναι εγγενής σε αυτή την ποικιλομορφία, την διαφορετικότητα. Το κίνημα του ’77 ήταν κοινωνικά διαρθρωμένο και πολύπλοκο, για ένα πολύ μικρό μέρος του αποτελούμενο από «περιθωριοποιημένους», είχε τα χαρτιά του σε τάξη για να θέτει ερωτήματα «πολιτικά», αλλά η ταυτότητά του ήταν εκείνη του «διαφορετικού», οι γλώσσες που μιλούσε εξειδικευμένες και μη μεταφράσιμες, όπως η διάλεκτος μιας φυλής που θέλει να υπερασπιστεί τον εαυτό της από την επίσημη γλώσσα. Η »περιθωριακότητα» δεν υπήρξε κοινωνική υποδήλωση αλλά πολιτική επιλογή, κριτική της πολιτικής.

Σχετική εικόνα

Αλλά είναι μόνο ένα παράδειγμα: οι μαύροι, οι γυναίκες, οι νέοι, οι ηλικιωμένοι, οι αδερφές, οι εθνικές μειονότητες, τεχνικές, γλωσσικές, θρησκευτικές, η αναζήτηση μιας μη «πολιτικής» ταυτότητας που περιστρέφεται γύρω από μια διαφορά που πρέπει να αναγνωριστεί και να γίνει σεβαστή, στη βάση της οποίας θα διαπραγματευτούν χώροι για τη διαχείριση των πόρων, εμφανίζεται ως κυρίαρχο χαρακτηριστικό των «κινημάτων» ή εκείνων των χρόνων. Η σχέση με τους θεσμούς μέσα στην ιστορία της αυτονομίας. «Μέσα σ ‘αυτή τη μορφή της κοινωνικής αλλαγής, μέσα σε αυτό το πρόβλημα της μεταβίβασης εξουσιών από την εργασία στη μη εργασία, το ζήτημα της κρατικής εξουσίας ανακύπτει πάντοτε με όρους διαπραγμάτευσης, ποτέ « κατάληψης » ή υποκατάστασης». Στην ιστορία της αυτονομίας αυτό σημαίνει ότι παρουσιάζεται πάντοτε με όρους «τακτικής», ποτέ «στρατηγικής», και που δύσκολα προσφέρεται να είναι ο κεντρικός τόπος της πολιτικής ταυτότητας. Πρόκειται για ένα τακτικό πρόβλημα, μετακίνησης των αντιστάσεων, όχι στρατηγικό, της κατασκευής του μηχανισμού καθοδήγησης της διαδικασίας. «Τακτικό» πρόβλημα με την ισχυρή έννοια στην πρώτη φάση των κινημάτων, μέχρι τη διάλυση της εργατικής Εξουσίας, di Potere operaio, «τακτικό» με την αδύναμη έννοια στη δεύτερη φάση, εκείνη του χώρου της αυτονομίας αυτής καθεαυτής.

Σχετική εικόνα

«Με ισχυρή έννοια» σημαίνει ικανό να εκφράσει μια σύνθετη πολιτική και οργανωτική ταυτότητα, ένα σχέδιο κομματικό: στο κίνημα η στρατηγική, ο κομμουνισμός, στο κόμμα η τακτική, η απομάκρυνση των εμποδίων, η ικανότητα ρήξης. Με άλλα λόγια, Potere operaio, το «κόμμα της εξέγερσης». Όπου εξέγερση δεν είναι σχέδιο πολιτικής εξουσίας – ούτε «όλη η εξουσία στα σοβιέτ» ούτε «εργατική κυβέρνηση» – αλλά ανασύνθεση του κινήματος, ρήξη του πολιτικο-κοινωνικού ελέγχου γύρω από την ενοποιητική δύναμη ορισμένων συνθημάτων, όπως «εγγυημένος μισθός», ικανών να συγκεντρώσουν σε ένα σημείο τις ενέργειες για να θέσουν μια σφήνα, ένα αγκάθι, να κάνουν τους θεσμούς να οπισθοχωρήσουν, να διευρύνουν τους χώρους του κινήματος. Να ενωθεί το κίνημα, να σπάσει ο έλεγχος, αυτό είναι το πρόβλημα. Και ο έλεγχος δεν είναι στρατιωτικός αν όχι στην τελευταία στιγμή: δεν είναι ζήτημα πολέμου, αλλά έλλειψης ομοιογένειας στην ταξική σύνθεση, ισχυρών και αδύναμων σημείων, αντιθέσεων και δυνατότητας να βρεθεί αυτός ο ελάχιστος κοινός παρονομαστής που να λειτουργεί ως σφυρί και επιτρέπει την ανάκαμψη της ανάπτυξης σε πιο προηγμένο επίπεδο. Δεν είναι η ανάληψη της εξουσίας, αλλά η διάρρηξη των αναχωμάτων. Μα υπάρχει μια έμφαση, ένα άγχος, μια παραμόρφωση που δεν βρίσκουν επιβεβαίωση. Έμφαση στη δύναμη των αναχωμάτων, άγχος για την αντίσταση του κινήματος, εξαναγκασμός για τον κατ ‘ανάγκην μετωπικό χαρακτήρα της αντιπαράθεσης, της σύγκρουσης : το μπλοκάρισμα των αγώνων, η ταξική αποδιάρθρωση, η ύφεση μπροστά στην αναδιoργάνωση, φαίνονταν να είναι τα υποχρεωτικά σημεία αναφοράς του λόγου, της συζήτησης για την ρήξη. Στην πραγματικότητα τα αναχώματα έχουν όλα παρακαμφθεί, με χαμηλό κόστος, και η οικονομική κρίση μπόρεσε να μετρήσει όχι τόσο την τοξικότητα της καπιταλιστικής αντεπίθεσης, όσο το εύρος των χώρων που κατέκτησε το κίνημα.

Vogliamo-tutto-Aprile-039-77-controcultura-movimento-039-77-autonomia

Το κίνημα της άρνησης της εργασίας δεν προσέβαλε την πολιτική κοινωνία, βάλθηκε να στρέφεται γύρω της επιβεβαιώνοντας όλα τα κυβερνητικά εργαλεία, αλλά θέτοντας όλο και μεγαλύτερους περιορισμούς στην επιλεκτικότητα τους, αφιερώνοντας μια μεγάλη φέτα πλούτου για να πληρώσει αδιαφοροποίητα την συναίνεση: ουσιαστικά, προέβλεψε και ξεπέρασε την καπιταλιστική αναδιάρθρωση, κάμπτοντας την ώστε να σεβαστεί την ενότητά του, καθιστώντας την αντιφατική, διαβρώνοντας την ικανότητά της για κοινωνική διοίκηση και έλεγχο και επεκτείνοντας τους δικούς του χώρους εξουσίας και διαχείρισης. Η ακαμψία των θεσμικών οργάνων υπήρξε μέγιστη σε επίσημο επίπεδο, σε σημείο να αποτρέψει οποιαδήποτε μορφή πολιτικής αντιπροσώπευσης της αλλαγής, μέχρι σημείου να απομακρύνει το πρόβλημα της νομιμότητάς της, αλλά αυτή η επιχείρηση είχε ένα βαρύ τίμημα με όρους ουσιαστικής ευθραυστότητας, στεγνής απώλειας της ικανότητας να κυβερνήσει. Σε αυτή τη ολίσθηση των σχεδίων αντιμετώπισης ναυάγησε το πολιτικό σχέδιο του Potere operaio – το 1973 η κρίση τoυ εκρήγνυται. Η «τακτική» ενοποίηση που αυτό προτείνει φαίνεται να είναι μειωτική μπροστά στην πολλαπλότητα των επιπέδων αντιπαράθεσης-σύγκρουσης που έχουν ανοίξει, του λεξιλογίου που το κίνημα θέτει σε πράξη, των χώρων ανάπτυξης που είναι προσβάσιμοι από έναν πλούτο κοινωνικών υποκειμένων, των οποίων η συλλογική ταυτότητα είναι πολύπλοκη , δεν μπορεί να μειωθεί σε μια «ενότητα» της στιγμής. Η γενική εκπροσώπηση του κινήματος σε ένα απλό αντιθεσμικό κλειδί φαίνεται να είναι αδύνατη και περιττή ταυτόχρονα, ένας εξτρεμιστικός εξαναγκασμός.

Αποτέλεσμα εικόνας για movimento '77

Επάνω σε αυτές τις βάσεις η εργατική Εξουσία διαλύεται. Η προοπτική που ανοίγει σε αυτό το σημείο, για την αυτονομία, είναι αυτή της απόλυτης προσκόλλησης στο κίνημα μέσα στην εγκατάλειψη κάθε σχεδίου «μεγάλης τακτικής», συγκεντρωτισμού και ενοποίησης, που πηγαίνει πέρα από το έδαφος που πραγματικά προσφέρεται από τα περιεχόμενα και τα επίπεδα ανάπτυξης που δίδονται φορά τη φορά: δεν είναι δυνατόν να διατηρηθεί η απόκλιση της τακτικής και της στρατηγικής, του κόμματος και του κινήματος, της πολιτικής και του κομμουνισμού. Το μόνο έδαφος για την ενοποίηση του κινήματος που φαίνεται εφικτό δεν είναι πολιτικό, αλλά παραγωγικό, είναι η πρακτική σύνθεση των χώρων εξουσίας που κατακτώνται φορά τη φορά: η κομμουνιστική εξουσία μεγαλώνει καθημερινά μέσα στη σύγκρουση μεταξύ εργασίας και άρνησης της εργασίας, με μορφές και λεπτομέρειες διαφορετικές φορά τη φορά, και σε αυτό το ίδιο έδαφος πρέπει να τεθεί το πρόβλημα της τακτικής, σε αυτό πρέπει να επιλυθεί εκείνο του κράτους. Δεν υπάρχει χώρος για μια ταυτότητα του κινήματος διαφορετική από αυτή, ούτε απλούστερη από την οικοδόμηση του κομμουνισμού που μεγαλώνει μέσα στην κοινωνία, και η πολιτικο-στρατιωτική διοίκηση του κράτους πρέπει να αντιμετωπιστεί εκεί όπου εμφανίζεται ως συγκεκριμένη αντίφαση, στα τερματικά του μέρη που αργά αργά ροκανίζονται. Το πρόβλημα του κράτους παύει να είναι ο τόπος μιας εύκολης «τακτικής» ταυτότητας, απορροφάται εκ νέου στην πιο σύνθετη διάσταση της σύστασης των αναδυόμενων σχέσεων παραγωγής. Διεύρυνση των χώρων στο έδαφος επί των οποίων ανοίγουν, καμιά περίπτωση συγκέντρωσης δυνάμεων γύρω από μια ελάχιστη και «αντιπροσωπευτική» ενότητα, αλλά βαθύ σκάψιμο μέσα στις ανομοιογένειες, τις ασυνέχειες του ιστού της τάξης, επειδή γύρω τους είναι που αρθρώνεται η νέα δύναμη, η νέα εξουσία.

Σχετική εικόνα

Που είναι διαδεδομένη, διάχυτη, διασκορπισμένη, όχι συνθετική. Είναι ένας λόγος γύρω από τον οποίο περιστρέφεται μια γενική μετατόπιση της προσοχής στο έδαφος των θεματικών και των στόχων, όχι μόνο της οργανωτικής μορφής: από την «εξέγερση» στην »πάλη μακράς διάρκειας», από τις «καταληκτικές ημερομηνίες» γύρω από ενοποιημένους στόχους στην οικειοποίηση «Η πρακτική της οικειοποίησης» γίνεται το πιο σημαντικό σημείο ταυτότητας του πολιτικού χώρου που συγκροτείται. Οικειοποίηση αγαθών, δηλαδή απαλλοτρίωση, μαζική παρανομία «διάχυτη βία»,  αλλά και αυτομείωση των κοινωνικών τιμολογίων, δηλαδή διεύρυνση της νομιμότητας στη βάση της συναίνεσης, και «οικειοποίηση» στο εργοστάσιο της μείωσης του ωραρίου εργασίας, μονομερής μείωσή του, χωρίς διαπραγματεύσεις, αλλά επιχειρησιακή εφαρμογή μιας απόφασης της δικής μας πλευράς, ενός «διατάγματος». Εν ολίγοις, οικειοποίηση ως ξεπέρασμα των διαπραγματεύσεων, ως διαχείριση μιας de facto εξουσίας επί της διανομής του πλούτου, όπως για το ωράριο εργασίας εκεί όπου αυτό είναι εφικτό: μια θεματική που ταιριάζει πολύ καλά σε ένα «μοριακό» λόγο για την εξουσία, αλλά που τα όρια του είναι προφανή.

Σχετική εικόνα

Είναι ο τοπικισμός, η μείωση του προβλήματος του γενικού μέτρου των σχέσεων δύναμης στην τοπική πρακτική της αντιεξουσίας. Στην πραγματικότητα, κάθε φορά που ένας αγώνας θα μεγαλώσει μέχρι σημείου να θέσει προβλήματα γενικού χαρακτήρα για το κίνημα, κάθε φορά που το πεδίο της μάχης θα υψωθεί για να αναλάβει μια παραδειγματική αξία, μια παραδειγματική σημασία και ισχύ, ο λόγος αυτός, η συζήτηση αυτή θα δείξει τα όρια της διαχωρισμένη όπως είναι ανάμεσα στη βούληση μιας πλήρως κοινωνικής ταυτότητας και την ανάγκη της πολιτικής, της «γενικής αντιπροσώπευσης» των δυνάμεων που βρίσκονται στο πεδίο του αγώνα, της συγκέντρωσης των πόρων. Μια αντίφαση που δεν έχει ξεπεραστεί ποτέ, η οποία θα εκφράζεται αφενός σαν ζωτικότητα και διάχυση, ικανότητα να ερμηνεύει το καινούργιο και να προσκολλάται σε αυτό, αφετέρου σαν φτώχεια και κατακερματισμός των οργανωτικών του επιπέδων και, ταυτόχρονα, σαν διαρκής διαθεσιμότητα στην μειοψηφική και υποδειγματική έμφαση-σημασία της δικής του πράξης, σε μια προσπάθεια να αντιμετωπιστούν τα άλυτα προβλήματα της ταυτότητας και της πολιτικής αντιπαράθεσης-σύγκρουσης. Είναι μέσα σε αυτή την κατάσταση που η θεματική της αντιεξουσίας εξαναγκάζεται να είναι, από ισχυρή αλλά τοπική βάση για την εδραίωση σαφώς καθορισμένων οργανωτικών εμπειριών, συλλογική ιδεολογία, γενική ταυτότητα του κινήματος. Μια αδύνατη ταυτότητα, διότι μόνο σε ακραίες περιπτώσεις και για πολύ συγκεκριμένα κοινωνικά στρώματα, που καθορίζονται αυστηρά με την έννοια του αποκλεισμού από τις συμμετοχικές σχέσεις, μια αλλαγή στην κοινωνική κατανομή της εξουσίας εκφράζεται ως «αντιεξουσία»: γενικά οι μηχανισμοί της άτυπης διαπραγμάτευσης και εκείνη η ιδιαίτερη μορφή της οικειοποίησης των πόρων – νομισματικής και χρονικής – η οποία εκδηλώνεται με την πτώση της αποτελεσματικότητας στη σχέση απόδοσης, αποτελούν λύσεις λιγότερο πολυδάπανες κοινωνικά και πολιτικά.

Αποτέλεσμα εικόνας για insurrezione proletaria anni 70

Μια αδύνατη ταυτότητα, αλλά η οποία με φυσικότητα τείνει να παρουσιάζεται ως μια «συνήθης» πρακτική της σχέσης με την εξουσία όταν η σύγκρουση είναι με ένα θεσμικό ιστό που χαρακτηρίζεται από ακαμψία, από μια ανικανότητα για τροποποίηση και μεταρρύθμιση, ώστε να θέτει καθημερινά το πρόβλημα της εξουσίας με απολυταρχικούς όρους.Επειδή πρόκειται για έναν θεσμικό ιστό που ισχυρίζεται-υποκρίνεται πως θέλει να φέρει την πολιτική τάξη σε θέση να αποκτήσει κάθε έδαφος κοινωνικής έκφρασης, να παίξει τα χαρτιά του όχι στο έδαφος του μονοπωλίου της νόμιμης εκπροσώπησης αλλά σε εκείνο το σοσιαλιστικό του μονοπωλίου της κοινωνικής επικοινωνίας. Σε αυτή την εκδοχή της »αντιεξουσίας», το πρόβλημα του κράτους μόνο οριακά αποτελεί τόπο κοινωνικής και πολιτικής ταυτότητας του κινήματος: αυτό συμβαίνει για ορισμένες, σημαντικές, αλλά περιορισμένες οργανωτικές εμπειρίες αλλά δεν καταφέρνει να είναι ο αποτελεσματικός συνεκτικός ιστός των πιο συμπαγών εμπειριών του αγώνα.

Σχετική εικόνα

«Έτσι η ιστορία της αυτονομίας αυτών των χρόνων φαίνεται να μην έχει ένα πραγματικό σημείο εστίασης: δύο εμπειρίες σταθερά ριζωμένες σε ευρείς τομείς νεανικού και εργατικού προλεταριάτου στη Ρώμη και την Πάδοβα, ένας μεγάλος πλούτος εμπειριών, από την αυτόνομη Συνέλευση της Αλφα στους κύκλους του προλεταριάτου των νέων, στο Μιλάνο, μέσα σε μια πρακτικά άρρηκτη οργανωτική ρευστότητα, μια διαδρομή με πολύ μεγάλες εμπειρίες αγώνα, από την κατάληψη του ’73 στους αγώνες του ’74 μέχρι τις πικετοφορίες του ’79 στη Fiat από τους πολίτες, χωρίς μια οργανωτική θωράκιση κατά κάποιο τρόπο σταθερή και αναγνωρίσιμη, μια τεράστια ποσότητα και χωρίς λογοκρισία τοπικών κολεκτίβων διάσπαρτων παντού, οι εκρήξεις του ’77 στη Ρώμη και τη Μπολόνια, που σε καμία περίπτωση δεν οφείλονται σε προηγούμενες οργανωτικές εμπειρίες αλλά που όλες αυτές τις ενσωματώνουν».

Αποτέλεσμα εικόνας για assemblea autonoma anni '70

Στον περίπλοκο αυτό τρόπο, φτιαγμένο από ασυνέχεια και χάσμα μεταξύ αγώνων και οργάνωσης, το κίνημα της άρνησης της εργασίας διασταυρώνεται με μια πολιτική ιστορία που, αν και θέλει να προσκολληθεί σε αυτό και που συνεχώς τρέφεται από αυτό, δεν μπορεί να ανταποκριθεί στα προβλήματα που δημιουργούνται. Πρόκειται για μια ιστορία που έχει ένα απλό κλειδί: την τήρηση των υψηλότερων επιπέδων της κοινωνικής σύγκρουσης σε αυτά τα χρόνια, την αδυναμία να επεξεργαστεί μια ταυτότητα αρκετά διαρθρωμένη ώστε να μπορεί να λογαριάζεται με ολόκληρο τον ιστό της επικοινωνίας του κινήματος και να ξέρει πώς να συνδέεται με αυτό με διαφορετικό τρόπο από την υποδειγματική αναβίωση της εμπειρίας οδηγού. Μέσα στο πλαίσιο αυτό το κίνημα του ’77 κατέχει μια πολύ ξεχωριστή και ιδιαίτερη θέση: για τη δύναμη της επίπτωσής του, για την καινοτομία και την αυθεντικότητα που εκφράζει, για τον τρόπο με τον οποίο καινοτομεί όλους τους όρους του ζητήματος.Η αυτονομία είναι ο μόνος πολιτικός χώρος που έρχεται σε επαφή με το κίνημα, το τροφοδοτεί και τροφοδοτείται από αυτό. Και είναι η μόνη, επομένως, που του μεταφέρει τα όρια και τα λάθη της.

Αποτέλεσμα εικόνας για assemblea autonoma anni '70

Το ’77 αποκαλύπτει τον μειοψηφισμό και τον μινιμαλισμό του πολιτικού σχεδίου της αυτονομίας, το μυστήριο του ανεπίλυτου προβλήματος του «πολιτικού» σε αυτήν, αποκαλύπτει επίσης πως είναι η μόνη προσπάθεια να ερμηνεύσουμε και να καταστήσουμε ισχυρή τη διαδικασία αλλαγής που μας διέρχεται. Πάνω απ ‘όλα, αλλάζει τα χαρτιά επάνω στο τραπέζι, εξαπλώνει τους ορίζοντες: το εύρος της κινητοποίησης διέρρηξε, πιθανότατα για πάντα, εκείνη την αναγεννησιακή γεύση, εκείνο το μεράκι για τους μικρούς αριθμούς που είχαν προσπαθήσει να επιβιώσουν, μοναδικός εφικτός «λενινισμός», στην κατάρρευση της ιδέας του κόμματος, και, από κοινού, ο πολλαπλασιασμός των γλωσσών, του λεξιλογίου, το σπάσιμο της «πολιτικής» ορολογίας και η έκρηξη του λόγου επί των «διαφορών» έθεσαν στο χαλί, πρακτικά, τον χαρακτήρα του επείγοντος και την δυνατότητα, τους πόρους, μιας περίπλοκης συλλογικής ταυτότητας, αγκυροβολημένης στον πλούτο των παραγωγικών δυνάμεων που εκφράστηκαν, όχι ισοπεδωμένη επάνω στον τελετουργικό αντιθεσμικό χαρακτήρα της «αυτόνομης» ιστορίας που μόλις διασχίσαμε.

Σχετική εικόνα

https://www.academia.edu/28083383/Nanni-Balestrini-Primo-Moroni-L-Orda-d-Oro-1968-1977-la-grande-ondata-rivoluzionaria-e-creativa-politica-ed-esistenziale.pdf

ανατρεπτική τέχνη, arte ribelle

Barbara Balzerani: η πορώδης συγγραφή της ιστορίας

Από τον μαγικό ρεαλισμό της Ortese μέχρι τη φιλοσοφική και σημασιολογική αυστηρότητα, βουτηγμένη με την θηλυκή ουσία, της de Beauvoir. Από τις πληγές του Angelus Novus του Walter Benjamin, φορέα μιας ιστορίας «πορώδους» που χρειάζεται την εκ νέου / εγγραφή, στο ντοκουμέντο “Nuovo Realistico“ που λογαριάζεται με τον κυρίαρχο μετα-μοντερνισμό και τις ερμηνευτικές τάσεις της αδύναμης και μετά ιδεολογικής σκέψης. Από την ποιητική και εικονοκλαστική οργή της αγγλικής δραματουργού Sarah Kane, μέχρι τις ελεγιακές πινελιές της άραβας ποιήτριας Zhabiya Khamis. Μέχρι τον άμεσο και λεπτό φωτογραφικό λυρισμό του Salgado. Αυτά είναι τα ίχνη που εκφράζονται – κατά τη γνώμη μου, φυσικά, γιατί θα μπορούσαμε να δούμε και πολλά άλλα, όπως εκείνα του φεμινισμού της Lonzi – επάνω στα οποία φαίνεται να κινούνται, με αργό αλλά αμείλικτο βήμα, ανελέητο αλλά παθιασμένο, τα μυθιστορήματα της Barbara Balzerani. Μυθιστoρήματα στα οποία η πολιτική και το μαρξιστικό ιδεώδες είναι η αντίστιξη, σιωπηρή και αναπόφευκτη, μέσω της οποίας μπορούν να ακουστούν οι τραγικές νότες μιας ζωής στον αγώνα, μιας ύπαρξης σε αγώνα.

Εδώ, στη συνέχεια, ένα πέρασμα, από τα πιο σημαντικά, του τρίτου της “Perché io perché non tu”, »Γιατί εγώ γιατί όχι εσύ:

«Υπάρχουν στιγμές που τυπώνονται στη μνήμη και παραμένουν εκεί για να καίνε σαν να έπρεπε να περάσει μια ζωή. Κλικ, σαν ένα στιγμιότυπο στο επίκεντρο και ο κόσμος αλλάζει πρόσωπο. Αν είχα παραμείνει σιωπηλή θα είχα παρατείνει την αθωότητα για λίγο ακόμη αλλά εκείνα τα λόγια βγήκαν από το στόμα μου από μόνα τους, ακούσια αμαρτία τόσο άσεμνη ώστε να αξίζει την άμεση τιμωρία. Την ανέλαβε η ιδιοκτήτρια του καταστήματος η οποία, κοιτάζoντας με σαν μια κάμπια η οποία πιστεύει πως είναι πεταλούδα, μου έδειξε τη διαφορά μεταξύ των δύο φορεμάτων. Φορούσα ένα φτηνό κουρέλι και ούτε που έκλεινα το στόμα μου.

Με την μια μου αποκάλυψε πως ήμουν φτωχή, πως φαίνονταν και συνεπώς ήταν καλύτερο να περάσω απαρατήρητη την μέρα του τελετουργικού. Μπροστά θα στέκονταν εκείνες όπως η φιλενάδα μου, αέρινες και με τα πλούσια κάλλη τους. Για μένα, μια θέση λίγο πιο πίσω, βλέπεις ακόμη και τα μυστήρια απαιτούν τον σεβασμό προς τις τιμές και προς την στόφα».

Λοιπόν, λόγια γεμάτα, να χρησιμοποιήσω τον Λακάν. Λόγια που ιστοριοποιούν, και γλώσσα – στο σθένος της συμβολικής δομής της – που υπενθυμίζει και δεν ενημερώνει, δεν παίζει με τον εαυτό της, προκαλώντας σύγχυση και ανακατεύοντας τα χαρτιά. Μια γλώσσα που κάνει την Αλήθεια και την Ιστορία στον Άλλο και του Άλλου να ανα/γεννάται. Λόγος που είναι σαν μια κραυγή μέσα στη νύχτα. Εκείνη η κραυγή του παιδιού που καλεί την Αγάπη και το καθιστά συμμέτοχο, ακόμη και κάτω από τις βόμβες λευκού φωσφόρου, που εκτοξεύονται από μια απρόσεκτη και χειρουργικά ψυχρή αεροπορία, στην αποτρόπαια καταστροφική δύναμή της. Λόγος μιας σπουδαίας συγγραφέως, ικανής να επεξεργαστεί μια ύλη καμωμένη από ευμετάβλητα, ευάλωτα σημάδια, με τα γυμνά χέρια της ποίησης, αυλακωμένα από τον ανθρώπινο πόνο και μασημένα μέσα στον αγώνα για επιβίωση.

“Compagna Luna” “La sirena delle cinque” “Perché io, perché non tu” “Cronaca di un’attesa” “Lascia che il mare entri”. E ora, uscito alcuni mesi or sono, edito sempre daDeriveApprodi, il sesto libro: “L’ho sempre saputo” «Συντρόφισσα Σελήνη» «Η σειρήνα των πέντε» «Γιατί εγώ, γιατί όχι εσύ» «Χρονικό μιας αναμονής» «Άφησε τη θάλασσα να μπει». Και τώρα, κυκλοφόρησε πριν από λίγους μήνες, δημοσιεύθηκε πάντα από τον οίκο DeriveApprodi, το έκτο βιβλίο: «Το γνώριζα πάντα».

Ποια είναι η Barbara Balzerani, ποια είναι η ιστορία της, είναι ή θα έπρεπε να είναι γνωστό. Guerrigliera, αντάρτισσα, μέλος του εκτελεστικού των Ερυθρών Ταξιαρχιών, πήρε μέρος στο κομάντο που ολοκλήρωσε την απαγωγή και την εκτέλεση του προέδρου των Χριστιανοδημοκρατών, Aldo Moro. Εξέτισε, με έναν εγκλεισμό τριάντα χρόνων και σκληρή φυλακή, τα μαρξιστικά ιδεώδη της και το όνειρό της – που μοιράστηκε με μια ολόκληρη γενιά – να αλλάζει τον κόσμο και εκείνους τους οικονομικούς κανόνες, εκείνες τις κοινωνικές και πολιτιστικές δομές και μορφές συνείδησης, που βασίζονται σε μια απατηλή και άνιση κοινωνική σύμβαση.

Βγαίνοντας από την φυλακή, ωστόσο, η Barbara βρήκε εκείνο τον κόσμο – έναν κόσμο στον οποίο η σύγκρουση των αντιτιθέμενων συμφερόντων ήταν, όχι μόνο δυνατή, αλλά και στη βάση του δημοκρατικού συστήματος, έστω και φιλελεύθερου-αστικού, εκείνο τον κόσμο, που διασχίστηκε από έναν κοσμικό Ταξικό Αγώνα, που έβλεπε τα αφεντικά να έχουν σαφές πλεονέκτημα, και που αυτή σκόπευε να αλλάξει, ανατρέποντας τις ισορροπίες-σχέσεις δυνάμεων και τις σχέσεις παραγωγής προς όφελος, αυτή τη φορά, των εκμεταλλευόμενων – γενετικά μεταλλαγμένο. Δεν τον αναγνώριζε πλέον, αυτόν τον κόσμο. Δεν μπορούσε να τον αναγνωρίσει. Τίποτα δεν της ανήκε, παρά μόνο ο εαυτός της. Το σώμα της, το οποίο είχαν επίσης προσπαθήσει να της πάρουν. Η ξεκάθαρη φωνή της. Η νοημοσύνη της, η εξυπνάδα της, που είχαν προσπαθήσει να δαμάσουν, να εξημερώσουν, χωρίς να το πετύχουν. H ιστορία, το σενάριο της, τα καθέκαστα της, οι εμπειρίες της που έπρεπε να ανιχνευθούν, να ανακτηθούν, να ανακατασκευαστούν, να δωροδοτηθούν.

Σε αυτόν τον κόσμο, που καταστράφηκε από τον θρίαμβο του νεοφιλελευθερισμού, που κατέστη οργουελική δικτατορία της μοναδικής σκέψης, ήταν σαν ξένη. Ο οικουμενικός εορτασμός της κυρίαρχης σκέψης, του turbo-καπιταλισμού, του τέλους της Ιστορίας, που διοχετεύεται από τα μέσα ενημέρωσης και από τα κοινωνικά δίκτυα, τα οποία παρουσιάζουν την ψευδή εικόνα για αυθεντική, την καθιστούσε αδιάφορη θεατή γεγονότων που δεν θα μπορούσε ποτέ να φανταστεί. Δεν θα ήθελε να είχε φανταστεί! Αυτή, που είχε αγωνιστεί για τον σοσιαλισμό και τον κομμουνισμό. Αυτή, η οποία είχε πολεμήσει μαζί με τους συντρόφους της, για τη συλλογική κοινή χρήση των αγαθών και των πόρων, ενάντια στo ατομικιστικό χαράκωμα των Εγώ των αφεντικών και ενάντια στο αρχαϊκό παράδειγμα της ολιγαρχικής εκμετάλλευσης των μαζών. Αυτή βρίσκονταν, τώρα, ξαφνικά, να περιπλανιέται, συγκλονισμένη, παραπαίουσα, ανάμεσα στα θεαματοποιημένα μεγαλεία της high-tech μητρόπολης, ανάμεσα στα γραφήματα των χρηματιστηριακών μετοχών της άγριας και παγκοσμιοποιημένης χρηματοδότησης, μέσα στην παλινδρόμηση της αδύναμης σκέψης, μεταξύ των προφητών του ηθικού σχετικισμού, μέσα στα τεμαχισμένα πλέγματα της ερμηνευτικής κίνησης που της λείπει ο συγκεκριμένος σκοπός, ανάμεσα στα μεταμοντερνιστικά ερείπια, του μετα-εργατισμού, της μετά-ιδεολογικής εποχής, της μετά-βιομηχανικής εποχής.

Διωγμένη από τα βαρυτικά κύματα μιας χωροχρονικής διαταραχής, παρασύρθηκε στα βαθιά, σε ένα είδος παράλληλου σύμπαντος, που κατοικείται από μετά/ ταυτότητες. Ταυτότητες poster, κρεμασμένες σε έναν τοίχο με φάτσες avatar. Ένα τοίχο που έχει γίνει εικονικός αλλά όχι λιγότερο αδίστακτος, στη διάστασή του που μοιάζει με απομόνωση εγκλεισμού, «πίνακας ανακοινώσεων» – επιτρέψτε μου την γλωσσική χειραγώγηση – στον απεριόριστο κβαντικό χώρο του αιθέρα.

Έτσι, η Barbara άρχισε να γράφει. Για να επανασυνδέσει τα νήματα της μνήμης. Πολιτική και οικογενειακή μνήμη, γνωστή, κοινή, οικεία, τόπων και αγώνων. Να επιδιορθώσει ράβοντας ξανά και υφαίνοντας, μέσα από τη γραφή, λωρίδες του παρελθόντος, για να αναγνωρίσει εκεί μέσα τον εαυτό της και να επανακτήσει τον εαυτό της και την Ιστορία της.

Μέχρι στιγμής είναι έξι οι τόμοι που έγραψε, οι οποίοι μετρούν κάτι πάνω από εκατό σελίδες ο καθένας. Έξι κοσμήματα της λογοτεχνίας, εσωτερικής και στρατευμένης, ιστορικής και πολιτικής, χρονολογικής και μαγικής, οικείας και συλλογικής, που ακούγονται σαν ένα χαστούκι στα πλαδαρά μάγουλα της ηθικολογίας και της μπουρζουάδικης διανόησης. Αυτής της ίδιας διανόησης η οποία την έδιωξε από τον εκδοτικό οίκο Feltrinelli, διαμέσω του συγγραφέα Antonio Tabucchi, που πέρασε σε μια καλύτερη ζωή, με εκβιαστικούς τρόπους, αναγκάζοντας τον εκδοτικό οίκο – που ανήκε στον Giangiacomo, εκδότη και αντάρτη – να επιλέξει μεταξύ αυτού, φτασμένου διανοούμενου, και της πρώην ταξιαρχίτισσας.

Προφανώς, η επιλογή ήταν δεδομένη. Η Αγορά έχει τους κανόνες της. Και εναντίον αυτής της Αγοράς, και παρά τους νόμους της, γράφει σήμερα η Barbara. Τα βιβλία της διαβάζονται στη μισή Ευρώπη, παρά το γεγονός ότι δεν καταλαμβάνουν τα ράφια εκείνων των καθεδρικών ναών που ανεγέρθηκαν στην θεότητα Εμπόρευμα, που είναι τα Σουπερμάρκετ και τα Megastore. Ποτέ δεν θα διακινδυνεύσουμε να μπούμε σε ένα από αυτά τα λούνα παρκ της κατανάλωσης και να παρακολουθήσουμε την άθλια σκηνή, που επέδειξε ο Godard στο «Ψόφα αφεντικό, όλα καλά», όπου το Γαλλικό Κομμουνιστικό Κόμμα πουλούσε, το πολιτικό και εκλογικό του πρόγραμμα, με χαμηλό κόστος.

Η λογοτεχνία της Balzerani είναι βρώμικη από γη και αίμα, φτιαγμένη από οστά και νεύρα. Σίγουρα δεν αναμορφώθηκε από την πλαστικοποιημένη μάσκα ομορφιάς, ούτε συσκευασμένη με ζαχαρένιο χαρτί και ροζ κορδέλες. Τα βιβλία της μυρίζουν θάλασσα, έχουν το άρωμα του Νότου. Έχουν τη γεύση του εύρωστου κρασιού, του οποίου τα σταφύλια καίγονται στον ήλιο της Μεσογείου και στα τοπία του νότου ή στα αφρικανικά τοπία. Αφηγούνται την εμπιστευτική, ανομολόγητη, ακατέργαστη ευαισθησία ενός οικογενειακού εργατικού περιβάλλοντος, το οποίο μου θύμιζε πάντα εκείνο της υπαίθρου, που διηγήθηκε ο Όλμι στην ταινία Το δέντρο με τα τσόκαρα. Στάζουν ιδρώτα και κόπο προλετάριο. Αναπαριστούν αυλακωμένα πρόσωπα, πρησμένα από τη φτώχεια. Εστιάζουν με το δάχτυλο ενάντια στο ταξικό μίσος των κυρίων του κόσμου:

«Η πόλη βρίσκεται εκεί, σε απόσταση αναπνοής, με τα σπίτια της από τούβλα και τσιμέντο, τα αυτοκίνητα, τα φώτα, την ευημερία, την πολιτική και την εξουσία. Οργανωμένη σε κυκλικά διαστήματα που όσο περισσότερο απομακρύνονται από το κέντρο, τόσο περισσότερο μοιάζουν να μην ανήκουν στο ίδιο ανθρώπινο είδος. Δεν είναι πλέον οι τόποι των ευκαιριών για συναντήσεις, ανάμειξη, ανακαλύψεις, λύτρωση. Είναι bunkers,είναι φρούρια απόρριψης για τους πληβείους που διέρχονται εκεί μέσα μόνο για να προσφέρουν υπηρεσίες, δεν προβλέπεται γι αυτούς οτιδήποτε άλλο. Οι οποίοι, μόλις λήξει ο χρόνος, πρέπει να επιστρέψουν στους δικούς τους τόπους, υπερβαίνοντας τους πολλούς υψωμένους τοίχους. Τείχη της καχυποψίας, της διαφορετικότητας στη στάση και το ανάστημα, της κυριαρχίας των χώρων. Τοίχοι που ελέγχονται από τη συνέργεια των ελίτ που προσκολλώνται στα κομμάτια του προνομίου να μοιάζουν μεταξύ τους. Οι μεν χρειάζονται τους δε αλλά δεν αναμιγνύονται, δεν επικοινωνούν.

Έτσι είναι όλες οι πόλεις. Από τον πρώτο μέχρι τον τέταρτο κόσμο. Οι διαφορές είναι στον βαθμό όχι στο πρότυπο. Η τόσο πολύ διακηρυγμένη οικουμενικότητα της προόδου και της ευημερίας για όλους δείχνει το χαλασμένο, το ξεπερασμένο, εκφυλισμένο και κακό της πρόσωπο. Είναι η φτώχεια που δημιουργεί τον πλούτο, με την αναγκαστική αφαίρεση των πόρων και το κόλπο των τόκων ενός ανεξάντλητου χρέους. Το παρελθόν και το μέλλον είναι γραμμένο με σαφήνεια». (L’ho sempre saputo – Πάντα το γνώριζα).

Σπάνιο παράδειγμα, εκείνο της συγγραφέος, πολιτικού γραψίματος που ξέρει να μεταμορφώνεται – με την επώδυνη έμφαση εκείνης που τo βάσανο και την αδικία, σε οποιοδήποτε μέρος του κόσμου, τα έχει δοκιμάσει και τα έχει νιώσει στο πετσί της – σε ποιητική ένταση. Και ως εκ τούτου, ηθική γραφή, η οποία επιτυγχάνει, μέσα από τo έντονο, βασανιστικό, και ταυτόχρονα γλυκό ασπρόμαυρο εικόνων με πυκνές συναισθηματικές αντιθέσεις, να σφηνώνεται, να σκάβει, να διεισδύει, όπως ένας τυφλοπόντικα με ανοικτά μεγάλα μάτια, ανάμεσα στις εμφανείς και απαράδεκτες αντιφάσεις ενός συστήματος – του δικού μας συστήματος – που είναι βασισμένο σε αυτό το χρηματοοικονομικό Κεφάλαιο, θανατηφόρο όπως τα κύτταρα δολοφόνοι ενός καρκίνου σε μετάσταση και αφοσιωμένου στον Μολόχ μιας ανάπτυξης (όχι «προόδου», θα είχε προσδιορίσει ο Πασολίνι ) απάνθρωπης και που απανθρωπίζει.

Μια συμπαγής λογοτεχνική ομορφιά, που δεν παραχωρεί τίποτα στην τελετουργία της ρητορικής, ακόμη και στην τέλεια σμίλευση της λέξης και της φράσης. Συνοπτική και όμως, με τον δικό της τρόπο, μουσική, προχωρώντας με σύντομες και αυτοσχέδιες επιδρομές στις απρόσιτες στενωπούς της σκέψης. Αλλά πάνω απ ‘όλα, γραφή ικανή να ανοίξει διάπλατα τη μνήμη, μέχρι να την καταστήσει, πιάνοντας ξανά την έννοια που εκφράστηκε στο ξεκίνημα αυτού του κειμένου, πορώδη Ιστορία, σαν τη ναπολιτάνικη ηφαιστειακή τέφρα που περιγράφεται από τον Benjamin (La citta Porosa, ακριβώς). Μια «πικρή ομορφιά» θα την αποκαλούσε ο Leo de Berardinis, φτιαγμένη από εικόνες που ξεσκίζουν ξαφνικά τη σελίδα με οδυνηρή μεταφορική βία. Για να αναφέρουμε τον Roland Barthes, είμαστε στο Σημείο μηδέν της γραφής. Μια γραφή που όμως δεν παραιτείται της δυνατότητας της να γίνει λογοτεχνική ποίηση.

Ένας λόγος σκληρός, αυτός της Balzerani, λοιπόν – που τον λείανε λιγάκι η ανθρώπινη ευαισθησία αυτής που ξέρει να βρει την τρυφερότητα, ακόμη και μέσα στα ερείπια μιας κατεστραμμένης πόλης ή μέσα σε ένα κελί φυλακής – χωρίς υποκρισίες, ξεκάθαρος, που δεν αφήνει καμία διαφυγή, και που αναγκάζει, αυτόν που διαβάζει, να θέσει υπό αμφισβήτηση, να αναρωτηθεί, ιστορικά, για τον ρόλο του, σε μια εποχή και σε έναν κόσμο γεμάτους ουλές, σημαδεμένους από την αγριότητα της απληστίας, της συσσώρευσης, του κέρδους. Ένας κόσμος του οποίου η πρώην αντάρτισσα μας αφήνει να ακούσουμε, να αισθανθούμε, να δούμε, να αντιληφθούμε επιδερμικά, τις σκληρές ανισσότητες που διαπράχθηκαν από την πλούσια μειονότητα, συχνά ρατσιστική, σε βάρος των φτωχών και καταπιεσμένων μαζών. Mάζες που αποτελούνται από μόνες γυναίκες και άνδρες, εύθραυστες μες τις μοναξιές τους και μπροστά στην αγωνία τους, μες το άγχος, με τον τραγικό τρόπο του Σοφοκλή, μιας ανθρώπινης ύπαρξης που, πλέον, φαίνεται να τους έχει κλέψει – διαμέσου αυτών που χτίζουν εφιάλτες φτιαγμένους με τσιμέντο, πόλεις που αστράφτουν με τα στραβοσκοπικά τους φώτα κατανάλωσης και τειχών για να κρατήσουν μακριά τα σκουπίδια κρέατος που ζέχνουν, που προορίζονται για πολτοποίηση μαζικής παραγωγής – ακόμα και το όνειρο μιας κοινωνικής, οικονομικής, πολιτικής λύτρωσης.

Μάζες στις οποίες η Balzerani, σαν ένα είδος σύγχρονης Αντιγόνης, αποκαθιστά δικαιοσύνη και αξιοπρέπεια, με την δύναμη της σαν μαχόμενη, που ξεράστηκε επάνω σε μια σελίδα που μετατρέπεται σε κατηγορητήριο και καταδικαστική απόφαση ενάντια σε αυτήν την εξουσία που, κάποτε, θέλησε να την κατηγορήσει, να τη διώξει και να την καταδικάσει. Και μαζί της, όχι μόνο μια ολόκληρη γενιά, αλλά και εκείνες τις ίδιες προλεταριακές και λαϊκές μάζες, των οποίων οι ελίτ δεν προβλέπουν ποτέ την λύτρωση, μέσα στην σκληρή, άγρια αλαζονεία τους.

Μέσα από τις σελίδες των μικρών και πολύτιμων μυθιστορημάτων της, κλαίμε δάκρυα βαριά όσο οι πέτρες, χύνουμε αθώο αίμα στους δρόμους, ασφυκτιούμε, πνιγόμαστε κάτω από τον χυδαίο μανδύα των χρημάτων, αισθανόμαστε την οικεία, την ζεστή απομόνωση της φυλακής, η οποία σπάζει τη σκέψη και βιάζει το σώμα. Αυτή τη φυλακή των αφεντικών, που έχει εξαπλωθεί σε κάθε γεωγραφικό πλάτος, αφηρημένη κι όμως πολύ συγκεκριμένη, που θα ήθελε να σπάσει την αντίσταση μας και να μας κάνει να παραιτηθούμε.

Αλλά η αγανάκτηση, σελίδα μετά τη σελίδα, φράση μετά τη φράση, φόρεμα μετά το φόρεμα, αναρριχάται μαζί με τον ποιητικό, φιλοσοφικό, πολιτικό, υπαρξιακό εμετό της συγγραφέως. Και η επιθυμία εκείνου του κόσμου, διαφορετικού και εφικτού, η ακατανίκητη επιθυμία για Απελευθέρωση από τη δουλεία της ανάγκης και της μισθωτής επιβίωσης, επιστρέφει και εμφανίζεται, όπως ένα μωρό, από τα κάγκελα μιας κούνιας.

 – © Αναπαραγωγή δυνατή κατόπιν ρητής συναίνεσης της σύνταξης του CONTROPIANO

Τελευταία μετατροπή: STAMPA