σύγχρονη σκέψη, pensiero di oggi

»Δεν υπάρχει κανένας πραγματικός πόλεμος στην ισλαμική τρομοκρατία από πλευράς Ηπα και Εε» – “Non c’è alcuna vera guerra al terrorismo islamico da parte di Usa e Ue”

9379 visualizzazioni

170316202633-donald-trump-mohammad-bin-salman-of-saudi-arabia-exlarge-169

Αυτή τη φορά οι Usa επιτέθηκαν στη Siria. Μιλάμε γι αυτό το γεγονός με τον Fulvio Scaglione, δημοσιογράφο, εδώ και χρόνια υποδιευθυντή της Famiglia Cristiana. Καλημέρα Fulvio, ευχαριστούμε που είσαι μαζί μας.

Σας ευχαριστώ καλημέρα σε όλους.

Ξυπνήσαμε σήμερα το πρωί με την επίθεση, με τους 59 πυραύλους των ηνωμένων πολιτειών που εκτοξεύτηκαν ενάντια στην Συρία και ως εκ τούτου με έναν πόλεμο που βρίσκεται ακόμη πιο κοντά;

Όχι, εγώ δεν νομίζω ότι αυτός είναι ο πρόλογος ενός τρίτου παγκοσμίου πολέμου, όπως πολλοί λένε, ακόμη και με κάποια εύλογη ανησυχία. Αλλά νομίζω ότι είναι η πολλοστή απαγγελία, η πολλοστή ρητορική διακήρυξη μιας ακόμη μασκαράτας αυτού του πολέμου που εδώ και έξι χρόνια, εκτός του ότι είναι μια γκροτέσκα απίστευτη σφαγή, είναι επίσης μια αναπαράσταση. Πιστεύω ότι οι ρώσοι είχαν ενημερωθεί για αυτή την αμερικανική επιχείρηση, η οποία είναι μια πολύ εστιασμένη επιχείρηση, που οδηγήθηκε να πράξει, στην πραγματικότητα, ελάχιστε ζημίες και να αποφύγει να δώσει την ιδέα ότι πρόκειται για αντίποινα που έγιναν με αδιάκριτο τρόπο. Πιστεύω ότι αυτή η επιχείρηση δεν δρομολογήθηκε από τον Trump για τους διακηρυγμένους λόγους . Σίγουρα δεν είναι μια επιχείρηση που βοηθά στην εξάλειψη της τρομοκρατίας, όπως δήλωσε ο Trump. Σίγουρα δεν είναι μια πράξη που θα φέρει κάτω, που θα ρίξει το καθεστώς του Μπασάρ αλ-Άσαντ. Νομίζω ότι ο Trump χρειάζονταν να στείλει ένα μήνυμα στους ψηφοφόρους του και στο αμερικανικό κοινό μέσα στις ηνωμένες πολιτείες, ένα σήμα που λέει, « δεν είναι αλήθεια ότι είμαι υπό τον έλεγχο των ρώσων, δεν είναι αλήθεια ότι είμαι διατεθειμένος να κάνω όλους τους συμβιβασμούς για να ευχαριστήσω τον Βλαντιμίρ Πούτιν.» Αυτή είναι η αίσθηση, το νόημα. Από την άλλη πλευρά, είναι μια στρατιωτική επιχείρηση που μας λέει επίσης και άλλα πράγματα.

Για παράδειγμα, έκανε περισσότερες ζημιές στον Μπασάρ αλ-Άσαντ σε μια νύχτα ο Trump από τις ζημιές που έκανε μέσα σε δύο και μισά χρόνια στο ISIS ο Μπαράκ Ομπάμα με τις υποτιθέμενες βομβιστικές επιθέσεις του. Kαι αυτό είναι κάτι που πρέπει να υπογραμμίσουμε. Φυσικά, η κατάσταση παραμένει αμετάβλητη στην επαρχία Ιντλίμπ, όπου υπήρξε η επίθεση τις προάλλες που έκανε τόσους θανάτους, γιατί, όσο κι αν εμφανίζεται το πρόσωπο του θυμού και του οίκτου, η κατάσταση στην επαρχία Ιντλίμπ παραμένει η εξής: οι «μετριοπαθείς αντάρτες», αυτοί που θα έπρεπε να είναι, σύμφωνα με ορισμένους, η ελπίδα για το μέλλον της Συρίας, βρίσκονται σε μεγάλη δυσκολία, διότι η στρατιωτική επικράτηση στην επαρχία είναι όλη υπέρ των τζιχαντιστών της Αλ Nusra , οι οποίοι είναι μαχητές της Αλ Κάιντα. Οπότε, η κατάσταση εκεί είναι αυτή, δηλαδή, πως η τρομοκρατία έχει το πάνω χέρι στην επαρχία αυτή που εξακολουθεί να διαφεύγει από τον έλεγχο της Ρωσίας και του Assad.

Αυτό που μου κάνει εντύπωση για την κατάσταση αυτή, και για άλλες στο παρελθόν, είναι πως δεν μπορούν να γίνουν κατανοητές οι συνέπειες ορισμένων ενεργειών. Η παγκόσμια τρομοκρατική επίθεση που βιώνουμε τα τελευταία χρόνια, σίγουρα δεν είναι αποσυνδεδεμένη από τις πολιτικές που η Δύση κράτησε, εφάρμοσε στην περιοχή για 25 χρόνια. Κι όμως η μέθοδος φαίνεται πως συνεχίζει να είναι η ίδια. Εμείς βάζουμε τα χέρια μας εκεί, κάνουμε εκείνο που ενδεχομένως μας χρησιμεύει εκείνη την στιγμή, χωρίς καν να ρίχνουμε το βλέμμα μας στην μεσοπρόθεσμη ή μακροπρόθεσμη περίοδο. Είναι λοιπόν πιθανή αυτή η ανάγνωση;

Σίγουρα είναι μια πιθανή ανάγνωση. Αλλά επιμένω, και ο υποτιθέμενος «πόλεμος κατά της τρομοκρατίας» που κηρύχθηκε το 2001, μετά τις επιθέσεις στους δίδυμους πύργους, είναι με τη σειρά του, μια αναπαράσταση. Από το 2000 έως το 2016, οι νεκροί από το χέρι της ισλαμικής τρομοκρατίας, η οποία είναι 95% σουνιτική ισλαμική τρομοκρατία, αυξήθηκε κατά 9 φορές. Έτσι, δεν υπάρχει κανένα αποτέλεσμα σε αυτό τον αγώνα κατά της τρομοκρατίας, διότι, κατά τη γνώμη μου, δεν υπάρχει κανένας πραγματικός πόλεμος κατά της ισλαμικής τρομοκρατίας.  Δεν μπορεί να υπάρξει κανένας πραγματικός πόλεμος στην ισλαμική τρομοκρατία όσο οι δυτικές χώρες – πρώτες οι ΗΠΑ, αλλά και το Ηνωμένο Βασίλειο, η Γαλλία, η ίδια η Ιταλία – είναι οι καλύτεροι φίλοι, οι καλύτεροι εμπορικοί συνεργάτες, οι καλύτεροι στρατιωτικοί σύμμαχοι των χωρών που, σύμφωνα με όλα όσα γνωρίζουμε, είναι οι κύριοι χορηγοί και οι δανειστές και οι ιδεολόγοι της τρομοκρατίας. Δηλαδή οι πετρομοναρχίες του Περσικού Κόλπου. Αυτή δεν είναι μια άποψη, είναι ένα γεγονός. Όλα αυτά που σοβαρά, επιστημονικά, γνωρίζουμε, μας λένε ότι οι χώρες που εμπνέουν και χρηματοδοτούν την ισλαμική τρομοκρατία στον κόσμο είναι εκείνες: η Σαουδική Αραβία, το Κατάρ, το Κουβέιτ. Εκείνες, και πάντα εκείνες, οι ίδιες, εδώ και 40 χρόνια. Από την άλλη πλευρά, αυτή η γνώση μας επιβεβαιώθηκε και από τα e-mail της Χίλαρι Κλίντον, που οι Wikileaks μας αποκάλυψαν για πρώτη φορά το 2010 και μετά το 2015. Φτάνει να πάμε να δούμε στο σάϊτ των Wikileaks , να διαβάσουμε τα πράγματα που η Κλίντον έγραφε στους συνεργάτες της σε αυτές οι περιπτώσεις. Eίναι η ίδια η Κλίντον που λέει ότι οι κυβερνήσεις της Σαουδικής Αραβίας και του Κατάρ είναι οι χρηματοδότες του Isis. Έτσι, από τη στιγμή που εμείς δεν λαμβάνουμε μέτρα κατά των χωρών αυτών, αλλά λαμβάνουμε μέτρα κατά των χωρών που θα μπορούσαν να έχουν ίσως άλλες ευθύνες, αλλά όχι εκείνες – όπως κάναμε με το Ιράκ, με τη Λιβύη, τη Συρία – είναι προφανές ότι κανένας πόλεμος κατά της τρομοκρατίας υπάρχει πραγματικά και ουδέν αποτελέσματα θα επιτευχθεί.

Αυτή η αναπαράσταση είναι ανησυχητική, γιατί είναι πολύ σχετική με την πραγματικότητα. Τι μπορούμε να περιμένουμε στις σχέσεις μεταξύ των ΗΠΑ και της Ρωσίας, ιδίως υπό το πρίσμα των όσων είπατε προηγουμένως: οι ρώσοι είχαν προειδοποιηθεί για την επικείμενη επίθεση.

Πιστεύω ότι στη Μέση Ανατολή και τη Βόρεια Αφρική, μεταξύ των Ηνωμένων Πολιτειών, της Ρωσίας, του Ισραήλ, της Συρίας, κλπ παίζεται ένα πολύ περίπλοκο παιχνίδι. Είναι αυτών των ωρών, για παράδειγμα, η είδηση ότι η Ρωσία έχει αποφασίσει να αναγνωρίσει τη Δυτική Ιερουσαλήμ ως πρωτεύουσα του κράτους του Ισραήλ, η οποία είναι μια αρκετά εντυπωσιακή απόφαση. Είναι η ίδια στάση που είχε προβάλει ο Trump, και στον οποίον είχε ασκηθεί μεγάλη κριτική εξ αιτίας αυτής της απόφασης. Το ίδιο το Ισραήλ, εξ άλλου, που υποστήριξε τον Trump στους βομβαρδισμούς κατά της Συρίας. Έτσι, σε όλη αυτή την περιοχή, αυτή την μεγάλη αποσταθεροποιημένη περιοχή, παίζετε ένα παιχνίδι μεταξύ περιφερειακών δυνάμεων και παγκόσμιων δυνάμεων πολύ περίπλοκο, πολύ πολύπλοκο, το οποίο προφανώς εν μέρει ξεφεύγει ακόμα και από τους καλύτερους παρατηρητές. Είναι ένα παιχνίδι που κατά πάσα πιθανότητα θα δούμε τις συνέπειες του μόνο μετά από κάποιο χρονικό διάστημα.

Ξεκάθαρο. Fulvio εγώ σε ευχαριστώ που ήσουν μαζί μας και που μας βοήθησες να ξεκαθαρίσουμε λιγάκι αυτό το τόσο περίπλοκο πλαίσιο, αυτή την τόσο πολύπλοκη εικόνα.

Ευχαριστώ σε εσάς

8 απριλίου 2017 – © Δυνατή η αναπαραγωγή ΥΣΤΕΡΑ ΑΠΟ ΡΗΤΗ ΣΥΓΚΑΤΑΘΕΣΗ ΤΗΣ ΣΥΝΤΑΞΗΣ του CONTROPIANO

Τελευταία μεταβολή: 8 απριλίου 2017, ώρα 8:35STAMPA

 http://contropiano.org/news/internazionale-news/2017/04/08/non-ce-alcuna-vera-guerra-al-terrorismo-islamico-parte-usa-ue-090699
διεθνισμός, internazionalismo

YPJ: Women’s Defense Units (Women’s Protection Units) – English/Kurdî

Δημοσιεύτηκε στις 25 Σεπ 2016

We are an all-female armed force, formed to push forward women’s role in the protection of our people and revolution in Rojava, Northern Syria. We are an autonomous unit of the YPG, the People’s Defense Units, practicing self-organization through a communal lifestyle, based on our

http://www.infoaut.org/

σύγχρονα κινήματα, movimenti di oggi

Συρία: πολιτικός πόλεμος. Οι Ypg στο μέτωπο του Tel Abyad – Siria: guerra politica. Le Ypg sul fronte di Tel Abyad

Σάββατο 08 O 2016 Οκτωβρίου 09:06

http://www.infoaut.org/index.php/blog/conflitti-globali/item/17694-siria-guerra-politica-le-ypg-sul-fronte-di-tel-abyad

ypg raqqa tel abyad

Ο Dilovan μόλις έκλεισε τα είκοσι χρόνια και κατάγεται από το Kobane. Έχασε την αδελφή του στη μάχη και μπήκε στις YPG. Για να την αντικαταστήσει, για να την εκδικηθεί, έχει μικρή σημασία. Στη Συρία δεν μιλούν για αυτά τα πράγματα: το σημαντικό είναι να πολεμάς. Ο ίδιος κάθεται επάνω σε μια Santa Barbara με ρουκέτες RPG, πολυβόλα, βόμβες και πυρομαχικά, στο πίσω μέρος ενός pick up ξεχειλίζει μαχητές, προηγείται αυτού ένα άλλο όπου ταξιδεύουν μόνο κορίτσια. Όταν μια αραβική οικογένεια – ένας άντρας, μια γυναίκα και ένα παιδί – διασχίζουν το δρόμο, χωρίς να χαιρετίσουν το κομβόι, ο Dilovan αναφωνεί με σκωπτικό γέλιο: «Ceté!.» «Ληστές, κακοποιοί » είναι η έκφραση που οι YPG χρησιμοποιούν για να υποδηλώσουν το ισλαμικό κράτος (IS). Η πόλη στην οποία εισέρχεται ονομάζεται Τελ Αμπιάντ στα αραβικά, Gre Spi στην κουρδική γλώσσα. Βρίσκεται στα σύνορα με την Τουρκία, στα μισά του δρόμου μεταξύ Serekaniye και Κομπάνι, ήταν μέρος ενός ενιαίου πολεοδομικού οθωμανικού συγκροτήματος με αυτό που, με τα σύνορα του Sykes-Pikot, έγινε η σημερινή τουρκική πόλη της Agcakalé, από την άλλη πλευρά του συρματοπλέγματος.

Ο Rashid ήρθε από το δυτικό Ιράν για να αγωνιστεί με τις YPG. «Η πλειοψηφία των κατοίκων της Gre Spi υποστηρίζει το Daesh – λέει ωμά – αλλά είναι άμαχοι. Απλά πρέπει να κρατάμε τα μάτια μας ανοιχτά. » Από τα τουρκικά σύνορα φτάνουν πυροβολισμοί με πολυβόλα. «Ο τουρκικός στρατός μας πυροβολεί δύο ή τρεις ριπές κάθε δέκα έως δεκαπέντε λεπτά», εξηγεί ο Maxsun, 18 χρονών, ένας φρουρός στην οροφή ενός παρατηρητηρίου, «η Τουρκία δεν έχει χωνέψει την παρουσία μας εδώ» (και μετά την εισβολή στην Jarablus, η κατάσταση είναι ακόμη χειρότερη). Ο Maxsun υπερασπίστηκε την Τελ Αμπιάντ στην διάρκεια της επίθεσης του ισλαμικού κράτους στις 27 τον περασμένο Φεβρουάριο, οργανωμένη σύμφωνα με τις YPG, απευθείας από την Τουρκία. «Ήρθαν 300 όλοι μαζί από εκεί,» υποδεικνύοντας τα οδοφράγματα που χωρίζουν την πόλη από το Agcakalé: «Είχαν εκτοξευτήρες ρουκετών, πολυβόλα. έρχονταν με τα πόδια. » Την ίδια στιγμή, άλλοι πολιτοφύλακες έφτασαν στις θέσεις των Asaysh, των φρουρών της επανάστασης που υπερασπίζονται τα νότια σύνορα της πόλης, από την Raqqa, φορώντας ψεύτικες στολές YPG. «Ο Ερντογάν έχει χρησιμοποιήσει τους ληστές ελπίζοντας πως η Gre Spi θα πέσει, αλλά η Gre Spi άντεξε, δεν έπεσε », καταλήγει ο Maxsun, χαμογελώντας περήφανα.

Οι μάχες μαίνονταν για μια ημέρα σε όλη την πόλη. Οι πολιτοφύλακες προσέγγισαν στα σπίτια των ανθρώπων που θεωρούνταν «πως συνεργάζονται» με τις YPG και τους αποκεφάλισαν στη μέση του δρόμου, πριν με την σειρά τους αποδεκατιστούν από συντρόφους. Περικυκλωμένοι μέσα σε ένα κτίριο, οι επιζώντες σκοτώθηκαν από βομβαρδισμούς των ΗΠΑ, και οι YPG εξέθεσαν τα σώματά τους στο δρόμο ως προειδοποίηση. Ένα τοπικό αγόρι αρνείται ότι η πλειοψηφία των κατοίκων είναι συμπαθούσα του Daesh: «Οι μισοί μπορούν να έχουν αυτή την νοοτροπία. Αλλά είναι αλήθεια ότι η στάση του αραβικού πληθυσμού εδώ ήταν πολύ αρνητική κατά τη διάρκεια της σύγκρουσης. » Σχετικά με το Qamishlo, το Κομπάνι [Αΐν αλ-Αράμπ] ή την Serekaniye, η διαφορά είναι προφανής. Τα οχήματα των YPG ελέγχονται με καχυποψία από το μεγαλύτερο μέρος του πληθυσμού, και όταν ο Serhat, ανένταχτος της τουρκικής αριστεράς που κατέληξε να αγωνίζεται με τους Rashid και Dilovan, πρέπει να απευθυνθεί σε ένα γιατρό, οι καλυμμένες με βέλο γραμματείς τον υποδέχονται στο ιατρείο, αυτόν και τους συντρόφους του, υψώνοντας απροκάλυπτα τα μάτια στον ουρανό – όπως θα μπορούσαν να είχαν κάνει οι ομόλογες τους γερμανίδες το 1945,στην είσοδο ενός ρώσου στρατιώτη.

Η Τελ Αμπιάντ είναι ελεύθερη από τον Ιούνιο του 2015, χάρη σε μια ταυτόχρονη προέλαση των YPG από την Αΐν αλ-Αράμπ, το Κομπάνι δηλαδή, και την Serekaniye που υποστηρίζονταν, για πρώτη φορά, συστηματικά από την αεροπορία των ηνωμένων πολιτειών. «Προχωρήσαμε μαζί με δύο διαφορετικούς σχηματισμούς του Ελεύθερου Συριακού Στρατού εχθρικών προς το Daesh, έναν από την ανατολή και έναν από τη δύση», λέει ένας σύντροφος ευρωπαίος βετεράνος της επιχείρησης. «Συναντήσαμε μια ισχυρή αντίσταση στο δίκτυο των χωριών γύρω από την πόλη, αλλά αυτή η τελευταία έπεσε σε πέντε ημέρες.» » όλοι οιι εχθροί κατέφυγαν στην Τουρκία», θυμάται ο Dilgesh, που ήρθε από την Ayn Issa. » Οι τούρκοι στρατιωτικοί άνοιξαν τις πόρτες τους για τους Agcakalé». Η περιοχή του Τελ Αμπιάντ είναι πολιτικά ευαίσθητη. Βρίσκεται στο κέντρο του μίγματος ταυτότητας της Rojava, η πλειοψηφία του πληθυσμού της είναι αραβική, αλλά υπάρχουν σημαντικές κουρδικές μειονότητες, τουρκομάνων και αρμενίων. Το φθινόπωρο του 2015 άρχισαν να κυκλοφορούν φήμες για «εθνοκάθαρση» που θα πραγματοποιούνταν από τις YPG, με αναγκαστικές εκκενώσεις των αράβων πολιτών και πυρπόλησης των σπιτιών τους. Αρχικά ήταν οι ομάδες σαλαφιστών Jaish αλ-Ισλάμ και Ahrar αλ-Σαμ που διέδιδαν αυτές τις κατηγορίες, αλλά στη συνέχεια υιοθετήθηκαν από τη Διεθνή Αμνηστία, τον περασμένο οκτώβριο.

Η διαμάχη οδήγησε σε προσωρινή ρήξη ανάμεσα στις YPG και την αραβική ομάδα Thuwaar al-Raqqa ( «Οι επαναστάτες της Raqqa»), η οποία είχε αγωνιστεί μαζί τους για την κατάκτηση του Τελ Αμπιάντ. «Θυμάμαι αυτούς τους ανθρώπους», λέει ο ευρωπαίος σύντροφος, «έχω μιλήσει μαζί τους, και θυμάμαι ότι, όταν μου μιλούσαν, σκεφτόμουν: και αυτοί, αν και τώρα αγωνίζονται μαζί μας, δεν είναι παρά χυδαίοι ληστές ». Μόλις μπήκαν στο Τελ Αμπιάντ, διηγείται, οι πολιτοφύλακες Thuwaar αλ-Raqqa επιδόθηκαν σε εκβιασμούς και βιαιότητες στον πληθυσμό. «Χρειάστηκε να τους απειλήσουμε, και άρχισαν να λεν σχετικά με την ιστορία της εθνοκάθαρσης. Γνωρίζουμε ότι αυτές οι ομάδες FSA είναι όλες συνδεδεμένες με την Τουρκία, με τον ένα ή τον άλλο τρόπο. Δεν χρειάζονταν πολύ μυαλό για να καταλάβουμε από πού έρχονταν ο προπαγανδιστικός ελιγμός «. Η Thuwaar αλ-Raqqa έφτασε στο σημείο να δώσει ένα τελεσίγραφο προς τις YPG. «Μας είπαν ότι μέσα σε 24 ώρες έπρεπε να εγκαταλείψουμε την πόλη. Μέσα όμως σε λίγες ώρες προχωρήσαμε εμείς σε μια επιχείρηση αστραπή, και αναγκάστηκαν να φύγουν αυτοί, χωρίς αιματοχυσία. »

Οι κατηγορίες για εθνοκάθαρση μπόρεσαν να βρουν ζωογόνο δύναμη στην εντύπωση που παρέχει η δημογραφική κατάσταση στα νότια του Τελ Αμπιάντ η οποία, όπως και σε άλλα μέρη της Συρίας, είναι αφοπλιστική: για δεκάδες χιλιόμετρα τα χωριά είναι ακατοίκητα, εγκαταλελειμμένα και ερειπωμένα, και μερικές φορές παραμένουν εκεί λίγες οικογένειες, τώρα αραβικές, κουρδικές τώρα. «Οι περισσότεροι από τους Άραβες έφυγαν προς νότο με το Daesh», λέει ένας αγωνιστής των YPG, «Όχι, πήγαν στην Τουρκία,» λέει ένας άλλος, «Κατέφυγαν στο Τελ Αμπιάντ» πιστεύει ένας άλλος. Και οι τρεις έχουν δίκιο. Αρκετές αραβικές φυλές και εκατοντάδες οικογένειες έχουν εγκαταλείψει αυτό τον στοιχειωμένο τόπο, επιλέγοντας το ισλαμικό κράτος ή την μετανάστευση προς την Τουρκία ή την Ευρώπη, ανάλογα με τις πολιτικές τάσεις. Οι λόγοι για αυτές τις αναχωρήσεις ήταν, όπως πάντα συμβαίνει, οι πιο ποικιλόμορφες. Υπάρχουν εκείνοι που έφυγαν γιατί κουράστηκαν ή αηδίασαν από τον πόλεμο, άλλοι εκκένωσαν τις περιοχές υψηλού στρατιωτικού κινδύνου για την δική τους προστασία, και αποφάσισαν να φύγουν, άλλοι, απλά, δεν θέλησαν να αποδεχθούν μια συνύπαρξη μέσα στην οποία ένα αριστερός κουρδικό κίνημα, που κατακρίθηκε τόσο πριν από τον πόλεμο όσο και την περίοδο υπό το ισλαμικό κράτος, είχε το δικαίωμα λόγου με το παραπάνω.

Το Τελ Αμπιάντ ήταν προέλευσης αρμενικής – ασσυριακής και ονομάζονταν Balihu. Ξανακατοικήθηκε από αρμενικές οικογένειες που απέδρασαν από τη γενοκτονία που διαπράχτηκε από την Τουρκία, μεταξύ άλλων μέσα από κουρδικά τμήματα, το 1915. Είκοσι χρόνια αργότερα ήταν οι κουρδικές φυλές που προσπαθούν να ξεφύγουν από το μακελειό που αυτή τη φορά είχε στραφεί εναντίον τους. Τέλος, το συριακό καθεστώς δημιούργησε εδώ, όπως και αλλού στην Rojava, βάση υπολογισμού, έναν τόπο αραβικού πληθυσμού για να «διορθώσει» την γλωσσική σύνθεση στο βόρειο τμήμα εκείνης που ακόμη και σήμερα θέλει να ονομάζεται «αραβική συριακή δημοκρατία». Διακόσιες πενήντα αρμενικές οικογένειες το έσκασαν από το Τελ Αμπιάντ μεταξύ των ετών 2013 και 2014, εξαιτίας των διώξεων της Αλ Κάιντα και του Isis. Μόνο περίπου πενήντα από αυτές επέστρεψαν μετά την απελευθέρωση: πολλοί αρμένιοι δυσπιστούν για ιστορικούς λόγους των κούρδων, οι οποίοι από την άλλη πλευρά ήταν οι ίδιοι που έπρεπε να εγκαταλείψουν την πόλη, το 2014. Η εκδίωξη των κούρδων ως «αποστατών» αποφασίστηκε από τον εμίρη του IS, πιθανότατα κατόπιν αιτήματος της γειτονικής Τουρκίας, και ανακηρύχθηκε από τους μιναρέδες των τζαμιών.

 

tel abyad turkey isis

Ωστόσο, η ταυτότητα και η αίσθηση του ανήκειν στους διάφορους «λαούς» που συζούν εδώ συμβάλλει εν μέρει μόνο για να καταλάβουμε τι συνέβη. Το Τελ Αμπιάντ έχει σήμερα την πρώτη συν- δήμαρχο γυναίκα στην ιστορία της, την Layla Μohammed, πλαισιώνει έναν ηλικιωμένο άραβα κύριο, τον Χαμντάν αλ-Rabad. Είναι αλλαγές που συναντούν την εχθρότητα των ιεραρχικών δομών που υπάρχουν στην παραδοσιακή κοινωνία φατριών, καθώς και των συντηρητικών ή αντιδραστικών κινημάτων στη Συρία και στη κυβέρνηση στην Τουρκία. Αν και η νίκη των YPG έδωσε τέλος στον πόλεμο που εκτυλίσσεται, θα πρέπει να υπενθυμίσουμε ότι ο πόλεμος στη Συρία δεν τελειώνει με τη στρατιωτική επιχείρηση, επειδή είναι ένας πολιτικός πόλεμος. Όταν, μετά την απελευθέρωση της πόλης, αρκετές εκατοντάδες εκτοπισμένοι από την πλευρά της τουρκίας αποφάσισαν να επιστρέψουν, συνελήφθησαν από τις YPG. Μέλη των οικογενειών τους μίλησαν για «λίστες»: και μάλιστα εκείνοι που είχαν υποστεί τις βιαιότητες του ισλαμικού κράτους και της Αλ Κάιντα για δύο χρόνια δεν δίστασαν να συμπληρώσουν αυτές τις λίστες, παραδίδοντάς τες στις μονάδες λαϊκής προστασίας. Πίσω από τις χειραγωγημένες κατηγορίες για «εθνοκάθαρση» κρύβεται μια προφανής πολιτική σύγκρουση. Εκείνοι που απολάμβαναν τα προνόμια που εγγυούνταν το ισλαμικό κράτος στους αρσενικούς και στους πιστούς οπλαρχηγούς στον χαλίφη, ζουν σήμερα μια λιγότερο τυχερή και, αναμφίβολα, λιγότερο άνετη κατάσταση.

« Αναγκαστήκαμε να καταφύγουμε στην Τουρκία επειδή ήμασταν φοβισμένοι. Οι YPG δεν μας διέταξαν να φύγουμε, ούτε χρησιμοποίησαν βία για να φύγουμε », λέει ο Μοχάμεντ, άραβας κάτοικος της πόλης, στην ιστοσελίδα KurdWatch, και προσθέτει ένας άλλος κάτοικος, επίσης άραβας, «δεν έχουν κάνει τίποτα στον πληθυσμό: απλώς φοβούνταν ότι υπήρχαν άνθρωποι που συνδέονταν με το Daesh. Ούτε ένας άραβας συνελήφθη στην πόλη». Η αλήθεια είναι ότι αν οι YPG είναι άκαμπτες στην πολιτική καταπίεση των σαλαφιστών οργανώσεων (και αυτό σημαίνει την σύλληψη εκατοντάδων ανθρώπων, εισβάλλοντας στα σπίτια τους) δεν διεξάγουν καθόλου «εθνοτικά» αντίποινα καθώς, εκτός του ότι είναι μη ρεαλιστικό, το να φανταστείτε μια κουρδική Gre Spi θα ήταν αντίθετη για το έργο τους, τον σχεδιασμό τους Το εκτελεστικό συμβούλιο που δημιουργήθηκε από το Tev Dem στο Τελ Αμπιάντ, μετά την απελευθέρωση, περιλαμβάνει επίσης εκπροσώπους κούρδους, τουρκομάνους και αρμένιους, αλλά η πλειοψηφία είναι αραβική. Ωστόσο, η γέννηση αυτής της διοίκησης αυτής έχει αναγνωριστεί από την Τουρκία τον περασμένο οκτώβριο, με βλήματα όλμων στην πόλη: γιατί αυτό που τρομάζει δεν είναι η «εθνοκάθαρση», αλλά μόνο η ιδέα της συνύπαρξης. Αυτή είναι επικίνδυνη για τα κράτη, κοντινά και μακρινά, που κυβερνούν τη νοτιοδυτική Ασία χάρη στις θρησκευτικές διαιρέσεις και στην παρουσίασή τους ως αναπόφευκτες εκβάσεις της ανθρώπινης φύσης ή της ιστορίας.

Υπερβολές και καταχρήσεις εξουσίας είναι δυνατές, φυσικά, σε κάθε πόλεμο και κάθε επανάσταση, αλλά το έργο, στο Τελ Αμπιάντ, αν μη τι άλλο είναι ημιτελές. Κύτταρα του Isis εξακολουθούν να υπάρχουν, και κατά τη διάρκεια αυτού του καλοκαιριού επιθέσεις αυτοκτονίας σκότωσαν είκοσι ανθρώπους. Η πόλη πλήττεται από μόνιμη απαγόρευση της κυκλοφορίας από τις 21:00 μέχρι τα ξημερώματα. Μετά από λίγες ημέρες κατάληψης η κινητή μονάδα του Dilovan, Serhat και Rashid έφυγε από την πόλη, για να αναπτυχθεί σε ένα άλλο μέτωπο. Στην διάρκεια της πορείας της συλλέγει τρεις άραβες εργάτες, που προσελήφθησαν από τις YPG για ορισμένες εργασίες στην Ayn Issa, πίσω από την Raqqa. Ένας ηλικιωμένος μαχητής αστειεύεται μαζί τους στο ταξίδι, λέγοντας ότι για τους πολιτοφύλακες του Daesh καθένας είναι ένας άπιστος, και όλοι γελούν εγκάρδια. Είναι επίσης ένας τρόπος για να δοκιμάσει κανείς με ποιον έχει να κάνει. Οι οικογένειες του Τελ Αμπιάντ, εν τω μεταξύ, συνεχίζουν να διασχίζουν το δρόμο καθώς περνούν τα pick up των YPG, κατά περιόδους δίχως να χαιρετούν τα κονβόι: σύμφωνα με άγραφους κώδικες στις ζώνες πολέμου στο Ιράκ και τη Συρία, είναι ένα σημάδι εχθρότητας. Θα είναι «ληστές»; ίσως, αλλά πάνω απ ‘όλα είναι θύματα – δεκαπέντε χρόνια τώρα – ενός παγκοσμίου πολέμου που, στη Μέση Ανατολή, γίνεται όλο και πιο «εμφύλιος»

Από τον ανταποκριτή του Radio Onda d’Urto και Infoaut στην Tel Abyad-Gre Spi, Rojava

σύγχρονα κινήματα, movimenti di oggi

Συρία: θεοκρατική επανάσταση ή συνομοσπονδιακή; – Siria: rivoluzione teocratica o confederale?

Τετάρτη 05 Oκτωβρίου 2016 14:27

του Davide Grasso – ιταλού Μαχητή των Ypg, Μονάδων λαϊκής προστασίας

YPG

Rojava (Siria), 5 οκτωβρίου 2016, Nena News – Όταν ο Bouhazizi Mohamed αυτοπυρπολήθηκε, στις 17 δεκεμβρίου του 2010, λίγοι από εμάς θα περίμεναν αυτά που συνέβησαν, και κατά πόσο θα είχαν συμβεί. Η Βόρεια Αφρική και η νοτιοδυτική Ασία ήταν χύτρες ταχύτητας περιμένοντας να εκραγούν και, τώρα ταχύτατα, τώρα σιγά-σιγά, να εκδηλωθούν βαθιές αντιθέσεις και νέες διαδρομές στο μέλλον. Λίγοι από εμάς αντιλαμβάνονταν το πόσο ήμασταν απροετοίμαστοι για κάτι τέτοιο, αντιθέτως να αναπτύξουμε μια συγκεκριμένη ανάλυση του τι συνέβαινε πέρα από τη Μεσόγειο.

Ένας φίλος μου είπε, «Αυτές οι « ανοίξεις » σάρωσαν τους σαλαφιστές από την ιστορία των χωρών αυτών: διέψευσαν πως εκείνη ήταν η κυρίαρχη τάση στη νεολαία» Τα γεγονότα που ακολούθησαν, μέχρι τα παρόντα, δείχνουν πώς  η εντύπωση αυτή ήταν ελλιπής και μονόπλευρη. Είχαμε προβάλλει σχετικά με τα γεγονότα τις δικές μας προσδοκίες. Εμείς δεν κοιτούσαμε τα γεγονότα σε όλη την πολυπλοκότητά τους, για αυτό που ήταν, ακόμη και με την αμφισημία τους, τα παρατηρούσαμε σαν τέτοια που θα θέλαμε να είναι.

Τηλεόραση και εφημερίδες, με έναν ανάλογο (αλλά πιο συμφεροντολογικό) στραβισμό, μιλούσαν για τις «εξεγέρσεις του ψωμιού» ή « κινήματα για την δημοκρατία» (εννοώντας, με αυτό, μια μεγαλύτερη πολιτική και οικονομική επιρροή της Δύσης). Στην πραγματικότητα, με το 2011 έχει ξεκινήσει για τα καλά μια δεύτερη αποαποικιοποίηση, μέσω της οποίας οι λαοί της Ασίας νοτιο-δυτικής και της βόρειας Αφρικής προσπαθούν, σύμφωνα με νέες μορφές και μέσα σε έναν νέο αιώνα, να ανακτήσουν αυτονομία συγκρουόμενοι με θεσμούς που αντιλαμβάνονται ως έξωθεν επιβεβλημένους , αλλά αυτή η δεύτερη μάχη για την ανεξαρτησία, για περισσότερο από μισό αιώνα μετά την αλγερινή επανάσταση, έχει στο αντιδραστικό στοιχείο της ανάκτησης της πίστης, αν και με διαφορετικές μορφές, ένα κεντρικό συστατικό.

Δραματική συμπύκνωση του συνόλου των αντιφάσεων των «αραβικών ανοίξεων», η Συρία έχει γίνει, ειδικότερα, τόπος καθίζησης τόσο των ιδεολογικών ορίων αυτής της τάσης όσο της κακής συνείδησης των δυτικών αφηγήσεων, που ποτέ πριν σε σχέση με αυτή τη σύγκρουση έχουν σοφά προσανατολίσει-κατευθύνει και λογοκρίνει την γνώση και την πληροφορία.

Η συριακή επανάσταση, όπως και η αιγυπτιακή, σημάδεψαν επίσης την προσωρινή ήττα της ευρωπαϊκής διανόησης περισσότερο ή λιγότερο «στρατευμένης», ανίκανης να προσφέρει ένα ερμηνευτικό πλαίσιο για τα γεγονότα αυτά, θέτοντας σε δυναμική σχέση τους κριτικούς αστερισμούς με ό, τι συμβαίνει εδώ. Εάν σε σύγκριση με τη Συρία δεν μπορούν να αναδείξουν το ζήτημα της σχέσης μεταξύ της επανάστασης του εμφυλίου πολέμου και του παγκόσμιου-καθολικού πολέμου, με την Αίγυπτο συνέχισαν να καλλιεργούν το μύθο των συγκεντρώσεων της πλατείας ακόμη και στο στάδιο όπου ήταν προφανές ότι ο λόγος είχε δώσει την θέση του στα όπλα, και οι άνθρωποι ήταν άοπλοι, ο λαός ήταν άοπλος. Φαίνεται ότι οι συγκρούσεις που συμβαίνουν στον κόσμο έχουν ενδιαφέρον, για μια συγκεκριμένη ευρωπαϊκή πνευματική τάξη, μόνο εάν αυτές αναφέρονται στην ρομαντική εικόνα των οδοφραγμάτων, σε μιαν » ελευθερία που οδηγεί τον λαό» καθησυχαστική κατά βάθος, επειδή υποδηλώνει την άμεση αντιστοιχία μεταξύ των πρακτικών της απόρριψης και επαναστατικού χτισίματος.

Οι άνθρωποι, αντιθέτως, ο λαός, «οδηγείται από την ελευθερία» μόνο στα έργα ζωγραφικής. Όπως και με τις τάξεις, είναι αυτό που είναι, ή μάλλον αυτό που συμβαίνει: ένα βαθιά διαφοροποιημένο μάγμα, που διασχίζεται από αντιτιθέμενες εντάσεις και, κυρίως, από προσωπικές ιστορίες αμείωτες, από εντάσεις και επιθυμίες που δεν είναι δυνατόν, σε πρώτη φάση, να μειώσουμε σε ένα πρόγραμμα ή μια σαφή πολιτική προοπτική, πόσο μάλλον ένα γραμμές ρήξης «θρησκευτικές» ή «εθνοτικές».

Πολέμησα πλάι πλάι, μαζί με άραβες που φορούν με περηφάνια την στολή των YPG, και μάλωσα με κούρδους που κάνουν δικό τους ένα αντιδραστικό όραμα, φανατικό και συντηρητικό, παραδοσιακό, εχθρικό προς την επανάσταση της Rojava. Μεταξύ των υποστηρικτών του καθεστώτος στη Δαμασκό υπάρχουν αυτοί που έχουν τρομοκρατηθεί από την ενδεχόμενη απώλεια προνομίων όπως και εκείνοι που, απλά, λυπούνται και αναπολούν για την ήσυχη ζωή που μέχρι το 2010 είχε παραχωρηθεί σε όσους υποβάλλονταν στον πρόεδρο. Υπάρχουν άνθρωποι που πολεμούν το ισλαμικό κράτος διότι το «ισλαμικό κράτος» που έχουν μπροστά τους είναι πολύ διαφορετικό από αυτό που έχουν στο μυαλό τους. Ειδομένη από κοντά, η επανάσταση είναι πολύ πιο συγκεκριμένη. Αυτό που πρέπει να έχουμε κατά νου είναι ότι αυτή δεν μπορεί να ξεφύγει από τη δράση μας, γιατί αυτή είναι η δράση μας.

Η επιστημονική ενατένιση γι αυτό είναι εκτός τόπου. Να αντικαταστήσουμε την ανάληψη ευθύνης με τον γεωπολιτικό αυνανισμό, φτάνοντας στο σημείο να κάνουμε κερκίδα και να πανηγυρίζουμε, όχι για τα κινήματα και τις ανάγκες που αυτά εκφράζουν, αλλά για αυτό ή για εκείνο το κράτος – την Συρία, τη Ρωσία ή τις Ηνωμένες Πολιτείες – σημαίνει να δείχνουμε απεριόριστη περιφρόνηση στον συριακό πληθυσμό και σε όλη τη μέση Ανατολή. Αναλογικά, το να στρεφόμαστε από την άλλη πλευρά με την δικαιολογία ότι η κατάσταση είναι πολύ βρώμικη και μπερδεμένη, ή, ακόμη χειρότερα, ότι οι παίκτες και οι παράγοντες είναι πολύ πραγματικοί για να εμφανίζονται ευχάριστοι ή «ευπαρουσίαστοι», είναι απαράδεκτο. Ο «λαός» μπορεί να είναι μια οντότητα αβέβαιη ως πολιτική κατηγορία, αλλά επάνω στη γη οι άνθρωποι έχουν δύο πόδια και δύο χέρια. Πρέπει – υπογραμμίζω ,πρέπει – να θεωρήσουμε τους σύριους σαν φίλους μας. Έχουμε ευθύνη απέναντι τους άλλο τόσο σημαντική όσο εκείνη που έχουμε προς τους ιρακινούς, τους αιγύπτιους, τους παλαιστίνιους ή τους τυνήσιους. Ωστόσο, ο συριακός πληθυσμός είναι σήμερα ο μεγάλος απών, όχι μόνο από τις υποκριτικές συζητήσεις στη Γενεύη ή τη Νέα Υόρκη, αλλά και από τις ασαφείς εικασίες και κερδοσκοπίες οι οποίες συχνά λαμβάνουν χώρα μεταξύ εκείνων που θα ήθελαν να είναι διαφορετικοί από εκείνους που κάθονται επάνω σε τέτοιου είδους συναινέσεις.

Η οριστική ιστορική κρίση σχετικά με το «συριακό καθεστώς» έχει αποφανθεί από τα γεγονότα που ξεκίνησαν από το 2011. Το ζήτημα έκλεισε. Η επανάσταση και το μέλλον είναι η μόνη οδός. Την ίδια στιγμή, να θυμάστε ότι οι «φιλικές» κυβερνήσεις της επανάστασης ήταν και είναι οι χειρότεροι εχθροί της. Όλοι, εδώ, διηγούνται πώς η αλλαγή από τις ρίζες, την προέλευση της εξέγερσης κατά την είσοδο των όπλων και των μαχητών που προέρχονταν από την Τουρκία ήταν ολική, και όχι επειδή ξένα όπλα και ξένοι μαχητές δεν εξυπηρετούν και δεν χρειάζονται σε μια επανάσταση, αλλά επειδή εκείνοι ήταν «φίλοι» που είχαν μια τιμή, δηλαδή την υποβολή τους όχι μόνο σε ξένα συμφέροντα, αλλά και σε μια πολιτική προοπτική που τους είχε επιβληθεί, ίδια για όλους, το ίδιο για όλους. Η Τουρκία και η Σαουδική Αραβία έχουν βρει κοινό έδαφος εν μέρει ώριμο για αυτή την επιχείρηση, αλλά και ένα καθεστώς έτοιμο για τον σκοτεινότερο συμβιβασμό. Ο Μπασάρ αλ-Άσαντ ενδιαφέρονταν να καταστήσει τον εχθρό του αδαή, μη παρουσιάσιμο, σε ένα είδος αμοιβαίας συμφωνίας σχετικά με το ποιες ήταν οι κάρτες με τις οποίες θα έπρεπε να γίνει παιχνίδι. Και η θεοκρατική επανάσταση που προωθείται από τον άξονα τουρκίας-σαουδικής Αραβίας και, έμμεσα, και από το καθεστώς με τις ύποπτες » αμνηστίες » του 2011, που οι ΗΠΑ και η ΕΕ έχουν υποστηρίξει και, αν και με αυξανόμενες δυσκολίες, συνεχίζουν να στηρίζουν.

Οι νίκες των Συριακών Δημοκρατικών Δυνάμεων και των YPG-YPJ μεταξύ 2015 και 2016 έχουν αναγκάσει σε πρωταγωνιστικό ρόλο ενός νέου παίκτη, μιας διαφορετικής ιδέας «δεύτερης απο αποικιοποίησης» και μιας διαφορετικής κριτικής του συστήματος Sykes-Picot. Είναι η επανάσταση που έρχεται από τον βορρά, η οποία έχει επίσης την πρόθεση να επιστρέψει στην αρχική επανάσταση τα δικαιώματά της. Αν η ιδέα ότι το ιστορικό ολίσθημα που ακολούθησε το 2011 ήταν εμπνευσμένο από προοπτικές ουσιαστικά «κοσμικές» ήταν εσφαλμένη, η ιδέα που σήμερα έχει εξαπλωθεί από το Μαρόκο έως το Πακιστάν είναι ότι ό, τι κινείται είναι «παράδοση» ή απλά «Ισλάμ» είναι εξίσου ψευδής. Ας προσπαθήσουμε να σκεφτούμε την ανατολή με τον ίδιο σεβασμό με τον οποίο είμαστε συνηθισμένοι να σκεφτόμαστε τη δύση: τι περίπλοκο. Με αυτό δεν αναφέρομαι στις πολύ τονισμένες γλωσσικές και θρησκευτικές διαιρέσεις, αν και σημαντικές: αναφέρομαι σε σφάλματα και ρήξεις που διασχίζουν κάθε μεμονωμένη κοινότητα, κάθε οικογενειακό πυρήνα ή και το ίδιο άτομο, πως εδώ – όπως και αλλού – εξακολουθεί να είναι  αυτό που συμβαίνει.

Είναι πολλοί, στη Συρία, οι οποίοι αρνούνται να προσδιορίσει την ανάγκη για απελευθέρωση από το στρατιωτικό καθεστώς με μια πολιτική που βασίζεται σε αναφορά στο κοράνι. Και αυτοί ήταν μεταξύ των χιλιάδων ανθρώπων που βγήκαν στους δρόμους το 2011, και στις πλατείες, αλλά η ισλαμική επανάσταση τους έκανε να σωπάσουν στα δυτικά της χώρας και κατά μήκος του Ευφράτη. Το να δρας μέσα σε μιαν επανάσταση, όμως, δεν σημαίνει να σκέφτεσαι με αφηρημένους όρους, όπως στις δημοσκοπήσεις. Σημαίνει να δίνεις ξανά τη δύναμη σε όλους εκείνους που δεν έχουν καμία, και, αν την είχαν, θα μπορούσαν να αλλάξουν τις τύχες των πολιτικών γεγονότων και εξελίξεων. Αυτό είναι που κάνει η συνομοσπονδιακή επανάσταση. Μπορεί να νικήσει τόσο το ισλαμικό κράτος, όπως και να αντιμετωπίσει τους εκφοβισμούς των σαλαφιστών στην περιοχή, και μπορεί να υποδεικνύει έναν ορίζοντα ειρήνης και μετασχηματισμού για το συριακό σενάριο. Η συνομοσπονδιακή επανάσταση περιέχει την θεμελιώδη κουρδική επανάσταση, αλλά περιέχει επίσης την εκδίκηση των αραβικών και ασσυρίων δυνάμεων που ενδιαφέρονται για μια νέα διαδικασία, και προσφέρει τη δυνατότητα της πολιτικής συμμετοχής από τα κάτω σε όλους τους σύριους που αισθάνονται καταπιεσμένοι ή προδομένοι τόσο από το καθεστώς όσο και από την ισλαμική επανάσταση .

Το μεγαλύτερο στοιχείο δύναμης και αντοχής της συνομοσπονδιακής επανάστασης είναι ο κοινωνικός αντίκτυπος. Όπου η συνομοσπονδιακές δυνάμεις προετοιμάζουν μια μάχη, εκ των προτέρων σχηματίζουν τα τοπικά συμβούλια και τους λαϊκούς θεσμούς, παράνομους ή στην εξορία, σε θέση να κάνουν να συμβεί αμέσως, μαζί με την κατάκτηση από την πλευρά των όπλων, η πραγματική επαναστατική διαδικασία. Η καθαίρεση των δικαστηρίων της Σαρία η των θεσμών του καθεστώτος ακολουθείται αμέσως από την ενεργοποίηση των κοινοτήτων, λαϊκών συνελεύσεων και διασκέψεων των γυναικών που κινούν την αληθινή αλλαγή της πραγματικότητας, που είναι αυτά που θέλουν οι άνθρωποι, κάθε φορά διαφοροποιώντας και συνοδεύοντας τις αλλαγές σε σχέση με τα κοινωνικά χαρακτηριστικά και τις επιθυμίες που εκφράζονται σε αυτό το μέρος, σε αυτό τον τόπο. Οι δυνάμεις του Tev Dem (Κίνημα για τη Δημοκρατική Κοινωνία) και των YPG-YPJ είναι, ως εκ τούτου οι μόνες στη Συρία που είναι σε θέση να διαθέτουν ένα αυτόνομο πρόγραμμα, και να συγκρουστούν, εάν είναι απαραίτητο, με όποιον προσπαθήσει να σταματήσει αυτή η συγκεκριμένη μεταμόρφωση.

Για το λόγο αυτό είναι γελοία η κατηγορία αυτών που παρουσιάζουν τις SDF ως δυνάμεις στην υπηρεσία «ξένων φιλοδοξιών και συμφερόντων.» Οι SDF και το Συριακό Δημοκρατικό Κογκρέσο είναι, αντίθετα, οι μόνες συριακές πραγματικότητες απρόσβλητες από αυτό τον κίνδυνο , σε αντίθεση με την ισλαμική επανάσταση και το καθεστώς, μιας και κατέχουν την υποκειμενική ενέργεια και την μαχητική επίγνωση για να πολεμήσουν μια εμφύλια παγκόσμια σύρραξη χωρίς να χάσουν τους αρχικούς πολιτικούς τους ορίζοντες. Αυτό αν και, όπως όλες οι δυνάμεις που εμπλέκονται στον πόλεμο, αντιμετωπίζουν οπλικά συστήματα, ξένες αεροπορίες και τεχνολογίες, και επομένως δεν μπορούν να αντέξουν να αρνηθούν την αεροπορική υποστήριξη που παρέχεται από τις Ηνωμένες Πολιτείες (με ελάχιστες επιχειρήσεις εναντίον του Is) και την διπλωματική υποστήριξη που μερικές φορές προσφέρεται από την Ρωσία.

Η παρουσία παγκόσμιων και περιφερειακών δυνάμεων στην συριακή συγκυρία είναι από μόνη της ένα πρόβλημα. Παρ ‘όλα αυτά, δεν είναι οι συνομόσπονδες δυνάμεις που έχουν εκλιπαρήσει την παρέμβαση τους, αλλά το καθεστώς, αφενός, και οι ισλαμικές δυνάμεις (οι οποίες εσφαλμένα ονομάζονται από τα δυτικά μέσα ενημέρωσης, «συριακή αντιπολίτευση»), από την άλλη. Είναι περίεργο, τώρα, να δηλώνουμε ότι οι μόνες αυθεντικά επαναστατικές δυνάμεις, στο παγκόσμιο πλαίσιο-στην παγκόσμια συγκυρία που έχει καθοριστεί και δημιουργηθεί, θα έπρεπε να αφεθούν να σφαγιασθούν για να ευχαριστηθούν όσοι, στη δύση, δεν βρέθηκαν στη θέση για άλλη μια φορά να μπλοκάρουν τη δράση των στρατών της και των κρατών της.

Ο τρόπος με τον οποίο αυτά τα στοιχεία στρέφονται κατά του συνομοσπονδιακού κινήματος, το οποίο είναι το λιγότερο οπλισμένο και αυτό που υποστηρίζεται λιγότερο από εξωτερικούς παράγοντες της συριακής παγκόσμιας σύγκρουσης (αν και σήμερα συγκεκριμένη προπαγάνδα προκαλεί κάποιους να πιστεύουν το αντίθετο), είναι, επομένως, απολύτως οργανικός, καθοριστικός και χειραγωγημένος. Πρέπει να αναγνωριστεί ότι το καθοριστικό στοιχείο για αυτό που συμβαίνει στη βόρεια Συρία δεν είναι ο πόλεμος, αν και πανταχού παρών, αλλά η επανάσταση. Αυτή πραγματοποιείται με χιλιάδες αγωνιστές, κάθε μέρα, σε δεκάδες οικονομικούς και κοινωνικούς τομείς . Η καρικατούρα αυτής της εμπειρίας ως «εφεδρικού στρατού των ΗΠΑ» είναι έκφραση άγνοιας της κατάστασης στον αγωνιστικό χώρο που μεταμφιέζεται ως πλεύση ρεαλισμού, αν όχι, συχνά, απλής κακής πίστης. Το ότι πολύ συχνά αυτή η περίπτωση υπερισχύει, αποδεικνύεται από το γεγονός ότι αυτή η καρικατούρα προωθείται κυρίως από αυτόν – το καθεστώς και την ισλαμική επανάσταση – που καταστρέφει τη Συρία, και κυρίως το Χαλέπι, χάρη στην ρωσική αεροπορία ή, στην απέναντι πλευρά, στα βαρέα όπλα που παρέχονται από τις Ηνωμένες Πολιτείες, το Κατάρ, τη Σαουδική Αραβία και την Τουρκία.

Τι είδους ευημερία θα φέρουν αυτές οι κερδοσκοπικές »ιμπεριαλιστικές βοήθειες» προς το λαό της Συρίας και του Χαλεπίου, και γιατί αυτές είναι δικαιολογημένες, σε αντίθεση με την μερική κάλυψη από αέρα που παρέχεται από τον συνασπισμό στις δυνάμεις του SDF ενάντια στο Is, πρέπει ακόμη να ανακαλυφθεί. Σχεδόν έξι χρόνια μετά το θάνατο του Μοχάμεντ Bouhazizi, τα όρια και  οι ελλείψεις στην ανάλυση της δυτικής αριστεράς ακόμη δεν αντιμετωπίζονται κρισίμως. Αυτό είναι σοβαρό, δεδομένου ότι συνδέονται με την αδυναμία αυτής της ίδιας αριστεράς να σκεφτεί την συγχρονικότητα και το πολιτικό, καταδικάζοντας τον εαυτό της στην αδράνεια και ανικανότητα που είναι ορατές σε όλους. Όταν η ευρωπαϊκή αριστερά θα καταφέρει να παράξει ένα σεντ από τις κοινωνικές αλλαγές που παράγονται στην Rojava, θα καταλάβει ότι η επανάσταση δεν είναι ένα παιχνίδι. Σήμερα φανταζόμαστε έναν κόσμο χωρίς αντιφάσεις, όπου τα κινήματα προχωρούν προς τα εμπρός, χωρίς να σκοντάφτουν, επάνω στον αγνό και καθάριο δρόμο της μεταφυσικής «επαναστατικής», και στη συνέχεια, όταν στρέφουμε το βλέμμα προς την πικρή πραγματικότητα της σύγκρουσης που είναι άκρως θεαματική και τεχνολογική, που θρυμματίζει το σημερινό παγκόσμιο κεφάλαιο, και τον ξεσκισμένο ωκεανό της παγκόσμιας εργατικής τάξης, επικρίνουμε τις προσπάθειες των συντρόφων με γελοίες πόζες ριζοσπαστισμού, ή καταφεύγουμε στη μυθοποιημένη παραμόρφωση εκείνης ή της άλλης κρατικής μεταμόρφωσης του σύγχρονου κεφαλαίου.

Το συνομοσπονδιακή κίνημα είναι ο μοναδικός σύριος παίκτης που παντρεύεται μια πραγματικά μαχητική λογική, που στερείται από οποιαδήποτε θεώρηση που δεν έχει την προέλευση της, στην τακτική και τη στρατηγική, από αυτό που η θεωρητική της επεξεργασία περιλαμβάνει σαν συμφέρον των εργαζομένων και του λαού. Γι ‘αυτό εγώ τολμώ να πω ότι πρόκειται για το μοναδικό συγκεκριμένα επαναστατικό κίνημα στη Συρία. Αυτό δεν προωθεί μια εδαφική διαίρεση αυτής της χώρας (άλλη χειραγωγημένη κατηγορία), αλλά τη δημιουργία μιας Συρίας που σέβεται τις διαφορετικότητες, με βάση την πολιτική και οικονομική συνεργασία μεταξύ των ανθρώπων, για τη σταδιακή ομαδοποίηση των μορφών παραγωγής και αναπαραγωγής της ζωής. Στόχος του είναι για άλλη μια φορά να θέσει υπό αμφισβήτηση τον καπιταλιστικό πολιτισμό. Είναι ένα νέο πείραμα λαϊκής εξουσίας και προσβολής σε προνόμια ιεραρχίας ενοποιημένα σε διαφορετικά επίπεδα. Και απειλείται από τα προβλήματα της κάθε επανάστασης.

Ένα παρόμοιο πείραμα αξίζει όλη την υποστήριξή μας.

διεθνισμός, internazionalismo

Το κουρδικό ζήτημα, χθες και σήμερα – La questione curda, ieri e oggi

164 visualizzazioni

kurdistan

Ένα δοκίμιο του Samir Amin. Ματάφραση του Lorenzo Battisti για το Marx21.it

Το πολιτικό χάος που κυριαρχεί την σκηνή στη Μέση Ανατολή εκφράζεται, μεταξύ άλλων, στην βίαιη εμφάνιση του κουρδικού ζητήματος. Πώς μπορούμε να αναλύσουμε, σε αυτές τις νέες συνθήκες, την εμβέλεια της απαίτησης των Κούρδων (αυτονομία; Ανεξαρτησία; Ενότητα;); Και μπορούμε να συμπεράνουμε από την ανάλυση ότι αυτή η αξίωση πρέπει να υποστηρίζεται από όλες τις δημοκρατικές και προοδευτικές δυνάμεις στην περιοχή και τον κόσμο;

Μια μεγάλη σύγχυση κυριαρχεί στην συζήτηση για το θέμα αυτό. Ο λόγος είναι, κατά τη γνώμη μου, η ευθυγράμμιση των περισσότερων φορέων και των παρατηρητών πίσω από μια μη-ιστορική οπτική αυτού του θέματος, όπως και άλλων. Το δικαίωμα των λαών στην αυτοδιάθεση έχει ανυψωθεί σε απόλυτο δικαίωμα, το οποίο θα θέλαμε να διατηρείται σε ισχύ για όλους και ανά πάσα στιγμή (παρούσα και μελλοντική), καθώς επίσης και στο παρελθόν. Το δικαίωμα αυτό θεωρείται ως ένα από τα συλλογικά δικαιώματα από τα πιο θεμελιώδη,στο οποίο συνήθως δίδεται μεγαλύτερη σημασία από ό, τι σε άλλα συλλογικά δικαιώματα κοινωνικού εύρους (δικαίωμα στην εργασία, την εκπαίδευση, την υγεία, την πολιτική συμμετοχή, κλπ ..).

Από την άλλη πλευρά, τα υποκείμενα αυτού του απόλυτου δικαιώματος δεν ορίζονται με ακριβή τρόπο, το υποκείμενο αυτού του δικαιώματος μπορεί να είναι «μια κοινότητα» οποιαδήποτε, πλειοψηφική ή μειοψηφική εντός των συνόρων ενός κράτους ή μιας από τις επαρχίες του, αυτή η κοινότητα που αυτοπροσδιορίζεται ως «ιδιαίτερη» για την γλώσσα ή τη θρησκεία, για παράδειγμα, και διακηρύσσει, λανθασμένα ή σωστά, πως είναι θύμα διάκρισης , αν όχι καταπίεσης. Οι αναλύσεις μου και οι τοποθετήσεις μου εγγράφονται σε αντίθεση με αυτή την transhistorical οπτική των προβλημάτων της κοινωνίας και των «δικαιωμάτων», διαμέσου των οποίων εκφράζονται τα αιτήματα των κοινωνικών κινημάτων του παρελθόντος και του παρόντος. Ειδικότερα, αποδίδω κεφαλαιώδη σημασία στην θραύση που διαχωρίζει την ανάπτυξη του σύγχρονου καπιταλιστικού κόσμου από τους προηγούμενους κόσμους.

Η πολιτική οργάνωση αυτών των προηγούμενων κόσμων έχει ενδυθεί διάφορες μορφές, ακραίες, που κυμαίνονταν από την κατασκευή εξουσιών που ασκούνταν πάνω σε εκτεταμένους χώρους, που κατατάσσονταν δια τούτο ως «αυτοκρατορίες», με τις πιο μετριοπαθείς μοναρχίες περισσότερο ή λιγότερο συγκεντρωτικές, χωρίς να αποκλείεται σε ορισμένες περιπτώσεις ο ακραίος θρυμματισμός των εξουσιών που σχεδόν δεν υπερέβαιναν τον ορίζοντα ενός χωριού. Η εξέταση αυτού του ανόμοιου συνόλου των προηγούμενων πολιτικών μορφών της καπιταλιστικής νεωτερικότητας δεν είναι προφανώς το αντικείμενο του παρόντος άρθρου. Δεν θα αναφερθώ παρά σε μερικά από τα αυτοκρατορικά κτίσματα της περιοχής που μας ενδιαφέρει: την ρωμαϊκή και βυζαντινή αυτοκρατορία, τα αραβο-περσικά χαλιφάτα, την οθωμανική Αυτοκρατορία.

Η κοινή ταξινόμηση αυτών των περιορισμών – των αυτοκρατοριών – είναι πιο παραπλανητική παρά χρήσιμη, αν και μοιράζονται αμφότερα τα δύο γνωρίσματα: 1) αναγκαστικά μοιάζουν μεταξύ τους, για την γεωγραφική τους επέκταση, λόγω των λαών και των διαφορετικών κοινοτήτων στην γλώσσα, τη θρησκεία και τους τρόπους παραγωγής και κοινωνικής ζωής 2) οι λογικές που διοικούν την αναπαραγωγή της κοινωνικής και οικονομικής ζωής δεν είναι αυτές του καπιταλισμού, αλλά αναφέρονται σε αυτό που έχω περιγράψει ως οικογένεια των μεθόδων φυλετικής παραγωγής ( «φεουδαρχικής», στην πιο κοινή γλώσσα). Για το λόγο αυτό θεωρώ παράλογο να εξισώνουμε όλες αυτές τις αρχαίες αυτοκρατορίες (εκείνες που θεωρούνται εδώ, όπως και άλλες, σαν την Κίνα), από τη μία πλευρά, και από την άλλη αυτοκρατορίες που χτίστηκαν από τις μεγάλες καπιταλιστικές δυνάμεις, είτε είναι αποικιακές αυτοκρατορίες όπως αυτή της Μεγάλης Βρετανία και της σύγχρονης Γαλλίας ή των αυτοκρατοριών χωρίς επίσημες αποικίες όπως η αυτοκρατορία των Ηνωμένων Πολιτειών, υπό μια μοναδική μορφή αποκαλούμενη αυτοκρατορία. Η γνωστή θέση του Κένεντι για την «πτώση των αυτοκρατοριών» είναι μια από αυτές τις transhistorical κερδοσκοπικές φιλοσοφίες.

Eπιστρέφω πίσω σε εκείνη την αυτοκρατορία που ενδιαφέρει άμεσα το θέμα μας: την οθωμανική Αυτοκρατορία που χτίστηκε την στιγμή που η Ευρώπη αρχίζει την ρήξη με το παρελθόν της και εισέρχεται στην καπιταλιστική νεωτερικότητα. Η οθωμανική Αυτοκρατορία ήταν, αυτή, προ-καπιταλιστική. Η κατάταξη της σαν τουρκική αυτοκρατορία είναι η ίδια ανακριβής και παραπλανητική. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι οι πόλεμοι κατάκτησης των ημι νομαδικών τουρκομάνων φυλών που ήρθαν από την κεντρική Ασία έπαιξαν καθοριστικό ρόλο στη διπλή καταστροφή της βυζαντινής Αυτοκρατορίας και του Χαλιφάτου της Βαγδάτης, όπως και του κύριου εποικισμού της Ανατολίας και της ανατολικής Θράκης. Αλλά η εξουσία του Σουλτάνου της Αυτοκρατορίας επεκτείνονταν πολύ πέρα από στα εδάφη των αρμενίων και κούρδων, των αράβων, των ελλήνων και των σλάβων των Βαλκανίων. Το να κατατάξουμε αυτή την Αυτοκρατορία ως πολυεθνική οδηγεί σε μια εσφαλμένη προβολή στο παρελθόν μιας άλλης πραγματικότητας, των εθνικιστών (αντι-Οθωμανών) των Βαλκανίων και των αράβων που ήταν στην σύγχρονη μορφή τους τα προϊόντα της διείσδυσης του καπιταλισμού στην Αυτοκρατορία.

Όλοι οι λαοί της αυτοκρατορίας – Τούρκοι και άλλοι – ήταν εκμεταλλευόμενοι και καταπιεσμένοι με τον ίδιο τρόπο, με την έννοια ότι οι αγροτικές πλειοψηφίες υποβάλλονταν όλες στην ίδια αρχή μιας βαριάς φορολογικής επιβάρυνσης. Ήταν όλοι εξίσου καταπιεσμένοι από την ίδια αυταρχική εξουσία. Σίγουρα οι χριστιανοί ήταν προφανώς αντικείμενο ιδιαίτερων διακρίσεων. Αλλά εδώ δεν κοιτάζουμε μορφές καταπίεσης «εθνικές» ούτε προς τους χριστιανικούς λαούς, ούτε προς μουσουλμάνους μη τούρκους (κούρδους και άραβες). Η άρχουσα τάξη που σχετίζεται με την εξουσία του Σουλτάνου υπολόγιζε ανάμεσα στις τάξεις της τις αστικές αριστοκρατίες, στρατιωτικές και θρησκευτικές όλων των περιοχών της Αυτοκρατορίας, συμπεριλαμβανομένου του εμβρύου των νέων κομπραδόρικων αστικών τάξεων, ιδίως ελληνικών και αρμενίων, που παρήχθησαν από την καπιταλιστική διείσδυση.

Οι ειδικοί χαρακτήρες του οθωμανικού συστήματος που αναφέρονται εδώ δεν είναι χαρακτηριστικoί αυτής της ανατολικής Αυτοκρατορίας. Βρίσκουμε τέτοιες παρόμοιες εκφράσεις σε άλλες αρχαίες αυτοκρατορίες, όπως στις αυστρο-ουγγρικές και ρωσικές αυτοκρατορίας. Ή ακόμη στην Αιθιοπία του Ménélik και του Hailé Selassié. Η δύναμη του Βασιλιά των Βασιλέων, δεν συνδέθηκε με μια κυριαρχία Αμχάρα, οι αγρότες Αμχάρα δεν αντιμετωπίζονταν καλύτερα από τους άλλους, η άρχουσα τάξη επιλέγονταν από όλες τις περιοχές της αυτοκρατορίας (για παράδειγμα, υπήρχε ένα μεγάλο νούμερο καταγομένων από την Ερυθραία μεταξύ αυτών).

Τίποτα παρόμοιο στα σύγχρονα ιμπεριαλιστικά συστήματα. Οι αποικιακές αυτοκρατορίες (της Μεγάλης Βρετανίας και της Γαλλίας) όπως η άτυπη αυτοκρατορία των ΗΠΑ χτίστηκαν συστηματικά επάνω στη βάση της διάκρισης μεταξύ των λαών των μητροπόλεων και εκείνων των αποικιών και των εξηρτημένων, στους οποίους τα πλέον στοιχειώδη δικαιώματα στερήθηκαν, αυτά που ήταν αναγνωρισμένα εις τους πρώτους. Κατά συνέπεια, η πάλη των λαών που κυριαρχούνταν από τον ιμπεριαλιστικό καπιταλισμό έγινε ένας αγώνας για την εθνική απελευθέρωση, αντι-ιμπεριαλιστικού χαρακτήρα αναγκαστικά. Πρέπει, επομένως, να είμαστε προσεκτικοί ώστε να μην συγχέουμε αυτό τον σύγχρονο αντι-ιμπεριαλιστικό εθνικισμό – που γι αυτό τον λόγο είναι προοδευτικός – από όλες τις άλλες εκφράσεις των μη αντι-ιμπεριαλιστικών εθνικιστικών κινημάτων, είτε πρόκειται για εθνικισμούς εμπνευσμένους από τις άρχουσες τάξεις των ιμπεριαλιστικών χωρών, ή από μη-αντι-ιμπεριαλιστικά εθνικιστικά κινήματα όπως ήταν εκείνο των βαλκανικών λαών για τους οποίους θα επανέλθω αργότερα. Το να πούμε πως είναι όμοιες οι δομές των αρχαίων αυτοκρατοριών και εκείνες οι συγκεκριμένες των ιμπεριαλιστικών αυτοκρατοριών του καπιταλισμού, να τις μπερδεύουμε μέσα σε μια ψευδο γενική έννοια της «Αυτοκρατορίας», καταγράφεται στο αντίθετο των βασικών αναγκών μιας επιστημονικής ανάλυσης των ιστορικών κοινωνιών.

Η εμφάνιση των ιδεολογιών του εθνικισμού είναι το επόμενο. Αυτές θα σχηματιστούν μόνο στον 20ο αιώνα στα Βαλκάνια, στη Συρία, μεταξύ των Αρμενίων, και αργότερα μεταξύ των Τούρκων της Ρωμυλίας ως αντίδραση στους άλλους. Δεν υπήρξε κατά τον χρόνο εκείνο το ελάχιστο σημάδι της ανάδυσης ενός κουρδικού εθνικισμού. Η εμφάνιση όλων αυτών των εθνικισμών συνδέεται στενά με την νέα αστικοποίηση και τον εκσυγχρονισμό των διοικήσεων. Οι ίδιοι οι αγρότες θα μπορούσαν να συνεχίσουν να μιλούν στη γλώσσα τους, αγνοώντας εκείνην της οθωμανικής διοίκησης που δεν εμφανίζονταν στην ύπαιθρο παρά μόνο για την είσπραξη των φόρων και την πρόσληψη-κατάταξη των στρατιωτών. Αλλά στις νέες πόλεις, και ιδιαίτερα μεταξύ των νέων μορφωμένων μεσαίων τάξεων, η γνώση της γραπτής γλώσσας έγινε μια καθημερινή αναγκαιότητα. Και είναι μεταξύ αυτών των νέων τάξεων που θα προσληφθούν οι πρώτες εθνικιστικές γενιές με τη σύγχρονη έννοια. Ο αγροτικός χαρακτήρας των ζωνών κουρδικής εποίκησης, όπως εκείνη της τουρκική κεντρικής Ανατολίας, εξηγεί τον καθυστερημένο σχηματισμό του τουρκικού εθνικισμού (κεμαλισμού) και ακόμα πιο καθυστερημένα του κουρδικού εθνικισμού.

Ένας παραλληλισμός με την Αυστρο-Ουγγρική Αυτοκρατορία θα βοηθήσει να γίνει αντιληπτή η φύση των διαδικασιών που θα πυροδοτήσει τελικά αυτές τις δύο αυτοκρατορίες, την Αυστρο-Ουγγρική Αυτοκρατορίας και την Οθωμανική. Η Αυστρο-Ουγγρική Αυτοκρατορία είχε συσταθεί πριν από την ανάδυση του ευρωπαϊκού καπιταλισμού, αλλά υπήρξε ο μεγαλύτερος γείτονας αυτού, και μερικές από τις περιοχές της (Αυστρία, Βοημία) ξαναχτίστηκαν επάνω στα νέα θεμέλια του καπιταλισμού. Το νέο εθνικό θέμα εδώ είναι, ως εκ τούτου που προέκυψε τον δέκατο ένατο αιώνα. Οφείλουμε στους αυστρομαρξιστές (Otto Bauer και άλλους) μια καλή ανάλυση αυτής της διάστασης της σοσιαλιστικής πρόκλησης, σαν προτάσεις στρατηγικών που θεωρώ ως τις πιο προοδευτικές μέσα στις συνθήκες εκείνου του καιρού: για να διαφυλαχθούν τα οφέλη ενός μεγάλου Κράτους, αλλά να επιταχυνθεί ο μετασχηματισμός του μέσω της σοσιαλιστικής προόδου (ριζοσπαστικής ή έστω σοσιαλδημοκρατικής), να χτιστεί ένας διεθνισμός των λαών βασισμένος σε αυστηρά θετική πολιτική αγωγή και μεταχείριση, με το ίδιο μέτρο, σε όλους, συνδεδεμένο με μιαν αυθεντική πολιτική πολιτιστικής αυτονομίας. Η εξέλιξη των γεγονότων δεν επέτρεψε την επιτυχία του σχεδίου, προς όφελος μέτριων αστικών εθνικισμών.

Οι βαλκανικοί εθνικισμοί και οι συρο- αραβικοί, εμφανίστηκαν αργότερα και στις μέτριες μορφές που συνδέονται με τον περιφερειακό καπιταλισμό στις εν λόγω περιοχές, θριάμβευσαν και συνέβαλαν στην εξαφάνιση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Αλλά η εγγενής αδυναμία αυτών των εθνικισμών ανάγκασε τους υποστηρικτές τους να ζητήσουν την υποστήριξη των εξωτερικών δυνάμεων – της Βρετανία και / ή της Ρωσίας ιδίως – ενάντια στην οθωμανική εξουσία. Πλήρωσαν το τίμημα: τα νέα κράτη που δημιουργήθηκαν από αυτούς παρέμειναν στην ομάδα των κυρίαρχων ιμπεριαλιστικών δυνάμεων, της Βρετανίας και της Γαλλίας για τους άραβες, της Βρετανίας και της Γερμανίας για τους Βαλκάνιους.

Στην Αρμενία η εθνική ανανέωση (μιας και η Αρμενία γνώρισε έναν όμορφο εκπολιτισμό πριν ενσωματωθεί στην Οθωμανική Αυτοκρατορία) έγινε κομμάτια από την γενοκτονία του 1915. Ήταν ένας εθνικισμός διχασμένος ανάμεσα σε εκείνον της νέας αρμενικής αστικής τάξης που μετανάστευσε προς στις πόλεις Ρωμυλίας (Κωνσταντινούπολη, Σμύρνη και άλλες), και που κατέλαβε σημαντικές θέσεις στο νέο επαγγελματικό και οικονομικό κόσμο, και εκείνον των προυχόντων και των αγροτών της αρμενικής γης. Η ενσωμάτωση ενός μικρού μέρους αυτών των εδαφών στη ρωσική Αυτοκρατορία (το έδαφος της σοβιετικής Αρμενίας που στη συνέχεια έγινε ανεξάρτητη), περιέπλεκε ακόμη περισσότερο τα πράγματα, δεδομένου ότι θα μπορούσε να προκαλέσει ανησυχία χειραγώγησης της Αγίας Πετρούπολης, ειδικά κατά τη διάρκεια του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου. Ως εκ τούτου, η οθωμανική εξουσία επέλεξε το δρόμο της γενοκτονίας. Θέλω να αναφέρω και να θυμίσω εδώ ότι οι Κούρδοι συμπεριφέρθηκαν ως πράκτορες της σφαγής και είναι αυτοί που κυρίως ευνοήθηκαν από αυτήν: υπερδιπλασίασαν το μέγεθος της επικράτειας των εδαφών τους γενόμενοι κύριοι των κατεστραμένων αρμενικών χωριών.

Ο σύγχρονος τουρκικός εθνικισμός είναι ακόμη πιο πρόσφατος. Σχηματίστηκε πρώτα σε περιβάλλοντα σχετικά μορφωμένα του στρατού και της οθωμανικής διοίκησης των πόλεων της Ρωμυλίας (Κωνσταντινούπολη, Σμύρνη, Θεσσαλονίκη), σε αντίδραση προς τους βαλκανικούς εθνικισμούς και τους συρο-αραβικούς, χωρίς να βρει μια πραγματική ηχώ μεταξύ των τούρκων αγροτών (και των Κούρδων ) της κεντρικής και ανατολικής Ανατολίας. Oι επιλογές του, που καθίστανται εκείνες του κεμαλισμού, είναι γνωστές: εξευρωπαϊσμός, εχθρότητα προς τον οθωμανισμό, επιβεβαίωση του τουρκικού χαρακτήρα του νέου Κράτους και του εκκοσμικευμένου στυλ του. Λέω ακριβώς εκκοσμικευμένου και όχι κοσμικού, επειδή ο νέος τούρκος πολίτης ορίζονταν μέσω της κοινωνικής συμμετοχής του στο Ισλάμ (οι ελάχιστοι επιζώντες της σφαγής των αρμενίων, οι έλληνες της Κωνσταντινούπολης και της Σμύρνης, ως εκ τούτου, δεν είναι αποδεκτοί). Παρ ‘όλα αυτά το εν λόγω Ισλάμ μειώνεται στην ιδιότητα του δημόσιου φορέα που κυριαρχείται και χειραγωγείται από τη νέα εξουσία της Άγκυρας.

Οι πόλεμοι που διεξήχθησαν από τους κεμαλιστές 1919-1922 ενάντια στις ιμπεριαλιστικές δυνάμεις έχουν επιτρέψει την υιοθέτηση του νέου τουρκικού εθνικισμού από τις τουρκικές αγροτικές μάζες (και των κούρδων) της Ανατολίας. Οι Κούρδοι δεν διαχωρίζονταν τότε από τους Τούρκους: πολεμούσαν μαζί μέσα στον κεμαλικό στρατό. Ο κεμαλικός τουρκικός εθνικισμός γίνεται αντι-ιμπεριαλιστικός από την φύση των πραγμάτων. Καταλαβαίνει, ως εκ τούτου, ότι η Οθωμανική Αυτοκρατορία και το Χαλιφάτο δεν προστατεύουν τους λαούς της Αυτοκρατορίας (Τούρκοι, Κούρδοι και οι Άραβες), αντίθετα διευκόλυνε τη διείσδυση του δυτικού ιμπεριαλισμού και την ελάττωση της Αυτοκρατορίας στο καθεστώς της κυριαρχημένης καπιταλιστικής περιφερειακής περιοχής. Πράγμα που αρνείται αρνείται εκείνο που οι βαλκανικοί και οι αραβικοί εθνικισμοί της εποχής δεν είχαν καταλάβει: αυτοί ανοιχτά κάνουν έκκληση για υποστήριξη των ιμπεριαλιστικών δυνάμεων ενάντια στην εξουσία της Υψηλής Πύλης. Ο κεμαλικός αντι-ιμπεριαλιστικός εθνικισμός στη συνέχεια δίνει την χαριστική βολή στον οθωμανισμό.

Ο αντι-ιμπεριαλιστικός χαρακτήρας του κεμαλικού συστήματος προέλευσης έπρεπε ακόμα να αποδυναμωθεί με ταχύτητα. Η επιλογή της προέλευσης υπέρ ενός καπιταλισμού του Κράτους εγωκεντρικού προσανατολισμού ανεξάρτητου έχανε τις αναπνοές του καθώς σιγά σιγά ένας τρόπος καπιταλιστικής ανάπτυξης περιφερειακός και εξαρτημένος. Η Τουρκία πλήρωνε το τίμημα της ψευδαίσθησης του αστικού εθνικισμού της , της σύγχυσης καταγωγής του. O κεμαλισμός πίστευε ότι είναι σε θέση να οικοδομήσει ένα τουρκική καπιταλιστικό έθνος σε εικόνα της προχωρημένης Ευρώπης, δεν αντιλαμβάνονταν ότι η υλοποίηση αυτού του έργου ήταν καταδικασμένη σε αποτυχία, στην Τουρκία, όπως και αλλού σε όλες τις περιοχές του περιφερειακού καπιταλισμού. Η εχθρότητά του προς τον σοσιαλισμό, σε συνδυασμό με τον φόβο της Σοβιετικής Ένωσης, οδήγησαν την Άγκυρα να ζητήσει την υποστήριξη των ΗΠΑ, η Τουρκία των κεμαλιστών στρατηγών – όπως η Ελλάδα των Συνταγματαρχών – εντάχθηκε αμέσως στο ΝΑΤΟ, και έχει γίνει μια από τα Κράτη πελάτες της Ουάσιγκτον. Η επιτάχυνση των διαδικασιών ανάπτυξης του περιφερειακού καπιταλισμού εκδηλώθηκε με την εμφάνιση μιας νέας καπιταλιστικής γεωργίας στην Ανατολία, προς όφελος μιας τάξης πλούσιων αγροτών, και μέσω της εφαρμογής των βιομηχανιών υπεργολαβίας.

Αυτές οι κοινωνικές εξελίξεις διέβρωναν τη νομιμότητα του κεμαλισμού. Οι πολυκομματικές εκλογές από το 1950, που προτείνονταν από την Ουάσιγκτον, ενίσχυαν την πολιτική εξουσία των νέων αγροτικών και κομπραδόρικων τάξεων, που εξέρχονταν από τον αγροτικό παραδοσιακό ανατολικό κόσμο και ήταν ξένες προς την κοσμική κεμαλική πολιτική της ρωμυλίας. Η ανάδυση του τουρκοκού πολιτικού Ισλάμ και οι μεθεπόμενες εκλογικές επιτυχίες του Akp ήταν το προϊόν. Οι εξελίξεις αυτές δεν ευνόησαν τον εκδημοκρατισμό της κοινωνίας, αλλά αντίθετα επιβεβαίωσαν τις φιλοδοξίες προς την δικτατορία του Προέδρου Ερντογάν και της αναγέννησης του χειραγωγημένου οθωμανισμού, όπως έκανε και ο προκάτοχός του, από τις μεγάλες ιμπεριαλιστικές δυνάμεις, ιδιαίτερα των Ηνωμένων Πολιτειών σήμερα.

Ταυτόχρονα, αυτές οι ίδιες οι εξελίξεις είναι η αιτία της εμφάνισης του κουρδικού ζητήματος στην Τουρκία. Η αστικοποίηση της Ανατολικής Ανατολίας, η μαζική μετανάστευση των αγροτών που καταστράφηκαν του στις πόλεις της Δύσης, έχουν πυροδοτήσει την εμφάνιση του νέου κουρδικού ζητήματος στην Τουρκία, με την συνειδητοποίηση ότι δεν ήταν «τούρκοι του βουνού» αλλά που ξεχώριζαν με τη χρήση μιας άλλης γλώσσας της οποίας υποστήριζαν και αξίωναν την επίσημη αναγνώριση. Μια λύση του ζητήματος μέσω της επιλογής υπέρ μιας αυθεντικής πολιτιστικής αυτονομίας του τουρκικού Κουρδιστάν αναμφίβολα θα ήταν δυνατή εάν η νέα άρχουσα τάξη ήταν η ίδια εξελιγμένη προς μια δημοκρατική διάσταση. Αλλά αυτό δεν συνέβη, ούτε και σήμερα. Ως εκ τούτου, οι Κούρδοι αναγκάστηκαν, σε ορισμένες περιπτώσεις, να απαντήσουν στην σκληρή καταστολή των απαιτήσεών τους μέσω της ένοπλης πάλης. Είναι ενδιαφέρον να σημειωθεί στο σημείο αυτό ότι το PKK που ζωντανεύει τον αγώνα αυτό επικαλείται μια ριζοσπαστική σοσιαλιστική παράδοση, όπως προσδιορίζεται από το όνομά του (Κουρδικό Κόμμα εργαζομένων!), που πιθανώς σχετίζεται με την κατάταξη στις γραμμές του κόμματος του νέου προλεταριάτου των πόλεων της Τουρκίας. Θα μπορούσαμε να φανταστούμε ότι θα είχε επιλέξει μια πορεία δράσης διεθνιστική, και ότι θα είχε προσπαθήσει να συνδέσει το κουρδικό και τουρκικό προλεταριάτο ταυτόχρονα στον ίδιο αγώνα για τον σοσιαλισμό, για τη δημοκρατία και για την αναγνώριση του δυ-εθνικό χαρακτήρα του Κράτους. Αλλά δεν το έχει πράξει.

Παρά το γεγονός ότι ο κουρδικός λαός καταλαμβάνει μια περιοχή σε συνέχεια (ανατολική Ανατολία, μια μικρή λωρίδα των μακρών συριακών συνόρων, το βορειοανατολικό του Ιράκ, τα βουνά του Δυτικού Ιράν), το κουρδικό ζήτημα τίθεται με άλλους όρους στο Ιράν και στο Ιράκ σε σχέση με την Τουρκία.

Οι κουρδικό λαοί – οι Μήδοι και οι Πάρθοι (που έδωσαν το όνομά τους στον ποταμό Ευφράτη) της αρχαιότητας – μοιράζονταν με τους πέρσες γειτονικές ινδο-ευρωπαϊκές γλώσσες. Φαίνεται ότι, ίσως λόγω του γεγονότος αυτού, η συνύπαρξη των Κούρδων και των Περσών δεν είχε δημιουργήσει προβλήματα στο παρελθόν. Εδώ και πάλι το κουρδικό ζήτημα προέκυψε με την πρόσφατη αστικοποίηση της περιοχής. Επιπλέον ο σιιτισμός, η επίσημη γλώσσα στοΙράν, περισσότερο από ποτέ, είναι επίσης η προέλευση της ταλαιπωρίας που υπέστη η σουνιτική πλειοψηφία των Κούρδων του Ιράν.

Το Ιράκ, στα σύνορα που ορίζονται από την βρετανική εντολή, χώρισε τους Κούρδους στο βόρειο-ανατολικό τμήμα της χώρας από εκείνους της Ανατολίας. Αλλά εδώ πάλι υπήρχε με έναν τρόπο η συνύπαρξη των Κούρδων και Αράβων, χάρη, μεταξύ άλλων, ένα πραγματικό διεθνισμό ενός σχετικά ισχυρού Κομμουνιστικού Κόμματος στις πόλεις και μέσα στις γραμμές του πολυεθνικού προλεταριάτου. Η δικτατορία του Μπάαθ – που χαρακτηρίζεται από έναν αραβικό σοβινισμό – δυστυχώς έσπρωξε πίσω την πρόοδο που είχε σημειωθεί στο παρελθόν.

Το νέο κουρδικό ζήτημα είναι το προϊόν της πρόσφατης ανάπτυξης της στρατηγικής των ΗΠΑ που έχει θέσει ως στόχο της την καταστροφή του Κράτους και της κοινωνίας στο Ιράκ και στη Συρία, σε αναμονή της επίθεσης στο Ιράν. Η δημαγωγικό συζήτηση στην Ουάσιγκτον (δίχως καμία σχέση με την υποτιθέμενη δημοκρατία που επικαλείται) δίνει την υψηλότερη προτεραιότητα στην άσκηση του « δικαιώματος των κοινοτήτων». Οι ομιλίες των υπερασπιστών των «ανθρωπίνων δικαιωμάτων», που κάνουν την ίδια επιλογή, και στους οποίους αναφέρθηκα σε αυτό το άρθρο, κατ’ αυτό τον τρόπο πέφτουν στο κενό. Η ιρακινή κεντρική κυβέρνηση έχει ως εκ τούτου καταστραφεί (από τον aulaiter Βremen στα πρώτα χρόνια της κατοχής της χώρας) και οι ιδιότητες του του πραχωρήθηκαν σε τέσσερα ψευδο-κράτη, δύο εκ των οποίων ιδρύθηκαν επάνω σε σκοτεινές και φανατικές ερμηνείες των σιιτών και σουνιτών εκδόσεων του Ισλάμ, ενώ τα άλλα δύο βασίστηκαν στην υποτιθέμενη ιδιαιτερότητα των «κουρδικών φυλών» του Ιράκ! Η παρέμβαση των χωρών του Κόλπου, που υποστήριζαν – με τις Ηνωμένες Πολιτείες – το αντιδραστικό πολιτικό Ισλάμ που δημιούργησε το υποτιθέμενο Χαλιφάτο του Daesh (το Isis), συνέβαλε στην επιτυχία του σχεδίου της Ουάσιγκτον. Είναι διασκεδαστικό να σημειωθεί ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες υποστηρίζουν τους Κούρδους του Ιράκ στο όνομα της «δημοκρατίας», αλλά όχι εκείνους τους Τούρκους, έναν σημαντικός σύμμαχο του ΝΑΤΟ. Δύο σταθμά, δύο μέτρα, ως συνήθως.

Τα δύο πολιτικά κόμματα που ασκούν τις αρμοδιότητές τους στα διαφορετικά μικρά κομμάτια της επικράτειας του ιρακινού Κουρδιστάν είναι «δημοκρατικά», ή είναι το ένα καλύτερο από το άλλο; Θα ήταν αφελές να πιστέψουμε αυτές τις ανοησίες της προπαγάνδας της Ουάσιγκτον. Εδώ δεν μιλάμε για τίποτα άλλο από αβρότητες πολιτικών / πολεμικών αρχηγών (και οι οποίοι θα πρέπει να πλουτίζουν μέσα από αυτόν). Ο δικός τους υποτιθέμενος «εθνικισμός» δεν είναι αντι-ιμπεριαλιστικός, επειδή το να είσαι αντι-ιμπεριαλιστής σημαίνει να μάχεσαι την αμερικανική παρουσία στο Ιράκ, και να μην εγγράφεσαι σε αυτήν για να προωθείς κάποιο προσωπικό πιόνι.

Δεν θα μιλήσω εδώ για το σχέδιο κατοχής των ΗΠΑ στην περιοχή, για το οποίο έχω αναλύσει αλλού τους πραγματικούς στόχους.

Η ανάλυση που προτείνουμε μπορεί να σας βοηθήσει να κατανοήσετε καλύτερα τη φύση του (ή των) κουρδικών εθνικισμών που δρουν σήμερα, τα όρια που οι ίδιοι επιβάλλουν αγνοώντας την ύπαρξη ενός αντι-ιμπεριαλιστικού αγώνα στην περιοχή, τις ριζικές κοινωνικές μεταρρυθμίσεις που πρέπει να συνοδεύουν αυτόν τον αγώνα, όπως την ανάγκη του χτισίματος της ενότητας όλων ενδιαφερομένων των λαών (Κούρδοι, Άραβες, Ιρανοί) ενάντια στον κοινό τους εχθρό: τις Ηνωμένες Πολιτείες και τους τοπικούς της συμμάχους (ισλαμιστές ή άλλους).

Μιλάω για κουρδικό εθνικισμό στον πληθυντικό. Καθώς μάλιστα οι στόχοι των κινημάτων (συχνά οπλισμένων) που δρουν σήμερα στο όνομά του δεν ορίζονται: ένα μεγάλο παν-κουρδικό ανεξάρτητο κράτος; Δύο ή τρεια ή τέσσερα ή πέντε Κουρδικά Κράτη; Μια δόση αυτονομίας εντός των Κρατών; Υπάρχει κάποιος λόγος που θα μπορούσε να εξηγήσει αυτή την ασάφεια που τον συνοδεύει; Κατά την άποψή μου ναι. Οι Άραβες και οι Πέρσες έχουν προχωρήσει σε έναν όμορφο εκσυγχρονισμό / ανανέωση των αντίστοιχων γλωσσών τους κατά τον 19ο αιώνα, οι Τούρκοι το έκαναν αργότερα, στη δεκαετία του ’20-’30. Οι Κούρδοι δεν έχουν τοποθετηθεί σε συνθήκες που θα απαιτούνταν! Έτσι, δεν υπάρχει μια κουρδική γλώσσα, αλλά γλώσσες σίγουρα κοντινές, αλλά πάντα ξεχωριστές και αναμφίβολα όχι ακόμη στο ύψος της αναγκαιότητας χρήσης τους στο σύγχρονο κόσμο. Η αδυναμία αυτή βρίσκει το αντιστάθμισμα της στην γλωσσική εξομοίωση των ελίτ, που έχουν υιοθετήσει τα περσικά, τα αραβικά ή τα τουρκικά, προς το καλύτερο ή προς το χειρότερο!

 

Nota Σημείωση

https://cheirif.files.wordpress.com/2015/08/paul-kennedy-the-rise-and-fall-of-the-great-powers-19891.pdf

*https://en.wikipedia.org/wiki/Samir_Amin

 

1 oκτωβρίου 2016 – © Αναπαραγωγή δυνατή ΧΑΡΗ ΣΤΗΝ ΡΗΤΗ ΣΥΝΑΊΝΕΣΗ της ΣΥΝΤΑΞΗΣ του CONTROPIANO

Τελευταία τροποποίηση: 1 οκτωβρίου 2016, ore 9:24STAMPA

σύγχρονη σκέψη, pensiero di oggi

Από το ηλιοβασίλεμα στην αυγή – Dal tramonto all’alba

183 visualizzazioni

roulette-russa

«Είμαστε στα πρόθυρα μιας εκδήλωσης, ενός γεγονότος που θα σηματοδοτήσει το τέλος της Δύσης (υπό αμερικανική ηγεσία)». Αυτός που λέγει αυτά δεν είναι ένας στρατευμένος αντί-ιμπεριαλιστής ούτε ένας protocampista . Είναι ο Martin Wolf, ένα από τους μεγαλύτερους editorialists των Financial Times σε άρθρο που δημοσιεύθηκε την Τετάρτη. Ο Wolf πιστώνει στην πιθανότητα νίκης του Trump στις προεδρικές εκλογές των ΗΠΑ την κατάσταση γεγονότος εκρηκτικού. «Το απρόβλεπτο είναι το brand name, το σήμα κατατεθέν του Trump εργοστασίου και της διακρατικής προσέγγισης του … θα ήταν μια αλλαγή του καθεστώτος για όλο τον κόσμο … η προεδρία του δεν θα κάνει την Αμερική μεγάλη, αντίθετα, θα μπορούσε να συντρίψει τον πλανήτη, να τον κάνει κομμάτι», γράφει ο Wolf .

Μεταξύ των γραμμών του συντακτικού του άρθρου, όμως, διαβάζουμε κάτι πολύ βαρύτερο από μια απλή endorsement, υποστήριξη για την Χίλαρι Κλίντον ή ακόμα μια έκκληση να σταματήσουν οι παρανοϊκής μεταβλητές στις ηγεσίες της Δύσης (μετά από όλα, ο Μπερλουσκόνι υπήρξε σχεδόν ένας πρόδρομος).

Για τον Wolf – και όχι μόνο γι ‘αυτόν – είναι όλη η αρχιτεκτονική, η ιδεολογική και παγκόσμια ψυχολογική υπερκατασκευή, που απειλούν να τιναχθούν στον αέρα εάν οι ΗΠΑ δεν θα έχουν πλέον μια ουσιαστικά παρόμοια ηγεσία με όλες εκείνες που έχουν προηγηθεί. «Πολλοί έχουν πάντα κοιτάξει λοξά στα αμερικανικά κίνητρα, όμως, νόμιζαν ότι ήξεραν πώς  διαχειρίζεται ένα καπιταλιστικό σύστημα: η κρίση έχει συντρίψει αυτή την εμπιστοσύνη».

Ο εικοστός πρώτος αιώνας, ως εκ τούτου, δεν θα είναι πλέον ο «American Century», ο αμερικανικός Αιώνας; Περί αυτού πείθονται και ανησυχούν πολλοί, ειδικά στο εχθρικό στρατόπεδο. Αλλά είναι μια ερώτηση που πρέπει να γίνει με αυστηρότητα (και όχι με στάση οπαδική), ακόμη και από αυτούς που όλη τους τη ζωή αντιτέθηκαν στον κορυφαίο ιμπεριαλιστικό πόλο στον κόσμο, επειδή σκιαγραφεί ένα πέρασμα που σημαδεύει σε κάθε περίπτωση μια αλλαγή της ιστορικής φάσης. Εξίσου βαρυσήμαντο της παράδοσης της παγκόσμιας ηγεσίας από τη Βρετανία προς τις Ηνωμένες Πολιτείες ή της «Πτώσης του Τείχους» (η οποία έχει πλέον πάνω από ένα τέταρτο του αιώνα που συνέβη …).

Τουλάχιστον τρεις γενιές έχουν μεγαλώσει και διαμορφώθηκαν στο όνομα της υποταγής ή του αγώνα ενάντια στο πρότυπο των ΗΠΑ στο οικονομικό, ιδεολογικό και στρατιωτικό πεδίο. Μια ηγεμονία που αντιμετωπίστηκε μέχρι το 1991 από την ύπαρξη εκείνου που αποκαλέστηκε «υπαρκτός σοσιαλισμός» σε ένα μέρος του κόσμου και από αντι-αποικιακά απελευθερωτικά κινήματα, νικηφόρα μέχρι το 1979. Με τη βίαιη αντεπίθεση που εξαπέλυσαν στη δεκαετία του ’80 σε όλα τα επίπεδα , οι Ηνωμένες Πολιτείες είχαν παίξει όλα τα χαρτιά τους: από τα πιο βίαια, εκείνα των στρατιωτικών επεμβάσεων μέχρι τα ιδεολογικά της άρρηκτης σχέσης μεταξύ της επικράτησης της ιδιωτικής ιδιοκτησίας, του ατομικισμού, της κατανάλωσης και της δημοκρατίας μέχρι το τοτέμ της «προοδευτικής» δύναμης μιας οικονομικής παγκοσμιοποίησης υπό την ηγεσία των ΗΠΑ με την οποίαν ελέγχθηκε και ευθυγραμμίστηκε ολόκληρη η ανθρώπινη κοινότητα στον πλανήτη.

Η διάλυση της ΕΣΣΔ το 1991 έκανε τον πολιτολόγο από τις ηνωμένες πολιτείες Francis Fukuyama να πει ότι «η ιστορία είχε τελειώσει» και ότι ο πραγματικός καπιταλισμός υπό την ηγεσία των ΗΠΑ μπορούσε να θεωρηθεί η υψηλότερη σύνθεση της ανθρώπινης ανάπτυξης σε όλες τις μορφές της. Δεν ήταν η πρώτη φορά που ένας προσωρινός νικητής κοίταζε στον καθρέφτη τον εαυτό του και φαντάζονταν πως θα καθιστούσε αιώνια εκείνη την στιγμή της δόξας, ξεχνώντας ότι στην Ιστορία κάθε άφιξη είναι μόνο ένα σημείο εκκίνησης.

Ωστόσο, τον συναγερμό για την ευθραυστότητα αυτού του σεναρίου τον είχαν παίξει ακριβώς οι νεοσυντηρητικοί στις ΗΠΑ, με ένα εμπιστευτικό έγγραφο που δημοσιεύθηκε το 1992 στην Washington Post, το οποίο προέβλεπε τα θέματα, τις φιλοδοξίες και τις ανησυχίες που θα συστηματοποιηθούν ξανά οκτώ χρόνια αργότερα από τους πιο αντιδραστικούς διανοητές στο PNAC (το Σχέδιο για ένα Νέο Αμερικανικό Αιώνα), που υποστήριξε ιδεολογικά την εξαπόλυση του ατελείωτου πολέμου στο Αφγανιστάν, το Ιράκ, τη Μέση Ανατολή και τη Λιβύη.

Οι νεοσυντηρητικοί των ΗΠΑ, παρά την ιστορική νίκη της δεκαετίας του Ενενήντα, διαισθάνονταν τον κίνδυνο της παρακμής ΗΠΑ και ο φοβούνταν σαν την πανούκλα «την εμφάνιση αντίπαλων δυνάμεων που θα μπορούσαν να θέσουν υπό αμφισβήτηση την υπεροχή των ΗΠΑ στον κόσμο.» Υπό το πρίσμα αυτού που βλέπουμε, μπορούμε να πούμε ότι είχαν μαντέψει σωστά, αλλά οι πόλεμοι που εξαπολύθηκαν από τις διοικήσεις των ΗΠΑ από το 1991 και μετά δεν χρησίμευσαν στο να σταματήσουν αυτή την κάμψη, ούτε να δώσουν έναυσμα σε μια αντίθετη τάση διαρκείας.

Στις αρχές Σεπτεμβρίου ήταν ο έμπειρος στρατηγικός αναλυτής της Corriere della Sera, ο Φράνκο Venturini, που σχεδίασε ένα αποθαρρυντικό σενάριο της συνόδου κορυφής των G20 στο Huangzou, στην Κίνα. Έναν Ομπάμα που κινδυνεύει να μείνει στην ιστορία ως «ο πρόεδρος ο οποίος έχασε τη Μέση Ανατολή, η Τουρκία του Ερντογάν να αναδύεται ισχυρότερη μετά το αποτυχημένο πραξικόπημα που υποκινήθηκε από » αδελφούς μαχαίρια» μέσα στο ΝΑΤΟ, μια Ρωσία που έχει επιστρέψει πρωταγωνίστρια στην διεθνή σκηνή με την παρέμβαση στην Συρία, η οποία έχει σταματήσει τις φιλοδοξίες των εχθρών της κυβέρνησης Άσαντ, με την επαναπροσέγγιση με την Τουρκία και την πολιτική των τετελεσμένων γεγονότων στην Κριμαία, μια Κίνα που δεν έχει καταρρεύσει οικονομικά, όπως εικάζουν (και ελπίζουν) πολλοί διεθνείς παρατηρητές. Ο Venturini ελπίζει ότι το σενάριο τα επόμενα χρόνια να μην ταιριάξει με αυτές τις τάσεις. «Η Αμερική είναι απαραίτητη, και ο Robert Kaplan έχει δίκιο όταν λέει ότι μια αμερικανική παρακμή θα είναι πάντα σχετική. Η Ευρώπη πρέπει να σωθεί, επιτρεπόντων των ψηφοφόρων και των μεταναστών. Η Ρωσία και η Κίνα θα πρέπει να είναι αρκετά ισχυρές ώστε να δεχθούν και άβολους συμβιβασμούς », γράφει ο αρθρογράφος της Corriere » πρέπει να γεννηθεί, σε τελική ανάλυση, μια πολυπολική τάξη ικανή να διαχειριστεί τις εντάσεις μιας μετά-Τείχους εποχής που υπήρξε μέχρι τώρα συνώνυμη με σφαγές και ανικανότητες. Συμπεριλαμβανομένων εκείνων των G20».

Την Τετάρτη, τέλος, σε μια συνέντευξη στην Corriere della Sera, ήταν ο Carlo De Benedetti να δηλώνει ότι «Είμαστε στις παραμονές μιας νέας, σοβαρής οικονομικής κρίσης. Που θα επιδεινώσει τον κίνδυνο για το τέλος των δημοκρατιών, έτσι όπως τις έχουμε γνωρίσει «(δείτε τη συνέντευξη και τα σχόλια του δικού μας Dante Barontini στο Contropiano της Τετάρτης). Επίσης και ο κύριος De Benedetti βλέπει ως μια δυστυχία την ενδεχόμενη νίκη του Trump στις εκλογές των ΗΠΑ , αλλά τονίζει ότι πάνω απ ‘όλα ότι «Σήμερα ακριβώς η προοδευτική καταστροφή της μεσαίας τάξης θέτει σε κίνδυνο τη δημοκρατία, χωρίς να έχει λυθεί το πρόβλημα της στασιμότητας. Έχοντας επιδεινωθεί από την τρελή ευρωπαϊκή επιλογή της λιτότητας σε μια περίοδο πλήρους αποπληθωρισμού, η οποία είναι ισοδύναμη με τη θεραπεία ενός ασθενούς που πάσχει από πνευμονία θέτοντας τον σε δίαιτα «.

Με λίγα λόγια, τρεις «καταστροφικές» αναλύσεις μέσα σε λίγες ημέρες, από πλευράς σημαντικών αξιωματούχων του establishment και των κύριων εργαλείων προσανατολισμού τους, είναι κάτι περισσότερο από «τρεις ενδείξεις που δημιουργούν μια απόδειξη.» Προκύπτει μάλλον η επίγνωση (εκτός από το φόβο) ότι ο μικρός παλιός κόσμος τελειώνει, ακόμη και για τους καπιταλιστές, που τώρα πλέον έχουν συνηθίσει να κινούνται, να αποφασίζουν και να ενεργούν σε ένα σύστημα συμμαχιών, αξιών και οικονομικών/ιδεολογικών παραμέτρων κυρίαρχο διότι αποτελεσματικό και δίχως πλέον αντιπάλους στο ύψος των περιστάσεων . Τα αφεντικά δεν ελέγχουν πλέον τον κόσμο όπως πριν, «προσποιήσου πως γνωρίζεις», έλεγε ένα τραγούδι.

Ξανά ο Martin Wolff μας θυμίζει ότι το μερίδιο του πλούτου που παράγεται από τις δυτικές χώρες, στο συνολικό παγκόσμιο ΑΕΠ, θα μειωθεί από το 64% του 1990 σε 39% το 2020. Μια διαδικασία που δεν συμβαίνει λόγω αναδιανομής του πλούτου σε ταξική βάση, αλλά μέσα νέες ισορροπίες και σχέσεις οικονομικές, πολιτικές και δύναμης στον κόσμο που βλέπουν πτωτικές τις ΗΠΑ, σε παρακμή, όπως και τους ιστορικούς της συμμάχους. Τα Ευρωπαϊκά κράτη, ιδιαίτερα.

Το πρόβλημα είναι ότι κανένας κυρίαρχος ιμπεριαλισμός δεν συμφώνησε να παρακμάσει χωρίς να καταφεύγει σε όλα τα μέσα για να το αποφύγει. Σε αυτά τα 25 χρόνια μαίνονταν και πολέμησαν ενάντια στους μισθούς και τους εργαζόμενους για να γδάρουν περιθώρια κέρδους όλο και λεπτότερα. Αφιερώθηκαν στην συστηματική λεηλασία των πόρων των ασθενέστερων χωρών και έχουν γεμίσει τον κόσμο με τα απορρίμματα χαρτιού με την πομπώδη ονομασία «χρηματοπιστωτικά προϊόντα». Τώρα, επίσης, άρχισαν την εκκαθάριση της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας που υποτίθεται ότι εκπροσωπεί την «προστιθέμενη αξία» εγγενή της οικονομίας της αγοράς, το έμβλημα που νομιμοποίησε κάθε τους βρωμιά.

Το παιχνίδι που ανοίγετε δεν είναι και δεν θα είναι μια μάχη των απόψεων, αλλά ο αγώνας για την επιβίωση και τον μετασχηματισμό ως μια αναγκαιότητα για την επιβίωση. Η λύση των οποίων, όπως εξήγησε ο Μαρξ, δεν μπορεί παρά να είναι μόνο «ένας επαναστατικός μετασχηματισμός ολόκληρης της κοινωνίας ή η κοινή καταστροφή των τάξεων που αγωνίζονται μεταξύ τους».

Δεν κοροϊδευόμαστε πλέον, αν αστειευτήκαμε ποτές. Ο ήλιος πηγαίνει προς τα κάτω, έχει αρχίσει να δύει, αλλά η αυγή δεν θα έρθει από μόνη της …

 

30 σεπτεμβρίου 2016 – © Δυνατή η αναπαραγωγή ΥΣΤΕΡΑ ΑΠΟ ΡΗΤΗ ΣΥΓΚΑΤΑΘΕΣΗ της ΣΥΝΤΑΞΗΣ του CONTROPIANO

Τελευταία τροποποίηση: 30 σεπτεμβρίου 2016, ώρα 11:13STAMPA

 http://contropiano.org/editoriale/2016/09/30/dal-tramonto-allalba-084149
ανατρεπτική τέχνη, arte ribelle

Για την αγάπη. Η επανάσταση της Ροζάβα με την ματιά των γυναικών – Per amore. La rivoluzione del Rojava vista dalle donne

250 visualizzazioni

YPJKobane

Πάντα πίστευα ότι ήταν απαραίτητο να αναμετρηθούμε και να αντλήσουμε έμπνευση και από εμπειρίες πολύ μακρινές σε εμάς, προκειμένου να εξευρεθούν λύσεις στις αντιφάσεις που ζούμε κάθε μέρα. Κατά τη γνώμη μου, είναι απαραίτητο να κατανοήσουμε και να συνδυάσουμε μεταξύ τους διαφορετικές οπτικές για την απόκτηση μιας γενικής και βαθύτερης κατανόησης, η οποία με τη σειρά της να οδηγεί σε μια πρακτική με στόχο την ουσιαστική βελτίωση της κατάστασης στην οποία ζούμε. Γι ‘αυτό ακριβώς πιστεύω ότι οι ζωές και οι εμπειρίες γυναικών που δεν βρίσκονται πολύ μακριά μπορούν να συμβάλουν στη συζήτηση για το πώς να οικοδομήσουμε το μέλλον μας, και είναι ακριβώς γι’ αυτό το λόγο που μίλησα για αυτές σε ένα βιβλίο.

Ταξιδεύοντας, λοιπόν, μαθαίνουμε. Και νομίζω ότι έχω μάθει μερικά πράγματα (λίγα, αλλά πάλι κάτι τις), διαμένοντας περισσότερο από ένα έτος μισό στην Rojava.

Ανέπνευσα έναν αγώνα ενάντια στο σύστημα που θέλει σκλάβες 1, ci vuole schiave1και που χρησιμοποιεί ως πρώτο εργαλείο εκείνο του να μας θέτει την μια εναντίον της άλλης, του να κάνει την μια ως προς την άλλην εχθρική. Κατάλαβα πως η καλύτερη άμυνα ενάντια σε αυτό είναι η αγάπη: γι ‘αυτό τιτλοφόρησα το βιβλίο που έγραψα «για την Αγάπη – η επανάσταση στην Rojava ειδωμένη από την πλευρά των γυναικών». Ένας βασικός σκοπός αυτού του αγώνα είναι να συνθέσει ξανά, να βάλει μαζί την κοινωνία την οποίαν ο καπιταλισμός θέλει να καταστρέψει, έτσι ώστε τα ανθρώπινα όντα να συναντηθούν, και να μάθουν μαζί πώς να λύσουν κοινά προβλήματα με έναν συλλογικό τρόπο: είναι γι ‘αυτό που υπάρχουν οι Komine, βασικό κύτταρο του δημοκρατικού συνομοσπονδισμού, και όλες οι άλλες συνελεύσεις και τόποι συνάντησης.

Το αντίθετο του καπιταλισμού είναι κοινωνία, επειδή ο καπιταλισμός καταστρέφει την κοινωνία και γιατί ένα ισχυρότερο κοινωνικό δίκτυο των προσωπικών συμφερόντων είναι ένα αντίδοτο στον καπιταλισμό. Σε μια εποχή, όπου βοηθάμε να χτιστούν τείχη, να τεθούν αποστάσεις μεταξύ των ανθρώπων και των ομάδων, εμείς, ως εκ τούτου δεν είμαστε άλλο παρά σκλάβες του συστήματος.

Είδα πόσο σημαντικό είναι να μην κλείνουμε τις σκέψεις και τις ενέργειές τους μέσα σε περιοριστικά δόγματα, πόσο σημαντικό είναι να απαλλαγούμε από αυτά για να πειραματιστούμε νέους δρόμους. Είδα πως τα δόγματα με τα οποία μεγαλώνουμε μπορούν να μας αποτρέψουν από την κατανόηση όλων εκείνων που δεν μπορούμε να ταξινομήσουμε στα προκατηλειμμένα μας πλέγματα. Επίσης συνειδητοποίησα πόσο δύσκολο είναι να απαλλαγούμε από αυτές τις αναγνώσεις γεμάτες προκαταλήψεις που μας εμποδίζουν να πετάξουμε στα ύψη, είδα πόσο πολύ πόνο και θυμό μπορεί να φέρει αυτός ο εσωτερικός αγώνας για να μάθουμε να πετούμε, και πόσο όμορφη και τεράστια είναι στην συνέχεια η πτήση. Παρατήρησα τις ρήξεις που μπορούν να οδηγήσουν στο να απαρνηθούμε τον εαυτό μας, και υπό αυτή την έννοια πρέπει να είναι σαφές ότι το σπάσιμο με τα δόγματα δεν σημαίνει ότι απαρνούμαστε τη δική μας ιστορία: αυτή που αρνείται τον εαυτό της και την ταυτότητά της δεν είναι σε θέση να πετάξει.

Πάνω απ’ όλα, στην Rojava, είδα ότι μπορούν να δημιουργήσουν κάτι διαφορετικό. Πως λένε ψέματα, όταν θέλουν να μας κάνουν να πιστεύψουμε ότι ο καπιταλιστικός κόσμος είναι η μόνη δυνατή λύση για τις ανάγκες των ανθρώπων, ή ότι το Κράτος είναι η μόνη δυνατή μορφή οργάνωσης. Είδα ότι στην πραγματικότητα η κοινωνία μπορεί να οργανωθεί χωρίς ένα Κράτος, που μπορεί να δώσει στην καθεμία σύμφωνα με τις ανάγκες της, χωρίς την αναγκαιότητα της συσσώρευσης κεφαλαίου. Κατάλαβα ότι είναι ένας δύσκολος δρόμος να διανυθεί, ότι ανά πάσα στιγμή είναι αναγκαίο να κάνουμε αυτοκριτική, και να μη νομίζουμε ότι τα πάντα είναι σαφή ξεκάθαρα και αναμφισβήτητα : γιατί οι παγίδες είναι πολλές, και πρέπει να είμαστε προσεκτικοί για την αποφυγή πτώσης ή ισχυρές για να σηκωθούμε ξανά. Αλλά έχω δει όμως ότι μια μορφή μιας διαφορετικής, και πιο ανθρώπινης κοινωνικής οργάνωσης είναι δυνατή, είναι απαραίτητη: Είμαι πεπεισμένη ότι θα είναι το μέλλον μας.

Παρατήρησα επίσης τη σημασία της ομορφιάς. Για να παραφράσω μια παλιά φράση, «αν δεν υπάρχει ομορφιά, δεν είναι η επανάσταση μας.» Η ομορφιά είναι τόσο απαραίτητη όσο ο αέρας που αναπνέουμε, γιατί η ομορφιά είναι όχι μόνο ο στόχος, αλλά κυρίως ο δρόμος.

Μετέφερα λοιπόν ένα κομμάτι από αυτά που έμαθα στην Rojava σε αυτό το βιβλίο, περιγράφοντας αυτά που μου διηγήθηκαν οι γυναίκες που περιέγραφαν τη ζωή τους. Δόθηκε φωνή φωνή στις γυναίκες της Rojava, θα είναι αυτές που μιλάνε, όχι εγώ. Έβαλα μαύρο πάνω στο λευκό, στη συνέχεια, μερικές από τις ερωτήσεις που πιστεύω ότι αυτό το κομμάτι του κόσμου μας θέτει, χωρίς να σκεφτόμαστε ότι έχουμε βρει την Αλήθεια εδώ, αλλά μια πραγματικότητα από την οποία θα πρέπει να πάρουμε ερεθίσματα, ιδέες, γιατί μας βάζει κρίσιμα ερωτήματα σχετικά με αυτό που χτίζουμε, μας υποχρεώνει να σκεφτούμε τι μας σπρώχνει σε μια ορισμένη κατεύθυνση. Επειδή δεν στεκόμαστε να φυλάμε τα κάρβουνα, προσπαθώντας να βεβαιωθούμε ότι δεν θα σβήσουν τελείως: είμαστε αντιθέτως φωτιά που καίει, σε θέση να εξαπλωθεί και να θερμάνει και να φωτίσει το παρόν και το μέλλον.

Στο βιβλίο υπάρχουν κάποιες γυναίκες που λένε τις ιστορίες τους, πώς ζούσαν πριν από την επανάσταση, πως συμμετέχουν στη δημιουργία μιας δημοκρατικής κοινωνίας, και τι αλλαγές έχουν υπάρξει στη ζωή τους. Αυτές οι ιστορίες διανθίζονται με μερικές σύντομες σκέψεις, που δεν έχουν σκοπό να φέρουν λύσεις, αλλά να θέσουν ερωτήσεις: ποιο είναι το ερώτημα που μας θέτει η επανάσταση στην Rojava; Σχεδόν σίγουρα αυτό το κείμενο είναι ελλιπές, πιθανότατα θα μπορούσε να κάνει περισσότερα, αλλά σίγουρα είναι μια αρχή, μια πέτρα που ρίχθηκε στη λίμνη. Ανεπιτήδευτη, μια συμβολή στη συζήτηση.

Δεν θα βρείτε αυτό το βιβλίο στα βιβλιοπωλεία, μόνο στις παρουσιάσεις που θα πραγματοποιηθούν, ή το πολύ σε κάποιον «πάγκο» συντροφισσών. Γιατί; Επειδή αυτό το βιβλίο είναι ένα εργαλείο, ένα κανάλι για να μπορέσουμε να γνωριστούμε, ένα λάσο για να έρθουμε πιο κοντά. Δεν χρειάζεται να το διαβάσετε από μόνες σας κλειδωμένες στην πανοπλία της απομόνωσης σας. Να συναντηθούμε, να ανταλλάξουμε απόψεις και κριτικές η μια με την άλλην. Και ας κάνουμε ν’ ανθίσουν νέες ιδέες, χωρίς να ξεχνάμε τις παλιές ή να αρνούμαστε την ιστορία που μας έφερε να είναι είμαστε εκείνο που ήμαστε.

Μαζί.

Υ.Γ:. Για τις παρουσιάσεις μπορείτε να επικοινωνήσετε μαζί μου στη διεύθυνση todessil@gmail.com . Προσωπικά θα προτιμούσα οι συναντήσεις να οργανωθούν από γυναίκες, αλλά εάν αυτό δεν σας είναι δυνατό ή δεν το θέλετε, είμαι πολύ ευτυχής να συναντηθώ με μικτές ομάδες. Δεν με νοιάζει να εμφανιστεί το όνομά μου (φτάνει απλά «μια σύντροφος που επέστρεψε από την Rojava»), αλλά αν για κάποιο λόγο προτιμάτε να το θέσετε κανένα πρόβλημα. Μου αρέσουν περισσότερο οι συναντήσεις με λίγους ανθρώπους, επειδή είναι σε θέση να δημιουργηθεί μια πιο ανοιχτή συζήτηση: έτσι αν είναι δυνατόν θα ήθελα να κάνω περισσότερες συναντήσεις στην ίδια περιοχή με λιγότερους συμμετέχοντες σε κάθε μια από αυτές, αλλά αν δεν σας αρέσει η ιδέα, ή αν για κάποιο λόγο προτιμάτε να κάνουμε τα πράγματα διαφορετικά, βέβαια, είναι ακριβώς το ίδιο, μια χαρά. Κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου θα μου άρεσε να συναντήσω κυρίως συντρόφισσες οι οποίες με οποιοδήποτε τρόπο αγωνίζονται ενάντια στο ταξικό σύστημα, ιεραρχικό, πατριαρχικό, κρατικίστικο, καπιταλιστικό … αλλά αν έχετε στο μυαλό συναντήσεις σε σχολεία ή με ομάδες scout στρατεύματα ή σε οποιαδήποτε άλλη κατάσταση, φυσικά, είναι μια χαρά.

Επιπλέον, μπορείτε να κάνετε όπως σας αρέσει, φτάνει να συναντηθούμε .

1.Σε αυτή την παρουσίαση, όπως στο βιβλίο, δεν χρησιμοποιείται το ουδέτερο αρσενικό, αλλά το θηλυκό ουδέτερο, που στην πρόθεση της συγγραφέα περιλαμβάνει επίσης το αρσενικό γένος.

 

από  http://libera-palestina.blogspot.it/

26 σεπτεμβρίου 2016 – © Είναι δυνατή η αναπαραγωγή ΥΠΟ ΤΗΝ ΡΗΤΗ ΣΥΓΚΑΤΑΘΕΣΗ της ΣΥΝΤΑΞΗΣ του  CONTROPIANO

Τελευταία μετατροπή : 26 σεπτεμβρίου 2016, ώρα 18:09STAMPA

 http://contropiano.org/news/cultura-news/2016/09/26/amore-la-rivoluzione-del-rojava-vista-dalle-donne-083985