ανατρεπτική τέχνη, arte ribelle

Πριν από 49 χρόνια έσβησε η Τζάνις Τζόπλιν μόλις 27 χρονών (pics, vid)

Πριν από 49 χρόνια σίγησε μία από τις πιο συγκλονιστικές φωνές της ροκ μουσικής στο Λος Άντζελες

Πριν από 49 χρόνια έσβησε η Τζάνις Τζόπλιν μόλις 27 χρονών (pics, vid)

Η Τζάνις Λυν Τζόπλιν (Janis Lyn Joplin, 19 Ιανουαρίου 1943 – 4 Οκτωβρίου 1970), αποκαλούμενη «Μαργαριτάρι», ήταν Αμερικανίδα τραγουδίστρια και τραγουδοποιός της ροκ μουσικής και της μπλουζ και μία από τις πιο επιτυχημένες και ευρέως γνωστές γυναίκες ροκ σταρ της εποχής της.

Ήταν επίσης ζωγράφος, χορεύτρια και ενορχηστρώτρια μουσικής. Ήλθε στο προσκήνιο στα τέλη της δεκαετίας του 1960, αρχικά ως τραγουδίστρια των Big Brother and the Holding Company (Ο Μεγάλος Αδελφός και η Εταιρία Κεφαλαίων) και αργότερα με σόλο καριέρα, με συγκροτήματα όπως οι Kozmic Blues Band (Κόζμικ Μπλουζ Μπαντ) και οι Full Tilt Boogie Band (Φουλ Τιλτ Μπούγκι Μπαντ). Κυκλοφόρησε μόλις τέσσερα στούντιο άλμπουμ (εκ των οποίων ένα μετά θάνατον). Θεωρείται η καλύτερη, ίσως ερμηνεύτρια του μπλουζ και μία από τις μεγαλύτερες τραγουδίστριες της ροκ μουσικής

To 1995 τιμήθηκε με την είσοδό της στο Rock and Roll Hall of Fame, ενώ το 2005 κέρδισε το βραβείο Γκράμμυ Lifetime Achievement Award. Το περιοδικό Rolling Stone την κατέταξε στην 46η θέση στη λίστα του με τους σπουδαιότερους καλλιτέχνες όλων των εποχών το 2004 και στην 28η με τους καλύτερους τραγουδιστές όλων των εποχών το 2008. Κατάφερε να «σπάσει» την ανδροκρατούμενη ροκ μουσική σκηνή, μαζί με την πρώτη γυναίκα αρχηγό συγκροτήματος, Γκρέις Σλικ (Jefferson Airplane) και άλλες ερμηνεύτριες, όπως η Πάτι Σμιθ, η Τζόαν Μπαέζ και η Μαριάν Φέιθφουλ με αποτέλεσμα να ανοίξει το δρόμο και σε άλλες τραγουδίστριες.

Ο θάνατος στα 27 χρόνια

Tην Κυριακή της 4ης Οκτωβρίου του 1970, η Τζόπλιν καθυστερούσε να εμφανισθεί στα στούντιο της Sunset Sound Recorders, κάτι που έκανε τον παραγωγό Πωλ Ροθτσάιλντ να ανησυχήσει, ώστε ξεκίνησε την αναζήτησή της, μαζί με τον Τζων Κουκ, πηγαίνοντας στο ξενοδοχείο της. Είδε στο πάρκινγκ τo αυτοκίνητο της Τζόπλιν. Μπαίνοντας στο δωμάτιό της, τη βρήκε νεκρή, δίπλα στο κρεββάτι της. Η επίσημη αιτία θανάτου της, ήταν η υπερβολική δόση ηρωίνης, ενδεχομένως σε συνδυασμό με τις παρενέργειες του αλκοόλ. O Τζων Κουκ, ο οποίος μετέφερε τον Ροθτσάιλντ στο ξενοδοχείο, πιστεύει ότι, εντελώς συμπτωματικά η Τζόπλιν παρέλαβε μεγαλύτερη δόση ηρωίνης από το κανονικό, καθώς υπήρξαν και άλλα παρόμοια κρούσματα, τη συγκεκριμένη εβδομάδα. Η Κασέρτα και ο Μόργκαν βρίσκονταν μαζί της μέχρι την Παρασκευή 2 Οκτωβρίου, όμως σύμφωνα με το βιβλίο Going Down With Janis, κανείς τους δεν την επισκέφθηκε στο ξενοδοχείο Λάντκμαρκ, όπως είχαν αμφότεροι υποσχεθεί.

Το σώμα της Τζόπλιν αποτεφρώθηκε στο Νεκροτομείο Πιρς Μπράδερς Ουέστγουντ Βίλλιτζ (Pierce Brothers Westwood Village Mortuary), στο Λος Άντζελες. Οι στάχτες της σκορπίστηκαν από ένα αεροπλάνο στον Ειρηνικό Ωκεανό και στο Στίνσον Μπιτς (Stinson Beach). Η μόνη τελετή που πραγματοποιήθηκε έγινε στο Πιρς Μπράδερς και παρακολουθήθηκε από τους γονείς της και τη θεία της μητέρας της.

Στη διαθήκη της, η Τζόπλιν άφηνε 1,500 δολάρια για τη διοργάνωση μιας αποχαιρετιστήριας γιορτής, στην περίπτωση που πέθαινε. Η γιορτή αυτή έλαβε χώρα στις 26 Οκτωβρίου του 1970, στο Lion’s Share του Σαν Ανσέλμο της Καλιφόρνια, όπου παρευρέθηκαν η Κασέρτα, ο Μόργκαν και στενοί της φίλοι, όπως ο Λάιλ Τατλ, ο Μπομπ Γκόρντον και ο Τζων Κουκ.

Η Janis στο Woodstock

Το 1969, η Τζόπλιν και οι Kozmic Blues Band έκαναν περιοδεία σε Ευρώπη και Βόρεια Αμερική. Κατά τη διάρκεια της περιοδείας τους εμφανίσθηκαν στο Φεστιβάλ Γούντστοκ το βράδυ του Σαββάτου της 16ης Αυγούστου. Παρέμειναν εκεί έως τις πρώτες πρωινές ώρες της Κυριακής 17 Αυγούστου. Όταν το συγκρότημα πέταγε με ελικόπτερο προς το χώρο της συναυλίας και η Τζόπλιν είδε το τεράστιο πλήθος έγινε απίστευτα νευρική. Οι εμπειρίες της Τζόπλιν στο Γούντστοκ δεν ήταν ευχάριστες, καθώς περίμενε δέκα ώρες μέχρι να ανέβει στη σκηνή και στο διάστημα αυτό, έκανε χρήση ηρωίνης, υπό της οποίας την επήρεια βρισκόταν, καθ’όλη τη διάρκεια της παρουσίας της, στη σκηνή, και φάνηκε, κυρίως, κατά την ερμηνεία του κομματιού Work Me, Lord. Η χρήση ηρωίνης είχε ως αποτέλεσμα το βράχνιασμα της φωνής της και τη δυσκολία της να χορέψει. Παρά τα προβλήματα, κατάφερε να αποδώσει τόσο καλά, που το κοινό εκστασιασμένο την επευφημούσε και την ανάγκασε να εκτελέσει δύο φορές το Ball and Chain. Η Τζόπλιν, όμως, ήταν δυσαρεστημένη με την εμφάνισή της και κατηγόρησε την Κασέρτα.

To Cheap Thrills έφθασε στην πρώτη θέση του Billboard 200, οκτώ εβδομάδες μετά την κυκλοφορία του και παρέμεινε εκεί για άλλες οκτώ συνεχόμενες εβδομάδες. Το άλμπουμ έγινε χρυσό και πούλησε πάνω από ένα εκατομμύριο αντίγραφα, τον πρώτο μήνα κυκλοφορίας του. Το σημαντικότερο κομμάτι του, Piece of My Heart έφθασε στη δωδέκατη θέση του Billboard Hot 100, το φθινόπωρο του 1968.

I Got Dem Ol ‘Kozmic Blues Again Mama!
Το άλμπουμ κυκλοφόρησε το Σεπτέμβριο του 1968 και έγινε χρυσό λίγους μήνες αργότερα. Παρόλ’ αυτά, δεν έγινε τόσο επιτυχημένο, όσο το Cheap Thrills. Τα σχόλια για το νέο συγκρότημα συγκρούονταν. Ορισμένοι κριτικοί μουσικής, όπως ο Ραλφ Τζ. Γκλίσον της San Fransisco Chronicle είχαν αρνητική άποψη για τους Kozmic Blues. Ο Γκλίσον έγραψε: «Η Τζόπλιν πρέπει να διαλύσει τη νέα μπάντα και να επιστρέψει αμέσως στους Big Brother… (εάν τη θέλουν και οι ίδιοι πίσω)».

Tο Pearl, αν και κυκλοφόρησε το 1971 (λίγο μετά το θάνατό της) έγινε το πιο επιτυχημένο άλμπουμ της καριέρας της, και στιγματίσθηκε από τη διασκευή του κομματιού Me and Bobby McGee, του πρώην εραστή της, Κρις Κριστόφερσον.

To πρώτο κομμάτι, «Move Over», τo έγραψε η ίδια η Τζόπλιν, ανακλώντας μέσα από τους στίχους τα συναισθήματά της για την μεταχείριση των γυναικών από τους άνδρες. To κομμάτι Mercedes Benz, συντέθηκε από την Τζόπλιν, τον Νόιβιρτ και τον Μπιτ ποιητή Μάικλ Μακ Κλερ. Το κομμάτι Βuried Alive In The Blues, του οποίου η ηχογράφηση είχε προγραμματισθεί για την ημέρα που η Τζόπλιν βρέθηκε νεκρή, συμπεριλήφθηκε στο άλμπουμ, χωρίς, όμως, φωνητικά. Το 2003, το Pearl κατετάγη στην 122η θέση των καλύτερων μουσικών άλμπουμ όλων των εποχών, σύμφωνα με τον κατάλογο του περιοδικού Rolling Stone.

Ο θάνατος της Τζόπλιν, σε ηλικία 27 ετών εξέπληξε τους θαυμαστές της και συγκλόνισε τον κόσμο της μουσικής, ο οποίος είχε μόλις πληγεί μετά την απώλεια του Τζίμι Χέντριξ δύο εβδομάδες νωρίτερα (18 Σεπτεμβρίου του 1970). Ο μουσικός ιστορικός Τομ Μουν έγραψε ότι, «η Τζόπλιν είχε μια αναπάντεχα αυθεντική φωνή». Ο μουσικός αρθρογράφος Τζων Παρέλες των New York Times έγραψε πως, ήταν -ως καλλιτέχνης- «ακατανίκητη και βαθιά ευάλωτη». Η συγγραφέας Μέγκαν Τέρρυ υποστήριξε ότι, η Τζόπλιν ήταν η θηλυκή εκδοχή του Έλβις Πρίσλεϋ, όσον αφορά την ικανότητα της να «αιχμαλωτίζει» το κοινό.

Ο Λέοναρντ Κοέν έγραψε το κομμάτι Chelsea Hotel #2 για την Τζάνις Τζόπλιν. Στο τραγούδι αυτό, αναφέρεται στη μικρής διάρκειας σχέση του με εκείνη. Υποστηρίζεται επίσης ότι, το κομμάτι Birdsong του Τζέρρυ Γκαρσία, έχει γραφτεί για την Τζόπλιν. Ακόμα το τραγούδι In the Quiet Morning της Μίμι Φαρίνα έχει γραφτεί για εκείνη, όπως και η διασκευή του από την Τζόαν Μπαέζ, ως Come from the Shadows

H ταινία The Rose, του 1979, -αρχικά ως Pearl (από το παρατσούκλι που είχαν δώσει οι φίλοι της στην Τζόπλιν)- βασίστηκε -εν μέρει- στη ζωή της Τζόπλιν, καθώς η οικογένειά της αρνήθηκε να παραχωρήσει στους παραγωγούς τα δικαιώματα της προσωπικής της ζωής.

To 1988, στήθηκε ένα χάλκινο γλυπτό της Τζόπλιν, στη γενέτειρα της, στο Πορτ Άρθουρ του Τέξας.

To 1992, εκδόθηκε μια βιογραφία της, γραμμένη από την αδελφή της, Λάουρα, με τίτλο Love, Janis. Σε μια συνέντευξή της, η Λάουρα δήλωσε ότι, η αδελφή της απολάμβανε την παρουσία της στην εκπομπή του Ντικ Κάβετ, ενώ παραδέχθηκε πως, η Τζάνις πέρασε -πράγματι- δύσκολα χρόνια στο σχολείο, αλλά δεν είχε την ίδια αντιμετώπιση από όλους τους συμμαθητές της.

Έχουν γίνει πολλές απόπειρες, για να γυριστεί μια ταινία με θέμα τη ζωή της Τζόπλιν. Οι γνωστότερες είναι: Janis Joplin: Get It While You Can, Piece Of My Heart και The Gospel According To Janis.

 

https://www.fosonline.gr/plus/moysiki/article/68359/prin-apo-49-xronia-esvise-i-tzanis-tzoplin-molis-27-xronon-pics-vid

μεγαλείο χαρακτήρα!, grandezza carattere !

Με μεγάλη πορεία η τιμή και η υπόσχεση στον Παύλο Φύσσα

Λίγο μετά τις 6.30 το απόγευμα ξεκίνησε στο Κερατσίνι η πορεία για τα έξι χρόνια από την δολοφονία του αντιφασίστα μουσικού, Παύλου Φύσσα, από τάγμα εφόδου της ναζιστικής οργάνωσης της Χρυσής Αυγής. Η πορεία, στην οποία συμμετείχαν αντιφασιστικές οργανώσεις, κινήσεις, συλλογικότητες, κόμματα και πλήθος κόσμου, ξεκίνησε από τη λεωφόρο Παύλου Φύσσα (πρώην Παναγή Τσαλδάρη), μπροστά από το μνημείο του δολοφονημένου μουσικού και κατέληξε στα γραφεία της Χρυσής Αυγής τον Πειραιά.

Στην κεφαλή της ήταν οι γονείς του Παύλου Φύσσα και πανό με το σύνθημα: «Έξω οι φασίστες από τις γειτονιές μας».

Της πορείας προηγήθηκε κατάθεση λουλουδιών στο μνημείο του Παύλου Φύσσα.

Μια συγκινητική στιγμή κατά τη διάρκεια της πορείας. Ενώ η διαδήλωση κινούταν στους δρόμους του Κερατσινίου με προορισμό το κέντρο του Πειραιά, μία γιαγιά βγήκε στο μπαλκόνι του σπιτιού της χειροκροτώντας τους διαδηλωτές που περνούσαν από κάτω.

Όταν εκείνοι το αντιλήφθηκαν «ανταπέδωσαν» φωνάζοντας ακόμη πιο δυνατά τα αντιφασιστικά συνθήματα, με την ηλικιωμένη γυναίκα να υψώνει τα χέρια της με σφιγμένες τις γροθιές.

 

Μικρής έκτασης επεισόδια σημειώθηκαν στο τέλος της πορείας, μπροστά από το δημοτικό θέατρο του Πειραιά, επί της οδού Ηρώων Πολυτεχνείου, όταν ομάδες αγνώστων πέταξαν πέτρες και φωτοβολίδες προς τις αστυνομικές δυνάμεις οι οποίες απάντησαν με ρίψη χημικών. Σημειώθηκαν και μικροφθορές σε λίγα καταστήματα επί της Ηρώων Πολυτεχνείου.

 

Μήνυμα μνήμης αλλά και αντιφασιστικής επαγρύπνησης έστειλαν και την Τρίτη άνθρωποι όλων των ηλικιών από τον χώρο των Λιπασμάτων στη Δραπετσώνα, όπου πραγματοποιήθηκε συναυλία. Συμμετείχαν τα συγκροτήματα και οι μουσικοί: Άλλος κόσμος, Ματούλα Ζαμάνη, Nightstalker, No Hard Feelings, Social Waste, The Titz, Dj Moya.

Όπως αναφέρει η οικογένεια Φύσσα σε ανακοίνωσή της, «όλα αυτά τα χρόνια δίνουμε ο καθένας μας τις προσωπικές του μάχες αλλά και όλοι μαζί, προκειμένου να αποδοθεί δικαιοσύνη, όχι μόνο μέσα στην δικαστική αίθουσα, όπου η δίκη κατά των δολοφόνων της ΧΑ βαίνει προς τον πέμπτο χρόνο της, αλλά και στην κοινωνία. Όλα αυτά τα χρόνια λοιπόν, η προσπάθεια των αντιφασιστών οδήγησε στην – σε μεγάλο βαθμό – κοινωνική απομόνωση του ναζιστικού μορφώματος, αρχικά με το σταδιακό κλείσιμο των γραφείων του ανά την Ελλάδα και στη συνέχεια με τον εκλογικό του αποκλεισμό από το Κοινοβούλιο, αλλά και την έγερση του ενδιαφέροντος του κόσμου για τις εξελίξεις στην δίκη».

«Φέτος βρισκόμαστε λίγο πριν το τέλος της δίκης οπότε η σημειολογία είναι πολλαπλή και γιατί έμεινε η Χρυσή Αυγή εκτός Βουλής αλλά και γιατί θα βγει η απόφαση εντός των επόμενων μηνών όπου περιμένουμε ότι θα είναι θετική προς την κατεύθυνση που επιθυμούμε δηλαδή στη συνολική καταδίκη της εγκληματικής οργάνωσης», επισήμανε μεταξύ άλλων στο Αθηναϊκό Πρακτορείο η δικηγόρος της οικογένειας Φύσσα, Ελευθερία Τομπατζόγλου, ενώ προσέθεσε ότι «σε συνδυασμό με τις πρόσφατες αποφάσεις που ήταν οι πρώτες που καταδίκασαν υψηλόβαθμα στελέχη και βουλευτές της Χρυσής Αυγής για αδικήματα που είχαν διαπράξει κατά τον χρόνο που ήταν βουλευτές θεωρούμε ότι και στη δίκη του Εφετείου θα έχουμε ένα αντίστοιχο αποτέλεσμα».

Παράλληλα η κ. Τομπατζόγλου σημείωσε: «Το ζήτημα είναι ότι αυτή η μέρα επειδή είναι ημέρα αφιερωμένη στον Παύλο είναι μέρα μουσικής. Είναι κάτι το οποίο τους δίνει μία σχετική παρηγοριά όταν βλέπουν νέο κόσμο να τους στηρίζει και περιμένουν κι εκείνοι το αποτέλεσμα της δίκης».

 

https://tvxs.gr/news/ellada/me-megali-poreia-i-timi-kai-i-yposxesi-ston-paylo-fyssa

ανατρεπτική τέχνη, arte ribelle

Η αναρχία του Fabrizio De André

του Paolo Lago

Che non ci sono poteri buoni. Il pensiero (anche) anarchico di Fabrizio De André – Δεν υπάρχουν καλές εξουσίες. Η [και] αναρχική σκέψη του Fabrizio De André, που επιμελήθηκε ο Paolo Finzi, ειδικό νούμερο του αναρχικού περιοδικού «A», εκδοτικός οίκος A, Milano, 2019, σελ. 196, € 40,00.

Είκοσι χρόνια πλέον, από τον θάνατο του Fabrizio De André, βιβλία που αφιερώνονται στο έργο του και στη βιογραφία του γεννιούνται σαν μανιτάρια, μια πραγματικά ενοχλητική και μονότονη επανάληψη λέξεων και φωτογραφιών που στοχεύουν στη διερεύνηση κάθε πτυχής της ύπαρξης του γενουάτη τραγουδοποιού. Στον De André υπάρχει κίνδυνος να προκύψει αυτό που συνέβη στον Pasolini ο οποίος, σύμφωνα με μια αποτελεσματική έκφραση που χρησιμοποιήθηκε από έναν μελετητή, έχει μετατραπεί σε ένα είδος «αυγού kinder» της ιταλικής κουλτούρας, υπό την έννοια ότι όλοι αναμένουν να βρουν, εκεί μέσα, την έκπληξη που τους ευχαριστεί περισσότερο, από τους πολιτικούς της δεξιάς μέχρι εκείνους της αριστεράς. Και ο γενουάτης τραγουδοποιός κινδυνεύει να μετατραπεί σε ένα είδος αισθητικής εικόνας που μπορεί να χρησιμοποιηθεί από κάθε πολιτική σημαία, ακόμα και από εκείνες που είναι πιο απομακρυσμένες από την σκέψη του (και το μυαλό τρέχει στις πρόσφατες θετικές παρατηρήσεις, στα όμορφα σχόλια του υπουργού Εσωτερικών). Ωστόσο, έχει κυκλοφορήσει πρόσφατα ένας τόμος που διαφέρει από τα περισσότερα των βιβλίων που αφιερώνονται στην εξέταση των πιο ποικίλων πτυχών του έργου του De André: πρόκειται για μια συλλογή από δοκίμια και συνεντεύξεις που αποσκοπούν στη διερεύνηση της σκέψης του De André από ένα σημείο αμιγώς πολιτικό και κοινωνικό.

Εάν διαβάσουμε το Δεν υπάρχουν καλές εξουσίες. Η [και] αναρχική σκέψη του Fabrizio De André – Che non ci sono poteri buoni. Il pensiero (anche) anarchico di Fabrizio De André, που επιμελήθηκε ο Paolo Finzi, διευθυντής του αναρχικού περιοδικού  «A» – ένα τόμος που αντιπροσωπεύει ακριβώς ένα ιδιαίτερο τεύχος του περιοδικού – συνειδητοποιούμε πόσο δύσκολο είναι να μετατρέψουμε τα τραγούδια του Fabrizio De André σε πολλά «kinder αυγά» που μπορεί να μανουβράρει και να ανοίξει ο καθένας, διότι πίσω από κάθε μεμονωμένη φράση, πίσω από κάθε μεμονωμένη νότα, είναι δυνατό να συναντηθούμε με μια σαφώς καθορισμένη σκέψη υποστηριζόμενη από μια σταθερή ηθική ευθύτητα. Μιλάμε ουσιαστικά για μια ελευθεριακή σκέψη, που στοιχίζεται στην πλευρά των τελευταίων, των περιθωριοποιημένων, αυτών που ουσιαστικά, την εξουσία δεν την έχουν και την αμφισβητούν διαρκώς. Μια σκέψη αναμφισβήτητης αναρχικής προέλευσης: ο De André, παρά την προέλευσή του από μια οικογένεια της ανώτερης μπουρζουαζίας της Γένοβας, έδειξε πάντα, από νεαρή ηλικία, τη συμπάθεια του για την σκέψη και το αναρχικό κίνημα. Με λίγα λόγια, η «σκέψη (και) αναρχική» του De André, όπως δείχνει το βιβλίο που επιμελήθηκε ο Finzi, δεν είναι μια αδιαφόρητη φιλοδοξία για μια ελευθερία ουτοπικής μήτρας, αλλά μάλλον πρόκειται για μια σκέψη υποστηριζόμενη από σταθερές αναγνώσεις αναρχικών μελετητών όπως οι Malatesta, Bakunin, Stirner και από την συναναστροφή αναρχικών αγωνιστών. Το εν λόγω βιβλίο διαφέρει από το σύνολο των άλλων ακριβώς επειδή εξετάζει το έργο και τη ζωή του De André μέσα από το φίλτρο της αναρχίας και της ελευθεριακής σκέψης του τραγουδοποιού: πρόκειται, όπως ήδη αναφέρθηκε, για μια προσέγγιση πολιτικής και κοινωνικής φύσεως.

Ο ίδιος De André, εξάλλου, άρεσε να εισάγει τη λέξη «αναρχία» σε μερικά τραγούδια σε ζωντανή έκδοση, τροποποιώντας το κείμενο. Για παράδειγμα, στο Εάν σε έκοβαν κομμάτια, η λέξη «φαντασία» αντικαθίσταται από την λέξη «αναρχία»: «Και τώρα θα περιμένω αύριο / να έχω νοσταλγία / κυρία ελευθερία, δεσποινίς αναρχία / τόσο πολύτιμη όσο το κρασί όσο το ελεύθερο όσο η θλίψη / με το σύννεφο των αμφιβολιών και της ομορφιάς σου». Ή, στον εύθραυστο Φίλο, στο οποίο η «αναρχία» αντικαθιστά τη λέξη «θα τα ξαναπούμε, γεια σου-arrivederci»: «…Θα μπορούσα να σας ρωτήσω πως λέγεται το σκυλί σας / ο δικός μου είναι εδώ και λίγο καιρό που ονομάζεται Ελεύθερος / Θα μπορούσα να προσλαμβάνω ένα κανίβαλο την ημέρα / για να με διδάσκει την απόσταση μου από τα αστέρια / θα μπορούσα να διασχίζω λίτρα και λίτρα κοραλλιών / για να φθάσω ένα μέρος που να ονομάζεται Αναρχία….». Και, κάτω από τις κόκκινες-μαύρες σημαίες της αναρχίας, τελέστηκαν επίσης αρκετές συναυλίες του De André: μία στη Carrara το 1982, μία στη Napoli το 1991 (υπέρ της »Umanità nova-νέας Ανθρωπότητας» και του »Arivista») αλλά επίσης, πολύ λιγότερο γνωστές, μια στο Rimini το 1975 και μια στη Bologna το 1976.

Στην αρχή του βιβλίου (το οποίο παίρνει τον τίτλο του από ένα στίχο του «In the hour of my freedom-Στην ώρα της ελευθερίας μου», ένα τραγούδι από την Ιστορία ενός υπαλλήλου, ένα concept album του 1973) συναντάμε μια ενδιαφέρουσα συνέντευξη στον De André του 1993, όπου ο τραγουδοποιός μιλά για την προδιάθεση του για κάθε τύπο ελευθεριακού περιβάλλοντος, είτε αυτό εκπροσωπούνταν από τα carruggi [1] της Γένοβας είτε από την ύπαιθρο της Σαρδηνίας, και αυτή η προδιάθεση ωρίμασε και χάρη σε «κουβέντες με ανθρώπους που πίστευαν ανοιχτά στην αναρχία». Και μετά, για την ελευθεριακή φλέβα του συγγραφέα, η ανακάλυψη του George Brassens, του οποίου ο De André μετέφρασε επίσης μερικά τραγούδια, ήταν θεμελιώδης: «Και ο Brassens ήταν επίσης ελευθεριακός, τα τραγούδια του έσκαβαν μέσα στο κοινωνικό. Ο Brassens δεν υπήρξε μόνο ένας δάσκαλος από εκπαιδευτική άποψη, για εκείνο που μπορεί να είναι η τεχνική για την παραγωγή ενός τραγουδιού, ήταν επίσης δάσκαλος της σκέψης και της ζωής. Μου έμαθε για παράδειγμα να αφήνω τους κλέφτες μήλων να τρέχουν, όπως έλεγε αυτός. Μου δίδαξε τελικά ότι την λογική και την αυθεντική κοινωνική συνύπαρξη την βρίσκουμε περισσότερο σε εκείνο το ταπεινωμένο και περιθωριοποιημένο κομμάτι της κοινωνίας μας παρά ανάμεσα στους ισχυρούς».

Όπως αναφέρει ο Paolo Finzi σε μεταγενέστερη συνέντευξή του στον Renzo Sabatini, «η εξαιρετική ανθρώπινη και πολιτισμική του ευαισθησία απέναντι στους πιο »άτυχους» ανθρώπους περιέχει »και τον αναρχισμό του». Σύμφωνα με τον Finzi, «ο Fabrizio δεν περιορίζεται να φέρνει στο φως» τα περιθωριοποιημένα κοινωνικά στρώματα, »αλλά μοιάζει να υποδεικνύει την πορεία της συγκεκριμένης επιβεβαίωσης της αξιοπρέπειάς τους σε αντίθεση με την εξουσία».

Ο σημαντικότερος πυρήνας του τόμου αποτελείται όντως από μια σειρά ραδιοφωνικών συνεντεύξεων που πραγματοποιήθηκαν από το 2005 έως το 2006 από τον Renzo Sabatini, που τότε κατοικούσε στην Αυστραλία και στη συνέχεια δημοσιεύθηκαν στο περιοδικό «Α» από το 2012 έως το 2014. Οι συνεντευξιαζόμενοι είναι όλοι οι χαρακτήρες που, με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, περιστρέφονται ή περιστράφηκαν γύρω από την φιγούρα του De André: μουσικοί, συγγραφείς, αγωνιστές των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Κάθε συνέντευξη ασχολείται με ένα θέμα που συνδέεται με την ελευθεριακή σκέψη του Fabrizio, αγκαλιάζοντας διάφορες θεματικές που σχετίζονται με φιγούρες της περιθωριοποίησης, από κρατούμενους σε πόρνες και τρανσεξουαλικούς, από μετανάστες σε ρομά και τοξικομανείς. Για παράδειγμα, για να εστιαστεί η φιγούρα της γυναίκας στα τραγούδια του τραγουδοποιού, λαμβάνονται συνεντεύξεις από την Carla Corso, ιδρυτή της Επιτροπής για τα Δικαιώματα των ιερόδουλων, και την Gabriella Gagliardo, στρατευμένης για τα δικαιώματα των γυναικών, κυρίως στο Αφγανιστάν. Σύμφωνα με αυτή την τελευταία, εάν σε πολλά τραγούδια, «το αρσενικό, ιδωμένο με έναν πολεμοχαρή τρόπο, επιθετικό, καταχρηστικό, καταγγέλλεται αναμφισβήτητα», στο Θα έρθουν να σε ρωτήσουν για την αγάπη μας, που βρίσκεται στην Ιστορία ενός υπαλλήλου, ο στίχος «θα συνεχίσω να σε κάνω να επιλέγεις ή επιτέλους θα διαλέξεις;» υποδηλώνει ένα είδος συνειδητοποίησης του εαυτού και της ζωής από την πλευρά του θηλυκού χαρακτήρα του τραγουδιού, την δυνατότητα να βγει επιτέλους από τον μύθο (μέσα στον οποίον είναι τυλιγμένες πολλές άλλες γυναικείες φιγούρες του De André από την Nancy στη Marinella) και να εισέλθουν στην ιστορία διαμέσου μιας χειρονομίας που διεκδικεί μια αυτονομία λήψης αποφάσεων.

Μεταξύ των ερωτηθέντων υπάρχουν και πρώην κρατούμενοι οι οποίοι, στη φυλακή του San Vittore, συμμετείχαν στην «παραβατική Oμάδα», μια ομάδα προβληματισμού που εμπλέκει τους κρατούμενους για να τους βοηθήσει στο ανθρώπινο ταξίδι τους και, μέσα σε αυτό, θεμελιώδους σπουδαιότητας ήταν τα τραγούδια του De André, που οδηγούσαν στο να αναλογιστούν επάνω στις αμέτρητες πράξεις ανθρωπιάς (και, μιλώντας για τη φυλακή, ο συγγραφέας αυτής της ανασκόπησης μπορεί να θυμάται με ευχαρίστηση, στο τέλος ενός χρόνου διδακτικής εμπειρίας στη φυλακή, να έχει παίξει με την κιθάρα, μαζί με τους κρατούμενους μαθητές του, τραγούδια όπως Don Raffaè και Στην ώρα της ελευθερίας μου, στο οποίο μπορούμε να ακούσουμε το στίχο: «Να αναπνέω τον ίδιο αέρα / με έναν φύλακα δεν μου κάθεται καλά».

Ένα άλλο σημαντικό θέμα που εξετάζεται είναι ο αντιμιλιταρισμός και ο παραλογισμός των πολέμων, θεματικές που δίδονται παραδειγματικά κυρίως από Τον πόλεμο του Piero και το Fiume Sand Creek, αφιερωμένο, αυτό το τελευταίο, στην εξόντωση των Cheyenne από τον συνταγματάρχη Chivington. Ένα άλλο θέμα αγγίζει την προσοχή που αφιερώνεται από τον De André στον λαό των ρομά, έναν λαό που – έλεγε – θα άξιζε το βραβείο Νόμπελ για την ειρήνη καθώς γυρίζει την Ευρώπη για δύο χιλιάδες χρόνια χωρίς ποτέ να έχει προκαλέσει έναν πόλεμο. Σύμφωνα με τον Santino “Alexian” Spinelli, rom από το Αμπρούτσο, ερευνητή της γλωσσολογίας και μουσικολογίας, καθηγητή του πολιτισμού των Ρομά στο Πανεπιστήμιο της Τεργέστης, με το τραγούδι Khorakhané, που βρίσκεται στο Anime salve (1996), ο De André κατανόησε άριστα την ευαισθησία των Ρομά, θεωρώντας τους επιπλέον φορείς αξιών, σε αντίθεση με την κοινή χυδαιότητα μέσα στην κοινωνία, η οποία τους θεωρεί φορείς προβλημάτων.

Στις συνεντεύξεις αντιμετωπίζεται επίσης και ένα θέμα καυτής επικαιρότητας όπως η μετανάστευση: ο Amara Lakhous, ένας αλγερινός συγγραφέας που ζει στην Ιταλία και αναγκάστηκε να αντιμετωπίσει όλες τις κακουχίες τις δυσκολίες και τα δεινά των μεταναστών, δηλώνει ότι ο De André, σε μια στιγμή που βλέπει να αντιπαρατίθενται βάναυσα το Ισλάμ και η Δύση, «είναι ένας εξαιρετικός μάρτυρας που μας θυμίζει ότι υπάρχουν κοινά σημεία, υπάρχει μια κοινή ιστορία», μαζί με μια διαφορετικότητα που μετατρέπεται σε πλούτο (σε σχέση πάνω απ’ όλα με τους αραβικούς και ανατολικούς ήχους που υπάρχουν στο άλμπουμ Creuza de mä). Και, όσον αφορά τη μετανάστευση, ο συνεντευκτής Renzo Sabatini θυμάται μια φράση του De André επάνω στο γεγονός ότι, σήμερα, οι άνθρωποι αξίζουν λιγότερο από τα νομίσματα: εάν η χρηματαγορά είναι ελεύθερη, οι άνθρωποι αντιθέτως όχι, »σε κάθε σημείο επιβίβασης πρέπει να διασχίσουν ωκεανούς από σφραγισμένα χαρτιά».

Τέλος, ένα θέμα που συχνά επιστρέφει στις συνεντεύξεις είναι η η αντιστοιχία μεταξύ της Σαρδηνίας και των ιθαγενών αμερικανικών λαών (μια αντιστοιχία που εφαρμόστηκε από τον ίδιο τον τραγουδοποιό στο άλμπουμ που μετονομάστηκε σε L’indiano, του 1981 και, επιπλέον, πρέπει να θυμόμαστε ότι ο De André έγραψε πολλά τραγούδια στην διάλεκτο της Σαρδηνίας, ειδικά στην παραλλαγή της gallurese): λίγο όπως οι ινδιάνοι, οι οποίοι έχουν περιθωριοποιηθεί και κλείστηκαν στις riserve [2]από τους ευρωπαίους εισβολείς, έτσι οι φτωχότεροι σάρδοι έχουν εκμεταλλευτεί από τους πλούσιους που προέρχονται από την ήπειρο. Και, θύμα μιας απαγωγής μαζί με τη γυναίκα του Dori Ghezzi στο αγρόκτημα τους στη Σαρδηνία, το 1979, ο τραγουδοποιός συγχώρησε τους απαγωγείς του επειδή αντιπροσώπευαν μόνο τα «εργατικά χέρια» του εγκλήματος, αναγκασμένοι να καθίστανται εκτός νόμου από την αναγκαιότητα, από την εκμετάλλευση εντολέων πλούσιων και αδίστακτων. Για άλλη μια φορά, ο αναρχικός και ελευθεριακός De André στάθηκε στην πλευρά των περιθωριοποιημένων, των χαμένων, των «θυμάτων αυτού του κόσμου», όπως έγραψε στην Παλιά Πόλη, La città vecchia, χαρίζοντας τους μια βαθιά αξιοπρέπεια ενάντια στις δυναμικές όλων των εξουσιών.

[1]. carruggio: Στενός δρόμος της πόλης ανάμεσα σε ψηλά κτίρια, χαρακτηριστικός των πόλεων της Λιγουρίας

[2]. riserva: Μια ινδιάνικη riserva δεν είναι τίποτα περισσότερο από μια κατά το μάλλον ή ήττον μεγάλη έκταση γης στην οποία η δικαιοδοσία της ομοσπονδιακής κυβέρνησης των Ηνωμένων Πολιτειών και του Καναδά είναι κατά κάποιο τρόπο περιορισμένη όπου ζουν οι αυτόχθονες φυλές

αυτονομία, autonomia

Η εργατική Αυτονομία και η κοινότητα αγώνα vicentina

Ένα ωραίο βιβλίο αυτό: L’Autonomia operaia vicentina. Dalla rivolta di Valdagno alla repressione di Thiene, Η εργατική Αυτονομία vicentina. Από την εξέγερση του Valdagno στην καταστολή της Thiene, πέμπτος τόμος της συλλογής »Οι Αυτόνομοι» – «Gli Autonomi» (DeriveApprodi, pp.256, euro 19). Συγγραφέας είναι ο Donato Tagliapietra.

Πρόκειται για ένα αληθινό βιβλίο, από ορισμένες απόψεις εξαιρετικό, και μιλάει για την μοναδική ιστορία ενός από εκείνα τα εκατό αυτόνομα κέντρα κομμουνιστικής πρωτοβουλίας που στα χρόνια ’70 ενήργησαν στα εργοστάσια και τα ιταλικά εδάφη, επιβεβαιώνοντας εργατική αντιεξουσία και κερδίζοντας μισθούς και δικαιώματα.

ΚΑΘΕΝΑ ΑΠΟ ΑΥΤΆ ΤΑ ΚΕΝΤΡΑ είναι μια μοναδική εμπειρία, το σύνολο ενός επαναστατικού επεισοδίου. Η διήγηση, των εργατών και των αγωνιστών της Βιτσέντζα, δείχνει την συμβολή ενός κοινωνικού κινήματος που ξέσπασε από το ’68 και μιας γενεαλογικής κοινότητας λόγων και συναισθημάτων πολιτικών, που υποδηλώνει με υποδειγματικό τρόπο την ανεπανάληπτη ποιότητα της άσκησης της πολιτικής της Αυτονομίας εκείνων των χρόνων. Αυτό τον κόσμο μπορούμε συνεπώς να τον κοιτάξουμε από δύο πλευρές, εκείνη του ταξικού αγώνα και τη γενεαλογική, αλλά αυτές οι δύο πλευρές δεν διαχωρίζονται ποτέ. Κάθε σελίδα μπορεί να διαβαστεί ως μια διήγηση για τον τρόπο με τον οποίον μια ηλικιακή ομάδα εργατών και φοιτητών βρέθηκε να αμφισβητεί, ριζικά, τo εργοστασιακό και κοινωνικό σύστημα και τον τρόπο με τον οποίο κάθε ομάδα συντρόφων ήθελε να να ζήσει αυτή τη ρήξη και να ορίσει τον δικό της δρόμο για να την χτίσει.
«Πεπρωμένο και ελευθερία», θα μπορούσαμε να πούμε φιλοσοφικά. Αλλά ειπωμένο στην διάλεκτο του βένετο, με μια έμφαση και μια αποφασιστικότητα τόσο σκληρές όσο ήταν τότε ο καταναγκασμός στην μισθωτή εργασία ενάντια σε μια γενιά νέων, που ήδη αποκαλούνταν ως μάζα διανοούμενων υπό δημιουργία.Το βιβλίο χτίζεται σχεδόν αποκλειστικά από έγγραφα που παρήγαγε η οργάνωση – οι Βενετικές Πολιτικές Κολεκτίβες, i Collettivi Politici Veneti της περιοχής του alto vicentino – και από συνεντεύξεις με τους στρατευμένους εκείνης της εποχής. Και ακολουθεί την εξαιρετική επέκταση των αγώνων, που ενθαρρύνονται και / ή οργανώνονται από τις συλλογικότητες των χωριών, από την εξέγερση του εργοστασίου Marzotto του Valdagno τον απρίλιο του 1968 μέχρι την καταστολή των αρχών της δεκαετίας του 1980. Από την αρχή μέχρι το τέλος αυτής της περιόδου παράγεται μια όλο και πιο διαδεδομένη οργανωτική συγκέντρωση στην περιοχή και γίνεται όλο και πιο διεισδυτική, αιχμηρή.

Η ΚΟΙΝΌΤΗΤΑ ΑΓΩΝΑ είναι επίσης μια κοινότητα ζωής: αυτή η αλήθεια ξεχειλίζει από την διήγηση. Να απελευθερωθούν από τη δυστυχία-την μιζέρια της μισθωτής εργασίας, να πουλήσουν την εργατική τους δύναμη ακριβά αποτέλεσε έναν τρόπο οικοδόμησης μιας διαφορετικής ζωής. Οι απεργίες στο εργοστάσιο και οι περιπολίες κατά της μαύρης εργασίας πήγαιναν μαζί με την κατάκτηση δωρεάν συναυλιών, με τον αγώνα ενάντια στα υψηλά ενοίκια και την κατάληψη σπιτιών και την γενναιόδωρη απαλλοτρίωση αγαθών στα σούπερ μάρκετ. Μαζική παρανομία, ναι, αλλά και επινόηση ενός τρόπου ζωής που απέρριπτε τη φτώχεια των σωμάτων και τη μιζέρια του πνεύματος. Μια γενιά νέων πρότεινε, με μεγάλη ωριμότητα, το σχέδιο μιας ελεύθερης ζωής.

ΠΟΣΟ ΕΙΝΑΙ ΔΥΣΚΟΛΟ να το αφηγούμαστε σήμερα σε εκείνους που προσποιούνται ότι είναι ελεύθεροι. Ωστόσο η ανάγνωση αυτής της ιστορίας ξυπνά στα βάθη κάθε ψυχής εκείνη την ατελή συνειδητοποίηση του ψεύδους και της ανελευθερίας που προκαλεί η χυδαιότητα της ζωής κάτω από αφεντικό: δεν δίνεται στον καθένα η δυνατότητα να μετασχηματίζει αυτή την αφύπνιση σε μια πράξη ρήξης. Επειδή είμαστε μόνοι. Από την άλλη πλευρά, εκείνα τα παιδιά από την Thiene και τα γύρω χωριά, μέχρι τη Schio, μέχρι το Bassano, μέχρι τη Vicenza είχαν διαρρήξει κάθε πεπρωμένο μοναξιάς: ήταν μαζί, αισθάνονταν δυνατοί, έδωσαν ένα παράδειγμα αξιοπρέπειας. Μαζί, όλοι μαζί.
Η σύγκρουση με την εξουσία ήταν εξαιρετικά βίαιη. Όπως και στο σύνολο του Veneto, εξάλλου, όπου μεταξύ της δεκαετίας του 1960 και της δεκαετίας του 1970 δόθηκαν μερικές από τις σημαντικότερες μαζικές εμπειρίες αντάρτικης οργάνωσης, πρώτα στα μεγάλα εργοστάσιο και στη συνέχεια στο διάχυτο εργοστάσιο, και συγχρόνως στα σχολεία και τα πανεπιστήμια. Γιατί ο ταξικός αγώνας έγινε τόσο σκληρός στην περιοχή του Βένετο; Επειδή – όπως δείχνει αυτό το βιβλίο – η εξέγερση δεν συνέβη μόνο εναντίον του κυρίου-του αφεντικού, αλλά, δεδομένης της καθυστέρησης της κοινωνικής πειθαρχίας εκμετάλλευσης, ήταν μια σύγκρουση επάνω στη ζωή συνολικά: ήταν ένα άλμα στο νέο και μια ανακάλυψη της κοινότητας, ένας ριζοσπαστικός τρόπος συνεύρεσης μέσα στον αγώνα και η βούληση να οικοδομήσουν μια νέα κοινωνία.

ΠΟΛΥ ΣΚΛΗΡΗ ΑΚΡΙΒΏΣ ΥΠΗΡΞΕ η σύγκρουση με την καταστολή. Ωστόσο ακόμη και στα επεισόδια ένοπλου αγώνα ως απάντηση στην καταστολή, η γραμμή των Κολεκτίβων ήταν πάντα η διατήρηση των εδαφών του «κοινωνικού εργάτη» και δεν ήταν ποτέ δολοφονική, αλλά αποσκοπούσε στο χτίσιμο ελεύθερων κοινοτήτων. Δεν ήταν τυχαίο ότι δεν υπήρξαν ούτε καταδότες ή μετανιωμένοι όταν η καταστολή κέρδισε. Όταν μετά την τραγωδία της 11ης απριλίου του 1979, όταν πέθαναν τρεις σύντροφοι ενώ προετοιμάζονταν να απαντήσουν στο blitz της 7ης απριλίου, και όταν δολοφονήθηκε ένας τέταρτος σύντροφος στη φυλακή, το μαύρο έργο των καταστολέων του Calogero και του Dalla Chiesa, υπήρξε άγριο. Στα επόμενα χρόνια, στην φυλάκιση για πολλούς, προστέθηκε η ηρωίνη για ακόμη περισσότερους.
Το βιβλίο αυτό είναι αφιερωμένο στους Antonietta Berna, Lorenzo Bortoli, Angelo Dal Santo και Alberto Graziani, στους τέσσερις πεσόντες εκείνου του καταραμένου απρίλη, με πικρό τρόπο, όχι πένθιμο ωστόσο, αλλά με υπερηφάνεια αναφωνώντας πόσο εκείνη η ζωή των ελεύθερων ανθρώπων που δολοφονήθηκαν ήταν αληθινή και υποδειγματική.

* Πηγή: Toni Negri, IL MANIFESTO

 

L’Autonomia operaia e la comunità di lotta vicentina

αυτονομία, autonomia

Εξέγερση

«η ιστορία των χρόνων ’70»

«Αυτή είναι μια ιστορία των χρόνων του ’70.
Τότε υπήρχε ένα κίνημα από γυναίκες και άνδρες που πίστευαν ότι θα άλλαζαν τον κόσμο. Ριζικά. Με μια επανάσταση.
Εκείνες οι γυναίκες και οι άνδρες σκέφτονταν ότι να τον αλλάξουν μπορούσε να είναι και διασκεδαστικό. Μάλλον ή ήταν διασκεδαστικό ή δεν άξιζε τον κόπο. Όλα και αμέσως. Δεν ήθελαν να αναβάλουν τίποτα για αργότερα.
Το πιο ριζοσπαστικό μέρος αυτού του κινήματος ήταν οι αυτόνομοι.
Στη συνέχεια εκείνο το κίνημα πιάστηκε σε μια τανάλια και συνεθλίβη. Πολλοί σταμάτησαν ή τους σταμάτησαν. Πολλοί από το κίνημα μετακινήθηκαν στους ένοπλους σχηματισμούς. Πολλοί σκέφτηκαν ότι η μόνη δικαιοσύνη ήταν η προλεταριακή. Κάποιοι, όχι λίγοι, μετάνιωσαν, μεταμελήθηκαν, δηλαδή έγιναν καταδότες.
Είναι λοιπόν και μια φοβερή ιστορία. Είναι μια ιστορία φτιαγμένη από ζωντανούς, νεκρούς και σκοτωμένους. Είναι μια οδυνηρή ιστορία για τον πόνο που προκάλεσε και υπέφερε.
Είναι μια ιστορία που μιλά για τους νέους. Εγώ είμαι ένας άνθρωπος που βαδίζει προς τα εξήντα. Αλλά βλέπω τον εαυτό μου νεαρό και σκέφτομαι: μας έκαναν να πληρώσουμε αλλά το διασκεδάσαμε πολύ.
Αυτή την ιστορία άρχισα να την γράφω στην ειδική φυλακή του Fossombrone το 1982. Τετράδιο και μολύβι.
Στη συνέχεια παίρνω μαζί μου το τετράδιο στην Rebibbia, όπου μεταφέρομαι.
Ο Francone μου δανείζει την Olivetti Lettera 22 του και ξεκινώ από την αρχή. Η συμφωνία είναι ξεκάθαρη: κάθε μέρα αυτός θέλει να διαβάζει και να δίνει την κρίση του: Hemingway, βατό, σκατά. Τα «σκατά» σκίζονται αμέσως μπροστά στη φάτσα του συγγραφέα.
Η εργασία επιβραδύνεται πολύ κατά τη διάρκεια των ακροάσεων της δίκης. Η γραφή μαραζώνει. Το καλοκαίρι του 1984 δίνω το τελευταίο χτύπημα. Αλλά με απελευθερώνουν και ο δεσμός με τον αδίστακτο κριτικό μου σταματά. Παίρνω μαζί μου το δακτυλογραφημένο στο Μιλάνο μέσα στις μαύρες σακούλες σκουπιδιών στις οποίες μαζεύω τα προσωπικά μου αντικείμενα. Να το δημοσιεύσω; Και από ποιον;
Μετά βγαίνει και ο Francone. Ένα βράδυ πριν από δεκαπέντε χρόνια με φέρνει στο σπίτι ο Sergio, ο επονομαζόμενος Sergino επειδή κατά τα χρόνια της αυτονομίας ήταν σχεδόν μωρό. Ο Sergio λέει: Μου αρέσει πολύ, είμαστε ακριβώς εμείς
Σιγά σιγά αρχίζει να δημοσιεύει ξεχωριστά κεφάλαια της ιστορίας σε περιοδικά, βιβλία κ.λ.π. Μετά πέρυσι εμφανίζεται. Και μου λέει: να δημοσιεύουμε τα πάντα. Λέω ναι. Εδώ είναι, να το ».

Από την εισαγωγή του συγγραφέα

Un assaggio… Μια γεύση

Parco Lambro
Χειμώνας ’76. Στο Μιλάνο η αυτομείωση των κινηματογραφικών, των συναυλιών και των θεατρικών εισιτηρίων εξαπλώνεται. Ομάδες νεαρών δίνουν ραντεβού έξω από τους κινηματογράφους και όταν είναι περίπου εκατό πάνε να διαπραγματευτούν με τους διαχειριστές. Συχνά καταλήγουν να συμφωνήσουν επάνω στην τιμή του εισιτηρίου, όταν αντίθετα η συζήτηση πηγαίνει πολύ μακριά απλά διασπούν και μπαίνουν.
Προς τον μάρτιο το φαινόμενο λαμβάνει μαζικές διαστάσεις, ειδικά τα απογεύματα της κυριακής και στις αργίες. Ακόμη και πορείες σχηματίζονται από νέους που γυρνούν από τον έναν κινηματογράφο στον άλλο, μπαίνουν στις αίθουσες διακόπτοντας τις προβολές για να προπαγανδίσουν τις συνθήκες μέσα στις οποίες ζουν.
Από τα προάστια της ακραίας περιφέρειας νέοι που δεν τους είχε δει κανείς νωρίτερα εμφανίζονται από το πουθενά στις πλατείες του Μιλάνο, δεν τους γνωρίζουν ούτε τα παιδιά της αυτονομίας. Κύκλοι με ονόματα που αναφέρονται στους ινδιάνους ή απλά στους δρόμους όπου έχουν κατακτήσει χώρους: άδειες κατοικίες, καταστήματα, αποθήκες.
Ο μόνος που γνωρίζει λιγάκι τους νεαρούς των κύκλων είναι ο Matteo ο οποίος, μέσα από τα παιδιά του Baggio, ξεκίνησε συναντήσεις σε ένα παλιό σταθμό των καραμπινιέρων που εγκαταλείφθηκε και καταλήφθηκε από τα αγόρια της γειτονιάς.
Ο Matteo έγινε λίγο ο ειδικός στον χώρο του περιοδικού »Rosso» σχετικά με αυτό το κίνημα. Ήταν ο πρώτος που μίλησε για αυτό στις συναντήσεις στη via Disciplini. Είναι μόλις είκοσι χρονών, αλλά φαίνεται ότι δεν έχει ηλικία επειδή παρεμβαίνει στις συνελεύσεις στο Μιλάνο εδώ και τουλάχιστον έξι χρόνια. Με λίγα λόγια, έχει την ηλικία του κινήματος.
Πάντα περιβάλλεται, σαν να τον προστατεύουν, από ένα σμήνος παιδιών από τη γειτονιά του, ώστε έτσι να είναι δύσκολο να μιλήσεις μαζί του πρόσωπο με πρόσωπο. Όπως είναι δύσκολο να τα ξεφορτωθείς στο τέλος όλων των συναντήσεων αν δεν τον συνοδεύσεις στο σπίτι. Όποιος το κάνει εκπλήσσεται.
Μένει στο τελευταίο σπίτι του Μιλάνο στο δρόμο προς Βαρέζε. Μετά το σπίτι του ξεκινά ένα λιβάδι.                                                                                                                                              Είναι παράλογο. Λίγα μέτρα μακριά μπορείς να δεις το πίσω μέρος μιας μεγάλης πινακίδας που γράφει «Μιλάνο». Το να τον συνοδεύεις τις χειμωνιάτικες νύχτες αγγίζεις την τραγωδία. Πράγματι το σπίτι του ξεπηδά ξαφνικά μες την ομίχλη, ανάμεσα στα δέντρα.
Σε εκείνο το σπίτι με κήπο, στην τελευταία συνοριακή γραμμή του Μιλάνου, ο Matteo ζει συντροφιά με μια μαϊμού και έναν αδελφό που δεν ενδιαφέρεται απολύτως για την πολιτική. Ο Matteo δεν είχε μιλήσει ποτέ σε κανέναν για την μαϊμού, οπότε μόλις μπήκα στο σπίτι του μια φορά και την είδα ξαφνιάστηκα πολύ.
Η μόνη δημόσια συγκοινωνία που φτάνει στην περιοχή του σπιτιού του είναι το 18 barrato που φεύγει από την Piazza Cairoli κάθε μισή ώρα και κάνει την τελευταία κούρσα τα μεσάνυχτα. Αν το πάρετε από τις δέκα το βράδυ και μετά μοιάζει να μπαίνετε μέσα σε ένα κόμικ τρόμου. Υπάρχει μόνο ο οδηγός που σταματά να διαβάζει την εφημερίδα κάθε μισή ώρα και φεύγει για εκείνο τον τόπο που έχει ξεχαστεί από τον θεό.Από τον Matteo κατάλαβα ότι το πρόβλημα των σκληρών ναρκωτικών, της ηρωίνης, αφορά κυρίως τους φτωχούς και τους περιθωριοποιημένους, όχι τους πλούσιους, όπως πίστευα εγώ. Στο κεφάλι μου ηρωίνη και κοκαΐνη πίστευα ότι αφορούσε μόνο ανθρώπους με πολλά χρήματα. Ο Matteo αντιθέτως με πήγε σε μερικούς δρόμους της γειτονιάς του όπου δεκάδες παιδιά τρυπιούνται, στους κήπους όπου πατάς επάνω σε σύριγγες βρώμικες από αίμα. Μου μιλάει για εκείνο τον φίλο του και για τον άλλον που πήγαιναν στο σχολείο μαζί του και τώρα τρυπιούνται τακτικά. Για εκείνους που πέθαναν από υπερβολική δόση και εκείνους που κατέληξαν στη φυλακή επειδή βρίσκονταν σε εθισμό και άρχισαν να κλέβουν στα διαμερίσματα ή να αρπάζουν απ’ τα παιδάκια χρυσές αλυσίδες.
Καταραμένες ιστορίες περιθωριοποίησης χωρίς βάση για κάποια απόπειρα λύτρωσης. Από αυτές τις θλιβερές και απελπισμένες ιστορίες που διηγείται η συνεχής πτώση αυτών των παιδιών στο τρύπημα με εντυπωσιάζει περισσότερο, έστω κι αν μερικές φορές προσπάθησαν να σταματήσουν.
– Είναι αυτοί οι καταραμένοι διακινητές, – λέει ο Matteo – τα εκβιάζουν και μόλις προσπαθήσουν να σταματήσουν πηγαίνουν σε αυτά με ότι χρειάζονται για να βαρέσουν και να πουλήσουν. Τους μεγάλους έμπορους ναρκωτικών πρέπει να τους σκοτώσουν όλους, χωρίς έλεος.
Ο Matteo κατέληξε να στήσει με τους φίλους του από το Baggio μια περιπολία που κάνει αντιπληροφόρηση επάνω στα σκληρά ναρκωτικά και τους εμπόρους. Ένα βράδυ, όλος υπερηφάνεια, μου δείχνει την «Corriere d’Informazione» που αναδεικνύει την είδηση: «Τινάζεται στον αέρα ένα μπαρ, γνωστός τόπος διακίνησης στην περιοχή Baggio». Φυσικά ο Matteo και τα παιδιά της Baggio καπνίζουν μαλακά ναρκωτικά, όπως τα καπνίζω εγώ και πολλοί σύντροφοι στο Μιλάνο.
Στα τέλη της άνοιξης με την πρώτη ζεστασιά η αυτομείωση των συναυλιών εξαπλώνεται. Όλα αυτομειώνονται, ακόμα και σε συναυλίες που διοργανώνει ο «Re Nudo». Το γεγονός αυτό διεγείρει πολύ ζωηρές συζητήσεις σε όλες τις κολεκτίβες, επειδή εκείνοι του «γυμνού Βασιλιά» είναι σύντροφοι και ζητούν μόνο τα έξοδα, ή έτσι λένε τουλάχιστον.
Η κατάσταση είναι εντελώς ανεξέλεγκτη και κανείς πλέον δεν ηγείται επί των εκατοντάδων συλλογικοτήτων στις γειτονιές, στα κατειλημμένα σπίτια, στα καταστήματα που μετατρέπονται σε κοινωνικά Κέντρα του νεανικού προλεταριάτου.
Στο Parco Lambro έγιναν πράγματα και θάματα και ο »γυμνός Βασιλιάς», λόγω του ταραχώδους κλίματος, βασίστηκε, για να διατηρήσει την τάξη επί των χιλιάδων και χιλιάδων παιδιών που αναμένονταν να φτάσουν από όλη την Ιταλία, στην ομάδα περιφρούρησης της Lotta continua.
Πολλοί περισσότεροι άνθρωποι από το αναμενόμενο καταφθάνουν. Είναι ένα απίστευτο θέαμα: σκηνές, υπνόσακοι παντού, όμορφα και λιγότερο όμορφα κορίτσια, άνθρωποι που τριγυρνούν γυμνοί, παιδάκια που κυνηγιούνται μέσα στα λιβάδια. Το βράδυ μεγασυναυλίες της Premiata Forneria Marconi, του Banco del Mutuo Soccorso και πολλών άλλων λιγότερο διάσημων συγκροτημάτων.
Ένα πάρκο άνθρωποι όπου ο Andrea, ο Coz, ο Matteo, ο Puccio, τα παιδιά της Berchet, εκείνα της Baggio, του Drin-Drin γυρνούν από εδώ κι από εκεί σαν ψάρια στο νερό έτοιμοι να χρησιμοποιήσουν κάθε ευκαιρία για να σπρώξουν προς την απαλλοτρίωση
Ο Matteo με τα παιδιά του ξεκινούν από την πρώτη μέρα κυνηγώντας διακινητές ναρκωτικών. Πέφτει λιγάκι ξύλο και τα αγγλικά κλειδιά προσγειώνονται επάνω σε μερικά κεφάλια. Ήδη από την δεύτερη μέρα αυξάνεται η αγανάκτηση χιλιάδων νεαρών για τις τιμές των τροφίμων που πωλούνται στα περίπτερα των επαναστατικών οργανώσεων. Το μεσημέρι η κατάσταση καθίσταται αβάσταχτη και οι ομάδες αρχίζουν να εφορμούν στους πάγκους για να αρπάξουν φαγητό. Μικρές πορείες τριγυρίζουν το πάρκο με πλακάτ που υποδαυλίζουν την αυτομείωση. Στη συνέχεια, ξαφνικά, μια μεγάλη πορεία κατευθύνεται στο φορτηγό ψυγείο που ενοικιάζεται από τον «Re nudo» το οποίο περιέχει τα κοτόπουλα και το κρέας που μαγειρεύονται στο περίπτερο της Democrazia proletaria. Ένα αγόρι με διαβολεμένο πρόσωπο πηδά στο φορτηγό και ανοίγει την πόρτα. Βουτάει μέσα και αρχίζει να ρίχνει ωμά κοτόπουλα ανάμεσα στον κόσμο. Αμέσως άλλοι ανεβαίνουν στο φορτηγό και με ανοικτές τις πίσω πόρτες αρχίζουν να περνούν προς τα έξω κουτιά με Coca-Cola και διάφορα αναψυκτικά. Από την άλλη πλευρά σμήνη νεαρών καταλήγουν να αδειάσουν τα stand των ομάδων χωρίς καμία διάκριση. Μόνο το δικό μας της αυτονομίας δεν δέχεται επίθεση, από σεβασμό προς προηγούμενες παρεμβάσεις μας, σίγουρα όχι για τη συμπεριφορά μας εκείνες τις ημέρες, σε τίποτα ανόμοια σε οπορτουνισμό.
Το απόγευμα ο Giulio και ο Coz οδηγούν μια χιλιάδα ανθρώπους προς στο πλησιέστερο σούπερ μάρκετ, αλλά με την είσοδο τους πρέπει να υποχωρήσουν γρήγορα επειδή εκφοβιστικοί πυροβολισμοί πέφτουν από ένα σώμα αστυνομικών. Η πομπή επιστρέφει μέσα στο πάρκο μετά από επιδρομή σε όλα τα κοντινά καταστήματα. Η κατάσταση το βράδυ γίνεται εντελώς ανεξέλεγκτη και μόνο η συναυλία και τα διάφορα ναρκωτικά καταφέρνουν να ηρεμήσουν λιγάκι τα πιο αναμμένα πνεύματα.
Ένας πολύ αδύνατος τραγουδιστής ανεβαίνει στη μεγάλη σκηνή και τραγουδά ένα πολύ ωραίο τραγούδι του οποίου θυμάμαι ακόμα τα λόγια:

βρίσκεται στο όνειρο που πραγματοποιείται, βρίσκεται στο γυαλισμένο πολυβόλο. Στη χαρά και στο θυμό, στο να καταστρέφεις το κλουβί. Στο θάνατο του σχολείου, στην άρνηση της εργασίας. Στο έρημο εργοστάσιο, στο σπίτι δίχως πόρτα. Βρίσκεται στη φαντασία, στη μουσική πάνω στο χορτάρι, βρίσκεται στην προβοκάτσια, στη δουλειά του τυφλοπόντικα, στην ιστορία του μέλλοντος, στο παρόν δίχως ιστορία, στις στιγμές του μεθυσιού, στις στιγμές της μνήμης. Βρίσκεται στο μαύρο του δέρματος, στη συλλογική γιορτή, στο ν’ αρπάζουμε τα εμπορεύματα, στο να πιανόμαστε απ’ το χέρι, να πετάμε πέτρες, στην πυρκαγιά στο Μιλάνο, στις σιδερόβεργες στους φασίστες και στις πέτρες ενάντια στα τζιπ. Βρίσκεται στα όνειρα που κάνουν οι αλήτες και στα παιχνίδια των μωρών, στο να μαθαίνουμε το σώμα, στον οργασμό του μυαλού, στην πιο ολοκληρωτική επιθυμία, στη διάφανη κουβέντα. Μα ποιος είπε πως δεν υπάρχει. Βρίσκεται στο βάθος των ματιών σου. Στην άκρη των χειλιών. Μα ποιος είπε πως δεν υπάρχει. Βρίσκεται στο γυαλισμένο πολυβόλο. Στο τέλος του Κράτους. Υπάρχει, ναι, υπάρχει. Μα ποιος είπε πως δεν υπάρχει. Υπάρχει! υπάρχει!

ISBN: 978-88-89969-23-6
PAGINE: 208
ANNO: 2007
COLLAN Narrativa
TEMA:

ΣΥΓΓΡΑΦΕΑΣ

PAOLO POZZI

Ο Paolo Pozzi (1949) αποφοίτησε στην Κοινωνιολογία στο Τρέντο το 1972. Μετακόμισε στο Μιλάνο, στρατεύεται στη συνιστώσα της εργατικής αυτονομίας που συγκεντρώθηκε γύρω από το περιοδικό «Rosso», του οποίου υπήρξε και συντάκτης. Το 1979 συνελήφθη στο πλαίσιο της έρευνας της 7ης απριλίου και εξέτισε αρκετά χρόνια στη φυλακή. Σήμερα είναι διευθυντής εταιρείας που ασχολείται με πολιτιστικά αγαθά.
αυτονομία, autonomia

Η εργατική αυτονομία vicentina. Από την εξέγερση του Valdagno στην καταστολή της Thiene. Του Donato Tagliapietra

Lorenzo Bortoli (1952-1979), La fabbrica, Το εργοστάσιο, λάδι σε καμβά, 50×60, 1967.
Το εργοστάσιο είναι η πρώτη γνωστή ζωγραφιά του Lorenzo. Το γεγονός ότι ένα 15χρονο αγόρι ζωγραφίζει αυτό το θέμα μας βοηθά να κατανοήσουμε το βάρος του εργοστασίου που έχει στην πόλη του Marano Vicentino. Αλλά αυτό που μας ενδιαφέρει είναι εκείνο που βλέπει στο εργοστάσιο, γιατί αυτό είναι που βλέπουμε όλοι: ένα θλιβερό μέρος, χωρίς φως και ζωή, ένα σκοτεινό κτίριο που συνθλίβεται από ένα μολυβένιο ουρανό με μια ενιαία ζωντανή παρουσία, το σπίτι σε πρώτο πλάνο [το σπίτι του;) όπου, λόγω του φωτός που φιλτράρεται μέσα από τα παράθυρα, γνωρίζουμε ότι υπάρχει ανθρωπιά.Όχι τόσο στο εργοστάσιο, νεκρό μέρος για την σκέψη και τα όνειρα και, πάνω απ ‘όλα, για την ευαισθησία ενός δεκαπεντάχρονου που εμφανίζεται στον κόσμο. Είναι μια αποκαλυπτική ζωγραφιά.”

Ο Lorenzo Bortoli, αφέθηκε (μετά από δύο απόπειρες) να αυτοκτονήσει στη φυλακή της Βερόνα λίγους μήνες μετά τη σύλληψη στο πλαίσιο της έρευνας για τις Πολιτικές Κολεκτίβες του Βένετο που συνδέονταν με την έκρηξη όπου πεθαίνουν η συντρόφισσα Maria Antonietta Berna, ο εργάτης Angelo Dal Santo και ο φοιτητής Alberto Graziani. Οι τρεις σύντροφοι έφτιαχναν έναν αυτοσχέδιο εκρηκτικό μηχανισμό. Εδώ μια βιογραφία / ανάμνηση του,  Qui una sua biografia/ricordo από την οποία λαμβάνεται ο τελευταίος αποχαιρετισμός του Bortoli.

Φύλλο αίτησης, Φυλακή της Verona 18-6-79
Στον κύριο διευθυντή του σωφρονιστικού ιδρύματος της Verona.
Θα ήμουν πολύ ευγνώμων αν μπορούσατε να στείλετε το ακόλουθο τηλεγράφημα στην οικογένειά μου: «Έφτασα στην Antonia. Παρακαλώ να θαφτώ μαζί της. Σας διαβεβαιώνω ότι είμαι καλά έτσι. Μια αγκαλιά. Πείτε στη Vanna να μην κλαίει, αλλά να θυμάται πόσο ευτυχισμένοι ήμασταν όπως τώρα που είμαστε και πάλι μαζί. Lorenzo»
Σας παρακαλώ να στείλετε και την ομάδα φωτογραφιών, υπολογίζοντας τα έξοδα από τον προσωπικό μου λογαριασμό. Σας ευχαριστώ πολύ.


Δημοσιεύουμε την εισαγωγή της Elisabetta Michielin στον πέμπτο τόμο που ο εκδοτικός οίκος Derive Approdi αφιέρωσε στην ανακατασκευή της ιστορίας της ιταλικής εργατικής Αυτονομίας. Ειδικότερα, το βιβλίο του Donato Tagliapietra, ανασυγκροτεί την ιστορία των πολιτικών Κολεκτίβων vicentini μέσω πολιτικών εγγράφων, φυλλαδίων και μαρτυριών εκείνων που ήταν πρωταγωνιστές αυτών των γεγονότων και της περιοχής εκείνης.

Τι όμορφο βιβλίο έγραψε ο Donato ο «κόκκινος». Κόκκινος στα μαλλιά και στην πλευρά που διάλεξε! Το λέμε αμέσως. Ένα απαραίτητο βιβλίο γιατί ανασυνθέτει με πλούτο και πάθος μια κρίσιμη περίοδο στην ιστορία των επαναστατικών προσπαθειών της χώρας μας και της βορειοανατολικής επικράτειας. Μια άσκηση γραφής και προβληματισμού που τραβά μια διαγραμμένη μνήμη έξω από το σκοτάδι, που παραδόθηκε στις αίθουσες της δικαιοσύνης ή στη μνήμη εκείνων που την ξανακτίζουν μόνο για να την δυσφημίσουν ή να αποτρέψουν την πιθανή επαναπρόταση της.

Ο Donato ανασυνθέτει την περίοδο που τον είδε μεταξύ των πρωταγωνιστών των βενετικών πολιτικών κολεκτίβων στην περιοχή του άνω vicentino χρησιμοποιώντας σχεδόν αποκλειστικά τα έγγραφα που παρήγαγε η ίδια η οργάνωση και τις συνεντεύξεις με τους αγωνιστές εκείνης της εποχής.

Μια ιστορία που ποτέ δεν καταφεύγει στον μεμονωμένο βιογραφισμό και στις ναρκισσιστικές του αποκλίσεις επειδή είναι πάντα αγκυροβολημένη σε ένα κίνημα που έχει συμπεριλάβει δεκάδες και δεκάδες αγωνιστές και που διατηρεί πάντα μαζί την υποκειμενικότητα και την περιοχή όπου γεννήθηκε αυτή η υποκειμενικότητα, αναπτύχθηκε, απέκτησε νόημα και επηρέασε με συγκεκριμένο τρόπο τις σχέσεις εξουσίας και τις ταξικές σχέσεις, ακόμη και στο ζωντανό σώμα των εργατικών οργανώσεων.

Στον Donato αναγνωρίζουμε την αξία της επιτυχίας στο να την περιγράφει με απλότητα, χωρίς έμφαση. Σε σελίδες από τις πιο ζωντανές και εθιστικές του βιβλίου, την βλέπουμε στο έργο επάνω σε συγκεκριμένες διαμάχες σχετικά με το ωράριο εργασίας και την επιβολή της επαναπρόσληψης απολυμένων εργατών, στις εκστρατείες «εργασία για όλους λιγότερη εργασία» με τις περιπολίες και τις πικετοφορίες ενάντια στην μαύρη εργασία και τη χρήση υπερωριών ή σε εκείνες που αφορούν το δικαίωμα στέγασης και την επιβολή πολιτικών τιμών για τα αγαθά βασικών αναγκών.

Νάτοι λοιπόν οι αυτόνομοι στο έργο, πολύ νεαρά κορίτσια και αγόρια που χωρίς καμία αίσθηση κατωτερότητας ή υποταγής, αρχίζουν να ανοίγουν τις πρώτες ρωγμές στις άκαμπτες δομές του συνδικάτου, που από όλη αυτή την ιστορία βγαίνει με σπασμένα τα κόκαλα. Η CISL ειδικότερα, με τα αλαζονικά και αξιολύπητα στελέχη της. Αλλά είναι με τις περιπολίες, τις πικετοφορίες και τις συνελεύσεις που αρπάζονται με μια άσκηση δημόσιας εξουσίας από το αφεντικό και το συνδικάτο που το βλέμμα του Donato γίνεται πιο προσεκτικό και άγρυπνο. Είναι μέσα στα ατομικά γεγονότα, αλλά και στο περιθώριο, σκόπιμα, και το αποτέλεσμα για τον αναγνώστη είναι απορίας: μα αυτά τα πράγματα συνέβαιναν πραγματικά; Ναι, συνέβαιναν χάρη σε αυτούς τους τύπους που εκτός από το ψωμί απαιτούσαν τριαντάφυλλα: να μπαίνουν δωρεάν στις συναυλίες, να τρώνε δωρεάν στα φοιτητικά εστιατόρια και τα εστιατόρια, καταλαμβάνουν χώρους για κοινωνικοποίηση, πολεμούν την ηρωίνη που κάθε τόσο σαρώνει την χώρα. Παιδιά που ήθελαν να αλλάξουν τον κόσμο αλλά και να ικανοποιήσουν άμεσα τις ανάγκες και την επιθυμία για μια νέα κοινωνικότητα, άλλη, διαφορετική.

Μια πλούσια ιστορία αλλά και αντιφατική και με ένα ίχνος τραγωδιών όπως ο θάνατος των Antonietta, Angelo, Alberto, Lorenzo, αλλά μόνο το μεταθανάτιο μάτι του νικητή είναι που του επιτρέπει να δημιουργήσει τους δικούς του καθαρισμένους μύθους ενώ βλέπει τις ιστορίες να διακόπτονται ως μια απλή σειρά εγκληματικών και βίαιων συμπεριφορών.

Μπορούμε λοιπόν να εισέλθουμε στο πολιτικό εργαστήρι της Συλλογικότητας η οποία υπήρξε επίσης τόπος βαθιάς φιλίας, βλέποντας τη δημιουργία αυτής της οργάνωσης, τη διαμόρφωσή της μέσω κειμένων, φυλλαδίων, πολιτικών εγγράφων, τους προβληματισμούς εκείνης της πλευράς χωρίς την πρόσβαση, αν όχι οριακή, σε άλλες πηγές: δημοσιογραφικές, συνδικαλιστικές, του ΚΚΙ-PCI ή ποινικές.Εάν η επιλογή αυτή μπορεί να φανεί περιοριστική από ιστορική άποψη – γιατί πιστεύουμε ότι η ιστορία πρέπει να ανακατασκευαστεί συνθέτοντας και φωτίζοντας την εξεταζόμενη περίοδο μέσα από την αναμέτρηση και αντιπαραβολή διαφορετικών απόψεων – σε αυτό το βιβλίο αντιθέτως είμαστε περήφανα αγκυροβολημένοι στο να διαλέγουμε πλευρά, στην ιδέα ότι μια ουδέτερη ή ειρηνοποιημένη ιστορία δεν υπάρχει και δεν μπορεί να υπάρξει, δεδομένου ότι, ακόμη και με άλλες μορφές, εξακολουθούμε να ήμαστε βυθισμένοι σε εκείνη την κοινωνική σχέση και σε εκείνο το δίλημμα που δεν καταφέραμε να μηδενίσουμε. Απ’ τη στιγμή που πρόκειται για μια κοινωνική και εξουσιαστική σχέση, η αλήθεια μπορεί να θεωρηθεί μόνο από την οπτική γωνία του εκμεταλλευόμενου που μπορεί να της επιτεθεί από τη θέση του, προσπαθώντας να την διαρρήξει επιλύοντας προς όφελός του. «Σκεπτόμενοι με τα χέρια» θα έπρεπε να είναι ο τίτλος του βιβλίου.

Αλλά γιατί ο Donato, αντίθετα από άλλους μάρτυρες και αγωνιστές της εποχής, μπορεί να επιτρέψει στον εαυτό του να σταματήσει, σε απόσταση 40 ετών, σε αυτή τη «γωνία» χωρίς να μοιάζει ή να είναι ένας νοσταλγικός; Νομίζουμε ότι μπορεί να το κάνει γιατί η εμπειρία των Πολιτικών Κολεκτίβων του Βένετο έχει πολλά να διδάξει και να παραδώσει στην εποχή μας. Πρόκειται για μια ιστορία που από πολλές απόψεις έχει προκαταλάβει τη δική μας. Σκεφτείτε την επικράτεια. Οι Collettivi Politici Veneti σκέφτηκαν το έδαφος-την επικράτεια όχι μόνο ως τόπο όπου δημιουργείται και ενισχύεται το κεφάλαιο – και αυτό συμβαίνει σήμερα – αλλά το έχουν επινοήσει κυριολεκτικά ως τόπο της σύγκρουσης και της παραγωγής ανταγωνιστικής υποκειμενικότητας. Και όντως μόνο επειδή συνδέονταν με την επικράτεια αυτά τα αυτόνομα άτομα μπορούσαν να ασκήσουν ένα στυλ αγωνιστικότητας-μαχητικότητας που περιελάμβανε μια μέση χρήση της βίας: δεν την απέκλειες εκ των προτέρων, αλλά δεν έκανες αυτής ούτε ένα φετίχ εξυψώνοντας την ως το υψηλότερο επίπεδο της επαναστατικής υποκειμενικότητας. Το πρόγραμμα παρέμβασης στην επικράτεια την εξέταζε μέσα στην εμπειρία της μαζικής παρανομίας και μέσα σε μια πραγματική άσκηση αντιεξουσίας, με λίγα λόγια, έπρεπε να έχει ρίζες μέσα στις δομές που κατάφερνες να δημιουργήσεις σε απελευθερωμένους χώρους όπου δημιουργούσες πραγματική αυτοαξιοποίηση και ενίσχυση.

Ένα καλό παράδειγμα ιστορικής ανασυγκρότησης, λέγαμε. Είναι αλήθεια, επειδή η άλλη ενδιαφέρουσα πτυχή αυτής της εργασίας είναι ότι, περισσότερο από μια άσκηση μετά προβληματισμού – είτε πρόκειται για κριτική είτε για αξίωση – έχει αντιθέτως την φρεσκάδα της ιστορίας που χτίζεται στιγμή προς στιγμή. Στην ουσία η παλιά παροιμία «πρώτα οι αγώνες, μετά η θεωρία» ισχύει και στην περίπτωση του Collettivo vicentino. Με την ανάγνωση αυτών των εγγράφων και αυτής της ανασυγκρότησης βυθιζόμαστε στο συγκεκριμένο των αποφάσεων και των συμπεριφορών που δίδονταν στιγμή προς στιγμή τόσο σε σχέση με τον τόπο όπου ζούσες και με την παρέμβαση που μέρα με την μέρα έκαμες, όσο σε σχέση με αυτό που συνέβαινε στην Ιταλία εκείνη την εποχή, δηλαδή τα τρέχοντα κινήματα αναδιάρθρωσης, τις προσπάθειες να τραβηχτείς έξω από την καπιταλιστική κυριαρχία και το έργο μεγάλων τμημάτων του προλεταριάτου, τη σκληρή και έγκαιρη αντιπαράθεση με τις άλλες οργανώσεις τόσο από την πλευρά του ένοπλου αγώνα όσο και από εκείνη των άλλων οργανώσεων της Autonomia operaia.

Ξαφνικά, μας λέει ο Ντονάτο, αυτά τα παιδιά – μερικά από αυτά νεότατα – δεν στέκονται πλέον στην πειθαρχία. Έτσι οι δύο μεγάλοι οργανισμοί ομαλοποίησης και κοινωνικής αναπαραγωγής, το σχολείο και το εργοστάσιο, αρχίζουν να αδειάζουν και να ανατρέπονται. Αυτά τα παιδιά δεν είναι πλέον διαθέσιμα να μπουν στο εργοστάσιο όπως οι πατεράδες τους που είχαν αγωνιστεί μέσα στο εργοστάσιο και εναντίον του εργοστασίου, παρά την ύπαρξη σχέσης με τους πατεράδες τους. Ο Donato ανοικοδομεί πολύ καλά την ιστορία που προηγήθηκε της γέννησης των Collettivi, την παρουσία της Lotta Continua, την μεγάλη αγκαλιά των συνδικάτων, επιστρέφοντας πίσω μέχρι τις κληρονομιές της Αντίστασης.

Έτσι, χάρη στους «αυτόνομους», η περιοχή του alto vicentino παύει να είναι ο κοιτώνας στη σκιά των εκκλησιών του παραδοσιακού Βένετο.Ο τόπος αλλάζει εικόνα και γίνεται ένας χώρος όπου γεννιούνται επιθυμίες και ασκείται μια διαφορετική πρακτική-ζωή, γνωρίζουν ο ένας τον άλλον και δημιουργούνται δεσμοί αλληλεγγύης που θα αντισταθούν στη συνέχεια και σε μια σκληρή καταστολή.

Εδώ γεννιούνται οι «κοινωνικές Ομάδες», όπου η στράτευση είναι φιλία και η φιλία είναι μαχητικότητα-στράτευση. Δεν γίνεται να δουλεύεις οκτώ ώρες στο εργοστάσιο, να κοιμάσαι για άλλες οκτώ και για το χρόνο που σου απομένει να μένεις με την οικογένειά σου ή να κάνεις τον αγωνιστή. Για όλες τις 24 ώρες της ημέρας σου είσαι ένας αγωνιστής, και όχι από καθήκον, αντίθετα, επειδή καμιά στιγμή στη ζωή σου δεν μπορεί να είναι δίχως νόημα, διότι σε ολόκληρη τη ζωή σου χτίζεις νέες και κομμουνιστικές σχέσεις. Υπάρχει πολλή θυμωμένη χαρά ή πολλή χαρούμενη οργή στη ζωή αυτών των νεαρών παιδιών, σε αυτές τις περιφέρειες που αντί να είναι ο τόπος της αναπαραγωγής μιας ζωής πουλημένης στο εργοστάσιο, έχουν γίνει τόποι επανα-γνωριμίας, όπου παίρνουν εκείνο που θέλουν, για να έχουν μια ζωή που αξίζει να την ζουν. Είναι η πρώτη γενιά που επέλεξε όλα τα μέσα για να αποφύγει την δουλειά στο εργοστάσιο στην οποία είχαν αλυσοδεθεί οι πατεράδες τους, η πρώτη που έδειξε ότι ήταν κομμουνίστρια χωρίς να περάσει από το εργοστάσιο.

Ο Tinto Brass, ο σκηνοθέτης που στη συνέχεια θα οικοδομήσει την καριέρα του σε ερωτικές ταινίες – την πιο αναλώσιμη μορφή της επιθυμίας – γυρνά μια νόστιμη ταινία το 1963 – Αυτός που εργάζεται είναι χαμένος – που καταγράφει πλήρως την αύρα του καιρού εκείνου. Ο Bonifacio, ο νεαρός πρωταγωνιστής, πρόκειται να προσληφθεί στο εργοστάσιο, περιπλανιέται με την φαντασία του στη Βενετία επειδή δεν έχει καμία όρεξη να ξεκινήσει. Δεν είναι όπως οι φίλοι του στο PCI που πιστεύουν περισσότερο στις θαυματουργικές αρετές της εργασίας, γι αυτόν το να δουλεύει είναι απλώς μια εναλλακτική λύση στη φυλακή ή σε ένα ψυχιατρικό ίδρυμα: μια δουλειά όχι για την δουλειά αλλά για πενταροδεκάρες. Αξίζει περισσότερο να «ληστεύει τις τράπεζες, τουλάχιστον αυτά είναι χρήματα για τα χρήματα». Από την άλλη πλευρά και στην πύλη του Άουσβιτς ήταν γραμμένο πως η εργασία καθιστά ελεύθερους!

Τα ίδια πράγματα θα πει και ο Felice Maniero στον οποίο πρέπει επίσης να αναγνωρίσουμε την ειλικρίνεια της αυτο-αφήγησης: γιατί έγινες ένας ληστής; Επειδή πήγα στην τρίτη των μεσαίων τάξεων και δεν ήθελα να κάνω 40 χρόνια στο εργοστάσιο.

Αυτοί οι χαλαροί νεαροί και γεμάτοι επιθυμία, όπως χιλιάδες και χιλιάδες άλλοι νέοι σε όλη την Ιταλία, αρνήθηκαν συλλογικά την εργοστασιακή εργασία. Καλύτερα να πιάσουν το τουφέκι, σκεπτόμενοι και προσπαθώντας με αυτό τον τρόπο να κάνουν πραγματική την απόσπαση τους από την εργασία. Κατά βάθος το νόημα αυτής της ιστορίας είναι ακριβώς αυτό. Αλλά υπάρχει μια άλλη πτυχή της που αξίζει προσοχή, η οποία μπορεί να εξηγηθεί μόνο από την κεντρική θέση που ανέλαβε η περιοχή-il territorio στην πολιτική πρακτική του vicentino τμήματος των Collettivi veneti: καμία μιλιταριστική απόκλιση και καμία μάστιγα μετάνοιας-μεταμέλειας.

Επειδή τα σύνορα της «στενής πόρτας» της πολιτικής δολοφονίας δεν τα πέρασαν, αλλά κυρίως επειδή το ρίζωμα στο χώρο- στην περιοχή, οι φιλικές σχέσεις, μια στράτευση- μαχητικότητα που διαμορφώθηκε μέσα στη βαθιά γνώση των τόπων του αγώνα επέτρεψαν μια νοημοσύνη και εξυπνάδα της πολιτικής δράσης – μοναδική περίπτωση – η οποία στη συνέχεια κατάφερε να διασχίσει τον αιώνα φέρνοντας μαζί της την επιθυμία να συνεχίσει να αγωνίζεται παρά ένας μηχανισμός ελέγχου και πραγματικής πρόβλεψης του βενετσιάνικου μοντέλου που έχει γεμίσει τόσο πολύ τα πολιτικά και βιομηχανικά χρονικά.

Το ότι είδαν σωστά, έχοντας εξετάσει το έδαφος-την περιοχή ωστόσο δημιουργεί ένα πρόβλημα. Πώς μπόρεσε να συμβεί το ίδιο έδαφος, η ίδια περιοχή, η ίδια άρνηση της εργασίας, οδήγησαν σε μια απρόσμενη αλλαγή σημείου στον ριζοσπαστισμό της; Με λίγα λόγια, πώς και γιατί παρήχθη ο άνθρωπος της λίγκας; Αυτοί οι τύποι που, αντί να μπαίνουν στο εργοστάσιο αποφάσισαν να πάρουν τα όπλα, πώς έγιναν οι εκμεταλλευτές των εαυτών τους στις μυριάδες των μικρών βιοτεχνιών που έκαναν το θαύμα στα βορειοανατολικά στα τέλη του περασμένου αιώνα; Πώς υπήρξε δυνατό τα ίδια εδάφη που διασχίστηκαν από τις περιπολίες νέων ανθρώπων που δεν ήταν διαθέσιμοι και ήταν ενοχλητικοί, έγιναν οι τόποι της ταυτότητας της λίγκας; Και ακόμη: πως εκείνη η παραγωγή της υποκειμενικότητας, ένας πολλαπλασιαστής της ελευθερίας και της επινόησης, έχει γεννήσει το τέρας της αυτοαναφορικότητας και του αποκλεισμού, με μια λέξη την απόλυτη εχθρότητα απέναντι στον άλλο και την πλήρη ταυτοποίηση με την εργασία;

Προφανώς η απάντηση δεν μπορεί να είναι αυτή που θα μπορούσε να προτείνει το τέλος της παρτίδας, έστω και αθόρυβα. Είναι αλήθεια, τα παιδιά μας την είδαν άσχημα μετά την 11η απριλίου 1979. Ο Ντονάτο μας μιλά για την αστυνομική και δικαστική καταστολή που συντονίστηκε από τον στρατηγό του καραμπινιέρων Dalla Chiesa και από τον εισαγγελέα Rende. Μια διήγηση, και εδώ, χωρίς μουτζούρες. Σαν να λέμε: είμαστε σε πόλεμο και είναι λογικό να απαντήσει ο εχθρός. Οι έρευνες στο σπίτι, τα σημεία ελέγχου, οι αυθαίρετες κρατήσεις, οι συλλήψεις και οι καταδίκες ήταν μέρος του παιχνιδιού και εμείς το λάβαμε υπόψη και με αυτή τη λογική και ο μικρός ανθρωπάκος που κατουρά, ο Calogero, αποκτά μια δική του αξιοπρέπεια, ένα νόημα.

Αλλά τότε φτάνουν οι νεκροί, με τον πιο απροσδόκητο και σκληρό τρόπο και ούτε καν από τα χέρια του Κράτους, τουλάχιστον άμεσα. Αλλά σε αυτό το σημείο η διήγηση τελειώνει. Ο Ντονάτο καταθέτει το ρόλο του ιστορικού για να φορέσει εκείνο του συντρόφου και του τραυματισμένου φίλου στα βαθύτερα συναισθήματα. Μας υπενθύμισε το πρόσωπο του ελληνικού χορού που συχνά έκρυβε ένα μυστικό στην καρδιά του. Η αποκάλυψή του, καθιστούσε δυνατή τη λύση της τραγωδίας. Υπό το πρίσμα εκείνων των θανάτων, η ιστορία του Collettivo vicentino μας φαίνεται επίσης τραγική: ένα είδος διαδρομής από την αθωότητα στην ενοχή «στην οποία η τραγωδία εμφανίζεται ως η ενοχή του δικαίου [και] η κωμωδία ως η δικαίωση του ενόχου[1]. Ναι, η κωμωδία. Ακριβώς αυτή που ξεκίνησε στην Ιταλία από τη νεοφιλελεύθερη αντεπανάσταση, προάγγελος η 7η απριλίου του Calogero και η 8η σεπτεμβρίου του Cesare Romiti. Μέσα εκεί θα πρέπει να αναζητήσουμε τις απαντήσεις στις ερωτήσεις μας. Αλλά αυτή είναι αληθινά μια άλλη ιστορία.

[1] G. Agamben, Categorie italiane. Studi di poetica, Marsilio, Venezia 1996, p. 12.

ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ

Donato Tagliapietra
Gli autonomi
L’autonomia operaia vicentina.
Dalla rivolta di Valdagno alla repressione

pp 256
2019
€ 19,00
Derive Approdi

 

 

Ο ΣΥΓΓΡΑΦΕΑΣ

DONATO TAGLIAPIETRA

(1954) εμπορεύεται αντίκες. Στο δεύτερο μισό της δεκαετίας του 1970 ήταν μέλος των Πολιτικών Συλλογικοτήτων του Βένετο. Το 1980, μετά από ένα χρόνο και μισό στην παρανομία, [φυγόδικος] συνελήφθη και εξέτισε τρία χρόνια φυλάκισης. Το 2007 συνέβαλε στο χτίσιμο του κινήματος «No Dal Molin», ενάντια στη νέα αμερικανική στρατιωτική βάση. Στα επόμενα χρόνια συνθέτει εκ νέου το αρχείο των στρατευμένων υλικών που είχαν διασπαρεί από την καταστολή και εργάζεται για την γραφή αυτού του βιβλίου.

τα βιβλία του μιχάλη, i libri di michele

ΧΧ. χόρεψες πάνω στο φτερό του καρχαρία – 17

λεντ ζέπελιν

Έγινα αυτό που είδαμε επειδή αναρωτήθηκα :
Ποιοι ήταν οι κοτσαμπάσηδες στην ιστορία και τι ρόλο έπαιξαν;
Ποιοι οι αρματωλοί και οι κλέφτες και γιατί πολεμούσαν με τους πρώτους;
Εμφύλιοι μεταξύ των Ελλήνων. Κανάρης εναντίον Μιαούλη, πάει ο στόλος, ο με δανεικά φτιαγμένος, μπουμ, μπαμ και κάτω, και τα λιανοτράγουδα της πικρής πατρίδας.
Τι σας θυμίζει ο Λιόντας ο Ληστής; Γιατί τον τραγούδησε ο Νταλάρας, νέος και ενθουσιώδης τότε, τι λόγο -αν- αρθρώνει σήμερα, με γυναίκα υπουργό στη κυβέρνηση των σύγχρονων κοτσαμπάσηδων [ πριν στεγνώσει η μελάνη άρχισαν τα κραξίματα στην ανά την Αθήνα περιοδεία του που κόπηκε απότομα].

Άλλαξε ο Μανωλιός και φόρεσε τα ρούχα του αλλιώς, που λέει ο λαός όταν σκέφτεται!
Και ο Αντώνης του Μίκη από το Μαουτχάουζεν, σας λέει τίποτα;
Μικρούλης όταν ήμουν τηλεόραση δεν υπήρχε. Ακούγαμε ραδιόφωνο στο σπίτι. Κάθε μέρα δελτία για ανθρώπους χαμένους! Θυμάμαι ακόμη πόσο εντύπωση μου έκανε! Όλοι εκείνοι οι άνθρωποι που έψαχναν χρόνια δικούς τους! Τι συνέβη ;
Το έψαξα όταν μεγάλωσα, δεν μπορούσα να ξεχάσω, και έμαθα, κατάλαβα!
Αναρωτιόμουν επίσης παιδάκι μικρό γιατί οι μεγάλοι χαμήλωναν τον τόνο στην κουβέντα, και σοβάρευαν τόσο όταν μιλούσαν για ‘κάποια’ πράγματα;

Κάποια ονόματα ήταν ιερά, χαμήλωνε περισσότερο ο τόνος, μιλούσαν για ντόπιους ‘καπεταναίους’.
Βελουχιώτης, Βαφειάδης, Ζαχαριάδης, Μπελογιάννης, Σάντας και μετά Λαμπράκης, Πέτρουλας.
Έψαξα, έμαθα. Για τα Γιούρα, και τ’ άλλα νησιά. Τα συγχωροχάρτια, Άνθρωποι που έκλαιγαν μια ζωή για κάποια υπογραφή που έβαλαν,για να ξαναδούν τους δικούς τους,σε ένα παλιόχαρτο. Ανθρώπους τους οποίους η συνείδηση στοίχειωνε στον ύπνο και τούς κυνηγούσε και στον ξύπνιο. Γεμάτοι εφιάλτες. Γιατί; Και γι αυτά έμαθα, αφού ρώτησα.
Γιατί ψεκάζουν χημικά ένα, και άλλο, σύμβολα;
Γιατί ψεκάζουν τον Μανώλη Γλέζο;
Διαφώνησα πολλές φορές με τον Μίκη. Τεράστιος δημιουργός και καλλιτέχνης, στην πολιτική όμως! Μαντάρα!

Και το περσινό καλοκαίρι μόνο που δεν σκοτώθηκα,στα λόγια, με τον Γλέζο,στην πλατεία Καπνεργάτη που ήρθε να μιλήσει για την άμεση δημοκρατία και την ίδια στιγμή καλούσε τον κόσμο να αναθέσει για μία ακόμη φορά σε ‘άλλους’,ποιους άραγε, την επίλυση,για να μη πω τη διόρθωση της κατάστασης! οποία υποκρισία!
Αυτό δεν σημαίνει πως δεν θαύμασα την πράξη του, Κάποτε.

Σήμερα όλοι αυτοί έχουν καταντήσει γραφικοί,σέρνουν την παρουσία τους στο πανελλήνιο, δεν έχουν πλέον τη δυνατότητα να αντικρίσουν κατάματα την πραγματικότητα που τους φωνάζει πως απέτυχαν πολιτικά, να την προσεγγίσουν με ξεκάθαρο μάτι,και τότε λόγω των αδιέξοδων χειρισμών και σήμερα το ίδιο, ίσως πια και λόγω κούρασης, ηλικίας, απογοήτευσης κλπ . Γιατί φοβούνται ένα αύριο που τους τρόμαξε και τότε! ΤΟΥΣ ΦΟΒΊΖΕΙ ΚΑΙ ΣΉΜΕΡΑ.

Τα παραδείγματα καθόρισαν την ύπαρξή μου, οι πράξεις δίνουν νόημα στη ζωή, η συνέχεια τον αποκαθήλωσε τον Μανώλη όπως και τον ΜΊΚΗ..

ΑΥΤΟΊ ΚΑΤΆΝΤΗΣΑΝ ΤΟΝ ΣΎΓΧΡΟΝΟ ΈΛΛΗΝΑ ΡΑΓΊΆ ΠΟΥ ΠΡΟΤΙΜΆ ΝΑ ΤΗΝ ΚΆΝΕΙ ΓΙΑ ΆΛΛΕΣ ΠΟΛΙΤΈΙΕΣ,  ΛΈΕΙ Ο ΓΕΊΤΟΝΑΣ ΜΟΥ ‘ΔΕΝ ΈΧΕΙ ΆΛΛΟ, ΔΕΝ ΤΗ ΒΓΆΖΟΥΜΕ’.

ΚΑΙ ΡΩΤΆΩ ΕΓΩ, ΓΙΑΤΊ ΕΜΕΊΣ ΚΑΙ ΌΧΙ ΑΥΤΟΊ ; ΓΙΑΤΊ ΝΑ ΜΗ ΤΟΥΣ ΔΙΏΞΟΥΜΕ, ΝΑ ΟΓΑΝΩΘΟΎΜΕ ΝΑ ΤΟ ΚΆΝΟΥΜΕ ΑΝΤΊ ΝΑ ΠΕΡΙΜΈΝΟΥΜΕ ΜΑΤΑΊΩΣ ΜΉΠΩΣ ΚΑΙ ΤΟ ΚΆΝΕΙ ΚΆΠΟΙΟΣ ΆΛΛΟΣ, Ο ΣΥΡΙΖΑ Ας ΠΟΥΜΕ, ΓΙΑ ΕΜΑΣ;

Αυτό,το παράδειγμα ψεκάζουν, το σύμβολο, την ανυπακοή και όχι τα λόγια, τα λόγια τα ζητάνε κιόλας, γιατί τους δίνουν χρόνο, και περνούν τα μέτρα, και μαζεύουν τα λεφτά μέχρι να μην έχει άλλα,και να κηρύξουν την επίσημη πτώχευση ή όπως αλλιώς την ονομάσουν. Τα λεφτά τους ενδιαφέρουν και οι Έλληνες τρέχουν στις ουρές να τους τα δώσουν, για να μη φάνε πρόστιμο, πανάθεμά τους. Φαύλος κύκλος.

Πραίτωρες κρατούσαν φυλακή τον Κολοκοτρώνη γιατί έπραττε τα αυτονόητα. Έμαθα λοιπόν πως οι απόγονοι των κοτζαμπάσηδων τον έκλεισαν μέσα! Οι σημερινοί τους απόγονοι πάλι σιδερόφρακτους στέλνουν,εκεί στο ίδιο μέρος, να δέρνουν τον κόσμο, και να ανοίγουνε κεφάλια, τον κόσμο που φωνάζει έξω από το ‘παλάτι’, και τον δηλητηριάζουν. Βλέπετε πως πάλι κύκλους κάνει η ιστορία. Τον Θοδωρή τότε τον έκλεισαν στην Ακροναυπλιά. Σήμερα έχουν σύγχρονα κολαστήρια για να τυραννάν τους αντάρτες και τους αγωνιστές. Εφηύραν μάλιστα και το ‘μαρτύριο του κώλου’. Κι όποιος το αρνείται , απομόνωση!
Κι αν κατά λάθος χώσουν κανέναν δικό τους μέσα σε λίγες μέρες τον ξαναφωνάζουν στα παρτάκια τους. Πολιτικοί, μεγαλοεργολάβοι, μεγαλοδικηγόροι, έμποροι μαφιόζοι και μεγαλο παπαγάλοι όλοι μία φάρα, ουνα φάτσα ούνα ράτσα που λέγανε παλιότερα για τους ιταλιάνους.

Και από μεταχείριση άλλο πράμα. Βασανιστήρια και εξευτελισμός για τους μεν, προνόμια και ειδική μεταχείριση για τους δε.
Πάντα δύο μέτρα δύο σταθμά. Ρώτησα, έμαθα, ζύγιασα, διάλεξα, αποφάσισα. Δεν μετάνιωσα για τις επιλογές μου. Άλλαξα σίγουρα με τα χρόνια. Δεν με ακούν τα πόδια. Και η καρδιά συχνά. Τρόμαξα, κοντοστάθηκα, δείλιασα. Ιδιώτευσα. Αυτό όμως δεν σημαίνει πως έχασα και την όραση, την αντίληψη. Η κατάσταση είναι αυτή, και ανατρέπεται.
Και θα επαναλαμβανόμαστε όσο αυτό χρειάζεται, πως πατέρας της ιστορίας ο πόλεμος σύμφωνα με τον Ηράκλειτο.
Αυτό γίνεται σήμερα. Πόλεμος του χρηματοπιστωτικού κεφαλαίου, ΑΓΟΡΕΣ ΕΝΑΝΤΙΟΝ ΑΝΘΡΩΠΩΝ. Να τους τον γυρίσουμε λοιπόν πίσω. Μιλώντας και πράττοντας ξεκάθαρα.
Αυτοί μιλάνε για κέρδη και ζημιές, εμείς γι ανθρώπινες ζωές.
Nous avons la rage ! έχουμε την οργή!
Να οργανωθούν οι εκμεταλλευόμενοι ενάντια στους εκμεταλλευτές και όχι να αναθέτουν σε κάποιον ‘πατριώτη’ ή ‘σωτήρα’.
Αυτονομία ενάντια στον ετεροκαθορισμό, αυτοδιαχείρηση απέναντι στην ανάθεση.
Όλα κυλούν, ξανά ο μεγάλος φιλόσοφος, η ιστορία δεν πέθανε, δεν μπορείς να ακολουθήσεις τον Νίτσε κύριε Φουκουγιάμα, τους βασιλιάδες ακολούθησε η αστική επανάσταση και έρχεται η ώρα του πλήθους! Δεν είναι ουτοπία. Που είναι οι δούλοι, οι μακρινοί είλωτες; Θα μου πείτε με όλο σας το δίκιο, Νάτοι , εδώ είναι, εμείς είμαστε, ναι! ώρα για γενικό ξεσηκωμό λοιπόν!
Να ξεπεταχθούμε ! Να νικήσουμε !
Η διαφορά του Αλέξανδρου από τον Μακρυγιάννη;
Ο ένας μοίραζε!
Ο άλλος αγόραζε περί πάρτης, η συνοικία Μακρυγιάννη στην Αθήνα, του ανήκαν τα πάντα εκεί, ήταν ήδη πλούσιος πριν την Επανάσταση. Πώς; Αγόραζε αβέρτα.
‘Των Ελλήνων οι κοινότητες φτιάχνουν άλλο γαλαξία’. Όχι στα κόμματα λοιπόν, φτάνει πια με τους σύγχρονους νταβατζήδες!
Ανατρεπτική εκπομπή, ανατρέποντας τον κατεστημένο λόγο, μιλώντας αλλιώς, λέγοντας καινούρια πράγματα, αυτό είναι επανάσταση.
[ Επανάσταση έκανε και το ’21 ο λαός για να ελευθερωθεί από Τούρκους και κοτσαμπάσηδες, άσχετα εάν δεν πρόλαβε να αποτινάξει τον ζυγό των τελευταίων. Ενάντια στη θέληση Φαναριωτών, υψηλού κλήρου και λογίων. Πατριαρχείου επίσης. Όλοι αυτοί φοβόνταν τα προνόμια που απολάμβαναν από τους Τούρκους ότι θα έχαναν. Αυτό τους ενδιέφερε μονάχα και γύρισαν την πλάτη στους μόνους αδούλωτους, τους κλέφτες. Η πλέμπα έκανε την επανάσταση, έλληνες, τούρκοι της Ελλαδικής γης και αρβανίτες ενωμένοι ενάντια στην αριστοκρατία την ελληνική που χρησιμοποιούσε σε όλες της θέσεις κλειδιά στην Οθωμανική αυτοκρατορία το παλάτι. Διαβάστε Σκαρίμπα, διαβάστε Ραφαηλίδη, ακούστε και τη θαμμένη πλευρά της ιστορίας. Κλήρος και αριστοκρατία μαζί με τους διανοούμενους μονίμως ενάντια στον λαό. Τον φοβούνται. Τον σιχαίνονται]
Η επανάσταση των σύγχρονων ειλώτων. Σκλάβοι είμαστε, τον εαυτό μας πουλάμε 24 ώρες την μέρα ! Οι πολλοί, το πλήθος.

Νιώθω τον πατριωτισμό σαν μελέτη. Να μελετάς τα ήθη και τα έθιμα,τις παραδόσεις, να βελτιώνεις τη ζωή σου. Να μελετάμε την ιστορία του τόπου μελετώντας την παγκόσμια ιστορία,να αντλούμε διδάγματα, διδάγματα αξιόλογα.
Δεν είναι μιμητισμός, δεν είναι πατριδολαγνεία. ‘Να ζεις, ν’ αγαπάς και να μαθαίνεις’.
Να αντλούμε διδάγματα που να μπορούν να ταιριάξουν στη σύγχρονη πραγματικότητα και να την ταρακουνήσουν.
Μου έκανε εντύπωση ο τρόπος που μίλησε ο Τούρκος μηχανικός στην εκπομπή της ΕΡΤ, για την ανακάλυψη, κατά τη διάρκεια κατασκευής του Μετρό στην Κωνσταντινούπολη του λιμανιού του Ιουστινιανού. Είπε λοιπόν για το πόσο περήφανος ένιωθε που πήρε μέρος σε ένα τόσο ιστορικό γεγονός στην πόλη του,που αφορούσε την ιστορία των προγόνων του. Ο άνθρωπος δεν φοβήθηκε να ακουμπήσει στο προφανές! Κανείς δεν μπορεί να αρνηθεί πως εκεί πέρα έζησαν και μεγαλούργησαν άνθρωποι που δεν ήταν μωαμεθανοί ή μουσουλμάνοι.

Και πως οι σύγχρονοι έχουν κληρονομήσει τόσα και τόσα από όλους εκείνους. Το τι παίζει με την γεωπολιτική στρατηγική είναι άλλου παπά ευαγγέλιο,και δεν μας δίνει κανένα δικαίωμα να βρίζουμε και να επιτιθέμεθα σε ανθρώπους που ξάπλωσαν να ξεκουραστούν σε παρτέρι της Καβάλας. Συνέβη μόλις χθες, εγώ πληκτρολογώ το κείμενό μου έχοντας μόλις διαβάσει τα σημερινά νέα,σε ένα διάλειμμα.
Δεν μας λέει τίποτα εμάς τους καβαλιώτες το όνομα του Μωχάμετ Άλι; ο πρόγονός μας είναι βρε παιδιά! Τι σημαίνει για τους θεσσαλονικείς η κληρονομιά να είναι γενέθλια πόλις του Ατατούρκ; Τι έχουμε διδαχθεί,αναρωτηθήκατε ποτέ, και τι έχουμε να ‘κερδίσουμε’; Αφήνω τον Μπουτάρη να μιλά για τουρισμό και καλώ τους ‘ειδικούς’ περί Γεωπολιτικής και Στρατηγικών μελετών να απαντήσουν, όχι σε μένα φυσικά.
Και ξέρω πως ήμασταν,τίνγκα που λένε, γεμάτοι εβραϊκές κοινότητες σε όλη τη χώρα, και πως στη διάρκεια του μεγάλου διωγμού τους βοηθήσαμε τόσο όσο δεν έπαιρνε! πώς είναι λοιπόν τόσο δύσκολο να μη δυνάμεθα να αξιοποιήσουμε τίποτα από όλα αυτά, χρόνια πολλά τώρα,και να γκρινιάζουμε μονίμως πως όλοι μας μισούν και εποφθαλμιούν τα εδάφη μας Είναι πολύ εύκολο να λέμε ότι είμαστε τριγυρισμένοι από εχθρούς εάν το έχουμε επιτρέψει εμείς οι ίδιοι.

Του αδύναμου τα εδάφη θα τα γλυκοκοιτάξει και η κωλοπετινίτσα, νομοτελειακά, το διδάσκει η ιστορία ρε γαμώτο. Λοιπόν, εάν την ιστορία επιτρέπουμε να μας την διδάσκουν όπως θέλουν οι προσκυνημένοι, οι δεν ξέρω εγώ τι άλλο μπορεί να είναι, δεν τους συναναστρέφομαι για να γνωρίζω για ποιο λόγο φέρονται και φαίνονται τόσο αδύναμοι και ανόητοι και ανίκανοι και τα κάνουν διαρκώς ιστορικά μαντάρα, ΘΑ ΤΑ ΜΆΘΟΥΜΕ ΌΛΑ ΑΝΆΠΟΔΑ!
Και μιας και μιλήσαμε για εβραίους. Μου άρεσε από παιδί η ιδέα των κιμπούτς. Αντί λοιπόν να φτιάχνουμε στρατόπεδα συγκέντρωσης για να μπουζουριάζουμε καημένους που οι σύγχρονοι πόλεμοι και η ανέχεια, που κι εμάς σπρώχνει ξανά προς τα ξένα, τους ωθούν προς τα μέρη μας, να φτιάχναμε σύγχρονα αυτόνομα, αυτάρκη και αυτοδιαχειριζόμενα κιμπούτς να βλέπαμε χαίρι,αντί να ψάχνουμε αλλού την μοίρα μας, αφήνοντας τις ελίτ να αλωνίζουν. Συνεργατικά.
Κοινοτισμός, συνομοσπονδία, αυτονομία. Κάτι μου θυμίζει από Φίλιππο, κάτι από το όραμα που τον κινούσε στα τελευταία του, κάτι που σχεδίαζε στους Δελφούς,αν θυμάμαι καλά, να ενώσει σε ομοσπονδία τους Έλληνες.

‘Η Ελλάδα που αντιστέκεται, η Ελλάδα που επιμένει, κι όποιος δεν καταλαβαίνει δεν ξέρει που πατά και που πηγαίνει!
Αυτή είναι η μία της πλευρά. Η άλλη ,‘ο μασκαράς’ του Μηλιώκα. Και πάλι πίσω, Άγιος Φεβρουάριος και Μούτσης-Φράγμα, και το Αξιον Εστί ενός περήφανου ανθρώπου, αυτή είναι η πατρίδα μου. ‘Πως να δεθεί η Μεσόγειος με σκοινιά’ ρε καραγκιόζηδες! στρατοκράτες εσείς και οι απόγονοί σας,
‘Κι έχω κρυμμένο το σουγιά, για το καλό μου’. ‘Χαιρετίσματα λοιπόν’, ‘δεν ακούς τις φωνές μας τις ηλεκτρικές, μέσα απ’ τις υπόγειες τις στοές;’ ‘χώρα ατέλειωτη παράγκα’, ο παλιάτσος κι ο ληστής. Είπα ληστής και θυμήθηκα τον Βενάρδο, με τις γλαδιόλες, Νίκο πρέπει να τον έλεγαν, ψάξτε λίγο κι εσείς να με βοηθήσετε. Όλοι τον είχαμε αγαπήσει, μες την καρδιά της χούντας.
Και ο ‘κόκκινος ήλιος’ που στάθηκε στην κάμαρά μας.

Ήρθαν μετά οι πρασινοφρουροί, τα πράσινα και τα μπλε καφενεία πανάθεμα τους. Το ΠΑΣΟΚ στην κυβέρνηση και ο λαός στην εξουσία, η μεγάλη παραμύθα! Εθνική Ανεξαρτησία, λαϊκή κυριαρχία, έξω από παντού! Τώρα θα μας σουτάρουν αυτοί! Μόνοι μας ούτε αυτό δεν μπορούμε να κάνουμε!
Βάλτε ευρωλιγούρηδες, αυτός ο απαράδεκτος  Ζουράρις πολύ εύστοχα τους έχει αποκαλέσει εκείνους που λιγουρεύονται μα δεν μπορούν, γιατί αν μπορούσαν δεν θα λιγουρεύονταν! Βάλτε λοιπόν στο πικάπ και ακούστε :
Το σαββατόβραδο στην Καισαριανή,του Λευτέρη του Παπαδόπουλου που κι αυτός κάποτε ήταν ευαίσθητος. Από τον Ξαρχάκο , Νυν και Αεί , πάντα Ξαρχάκος, τώρα με Γκάτσο, Μάνα μου Ελλάς ,αφιερωμένο εξαιρετικά σε όλους τους Ελληναράδες που ‘πεινάνε’ εξαιτίας του ότι δεν καταδέχονται να κάνουν τις βρωμοδουλιές που αφήνουμε στους πιο καταδεκτικούς ξένους οι οποίοι πεινάνε πραγματικά. Και φτωχολογιά, και άπονη ζωή, Τα τρένα που φύγαν. Και ‘να με θυμάσαι να μ’ αγαπάς. ‘

Άνθρωπος που μεγάλωσε ακούγοντας αυτούς τους θησαυρούς δεν μπορεί να συμπαραταχθεί με το κεφάλαιο και τον ρατσισμό όποιο κουστούμι κι αν φορέσουν! Θα είναι πάντα αντιφασίστας και κοινωνικός επαναστάτης. Αυτόνομος.
Θέλετε κι άλλα, βάλε dj μουσική στο πλατό :Καίγομαι καίγομαι, Άσπρη μέρα για πάντα, Γκάτσος for ever! και ύμνος εθνικός : ‘Βάλε κι άλλο πιάτο στο τραπέζι, κάποιος πονεμένος θα φανεί, άνοιξε στο φώς το παραθύρι, δέσε μια κορδέλα στα μαλλιά, βάλε το λουλούδι στο τραπέζι, να γεμίσει η κάμαρη ευωδιά. Βγάλε από την πόρτα το κλειδί. Το παιδί ξανάρχισε να παίζει, το κανάρι πάλι κελαηδεί’. Αυτά ήταν τ’ ακούσματα στο σπίτι καθώς μεγάλωνα, έτσι δημιουργήσαμε προσωπικότητα, δεν βγαίνεις Ματατζής έτσι, με αυτά φτιάχνεται άνθρωπος και όχι ανθρωποειδές, ανθρωπάριο. Αυτός είναι ο ψυχισμός μας.
‘Με τι καρδιά’, μα τι καρδιά μας χάρισες Νίκο Γκάτσο και Σταύρο Ξαρχάκο! Ευχαριστούμε.

Αν εσείς εννοείται πολιτισμό αυτό που έγινε στην περίπτωση του Μπίν Λάντεν στο Πακιστάν, απ’ όλες τις απόψεις και με όλες τις λεπτομέρειες που έγιναν γνωστές, σας τον επιστρέφουμε αυτόν τον πολιτισμό. Χίλιες φορές Δημήτρης Μητροπάνος, ‘για να σ’ εκδικηθώ’, με τη ‘Ρόζα’ του και ‘τα κόκκινα μπλούζ’ και ‘τα λαδάδικα’ που έχουν διαμορφώσει χαρακτήρες ακέραιους σαν κι αυτόν, ευαίσθητους στην ομορφιά και την ανδρεία.

Άκης Πάνου, ‘αδιόρθω αναρχί, επτά νομά σ’ ένα δωμά’, και οι αδερφοί Κατσιμίχα με τον Φάνη τους και ένα σωρό άλλα υπέροχα τραγούδια που συνόδεψαν τη ζωή μας.
Με διάλειμμα στη χούντα που μας έκανε να μισήσουμε την παραδοσιακή μας μουσική με εκείνα τα καραγκιοζιλίκια, όπου ‘μούμιες’ καραβανάδες σέρνανε τον χορό προσβάλλοντας αισθητική, ήθη και έθιμα του λαού που έχει γράψει ιστορία στον πολιτισμό.
Μωρά στη φωτιά, Τρύπες και Σπαθιά, Διάφανα Κρίνα και Υπόγεια Ρεύματα με Ενδελέχεια.
‘Μ’ αρέσει να μη λέω πολλά, μ’ αρέσει να κοιτάω ψηλά’ και Μιχάλης Δέλτα και Κωνσταντίνος Βήτα και νωρίτερα ο Άσιμος και η Γώγου σημάδεψαν μία γενιά.
‘Ακούω την αγάπη και δεν ακούω τις σκέψεις μου’ και οι ‘φωτιές στο λιμάνι’.

Και για χρόνια στην Αλμύρα με τα ηλεκτρονικά progressive πάρτι’ς με Έλληνες και ξένους Djs.
Και το φεστιβάλ στην Waterland στη Θεσσαλονίκη με Paul Oakenfold και Αντονυ Πάππας και πολλά άλλα ονόματα που αυτή τη στιγμή μου διαφεύγουν.
Και ποιος ξεχνάει τους Κλάςς και την Πάτι Σμίθ, και τον Φράνκ Ζάππα, και τον Νήλ Γιάνγκ με τα Τρελά του Άλογα, και τον Ίαν Άντερσον τον τεράστιο φλαουτίστα με τους Τζέθρο Τάλλ,και τον Έρικ Κλάπτον τον τεράστιο κιθαρίστα, και Έμερσον Λέικ Πάλμερ.
Και τις αντιχουντικές εκδηλώσεις- διαμαρτυρίες ενάντια στη χούντα σε όλον τον κόσμο εκεί που προβλήθηκε ο Σέρπικο με τον Πατσίνο στον παρθενικό του ρόλο και μουσική επένδυση από τον Θεοδωράκη. Το ίδιο συνέβη και στην προβολή της θαυμάσιας ‘Κατάστασης πολιορκίας’ , ταινίας που αναφέρεται σε απαγωγή αμερικάνου αξιωματούχου από τους Τουπαμάρος,με μουσική από τον Μίκη. Τις είδα και τις δύο στη Φλωρεντία.

http://vimeo.com/90865784

Εξαιρετικές μουσικές ταινίες εκείνων των περασμένων χρόνων που παραμένουν αθάνατες είδα τέσσερις, αξέχαστες. Πίνκ Φλόϊντ γυρισμένη μέσα στην αρχαία Πομπηία, Τommy αυτοβιογραφική των Χού. Τον ανεπανάληπτο ‘Τοίχο’ φυσικά, και τέλος μια επίσης αυτοβιογραφική των Ζέππελιν.

http://watch32.com/movies-online/tommy-3575

Ταινία σταθμός επίσης, αντισυμβατική με τα όλα της : ‘Ζαμπρίνσκι Πόϊντ’ του Αντονιόνι, ξανά με μουσική των Φλόϊντ, αθάνατη. Όπως επίσης και η ιστορία των αναρχικών αγωνιστών Νικόλα Σάκκο και Μπαρτολομέο Βαντζέτι. Να μη μιλήσω για το υπέροχο Easy Rider!

Και γυρίζουμε πάλι στη Μεσόγειο για να τραγουδήσουμε με την Δημητριάδη και τον ‘Μικρούλη’, όπως τον αποκαλεί ο Πρόδρομος χαϊδευτικά ,‘αν η μισή μου καρδιά γιατρέ βρίσκεται εδώ πέρα,η άλλη μισή στην Κίνα βρίσκεται,’ τότε που όλοι αγαπήσαμε την εξωτική χώρα αναπολώντας την τεράστια πορεία προς το Πεκίνο της στρατιάς του Μάο.
Ανακαλώ στο νου γεγονότα, τοποθεσίες, ονόματα σημαδιακά. Ποταμός Μεκόνγκ. Μπιέν Ντιέν Φού, 13 μαρτίου 1954, σαν σήμερα δηλαδή,

και ακόμη πλατεία Τιέν Άν Μέν, Αλγέρι με την κάσμπα και την περίφημη μάχη, αντάρτικο στα στενά της παλιάς πόλης,που αριστοτεχνικά σκηνοθέτησε ο Τζίλο Ποντεκόρβο. Φενταγίν, Χαμάς, Φατάχ,Φρουροί της Επανάστασης, Μοντονέρος.
Ανδρέας Μπάαντερ, Ουλρίκε Μάϊνχοφ, Χόλγκερ Μάϊνς, Μπόμπυ Σάντς, και τόσοι άλλοι ήρωες που γέμισαν τα δωμάτιά μας με τις μορφές τους και σμίλεψαν τον χαρακτήρα μας ανεξίτηλα. Και η Αξιόν Ντιρέκτ και η απαράμιλλη ΕΤΑ και ο ναύαρχος Καρέρο Μπλάνκο, φυσικός διάδοχος του Φράνκο, να ταξιδεύει στον αέρα της Μαδρίτης. Και Χρήστος Τσουτσουβής, και Χριστόφορος Μαρίνος, και Μιχάλης Πρέκας, και Κλέαρχος Σμυρναίος,και Θεόφιλος Μαυρόπουλος και οι αγωνιστές των Πυρήνων που με τη στάση τους χαστουκίζουν το σύστημα απ’ όπου και αν το κοιτάξεις. Κώστας Γουρνάς για πάντα.

http://www.exashare.com/0132kkzqvhti

η μάχη του Αλγερίου

1992 εξέγερση αδερφοί κατσιμίχα
‘με τα μαντήλια και τους λοστούς μελανιασμένες βραχνές φωνές ,στις κρύες ταράτσες ανάβουν οι φωτιές. Καίνε τα στρώματα, καίνε τις φυλακές. μάνα……
μέσα στον άδειο τον πανικό η πόλη κλειδωμένη ακούει κρυφά τον εαυτό της,
τον άλλο της εαυτό
τον ματωμένο, τον σκοτεινό,
τον άλλο της εαυτό’.

‘Χρόνια και χρόνια στον τροχό’, Νίκος Ξυλούρης αθάνατος, Γιάννης Μαρκόπουλος Ιθαγένεια, Θητεία, Ελεύθεροι πολιορκημένοι, και τόσα άλλα υπέροχα έργα αθάνατα, δούλεμα ψυχής με καλέμι και σφυρί και σφήνες. Και Μετανάστες,και Χαράλαμπος Γαργανουράκης, και Βασιλική Λαβίνα.

Η συναυλία,στη κατάμεστη Στέγη, του Θάνου με όλο το επιτελείο.
Και το ‘Κεντρικόν’ στη πλατεία με τα Αιγυπτιακά μνημεία και τον ‘Αστέρα’ της να την ομορφαίνει. Και τα ‘Ολύμπια’, και τη Ροδόπη’, και το ‘Αττικόν’, και τα ‘Τιτάνια’. Και τον ‘Βράχο’ στη Ραψάνη. Και τους αμμόλοφους στην παραλία, εκεί που σήμερα ασχημαίνει τα πάντα το διοικητήριο. Μέχρι το Φάληρο υπήρχαν αμμόλοφοι. Την Καλαμίτσα γεμάτη παραδοσιακές ταβερνούλες. Κάθε έννοια περί αισθητικής έχει πάει στο βρόντο με το σημερινό χάλι. ‘Από το πάρκο στη Μυροβόλο το μηχανάκι αστράφτει στον ήλιο’ μας τραγουδά ο Μπακιρτζής με τους Κολυμβητές του. Για να μη ξεχνιόμαστε !

και με την ευκαιρία, να χαιρετήσω τις αγαπημένες φιλενάδες Καρακάντζα, την Σοφία ιδιαίτερα, με αυτήν είχα τα περισσότερα πάρε δώσε, μιας και μοιραστήκαμε για μεγαλύτερο διάστημα μέρη κοινά.

Να χαιρετήσω επίσης τον αγαπημένο Αποστόλη, που με πήρε μια μέρα απ’ το χέρι και με πήγε στο αρχονταρίκι του παπά Φιλόθεου Φάρου στην Πλάκα, εκεί όπου ο κομουνισμός των ονείρων μας ήταν μια καθημερινή πραγματικότητα!

Στις εξεγέρσεις οι νεαροί τα σπάνε. Σπάζουν τις βιτρίνες, είναι η βιτρίνα του καπιταλισμού, είναι αυτά που δεν αρέσουν, το σπάσιμο της εμπορευματοποίησης, του 24ωρου της ζωής του μέσου ‘καταναλωτή’ ψηφοφόρου. Σπάνε συνήθως αλυσίδες και τράπεζες,και τώρα τελευταία ενεχυροδανειστήρια. Και μεγάλα αυτοκίνητα. Σπάσιμο της βιτρίνας, του άκρατου καταναλωτισμού. Άσε που για κάποιους είναι και το σπάσιμο του μικροαστισμού στις ‘καρδιές’ των πολιτών, της ‘σιωπηλής πλειοψηφίας’ των νοικοκυραίων, στυλ Αυτιά. Αυτοί που έχουν αγιοποιήσει την περιουσία, εξαρτημένοι μέχρι αηδίας από χρήμα-κέρδος.

Ο Κοσμάς ο Αιτωλός έλεγε, και αυτό επιμελώς το αποκρύπτουν οι καπηλευτές, πως έχουμε υποχρέωση να γκρεμίζουμε τις εκκλησίες και να φτιάχνουμε σχολεία. Και το τότε κατεστημένο τον κυνήγησε.
Ο Καζαντζάκης μέσα από τα βιβλία του ύμνησε την ταπεινότητα με τον ‘φτωχούλη του Θεού’ και ‘ζωγράφισε’ την ιστορία μας με τον ξεχωριστό του λόγο,που παρεπιπτόντως έσπαζε κόκαλα. Ας μην ήταν ο λαός που τον αγαπούσε και η Ευρώπη που τον τίμησε,θα σας έλεγα εγώ για το επίσημο κράτος.

Ζορμπάς, Αδερφοφάδες, Τελευταίος πειρασμός κα.
Ο Σολωμός τραγούδησε τον αγώνα για τη λευτεριά και ο Καβάφης μας έδειξε τον δρόμο. Ο Ρίτσος, ο Ελευθερίου και ο Καμπανέλλης τους αγώνες και τα πάθη του λαού, ο Ιωάννου τη διαφορετικότητα.

Κάποτε, συζητώντας με ένα σύντροφο παρατήρησα πως στην Ελλάδα δεν έχουμε σοβαρή παράδοση ανάπτυξης κινημάτων από τα κάτω. Απάντησε πως έχουμε όμως παράδοση στο ‘κλέφτικο’. Τους πρόδρομους των ανταρτών και του ΕΛΑΣ. Συμφώνησα. Να μιλάμε χωρίς προκαταλήψεις.

‘Βγήκε λοιπόν σεργιάνι το χαφιεδότσουρμο, αυτοί που αποτελούνε τον εθνικό κορμό’!
Δεν υπάρχουν πλέον ‘αριστερά’ και ‘δεξιά’ κόμματα, παρά μόνο κόμματα. Μία ξεχωριστή τάξη μέσα στις τάξεις, που ενδιαφέρεται για την συντήρησή της και μόνο,μέσα σ’ αυτό το σύστημα, που θέλει να υπάρχει για να υπάρχει, για τα προνόμια και μόνο που απολαμβάνει χάρη στην ανοχή μας. Είναι ο μοναδική αιτία ύπαρξής της. Διαχειρίζεται και ισορροπεί μέσα στις αντιθέσεις του. Λένε πως μας εκπροσωπούν για να διαχειρίζονται τα προβλήματά μας. Και ποιος ο λόγος εκπροσώπησης;
Και από κοντά τα συνδικάτα. Διαχειρίζονται στο όνομα άλλων συντεχνιακά προβλήματα, με ανθρώπους που σταματούν να εργάζονται για να εκπροσωπούν. Και βγάζουν χρήματα για να κάνουν τους ισορροπιστές. Όλοι αυτοί είναι άχρηστοι! ακροβατούν πάνω στους πιο απίθανους συμβιβασμούς.

Έχουμε χρόνια τώρα ένα στημένο παιχνίδι, στο γήπεδο ενός αδίστακτου αντίπαλου που με εμάς δεν έχει καμία σχέση,παίζουμε εκτός έδρας.
‘Άντε θύμα άντε ψώνιο, άντε σύμβολο αιώνιο, σαν ξυπνήσεις μονομιάς θάρθει ανάποδα ο ντουνιάς’.
‘ΚΑΙ ΆΝ ΔΕΝ ΜΠΟΡΕΙΣ ΝΑ ΚΑΜΕΙΣ ΤΗ ΖΩΗ ΣΟΥ ΌΠΩΣ ΤΗΝ ΘΕΛΕΙΣ,ΤΟΥΤΟ ΠΡΟΣΠΑΘΗΣΕ ΤΟΥΛΑΧΙΣΤΟΝ, ΟΣΟ ΜΠΟΡΕΙΣ, ΜΗ ΤΗΝ ΕΞΕΥΤΕΛΙΖΕΙΣ !’ Κ.Κ.
ΔΕΝ ΦΈΡΝΟΥΝ ΤΑ ΛΕΦΤΆ ΤΗΝ ΧΑΡΆ ΑΛΛΆ Η ΠΡΟΣΦΟΡΆ.
Τους αρχαίους ήρωες τα κοινωφελή έργα τους έκαναν τέτοιους, η προσφορά !

Κατάργηση των κομμάτων λοιπόν! αυτού του αυτόνομου κομματιού πολιτών μέσα στην κοινωνία που ζει και απολαμβάνει τελείως ξεκομμένο από αυτήν. Να βάλουμε τέλος στην εθελοδουλία!
Με δεκάδες προνόμια, προσποιείται πως αφουγκράζεται, τάζει αλλά πάντα ανακαλεί και φυσικά διαπλέκεται με οικονομικά συμφέροντα που την βοηθούν να επανεκλεγεί. Πρέπει να δοθεί τέλος σε αυτό το σύστημα αντιπροσωπευτικής ολιγαρχίας.
Ίσως το τέλος των συγκρούσεων έρθει με το τέλος των τάξεων.
Δευτέρα, 2 Μαΐου 2011

 

συνεχίζεται
μιχαλης 281