σύγχρονα κινήματα, movimenti di oggi

Οι παππούδες μας πρόσφυγες, οι γονείς μας μετανάστες. Εμείς ρατσιστές και ξενόφοβοι;

Κείμενο που μοιράστηκε και διΑβάστηκε στο LIVE 5 Οκτώβρη 2019, στις 21:30, στο Αυτοδιαχειριζόμενο Στέκι στο ΤΕΙ Καβάλας

φυλακές, carcere

Αν η φτώχεια είναι έγκλημα, αυτοί που την επιβάλουν και την περιφρουρούν τι είναι;

Κείμενο του Χριστόφορου Κορτέση

Κείμενο με κάποιες σκέψεις για τις διώξεις και την προφυλάκιση μου για την υπόθεση LEROY MERLIN

Αν η φτώχεια είναι έγκλημα, αυτοί που την επιβάλουν και την περιφρουρούν τι είναι;

Σε κάποιο πολυκατάστημα μεγάλης πολυεθνικής εταιρείας, 2 άνθρωποι λόγω της συνθήκης ένδειας που τους έχει επιβληθεί, προσπαθούν ν’ αϕαιρέσουν κάποια προϊόντα χωρίς να τα πληρώσουν.Η κίνηση τους αυτή γίνεται αντιληπτή από τους άντρες ασϕαλείας του καταστήματος. Κατά την έξοδο τους,τους ζητείται να ελεγχθούν από τους σεκιουριτάδες και οδηγούνται στο δωματιάκι ανακρίσεων που διαθέτουν όλες οι εμπορικές αλυσίδες. Συνήθως, το ζήτημα επιλύεται με την καταβολή των χρημάτων που αντιστοιχούν στην αξία των προϊόντων που’ χουν παρθεί.

Για όποιον έχει μια στοιχειώδη επαϕή με την κοινωνική πραγματικότητα, η παραπάνω περιγραϕή δεν είναι κάποια σκηνή από ταινία δράσης με συμμορίες και γκάνγκστερ ή απόσπασμα από κάποιο βιβλίο επιστημονικής ϕαντασίας. Είναι στιγμιότυπο από την ωμή καθημερινότητα που βιώνουμε μεγάλα κομμάτια του κοινωνικού συνόλου η οποία έχει ενταθεί σε όλα τα επίπεδα τα τελευταία χρόνια της οικονομικής- κοινωνικής κρίσης. Τέτοιου είδους μικροκλοπές σε αλυσίδες πολυκαταστημάτων και super markets αποτελούν αναγκαία συνθήκη επιβίωσης για όσες/ους στραγγαλίζονται από την γκαρότα του λαμπερού κόσμου της «καπιταλιστικής ευδαιμονίας». Λόγω λοιπόν αυτού του οικονομικού αδιεξόδου αποπειράθηκα να αϕαιρέσω, από κατάστημα της γαλλικής πολυεθνικής Leroy Merlin, προϊόντα (που είχαν σχέση με την εργασία μου δηλ. πρίζες, ασϕάλειες) αξίας 180 ευρώ. Η κατάληξη όμως, λόγω κάποιων «ιδιαίτερων χαρακτηριστικών» δεν ήταν αυτή που συνηθίζεται, του να πληρώσεις και να πας στην ευχή, αλλά να κρατηθώ παράνομα για τουλάχιστον 3 ώρες, να εκβιαστώ, ν’ απειληθώ και εντέλει να πάω στο διάολο αϕού βρίσκομαι προϕυλακισμένος για ένα κακούργημα και τέσσερα πλημμελήματα.

Τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά για το πώς εξελίχθηκε και πως κατέληξε αυτή η ιστορία, τόσο για μένα όσο και για τους υπόλοιπους συντρόϕους που εμπλέκονται στα γεγονότα δεν είναι άλλα από τις πολιτικές μας επιλογές, από την πολιτική μας ταυτότητα και δράση. Από την συνεπή και ανυποχώρητη, εδώ και σχεδόν 20 χρόνια, επιλογή να αποτελούμε αναπόσπαστο κομμάτι του αναρχικού κινήματος.

Τα γεγονότα

Συνοπτικά, για σχεδόν 3 ώρες η εταιρεία ασϕαλείας Ovit Α.Ε. κατ’ εντολή της εργοδότριας εταιρείας Leroy Merlin κρατώντας εμένα και τον σύντροϕο Θύμιο Α. παράνομα, μας απειλούσε και μας εκβίαζε ώστε να καταδείξουμε ως συνεργάτη τον εργαζόμενο- συνδικαλιστή Γιάννη Α.

Σε πρώτη ϕάση, μας ζητήθηκε να πληρώσουμε το ποσό που αντιστοιχούσε στα προϊόντα, γεγονός που προκύπτει και από την απόδειξη που έχει κοπεί από το κατάστημα, ώστε να τελειώσει εκεί το γεγονός. Λόγω της αδυναμίας από την μεριά μας να πληρωθούν επιτόπου, ειδοποιήθηκε ένας σύντροϕος ο οποίος έσπευσε στο κατάστημα για να πληρώσει το ποσό και ο οποίος ήρθε σε επαϕή με σεκιουριτά για να του γνωστοποιήσει ότι έχει ϕέρει τα χρήματα. Όσο περιμέναμε, γνωστοποίησα στους σεκιουριτάδες την προηγούμενη καταδίκη μου, εξηγώντας τους πως η εμπλοκή της αστυνομίας και μια νέα σύλληψη πιθανόν να οδηγούσε σε νέα προϕυλάκιση, όπως και έγινε. Αυτοί μας διαβεβαίωσαν «παντελονάτα» καθώς ο αντρικός λόγος στην πατριαρχική κοινωνία μετράει περισσότερο….ότι κάτι τέτοιο δεν πρόκειται να συμβεί και ότι το ζήτημα θα λυθεί άμεσα αϕού τέτοια περιστατικά συμβαίνουν σε καθημερινή βάση.

Μετά από αρκετή ώρα αναμονής το όλο «ϕιλικό» κλίμα άλλαξε με την άϕιξη στο δωματιάκι του ιδιοκτήτη της εταιρείας ϕύλαξης, Κωνσταντίνου Δρίβα. Αϕού μας συστήθηκε, είπε ότι πρέπει να μιλήσει με την διεύθυνσή της εταιρείας. Καθ’ όλη την διάρκεια της ομηρίας μας,ο Δρίβας ήταν σε διάλογο με τους εργοδότες του καθώς μπαινόβγαινε για να συνομιλεί μαζί τους. Κάποια στιγμή μας ενημέρωσε ότι δεν τους ενδιέϕεραν πλέον τα χρήματα γνωστοποιώντας μας ότι προτεραιότητα τους ήταν να εμϕανιστεί ως συνεργός μας ο εργαζόμενος στο εν λόγω κατάστημα Γιάννης Α.

Τι μεσολάβησε, όμως, όλες αυτές τις ώρες και δεν τους ενδιέϕεραν πλέον τα λεϕτά; Γνωρίζοντας πλέον τους ανοιχτούς λογαριασμούς μου με το κράτος, θεώρησαν ότι έχουν στα χέρια τους έναν αδύναμο κρίκο και δεν πρέπει να αϕήσουν αυτή την ευκαιρία ανεκμετάλλευτη, έτσι κάλεσαν τον ειδικό. Ο Δρίβας, πρώην αξιωματικός του στρατού και εκπαιδευμένος στις ανακρίσεις μέσω απειλών και εκβιασμών,στα πρότυπα του ΝΑΤΟ, ήταν ο κατάλληλος άνθρωπος να χειριστεί την κατάσταση, για αυτό εξάλλου ήρθε στο κατάστημα.

Εμϕανίζοντας τον Γιάννη ως συνεργό, γινόταν αυτόματα εϕικτή η απομάκρυνση του από την θέση εργασίας, ξεμπερδεύοντας μια και καλή η εταιρεία από την «γάγγραινα», όπως χαρακτηριστικά τον ανέϕερε ο υπεύθυνος ασϕαλείας. Κάποια στιγμή μας ζήτησε να γράψουμε υπεύθυνη δήλωση που θα τον αναϕέραμε ως συνεργάτη μας αλλιώς η κλήση της αστυνομίας ήταν μονόδρομος. Αϕού συντάξαμε μια δήλωση που έγραϕε ότι αϕαιρέσαμε κάποια αντικείμενα και το ποσό χωρίς να αναϕέρουμε τον εργαζόμενο, ο Δρίβας ϕανερά εκνευρισμένος τις πήρε και τις έσκισε. Ταυτόχρονα, ήδη είχε καλεστεί και συνομιλούσε με τον διευθυντή του καταστήματος ο Γιάννης, ο οποίος δεχόταν πιέσεις να δηλώσει παραίτηση. Ο Δρίβας γυρνώντας από την συνάντηση στην οποία ο Γιάννης Α. δεν κατέστη δυνατό να υποκύψει στον εκβιασμό για δήθεν εμπλοκή του και άρα να δρομολογηθεί η απόλυση του, μας ανακοίνωσε ότι έχει καλεστεί η αστυνομία. Αντιλαμβανόμενοι ότι όλο αυτό το διάστημα των 3 ωρών εκβιασμών και απειλών μας κορόιδευαν, τους δηλώσαμε ότι θα φύγουμε από εκεί.

Όταν ο Δρίβας άρχισε να γίνεται επιθετικός ενημερώθηκαν οι συντρόϕισσες και σύντροϕοι που’ χαν έρθει για να δώσουν τα χρήματα,και περίμεναν εκτός καταστήματος, για τη τροπή που πήραν τα πράγματα. Εμείς δεν καθίσαμε να μας παραδώσει σαν τρόπαια στην αστυνομία η LEROY και τα τσιράκια της, και προσπαθήσαμε να απεγκλωβιστούμε από την παράνομη κράτηση μας. Σε αυτό το σημείο ο Δρίβας άσκησε και σωματική βία τραυματίζοντας τον σύντροϕο Θύμιο Α.. Τελικά, καταϕέραμε να απεγκλωβιστούμε και να απομακρυνθούμε από το κατάστημα μαζί με τους συντρόϕους μας.

Από αυτό το σημείο και μετά αναλαμβάνουντην υπόθεση οι επίσημοι κατασταλτικοί μηχανισμοί της αστυνομίας και της «δικαιοσύνης» οι οποίοι έχουν άλλη προτεραιότητα. Η εμπλοκή μου στα γεγονότα που διαδραματίστηκαν στο LEROY σήμανε αμέσως συναγερμό στην ΕΛ.ΑΣ. που ξεχύθηκε για τον εντοπισμό μου. Το επόμενο απόγευμα με συνέλαβαν στο κέντρο της Αθήνας. Με χτυπημένο πρόσωπο και κουκούλα στο κεϕάλι οδηγήθηκα στη Γ.Α.Δ.Πειραια. Μετά την άϕιξη 3 συγκεκριμένων σεκιουριτάδων και του Οικονομικού διευθυντή του καταστήματος της Leroy Merlin που καταθέσαν ως (ψευδο)μάρτυρες κατηγορίας, μου ασκήθηκε δίωξη για 3 κατηγορίες σε βαθμό πλημμελήματος. Το παράδοξο είναι ότι ,ενώ προκύπτει από τις καταθέσεις των ιδίων πως μας κρατούσαν όμηρους για πάνω από 3 ώρες, δεν τους ασκήθηκε δίωξη για παράνομη κράτηση.

Αμέσως, κλιμάκιο της ασϕάλειας πραγματοποιεί 3ωρη εξονυχιστική έρευνα στο σπίτι μου κάνοντας κατάσχεση σε αντικείμενα που προϕανώς δεν έχουν καμία σχέση με τα γεγονότα της προηγούμενης μέρας αλλά με την πολιτική μου ταυτότητα. Την επόμενη μέρα η εισαγγελέας Μαρία Αγγελούδη, με το προσφιλές σπορ στους δικαστικούς κύκλους να χτίζουν την ποπ επαγγελματική τους ανέλιξη καταστρέϕοντας ζωές, εκμεταλλευόμενη τις ανακρίβειες και τα ψέματα των (ψευδο)μαρτύρων κατηγορίας αναβαθμίζει τις κατηγορίες και διευρύνει τον αριθμό των κατηγορουμένων ανοίγοντας με αυτόν τον τρόπο τον δρόμο για την προϕυλάκιση μου. Το ερώτημα που τίθεται εδώ είναι πώς γίνεται να υϕίσταται ληστρική κλοπή όταν δεν ασκείται η παραμικρή βία από την μεριά μας και όταν τα κλοπιμαία βρίσκονται μέσα στο κατάστημα.

Δύο μέρες μετά, ο ανακριτής Γεώργιος Παντελίδης ο οποίος κατά την 3ωρη ανάκριση επικεντρώθηκε στην πολιτική μου δράση και παρελθόν παρά στα γεγονότα για τα οποία βρίσκομαι κατηγορούμενος τώρα, ρωτώντας με για την δράση του Επαναστατικού Αγώνα, για την δράση της συλλογικότητας που συμμετέχω, για το ποια είναι η θέση των αναρχικών για την βία και αν χρηματοδοτούμαστε από παράνομες ενέργειες προσδίδει και επίσημα πολιτικό χαρακτήρα στην δίωξη και στην προϕυλάκιση καθώς μαζί με τη εισαγγελέα Καμιλιάρη η οποία για το μοναδικό πράγμα που με ρώτησε ήταν τα ονόματα των υπολοίπων συντρόϕων που ϕυσικά αρνήθηκα ν’ απαντήσω, ϕτύσανε σε ένα χαρτί την αιτιολόγηση της προϕυλάκισης μου με ένα άνευ προηγουμένου σκεπτικό, εγκληματοποιώντας τους οικονομικά αδύναμους.

…εμείς με τις ιδέες μας…..

Η θέρμη με την οποία κινήθηκαν οι διαϕορετικοί πυλώνες της κυριαρχίας μπορεί να γίνει πλήρως κατανοητή μόνο κοιτάζοντας την μέσα από το πρίσμα του ταξικού ανταγωνισμού. Στην ερώτηση, λοιπόν, που μπορεί να προκύψει εύλογα σε κάποιους «μα γιατί σε εσάς αυτή η αντιμετώπιση;», η απάντηση βρίσκεται στην θέση και στάση ζωής που έχουμε τόσο ατομικά όσο και συλλογικά απέναντι στο υπάρχον σύστημα εξουσίας.

Σε ότι αϕορά την στοχοποίηση του Γιάννη Α. από την Leroy Merlin και την OVIT A.E, αυτή αϕορά την συνδικαλιστική του δράση στον κλάδο του εμπορίου, την επιλογή του να απεργεί καθώς και να στέκεται αλληλέγγυος στο πλευρό των συναδέλϕων του που μπαίνουν στο μάτι της εργοδοσίας. Με το ξέσπασμα της παγκόσμιας κρίσης σε οικονομικό- πολιτικό- κοινωνικό επίπεδο, γίνεται μια προσπάθεια από την κυριαρχία να κουρελιάσουν ακόμα και τα προσχήματα των «κοινωνικών συμβολαίων». Με αυτόν τον τρόπο προσπαθούν να πάρουν πίσω όσα κερδήθηκαν τις προηγούμενες δεκαετίες μέσα από διεκδικήσεις και αγώνες. Στον ελλαδικό χώρο, τα μνημόνια που ψηϕίστηκαν ήταν μια λαίλαπα αντικοινωνικών- αντιεργατικων μέτρων μέσα από τα οποία ισχυροποιήθηκε η άρχουσα τάξη, αναπόσπαστο κομμάτι της οποίας είναι και οι μεγάλες πολυεθνικές εταιρείες όπως η Leroy Merlin. Η εντατικοποίηση της εργασίας, οι απολύσεις, οι μειώσεις μισθών, η ποινικοποίηση του συνδικαλισμού (ο οποίος εμπεριέχεται και σε άρθρα του 3ου Τρομονόμου από το 2010) είναι μερικές από τις πτυχές που συμπληρώνουν το παζλ της νόμιμης εργοδοτικής τρομοκρατίας.

Και ενώ στις μέρες μας η αλλοτρίωση κυριαρχεί στις τάξεις των καταπιεσμένων, ο συνδικαλισμός ως μέσο αγώνα έχει χάσει εκείνα τα χαρακτηριστικά των δυναμικών συλλογικών διεκδικήσεων και έχει μετατραπεί είτε σε μέσο προσωπικού πλουτισμού και ατομικής ανέλιξης μέσα από τα εργοδοτικά σωματεία είτε σε κομματικά παραμάγαζα που αγωνιούν για αναπαραγωγή του διαμεσολαβητικού τους ρόλου και το κομματικό συμφέρον.

Ακόμα, όμως, και μέσα σε αυτήν την κοινωνική συνθήκη υπάρχουν παραδείγματα ανιδιοτελούς αγώνα. Ένας από τούς πιο συνεπής αγώνες των τελευταίων χρόνων είναι αυτός που δίνεται ενάντια στην κατάργηση της κυριακάτικης αργίας και των απελευθερωμένων ωραρίων στον χώρο του εμπορίου. Ο Γιάννης Α. είναι αναπόσπαστο κομμάτι αυτού του αγώνα από την πρώτη στιγμή μέσα από τη συμμετοχή του σε εργατικές συλλογικότητες βάσης (και ως μέλος του Σωματείου Εμποροϋπαλλήλων Πειραιά), ως εργαζόμενος και απεργός που συμβάλλει ενεργά στη αντίσταση των εργαζομένων απέναντι στην εργοδοτική ασυδοσία, στέκεται αλληλέγγυος στους συναδέλϕους του που στοχοποιούνται από την εργοδοσία, δίνοντας το ζωντανό παράδειγμα της συναδελϕικής-ταξικής αλληλεγγύης. Όλες οι παραπάνω επιλογές όντως είναι εχθρικές για τα συμϕέροντα ενός επιχειρηματικού ομίλου.

Και όταν το Leroy δεν μπορούσε να τού προσάψει κάτι άλλο για να τον απολύσει, προσπάθησε να τον εμπλέξει ως τον ηθικό αυτουργό στην δικιά μου επιλογή απαλλοτρίωσης προϊόντων, στηρίζοντας αυτήν την εκτίμηση στο γεγονός ότι συνομιλήσαμε κατά την διάρκεια της παραμονής μου στο κατάστημα, το οποίο καταγράϕηκε από κάμερα. Για όλους τους ϕυσιολογικούς ανθρώπους, το να χαιρετήσεις έναν ϕίλο σου όταν βρεθείς στον ίδιο χώρο μαζί του είναι το σύνηθες. Τώρα για όσους έχουν ασϕαλίτικη λογική και νοοτροπία αυτό όντως μπορεί να είναι ύποπτο. Με βάση αυτή την λογική πάνε οι αστυνομικοί της αντιτρομοκρατικής στις δίκες των αναρχικών και λένε «ότι μια ϕυσιολογική ζωή είναι προκάλυμμα για κάποιον που έχει παραβατική συμπεριϕορά….».

Αυτή όμως δεν είναι μια υπερβολική ή άστοχη ερμηνεία από την πλευρά των σεκιουριτάδων αλλά μια συνειδητή επιλογή για την στοχοποίηση του που έχει πολλές προεκτάσεις και αποδέκτες.

Αν έστεκε αυτή η κατηγορία αυτομάτως έδινε το δικαίωμα στην εταιρεία να τον απολύσει ξεμπερδεύοντας με την εσωτερική «γάγγραινα», στέλνοντας ταυτόχρονα ένα μήνυμα κατατρομοκράτησης σε κάθε μία-καθένα που αγωνίζεται για τα δικαιώματα της-του μπαίνοντας έτσι στο μάτι των αϕεντικών, και κατασυκοϕάντησης και αποπολιτικοποίησης των αγωνιζόμενων παρουσιάζοντας τους ως κοινούς εγκληματίες. Η στοχοποίηση του συνεχίστηκε όπως ήταν αναμενόμενο και από τους κατασταλτικούς μηχανισμούς. Αρχικά, οδηγήθηκε για κατάθεση ως μάρτυρας στην υπόθεση, την επόμενη μέρα όμως με την αναβάθμιση των κατηγοριών ,λόγω του πολιτικού προϕίλ των δραστών, από την εισαγγελέα Μαρία Αγγελούδη του ασκήθηκε δίωξη για το κακούργημα της άμεσης συνέργειας σε ληστρική κλοπή!!!!

Το «αμαρτωλό» μου παρελθόν ήταν αυτό που έπαιξε καταλυτικό ρόλο θεωρώ στην εξέλιξη και αναβάθμιση της υπόθεσης. Για το αστυνομικό-δικαστικό σύμπλεγμα το πρόβλημα του «υγιούς» κοινωνικού σώματος ήμουν εγώ, για αυτόν τον λόγο συστάθηκε αμέσως ομάδα για τον εντοπισμό και την σύλληψη μου, γεγονός που προκύπτει από τα λεγόμενα των αστυνομικών. Θα ήταν κάποιος αϕελής ή εκτός πραγματικότητας αν πίστευε ότι σε κάθε καταγγελία για απόπειρα κλοπής η ελληνική αστυνομία εξαπολύει ανθρωποκυνηγητά. Και η κατ’ οίκον έρευνα κινήθηκε σε μια ϕρονηματική κατεύθυνση, αδυνατώντας να ψάξουν για κλοπιμαία αϕού αυτά ποτέ δεν έϕυγαν από το κατάστημα, κατάσχεσαν πολιτικά κείμενα, πρακτικά συνελεύσεων, μια γραϕομηχανή αντίκα, ψηϕιακά μέσα αποθήκευσης και ένα αλεξίσφαιρο γιλέκο το οποίο ήταν μέσο αυτοπροστασίας. Το μέγεθος της υπερβολής στην προσπάθεια αναβάθμισης της δίωξης μου ϕαίνεται στην κατηγορία της οπλοκατοχής που μου ασκήθηκε για δύο μη τοποθετημένα κουρτινόξυλα… ονομάζοντας τα ξύλινες ράβδους!!

Ο ανακριτής με την σειρά του έδειξε δυσανάλογο ενδιαϕέρον για την δομή της συλλογικότητας που συμμετέχω, για το ποια η σχέση των αναρχικών με την βία, ποια η σχέση της συλλογικότητας με τον Ε.Α και διάϕορα άλλα άσχετα με την απόπειρα κλοπής.

Στην αιτιολόγηση της προϕυλάκισης μου βέβαια δεν θα μπορούσε να μην συμπεριλάβει την προηγούμενη καταδίκη μου για συμμετοχή σε επαναστατική οργάνωση. Μια κατηγορία που την αρνήθηκα εξ αρχής, σε όλα τα στάδια της και την αρνούμαι μέχρι σήμερα. Μια καταδίκη που στηρίχθηκε σε λογικά άλματα και αοριστίες. Σε αυτήν την καταδίκη , άσχετα αν την αποδέχομαι ή όχι,οι δικαστές βλέπουν την έμπρακτη αμϕισβήτηση των καταπιεσμένων στο μονοπώλιο της βίας που επιδιώκει η εξουσία, βλέπουν την προσπάθεια καταστροϕής του συστήματος εκμετάλλευσης που οι ίδιοι αποτελούν αναπόσπαστο κομμάτι του. Ένα σύστημα που προσπαθεί να θωρακιστεί με ειδικούς νόμους, ειδικές υπηρεσίες, ειδικά δικαστήρια και ειδική μεταχείριση κρατουμένων, επιστρατεύοντας κάθε μέσο που διαθέτει στο νομικό του οπλοστάσιο. Οπότε η Αγγελούδη και κάθε δικαστικός δεν χρειάζεται κάποια άνωθεν εντολή για το πώς θα χειριστεί μια υπόθεση, ως γρανάζι του μηχανισμού καταστολής ξέρει ποιοί είναι οι εχθροί του, ποιοί οι ϕίλοι του και πράττει κατά το συμφέρον του.

Όλα τα παραπάνω αναδεικνύουν την πολιτική διάσταση της δίωξης.Η στοχοποίησή μου και η διαχείριση της υπόθεσης με αυτόν τον τρόπο ϕυσικά και δεν έγκειται σε κάποια προσωπική βεντέτα, αν και έχει άμεσες επιπτώσεις στην ζωή μου, αλλά σε μια συνολικότερη και πολυεπίπεδη προσπάθεια εξόντωσης του αναρχικού- αντιεξουσιαστικού κινήματος.

Κομμάτι αυτής της προσπάθειας είναι και η ποινικοποίηση των συντροϕικών-ϕιλικών σχέσεων, η εγκληματοποίηση της αλληλεγγύης και της αλληλοβοήθειας που αποτελεί δομικό στοιχείο τόσο στο πως πράττουμε και σχετιζόμαστε στο εδώ και στο τώρα, όσο και στο ποια είναι η κοινωνική μας πρόταση ως αναρχικές-οι. Η επιλογή λοιπόν κάποιων συντρόϕων-ισσων να έρθουν στο κατάστημα ώστε να ϕέρουν τα χρήματα που αρχικά μας ζητήθηκαν και η διαμαρτυρία για το καθεστώς της τρίωρης ομηρείας μας βαπτίστηκαν συμμορία και υπόθαλψη εγκληματία. Έπραξαν έτσι όπως θα έπραττε η καθεμία και ο καθένας που έχει την δικιά μας κοσμοαντίληψη. Αυτή η επιλογή μας είναι η έμπρακτη αμϕισβήτηση στις «αξίες» της εξατομίκευσης, του ατομισμού, της μοναξιάς που μπολιάζει η κυριαρχία στις σύγχρονες κοινωνίες τους υπηκόους της.

Οι διωκτικές αρχές με την βοήθεια του άτυπου ανακριτικού υπαλλήλου Κωνσταντίνου Δρίβα, οι οποίοι αδυνατούν να κατανοήσουν ότι δεν λειτουργούν όλοι οι άνθρωποι με τον δικό τους συγκεντρωτικό τρόπο σκέψης και δεν διατηρούν απονεκρωμένες σχέσεις επιχειρούν να παρουσιάσουν την ροή των παραπάνω γεγονότων ως κομμάτια ενός ενιαίου σχεδίου από την μεριά μας, κάτι το οποίο δεν ισχύει. Μάλιστα προσπαθούν να προσδώσουν και διαϕορετικούς ρόλους σε αυτό, μέσα από το διαβιβαστικό της αστυνομίας προς την εισαγγελία, περιγράφουν ότι προσπαθώ να καθοδηγήσω τους υπόλοιπους κατά την διάρκεια της αποχώρησης μας από τοLeroy. Να τους πληροϕορήσω ότι εμείς δομούμε τις σχέσεις μας εντελώς διαϕορετικά από τους καραβανάδες, τους μπάτσους και τους δικαστές, δεν υπακούμε στις εντολές των ανωτέρων μας γιατί πολύ απλά δεν υπάρχουν ανώτεροι και κατώτεροι, δεν υπάρχει ιεραρχία. Οπότε αν ψάχνουν καθοδηγητές, αρχηγούς, στρατηγούς, διευθυντές και προέδρους ας ψάξουν στις πραγματικές συμμορίες και τρομοκρατικές οργανώσεις των οποίων οι ίδιοι αποτελούν μέλη.

… και εσείς με τα λεϕτά σας και με τις φρουρές σας…

Η εποχή μας είναι μια από εκείνες τις ιστορικές περιόδους που επικρατεί η τρέλα του πλουτισμού, η διεθνής ασυλία του πολυεθνικού κεϕαλαίου, η ανάδυση των ανταγωνισμών μέσω πολεμικών συρράξεων, η έκρηξη των ανισοτήτων, δημιουργώντας το παρανοϊκό σύμπαν του σύγχρονου ανθρώπου.

Ανέκαθεν ιστορικά αυτό που πάντα προσπαθεί η κυριαρχία είναι να εμϕανίζεται ως η μοναδική διέξοδος από αυτά τα «ϕυσικά» ϕαινόμενα αντιστρέϕοντας με ταχυδακτυλουργικό τρόπο την κοινωνική πραγματικότητα. Μεταμϕιεσμένη με την μάσκα της λύτρωσης ξεγελώντας τους καλόπιστους συνεχίζει επί αιώνες να διαπράττει όλα τα ζοϕερά ανοσιουργήματα τις εις βάρος της ανθρωπότητας και του πλανήτη.

Έτσι η καπιταλιστική βαρβαρότητα προβάλλεται ως οικονομία της αγοράς, η ασυλία του κεϕαλαίου ως παγκοσμιοποίηση, η ανεργία και οι απολύσεις ως ευελιξία της αγοράς εργασίας, η ισοπέδωση των ϕτωχών ως δημοσιονομική εξυγίανση, τα στρατόπεδα συγκέντρωσης μεταναστ(ρι)ών ως κέντρα ϕιλοξενίας, η αστυνομική βαρβαρότητα ως προστασία του πολίτη, η ϕτώχεια ως έλλειψη κοινωνικότητας…και πάει λέγοντας.

Σε αυτόν τον βούρκο της αντιστροϕής επιπλέει καιτο ανθρωποκεντρικό προσωπείο που πουλάνεμεγάλες πολυεθνικές εταιρείες όπως η LEROY MERLIN. Πίσω από τις ϕανταχτερές διαϕημίσεις και τα επιτυχημένα event, προσπαθεί να κρύψει την κατ’ εξακολούθηση ληστρική κλοπή που διαπράττει εις βάρος χιλιάδων εργαζομένων. Μέσα από την ελαστικοποίηση του ωραρίου, τα δεκάδες εργατικά ατυχήματα, την ενοικίαση ϕθηνού εργατικού δυναμικού από την δουλεμπορική εταιρεία MANPOWER, την επέκταση του ωραρίου χωρίς καταβολή υπερωριών, την προσπάθεια επιβολής του 9ωρου, των απολύσεων εργαζομένων με προβλήματα υγείας (περίπτωση εργαζόμενης με σκλήρυνση κατά πλάκας), την κατάργηση της κυριακάτικης αργίας, την στοχοποίηση συνδικαλιστών κ.α η Leroy ϕανερώνει την πραγματική διάσταση του εγκλήματος που συντελείται καθημερινά εις βάρος των εκμεταλλευομένων από το αδηϕάγο κτήνος του κεϕαλαίου. Αυτή είναι η «αναπτυξιακή προοπτική» και η «υγιής επιχειρηματικότητα» που καλούν οι ξεϕτιλισμένοι πολιτικοί να εϕαρμόσουν οι ξεϕτιλισμένοι επιχειρηματίες.

Αυτή η συνθήκη του ακόρεστου πλουτισμού από τους λίγους εις βάρος των πολλών, αναπόϕευκτα δημιουργεί αργά η γρήγορα την επιθυμία της αμϕισβήτησης για την ιερότητα της ατομικής ιδιοκτησίας. Εμπόδιο σε αυτή την αμϕισβήτηση στέκεται η δίδυμη αδελϕή της ιδιοκτησίας, η ασϕάλεια. Από πάντα οι αυτοκράτορες, οι βασίλισσες, οι πολιτικοί και κάθε προσωποποιημένη εξουσία είχαν τους στρατούς, τις φρουρές και τις αστυνομίες τους.

Τον τελευταίο ενάμιση αιώνα η ασϕάλεια έγινε ένα ακόμα πεδίο κερδοϕορίας διεκδικώντας μια θέση στον κόσμο της αγοράς και της ζήτησης. Οι πρώτες ιδιωτικές εταιρείες ασϕαλείας τα μέσα του 19ου αιώνα λειτουργούσαν ως μισθοϕορικοί στρατοί ενάντια σε απεργούς. Η πρώτη και ποιο γνωστή εταιρεία για τις ϕρικαλεότητες που διέπραξε εις βάρος της εργατικής τάξης ήταν το πρακτορείο Pinkerton στις Η.Π.Α που μετέτρεπε κάθε απεργία σε λουτρό αίματος.

Σήμερα, το ντελίριο τρόμου και ϕόβου που επικρατεί στον δυτικό κόσμο δημιουργεί το ιδανικό περιβάλλον οικονομικής ανέλιξης τέτοιων εταιριών. Δεν είναι τυχαίο ότι πέρσι , μέσα στις 1000 ευρωπαϊκές εταιρίες με την μεγαλύτερη οικονομική ανάπτυξη οι 7 πουλούσαν ασϕάλεια. Ο ϕόβος, η απειλή και το έγκλημα είναι η κινητήριος δύναμή της κερδοϕορίας τους.

Σε αυτήν την ευνοϊκή συνθήκη, δεκάδες τέτοιες εταιρείες, τα τελευταία χρόνια, έχουν ιδρυθεί και πλαισιωθεί από μπάτσους, καραβανάδες, ϕασιστοειδή και στρατόκαβλους και στον ελλαδικό χώρο. Μια από αυτές είναι και η Ovit ΑΕ. που εκτός από την ϕύλαξη των Leroy διαπλέκεται και με συμβάσεις με το δημόσιο για την ϕύλαξη νοσοκομείων και δημοτικών εγκαταστάσεων, με πιο σημαντική αυτή για την ϕύλαξη του λιμανιού της Μύρινας Λήμνου στο οποίο αράζουν και νατοϊκά πλοία. Ιδρυτής και διευθυντής της είναι ο πρώην στρατιωτικός Κωνσταντίνος Δρίβας με ειδική εκπαίδευση γύρω από την άντληση, συλλογή, διαχείριση και αξιοποίηση υπηρεσιακών πληροϕοριών και μια σειρά από στρατιωτικά σεμινάρια στα νατοϊκά πρότυπα. Σημαντική γνώση που προσπαθεί να την μεταλαμπαδεύσει και σε άλλα βούρλα μέσα από σεμινάρια σε διάϕορα ΙΕΚ. Ειδικός, λοιπόν, στις απειλές, στους εκβιασμούς και στην σωματική βία όπου χρειάζεται, το απέδειξε και με το παραπάνω το απόγευμα της δωδεκάτης Ιουλίου στους εργοδότες του. Αυτοί που λεηλατούν τους εργαζόμενους σε καθημερινή βάση επί δεκαετίες και αυτοί που έχουν βαμμένα τα χέρια τους με αίμα από τις σϕαγές που διαπράττουν οι νατοϊκές δυνάμεις θα κατηγορήσουν εμάς…

Η Leroy Merlin και η Ovit ΑΕ. λοιπόν, θα μιλήσουν για ήθος, θα μιλήσουν για κλοπή, για βία, για απειλές, για «γάγγραινες», αν δεν είναι αυτό αντιστροϕή της πραγματικότητας τότε τι είναι;;

Όσο για την προσπάθεια που κάνουν ώστε να αποποιηθούν την ευθύνη για την εξέλιξη της υπόθεσης ρίχνοντας την στους κρατικούς μηχανισμούς λέγοντας ότι δεν άσκησαν μήνυση, για τις διώξεις που ασκήθηκαν σε όλους τους συντρόϕους και κυρίως για την δική μου προϕυλάκιση ας μην ματαιοπονούν προσπαθώντας να κρυϕτούν, ο διευθυντής και ο οικονομικός διευθυντής της Leroy,και οι σεκιουριτάδες της Ovit ϕέρουν ακέραιη την ευθύνη για την κατάληξη της υπόθεσης.

Η πειραγμένη ζυγαριά της Θέμιδος.

«Φυσικά και είμαστε όλοι ίσοι απέναντι στο νόμο. Απαγορεύεται το ίδιο, τόσο στους πλούσιους όσο και στους ϕτωχούς, να κοιμούνται κάτω από τις γέϕυρες, να ζητιανεύουν και να κλέβουν ψωμί.»
Ανατόλ Φράνς

Αν και το παραπάνω απόϕθεγμα έχει γραϕτεί πριν από ενάμιση αιώνα εντούτοις περιγράϕει ειρωνικά, το πώς σε έναν κόσμο που επιβάλλονται οι ανισότητες δεν μπορεί να υπάρξει δικαιοσύνη. Έτσι η «δικαιοσύνη» αποκτώντας υλική υπόσταση μέσω των νόμων και των λειτουργών της αποτελεί αναπόσπαστο κομμάτι του μηχανισμού καταστολής, πειθάρχησης και τιμωρίας του εξουσιαστικού συμπλέγματος κράτους, κεϕαλαίου, πατριαρχίας απέναντι τόσο στον εσωτερικό εχθρό όσο και στις επικίνδυνες τάξεις. Η βίαιη ϕτωχοποίηση των τελευταίων χρόνων μέσα από την δυσβάσταχτη ϕορολόγηση, την αύξηση του καθημερινού κόστος επιβίωσης, την αλματώδη αύξηση της ανεργίας και των ελαστικών και επισφαλών μορφών εργασίας έχει δημιουργήσει ένα περιβάλλον εξαθλίωσης των κοινωνικών ομάδων που σηκώνουν στις πλάτες τους το καπιταλιστικό οικοδόμημα. Έχουμε τεθεί, λοιπόν, σε μια μόνιμη κατάσταση ομηρίας μέσω των χρεών με το ενδεχόμενο ακόμα και να ϕυλακιστείς για οϕειλές λίγων ευρώ.

Ταυτόχρονα υπάρχει μια συστηματική και ενορχηστρωμένη προσπάθεια από όλους τους πυλώνες της κυριαρχίας για να αϕομοιωθεί στο κοινωνικό ϕαντασιακό η ϕτώχεια ως μια συνθήκη που ευθυνόμαστε εμείς για αυτήν (το οποίο έχει και μια δόση αλήθειας από την στιγμή που δεν ξεπαστρέβουμε αυτούς που μας πατάνε στο σβέρκο, ϕταίμε). Έτσι διάϕορα καθάρματα της πολιτικής ρίχνουν σε εμάς το ϕταίξιμο της ϕτωχοποίησης μας αϕού μαζί τα ϕάγαμε, αποκαλώντας μας τζαμπατζήδες και αποβράσματα γιατί δεν χτυπάμε εισιτήρια στα μέσα μαζικής μεταϕοράς, λέγοντας μας ανίκανους και τεμπέληδες όταν διεκδικούμε τα αυτονόητα από τα αϕεντικά και τυχερούς όταν δουλεύουμε για 300 ευρώ. Αυτή είναι η καθημερινότητα που μας προσϕέρει ο καπιταλισμός, που το 80% της ανθρωπότητας δεν μπορεί να ικανοποιήσει βασικές ανάγκες επιβίωσης.

Για αυτόν τον λόγο τίθεται επιτακτικά από την εξουσία να θέσει ως επικίνδυνες και επιζήμιες για την υγιή πλειοψηϕία ολόκληρες κοινωνικές ομάδες που ϕέρουν «επικίνδυνα» ταξικά, πολιτικά, έμφυλα, καταγωγής κ.α χαρακτηριστικά. Το μείζον αγαθό σε αυτή την συνθήκη είναι η δημόσια τάξη, που εμϕανίζεται ως προαπαιτούμενο για την ομαλή λειτουργία του συστήματος και την περαιτέρω λεηλασία των ζώων μας. Για αυτόν τον λόγο σε εποχές σαν αυτή που βιώνουμε υπάρχει μια σε ακραίο βαθμό μετατόπιση της καταστολής και της τιμωρίας από την πράξη στην ύπαρξη, με πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα τον εγκλεισμό ανθρώπων σε ϕυλακές και στρατόπεδα συγκέντρωσης μόνο και μόνο επειδή δεν έχουν χαρτιά.

Οπότε σημασία δεν έχει τι κάνεις, αλλά το ποιος είσαι. Είσαι τοξικό εξαρτημένος και κατέχεις μικροποσότητες ναρκωτικών; Μέσα. Είσαι εϕοπλιστής και μεταϕέρεις τόνους ναρκωτικών; Έξω. Είσαι ο x άνεργος και χρωστάς λίγα ευρώ στο δημόσιο; Μέσα. Είσαι ο Αριστείδης Φλώρος στέλεχος επιχειρηματικού ομίλου και έχεις υπεξαιρέσει 256 εκατομμύρια ευρώ; Μα ϕυσικά Έξω. Είσαι αναρχικός και αμϕισβητείς το σύστημα; Μέσα. Είσαι μπάτσος και εκτελείς δεκαπεντάχρονους αναρχικούς; Φυσικά Έξω, είσαι γυναίκα και αντιστέκεται στον βιασμό σου; Μέσα. Είσαι επιχειρηματίας μέγας μαστροπός; Έξω και τα αντιπαραδείγματα δεν τελειώνουν.

Το δικαστικό σύστημα λειτουργεί σαν την κολυμπήθρα του Σιλωάμ για να ξεπλυθούν τα εγκλήματα των πλουσίων, των επιϕανών και των υποτακτικών τους. Την στιγμή που ο γάλλος κροίσος Hugues Mulliez ,γόνος της οικογένειας που κατέχει πλειοψηϕικά και διοικεί τον επιχειρηματικό όμιλο στον οποίο ανήκουν και τα Leroy Merlin απ’ όπου και ο ίδιος ξεκίνησε την επιχειρηματική του καριέρα, ενώ έχει δολοϕονήσει δύο ανθρώπους και έχει τραυματίσει σοβαρά ακόμα έναν με το ταχύπλοο του στο Πόρτο Χέλι κυκλοϕορεί ελεύθερος ενώ εγώ βρίσκομαι προϕυλακισμένος επειδή αποπειράθηκα να αϕαιρέσω αντικείμενα αξίας 180 ευρώ από πολυκατάστημα ιδιοκτησίας του!!!!

Αν και η δική μου προϕυλάκιση προηγείται κατά ένα μήνα περίπου από το τραγικό συμβάν στο Πόρτο Χέλι, το σκεπτικό των δικαστών που με ϕυλάκισαν εξηγεί με ωμό τρόπο τα ταξικά χαρακτηριστικά απονομής της δικαιοσύνης, το οποίο λέει “ενόψει της οικονομικής αδυναμίας του για την αποκομιδή επαρκούς εισοδήματος βιοπορισμού του, προκύπτει δε σκοπός του για πορισμό παράνομου εισοδήματος και ροπή τού προς διάπραξη εγκλημάτων κλοπής και ληστείας ως στοιχείο της προσωπικότητας του”. Με απλά λόγια, η δυσμενής οικονομική μου κατάσταση συνδέεται άμεσα με την τέλεση εγκλήματος, τα οποία αποτελούν στοιχεία της προσωπικότητας μου. Παρακάμπτουν, βέβαια, το γεγονός ότι λόγω της προηγούμενης καταδίκης, μου έχει μπλοκαριστεί ο τραπεζικός λογαριασμός ( ο λογαριασμός μισθοδοσίας θεωρείται βάσει του τρομονόμου, λογαριασμός ξεπλύματος χρήματος) καθιστώντας αδύνατο να εργαστώ οπουδήποτε η μισθοδοσία γίνεται μέσω τράπεζας, το οποίο λειτουργεί ως μέσο οικονομικού αποκλεισμού (μέτρο που εϕαρμόζεται σε όλους τους συντρόϕους που έχουν καταδικαστεί για συμμετοχή σε επαναστατικές οργανώσεις).

Στο παραπάνω απόσπασμα βλέπουμε την ποινικοποίηση της ϕτώχειας σε όλο της το μεγαλείο. Σε αυτήν την απάνθρωπη κατάσταση κάποιες και κάποιοι προσπαθούν να απαλλοτριώσουν ένα μικρό μερίδιο από τον πλούτο που οι ίδιες/οι παράγουν και υϕαρπάζεται βίαια από την άρχουσα τάξη. Μικροκλοπές σε πολυκαταστήματα και σούπερ μάρκετ και άλλες πρακτικές αυτομείωσης (οι αρνήσεις σε χαράτσια, στο χτύπημα των εισιτηρίων στα μ.μ.μ, την πληρωμή των διοδίων κ.α) είναι ϕαινόμενα που έχουν ενταθεί λόγω της οικειοποίησης τους από μεγάλα κοινωνικά κομμάτια τα τελευταία χρόνια της κρίσης. Αυτή η κίνηση αμϕισβητεί έμπρακτα το βασικό σημείο των εμπορευματικών σχέσεων που είναι το χρήμα αλλά και την θεμελιώδη αρχή της εκμετάλλευσης, την ιδιοκτησία.

Τέτοιες «εγκληματικές» και «παράνομες» πράξεις αμϕισβήτησης έχουν αϕήσει ανεξίτηλο το σημάδι τους στην παγκόσμια ιστορία των καταπιεσμένων, από την μυθική ϕιγούρα του Ρομπέν των δασών μέχρι τους κοινωνικούς ληστές και τους αναρχικούς απαλλoτριωτές τραπεζών, από τους Βραζιλιάνους χωρικούς απαλλοτριωτές γης μέχρι τα κινήματα αυτομείωσης των ιταλών αυτόνομων. Ως κομμάτι αυτής της παράδοσης την μόνη κλοπή που αναγνωρίζω ως αναρχικός, ως εργαζόμενος και ως κοινωνικό όν είναι αυτή που συντελείται στην εκμετάλλευση ανθρώπου από άνθρωπο, από αυτούς που πλουτίζουν εις βάρος μας.

Δυστοπία, η κυρίαρχη κανονικότητα.

Αν κοιτάξουμε την ανθρώπινη ιστορία θα δούμε μια πλήρη επανάληψη της, ένα μοτίβο που το συναντάμε ξανά και ξανά, πόλεμοι, εκμετάλλευση, σκλαβιά, πείνα, βασανιστήρια, θάνατος. Η ϕιλοδοξία για εξουσία και χρήμα δεν αϕήνει κανένα περιθώριο για αρμονική συνύπαρξη των ανθρώπων, τόσο μεταξύ μας όσο και με την ϕύση. Κάποιες περιόδους βέβαια η πραγματικότητα είναι πολύ πιο ωμή από ότι σε άλλες, μια τέτοια περίοδο είναι και αυτή που βιώνουμε σήμερα τόσο σε τοπικό όσο και σε διεθνές επίπεδο. Το δόγμα νόμος και τάξη εϕαρμόζεται (με διαϕορετική ένταση) από γωνία σε γωνία του πλανήτη καθώς ϕαίνεται να αποτελεί το μέσο επιβίωσης αλλά και αναπαραγωγήςτου καπιταλιστικού συστήματος μετά την τελευταία κρίση.

Την τελευταία δεκαετία εϕαρμόζεται με αμείωτη ένταση και εδώ από όλους τους πολιτικούς διαχειριστές. Η δημοσιονομική εξυγίανση και ανάπτυξη ήρθε πιασμένη χεράκι-χεράκι με την αντιεξεγερτική στρατηγική καθώς το ξέσπασμα της κρίσης συνέπεσε χρονικά με την εξέγερση που ξέσπασε σε όλη την επικράτεια μετά την εκτέλεση του αναρχικού Α.Γρηγορόπουλου τον Δεκέμβριο του 2008.

Αυτή η στρατηγική έθεσε ως αιχμή του δόρατος την πολυεπίπεδη επίθεση ολόκληρου του κρατικού-παρακρατικού μηχανισμού απέναντι στο αναρχικό-αντιεξουσιαστικό κίνημα που τα τελευταία χρόνια είχε αποκτήσει μεγάλη δυναμική και κοινωνικά ριζώματα. Καινούργιοι τρομονόμοι, καινούργιες αστυνομικές δυνάμεις, καινούργια σενάρια προπαγάνδας ήρθαν να ενισχύσουν αυτή την προσπάθεια εξόντωσης και τρομοκράτησης απέναντι τόσο στους αναρχικούς όσο και σε οποιονδήποτε αμϕισβητούσε τις κυβερνητικές επιλογές. Στο πλαίσιο αυτό δεκάδες αναρχικές-οι βρέθηκαν ϕυλακισμένοι, δεκάδες καταλήψεις μας εκκενώθηκαν, δεκάδες εισβολές για έρευνες έγιναν στα σπίτια μας. Στην διεύρυνση αυτού του πλαισίου ολόκληρο χωριό στις Σκουριές διώχθηκε με τον τρομονόμο, ολόκληρες περιοχές μετατράπηκαν σε αστυνομοκρατούμενες ζώνες όπως στην Κερατέα και στην Λευκίμμη. Αν και στην περίοδο διακυβέρνησης του ΣΥΡΙΖΑ υπήρξε μια αισθητή οπισθοχώρηση των κινημάτων αμϕισβήτησης, η αντιεξέγερση συνεχίστηκε με αμείωτη ένταση (με δεκάδες εκκενώσεις καταλήψεων) , με σοσιαλιστικό πρόσωπο αυτή την ϕορά.

Η επιστροϕή της δεξιάς επαναϕέρει ως κεντρική πολιτική ατζέντα την ασϕάλεια και την καταστολή. Τα πρώτα δείγματα αυτής της πολιτικής είναι η διαχείριση της υπόθεσης για την οποία βρίσκομαι προϕυλακισμένος και άλλοι 6 σύντροϕοι διώκονται, με εξάντληση της αυστηρότητας του νόμου και διαστολή του κατηγορητηρίου, η απρόκλητη επίθεση των μπάτσων σε διαδήλωση στο Κουκάκι, η κατάργηση του πανεπιστημιακού ασύλου, η πολυδιαϕημισμένη άλωση των Εξαρχείων που ξεκίνησε με την εκκένωση τεσσάρων καταλήψεων στην περιοχή τις τελευταίες μέρες, η απαγωγή και οι απειλές κατά συντρόφου στα πλαίσια της παραπάνω επιχείρησης και η στοχοποίηση της αναρχικής συλλογικότητας Ρουβίκωνα.

Η ϕτώχεια, η καταστολή, η καταπίεση, ο ϕόβος, η απόγνωση θα συνεχίσουν να αποτελούν την κανονικότητα που έχει ορίσει η εξουσία. Το ζήτημα δεν είναι όμως τι κάνουν αυτοί αλλά τι κάνουμε εμείς, πως θα μπορέσουμε να απαλλαγούμε μια και καλή από τις αντιλήψεις κυρίως και τα πρόσωπα δευτερευόντως που μας κρατάνε εγκλωβισμένους στην κινούμενη άμμο του συστήματος καταπίεσης και εκμετάλλευσης. Μπροστά μας έχουμε το τίποτα, μπροστά μας έχουμε και τα πάντα.

Ή θα αναμένουμε μοιρολατρικά τον αφανισμό μας, ή θα βαδίσουμε ατομικά και συλλογικά προς έναν κόσμο ισότητας, κοινοκτημοσύνης, αλληλεγγύης και ελευθερίας.

Η επιλογή είναι δική μας.

Χριστόφορος Κορτέσης
Φυλακές Κορυδαλλού, Σεπτέμβρης 2019

κείμενο_Χ_κορτέση

Πρωτότυπη δημοσίευση 03/09/2019
via athens.indymedia.org

ένοπλη πάλη, lotta armata

Ανταρτοπόλεμος στη Γερμανία: συζήτηση επάνω στην ιστορία της RAF

                                                                        (il Manifesto 22.05.1975)
                       StefanWisniewski: 

Ήμασταν τόσο τρομερά συνεπείς.

Μια συνέντευξη επάνω στην ιστορία της RAF

 ID Berlin 2003, TAZ 11/10/97  (tageszeitung, μια αριστερή βερολινέζικη εφημερίδα)

Premessa 

20 χρόνια από το φθινόπωρο του 1977 υπήρξε μια επικοινωνιακή παράσταση που δεν είχαμε ξαναδεί. Σε όλα τα τηλεοπτικά κανάλια, με τα ραδιοφωνικά προγράμματα, σε ειδικά ένθετα και σε μια σειρά από εφημερίδες με μεγάλο όνομα αντιμετωπίζονται τα γεγονότα σχετικά με την απαγωγή Schleyer, τους νεκρούς του Stammheim και τη δράση του GSG9[1] στο Mogadiscio. Εκατοντάδες δημοσιογράφοι και σχολιαστές εξυπηρετούν το δημόσιο ενδιαφέρον τους τελευταίους μήνες χωρίς να γίνονται γνωστά νέα γεγονότα.
Στην συνέντευξη που ακολουθεί μιλάει ένας που έλαβε μέρος στην απαγωγή του Schleyer, μιλώντας για τα γεγονότα του 1977.
Ο Stefan Wisniewski έπαιρνε μέρος στο κομάντο της RAF Siegfried Hausner. Τον μάιο του 1978 συνελήφθη στο Παρίσι και εκδόθηκε στη Γερμανία. Το 1981 καταδικάστηκε σε ισόβια κάθειρξη για την απαγωγή και τη δολοφονία του Schleyer. Δεν έκανε οποιαδήποτε δήλωση στις αρχές. Τον οκτώβριο του 1997 μπόρεσε να παραχωρήσει μια ελεύθερη συνέντευξη σε δύο δημοσιογράφους της TAZ, τους Petra Groll και Jürgen Gottschlich. Αναδημοσιεύουμε υπό μορφή βιβλίου αφού τα άρθρα των εφημερίδων συχνά καταπίνονται γρήγορα από τη φρενίτιδα της αγοράς. Πρώτα απ ‘όλα επειδή το κείμενο θεωρήθηκε ως μια συμβολή συζήτησης και, πράγματι, έτσι ήταν.[2]
Ο Stefan Wisniewski έχει συναινέσει στην αναδημοσίευση, παρά το ότι οι συνθήκες της συνέντευξης επέτρεπαν μόνο μια περιορισμένη αναφορά στη συζήτηση εκείνης της εποχής και συνεπώς προσέλαβαν μόνο έναν προσωρινό χαρακτήρα.
Η συζήτηση είναι μεταξύ των σημαντικότερων εγγράφων για τα γεγονότα του 1977. Υπάρχει μια ουσιαστική διαφορά με τον τόνο της σύγχρονης κουβέντας στα μέσα μαζικής ενημέρωσης που ξεχωρίζει για την απουσία άβολων μαρτυριών των πρωταγωνιστών. Έτσι, στην εξαιρετικά υπερβολική ταινία του Erich Breloer «Todesspiel» δεν συμβουλεύτηκαν κανένα από τους κρατούμενους που βρίσκονται ακόμα στη φυλακή. Πρώην αριστερίζοντες του 68 κάνουν εικασίες για την RAF και απλώς αγνοούν το γεγονός ότι κατά το πρώτο μισό της δεκαετίας του ’70 πολλοί άνθρωποι θεωρούσαν τον ένοπλο αγώνα μια πιθανή πολιτική στρατηγική. Σε αντίθεση με το γενικό ξεπούλημα και τις ανοησίες των αποκαλούμενων ειδικών της τρομοκρατίας, ο Stefan Wisniewski περιγράφει τις εξελίξεις στην πολιτική του βιογραφία επίμονος, νηφάλιος και αυτοκριτικός και μας δίνει μια ματιά επάνω στην RAF εκείνης της εποχής.                                           

Ήμασταν τόσο τρομερά συνεπείς

Το έτος 1977 ήταν το έτος της αντιπαράθεσης μεταξύ της RAF και του κράτους. Όταν εστιάσατε όλες τις δυνατότητές σας στην απελευθέρωση των κρατουμένων, αυτοί ήταν μέσα μόνο από λίγα χρόνια (5/7).

 Stefan Wisniewski: Η πρώτη ένοπλη δράση της RAF, σχεδόν η γέννησή της, ήταν [14 μαρτίου] η απελευθέρωση του Andreas Baader, ο οποίος είχε μερικά χρόνια πίσω και μπροστά του (είχε 3 χρόνια και ήταν φυλακισμένος από 1). Μετά την εμπειρία των 4/5 ετών πριν από το 1977, είπαμε: με αυτόν τον τρόπο δεν μπορεί πλέον να προχωρήσει η κατάσταση. Η Ulrike Meinhof ήταν νεκρή, ο Holger Meins ήταν νεκρός, η Katharina Hammerschmidt ήταν νεκρή όπως και ο Siegfried Hausner ήταν νεκρός[3].

Καταδικάστηκες στη μέγιστη ποινή για τη χώρα αυτή, σε ισόβια κάθειρξη, και εξέτισες σχεδόν 20 χρόνια.

Παρ ‘όλα αυτά δεν έχασα την επανάσταση. Εκ των υστέρων πρέπει φυσικά να αναλύσουμε «την εποχή της ανυπομονησίας μας.”

Ποια είναι η κατάσταση τώρα;

Η φυλακή φυσικά δεν έχει καμία προοπτική εκτός από το να κρατείσαι εδώ χωρίς κανένα νόημα.

Πώς είναι οι επαφές σου προς τα έξω εκτός από την οικογένεια; Πώς ενημερώνεσαι;

Με τα χρόνια, μέσω των επισκέψεων, αναπτύχθηκαν επαφές, με όλες τις διάφορες πολιτικές διαφορετικότητες. Μερικοί από εμάς εν τω μεταξύ έχουν απελευθερωθεί και έχουν φτάσει νέοι άνθρωποι. Πολλά από αυτά που κάνουν, πολύ δύσκολα μπορώ να παρακολουθήσω και να μοιραστώ: να έχω παιδιά, βλέποντάς τα να μεγαλώνουν και να παίζουν, τον αιώνιο υπαρξιακό αγώνα μεταξύ ζωής και θανάτου που παίζεται έξω από τους τοίχους … διαβάζω πολύ, κυρίως βιβλία. Στα πρώτα 10 χρόνια είχα απαγόρευση της τηλεόρασης, αλλά δεν έχασα πολλά, εκτός από μερικές λεπτομέρειες: το ταχυδρομείο μου καταχωρήθηκε στο δικαστήριο και υπάρχουν πάντα απαγορευτικές διατάξεις. Ζω και καταριέμαι τη φυλακή όπως και οι υπόλοιποι κρατούμενοι, δουλεύω εδώ και 2 μήνες μετά την απαγόρευση της εργασίας για όλα αυτά τα χρόνια.

ΠΑΝΤΑ ΑΓΩΝΙΣΤΗΚΕΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΚΑΝΟΝΙΚΗ ΦΥΛΑΚΗ

Έχω πάντα αρνηθεί την ιδέα, γιατί δεν πιστεύω ότι αυτό το σωφρονιστικό ίδρυμα είναι φυσιολογικό, ακόμα και για τους άλλους κρατούμενους. Αλλά πάντα έβλεπα τη φυλακή ως ένα κοινωνικό έδαφος, από το οποίο δεν ήθελα να απομονώσω τον εαυτό μου.

Αντιθέτως η RAF πάντα ζητούσε τη συνάντηση των πολιτικών κρατουμένων και όχι την ένταξη σε κανονική φυλακή.

Αρχικά και η RAF προσπάθησε την συνάντηση με τους άλλους κρατούμενους. Υπήρχαν επίσης προσδοκίες για ένα επαναστατικό κίνημα μεταξύ των κρατουμένων. Το γεγονός είναι ότι από την αρχή αυτές οι διατάξεις απομόνωσης ελήφθησαν εναντίον μας. Στη συνέχεια ξεκίνησαν οι δίκες και έγιναν προσπάθειες να τις χρησιμοποιήσουμε ενωμένοι και με πολιτικό τρόπο. Ήταν και είναι θεμιτό να ζητηθεί η συνάντηση των πολιτικών κρατουμένων για να συζητήσουμε μαζί και να σπάσουμε την απομόνωση στις φυλακές.

Το έχουμε διαβάσει από τα πρώτα ανακοινωθέντα. Αλλά η γραμμή άλλαξε γρήγορα: όλα αναφέρονταν στο καθεστώς των αιχμαλώτων πολέμου.

Όταν αυτό έγινε απόλυτο ως γραμμή, είπα: εντάξει μπορούμε να το συζητήσουμε πολιτικά, αλλά εγώ μπορώ επίσης να ακολουθήσω μια άλλη πολιτική πορεία. Αν δεν μπορούμε να καταφέρουμε να συναντιόμαστε εδώ με άλλους κρατούμενους, πώς μπορούμε να το κάνουμε στη συνέχεια έξω με τον κόσμο. Εδώ, όπου είναι έγκλειστοι, μαθαίνουν πραγματικά τι είναι το σύστημα. Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο δεν είναι απαραίτητη μια κοινωνιολογική έρευνα, αν και μια ανάλυση της νέας σύνθεσης και δομής των φυλακών θα ήταν κάτι περισσότερο από λογική.

Περισσότεροι από τους μισούς κρατούμενους είναι αλλοδαποί, και πολλοί από αυτούς απειλούνται με μεταφορά σε χώρες όπου ασκούνται τα βασανιστήρια.

Είναι σε αυτό το σημείο που υπήρξε μια ρήξη ανάμεσα σε εσένα και τους φυλακισμένους της RAF;

Εγώ δεν την είδα ούτε την εννόησα ως ρήξη. Το θέμα ξεκίνησε με τη δίκη μου το 1981, ήταν η πρώτη δίκη για την απαγωγή του Schleyer.

Ήθελα να διεξάγω τη δίκη μου με επιθετικό τρόπο.

Ήμουν σε προληπτική φυλακή μέχρι τότε. Είχα ήδη δύο ανοιχτές δίκες: η πρώτη γιατί έδωσα μια γροθιά στη μύτη ενός δικαστή, ήταν αμέσως μετά την έκδοσή μου από τη Γαλλία, όταν προκλητικά διέκοψε ένα τηλεφώνημα με τον δικηγόρο μου, αφού την προηγούμενη ημέρα, στο αεροδρόμιο Orly , εμποδίστηκα να μιλήσω με έναν γάλλο δικηγόρο.

Η έκδοσή σου ήταν αστραπιαία, πιθανώς επειδή με το αντιγερμανικό κλίμα της εποχής, θα έπρεπε ίσως να ασχοληθούν με τη δυνατότητα πολιτικού ασύλου.

Ναι όλα συνέβησαν σε αστυνομικό επίπεδο. Και ο δικαστής αναγνώρισε ότι δεν έγιναν όλα σε κανονική βάση. Αλλά δεν ήταν το πιο σημαντικό. Το σημαντικό ήταν ότι πλέον με είχαν. Για την μπουνιά στον ομοσπονδιακό δικαστή μου έδωσαν 7 μήνες, που μου προστέθηκαν στα 20 χρόνια της ποινής και άλλα 6 χρόνια μου προστέθηκαν για μια προσπάθεια διαφυγής και αυτή η καταδίκη χρησίμευσε για να αποδείξει την επικινδυνότητα μου. Το φόντο αυτής της δικαστικής υπόθεσης ήταν ότι δεν είχαν σχεδόν τίποτα στο χέρι τους εναντίον μου. Έτσι προσπάθησαν να δείξουν την επικινδυνότητα μου με τη δίκη Schleyer. Σε κάθε περίπτωση παρέμεινα απομονωμένος για 3 χρόνια πριν ξεκινήσει η δίκη. Οι κρατούμενοι σχεδίαζαν τότε μια απεργία πείνας. Δεδομένου ότι ο τύπος ήρθε στη δίκη έπρεπε να διαβάσω σχεδόν αμέσως τη δήλωση της έναρξης της απεργίας πείνας. Εκεί είπα αρκετά, φτάνει. Αν βρισκόμαστε σε απεργία πείνας, η δίκη γίνεται μια αντιπαράθεση γύρω από την απεργία πείνας. Εμένα ενδιέφερε ωστόσο να οδηγήσω τη δίκη με επιθετικό τρόπο. Ήθελα την αντιπαράθεση γύρω από το 1977.[4]

Οι φυλακισμένοι άρχισαν την απεργία πείνας ούτως ή άλλως.

Είχαν βρει έναν άλλο δρόμο για να καταστήσουν δημόσια την απεργία πείνας. Στη συνέχεια αυτό που έπρεπε να συμβεί συνέβη. H κατάσταση η σχετική με τα πολιτικά ζητήματα στο δικαστήριο και στην κοινή γνώμη επιδεινώνεται ολοένα και περισσότερο. Τα ερωτήματα ήταν: Μπορούν οι κρατούμενοι να επιβιώσουν; Ποιοι θέλουν να συναντούνται με ποιους; κ.λπ. Ευτυχώς υπήρχαν επίσης πολλοί κοινωνικοί κρατούμενοι με τους οποίους συμμεριζόμασταν εν μέρει τις απαιτήσεις της απεργίας πείνας και στους οποίους θα μπορούσα να αναφερθώ, όταν συμμετείχα επί 6 εβδομάδες, με αιτήματα που είχαν ωριμάσει μέσα από τη συγκεκριμένη εμπειρία μου.

Ο Sigurd Debus πέθανε κατά τη διάρκεια αυτής της απεργίας πείνας μέσω του βασανιστηρίου της αναγκαστικής σίτισης. Στη συνέχεια στο δικαστήριο πέρασα λιγάκι πέρα από τα συνήθη εθιμοτυπικά της αντιπαράθεσης με τη γερουσία.

Συνεπώς σημαίνει ότι απομακρύνεσαι από την RAF το 1981.

Η απάρνηση και η υποβολή δεν είναι για μένα. Έψαχνα άλλες δυνατότητες, αφού είχαμε τοποθετήσει την πρόκλησή μας απέναντι στο κράτος γύρω από το καθεστώς των αιχμαλώτων, το αδύναμο σημείο μας. Αυτό το κραυγαλέο λάθος δεν ήθελα να επαναλάβω σε καμία περίπτωση ως φυλακισμένος.

Αλλά η ιστορία της RAF συνεχίστηκε με αρκετούς νεκρούς.

Θα έπρεπε να ρωτήσεις τους συγγραφείς και τους υποστηρικτές της γραμμής του αντιιμπεριαλιστικού μετώπου στην οποία δεν ανήκω. Το βήμα μου υπήρξε μια επιστροφή στις ρίζες, ένα «Back to the Roots», σε όλα τα ζητήματα που μας έκαναν να γίνουμε θυμωμένοι και αγωνιστές.

Πώς έφτασες στη RAF;

Λοιπόν, πρώτα πρέπει να σας πω πώς ήρθα στο αντιαυταρχικό κίνημα..…

Γεννήθηκα στη δεκαετία του 1950 σε ένα ειδυλλιακό χωριουδάκι στο Μέλανα Δρυμό, γιος ενός πολωνού εξαναγκασμένου εργάτη. Καμία θεαματική ιστορία, στην Πολωνία θα ήταν μια ιστορία όπως χίλιες, αλλά σε αυτό το χωριό η μητέρα μου με πίεζε: «Μη λες τίποτα για την ιστορία του πατέρα σου, αλλιώς θα έχεις πρόβλημα» στο χωριό υπήρχαν αρκετοί πρώην SS ή SA και πολλοί που έκαναν τα στραβά μάτια, μετρούσαν ως πολίτες με κύρος. Ο πατέρας μου επέζησε μόνο 8 χρόνια μετά το τέλος του πολέμου από την εξολόθρευση των στρατοπέδων συγκέντρωσης, εγώ τότε ήμουν παιδί και η αδελφή μου είχε φύγει. Η μητέρα μου ήθελε να με μεγαλώσει χωρίς μίσος στην ψυχή, αλλά ούτε και η προοπτική της σιωπής δεν ήταν εφικτή. Για διάφορους λόγους βρέθηκα σε ένα κέντρο υποδοχής το οποίο γέμιζαν με παιδιά που ήταν «δύσκολο να εκπαιδευτούν». Η πλειοψηφία προέρχονταν από τα χαμηλότερα στρώματα, πολλά ήταν έγχρωμα, παιδιά πρώην Gl (στρατιώτες των ΗΠΑ), Sinti και ένα αγόρι πολωνικής καταγωγής. Έπρεπε να κάνουμε μαθήματα με τους δασκάλους που μας συμπεριφέρονταν με κουβέντες όπως «Με σας κάτω από τον Χίτλερ θα είχαμε κάνει μια σύντομη δίκη». Το έσκασα 7 φορές μέσα σε ένα χρόνο από εκεί και μερικές φορές με έπιαναν μετά από περιπετειώδες κυνήγι από την αστυνομία. Όταν όλα τέλειωσαν και με τη βοήθεια της μητέρας μου, πήγα στο Αμβούργο για να μπαρκάρω. Δεν ήταν καθόλου ρομαντικό, εκεί είδα την δυστυχία του τρίτου κόσμου, όταν στα αφρικανικά λιμάνια έρχονταν οι άνδρες για να προσφέρουν τις γυναίκες τους σε αντάλλαγμα αυτών που περίσσευαν από το φαγητό μας. Εκείνοι που δεν ντρέπονται γι αυτό, πρέπει να δοθούν τροφή στους καρχαρίες. Στη συνέχεια παρέμεινα στο Αμβούργο, δούλευα και πήγαινα σε ένα νυχτερινό σχολείο.

Πόσων χρόνων ήσουν;

Ήμουν μόλις 20 ετών. Σε κάθε μία από αυτές τις φάσεις θα μπορούσα να είχα πάρει μια διαφορετική πορεία. Για μένα το αντιαυταρχικό κίνημα και οι νέες μορφές ζωής ήταν καθοριστικές. Οι κοινότητες, οι Πέτρες-Gli Stones, οι μακρυμάλληδες, αυτό ασκούσε μια τεράστια έλξη επάνω μου. Ο σοσιαλισμός και οι επαναστατικές θεωρίες προστέθηκαν, πρώτα απ ‘όλα η αίσθηση του δικαιώματος που γεννήθηκε από την εξέγερση. Εγώ μπήκα στο Rote Hilfe (Red Rescue-Κόκκινη Βοήθεια), ήμουν στην κατάληψη της Eckhoffstrasse ένα σπίτι της  Neuen Heimat [5]. Ήμασταν ναι αγωνιστές, αλλά κάναμε και κοινωνική εργασία για τους άστεγους και υποστήριξη σε μαθητές. Αστυνομία και Τύπος Springer[6], ορισμένοι κάνανε ένα χρόνο στη φυλακή, και ήταν μόνο σύμπτωση ότι δεν ήμουν ένας από αυτούς. Τότε είχαμε πραγματικά την αίσθηση ότι μπορούσαμε να αλλάξουμε κάτι παρά το γεγονός ότι η υποχώρηση αυτών του 68 γίνονταν αισθητή εδώ και μεγάλο χρονικό διάστημα και ο κατασταλτικός μηχανισμός χτυπούσε όλο και πιο σκληρά.

Σε αυτή την κατάσταση η RAF μας φαινόταν αξιόπιστη, καθώς έβαζαν τη ζωή τους σε κίνδυνο για ένα ιδανικό. Όταν συνελήφθησαν οι πρώτοι άνθρωποι υπήρξε μια απίστευτη εκστρατεία κατασυκοφάντησης. Ήδη από αυτό μας φάνηκε ενδιαφέρουσα, βλέποντας αυτή την παραπληροφόρηση. Υπήρχαν πολλά διαφορετικά ερεθίσματα, τα οποία με οδήγησαν να δεσμευτώ με την RAF,στρατεύτηκα. Πήγα λοιπόν στο Βερολίνο.

Ήμουν κι εγώ το 1974 στο Βερολίνο και για πρώτη φορά έφαγα πραγματικό ξύλο στη διαδήλωση μετά το θάνατο του Holger Meins. Πολλοί βίωσαν αυτήν την κατάσταση αλλά πολύ λίγοι πήγαν στην RAF.

Θα μπορούσαμε να είχαμε συναντηθεί εκεί. Εκείνη την εποχή βρισκόμουν στο κέντρο νεότητας της Potsdamerstrasse, εξαιτίας της απεργίας πείνας. Είχαμε κινητοποιήσει όλους, από τη Διεθνή Αμνηστία μέχρι τον πάστορα Albertz, όλα όσα μας φαίνονταν χρήσιμα. Έκανα μια ομιλία εκεί, όταν ήρθε η είδηση «ο Holger είναι νεκρός». Δάκρυα ήρθαν στα μάτια μου – και όχι μόνο σε εμένα. Μερικοί από εκείνους που ήταν οι κύριοι επικριτές της RAF άρχισαν να κατασκευάζουν μολότοφ, και στη συνέχεια κατέβηκαν στην Kudamm[7].

“Αν αυτοί αρχίσουν να σκοτώνουν ή αφήνουν τους φυλακισμένους να πεθάνουν – σκεφτόμασταν – τότε έπρεπε να συμβεί κάτι άλλο ». Όλα όσα είχα κάνει για τους κρατούμενους μέχρι τότε, μου φάνηκαν να μην έχουν κανένα αποτέλεσμα. Έτσι δεν μπορούσαμε να συνεχίσουμε. Η συμμετοχή στην οργάνωση της κηδείας του Holger Meins ήταν η τελευταία μου νόμιμη πολιτική δράση. Εκείνο το γεγονός για μένα ήταν σαν να περνούσα ένα κατώφλι.

Τότε είχα επαφές και με την 2 Ιουνίου αλλά κάποιος άφησε άδειο το ταχυδρομικό κουτί [8] ή μου είπαν για ένα λαθεμένο, οπότε η επαφή δεν είχε αποτέλεσμα.

Θα σου ταίριαζαν καλύτερα.

Ναι, μου το είπαν πολλοί, αλλά τα πράγματα πήγανε αλλιώς[9].

Ίσως δεν ήταν σημαντικό;

Στην 2 Ιούνη- 2 Giugno δεν υπήρχαν μόνο εργαζόμενοι και στην RAF όχι μόνο baby αστοί, αυτό πρέπει να το διευκρινίσουμε. Όταν ήμουν στο Βερολίνο, ακόμη νόμιμος, επισκέφτηκα τις γυναίκες του Κινήματος της 2ας Ιουνίου και της RAF. Είχαν τις αντιθέσεις τους, αλλά για μένα αυτό δεν σήμαινε πολλά.

Γνώριζες τις διαφορές ανάμεσα στις δυο ομάδες;

Αν επισκέφτηκα την Ina Siepmann του Κινήματος 2 Ιουνίου ή την Ingrid Schubert της RAF, δεν είχε σημασία. Το μόνο σημαντικό πράγμα ήταν ότι κάποιος από το κίνημα ήταν μέσα και δεν μπορούσαμε ούτε θέλαμε να τον αφήσουμε στον άσσο.

Φυσικά ήξερα τις διαφορές μεταξύ των δύο ομάδων! Αλλά τότε οι θεωρίες δεν είχαν τεθεί ακόμη σε εφαρμογή. Η απαγωγή Lorenz[10] και η δράση της Στοκχόλμης δεν είχε ακόμη λάβει χώρα. Σήμερα θα ήταν πολύ ενδιαφέρον να διερευνηθεί η εξέλιξη των θεωριών. Η αποδέσμευση της RAF από τα κοινωνικά κινήματα με τις καταστροφικές συνέπειές της θα έλθει με το ’77. Το Κίνημα 2 Ιουνίου, το οποίο χαμήλωσε τη δύναμη του και τις επιπτώσεις της ρητορικής στην αλληλεπίδραση με το κοινωνικό περιβάλλον του, σίγουρα είχε σε αυτή τη σχέση καλύτερα χαρτιά να παίξει. Όταν το κοινωνικό του πεδίο αναφοράς και η βάση του σταδιακά άρχισαν να χάνονται ή απευθύνθηκαν σε νέα θέματα, ένα μέρος από αυτούς δεν έμεινε μακριά από λάθη όπως εμείς. Το ίδιο μπορεί να λεχθεί και για τις RZ και Rote Zora11] οι οποίες διερεύνησαν τις αδυναμίες μας σε βάθος και οι οποίες παρέμειναν με τη δομή τους δίπλα το κίνημα. Ούτε η διεθνής τους πτέρυγα διασώθηκε από την καταστροφή.

Στις αρχές της δεκαετίας του 1970 οι ενέργειες της RAF αφορούσαν τον πόλεμο στο Βιετνάμ.

Υπήρξε μια συναίνεση στο κίνημα που παρέμεινε από το 1968. Εάν πραγματοποιηθεί εδώ μια επανάσταση, πρέπει να έχει έναν αντιιμπεριαλιστικό χαρακτήρα και να σκέφτεται να μελετά, να εξετάζει τα κινήματα στον τρίτο κόσμο. Χωρίς το Βιετνάμ, χωρίς την ανάπτυξη στον τρίτο κόσμο, η RAF δεν θα είχε γίνει αυτό που έγινε. Οι ελπίδες μας ήταν οι Μαύροι Πάνθηρες και οι Tupamaros.

Αλλά γρήγορα εστιάσατε στο ερώτημα πώς να βγάλετε έξω τους κρατούμενους.

Προβληματιστήκαμε και επάνω στις δυνατότητες που υπήρχαν σε άλλους τομείς. Όντες όμως μια μικρή ομάδα, νομίζαμε ότι θα γινόμαστε ισχυροί αν είχαμε επιτύχει κάτι σε αυτό το σημείο. Η αντικειμενική μας εκτίμηση ήταν ότι κράτος και κεφάλαιο κυριαρχούσαν τόσο πολύ στην τρέχουσα κατάσταση ώστε το κίνημα που είχε ξεσπάσει το 67/68 δεν μπορούσε πλέον να επιβιώσει. Σχετικά με το ζήτημα των κρατουμένων θέλαμε να επικοινωνήσουμε κάτι στο κράτος: τον χαρακτήρα του και την ιστορία του.

Σε ποιον θέλατε να το επικοινωνήσετε;

Δεν ήμασταν προσανατολισμένοι στο βιομηχανικό προλεταριάτο, όπως οι ομάδες ΜΛ. Απορρίψαμε αυτές τις σκέψεις με την ανάλυση της αριστοκρατίας της εργατικής τάξης στη μητρόπολη. Για εμάς το επαναστατικό υποκείμενο δεν ήταν εκτιμητέο οικονομικά. Είπαμε: όποιος παλεύει μπορεί να είναι επαναστάτης. Δεδομένου ότι ενεργήσαμε ευρύτερα, δεν είχαμε το απαραίτητο διορθωτικό μιας κοινωνικής βάσης. Αυτό ήταν αλήθεια για τις BR που ήταν αρκετά ριζωμένες στο εργοστάσιο.

Η Ιταλία ήταν διαφορετική

Η Ιταλία ήταν άλλο πράγμα, και η Ιρλανδία, αλλά είδαμε τους εαυτούς μας σε σχέση με αυτούς. Φυσικά, εάν είχαμε βρεθεί στην Ιταλία, θα είχαμε κάνει σαν τις Ερυθρές Ταξιαρχίες, το έχουμε πει ήδη από τα πρώτα κείμενα. Στην Ιταλία υπήρξε μια μεγάλη αντίσταση, στην οποία είχε συνδεθεί η ιστορία των χριστιανοδημοκρατών. Εδώ ο φασισμός είχε καταστρέψει αυτό που παρέμενε από το εργατικό κίνημα. Εδώ υπήρχε ένα άλλο είδος συνέχειας που έπρεπε να διαρραγεί.

Η διεθνής υποστήριξή μας βασίζονταν στο γεγονός ότι μέσω της πολιορκίας της υπαίθρου εις βάρος της πόλης θα μπορούσαμε να γονατίσουμε το «μοντέλο Γερμανία» έτσι ώστε να μπορέσουμε να αγκιστρωθούμε και να συνδεθούμε κοινωνικά σε αυτή τη ρωγμή σε μια μακροπρόθεσμη προοπτική.

Πως επιζητούσατε την αναγνώριση, με τις εδώ συνθήκες ή με το παγκόσμιο κίνημα;

Ενδεχομένως και με τους δύο, αλλά αυτή η ερώτηση δεν έχει επιλυθεί στρατηγικά μέχρι σήμερα. Είναι ένα γεγονός πως ζούμε σε μια μητρόπολη, με τεράστιο πλούτο και προνόμιο, ενώ σε άλλες χώρες βασιλεύει η μιζέρια και η προσέγγιση για ένα επαναστατικό κίνημα είναι εντελώς διαφορετική. Σήμερα προστίθενται τα «νησιά του τρίτου κόσμου» στις μητροπόλεις και τις φτωχές περιφέρειες στα ανατολικά. Και για τις δύο αυτές πραγματικότητες, η επίλυση του κοινωνικού ζητήματος έχει γίνει ζήτημα επιβίωσης που πρέπει να κάνει να εκραγούν τα όρια του εθνικού κράτους και ταυτόχρονα να εξαφανιστεί οποιοσδήποτε αφηρημένος διεθνισμός. Αν τοποθετηθούμε σε αυτή τη διεθνή σχέση, υπάρχει μεγάλος κίνδυνος να χάσουμε τις κοινωνικές επαφές και τα κρίσιμα σημεία τριβής καθώς και να αποφύγουμε οποιαδήποτε κριτική επικαλούμενοι αποκλειστικά τις διεθνείς συνθήκες.

Έτσι μου φάνηκαν και οι συζητήσεις των ομάδων Κόκκινης Βοήθειας-Red Aid που έζησα στα μέσα των χρόνων ’70 στο περιβάλλον μου του Kreuzberg.

Πρέπει να ρωτήσουμε τους βερολινέζους συντρόφους/σες. Την εποχή εκείνη γνώριζα το RH του Αμβούργου. Υπήρξαν πολλές διαφορετικές προσεγγίσεις εκεί. Αυτό δεν οδήγησε σε εκείνο που συνεπάγονταν σχετικά με κοινωνικές ουτοπίες, σήμερα συνειδητοποιώ ότι πολλές μεμονωμένες ομάδες που ασχολούνται με τις φυλακές προωθούνται από δεξιές οργανώσεις που προσπαθούν να δημιουργήσουν μια ρατσιστική δυναμική. Με αυτούς βρέθηκα αρκετές φορές σε αντιπαράθεση και σε διαφορετικά σωφρονιστικά ιδρύματα. Αυτό είναι ένα έδαφος που έχει εγκαταλείψει το κίνημα, και η TAZ, που τότε είχε μια σελίδα για την φυλακή.

Δεν αμφισβητούμε ότι τότε υπήρχε μια ουσιαστική δουλειά, και σήμερα επίσης. Τότε όμως είχαμε την εντύπωση ότι εκείνοι που αποκαλούνται πρωτοπορία δεν μιλούσαν καθόλου για τα θέματα που μας ενδιέφεραν.

Μιλήσαμε γι ‘αυτό, στο μέτρο του δυνατού, για μια ανταλλαγή απόψεων με τους συντρόφους μέσα στη νομιμότητα, χωρίς να δεχόμαστε εμφανώς τα ζητήματα αυτά στην πρακτική μας. Θα προχωρήσω περισσότερο σε κριτική ενδοσκοπική σκέψη: Το ζήτημα των κρατουμένων συμμορφώνονταν σε μεγάλο βαθμό με τους κανόνες της ηθικής από ένα μέρος των κρατουμένων και τις επιτροπές ενάντιες στα βασανιστήρια, με αυτόν τον τρόπο ξενερώσαμε πολλούς από τους αριστερούς που συζητούσαν μαζί μας με κριτικό πνεύμα αλλά με συμπάθεια. Ο Peter Brückner και άλλοι προσβλήθηκαν, υπάρχουν πολλά δυσάρεστα πράγματα που πρέπει να επανεξετάσουμε. Το πρόβλημα δεν τελείωνε εκεί, διότι, παράλληλα με την υποχώρηση του 68, υπήρχε μια μαζική εγκατάλειψη της αλληλεγγύης. Αυτό είχε ένα μπούμερανγκ αποτέλεσμα: Όσοι προσποιήθηκαν ότι δεν βλέπουν τις συνθήκες των κρατουμένων στις ακτίνες απομόνωσης και δεν ανέλαβαν τις ευθύνες τους, για παράδειγμα μέσω μιας δικής τους θέσης, δεν πρέπει να εκπλήσσονται του γεγονότος ότι το ζήτημα των κρατουμένων έφτασε στο στρατιωτικό επίπεδο το φθινόπωρο του 1977.

«Θέλαμε να συνεχίσουμε να φέρουμε τις επαναστατικές αρχές»

Όπως ήδη ειπώθηκε, η κατάστασή μας ήταν διαφορετική. Είχαμε χαρακτηριστεί από την κατάρρευση της εξέγερσης του 68. Θέλαμε να συνεχίσουμε να φέρουμε τις επαναστατικές αρχές και ο ορίζοντας των νέων κοινωνικών κινημάτων δεν ήταν ακόμα εφικτός για εμάς. Υποβαθμίσαμε εδώ και πολύ καιρό τη σημασία του αντιπυρηνικού κινήματος ή το αντιμετωπίσαμε μόνο από την άποψη της αγωνιστικότητας τους έναντι του κράτους. Ίσως ακόμη πιο βαριά ήταν η έλλειψη αντιπαράθεσης και διαλόγου με το φεμινιστικό κίνημα. Δεν θα ήθελα να ψάξω δικαιολογίες γι ‘αυτό. Αν και είχαμε διαλυθεί μέσα στο κίνημα, κάτι που δεν θα είχε αναγκαστικά νόημα, το θέμα των κρατουμένων θα παρέμενε. Ήταν μέσα και για την κοινή ιστορία του κινήματος και γι ‘αυτό ακριβώς είχαν ταφεί στους ειδικούς βραχίονες για χρόνια και χρόνια. Θέλαμε να τραβήξουμε έξω τους φυλακισμένους και να εστιάσουμε σε αυτό την αναμέτρηση με την εξουσία. Ήταν ακριβώς από την ήττα της Στοκχόλμης που αναπτύχθηκε η ιδέα ότι πρέπει να αναπτυχθεί μια πιο ακριβής δράση.

Συνεπώς η δράση Schleyer ήταν ένα άμεσο αποτέλεσμα της αναγνώρισης της Στοκχόλμης ως λάθους;

Η Στοκχόλμη ήταν ο λάθος δρόμος. Τα αποτελέσματα το έδειξαν, οι συνέπειες: 4 νεκροί, δύο σε κάθε πλευρά, κανείς δεν βγήκε, αντίθετα η κλιμάκωση ήταν ακόμα πιο πικρή.

Η ανάλυση σας ήταν ότι η κατάληψη μιας πρεσβείας δεν αρκεί για να αναγκάσει στην απελευθέρωση των κρατουμένων;

Ότι μια πρεσβεία δεν είναι αρκετή και ότι πρέπει να πιάσουμε πολιτικά ένα σημείο που να είναι εναντίον τους αν δεν κάνουν πίσω.

Σε αυτό τον προβληματισμό υπήρξε ήδη συγκεκριμένα το πρόσωπο του Schleyer;

Όχι, όχι, το πράγμα δεν πήγε τόσο γρήγορα. Δεν χρειάζεται να φανταστείτε ότι μια δράση έρχεται αμέσως μετά την άλλη. Πριν μπω στην παρανομία, είχα κι εγώ άλλες προσδοκίες για το τι είναι η RAF και για το τι είναι δυνατό. Όταν ήμουν ακόμη νόμιμος άκουγα πολλούς ανθρώπους να μιλούν για το πώς ήθελαν να στηρίξουν την RAF. Μετά όταν κι εγώ ο ίδιος βρισκόμουν στη παρανομία συνειδητοποίησα ότι τα πράγματα δεν πήγαιναν καθόλου κατ’ εκείνο τον τρόπο. Μετά τη Στοκχόλμη, βρισκόμουν σχεδόν μπροστά στο τίποτα. Υπήρχαν μόνο ένα δυο Marchi και δύο πιστόλια που κι αυτά δεν δούλευαν καλά.

Πως φτάσατε στον Schleyer;

Ο Schleyer για το πως παρουσιάζονταν στην κοινή γνώμη, στις συνεντεύξεις και σε όλες τις εμφανίσεις, ήταν απλώς ένας μαγνήτης. Μια προφανής σκέψη. Υπήρχαν και άλλες υποθέσεις, όπως για παράδειγμα ο Filbinger, ο υπουργός [δικαιοσύνης;] της Baden Württemberg. Το παρελθόν του ως ναζιστή δικαστή του ναυτικού δεν ήταν ακόμη δημόσια γνωστό. Ωστόσο, ήταν γνωστό ότι, μετά την ναζιστική εποχή, είχε γίνει ανενόχλητα σχεδόν πατέρας της πατρίδας. Στην περίπτωσή του όμως είδαμε ότι έπρεπε να επιτεθούμε στο περιφερειακό συμβούλιο (Landtag). Φυσικά δεν κάναμε τίποτα. Έτσι έμεινε μόνο ο Schleyer. Προς στιγμήν, αμέσως μετά τη Στοκχόλμη, ήταν μόνο προβληματισμοί, η ομάδα δεν είχε ακόμη σχηματιστεί. Δύο ομάδες που δεν αναφέρονταν στη RAF συγχωνεύθηκαν. Δεν υπήρχαν ακόμα συγκεκριμένα σχέδια, αλλά υπήρξε μια κατεύθυνση και θέλαμε, συνειδητοποιημένα διαφορετικά από τη Στοκχόλμη, να ξεκαθαρίσουμε με αυτό τον άνθρωπο ποιοι είμαστε, από πού προερχόμαστε και για τι πράγμα ακριβώς αγωνιζόμαστε.

Νομίζατε ότι με τον Schleyer ο Schmidt δεν θα είχε παραμείνει στη σκληρή γραμμή και ότι θα τον αντάλλαζε;

Όχι, αυτός ο προβληματισμός δεν είχε προχωρήσει τόσο πολύ. Πρώτα είδαμε τον Schleyer, επειδή σε αυτόν ήταν συγκεντρωμένα όλα εκείνα εναντίον των οποίων όλοι, η αριστερά είχε εξεγερθεί. Θυμάμαι καλά όλη την ιστορία του Schleyer στο περιοδικό Stern του 1974. Εκείνη την εποχή δεν επρόκειτο μόνο για τη ναζιστική του ιστορία αλλά, πρώτα απ’ όλα, γι αυτή την τερατουργία, το πώς εννοούσε μια αδιάλειπτη μετάβαση την επόμενη καριέρα του και την άνοδό του στο BDI και BDA[12]σαν πολιτικός αρχηγός του κεφαλαίου. Είχε καυχηθεί για όλα αυτά. Δεν ήταν σίγουρα ένα ακροβατικό να φτάσουμε σε αυτόν.

Εσείς όμως δεν είπατε «Απαγάγουμε τον Schleyer για να δείξουμε τη συνέχεια του φασισμού στην Γερμανία. Στην Ιταλία υπήρξαν σαφείς δράσεις. Οι BR προσπάθησαν να επιτεθούν μέσα στο πλαίσιο των τρεχόντων εργατικών αγώνων: έχουν απαγάγει manager που τους απελευθερώνοντας με κατεβασμένα τα βρακιά μπροστά στο εργοστάσιο κατά την αλλαγή βάρδιας. Αυτό μιλούσε από μόνο του.

Και εμείς πάντα λέγαμε ότι οι καλύτερες ενέργειες είναι αυτές που μιλούν από μόνες τους. Με τον Schleyer δεν έπρεπε να αφήσουμε ένα μεγάλο ανακοινωθέν για να πούμε γιατί απαγάγαμε αυτόν και όχι έναν άλλο εκπρόσωπο της άρχουσας τάξης. Όπως στην Ιταλία, συνέβη επίσης στην Αργεντινή όταν οι Μοντονέρος απήγαγαν έναν εκπρόσωπο της Daimler-Benz. Απαίτησαν την επανένταξη εκείνων που είχαν υποστεί απολύσεις και υψηλότερους μισθούς. Πιστεύω ότι στις διαπραγματεύσεις ήταν παρόν και ο Schleyer.

Μα δεν είναι εύκολο να πραγματοποιηθούν τέτοιες ενέργειες, μετά κοιτάξτε τη διαφορά των μισθών μεταξύ ενός εργαζομένου της Daimler στη Στουτγάρδη και ενός στο Μπουένος Άιρες. Προς στιγμήν όμως το πράγμα δεν είχε ακόμη καθοριστεί. Ο περιορισμός στην ανταλλαγή των κρατουμένων οφείλονταν και στην κλιμάκωση, την επιδείνωση της κατάστασης, στην οποία κινηθήκαμε με το ζήτημα των κρατουμένων καθ ‘όλη τη διάρκεια του 1977.

Μίλησε μας για την δραματουργία σας. Πριν από την απαγωγή Schleyer υπήρξε η εκτέλεση του Buback και του Ponto[13]

Ο Buback ήταν ο επικεφαλής «κυνηγός τρομοκρατών» με τoν υψηλότερο βαθμό και ήταν υπεύθυνος για τις συνθήκες στις φυλακές τους. Για εμάς ήταν επίσης υπεύθυνος για το θάνατο του Siegfried Hausner, τον οποίο επανέφερε στην πατρίδα από τη Στοκχόλμη, παρά το γεγονός ότι τραυματίστηκε σοβαρά και διέτρεχε κίνδυνο για τη ζωή του. Τον βλέπαμε επίσης υπεύθυνο για το νεκρό βραχίονα και τις συνθήκες της Ulrike Meinhof. Θέλαμε να τον σταματήσουμε.

Να προσθέσουμε ότι είχατε ισχυρές πιέσεις από τους κρατουμένους του Stammheim όπως διηγείται ο Peter Jürgen Boock.

Δεν θέλω να σχολιάζω τις νέες παραλλαγές του Boock κάθε φορά. Για αυτόν ταιριάζει καλά αυτό που έγραψε ο Regis Debray στο βιβλίο του για τη Λατινική Αμερική «Κριτική των όπλων»: «Οι μεγαλύτεροι μιλιταριστές, γίνονται οι μεγαλύτεροι αποστάτες». Ενώ ο Boock μοιάζει με εκπαιδευμένο αρκουδάκι στα Talk show, υπάρχουν άλλοι που δεν έχουν τη δυνατότητα να κάνουν δηλώσεις, όπως η Brigitte Mohnhaupt που είναι θαμμένη ζωντανή σε μια βαυαρική φυλακή.

Εσύ τώρα έχεις αυτή τη δυνατότητα: Οι φυλακισμένοι σας έθεσαν υπό πίεση;

Μπορούμε να το εξετάσουμε μόνο όταν όλοι οι κρατούμενοι έχουν τη δυνατότητα να πουν κάτι. Ο Boock αναφέρεται ακριβώς σε μια φερόμενη ή πραγματική αλληλογραφία με εκείνους του Stammheim που, εκτός από τον ίδιο, πρέπει να γνωρίζει μόνο την Brigitte Mohnhaupt. Τι πρέπει να προσθέσω; Σίγουρα ότι οι φυλακισμένοι ήθελαν να βγουν ούτως ή άλλως, και αυτό το συναίσθημα να περνάς μέσα από τους τοίχους με το μυαλό σου, σίγουρα όλοι οι κρατούμενοι το γνωρίζουν. Το ερώτημα είναι ποια δράση είναι ηθικά και πολιτικά βιώσιμη, υποστηρίξιμη. Κατ αρχήν οι συνθήκες οι ίδιες άσκησαν πίεση. Επιπλέον υπήρχε η θεωρία για τον νέο φασισμό που προέρχονταν από τα θεσμικά όργανα και δεν χρειάζονταν καμία μαζική βάση. Και οι δύο δεν στέκονταν. Αυτή η λανθασμένη θεωρία που δεν επαναλαμβάνονταν παπαγαλία μόνο από την RAF, μας οδήγησε να περιορίσουμε τη δράση μας σε μια στρατιωτική ανταλλαγή χτυπημάτων. Ταυτόχρονα υποτιμήσαμε την παραγωγή ρατσιστικών νοοτροπιών που λειτουργούσαν απ’ τα ψηλά στα χαμηλά και δεν είναι κάτι καινούργιο. Το 1977 ήταν επίσης το έτος κατά το οποίο πολλές παραδοσιακές ενώσεις SS, εκτός από μερικές διαμαρτυρίες από το VVN[14], συναντιούνται ανενόχλητες. Γιατί δεν επιτεθήκαμε σε αυτούς; Αντί αυτού, έγιναν ξέγνοιαστοι και απερίσκεπτοι συσχετισμοί μεταξύ της απομόνωσης και της εξόντωσης στη φυλακή και στο Άουσβιτς, που οδήγησαν όχι μόνο σε αλλόκοτα λανθασμένες εκτιμήσεις και σε ενέργειες υπό καθεστώς πίεσης, αλλά που υπήρξαν επίσης μικροπρεπείς προς τα θύματα των στρατοπέδων συγκέντρωσης. Οι συνθήκες στους βραχίονες απομόνωσης ήταν ήδη σκληρές από μόνες τους, δεν χρειάζονταν καμία πρόσθετη πίεση για να ενεργήσουμε εναντίον τους. Δεν ήμασταν ούτε μια ομάδα που περίμενε διαταγές από το Stammheim. Με τέτοιες δηλώσεις κάποιος προσπαθεί να αποφύγει τις ευθύνες του. Αυτό δεν σημαίνει ότι δεν θα έπρεπε να ασκήσουμε κριτική σε εκείνους του Stammheim. Συχνά αναρωτιόμουν τι θα συνέβαινε εάν πραγματικά τους είχαμε τραβήξει έξω. Τότε το θεωρούσα δεδομένο, σήμερα είμαι αρκετά σκεπτικιστής. Όμως αν είχαν βγει θα μπορούσαμε τουλάχιστον να τους είχαμε κριτικάρει. Ο πόνος πως δεν στάθηκε δυνατό παραμένει μέχρι σήμερα. Τότε πιστεύαμε ότι, αν τους είχαμε απομακρύνει, θα είχαμε επιστρέψει στην RAF των πρώτων ημερών, στους στόχους και τους σκοπούς που ήδη υπήρχαν στην εξέγερση του 1968. 

Προηγουμένως ξεκίνησες να περιγράφεις τη δυναμική του 1976/77. Σταμάτησες στη δράση του Buback. Η επίθεση εναντίον του έπρεπε να προστατεύσει τους φυλακισμένους. Πετύχατε τους στόχους σας;

Όχι, αλλιώς θα είχαμε μπορέσει να αποφύγουμε την κλιμάκωση που ακολούθησε. Μετά το Meins και τον δικαστή Drenkmann, υπήρξε μια συνέντευξη στο Spiegel, όπου εκείνοι του Stammheim είπαν σαφώς: Αν υπάρχουν κηδείες, πόνος, στενοχώρια και θλίψη, ας είναι και στις δύο πλευρές[15].

Δεν θα μπορούσατε να είχατε αποφύγει αυτή την αντιπαράθεση;

Θα σήμαινε ότι εγκαταλείπαμε τους κρατούμενους και ότι έπρεπε να παραδεχτούμε ότι μια δράση απελευθέρωσης δεν είναι πλέον δυνατή, άλλες πρωτοβουλίες είναι πιο επείγουσες. Σήμερα λέω ότι θα έπρεπε να είχαμε δείξει περισσότερη υπομονή, αν και είναι πολύ δύσκολο να στέκεσαι να κοιτάς πώς το κράτος συμπεριφέρεται σκληρά με άρρωστους κρατουμένους όπως ο Helmut Pohl ή ο Adelheid Schulz.

Έτσι μέσα σε σύντομο διάστημα στήσατε την υποδομή για να απαγάγετε τον Schleyer. Πώς πήγε;

Όπως ήδη αναφέρθηκα αρχικά υπήρξαν αρκετές ομάδες που δεν ήταν σε σχέση με την RAF.

Έτσι το 77 υπήρξε ένας μεταγενέστερος σχηματισμός ή ένας νέος σχηματισμός;

Η έννοια μιας δεύτερης γενιάς της RAF δεν είναι ακριβής. Υπήρχαν και πρόσωπα που είχαν παραμείνει από τα πρώτα χρόνια, καθώς και νέοι άνθρωποι που έλεγαν πως ξεκινούσαν από τις δικές τους εμπειρίες

“ τώρα μαζί με την RAF ανοίγουν νέες ευκαιρίες για το μέλλον.

Οι ελπίδες σας προσανατολίστηκαν στην επιτυχία της Απαγωγής Lorenz; Ή μήπως σκεφτήκατε ότι έναν τόσο σημαντικό όσο ο Schleyer θα τον αντάλλασσαν σε κάθε περίπτωση;

Ναι θα μπορούσαμε να λάβουμε ως παράδειγμα τις παραμέτρους της δράσης του Κινήματος 2 Ιουνίου. Όμως και η απαγωγή του Lorenz άλλαξε τις σχέσεις δύναμης. Στην αρχή ξεκινήσαμε από το γεγονός ότι μόνο ο Schleyer δεν ήταν αρκετός για μια ανταλλαγή. Έτσι, εκτός από τον Schleyer, ο Ponto, ο επικεφαλής της Dresdner Bank, θα έπρεπε επίσης να είχε απαχθεί. Έτσι θα είχαμε με ένα χτύπημα το παρελθόν (SS) του χρηματιστικού κεφαλαίου της και τον Schleyer στο ρόλο του ως πολιτικού ηγέτη, (πρόεδρος της Ένωσης βιομηχάνων). Σκεφτόμασταν ότι από ένα τέτοιο βάρος δεν θα μπορούσαν να προσπεράσουν. Μέσω των γνωριμιών μιας τότε συντρόφισσας με την οικογένεια Ponto[16] η απαγωγή του φαινόταν η ευκολότερη δράση. Όπως είναι γνωστό πήγε στραβά. Ο Ponto κατέληξε πυροβολισμένος, επειδή ένας από μας αξιολόγησε εσφαλμένα την κατάσταση. Ήταν επίσης λάθος να χρησιμοποιούμε τις ιδιωτικές γνωριμίες για κάτι τέτοιο. Αυτό είχε περιορίσει σε μεγάλο βαθμό τις πιθανότητες επιτυχίας ευθύς εξ αρχής. Η δεύτερη δυσκολία ήταν ότι στην αρχή ο Schleyer δεν είχε αυτούς τους σωματοφύλακες SEK[17]. Αυτά τα μέτρα ασφαλείας θεσπίστηκαν μετά την ιστορία του Ponto. Αντιμέτωποι με αυτές τις δυσκολίες είχαμε ήδη επιφυλάξεις μπροστά στην ενέργεια. Επιπλέον υπήρξαν 4 νεκροί, ο οδηγός και οι τρεις σωματοφύλακες. Έτσι η κλιμάκωση σκλήρυνε και μια ανταλλαγή ήταν λιγότερο πιθανή.

“Φοβόμασταν ότι θα υπήρχαν και πάλι νεκροί στη φυλακή” 

Αλλά είχατε παρακολουθήσει λεπτομερώς τον Schleyer και θα έπρεπε να γνωρίζετε για τη συνοδεία.

Ναι, το γνωρίζαμε. Εκείνη την ημέρα όμως υπήρχαν 3 αντί για τους συνηθισμένους 2. Αυτό δεν ήταν προβλέψιμο. Προβλέψιμο ήταν ότι δεν μπορούσαμε να πούμε τώρα βγείτε ήρεμα, αλλά ότι το πράγμα θα λειτουργούσε μόνο αν τους ρίχναμε κάτω. Θέλαμε να σώσουμε τον οδηγό. Ήταν μια κοινή πολιτική επιλογή. Αλλά στη συνέχεια η ενέργεια ολοκληρώθηκε με στρατιωτική λογική. Πρέπει να θρηνήσουμε για κάθε θύμα και από τις δύο πλευρές, αλλά οι αστυνομικοί πέσαν κάτω σε μάχη, έχοντας πυροβολήσει 11 σφαίρες από τα αυτόματα και 3 από τα πιστόλια. Ο οδηγός είχε δίπλωμα εργοστασιακής ασφάλειας, αλλά ήταν άοπλος. Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο εγώ, και όχι μόνο, βρίσκω αυτό το θάνατο ιδιαίτερα λυπηρό, δυσάρεστο.

Αλλά παρά όλους τους λόγους του σκεπτικισμού, δεν είχατε σκεφτεί να εγκαταλείψετε τη δράση;

Υπήρξε ναι αυτή η συζήτηση, αλλά φοβόμασταν τις συνθήκες στη φυλακή, ότι εάν υπήρχαν νέοι θάνατοι υπό αυτές τις συνθήκες, εμείς θα μπορούσαμε μόνο να αντισταθούμε και να στενοχωριόμαστε. Αυτά είπαμε μεταξύ μας

«Τώρα πρέπει να είναι σε θέση να βιώσουν το συναίσθημα που έχουν οι φυλακισμένοι μας»

Ο Schleyer κατάλαβε; 

Από το βίντεο προειδοποίησε να μην επιλυθεί στρατιωτικά το πρόβλημα των φυλακισμένων. Είχε ήδη συνειδητοποιήσει ότι οι δικοί του θα τον εγκατέλειπαν. Το καταλάβαμε.

Έτσι σύντομα θα είχατε την εντύπωση ότι η κυβέρνηση δεν θα ανταποκρίνονταν στα αιτήματά σας;

Γνωρίζαμε ότι σε λίγες μέρες θα φαίνονταν τι θα αποφάσιζε η μονάδα κρίσης. Για παράδειγμα αν δημοσίευαν τα βίντεο και τα ανακοινωθέντα που είχαμε κάνει, θα ήταν δύσκολο μετά να αρνηθούν μια ανταλλαγή. Έτσι είχαμε σύντομα τα σημάδια ότι το πράγμα δεν κυλούσε τόσο γρήγορα. Ωστόσο η δράση δεν σχεδιάστηκε για μεγάλη διάρκεια, θέλαμε μια γρήγορη ανταλλαγή. Εάν δεν πήγαινε έτσι, ο Schleyer έπρεπε να σκοτωθεί.

Μιλήσατε γι αυτά με τον Schleyer;

Ναι, ήταν ξεκάθαρο από την αρχή, όταν είδαμε ότι η μονάδα κρίσης αναζητούσε νέους τρόπους για να αναβάλει την ανταλλαγή. Προσπαθούσαν μοναχά να μας βρουν και να μας εξολοθρεύσουν. Όταν βρήκαν το πρώτο διαμέρισμα εφόρμησαν χωρίς να κοιτάξουν αν υπήρχε κάποιος μέσα. Αυτό ξεκαθάριζε τη στάση τους, τη συμπεριφορά τους. Στη συνέχεια έπρεπε να σκεφτούμε πώς θα προχωρούσε, εάν αναβάλαμε το τελεσίγραφο και αν ναι, υπήρχε πιθανότητα να αυξηθεί η πίεση σε αυτή την περίπτωση; Έπρεπε να αποφασίσουμε να βρούμε ένα νέο κρησφύγετο. Ήταν η δεύτερη πιο σημαντική απόφαση.

Είχατε ακόμη ελπίδες;

Είχαμε την άποψη ότι αν υπήρχαν αντιφάσεις στο ενωμένο μέτωπο, ήταν απαραίτητο να τους δοθεί χρόνος να δράσουν. Για παράδειγμα έπρεπε να επιτραπεί στις δυνάμεις του βιομηχανικού πεδίου να δράσουν. Ο Schleyer εργάστηκε επίσης σκληρά, έγραψε στους πολιτικούς του φίλους.

Ήταν δικές του ιδέες; 

Σίγουρα. Είναι σαφές ότι αυτά είναι πράγματα που δεν μπορούσαμε να γράψουμε εμείς, για παράδειγμα μιλά για τρομοκράτες. Γνώριζε τους φίλους του και την πολιτική του τάξη καλύτερα από εμάς και ήξερε πού να στραφεί ζητώντας υποστήριξη. Ο ίδιος ήξερε ότι δεν μπορούσε να κινητοποιήσει όλους για μια ανταλλαγή, αλλά προσπάθησε να κάνει ότι μπορούσε ώστε οι δικοί του να μην τον παρατήσουν αβοήθητο. Ήταν μια από τις εμπειρίες που τον έπληξαν περισσότερο βλέποντας πως παρ όλη τη δύναμη που είχε, ξαφνικά οι φίλοι του έκαναν πίσω. Δεν συνέβη από την αρχή αλλά αυτή την ανθρώπινη τραγωδία που έπαιρνε σιγά σιγά σχήμα τη νιώσαμε κι εμείς ..

Είναι ένα τέτοιο συναίσθημα δυνατό μέσα σε μια κατάσταση που απαιτεί μεγάλη αποφασιστικότητα και σκληρότητα από την πλευρά σας;

Μια τέτοια κατάσταση κανείς δεν την περνά αλώβητος. Με όλη την προσπάθεια, κανείς δεν συμπεριφέρεται τόσο λογικά σύμφωνα με τις πολιτικές πεποιθήσεις του σε μια τέτοια κατάσταση.

Αναπτύχθηκαν καταστάσεις διαλόγου μεταξύ σας και του Schleyer;

Θα έλεγα μόνο καταστάσεις διαλόγου. Δεν μπορούσαμε να κάνουμε τους αστυνομικούς που ανακρίνουν. Ούτε που προσπαθήσαμε να το κάνουμε

Δεν θέλαμε να αποθαρρύνουμε τον Schleyer και να του πετάξουμε στην μούρη την πραγματικότητα.

Μα καταγράψατε την συνομιλία του στην ταινία …

Σίγουρα είχαμε ορισμένα στοχευμένα πολιτικά ερωτήματα, αλλά ήταν αντιπαραθέσεις. Οι συζητήσεις αυτές δεν αποτελούσαν ανάκριση.

Γιατί δεν δουλέψατε δημοσίως επάνω στο παρελθόν του Schleyer;

Ήταν σίγουρα ένα πολιτικό λάθος, αλλά δεν θέλαμε να αποθαρρύνουμε τον Schleyer και να τον επιδεικνύουμε επειδή γνώριζε ότι η δράση θα μπορούσε να τελειώσει θανάσιμα γι ‘αυτόν. Ο Schleyer δεν ήταν ούτε αγαπητός ούτε δημοφιλής και είχαμε την εντύπωση ότι δεν θα ήταν πλέον ανταλλάξιμος αν τον υποβάλαμε σε στραπάτσο.

Για αυτό είχαμε αφήσει κατά μέρος την ιδέα να του κρεμάσουμε μια καρτέλα ένα σημάδι με τον αριθμό του μητρώου του στα SS και την επιγραφή: «Αιχμάλωτος της δικής του ιστορίας». Εκ των υστέρων είχε ένα αντίθετο αποτέλεσμα, για εκείνα που είπε και έγραψε, ο S. σχεδόν έγινε ένας παραδειγματικός οικογενειάρχης και ένα θύμα.

Είχατε ιδέα πώς να αντιμετωπίσετε το επιχείρημα της κυβέρνησης πως μια απελευθέρωση θα προκαλούσε νέα αδικήματα από τους κρατούμενους που ua απελευθερώνονταν μόλις βρίσκονταν ξανά στην παρανομία; Σκέφτηκε κάποιος να δηλώσει δημοσίως να δοθεί ένα τέλος στον ένοπλο αγώνα;

ο Baader έκανε μια τέτοια πρόταση σε έναν εκπρόσωπο της κυβέρνησης. Ξέρετε τι επακολούθησε

Δεν εξετάσατε σοβαρά να συνδεθείτε με το αίτημα του Baader;

Δεν γνωρίζαμε τίποτα για αυτή την προσφορά. Δεν είχε προσδιοριστεί αν θα είχαμε συνεχίσει τον ένοπλο αγώνα με τον τρόπο αυτό, αλλά δεν θέλαμε να το παρουσιάσουμε το πράγμα με αυτούς τους όρους.

Γιατί όχι;

Δες το έτσι. Είχαμε τον Schleyer και η άλλη πλευρά όχι μόνο δεν ήταν ευέλικτη αλλά επέβαλε το μπλοκάρισμα των επαφών, παραβίαζαν τους δικούς τους κανόνες. Πάνω απ ‘όλα προκαλούν παντού. Λένε ότι δεν κάνουν καμία έρευνα και παρουσιάζουν εκ των πραγμάτων το μεγαλύτερο κυνήγι της ιστορίας, δίνουν το σήμα να κυνηγηθούν όλοι εκείνοι που έχουν πει κάτι επικριτικό για το κράτος, και τελικά διατάζουν το μπλοκάρισμα των ειδήσεων. Μέσα σε αυτή την κατάσταση η οποία απαιτεί να σκληρύνουμε την στάση μας, εάν είχαμε πει ότι «δεν το εννοούσαμε κατ ‘αυτόν τον τρόπο, απλά θέλαμε μόνο να βοηθήσουμε τα παιδιά των παλαιστινίων σε κάποιο προσφυγικό στρατόπεδο» κανείς δεν θα μας είχε πιστέψει. Το ερώτημα είναι αν θα μπορούσαν να υπάρχουν πρωτοβουλίες, βρίσκουν ένα σημείο εκκίνησης στο επίπεδο μιας ανταλλαγής, για το οποίο θα μπορούσε να ειπωθεί: Τώρα φτάνει, υπήρξαν πάρα πολλοί νεκροί, ψάχνουμε για κάτι άλλο. Δεν μπορώ να πω πως θα είχαμε αντιδράσει, αν είχαμε μάθει αυτό που είχε προσφέρει ο Baader. Θα ήταν τουλάχιστον μια ευκαιρία να αναφερθούμε σε κάτι. Αλλά για εμάς οι φυλακισμένοι είχαν εξαφανιστεί για 6 εβδομάδες. Δεν ξέραμε αυτό που τους συνέβαινε. Στη φαντασία μας μπορούσαμε να φανταστούμε όλες τις παραλλαγές, οι φήμες για την επανεισαγωγή της θανατικής ποινής συνέβαλαν.

Αντιθέτως αυξήσατε την πίεση. Πρώτα ο Schleyer έγραψε στους πολιτικούς του φίλους και έπειτα ήρθε η αεροπειρατεία. Ήταν μια προσφορά από τους παλαιστινίους ή εσείς απευθυνθήκατε στους παλαιστινίους;

Ήρθε ως προσφορά. Δεν ξέρω ακριβώς πώς, επειδή δεν ήμουν με το τμήμα της ομάδας που ήταν στη Βαγδάτη, αλλά οι άλλοι φυσικά μας ρώτησαν αν συμφωνούσαμε.

Δεν είχατε κανένα πρόβλημα με την απαγωγή ενός αεροπλάνου γεμάτου παραθεριστές; Οι απαγωγές δεν έρχονταν σε αντίθεση με τα πιστεύω της RAF;

Μέχρι τότε είχαμε δει την απαγωγή από την οπτική της παλαιστινιακής υπόθεσης, αλλά όχι κατάλληλη για να φέρουμε εις πέρας τους σκοπούς μας στην Ευρώπη. Υπάρχει ένα έγγραφο εκείνων του Stammheim στο οποίο επικρίνουν έντονα τις αεροπειρατείες μετά το Entebbe. Το κριτικό σημείο ήταν η συμμετοχή δύο μελών των γερμανικών RZ σε μια δράση εναντίον του Ισραήλ, μια χώρα διαφυγής μετά το ολοκαύτωμα. Αλλά στο έγγραφο διευκρινίζεται ότι πρέπει να αξιολογηθεί διαφορετικά το εάν καταλαμβάνεται ένα γερμανικό αεροπλάνο. Μετά από μια μακρά συζήτηση υπήρξε ένα αποφασιστικό σημείο για το ψήφισμά μας, διότι οι φυλακισμένοι είχαν αφήσει αυτό το ζήτημα ανοιχτό και εμείς είχαμε την αίσθηση πως δεν πηγαίναμε ενάντια στα συμφέροντά τους. Δεν θα είχαμε ενεργήσει σε καμία περίπτωση ενάντια στη βούληση των κρατουμένων.

Ήταν λοιπόν πρωτοβουλία σας. Ο κόσμος σας, ο Boock και οι άλλοι, είπαν στους παλαιστινίους

«Πρέπει να μας βοηθήσετε, δεν μπορούμε να συνεχίσουμε μόνοι μας»;

Όχι. Σίγουρα δεν πήγε έτσι. Από αυτή την άποψη πρέπει να περιγράψω ακριβώς, πως ήταν συνεργασία μας με τους παλαιστινίους. Οι παλαιστίνιοι είχαν τα δικά τους συμφέροντα σε μια τέτοια ενέργεια. Ήταν επίσης σημαντικό για αυτούς να βγουν οι φυλακισμένοι, υπήρχαν και δύο παλαιστίνιοι που κρατούνταν στην Τουρκία στον κατάλογο, αλλά υπήρχε και ένα άλλο παρασκήνιο γι αυτούς. Είπαν: μια χώρα όπως η Γερμανία, η σημαντικότερη χώρα στην Ευρώπη εμπλέκεται σε μια αντιπαράθεση στην οποία κοιτάζει όλος ο κόσμος, έτσι μπορούμε να εκπληρώσουμε τα αιτήματά μας. Στο στρατόπεδο προσφύγων του Tel al  Zataar[18] στη Βηρυτό οι σύριοι είχαν έρθει σε βοήθεια των φαλαγγιτών, όταν αυτοί σφαγίασαν 6.000 παλαιστίνιους. Η φράξια μέσα στην παλαιστινιακή αντίσταση που απήγαγε τον Landshut[19] ήθελε να αποτρέψει σε αυτή την κατάσταση τη Συρία ή μια άλλη αραβική χώρα να ενωθεί με το Ισραήλ εις βάρος των παλαιστινίων. Σε αυτή τη σύγκρουση συμμετείχαμε και αναφερόμενοι στη γερμανική ιστορία τη σχετική με το Ισραήλ.

Δεν σας ήταν σαφές, τι σημαίνει ότι 80 παραθεριστές σκοτώνονται σε μια αεροπειρατεία;

Σίγουρα δεν αποτελεί μια δικαιολογία, αλλά εμπνευστήκαμε από τις αεροπειρατείες της Leila Kahled, της οποίας το βιβλίο[20] κυκλοφορούσε ήδη από καιρό σαν λατρευτικό κείμενο στα αριστερά βιβλιοπωλεία. Ήταν ένα πρόβλημα για μας να βάλουμε τον Schleyer και τους παραθεριστές της Μαγιόρκα στο ίδιο επίπεδο. Σε αυτή την ειδική κατάσταση, στην δυναμική που αναπτύχθηκε αυτή η προσφορά θα μπορούσε να είναι η λύση. Ξεκινήσαμε από την προϋπόθεση ότι η ομοσπονδιακή κυβέρνηση εξ αιτίας της απαγωγής στον αέρα θα έλεγε: εντάξει παραμείναμε σκληροί με τον Schleyer, αλλά τώρα δεν μπορούμε πλέον να το κάνουμε, πρέπει να υποχωρήσουμε στην ανταλλαγή.

Μέσα σε αυτή την στάση κρύβονταν μια γκροτέσκα αντίφαση. Από τη μία πλευρά πιστέψαμε ότι η Δυτική Γερμανία βρίσκονταν σε μια εξέλιξη προς τον φασισμό και θεωρήσαμε επομένως την πολιτική τάξη ικανή για όλα. Αλλά σε αυτό ακριβώς το σημείο, δεν πήραμε στα σοβαρά την ανάλυσή μας και είπαμε: τώρα πρέπει να ανταλλάξουν, δεν μπορούν πλέον να αντέξουν μια τέτοια στροφή. Γιατί όχι, προς την χάρη; Δεν αναλάβαμε τις ευθύνες, επειδή πιστεύαμε ότι θα παραδίδονταν. Αλλά για εμάς η λύση θα ήταν: ο Schleyer δεν σκοτώνεται και οι φυλακισμένοι απελευθερώνονται.

Μετά την απαγωγή του Landshut, πιστεύαμε σε μια ανταλλαγή.

Πιστεύατε ότι οι 80 άνθρωποι δεν βρίσκονταν σε κίνδυνο;

Σκεφτήκαμε ότι πιθανότατα θα ανταλλάσσονταν. Αλλά ξεκινήσαμε υποθέτοντας λαθεμένα. Η ενέργεια πήγε διαφορετικά από ότι είχε προγραμματιστεί. Η απαγωγή επρόκειτο να τερματιστεί στη Νότια Υεμένη. Εκεί η GSG9 δεν θα είχε φθάσει ποτέ στο αεροσκάφος χωρίς να βρει μπροστά της στραμμένα τα όπλα όλης της χώρας και του ανατολικού μπλοκ. Η ομοσπονδιακή κυβέρνηση θα έπρεπε να είχε διαπραγματευτεί.

Γιατί πήγε στραβά στο Aden;

Απ ότι εγνώριζα για την κατάσταση στο Άντεν, η Ανατολική Γερμανία ή η Σοβιετική Ένωση, ενδιαφέρθηκαν με την προϋπόθεση το αεροπλάνο να μην μείνει εκεί. Η απόφαση αυτή δεν λήφθηκε μόνο στο Aden. Αυτοί είχαν μια εντελώς διαφορετική στάση απέναντι στους παλαιστίνιους, δεν θα τους είχαν στείλει ποτέ στη Σομαλία.

Είχατε από τους παλαιστίνιους την διαβεβαίωση ότι η πιθανότητα 80 νεκρών δεν θα πραγματοποιούνταν σε καμία περίπτωση; Δεν αναρωτηθήκατε τι κάνουμε σαν πολιτική ομάδα αν γι αυτή την ενέργεια σκοτωθούν 80 παραθεριστές;

Γνωρίζαμε ότι οι παλαιστίνιοι είχαν επίγνωση του πως να πραγματοποιήσουν απαγωγές αεροσκαφών. Αν ξέραμε το αποτέλεσμα δεν θα είχαμε συμφωνήσει. Αλλά σκεφτήκαμε μόνο την καλή περίπτωση, την πολιτική λύση

Η σκέψη σας ήταν ομόφωνη;

Ναι, ήταν μια κοινή εκτίμηση. Σκεφτόμασταν την επιτυχία που είχε ο Ιαπωνικός Κόκκινος Στρατός σχεδόν ταυτόχρονα[21]. Από την άλλη πλευρά τίποτα δεν κινήθηκε εδώ. Δεν μιλάω απλά για την μονάδα κρίσης, την ομοσπονδιακή κυβέρνηση, αλλά κάποιες άλλες πρωτοβουλίες, ηθικές παρουσίες ή άλλες αριστερές ομάδες δεν πήραν με τίποτα τον λόγο. Είδαμε τη Γερμανία μόνο από την πλευρά των «κολασμένων της γης».

Θα είχατε παραδοθεί εάν μια επικριτική κοινή γνώμη σας έλεγε εκείνη τη στιγμή «Αφήστε τον Schleyer ελεύθερο, σώστε τους ομήρους του Landshut»;

Τότε υπήρχε αυτή η με το ζόρι διάσταση. Αν στο εσωτερικό της αριστεράς είχαν φτάσει σε μια ανεξάρτητη θέση, σίγουρα. Αλλά δεν παρουσιάστηκε μπροστά μας αυτή η εναλλακτική.

Είχατε πιστέψει ότι τότε υπήρχε υποστήριξη στα αιτήματα απελευθέρωσης των κρατουμένων ;

Πράγματι ναι. Δεν υπολογίσαμε στο μπλοκάρισμα των ειδήσεων. Ήταν μια κατάσταση στην οποία βρεθήκαμε στριμωγμένοι. Δεν είδαμε πλέον τις αναφορές.

Νιώσατε την έλλειψη τους; Δεν ξαναβρεθήκατε; Δεν είχατε πλέον; αναφορές.

Τι σημαίνει «αισθανόμαστε την έλλειψη»; Σκεφτήκαμε ότι μετά την απαγωγή και άλλοι θα είχαν επίσης ακουστεί.

Με πόσο κόσμο συζητήσατε πραγματικά. Οι συζητήσεις διεξήχθησαν από δύο ή τρία άτομα, ή συζήτησαν όλοι εκείνοι που συμμετείχαν στην απαγωγή;

Υπήρχαν καταστάσεις στις οποίες δεν ήταν όλοι παρόντες. Άνθρωποι με διαφορετικές εμπειρίες συναντιόνταν, αλλά όλοι είχαν καταστεί συμμετέχοντες, σύμφωνα με τις δυνατότητες, στις αποφάσεις. Δεν γνωρίζω κανέναν που τότε να παραπονέθηκε ότι δεν συμπεριλήφθηκε στις συζητήσεις.

Είχε φτάσει σε εσάς κάποια αντίδραση και από την αριστερά;

Δεν ήταν αυτό το σημείο. Η ενέργεια έπρεπε να επιλυθεί μέσα σε μερικές ημέρες. Σε αυτή την κατάσταση είναι αδύνατο να διεξαχθεί δημοσίως συζήτηση. Μετά ήταν επίσης δύσκολο. Εάν είχαμε γράψει ένα έγγραφο για την αριστερά δεν θα είχε φτάσει σε αυτούς. Εάν ο παραλήπτης δεν το παρέδιδε αμέσως στην αστυνομία, κατέληγε στη φυλακή.

Υπήρχε η δυνατότητα επικοινωνίας μέσω της εφημερίδας «Liberation»

Ίσως. Δεν είμαι τόσο σίγουρος αν σε αυτή την περίπτωση θα ήταν δυνατή μια συζήτηση με την αριστερά. Στην πραγματικότητα δεν υπήρξε μια απόπειρα αυτού του είδους από πλευράς μας ούτε από την αριστερά. Η ιστορία είναι όπως είναι και όλοι εμείς πρέπει να αναλάβουμε την ευθύνη. Αν και ντρέπομαι πρέπει να πω ότι κι εγώ κατάλαβα αργότερα, μόνο στην αρχή της δίκης μου όταν άρχισα να το βλέπω από μια άλλη οπτική γωνία το πράγμα, ότι θα έπρεπε να καταστήσουμε περισσότερο σαφέστερο το γιατί παίρναμε ακριβώς τον Schleyer. Θα έπρεπε να είχαμε κάνει αιτήματα που πήγαιναν προς μια άλλη κατεύθυνση. Θα ήταν σωστό να ζητήσουμε από την Daimler Benz να ανοίξει τα αρχεία τα σχετικά με τους καταναγκαστικούς εργάτες και πως το βιομηχανικό συγκρότημα να κατέβαλλε τις ζημίες στους καταναγκαστικούς εργάτες. Θα μπορούσαμε να είχαμε πει, επάνω στο ζήτημα των κρατουμένων υπάρχει μοναχά μια θανατηφόρα αντιπαράθεση, αλλά σε ένα άλλο επίπεδο επιστρέφουμε στο γιατί ακριβώς αυτόν. Από μια τέτοια θέση ίσως θα ήταν εφικτό ένα άλλο τέλος, και να βρούμε για τον Schleyer μια ανθρώπινη λύση.

Μιλήσατε γι αυτά μέσα στην ομάδα;

Μιλήσαμε μόνο για τις συνέπειες αυτής της ενέργειας, όταν ήταν δυνατόν. Εκ των υστέρων πρέπει να πω ότι δεν δοκιμάσαμε τίποτα για να σπάσουμε την αναγκαστική πορεία του πράγματος. Αλλά τότε κανείς δεν ήταν έτοιμος να κάνει μια τέτοια παραχώρηση. Αυτό θα σήμαινε ότι αυτό που είδαμε αργότερα, θα το είχαμε προβλέψει / προτρέξει. Θα έπρεπε να είχαμε πει: ο ένοπλος αγώνας έτσι όπως πραγματοποιήθηκε δεν λειτουργεί.

Στο ανακοινωθέν ήταν σαφές ότι εάν αυτοί δεν έβγαιναν, ο Schleyer θα εκτελούνταν. Αλλά ένα πράγμα είναι τα ανακοινωθέντα και άλλο είναι αυτό που πραγματικά συμβαίνει.

Συμπεριφερθήκαμε και διαφορετικά από το ανακοινωθέν. Επικριθήκαμε από τις άλλες ομάδες, επειδή δεν ολοκληρώσαμε τη δράση πυροβολώντας τον Schleyer. Μας είπαν «από τη στιγμή που διστάζετε και προκαλείτε την τακτική καθυστερήσεων της κυβέρνησης καθιστάτε αδύνατο να ληφθείτε στα σοβαρά υπόψη στην περίπτωση μεταγενέστερων προσπαθειών απελευθέρωσης των κρατουμένων.

Υπήρχε τότε μια τομή, μια στιγμή κατά την οποία έληξε η σπείρα των αμοιβαίων απειλών. Ήταν μετά τις 18 oκτωβρίου. Το αεροπλάνο στο Μογκαντίσου δέχτηκε επίθεση, απελευθερώθηκαν οι όμηροι, τρεις δολοφονημένοι παλαιστίνιοι και οι φυλακισμένοι στο Stammheim ήταν νεκροί. Γιατί δεν μπορούσατε να κάνετε πίσω και να στείλετε τον Schleyer στο σπίτι;

Αυτό θα είχε σημάνει για εμάς ότι επιβεβαιώναμε και νομιμοποιούσαμε την πολιτική της μονάδας κρίσης. Μια απελευθέρωση χωρίς την εκπλήρωση των όρων, δεν θα είχε ληφθεί υπόψη ως ανθρώπινη χειρονομία, αλλά ως παραδοχή της ήττας, ως πλήρης επιτυχία της μονάδας κρίσης, σύμφωνα με το σύνθημα «η σκληρότητα πληρώνει». Με τη σημερινή μου κρίση βλέπω τις χαμένες μας πιθανότητες, αυτό που μας έλειψε, και τις δυνατότητες πολιτικής παρέμβασης που θα μπορούσαν να είχαν προετοιμάσει το δρόμο για την επιστροφή του Schleyer στο σπίτι.

Είχατε σκεφτεί επάνω σε κάποιες εναλλακτικές, υπήρχαν κάποιες γραμμές συμβιβασμού, για παράδειγμα να απελευθερώνονταν λιγότεροι κρατούμενοι, βελτιώσεις του καθεστώτος των φυλακών και της αναγνώρισης του καθεστώτος πολιτικών κρατουμένων;

Αν στην τότε κατάσταση η πρόταση του Andreas, για την υποχώρηση των κρατουμένων είχε προκαλέσει μια απάντηση, εάν υπήρχε μια κάποια ένδειξη πολιτικής αποδοχής, για παράδειγμα εάν είχε προσφερθεί μια διεθνής επιτροπή, τότε φυσικά θα είχαμε αντιδράσει, τότε θα ήταν αδιανόητο για εμάς να αγκιστρωθούμε στις αρχικές απαιτήσεις και να πυροβολήσουμε τον Schleyer. Πολλά πράγματα μπορούν να επικριθούν σε εμάς, αλλά όχι ότι αγνοήσαμε το συμφέρον των κρατουμένων.

«Ένας συμβιβασμός ήταν από την πλευρά μας δυνατός»

Τι ρόλο έπαιξε η γνωριμία σας με τον Schleyer για 6 εβδομάδες;

Φυσικά έπαιξε ρόλο, ήταν ταυτόχρονα συμπονετικός και συνηθισμένος, όπως και για εκείνους που φοβούνται για τη ζωή τους. Αλλά για εμάς ο Schleyer δεν ήταν μόνο ένας που έχει οικογένεια. Μήπως ο Schleyer ανησύχησε για τους φυλακισμένους εργαζόμενους;

Ο Schleyer δεν εξέφρασε ποτέ τη λύπη του για το ρόλο του στο προτεκτοράτο της Βοημίας και της Μοραβίας, ήταν υπεύθυνος των SS για την ένταξη των τσεχικών βιομηχανιών στη γερμανική πολεμική οικονομία, το γραφείο του απείχε μόλις 60 χιλιόμετρα από το στρατόπεδο συγκέντρωσης στο Terezin, στρατόπεδο διαλογής προς το Άουσβιτς. Επιπλέον η ομοσπονδιακή κυβέρνηση εμπόδισε τη μετάδοση της εκπομπής στην οποία ο ίδιος ο Schleyer απηύθυνε έκκληση στις ανθρώπινες πτυχές. Ούτε μάλιστα επέτρεψε να μιλήσουν οι κρατούμενοι, επειδή η προσφορά του Baader θα είχε γνωστοποιηθεί και οι φυλακισμένοι θα είχαν κατακτήσει μια άλλη εικόνα στην κοινή γνώμη. Και αυτοί είχαν φίλους και οικογένεια που θα ήθελαν ευχαρίστως να δουν ξανά. Αλλά η ανθρώπινη διάσταση, οι οπτικές των ανθρώπων είχαν συνειδητά επισκιαστεί από τη μονάδα κρίσης. Μέσα στη λογική της ενέργειας και το πικρό τέλος της δράσης υπήρχε σαν συνέπεια.

Αλλά για τους ανθρώπινους και πολιτικούς μας σκοπούς ήταν μια καταστροφή.

Ήμασταν τόσο τρομερά συνεπείς και επακόλουθοι, στη φάση που θα έπρεπε να δείξουμε ανθρώπινη δύναμη και γενναιοδωρία και υπήρξαμε πολιτικά τόσο λίγο ριζοσπαστικοί, τόσο αβλαβείς, όταν το διακύβευμα ήταν να ανατρέψουμε τις κοινωνικές συνθήκες και να τις κάνουμε να κλονιστούν.

Ο Stefan Wisniewsi ήταν μέχρι την απόλυση του το 1981, καλλιτέχνης με μερική απασχόληση στην RAF. Στη συνέχεια η φυλακή και σήμερα είναι καλλιτέχνης επιβίωσης με τον κοινωνικό μισθό (…). να θυμίσουμε επίσης τη συνέντευξή του στον Klaus Viehmann «Απέναντι στην αριστερά το κράτος δεν ξεχνά τίποτα».

Πολιτικά συμμετέχει στον κοινωνικό αγώνα και είναι μέρος της ριζοσπαστικής αριστεράς, στην δουλειά αντιφασιστικής και αντιρατσιστικής διαπαιδαγώγησης και κατά της παλιάς και της νέας σωφρονιστικής βιομηχανίας. Διεξήγαγε επίσης πολλές συναντήσεις κριτικής και προβληματισμού για τον ένοπλο αγώνα της δεκαετίας του 70. Πιστεύει ότι η διατήρηση παραδόσεων όπως το 48°G. στο Pfingsten στο Mittenwald (συντεχνία παλαιών και νέων φασιστικών και συναφών στρατιωτικών εργαλείων) πρέπει να δεχτούν επίθεση και αμέσως.

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

[1] γερμανικές Ειδικές Δυνάμεις

[2]Σημείωση στη γερμανική έκδοση: Πρώτη ισπανική έκδοση “ Fuimos tan teriblemente consecuentes ” Virus Editorial, Barcelona 1997 μαζί με το “La guerrilla urbana ahora è historia”. Ανακοινωθέν διάλυσης της RAF.

[3] Meinhof †♀9-5-76, Holger meins 9/11/74 Katherina Hammerschmidt ? 1974, Siegfried Hausner 29? //4/1976

[4] Stefan Wisniewski: Prozesserklarung. Αυτοπαράγωγο παράνομης έκδοσης 1981

[5] Κυριολεκτικά νέα πατρίδα = οικοδομικός συνεταιρισμός που ανήκει στην DGB (το πλειοψηφικό γερμανικό συνδικάτο).

[6] Εκδότης που κατείχε πολυάριθμες εφημερίδες και συγγραφέας εκστρατειών μίσους κατά των κινημάτων διαμαρτυρίας, των ομοφυλόφιλων κλπ.

[7] Διαμαντένιο όνομα διαλέκτου Kürfurstendamm (οδός των εκλογικών πριγκίπων) γνωστή chic λεωφόρος του δυτικού Βερολίνου.

[8] Tote Briefkaste = ήταν ο συνωμοτικός τρόπος επικοινωνίας. Σε ορισμένα παλιά μπλοκ κατοικιών είχαν προστεθεί γραμματοκιβώτια που χρησιμοποιούνταν για την ανταλλαγή μηνυμάτων.

[9] Ερώτηση επάνω στις δηλώσεις του Gabi Rollnik.

[10] Ο Lorenz ήταν ο πρόεδρος της βερολινέζικης CDU, χριστιανοδημοκρατίας. Απήχθη από το Κίνημα 2 Ιουνίου από τις 28/2 έως τις 4/3/75 και απελευθερώθηκε σε αντάλλαγμα  5 (ο έκτος αρνήθηκε) πολιτικών κρατουμένων που εστάλθησαν στη Νότια Υεμένη.

[11] Αντίστοιχα «επαναστατικά Κύτταρα» και «Zora η κόκκινη» (μια ομάδα που γεννήθηκε από τις RZ και πήρε το όνομά της από ένα διάσημο γερμανικό μυθιστόρημα),βρίσκεται μοναχά αποσπασματική τεκμηρίωση στα ιταλικά.

[12] Αντίστοιχα ομοσπονδία γερμανικών βιομηχανιών και ένωση γερμανών βιομηχάνων.

[13] Αντίστοιχα ομοσπονδιακός εισαγγελέας που σκοτώθηκε στις 7/4/77 και πρόεδρος της Τράπεζας Dresdner που σκοτώθηκε σε μια απόπειρα απαγωγής στις 30/7/77

[14] Verband des Verfolgtes des Naziregimes. Σύλλογος διωκόμενων από το ναζιστικό καθεστώς.

[15] Spiegel 1975 στο RAF “ο ανταρτοπόλεμος στην μητρόπολη”. Bertani Verona 1979

[16] Πρόκειται για την Susanne Albrecht, στη συνέχεια αποχώρησε από την RAF και έφυγε στη ΛΔΓ. Συνελήφθη μετά την πτώση του τείχους, κάνοντας καταδοτικές δηλώσεις στην αρχές, λαμβάνοντας μια έκπτωση ποινής.

[17] SonderEinsazKommando= κομάντο ειδικών δράσεων

[19] Το όνομα του αεροσκάφους της γραμμής Μαγιόρκα Φρανκφούρτη που απήχθη στις 13/10/77 στο οποίο εφόρμησαν γερμανικές δυνάμεις στις 18 οκτωβρίου.

 Leila Kahled: My People shall live. The autobiograpy of a revolutionary. London Hodder and Stoughton 1973. την ίδια χρονιά βγήκε σε γαλλική έκδοση.

[21] 27 Σεπτεμβρίου 1977.

  * μετάφραση σε επιμέλεια Sergio Rossi

 

Guerriglia in Germania: colloquio sulla storia della RAF

ιστορία, storia

Το Belfast δεν το επισκέπτεσαι, στο Μπέλφαστ ζεις την ιστορία

Όλος ο κόσμος, γύρω μου, εξερράγη και ο μικρός μου κόσμος κατέρρευσε πάνω μου. Δεν έπρεπε να περιμένω την τηλεόραση να πει την ιστορία γιατί τώρα ήταν μπροστά στην πόρτα μου. Το Μπέλφαστ καίγονταν … (Bobby Sands)

 

 

 

 

 

 

 

 

Το Belfast σε καλωσορίζει με τη γοητεία του Cary Grant. Σε προσκαλεί ανέμελο κλείνοντας το μάτι μέσα στην κυκλοφορία και τα ψώνια της πόλης, σου δείχνει τα κοσμήματα του: τους καταπράσινους λόφους και λίγο μακρύτερα τα ναυπηγεία, όπου χτίστηκε ο Τιτανικός, καμάρι και θλίψη αυτής της γης. Σου χαμογελά, αλλά κάτω από το άψογο φόρεμα της σύγχρονης Πόλης, η οποία είναι η γενέτειρα του Van Morrison και του George Best, κρύβονται ακόμα οι ουλές μιας σύγκρουσης … Το Μπέλφαστ δεν το επισκέπτεσαι, στο Μπέλφαστ κάνεις εμπειρία.
Belfast είναι μια από τις τέσσερις “B” (μαζί με την Βηρυτό, Βαγδάτη και Βοσνία – con Beirut, Baghdad e Bosnia) που, σε χρόνους όχι μακρινούς, στους ταξιδιώτες συνιστούσαν να αποφεύγουν
Belfast είναι ένας πόλεμος που για πάνω από τριάντα χρόνια συνεχίζει να σηματοδοτεί τις τύχες της Βόρειας Ιρλανδίας και που συνεχίζεται και σήμερα, αν και με ένα πλάγιο και σιωπηλό τρόπο, σαν φωτιά κάτω από τις στάχτες.
Για να τον χαρακτηρίσουν χρησιμοποιήθηκαν όροι όπως «καθολικοί» και «προτεστάντες», σε μια (επιτυχημένη) προσπάθεια μείωσης της σύγκρουσης σε μια σεχταριστική φύση, οι ρίζες της οποίας βρίσκονται στην αποικιοκρατία, στην κυριαρχία του ισχυρότερου προς τον ασθενέστερο, στους αγώνες για πολιτικά δικαιώματα.
Είναι εννοιολογικά δύσκολο να φανταστούμε την αποικιοκρατία σαν κάτι που μπορεί να επικεντρωθεί στην δική της ήπειρο: οι αποικισμοί, όντως, νοούνται πάντα ως ένα κίνημα, που αναπτύσσεται σύμφωνα με κατευθύνσεις που οδηγούν τους ευρωπαϊκούς λαούς να καταλαμβάνουν μακρινές χώρες, αλλά αν προσπαθήσουμε να φανταστούμε ότι οι αποικιοκράτες και οι άποικοι απέχουν λιγότερο από 400 χιλιόμετρα ο ένας από τον άλλο να λοιπόν η ιστορία της Μεγάλης Βρετανίας και της Βόρειας Ιρλανδίας.
Αυτές οι ρίζες ξεκίνησαν από τον δέκατο έβδομο αιώνα και όλα άρχισαν, ευθύς αμέσως, ως αντι-αποικιακός πόλεμος και όχι ως μια σύγκρουση θρησκειών: κατά τη διάρκεια της βασιλείας του Ιάκωβου Α ‘, όλες οι κτήσεις των ιρλανδών ηγεμόνων, των ισχυρών δυναστειών των O’Neill και O’Donnell, καθώς και εκείνων που τους υποστήριζαν, κατασχέθηκαν και παραδόθηκαν σε νέους αποίκους / αποικιοκράτες. Οι «βρετανοί κυβερνήτες», έτσι ονομάζονταν οι αποικιστές, οι οποίοι ήταν κατά το μεγαλύτερο μέρος εγγλέζοι και σκωτσέζοι. Οι απαλλοτριωμένες εκτάσεις έφθασαν στην αξιόλογη τζίφρα των περίπου δύο χιλιάδων τετραγωνικών χιλιομέτρων. Οι οικισμοί αγγλικών εποίκων σε ιρλανδικό έδαφος ονομάζονταν Plantations και η Plantation του Ulster ήταν η μεγαλύτερη από όλες. Ο σκοπός αυτής της επιχείρησης ήταν να αποφευχθεί οποιαδήποτε μεταγενέστερη εξέγερση, δεδομένου ότι ο Βορράς ήταν η περιοχή του ιρλανδικού νησιού, ο οποίος είχε αντισταθεί περισσότερο στη βρετανική κυριαρχία τον προηγούμενο αιώνα.

Belfast είναι “The Troubles”: κάποιοι συνεχίζουν να τα αποκαλούν ταραχές εκείνα τα 30 χρόνια πολέμου μεταξύ προτεσταντών και καθολικών, έναν τρόπο να τον ονομάσουν πόλεμο χαμηλής έντασης, παρά τον θάνατο 3700 ανθρώπων και στις δύο πλευρές, με έναν ανατριχιαστικό μέσο όρο δύο θανάτων την εβδομάδα. Στις αρχές της δεκαετίας του 1960, το Μπέλφαστ ήταν μια πόλη φάντασμα, όπου κάποιος θα μπορούσε να πεθάνει για το τίποτα, για το απλό γεγονός ότι βρίσκονταν σε λάθος μέρος την λάθος στιγμή. Μια τυφλή βία που μπορούσε, πραγματικά, να χτυπήσει τον οποιονδήποτε. Μία από τις βασικές τοποθεσίες των συγκρούσεων ήταν η Bombay Street. I troubles, τα προβλήματα εξερράγησαν ακριβώς εδώ, το 1969, όταν οι ομάδες πιστών επιτέθηκαν και κατέστρεψαν τα σπίτια των αυτονομιστών. Σε αυτά τα σοκάκια που σηματοδοτούνται σήμερα από έναν φράκτη ύψους εννέα μέτρων, κάθε πέτρα θυμάται και θυμίζει πως κάθε σπίτι μετατράπηκε σε όρυγμα.
Οι πιστές [στους άγγλους] παραστρατιωτικές δυνάμεις, με τη συνενοχή του βρετανικού στρατού, επιτίθονταν συστηματικά όχι μόνο στα μέλη του IRA, αλλά και σε απλούς πολίτες ένοχους μόνο ότι ήταν καθολικοί ή δημοκρατικοί-ρεπουμπλικάνοι. Συγκεκριμένα, στα μέσα της δεκαετίας του εβδομήντα, έγινε γνωστή η ομάδα των «Shankill Butchers» – Οι Χασάπηδεςτου Shankill – μια μονάδα των UVF (Ulster Volunteer Force) της Shankill Road, που υπό την ηγεσία του διαβόητου Lenny Murphy [που στη συνέχεια σκοτώθηκε από τον ΙRΑ), απήγαγαν και σκότωναν καθολικούς πολίτες, κόβοντας τους λαιμούς τους αφού τους βασάνιζαν τρομακτικά και τους ακρωτηρίαζαν. Στη σεχταριστική βία των προτεσταντών εξτρεμιστών αποκρίνονταν ο ΙRΑ, του οποίου οι μαχητές, εκείνα τα χρόνια, συγκρούονταν σχεδόν καθημερινά με πυροβόλα όπλα κατά του βρετανικού στρατού στους δρόμους του Μπέλφαστ και του Derry και έπλητταν τους λεγόμενους «οικονομικούς στόχους» τους με βόμβες. Συνολικά, περισσότεροι από 1.500 άνθρωποι σκοτώθηκαν λόγω πολιτικής και θρησκευτικής βίας στο Μπέλφαστ μεταξύ 1969 και 2001.
Belfast είναι 40 χρόνια Τοίχων. Ο πρώτος τοίχος χτίστηκε μόλις οκτώ χρόνια μετά την κατασκευή εκείνου στο Βερολίνο. Τα τείχη αποτελούν αναπόσπαστο τμήμα της πόλης, ένα από τα σύμβολά της, οι τοίχοι σηκώνονται αμετάβλητοι, στενοί συγγενείς εκείνων στη Γάζα και τη Δυτική Όχθη, τοίχοι των στρατοπέδων συγκέντρωσης, που καλύπτονται με γκράφιτι προς τιμήν των κουκουλοφόρων loyalists του Ulster ή των δημοκρατών μαρτύρων του Ira.
Ακριβώς όπως έχουμε την τάση να προβάλλουμε την αποικιοκρατία μακρυά από μας, με τον ίδιο τρόπο δεν φανταζόμαστε ότι μια πόλη όπως το Μπέλφαστ μπορεί να είναι χωρισμένη από ένα τείχος και πύλες. Ο τοίχος είναι αυτός της ειρήνης, (υπάρχουν 88 στη Βόρεια Ιρλανδία και το καθήκον τους είναι να χωρίζουν τους αυτονομιστές από τους πιστούς: τις γειτονιές τους, τις εκκλησίες τους, τα σχολεία τους), στο Δυτικό Μπέλφαστ κατά μήκος της »Γραμμής της Ειρήνης», η οποία εκτείνεται σε τέσσερα χιλιόμετρα, υπάρχουν έξι πύλες, οι οποίες ανέρχονται για έξι μέτρα, κάθε είσοδος / έξοδος αποτελείται από δύο πύλες χωρισμένες με λίγα μέτρα γης κανενός, χρειάζονται για να χωρίζουν την Shankill Road, loyalist γειτονιά, από την Falls Road, την συνοικία με ρεπουμπλικανική και υπέρ της ανεξαρτησίας πλειοψηφία: Η πύλη μέσω της οποίας περάσαμε εμείς, κλείνει κάθε βράδυ στις 19:30, εκείνη από την οποία επιστρέψαμε στην Falls Road, κλείνει αντιθέτως στις 21:30, το να γνωρίζουμε ότι κάθε καταραμένη νύχτα λαμβάνει χώρα αυτή η απαγόρευση της κυκλοφορίας μας γεμίζει με μια κωφή και βροντερή οργή.
Belfast είναι το μαύρο ταξί, που μας μεταφέρει στη γραμμή της Ειρήνης, ζοφερές θύρες ύψους μέχρι δέκα μέτρα, προορισμός ενός τουρισμού της μνήμης, του οποίου είμαστε κι εμείς μέρος σήμερα, με την επιθυμία να εισέλθουμε μέσα σε αυτό το κομμάτι ιστορίας, τόσο πρόσφατης ώστε να μην μελετάται, τόσο ενοχλητικής ώστε να μην διδάσκεται, τόσο σημαντικής ώστε να μην μπορεί να αγνοηθεί.
Στη διάρκεια των Troubles, η κυκλοφορία των κλασικών λεωφορείων στη ζώνη ανεξαρτησίας είχε απαγορευθεί, αφού ορισμένοι αγωνιστές τα είχαν χρησιμοποιήσει ως οδοφράγματα για να μπλοκάρουν τους δρόμους, καθιστώντας τα πραγματικούς σταθμούς ελέγχου πίσω από τους οποίους κρύβονταν από τις αστυνομικές σφαίρες και για να ρίχνουν πέτρες, οι κάτοικοι εκείνων των δρόμων θα είχαν αναγκαστεί να πάρουν το λεωφορείο στην περιοχή των loyalist, διατρέχοντας σοβαρούς κινδύνους, αποφάσισαν έτσι να αγοράσουν μερικά μαύρα ταξί, που έγιναν το μόνο μέσο συλλογικής μεταφοράς για να επιστρέφουν στο σπίτι από το κέντρο (που εγκρίθηκαν για έξι επιβάτες, έφτασαν να μεταφέρουν μέχρι τους 12). Το θλιμμένο αλλά ταυτόχρονα περήφανο χαμόγελο του Paul, του ταξιτζή μας, ενώ μας δείχνει την μπλε άδεια διέλευσης του ταξί του, ο οποίος επέζησε των Troubles, και μας μιλά για τους κινδύνους που οι οδηγοί διέτρεχαν ενώ συνόδευαν τους εργαζόμενους στο σπίτι μας συνεπαίρνει σε σημείο να είναι σπαρακτικό.
Belfast είναι το πράσινο μίλι του λόφου του Crumlin Road. Η φυλακή Crumlin Road (οι ιρλανδοί την αποκαλούν Crumlin Road Gaol) χτίστηκε κατά την βικτοριανή εποχή, σχεδιασμένη να είναι ένα πραγματικό σύμβολο εξουσίας και τάξης. Είναι ένας τόπος όπου ο πόνος και η ταλαιπωρία που προκλήθηκαν έκοψαν την αναπνοή στην ελευθερία και την ευτυχία. Στα 150 χρόνια λειτουργίας της είδε μέσα στα τείχη της δολοφόνους, κλέφτες και φτωχαδάκια, παιδάκια και ψυχικά ασθενείς. Στη δεκαετία του ’70 και του ’80 ήταν γεμάτη με κρατούμενους που συνδέονταν με τα Προβλήματα, ai Troubles, αλλά και με ανθρώπους που μεταφέρθηκαν στη φυλακή με υποψίες και φήμες. Στην Crum, κρεμάστηκαν 17 άνθρωποι, 15 από τους οποίους θάφτηκαν σε ανώνυμους τάφους μέσα στους τοίχους του.
Belfast Είναι ο αγώνας για τη διατήρηση του καθεστώτος πολιτικού κρατουμένου στις φυλακές του Long Kesh και του Maze, μέσα στα περίφημα μπλοκ H, ενάντια στη στρατηγική ποινικοποίησης του ρεπουμπλικανικού Κινήματος, που εφαρμόστηκε από τη βρετανική κυβέρνηση, με στόχο να παρουσιάσει τους ρεπουμπλικανούς κρατουμένους του IRA και του INLA ως κοινούς εγκληματίες χωρίς οποιαδήποτε πολιτικά κίνητρα.
Το 1976 οι ρεπουμπλικανοί κρατούμενοι, που μεταφέρθηκαν στα H-Blocks και αναγκάστηκαν να φορούν την ομοιόμορφη φορεσιά της φυλακής για τους κοινούς εγκληματίες, αντιτάχθηκαν σε αυτό το νέο καθεστώς και, αρνούμενοι να φορέσουν τη στολή, καλύπτονταν μόνο με μια κουβέρτα, δίνοντας ζωή στην blanket protest- διαμαρτυρία της κουβέρτας, αντιμετωπίζοντας τις κακουχίες του κρύου και την απαγόρευση να συναντήσουν τους οικείους (δίχως στολή δεν είχαν πρόσβαση σε επισκέψεις από έξω), το 1978, για να διαμαρτυρηθούν ενάντια στη βιαιότητα των φρουρών, οι οποίοι τους χτυπούσαν όταν πήγαιναν στα λουτρά, οι φυλακισμένοι αρνήθηκαν να αδειάζουν τις τουαλέτες τους, πασαλείβοντας τα περιττώματα τους στους τοίχους των κελιών και ρίχνοντας τα ούρα κάτω από τη ρωγμή των θυρών, αρχίζοντας έτσι την βρώμικη διαμαρτυρία, la dirty protest, όταν, παρά τις πιέσεις που προέρχονταν από πολλά ευρωπαϊκά περιβάλλοντα όπως και πέρα από τον ατλαντικό, η βρετανική κυβέρνηση με επικεφαλής την Margaret Thatcher αρνήθηκε επίμονα να φθάσει σε οποιονδήποτε συμβιβασμό με τους κρατούμενους, μετά από περισσότερο από 4 χρόνια ζωής στη γύμνια με μονάχα μια κουβέρτα πάνω τους και μέσα στα περιττώματα τους, αποφάσισαν να επιλύσουν δραστικά το ζήτημα και ανακοίνωσαν μιαν απεργία πείνας. Στις 27 οκτωβρίου άρχισαν την απεργία που κράτησε μέχρι τις 18 δεκεμβρίου όταν, μετά από 53 ημέρες νηστείας, πλέον ετοιμοθάνατοι, αποφάσισαν να τερματίσουν την απεργία βάσει ενός μπερδεμένου εγγράφου που φτάνει μέσω μεσαζόντων από τη βρετανική κυβέρνηση.
Το 1981, οι φυλακισμένοι αποφάσισαν να ξεκινήσουν μια νέα απεργία πείνας, προωθώντας πέντε αιτήματα, τα οποία έγινα γνωστά ως οι Πέντε Απαιτήσεις με στόχο την υπογράμμιση του καθεστώτος των πολιτικών κρατουμένων:
– Δικαίωμα να φορούν τα ρούχα τους και όχι την ομοιόμορφη στολή των φυλακών.
– Δικαίωμα να μην ασκούν την σωφρονιστική εργασία.
– Δικαίωμα ελεύθερης συσχέτισης με τους άλλους κρατούμενους κατά τις ώρες του αέρα.
– Δικαίωμα στην επαναφορά της διαγραφής του μισού της ποινής (που είχαν χάσει ως αποτέλεσμα των διαμαρτυριών).
– Δικαίωμα να λαμβάνουν εβδομαδιαία πακέτα, ταχυδρομείο και να επωφελούνται δραστηριοτήτων αναψυχής.
Σε αντίθεση με την πρώτη απεργία πείνας δεν θα άρχιζαν την αποχή σε ομάδες αλλά μεμονωμένα, σε τακτά χρονικά διαστήματα, για να παρατείνουν τον αντίκτυπο στην κοινή γνώμη και να διατηρήσουν υψηλή την πίεση στη βρετανική κυβέρνηση.
Ο πρώτος που αρνήθηκε την τροφή, την 1η μαρτίου 1981, ήταν ο Bobby Sands, τον οποίο ακολούθησε ο Francis Hughes στις 15 μαρτίου, και μια εβδομάδα αργότερα ο Raymond McCreesh και ο Patsy O’Hara. Ο Sands πέθανε στις 5 μαΐου 1981, μετά από 66 ημέρες νηστείας και αντικαταστάθηκε στη νηστεία από τον Joe McDonnell.

Στις 12 μαΐου πέθανε ο Francis Hughes και στις 21 μαΐου, με λίγες ώρες διαφορά πέθαναν ο ένας μετά τον άλλον οι McCreesh και O’Hara. Όλοι αντικαταστάθηκαν από άλλους κρατούμενους. Στη θλίψη των οικογενειών που έχασαν τους αγαπημένους τους, προστέθηκε ο θυμός όταν τους επέστρεφαν τα σώματα, τα οποία έδειχναν τα σημάδια των ξυλοδαρμών που δέχτηκαν όταν είχαν ήδη στερηθεί της ζωής τους.
Belfast είναι οι Brendan Hughes, Tommy McKearney, Sean McKenna, Leo Green, Raymond McCartney, Tom McFeeley, John Nixon, Mairéad Farrell, Mary Doyle και Mairéad Nugent.
Belfast είναι οι Bobby Sands, Francis Hughes, Raymond McCreesh, Patsy O’Hara, Joe McDonnell, Martin Hurson, Kevin Lynch, Kieran Doherty, Thomas McElwee, Mickey Devine.
Belfast είναι κάθε άνδρας και κάθε γυναίκα που, σε οποιοδήποτε μέρος του κόσμου, έχει βάλει τη ζωή του σε δεύτερο επίπεδο σε σχέση με τον αγώνα για ελευθερία.
Belfast είναι μια διπλή πόλη, όπως ήταν κάποτε το Βερολίνο. Μια πόλη που διαχωρίζει τις πολιτικές συνειδήσεις και τις ηθικές απόψεις. Μίσος, συγκρούσεις, σκληροί αγώνες είναι λιγότερο ορατοί σήμερα, σε σύγκριση με τη δεκαετία του ’70 και του ’80, τα χρόνια του Bobby Sands και των συναγωνιστών του, τα χρόνια όταν ένας λιγότερο διεφθαρμένος Bono (ή ίσως λιγότερο ντροπιασμένος;] τραγουδούσε »Πόσο καιρό πρέπει να τραγουδήσουμε αυτό το τραγούδι», “How long, How long must we sing that song”. Ωστόσο αφήνοντας το σταθμό του Μπέλφαστ, σήμερα στις 23 φεβρουαρίου 2019, τα μάτια μου είδαν εκείνη την πόλη τόσο αργή και τόσο ειδωμένη στις ταινίες: είδαν τα σχολεία τυλιγμένα σε συρματοπλέγματα με τις εισόδους χωρισμένες ανάμεσα σε κορίτσια και αγόρια, τα τεθωρακισμένα και τα ελικόπτερα που εκείνα τα χρόνια μόλυναν την πόλη. Έχουν δει μια πόλη που δεν υπάρχει πια, γιατί από τότε, το Μπέλφαστ έχει γίνει όλο και πιο κατακερματισμένο, χρόνο με το χρόνο, ακολουθώντας την πορεία των στρατιωτικών ανιχνευτών. Κάθε φορά που η πόλη άλλαξε τη μορφολογία της, παίρνοντας τη μορφή ενός λαβυρίνθου που, σαν ένας εύκαμπτος σωλήνας, μετατρέπει την διαδρομή του.
Μέχρι πριν από περίπου δεκαπέντε χρόνια, στην Falls Road ήταν επικίνδυνο ακόμα και να περπατήσεις, επειδή οι προτεσταντικές »ομάδες θανάτου» επέλεγαν τυχαία τα θύματα, ανάμεσα στους περαστικούς, συχνά πυροβολώντας από εν κινήσει αυτοκίνητα. Σήμερα είναι ένα πιο ήσυχο μέρος, ένα υπαίθριο μουσείο, όπου όμως τα αστυνομικά αυτοκίνητα εξακολουθούν να είναι θωρακισμένα Land Rover … όπου το να πέσουν τα τείχη προκαλεί ακόμη φόβο και όπου, μόλις πέσει το βράδυ, τα αυτοκίνητα δεν πηγαίνουν πλέον από την μία πλευρά στην άλλη. Αυτός που ονομάζεται Patrick θα παραμείνει στην Falls road, ο George στην Shankill road.
Belfast είναι η γενέθλια πόλη του George Best και στην οποία, το 2010, το Belfast City Council , σαν μέρος του σχεδίου Peace III για να αντιμετωπίσει τον σεχταρισμό, πλήρωσε 1.500 στερλίνες των φορολογούμενων για υλικά που θα χρησιμοποιηθούν σε μια τοιχογραφία στη μνήμη του George Best στην περιοχή των προτεσταντών.
Belfast είναι η πόλη στην οποία εξαφανίστηκε εκείνη η τοιχογραφία που θα αντικατασταθεί οριστικά από έναν οπλισμένο παραστρατιωτικό της UVF, μια κυριακή του σεπτεμβρίου του 2013 (κατά την 50ή επέτειο του πρώτου αγώνα του George Best με την Manchester United), δίπλα στον κουκουλοφόρο κακοποιό ξεχωρίζει με μακάβριο κυνισμό το απόσπασμα του Martin Luther King που λέει: «Η ελευθερία δεν χορηγείται ποτέ ελεύθερα από τον καταπιεστή, πρέπει να ζητηθεί από τους καταπιεσμένους».
Belfast είναι η ακτίνα του ήλιου που σχεδιάζει αραβουργήματα ανάμεσα στα σύννεφα του ουρανού της Ιρλανδίας ένα σάββατο του φεβρουαρίου. Το Μπέλφαστ είναι τα γενέθλιά μου σε αυτό το 2019

 

“Τώρα βρίσκομαι στο μπλοκ Η, όπου αρνούμαι να αλλάξω για να προσαρμοστώ σε εκείνους που με καταπιέζουν, με βασανίζουν, με κρατούν αιχμάλωτο και θέλουν να με αποκτηνώσουν. Όπως και ο κορυδαλλός δεν χρειάζομαι να αλλάξω.. Είναι η πολιτική μου ιδεολογία και οι αρχές μου που οι φύλακες μου θέλουν να αλλάξουν. Έχουν καταστρέψει το σώμα μου και επιτέθηκαν στην αξιοπρέπειά μου. Αν ήμουν ένας κοινός κρατούμενος θα μου έδειχναν πολύ λίγη, ή και καθόλου προσοχή, γνωρίζοντας πολύ καλά ότι θα ανταποκρινόμουν στις θεσμικές ιδιοτροπίες τους. Έχω χάσει πάνω από δύο χρόνια αμνηστίας. Δεν με νοιάζει καθόλου. Μου στερήθηκαν τα ρούχα μου και με κλείδωσαν σε ένα βρωμερό και άδειο κελί, όπου με έκαναν να υποφέρω από πείνα, ξυλοδαρμό και βασανιστήρια. Όπως και ο κορυδαλλός, φοβάμαι κι εγώ ότι τελικά μπορεί να με σκοτώσουν. Αλλά, τολμώ να το πω, όπως και ο μικρός φίλος μου κατέχω το πνεύμα της ελευθερίας, το οποίο δεν μπορεί να κατασταλεί ακόμη και με την πιο φρικτή κακομεταχείριση. Φυσικά μπορώ να σκοτωθώ, αλλά, όσο παραμένω ζωντανός, παραμένω αυτό που είμαι, ένας πολιτικός αιχμάλωτος πολέμου, και κανείς δεν μπορεί να το αλλάξει.“
σύγχρονη σκέψη, pensiero di oggi

Πότε Ιησούς κι Ιούδας

Σήμερα ετοιμάζουμε τις βαλίτσες. Δυο μέρες μετά, ξημερώματα, το αεροπλάνο για το προτεκτοράτο. Ό,τι κρατάς στο χέρι σου, μετράει για ένα, ανεξαρτήτως μεγέθους. Μονάχα ότι κρύψεις μέσα στον κώλo σου ξεφεύγει του κανόνα της Easy Jet, κι αυτό υπό την προϋπόθεση ότι δεν θα σε ψάξουν περισσότερο από το συνηθισμένο στο αεροδρόμιο.

Υπάρχουν φορές, βέβαια, που αισθάνομαι ότι κουβαλώ μαζί μου συνεχώς ένα μεγάλο μπαούλο που δεν μπορεί να ανοίξει ποτέ χωρίς να καταστραφεί, αφού το κλειδί που το ανοίγει βρίσκεται για έναν περίεργο λόγο μέσα στο ίδιο το κλειδωμένο μπαούλο.

Άλλες φορές αυτό με ενοχλεί, άλλες με εξοργίζει, κι άλλες με αφήνει παγερά αδιάφορο.

Απλά, σέρνω μαζί μου το κλειδωμένο μπαούλο μου χωρίς πολλά λόγια ή σκέψεις.

Το κλειδωμένο μπαούλο που ο καθένας μας κουβαλά για χρόνια μαζί του, χωρίς να μπορεί ή χωρίς να τολμά να το ανοίξει ή να το παρατήσει σε κάποιο αεροδρόμιο, σταθμό τρένου ή λιμάνι και να φύγει βιαστικά χωρίς να κοιτάξει ούτε μια φορά πίσω του, είναι η μια πλευρά της σύγχρονης πραγματικότητας.

Η άλλη πλευρά είναι η συλλογικότητα μιας κοινωνίας που δεν δρα συλλογικά, όμως εξακολουθεί να προσποιείται ότι το κάνει.

Ουσιαστικά, οι σημερινές κοινωνίες των ανθρώπων έχουν μετατραπεί από τους ίδιους τους ανθρώπους σε αυτοσχέδια στρατόπεδα συγκέντρωσης.

Η ποιότητα των εγκαταστάσεων μονάχα αλλάζει από στρατόπεδο σε στρατόπεδο και η ποσότητα του φαγητού.

Σε μερικά από αυτά, οι έγκλειστοι εκλέγουν και την διοίκηση του στρατοπέδου, μα αυτό αποτελεί την εξαίρεση στον παγκόσμιο κανόνα.

Όλα αυτά, βέβαια, δεν είναι εντελώς ασήμαντα και σε πολλές περιπτώσεις κάνουν την διαφορά μεταξύ των στρατοπέδων συγκέντρωσης, αναγκάζοντας πολλούς έγκλειστους από το ένα στρατόπεδο να επιχειρούν την παράνομη μεταγωγή τους σε κάποιο άλλο.

Οι σύγχρονες μεταναστευτικές ροές, όπως λέγονται.

Σε γενικές γραμμές, οι βασικές αρχές διοίκησης όλων των στρατοπέδων συγκέντρωσης που ακούν στα διάφορα ονόματα «εθνικών» κρατών παραμένουν κοινές.

Αχαλίνωτη ελευθερία της αγοράς μαζί με απόλυτο συγκεντρωτισμό στα ανώτερα κλιμάκια της οικονομικής διακυβέρνησης, πολιτικοί υπηρέτες των οικονομικών ελίτ, κατ’ όνομα «πολίτες», που είναι ελεύθεροι στα social media και δούλοι στην κοινωνική ιεραρχία.

Τα προηγούμενα «σοσιαλιστικά» πειράματα διακυβέρνησης κάποιων στρατοπέδων μόνο σοσιαλιστικά δεν ήταν στην ουσία τους.

Ακόμα και στις περιπτώσεις εκείνες όπου οι προθέσεις ήταν στην εκκίνηση αγαθές, το πείραμα απέτυχε παταγωδώς και αυτό είναι πια πασιφανές σε όποιον μπορεί τουλάχιστον να κρατήσει τα μάτια του ανοιχτά.

Το αδιανόητο δεν είναι η αποτυχία του πειράματος, αλλά η αδυναμία των ανθρώπων να αναλύσουν και να βγάλουν τα αναγκαία συμπεράσματα από το αποτυχημένο πείραμα και η απροθυμία τους να δοκιμάσουν κάτι καινούργιο, κάτι διαφορετικό που να στοχεύει στο ίδιο ζητούμενο, την ελευθερία του ανθρώπου.

Μεγαλώνοντας, πάντως, τείνω να πιστεύω πως η αχίλλειος πτέρνα των καλών και προοδευτικών ανθρώπων δεν είναι άλλη από την αδυναμία τους να αποδεχτούν το γεγονός πως και οι άλλοι συνάνθρωποί τους έχουν παρόμοιες επιθυμίες και ανάλογα δικαιώματα.

Όσο πιο πολύ πεπεισμένοι είμαστε για την ορθότητα των απόψεων μας, τόσο περισσότερο δυσκολευόμαστε να αποδεχτούμε τον απέναντι ως ίσο.

Κι όλα αυτά φαίνονται πιο έντονα τις μέρες των εορτών.

Στην εποχή μας, άλλωστε, τα Χριστούγεννα έρχονται από τις αρχές του Νοέμβρη στο όνομα του θεού της κατανάλωσης.

Καταναλώνω, άρα υπάρχω. Όχι μόνο τις εορτές, μα και ολόκληρο τον χρόνο.

Τα αρχαία χρόνια κάποιος θεός γεννιόταν την μέρα του χειμερινού ηλιοστασίου, ο Ήλιος, ο Δίας, ο Μίθρας, ο Ιησούς.

Η γέννηση συνδέονταν άρρηκτα με το μεγάλωμα της ημέρας.

Η παγανιστική «Natalis invicti», η γέννηση δηλαδή του ακατανίκητου ήλιου άλλαζε απλά ονόματα ανάλογα με την κυρίαρχη θρησκεία.

Στις 25 του Δεκέμβρη, η μέρα αρχίζει να μεγαλώνει και το καλοκαίρι που τόσο πολύ αγαπάς, Πιτσιρίκο μου, έρχεται πιο κοντά.

Χρόνια πολλά, Πιτσιρίκο!

Φιλιά από την Εσπερία

Ηλίας

(Φίλε Ηλία, ζούμε την εποχή της απόλυτης παράνοιας. Απόλυτη σύγκρουση ανάμεσα στην πραγματικότητα και στην περιγραφή της. Βέβαια, έχει ένα ενδιαφέρον αυτό. Όταν ο Πάπας εκμεταλλεύεται τα Χριστούγεννα για να ζητήσει λιγότερη απληστία και κατανάλωση -επειδή έχει αντιληφθεί πως το εμπόρευμα του χριστιανισμού είναι στα αζήτητα και σε λίγο στις εκκλησίες δεν θα πατάνε ούτε οι παπάδες-, καταλαβαίνεις πως ζούμε σε έναν εντελώς νέο κόσμο, τον οποίο ερνηνεύουμε με παλιά εργαλεία. Για μένα, αυτό είναι το πρόβλημα: ότι αδυνατούμε να αντιληφθούμε και να ερμηνεύσουμε τον νέο κόσμο με σύγχρονο τρόπο. Έχουμε μείνει στον περασμένο αιώνα. Δεν πειράζει, είναι τέτοια η ταχύτητα της αλλαγής, που θα μας αναγκάσει να την αντιληφθούμε όπως πραγματικά είναι. Το φως θα νικήσει τα σκοτάδια. Πάντα έτσι γίνεται. Αργά ή γρήγορα. Χρόνια πολλά, Ηλία. Και καλό ταξίδι. Σε περιμένω. Την αγάπη μου.)

Read more: https://pitsirikos.net/2018/12/%CF%80%CF%8C%CF%84%CE%B5-%CE%B9%CE%B7%CF%83%CE%BF%CF%8D%CF%82-%CE%BA%CE%B9-%CE%B9%CE%BF%CF%8D%CE%B4%CE%B1%CF%82/#ixzz5an19UubG

τα βιβλία του μιχάλη, i libri di michele

Ρ. εκενώστε τους δρόμους από τα όνειρα – 16

Αντί οριστικού επιλόγου λοιπόν θα σας διαβάσω κάποια μικρά αποσπάσματα από το βιβλίο της Κάρμεν Καστίγιο‘Μία νύχτα στο Σαντιάγο’.

Η Κάρμεν Καστίγιο έζησε από κοντά την ιστορία του MIR – Κινήματος της Επαναστατικής Αριστεράς – [όταν η λέξη αριστερά είχε ακόμη σημασία], τόσο πριν όσο και μετά τη δολοφονία του Σαλβαδόρ Αλλιέντε και την άνοδο του Πινοσέτ στην Χιλή.
Από τον πρόλογο λοιπόν του βιβλίου : ‘δεν είναι η στρατευμένη γυναίκα που μιλάει, είναι η γυναίκα. Μια γυναίκα όμως που ανακαλεί στρατευμένους’ τονίζει χαρακτηριστικά για το βιβλίο της το οποίο χαρακτηρίζει ’σπάνιο δημιούργημα’ ο Nouvelle Observateur, που είναι μεγάλη εκδοτική επιτυχία στη Γαλλία, όπου κυκλοφόρησε το 1979.
Διαβάζουμε λοιπόν :

‘Χιλή. Ο Μιγκέλ Ενρίκεζ, γενικός γραμματέας του Επαναστατικού Αριστερού Κινήματος, σκοτώθηκε στο Σαντιάγκο, κατά τη διάρκεια μιας σύγκρουσης με τον στρατό. Σκοτώθηκε το Σάββατο, 5 Οκτώβρη, κατά τη διάρκεια πολύωρης ανταλλαγής πυροβολισμών μεταξύ μελών του MIR που ήταν περικυκλωμένοι σ’ ένα σπίτι του Σαν- Μιγκέλ, λαϊκής συνοικίας του Σαντιάγκο, και ένοπλων δυνάμεων’.

Το σύντομο και λακωνικό επίσημο ανακοινωθέν, που αναγγέλλει το θάνατο του κυριότερου αρχηγού του ΕΑΚ δεν δίνει ούτε τον αριθμό ούτε τα ονόματα των άλλων θυμάτων, εκτός από την κόρη του πρώην πρύτανη του καθολικού Πανεπιστημίου του Σαντιάγκο, κα Κάρμεν Καστίγιο Ετσεβερρία, που αγωνίστηκε στο πλευρό του. Τραυματισμένη, έχει εισαχθεί σε νοσοκομείο.
Μια εφημερίδα του Σαντιάγκο, η Τercera, αναφέρει ότι ένας ανιψιός του τελευταίου προέδρου της Χιλής, ο Αντρές Πασκάλ Αλλιέντε, από τους ηγέτες του MIR, έχει επίσης τραυματιστεί κατά τη διάρκεια της συμπλοκής, αλλά η είδηση δεν επιβεβαιώθηκε επίσημα.
Μ’ αυτές τις λέξεις ανακοίνωσε η Monde της 8ης Οκτώβρη του ‘74 το επεισόδιο απ’ το οποίο αντλεί την καταγωγή του αυτό το βιβλίο. Η Κάρμεν Καστίγιο – που πιάστηκε και, αργότερα, εξορίστηκε στη Γαλλία – επιχειρεί εδώ μια πλατιά αναδρομή στις αναμνήσεις, προς εκείνη την 5η του Οκτώβρη.

Μας εκθέτει ένα ημερολόγιο με πολλές σκηνές : το γαλάζιο σπίτι της Σάντα Φε, όπου ένας άντρας, μια γυναίκα και τα παιδιά τους έζησαν την αντίσταση στη δικτατορία. Το σπίτι των βασανιστηρίων ‘Χοσέ Ντομίνγκο Κάνιας’, στην καρδιά του Σαντιάγκο, η Κούβα, όπου βρίσκονται όσοι επέζησαν, το Παρίσι.
Ένα πολυφωνικό ημερολόγιο, που αντηχεί και τον λόγο των άλλων. Της αδελφής του Αλλιέντε, του βασανιστή αξιωματικού, της μαχήτριας του ΕΑΚ, Της ΒΑΣΑΝΙΖΌΜΕΝΗς, ΤΟΥ ΑΔΕΛΦΟΎ, ΤΟΥ ΦΊΛΟΥ.
ΣΕΛΊΔΕΣ ΥΠΟΒΛΗΤΙΚΈΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΙΚΉ ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΌΤΗΤΑ Της ΚΑΤΑΠΊΕΣΗΣ. ΣΤΟ ΠΡΟΟΔΕΥΤΙΚΌ ΞΕΤΎΛΙΓΜΑ των εικόνων, που όλες τους συγκλίνουν προς εκείνη την ημέρα-τομή, η απελπισία συνυπάρχει με την ζωή, η προσμονή της ελευθερίας με την επιθυμία της εκδίκησης, το μίσος ,η αγάπη. Ανασυντίθεται, κομμάτι-κομμάτι, το παζλ, που αποκαλύπτει με τον καλύτερο τρόπο την Αντίσταση στη Χιλή, ρέει αβίαστα ο λόγος, που ομολογεί ότι κάθε αντίσταση δεν μπορεί να ξεπηδάει παρά μόνο από την αγάπη.

Jean-Claude Barreau.

Σελίδες 170-176:

Η Λάουρα Αλλιέντε, αδελφή του δολοφονημένου Προέδρου, γιαγιά της Καμίλ, βρίσκεται στο νοσοκομείο της Αβάνας βαριά άρρωστη. Εδώ και τρεις μέρες αναλαβαίνει από μια εγχείρηση, πονάει πολύ, πάρα πολύ. Ούτε ένα παράπονο, δεν μπορεί καν ν’ ανεχτεί την ιδέα ότι θα ενοχλήσει τους άλλους. Στην Κούβα, όπου η οικογένεια κρατάει τις βάρδιες στο νοσοκομείο, διαλέγω το βραδινό ωράριο.
Οι επισκέψεις αραιώνουν, μαζί με το σκοτάδι έρχεται κι η γαλήνη. Η Λαουρίτα είναι ξαπλωμένη σ’ ένα λευκό κρεβάτι, απ’ το μικρό παράθυρο φαίνονται μερικά αστέρια σ’ ένα κομμάτι ουρανού, σύννεφα που γλιστρούν γρήγορα, μαρτιάτικος άνεμος φυσάει στην Αβάνα.
Αισθανόμαστε όμορφα, μοναχές μας, και μετά από μια σιωπή, αρχίζουμε αβίαστα, χωρίς κανένα βολονταρισμό- η ερώτηση θαρρείς αναβλύζει.

Πες-μου Λαουρίτα, por favor, που ήσουν το Σάββατο, στις 5 Οκτώβρη ;
Με κοιτάζει, και μου κάνει μια ανεπαίσθητη κίνηση. Μετά δάκρυα- ένα, δύο, κι άλλα, κι άλλα. …και σιωπή.
Φαντάζομαι ότι αποκοιμήθηκε. Θα είναι κουρασμένη, σίγουρα, δεν μπορώ να επιμείνω.
Ξανανοίγει τα μάτια, εκείνα τα ωραία χρυσά μάτια της, πετάει αλλού, πολύ μακριά, κοντά στον Μιγκέλ. Το βλέμμα της καρφωμένο στο ταβάνι, και μετά μένει πάνω μου. Είμαι καθισμένη δίπλα στο κρεβάτι, έτοιμη να την ακούσω.
Γιατί, με ρωτάει, γιατί να βασανιζόμαστε έτσι ;
Δεν ξέρω. …η ανάγκη να μάθουμε περισσότερα, δεν ξεχνούμε – γιατί λοιπόν να σωπαίνουμε ; Κάθε άλλο, είναι καλό να μοιραζόμαστε, να ξαναζούμε τις αγάπες μας μαζί μ’ αυτούς που αγαπούμε. Ο καθένας, βέβαια, το βλέπει διαφορετικά, αν δεν μπορείς, αν δεν θέλεις. …αύριο, ή μεθαύριο. …έχουμε καιρό, δεν πρέπει να βιαζόμαστε.

Η Λαουρίτα αρχίζει να μιλάει, σιγά-σιγά, χωρίς να το καταλάβουμε, η λευκή γύμνια της κάμαρας σβήνει, σκιαγραφεί εικόνες που αρχίζουν να ζουν, το νοσοκομείο εξαφανίζεται, και ξαναβρισκόμαστε στο Σαντιάγκο.
Η νύχτα του Σαββάτου 5 Οκτώβρη : η ψυχρότητα μιας ραδιοφωνικής είδησης, λιγόλογης και αδυσώπητης.
Η Λαουρίτα αποφεύγει εκείνες τις λέξεις, της αναστάτωσης και της φρίκης. Δεν λέει πως ξεπέρασε το χτύπημα και τα πρώτα λεπτά της παγωμένης περισυλλογής. Προχωρεί, στα γρήγορα, σ’ εκείνην τη δύναμη που την έστησε και πάλι όρθια, που την ώθησε έξω, να πάει να βρει εκείνους που υποφέρουν όσο κανείς άλλος.

Η Λαουρίτα ξέρει ότι θα καταφέρει να τους δει, θέλει να πάει εκεί, να είναι με τους γονείς του Μιγκέλ το ίδιο εκείνο βράδυ. Κατευθύνεται, χωρίς δισταγμό, προς το σπίτι της λεωφόρου Προβιντέντσια.
Έχει περάσει μήνας, ίσως, από τότε που οι στρατιωτικοί είχαν μεταφέρει το Δον Εντγκάρντο Ενρίκεζ, υπουργό της λαϊκής κυβέρνησης, από το στρατόπεδο συγκέντρωσης του νησιού Ντάουζον, στο σπίτι του. Του απαγόρευαν κάθε μετακίνηση. Ήταν κρατούμενος, σπίτι του, κάτω από αυστηρή επιτήρηση.

Η Λαουρίτα δεν υπακούει στις διαταγές αυτού του συρφετού των δολοφόνων. Πηγαίνει στο πλευρό του δον Εντγκάρντο και της σενιόρα Ρακέλ, περνάει τα μπλόκα που κυκλώνουν το τετράγωνο.
Είχε πλημμυρίσει ο τόπος, οι δρόμοι και τα πεζοδρόμια, το πάρκο, απέναντι απ’ το κτίριο το πλάτωμα, βρίθουν από στρατιώτες. Άντρες με πολιτικά, οπλισμένοι, είναι μαζεμένοι στο χωλ, στην είσοδο, ακουμπάνε στους τοίχους, στη σκάλα και στους διαδρόμους.
Οι άνθρωποι με τα γκρι και τα μαύρα χαμηλώνουν τα βλέμματα, κολλούν στους τοίχους, εκμηδενίζονται στο πέρασμα αυτής της περήφανης γυναίκας. Φοβούνται και τις σκιές που την συνοδεύουν. Δεν ζητάει την άδεια, περνάει με το αγέρωχο βήμα της, χωρίς καν να τους κοιτάξει.

Η Λαουρίτα, η αριστοκρατικότητα αυτής της γυναίκας, η ομορφιά των λεπτών χαρακτηριστικών της, τα μελιά της μάτια, γεμάτα θέληση. Καταλαβαίνω γιατί δεν τόλμησαν να εμποδίσουν το σίγουρο βήμα της που ανεβαίνει τη σκάλα, προς το μέρος όπου απόθεσαν το σώμα του ‘τρομοκράτη’.
Της ανοίγει την πόρτα ο δον Εντγκάρντο. Είναι ακόμα πιο επιβλητικός απ’ ότι συνήθως, η ευγένεια της φυσιογνωμίας του εντονότερη μέσα στον πόνο του, μια απροσδόκητη λάμψη στο βλέμμα του. Ήταν μόνοι τους, νομίζω, η σενιόρα Ρακέλ κι ο δον Εντγκάρντο. Στη μεγάλη σάλα, το φέρετρο.

Δον Εντγκάρντο : δεν είναι ο υιός μου αυτός, Λαουρίτα, κοιτάξτε πως τον κατάντησαν.
Η Λαουρίτα αρνείται. Όχι, δεν θα τον δει. Ο Μιγκέλ δεν πέθανε. Είναι δυο βδομάδες μόλις που τον είχε συναντήσει. Ο Μιγκέλ γελούσε – δεν θα χαλάσει αυτή την εικόνα, τη λεπτότητα του χιούμορ του, την αλλόκοτη ταχύτητα των λέξεων του, που μπερδεύονται, το πάθος που κυριαρχεί – ο Μιγκέλ έχει τη χάρη, τη λάμψη του γέλιου και απότομα, τη δύναμη της σοβαρότητας. Όχι, η Λαουρίτα μένει στη διπλανή κάμαρα, ένας τοίχος την χωρίζει απ’ το φέρετρο, που δίπλα του ξαπλώνουν αργότερα ο δον Εντγκάρντο και η σενιόρα Ρακέλ, τις ατέλειωτες ώρες μιας νύχτας, της νύχτας του Σαββάτου 5 Οκτώβρη.
Η κηδεία, που μόνο η οικογένεια την ακολουθεί.

Η συνοδεία : δεκάδες στρατιωτικά τζιπ, φορτηγάκια κι άλλα αυτοκίνητα της D.I.N.A. ‘Αυτοί’ φοβόταν, τι όμως ; Στρατιωτικοί, με στολή και με πολιτικά, γεμίζουν τα πεζοδρόμια, τις διασταυρώσεις, τις όχθες του ποταμού Μαπότσο μέχρι την καρδιά της βορειανατολικής περιοχής της πόλης. Πλήθος στρατιωτών στις πόρτες του νεκροταφείου. Οι φάτσες τους, αυτή η επίδειξη δύναμης, δείχνουν καθαρά ότι, ακόμα και στο ζενίθ του θριάμβου τους, αισθάνονται κίνδυνο. Σαν να φοβούνται μήπως πέσει τίποτα στα κεφάλια τους, και πυκνώνουν τις γραμμές τους για να αντιμετωπίσουν αυτήν την εναγώνια, υπερκόσμια προαίσθηση, σαν κάτι να ‘πρεπε να συμβεί. Κι όμως. …ο Μιγκέλ ήταν μόνος, εκείνη την μέρα.

Ένας τάφος είναι σκαμμένος στην σκληρή γη.
Το θάρρος της μητέρας του, η δύναμη της περηφάνιας της : ‘δεν πέθανες, υιέ μου, ζεις στην καρδιά του λαού, ανάμεσά μας’. χρειάζονταν κουράγιο – αλλά και πόση αγάπη! Αυτά τα απλά λόγια ηχούν διαφορετικά, ανάμεσα στις στολές, το γκρίζο και το μαύρο. Μου είπαν ότι πάνω στον τάφο του υπάρχουν κόκκινα λουλούδια όλο τον χρόνο.

Τέλος, η Λαουρίτα φεύγει. Κάτω, στη σκάλα, την συγκρατεί μια ομάδα αντρών της DINA. Καρφώνει πάνω τους τα μάτια της και τους λέει : ‘έχετε άραγε ακόμη την ικανότητα να σκέφτεστε ; Μήπως δεν καταλαβαίνετε ; Σκοτώσατε ένα αγόρι, ένα αγόρι που έδωσε τη ζωή του για σας. Ναι. …δεν ήθελε άλλο, παρά δικαιοσύνη και ελευθερία. Θα έπρεπε να αισθάνεστε να σας πνίγει η ντροπή, ντροπή για την χυδαιότητα της δουλειάς που κάνετε εδώ’.
Μένουν άφωνοι, καρφωμένοι στο πάτωμα, ούτε μια λέξη δεν βγαίνει απ’ το στόμα τους. Η εξουσία τους καταρρέει, γιατί αυτή η γυναίκα δεν τους φοβάται.

Η Λαουρίτα τους αντιπαραθέτει τη σιγουριά της, τους φωνάζει την πίστη της. Ακόμα κι εγώ, σήμερα, είμαι αναστατωμένη. Ποιος θα τολμούσε να μιλήσει έτσι ; Η δύναμη της πίστης της κλονίζει τον εχθρό. Και μας ελέγχει.
Η Λάουρα Αλλιέντε ήταν βουλευτίνα των σοσιαλιστών, με απόλυτη πλειοψηφία στις τρεις ψηφοφορίες, στην περιφέρειά της. Η δημοτικότητά της ανάμεσα στους φτωχούς και τους άκληρους αναγνωρίζεται από φίλους και εχθρούς. Είναι εξήντα χρόνων, μητέρα τεσσάρων παιδιών. Ένα τους, ο Αντρές Πασκάλ Αλλιέντε, ανέλαβε τη διεύθυνση του MIR. έτσι έγραψαν οι εφημερίδες.

Και εμείς, στην Αβάνα, αναθυμόμαστε.
Ο Μιγκέλ λείπει, το ξέρω. Όμως αγαπούμε – και με τι παράξενο πάθος- κι αυτούς που δεν υπάρχουν πια.
Ο Μιγκέλ, είναι μια νίκη ενάντια στην βιαιότητα και την μνησικακία. Για πάντα.
Η Λαουρίτα συνεχίζει την αφήγησή της, ακολουθεί τα νήματα των αναμνήσεών της. Ξεχνάει την αρρώστια της, αυτή τη στιγμή γελάει, μ’ ένα από εκείνα τα ξεσπάσματα του Μιγκέλ, τον καιρό της πρώτης τους συνάντησης στην παρανομία. Ήταν τον Αύγουστο του ‘74, νομίζω, όταν ο Μιγκέλ τα κατάφερε να της στείλει το πρώτο μήνυμα. Μα αυτό το αίτημα, να συμμετάσχει σε μια συγκεκριμένη προσπάθεια, δεν ήταν η πρώτη πράξη της Λαουρίτα ενάντια στους στρατιωτικούς. Απ’ την επαύριο, κιόλας, του πραξικοπήματος, έκανε κάθε είδους διαβήματα, για να βοηθήσει τους ανθρώπους ν’ αντισταθούν στην πείνα και την καταπίεση. Βοηθούσε τους καταζητούμενους να γίνουν δεκτοί στις πρεσβείες, μάζευε χρήματα και τρόφιμα, που τα πήγαινε στις φυλακές και τις φτωχογειτονιές. Μια μέρα είδε το μικρό της διαμέρισμα, στα προάστια του Σαν Βοργία, γεμάτο μέχρι το ταβάνι αυγά, δωρεά, ‘δεν ήξερα τι να τα κάνω, κυριολεκτικά υπήρχαν παντού αυγά’. απ’ τις φυλακές στις φτωχογειτονιές, προλαβαίνοντας τους όλους, έτσι περνούσαν οι μέρες της Λαουρίτα στο Σαντιάγκο. Ένα πρωί κάποιος της έφερε ένα γράμμα του Μιγκέλ, σε κίτρινο χαρτί, από τσιγάρα.

Δεν μπορεί να ξεχάσει το πυκνό γράψιμο, μερικές φράσεις : ‘είναι ανάγκη να σας ζητήσουμε μια υπηρεσία, που μπορεί να σας δημιουργήσει προβλήματα. Δεν πιστεύω, ωστόσο, ότι θα τολμήσουν να σας αγγίξουν. Η υπόθεση είναι ότι πρέπει να συζητήσετε με τον Κόνιο Αγκιλάρ, τον ‘Ισπανό’ – τον ξέρετε – και τον Πελάο, τον ‘φαλακρό’, στην φυλακή της πολεμικής Ακαδημίας της Αεροπορίας, την A.G.A. είναι μια από τις προϋποθέσεις, που βάλαμε στον στρατηγό Σεμπάλλος, αρχηγό της S.I.F.A.[ της μυστικής υπηρεσίας του στρατού αέρος] και που εμπεριέχεται στο πνεύμα μιας υποτιθέμενης ‘διαπραγμάτευσης’ ανάμεσα σ’ αυτούς και σ’ εμάς : μας προτείνει την απελευθέρωση των φυλακισμένων, και αμνήστευση, έξω από τα σύνορα της χώρας – και σε αντάλλαγμα το οριστικό σταμάτημα του αγώνα του ΕΑΚ. ΕΊΝΑΙ ΜΆΛΛΟΝ ΠΕΡΙΤΤΌ ΝΑ Σας ΞΕΚΑΘΑΡΊΣΟΥΜΕ ΌΤΙ ΘΑ ΑΡΝΗΘΟΎΜΕ ΚΙ ΌΤΙ ΘΑ ΚΑΤΑΓΓΕΊΛΟΥΜΕ ΑΥΤΉΝ ΤΗΝ ΠΡΟΣΠΆΘΕΙΑ ΟΥΔΕΤΕΡΟΠΟΊΗΣΉΣ ΜΑΣ και διαίρεσης της αριστεράς. Πίσω απ’ τον Σεμπάλλος θα βρούμε σίγουρα τον στρατηγό Λέιθ – εφ όσον η έκταση της προσφοράς μας κάνει να πιστεύουμε ότι υπάρχει η συγκατάθεση της χούντας. Εν ολίγοις, θέλουμε να χρησιμοποιήσουμε αυτήν την ευκαιρία για να συναντήσουμε τα δύο μέλη του Πολιτικού Γραφείου, που είναι φυλακισμένοι. Αυτό είναι που σας ζητούμε να κάνετε. Ούτε που θα περάσει απ’ το μυαλό του Σεμπάλλος ότι σκεφτήκαμε εσάς.

…αλλά εσείς μας εμπνέετε την μεγαλύτερη εμπιστοσύνη, γι αυτή τη λεπτή υπόθεση. Δεν σας κρύβω ότι μπορεί να υπάρξει, στη συνέχεια, πιθανότητα εξορίας σας από την χώρα. Σας φιλώ. Μιγκέλ’.
Η απάντηση της Λαουρίτα στον Μιγκέλ : ‘ Σύμφωνοι, το μόνο που θέλω είναι να κάνω περισσότερα πράγματα. Είμαι ευτυχής που θα δουλέψω μαζί σου’.

Από την σελίδα 184 :

‘τα λόγια του Μιγκέλ αντηχούν στο δωμάτιο του νοσοκομείου στην Αβάνα, και η Λαουρίτα φέρνει κοντά-κοντά δύο ημερομηνίες, η απόστασή τους ενός χρόνου, σβήνεται για την Λαουρίτα εκείνη η μέρα, η 5η Οκτώβρη, μπερδεύεται, συμπλέκεται με τις 11 Σεπτέμβρη του 1973, τη μέρα του πραξικοπήματος. Τις δύο αυτές μέρες, τις κάνει ένα, κι απ’ την μια φτιάχνει δυο, από τη μια πάει στην άλλη, χωρίς ασυνέχεια, απροειδοποίητα. Βρίσκει περιττή κάθε διευκρίνηση, συνεχίζει, μια και μόνη αφήγηση.

Δεν πρέπει να παρέμβω. Εκείνη έχει τώρα τον λόγο.
Στις 9 Σεπτέμβρη του ‘73, δυο μέρες πριν το πραξικόπημα. Η Λαουρίτα αναλαμβάνει από μια εγχείρηση. Είναι η πρώτη της έξοδος. Πάει να συναντήσει τον Σαλβαδόρ Αλλιέντε, τον Τσίκο, όπως τον έλεγαν οι δικοί του, στο Τόμας Μόρο, την προεδρική κατοικία. Μετά το φαγητό κάνουν μια βόλτα στον κήπο.
Η Λαουρίτα σφίγγεται πάνω του, παίρνει το χέρι του, δάκρυα κυλούν στο πρόσωπό της. Ο Τσίκο την ρωτάει γιατί κλαίει. Του απαντάει ότι δεν ξέρει, ότι αισθάνεται μια καταθλιπτική αγωνία εδώ και λίγες μέρες. Ο Τσίκο, την σφίγγει πιο δυνατά πάνω του, σταματάει, την κοιτάζει στα μάτια, της λέει : ‘Κάναμε το καθήκον μας χωρίς να υποχωρήσουμε ούτε στιγμή. Έκανα ότι μου ήταν δυνατό. …Αν συμβεί και πεθάνω. …[σιωπή. Μετά :]. …έγινε, τι περισσότερο, δηλαδή, θα μπορούσα να κάνω ;’

Μια συνεδρίαση περιμένει τον Σαλβαδόρ Αλλιέντε. Η Λαουρίτα τον αφήνει, δεν θέλει να γυρίσει στο σπίτι της, θα πάει να επισκεφτεί την ανιψιά της. Αλλά μια ώρα αργότερα θα ξαναγυρίσει στο Τομάς Μόρο. Θέλει να ξαναδεί τον Σαλβαδόρ.
Ο Τσίκο είναι στο γραφείο του.
Έλα να σε πάω στο αεροδρόμιο.
Όχι, δεν θέλω. …η παραμικρότερη προσπάθεια με κουράζει, δεν αισθάνομαι καλά.
Τα δάκρυα κυλούν, χωρίς να μπορεί να τα καταπιεί.

Δεν έχει πολύ καιρό που πέθανε η Ινές, η μεγαλύτερη αδελφή του Αλλιέντε. Η Λαουρίτα, αρρώστησε κι εκείνη. Ενάμισι μήνα μακριά από τα πάντα, καμία επαφή με τα γεγονότα, απομακρυσμένη από την μάχη. Δεν ξέρει γιατί αυτή η καταθλιπτική αίσθηση, που απλώνει τα φτερά της πάνω από το Σαντιάγκο.
Ο Τσίκο : Τα πράγματα είναι πολύ άσχημα. …Η Χριστιανοδημοκρατία δεν θέλει να έρθουμε σε συμφωνία.

Θα της εξηγήσει τις διαφορετικές στάσεις των κομμάτων της αριστεράς απέναντι στην κρίση. Σωπαίνει για μια στιγμή, σκέφτεται, σίγουρα, και συνεχίζει : ‘Θέλω να σου πω κάτι, Λαουρίτα, όχι επειδή είσαι μάνα του Αντρές. Δεν έχω κανένα παράπονο απ’ το MIR. Όσες διαφωνίες είχαν μαζί μου, τις συζητούσαν, μου τις εξέθεταν ακόμη και εδώ. Πόσες φορές ήρθε ο Μιγκέλ σ’ αυτό το γραφείο ; Ποτέ δεν με χτύπησαν πισώπλατα, με προειδοποιούσαν όταν επρόκειτο να μου αντιπαρατεθούν δημόσια. Τους εκτιμώ πάρα πολύ’.
Και η Λαουρίτα θα ξαναφύγει. Αγκαλιάζει τον Τσίκο για τελευταία φορά.

Την Τρίτη 11 Σεπτέμβρη, η Λαουρίτα ξυπνάει πολύ νωρίς. Σκέφτεται να πάει πρώτα στη Βουλή και να περάσει μετά από την Μονέδα, να δει τον Αλλιέντε. Κατά τις οχτώ παρά τέταρτο της τηλεφωνεί ένας σύντροφος. Την ειδοποιεί ότι γίνονται κινήσεις στρατιωτικών μονάδων, ν’ ανοίξει το ραδιόφωνο. Είναι το πραξικόπημα. Το μόνο που σκέφτεται η Λαουρίτα είναι να πάει να βρει τον Τσίκο, τους μαχόμενους. Προσπαθεί να βάλει μπρος την 2CV. Αδύνατο. Ο γείτονας ανακαλύπτει ότι τα καλώδια του μοτέρ έχουν βγει απ’ τη θέση τους. Η Λαουρίτα σκέφτεται ότι θα πρέπει να είναι ο καραμπινιέρος που φύλαγε σκοπιά στο σπίτι της. Είχαν γίνει κιόλας πολλές απόπειρες της ακροδεξιάς στο σπίτι της. Την αυγή της 11ης, αυτός ο μπάτσος ολοκλήρωσε το χυδαίο του σαμποτάζ πριν πάει να πυκνώσει τις γραμμές των πραξικοπηματιών. Τέλος, η Λαουρίτα παίρνει τον δρόμο της, αυτόν που ακολουθεί την Κορδελλιέρα και τον ποταμό Ελ Μαπότσο. Οι μετακινήσεις των στρατιωτικών δυνάμεων την μπλοκάρουν πενήντα μέτρα μακριά απ’ την προεδρική κατοικία.

Η Λαουρίτα ξαναθυμάται εκείνη τη στιγμή τα λόγια του Τσίκο, την Κυριακή : ‘Αν συμβεί οτιδήποτε, μην έρθεις, σε παρακαλώ, στην Μονέδα’. Όταν η Λαουρίτα διαμαρτυρήθηκε, πρόσθεσε : ‘Αν δεν μπορείς να μείνεις σπίτι σου, πήγαινε στο σοσιαλιστικό κόμμα, εδώ δεν θα μπορέσεις να με βοηθήσεις, μόνο που θα με απασχολούσες’.
Τα άρματα βομβαρδίζουν την Μονέδα. Κατεβαίνει, αφήνει το αυτοκίνητο με ορθάνοιχτες τις πόρτες. Κάποιος στρατιώτης την απειλεί να την συλλάβει αν δεν πάρει το 2CV απ’ την μέση του δρόμου.

Η Λαουρίτα ξαναπιάνει το τιμόνι, αδύνατο να σταματήσει κάπου κοντά στο προεδρικό μέγαρο, κάτω απ’ το σφύριγμα των οβίδων, την μυρωδιά της σκόνης και τις εκρήξεις των βομβών. Κατευθύνεται προς τα βορινά γραφεία του σοσιαλιστικού κόμματος. Βρίσκει εκεί δύο χωρικούς έξω από την πόρτα, στο πεζοδρόμιο. Κανείς άλλος. Οι δυο άντρες περπάτησαν όλη τη νύχτα απ’ το χωριό τους, την Λάμπα, μέχρι το Σαντιάγκο. Ήρθαν μέχρι το κόμμα για να ειδοποιήσουν γι αυτά που είχαν δει εκεί πέρα, στην ύπαιθρο. Οι στρατιωτικοί είχαν καταλάβει την πυριτιδαποθήκη. Έχοντας φτάσει στην πρωτεύουσα στις έξι το πρωί, οι χωρικοί δεν βρήκαν κανέναν να του ανακοινώσουν το νέο. Και περίμεναν σιωπηλοί απ’ εκείνη την ώρα.

Η Λαουρίτα απογοητεύεται, ότι θα συναντήσει τους συντρόφους. Συνεχίζει να περιπλανιέται στους δρόμους. Προσπαθεί, τώρα, να βρει ένα τρόπο να διασχίσει το κέντρο, να πολεμήσει, κοντά στους pobladores. Ανεβαίνει ξανά προς τα πάνω, ξανακατεβαίνει, αλλά δεν μπορεί να περάσει την αρτηρία προς τα νότια, την λεωφόρο, οι δρόμοι ερημώνουν και μετά πλημμυρίζουν από στρατιωτικές μονάδες. Σε κάποια διασταύρωση βλέπει ένα νεαρό ζευγάρι, τους κάνει νόημα ν’ ανέβουν. Η γυναίκα της λέει ότι ο Πρόεδρος παραδόθηκε. Η Λαουρίτα της απαντάει, με σταθερή φωνή : ‘Ο πρόεδρος Αλλιέντε δεν θα παραδοθεί ποτέ’. ποτέ δεν έμαθαν ποια ήταν εκείνη η γυναίκα που αλώνιζε το Σαντιάγο, μόνη της, μέσα στο 2CV της.

Γύρο με τον γύρο, τα καταφέρνει να πλησιάσει το μέγαρο Τομάς Μόρο. Οι γλώσσες της φωτιάς φτάνουν μέχρι τον ουρανό. Ο βομβαρδισμός έκανε την δουλειά του.
Λαουρίτα : Αφήστε με να περάσω, είμαι η αδελφή του Προέδρου.
Ένας στρατιωτικός : Απαγορεύεται η είσοδος.
Ένας άλλος στρατιωτικός μουρμουρίζει : φύγετε, κυρία μου, δεν υπάρχει πια κανένας μέσα. θα σας πιάσουν άδικα, ούτε η γυναίκα του Προέδρου δεν είναι πια εκεί.
Ένας περαστικός : Λεηλάτησαν τα πάντα. …η πυρκαγιά προχωράει. Θα ήμουν ευτυχής, αν θέλατε να έρθετε σπίτι μου.

Εκεί, στο σπίτι ενός αγνώστου, μαθαίνει ότι ο Σαλβαδόρ Αλλιέντε σκοτώθηκε στη μάχη της Μονέδα. Η Λαουρίτα δεν κλαίει.
Κατά τις τρεις το απόγευμα, ακούει μια στρατιωτική ανακοίνωση : ‘Η Λαουρίτα Αλλιέντε οφείλει να παρουσιαστεί αμέσως στο Υπουργείο Αμύνης’. Αρνείται. Δεν θα πάει να παραδοθεί μόνη της.
Την επόμενη, ανεβαίνει τις σκάλες του Στρατιωτικού Νοσοκομείου. Την ειδοποίησαν ότι εκεί είναι το σώμα του Σαλβατόρ Αλλιέντε, ότι ένα ελικόπτερο θα το πάει στο νεκροταφείο Σάντα Ινές, στη Βίνια ντελ Μάρ. Αλλά μια ομάδα αξιωματικών, την εμποδίζει να μπει, πρέπει να τους δείξει την άδεια του Υπουργείου Αμύνης. Ε λοιπόν, ναι, θα πάει πρώτα εκεί πέρα. Διασχίζει το Σαντιάγκο, οι δρόμοι, στο κέντρο είναι έρημοι – τα ίχνη των μαχών, οι εκρήξεις των οβίδων στα κτίρια, το αίμα που ξερένεται στα πεζοδρόμια, οι γκρίζες στολές και τα κράνη, τα κρύα πολυβόλα στον κρόταφο, σε κάθε γωνία. Και, ακόμα, οι αντάρτες που έχουν καταφύγει στα τελευταία πατώματα του υπουργείου Δημοσίων Έργων και του Ταμιευτηρίου. Οι σφαίρες σφυρίζουν, σκόρπιες, στην αρχή, ύστερα κατά ριπές. Η Λαουρίτα συγκλονίζεται μ’ αυτούς, που αντιστέκονται ακλόνητοι. Ξέρουν ότι μπροστά τους, βρίσκεται ο θάνατος, κι όμως συνεχίζουν τη μάχη, το πρωί της 12ης Σεπτέμβρη.

Στρατιωτικό αεροδρόμιο. Το φέρετρο του Σαλβαδόρ Αλλιέντε. Η Λαουρίτα συναντάει την Τένσα, τη γυναίκα του Προέδρου – υπάρχει επίσης και η μονάδα εδάφους της στρατιωτικής αεροπορίας. Την αγκαλιάζει, τα μάτια υγραίνονται : ‘Λαουρίτα, ο Πρόεδρος ήταν εξαιρετικός άνθρωπος. …το κουράγιο του δεν ήξερε όρια’. η Τένσα ζητάει από έναν αξιωματικό ν’ ανοίξει το σκέπασμα του φέρετρου, ήθελε να δει τον Σαλβατόρ, το πρόσωπό του, για μια μόνο στιγμή. Απαγορεύεται.

Το κοιμητήριο της Βίνια ντελ Μάρ. Οι τέσσερις της οικογένειας και πολλοί ναυτικοί. Η Λαουρίτα κόβει ένα κίτρινο λουλουδάκι, ένα χρυσάνθεμο, ανάμεσα από τα χόρτα που τριγυρίζουν τον τάφο. Το αποθέτει πάνω στο φέρετρο. Το λουλούδι πέφτει στο βάθος του τάφου. Οι στρατιώτες χασκογελούν. Η Λαουρίτα ξεσπάει : ‘Θα έπρεπε να ντρέπεστε. …να ντρέπεστε που θάβετε έτσι τον Πρόεδρο της Χιλής’. Μετά από μια μικρή σιγή, ξαναλέει αργά : ‘Δεν έχει σημασία αυτό. …ότι και να κάνετε, ο λαός της Χιλής δεν τον ξέχασε, ούτε θα τον ξεχάσει’.

Δεν πρόλαβε να τελειώσει τα λόγια της και ο νεκροθάφτης πηδάει στην τρύπα, μαζεύει το λουλούδι και το ξανακουμπάει πάνω στο φέρετρο. Κανείς δεν κινήθηκε.
Μόλις γυρνούν στο Σαντιάγκο, η Τένσα πάει κατευθείαν στην πρεσβεία του Μεξικού, να δει τις κόρες της. Η Λαουρίτα της λέει το τελευταίο αντίο, την despendida : ‘Τένσα, πρέπει να φύγεις από την χώρα, να πας να καταγγείλεις σ’ όλον τον κόσμο αυτά που έγιναν στην Χιλή. Εγώ θα μείνω, αυτό είναι το καθήκον μου, έχω αναλάβει μια υποχρέωση απέναντι στους pobladores που με ψήφισαν βουλευτίνα. Η κάθε μια πρέπει να πάρει τον δρόμο της’.

Λίγες μέρες αργότερα της επιβάλλεται ‘κατ’ οίκον περιορισμός’. Εκείνη όμως κυκλοφορεί στους δρόμους. Κρυμμένη στα μαύρα. ‘Όσο θα βρίσκεστε εσείς στην εξουσία’, απαντάει στον στρατηγό Αρρελάνο Στάρκ, που την ρωτάει, ‘θα φορώ το πένθος της χώρας μου’.
Ανώνυμα χέρια, μες στα σκοτάδια κινηματογραφικών αιθουσών, στις ουρές μπροστά στις πόρτες των φυλακών, στις στάσεις των λεωφορείων, της σφίγγουν το χέρι και της ψιθυρίζουν : ‘Είμαστε εδώ, ο Πρόεδρος δεν σκοτώθηκε άδικα, θα τους νικήσουμε. …’ Η Λαουρίτα μετράει κάθε μέρα τη δύναμη που δίνει η παρουσία της στο Σαντιάγκο.

Οι στρατιωτικοί δεν ξέρουν τι να κάνουν μ’ αυτή τη γυναίκα. Μερικές φορές την πιάνουν. Ο Κοντρέρας την ανακρίνει αυτοπροσώπως, προσπαθεί να της πάρει με κάθε τρόπο πληροφορίες, για τον υιό της, τον Αντρές, το MIR. Δεν ξέρει τίποτα. Την απειλεί για το ότι κυκλοφορεί στην πόλη. Έχει πολλά να κάνει, δεν θα μείνει κλεισμένη στο σπίτι της. Δεν το ‘κανε ποτέ, γιατί να το κάνει τώρα ;

Ένας αστυνόμος της ψιθυρίζει στο αυτί : ‘Πόσο θάρρος είχε ο Πρόεδρος, Λαουρίτα’. Του απαντάει : ‘Έδρασε πάντα με θάρρος, για σας αγωνίστηκε, ενάντια στους πλούσιους και τ’ αφεντικά’.
Ένα χρόνο αργότερα, στα τέλη του Οκτώβρη του ‘74, η Λαουρίτα πιάστηκε από την DINA. ΉΤΑΝ Η ΜΆΝΑ ΤΟΥ ΑΝΘΡΏΠΟΥ, ΓΙΑ ΤΟΝ ΟΠΟΊΟ ΣΤΉΘΗΚΕ ΤΟ ΑΓΡΙΌΤΕΡΟ ΑΝΘΡΩΠΟΚΥΝΗΓΗΤΌ. ΉΘΕΛΑΝ ΝΑ ΤΟΥΣ ΔΏΣΕΙ ΚΆΠΟΙΑ ΠΛΗΡΟΦΟΡΊΑ ΓΙΑ ΤΟΝ ΑΝΤΡΈΣ ΚΑΙ ΤΗΝ ΜΑΙΡΥ-ΑΝ, όφειλε να πληρώσει και γι αυτό το λάθος και για άλλα. Θα την κακοποιήσουν, θα την απομονώσουν για μήνες ολόκληρους. Έμεινε αλύγιστη. Ακόμα και στην τραχεία ερημιά του στρατοπέδου συγκέντρωσης του Τρές Αλάμος, η Λάουρα Αλλιέντε στέκεται όρθια. Κανείς δεν μπορεί να την νικήσει.

Από σελίδα 193 :

Στις αρχές του φθινοπώρου το μήνυμα που περιμέναμε από πολλούς μήνες έφτασε. Μαζί με τις οδηγίες του Μανουέλ. Η συνάντηση επιτέλους θα γίνει.
Θα συναντήσει επιτέλους τον Αντρές. Είναι ζήτημα ζωής και θανάτου τώρα πια, και για κείνον και για τους άλλους. Είναι υποχρεωμένη να κάνει τον μηχανισμό να ξαναδουλέψει. Πρέπει να δικαιώσει την εμπιστοσύνη τους. Είναι υποχρεωμένη να συλλάβει κάθε απόχρωση. Ο κίνδυνος κρύβεται στις λέξεις που περιγράφουν την δράση. Να ξαναπάρουν τις θέσεις τους της μάχης οι σύντροφοι στη Χιλή – γι αυτό πρόκειται, και είναι ήδη πάρα πολύ.

Από σελίδα 209 :

Αρχίζω πάλι να συλλογιέμαι την τελευταία μου έμμονη ιδέα, χρησιμοποιώ ένα ύφος που επιζητά να είναι πειστικό, τι σκέφτεσαι κι εσύ ; Γιατί δεν μιλούμε ποτέ για την ζωή των επαναστατών ; Η μπουρζουαζία στέκεται πάντα στο θάνατο των μαχητών. Μερικές φορές πέφτουμε κι εμείς στην παγίδα, ιεράρχηση των θανάτων, οι ήρωες, οι κοινοί άνθρωποι, και οι αθάνατοι, αυτοί που πληθαίνουν το Πάνθεον. Οι καλοί και οι κακοί – μια γυναίκα που αυτοκτονεί, για παράδειγμα, μας ενοχλεί, δεν ξέρουμε που θα την τοποθετήσουμε, πως να την τιμήσουμε, την βγάζουμε λοιπόν ταχυδακτυλουργικά απ’ την μέση ή την αρνούμαστε, αλλά ο θάνατός της είναι μια πολιτική πράξη στην εξορία, μια τελευταία κραυγή εξέγερσης ενάντια στην απουσία του πολιτικού, μια τελευταία αγωνιστική φλόγα και ίσως-ίσως, η έσχατη απελπισία όπου οδηγεί αυτή η λατρεία του θανάτου. Δεν συμφωνώ να αυτοκτονούν οι άνθρωποι, η ζωή είναι που ενδιαφέρει. Θυμήσου την εμπειρία μας στην Αντίσταση : το να καταφέρεις να επιβιώσεις στην παρανομία, είναι ακριβώς να καταφέρνεις να ζεις.

Κάνουμε σαν να μη ξέρουμε ότι ο θάνατος είναι μια άμεση πραγματικότητα, επιλέγουμε τη ζωή, ακόμα κι αν το κάνουμε για να φτάσουμε στον θάνατο. Αυτό τ’ αλλάζει όλα. Η ευτυχία. …εμείς την είδαμε, την γνωρίσαμε, ήταν εκεί, μέσα στα κρησφύγετα και τις κρύπτες, δίπλα στις γυναίκες, τους άντρες, και τα παιδιά, σε κάθε χώρο, όπου υπήρχε ζωντανή αντίδραση. Περιττό να το κρύβουμε, μόνο η σύζευξη κάποιου με τον αγώνα φέρνει την ευτυχία, ακόμα κι αν αυτά δεν κρατήσουν περισσότερο απ’ όσο κρατήσει ένας στεναγμός.
Σιγά-σιγά φτάνεις να κάνεις μια ζωή κανονική, κοινή, με μερικές απαγορεύσεις. Δεν μπορείς να πας σινεμά, εκδρομή στη θάλασσα, βόλτες στον ζωολογικό κήπο, αλλά είναι μέρες με τον ίδιο ρυθμό, όπως όλου του κόσμου. Τα όπλα ;. …μα ζούμε μαζί τους στο σπίτι, γίνονται κομμάτι μας, προέκταση του χεριού μας. Χάνουν κάθε μυστήριο, ξαναπαίρνουν τις πραγματικές τους διαστάσεις, εντάσσονται στο καθημερινό σκηνικό. Τώρα ξέρω ότι ένα όπλο δεν χρησιμεύει σε τίποτα άλλο παρά για να το χρησιμοποιείς όταν αγωνίζεσαι. Συνηθίζεις τον ρυθμό της γειτονιάς, μέσα στην πείνα και τα πηγαινέλα των στρατιωτικών. Τίποτα το παράξενο, κι όμως αυτός ήταν ο μόνος τρόπος να αντέξεις επί πολύ. Και ν’ αντιστέκεσαι.

Ο Αντρές με ακούει, χαμογελάει με το πάθος μου, απορρίπτει μερικές λέξεις, επικροτεί άλλες, σκέφτεται σιωπηλός, καθησυχάζει την ανυπομονησία μου, ακολουθεί τις δικές του σκέψεις, μου μιλάει – ήρεμα : μας κατηγορούν για βολονταρισμό, που τον θεωρούν αυτοκτονία για το MIR, γι αυτήν την απόφασή μας να μείνουμε στην χώρα στα χρόνια της τρομοκρατίας, του άγριου κυνηγητού που έχει εξαπολύσει πάνω μας η δικτατορία. Αλλά το αύριο εγγράφεται ήδη στο χθες, δεν υπάρχει το ένα χωρίς το άλλο. Κανείς δεν σκέφτηκε να ζητήσει απ’ τον χιλιανό λαό να καταφύγει στις πρεσβείες, ούτε να φύγει μαζικά στο εξωτερικό αφήνοντας έρημα τα εργοστάσια και την ύπαιθρο. Ο Τσέ, ο Μιγκέλ, ο Σαντούτσο, κι όλοι οι άλλοι, γίνονται ζωντανή ιστορία στις μαύρες και κόκκινες σημαίες των Σαντινίστας, παράδειγμα και πάνω απ’ όλα, ενέργεια για το λαϊκό και δημοκρατικό κίνημα της Λατινικής Αμερικής. ‘Αφού μπορούμε, θα μείνουμε – εδώ υπάρχουν οι ανάγκες’, έλεγε ο Μιγκέλ : ‘για να αποφύγουμε τη διάλυση, να οργανώσουμε την υποχώρηση, να οργανώσουμε τον αντιστασιακό αγώνα, να εμποδίσουμε την οριστική σταθεροποίηση της δικτατορίας. Για να απαντήσουμε στο πραξικόπημα, στην στρατιωτική βία, στην ήττα, φτιάχνοντας χαρακώματα, υποχωρώντας μαχόμενοι. Αν ηττηθήκαμε για μια στιγμή, να σκορπιστούμε με τάξη, να ξαναγυρίσουμε απ’ τον ίδιο δρόμο, να υποχωρήσουμε, χωρίς να σταματήσουμε ούτε μια στιγμή την εξέγερση, αγωνιζόμενοι πάντα’, έλεγε στα γράμματά του, που έγραφε σε τσιγαρόχαρτα : ‘η έκταση της ήττας θα εξαρτηθεί από το πως αντιδρά και θα συμπεριφέρεται η αγωνιστική μας θέληση, απ’ το αν θαφτεί, θα ενδώσει, θα γίνει απαισιοδοξία – απ’ το αν θα υποχωρήσει, θα εξασθενήσει και θ’ αφεθεί να νικηθεί. Αν κρατήσει, αν ξεδιπλώσει την πρωτοβουλία και την πανουργία της, τότε θ’ αντέξει, θα διατηρηθεί ακέραια, ζωντανή, και θα εξαπλωθεί’. Είχε δίκιο ο Μιγκέλ : ακόμα και στις χειρότερες στιγμές, προσπαθήσαμε να δείξουμε ότι υπήρχαν κι άλλοι στην Χιλή, εκτός απ’ τους στρατιωτικούς και τ’ αφεντικά – ζωογονήσαμε μια υπόγεια, σιωπηλή αντίσταση. Οι παράνομοι ήταν αυτοί που εξασφάλιζαν την επιβίωση του αγώνα, τώρα αυτή η προσπάθεια αποδίδει καρπούς. Η δράση είχε μια συγκεκριμένη έννοια………

Η ζωή στο Σαντιάγκο είναι αλλιώτικη, πολλά πράγματα έχουν αλλάξει απ’ τη χρονιά 74-75. δεν βλέπεις πια εκείνα τα φοβισμένα, ταπεινωμένα βλέμματα, εκείνη στη σκιασμένη ντροπή που ανάγκαζε τους ανθρώπους να χαμηλώνουν τα μάτια μπροστά στους περαστικούς. Ο φόβος λιγόστεψε, μια απεργία πείνας ξεσπάει σε μια γειτονιά, ξεκινούν κι άλλες, τα συνδικάτα αναδιοργανώνονται, ‘η εργασία σε αργό ρυθμό’ εξαπλώνεται απ’ τα χαλκορυχεία στη σιδηρουργία, το εργοστάσιο ηλεκτρισμού του Κομπίνο παραλύει μετά από ένα σαμποτάζ, σ’ ένα τοπικό γραφείο της DINA γίνεται μια έκρηξη βόμβας και σκοτώνει ένα βασανιστή, η μαχητική ομάδα Manuel Rondriguez μοιράζει ένα φορτίο γάλα Νεστλέ σε μια φτωχογειτονιά, επιτροπές αντίστασης διακινούν την παράνομη προπαγάνδα, ένα βράδυ, μια διαδήλωση σπουδαστών σπάζει την σιωπή. Επιτέλους αναλαμπές, παντού από λίγο, οι άνθρωποι εκφράζουν τα αιτήματά τους, οργανώνονται ,μάχονται. Η κατάσταση αναταράζεται, μισανοίγουν πάλι οι πόρτες, αρχίζει η επίθεση – αλλά η παράνομη δουλειά παραμένει δύσκολη.

Είναι πάλι η ώρα της επιστροφής – αλλά οι περισσότεροι γυρνούν να στήσουν κάποια αντίσταση εκεί όπου δεν υπάρχει τίποτα. Δεν έχουν να τους προσφέρουν ούτε κρυψώνες, ούτε δίκτυα, ο καθένας ψάχνει τον τρόπο να επιβιώσει, τα εργαλεία της δουλειάς του. Η οικονομική στήριξη από το εξωτερικό είναι ανεπαρκής, χρειάζεται να ληστέψεις, καθένας εξασφαλίζει τα της ζωής του. Πηγαίνουν στην χώρα τους, σαν οικοδόμοι, και ξέρω ότι καταλαβαίνεις τις συνέπειες αυτού του γεγονότος. Είδαμε, τελικά, ότι υπάρχουν και ζωντανοί ήρωες, ότι, πρώτα απ’ όλα, χρειαζόμαστε μαχητές – εφ’ όρου ζωής.

  • Και για να έχουμε μια ολοκληρωμένη εικόνα, σας παραθέτω ένα μικρό κείμενο του ΕΝΤΟΥΆΡΝΤΟ ΓΚΑΛΕΆΝΟ. Από την ΟΥΡΟΥΓΟΥΆΗ, φιγουράρει ανάμεσα στους πιο γνωστούς σύγχρονους λατινοαμερικάνους συγγραφείς. Κατά καιρούς έχει υπάρξει δημοσιογράφος και ποιητής, αφηγητής και ιστορικός. Εδώ μας υπενθυμίζει ότι μια μικρή ιστορία έχει να πει μερικές φορές τόσα όσα μια μεγάλη ανάλυση. Το κείμενο αυτό, ΦΩΝΉ ΤΟΥ ΚΑΙΡΟΎ, ΕΊΝΑΙ ΑΠΌΣΠΑΣΜΑ ΑΠΌ ΤΟ ΤΕΛΕΥΤΑΊΟ ΤΟΥ ΈΡΓΟ ΚΑΙ ΜΕΤΑΦΡΆΣΤΗΚΕ ΣΤΑ Γαλλικά. Το πήραμε από το μπλόγκ JAQUOU VS L’ UTOPIE.
    MONTREAL 2011
    Μετάφραση από την LE MONDE DIPLOMATIQUE.
    Δεκέμβρης 2011.

ΚΑΤΑΣΚΕΥΈΣ.
Ήμασταν στο 1964 και η Λερναία Ύδρα του διεθνούς κομμουνισμού είχε ανοίξει διάπλατα τα επτά στόματα της για να καταβροχθίσει τη Χιλή.
Η κοινή γνώμη βομβαρδίζονταν από εικόνες φλεγομένων εκκλησιών, στρατοπέδων συγκέντρωσης, ρωσικών αρμάτων, ενός τείχους του Βερολίνου στη μέση του Σαντιάγο και γενειοφόρων ανταρτών που έκλεβαν τα παιδιά.
Έγιναν εκλογές.
Ο φόβος θριάμβευσε και ο Σαλβαδόρ Αλλιέντε νικήθηκε. Κατά τη διάρκεια αυτών των θλιβερών στιγμών, τον ρώτησα τι τον είχε πληγώσει.

Ο Αλλιέντε μου διηγήθηκε αυτό που συνέβη ακριβώς δίπλα, σε ένα σπίτι της γειτονιάς Προβιντέντσια. Μια γυναίκα που κοψομεσιάζονταν για να δουλεύει μαγείρισσα, να κάνει τις δουλειές του σπιτιού και να είναι και τροφός με αντάλλαγμα έναν ισχνό μισθό έβαλε όλα της τα ρούχα σε μια πλαστική σακούλα και τα έθαψε στον κήπο των αφεντικών της ώστε οι εχθροί της ατομικής ιδιοκτησίας να μην τα καταστρέψουν.

Κάντο Χενεράλ, Πάμπλο Νερούδα, Μίκης Θεοδωράκης.

Εν κατακλείδι λοιπόν. Παντού και πάντα ίδια τα αφεντικά. Φτιασιδώνουν τα καθεστώτα ανάλογα με τα συμφέροντα, τις συγκυρίες και τις αντιστάσεις των λαών. Σκληρά- σκληρότερα ή σκληρότατα. Πάντα για τον ένα και μοναδικό σκοπό, την απρόσκοπη συσσώρευση των κεφαλαίων και της εξουσίας στα ίδια, λιγοστά χέρια.
Την διαιώνιση του είδους των.
Μέχρι να τους μπλοκάρει και εξαφανίσει ο λαϊκός αγώνας, η εξέγερση και η επανάσταση.
Αμήν.

http://www.archivochile.com/Miguel_Enriquez/Doc_sobre_miguel/MEsobre0027.pdf

http://www.lahaine.org/internacional/historia/ultimodiaEnriquez.htm

The Song Remains the Same, Led Zeppelin.

  • Συζητάω με την κόρη μου για κινηματογράφο και της λέω για το πόσο μου άρεσε η ταινία ‘ο Δρόμος της Επανάστασης’, με τον Ντι Κάπριο και την Κέιτ Γουίνσλετ που ξαναείδα προχθές.
    Μου μίλησε για τον ‘Βασιλιά’ που παίζεται αυτές τις μέρες στον ‘Ζέφυρο’, την έψαξε και μου την έστειλε διαδικτυακά.
    Θα την δούμε σήμερα το βράδυ.

Πριν χωρίσουμε της ανέφερα πως
μιας και δεν μπορούμε να κάνουμε την κοινωνική επανάσταση αυτή τη στιγμή ας κάνουμε την προσωπική μας
που σημαίνει πως
έχουμε ιερή υποχρέωση, πάνω απ’ όλα,
ν’ αντέξουμε,
ψυχικά και σωματικά.
Να επιμείνουμε να υπάρχουμε
να μην παραδοθούμε.
Να τινάξουμε από πάνω μας τον αδηφάγο ατομικισμό.

Ν’ ανοιχτούμε στον σύντροφο
με μία τεράστια αγκαλιά,
στον διπλανό, στον κοντινό,
και στον ξένο ακόμη.
Με μπούσουλα την αγάπη, την αδελφοσύνη και την αλληλεγγύη
να προχωρήσουμε
μπροστά.
Ο καπιταλισμός έσβησε.
Δεν έχει πλέον να προσφέρει τίποτα στην ανάπτυξη του ανθρώπου και της κοινωνίας.
Η έχθρα και το μίσος ανάμεσα στους ανθρώπους και τις παρέες, επίσης,

η κηδεία του Πρόσπερο Γκαλλινάρι

DSC02244Είμαστε κοινωνία ανθρώπων
και όχι αγέλη άγριων ζώων που σκοτώνονται για το ποιο θα επικρατήσει.
Ας περιμένουμε λοιπόν με εμπιστοσύνη την μέρα εκείνη που η ιστορία θα μας ζητήσει
και θα μας δώσει την ευκαιρία
να κατασπαράξουμε το τέρας που λέγεται καπιταλισμός και τρώει αχόρταγο και ασταμάτητα τα παιδιά του.

Ευχαριστώ.

In the court of the crimson King, King Crimson.

η διεθνής στην κηδεία του Πρόσπερο

συνεχίζεται