αυτονομία, autonomia

Toni Negri: Η ΗΤΤΑ ΤΟΥ ’77.

Στην Ιταλία το ’77 είναι η δεύτερη φάση του ’68. Σε όλες τις υπόλοιπες ευρωπαϊκές χώρες το ’68 εξαντλείται γρήγορα πρακτικά μεταξύ του τέλους του ’67 και των αρχών του ’69. Στην Ιταλία αντιθέτως το ’68 υπήρξε η αρχή μιας εξαιρετικά έντονης περιόδου κατά την οποίαν ταξικός αγώνας, φοιτητική αναταραχή- διαμαρτυρία και επινόηση-εμπλουτισμός του τρόπου ζωής (οι κοινότητες, η γυναικεία απελευθέρωση κλπ.), λόγω πολύ ιδιαίτερων συνθηκών και καταστάσεων, βρήκαν μια συνέχεια τους. Νομίζω ότι αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι στην Ιταλία ξεκινήσαμε από μια εξαιρετικά καθυστερημένη κατάσταση. Το σύνολο των αναγκών απελευθέρωσης, χειραφέτησης, παρεμποδίζονταν από πολύ ισχυρές και άκαμπτες αντιφάσεις. Για το λόγο αυτό το κίνημα αναγκάστηκε να κινηθεί στο έδαφος αυτό και να απελευθερωθεί από τους αρχικούς αυτούς προσδιορισμούς.Πρέπει επίσης να επιμένουμε στο γεγονός πως στο ’68 υπήρξε εμφανής και σημαντική μέσα στο κίνημα η παρουσία ενός ορισμένου ιταλικού τύπου κομμουνισμού, δηλαδή ενός πρωταρχικού και συντηρητικού σοσιαλισμού, που διαπερνούσε την καθημερινή ζωή.Από αυτή την άποψη, τα λενινιστικά κόκκινα βιβλία, μαοϊστικά, τροτσκιστικά, τσε γκεβαρικά υπήρξαν θεμελιώδους σημασίας κείμενα, πολύ περισσότερο απ ‘ό, τι του Marcuse ή της Σχολής της Φρανκφούρτης, πολύ περισσότερο απ’ ότι μια σειρά διαφορετικών και πιο προηγμένων-προχωρημένων πολιτισμικών λόγων που ζούσαν ήδη για παράδειγμα στο γαλλικό ή το γερμανικό κίνημα.Το ιταλικό κίνημα υπήρξε επί μακρόν επηρεασμένο από το επίσημο εργατικό κίνημα και οι διαμαρτυρίες κατά του ρεβιζιονισμού μόλις απέκρυπταν τον ομφάλιο σύνδεσμο που, αντίθετα με ό, τι συνέβαινε σε άλλες χώρες, συνέδεε το κίνημα με το ιδεολογικό και οργανωτικό σύμπαν του σοσιαλιστικού κόσμου.Τώρα, σχεδόν αμέσως το κίνημα ήταν υποχρεωμένο να απελευθερωθεί από αυτούς τους αρχικούς προσδιορισμούς, και να εξοργίσει και να καεί μέσα σε αυτή την οργή-την απελπισία, τη σχέση του με το εργατικό κίνημα. Αλλά υπήρξε ακριβώς αυτό το πέρασμα κριτικής εμβάθυνσης και κρίσης της σχέσης με το επίσημο εργατικό κίνημα, που παρήγαγε μια σειρά εξαιρετικά σημαντικών επιπτώσεων, γεγονός που καθιστά την ιταλική περίπτωση της δεκαετίας του ’70 ένα εξαιρετικό κοινωνικό και πολιτικό εργαστήριο.

Για να το πούμε απλά, στα τέλη του 1968-69 το κίνημα βρέθηκε να έχει ένα πραγματικά σταθερό μαζικό ακροατήριο, μια πολύ ισχυρή διείσδυση στους χώρους εργασίας, μια εξαιρετικά εκλεπτυσμένη μεθοδολογία πολιτικής και πολιτιστικής δουλειάς, και ένα σύνολο υλικών μέσων για την ανάπτυξή του, παρόλα αυτά, ευέλικτο και πλούσιο.Υπήρχαν τρεις εφημερίδες, δεκάδες και δεκάδες περιοδικά, εκδοτικοί οίκοι που εργάζονταν για το κίνημα, ένας απροσδιόριστος αλλά σταθερός αριθμός χώρων και εδρών πολιτικής οργάνωσης κλπ..Όλα αυτά επέτρεψαν στο κίνημα (πέρα από εκείνη που συχνά ήταν η γελοία περίπτωση των πολιτικών του κατευθύνσεων) να ριζώσει κοινωνικά με τρόπο τελείως άγνωστο στις άλλες ευρωπαϊκές χώρες. Αν όντως στις άλλες ευρωπαϊκές χώρες το ’68 συνέχισε να επηρεάζει τα κοινωνικά και θεσμικά κινήματα από πολιτιστική άποψη (και / ή παράνομη τρομοκρατική) ως κοινωνική δύναμη ήταν πολύ λιγότερο ισχυρό.Στην Ιταλία αντιθέτως – μόνη χώρα στην Ευρώπη – το κίνημα καθιερώθηκε ως κοινωνική δύναμη για μεγάλο χρονικό διάστημα, αναπτύσσοντας μια δυναμική που ήρθε σταδιακά να επιδεικνύει τη σημασία της ιστορικής καινοτομίας του 1968. Αυτή η καινοτομία περιλάμβανε την ανακάλυψη του εδάφους της αυτονομίας, τη ρήξη του συστήματος των κομμάτων, την εκκαθάριση του σοσιαλισμού, την πρόταση κομμουνιστικών θεματικών, τη συγκεκριμένη κριτική στην μισθωτή εργασία.Όλο αυτό αντιπροσώπευσε το περιεχόμενο της φαντασίας στην εξουσία, και αναπτύχθηκε για ολόκληρη μια δεκαετία. Το 1977 είναι η τελευταία ημερομηνία κατά την οποία η διαδικασία αυτή ολοκληρώνεται, συνεπώς μια διαδικασία ρήξης αλλά πάνω απ ‘όλα συνέχειας, «work in progress».Η σχέση μεταξύ του ’68 και του ’77 είναι μια πολύ στενή σχέση, εσωτερική, ζεστή, οικεία, αλλά ταυτόχρονα εξαιρετικά διαφορετική διότι η αυστηρή-επιτακτική πολεμική που ανοίγει ανάμεσα στο επαναστατικό κίνημα και το επίσημο εργατικό κίνημα το ’68, το ’77 καταλήγει σε μη αναστρέψιμη ρήξη. Το κίνημα του ’77 έχει μια δύναμη απολύτως καινοτόμα .Το ’68, πέρα από τα λόγια, στην πραγματικότητα η εμβάθυνση της πολιτιστικής κριτικής, η τροποποίηση των συστημάτων της ζωής, η σύσταση κοινοτήτων, παρέμεναν δηλώσεις προθέσεων, συχνά αναποτελεσματικών, άκαρπων: όλα αυτά το ’77 γίνονται πραγματικότητα. Η αυτονομία του κινήματος ανακαλύπτεται και αναπτύσσεται κατά τα έτη που πηγαίνουν από το 1968 έως το ’77, αλλά πραγματοποιείται ως μαζικό φαινόμενο μόνο το ’77.

Το ’77 είναι η επινόηση μιας πολιτικής νέου τύπου, πολιτική της βάσης, εντελώς εγκάρσια, άμεση άσκηση της αντιεξουσίας. Είναι επίσης μια πρώτη απόκτηση εργαλείων μαζικής επικοινωνίας, υπαγόμενων στην επαναστατική πρωτοβουλία. Νομίζω πως η κουβέντα σχετικά με την άρνηση της εργασίας μπορεί να αντιπροσωπεύει την πραγματική αμφισημία της σχέσης 1968-77.Η συζήτηση για την άρνηση της εργασίας αντιπροσωπεύει μαζί τη συνέχεια, την απόγνωση και την υπερνίκηση της σοσιαλιστικής κριτικής της εργασίας: σε αυτό βρίσκεται η αμφισημία της. Αλλά σε αυτό συνίσταται και ο πλούτος της, διότι αν ο άμεσος υπαινιγμός στον κομμουνισμό τον αποσπά από την σοσιαλιστική ιδεολογία της εργασίας, η ανάγκη να οικοδομηθεί μια νέα κοινωνική πραγματικότητα, μια δύναμη, ένας νέος τρόπος εργασίας τον ενώνει με τα θετικά περιεχόμενα μιας ουτοπίας της χειραφέτησης.Γίνεται έτσι σαφές ότι η άρνηση της εργασίας πρέπει να ανακαλυφθεί ως κάτι θετικό, ενεργό, υπό την έννοια της κατασκευής ενός συνόλου σχέσεων, ιδεών, μορφών παραγωγής και αναπαραγωγής. Και από την άποψη αυτή η άρνηση της εργασίας ερμηνεύτηκε όχι με τρόπο περιοριστικό από το ’77.Ωστόσο, αυτό δεν ήταν αρκετό για να εξαλείψει ένα μεγάλο πρόβλημα που αντιμετωπίσαμε στο περιθώριο και στο όριο της άρνησης της εργασίας: αυτή η θετική ουτοπία δεν κατάφερνε να οριστεί ως πολιτικό πρόγραμμα. Ο κίνδυνος ήταν μεγάλος γιατί υπήρχε η πιθανότητα εδώ να επανεισαχθούν, όπως επανεισήχθησαν, στοιχεία σταλινισμού και τρομοκρατικά ένστικτα.Θέλω να πω πως όταν φτάναμε εκεί και αναρωτιόμασταν: τι κάνουμε; και ανακαλύπταμε ότι δεν υπήρχαν προκατασκευασμένα μοντέλα, δεν υπήρχε πρόγραμμα, ήταν εύκολο να επανεισαχθεί από το παράθυρο ένας ορισμένος τύπος παλαιού σοσιαλισμού αφού είχε πεταχτεί έξω από την πόρτα.Αντιθέτως έπρεπε να ακολουθήσουμε την οδό της κοινωνικής εναλλακτικής με αυστηρότητα και συνοχή. Η κουβέντα για την άρνηση της εργασίας έπρεπε να τροποποιηθεί, να διορθωθεί, να αναπτυχθεί όχι μόνο εναντίον κάθε τρομοκρατικής συντόμευσης και κατά της επανεμφάνισης της σοσιαλιστικής ιδεολογίας: έπρεπε να μελετηθεί μέσα στις νέες συνθήκες αναδιάρθρωσης του τρόπου παραγωγής (αυτοματισμού, πληροφορικής), σε συνδυασμό με τις εμπειρίες της αυτο-αξιοποίησης, με εκείνη δηλαδή που είναι η αυτοδιάθεση των νέων πολιτικών υποκειμένων.
Με αυτό φτάνουμε σε μιαν άλλη θεμελιώδη κουβέντα του ’77, μια συζήτηση που εξακολουθεί να είναι σήμερα επίκαιρη και ξεκινά από την διαπίστωση του γεγονότος ότι οι νέοι και γενικότερα το στρώμα των εργαζομένων, των εργατών που ήταν περιθωριοποιημένοι, αποκομμένοι από την παραγωγική ανάπτυξη, δεν ήθελαν πλέον να επανενταχθούν στο παλαιό παραγωγικό σύστημα, αλλά ήθελαν να εκπροσωπούνται επαρκώς μέσα σε ένα νέο τρόπο παραγωγής.Έτσι, όταν μιλούσαμε για άρνηση της εργασίας ήταν σωστό να την καταλαβαίνουμε ως άρνηση «της εργασίας στο εργοστάσιο» (έτσι όπως το είχαμε δει να καθιερώνεται στην Ιταλία μεταξύ της δεκαετίας του ’50 και της δεκαετίας του ’60 μέχρι το ’68), αλλά από την άλλη πλευρά έπρεπε υπογραμμίζονται τουλάχιστον δύο νέες συνθήκες: ότι βρισκόμασταν, καταρχάς, αντιμέτωποι με την Τρίτη βιομηχανική επανάσταση και ότι προς στιγμήν αυτή είχε απλώς σαν συνέπεια μια μαζική περιθωριοποίηση, δεύτερον ότι βρισκόμασταν μπροστά (και ήταν ακόμη πιο σημαντικό) σε ένα νέο υποκείμενο που είχε τα χαρακτηριστικά μιας επινοητικής, δημιουργικής, πνευματικής, εντελώς αφηρημένης εργατικής δύναμης: ένα υποκείμενο που μπορούσε να παράγει μόνο μέσα σε νέες καταστάσεις και συνθήκες του βιομηχανικού οικονομικού κοινωνικού συστήματος, ένα κοινωνικό επαναστατικό υποκείμενο.Το θέμα της απόρριψης της εργασίας ήταν, λοιπόν, και εξακολουθεί να είναι, ένας τρομερός μοχλός επειδή φέρει μαζί της μια ολόκληρη σειρά διεκδικήσεων, από τη μείωση του χρόνου εργασίας στο θέμα του κοινωνικού ή πολιτικού μισθού, μέχρι την πλήρη αναδιάρθρωση της κοινωνικής εργάσιμης ημέρας, μέχρι την πολιτική της δημόσιας δαπάνης, και τις συνδέει με μια ισχυρή αναφορά στον κομμουνισμό.Γύρω στο θέμα της απόρριψης της εργασίας υπάρχουν λοιπόν μια σειρά από νέες προβληματικές διαστάσεις που ανοίγουν: πρέπει να καταφέρουμε να καταλάβουμε τι είναι ο κομμουνισμός, μέχρι τα βάθη, όχι απλώς ως μια αναδιοργάνωση ενός καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής (που παραμένει τέτοιος ακόμη κι αν οι άνθρωποι εργάζονται δύο ώρες την ημέρα).Το πρόβλημα ήταν και είναι να εισαχθούν στόχοι, μια διαφορετική ορθολογικότητα στον τρόπο παραγωγής: αυτά είναι θέματα που ήταν εξ ολοκλήρου εμφανή και παρόντα το ’77.
Αλλά δεν αρκεί να έχουμε αυτά τα ζητήματα μπροστά στα μάτια μας. Μάλλον ηττηθήκαμε λόγω της ανικανότητας μας να παράξουμε ένα νέο κοινωνικό μοντέλο από τα μέσα της απόρριψης της εργασίας, να συνδέσουμε ένα πρόγραμμα στην πρακτική μας. Χάσαμε λόγω της έλλειψης πνευματικού εξτρεμισμού.Συνεπώς εξτρεμιστής υπήρξε αντιθέτως ο αντίπαλος που χρησιμοποίησε τις νέες παραγωγικές δυνατότητες για να μας απομονώσει, να μας περιθωριοποιήσει και να μας καταστρέψει. Σήμερα βρισκόμαστε αντιμέτωποι με το ίδιο πρόβλημα, δηλαδή με το γεγονός ότι η πληροφορική και το σύστημα αυτοματισμού καθίστανται ένα τελειοποιημένο είδος τεϊλορισμού-taylorism και πως οι νέες μηχανές, αντί να μας δίνουν περισσότερη ελευθερία, οργανώνουν και το πνευματικό εργατικό δυναμικό (αυτόματες μηχανές, υπολογιστές, ρομποτική) και αυξάνουν τον βαθμό της εκμετάλλευσης.Ολόκληρη η νέα οργάνωση της εργασίας αποσκοπεί, στην Τρίτη βιομηχανική επανάσταση, στην αποταμίευση ζωντανής εργασίας στο εργοστάσιο και στην ανάκτηση της ζωντανής εργασίας στην κοινωνία. Το πρόβλημα του κομμουνισμού σήμερα είναι εκείνο να καταλάβουμε τι σημαίνει να αντιστρέψουμε αυτή τη χρήση των μηχανών.Πρόκειται για ένα πολύπλοκο πρόβλημα και σίγουρα δεν είναι η λενινιστική αντίληψη του προβλήματος της οργάνωσης που θα μας βοηθήσει να το λύσουμε.Αυτή η αντίληψη μας οδηγούσε στο μοναδικό πρόγραμμα της δολιοφθοράς.Ένα άθλιο πρόγραμμα.Σαμποτάζ ήταν να πάμε ενάντια στις μηχανές που υπήρχαν.Αντίθετα δεν μπορούσαμε να επινοήσουμε μια μέθοδο για να σαμποτάρουμε τις μελλοντικές μηχανές: και γι ‘αυτό χάσαμε. Από το γεγονός ότι η φαντασία μας, η φαντασία μας για δολιοφθορά, δεν μπορούσε να υπερβεί το υπάρχον.Και ήταν σχεδόν αναπόφευκτο ότι η τρομοκρατία, σε αυτό το σημείο καμπής, να εμφανίζεται ως θεωρία της πρόσβασης στην εμβάθυνση της θεματικής της οργάνωσης, μια πρακτική οπορτουνιστική απλούστευσης ή διαφυγής από τα στρατηγικά προβλήματα.
Αλλά ας προσπαθήσουμε να καταλάβουμε πώς, σε κάποιο κεντρικό σημείο, το ’77 δεν είναι τόσο η συνέπεια και η ολοκλήρωση του ’68, αλλά μάλλον η πρόβλεψη εκείνων των προβλημάτων που σήμερα αποτελούν το αντικείμενο των αγώνων και τα οποία προτείνονται στην μετασχηματιστική κριτική.Μπορεί λοιπόν να είναι χρήσιμο να παρατηρήσουμε πώς αναπτύσσεται η μορφή του εργοστασίου που σήμερα επιβάλλεται με όρους κοινωνικούς, δηλαδή με όρους ενοποίησης, οργάνωσης, πειθάρχισης της κοινωνικά διάχυτης εργασίας.Η δημιουργία αυτής της ενιαίας διαδικασίας – που έχει επεκταθεί όσο επεκτείνεται η κοινωνία – κατέστη δυνατή λόγω του γεγονότος πως η κοινωνία έχει καταστεί πλήρως διαφανής από τις ροές της επικοινωνίας.Είναι διαμέσου των διαύλων της επικοινωνίας που η κοινωνική παραγωγικότητα απορροφάται και η συλλογική γνώση τίθεται στη διάθεση της παραγωγής. Τόσο περισσότερο όσο αυτή τη γνώση είναι εναλλακτική, της βάσης, αυθόρμητη: ακόμη περισσότερο αν αυτή είναι ο καρπός της «άρνησης της εργασίας» του εργοστασίου.Χρειάζεται πλέον να ζωγραφίσουμε την κοινωνία ως ένα ελεύθερο σύνολο επικοινωνιακών ροών που αντιπροσωπεύουν θέσεις και φιγούρες της κοινωνικής εργασίας: τώρα, η εξουσία θέλει να τα οργανώσει, να τα περιορίσει στην δική της πειθαρχία, να τα απορροφήσει και να τα αναπαράγει ως πληροφορία.Σε αυτό συνίσταται η εκμετάλλευση, σήμερα.Κατά συνέπεια, η νέα μορφή της προλεταριακής οργάνωσης και απελευθέρωσης πρέπει να περάσει μέσα από την επανοικειοποίηση της κοινωνικής επικοινωνίας.Το πρόβλημα των αγώνων κατά της εκμετάλλευσης σήμερα είναι εκείνο του αγώνα ενάντια στην απαλλοτρίωση της επικοινωνίας και της καπιταλιστικής οργάνωσης της πληροφόρησης.
Τώρα, το 77, στο κίνημα, η ευαισθησία σε αυτό το ζήτημα υπήρχε και ήταν επίσης πολύ αναπτυγμένη: αλλά και σε αυτή την περίπτωση με διφορούμενο τρόπο. Στην πραγματικότητα μπερδέψαμε τον εκδημοκρατισμό της επικοινωνίας με ασαφείς προθέσεις ελευθερίας (καλά συγκεκριμένες μόνο από την πλευρά της καπιταλιστικής άποψης), την επανοικειοποίηση της πληροφορίας με τον εκσυγχρονισμό της.Κινηθήκαμε σύμφωνα με μια θεωρία δυο χρόνων – πρώτα η απελευθέρωση, μετά ο εκδημοκρατισμός – που ήταν σίγουρα η πιο μακρινή και ξένη προς τις συμπεριφορές της αυτονομίας αντίληψη. Έτσι τα παίξαμε τελείως, γίναμε η αιτία της απελευθέρωσης του αιθέρα, ως εκ τούτου, οι παραγωγοί, των πιο σκανδαλωδών μορφών απαλλοτρίωσης της γνώσης και ενστάλαξης των θεωριών του καθεστώτος.Εμείς ήμασταν το 1977 που καθορίσαμε τον Μπερλουσκόνι, αυτή είναι η πραγματικότητα. Δεν κάναμε μέχρι τέλους το ’77 μια μάχη για την δημόσια επανοικειοποίηση από τα κάτω της πληροφόρησης. Με αυτό τον τρόπο θέσαμε τις συνθήκες για μια γενικότερη ήττα.Η μάχη για την πληροφόρηση ήταν στην πραγματικότητα ένα μέρος εκείνης που ταυτόχρονα διεξάγεται γύρω από τη νέα οργάνωση της κοινωνικής επικοινωνίας, δηλαδή της κοινωνικής παραγωγής .Αυτό ήταν το θέμα επάνω στο οποίο έπρεπε να είμαστε δεσμευμένοι, να στρατευτούμε. Αντιθέτως εκείνο ήταν επάνω στο οποίο τα αφεντικά αναδιάρθρωσαν τα μεγάλα εργοστάσια και την FIAT πάνω από όλα.Αδειάζουν τα εργοστάσια όχι τόσο από τους εργάτες, όσο από την εργατική οργάνωση. Αν μετά η εργατική οργάνωση ήταν αυτόνομη, της βάσης, και συνέπεπτε με την πλειοψηφία των εργατών, τότε τα αφεντικά έστελναν όλους στο σπίτι. Πως θα συνεχίσουν να παράγουν; Μέσα από την αναδιοργάνωση της περιοχής γύρω από το εργοστάσιο, και τη χρήση της κοινωνικά διάχυτης εργασίας – πρώτα, σε δεύτερη φάση, μέσω της αυτοματοποίησης της παραγωγής στο εργοστάσιο.

Και οι δύο αυτοί στόχοι ( εισαγωγή και εφαρμογή συστημάτων πληροφορικής στην κοινωνία, αυτοματοποίηση των εργοστασίων) θεωρούσαν ως προϋπόθεση την υποταγή της κοινωνικής και επιστημονικής επικοινωνίας στο σχέδιο του αφεντικού. Για παράδειγμα να θυμηθούμε τι συνέβη στη Fiat, αυτό τον υποδειγματικό πόλο της ταξικής πάλης στην Ιταλία: εδώ χάσαμε μετά από δέκα χρόνια αγώνων, μεταξύ του 1979 και 1981, πρώτα με την εκκαθάριση των 61 (συμβολικά, η επίθεση και το διώξιμο των επαναστατών πρωτοποριών συνέβη στις 7 απριλίου) και μετά,ενάμιση χρόνο αργότερα, με το πορεία των 40 χιλιάδων ενάντια στους απεργούς.Αλλά και στην Fiat στην πραγματικότητα ήμασταν εμείς που είχαμε δώσει το έναυσμα στην αυτοματοποίηση για μια ορισμένη χρήση από τα αφεντικά της κοινωνικής επικοινωνίας. Τα αφεντικά, στη Fiat, παρήγαγαν σύγχρονα συστήματα ρομποτισμού επάνω στα οποία πειραματίζονταν από τις αρχές της δεκαετίας του ’70. Αυτά αποτελούσαν μια συνέπεια των μεγάλων αγώνων της δεκαετίας του εξήντα, το προϊόν της άρνησης της εργασίας και μια απάντηση στην πρώτη διαμόρφωση της κοινωνικής οργάνωσης του νέου υποκειμένου.Τώρα αυτή η διαθεσιμότητα της νέας τεχνολογίας, η οποία αντιστοιχούσε στις νέες ανάγκες των εργατών, της απόρριψης της εργασίας και παραγωγικής κοινωνικοποίησης, μπλοκαρίστηκε, αυτή η νέα τεχνολογική δύναμη παρέμεινε αχρησιμοποίητη, μέχρι να επιλυθεί η σύγκρουση της εξουσίας. Τα αφεντικά Φίατ κράτησαν τα αυτόματα, τα ρομπότ και όλα τα εξελιγμένα σχέδια προηγμένης αναδιάρθρωσης, σε αναμονή (το πολύ χρησιμοποίησαν μερικούς ενδιάμεσους μηχανισμούς) για τουλάχιστον δέκα χρόνια.Μόνο αφού κέρδισαν στη μάχη της εξουσίας, τα αφεντικά πέρασαν τον εκσυγχρονισμό.Συνέβη λοιπόν και στα εργοστάσια εκείνο που συνέβη στην πληροφόρηση: υπήρξαμε στοιχεία εκσυγχρονισμού. Η αυτοκριτική μας πρέπει να αρχίσει να εξελίσσεται από αυτή την παραδοχή. Δεν υπήρξε από την πλευρά μας αγώνας εξουσίας μπροστά σε έναν εκσυγχρονισμό που και εμείς, η εργατική τάξη, τάξη κοινωνική των παραγωγών, είχαμε παράξει και που τώρα οι ιδιοκτήτες δίπλωναν προς την οργάνωσή τους.Δεν αρκεί να κατηγορούμε τα κόμματα, τις συνδικαλιστικές οργανώσεις, την προδοσία και την τρομοκρατία. Πρέπει να μάθουμε από τα λάθη και να ξαναρχίσουμε. Να καταλάβουμε πώς να επικρατήσουμε οργανωτικά, να καταλάβουμε τι είναι ο ανταγωνισμός, ποιες είναι οι οργανωτικές πολικότητες στο νέο επίπεδο της ταξικής πάλης, ποιο είναι το σαμποτάζ σε αυτό το επίπεδο της αναδιαρθρωμένης κοινωνίας, ποια είναι η επανοικειοποίηση.

αυτονομία, autonomia

Η ΕΚΚΛΗΣΗ ΤΩΝ ΓΑΛΛΩΝ ΔΙΑΝΟΟΥΜΕΝΩΝ (17).

Στη στιγμή κατά την οποίαν, για δεύτερη φορά, η διάσκεψη Ανατολής-Δύσης πραγματοποιείται στο Βελιγράδι, θέλουμε να επιστήσουμε την προσοχή στα σοβαρά γεγονότα που συμβαίνουν την παρούσα στιγμή στην Ιταλία και, ειδικότερα, στην καταστολή που επιπίπτει στους στρατευμένους εργάτες και διανοούμενους σε αγώνα ενάντια στον ιστορικό συμβιβασμό. Υπό αυτές τις συνθήκες, τι σημαίνει σήμερα, στην Ιταλία, «ιστορικός συμβιβασμός»; Ο «σοσιαλισμός με ανθρώπινο πρόσωπο» αποκάλυψε την πραγματική του όψη τους τελευταίους μήνες: από την μια πλευρά ανάπτυξη ενός συστήματος καταπιεστικού-κατασταλτικού ελέγχου σε μια εργατική τάξη και ένα νεανικό προλεταριάτο που αρνούνται να πληρώσουν το τίμημα της κρίσης, από την άλλη σχεδιασμός κατανομής του κράτους με την DC (τράπεζες και στρατό στην Χ. Δ., αστυνομία, κοινωνικός και εδαφικός έλεγχος στο Κ.Κ.Ι.) μέσω ενός πραγματικού «μοναδικού» κόμματος, είναι ενάντια σε αυτή την ντε φάκτο κατάσταση που εξεγέρθηκαν οι νεαροί προλετάριοι και οι διαφωνούντες διανοούμενοι τους τελευταίους μήνες.

Πώς φτάσαμε σε αυτήν την κατάσταση; Τι συνέβη ακριβώς; Από τον μήνα φεβρουάριο η Ιταλία κλονίζεται από την εξέγερση των νέων προλετάριων, των ανέργων και των φοιτητών, των ξεχασμένων από τον ιστορικό συμβιβασμό και από το θεσμικό παιχνίδι. Στην πολιτική λιτότητας και θυσιών αυτοί απάντησαν με την κατάληψη των πανεπιστημίων, τις μαζικές διαδηλώσεις, τον αγώνα ενάντια στη μαύρη δουλειά, τις άγριες απεργίες, το σαμποτάζ και την απουσία στα εργοστάσια, χρησιμοποιώντας όλη την άγρια ειρωνεία και την δημιουργικότητα εκείνων που, αποκλεισμένοι από την εξουσία, δεν έχουν τίποτα περισσότερο να χάσουν: «Θυσίες! Θυσίες!» «Lama,μαστίγωσε μας«, «Οι χριστιανοδημοκράτες κλέφτες είναι αθώοι, οι αληθινοί εγκληματίες ήμαστε εμείς!«, «Περισσότερες εκκλησίες, λιγότερα σπίτια!». Η απάντηση της αστυνομίας, της D.C. και του P.C.I. υπήρξε χωρίς σκιά αμφισημίας: απαγόρευση οποιασδήποτε διαδήλωσης στη Ρώμη, μόνιμη κατάσταση πολιορκίας στη Μπολόνια με τεθωρακισμένα στους δρόμους, πυροβολισμούς στο πλήθος. Και είναι εναντίον αυτής της μόνιμης πρόκλησης-προβοκάτσιας που το κίνημα έπρεπε να αμυνθεί. Σε εκείνους που τους κατηγορούν πως χρηματοδοτούνται από την Cia και από την K.G.B., οι αποκλεισμένοι από τον ιστορικό συμβιβασμό απαντούν: «Η συνωμοσία μας είναι η νοημοσύνη, η εξυπνάδα μας, η δική σας είναι αυτή που χρειάζεστε για να χρησιμοποιήσετε το εξεγερσιακό κίνημά μας για να ξεκινήσετε την κλιμάκωση του τρόμου».

Πρέπει να υπενθυμίσουμε πως: – Τρεις εκατοντάδες αγωνιστές, μεταξύ των οποίων πολλοί εργάτες, βρίσκονται αυτή την στιγμή στη φυλακή στην Ιταλία. – Οι υπερασπιστές τους συστηματικά διώκονται: σύλληψη των δικηγόρων Cappelli, Senese, Spazzali και εννέα άλλων αγωνιστών της κόκκινης Βοήθειας, της Red Relief, Soccorso rosso, μορφές καταστολής αυτές που εμπνέονται από τις μεθόδους που χρησιμοποιούνται στη Γερμανία. – Ποινικοποίηση των καθηγητών και φοιτητών του Ινστιτούτου πολιτικών επιστημών στην Πάντοβα, εκ των οποίων δώδεκα κατηγορούνται για «ανατρεπτική ένωση»:  Guido Bianchini,  Luciano Ferrari Bravo,  Antonio Negri κ.λπ. – Έρευνες σε εκδοτικούς οίκους: Area, Erba Voglio, Bertani, με τη σύλληψη αυτού του τελευταίου εκδότη. Γεγονός χωρίς προηγούμενο: η συλλογή αποδεικτικών στοιχείων προέρχεται από ένα βιβλίο για το κίνημα της Μπολόνια. Έρευνες στα σπίτια των συγγραφέων Nanni Balestrini και Elvio Fachinelli.Σύλληψη του Angelo Pasquini, συντάκτη του λογοτεχνικού περιοδικού «Zut». – Κλείσιμο του σταθμού Radio Alice στη Μπολόνια και κατάσχεση του υλικού, σύλληψη δώδεκα συντακτών του Radio Alice. – Εκστρατεία του τύπου με στόχο: ταύτιση της πάλης του κινήματος και των πολιτιστικών εκφράσεών του με μια συνωμοσία, υποκίνηση του κράτους να οργανώσει ένα πραγματικό «κυνήγι μαγισσών».

Οι υπογράφοντες ζητούν την άμεση απελευθέρωση όλων των συλληφθέντων αγωνιστών, το τέλος της δίωξης και της εκστρατείας δυσφήμισης ενάντια στο κίνημα και την πολιτιστική του δραστηριότητα, διακηρύσσοντας την αλληλεγγύη τους με όλους τους αντιφρονούντες που βρίσκονται υπό διερεύνηση.J.P. Sartre, M. Foucault, F. Guattari, G. Deleuze, R. Barthes, F.Vahl, P. Sollers, D. Roche, P. Gavi, M. A. Macciocchi, C. Guillerme e altri.

https://www.academia.edu/28083383/Nanni-Balestrini-Primo-Moroni-L-Orda-d-Oro-1968-1977-la-grande-ondata-rivoluzionaria-e-creativa-politica-ed-esistenziale.pdf

αυτονομία, autonomia

Lucia Martini e Oreste Scalzone: ΦΑΙΝΟΜΕΝΑ ΕΝΟΠΛΗΣ ΠΑΛΗΣ ΠΛΑΙ ΚΑΙ ΜΕΣΑ ΣΤΟ ΚΙΝΗΜΑ

Το «Εξήντα οκτώ των εργατών» είναι ο θρίαμβος της μη αναγώγιμης ζωής στην οικονομία, στους κανόνες της συμβατότητας. Είναι εκεί που ξεκινά η εμφάνιση μιας απαίτησης για κοινωνικό μετασχηματισμό σε πολύ υψηλό επίπεδο, χωρίς να δίνεται διέξοδος. Τότε, οι κουλτούρες του κινήματος «θέλουμε τα πάντα» ήταν το αίτημα όλης της εξουσίας, της εξουσίας και της δύναμης να μετασχηματιστεί ριζικά η ζωή της κοινωνίας και των ατόμων.

Σχετική εικόνα

Σήμερα ίσως μπορούμε να πούμε ότι ο αγώνας για την εξουσία είναι μια παγίδα που οδηγεί στον σοσιαλισμό, δηλαδή σε έναν τρόπο κρατικής παραγωγής (καπιταλιστικό κρατικό), που αρνείται την απαίτηση για κομμουνιστική απελευθέρωση που υπάρχει μέσα στους αγώνες.Σήμερα ίσως μπορούμε να πούμε ότι το μέγιστο της επανάστασης που είναι ιστορικά δυνατή ήταν εκείνη, εκείνη η υπέροχη αταξία κάτω από τον ουρανό, εκείνη η εργατική και προλεταριακή εξουσία σαν δύναμη άρνησης και απόρριψης. Αλλά τότε ψάχναμε το σημείο μη επιστροφής, ζητούσαμε την διέξοδο μιας εξουσίας ακόμη και εξωτερικής, τυπικής.

Σχετική εικόνα

Καμιά μεταρρυθμιστική πολιτική μετάφραση ελάχιστα επαρκής όλου αυτού υπήρξε.Ο «ένοπλοςαγώνας» ήταν επομένως η επιδίωξη, η συνέχιση – παρεξηγημένη – αυτής της τροχιάς. Όχι πως ήθελαν όλοι τον εμφύλιο πόλεμο, αλλά «όλοι» προκαθόρισαν τις πολιτιστικές και πραγματικές του προϋποθέσεις. Και κάποιοι – όχι λίγοι – υπέστησαν τις συνέπειες. Και επάνω σε αυτό το πρόβλημα της «διεξόδου» έχει το αποτελείωμα της η εξωκοινοβουλευτική εμπειρία. Σε κάποιο σημείο, υπήρχαν είτε το P.C.I. και το συνδικάτο, ή οι ερυθρές Ταξιαρχίες. Στη μέση, η κρίση, που βιώθηκε με διαύγεια, της εργατικής Εξουσίας, di Potere operaio, ή η ανεύθυνη λεκτική δημαγωγία των άλλων ομάδων. Κ.Κ.Ι. και συνδικάτο πήγαν στην κρίσιμη καμπή του Eur, στην κυβέρνηση εθνικής ενότητας, δηλαδή στο «να γίνουν κράτος». Σε πολλούς, δεν έμεινε παρά η πολιτική διαμαρτυρία του «ένοπλουαγώνα» . Παρανοημένη διέξοδος, γιατί; Επειδή η ριζοσπαστική κριτική της πολιτικής δεν είχε καταναλωθεί, Της πολιτικής ακόμη και στη μορφή της «επαναστατικής έκτακτης ανάγκης». Της πολιτικής και σαν θεωρίας των σταδίων μετάβασης.

Σχετική εικόνα

Της πολιτικής και σαν μια θεωρία του ημικράτους. Της πολιτικής και σαν ακολουθία: ρήξη της μηχανής του κράτους / εγκαθίδρυση της δικτατορίας του προλεταριάτου / μετάβαση στο σοσιαλισμό / σοσιαλιστική μετάβαση.Μετά την πετρελαϊκή κρίση και τον καπιταλιστικό ελιγμό που επάνω σε αυτήν νευρώνεται, ξεκινά η αντεπανάσταση. Μια επανάσταση από τα πάνω που, στα σημεία κλειδιά, όπως η Fiat, θα θέσει επικεφαλής το μετατεϊλοριστικό εργοστάσιο της αυτοματοποίησης. Ο εργατικός εξτρεμισμός εμπλέκεται σε έναν αγώνα για να αντισταθεί μέχρι θανάτου ενάντια στην αναδιάρθρωση. Θεωρούμε ότι ο αγώνας αυτός είναι στρατηγικά υπολειμματικός και χάνει, οδηγείται στον φετιχισμό των ριζοσπαστικών μορφών δράσης, αλλά στείρου αμυντικού περιεχομένου. Παρόλα αυτά, υπάρχει η σκέψη ότι εκεί μπορεί να διαμορφωθεί μια επαναστατική εργατική τάξη η οποία στη συνέχεια θα μπορέσει να επανακαταρτίσει ποιοτικά τα περιεχόμενα της. Το πολικό αστέρι αυτής της διαδικασίας οργάνωσής μας – οι κομμουνιστικές Επιτροπές για την εργατική εξουσία – είναι η Magneti Marelli του Sesto San Giovanni. Αξίζει να διηγηθούμε κάποιες στιγμές ιστορίας.

Το 1976, μετά έναν σκληρό αγώνα ενάντια στην αναδιάρθρωση που είδε την εισβολή των γραφείων της διοίκησης, τέσσερα μέλη της Επιτροπής απολύονται από την εταιρεία. Ξεκινά ένας αγώνας αντοχής μεταξύ των εργατών και της διοίκησης.Κάθε πρωί, οι τέσσερις απολυμένοι σύντροφοι μεταφέρονται μέσα, στο εργοστάσιο, από μια πορεία που σχηματίζεται στην είσοδο.Ταυτόχρονα, υπάρχει η συζήτηση για τη διαφορά στο δικαστήριο εργασίας. Σε κάθε βαθμό κρίσης, η ετυμηγορία αλλάζει: διατάγματα επαναπρόσληψης και επιβεβαιώσεις της απόλυσης αλληλοδιαδέχονται.Οι τέσσερις σύντροφοι, ωστόσο, συνεχίζουν να εισέρχονται κάθε μέρα μεταφερόμενοι από την πορεία. Σε μια συγκεκριμένη στιγμή, οι τέσσερις σύντροφοι συλλαμβάνονται στη Valgrande ενώ ασκούνται στα όπλα. Η Επιτροπή «διαχειρίζεται» τη συζήτηση για τη σύλληψή τους, διανέμοντας ένα φυλλάδιο σε ένα συλλαλητήριο του Trentin στην Piazza Castello στο Μιλάνο. Λέει, το φυλλάδιο, πως τα στρώματα της μικρής και μεσαίας εμπορικής μπουρζουαζίας οπλίζονται, ότι τα αφεντικά διαθέτουν τα δικά τους ιδιωτικά ένοπλα σώματα, και ότι ως εκ τούτου είναι νόμιμο να κάνουν το ίδιο οι εργάτες. Κατά τη συζήτηση για την υπόθεση της εργασίας, το δικαστήριο δέχεται κανονική εισβολή από εργατικές πορείες. Υπάρχουν συγκρούσεις με τους καραμπινιέρους στο εσωτερικό του δικαστηρίου, ενώ στην ποινική διαδικασία για την υπόθεση με τα όπλα η αίθουσα είναι γεμάτη από συντρόφους που φωνάζουν συνθήματα αλληλεγγύης. Λίγο μετά τη δίκη πραγματοποιούνται στο εργοστάσιο οι εκλογές για το συμβούλιο των εκπροσώπων. Ο Enrico Baglioni, ένας από τους απολυμένους και συνελήφθησαν στην Valgrande είναι μεταξύ των πρώτων εκλεγμένων.

Αποτέλεσμα εικόνας για Enrico Baglioni, anni 70

Η διαμάχη για τις απολύσεις θα συνεχιστεί, και μετά την απελευθέρωση των συντρόφων, έως ότου η εταιρεία πληρώσει για να αποδεχτούν την απόλυση – που είχε ήδη δηλωθεί εκτελεστική από την τελευταίo βαθμό του εργατικού Δικαστηρίου – 25 εκατομμύρια στον καθένα, τα οποία θα δωρηθούν για την κατασκευή ενός νηπιαγωγείου για τα παιδιά των εργατριών. Μέσα στην περίπτωση αυτή υπάρχει μια ολόκληρη κοινωνική, πολιτιστική και πολιτική εμπειρία. Ήταν ο λόγος, η συζήτηση επάνω στα «εργατικά διατάγματα», επάνω στην ικανότητα ενός δικτύου επαναστατικών ταξικών πρωτοποριών να εκφράσουν την αντιεξουσία τους στην επικράτεια, σε ολόκληρη την κοινωνική οργάνωση. Η μείωση του χρόνου εργασίας και ο κοινωνικός μισθός, το εγγυημένο εισόδημα για όλους όπως και το δικαίωμα στη ζωή: με δεδομένους αυτούς τους δύο άξονες αξιώσεων το ζήτημα ήταν να γίνουν μέρος στις μορφές του αγώνα. Αγώνας ενάντια στον τρόπο με τον οποίον διοικούνταν η επιχείρηση, ενάντια στην πειθαρχία του εργοστασίου, την αύξηση της παραγωγικότητας, ενάντια στις αυξήσεις των τιμών, των τιμολογίων, των ενοικίων.

Αποτέλεσμα εικόνας για autonomia operaia organizzata

Είναι κάτι διαφορετικό, πιο σκληρό και πιο πικρό από το «τα θέλουμε όλα» του ’69: πρόκειται για την επιβεβαίωση ενός είδους νέας «citoyenneté», μιας νέας ‘ιθαγένειας’, η εισαγωγή μη αναστρέψιμων τροποποιήσεων στην κοινωνική κατάσταση των πραγμάτων. Όταν, το ’76, μια ένοπλη ομάδα επιδράμει στην είσοδο του εργοστασίου και πυροβολεί στα πόδια τον αρχηγό των «φρουρών», Matteo Palmieri, η Επιτροπή μποϊκοτάρει την ώρα απεργίας για διαμαρτυρία που καλέστηκε από τα συνδικάτα. «Ούτε ένα δάκρυ, ούτε ένα λεπτό απεργίας για τον επικεφαλής των φρουρών», γράφει το φυλλάδιο της Επιτροπής.

Αλλά η Magneti είναι η αιχμή ενός πολύ μεγαλύτερου και βαθύτερου παγόβουνου.Tο Μιλάνο τοy 1977 του νεαρού προλεταριάτου της επισφαλούς πνευματικής εργασίας και της ανεργίας προκαταβλήθηκε από τους Κύκλους του νεανικού προλεταριάτου, από τις καταλήψεις των σπιτιών, από τις ελεύθερες εισόδους στον κινηματογράφο, από τα «riots» στα σούπερ μάρκετ. Το μιλανέζικο ’77 θα είναι μάλλον η στιγμή έκφρασης και έκρηξης μιας «σπαρτακιστικής» εργατικής αριστεράς. Με την ευκαιρία της γενικής απεργίας της 18ης μαρτίου, μια εργατική πορεία παρελαύνει στην πλευρά της πλατείας Duomo και στη συνέχεια ξεδιπλώνει την «πολεμική διαδρομή» της που θα πλήξει πολλούς «στόχους», από το κτίριο της διοίκησης της Marelli στα γραφεία μιας επιχείρησης (της Bassani Ticino) που εκμεταλλεύεται το χαμηλόμισθο έργο των κρατουμένων της φυλακής San Vittore. Είναι στα τέλη του ’77, που αρχίζει την έξοδος από το εργοστάσιο.

Μας έρχεται να σκεφτούμε τους αμερικανούς επαναστατικούς συνδικαλιστές που περιγράφονται στον «Δυναμίτη», in»Dynamite» του Adamich. Ευρισκόμενοι σε αναστολή από την εργασία, απολυμένοι, σε cassa integrazione [α], τα εργατικά »στελέχη» αρχίζουν να εγκαταλείπουν το εργοστάσιο. Ξεκινούν οι αυτοαπολύσεις. Εμφανίζεται μια εξαιρετική όσμωση μεταξύ αυτών των υποκειμένων και των άλλων στρωμάτων που αποτελούν την πολυμορφική και πρωτεϊκή μορφή του κοινωνικού εργάτη. Και οι τυπικές οργανώσεις διαλύονται. Δίπλα στου πολλούς αγωνιστές που συγκεντρώνονται μέσα στην Πρώτη γραμμή- in Prima linea, στις Ερυθρές Ταξιαρχίες ή σε άλλες ομάδες μάχης, δίπλα σε εκείνους που αγωνίζονται στα Συντονιστικά της εργατικής αντίθεσης, nei Coordinamenti dell’opposizione operaia ή στις επαναστατικές κομμουνιστικές Επιτροπές,Comitati comunisti rivoluzionari ή στις εργατικές πολιτικές Κολεκτίβες,nei Collettivi politici operai – οργανωμένη Αυτονομία – υπάρχουν πολλοί που δίνουν ζωή σε μικρές συγγενείς συσσωματώσεις. Δημιουργούνται μικρές ομάδες «μαχόμενης αυτοσυνείδησης». Η απώλεια της συλλογικής πολιτικής διάστασης σπρώχνει σε μια πρακτική άμεσης αυτοαξιολόγησης.

image

Δεν υπάρχει διαδικασία «ποινικοποίησης» αυτών των ανθρώπων, αλλά μια ακύρωση, μια αδυναμία διάκρισης των συνόρων μεταξύ επαναστατικής πολιτικής δράσης και παραβατικής δράσης, εκτός νόμου, ατομικής ή μικρής ομαδικής δράσης. Λιγάκι σαν τους αναρχικούςτης ομάδας Bonnot, σαν τους wobbly επιζήσαντες μετά την Κρίση, σαν τους αμερικανούς επαναστάτες συνδικαλιστές στην δεκαετία του 1930, οι ομάδες αυτές πιστεύουν ότι θα εκμηδενίσουν τη διάκριση ανάμεσα στην «απαλλοτρίωση» και τη «ληστεία». Το νεφέλωμα αυτών των συγγενών μικροοργανισμών θα κρατήσει τη σκηνή μέχρι τα τέλη της δεκαετίας του ’70.

image

a] cassa integrazione  το ταμείο παροχών ανεργίας είναι ένας από τους κύριους κοινωνικούς απορροφητές κραδασμών που προβλέπει το νομικό σύστημα και συνίσταται, σε γενικές γραμμές, στην καταβολή από το INPS χρηματικού ποσού υπέρ των εργαζομένων των οποίων ο εργοδότης έχει μειώσει την αμοιβή τους ως αποτέλεσμα μιας μείωσης (ή μια ριζικής αναστολής) της εργασίας λόγω πολλαπλών αιτιών

i libri di michele · αυτονομία, autonomia

Lucio Castellano: Η ΑΥΤΟΝΟΜΙΑ, ΟΙ ΑΥΤΟΝΟΜΙΕΣ.

Αποτέλεσμα εικόνας για rosso, giornale, anni '70, autonomia

Η ιστορία της «αυτονομίας» αποτελείται από μια σειρά από αρθρωτές και ανομοιογενείς πολιτικές εμπειρίες που ξεδιπλώνονται σε όλη τη δεκαετία του εβδομήντα και των οποίων η ταυτότητα περιστρέφεται γύρω από την ιδέα- δύναμη της «άρνησης της εργασίας». Δεν είναι μόνο μια ιδεολογία της χειραφέτησης, αλλά ένας τρόπος ανάγνωσης της καπιταλιστικής κοινωνίας, των πρωταγωνιστών της, του τρόπου διανομής της εξουσίας σε αυτήν, της δυναμικής της ανάπτυξης της και του τερματισμού της, που αποτελεί το σχήμα προσανατολισμού και τον ηγεμονικό συνδετικό ιστό που διατρέχει δέκα χρόνια πολιτικής αντιπαράθεσης με το οργανωμένο εργατικό κίνημα. Σε αυτή τη βάση, μπορεί να καθοριστεί η συνέχεια που τρέχει μεταξύ της «άγριας συγκρουσιμότητας» του 1968 και των εργατικών επιτροπών βάσης (που αποτελούν μεγάλο μέρος της κοινής καταγωγής της εργατικής Εξουσίας και του συνεχή Αγώνα, Potere operaio e Lotta continua ), των «κοινωνικών» αγώνων και της «αντίστασης στην αναδιάρθρωση «που αυτών των οργανώσεων σηματοδοτούν το αποκορύφωμα και το τέλος, και τις θεματικές των νέων αναγκών και του» κοινωνικού εργάτη «που θα εκραγούν μεταξύ του 1976 και του ’77. Δεν είναι μια εκ του προχείρου σύνδεση που πηδά πάνω στις διαφορές, βαθιές εξάλλου, και αγνοεί το πλήθος των συνεισφορών και την ασυνέχεια των προσανατολισμών. Είναι η ανίχνευση μιας ενιαίας πορείας προβλημάτων και των τρόπων επίλυσης μέσα σε μια πρακτική της οργάνωσης που επιδιώκει να προσδιορίσει πολιτική και οικονομία και αναγνωρίζει στην επείγουσα ανάγκη των συγκρουσιακών αναγκών την δημιουργία της κοινωνικής και πολιτικής αυτονομίας του επαναστατικού υποκειμένου.

Αποτέλεσμα εικόνας για autonomia anni 70

«Άρνηση της εργασίας» σημαίνει ότι μέσα στην δομή και την ιεραρχία των κοινωνικών σχέσεων που διοικούνται από την μισθωτή εργασία ζει πάντα ένας ιστός επικοινωνίας και οργάνωσης, που έχει στην κατοχή του πληροφορίες, «γνώσεις», γνωρίζει πράγματα, που τους αντιτίθεται και στις οποίες είναι εναλλακτικός. Είναι μια κοινωνική δομή που γεννιέται μέσα στον αγώνα, για τον αγώνα – για περισσότερα χρήματα, λιγότερη δουλειά, για λιγότερο βλαβερή εργασία, ή βαριά για να «αισθάνεται, να ζει καλύτερα», ή σε κάθε περίπτωση να μην πεθάνει από εργοστάσιο – αλλά που είναι ήδη δύναμη, εξουσία επάνω στην «παραγωγή» και της «παραγωγής», επειδή είναι φτιαγμένη ακριβώς από τα ίδια στοιχεία που απαρτίζουν την εργατική απόδοση-λειτουργία, μόνο που έχει ανεστραμμένο το σημάδι, εκείνο της μη συνεργασίας, της αφαίρεσης πόρων και διαθεσιμότητας.  Η γνώση του παραγωγικού κύκλου της εργατικής τάξης, η ικανότητα να σταματά, να δραπετεύει, να αποτραβιέται, να σαμποτάρει είναι η επιστήμη της αντίστασης, με την ικανότητά της να επηρεάζει πάντα την κατανομή του πλούτου και της οργάνωσης της εργασίας. Σαν να λέμε πως οι κοινωνική εξουσία, η κοινωνική γνώση, διαιρούνται ανάμεσα στην εντολή-την διοίκηση και την αντίσταση, και οι κοινωνικές σχέσεις διασπώνται, οργανωμένες μαζί με την εργασία και τον αγώνα εναντίον της, και πως η παραγωγή δεν είναι δυναμική ουδέτερη, «οικονομία», αλλά τόπος αντιπαράθεσης, σύγκρουσης και διαμεσολάβησης μεταξύ αυτών των δύο δυνάμεων-εξουσιών εχθρών μεταξύ τους.

Αποτέλεσμα εικόνας για quaderni rossi panzieri

Δεν υπάρχει μόνο εκμετάλλευση σε αυτή την κοινωνία, αλλά και αυτονομία από αυτήν και αγώνας. «Πόσoι κοινωνικοί πόροι ελέγχονται μέσα στην ιεραρχία που χτίζεται από την μισθωτή εργασιακή σχέση και πόσοι δεσμεύονται αντιθέτως με την εμφάνιση αυτόνομων ταξικών αναγκών, ποτέ δεν είναι πράγμα οριστικό μια για πάντα, αλλά είναι το αντικείμενο αυτού του πολιτικού αγώνα που πηγαίνει κάτω από το όνομα της ανάπτυξης και της κρίσης «. Σε αυτή την εκδοχή, η κουβέντα είναι ήδη ολόκληρη μέσα στα »Κόκκινα Τετράδια», «Quaderni Rossi» του Panzieri και του Tronti. Και εδώ έχουμε ήδη περιλάβει τις μεγάλες θεωρητικές ρήξεις με την σοσιαλιστική παράδοση του εργατικού κινήματος, επειδή δεν υπάρχει πλέον αυτονομία στο «οικονομικό» και καμία αντικειμενικότητα στην κρίση, αλλά παντού σύγκρουση συμφερόντων και οργανώσεων.

Αποτέλεσμα εικόνας για quaderni rossi panzieri

Επειδή η εξουσία δεν βρίσκεται μόνο στη μία πλευρά, και δεν υπάρχει μια τάξη «παραγωγών» σε αντίθεση στους «εκμεταλλευτές», αλλά μια σχέση που είναι παραγωγική διότι σύγκρουση συμφερόντων σε αγώνα, έτσι δεν υπάρχει δυνατότητα απελευθέρωσης που να περνά από την απλή «εξάλειψη των εκμεταλλευτών», δηλαδή από την «κοινωνικοποίηση της σχέσης», τον σοσιαλισμό: δεν υπάρχει ανωτερότητα του σχεδιασμού επί της αγοράς, αλλά μόνο δυνατότητα διοίκησης επί της σχέσης της ανάπτυξης, καταναγκασμός να παραχθεί περισσότερη εργατική τάξη και λιγότερο κεφάλαιο. Πρόκειται για σημαντικές ρήξεις, μέσω των οποίων περνά ένας εντελώς διαφορετικός προσανατολισμός των χειραφετητικών θεματικών. Πρώτα απ ‘όλα, ο περιορισμός του ρόλου της κατάκτησης της πολιτικής εξουσίας μέσα στην απελευθερωτική διαδικασία και, μέσα σε αυτή, η ανατίμηση της ιστορίας των δυτικών εργατικών τάξεων. Στη συνέχεια, η σταθερή αγκυροβόληση κάθε συζήτησης επί της οργάνωσης στο σύστημα των υλικών εκφρασμένων αναγκών, το οποίο είναι το δεδομένο επίπεδο της ταξικής αυτονομίας. Είναι ένας λόγος γεννημένος με τους όρους της ταξικής πολιτικής αυτονομίας, δηλαδή αυτονομίας του συστήματος των αναγκών, αυτονομίας της εργατικής εξουσίας: συγκρουσιακή συμμετοχή στην ανάπτυξη και απειλή του αποκλεισμού, δηλαδή συνειδητή διαπραγμάτευση ενόψει της επίτευξης των συμφερόντων της δικής μας πλευράς.

Σχετική εικόνα

Είναι ένας λόγος, μια συζήτηση που μεγαλώνει γρήγορα ωστόσο, επειδή οι βάσεις είναι πλούσιες. Από τη στιγμή, μάλιστα, που μπορείτε να διαβάσετε την καπιταλιστική κοινωνία όχι πλέον ως τόπο της αδιαφιλονίκητης διοίκησης των συμφερόντων της πλευράς του κεφαλαίου, της ιεραρχίας που εκφράζεται στη σχέση μισθωτής εργασίας, αλλά ως την περιοχή της σύγκρουσης μεταξύ της εργασίας και της άρνησης της εργασίας , αφού αναγνωριστεί σαν αγώνας οργανώνονται οι ίδιοι πόροι που αποτελούν την ουσία της ανάπτυξης του κεφαλαίου, και ότι οι κοινωνικές ανάγκες διαθέτουν μια αυτονομία από την εντολή-την διοίκηση επί της εργασίας, ότι στην ιεραρχία που χτίστηκε γύρω από το χρόνο της εργασίας αντιτίθεται μια άλλη που χτίζεται γύρω από το χρόνο του αγώνα, τον χρόνο που απελευθερώνεται από την εργασία, και πως και αυτή κατέχει επίσης τη γνώση, είναι ο ιστός της επικοινωνίας και της κοινωνικής οργάνωσης, είναι παραγωγική δύναμη,  έχοντας αναγνωρίσει όλα αυτά, το πρόβλημα καθίσταται εκείνο της ανάπτυξης και του εμπλουτισμού των πόρων που παρουσιάζονται ως «μη-κεφάλαιο, εκείνο του μπλοκαρίσματος της κοινωνικής σύνθεσης της καπιταλιστικής πλευράς, της δυνατότητας μιας διαφορετικής σύνθεσης στο έδαφος όχι τόσο της οργάνωσης της πολιτικής εξουσίας, όσο επάνω σε εκείνο της δομής των παραγωγικών δυνάμεων ». Δηλαδή, καθίσταται η αποσύνθεση της κεφαλαιακής σχέσης.

Σχετική εικόνα

 Αν η κοινωνία δεν θεωρείται πλέον ως θέατρο ενός και μοναδικού παράγοντα, το συμφέρον της καπιταλιστικής πλευράς, αλλά η κεφαλαιακή σχέση, εμφανίζεται η κουραστική σύνθεση των συμφερόντων δύο εχθρικών πλευρών, εάν, παράλληλα με την κανονιστική αρχή της ανταλλαγματικής αξίας, ισχυρός κινητήρας της κοινωνικής παραγωγής είναι το συμφέρον των εργατών στην αξία χρήσης, εάν η κοινωνική δύναμη-εξουσία είναι διαιρεμένη, τότε η δυναμική της εργατικής εξουσίας – όχι εκείνη η «πολιτική», που θα ήθελε να κυβερνήσει το κράτος, που δεν υπάρχει και του οποίου δεν νιώθουμε την έλλειψη, αλλά εκείνη η «κοινωνική» που υπάρχει, και συμμετέχει δυναμικά στη διακυβέρνηση αυτού του κόσμου – η δυναμική της ανάπτυξης της εργατικής δύναμης-εξουσίας και της υποταγής της, οι αδιάκοποι όροι του δικού της αγώνα/διαπραγμάτευσης, πρέπει να διερευνηθούν και να αναθεωρηθούν με τα μάτια εκείνων που αναζητούν τους νόμους και την αρχή της διάρθρωσης, δηλαδή την ικανότητα να είναι μια μετακαπιταλιστική κοινωνική οργάνωση, κομμουνισμός.

Σχετική εικόνα

«Περισσότερος μισθός, λιγότερη δουλειά», «μισθός ξεκομμένος από την παραγωγικότητα»: αυτά τα ισχυρά μαζικά συνθήματα, λέξεις-κλειδιά, που θα εκραγούν το εργατικό φθινόπωρο του 1969 μοιάζουν η πολιτική βάση πάνω στην οποία συγκροτούνται οι πρώτες αυτόνομες εμπειρίες οργάνωσης. Όχι μόνο και όχι τόσο λόγω της ικανότητάς τους να διαταράσσουν τους παραδοσιακούς οργανωτικούς μηχανισμούς, ούτε λόγω της «εξτρεμιστικής τους αξίας» να προκαλούν οικονομικές και πολιτικές «κρίσεις», αλλά επειδή σε αυτές διαβάζεται ένα πιθανό, αναδυόμενο πρόγραμμα εξουσίας. Με την έννοια ότι με αυτές η σχέση ανάμεσα στην καπιταλιστική διοίκηση επί της παραγωγής πλούτου και η παραγωγή των κοινωνικών αναγκών φαίνεται να σπάει . Η ιεραρχία που εκφράζεται μέσα στην παραγωγική διαδικασία, οι λειτουργικές διαιρέσεις γύρω από τις οποίες αυτή οδηγεί το εργατικό σώμα, φαίνονται ανικανότητα να διαχειριστεί, να κουμαντάρει τις κοινωνικές απαιτήσεις, τους διαύλους γύρω από τους οποίους είναι δομημένες. Ανάμεσα στην ταξική σύνθεση – και δηλαδή μεταξύ της δομής των ρόλων, της μορφής της κυκλοφορίας των παραγωγικών ικανοτήτων, της πληροφόρησης, των αναγκών των εργατών – και της παραγωγικής οργάνωσης εμφανίζεται ένα βαθύ κενό που είναι ήδη διπλασιασμός των ιεραρχιών, ανοικτή σύγκρουση δυνάμεων και των κριτηρίων γύρω από τα οποία διατάσσονται. Επειδή η αντίθεση μεταξύ αναγκών και παραγωγής δεν είναι σαν αυτή μεταξύ του «ονείρου» και της «πραγματικότητας»: εκφράζει τη σύγκρουση μεταξύ καναλιών κοινωνικής επικοινωνίας, μεταξύ οργανώσεων ανθρώπων, εκφράζει την ανικανότητα από την κοινωνική ιεραρχία που διατάσσει την παραγωγή να διοικεί ολόκληρη την κοινωνία, εκφράζει δηλαδή το γεγονός ότι είναι πολύ μικρό μέρος αυτής, ότι σε αυτήν δεν εισρέει μια επαρκής ποσότητα κοινωνικών πόρων, και πως αρχίζει να σχηματίζεται ένα διαφορετικό σημείο συνάθροισης. «Αυτοαξιολόγηση» και «νέα υποκείμενα».

Αποτέλεσμα εικόνας για autunno operaio '69

Οι θεματικές των «νέων αναγκών», του «κοινωνικού εργάτη», της «αυτο-αξιολόγησης», που είναι το σημείο προσγείωσης της «αυτονομίας», είναι η γραμμική ανάπτυξη αυτής της προσέγγισης. Το χάσμα μεταξύ της παραγωγής κεφαλαίου και της κοινωνικής οργάνωσης εμβαθύνθηκε ώστε να κάνει να αντιστοιχεί σε ένα κοινωνικό άτομο γεμάτο δεξιότητες, πληροφορίες, γνώσεις, ανάγκες, επιθυμίες, μια φτωχή παραγωγή που καταφέρνει να οργανώνει όχι μόνο ένα ολοένα μειωμένο μέρος του χρόνου του, αλλά εκείνο το μέρος αυτού που είναι πιο άθλιο και άδειο, μαζί, των πραγμάτων που γνωρίζει και εκείνων που επιθυμεί. Μια παραγωγή που αποτελεί μόνο ένα μέρος των κοινωνικών σχέσεων μεταξύ εκείνων που συμμετέχουν σε αυτήν, που είναι ένα κλάσμα και όχι η σύνθεση όλης της κοινωνικής συνεργασίας, πάνω από όλα, μια παραγωγή που μια τέτοια συνεργασία, στο σύνολό της, δεν μπορεί πλέον να διοικεί και να διατάσσει. Η κυκλοφορία των ρόλων και των γνώσεων με αυξανόμενο και σημαντικό τρόπο δεν διατάσσεται πλέον σύμφωνα με τα κριτήρια της παραγωγικής εργασίας του κεφαλαίου, σύμφωνα με τους κανόνες της παράστασης-απόδοσης εργασίας. Αυτοί οι κανόνες διέπουν μια ποσότητα πόρων που δεν επαρκούν πλέον για να διατάξουν το σύνολο της κοινωνικής αναπαραγωγής, τα σημεία διασποράς και διαταραχής σε σχέση με αυτήν έχουν πολλαπλασιαστεί υπερβολικά και ήδη μπορούμε να έχουμε μια γεύση από τα πρώτα, αχνά σημάδια μιας πιθανής διαφορετικής διατακτικής αρχής : αξία χρήσης ενάντια σε αξία ανταλλαγής, ορθότητα των αναγκών του «πλούσιου κοινωνικού ατόμου» που αντιτίθεται στο σειριακό σύμπαν, ικανό μόνο για ποσοτικό προσδιορισμό, από την αναπαραγωγική ανάγκη της εργατικής δύναμης στην αφηρημένη ανάγκη της «αναγκαιότητας», της «φυσικής έλλειψης».

Σχετική εικόνα

Δεν είναι πλέον μόνο μισθός έναντι κέρδους, δηλαδή η αυτονομία των αντιτιθέμενων συμφερόντων μέσα στην ενότητα ενός κοινωνικού μηχανισμού, αλλά ο εντοπισμός μιας πιθανής αντιπαράθεσης μεταξύ δύο τρόπων παραγωγής, δύο συμπάντων κοινωνικών σχέσεων.

Αυτό που ορίζει τη μετάβαση από την πρώτη άρθρωση του λόγου – τον μισθό – στην δεύτερη – το «κίνημα της αξίας χρήσης» είναι τελικά η κρίση της έννοιας της ανάπτυξης: που είναι η ικανότητα καπιταλιστικής σύνθεσης της δυαδικότητας των δυνάμεων-εξουσιών που ζουν στον τρόπο παραγωγής. Από αυτή την άποψη, η μακρά εναλλαγή της κρίσης και της στασιμότητας που ξεκινά με τη δεκαετία του εβδομήντα, στην Ιταλία και σε ολόκληρη τη Δύση, φαίνεται στην αυτονομία ως ανικανότητα του συμφέροντος της καπιταλιστικής πλευράς να αποτελεί σύνθεση όλης της οργάνωσης, επικοινωνίας, κοινωνικής γνώσης, ως αδυναμία να οργανώσει όλους τους κοινωνικούς πόρους μέσα στο χρόνο εργασίας και πίσω από την ιεραρχία που τον διοικεί όλο τον κοινωνικό χρόνο. Σαν να λέμε πως η παραγωγική και πολιτική σύνθεση που προσφέρει η σχέση του κεφαλαίου φαίνεται φτωχή μπροστά στον αυξανόμενο πλούτο του κοινωνικού ιστού που χτίζεται γύρω από τους αγώνες. Γύρω από αυτό έλκεται μια εξαιρετικά υψηλή ποσότητα παραγωγικών πόρων με όρους ικανότητας για κοινωνική συνεργασία, ανταλλαγή και επεξεργασία πληροφοριών και γνώσεων, διοίκηση επί του κοινωνικού χρόνου.

Σχετική εικόνα

Η κοινωνική επικοινωνία φαίνεται να διευρύνεται δραματικά, σε μεγάλο βαθμό απαλλαγμένη από την αρχή της απόδοσης που ρυθμίζει τον μισθολογικό συντελεστή, και αυτή δεν είναι πλέον σε θέση να διοικήσει πλήρως, να ελέγξει την κοινωνική ιεραρχία: ένα αυξανόμενο μερίδιο του κοινωνικού πλούτου είναι καθηλωμένο, καρφωμένο να χρηματοδοτεί, μέσα από τις πιο ποικίλες μορφές βοήθειας-συνδρομής, όχι την παράσταση της εργασίας, αλλά την ακαμψία σε σχέση με αυτήν και την απόρριψή της, ενώ παράλληλα καθιστά κοινωνικά αμελητέο, όχι περιθωριοποιητικό, τον αποκλεισμό από αυτήν. Από την άλλη, το εργοστάσιο δεν ελέγχει πλέον όλες τις κοινωνικές συμπεριφορές μέσω της αγοράς εργασίας, και η κοινωνική συνεργασία εμφανίζεται ευρύτερη και πλουσιότερη από αυτή που κινεί, που δίνει ζωή στο παραγωγικό έργο του κεφαλαίου: κοινωνικές ομάδες που εκδιώχθηκαν σε μεγάλο βαθμό από την αγορά εργασίας, οι νέοι και οι γυναίκες, αποκτούν δύναμη έκφρασης και κοινωνικής εξουσίας, και ενώ ο χρόνος εργασίας του καθενός όχι μόνο υφίσταται υποκειμενικά ως απαλλοτρίωση της ζωής, ως καταδίκη και δυστυχία, μιζέρια, αλλά αντικειμενικά αδειάζει από γνώση και δημιουργική δύναμη , ο ελεύθερος χρόνος παύει ολοένα και περισσότερο να είναι ο δευτερεύων χρόνος της αναπαραγωγής της εργατικής δύναμης για να γίνει ένας χρόνος πλούσιος σε ανταλλαγές και κοινωνικές σχέσεις, ικανός για επικοινωνία, επεξεργασία, συντονισμό, κατοχή τεράστιων πόρων και γνώσεων, εν συντομία, μια παραγωγική δύναμη, η οποία δεν είναι ίση με την εργασία, που δεν είναι ίδια με αυτήν, έχει ένα ευρύτερο κοινωνικό καθεστώς, κατοικείται ενεργά, δραστικά, από τον αγώνα κατά της εργασίας.

Αποτέλεσμα εικόνας για dal operaio massa al operaio sociale, anni '70, libro, negri

Όλος αυτός ο ιστός νέων δεδομένων, αυτή η βαθιά τροποποίηση που παρενέβη στον τρόπο παραγωγής, είναι ισχυρό γεγονός, όχι περιθωριοποιήσιμο. Με την σειρά του όμως δεν είναι ικανό να είναι μεμονωμένα δύναμη μιας εναλλακτικής σύνθεσης: πάρα πολλά πράγματα δεν μπορεί να τα χειριστεί, του ξεφεύγουν πολλοί πόροι, αν και δεν είναι αλήθεια ότι έχει αυτή την κακή σχέση με την τεχνολογία που λέγεται, και ακόμα κι αν στον τομέα της παραγωγής άρχισε να εισέρχεται όχι μόνο ως αντίσταση και σαμποτάζ, αλλά και ως δημιουργική δύναμη. Πρόκειται για μια συζήτηση σχετικά με τη μετάβαση, τη μαζική μετανάστευση από την παραγωγική εργασία κεφαλαίου, και τις πιθανές εκβάσεις της. «Στην ουσία, σε σχέση με τις ρήξεις που έλαβαν χώρα από τον εργατισμό στο θεωρητικό »σώμα» του μαρξισμού-λενινισμού, η »αυτόνομη» εμπειρία προσθέτει μια σύλληψη της κρίσης που δεν είναι πλέον εκείνη της « κοινωνικής κατάρρευσης », της έκρηξης, της σε βάθος ανικανότητας του κεφαλαίου να αντιμετωπίσει τις κοινωνικές ανάγκες, αλλά και της έκρηξης των κοινωνικών σχέσεων, που είναι πάρα πολύ πλούσιες για να επαναφερθούν στη κεφαλαιακή σχέση, εκείνη των ορίων της κεφαλαιακής διοίκησης πάνω σε ολόκληρη την κοινωνία: όχι η ανάπτυξη της δυστυχίας, αλλά του κινήματος χειραφέτησης, βρίσκεται στη βάση της ‘ανάγκης για κομμουνισμό’. Σαν να λέμε, το αντίθετο μιας θεωρίας της καταστροφής: στη βάση όλων συνειδητοποιούμε ότι υπάρχει η ανίχνευση της ανεπάρκειας, της φτώχειας των παρόντων σχέσεων εξουσίας, μπροστά στον πλούτο των κοινωνικών σχέσεων που έχουν αναπτυχθεί και λειτουργούν. H «μετανάστευση» από την μισθωτή εργασία και το ζήτημα του κράτους.

Αποτέλεσμα εικόνας για quaderni rossi panzieri

Μέσα σε αυτό το ύφος του λόγου το πρόβλημα της «εξουσίας» παίρνει διαστάσεις που είναι αρκετά ιδιαίτερες και γίνεται η θέση της «δύσκολης ταυτότητας» της αυτονομίας, ο τόπος γύρω από τον οποίο είναι αρθρωμένη η αντιφατική οργανωτική της εμπειρία.Καθ όλη την ιστορία του εργατικού κινήματος, τόσο στην ρεφορμιστική, σοσιαλδημοκρατική εκδοχή, όσο και στην επαναστατική, το ζήτημα της εξουσίας είναι η ισχυρή αρχή της ταυτότητας, η βάση του σχεδίου κοινωνικής μεταρρύθμισης. Με την έννοια ότι η πολιτική επανάσταση θέλει να προηγηθεί της κοινωνικής, και η κατάληψη του κράτους να είναι η βάση για την τροποποίηση των σχέσεων παραγωγής: το κράτος είναι, κατά τον Χέγκελ, το πιο προηγμένο επίπεδο κοινωνικής συνεργασίας και καθοδηγεί όλα τα άλλα. Ξεκινώντας από την αστική επανάσταση, αυτό είναι – και με αυτό τον τρόπο ο Στάλιν θα ολοκληρώσει μια συζήτηση που ξεκίνησε από τον Μαρξ – ο οποίος διαφοροποιεί την προλεταριακή επανάσταση από την αστική επανάσταση, που αυτή η τελευταία πρώτα κυρίευσε την κοινωνία και μετά το κράτος, ενώ η πρώτη προορίζεται να ακολουθήσει την αντίστροφη πορεία, να κυβερνήσει από πάνω, από ψηλά, από το σημείο της μέγιστης συγκέντρωσης της εξουσίας, την επανάσταση των κοινωνικών σχέσεων.Όλα αυτά δεν μπορούν να υπάρχουν στην κουβέντα που κάναμε, επειδή η καρδιά της είναι η αλλαγή »που βρίσκεται σε εξέλιξη» στις σχέσεις παραγωγής, η νέα εξάρθρωση-μετατόπιση της εξουσίας στην κοινωνία πολύ πριν απ’ ότι στους θεσμούς, το πρόβλημα της πολιτικής εξουσίας ακολουθεί, δεν προηγείται και περιορίζεται στο πρόβλημα του τρόπου με τον οποίο το κράτος προσαρμόζεται στην αλλαγή.

Αποτέλεσμα εικόνας για quaderni rossi panzieri

Το «σοσιαλιστικό» ζήτημα της κατάληψης του κράτους, της προλεταριακής «ανάληψης της εξουσίας» δεν προκύπτει στην πραγματικότητα: επειδή η νέα εξουσία που αναδύεται δεν είναι κρατική εκπροσώπηση, δεν μπορεί να ανατεθεί, δεν μπορεί να διαχωριστεί από εκείνους που την ασκούν, δεν είναι πολιτική, αλλά «παραγωγική», «σβήνει το κράτος». «Πραγματικά το νόημα ενός λόγου, μιας συζήτησης επί της φτωχοποίησης της κεφαλαιακής σύνθεσης και για τον πλούτο των πόρων που παραμένουν ξένοι σε αυτήν είναι ότι υπάρχει μια διασπορά της κοινωνικής εξουσίας, μια μετατόπιση των εξουσιών διαχείρισης επί των πόρων από την « αφηρημένη ισχύ στην κοινωνική συνεργασία » που διατάσσεται μέσα στην μισθωτή εργασία στις συγκεκριμένες κοινότητες, οι οποίες είναι ανεπίσημα δομημένες γύρω από αυτή την κατακτημένη διαθεσιμότητα κοινωνικού χρόνου, και πως αδιακρίτως τοποθετούνται έξω από τη σχέση εργασίας ή την διασχίζουν «. Αυτή η θολερότητα στην κοινωνική κατανομή της εξουσίας, αυτή η διασπορά που επενδύει την ομαλή ιεραρχική της άρθρωση και αποδυναμώνει το μεγάλο αφηρημένο και σύνθετο σύστημα υπέρ του μικρού συγκεκριμένου και απλού, επιτίθεται στα θεμέλια της μαρξιστικής ανάλυσης της εξουσίας. Με την έννοια πως βάση αυτής είναι η παραδοχή της συγκέντρωσης της εξουσίας στην κοινωνία του κεφαλαίου και η δυνατότητα να δοθεί σε αυτήν μια θετική μορφή, μετατρέποντας τη μορφή του κράτους με τρόπο ώστε να μεγιστοποιηθεί η «δημοκρατική συμμετοχή», να αυξηθεί η νομιμότητα και η δυνατότητα ελέγχου του.

Σχετική εικόνα

Σε αυτό το σημείο, ωστόσο, προκύπτει ένα πρόβλημα: ο λόγος για το κράτος είναι στον Μαρξ, όπως σε όλη την δημοκρατική πολιτική σκέψη, ένας λόγος για την «ισότητα», ο λόγος για τον κομμουνισμό είναι ένας λόγος για την ελεύθερη ανάπτυξη των «διαφορών», για το τέλος του δικαίου και την απάνθρωπη παράληψη του. «Η σχέση μεταξύ των δύο λόγων δεν είναι διαλεκτική στον Μαρξ, απλώς δεν υπάρχει». Υπάρχει μαζί η εξύμνηση της πολιτικής, της ισότητας, και η κριτική της. Σοσιαλιστική επανάσταση στο όνομα της ισότητας, για να «φέρει εις πέρας την γαλλική Επανάσταση», αλλά κομμουνισμός ως κριτική της. Επειδή η ισότητα μεταξύ των ανθρώπων είναι ένας διαχωρισμός, μια αφαίρεση, η οποία περνάει πάνω από τις συγκεκριμένες διαφορές των προτιμήσεων, των ιδιοσυγκρασιών, των αναγκών και των επιθυμιών, και μπορεί να το κάνει αυτό επειδή θεωρεί τους ανθρώπους εμπορεύματα, εναλλάξιμα στην απόδοση της εργασίας: γι αυτό είναι ισότητα »μόνο» πολιτική, επειδή αυτή η αληθινή, υλική είναι η αναγνώριση των διαφορών, η κατάργηση του δικαίου. Η «ισότητα» είναι η μόνη δυνατή βάση για κάθε ανάθεση και συμμετοχή, το θεμέλιο της πολιτικής, μαζί με τη δυνατότητα και το πεπρωμένο της, αλλά η βάση της είναι η αγορά, η μισθωτή εργασία, όπου «ένας άνθρωπος μιας ώρας «αξίζει έναν άλλο άνθρωπο μιας ώρας.Το «γενικό συμφέρον» του κόσμου της πολιτικής βασίζεται σε αυτή τη γενική ισοδυναμία του κόσμου των εμπορευμάτων επί της αφηρητότητας της μισθωτής εργασίας, αλλά η « κριτική της πολιτικής », η κριτική των σχέσεων ανάθεσης έχει και αυτή μια ισχυρή βάση.

Αποτέλεσμα εικόνας για autunno operaio '69

Τι συμβαίνει πραγματικά όταν ο χρόνος εργασίας, στον οποίο όλοι είναι ίσοι, χάνει εξουσία και παραγωγική δύναμη, γίνεται ένα κλάσμα όλου του κοινωνικού χρόνου, και ο χρόνος της μη εργασίας παύει να είναι δευτερεύουσα λειτουργία της κοινωνικής αναπαραγωγής και αρχίζει να είναι ένας συμμετέχων στον πλούτο των παραγωγικών δυνάμεων; Όταν οι σχέσεις μεταξύ των ανθρώπων αρχίζουν να είναι τόσο πλούσιες ώστε δεν μετριούνται πλέον με βάση την ισοτιμία και η κοινωνική επικοινωνία αρχίζει να διαρθρώνεται γύρω από τον ποιοτικό χρόνο, πλούσιο σε διαφορές, που παρακάμπτει, αποφεύγει και απομακρύνεται από την διοίκηση, τον έλεγχο του μισθού; «Ο λόγος της ισότητας παύει να κυβερνά τη διαδικασία της απελευθέρωσης, που πάει να ξεδιπλωθεί γύρω από ένα νέο πρόβλημα: πώς αρθρώνουμε την εξουσία όχι γύρω από την αφηρημένη ισότητα που επιβάλλει η αγορά, αλλά γύρω από τις συγκεκριμένες διαφορές που ζωντανεύουν τη νέα εποχή, το νέο χρόνο της πλούσιας κοινωνικής συνεργασίας; » Ο Μαρξ μιλούσε για τη «γενική διάνοια, general intellect», την αποσύνδεση της παραγωγής από την αναγκαιότητα. Πώς λειτουργεί η ανάθεση εξουσιών, όταν η κοινωνική παραγωγή του πλούτου αρχίζει να απελευθερώνεται από τα πλέγματα της αφηρημένης εργασίας, όταν η συμμετοχή του καθενός στην παραγωγή δεν μειώνεται πλέον στο χρόνο εργασίας του, αλλά επενδύει την ποιότητα της ύπαρξης του σαν «πλούσιου κοινωνικού ατόμου» , και πώς είναι αντιπροσωπεύσιμοι οι άνθρωποι που συμμετέχουν στην κοινωνία στη βάση όχι της απόδοσής τους, αλλά από αυτό που κάνουν, γνωρίζουν, θέλουν και επιθυμούν, διότι όλο αυτό εισέρχεται σήμερα στην ισχύ της κοινωνικής συνεργασίας; Δεν είναι αλήθεια με την ισχυρή έννοια όλο αυτό: ο χρόνος εργασίας είναι ακόμη πραγματική ουσία της παραγωγής, και από αυτόν παίρνουν δύναμη υλική η ανάθεση, η ισότητα, το «πολιτικό», αλλά υπάρχει αυτή η απελευθέρωση του κοινωνικού χρόνου, με ένα μη περιθωριακό τρόπο, και είναι ικανή να παράξει ισχυρά αποτελέσματα, και διασχίζει όλα τα θεσμικά όργανα με απονομιμοποιητική δύναμη.

Σχετική εικόνα

Αυτό που εκρήγνυται σε όλα τα επίπεδα, δεν είναι ένα αίτημα για «συμμετοχή» με βάση την ισότητα, αλλά απαίτηση για ευρύτερη εξάρθρωση της εξουσίας, της διάδοσής της, αυτονομίας των χώρων διαχείρισης στη βάση της «ποικιλομορφίας», της »διαφορετικότητας», της μη αναστρεψιμότητας σε «γενικό συμφέρον», στην σχέση πλειοψηφίας. Τα κινήματα αγώνα αυτών των χρόνων, παντού, έχουν αυτό το σημάδι: κανένα αίτημα για διαφορετική διαχείριση της εξουσίας, ούτε διεκδίκηση της «ισότητας», δηλαδή της πλειοψηφικής νομιμότητας, αλλά επιβεβαίωση μιας κάποιας μη αναστρέψιμης διαφορετικότητας που γίνεται , σαν τέτοια, απαίτηση ισχύος, άνοιγμα για διαπραγμάτευση, αίτημα για αυτονομία. Απαίτηση να έχουν φωνή μιας και είναι «διαφορετικά», όχι λόγω της ισότητας, απαίτηση αναγνώρισης της δύναμης-εξουσίας που είναι εγγενής σε αυτή την ποικιλομορφία, την διαφορετικότητα. Το κίνημα του ’77 ήταν κοινωνικά διαρθρωμένο και πολύπλοκο, για ένα πολύ μικρό μέρος του αποτελούμενο από «περιθωριοποιημένους», είχε τα χαρτιά του σε τάξη για να θέτει ερωτήματα «πολιτικά», αλλά η ταυτότητά του ήταν εκείνη του «διαφορετικού», οι γλώσσες που μιλούσε εξειδικευμένες και μη μεταφράσιμες, όπως η διάλεκτος μιας φυλής που θέλει να υπερασπιστεί τον εαυτό της από την επίσημη γλώσσα. Η »περιθωριακότητα» δεν υπήρξε κοινωνική υποδήλωση αλλά πολιτική επιλογή, κριτική της πολιτικής.

Σχετική εικόνα

Αλλά είναι μόνο ένα παράδειγμα: οι μαύροι, οι γυναίκες, οι νέοι, οι ηλικιωμένοι, οι αδερφές, οι εθνικές μειονότητες, τεχνικές, γλωσσικές, θρησκευτικές, η αναζήτηση μιας μη «πολιτικής» ταυτότητας που περιστρέφεται γύρω από μια διαφορά που πρέπει να αναγνωριστεί και να γίνει σεβαστή, στη βάση της οποίας θα διαπραγματευτούν χώροι για τη διαχείριση των πόρων, εμφανίζεται ως κυρίαρχο χαρακτηριστικό των «κινημάτων» ή εκείνων των χρόνων. Η σχέση με τους θεσμούς μέσα στην ιστορία της αυτονομίας. «Μέσα σ ‘αυτή τη μορφή της κοινωνικής αλλαγής, μέσα σε αυτό το πρόβλημα της μεταβίβασης εξουσιών από την εργασία στη μη εργασία, το ζήτημα της κρατικής εξουσίας ανακύπτει πάντοτε με όρους διαπραγμάτευσης, ποτέ « κατάληψης » ή υποκατάστασης». Στην ιστορία της αυτονομίας αυτό σημαίνει ότι παρουσιάζεται πάντοτε με όρους «τακτικής», ποτέ «στρατηγικής», και που δύσκολα προσφέρεται να είναι ο κεντρικός τόπος της πολιτικής ταυτότητας. Πρόκειται για ένα τακτικό πρόβλημα, μετακίνησης των αντιστάσεων, όχι στρατηγικό, της κατασκευής του μηχανισμού καθοδήγησης της διαδικασίας. «Τακτικό» πρόβλημα με την ισχυρή έννοια στην πρώτη φάση των κινημάτων, μέχρι τη διάλυση της εργατικής Εξουσίας, di Potere operaio, «τακτικό» με την αδύναμη έννοια στη δεύτερη φάση, εκείνη του χώρου της αυτονομίας αυτής καθεαυτής.

Σχετική εικόνα

«Με ισχυρή έννοια» σημαίνει ικανό να εκφράσει μια σύνθετη πολιτική και οργανωτική ταυτότητα, ένα σχέδιο κομματικό: στο κίνημα η στρατηγική, ο κομμουνισμός, στο κόμμα η τακτική, η απομάκρυνση των εμποδίων, η ικανότητα ρήξης. Με άλλα λόγια, Potere operaio, το «κόμμα της εξέγερσης». Όπου εξέγερση δεν είναι σχέδιο πολιτικής εξουσίας – ούτε «όλη η εξουσία στα σοβιέτ» ούτε «εργατική κυβέρνηση» – αλλά ανασύνθεση του κινήματος, ρήξη του πολιτικο-κοινωνικού ελέγχου γύρω από την ενοποιητική δύναμη ορισμένων συνθημάτων, όπως «εγγυημένος μισθός», ικανών να συγκεντρώσουν σε ένα σημείο τις ενέργειες για να θέσουν μια σφήνα, ένα αγκάθι, να κάνουν τους θεσμούς να οπισθοχωρήσουν, να διευρύνουν τους χώρους του κινήματος. Να ενωθεί το κίνημα, να σπάσει ο έλεγχος, αυτό είναι το πρόβλημα. Και ο έλεγχος δεν είναι στρατιωτικός αν όχι στην τελευταία στιγμή: δεν είναι ζήτημα πολέμου, αλλά έλλειψης ομοιογένειας στην ταξική σύνθεση, ισχυρών και αδύναμων σημείων, αντιθέσεων και δυνατότητας να βρεθεί αυτός ο ελάχιστος κοινός παρονομαστής που να λειτουργεί ως σφυρί και επιτρέπει την ανάκαμψη της ανάπτυξης σε πιο προηγμένο επίπεδο. Δεν είναι η ανάληψη της εξουσίας, αλλά η διάρρηξη των αναχωμάτων. Μα υπάρχει μια έμφαση, ένα άγχος, μια παραμόρφωση που δεν βρίσκουν επιβεβαίωση. Έμφαση στη δύναμη των αναχωμάτων, άγχος για την αντίσταση του κινήματος, εξαναγκασμός για τον κατ ‘ανάγκην μετωπικό χαρακτήρα της αντιπαράθεσης, της σύγκρουσης : το μπλοκάρισμα των αγώνων, η ταξική αποδιάρθρωση, η ύφεση μπροστά στην αναδιoργάνωση, φαίνονταν να είναι τα υποχρεωτικά σημεία αναφοράς του λόγου, της συζήτησης για την ρήξη. Στην πραγματικότητα τα αναχώματα έχουν όλα παρακαμφθεί, με χαμηλό κόστος, και η οικονομική κρίση μπόρεσε να μετρήσει όχι τόσο την τοξικότητα της καπιταλιστικής αντεπίθεσης, όσο το εύρος των χώρων που κατέκτησε το κίνημα.

Vogliamo-tutto-Aprile-039-77-controcultura-movimento-039-77-autonomia

Το κίνημα της άρνησης της εργασίας δεν προσέβαλε την πολιτική κοινωνία, βάλθηκε να στρέφεται γύρω της επιβεβαιώνοντας όλα τα κυβερνητικά εργαλεία, αλλά θέτοντας όλο και μεγαλύτερους περιορισμούς στην επιλεκτικότητα τους, αφιερώνοντας μια μεγάλη φέτα πλούτου για να πληρώσει αδιαφοροποίητα την συναίνεση: ουσιαστικά, προέβλεψε και ξεπέρασε την καπιταλιστική αναδιάρθρωση, κάμπτοντας την ώστε να σεβαστεί την ενότητά του, καθιστώντας την αντιφατική, διαβρώνοντας την ικανότητά της για κοινωνική διοίκηση και έλεγχο και επεκτείνοντας τους δικούς του χώρους εξουσίας και διαχείρισης. Η ακαμψία των θεσμικών οργάνων υπήρξε μέγιστη σε επίσημο επίπεδο, σε σημείο να αποτρέψει οποιαδήποτε μορφή πολιτικής αντιπροσώπευσης της αλλαγής, μέχρι σημείου να απομακρύνει το πρόβλημα της νομιμότητάς της, αλλά αυτή η επιχείρηση είχε ένα βαρύ τίμημα με όρους ουσιαστικής ευθραυστότητας, στεγνής απώλειας της ικανότητας να κυβερνήσει. Σε αυτή τη ολίσθηση των σχεδίων αντιμετώπισης ναυάγησε το πολιτικό σχέδιο του Potere operaio – το 1973 η κρίση τoυ εκρήγνυται. Η «τακτική» ενοποίηση που αυτό προτείνει φαίνεται να είναι μειωτική μπροστά στην πολλαπλότητα των επιπέδων αντιπαράθεσης-σύγκρουσης που έχουν ανοίξει, του λεξιλογίου που το κίνημα θέτει σε πράξη, των χώρων ανάπτυξης που είναι προσβάσιμοι από έναν πλούτο κοινωνικών υποκειμένων, των οποίων η συλλογική ταυτότητα είναι πολύπλοκη , δεν μπορεί να μειωθεί σε μια «ενότητα» της στιγμής. Η γενική εκπροσώπηση του κινήματος σε ένα απλό αντιθεσμικό κλειδί φαίνεται να είναι αδύνατη και περιττή ταυτόχρονα, ένας εξτρεμιστικός εξαναγκασμός.

Αποτέλεσμα εικόνας για movimento '77

Επάνω σε αυτές τις βάσεις η εργατική Εξουσία διαλύεται. Η προοπτική που ανοίγει σε αυτό το σημείο, για την αυτονομία, είναι αυτή της απόλυτης προσκόλλησης στο κίνημα μέσα στην εγκατάλειψη κάθε σχεδίου «μεγάλης τακτικής», συγκεντρωτισμού και ενοποίησης, που πηγαίνει πέρα από το έδαφος που πραγματικά προσφέρεται από τα περιεχόμενα και τα επίπεδα ανάπτυξης που δίδονται φορά τη φορά: δεν είναι δυνατόν να διατηρηθεί η απόκλιση της τακτικής και της στρατηγικής, του κόμματος και του κινήματος, της πολιτικής και του κομμουνισμού. Το μόνο έδαφος για την ενοποίηση του κινήματος που φαίνεται εφικτό δεν είναι πολιτικό, αλλά παραγωγικό, είναι η πρακτική σύνθεση των χώρων εξουσίας που κατακτώνται φορά τη φορά: η κομμουνιστική εξουσία μεγαλώνει καθημερινά μέσα στη σύγκρουση μεταξύ εργασίας και άρνησης της εργασίας, με μορφές και λεπτομέρειες διαφορετικές φορά τη φορά, και σε αυτό το ίδιο έδαφος πρέπει να τεθεί το πρόβλημα της τακτικής, σε αυτό πρέπει να επιλυθεί εκείνο του κράτους. Δεν υπάρχει χώρος για μια ταυτότητα του κινήματος διαφορετική από αυτή, ούτε απλούστερη από την οικοδόμηση του κομμουνισμού που μεγαλώνει μέσα στην κοινωνία, και η πολιτικο-στρατιωτική διοίκηση του κράτους πρέπει να αντιμετωπιστεί εκεί όπου εμφανίζεται ως συγκεκριμένη αντίφαση, στα τερματικά του μέρη που αργά αργά ροκανίζονται. Το πρόβλημα του κράτους παύει να είναι ο τόπος μιας εύκολης «τακτικής» ταυτότητας, απορροφάται εκ νέου στην πιο σύνθετη διάσταση της σύστασης των αναδυόμενων σχέσεων παραγωγής. Διεύρυνση των χώρων στο έδαφος επί των οποίων ανοίγουν, καμιά περίπτωση συγκέντρωσης δυνάμεων γύρω από μια ελάχιστη και «αντιπροσωπευτική» ενότητα, αλλά βαθύ σκάψιμο μέσα στις ανομοιογένειες, τις ασυνέχειες του ιστού της τάξης, επειδή γύρω τους είναι που αρθρώνεται η νέα δύναμη, η νέα εξουσία.

Σχετική εικόνα

Που είναι διαδεδομένη, διάχυτη, διασκορπισμένη, όχι συνθετική. Είναι ένας λόγος γύρω από τον οποίο περιστρέφεται μια γενική μετατόπιση της προσοχής στο έδαφος των θεματικών και των στόχων, όχι μόνο της οργανωτικής μορφής: από την «εξέγερση» στην »πάλη μακράς διάρκειας», από τις «καταληκτικές ημερομηνίες» γύρω από ενοποιημένους στόχους στην οικειοποίηση «Η πρακτική της οικειοποίησης» γίνεται το πιο σημαντικό σημείο ταυτότητας του πολιτικού χώρου που συγκροτείται. Οικειοποίηση αγαθών, δηλαδή απαλλοτρίωση, μαζική παρανομία «διάχυτη βία»,  αλλά και αυτομείωση των κοινωνικών τιμολογίων, δηλαδή διεύρυνση της νομιμότητας στη βάση της συναίνεσης, και «οικειοποίηση» στο εργοστάσιο της μείωσης του ωραρίου εργασίας, μονομερής μείωσή του, χωρίς διαπραγματεύσεις, αλλά επιχειρησιακή εφαρμογή μιας απόφασης της δικής μας πλευράς, ενός «διατάγματος». Εν ολίγοις, οικειοποίηση ως ξεπέρασμα των διαπραγματεύσεων, ως διαχείριση μιας de facto εξουσίας επί της διανομής του πλούτου, όπως για το ωράριο εργασίας εκεί όπου αυτό είναι εφικτό: μια θεματική που ταιριάζει πολύ καλά σε ένα «μοριακό» λόγο για την εξουσία, αλλά που τα όρια του είναι προφανή.

Σχετική εικόνα

Είναι ο τοπικισμός, η μείωση του προβλήματος του γενικού μέτρου των σχέσεων δύναμης στην τοπική πρακτική της αντιεξουσίας. Στην πραγματικότητα, κάθε φορά που ένας αγώνας θα μεγαλώσει μέχρι σημείου να θέσει προβλήματα γενικού χαρακτήρα για το κίνημα, κάθε φορά που το πεδίο της μάχης θα υψωθεί για να αναλάβει μια παραδειγματική αξία, μια παραδειγματική σημασία και ισχύ, ο λόγος αυτός, η συζήτηση αυτή θα δείξει τα όρια της διαχωρισμένη όπως είναι ανάμεσα στη βούληση μιας πλήρως κοινωνικής ταυτότητας και την ανάγκη της πολιτικής, της «γενικής αντιπροσώπευσης» των δυνάμεων που βρίσκονται στο πεδίο του αγώνα, της συγκέντρωσης των πόρων. Μια αντίφαση που δεν έχει ξεπεραστεί ποτέ, η οποία θα εκφράζεται αφενός σαν ζωτικότητα και διάχυση, ικανότητα να ερμηνεύει το καινούργιο και να προσκολλάται σε αυτό, αφετέρου σαν φτώχεια και κατακερματισμός των οργανωτικών του επιπέδων και, ταυτόχρονα, σαν διαρκής διαθεσιμότητα στην μειοψηφική και υποδειγματική έμφαση-σημασία της δικής του πράξης, σε μια προσπάθεια να αντιμετωπιστούν τα άλυτα προβλήματα της ταυτότητας και της πολιτικής αντιπαράθεσης-σύγκρουσης. Είναι μέσα σε αυτή την κατάσταση που η θεματική της αντιεξουσίας εξαναγκάζεται να είναι, από ισχυρή αλλά τοπική βάση για την εδραίωση σαφώς καθορισμένων οργανωτικών εμπειριών, συλλογική ιδεολογία, γενική ταυτότητα του κινήματος. Μια αδύνατη ταυτότητα, διότι μόνο σε ακραίες περιπτώσεις και για πολύ συγκεκριμένα κοινωνικά στρώματα, που καθορίζονται αυστηρά με την έννοια του αποκλεισμού από τις συμμετοχικές σχέσεις, μια αλλαγή στην κοινωνική κατανομή της εξουσίας εκφράζεται ως «αντιεξουσία»: γενικά οι μηχανισμοί της άτυπης διαπραγμάτευσης και εκείνη η ιδιαίτερη μορφή της οικειοποίησης των πόρων – νομισματικής και χρονικής – η οποία εκδηλώνεται με την πτώση της αποτελεσματικότητας στη σχέση απόδοσης, αποτελούν λύσεις λιγότερο πολυδάπανες κοινωνικά και πολιτικά.

Αποτέλεσμα εικόνας για insurrezione proletaria anni 70

Μια αδύνατη ταυτότητα, αλλά η οποία με φυσικότητα τείνει να παρουσιάζεται ως μια «συνήθης» πρακτική της σχέσης με την εξουσία όταν η σύγκρουση είναι με ένα θεσμικό ιστό που χαρακτηρίζεται από ακαμψία, από μια ανικανότητα για τροποποίηση και μεταρρύθμιση, ώστε να θέτει καθημερινά το πρόβλημα της εξουσίας με απολυταρχικούς όρους.Επειδή πρόκειται για έναν θεσμικό ιστό που ισχυρίζεται-υποκρίνεται πως θέλει να φέρει την πολιτική τάξη σε θέση να αποκτήσει κάθε έδαφος κοινωνικής έκφρασης, να παίξει τα χαρτιά του όχι στο έδαφος του μονοπωλίου της νόμιμης εκπροσώπησης αλλά σε εκείνο το σοσιαλιστικό του μονοπωλίου της κοινωνικής επικοινωνίας. Σε αυτή την εκδοχή της »αντιεξουσίας», το πρόβλημα του κράτους μόνο οριακά αποτελεί τόπο κοινωνικής και πολιτικής ταυτότητας του κινήματος: αυτό συμβαίνει για ορισμένες, σημαντικές, αλλά περιορισμένες οργανωτικές εμπειρίες αλλά δεν καταφέρνει να είναι ο αποτελεσματικός συνεκτικός ιστός των πιο συμπαγών εμπειριών του αγώνα.

Σχετική εικόνα

«Έτσι η ιστορία της αυτονομίας αυτών των χρόνων φαίνεται να μην έχει ένα πραγματικό σημείο εστίασης: δύο εμπειρίες σταθερά ριζωμένες σε ευρείς τομείς νεανικού και εργατικού προλεταριάτου στη Ρώμη και την Πάδοβα, ένας μεγάλος πλούτος εμπειριών, από την αυτόνομη Συνέλευση της Αλφα στους κύκλους του προλεταριάτου των νέων, στο Μιλάνο, μέσα σε μια πρακτικά άρρηκτη οργανωτική ρευστότητα, μια διαδρομή με πολύ μεγάλες εμπειρίες αγώνα, από την κατάληψη του ’73 στους αγώνες του ’74 μέχρι τις πικετοφορίες του ’79 στη Fiat από τους πολίτες, χωρίς μια οργανωτική θωράκιση κατά κάποιο τρόπο σταθερή και αναγνωρίσιμη, μια τεράστια ποσότητα και χωρίς λογοκρισία τοπικών κολεκτίβων διάσπαρτων παντού, οι εκρήξεις του ’77 στη Ρώμη και τη Μπολόνια, που σε καμία περίπτωση δεν οφείλονται σε προηγούμενες οργανωτικές εμπειρίες αλλά που όλες αυτές τις ενσωματώνουν».

Αποτέλεσμα εικόνας για assemblea autonoma anni '70

Στον περίπλοκο αυτό τρόπο, φτιαγμένο από ασυνέχεια και χάσμα μεταξύ αγώνων και οργάνωσης, το κίνημα της άρνησης της εργασίας διασταυρώνεται με μια πολιτική ιστορία που, αν και θέλει να προσκολληθεί σε αυτό και που συνεχώς τρέφεται από αυτό, δεν μπορεί να ανταποκριθεί στα προβλήματα που δημιουργούνται. Πρόκειται για μια ιστορία που έχει ένα απλό κλειδί: την τήρηση των υψηλότερων επιπέδων της κοινωνικής σύγκρουσης σε αυτά τα χρόνια, την αδυναμία να επεξεργαστεί μια ταυτότητα αρκετά διαρθρωμένη ώστε να μπορεί να λογαριάζεται με ολόκληρο τον ιστό της επικοινωνίας του κινήματος και να ξέρει πώς να συνδέεται με αυτό με διαφορετικό τρόπο από την υποδειγματική αναβίωση της εμπειρίας οδηγού. Μέσα στο πλαίσιο αυτό το κίνημα του ’77 κατέχει μια πολύ ξεχωριστή και ιδιαίτερη θέση: για τη δύναμη της επίπτωσής του, για την καινοτομία και την αυθεντικότητα που εκφράζει, για τον τρόπο με τον οποίο καινοτομεί όλους τους όρους του ζητήματος.Η αυτονομία είναι ο μόνος πολιτικός χώρος που έρχεται σε επαφή με το κίνημα, το τροφοδοτεί και τροφοδοτείται από αυτό. Και είναι η μόνη, επομένως, που του μεταφέρει τα όρια και τα λάθη της.

Αποτέλεσμα εικόνας για assemblea autonoma anni '70

Το ’77 αποκαλύπτει τον μειοψηφισμό και τον μινιμαλισμό του πολιτικού σχεδίου της αυτονομίας, το μυστήριο του ανεπίλυτου προβλήματος του «πολιτικού» σε αυτήν, αποκαλύπτει επίσης πως είναι η μόνη προσπάθεια να ερμηνεύσουμε και να καταστήσουμε ισχυρή τη διαδικασία αλλαγής που μας διέρχεται. Πάνω απ ‘όλα, αλλάζει τα χαρτιά επάνω στο τραπέζι, εξαπλώνει τους ορίζοντες: το εύρος της κινητοποίησης διέρρηξε, πιθανότατα για πάντα, εκείνη την αναγεννησιακή γεύση, εκείνο το μεράκι για τους μικρούς αριθμούς που είχαν προσπαθήσει να επιβιώσουν, μοναδικός εφικτός «λενινισμός», στην κατάρρευση της ιδέας του κόμματος, και, από κοινού, ο πολλαπλασιασμός των γλωσσών, του λεξιλογίου, το σπάσιμο της «πολιτικής» ορολογίας και η έκρηξη του λόγου επί των «διαφορών» έθεσαν στο χαλί, πρακτικά, τον χαρακτήρα του επείγοντος και την δυνατότητα, τους πόρους, μιας περίπλοκης συλλογικής ταυτότητας, αγκυροβολημένης στον πλούτο των παραγωγικών δυνάμεων που εκφράστηκαν, όχι ισοπεδωμένη επάνω στον τελετουργικό αντιθεσμικό χαρακτήρα της «αυτόνομης» ιστορίας που μόλις διασχίσαμε.

Σχετική εικόνα

https://www.academia.edu/28083383/Nanni-Balestrini-Primo-Moroni-L-Orda-d-Oro-1968-1977-la-grande-ondata-rivoluzionaria-e-creativa-politica-ed-esistenziale.pdf

ανατρεπτική τέχνη, arte ribelle

Barbara Balzerani: η πορώδης συγγραφή της ιστορίας

Από τον μαγικό ρεαλισμό της Ortese μέχρι τη φιλοσοφική και σημασιολογική αυστηρότητα, βουτηγμένη με την θηλυκή ουσία, της de Beauvoir. Από τις πληγές του Angelus Novus του Walter Benjamin, φορέα μιας ιστορίας «πορώδους» που χρειάζεται την εκ νέου / εγγραφή, στο ντοκουμέντο “Nuovo Realistico“ που λογαριάζεται με τον κυρίαρχο μετα-μοντερνισμό και τις ερμηνευτικές τάσεις της αδύναμης και μετά ιδεολογικής σκέψης. Από την ποιητική και εικονοκλαστική οργή της αγγλικής δραματουργού Sarah Kane, μέχρι τις ελεγιακές πινελιές της άραβας ποιήτριας Zhabiya Khamis. Μέχρι τον άμεσο και λεπτό φωτογραφικό λυρισμό του Salgado. Αυτά είναι τα ίχνη που εκφράζονται – κατά τη γνώμη μου, φυσικά, γιατί θα μπορούσαμε να δούμε και πολλά άλλα, όπως εκείνα του φεμινισμού της Lonzi – επάνω στα οποία φαίνεται να κινούνται, με αργό αλλά αμείλικτο βήμα, ανελέητο αλλά παθιασμένο, τα μυθιστορήματα της Barbara Balzerani. Μυθιστoρήματα στα οποία η πολιτική και το μαρξιστικό ιδεώδες είναι η αντίστιξη, σιωπηρή και αναπόφευκτη, μέσω της οποίας μπορούν να ακουστούν οι τραγικές νότες μιας ζωής στον αγώνα, μιας ύπαρξης σε αγώνα.

Εδώ, στη συνέχεια, ένα πέρασμα, από τα πιο σημαντικά, του τρίτου της “Perché io perché non tu”, »Γιατί εγώ γιατί όχι εσύ:

«Υπάρχουν στιγμές που τυπώνονται στη μνήμη και παραμένουν εκεί για να καίνε σαν να έπρεπε να περάσει μια ζωή. Κλικ, σαν ένα στιγμιότυπο στο επίκεντρο και ο κόσμος αλλάζει πρόσωπο. Αν είχα παραμείνει σιωπηλή θα είχα παρατείνει την αθωότητα για λίγο ακόμη αλλά εκείνα τα λόγια βγήκαν από το στόμα μου από μόνα τους, ακούσια αμαρτία τόσο άσεμνη ώστε να αξίζει την άμεση τιμωρία. Την ανέλαβε η ιδιοκτήτρια του καταστήματος η οποία, κοιτάζoντας με σαν μια κάμπια η οποία πιστεύει πως είναι πεταλούδα, μου έδειξε τη διαφορά μεταξύ των δύο φορεμάτων. Φορούσα ένα φτηνό κουρέλι και ούτε που έκλεινα το στόμα μου.

Με την μια μου αποκάλυψε πως ήμουν φτωχή, πως φαίνονταν και συνεπώς ήταν καλύτερο να περάσω απαρατήρητη την μέρα του τελετουργικού. Μπροστά θα στέκονταν εκείνες όπως η φιλενάδα μου, αέρινες και με τα πλούσια κάλλη τους. Για μένα, μια θέση λίγο πιο πίσω, βλέπεις ακόμη και τα μυστήρια απαιτούν τον σεβασμό προς τις τιμές και προς την στόφα».

Λοιπόν, λόγια γεμάτα, να χρησιμοποιήσω τον Λακάν. Λόγια που ιστοριοποιούν, και γλώσσα – στο σθένος της συμβολικής δομής της – που υπενθυμίζει και δεν ενημερώνει, δεν παίζει με τον εαυτό της, προκαλώντας σύγχυση και ανακατεύοντας τα χαρτιά. Μια γλώσσα που κάνει την Αλήθεια και την Ιστορία στον Άλλο και του Άλλου να ανα/γεννάται. Λόγος που είναι σαν μια κραυγή μέσα στη νύχτα. Εκείνη η κραυγή του παιδιού που καλεί την Αγάπη και το καθιστά συμμέτοχο, ακόμη και κάτω από τις βόμβες λευκού φωσφόρου, που εκτοξεύονται από μια απρόσεκτη και χειρουργικά ψυχρή αεροπορία, στην αποτρόπαια καταστροφική δύναμή της. Λόγος μιας σπουδαίας συγγραφέως, ικανής να επεξεργαστεί μια ύλη καμωμένη από ευμετάβλητα, ευάλωτα σημάδια, με τα γυμνά χέρια της ποίησης, αυλακωμένα από τον ανθρώπινο πόνο και μασημένα μέσα στον αγώνα για επιβίωση.

“Compagna Luna” “La sirena delle cinque” “Perché io, perché non tu” “Cronaca di un’attesa” “Lascia che il mare entri”. E ora, uscito alcuni mesi or sono, edito sempre daDeriveApprodi, il sesto libro: “L’ho sempre saputo” «Συντρόφισσα Σελήνη» «Η σειρήνα των πέντε» «Γιατί εγώ, γιατί όχι εσύ» «Χρονικό μιας αναμονής» «Άφησε τη θάλασσα να μπει». Και τώρα, κυκλοφόρησε πριν από λίγους μήνες, δημοσιεύθηκε πάντα από τον οίκο DeriveApprodi, το έκτο βιβλίο: «Το γνώριζα πάντα».

Ποια είναι η Barbara Balzerani, ποια είναι η ιστορία της, είναι ή θα έπρεπε να είναι γνωστό. Guerrigliera, αντάρτισσα, μέλος του εκτελεστικού των Ερυθρών Ταξιαρχιών, πήρε μέρος στο κομάντο που ολοκλήρωσε την απαγωγή και την εκτέλεση του προέδρου των Χριστιανοδημοκρατών, Aldo Moro. Εξέτισε, με έναν εγκλεισμό τριάντα χρόνων και σκληρή φυλακή, τα μαρξιστικά ιδεώδη της και το όνειρό της – που μοιράστηκε με μια ολόκληρη γενιά – να αλλάζει τον κόσμο και εκείνους τους οικονομικούς κανόνες, εκείνες τις κοινωνικές και πολιτιστικές δομές και μορφές συνείδησης, που βασίζονται σε μια απατηλή και άνιση κοινωνική σύμβαση.

Βγαίνοντας από την φυλακή, ωστόσο, η Barbara βρήκε εκείνο τον κόσμο – έναν κόσμο στον οποίο η σύγκρουση των αντιτιθέμενων συμφερόντων ήταν, όχι μόνο δυνατή, αλλά και στη βάση του δημοκρατικού συστήματος, έστω και φιλελεύθερου-αστικού, εκείνο τον κόσμο, που διασχίστηκε από έναν κοσμικό Ταξικό Αγώνα, που έβλεπε τα αφεντικά να έχουν σαφές πλεονέκτημα, και που αυτή σκόπευε να αλλάξει, ανατρέποντας τις ισορροπίες-σχέσεις δυνάμεων και τις σχέσεις παραγωγής προς όφελος, αυτή τη φορά, των εκμεταλλευόμενων – γενετικά μεταλλαγμένο. Δεν τον αναγνώριζε πλέον, αυτόν τον κόσμο. Δεν μπορούσε να τον αναγνωρίσει. Τίποτα δεν της ανήκε, παρά μόνο ο εαυτός της. Το σώμα της, το οποίο είχαν επίσης προσπαθήσει να της πάρουν. Η ξεκάθαρη φωνή της. Η νοημοσύνη της, η εξυπνάδα της, που είχαν προσπαθήσει να δαμάσουν, να εξημερώσουν, χωρίς να το πετύχουν. H ιστορία, το σενάριο της, τα καθέκαστα της, οι εμπειρίες της που έπρεπε να ανιχνευθούν, να ανακτηθούν, να ανακατασκευαστούν, να δωροδοτηθούν.

Σε αυτόν τον κόσμο, που καταστράφηκε από τον θρίαμβο του νεοφιλελευθερισμού, που κατέστη οργουελική δικτατορία της μοναδικής σκέψης, ήταν σαν ξένη. Ο οικουμενικός εορτασμός της κυρίαρχης σκέψης, του turbo-καπιταλισμού, του τέλους της Ιστορίας, που διοχετεύεται από τα μέσα ενημέρωσης και από τα κοινωνικά δίκτυα, τα οποία παρουσιάζουν την ψευδή εικόνα για αυθεντική, την καθιστούσε αδιάφορη θεατή γεγονότων που δεν θα μπορούσε ποτέ να φανταστεί. Δεν θα ήθελε να είχε φανταστεί! Αυτή, που είχε αγωνιστεί για τον σοσιαλισμό και τον κομμουνισμό. Αυτή, η οποία είχε πολεμήσει μαζί με τους συντρόφους της, για τη συλλογική κοινή χρήση των αγαθών και των πόρων, ενάντια στo ατομικιστικό χαράκωμα των Εγώ των αφεντικών και ενάντια στο αρχαϊκό παράδειγμα της ολιγαρχικής εκμετάλλευσης των μαζών. Αυτή βρίσκονταν, τώρα, ξαφνικά, να περιπλανιέται, συγκλονισμένη, παραπαίουσα, ανάμεσα στα θεαματοποιημένα μεγαλεία της high-tech μητρόπολης, ανάμεσα στα γραφήματα των χρηματιστηριακών μετοχών της άγριας και παγκοσμιοποιημένης χρηματοδότησης, μέσα στην παλινδρόμηση της αδύναμης σκέψης, μεταξύ των προφητών του ηθικού σχετικισμού, μέσα στα τεμαχισμένα πλέγματα της ερμηνευτικής κίνησης που της λείπει ο συγκεκριμένος σκοπός, ανάμεσα στα μεταμοντερνιστικά ερείπια, του μετα-εργατισμού, της μετά-ιδεολογικής εποχής, της μετά-βιομηχανικής εποχής.

Διωγμένη από τα βαρυτικά κύματα μιας χωροχρονικής διαταραχής, παρασύρθηκε στα βαθιά, σε ένα είδος παράλληλου σύμπαντος, που κατοικείται από μετά/ ταυτότητες. Ταυτότητες poster, κρεμασμένες σε έναν τοίχο με φάτσες avatar. Ένα τοίχο που έχει γίνει εικονικός αλλά όχι λιγότερο αδίστακτος, στη διάστασή του που μοιάζει με απομόνωση εγκλεισμού, «πίνακας ανακοινώσεων» – επιτρέψτε μου την γλωσσική χειραγώγηση – στον απεριόριστο κβαντικό χώρο του αιθέρα.

Έτσι, η Barbara άρχισε να γράφει. Για να επανασυνδέσει τα νήματα της μνήμης. Πολιτική και οικογενειακή μνήμη, γνωστή, κοινή, οικεία, τόπων και αγώνων. Να επιδιορθώσει ράβοντας ξανά και υφαίνοντας, μέσα από τη γραφή, λωρίδες του παρελθόντος, για να αναγνωρίσει εκεί μέσα τον εαυτό της και να επανακτήσει τον εαυτό της και την Ιστορία της.

Μέχρι στιγμής είναι έξι οι τόμοι που έγραψε, οι οποίοι μετρούν κάτι πάνω από εκατό σελίδες ο καθένας. Έξι κοσμήματα της λογοτεχνίας, εσωτερικής και στρατευμένης, ιστορικής και πολιτικής, χρονολογικής και μαγικής, οικείας και συλλογικής, που ακούγονται σαν ένα χαστούκι στα πλαδαρά μάγουλα της ηθικολογίας και της μπουρζουάδικης διανόησης. Αυτής της ίδιας διανόησης η οποία την έδιωξε από τον εκδοτικό οίκο Feltrinelli, διαμέσω του συγγραφέα Antonio Tabucchi, που πέρασε σε μια καλύτερη ζωή, με εκβιαστικούς τρόπους, αναγκάζοντας τον εκδοτικό οίκο – που ανήκε στον Giangiacomo, εκδότη και αντάρτη – να επιλέξει μεταξύ αυτού, φτασμένου διανοούμενου, και της πρώην ταξιαρχίτισσας.

Προφανώς, η επιλογή ήταν δεδομένη. Η Αγορά έχει τους κανόνες της. Και εναντίον αυτής της Αγοράς, και παρά τους νόμους της, γράφει σήμερα η Barbara. Τα βιβλία της διαβάζονται στη μισή Ευρώπη, παρά το γεγονός ότι δεν καταλαμβάνουν τα ράφια εκείνων των καθεδρικών ναών που ανεγέρθηκαν στην θεότητα Εμπόρευμα, που είναι τα Σουπερμάρκετ και τα Megastore. Ποτέ δεν θα διακινδυνεύσουμε να μπούμε σε ένα από αυτά τα λούνα παρκ της κατανάλωσης και να παρακολουθήσουμε την άθλια σκηνή, που επέδειξε ο Godard στο «Ψόφα αφεντικό, όλα καλά», όπου το Γαλλικό Κομμουνιστικό Κόμμα πουλούσε, το πολιτικό και εκλογικό του πρόγραμμα, με χαμηλό κόστος.

Η λογοτεχνία της Balzerani είναι βρώμικη από γη και αίμα, φτιαγμένη από οστά και νεύρα. Σίγουρα δεν αναμορφώθηκε από την πλαστικοποιημένη μάσκα ομορφιάς, ούτε συσκευασμένη με ζαχαρένιο χαρτί και ροζ κορδέλες. Τα βιβλία της μυρίζουν θάλασσα, έχουν το άρωμα του Νότου. Έχουν τη γεύση του εύρωστου κρασιού, του οποίου τα σταφύλια καίγονται στον ήλιο της Μεσογείου και στα τοπία του νότου ή στα αφρικανικά τοπία. Αφηγούνται την εμπιστευτική, ανομολόγητη, ακατέργαστη ευαισθησία ενός οικογενειακού εργατικού περιβάλλοντος, το οποίο μου θύμιζε πάντα εκείνο της υπαίθρου, που διηγήθηκε ο Όλμι στην ταινία Το δέντρο με τα τσόκαρα. Στάζουν ιδρώτα και κόπο προλετάριο. Αναπαριστούν αυλακωμένα πρόσωπα, πρησμένα από τη φτώχεια. Εστιάζουν με το δάχτυλο ενάντια στο ταξικό μίσος των κυρίων του κόσμου:

«Η πόλη βρίσκεται εκεί, σε απόσταση αναπνοής, με τα σπίτια της από τούβλα και τσιμέντο, τα αυτοκίνητα, τα φώτα, την ευημερία, την πολιτική και την εξουσία. Οργανωμένη σε κυκλικά διαστήματα που όσο περισσότερο απομακρύνονται από το κέντρο, τόσο περισσότερο μοιάζουν να μην ανήκουν στο ίδιο ανθρώπινο είδος. Δεν είναι πλέον οι τόποι των ευκαιριών για συναντήσεις, ανάμειξη, ανακαλύψεις, λύτρωση. Είναι bunkers,είναι φρούρια απόρριψης για τους πληβείους που διέρχονται εκεί μέσα μόνο για να προσφέρουν υπηρεσίες, δεν προβλέπεται γι αυτούς οτιδήποτε άλλο. Οι οποίοι, μόλις λήξει ο χρόνος, πρέπει να επιστρέψουν στους δικούς τους τόπους, υπερβαίνοντας τους πολλούς υψωμένους τοίχους. Τείχη της καχυποψίας, της διαφορετικότητας στη στάση και το ανάστημα, της κυριαρχίας των χώρων. Τοίχοι που ελέγχονται από τη συνέργεια των ελίτ που προσκολλώνται στα κομμάτια του προνομίου να μοιάζουν μεταξύ τους. Οι μεν χρειάζονται τους δε αλλά δεν αναμιγνύονται, δεν επικοινωνούν.

Έτσι είναι όλες οι πόλεις. Από τον πρώτο μέχρι τον τέταρτο κόσμο. Οι διαφορές είναι στον βαθμό όχι στο πρότυπο. Η τόσο πολύ διακηρυγμένη οικουμενικότητα της προόδου και της ευημερίας για όλους δείχνει το χαλασμένο, το ξεπερασμένο, εκφυλισμένο και κακό της πρόσωπο. Είναι η φτώχεια που δημιουργεί τον πλούτο, με την αναγκαστική αφαίρεση των πόρων και το κόλπο των τόκων ενός ανεξάντλητου χρέους. Το παρελθόν και το μέλλον είναι γραμμένο με σαφήνεια». (L’ho sempre saputo – Πάντα το γνώριζα).

Σπάνιο παράδειγμα, εκείνο της συγγραφέος, πολιτικού γραψίματος που ξέρει να μεταμορφώνεται – με την επώδυνη έμφαση εκείνης που τo βάσανο και την αδικία, σε οποιοδήποτε μέρος του κόσμου, τα έχει δοκιμάσει και τα έχει νιώσει στο πετσί της – σε ποιητική ένταση. Και ως εκ τούτου, ηθική γραφή, η οποία επιτυγχάνει, μέσα από τo έντονο, βασανιστικό, και ταυτόχρονα γλυκό ασπρόμαυρο εικόνων με πυκνές συναισθηματικές αντιθέσεις, να σφηνώνεται, να σκάβει, να διεισδύει, όπως ένας τυφλοπόντικα με ανοικτά μεγάλα μάτια, ανάμεσα στις εμφανείς και απαράδεκτες αντιφάσεις ενός συστήματος – του δικού μας συστήματος – που είναι βασισμένο σε αυτό το χρηματοοικονομικό Κεφάλαιο, θανατηφόρο όπως τα κύτταρα δολοφόνοι ενός καρκίνου σε μετάσταση και αφοσιωμένου στον Μολόχ μιας ανάπτυξης (όχι «προόδου», θα είχε προσδιορίσει ο Πασολίνι ) απάνθρωπης και που απανθρωπίζει.

Μια συμπαγής λογοτεχνική ομορφιά, που δεν παραχωρεί τίποτα στην τελετουργία της ρητορικής, ακόμη και στην τέλεια σμίλευση της λέξης και της φράσης. Συνοπτική και όμως, με τον δικό της τρόπο, μουσική, προχωρώντας με σύντομες και αυτοσχέδιες επιδρομές στις απρόσιτες στενωπούς της σκέψης. Αλλά πάνω απ ‘όλα, γραφή ικανή να ανοίξει διάπλατα τη μνήμη, μέχρι να την καταστήσει, πιάνοντας ξανά την έννοια που εκφράστηκε στο ξεκίνημα αυτού του κειμένου, πορώδη Ιστορία, σαν τη ναπολιτάνικη ηφαιστειακή τέφρα που περιγράφεται από τον Benjamin (La citta Porosa, ακριβώς). Μια «πικρή ομορφιά» θα την αποκαλούσε ο Leo de Berardinis, φτιαγμένη από εικόνες που ξεσκίζουν ξαφνικά τη σελίδα με οδυνηρή μεταφορική βία. Για να αναφέρουμε τον Roland Barthes, είμαστε στο Σημείο μηδέν της γραφής. Μια γραφή που όμως δεν παραιτείται της δυνατότητας της να γίνει λογοτεχνική ποίηση.

Ένας λόγος σκληρός, αυτός της Balzerani, λοιπόν – που τον λείανε λιγάκι η ανθρώπινη ευαισθησία αυτής που ξέρει να βρει την τρυφερότητα, ακόμη και μέσα στα ερείπια μιας κατεστραμμένης πόλης ή μέσα σε ένα κελί φυλακής – χωρίς υποκρισίες, ξεκάθαρος, που δεν αφήνει καμία διαφυγή, και που αναγκάζει, αυτόν που διαβάζει, να θέσει υπό αμφισβήτηση, να αναρωτηθεί, ιστορικά, για τον ρόλο του, σε μια εποχή και σε έναν κόσμο γεμάτους ουλές, σημαδεμένους από την αγριότητα της απληστίας, της συσσώρευσης, του κέρδους. Ένας κόσμος του οποίου η πρώην αντάρτισσα μας αφήνει να ακούσουμε, να αισθανθούμε, να δούμε, να αντιληφθούμε επιδερμικά, τις σκληρές ανισσότητες που διαπράχθηκαν από την πλούσια μειονότητα, συχνά ρατσιστική, σε βάρος των φτωχών και καταπιεσμένων μαζών. Mάζες που αποτελούνται από μόνες γυναίκες και άνδρες, εύθραυστες μες τις μοναξιές τους και μπροστά στην αγωνία τους, μες το άγχος, με τον τραγικό τρόπο του Σοφοκλή, μιας ανθρώπινης ύπαρξης που, πλέον, φαίνεται να τους έχει κλέψει – διαμέσου αυτών που χτίζουν εφιάλτες φτιαγμένους με τσιμέντο, πόλεις που αστράφτουν με τα στραβοσκοπικά τους φώτα κατανάλωσης και τειχών για να κρατήσουν μακριά τα σκουπίδια κρέατος που ζέχνουν, που προορίζονται για πολτοποίηση μαζικής παραγωγής – ακόμα και το όνειρο μιας κοινωνικής, οικονομικής, πολιτικής λύτρωσης.

Μάζες στις οποίες η Balzerani, σαν ένα είδος σύγχρονης Αντιγόνης, αποκαθιστά δικαιοσύνη και αξιοπρέπεια, με την δύναμη της σαν μαχόμενη, που ξεράστηκε επάνω σε μια σελίδα που μετατρέπεται σε κατηγορητήριο και καταδικαστική απόφαση ενάντια σε αυτήν την εξουσία που, κάποτε, θέλησε να την κατηγορήσει, να τη διώξει και να την καταδικάσει. Και μαζί της, όχι μόνο μια ολόκληρη γενιά, αλλά και εκείνες τις ίδιες προλεταριακές και λαϊκές μάζες, των οποίων οι ελίτ δεν προβλέπουν ποτέ την λύτρωση, μέσα στην σκληρή, άγρια αλαζονεία τους.

Μέσα από τις σελίδες των μικρών και πολύτιμων μυθιστορημάτων της, κλαίμε δάκρυα βαριά όσο οι πέτρες, χύνουμε αθώο αίμα στους δρόμους, ασφυκτιούμε, πνιγόμαστε κάτω από τον χυδαίο μανδύα των χρημάτων, αισθανόμαστε την οικεία, την ζεστή απομόνωση της φυλακής, η οποία σπάζει τη σκέψη και βιάζει το σώμα. Αυτή τη φυλακή των αφεντικών, που έχει εξαπλωθεί σε κάθε γεωγραφικό πλάτος, αφηρημένη κι όμως πολύ συγκεκριμένη, που θα ήθελε να σπάσει την αντίσταση μας και να μας κάνει να παραιτηθούμε.

Αλλά η αγανάκτηση, σελίδα μετά τη σελίδα, φράση μετά τη φράση, φόρεμα μετά το φόρεμα, αναρριχάται μαζί με τον ποιητικό, φιλοσοφικό, πολιτικό, υπαρξιακό εμετό της συγγραφέως. Και η επιθυμία εκείνου του κόσμου, διαφορετικού και εφικτού, η ακατανίκητη επιθυμία για Απελευθέρωση από τη δουλεία της ανάγκης και της μισθωτής επιβίωσης, επιστρέφει και εμφανίζεται, όπως ένα μωρό, από τα κάγκελα μιας κούνιας.

 – © Αναπαραγωγή δυνατή κατόπιν ρητής συναίνεσης της σύνταξης του CONTROPIANO

Τελευταία μετατροπή: STAMPA

διανόηση

Πέθανε ο Domenico Losurdo, φιλόσοφος και μαρξιστής

Εδώ δημοσιεύουμε τη μνήμη του Δικτύου των Κομμουνιστών και του Stefano G. Azzarà, ο οποίος σπούδασε και εργάστηκε με τον Losurdo.

Ο θάνατος του λόγιου, του ακαδημαϊκού, του συντρόφου Domenico Losurdo, είναι μια απώλεια που βαραίνει. Ειδικά σε μια ιστορική φάση, όπως αυτή στην οποία ζούμε, όπου οι λόγοι και οι αιτίες για την εναλλακτική λύση, την κοινωνική λύτρωση και την απελευθέρωση από την μισθωτή εργασία φαίνονται θολές και χαμένες κάτω από το βάρος και την προφανή διάχυση της αστικής επίθεσης.

Ο Losurdo ήταν ένας κομμουνιστής διανοούμενος με τα όλα του. Ο Losurdo υπήρξε ένας επιστήμονας της θεωρίας ο οποίος – ως υλιστής και, επομένως, ως αυθεντικός μαρξιστής – δεν έβγαλε ποτέ το καπέλο του μπροστά στις κυρίαρχες ιδεολογίες και τις γιγαντιαίες μορφές άσκησης και εντολής τους, επιβολής τους. Ποτέ μπανάλ, ποτέ κοινότυπος, ποτέ συνηθισμένος, ποτέ δογματικός, ποτέ ιμπρεσιονιστικός απέναντι στο κοινωνικό θέμα που μελέτησε, ερμήνευσε και, όταν είναι απαραίτητο, με σοφία απομυθοποίησε. Στο πλαίσιο αυτό, ο Domenico Losurdo συνέβαλε σημαντικά στη γενικότερη διαδικασία της κριτικής του φιλελευθερισμού σε όλες τις ποικίλες παραστάσεις του και του καπιταλισμού. Από τη φιλοσοφική και την ιστορική πλευρά η μελέτη και η αυστηρή έρευνα του Losurdo συνέβαλαν στην διάλυση, στην αποδόμηση κάποιων (ισχυρών) καπιταλιστικών αφηγήσεων πάνω σε θέματα και κομβικά σημεία θεμελιώδους σημασίας όχι μόνο για να κομματιάσει, να αποσυνθέσει το ιδεολογικό σύστημα της κυρίαρχης σκέψης αλλά και για να διατηρήσει ανοικτό – επάνω σε όλο το τόξο των αντιθέσεων – τον δρόμο της κοινωνικής αλλαγής, της εναλλακτικής στο σύστημα και του σοσιαλισμού.

Στα κείμενά του, η προσπάθεια, η ώθηση για αλλαγή και στην ανάγκη για επαναστατική ρήξη είναι πάντα παρούσα χωρίς να ξεχνά ποτέ την ιστορία, την εποποιία, αλλά και την ανάγκη μια ισορροπίας του διεθνούς κομμουνιστικού κινήματος και μερικών από τους μεγάλους εκφραστές του που σημάδεψαν, σε κάθε περίπτωση, την σύγχρονη εποχή μας.

Τα έργα που έχει συντάξει και η μελέτη που συσσωρεύτηκε εδώ και δεκαετίες, είναι τεράστια, τόσο στην Ιταλία όσο και σε άλλες χώρες. Δεν είναι τυχαίο το γεγονός ότι ο Domenico Losurdo εκτιμήθηκε και από εκείνους που, αν και από θεωρητικές θέσεις μακρινές από τον μαρξισμό, αναγνώριζαν την ποιότητα και τη σοβαρότητα της ιδεολογικής και πνευματικής συμβολής του Domenico.

Τώρα είναι η στιγμή του πένθους και των συλλυπητηρίων αλλά θα επιστρέψουμε, με πιο συστηματικό τρόπο, στην συμβολή που επεξεργάστηκε ο Losurdo με την ελπίδα να διατηρηθεί ζωντανή η «μάχη των ιδεών» και ο σε βάθος αγώνας ενάντια σε κάθε προσπάθεια επιβεβαίωσης του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής ως «τέλος της ιστορίας».

Rete dei Comunisti Δίκτυο Κομουνιστών

*****

Από την συνέντευξη που κλείνει το βιβλίο μου “L”humanité commune: Dialectique hégélienne, critique du libéralisme et reconstruction du matérialisme historique chez Domenico Losurdo” (Delga, Paris 2012).

Ευχαριστώ για όλα.
_________________

Azzarà. Πώς αυτή η θεωρητική αδυναμία επάνω στο κράτος επηρεάζει την κατάσταση της σημερινής αριστεράς; Η Ευρώπη έρχεται αντιμέτωπη σήμερα με επιβλητικούς μετασχηματισμούς που αλλάζουν το πρόσωπο του κόσμου. Οι μετασχηματισμοί αυτοί αφορούν τις διεθνείς ισορροπίες δυνάμεων σε πολιτικό και οικονομικό επίπεδο, αλλά και την ισορροπία μεταξύ Κράτους και αγοράς, τη φύση της δημοκρατίας, τις μεγάλες μεταναστεύσεις. Η αριστερά δεν φαίνεται να έχει σήμερα ούτε ιδέες, ούτε πολιτικές προοπτικές.

Losurdo. Με την κρίση πρώτα και μετά με την κατάρρευση του «υπαρκτού σοσιαλισμού», στη Δύση και στην Ιταλία ειδικότερα, η αριστερά έχασε κάθε πραγματική αυτονομία. Σε ιστορικό επίπεδο ουσιαστικά συνήγαγε από τους νικητές την ιστορική αξιολόγηση του εικοστού αιώνα. Δύο είναι τα κεντρικά σημεία αυτής της εκτίμησης: για ένα μεγάλο μέρος της ιστορίας της, η σοβιετική Ρωσία είναι η χώρα της φρίκης και ακόμη και της εγκληματικής τρέλας. Όσον αφορά την Κίνα, η τεράστια οικονομική ανάπτυξη που σημειώθηκε από τα τέλη της δεκαετίας του ’70 δεν έχει καμία σχέση με τον σοσιαλισμό, αλλά μπορεί να εξηγηθεί μόνο από τη μετατροπή της μεγάλης ασιατικής χώρας στον καπιταλισμό. Ξεκινώντας από αυτούς τους δύο ακρογωνιαίους λίθους, κάθε προσπάθεια να οικοδομηθεί μια μετα-καπιταλιστική κοινωνία γίνεται αντικείμενο ολικής κατεδάφισης ή ακόμη και ποινικοποίησης, και η μοναδική πιθανή σωτηρία έγκειται στην υπεράσπιση ή την αποκατάσταση του καπιταλισμού. Είναι παράδοξο, αλλά ακόμη και με αποχρώσεις και μερικές φορές κρίσεις- αξιολογήσεις και απόψεις διαφορετικές, αυτή η εκτίμηση συχνά προσυπογράφεται από την αριστερά, συμπεριλαμβανομένης της «ριζοσπαστικής».
Ακόμη πιο σοβαρή είναι η υποτέλεια την οποία δείχνει η αριστερά πιο συγκεκριμένα σε θεωρητικό επίπεδο. Αναλύοντας τη μεγάλη ιστορική κρίση που αναπτύσσεται στον εικοστό αιώνα, η κυρίαρχη ιδεολογία προσεκτικά αποφεύγει να μιλάει για καπιταλισμό, σοσιαλισμό, αποικιοκρατία, ιμπεριαλισμό, μιλιταρισμό. Αυτές οι κατηγορίες θεωρούνται υπερβολικά χυδαίες. Οι τρομερές συγκρούσεις και οι τραγωδίες του Εικοστού αιώνα αντιθέτως ερμηνεύονται με την εμφάνιση «πολιτικών θρησκειών» («Voegelin»), «ιδεολογιών» και «ολοκληρωτικών μορφών σκέψης» (Bracher), «φιλοσοφικού absolutism» ήτοι «επιστημολογικού ολοκληρωτισμού» «(Kelsen), της αξίωσης του  »ολικού οράματος» και της « ολικής γνώσης » που ήδη στον Μαρξ παράγει τον  »φανατισμό της βεβαιότητας» (Jaspers), της « αξίωσης ολικής εγκυρότητας » που προωθήθηκε από τις ιδεολογίες του εικοστού αιώνα (Arendt).

Αν αυτή είναι η προέλευση της ασθένειας του εικοστού αιώνα, το φάρμακο είναι έτοιμο: αρκεί μια ένεση «αδύναμης σκέψης», «σχετικισμού» και «μηδενισμού» (σκέφτομαι τον Vattimo της δεκαετίας του 80). Με τον τρόπο αυτό, όχι μόνο η αριστερή συνεισφέρει σημαντικά στην κατάργηση των θεμελιωδών κεφαλαίων της ιστορίας: οι σφαγές και οι αποικιακές γενοκτονίες θεωρητικοποιήθηκαν ήσυχα και τέθηκαν σε εφαρμογή σε μια περίοδο που ο φιλελευθερισμός συνδυάστηκε συχνά με τον εμπειρισμό και την προβληματική, ακόμη και πριν από την έλευση της δυνατής σκέψης του δέκατου ένατου αιώνα, ο πρώτος παγκόσμιος πόλεμος επέβαλε με τον τρόμο σε ολόκληρο τον ενήλικο αρσενικό πληθυσμό την διαθεσιμότητα και την ετοιμότητα να σκοτώσει και να σκοτωθεί.

Επιπλέον, ο Nietzsche συχνά γιορτάζεται ως κατ ‘εξοχήν ιατρός της ασθένειας του εικοστού αιώνα, στον οποίον αποδίδεται ο έπαινος ότι είχε αντιταχθεί σε «ένα ψεύδος που διαρκεί εδώ και χιλιετίες» και προσθέτει: «Ανακάλυψα εγώ πρώτος την αλήθεια, ακριβώς επειδή αισθάνθηκα πρώτος το ψέμα ως ψέμα, το μυρίστηκα » (Ecce homo, Γιατί είμαι ένα πεπρωμένο, 1). Η ιδέα της αλήθειας είναι τόσο εμφατική, ώστε όσοι είναι απρόθυμοι να την δεχτούν πρέπει να θεωρηθούν παράφοροι, τρελοί: ναι, πρέπει να τελειώνουμε με τις «πνευματικές ασθένειες» και με το «ψυχιατρείο ολόκληρων χιλιετιών» (The Antichrist, § 38). Από την άλλη πλευρά, ο υποτιθέμενος πρωταθλητής της «αδύναμης σκέψης» και του «σχετικισμού» δεν διστάζει να ξεστομίζει συνθήματα τελεσίγραφα: υπεράσπιση της δουλείας ως αναπόφευκτη θεμελίωση του πολιτισμού, «εξόντωση εκατομμυρίων malriusciti, αποτυχημένων», «εξόντωση των παρακμιακών φυλών»! Η θεωρητική και πολιτική πλατφόρμα που πρότεινε στον καιρό του ο Vattimo – αλλά που ο ίδιος ο Vattimo φαίνεται να αμφισβητεί σήμερα – μου φαίνεται ανυπόστατη από κάθε άποψη.
Άλλα ρεύματα δεσπόζουσας σκέψης δείχνουν την θεραπεία για τις τραγωδίες του Εικοστού αιώνα, όχι πλέον στον σχετικισμό, αλλά, αντίθετα, στην ανάκτηση της σταθερότητας των ηθικών κανόνων, που θυσιάστηκαν από κομμουνιστές και ναζιστές στο βωμό του μακιαβελισμού και της Realpolitik (Aron και Bobbio) ήτοι της φιλοσοφίας της ιστορίας και της υποτιθέμενης ιστορικής αναγκαιότητας (Βerlin και Arendt).

Στην αριστερά και στην ίδια την ριζοσπαστική αριστερά (σκεφτείτε την «Αυτοκρατορία» των Hardt και Negri) έχει γίνει σημείο αναφοράς κυρίως η Arendt. Έχει αφαιρεθεί ή καταγράφεται η κατεδάφιση στην οποία αυτή προχωρά του Μαρξ και της γαλλικής επανάστασης με το εορτασμό που συνδέεται με την αμερικανική επανάσταση (και το συνακόλουθο έμμεσο φόρο τιμής στον γενεαλογικό μύθο που μεταμορφώνει τις ΗΠΑ ως «αυτοκρατορία για την ελευθερία», σύμφωνα με τον αγαπητό ορισμό του Jefferson , ο οποίος ήταν επίσης ιδιοκτήτης σκλάβων). Σε αυτή την περίπτωση, ακόμα πιο εκκωφαντική είναι η σιωπή της αποικιοκρατικής και ιμπεριαλιστικής παράδοσης πίσω από τις τραγωδίες του εικοστού αιώνα. Η Arendt καταδικάζει την ιδέα της ιστορικής αναγκαιότητας στη γαλλική επανάσταση και ιδιαίτερα στον Μαρξ και στο κομμουνιστικό κίνημα, αλλά ξεχνά ότι το κομμουνιστικό κίνημα δημιουργήθηκε κατά τη διάρκεια του αγώνα ενάντια στην θέση του αναπόφευκτου και θεόσταλτου χαρακτήρα της υποταγής και κάποιες φορές της εξόντωσης των «κατώτερων φυλών» από πλευράς Δύσης, δημιουργήθηκε κατά τη διάρκεια του αγώνα ενάντια στο » κόμμα του πεπρωμένου «, σύμφωνα με τον αγαπητό χαρακτηρισμό του Hobson, του άγγλου κριτικού του ιμπεριαλισμού, που διαβάστηκε και εκτιμήθηκε από τον Λένιν.

Η Arendt αντιπαραθέτει αρνητικά την γαλλική επανάσταση, που αναπτύχθηκε με την ιδέα της ιστορικής αναγκαιότητας, στην αμερικανική επανάσταση, η οποία θριαμβεύει κάτω από το έμβλημα της ιδέας της ελευθερίας. Στην πραγματικότητα, η ιδέα της ιστορικής αναγκαιότητας ενεργεί με διάφορους τρόπους και στις δύο επαναστάσεις: αν στη Γαλλία η χειραφέτηση των σκλάβων θεωρείται αναπόφευκτη, που είναι, η οποία στην πραγματικότητα επιβάλλεται από τη Σύμβαση των ιακωβίνων, στις ΗΠΑ το μότο του Manifest Destiny καθαγιάζει την κατάκτηση της Δύσης, ασταμάτητη, παρά την απροθυμία και την αντίσταση των ερυθρόδερμων, οι οποίοι ήδη στα μάτια του Φράνκλιν προορίζονται από την «Θεία Πρόνοια» να σαρωθούν.
Η Arendt πεθαίνει το 1975, όχι ακόμη εβδομήντα ετών. Σε αυτό το πρώιμο θάνατο υπάρχει ένα παράδοξο στοιχείο τύχης στο φιλοσοφικό επίπεδο. Μόνο αργότερα παρεμβαίνουν οι ιστορικές εξελίξεις που παραποιούν πλήρως τη θεωρητική πλατφόρμα της φιλόσοφου που έφυγε: αρχίζοντας από την προεδρία Ρήγκαν, είναι ακριβώς οι Ηνωμένες Πολιτείες που κραδαίνουν τη σημαία της φιλοσοφίας της ιστορίας εναντίον της ΕΣΣΔ και των χωρών που αναφέρονται στον κομμουνισμό, που προορίζονται να καταλήξουν στα «σκουπίδια της ιστορίας» και για να έρθουμε στις μέρες μας το διακηρύττουν ο Ομπάμα και η Χίλαρι Κλίντον «από την λάθος πλευρά της ιστορίας». Μακροχρόνιοι αλλά λιγότερο τυχεροί στο φιλοσοφικό επίπεδο είναι οι απόγονοι της Arendt, οι οποίοι συνεχίζουν να επαναλαμβάνουν το παλιό παιδικό τραγουδάκι, χωρίς να αντιληφθούν τη ριζική ανατροπή των θέσεων που συνέβησαν εν τω μεταξύ σε παγκόσμιο επίπεδο.
Υποταγμένη στο επίπεδο της ιστορικής αξιολόγησης καθώς και των φιλοσοφικών κατηγοριών, η αριστερά (συμπεριλαμβανομένης της ριζοσπαστικής) είναι προφανώς ανίκανη να προχωρήσει σε μια «συγκεκριμένη ανάλυση της συγκεκριμένης κατάστασης». Ακόμη περισσότερο, αν έχουμε κατά νου ότι στην θεωτητική-πολιτική καταστροφή συνέβαλε περαιτέρω μια άθλια κίνηση, αυτή που αντιπαραθέτει αρνητικά τον «ανατολικό μαρξισμό» στον «δυτικό μαρξισμό». Πίσω από αυτή την κίνηση δρα μια μακρά και δυσάρεστη παράδοση.

Στην Ιταλία, αμέσως μετά την επανάσταση του οκτωβρίου, ο Filippo Turati, ο οποίος συνεχίζει να επαγγέλεται τον μαρξισμό, δεν μπορεί να δει στα Σοβιέτ τίποτε άλλο παρά την πολιτική έκφραση μιας βαρβαρικής «ορδής» (ξένης και εχθρικής προς τη Δύση) ). Από τη δεκαετία ’70 του περασμένου αιώνα, η απόκλιση ανάμεσα στους ανατολικούς μαρξιστές και τους δυτικούς μαρξιστές είδε να αντιπαρατίθενται από την μια τους μαρξιστές που ασκούν την εξουσία και από την άλλη τους μαρξιστές που βρίσκονται στην αντιπολίτευση και οι οποίοι επικεντρώνονται όλο και περισσότερο στην «κριτική θεωρία», στην «αποδόμηση» ή μάλλον στην καταγγελία της εξουσίας και των σχέσεων εξουσίας ως τέτοιες, και που προοδευτικά στην απομάκρυνση τους από την εξουσία και από τον αγώνα για την εξουσία θεωρούν ότι αναγνωρίζουν την προνομιούχα προϋπόθεση για την ανακάλυψη του «αυθεντικού» μαρξισμού.

Είναι μια τάση που σήμερα φτάνει στο αποκορύφωμά της στη διατριβή-θέση που διατύπωσε ο Holloway, σύμφωνα με την οποία το πραγματικό πρόβλημα είναι «να αλλάξουμε τον κόσμο χωρίς να πάρουμε την εξουσία»! Ξεκινώντας από αυτές τις προϋποθέσεις, τι μπορεί κανείς να καταλάβει για ένα κόμμα όπως το κινεζικό κομμουνιστικό Κόμμα που, με τη διαχείριση της εξουσίας σε μια χώρα-ήπειρο, την απελευθερώνει από την οικονομική εξάρτηση (καθώς και από την πολιτική), από την υπανάπτυξη και τη μαζική δυστυχία- μιζέρια, κλείνει τον μακρύ ιστορικό κύκλο χαρακτηριζόμενο από την υποταγή και την εξόντωση των μη ευρωπαϊκών πολιτισμών από την αποικιοκρατική και ιμπεριαλιστική Δύση, δηλώνοντας ταυτόχρονα ότι όλο αυτό είναι μόνο το πρώτο βήμα σε μια μακρά διαδικασία οικοδόμησης μιας μετα-καπιταλιστικής κοινωνίας ;

* από το Facebook

 – © Αναπαραγωγή δυνατή κατόπιν ρητής συναίνεσης της σύνταξης του CONTROPIANO

Τελευταία μετατροπή: STAMPA

ανατρεπτική τέχνη, arte ribelle

Ο δικός μας, νεαρός, Marx

του Salvatore Prinzi

Μόλις έγινε 200 χρόνων, αλλά για κάποιους είναι ακόμα νέος. Σίγουρα για τον Raoul Peck, του οποίου η ταινία για τον νεαρό Καρλ Μαρξ ξεχωρίζει αυτή τη στιγμή, μέσα στην πλημμύρα των άρθρων της σειράς και ακαδημαϊκών διασκέψεων, ως το καλύτερο αφιέρωμα στον γερμανό φιλόσοφο και επαναστάτη. Λέω «το καλύτερο», γιατί η ταινία όχι μόνο μας επιτρέπει να διαδώσουμε την φιγούρα και το έργο, αλλά και να παθιαστούμε, να βρούμε ξανά έναν πιο δικό μας Μαρξ, να οδηγηθούμε σε κάποια σκέψη γενικότερου χαρακτήρα, να πάρουμε κουράγιο και να δράσουμε. Δεν είναι λίγο, αυτούς τους καιρούς. Αλλά ας δούμε καλύτερα.

Η ιδέα και η πραγματοποίηση

Παραδέχομαι ότι η είδηση μιας ταινίας για τον Μαρξ μου έφερε τρεμούλα. Ο Μάρξ δεν είναι Γκεβάρα και ούτε καν Λένιν, δεν πυροβολεί και δεν αγορεύει ξεσηκώνοντας τα πλήθη από ένα τεθωρακισμένο, είναι δύσκολο να μεταφερθούν οι ιδέες του από κινηματογραφική άποψη, η περιπέτεια της ζωής του, περισσότερο συνδεδεμένη με διανοητικές διαμάχες παρά με επικές στιγμές. Δύο δυνατότητες: είτε ένα σύννεφο από σκόνη θέσεων, υπερδιδακτικό και βαρετό, ή κάποια μεταμοντέρνα εύρεση-έμπνευση για να μετατραπεί σε κάτι εμπορικά ευχάριστο. Από την άλλη πλευρά, έλεγα στον εαυτό μου, δεν είναι τυχαίο ότι μέσα σε εκατό χρόνια ιστορίας κινηματογράφου δεν υπήρξε ποτέ μια ταινία για ένα τόσο διάσημο υποκείμενο: δεν λειτουργεί. Ο Peck επιλύει επιδέξια το πρόβλημα με επίκεντρο τον νεαρό Μαρξ, ο οποίος μόλις μέσα σε πέντε χρόνια αλλάζει τέσσερις χώρες, δραπετεύει από άλλες τόσες αστυνομικές δυνάμεις, συναντά όλους τους πιο τρελούς επαναστάτες της εποχής, περνά από μια ευκατάστατη ζωή στη μιζέρια, φέρνει στον κόσμο ποικίλες κόρες, ιδρύει ένα »κόμμα» … με λίγα λόγια, η περιπέτεια δεν λείπει. Και ενώ οι σκηνές ακολουθούν η μία την άλλη η έκπληξη γίνεται: πώς είναι δυνατόν κανείς να μην έχει φτιάξει πριν, την ταινία; Να, όταν ένας δημιουργός κάνει να φαίνεται φυσικό κάτι που φαινόταν αδύνατο, κάνει να φαίνεται απαραίτητο κάτι που έλειπε μέχρι εκείνη την στιγμή, σημαίνει ότι η επιχείρηση επέτυχε.

Αλλά, πέρα από την ιδέα, υπάρχει η τεχνική πραγματοποίηση. Που είναι θεμελιώδης, γιατί οι σχέσεις μας με τις ιδέες είναι επίσης σχέσεις με τις ιστορίες, τις εικόνες, τα συναισθήματα που μας εμπνέουν. Και μια ταινία για τον Μαρξ που είναι χάλια είναι πιο ανησυχητική από μια ταινία που είναι απλώς χάλια. Ο Peck είχε ξεχωρίσει πριν από δύο χρόνια για ένα όμορφο ντοκιμαντέρ για τον James Baldwin, δεν είμαι ο νέγρος σας,  I’m not your negro, πολύ έγκυρο και άξιο από πολιτική άποψη, στην επιλογή των συνεντεύξεων, στην επιμέλεια και το μοντάζ, στο soundtrack, αλλά ακριβώς: ένα ντοκιμαντέρ. Μια ταινία είναι ένα άλλο πράγμα, αν είναι και «ιστορική» απαιτεί μεγάλη παραγωγή. Και εδώ δεν υπάρχουν αμερικανοί. Αντίθετα, μια άλλη έκπληξη: τα περιποιημένα κοστούμια και οι εσωτερικοί χώροι, οι πολύ καλές σκηνογραφίες, οι καλλιεργημένες εικονογραφικές παραπομπές, η φωτογραφία που καταφέρνει να δώσει τον σωστό τόνο σε κάθε εννοιολογική διασταύρωση. Φυσικά, δεν είναι μια colossal, καμία μαζική σκηνή, τα γυρίσματα, οι λήψεις παραμένουν σφιχτές, αλλά οι οικονομίες δεν παρατηρούνται, επειδή το μοντάζ είναι δυναμικό, οι ηθοποιοί εκφραστικοί, το σενάριο επίμονο, έχει ρυθμό, πιέζει. Ναι, το σενάριο: γράφτηκε από τον Pascal Bonitzer, πτυχιούχο της φιλοσοφίας, ιστορικό συνεργάτη των Cahiers du cinéma, σίγουρα δεν είναι ο τελευταίος αφιχθείς λόγω της γνώσης του θέματος και του υποκειμένου. Και όντως η ιστορία δεν ψεύδεται, ούτε στην βιογραφία του Μαρξ ούτε στις έννοιές του, που εισήχθησαν κυρίως μέσα στους διάλογους με τους άλλους επαναστάτες. Αλλά πάνω απ ‘όλα, παρά το λίγα διδακτικά περάσματα, κρατά το ρυθμό, και θέλεις να μάθεις πώς τελειώνει ακόμα κι αν ήδη το γνωρίζεις. Δεν είναι εύκολο να ενθουσιάσεις χωρίς να μπορείς να παίξεις το τελευταίο σου χαρτί έχοντας αποτέλεσμα!

Ο Μαρξ που προκύπτει απ’ την ταινία και η επίδραση στο κοινό

Ο ρυθμός δίνεται επίσης από την αναγνώριση, την ταυτοποίηση, από την συμφωνία των χαρακτήρων με τον κόσμο του θεατή. Ο Μαρξ που τέθηκε στην οθόνη δεν είναι το μνημείο, ο γενειοφόρος άρχοντας της κλασσικής εικονογραφίας: είναι ένας νέος, ανήσυχος, αντικομφορμιστής, που γυρνά σε όλη την Ευρώπη, κάνει σεξ, υποβάλλεται σε συνεντεύξεις εργασίας, πληρώνεται καθυστερημένα, χαίρεται για ένα καλό γεύμα . Είναι ένας Μαρξ ανθρώπινος, ακατάστατος και λαμπρός, που δεν σέβεται την εξουσία, τις αρχές, ακόμη και εκείνη των ευγενών πατέρων του σοσιαλιστικού κινήματος, που κινείται σε έναν 19ο αιώνα τόσο παρόμοιο με την εποχή μας, εκείνον της επισφαλούς εργασίας, των συνοριακών ελέγχων, της ιδεολογικής σύγχυσης . Μια φιγούρα και ένας κόσμος, εν συντομία, όπου το κοινό μπορεί να αναγνωρίσει τον εαυτό του – με όλα αυτά που μπορούν να επακολουθήσουν …

Εδώ θα πρέπει να αναφερθεί και η πολυγλωσσία της ταινίας: στο αρχικό κείμενο οι πρωταγωνιστές περνούν συνεχώς από τα γερμανικά στα γαλλικά στα αγγλικά, ανάλογα με τους τόπους όπου βρίσκονται, ανάλογα με τις αποχρώσεις του νοήματος που θέλουν να επικοινωνήσουν. Δεν είναι απλώς ένα τέχνασμα για να γίνει η σκηνογραφία πιο λαμπρή, ούτε υπάρχει η βούληση να ξαναχτιστεί φιλολογικά η ζωή του Μαρξ και του περιβάλλοντός του, del suo entourage, αλλά ένα στρατήγημα για να αγγιχτούν κάποιες χορδές στη γενιά Erasmus, η οποία μεγάλωσε κατά κάποιο τρόπο με μια συνείδηση ευρωπαϊκή, η οποία σε αυτά τα είκοσι χρόνια έχει πηδήξει από χώρα σε χώρα, αναμιγνύοντας τις γλώσσες, προσαρμόζοντάς τες στον εκφραστικό σκοπό. Ο Μαρξ, ο Ένγκελς και σύντροφοι και συνεργάτες, είναι οι ήρωες της πρώτης παγκοσμιοποίησης – και όχι συμπτωματικά ο Peck αναφέρει τις πρώτες σελίδες του Μανιφέστο για την παγκόσμια αγορά – που μιλούν στα παιδιά της τελευταίας παγκοσμιοποίησης χωρίς μεσάζοντες, μιλούν σαν κι αυτούς. Tο πλέγμα των γλωσσών γίνεται έτσι μια αναφορά, μια παραπομπή στον προλεταριακό διεθνισμό, ακόμη πιο αναγκαίο σήμερα.

Υπάρχουν όμως και άλλα δύο στοιχεία που λειτουργούν ως γέφυρα μεταξύ του κόσμου της ταινίας και του δικού μας. Το πρώτο: η προσοχή του Peck προς το ρόλο των γυναικών. Η φιγούρα της Jenny von Westphalen, της συζύγου του Μαρξ, καθώς και εκείνη της Mary Burns, συντρόφου του Engels, επιστρέφονται με όλη τους την ιστορική σημασία. Jenny και Mary είναι γυναίκες που επιλέγουν να χειραφετηθούν από την μοίρα που προβλέπεται για αυτές: η πρώτη τα σπάζει με την αριστοκρατική οικογένεια της, στρατεύεται, εργάζεται στο πλευρό των Μαρξ και Ένγκελς στη σύνταξη του Μανιφέστο, η Μαry αγωνίζεται στο εργοστάσιο, συνοδεύει τον Ένγκελς στις περιοχές της εργατικής τάξης για να καταρτίσει την πρώτη έρευνα σχετικά με τις κοινωνικές τάξεις, απορρίπτει το γάμο ως αστική σύμβαση. Οι φιγούρες τους αντιτίθενται με εκείνη της συζύγου του Arnold Ruge, που αντιθέτως υπηρετεί προσεκτικά το σύζυγό της και τον φιλοξενούμενο, συζητά όπως θα περίμενε κανείς, σύμφωνα με τις συμβάσεις, εκφράζοντας την αλήθεια της μπουρζουάδικης ύπαρξης τους, εκείνη την αλήθεια που ο Ruge κρύβει πίσω από μεγάλες και ασαφείς- άσκοπες διακηρύξεις υπέρ του σοσιαλισμού. Εάν η κατάσταση της γυναίκας είναι ο δείκτης επάνω στον οποίο θα μετρηθεί η πρόοδος μιας κοινωνίας πέρα από αυτό που λέει για τον εαυτό της, η Jenny και η Mary είναι η αλήθεια του Karl και του Friedrich, της προσπάθειάς τους να ξεσηκώσουν πραγματικά, να επαναστατήσουν τον κόσμο και τον εαυτό τους.

Ο κόσμος και αυτοί οι ίδιοι: αυτό είναι ένα άλλο στοιχείο που λειτουργεί ως γέφυρα μεταξύ των νέων στην οθόνη και των νέων στο ακροατήριο, στην πλατεία. Ο Peck μας δείχνει τον Μαρξ θύμα της αστυνομικής αλαζονείας- θρασύτητας, έναν κουρασμένο και πεινασμένο Μαρξ, με τους πιστωτές στην πόρτα, τον Μαρξ που τα έσπασε με τον καθωσπρέπει κόσμο, στον οποίο, με το ταλέντο του και την κατάρτιση του, θα μπορούσε άνετα να τακτοποιηθεί. Ο Peck μας υπενθυμίζει, δηλαδή, πως το να κάνεις πολιτική από την πλευρά της εκμεταλλευόμενων είναι μια ηθική επιλογή, η οποία καλύπτει όλη την συμπεριφορά και τον άνθρωπο, που μπορεί μια μέρα να πληρώσεις γι αυτήν, να έχεις συνέπειες, ακόμη και σκληρές, δεν μπαίνεις στα καλά σαλόνια με αυτήν, αλλά εκδιώκεσαι, λόγω αυτής μπορεί να μην γίνεις αγαπητός, αλλά περιφρονημένος και χλευασμένος από εκείνους τους λίγους που όμως κρατούν τα κλειδιά της γενικής άποψης και γνώμης. Το να είσαι κομμουνιστής δεν είναι μια ευχάριστη βόλτα, δεν είναι κάτι που στέκεται δίπλα σε άλλες επιλογές, μια προτίμηση, είναι μια επιλογή ζωής. Και εδώ ο δέκατος ένατος αιώνας πέφτει μέσα στο σήμερα δίχως διαμεσολαβήσεις: μετά από μια μακρά παρένθεση κατά την οποία το να είσαι κομμουνιστής δεν απαιτούσε να τροποποιήσεις, να μεταβάλλεις την ύπαρξη, αντιθέτως μπορούσε και να ανοίξει κάποιες πόρτες, να διευκολύνει μια καριέρα, έχουμε επιστρέψει στο έτος μηδέν, στον στιγματισμό, στο κυνήγι του εξτρεμιστή. Σαν να ήθελε να μας προειδοποιήσει η ταινία: αν ξεκινήσεις σήμερα, μην περιμένεις κάτι διαφορετικό από αυτό. Αλλά, ακριβώς για αυτό, επέλεξε να ξεκινήσεις.

Τους προβληματισμούς, τους στοχασμούς που μας επιτρέπει

Φτάνουμε εδώ στο πολιτικό ζουμί της ταινίας και στις πιθανές θεωρητικές και πρακτικές της καταβυθίσεις-στοχασμούς. Εδώ πιστεύω ότι η αξία του Peck δεν είναι τόσο να προσφέρει ένα είδος καινοτόμου ερμηνείας του Μαρξ, αλλά το ότι ανακτά τη δύναμη της πρωτότυπης-αυθεντικής του συμπεριφοράς-κίνησης την ώρα που ελευθερώνει κάποια κατακάθια που παρεμποδίζουν σήμερα τη δράση. Όπως και στην αρχαιολογία, όταν ξεθάβεις το αρχαίο οδηγείς σε μια νέα ανακάλυψη.

Ποια ανακάλυψη, για παράδειγμα; Αυτή πως το προλεταριάτο είναι με δυσκολία μια τάξη, πως είναι μάλλον μια διασπασμένη μάζα που αποτελείται από εκβιασμένους ανθρώπους, γεμάτους άγνοια, ζήλιες, όχι πιο ηρωική από άλλες. Η ταινία ανοίγει ακριβώς επάνω στη βία των αρχουσών τάξεων: η επίθεση της αστυνομίας σε ένα δάσος όπου άθλιοι συλλέκτες ξύλου «κλέβουν» τα ξηρά κλαδιά. Η δυστυχισμένοι το σκαν, ποδοπατούν ο ένας στον άλλο, δεν αρπάζουν τις πέτρες, δεν αντιστέκονται. Σφαγιάζονται. Ίδιο σκηνικό στη σύγχρονη Μάντσεστερ: οι εργάτριες διαμαρτύρονται επειδή μια από αυτές έχει χάσει δύο δάχτυλα στα μηχανήματα, η Μαry μπαίνει μπροστά και καταγγέλει τις συνθήκες εργασίας, ο πατέρας του Ένγκελς την απολύει: κανείς δεν την υπερασπίζεται, όλες σκύβουν το κεφάλι. Πού είναι η σημασία αυτών των σκηνών; Κατ ‘αρχάς στο ότι μας υπενθυμίζει, σε εμάς που σήμερα έχουμε την τάση να σκεφτόμαστε «μια φορά ναι οι άνθρωποι αγωνίζονταν, σήμερα αντιθέτως …», και ως εκ τούτου θλιβόμαστε, είναι καταθλιπτικό, νιώθουμε ότι ζούμε σαν κατώτεροι σε σύγκριση με ένα μυθικό παρελθόν, και ως εκ τούτου μας συμβαίνει να αποδεχόμαστε το άθλιο παρόν, που όχι, δεν είναι αλήθεια, κάποτε ήταν όπως τώρα, οι άνθρωποι χαμήλωναν το κεφάλι, και μόνο με αντίτιμο θυσίες, αγώνες, επίπονη συσσώρευση εμπειριών και ιστορίας, το προλεταριάτο κατάφερε να γίνει μια τάξη ικανή για χειρονομίες αυτές ναι ηρωικές όπως η Κομμούνα ή οι εργατικές εξεγέρσεις της κόκκινης διετίας.

Ο Peck αφαιρεί αμέσως κάθε ψευδαίσθηση σχετικά με τη φυσική καλοσύνη ή ελευθερία του ανθρώπου – ο κομμουνισμός δεν είναι ένας ιδεαλισμός, είναι ένας υλισμός: η καλοσύνη και η ελευθερία είναι ιστορικά κατασκευασμένες έννοιες και κοινωνικά παραγόμενες πρακτικές. Οι άνθρωποι συμπεριφέρονται καλά αν τεθούν σε θέση να το πράξουν, οι εργαζόμενοι αγωνίζονται εάν τεθούν ή τίθενται στη κατάσταση να το πράξουν. Ποια είναι αυτή η θέση, η κατάσταση, αυτή η προϋπόθεση; Η ενότητα, ως εκ τούτου η συνείδηση της συμμετοχής σε μιαν ίδια τάξη, και η οργάνωση, που συμπληρώνει το ένστικτο, εκείνο το ένστικτο που στην ταινία οδηγεί τις εργάτριες να σαμποτάρουν τα μηχανήματα ή τους οικοδόμους να βοηθήσουν τον Καρλ και τον Φρίντριχ στη διαφυγή τους από την αστυνομία , αλλά αυτό από μόνο του δεν αρκεί για να γίνει μια πραγματική δύναμη.

Σύγκρουση και οργάνωση: αυτό είναι το θεωρητικό νήμα που ακολουθεί ο Peck από την αρχή της ταινίας μέχρι την κορυφαία σκηνή. Εκείνη στην οποία ο Μαρξ και ο Ένγκελς κυριαρχούν- επιβάλλονται στο Κογκρέσο της Ένωσης των Δικαίων, και αλλάζοντας το όνομά της σε Ένωση των Κομμουνιστών και αλλάζοντας το σύνθημά της, που περνάει από ένα γενικό «Όλοι οι άνθρωποι είναι αδέλφια» στο διάσημο «Προλετάριοι όλου του κόσμου ενωθείτε ». Σε αυτή την κίνηση ο Peck αναγνωρίζει το γεγονός της γέννησης της σύγχρονης αριστεράς: από δίκαιοι σε κομμουνιστές, από ένα ηθικό στοιχείο-δεδομένο, ατομικό, σε ένα δεδομένο υλικό, συλλογικό, που σχετίζεται με τις σχέσεις παραγωγής. Από μια δήλωση αρχής, από την επίκληση της καλοσύνης-ευγένειας, σε μια ρεαλιστική ένδειξη λειτουργικού χαρακτήρα, που πρώτα απ’ όλα διαιρεί το κοινωνικό πεδίο – διότι οι «προλετάριοι» δεν είναι οι «όλοι» – και στη συνέχεια το επανασυνδέει στο «ενωθείτε»! …

Είναι σαφές ότι ο Peck τονίζει τη σκηνή για να αντιπαραθέσει εκείνη τη χειρονομία προς τη σημερινή αριστερά. Που όντως, εδώ και τριάντα χρόνια σε αυτά τα μέρη, έχει εγκαταλείψει ένα ταξικό όραμα-μια ταξική οπτική και δεν θέλησε ή δεν ήξερε πώς να σχεδιάσει μια γραμμή διάκρισης μεταξύ φίλων και εχθρών, υποχωρώντας σε θέσεις προηγούμενες του 1848, στις ανθρωπιστικές αφαιρέσεις, στον διανοουμενισμό ενός Bauer , στις ουτοπίες ενός Proydhon, στον μηδενισμό ενός Μπακούνιν. Έχει χάσει μια οργανική σχέση με τη ζωή της τάξης, και από εδώ προέρχονται οπορτουνισμός και σεκταρισμός, απoλύτως καταχρηστικοί. Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο το γεγονός, η δράση, η συμπεριφορά που αποθανατίζει ο Peck στην ταινία πρέπει σήμερα να επαναληφθεί ξανά.

Πώς; Με τρία πράγματα, φαίνεται να προτείνει η ταινία. Πρώτα απ ‘όλα με τη θεωρία. Απέναντι στον Wilhelm Weitling, ο οποίος μέσα στον επαναστατικό μυστικισμό του πιστεύει ότι αρκεί να κάνει έκκληση στο πνεύμα, στη διάθεση, ο Μαρξ φωνάζει ενάντια στην άγνοια. Οι εκμεταλλευόμενοι άνθρωποι χρειάζονται μια επιστημονική θεωρία, δεν χρειάζονται φλυαρία. Μια θεωρία λογικά σταθερή, που αναγνωρίζει την ιστορική δυναμική και επιτρέπει να καταγράψουμε τις ενέργειές μας μέσα σε αυτήν. Αλλά που να έχει – και εδώ η σημασία της έρευνας, της συμμετοχής στις εργατικές συναντήσεις, της παρουσίας των αγωνιστών στα εργοστάσια και στις γειτονιές – ένα εμφύτευμα στην πραγματικότητα. Ισχυρές κατηγορίες, σταθερές, συγκεκριμένη ανάλυση αλλά και σταθερή παρουσία μέσα στην τάξη, συναισθηματική και ζωτική σχέση-σύνδεση: αυτά είναι τα δύο παλαιά στοιχεία που σήμερα εμφανίζονται ολοκαίνουργια, όλα αυτά πρέπει να κατακτηθούν.

Αλλά η λεπτότητα του Peck φαίνεται να προτείνει επίσης ένα τρίτο στοιχείο: τη συνοχή της ηγετικής ομάδας. Οι Karl, Friedrich, Jenny, Mary, και οι σύντροφοι που περιστρέφονται γύρω τους δεν είναι επαγγελματίες πολιτικοί, αλλά νεαροί που κινούνται και εμπνέονται από μια επιθυμία αλλαγής και γι ‘αυτό μοιράζονται τα πάντα, δεν κρατούν κάτι για τον εαυτό τους. Επιτυγχάνουν στην αιφνιδιαστική επίθεση στην Lega των Δικαίων επειδή είναι ενωμένοι συμπαγείς, επειδή αγαπιούνται. Ο Peck συλλαμβάνει μια κίνηση που ενώνει αυτήν την περιπέτεια με άλλες ανάλογες: την ομάδα της Νέας Τάξης που θα ιδρύσει το PCI, τους κουβανούς barbudos, τους μαύρους πάνθηρες … Εμπειρίες δημιουργίας οργάνωσης που βασίζονται όχι μόνο σε μια θεωρία ή σε μια εσωτερικότητα στο υποκείμενο αναφοράς, αλλά και στη δύναμη των δεσμών, σε μια κοινή ζωή, σε μια φιλία με την υψηλή έννοια. Με έναν χαρακτήρα φιλοδοξίας χωρίς την οποία κάθε λειτουργία-επιχείρηση οργανωτικής κατασκευής παραμένει κρύα, αποστειρωμένη.

Ο Gramsci είχε μαντέψει, είχε νιώσει κάτι παρόμοιο στο Il nostro Marx, ο δικός μας Μάρξ, ένα άρθρο που έγραψε το 1918, με την ευκαιρία της πρώτης εκατονταετηρίδας του φιλόσοφου. Σύμφωνα με τον Γκράμσι, μέσα από τον Μαρξ, μπορούμε να γνωριστούμε καλύτερα και να συνειδητοποιήσουμε πόσο αξίζει η δική μας «ατομική βούληση, και πώς αυτή μπορεί να καταστεί ισχυρή από το γεγονός ότι, υπακούοντας, πειθαρχώντας στην ανάγκη, καταλήγει να κυριαρχεί επί της ίδιας της ανάγκης.» Αν ο Μαρξ ξεκαθαρίζει τις υλικές δυναμικές, επιμένει στην αντικειμενικότητα, δεν είναι για να υποδουλωθεί σε αυτήν, αλλά για να μας επιτρέψει να κυριαρχήσουμε επί αυτής και να είμαστε σε θέση να παράξουμε, με την συμπαγή ενέργεια -δράση μας, κάτι που φαινόταν αδύνατο. Επομένως, είναι λάθος να θεωρηθεί ως κάτι καθαρά αυθαίρετο να έχεις φιλοδοξίες: «Θέληση, μαρξιστική, σημαίνει συνειδητοποίηση του σκοπού, που με τη σειρά του σημαίνει ακριβής έννοια και αντίληψη της δύναμης σου και των μέσων για να την εκφράσεις σε δράση. Ως εκ τούτου, σημαίνει σε πρώτη φάση διάκριση, αναγνώριση της τάξης, ανεξάρτητη πολιτική ζωή από εκείνη της άλλης τάξης, συμπαγή οργάνωση και πειθαρχημένη για τους ιδιαίτερους σκοπούς και στόχους της, χωρίς παρακάμψεις και δισταγμούς. Σημαίνει ευθεία ώθηση, παλμό προς το μέγιστο αποτέλεσμα, δίχως βόλτες στα πράσινα λιβάδια της εγκάρδιας αδελφοσύνης, έχοντας μαλακώσει από τα πράσινα χορταράκια και από τις μαλακές δηλώσεις εκτίμησης και αγάπης …».

Απόρριψη μιας αφηρημένης αδελφοσύνης, ταξική γραμμή, σημασία μιας ταιριαστής οργάνωσης και αποφασισμένης, μέσα στην οποίαν όλοι θα αισθάνονται κοντά ο ένας με τον άλλον, συναίσθημα – τελικά – μιας ισχύος: δεν ξέρω αν ο Peck είχε διαβάσει αυτό το κείμενο του Gramsci, εκείνο που είναι βέβαιο είναι ότι στην ταινία του παίζονται ακριβώς αυτά τα σημεία. Που είναι κεντρικά, θεμελιώδη και για εμάς. Μόνο σε ένα πράγμα είναι νόμιμο να διαφωνούμε με τον Gramsci. Στο τέλος του άρθρου του, απεικονίζει τον Μαρξ ως έναν «απέραντο και γαλήνιο σκεπτόμενο εγκέφαλο», μια «ατομική στιγμή» ενός «πνεύματος» που αγωνίζεται εδώ και αιώνες για να εκδηλωθεί, αλλά που τελικά φαίνεται να έχει βρει τον δρόμο του. Από την άλλη πλευρά, ο Gramsci έγραφε την επομένη της επανάστασης του Οκτώβρη, ενώ ο σοσιαλισμός μεγάλωνε – λίγους μήνες αργότερα θα είχε συγκεντρώσει το 32% στις γενικές εκλογές – με την πεποίθηση ότι το μέλλον θα έπρεπε »μονάχα» να επιταχυνθεί …

Αυτός ο χεγκελισμός σε εμάς δεν επιτρέπεται. Η ηρεμία δεν γνωρίζουμε καλά τι είναι. Το μέλλον δεν ξέρουμε αν έλθει. Ο δικός μας Μαρξ είναι νέος, ενεργεί oρμητικά, αυθόρμητα, είναι ακόμη στην αναζήτηση ενός δρόμου. Για μας ακόμη όλα πρέπει να γίνουν. Η ιστορία είναι, και πάλι, στην εκκολαπτόμενη-αναδυόμενη κατάσταση.https://www.carmillaonline.com/2018/06/17/il-nostro-giovane-marx/