ιστορία, storia

25 Μαρτίου 1977: ο Rodolfo Walsh και οι Montoneros

Ο Rodolfo Walsh γεννήθηκε στις 9 ιανουαρίου 1927 στην Patagonia. Αφού έγραψε διάφορα μυθιστορήματα αστυνομικά, όπως το Variations in Red-Variazioni in Rosso(1953), έγινε διάσημος για το Operación Masacre (1957), που θεωρείται αριστούργημα της ερευνητικής δημοσιογραφίας. Το βιβλίο μιλά για μια σφαγή πολιτών που πραγματοποίησε το προηγούμενο έτος ο στρατός με εντολή του προέδρου, στρατηγού Aramburu, σε αντίποινα για μια απόπειρα Περονιστικής εξέγερσης.

25 Marzo 1977: Rodolfo Walsh e i Montoneros

Μετά την κουβανική επανάσταση, μετακόμισε στην Αβάνα κατόπιν πρόσκλησης του Jorge Masetti, δημοσιογράφου αργεντίνου, ο οποίος, μετά από συνέντευξη με τον Fidel και τον Che σχετικά με την Sierra Maestra, είχε προσχωρήσει στην επανάσταση.

Ο Walsh συνεργάζεται με το πρακτορείο Prensa Latina και γνωρίζει πολλούς από τους πρωταγωνιστές εκείνων των χρόνων, συμπεριλαμβανομένου του Ernesto Che Guevara, ο οποίος συχνά περνά τις βραδιές με τους δύο συμπατριώτες του.

Στην Κούβα ο Walsh πραγματοποιεί την πιο συγκλονιστική του δημοσιογραφική επιτυχία. Όπως θα διηγηθεί ο Gabriel Garcia Marquez, ένας άλλος φίλος εκείνης της περιόδου, καταφέρνει να αποκρυπτογραφήσει ένα παράξενο κωδικοποιημένο μήνυμα και ανακαλύπτει ότι οι ΗΠΑ εκπαιδεύουν κουβανούς εξόριστους στη Γουατεμάλα για να προσπαθήσουν να εισβάλουν στον Κόλπο των Χοίρων. Καταφέρνει έτσι να αποτρέψει την αιφνιδιαστική επίθεση.

Τρία χρόνια αργότερα επέστρεψε στην Αργεντινή, συνέχισε τη δραστηριότητά του ως συγγραφέας και επίσης έγραψε έργα αντιμιλιταριστικής σάτιρας.

Το 1969 έγραψε το Quien mató a Rosendo?, το οποίο, ξεκινώντας από ένα γεγονός από τα χρονικά, καταγγέλλει τον γκανγκστερικό εκφυλισμό της συνδικαλιστικής γραφειοκρατίας. Το 1970 η περονιστική ένοπλη οργάνωση Montoneros απήγαγε τον στρατηγό Aramburu, ο οποίος εκτελέστηκε μετά από ένα μήνα αιχμαλωσίας σε απάντηση στα γεγονότα του 1956.

Ο Walsh πλησιάζει τους Montoneros, αλλά φοβάται μια μιλιταριστική παρέκκλιση και θεωρεί προτεραιότητα τη μάχη πάνω στο έδαφος της πληροφόρησης. Κάτω από την διεύθυνση του, η εφημερίδα Noticias γίνεται δημοφιλές μέσο ενημέρωσης και φτάνει τα 130.000 αντίτυπα.

Όταν οι στρατηγοί Videla, Agosti και Massera ανέλαβαν εξουσία με ένα πραξικόπημα στις 24 μαρτίου 1976, ο Walsh βρίσκονταν ήδη στην παρανομία για σχεδόν δύο χρόνια. Δημιούργησε την ANCLA (Clandestine News Agency-Παράνομο Πρακτορείο Ειδήσεων) και αφιέρωσε τον εαυτό του στην καταγγελία της Κρατικής τρομοκρατίας.

Στις 29 σεπτεμβρίου 1976, η 26χρονη κόρη του Vicki και τέσσερις άλλοι μαχητές των Montoneros αιφνιδιάζονται από τον στρατό σε ένα σπίτι στο Μπουένος Άιρες. Ένας στρατιώτης θα πει: «Η μάχη διήρκεσε μιάμιση ώρα. Ένας άνδρας και ένα κορίτσι πυροβολούσαν από ψηλά, η κοπέλα τράβηξε την προσοχή μας γιατί κάθε φορά που έριχναν μια ριπή και εμείς πέφταμε στο έδαφος γελούσε ». Αλλά είναι μια μάχη δίχως ελπίδα και η Vicki σκοτώνεται έτσι ώστε να μην πέσει ζωντανή στα χέρια των βασανιστών.

Στις 24 Μαρτίου 1977, την πρώτη επέτειο του πραξικοπήματος, ο Rodolfo γράφει μια ανοικτή επιστολή στη στρατιωτική χούντα, ένα εξαιρετικό έγγραφο όχι μόνο για τη λεπτομερή καταγγελία των θηριωδιών της δικτατορίας, αλλά κυρίως επειδή η Κρατική τρομοκρατία περιγράφεται σαφώς ως απαραίτητη προϋπόθεση για την επιβολή στη χώρα του πιο ακραίου νεοφιλελευθερισμού:

“Στην οικονομική πολιτική αυτής της κυβέρνησης, πρέπει να αναζητήσουμε όχι μόνο την εξήγηση των εγκλημάτων σας, αλλά μια μεγαλύτερη αγριότητα, την καταδίκη εκατομμυρίων ανθρώπων σε προγραμματισμένη δυστυχία. Σε ένα χρόνο μειώσατε τους πραγματικούς μισθούς των εργαζομένων στο 40%, η συμμετοχή τους στο εθνικό εισόδημα μειώθηκε στο 30%, η εργάσιμη μέρα που χρειάζεται ο εργάτης από τις 6 ώρες έφτασε στις 18 ώρες ώστε να μπορεί να καλύπτει τα έξοδα της οικογένειάς του, ανασταίνοντας με αυτό τον τρόπο μορφές καταναγκαστικής εργασίας που δεν επιζούν ούτε στους τελευταίους αποικιακούς εποικισμούς (…) Τα αποτελέσματα αυτής της πολιτικής υπήρξαν κεραυνοβόλα. Σε αυτό το πρώτο έτος της κυβέρνησης, η κατανάλωση τροφίμων μειώθηκε κατά 40%, η ένδυση κατά 50%, η κατανάλωση των φαρμάκων έχει σχεδόν εξαφανιστεί στα λαϊκά στρώματα. Και υπάρχουν περιοχές στο Μπουένος Άιρες όπου η βρεφική θνησιμότητα υπερβαίνει το 30%, αριθμός που μας φέρνει στο ίδιο επίπεδο με τη Rhodesia, το Dahomey και τις Guaiane, ασθένειες όπως η καλοκαιρινή διάρροια, τα παράσιτα μέχρι και τον θυμό για το γεγονός πως οι αριθμοί βρίσκονται κοντά στα παγκόσμια ρεκόρ ή τα ξεπερνούν”.

Αλλά μετά την ομολογία ενός βασανισμένου κρατούμενου, ο στρατός βρίσκεται στα ίχνη του και την επόμενη μέρα, ενώ διαδίδει το έγγραφό του, πέφτει επάνω στην Επιχειρησιακή Ομάδα 3 του ESMA, του περιβόητου κέντρο βασανιστηρίων και εξόντωσης της δικτατορίας. Ο Rodolfo Walsh καταφέρνει να τραβήξει ένα πιστόλι και να πυροβολήσει. Ξέρει ότι δεν έχει ελπίδες, αλλά δεν θέλει να συλληφθεί ζωντανός. Μια ριπή αυτομάτου τον τραυματίζει σοβαρά, και φτάνει νεκρός στην ESMA.

 

https://www.infoaut.org/storia-di-classe/25-marzo-1977-rodolfo-walsh-e-i-montoneros

σύγχρονη σκέψη, pensiero di oggi

Ένας παγκόσμιος εμφύλιος πόλεμος – Una guerra civile mondiale

του Sandro Moiso

“Δεν χρειάζονται πλέον τονωτικά ή ιδεολογίες, χρειάζεται μια άλλη ζωή – Non servono più eccitanti o ideologie, ci vuole un’altra vita”
(Franco Battiato, Un’altra vita-Μια άλλη ζωή, 1983)

“Εάν η χειραφέτηση των εργατικών τάξεων απαιτεί την αδελφική συνεργασία τους πώς μπορούν να επιτύχουν αυτή την αποστολή εφόσον μια εξωτερική πολιτική που επιδιώκει εγκληματικά σχέδια επικεντρώνεται επάνω σε εθνικές προκαταλήψεις και σπαταλά το αίμα και τους θησαυρούς των λαών σε πολέμους ληστείας; Όχι η σοφία της άρχουσας-κυρίαρχης τάξης αλλά η ηρωική αντίσταση της αγγλικής εργατικής τάξης στην εγκληματική τρέλα της ήταν αυτό που έσωσε την ευρωπαϊκή Δύση από το να ριχθεί με όλες τις δυνάμεις της σε μια βρώμικη σταυροφορία για να διαδώσει την δουλεία στην άλλη πλευρά του Ατλαντικού. Η επαίσχυντη έγκριση, η υποκριτική συμπάθεια ή η ηλίθια αδιαφορία με την οποία οι ανώτερες τάξεις της Ευρώπης έχουν δει τη Ρωσία να παίρνει το ορεινό φρούριο του Καυκάσου και να εξοντώνει την ηρωική Πολωνία. οι δίχως αντίσταση επιθέσεις αυτής της βαρβαρικής ισχύος, της οποίας η κεφαλή βρίσκεται στην Αγία Πετρούπολη και της οποίας τα χέρια βρίσκονται σε όλα τα ευρωπαϊκά υπουργικά συμβούλια, ανάγκασαν τις εργατικές τάξεις να μυηθούν στα μυστήρια της διεθνούς πολιτικής, να ξαγρυπνήσουν επάνω στις διπλωματικές διαδικασίες των αντίστοιχων κυβερνήσεών τους, αντιπαρατιθέμενες σε αυτές όποτε είναι αναγκαίο με όλα τα μέσα που κατέχουν, και, όταν δεν μπορούν να τα προλάβουν, να ενώνουν τις δυνάμεις τους και να τα καταγγέλλουν ταυτόχρονα και να διεκδικούν τους απλούς νόμους της ηθικής και της δικαιοσύνης που θα έπρεπε να ρυθμίζουν τόσο τις ανώτερες σχέσεις μεταξύ των λαών όσο και τις σχέσεις μεταξύ των ατόμων. Ο αγώνας για μια τέτοια εξωτερική πολιτική είναι μέρος του γενικού αγώνα για την χειραφέτηση της εργατικής τάξης. Προλετάριοι όλων των χωρών, ενωθείτε!” (Karl Marx, Εναρκτήρια ομιλία της διεθνούς Ένωσης Εργατών – Indirizzo inaugurale dell’Associazione internazionale degli operai, τέλος οκτωβρίου 1864)

Δύο αποσπάσματα στην αρχή μπορεί να φαίνονται πάρα πολλά για αρκετούς αναγνώστες.
Πάνω από όλα δύο αποσπάσματα από συγγραφείς περιβάλλοντα και συγκυρίες τόσο μακρινά μεταξύ τους.
Κι όμως, κι όμως …
Η τρέχουσα διεθνής κατάσταση, στην οποία δεν περνά μια μέρα χωρίς νέες διαδηλώσεις να εκρήγνυνται σε όλα τα μέρη του κόσμου, σε Ανατολή όπως στη Δύση και στο Νότο όπως στον Βορρά, πρέπει να μας κάνει να σκεφτούμε-να στοχαστούμε επάνω στην τεράστια κοινωνική δυσαρέσκεια που κινητοποιεί εκατομμύρια ανθρώπους σε κάθε γωνία του πλανήτη.

Μια δυσφορία που δεν μπορεί να βρει απάντηση στις πολιτικές που εφαρμόζουν κυβερνήσεις φαινομενικά τόσο διαφορετικές μεταξύ τους σε θεσμικές μορφές και πολιτικές εκπροσωπήσεις, αλλά ουσιαστικά ενωμένες από την ανάγκη διαφύλαξης των συμφερόντων του διεθνούς χρηματοοικονομικού κεφαλαίου.
Κυβερνήσεις διατεθειμένες, σε κάθε περιοχή του πλανήτη, να καταστρέψουν τη ζωή του είδους και να αφανίσουν το περιβάλλον με το οποίο πρέπει να συνυπάρχουν συνεχίζοντας να κάνουν να ζει αυτό που είναι ήδη νεκρό, από την ίδια την ουσία του.

Πράγματι, το ci vuole un’altra vita – χρειάζεται μια άλλη ζωή, εννοούμενο ως σύνθημα, θα μπορούσε να συνοψίσει πολύ καλά το περιεχόμενο των τρεχουσών διαμαρτυριών: από τις πορείες των νέων για την υπεράσπιση της κλιματικής και περιβαλλοντικής δικαιοσύνης στις διαδηλώσεις για την υπεράσπιση της επαναστατικής εμπειρίας της Ροζάβα, από τις διαμαρτυρίες στο Χονγκ Κονγκ μέχρι τις διαδηλώσεις των ιρακινών νέων, από τις εξεγέρσεις της Χιλής και του Εκουαδόρ σε εκείνες τις Καταλανικές μέχρι των κίτρινων γιλέκων-gilets jaunes και των κινημάτων NoTav και NoTap στις οποίες, έχουν προστεθεί και τις τελευταίες ημέρες και οι διαμαρτυρίες στο Λίβανο (qui).

Καμιά από αυτές τις περιπτώσεις-αγώνες δεν μπορεί να αντιπροσωπεύει το απόλυτο από μόνος του και για τον εαυτό του, αλλά το σύνολο τους, η ολοένα αυξανόμενη συχνότητα των αγώνων και η αναφορά που γίνεται συχνά στον ένα για τους άλλους(η αλληλεγγύη του κινήματος NoTav προς τους μαχητές της Rojava, οι φοιτητές του Hong Kong που φορούν κίτρινα γιλέκα, καταλανοί διαδηλωτές με τις ομπρέλες, η διάδοση σαν κηλίδα λαδιού της ανατρεπτικής μάσκας του Joker στις ταραχές-εξεγέρσεις, για να κάνουμε μερικά παραδείγματα) μας βοηθούν να αναδημιουργήσουμε ένα πολιτικό και κοινωνικό μωσαϊκό συνδεδεμένο από ένα σχέδιο, το οποίο, αν και δεν έχει ακόμα σταθερά οριοθετηθεί, αρχίζει να εκδηλώνει την εγγενή του οργανικότητα. Η οποία πιθανότατα οφείλεται ακριβώς στις απαντήσεις που διατύπωσαν οι κυβερνήσεις με σχεδόν μονοσήμαντο-πανομοιότυπο τρόπο.

Σε όλες τις περιπτώσεις οι διαμαρτυρίες προκύπτουν από μια γενικότερη κακουχία-δυσφορία που έχει τις ρίζες της σε έναν τρόπο παραγωγής στον οποίο η συσσώρευση νεκρής εργασίας που μετασχηματίζεται σε αξία-χρήμα καταπνίγει τη ζωή και τη ζωντανή εργασία του είδους, τόσο στο απλά σωματικό επίπεδο όσο και σε εκείνο το ψυχικό.
Στο όνομα ενός όλο και πιο εφήμερου κέρδους, ειδικά εάν παρατηρήσουμε ότι πλέον ένα 20% των συνολικών Κρατικών τίτλων-ομολόγων και τουλάχιστον το 40% του κινδύνου αθέτησης των εταιρικών χρεών που φυλάσσονται στα χρηματοκιβώτια των οκτώ κυριότερων παγκόσμιων οικονομιών συνίσταται σήμερα σε τίτλους αρνητικού επιτοκίου (qui).

Οι διαφορές που χαρακτηρίζουν όλα τα κινήματα που αναφέρθηκαν παραπάνω μπορούν να κρύψουν μόνο σε ένα σβησμένο μάτι ή τυφλωμένο από την ιδεολογία το γεγονός ότι οι ίδιες προέρχονται όλες από την ανάγκη να διακόψουν μια σχέση υποβολής στην οποία, όπως δήλωνε ένα επιτυχημένο σύνθημα πριν από μερικά χρόνια, Είμαστε το 99% !, η πλειοψηφία της ανθρωπότητας (γυναίκες, εργαζόμενοι μισθωτοί, άνεργοι, νέοι που δεν έχουν μέλλον τόσο από κλιματική και οικονομική άποψη, μεσαίες τάξεις κατεστραμμένες, αυτόχθονοι πληθυσμοί και μικροί αγρότες) αναγκάζεται να μειώσει όλο και περισσότερο τις ελάχιστες απαιτήσεις τους- ανάγκες για την αναζωογόνηση ενός κέρδους που συσσωρεύεται σχεδόν αποκλειστικά στα χέρια μιας όλο και πιο περιορισμένης ομάδας επενδυτών και πολυεθνικών και υπερεθνικών εταιρειών. Ή ιμπεριαλισμών, παλιών και νέων, που βλέπουν όλο και περισσότερο να μειώνονται οι χώροι για την οικονομική και εξωρυκτική τους επέκταση, αν όχι με κίνδυνο νέων και ολοένα και πιο καταστροφικών πολέμων.

Από τους κούρδους της Ροζάβα που δεν θέλουν να βλέπουν κατεστραμμένο το πείραμα αυτοκυβέρνησης τους που έθεσε στο επίκεντρο κάθε πολιτικής και στρατιωτικής πρωτοβουλίας το ζήτημα των γυναικών, του περιβάλλοντος και των νέων μορφών δημοκρατίας που δεν βασίζονται στο Κράτος και την εθνικότητα, στους νέους και τους εξεγερμένους όλων των ειδών και ηλικιών στο Χονγκ Κονγκ, που έχουν πληγεί από μια καταστροφική οικονομική κατάσταση για την πλειοψηφία των κατοίκων της πρώην βρετανικής αποικίας 1, από τα εκατομμύρια των Καταλανών που κατέβηκαν στη πλατεία για τις σκληρές ποινές που επιβλήθηκαν στους πρωτεργάτες του δημοψηφίσματος ανεξαρτησίας του 2017 και για να επιβεβαιώσουν την επιθυμία τους για δημοκρατική ανεξαρτησία και οργάνωση ενάντια σε ένα Κράτος που εξακολουθεί να θεμελιώνει τις ρίζες του στον φρανκικό φασισμό και σε μια μοναρχία πλέον έξω από την Ιστορία, στους ιρακινούς νέους που κατέβηκαν στους δρόμους ενάντια στην αύξηση του κόστους ζωής και την έλλειψη εργασίας ή άλλων πηγών εισοδήματος. στους αυτόχθονες πληθυσμούς του Αμαζονίου στο Εκουαδόρ και τη Βραζιλία μέχρι την κοινωνική έκρηξη του Σαντιάγκο της Χιλής, μέχρι ακόμη τις περιβαλλοντικές και εδαφικές διαμαρτυρίες κινημάτων όπως τα ιταλικά NoTav και NoTap, φαίνεται ότι ένα μοναδικό ουρλιαχτό εξέγερσης ανεβαίνει από τον πλανήτη και μας καλεί να τελειώνουμε με ένα σύστημα εκμετάλλευσης της ζωής, της δικής μας και των άλλων ειδών, τώρα πλέον αφόρητη.

Ο κατάλογος των διαμαρτυριών και των αγώνων θα μπορούσε να συνεχιστεί επί μακρόν, καθώς και εκείνος των μορφών οργάνωσης και των άμεσων αιτημάτων που θέτουν στον αγωνιστικό χώρο οι εξεγερμένοι παντού, αλλά αυτό που πρέπει να τονιστεί εδώ είναι το γεγονός ότι όλοι αυτοί οι αγώνες βρίσκονται μπροστά σε όλο και πιο περιορισμένο περιθώριο ελιγμών και θεσμικών διαπραγματεύσεων, για να είμαι ειλικρινής σχεδόν μηδενικό.
Από τα τεθωρακισμένα που κατεβάζει ο Ερντογάν στο έδαφος της βορειοανατολικής κουρδικής Συρίας, καθώς και του Pinera στη Χιλή, στα περιφρονητικά λόγια του αντιπροσώπου του Σοσιαλιστικού Ισπανικού Εργατικού Κόμματος (PSOE), Pedro Sánchez Pérez-Castejón, κατά των αγωνιστών της ανεξαρτησίας που καταδικάστηκαν στην Ισπανία. από τα τανκς και τα στρατεύματα που μαζεύονται απειλητικά από την κινεζική κυβέρνηση στα σύνορα με το Χονγκ Κονγκ μέχρι την οριστική καταδίκη για τους αγωνιστές NoTav που κατηγορούνται για την παρεμπόδιση ενός διοδίου δρόμου το 2012 ή μέχρι τις δεκάδες καταγγελίες για τους στρατευμένους του κινήματος NoTap για απολύτως γελοίες πράξεις, η απάντηση των κυβερνήσεων δεν είναι άλλη από εκείνη που συνδέεται με τον εκφοβισμό, την καταστολή και την φίμωση, αν όχι τη σφαγή, των κινημάτων και των αγωνιστών που συμμετέχουν σε αυτούς.

Φίμωση και καταστολή που χρησιμοποιούν, ανάλογα με την περίσταση, όπλα, υποκριτικές εκκλήσεις για το μοίρασμα κοινών στόχων (όπως η Πράσινη Νέα Συμφωνία-Green New Deal ή η συλλογή ηλεκτρονικών υπογραφών υπέρ των Κούρδων από πλευράς χαρακτήρων όπως ο Roberto Saviano και ο Enrico Mentana) ενώ η αστυνομία καταστέλλει τις διαδηλώσεις στους δρόμους υπέρ της Rojava (όπως στη Φλωρεντία), η εισαγγελία διερευνά εκείνους που πήγαν να πολεμήσουν για αυτή την υπόθεση (όπως στο Τορίνο) και μαυρίζουν τα προφίλ Fb των εφημερίδων που είναι περισσότερο στρατευμένες στην υπεράσπιση της Rojava, μαζί με εκείνα τα ατομικά αγωνιστών που δραστηριοποιούνται περισσότερο στη διάδοση στο διαδίκτυο πρωτοβουλιών και μηνυμάτων προς αυτή την κατεύθυνση (όπως στη Μπρέσια, αλλά όχι μόνο).

Όλα αυτά φαίνεται να έχουν προκαλέσει την απώλεια της πυξίδας ακόμα και σε πολλούς από αυτούς που θα έπρεπε να έχουν λάβει μια μονοσήμαντη και υποστηρικτική θέση υπέρ όλων αυτών των κινημάτων, ανεξάρτητα από αυτό που δηλώνεται σε πρώτη φάση στα λόγια των οργανώσεών τους ή των εκπροσώπων τους.
Ξεχνώντας το μάθημα του Karl Marx και του Διεθνούς Συνδέσμου των εργαζομένων του 1864, πολλοί άρχισαν να αναρωτιούνται για την εγκυρότητα ή όχι των μεμονωμένων στόχων ή για την υποστήριξη που θα μπορούσαν να λάβουν τέτοια κινήματα από άλλες δυνάμεις, διασφαλίζοντας η κουλτούρα της υποψίας σταλινικής προέλευσης να επιστρέψει με τη μορφή φαινομενικά επιστημονικής γεωπολιτικής ή πολιτικής ανάλυσης, αλλά στην πραγματικότητα μοναχά κοντινής στην ηττοπάθεια.

Τέλος πάντων, μερικοί προσποιούμενοι πως αντιπροσωπεύουν μια αυθεντική μαρξιστική ορθοδοξία κατέληξαν να προδίδουν το πνεύμα που χαρακτήριζε πάντα τη δράση και τον στοχασμό του Moro di Treviri, που πάντα και αποκλειστικά αποσκοπούσε στην εξεύρεση και καταδίκη των ζωτικών γαγγλίων του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής από μια πλευρά, και να προσδιορίσει τους πραγματικούς ανταγωνιστές του μαζί με τους αγώνες που προορίζονται να τον ξεπεράσουν, από την άλλη.

Είναι αλήθεια ότι σήμερα η έκκληση προς την ενότητα δεν μπορεί πλέον να περάσει μόνο μέσω αυτής που απευθύνεται στην εργατική τάξη, αλλά είναι επίσης αλήθεια ότι η έκκληση του 1864 τελείωνε με εκείνο το προλετάριοι όλου του κόσμου ενωθείτε! που ξεπερνούσε το στενό όριο των απλών μισθωτών για να απευθυνθεί σε όλους τους απαλλοτριωμένους της Ευρώπης και ολόκληρου του κόσμου. Σε εκείνο το απέραντο προλεταριάτο στο οποίο, οι διαδικασίες απαλλοτρίωσης και εξαθλίωσης της πλειοψηφίας του πληθυσμού, κατακλύζουν τόσο τα εκατομμύρια προσφύγων και εκτοπισμένων που μεταναστεύουν από τη μία άκρη του πλανήτη στην άλλη, αναζητώντας μια υπαρξιακή και οικονομική ασφάλεια που καμία κυβέρνηση σκοπεύει πραγματικά να τους εγγυηθεί, καθώς και οι φοβισμένες μεσαίες τάξεις της Δύσης, όπου στο σύνθημα των gilets jaunes, Τέλος του κόσμου – τέλος του μήνα ίδιο πράγμα, μπορούν να αναγνωρίσουν μια τέλεια σύνθεση της κατάστασής τους.

Μια γιγαντιαία ανασύνθεση της τάξης στην οποία, σήμερα και πάνω απ ‘όλα στη δυτική πλευρά του πλανήτη, προλεταριάτο και περιθωριακό προλεταριάτο, υποπρολεταριάτο και μισθωτοί εργαζόμενοι συγχωνεύονται συνεχώς χάρη στη διάχυση της επισφαλούς εργασίας, των γραφείων ευρέσεως εργασίας και, κυρίως, της εξαφάνισης οποιαδήποτε εγγύησης της και στον χώρο εργασίας. Η μη κατανόηση αυτού του γεγονότος θα σήμαινε τη μείωση της «εργατικής τάξης» σε ένα απλό φετίχ να ανεμίζουμε με την ευκαιρία των εορτασμών της 1ης μαΐου, καθιστώντας την πέρα από αυτό δούλη σε ένα labourist όραμα που θα την υποβάθμιζε να είναι ένα απλό παράρτημα της παραγωγικής μηχανής πλέον χωρίς καμία πραγματική ταξική αυτονομία.

Ο Μαρξ επίσης κατανοούσε σαφώς ότι «Με τη συνεχή μείωση του αριθμού των μεγιστάνων του κεφαλαίου […] αυξάνεται η μάζα της δυστυχίας-μιζέριας, της πίεσης, της υποδούλωσης, του εκφυλισμού, αλλά αυξάνεται και η εξέγερση”.2 Επιβεβαίωση στην οποία πρέπει να προστεθεί αυτή του Φρίντριχ Ένγκελς, όπου έγραφε: «Ο καπιταλιστικός τρόπος παραγωγής, μετατρέποντας τη μεγάλη πλειοψηφία του πληθυσμού σε προλετάριους σε όλο και μεγαλύτερο βαθμό, δημιουργεί τη δύναμη η οποία, ποινή ο θάνατος, αναγκάζεται να πραγματοποιήσει αυτή την αναταραχή-αναστάτωση, την αλλαγή.”3

Πιθανότατα όχι όλοι όσοι βγαίνουν στους δρόμους της Καταλονίας μοιράζονται τους ίδιους στόχους (μεταξύ της ανεξαρτησίας του Carles Puigdemont i Casamajó και της ανεξαρτησίας των CDR, των επιτροπών υπεράσπισης της δημοκρατίας, ή των επιτροπών γειτονιάς τρέχουν διαφορετικά μήκη απόστασης από άποψη στόχων και μεθόδων αγώνα και οργάνωσης από κάτω), έτσι όπως στο Χονγκ Κονγκ τα συμφέροντα που εμπλέκονται στις αναταραχές μπορούν να είναι τόσα όσα τα υπάρχοντα μεταξύ των κυβερνήσεων που εν μέρει υποστήριξαν, και μετά πρόδωσαν, τους κούρδους της Ροζάβα στον αγώνα τους, που εξαναγκάστηκαν από την αναγκαιότητα της επιβίωσης, ενάντια στο Isis, αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι δεν είναι απολύτως απαραίτητο να στηρίξουμε και να μοιραστούμε όλους αυτούς τους αγώνες, στο όνομα μιας κοινής και απαραίτητης υπερνίκησης όχι μόνο των αδικιών που καταναλώνονται σε πλανητικό επίπεδο, αλλά και του κοινωνικού μοντέλου και του τρόπου παραγωγής που τους καθιστά εύλογους.

Τέλος είναι απαραίτητο να αναλογιστεί κανείς ότι πολλά κινήματα ανεξαρτησίας γεννιούνται ακριβώς από την κρίση των εθνικών κρατών, τα οποία τώρα πλέον έχουν υπερβολικά μειωθεί σε μια απλή κατασταλτική λειτουργία, και ανεπαρκή, ή μηδενική, αυτονομία λήψης αποφάσεων των κυβερνήσεών τους. Χωρίς τέτοιες εκτιμήσεις, οι οποίες θα πρέπει σίγουρα να μελετηθούν σε βάθος, δεν είναι όμως δυνατόν ούτε να κατανοήσουμε την όλο και πιο ολοφάνερη ασημαντότητα των κυβερνώντων και των κομμάτων τους: από τον Di Maio έως τον Trump, περνώντας από το Salvini, το PD, τον Boris Johnson και όλες αυτές τις δυνάμεις που, από καιρό σε καιρό, κυριαρχιστικές, λαϊκιστικές, δημοκρατικές ή φιλελεύθερες, δεν μπορούν να κάνουν τίποτα άλλο παρά να ζεσταίνουν ξανά την ίδια παλιά σούπα και να οδηγούν το ίδιο αρπακτικό καταπιεστικό και κατασταλτικό έργο-σχέδιο.

Ξανά στη δεκαετία των χρόνων Εξήντα του ‘800, ο Μαρξ καλούσε τους άγγλους εργάτες, οι οποίοι αντιτίθενται στον εικαζόμενο ανταγωνισμό εργασίας των ιρλανδών μεταναστών εργαζομένων, να υπερασπίζονται αυτούς τους πιο αδύναμους και λιγότερο εξασφαλισμένους εργαζόμενους αντί να τους πολεμούν, επειδή αυτοί που δεν μπορούν να υπερασπιστούν τα δικαιώματα των άλλων, δεν ξέρουν να το κάνουν ούτε με τα δικά τους. Όλα αυτά εξακολουθούν να ισχύουν, και ίσως ακόμη περισσότερο, για εμάς σήμερα. Αλίμονο να προδώσουμε την εντολή του.

Και διότι σήμερα, σε διεθνές επίπεδο, έγινε απαραίτητο να μιλήσουμε για εμφύλιο πόλεμο, αφού ο απώτερος στόχος αυτής της παγκόσμιας σύγκρουσης θα μπορέσει να ολοκληρωθεί όχι τόσο και μόνο με τη νίκη ενός από τους δύο κύριους παίκτες (εργάτες και αστούς για να απλοποιήσουμε σύμφωνα με έναν κακά χωνεμένο μαρξισμό] αλλά, μάλλον, με την άρνηση και των δυο μέσω μιας άρνησης και μιας υπερνίκησης του σημερινού τρόπου παραγωγής, και μέσω της άμεσης καταστροφής του εθνικού Κράτους, όπως ακριβώς είχε δηλώσει ο Μαρξ μετά την εμπειρία της Κομμούνας του Παρισιού. Εμφύλιο πόλεμο για τον οποίο, μεταξύ άλλων, οι πιο άγριοι υπερασπιστές της υπάρχουσας α/ταξίας δεν διστάζουν πλέον να μιλήσουν ανοιχτά, όπως έκανε ο πρόεδρος της Χιλής Pinera τις ημέρες αυτές (qui).

Φυλακή, στρατόπεδο συγκέντρωσης, θάνατος, βασανιστήρια και βία δεν υπήρξαν κατασταλτικά εργαλεία τυπικά μόνο του παρελθόντος και των ολοκληρωτικών καθεστώτων, αλλά όλο και περισσότερο θα βρίσκονται στο παρόν, σε κάθε γωνιά της Ευρώπης και του κόσμου. Miseria y repression-μιζέρια και καταστολή όπως γράφτηκε σε ένα πανό των χιλιανών διαδηλωτών. Όμως όλο αυτό δεν αποτελεί μόνο μια προσωρινή απόκλιση από την καθημερινή πολιτική και δημοκρατική κανονικότητα, όπως όλα τα μέσα μαζικής ενημέρωσης θα ήθελαν ξανά να μας κάνουν να πιστέψουμε. μάλλον θα πρέπει να αναγνωρίζεται δεόντως και να ονομάζεται με το καταλληλότερο όνομα: εμφύλιος πόλεμος, ανοιχτός ή έρπων κι αν είναι 4, που αναγγέλλεται από τις κυβερνήσεις και τις ελίτ της παγκόσμιας οικονομίας στο όνομα των «ιερών δικαιωμάτων» του κέρδους και της εκμετάλλευσης. Αλλά που θα πρέπει να αντιστραφεί στο αντίθετό του.

Ένας βίαιος και καθόλου υπόγειος εμφύλιος πόλεμος που έχει ανοίξει μεταξύ εκμεταλλευτών, τόσο του ανθρώπινου είδους όσο και του περιβάλλοντος, και εκμεταλλευόμενων που θα επιλυθεί μόνο με τον επαναπροσδιορισμό των κοινωνικών μορφών διακυβέρνησης και παραγωγής. Μορφές που δεν μπορούν ακόμη να δοθούν πλήρως, αλλά που θα μπορούσαν να γίνουν κατά τη διάρκεια των γεγονότων ή να οριστούν πλήρως μόνο στο τέλος τους. είναι βέβαιο ότι πρέπει, με εξυπνάδα και σαφήνεια της σκέψης, να συνειδητοποιήσουμε ότι από την Κομμούνα κι εμπρός όλοι οι αγώνες έως τους σημερινούς, αποτελούν μέρος ενός μακρού, ίσως πολύ μακρού, εμφυλίου πολέμου (όχι μόνο ταξικού, μιας και οι παίκτες συχνά υπήρξαν πιο πολυάριθμοι των δύο τάξεων που αγιοποιήθηκαν από την ιδεολογία) που προορίζεται να επαναπροσδιορίσει τα όρια του μέλλοντος του είδους μας. Μια σύγκρουση, αυτή που ζούμε, που μόνο από το μέλλον, μπορεί να αντλήσει την έμπνευση και τα σωστά κίνητρα, από το μέλλον που εννοείται ως άρνηση των παρόντων και περασμένων-πεπερασμένων κοινωνικών σχέσεων παραγωγής.

Αφήνοντας στους σημερινούς διαχειριστές της τρέχουσας παγκόσμιας αυτοκρατορικής α/ταξίας τον ρόλο που ήδη ανήκε στις χειρότερες συντηρητικές, φιλελεύθερες, φασιστικές ή ψευδώς σοσιαλιστικές κι αν ήταν δυνάμεις του παρελθόντος. Ήτοι, να αρνούνται, με οποιοδήποτε μέσο, ένα διαφορετικό και εφικτό μέλλον έτσι ώστε αυτή να μπορέσει που μπορεί ακόμη να εμποδίσει οποιαδήποτε ενέργεια αλλαγής του παρόντος.

***

N.B.

Με την ευκαιρία της εκδήλωσης Λόγος-Γιορτή της Λέξης Logos-Festa della Parola που θα λάβει χώρα στη Roma από 23 έως 27 οκτωβρίου στο κοινωνικό κέντρο CSOA EX SNIA θα διεξαχθούν συναντήσεις, συζητήσεις και παρουσιάσεις βιβλίων άμεσα συνδεδεμένων με μερικά θέματα που αντιμετωπίστηκαν εδώ, το πρόγραμμα (qui il programma).


  1. Si veda H. Dieter, Poveri e senza casa: le radici sociali della protesta in Hong Kong: una Cina in Bilico, Limes n° 9/2019, pp. 117-120  
  2. K. Marx, Il capitale, Libro primo,cit. in A.Heller, La teoria dei bisogni in Marx, Feltrinelli 1974, p. 87  
  3. F. Engels, Antidühring, in A. Heller, op. cit. p. 87  
  4. cfr. https://www.carmillaonline.com/2019/03/07/tre-secoli-di-guerra-civile/  
ιστορία, storia

Μια συνεισφορά στο “Μοντέλο vittimario”-θυματοποιητικό

Ένοπλος αγώνας. Ιστορία, μνήμη και μοντέλο vittimario

της   Silvia De Bernardinis

1.

Η παρέμβαση μου επικεντρώνεται στο θυματοποιητικό μοντέλο, το οποίο συνδέει και συγχέει την κυρίαρχη μνήμη – που παρουσιάζεται ως κοινή μνήμη – και την ιστορία, στην προσέγγιση της μελέτης του ένοπλου αγώνα στην Ιταλία στα χρόνια του ’70 και του ’80. Όπως σωστά γράφουν οι διοργανωτές του συνεδρίου, είναι δύσκολο να μιλήσουμε για την δεκαετία του ’70 στην Ιταλία χωρίς να διακινδυνεύουμε να αναμοχλεύσουμε και να προκαλέσουμε εντάσεις.

269 ένοπλοι σχηματισμοί, 7 866 επιθέσεις σε πράγματα και 4 290 σε ανθρώπους, 36.000 πολίτες που διερευνήθηκαν και πάνω από 6.000 άνθρωποι καταδικάστηκαν σε φυλάκιση δεκαετιών 1, εκατοντάδες ποινές ισόβιας κάθειρξης, προσφυγή σε βασανιστήρια (συστηματικά κατά τη διάρκεια του 1982) και νόμους εξαίρεσης σε 18 χρόνια ιστορίας. Για να δοθεί το μέγεθος του φαινομένου, είναι ενδιαφέρον να σημειωθεί ότι, σε περιόδους φασιστικής δικτατορίας, μεταξύ του 1926 (έτος ίδρυσης του Ειδικού Δικαστηρίου) και του 1943, 15 806 αντιφασίστες παραπέμφθηκαν στο Ειδικό Δικαστήριο, 5 620 δικάστηκαν, βάσει των καταγγελιών της Οvra, και καταδικάστηκαν 4 596 2. Αυτά είναι μερικά από τα στοιχεία που μας επιστρέφει η Ιστορία, αλλά φαίνεται να μην αρκούν – όπως επίσης φαίνεται πως δεν αρκούν τα 40 χρόνια που μας χωρίζουν από το τέλος αυτού του κύκλου κοινωνικών αγώνων των οποίων ο ένοπλος αγώνας υπήρξε μία από τις εκδηλώσεις – για να ελευθερώσουν το έδαφος, που τροφοδοτείται από την πολιτική και τα μέσα μαζικής ενημέρωσης αλλά υποστηρίζεται και από ένα μεγάλο μέρος της ιστοριογραφίας, από μια σειρά κοινοτοπιών-κλισέ που της προσδίδουν μια παραμορφωμένη εικόνα και νόημα. Ο ένοπλος αγώνας στην Ιταλία προέκυψε μέσα σε ένα ακριβές ιστορικό περιβάλλον, το οποίο διήρκεσε περίπου είκοσι χρόνια, από το 1969 έως το δεύτερο μισό των χρόνων ’80. Μια κρίσιμη περίοδος στην ιταλική και διεθνή ιστορία, η οποία φέρει ολόκληρη την περίοδο μετάβασης από τον φορντισμό στον μεταφορντισμό, δηλαδή μια φάση αλλαγών που άφησαν εποχή και που έχουν μεταμορφώσει και επανασχεδιάσει τον κόσμο, τα οικονομικά, πολιτικά και κοινωνικά του σενάρια. Μια αναταραχή, μια αναστάτωση που προκλήθηκε από τις ίδιες δυναμικές του κεφαλαίου υπό μετασχηματισμό. Κόρη μιας περιόδου κατά την οποία οι επαναστατικές διαδικασίες και ανυποταξίας στο υπάρχον εκδηλώνονταν σε όλες τις περιοχές του πλανήτη τότε χωρισμένου στα δύο, εκείνες υπό τον ατλαντικό έλεγχο και εκείνες υπό τον σοσιαλιστικό έλεγχο. Κόρη μιας περιόδου που έκανε να αναδυθούν υποκειμενικότητες μέχρι τότε αόρατες ή περιθωριακές μετατρέποντάς τες σε πρωταγωνιστές των διαδικασιών πολιτικής χειραφέτησης. Ο ένοπλος αγώνας ιστορικά ανήκει σε αυτό το περιβάλλον, γεννιέται στο φορντικό εργοστάσιο, όπου η άρνηση της εργασίας δημιούργησε ένα ταξικό κίνημα που για μερικά χρόνια, στην Ιταλία, κανείς δεν κατόρθωσε να κυβερνά, από τα συνδικάτα στα κόμματα, στις δυνάμεις της τάξης, σε μια διαδικασία μη αναστρέψιμης ρήξης μεταξύ θεσμικής αριστεράς και επαναστατικής αριστεράς: Δεν υπάρχει νίκη, δεν υπάρχει κατάκτηση χωρίς το μεγάλο κομμουνιστικό κόμμα, φώναζε και ξαναφώναζε το PCI-ΚΚΙ στις διαδηλώσεις στους δρόμους και τις πλατείες. Ένα σύνθημα που ήθελε να σημαίνει κατεύθυνση και έλεγχο επί των αγώνων στο εργοστάσιο και στην κοινωνία, αλλά και μονοπώλιο της διαφωνίας και της διαμάχης σύμφωνα με το οποίο δεν επιτρέπονταν ούτε γίνονταν αποδεκτές άλλες μορφές έκφρασης της διαφωνίας και του αγώνα στα αριστερά του ΚΚΙ, ούτε υποκείμενα που θα μπορούσαν να την ερμηνεύσουν. Τα χρόνια του ’68 υπήρξαν η συγκεκριμένη διάψευση, ακόμα κι αν αυτό δεν σήμαινε την ανικανότητα του κόμματος να κεφαλαιοποιήσει και να κάνει δικούς του, στη συνέχεια, να προσαρμόσει εκείνους τους αγώνες που κοιτούσε με καχυποψία, που δεν τους ήθελε και που βοήθησε στην αποδυνάμωση τους, ένα εμπόδιο επί της πορείας οικοδόμησης μιας «δημοκρατικής αξιοπιστίας και σεβασμού» που θα το άλλαζαν αμετάκλητα.

Η χρονική απόσταση είναι ένα από τα στοιχεία που επιτρέπουν τον ιστορικισμό, αλλά όχι το μοναδικό. Μια περίοδος που έχει τελειώσει ιστορικοποιείται και ακριβώς η έλλειψη πολιτικού κλεισίματος μοιάζει να συνιστά το βασικό της εμπόδιο, αφήνοντάς το σε αναστολή, σε ένα είδος ελεύθερης ζώνης όπου ένας πόλεμος νοημάτων βγαίνει στη σκηνή που περνά σήμερα μέσα από το πεδίο της μνήμης. Όπως έγραψε ο Agamben πριν από είκοσι χρόνια δικαιολογώντας την ανάγκη αμνηστίας για τα πολιτικά αδικήματα εκείνης της περιόδου, «αυτό που πρέπει να αποτελέσει αντικείμενο ιστορικής έρευνας αντιμετωπίζεται ως ένα πολιτικό πρόβλημα του σήμερα  3 ». Και είκοσι δύο χρόνια μετά από τα λόγια του Agamben, η κατάσταση επιδεινώθηκε ακόμα περισσότερο, με το κυνήγι των «επικίνδυνων δολοφόνων» που σήμερα έχουν περάσει τα εξήντα και έχουν ζήσει τα τελευταία σαράντα χρόνια σε μια πολύ λιγότερο χρυσή εξορία από αυτήν που, χωρίς την παραμικρή απόδειξη, πλασάρεται από τα μέσα μαζικής ενημέρωσης. Μέσα σε αυτή την οπτική μπορεί να αναγνωσθεί, εν μέρει, η έλλειψη του ιστοριογραφικού κορμού που παράγεται μέχρι σήμερα, δηλαδή, ως συντριβή επί του παρόντος, σε μια χρονικογραφική διάσταση που για πολλά χρόνια έκανε δυνατό να μην θεωρείται αντικείμενο ιστορικής έρευνας. Κατά τον ίδιο τρόπο δεν είναι δύσκολο να προσδιοριστεί το βάρος του παρόντος επί του παρελθόντος εάν παρατηρηθούν οι όροι που χρησιμοποιούνται για να οριοθετηθεί το αντικείμενο «ένοπλος αγώνας», το τι και το πώς, οι ερμηνείες του.

Είναι σημαντικό, για παράδειγμα, ότι γύρω από τον ένοπλο αγώνα υπάρχει μια στάση ηθικής καταδίκης που, αν δεν απέκλεισε τη μελέτη του, την επηρέασε και συνεχίζει να την επηρεάζει, εμποδίζοντας τους μελετητές να έχουν μια βέβηλη, ριζοσπαστική στάση, τόσο ώστε κάποιοι να αισθάνονται υποχρεωμένοι να δηλώσουν την ηθική τους αποδοκιμασία ως προς το αντικείμενο της μελέτης, ή να δώσουν μια αρνητική υποδήλωση με ηθικούς όρους στα κείμενά τους 4, παραμένοντας μέσα στην πορεία που σχεδιάστηκε από την πολιτική για την οποία ο ένοπλος αγώνας είναι ένα εγκληματικό και αδικαιολόγητο φαινόμενο, ακατανόητο μέσα στο πλαίσιο ενός δημοκρατικού συστήματος. Ένα ζήτημα, συνεπώς, που αφορά τη συνείδηση και όχι τη γνώση. Και είναι εξίσου σημαντικό το γεγονός πως η ιστοριογραφία έχει αναλάβει άκριτα το πολιτικό-επικοινωνιακό λεξιλόγιο που χτίστηκε γύρω από τη δεκαετία του Εβδομήντα, και ειδικότερα τον ένοπλο αγώνα, χωρίς να αμφισβητεί, χωρίς να αναρωτηθεί σχετικά με την ορθότητα, από ιστοριογραφική άποψη, των ερμηνευτικών κατηγοριών που, αντί να παράγουν ιστορική γνώση και κατανόηση, καταλήγουν να αναπαράγουν την κοινή λογική [Ο όρος κοινή λογική αντικατοπτρίζει την «αίσθηση» που έχει κανείς για κάτι χωρίς πολλή σκέψη, στηριγμένος στη μέση εμπειρία και γνώση του καθημερινού ανθρώπου]. Ξεκινώντας από τους κεντρικούς όρους που χρησιμοποιούνται, όπως τρομοκρατία ή βία, τον πιο ευρέως χρησιμοποιούμενο, ένα είδος μπαμπούλα, φόβητρου που ανεμίζεται αν χρειαστεί. Σίγουρα δεν ζούμε σε έναν λιγότερο βίαιο κόσμο σήμερα, αλλά η βία της δεκαετίας του ’70 αφηγείται, περιγράφεται ως η πιο άγρια. H ad hoc τερατοποίηση που δημιουργήθηκε επί των πρωταγωνιστών της τελευταίας ταξικής σύγκρουσης του εικοστού αιώνα – από τις τρελές δολοφονίες τις απομονωμένες από την κοινωνία, σε αυτούς που παρεισφρύουν, στους ανόητους ετεροκαθοδηγούμενους – εξυπηρετεί στο να καλύπτει το πραγματικό ακάλυπτο νεύρο εκείνης της ιστορικής περιόδου, δηλαδή, την πρακτική και θεωρητική αμφισβήτηση, του μονοπωλίου της Κρατικής βίας από τις κατώτερες τάξεις. Η βία της δεκαετίας του ’70 είναι ανείπωτη γιατί υπήρξε βία των κυριαρχούμενων προς τους κυρίαρχους.

Εκείνοι που μελετούν την ιστορία των ένοπλων σχηματισμών, και ειδικότερα των Ερυθρών Ταξιαρχιών, γνωρίζουν ότι πρέπει να μας δώσουν πίσω, πρώτα απ ‘όλα, την αυθεντικότητα τους, στην διάρκεια των τελευταίων 30 χρόνων, μεταξύ δύο κυρίαρχων παραδειγμάτων: εκείνο το διετρολογικό [α]-συνωμοσιολογικό που έχει σκοπό να επηρεάσει, να ακυρώσει την αυθεντικότητα μιας πολιτικής διαδρομής, και εκείνο το θυματοποιητικό, με στόχο την ανάθεση του μονοπωλίου του λόγου και της ιστορίας στα θύματα του ένοπλου αγώνα. Ακριβώς αυτά τα δύο παραδείγματα αντιπροσωπεύουν τα δύο μεγαλύτερα εμπόδια, όχι τόσο για το πως φτιάχνεται η ιστορία εκείνης της περιόδου, κάτι που συμβαίνει τα τελευταία χρόνια εκ των πραγμάτων αλλά, πάνω απ ‘όλα, στην εμφάνιση της σε σχέση με μια επίσημη αφήγηση που έχει ελάχιστη σχέση με την Ιστορία και που είναι αντιθέτως το αποτέλεσμα της επιβεβαίωσης μιας κυρίαρχης μνήμης, με τη σειρά την ενδεικτική των σημερινών σχέσεων εξουσίας, της σημερινής ισορροπίας δυνάμεων.

2.

Τι είδους μνήμη έχει εδραιωθεί για τον ένοπλο αγώνα; Από πότε και μέσα σε ποιο πλαίσιο επικράτησε η θυματοποιητική ιδεολογία; Στο πλαίσιο του επαναπροσδιορισμού ενός νέου συμβολικού ιδρυτικού συμφώνου της Δεύτερης Δημοκρατίας που οδήγησε στην καθιέρωση αρκετών ημερών μνήμης, το 2006 υποβλήθηκαν διάφορα νομοσχέδια για την καθιέρωση της ημέρας μνήμης για τα θύματα της τρομοκρατίας. Η συζήτηση επικεντρώνεται στην επιλογή της πιο κατάλληλης ημερομηνίας. Και η προσοχή εστιάζεται σε εκείνη την 12 δεκεμβρίου, ημερομηνία της σφαγής της piazza Fontana στο Μιλάνο το 1969, αναγνωρισμένης ως αρχή της «στρατηγικής της έντασης», για την οποία μέχρι σήμερα δεν υπάρχει μια δικαστική αλήθεια, και στην 9 μαΐου, ημερομηνία της δολοφονίας του Aldo Moro από τις BR, για την οποία διεξήχθησαν πέντε δίκες και εκδόθηκαν οι αντίστοιχες αποφάσεις. Η πρόταση που θα περάσει θα είναι η δεύτερη, που υποβλήθηκε από τη Sabina Rossa, γερουσιαστή του Δημοκρατικού Κόμματος, κόρη του Guido, συνδικαλιστή ηγέτη του αριστερού συνδικάτου CGIL που σκοτώθηκε στη Γένοβα από τις BR το 1979. Η κουβέντα για τις δύο ημερομηνίες υπογράμμιζε, στην κοινοβουλευτική συζήτηση, την αναβίωση των αναγνώσεων και ερμηνειών που εδραιώθηκαν τα προηγούμενα χρόνια σχετικά με τα γεγονότα που διέσχισαν τα τέλη της δεκαετίας του 1960 και έφθασαν στις αρχές των χρόνων ’80. Από την θέση της σύγκρουσης μεταξύ αντίθετων εξτρεμισμών, στην ανθρωποκτονική τρέλα, στην θεωρία του διπλού κράτους, στην θέση του «εκφυλισμού» του 1968, ενός 1968 που θα έπρεπε να διασωθεί και να διαχωριστεί από αυτό που συνέβη στη συνέχεια, ένα πολιτισμικό και γενεαλογικό φαινόμενο με εξτρεμιστικές εξάρσεις και υπερβολές που υπαγορεύονταν από νεανικό ενθουσιασμό που στη συνέχεια επιμελώς υποχώρησε,επέστρεψε στην κανονικότητα. Ή, από την αντίθετη άποψη, του 1968 ως προέλευση του κακού και της βίας. Βρήκε επίσης χώρο ένα από τα θεωρήματα που προτάθηκαν επανειλημμένα από παράγοντες του κινήματος της εποχής, δηλαδή εκείνο της «τρομοκρατίας» της αριστεράς ως αιτίας της κρίσης των κινημάτων, που βρέθηκαν να συμπιέζονται μεταξύ της βίας των ένοπλων οργανώσεων και της καταστολής του Κράτους 5. Δεν υπήρξε καμία αναφορά στην πολιτική φύση του φαινομένου, ούτε στην ευθύνη των πολιτικών δυνάμεων σε εκείνη τη σύγκρουση. Παρόλο που δεν υπήρξε ομοφωνία σχετικά με την ημερομηνία, πολλοί από τους ομιλητές στη συζήτηση, ενώ αναγνώρισαν στην 12η του δεκέμβρη ως την πιο σωστή ημερομηνία – επειδή ημερομηνία περιοδολόγησης της ιταλικής ιστορίας – προκειμένου να ευνοηθεί η κατασκευή μίας «κοινής μνήμης», επέλεξαν την 9η μαΐου, ημερομηνία που αναφέρεται στην πρόταση νόμου ως σύμβολο της ένωσης όλων των πολιτικών κομμάτων και της κοινωνίας κατά της τρομοκρατίας, η οποία πέρασε με την ευνοϊκή ψήφο όλων των κομμάτων, την αποχή της Κομμουνιστικής Επανίδρυσης και του Κόμματος ιταλών κομουνιστών και μία ψήφο κατά.

Τα λόγια της Olga D’Antona, συζύγου του Massimo D’Antona, που σκοτώθηκε στη Ρώμη από τις Νέες Ερυθρές Ταξιαρχίες το 1999, συνόψιζαν τη θέση που εκφράστηκε από την πλειοψηφία :

Ελπίδα είναι ότι η ημέρα της μνήμης μπορεί να αποτελέσει την ευκαιρία να δοθεί τελικά φωνή σε εκείνους που έχουν πέσει θύματα εκείνων των πράξεων τρόμου. Ήρθε η ώρα να δώσουμε φωνή σε εκείνους των οποίων οι ζωές έχουν καταστραφεί για πάντα και οι οποίοι, στις περισσότερες των περιπτώσεων, έχουν καταδικαστεί στη λήθη και στη σιωπή. Είναι καιρός η δική μας ιστορία τρομοκρατίας να ειπωθεί όχι μόνο από τους τρομοκράτες και επιτέλους να συνειδητοποιήσουμε τι συνέβη από την άλλη πλευρά, από την πλευρά εκείνων των αθώων και ανυπεράσπιστων πολιτών που υπήρξαν θύματα της 6.

Η κεντρικότητα των θυμάτων, το ότι τους δίδεται φωνή και το ότι ασχολούμαστε με αυτούς συγκεκριμένα, καθίσταται από εκείνη τη στιγμή, για λόγους που στην πραγματικότητα δεν έχουν να κάνουν με το σεβασμό της μνήμης τους, πρίσμα της κυρίαρχης ανάγνωσης επί της ιστορίας της δεκαετίας του ’70.

Αρχικά και κατά τη διάρκεια των χρόνων ’90 οι συγγενείς των θυμάτων που σκοτώθηκαν σε συγκρούσεις με ένοπλες οργανώσεις ζητούσαν από το Κράτος, μέσω της αναγνώρισης του καθεστώτος τους, οικονομική αποζημίωση 7. Για να το εισάγουμε σε ένα πλαίσιο και να κατανοήσουμε την προέλευσή του, είναι απαραίτητο να επιστρέψουμε στα μέσα της δεκαετίας του ’80, στη φάση της «εξόδου από την κατάσταση έκτακτης ανάγκης της τρομοκρατίας». Οι ένοπλες οργανώσεις εξαρθρώθηκαν, το σχέδιο και το πολιτικό υποκείμενο που τις είχε δημιουργήσει μέσα στα μεγάλα εργοστάσια του Βορρά στα τέλη της δεκαετίας του ’60, ηττήθηκε πολιτικά – η τάξη και η παραγωγική αναδιάρθρωση πέρασαν στα εργοστάσια – ,μεγάλο μέρος των αγωνιστών συνελήφθησαν και καταδικάστηκαν ή βρίσκονταν με δίκες υπό εξέλιξη. Το ιταλικό Κράτος είχε να αντιμετωπίσει χιλιάδες καταδίκες για πολιτικά εγκλήματα. Ήταν, όπως επισημαίνει ο Sommie 8, μια μοναδική περίπτωση στην Ευρώπη και στις δυτικές δημοκρατίες, με έναν πολύ μεγάλο αριθμό πολιτικών κρατουμένων και την ανάγκη να κλείσει και να εξομαλυνθεί μια μακρά περίοδος κοινωνικής σύγκρουσης. Οι νόμοι εξαίρεσης και η στρατιωτική επίθεση από μόνη της δεν ήταν επαρκείς για να υπονομεύσουν τον κοινωνικό ιστό από τον οποίο οι ένοπλες οργανώσεις αντλούσαν δύναμη, σε απόδειξη του πόσο βαθιά ριζωμένος και ευρέως διάχυτος ήταν αυτός. Από αυτό, η ανάγκη παρέμβασης όχι μόνο στο κατασταλτικό επίπεδο, έπρεπε να βρεθεί ένα είδος πολιτικής λύσης για να τερματιστεί η κοινωνική και ένοπλη σύγκρουση εκείνων των χρόνων. Η απόφαση της πολιτικής ήταν να την αποπολιτικοποιήσει, αναθέτοντας την στο δικαστικό σώμα και στη συνέχεια στον σωφρονιστικό μηχανισμό. Έτσι γεννιέται ο θεσμός της διάστασης-διαχωρισμού και η φιγούρα του «διαχωρισμένου», που ευνοείται από το μεταβαλλόμενο κοινωνικό, πολιτικό και οικονομικό πλαίσιο-περιβάλλον. Σε αυτή την κατάσταση, τα μέλη των ένοπλων οργανώσεων στη φυλακή, παίρνοντας αποστάσεις από τον ένοπλο αγώνα του οποίου υπήρξαν πρωταγωνιστές, πρότειναν μια συνεργασία με τα θεσμικά όργανα, την αποκήρυξη της ιστορίας τους με αντάλλαγμα μια μείωση της ποινής. Το κάνει πρώτα απ ‘όλους ο Toni Negri το 1982 απευθυνόμενος απευθείας στον Domenico Sica στον οποίο προτείνει να αγωνιστούν μαζί ενάντια στους «τρομοκράτες» και θα ακολουθηθεί μετά από λίγο από την Prima Linea, η οποία θα αναλάβει τη διάσταση ως ενιαία θέση της οργάνωσης, και από την πλειοψηφία των μελών της φάλαγγας Walter Alasia των ΕΤ. Οι επιπτώσεις αυτής της θέσης ήταν καταστροφικές για τις ένοπλες οργανώσεις και αποδείχτηκε έτσι ένας από τους ισχυρότερους μηχανισμούς της διάλυσης τους, με την επίθεση στην εσωτερική τους αλληλεγγύη και απομακρύνοντας τες από την ιστορία τους.

Ασχολούμενο περισσότερο με τους τρομοκράτες απ ‘ότι με τα θύματα σήμαινε λοιπόν να δίνει προτεραιότητα, μέσα από τον διαχωρισμό και την μετάνοια-μεταμέλεια, στην επίλυση μιας πολιτικό-κοινωνικής σύγκρουσης, «ομαλοποιώντας» την, ένα πρόβλημα που για το Κράτος ήταν επείγον και βαρύ σε σχέση με τα αιτήματα αποζημίωσης που ταυτόχρονα προέρχονταν από τις οικογένειες των θυμάτων και που εκ των πραγμάτων για αρκετά χρόνια παρέμεναν ανήκουστα. Η AIVITER (Ιταλική Ένωση Θυμάτων Τρομοκρατίας και Ανατρεπτικής Δράσης κατά της συνταγματικής τάξης του Κράτους) ιδρύεται το 1985 ακριβώς με σκοπό να ζητήσει νομοθετικές παρεμβάσεις αντισταθμιστικού χαρακτήρα υπέρ όσων σκοτώθηκαν κατά τη σύγκρουση με τις ένοπλες οργανώσεις. Και ακριβώς επάνω στο διαχωρισμό-διάσταση, που θα γίνει νόμος το 1987, αλλά που άρχισε να εφαρμόζεται ήδη από νωρίτερα, ξεκίνησε η πρώτη πολεμική της ένωσης των θυμάτων της τρομοκρατίας. Ο Maurizio Puddu, επαρχιακός σύμβουλος της χριστιανοδημοκρατίας DC, ένα από τα θύματα των ΕΤ, και πρόεδρος του Συλλόγου, δήλωνε ότι ήταν απαραίτητος ο σεβασμός του νόμου, αλλά πως το δίκαιο δεν πρέπει να παραμορφώνεται κατ ‘αυτόν τον τρόπο. Η μετάνοια δεν απαιτείται στα άρθρα της διάταξης, μόνο η διάσταση. Θα μπορούσε τουλάχιστον να συμπεριληφθεί μια σημείωση με την οποία στους τρομοκράτες επιβάλλονταν να ζητούν από τα θύματα συγνώμη 9.

Στην πραγματικότητα, σε αντίθεση με την ερμηνεία του Puddu, η διάσταση ήταν η πραγματική πράξη μετάνοιας: αντίθετα με τον «μετανοημένο» (παραδοσιακή φιγούρα του καταδότη), ο πρώην «διαχωρισμένος τρομοκράτης» λάμβανε υπόψη τα λάθη του, αποκήρυσσε το παρελθόν του και δεσμεύονταν για το μέλλον να μην χρησιμοποιεί πλέον τη βία ως μέθοδο πολιτικής πάλης. Συνεργάζονταν ενεργά να γκρεμίσει τα θεμέλια της οργάνωσής του και να θέσει και τις άλλες σε κρίση, προσφέροντας στο Κράτος μια πολύ πιο αποτελεσματική δουλειά από αυτήν του καταδότη και για την οποία απολάμβανε την επιείκεια του Κράτους, δηλαδή τη μείωση της ποινής. Μια πρακτική πολύ παρόμοια με τις διαδικασίες που διεξάγονταν πριν από αιώνες από την Εκκλησία ενάντια σε αιρετικούς και μακριά από το δίκαιο που με αυτή την έννοια, ναι, έβγαινε παραμορφωμένο, και όχι μόνο για τις μειώσεις της τιμωρίας που χορηγούνταν με βάση τη «μετάνοια, την αποκατάσταση». Στη συνέχεια, στα τέλη της δεκαετίας του ’90, το αίτημα του Puddu – το υστερόγραφο που απαιτούσε από τον φυλακισμένο να ζητήσει ρητά τη συγχώρεση των θυμάτων – έγινε αποδεκτό. Πράγματι, αν και δεν προβλεπόταν σε κανένα νόμο, οι εποπτικοί δικαστές, κατά την κρίση τους, επέβαλαν ως περαιτέρω απαίτηση για την απόκτηση της υπό όρους απελευθέρωσης την γραπτή επαφή μεταξύ κρατουμένων και θυμάτων ή συγγενών των θυμάτων, στραπατσάροντας εκ νέου το δίκαιο 10, μερικούς αιώνες ιστορίας του δικαίου. Ολόκληρος ο αγώνας κατά της τρομοκρατίας διεξήχθη, εξάλλου, διαφορετικά από ότι ισχυρίζονταν τότε τα κόμματα και τα θεσμικά όργανα, και από αυτά που επαναλαμβάνουν σήμερα, με μέσα και εργαλεία που δεν καλύπτονται, δεν προβλέπονται από το «δημοκρατικό Κράτος δικαίου ».

Η πολεμική από πλευράς των θυμάτων αυξήθηκε όταν, μεταξύ του 1987 και του 1988, άρχισε να υποτίθεται η δυνατότητα χάριτος για τους μη διαχωρισθέντες και αμετανόητους, μετά την πρόταση μιας πολιτικής λύσης που πρότειναν οι κύριοι ηγέτες των BR: σημειώνοντας την εξάντληση ενός κύκλου αγώνων και το ανεπανάληπτο των εμπειριών που τον χαρακτήριζαν, έθεταν την ανάγκη μιας «υπέρβασης», χωρίς αποκηρύξεις και μεταμέλειες σχετικές με την ιστορία τους, και την αναγκαιότητα μιας αμνηστίας για τους πολιτικούς κρατούμενους και για τους εξόριστους. Όχι μια πράξη ειρήνευσης, αλλά μια πολιτική διάταξη η οποία, θεωρώντας μια εποχή κλεισμένη-τελειωμένη, θα επέτρεπε έναν ιστορικό-πολιτικό και μη δικαστικό προβληματισμό, με μια σύγκριση-αντιπαράθεση επεκταθείσα σε όλα τα εμπλεκόμενα μέρη. Η πρόταση προκάλεσε μια συζήτηση στα κυριότερα κόμματα, πρωτίστως DC, PCI και PSI – χριστιανοδημοκρατία κομουνιστές και σοσιαλιστές – βρίσκοντας στο εσωτερικό τους, αν και μεταξύ διακρίσεων, την προθυμία για άνοιγμα ενός διαλόγου. Μικρότερη διαθεσιμότητα, από την αρχή, εκφράστηκε από τα θύματα και ένα μεγάλο μέρος του τύπου. Ήταν η Maria Cristina Tarantelli, η αδελφή του Ezio, που σκοτώθηκε από τις Br, που απάντησε από τις σελίδες της La Repubblica – την εφημερίδα που ήταν περισσότερο αφοσιωμένη στο μέτωπο του όχι στην πολιτική λύση – επιτιθέμενη στο Κράτος, ακλόνητη μπροστά στα αιτήματα οικονομικής υποστήριξης για τα θύματα, σκεπτικιστική προς τις μετάνοιες και τους διαχωρισμούς 11. Μέχρι εκείνη τη στιγμή, από την πλευρά των συγγενών και των ενώσεων των θυμάτων, το ζήτημα συνέχιζε ουσιαστικά να γυρνά γύρω από το αίτημα αποζημίωσης. Ήταν το αντίθετο μέτωπο, παρόν εγκάρσια μέσα σε όλα τα κόμματα, μπροστά στα ανοίγματα, που ανακινεί με χρηστικό τρόπο ακριβώς το ζήτημα του σεβασμού των θυμάτων να εμποδίζει τη συζήτηση 12, η οποία ξεκίνησε ούτως ή άλλως. Υπήρξαν μια σειρά συναντήσεων στη φυλακή μεταξύ αντιπροσώπων όλων των κομμάτων και ορισμένων θεσμικών αξιωματούχων και μαχητών των ΕΤ που είχαν ενταχθεί στην πρόταση της πολιτικής λύσης. Οι συναντήσεις διακόπτονται όταν, το 1988, οι αγωνιστές των BR που εξακολουθούσαν να δραστηριοποιούνται, ενάντιοι στην προοπτική ξεπεράσματος του ένοπλου αγώνα, σκότωσαν τον Ruffilli σε μια δράση. Για τους αμετανόητους και μη διαχωρισμένους πολιτικούς κρατούμενους, των οποίων ο αριθμός ήταν υψηλός και αποτελούσε ένα πρόβλημα για το Κράτος, ο πολιτικός κόσμος επέλεξε μια «ατομική διέξοδο», αναθέτοντας, αυτή τη φορά στο σωφρονιστικό μηχανισμό, την αναζήτηση μιας λύσης, δίνοντας στους πολιτικούς κρατούμενους που δεν συμμετείχαν στη διάσταση τη δυνατότητα πρόσβασης στα οφέλη που προβλέπονταν για τους κοινούς κρατούμενους στον νόμο Gozzini. Ανεξάρτητα από έναν νόμο και ένα γενικό πρόγραμμα, όλα εξαρτώνταν από τις κατευθυντήριες γραμμές και τους προσανατολισμούς των διευθυντών φυλακών, των εποπτικών δικαστών, οι οποίοι αποφάσιζαν, κατά περίπτωση, τη χορήγηση αδειών, την πρόσβαση σε εξωτερικές εργασίες και την ακόλουθη διαδικασία για την απόκτηση της ελευθερίας υπό όρους. Οι προσπάθειες για την εξεύρεση λύσης συνεχίστηκαν επανειλημμένα, όχι πλέον ως συζήτηση μεταξύ πολιτικών κρατουμένων και θεσμικών εκπροσώπων, αλλά ως πρωτοβουλίες των κομμάτων ή μεμονωμένων βουλευτών. Το 1989 υποβλήθηκε σχέδιο νόμου του οποίου η πρόθεση, σαφώς από τη διατύπωση των άρθρων που το απάρτιζαν, πρότεινε μια δικαστική λύση, θέτοντας το ζήτημα της επανεξισορρόπησης των κυρώσεων, οι οποίες για τους πολιτικούς κρατούμενους ήταν μεγαλύτερες από εκείνες των κοινών κρατουμένων επειδή επιδεινώνονταν από τους ειδικούς νόμους. Παρόλο που δεν ήταν συνεπώς θέμα «συγχώρεσης», η συζήτηση, ειδικά στον Τύπο, πήρε αυτά τα περιγράμματα. Την επομένη της υποβολής του νομοσχεδίου, η εφημερίδα La Repubblica – στη μέση της εκστρατείας κατά της αμνηστίας / χάριτος – έδιδε ξανά χώρο στην Maria Cristina Tarantelli, φιλοξενώντας μια επιστολή που απευθύνονταν στον Πρόεδρο της Δημοκρατίας με πολύ σκληρούς τόνους, με τους οποίους επαναλαμβάνονταν η ανισότητα της προσοχής που υπάρχει ανάμεσα στα θύματα, ακόμη σε αναμονή ενός νόμου για να τα αποζημιώνει, και τους «εκτελεστές-δημίους», προς τους οποίους το Κράτος κινούνταν βιαστικά για την κοινωνική επανένταξή τους 13. Για περίπου δύο χρόνια παρεμβάσεις εναλλάσσονταν μέσω δημόσιων συζητήσεων, μεταξύ εκείνων που θεωρούσαν ώριμες τις συνθήκες να κλείσουν οριστικά ένα κεφάλαιο της ιταλικής ιστορίας και εκείνων οι οποίοι, αντιθέτως, πίστευαν ότι οποιαδήποτε διάταξη έπρεπε να θεωρηθεί καθυστερημένη πολιτική αναγνώριση που χορηγείται στους ένοπλους σχηματισμούς, στις ΕΤ πρώτη απ’ όλες.

Σε αυτό το περιβάλλον μέσα η φιγούρα του θύματος αρχίζει να παίρνει μια δημόσια διάσταση, γίνεται το νέο όχημα μέσω του οποίου η πολιτική, αφού πρώτα αποπολιτικοποίησε την κοινωνική σύγκρουση της δεκαετίας του ’70 αναθέτοντας τη διαχείριση της κατάστασης έκτακτης ανάγκης στο δικαστικό σώμα και εκ των πραγμάτων πολιτικοποιώντας τις λειτουργίες αυτού του τελευταίου, θα προσπαθήσει να την αποπολιτικοποιήσει στο επίπεδο της μνήμης και της ιστορίας.

Ο τύπος της συζήτησης, που αρχικά επικεντρώθηκε σε συγκεκριμένα ζητήματα πολιτικού χαρακτήρα που θα έπρεπε να είχαν οδηγήσει στο πολιτικό κλείσιμο εκείνης της ιστορικά εξαντληθείσας σύγκρουσης, επισημοποιώντας το σε νομοθετικό επίπεδο, ανέλαβε μια χροιά που στηρίζονταν πλήρως στην ηθική σφαίρα και που έπαιζε χρηστικά στο ζήτημα του σεβασμού των θυμάτων. Ο ιδιωτικός χώρος, ο πόνος και η μνησικακία, καθώς και η διάθεση προς συγχώρεση εκείνων που επηρεάστηκαν προσωπικά από τη σύγκρουση εκείνων των χρόνων, σταδιακά μονοπωλεί τη δημόσια σφαίρα, της πολιτικής, με λίγες κριτικές φωνές να παραμένουν αντιμέτωπες. Ο Franco Fortini, ειδικότερα, είχε καταλάβει με ευφυία το έδαφος στο οποίο γλιστρούσαμε και που αργότερα θα αποτελούσε το θεμέλιο της θυματοποιητικής ιδεολογίας – dell’ideologia vittimaria – όταν, το 1988, έγραφε :

Τότε τι είναι αυτός ο άνθρωπος, εκείνος ο άνθρωπος για τον οποίο μιλάτε, όταν του αφαιρείται η διάσταση της κοινής δράσης για την αλληλεγγύη, τη δικαιοσύνη, την ελευθερία και την ισότητα, εγώ πραγματικά δεν μπορώ να τον φανταστώ. Τι είναι ένας άνθρωπος που περιορίζεται στην απλή διάσταση της ηθικής εσωτερικότητας; Έχω την δική μου, για να μην αναφέρω τους μέγιστους χριστιανούς, τον Μαρξ, τον Νίτσε, τον Φρόιντ και τον Σαρτ. Με καθησυχάζουν αυτοί: πρέπει να πρόκειται για έναν αχρείο. Ή για ένα θύμα. Και τι θέλουν πράγματι από εμάς οι θεματοφύλακες της Κρατικής δεοντολογίας, της ηθικής του Κράτους αν όχι να μας καταστήσουν απατεώνες ή θύματα; 14

Η δεκαετία του ’90 θα χαρακτηρίζεται από την ίδια διαμάχη, με την ευκαιρία της πρότασης τoυ Cossiga να χορηγήσει χάρη στον Renato Curcio 15, τις πρώτες άδειες που χορηγήθηκαν στα πιο γνωστά ονόματα του ένοπλου αγώνα, σε όλες τις περιπτώσεις δημόσιας έκθεσης των «τρομοκρατών». Στο βάθος, από έναν αφηρημένο πολιτικό κόσμο ο οποίος εν τω μεταξύ αντιμετωπίζει τις άλλες δομικές «καταστάσεις έκτακτης ανάγκης», από τη μαφία στην Tangentopoli, επανεμφανίζεται κάθε τόσο το ζήτημα της αμνηστίας, η κουβέντα της οποίας συζητήθηκε και πάλι στην Επιτροπή Δικαιοσύνης της Βουλής το 1997 για να τερματιστεί σε ένα τίποτα, και στην οποία οι ενώσεις των οικογενειών των θυμάτων εκφράστηκαν και πάλι με αντίθετο τρόπο. Εν τω μεταξύ η νομοθετική διαδικασία υπέρ των θυμάτων της τρομοκρατίας συνεχίζονταν με αργούς ρυθμούς, η οποία προχώρησε από το 1980 έως το 2000 μέσω μιας σειράς κανονισμών, και μόνο το 2004 θα καταστεί νόμος 16.

Ακριβώς μέσα σ ‘αυτή την προοπτική όπου κυριαρχεί η ηθική σφαίρα, η αγανάκτηση προς τους «αμετανόητους-αμετακίνητους» εδραιώνονταν στην επικοινωνιακή συζήτηση, τους «μη μετανιωμένους ή διαχωρισμένους τρομοκράτες» που άρχισαν να έχουν πρόσβαση στα πρώτα οφέλη του νόμου Gozzini. Πέρα από τη θρησκευτική-ηθική κατηγορία που προκαλούν οι όροι, κάποιος «ξεχνούσε» ότι επρόκειτο αποκλειστικά για νομικές κατηγορίες. Και η κατηγορία του «αμετακίνητου» συγκέντρωνε, πέρα από τις διάφορες θέσεις που ανέλαβαν τότε τα άτομα σε σχέση με τη δική τους ιστορία, όλους εκείνους που δεν εντάσσονταν, σύμφωνα με την εξαιρετική νομοθεσία, στις κατηγορίες του μετανοημένου ή διαχωρισμένου. Το γεγονός να είναι κάποιος αμετανόητος και μη διαχωρισμένος είναι συνεπώς ισοδύναμο με το γεγονός ότι εκτίει ποινές μεγαλύτερης διάρκειας από εκείνους που έχουν επωφεληθεί από τις παροχές που προβλέπονται από τη νομοθεσία του κράτους.

Να εξουδετερώνει το πολιτικό κλείσιμο υπήρξε πάντοτε παρόν, είναι σημαντικό να τονιστεί, ένας άλλος παράγοντας: ζητούνταν από τους ταξιαρχίτες να λένε «όλη την αλήθεια» για την υπόθεση Μόρο, η οποία εν τω μεταξύ τροφοδοτούνταν με έρευνες εντυπωσιασμού κενές πραγματικών απαντήσεων-αντιστοιχιών, που έδιδαν ζωή σε μια ανεξάντλητη φλέβα διετρολογικής-συνωμοσιολογικής λογοτεχνίας, τα «μυστήρια της υπόθεσης Moro», σε ένα είδος επαναπροσδιορισμού της πολιτικής της αποφασιστικότητας που περνούσε τώρα στο ιστορικό-πολιτικό επίπεδο, για να απομακρύνει κάθε συζήτηση σχετική με τις ευθύνες των κυριότερων υπέρμαχων της, DC και PCI. Υπό αυτή την έννοια η ανάγνωση του PCI, η οποία θεωρούσε ότι οι κρίσεις των δικαστηρίων των διαφόρων δικών Moro δεν ήταν εξαντλητικές, κέρδιζε δύναμη, και διάβαζε την ιταλική ιστορία την μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο ως μια μακρά ανατρεπτική ίντριγκα ενάντια στη δημοκρατία – και το κόμμα – από τη σφαγή της Portella della Ginestra στις σφαγές της δεκαετίας του ’70 και του ’80, στον κομμουνιστικό ένοπλο αγώνα. Με την υιοθέτηση ενός μονοπωλίου διαφωνίας που δεν προέβλεπε ούτε παραδέχονταν άλλες μορφές έκφρασης στα αριστερά του, πολύ περισσότερο «αυθεντικά» υποκείμενα που θα μπορούσαν να την ερμηνεύσουν, το PCI κατέφυγε, στην διάρκεια των δεκαετιών, στις θεωρίες συνωμοσίας, των προβοκατόρων και των παρεισφρύσεων ενάντια στο κόμμα, ένα επιχείρημα που, στο επίπεδο της προπαγάνδας, ειδικά στην αριστερά, έβρισκε γόνιμο έδαφος και στην δύναμη του αντικομμουνισμού μέσα στην ιταλική κοινωνία.

3.

Είναι στις αρχές της δεκαετίας του 2000 που, δίπλα στο συνωμοσιολογικό παράδειγμα, διαμορφώνεται πλήρως εκείνο της θυματοποίησης. Από τον κόσμο που είχε γεννήσει τον ένοπλο αγώνα, δεν είχε μείνει πλέον τίποτε άλλο παρά οι μαχητές των ένοπλων σχηματισμών, οι οποίες είχαν εξαφανιστεί εδώ και σχεδόν είκοσι χρόνια, και εξακολουθούσαν να κρατούνται στη φυλακή. Τα κόμματα είχαν αλλάξει τα ονόματά τους, άλλα γεννήθηκαν και κυβερνούσαν. Τα «παιδιά του Salò» γιορτάστηκαν στο κοινοβούλιο από τον Luciano Violante, δικαστή και ηγετικό στέλεχος του PCI-PDS-DS που στρατεύτηκε στην πρώτη γραμμή ενάντια στους «τρομοκράτες». Ο εξαντλημένος 20ος αιώνας και οι επαναστάσεις του, οι οποίες όμως αν και ατελείς είχαν έτσι κι αλλιώς απελευθερώσει εκατομμύρια ανθρώπους προηγουμένως αόρατους, είχαν ηττηθεί, και μαζί τους και η έννοια της αντιπαλότητας, η συγκρουσιακή έννοια ως κινητήρια δύναμη της ιστορίας, που εκδιώκονταν πίσω από τον σύγχρονο πολιτικό ορίζοντα και από την Ιστορία. Ο θριαμβευτικός νεοφιλελευθερισμός και η ιδεολογία του, που προωθούνταν μιλώντας για «τέλος της ιστορίας», βιαστικά απαλλάσσονταν από αυτόν: ο Εικοστός αιώνας έγινε ο αιώνας της φρίκης, των γενοκτονιών, των ολοκληρωτισμών. Η ιστορία ηγεμονεύεται από τη μνήμη και μπερδεύεται με αυτήν, συγχέεται, σαν να ήταν συνώνυμη με αυτήν. Η αφηγηματική μνήμη που αφηγείται τον Εικοστό αιώνα είναι μνήμη του πόνου, είναι ο μάρτυρας των φρικαλεοτήτων των ολοκληρωτισμών του σύντομου αιώνα, του Ολοκαυτώματος επί των πάντων. Και αναδύεται ως κεντρικός πρωταγωνιστής το θύμα. Το θύμα τοποθετείται ως ιδανικό μοντέλο για να εμπνευστεί ο καθείς από αυτό: είναι η παθητικοποίηση του υπάρχοντος, το να υποβάλλεσαι και να υπομένεις που επιβάλλεται στη δράση, να κάνεις τίποτα, να μην αντιδράς, να μην λερώνεις τα χέρια σου ως υπέρτατη αξία της ειρηνευμένης κοινωνίας στην ομόφωνη φιλελεύθερη συναίνεση 17.

Η προσωπική ιστορία, η οικεία και οικογενειακή διάσταση, δηλαδή η ιδιωτική διάσταση, καταλαμβάνει το δημόσιο χώρο. Η Iστορία με τις μη γραμμικές, αντιφατικές διεργασίες της, με τις συγκρούσεις της εξαφανίζεται. Οι ανανεωμένες ιταλικές άρχουσες τάξεις εκφράζουν σε μια γλώσσα που είναι εν μέρει μόνο νέα, διότι είναι ήδη παρούσα αλλά όχι ακόμη πλήρως δομημένη, την αφήγηση των » θλιβερών χρόνων του μολυβιού». Αυτή τη φορά το κενό της θεσμικής πολιτικής γεμίζει με τον ιδιωτικό πόνο των θυμάτων, και ιδίως των θυμάτων του ένοπλου αγώνα, των εχθρών του δημοκρατικού Κράτους. Δεν θα μπορούσαν να είναι τα θύματα των σφαγών, που στερούνται δικαστικής αλήθειας καθώς και ιστορικής, σε έναν χώρο που παραμένει αδιαφανής περιοχή. Το λέει ξεκάθαρα ο Giorgio Napolitano στην ομιλία του κατά τον εορτασμό της πρώτης Ημέρας μνήμης των θυμάτων της τρομοκρατίας, όταν δηλώνει την κυριαρχία, μέσα στην ιταλική ιστορία των χρόνων του ’70, των «ανατρεπτικών μηχανορραφιών» της «εξτρεμιστικής και επαναστατικής αριστεράς» και ειδικότερα της «διασποράς της τρομοκρατίας των ερυθρών Ταξιαρχιών» σε σχέση με εκείνες του «νεοφασιστικής δεξιάς […] με συμπαιγνίες ακόμα και μέσα στους μηχανισμούς του Κράτους». Δεν υπάρχει θαμπάδα όσον αφορά το γεγονός πως οι Ερυθρές Ταξιαρχίες πολέμησαν εναντίον του Κράτους. Όσον αφορά τις συνενοχές και τις ευθύνες του κρατικού μηχανισμού στις επιθέσεις που προκάλεσαν σφαγές, αντίθετα, οι πολλές περιοχές αδιαφάνειας-θαμπάδας δεν διαλύθηκαν. Στη συνέχεια πρέπει να διευκρινίσουμε, σύμφωνα με τα στοιχεία που μας επιστρέφει η ιστορία, ότι δεν ήταν ο ένοπλος αγώνας που έκανε τον μεγαλύτερο αριθμό θυμάτων. 18. Αλλά το θυματοποιητικό παράδειγμα-πρότυπο δεν χρειάζεται την Ιστορία για την αφήγησή του, τροφοδοτείται μιας μοναδικής κυρίαρχης μνήμης που κάποιοι θα ήθελαν να γίνει «κοινή μνήμη, κοινόχρηστη».

Το σημάδι της νέας εποχής είχε αποκαλυφθεί με παραδειγματικό τρόπο από τον κινηματογράφο λίγα χρόνια νωρίτερα, με την ταινία του Mimmo Calopresti Η δεύτερη φορά- La seconda volta (1995), μια τεχνητή απόπειρα αντιπαράθεσης-συνάντησης μεταξύ ενός πρώην τρομοκράτη και του θύματος του που αποδεικνύεται αδύνατη, επειδή δεν προβλέπεται, στην ταινία και στην πραγματικότητα, να δίνεται ο λόγος στον »δήμιο» παρά μόνο για να εκφράσει και επιβεβαιώσει την αλήθεια των νικητών. Κυριαρχεί ο υπερκείμενος μονόλογος του θύματος που δεν έχει τίποτα να ακούσει, πεπεισμένος για την απόλυτη αλλοτριότητα και τυχαιότητα αυτού που του συνέβη, αγνοώντας και ξεχνώντας ένα κοινωνικό και πολιτικό πλαίσιο-περιβάλλον του οποίου ήταν μέρος και μέσα στο οποίο γίνονταν πολιτική και με τα όπλα 19. Η αλλαγή του παραδείγματος-προτύπου είναι ορατή και κυρίως στην τηλεοπτική δημοσιογραφία, η οποία εγκαινιάζει, χρησιμοποιώντας τον ορισμό του De Luna, την «τηλεόραση του πόνου». Το 1989 ο Enzo Biagi, απαντώντας στη χήρα του δικαστή Terranova που σκοτώθηκε από τη μαφία, που εξέφραζε κριτική και λύπη για την επιλογή του δημοσιογράφου για συνέντευξη από τον Luciano Liggio, έλεγε: «Μοιράζομαι τον πόνο της κυρίας Terranova και του γιου του αξιωματικού Mancuso. Αλλά δεν είναι καθήκον των οικογενειών των θυμάτων να ορίζουν τι είναι σωστό και τι όχι να γίνεται στην τηλεόραση 20 ». 18 χρόνια μετά, το 2007, ο Corrado Augias καλωσόριζε την έκκληση των συγγενών των νεκρών στη Via Fani και του Giorgio Napolitano, «που είχαν φρικάρει 21 » για μια συνέντευξη που μεταδόθηκε στην τηλεόραση του πρώην ταξιαρχίτη διαχωρισμένου Alberto Franceschini που γυρίστηκε στη Via Fani. Μια τηλεόραση στην οποία ούτε καν ο Sergio Zavoli, συγγραφέας του Η νύχτα της Δημοκρατίας-La notte della Repubblica, θα έβρισκε πλέον χώρο.

Πάντα κατά την πρώτη γιορτή της ημέρας αφιερωμένης στα θύματα της τρομοκρατίας, ο τότε πρόεδρος της Δημοκρατίας, Giorgio Napolitano, ο οποίος έζησε το σύνολο και διαδραμάτισε ηγετικό ρόλο στην πολιτική της δεκαετίας του ’70, δήλωνε την ανάγκη να «δοθεί φωνή όχι σε όσους πυροδότησαν την τρομοκρατική βία, αλλά σε εκείνους που την υπέφεραν 22 ». Εάν μείνουμε στην περίοδο που υποδεικνύεται από τον Napolitano, δηλαδή από το 1969 έως τα μέσα της δεκαετίας του ’80, τα δεδομένα της κοινής μνήμης και εκείνα της Ιστορίας αποκλίνουν. Για την Ιστορία, δύσκολα μπορούμε να βεβαιώσουμε ότι οι ένοπλοι σχηματισμοί πυροδότησαν την τρομοκρατική βία, ειδικά εάν σιωπήσουμε αναφορικά με το πολιτικό και κοινωνικό πλαίσιο και το περιβάλλον που βρίσκεται στην απαρχή της γέννησή τους. Το γεγονός που επιταχύνει το σχηματισμό των ένοπλων ομάδων, σύμφωνα με τις δηλώσεις εκείνων που αγωνίστηκαν σε αυτές και με μια εδραιωμένη ιστοριογραφία, είναι η σφαγή της 12ης δεκεμβρίου 1969 η οποία, πρέπει να θυμόμαστε, έρχεται στο τέλος ενός έτους που κατέγραψε τον μεγαλύτερο αριθμό ωρών απεργιών (250 εκατομμύρια συνολικά, λαμβάνοντας υπόψη όλες τις κατηγορίες) και ένα επίπεδο συγκρουσιμότητας των εργατών που ούτε τα συνδικάτα, ούτε τα αριστερά κόμματα κατάφερναν να συγκρατήσουν. Το πρώτο θύμα στα χέρια μιας ένοπλης ομάδας έλαβε χώρα στη Γένοβα το 1971, κατά τη διάρκεια ληστείας από την Banda XXII Ottobre. Ο πρώτος πολιτικός φόνος είναι εκείνος του αστυνομικού κομισάριου Calabresi (1972), που θεωρήθηκε υπεύθυνος για το θάνατο του αναρχικού Giuseppe Pinelli, ο οποίος εκπαραθυρώθηκε από το αστυνομικό τμήμα ενώ ανακρίνονταν ως ύποπτος δράστης της σφαγής της piazza Fontana. Η δολοφονία του Calabresi, την ευθύνη της οποίας δεν ανέλαβε ποτέ καμία οργάνωση, θα αποδοθεί πολλά χρόνια αργότερα από ένα δικαστήριο στην Lotta Continua. Η πρώτη σχεδιασμένη εκτέλεση της οποίας την ευθύνη ανέλαβαν οι κόκκινες Ταξιαρχίες είναι του 1976.

Αλλά ο Napolitano λέει και άλλα: «Όσοι έχουν διευθετήσει τους λογαριασμούς τους με τη δικαιοσύνη έχουν το δικαίωμα να επανενταχθούν στην κοινωνία, αλλά με διακριτικότητα και μέτρο και να μην ξεχνούν ποτέ τις ηθικές τους ευθύνες ακόμα κι ας μην είναι πλέον ποινικές 23 ». Για το θυματοποιητικό πρότυπο, ο «δήμιος» δεν επιστρέφει, αφού έχει εκτίσει την ποινή του, στις λειτουργίες που έχουν ρυθμιστεί από τους νόμους του δημοκρατικού Κράτους, να είναι ένας ελεύθερος πολίτης, αλλά υποχρεούται σε μια μόνιμη κατάσταση σιωπής, λόγω ηθικών ευθυνών ακατάσβεστων, οι οποίες συνεπώς δείχνουν ένα άδειασμα των κανόνων δικαίου. Το επιβεβαιώνει η αποκαταστατική δικαιοσύνη, χρησιμοποιώντας μορφές φαινομενικά πιο ανοιχτές και συμφιλιωτικές σε σχέση με τις αυταρχικές εκείνες που εκφράστηκαν κυρίως από τις ενώσεις των θυμάτων και ενισχύθηκαν από το επικοινωνιακό σύστημα που θα επιθυμούσε ένα είδος πολιτικής ισόβιας ποινής για τους «δημίους» του ένοπλου αγώνα, αλλά στην πραγματικότητα πιο ύπουλες λόγω των επιπτώσεων που παρουσιάζουν. Η αποκαταστατική δικαιοσύνη επιβεβαιώνει, θέτοντας τις βάσεις για το άδειασμα και την υπέρβαση της αμεροληψίας του δικαίου, πως η εξιλέωση μιας ποινικής τιμωρίας είναι ανεπαρκής απάντηση στο πένθος των θυμάτων, δεν εκπληρώνει το αίτημα για δικαιοσύνη, δεν επιτρέπει την ενσωμάτωση στη μήτρα της κοινότητας και την επανεκπαίδευση που το άρθρο 27 του Συντάγματος αποδίδει στην τιμωρία ως στόχο, στον επίσημο εορτασμό της δύναμης της δημοκρατίας 24 », όπως γράφει ο Luigi Manconi. Μέσα σε αυτό τον χώρο δίδεται ο λόγος, η αποκατάσταση επιτρέπεται, για να χρησιμοποιήσουμε μια έκφραση που χρησιμοποιήθηκε από τον Giancarlo Caselli, σε εκείνους που «έχουν συνειδητοποιήσει τον παραλογισμό τους». Μπορούν να μιλήσουν χρησιμοποιώντας επικυρωμένα λόγια σε έναν εγκεκριμένο χώρο, ή για να λέμε καλύτερα, σε έναν νέο χώρο φυλακισμένο, μέσα σε μια αφήγηση που αποσκοπεί στο να επιβεβαιώσει εκείνη την ανάγνωση σύμφωνα με την οποία μέρος μιας γενιάς, οδηγούμενης από εγκληματική τρέλα και μια αιματηρή ιδεολογία, έθεσε σε κίνδυνο, για μια στιγμή, τις αντοχές του «δημοκρατικού Κράτους». Τόσο στην πρώτη όσο και στη δεύτερη περίπτωση, εκτός από το άδειασμα του δικαίου, ήμαστε μπροστά σε μια διαδρομή κληρικο-μετανοούσα και μια επιχείρηση κατασκευής κοινής μνήμης, σκοπός της οποίας είναι να αρνηθεί και να εξαλείψει το συγκρουσιακό πολιτικό σχέδιο που έχει εγγραφεί στην ιστορία. Μια περαιτέρω εμπεριστατωμένη μελέτη των εγγενών επιπτώσεων της διάστασης, όπου η ανταλλαγή μεταξύ της αναθεώρησης της καταδίκης και της ιδεολογικής αναθεώρησης είναι ενεργή προσκόλληση-συγκατάθεση στην κοινή μνήμη, με αποτέλεσμα να επηρεάζει και να διαστρεβλώνει την ανάγνωση της ιστορίας.

Μεταξύ 2006 και 2009, κατασκευάζονταν κομμάτι με κομμάτι, το μονοπώλιο του λόγου, και της ιστορίας, των θυμάτων του ένοπλου αγώνα, αρνούμενοι τη νομιμότητα της ύπαρξης των αναμνήσεων του ένοπλου αγώνα, και όχι μόνο εκείνων που δεν συμμορφώνονται με την κοινή μνήμη.Οι κύριοι πρωταγωνιστές του ένοπλου αγώνα δεν είχαν δικαίωμα να γράφουν και, πάνω απ ‘όλα, να δημοσιεύουν και να συζητούν σε δημόσιους χώρους, βροντούσε η ιταλική διανόηση από τις σελίδες των κυριότερων εφημερίδων 25. Στους πρώην μαχητές αντιτάσσονταν, σε μια μεγάλη εκστρατεία επικοινωνιακή / διαφημιστική, και πάνω από όλα ιδεολογική, από τις σελίδες των μεγάλων εφημερίδων, οι εκδόσεις των «διάσημων» παιδιών των θυμάτων, από τον Tobagi έως τον Calabresi, στην Rossa, τα βιβλία των οποίων έγιναν η νέα παράμετρος για να μπορούμε να μιλήσουμε για τα χρόνια του ’70. Ονόματα που κατέχουν σημαντικές θέσεις στον πολιτικό και δημοσιογραφικό κόσμο, που έχουν στη διάθεση τους ενώσεις, τα οποία έχουν μετατραπεί σε εξουσιοδοτημένους αποδέκτες της αφήγησης των «χρόνων του μολυβιού», ακριβώς δυνάμει της ταυτότητάς τους ως συγγενών των θυμάτων της «τρομοκρατίας». Όταν δίνεται στο θύμα η εξουσία της λογοκρισίας και του μονοπωλίου του λόγου, απορρίπτεται η ταυτότητά του ως θύμα. Το θύμα γίνεται άσκηση ενός επαγγέλματος λογοκριτικού, που προστατεύεται από το κέλυφος μιας υποτιθέμενης ανώτερης ηθικής.

Το θύμα και η οικογένεια του θύματος, καθαγιασμένοι στην επίσημη τελετουργία της ημέρας μνήμης, θεσμοθετημένοι από τον δημόσιο λόγο, θεαματοποιημένοι επικοινωνιακά, φτάνουν στην πραγματικότητα στο σημείο να ενσωματώνουν μια ανώτερη ηθική. Ο λόγος τους, ανεξάρτητα από το αν είναι σωστός σε σχέση με τα γεγονότα ή τους ανθρώπους για τους οποίους μιλά, και η θέση τους που εκφράζει απόλυτη δημόσια εκδηλωμένη στενοχώρια και πόνο, γίνεται απρόσβλητος, η κριτική καθίσταται βρισιά, προσβολή. Φτάνει κάτι πολύ λιγότερο από την κριτική, φτάνει σήμερα και μόνο το γεγονός να κατατίθεται ένας άλλος λόγος που να ξεφεύγει από τη ρητορική του πόνου και της καταδίκης του κακού, ώστε να ξεσπάσει η λογοκρισία και η δημόσια αποδοκιμασία που επιβάλλεται επικοινωνιακά, ακόμη και το άνοιγμα αρχείων – ακόμη και χωρίς την υπόθεση τέλεσης αδικήματος – από πλευράς εισαγγελιών, οι καταγγελίες ενώπιον των δικαστηρίων από τις ενώσεις των θυμάτων της τρομοκρατίας 26. Ακόμη και η συμμετοχή στην κηδεία ενός ταξιαρχίτη διαμορφώνεται ως δυνητικό έγκλημα και κοστίζει την κατηγορία της υποκίνησης εγκληματικών πράξεων. Είναι μια οργισμένη αγανάκτηση εκείνη που εξέφρασε η Benedetta Tobagi, με αφορμή το θάνατο του Prospero Gallinari, το 2013 – στου οποίου την κηδεία πήραν μέρος όχι μόνο οι σύντροφοι του, αλλά από αρκετές εκατοντάδες ανθρώπων, συμπεριλαμβανομένων πολλών νεαρών, για την « καθαγίαση σε πρωταγωνιστή της Ιστορίας «, για τους» θύλακες που αντιστέκονται σε ένα έδαφος κοινά αποδεκτών αξιών 27 ». Είναι κατανοητή, πάνω από όλα ανθρώπινη, από εκείνους που έχουν υποστεί προσωπικές απώλειες ή ταλαιπωρία πένθος και πόνο, μια αντίδραση αγανάκτησης και διαμαρτυρίας μπροστά στον υπεύθυνο για το θάνατο ενός μέλους της οικογένειας. Η έκφραση του μίσους, της εκδίκησης, της δυσαρέσκειας γίνεται κατανοητή και έχει το λόγο ύπαρξης ως προσωπικές και ιδιωτικές εκδηλώσεις του πόνου καθενός. Ανήκουν ακριβώς στην ιδιωτική σφαίρα. Και είναι εξίσου προφανές ότι ο ιδιωτικός πόνος, που μεταφέρεται στην δημόσια και θεσμοθετημένη σφαίρα, μετατρέπεται σε άσκηση λογοκρισιακής εξουσίας που δεν έχει καμία σχέση με το «σεβασμό προς τα θύματα» και τη μνήμη των θυμάτων, αλλά περισσότερο με ένα είδος σύγχρονου δικαστηρίου πολιτικού-επικοινωνιακού όπου οι «κοινές αξίες» είναι οι κυρίαρχες αξίες, χωρίς τη δυνατότητα κριτικής έκφρασης και διαφωνίας. Ο Franco Fortini το είχε εκφράσει σαφώς, ξεκάθαρα :

Οποιαδήποτε πνευματική και πολιτική δύναμη οργανώνεται ως αντίπαλη στους ήδη καθιερωμένους τρόπους έκφρασης των συμφερόντων και της θέλησης καταγγέλλεται αμέσως σαν συνεργός ή απολογητής ή εξομοιωτής της τρομοκρατίας. Οποιοσδήποτε ιστορικός ή θεωρητικός προβληματισμός σχετικά με το ρόλο και το νόημα της βίας μέσα στην ανθρώπινη ιστορία που δεν τελειώνει με τον εορτασμό και την εξύψωση, την εξύμνηση του καθεστώτος της κοινοβουλευτικής δημοκρατίας ως ανώτατης κορυφής-κορύφωσης της ανθρώπινης συνύπαρξης (και με την καταδίκη της αναζήτησης οποιουδήποτε άλλου τρόπου ή δρόμου) απορρίπτεται ως έργο διαφθοράς 28.

Είναι σαφές ότι είναι από τις πολιτικές σχέσεις εξουσίας, από τις πολιτικές ισορροπίες δυνάμεων, από τους κοινωνικούς ρόλους, από εκείνους που έχουν κερδίσει και από εκείνους που έχασαν, που το καθεστώς του θύματος είναι προσβάσιμο, επειδή τα θύματα δεν είναι όλα ίδια. Η διαφοροποίηση μεταξύ των αδύναμων θυμάτων και των ισχυρών θυμάτων, των υποκειμένων θυμάτων και των κυρίαρχων θυμάτων, και κατά συνέπεια μεταξύ των υποτελών αναμνήσεων και των κυρίαρχων αναμνήσεων, εξαρτάται από τις πολιτικές ισορροπίες δυνάμεων. Είναι πάρα πολύ τετριμμένο – και κατά βάθος είναι ακριβώς επάνω στην ανωριμότητα της ανάγνωσης και της ιστορικής κατανόησης που βασίζεται στην θυματοποιητική ιδεολογία – να επιβεβαιώνεται πως από την προοπτική που αναλαμβάνεται θα έχουν ένα διαφορετικό βάρος οι πολλές προλεταριακές σφαγές που είναι διάσπαρτες στην δημοκρατική ιστορία, οι τουφεκισμοί της αστυνομίας στους διαδηλωτές στις πλατείες, οι σφαγές – όταν ακόμη οι ΕΤ ήταν πολύ μακριά από το να υπάρχουν – και οι πεσόντες με στολή του Κράτους από τα χέρια των ΕΤ. Μια λογική που καταλήγει να καταπιεί μέσα της ακόμη και εκείνους που επικρίνουν τον θυματοποιητικό μηχανισμό, την στιγμή κατά την οποία παρουσιάζουν και αντιπαραβάλλουν θύματα στα θύματα, δίνοντάς τους τροφή και αναγνώριση ως ερμηνευτική και αξιολογική κατηγορία που οδηγεί στο ίδιο αποτέλεσμα της παγίωσης της αίσθησης και της ιστορικής και πολιτικής κατανόησης. Υπάρχουν θύματα και δολοφόνοι εκεί όπου δεν υπάρχει μια σύγκρουση. Και ότι για ένα διάστημα είκοσι χρόνων υπήρξε μια κοινωνική σύγκρουση εντός της οποίας και ο ένοπλος αγώνας βρήκε χώρο είναι εγγεγραμμένο στην Ιστορία, το λεν οι αριθμοί, οι νεκροί στα αντιτιθέμενα μέτωπα, οι ειδικοί νόμοι, η ειδική φυλακή, τα βασανιστήρια, οι εξόριστοι. Να ξεχνάμε ότι το κράτος έχει κάνει τις οικογένειες των θυμάτων της σφαγής της Πιάτσα Φοντάνα να πληρώσουν τις δικαστικές δαπάνες χωρίς καν να τους δώσουν μια δικαστική αλήθεια σίγουρα δεν μπορούμε, δεν γίνεται. Και αν η δικαστική αλήθεια δεν έχει πλέον πολύ νόημα σήμερα, είναι σημαντική αντίθετα μια ιστορική αλήθεια. Η οποία δεν μπορεί να εφαρμοστεί εάν η Ιστορία διαβάζεται ως σύγκρουση μεταξύ καλού και κακού – όπου το καλό και τα θύματα συμπίπτουν με τις αξίες που επιβάλλονται ως κυρίαρχες, και είναι τέτοιες ακριβώς επειδή είναι το αποτέλεσμα της πολιτικής και κοινωνικής ισορροπίας δυνάμεων που καθορίστηκε από το αποτέλεσμα των συγκρούσεων – , εάν η Ιστορία χρησιμοποιείται για τη θεσμοθέτηση της μνησικακίας, ως κοινωνική και πολιτική εκδίκηση των νικητών. Δεν είναι μια ιταλική ιδιαιτερότητα, είναι η ιδεολογική βάση του νεοφιλελευθερισμού και ο σκοπός της είναι ακριβώς να απομακρύνει την αντιπαλότητα , να διώξει την συγκρουσιακή διάθεση που βρίσκεται στην ιστορία και την πολιτική, αποπολιτικοποιώντας την. Αλλά η Ιταλία προηγήθηκε των καιρών σε αυτή την περίπτωση, αμφισβητώντας, αρνούμενη επανειλημμένα την πολιτική διάσταση εκείνης της σύγκρουσης: κατά την διάρκεια της ανάπτυξής της, με την πολιτική της αποφασιστικότητας, στην κατάληξη, με τον διαχωρισμό και τη λύση της «εξατομικευμένης εξόδου», απαλλασσόμενη του προβλήματος των πολιτικών κρατουμένων χωρίς να αναλαμβάνει ένα μέτρο πολιτικής φύσεως στο τέλος μιας εποχής πολιτικά και ιστορικά ολοκληρωμένης, και τέλος, σε αυτά τα τελευταία χρόνια, προσπαθώντας να διαγράψει τη μνήμη εκείνης της σύγκρουσης με την θυματοποιημένη αφήγηση και να αφαιρέσει την αυθεντικότητά της με αυτή τη μεγάλη «ψεύτικη αφήγηση» – « fake narration » που είναι η διετρολογία-συνωμοσιολογία. Να αφαιρέσουν το λόγο, και την ιστορία, σε αυτούς που υπήρξαν οι πρωταγωνιστές μιας κοινωνικής σύγκρουσης, της οποίας ο ένοπλος αγώνας ήταν αναπόσπαστο μέρος, είναι μια εξαιρετικά ιδεολογική επιχείρηση, τέλεια για να κρύβει αυτό που δεν μπορεί να σιγήσει από την άποψη της ιστορίας, στο επίπεδο της ιστορίας και που επανεμφανίζεται κάθε φορά που πλησιάζουμε στις πηγές της ιστορίας. Η μνήμη – η άμεση μαρτυρία αυτών που ενσάρκωσαν εκείνη τη σύγκρουση – είναι μία από τις πηγές για την ανασυγκρότηση της ιστορίας, και η ιστοριογραφική έρευνα μπορεί να αγνοηθεί από τη μνήμη των παιδιών και των εγγονών των θυμάτων, να είναι ανεξάρτητη από αυτές τις μνήμες, αλλά δεν μπορεί να κάνει χωρίς τις αναμνήσεις των «εκτελεστών, των δημίων». Για την Ιστορία, η ύπαρξη μιας πληθώρας αναμνήσεων, μαρτύρων των γεγονότων, σε σύγκρουση μεταξύ τους, είναι απαραίτητη για την ανακατασκευή, την κατανόηση και την αποτίμηση της κοινωνικής πολυπλοκότητας και των φαινομένων που αυτή δημιούργησε, των σχέσεων δύναμης παρόντων σε συγκεκριμένες περιστάσεις και εποχές, απαραίτητων για την ιστορική γνώση. Και όσο περισσότερο επεκτείνεται και εμβαθύνεται η μελέτη του κοινωνικού περιβάλλοντος της περιόδου, των ιστοριών, των πολιτικών διαδρομών των μαχητών των ένοπλων οργανώσεων, με άλλα λόγια, όσο περισσότερο απομακρύνεται μια ιστορική περίοδος από την «κανονικοποίηση» κάτω από την οποία συμπιέστηκε, τόσο περισσότερο πέφτουν τα κλισέ, οι κοινοτοπίες μέσα στις οποίες όλη εκείνη η εποχή των αγώνων – και των κατακτήσεων που έχουν σχεδόν ολοκληρωτικά διαγραφεί σήμερα – περιορίστηκε.

Για τη σύγκρουση μεταξύ καλού και κακού, μεταξύ θύματος και δημίου, για το θυματοποιητικό παράδειγμα, όλα αυτά είναι άχρηστα, Η Ιστορία είναι άχρηστη, δεν χρειάζεται: αντιθέτως, είναι ένα πρόβλημα.

Silvia De Bernardinis

α]. διετρολογία  – Στην πολιτική και δημοσιογραφική γλώσσα δείχνει, με πολεμικό τόνο, την τάση, των λεγόμενων διετρολόγων, να αποδίδουν στα γεγονότα της δημόσιας ζωής αιτίες διαφορετικές από εκείνες τις δηλωμένες ή προφανείς, συχνά υποθέτοντας μυστικούς λόγους και αιτιάσεις, με την αξίωση ότι γνωρίζουν τι πραγματικά «στέκεται πίσω» σε κάθε μεμονωμένο γεγονός.

1 Δες AaVv., La mappa perduta-ο χαμένος χάρτης, Roma, Sensibili alle foglie, 1994 και Steccanella Davide, Τα χρόνια του ένοπλου αγώνα-Gli anni della lotta armata, Milano, Bietti, 2018.

2 De luna Giovanni, « Tribunale speciale per la difesa dello Stato-ειδικό Δικαστήριο για την υπεράσπιση του Κράτους », στο De Grazia Victoria, Luzzatto Sergio (dir.),Dizionario del fascismo-Λεξικό του φασισμού, Torino, Einaudi, 2003, vol. 2, p. 739.

3 Agamben Giorgio, « Cattive memorie-Κακές αναμνήσεις », Il Manifesto, 23 δεκεμβρίου 1997.

4 Τα παραδείγματα είναι πολυάριθμα, αναφέρω ένα πρόσφατο και εμβληματικό από την Anna Maria Vinci η οποία, αναφερόμενη στη σπουδαιότητα της μελέτης των πηγών, καταλήγει ως εξής: «Επομένως δεν ασκεί καμία μορφή «ταξιαρχίτικου υποκειμενισμού» αυτός που προσεγγίζει στην διαστρεβλωμένη και σκοτεινή πρόζα εκείνων των ανατρεπτικών κινημάτων: είναι ένα αναγκαίο πέρασμα που απαιτεί, μεταξύ άλλων, μια σημαντική κριτική προσπάθεια (και υπομονή). Οι μηρυκασμοί που δεν διαβάζονται πολλών από τις πηγές που αναφέρθηκαν αξίζουν, πράγματι, μια μη αποστασιοποιημένη αξιολόγηση του λεξιλογίου μιας γενιάς, στη συνεύρεση και / ή στη σύγκρουση μεταξύ ιδιωτικού και δημόσιου, ανάμεσα στο «οικογενειακό λεξικό» και τον πολιτικό λόγο «, Battelli Giuseppe, Vinci Anna Maria, Parole e violenza politica. Gli anni Settanta nel Novecento italiano-Λόγια και πολιτική βία. Η δεκαετία του ’70 στον ιταλικό εικοστό αιώνα, Roma, Carocci Editore, 2013, p. 21.

5 Συζήτηση του νομοσχεδίου: S. 1003 – Γερουσιαστές Rossa και άλλοι: Δημιουργία της «Ημέρας της Μνήμης» αφιερωμένης στα θύματα της τρομοκρατίας και των σφαγών αυτής της μήτρας (Εγκρίθηκε από τη μόνιμη Επιτροπή της Γερουσίας) (Α.C.2489), και των προτεινόμενων νόμων Ascierto , Angela Napoli , Zanella και άλλοι , Zanotti και άλλοι (A.C. 1071136119952007), Συνεδρίαση n. 150, 2 μάιος 2007, στο

http://documenti.camera.it/apps/nir/getRiferimentiNormativi.aspx?base=1&blnDea=0&strURL=http://documenti.camera.it/leg15/resoconti/assemblea/html/sed0150/stenografico.htm

6 D’Antona Olga, Ibid, Ίδια αναφορά

7 Σύμφωνα με τα στοιχεία που υπάρχουν στο The Lost Map- La mappa perduta-Ο χαμένος χάρτης, τα θύματα των ένοπλων οργανώσεων της αριστεράς ήταν 128, εκ των οποίων περισσότεροι από τους μισούς ήταν της Αστυνομίας του Κράτους (38), των Carabinieri (21), της ιδιωτικής αστυνομίας (10), της σωφρονιστικής αστυνομίας (8), των ενόπλων δυνάμεων (2) , του δικαστικού σώματος (8), πολιτικών (6).

8 Sommier Isabelle, Pentimento e dissociazione. Fine degli anni di piombo in Italia ?, Μετάνοια και διάσταση. Τέλος των ετών μολυβιού στην Ιταλία ;, στο http://www.bellaciao.org/it/spip.php?article3213

9 Patruno Roberto, « Primo sconto per i dissociati BR »,«Πρώτη έκπτωση για τους διαχωρισμένους BR», La Repubblica, 12 μαρτίου 1987.

10 Η πρώτη περίπτωση κατά την οποία ένα δικαστήριο επιτήρησης απευθύνθηκε στην Ένωση θυμάτων ήταν εκείνη του Vincenzo Acella, BR που διαχώρισε τη θέση του το 1999.

11 Tarantelli Maria Cristina, « Vittime e carnefici- Θύματα και δήμιοι», La Repubblica, 21 ιανουαρίου 1988.

12 Ο Cesare Salvi, επικεφαλής του τμήματος Δικαιοσύνης του PCI, δήλωνε: «Οι οικογένειες των θυμάτων δεν μπορούν να αποτελούν εμπορεύματα ανταλλαγής. Είναι ντροπιαστικό το γεγονός ότι το Κράτος δεν έχει εκπληρώσει τα καθήκοντά του απέναντι τους, αλλά αυτό δεν έχει καμία σχέση με τις συζητούμενες πρωτοβουλίες. Πρέπει να ακούσουμε τη φωνή τους, αλλά δεν μπορούμε να ξεφορτωθούμε στους ώμους τους αυτό που είναι δουλειά του κράτους », M.S.,« Το ΚΚΙ- PCI ζητάει σαφήνεια », La Repubblica, 28 Ιανουαρίου 1988.

13 Tarantelli Maria Cristina, « Έτσι το Κράτος προστατεύει τους τρομοκράτες αλλά δεν φροντίζει τα θύματα », La Repubblica, 21 ιουλίου 1989.

14 Fortini Franco, « Non è solo a voi che sto parlando-Δεν είναι μόνο σε εσάς που μιλώ », στις Απείθειες ΙΙ– Disobbedienze II, Roma, Il Manifesto Libri-Βιβλία, 1996.

15 Σε μια διαμάχη με τον τότε πρόεδρο της χριστιανοδημοκρατίας DC, Ciriaco De Mita, και με τον Υπουργό Χάρης και Δικαιοσύνης, Martelli, ο Francesco Cossiga δήλωνε: «μόνο όσοι πολέμησαν τον πόλεμο μπορούν να ζητήσουν ειρήνη», στο Rizzo Renato, «Αγαπητέ Martelli, δεν είμαστε παιδάκια »La Stampa, 18 αυγούστου 1991.

16 Διάβασε 3 αυγούστου 2004, n. 206, Νέοι κανόνες υπέρ των θυμάτων της τρομοκρατίας και των σφαγών αυτής της μήτρας – Nuove norme in favore delle vittime del terrorismo e delle stragi di tale matrice.

17 Cfr. Giglioli Daniele, Critica della vittima-Κριτική του θύματος, Milano, Nottetempo, 2014.

18 Ο αριθμός των θυμάτων, για την περίοδο από το 1969 έως το 1982, είναι 351, σύμφωνα με τα στοιχεία που ανακοίνωσαν οι Dalla PortaDonatella, Rossi Maurizio, Σκληροί αριθμοί. Απολογισμός της ιταλικής τρομοκρατίας-Cifre crudeli. Bilancio dei terrorismi italiani, Μπολόνια, Ερευνητικό υλικό του Ινστιτούτου Cattaneo, 1984. Πιο συγκεκριμένα του ένοπλου αγώνα, σύμφωνα με τα στοιχεία που συλλέχθηκαν από την Progetto Memoria- Σχέδιο Μνήμης,τα θύματα που προκλήθηκαν από τους ένοπλους σχηματισμούς της αριστεράς ήταν 128 , από αυτά τα 72 προκλήθηκαν από τις δράσεις των BR όσον αφορά την περίοδο 1970-1988. Εάν εξετάσουμε την περίοδο 1970-1981 – από την ίδρυση της οργάνωσης έως την πρώτη διάσπαση της φάλαγγας Walter Alasia – τα θύματα είναι 48. Στη συνέχεια, 6 θάνατοι προκλήθηκαν από δράσεις της W. Alasia (1981-1983), 12 από τις BR-PG (μεταξύ απριλίου 1981 και οκτωβρίου 1982), 6 από τις BR-PCC (από το 1981 έως το 1988 ), βλ Ο χαμένος χάρτης-La mappa perdutaop. cit.

19 Cfr. Balzerani Barbara, Compagna luna-Συντρόφισσα Σελήνη, Roma, DeriveApprodi, 1998, p. 125-133.

20 Bolzoni Attilio, « Quell’infame discorso di Liggio-Εκείνη η βρώμικη ομιλία του Liggio », La Repubblica, 23 μαρτίου 1989.

21 Augias Corrado, « Να ακούμε τους δολοφόνους των αγαπημένων μας στην τηλεόραση », La Repubblica, 9 μαρτίου 2007.

22 Napolitano Giorgio, Ομιλία του Προέδρου της Δημοκρατίας Giorgio Napolitano στην Ημέρα Μνήμης αφιερωμένη στα θύματα της τρομοκρατίας, Palazzo del Quirinale, 9 μαΐου 2008, in http://presidenti.quirinale.it/elementi/Continua.aspx?tipo=Discorso&key=1246

23 Ibid.

24 Manconi Luigi, Graziani Federica, « Η δίκαιος χωρισμός από το βάρος  εκείνων των χρόνων-Il giusto congedo dal peso di quegli anni », Il Manifesto, 24 ιανουαρίου 2017.

25 Υπό την έννοια αυτή, ο Antonio Tabucchi ήταν πρόδρομος το 1998, με μια παρέμβαση λογοκρισίας, από τις σελίδες της Corriere della Sera, εναντίον του βιβλίου της Barbara Balzerani, Compagna Luna-Συντρόφισσα Σελήνη, που εκδόθηκε από τον οίκο Feltrinelli, και δικό του εκδοτικό οίκο, στον οποίο έστειλε τελεσίγραφο, απαιτώντας από αυτόν να επιλέξει μεταξύ της παραμονής της Balzerani ή του ιδίου. Και αυτή η απειλή έληξε υπέρ αυτού.

26 Αυτό που συνέβη με τη Barbara Balzerani όταν είπε ότι εκείνο του θύματος είναι ένα λογοκριτικό επάγγελμα με την ευκαιρία της παρουσίασης ενός από τα βιβλία της στο Centro Popolare Autogestito-Λαϊκό Αυτοδιαχειριζόμενο Κέντρο (CPA) στη Φλωρεντία στις 16 μαρτίου 2018. Με την ευκαιρία αυτή το όλο γεγονός γυρίστηκε χωρίς άδεια , με κρυφές κάμερες, και μετά μεταδόθηκε σε ένα τηλεοπτικό πρόγραμμα με σκοπό να προκαλέσει εντυπώσεις.

27 Tobagi Benedetta, « Se il carceriere di Moro diventa eroe sul web- Αν ο δεσμοφύλακας του Moro γίνεται ήρωας στον ιστό», La Repubblica, 15 ιανουαρίου 2013, e Id., « Irriducibili. Perché gli ultimi terroristi fanno ancora discutere- Αμετακίνητοι. Γιατί οι τελευταίοι τρομοκράτες εξακολουθούν να συζητιούνται», La Repubblica, 24 ιανουαρίου 2013.

28 Fortini Franco, Non è solo a voi che sto parlandoop. cit., p. 37-38. Δεν είναι μόνο σε εσάς που μιλώ

 

Un contributo sul “Paradigma vittimario”

αυτονομία, autonomia

Aldo Bonomi: Η ΑΝΤΙΠΛΗΡΟΦΟΡΗΣΗ.

Δεν μπορούμε να αντιμετωπίσουμε μια συζήτηση επάνω στη δεκαετία του 70 χωρίς να λάβουμε υπόψη ότι, στην ιστορική στιγμή της ρήξης, μια σειρά συντρόφων κατέληξαν στην πεποίθηση ότι το να ασχοληθούν με την επικοινωνία ήταν στην πραγματικότητα και περιείχε μέσα της ένα καθήκον, μια αποστολή. Αυτό σήμαινε να επικοινωνείς ένα φαντασιακό, να κάνεις προπαγάνδα μέσα στις διεργασίες μετασχηματισμού που ελάμβανε χώρα. Φυσικά το έργο αυτό νομιμοποιούνταν από μια κοινωνική πραγματικότητα που εκείνα τα χρόνια αποσκοπούσε ουσιαστικά να τινάξει στον αέρα τον μηχανισμό επιλογής και πρόσβασης στην εξουσία που κατείχαν οι γραφειοκρατικοί μηχανισμοί των κομμάτων. Αυτό ήταν το θεμέλιο σχέδιο σε σχέση με το οποίο αρχίσαμε να παράγουμε πληροφορία. Ένα σχέδιο πολυμορφικής έκρηξης γλωσσών και συμπεριφορών που προσπαθούσε να ανατινάξει το επίπεδο διαμεσολάβησης, να επικοινωνήσει τις δικές του εμπειρίες απορρίπτοντας τον μηχανισμό της ανάθεσης.

La strage di stato. Controinchiesta

Ήταν ζήτημα οικειοποίησης της επικοινωνίας για να επικοινωνήσουμε ανάγκες, επιθυμίες και πάνω απ ‘όλα επιθυμίες για μετασχηματισμό. Ο μηχανισμός επικοινωνίας που διαμορφώθηκε εκείνη την εποχή συνδέθηκε με ένα πολιτικό σχέδιο που στόχευε να κάνει τους πάντες να μετρούν άμεσα ως υποκείμενα. Εάν δεν ληφθεί υπόψη αυτή η εικόνα δεν γίνεται κατανοητό το πλήθος των φωνών, δεν γίνεται κατανοητή η ακραία κατάτμηση, ο διαχωρισμός σε τομείς περιοδικών που γεννήθηκαν μετά το 1973. Η γλώσσα της αντιπληροφόρησης δεν είναι η μόνη γλώσσα, είναι μία από τις πολλές γλώσσες και διαμορφώνεται κυρίως ως απάντηση απέναντι στη βαρβαρότητα της εξουσίας. Ο μηχανισμός της αντιπληροφόρησης είναι καταρχήν ένας μηχανισμός που βασίζεται στην αυτοανάθεση. Αυτό σημαίνει ότι σε σχέση με τη διαδικασία μετασχηματισμού που βρίσκεται σε εξέλιξη απαιτείται εξουσία και παραβλέπονται οι θεσμικοί χώροι όπου θα έπρεπε να αναφερθεί η ανάθεση. Αρχίζουμε να κάνουμε αντιπληροφόρηση (και η αντιπληροφόρηση προέρχεται από το δραματικό και τραγικό πρόβλημα των φασιστικών σφαγών) με έναν μηχανισμό που είναι ουσιαστικά: να αναγνωρίσουμε τους εχθρούς, να πούμε ποιοι είναι, απομυθοποιώντας τις ασχήμιες τους, τις κακοποιήσεις, δηλαδή καταγγέλλοντας για παράδειγμα τη συμπαιγνία μεταξύ κράτους και φασιστών, καταγγέλλοντας τα κακώς κείμενα, φωνάζοντας την αλήθεια σε αντίθεση και μέσα στην ευρύτερη πολιτική εκστρατεία που βρίσκεται σε εξέλιξη. Το βιβλίο «η σφαγή του κράτους» που γεννήθηκε από αυτοανάθεση από μια ομάδα ρωμαίων και μιλανέζων συντρόφων, είναι μια εμβληματική στιγμή αυτού του τρόπου τοποθέτησης.Το βιβλίο αυτό θα χρησιμοποιηθεί από όλους τους πολιτικούς οργανισμούς που υποστηρίζουν μια επιθυμία για μετασχηματισμό. από τους εξωκοινοβουλευτικούς πολιτικούς οργανισμούς αλλά και από το PCI και το P.S.I. Φθάνει να πάμε να ξαναδούμε τις σελίδες της »l’Unità» και του»Avanti!» του 1969.70, και συνειδητοποιούμε ότι τα περισσότερα από τα άρθρα που ασχολούνται με τις φασιστικές σφαγές έχουν ως σημείο αναφοράς μια στιγμή πολιτιστικής παραγωγής και πληροφόρησης εκτός του μηχανισμού των κομμάτων. Δεν είναι μόνο αυτό το βιβλίο: οι οργανισμοί αντιπληροφόρησης διαδίδονται σε όλη τη διάρκεια αυτής της διετούς περιόδου σε ολόκληρη την Ιταλία, παράγοντας διαφορετική πληροφορία κατά της εξουσίας, κατά ανεπίσημο τρόπο, όχι συγκεντρωποιημένο. Η αντιπληροφόρηση σε αυτή την φάση έχει ως αντικείμενο τον εχθρό: αυτό είναι ένα γεγονός πολύ σημαντικό, διότι το να έχεις ως αντικείμενο έναν εχθρό είναι ένα ενοποιητικό γεγονός.
Σχετική εικόνα
Με βάση αυτό, έκαναν αντιπληροφόρηση δημοκρατικοί δημοσιογράφοι που έγραφαν στην «Unità» στην «Avanti!», στην «Il Giorno», μαζί με συντρόφους που θα εισέλθουν στη συνέχεια στις συντακτικές ομάδες περιοδικών όπως η «Controinformazione». Το περιοδικό «Controinformazione» είδε μαζί, κατά τη γέννησή του, ανθρώπους που στη συνέχεια κατέληξαν στη φυλακή, και πολύ συχνά συνέβη ότι οι δικαστές που τους ανέκριναν είχαν επίσης κάνει πριν από χρόνια αντιπληροφόρηση και αυτοί. Και χάρη σε αυτή την πολιτιστική ανταλλαγή, μια σειρά δικαστών μπόρεσε να αποκτήσει μια κατάλληλη κουλτούρα για να ασκήσει στη συνέχεια έναν πολύ ακριβή και βαθύτατο κατασταλτικό μηχανισμό. Στην ιστορία της αντιπληροφόρησης εμφανίζεται το πρόβλημα της αντίφασης της αλήθειας σε ένα συγκεκριμένο σημείο. Ο ενοποιητικός μηχανισμός ήταν ο μηχανισμός της αλήθειας: διεξάγονταν έρευνες επάνω στον εχθρό, μεταδίδονταν στο κίνημα μετασχηματισμού, δίνοντάς του στόχους, συνθήματα. Ο μηχανισμός αυτός ραγίζει σε μια συγκεκριμένη στιγμή, όταν σε κάποιο σημείο δεν μπορεί πλέον να ειπωθεί η αλήθεια
La «banda» 22 ottobre
Υπάρχει μια ιστορική στιγμή στην Ιταλία, στην οποία περιοχές του κινήματος κάνουν ριζοσπαστικές επιλογές, σε σχέση με τις οποίες ο μηχανισμός της αλήθειας είναι ένας μηχανισμός που δεν λειτουργεί πλέον. Όταν συμβαίνει η ληστεία της «Banda 22 ottobre» (που ορίζεται ως «συμμορία, banda» από τα επίσημα όργανα τύπου), λαμβάνει χώρα μια εμφανής διάσπαση: η «δημοκρατική» συνιστώσα στο εσωτερικό της δραστηριότητας αντιπληροφόρησης δημιουργεί ένα υποθετικό φασιστικό παρελθόν του Mario Rossi, διότι μόνο με μια τέτοια εξήγηση θα μπορούσε να στηριχθεί ο μηχανισμός της αλήθειας που διατηρούσε όλους μαζί. Ενώ οι αγωνιστές που αναφέρονται στα κινήματα μετασχηματισμού που βρίσκονται σε εξέλιξη γνωρίζουν πολύ καλά ότι η ληστεία της «Banda 22ottobre» είναι μια στιγμή μετάβασης, ένα άλμα προς μια πολιτική διαδικασία άλλου είδους.
Η κατάσταση κατακρημνίζεται όταν το πτώμα του Giangiacomo Feltrinelli βρίσκεται στις Segrate κάτω από ένα πυλώνα υψηλής τάσης Από την μια πλευρά μπερδεύεται η Cia γιατί αλλιώς δεν γίνονταν κατανοητό τι συνέβη ενώ από την άλλη η «Potere Operaio» βγαίνει με τον τίτλο: «Ένας επαναστάτης έπεσε». Και εκεί εμφανίζεται στο έπακρο πως η αντίφαση της αλήθειας τινάχθηκε στον αέρα.
Αποτέλεσμα εικόνας για Potere Operaio "Un Rivoluzionario è caduto"
Ο μηχανισμός της αντιπληροφόρησης από εκείνη τη στιγμή δεν είναι πλέον ένας ενοποιητικός μηχανισμός, αλλά μάλλον προκαλεί διαχωρισμό. Μετά το 1973 ο μηχανισμός της επικοινωνίας παίρνει μια άλλη πορεία, η αντιπληροφόρηση επίσης. Τα έτη που πηγαίνουν από το 1973 στο 1975 είναι χρόνια στα οποία στο πλαίσιο του κινήματος μετασχηματισμού η μαρξιστική-λενινιστική θέση γίνεται πολιτισμικά ηγεμονική, και ως εκ τούτου ο μηχανισμός της επικοινωνίας γίνεται η ζώνη μετάδοσης των μικρομορφών κόμματος, που παράγουν μόνο ιδεολογικές βεβαιότητες για τους αγωνιστές τους. Είναι η φάση στην οποία γεννιούνται οι εφημερίδες οργανώσεων: «Lotta Continua», «Potere Operaio», «Il quotidiano dei lavoratori» κλπ. Αυτό που χαρακτηρίζει αυτές τις εφημερίδες δεν είναι η αυτοανάθεση, αλλά ένας ακριβής μηχανισμός που επικοινωνεί ένα άκαμπτο φαντασιακό της επανάστασης: Για τρία χρόνια το πρόβλημα γίνεται: «Τι υπάρχει πίσω από τη γωνία;» και η απάντηση είναι ότι πίσω από τη γωνία υπάρχει η βεβαιότητα της επανάστασης. Με το »Κόμμα του Μιραφιόρι» τίθεται από ένα μεγάλο μεγάλο μέρος του κινήματος μετασχηματισμού, το πρόβλημα της εξουσίας, το πρόβλημα της ριζοσπαστικοποίησης στο μέγιστο των επιλογών για την κατάκτηση της.
Αποτέλεσμα εικόνας για controinformazione rivista anni 70
Εδώ τίθεται η σχέση ανάμεσα στον ένοπλο αγώνα και την επικοινωνία. Ο ένοπλος αγώνας είναι η πιο ριζοσπαστική μορφή της επικοινωνίας μιας και αυτή αρνείται νομιμοποίηση σε όλα τα εργαλεία δημιουργίας συναίνεσης, και θέλει να αποκτήσει μέσα από μια στιγμή ισχύος, εκείνο που δεν πιστεύει ότι μπορεί να αποκτήσει διαμέσου λειτουργιών οικοδόμησης της συναίνεσης. Εντούτοις, ανάμεσα στην περιοχή του ένοπλου αγώνα και τον χώρο της αντιπληροφόρησης υπάρχει σίγουρα μια σχέση, μια συνοχή, που δεν σημαίνει ότι αυτή η τελευταία είναι εσωτερική στη διαδικασία του ένοπλου αγώνα. Η φάση στην οποία γεννιέται το περιοδικό «Controinformazione» είναι, όπως έλεγα, η φάση κατά την οποία ξεσπά το πρόβλημα της αντίφασης της αλήθειας, αντίφαση που ξεσπάει σχεδόν αμέσως στο συντακτικό προσωπικό, που αποτελείται από μια ομάδα αγωνιστών που αναφέρονται στη διαδικασία μετασχηματισμού που βρίσκεται σε εξέλιξη , και από μια ομάδα που έχει διαμορφωθεί μέσα στην κλασσική εμπειρία της αντιπληροφόρησης.
Σχετική εικόνα
Μετά το πρώτο νούμερο η δεύτερη συνιστώσα αποχωρεί.Υπήρχαν διαφορετικές πολιτικές θέσεις σχετικά με το ρόλο της αντιπληροφόρησης. Υπήρχαν όσοι πίστευαν ότι η αντιπληροφόρηση θα έπρεπε να έχει ως τελικό στόχο την αλλαγή των θεσμικών μηχανισμών και εκείνοι που αντιθέτως πίστευαν ότι η αντιπληροφόρηση θα πρέπει να είναι συναφής με τους ριζοσπαστικούς ταξικούς μηχανισμούς που είχαν καθιερωθεί εκείνα τα χρόνια.Η αντίφαση της αλήθειας διασχίζει οριζόντια το κίνημα μετασχηματισμού σε αυτή την περίοδο όπως περνά μέσα από όλες τις πολιτικές δυνάμεις.Η στάση απέναντι στον ένοπλο αγώνα γίνεται, σε όλη αυτή τη φάση, ένας μηχανισμός γειτνίασης, έτσι ώστε αντιπληροφόρηση ουσιαστικά σημαίνει να μιλάμε για τον ένοπλο αγώνα: υπάρχει μια συνιστώσα του τεράστιου κινήματος μετασχηματισμού που έχει κινηθεί προς αυτή την κατεύθυνση και ως εκ τούτου είναι σωστό να μιλήσουμε για αυτό, να δημοσιεύονται τα ντοκουμέντα και να προσπαθούμε να κατανοήσουμε αυτή τη διαδικασία. Η επιλογή της γειτνίασης της εμπειρίας του ένοπλου αγώνα θα οδηγήσει την αντιπληροφόρηση να ασχοληθεί με το σύμπαν της φυλακής.
Σχετική εικόνα
Ακολουθώντας το μονοπάτι εκείνων που έκαναν την πιο ριζοσπαστική επιλογή και κατέληξαν στη φυλακή, ερχόμαστε να ανακαλύψουμε το σύμπαν των φυλακών. Στα χρόνια 1975-76 αρχίζουμε να καταπιανόμαστε με αυτό το πρόβλημα, και
η αντιπληροφόρηση γίνεται καταγγελία σε αυτό το έδαφος. Ο κίνδυνος υπήρξε τότε εκείνος να μειωθεί ένα πολύ περίπλοκο κίνημα, το οποίο είχε μέσα του πολλές δυνατότητες, σε μια κουλτούρα γκέτο. Στη συνέχεια, το κίνημα του ’77 υπήρξε μια πολύ υψηλή στιγμή πολιτικής και πολιτιστικής παραγωγής. Ήταν θέμα αναγνώρισης της ποικιλομορφίας της πολυμορφίας των γλωσσών, οι οποίες στο σύνολο τους έτειναν να σπάσουν τον μηχανισμό της εκχώρησης-ανάθεσης εξουσίας που ήταν εγγενής στη γραφειοκρατική δομή των κομμάτων. Αλλά το τραγικό λάθος που διαπράχθηκε ήταν το να υποστηριχθούν στιγμές μείωσης, ελάττωσης της πολυπλοκότητας σε σχέση με τη στιγμή της διεύρυνσης.Η αντιπληροφόρηση από το ’77 και μετά γίνεται μέσο κάμψης, πτώσης, δεν αντιλαμβάνεται και δεν περιλαμβάνει πλέον την πολυπλοκότητα του πραγματικού κινήματος που βρίσκεται μπροστά της.
Σχετική εικόνα
αυτονομία, autonomia

Η ΠΑΡΑΝΟΜΙΑ, Η ΙΔΕΟΛΟΓΙΑ, Η ΟΡΓΑΝΩΣΗ, [B.R.]

Μετά το θάνατο του Feltrinelli, ένα μέρος των μαχητών των Gap εισρέει στις B.R. τώρα εντελώς παράνομες και χωρίς να έχουν, μετά το κλείσιμο της «Νέας Αντίστασης», «Nuova Resistenza»,μιας μορφής ημιπαράνομης εκπροσώπησης τους. Τον σεπτέμβρη ’71, για να κοινοποιούν τις αποφάσεις τους, κυκλοφορούν μια παράνομη μπροσούρα με την οποία παρουσιάζουν τον πρώτο από μια σειρά » θεωρητικών προβληματισμών » που θα προκύψουν τα επόμενα χρόνια. Σε αυτό το κείμενο, το οποίο έχει σχεδιαστεί ως αυτο-συνέντευξη, τα χαρακτηριστικά της οπισθοχώρησης, της παρακμής του δημοκρατικού συστήματος είναι έντονα τονισμένα και υπερβολικά καθορισμένα. Η πολιτική σκέψη των B.R. φαίνεται ότι έχει υποστεί μια ξαφνική και βαθιά επιτάχυνση: Αφεντικά και αστοί βυθίζονται σε μια ατμόσφαιρα έτους χίλια: η ιστορία στρέφει σελίδα και η επανάσταση είναι μια δύναμη της φύσης που χτυπά με δύναμη στις πόρτες .Η ιδεολογική αυτή επιτάχυνση επηρεάζεται βαθιά από το καταπιεστικό-κατασταλτικό κλίμα σε εξέλιξη και την εντύπωση που προκάλεσε το ανεπίσημο «πραξικόπημα» στη Γαλλία από τον De Gaulle. Το βασικό λάθος συνίσταται, πιθανώς, στην πίστη ότι «το προλεταριάτο, ως τάξη (ολόκληρο το προλεταριάτο και όχι μόνο οι προηγμένες περιπολίες – αν και μαζικές – αυτονομίας) ένιωθε αυτό το κλίμα καταστολής στον ίδιο βαθμό που το ένιωθαν οι κύκλοι της επαναστατικής αριστεράς που της καταστολής ήταν ο κύριος, μόνιμος, ασφυκτικός στόχος « (24).Αυτή η ανάλυση, όλη ιδεολογική, της σύνθεσης της τάξης, και η υποβάθμιση της ικανότητας απάντησης των εξουσιών, οδηγεί τις B.R. να εγκαταλείψουν την θεωρητικοποίηση των μακρών χρόνων που είχαν κάνει δικές τους από τις απαρχές. Παραδόξως, επαναλαμβάνει ξανά και ενισχύει τις ανησυχίες του Feltrinelli και των Gap σχετικά με το αναπόφευκτο της «αντιδραστικής στροφής». Στην προαναφερθείσα αυτο-συνέντευξη, στην ερώτηση: «Πιστεύετε λοιπόν σε μια επανέκδοση του φασισμού;» οι B.R. απαντούν: «Το πρόβλημα δεν πρέπει να τίθεται με αυτούς τους όρους […] Στη Γαλλία, το «πραξικόπημα» του De Gaulle και ο τρέχον «Γκωλικός φασισμός» ζουν κάτω από τον μανδύα της δημοκρατίας. Στο άμεσο χρονικό διάστημα αυτό είναι σίγουρα το λιγότερο ενοχλητικό μοντέλο. Όμως θα ήταν αφελές να ελπίζουμε σε μια μετριοπαθή σταθεροποίηση της οικονομικής και κοινωνικής κατάστασης τη παρουσία ενός επαναστατικού μαχητικού κινήματος […].
Σχετική εικόνα
Είχαμε δύο δρόμους πέρα από το μεταρρυθμιστικό-ρεφορμιστικό μονοπάτι που απορρίψαμε μαζί με την επαναστατική αριστερά εδώ και αρκετά χρόνια: να επαναλάβουμε την ιστορική εμπειρία του εργατικού κινήματος σύμφωνα με την αναρχοσυνδικαλιστική ή την τρίτοδιεθνιστική εκδοχή, ή αντίστροφα να ενταχθούμε στην επαναστατική μητροπολιτική εμπειρία της σημερινής εποχής «(25).Συνεπώς οι B.R. σύμφωνα με την επιλογή αυτή, τοποθετούνται ως σημείο αναφοράς και συνάθροισης για το σχηματισμό του ένοπλου κόμματος: «που δεν πρέπει να νοείται ως ένοπλος βραχίονας ενός αφοπλισμένου μαζικού κινήματος, αλλά ως το υψηλότερο σημείο ενοποίησης. Δεν πρόκειται να δώσουμε το έναυσμα στον ένοπλο αγώνα, διότι αυτός, δυστυχώς, έχει ήδη ξεκινήσει μονομερώς από την μπουρζουαζία « (26).Φυσικά «χωρίς θεωρία καμία επανάσταση», και οι B.R. αναφέρονται στον «μαρξισμό-λενινισμό, την προλεταριακή πολιτιστική επανάσταση, τη εμπειρία που βρίσκεται σε εξέλιξη των μητροπολιτικών αντάρτικων κινημάτων» (27).Έτσι, ξεκινά η μακρά περίοδος της «ένοπλης προπαγάνδας», μια μακρά σειρά υποδειγματικών ενεργειών, ειδικά κατά των «μικρών επικεφαλής»- «capetti» και των φασιστών, με σκοπό να κερδίσουν μαζικές προσχωρήσεις. Στην διάρκεια του 1972 και ενώ το πολιτικό κλίμα είναι το περισσότερο «καυτό» των τελευταίων τριών χρόνων, οι BR πραγματοποιούν την πρώτη πολιτική απαγωγή στην ιστορία της Ιταλίας: την απαγωγή του μηχανικού Idalgo Macchiarini, που αποκαλείται ως ένας από τα πιο μισητά στελέχη της Sit-Siemens στο Μιλάνο.
Αποτέλεσμα εικόνας για Idalgo Macchiarini
Η δράση τοποθετείται μέσα σε ένα κλίμα μεγάλων κοινωνικών συγκρούσεων. Τον ιανουάριο οι εργάτες είχαν μπλοκάρει το Porto Marghera για δύο ημέρες, τον φεβρουάριο άρχισε η δίκη της «Piazza Fontana» και αμέσως μετατράπηκε σε μια σκληρή πράξη κατηγορίας για τις «κρατικές παρεκτροπές και συνωμοσίες». Η σχολαστική δουλειά αντιπληροφόρησης, μαζί με τη μαζική εκστρατεία υπό το σύνθημα «Valpreda libero! »Λευτεριά στον Valpreda»! Η σφαγή είναι του κράτους «είχε κάνει να καταρρεύσει το κάστρο ψευδών που χτίστηκε από τα όργανα του κράτους και τους μηχανισμούς που καλύπτονταν από ορισμένους τομείς της δικαστικής εξουσίας.
Σχετική εικόνα
Στις 11 mαρτίου στο Μιλάνο, σε μια από τις πιο βίαιες διαδηλώσεις που θυμόμαστε, η πόλη »κρατιέται» για αρκετές ώρες από τους συντρόφους. Μια βίαιη επίθεση βασισμένη στα κοκτέιλ μόλοτοφ, «champagne molotov» εξαπολύεται κατά της εφημερίδας «Il Corriere della Sera» «Ο μηχανικός Macchiarini απαγάγεται, με τα πιστόλια στα χέρια, από ένα φορτηγάκι μέσα στο οποίο, για περίπου είκοσι λεπτά, θα υποβληθεί σε μια» πολιτική δίκη » πριν απελευθερωθεί. Οι Ε.Τ. στην ανακοίνωση της δράσης τους χρησιμοποιούν την ίδια γλώσσα με τους κρατικούς μηχανισμούς: «δίκη», «σύλληψη», «προσωρινή απελευθέρωση- αποφυλάκιση με εγγύηση «.
Σχετική εικόνα
Ασφαλώς, η χρήση αυτής της γλώσσας καθορίζεται επίσης από ένα στοιχείο ειρωνείας, αλλά αντιστοιχεί σε μια τάση που θα εντείνεται όλο και περισσότερο στην ένοπλη πρακτική. Η τάση να ενεργεί ως «αντικράτος», σαν αυταρχική και κάθετη οργάνωση, σαν »μορφή κόμμα» γραφειοκρατική και κάθετη που κατά την εξέλιξή της θα οδηγήσει στις «φυλακές του λαού», στην πρακτική της «δίκης- προλεταριακής δικαιοσύνης», μέχρι να φθάσει σε κανονικές «εκτελέσεις» ως αναπόφευκτο αποτέλεσμα της «απόλυτης παρανομίας στην οποία έχει καταλήξει», η οποία προβλέπει αυστηρούς κανόνες και σκληρούς υπάκουους μαχητές που εκτελούν χωρίς μεγάλη συζήτηση. Mια δυναμική αυτή που, με την πάροδο του χρόνου, θα κάνει όλο και περισσότερο τις B.R. να μοιάζουν με μια κατοπτρική αντανάκλαση του κράτους, και θα καταστήσει ολοένα και πιο δύσκολη την αποκρυπτογράφηση της από το κίνημα. Σε κάθε περίπτωση, αυτή την πρώτη απαγωγή την βλέπουν με μεγάλη συμπάθεια οι εργατικές πρωτοπορίες, και επίσης ορισμένες εξωκοινοβουλευτικές οργανώσεις. Η «Potere Operaio» σε μια ανακοίνωση κάνει μια ουσιαστικά θετική ανάλυση: «Ένα εργατικό κομάντο πέρασε, για πρώτη φορά στην ιστορία της ιταλικής εργατικής τάξης, σε μια απαγωγή. Εμείς σημειώνουμε μόνο ότι η υποδοχή αυτής της πράξης σε επίπεδο εργατικής τάξης, υπήρξε θετική. Το άλμα ποιότητας στη διαχείριση του αγώνα που αποδεικνύει αυτή η δράση υπήρξε θετική […].Φαίνεται ότι στην μιλανέζικη εργατική τάξη που βρίσκεται σήμερα στο προσκήνιο, στην πρωτοπορία του συνολικού κινήματος, η συσχέτιση μεταξύ μαζικής δράσης και πρωτοποριακής δράσης είναι πλέον ένα επίκτητο γεγονός […] «(28). Η ίδια η Lotta continua, που είχε εκφραστεί αρνητικά για τη δράση της Lainate, διαδίδει μια ανακοίνωση αλληλεγγύης: «Εμείς θεωρούμε ότι αυτή η δράση συντάσσεται με συνέπεια με τη γενική βούληση των μαζών να διεξάγουν τον ταξικό αγώνα και στο επίπεδο της βίας και της παρανομίας» (29).Ταυτόχρονα με την απαγωγή Macchiarini, ένα παρόμοιο επεισόδιο συμβαίνει και στη Γαλλία. Ο Robert Nogrette, διευθυντής της Renault, απαγάγεται στις 9 μαρτίου 1972 από την Nouvelle Resistance populaire, τον ένοπλο οργανισμό της διαλυμένης Gauche prolétarienne. Η απαγωγή τελειώνει αναίμακτα μετά από 48 ώρες και την υποδέχεται με ενθουσιασμό η «Lotta Continua» που με έναν τίτλο μισής σελίδας εκφράζεται ως εξής: «Η απαγωγή των διευθυντών της Sit-Siemens και της Renault:
Αποτέλεσμα εικόνας για brigate rosse
Η επαναστατική δικαιοσύνη αρχίζει να φοβίζει – Ζήτω μια επαναστατική δικαιοσύνη »(30). Μεταξύ του τέλους του 1972 και των αρχών του ’73 γύρω από το ΕΤ και του προβλήματος του «ένοπλου αυθορμητισμού» ανάβουν πολλές συζητήσεις, αλλά δεν υπάρχει αμφιβολία ότι γύρω από τις BR σχηματίζεται μια αύρα ρομαντισμού και διάχυτης συμπάθειας. Εντυπωσιάζει τους αγωνιστές, αλλά και τμήματα εργατών της βάσης, η εξειδίκευση τους επάνω στα προβλήματα του εργοστασίου, η «εργατική έρευνα» τους με γρήγορες και αποτελεσματικές μεθόδους, η περιορισμένη χρήση βίας (μέχρι τον ιούνιο του 1974, οι B.R. δεν θα εκτελέσουν ούτε μια θανατηφόρο ενέργεια, και σε εκείνη την περίπτωση – τον θάνατο δύο φασιστών στην Πάδοβα – θα κάνουν αυτοκριτική και θα την αποκαλέσουν «ατύχημα στην εργασία») και η γλώσσα που δεν έχει ακόμη γίνει δύσκολη και αινιγματική από την ιδεολογία. Το ’73 είναι επίσης το έτος του ριζώματος των B.R. στον εργατικό ιστό του Τορίνο. Απαγάγουν τον συνδικαλιστή Labate (της φασιστικής Cisnal) και του cav. Ettore Amerio, επικεφαλής του προσωπικού της Fiat. Και οι δύο απαγωγές είναι σημαντικές επειδή τοποθετούνται μέσα στο κλίμα σκληρής διαμάχης που φέρνει αντιμέτωπες τις εξωκοινοβουλευτικές ομάδες στη διοίκηση της Fiat, μετά την ανακάλυψη εκτεταμένης τεκμηρίωσης που θα αποδεικνύει την επί πληρωμή συνενοχή αστυνομικών δυνάμεων και «φασιστών πρακτόρων» στο έργο του «φακελώματος» , ελέγχου και καταστολής των πρωτοποριών μέσα στο εργοστάσιο, που οργανώθηκε ακριβώς από τη Fiat. Η βάση των εργατών χαιρετίζει με διασκεδαστική ειρωνεία τη διάδοση των «πρακτικών» της «ανάκρισης» Amerio, και, μέσα στην απόλυτη αδιαφορία, αφήνει τον φασίστα συνδικαλιστή Labate αλυσοδεμένο σε ένα στύλο μπροστά από το Mirafiori, περιμένοντας την αστυνομία να τον απελευθερώσει.Η μεγάλη κατάληψη της Fiat του ’73, οι αγώνες του »κόμματος του Μιραφιόρι» ανακατεύουν ολόκληρο το πανόραμα της επαναστατικής αριστεράς, προσδίδοντας ζωή από την μία στο σχέδιο της «οργανωμένης αυτονομίας», από την άλλη, στις Ε.Τ. σαν αυτόνομο και κομματιστικό πολιτικό σχέδιο, και όχι πλέον μόνο σαν πόλο αναφοράς και συσσωμάτωσης των ριζοσπαστικών τάσεων. Μια διαδικασία που δεν είναι ακόμη άμεσα ορατή, αλλά που θα εδραιωθεί με την πάροδο του χρόνου.
Σχετική εικόνα
αυτονομία, autonomia

ΟΙ GAP ΚΑΙ Ο FELTRINELLI.

Σχετική εικόνα
Μεταξύ του τέλους του 1970 και των αρχών του ’71 υπήρξε μια σειρά βίαιων ενεργειών από παράνομες ομάδες που συχνά αναφέρονται στις BR. Υπάρχουν περισσότερο σκοτεινά ή προκλητικά επεισόδια που οι φασίστες και η αστυνομία προσπαθούν να τους αποδώσουν. Γενικότερα πρόκειται για επιθέσεις με «πλαστικό» που συνοδεύονται από φυλλάδια που εκθειάζουν τις BR. Αυτές όμως αποκηρύσσουν τη χρήση εκρηκτικών, όπως μπορούμε να υποθέσουμε από ένα έγγραφο τους: «είναι εύκολο να δούμε πώς η χρήση δυναμίτη γενικότερα έχει ως αποτέλεσμα να τρομάζει τις μάζες αδιακρίτως, όχι μόνο τον εχθρό, και προσφέρεται στις πιο διαφορετικές ερμηνείες από αριστερά και δεξιά, λαμβάνοντας επίσης υπόψη την ευρεία χρήση του που έχει κάνει η αντίδραση ». Σχετικά με το θέμα των επιθέσεων με «πλαστικό» οι B.R. εκδίδουν ένα μεγάλο ανακοινωθέν στο οποίο η πρακτική αυτή ορίζεται ως σαφές φασιστικό αποτύπωμα και έμπνευση από την αστυνομία. Στο ίδιο ανακοινωθέν αναφέρεται η λογική των ενεργειών και των στόχων που ασκούνται: «Χτυπήσαμε στα εργοστάσια τις αποθήκες, τους υπηρέτες των αφεντικών, τους πιο μισούμενους από την εργατική τάξη όταν αυτό κρίθηκε απαραίτητο επειδή είχαν πληγεί σύντροφοι. »Χτυπήσαμε «φασίστες» διότι αυτοί είναι ο ένοπλος στρατός που σήμερα χρησιμοποιεί το κεφάλαιο ενάντια στους αγώνες των εργατών και την προλεταριακή απαίτηση για εξουσία. «Χτυπάμε πάντα » εχθρούς του λαού «και τους χτυπάμε πάντα μέσα σε τεράστια κινήματα αγώνα.» Αν από τη μία πλευρά είμαστε πεπεισμένοι ότι κανένας σύντροφος δεν θα πέσει στην παγίδα που θέτουν αυτές οι φασιστικές πράξεις, «υπογεγραμμένες» με τα αρχικά μας, από την άλλη πλευρά δίνουμε μια προειδοποίηση στις δυνάμεις της αντίδρασης: ΑΥΤΟΣ ΠΟΥ ΠΑΙΖΕΙ ΜΕ ΤΗ ΦΩΤΙΑ ΚΑΙΕΙ ΤΑ ΔΑΧΤΥΛΑ ΤΟΥ … ΤΙΠΟΤΑ ΔΕΝ ΘΑ ΜΕΙΝΕΙ ΑΤΙΜΩΡΗΤΟ! «Στους αστυνομικούς και τους φασίστες λέμε κάτι ξεκάθαρο: Δεν θα υπάρξει κανένα έλεος προς εσάς, η γροθιά της προλεταριακής δικαιοσύνης θα πέσει με τρομακτική δύναμη επάνω στον καθένα που σχεδιάζει, υφαίνει συνωμοσίες,δρα και εργάζεται ενάντια στα συμφέροντα εμάς των προλετάριων. ΝΑ ΔΙΑΒΑΣΟΥΜΕ, ΝΑ ΚΥΚΛΟΦΟΡΗΣΟΥΜΕ, ΝΑ ΠΕΡΑΣΟΥΜΕ ΣΤΗ ΔΡΑΣΗ. ΕΝΩΜΕΝΟ ΚΟΜΑΝΤΟ ΤΩΝ ΕΡΥΘΡΩΝ ΤΑΞΙΑΡΧΙΩΝ» (18). Άλλες δράσεις υπογεγραμμένες B.R. αντιθέτως γίνονται αποδεκτές. Είναι η περίπτωση μιας ομάδας που γεννήθηκε στη Ρώμη και που η εφημερίδα «Nuova Resistenza» θα ονομάσει «οι Β.R. της Ρώμης».
Αποτέλεσμα εικόνας για brigate rosse
Τα κύρια επεισόδια και οι ενέργειες αυτής της ομάδας, η οποία λειτουργεί μέχρι τα μέσα του 1971, συνδέονται όλες με επιθέσεις ενάντια στους φασίστες ή τα φασιστικά αρχηγεία (ιδιαίτερης σημασίας εκείνη ενάντια στον Junio Valerio Borghese που θα συμμετάσχει σε μια κάπως αλλόκοτη προσπάθεια »πραξικοπήματος «) και επίσης οι ισχυρισμοί τονίζονται έντονα από το πρόβλημα της αντιφασιστικής μάχης. Ακόμα και μέσα στην διαφορετικότητα των θέσεων, οι B.R. αποδέχονται επίσης τις δράσεις των Gap. Οι Gap εμφανίζονται πανηγυρικά στις 16 απριλίου 1970, μόλις τέσσερις μήνες μετά τη «σφαγή του κράτους», ενώ η χώρα κλονίζεται από τη διαμάχη και τις πολεμικές και οι φασιστικοί σχηματισμοί που «καλύπτονται» διαρκώς από την αστυνομία γίνονται όλο και πιο αλαζονικοί. Είναι 20,33 όταν μια φωνή παρεμβάλεται στο τηλεοπτικό κανάλι που μεταδίδει τις ειδήσεις. Στη Γένοβα, όπου θα λάβει χώρα η παρεμβολή, η εντύπωση είναι τεράστια. Στη συνέχεια θα υπάρξουν και άλλες »εκπομπές του λαού» και σε άλλες περιοχές (για παράδειγμα στο Τρέντο και το Μιλάνο). Οι ανακοινώσεις του Radio Gap δημοσιεύονται τόσο στο «Potere Operaio» (το οποίο εκδίδει επίσης εκείνες των BR) όσο και στη «NuovaResistenza» ». Η διαφορετική πολιτική προσέγγιση μεταξύ B.R. και Gap διευκρινίζεται σε αυτή την εφημερίδα. Οι Gap, πράγματι, ανάμεσα στα διάφορα ακρωνύμια που εμφανίζονται στην περίοδο αυτή, είναι το μόνο σχήμα, μαζί με τις B.R., μιας ορισμένης συνέπειας και πυκνότητας. Ξέρουν πώς να ξεφεύγουν από τις αστυνομικές έρευνες, προφανώς έχουν οικονομικά μέσα και πιέζουν και παροτρύνουν τόσο με τις ενέργειες τους όσο και με τις «πειρατικές» μεταδόσεις τον πολιτικό διάλογο (και η «Lotta Continua» δίδει πάντα μεγαλύτερη έμφαση στις πράξεις τους).Εκτός από τις μεταδόσεις, η δραστηριότητα των GAP συνίσταται κυρίως σε μια σειρά επιθέσεων σε κάποια κέντρα αστικής εξουσίας (αμερικανικά προξενεία, έδρα του P.S.U., εργοστάσια, αποθήκες Ignis, διυλιστήριο Garrone κ.λπ.). Από τις ανακοινώσεις τους μπορούμε να δούμε ότι η προσέγγισή τους είναι ουσιαστικά αμυντική και ακολουθεί τα πρότυπα του παρτιζάνικου αγώνα κατά τη διάρκεια της Αντίστασης: δεν είναι ένα αστικό αντάρτικο εκείνο που βλέπουν σε προοπτική, αλλά ένας κουβανέζικου τύπου ανταρτοπόλεμος σε ορεινές περιοχές, όπου μπορεί κανείς να υπερασπιστεί τον εαυτό του καλύτερα και επί μακρόν. Για τους Gap ο μεγαλύτερος κίνδυνος είναι η υπόθεση ενός πραξικοπήματος της δεξιάς.
Αποτέλεσμα εικόνας για gap giangiacomo feltrinelli
Στους αγωνιστές των Gap κάνει μεγάλη εντύπωση το επεισόδιο του επιχειρούμενου «πραξικοπήματος» της 7ης δεκεμβρίου 1970. Με την ευκαιρία αυτή, ο Junio Valerio Borghese (πρίγκιπας και πρώην φασίστας διοικητής της διαβόητης Decima MAS), επικεφαλής μιας ομάδας φασιστών συνωμoτών εισχώρησαν μέσα στο υπουργείο εσωτερικών για να το καταλάβουν. Έπρεπε να είναι η έναρξη για το πραξικόπημα. Αντ ‘αυτού, ξαφνικά, οι συνωμότες έλαβαν μια αντίθετη διαταγή. Κάτι σε υψηλό επίπεδο δεν έπρεπε να έχει λειτουργήσει. Σε μεταγενέστερες έρευνες, η «απόπειρα πραξικοπήματος» διασταυρώνεται με μια άλλη «συνωμοσία» της δεξιάς με το όνομα «Rosa dei venti», »Tριαντάφυλλο των ανέμων», η οποία περιλαμβάνει μερικούς σημαντικούς αξιωματικούς του στρατού και οδηγεί στη σύλληψη του στρατηγού Vito Miceli, ο οποίος υπήρξε ήδη επικεφαλής για τρία χρόνια του «Uspa, του Γραφείου ασφαλείας του ατλαντικού συμφώνου, και για τέσσερα χρόνια του Sid (της σημαντικότερης εθνικής μυστικής υπηρεσίας). Ιδιαίτερα σε αυτό το επεισόδιο επισημαίνονται οι διαφορές μεταξύ B.R. και Gap. Για τις B.R. το στρατιωτικό πραξικόπημα δεν θεωρείται άμεσος κίνδυνος και ο Βαλέριο Μποργκέζε θεωρείται ως το «δυάρι στην [χαρτοπαίγνιο] briscola». «Αυτό που αντιθέτως είναι πολύ σημαντικό, όμως, είναι η χρήση αυτών των ονείρων που έχουν σκοπό να κάνουν η κυβέρνηση και οι ρεβιζιονιστές: Η εργατική τάξη βρίσκεται πάντα στην επίθεση εδώ και τρία χρόνια. Η εξουσία έχει καταληφθεί από ανεπίλυτες δυσκολίες, και πρέπει να κρύβει στα μάτια των μαζών τη λέπρα που την αποδυναμώνει, την κατατρώει καθημερινά όλο και βαθύτερα, εφευρίσκει την όμορφη ιστορία του «μαύρου πρίγκιπα» (πραξικοπηματία) που πρέπει να πουλήσει στην κοινή γνώμη » (19). Για τις B.R., επιπλέον, οι ρεβιζιονιστές (P.C.I. και συνδικάτα) το χρησιμοποιούν για να ωθήσουν τις πρωτοπορίες της τάξης να αποδεχθούν το κοινοβουλευτικό παιχνίδι και να περιορίσουν τη θέλησή τους να πολεμήσουν. Η αξιολόγηση των GAP είναι διαφορετική: «Το πραξικόπημα είναι επικείμενο». Σε ένα έγγραφο που δημοσιεύεται από την «Potere operaio» και την «Lotta Continua» τονίζεται «ο αυξανόμενος ρόλος των στρατιωτικών δυνάμεων του κράτους και των φασιστικών παραστρατιωτικών δυνάμεων [ …] μόνο μια διαρροή ειδήσεων επέτρεψε την τελευταία στιγμή να ματαιωθεί ένα προκαθορισμένο με σχολαστική φροντίδα πραξικόπημα […] από εκατοντάδες αξιωματικούς των ενόπλων δυνάμεων, από τις ανώτερες και περιφερειακές διοικήσεις των καραμπινιέρων, από τους εκπροσώπους της οικονομίας και της ιταλικής καπιταλιστικής βιομηχανίας, καθώς και από εκπροσώπους του αμερικάνικου ιμπεριαλισμού «(20).
Σχετική εικόνα
Ακόμη και στην κρίση που πρέπει να δοθεί, ως λογική συνέπεια, στους ρεβιζιονιστές οι δύο οργανώσεις διαφέρουν. Σύμφωνα με τους GAP «και η παραδοσιακή αριστερά που εκπροσωπείται από το ΚΚΙ […] βλέπει καθημερινά με ανησυχία το πεδίο δράσης της ολοένα να στενεύει». Ως εκ τούτου, η έκκληση προς τους αγωνιστές του ΚΚΙ: «Η εργατική τάξη, οι εργαζόμενοι όλοι αξιώνουν και απαιτούν μια πολιτική εκτενούς μετώπου εναντίον του φασισμού, κατά της καπιταλιστικής κυριαρχίας και κατά του ιμπεριαλισμού. […] Θέλουν οι σύντροφοι που είναι εγγεγραμμένοι στο P.C.I. να είναι μέρος αυτού του επαναστατικού και αντιφασιστικού μετώπου;» (21). Μέσα σε αυτό το σύντομο απόσπασμα αντηχούν ιστορικά θέματα του οργανωμένου εργατικού κινήματος: από τη στρατηγική του «ευρύτερου μετώπου» που διαμεσολαβείται από την Τρίτη Διεθνή, στην εγγενή αναγκαιότητα χρήσης του για την υπεράσπιση της δημοκρατίας όπως κατά τη διάρκεια της παρτιζάνικης Αντίστασης. Οι διαφορές με τις B.R. είναι βαθιές και αντικατοπτρίζουν επίσης την προσωπικότητα αυτού που αργότερα θα αποκαλυφθεί να είναι η κύρια ψυχή των Gap: Giangiacomo Feltrinelli. Ο Feltrinelli υπήρξε πρωταγωνιστής της πολιτιστικής συζήτησης από τα τέλη της δεκαετίας του ’50. Ο εκδοτικός οίκος του, τα βιβλιοπωλεία, ήταν ένα μεγάλο παράδειγμα πολιτιστικής και πολιτικής ανανέωσης της ιταλικής κοινωνίας. Από το 1950 ίδρυσε το Ινστιτούτο Feltrinelli για την ιστορία του εργατικού κινήματος: ένα γεγονός μεγάλης σημασίας που κάλυπτε ένα σοβαρό κενό στην κουλτούρα της μαρξιστικής αριστεράς. Εγγεγραμμένος στο PCI, ο Φελτρινέλλι απομακρύνθηκε προοδευτικά για να στρέψει την προσοχή του στους επαναστατικούς αγώνες του Τρίτου κόσμου. Τα «φυλλάδια των βιβλιοπωλείων Feltrinelli, οι μπροσούρες» ενημέρωναν για τους απελευθερωτικούς αγώνες με εξαιρετική επικαιρότητα, έγκαιρα, καθώς και για τους αγώνες των σπουδαστών που βρίσκονταν σε εξέλιξη. Ο Feltrinelli προσέγγιζε όλο και περισσότερο την επαναστατική αριστερά. Υποστήριξε τη διάσπαση του «Δρεπανιού σφυριού» (μια ομάδα 1500 μελών του PCI της περιοχής Sesto San Giovanni που θα έδινε στη συνέχεια ζωή στην Ένωση ιταλών κομουνιστών μαρξιστών-λενινιστών που αργότερα έγιναν Servire il popolo), αλλά κυρίως προσπάθησε να εντοπίσει στην ιστορία του PCI εκείνο το επαναστατικό αντιστασιακό σκέλος που ποτέ δεν έπαψε να σκέφτεται την κατάληψη της εξουσίας.
Αποτέλεσμα εικόνας για gap giangiacomo feltrinelli
Και μάλλον σε αυτό το μονοπάτι είναι που διασταυρώνεται με κάποια περιβάλλοντα πρώην παρτιζάνων, ειδικά στη Λιγουρία, όπου μπορούμε να υποθέσουμε ότι χτίστηκαν οι πρώτες βάσεις των Gap. Κατά τη διάρκεια του ’68, ο Feltrinelli εντατικοποίησε τα ταξίδια του στη Λατινική Αμερική για λόγους εκδοτικούς (είχε δημοσιεύσει τα έργα του Che Guevara και πολλών μεγάλων λατινοαμερικανών μυθιστοριογράφων), αλλά και να μεταφέρει συγκεκριμένη στήριξη, πραγματική, στα αντάρτικα που βρίσκονται σε εξέλιξη. Συνελήφθη στην Βολίβια και σε εκείνη την περίπτωση ακόμη και η προεδρία της δημοκρατίας κινείται για να επιτύχει την απελευθέρωσή του. Φίλος του Castro και του Régis Debray (ο οποίος ήταν με τον  Che στην Bolivia), ολοένα και περισσότερο πείθεται ότι η ιταλική αστική τάξη δεν είναι σε θέση να αντέξει την τρέχουσα κοινωνική σύγκρουση και ότι θα υποχρεωθεί (και εξαιτίας της τοποθέτησης της στο δυτικό στρατιωτικό στρατόπεδο) να καταφύγει σε αυταρχικές λύσεις: Είναι για τον Feltrinelli η φάση του »πραξικοπήματος και αντάρτικου πολέμου», παρουσιάζει τις ιδέες του σε μια σειρά εντύπων:« Ιταλία 1968: πολιτικός ανταρτοπόλεμος ». «Συνεχίζεται η απειλή ενός πραξικοπήματος», «Καλοκαίρι 1969″. Δημοσιεύει επίσης το «Αίμα των λιονταριών» του Edoard Marcel Simbu σχετικά με τον ανταρτοπόλεμο στο Κονγκό, το οποίο περιέχει στο παράρτημα ένα αποτελεσματικό εγχειρίδιο αστικού ανταρτοπόλεμου, και το οποίο θα γίνει ένα είδος «cult book» του κινήματος.
Αποτέλεσμα εικόνας για Edouard Marcel Sumbu, Sangue dei leoni
Αυτή η συνεχής αναταραχή και προπαγάνδα σε επαναστατικά ζητήματα και πρακτικές τοποθετεί τον Feltrinelli στο στόχαστρο του συντηρητικού τύπου, ο οποίος δεν αφήνει την ευκαιρία να υπονοεί τη συνενοχή του με οτιδήποτε συμβαίνει. Επίσης, η αστυνομία και το δικαστικό σώμα αυξάνουν προοδευτικά τις έρευνες και τις ανακρίσεις εναντίον του. Από τις αρχές της δεκαετίας του 1970, ο Feltrinelli βρίσκεται όλο και περισσότερο στο εξωτερικό από ό, τι στην Ιταλία.
Σχετική εικόνα
Από διαφορετικά μέρη δίνει συνεντεύξεις και έγγραφα σε ιταλικά περιοδικά, στα οποία γνωστοποιεί τις επιλογές του. Στο περιοδικό «Compagni» εκθέτει μερικές από τις πολιτικές του σκέψεις: «Η αντιδραστική επίθεση μπορεί να σταματήσει μόνο με έναν αγώνα στον οποίο θα κατέβουν οι πρωτοπορίες του προλεταριάτου. Ενώ στο παρελθόν η παρέμβασή μου στην πολιτική ανέκαθεν διαμεσολαβούνταν από εκδοτική δραστηριότητα, από τώρα δεσμεύομαι για μια πιο άμεση παρέμβαση στην πορεία και την εξέλιξη των γεγονότων »(22). Το 1971 ο Feltrinelli ήταν ύποπτος συνέργειας στη δολοφονία του βολιβιανού προξένου στο Αμβούργο Roberto Quintanilla.
Quintanilla è il primo a sinistra
ο πρώτος από αριστερά
Ο πρώην επικεφαλής της μυστικής αστυνομίας της Βολιβίας (ένας από τους υπεύθυνους για τη δολοφονία του Τσε) πυροβολήθηκε και σκοτώθηκε από μια γυναίκα που εγκατέλειψε το όπλο, ένα Colt Cobra 38, το οποίο αποδεικνύεται ότι ήταν ιδιοκτησία του Feltrinelli, ο οποίος ισχυρίζεται ότι το είχε χάσει.
monika ertl
Monica Ertl
Στις 15 mαρτίου 1972 το πτώμα του Giangiacomo Feltrinelli βρέθηκε από έναν αγρότη κάτω από έναν στήλο υψηλής τάσης της Segrate, στα περίχωρα του Μιλάνο, με μερικά εκρηκτικά που δεν είχαν ακόμη πυροδοτηθεί δίπλα του. Ο θάνατος του Feltrinelli και οι εικασίες που τον συνοδεύουν σημαδεύουν ένα κρίσιμο επεισόδιο της συζήτηση εκείνων των χρόνων. Ξεκινάει να σπάει ο ιστός συνεργασίας μεταξύ των δημοκρατών και των κινηματικών, γεννιέται η παράνοια του «εσωτερικού εχθρού». Σε μια πρώτη φάση, οι «δημοκράτες» ερμηνεύουν το θάνατο του Feltrinelli ως ένα ακόμη επεισόδιο της «στρατηγικής της έντασης», σαν μια «δολοφονία του κράτους». Ανθίζουν οι υποθέσεις και οι αντιέρευνες. Ο δημοκρατικός χώρος και οι ίδιες οι εξωκοινοβουλευτικές ομάδες δεν αμφιβάλλουν ότι πρόκειται για προβοκάτσια. Η Potere operaio σπάει πρώτη τον πάγο των υποθέσεων και σε ένα νούμερο της εφημερίδας αποκαλύπτει την ένταξη του Feltrinelli στους Gap με το όνομα μάχης «διοικητής Osvaldo».Στους σχηματισμούς της εξωκοινοβουλευτικής αριστεράς, ο θάνατος του Feltrinelli ανάβει ξανά τη συζήτηση για τους παράνομους σχηματισμούς, και αν η Lotta continua υποστηρίζει από τις επιθέσεις την εργατική Εξουσία, η Avanguardia operaia βγαίνει, μαζί με άλλους δημοκρατικούς χώρους από την »εθνική Επιτροπή αγώνα κατά της κρατικής σφαγής», κατηγορώντας το Potere operaio και την Lotta continua ότι κάνουν μια »τρελή ανάλυση της ιταλικής κατάστασης και των καθηκόντων του κινήματος που τους οδηγεί να αντιμετωπίζουν σαν συντρόφους αυτούς των Gap και των BR ». Έξω από αυτές τις αντιπαραθέσεις, ο ιστός της συνεργασίας μεταξύ των δημοκρατών και των κινηματικών σπάει οριστικά, και ακόμη και μεταξύ των εξωκοινοβουλευτικών σχηματισμών γίνεται κομμάτια η αλληλεγγύη στη βάση που γεννήθηκε για να αποκαλύψει τα «μυστήρια του κράτους» μετά την Piazza Fontana. Οι αντιδράσεις μεταξύ των συντρόφων είναι δύο τύπων: η μία, της οργάνωσης, είναι εκείνη που θέλει να επιτείνει τις δημοκρατικές διατυπώσεις (συμμετοχή σε εκλογές, δημοψήφισμα κλπ.), η άλλη ατομική, αλλά πολύ εκτεταμένη, είναι εκείνη να κλείνονται οι αγωνιστές στον εαυτό τους ή να επιστρέφουν στα παραδοσιακά κόμματα, αρνούμενοι το παρελθόν τους στη μία ή την άλλη των περιπτώσεων.
Αποτέλεσμα εικόνας για gap giangiacomo feltrinelli

Υπάρχουν όμως και εκείνοι που παρότι παραμένουν στις οργανώσεις ή τοποθετούνται στα περιθώρια αυτών, που τονίζουν ολοένα και περισσότερο την προσοχή προς τις παράνομες ένοπλες ομάδες, προκαλώντας έναν τεράστιο και υπόγειο διάλογο σχετικά με την εμφάνιση της ανάγκης για «ένοπλο αγώνα» που θα διαρκέσει πολύ καιρό, θρυμματίζοντας ολόκληρα τμήματα στη βάση των εξωκοινοβουλευτικών οργανώσεων.

 

Giangiacomo Feltrinelli: «ESTATE ’69» (ESTRATTO).

Είναι σκόπιμο να εξετασθούν – έστω και εν συντομία – οι λόγοι και τα κίνητρα που οδηγούν τις δεξιές δυνάμεις (μεγάλες ιταλικές επιχειρήσεις, στρατιωτικές και διεθνείς δυνάμεις) να επιβάλλουν μια δεξιά εξουσιαστική αλλαγή με μια κοινή πολιτική και στρατιωτική επιχείρηση. Ειλικρινά οι λόγοι που σπρώχνουν τις αντιδραστικές ομάδες σε αυτές τις επιλογές συμπίπτουν, εν μέρει, με την κριτική των υπερδομών του συστήματος που γίνεται από την αριστερά: η ριζοσπαστική αντιπολίτευση έγκειται στους επιδιωκόμενους σκοπούς αντίστοιχα. Οι δεξιές δυνάμεις, όταν επικρίνουν τις υπερδομές του συστήματος τείνουν να τις τροποποιούν για να τις καθιστούν πιο κατάλληλες στις δικές τους ανάγκες για εκμετάλλευση και αδιαμφισβήτητη κυριαρχία των δημόσιων και ιδιωτικών πραγμάτων. Αντιθέτως εμείς επιδιώκουμε να μεταφέρουμε την κριτική από την υπερδομή στην ίδια τη δομή, εμπλέκοντας ολόκληρο το καπιταλιστικό σύστημα και προτρέποντας την ανατροπή και την κατάργησή του. Από την πλευρά των μεγάλων βιομηχανικών, πολιτικών και στρατιωτικών ομάδων, ιταλικών και διεθνών, οι λόγοι που στρατεύονται υπέρ του πραξικοπήματος είναι                     a) η λειτουργία του κρατικού μηχανισμού, της κυβέρνησης και της ιταλικής κομματικής οργάνωσης, κομματοκρατίας – η οποία εξακολουθεί να βασίζεται στο παλιό πελατειακό σύστημα – λειτουργία που έρχεται σε αντίθεση με τις ανάγκες μιας σύγχρονης ιταλικής και διεθνούς καπιταλιστικής βιομηχανίας. Μιλούν επομένως από πολλά μέρη – και ρητά αναφέρεται αυτό από τους συντάκτες του Progetto 80 του υπουργείου προϋπολογισμού – για απαξίωση των θεσμών (στο Σχέδιο 80, αφού εντοπίστηκε το θεμελιώδες εμπόδιο που αυτή αντιπροσωπεύει για την περαιτέρω καπιταλιστική ανάπτυξη, προχωρούν ωστόσο στην εκπόνηση μιας φανταστικής υπόθεσης καπιταλιστικής ανάπτυξης χωρίς να στέκονται να μας πουν για το πώς σκοπεύουν να ξεπεράσουν το εμπόδιο της «απαξίωσης» του κρατικού και κυβερνητικού μηχανισμού. Μήπως αυτό σημαίνει ότι το πραξικόπημα θεωρείται δεδομένο;)

Σχετική εικόνα

Και αυτή η απαξίωση του διοικητικού, νομικού και πολιτικού μηχανισμού του κράτους και του συστήματος διακυβέρνησης είναι ακόμη πιο σοβαρή λόγω του γεγονότος ότι όχι μόνο πραγματώνεται μέσα σε μια εξωφρενική βραδύτητα της νομοθετικής διαδικασίας, ακριβώς σε μια στιγμή κατά την οποίαν η ταχύτητα της νομοθετικής παρέμβασης είναι απαραίτητη προϋπόθεση για τη λειτουργία του ίδιου του συστήματος, αλλά και μέσα σε μια προοδευτική πολιτική και οικονομική παράλυση του κράτους και των δημόσιων φορέων λόγω της επιπλοκής και της βραδύτητας της γραφειοκρατικής διαδικασίας, παράλυση που βαρύνει σοβαρά επί της κανονικής οικονομικής ανάπτυξης των επιχειρήσεων, είτε είναι ιδιωτικές ή δημόσιες. Τέλος, πρέπει να υπολογίσουμε πως υπάρχει έντονη δυσαρέσκεια στις υψηλές στρατιωτικές σφαίρες λόγω της αβεβαιότητας της στρατιωτικής πολιτικής της ιταλικής κυβέρνησης και της ανεπάρκειας των πιστώσεων του υπουργείου άμυνας. Είναι αδιαμφισβήτητο ότι, σύμφωνα με την αριστερά, αυτή η «απαξίωση» δεν μπορεί και δεν πρέπει να αποφευχθεί με τη δημιουργία μιας νέας, σύγχρονης και διεθνούς μορφής φασισμού στην Ιταλία: αυτή είναι μάλλον εγγενής στο σύστημα και ως εκ τούτου μπορεί να λυθεί μόνο με την εξάλειψη του κακού στη ρίζα του. Σήμερα για τη μεγάλη βιομηχανία και για τον διεθνή ιμπεριαλισμό, το σημερινό πολιτικό σύστημα, ανεξάρτητα από την κακή διαχείριση που έχει κάνει η χριστιανοδημοκρατία- DC, και από τα όρια, που ουσιαστικά είναι ταξικά, του Συντάγματος επί του οποίου βασίζεται, αποτελεί έναν στόχο εμπόδιο στην ανάπτυξη του καπιταλισμού με αποικιοκρατικό στυλ που αναμένεται στην Ιταλία τα επόμενα χρόνια.      b) Η διαφαινόμενη – σε διεθνή κλίμακα – σοβαρή οικονομική κρίση που προκλήθηκε από τη συνύπαρξη δύο φαινομένων στις Ηνωμένες Πολιτείες. Από ένα προοδευτικό και γρήγορο πληθωρισμό και, ταυτόχρονα, από την εφαρμογή αντιπληθωριστικών μέτρων που καθορίζουν μια σχετική παράλυση και την ανακοπή της εξέλιξης της παραγωγικής διαδικασίας. Τα συμπτώματα αυτής της κρίσης είναι ήδη εμφανή στη διεθνή χρηματοπιστωτική αγορά που κυριαρχείται από την κρίση του δολαρίου. Μέσα σε αυτή την κατάσταση, η βιομηχανία δεν θέλει, προφανώς, να βρεθεί ανάμεσα στον άκμονα (δηλαδή, την ορμητική και γενικευμένη ανάπτυξη των εργατικών διεκδικήσεων που ανά πάσα στιγμή θα μπορούσαν να υπερπηδήσουν το καθαρά συνδικαλιστικό όριο για να αναλάβουν έναν πιο ξεκάθαρο πολιτικό χαρακτηρισμό) και την σφύρα που αντιπροσωπεύει, για μια χώρα που εξάγει το 25% του ακαθάριστου εθνικού της προϊόντος, μια οικονομική κρίση των Ηνωμένων Πολιτειών και των συνακόλουθων συνεπειών που θα είχε αυτή στο διεθνές εμπόριο.        c) Η αναζήτηση ενός τμήματος της D.C. και των σοσιαλιστών P.S.I. μιας νέας «πλειοψηφίας» που να περιλαμβάνει, άμεσα ή έμμεσα, το PCI, παραβιάζει συγκεκριμένες διεθνείς δεσμεύσεις που έχουν αναληφθεί στο πλαίσιο του ατλαντικού Συμφώνου και του ΝΑΤΟ, οπότε απαιτείται (όπως συνέβη στην Ελλάδα) ένα προληπτικό πραξικόπημα ή μια αυταρχική δεξιά στροφή.

Σχετική εικόνα
d) Τέλος, η αδυναμία να συγκρατηθούν με τις δυνάμεις και τους νόμους που είναι επί του παρόντος διαθέσιμες οι εργατικές, αγροτικές και φοιτητικές αξιώσεις και η δράση των πολιτικών ομάδων της άκρας αριστεράς. Αυτές οι αξιώσεις και οι αναταραχές όχι μόνο τείνουν να αλλάζουν την κατανομή του εισοδήματος μέσω των μισθολογικών αυξήσεων αλλά επηρεάζουν την ίδια την παραγωγικότητα των εργοστασίων τη στιγμή που ζητείται η αποδέσμευση των μισθών από την παραγωγικότητα, η μείωση των σφαγιαστικών ρυθμών εργασίας και η εβδομάδα των 40 ωρών. Υπό την έννοια αυτή, συμπτωματική είναι η άρνηση της Fiat να διαπραγματευτεί αυτά τα προβλήματα, η αδυναμία, παρά τη συνενοχή των ηγεσιών των συνδικάτων, να συγκρατηθούν αυτές οι διεκδικήσεις, και η συνεπακόλουθη στροφή προς τα δεξιά του μεγάλου μονοπωλίου του Τορίνο. Σε όσους αναρωτιούνται τι συμφέρον θα είχαν οι μεγάλες ιταλικές μονοπωλιακές ομάδες για μιαν αυταρχική στροφή προς τα δεξιά, απλά να θυμίσουμε τη φύση των εργατικών διεκδικήσεων που, επηρεάζοντας την παραγωγικότητα, «χτυπούν ακριβώς τις εταιρείες με υψηλότερο πάγιο κεφάλαιο«.                      
Συμπερασματικά: σε μια εποχή όπως η παρούσα που αντιμετωπίζει το φάσμα και την απειλή μιας διεθνούς χρηματοπιστωτικής και οικονομικής κρίσης, η ιταλική καπιταλιστική ανάπτυξη βρίσκει ένα εμπόδιο στην ανάπτυξή της τόσο στις υπερδομές του συστήματος όσο και στις διεκδικήσεις των εργατών. Η προσφυγή στο πραξικόπημα ή μια αυταρχική στροφή στα δεξιά θα ήταν συνεπώς εντελώς σύμφωνη με τις ανάγκες του συστήματος και την ανάγκη του να λύσει, για δικό του όφελος έστω και προσωρινά, τις πιο οξείες αντιφάσεις της στιγμής. Ευνοεί αυτό το σχέδιο και αυτές τις φιλοδοξίες η κολακευτική προοπτική να επιτευχθεί μια σημαντική επιτυχία.Αυτή η ελπίδα των δεξιών δυνάμεων υποστηρίζεται από την έλλειψη μιας επαναστατικής στρατηγικής στις καταπιεζόμενες και εκμεταλλευόμενες τάξεις, και στην ίδια την πολιτική του PCI, το οποίο έχει στρατευτεί στην αναζήτηση μιας «νέας (εφήμερης) πλειοψηφίας» και είναι διατεθειμένο, προκειμένου να επιτύχει αυτό τον στόχο, να αγνοήσει όχι μόνο την ουσιαστική αδυναμία της τρέχουσας ή της μελλοντικής κυβερνητικής δομής, αλλά ακόμη και τις ήδη προφανείς ύποπτες μανούβρες, τις συνωμοσίες και τους ελιγμούς εκείνων που προετοιμάζουν την δεξιά στροφή. Το PCI, προς το οποίο οι μάζες συχνά κοιτούν κάτω από την ώθηση μιας επαναστατικής παράδοσης ως ασφαλή οδηγό, εξακολουθεί να παραμελεί, και δεν έχει σημασία αν σκόπιμα ή όχι, να δημιουργήσει μια σωστή ανάλυση της κατάστασης και να αποκομίσει τα συνεπή συμπεράσματα.
Αποτέλεσμα εικόνας για gap giangiacomo feltrinelli
Η ιστορία μας διδάσκει ότι δεν είναι με την συγκατάθεση ή αποφεύγοντας έναν αγώνα, που μοιάζει πλέον αναπόφευκτος, που αποτρέπουμε την αντιπαράθεση, την σύγκρουση: το μόνο αποτέλεσμα είναι ότι φθάνουμε εκεί απροετοίμαστοι. Μετά υπάρχουν και άλλα γενικά συμπτώματα της προσέγγισης ενός πραξικοπήματος ή μιας αυταρχικής ριζικής στροφής προς τα δεξιά. Συγκρίνοντας τις εμπειρίες των χωρών στις οποίες υπήρξαν πρόσφατα πραξικοπήματα ή αντιδραστικοί κλυδωνισμοί, ανατροπές, σημειώνουμε, γενικά, τις ακόλουθες «σταθερές»: 1) το σφυροκόπημα καταγγελιών περί αναρχίας στην οποία θα έπεφτε η χώρα και η βιομηχανική παραγωγή εξαιτίας της αναταραχής και των απαιτήσεων της εργασίας · 2) η γενικευμένη, εκτεταμένη καταγγελία της κρατικής κρίσης της ανεπάρκειας των κομμάτων, και της αχαλίνωτης διαφθοράς σε όλους τους τομείς της δημόσιας ζωής · 3) το ξέσπασμα ενός σκανδάλου που περιβάλει έναν βουλευτή του δημοκρατικού κέντρου ή ανώτερους υπαλλήλους του κρατικού μηχανισμού · 4) τη σύλληψη προσωπικοτήτων από τον κόσμο του πολιτισμού και της αριστερής εκδοτικής δραστηριότητας (δημοσιογράφοι, εκδότες) · 5) η ταυτόχρονη καταδίκη και σύλληψη εκατοντάδων ανθρώπων που κατά τη διάρκεια των προηγούμενων αναταραχών που σημειώθηκαν σε διαφορετικές εποχές, διακρίθηκαν για πολιτική μαχητικότητα. 6) η σύλληψη εκπροσώπων συνδικαλιστικών οργανώσεων, 7) η εντατικοποίηση των επιθέσεων εκ μέρους ακροδεξιών ομάδων εναντίον αριστερών οργανώσεων και προσωπικοτήτων 8) η διάλυση του κοινοβουλίου, αφού ορισμένοι τομείς του κοινοβουλευτικού κόσμου αρνήθηκαν να σεβαστούν την επίσημη κοινοβουλευτική εντολή. »Θα πρέπει να σημειωθεί, εν τω μεταξύ, ότι σήμερα στην Ιταλία αυτών των συμπτωμάτων, αυτών των γεγονότων, πολλά έχουν ήδη εμφανιστεί ή είναι σε πλήρη εκδήλωση, ενώ άλλα, και συγκεκριμένα η διάλυση του κοινοβουλίου, επαναλαμβάνονται ρητά στις συζητήσεις και στις φήμες που κυκλοφορούν στους επίσημους κύκλους«.
Αποτέλεσμα εικόνας για gap giangiacomo feltrinelli
ιστορία, storia

5 MΑΙΟΥ 1981: ΠΕΘΑΙΝΕΙ Ο ΚΟΡΥΔΑΛΛΟΣ ΤΗΣ ΙΡΛΑΝΔΙΑΣ – MUORE L’ALLODOLA D’IRLANDA

του Gianni Sartori

Ο θάνατος του Bobby Sands το 1981 αντιπροσώπευε για πολλούς ανθρώπους ένα γεγονός από εκείνα που σε σημαδεύουν, σε αλλάζουν, αν όχι ακριβώς τον τρόπο που ζεις, αλλάζουν τουλάχιστον την αντίληψη που έχεις γι την ζωή (καθώς και για την ιστορία, την πολιτική …).

Γι αυτόν που γράφει τα πράγματα πήγαν διαφορετικά. Μετά από μια στράτευση που άρχισε το ’68 σκέφτηκα ότι είχα ολοκληρώσει τη δέσμευσή μου (λόγω υπαρξιακής κούρασης, αίσθηση αδυναμίας μπροστά στην δυνατότητα να αλλάξουν τα πράγματα, δυσμενείς συνθήκες … αποφασίσετε εσείς) με τις, μερικές φορές, σκληρές διαδηλώσεις στις οποίες είχα συμμετάσχει το 1974 (εκτέλεση του Puig Antich ) και το 1975 (βλ. τις διαμαρτυρίες για τη δολοφονία των Varalli, Zibecchi και Micciché και, τον σεπτέμβριο για τον τουφεκισμό δύο etarra [μαχητών της ΕΤΑ] – Txiki και Otaegi – και τριών μαχητών του FRAP). Για κάποιο διάστημα αφιερώθηκα σε άλλα πράγματα, διατηρώντας παράλληλα την περιέργεια για όσα κινούνταν στον κόσμο και τον αναστάτωναν (με μερικά ταξίδια στην μετα-Φρανκοκρατούμενη Ισπανία, για παράδειγμα …). Στη συνέχεια ήρθε η απεργία πείνας των Ιρλανδών Ρεπουμπλικανών μαχητών και ο τραγικός επίλογος. Παράτησα τα πάντα (σχεδόν όλα, στην πραγματικότητα) και έφυγα για το Μπέλφαστ. Έκτοτε συνέχισα βασικά, καλώς ή κακώς.

Αυτός έφταιγε, ο Μπόμπι. Ακούς εκεί, που θα μπορούσε να είναι ακόμη στον κόσμο, ζωντανός. Ήταν στην πραγματικότητα νεώτερος από μένα και το πράγμα με χτύπησε πολύ, με εντυπωσίασε (μέχρι τότε ήταν κυρίως σύντροφοι από τα μέρη μου που πέθαιναν: Salvador Puig Antich, Saltarelli, Franco Serantini, Txiki …). Μετά από τόσα χρόνια – επίσης, βλέποντας και το πώς πήγαν τα πράγματα στην Ιρλανδία – αναρωτιέμαι αν πραγματικά άξιζε τον κόπο. Αλλά αυτό δεν μειώνει καθόλου το θάρρος του και εκείνο των 9 συντρόφων του.

Μια σύντομη περίληψη ακολουθεί, χωρίς να ξεχνάμε ότι σε κάθε περίπτωση «ζούμε για να καταπατήσουμε τους βασιλιάδες» όπως συχνά αναφερόμαστε (*) σε κάποιες εξεγερτικές διαδηλώσεις.

Μοιάζει μόνο χθες αλλά αντίθετα σχεδόν 40 χρόνια έχουν περάσει. Κάτω από τα έκπληκτα βλέμματα μιας γηραιάς Ευρώπης κορεσμένης και ικανοποιημένης, 10 νεαροί ιρλανδοί ρεπουμπλικανοί θυσίαζαν τη ζωή τους για να διεκδικήσουν αναπαλλοτρίωτα δικαιώματα όπως εκείνο της αυτοδιάθεσης και για την αναγνώριση του καθεστώτος πολιτικού κρατουμένου για όσους φυλακίζονταν κατά τη διάρκεια ενός απελευθερωτικού πολέμου.

Η απεργία πείνας μέχρι τις ακραίες συνέπειες είναι μέρος της ιρλανδικής κελτικής παράδοσης. Αλλά αυτή που διεξήχθη με ακραία αποφασιστικότητα από τους κρατούμενους του H Block, περισσότερο από μια ρητή αναφορά στο παραδοσιακό γαελικό δίκαιο και στους druidic νόμους, [- Το σύμπλεγμα των θρησκευτικών πεποιθήσεων των druids], τους νόμους των δρυίδων δηλαδή, αντιπροσώπευε μια καθαρά πολιτική πράξη μέσα σε μια συλλογική διαδικασία απελευθέρωσης.

Περισσότεροι από είκοσι είναι οι ιρλανδοί πολιτικοί κρατούμενοι που πέθαναν τον περασμένο αιώνα σε απεργία πείνας.

Ο πρώτος από αυτόν τον κατάλογο είναι ο Thomas Ashe, ένας από τους πρωταγωνιστές του «Πάσχα του αίματος» του Δουβλίνου (1916), πέθανε το 1917 αφού αναγκάστηκε να καταναλώσει τροφή με τη βία. Το 1920, ο Terence McSweeney, δήμαρχος του Cork, κρατούμενος στη φυλακή Brixton (Λονδίνο) μετά από 74 ημέρες απεργίας πείνας. Οι Fitzgerald Michael και Murphy Joseph πέθαναν επίσης κατά την ίδια διαμαρτυρία. Το 1923, κατά τη διάρκεια του πραγματικού εμφύλιου πολέμου μεταξύ του IRA και των υποστηρικτών του «Ελεύθερου Κράτους», πρόθυμων να αποδεχτούν τη διαίρεση του νησιού, στην ιρλανδική φυλακή του Montioy έχασαν τη ζωή τους – μετά από περισσότερες από 40 ημέρες απεργίας πείνας – οι Andrew Sullivan και Dennis Barry.

Πάντα στην Ιρλανδία, στη φυλακή του Hill Arbor, το 1940 πέθαναν μετά από 50 ημέρες απεργίας πείνας οι Jack McNeela και Tony d’Arcy. Σε μια άλλη ιρλανδική φυλακή η ίδια τύχη έλαχε στον Joseph Witty. Το 1943, μετά από 31 ημέρες απεργίας πείνας και δίψας, ο εθελοντής του Ira Sean Mc Caughey έσβηνε στη φυλακή του Δουβλίνου.

Στις αρχές της δεκαετίας του ’70 η κατάσταση στη Βόρειο Ιρλανδία χειροτερεύει: στις 6 φεβρουαρίου 1971 ο Ira σκοτώνει έναν άγγλο στρατιώτη (θύμα που προστίθεται στους στρατιώτες που ήδη σκοτώθηκαν το 1969 από τους προτεστάντες ελεύθερους σκοπευτές) και η αντίδραση δεν καθυστερεί. Στις 9 αυγούστου του ίδιου έτους εισήχθη ο επ’ αόριστον εγκλεισμός (εκείνο το ίδιο πρωινό, 342 άνθρωποι, κυρίως καθολικοί, συνελήφθησαν) κατά τη διάρκεια του οποίου θα χρησιμοποιούνται τακτικά τα σωματικά βασανιστήρια.

Οι συγκρούσεις στους δρόμους εντείνονται και στις 30 ιανουαρίου 1972, ο βρετανικός στρατός σφαγιάζει δεκατρείς ανυπεράσπιστους ανθρώπους στο Derry («ματωμένη κυριακή»).

Δύο μήνες αργότερα, το Λονδίνο αναλαμβάνει απευθείας τη διοίκηση του Ulster και «χορηγεί» στους ρεπουμπλικανούς κρατούμενους το καθεστώς πολιτικών κρατουμένων. Αλλά η δικαστική πίεση γίνεται όλο και πιο βαριά. Το 1973 εισήχθησαν τα ειδικά δικαστήρια, χωρίς επιτροπή ενόρκων, και το 1974, με την εισαγωγή της πράξης «Πρόληψης της τρομοκρατικής δράσης», “Preven-tion of terrorism act”, η αστυνομική κράτηση έφθασε στις επτά ημέρες. Κατά την αμέσως επόμενη περίοδο, η απεργία πείνας προκαλεί δύο ακόμη θύματα στις αγγλικές φυλακές: τον Michael Gaugham το 1974 και τον Frank Staff το 1976.

Εν τω μεταξύ, το καθεστώς του πολιτικού κρατουμένου είχε αρθεί.

Στις 27 οκτωβρίου 1980, στο H Block της φυλακής Long Kesh (με το παρατσούκλι «Maze«) μια απεργία πείνας που – αφού αναστάλθηκε τα Χριστούγεννα για να επαναληφθεί την 1η μαρτίου 1981 – θα οδηγήσει στο θάνατο 10 ρεπουμπλικανών μαχητών. Τα ονόματά τους μπορούν να ζουν για πάντα στο μυαλό, στην καρδιά και στους αγώνες όλων των καταπιεσμένων και εκμεταλλευόμενων του κόσμου. Ισχυρότεροι από το θάνατο.

Το πρωί της 5ης μαΐου 1981, μετά από 66 ημέρες, πεθαίνει ο Robert Gerard Sands. Γεννημένος στο Μπέλφαστ το 1954 από μια καθολική μητέρα και έναν προτεστάντη πατέρα, είχε εισέλθει στον ΙΡΑ όταν ήταν μόλις 18 ετών. Όταν πέθανε ήταν 27 χρονών. Σήμερα ο Μπόμπι είναι θαμμένος στο Milltown, το καθολικό νεκροταφείο στο Δυτικό Μπέλφαστ, που βρίσκεται κατά μήκος της «Falls Road», της περίφημης δημοκρατικής αρτηρίας “Falls”. Πολλοί μάρτυρες της ιρλανδικής υπόθεσης αναπαύονται εδώ: αγωνιστές όπως ο Μπόμπι Σάντς και ο Τζο Μακ Ντόνελ, Joe McDonnel, ή απλοί πολίτες που δολοφονήθηκαν από την αστυνομία όπως ο Σον Ντάουνς, Sean Downes. Θυμάμαι ότι στις 16 μαρτίου 1988 το Milltown ήταν το σκηνικό μιας βίαιης ένοπλης επίθεσης από έναν φανατικό νομοταγή (φιλοβρετανό πολιτοφύλακα) που ολοκληρώθηκε με μια σφαγή καθολικών, εναντίον μιας πομπής κηδείας.

Στις 14 μαΐου, μετά από μια απεργία 59 ημερών, ο Francis Hughes, ηλικίας 25 ετών, πεθαίνει. Ονομάστηκε ο «Che Guevara του Ulster», το 1978 συνελήφθη και καταδικάστηκε σε ισόβια κάθειρξη με την κατηγορία της θανάτωσης οκτώ βρετανών στρατιωτών.

Ο Raimond McCreesh πεθαίνει στις 21 μαΐου, μετά από 61 ημέρες. Όταν εισήλθε στον ΙΡΑ ήταν μόνο 16 ετών, συνελήφθη το ’76 μετά από μια ενέδρα εναντίον του στρατού. Όταν πέθανε ήταν 24 χρονών και εξέφρασε στον ιερέα αδερφό του που τον συνέδραμε την επιθυμία ο θάνατός του να μην προκαλέσει καμία βίαιη ενέργεια.

Ο Patsy O’Hara είχε απομακρυνθεί από τον IRA και εντάχθηκε, το 1975, στον Inla (Irish National Liberation Army) του Derry. Μετά τη σύλληψη υπέστη κάθε είδους σωματική και ψυχική βία στη φυλακή. Πέθανε στις 21 μαΐου σε ηλικία 24 ετών. Το 2015, και η μητέρα του, Peggy O’Hara, έφυγε επίσης. Την είχα γνωρίσει και την επισκέφθηκα στο Derry, στο σπίτι της, κάποιες φορές. Μου παραχώρησε, πέρα από μια δραματική συνέντευξη (**), όπου μίλησε για εκείνες τις ημέρες τεράστιου πόνου, και μερικές φωτογραφίες του γιου της και μια συγκινητική αφιέρωση στο βιβλίο που μου είχε χαρίσει («The Irish Hunger Strike» του T. Collins). Και φέτος, τον ιανουάριο, πέθανε η μητέρα του Bobby Sands, Rosaleen.

Στις 8 ιουλίου 1981, μετά από 61 ημέρες αποχής από το φαγητό, πέθανε ο Joe McDonnel, μέλος του IRA στο Μπέλφαστ και μεγαλύτερος της ομάδας. Μεταξύ των συντρόφων που ξεκίνησαν την απεργία μετά τους πρώτους τέσσερις θανάτους ήταν η σειρά του να πάρει την θέση του Μπόμπι Σάντς, μαζί με τον οποίο είχε συλληφθεί και μαζί με τον οποίον είναι θαμμένος σήμερα.

Ο Martin Hurson συνελήφθη τον νοέμβριο του 1976 για συνωμοσία και κατοχή εκρηκτικών. Μεταφέρθηκε στο Long Kesh, ανακρίθηκε και βασανίστηκε. Πέθανε στις 13 ιουλίου, 24 χρονών, μετά από 46 ημέρες απεργίας πείνας.

Ο Kevin Lynch, μαχητής του Inla, συνελήφθη το ’76 μετά την εκτέλεση ενός αστυνομικού, βασανίστηκε και καταδικάστηκε σε δέκα χρόνια. Την απεργία ξεκίνησε στις 23 μαΐου και πέθανε στις 21 αυγούστου, στην ηλικία των 25 ετών.

Ο Kieran Doherty, ήδη ενεργός αγωνιστής του IRA, κατά τη διάρκεια της απεργίας πείνας διαδραμάτισε ηγετικό ρόλο, αναγνωρισμένο από τους άλλους κρατούμενους, ειδικά στις επαφές με την Εκκλησία. Πέθανε στις 2 αυγούστου, σε ηλικία 25 ετών, αφού κατάφερε να επιβιώσει χωρίς τροφή για 73 ημέρες.

Ο Thomas McIlwee, στέλεχος του Ira, πέρασε το μεγαλύτερο μέρος της φυλάκισής του στο μπλοκ τιμωρίας. Όταν πέθανε, μετά από 62 ημέρες απεργίας πείνας, ήταν μόλις 23 ετών.

Η ζωή του Micki Devine είναι εμβληματική. Ζώντας ως παιδί σε συνθήκες ακραίας φτώχειας (διηγήθηκε ότι συχνά έπασχε από πείνα), ήταν ένα από τα πρώτα μέλη του Inla του Derry. Ξεκίνησε την απεργία πείνας στα μέσα ιουνίου και πέθανε στις 20 αυγούστου, στην ηλικία των 27 ετών.

Δύο άλλοι κρατούμενοι σώθηκαν όταν βρίσκονταν ήδη σε κώμα. Ένας από αυτούς, ο Pat McGeown, πέθανε το 1994. Ο άλλος, Lawrence McKeown, συγγραφέας και λέκτορας, έμεινε σημαδεμένος σωματικά.

Είχα την τιμή να συναντηθώ (και να φιλοξενήσω) το McKeown στην δεκαετία του ’90 κατά τη διάρκεια ενός γύρου διαλέξεων. Φυσικά τον ρώτησα πού βρήκε την αποφασιστικότητα να προσθέσει και το δικό του όνομά στον κατάλογο των εθελοντών που θα έπρεπε να αντικαταστήσουν τους συντρόφους που πέθαιναν κατά τη διάρκεια της διαμαρτυρίας. «Πρακτικά είναι αδύνατον – μου είχε πει – να καταλάβεις πως φτάσαμε σε αυτή την απόφαση δίχως να γνωρίζεις αυτά που είχαν συμβεί στην Long Kesh κατά τα προηγούμενα πέντε χρόνια, μετά την κατάργηση του καθεστώτος  αιχμαλώτων πολέμου. Οι συνθήκες των κρατουμένων ήταν άγριες και καμία μορφή διαμαρτυρίας δεν φαινόταν ικανή να τις τροποποιήσει. Ήμασταν όλοι πολύ νέοι, ηλικίας μεταξύ 20 και 30 ετών. Οι περισσότεροι όταν μπήκαμε στη φυλακή ήμασταν λίγο μεγαλύτεροι από έφηβοι. Ήμασταν πολύ ενωμένοι, είχαμε μεγάλη αλληλεγγύη μεταξύ μας και ισχυρές πολιτικές πεποιθήσεις, τις ίδιες που με έκαναν να εισέλθω στον ΙΡΑ, γνωρίζοντας πολύ καλά ότι η προοπτική της φυλακής και του θανάτου ήταν οτιδήποτε άλλο παρά απομακρυσμένη.

Βλέποντας με τα μάτια μου την σκληρή καταστολή στην οποίαν υποβάλλονταν οι κρατούμενοι μου συνέβη να ενισχυθούν οι πεποιθήσεις μου. Η βρετανική κυβέρνηση προσπαθούσε με κάθε τρόπο να μας ποινικοποιήσει, να μας κάνει να μοιάζουμε με κοινούς εγκληματίες. Έπρεπε να επαναστατήσουμε για να δείξουμε ότι οι επιλογές και οι ενέργειές μας ήταν πολιτικές, όχι εγκληματικές ». Στη συνέχεια, πρόσθεσε ότι «πολλοί από τους εθελοντές φυλακισμένους του Ιra πέθαναν σε απεργία πείνας στη δεκαετία του ’20, του ’40 και του ’70 … και ούτω καθεξής μέχρι το 1981. Συνολικά οι ιρλανδοί πολιτικοί κρατούμενοι που έχασαν τη ζωή τους κατά τη διάρκεια μιας απεργίας πείνας τα τελευταία 80 χρόνια είναι 22. Για όλους αυτούς μπορούμε να πούμε ότι είναι «νεκροί έτσι ώστε άλλοι να είναι ελεύθεροι» (όπως είναι γραμμένο στον τάφο του Micky Devine και του Patsy O’Hara, στο Derry). Και αυτό το καθεστώς πολιτικού κρατουμένου είχε κατακτηθεί, το 1972, με μια απεργία πείνας. Στη συνέχεια το απέσυραν το 1976 «.

Επομένως η απόφασή τους δεν ελήφθη ελαφριά τη καρδία. «Όσον αφορά εμένα – συνέχισε ο McKeown – ήξερα καλά ότι αυτή η απεργία θα προχωρούσε μέχρι τα άκρα. Βάζοντας το όνομά μας στον κατάλογο των εθελοντών δεν ξέραμε πότε θα έρθει η σειρά μας, ποιος θα πεθάνει και ποιος θα επιβιώσει. Είχα σκεφτεί πολύ, επί μακρόν για τις συνέπειες που θα υφίστατο οικογένειά μου … Ήμουν παντρεμένος αλλά τουλάχιστον δεν είχα παιδιά, σε αντίθεση με άλλους εθελοντές, όπως ο Bobby Sands … ».

Τα βασικά αιτήματα των απεργών του Long Kesh ήταν πέντε, που συνδέονται στενά με την απαίτηση του καθεστώτος πολιτικών κρατουμένων: να μην φορούν στολές φυλάκισης, να μην διεξάγουν εργασίες εγκληματιών, ελευθερία μελέτης και διασύνδεσης – να μπορούν δηλαδή να συναντιούνται τακτικά – δυνατότητα να δέχονται επισκέψεις και δέματα, δικαίωμα σε μείωση ποινής. Αυτά τα αιτήματα, έστω και με τρόπο όχι εμφανή και χωρίς την τυπική επανεισαγωγή του καθεστώτος πολιτικού κρατουμένου, αναγνωρίστηκαν στη συνέχεια και ικανοποιήθηκαν στην ουσία τους.

Πράγματι, στις αρχές νοεμβρίου του 1981, μετά το τέλος της απεργίας πείνας, ο υπουργός Prior παρουσίασε τις μεταρρυθμίσεις φυλακών που επέτρεψαν στους ρεπουμπλικάνους φυλακισμένους του «Λαβύρινθου-Maze» την δυνατότητα να φορούν τα ρούχα τους, τη δυνατότητα να επωφεληθούν από τη μείωση της ποινής κ.λπ. Δεν υπάρχει τίποτα άλλο που πρέπει να προσθέσουμε και δεν έχει ήδη ειπωθεί από τους άμεσους ενδιαφερόμενους με την τόσο ριζοσπαστική και οριστική-τελική χειρονομία τους.

Όσον αφορά εμένα: «Σε οποιοδήποτε μέρος με ξαφνιάσει ο θάνατος, θάψτε την καρδιά μου στη Milltown».

(*) Αυτό είναι το ακριβές απόσπασμα από τον «Χένρι IV» του Σαίξπηρ: «Αν ζούμε είναι για να περπατήσουμε στα κεφάλια των Βασιλέων. Αν πεθάνουμε, ω τι όμορφος θάνατος, όταν οι Πρίγκιπες πεθαίνουν μαζί μας. Τώρα για τις συνειδήσεις μας τα όπλα είναι σωστά. Όταν η πρόθεση να τα φέρουμε μαζί μας είναι λογική «.

(**) Gianni Sartori http://csaarcadia.org/in-memoria-di-peggy-ohara/

IN BOTTEGA CFR Scor-data: 1 marzo 1981 (di David Lifodi) e Scor-data: 5 maggio 1981 (di Energu) ma anche Che c’entra Bobby Sands con Casa Pound? (di Gianni Sartori) e Sporchi (di Mark Adin)

MA COSA SONO LE «SCOR-DATE»? NOTA PER CHI CAPITASSE QUI SOLTANTO ADESSO.               

Per «scor-data» qui in “bottega” si intende il rimando a una persona o a un evento che il pensiero dominante e l’ignoranza che l’accompagna deformano, rammentano “a rovescio” o cancellano; a volte i temi possono essere più leggeri ché ogni tanto sorridere non fa male, anzi. Ovviamente assai diversi gli stili e le scelte per raccontare; a volte post brevi e magari solo un titolo, una citazione, una foto, un disegno. Comunque un gran lavoro. E si può fare meglio, specie se il nostro “collettivo di lavoro” si allargherà. Vi sentite chiamate/i “in causa”? Proprio così, questo è un bando di arruolamento nel nostro disarmato esercituccio. Grazie in anticipo a chi collaborerà, commenterà, linkerà, correggerà i nostri errori sempre possibili, segnalerà qualcun/qualcosa … o anche solo ci leggerà.

La redazione – abbastanza ballerina – della bottega από την σύνταξη

http://www.labottegadelbarbieri.org/5-maggio-1981-muore-lallodola-dirlanda/